PG 96:441Ο ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ. Στοιχεῖον Ἄλφα. Α. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως, καὶ κατασκευῆς· καὶ ὅσα περὶ ἡμῶν ἐν Γραφαῖς ἐμφέρεται. Β. Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι αὐτεξούσιον αὐτὸν πεποίηκεν ὁ Θεὸς, καὶ ἡγεμόνα τῶν ἐπιγείων ἁπάντων. Γ. Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι ἐπ’ ἀφθαρσίᾳ καὶ ἀθανασίᾳ κατὰ θείαν δωρεὰν πρὸς τοῦ Θεοῦ διεπλάσθη, ἐντολῆς θείας δηλαδὴ φυλαττούσης τὴν χάριν. Δ. Περὶ τοῦ Ἀδάμ· ὅτι σοφώτατος, καὶ διορατικὸς, καὶ προφήτης ὑπῆρχε πρὸ τῆς παρακοῆς. Ε. Περὶ ἀγαθοεργίας καὶ ἀγαθοποιῶν. 2. Περὶ ἀνηκόων καὶ ἀνυποτάκτων. Ζ. Περὶ ἀρχόντων, καὶ ἀρχομένων· ὅτι τῶν ἀρχομένων τὰ πταίσματα τοῖς ἄρχουσιν ἐπιγράφονται, ὡς παρ’ αἰτίαν ἐκείνων καὶ ἀμέλειαν συμβαινόντων. Η. Περὶ ἀρχομένων· ὅτι ἐξομοιοῦνται οἱ ἀρχόμενοι τοῖς τῶν ἀρχόντων ἤθεσιν. Θ. Περὶ ἀρχομένων· ὅτι πρὸς τὰς προαιρέσεις τῶν ἀρχομένων τὰς πονηρὰς, οὕτω καὶ ἄρχοντας λοιμοὺς καθιστᾷ τὸ θεῖον κρῖμα. Ι. Περὶ ἀρχόντων· ὅτι χρὴ κατὰ τὸν τύπον τοῦ Κυρίου δι’ ὑποδειγμάτων ἀγαθῶν ἀνάγειν πρὸς ἀρετὴν τὸν ὑπήκοον, καὶ προσφιλῆ ἑαυτοῖς ποιεῖν τὸν λαόν. ΙΑ. Περὶ ἀρχόντων καὶ προεστώτων·βάνεται, θυρίδας ἡ Γραφὴ προσηγόρευσεν ὡς ὁδο- ποιεῖν τῷ θανάτῳ τὴν εἴσοδον ὁ λόγος φησίν. Ετοιμάζου πρὸς τὰ λυπηρά, καὶ κερδανείς τὰ πλείονα. Άνθρωποι μὲν γὰρ πέρας τιμωριῶν εἶναι νομί ζουσι τὸν θάνατον· ἐν δὲ τῷ θείῳ δικαστηρίῳ μόγις οὕτως ἐστὶν ἀρχή. Περὶ τοῦ παντὸς κατὰ Πλάτωνος, (α) Ο ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ. Στοιχεῖον "Αλφα. Δ'. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως, καὶ κατασκευῆς· καὶ ὅσα περὶ ἡμῶν ἐν Γραφαῖς ἐμφέρεται. Β'. ' Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι αὐτεξούσιον αὐτὸν πε- ποίηκεν ὁ Θεὸς, καὶ ἡγεμόνα τῶν ἐπιγείων ἁπάντων. Γ. ' Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι ἐπ' ἀφθαρσίᾳ καὶ ἀθα νασία κατὰ θείαν δωρεάν πρὸς τοῦ Θεοῦ διο επλάσθη, ἐντολῆς θείας δηλαδή φυλαττούσης τὴν χάριν. Δ'. Περὶ τοῦ 'Αδάμ · ὅτι σοφώτατος, καὶ διορατικός, καὶ προφήτης ὑπῆρχε πρὸ τῆς παρακοῆς. Ε΄. Περὶ ἀγαθοεργίας καὶ ἀγαθοποιών. . Γ. Περὶ ἀνηκόων καὶ ἀνυποτάκτων. Ζ΄. Περὶ ἀρχόντων, καὶ ἀρχομένων· ὅτι τῶν ἀρχο μένων τὰ πταίσματα τοῖς ἄρχουσιν ἐπιγράφονται, ὡς παρ' αἰτίαν ἐκείνων καὶ ἀμέλειαν συμβαι νόντων. τοῖς τῶν ἀρχόντων ήθεσιν. Θ'. : Περὶ ἀρχομένων· ὅτι πρὸς τὰς προαιρέσεις τῶν ἀρχομένων τὰς πονηρὰς, οὕτω καὶ ἄρχοντας λοιμούς καθιστᾷ τὸ θεῖον κρίμα. . Ι. Περὶ ἀρχόντων· ὅτι χρὴ κατὰ τὸν τύπον τοῦ Κυρίου δι' υποδειγμάτων ἀγαθῶν ἀνάγειν πρὸς ἀρετὴν τὸν ὑπήκοον, καὶ προσφιλὴ ἑαυτοῖς ποιεῖν τὸν λαόν. ΙΑ'. Περὶ ἀρχόντων καὶ προεστώτων· ὅτι χρή πυ- ανότερον ταῖς νουθεσίαις καὶ διαμαρτυρίαις χρῆσθαι αὐτοὺς πρὸς τὸν λαὸν, πρὸς τὸ ἑαυτῶν ἀκίνδυνον. καὶ συγχύσεως αἰτία. ΙΓ΄. · Περὶ ἀρίστων ἀνδρῶν· ὅτι σωτήριος ἡ τούτων ἐφορεία καὶ ἐπιστασία τοῖς πράγμασιν καὶ τῷ λαῷ. ΙΔ'. • Περὶ ἀφορίας χρηστῶν ἀνδρῶν· ὅτι ἐπικίνδυνος τῷ βίῳ. Χ. PARALLELA RUPEFUCALDINA. • A legens, ea quæ vult, arripit ; fenestras appellavit. Quas quidem morti aditum munire, divinus sermo pronuntiat. Ad molestias subeundas præsto sis, earumque maximam partem lucratus eris. Philonis. Homines mortem esse suppliciorum finem arbitrantur, vix autem apud divinum tri- bunal hæc eorum initium est. Post Parallela Vaticana, ut datam fidem liberem, antiquiorum Rupefucaldinorum Indicem subjungo, cum selectis symbolis librorum sanctorum Patrum, qui nondum in vulgus pro- diere. Neque vero etiam omittenda putavi prolixa illa sancti Justini loca, quæ cum ejusdem sancti martyris operibus edita non sunt (a), sed seorsim a Petro Halloixio, cum hæc accepisset ex eodem codice Rupefucaldino. Cæterum indicavi duntaxat quibus in Parallelorum titulis reperiantur Iranei excerpta quæ idem Halloixius perinde seorsim evulgavit; quippe cum in postremis editionibus operum sanctissimi hujus doctoris, Oxoniensi et Parisiensi, suis lo- cis restituta sint a viris doctissimis D. Joanne Ernesto Grabe, et R. admodum Patre D. Re- nato Massuet Benedictino. Tametsi Heschelius in suis adnotationibus ad Bibliothecam Photii, et Stephanus le Moyne inter Varia Sacra fragmentum sat amplum ediderint libri De universo contra Platonem, qui Josepho assignatus fuit; ejus tamen fragmenti lacinias duas integras, ut in prædictis Parallelis jacent, refero; ex quarum inspectione meum de ea lucubratione, ex qua accepta sunt, judicium facilius et com- inodius expendatur. Tituli qui asteriscos in indice præfixos habent, in Vaticanis Parallelis absunt. & Fragmenta hac, scilicet libri de resurrectione, postea recepit D. Prudentius Maranus in sua editione Operum Justini. Vide tomum nostrum sextum, col. 1571-1591. EDIT. PATR. INDEX CAPITUM. Littera Alpha. que in Scripturis de nobis feruntur. II. De homine: quod Deus eum libero arbitrio præditum condiderit, cunctisque rebus terre- nis praefecerit. lll. De homine : quod divino munere incorru- plus et immortalis effectus a Deo sit; divino útique præcepto gratiam hanc conservante. 14. De Adam : quod sapientissimus, et perspi- cax, atque propheta fuerit, antequam Dei le- gem infringeret. V. De beneficentia et beneficis. • Vi. De contumacibus et immorigeris. VII. De principibus et subditis: quod subditorum lapsus principibus ascribantur, tanquam ipsis auctoribus ac negligentibus accidant. VIII. De subditis : quod subditi principum mores imitentur. • IX. De subditis: quod Dei judicio propter nefa- ria subditorum studia perniciosi principes a Deo constituantur. • De principibus: quod Dominum imitando per bona exempla adducere subditos ad virtu- lem debeant, sibique populi amicitiam conci- liare. XI. De principibus et præfectis: quod eos crebris admonitionibus testificationibusque ad popu- lum uti oporteat, ut a seipsis periculum aver- tant. XII. De anarchia: quod perniciosa et periculosa sit, ac confusionem pariat. • XIII. De viris probis: quod eorum præfectura et regimen reipublicæ et populo” salutaria sint. XIV. De virorum bonorum raritate : quod mundo periculosa sit. 1. Περὶ ἀρχομένων· ὅτι ἐξομοιοῦνται οἱ ἀρχόμενοι 115. Περὶ ἀναρχίας· ὅτι ἐπιβλαβής, καὶ ἐπικίνδυνος, 1. De hominis formatione et structura, et quæcun-
PG 96:442ὅτι χρὴ πυκνότερον ταῖς νουθεσίαις καὶ διαμαρτυρίαις χρῆσθαι αὐτοὺς πρὸς τὸν λαὸν, πρὸς τὸ ἑαυτῶν ἀκίνδυνον. ΙΒ. Περὶ ἀναρχίας· ὅτι ἐπιβλαβὴς, καὶ ἐπικίνδυνος, καὶ συγχύσεως αἰτία. ΙΓ. Περὶ ἀρίστων ἀνδρῶν· ὅτι σωτήριος ἡ τούτων ἐφορεία καὶ ἐπιστασία τοῖς πράγμασιν καὶ τῷ λαῷ. ΙΔ. Περὶ ἀφορίας χρηστῶν ἀνδρῶν· ὅτι ἐπικίνδυνος τῷ βίῳ. ΙΕ. Περὶ ἀφορίας θείου λόγου, παρ’ αἰτίαν τῶν μὴ ὑπακουόντων τῇ τούτου διδασκαλίᾳ. Ι. Περὶ ἀκαταστάτων τῷ λογισμῷ, καὶ τῇ γνώμῃ ἀνιδρύντων. ΙΖ. Περὶ ἀδήλων καὶ ἀγνοουμένων ἡμῖν πραγμάτων· καὶ ὅτι ἀλυσιτελὴς ἡ περὶ τούτων ἀδολεσχία, καὶ φαντασιώδης. ΙΗ. Περὶ ἀγγέλλοντος καὶ μεσάζοντος ἀπόκρισιν. ΙΘ. Περὶ ἀγγελίας ἀγαθῆς. Κ. Περὶ ἀγγελίας κακῆς. ΚΑ. Περὶ ἁμαρτημάτων· ὅτι τὰ ἡμέτερα ἁμαρτήματα προξενοῦσι, καὶ ἄγουσιν ἐφ’ ἡμᾶς τὰ κακά. ΚΒ. Περὶ ἀνθρωπαρέσκων, καὶ προσποιητῶς καὶ ὑπούλως διακειμένων. ΚΓ. Περὶ αὐταρέσκων, καὶ ἑαυτοὺς συνιστώντων, καὶ ἑαυτοὺς ἀποδεχομένων. ΚΔ. Περὶ ἀποκρίσεως ἀπολογίας· ὅτι χρὴ ἐν συνέσει καὶ ὀνόματι Κυρίου τὰς ἀπολογίας τῶν ἐπερωτήσεων ποιεῖσθαι· μάλιστα δὲ, περὶ σωτηριώδους ἡμῶν πίστεως·βάνεται, θυρίδας ἡ Γραφὴ προσηγόρευσεν ὡς ὁδο- ποιεῖν τῷ θανάτῳ τὴν εἴσοδον ὁ λόγος φησίν. Ετοιμάζου πρὸς τὰ λυπηρά, καὶ κερδανείς τὰ πλείονα. Άνθρωποι μὲν γὰρ πέρας τιμωριῶν εἶναι νομί ζουσι τὸν θάνατον· ἐν δὲ τῷ θείῳ δικαστηρίῳ μόγις οὕτως ἐστὶν ἀρχή. Περὶ τοῦ παντὸς κατὰ Πλάτωνος, (α) Ο ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ. Στοιχεῖον "Αλφα. Δ'. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως, καὶ κατασκευῆς· καὶ ὅσα περὶ ἡμῶν ἐν Γραφαῖς ἐμφέρεται. Β'. ' Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι αὐτεξούσιον αὐτὸν πε- ποίηκεν ὁ Θεὸς, καὶ ἡγεμόνα τῶν ἐπιγείων ἁπάντων. Γ. ' Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι ἐπ' ἀφθαρσίᾳ καὶ ἀθα νασία κατὰ θείαν δωρεάν πρὸς τοῦ Θεοῦ διο επλάσθη, ἐντολῆς θείας δηλαδή φυλαττούσης τὴν χάριν. Δ'. Περὶ τοῦ 'Αδάμ · ὅτι σοφώτατος, καὶ διορατικός, καὶ προφήτης ὑπῆρχε πρὸ τῆς παρακοῆς. Ε΄. Περὶ ἀγαθοεργίας καὶ ἀγαθοποιών. . Γ. Περὶ ἀνηκόων καὶ ἀνυποτάκτων. Ζ΄. Περὶ ἀρχόντων, καὶ ἀρχομένων· ὅτι τῶν ἀρχο μένων τὰ πταίσματα τοῖς ἄρχουσιν ἐπιγράφονται, ὡς παρ' αἰτίαν ἐκείνων καὶ ἀμέλειαν συμβαι νόντων. τοῖς τῶν ἀρχόντων ήθεσιν. Θ'. : Περὶ ἀρχομένων· ὅτι πρὸς τὰς προαιρέσεις τῶν ἀρχομένων τὰς πονηρὰς, οὕτω καὶ ἄρχοντας λοιμούς καθιστᾷ τὸ θεῖον κρίμα. . Ι. Περὶ ἀρχόντων· ὅτι χρὴ κατὰ τὸν τύπον τοῦ Κυρίου δι' υποδειγμάτων ἀγαθῶν ἀνάγειν πρὸς ἀρετὴν τὸν ὑπήκοον, καὶ προσφιλὴ ἑαυτοῖς ποιεῖν τὸν λαόν. ΙΑ'. Περὶ ἀρχόντων καὶ προεστώτων· ὅτι χρή πυ- ανότερον ταῖς νουθεσίαις καὶ διαμαρτυρίαις χρῆσθαι αὐτοὺς πρὸς τὸν λαὸν, πρὸς τὸ ἑαυτῶν ἀκίνδυνον. καὶ συγχύσεως αἰτία. ΙΓ΄. · Περὶ ἀρίστων ἀνδρῶν· ὅτι σωτήριος ἡ τούτων ἐφορεία καὶ ἐπιστασία τοῖς πράγμασιν καὶ τῷ λαῷ. ΙΔ'. • Περὶ ἀφορίας χρηστῶν ἀνδρῶν· ὅτι ἐπικίνδυνος τῷ βίῳ. Χ. PARALLELA RUPEFUCALDINA. • A legens, ea quæ vult, arripit ; fenestras appellavit. Quas quidem morti aditum munire, divinus sermo pronuntiat. Ad molestias subeundas præsto sis, earumque maximam partem lucratus eris. Philonis. Homines mortem esse suppliciorum finem arbitrantur, vix autem apud divinum tri- bunal hæc eorum initium est. Post Parallela Vaticana, ut datam fidem liberem, antiquiorum Rupefucaldinorum Indicem subjungo, cum selectis symbolis librorum sanctorum Patrum, qui nondum in vulgus pro- diere. Neque vero etiam omittenda putavi prolixa illa sancti Justini loca, quæ cum ejusdem sancti martyris operibus edita non sunt (a), sed seorsim a Petro Halloixio, cum hæc accepisset ex eodem codice Rupefucaldino. Cæterum indicavi duntaxat quibus in Parallelorum titulis reperiantur Iranei excerpta quæ idem Halloixius perinde seorsim evulgavit; quippe cum in postremis editionibus operum sanctissimi hujus doctoris, Oxoniensi et Parisiensi, suis lo- cis restituta sint a viris doctissimis D. Joanne Ernesto Grabe, et R. admodum Patre D. Re- nato Massuet Benedictino. Tametsi Heschelius in suis adnotationibus ad Bibliothecam Photii, et Stephanus le Moyne inter Varia Sacra fragmentum sat amplum ediderint libri De universo contra Platonem, qui Josepho assignatus fuit; ejus tamen fragmenti lacinias duas integras, ut in prædictis Parallelis jacent, refero; ex quarum inspectione meum de ea lucubratione, ex qua accepta sunt, judicium facilius et com- inodius expendatur. Tituli qui asteriscos in indice præfixos habent, in Vaticanis Parallelis absunt. & Fragmenta hac, scilicet libri de resurrectione, postea recepit D. Prudentius Maranus in sua editione Operum Justini. Vide tomum nostrum sextum, col. 1571-1591. EDIT. PATR. INDEX CAPITUM. Littera Alpha. que in Scripturis de nobis feruntur. II. De homine: quod Deus eum libero arbitrio præditum condiderit, cunctisque rebus terre- nis praefecerit. lll. De homine : quod divino munere incorru- plus et immortalis effectus a Deo sit; divino útique præcepto gratiam hanc conservante. 14. De Adam : quod sapientissimus, et perspi- cax, atque propheta fuerit, antequam Dei le- gem infringeret. V. De beneficentia et beneficis. • Vi. De contumacibus et immorigeris. VII. De principibus et subditis: quod subditorum lapsus principibus ascribantur, tanquam ipsis auctoribus ac negligentibus accidant. VIII. De subditis : quod subditi principum mores imitentur. • IX. De subditis: quod Dei judicio propter nefa- ria subditorum studia perniciosi principes a Deo constituantur. • De principibus: quod Dominum imitando per bona exempla adducere subditos ad virtu- lem debeant, sibique populi amicitiam conci- liare. XI. De principibus et præfectis: quod eos crebris admonitionibus testificationibusque ad popu- lum uti oporteat, ut a seipsis periculum aver- tant. XII. De anarchia: quod perniciosa et periculosa sit, ac confusionem pariat. • XIII. De viris probis: quod eorum præfectura et regimen reipublicæ et populo” salutaria sint. XIV. De virorum bonorum raritate : quod mundo periculosa sit. 1. Περὶ ἀρχομένων· ὅτι ἐξομοιοῦνται οἱ ἀρχόμενοι 115. Περὶ ἀναρχίας· ὅτι ἐπιβλαβής, καὶ ἐπικίνδυνος, 1. De hominis formatione et structura, et quæcun-
PG 96:443ἀνατιθέμενοι γὰρ τῷ Θεῷ τὰς διασαφήσεις τῶν ἐπερωτήσεων, τὸ μέγιστον μετὰ καὶ τῆς ἀληθείας ἑαυτοῖς περιποιούμεθα κλέος. ΚΕ. Περὶ τῶν ἀποκρινομένων θρασέως. Κ. Περὶ αἰτουμένων· ὅτι χρὴ τὰς ἐν προσευχαῖς τοῦ Θεοῦ αἰτήσεις κατὰ τὸ αὐτῷ δοκοῦν, καὶ μὴ κατὰ τὸ ἡμέτερον αἰτεῖν θέλημα. Οὐκ ἴσμεν γὰρ τὸ συμφέρον ἡμεῖς. Αὐτὸς δὲ, ἅτε πατὴρ ἀγαθὸς, καὶ πάντων προγνώστης, πρὸς μὲν τὰ λυσιτελοῦντα ἑτοιμότατα ἐπινεύει, πρὸς δὲ τὰ βλάβην φέροντα οὐ συνεργεῖ αἰτούμενος. ΚΖ. Περὶ ἀποβεβλημένων καὶ ἀπροσδέκτων πραγμάτων παρὰ Θεῷ. ΚΗ. Περὶ ἀδυνάτων καὶ δυσχερῶν πραγμάτων παρ’ ἡμῖν. ΚΘ. Περὶ ἀγορᾶς, καὶ τῆς περὶ ταύτην τῶν ἐφόρων καταστάσεως. Λ. Περὶ ἁρμοδίων καὶ ὡραίων πραγμάτων. ΛΑ. Περὶ ἀναρμόστων καὶ ἀπρεπῶν πραγμάτων. ΛΒ. Περὶ ἀπειλῆς· ὅτι χρὴ φοβεῖσθαι τοῦ Θεοῦ τὰς ἀπειλὰς, καὶ μὴ καταφρονητικῶς ἐπ’ ὀλέθρῳ διακεῖσθαι. ΛΓ. Περὶ ἀνωφελῶν καὶ ἀντιθέτων πραγμάτων. ΛΔ. Περὶ τῶν ἑαυτοὺς ἀτιμαζόντων. ΛΕ. Περὶ τῶν ἀσεβῶς ἀπρονόητον εἶναι τὸν κόσμον, καὶ τὰ κατὰ τοῦτον πράγματα λεγόντων. Λ. Περὶ ἀρᾶς ἀκαίρου, καὶ ματαίας, καὶ εὐδαίμονος. ΛΖ. Περὶ ἀκροάσεως·443 444 ΙΕ'. " Περὶ ἀφορίας θείου λόγου, παρ' αἰτίαν τῶν μὴ ὑπακουόντων τῇ τούτου διδασκαλία. S. JOANNIS DAMASCENI XV. De divini verbi raritate; quod ejus aucto- res sint illi, qui ejus doctrinæ non obsequun- tur. XVI. * De iis qui mente instabiles sunt, nec con- silio firmi. XVII. De rebus obscuris ac nobis incognitis : quodque inutilis ac vanitate plena sit illaruın meditatio. 739 XVIII. De nuntio ac responsionis sequestro. XIX. De bono nuntio. XX. De malo nuntio. • XXI. De peccatis: et quod peccata nostra nobis accersunt et afferunt mala. XXII. De iis qui hominibus placent, ac simulato et subdolo animo sunt. XXIII. De iis qui sibi placent, seque ipsos com- mendant, ac sibi ipsis applaudunt. XXIV. De responsionis suæ defensione: quod cum prudentia et in nomine Domini respon- siones suas defendere oporteat, maxime ubi de salutari fide nostra agitur. Deo namque responsionum declarationes relinquentes, ma- gnum nobis, quin etiam veritati, decus conci- liamus. XXV. De iis qui procaciter respondent. XXVI. De iis qui precantur: quod Deum orando supplicationes nostras ad id quod ipsi libue- rit, conformare debeamus, ac non quod no- bis arriserit postulare. Non enim scimus quid nobis utile sit. Ipse vero, tanquam bonus pa- ter, et cunctorum præscius, illis ad ea quæ pro- ficua sunt, præsto annuit; ad ea vero quæ de- trimentum afferunt, quamlibet exoratus, ope- ram nullam confert. XXVII. * De rebus quas Deus abominatur ac re- jicit. XXVIII. De rebus quæ nobis impossibiles ac dif- ficiles sunt. XXIX. • De foro, et eorum qui illic præsiut, con- stitutione. XXX. * De rebus consentaneis et elegantibus. XXXI. De rebus dissentaneis et indecoris. • XXXII. De comminatione: quod Dei minæ me- tuendæ sint, nec interitum suum contemptui habere fas sit. . XXXIII. De inutilibus et mutuo oppositis rebus. XXXIV. " De iis qui seipsos dedecorant. XXXV. De iis qui mundum) resque mundanas nulla providentia regi impie asserunt. XXXVI. De intempestiva, vanaque ac felici ex- secratione. XXXVII. * De auseultatione: quod studiosos esse oporteat ad res utiles audiendas : inutiles vero fugere. XXXVIII. De iis qui subdole alicna audiunt. • XXXIX. De iis qui vana, inepta et obscena pro- ferunt. XL. De iis quæ nec copulari, nec conciliari pos- sunt. XLI. De inexplebili cupiditate, quodque sine sa- tietate plura habere percupiamus. XLII. * De eo qui peccat et offendit : et quod ipsum modeste agere, nec redarguenti contra- dicere oporteat. XLIII, " De astrologis. XLIV. De sanctis; et iis qui ob facta sortemque suam beati prædicantur: quodque in sanctis requiescat Deus. 733 XLV. De remissione peccatorum : et quoι modis delictorum propitiatio concessa nobis sit a Deo, qui solus potest peccata dimittere. XLVI. De anathenate ac separatione : et quot modis anathema accipiatur. ἀνιδρύντων. ΙΖ΄. * Περὶ ἀδήλων καὶ ἀγνοουμένων ἡμῖν πραγμά των· καὶ ὅτι ἀλυσιτελὴς ἡ περὶ τούτων άδο- λεσχία, καὶ φαντασιώδης. ΙΗ. Περὶ ἀγγέλλοντος καὶ μεσάζοντος ἀπόκρισιν. Κ'. Περὶ ἀγγελίας κακῆς. ΚΑ'. " Περὶ ἁμαρτημάτων· ὅτι τὰ ἡμέτερα ἁμαρ τήματα προξενοῦσι, καὶ ἄγουσιν ἐφ' ἡμᾶς τὰ κακά. ΚΒ. Περὶ ἀνθρωπαρέσκων, καὶ προσποιητῶς καὶ υπούλως διακειμένων. ΚΓ. Περὶ αὐταρέσκων, καὶ ἑαυτοὺς συνιστώντων, καὶ ἑαυτοὺς ἀποδεχομένων. . ΚΔ'. Περὶ ἀποκρίσεως ἀπολογίας· ὅτι χρὴ ἐν συνέσει καὶ ὀνόματι Κυρίου τὰς ἀπολογίας των επερω τήσεων ποιεῖσθαι· μάλιστα δὲ, περί σωτηριώδους ἡμῶν πίστεως· ἀνατιθέμενοι γὰρ τῷ Θεῷ τὰς διασαφήσεις τῶν ἐπερωτήσεων, τὸ μέγιστον μετὰ καὶ τῆς ἀληθείας ἑαυτοῖς περιποιούμεθα κλέος. ΚΕ'. * Περὶ τῶν ἀποκρινομένων θρασέως. ΚϚ'. ' Περί αιτουμένων· ὅτι χρὴ τὰς ἐν προσευχαῖς τοῦ Θεοῦ αἰτήσεις κατὰ τὸ αὐτῷ δοκοῦν, καὶ μὴ κατὰ τὸ ἡμέτερον αἰτεῖν θέλημα. Οὐκ ἴσμεν γὰρ τὸ συμφέρον ἡμεῖς. Αὐτὸς δὲ, ἅτε πατὴρ ἀγαθὸς, καὶ πάντων προγνώστης, πρὸς μὲν τὰ λυσιτε λοῦντα ἑτοιμότατα επινεύει, πρὸς δὲ τὰ βλάβην φέροντα οὐ συνεργεί αιτούμενος. ΚΖ'. * Περὶ ἀποβεβλημένων καὶ ἀπροσδέκτων πραγ- μάτων παρὰ θεῷ. ΚΗ'. Περὶ ἀδυνάτων καὶ δυσχερῶν πραγμάτων παρ' ἡμῖν. . ΚΘ'. Περὶ ἀγορᾶς, καὶ τῆς περὶ ταύτην τῶν ἐφε όρων καταστάσεως. Λ'. Περὶ ἀρμοδίων καὶ ὡραίων πραγμάτων. ΛΑ'. ' Περὶ ἀναρμόστων καὶ ἀπρεπῶν πραγμάτων. ΛΒ. Περὶ ἀπειλῆς· ὅτι χρὴ φοβεῖσθαι τοῦ Θεοῦ τὰς ἀπειλάς, καὶ μὴ καταφρονητικῶς ἐπ' ὀλέθρῳ δια- κεῖσθαι. ΑΓ. * Περὶ ἀνωφελῶν καὶ ἀντιθέτων πραγμάτων. ΛΔ'. * Περὶ τῶν ἑαυτοὺς ἀτιμαζόντων. ΛΕ. Περὶ τῶν ἀσεβῶς ἀπρονόητον εἶναι τὸν κό σμον, καὶ τὰ κατὰ τοῦτον πράγματα λεγόν- των. ΑϚ'. Περὶ ἀρᾶς ἀκαίρου, καὶ ματαίας, καὶ εὐδαί μόνος. ΛΖ΄. · Περὶ ἀκροάσεως· ὅτι χρὴ σπουδαίους πρὸς τὰς ἐπωφελεῖς εἶναι ἀκροάσεις, ἀποδιδράσκειν δὲ τὰς τῶν ἀνονήτων. ΛΗ'. " Περὶ τῶν παρακροωμένων ἐπιβούλως τὰ ἀλ λότρια. ΛΘ'. Περὶ ἀργολόγων, καὶ βαττολόγων, καὶ αἰσχρο- λόγων. Μ'. Περὶ ἀκοινωνήτων, καὶ ἀσυμφώνων πραγμάτ των. ΜΑ'. Περὶ ἀπληστίας· ὅτι ἀπλήστως ἔχομεν προς τὴν τοῦ πλείονος ὄρεξιν. ΜΒ'. Περὶ ἁμαρτάνοντος καὶ σφάλλοντος· ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐντρέπεσθαι, καὶ μὴ ἀντιῤῥημονεῖν τῷ ἐλέγ χοντι. ΜΓ'. · Περὶ ἀστρολόγων. ΜΔ'. : Περὶ ἁγίων, καὶ μακαριζομένων ἐφ᾽ οἷς δρῶσι, καὶ ὑπὲρ ὧν τετυχήκασι· καὶ ὅτι τοῖς ἁγίοις ἐπαναπαύεται ὁ Θεός. ΜΕ'. Περὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν, καὶ κατὰ πόσους τρό πους κεχάρισται ἡμῖν παρὰ Θεοῦ τοῦ μόνου δυνα- μένου ἀφιέναι ἁμαρτίας, ὁ ἱλασμὸς τῶν πλημμε λημάτων. ΜΠ. Περὶ ἀναθέματος καὶ ἀφορισμοῦ· καὶ ποτα χῶς τὸ ἀνάθεμα λαμβάνεται. 14. " Περὶ ἀκαταστάτων τῷ λογισμῷ, καὶ τῇ γνώμη 18. Περὶ ἀγγελίας ἀγαθῆς.
PG 96:444ὅτι χρὴ σπουδαίους πρὸς τὰς ἐπωφελεῖς εἶναι ἀκροάσεις, ἀποδιδράσκειν δὲ τὰς τῶν ἀνονήτων. ΛΗ. Περὶ τῶν παρακροωμένων ἐπιβούλως τὰ ἀλλότρια. ΛΘ. Περὶ ἀργολόγων, καὶ βαττολόγων, καὶ αἰσχρολόγων. Μ. Περὶ ἀκοινωνήτων, καὶ ἀσυμφώνων πραγμάτων. ΜΑ. Περὶ ἀπληστίας· ὅτι ἀπλήστως ἔχομεν πρὸς τὴν τοῦ πλείονος ὄρεξιν. ΜΒ. Περὶ ἁμαρτάνοντος καὶ σφάλλοντος· ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐντρέπεσθαι, καὶ μὴ ἀντιῤῥημονεῖν τῷ ἐλέγχοντι. ΜΓ. Περὶ ἀστρολόγων. ΜΔ. Περὶ ἁγίων, καὶ μακαριζομένων ἐφ’ οἷς δρῶσι, καὶ ὑπὲρ ὧν τετυχήκασι· καὶ ὅτι τοῖς ἁγίοις ἐπαναπαύεται ὁ Θεός. ΜΕ. Περὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν, καὶ κατὰ πόσους τρόπους κεχάρισται ἡμῖν παρὰ Θεοῦ τοῦ μόνου δυναμένου ἀφιέναι ἁμαρτίας, ὁ ἱλασμὸς τῶν πλημμελημάτων. Μ. Περὶ ἀναθέματος καὶ ἀφορισμοῦ· καὶ ποσαχῶς τὸ ἀνάθεμα λαμβάνεται. ΜΖ. Περὶ τοῦ ἄφυκτον εἶναι τὸν Θεὸν, καὶ ἀπερίγραπτον· καὶ ὅτι πάντα περιδέδρακται, καὶ ἐφορᾷ, καὶ οὐδὲν αὐτὸν λέληθε. ΜΗ. Περὶ τοῦ ἀκατάληπτον εἶναι τὸν Θεὸν, καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἡμᾶς τὰ κρυπτὰ καὶ ἐπέκεινα τῶν διατεταγμένων ἡμῖν ζητεῖν, ἢ περιεργάζεσθαι.443 444 ΙΕ'. " Περὶ ἀφορίας θείου λόγου, παρ' αἰτίαν τῶν μὴ ὑπακουόντων τῇ τούτου διδασκαλία. S. JOANNIS DAMASCENI XV. De divini verbi raritate; quod ejus aucto- res sint illi, qui ejus doctrinæ non obsequun- tur. XVI. * De iis qui mente instabiles sunt, nec con- silio firmi. XVII. De rebus obscuris ac nobis incognitis : quodque inutilis ac vanitate plena sit illaruın meditatio. 739 XVIII. De nuntio ac responsionis sequestro. XIX. De bono nuntio. XX. De malo nuntio. • XXI. De peccatis: et quod peccata nostra nobis accersunt et afferunt mala. XXII. De iis qui hominibus placent, ac simulato et subdolo animo sunt. XXIII. De iis qui sibi placent, seque ipsos com- mendant, ac sibi ipsis applaudunt. XXIV. De responsionis suæ defensione: quod cum prudentia et in nomine Domini respon- siones suas defendere oporteat, maxime ubi de salutari fide nostra agitur. Deo namque responsionum declarationes relinquentes, ma- gnum nobis, quin etiam veritati, decus conci- liamus. XXV. De iis qui procaciter respondent. XXVI. De iis qui precantur: quod Deum orando supplicationes nostras ad id quod ipsi libue- rit, conformare debeamus, ac non quod no- bis arriserit postulare. Non enim scimus quid nobis utile sit. Ipse vero, tanquam bonus pa- ter, et cunctorum præscius, illis ad ea quæ pro- ficua sunt, præsto annuit; ad ea vero quæ de- trimentum afferunt, quamlibet exoratus, ope- ram nullam confert. XXVII. * De rebus quas Deus abominatur ac re- jicit. XXVIII. De rebus quæ nobis impossibiles ac dif- ficiles sunt. XXIX. • De foro, et eorum qui illic præsiut, con- stitutione. XXX. * De rebus consentaneis et elegantibus. XXXI. De rebus dissentaneis et indecoris. • XXXII. De comminatione: quod Dei minæ me- tuendæ sint, nec interitum suum contemptui habere fas sit. . XXXIII. De inutilibus et mutuo oppositis rebus. XXXIV. " De iis qui seipsos dedecorant. XXXV. De iis qui mundum) resque mundanas nulla providentia regi impie asserunt. XXXVI. De intempestiva, vanaque ac felici ex- secratione. XXXVII. * De auseultatione: quod studiosos esse oporteat ad res utiles audiendas : inutiles vero fugere. XXXVIII. De iis qui subdole alicna audiunt. • XXXIX. De iis qui vana, inepta et obscena pro- ferunt. XL. De iis quæ nec copulari, nec conciliari pos- sunt. XLI. De inexplebili cupiditate, quodque sine sa- tietate plura habere percupiamus. XLII. * De eo qui peccat et offendit : et quod ipsum modeste agere, nec redarguenti contra- dicere oporteat. XLIII, " De astrologis. XLIV. De sanctis; et iis qui ob facta sortemque suam beati prædicantur: quodque in sanctis requiescat Deus. 733 XLV. De remissione peccatorum : et quoι modis delictorum propitiatio concessa nobis sit a Deo, qui solus potest peccata dimittere. XLVI. De anathenate ac separatione : et quot modis anathema accipiatur. ἀνιδρύντων. ΙΖ΄. * Περὶ ἀδήλων καὶ ἀγνοουμένων ἡμῖν πραγμά των· καὶ ὅτι ἀλυσιτελὴς ἡ περὶ τούτων άδο- λεσχία, καὶ φαντασιώδης. ΙΗ. Περὶ ἀγγέλλοντος καὶ μεσάζοντος ἀπόκρισιν. Κ'. Περὶ ἀγγελίας κακῆς. ΚΑ'. " Περὶ ἁμαρτημάτων· ὅτι τὰ ἡμέτερα ἁμαρ τήματα προξενοῦσι, καὶ ἄγουσιν ἐφ' ἡμᾶς τὰ κακά. ΚΒ. Περὶ ἀνθρωπαρέσκων, καὶ προσποιητῶς καὶ υπούλως διακειμένων. ΚΓ. Περὶ αὐταρέσκων, καὶ ἑαυτοὺς συνιστώντων, καὶ ἑαυτοὺς ἀποδεχομένων. . ΚΔ'. Περὶ ἀποκρίσεως ἀπολογίας· ὅτι χρὴ ἐν συνέσει καὶ ὀνόματι Κυρίου τὰς ἀπολογίας των επερω τήσεων ποιεῖσθαι· μάλιστα δὲ, περί σωτηριώδους ἡμῶν πίστεως· ἀνατιθέμενοι γὰρ τῷ Θεῷ τὰς διασαφήσεις τῶν ἐπερωτήσεων, τὸ μέγιστον μετὰ καὶ τῆς ἀληθείας ἑαυτοῖς περιποιούμεθα κλέος. ΚΕ'. * Περὶ τῶν ἀποκρινομένων θρασέως. ΚϚ'. ' Περί αιτουμένων· ὅτι χρὴ τὰς ἐν προσευχαῖς τοῦ Θεοῦ αἰτήσεις κατὰ τὸ αὐτῷ δοκοῦν, καὶ μὴ κατὰ τὸ ἡμέτερον αἰτεῖν θέλημα. Οὐκ ἴσμεν γὰρ τὸ συμφέρον ἡμεῖς. Αὐτὸς δὲ, ἅτε πατὴρ ἀγαθὸς, καὶ πάντων προγνώστης, πρὸς μὲν τὰ λυσιτε λοῦντα ἑτοιμότατα επινεύει, πρὸς δὲ τὰ βλάβην φέροντα οὐ συνεργεί αιτούμενος. ΚΖ'. * Περὶ ἀποβεβλημένων καὶ ἀπροσδέκτων πραγ- μάτων παρὰ θεῷ. ΚΗ'. Περὶ ἀδυνάτων καὶ δυσχερῶν πραγμάτων παρ' ἡμῖν. . ΚΘ'. Περὶ ἀγορᾶς, καὶ τῆς περὶ ταύτην τῶν ἐφε όρων καταστάσεως. Λ'. Περὶ ἀρμοδίων καὶ ὡραίων πραγμάτων. ΛΑ'. ' Περὶ ἀναρμόστων καὶ ἀπρεπῶν πραγμάτων. ΛΒ. Περὶ ἀπειλῆς· ὅτι χρὴ φοβεῖσθαι τοῦ Θεοῦ τὰς ἀπειλάς, καὶ μὴ καταφρονητικῶς ἐπ' ὀλέθρῳ δια- κεῖσθαι. ΑΓ. * Περὶ ἀνωφελῶν καὶ ἀντιθέτων πραγμάτων. ΛΔ'. * Περὶ τῶν ἑαυτοὺς ἀτιμαζόντων. ΛΕ. Περὶ τῶν ἀσεβῶς ἀπρονόητον εἶναι τὸν κό σμον, καὶ τὰ κατὰ τοῦτον πράγματα λεγόν- των. ΑϚ'. Περὶ ἀρᾶς ἀκαίρου, καὶ ματαίας, καὶ εὐδαί μόνος. ΛΖ΄. · Περὶ ἀκροάσεως· ὅτι χρὴ σπουδαίους πρὸς τὰς ἐπωφελεῖς εἶναι ἀκροάσεις, ἀποδιδράσκειν δὲ τὰς τῶν ἀνονήτων. ΛΗ'. " Περὶ τῶν παρακροωμένων ἐπιβούλως τὰ ἀλ λότρια. ΛΘ'. Περὶ ἀργολόγων, καὶ βαττολόγων, καὶ αἰσχρο- λόγων. Μ'. Περὶ ἀκοινωνήτων, καὶ ἀσυμφώνων πραγμάτ των. ΜΑ'. Περὶ ἀπληστίας· ὅτι ἀπλήστως ἔχομεν προς τὴν τοῦ πλείονος ὄρεξιν. ΜΒ'. Περὶ ἁμαρτάνοντος καὶ σφάλλοντος· ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐντρέπεσθαι, καὶ μὴ ἀντιῤῥημονεῖν τῷ ἐλέγ χοντι. ΜΓ'. · Περὶ ἀστρολόγων. ΜΔ'. : Περὶ ἁγίων, καὶ μακαριζομένων ἐφ᾽ οἷς δρῶσι, καὶ ὑπὲρ ὧν τετυχήκασι· καὶ ὅτι τοῖς ἁγίοις ἐπαναπαύεται ὁ Θεός. ΜΕ'. Περὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν, καὶ κατὰ πόσους τρό πους κεχάρισται ἡμῖν παρὰ Θεοῦ τοῦ μόνου δυνα- μένου ἀφιέναι ἁμαρτίας, ὁ ἱλασμὸς τῶν πλημμε λημάτων. ΜΠ. Περὶ ἀναθέματος καὶ ἀφορισμοῦ· καὶ ποτα χῶς τὸ ἀνάθεμα λαμβάνεται. 14. " Περὶ ἀκαταστάτων τῷ λογισμῷ, καὶ τῇ γνώμη 18. Περὶ ἀγγελίας ἀγαθῆς.
Ἀνέφικτος γὰρ ἡμῖν, καὶ ἀκατάληπτος ἀνθρώποις οὖσιν ἡ τούτων εὕρεσις, καὶ ἀλυσιτελής. ΜΘ. Περὶ ἀγάπης καὶ φόβου πρὸς τὸν Θεόν· καὶ ὅτι παντὸς ἀγαθοῦ ὑπερέχουσιν. Ν. Περὶ τῶν μὴ ἀγαπώντων τὸν Θεὸν, μηδὲ φοβουμένων αὐτόν. ΝΑ. Περὶ ἀντιλογίας πρὸς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἀντιλέγειν, ἢ δικαιολογεῖσθαι πρὸς αὐτὸν, ἢ πολλὰ ῥήματα περὶ αὐτοῦ λέγειν. ΝΒ. Περὶ τοῦ, ὅτι καὶ ἄγγελοι ἁμαρτήσαντες κολάζονται. ΝΓ. Περὶ τοῦ, ὅτι ἀγγέλους φύλακας ἡμῖν ἐπέστησεν ὁ Θεός. ΝΔ. Περὶ ἀποφάσεως παρὰ Θεοῦ γινομένης· καὶ ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπεύεσθαι. ΝΕ. Περὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ὁρωμένων· λέγω δὲ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Ν. Περὶ τῆς ἀστάτου καὶ ἀβεβαίου τῶν ἀνθρωπίνων καταστάσεως· καὶ ὅτι ἐπίμοχθος καὶ ἐπώδυνός ἐστιν ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος. ΝΖ. Περὶ ἀναμαρτησίας· καὶ ὅτι οὐδεὶς ἀναμάρτητος, εἰ μὴ εἰς ὁ Θεός. ΝΗ. Περὶ τῶν ἁμαρτανόντων καὶ νομιζομένων λανθάνειν τὸν Θεόν. ΝΘ. Περὶ ἀρᾶς ὑπὸ Κυρίου, καὶ προφητῶν, καὶ ἀποστόλων γινομένης. Ξ. Περὶ ἀγάπης καὶ εἰρήνης, καὶ ὁμονοίας, καὶ εἰρηνοποιῶν. ΞΑ. Περὶ ἀληθείας καὶ μαρτυρίας πιστῆς. ΞΒ. Περὶ ἀκηδίας καὶ ἀθυμίας. ΞΓ.443 444 ΙΕ'. " Περὶ ἀφορίας θείου λόγου, παρ' αἰτίαν τῶν μὴ ὑπακουόντων τῇ τούτου διδασκαλία. S. JOANNIS DAMASCENI XV. De divini verbi raritate; quod ejus aucto- res sint illi, qui ejus doctrinæ non obsequun- tur. XVI. * De iis qui mente instabiles sunt, nec con- silio firmi. XVII. De rebus obscuris ac nobis incognitis : quodque inutilis ac vanitate plena sit illaruın meditatio. 739 XVIII. De nuntio ac responsionis sequestro. XIX. De bono nuntio. XX. De malo nuntio. • XXI. De peccatis: et quod peccata nostra nobis accersunt et afferunt mala. XXII. De iis qui hominibus placent, ac simulato et subdolo animo sunt. XXIII. De iis qui sibi placent, seque ipsos com- mendant, ac sibi ipsis applaudunt. XXIV. De responsionis suæ defensione: quod cum prudentia et in nomine Domini respon- siones suas defendere oporteat, maxime ubi de salutari fide nostra agitur. Deo namque responsionum declarationes relinquentes, ma- gnum nobis, quin etiam veritati, decus conci- liamus. XXV. De iis qui procaciter respondent. XXVI. De iis qui precantur: quod Deum orando supplicationes nostras ad id quod ipsi libue- rit, conformare debeamus, ac non quod no- bis arriserit postulare. Non enim scimus quid nobis utile sit. Ipse vero, tanquam bonus pa- ter, et cunctorum præscius, illis ad ea quæ pro- ficua sunt, præsto annuit; ad ea vero quæ de- trimentum afferunt, quamlibet exoratus, ope- ram nullam confert. XXVII. * De rebus quas Deus abominatur ac re- jicit. XXVIII. De rebus quæ nobis impossibiles ac dif- ficiles sunt. XXIX. • De foro, et eorum qui illic præsiut, con- stitutione. XXX. * De rebus consentaneis et elegantibus. XXXI. De rebus dissentaneis et indecoris. • XXXII. De comminatione: quod Dei minæ me- tuendæ sint, nec interitum suum contemptui habere fas sit. . XXXIII. De inutilibus et mutuo oppositis rebus. XXXIV. " De iis qui seipsos dedecorant. XXXV. De iis qui mundum) resque mundanas nulla providentia regi impie asserunt. XXXVI. De intempestiva, vanaque ac felici ex- secratione. XXXVII. * De auseultatione: quod studiosos esse oporteat ad res utiles audiendas : inutiles vero fugere. XXXVIII. De iis qui subdole alicna audiunt. • XXXIX. De iis qui vana, inepta et obscena pro- ferunt. XL. De iis quæ nec copulari, nec conciliari pos- sunt. XLI. De inexplebili cupiditate, quodque sine sa- tietate plura habere percupiamus. XLII. * De eo qui peccat et offendit : et quod ipsum modeste agere, nec redarguenti contra- dicere oporteat. XLIII, " De astrologis. XLIV. De sanctis; et iis qui ob facta sortemque suam beati prædicantur: quodque in sanctis requiescat Deus. 733 XLV. De remissione peccatorum : et quoι modis delictorum propitiatio concessa nobis sit a Deo, qui solus potest peccata dimittere. XLVI. De anathenate ac separatione : et quot modis anathema accipiatur. ἀνιδρύντων. ΙΖ΄. * Περὶ ἀδήλων καὶ ἀγνοουμένων ἡμῖν πραγμά των· καὶ ὅτι ἀλυσιτελὴς ἡ περὶ τούτων άδο- λεσχία, καὶ φαντασιώδης. ΙΗ. Περὶ ἀγγέλλοντος καὶ μεσάζοντος ἀπόκρισιν. Κ'. Περὶ ἀγγελίας κακῆς. ΚΑ'. " Περὶ ἁμαρτημάτων· ὅτι τὰ ἡμέτερα ἁμαρ τήματα προξενοῦσι, καὶ ἄγουσιν ἐφ' ἡμᾶς τὰ κακά. ΚΒ. Περὶ ἀνθρωπαρέσκων, καὶ προσποιητῶς καὶ υπούλως διακειμένων. ΚΓ. Περὶ αὐταρέσκων, καὶ ἑαυτοὺς συνιστώντων, καὶ ἑαυτοὺς ἀποδεχομένων. . ΚΔ'. Περὶ ἀποκρίσεως ἀπολογίας· ὅτι χρὴ ἐν συνέσει καὶ ὀνόματι Κυρίου τὰς ἀπολογίας των επερω τήσεων ποιεῖσθαι· μάλιστα δὲ, περί σωτηριώδους ἡμῶν πίστεως· ἀνατιθέμενοι γὰρ τῷ Θεῷ τὰς διασαφήσεις τῶν ἐπερωτήσεων, τὸ μέγιστον μετὰ καὶ τῆς ἀληθείας ἑαυτοῖς περιποιούμεθα κλέος. ΚΕ'. * Περὶ τῶν ἀποκρινομένων θρασέως. ΚϚ'. ' Περί αιτουμένων· ὅτι χρὴ τὰς ἐν προσευχαῖς τοῦ Θεοῦ αἰτήσεις κατὰ τὸ αὐτῷ δοκοῦν, καὶ μὴ κατὰ τὸ ἡμέτερον αἰτεῖν θέλημα. Οὐκ ἴσμεν γὰρ τὸ συμφέρον ἡμεῖς. Αὐτὸς δὲ, ἅτε πατὴρ ἀγαθὸς, καὶ πάντων προγνώστης, πρὸς μὲν τὰ λυσιτε λοῦντα ἑτοιμότατα επινεύει, πρὸς δὲ τὰ βλάβην φέροντα οὐ συνεργεί αιτούμενος. ΚΖ'. * Περὶ ἀποβεβλημένων καὶ ἀπροσδέκτων πραγ- μάτων παρὰ θεῷ. ΚΗ'. Περὶ ἀδυνάτων καὶ δυσχερῶν πραγμάτων παρ' ἡμῖν. . ΚΘ'. Περὶ ἀγορᾶς, καὶ τῆς περὶ ταύτην τῶν ἐφε όρων καταστάσεως. Λ'. Περὶ ἀρμοδίων καὶ ὡραίων πραγμάτων. ΛΑ'. ' Περὶ ἀναρμόστων καὶ ἀπρεπῶν πραγμάτων. ΛΒ. Περὶ ἀπειλῆς· ὅτι χρὴ φοβεῖσθαι τοῦ Θεοῦ τὰς ἀπειλάς, καὶ μὴ καταφρονητικῶς ἐπ' ὀλέθρῳ δια- κεῖσθαι. ΑΓ. * Περὶ ἀνωφελῶν καὶ ἀντιθέτων πραγμάτων. ΛΔ'. * Περὶ τῶν ἑαυτοὺς ἀτιμαζόντων. ΛΕ. Περὶ τῶν ἀσεβῶς ἀπρονόητον εἶναι τὸν κό σμον, καὶ τὰ κατὰ τοῦτον πράγματα λεγόν- των. ΑϚ'. Περὶ ἀρᾶς ἀκαίρου, καὶ ματαίας, καὶ εὐδαί μόνος. ΛΖ΄. · Περὶ ἀκροάσεως· ὅτι χρὴ σπουδαίους πρὸς τὰς ἐπωφελεῖς εἶναι ἀκροάσεις, ἀποδιδράσκειν δὲ τὰς τῶν ἀνονήτων. ΛΗ'. " Περὶ τῶν παρακροωμένων ἐπιβούλως τὰ ἀλ λότρια. ΛΘ'. Περὶ ἀργολόγων, καὶ βαττολόγων, καὶ αἰσχρο- λόγων. Μ'. Περὶ ἀκοινωνήτων, καὶ ἀσυμφώνων πραγμάτ των. ΜΑ'. Περὶ ἀπληστίας· ὅτι ἀπλήστως ἔχομεν προς τὴν τοῦ πλείονος ὄρεξιν. ΜΒ'. Περὶ ἁμαρτάνοντος καὶ σφάλλοντος· ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐντρέπεσθαι, καὶ μὴ ἀντιῤῥημονεῖν τῷ ἐλέγ χοντι. ΜΓ'. · Περὶ ἀστρολόγων. ΜΔ'. : Περὶ ἁγίων, καὶ μακαριζομένων ἐφ᾽ οἷς δρῶσι, καὶ ὑπὲρ ὧν τετυχήκασι· καὶ ὅτι τοῖς ἁγίοις ἐπαναπαύεται ὁ Θεός. ΜΕ'. Περὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν, καὶ κατὰ πόσους τρό πους κεχάρισται ἡμῖν παρὰ Θεοῦ τοῦ μόνου δυνα- μένου ἀφιέναι ἁμαρτίας, ὁ ἱλασμὸς τῶν πλημμε λημάτων. ΜΠ. Περὶ ἀναθέματος καὶ ἀφορισμοῦ· καὶ ποτα χῶς τὸ ἀνάθεμα λαμβάνεται. 14. " Περὶ ἀκαταστάτων τῷ λογισμῷ, καὶ τῇ γνώμη 18. Περὶ ἀγγελίας ἀγαθῆς.
PG 96:445Περὶ ἄφρονος καὶ ἀνοήτου. ΞΔ. Περὶ τῶν ἀποδεχομένων τὰ πονηρὰ, καὶ ἀτιμαζόντων καὶ ψεγόντων τὸ δίκαιον. ΞΕ. Περὶ ἁπλοῦ καὶ ἀκάκου τὸν τρόπον. Ξ. Περὶ αἰσχύνης ἀγαθῆς. ΞΖ. Περὶ αἰσχύνης πονηρᾶς. ΞΗ. Περὶ ἀπογνώσεως· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἡμᾶς ἀπογινώσκειν ἑαυτῶν σωτηρίας. ΞΘ. Περὶ ἀπραγμοσύνης καὶ ἡσυχίας· καὶ ὅτι τὸ ἠρεμεῖν τὴν τοῦ Θεοῦ γνῶσιν προξενεῖ. Ο. Περὶ ἀπαρχῶν καὶ δεκατῶν· ὅτι δεῖ ταῦτα προςφέρειν τῷ Θεῷ. ΟΑ. Περὶ ἀπαντημάτων καὶ τῶν ἀπὸ κακῶν εἰς κακὰ ἐμπιπτόντων. ΟΒ. Περὶ ἀμοιβῆς καὶ ἀνταποδόσεως ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· καὶ ὅτι αἰώνια καὶ ἀτελεύτητα τὰ ἑκατέροις ἀποκείμενα, εἴτε ἀγαθὰ, εἴτε δεινὰ κολαστήρια. ΟΓ. Περὶ ἀμοιβῆς τῶν εὖ καὶ κατ’ ἀρετὴν βιωσάντων ἐν ἀπεράντῳ μακαριότητι. ΟΔ. Περὶ τῆς φοβερᾶς ἀναστάσεως. ΟΕ. Περὶ τῆς ἁγίας, καὶ ἀκτίστου, καὶ συναϊδίου, καὶ ὁμοουσίου Τριάδος. Ο. Περὶ ἁγίων ἀγγέλων· καὶ ὅτι ἐν ἀοιδίμῳ μακαριότητι διάγουσι, λειτουργοῦντες τῇ σεβασμίῳ Τριάδι. ΟΖ. Περὶ αἱρετικῶν, καὶ τῶν περὶ πίστιν λογομαχούντων, καὶ ἀμφισβητούντων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ τὰς συλλαβὰς καὶ τὰ ὀνόματα περισκοπεῖν, ἀλλὰ τὸν νοῦν καὶ τὴν διάνοιαν τῶν δογμάτων. Στοιχεῖον Β. Α.445 PARALLELA RUPEFUCALDINA. ΜΖ'. Περὶ τοῦ ἄφυκτον εἶναι τὸν Θεὸν, καὶ ἀπερί- γραπτον· καὶ ὅτι πάντα περιδέδρακται, καὶ ἐφορᾷ, καὶ οὐδὲν αὐτὸν λέληθε. ΜΗ'. Περὶ τοῦ ἀκατάληπτον εἶναι τὸν Θεὸν, καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἡμᾶς τὰ κρυπτὰ καὶ ἐπέκεινα τῶν διατεταγμένων ἡμῖν ζητεῖν, ἢ περιεργάζεσθαι. ᾿Ανέφικτος γὰρ ἡμῖν, καὶ ἀκα τάληπτος ἀνθρώποις οὖσιν ἡ τούτων εὕρεσις, καὶ αλυσιτελής. ΜΘ'. Περὶ ἀγάπης καὶ φόβου πρὸς τὸν Θεόν· καὶ ὅτι παντὸς ἀγαθοῦ ὑπερέχουσιν. Ν'. · Περὶ τῶν μὴ ἀγαπώντων τὸν Θεόν, μηδὲ φο- βουμένων αὐτόν. • ΝΑ'· Περὶ ἀντιλογίας πρός Θεόν· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἀντιλέγειν, ἢ δικαιολογεῖσθαι πρὸς αὐτὸν, η πολλὰ ῥήματα περὶ αὐτοῦ λέγειν. ΝΒ. Περὶ τοῦ, ὅτι καὶ ἄγγελοι αμαρτήσαντες κολά ζονται. ΝΓ. Περὶ τοῦ, ὅτι ἀγγέλους φύλακας ἡμῖν ἐπέστη· σεν ὁ Θεός. ΝΔ. Περὶ ἀποφάσεως παρὰ Θεοῦ γινομένης καὶ ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ φιλαν- θρωπεύεσθαι. ΝΕ΄. Περὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν· ὁρωμένων· λόγω δὲ οὐρανοῦ καὶ γῆς. ΝϚ'. Περὶ τῆς ἀστάτου καὶ ἀβεβαίου τῶν ἀνθρω πίνων καταστάσεως· καὶ ὅτι ἐπίμοχθος καὶ ἐπώδυνός ἐστιν ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος. ΝΖ'. ' Περὶ ἀναμαρτησίας· καὶ ὅτι οὐδεὶς ἀναμάρ. τητος, εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. ΝΗ'. - Περὶ τῶν ἁμαρτανόντων καὶ νομιζομένων λαν- θάνειν τὸν Θεόν. ΝΘ'. Περὶ ἀρᾶς ὑπὸ Κυρίου, καὶ προφητῶν, καὶ ἀποστόλων γινομένης. εἰρηνοποιῶν. ΣΑ'. Περὶ ἀληθείας καὶ μαρτυρίας πιστής. ΣΒ. Περὶ ἀκηδίας καὶ ἀθυμίας. ΞΓ'. Περὶ ἄφρονος καὶ ἀνοήτου. ΣΔ'. · Περὶ τῶν ἀποδεχομένων τὰ πονηρὰ, καὶ ἀτι μαζόντων καὶ ψεγόντων τὸ δίκαιον. ΣΕ. Περὶ ἁπλοῦ καὶ ἀκάκου τὸν τρόπον. ΕϚ'. Περὶ αἰσχύνης ἀγαθῆς. ΣΖ. Περὶ αἰσχύνης πονηράς. ΞΗ'. Περὶ ἀπογνώσεως· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἡμᾶς ἀπογια νώσκειν ἑαυτῶν σωτηρίας. ΣΘ'. Περὶ ἀπραγμοσύνης καὶ ἡσυχίας· καὶ ὅτι τὸ ἠρεμεῖν τὴν τοῦ Θεοῦ γνῶσιν προξενεῖ. Γ. Περὶ ἀπαρχῶν καὶ δεκατῶν· ὅτι δεῖ ταῦτα προσ- φέρειν τῷ Θεῷ. ΟΔ'. Περὶ ἀπαντημάτων καὶ τῶν ἀπὸ κακῶν εἰς κακὰ ἐμπιπτόντων. ΟΒ. Περὶ ἀμοιβῆς καὶ ἀνταποδόσεως ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· καὶ ὅτι αἰώνια καὶ ἀτελεύτητα τὰ ἑκατέροις ἀποκείμενα, εἴτε ἀγαθά, εἴτε δεινά κολαστήρια. ΟΓ. · Περὶ ἀμοιβῆς τῶν εὖ καὶ κατ' ἀρετὴν βιωσάν των ἐν ἀπεράντῳ μακαριότητι. ΟΔ'. Περὶ τῆς φοβερᾶς ἀναστάσεως. ΟΕ. Περὶ τῆς ἁγίας, καὶ ἀκτίστου, καὶ συναϊδίου, καὶ ὁμοουσίου Τριάδος. καριότητι διάγουσι, λειτουργοῦντες τῇ σεβασμίῳ Τριάδι. ΟΖ'. : Περὶ αἱρετικῶν, καὶ τῶν περὶ πίστιν λογομα χούντων, καὶ ἀμφισβητούντων · καὶ ὅτι οὐ χρὴ τὰς συλλαβὰς καὶ τὰ ὀνόματα περισκοπεῖν, ἀλλὰ τὸν νοῦν καὶ τὴν διάνοιαν τῶν δογμάτων. Στοιχεῖον Β. Δ΄. " Περὶ βασιλέως· ὅτι ἀλυσιτελὲς τὸ ἐξιέναι βα- σιλέα εἰς πόλεμον, καὶ βέλτιον διὰ μισθοφόρων, 446 XLVII. Quod divinum numen vitari nequeat, nec circumscribi : quodque omnia complexu suo teneat, intueaturque, nec quidquam ipsi la- teal. XLVIII. Quod Deus comprehendi non possit, nec opera ipsius quodqué minime debeamus oc- culta, ac ultra quam præceptum sit nobis, quæ- rere, aut perscrutari. Ea siquidem reperire fa- cultatem nostram ac comprehensionem supe- ral, qui homines sumus : idque nobis est in utile. XLIX. De dilectione et timore erga Deum : quod- que omni bono præcellant. L. De iis qui Deum non amant, nec ipsum Li- LI. ment. De disceptatione adversus Deum : quodque ei contradicere et disceptare cum ipso, aut multos sermones de eo miscere non oporteat. LII. Quod angeli qui peccaverunt, plectantur. Llli. Quod custodes nobis angelos præfecerit Deus. LIV. De sententia a Deo lata : et quod minime con- sentaneum sit contra Dei præcepta humanitati indulgere. LV. De rerum quæ videntur instauratione, cali, inquam, et terræ. LVI. De instabili nec constanti rerum humanarum statu quodque molesta et doloribus obsita sit hominum vila. • LVII. De impeccantia : quodque nemo percati expers sit præter solum Deum. LVIH. De iis qui peccant, Denmque latere arbi- trantur. LIX. De maledictione a Deo, et prophetis, et apo- stolis lata. LX. De charitate, et pace, et concordia, atque pa- cificis. LXI. De veritate et testificatione fideli. LXII. De acedia et animni anxietate. LXIII. De insano et amente. LXIV. " De iis qui mala amplexantur, et justitiam aspernantur ac vituperant. LXV. De viro simplici et innoxiis moribus. LXVI. De pudore bono. LXVII. De pudore malo. LXVIII. De desperatione : quodque de salute sua non sit desperandum. LXIX. De tranquillitate a negotiis, et quiete : et quod vitam quietam agere, Dei cognitionem præ- stet. LXX. De primitiis ac decimis: quod hæc Deo sint offerenda. 734 LXXI. De casibus, et iis qui a malis in mala incidunt. • LXXII. De remuneratione et retributione in die judicii : et quod perpetua sint, et fine careant, quæ utrisque reposita sunt, sive bona, sive sup- plicia gravia. LXXIII. De remuneratione eorum, qui bene el ex virtutis præscripto vixerunt, in interminabili felicitate. LXXIV. De tremenda resurrectione. LXXV. De sancta et increata, el sempiterna, ac consubstantiali Trinitate. LXXVI. De sanctis angelis: et quod in jucunda felicitate versantur, colendæ Trinitati mini- strautes. LXXVII. De hæreticis, et illis qui de Gde litigant, ac dubia agitant: et quod syllabæ et vocabula scrupulosius inspicienda non sint, sed dogma- tum sensus; neque tradita Ecclesiæ oracula perturbare liceat. Littera B. proficisci, sitque satius mercede conductis co- 5. Περὶ ἀγάπης καὶ εἰρήνης, καὶ ὁμονοίας, καὶ 05. Περὶ ἁγίων ἀγγέλων· καὶ ὅτι ἐν ἀοιδίμῳ ματ 1. " De rege : quod inutile sit regem ad bellum
PG 96:446Περὶ βασιλέως· ὅτι ἀλυσιτελὲς τὸ ἐξιέναι βασιλέα εἰς πόλεμον, καὶ βέλτιον διὰ μισθοφόρων, ἢ δώρων τοὺς πολεμίους ἀμείβεσθαι, οὐ δι’ ἑαυτοῦ. Β. Περὶ βασιλέως χρηστοῦ, καὶ δικαίου, καὶ μισοπονήρου. Γ. Περὶ βασιλέως μὴ λίαν θαυμαζομένου. Δ. Ὅτι χρὴ εὔχεσθαι ὑπὲρ τοῦ βασιλέως. Ε. Περὶ βλασφημούντων καὶ μεγαλοῤῥημούντων. 2. Περὶ βασκάνων. Ζ. Περὶ βιαίων καὶ ἀβιάστων πραγμάτων· καὶ ὅτι τὸ κατὰ δύναμιν φίλον Θεῷ ἐπὶ παντί. Η. Περὶ βοηθείας καὶ ἀντιλήψεως ἀδικουμένων· ὅτι λίαν εὐάρεστον Θεῷ. Θ. Περὶ βουλῆς Θεοῦ· ὅτι ἄτρεπτος καὶ ἀνέφικτος ἀνθρώποις, καὶ ἀπαράβατος διαμένει. Ι. Περὶ βοηθείας Θεοῦ· καὶ ὅτι τοῦ Θεοῦ βοηθοῦντος πᾶσα ἐπιβουλὴ καὶ ἐπανάστασις ἐχθροῦ ἀσθενεῖ, καὶ ὀλίγοι πολλῶν κρατοῦσιν. ΙΑ. Περὶ βαπτίσματος καὶ τῆς τοῦ θείου λουτροῦ προφητείας. ΙΒ. Περὶ βεβαίου καὶ ἀβεβαίου ἀνδρός. ΙΓ. Περὶ βουλῆς· ὅτι χρὴ μετὰ βουλῆς καὶ σκέψεως πάντα πράττειν. ΙΔ. Περὶ βραδυβουλῆς καὶ ἀβουλίας· καὶ ὅτι τὸ ἀπερίσκεπτον βλαβερόν. ΙΕ. Περὶ βρωμάτων, καὶ τῶν πρὸς τὸ ζῇν ἀναγκαίων. Ι. Περὶ βασιλείας οὐρανῶν. Στοιχεῖον Γ. Α. Περὶ γεωργίας καὶ γεωργῶν· ὅτι καλὸν τὸ ἐργάζεσθαι. Β.445 PARALLELA RUPEFUCALDINA. ΜΖ'. Περὶ τοῦ ἄφυκτον εἶναι τὸν Θεὸν, καὶ ἀπερί- γραπτον· καὶ ὅτι πάντα περιδέδρακται, καὶ ἐφορᾷ, καὶ οὐδὲν αὐτὸν λέληθε. ΜΗ'. Περὶ τοῦ ἀκατάληπτον εἶναι τὸν Θεὸν, καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἡμᾶς τὰ κρυπτὰ καὶ ἐπέκεινα τῶν διατεταγμένων ἡμῖν ζητεῖν, ἢ περιεργάζεσθαι. ᾿Ανέφικτος γὰρ ἡμῖν, καὶ ἀκα τάληπτος ἀνθρώποις οὖσιν ἡ τούτων εὕρεσις, καὶ αλυσιτελής. ΜΘ'. Περὶ ἀγάπης καὶ φόβου πρὸς τὸν Θεόν· καὶ ὅτι παντὸς ἀγαθοῦ ὑπερέχουσιν. Ν'. · Περὶ τῶν μὴ ἀγαπώντων τὸν Θεόν, μηδὲ φο- βουμένων αὐτόν. • ΝΑ'· Περὶ ἀντιλογίας πρός Θεόν· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἀντιλέγειν, ἢ δικαιολογεῖσθαι πρὸς αὐτὸν, η πολλὰ ῥήματα περὶ αὐτοῦ λέγειν. ΝΒ. Περὶ τοῦ, ὅτι καὶ ἄγγελοι αμαρτήσαντες κολά ζονται. ΝΓ. Περὶ τοῦ, ὅτι ἀγγέλους φύλακας ἡμῖν ἐπέστη· σεν ὁ Θεός. ΝΔ. Περὶ ἀποφάσεως παρὰ Θεοῦ γινομένης καὶ ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ φιλαν- θρωπεύεσθαι. ΝΕ΄. Περὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν· ὁρωμένων· λόγω δὲ οὐρανοῦ καὶ γῆς. ΝϚ'. Περὶ τῆς ἀστάτου καὶ ἀβεβαίου τῶν ἀνθρω πίνων καταστάσεως· καὶ ὅτι ἐπίμοχθος καὶ ἐπώδυνός ἐστιν ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος. ΝΖ'. ' Περὶ ἀναμαρτησίας· καὶ ὅτι οὐδεὶς ἀναμάρ. τητος, εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. ΝΗ'. - Περὶ τῶν ἁμαρτανόντων καὶ νομιζομένων λαν- θάνειν τὸν Θεόν. ΝΘ'. Περὶ ἀρᾶς ὑπὸ Κυρίου, καὶ προφητῶν, καὶ ἀποστόλων γινομένης. εἰρηνοποιῶν. ΣΑ'. Περὶ ἀληθείας καὶ μαρτυρίας πιστής. ΣΒ. Περὶ ἀκηδίας καὶ ἀθυμίας. ΞΓ'. Περὶ ἄφρονος καὶ ἀνοήτου. ΣΔ'. · Περὶ τῶν ἀποδεχομένων τὰ πονηρὰ, καὶ ἀτι μαζόντων καὶ ψεγόντων τὸ δίκαιον. ΣΕ. Περὶ ἁπλοῦ καὶ ἀκάκου τὸν τρόπον. ΕϚ'. Περὶ αἰσχύνης ἀγαθῆς. ΣΖ. Περὶ αἰσχύνης πονηράς. ΞΗ'. Περὶ ἀπογνώσεως· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἡμᾶς ἀπογια νώσκειν ἑαυτῶν σωτηρίας. ΣΘ'. Περὶ ἀπραγμοσύνης καὶ ἡσυχίας· καὶ ὅτι τὸ ἠρεμεῖν τὴν τοῦ Θεοῦ γνῶσιν προξενεῖ. Γ. Περὶ ἀπαρχῶν καὶ δεκατῶν· ὅτι δεῖ ταῦτα προσ- φέρειν τῷ Θεῷ. ΟΔ'. Περὶ ἀπαντημάτων καὶ τῶν ἀπὸ κακῶν εἰς κακὰ ἐμπιπτόντων. ΟΒ. Περὶ ἀμοιβῆς καὶ ἀνταποδόσεως ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· καὶ ὅτι αἰώνια καὶ ἀτελεύτητα τὰ ἑκατέροις ἀποκείμενα, εἴτε ἀγαθά, εἴτε δεινά κολαστήρια. ΟΓ. · Περὶ ἀμοιβῆς τῶν εὖ καὶ κατ' ἀρετὴν βιωσάν των ἐν ἀπεράντῳ μακαριότητι. ΟΔ'. Περὶ τῆς φοβερᾶς ἀναστάσεως. ΟΕ. Περὶ τῆς ἁγίας, καὶ ἀκτίστου, καὶ συναϊδίου, καὶ ὁμοουσίου Τριάδος. καριότητι διάγουσι, λειτουργοῦντες τῇ σεβασμίῳ Τριάδι. ΟΖ'. : Περὶ αἱρετικῶν, καὶ τῶν περὶ πίστιν λογομα χούντων, καὶ ἀμφισβητούντων · καὶ ὅτι οὐ χρὴ τὰς συλλαβὰς καὶ τὰ ὀνόματα περισκοπεῖν, ἀλλὰ τὸν νοῦν καὶ τὴν διάνοιαν τῶν δογμάτων. Στοιχεῖον Β. Δ΄. " Περὶ βασιλέως· ὅτι ἀλυσιτελὲς τὸ ἐξιέναι βα- σιλέα εἰς πόλεμον, καὶ βέλτιον διὰ μισθοφόρων, 446 XLVII. Quod divinum numen vitari nequeat, nec circumscribi : quodque omnia complexu suo teneat, intueaturque, nec quidquam ipsi la- teal. XLVIII. Quod Deus comprehendi non possit, nec opera ipsius quodqué minime debeamus oc- culta, ac ultra quam præceptum sit nobis, quæ- rere, aut perscrutari. Ea siquidem reperire fa- cultatem nostram ac comprehensionem supe- ral, qui homines sumus : idque nobis est in utile. XLIX. De dilectione et timore erga Deum : quod- que omni bono præcellant. L. De iis qui Deum non amant, nec ipsum Li- LI. ment. De disceptatione adversus Deum : quodque ei contradicere et disceptare cum ipso, aut multos sermones de eo miscere non oporteat. LII. Quod angeli qui peccaverunt, plectantur. Llli. Quod custodes nobis angelos præfecerit Deus. LIV. De sententia a Deo lata : et quod minime con- sentaneum sit contra Dei præcepta humanitati indulgere. LV. De rerum quæ videntur instauratione, cali, inquam, et terræ. LVI. De instabili nec constanti rerum humanarum statu quodque molesta et doloribus obsita sit hominum vila. • LVII. De impeccantia : quodque nemo percati expers sit præter solum Deum. LVIH. De iis qui peccant, Denmque latere arbi- trantur. LIX. De maledictione a Deo, et prophetis, et apo- stolis lata. LX. De charitate, et pace, et concordia, atque pa- cificis. LXI. De veritate et testificatione fideli. LXII. De acedia et animni anxietate. LXIII. De insano et amente. LXIV. " De iis qui mala amplexantur, et justitiam aspernantur ac vituperant. LXV. De viro simplici et innoxiis moribus. LXVI. De pudore bono. LXVII. De pudore malo. LXVIII. De desperatione : quodque de salute sua non sit desperandum. LXIX. De tranquillitate a negotiis, et quiete : et quod vitam quietam agere, Dei cognitionem præ- stet. LXX. De primitiis ac decimis: quod hæc Deo sint offerenda. 734 LXXI. De casibus, et iis qui a malis in mala incidunt. • LXXII. De remuneratione et retributione in die judicii : et quod perpetua sint, et fine careant, quæ utrisque reposita sunt, sive bona, sive sup- plicia gravia. LXXIII. De remuneratione eorum, qui bene el ex virtutis præscripto vixerunt, in interminabili felicitate. LXXIV. De tremenda resurrectione. LXXV. De sancta et increata, el sempiterna, ac consubstantiali Trinitate. LXXVI. De sanctis angelis: et quod in jucunda felicitate versantur, colendæ Trinitati mini- strautes. LXXVII. De hæreticis, et illis qui de Gde litigant, ac dubia agitant: et quod syllabæ et vocabula scrupulosius inspicienda non sint, sed dogma- tum sensus; neque tradita Ecclesiæ oracula perturbare liceat. Littera B. proficisci, sitque satius mercede conductis co- 5. Περὶ ἀγάπης καὶ εἰρήνης, καὶ ὁμονοίας, καὶ 05. Περὶ ἁγίων ἀγγέλων· καὶ ὅτι ἐν ἀοιδίμῳ ματ 1. " De rege : quod inutile sit regem ad bellum
PG 96:447Περὶ γλυκολάλων. Γ. Περὶ γέλωτος καὶ γελοιαστῶν. Δ. Περὶ γογγυστῶν καὶ μεμψιμοίρων. Ε. Περὶ γενεᾶς ἀγαθῆς. 2. Περὶ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ πονηρᾶς. Ζ. Περὶ τῶν γνωσιμαχούντων, καὶ ἑαυτοὺς καταμεμφομένων. Η. Περὶ τοῦ γνῶναι ἑαυτὸν καὶ τὰ οἰκεῖα μέτρα, καὶ μὴ ἐπαίρεσθαι. Θ. Περὶ γνωστικῶν ἀνδρῶν· καὶ ποῖα ἀγαθὰ ἕψεται αὐτοῖς. Ι. Περὶ γερόντων ἐν ἀρετῇ καὶ συνέσει κοσμουμένων. ΙΑ. Περὶ γερόντων ἐν ἀνοίᾳ καὶ κακίᾳ βιούντων. ΙΒ. Περὶ γονέων χρηστῶν· καὶ ὅτι χρὴ διὰ σπουδῆς καὶ προσηκόντως τὰς τῶν τέκνων ἀναγωγὰς ποιεῖσθαι. ΙΓ. Περὶ γονέων καταφρονητικῶς ἐχόντων τὰς τῶν τέκνων ἀναγωγάς. ΙΔ. Περὶ γυναικῶν· ὅτι χρὴ αὐτὰς ὑποτάσσεσθαι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν. ΙΕ. Περὶ γυναικῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἀκατακαλύπτως εὔχεσθαι αὐτάς. Ι. Περὶ γυναικῶν κυϊσκουσῶν ἄρσεν ἢ θῆλυ· καὶ πόσας ἡμέρας οὐκ εἰσελεύσονται εἰς ἐκκλησίαν Κυρίου. ΙΖ. Περὶ γυναικὸς ἀνδρείας, καὶ σώφρονος, καὶ συνετῆς. ΙΗ. Περὶ γυναικῶν πονηρῶν, καὶ μοιχαλίδων, καὶ πορνευουσῶν, καὶ πάσης κακίας πεπληρωμένων. Στοιχεῖον Δ. Α. Περὶ διαθηκῶν καὶ κληρονόμων. Β. Περὶ διδασκαλίας· καὶ ὅτι οὐ πάντων τὸ διδάσκειν, ἀλλὰ σοφῶν καὶ πεπαιδευμένων. Γ.Γ. Δ. ν. ή δώρων τους πολεμίους ἀμείβεσθαι, οὐ δε ἑαυτοῦ. Β'. Περὶ βασιλέως χρηστοῦ, καὶ δικαίου, καὶ μισος πονήρου. Γ'. Περί βασιλέως μὴ λίαν θαυμαζομένου. Δ΄. Ὅτι χρὴ εὔχεσθαι ὑπὲρ τοῦ βασιλέως. Ε΄. Περὶ βλασφημούντων καὶ μεγαλοῤῥημούντων. Γ΄. Περὶ βασκάνων. Ζ΄. Περὶ βιαίων καὶ ἀδιάστων πραγμάτων· καὶ ὅτι τὸ κατὰ δύναμιν φίλον Θεῷ ἐπὶ παντί. Η΄. ' Περὶ βοηθείας καὶ ἀντιλήψεως ἀδικουμένων ὅτι λίαν ευάρεστον Θεῷ. Θ'. Περὶ βουλῆς Θεοῦ· ὅτι ἄτρεπτος καὶ ἀνέφικτος ἀνθρώποις, καὶ ἀπαράβατος διαμένει. Ι'. Περὶ βοηθείας Θεοῦ· καὶ ὅτι τοῦ Θεοῦ βοηθοῦντος πᾶσα ἐπιβουλὴ καὶ ἐπανάστασις ἐχθροῦ ἀσθενεῖ, καὶ ὀλίγοι πολλῶν κρατοῦσιν. ΙΑ΄. Περὶ βαπτίσματος καὶ τῆς τοῦ θείου λουτροῦ προφητείας. ΙΒ'. Περὶ βεβαίου καὶ ἀβεβαίου ἀνδρός. πάντα πράττειν. ΙΔ΄. * Περὶ βραδυβουλῆς καὶ ἀβουλίας· καὶ ὅτι τὸ ἀπε- ρίσκεπτὸν βλαβερόν. ΙΕ΄. Περὶ βρωμάτων, καὶ τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγο καίων. 15'. Περὶ βασιλείας οὐρανῶν. Στοιχεῖον Γ. Δ΄. Περὶ γεωργίας καὶ γεωργῶν· ὅτι καλὸν τὸ ἐργά ζεσθαι. Β΄. Περὶ ' γλυκολάλων. Γ΄. Περὶ · γέλωτος καὶ γελοιαστῶν. Δ΄. Περὶ γογγυστῶν καὶ μεμψιμοίρων. Ε΄. * Περὶ γενεᾶς ἀγαθῆς. Γ΄. Περὶ γενεάς σκολιᾶς καὶ πονηρᾶς. Ζ΄. Περὶ τῶν γνωσιμαχούντων, καὶ ἑαυτοὺς κατα μεμφομένων. Η'. Περὶ τοῦ γνῶναι ἑαυτὸν καὶ τὰ οἰκεῖα μέτρα, καὶ μὴ ἐπαίρεσθαι. Θ. Περὶ γνωστικῶν ἀνδρῶν· καὶ ποῖα ἀγαθὰ ἔψεται αὐτοῖς. 1. Περὶ γερόντων ἐν ἀρετῇ καὶ συνέσει κοσμου - μένων. ΙΑ'. Περὶ γερόντων ἐν ἀνοίᾳ καὶ κακίᾳ βιούντων. ΙΒ'. Περὶ γονέων χρηστῶν· καὶ ὅτι χρὴ διὰ σπουδής καὶ προσηκόντως τὰς τῶν τέκνων ἀναγωγάς ποιεῖσθαι. ΙΓ΄. Περὶ γονέων καταφρονητικῶς ἐχόντων τὰς τῶν τέκνων ἀναγωγάς. ΙΔ΄. Περὶ γυναικῶν· ὅτι χρὴ αὐτὰς ὑποτάσσεσθαι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν. ΙΕ΄. Περὶ γυναικῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἀκατακαλύπτω; εἶχε σθαι αὐτάς. πόσας ἡμέρας οὐκ εἰσελεύσονται εἰς ἐκκλησίαν Κυρίου. ΙΖ΄. Περὶ γυναικὸς ἀνδρείας, και σώφρονος, καὶ συνετής. ΙΗ'. Περὶ γυναικῶν πονηρῶν, καὶ μοιχαλίδων, καὶ πορνευουσῶν, καὶ πάσης κακίας πεπληρω- μένων. Στοιχεῖον Δ. Α΄. Περὶ διαθηκῶν καὶ κληρονόμων. Β'. Περὶ διδασκαλίας· καὶ ὅτι οὐ πάντων τὸ διδά- σκειν, ἀλλὰ σοφῶν καὶ πεπαιδευμένων. Γ΄. Περὶ διδασκάλων αἱρετικῶν· καὶ ὅτι χρὴ φεύ γειν αὐτούς. Δ'. Περὶ διηγουμένων καὶ διδασκόντων μάταια. Ε΄. Περὶ διανοουμένων καὶ ἐνθυμουμένων κακά. Γ'. Περὶ τῶν δικαιούντων ἑαυτούς, καὶ κατορίω μένων ἑτέρων. . S. JOANNIS DAMASCENI piis. vel muneribus datis de hostibus ultionem sumere, quam per seipsum. Il. De rege bono, et justo, et malorum osore. III. De rege non admodum illustri. IV. Quod pro rege sit orandum. V. De blasphemis et superbe loquentibus. . VI. De invidis. VII. De rebus violentis, et non violentis: et quod Deo sit gratum, quidquid nostra virtute præ- stamus. VIII. * De auxilio. et subsidio is qui calumniam pa- tiuntur præstito quod hoc acceptissimum sit Deo. I. De consilio Dei : quod immobile sit, nec at- tingi ab hominibus possit, nee prorsus omitti. X. De auxilio Dei : et quod Deo opitulante, insidiæ omnes et assultus inimici imbecilles sint, et pauci multos superent. XI. De baptismo, et divini lavacri prædictione. . XI. De viro constanti et inconstanti. XIII. De consilio : quod cum consilio et considera- tióne cuncta agere oporteat. XIV. ' De tardo consilio et cunctatione : quodque perniciosum sit illud quod inconsiderate geri- tur. XV. De cibis et vitæ necessariis. XVI. De regno colorum. Littera I. De agricultura et agricolis : quod bonum sit epe- . rari. II. De suaveloquentibus. Il. * De risu et ridiculis. IV. De murmurantibus et queritantibus. V. De bona generatione. • VI. De generatione perversa et improba. VII. De iis qui sententiam mulant, seque ipsos in- cusant. VIII. Quod semet nosse oporteat, suasque vires prospicere, nec superbire. IX. De viris scientia præditis: et qualia bona hos sint secutura. X. De senibus virtute et prudentia ornatis. . XI. De senibus, qui in amentia et vitio vitam agunt. XII. * De parentibus bonis : et quod data opera el congruenti ratione filii sint educandi. XIII. De parentibus, qui filiorum educationem parvi faciunt. XIV. De mulieribus : quod propriis viris suis sub- jectæ esse debeant.” XV. De mulieribus : quod eas non oporteat aperta facie orare. XVI. De mulieribus, quæ masculum aut feminam pariunt; quotque dies ab ecclesiæ Domini in- gressu debeant abstinere. xvii. De muliere forti, et modesta, et prudentc. XVI. De mulieribus improbis, adulteris, meretri- cibus, et omni malitia plenis. 1. Littera De testamentis et hæredibus. sed sapientum et eruditorum. III. De magistris hæreticis : quodque sint ſu- giendi. JV.** De iis qui narrant ac docent vana. . De iis qui animo agitant et moliuntur mala. • VI. De iis qui se justos dicunt, et alios asper- nantur. H 11. fe doctrina : et quod non omnium sit docere, 11. Περὶ βουλῆς· ὅτι χρή μετά βουλῆς καὶ σκέψεως 14. Περὶ γυναικῶν κυϊσκουσῶν ἄρσεν ἡ θῆλυ· καὶ
PG 96:448Περὶ διδασκάλων αἱρετικῶν· καὶ ὅτι χρὴ φεύγειν αὐτούς. Δ. Περὶ διηγουμένων καὶ διδασκόντων μάταια. Ε. Περὶ διανοουμένων καὶ ἐνθυμουμένων κακά. 2. Περὶ τῶν δικαιούντων ἑαυτοὺς, καὶ κατοφρυωμένων ἑτέρων. Ζ. Περὶ δειλῶν, καὶ διψύχων, καὶ ἀκαταστάτων, καὶ ἀνάνδρων. Η. Περὶ δικολόγων, καὶ τῶν κρίσεις ἀλλοτρίας ἀναδεχομένων. Θ. Περὶ δείπνου καὶ συνεστιάσεως. Ι. Περὶ διαφορᾶς ἡδίστων καὶ ἡδυτέρων κατὰ σύγκρισιν. ΙΑ. Περὶ διαφορᾶς καταστάσεως καὶ τρόπων, καὶ ἀνομοιότητος γνωμῶν· ὅτι οὐ πάντες τοῖς αὐτοῖς ἀρέσκονται. ΙΒ. Περὶ διορθώσεως βίου κακοῦ ἐπὶ τὸ ἀγαθόν· ὅτι εὐάρεστον καὶ φίλον Θεῷ. Τοῦτο δὲ τελεῖται καὶ κατορθοῦται, ἐκ τοῦ μεμνῆσθαι μὲν τῶν ἐσφαλμένων, καὶ ἀπομυσάττεσθαι· προσεγγίζειν δὲ πεποθημένως τοῖς ἀξιεπαίνοις καὶ χρηστοῖς. ΙΓ. Περὶ διακρίσεως· ὅτι χρὴ ἐπὶ παντὶ πράγματι διάκρισιν καὶ φόβον Θεοῦ ἔχειν. ΙΔ. Περὶ διαγνώσεως, καὶ πείρας ἠθῶν, καὶ κρυφίων τρόπων ἀνδρός. ΙΕ. Περὶ δωροδοκίας. Ι. Περὶ δημηγερτῶν λοιμῶν· καὶ ὅτι χρὴ φεύγειν καὶ ἐκκλίνειν τὰς τοῦ δήμου ἀνασοβὰς καὶ ἀσυμφωνίας. ΙΖ.Γ. Δ. ν. ή δώρων τους πολεμίους ἀμείβεσθαι, οὐ δε ἑαυτοῦ. Β'. Περὶ βασιλέως χρηστοῦ, καὶ δικαίου, καὶ μισος πονήρου. Γ'. Περί βασιλέως μὴ λίαν θαυμαζομένου. Δ΄. Ὅτι χρὴ εὔχεσθαι ὑπὲρ τοῦ βασιλέως. Ε΄. Περὶ βλασφημούντων καὶ μεγαλοῤῥημούντων. Γ΄. Περὶ βασκάνων. Ζ΄. Περὶ βιαίων καὶ ἀδιάστων πραγμάτων· καὶ ὅτι τὸ κατὰ δύναμιν φίλον Θεῷ ἐπὶ παντί. Η΄. ' Περὶ βοηθείας καὶ ἀντιλήψεως ἀδικουμένων ὅτι λίαν ευάρεστον Θεῷ. Θ'. Περὶ βουλῆς Θεοῦ· ὅτι ἄτρεπτος καὶ ἀνέφικτος ἀνθρώποις, καὶ ἀπαράβατος διαμένει. Ι'. Περὶ βοηθείας Θεοῦ· καὶ ὅτι τοῦ Θεοῦ βοηθοῦντος πᾶσα ἐπιβουλὴ καὶ ἐπανάστασις ἐχθροῦ ἀσθενεῖ, καὶ ὀλίγοι πολλῶν κρατοῦσιν. ΙΑ΄. Περὶ βαπτίσματος καὶ τῆς τοῦ θείου λουτροῦ προφητείας. ΙΒ'. Περὶ βεβαίου καὶ ἀβεβαίου ἀνδρός. πάντα πράττειν. ΙΔ΄. * Περὶ βραδυβουλῆς καὶ ἀβουλίας· καὶ ὅτι τὸ ἀπε- ρίσκεπτὸν βλαβερόν. ΙΕ΄. Περὶ βρωμάτων, καὶ τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγο καίων. 15'. Περὶ βασιλείας οὐρανῶν. Στοιχεῖον Γ. Δ΄. Περὶ γεωργίας καὶ γεωργῶν· ὅτι καλὸν τὸ ἐργά ζεσθαι. Β΄. Περὶ ' γλυκολάλων. Γ΄. Περὶ · γέλωτος καὶ γελοιαστῶν. Δ΄. Περὶ γογγυστῶν καὶ μεμψιμοίρων. Ε΄. * Περὶ γενεᾶς ἀγαθῆς. Γ΄. Περὶ γενεάς σκολιᾶς καὶ πονηρᾶς. Ζ΄. Περὶ τῶν γνωσιμαχούντων, καὶ ἑαυτοὺς κατα μεμφομένων. Η'. Περὶ τοῦ γνῶναι ἑαυτὸν καὶ τὰ οἰκεῖα μέτρα, καὶ μὴ ἐπαίρεσθαι. Θ. Περὶ γνωστικῶν ἀνδρῶν· καὶ ποῖα ἀγαθὰ ἔψεται αὐτοῖς. 1. Περὶ γερόντων ἐν ἀρετῇ καὶ συνέσει κοσμου - μένων. ΙΑ'. Περὶ γερόντων ἐν ἀνοίᾳ καὶ κακίᾳ βιούντων. ΙΒ'. Περὶ γονέων χρηστῶν· καὶ ὅτι χρὴ διὰ σπουδής καὶ προσηκόντως τὰς τῶν τέκνων ἀναγωγάς ποιεῖσθαι. ΙΓ΄. Περὶ γονέων καταφρονητικῶς ἐχόντων τὰς τῶν τέκνων ἀναγωγάς. ΙΔ΄. Περὶ γυναικῶν· ὅτι χρὴ αὐτὰς ὑποτάσσεσθαι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν. ΙΕ΄. Περὶ γυναικῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἀκατακαλύπτω; εἶχε σθαι αὐτάς. πόσας ἡμέρας οὐκ εἰσελεύσονται εἰς ἐκκλησίαν Κυρίου. ΙΖ΄. Περὶ γυναικὸς ἀνδρείας, και σώφρονος, καὶ συνετής. ΙΗ'. Περὶ γυναικῶν πονηρῶν, καὶ μοιχαλίδων, καὶ πορνευουσῶν, καὶ πάσης κακίας πεπληρω- μένων. Στοιχεῖον Δ. Α΄. Περὶ διαθηκῶν καὶ κληρονόμων. Β'. Περὶ διδασκαλίας· καὶ ὅτι οὐ πάντων τὸ διδά- σκειν, ἀλλὰ σοφῶν καὶ πεπαιδευμένων. Γ΄. Περὶ διδασκάλων αἱρετικῶν· καὶ ὅτι χρὴ φεύ γειν αὐτούς. Δ'. Περὶ διηγουμένων καὶ διδασκόντων μάταια. Ε΄. Περὶ διανοουμένων καὶ ἐνθυμουμένων κακά. Γ'. Περὶ τῶν δικαιούντων ἑαυτούς, καὶ κατορίω μένων ἑτέρων. . S. JOANNIS DAMASCENI piis. vel muneribus datis de hostibus ultionem sumere, quam per seipsum. Il. De rege bono, et justo, et malorum osore. III. De rege non admodum illustri. IV. Quod pro rege sit orandum. V. De blasphemis et superbe loquentibus. . VI. De invidis. VII. De rebus violentis, et non violentis: et quod Deo sit gratum, quidquid nostra virtute præ- stamus. VIII. * De auxilio. et subsidio is qui calumniam pa- tiuntur præstito quod hoc acceptissimum sit Deo. I. De consilio Dei : quod immobile sit, nec at- tingi ab hominibus possit, nee prorsus omitti. X. De auxilio Dei : et quod Deo opitulante, insidiæ omnes et assultus inimici imbecilles sint, et pauci multos superent. XI. De baptismo, et divini lavacri prædictione. . XI. De viro constanti et inconstanti. XIII. De consilio : quod cum consilio et considera- tióne cuncta agere oporteat. XIV. ' De tardo consilio et cunctatione : quodque perniciosum sit illud quod inconsiderate geri- tur. XV. De cibis et vitæ necessariis. XVI. De regno colorum. Littera I. De agricultura et agricolis : quod bonum sit epe- . rari. II. De suaveloquentibus. Il. * De risu et ridiculis. IV. De murmurantibus et queritantibus. V. De bona generatione. • VI. De generatione perversa et improba. VII. De iis qui sententiam mulant, seque ipsos in- cusant. VIII. Quod semet nosse oporteat, suasque vires prospicere, nec superbire. IX. De viris scientia præditis: et qualia bona hos sint secutura. X. De senibus virtute et prudentia ornatis. . XI. De senibus, qui in amentia et vitio vitam agunt. XII. * De parentibus bonis : et quod data opera el congruenti ratione filii sint educandi. XIII. De parentibus, qui filiorum educationem parvi faciunt. XIV. De mulieribus : quod propriis viris suis sub- jectæ esse debeant.” XV. De mulieribus : quod eas non oporteat aperta facie orare. XVI. De mulieribus, quæ masculum aut feminam pariunt; quotque dies ab ecclesiæ Domini in- gressu debeant abstinere. xvii. De muliere forti, et modesta, et prudentc. XVI. De mulieribus improbis, adulteris, meretri- cibus, et omni malitia plenis. 1. Littera De testamentis et hæredibus. sed sapientum et eruditorum. III. De magistris hæreticis : quodque sint ſu- giendi. JV.** De iis qui narrant ac docent vana. . De iis qui animo agitant et moliuntur mala. • VI. De iis qui se justos dicunt, et alios asper- nantur. H 11. fe doctrina : et quod non omnium sit docere, 11. Περὶ βουλῆς· ὅτι χρή μετά βουλῆς καὶ σκέψεως 14. Περὶ γυναικῶν κυϊσκουσῶν ἄρσεν ἡ θῆλυ· καὶ
PG 96:449Περὶ δυσκινήτων καὶ ἀργοφάγων, λουππαίων, καὶ ἀνασεσοβημένων, καὶ πεφαντασμένων ἐπ’ ὀλέθρῳ. ΙΗ. Ὅτι χρὴ τὰ δεύτερα ἐν πᾶσι προθεωρεῖν καὶ περισκοπεῖν· τρεπτὰ γὰρ τὰ ἀνθρώπινα ἅπαντα καὶ ἄδηλα. ΙΘ. Περὶ δομάτων καὶ δωρεῶν ἀγαθῶν· ὅτι παρὰ Θεῷ πᾶν ἀγαθόν. Κ. Περὶ τῶν δουλευόντων Θεῷ· ὅτι χρὴ τούτους τιμᾷν καὶ σέβειν, καὶ τὰ πρὸς χρείαν προσάγειν. ΚΑ. Περὶ δικαίων· ὅτι φυλάττει αὐτοὺς Κύριος ἐκ πειρασμῶν, καὶ ἐν εὐφροσύνῃ ἔτη πολλὰ ζῶσι· καὶ ὅτι ὑπὸ Θεοῦ ἀγαπῶνται, καὶ εὐλογοῦνται οἱ οἶκοι τῶν δικαίων. ΚΒ. Περὶ δικαίων, καὶ εὐχῆς παρ’ αὐτῶν γινομένης· ὅτι δεκτὴ καὶ τιμία παρὰ Θεῷ. ΚΓ. Περὶ δικαίων· καὶ ὅτι περιφρονοῦνται ὑπὸ ἀδίκων καὶ ἀσεβῶν, καὶ διασύρονται. ΚΔ. Περὶ δικαίων· ὅτι τίμιος παρὰ Θεῷ ὁ θάνατος αὐτῶν, καὶ ὡς ἡ μνήμη αὐτῶν ἐγκωμιάζεται. ΚΕ. Περὶ τῶν τοὺς δικαίους καὶ ἀγαθοὺς ἄνδρας τιμώντων. Κ. Περὶ τῶν δικαίους καὶ ἀγαθοὺς ἄνδρας ἀτιμαζόντων. ΚΖ. Περὶ δικαιοσύνης καὶ ἀρετῆς. ΚΗ. Περὶ διαβόλου, ἤτοι Σατανᾶ, καὶ δαιμόνων. ΚΘ. Περὶ δυνάμεως Θεοῦ. Λ. Περὶ δημιουργίας τοῦ κόσμου· καὶ ὅτι πάντα ὑπὸ Θεοῦ γεγένηται, καὶ οὐδὲν ὑπ’ αὐτοῦ εἰκῆ ἢ περιττὸν γέγονεν. ΛΑ.PARALLELA RUPEFUCALDINA. Ζ'. Περὶ δειλῶν, καὶ διψύχων, καὶ ἀκαταστάτων, καὶ ἀνάνδρων. Η'. Περί δικολόγων, καὶ τῶν κρίσεις ἀλλοτρίας ἀνα- δεχομένων. Θ'. Περὶ δείπνου καὶ συνεστιάσεως. Ι΄. Περὶ διαφορᾶς ἡδίστων καὶ ἡδυτέρων κατὰ σύγκρισιν. ΙΑ'. Περί διαφορᾶς καταστάσεως καὶ τρόπων, καὶ ἀνομοιότητος γνωμῶν· ὅτι οὐ πάντες τοῖς αὐτοῖς ἀρέσκονται. ΙΒ. Περὶ διορθώσεως βίου κακοῦ ἐπὶ τὸ ἀγαθόν· ὅτι εὐάρεστον καὶ φίλον Θεῷ. Τοῦτο δὲ τελεῖται καὶ κατορθοῦται, ἐκ τοῦ μεμνῆσθαι μὲν τῶν ἐσφαλ μένων, καὶ ἀπομυσάττεσθαι· προσεγγίζειν δὲ πεποθημένως τοῖς ἀξιεπαίνοις καὶ χρηστοῖς. Π. Περὶ διακρίσεως· ὅτι χρὴ ἐπὶ παντὶ πράγματι διάκρισιν καὶ φόβον Θεοῦ ἔχειν. ΙΔ΄. Περὶ διαγνώσεως, καὶ πείρας ἠθῶν, καὶ κρυφίων τρόπων ἀνδρός. ΙΕ'. Περί δωροδοκίας. καὶ ἐκκλίνειν τὰς τοῦ δήμου ἀνασοβὰς καὶ ἀσυμ φωνίας. ΙΖ΄. Περὶ δυσκινήτων καὶ ἀργοφάγων, λουππαίων, καὶ ἀνασεβοβημένων, καὶ πεφαντασμένων ἐπ' ὀλέθρῳ. ΠΕΙ. Ὅτι χρὴ τὰ δεύτερα ἐν πᾶσι προθεωρεῖν καὶ περισκοπεῖν· τρεπτὰ γὰρ τὰ ἀνθρώπινα ἅπαντα και άδηλα. ΙΘ'. · Περὶ δομάτων καὶ δωρεῶν ἀγαθῶν· ὅτι παρὰ Θεῷ πᾶν ἀγαθόν. Κ'. Περὶ τῶν δουλευόντων Θεῷ· ὅτι χρὴ τούτους τιμὴν καὶ σέβειν, καὶ τὰ πρὸς χρείαν προσάγειν. ΚΑ'. Περὶ δικαίων· ὅτι φυλάττει αὐτοὺς Κύριος ἐκ πειρασμῶν, καὶ ἐν εὐφροσύνῃ ἔτη πολλὰ ζῶσι· καὶ ὅτι ὑπὸ Θεοῦ ἀγαπῶνται, καὶ εὐλογοῦνται οἱ οἶκοι τῶν δικαίων. ΚΒ'. Περὶ δικαίων, καὶ εὐχῆς παρ' αὐτῶν γινομέν νης· ὅτι δεκτὴ καὶ τιμία παρὰ θεῷ. ΚΓ. Περὶ δικαίων· καὶ ὅτι περιφρονοῦνται ὑπὸ ἀδίκων καὶ ἀσεβῶν, καὶ διασύρονται. • ΚΔ'. Περὶ δικαίων· ὅτι τίμιος παρὰ Θεῷ ὁ θάνατος αὐτῶν, καὶ ὡς ἡ μνήμη αὐτῶν ἐγκωμιάζεται. ΚΕ. Περὶ τῶν τοὺς δικαίους καὶ ἀγαθοὺς ἄνδρας τιμώντων. ΚϚ'. Περὶ τῶν δικαίους καὶ ἀγαθοὺς ἄνδρας ατίμα ζόντων. ΚΖ'. Περὶ δικαιοσύνης καὶ ἀρετῆς. ΚΗ. Περὶ διαβόλου, ήτοι Σατανᾶ, καὶ δαιμόνων. ΚΘ'. Περὶ δυνάμεως Θεοῦ. Λ'. Περί δημιουργίας τοῦ κόσμου· καὶ ὅτι πάντα ὑπὸ Θεοῦ γεγένηται, καὶ οὐδὲν ὑπ' αὐτοῦ εἰκῇ ἡ περιστὸν γέγονεν. ΑΔ'. Περὶ δοξολογίας Θεοῦ· καὶ ὅτι χρὴ δοξάζειν αὐτὸν καὶ ἁγιάζειν· ὁ δὲ μὴ τοῦτο δρῶν, εὐθύνας εἰσπράττεται· καὶ ὅτι τοὺς δοξάζοντας αὐτὸν δοξάζει ὁ Θεός. ΑΒ. Περὶ διαφορᾶς Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων· καὶ ὅτι πολὺ τὸ μέσον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, καὶ τοῦ ἁμαρτάνειν εἰς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ χρὴ δυσπιστεῖν Εν τίνι τῷ Θεῷ. Πάντα γὰρ δυνατὰ αὐτῷ. ΑΓ. Περὶ δυσπιστίας. ΑΔ'. Περὶ διγλώσσου. ΑΒ'. Περὶ δικαστῶν ἀδικάστων, καὶ καθαρὰς ἐχόν των τὰς χεῖρας. ΑϚ'. Περί δικαστών δωροδοκουμένων, καὶ ἀθέσμως κρινόντων. ΛΖ΄. Περὶ δεσποτῶν χρηστῶν. ΑΗ. · Περὶ δεσποτῶν μοχθηρῶν. ΑΘ'. Περί δούλων χρηστών. Μ. Περὶ δούλων πονηρῶν. ΜΑ'. Περί δυσαρεστουμένων. ΜΒ. Περὶ δόξης καὶ τιμῆς· καὶ ὅτι οὐ χρὴ τὴν ἰδίαν δόξαν ἑτέρῳ παρέχειν. . ΜΓ. * Περὶ δανειστών χρηστῶν. ΜΔ'. * Περὶ δανειστῶν πονηρῶν. 450 VII. De Limidis, ac duplici animo, inconstanti- busque et ignavis. VIII. De litigatoribus, et iis qui alienas lites in se suscipiunt. IX. De cœna et convivio. X. " De suavissimorum discrimine, necnon sua- viorum, comparatione facta. XI. De discrimine statuum et morum, et diversi- tate sententiarum. XII. De vitæ malæ in bonam correctione : quod id Deo gratissimum sit. Hoc autem perficitur erratorum suoruin recordatione et detestatio- ne necnon ardenti studio ad ea quæ laude digna optimaque sunt, accedendo. XIII. De discretione : quod in omnni negotio dis- cretionem ac Dei timorem habere oporteat. XIV. De discretione et experientia morum et oc- cultarum affectionum viri. XV. ' Le munerum acceptione. . XVI. De seditiosis contagiis : et quod fugiendæ ac vitandæ sint populorum commotiones et dis- sensiones. XVII. De socordibus et otiosis, luxui deditis, Turbulentisque, et interitum sibi parantibus. XVIII. 736 · Quod in omnibus posteriora prævi- dere et considerare oporteat : quippe cum res oinnes humanæ mutabiles sint et obscuræ. XIX. De donis et muneribus bonis : quod bonun omne a Deo sit. • XX. De iis qui Deo serviunt : quod eos honorare et colere oporteat, et necessaria ipsis pendere. XXI. De justis: quod Dominus eos a tentationibus servet, multosque annos in lætitia agant : quod- que a Deo diligantur et benedicantur domus justorum. XXII. De justis, et precibus corum : quod acce- ptæ ac pretiosæ sint apud Deum. XXIII. De justis: quodque ab iniquis et impiis con- temnantur et lacerentur. XXIV. De justis: quod pretiosa sit apud Deum mors ipsorum, ac memoria ipsorum celebretur. XXV. De iis qui justos ac bonos viros honore affi- ciunt. XXVI. De iis qui justos ac bonos viros probris onerant. XXVII. De justitia et virtute. XX VHI. De diabolo, sive Satana, ac damonibus. XXIX. De virtute Dei. XXX. De creatione mundi : quodque omnia a Deo facta sint, nec quidquani temere aut inutile condiderit. XXXI. De laudatione Dei: et quod ejus gloriam et sanctitatem prædicare oporteat, quique id non præstat, supplicio dignus sit: quod demum Deus eus qui se glorificant, glorifcet. XXXII. De discrimine Dei et hominuin : quodque magnum inter Deum et hominem interstitium sit; nec non de peccato in Deum : quod tandem Deo incredulum esse non liceat: quippe cum cuncta sint ei possibilia. XXXIII. De incredulitate. XXXIV. De bilingui. XXXV. De judicibus incorruptis, et qui puras ba- bent manus. XXXVI. De judicibus munera accipientibus, et injuste judicantibus. • XXXVII. De bonis dominis. ΧΧΧΥΙΙΙ. ' De malis dominis. XXXIX. De servis bonis. XL. De servis malis. XII. De morosis. XLII. De gloria et honore : quodque gloriam pro- priam dare alteri non conveniat. • XLIII. De creditoribus probis. XLIV. * De creditoribus improbis. 14. Περὶ δημηγερτῶν λοιμῶν· καὶ ὅτι χρὴ φεύγειν
PG 96:450Περὶ δοξολογίας Θεοῦ· καὶ ὅτι χρὴ δοξάζειν αὐτὸν καὶ ἁγιάζειν· ὁ δὲ μὴ τοῦτο δρῶν, εὐθύνας εἰσπράττεται· καὶ ὅτι τοὺς δοξάζοντας αὐτὸν δοξάζει ὁ Θεός. ΛΒ. Περὶ διαφορᾶς Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων· καὶ ὅτι πολὺ τὸ μέσον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, καὶ τοῦ ἁμαρτάνειν εἰς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ χρὴ δυσπιστεῖν ἔν τινι τῷ Θεῷ. Πάντα γὰρ δυνατὰ αὐτῷ. ΛΓ. Περὶ δυσπιστίας. ΛΔ. Περὶ διγλώσσου. ΛΕ. Περὶ δικαστῶν ἀδικάστων, καὶ καθαρὰς ἐχόντων τὰς χεῖρας. Λ. Περὶ δικαστῶν δωροδεκουμένων, καὶ ἀθέσμως κρινόντων. ΛΖ. Περὶ δεσποτῶν χρηστῶν. ΛΗ. Περὶ δεσποτῶν μοχθηρῶν. ΛΘ. Περὶ δούλων χρηστῶν. Μ. Περὶ δούλων πονηρῶν. ΜΑ. Περὶ δυσαρεστουμένων. ΜΒ. Περὶ δόξης καὶ τιμῆς· καὶ ὅτι οὐ χρὴ τὴν ἰδίαν δόξαν ἑτέρῳ παρέχειν. ΜΓ. Περὶ δανειστῶν χρηστῶν. ΜΔ. Περὶ δανειστῶν πονηρῶν. ΜΕ. Περὶ δανειζομένων· καὶ ὅτι χρὴ εὐγνωμονεῖν τοῖς κυριοχρέοις. Μ. Περὶ δανειζομένων καὶ εὐγνωμονούντων. Στοιχεῖον Ε. Α. Περὶ ἐντολῶν Θεοῦ· ὅτι σωτήριοι καὶ ζωοποιοὶ, καὶ κατὰ πάντα εὐθεῖαι, καὶ ἁγίαι, καὶ δίκαιαι. Β. Περὶ τῶν μὴ φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Γ. Περὶ εὐοδουμένων ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν. Δ. Περὶ τῶν οὐκ εὐοδουμένων. Ε.PARALLELA RUPEFUCALDINA. Ζ'. Περὶ δειλῶν, καὶ διψύχων, καὶ ἀκαταστάτων, καὶ ἀνάνδρων. Η'. Περί δικολόγων, καὶ τῶν κρίσεις ἀλλοτρίας ἀνα- δεχομένων. Θ'. Περὶ δείπνου καὶ συνεστιάσεως. Ι΄. Περὶ διαφορᾶς ἡδίστων καὶ ἡδυτέρων κατὰ σύγκρισιν. ΙΑ'. Περί διαφορᾶς καταστάσεως καὶ τρόπων, καὶ ἀνομοιότητος γνωμῶν· ὅτι οὐ πάντες τοῖς αὐτοῖς ἀρέσκονται. ΙΒ. Περὶ διορθώσεως βίου κακοῦ ἐπὶ τὸ ἀγαθόν· ὅτι εὐάρεστον καὶ φίλον Θεῷ. Τοῦτο δὲ τελεῖται καὶ κατορθοῦται, ἐκ τοῦ μεμνῆσθαι μὲν τῶν ἐσφαλ μένων, καὶ ἀπομυσάττεσθαι· προσεγγίζειν δὲ πεποθημένως τοῖς ἀξιεπαίνοις καὶ χρηστοῖς. Π. Περὶ διακρίσεως· ὅτι χρὴ ἐπὶ παντὶ πράγματι διάκρισιν καὶ φόβον Θεοῦ ἔχειν. ΙΔ΄. Περὶ διαγνώσεως, καὶ πείρας ἠθῶν, καὶ κρυφίων τρόπων ἀνδρός. ΙΕ'. Περί δωροδοκίας. καὶ ἐκκλίνειν τὰς τοῦ δήμου ἀνασοβὰς καὶ ἀσυμ φωνίας. ΙΖ΄. Περὶ δυσκινήτων καὶ ἀργοφάγων, λουππαίων, καὶ ἀνασεβοβημένων, καὶ πεφαντασμένων ἐπ' ὀλέθρῳ. ΠΕΙ. Ὅτι χρὴ τὰ δεύτερα ἐν πᾶσι προθεωρεῖν καὶ περισκοπεῖν· τρεπτὰ γὰρ τὰ ἀνθρώπινα ἅπαντα και άδηλα. ΙΘ'. · Περὶ δομάτων καὶ δωρεῶν ἀγαθῶν· ὅτι παρὰ Θεῷ πᾶν ἀγαθόν. Κ'. Περὶ τῶν δουλευόντων Θεῷ· ὅτι χρὴ τούτους τιμὴν καὶ σέβειν, καὶ τὰ πρὸς χρείαν προσάγειν. ΚΑ'. Περὶ δικαίων· ὅτι φυλάττει αὐτοὺς Κύριος ἐκ πειρασμῶν, καὶ ἐν εὐφροσύνῃ ἔτη πολλὰ ζῶσι· καὶ ὅτι ὑπὸ Θεοῦ ἀγαπῶνται, καὶ εὐλογοῦνται οἱ οἶκοι τῶν δικαίων. ΚΒ'. Περὶ δικαίων, καὶ εὐχῆς παρ' αὐτῶν γινομέν νης· ὅτι δεκτὴ καὶ τιμία παρὰ θεῷ. ΚΓ. Περὶ δικαίων· καὶ ὅτι περιφρονοῦνται ὑπὸ ἀδίκων καὶ ἀσεβῶν, καὶ διασύρονται. • ΚΔ'. Περὶ δικαίων· ὅτι τίμιος παρὰ Θεῷ ὁ θάνατος αὐτῶν, καὶ ὡς ἡ μνήμη αὐτῶν ἐγκωμιάζεται. ΚΕ. Περὶ τῶν τοὺς δικαίους καὶ ἀγαθοὺς ἄνδρας τιμώντων. ΚϚ'. Περὶ τῶν δικαίους καὶ ἀγαθοὺς ἄνδρας ατίμα ζόντων. ΚΖ'. Περὶ δικαιοσύνης καὶ ἀρετῆς. ΚΗ. Περὶ διαβόλου, ήτοι Σατανᾶ, καὶ δαιμόνων. ΚΘ'. Περὶ δυνάμεως Θεοῦ. Λ'. Περί δημιουργίας τοῦ κόσμου· καὶ ὅτι πάντα ὑπὸ Θεοῦ γεγένηται, καὶ οὐδὲν ὑπ' αὐτοῦ εἰκῇ ἡ περιστὸν γέγονεν. ΑΔ'. Περὶ δοξολογίας Θεοῦ· καὶ ὅτι χρὴ δοξάζειν αὐτὸν καὶ ἁγιάζειν· ὁ δὲ μὴ τοῦτο δρῶν, εὐθύνας εἰσπράττεται· καὶ ὅτι τοὺς δοξάζοντας αὐτὸν δοξάζει ὁ Θεός. ΑΒ. Περὶ διαφορᾶς Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων· καὶ ὅτι πολὺ τὸ μέσον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, καὶ τοῦ ἁμαρτάνειν εἰς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ χρὴ δυσπιστεῖν Εν τίνι τῷ Θεῷ. Πάντα γὰρ δυνατὰ αὐτῷ. ΑΓ. Περὶ δυσπιστίας. ΑΔ'. Περὶ διγλώσσου. ΑΒ'. Περὶ δικαστῶν ἀδικάστων, καὶ καθαρὰς ἐχόν των τὰς χεῖρας. ΑϚ'. Περί δικαστών δωροδοκουμένων, καὶ ἀθέσμως κρινόντων. ΛΖ΄. Περὶ δεσποτῶν χρηστῶν. ΑΗ. · Περὶ δεσποτῶν μοχθηρῶν. ΑΘ'. Περί δούλων χρηστών. Μ. Περὶ δούλων πονηρῶν. ΜΑ'. Περί δυσαρεστουμένων. ΜΒ. Περὶ δόξης καὶ τιμῆς· καὶ ὅτι οὐ χρὴ τὴν ἰδίαν δόξαν ἑτέρῳ παρέχειν. . ΜΓ. * Περὶ δανειστών χρηστῶν. ΜΔ'. * Περὶ δανειστῶν πονηρῶν. 450 VII. De Limidis, ac duplici animo, inconstanti- busque et ignavis. VIII. De litigatoribus, et iis qui alienas lites in se suscipiunt. IX. De cœna et convivio. X. " De suavissimorum discrimine, necnon sua- viorum, comparatione facta. XI. De discrimine statuum et morum, et diversi- tate sententiarum. XII. De vitæ malæ in bonam correctione : quod id Deo gratissimum sit. Hoc autem perficitur erratorum suoruin recordatione et detestatio- ne necnon ardenti studio ad ea quæ laude digna optimaque sunt, accedendo. XIII. De discretione : quod in omnni negotio dis- cretionem ac Dei timorem habere oporteat. XIV. De discretione et experientia morum et oc- cultarum affectionum viri. XV. ' Le munerum acceptione. . XVI. De seditiosis contagiis : et quod fugiendæ ac vitandæ sint populorum commotiones et dis- sensiones. XVII. De socordibus et otiosis, luxui deditis, Turbulentisque, et interitum sibi parantibus. XVIII. 736 · Quod in omnibus posteriora prævi- dere et considerare oporteat : quippe cum res oinnes humanæ mutabiles sint et obscuræ. XIX. De donis et muneribus bonis : quod bonun omne a Deo sit. • XX. De iis qui Deo serviunt : quod eos honorare et colere oporteat, et necessaria ipsis pendere. XXI. De justis: quod Dominus eos a tentationibus servet, multosque annos in lætitia agant : quod- que a Deo diligantur et benedicantur domus justorum. XXII. De justis, et precibus corum : quod acce- ptæ ac pretiosæ sint apud Deum. XXIII. De justis: quodque ab iniquis et impiis con- temnantur et lacerentur. XXIV. De justis: quod pretiosa sit apud Deum mors ipsorum, ac memoria ipsorum celebretur. XXV. De iis qui justos ac bonos viros honore affi- ciunt. XXVI. De iis qui justos ac bonos viros probris onerant. XXVII. De justitia et virtute. XX VHI. De diabolo, sive Satana, ac damonibus. XXIX. De virtute Dei. XXX. De creatione mundi : quodque omnia a Deo facta sint, nec quidquani temere aut inutile condiderit. XXXI. De laudatione Dei: et quod ejus gloriam et sanctitatem prædicare oporteat, quique id non præstat, supplicio dignus sit: quod demum Deus eus qui se glorificant, glorifcet. XXXII. De discrimine Dei et hominuin : quodque magnum inter Deum et hominem interstitium sit; nec non de peccato in Deum : quod tandem Deo incredulum esse non liceat: quippe cum cuncta sint ei possibilia. XXXIII. De incredulitate. XXXIV. De bilingui. XXXV. De judicibus incorruptis, et qui puras ba- bent manus. XXXVI. De judicibus munera accipientibus, et injuste judicantibus. • XXXVII. De bonis dominis. ΧΧΧΥΙΙΙ. ' De malis dominis. XXXIX. De servis bonis. XL. De servis malis. XII. De morosis. XLII. De gloria et honore : quodque gloriam pro- priam dare alteri non conveniat. • XLIII. De creditoribus probis. XLIV. * De creditoribus improbis. 14. Περὶ δημηγερτῶν λοιμῶν· καὶ ὅτι χρὴ φεύγειν
PG 96:451Περὶ ἔργων καὶ πράξεων· ὅτι χρὴ πρὸ πάσης ἐργασίας τῇ τοῦ Θεοῦ μνήμῃ καὶ εὐχαριστίᾳ ἁγιάζεσθαι. 2. Περὶ ἐξουσίας καὶ δυναστείας· ὅτι παρὰ Κυρίου πᾶν κράτος. Ζ. Περὶ ἐπαίνων καὶ ἐγκωμίων, καὶ τῶν χαιρόντων ἐν αὐτοῖς· καὶ ὅτι οὐ δεῖ πρὸ πείρας ἐπαινεῖν τινα. Η. Περὶ ἐγκαταλείψεως· ὅτι τὸ ἐρημωθῆναι τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας καὶ σκέπης, παντὸς δεινοῦ χαλεπώτερον. Θ. Περὶ ἐνδείας καὶ ἀπορίας. Ι. Περὶ ἐπαγωγῶν κατὰ κρίσιν δικαίαν Θεοῦ ἐπιφερομένων ἡμῖν. ΙΑ. Περὶ ἐκδικήσεως καὶ εἰσπράξεως ἁμαρτιῶν· ὅτι οὐκ ἐκδικήσει δὶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐφ’ ἁμαρτίαις ὁ φιλάνθρωπος ἡμῶν Κύριος διορθούντων ἑαυτούς. ΙΒ. Περὶ ἐπαιτίας. ΙΓ. Περὶ ἐπιθυμίας· ὅτι οὐ χρὴ ἀκρίτως καὶ ἀνεξετάστως ταῖς οἰκείαις ἐξακολουθῆσαι ἐπιθυμίαις, κἂν δοκῶσιν ἀγαθαὶ εἶναι. Ἐκ τούτων γὰρ δελεαζόμεθα, οἷα ἀσθενέστεροι πρὸς τὰ μὴ λυσιτελοῦντα. ΙΔ. Περὶ ἐπιθυμιῶν ἁγίων ἀνδρῶν. ΙΕ. Περὶ ἐπικουρείας· ὅτι καλὸν τὸ ἐπικουρεῖν τοῖς δεομένοις. Ι. Περὶ εὐεργεσίας ἢ προσφορᾶς ἐξ ἀδίκων γινομένης· ὅτι ἀπρόσδεκτος παρὰ Θεῷ. ΙΖ. Περὶ ἐπιχειρούντων ἀλλήλοις. ΙΗ. Περὶ ἐπινοήτου, καὶ εὐμηχάνου, καὶ ἐμπείρου, καὶ εὐμαθοῦς. ΙΘ.451 S. JOANNIS DAMASCENI XLV. * De iis qui mutuo accipiunt : et quod grato animo esse oporteat erga creditores suos. XLVI. De iis qui mutuo accipiunt, et grato ani- mo sunt. • 737 Lillera Ε. sint, omnibusque modis recla, et sancta, et justa. Il. De iis qui præcepta Dei non custodiunt. III. • De iis qui opera sua prospere agunt. . IV. De iis quibus res male succedunt. V. De operibus et actionibus : quod ante omne opus sanctimoniam sibi conciliare oporteat per Dei recordationem et gratiarum actionem. VI. De auctoritate et polestate : quod imperium omne a Domino sit. VII. De laudibus et encomiis, et de illis qui eis gaudent et quod ante factum periculum nemo laudandus sit. • VIII. De derelictione: quod nulla calamitas gra- vior sit, quam Dei auxilio et protectione nudari. IX. ' De egestate et penuria. X. De calamitatibus justo Dei judicio nobis im- missis. XI. De ultione et vindicta peccatorum : quod hu- manissimus noster Dominus secundo peccata no- stra non puniet, si nosmetipsos correxerimus. XII. " De accusatione. • XIII. De cupiditate: quod nequaquam oporteat sine judicio et examine desideriis suis obsequi, quamlibet bona appareant. His enim permulce- mur, tanquam infirmiores ad ea quæ non con- ducunt. XIV. ' De bonorum virorum desideriis. XV. De subsidio : quod indigentibus opem ferre bonum sit. XVI. De beneficentia, sive oblatione ex injustitiis parta: quod Deo accepta non sit. * Xvii. * De iis qui sibi mutuo manus afferunt. XVIII. De solerte, artificioso, perito, et bene docto. XIX. De sponsione et sponsore. XX. De pignoribus. XXI. De inimicis: quod non oporteat erga lapsos implacabilem esse, uti neque gaudere de cornu infelicitate et casu. . XXII. De continentia. XXIII. De negotiis communibus. XXIV. De reprehensore et increpatore: quod is debeat subobscure ac non dure reprehensionein afferre; quoniam hoc perniciosum est: sed reum lenitate ad meliora provehere. XXV. De bona et mala fortuna. XXVI. " De iis qui mortis rei sunt : et quod nemo pro altero moriatur : non parentes pro filiis, non pro parentibus filii. XXVII. De eo qui proximo insidias struit : quod- que ille in laqueum incidet. XXVIII. De negotiatione: et quod continuæ circa 738 res mundanas occupationes vitam no- stram confundant, nosque spiritualibus æter- nisque bonis privent. XXIX. De insomniis, vaticiniis et auguriis. XXX. De iis qui semet ulciscuntur: quod hoc ne- fas sit. XXXI. De voluntariis, et minime voluntariis, sive recte factis, sive peccatis, quæ tam scientia quam ignorantia admittuntur. XXXII. * De gratiarum actione erga Deum : quod oblivioni tradenda non sint ejus beneficia. XXXIII. * De iis qui gratias non agunt, sed ingrati atque immemores sunt. XXXIV. • De eunuchis et innuptis. . 152 ΜΕ'. Περί δανειζομένων· καὶ ὅτι χρὴ εὐγνωμονείν τοῖς κυριοχρέους. ΜϚ'. Περὶ δανειζομένων καὶ εὐγνωμονούντων. Στοιχεῖον Ε. Α'. Περὶ ἐντολῶν Θεοῦ· ὅτι σωτήριοι καὶ ζωοποιοί, καὶ κατὰ πάντα εὐθεῖαι, καὶ ἁγίαι, καὶ δίκαιαι. Β. Περὶ τῶν μὴ φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Γ'. · Περὶ εὐοδουμένων ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν. Δ'. . Περὶ τῶν οὐκ εὐοδουμένων. Ε'. Περὶ ἔργων καὶ πράξεων· ὅτι χρὴ πρὸ πάσης ἐργασίας τῇ τοῦ Θεοῦ μνήμῃ καὶ εὐχαριστία ἁγιάζεσθαι. Γ'. Περὶ ἐξουσίας καὶ δυναστείας· ὅτι παρὰ Κυρίου πᾶν κράτος. Ζ΄. Περὶ ἐπαίνων καὶ ἐγκωμίων, καὶ τῶν χαιρόντων ἐν αὐτοῖς· καὶ ὅτι οὐ δεῖ πρὸ πείρας ἐπαινεῖν τινα. Η'. ' Περὶ ἐγκαταλείψεως· ὅτι τὸ ἐρημωθῆναι τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας καὶ σκέπης, παντὸς δεινού χαλεπώτερον. Θ'. Περὶ ἐνδείας καὶ ἀπορίας. . I'. Περὶ ἐπαγωγῶν κατὰ κρίσιν δικαίαν Θεοῦ ἐπιφερομένων ἡμῖν. 14'. Περὶ ἐκδικήσεως καὶ εἰσπράξεως ἁμαρτιῶν· ὅτι οὐκ ἐκδικήσει δὶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐφ᾽ ἁμαρτίαις δ φιλάνθρωπος ἡμῶν Κύριος διορθούντων ἑαυτούς. ΙΒ'. * Περὶ ἐπαιτίας. ετάστως ταῖς οἰκείαις ἐξακολουθῆσαι ἐπιθυμίαις, κἂν δοκῶσιν ἀγαθαὶ εἶναι. Ἐκ τούτων γὰρ δελεαζόμεθα, οἷα ἀσθενέστεροι πρὸς τὰ μὴ λυσι τελοῦντα. - ΙΔ΄. Περὶ ἐπιθυμιῶν ἁγίων ἀνδρῶν. ΙΕ'. Περὶ ἐπικουρείας· ὅτι καλὸν τὸ ἐπικουρεῖν τοῖς δεομένοις. 17'. Περὶ εὐεργεσίας ἢ προσφορᾶς ἐξ ἀδίκων γινο μένης· ὅτι ἀπρόσδεκτος παρὰ Θεῷ. ΙΖ΄. Περὶ ἐπιχειρούντων ἀλλήλοις. ΙΗ'. * Περὶ ἐπινοήτου, καὶ εὐμηχάνου, καὶ ἐμπείρου, καὶ εὐμαθοῦς. ΙΘ'. Περὶ ἐγγυῆς καὶ ἐγγυητοῦ. Κ'. * Περὶ ἐνεχύρων. ΚΑ'. Περὶ ἐχθρῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἀδιαλλάκτως μεῖναι πρὸς τοὺς ἑπταικότας, οὐδὲ χαίρειν ἐπὶ τῇ κακο- πραγίᾳ καὶ πτώμασιν αὐτῶν. ΚΒ'. * Περὶ ἐγκρατείας. ΚΓ'. Περὶ ἐπικοίνων πραγμάτων. ΚΔ'. Περὶ ἐλέγχοντος καὶ ἐπιτιμῶντος· ὅτι χρεών τῷ τοιούτῳ συνεσκιασμένως καὶ μὴ ἐμβριθώς προσάγειν τὸν ἔλεγχον, ὅτι διαβρωτικόν· ἀναβι βάζειν δὲ πρὸς τὰ βέλτιστα ἡμερότητι τὸν ὑπεύ θυνον. ΚΕ'. Περὶ εὐπραγίας καὶ δυσπραγίας. Κα'. ' Περὶ ἐνόχων θανάτου· καὶ ὅτι οὐδεὶς ὑπὲρ ἑτέρου ἀποθανεῖται, οὐ γονεῖς ὑπὲρ τέκνων, οὐ τέκνα ὑπὲρ γονέων. ΚΖ'. Περὶ ἐνεδρεύοντος εἰς ἐπιβουλὴν τοῦ πλησίον· καὶ ὅτι αὐτὸς ἐμπεσείται. ΚΗ'. Περὶ ἐμπορίας· καὶ ὅτι αἱ περὶ τὰ βιωτικά ἐνδελεχεῖς ἀσχολίαι συγχέουσιν ἡμῶν τὴν ζωὴν, καὶ ἀποστεροῦσι τῶν πνευματικῶν καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν. ΚΘ. Περὶ ἐνυπνίων, καὶ μαντειῶν, καὶ οἰωνισμῶν. Λ'. Περὶ τῶν ἑαυτοὺς διεκδικούντων· ὅτι οὐ χρή. ΛΑ'. * Περὶ ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων, είτε κατορθω μάτων, εἴτε ἁμαρτημάτων ἐν γνώσει καὶ ἀγνοία γινομένων. ΛΒ. ' Περὶ εὐχαριστίας πρός Θεόν· ὅτι οὐ χρὴ ἀνεπιληθήτως ἔχειν τὰς εὐεργεσίας αὐτοῦ. ΑΓ. * Περὶ τῶν μὴ εὐχαριστούντων, ἀλλὰ ἄχαρι στούντων καὶ ἀγνωμούντων. ΛΔ'. * Περὶ εὐνούχων καὶ ἀγάμων. 1. De præceptis divinis : quod salutaria et vivifica 10. Περὶ ἐπιθυμίας· ὅτι οὐ χρὴ ἀκρίτως καὶ ἀνεξ-
Περὶ ἐγγυῆς καὶ ἐγγυητοῦ. Κ. Περὶ ἐνεχύρων. ΚΑ. Περὶ ἐχθρῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἀδιαλλάκτως μεῖναι πρὸς τοὺς ἐπταικότας, οὐδὲ χαίρειν ἐπὶ τῇ κακοπραγίᾳ καὶ πτώμασιν αὐτῶν. ΚΒ. Περὶ ἐγκρατείας. ΚΓ. Περὶ ἐπικοίνων πραγμάτων. ΚΔ. Περὶ ἐλέγχοντος καὶ ἐπιτιμῶντος· ὅτι χρεὼν τῷ τοιούτῳ συνεσκιασμένως καὶ μὴ ἐμβριθῶς προσάγειν τὸν ἔλεγχον, ὅτι διαβρωτικόν· ἀναβιβάζειν δὲ πρὸς τὰ βέλτιστα ἡμερότητι τὸν ὑπεύθυνον. ΚΕ. Περὶ εὐπραγίας καὶ δυσπραγίας. Κ. Περὶ ἐνόχων θανάτου· καὶ ὅτι οὐδεὶς ὑπὲρ ἑτέρου ἀποθανεῖται, οὐ γονεῖς ὑπὲρ τέκνων, οὐ τέκνα ὑπὲρ γονέων. ΚΖ. Περὶ ἐνεδρεύοντος εἰς ἐπιβουλὴν τοῦ πλησίον· καὶ ὅτι αὐτὸς ἐμπεσεῖται. ΚΗ. Περὶ ἐμπορίας· καὶ ὅτι αἱ περὶ τὰ βιωτικὰ ἐνδελεχεῖς ἀσχολίαι συγχέουσιν ἡμῶν τὴν ζωὴν, καὶ ἀποστεροῦσι τῶν πνευματικῶν καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν. ΚΘ. Περὶ ἐνυπνίων, καὶ μαντειῶν, καὶ οἰωνισμῶν. Λ. Περὶ τῶν ἑαυτοὺς διεκδικούντων· ὅτι οὐ χρή. ΛΑ. Περὶ ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων, εἴτε κατορθωμάτων, εἴτε ἁμαρτημάτων ἐν γνώσει καὶ ἀγνοίᾳ γινομένων. ΛΒ. Περὶ εὐχαριστίας πρὸς Θεόν· ὅτι οὐ χρὴ ἀνεπιληθήτως ἔχειν τὰς εὐεργεσίας αὐτοῦ. ΛΓ.451 S. JOANNIS DAMASCENI XLV. * De iis qui mutuo accipiunt : et quod grato animo esse oporteat erga creditores suos. XLVI. De iis qui mutuo accipiunt, et grato ani- mo sunt. • 737 Lillera Ε. sint, omnibusque modis recla, et sancta, et justa. Il. De iis qui præcepta Dei non custodiunt. III. • De iis qui opera sua prospere agunt. . IV. De iis quibus res male succedunt. V. De operibus et actionibus : quod ante omne opus sanctimoniam sibi conciliare oporteat per Dei recordationem et gratiarum actionem. VI. De auctoritate et polestate : quod imperium omne a Domino sit. VII. De laudibus et encomiis, et de illis qui eis gaudent et quod ante factum periculum nemo laudandus sit. • VIII. De derelictione: quod nulla calamitas gra- vior sit, quam Dei auxilio et protectione nudari. IX. ' De egestate et penuria. X. De calamitatibus justo Dei judicio nobis im- missis. XI. De ultione et vindicta peccatorum : quod hu- manissimus noster Dominus secundo peccata no- stra non puniet, si nosmetipsos correxerimus. XII. " De accusatione. • XIII. De cupiditate: quod nequaquam oporteat sine judicio et examine desideriis suis obsequi, quamlibet bona appareant. His enim permulce- mur, tanquam infirmiores ad ea quæ non con- ducunt. XIV. ' De bonorum virorum desideriis. XV. De subsidio : quod indigentibus opem ferre bonum sit. XVI. De beneficentia, sive oblatione ex injustitiis parta: quod Deo accepta non sit. * Xvii. * De iis qui sibi mutuo manus afferunt. XVIII. De solerte, artificioso, perito, et bene docto. XIX. De sponsione et sponsore. XX. De pignoribus. XXI. De inimicis: quod non oporteat erga lapsos implacabilem esse, uti neque gaudere de cornu infelicitate et casu. . XXII. De continentia. XXIII. De negotiis communibus. XXIV. De reprehensore et increpatore: quod is debeat subobscure ac non dure reprehensionein afferre; quoniam hoc perniciosum est: sed reum lenitate ad meliora provehere. XXV. De bona et mala fortuna. XXVI. " De iis qui mortis rei sunt : et quod nemo pro altero moriatur : non parentes pro filiis, non pro parentibus filii. XXVII. De eo qui proximo insidias struit : quod- que ille in laqueum incidet. XXVIII. De negotiatione: et quod continuæ circa 738 res mundanas occupationes vitam no- stram confundant, nosque spiritualibus æter- nisque bonis privent. XXIX. De insomniis, vaticiniis et auguriis. XXX. De iis qui semet ulciscuntur: quod hoc ne- fas sit. XXXI. De voluntariis, et minime voluntariis, sive recte factis, sive peccatis, quæ tam scientia quam ignorantia admittuntur. XXXII. * De gratiarum actione erga Deum : quod oblivioni tradenda non sint ejus beneficia. XXXIII. * De iis qui gratias non agunt, sed ingrati atque immemores sunt. XXXIV. • De eunuchis et innuptis. . 152 ΜΕ'. Περί δανειζομένων· καὶ ὅτι χρὴ εὐγνωμονείν τοῖς κυριοχρέους. ΜϚ'. Περὶ δανειζομένων καὶ εὐγνωμονούντων. Στοιχεῖον Ε. Α'. Περὶ ἐντολῶν Θεοῦ· ὅτι σωτήριοι καὶ ζωοποιοί, καὶ κατὰ πάντα εὐθεῖαι, καὶ ἁγίαι, καὶ δίκαιαι. Β. Περὶ τῶν μὴ φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Γ'. · Περὶ εὐοδουμένων ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν. Δ'. . Περὶ τῶν οὐκ εὐοδουμένων. Ε'. Περὶ ἔργων καὶ πράξεων· ὅτι χρὴ πρὸ πάσης ἐργασίας τῇ τοῦ Θεοῦ μνήμῃ καὶ εὐχαριστία ἁγιάζεσθαι. Γ'. Περὶ ἐξουσίας καὶ δυναστείας· ὅτι παρὰ Κυρίου πᾶν κράτος. Ζ΄. Περὶ ἐπαίνων καὶ ἐγκωμίων, καὶ τῶν χαιρόντων ἐν αὐτοῖς· καὶ ὅτι οὐ δεῖ πρὸ πείρας ἐπαινεῖν τινα. Η'. ' Περὶ ἐγκαταλείψεως· ὅτι τὸ ἐρημωθῆναι τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας καὶ σκέπης, παντὸς δεινού χαλεπώτερον. Θ'. Περὶ ἐνδείας καὶ ἀπορίας. . I'. Περὶ ἐπαγωγῶν κατὰ κρίσιν δικαίαν Θεοῦ ἐπιφερομένων ἡμῖν. 14'. Περὶ ἐκδικήσεως καὶ εἰσπράξεως ἁμαρτιῶν· ὅτι οὐκ ἐκδικήσει δὶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐφ᾽ ἁμαρτίαις δ φιλάνθρωπος ἡμῶν Κύριος διορθούντων ἑαυτούς. ΙΒ'. * Περὶ ἐπαιτίας. ετάστως ταῖς οἰκείαις ἐξακολουθῆσαι ἐπιθυμίαις, κἂν δοκῶσιν ἀγαθαὶ εἶναι. Ἐκ τούτων γὰρ δελεαζόμεθα, οἷα ἀσθενέστεροι πρὸς τὰ μὴ λυσι τελοῦντα. - ΙΔ΄. Περὶ ἐπιθυμιῶν ἁγίων ἀνδρῶν. ΙΕ'. Περὶ ἐπικουρείας· ὅτι καλὸν τὸ ἐπικουρεῖν τοῖς δεομένοις. 17'. Περὶ εὐεργεσίας ἢ προσφορᾶς ἐξ ἀδίκων γινο μένης· ὅτι ἀπρόσδεκτος παρὰ Θεῷ. ΙΖ΄. Περὶ ἐπιχειρούντων ἀλλήλοις. ΙΗ'. * Περὶ ἐπινοήτου, καὶ εὐμηχάνου, καὶ ἐμπείρου, καὶ εὐμαθοῦς. ΙΘ'. Περὶ ἐγγυῆς καὶ ἐγγυητοῦ. Κ'. * Περὶ ἐνεχύρων. ΚΑ'. Περὶ ἐχθρῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἀδιαλλάκτως μεῖναι πρὸς τοὺς ἑπταικότας, οὐδὲ χαίρειν ἐπὶ τῇ κακο- πραγίᾳ καὶ πτώμασιν αὐτῶν. ΚΒ'. * Περὶ ἐγκρατείας. ΚΓ'. Περὶ ἐπικοίνων πραγμάτων. ΚΔ'. Περὶ ἐλέγχοντος καὶ ἐπιτιμῶντος· ὅτι χρεών τῷ τοιούτῳ συνεσκιασμένως καὶ μὴ ἐμβριθώς προσάγειν τὸν ἔλεγχον, ὅτι διαβρωτικόν· ἀναβι βάζειν δὲ πρὸς τὰ βέλτιστα ἡμερότητι τὸν ὑπεύ θυνον. ΚΕ'. Περὶ εὐπραγίας καὶ δυσπραγίας. Κα'. ' Περὶ ἐνόχων θανάτου· καὶ ὅτι οὐδεὶς ὑπὲρ ἑτέρου ἀποθανεῖται, οὐ γονεῖς ὑπὲρ τέκνων, οὐ τέκνα ὑπὲρ γονέων. ΚΖ'. Περὶ ἐνεδρεύοντος εἰς ἐπιβουλὴν τοῦ πλησίον· καὶ ὅτι αὐτὸς ἐμπεσείται. ΚΗ'. Περὶ ἐμπορίας· καὶ ὅτι αἱ περὶ τὰ βιωτικά ἐνδελεχεῖς ἀσχολίαι συγχέουσιν ἡμῶν τὴν ζωὴν, καὶ ἀποστεροῦσι τῶν πνευματικῶν καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν. ΚΘ. Περὶ ἐνυπνίων, καὶ μαντειῶν, καὶ οἰωνισμῶν. Λ'. Περὶ τῶν ἑαυτοὺς διεκδικούντων· ὅτι οὐ χρή. ΛΑ'. * Περὶ ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων, είτε κατορθω μάτων, εἴτε ἁμαρτημάτων ἐν γνώσει καὶ ἀγνοία γινομένων. ΛΒ. ' Περὶ εὐχαριστίας πρός Θεόν· ὅτι οὐ χρὴ ἀνεπιληθήτως ἔχειν τὰς εὐεργεσίας αὐτοῦ. ΑΓ. * Περὶ τῶν μὴ εὐχαριστούντων, ἀλλὰ ἄχαρι στούντων καὶ ἀγνωμούντων. ΛΔ'. * Περὶ εὐνούχων καὶ ἀγάμων. 1. De præceptis divinis : quod salutaria et vivifica 10. Περὶ ἐπιθυμίας· ὅτι οὐ χρὴ ἀκρίτως καὶ ἀνεξ-
PG 96:452Περὶ τῶν μὴ εὐχαριστούντων, ἀλλὰ ἀχαριστούντων καὶ ἀγνωμούντων. ΛΔ. Περὶ εὐνούχων καὶ ἀγάμων. ΛΕ. Περὶ ἐγγαστριμύθων, καὶ ἐπαοιδῶν, καὶ οἰωνιζομένων. Λ. Περὶ εἰδώλων καὶ εἰδωλολατρῶν. ΛΖ. Περὶ εὐδαιμονίας καὶ μακαρισμοῦ· ὅτι οὐ δεῖ πρὸ τελευτῆς μακαρίσαι τινά. ΛΗ. Περὶ ἐλπίδος εἰς Θεόν· ὅτι χρὴ εἰς Θεὸν ἐλπίζειν, καὶ μὴ εἰς τὰς τῶν ἀνθρώπων προστασίας· ὅτι οὐδεὶς ἐλπίσας εἰς Θεὸν κατῃσχύνθη. ΛΘ. Περὶ τῶν μὴ εἰς Θεὸν τὴν ἐλπίδα καὶ πεποίθησιν ἐχόντων· ἀλλὰ πεποιθότες ἐπὶ πλούτῳ καὶ ἀνθρώποις. Μ. Περὶ ἐκκλησίας Θεοῦ, καὶ θυσιαστηρίου· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἐν ἐκκλησίᾳ ἐσθίειν. ΜΑ. Περὶ ἑορτῆς. ΜΒ. Περὶ εὐλογίας ὑπὸ Κυρίου, καὶ τῶν προφητῶν, καὶ τῶν ἀποστόλων γινομένης. ΜΓ. Περὶ εὐχῆς· ὅσα δι’ εὐχῆς κατορθοῦται ἡμῖν. ΜΔ. Περὶ ἐλεημοσύνης καὶ εὐποιίας εἰς πτωχούς. ΜΕ. Περὶ τῶν ἐλεημοσύνην μὴ ποιούντων, ἀλλὰ πλεονεκτούντων καὶ ἀδικούντων. Μ. Περὶ ἐργολαβητῶν, καὶ εἰς ἀλλοτρίας δίκας ἑαυτοὺς ἐμβαλλόντων. ΜΖ. Περὶ ἐπισκόπων χρηστῶν καὶ φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. ΜΗ. Περὶ ἐπισκόπων πονηρῶν, καὶ μὴ φυλαττόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. ΜΘ.451 S. JOANNIS DAMASCENI XLV. * De iis qui mutuo accipiunt : et quod grato animo esse oporteat erga creditores suos. XLVI. De iis qui mutuo accipiunt, et grato ani- mo sunt. • 737 Lillera Ε. sint, omnibusque modis recla, et sancta, et justa. Il. De iis qui præcepta Dei non custodiunt. III. • De iis qui opera sua prospere agunt. . IV. De iis quibus res male succedunt. V. De operibus et actionibus : quod ante omne opus sanctimoniam sibi conciliare oporteat per Dei recordationem et gratiarum actionem. VI. De auctoritate et polestate : quod imperium omne a Domino sit. VII. De laudibus et encomiis, et de illis qui eis gaudent et quod ante factum periculum nemo laudandus sit. • VIII. De derelictione: quod nulla calamitas gra- vior sit, quam Dei auxilio et protectione nudari. IX. ' De egestate et penuria. X. De calamitatibus justo Dei judicio nobis im- missis. XI. De ultione et vindicta peccatorum : quod hu- manissimus noster Dominus secundo peccata no- stra non puniet, si nosmetipsos correxerimus. XII. " De accusatione. • XIII. De cupiditate: quod nequaquam oporteat sine judicio et examine desideriis suis obsequi, quamlibet bona appareant. His enim permulce- mur, tanquam infirmiores ad ea quæ non con- ducunt. XIV. ' De bonorum virorum desideriis. XV. De subsidio : quod indigentibus opem ferre bonum sit. XVI. De beneficentia, sive oblatione ex injustitiis parta: quod Deo accepta non sit. * Xvii. * De iis qui sibi mutuo manus afferunt. XVIII. De solerte, artificioso, perito, et bene docto. XIX. De sponsione et sponsore. XX. De pignoribus. XXI. De inimicis: quod non oporteat erga lapsos implacabilem esse, uti neque gaudere de cornu infelicitate et casu. . XXII. De continentia. XXIII. De negotiis communibus. XXIV. De reprehensore et increpatore: quod is debeat subobscure ac non dure reprehensionein afferre; quoniam hoc perniciosum est: sed reum lenitate ad meliora provehere. XXV. De bona et mala fortuna. XXVI. " De iis qui mortis rei sunt : et quod nemo pro altero moriatur : non parentes pro filiis, non pro parentibus filii. XXVII. De eo qui proximo insidias struit : quod- que ille in laqueum incidet. XXVIII. De negotiatione: et quod continuæ circa 738 res mundanas occupationes vitam no- stram confundant, nosque spiritualibus æter- nisque bonis privent. XXIX. De insomniis, vaticiniis et auguriis. XXX. De iis qui semet ulciscuntur: quod hoc ne- fas sit. XXXI. De voluntariis, et minime voluntariis, sive recte factis, sive peccatis, quæ tam scientia quam ignorantia admittuntur. XXXII. * De gratiarum actione erga Deum : quod oblivioni tradenda non sint ejus beneficia. XXXIII. * De iis qui gratias non agunt, sed ingrati atque immemores sunt. XXXIV. • De eunuchis et innuptis. . 152 ΜΕ'. Περί δανειζομένων· καὶ ὅτι χρὴ εὐγνωμονείν τοῖς κυριοχρέους. ΜϚ'. Περὶ δανειζομένων καὶ εὐγνωμονούντων. Στοιχεῖον Ε. Α'. Περὶ ἐντολῶν Θεοῦ· ὅτι σωτήριοι καὶ ζωοποιοί, καὶ κατὰ πάντα εὐθεῖαι, καὶ ἁγίαι, καὶ δίκαιαι. Β. Περὶ τῶν μὴ φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Γ'. · Περὶ εὐοδουμένων ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν. Δ'. . Περὶ τῶν οὐκ εὐοδουμένων. Ε'. Περὶ ἔργων καὶ πράξεων· ὅτι χρὴ πρὸ πάσης ἐργασίας τῇ τοῦ Θεοῦ μνήμῃ καὶ εὐχαριστία ἁγιάζεσθαι. Γ'. Περὶ ἐξουσίας καὶ δυναστείας· ὅτι παρὰ Κυρίου πᾶν κράτος. Ζ΄. Περὶ ἐπαίνων καὶ ἐγκωμίων, καὶ τῶν χαιρόντων ἐν αὐτοῖς· καὶ ὅτι οὐ δεῖ πρὸ πείρας ἐπαινεῖν τινα. Η'. ' Περὶ ἐγκαταλείψεως· ὅτι τὸ ἐρημωθῆναι τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας καὶ σκέπης, παντὸς δεινού χαλεπώτερον. Θ'. Περὶ ἐνδείας καὶ ἀπορίας. . I'. Περὶ ἐπαγωγῶν κατὰ κρίσιν δικαίαν Θεοῦ ἐπιφερομένων ἡμῖν. 14'. Περὶ ἐκδικήσεως καὶ εἰσπράξεως ἁμαρτιῶν· ὅτι οὐκ ἐκδικήσει δὶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐφ᾽ ἁμαρτίαις δ φιλάνθρωπος ἡμῶν Κύριος διορθούντων ἑαυτούς. ΙΒ'. * Περὶ ἐπαιτίας. ετάστως ταῖς οἰκείαις ἐξακολουθῆσαι ἐπιθυμίαις, κἂν δοκῶσιν ἀγαθαὶ εἶναι. Ἐκ τούτων γὰρ δελεαζόμεθα, οἷα ἀσθενέστεροι πρὸς τὰ μὴ λυσι τελοῦντα. - ΙΔ΄. Περὶ ἐπιθυμιῶν ἁγίων ἀνδρῶν. ΙΕ'. Περὶ ἐπικουρείας· ὅτι καλὸν τὸ ἐπικουρεῖν τοῖς δεομένοις. 17'. Περὶ εὐεργεσίας ἢ προσφορᾶς ἐξ ἀδίκων γινο μένης· ὅτι ἀπρόσδεκτος παρὰ Θεῷ. ΙΖ΄. Περὶ ἐπιχειρούντων ἀλλήλοις. ΙΗ'. * Περὶ ἐπινοήτου, καὶ εὐμηχάνου, καὶ ἐμπείρου, καὶ εὐμαθοῦς. ΙΘ'. Περὶ ἐγγυῆς καὶ ἐγγυητοῦ. Κ'. * Περὶ ἐνεχύρων. ΚΑ'. Περὶ ἐχθρῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἀδιαλλάκτως μεῖναι πρὸς τοὺς ἑπταικότας, οὐδὲ χαίρειν ἐπὶ τῇ κακο- πραγίᾳ καὶ πτώμασιν αὐτῶν. ΚΒ'. * Περὶ ἐγκρατείας. ΚΓ'. Περὶ ἐπικοίνων πραγμάτων. ΚΔ'. Περὶ ἐλέγχοντος καὶ ἐπιτιμῶντος· ὅτι χρεών τῷ τοιούτῳ συνεσκιασμένως καὶ μὴ ἐμβριθώς προσάγειν τὸν ἔλεγχον, ὅτι διαβρωτικόν· ἀναβι βάζειν δὲ πρὸς τὰ βέλτιστα ἡμερότητι τὸν ὑπεύ θυνον. ΚΕ'. Περὶ εὐπραγίας καὶ δυσπραγίας. Κα'. ' Περὶ ἐνόχων θανάτου· καὶ ὅτι οὐδεὶς ὑπὲρ ἑτέρου ἀποθανεῖται, οὐ γονεῖς ὑπὲρ τέκνων, οὐ τέκνα ὑπὲρ γονέων. ΚΖ'. Περὶ ἐνεδρεύοντος εἰς ἐπιβουλὴν τοῦ πλησίον· καὶ ὅτι αὐτὸς ἐμπεσείται. ΚΗ'. Περὶ ἐμπορίας· καὶ ὅτι αἱ περὶ τὰ βιωτικά ἐνδελεχεῖς ἀσχολίαι συγχέουσιν ἡμῶν τὴν ζωὴν, καὶ ἀποστεροῦσι τῶν πνευματικῶν καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν. ΚΘ. Περὶ ἐνυπνίων, καὶ μαντειῶν, καὶ οἰωνισμῶν. Λ'. Περὶ τῶν ἑαυτοὺς διεκδικούντων· ὅτι οὐ χρή. ΛΑ'. * Περὶ ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων, είτε κατορθω μάτων, εἴτε ἁμαρτημάτων ἐν γνώσει καὶ ἀγνοία γινομένων. ΛΒ. ' Περὶ εὐχαριστίας πρός Θεόν· ὅτι οὐ χρὴ ἀνεπιληθήτως ἔχειν τὰς εὐεργεσίας αὐτοῦ. ΑΓ. * Περὶ τῶν μὴ εὐχαριστούντων, ἀλλὰ ἄχαρι στούντων καὶ ἀγνωμούντων. ΛΔ'. * Περὶ εὐνούχων καὶ ἀγάμων. 1. De præceptis divinis : quod salutaria et vivifica 10. Περὶ ἐπιθυμίας· ὅτι οὐ χρὴ ἀκρίτως καὶ ἀνεξ-
PG 96:453Περὶ ἐκμισθουμένων, ἤτοι κυριέργων χρηστῶν, καὶ μισθίων χρηστῶν. Ν. Περὶ ἐκμισθουμένων, ἤτοι κυριέργων πονηρῶν. Στοιχεῖον Ζ. Α. Περὶ τοῦ ἐπιζητεῖν τὸν Θεὸν, καὶ αὐτῷ ἕπεσθαι, καὶ ἀκολουθεῖν, καὶ πάντα ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ διαπράττεσθαι. Β. Περὶ ζώων ἀλόγων, φυσικῇ σοφίᾳ κεκοσμημένων. Γ. Περὶ ζήλου ἀγαθοῦ καὶ μιμήσεως χρηστῆς. Δ. Περὶ ζήλου καὶ μιμήσεως πονηρᾶς. Ε. Περὶ ζυγῶν, καὶ σταθμῶν, καὶ μέτρων δικαίων. 2. Περὶ ζυγῶν, καὶ σταθμῶν, καὶ μέτρων ἀδίκων. Στοιχεῖον Η. Α. Περὶ ἡμέρας ἀγαθῆς καὶ ἑορταστικῆς. Β. Περὶ ἡμέρας σκληρᾶς καὶ θλιβερᾶς. Γ. Περὶ ἡμέρας καὶ νυκτός. Δ. Περὶ ἡμέρας ἐσχάτης, καὶ τοῦ ἀντιχρίστου. Στοιχεῖον Θ. Α. Περὶ θρασέων καὶ ἀνδρείων. Β. Περὶ θρασέων καὶ τολμηρῶν. Γ. Περὶ θεληματαρίων καὶ πεισματικῶν, καὶ αὐταρέσκων· ὅτι βαρὺ τὸ πάθος Δ. Περὶ τοῦ μὴ θαῤῥῆσαι, μηδὲ ἐμπιστεῦσαι ἑκάστῳ τὰ καθ’ ἑαυτούς. Ε. Περὶ θείας μυσταγωγίας. 2. Περὶ θυσιῶν· καὶ ὅτι τὰς κιβδήλους θυσίας ὁ Θεὸς οὐ προσδέχεται. Ζ. Περὶ θείων λογίων· ὅτι χρὴ σπουδαίους εἶναι εἰς τὴν τούτων ἀκρόασιν. Η. Περὶ τῶν θείων, καὶ κατὰ Χριστὸν μυστηρίων. Θ. Περὶ θλιβομένων, καὶ φροντιζόντων, καὶ λύπης.ΑΕ'. · Περὶ ἐγγαστριμύθων, καὶ ἐπαοιδῶν, καὶ οἰωνιζομένων. ΑΦ'. Περὶ εἰδώλων καὶ εἰδωλολατρῶν. ΑΕ ΑΖ'. Περὶ εὐδαιμονίας καὶ μακαρισμοῦ· ὅτι οὐ δεῖ πρὸ τελευτῆς μακαρίσαι τινά. ΑΗ'. Περὶ ἐλπίδος εἰς Θεόν· ὅτι χρὴ εἰς Θεὸν ἐλπί- ζειν, καὶ μὴ εἰς τὰς τῶν ἀνθρώπων προστασίας· ὅτι οὐδεὶς ἐλπίσας εἰς Θεὸν κατησχύνθη. • ΑΘ'. Περὶ τῶν μὴ εἰς Θεὸν τὴν ἐλπίδα καὶ πεποί- θησιν ἐχόντων· ἀλλὰ πεποιθότες ἐπὶ πλούτῳ καὶ ἀνθρώποις. Μ'. Περὶ ἐκκλησίας Θεοῦ, καὶ θυσιαστηρίου· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἐν ἐκκλησίᾳ ἐσθίειν. ΜΑ'. · Περὶ ἑορτῆς. ΙΒ'. ' Περὶ εὐλογίας ὑπὸ Κυρίου, καὶ τῶν προφη- τῶν, καὶ τῶν ἀποστόλων γινομένης. ΜΓ. Περὶ εὐχῆς· ὅσα δι᾿ εὐχῆς κατορθοῦται ἡμῖν. ΜΔ΄. Περὶ ἐλεημοσύνης καὶ εὐποιίας εἰς πτωχούς. ΜΕ. Περὶ τῶν ἐλεημοσύνην μή ποιούντων, ἀλλὰ πλεονεκτούντων καὶ ἀδικούντων. Μ. Περὶ εργολαβητῶν, καὶ εἰς ἀλλοτρίας δίκας ἑαυτοὺς ἐμβαλλόντων. ΜΖ'. Περὶ ἐπισκόπων χρηστῶν καὶ φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. ΜΗ'. Περὶ ἐπισκόπων πονηρῶν, καὶ μὴ φυλαττόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. ΜΘ'. · Περὶ ἐκμισθουμένων, ἤτοι κυριέργων χρη- στῶν, καὶ μισθίων χρηστῶν. Ν. * Περὶ ἐκμισθουμένων, ἤτοι κυριέργων πονηρῶν. Στοιχεῖον Ζ. Δ'. Περὶ τοῦ ἐπιζητεῖν τὸν Θεὸν, καὶ αὐτῷ ἔπεσθαι, καὶ ἀκολουθεῖν, καὶ πάντα ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ διαπράττεσθαι. Β. Περί ζώων αλόγων, φυσική σοφία κεκοσμη- μένων. Γ'. Περὶ ζήλου ἀγαθοῦ καὶ μιμήσεως χρηστής. Δ'. Περὶ ζήλου καὶ μιμήσεως πονηρᾶς. Ε'· Περὶ ζυγῶν, καὶ σταθμῶν, καὶ μέτρων δικαίων. Γ'. Περὶ ζυγῶν, καὶ σταθμῶν, καὶ μέτρων ἀδίκων. Στοιχεῖον Η. Α'. Περὶ ἡμέρας ἀγαθῆς καὶ ἑορταστικῆς. Β. Περὶ ἡμέρας σκληρᾶς καὶ θλιβεράς. Γ. Περὶ ἡμέρας καὶ νυκτός. • Δ'. Περὶ ἡμέρας ἐσχάτης, καὶ τοῦ ἀντιχρίστου. Στοιχεῖον Θ. Α'. Περί θρασέων καὶ ἀνδρείων. • Β. Περὶ θρασέων καὶ τολμηρών. Γ. Περὶ θεληματαρίων καὶ πεισματικῶν, καὶ αὐτ αρέσκων· ὅτι βαρὺ τὸ πάθος Δ'. Περὶ τοῦ μὴ θαῤῥῆσαι, μηδὲ ἐμπιστεῦσαι ἐκά- στῳ τὰ καθ᾿ ἑαυτούς. Ε'. Περὶ θείας μυσταγωγίας. Γ. Περὶ θυσιῶν· καὶ ὅτι τὰς κιβδήλους θυσίας ὁ Θεὸς οὐ προσδέχεται. Ζ'. Περὶ θείων λογίων· ὅτι χρὴ σπουδαίους είναι εἰς τὴν τούτων ἀκρόασιν. Η'. Περὶ τῶν θείων, καὶ κατὰ Χριστὸν μυστηρίων. ΙΑ'. Περὶ θανόντων, καὶ πενθούντων· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἐπὶ τοῖς ἀπελθοῦσι πενθεῖν. ΙΒ. Περὶ θανάτου, καὶ φόβου ἐξ αὐτοῦ γινομένου. Γ. Περὶ θαλάσσης. ΙΔ'. Περὶ θερισμοῦ καὶ τρυγητοῦ. ΙΒ'. Περί θηρευτών. . Στοιχεῖον Ι. Α'. · Περὶ ἰσότητος· ὅτι ἰσότης φιλαδελφίας ἐστὶ Η. Θ. PARALLELA RUPEFUCALDINA. XXXV. · De ventriloquis, et incantatoribns atque auguribus. XXXVI. - De idolis et idololatris. XXXVII. * De felicitate et beatitate : et quod nemo ante mortem dicendus sit beatus. XXXVIII. De fide in Deum: quod sperare in Deum oporteat, ac non in hominum protectione ; quia nemo sperans in Deum pudefactus est. XXX:X. De iis qui in Deum spem ac fiduciam non habent; sed in divitiis atque hominibus confidunt. XL. De ecclesia Dei, et altari : quodque in eccle- sia edere non deceat. XLI. • De festo. • XLII. De benedictione a Deo, prophetisque et apo- stolis lata. XLIII. De precatione : quæ per orationem nobis recte gerantur. XLIV. De eleemosyna atque beneficentia erga pau- peres. XLV. De iis qui eleemosynas non erogant, sed avaritiæ et injustitiæ student. XLVI. De redemptoribus, et qui in alienas lites sese conjiciunt. XLVII. De episcopis probis, quique Dei mandata custodiunt. XLVIII. De episcopis malis, qui mandata Dei non custodiunt. XLIX. De conductoribus, sive operum dominis probis, ac mercenariis probis. L. De conductoribus pravis. Littera Z. I. Quod Deum oporteat requirere ac sequi ; et quod cuncta sint in nomine ipsius peragenda. II. De animalibus brutis naturali sapientia ornatis. Hl. De zelo bono et optima æmulatione. IV. De zelo malo et prava imitatione. V. De bilancibus, ponderibusque et mensuris justis. VI. De bilancibus, ponderibusque, et mensuris iu- justis. Littera I. De die bona et festiva. Il. De die dura et molesta. III. De die ac nocte. Lillera III. De iis qui propriæ voluntati ac persuasioni addicti sunt, sibique placent: quod hoc vitium grave sit. IV. De non fidendo, nec sua negotia cuilibet con- credendo. V. De divina institutione. Vi. De hostiis : et quod Deus male sanas lostias non admittal. VII. De divinis oraculis : quod studiosos esse oporteat ad ea auscultanda. VIII. De divinis Christianisque mysteriis. IX. De afflictis et sollicitis, ac de tristitia. X. De morte, et apud inferos statu. XI. De iis qui moriuntur, et qui lugent : quodque minime deceat super defunctos lugere. XII. De morte, et timore ex ea injecto. Xill. De niari. XIV. De messe et vindemia. XV. De venatoribus. XVI. ' De lilia honesta et bene morata. XVII. De filia inhonesta et inculta. Littera I. 8. Περὶ θλιβομένων, καὶ φροντιζόντων, καὶ λύπης. 1. Περὶ θανάτου, καὶ τῆς ἐν τῷ ᾅδῃ καταστάσεως. 14. Περὶ θυγατρὸς σεμνῆς καὶ κοσμίας. 12. * Περὶ θυγατρὸς ἀσέμνου καὶ ἀκόσμου. 14. De die novissima, et de Antichristo. 1. " De audacibus et generosis. 11. " De audacibus et temerariis. 1. " De æqualitate : quod æqualitas fraterna amici-
PG 96:454Ι. Περὶ θανάτου, καὶ τῆς ἐν τῷ ᾅδῃ καταστάσεως. ΙΑ. Περὶ θανόντων, καὶ πενθούντων· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἐπὶ τοῖς ἀπελθοῦσι πενθεῖν. ΙΒ. Περὶ θανάτου, καὶ φόβου ἐξ αὐτοῦ γινομένου. ΙΓ. Περὶ θαλάσσης. ΙΔ. Περὶ θερισμοῦ καὶ τρυγητοῦ. ΙΕ. Περὶ θηρευτῶν. Ι. Περὶ θυγατρὸς σεμνῆς καὶ κοσμίας. ΙΖ. Περὶ θυγατρὸς ἀσέμνου καὶ ἀκόσμου. Στοιχεῖον Ι. Α. Περὶ ἰσότητος· ὅτι ἰσότης φιλαδελφίας ἐστὶ μήτηρ καὶ τροφὸς, ἔν τε τοῖς πνευματικοῖς, ἔν τε τοῖς σαρκικοῖς. Β. Περὶ ἱματισμοῦ· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἱματισμῷ πολυτελεῖ κεχρῆσθαι. Γ. Περὶ ἰατρῶν καὶ ἰατρείας. Δ. Περὶ ἱερατικῶν, καὶ τῶν τῷ Θεῷ ἀνακειμένων· ὅτι οὐκ ἔξεστιν ἰδιωτεύοντα ἅπτεσθαι ἱερατικοῦ σκευῆς. Ε. Περὶ ἰσότητος· ὅτι ἴση παρὰ Θεῷ τάξις πλουσίου καὶ πένητος. Στοιχεῖον Κ. Α. Περὶ τοῦ κόσμου, καὶ τῆς παρὰ Θεοῦ γενομένης παγκάλλου καὶ ποικίλης κτίσεως αὐτοῦ· καὶ ὅτι οὐδὲν αὐτόματον, ἢ αὐτοσχέδιον ἐν αὐτῷ, οὔτε ἐν ὁρατοῖς, οὔτε ἐν ἀοράτοις. Β. Περὶ καιροῦ· ὅτι καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι. Γ. Περὶ καρτερίας καὶ παραμονῆς· ὅτι ἀνυτικὸν τῶν ζητουμένων τὸ καρτερικόν. Δ. Περὶ κάλλους καὶ εὐπρεπείας σώματος·ΑΕ'. · Περὶ ἐγγαστριμύθων, καὶ ἐπαοιδῶν, καὶ οἰωνιζομένων. ΑΦ'. Περὶ εἰδώλων καὶ εἰδωλολατρῶν. ΑΕ ΑΖ'. Περὶ εὐδαιμονίας καὶ μακαρισμοῦ· ὅτι οὐ δεῖ πρὸ τελευτῆς μακαρίσαι τινά. ΑΗ'. Περὶ ἐλπίδος εἰς Θεόν· ὅτι χρὴ εἰς Θεὸν ἐλπί- ζειν, καὶ μὴ εἰς τὰς τῶν ἀνθρώπων προστασίας· ὅτι οὐδεὶς ἐλπίσας εἰς Θεὸν κατησχύνθη. • ΑΘ'. Περὶ τῶν μὴ εἰς Θεὸν τὴν ἐλπίδα καὶ πεποί- θησιν ἐχόντων· ἀλλὰ πεποιθότες ἐπὶ πλούτῳ καὶ ἀνθρώποις. Μ'. Περὶ ἐκκλησίας Θεοῦ, καὶ θυσιαστηρίου· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἐν ἐκκλησίᾳ ἐσθίειν. ΜΑ'. · Περὶ ἑορτῆς. ΙΒ'. ' Περὶ εὐλογίας ὑπὸ Κυρίου, καὶ τῶν προφη- τῶν, καὶ τῶν ἀποστόλων γινομένης. ΜΓ. Περὶ εὐχῆς· ὅσα δι᾿ εὐχῆς κατορθοῦται ἡμῖν. ΜΔ΄. Περὶ ἐλεημοσύνης καὶ εὐποιίας εἰς πτωχούς. ΜΕ. Περὶ τῶν ἐλεημοσύνην μή ποιούντων, ἀλλὰ πλεονεκτούντων καὶ ἀδικούντων. Μ. Περὶ εργολαβητῶν, καὶ εἰς ἀλλοτρίας δίκας ἑαυτοὺς ἐμβαλλόντων. ΜΖ'. Περὶ ἐπισκόπων χρηστῶν καὶ φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. ΜΗ'. Περὶ ἐπισκόπων πονηρῶν, καὶ μὴ φυλαττόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. ΜΘ'. · Περὶ ἐκμισθουμένων, ἤτοι κυριέργων χρη- στῶν, καὶ μισθίων χρηστῶν. Ν. * Περὶ ἐκμισθουμένων, ἤτοι κυριέργων πονηρῶν. Στοιχεῖον Ζ. Δ'. Περὶ τοῦ ἐπιζητεῖν τὸν Θεὸν, καὶ αὐτῷ ἔπεσθαι, καὶ ἀκολουθεῖν, καὶ πάντα ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ διαπράττεσθαι. Β. Περί ζώων αλόγων, φυσική σοφία κεκοσμη- μένων. Γ'. Περὶ ζήλου ἀγαθοῦ καὶ μιμήσεως χρηστής. Δ'. Περὶ ζήλου καὶ μιμήσεως πονηρᾶς. Ε'· Περὶ ζυγῶν, καὶ σταθμῶν, καὶ μέτρων δικαίων. Γ'. Περὶ ζυγῶν, καὶ σταθμῶν, καὶ μέτρων ἀδίκων. Στοιχεῖον Η. Α'. Περὶ ἡμέρας ἀγαθῆς καὶ ἑορταστικῆς. Β. Περὶ ἡμέρας σκληρᾶς καὶ θλιβεράς. Γ. Περὶ ἡμέρας καὶ νυκτός. • Δ'. Περὶ ἡμέρας ἐσχάτης, καὶ τοῦ ἀντιχρίστου. Στοιχεῖον Θ. Α'. Περί θρασέων καὶ ἀνδρείων. • Β. Περὶ θρασέων καὶ τολμηρών. Γ. Περὶ θεληματαρίων καὶ πεισματικῶν, καὶ αὐτ αρέσκων· ὅτι βαρὺ τὸ πάθος Δ'. Περὶ τοῦ μὴ θαῤῥῆσαι, μηδὲ ἐμπιστεῦσαι ἐκά- στῳ τὰ καθ᾿ ἑαυτούς. Ε'. Περὶ θείας μυσταγωγίας. Γ. Περὶ θυσιῶν· καὶ ὅτι τὰς κιβδήλους θυσίας ὁ Θεὸς οὐ προσδέχεται. Ζ'. Περὶ θείων λογίων· ὅτι χρὴ σπουδαίους είναι εἰς τὴν τούτων ἀκρόασιν. Η'. Περὶ τῶν θείων, καὶ κατὰ Χριστὸν μυστηρίων. ΙΑ'. Περὶ θανόντων, καὶ πενθούντων· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἐπὶ τοῖς ἀπελθοῦσι πενθεῖν. ΙΒ. Περὶ θανάτου, καὶ φόβου ἐξ αὐτοῦ γινομένου. Γ. Περὶ θαλάσσης. ΙΔ'. Περὶ θερισμοῦ καὶ τρυγητοῦ. ΙΒ'. Περί θηρευτών. . Στοιχεῖον Ι. Α'. · Περὶ ἰσότητος· ὅτι ἰσότης φιλαδελφίας ἐστὶ Η. Θ. PARALLELA RUPEFUCALDINA. XXXV. · De ventriloquis, et incantatoribns atque auguribus. XXXVI. - De idolis et idololatris. XXXVII. * De felicitate et beatitate : et quod nemo ante mortem dicendus sit beatus. XXXVIII. De fide in Deum: quod sperare in Deum oporteat, ac non in hominum protectione ; quia nemo sperans in Deum pudefactus est. XXX:X. De iis qui in Deum spem ac fiduciam non habent; sed in divitiis atque hominibus confidunt. XL. De ecclesia Dei, et altari : quodque in eccle- sia edere non deceat. XLI. • De festo. • XLII. De benedictione a Deo, prophetisque et apo- stolis lata. XLIII. De precatione : quæ per orationem nobis recte gerantur. XLIV. De eleemosyna atque beneficentia erga pau- peres. XLV. De iis qui eleemosynas non erogant, sed avaritiæ et injustitiæ student. XLVI. De redemptoribus, et qui in alienas lites sese conjiciunt. XLVII. De episcopis probis, quique Dei mandata custodiunt. XLVIII. De episcopis malis, qui mandata Dei non custodiunt. XLIX. De conductoribus, sive operum dominis probis, ac mercenariis probis. L. De conductoribus pravis. Littera Z. I. Quod Deum oporteat requirere ac sequi ; et quod cuncta sint in nomine ipsius peragenda. II. De animalibus brutis naturali sapientia ornatis. Hl. De zelo bono et optima æmulatione. IV. De zelo malo et prava imitatione. V. De bilancibus, ponderibusque et mensuris justis. VI. De bilancibus, ponderibusque, et mensuris iu- justis. Littera I. De die bona et festiva. Il. De die dura et molesta. III. De die ac nocte. Lillera III. De iis qui propriæ voluntati ac persuasioni addicti sunt, sibique placent: quod hoc vitium grave sit. IV. De non fidendo, nec sua negotia cuilibet con- credendo. V. De divina institutione. Vi. De hostiis : et quod Deus male sanas lostias non admittal. VII. De divinis oraculis : quod studiosos esse oporteat ad ea auscultanda. VIII. De divinis Christianisque mysteriis. IX. De afflictis et sollicitis, ac de tristitia. X. De morte, et apud inferos statu. XI. De iis qui moriuntur, et qui lugent : quodque minime deceat super defunctos lugere. XII. De morte, et timore ex ea injecto. Xill. De niari. XIV. De messe et vindemia. XV. De venatoribus. XVI. ' De lilia honesta et bene morata. XVII. De filia inhonesta et inculta. Littera I. 8. Περὶ θλιβομένων, καὶ φροντιζόντων, καὶ λύπης. 1. Περὶ θανάτου, καὶ τῆς ἐν τῷ ᾅδῃ καταστάσεως. 14. Περὶ θυγατρὸς σεμνῆς καὶ κοσμίας. 12. * Περὶ θυγατρὸς ἀσέμνου καὶ ἀκόσμου. 14. De die novissima, et de Antichristo. 1. " De audacibus et generosis. 11. " De audacibus et temerariis. 1. " De æqualitate : quod æqualitas fraterna amici-
PG 96:455ὅτι οὐκ ἐν τούτοις, ἀλλ’ ἐν τῇ τῆς ψυχῆς ὡραιότητι ὁ Θεὸς ἐπαναπαύεται. Ε. Περὶ καλλωπιζομένων· ὅτι βδέλυγμα παρὰ Κυρίῳ τοῦ σώματος καλλωπισμὸς, ὅτι ἑταιρικόν. 2. Περὶ κομπαζόντων καὶ φανταζομένων. Ζ. Περὶ καυχήσεως καὶ ἐπάρσεως· ὅτι ἐπιβλαβὲς τὸ πρᾶγμα. Χρῆναι γὰρ μὴ ἑαυτοῖς ἐπιγράφειν τὰ ὡς εἰκὸς κατωρθωμένα, ἀλλὰ τῷ αἰτίῳ, συνεργῷ τῶν ἀγαθῶν Θεῷ, καὶ αὐτῷ ἀναπέμπειν τὰ εὐχαριστήρια. Η. Περὶ κακοφρόνων καὶ κακοβούλων. Θ. Περὶ κακοποιῶν. Ι. Περὶ κατηφείας καὶ σκυθρωπότητος. ΙΑ. Περὶ καλοηθῶν καὶ καταστάσεως τρόπων αὐτῶν. ΙΒ. Περὶ κακοηθῶν καὶ κακοτρόπων. ΙΓ. Περὶ καταλαλιᾶς καὶ διαβολῆς· ὅτι βαρύτατον τὸ πάθος, καὶ τῷ κεκτημένῳ, καὶ τῷ ἐπικοινωνοῦντι. ΙΔ. Περὶ κωφῶν. ΙΕ. Περὶ καθαρᾶς καρδίας, καὶ τῶν συνειδὸς καθαρὸν ἐχόντων. Ι. Περὶ καρδίας πονηρᾶς, καὶ τῶν λογισμὸν ἄδικον ἐχόντων. ΙΖ. Περὶ κακουργῶν· ὅτι χρὴ τάχιστα κατὰ τὸν νόμον καταστέλλειν τούτους, πρὸς εἰρήνην καὶ εὐνομίαν τοῦ λαοῦ, καὶ ἀναχαιτισμοῦ τοῦ κακοῦ. ΙΗ. Περὶ τῶν καταφρονητικῶς περὶ τὴν σωτήριον τοῦ Κυρίου εἰς ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς διακειμένων μακροθυμίαν. ΙΘ. Περὶ κρείττονος·μήτηρ καὶ τροφός, ἔν τε τοῖς πνευματικοῖς, Εν τε τοῖς σαρκικοῖς. Β'. Περὶ ἱματισμοῦ· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἱματισμῷ πολυ- τελεῖ κεχρῆσθαι. Γ'. Περὶ ἰατρῶν καὶ ἰατρείας. Δ΄. Περὶ ἱερατικῶν, καὶ τῶν τῷ Θεῷ ἀνακειμένων· ὅτι οὐκ ἔξεστιν ἰδιωτεύοντα ἅπτεσθαι ἱερατικοῦ σκευῆς. Ε΄. Περὶ ισότητος · ὅτι ἴση παρά Θεῷ τάξις πλου- σίου καὶ πένητος. Στοιχεῖον Κ. Α'. * Περὶ τοῦ κόσμου, καὶ τῆς παρὰ Θεοῦ γενομέ νης παγκάλλου καὶ ποικίλης κτίσεως αὐτοῦ καὶ ὅτι οὐδὲν αὐτόματον, ἢ αὐτοσχέδιον ἐν αὐτῷ, οὔτε ἐν ὁρατοῖς, οὔτε ἐν ἀοράτοις. Β. Περὶ καιροῦ · ὅτι καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι. Γ'. Περί καρτερίας καὶ παραμονῆς· ὅτι ἀνυτικών τῶν ζητουμένων τὸ καρτερικόν. Δ'. Περὶ κάλλους καὶ εὐπρεπείας σώματος· ὅτι οὐκ ἐν τούτοις, ἀλλ' ἐν τῇ τῆς ψυχῆς ὡραιότητε ὁ Θεὸς ἐπαναπαύεται. Ε΄. Περὶ καλλωπιζομένων· ὅτι βδέλυγμα παρά Κυ ρίῳ τοῦ σώματος καλλωπισμός, ὅτι ἑταιρικόν. Γ'. Περὶ κομπαζόντων καὶ φανταζομένων. Ζ΄. Περὶ καυχήσεως καὶ ἐπάρσεως· ὅτι ἐπιβλαβές τὸ πρᾶγμα. Χρῆναι γὰρ μὴ ἑαυτοῖς ἐπιγράφειν τὰ ὡς εἰκὸς κατωρθωμένα, ἀλλὰ τῷ αἰτίῳ, συν- εργῷ τῶν ἀγαθῶν Θεῷ, καὶ αὐτῷ ἀναπέμπειν τὰ εὐχαριστήρια. Η'. ' Περὶ κακοφρόνων καὶ κακοβούλων. • Θ. Περὶ κακοποιών. Ι. * Περὶ κατηφείας καὶ σκυθρωπότητος. ΙΑ'. : Περὶ καλοηθῶν καὶ καταστάσεως τρόπων αυτ τῶν. ΙΒ'. * Περὶ κακοηθῶν καὶ κακοτρόπων. ΙΓ΄. Περὶ καταλαλιᾶς καὶ διαβολῆς· ὅτι βαρύτατον τὸ πάθος, καὶ τῷ κεκτημένῳ, καὶ τῷ ἐπικοινω νοῦντι. ΙΔ'. * Περὶ κωφῶν. ΙΕ΄. Περὶ καθαρᾶς καρδίας, καὶ τῶν συνειδός καθαρόν ἐχόντων. ἄδικον ἐχόντων. ΙΖ΄. Περὶ κακουργῶν· ὅτι χρὴ τάχιστα κατὰ τὸν νόμον καταστέλλειν τούτους, πρὸς εἰρήνην καὶ εὐνομίαν τοῦ λαοῦ, καὶ ἀναχαιτισμοῦ τοῦ κακοῦ. ΙΗ'. Περὶ τῶν καταφρονητικῶς περὶ τὴν σωτήριον τοῦ Κυρίου εἰς ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς διακειμέ νων μακροθυμίαν. 10'. Περὶ κρείττονος· ὅτι οὐ δεῖ πρὸς κρείττονας φιλονεικεῖν. Κ'. - Περὶ τοῦ μὴ κρίνειν, καὶ κατακρίνειν, καὶ και ταγινώσκειν ἀλλήλων, καὶ ψόγους παρατιθέναι. ΚΑ'. Περὶ κλεπτῶν, καὶ τῶν συγκοινωνούντων αυτ τοῖς. ΚΒ. Περὶ κινδύνων καὶ περιστάσεων· ὅτι χρὴ ἐκκλῖναι καὶ διαδράναι τὰς τούτων ἐπιδρομάς. ΚΓ. Περὶ κριμάτων Θεοῦ ἀνεκφράστων καὶ ἀνεκ- διηγήτων · καὶ ὅτι οὐ χρὴ δυσφορεῖν ἢ ἰλιγγιαν ἐφ᾽ οἷς δίκαιοι πολλάκις δυσπραγοῦσιν, ἄδικοι δὲ ἔσθ' ὅτε κατὰ τὸν βίον εὐπραγοῦσιν. "Αῤῥητος γὰρ ἡ τῶν τοιῶνδε αἰτία, καὶ μόνῳ Θεῷ ἔγνω σμένη. ΚΔ'. Περὶ κρίματος καὶ δικαιοσύνης Θεοῦ· καὶ τὰ πρὸς ἀξίαν ἑκάστῳ ἀπονέμει ὁ Θεὸς, καὶ πρότε ωπον οὐ λαμβάνει. ΚΕ'. · Περὶ καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἀνδρῶν. Α'. Περὶ λοιδορίας. Στοιχεῖον Λ. Β'. " Περὶ λόγου, καὶ τοῦ ἐν τούτῳ ἐπαίνου καὶ ψήγου. S. JOANNIS DAMASCENI tiæ parens sit et nutrix, tam in spiritualibus, quam in carnalibus. II. De vestitu et quod pretiosis indumentis uti non conveniat. Ill. De medicis et medicina. IV. De sacerdotali supellectile, et rebus Deo con- secratis : quodque sacerdotale vas tangere pri- vato non liceat. V. De paritate : quod dives ac pauper pari apud Deum ordine sint. • Littera K. et diversigenis ipsius creaturis: quodque nihil in eo sponte natum sit aut prodierit, tam in visibilibus quam in invisibilibus. II. De tempore : quod suum cuique rei sit tem- pus. • III. De constantia et perseverantia: quodque res perseverantia quæsitæ conficiantur. IV. De pulchritudine et decore corporis : quodque non in illis, sed in animæ venustate Deus oblectetur. . V. De iis qui pulchritudinem colunt : quod cor- poralis pulchritudinis cultura abominatio sit apud Deum, quia meretricia est. VI. De jactatoribus et arrogantibus. VII. De gloriatione et elatione: quod hoc nocivum sit. Minime siquidem oportere sibi sua recte facta ascribere, sed Deo bonorum auctori et adjutori, eique grates referre. VIII. * De iis qui male sentiunt, malaque consilia agitant. • IX. De malignis. X. De subtristi ac tetrico vultu. XI. De iis qui egregiis moribus sunt, deque indo- lis ipsorum statu. XII. * De iis qui pravis moribus, atque indole mała sunt. XIII. De maledicentia et detractione : quod vitium hoc gravissimum sit, tum illi qui eo laborat, tumn ei qui participat. • XIV. De surdis. XV. De mundo corde, et illis quorum conscientia pura est. XVI. De corde malo, et iis qui iniquo animo sunt. • XVII. De nefariis: quod eos quamprimum ex legis præscripto compescere oporteat, ad pa- cem rectumque ordinem plebis, et repressionem mali. XVIII. ' De iis qui salutarem erga nos peccatores Dei patientiam contemptim habent. XIX. De potiori: quod adversus potiores se non contendendum sit. XX. De non judicando, condemnandoque, ac im- probando invicem ; et conviciis non adhibendis. XXI. De furibus, eorumque sociis. XXI. De periculis et discriminibus: et quod eorum impressiones declinare et fugere oporteat. XXIII. De inexplicabilibus nec enarrabilibus Dei judiciis et quod non indigne ferre aut æstuare conveniat, ob ea quæ justí sæpe male tolerant; injusti vero quandoque prospère vitam agant. florum enim causa efferri nequit, solique Deo nota est. XXIV. De judicio atque justitia Dei: quodque Deus unicuique pro suo merito distribuat, nec per- sonam accipiat. XXV. " De bonis et probis viris. I. De convicio. Littera A. ll. De serinone, et quæ ex eo oritur laude ac vilu- perio. 1. De mundo, deque conditis a Deo speciosissimis 740. De enarrogantibus. 14. Περὶ καρδίας πονηρᾶς, καὶ τῶν λογισμόν
PG 96:456ὅτι οὐ δεῖ πρὸς κρείττονας φιλονεικεῖν. Κ. Περὶ τοῦ μὴ κρίνειν, καὶ κατακρίνειν, καὶ καταγινώσκειν ἀλλήλων, καὶ ψόγους παρατιθέναι. ΚΑ. Περὶ κλεπτῶν, καὶ τῶν συγκοινωνούντων αὐτοῖς. ΚΒ. Περὶ κινδύνων καὶ περιστάσεων· ὅτι χρὴ ἐκκλῖναι καὶ διαδράναι τὰς τούτων ἐπιδρομάς. ΚΓ. Περὶ κριμάτων Θεοῦ ἀνεκφράστων καὶ ἀνεκδιηγήτων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ δυσφορεῖν ἢ ἰλιγγιᾶν ἐφ’ οἷς δίκαιοι πολλάκις δυσπραγοῦσιν, ἄδικοι δὲ ἔσθ’ ὅτε κατὰ τὸν βίον εὐπραγοῦσιν. Ἄῤῥητος γὰρ ἡ τῶν τοιῶνδε αἰτία, καὶ μόνῳ Θεῷ ἐγνωσμένη. ΚΔ. Περὶ κρίματος καὶ δικαιοσύνης Θεοῦ· καὶ τὰ πρὸς ἀξίαν ἑκάστῳ ἀπονέμει ὁ Θεὸς, καὶ πρόςωπον οὐ λαμβάνει. ΚΕ. Περὶ καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἀνδρῶν. Στοιχεῖον Λ. Α. Περὶ λοιδορίας. Β. Περὶ λόγου, καὶ τοῦ ἐν τούτῳ ἐπαίνου καὶ ψόγου. Γ. Περὶ λιμοῦ, καὶ τῆς ἐκ τούτου ἀνάγκης. Δ. Περὶ λύπης, καὶ λυπουμένων, καὶ πενθούντων. Οὐ καλὸν δὲ τὸ ὑπερμετρεῖν. Στοιχεῖον Μ. Α. Περὶ μεθυστῶν καὶ ἀσώτων. Β. Περὶ μαθητευομένων· ὅτι χρὴ σπουδαίως ἐρωτᾷν, καὶ μανθάνειν τὰ ψυχωφελῆ, καὶ γνῶσιν πνευματικήν. Γ. Περὶ μισομαθῶν. Δ. Περὶ μυστηρίων· ὅτι προδοσία πρὸς θάνατον τὸ ἐκφερομυθεῖν τὰ φίλων μυστήρια. Ε.μήτηρ καὶ τροφός, ἔν τε τοῖς πνευματικοῖς, Εν τε τοῖς σαρκικοῖς. Β'. Περὶ ἱματισμοῦ· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἱματισμῷ πολυ- τελεῖ κεχρῆσθαι. Γ'. Περὶ ἰατρῶν καὶ ἰατρείας. Δ΄. Περὶ ἱερατικῶν, καὶ τῶν τῷ Θεῷ ἀνακειμένων· ὅτι οὐκ ἔξεστιν ἰδιωτεύοντα ἅπτεσθαι ἱερατικοῦ σκευῆς. Ε΄. Περὶ ισότητος · ὅτι ἴση παρά Θεῷ τάξις πλου- σίου καὶ πένητος. Στοιχεῖον Κ. Α'. * Περὶ τοῦ κόσμου, καὶ τῆς παρὰ Θεοῦ γενομέ νης παγκάλλου καὶ ποικίλης κτίσεως αὐτοῦ καὶ ὅτι οὐδὲν αὐτόματον, ἢ αὐτοσχέδιον ἐν αὐτῷ, οὔτε ἐν ὁρατοῖς, οὔτε ἐν ἀοράτοις. Β. Περὶ καιροῦ · ὅτι καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι. Γ'. Περί καρτερίας καὶ παραμονῆς· ὅτι ἀνυτικών τῶν ζητουμένων τὸ καρτερικόν. Δ'. Περὶ κάλλους καὶ εὐπρεπείας σώματος· ὅτι οὐκ ἐν τούτοις, ἀλλ' ἐν τῇ τῆς ψυχῆς ὡραιότητε ὁ Θεὸς ἐπαναπαύεται. Ε΄. Περὶ καλλωπιζομένων· ὅτι βδέλυγμα παρά Κυ ρίῳ τοῦ σώματος καλλωπισμός, ὅτι ἑταιρικόν. Γ'. Περὶ κομπαζόντων καὶ φανταζομένων. Ζ΄. Περὶ καυχήσεως καὶ ἐπάρσεως· ὅτι ἐπιβλαβές τὸ πρᾶγμα. Χρῆναι γὰρ μὴ ἑαυτοῖς ἐπιγράφειν τὰ ὡς εἰκὸς κατωρθωμένα, ἀλλὰ τῷ αἰτίῳ, συν- εργῷ τῶν ἀγαθῶν Θεῷ, καὶ αὐτῷ ἀναπέμπειν τὰ εὐχαριστήρια. Η'. ' Περὶ κακοφρόνων καὶ κακοβούλων. • Θ. Περὶ κακοποιών. Ι. * Περὶ κατηφείας καὶ σκυθρωπότητος. ΙΑ'. : Περὶ καλοηθῶν καὶ καταστάσεως τρόπων αυτ τῶν. ΙΒ'. * Περὶ κακοηθῶν καὶ κακοτρόπων. ΙΓ΄. Περὶ καταλαλιᾶς καὶ διαβολῆς· ὅτι βαρύτατον τὸ πάθος, καὶ τῷ κεκτημένῳ, καὶ τῷ ἐπικοινω νοῦντι. ΙΔ'. * Περὶ κωφῶν. ΙΕ΄. Περὶ καθαρᾶς καρδίας, καὶ τῶν συνειδός καθαρόν ἐχόντων. ἄδικον ἐχόντων. ΙΖ΄. Περὶ κακουργῶν· ὅτι χρὴ τάχιστα κατὰ τὸν νόμον καταστέλλειν τούτους, πρὸς εἰρήνην καὶ εὐνομίαν τοῦ λαοῦ, καὶ ἀναχαιτισμοῦ τοῦ κακοῦ. ΙΗ'. Περὶ τῶν καταφρονητικῶς περὶ τὴν σωτήριον τοῦ Κυρίου εἰς ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς διακειμέ νων μακροθυμίαν. 10'. Περὶ κρείττονος· ὅτι οὐ δεῖ πρὸς κρείττονας φιλονεικεῖν. Κ'. - Περὶ τοῦ μὴ κρίνειν, καὶ κατακρίνειν, καὶ και ταγινώσκειν ἀλλήλων, καὶ ψόγους παρατιθέναι. ΚΑ'. Περὶ κλεπτῶν, καὶ τῶν συγκοινωνούντων αυτ τοῖς. ΚΒ. Περὶ κινδύνων καὶ περιστάσεων· ὅτι χρὴ ἐκκλῖναι καὶ διαδράναι τὰς τούτων ἐπιδρομάς. ΚΓ. Περὶ κριμάτων Θεοῦ ἀνεκφράστων καὶ ἀνεκ- διηγήτων · καὶ ὅτι οὐ χρὴ δυσφορεῖν ἢ ἰλιγγιαν ἐφ᾽ οἷς δίκαιοι πολλάκις δυσπραγοῦσιν, ἄδικοι δὲ ἔσθ' ὅτε κατὰ τὸν βίον εὐπραγοῦσιν. "Αῤῥητος γὰρ ἡ τῶν τοιῶνδε αἰτία, καὶ μόνῳ Θεῷ ἔγνω σμένη. ΚΔ'. Περὶ κρίματος καὶ δικαιοσύνης Θεοῦ· καὶ τὰ πρὸς ἀξίαν ἑκάστῳ ἀπονέμει ὁ Θεὸς, καὶ πρότε ωπον οὐ λαμβάνει. ΚΕ'. · Περὶ καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἀνδρῶν. Α'. Περὶ λοιδορίας. Στοιχεῖον Λ. Β'. " Περὶ λόγου, καὶ τοῦ ἐν τούτῳ ἐπαίνου καὶ ψήγου. S. JOANNIS DAMASCENI tiæ parens sit et nutrix, tam in spiritualibus, quam in carnalibus. II. De vestitu et quod pretiosis indumentis uti non conveniat. Ill. De medicis et medicina. IV. De sacerdotali supellectile, et rebus Deo con- secratis : quodque sacerdotale vas tangere pri- vato non liceat. V. De paritate : quod dives ac pauper pari apud Deum ordine sint. • Littera K. et diversigenis ipsius creaturis: quodque nihil in eo sponte natum sit aut prodierit, tam in visibilibus quam in invisibilibus. II. De tempore : quod suum cuique rei sit tem- pus. • III. De constantia et perseverantia: quodque res perseverantia quæsitæ conficiantur. IV. De pulchritudine et decore corporis : quodque non in illis, sed in animæ venustate Deus oblectetur. . V. De iis qui pulchritudinem colunt : quod cor- poralis pulchritudinis cultura abominatio sit apud Deum, quia meretricia est. VI. De jactatoribus et arrogantibus. VII. De gloriatione et elatione: quod hoc nocivum sit. Minime siquidem oportere sibi sua recte facta ascribere, sed Deo bonorum auctori et adjutori, eique grates referre. VIII. * De iis qui male sentiunt, malaque consilia agitant. • IX. De malignis. X. De subtristi ac tetrico vultu. XI. De iis qui egregiis moribus sunt, deque indo- lis ipsorum statu. XII. * De iis qui pravis moribus, atque indole mała sunt. XIII. De maledicentia et detractione : quod vitium hoc gravissimum sit, tum illi qui eo laborat, tumn ei qui participat. • XIV. De surdis. XV. De mundo corde, et illis quorum conscientia pura est. XVI. De corde malo, et iis qui iniquo animo sunt. • XVII. De nefariis: quod eos quamprimum ex legis præscripto compescere oporteat, ad pa- cem rectumque ordinem plebis, et repressionem mali. XVIII. ' De iis qui salutarem erga nos peccatores Dei patientiam contemptim habent. XIX. De potiori: quod adversus potiores se non contendendum sit. XX. De non judicando, condemnandoque, ac im- probando invicem ; et conviciis non adhibendis. XXI. De furibus, eorumque sociis. XXI. De periculis et discriminibus: et quod eorum impressiones declinare et fugere oporteat. XXIII. De inexplicabilibus nec enarrabilibus Dei judiciis et quod non indigne ferre aut æstuare conveniat, ob ea quæ justí sæpe male tolerant; injusti vero quandoque prospère vitam agant. florum enim causa efferri nequit, solique Deo nota est. XXIV. De judicio atque justitia Dei: quodque Deus unicuique pro suo merito distribuat, nec per- sonam accipiat. XXV. " De bonis et probis viris. I. De convicio. Littera A. ll. De serinone, et quæ ex eo oritur laude ac vilu- perio. 1. De mundo, deque conditis a Deo speciosissimis 740. De enarrogantibus. 14. Περὶ καρδίας πονηρᾶς, καὶ τῶν λογισμόν
PG 96:457Περὶ μάχης, καὶ τῶν ἐν μάχαις συμβαινόντων. 2. Περὶ μεταχειριζομένων καὶ μεταβαλλόντων τοὺς ταρασσομένους, καὶ τεθυμωμένους, καὶ ἐξηγριωμένους. Ζ. Περὶ μαντευομένων, καὶ οἰωνιζομένων, καὶ κληδονιζομένων· καὶ περὶ τῶν λεγομένων θεῶν, τουτέστι βδελυγμάτων· ὅτι ἄθεσμα καὶ ἐκκήρυκτα, καὶ ἀπηγορευμένα τῇ ἱερᾷ Γραφῇ ταῦτα πάντα, καὶ τὰ ὅμοια. Η. Περὶ ματαιοπονούντων, καὶ μάταια φρονούντων. Θ. Περὶ μεταβολῆς πραγμάτων· καὶ ὅτι οὐδὲν ἐπίμονον ἐν βίῳ, ἀλλὰ πάντα ἐν βουλήσει καὶ χειρὶ Θεοῦ. Ι Περὶ μακαρισμοῦ· ὅτι οὐ δεῖ πρὸ τελευτῆς μακαρίζειν τινά. ΙΑ. Περὶ μισοπονηρίας Θεοῦ, καὶ τῶν ἀπαρεσκόντων αὐτῷ. ΙΒ. Περὶ μισοπονηρίας, καὶ τῶν τὰ ἄτοπα ἀποστρεφομένων. ΙΓ. Περὶ μετανοίας, καὶ ἐξομολογήσεως. ΙΔ. Περὶ τῶν εἰς μετάνοιαν μὴ ἐπιστρεφόντων. ΙΕ. Περὶ μισαδελφίας. Ι. Περὶ μοναχῶν χρηστῶν, καὶ ἡγουμένων ἀγαθῶν. ΙΖ. Περὶ μοναχῶν παλιμβούλων, καὶ παλινδρομούντων εἰς κακίαν. ΙΗ. Περὶ μισέργων, καὶ ὀκνηρῶν, καὶ καταφρονούντων, καὶ ῥᾳθυμούντων. ΙΘ. Περὶ μίσους, καὶ ἔχθρας, καὶ τὰς μάχας συναπτόντων. Στοιχεῖον Ν. Α. Περὶ νέων παιδείᾳ καὶ συνέσει κοσμουμένων. Β.Γ. Περὶ λιμοῦ, καὶ τῆς ἐκ τούτου ἀνάγκης. Δ'. - Περὶ λύπης, καὶ λυπουμένων, καὶ πενθούντων. Οὐ καλὸν δὲ τὸ ὑπερμετρεῖν. Στοιχεῖον Μ. Α΄. Περὶ μεθυστῶν καὶ ἀσώτων. Β. Περὶ μαθητευομένων· ὅτι χρὴ σπουδαίως ερω- τῶν, καὶ μανθάνειν τὰ ψυχωφελῆ, καὶ γνῶσιν πνευματικήν. Γ. Περὶ μισόμαθῶν. Δ'. Περὶ μυστηρίων· ὅτι προδοσία πρὸς θάνατον τὸ ἐκφερομυθεῖν τὰ φίλων μυστήρια. • Ε. - Περὶ μάχης, καὶ τῶν ἐν μάχαις συμβαινόντων. Περὶ μεταχειριζομένων καὶ μεταβαλλόντων τοὺς ταρασσομένους, καὶ τεθυμωμένους, καὶ ἐξηγριωμένους. Ζ. Περὶ μαντευομένων, καὶ οἰωνιζομένων, καὶ κληδονιζομένων· καὶ περὶ τῶν λεγομένων θεῶν, τουτέστι βδελυγμάτων· ὅτι ἄθεσμα καὶ ἐκκή- ρυκτα, καὶ ἀπηγορευμένα τῇ ἱερᾷ Γραφῇ ταῦτα πάντα, καὶ τὰ ὅμοια. Η. Περὶ ματαιοπονούντων, καὶ μάταια φρονούντων. Θ'. ' Περὶ μεταβολῆς πραγμάτων· καὶ ὅτι οὐδὲν ἐπίμονον ἐν βίῳ, ἀλλὰ πάντα ἐν βουλήσει καὶ χειρὶ Θεοῦ. • Περὶ μακαρισμοῦ· ὅτι οὐ δεῖ πρὸ τελευτῆς ματ καρίζειν τινά. ΙΑ'. Περὶ μισοπονηρίας Θεοῦ, καὶ τῶν ἀπαρεσκόντων αὐτῷ. ΙΒ'. Περὶ μισοπονηρίας, καὶ τῶν τὰ ἄτοπα ἀποστρε φομένων. Π. Περὶ μετανοίας, καὶ ἐξομολογήσεως. . ΙΔ΄. * Περὶ τῶν εἰς μετάνοιαν μὴ ἐπιστρεφόντων. ΙΕ΄. Περὶ μισαδελφίας. θῶν. . ΙΖ΄. Περὶ μοναχῶν παλιμβούλων, καὶ παλινδρο- μούντων εἰς κακίαν. Ι. Περὶ μισέργων, καὶ ὀκνηρῶν, καὶ καταφρο νούντων, καὶ ῥᾳθυμούντων. ΙΘ'. Περὶ μίσους, καὶ ἔχθρας, καὶ τὰς μάχας συν- απτόντων. Στοιχεῖον Ν Α'. ' Περὶ νέων παιδείᾳ καὶ συνέσει κοσμουμένων. Β.' Περὶ νέων ἐν ἀφροσύνῃ καὶ ἀνοίᾳ ζώντων. Γ. * Περὶ νέων καὶ ἀγαθῶν ἀρχόντων. Δ'. ' Περὶ νέων καὶ πονηρῶν ἀρχόντων. Ε΄. * Περὶ νοσούντων, καὶ ἀσθενούντων· ὅτι χρή ἐπισκέπεσθαι αὐτούς. Γ. Περὶ τοῦ νήφειν, καὶ φροντίζειν ἡμᾶς τῆς ἰδίας σωτηρίας· καὶ ὅτι πειρατήριον καὶ ἐπικίνδυνον βίον ζῶμεν. Ζ'. Περὶ νεογάμων. Η΄. Περὶ νηστείας καὶ ἐγκρατείας. Στοιχεῖον 2. Δ΄. Περὶ ξένων καὶ φιλοξενίας· καὶ ὅτι ἀπαρρη σίαστος ὁ ξένος πάντοτε. Δ. . Στοιχεῖον Ο. Περὶ οἴκου καὶ οἰκειακῆς καταστάσεως· καὶ ὅτι οὗ καλὸν ἀλλοτρίοις συχνάζειν οἴκοις, καὶ ἀκροάσθαι ἀλλότρια. Β. · Περὶ ὀνειδισμοῦ ἀγαθοῦ κατὰ Θεὸν, καὶ ἀνει- δισμοῦ ἐπὶ κακοπραγίᾳ · καὶ ὅτι οὐδὲ συμφέρον ὀνειδίζειν. Γ. Περὶ ὁδοῦ ἀγαθῆς. Δ'. Περὶ ὁδοῦ κακῆς. ΙΧ. Ν. Σ. Ε΄. Περὶ ὁμοιοτρόπων, καὶ ὁμοιογενῶν, καὶ ὁμοιο- ηθῶν. Γ. Περὶ ὁροθεσιών. PARALLELA RUPEFUCALDINA. III. De fame, et ad quænam necessario cogat. • IV. De moestitia ac mœrentibus lugentibusque : quod autenı bonum non sit mensuram exce- dere. Littera M. Il. De discentibus : quod studiose oporteat inter- rogare ac discere quæ animæ utilia sunt, ac spiritualem scientiam. III. De iis qui discere refugiunt. IV. De arcanis : quod mortifera proditio sit amicorum secreta evulgare. • V. De prælio et iis quæ in præliis accidunt. VI De iis qui placando transferunt et convertunt illos qui turbati iratique sunt, et efferati. VI. De iis qui vaticiniis, auguriis et præstigiis addicti sunt deque illis qui dicuntur dii, hoc est abominationibus: quod hæc omnia illicita, probibitaque sint, et interdicta in sacris pagi- nis, et quæ horum similia sunt. VIII. De iis qui frustra laborant, atque inania sapiunt. • De rerum. mutatione : quod nihil in vita permanens sit, sed omnia e consilio et manu Dei pendeant. X. De beatificatione : quod nemo ante norten beatus sit prædicandus. XI. De Dei erga improbitatem odio, et illis qui ei displicent. XII. De odio mali, et iis qui res nefarias aver- santur. XIII. De penitentia et confessione. XIV. De iis qui ad pœnitentiam non conver- tuntur. XV. De fraterno odio. XVI. De monachis probis, et bonis præpositis. . XVII. De monachis qui mentem mutant, et ad vitia redeunt. XVIII. De otiosis, et segnibus, contemptoribusque et socordibus. XIX. De odio et inimicitia, et iis qui prælia conse- runt. I. • Lillera De adolescentibus disciplina atque prudentia Ornatis. II. * De adolescentibus qui in insania et amentia vitam agunt. HI. De juvenibus bonisque principibus. IV. De juvenibus malisque principibus. V.* De ægrotis et infirmis : quod eos invisero oporteat. VI. Quod vigilare, nostramque curare salutem de- beamus quodque vitam deprædationibus et periculis obnoxiam ducamus. VII. De recens conjugatis. VIII. De jejunio et continentia. Littera I. De peregrinis et hospitalitate: quodque pere- grinus tiducia careat. Littera O. non sit alienas domos crebro adire, et aliena auscultare. • II. De bona exprobratione quæ secundum Deum fiat, deque exprobratione ob malam actionem : et quod minime conveniat probris incessere. III. De via bona. IV. De via mala. V. De iis qui similium morum, similisque · PATROL. GR. XCVI. generis atque indolis sunt. VI. De terminis constitutis. 14. Περὶ μοναχῶν χρηστῶν, καὶ ἡγουμένων ἀγα 1. De ebriosis et luxuriosis. 1. De domo et domestico statu : quodque bonum
PG 96:458Περὶ νέων ἐν ἀφροσύνῃ καὶ ἀνοίᾳ ζώντων. Γ. Περὶ νέων καὶ ἀγαθῶν ἀρχόντων. Δ. Περὶ νέων καὶ πονηρῶν ἀρχόντων. Ε. Περὶ νοσούντων, καὶ ἀσθενούντων· ὅτι χρὴ ἐπισκέπεσθαι αὐτούς. 2. Περὶ τοῦ νήφειν, καὶ φροντίζειν ἡμᾶς τῆς ἰδίας σωτηρίας· καὶ ὅτι πειρατήριον καὶ ἐπικίνδυνον βίον ζῶμεν. Ζ. Περὶ νεογάμων. Η. Περὶ νηστείας καὶ ἐγκρατείας. Στοιχεῖον Ξ. Α. Περὶ ξένων καὶ φιλοξενίας· καὶ ὅτι ἀπαῤῥησίαστος ὁ ξένος πάντοτε. Στοιχεῖον Ο. Α. Περὶ οἴκου καὶ οἰκειακῆς καταστάσεως· καὶ ὅτι οὐ καλὸν ἀλλοτρίοις συχνάζειν οἴκοις, καὶ ἀκροᾶσθαι ἀλλότρια. Β. Περὶ ὀνειδισμοῦ ἀγαθοῦ κατὰ Θεὸν, καὶ ὀνειδισμοῦ ἐπὶ κακοπραγίᾳ· καὶ ὅτι οὐδὲ συμφέρον ὀνειδίζειν. Γ. Περὶ ὁδοῦ ἀγαθῆς. Δ. Περὶ ὁδοῦ κακῆς. Ε. Περὶ ὁμοιοτρόπων, καὶ ὁμοιογενῶν, καὶ ὁμοιοηθῶν. 2. Περὶ ὁροθεσιῶν. Ζ. Περὶ ὅρκων καὶ ὅρων οὐκ ἀγαθῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἐμμένειν αὐτοῖς. Η. Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους στεργόντων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ μάταιον λαμβάνειν ὅρκον, ἢ ὅλως ὀμνύειν. Θ. Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους ἀθετούντων καὶ ἐπιορκούντων. Ι. Περὶ ὀλιγοδείας, καὶ ἀκτημοσύνης, καὶ αὐταρκείας. ΙΑ. Περὶ ὀρφανῶν καὶ χηρῶν. ΙΒ. Περὶ οἴνου καὶ χρήσεως αὐτοῦ. ΙΓ.Γ. Περὶ λιμοῦ, καὶ τῆς ἐκ τούτου ἀνάγκης. Δ'. - Περὶ λύπης, καὶ λυπουμένων, καὶ πενθούντων. Οὐ καλὸν δὲ τὸ ὑπερμετρεῖν. Στοιχεῖον Μ. Α΄. Περὶ μεθυστῶν καὶ ἀσώτων. Β. Περὶ μαθητευομένων· ὅτι χρὴ σπουδαίως ερω- τῶν, καὶ μανθάνειν τὰ ψυχωφελῆ, καὶ γνῶσιν πνευματικήν. Γ. Περὶ μισόμαθῶν. Δ'. Περὶ μυστηρίων· ὅτι προδοσία πρὸς θάνατον τὸ ἐκφερομυθεῖν τὰ φίλων μυστήρια. • Ε. - Περὶ μάχης, καὶ τῶν ἐν μάχαις συμβαινόντων. Περὶ μεταχειριζομένων καὶ μεταβαλλόντων τοὺς ταρασσομένους, καὶ τεθυμωμένους, καὶ ἐξηγριωμένους. Ζ. Περὶ μαντευομένων, καὶ οἰωνιζομένων, καὶ κληδονιζομένων· καὶ περὶ τῶν λεγομένων θεῶν, τουτέστι βδελυγμάτων· ὅτι ἄθεσμα καὶ ἐκκή- ρυκτα, καὶ ἀπηγορευμένα τῇ ἱερᾷ Γραφῇ ταῦτα πάντα, καὶ τὰ ὅμοια. Η. Περὶ ματαιοπονούντων, καὶ μάταια φρονούντων. Θ'. ' Περὶ μεταβολῆς πραγμάτων· καὶ ὅτι οὐδὲν ἐπίμονον ἐν βίῳ, ἀλλὰ πάντα ἐν βουλήσει καὶ χειρὶ Θεοῦ. • Περὶ μακαρισμοῦ· ὅτι οὐ δεῖ πρὸ τελευτῆς ματ καρίζειν τινά. ΙΑ'. Περὶ μισοπονηρίας Θεοῦ, καὶ τῶν ἀπαρεσκόντων αὐτῷ. ΙΒ'. Περὶ μισοπονηρίας, καὶ τῶν τὰ ἄτοπα ἀποστρε φομένων. Π. Περὶ μετανοίας, καὶ ἐξομολογήσεως. . ΙΔ΄. * Περὶ τῶν εἰς μετάνοιαν μὴ ἐπιστρεφόντων. ΙΕ΄. Περὶ μισαδελφίας. θῶν. . ΙΖ΄. Περὶ μοναχῶν παλιμβούλων, καὶ παλινδρο- μούντων εἰς κακίαν. Ι. Περὶ μισέργων, καὶ ὀκνηρῶν, καὶ καταφρο νούντων, καὶ ῥᾳθυμούντων. ΙΘ'. Περὶ μίσους, καὶ ἔχθρας, καὶ τὰς μάχας συν- απτόντων. Στοιχεῖον Ν Α'. ' Περὶ νέων παιδείᾳ καὶ συνέσει κοσμουμένων. Β.' Περὶ νέων ἐν ἀφροσύνῃ καὶ ἀνοίᾳ ζώντων. Γ. * Περὶ νέων καὶ ἀγαθῶν ἀρχόντων. Δ'. ' Περὶ νέων καὶ πονηρῶν ἀρχόντων. Ε΄. * Περὶ νοσούντων, καὶ ἀσθενούντων· ὅτι χρή ἐπισκέπεσθαι αὐτούς. Γ. Περὶ τοῦ νήφειν, καὶ φροντίζειν ἡμᾶς τῆς ἰδίας σωτηρίας· καὶ ὅτι πειρατήριον καὶ ἐπικίνδυνον βίον ζῶμεν. Ζ'. Περὶ νεογάμων. Η΄. Περὶ νηστείας καὶ ἐγκρατείας. Στοιχεῖον 2. Δ΄. Περὶ ξένων καὶ φιλοξενίας· καὶ ὅτι ἀπαρρη σίαστος ὁ ξένος πάντοτε. Δ. . Στοιχεῖον Ο. Περὶ οἴκου καὶ οἰκειακῆς καταστάσεως· καὶ ὅτι οὗ καλὸν ἀλλοτρίοις συχνάζειν οἴκοις, καὶ ἀκροάσθαι ἀλλότρια. Β. · Περὶ ὀνειδισμοῦ ἀγαθοῦ κατὰ Θεὸν, καὶ ἀνει- δισμοῦ ἐπὶ κακοπραγίᾳ · καὶ ὅτι οὐδὲ συμφέρον ὀνειδίζειν. Γ. Περὶ ὁδοῦ ἀγαθῆς. Δ'. Περὶ ὁδοῦ κακῆς. ΙΧ. Ν. Σ. Ε΄. Περὶ ὁμοιοτρόπων, καὶ ὁμοιογενῶν, καὶ ὁμοιο- ηθῶν. Γ. Περὶ ὁροθεσιών. PARALLELA RUPEFUCALDINA. III. De fame, et ad quænam necessario cogat. • IV. De moestitia ac mœrentibus lugentibusque : quod autenı bonum non sit mensuram exce- dere. Littera M. Il. De discentibus : quod studiose oporteat inter- rogare ac discere quæ animæ utilia sunt, ac spiritualem scientiam. III. De iis qui discere refugiunt. IV. De arcanis : quod mortifera proditio sit amicorum secreta evulgare. • V. De prælio et iis quæ in præliis accidunt. VI De iis qui placando transferunt et convertunt illos qui turbati iratique sunt, et efferati. VI. De iis qui vaticiniis, auguriis et præstigiis addicti sunt deque illis qui dicuntur dii, hoc est abominationibus: quod hæc omnia illicita, probibitaque sint, et interdicta in sacris pagi- nis, et quæ horum similia sunt. VIII. De iis qui frustra laborant, atque inania sapiunt. • De rerum. mutatione : quod nihil in vita permanens sit, sed omnia e consilio et manu Dei pendeant. X. De beatificatione : quod nemo ante norten beatus sit prædicandus. XI. De Dei erga improbitatem odio, et illis qui ei displicent. XII. De odio mali, et iis qui res nefarias aver- santur. XIII. De penitentia et confessione. XIV. De iis qui ad pœnitentiam non conver- tuntur. XV. De fraterno odio. XVI. De monachis probis, et bonis præpositis. . XVII. De monachis qui mentem mutant, et ad vitia redeunt. XVIII. De otiosis, et segnibus, contemptoribusque et socordibus. XIX. De odio et inimicitia, et iis qui prælia conse- runt. I. • Lillera De adolescentibus disciplina atque prudentia Ornatis. II. * De adolescentibus qui in insania et amentia vitam agunt. HI. De juvenibus bonisque principibus. IV. De juvenibus malisque principibus. V.* De ægrotis et infirmis : quod eos invisero oporteat. VI. Quod vigilare, nostramque curare salutem de- beamus quodque vitam deprædationibus et periculis obnoxiam ducamus. VII. De recens conjugatis. VIII. De jejunio et continentia. Littera I. De peregrinis et hospitalitate: quodque pere- grinus tiducia careat. Littera O. non sit alienas domos crebro adire, et aliena auscultare. • II. De bona exprobratione quæ secundum Deum fiat, deque exprobratione ob malam actionem : et quod minime conveniat probris incessere. III. De via bona. IV. De via mala. V. De iis qui similium morum, similisque · PATROL. GR. XCVI. generis atque indolis sunt. VI. De terminis constitutis. 14. Περὶ μοναχῶν χρηστῶν, καὶ ἡγουμένων ἀγα 1. De ebriosis et luxuriosis. 1. De domo et domestico statu : quodque bonum
Περὶ οἰήσεως καὶ φυσιώσεως. ΙΔ. Περὶ ὀλιγοβίων καὶ μακροβίων. ΙΕ. Περὶ ὀφθαλμῶν καὶ ὁράσεως. Ι. Περὶ ὀνόματος χρηστοῦ καὶ χάριν ἔχοντος. ΙΖ. Περὶ ὀνόματος οὐ χρηστοῦ καὶ χάριν μὴ ἔχοντος. ΙΗ. Περὶ τοῦ, ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός· καὶ ὅτι οὔτε ὂν, οὔτε ἐνυπόστατον φύσει τὸ κακόν. ΙΘ. Περὶ ὀνόματος Θεοῦ. Στοιχεῖον Π. Α. Περὶ πολιτείας ἀνεπιλήπτου καὶ θεαρέστου. Β. Περὶ παιδείας παρὰ Θεοῦ, καὶ τῶν εὐχαρίστως καὶ εὐγενῶς δεχομένων, καὶ φερόντων τὰ ἐπερχόμενα· οὕτως γὰρ χρεών. Γ. Περὶ τῶν παιδείαν Θεοῦ σωτήριον πρὸς διόρθωσιν μὴ δεχομένων. Δ. Περὶ παῤῥησίας· καὶ πῶς δυνατὸν εὐπαῤῥησίαστόν τινα γενέσθαι. Ε. Περὶ προσφορῶν εὐαγῶν, καὶ εὐπροσδέκτων, καὶ ἐναγῶν, καὶ ἀπροσδέκτων. 2. Περὶ πείρας πρὸς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ δεῖ πειράζειν τὸν Θεόν. Ζ. Περὶ πειρασμῶν· καὶ ὅτι οἱ μὲν ἔξωθεν εἰς φανέρωσιν τῆς κατὰ τὸ κρυπτὸν ἡμῶν προαιρέσεως ἐπιφύονται, οἱ δὲ ἔξω ἡμῶν αὐτῶν ἀναφυόμενοι, ἡμᾶς αὐτοὺς αἰτίους, εἴτε πρὸς ἔπαινον, εἴτε πρὸς ψόγον ἔχουσιν. Η. Περὶ παραχωρητικῶν καὶ εὐείκτων ἀνθρώπων· ὅτι εἰρηνικὸν καὶ ψυχωφελὲς τοῦτο. Θ.Γ. Περὶ λιμοῦ, καὶ τῆς ἐκ τούτου ἀνάγκης. Δ'. - Περὶ λύπης, καὶ λυπουμένων, καὶ πενθούντων. Οὐ καλὸν δὲ τὸ ὑπερμετρεῖν. Στοιχεῖον Μ. Α΄. Περὶ μεθυστῶν καὶ ἀσώτων. Β. Περὶ μαθητευομένων· ὅτι χρὴ σπουδαίως ερω- τῶν, καὶ μανθάνειν τὰ ψυχωφελῆ, καὶ γνῶσιν πνευματικήν. Γ. Περὶ μισόμαθῶν. Δ'. Περὶ μυστηρίων· ὅτι προδοσία πρὸς θάνατον τὸ ἐκφερομυθεῖν τὰ φίλων μυστήρια. • Ε. - Περὶ μάχης, καὶ τῶν ἐν μάχαις συμβαινόντων. Περὶ μεταχειριζομένων καὶ μεταβαλλόντων τοὺς ταρασσομένους, καὶ τεθυμωμένους, καὶ ἐξηγριωμένους. Ζ. Περὶ μαντευομένων, καὶ οἰωνιζομένων, καὶ κληδονιζομένων· καὶ περὶ τῶν λεγομένων θεῶν, τουτέστι βδελυγμάτων· ὅτι ἄθεσμα καὶ ἐκκή- ρυκτα, καὶ ἀπηγορευμένα τῇ ἱερᾷ Γραφῇ ταῦτα πάντα, καὶ τὰ ὅμοια. Η. Περὶ ματαιοπονούντων, καὶ μάταια φρονούντων. Θ'. ' Περὶ μεταβολῆς πραγμάτων· καὶ ὅτι οὐδὲν ἐπίμονον ἐν βίῳ, ἀλλὰ πάντα ἐν βουλήσει καὶ χειρὶ Θεοῦ. • Περὶ μακαρισμοῦ· ὅτι οὐ δεῖ πρὸ τελευτῆς ματ καρίζειν τινά. ΙΑ'. Περὶ μισοπονηρίας Θεοῦ, καὶ τῶν ἀπαρεσκόντων αὐτῷ. ΙΒ'. Περὶ μισοπονηρίας, καὶ τῶν τὰ ἄτοπα ἀποστρε φομένων. Π. Περὶ μετανοίας, καὶ ἐξομολογήσεως. . ΙΔ΄. * Περὶ τῶν εἰς μετάνοιαν μὴ ἐπιστρεφόντων. ΙΕ΄. Περὶ μισαδελφίας. θῶν. . ΙΖ΄. Περὶ μοναχῶν παλιμβούλων, καὶ παλινδρο- μούντων εἰς κακίαν. Ι. Περὶ μισέργων, καὶ ὀκνηρῶν, καὶ καταφρο νούντων, καὶ ῥᾳθυμούντων. ΙΘ'. Περὶ μίσους, καὶ ἔχθρας, καὶ τὰς μάχας συν- απτόντων. Στοιχεῖον Ν Α'. ' Περὶ νέων παιδείᾳ καὶ συνέσει κοσμουμένων. Β.' Περὶ νέων ἐν ἀφροσύνῃ καὶ ἀνοίᾳ ζώντων. Γ. * Περὶ νέων καὶ ἀγαθῶν ἀρχόντων. Δ'. ' Περὶ νέων καὶ πονηρῶν ἀρχόντων. Ε΄. * Περὶ νοσούντων, καὶ ἀσθενούντων· ὅτι χρή ἐπισκέπεσθαι αὐτούς. Γ. Περὶ τοῦ νήφειν, καὶ φροντίζειν ἡμᾶς τῆς ἰδίας σωτηρίας· καὶ ὅτι πειρατήριον καὶ ἐπικίνδυνον βίον ζῶμεν. Ζ'. Περὶ νεογάμων. Η΄. Περὶ νηστείας καὶ ἐγκρατείας. Στοιχεῖον 2. Δ΄. Περὶ ξένων καὶ φιλοξενίας· καὶ ὅτι ἀπαρρη σίαστος ὁ ξένος πάντοτε. Δ. . Στοιχεῖον Ο. Περὶ οἴκου καὶ οἰκειακῆς καταστάσεως· καὶ ὅτι οὗ καλὸν ἀλλοτρίοις συχνάζειν οἴκοις, καὶ ἀκροάσθαι ἀλλότρια. Β. · Περὶ ὀνειδισμοῦ ἀγαθοῦ κατὰ Θεὸν, καὶ ἀνει- δισμοῦ ἐπὶ κακοπραγίᾳ · καὶ ὅτι οὐδὲ συμφέρον ὀνειδίζειν. Γ. Περὶ ὁδοῦ ἀγαθῆς. Δ'. Περὶ ὁδοῦ κακῆς. ΙΧ. Ν. Σ. Ε΄. Περὶ ὁμοιοτρόπων, καὶ ὁμοιογενῶν, καὶ ὁμοιο- ηθῶν. Γ. Περὶ ὁροθεσιών. PARALLELA RUPEFUCALDINA. III. De fame, et ad quænam necessario cogat. • IV. De moestitia ac mœrentibus lugentibusque : quod autenı bonum non sit mensuram exce- dere. Littera M. Il. De discentibus : quod studiose oporteat inter- rogare ac discere quæ animæ utilia sunt, ac spiritualem scientiam. III. De iis qui discere refugiunt. IV. De arcanis : quod mortifera proditio sit amicorum secreta evulgare. • V. De prælio et iis quæ in præliis accidunt. VI De iis qui placando transferunt et convertunt illos qui turbati iratique sunt, et efferati. VI. De iis qui vaticiniis, auguriis et præstigiis addicti sunt deque illis qui dicuntur dii, hoc est abominationibus: quod hæc omnia illicita, probibitaque sint, et interdicta in sacris pagi- nis, et quæ horum similia sunt. VIII. De iis qui frustra laborant, atque inania sapiunt. • De rerum. mutatione : quod nihil in vita permanens sit, sed omnia e consilio et manu Dei pendeant. X. De beatificatione : quod nemo ante norten beatus sit prædicandus. XI. De Dei erga improbitatem odio, et illis qui ei displicent. XII. De odio mali, et iis qui res nefarias aver- santur. XIII. De penitentia et confessione. XIV. De iis qui ad pœnitentiam non conver- tuntur. XV. De fraterno odio. XVI. De monachis probis, et bonis præpositis. . XVII. De monachis qui mentem mutant, et ad vitia redeunt. XVIII. De otiosis, et segnibus, contemptoribusque et socordibus. XIX. De odio et inimicitia, et iis qui prælia conse- runt. I. • Lillera De adolescentibus disciplina atque prudentia Ornatis. II. * De adolescentibus qui in insania et amentia vitam agunt. HI. De juvenibus bonisque principibus. IV. De juvenibus malisque principibus. V.* De ægrotis et infirmis : quod eos invisero oporteat. VI. Quod vigilare, nostramque curare salutem de- beamus quodque vitam deprædationibus et periculis obnoxiam ducamus. VII. De recens conjugatis. VIII. De jejunio et continentia. Littera I. De peregrinis et hospitalitate: quodque pere- grinus tiducia careat. Littera O. non sit alienas domos crebro adire, et aliena auscultare. • II. De bona exprobratione quæ secundum Deum fiat, deque exprobratione ob malam actionem : et quod minime conveniat probris incessere. III. De via bona. IV. De via mala. V. De iis qui similium morum, similisque · PATROL. GR. XCVI. generis atque indolis sunt. VI. De terminis constitutis. 14. Περὶ μοναχῶν χρηστῶν, καὶ ἡγουμένων ἀγα 1. De ebriosis et luxuriosis. 1. De domo et domestico statu : quodque bonum
PG 96:459Περὶ πεισματικῶν, καὶ μὴ ἀνεχομένων ὑπείκειν βραχὺ καὶ ἡττᾶσθαι. Ι. Περὶ περιστάσεων· ὅτι οὐ χρὴ ἀντιμάχεσθαι ταῖς περιστάσεσιν, εἰ καὶ δυνατοὶ ὦμεν, καὶ μὴ κατοφρυοῦσθαι τῶν κατεξανισταμένων. Οὐ γὰρ λυσιτελές. ΙΑ. Περὶ πολέμου καὶ πολεμικῶν νόμων· καὶ ὅτι ἐξ ἡμετέρων ἁμαρτιῶν κινοῦνται οἱ πόλεμοι καθ’ ἡμῶν. ΙΒ. Περὶ πολέμου ἐμφυλίου. ΙΓ. Περὶ πραίδας καὶ προνομῆς. ΙΔ. Περὶ παροξύνοντος καὶ παραπικραίνοντος. ΙΕ. Περὶ παρατηρήσεως καὶ οἰωνισμοῦ. Ι. Περὶ προθέσεως ἀγαθῆς, καὶ προαιρέσεως, καὶ πολιτείας σεμνῆς· ὅτι βούλεται ὁ Θεὸς μετὰ τῆς αὐτοῦ ἀντιλήψεως πρόθεσιν ἀγαθὴν περὶ τὰ καλὰ ἔργα, εἰς ἃ καὶ ἔπλασεν ἔχειν ἡμᾶς, ἵνα ὡς ἀγαθῶν ἐργάται τιμῶν ἀξιωθείημεν παρ’ αὐτοῦ. ΙΖ. Περὶ πλανώντων καὶ πλανωμένων. ΙΗ. Περὶ πλαστολόγων. ΙΘ. Περὶ πλαστογράφων. Κ. Περὶ πόλεως ἀσεβείας καὶ ἀνομίας πεπληρωμένης. ΚΑ. Περὶ πολυπείρων καὶ πολυμαθῶν. ΚΒ. Περὶ παραθήκης. ΚΓ. Περὶ πιστοῦ, καὶ ἰσοψύχου, καὶ μυστηριακοῦ ἀνθρώπου· ὅτι σπάνιον εὑρεῖν. ΚΔ. Περὶ παραμονῆς, καὶ παραμενόντων· ὅτι παραμονὴ ἔργον ἀνύει·ΙΧ. Π. ΙΧ. Ζ΄. Περὶ ἔρχων καὶ ὅρων οὐκ ἀγαθῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἐμ- μένειν αὐτοῖς. Η'. Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους στεργόντων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ μάταιον λαμβάνειν ὅρκον, ἢ ὅλως ὀμνύειν. Θ'. Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους ἀθετούντων καὶ ἐπιορο κούντων. Ι. * Περὶ ὀλιγοδείας, καὶ ἀκτημοσύνης, καὶ αὐταρ κείας. ΙΑ΄. Περὶ ὀρφανῶν καὶ χηρῶν. ΙΒ'. Περὶ οίνου καὶ χρήσεως αὐτοῦ. ΙΓ΄. Περὶ οιήσεως καὶ φυσιώσεως. ΙΔ'. Περὶ ὀλιγοβίων καὶ μακροβίων. ΙΕ΄. Περὶ ὀφθαλμῶν καὶ ὁράσεως. ΙϚ'. Περὶ ὀνόματος χρηστοῦ καὶ χάριν ἔχοντος. ΙΖ΄. Περὶ ὀνόματος οὐ χρηστοῦ καὶ χάριν μὴ ἔχοντος. ΙΗ'. ' Περὶ τοῦ, ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός · καὶ ὅτι οὔτε ὂν, οὔτε ἐνυπόστατον φύσει τὸ κακόν. ΙΘ'. ' Περὶ ὀνόματος Θεοῦ. Στοιχεῖον Π. Α'. Περὶ πολιτείας ἀνεπιλήπτου καὶ θεαρέστου. Β΄. Περὶ παιδείας παρὰ Θεοῦ, καὶ τῶν εὐχαρίστως καὶ εὐγενῶς δεχομένων, καὶ φερόντων τὰ ἐπερ- χόμενα · οὕτως γὰρ χρεών. Γ'. Περὶ τῶν παιδείαν Θεοῦ σωτήριον πρὸς διόρθωσιν μὴ δεχομένων. Δ'. • Περὶ παρρησίας· καὶ πῶς δυνατὸν εὐπαρξη σίαστόν τινα γενέσθαι. Ε΄. Περὶ προσφορῶν εὐαγῶν, καὶ εὐπροσδέκτων, καὶ ἐναγῶν, καὶ ἀπροσδέκτων. Γ'. Περὶ πείρας πρὸς Θεόν · καὶ ὅτι οὐ δεῖ πειράζειν τὸν Θεόν. • Ζ΄. Περὶ πειρασμῶν· καὶ ὅτι οἱ μὲν ἔξωθεν εἰς φανέρωσιν τῆς κατὰ τὸ κρυπτόν ἡμῶν προαιρέ- σεως ἐπιφύονται, οἱ δὲ ἔξω ἡμῶν αὐτῶν ἀναφυό- μενοι, ἡμᾶς αὐτοὺς αἰτίους, εἴτε πρὸς ἔπαινον, είτε προς ψόγον ἔχουσιν. Η'. ' Περὶ παραχωρητικῶν καὶ εὐείκτων ἀνθρώπων ὅτι εἰρηνικὸν καὶ ψυχωφελὲς τοῦτο. . Θ. Περὶ πεισματικῶν, καὶ μὴ ἀνεχομένων ὑπεί- κειν βραχὺ καὶ ἡττᾶσθαι. ταῖς περιστάσεσιν, εἰ καὶ δυνατοὶ ὦμεν, καὶ μὴ κατοφρύοῦσθαι τῶν κατεξανισταμένων. Οὐ γὰρ λυσιτελές. ΙΑ'. * Περὶ πολέμου καὶ πολεμικῶν νόμων· καὶ ὅτι ἐξ ἡμετέρων ἁμαρτιῶν κινοῦνται οἱ πόλεμοι καθ' ἡμῶν. • ΙΒ'. Περὶ πολέμου εμφυλίου. Γ. * Περὶ πραίδας καὶ προνομῆς. ΙΔ'. ' Περὶ παροξύνοντος καὶ παραπικραίνοντος. ΙΕ΄. Περὶ παρατηρήσεως καὶ οἰωνισμού. 17'. Περὶ προθέσεως ἀγαθῆς, καὶ προαιρέσεως, καὶ πολιτείας σεμνῆς· ὅτι βούλεται ὁ Θεὸς μετὰ τῆς αὐτοῦ ἀντιλήψεως πρόθεσιν ἀγαθὴν περὶ τὰ καλά ἔργα, εἰς ἃ καὶ ἔπλασεν ἔχειν ἡμᾶς, ἵνα ὡς ἀγα θῶν ἐργάται τιμῶν ἀξιωθείημεν παρ' αὐτοῦ. ΙΖ΄. Περὶ πλανώντων καὶ πλανωμένων. ΙΗ'. ' Περὶ πλαστολόγων. Κ'. Περὶ πόλεως ἀσεβείας καὶ ἀνομίας πεπληρωμέ νης. ΚΑ'. Περὶ πολυπείρων καὶ πολυμαθῶν. ΚΒ. ' Περὶ παραθήκης. ΚΓ'. Περὶ πιστοῦ, καὶ ἐσοψύχου, καὶ μυστηριακού ἀνθρώπου· ὅτι σπάνιον εὑρεῖν. ΚΔ'. Περὶ παραμονῆς, καὶ παραμενόντων· ὅτι παρα μονὴ ἔργον ἀνύει· καὶ χρὴ οὐ μόνον εὐνοϊκώς, ἀλλὰ καὶ παραμονητικῶς διακείσθαι πρὸς τοὺς προσλαβόντας, καὶ μηδένα ὡς ἔτυχε, καὶ ἀνεξ ετάστως εἰς ὑπηρεσίαν παραμονῆς εἰσδέχεσθαι. S. JOANNIS DAMASCENI VII. De juramentis et determinationibus minime bonis: quod his non sit adhærendum. VIII. De iis qui jurare amant : et quod jusjuran- dum perperam non sit assumendum, nec pror- sus jurare oporteat. . De iis qui juramenta pessumdant et peje- rant. X. * De tenui cultu, paupertate, et sufficientia. XI. De orphanis et viduis. XII. De vino et ejus usu. XIII. De opinione sui et tumore animi. XIV. De iis qui brevem et qui longam vitam agunt. XV. De oculis et visu. XVI. De bono nomine et gratioso. XVII. De nomine non bono, nec gratioso. XVIII. * Quod Deus non sit auctor malorum : quod- que malum, neque sit, nec suapte natura con- sistat. XIX. De nomine Dei. Lillera cepta. ingenuoque animo suscipiunt et tolerant quæ måla accidunt. Hoc enim facere necesse est. III. De iis qui salutarem Dei castigationem ad emendationem suam non recipiunt. IV. * De libertate: et quomodo quis possit libe- rum accessum babere. V. De oblationibus dignis et acceptis : nec non de impuris, nec acceptu dignis. VI. De Dei tentatione: et quod Deus minime sit tentandus. • VII. De tentationibus : quod aliæ quidem exstrin- secus oriuntur ad manifestandum voluntatis nostræ arcanum; aliæ ex nobis ipsis nascentes nes ipsos sui auctores habent, sive ad laudem, sive ad vituperium nostrum. • VIII. De hominibus indulgentibus ac facile ceden- tibus quod hoc pacificum sit, atque auimis profcuum. De pervicacibus, et qui nec tantillum cedere aut vinci patiuntur. X. De vicissitudinibus : quod vicissitudinibus ob- sistere non oporteat, quamlibet potentes simus, nec in eos qui insurgunt, superbire. Hoc enim pullaın utilitatem affert. XI. De bello ac belli legibus: et quod nostra peccata sint causæ bellorum, quæ adversum nos moventur. XII. " De bello civili. • XIII. De præda et direptione. XIV. * De iis qui irritant et exasperant. XV. De observatione et auguriis. XVI. De bono proposito et inductione animi, et honesta agendi ratione: quod Deus proposi- tum bonum velit cum suo subsidio, uti bona opera faciamus, quorum causa nos ipse finxit; ut tanquam bonorum operarii ejus honoribus digni simnus. XVII. De seductoribus et seductis. XVIII. De falsidicis. XIX. De falsariis. XX. De civitate impietate et iniquitate repleta. XXI. De iis qui peritissimi et eruditissimi sunt. XXII. De deposito. XXIII. De fideli, et unanimi, et secretorum conscio homine : quod raro invenitur. XXIV. De permanentia, et permanentibus : quod permanentia patratur opus : ac neque solum benevole, sed et perseveranter affici debemus erga eos qui nos suscipiunt, neminem vero te- mere ac sine examine ad domicili¡ obsequium admittere. 1. De conversatione irreprehensibili, et Deo ac- 1. De castigatione a Deo immissa, et iis qui grato 1. * Περὶ περιστάσεων· ὅτι οὐ χρὴ ἀντιμάχεσθαι 10. " Περὶ πλαστογράφων.
PG 96:460καὶ χρὴ οὐ μόνον εὐνοϊκῶς, ἀλλὰ καὶ παραμονητικῶς διακεῖσθαι πρὸς τοὺς προσλαβόντας, καὶ μηδένα ὡς ἔτυχε, καὶ ἀνεξετάστως εἰς ὑπηρεσίαν παραμονῆς εἰσδέχεσθαι. ΚΕ. Περὶ πίστεως καὶ εὐσεβείας εἰς Θεόν. Κ. Περὶ τῶν παραβεβηκότων τὴν εὐσέβειαν καὶ πίστιν, καὶ εἰς Θεὸν ἀσεβούντων. ΚΖ. Περὶ πονηρῶν, καὶ ἀσεβῶν, καὶ ἁμαρτωλῶν ἀνδρῶν. ΚΗ. Περὶ πονηρίας, καὶ κακίας, καὶ ἁμαρτίας. ΚΘ. Περὶ πλησμονῆς, καὶ κόρου, καὶ γαστριμαργίας. Λ. Περὶ πνευματικῆς προκοπῆς. ΛΑ. Περὶ τῶν προσκαίρων καὶ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν· καὶ ὅτι χρὴ τῶν παρόντων τὰ μέλλοντα προτιμᾷν. ΛΒ. Περὶ προνοίας· ὅτι κήδεται καὶ προνοεῖται ἡμῶν ὁ Θεός. ΛΓ. Περὶ προσπαθείας καὶ μερίμνης· ὅτι χρὴ ἀπροςπαθῶς διακεῖσθαι περὶ τὰ πράγματα. ΛΔ. Περὶ προφητῶν ἀνδροφονησάντων καὶ εὐαρεστησάντων Θεῷ. ΛΕ. Περὶ προφητῶν ἐπιτιμησάντων βασιλεῦσι μετὰ παῤῥησίας. Λ. Περὶ προγνώσεως Θεοῦ· καὶ ὅτι τὰ κρύφια καὶ ἄδηλα τῶν πραγμάτων τῷ Θεῷ χρὴ καταλιμπάνειν. Πάντα γὰρ αὐτῷ μόνῳ γνωστά. ΛΖ. Περὶ παρθενίας, καὶ σωφροσύνης, καὶ γάμου σεμνοῦ. ΛΗ. Περὶ πορνείας, καὶ μοιχείας, καὶ ἀρσενοκοιτίας. ΛΘ. Περὶ πείρας καὶ ἀπειρίας. Μ.ΙΧ. Π. ΙΧ. Ζ΄. Περὶ ἔρχων καὶ ὅρων οὐκ ἀγαθῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἐμ- μένειν αὐτοῖς. Η'. Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους στεργόντων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ μάταιον λαμβάνειν ὅρκον, ἢ ὅλως ὀμνύειν. Θ'. Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους ἀθετούντων καὶ ἐπιορο κούντων. Ι. * Περὶ ὀλιγοδείας, καὶ ἀκτημοσύνης, καὶ αὐταρ κείας. ΙΑ΄. Περὶ ὀρφανῶν καὶ χηρῶν. ΙΒ'. Περὶ οίνου καὶ χρήσεως αὐτοῦ. ΙΓ΄. Περὶ οιήσεως καὶ φυσιώσεως. ΙΔ'. Περὶ ὀλιγοβίων καὶ μακροβίων. ΙΕ΄. Περὶ ὀφθαλμῶν καὶ ὁράσεως. ΙϚ'. Περὶ ὀνόματος χρηστοῦ καὶ χάριν ἔχοντος. ΙΖ΄. Περὶ ὀνόματος οὐ χρηστοῦ καὶ χάριν μὴ ἔχοντος. ΙΗ'. ' Περὶ τοῦ, ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός · καὶ ὅτι οὔτε ὂν, οὔτε ἐνυπόστατον φύσει τὸ κακόν. ΙΘ'. ' Περὶ ὀνόματος Θεοῦ. Στοιχεῖον Π. Α'. Περὶ πολιτείας ἀνεπιλήπτου καὶ θεαρέστου. Β΄. Περὶ παιδείας παρὰ Θεοῦ, καὶ τῶν εὐχαρίστως καὶ εὐγενῶς δεχομένων, καὶ φερόντων τὰ ἐπερ- χόμενα · οὕτως γὰρ χρεών. Γ'. Περὶ τῶν παιδείαν Θεοῦ σωτήριον πρὸς διόρθωσιν μὴ δεχομένων. Δ'. • Περὶ παρρησίας· καὶ πῶς δυνατὸν εὐπαρξη σίαστόν τινα γενέσθαι. Ε΄. Περὶ προσφορῶν εὐαγῶν, καὶ εὐπροσδέκτων, καὶ ἐναγῶν, καὶ ἀπροσδέκτων. Γ'. Περὶ πείρας πρὸς Θεόν · καὶ ὅτι οὐ δεῖ πειράζειν τὸν Θεόν. • Ζ΄. Περὶ πειρασμῶν· καὶ ὅτι οἱ μὲν ἔξωθεν εἰς φανέρωσιν τῆς κατὰ τὸ κρυπτόν ἡμῶν προαιρέ- σεως ἐπιφύονται, οἱ δὲ ἔξω ἡμῶν αὐτῶν ἀναφυό- μενοι, ἡμᾶς αὐτοὺς αἰτίους, εἴτε πρὸς ἔπαινον, είτε προς ψόγον ἔχουσιν. Η'. ' Περὶ παραχωρητικῶν καὶ εὐείκτων ἀνθρώπων ὅτι εἰρηνικὸν καὶ ψυχωφελὲς τοῦτο. . Θ. Περὶ πεισματικῶν, καὶ μὴ ἀνεχομένων ὑπεί- κειν βραχὺ καὶ ἡττᾶσθαι. ταῖς περιστάσεσιν, εἰ καὶ δυνατοὶ ὦμεν, καὶ μὴ κατοφρύοῦσθαι τῶν κατεξανισταμένων. Οὐ γὰρ λυσιτελές. ΙΑ'. * Περὶ πολέμου καὶ πολεμικῶν νόμων· καὶ ὅτι ἐξ ἡμετέρων ἁμαρτιῶν κινοῦνται οἱ πόλεμοι καθ' ἡμῶν. • ΙΒ'. Περὶ πολέμου εμφυλίου. Γ. * Περὶ πραίδας καὶ προνομῆς. ΙΔ'. ' Περὶ παροξύνοντος καὶ παραπικραίνοντος. ΙΕ΄. Περὶ παρατηρήσεως καὶ οἰωνισμού. 17'. Περὶ προθέσεως ἀγαθῆς, καὶ προαιρέσεως, καὶ πολιτείας σεμνῆς· ὅτι βούλεται ὁ Θεὸς μετὰ τῆς αὐτοῦ ἀντιλήψεως πρόθεσιν ἀγαθὴν περὶ τὰ καλά ἔργα, εἰς ἃ καὶ ἔπλασεν ἔχειν ἡμᾶς, ἵνα ὡς ἀγα θῶν ἐργάται τιμῶν ἀξιωθείημεν παρ' αὐτοῦ. ΙΖ΄. Περὶ πλανώντων καὶ πλανωμένων. ΙΗ'. ' Περὶ πλαστολόγων. Κ'. Περὶ πόλεως ἀσεβείας καὶ ἀνομίας πεπληρωμέ νης. ΚΑ'. Περὶ πολυπείρων καὶ πολυμαθῶν. ΚΒ. ' Περὶ παραθήκης. ΚΓ'. Περὶ πιστοῦ, καὶ ἐσοψύχου, καὶ μυστηριακού ἀνθρώπου· ὅτι σπάνιον εὑρεῖν. ΚΔ'. Περὶ παραμονῆς, καὶ παραμενόντων· ὅτι παρα μονὴ ἔργον ἀνύει· καὶ χρὴ οὐ μόνον εὐνοϊκώς, ἀλλὰ καὶ παραμονητικῶς διακείσθαι πρὸς τοὺς προσλαβόντας, καὶ μηδένα ὡς ἔτυχε, καὶ ἀνεξ ετάστως εἰς ὑπηρεσίαν παραμονῆς εἰσδέχεσθαι. S. JOANNIS DAMASCENI VII. De juramentis et determinationibus minime bonis: quod his non sit adhærendum. VIII. De iis qui jurare amant : et quod jusjuran- dum perperam non sit assumendum, nec pror- sus jurare oporteat. . De iis qui juramenta pessumdant et peje- rant. X. * De tenui cultu, paupertate, et sufficientia. XI. De orphanis et viduis. XII. De vino et ejus usu. XIII. De opinione sui et tumore animi. XIV. De iis qui brevem et qui longam vitam agunt. XV. De oculis et visu. XVI. De bono nomine et gratioso. XVII. De nomine non bono, nec gratioso. XVIII. * Quod Deus non sit auctor malorum : quod- que malum, neque sit, nec suapte natura con- sistat. XIX. De nomine Dei. Lillera cepta. ingenuoque animo suscipiunt et tolerant quæ måla accidunt. Hoc enim facere necesse est. III. De iis qui salutarem Dei castigationem ad emendationem suam non recipiunt. IV. * De libertate: et quomodo quis possit libe- rum accessum babere. V. De oblationibus dignis et acceptis : nec non de impuris, nec acceptu dignis. VI. De Dei tentatione: et quod Deus minime sit tentandus. • VII. De tentationibus : quod aliæ quidem exstrin- secus oriuntur ad manifestandum voluntatis nostræ arcanum; aliæ ex nobis ipsis nascentes nes ipsos sui auctores habent, sive ad laudem, sive ad vituperium nostrum. • VIII. De hominibus indulgentibus ac facile ceden- tibus quod hoc pacificum sit, atque auimis profcuum. De pervicacibus, et qui nec tantillum cedere aut vinci patiuntur. X. De vicissitudinibus : quod vicissitudinibus ob- sistere non oporteat, quamlibet potentes simus, nec in eos qui insurgunt, superbire. Hoc enim pullaın utilitatem affert. XI. De bello ac belli legibus: et quod nostra peccata sint causæ bellorum, quæ adversum nos moventur. XII. " De bello civili. • XIII. De præda et direptione. XIV. * De iis qui irritant et exasperant. XV. De observatione et auguriis. XVI. De bono proposito et inductione animi, et honesta agendi ratione: quod Deus proposi- tum bonum velit cum suo subsidio, uti bona opera faciamus, quorum causa nos ipse finxit; ut tanquam bonorum operarii ejus honoribus digni simnus. XVII. De seductoribus et seductis. XVIII. De falsidicis. XIX. De falsariis. XX. De civitate impietate et iniquitate repleta. XXI. De iis qui peritissimi et eruditissimi sunt. XXII. De deposito. XXIII. De fideli, et unanimi, et secretorum conscio homine : quod raro invenitur. XXIV. De permanentia, et permanentibus : quod permanentia patratur opus : ac neque solum benevole, sed et perseveranter affici debemus erga eos qui nos suscipiunt, neminem vero te- mere ac sine examine ad domicili¡ obsequium admittere. 1. De conversatione irreprehensibili, et Deo ac- 1. De castigatione a Deo immissa, et iis qui grato 1. * Περὶ περιστάσεων· ὅτι οὐ χρὴ ἀντιμάχεσθαι 10. " Περὶ πλαστογράφων.
PG 96:461Περὶ πραότητος καὶ εὐλαβείας. ΜΑ. Περὶ προπετοῦς, καὶ ἀναιδοῦς, καὶ ὀργίλου, καὶ θυμώδους, καὶ ὀξυχόλου. ΜΒ. Περὶ πολιτείας ψεκτῆς ἀνηκόων, καὶ ἀνυποτάκτων, καὶ κακοηθῶν, καὶ πανουργῶν. ΜΓ. Περὶ πτωχῶν, καὶ πενήτων εὐγενῶς τὸν τῆς πτωχείας ζυγὸν φερόντων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ αὐτοὺς ἐκκλίνειν ἢ ἐξουθενεῖν. ΜΔ. Περὶ πτωχῶν καὶ πενήτων ἀχαρίστων καὶ βλασφήμων. ΜΕ. Περὶ παίδων τιμώντων γονεῖς, καὶ ὅσα ἕπεται ἀγαθὰ τοῖς ὑπακούουσιν αὐτοῖς. Μ. Περὶ πατραλοίων καὶ μητραλοίων· καὶ ὅσα ἕψεται αὐτοῖς ἀπειθοῦσι κακά. ΜΖ. Περὶ τοῦ παιδεύειν τοὺς γονεῖς τὰ ἴδια τέκνα καὶ σωφρονίζειν· εἰ γὰρ τοῦτο μὴ πράξωσι, τῆς ἐξ ἐκείνων γινομένης ἁμαρτίας καὶ αὐτοὶ μεθέξουσι. ΜΗ. Περὶ πρεσβυτέρων. ΜΘ. Περὶ προσφυγίου, καὶ τῶν προσφευγόντων ἐν ἱεροῖς τόποις· ὅτι χρὴ τοῖς μὲν ἀνευθύνοις βοηθεῖν, τοὺς δὲ ὑπαιτίους ἀποπέμπεσθαι. Ν. Περὶ πράσεως καὶ ἀγορασίας. ΝΑ. Περὶ προαιρέσεως καὶ διαθέσεως· καὶ ὅτι τὴν προαίρεσιν, καὶ ἐπὶ ἀγαθῷ, καὶ ἐπὶ κακῷ ἐξετάζει ὁ Θεός. ΝΒ. Περὶ παιδείας Θεοῦ κατὰ δοκιμὴν καὶ πεῖραν γινομένης. ΝΓ. Περὶ πλουσίων εὖ καὶ προσηκόντως βιούντων. ΝΔ Περὶ πλουσίων οὐκ εὖ βιούντων. ΝΕ.ΚΕ. Περὶ πίστεως καὶ εὐσεβείας εἰς Θεόν. Κα. Περὶ τῶν παραβεβηκότων τὴν εὐσέβειαν καὶ πίστιν, καὶ εἰς Θεὸν ἀσεβούντων. ΚΖ. Περὶ πονηρῶν, καὶ ἀσεβῶν, καὶ ἁμαρτωλῶν ἀνδρῶν. ΚΗ. ' Περὶ πονηρίας, καὶ κακίας, καὶ ἁμαρτίας. ΚΘ'. Περὶ πλησμονῆς, καὶ κόρου, καὶ γαστριμαρ γίας. Α΄. Περὶ πνευματικής προκοπῆς. ΑΔ'. Περὶ τῶν προσκαίρων καὶ τῶν αἰωνίων αγα- θῶν· καὶ ὅτι χρὴ τῶν παρόντων τὰ μέλλοντα προσ τιμᾶν. ΑΒ. Περὶ προνοίας· ὅτι κήδεται καὶ προνοεῖται ἡμῶν ὁ Θεός. ΑΓ. Περὶ προσπαθείας καὶ μερίμνης· ὅτι χρὴ ἀπροσ- καθώς διακείσθαι περὶ τὰ πράγματα. ΛΔ'. Περὶ προφητῶν ἀνδροφονησάντων καὶ εὐαρι- στησάντων Θεῷ. ΑΕ. Περὶ προφητῶν ἐπιτιμησάντων βασιλεῦσι μετὰ παρρησίας. ΑΓ'. Περί προγνώσεως Θεοῦ · καὶ ὅτι τὰ κρύφια καὶ ἄδηλα τῶν πραγμάτων τῷ Θεῷ χρὴ καταλιμπά νειν. Πάντα γὰρ αὐτῷ μόνῳ γνωστά. ΑΖ'. Περὶ παρθενίας, καὶ σωφροσύνης, καὶ γάμου σεμνοῦ. ΛΗ. Περὶ πορνείας, καὶ μοιχείας, καὶ ἀρσενοκοι- τίας. ΑΘ. Περὶ πείρας καὶ ἀπειρίας. Μ΄. Περὶ πραότητος καὶ εὐλαβείας. ΜΑ'. Περὶ προπετοῦς, καὶ ἀναιδοῦς, καὶ ἐργίλου, καὶ θυμώδους, καὶ ἐξυχόλου. ΜΒ. Περὶ πολιτείας ψεκτῆς ἀνηκόων, καὶ ἀνυποτά κτων, καὶ κακοηθῶν, καὶ πανουργών. ΜΓ. Περὶ πτωχῶν, καὶ πενήτων εὐγενῶς τὸν τῆς πτωχείας ζυγὸν φερόντων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ αὐτοὺς ἐκκλίνειν ἢ ἐξουθενεῖν. • ΜΔ'. Περὶ πτωχῶν καὶ πενήτων ἀχαρίστων καὶ βλασφήμων. ΜΕ. Περὶ παίδων τιμώντων γονεῖς, καὶ ὅσα ἔπεται ἀγαθὰ τοῖς ὑπακούουσιν αὐτοῖς. ΗϚ'. Περὶ πατραλαίων καὶ μητραλοίων· καὶ ὅσα ἕψεται αὐτοῖς ἀπειθοῦσι κακά. ΜΖ'. Περὶ τοῦ παιδεύειν τοὺς γονεῖς τὰ ἴδια τέκνα καὶ σωφρονίζειν· εἰ γὰρ τοῦτο μὴ πράξωσι, τῆς ἐξ ἐκείνων γινομένης αμαρτίας καὶ αὐτοὶ μεθ ἐξουσι. ΜΗ'. Περὶ πρεσβυτέρων. ΜΕ. Περὶ προσφυγίου, καὶ τῶν προσφευγόντων ἐν ἱεροῖς τόποις · ὅτι χρὴ τοῖς μὲν ἀνευθύνοις βοη- θεῖν, τοὺς δὲ ὑπαιτίως ἀποπέμπεσθαι. Ν'. Περὶ πράσεως καὶ ἀγορασίας. ΝΑ'. Περὶ προαιρέσεως καὶ διαθέσεως· καὶ ὅτι τὴν προαίρεσιν, καὶ ἐπὶ ἀγαθῷ, καὶ ἐπὶ κακῷ ἐξ- ετάζει ὁ Θεός. ΝΒ. Περὶ παιδείας Θεοῦ κατὰ δοκιμὴν καὶ πεῖραν γινομένης. ΝΓ. Περὶ πλουσίων εὖ καὶ προσηκόντως βιούν των. ΝΔ' ' Περὶ πλουσίων οὐκ εὖ βιούντων. ΝΕ'. · Περὶ τοῦ πλησίον· ὅτι χρὴ τὰ βάρη του πλη- σίον φέρειν, καὶ ἀντιλαμβάνεσθαι αὐτοῦ· καὶ ἐλέγχειν ἀγαπητικῶς τὰ ὡς εἰκὸς γενόμενα παρ' αὐτοῦ κακῶς, καὶ μὴ μνησικακεῖν αὐτῷ. Στοιχεῖον Ρ. Α΄. Περὶ ῥᾳθυμούντων, καὶ ἀμελούντων, καὶ κατα- φρονούντων. Β'. Περὶ ῥεμβομένων, καὶ πλανωμένων. . . Στοιχεῖον Σ. · Α'. Περὶ συγγενῶν· ὅτι χρὴ φιλοτίμως ἔχεσθαι τῆς τούτων κηδεμονίας. Β. Περὶ τοῦ συμπεριφέρεσθαι ἀλλήλοις, καὶ τὴν ἑνός τητα ποθεῖν. Τὸ γὰρ ἀπεσχισμένον τάχος επιβου- λεύεται: Σ. Ι. . PARALLELA RUPEFUCALDINA. XXV. De fide et pietate in Deun. XXVI. De iis qui pietatem fidemque violant, atque in Deum irreligiosi sunt. XXVII. De viris improbis, impiis, et peccatoribus. XXVIII. De improbitate, vitio, et peccato. XXIX. De satietate, nausea, et gula. . . XXX. De profectu spirituali. XXXI. De temporariis et æternis bonis : quod præsentibus futura sint anteponenda. XXXII. De providentia : quod Deus nostri curam habeat ac prospiciat. XXXIII. De acri siudio et sollicitudine : quod ne- quaquam oporteat res ninio studio prosequi. XXXIV. De prophetis qui viros occiderunt, ac Deo placuerunt. XXXV. De prophetis qui reges libere increparunt. XXXVI. De Dei præscientia : et quod occulta et obscura Deo relinquenda sint; quippe quæ solus ipse cognoscat. XXXVII. De virginitate, et castitate, et honestis nuptiis. XXXVIII. De scortatione, et adulterio, et præ postera venere. XXXIX. De periculo et inexperientia. XL. De mansuetudine et reverentia. ' XLI. De temerario, et imprudente, et iracundo, et excandescente, atque ad iram celeri. XLII. De vitiosa agendi ratione refractariorum, et contumacium, itemque malignorum, ac ver- sulorum. XLIII. De pauperibus et egenis, ex animo pau- pertatis jugum ferentibus: quodque non eos oporteat devitare aut aspernari. XLIV. De pauperibus et egenis ingratis et blas- phemis. XLV. De filiis qui parentes suos honorant : et quæ bona sequantur eos qui illis morem gerunt. XLVI. De filiis erga patres ac matres perfidis : et quæ illos qui obsequentes non sunt, mala subsequentur. XLVII. Quod filios proprios parentes debeant eru- dire : quod si non faciant, eorum et ipsi pecca- torum participes erunt. XLVIII. De presbyteris. XLIX. De perfugio, et iis qui ad sacra loca confu- giunt : quod illis qui insontes sunt, opem ferre oporteat; sontes vero expellere. L. De venditione et emptione. LI. De voluntate et dispositione : et quod volun- tatem, tam in bono, quam in malo Deus in- quiral. LII. De castigatione Dei, quæ probationis et peri- culi causa flat. LHI. De divitibus, qui bene atque uti decet vivunt. LIV. * De divicibus qui non recte vivunt. LV. De proximo : quod onera proximi porlare oporteat, eique auxilio esse, et cum charitate redarguere quæ ipse forsan male gesserit, nec ejus culpas memoria recolare. Listera P. I. De socordibus, negligentibusque, et contempto- ribus. II. De gyrovagis et errantibus. Littera De cognatis : quod eorum cura generose ge- renda sit. II. Quod nos mutuo fovere debeamus, et unitati studere. Quod enim scissum est, brevi insidiis patet.
PG 96:462Περὶ τοῦ πλησίον· ὅτι χρὴ τὰ βάρη τοῦ πλησίον φέρειν, καὶ ἀντιλαμβάνεσθαι αὐτοῦ· καὶ ἐλέγχειν ἀγαπητικῶς τὰ ὡς εἰκὸς γενόμενα παρ’ αὐτοῦ κακῶς, καὶ μὴ μνησικακεῖν αὐτῷ. Στοιχεῖον Ρ. Α. Περὶ ῥᾳθυμούντων, καὶ ἀμελούντων, καὶ καταφρονούντων. Β. Περὶ ῥεμβομένων, καὶ πλανωμένων. Στοιχεῖον Σ. Α. Περὶ συγγενῶν· ὅτι χρὴ φιλοτίμως ἔχεσθαι τῆς τούτων κηδεμονίας. Β. Περὶ τοῦ συμπεριφέρεσθαι ἀλλήλοις, καὶ τὴν ἑνότητα ποθεῖν. Τὸ γὰρ ἀπεσχισμένον τάχος ἐπιβουλεύεται. Γ. Περὶ τῶν ἑαυτοὺς συνιστανόντων· ὅτι μάτην κοπιῶσι. Πᾶσα γὰρ δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐκ θείας ψήφου τὸ βέβαιον καὶ καθαρὸν ἔχει. Δ. Περὶ σαρκικῶν ἀνθρώπων τῶν τοῖς σαρκικοῖς πάθεσι καταδεδουλωμένων. Ε. Περὶ συνηθείας πονηρᾶς· καὶ ὅτι δυνατὸν ἀποσυνηθίσαι τῶν κακῶν, ὅτι μὴ ἐκ φύσεως, ἀλλ’ ἐκ προαιρέσεως τὸ κακόν. 2. Περὶ σκανδάλων· ὅτι χρὴ πάσῃ δυνάμει φυλάττεσθαι, μὴ δοῦναι πρόσκομμα σκανδάλου μηδενί. Τῷ γὰρ αἰτίῳ τὸ κακὸν ἐπιγράφεται. Ζ. Περὶ συνεδρίου· ὅτι ἐπικίνδυνον καὶ ἐπιβλαβὲς τὸ συνελθεῖν καὶ ἐπικοινωνῆσαι συνεδρίῳ πονηρῶν καὶ ἐπιβούλων. Η. Περὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς, καὶ εὖ συνειδότων. Θ.ΚΕ. Περὶ πίστεως καὶ εὐσεβείας εἰς Θεόν. Κα. Περὶ τῶν παραβεβηκότων τὴν εὐσέβειαν καὶ πίστιν, καὶ εἰς Θεὸν ἀσεβούντων. ΚΖ. Περὶ πονηρῶν, καὶ ἀσεβῶν, καὶ ἁμαρτωλῶν ἀνδρῶν. ΚΗ. ' Περὶ πονηρίας, καὶ κακίας, καὶ ἁμαρτίας. ΚΘ'. Περὶ πλησμονῆς, καὶ κόρου, καὶ γαστριμαρ γίας. Α΄. Περὶ πνευματικής προκοπῆς. ΑΔ'. Περὶ τῶν προσκαίρων καὶ τῶν αἰωνίων αγα- θῶν· καὶ ὅτι χρὴ τῶν παρόντων τὰ μέλλοντα προσ τιμᾶν. ΑΒ. Περὶ προνοίας· ὅτι κήδεται καὶ προνοεῖται ἡμῶν ὁ Θεός. ΑΓ. Περὶ προσπαθείας καὶ μερίμνης· ὅτι χρὴ ἀπροσ- καθώς διακείσθαι περὶ τὰ πράγματα. ΛΔ'. Περὶ προφητῶν ἀνδροφονησάντων καὶ εὐαρι- στησάντων Θεῷ. ΑΕ. Περὶ προφητῶν ἐπιτιμησάντων βασιλεῦσι μετὰ παρρησίας. ΑΓ'. Περί προγνώσεως Θεοῦ · καὶ ὅτι τὰ κρύφια καὶ ἄδηλα τῶν πραγμάτων τῷ Θεῷ χρὴ καταλιμπά νειν. Πάντα γὰρ αὐτῷ μόνῳ γνωστά. ΑΖ'. Περὶ παρθενίας, καὶ σωφροσύνης, καὶ γάμου σεμνοῦ. ΛΗ. Περὶ πορνείας, καὶ μοιχείας, καὶ ἀρσενοκοι- τίας. ΑΘ. Περὶ πείρας καὶ ἀπειρίας. Μ΄. Περὶ πραότητος καὶ εὐλαβείας. ΜΑ'. Περὶ προπετοῦς, καὶ ἀναιδοῦς, καὶ ἐργίλου, καὶ θυμώδους, καὶ ἐξυχόλου. ΜΒ. Περὶ πολιτείας ψεκτῆς ἀνηκόων, καὶ ἀνυποτά κτων, καὶ κακοηθῶν, καὶ πανουργών. ΜΓ. Περὶ πτωχῶν, καὶ πενήτων εὐγενῶς τὸν τῆς πτωχείας ζυγὸν φερόντων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ αὐτοὺς ἐκκλίνειν ἢ ἐξουθενεῖν. • ΜΔ'. Περὶ πτωχῶν καὶ πενήτων ἀχαρίστων καὶ βλασφήμων. ΜΕ. Περὶ παίδων τιμώντων γονεῖς, καὶ ὅσα ἔπεται ἀγαθὰ τοῖς ὑπακούουσιν αὐτοῖς. ΗϚ'. Περὶ πατραλαίων καὶ μητραλοίων· καὶ ὅσα ἕψεται αὐτοῖς ἀπειθοῦσι κακά. ΜΖ'. Περὶ τοῦ παιδεύειν τοὺς γονεῖς τὰ ἴδια τέκνα καὶ σωφρονίζειν· εἰ γὰρ τοῦτο μὴ πράξωσι, τῆς ἐξ ἐκείνων γινομένης αμαρτίας καὶ αὐτοὶ μεθ ἐξουσι. ΜΗ'. Περὶ πρεσβυτέρων. ΜΕ. Περὶ προσφυγίου, καὶ τῶν προσφευγόντων ἐν ἱεροῖς τόποις · ὅτι χρὴ τοῖς μὲν ἀνευθύνοις βοη- θεῖν, τοὺς δὲ ὑπαιτίως ἀποπέμπεσθαι. Ν'. Περὶ πράσεως καὶ ἀγορασίας. ΝΑ'. Περὶ προαιρέσεως καὶ διαθέσεως· καὶ ὅτι τὴν προαίρεσιν, καὶ ἐπὶ ἀγαθῷ, καὶ ἐπὶ κακῷ ἐξ- ετάζει ὁ Θεός. ΝΒ. Περὶ παιδείας Θεοῦ κατὰ δοκιμὴν καὶ πεῖραν γινομένης. ΝΓ. Περὶ πλουσίων εὖ καὶ προσηκόντως βιούν των. ΝΔ' ' Περὶ πλουσίων οὐκ εὖ βιούντων. ΝΕ'. · Περὶ τοῦ πλησίον· ὅτι χρὴ τὰ βάρη του πλη- σίον φέρειν, καὶ ἀντιλαμβάνεσθαι αὐτοῦ· καὶ ἐλέγχειν ἀγαπητικῶς τὰ ὡς εἰκὸς γενόμενα παρ' αὐτοῦ κακῶς, καὶ μὴ μνησικακεῖν αὐτῷ. Στοιχεῖον Ρ. Α΄. Περὶ ῥᾳθυμούντων, καὶ ἀμελούντων, καὶ κατα- φρονούντων. Β'. Περὶ ῥεμβομένων, καὶ πλανωμένων. . . Στοιχεῖον Σ. · Α'. Περὶ συγγενῶν· ὅτι χρὴ φιλοτίμως ἔχεσθαι τῆς τούτων κηδεμονίας. Β. Περὶ τοῦ συμπεριφέρεσθαι ἀλλήλοις, καὶ τὴν ἑνός τητα ποθεῖν. Τὸ γὰρ ἀπεσχισμένον τάχος επιβου- λεύεται: Σ. Ι. . PARALLELA RUPEFUCALDINA. XXV. De fide et pietate in Deun. XXVI. De iis qui pietatem fidemque violant, atque in Deum irreligiosi sunt. XXVII. De viris improbis, impiis, et peccatoribus. XXVIII. De improbitate, vitio, et peccato. XXIX. De satietate, nausea, et gula. . . XXX. De profectu spirituali. XXXI. De temporariis et æternis bonis : quod præsentibus futura sint anteponenda. XXXII. De providentia : quod Deus nostri curam habeat ac prospiciat. XXXIII. De acri siudio et sollicitudine : quod ne- quaquam oporteat res ninio studio prosequi. XXXIV. De prophetis qui viros occiderunt, ac Deo placuerunt. XXXV. De prophetis qui reges libere increparunt. XXXVI. De Dei præscientia : et quod occulta et obscura Deo relinquenda sint; quippe quæ solus ipse cognoscat. XXXVII. De virginitate, et castitate, et honestis nuptiis. XXXVIII. De scortatione, et adulterio, et præ postera venere. XXXIX. De periculo et inexperientia. XL. De mansuetudine et reverentia. ' XLI. De temerario, et imprudente, et iracundo, et excandescente, atque ad iram celeri. XLII. De vitiosa agendi ratione refractariorum, et contumacium, itemque malignorum, ac ver- sulorum. XLIII. De pauperibus et egenis, ex animo pau- pertatis jugum ferentibus: quodque non eos oporteat devitare aut aspernari. XLIV. De pauperibus et egenis ingratis et blas- phemis. XLV. De filiis qui parentes suos honorant : et quæ bona sequantur eos qui illis morem gerunt. XLVI. De filiis erga patres ac matres perfidis : et quæ illos qui obsequentes non sunt, mala subsequentur. XLVII. Quod filios proprios parentes debeant eru- dire : quod si non faciant, eorum et ipsi pecca- torum participes erunt. XLVIII. De presbyteris. XLIX. De perfugio, et iis qui ad sacra loca confu- giunt : quod illis qui insontes sunt, opem ferre oporteat; sontes vero expellere. L. De venditione et emptione. LI. De voluntate et dispositione : et quod volun- tatem, tam in bono, quam in malo Deus in- quiral. LII. De castigatione Dei, quæ probationis et peri- culi causa flat. LHI. De divitibus, qui bene atque uti decet vivunt. LIV. * De divicibus qui non recte vivunt. LV. De proximo : quod onera proximi porlare oporteat, eique auxilio esse, et cum charitate redarguere quæ ipse forsan male gesserit, nec ejus culpas memoria recolare. Listera P. I. De socordibus, negligentibusque, et contempto- ribus. II. De gyrovagis et errantibus. Littera De cognatis : quod eorum cura generose ge- renda sit. II. Quod nos mutuo fovere debeamus, et unitati studere. Quod enim scissum est, brevi insidiis patet.
PG 96:463Περὶ συνειδήσεως πονηρᾶς, καὶ αὐτοκατακρίτων. Ι. Περὶ τῶν τῇ οἰκείᾳ συνειδήσει ἀμαυρουμένων. ΙΑ. Περὶ συμβούλου. ΙΒ. Περὶ τῶν συμβουλίαν καὶ ἔλεγχον δεχομένων χρὴ δὲ γινώσκειν ποταπὸς ὁ σύμβουλος. ΙΓ. Περὶ τῶν συμβουλίαν καὶ ἔλεγχον μὴ δεχομένων. ΙΔ. Περὶ σκληροτραχήλων. ΙΕ. Περὶ σχηματαρίων. Ι. Περὶ συμμέτρου καταστάσεως, καὶ τοῦ, μηδὲν ἄγαν. ΙΖ. Περὶ συναντημάτων καὶ ἀπροσδοκήτως συμβαινόντων τισίν· ὧν ἡ γνῶσις ἡμῖν μὲν ἴσως ἄγνωστος, Θεῷ δὲ εὔγνωστος. ΙΗ. Περὶ συγκαταβάσεως, καὶ συμπαθείας εἰς ἀλλήλους· ὅτι ὑπὲρ θυσίας τῷ φιλανθρώπῳ καὶ ἀνενδεεῖ Θεῷ ἀρεστά. ΙΘ. Περὶ σοφῶν καὶ συνετῶν ἀνδρῶν καὶ ὅτι χρὴ αὐτοὺς ἑτοίμους εἶναι εἰς ὠφέλειαν πάντων. Κ. Περὶ σωφρονισμοῦ· καὶ ὅτι χρὴ ἡμᾶς διὰ τῶν ἀλλοτρίων κακῶν σωφρονίζεσθαι. ΚΑ. Περὶ σπουδῆς· ὅτι ἀνόνητος πᾶσα σπουδὴ μὴ βουλομένου Θεοῦ· καὶ ὅτι ὑπὸ Θεοῦ κατευθύνονται αἱ ὁδοὶ τῶν ἀνθρώπων, αἵ τε πρὸς τὸ ἀγαθὸν, αἵ τε πρὸς ἄμυναν τῶν ἀτακτούντων πολεμίων. ΚΒ. Περὶ τοῦ ἁγίου σταυροῦ προφητεῖαι. ΚΓ. Περὶ σοφίας κοσμικῆς Ἡσαί̈ου προφήτου. ΚΔ. Περὶ τῶν συμβαινόντων καὶ ἐμπιπτόντων ἐκ παραλόγου. ΚΕ. Περὶ στρατιωτῶν. Κ.*ΧΗΙ. - Γ'. ' Περὶ τῶν ἑαυτοὺς συνιστανόντων ὅτι μάτην κοπιῶσι. Πᾶσα γὰρ δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐκ θείας ψήφου τὸ βέβαιον καὶ καθαρὸν ἔχει. Δ'. · Περὶ σαρκικῶν ἀνθρώπων τῶν τοῖς σαρκικοῖς πάθεσι καταδεδουλωμένων. Ε΄. Περὶ συνηθείας πονηρᾶς· καὶ ὅτι δυνατὸν ἀπο- συνηθίσαι τῶν κακῶν, ὅτι μὴ ἐκ φύσεως, ἀλλ᾽ ἐκ προαιρέσεως τὸ κακόν. Γ΄. Περὶ σκανδάλων· ὅτι χρὴ πάσῃ δυνάμει φυλάττε- σθαι, μὴ δοῦναι πρόσκομμα σκανδάλου μηδενί. Τῷ γὰρ αἰτίῳ τὸ κακὸν ἐπιγράφεται. Ζ΄. Περὶ συνεδρίου· ὅτι ἐπικίνδυνον καὶ ἐπιβλαβές τὸ συνελθεῖν καὶ ἐπικοινωνῆσαι συνεδρίῳ πονη- ρῶν καὶ ἐπιβούλων. Η'. * Περὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς, καὶ εὖ συνειδότων. Θ'. Περὶ συνειδήσεως πονηρᾶς, καὶ αὐτοκατακρί των. Ι΄. Περὶ τῶν τῇ οἰκεία συνειδήσει ἀμαυρουμένων, ΙΑ'. " Περὶ συμβούλου. ΙΒ'. Περὶ τῶν συμβουλίαν καὶ ἔλεγχον δεχομένων· χρὴ δὲ γινώσκειν ποταπὸς ὁ σύμβουλος. ΙΓ΄. Περὶ τῶν συμβουλίαν καὶ ἔλεγχον μὴ δεχομένων. ΙΔ'. * Περὶ σκληροτραχήλων. ΙΕ΄. * Περὶ σχηματαρίων. 1Ϛ'. Περί συμμέτρου καταστάσεως, καὶ τοῦ, μηδὲν ἄγαν. ΙΖ'. Περὶ συναντημάτων καὶ ἀπροσδοκήτως συμ- βαινόντων τισίν · ὧν ἡ γνῶσις ἡμῖν μὲν ἴσως ἄγνωστος, Θεῷ δὲ εὐγνωστος. ΙΗ'. Περί συγκαταβάσεως, καὶ συμπαθείας εἰς ἀλλή λους· ὅτι ὑπὲρ θυσίας τῷ φιλανθρώπῳ καὶ ἀνεν δεεῖ Θεῷ ἀρεστά. ΙΘ'. Περὶ σοφῶν καὶ συνετῶν ἀνδρῶν, καὶ ὅτι χρή αὐτοὺς ἑτοίμους εἶναι εἰς ὠφέλειαν πάντων. Κ'. Περὶ σωφρονισμού· καὶ ὅτι χρὴ ἡμᾶς διὰ τῶν ἀλ λοτρίων κακῶν σωφρονίζεσθαι. ΚΑ'. Περὶ σπουδῆς· ὅτι ἀνόνητος πᾶσα σπουδὴ μὴ βουλομένου Θεοῦ· καὶ ὅτι ὑπὸ Θεοῦ κατευθύνονται αἱ ὁδοὶ τῶν ἀνθρώπων, αἵ τε πρὸς τὸ ἀγαθὸν, απ τε ποὺς ἄμυναν τῶν ἀτακτούντων πολεμίων. ΚΒ'. Περὶ τοῦ ἁγίου σταυροῦ προφητείαι. ΚΙ'. ' Περὶ σοφίας κοσμικῆς Ἡσαΐου προφήτου. ΚΔ'. Περὶ τῶν συμβαινόντων καὶ ἐμπιπτόντων ἐκ παραλόγου. ΚΕ. Περὶ στρατιωτῶν. Κα'. Περί συνδιαγωγής χρηστῶν ἀνδρῶν· καὶ ὅτι χρὴ ἀρίστοις ἀνδράσι κολλᾶσθαι καὶ μὴ πονηροῖς· εξομοιοῦται γάρ τις ἐκείνοις μεθ' ὧν τὰς διατρι βὰς ποιεῖται. ΚΖ'. Περί συνδιαγωγής κακῶν ἀνδρῶν· καὶ ὅτι χρή φεύγειν τὰς τῶν μοχθηρῶν ἑταιρείας, ὡς ὄλεθρον προξενούσας. ΚΗ'. Περὶ σοφίας, καὶ παιδείας, καὶ συνέσεως, καὶ φρονήσεως. ΚΘ'. Περὶ σιωπώντων καὶ βραχυλόγων· καὶ ὅτι μὴ χρὴ ἀποκρίνασθαι, πρὶν ἀκοῦσαι λόγον. Στοιχεῖον Τ. Δ'. - Περὶ ταχυλόγων καὶ πολυλόγων. Β'. Περὶ τιμῆς· ὅτι χρὴ τιμητικοὺς εἶναι. Γ'. Περὶ τάξεως καὶ καταστάσεως. Δ'. Περὶ τελειότητος· καὶ ὅτι οὐδεὶς ἄρτιος, καὶ τελειότατος, καὶ ἀνεπιδεὴς ἐν ἀνθρώποις τὸ σύνο ολον. Ε'. ' Περὶ τυφλών. Γ'. Περί τεχνιτών · καὶ τίνες τέχνας ἐφεύρον, $63 S. JOANNIS DAMASCENI . De illis qui seipsos commendant: quod vane laborent omne quippe datum optimum, ac donum perfectum desursum a divina sententia habet ut firmum ac purum sit. IV. De carnalibus hominibus, qui carnis affectioni- bus mancipantur. V. De mala consuetudine : quodque male congue- tudines deponi possint: quoniam malum non a natura, sed a voluntate pendet. Vi. De scandalis : quod pro omni nostra virili ca- vendum nobis sit ne offensionem scandali cui- quam demus. Malum quippe suo auctori ascri- bitur. Vil. • De consessu : quod periculosum perniciosum- que sit convenire et communicare cum consessu improborum et insidiosorum. VIII. De conscientia bona, et iis qui bene sibi conscii sunt. IX. De conscientia mala, et iis qui semetipsos condemnant. X. De iis qui conscientia propria obfuscati sunt. XI. De consiliario, XII. De iis qui consilium et reprehensionem susci- piunt : nosse vero attinet qualis consiliarius sit. XIII. De iis qui consilium et reprehensionem non suscipiunt. XIV. De illis qui duræ cervicis sunt. XV. De dissimulatoribus. Vi. De modesto statu, et illo effalo : Ne quid ni- mis. xvii. De casibus, et iis quæ inopinato quibusdam accidunt ; quorum cognitio nobis forsan aperta non est, sed Deo. XVIII. De indulgentia et commiseratione mutua : quod benignissimo, nihilque indigenti Deo hæc accepta sint. XIX. De sapientibus et prudentibus viris et quod eos præsto esse oporteat, ut cunctis ad- jumento sint. XX. De eruditione : et quod alienis malis nos oporteat erudiri. XXI. De studio: quod supervacaneum sit omne studium et conatus, Deo nolente: quodque a Deo dirigantur viæ hominuın, sive ad bonum, sive ad ultionem adversariorum, qui se inor- dinate gerunt. XXII. Prophetiæ de sancta cruce. De mundana sapientia Isaia prophetz. XXIV. De iis quæ contingunt et accidunt præter exspectationem. XXV. De militibus. XXVI. De virorum proborum contubernio: et quod viris optimis, ac non improbis adhæren- dum sit. Quisque enim similis fûit illorum qui- buscum commoratur. XXVII. De malorum virorum contubernio: et quod sceleratorum sint vitandæ societates, ceu gaæ interitum pariant. " XXVIII. De sapientia et disciplina, et intelli- gentia et prudentia. XXIX. · De tacentibus, et iis qui pauca dicunt : et quod non prius respondere oporteat, quam audisse sermonem. • Littera T. esse oporteat. III. De ordine et constitutione. • et perfectissimus, ac non indigus sit prorsus apud homines. V. * De cæcis. VI. De artificibus: et quinam artium fuerint in- ventores, 1. De iis qui cito, et qui multa loquuntur. 11. De honore : et quod ad honorandum promptos 19. De perfectione : et quod nemo exacte idoneus
PG 96:464Περὶ συνδιαγωγῆς χρηστῶν ἀνδρῶν· καὶ ὅτι χρὴ ἀρίστοις ἀνδράσι κολλᾶσθαι καὶ μὴ πονηροῖς· ἐξομοιοῦται γάρ τις ἐκείνοις μεθ’ ὧν τὰς διατριβὰς ποιεῖται. ΚΖ. Περὶ συνδιαγωγῆς κακῶν ἀνδρῶν· καὶ ὅτι χρὴ φεύγειν τὰς τῶν μοχθηρῶν ἑταιρείας, ὡς ὄλεθρον προξενούσας. ΚΗ. Περὶ σοφίας, καὶ παιδείας, καὶ συνέσεως, καὶ φρονήσεως. ΚΘ. Περὶ σιωπώντων καὶ βραχυλόγων· καὶ ὅτι μὴ χρὴ ἀποκρίνασθαι, πρὶν ἀκοῦσαι λόγον. Στοιχεῖον Τ. Α. Περὶ ταχυλόγων καὶ πολυλόγων. Β. Περὶ τιμῆς· ὅτι χρὴ τιμητικοὺς εἶναι. Γ. Περὶ τάξεως καὶ καταστάσεως. Δ. Περὶ τελειότητος· καὶ ὅτι οὐδεὶς ἄρτιος, καὶ τελειότατος, καὶ ἀνεπιδεὴς ἐν ἀνθρώποις τὸ σύνολον. Ε. Περὶ τυφλῶν. 2. Περὶ τεχνιτῶν καὶ τίνες τέχνας ἐφεῦρον. Ζ. Περὶ ταπεινοφρονούντων, καὶ πτωχῶν τῷ πνεύματι. Η. Περὶ τοῦ, ὅτι Κύριος ταπεινοῖ καὶ ὑψοῖ. Στοιχεῖον Υ. Α. Περὶ ὑγείας καὶ εὐρωστίας. Β. Περὶ ὑποκρίσεως καὶ ὑποκριτῶν. Γ. Περὶ ὑποδειγμάτων καὶ ὑπογραμμῶν θείων καὶ σωτηρίων τοῖς ἐθέλουσι ζῇν εὐσεβῶς. Δ. Περὶ ὕπνου· ὅτι σκιὰν μὲν θανάτου, σημεῖον δὲ ἐναργέστατον ἀναστάσεως φέρει ἡ πρὸς ὕπνον ἔκστασις, καὶ αὖθις ἔκνηψις. Ε. Περὶ ὑπακοῆς καὶ ὑποταγῆς. 2.*ΧΗΙ. - Γ'. ' Περὶ τῶν ἑαυτοὺς συνιστανόντων ὅτι μάτην κοπιῶσι. Πᾶσα γὰρ δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐκ θείας ψήφου τὸ βέβαιον καὶ καθαρὸν ἔχει. Δ'. · Περὶ σαρκικῶν ἀνθρώπων τῶν τοῖς σαρκικοῖς πάθεσι καταδεδουλωμένων. Ε΄. Περὶ συνηθείας πονηρᾶς· καὶ ὅτι δυνατὸν ἀπο- συνηθίσαι τῶν κακῶν, ὅτι μὴ ἐκ φύσεως, ἀλλ᾽ ἐκ προαιρέσεως τὸ κακόν. Γ΄. Περὶ σκανδάλων· ὅτι χρὴ πάσῃ δυνάμει φυλάττε- σθαι, μὴ δοῦναι πρόσκομμα σκανδάλου μηδενί. Τῷ γὰρ αἰτίῳ τὸ κακὸν ἐπιγράφεται. Ζ΄. Περὶ συνεδρίου· ὅτι ἐπικίνδυνον καὶ ἐπιβλαβές τὸ συνελθεῖν καὶ ἐπικοινωνῆσαι συνεδρίῳ πονη- ρῶν καὶ ἐπιβούλων. Η'. * Περὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς, καὶ εὖ συνειδότων. Θ'. Περὶ συνειδήσεως πονηρᾶς, καὶ αὐτοκατακρί των. Ι΄. Περὶ τῶν τῇ οἰκεία συνειδήσει ἀμαυρουμένων, ΙΑ'. " Περὶ συμβούλου. ΙΒ'. Περὶ τῶν συμβουλίαν καὶ ἔλεγχον δεχομένων· χρὴ δὲ γινώσκειν ποταπὸς ὁ σύμβουλος. ΙΓ΄. Περὶ τῶν συμβουλίαν καὶ ἔλεγχον μὴ δεχομένων. ΙΔ'. * Περὶ σκληροτραχήλων. ΙΕ΄. * Περὶ σχηματαρίων. 1Ϛ'. Περί συμμέτρου καταστάσεως, καὶ τοῦ, μηδὲν ἄγαν. ΙΖ'. Περὶ συναντημάτων καὶ ἀπροσδοκήτως συμ- βαινόντων τισίν · ὧν ἡ γνῶσις ἡμῖν μὲν ἴσως ἄγνωστος, Θεῷ δὲ εὐγνωστος. ΙΗ'. Περί συγκαταβάσεως, καὶ συμπαθείας εἰς ἀλλή λους· ὅτι ὑπὲρ θυσίας τῷ φιλανθρώπῳ καὶ ἀνεν δεεῖ Θεῷ ἀρεστά. ΙΘ'. Περὶ σοφῶν καὶ συνετῶν ἀνδρῶν, καὶ ὅτι χρή αὐτοὺς ἑτοίμους εἶναι εἰς ὠφέλειαν πάντων. Κ'. Περὶ σωφρονισμού· καὶ ὅτι χρὴ ἡμᾶς διὰ τῶν ἀλ λοτρίων κακῶν σωφρονίζεσθαι. ΚΑ'. Περὶ σπουδῆς· ὅτι ἀνόνητος πᾶσα σπουδὴ μὴ βουλομένου Θεοῦ· καὶ ὅτι ὑπὸ Θεοῦ κατευθύνονται αἱ ὁδοὶ τῶν ἀνθρώπων, αἵ τε πρὸς τὸ ἀγαθὸν, απ τε ποὺς ἄμυναν τῶν ἀτακτούντων πολεμίων. ΚΒ'. Περὶ τοῦ ἁγίου σταυροῦ προφητείαι. ΚΙ'. ' Περὶ σοφίας κοσμικῆς Ἡσαΐου προφήτου. ΚΔ'. Περὶ τῶν συμβαινόντων καὶ ἐμπιπτόντων ἐκ παραλόγου. ΚΕ. Περὶ στρατιωτῶν. Κα'. Περί συνδιαγωγής χρηστῶν ἀνδρῶν· καὶ ὅτι χρὴ ἀρίστοις ἀνδράσι κολλᾶσθαι καὶ μὴ πονηροῖς· εξομοιοῦται γάρ τις ἐκείνοις μεθ' ὧν τὰς διατρι βὰς ποιεῖται. ΚΖ'. Περί συνδιαγωγής κακῶν ἀνδρῶν· καὶ ὅτι χρή φεύγειν τὰς τῶν μοχθηρῶν ἑταιρείας, ὡς ὄλεθρον προξενούσας. ΚΗ'. Περὶ σοφίας, καὶ παιδείας, καὶ συνέσεως, καὶ φρονήσεως. ΚΘ'. Περὶ σιωπώντων καὶ βραχυλόγων· καὶ ὅτι μὴ χρὴ ἀποκρίνασθαι, πρὶν ἀκοῦσαι λόγον. Στοιχεῖον Τ. Δ'. - Περὶ ταχυλόγων καὶ πολυλόγων. Β'. Περὶ τιμῆς· ὅτι χρὴ τιμητικοὺς εἶναι. Γ'. Περὶ τάξεως καὶ καταστάσεως. Δ'. Περὶ τελειότητος· καὶ ὅτι οὐδεὶς ἄρτιος, καὶ τελειότατος, καὶ ἀνεπιδεὴς ἐν ἀνθρώποις τὸ σύνο ολον. Ε'. ' Περὶ τυφλών. Γ'. Περί τεχνιτών · καὶ τίνες τέχνας ἐφεύρον, $63 S. JOANNIS DAMASCENI . De illis qui seipsos commendant: quod vane laborent omne quippe datum optimum, ac donum perfectum desursum a divina sententia habet ut firmum ac purum sit. IV. De carnalibus hominibus, qui carnis affectioni- bus mancipantur. V. De mala consuetudine : quodque male congue- tudines deponi possint: quoniam malum non a natura, sed a voluntate pendet. Vi. De scandalis : quod pro omni nostra virili ca- vendum nobis sit ne offensionem scandali cui- quam demus. Malum quippe suo auctori ascri- bitur. Vil. • De consessu : quod periculosum perniciosum- que sit convenire et communicare cum consessu improborum et insidiosorum. VIII. De conscientia bona, et iis qui bene sibi conscii sunt. IX. De conscientia mala, et iis qui semetipsos condemnant. X. De iis qui conscientia propria obfuscati sunt. XI. De consiliario, XII. De iis qui consilium et reprehensionem susci- piunt : nosse vero attinet qualis consiliarius sit. XIII. De iis qui consilium et reprehensionem non suscipiunt. XIV. De illis qui duræ cervicis sunt. XV. De dissimulatoribus. Vi. De modesto statu, et illo effalo : Ne quid ni- mis. xvii. De casibus, et iis quæ inopinato quibusdam accidunt ; quorum cognitio nobis forsan aperta non est, sed Deo. XVIII. De indulgentia et commiseratione mutua : quod benignissimo, nihilque indigenti Deo hæc accepta sint. XIX. De sapientibus et prudentibus viris et quod eos præsto esse oporteat, ut cunctis ad- jumento sint. XX. De eruditione : et quod alienis malis nos oporteat erudiri. XXI. De studio: quod supervacaneum sit omne studium et conatus, Deo nolente: quodque a Deo dirigantur viæ hominuın, sive ad bonum, sive ad ultionem adversariorum, qui se inor- dinate gerunt. XXII. Prophetiæ de sancta cruce. De mundana sapientia Isaia prophetz. XXIV. De iis quæ contingunt et accidunt præter exspectationem. XXV. De militibus. XXVI. De virorum proborum contubernio: et quod viris optimis, ac non improbis adhæren- dum sit. Quisque enim similis fûit illorum qui- buscum commoratur. XXVII. De malorum virorum contubernio: et quod sceleratorum sint vitandæ societates, ceu gaæ interitum pariant. " XXVIII. De sapientia et disciplina, et intelli- gentia et prudentia. XXIX. · De tacentibus, et iis qui pauca dicunt : et quod non prius respondere oporteat, quam audisse sermonem. • Littera T. esse oporteat. III. De ordine et constitutione. • et perfectissimus, ac non indigus sit prorsus apud homines. V. * De cæcis. VI. De artificibus: et quinam artium fuerint in- ventores, 1. De iis qui cito, et qui multa loquuntur. 11. De honore : et quod ad honorandum promptos 19. De perfectione : et quod nemo exacte idoneus
PG 96:465Περὶ ὑβριστῶν. Ζ. Περὶ ὑπολήψεως πονηρᾶς. Η. Περὶ τῶν ὑπισχνουμένων μὲν ἐπικουρεῖν, μὴ πληρούντων δὲ τὰς ἰδίας ὑποσχέσεις. Θ. Περὶ τῶν ὑπούλως πρός τινα διακειμένων. Ι. Περὶ ὑδροποτούντων. ΙΑ. Περὶ ὕπνου καὶ ἀϋπνίας. ΙΒ. Περὶ υἱοῦ σοφοῦ. ΙΓ. Περὶ υἱοῦ ἄφρονος, καὶ πονηροῦ, καὶ ἀπαιδεύτου. ΙΔ. Περὶ ὑετοῦ καὶ βροχῆς. ΙΕ. Περὶ ὑπονοίας· ὅτι χρὴ φεύγειν τὰς ἀφορμὰς τὰς τικτούσας ὑπονοίας κακάς. Ι. Περὶ ὑπερηφάνων, καὶ σοβαρῶν, καὶ ἀλαζόνων, καὶ κενοδόξων. ΙΖ. Περὶ ὑπομονῆς καὶ μακροθυμίας. ΙΗ. Περὶ ὑπομενόντων, ἀλλ’ ὀλιγοψυχούντων. Στοιχεῖον Φ. Α. Περὶ φιλαρχίας. Β. Περὶ φθόνου καὶ ζήλου. Γ. Περὶ φαρμάκων. Δ. Περὶ φονέων. Ε. Περὶ φιλαμαρτούντων. 2. Περὶ φιλομέμπτων, καὶ φιλεγκλημόνων, καὶ μεμψιμοίρων, καὶ φιλοδικασίμων. Ζ. Περὶ φήμης· ὅτι οὐ χρὴ ἐν πάσῃ φήμῃ ταράςσεσθαι. Η. Περὶ τῶν φυλαττόντων τὴν ἑαυτῶν γλῶσσαν. Θ. Περὶ τῶν μὴ φυλαττόντων τὴν ἑαυτῶν γλῶςσαν. Ι. Περὶ φλυαρῶν. ΙΑ. Περὶ φορῶν δημοσίων· ὅτι θείᾳ κρίσει ἐπὶ κοινῇ σωτηρίᾳ ἐτάχθησαν, ὅπως ἐκ κοινοῦ ἐράνου σύστασιν ἔχῃ τὸ πολιτικόν. Διὸ καὶ εὐσεβεῖς εἰσφοραὶ ἀνηγορεύθησαν. ΙΒ.| 1 $65 PARALLELA RUPEFUCALDINA. Σ. Περὶ ταπεινοφρονούντων, καὶ πτωχῶν τῷ πνεύ ματι. Ε. Περὶ τοῦ, ὅτι Κύριος ταπεινοῖ καὶ ὑψοῖ. Στοιχεῖον Υ. Α΄. Περὶ ὑγείας καὶ εὐρωστίας. Β. Περὶ ὑποκρίσεως καὶ ὑποκριτῶν. Γ. Περὶ ὑποδειγμάτων καὶ ὑπογραμμῶν θείων καὶ σωτηρίων τοῖς ἐθέλουσι ζήν εὐσεβῶς. ἐναργέστατον ἀναστάσεως φέρει ἡ πρὸς ὕπνον ἔκστασις, καὶ αὖθις ἔκνηψις. Ε. · Περὶ ὑπακοῆς καὶ ὑποταγῆς. Γ. Περὶ ὑβριστών. Ζ. Περὶ ὑπολήψεως πονηράς. Η. Περὶ τῶν ὑπισχνουμένων μὲν ἐπικουρεῖν, μὴ πληρούντων δὲ τὰς ἰδίας ὑποσχέσεις. Θ. Περὶ τῶν ὑπούλως πρός τινα διακειμένων. ΙΔ΄. Περὶ ὕπνου καὶ ἀϋπνίας. ΙΒ΄. Περὶ υἱοῦ σοφοῦ. Η. Περὶ υἱοῦ ἄφρονος, καὶ πονηροῦ, καὶ ἀπαι δεύτου. ΙΔ'. Περὶ ὑετοῦ καὶ βροχῆς. ΙΕ. Περὶ ὑπονοίας· ὅτι χρὴ φεύγειν τὰς ἀφορμάς τὰς τικτούσας ὑπονοίας κακάς. 14'. Περὶ ὑπερηφάνων, καὶ σοβαρῶν, καὶ ἀλαζόνων, καὶ κενοδόξων. ΙΖ΄. Περὶ ὑπομονῆς καὶ μακροθυμίας. ΙΗ'. Περὶ ὑπομενόντων, ἀλλ᾽ ὀλιγοψυχούντων. • Δ΄. Περὶ φιλαρχίας. Στοιχεῖον Φ. Β. Περὶ φθόνου καὶ ζήλου. Γ. * Περὶ φαρμάκων. Δ'. Περὶ φονέων. • Ε. Περὶ φιλαμαρτούντων. Γ. Περὶ φιλομέμπτων, καὶ φιλεγκλημόνων, καὶ μεμψιμοίρων, καὶ φιλοδικασίμων. Ζ. Περὶ φήμης · ὅτι οὐ χρὴ ἐν πάσῃ φήμη ταράς- σεσθαι. Η'. Περὶ τῶν φυλαττόντων τὴν ἑαυτῶν γλῶσσαν. Γ. Περὶ τῶν μὴ φυλαττόντων τὴν ἑαυτῶν γλῶσ • σαν. ΙΑ'. ' Περί φορών δημοσίων· ὅτι θείᾳ κρίσει ἐπὶ κοινῇ σωτηρίᾳ ἐτάχθησαν, ὅπως ἐκ κοινοῦ ἐρά- νου σύστασιν ἔχῃ τὸ πολιτικόν. Διὸ καὶ εὐσεβεῖς εἰσφοραὶ ἀνηγορεύθησαν. ΙΒ'. Περὶ φιλανθρωπίας, καὶ ἀγαθότητος, καὶ μας κροθυμίας, καὶ πραότητος Θεοῦ· καὶ ὅτι κρείσσον ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ, καὶ μὴ εἰς χεῖρας ἀγ θρώπων. ΙΓ'. Περὶ φυσικῶν. 'Δ'. Περὶ φιλέργων καὶ σπουδαίων· ὅτι χρὴ ποιεῖν· ὠφέλειαν γὰρ ἔχει. ΙΕ΄. Περὶ φίλων χρηστών. 15'. Περὶ φίλων μοχθηρών. ΙΖ΄. Περὶ φιλοτιμουμένων καὶ μεταδοτικῶν· καὶ ὅτι ἡ φιλοτιμία σωτηρίαν προξενεί. ΤΗ. Περὶ φειδωλῶν, καὶ ἀμεταδότων, καὶ κνιπῶν· καὶ ὅτι κινδύνοις περιπίπτουσιν οἱ τοιοῦτοι. ΙΘ'. * Περὶ φιλαδελφίας. Στοιχεῖον Χ. Α'. ' Περὶ χαρίσματος· ὅτι χρή σπουδάζειν διὰ τῆς καλλίστης ἀναστροφής χάριν ἔχειν πρὸς Θεὸν, καὶ πρὸς πάντας οικοδομήν. Δ΄. Περὶ χαρισμάτων καὶ δωρημάτων Θεοῦ· καὶ ὅτι βίῳ σεμνῷ ἀντιδίδονται παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ε΄. Περὶ χαλεπῶν καὶ ἀνοσίων πράξεων. Γ'. Περὶ Χριστιανισμοῦ, καὶ τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλη- σίας. 46€ VII. De iis qui demisse sentiunt, et de pauperibus spiritu. . VIII. De hoc effato: Deus humiliat et sublevat. Lillera Y. I. De sanitate et firma valetudine. II. De hypocrisi et hypocritis. • III. De exemplis et speciminibus divinis ac salu- taribus erga eos qui pie vivere volunt. IV. De somno : quod mortis quidem umbram ge- rat; signum vero clarissimum resurrectionis sit somni sopor, et rursum expergefactio. V. De obedientia et submissione. 746 Vl. De conviciatoribus. Vii. De mala opinione. VIII. De iis qui opem pollicentur, nec tamen pro- missis suis stant. ΙΧ. . De iis qui subdolo erga aliquem animo sunt. X. De abstemiis. XI. De somno et vigilia. XII. De filio sapiente. XIII. De filio amente, improbo, et inculto. XIV. De imbre et pluvia. XV. De suspicione : quod occasiones sint fugien- dæ, quibus suspiciones malæ pariantur. XVI. De superbis et ferocibus, arrogantibusque, et vana gloria insanis. XVII. De sustinentia et patientia. XVIII. De iis qui sustinent, sed pusillo animo sunt. Littera Φ. L. De dominandi libidine. H. De invidentia et æmulatione. • UL. De remediis. IV. De homicidis. • V. De iis qui ex animo peccant. • VI. De querulis et murmurantibus, et iis qul ægre sunt contenti, et injuriam ultro causan- tur. VII. De rumore: et quod non conveniat ad oin- nem rumorem perturbari. . VIII. De iis qui linguam suam custodiunt. IX.‘* De iis qui linguam suam non custodiunt. X. * De nugacibus. . XI. De tributis publicis : quod divino judicio sint ordinata ad communem salutem, ut ex com- muni calculo reipublicæ regimen consistat: unde et pia vectigalia nuncupala sunt. XII. De humanitate, et bonitate, et patientia, et mansuetudine Dei : et quod melius sit incidere in Dei manus, quam in manus hominum. XIII. De naturalibus. XIV. De operandi studiosis et diligentibus: quod- que laborandum sit; quippe quod utilitatem afferat. XV. De amicis probis. XVI. De amicis sceleratis. XVII. De munificis, et iis qui impertiunt: quod. que munificentia salutifera sit. Xviii. De præparcis, tenacibus, et avaris : et quod ejusmodi homines in pericula incidant. XIX. De fraterno amore. . Littera X. I. * De favore : quod operam dare oporteat ut per optimam conversationem Deo placeamus, et omnium ædificationem procuremus. II. De pecuniis, et earum cupiditate ac studio. 1V. De muneribus ac donis Dei : quodque a Spi- ritu sancto propter vitam honestain tribuantur. 747 V. De nefandis et impuris actionibus. VI. De Christianismo et Ecclesia gentium. 3. Περὶ ὕπνου· ὅτι σκιὰν μὲν θανάτου, σημεῖον δὲ 1. Περὶ ὑδροποτούντων. 1. * Περὶ φλυαρών. 3. Περὶ χρημάτων, καὶ τῆς περὶ ταῦτα σπουδῆς. 1. Περὶ χαρᾶς καὶ θυμηδίας. 11. " De latitia et oblectatione.
Περὶ φιλανθρωπίας, καὶ ἀγαθότητος, καὶ μακροθυμίας, καὶ πραότητος Θεοῦ· καὶ ὅτι κρεῖσσον ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ, καὶ μὴ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων. ΙΓ. Περὶ φυσικῶν. ΙΔ. Περὶ φιλέργων καὶ σπουδαίων· ὅτι χρὴ ποιεῖν· ὠφέλειαν γὰρ ἔχει. ΙΕ. Περὶ φίλων χρηστῶν. Ι. Περὶ φίλων μοχθηρῶν. ΙΖ. Περὶ φιλοτιμουμένων καὶ μεταδοτικῶν· καὶ ὅτι ἡ φιλοτιμία σωτηρίαν προξενεῖ. ΙΗ. Περὶ φειδωλῶν, καὶ ἀμεταδότων, καὶ κνιπῶν· καὶ ὅτι κινδύνοις περιπίπτουσιν οἱ τοιοῦτοι. ΙΘ. Περὶ φιλαδελφίας. Στοιχεῖον Χ. Α. Περὶ χαρίσματος· ὅτι χρὴ σπουδάζειν διὰ τῆς καλλίστης ἀναστροφῆς χάριν ἔχειν πρὸς Θεὸν, καὶ πρὸς πάντας οἰκοδομήν. Β. Περὶ χρημάτων, καὶ τῆς περὶ ταῦτα σπουδῆς. Γ. Περὶ χαρᾶς καὶ θυμηδίας. Δ. Περὶ χαρισμάτων καὶ δωρημάτων Θεοῦ· καὶ ὅτι βίῳ σεμνῷ ἀντιδίδονται παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ε. Περὶ χαλεπῶν καὶ ἀνοσίων πράξεων. 2. Περὶ Χριστιανισμοῦ, καὶ τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας. Ζ. Περὶ τοῦ, ὅτι χρὴ Θεὸν φοβεῖσθαι μᾶλλον, ἢ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ αὐτῷ ἐν πᾶσι πειθαρχεῖν. Στοιχεῖον Ψ. Α. Περὶ ψυχῆς καὶ νοῦ. Β. Περὶ ψόγου. Γ. Περὶ ψιθυρισμοῦ καὶ ψιθυριστῶν. Δ. Περὶ ψεύδους καὶ συκοφαντίας. Στοιχεῖον Ω.| 1 $65 PARALLELA RUPEFUCALDINA. Σ. Περὶ ταπεινοφρονούντων, καὶ πτωχῶν τῷ πνεύ ματι. Ε. Περὶ τοῦ, ὅτι Κύριος ταπεινοῖ καὶ ὑψοῖ. Στοιχεῖον Υ. Α΄. Περὶ ὑγείας καὶ εὐρωστίας. Β. Περὶ ὑποκρίσεως καὶ ὑποκριτῶν. Γ. Περὶ ὑποδειγμάτων καὶ ὑπογραμμῶν θείων καὶ σωτηρίων τοῖς ἐθέλουσι ζήν εὐσεβῶς. ἐναργέστατον ἀναστάσεως φέρει ἡ πρὸς ὕπνον ἔκστασις, καὶ αὖθις ἔκνηψις. Ε. · Περὶ ὑπακοῆς καὶ ὑποταγῆς. Γ. Περὶ ὑβριστών. Ζ. Περὶ ὑπολήψεως πονηράς. Η. Περὶ τῶν ὑπισχνουμένων μὲν ἐπικουρεῖν, μὴ πληρούντων δὲ τὰς ἰδίας ὑποσχέσεις. Θ. Περὶ τῶν ὑπούλως πρός τινα διακειμένων. ΙΔ΄. Περὶ ὕπνου καὶ ἀϋπνίας. ΙΒ΄. Περὶ υἱοῦ σοφοῦ. Η. Περὶ υἱοῦ ἄφρονος, καὶ πονηροῦ, καὶ ἀπαι δεύτου. ΙΔ'. Περὶ ὑετοῦ καὶ βροχῆς. ΙΕ. Περὶ ὑπονοίας· ὅτι χρὴ φεύγειν τὰς ἀφορμάς τὰς τικτούσας ὑπονοίας κακάς. 14'. Περὶ ὑπερηφάνων, καὶ σοβαρῶν, καὶ ἀλαζόνων, καὶ κενοδόξων. ΙΖ΄. Περὶ ὑπομονῆς καὶ μακροθυμίας. ΙΗ'. Περὶ ὑπομενόντων, ἀλλ᾽ ὀλιγοψυχούντων. • Δ΄. Περὶ φιλαρχίας. Στοιχεῖον Φ. Β. Περὶ φθόνου καὶ ζήλου. Γ. * Περὶ φαρμάκων. Δ'. Περὶ φονέων. • Ε. Περὶ φιλαμαρτούντων. Γ. Περὶ φιλομέμπτων, καὶ φιλεγκλημόνων, καὶ μεμψιμοίρων, καὶ φιλοδικασίμων. Ζ. Περὶ φήμης · ὅτι οὐ χρὴ ἐν πάσῃ φήμη ταράς- σεσθαι. Η'. Περὶ τῶν φυλαττόντων τὴν ἑαυτῶν γλῶσσαν. Γ. Περὶ τῶν μὴ φυλαττόντων τὴν ἑαυτῶν γλῶσ • σαν. ΙΑ'. ' Περί φορών δημοσίων· ὅτι θείᾳ κρίσει ἐπὶ κοινῇ σωτηρίᾳ ἐτάχθησαν, ὅπως ἐκ κοινοῦ ἐρά- νου σύστασιν ἔχῃ τὸ πολιτικόν. Διὸ καὶ εὐσεβεῖς εἰσφοραὶ ἀνηγορεύθησαν. ΙΒ'. Περὶ φιλανθρωπίας, καὶ ἀγαθότητος, καὶ μας κροθυμίας, καὶ πραότητος Θεοῦ· καὶ ὅτι κρείσσον ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ, καὶ μὴ εἰς χεῖρας ἀγ θρώπων. ΙΓ'. Περὶ φυσικῶν. 'Δ'. Περὶ φιλέργων καὶ σπουδαίων· ὅτι χρὴ ποιεῖν· ὠφέλειαν γὰρ ἔχει. ΙΕ΄. Περὶ φίλων χρηστών. 15'. Περὶ φίλων μοχθηρών. ΙΖ΄. Περὶ φιλοτιμουμένων καὶ μεταδοτικῶν· καὶ ὅτι ἡ φιλοτιμία σωτηρίαν προξενεί. ΤΗ. Περὶ φειδωλῶν, καὶ ἀμεταδότων, καὶ κνιπῶν· καὶ ὅτι κινδύνοις περιπίπτουσιν οἱ τοιοῦτοι. ΙΘ'. * Περὶ φιλαδελφίας. Στοιχεῖον Χ. Α'. ' Περὶ χαρίσματος· ὅτι χρή σπουδάζειν διὰ τῆς καλλίστης ἀναστροφής χάριν ἔχειν πρὸς Θεὸν, καὶ πρὸς πάντας οικοδομήν. Δ΄. Περὶ χαρισμάτων καὶ δωρημάτων Θεοῦ· καὶ ὅτι βίῳ σεμνῷ ἀντιδίδονται παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ε΄. Περὶ χαλεπῶν καὶ ἀνοσίων πράξεων. Γ'. Περὶ Χριστιανισμοῦ, καὶ τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλη- σίας. 46€ VII. De iis qui demisse sentiunt, et de pauperibus spiritu. . VIII. De hoc effato: Deus humiliat et sublevat. Lillera Y. I. De sanitate et firma valetudine. II. De hypocrisi et hypocritis. • III. De exemplis et speciminibus divinis ac salu- taribus erga eos qui pie vivere volunt. IV. De somno : quod mortis quidem umbram ge- rat; signum vero clarissimum resurrectionis sit somni sopor, et rursum expergefactio. V. De obedientia et submissione. 746 Vl. De conviciatoribus. Vii. De mala opinione. VIII. De iis qui opem pollicentur, nec tamen pro- missis suis stant. ΙΧ. . De iis qui subdolo erga aliquem animo sunt. X. De abstemiis. XI. De somno et vigilia. XII. De filio sapiente. XIII. De filio amente, improbo, et inculto. XIV. De imbre et pluvia. XV. De suspicione : quod occasiones sint fugien- dæ, quibus suspiciones malæ pariantur. XVI. De superbis et ferocibus, arrogantibusque, et vana gloria insanis. XVII. De sustinentia et patientia. XVIII. De iis qui sustinent, sed pusillo animo sunt. Littera Φ. L. De dominandi libidine. H. De invidentia et æmulatione. • UL. De remediis. IV. De homicidis. • V. De iis qui ex animo peccant. • VI. De querulis et murmurantibus, et iis qul ægre sunt contenti, et injuriam ultro causan- tur. VII. De rumore: et quod non conveniat ad oin- nem rumorem perturbari. . VIII. De iis qui linguam suam custodiunt. IX.‘* De iis qui linguam suam non custodiunt. X. * De nugacibus. . XI. De tributis publicis : quod divino judicio sint ordinata ad communem salutem, ut ex com- muni calculo reipublicæ regimen consistat: unde et pia vectigalia nuncupala sunt. XII. De humanitate, et bonitate, et patientia, et mansuetudine Dei : et quod melius sit incidere in Dei manus, quam in manus hominum. XIII. De naturalibus. XIV. De operandi studiosis et diligentibus: quod- que laborandum sit; quippe quod utilitatem afferat. XV. De amicis probis. XVI. De amicis sceleratis. XVII. De munificis, et iis qui impertiunt: quod. que munificentia salutifera sit. Xviii. De præparcis, tenacibus, et avaris : et quod ejusmodi homines in pericula incidant. XIX. De fraterno amore. . Littera X. I. * De favore : quod operam dare oporteat ut per optimam conversationem Deo placeamus, et omnium ædificationem procuremus. II. De pecuniis, et earum cupiditate ac studio. 1V. De muneribus ac donis Dei : quodque a Spi- ritu sancto propter vitam honestain tribuantur. 747 V. De nefandis et impuris actionibus. VI. De Christianismo et Ecclesia gentium. 3. Περὶ ὕπνου· ὅτι σκιὰν μὲν θανάτου, σημεῖον δὲ 1. Περὶ ὑδροποτούντων. 1. * Περὶ φλυαρών. 3. Περὶ χρημάτων, καὶ τῆς περὶ ταῦτα σπουδῆς. 1. Περὶ χαρᾶς καὶ θυμηδίας. 11. " De latitia et oblectatione.
PG 96:466Περὶ ὥρας θανάτου· ὅτι ἡ πρὸς τὴν θείαν καὶ σωτήριον ἐντολὴν παρακοὴ τῆς κατὰ χάριν τοῦ Δημιουργοῦ ἀφθαρσίας καὶ ἀθανασίας ἀπεστέρησεν ἡμᾶς, καὶ τῷ μόχθῳ παρέδωκε καὶ θανάτῳ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Α. ΤΙΤΛ. Α. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως καὶ κατασκευῆς. Εἰρηναίου ἐκ τῶν κατὰ αἱρέσεων ἐλέγχων τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Ἐν τοῖς πρόσθεν χρόνοις ἐλέγομεν, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Τίτου ἐπισκόπου Βοστρῶν. Ῥητέον τοίνυν, ὅτι πρὸς τοῦ δημιουργήσαντος ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν βίον παρήχθη, ἐμπορευσόμενος ἕτερον οὐδὲν, ἢ μόνον εὐσέβειαν καὶ ἀρετήν. Ταῦτα γὰρ κτησάμενος, καλῶς ἂν διανήξαιτο τόνδε τὸν βίον· ἀμελήσας δὲ τούτων, χαλεπῶς ἂν διαβαπτισθείη πλανώμενος. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ’ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Πάντα συνέστηκεν, κ. τ. ε. ΤΙΤΛ. Β. Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι αὐτεξούσιον αὐτὸν πεποίηκεν ὁ Θεὸς, καὶ ἡγεμόνα τῶν ἐπιγείων ἁπάντων. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου. Τέλειοι ὄντες, τέλεια φρονεῖτε. Θέλουσι γὰρ ἡμῖν εὖ πράττειν, Θεὸς ἕτοιμος εἰς τὸ παρέχειν. Τοῦ ἁγίου Ἀντιπάτρου Βοστρῶν. Ἀί̈διος οὐσία τροπῆς ἀποσκίασμα παθεῖν οὐκ ἀνέχεται. Οὔτε γὰρ δύναται.| 1 $65 PARALLELA RUPEFUCALDINA. Σ. Περὶ ταπεινοφρονούντων, καὶ πτωχῶν τῷ πνεύ ματι. Ε. Περὶ τοῦ, ὅτι Κύριος ταπεινοῖ καὶ ὑψοῖ. Στοιχεῖον Υ. Α΄. Περὶ ὑγείας καὶ εὐρωστίας. Β. Περὶ ὑποκρίσεως καὶ ὑποκριτῶν. Γ. Περὶ ὑποδειγμάτων καὶ ὑπογραμμῶν θείων καὶ σωτηρίων τοῖς ἐθέλουσι ζήν εὐσεβῶς. ἐναργέστατον ἀναστάσεως φέρει ἡ πρὸς ὕπνον ἔκστασις, καὶ αὖθις ἔκνηψις. Ε. · Περὶ ὑπακοῆς καὶ ὑποταγῆς. Γ. Περὶ ὑβριστών. Ζ. Περὶ ὑπολήψεως πονηράς. Η. Περὶ τῶν ὑπισχνουμένων μὲν ἐπικουρεῖν, μὴ πληρούντων δὲ τὰς ἰδίας ὑποσχέσεις. Θ. Περὶ τῶν ὑπούλως πρός τινα διακειμένων. ΙΔ΄. Περὶ ὕπνου καὶ ἀϋπνίας. ΙΒ΄. Περὶ υἱοῦ σοφοῦ. Η. Περὶ υἱοῦ ἄφρονος, καὶ πονηροῦ, καὶ ἀπαι δεύτου. ΙΔ'. Περὶ ὑετοῦ καὶ βροχῆς. ΙΕ. Περὶ ὑπονοίας· ὅτι χρὴ φεύγειν τὰς ἀφορμάς τὰς τικτούσας ὑπονοίας κακάς. 14'. Περὶ ὑπερηφάνων, καὶ σοβαρῶν, καὶ ἀλαζόνων, καὶ κενοδόξων. ΙΖ΄. Περὶ ὑπομονῆς καὶ μακροθυμίας. ΙΗ'. Περὶ ὑπομενόντων, ἀλλ᾽ ὀλιγοψυχούντων. • Δ΄. Περὶ φιλαρχίας. Στοιχεῖον Φ. Β. Περὶ φθόνου καὶ ζήλου. Γ. * Περὶ φαρμάκων. Δ'. Περὶ φονέων. • Ε. Περὶ φιλαμαρτούντων. Γ. Περὶ φιλομέμπτων, καὶ φιλεγκλημόνων, καὶ μεμψιμοίρων, καὶ φιλοδικασίμων. Ζ. Περὶ φήμης · ὅτι οὐ χρὴ ἐν πάσῃ φήμη ταράς- σεσθαι. Η'. Περὶ τῶν φυλαττόντων τὴν ἑαυτῶν γλῶσσαν. Γ. Περὶ τῶν μὴ φυλαττόντων τὴν ἑαυτῶν γλῶσ • σαν. ΙΑ'. ' Περί φορών δημοσίων· ὅτι θείᾳ κρίσει ἐπὶ κοινῇ σωτηρίᾳ ἐτάχθησαν, ὅπως ἐκ κοινοῦ ἐρά- νου σύστασιν ἔχῃ τὸ πολιτικόν. Διὸ καὶ εὐσεβεῖς εἰσφοραὶ ἀνηγορεύθησαν. ΙΒ'. Περὶ φιλανθρωπίας, καὶ ἀγαθότητος, καὶ μας κροθυμίας, καὶ πραότητος Θεοῦ· καὶ ὅτι κρείσσον ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ, καὶ μὴ εἰς χεῖρας ἀγ θρώπων. ΙΓ'. Περὶ φυσικῶν. 'Δ'. Περὶ φιλέργων καὶ σπουδαίων· ὅτι χρὴ ποιεῖν· ὠφέλειαν γὰρ ἔχει. ΙΕ΄. Περὶ φίλων χρηστών. 15'. Περὶ φίλων μοχθηρών. ΙΖ΄. Περὶ φιλοτιμουμένων καὶ μεταδοτικῶν· καὶ ὅτι ἡ φιλοτιμία σωτηρίαν προξενεί. ΤΗ. Περὶ φειδωλῶν, καὶ ἀμεταδότων, καὶ κνιπῶν· καὶ ὅτι κινδύνοις περιπίπτουσιν οἱ τοιοῦτοι. ΙΘ'. * Περὶ φιλαδελφίας. Στοιχεῖον Χ. Α'. ' Περὶ χαρίσματος· ὅτι χρή σπουδάζειν διὰ τῆς καλλίστης ἀναστροφής χάριν ἔχειν πρὸς Θεὸν, καὶ πρὸς πάντας οικοδομήν. Δ΄. Περὶ χαρισμάτων καὶ δωρημάτων Θεοῦ· καὶ ὅτι βίῳ σεμνῷ ἀντιδίδονται παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ε΄. Περὶ χαλεπῶν καὶ ἀνοσίων πράξεων. Γ'. Περὶ Χριστιανισμοῦ, καὶ τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλη- σίας. 46€ VII. De iis qui demisse sentiunt, et de pauperibus spiritu. . VIII. De hoc effato: Deus humiliat et sublevat. Lillera Y. I. De sanitate et firma valetudine. II. De hypocrisi et hypocritis. • III. De exemplis et speciminibus divinis ac salu- taribus erga eos qui pie vivere volunt. IV. De somno : quod mortis quidem umbram ge- rat; signum vero clarissimum resurrectionis sit somni sopor, et rursum expergefactio. V. De obedientia et submissione. 746 Vl. De conviciatoribus. Vii. De mala opinione. VIII. De iis qui opem pollicentur, nec tamen pro- missis suis stant. ΙΧ. . De iis qui subdolo erga aliquem animo sunt. X. De abstemiis. XI. De somno et vigilia. XII. De filio sapiente. XIII. De filio amente, improbo, et inculto. XIV. De imbre et pluvia. XV. De suspicione : quod occasiones sint fugien- dæ, quibus suspiciones malæ pariantur. XVI. De superbis et ferocibus, arrogantibusque, et vana gloria insanis. XVII. De sustinentia et patientia. XVIII. De iis qui sustinent, sed pusillo animo sunt. Littera Φ. L. De dominandi libidine. H. De invidentia et æmulatione. • UL. De remediis. IV. De homicidis. • V. De iis qui ex animo peccant. • VI. De querulis et murmurantibus, et iis qul ægre sunt contenti, et injuriam ultro causan- tur. VII. De rumore: et quod non conveniat ad oin- nem rumorem perturbari. . VIII. De iis qui linguam suam custodiunt. IX.‘* De iis qui linguam suam non custodiunt. X. * De nugacibus. . XI. De tributis publicis : quod divino judicio sint ordinata ad communem salutem, ut ex com- muni calculo reipublicæ regimen consistat: unde et pia vectigalia nuncupala sunt. XII. De humanitate, et bonitate, et patientia, et mansuetudine Dei : et quod melius sit incidere in Dei manus, quam in manus hominum. XIII. De naturalibus. XIV. De operandi studiosis et diligentibus: quod- que laborandum sit; quippe quod utilitatem afferat. XV. De amicis probis. XVI. De amicis sceleratis. XVII. De munificis, et iis qui impertiunt: quod. que munificentia salutifera sit. Xviii. De præparcis, tenacibus, et avaris : et quod ejusmodi homines in pericula incidant. XIX. De fraterno amore. . Littera X. I. * De favore : quod operam dare oporteat ut per optimam conversationem Deo placeamus, et omnium ædificationem procuremus. II. De pecuniis, et earum cupiditate ac studio. 1V. De muneribus ac donis Dei : quodque a Spi- ritu sancto propter vitam honestain tribuantur. 747 V. De nefandis et impuris actionibus. VI. De Christianismo et Ecclesia gentium. 3. Περὶ ὕπνου· ὅτι σκιὰν μὲν θανάτου, σημεῖον δὲ 1. Περὶ ὑδροποτούντων. 1. * Περὶ φλυαρών. 3. Περὶ χρημάτων, καὶ τῆς περὶ ταῦτα σπουδῆς. 1. Περὶ χαρᾶς καὶ θυμηδίας. 11. " De latitia et oblectatione.
PG 96:467Τὸ γὰρ ἅπαξ, καὶ μὴ παρ’ ἑτέρου ἔχον τὸ εἶναι, μήτε ἐξ αὐτομάτου πως γεγονὸς, τοῦτο γενέσθαι, ἢ μετασκευασθῆναι, ἢ μετατραπῆναι ἀδύνατον. Ἐπειδὴ ἀποθέσθαι τὸ εἶναι ὅπερ ἐστὶ κατὰ φύσιν ἀδύνατον· ὃ γὰρ οὐκ ἔλαβεν, οὐκ ἀποτίθεται, καὶ ὃ ὕστερον οὐκ ἔσχεν, οὐκ ἀποβάλλεται· ἀλλ’ ἡ ἀί̈διος οὐσία, ἢ μόνος ἐστὶ Θεὸς, τουτέστι Πατὴρ, καὶ Υἱὸς, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, ἦν τε καὶ ἔστι, καὶ ἔσται, τροπὴν, ἢ μεταβολὴν, ἢ ἀλλοίωσιν οὐκ ἐπιδεχομένη. ΤΙΤΛ. Γ. Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι ἐπ’ ἀφθαρσίᾳ καὶ ἀθανασίᾳ κατὰ θείαν δωρεὰν πρὸς τοῦ Θεοῦ διεπλάσθη, ἐντολῆς θείας δηλαδὴ φυλαττούσης τὴν χάριν. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων ἐλέγχου, καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Τί τὸ κωλύον τὴν σάρκα, κ. τ. ε. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. Τί ἐστιν, ἕως τοῦ ἐπιστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης; Οὐ γὰρ ἐκ γῆς διεπλάσθη μόνον ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ θείου πνεύματος. Ἐπειδὴ δὲ οὐ διέμεινεν ἀδιάστροφος, προστάξεως θείας ἠλόγηκε, καὶ τοῦ κρείττονος μέρους ἀποτεμνόμενος οὐρανομίμητον πολιτείαν, ὅλον ἑαυτὸν προσένειμε τῇ γῇ.ΤΙΤ. Ι. - ΤΙΤ. ΙΙ. Ζ'. Περὶ τοῦ, ὅτι χρὴ Θεὸν φοβεῖσθαι μᾶλλον, ἢ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ αὐτῷ ἐν πᾶσι πειθαρχεῖν. Στοιχεῖον Ψ. Α'. * Περὶ ψυχῆς καὶ νοῦ. Β΄. * Περὶ ψόγου. Γ. Περὶ ψιθυρισμοῦ καὶ ψιθυριστῶν. Δ'. Περὶ ψεύδους καὶ συκοφαντίας. Στοιχεῖον Ο. Περὶ ὥρας θανάτου· ὅτι ἡ πρὸς τὴν θείαν καὶ σωτήριον ἐντολὴν παρακοὴ τῆς κατὰ χάριν τοῦ Δημιουργοῦ ἀφθαρσίας καὶ ἀθανασίας ἀπεστέ ρησεν ἡμᾶς, καὶ τῷ μόχθῳ παρέδωκε καὶ θα νάτῳ. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Α. ΤΙΤΛ. Α'. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως καὶ κατασκευῆς. Ειρηναίου ἐκ τῶν κατὰ αἱρέσεων ἐλέγχων τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Ἐν τοῖς πρόσθεν χρόνοις ἐλέγομεν, κ. τ. ε. - Τοῦ ἁγίου Τίτου ἐπισκόπου Βοστρών. – Ρη- τέον τοίνυν, ὅτι πρὸς τοῦ δημιουργήσαντος ὁ ἄνθρω πος εἰς τὸν βίον παρήχθη, εμπορευσόμενος ἕτερον οὐδὲν, ἢ μόνον εὐσέβειαν καὶ ἀρετήν. Ταῦτα γὰρ κτησάμενος, καλῶς ἂν διανήξαιτο τόνδε τὸν βίον· ἀμελήσας δὲ τούτων, χαλεπῶς ἂν διαβαπτισθείη πλανώμενος. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Πάντα συνέστηκεν, κ. τ. ε. ΤΙΤΛ. Β'. - Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι αὐτεξού σιον αὐτὸν πεποίηκεν ὁ Θεὸς, καὶ ἡγεμόνα τῶν ἐπιγείων ἁπάντων. - Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου. Τέλειοι ὄντες, τέλεια φρονεῖτε. Θέλουσι γὰρ ἡμῖν εὖ πράττειν, Θεὸς ἔτοι- μος εἰς τὸ παρέχειν. Τοῦ ἁγίου Ἀντιπάτρου Βοστρών. -Αΐδιος οὐσία τροπῆς ἀποσκίασμα παθεῖν οὐκ ἀνέχεται. Οὔτε γὰρ δύναται. Τὸ γὰρ ἅπαξ, καὶ μὴ παρ' ἑτέρου ἔχον τὰ εἶναι, μήτε ἐξ αὐτομάτου πως γεγονός, τοῦτο γενέ- σθαι, ἢ μετασκευασθῆναι, ή μετατραπήναι αδύνα τον. Ἐπειδὴ ἀποθέσθαι τὸ εἶναι ὅπερ ἐστὶ κατὰ φύσ σιν ἀδύνατον· ὁ γὰρ οὐκ ἔλαβεν, οὐκ ἀποτίθεται, καὶ ὁ ὕστερον οὐκ ἔσχεν, οὐκ ἀποβάλλεται· ἀλλ' ἡ άΐδιος οὐσία, ἡ μόνος ἐστὶ Θεὸς, τουτέστι Πατήρ, καὶ Υἱὸς, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, ἦν τε καὶ ἔστι, καὶ ἔσται, τροπήν, ἢ μεταβολήν, ἢ ἀλλοίωσιν οὐκ ἐπι- δεχομένη. - ΤΙΤΛ. Γ'. · Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι ἐπ' ἀφθαρ- σίᾳ καὶ ἀθανασίᾳ κατὰ θείαν δωρεάν πρὸς τοῦ Θεοῦ διεπλάσθη, ἐντολῆς θείας δηλαδή φυ λαττούσης τὴν χάριν. σεως. - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων ἐλέγχου, καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώ Τί τὸ κωλύον τὴν σάρκα, κ. τ. 6. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. - Τι ἐστιν, ἕως τοῦ ἐπιστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης; Οὐ γὰρ ἐκ γῆς διεπλάσθη μόνον ὁ ἄνθρω S. JOANNIS DAMASCENI Vil. Quod Deum magis quam homines metuere oporteat, eique in omnibus obtemperare. Littera T. . II. De vituperio. III. De susurro et susurronibus. IV. De mendacio et calumnia. Littera 2: De hora mortis : quod divini mandati violatio concessa divino munere incorruptibilitate et immortalitate nos privavit, atque ærumnis et labori obnoxios fecit. LITTERA A. De formatione et structura hominis. Irenæi, ex confutationibus falsi nominis scientiæ. – In anterioribus temporibus dicebamus, etc. -. - S. Tili, episcopi Bostrorum. Dicendum igi- tur est, hominem a conditore rerum in vitam pro- ductum esse, ut nihil aliud negotiaretur, nisi pie- tatem ac virtutem. His enim comparatis, recte zvum istud transmeaverit : sin vero neglexerit, errore suo gravi casu submergetur. S. Irenæi ex quarta redargutione falsi nominis scientia. Omnia consistunt, etc. - B De komine : quod Deus eum libero arbi- C trio præditum condiderit, cunctisque rebus terre- nis prefecerit. S. Ignatii, Epist. ad Smyrn.- Qui perfecti estis, perfecta sapite. Illis enim qui bene agere volunt, Deus ad dandum præsto est. In fine capitis, quadam subjiciuntur de Trinitate, in quibus : - S. Antipatri Bostrorum. — Sempiterna substantia mutationis adumbrationem nullam patitur. Neque enim potest. Nam quod omnino prorsus, neque ab alio habet ut sit, neque fortuito casu exstitit, hoc neque factum, neque transmutatum, nec conver- sum esse queat. In ejus siquidem potestate non est, hoc quod ipsum suapte natura est, deponere et ab- dicare. Nequaquam enim id deposuerit quod non accepit; nec quod postremo consecutus non est, illud abjecerit: sed æterna substantia, quæ solus Deus est, hoc est, Pater, et Filius, et Spiritus san- clus, semper erat, et est, et erit, nullam, neque conversionem neque transmutationem, neque alte- rationem admittens. TIT. III. — De homine: quod divino munere incor- ruptus immortalisque a Deo effictus sit, divino uti- que præcepto gratiam hanc conservante. S. Irenæi ex confutatione hæresium, et subversione falsi nominis` scientiæ. Quid est quod carnem impediat, etc. - Philonis, ex Quæstionibus in Genesim. - Quidnam hoc est : Donec revertaris in terram, ex qua sumplus es? (Gen. ¡µ, 19.) Non enim ex terra solum D 1. * De anima et mente.
PG 96:468Εἰ μὲν γὰρ ἀρετῆς, ἥτις ἀθανατίζει, ἐραστὴς ἐγένετο, πάντως ἂν ἐλάμβανε κλῆρον τὸν οὐρανόν· ἐπειδὴ δὲ ἡδονὴν ἐζήτησε, δι’ ἧς ψυχικὸς θάνατος ἐπιγίνεται, τῇ γῇ προσενεμήθη. ΤΙΤΛ. Δ. Περὶ τοῦ Ἀδάμ· ὅτι σοφώτατος, καὶ διορατικὸς, καὶ προφήτης ὑπῆρχε πρὸ τῆς παρακοῆς. Φίλωνος ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. Ἤγαγεν ὁ Θεὸς τὰ ζῶα πρὸς τὸν Ἀδὰμ, ἰδεῖν τί καλέσει αὐτά. Οὐ γὰρ ἐνδοιάζει Θεὸς, ἀλλ’ ἐπειδὴ νοῦν ἔδωκε τῷ ἀνθρώπῳ τῷ πρωτογενεῖ καὶ σπουδαίῳ, καθ’ ὃ ἐπιστημονικὸς ὢν, πέφυκε λογίζεσθαι, καθάπερ ὑφηγητὴς γνώριμον κινεῖ πρὸς ἐπίδειξιν οἰκείαν, καὶ ἀφορᾷ τὰ ἄριστα αὐτοῦ τῆς ψυχῆς ἔγγονα. Φανερῶς δὲ πάλιν καὶ διὰ τούτου πᾶν τὸ ἑκούσιον καὶ ἐφ’ ἡμῖν διατυποῖ, τοὺς πάντα κατ’ ἀνάγκην εἶναι λέγοντας δυσωπῶν, ᾗ ἐπεὶ ἔμελλον οἱ ἄνθρωποι χρῆσθαι, διὰ τοῦτο ἄνθρωπον αὐτὰ θέσθαι προσέταττεν. Ἀνδρὸς δὲ ἐπιστημονικωτάτου καὶ φρονήσει διαφέροντος οἰκειότατον τοῦτο τὸ ἔργον· οὐ σοφῷ μόνον, ἀλλὰ καὶ τῷ πρώτῳ εὐγενεῖ τῶν ὀνομάτων ἡ θέσις.ΤΙΤ. Ι. - ΤΙΤ. ΙΙ. Ζ'. Περὶ τοῦ, ὅτι χρὴ Θεὸν φοβεῖσθαι μᾶλλον, ἢ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ αὐτῷ ἐν πᾶσι πειθαρχεῖν. Στοιχεῖον Ψ. Α'. * Περὶ ψυχῆς καὶ νοῦ. Β΄. * Περὶ ψόγου. Γ. Περὶ ψιθυρισμοῦ καὶ ψιθυριστῶν. Δ'. Περὶ ψεύδους καὶ συκοφαντίας. Στοιχεῖον Ο. Περὶ ὥρας θανάτου· ὅτι ἡ πρὸς τὴν θείαν καὶ σωτήριον ἐντολὴν παρακοὴ τῆς κατὰ χάριν τοῦ Δημιουργοῦ ἀφθαρσίας καὶ ἀθανασίας ἀπεστέ ρησεν ἡμᾶς, καὶ τῷ μόχθῳ παρέδωκε καὶ θα νάτῳ. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Α. ΤΙΤΛ. Α'. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως καὶ κατασκευῆς. Ειρηναίου ἐκ τῶν κατὰ αἱρέσεων ἐλέγχων τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Ἐν τοῖς πρόσθεν χρόνοις ἐλέγομεν, κ. τ. ε. - Τοῦ ἁγίου Τίτου ἐπισκόπου Βοστρών. – Ρη- τέον τοίνυν, ὅτι πρὸς τοῦ δημιουργήσαντος ὁ ἄνθρω πος εἰς τὸν βίον παρήχθη, εμπορευσόμενος ἕτερον οὐδὲν, ἢ μόνον εὐσέβειαν καὶ ἀρετήν. Ταῦτα γὰρ κτησάμενος, καλῶς ἂν διανήξαιτο τόνδε τὸν βίον· ἀμελήσας δὲ τούτων, χαλεπῶς ἂν διαβαπτισθείη πλανώμενος. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Πάντα συνέστηκεν, κ. τ. ε. ΤΙΤΛ. Β'. - Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι αὐτεξού σιον αὐτὸν πεποίηκεν ὁ Θεὸς, καὶ ἡγεμόνα τῶν ἐπιγείων ἁπάντων. - Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου. Τέλειοι ὄντες, τέλεια φρονεῖτε. Θέλουσι γὰρ ἡμῖν εὖ πράττειν, Θεὸς ἔτοι- μος εἰς τὸ παρέχειν. Τοῦ ἁγίου Ἀντιπάτρου Βοστρών. -Αΐδιος οὐσία τροπῆς ἀποσκίασμα παθεῖν οὐκ ἀνέχεται. Οὔτε γὰρ δύναται. Τὸ γὰρ ἅπαξ, καὶ μὴ παρ' ἑτέρου ἔχον τὰ εἶναι, μήτε ἐξ αὐτομάτου πως γεγονός, τοῦτο γενέ- σθαι, ἢ μετασκευασθῆναι, ή μετατραπήναι αδύνα τον. Ἐπειδὴ ἀποθέσθαι τὸ εἶναι ὅπερ ἐστὶ κατὰ φύσ σιν ἀδύνατον· ὁ γὰρ οὐκ ἔλαβεν, οὐκ ἀποτίθεται, καὶ ὁ ὕστερον οὐκ ἔσχεν, οὐκ ἀποβάλλεται· ἀλλ' ἡ άΐδιος οὐσία, ἡ μόνος ἐστὶ Θεὸς, τουτέστι Πατήρ, καὶ Υἱὸς, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, ἦν τε καὶ ἔστι, καὶ ἔσται, τροπήν, ἢ μεταβολήν, ἢ ἀλλοίωσιν οὐκ ἐπι- δεχομένη. - ΤΙΤΛ. Γ'. · Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι ἐπ' ἀφθαρ- σίᾳ καὶ ἀθανασίᾳ κατὰ θείαν δωρεάν πρὸς τοῦ Θεοῦ διεπλάσθη, ἐντολῆς θείας δηλαδή φυ λαττούσης τὴν χάριν. σεως. - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων ἐλέγχου, καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώ Τί τὸ κωλύον τὴν σάρκα, κ. τ. 6. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. - Τι ἐστιν, ἕως τοῦ ἐπιστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης; Οὐ γὰρ ἐκ γῆς διεπλάσθη μόνον ὁ ἄνθρω S. JOANNIS DAMASCENI Vil. Quod Deum magis quam homines metuere oporteat, eique in omnibus obtemperare. Littera T. . II. De vituperio. III. De susurro et susurronibus. IV. De mendacio et calumnia. Littera 2: De hora mortis : quod divini mandati violatio concessa divino munere incorruptibilitate et immortalitate nos privavit, atque ærumnis et labori obnoxios fecit. LITTERA A. De formatione et structura hominis. Irenæi, ex confutationibus falsi nominis scientiæ. – In anterioribus temporibus dicebamus, etc. -. - S. Tili, episcopi Bostrorum. Dicendum igi- tur est, hominem a conditore rerum in vitam pro- ductum esse, ut nihil aliud negotiaretur, nisi pie- tatem ac virtutem. His enim comparatis, recte zvum istud transmeaverit : sin vero neglexerit, errore suo gravi casu submergetur. S. Irenæi ex quarta redargutione falsi nominis scientia. Omnia consistunt, etc. - B De komine : quod Deus eum libero arbi- C trio præditum condiderit, cunctisque rebus terre- nis prefecerit. S. Ignatii, Epist. ad Smyrn.- Qui perfecti estis, perfecta sapite. Illis enim qui bene agere volunt, Deus ad dandum præsto est. In fine capitis, quadam subjiciuntur de Trinitate, in quibus : - S. Antipatri Bostrorum. — Sempiterna substantia mutationis adumbrationem nullam patitur. Neque enim potest. Nam quod omnino prorsus, neque ab alio habet ut sit, neque fortuito casu exstitit, hoc neque factum, neque transmutatum, nec conver- sum esse queat. In ejus siquidem potestate non est, hoc quod ipsum suapte natura est, deponere et ab- dicare. Nequaquam enim id deposuerit quod non accepit; nec quod postremo consecutus non est, illud abjecerit: sed æterna substantia, quæ solus Deus est, hoc est, Pater, et Filius, et Spiritus san- clus, semper erat, et est, et erit, nullam, neque conversionem neque transmutationem, neque alte- rationem admittens. TIT. III. — De homine: quod divino munere incor- ruptus immortalisque a Deo effictus sit, divino uti- que præcepto gratiam hanc conservante. S. Irenæi ex confutatione hæresium, et subversione falsi nominis` scientiæ. Quid est quod carnem impediat, etc. - Philonis, ex Quæstionibus in Genesim. - Quidnam hoc est : Donec revertaris in terram, ex qua sumplus es? (Gen. ¡µ, 19.) Non enim ex terra solum D 1. * De anima et mente.
PG 96:469Ἔδει γὰρ ἡγεμόνα μὲν τοῦ ἀνθρωπείου, βασιλέα δὲ τῶν γηγενῶν πάντων, καὶ τοῦτο λαχεῖν γήρας ἐξαίρετον, ἷνα ὥσπερ πρῶτος ᾔδει τὰ ζῶα, καὶ πρῶτος ἀξιωθῇ τῆς ἐπὶ πᾶσιν ἀρχῆς, καὶ πρῶτος εἰσηγητὴς καὶ εὑρέτης γένηται τῶν ἐπωνυμιῶν. Ἄτοπον γὰρ ἦν, ἀνώνυμα αὐτὰ καταλειφθέντα, ὑπό τινος νεωτέρου προσονομασθῆναι, ἐπὶ καταλύσει τῆς τοῦ πρεσβυτέρου τιμῆς τε καὶ εὐκλείας. Καὶ θεασάμενος ὁ Ἀδὰμ τὸ πλάσμα τῆς γυναικὸς, ὡς προφήτης φησὶν, οὔτε γεγονέναι ἐκ συνομιλίας, οὔτε ἐκ γυναικὸς, ὡς οἱ μετέπειτα, ἀλλά τινα φύσιν ἐν μεθορίῳ, καθάπερ ἀπὸ ἀμπέλου κληματίδος ἀφαιρεθείσης εἰς ἑτέρας ἀμπέλου γέννησιν, διό φησιν· Ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ προςκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. Ἔφη τὸ εὐαφέστατον καὶ αἰσθητικώτατον, ἐν ᾧ καὶ τὸ ἀλγεῖν καὶ τὸ ἥδεσθαι. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ, ἤτοι τοῦ τελευταίου τῶν ἐν Ἐξόδῳ ζητουμένων. Ἄβατος καὶ ἀπροσπέλαστος ὄντως ἐστὶν ὁ θεῖος χῶρος, οὐδὲ τῆς καθαρωτάτης διανοίας τοσοῦτον ὕψος προσαναβῆναι δυναμένης·τος, ἀλλὰ καὶ θείου πνεύματος. Ἐπειδὴ δὲ οὐ δι- έμεινεν ἀδιάστροφος, προστάξεως θείας ἡλόγηκε, καὶ τοῦ κρείττονος μέρους ἀποτεμνόμενος οὐρανομίμη τον πολιτείαν, ὅλον ἑαυτὸν προσένειμε τῇ γῇ. Εἰ μὲν γὰρ ἀρετῆς, ἥτις ἀθανατίζει, ἐραστὴς ἐγένετο, πάντως ἂν ἐλάμβανε κλῆρον τὸν οὐρανόν· ἐπειδὴ δὲ ἡδονὴν ἐζήτησε, δι' ἧς ψυχικὸς θάνατος ἐπιγίνεται, τῇ γῇ προσενεμήθη. ΠΤΑ. Δ'. - Περὶ τοῦ Ἀδάμ· ὅτι σοφώτατος, καὶ διορατικὸς, καὶ προφήτης ὑπῆρχε πρὸ τῆς παρακοῆς. Β Φίλωνος ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. Η γαγεν ὁ Θεὸς τὰ ζῶα πρὸς τὸν Ἀδάμ, ἰδεῖν τί καλέσει αὐτά. Οὐ γὰρ ἐνδοιάζει Θεὸς, ἀλλ' ἐπειδὴ νοῦν ἔδωκε τῷ ἀνθρώπῳ τῷ πρωτογενεῖ καὶ σπου δαίῳ, καθ᾽ ὁ ἐπιστημονικὸς ὤν, πέφυκε λογίζεσθαι, καθάπερ ὑφηγητής γνώριμον κινεῖ πρὸς ἐπίδειξιν οἰκείαν, καὶ ἀφορᾶ τὰ ἄριστα αὐτοῦ τῆς ψυχῆς ἔγω γονα. Φανερῶς δὲ πάλιν καὶ διὰ τούτου πᾶν τὸ ἑκούσιον καὶ ἐφ' ἡμῖν διατυποῖ, τοὺς πάντα κατ' ἀνάγκην εἶναι λέγοντας δυσωπῶν, ᾗ ἐπεὶ ἔμελλον οἱ ἄνθρωποι χρῆσθαι, διὰ τοῦτο ἄνθρωπον αὐτὰ θέσθαι προσέταττεν. ᾿Ανδρὸς δὲ ἐπιστημονικωτάτου καὶ φρονήσει διαφέροντος οἰκειότατον τοῦτο τὸ ἔργον ο οὐ σοφῷ μόνον, ἀλλὰ καὶ τῷ πρώτῳ εὐγενεῖ τῶν ὀνομάτων ἡ θέσις. Εδε: γὰρ ἡγεμόνα μὲν τοῦ ἀν- θρωπείου, βασιλέα δὲ τῶν γηγενών πάντων, καὶ τοῦτο λαχεῖν γήρας ἐξαίρετον, ἵνα ὥσπερ πρῶτος ᾔδει τὰ ζῶα, καὶ πρῶτος ἀξιωθῇ τῆς ἐπὶ πᾶσιν ἀρχῆς, καὶ πρῶτος εἰσηγητὴς καὶ εὑρέτης γένηται τῶν ἐπωνυμιών. Ατοπον γὰρ ἦν, ανώνυμα αὐτὰ και ταλειφθέντα, ὑπό τινος νεωτέρου προσονομασθήναι, ἐπὶ καταλύσει τῆς τοῦ πρεσβυτέρου τιμῆς τε καὶ εὐκλείας. Καὶ θεασάμενος ὁ Ἀδὰμ τὸ πλάσμα τῆς γυναικός, ὡς προφήτης φησίν, οὔτε γεγονέναι ἐκ συνομιλίας, οὔτε ἐκ γυναικός, ὡς οἱ μετέπειτα, ἀλλά τινα φύσιν ἐν μεθορίῳ, καθάπερ ἀπὸ ἀμπέλου κλη- ματίδος ἀφαιρεθείσης εἰς ἑτέρας ἀμπέλου γέννησιν, διό φησιν· Ενεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ προσ- κολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· καὶ σονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. Εφη τὸ εὐαφέστα- αν καὶ αἰσθητικώτατον, ἐν ᾧ καὶ τὸ ἀλγεῖν καὶ τὸ Εδεσθαι. 'Εκ τοῦ αὐτοῦ (1), ἤτοι τοῦ τελευταίου τῶν ἐν 'Εξόδφ ζητουμένων. - "Αβατος καὶ ἀπροσπέλα- στὸς ὄντως ἐστὶν ὁ θεῖος χῶρος, οὐδὲ τῆς καθαρω τάτης διανοίας τοσοῦτον ὕψος προσαναδῆναι δυναμέ. νης· ὡς θίξει μόνον ἐπιψαῦσαι ἀμήχανον ἀνθρω πίνῃ φύσει τὸ τοῦ ὄντος πρόσωπον θεάσασθαι. Το δὲ πρόσωπον οὐ κυριολογείται· παραβολὴ δέ ἐστιν, εἰς δήλωσιν τῆς καθαρωτάτης καὶ εἰλικρινεστάτης ΝΟΤΑ. L PARALLELA RUPEFUCALDINA. A formatus homo est, sed etiam ex divino spirita. c Quia vero mutationis expers non mansit, divini mandati sollicitudine abjecta, cœlestis simili vivendi ratione quam a potiore parte habebat, imminutus, sese totum telluri addixit. Si enim virtutis qua conciliatur immortalitas, studiosum se præbuisset, coelum plane sortitus esset : quia vero voluptatem, per quam mors infertur animæ, requisivit, terræ factus est obnoxius. TIT. IV. - De Adam ; quod sapientissimus sagacis- simusque ac propheta fuerit, antequam Dei legem infringeret. - Philonis, ex Questionibus in Genesin. - Adduxit Deus animantia ad Adam, ut videret quid vocaret ea (Gen. 11, 19). Atqui Deus minime dubitat : nam du- bitare, a divina virtute alienum est. Sed quoniam mentem primigenio et studioso homini dedit, qua, scientiæ capax cum sit, a natura habet ut ratioci- netur; veluti magister eum cui cognitio insita est, movet at seipsum noscat, tumque ille præstantis- simos animi sui fetus speculatur. Rursum auten perspicue, hacque ratione omne quod spontaneum et liberum est, exprimit, eis qui omnia necessitate fieri affirmant, pudorem incutiens. Qua notitia quia futurum erat ut homo uteretur, idcirco hominem nomina jussit imponere. Hoc autem opus viri peri- tissimi et prudentissimi propriissimum est: neque vero sapientem duntaxat decet, verum et eum qui primæ ingenuitatis sit, nominum impositio. Ne cesse siquidem erat ut generis huaiani princeps, universorum vero quæ de terra progenita sunt rex, hoc quoque privilegio singulari donaretur ; uti, quemadmodum animantia primus viderat, ita primus universorum imperio ornaretur, primus- que nomina rerum enuntiaret et reperiret. Enim- vero absonum fuisset, si bæc nominibus expertia mansissent, atque a recentiore quopiam appellata essent, pessumdato senioris honore atque gloria. Adam itaque mulieris effictione considerata (veluti propheta narrat), quodque sine viri consuetudine ac non ex femina, ut cæteri deinceps, procreata esset, sed quasi mediana quædam natura haud secus atque palmés a vite decerpta ad vitis alterius gene- rationem; eam ob rem ait: Ideo relinquet homo D patrem et matrem suam, et adhærebit uxori suæ ; et erunt duo in carne una (Gen. 11, 24). In quo unionem arctissimam et valde sensibilem effatus est, ut simul doleant et lætentur. Philone, cum aliis non paucis leguntur: pertinent - Ex eodem seu postremo libro Quæstionum in Exo- dum. Divinus locus aditu atque accessu imper- vius est, ut nec purissima cogitatio ad tantam cel- situdinem possit ascendere (xix, 12); quinimo hu- manæ naturæ impossibile est ut, vel ietu duntaxat oculi, ejus qui vere est faciem attingendo eernat. Sed nec Dei facies dicitur, verum in parabolam assumitur, ad declarandam illius qui est mundis- vero ad tit. 48, in quo Deus esse incomprehensi- bilis ostenditur." (1) In fine hujus capitis hæc quæ sequuntur ex
PG 96:470ὡς θίξει μόνον ἐπιψαῦσαι ἀμήχανον ἀνθρωπίνῃ φύσει τὸ τοῦ ὄντος πρόσωπον θεάσασθαι. Τὸ δὲ πρόσωπον οὐ κυριολογεῖται· παραβολὴ δέ ἐστιν, εἰς δήλωσιν τῆς καθαρωτάτης καὶ εἰλικρινεστάτης τοῦ ὄντος ἰδέας· ἐπειδὴ καὶ ἄνθρωπος οὐδενὶ γνωρίζεται μᾶλλον, ἢ προσώπῳ κατὰ τὴν ἰδίαν ποιότητα καὶ μορφήν. Οὐ γάρ φησιν ὁ Θεὸς, ὅτι Οὐκ εἰμὶ ὁρατὸς τὴν φύσιν· τίς δὲ μᾶλλον ὁρατὸς ἢ ὁ τὰ ἄλλα πάντα γεννήσας ὁρατά; πεφυκὼς δὲ τοιοῦτος εἰς τὸ ὁρᾶσθαι, ὑπ’ οὐδενὸς ἀνθρώπων ὁρῶμαι, φησί. Τὸ δὲ αἴτιον ἡ ἀδυναμία τοῦ γενητοῦ, καὶ ἵνα μὴ περιπλέκων μηκύνω, Θεὸν γενέσθαι δεῖ πρότερον· ὅπερ οὐδὲ οἷόν τε· ἵνα Θεὸν ἰσχύσῃ τις καταλαβεῖν. Ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ μέν τις τὸν θνητὸν βίον, ζήσῃ δὲ ἀντιλαβὼν τὸν ἀθάνατον, ἴσως ὃ μηδέποτε εἶδεν, ὄψεται. Αἱ φιλοσοφίαι πᾶσαι κατά τε τὴν Ἑλλάδα καὶ βάρβαρον ἀκμάσασαι, ζητοῦσαι τὰ φύσεως, οὐδὲ τὸ βραχύτατον ἠδυνήθησαν τηλαυγῶς ἰδεῖν. Σαφὴς δὲ πίστις.τος, ἀλλὰ καὶ θείου πνεύματος. Ἐπειδὴ δὲ οὐ δι- έμεινεν ἀδιάστροφος, προστάξεως θείας ἡλόγηκε, καὶ τοῦ κρείττονος μέρους ἀποτεμνόμενος οὐρανομίμη τον πολιτείαν, ὅλον ἑαυτὸν προσένειμε τῇ γῇ. Εἰ μὲν γὰρ ἀρετῆς, ἥτις ἀθανατίζει, ἐραστὴς ἐγένετο, πάντως ἂν ἐλάμβανε κλῆρον τὸν οὐρανόν· ἐπειδὴ δὲ ἡδονὴν ἐζήτησε, δι' ἧς ψυχικὸς θάνατος ἐπιγίνεται, τῇ γῇ προσενεμήθη. ΠΤΑ. Δ'. - Περὶ τοῦ Ἀδάμ· ὅτι σοφώτατος, καὶ διορατικὸς, καὶ προφήτης ὑπῆρχε πρὸ τῆς παρακοῆς. Β Φίλωνος ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. Η γαγεν ὁ Θεὸς τὰ ζῶα πρὸς τὸν Ἀδάμ, ἰδεῖν τί καλέσει αὐτά. Οὐ γὰρ ἐνδοιάζει Θεὸς, ἀλλ' ἐπειδὴ νοῦν ἔδωκε τῷ ἀνθρώπῳ τῷ πρωτογενεῖ καὶ σπου δαίῳ, καθ᾽ ὁ ἐπιστημονικὸς ὤν, πέφυκε λογίζεσθαι, καθάπερ ὑφηγητής γνώριμον κινεῖ πρὸς ἐπίδειξιν οἰκείαν, καὶ ἀφορᾶ τὰ ἄριστα αὐτοῦ τῆς ψυχῆς ἔγω γονα. Φανερῶς δὲ πάλιν καὶ διὰ τούτου πᾶν τὸ ἑκούσιον καὶ ἐφ' ἡμῖν διατυποῖ, τοὺς πάντα κατ' ἀνάγκην εἶναι λέγοντας δυσωπῶν, ᾗ ἐπεὶ ἔμελλον οἱ ἄνθρωποι χρῆσθαι, διὰ τοῦτο ἄνθρωπον αὐτὰ θέσθαι προσέταττεν. ᾿Ανδρὸς δὲ ἐπιστημονικωτάτου καὶ φρονήσει διαφέροντος οἰκειότατον τοῦτο τὸ ἔργον ο οὐ σοφῷ μόνον, ἀλλὰ καὶ τῷ πρώτῳ εὐγενεῖ τῶν ὀνομάτων ἡ θέσις. Εδε: γὰρ ἡγεμόνα μὲν τοῦ ἀν- θρωπείου, βασιλέα δὲ τῶν γηγενών πάντων, καὶ τοῦτο λαχεῖν γήρας ἐξαίρετον, ἵνα ὥσπερ πρῶτος ᾔδει τὰ ζῶα, καὶ πρῶτος ἀξιωθῇ τῆς ἐπὶ πᾶσιν ἀρχῆς, καὶ πρῶτος εἰσηγητὴς καὶ εὑρέτης γένηται τῶν ἐπωνυμιών. Ατοπον γὰρ ἦν, ανώνυμα αὐτὰ και ταλειφθέντα, ὑπό τινος νεωτέρου προσονομασθήναι, ἐπὶ καταλύσει τῆς τοῦ πρεσβυτέρου τιμῆς τε καὶ εὐκλείας. Καὶ θεασάμενος ὁ Ἀδὰμ τὸ πλάσμα τῆς γυναικός, ὡς προφήτης φησίν, οὔτε γεγονέναι ἐκ συνομιλίας, οὔτε ἐκ γυναικός, ὡς οἱ μετέπειτα, ἀλλά τινα φύσιν ἐν μεθορίῳ, καθάπερ ἀπὸ ἀμπέλου κλη- ματίδος ἀφαιρεθείσης εἰς ἑτέρας ἀμπέλου γέννησιν, διό φησιν· Ενεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ προσ- κολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· καὶ σονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. Εφη τὸ εὐαφέστα- αν καὶ αἰσθητικώτατον, ἐν ᾧ καὶ τὸ ἀλγεῖν καὶ τὸ Εδεσθαι. 'Εκ τοῦ αὐτοῦ (1), ἤτοι τοῦ τελευταίου τῶν ἐν 'Εξόδφ ζητουμένων. - "Αβατος καὶ ἀπροσπέλα- στὸς ὄντως ἐστὶν ὁ θεῖος χῶρος, οὐδὲ τῆς καθαρω τάτης διανοίας τοσοῦτον ὕψος προσαναδῆναι δυναμέ. νης· ὡς θίξει μόνον ἐπιψαῦσαι ἀμήχανον ἀνθρω πίνῃ φύσει τὸ τοῦ ὄντος πρόσωπον θεάσασθαι. Το δὲ πρόσωπον οὐ κυριολογείται· παραβολὴ δέ ἐστιν, εἰς δήλωσιν τῆς καθαρωτάτης καὶ εἰλικρινεστάτης ΝΟΤΑ. L PARALLELA RUPEFUCALDINA. A formatus homo est, sed etiam ex divino spirita. c Quia vero mutationis expers non mansit, divini mandati sollicitudine abjecta, cœlestis simili vivendi ratione quam a potiore parte habebat, imminutus, sese totum telluri addixit. Si enim virtutis qua conciliatur immortalitas, studiosum se præbuisset, coelum plane sortitus esset : quia vero voluptatem, per quam mors infertur animæ, requisivit, terræ factus est obnoxius. TIT. IV. - De Adam ; quod sapientissimus sagacis- simusque ac propheta fuerit, antequam Dei legem infringeret. - Philonis, ex Questionibus in Genesin. - Adduxit Deus animantia ad Adam, ut videret quid vocaret ea (Gen. 11, 19). Atqui Deus minime dubitat : nam du- bitare, a divina virtute alienum est. Sed quoniam mentem primigenio et studioso homini dedit, qua, scientiæ capax cum sit, a natura habet ut ratioci- netur; veluti magister eum cui cognitio insita est, movet at seipsum noscat, tumque ille præstantis- simos animi sui fetus speculatur. Rursum auten perspicue, hacque ratione omne quod spontaneum et liberum est, exprimit, eis qui omnia necessitate fieri affirmant, pudorem incutiens. Qua notitia quia futurum erat ut homo uteretur, idcirco hominem nomina jussit imponere. Hoc autem opus viri peri- tissimi et prudentissimi propriissimum est: neque vero sapientem duntaxat decet, verum et eum qui primæ ingenuitatis sit, nominum impositio. Ne cesse siquidem erat ut generis huaiani princeps, universorum vero quæ de terra progenita sunt rex, hoc quoque privilegio singulari donaretur ; uti, quemadmodum animantia primus viderat, ita primus universorum imperio ornaretur, primus- que nomina rerum enuntiaret et reperiret. Enim- vero absonum fuisset, si bæc nominibus expertia mansissent, atque a recentiore quopiam appellata essent, pessumdato senioris honore atque gloria. Adam itaque mulieris effictione considerata (veluti propheta narrat), quodque sine viri consuetudine ac non ex femina, ut cæteri deinceps, procreata esset, sed quasi mediana quædam natura haud secus atque palmés a vite decerpta ad vitis alterius gene- rationem; eam ob rem ait: Ideo relinquet homo D patrem et matrem suam, et adhærebit uxori suæ ; et erunt duo in carne una (Gen. 11, 24). In quo unionem arctissimam et valde sensibilem effatus est, ut simul doleant et lætentur. Philone, cum aliis non paucis leguntur: pertinent - Ex eodem seu postremo libro Quæstionum in Exo- dum. Divinus locus aditu atque accessu imper- vius est, ut nec purissima cogitatio ad tantam cel- situdinem possit ascendere (xix, 12); quinimo hu- manæ naturæ impossibile est ut, vel ietu duntaxat oculi, ejus qui vere est faciem attingendo eernat. Sed nec Dei facies dicitur, verum in parabolam assumitur, ad declarandam illius qui est mundis- vero ad tit. 48, in quo Deus esse incomprehensi- bilis ostenditur." (1) In fine hujus capitis hæc quæ sequuntur ex
PG 96:471Αἱ διαφωνίαι, αἱ διαμάχαι καὶ ἑτεροδοξίαι, τῶν ἑκάστης αἱρέσεως ἀνασκευαζόντων καὶ ἀνασκευαζομένων μέρη, καὶ πᾶσιν ὁρμητήρια πολέμων γεγόνασιν αἱ τῶν αἱρεσιομάχων οἰκίαι, τυφλοῦσαι τὸν δυνάμενον βλέπειν ἀνθρώπινον νοῦν ταῖς ἀντιλογικαῖς ἔρισιν μηχανοῦντα τίνα δεῖ προέσθαι, καὶ τίνα διώσασθαι. Δεῖ τὸν βουλόμενον φαντασιωθῆναι τὸν τῶν ὅλων ἄριστον, στῆναι τὸ πρῶτον κατὰ ψυχὴν, ἱδρυνθέντα παγίως γνώμῃ μιᾷ, καὶ μηκέτι πρὸς πολλὰ πλάζεσθαι· ἔπειτα δὲ στῆναι ἐπὶ φύσεως καὶ γνώμης ξηρᾶς, καὶ ἀγόνου πάντος, ὅσα φθαρτά. Ἐὰν γὰρ προσήσεταί τι τῶν μαλακωτέρων, σφαλήσεται τῆς προθέσεως· ἀδυνατήσει καὶ τὸ ὀξυωπέστατον βλέπον, ἰδεῖν τὸ ἀγένητον· ὡς τυφλωθῆναι πρότερον, ἢ θεάσασθαι διὰ τὴν ὀξυαύγειαν, καὶ τὸν ἀπεισρέοντα χείμαρρον τῶν μαρμαρυγῶν. Οὐχ ὁρᾷς ὅτι τοῦ πυρὸς ἡ δύναμις τοῖς μὲν ἀφεστηκόσι μεμετρημένον διάστημα παρέχει φῶς, κατακαίει δὲ τοὺς ἐγγίζοντας; Ὅρα μὴ τοιοῦτόν τι πάθῃς τῇ διανοίᾳ, μή σε ὁ πολὺς πόθος ἀδυνάτου πράγματος ἀναλώσῃ. ΤΙΤΛ. 2. Περὶ ἀνηκόων καὶ ἀνυποτάκτων. Ἰεζεκιήλ. Εἶπε Κύριος πρός με· Υἱὲ ἀνθρώπου, ἐν μέσῳ τῶν ἀδικιῶν αὐτῶν σὺ κατοικεῖς·Α τοῦ ὄντος ἰδέας· ἐπειδὴ καὶ ἄνθρωπος οὐδενὶ γνω Β ρίξεται μᾶλλον, ἢ προσώπῳ κατὰ τὴν ἰδίαν ποιό τητα καὶ μορφήν. Οὐ γάρ φησιν ὁ Θεὸς, ὅτι οὐκ εἰμὶ ὁρατὸς τὴν φύσιν· εἰς δὲ μᾶλλον ὁρατὸς ἢ ὁ τὰ ἄλλα πάντα γεννήσας ὁρατά; πεφυκὼς δὲ τοιοῦτος εἰς τὸ ὁρᾶσθαι, ὑπ᾽ οὐδενὸς ἀνθρώπων ὁρῶμαι, φησί. Τὸ δὲ αἴτιον ἡ ἀδυναμία τοῦ γενητοῦ, καὶ ἵνα μὴ περιπλέκων μηκύνω, Θεὸν γενέσθαι δεῖ πρότερον· ὅπερ οὐδὲ οἷόν τε· ἵνα Θεὸν ἰσχύσῃ τις καταλαβεῖν. Ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ μέν τις τὸν θνητὸν βίον, ζήσῃ δὲ ἀντιλαβὼν τὸν ἀθάνατον, ἴσως μηδέποτε εἶδεν, ὄψεται. Α' φιλοσοφίαι πᾶσαι κατά τε τὴν Ἑλλάδα καὶ βάρβαρον ἀκμάσασαν, ζητοῦσαι τὰ φύσεως, οὐδὲ τὸ βραχύτατον ηδυνήθησαν τηλαυγώς ἰδεῖν. Σα φής δὲ πίστις. Δὲ διαφωνίαι, αἱ διαμάχαι καὶ ἔτε- ροδοξίαι, τῶν ἑκάστης αἱρέσεως ἀνασκευαζόντων καὶ ἀνασκευαζομένων μέρη, καὶ πᾶσιν ὁρμητήρια πολέμων γεγόνασιν αἱ τῶν αἱρεσιομάχων οἰκίας, τυφλοῦσαι τὸν δυνάμενον βλέπειν ἀνθρώπινον νοῦν ταῖς ἀντιλογικαῖς ἔρισιν μηχανοῦντα τίνα δεῖ προ- ἐσθαι, καὶ τίνα διώσασθαι. Δεῖ τὸν βουλόμενον φαν τασιωθῆναι τὸν τῶν ὅλων ἄριστον, στῆναι τὸ πρῶτον κατὰ ψυχὴν, ίδρυνθέντα παγίως γνώμῃ μια, καὶ μηκέτι πρὸς πολλὰ πλάζεσθαι· ἔπειτα δὲ στῆνας ἐπὶ φύσεως καὶ γνώμης ξηρᾶς, καὶ ἀγόνου πάντος, ὅσα φθαρτά (2). Ἐὰν γὰρ προσήσεταί τι τῶν μαλα κωτέρων, σφαλήσεται τῆς προθέσεως· ἀδυνατήσει καὶ τὸ ὀξυωπέστατον βλέπον, ἰδεῖν τὸ ἀγένητον·· ὡς τυφλωθῆναι πρότερον, ἢ θεάσασθαι διὰ τὴν ὀξυαύ καὶ τὸν ἀπεισρέοντα χείμαρον τῶν μαρμαρυ γειαν, γῶν. Οὐχ ὁρᾷς ὅτι τοῦ πυρὸς ἡ δύναμις τοῖς μὲν αφεστηκόσι μεμετρημένον διάστημα παρέχει φῶς, κατακαίει δὲ τοὺς ἐγγίζοντας; Ὅρα μὴ τοιοῦτόν τι πάθης τῇ διανοίᾳ, μή σε ὁ πολὺς πόθος ἀδυνάτου πράγματος ἀναλώση. ΤΙΤΛ. Γ'. Περὶ ἀνηκόων καὶ ἀνυποτάκτων. Ἰεζεκιήλ. - Εἶπε Κύριος πρός με· Υἱὲ ἀνθρώ που, ἐν μέσῳ τῶν ἀδικιῶν αὐτῶν σὺ κατοικεῖς · οἱ ἔχουσιν ὀφθαλμούς.... διότι οἶκος παραπι- κραίνων ἐστί. Διὰ τοῦτο ἀποστρέφω τὸ φρύαγμα τῆς ἰσχύος αὐτῶν, καὶ μιανθήσεται τὰ ἅγια αὐτῶν. Σχόλιον. Τοῦτο καὶ ἡμῖν ἐκ τῶν ἡμετέρων συμ- βέβηκεν ἁμαρτημάτων. Καύχημα γὰρ καὶ δόξασμα παντὸς γένους Χριστιανῶν ὁ σωτήριος σταυρός, καὶ ἡ ζωηφόρος ἀνάστασις ὑπῆρχον, ἅτινα διὰ τὸ με μιασμένον. Βενετοπράσινον ὄνομα, ὁ ἐπεθήκαμεν ἑαυτοῖς, καὶ ἐβδελύχθημεν ὑπὸ Χριστοῦ τοῦ ἁγιάσαν- τος ἡμᾶς τῷ θείῳ αὐτοῦ ὀνόματι, εἰς χεῖρας με μιασμένων παρεδόθησαν καὶ ἐμιάνθησαν. S. JOANNIS DAMASCENI simam sincerissimamque speciem : quoniam homo etiam nullo alio melius quam facie, secundum pro- priam qualitatem ac formam exprimitur. Non enim Deus ait se natura invisibilem non esse. Ec- quis autem visibilior ille sit, qui visibilia cuncta alia progenuit? Cum itaque ejusmodi naturæ sim ut videar, a nullo tamen hominum videor, inquit. Cujus rei causa est rei creatæ impotentia. Ac ne multa implicans sermonem protraham, Deum fleri prius oportet (quod quidem accidere nequit ) ut Deum quis possit apprehendere. Quod si quis mor- talem hanc vitam moriendo obierit, immortalem vero adeptus vixerit, illud forsan quod nequaquam vidit, intuiturus est. Philosophiæ omnes, quæ tam apud Gracos quam apud Barbaros exculta sunt, cum natura statum indagarent, ne minimum qui- dem ejus clare inspicere potuerunt. Atqui fides per- spicua est. Discidia, contentiones, sententiarum- que diversitates, partes. sunt eorum qui in unaqua- que secta refellunt et refelluntur: ac domus illo- rum qui pro suis sectis pugnant, perfugia cunctis arcesque bellorum sunt, quibus per contrarias dis- ceptationes humana inens, quæ videndi facultate prædita est, excæcatur. Illic enim decernitur, quæ- nam admittenda, quave propulsanda sint. Opera pretium est ut qui apud se imaginari velit eum qui omnium optimus est, animo primum constans sit, uni sententiæ firmiter adhærescens, nec ad alia objecta transformetur: insuper vero in natura et sententia sicca omni ac sterili consistere, ut quæ incorrupta sit. Si enim eorum quæ molliora sunt aliquid admiserit, proposito aberrabit, nec quod perspicacissima acie instructum est, videre illud poterit, quod creatum non est, ita ut caligine prius offundatur quam perspiciat, propter acutissimum splendorem, influentemque radiorum torrentem. Annon cernis virtutem ignis iis quidem qui certo spatio absunt lucem præbere, eos vero qui propius accedunt exurere? Cave ne ejusmodi quid- piam mente patiaris, neque ardenti impossibilis rei desiderio consumaris. C TIT. VI. De contumacibus et immorigeris. - - Ezechiel (x11, 2). Dixit Dominus ad me : Fili hominis, in medio injustitiarum eorum tu habitas, qui habent oculos... idcirco averto fremitum virtutis co- rum, et polluentur sancta ipsorum. Scholium. Hoc nobis etiam peceatorum nostro- rum causa accidit. Gloria et ostentatio universi Christianorum generis, salutaris crus, necnon vi- vifica resurrectio erant, quæ, cum propter accer- sitam nobismetipsis profanam Venetorum Prasi- norumque nuncupationem abominabiles nos Christo constituerimus, cujus divino nomine sancti facti eramus, in manus impurorum hominum tradita pol- lutaque fuerunt. D - NOTÆ. (2) Forte, ὡς ἀφθάρτου. Sed nec sic clara prorsus fet oratio.
PG 96:472οἳ ἔχουσιν ὀφθαλμούς .... διότι οἶκος παραπικραίνων ἐστί. Διὰ τοῦτο ἀποστρέφω τὸ φρύαγμα τῆς ἰσχύος αὐτῶν, καὶ μιανθήσεται τὰ ἅγια αὐτῶν. Σχόλιον. Τοῦτο καὶ ἡμῖν ἐκ τῶν ἡμετέρων συμβέβηκεν ἁμαρτημάτων. Καύχημα γὰρ καὶ δόξασμα παντὸς γένους Χριστιανῶν ὁ σωτήριος σταυρὸς, καὶ ἡ ζωηφόρος ἀνάστασις ὑπῆρχον, ἅτινα διὰ τὸ μεμιαμμένον Βενετοπράσινον ὄνομα, ὃ ἐπεθήκαμεν ἑαυτοῖς, καὶ ἐβδελύχθημεν ὑπὸ Χριστοῦ τοῦ ἁγιάσαντος ἡμᾶς τῷ θείῳ αὐτοῦ ὀνόματι, εἰς χεῖρας μεμιαμμένων παρεδόθησαν καὶ ἐμιάνθησαν. ΤΙΤΛ. Θ. Περὶ ἀρχομένων· ὅτι πρὸς τὰς προαιρέσεις τῶν ἀρχομένων πονηρὰς, οὕτω καὶ ἄρχοντας λοιμοὺς καθιστᾷ τὸ θεῖον κρίμα. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. Ὥσπερ κίονες οἰκίας ὅλας ὑπερείδουσιν, οὕτω καὶ αἱ θεῖαι δυνάμεις τὸν σύμπαντα κόσμον, καὶ τοῦ ἀνθρωπείου τὸ ἄριστον καὶ θεοφιλέστατον γένος. ΤΙΤΛ. ΙΒ. Περὶ ἀναρχίας· ὅτι ἐπιβλαβὴς καὶ ἐπικίνδυνος, καὶ συγχύσεως αἰτία. Ὠσῆε. Ἀκούσατε λόγον Κυρίου, υἱοὶ Ἰσραήλ· ὅτι κρίσις πρὸς τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν, διότι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια, οὐδὲ ἔλεος, οὐδὲ ἐπίγνωσις Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ αἵματα ἐφ’ αἵμασι μίσγουσι.Α τοῦ ὄντος ἰδέας· ἐπειδὴ καὶ ἄνθρωπος οὐδενὶ γνω Β ρίξεται μᾶλλον, ἢ προσώπῳ κατὰ τὴν ἰδίαν ποιό τητα καὶ μορφήν. Οὐ γάρ φησιν ὁ Θεὸς, ὅτι οὐκ εἰμὶ ὁρατὸς τὴν φύσιν· εἰς δὲ μᾶλλον ὁρατὸς ἢ ὁ τὰ ἄλλα πάντα γεννήσας ὁρατά; πεφυκὼς δὲ τοιοῦτος εἰς τὸ ὁρᾶσθαι, ὑπ᾽ οὐδενὸς ἀνθρώπων ὁρῶμαι, φησί. Τὸ δὲ αἴτιον ἡ ἀδυναμία τοῦ γενητοῦ, καὶ ἵνα μὴ περιπλέκων μηκύνω, Θεὸν γενέσθαι δεῖ πρότερον· ὅπερ οὐδὲ οἷόν τε· ἵνα Θεὸν ἰσχύσῃ τις καταλαβεῖν. Ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ μέν τις τὸν θνητὸν βίον, ζήσῃ δὲ ἀντιλαβὼν τὸν ἀθάνατον, ἴσως μηδέποτε εἶδεν, ὄψεται. Α' φιλοσοφίαι πᾶσαι κατά τε τὴν Ἑλλάδα καὶ βάρβαρον ἀκμάσασαν, ζητοῦσαι τὰ φύσεως, οὐδὲ τὸ βραχύτατον ηδυνήθησαν τηλαυγώς ἰδεῖν. Σα φής δὲ πίστις. Δὲ διαφωνίαι, αἱ διαμάχαι καὶ ἔτε- ροδοξίαι, τῶν ἑκάστης αἱρέσεως ἀνασκευαζόντων καὶ ἀνασκευαζομένων μέρη, καὶ πᾶσιν ὁρμητήρια πολέμων γεγόνασιν αἱ τῶν αἱρεσιομάχων οἰκίας, τυφλοῦσαι τὸν δυνάμενον βλέπειν ἀνθρώπινον νοῦν ταῖς ἀντιλογικαῖς ἔρισιν μηχανοῦντα τίνα δεῖ προ- ἐσθαι, καὶ τίνα διώσασθαι. Δεῖ τὸν βουλόμενον φαν τασιωθῆναι τὸν τῶν ὅλων ἄριστον, στῆναι τὸ πρῶτον κατὰ ψυχὴν, ίδρυνθέντα παγίως γνώμῃ μια, καὶ μηκέτι πρὸς πολλὰ πλάζεσθαι· ἔπειτα δὲ στῆνας ἐπὶ φύσεως καὶ γνώμης ξηρᾶς, καὶ ἀγόνου πάντος, ὅσα φθαρτά (2). Ἐὰν γὰρ προσήσεταί τι τῶν μαλα κωτέρων, σφαλήσεται τῆς προθέσεως· ἀδυνατήσει καὶ τὸ ὀξυωπέστατον βλέπον, ἰδεῖν τὸ ἀγένητον·· ὡς τυφλωθῆναι πρότερον, ἢ θεάσασθαι διὰ τὴν ὀξυαύ καὶ τὸν ἀπεισρέοντα χείμαρον τῶν μαρμαρυ γειαν, γῶν. Οὐχ ὁρᾷς ὅτι τοῦ πυρὸς ἡ δύναμις τοῖς μὲν αφεστηκόσι μεμετρημένον διάστημα παρέχει φῶς, κατακαίει δὲ τοὺς ἐγγίζοντας; Ὅρα μὴ τοιοῦτόν τι πάθης τῇ διανοίᾳ, μή σε ὁ πολὺς πόθος ἀδυνάτου πράγματος ἀναλώση. ΤΙΤΛ. Γ'. Περὶ ἀνηκόων καὶ ἀνυποτάκτων. Ἰεζεκιήλ. - Εἶπε Κύριος πρός με· Υἱὲ ἀνθρώ που, ἐν μέσῳ τῶν ἀδικιῶν αὐτῶν σὺ κατοικεῖς · οἱ ἔχουσιν ὀφθαλμούς.... διότι οἶκος παραπι- κραίνων ἐστί. Διὰ τοῦτο ἀποστρέφω τὸ φρύαγμα τῆς ἰσχύος αὐτῶν, καὶ μιανθήσεται τὰ ἅγια αὐτῶν. Σχόλιον. Τοῦτο καὶ ἡμῖν ἐκ τῶν ἡμετέρων συμ- βέβηκεν ἁμαρτημάτων. Καύχημα γὰρ καὶ δόξασμα παντὸς γένους Χριστιανῶν ὁ σωτήριος σταυρός, καὶ ἡ ζωηφόρος ἀνάστασις ὑπῆρχον, ἅτινα διὰ τὸ με μιασμένον. Βενετοπράσινον ὄνομα, ὁ ἐπεθήκαμεν ἑαυτοῖς, καὶ ἐβδελύχθημεν ὑπὸ Χριστοῦ τοῦ ἁγιάσαν- τος ἡμᾶς τῷ θείῳ αὐτοῦ ὀνόματι, εἰς χεῖρας με μιασμένων παρεδόθησαν καὶ ἐμιάνθησαν. S. JOANNIS DAMASCENI simam sincerissimamque speciem : quoniam homo etiam nullo alio melius quam facie, secundum pro- priam qualitatem ac formam exprimitur. Non enim Deus ait se natura invisibilem non esse. Ec- quis autem visibilior ille sit, qui visibilia cuncta alia progenuit? Cum itaque ejusmodi naturæ sim ut videar, a nullo tamen hominum videor, inquit. Cujus rei causa est rei creatæ impotentia. Ac ne multa implicans sermonem protraham, Deum fleri prius oportet (quod quidem accidere nequit ) ut Deum quis possit apprehendere. Quod si quis mor- talem hanc vitam moriendo obierit, immortalem vero adeptus vixerit, illud forsan quod nequaquam vidit, intuiturus est. Philosophiæ omnes, quæ tam apud Gracos quam apud Barbaros exculta sunt, cum natura statum indagarent, ne minimum qui- dem ejus clare inspicere potuerunt. Atqui fides per- spicua est. Discidia, contentiones, sententiarum- que diversitates, partes. sunt eorum qui in unaqua- que secta refellunt et refelluntur: ac domus illo- rum qui pro suis sectis pugnant, perfugia cunctis arcesque bellorum sunt, quibus per contrarias dis- ceptationes humana inens, quæ videndi facultate prædita est, excæcatur. Illic enim decernitur, quæ- nam admittenda, quave propulsanda sint. Opera pretium est ut qui apud se imaginari velit eum qui omnium optimus est, animo primum constans sit, uni sententiæ firmiter adhærescens, nec ad alia objecta transformetur: insuper vero in natura et sententia sicca omni ac sterili consistere, ut quæ incorrupta sit. Si enim eorum quæ molliora sunt aliquid admiserit, proposito aberrabit, nec quod perspicacissima acie instructum est, videre illud poterit, quod creatum non est, ita ut caligine prius offundatur quam perspiciat, propter acutissimum splendorem, influentemque radiorum torrentem. Annon cernis virtutem ignis iis quidem qui certo spatio absunt lucem præbere, eos vero qui propius accedunt exurere? Cave ne ejusmodi quid- piam mente patiaris, neque ardenti impossibilis rei desiderio consumaris. C TIT. VI. De contumacibus et immorigeris. - - Ezechiel (x11, 2). Dixit Dominus ad me : Fili hominis, in medio injustitiarum eorum tu habitas, qui habent oculos... idcirco averto fremitum virtutis co- rum, et polluentur sancta ipsorum. Scholium. Hoc nobis etiam peceatorum nostro- rum causa accidit. Gloria et ostentatio universi Christianorum generis, salutaris crus, necnon vi- vifica resurrectio erant, quæ, cum propter accer- sitam nobismetipsis profanam Venetorum Prasi- norumque nuncupationem abominabiles nos Christo constituerimus, cujus divino nomine sancti facti eramus, in manus impurorum hominum tradita pol- lutaque fuerunt. D - NOTÆ. (2) Forte, ὡς ἀφθάρτου. Sed nec sic clara prorsus fet oratio.
Διὰ τοῦτο πενθήσει ἡ γῆ, καὶ σμικρυνθήσεται ἐν πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν αὐτήν. Σχόλ. Μάθωμεν διὰ τοῦ θείου τούτου, καὶ τῶν ἑξῆς, τί τὸ αἴτιον τῆς καταλαβούσης ἡμᾶς ἀναρχίας καὶ συγχύσεως, καὶ ὡς οὐκ ἄδικος ὁ Θεὸς ὁ ἐπαφήσας ἡμῖν τὴν καταδυναστείαν τὴν ἐξ ἐθνῶν. Ἐμολύναμεν γὰρ πρὸς τοῖς μυρίοις ἡμῶν ἀτοπήμασι, καὶ ἐμφυλίῳ αἵματι τὴν ἁγίαν καὶ τῷ παντὶ κόσμῳ σεβασμίαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν πόλιν, ὡς καὶ μετανάστην γενέσθαι ταύτης τὸν τίμιον σταυρὸν τὴν ζωὴν ἡμῶν. ΤΙΤΛ. ΙΓ. Περὶ ἀρίστων ἀνδρῶν· ὅτι σωτήριος ἡ τούτων ἐφορία καὶ ἐπιστασία τοῖς πράγμασι καὶ τῷ λαῷ. Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. Ἐάν τις κατ’ οἰκίαν ἢ κώμην, ἢ πόλιν, ἢ ἔθνος γένηται φρονήσεως ἐραστὴς, ἀνάγκη, τὴν οἰκίαν καὶ τὴν πόλιν ἐκείνην ἀμείνονι βίῳ χρήσασθαι. Ὁ γὰρ ἀστεῖος κοινὸν ἀγαθόν ἐστιν ἅπασιν, ἐξ ἑτοίμου τὴν ἀφ’ ἑαυτοῦ προτείνων ὠφέλειαν. ΤΙΤΛ. Ι. Περὶ ἀκαταστάτων ἐν λογισμῷ, καὶ τῇ γνώμῃ ἀνιδρύτων. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. Πέφυκεν ἄφρων ἐπὶ μηδενὸς ἑστάναι καὶ ἐρηρεῖσθαι δόγματος.Α τοῦ ὄντος ἰδέας· ἐπειδὴ καὶ ἄνθρωπος οὐδενὶ γνω Β ρίξεται μᾶλλον, ἢ προσώπῳ κατὰ τὴν ἰδίαν ποιό τητα καὶ μορφήν. Οὐ γάρ φησιν ὁ Θεὸς, ὅτι οὐκ εἰμὶ ὁρατὸς τὴν φύσιν· εἰς δὲ μᾶλλον ὁρατὸς ἢ ὁ τὰ ἄλλα πάντα γεννήσας ὁρατά; πεφυκὼς δὲ τοιοῦτος εἰς τὸ ὁρᾶσθαι, ὑπ᾽ οὐδενὸς ἀνθρώπων ὁρῶμαι, φησί. Τὸ δὲ αἴτιον ἡ ἀδυναμία τοῦ γενητοῦ, καὶ ἵνα μὴ περιπλέκων μηκύνω, Θεὸν γενέσθαι δεῖ πρότερον· ὅπερ οὐδὲ οἷόν τε· ἵνα Θεὸν ἰσχύσῃ τις καταλαβεῖν. Ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ μέν τις τὸν θνητὸν βίον, ζήσῃ δὲ ἀντιλαβὼν τὸν ἀθάνατον, ἴσως μηδέποτε εἶδεν, ὄψεται. Α' φιλοσοφίαι πᾶσαι κατά τε τὴν Ἑλλάδα καὶ βάρβαρον ἀκμάσασαν, ζητοῦσαι τὰ φύσεως, οὐδὲ τὸ βραχύτατον ηδυνήθησαν τηλαυγώς ἰδεῖν. Σα φής δὲ πίστις. Δὲ διαφωνίαι, αἱ διαμάχαι καὶ ἔτε- ροδοξίαι, τῶν ἑκάστης αἱρέσεως ἀνασκευαζόντων καὶ ἀνασκευαζομένων μέρη, καὶ πᾶσιν ὁρμητήρια πολέμων γεγόνασιν αἱ τῶν αἱρεσιομάχων οἰκίας, τυφλοῦσαι τὸν δυνάμενον βλέπειν ἀνθρώπινον νοῦν ταῖς ἀντιλογικαῖς ἔρισιν μηχανοῦντα τίνα δεῖ προ- ἐσθαι, καὶ τίνα διώσασθαι. Δεῖ τὸν βουλόμενον φαν τασιωθῆναι τὸν τῶν ὅλων ἄριστον, στῆναι τὸ πρῶτον κατὰ ψυχὴν, ίδρυνθέντα παγίως γνώμῃ μια, καὶ μηκέτι πρὸς πολλὰ πλάζεσθαι· ἔπειτα δὲ στῆνας ἐπὶ φύσεως καὶ γνώμης ξηρᾶς, καὶ ἀγόνου πάντος, ὅσα φθαρτά (2). Ἐὰν γὰρ προσήσεταί τι τῶν μαλα κωτέρων, σφαλήσεται τῆς προθέσεως· ἀδυνατήσει καὶ τὸ ὀξυωπέστατον βλέπον, ἰδεῖν τὸ ἀγένητον·· ὡς τυφλωθῆναι πρότερον, ἢ θεάσασθαι διὰ τὴν ὀξυαύ καὶ τὸν ἀπεισρέοντα χείμαρον τῶν μαρμαρυ γειαν, γῶν. Οὐχ ὁρᾷς ὅτι τοῦ πυρὸς ἡ δύναμις τοῖς μὲν αφεστηκόσι μεμετρημένον διάστημα παρέχει φῶς, κατακαίει δὲ τοὺς ἐγγίζοντας; Ὅρα μὴ τοιοῦτόν τι πάθης τῇ διανοίᾳ, μή σε ὁ πολὺς πόθος ἀδυνάτου πράγματος ἀναλώση. ΤΙΤΛ. Γ'. Περὶ ἀνηκόων καὶ ἀνυποτάκτων. Ἰεζεκιήλ. - Εἶπε Κύριος πρός με· Υἱὲ ἀνθρώ που, ἐν μέσῳ τῶν ἀδικιῶν αὐτῶν σὺ κατοικεῖς · οἱ ἔχουσιν ὀφθαλμούς.... διότι οἶκος παραπι- κραίνων ἐστί. Διὰ τοῦτο ἀποστρέφω τὸ φρύαγμα τῆς ἰσχύος αὐτῶν, καὶ μιανθήσεται τὰ ἅγια αὐτῶν. Σχόλιον. Τοῦτο καὶ ἡμῖν ἐκ τῶν ἡμετέρων συμ- βέβηκεν ἁμαρτημάτων. Καύχημα γὰρ καὶ δόξασμα παντὸς γένους Χριστιανῶν ὁ σωτήριος σταυρός, καὶ ἡ ζωηφόρος ἀνάστασις ὑπῆρχον, ἅτινα διὰ τὸ με μιασμένον. Βενετοπράσινον ὄνομα, ὁ ἐπεθήκαμεν ἑαυτοῖς, καὶ ἐβδελύχθημεν ὑπὸ Χριστοῦ τοῦ ἁγιάσαν- τος ἡμᾶς τῷ θείῳ αὐτοῦ ὀνόματι, εἰς χεῖρας με μιασμένων παρεδόθησαν καὶ ἐμιάνθησαν. S. JOANNIS DAMASCENI simam sincerissimamque speciem : quoniam homo etiam nullo alio melius quam facie, secundum pro- priam qualitatem ac formam exprimitur. Non enim Deus ait se natura invisibilem non esse. Ec- quis autem visibilior ille sit, qui visibilia cuncta alia progenuit? Cum itaque ejusmodi naturæ sim ut videar, a nullo tamen hominum videor, inquit. Cujus rei causa est rei creatæ impotentia. Ac ne multa implicans sermonem protraham, Deum fleri prius oportet (quod quidem accidere nequit ) ut Deum quis possit apprehendere. Quod si quis mor- talem hanc vitam moriendo obierit, immortalem vero adeptus vixerit, illud forsan quod nequaquam vidit, intuiturus est. Philosophiæ omnes, quæ tam apud Gracos quam apud Barbaros exculta sunt, cum natura statum indagarent, ne minimum qui- dem ejus clare inspicere potuerunt. Atqui fides per- spicua est. Discidia, contentiones, sententiarum- que diversitates, partes. sunt eorum qui in unaqua- que secta refellunt et refelluntur: ac domus illo- rum qui pro suis sectis pugnant, perfugia cunctis arcesque bellorum sunt, quibus per contrarias dis- ceptationes humana inens, quæ videndi facultate prædita est, excæcatur. Illic enim decernitur, quæ- nam admittenda, quave propulsanda sint. Opera pretium est ut qui apud se imaginari velit eum qui omnium optimus est, animo primum constans sit, uni sententiæ firmiter adhærescens, nec ad alia objecta transformetur: insuper vero in natura et sententia sicca omni ac sterili consistere, ut quæ incorrupta sit. Si enim eorum quæ molliora sunt aliquid admiserit, proposito aberrabit, nec quod perspicacissima acie instructum est, videre illud poterit, quod creatum non est, ita ut caligine prius offundatur quam perspiciat, propter acutissimum splendorem, influentemque radiorum torrentem. Annon cernis virtutem ignis iis quidem qui certo spatio absunt lucem præbere, eos vero qui propius accedunt exurere? Cave ne ejusmodi quid- piam mente patiaris, neque ardenti impossibilis rei desiderio consumaris. C TIT. VI. De contumacibus et immorigeris. - - Ezechiel (x11, 2). Dixit Dominus ad me : Fili hominis, in medio injustitiarum eorum tu habitas, qui habent oculos... idcirco averto fremitum virtutis co- rum, et polluentur sancta ipsorum. Scholium. Hoc nobis etiam peceatorum nostro- rum causa accidit. Gloria et ostentatio universi Christianorum generis, salutaris crus, necnon vi- vifica resurrectio erant, quæ, cum propter accer- sitam nobismetipsis profanam Venetorum Prasi- norumque nuncupationem abominabiles nos Christo constituerimus, cujus divino nomine sancti facti eramus, in manus impurorum hominum tradita pol- lutaque fuerunt. D - NOTÆ. (2) Forte, ὡς ἀφθάρτου. Sed nec sic clara prorsus fet oratio.
PG 96:473Ἄλλοτε γοῦν ἀλλοῖα δοξάζει, καὶ περὶ τῶν αὐτῶν ἐστιν, ὅτε μηδενὸς περὶ αὐτὰ συμβεβηκότος κοινοτέρου, τἀναντία· καί ἐστιν ἡ ζωὴ αὐτοῦ πᾶσα κρεμαμένη, βάσιν ἀκράδαντον οὐκ ἔχουσα, ἀλλὰ πρὸς τῶν ἀντισπώντων καὶ ἀντιμεθελκόντων ἀεὶ πραγμάτων. ΤΙΤΛ. ΙΗ. Περὶ ἀγγελλόντων καὶ μεσαζόντων ἀπόκρισιν. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς. Πάντα ὃν ἂν πέμπῃ ὁ οἰκοδεσπότης εἰς ἰδίαν οἰκονομίαν, οὕτως ἡμᾶς δεῖ ὑποδέξασθαι, ὡς αὐτὸν τὸν πέμψαντα. ΤΙΤΛ. ΚΑ. Περὶ ἁμαρτημάτων, καὶ ὅτι τὰ ἡμέτερα ἁμαρτήματα προξενοῦσι καὶ ἄγουσιν ἐφ’ ἡμᾶς τὰ κακά. Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιε κατὰ Ἰουλιανοῦ. Πολλὰ πταίομεν ἅπαντες. Νοσεῖ γὰρ ἡ φύσις τὸ εἰς ἁμαρτίαν εὔκολον, διὰ τὸν ἐξ ἀρχῆς εἰσοικισάμενον τὸ πάθος. Κλήμεντος, ἐκ τοῦ η Στρωμ. Φοβηθῶμεν, οὐχὶ νόσον τὴν ἔξωθεν, ἀλλὰ ἁμαρτήματα δι’ ἃ ἡ νόσος. Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τῆς τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Ἡ φορὰ τῶν κακιῶν ἀνακυκᾷ καὶ στροβεῖ τὴν ψυχὴν, ἴλιγγον αὐτῇ περιτιθεῖσα, τὸν καλύπτοντα, καὶ καμμύειν ἐκβιαζόμενον τὴν φύσει μὲν πρέπουσαν ὄψιν, ἐπιτηδεύσει δὲ τυφλουμένην. Τῶν αὐτῶν.Περὶ ἀρχομένων· ὅτι πρὸς τὰς Α ΤΙΤ. ΙΧ. προαιρέσεις τῶν ἀρχομένων πονηράς, οὕτω καὶ ἄρχοντας λοιμούς καθιστᾷ τὸ θεῖον κρέμα. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Γένεσει ζητουμένων. — Ωσπερ κίονες οἰκίας όλας ὑπερείδουσιν, οὕτω καὶ αἱ θεῖαι δυνάμεις τὸν σύμπαντα κόσμον, καὶ τοῦ ἀνθρωπείου τὸ ἄριστον καὶ θεοφιλέστατον γένος. ΤΙΤΑ. ΙΒ. -- Περὶ ἀναρχίας· ὅτι ἐπιβλαβὴς καὶ ἐπικίνδυνος, καὶ συγχύσεως αἰτία. - Ωσης. Ακούσατε λόγον Κυρίου, υἱοὶ Ἰσραήλ· ὅτι κρίσις πρὸς τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν, διότι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια, οὐδὲ ἔλεος, οὐδὲ ἐπίγνωσις Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ αἵματα ἀφ' αίμοσι μίσγουσι. Διὰ τοῦτο πενθήσει ἡ γῆ, καὶ σμικρυνθήσεται ἐν πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν " αὐτήν. Σχόλ. Μάθωμεν διὰ τοῦ θείου τούτου, καὶ τῶν ἑξῆς, τί τὸ αἴτιον τῆς καταλαβούσης ἡμᾶς ἀναρχίας καὶ συγχύσεως, καὶ ὡς οὐκ ἄδικος ὁ Θεὸς ὁ ἐπαφής σας ἡμῖν τὴν καταδυναστείαν τὴν ἐξ ἐθνῶν. Ἐμολύ- να μεν γὰρ πρὸς τοῖς μυρίοις ἡμῶν ἀτοπήμασι, καὶ Εμφυλίῳ αἵματι τὴν ἁγίαν καὶ τῷ παντί κόσμῳ σε βασμίαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν πόλιν, ὡς καὶ μετανάστην γενέσθαι (3) ταύτης τὸν τίμιον σταυρὸν τὴν ζωὴν ἡμῶν. - ΤΙΤΑ. ΙΓ'. - Περὶ ἀρίστων ἀνδρῶν· ὅτι σωτήριος ἡ τούτων ἐφορία καὶ ἐπιστασία τοῖς πράγμασι καὶ τῷ λαῷ. - Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητου- μένων. Εάν τις κατ' οἰκίαν ἢ κώμην, ἢ πόλιν, * Εθνος γένηται φρονήσεω; ἐραστής, ἀνάγκη, την οἰκίαν καὶ τὴν πόλιν ἐκείνην ἀμείνονι βίῳ χρήσα ΝΟΤΑ. στης, ἄρας τὰ τίμια ξύλα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ἐπὶ Κωνσταν τινούπολιν ἀπῄει. Σήμερον ἡ ᾿Ανάστασις πρόεισι καὶ φαιδρύνει τῇ προόδῳ τὰ σύμπαντα. Αύριον ὁ σταυρὸς ἐμφανίζεται, καὶ ταῖς προσκυνηταῖς τὰ δώρα παρέχεται. π, Περὶ πολέμου καὶ πολεμικῶν νόμων· καὶ ὅτι ἐξ ἡμε τέρων ἁμαρτιῶν κινοῦνται οἱ πόλεμοι καθ᾿ ἡμῶν. E73 - PARALLELA RUPEFUCALDINA. - De iis qui principatui subsunt: quod Dei judicio propter mala "subditerum studia, pes- simi principes constituantur. TITA. &. B C Philonis ex primo Quæstionum in Genesim. Quemadmodum columnæ totam domum fulciunt, sic divinæ virtutes universum orbem, et eximium Deoque dilectissimum genus humanum. - TIT. XII. De anarchia : quod perniciosa pe- riculosaque sit, et confusionem pariat. - Osee (1v, 1-3). Audite verbum Domini, filii Israel, quia judicium Domino est cum habitatoribus terræ : quia non est veritas, neque misericordia, ne- que cognitio Dei in terra, et sanguinem cum sanguine miscent. Idcirco lugebit terra, et exigua fiet omnibus qui in ea habitant, etc. Schol. Discamus ex divina ista Scriptura, et iis quæ subsequuntur, quænam causa fuerit anarchis et confusionis illius quæ uos occupavit, neque in- justum esse Deum, qui nos duræ gentium pote stati permiserit. Sexċentis etenim sceleribus, præ- sertim vero civium nostrorum effuso cruore, san- ctam et universo orbi venerandam Dei nostri civita- tem contaminavimus, ita ut pretiosa crux, vita, in- quam, nostra, alio captiva ducta sit. - TIT. XIII.. · De viris optimis; quod eorum præfe- ctura et præsidentia reipublicæ et populo saluia- ris sil. - Ejusdem (Philonis) ex Questionibus in Genesim. Quod si quis domi, aut in oppido, aut in urbe, aut gente, prudentia desiderio teneatur, domum illam ac urbem melius institutam esse oportet. Nam non eum duntaxat significat qui alio migret ant transferatur, sed qui exsul vel captivus as- portetur. Sic crucem sub Chosroe in Persidem de- portatain omnes norunt. Posthac vero sub Hera- clio Hierosolymitanis reddita est. Theophanes ad annum Heraclii, obiter ait, imperatorem hunc, cum in Palæstinam denuo venisset propter Sara- cenorum impressiones, Constantinopolim subinde cum pretiosis lignis, seu Dominica cruce, remeas- se, ne in potestatem iterum venirent infidelium. Kal Quod si verum est, de transla- sione hac altera minime locutus erit Parallelorum istorum auctor: quia certissimum est Heraclium partem crucis non ignobilem Hierosolymis reliquis- se, quæ consuetis honoribus a Christianis illic co- leretur. Nam primo, cum S. Sophronius in præsu- lem Hierosolymitanum assumptus fuisset circa fi- nem anni 633, qui fuit Heraclii, postquam idem Heraclius re adversus Saracenos infauste gesta, Syriæ valedixerat, orationem habuit, quæ exstat in sanctæ crucis exaltationem, sive ostensionew, quæ more solito in Hierosolymis agenda erat. At- qui in eo sermone nusquam crucem sibi suisque alempiam luget, sed insequenti die ab omnibus adorandam puntiat. Hodie procedit resurrectio, sud- que progressione omnia exhilarat: crastino crux manifestatur, adoratoribusque suis munera largitur. Tum subinde explicat quanan de causa a majori- bus suis institutum esset ut crastino festi re- surrectionis, crux cunctis qui ab extremis terræ fnibus adoraturi venerant, ostenderetur. Secundo, Joannes Damascenus in tribus tractatibus suis de imaginibus, ubi recenset ea quæ Hierosolymis eximio honore a fidelibus colebantur, primo loco pretiose crucis lignum ponit; tum deinde sanctum Golgotha, in quo Christus in cruce affixus fuit; Domini monumentum, lanceam. Tertio, undecimo sæculo desinente, postquam urbs sancta a Crucia- tis nostris expugnata fuit, Inventa est in parte San- ctæ Resurrectionis ecclesiæ seorsum, inquit Willel- mus Tyrius, lib. 1x Belli sacri, cap. 4, portio una crucis Dominicæ : quam ob metum gentilium, quo- rum jugum patiebantur fideles, ad ampliorem cau- telam multo ante, paucis admissis, occultaverant, Hanc studio et opera cujusdam hominis Syri, qui ejus tam pretiosi depositi fuerat conscius, repertam theca reconditam argentea, primum ad Domini se- pulcrum, deinde ad templum Domini, cum hymnis el canticis spiritualibus deportantes, etc. Ex his et aliis quæ congeri possent, perspicuum fit Domi- nicam crucem ab Hierosolyınis ex toto ablatam non esse, ex quo a Persis Heraclio restituta fuerat. Ad hoe bellum Persicum sub Chosroa et Heractio spe- ctat, tit. 11, litt. qui in Vaticano non exstat : De bello et belli legibus: et quod nostra peccata sint causæ bellorum quæ adversum nos noventur. Quibus alia plura hinc inde similia suppetunt. (3) Ὡς καὶ μετανάστης γενέσθαι. νοκ μετανά
PG 96:474Οὐδὲν ἀναντίον καὶ μαχόμενον ταῖς ὁσιωτάταις τοῦ Θεοῦ δυνάμεσιν, ὡς ἀδικία. ΤΙΤΛ. ΜΒ. Περὶ ἁμαρτάνοντος καὶ σφάλλοντος· ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐντρέπεσθαι, καὶ μὴ ἀντιῤῥημονεῖν τῷ ἐλέγχοντι. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει Ζητουμένων. Τὸ μὴ ἁμαρτάνειν μηδὲν τὸ παράπαν, μέγιστον ἀγαθόν· τὸ ἁμαρτάνοντα ἐκτραπῆναι, συγγενὲς ἐκείνου· νεώτερον ὡς ἄν τις εἴποι παρὰ πρεσβύτερον. Εἰσὶ γὰρ οἱ ἐπὶ ἁμαρτανομένοις, ὡς ἐπὶ κατορθώμασιν ἀγαλλόμενοι, δυσίατον, μᾶλλον δὲ ἀνίατον νόσον ἔχοντες. ΤΙΤΛ. ΜΔ. Περὶ ἁγίων καὶ μακαριζομένων ἀνδρῶν, ἐφ’ οἷς δρῶσι, καὶ ὑπὲρ ὧν τετύχασιν. Τοῦ Νύσσης, ἐκ τοῦ εἰς τὸν ἅγιον Ῥωμανόν. Οὐ μήρυνθον λεπτὴν διαθέουσιν οἱ θαυματοποιοὶ τοῦ Χριστοῦ, οὐδὲ ξίφεσιν ἐπικυβιστῶντες γυμνοῖς, τέχνῃ τὰς πληγὰς διαφεύγουσι, ἀλλ’ ἀντὶ μὲν σχοινίου τὴν στενὴν καὶ ἀμφίκρημνον τῆς εὐσεβείας ὁδὸν ἀσαλεύτῳ βήματι διατρέχουσι. Τῶν δὲ τυραννουμένων ξιφῶν τὰς ἀκμὰς τῇ τῶν πληγῶν φιλοτιμίᾳ ἀμβλύνουσιν, οὐ τὸ μὴ πάσχειν τέχνην ποιούμενοι, ἀλλὰ τὸ νικᾷν ἐν τῷ πάσχειν ἀσκούμενοι, ΤΙΤΛ. ΜΖ. Περὶ τοῦ ἄφευκτον εἶναι τὸν Θεὸν καὶ ἀπερίγραπτον·Περὶ ἀρχομένων· ὅτι πρὸς τὰς Α ΤΙΤ. ΙΧ. προαιρέσεις τῶν ἀρχομένων πονηράς, οὕτω καὶ ἄρχοντας λοιμούς καθιστᾷ τὸ θεῖον κρέμα. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Γένεσει ζητουμένων. — Ωσπερ κίονες οἰκίας όλας ὑπερείδουσιν, οὕτω καὶ αἱ θεῖαι δυνάμεις τὸν σύμπαντα κόσμον, καὶ τοῦ ἀνθρωπείου τὸ ἄριστον καὶ θεοφιλέστατον γένος. ΤΙΤΑ. ΙΒ. -- Περὶ ἀναρχίας· ὅτι ἐπιβλαβὴς καὶ ἐπικίνδυνος, καὶ συγχύσεως αἰτία. - Ωσης. Ακούσατε λόγον Κυρίου, υἱοὶ Ἰσραήλ· ὅτι κρίσις πρὸς τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν, διότι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια, οὐδὲ ἔλεος, οὐδὲ ἐπίγνωσις Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ αἵματα ἀφ' αίμοσι μίσγουσι. Διὰ τοῦτο πενθήσει ἡ γῆ, καὶ σμικρυνθήσεται ἐν πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν " αὐτήν. Σχόλ. Μάθωμεν διὰ τοῦ θείου τούτου, καὶ τῶν ἑξῆς, τί τὸ αἴτιον τῆς καταλαβούσης ἡμᾶς ἀναρχίας καὶ συγχύσεως, καὶ ὡς οὐκ ἄδικος ὁ Θεὸς ὁ ἐπαφής σας ἡμῖν τὴν καταδυναστείαν τὴν ἐξ ἐθνῶν. Ἐμολύ- να μεν γὰρ πρὸς τοῖς μυρίοις ἡμῶν ἀτοπήμασι, καὶ Εμφυλίῳ αἵματι τὴν ἁγίαν καὶ τῷ παντί κόσμῳ σε βασμίαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν πόλιν, ὡς καὶ μετανάστην γενέσθαι (3) ταύτης τὸν τίμιον σταυρὸν τὴν ζωὴν ἡμῶν. - ΤΙΤΑ. ΙΓ'. - Περὶ ἀρίστων ἀνδρῶν· ὅτι σωτήριος ἡ τούτων ἐφορία καὶ ἐπιστασία τοῖς πράγμασι καὶ τῷ λαῷ. - Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητου- μένων. Εάν τις κατ' οἰκίαν ἢ κώμην, ἢ πόλιν, * Εθνος γένηται φρονήσεω; ἐραστής, ἀνάγκη, την οἰκίαν καὶ τὴν πόλιν ἐκείνην ἀμείνονι βίῳ χρήσα ΝΟΤΑ. στης, ἄρας τὰ τίμια ξύλα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ἐπὶ Κωνσταν τινούπολιν ἀπῄει. Σήμερον ἡ ᾿Ανάστασις πρόεισι καὶ φαιδρύνει τῇ προόδῳ τὰ σύμπαντα. Αύριον ὁ σταυρὸς ἐμφανίζεται, καὶ ταῖς προσκυνηταῖς τὰ δώρα παρέχεται. π, Περὶ πολέμου καὶ πολεμικῶν νόμων· καὶ ὅτι ἐξ ἡμε τέρων ἁμαρτιῶν κινοῦνται οἱ πόλεμοι καθ᾿ ἡμῶν. E73 - PARALLELA RUPEFUCALDINA. - De iis qui principatui subsunt: quod Dei judicio propter mala "subditerum studia, pes- simi principes constituantur. TITA. &. B C Philonis ex primo Quæstionum in Genesim. Quemadmodum columnæ totam domum fulciunt, sic divinæ virtutes universum orbem, et eximium Deoque dilectissimum genus humanum. - TIT. XII. De anarchia : quod perniciosa pe- riculosaque sit, et confusionem pariat. - Osee (1v, 1-3). Audite verbum Domini, filii Israel, quia judicium Domino est cum habitatoribus terræ : quia non est veritas, neque misericordia, ne- que cognitio Dei in terra, et sanguinem cum sanguine miscent. Idcirco lugebit terra, et exigua fiet omnibus qui in ea habitant, etc. Schol. Discamus ex divina ista Scriptura, et iis quæ subsequuntur, quænam causa fuerit anarchis et confusionis illius quæ uos occupavit, neque in- justum esse Deum, qui nos duræ gentium pote stati permiserit. Sexċentis etenim sceleribus, præ- sertim vero civium nostrorum effuso cruore, san- ctam et universo orbi venerandam Dei nostri civita- tem contaminavimus, ita ut pretiosa crux, vita, in- quam, nostra, alio captiva ducta sit. - TIT. XIII.. · De viris optimis; quod eorum præfe- ctura et præsidentia reipublicæ et populo saluia- ris sil. - Ejusdem (Philonis) ex Questionibus in Genesim. Quod si quis domi, aut in oppido, aut in urbe, aut gente, prudentia desiderio teneatur, domum illam ac urbem melius institutam esse oportet. Nam non eum duntaxat significat qui alio migret ant transferatur, sed qui exsul vel captivus as- portetur. Sic crucem sub Chosroe in Persidem de- portatain omnes norunt. Posthac vero sub Hera- clio Hierosolymitanis reddita est. Theophanes ad annum Heraclii, obiter ait, imperatorem hunc, cum in Palæstinam denuo venisset propter Sara- cenorum impressiones, Constantinopolim subinde cum pretiosis lignis, seu Dominica cruce, remeas- se, ne in potestatem iterum venirent infidelium. Kal Quod si verum est, de transla- sione hac altera minime locutus erit Parallelorum istorum auctor: quia certissimum est Heraclium partem crucis non ignobilem Hierosolymis reliquis- se, quæ consuetis honoribus a Christianis illic co- leretur. Nam primo, cum S. Sophronius in præsu- lem Hierosolymitanum assumptus fuisset circa fi- nem anni 633, qui fuit Heraclii, postquam idem Heraclius re adversus Saracenos infauste gesta, Syriæ valedixerat, orationem habuit, quæ exstat in sanctæ crucis exaltationem, sive ostensionew, quæ more solito in Hierosolymis agenda erat. At- qui in eo sermone nusquam crucem sibi suisque alempiam luget, sed insequenti die ab omnibus adorandam puntiat. Hodie procedit resurrectio, sud- que progressione omnia exhilarat: crastino crux manifestatur, adoratoribusque suis munera largitur. Tum subinde explicat quanan de causa a majori- bus suis institutum esset ut crastino festi re- surrectionis, crux cunctis qui ab extremis terræ fnibus adoraturi venerant, ostenderetur. Secundo, Joannes Damascenus in tribus tractatibus suis de imaginibus, ubi recenset ea quæ Hierosolymis eximio honore a fidelibus colebantur, primo loco pretiose crucis lignum ponit; tum deinde sanctum Golgotha, in quo Christus in cruce affixus fuit; Domini monumentum, lanceam. Tertio, undecimo sæculo desinente, postquam urbs sancta a Crucia- tis nostris expugnata fuit, Inventa est in parte San- ctæ Resurrectionis ecclesiæ seorsum, inquit Willel- mus Tyrius, lib. 1x Belli sacri, cap. 4, portio una crucis Dominicæ : quam ob metum gentilium, quo- rum jugum patiebantur fideles, ad ampliorem cau- telam multo ante, paucis admissis, occultaverant, Hanc studio et opera cujusdam hominis Syri, qui ejus tam pretiosi depositi fuerat conscius, repertam theca reconditam argentea, primum ad Domini se- pulcrum, deinde ad templum Domini, cum hymnis el canticis spiritualibus deportantes, etc. Ex his et aliis quæ congeri possent, perspicuum fit Domi- nicam crucem ab Hierosolyınis ex toto ablatam non esse, ex quo a Persis Heraclio restituta fuerat. Ad hoe bellum Persicum sub Chosroa et Heractio spe- ctat, tit. 11, litt. qui in Vaticano non exstat : De bello et belli legibus: et quod nostra peccata sint causæ bellorum quæ adversum nos noventur. Quibus alia plura hinc inde similia suppetunt. (3) Ὡς καὶ μετανάστης γενέσθαι. νοκ μετανά
PG 96:475καὶ ὅτι πάντα περιδέδρακται, καὶ ἐφορᾷ, καὶ οὐδὲν αὐτῷ λέληθεν. Εὐσταθίου ἐπισκόπου Ἀντιοχείας. Ὁ Θεὸς τὰ πάντα πληροῖ, ὑπ’ οὐδενὸς περιοριζόμενος. Ὁ γὰρ ὑπὸ τόπου μὴ περιοριζόμενος, πάντως ἐν παντὶ τόπῳ, κατὰ τὴν τοῦ Δαβὶδ ὑμνολογίαν, ἔσται. Εἰ γὰρ ἔξω λέγοιτο τόπου τινὸς, ἀνάγκη περιορίζεσθαι αὐτὸν ὑπ’ ἐκείνου, οὗπερ στηρίσκεται. Ὅλος οὖν ἐν παντὶ γενόμενος, οὐδαμῶς ἐξ ἑτέρων εἰς ἑτέρους μεθίσταται τόπους, τὰ πάντα πληρῶν. Τοῦ ἁγίου Διαδόχου. Τὰ μηδέπω ὄντα ὡς παρόντα μόνος ὁ Θεὸς καθορᾷ. Εἰ ἐν εἴδει ἦν ἡ θεία ἐκείνη καὶ ἄφραστος φύσις, οὐκ ἂν τὰ μηδέπω ὄντα ἐθεώρει ὡς ὄντα. Τοῦ αὐτοῦ. Μόνου τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου ὑπάρχει ἴδιον, τοῦ καὶ τῇ γῇ ταύτῃ φαινομένου ἀφαντάστως, καὶ τῶν οὐρανῶν μὴ ἀπολειπομένου, ἀλλὰ πάντα ὡς ἀεὶ περιέχοντος διὰ τὸ τῆς θείας φύσεως ἀπερίγραπτον· ἥκιστα δὲ καὶ ἄγγελοι. Ἐν ᾧ γὰρ χρόνῳ ἐν τῷ κόσμῳ ἀποστελλόμενοι ὦσιν, οὐ δυνατὸν εἶναι αὐτοὺς ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ, καὶ ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ. Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ τετάρτου ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Ἅπαντα μέτρῳ, κ. τ. ε. Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τοῦ τελευταίου τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων.Α σθαι. Ο γὰρ ἀστεῖος κοινὸν ἀγαθόν ἐστιν ἅπασιν, ἐξ ἑτοίμου τὴν ἀφ' ἑαυτοῦ προτείνων ὠφέλειαν. ΤΙΤΑ. ΙϚʹ. - Περὶ ἀκαταστάτων ἐν λογισμών, καὶ τῇ γνώμῃ ἀνιδρύτων. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. - Πέφυκεν ἄφρων ἐπὶ μηδενὸς ἑστάναι καὶ ἐρηρεῖ σθαι δόγματος. "Αλλοτε γοῦν ἀλλοῖα δοξάζει, καὶ περὶ τῶν αὐτῶν ἐστιν, ὅτε μηδενὸς περὶ αὐτὰ συμ- βεβηκότος κοινοτέρου, ταναντία (4) · καί ἐστιν ἡ ζωή αὐτοῦ πᾶσα κρεμαμένη, βάσιν ἀκράδαντον οὐκ ἔχουσα, ἀλλὰ πρὸς τῶν ἀντισπώντων καὶ ἀντιμεθελ- κόντων ἀεὶ πραγμάτων. ΤΙΤΛ. ΙΗ'. - Περὶ ἀγγελλόντων καὶ μεσαζόν των ἀπόκρισιν. - · Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους Επιστολῆς. — Πάντα ὃν ἂν πέμπῃ ὁ οἰκοδεσπότης εἰς ἰδίαν οἰκονομίαν, οὕτως ἡμᾶς δεῖ ὑποδέξασθαι, ὡς αὐτὸν τὸν πέμψαντα. - ΤΙΤ. ΚΑ'. — Περὶ ἁμαρτημάτων, καὶ ὅτι τὰ ἡμέ τερα ἁμαρτήματα προξενοῦσι καὶ ἄγουσιν ἐμ ἡμᾶς τὰ κακά. Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιε' κατὰ Ἰουλιανοῦ. — Πολλά πταίομεν ἅπαντες. Νοσεῖ γὰρ ἡ φύσις τὸ εἰς ἁμαρτ τίαν εὔκολον, διὰ τὸν ἐξ ἀρχῆς εἰσοικισάμενον τὸ πάθος. Κλήμεντος, ἐκ τοῦ η' Στρωμ. - Φοβηθώμεν, οὐχὶ νόσον τὴν ἔξωθεν, ἀλλὰ ἁμαρτήματα δι' δ ή νόσος. Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τῆς τῶν ἐν Εξόδῳ. Ζητημάτων. - Ἡ φορὰ τῶν κακιῶν ἀνακυκᾷ καὶ στροβεῖ τὴν ψυχὴν, ίλιγγον αὐτῇ περιτιθεῖσα, τον καλύπτοντα, καὶ καμμύειν ἐκβιαζόμενον τὴν φύσει μὲν πρέπουσαν ὄψιν, ἐπιτηδεύσει δὲ τυφλου μένην. - Τῶν αὐτῶν. — Οὐδὲν ἐναντίον καὶ μαχόμενον, ταῖς ὁσιωτάταις τοῦ Θεοῦ. δυνάμεσιν, ὡς ἀδικία. ΤΙΤΛ. ΜΒ'. - Περὶ ἁμαρτάνοντος καὶ σφάλλον τος· ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐντρέπεσθαι, καὶ μὴ ἀντιρ ῥημονεῖν τῷ ἐλέγχοντι. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενήσει ζητουμένων. -- Τὸ μὴ ἁμαρτάνειν μηδὲν τὸ παράπαν, μέγιστον ἀγαθόν· τὸ ἁμαρτάνοντα εκτραπῆναι, συγγενές ἐκείνου· νεώτερον ὡς ἄν τις εἴποι παρὰ πρεσβύτε ρον. Εἰσὶ γὰρ οἱ ἐπὶ ἁμαρτανομένοις ὡς ἐπὶ κατορ- θώμασιν ἀγαλλόμενοι, δυσίατον, μᾶλλον δὲ ἀνίατον νόσον ἔχοντες. - Περὶ ἁγίων καὶ μακαριζομένων ἀνδρῶν, ἐφ᾽ οἷς ὁρῶσι, καὶ ὑπὲρ ὧν τετύ χασιν. - Του Νύσσης, ἐκ τοῦ εἰς τὸν ἅγιον 'Ρωμανόν. · Οὐ μήρυνθον λεπτὴν διαθέουσιν οἱ θαυματοποιοί τοῦ Χριστοῦ, οὐδὲ ξίφεσιν ἐπικυδιστῶντες γυμνοῖς, τέχνῃ τὰς πληγὰς διαφεύγουσι, ἀλλ' ἀντὶ μὲν σχοινίου τὴν στενὴν καὶ ἀμφίκρημνον τῆς εὐσεβείας ὁδὸν ἀσαλεύτῳ βήματι διατρέχουσι. Τῶν δὲ τυραννουμέν νων ξιφῶν τὰς ἀκμὰς τῇ τῶν πληγῶν φιλοτιμία S. JOANNIS DAMASCENI - honestus commune omnium est bonum, ad opem suam præstandam paratissimus. TIT. XIV. De iis qui inconstanti ingenio sunt, nec mente stabiles. Philonis, ex Quæstionibus in Genesim.— Ea stulti natura est, ut nulla in doctrina firmus stabilisque sit. Quocirca nunc diversa sentit, atque iisdem con- traria rursum tenet, tametsi nihil ipsi novi acci- dat : ejusque adeo omnis vita suspensa manet, im- motæ basis expers, sod a rebus quibus contra tor- quetur ac detrahitur inclinata. TIT. XVHI. - De nuntiatoribus, et responsionum sequestris. S. Ignatii ex Epistola ad Ephesios. - Omnem quem paterfamilias ad dispensationem suam mise- rit, sic nos oportet excipere, velut ipsummet a quo ille missus est. TIT. XXI. De peccatis et quod peccata nostra nobis accersunt et afferunt mala. - - Cyrilli, ex libro xv Contra Julianum. Mukis offendimus omnes. Ægra quippe natura est, sua erga peceatum facilitate; cujus ille auctor est qui ab initio vitiumı in se recepit. - Clementis ex oclave Strom. Timeamus, non exteriorem morbum, sed peccata, quæ morbum mobis afferunt. Ejusdem (Philonis) ex libris de Quæstionibus in Erotum. Viiorum impetus perturbat et invertit — animum, vertigine eum circumveniens, qua obte- gitur, occluditur, et cogitur visus, qui natura quidem conveniens est, sed dedita opera obcaeca- tur. - Ex iisdem. Nihil tam contrarium repugnans- que est sanctissimis Dei virtutibus, ut injustitia. TIT. XLII. De eo qui peccat et offendit : quod oporteat ipsum pudere, nec redarguenti contra- dicere. - - Philonis ex Quæstionibus in Genesim. Nulla- tenus omnino peccare, eximium bonum est: eum vero qui peccat, pudederi, hoc illi cognatum est ; quanquam recentius, ut ita dicam, quam aliud autiquius. Sunt enim qui peccatis suis, tanquam recte factis gaudeant, cum morbo qui agre, imo nulla ratione sanari queant, laborent. - TIT. XLIII. — De viris sanctis, quique ob facta sua ac sortem suam beuti prædicantur. - S. Gregorii Nysseni, ex sermone in sanctum Ro- manum. Non tenuem ſunem percurrunt qui Christi nomine mirauda faciunt: non supra gla- dios nudos in caput saltantes, artis opera plagas devitant, sed ſunis loco arctam et utrinque præru- ptam pietatis viam firmo nec cespitante gressu peragunt quin gladiorum tyrannorum acies sua B C - D TITA. MA. NOTÆ. (4) Deest vox aliqua : forte, καταδέχεται, vel φρονεῖ.
PG 96:476Περιέχει τὰ πάντα ὑπ’ οὐδενὸς περιεχόμενος. Ὡς γὰρ ὁ τόπος περιεκτικὸς σωμάτων ἐστὶ καὶ καταφυγὴ, οὕτω καὶ ὁ θεῖος Λόγος περιέχει τὰ ὅλα καὶ πεπλήρωκεν. ΤΙΤΛ. ΜΗ. Περὶ τοῦ ἀκατάληπτον εἶναι τὸν Θεὸν καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Ἐδίδαξεν ἡμᾶς ὁ Κύριος, κ. τ. ε. Ἐκ τοῦ β τῶν αὐτῶν. Ὁ ὑγιὴς νοῦς καὶ ἀκίνδυνος, κ. τ. ε Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιη τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ. Δεῖν οἶμαι τὰ ὑπὲρ ἡμᾶς ἀβασανίστῳ τῇ πίστει τιμᾷν. Ἀσθενεῖ γάρ πως ἀνθρώπινος νοῦς, εἴς γε τὸ δύνασθαι συνιέναι πάντα. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀλεξανδρείας, περὶ φύσεως. Οὐχ ἁπλῶς τῶν μεριστῶν τοῦ κόσμου, καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ αἰῶνος, ἀλλὰ πάντων καὶ τῶν ἐλαχίστων ἄπειρος, ἀτέλεστος τῶν ἐν ἀνθρώποις ἡ γνῶσις. Εὐσταθίου ἐπισκόπου Ἀντιοχείας, ἐκ τοῦ περὶ ψυχῆς. Οὐ νόμων καὶ χρόνων ῥηταῖς τὸ Θεῖον ὑπόκειται περιγραφαῖς. Ἀθηνοδώρου. Ἄλλη μὲν τοῖς ἐκκεκαθαρμένοις παντελῶς τὴν διάνοιαν ἁρμόζει θεολογία, ἡ μάλιστα ἀληθής.Α σθαι. Ο γὰρ ἀστεῖος κοινὸν ἀγαθόν ἐστιν ἅπασιν, ἐξ ἑτοίμου τὴν ἀφ' ἑαυτοῦ προτείνων ὠφέλειαν. ΤΙΤΑ. ΙϚʹ. - Περὶ ἀκαταστάτων ἐν λογισμών, καὶ τῇ γνώμῃ ἀνιδρύτων. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. - Πέφυκεν ἄφρων ἐπὶ μηδενὸς ἑστάναι καὶ ἐρηρεῖ σθαι δόγματος. "Αλλοτε γοῦν ἀλλοῖα δοξάζει, καὶ περὶ τῶν αὐτῶν ἐστιν, ὅτε μηδενὸς περὶ αὐτὰ συμ- βεβηκότος κοινοτέρου, ταναντία (4) · καί ἐστιν ἡ ζωή αὐτοῦ πᾶσα κρεμαμένη, βάσιν ἀκράδαντον οὐκ ἔχουσα, ἀλλὰ πρὸς τῶν ἀντισπώντων καὶ ἀντιμεθελ- κόντων ἀεὶ πραγμάτων. ΤΙΤΛ. ΙΗ'. - Περὶ ἀγγελλόντων καὶ μεσαζόν των ἀπόκρισιν. - · Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους Επιστολῆς. — Πάντα ὃν ἂν πέμπῃ ὁ οἰκοδεσπότης εἰς ἰδίαν οἰκονομίαν, οὕτως ἡμᾶς δεῖ ὑποδέξασθαι, ὡς αὐτὸν τὸν πέμψαντα. - ΤΙΤ. ΚΑ'. — Περὶ ἁμαρτημάτων, καὶ ὅτι τὰ ἡμέ τερα ἁμαρτήματα προξενοῦσι καὶ ἄγουσιν ἐμ ἡμᾶς τὰ κακά. Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιε' κατὰ Ἰουλιανοῦ. — Πολλά πταίομεν ἅπαντες. Νοσεῖ γὰρ ἡ φύσις τὸ εἰς ἁμαρτ τίαν εὔκολον, διὰ τὸν ἐξ ἀρχῆς εἰσοικισάμενον τὸ πάθος. Κλήμεντος, ἐκ τοῦ η' Στρωμ. - Φοβηθώμεν, οὐχὶ νόσον τὴν ἔξωθεν, ἀλλὰ ἁμαρτήματα δι' δ ή νόσος. Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τῆς τῶν ἐν Εξόδῳ. Ζητημάτων. - Ἡ φορὰ τῶν κακιῶν ἀνακυκᾷ καὶ στροβεῖ τὴν ψυχὴν, ίλιγγον αὐτῇ περιτιθεῖσα, τον καλύπτοντα, καὶ καμμύειν ἐκβιαζόμενον τὴν φύσει μὲν πρέπουσαν ὄψιν, ἐπιτηδεύσει δὲ τυφλου μένην. - Τῶν αὐτῶν. — Οὐδὲν ἐναντίον καὶ μαχόμενον, ταῖς ὁσιωτάταις τοῦ Θεοῦ. δυνάμεσιν, ὡς ἀδικία. ΤΙΤΛ. ΜΒ'. - Περὶ ἁμαρτάνοντος καὶ σφάλλον τος· ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐντρέπεσθαι, καὶ μὴ ἀντιρ ῥημονεῖν τῷ ἐλέγχοντι. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενήσει ζητουμένων. -- Τὸ μὴ ἁμαρτάνειν μηδὲν τὸ παράπαν, μέγιστον ἀγαθόν· τὸ ἁμαρτάνοντα εκτραπῆναι, συγγενές ἐκείνου· νεώτερον ὡς ἄν τις εἴποι παρὰ πρεσβύτε ρον. Εἰσὶ γὰρ οἱ ἐπὶ ἁμαρτανομένοις ὡς ἐπὶ κατορ- θώμασιν ἀγαλλόμενοι, δυσίατον, μᾶλλον δὲ ἀνίατον νόσον ἔχοντες. - Περὶ ἁγίων καὶ μακαριζομένων ἀνδρῶν, ἐφ᾽ οἷς ὁρῶσι, καὶ ὑπὲρ ὧν τετύ χασιν. - Του Νύσσης, ἐκ τοῦ εἰς τὸν ἅγιον 'Ρωμανόν. · Οὐ μήρυνθον λεπτὴν διαθέουσιν οἱ θαυματοποιοί τοῦ Χριστοῦ, οὐδὲ ξίφεσιν ἐπικυδιστῶντες γυμνοῖς, τέχνῃ τὰς πληγὰς διαφεύγουσι, ἀλλ' ἀντὶ μὲν σχοινίου τὴν στενὴν καὶ ἀμφίκρημνον τῆς εὐσεβείας ὁδὸν ἀσαλεύτῳ βήματι διατρέχουσι. Τῶν δὲ τυραννουμέν νων ξιφῶν τὰς ἀκμὰς τῇ τῶν πληγῶν φιλοτιμία S. JOANNIS DAMASCENI - honestus commune omnium est bonum, ad opem suam præstandam paratissimus. TIT. XIV. De iis qui inconstanti ingenio sunt, nec mente stabiles. Philonis, ex Quæstionibus in Genesim.— Ea stulti natura est, ut nulla in doctrina firmus stabilisque sit. Quocirca nunc diversa sentit, atque iisdem con- traria rursum tenet, tametsi nihil ipsi novi acci- dat : ejusque adeo omnis vita suspensa manet, im- motæ basis expers, sod a rebus quibus contra tor- quetur ac detrahitur inclinata. TIT. XVHI. - De nuntiatoribus, et responsionum sequestris. S. Ignatii ex Epistola ad Ephesios. - Omnem quem paterfamilias ad dispensationem suam mise- rit, sic nos oportet excipere, velut ipsummet a quo ille missus est. TIT. XXI. De peccatis et quod peccata nostra nobis accersunt et afferunt mala. - - Cyrilli, ex libro xv Contra Julianum. Mukis offendimus omnes. Ægra quippe natura est, sua erga peceatum facilitate; cujus ille auctor est qui ab initio vitiumı in se recepit. - Clementis ex oclave Strom. Timeamus, non exteriorem morbum, sed peccata, quæ morbum mobis afferunt. Ejusdem (Philonis) ex libris de Quæstionibus in Erotum. Viiorum impetus perturbat et invertit — animum, vertigine eum circumveniens, qua obte- gitur, occluditur, et cogitur visus, qui natura quidem conveniens est, sed dedita opera obcaeca- tur. - Ex iisdem. Nihil tam contrarium repugnans- que est sanctissimis Dei virtutibus, ut injustitia. TIT. XLII. De eo qui peccat et offendit : quod oporteat ipsum pudere, nec redarguenti contra- dicere. - - Philonis ex Quæstionibus in Genesim. Nulla- tenus omnino peccare, eximium bonum est: eum vero qui peccat, pudederi, hoc illi cognatum est ; quanquam recentius, ut ita dicam, quam aliud autiquius. Sunt enim qui peccatis suis, tanquam recte factis gaudeant, cum morbo qui agre, imo nulla ratione sanari queant, laborent. - TIT. XLIII. — De viris sanctis, quique ob facta sua ac sortem suam beuti prædicantur. - S. Gregorii Nysseni, ex sermone in sanctum Ro- manum. Non tenuem ſunem percurrunt qui Christi nomine mirauda faciunt: non supra gla- dios nudos in caput saltantes, artis opera plagas devitant, sed ſunis loco arctam et utrinque præru- ptam pietatis viam firmo nec cespitante gressu peragunt quin gladiorum tyrannorum acies sua B C - D TITA. MA. NOTÆ. (4) Deest vox aliqua : forte, καταδέχεται, vel φρονεῖ.
PG 96:477Ἄλλη δὲ τοῖς πολλοῖς ἡ δυναμένη τὴν διάνοιαν αὐτῶν εἰς εὐσέβειαν ἐκκαλεῖσθαι καὶ δικαιοπραγίαν, ἐν τῇ πρὸς ἀλλήλους κοινωνίᾳ ἀπαλλάττουσα τοῦ θηριώδους βίου. ΤΙΤΛ. ΜΘ. Περὶ ἀγάπης καὶ φόβου πρὸς Θεόν· καὶ ὅτι παντὸς ἀγαθοῦ ὑπερέχουσιν. Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ἐπισκόπου Ῥώμης. Αὐταρκὴς εἰς σωτηρίαν ἡ εἰς Θεὸν ἀνθρώπου ἀγάπη. Εὐγνωμοσύνης γάρ ἐστι τὸ πρὸς τὸν τοῦ εἶναι ἡμᾶς αἴτιον ἀποσώζειν στοργὴν, ὑφ’ ἧς καὶ εἰς δεύτερον καὶ ἀγήρω αἰῶνα διασωζόμεθα. Τοῦ αὐτοῦ. Ἐπείρασεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀβραὰμ, οὐκ ἀγνοῶν τίς ἦν, ἀλλ’ ἵνα τοῖς μετὰ ταῦτα δείξῃ, καὶ μὴ κρύψῃ τὸν τοιοῦτον, καὶ διεγείρῃ εἰς μίμησιν τῆς ἐκείνου πίστεως καὶ ὑπομονῆς, καὶ πείσῃ, καὶ τέκνων στοργῆς ἀμελεῖν πρὸς ἐκπλήρωσιν θείου προστάγματος. Ὅθεν ἔγγραφον περὶ αὐτοῦ ἱστορίαν γενέσθαι ᾠκονόμησεν. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων ε λόγου. Ὅσα τὴν πρὸς Θεὸν τηρεῖ φιλίαν, κ. τ. ε. Σευηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων, ἐκ τοῦ περὶ αἱρετικῶν. Ἀρχὴ σωτηρίας ἀνθρώπων ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος, καὶ ῥίζα πάντων ἡμῖν ἀγαθῶν ὁ τοῦ Θεοῦ νόμος. Οὔτε δὲ Θεὸς ἄνευ φόβου, οὔτε φόβος ἄνευ νόμου. Ὁ μὲν γὰρ νόμος τῶν ἐπιτεταγμένων ὑπηρέτην ἔχει τὸν φόβου·ἀμβλύνουσιν, οὐ τὸ μὴ πάσχειν τέχνην ποιούμενοι, ἀλλὰ τὸ νικἦν ἐν τῷ πάσχειν ἀσκούμενοι. ΤΙΤΑ. ΜΖ'. Περὶ τοῦ ἄφευκτον εἶναι τὸν Θεὸν καὶ ἀπερίγραπτον· καὶ ὅτι πάντα περιδέδρα κται, καὶ ἐφορᾷ, καὶ οὐδὲν αὐτῷ λέληθεν. - · Ο Θεός Εὐσταθίου ἐπισκόπου Αντιοχείας. τὰ πάντα πληροί, ὑπ᾽ οὐδενὸς περιοριζόμενος. Ο γὰρ ὑπὸ τόπου μὴ περιοριζόμενος, πάντως ἐν παντὶ τύπῳ, κατὰ τὴν τοῦ Δαβὶδ ὑμνολογίαν, ἔσται. Εἰ γὰρ Εξω λέγοιτο τόπου τινός, ἀνάγκη περιορίζεσθαι αὐτὸν ὑπ' ἐκείνου, ούπερ στηρίσκεται. Ὅλος οὖν ἐν παντὶ γενόμενος, οὐδαμῶς ἐξ ἑτέρων εἰς ἑτέρους μεθίστα και τόπους, τὰ πάντα πληρῶν. Τοῦ ἁγίου Διαδόχου. Τὰ μηδέπω ὄντα ὡς παρόντα μόνος ὁ Θεὸς καθορᾷ. Εἰ ἐν εἴδει ἦν ἡ θεία ἐκείνη καὶ ἄφραστος φύσις, οὐκ ἂν τὰ μηδέπω ὄντα Εθεώρει ὡς ὄντα. - Τοῦ αὐτοῦ. - Μόνου τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου υπάρχει ἴδιον, τοῦ καὶ τῇ γῇ ταύτῃ φαινομέ- του ἀφαντάστως, καὶ τῶν οὐρανῶν μὴ ἀπολειπομέ του, ἀλλὰ πάντα ὡς ἀεὶ περιέχοντος διὰ τὸ τῆς θείας φύσεως ἀπερίγραπτον· ἥκιστα δὲ καὶ ἄγγελοι. Ἐν ᾧ γὰρ χρόνῳ ἐν τῷ κόσμῳ ἀποστελλόμενοι ὦσιν, οὐ δυνατὸν εἶναι αὐτοὺς ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ, καὶ ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ. Ειρηναίου, ἐκ τοῦ τετάρτου ελέγχου καὶ ἀνα τροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. – Απαντα μέτρω, κ. τ. ε. - - Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τοῦ τελευταίου τῶν ἐν Εξόδῳ Ζητημάτων. - Περιέχει τὰ πάντα ὑπ' οὐδενὸς περιεχόμενος. Ὡς γὰρ ὁ τόπος περιεκτικός σωμάτων ἐστὶ καὶ καταφυγὴ, οὕτω καὶ ὁ θεῖος λό γος περιέχει τὰ ὅλα καὶ πεπλήρωκεν. - ΤΙΤΑ. ΜΗ. Περὶ τοῦ ἀκατάληπτον εἶναι τὸν Θεὺν καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ. τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. δαξεν ἡμᾶς ὁ Κύριος, κ. τ. 6. Ἐκ τοῦ β' τῶν αὐτῶν. ἀκίνδυνος, κ. τ. ε. - - Ἐδια Ὁ ὑγιὴς νοῦς καὶ Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιη' τῶν κατὰ Ἰον- λιανοῦ. - Δεῖν οἶμαι τὰ ὑπὲρ ἡμᾶς ἀβασανίστην τῇ πίστει τιμᾷν. Ασθενεί γάρ πως ἀνθρώπινος νοῖς, εἰς γε τὸ δύνασθαι συνιέναι πάντα. - Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας, περὶ φύ- σεως. Οὐχ ἁπλῶς τῶν μεριστῶν τοῦ κόσμου, καὶ τῶν ὑπ' αὐτὸν, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ αἰῶνος, ἀλλὰ πάντων καὶ τῶν ἐλαχίστων ἄπειρος, ἀτέλεστος τῶν ἐν ἀνθρώποις ἡ γνῶσις. Ευσταθίου επισκόπου Αντιοχείας, ἐκ τοῦ περὶ ψυχῆς. - Οὐ νόμων καὶ χρόνων ῥηταῖς τὸ θεῖον υπόκειται περιγραφαίς. - · Αθηνοδώρου. – ᾿Αλλη μὲν τοῖς ἐκκεκαθαρμέν μας παντελῶς τὴν διάνοιαν ἁρμόζει θεολογία, ή μά- H PARALLELA RUPEFUCALDINA. A ad recipiendos ictus magnanimitate retundunt, B C non hanc artem colentes, qua nihil patiantur, sed ad victoriam sese perpetiendo exercentes. TIT. XLVII. · Quod divinum numen vitari non possit, nec circumscribi : quodque universa com- plexu suo teneat, intueaturque, nec quidquam ipsi Lateat. - - Eustathii Antiochiæ episcopi. Deus universa replet, nullo circum termino definitus. Quod enim, a loco minine circumscribitur, is prorsus, ut Da- vidis cantico fertur, in omni loco erit. Quod si enim extra locum aliquem esset, oporteret ipsum illa terminari, a quo destitueretur. Cum ergo totus in universo exsistat, nequaquam ex aliis in alia loca migrat, a quo replentur omuia. S. Diadochi. Ea quæ nondum exsistunt, Deus solus veluti præsentia contuetur. Si enim in specie esset divina illa inenarrabilisque natura, nequaquam ea quæ nondum sunt, ac si jam essent, contemplaretur. - - Ejusdem. Solius Dei Verbi qui factus bono est, proprium hoc exsistit, qui et in has terra non uţi spectrum apparuit, nec a cœlis ab- fuit, sed omnia velut olim complectitur, quatenus divina natura circumscriptionis est expers: id quod vero nec angelis convenit. Nam eo tempore quo in hunc mundum mittuntur, feri nequit ut in eodemu loco exsistant, ac in cœlo sursum. Irenæi, ex quarta redargutione et eversione falsi nominis scientiæ. Omnia prorsus mensura, etc. - - Ejusdem (Philonis) ez postremo Quæstionum in Exodum. Cuncta complectitur, cum a nullo contineatur. Velut enim locus corpora continendi capax est, eorumque perfugium : ita quoque di- vinum Verbum omnia complectitur, et replet uni- versa ipse. TIT. XLVIII.—Quod comprehendi non possit Deus, nec opera ipsius. S. Irenæi, ex quarta redurgutione et confutatione falsi nominis scientia. — Docuit nos Dominus, etc. - - Sanus sensus et peri- Ex secundo eorumdem. culo vacuus, etc. D S. Cyrilli, ex libro xvını Contra Julianum. Oportere existimo ea quae nobis superiora sunt, Gde minime curiosa venerari. Omnis quippe qu ·mana mens viribus deficit, quin hæc intellectu assequatur. - S. Dionysii Alexandrini, De natura. Non modo earum orbis rerum quæ dividuntur, et earum quæ sub ipso sunt, quin etiam numeri æternitatis, sed et omnium prorsus alque minimarum nescia est, nec erudita, hominum cognitio. - Eustathii episcopi Antiochiæ, ex libro De anime. · Divinum numen, nou legum et temporum ex- pressis verborum circumscriptionibus subjicitur. Athenodori. Alia quidem iis qui mundatissima cogitatione praditi sunt, theologia consentanca -
PG 96:478ὁ δὲ φόβος τῶν προτεταγμένων δικαστὴν ἔχει τὸν νόμον· ὁ μὲν οὖν φόβῳ τῷ νόμῳ προσερχόμενος καὶ τῷ τὸν νόμον διδόντι Θεῷ, ἁγίοις ἐμπολιτεύεται, καὶ ὁσίοις συναναστρέφεται. Ὁ δὲ κατατολμῶν τοῦ θείου λόγου, οὔτε τῆς χάριτος ἀξιοῦται, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐσεβείας ἐκβάλλεται. ΤΙΤΛ. ΝΑ. Περὶ ἀντιλογίας πρὸς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἀντιλογεῖν, ἢ δικαιολογεῖσθαι πρὸς αὐτὸν, ἢ πολλὰ ῥήματα περὶ αὐτοῦ λέγειν. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Εἰ δὲ λέγει τις, κ. τ. ε. ΤΙΤΛ. ΝΕ. Περὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ὁρωμένων, λέγω δὴ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου. Οὐχ ἡ ὑπόστασις, οὐδὲ ἡ οὐσία, κ. τ. ε. ΤΙΤΛ. Ξ. Περὶ ἀγάπης, καὶ εἰρήνης, καὶ ὁμονοίας καὶ εἰρηνοποιῶν. Διονυσίου Ἀλεξανδρείας, ἐκ τῆς δ ἑορταστικῆς ἐπιστολῆς. Ἡ ἀγάπη προπηδᾷ πάντως, τὶ ὀνῆσαι καὶ ἄκοντα θηρωμένη, καὶ πολλάκις ὀκνοῦντά τινα ὑπ’ αἰδοῦς·ἀμβλύνουσιν, οὐ τὸ μὴ πάσχειν τέχνην ποιούμενοι, ἀλλὰ τὸ νικἦν ἐν τῷ πάσχειν ἀσκούμενοι. ΤΙΤΑ. ΜΖ'. Περὶ τοῦ ἄφευκτον εἶναι τὸν Θεὸν καὶ ἀπερίγραπτον· καὶ ὅτι πάντα περιδέδρα κται, καὶ ἐφορᾷ, καὶ οὐδὲν αὐτῷ λέληθεν. - · Ο Θεός Εὐσταθίου ἐπισκόπου Αντιοχείας. τὰ πάντα πληροί, ὑπ᾽ οὐδενὸς περιοριζόμενος. Ο γὰρ ὑπὸ τόπου μὴ περιοριζόμενος, πάντως ἐν παντὶ τύπῳ, κατὰ τὴν τοῦ Δαβὶδ ὑμνολογίαν, ἔσται. Εἰ γὰρ Εξω λέγοιτο τόπου τινός, ἀνάγκη περιορίζεσθαι αὐτὸν ὑπ' ἐκείνου, ούπερ στηρίσκεται. Ὅλος οὖν ἐν παντὶ γενόμενος, οὐδαμῶς ἐξ ἑτέρων εἰς ἑτέρους μεθίστα και τόπους, τὰ πάντα πληρῶν. Τοῦ ἁγίου Διαδόχου. Τὰ μηδέπω ὄντα ὡς παρόντα μόνος ὁ Θεὸς καθορᾷ. Εἰ ἐν εἴδει ἦν ἡ θεία ἐκείνη καὶ ἄφραστος φύσις, οὐκ ἂν τὰ μηδέπω ὄντα Εθεώρει ὡς ὄντα. - Τοῦ αὐτοῦ. - Μόνου τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου υπάρχει ἴδιον, τοῦ καὶ τῇ γῇ ταύτῃ φαινομέ- του ἀφαντάστως, καὶ τῶν οὐρανῶν μὴ ἀπολειπομέ του, ἀλλὰ πάντα ὡς ἀεὶ περιέχοντος διὰ τὸ τῆς θείας φύσεως ἀπερίγραπτον· ἥκιστα δὲ καὶ ἄγγελοι. Ἐν ᾧ γὰρ χρόνῳ ἐν τῷ κόσμῳ ἀποστελλόμενοι ὦσιν, οὐ δυνατὸν εἶναι αὐτοὺς ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ, καὶ ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ. Ειρηναίου, ἐκ τοῦ τετάρτου ελέγχου καὶ ἀνα τροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. – Απαντα μέτρω, κ. τ. ε. - - Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τοῦ τελευταίου τῶν ἐν Εξόδῳ Ζητημάτων. - Περιέχει τὰ πάντα ὑπ' οὐδενὸς περιεχόμενος. Ὡς γὰρ ὁ τόπος περιεκτικός σωμάτων ἐστὶ καὶ καταφυγὴ, οὕτω καὶ ὁ θεῖος λό γος περιέχει τὰ ὅλα καὶ πεπλήρωκεν. - ΤΙΤΑ. ΜΗ. Περὶ τοῦ ἀκατάληπτον εἶναι τὸν Θεὺν καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ. τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. δαξεν ἡμᾶς ὁ Κύριος, κ. τ. 6. Ἐκ τοῦ β' τῶν αὐτῶν. ἀκίνδυνος, κ. τ. ε. - - Ἐδια Ὁ ὑγιὴς νοῦς καὶ Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιη' τῶν κατὰ Ἰον- λιανοῦ. - Δεῖν οἶμαι τὰ ὑπὲρ ἡμᾶς ἀβασανίστην τῇ πίστει τιμᾷν. Ασθενεί γάρ πως ἀνθρώπινος νοῖς, εἰς γε τὸ δύνασθαι συνιέναι πάντα. - Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας, περὶ φύ- σεως. Οὐχ ἁπλῶς τῶν μεριστῶν τοῦ κόσμου, καὶ τῶν ὑπ' αὐτὸν, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ αἰῶνος, ἀλλὰ πάντων καὶ τῶν ἐλαχίστων ἄπειρος, ἀτέλεστος τῶν ἐν ἀνθρώποις ἡ γνῶσις. Ευσταθίου επισκόπου Αντιοχείας, ἐκ τοῦ περὶ ψυχῆς. - Οὐ νόμων καὶ χρόνων ῥηταῖς τὸ θεῖον υπόκειται περιγραφαίς. - · Αθηνοδώρου. – ᾿Αλλη μὲν τοῖς ἐκκεκαθαρμέν μας παντελῶς τὴν διάνοιαν ἁρμόζει θεολογία, ή μά- H PARALLELA RUPEFUCALDINA. A ad recipiendos ictus magnanimitate retundunt, B C non hanc artem colentes, qua nihil patiantur, sed ad victoriam sese perpetiendo exercentes. TIT. XLVII. · Quod divinum numen vitari non possit, nec circumscribi : quodque universa com- plexu suo teneat, intueaturque, nec quidquam ipsi Lateat. - - Eustathii Antiochiæ episcopi. Deus universa replet, nullo circum termino definitus. Quod enim, a loco minine circumscribitur, is prorsus, ut Da- vidis cantico fertur, in omni loco erit. Quod si enim extra locum aliquem esset, oporteret ipsum illa terminari, a quo destitueretur. Cum ergo totus in universo exsistat, nequaquam ex aliis in alia loca migrat, a quo replentur omuia. S. Diadochi. Ea quæ nondum exsistunt, Deus solus veluti præsentia contuetur. Si enim in specie esset divina illa inenarrabilisque natura, nequaquam ea quæ nondum sunt, ac si jam essent, contemplaretur. - - Ejusdem. Solius Dei Verbi qui factus bono est, proprium hoc exsistit, qui et in has terra non uţi spectrum apparuit, nec a cœlis ab- fuit, sed omnia velut olim complectitur, quatenus divina natura circumscriptionis est expers: id quod vero nec angelis convenit. Nam eo tempore quo in hunc mundum mittuntur, feri nequit ut in eodemu loco exsistant, ac in cœlo sursum. Irenæi, ex quarta redargutione et eversione falsi nominis scientiæ. Omnia prorsus mensura, etc. - - Ejusdem (Philonis) ez postremo Quæstionum in Exodum. Cuncta complectitur, cum a nullo contineatur. Velut enim locus corpora continendi capax est, eorumque perfugium : ita quoque di- vinum Verbum omnia complectitur, et replet uni- versa ipse. TIT. XLVIII.—Quod comprehendi non possit Deus, nec opera ipsius. S. Irenæi, ex quarta redurgutione et confutatione falsi nominis scientia. — Docuit nos Dominus, etc. - - Sanus sensus et peri- Ex secundo eorumdem. culo vacuus, etc. D S. Cyrilli, ex libro xvını Contra Julianum. Oportere existimo ea quae nobis superiora sunt, Gde minime curiosa venerari. Omnis quippe qu ·mana mens viribus deficit, quin hæc intellectu assequatur. - S. Dionysii Alexandrini, De natura. Non modo earum orbis rerum quæ dividuntur, et earum quæ sub ipso sunt, quin etiam numeri æternitatis, sed et omnium prorsus alque minimarum nescia est, nec erudita, hominum cognitio. - Eustathii episcopi Antiochiæ, ex libro De anime. · Divinum numen, nou legum et temporum ex- pressis verborum circumscriptionibus subjicitur. Athenodori. Alia quidem iis qui mundatissima cogitatione praditi sunt, theologia consentanca -
PG 96:479καὶ διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι βαρὺν ἑτέρῳ γενέσθαι τὸν εὖ πάσχειν παραιτούμενον, καὶ μᾶλλον αὐτὸν δυσφορεῖν στέργοντα τοῖς ἰδίοις ἀλγεινοῖς, ὑπὲρ τοῦ μὴ πράγματά τινι καὶ ὄχλησιν παρασχεῖν, ὁ πλήρης ἀγάπης πολλὰ καθικέτευσεν ἀνασχέσθαι καὶ ὑπομένειν ὡς ἀδικούμενον, καὶ ἐπικουρούμενον, καὶ χάριν ἄλλῳ μεγίστην, οὐχ ἑαυτῷ παρασχεῖν τὸ ἑαυτοῦ δι’ ἐκείνου λωφῆσαι κακόν. Κλήμεντος, ἐκ τοῦ η Στρωμάτων. Ἀγάπη ἑκουσίων ἄρχει, ἀκόντων δὲ φόβος οὗτος ὁ φαῦλος. Ὁ δὲ εἰς ἀγαθὸν παιδαγωγῶν ἡμᾶς, εἰς Χριστὸν ἄγει, καὶ ἔστι σωτήριος. ΤΙΤΛ. ΞΑ. Περὶ ἀληθείας καὶ μαρτυρίας πιστῆς. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ (Ἰουστίνου) πρὸς Ἀντωνίνον αὐτοκράτορα. Τοὺς κατὰ ἀλήθειαν εὐσεβεῖς καὶ φιλοσόφους μόνον τἀληθὲς τιμᾷν καὶ στέργειν ὁ λόγος ὑπαγορεύει, παραιτουμένους δόξαις πολλῶν ἐπακολουθεῖν, ἐὰν φαῦλαι ὦσιν. Οὐ γὰρ μὴ ἕπεσθαι τοῖς ἀδίκως τι πράξασιν, ἢ δογματίσασιν, ὁ σώφρων λόγος ὑπαγορεύει, ἀλλὰ ἐκ παντὸς τρόπου, καὶ πρὸ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς τὸν φιλαληθῆ, κἂν ὁ θάνατος ἀπειλῆται, τὰ δίκαια πράττειν τε καὶ λέγειν αἱρεῖσθαι δεῖ.λιστα ἀληθής. "Αλλη δὲ τοῖς πολλοῖς ἡ δυναμένη την διάνοιαν αὐτῶν εἰς εὐσέβειαν ἐκκαλεῖσθαι καὶ δι· καιοπραγίαν, ἐν τῇ πρὸς ἀλλήλους κοινωνία ἀπαλ λάττουσα τοῦ θηριώδους βίου. - ΤΙΤ. ΜΘ'. Περὶ ἀγάπης καὶ φόβου πρὸς Θεόν καὶ ὅτι παντὸς ἀγαθοῦ ὑπερέχουσιν. Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος επισκόπου Ρώμης. — Αὐταρκής εἰς σωτηρίαν ἡ εἰς Θεὸν ἀνθρώπου ἀγάπη. Εὐγνωμοσύνης γάρ ἐστι τὸ πρὸς τὸν τοῦ εἶναι ἡμᾶς αἴτιον ἀποσώζειν στοργήν, ὑφ᾽ ἧς καὶ εἰς δεύτερον καὶ ἀγήρω αἰῶνα διασωζόμεθα. Τοῦ αὐτοῦ. - Ἐπείρασεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀβραὰμ, οὐκ ἀγνοῶν τίς ἦν, ἀλλ᾽ ἵνα τοῖς μετὰ ταῦτα δείξῃ, καὶ μὴ κρύψῃ τὸν τοιοῦτον, καὶ διεγείρῃ εἰς μίμησ σιν τῆς ἐκείνου πίστεως καὶ ὑπομονῆς, καὶ πείσῃ, καὶ τέκνων στοργῆς ἀμελεῖν πρὸς ἐκπλήρωσιν θείου προστάγματος. "Οθεν ἔγγραφον περὶ αὐτοῦ ἱστορίαν γενέσθαι ᾠκονόμησεν. - - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων & λόγου. — Όσα τὴν πρὸς Θεὸν τηρεί φιλίαν, κ. τ. ε. Σενηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων, ἐκ τοῦ περὶ αἱρετικῶν. — Αρχὴ σωτηρίας ἀνθρώπων ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος, καὶ ῥίζα πάντων ἡμῖν ἀγαθῶν ὁ τοῦ Θεοῦ νόμος. Ούτε δὲ Θεὸς ἄνευ φόβου, ούτε φόβος ἄνευ νόμου. Ὁ μὲν γὰρ νόμος τῶν ἐπιτεταγμένων ὑπηρέτην ἔχει τὸν φόβον· ὁ δὲ φόβος τῶν προτε ταγμένων δικαστὴν ἔχει τὸν νόμον· ὁ μὲν οὖν φόβι τῷ νόμῳ προσερχόμενος καὶ τῷ τὸν νόμον διδόντι Θεῷ, ἁγίοις ἐμπολιτεύεται, καὶ ὁσίοις συναναστρέ φεται. Ὁ δὲ κατατολμῶν τοῦ θείου λόγου, οὔτε τῆς χάριτος ἀξιοῦται, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐσεβείας ἐκβάλ λεται. ΤΙΤΛ. ΝΑ'. - - Περὶ ἀντιλογίας πρὸς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἀντιλογεῖν, ἢ δικαιολογεῖσθαι πρὸς αὐτὸν, ἡ πολλὰ ῥήματα περὶ αὐτοῦ λέγειν. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Εἰ δὲ λέγει τις, κ. τ. ΤΙΤΛ. ΛΕ. - Περὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ὀρωμένων, λέγω δὴ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου. - Οὐχ ἡ ὑπόστασις, οὐδὲ ἡ οὐσία, κ. τ. δ. ΤΙΤΛ. Ε. - Περὶ ἀγάπης, καὶ εἰρήνης, καὶ ὁμο νοίας καὶ εἰρηνοποιών. Διονυσίου Αλεξανδρείας, ἐκ τῆς δ' ἑορταστι κῆς ἐπιστολῆς. - Ἡ ἀγάπη προπηδά πάντως, τὶ ὀνῆσαι καὶ ἄκοντα θηρωμένη, καὶ πολλάκις ὀκνοῦντά τινα ὑπ᾽ αἰδοῦς· καὶ διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι βαρὺν ἑτέρῳ γενέσθαι τὸν εὖ πάσχειν παραιτούμενον, καὶ μᾶλλον αὐτὸν δυσφορεῖν στέργοντα τοῖς ἰδίοις ἀλγεινοῖς, ὑπὲρ τοῦ μὴ πράγματά τινι καὶ ὄχλησιν παρασχεῖν, ὁ πλήρης ἀγάπης πολλὰ καθικέτευσεν ἀνασχέσθαι καὶ ὑπομένειν ὡς ἀδικούμενον, καὶ ἐπισ κουρούμενον, καὶ χάριν ἄλλῳ μεγίστην, οὐχ ἑαυτῷ παρασχεῖν τὸ ἑαυτοῦ δι' ἐκείνου λοφῆσαι κακόν. - Κλήμεντος, ἐκ τοῦ η Στρωμάτων. Αγάπη S. JOANNIS DAMASCENI est, quæ nempe admodum vera : alia quæ vulgo, A qua cogitatio ipsorum ad pietatem et justitiæ ope- ra excitari possit, mutua ipsorum ad invicemn com- municatione a belluino vitæ genere eos eximens. - - TIT. XLIX. - De charitate et timore erga Deum : quodque cæteris bonis excellentiora sint. S. Clementis episcopi Romæ. Ad salutem suffi- eit hominis erga Deum amor. Grati siquidem animi officium est, dilectionem conservare adversus illum qui nobis ut simus est auctor; qua fit etiam ut ad alterum ac non senescens sæculum salvi evada- mus. - Ejusdem. Tentavit Deus Abraham, non qui- dem ignorans quis esset, sed ut eum posterioribus sæculis in exemplum daret, nec tantum virum B latere sineret; quin potius alios ad fidem et patien- tiam illius imitandam excitarer, suadererque filio- rum amorem omittere ob divini præcepti exsecu- tionem. Quamobrem certa ratione fecit ut ejus bistoria litteris commendaretur. S. Irenæi, ex libro v Adversus hæreses. Quæ- cunque Dei amicitiam conservant, etc. - Severiani episcopi Gabalorum, ex libro De kareticis. Salutis hominum principium est timor Dei, ipsiusque lex, bonorum omnium radix. Atqui neque Deus sine timore colitur, nec timor est sine lege. Lex quippe eorum quæ injunguntur ministrum timorem habet : timor vero præce- ptorum judicem habet legem. Qui porro ad legem timidus accedit, nec non ad Deum qui legem de- dit, is cum sanctis vitam agit, et cum probis conversatur. Qui autem adversus divinum sermo- nem contumax est, hic neque gratia donatur, quin et a pietate excluditur. - TIT. LI. De disceptatione adversus Deum : quodque adversus ipsum disceptare non oporteat, nec multos sermones de eo miscere. S. Irenai, ex redargutione v, et eversione falsi ❤ominis scientiæ. — Quod si vero quispiam ait, etc. TIT. LV. - De renovatione eorum quæ videntur, cœli nimirum et lerræ. - S. Irenai. Non est subsistentia, nec essen- tia, etc. TIT. LX. - De amore, et pace, et concordia, et pacificis. Dionysii Alexandrini, ex epistola quarta festali.— Charitas prompta est ut omnibus prosit, eumque qui nolit, venatu captum curat : ac illum sæpe qui ex verecundia remisse agat, aut qui beneficiis augeri recuset, ne gravis alteri et molestus accidat, quique tandem satius habet tristes casus ægre tolerare, ne cuiquam negotii aliquid aut anxieta- tis afferat, qui charitate plenus est, hunc multis rogitat, ut permittat patiaturque opem sibi tanquam injuria affecto præstari: unde grates illi, non sibi, maximas referat, quod per eum licuerit malo suo finem imponi. Clementis ex octavo Strom. Charitas spen- - c D
Λανθάνει μὲν ὡς εἰκὸς αὐτοὺς, ὡς ἐκ πλάνης τῇ ἀληθείᾳ διὰ τῆς ὄντως πίστεως ἐξεστηκὼς, αὐτὸς δὲ ἀληθῶς οἶδεν ἑαυτὸν, οὐχ, ὅ φασιν ἐκεῖνοι, μαινόμενον, ἀλλὰ τῆς ἀστάτου καὶ ἀλλοιωτῆς περὶ τὴν παντοδαπῆ τῆς πλάνης ποικιλίαν φθορᾶς, διὰ τῆς ἁπλῆς καὶ ἀεὶ ὡσαύτως ἐχούσης ἀληθείας ἠλευθερωμένον. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ περὶ ἀναστάσεως. Ὁ μὲν τῆς ἀληθείας λόγος ἐστὶν ἐλεύθερος, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου φιλοσόφου καὶ μάρτυρος, ἐκ τοῦ ε μέρους τῆς ἀπολογίας αὐτοῦ. Τὸ εὖ πράττειν ἡγοῦμαι, ὦ ἄνδρες, οὐκ ἄλλο τι εἶναι, ἢ τὸ κατὰ ἀλήθειαν ζῇν. Τὸ δὲ εὖ ζῇν καὶ κατὰ ἀλήθειαν, οὐκ ἄνευ τοῦ κατανοῆσαι τὴν τῶν πραγμάτων φύσιν. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ πρὸς Τρύφωνα β λόγου. Πᾶς ὁ δυνάμενος λέγειν τὸ ἀληθὲς, καὶ μὴ λέγων, κριθήσεται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Τοῦ ἁγίου Ἐφραιμίου ἀρχιεπισκόπου Ἀντιοχείας, ἐκ τοῦ γ κεφαλαίου τοῦ περὶ τοῦ γραμματικοῦ Ἰωάννου καὶ τῆς συνόδου. Αὐταρκής ἐστιν ἡ ἀλήθεια, τοὺς πειρωμένους διαφιλονεικεῖν πρὸς ἑαυτὴν μεθιστᾷν· ὅπως ἂν διαῤῥήδην γνωρίζοιτο, ὡς ἀήττητον ὅπλον καὶ παντάπασιν ἄμαχον καθέστηκεν. Ἀντιπάτρου ἐπισκόπου Βοστρῶν.λιστα ἀληθής. "Αλλη δὲ τοῖς πολλοῖς ἡ δυναμένη την διάνοιαν αὐτῶν εἰς εὐσέβειαν ἐκκαλεῖσθαι καὶ δι· καιοπραγίαν, ἐν τῇ πρὸς ἀλλήλους κοινωνία ἀπαλ λάττουσα τοῦ θηριώδους βίου. - ΤΙΤ. ΜΘ'. Περὶ ἀγάπης καὶ φόβου πρὸς Θεόν καὶ ὅτι παντὸς ἀγαθοῦ ὑπερέχουσιν. Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος επισκόπου Ρώμης. — Αὐταρκής εἰς σωτηρίαν ἡ εἰς Θεὸν ἀνθρώπου ἀγάπη. Εὐγνωμοσύνης γάρ ἐστι τὸ πρὸς τὸν τοῦ εἶναι ἡμᾶς αἴτιον ἀποσώζειν στοργήν, ὑφ᾽ ἧς καὶ εἰς δεύτερον καὶ ἀγήρω αἰῶνα διασωζόμεθα. Τοῦ αὐτοῦ. - Ἐπείρασεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀβραὰμ, οὐκ ἀγνοῶν τίς ἦν, ἀλλ᾽ ἵνα τοῖς μετὰ ταῦτα δείξῃ, καὶ μὴ κρύψῃ τὸν τοιοῦτον, καὶ διεγείρῃ εἰς μίμησ σιν τῆς ἐκείνου πίστεως καὶ ὑπομονῆς, καὶ πείσῃ, καὶ τέκνων στοργῆς ἀμελεῖν πρὸς ἐκπλήρωσιν θείου προστάγματος. "Οθεν ἔγγραφον περὶ αὐτοῦ ἱστορίαν γενέσθαι ᾠκονόμησεν. - - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων & λόγου. — Όσα τὴν πρὸς Θεὸν τηρεί φιλίαν, κ. τ. ε. Σενηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων, ἐκ τοῦ περὶ αἱρετικῶν. — Αρχὴ σωτηρίας ἀνθρώπων ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος, καὶ ῥίζα πάντων ἡμῖν ἀγαθῶν ὁ τοῦ Θεοῦ νόμος. Ούτε δὲ Θεὸς ἄνευ φόβου, ούτε φόβος ἄνευ νόμου. Ὁ μὲν γὰρ νόμος τῶν ἐπιτεταγμένων ὑπηρέτην ἔχει τὸν φόβον· ὁ δὲ φόβος τῶν προτε ταγμένων δικαστὴν ἔχει τὸν νόμον· ὁ μὲν οὖν φόβι τῷ νόμῳ προσερχόμενος καὶ τῷ τὸν νόμον διδόντι Θεῷ, ἁγίοις ἐμπολιτεύεται, καὶ ὁσίοις συναναστρέ φεται. Ὁ δὲ κατατολμῶν τοῦ θείου λόγου, οὔτε τῆς χάριτος ἀξιοῦται, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐσεβείας ἐκβάλ λεται. ΤΙΤΛ. ΝΑ'. - - Περὶ ἀντιλογίας πρὸς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἀντιλογεῖν, ἢ δικαιολογεῖσθαι πρὸς αὐτὸν, ἡ πολλὰ ῥήματα περὶ αὐτοῦ λέγειν. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Εἰ δὲ λέγει τις, κ. τ. ΤΙΤΛ. ΛΕ. - Περὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ὀρωμένων, λέγω δὴ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου. - Οὐχ ἡ ὑπόστασις, οὐδὲ ἡ οὐσία, κ. τ. δ. ΤΙΤΛ. Ε. - Περὶ ἀγάπης, καὶ εἰρήνης, καὶ ὁμο νοίας καὶ εἰρηνοποιών. Διονυσίου Αλεξανδρείας, ἐκ τῆς δ' ἑορταστι κῆς ἐπιστολῆς. - Ἡ ἀγάπη προπηδά πάντως, τὶ ὀνῆσαι καὶ ἄκοντα θηρωμένη, καὶ πολλάκις ὀκνοῦντά τινα ὑπ᾽ αἰδοῦς· καὶ διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι βαρὺν ἑτέρῳ γενέσθαι τὸν εὖ πάσχειν παραιτούμενον, καὶ μᾶλλον αὐτὸν δυσφορεῖν στέργοντα τοῖς ἰδίοις ἀλγεινοῖς, ὑπὲρ τοῦ μὴ πράγματά τινι καὶ ὄχλησιν παρασχεῖν, ὁ πλήρης ἀγάπης πολλὰ καθικέτευσεν ἀνασχέσθαι καὶ ὑπομένειν ὡς ἀδικούμενον, καὶ ἐπισ κουρούμενον, καὶ χάριν ἄλλῳ μεγίστην, οὐχ ἑαυτῷ παρασχεῖν τὸ ἑαυτοῦ δι' ἐκείνου λοφῆσαι κακόν. - Κλήμεντος, ἐκ τοῦ η Στρωμάτων. Αγάπη S. JOANNIS DAMASCENI est, quæ nempe admodum vera : alia quæ vulgo, A qua cogitatio ipsorum ad pietatem et justitiæ ope- ra excitari possit, mutua ipsorum ad invicemn com- municatione a belluino vitæ genere eos eximens. - - TIT. XLIX. - De charitate et timore erga Deum : quodque cæteris bonis excellentiora sint. S. Clementis episcopi Romæ. Ad salutem suffi- eit hominis erga Deum amor. Grati siquidem animi officium est, dilectionem conservare adversus illum qui nobis ut simus est auctor; qua fit etiam ut ad alterum ac non senescens sæculum salvi evada- mus. - Ejusdem. Tentavit Deus Abraham, non qui- dem ignorans quis esset, sed ut eum posterioribus sæculis in exemplum daret, nec tantum virum B latere sineret; quin potius alios ad fidem et patien- tiam illius imitandam excitarer, suadererque filio- rum amorem omittere ob divini præcepti exsecu- tionem. Quamobrem certa ratione fecit ut ejus bistoria litteris commendaretur. S. Irenæi, ex libro v Adversus hæreses. Quæ- cunque Dei amicitiam conservant, etc. - Severiani episcopi Gabalorum, ex libro De kareticis. Salutis hominum principium est timor Dei, ipsiusque lex, bonorum omnium radix. Atqui neque Deus sine timore colitur, nec timor est sine lege. Lex quippe eorum quæ injunguntur ministrum timorem habet : timor vero præce- ptorum judicem habet legem. Qui porro ad legem timidus accedit, nec non ad Deum qui legem de- dit, is cum sanctis vitam agit, et cum probis conversatur. Qui autem adversus divinum sermo- nem contumax est, hic neque gratia donatur, quin et a pietate excluditur. - TIT. LI. De disceptatione adversus Deum : quodque adversus ipsum disceptare non oporteat, nec multos sermones de eo miscere. S. Irenai, ex redargutione v, et eversione falsi ❤ominis scientiæ. — Quod si vero quispiam ait, etc. TIT. LV. - De renovatione eorum quæ videntur, cœli nimirum et lerræ. - S. Irenai. Non est subsistentia, nec essen- tia, etc. TIT. LX. - De amore, et pace, et concordia, et pacificis. Dionysii Alexandrini, ex epistola quarta festali.— Charitas prompta est ut omnibus prosit, eumque qui nolit, venatu captum curat : ac illum sæpe qui ex verecundia remisse agat, aut qui beneficiis augeri recuset, ne gravis alteri et molestus accidat, quique tandem satius habet tristes casus ægre tolerare, ne cuiquam negotii aliquid aut anxieta- tis afferat, qui charitate plenus est, hunc multis rogitat, ut permittat patiaturque opem sibi tanquam injuria affecto præstari: unde grates illi, non sibi, maximas referat, quod per eum licuerit malo suo finem imponi. Clementis ex octavo Strom. Charitas spen- - c D
PG 96:480Αὐταρκὴς πρὸς συνηγορίαν ἑαυτῇ ἡ ἀλήθεια, τοῖς ὀξεῖ τῷ τῆς ψυχῆς ὄμματι βλέπουσιν. Φίλωνος, ἐκ τοῦ β τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Παρ’ ἐνίοις νομοθέταις ἀπείρηται μαρτυρεῖν ἀκοῇ, ὡς τὸ μὲν ἀληθὲς ὄψει πιστούμενον, τὸ δὲ ψεῦδος ἀκοῇ. ΤΙΤΛ. ΞΔ. Περὶ τῶν ἀποδεχομένων τὰ πονηρὰ, καὶ ἀτιμαζόντων τὸ δίκαιον. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ α βιβλίου τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ. Ἐντεῦθεν οἶμαι καταθρῆσαί τε ῥᾷον, κ. τ. ε. ΤΙΤΛ. ΞΗ. Περὶ ἀπραγμοσύνης καὶ ἡσυχίας· καὶ ὅτι τὸ ἠρεμεῖν τὴν τοῦ Θεοῦ γνῶσιν προξενεῖ. Τοῦ ἁγίου Σεραπίωνος, ἐκ τῆς νε ἐπιστολῆς. Ἁρμόζει τῷ ἐγκρατεῖ καὶ τοὺς ὄχλους φυγεῖν, ἵνα τὸν νοῦν ἀπερίσπαστον ἔχῃ, καὶ τὴν καρδίαν ἀτάραχον· πολλὴ γὰρ ἐν τοῖς ὄχλοις ἡ ταραχή. Ἐκ τῆς αὐτῆς. Μέγας συνεργὸς πρὸς τελειότητα τῶν ἀνθρώπων ἐστὶν ἡ ἀναχώρησις. Διδύμου, ἐκ τοῦ εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην. Ὧ ἔρως εἰσέρχεται γνῶσιν ἁγίαν ἔχειν, σχολασάτω ἀπὸ τοῦ κόσμου, καὶ τῆς ἐπιθυμίας αὐτοῦ, καὶ τῶν τῆς σαρκὸς ἔργων, ἵνα προσβαλῇ αὐτῷ εἰρηκότι, Σχολάσατε καὶ γνῶτε, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός. Φίλωνος, ἐκ τοῦ δ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Ὁ σοφὸς ἠρεμίαν καὶ ἀπραγμοσύνην μεταδιώκει, ἵνα τῶν θείων ἐν εὐκαιρίᾳ ἐπιτύχῃ.λιστα ἀληθής. "Αλλη δὲ τοῖς πολλοῖς ἡ δυναμένη την διάνοιαν αὐτῶν εἰς εὐσέβειαν ἐκκαλεῖσθαι καὶ δι· καιοπραγίαν, ἐν τῇ πρὸς ἀλλήλους κοινωνία ἀπαλ λάττουσα τοῦ θηριώδους βίου. - ΤΙΤ. ΜΘ'. Περὶ ἀγάπης καὶ φόβου πρὸς Θεόν καὶ ὅτι παντὸς ἀγαθοῦ ὑπερέχουσιν. Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος επισκόπου Ρώμης. — Αὐταρκής εἰς σωτηρίαν ἡ εἰς Θεὸν ἀνθρώπου ἀγάπη. Εὐγνωμοσύνης γάρ ἐστι τὸ πρὸς τὸν τοῦ εἶναι ἡμᾶς αἴτιον ἀποσώζειν στοργήν, ὑφ᾽ ἧς καὶ εἰς δεύτερον καὶ ἀγήρω αἰῶνα διασωζόμεθα. Τοῦ αὐτοῦ. - Ἐπείρασεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀβραὰμ, οὐκ ἀγνοῶν τίς ἦν, ἀλλ᾽ ἵνα τοῖς μετὰ ταῦτα δείξῃ, καὶ μὴ κρύψῃ τὸν τοιοῦτον, καὶ διεγείρῃ εἰς μίμησ σιν τῆς ἐκείνου πίστεως καὶ ὑπομονῆς, καὶ πείσῃ, καὶ τέκνων στοργῆς ἀμελεῖν πρὸς ἐκπλήρωσιν θείου προστάγματος. "Οθεν ἔγγραφον περὶ αὐτοῦ ἱστορίαν γενέσθαι ᾠκονόμησεν. - - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων & λόγου. — Όσα τὴν πρὸς Θεὸν τηρεί φιλίαν, κ. τ. ε. Σενηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων, ἐκ τοῦ περὶ αἱρετικῶν. — Αρχὴ σωτηρίας ἀνθρώπων ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος, καὶ ῥίζα πάντων ἡμῖν ἀγαθῶν ὁ τοῦ Θεοῦ νόμος. Ούτε δὲ Θεὸς ἄνευ φόβου, ούτε φόβος ἄνευ νόμου. Ὁ μὲν γὰρ νόμος τῶν ἐπιτεταγμένων ὑπηρέτην ἔχει τὸν φόβον· ὁ δὲ φόβος τῶν προτε ταγμένων δικαστὴν ἔχει τὸν νόμον· ὁ μὲν οὖν φόβι τῷ νόμῳ προσερχόμενος καὶ τῷ τὸν νόμον διδόντι Θεῷ, ἁγίοις ἐμπολιτεύεται, καὶ ὁσίοις συναναστρέ φεται. Ὁ δὲ κατατολμῶν τοῦ θείου λόγου, οὔτε τῆς χάριτος ἀξιοῦται, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐσεβείας ἐκβάλ λεται. ΤΙΤΛ. ΝΑ'. - - Περὶ ἀντιλογίας πρὸς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἀντιλογεῖν, ἢ δικαιολογεῖσθαι πρὸς αὐτὸν, ἡ πολλὰ ῥήματα περὶ αὐτοῦ λέγειν. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Εἰ δὲ λέγει τις, κ. τ. ΤΙΤΛ. ΛΕ. - Περὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ὀρωμένων, λέγω δὴ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου. - Οὐχ ἡ ὑπόστασις, οὐδὲ ἡ οὐσία, κ. τ. δ. ΤΙΤΛ. Ε. - Περὶ ἀγάπης, καὶ εἰρήνης, καὶ ὁμο νοίας καὶ εἰρηνοποιών. Διονυσίου Αλεξανδρείας, ἐκ τῆς δ' ἑορταστι κῆς ἐπιστολῆς. - Ἡ ἀγάπη προπηδά πάντως, τὶ ὀνῆσαι καὶ ἄκοντα θηρωμένη, καὶ πολλάκις ὀκνοῦντά τινα ὑπ᾽ αἰδοῦς· καὶ διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι βαρὺν ἑτέρῳ γενέσθαι τὸν εὖ πάσχειν παραιτούμενον, καὶ μᾶλλον αὐτὸν δυσφορεῖν στέργοντα τοῖς ἰδίοις ἀλγεινοῖς, ὑπὲρ τοῦ μὴ πράγματά τινι καὶ ὄχλησιν παρασχεῖν, ὁ πλήρης ἀγάπης πολλὰ καθικέτευσεν ἀνασχέσθαι καὶ ὑπομένειν ὡς ἀδικούμενον, καὶ ἐπισ κουρούμενον, καὶ χάριν ἄλλῳ μεγίστην, οὐχ ἑαυτῷ παρασχεῖν τὸ ἑαυτοῦ δι' ἐκείνου λοφῆσαι κακόν. - Κλήμεντος, ἐκ τοῦ η Στρωμάτων. Αγάπη S. JOANNIS DAMASCENI est, quæ nempe admodum vera : alia quæ vulgo, A qua cogitatio ipsorum ad pietatem et justitiæ ope- ra excitari possit, mutua ipsorum ad invicemn com- municatione a belluino vitæ genere eos eximens. - - TIT. XLIX. - De charitate et timore erga Deum : quodque cæteris bonis excellentiora sint. S. Clementis episcopi Romæ. Ad salutem suffi- eit hominis erga Deum amor. Grati siquidem animi officium est, dilectionem conservare adversus illum qui nobis ut simus est auctor; qua fit etiam ut ad alterum ac non senescens sæculum salvi evada- mus. - Ejusdem. Tentavit Deus Abraham, non qui- dem ignorans quis esset, sed ut eum posterioribus sæculis in exemplum daret, nec tantum virum B latere sineret; quin potius alios ad fidem et patien- tiam illius imitandam excitarer, suadererque filio- rum amorem omittere ob divini præcepti exsecu- tionem. Quamobrem certa ratione fecit ut ejus bistoria litteris commendaretur. S. Irenæi, ex libro v Adversus hæreses. Quæ- cunque Dei amicitiam conservant, etc. - Severiani episcopi Gabalorum, ex libro De kareticis. Salutis hominum principium est timor Dei, ipsiusque lex, bonorum omnium radix. Atqui neque Deus sine timore colitur, nec timor est sine lege. Lex quippe eorum quæ injunguntur ministrum timorem habet : timor vero præce- ptorum judicem habet legem. Qui porro ad legem timidus accedit, nec non ad Deum qui legem de- dit, is cum sanctis vitam agit, et cum probis conversatur. Qui autem adversus divinum sermo- nem contumax est, hic neque gratia donatur, quin et a pietate excluditur. - TIT. LI. De disceptatione adversus Deum : quodque adversus ipsum disceptare non oporteat, nec multos sermones de eo miscere. S. Irenai, ex redargutione v, et eversione falsi ❤ominis scientiæ. — Quod si vero quispiam ait, etc. TIT. LV. - De renovatione eorum quæ videntur, cœli nimirum et lerræ. - S. Irenai. Non est subsistentia, nec essen- tia, etc. TIT. LX. - De amore, et pace, et concordia, et pacificis. Dionysii Alexandrini, ex epistola quarta festali.— Charitas prompta est ut omnibus prosit, eumque qui nolit, venatu captum curat : ac illum sæpe qui ex verecundia remisse agat, aut qui beneficiis augeri recuset, ne gravis alteri et molestus accidat, quique tandem satius habet tristes casus ægre tolerare, ne cuiquam negotii aliquid aut anxieta- tis afferat, qui charitate plenus est, hunc multis rogitat, ut permittat patiaturque opem sibi tanquam injuria affecto præstari: unde grates illi, non sibi, maximas referat, quod per eum licuerit malo suo finem imponi. Clementis ex octavo Strom. Charitas spen- - c D
PG 96:481Ἐκ τοῦ ε τῶν αὐτῶν. Οὕτως γὰρ ὁ σοφίας ἐραστὴς οὐδενὶ τῶν εἰκαιοτέρων κἂν συμπεφυκὼς τυγχάνῃ, σύνεστιν, ἢ συνδιατρίβει πονηροτάτῳ, διεζευγμένος τῶν πολλῶν διαλογισμῶν, δι’ οὓς οὔτε συναποδημεῖν, οὔτε συμπολιτεύεσθαι, οὔτε συζῇν λέγεται. Τοῦ αὐτοῦ. Ὁ σοφὸς μέτοικος καὶ μετανάστης ἐστὶν, ἐκ τοῦ περιπεφυρμένου βίου πρὸς εἰρηναίοις καὶ μακαρίοις πρέπουσαν ζωήν. ΤΙΤΛ. ΟΑ. Περὶ ἀμοιβῆς καὶ ἀνταποδόσεως ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· καὶ ὅτι αἰώνια καὶ ἀτελεύτητα τὰ ἑκατέροις ἀποκείμενα, εἴτε ἀγαθὰ, εἴτε δεινὰ κολαστήρια. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου ἐπισκόπου Λουγδούνων, ἐκ τοῦ Κατὰ αἱρέσεων βιβλίου β. Ἀλλ’ ὡς εἷς ἕκαστος ἡμῶν, κ. τ. ε. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ ε βιβλίου τῶν αὐτῶν. Αἰώνια δὲ καὶ ἀτελεύτητα παρὰ Θεοῦ τὰ ἀγαθά, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Μελετίου ἐπισκόπου Ἀντιοχείας. Πάντες δὲ δίκαιοι καὶ ἄδικοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀχθήσονται. Τούτῳ γὰρ ὁ Πατὴρ τὴν πᾶσαν κρίσιν δέδωκε, καὶ αὐτὸς βουλὴν Πατρὸς ἐπιτελῶν, κριτὴς παραγίνεται. Ὃν Χριστὸν προσαγορεύομεν, Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα.ΜΙ ἐνουσίων ἄρχει, ἀκόντων δὲ φόβος οὗτος ὁ φαῦλος. Ο ι εἰς ἀγαθὸν παιδαγωγῶν ἡμᾶς, εἰς Χριστὸν ἄγει, καὶ ἔστι σωτήριος. - ΤΙΤΛ. ΣΑ'. - Περὶ ἀληθείας καὶ μαρτυρίας πιστῆς. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ (Ἰουστίνου) πρὸς Ἀντωνίνον αὐτοκράτορα (5). — Τοὺς κατὰ ἀλήθειαν εὐσεβεῖς καὶ φιλοσόφους μόνον τἀληθὲς τιμᾶν καὶ στέργειν ὁ λόγος ὑπαγορεύει, παραιτουμένους δόξαις πολλῶν ἐπακολουθεῖν, ἐὰν φαῦλαι ὦσιν. Οὐ γὰρ μὴ ἔπεσθαι τοῖς ἀδίκως τι πράξασιν, ἢ δογματίσασιν, ὁ σώφρων λόγος ὑπαγορεύει, ἀλλὰ ἐκ παντὸς τρόπου, καὶ πρὸ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς τὸν φιλαληθῆ, κἂν ὁ θάνατος ἀπειλῆται, τὰ δίκαια πράττειν τε καὶ λέγειν αἱρεῖσθαι δεῖ. Λανθάνει (6) μὲν ὡς εἰκὸς αὐτούς, ὡς ἐκ πλάνης τῇ ἀληθείᾳ διὰ τῆς ὄντως πίστεως ἐξεστηκώς, αὐτὸς δὲ ἀληθῶς οἶδεν ἑαυτὸν, οὐχ, δ φασιν ἐκεῖνοι, μαινό- Β μενον, ἀλλὰ τῆς ἀστάτου καὶ ἀλλοιωτῆς περὶ τὴν παντοδαπή τῆς πλάνης ποικιλίαν φθορᾶς, διὰ τῆς ἁπλῆς καὶ ἀεὶ ὡσαύτως ἐχούσης ἀληθείας ήλευθε- ρωμένον. - - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ περὶ ἀναστάσεως. – Ο μὲν τῆς ἀληθείας λόγος ἐστὶν ἐλεύθερος, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου φιλοσόφου καὶ μάρτυρος, ἐκ τοῦ ε' μέρους τῆς ἀπολογίας αὐτοῦ. — Τὸ εὖ πράττειν ἡγοῦμαι, ὦ ἄνδρες, οὐκ ἄλλο τι εἶναι, ἢ τὸ κατὰ ἀλήθειαν ζῆν. Τὸ δὲ εὖ ζῆν καὶ κατὰ ἀλήθειαν, οὐκ ἄνευ τοῦ κατανοῆσαι τὴν τῶν πραγμάτων φύσιν. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ πρὸς Τρύφωνα β' λόγου. Πᾶς ὁ δυνάμενος λέγειν τὸ ἀληθὲς, καὶ μὴ λέγων, κριθήσεται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. - Τοῦ ἁγίου Εφραιμίου ἀρχιεπισκόπου Αντιο- χείας, ἐκ τοῦ γ' κεφαλαίου τοῦ περὶ τοῦ γραμματ τικοῦ Ιωάννου καὶ τῆς συνόδου. - Αὐταρκής ἐστιν ἡ ἀλήθεια, τοὺς πειρωμένους διαφιλονεικεῖν πρὸς ἑαυτὴν μεθιστᾷν· ὅπως ἂν διαῤῥήδην γνωρίζοιτο, ὡς αήττητον ὅπλον καὶ παντάπασιν ἄμαχον καθέστηκεν. Αντιπάτρου επισκόπου Βοστρῶν. — Αὐταρκής πρὸς συνηγορίαν ἑαυτῇ ἡ ἀλήθεια, τοῖς ὀξεῖ τῷ τῆς ψυχῆς ὄμματι βλέπουσιν. - Φίλωνος, ἐκ τοῦ β' τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Παρ' ἐνίοις νομοθέταις ἀπείρηται μαρτυρεῖν ἀκοῇ, ὡς τὸ μὲν ἀληθὲς ἔψει πιστούμενον, τὸ δὲ ψεῦδος ἀκοῇ. - ΠΤΑ. ΕΔ'. - Περὶ τῶν ἀποδεχομένων τὰ πονηρά, καὶ ἀτιμαζόντων τὸ δίκαιον. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ α' βιβλίου τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ. Ἐντεῦθεν οἶμαι καταθρῆσαί τε ριον, κ. τ. ε. - ΤΙΤΛ. Σ. - Περὶ ἀπραγμοσύνης καὶ ἡσυχίας· καὶ ὅτι τὸ ἠρεμεῖν τὴν τοῦ Θεοῦ γνώσιν προ- ξενεί. - Τοῦ ἁγίου Σεραπίωνος, ἐκ τῆς να ἐπιστολῆς. - Αρμόζει τῷ ἐγκρατεῖ καὶ τοὺς ὄχλους φυγείν, ἵνα τὸν νοῦν ἀπερίσπαστον ἔχῃ, καὶ τὴν καρδίαν ἀτάρα» χον· πολλὴ γὰρ ἐν τοῖς ὄχλοις ἡ ταραχή. (β) PARALLELA RUPEFUCALDINA. A taneis imperat : invitis autem timor iste malus. Qui autern nos ad bonum erudit, ad Christum ducit, salutarisque est. C D TIT. LXI. - De veritate el testimonio fideli. Ex ejusdem (Justini) apologia ad Antoninum imp. - Eos qui vere religiosi philosophique sunt, veritatem solam colere et amare ratio suadet, evitatis vulgi opinionibus, si perversæ sint. Prudens quippe ratio dictat ne illos sequamur qui mali aliquid agunt, aut docent. Quinimo oportet eum qui verį amator est, omnino pror- sus et supra animam suam, etiamsi mortem ei comminentur, eligere, ut quæ justa sunt faciat et loquatur. Nesciunt profecto quod, qui ex errore per veram fidem ad veritatem secessit, ipse semet sincere novit; non, quod illi aiunt, furore amen- tem, sed vere liberum ab instabili variǝbilique pro omnigena erroris varietate corruptela, per simplicem ejusdemque semper status tenacem veritatem. - - Ser- Ejusdem ex libro De resurrectione. mo quidem veritatis liber est, etc. S. Justini philosophi et martyris ex quinta parte Apologia sua. Bene valere nihil aliud esse arbitror, o virį, nisi ex veritatis præscripto vivere. Atqui bene, et ut veritas ostendit, agi vita non potest, nisi rerum naturam attente speculemur. Ejusdem ex secundo dialogo cum Tryphone (7).. Quisquis veritatem dicere potest, nec dicit, is Dei judicio obnoxius erit. - S. Ephræmii archiepiscopi Antiocheni, ex tertio capite de Joanne grammatico et synodo.-Sat virium veritas habet, ut ad se illos transferat, qui adver- sum se vitiligare aggrediuntur uti perspicue cognoscatur quod velut armatura insuperabilis et prorsus inexpugnabilis exsistat. - Antipatri episcopi Bostrorum. Veritas sibi suffieit ut causam suam defendat apud illos qui acuta animi oculorum acie res intuentur. - A Philonis ex secundo Quæstionum Exodi. quibusdam legislatoribus prohibetur ne testimo nium ex auditu feratur : quia veritas visu fdem habet, mendacium autem auditu. TIT. LXIV. - De iis qui mala amplectuntur et quod justum est contemnunt. S. Cyrilli, ex libro Contra Julianum.— Unde certe datur intueri, etc. ut in editis, p. 14. - TIT. LXVIII, De tranquillitate a negotiis et quiete : et quod vitam quieiam agere, Dei cogni tionem afferat. - S. Serapionis, ex epistola 55. — Viro qui con- tinentiam colit, turba fugere convenit, ut mentem a distractionibus et cor a tumultibus immunem servet. NOTÆ. Bb. v Contra Julianum. Desunt hæc in editis. (5) Nihil præcedit ex Justino, sed ex Cyrilli (7) Id est ex parte secunda dialogi.
PG 96:482Οὐ γὰρ Μινὼς ἢ Ῥαδάμανθος κριταὶ, οἱ καθ’ ὑμᾶς, Ἕλληνες, ἀλλ’ ὃν ὁ Θεὸς ἐδόξασε καὶ Πατὴρ, περὶ οὗ ἐν ἑτέροις λεπτομερέστερον διεληλύθαμεν πρὸς τοὺς ἐπιζητοῦντας τὴν ἀλήθειαν. Οὗτος τὴν Πατρὸς εἰς πάντας δικαίαν κρίσιν ποιούμενος ἑκάστῳ κατὰ τὸ ἴδιον παρεσκεύασε δίκαιον. Οὗ τῇ κρίσει παραστάντες ἄγγελοί τε καὶ ἄνθρωποι, καὶ δαίμονες μίαν ἀποφθέγξονται αὐτῷ φωνὴν, λέγοντες· Δικαία ἡ κρίσις σου. Ἧς φωνῆς τὸ ἀνταπόδομα ἐπ’ ἀμφοτέροις τὸ δίκαιον ἐπάγει· τοῖς μὲν εὖ πράξασι καὶ δικαίως τὴν ἀί̈διον τῶν ἀγαθῶν ἀπόλαυσιν παρέχον, τοῖς δὲ τῶν φαύλων ἐργάταις, τὴν ἀί̈διον κόλασιν ἀπονέμον· καὶ τούτοις μὲν τὸ πῦρ ἄσβεστον διαμένει. Σκώληξ δέ τις ἔμπυρος μὴ τελευτῶν, μηδὲ σῶμα διαφθείρων, ἀπαύστῳ ὀδύνῃ ἐκ στόματος ἀναβράσσων παραμένει. Τούτους οὐχ ὕπνος ἀναπαύσει, οὐ παράκλησις συγγενῶν μεσιτευσάντων ὀνήσει. Οὐ γὰρ ἔτι δίκαιοι ὑπ’ αὐτῶν ὁρῶνται, οὐδὲ μνήμης γίνονται ἄξιοι. Μόνον δὲ οἱ δίκαιοι δικαίων μέμνηνται ἔργων, δι’ ὧν ἐπὶ τὴν οὐράνιον βασιλείαν κατήντησαν· ἐν ᾗ οὐ πόνος, οὐ λύπη, οὐ φθορὰ, οὐ φροντίς. Τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ, ἐκ τοῦ εἰς τὸν Κάϊν.ΜΙ ἐνουσίων ἄρχει, ἀκόντων δὲ φόβος οὗτος ὁ φαῦλος. Ο ι εἰς ἀγαθὸν παιδαγωγῶν ἡμᾶς, εἰς Χριστὸν ἄγει, καὶ ἔστι σωτήριος. - ΤΙΤΛ. ΣΑ'. - Περὶ ἀληθείας καὶ μαρτυρίας πιστῆς. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ (Ἰουστίνου) πρὸς Ἀντωνίνον αὐτοκράτορα (5). — Τοὺς κατὰ ἀλήθειαν εὐσεβεῖς καὶ φιλοσόφους μόνον τἀληθὲς τιμᾶν καὶ στέργειν ὁ λόγος ὑπαγορεύει, παραιτουμένους δόξαις πολλῶν ἐπακολουθεῖν, ἐὰν φαῦλαι ὦσιν. Οὐ γὰρ μὴ ἔπεσθαι τοῖς ἀδίκως τι πράξασιν, ἢ δογματίσασιν, ὁ σώφρων λόγος ὑπαγορεύει, ἀλλὰ ἐκ παντὸς τρόπου, καὶ πρὸ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς τὸν φιλαληθῆ, κἂν ὁ θάνατος ἀπειλῆται, τὰ δίκαια πράττειν τε καὶ λέγειν αἱρεῖσθαι δεῖ. Λανθάνει (6) μὲν ὡς εἰκὸς αὐτούς, ὡς ἐκ πλάνης τῇ ἀληθείᾳ διὰ τῆς ὄντως πίστεως ἐξεστηκώς, αὐτὸς δὲ ἀληθῶς οἶδεν ἑαυτὸν, οὐχ, δ φασιν ἐκεῖνοι, μαινό- Β μενον, ἀλλὰ τῆς ἀστάτου καὶ ἀλλοιωτῆς περὶ τὴν παντοδαπή τῆς πλάνης ποικιλίαν φθορᾶς, διὰ τῆς ἁπλῆς καὶ ἀεὶ ὡσαύτως ἐχούσης ἀληθείας ήλευθε- ρωμένον. - - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ περὶ ἀναστάσεως. – Ο μὲν τῆς ἀληθείας λόγος ἐστὶν ἐλεύθερος, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου φιλοσόφου καὶ μάρτυρος, ἐκ τοῦ ε' μέρους τῆς ἀπολογίας αὐτοῦ. — Τὸ εὖ πράττειν ἡγοῦμαι, ὦ ἄνδρες, οὐκ ἄλλο τι εἶναι, ἢ τὸ κατὰ ἀλήθειαν ζῆν. Τὸ δὲ εὖ ζῆν καὶ κατὰ ἀλήθειαν, οὐκ ἄνευ τοῦ κατανοῆσαι τὴν τῶν πραγμάτων φύσιν. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ πρὸς Τρύφωνα β' λόγου. Πᾶς ὁ δυνάμενος λέγειν τὸ ἀληθὲς, καὶ μὴ λέγων, κριθήσεται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. - Τοῦ ἁγίου Εφραιμίου ἀρχιεπισκόπου Αντιο- χείας, ἐκ τοῦ γ' κεφαλαίου τοῦ περὶ τοῦ γραμματ τικοῦ Ιωάννου καὶ τῆς συνόδου. - Αὐταρκής ἐστιν ἡ ἀλήθεια, τοὺς πειρωμένους διαφιλονεικεῖν πρὸς ἑαυτὴν μεθιστᾷν· ὅπως ἂν διαῤῥήδην γνωρίζοιτο, ὡς αήττητον ὅπλον καὶ παντάπασιν ἄμαχον καθέστηκεν. Αντιπάτρου επισκόπου Βοστρῶν. — Αὐταρκής πρὸς συνηγορίαν ἑαυτῇ ἡ ἀλήθεια, τοῖς ὀξεῖ τῷ τῆς ψυχῆς ὄμματι βλέπουσιν. - Φίλωνος, ἐκ τοῦ β' τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Παρ' ἐνίοις νομοθέταις ἀπείρηται μαρτυρεῖν ἀκοῇ, ὡς τὸ μὲν ἀληθὲς ἔψει πιστούμενον, τὸ δὲ ψεῦδος ἀκοῇ. - ΠΤΑ. ΕΔ'. - Περὶ τῶν ἀποδεχομένων τὰ πονηρά, καὶ ἀτιμαζόντων τὸ δίκαιον. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ α' βιβλίου τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ. Ἐντεῦθεν οἶμαι καταθρῆσαί τε ριον, κ. τ. ε. - ΤΙΤΛ. Σ. - Περὶ ἀπραγμοσύνης καὶ ἡσυχίας· καὶ ὅτι τὸ ἠρεμεῖν τὴν τοῦ Θεοῦ γνώσιν προ- ξενεί. - Τοῦ ἁγίου Σεραπίωνος, ἐκ τῆς να ἐπιστολῆς. - Αρμόζει τῷ ἐγκρατεῖ καὶ τοὺς ὄχλους φυγείν, ἵνα τὸν νοῦν ἀπερίσπαστον ἔχῃ, καὶ τὴν καρδίαν ἀτάρα» χον· πολλὴ γὰρ ἐν τοῖς ὄχλοις ἡ ταραχή. (β) PARALLELA RUPEFUCALDINA. A taneis imperat : invitis autem timor iste malus. Qui autern nos ad bonum erudit, ad Christum ducit, salutarisque est. C D TIT. LXI. - De veritate el testimonio fideli. Ex ejusdem (Justini) apologia ad Antoninum imp. - Eos qui vere religiosi philosophique sunt, veritatem solam colere et amare ratio suadet, evitatis vulgi opinionibus, si perversæ sint. Prudens quippe ratio dictat ne illos sequamur qui mali aliquid agunt, aut docent. Quinimo oportet eum qui verį amator est, omnino pror- sus et supra animam suam, etiamsi mortem ei comminentur, eligere, ut quæ justa sunt faciat et loquatur. Nesciunt profecto quod, qui ex errore per veram fidem ad veritatem secessit, ipse semet sincere novit; non, quod illi aiunt, furore amen- tem, sed vere liberum ab instabili variǝbilique pro omnigena erroris varietate corruptela, per simplicem ejusdemque semper status tenacem veritatem. - - Ser- Ejusdem ex libro De resurrectione. mo quidem veritatis liber est, etc. S. Justini philosophi et martyris ex quinta parte Apologia sua. Bene valere nihil aliud esse arbitror, o virį, nisi ex veritatis præscripto vivere. Atqui bene, et ut veritas ostendit, agi vita non potest, nisi rerum naturam attente speculemur. Ejusdem ex secundo dialogo cum Tryphone (7).. Quisquis veritatem dicere potest, nec dicit, is Dei judicio obnoxius erit. - S. Ephræmii archiepiscopi Antiocheni, ex tertio capite de Joanne grammatico et synodo.-Sat virium veritas habet, ut ad se illos transferat, qui adver- sum se vitiligare aggrediuntur uti perspicue cognoscatur quod velut armatura insuperabilis et prorsus inexpugnabilis exsistat. - Antipatri episcopi Bostrorum. Veritas sibi suffieit ut causam suam defendat apud illos qui acuta animi oculorum acie res intuentur. - A Philonis ex secundo Quæstionum Exodi. quibusdam legislatoribus prohibetur ne testimo nium ex auditu feratur : quia veritas visu fdem habet, mendacium autem auditu. TIT. LXIV. - De iis qui mala amplectuntur et quod justum est contemnunt. S. Cyrilli, ex libro Contra Julianum.— Unde certe datur intueri, etc. ut in editis, p. 14. - TIT. LXVIII, De tranquillitate a negotiis et quiete : et quod vitam quieiam agere, Dei cogni tionem afferat. - S. Serapionis, ex epistola 55. — Viro qui con- tinentiam colit, turba fugere convenit, ut mentem a distractionibus et cor a tumultibus immunem servet. NOTÆ. Bb. v Contra Julianum. Desunt hæc in editis. (5) Nihil præcedit ex Justino, sed ex Cyrilli (7) Id est ex parte secunda dialogi.
PG 96:483Μὴ ἀπιστήσῃς, αἱρετικὲ, ὅτι ἐστὶ κρίσις ψυχῶν καὶ σωμάτων, ἐπειδὴ ἔχεις τεκμήριον. Σόδομα ζῇ, καὶ νεκρά ἐστι· ζῇ κρινομένη, καὶ τέθνηκε κατηργημένη. Βλέπεις τὸ πῦρ, καὶ οὐχ ὁρᾷς αὐτό. Σμύχεται, καὶ οὐ καπνίζεται· φθείρεται, καὶ οὐ φθείρεται· μειοῦται, καὶ τέθηλεν· ἔχει ὑπόστασιν, καὶ εἰς οὐδέν ἐστι χρήσιμον. Ὢ τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας ὅτι ἐλέγχων σιωπᾷ, καὶ διδάσκων οὐ πάρεστι, καὶ ἀπειλῶν οὐ φαίνεται. Ὢ τῆς ἐνεργείας τῆς Θεότητος ὅτι ἔδωκε τὴν ἀπόφασιν ἐν τοῖς μὴ πάσχουσιν, ᾐνίξατο ἐν τῇ γῇ τῶν Σοδόμων τὴν μέλλουσαν ἀπέραντον κόλασιν, ἵνα προαναστομώσῃ τῶν κακῶν τὴν μοχθηρίαν, ὅτι μετάνοια τοῖς ἀποβλητοῖς οὐ δίδοται. Ὥσπερ γὰρ ἡ γῆ Σοδόμων ἔχει πᾶσαν ὑπόστασιν, ἐνεργεῖν δὲ οὐ δύναται, οὕτω καὶ οἱ ἀσεβεῖς τότε κρίνονται, τῆς προαιρέσεως μὲν καὶ τοῦ λογικοῦ ἔχοντες τὴν ὑπόστασιν, ἐστερημένοι δὲ τῆς πράξεως διὰ τὴν κόλασιν. Εἰ τοίνυν ἐν ἀψύχῳ γῇ κρατεῖ διηνεκῶς ἡ ἀπόφασις, πόσῳ μᾶλλον ἐν λογικοῖς ἀνθρώποις; Ἔχεις πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ πῦρ τὸ φλέγον, καὶ μὴ καταφλέγον· ἔχεις καὶ τὸ πρόσκαιρον αἰώνιον, καὶ τὸ θνητὸν ἀθάνατον. Φοβηθῶμεν τὸ μέλλον, ἐκ τῶν ὑποδειγμάτων τὰ δεινὰ μανθάνοντες.Ἐκτῆς αὐτῆς. - Μέγας συνεργὸς πρὸς τελειότητα τῶν ἀνθρώπων ἐστὶν ἡ ἀναχώρησις. Διδύμου, ἐκ τοῦ εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην. - " ἔρως εἰσέρχεται γνῶσιν ἁγίαν ἔχειν, σχολασάτω ἀπὸ τοῦ κόσμου, καὶ τῆς ἐπιθυμίας αὐτοῦ, καὶ τῶν τῆς σαρκὸς ἔργων, ἵνα προσβάλῃ αὐτῷ εἰρηκότι, Σχο λάσατε καὶ γνῶτε, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός. Φίλωνος, ἐκ τοῦ δ' τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Ο σοφὸς ἠρεμίαν καὶ ἀπραγμοσύνην μεταδιώκει, ἵνα τῶν θείων ἐν εὐκαιρίᾳ ἐπιτύχῃ. - - Ἐκ τοῦ δ' τῶν αὐτῶν. Οὕτως γὰρ ὁ σοφίας ἐραστὴς οὐδενὶ τῶν εἰκαιοτέρων κἂν συμπεφυκώς τυγχάνῃ, σύνεστιν, ἢ συνδιατρίβει πονηροτάτῳ, διεζευγμένος τῶν πολλῶν διαλογισμῶν, δι' οὖς οὔτε συναποδημεῖν, οὔτε συμπολιτεύεσθαι, οὔτε συζῇν λέγεται. - Τοῦ αὐτοῦ. – Ο σοφός μέτοικος καὶ μετανά στης ἐστίν, ἐκ τοῦ περιπεφυρμένου βίου πρὸς εἰρη ναίοις καὶ μακαρίοις πρέπουσαν ζωήν. - ΤΙΤΛ. ΟΑ'. Περὶ ἀμοιβῆς καὶ ἀνταποδόσεως ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· καὶ ὅτι αἰώνια καὶ ἀτελεύ τητα τὰ ἑκατέροις ἀποκείμενα, εἴτε ἀγαθὰ, εἶ- τε δεινὰ κολαστήρια. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου ἐπισκόπου Λουγδούνων, ἐκ τοῦ Κατὰ αἱρέσεων βιβλίου β'. — 'Αλλ' ὡς εἰς ἕκαστος ἡμῶν, κ. τ. ε. - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ δ βιβλίου τῶν αὐτῶν. Ο Αιώνια δὲ καὶ ἀτελεύτητα παρὰ Θεοῦ τὰ ἀγαθά, κ. Τοῦ ἁγίου Μελετίου Επισκόπου Αντιοχείας. - Πάντες δὲ δίκαιοι καὶ ἄδικοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀχθήσονται. Τούτῳ γὰρ ὁ Πατήρ τὴν πᾶσαν κρίσιν δέδωκε, καὶ αὐτὸς βουλὴν Πατρὸς ἐπιτελῶν, κριτής παραγίνεται. "Ον Χριστὸν προσαγορεύομεν, Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα. Οὐ γὰρ Μινώς ἢ Ραδάμανθος κριταί, οἱ καθ' ὑμᾶς, Ελληνες, ἀλλ᾽ ἂν ὁ Θεὸς ἐδόξασε καὶ Πατὴρ, περὶ οὗ ἐν ἑτέροις λεπτομερέ στερον διεληλύθαμεν πρὸς τοὺς ἐπιζητοῦντας· τὴν ἀλήθειαν. Οὗτος την Πατρὸς εἰς πάντας δικαίαν κρίσιν ποιούμενος ἑκάστῳ κατὰ τὸ ἴδιον παρ- εσκεύασε δίκαιον. Οὗ τῇ κρίσει παραστάντες ἄγγελεί τε καὶ ἄνθρωποι, καὶ δαίμονες μίαν ἀποφθέγξονται αὐτῷ φωνήν, λέγοντες· Δικαία ἡ κρίσις σου. Η; φωνῆς τὸ ἀνταπόδομα ἐπ' ἀμφοτέροις τὸ δίκαιον ἐπάγει· τοῖς μὲν εὖ πράξασι καὶ δικαίως την ἀΐδιον τῶν ἀγαθῶν ἀπόλαυσιν παρέχον, τοῖς δὲ τῶν φαύλων ἐργάταις, τὴν ἀΐδιον κόλασιν ἀπονέμον· καὶ τούτοις μὲν τὸ πῦρ ἄσβεστον διαμένει. Σκώληξ δέ τις ἔμπυρος μὴ τελευτῶν, μηδὲ σῶμα διαφθείρων, ἀπαύστῳ ὀδύνῃ ἐκ στόματος ἀναβράσσων παραμένει. Τούτους οὐχ ὕπνος ἀναπαύσει, οὐ παράκλησις συγκ γενῶν μεσιτευσάντων ὀνήσει. Οὐ γὰρ ἔτι δίκαιοι ὑπ' αὐτῶν ὁρῶνται, οὐδὲ μνήμης γίνονται ἄξιοι Μόνον δὲ οἱ δίκαιοι δικαίων μέμνηνται ἔργων, δι' ὧν ΝΟΥΑ. - S. JOANNIS DAMASCENI Secessio admodum confert ad ho- A Ex eadem, minum perſectionem. - Didymi, in Evangelium Joannis. – Cui subiit cognitionis sancta comparandæ studium, ab hoc mundo ferietur, ejusque desiderio, nec non ab operibus carnis, ne illum offendat qui dixit: Vacale, et videte quoniam ego sum Deus (Psal. xLv, 11). Philonis ex quarto Quæstionum Genesis. Sa- piens quietem et tranquillitatem a negotiis per- sequitur, ut in rebus prosperis rerum divinarum evadat compos. - . Ex quinto earumdem. - Neque enim qui sapien- tiae amator est, cum temerario homine, tametsi is cognatus ipsius sit, conjungitur, nec cum viro nequam societatem habet; sed a vulgo disjun-, ctus est per cogitationes, propter quas, neque " una nagivare, neque una peregre vadere,. neque conversari, neque convivere dicitur. Ejusdem. — Sapiens colonus est, et solum mutat, ex confusa vita ad eam quæ pacificos ac beatos decet. • - TIT. LXXI. De præmio et remuneratione in die judicii; quodque sempiterna sunt, nec finem habitura, sive bona præmia sive supplicia. S. Irenæi episcopi Lugdunensis ex lib. Contra hareses. Sed velut unusquisque nostrum, etc. - - Ejusdem ex lib. v de iisdem, Eterna sunt nec finem habent divina bona, etc. Meletii episcopi Antiochiæ (8).- Omnes autem, tum justi tum injusti, coram Deo Verbo adducen- tur. Ei siquidem Pater judicium dedit, ipseque consilium Patris cum perficiat, judex accedet, quem Christum appellamus, Deum factum earnem. Non enim Minos, non Radamanthus, quos vos fingitis, Græci, judices erunt, sed quem Deus et Pater clarificavit : de que et in aliis enucleatius locuti sumus ad illos qui veritatem investigant. Alic justum Patris judicium omnibus reddens, uni- cuique prout meritus erit, jus suum præparavit. Huic judicio astantes angeli, homines, ac dæmones, unam hanc ei vocem resonabunt, dicentes : Ju- stum judicium tumm (Psal. GxvIII, 137). Cujus vocis responsum utrisque quod justum erit attribuit : illis quidem qui bene egerint, sempiternam oble- ctationem juste persolvendo; illis vero qui nefaria dilexerint, perpetuum supplicium infligendo. At- que illis quidem inexstinctus ignis perseverat; ver· mis vero insuper igneus qui non moritur, nec corpus exedat, ex eorum ore irrequieto dolore pròrumpens permanet. His non somnus requiem da- bis, non cognatorum sequestrorum solamen prode- rit. Nequaquam amplius justi ab illis videbuntur, nec ulla recordatione digni erunt. Soli vero‘ju- B S. 2, D (3) De hoc fragmento vide notam (33) in fine horum Parallelorum.
PG 96:484ΤΙΤΛ. ΟΓ. Περὶ τῆς φοβερᾶς ἀναστάσεως. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Πῶς τὴν σάρκα λέγουσιν, κ. τ. ε. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ ε ἐλέγχου. Ἐπειδὴ μέλη αὐτοῦ ἐσμεν, κ. τ. ε. Καὶ μετὰ βραχέα. Ὡς οὖν ὁ εἰς ψυχὴν ζῶσαν γεγονὼς, κ. τ. ε. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου. Μετασχηματίσει, φησὶ, τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου καὶ μάρτυρος, ἐκ τοῦ περὶ ἀναστάσεως. Ὁ μὲν τῆς ἀληθείας λόγος ἐστὶν ἐλεύθερος καὶ αὐτεξούσιος, κ. τ. ε. Τοῦτο τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Μεθοδίου Πατάρων ἐστίν. Ἄτοπον δὲ κἀκεῖνο προφανῶς, τὸ οἴεσθαι σῶμα ἐν τῇ εἰς αἰῶνας διαγωγῇ μὴ συνέσεσθαι τῇ ψυχῇ, κ. τ. ἑ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ μεθόριος τῆς ἀφθαρσίας ἐγένετο, κ. τ. ἑ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. Εἰ ἐκ τοιαύτης σταγόνος βραχείας, κ. τ. ἑ. Τοῦ ἁγίου Τίτου ἐπισκόπου Βόστρων ἐκ τοῦ κατὰ Μανιχαίων λόγου α. Πῶς οὖν, φῆς, ἀναστήσεται τὸ σῶμα; Εἰ σὰρξ καὶ αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύνανται, οὐ τοίνυν ἐστὶ, φασὶν, νεκρῶν ἀνάστασις.Ἐκτῆς αὐτῆς. - Μέγας συνεργὸς πρὸς τελειότητα τῶν ἀνθρώπων ἐστὶν ἡ ἀναχώρησις. Διδύμου, ἐκ τοῦ εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην. - " ἔρως εἰσέρχεται γνῶσιν ἁγίαν ἔχειν, σχολασάτω ἀπὸ τοῦ κόσμου, καὶ τῆς ἐπιθυμίας αὐτοῦ, καὶ τῶν τῆς σαρκὸς ἔργων, ἵνα προσβάλῃ αὐτῷ εἰρηκότι, Σχο λάσατε καὶ γνῶτε, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός. Φίλωνος, ἐκ τοῦ δ' τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Ο σοφὸς ἠρεμίαν καὶ ἀπραγμοσύνην μεταδιώκει, ἵνα τῶν θείων ἐν εὐκαιρίᾳ ἐπιτύχῃ. - - Ἐκ τοῦ δ' τῶν αὐτῶν. Οὕτως γὰρ ὁ σοφίας ἐραστὴς οὐδενὶ τῶν εἰκαιοτέρων κἂν συμπεφυκώς τυγχάνῃ, σύνεστιν, ἢ συνδιατρίβει πονηροτάτῳ, διεζευγμένος τῶν πολλῶν διαλογισμῶν, δι' οὖς οὔτε συναποδημεῖν, οὔτε συμπολιτεύεσθαι, οὔτε συζῇν λέγεται. - Τοῦ αὐτοῦ. – Ο σοφός μέτοικος καὶ μετανά στης ἐστίν, ἐκ τοῦ περιπεφυρμένου βίου πρὸς εἰρη ναίοις καὶ μακαρίοις πρέπουσαν ζωήν. - ΤΙΤΛ. ΟΑ'. Περὶ ἀμοιβῆς καὶ ἀνταποδόσεως ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· καὶ ὅτι αἰώνια καὶ ἀτελεύ τητα τὰ ἑκατέροις ἀποκείμενα, εἴτε ἀγαθὰ, εἶ- τε δεινὰ κολαστήρια. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου ἐπισκόπου Λουγδούνων, ἐκ τοῦ Κατὰ αἱρέσεων βιβλίου β'. — 'Αλλ' ὡς εἰς ἕκαστος ἡμῶν, κ. τ. ε. - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ δ βιβλίου τῶν αὐτῶν. Ο Αιώνια δὲ καὶ ἀτελεύτητα παρὰ Θεοῦ τὰ ἀγαθά, κ. Τοῦ ἁγίου Μελετίου Επισκόπου Αντιοχείας. - Πάντες δὲ δίκαιοι καὶ ἄδικοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀχθήσονται. Τούτῳ γὰρ ὁ Πατήρ τὴν πᾶσαν κρίσιν δέδωκε, καὶ αὐτὸς βουλὴν Πατρὸς ἐπιτελῶν, κριτής παραγίνεται. "Ον Χριστὸν προσαγορεύομεν, Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα. Οὐ γὰρ Μινώς ἢ Ραδάμανθος κριταί, οἱ καθ' ὑμᾶς, Ελληνες, ἀλλ᾽ ἂν ὁ Θεὸς ἐδόξασε καὶ Πατὴρ, περὶ οὗ ἐν ἑτέροις λεπτομερέ στερον διεληλύθαμεν πρὸς τοὺς ἐπιζητοῦντας· τὴν ἀλήθειαν. Οὗτος την Πατρὸς εἰς πάντας δικαίαν κρίσιν ποιούμενος ἑκάστῳ κατὰ τὸ ἴδιον παρ- εσκεύασε δίκαιον. Οὗ τῇ κρίσει παραστάντες ἄγγελεί τε καὶ ἄνθρωποι, καὶ δαίμονες μίαν ἀποφθέγξονται αὐτῷ φωνήν, λέγοντες· Δικαία ἡ κρίσις σου. Η; φωνῆς τὸ ἀνταπόδομα ἐπ' ἀμφοτέροις τὸ δίκαιον ἐπάγει· τοῖς μὲν εὖ πράξασι καὶ δικαίως την ἀΐδιον τῶν ἀγαθῶν ἀπόλαυσιν παρέχον, τοῖς δὲ τῶν φαύλων ἐργάταις, τὴν ἀΐδιον κόλασιν ἀπονέμον· καὶ τούτοις μὲν τὸ πῦρ ἄσβεστον διαμένει. Σκώληξ δέ τις ἔμπυρος μὴ τελευτῶν, μηδὲ σῶμα διαφθείρων, ἀπαύστῳ ὀδύνῃ ἐκ στόματος ἀναβράσσων παραμένει. Τούτους οὐχ ὕπνος ἀναπαύσει, οὐ παράκλησις συγκ γενῶν μεσιτευσάντων ὀνήσει. Οὐ γὰρ ἔτι δίκαιοι ὑπ' αὐτῶν ὁρῶνται, οὐδὲ μνήμης γίνονται ἄξιοι Μόνον δὲ οἱ δίκαιοι δικαίων μέμνηνται ἔργων, δι' ὧν ΝΟΥΑ. - S. JOANNIS DAMASCENI Secessio admodum confert ad ho- A Ex eadem, minum perſectionem. - Didymi, in Evangelium Joannis. – Cui subiit cognitionis sancta comparandæ studium, ab hoc mundo ferietur, ejusque desiderio, nec non ab operibus carnis, ne illum offendat qui dixit: Vacale, et videte quoniam ego sum Deus (Psal. xLv, 11). Philonis ex quarto Quæstionum Genesis. Sa- piens quietem et tranquillitatem a negotiis per- sequitur, ut in rebus prosperis rerum divinarum evadat compos. - . Ex quinto earumdem. - Neque enim qui sapien- tiae amator est, cum temerario homine, tametsi is cognatus ipsius sit, conjungitur, nec cum viro nequam societatem habet; sed a vulgo disjun-, ctus est per cogitationes, propter quas, neque " una nagivare, neque una peregre vadere,. neque conversari, neque convivere dicitur. Ejusdem. — Sapiens colonus est, et solum mutat, ex confusa vita ad eam quæ pacificos ac beatos decet. • - TIT. LXXI. De præmio et remuneratione in die judicii; quodque sempiterna sunt, nec finem habitura, sive bona præmia sive supplicia. S. Irenæi episcopi Lugdunensis ex lib. Contra hareses. Sed velut unusquisque nostrum, etc. - - Ejusdem ex lib. v de iisdem, Eterna sunt nec finem habent divina bona, etc. Meletii episcopi Antiochiæ (8).- Omnes autem, tum justi tum injusti, coram Deo Verbo adducen- tur. Ei siquidem Pater judicium dedit, ipseque consilium Patris cum perficiat, judex accedet, quem Christum appellamus, Deum factum earnem. Non enim Minos, non Radamanthus, quos vos fingitis, Græci, judices erunt, sed quem Deus et Pater clarificavit : de que et in aliis enucleatius locuti sumus ad illos qui veritatem investigant. Alic justum Patris judicium omnibus reddens, uni- cuique prout meritus erit, jus suum præparavit. Huic judicio astantes angeli, homines, ac dæmones, unam hanc ei vocem resonabunt, dicentes : Ju- stum judicium tumm (Psal. GxvIII, 137). Cujus vocis responsum utrisque quod justum erit attribuit : illis quidem qui bene egerint, sempiternam oble- ctationem juste persolvendo; illis vero qui nefaria dilexerint, perpetuum supplicium infligendo. At- que illis quidem inexstinctus ignis perseverat; ver· mis vero insuper igneus qui non moritur, nec corpus exedat, ex eorum ore irrequieto dolore pròrumpens permanet. His non somnus requiem da- bis, non cognatorum sequestrorum solamen prode- rit. Nequaquam amplius justi ab illis videbuntur, nec ulla recordatione digni erunt. Soli vero‘ju- B S. 2, D (3) De hoc fragmento vide notam (33) in fine horum Parallelorum.
PG 96:485Οὔτε τοῖς ἀνωτέρω διὰ πλειόνων λεχθεῖσι τὸν νοῦν οὐ παρέχουσιν, ἀλλ’ ὥσπερ τινὲς ἐν διαμοναῖς πραγμάτων ἀδικωτάτων, τὸ ἑαυτοῖς προσφιλὲς εἰς τὴν ὑπόνοιαν τῆς σφετέρας ἀσεβείας, οὐ τὸ δίκαιον αἱροῦνται. Οὐκ ἔστι σὰρξ ἐμπαθὴς ἀνισταμένη, φησὶν ὁ Ἀπόστολος, οὐδὲ παχὺ σῶμα αὖθις μετὰ τῶν παθῶν πολιτεύεται. Διὸ ἐπάγει σαφῆ ἑρμηνείαν τῆς ἐπαπορήσεως· Ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα. Ὥστε μεταβολὴν ἕξομεν οἱ σωθησόμενοι ἐπί τινα κρείττονα σωμάτων κατάστασιν. Καὶ σῶμα μὲν ἔσται τὸ ἐκ μεταβολῆς διδόμενον ἡμῖν, οὐκέτι δὲ σὰρξ καὶ αἷμα ἀσθενείᾳ συμπεπλεγμένα. Οὐ γὰρ εἴ τι σῶμα, πάντως καὶ σάρξ. Ἥλιος γοῦν, καὶ σελήνη, καὶ πᾶς ὁ οὐράνιος, χορὸς, σῶμα μὲν καθόλου τυγχάνει, σὰρξ δὲ οὐδαμῶς.ἐπὶ τὴν οὐράνιον βασιλείαν κατήντησαν· ἐν ᾗ οὐ πόν κ, οὐ λύπη, οὐ φθορά, οὐ φροντίς. - Τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ ἐκ τοῦ εἰς τὸν Κάϊν. — Μη ἀπιστήσῃς, αἱρετικὲ, ὅτι ἐστὶ κρίσις ψυχῶν καὶ σωμάτων, ἐπειδὴ ἔχεις τεκμήριον. Σόδομα ζῇ, καὶ νεκρά ἐστι· ζῇ κρινομένη, καὶ τέθνηκε κατηργη μένη. Βλέπεις τὸ πῦρ, καὶ οὐχ ὁρᾷς αὐτό. Σμύχε- ται, καὶ οὐ καπνίζεται· φθείρεται, καὶ οὐ φθείρε- ται· μειοῦται, καὶ τέθηλεν· ἔχει ὑπόστασιν, καὶ εἰς οὐδέν ἐστι χρήσιμον. Ω τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας! ὅτι ἐλέγχων σιωπᾷ, καὶ διδάσκων οὐ πάρεστι, καὶ ἀπειλῶν οὐ φαίνεται. Ο τῆς ἐνεργείας τῆς Θεότητος ! ὅτι ἔδωκε τὴν ἀπόφασιν ἐν τοῖς μὴ πάσχουσιν, ἐνίξατο ἐν τῇ γῇ τῶν Σοδόμων την μέλλουσαν ἀπέραντον κόλασιν, ἵνα προαναστομώσῃ τῶν κακῶν τὴν μοχθηρίαν, ὅτι μετάνοια τοῖς ἀποβλητοῖς οὐ δίδοται. Ωσπερ γὰρ ἡ γῆ Σοδόμων ἔχει πᾶσαν υπό στασιν, ἐνεργεῖν δὲ οὐ δύναται, οὕτω καὶ οἱ ἀσεβεῖς τότε κρίνονται, τῆς προαιρέσεως μὲν καὶ τοῦ λογικοῦ ἔχοντες τὴν ὑπόστασιν, ἑστερημένοι δὲ τῆς πράξεως διὰ τὴν κόλασιν. Εἰ τοίνυν ἐν ἀψύχῳ γῇ κρατεῖ διηνεκῶς ἡ ἀπόφασις, πόσῳ μᾶλλον ἐν λογικοῖς ἀν- θρώποις; Έχεις πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ πῦρ τὸ φλέγον, καὶ μὴ καταφλέγον· ἔχεις καὶ τὸ πρόσκαιρον αἰώνιον, καὶ τὸ θνητὸν ἀθάνατον. Φοβηθώμεν τὸ μέλλον, ἐκ τῶν ὑποδειγμάτων τὰ δεινὰ μανθάνοντες. ΤΙΤΛ. ΟΓ. — Περὶ τῆς φοβερᾶς ἀναστάσεως. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Πῶς τὴν σάρκα λέγουσιν, κ. τ. ε. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ σ' ἐλέγ- Ἐπειδὴ μέλη αὐτοῦ ἐσμεν, κ. τ. ε. Καὶ μετὰ βραχέα. — Ὡς οὖν ὁ εἰς ψυχὴν ζῶσαν γεγονώς, κ.τ. ε. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου. — Μετασχηματίσει, φησί, τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου καὶ μάρ τυρος, ἐκ τοῦ περὶ ἀναστάσεως. Ὁ μὲν τῆς ἀλη θείας λόγος ἐστὶν ἐλεύθερος καὶ αὐτεξούσιος, κ. τ. ε. Τοῦτο τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Μεθοδίου Πα τάρων ἐστίν (9-12). "Ατοπον δὲ κἀκεῖνο προφανῶς, τὸ οἴεσθαι σῶμα ἐν τῇ εἰς αἰῶνας διαγωγῇ μὴ συν- ἔσεσθαι τῇ ψυχῇ, κ. τ. έ. του. - - - - - - Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. — Ἐπειδὴ μεθόριος τῆς ἀφθαρ σίας ἐγένετο, κ. τ. έ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. - Εἰ ἐκ τοιαύτης σταγόνος βρα- χείας, κ. τ. έ. - Τοῦ ἁγίου Τίτου επισκόπου Βόστρων ἐκ τοῦ κατὰ Μανιχαίων λόγου α' (15). — Πῶς οὖν, φής, ἀναστήσεται τὸ σῶμα; Εἰ σὰρξ καὶ αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομήσαι οὐ δύνανται, οὐ τοίνυν ἐστι, φασίν, νεκρῶν ἀνάστασις. Οὔτε τοῖς ἀνωτέρω διὰ πλειόνων λεχθεῖσι τὸν νοῦν οὐ παρέχουσιν, ἀλλ' - ο Ο Ο Εt Εx $85 PARALLELA RUPEFUCALDINA. A sti justorum operum suorum recordabuntur, per extimescamus, tristia graviaque ex exemplis quæ in cœleste regnum devenerint, in quo non est labor, non maestitia, non corruptela, non anxietas. S. Ephram, ex. Sermone in Cain. Ne dubites, hæretice, quin judicium futurum sit animarum et corporum; cum ejus indicium habeas. Sodoma vivit, et mortua est. Judicata vivit, et desolata per- iit. Ignem aspicis, nec illud vides. Lalet, nec fumum prodit : corrumpitur et non corrumpitur : et minuitur et erumpit : consistentiam habet, nec cuiquam utile est. Dei sapientiam, qui redar- guendo tacet, docendo minime præsens est, nec comminando se conspicuum præbet! vim et efficaciam divinitatis, qua sententiam ferens in ea quæ nihil perpetiuntur, in terra Sodomorum fgu- ram dedit futuri nec finem habituri supplicii; uti vitiorum improbitatem prius retunderet, quoniam in iis qui mores non mutant, nullus est pœniten- tiæ locus. Velut enim terra Sodomorum sub- sistit, nihil autem valet operari ; sic impii tunc judicandi sunt, voluntatis quidem et rationis fa- cultate pollentes, omni vero actione spoliati propter supplicil vim. Quod si igitur in tellure Inanimata condemnatio perseverat, quanto magis in hominibus ratione præditis? Habes ante oculos ignem urentem, nec devorantem : habes tempora- rium æternum, et mortalem immortalem. Futurum comperientes. B C D - TIT. LXXIII. De terribili resurrectione. S. Irenæi ex quarta redargutione et eversione falsi nominis scientia. - Quonam modo carnem dicunt, etc. Ejusdem es quinta redargutione. - Quandoquidem membra sumus, etc. paucis in- terjectis. - Velut ergo qui factus est in animam viventem, etc. eodem libro. — Transformabit, Ex inquit, corpus humilitatis nostræ, etc. · - · S. Justini philosophi et martyris, ex libro De re- surrectione. — Veritatis sermo liber est et sui ju- ris, etc. - - Hoc sacrosancti martyris Methodii Patarensis est Sed et illud perspicue absurdum est arbitrari, corpus in æterna illa vita, minime cum anima ſu- turum, etc. - Ibid. Quoniam homo factus est in confinio incorruptionis, etc. Ibid. - Si ex parva ejusmodi stilla, etc. Sancti Titi episcopi Bostrorum, ex libro Contra Manichaos. - Quinam igitur fet, inquis, ut corpus resurgat? Si care et sanguis regnum Dei possidere non possunt nequaquam igitur est resurrectio mortuorum. His quæ superius copiose dicta sunt, animum non advertunt ; sed, velut quidam iniquis- NOTÆ. (9-12) Hoc cum aliis Methodii Combefisius post Amphilochiana edidit: desumpta vero hinc inde sunt ex his, que Epiphanius congessit; hæresis est Origenistarum. Contra Manichæos, ut nunc exstant ex transla- tione Turriani, reperi. (13) Nequaquam hæc in libris Titi Bostrensis
PG 96:486Τοιαύτην τινὰ ἰδέαν λήψεται τὸ ἀνιστάμενον σῶμα, ὥστε τὰς τῶν ἁγίων ψυχὰς συνοικήσειν σώματι λοιπὸν, οὐκέτι γε τροφῆς δεομένῳ σαρκικῆς, οὐκέτι δὲ ἡδοναῖς τε, καὶ λύπαις, καὶ ἀλγηδόσι περιπίπτοντι, ἀλλ’ εὖ μάλα ὁμοδόξῳ τῇ ψυχῇ προσάπαν τὴν ἔνθεον λατρείαν μηδέποτε ἀνατείνοντι, πεπαυμένων τῶν ἀγωνισμάτων, καὶ πρὸς ἀνάπαυλαν τῆς ψυχῆς ἀνακεχωρηκυίας δόγματι Θεοῦ. Ἐπὶ δὲ τούτοις σαφηνίζει ἅπαντα τὸν λόγον, καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀναστάσεως ἐξηγεῖται λέγων, ὅτι Δεῖ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν. Ἀληθὲς ἂν εἴη τό· Ἡ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν οὐ κληρονομεῖ. Εἰ μὲν γάρ τις τοῦτο ἔλεγεν, ὅτι ἡ σὰρξ ἅμα τοῖς ἐμφύτοις πάθεσιν αὖθις ἀναστᾶσα ζήσεται, τὰ αὐτὰ πάσχουσά τε, καὶ δρῶσα ἅμα τῇ ψυχῇ, ἦν ἂν ἄλογος οὐκ ἔχουσα ἀγαθὴν ἐλπίδα. Εἰ δὲ μεταβολὴν αὐτὸ δὴ τοῦτο λαμβάνει κρείττονος καὶ μακαρίας ἕξεως, ὅπερ δεικτικῶς σημαίνει, φάσκων· Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν· δικαία μὲν τοῦ συγκαμόντος ἐργαλείου τῇ ψυχῇ ἡ ἀπόδοσις, οὐκ ἐπιζήμιος δὲ καὶ ἔτι ἐπίπονος ταύτῃ.ἐπὶ τὴν οὐράνιον βασιλείαν κατήντησαν· ἐν ᾗ οὐ πόν κ, οὐ λύπη, οὐ φθορά, οὐ φροντίς. - Τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ ἐκ τοῦ εἰς τὸν Κάϊν. — Μη ἀπιστήσῃς, αἱρετικὲ, ὅτι ἐστὶ κρίσις ψυχῶν καὶ σωμάτων, ἐπειδὴ ἔχεις τεκμήριον. Σόδομα ζῇ, καὶ νεκρά ἐστι· ζῇ κρινομένη, καὶ τέθνηκε κατηργη μένη. Βλέπεις τὸ πῦρ, καὶ οὐχ ὁρᾷς αὐτό. Σμύχε- ται, καὶ οὐ καπνίζεται· φθείρεται, καὶ οὐ φθείρε- ται· μειοῦται, καὶ τέθηλεν· ἔχει ὑπόστασιν, καὶ εἰς οὐδέν ἐστι χρήσιμον. Ω τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας! ὅτι ἐλέγχων σιωπᾷ, καὶ διδάσκων οὐ πάρεστι, καὶ ἀπειλῶν οὐ φαίνεται. Ο τῆς ἐνεργείας τῆς Θεότητος ! ὅτι ἔδωκε τὴν ἀπόφασιν ἐν τοῖς μὴ πάσχουσιν, ἐνίξατο ἐν τῇ γῇ τῶν Σοδόμων την μέλλουσαν ἀπέραντον κόλασιν, ἵνα προαναστομώσῃ τῶν κακῶν τὴν μοχθηρίαν, ὅτι μετάνοια τοῖς ἀποβλητοῖς οὐ δίδοται. Ωσπερ γὰρ ἡ γῆ Σοδόμων ἔχει πᾶσαν υπό στασιν, ἐνεργεῖν δὲ οὐ δύναται, οὕτω καὶ οἱ ἀσεβεῖς τότε κρίνονται, τῆς προαιρέσεως μὲν καὶ τοῦ λογικοῦ ἔχοντες τὴν ὑπόστασιν, ἑστερημένοι δὲ τῆς πράξεως διὰ τὴν κόλασιν. Εἰ τοίνυν ἐν ἀψύχῳ γῇ κρατεῖ διηνεκῶς ἡ ἀπόφασις, πόσῳ μᾶλλον ἐν λογικοῖς ἀν- θρώποις; Έχεις πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ πῦρ τὸ φλέγον, καὶ μὴ καταφλέγον· ἔχεις καὶ τὸ πρόσκαιρον αἰώνιον, καὶ τὸ θνητὸν ἀθάνατον. Φοβηθώμεν τὸ μέλλον, ἐκ τῶν ὑποδειγμάτων τὰ δεινὰ μανθάνοντες. ΤΙΤΛ. ΟΓ. — Περὶ τῆς φοβερᾶς ἀναστάσεως. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Πῶς τὴν σάρκα λέγουσιν, κ. τ. ε. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ σ' ἐλέγ- Ἐπειδὴ μέλη αὐτοῦ ἐσμεν, κ. τ. ε. Καὶ μετὰ βραχέα. — Ὡς οὖν ὁ εἰς ψυχὴν ζῶσαν γεγονώς, κ.τ. ε. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου. — Μετασχηματίσει, φησί, τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου καὶ μάρ τυρος, ἐκ τοῦ περὶ ἀναστάσεως. Ὁ μὲν τῆς ἀλη θείας λόγος ἐστὶν ἐλεύθερος καὶ αὐτεξούσιος, κ. τ. ε. Τοῦτο τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Μεθοδίου Πα τάρων ἐστίν (9-12). "Ατοπον δὲ κἀκεῖνο προφανῶς, τὸ οἴεσθαι σῶμα ἐν τῇ εἰς αἰῶνας διαγωγῇ μὴ συν- ἔσεσθαι τῇ ψυχῇ, κ. τ. έ. του. - - - - - - Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. — Ἐπειδὴ μεθόριος τῆς ἀφθαρ σίας ἐγένετο, κ. τ. έ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. - Εἰ ἐκ τοιαύτης σταγόνος βρα- χείας, κ. τ. έ. - Τοῦ ἁγίου Τίτου επισκόπου Βόστρων ἐκ τοῦ κατὰ Μανιχαίων λόγου α' (15). — Πῶς οὖν, φής, ἀναστήσεται τὸ σῶμα; Εἰ σὰρξ καὶ αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομήσαι οὐ δύνανται, οὐ τοίνυν ἐστι, φασίν, νεκρῶν ἀνάστασις. Οὔτε τοῖς ἀνωτέρω διὰ πλειόνων λεχθεῖσι τὸν νοῦν οὐ παρέχουσιν, ἀλλ' - ο Ο Ο Εt Εx $85 PARALLELA RUPEFUCALDINA. A sti justorum operum suorum recordabuntur, per extimescamus, tristia graviaque ex exemplis quæ in cœleste regnum devenerint, in quo non est labor, non maestitia, non corruptela, non anxietas. S. Ephram, ex. Sermone in Cain. Ne dubites, hæretice, quin judicium futurum sit animarum et corporum; cum ejus indicium habeas. Sodoma vivit, et mortua est. Judicata vivit, et desolata per- iit. Ignem aspicis, nec illud vides. Lalet, nec fumum prodit : corrumpitur et non corrumpitur : et minuitur et erumpit : consistentiam habet, nec cuiquam utile est. Dei sapientiam, qui redar- guendo tacet, docendo minime præsens est, nec comminando se conspicuum præbet! vim et efficaciam divinitatis, qua sententiam ferens in ea quæ nihil perpetiuntur, in terra Sodomorum fgu- ram dedit futuri nec finem habituri supplicii; uti vitiorum improbitatem prius retunderet, quoniam in iis qui mores non mutant, nullus est pœniten- tiæ locus. Velut enim terra Sodomorum sub- sistit, nihil autem valet operari ; sic impii tunc judicandi sunt, voluntatis quidem et rationis fa- cultate pollentes, omni vero actione spoliati propter supplicil vim. Quod si igitur in tellure Inanimata condemnatio perseverat, quanto magis in hominibus ratione præditis? Habes ante oculos ignem urentem, nec devorantem : habes tempora- rium æternum, et mortalem immortalem. Futurum comperientes. B C D - TIT. LXXIII. De terribili resurrectione. S. Irenæi ex quarta redargutione et eversione falsi nominis scientia. - Quonam modo carnem dicunt, etc. Ejusdem es quinta redargutione. - Quandoquidem membra sumus, etc. paucis in- terjectis. - Velut ergo qui factus est in animam viventem, etc. eodem libro. — Transformabit, Ex inquit, corpus humilitatis nostræ, etc. · - · S. Justini philosophi et martyris, ex libro De re- surrectione. — Veritatis sermo liber est et sui ju- ris, etc. - - Hoc sacrosancti martyris Methodii Patarensis est Sed et illud perspicue absurdum est arbitrari, corpus in æterna illa vita, minime cum anima ſu- turum, etc. - Ibid. Quoniam homo factus est in confinio incorruptionis, etc. Ibid. - Si ex parva ejusmodi stilla, etc. Sancti Titi episcopi Bostrorum, ex libro Contra Manichaos. - Quinam igitur fet, inquis, ut corpus resurgat? Si care et sanguis regnum Dei possidere non possunt nequaquam igitur est resurrectio mortuorum. His quæ superius copiose dicta sunt, animum non advertunt ; sed, velut quidam iniquis- NOTÆ. (9-12) Hoc cum aliis Methodii Combefisius post Amphilochiana edidit: desumpta vero hinc inde sunt ex his, que Epiphanius congessit; hæresis est Origenistarum. Contra Manichæos, ut nunc exstant ex transla- tione Turriani, reperi. (13) Nequaquam hæc in libris Titi Bostrensis
Ἀλλ’ ἐν τῷ μακαρίῳ ταύτας ἔσεσθαι τῶν σωζομένων τὰς ψυχὰς, ἀπειληφυίας μὲν τὸ σύμφυτον αὐταῖς σῶμα, οὐ μέντοι βαρὺ, καὶ γεῶδες, καὶ σαρκικῆς ἐπιθυμίας γέμον, καθάπερ τὴν ἀρχὴν, ὅτε δὴ προσῆκον ἦν τῷ ἀγῶνι τῆς ἀρετῆς ἐνευδοκιμῆσαι ταύταις. Ἀδικία γὰρ, εἰ μὴ τὸ συμπονῆσαν τῇ ψυχῇ σῶμα κατὰ τήνδε τὴν πολιτείαν, ἀποδῴη συναπόλαυσιν αὐτῇ τῶν ἐπάθλων. Ἀντιπάτρου Βόστρων, ἐκ τῆς κατὰ τῶν βλασφημιῶν τοῦ δυσωνύμου Ὠριγένους πραγματείας ἐν κεφαλ. ιε. Τὴν τῶν ὁρωμένων ἁπάντων διάκρισιν, ἀπὸ σχημάτων ἢ χρωμάτων ἐπιγινώσκειν καὶ διακρίνειν οἱ τῆς φύσεως, οἵ τε τῆς διδασκαλίας παραδεδώκασι νόμοι. Ὅθεν ἀκούοντές τινων ἐν ὑποστάσει θεωρουμένων, καὶ ἀκριβῶς γινωσκομένων, εὐθὺς ἀναπλάττομεν τῇ διανοίᾳ καὶ μὴ παρόντα, καὶ τότε σχῆμα, καὶ εἶδος τυπούμενοι, ἐπιγινώσκομεν τὸ σημανθὲν, καὶ πάλιν ὁρῶντες τὸ σχῆμα, γνωρίζομεν καὶ διακρίνομεν τί τὸ ὁραθὲν, ἐκ μόνου τοῦ σχήματος· ὅτι ἀληθῶς τοῦτο καὶ ἀπλανῶς θεωροῦμεν, κἂν ἢ γραφῇ, ἢ πλάσει τυγχάνῃ, ἐκ τοῦ σχήματος γινώσκομεν, ὅπερ καλέσομεν· οὕτως ἀκούσαντες ἥλιον, γινώσκομεν, καὶ τὸ σχῆμα, καὶ τὴν ἐνέργειαν·ἐπὶ τὴν οὐράνιον βασιλείαν κατήντησαν· ἐν ᾗ οὐ πόν κ, οὐ λύπη, οὐ φθορά, οὐ φροντίς. - Τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ ἐκ τοῦ εἰς τὸν Κάϊν. — Μη ἀπιστήσῃς, αἱρετικὲ, ὅτι ἐστὶ κρίσις ψυχῶν καὶ σωμάτων, ἐπειδὴ ἔχεις τεκμήριον. Σόδομα ζῇ, καὶ νεκρά ἐστι· ζῇ κρινομένη, καὶ τέθνηκε κατηργη μένη. Βλέπεις τὸ πῦρ, καὶ οὐχ ὁρᾷς αὐτό. Σμύχε- ται, καὶ οὐ καπνίζεται· φθείρεται, καὶ οὐ φθείρε- ται· μειοῦται, καὶ τέθηλεν· ἔχει ὑπόστασιν, καὶ εἰς οὐδέν ἐστι χρήσιμον. Ω τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας! ὅτι ἐλέγχων σιωπᾷ, καὶ διδάσκων οὐ πάρεστι, καὶ ἀπειλῶν οὐ φαίνεται. Ο τῆς ἐνεργείας τῆς Θεότητος ! ὅτι ἔδωκε τὴν ἀπόφασιν ἐν τοῖς μὴ πάσχουσιν, ἐνίξατο ἐν τῇ γῇ τῶν Σοδόμων την μέλλουσαν ἀπέραντον κόλασιν, ἵνα προαναστομώσῃ τῶν κακῶν τὴν μοχθηρίαν, ὅτι μετάνοια τοῖς ἀποβλητοῖς οὐ δίδοται. Ωσπερ γὰρ ἡ γῆ Σοδόμων ἔχει πᾶσαν υπό στασιν, ἐνεργεῖν δὲ οὐ δύναται, οὕτω καὶ οἱ ἀσεβεῖς τότε κρίνονται, τῆς προαιρέσεως μὲν καὶ τοῦ λογικοῦ ἔχοντες τὴν ὑπόστασιν, ἑστερημένοι δὲ τῆς πράξεως διὰ τὴν κόλασιν. Εἰ τοίνυν ἐν ἀψύχῳ γῇ κρατεῖ διηνεκῶς ἡ ἀπόφασις, πόσῳ μᾶλλον ἐν λογικοῖς ἀν- θρώποις; Έχεις πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ πῦρ τὸ φλέγον, καὶ μὴ καταφλέγον· ἔχεις καὶ τὸ πρόσκαιρον αἰώνιον, καὶ τὸ θνητὸν ἀθάνατον. Φοβηθώμεν τὸ μέλλον, ἐκ τῶν ὑποδειγμάτων τὰ δεινὰ μανθάνοντες. ΤΙΤΛ. ΟΓ. — Περὶ τῆς φοβερᾶς ἀναστάσεως. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Πῶς τὴν σάρκα λέγουσιν, κ. τ. ε. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ σ' ἐλέγ- Ἐπειδὴ μέλη αὐτοῦ ἐσμεν, κ. τ. ε. Καὶ μετὰ βραχέα. — Ὡς οὖν ὁ εἰς ψυχὴν ζῶσαν γεγονώς, κ.τ. ε. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου. — Μετασχηματίσει, φησί, τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου καὶ μάρ τυρος, ἐκ τοῦ περὶ ἀναστάσεως. Ὁ μὲν τῆς ἀλη θείας λόγος ἐστὶν ἐλεύθερος καὶ αὐτεξούσιος, κ. τ. ε. Τοῦτο τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Μεθοδίου Πα τάρων ἐστίν (9-12). "Ατοπον δὲ κἀκεῖνο προφανῶς, τὸ οἴεσθαι σῶμα ἐν τῇ εἰς αἰῶνας διαγωγῇ μὴ συν- ἔσεσθαι τῇ ψυχῇ, κ. τ. έ. του. - - - - - - Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. — Ἐπειδὴ μεθόριος τῆς ἀφθαρ σίας ἐγένετο, κ. τ. έ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. - Εἰ ἐκ τοιαύτης σταγόνος βρα- χείας, κ. τ. έ. - Τοῦ ἁγίου Τίτου επισκόπου Βόστρων ἐκ τοῦ κατὰ Μανιχαίων λόγου α' (15). — Πῶς οὖν, φής, ἀναστήσεται τὸ σῶμα; Εἰ σὰρξ καὶ αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομήσαι οὐ δύνανται, οὐ τοίνυν ἐστι, φασίν, νεκρῶν ἀνάστασις. Οὔτε τοῖς ἀνωτέρω διὰ πλειόνων λεχθεῖσι τὸν νοῦν οὐ παρέχουσιν, ἀλλ' - ο Ο Ο Εt Εx $85 PARALLELA RUPEFUCALDINA. A sti justorum operum suorum recordabuntur, per extimescamus, tristia graviaque ex exemplis quæ in cœleste regnum devenerint, in quo non est labor, non maestitia, non corruptela, non anxietas. S. Ephram, ex. Sermone in Cain. Ne dubites, hæretice, quin judicium futurum sit animarum et corporum; cum ejus indicium habeas. Sodoma vivit, et mortua est. Judicata vivit, et desolata per- iit. Ignem aspicis, nec illud vides. Lalet, nec fumum prodit : corrumpitur et non corrumpitur : et minuitur et erumpit : consistentiam habet, nec cuiquam utile est. Dei sapientiam, qui redar- guendo tacet, docendo minime præsens est, nec comminando se conspicuum præbet! vim et efficaciam divinitatis, qua sententiam ferens in ea quæ nihil perpetiuntur, in terra Sodomorum fgu- ram dedit futuri nec finem habituri supplicii; uti vitiorum improbitatem prius retunderet, quoniam in iis qui mores non mutant, nullus est pœniten- tiæ locus. Velut enim terra Sodomorum sub- sistit, nihil autem valet operari ; sic impii tunc judicandi sunt, voluntatis quidem et rationis fa- cultate pollentes, omni vero actione spoliati propter supplicil vim. Quod si igitur in tellure Inanimata condemnatio perseverat, quanto magis in hominibus ratione præditis? Habes ante oculos ignem urentem, nec devorantem : habes tempora- rium æternum, et mortalem immortalem. Futurum comperientes. B C D - TIT. LXXIII. De terribili resurrectione. S. Irenæi ex quarta redargutione et eversione falsi nominis scientia. - Quonam modo carnem dicunt, etc. Ejusdem es quinta redargutione. - Quandoquidem membra sumus, etc. paucis in- terjectis. - Velut ergo qui factus est in animam viventem, etc. eodem libro. — Transformabit, Ex inquit, corpus humilitatis nostræ, etc. · - · S. Justini philosophi et martyris, ex libro De re- surrectione. — Veritatis sermo liber est et sui ju- ris, etc. - - Hoc sacrosancti martyris Methodii Patarensis est Sed et illud perspicue absurdum est arbitrari, corpus in æterna illa vita, minime cum anima ſu- turum, etc. - Ibid. Quoniam homo factus est in confinio incorruptionis, etc. Ibid. - Si ex parva ejusmodi stilla, etc. Sancti Titi episcopi Bostrorum, ex libro Contra Manichaos. - Quinam igitur fet, inquis, ut corpus resurgat? Si care et sanguis regnum Dei possidere non possunt nequaquam igitur est resurrectio mortuorum. His quæ superius copiose dicta sunt, animum non advertunt ; sed, velut quidam iniquis- NOTÆ. (9-12) Hoc cum aliis Methodii Combefisius post Amphilochiana edidit: desumpta vero hinc inde sunt ex his, que Epiphanius congessit; hæresis est Origenistarum. Contra Manichæos, ut nunc exstant ex transla- tione Turriani, reperi. (13) Nequaquam hæc in libris Titi Bostrensis
PG 96:487καὶ οὐρανὸν δὲ ὁμοίως, καί τι τῶν ζώων, ἢ φυτῶν, ἢ σπερμάτων, ἔκ τε σχήματος, ἔκ τε χρώματος διαγινώσκομεν. Οὕτως ἐκ τῶν σχημάτων πᾶσαν γραμμὴν διακρίνομεν, καὶ οὐκ ἄν ποτε ἀκούσαντες τρίγωνον, τετράγωνον ἔγνωμεν, ἐπεὶ οὐκ ἂν τρίγωνον ἔγνωμεν· οὐδὲ τὸ ἄλφα, βῆτα ὀνομάζομεν, ἢ ἕτερόν τι· ἐπεὶ οὐκ ἂν εἴη ἄλφα. Καὶ οὗτος καθόλου κανὼν παρὰ ἀνθρώποις ἀσάλευτος, μέχρις οὗ ἐν τῷ ἰδίῳ σχήματι μένει τι, ἐκεῖνο εἶναι λέγεται, ὅπερ σημαίνεται. Εἰ δὲ τὸ σχῆμα, καὶ μάλιστα μετὰ τῆς ἐνεργείας, ἀμείψει, οὐκ ἔτι ἂν εἴη ἐκεῖνο ὃ λέγεται, ἀλλ’ ἕτερον παρ’ ἐκεῖνο. Οὕτω ποῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος, μέχρι τότε ἄνθρωπος λέγεται κυρίως, ἕως ἐν τοῖς ἰδίοις ὅροις τοῦ σχήματος μένει· εἰ δὲ τὸ σχῆμα ὅπερ ἐξ ἀρχῆς εἴληφε, μεταβάλλει, ἄλλοτι, οὐκ ἄνθρωπος κυρίως λεχθήσεται. Ὅθεν θανάτῳ διαλυομένου τοῦ ζώου, εἴτε τὴν κόνιν, εἴτε τι θεασώμεθα τῶν ὀστῶν, ἢ καὶ περὶ ψυχῆς λαλῆσαί τι βουληθῶμεν, ἀνθρώπου ταῦτα καλοῦμεν, οὐκ ἄνθρωπον· ὡς τούτου οὐδὲ σχήματος ἀνθρώπου λεγομένου.ὥσπερ τινὲς ἐν διαμοναῖς πραγμάτων ἀδικωτάτων, τὸ ἑαυτοῖς προσφιλὲς εἰς τὴν ὑπόνοιαν τῆς σφετέρας ἀσεβείας, οὐ τὸ δίκαιον αἱροῦνται. Οὐκ ἔστι σὰρξ ἐμπαθῆς ἀνισταμένη, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, οὐδὲ παχύ σῶμα αὖθις μετὰ τῶν παθῶν πολιτεύεται. Διὸ ἐπάγει σαφῆ ἑρμηνείαν τῆς ἐπαπορήσεως· Ἰδοὺ μυστή ριον ὑμῖν λέγω· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα. Ωστε μεταβολὴν εξο μεν οἱ σωθησόμενοι ἐπί τινα κρείττονα σωμάτων κατάστασιν. Καί σῶμα μὲν ἔσται τὸ ἐκ μεταβολής διδόμενον ἡμῖν, οὐκέτι δὲ σὰρξ καὶ αἷμα ἀσθενείς συμπεπλεγμένα. Οὐ γὰρ εἴ τι σῶμα, πάντως καὶ σάρξ. Ηλιος γοῦν, καὶ σελήνη, καὶ πᾶς ὁ οὐράνιος, χορός, σῶμα μὲν καθόλου τυγχάνει, σὰρξ δὲ οὐδα μῶς. Τοιαύτην τινὰ ἰδέαν λήψεται τὸ ἀνιστάμενον σῶμα, ὥστε τὰς τῶν ἁγίων ψυχὰς συνοικήσειν στ ματι λοιπόν, οὐκέτι γε τροφῆς δεομένῳ σαρκικῆς, οὐκέτι δὲ ἡδοναῖς τε, καὶ λύπαις, καὶ ἀλγηδόσι περι- πίπτοντι, ἀλλ' εὖ μάλα ὁμοδόξῳ τῇ ψυχῇ προσάπου τὴν ἔνθεον λατρείαν μηδέποτε ἀνατείνοντι, πεπαν μένων τῶν ἀγωνισμάτων, καὶ πρὸς ἀνάπαυλαν τῆς ψυχῆς ἀνακεχωρηκυίας δόγματι Θεοῦ. Ἐπὶ δὲ τούτοις σαφηνίζει ἅπαντα τὸν λόγον, καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀνα- στάσεως ἐξηγεῖται λέγων, ὅτι Δεῖ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐν- δύσασθαι ἀθανασίαν. Αληθὲς ἂν εἴη τό· Ἡ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν οὐ κληρονομεῖ. Εἰ μὲν γάρ τις τοῦτο ἔλεγεν, ὅτι ἡ σὰρξ ἅμα τοῖς ἐμφύτοις πάθεσιν αὖθις ἀναστᾶσα ζήσεται, τὰ αὐτὰ πάσχουσά τε καὶ δρῶσα ἅμα τῇ ψυχῇ, ἦν ἂν ἄλογος οὐκ ἔχουσα αγα- θὴν ἐλπίδα. Εἰ δὲ μεταβολὴν αὐτὸ δὲ τοῦτο λαμβάνει κρείττονος καὶ μακαρίας Έξεως, ὅπερ δεικτικῶς ση μαίνει, φάσκων· Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύ- σασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσα- σθαι ἀθανασίαν δικαία μὲν τοῦ συγκαμόντος έργα- λείου τῇ ψυχῇ ἡ ἀπόδοσις, οὐκ ἐπιζήμιος δὲ καὶ ἔτι ἐπίπονος ταύτῃ. Ἀλλ᾽ ἐν τῷ μακαρίῳ ταύτας ἔσεσθαι τῶν σωζομένων τὰς ψυχὰς, ἀπειληφυίας μὲν τὸ σύμφυτον αὐταῖς σῶμα, οὐ μέντοι βαρύ, καὶ γεω δες, καὶ σαρκικῆς ἐπιθυμίας γέμον, καθάπερ τὴν ἀρχὴν, ὅτε δὴ προσῆκον ἦν τῷ ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς ἐνευδοκιμῆσαι ταύταις. 'Αδικία γάρ, εἰ μὴ τὸ συμ- πονῆσαν τῇ ψυχῇ σῶμα κατὰ τήνδε τὴν πολιτείαν, ἀποδῴη συναπόλαυσιν αὐτῇ τῶν ἐπάθλων. Αντιπάτρου Βόστρων, ἐκ τῆς κατὰ τῶν βλα σφημιῶν τοῦ δυσωνύμου Ωριγένους πραγματείας ἐν κεφαλ. ιε' (14). — Τὴν τῶν ὁρωμένων ἁπάντων διάκρισιν, ἀπὸ σχημάτων ἢ χρωμάτων ἐπιγινώσκειν καὶ διακρίνειν οἱ τῆς φύσεως, οἵ τε τῆς διδασκαλίας παραδεδώκασι νόμοι. Οθεν ἀκούοντές τινων ἐν ὑπο- στάσει θεωρουμένων, καὶ ἀκριβῶς γινωσκομένων, εὐθὺς ἀναπλάττομεν τῇ διανοίᾳ καὶ μὴ παρόντα, ε. S. JOANNIS DAMASCENI - B simis in negotiis perseverantes, id quod sibi ad A impietatem suam arridere suspicantur, non quod justum est, eligunt. Caro passionibus obnoxia non resurgit, inquit Apostolus, neque crassum corpus una cum agritudinibus suis vivet. Quocirca per- spicuam quæstionis interpretationem subdit : Ecce mysterium vobis dico, omnes quidem dormiemus; sed non omnes immutabimur (1 Cor. xv, 51). Unde nos qui salvi futuri sumus, mutationem admittemús corporibus meliori statu ac conditione donatis. Ac corpus quidem erit, quod nobis mutatione illa dabitur : at non perinde caro et sanguis cum infr- mitate complicata. Non enim hoc ipso quod corpus aliquid sit, illud continuo caro quoque est. Sol plane et luna, et omnis cœlestis chorus, corpus omnino sunt, nequaquam autem caro. Ejusmodi porro spe- ciem quamdam habebit corpus quod resurget, ita ut sanctorum animæ cum corpore deinceps habitent, quod carnali tamen cibo amplius non egeat: quin nec in oblectationes, neque in molestias et dolores incidat, sed nec in gloriæ suæ consortem animam divinum illum cultum ullatenus transferat, Initis certaminibus, et anima decreto Dei in requiem suam digressa. Insuper vero hoe totum aperit et elucidat, ac resurrectionis rationem edisserit,dicendo: Opor- tet corruptibile hoc induere incorruptionem et mortale hoc induere immortalitatem (Ibid. 53). Hinc verum sit illud : Corruptio incorruptionem hæreditate non obtinet (Ibid. 30). Nam si quispiam hoc diceret, quod caro una cum insitis in ea affectionibus re- surgens, ejusmodi sit vitam actura, ut eadem si- mul cum anima perpetiatur et agat, rationi con- sentaneum non esset, quod bona spe careret. Sin vero illud ipsum mutationem in meliorem et feli- cem statum accipit, quod egregie demonstravit ita loquens : Oportet enim corruptibile hoc induere in- corruptionem, et mortale hoc induere immortali- tatem : jnsta quidem remuneratio est instrumenti, quod laborum animæ particeps fuit : nec vero ea damnosa est, nec laboribus obnoxia. Atqui in hac beata vita tales esse eorum qui salvandi sunt, ani- mas oportet, ut cognatum quidem sibi corpus re- cipiant, non autem ipsum grave, et terrenum, car- nalisque cupiditatis plenum, quemadmodum an- tea, quando nempe 757-764 necessarium erat, ut cum eis virtutis certamine probaretur. Iniquum siquidem fuisset, si corpus, quod animæ laborum in hujusce vitæ functionibus consors fuit, præmio- rum ejus retributione non donaretur. c Antipatri Bostrorum, ex opere adversus blasphe- D mias infamis Origenis, cap. 15. - Discrimen eo- rum quæ sub aspectum cadunt, tant naturæ, quam disciplinæ leges a fguris aut coloribus agnoscere ac dijudicare docent. Unde simul atque quædam revera videri, et accurate cognosci audimus, ea statim cogitatione, quamvis minime præsentia sint, eſſingimus : tuncque expressa ipsius figura ac spe- - NOTÆ. genem mentionem habes, lector, in Vita S. Saba Monum. Eccl. Grec. p. et 364, prater septimam synodum, act. 5. (14) Operum Antipatri Bostrorum adversus Ori-
PG 96:488Οὐκοῦν πάλιν τῆς ἀναστάσεως ἀξιούμενος ἄνθρωπος, [ὁ] αὐτὸς πάλιν ἐγείρεται τῷ τεθνηκότι, περί τε φθορὰν καὶ πάθη διάφορα, ψυχικά τε καὶ σωματικὰ ἀλλοίως ἔχων, οὐ περὶ αὐτὸ οὗπερ εἶναι, καὶ λέγεται ἄνθρωπος, ὅπερ ἐστὶ τὸ τοιόνδε σχῆμα ἢ εἶδος. Εἰ γὰρ μετὰ τῶν παθῶν, καὶ αὐτὸ ἀπαλλάξει τὸ σχῆμα, οὐκέτι ἄνθρωπος ὁ ἐκ νεκρῶν ἐγερθεὶς, ἀλλ’ ἕτερόν τι, ἀνθρώπου τοῦ τοιοῦδε καὶ μόνου σχήματος ὀνομαζομένου. Ὅθεν ἡ θεία Γραφὴ, κἂν θεία τις δύναμις ἐφανερώθη τισὶν ἐν τῷ τῶν ἀνθρώπων σχήματι, ἄνθρωπον ὀνομάζει, ὅτι ἁπλῶς τοῦτο τὸ ὁρώμενον σημαίνει, εἰ μή τι δ’ ἂν, ἢ ἐκ τῆς πράξεως, ἢ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ἄλλο τι καλέσαι, διὰ τὸ ὑπὲρ ἄνθρωπον εἶναι τὰ γινόμενα. Οἷον λέγει· Ὤφθη ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ· εἶτα τὸν τρόπον τῆς ὀπτασίας ἐξηγούμενος, Καὶ ἀναβλέψας, φησὶν, εἶδε τοῖς ὀφθαλμοῖς, καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες εἰστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ, οὐκ ἄνδρας ὄντας τὴν φύσιν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ σχήματος ἄνδρας καλέσας. Οὕτω πάλιν τὸν παλαίοντα τῷ Ἰακὼβ, ἐκ τοῦ σχήματος ἄνθρωπον ἐκάλεσεν, ὡς πᾶν τὸ τοιόνδε σχῆμα, κἂν μὴ τὴν φύσιν ἐστὶν ἄνθρωπος, ἄνθρωπον ὀνομάζομεν διὰ τὸν τοιόνδε σχῆμα.ὥσπερ τινὲς ἐν διαμοναῖς πραγμάτων ἀδικωτάτων, τὸ ἑαυτοῖς προσφιλὲς εἰς τὴν ὑπόνοιαν τῆς σφετέρας ἀσεβείας, οὐ τὸ δίκαιον αἱροῦνται. Οὐκ ἔστι σὰρξ ἐμπαθῆς ἀνισταμένη, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, οὐδὲ παχύ σῶμα αὖθις μετὰ τῶν παθῶν πολιτεύεται. Διὸ ἐπάγει σαφῆ ἑρμηνείαν τῆς ἐπαπορήσεως· Ἰδοὺ μυστή ριον ὑμῖν λέγω· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα. Ωστε μεταβολὴν εξο μεν οἱ σωθησόμενοι ἐπί τινα κρείττονα σωμάτων κατάστασιν. Καί σῶμα μὲν ἔσται τὸ ἐκ μεταβολής διδόμενον ἡμῖν, οὐκέτι δὲ σὰρξ καὶ αἷμα ἀσθενείς συμπεπλεγμένα. Οὐ γὰρ εἴ τι σῶμα, πάντως καὶ σάρξ. Ηλιος γοῦν, καὶ σελήνη, καὶ πᾶς ὁ οὐράνιος, χορός, σῶμα μὲν καθόλου τυγχάνει, σὰρξ δὲ οὐδα μῶς. Τοιαύτην τινὰ ἰδέαν λήψεται τὸ ἀνιστάμενον σῶμα, ὥστε τὰς τῶν ἁγίων ψυχὰς συνοικήσειν στ ματι λοιπόν, οὐκέτι γε τροφῆς δεομένῳ σαρκικῆς, οὐκέτι δὲ ἡδοναῖς τε, καὶ λύπαις, καὶ ἀλγηδόσι περι- πίπτοντι, ἀλλ' εὖ μάλα ὁμοδόξῳ τῇ ψυχῇ προσάπου τὴν ἔνθεον λατρείαν μηδέποτε ἀνατείνοντι, πεπαν μένων τῶν ἀγωνισμάτων, καὶ πρὸς ἀνάπαυλαν τῆς ψυχῆς ἀνακεχωρηκυίας δόγματι Θεοῦ. Ἐπὶ δὲ τούτοις σαφηνίζει ἅπαντα τὸν λόγον, καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀνα- στάσεως ἐξηγεῖται λέγων, ὅτι Δεῖ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐν- δύσασθαι ἀθανασίαν. Αληθὲς ἂν εἴη τό· Ἡ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν οὐ κληρονομεῖ. Εἰ μὲν γάρ τις τοῦτο ἔλεγεν, ὅτι ἡ σὰρξ ἅμα τοῖς ἐμφύτοις πάθεσιν αὖθις ἀναστᾶσα ζήσεται, τὰ αὐτὰ πάσχουσά τε καὶ δρῶσα ἅμα τῇ ψυχῇ, ἦν ἂν ἄλογος οὐκ ἔχουσα αγα- θὴν ἐλπίδα. Εἰ δὲ μεταβολὴν αὐτὸ δὲ τοῦτο λαμβάνει κρείττονος καὶ μακαρίας Έξεως, ὅπερ δεικτικῶς ση μαίνει, φάσκων· Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύ- σασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσα- σθαι ἀθανασίαν δικαία μὲν τοῦ συγκαμόντος έργα- λείου τῇ ψυχῇ ἡ ἀπόδοσις, οὐκ ἐπιζήμιος δὲ καὶ ἔτι ἐπίπονος ταύτῃ. Ἀλλ᾽ ἐν τῷ μακαρίῳ ταύτας ἔσεσθαι τῶν σωζομένων τὰς ψυχὰς, ἀπειληφυίας μὲν τὸ σύμφυτον αὐταῖς σῶμα, οὐ μέντοι βαρύ, καὶ γεω δες, καὶ σαρκικῆς ἐπιθυμίας γέμον, καθάπερ τὴν ἀρχὴν, ὅτε δὴ προσῆκον ἦν τῷ ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς ἐνευδοκιμῆσαι ταύταις. 'Αδικία γάρ, εἰ μὴ τὸ συμ- πονῆσαν τῇ ψυχῇ σῶμα κατὰ τήνδε τὴν πολιτείαν, ἀποδῴη συναπόλαυσιν αὐτῇ τῶν ἐπάθλων. Αντιπάτρου Βόστρων, ἐκ τῆς κατὰ τῶν βλα σφημιῶν τοῦ δυσωνύμου Ωριγένους πραγματείας ἐν κεφαλ. ιε' (14). — Τὴν τῶν ὁρωμένων ἁπάντων διάκρισιν, ἀπὸ σχημάτων ἢ χρωμάτων ἐπιγινώσκειν καὶ διακρίνειν οἱ τῆς φύσεως, οἵ τε τῆς διδασκαλίας παραδεδώκασι νόμοι. Οθεν ἀκούοντές τινων ἐν ὑπο- στάσει θεωρουμένων, καὶ ἀκριβῶς γινωσκομένων, εὐθὺς ἀναπλάττομεν τῇ διανοίᾳ καὶ μὴ παρόντα, ε. S. JOANNIS DAMASCENI - B simis in negotiis perseverantes, id quod sibi ad A impietatem suam arridere suspicantur, non quod justum est, eligunt. Caro passionibus obnoxia non resurgit, inquit Apostolus, neque crassum corpus una cum agritudinibus suis vivet. Quocirca per- spicuam quæstionis interpretationem subdit : Ecce mysterium vobis dico, omnes quidem dormiemus; sed non omnes immutabimur (1 Cor. xv, 51). Unde nos qui salvi futuri sumus, mutationem admittemús corporibus meliori statu ac conditione donatis. Ac corpus quidem erit, quod nobis mutatione illa dabitur : at non perinde caro et sanguis cum infr- mitate complicata. Non enim hoc ipso quod corpus aliquid sit, illud continuo caro quoque est. Sol plane et luna, et omnis cœlestis chorus, corpus omnino sunt, nequaquam autem caro. Ejusmodi porro spe- ciem quamdam habebit corpus quod resurget, ita ut sanctorum animæ cum corpore deinceps habitent, quod carnali tamen cibo amplius non egeat: quin nec in oblectationes, neque in molestias et dolores incidat, sed nec in gloriæ suæ consortem animam divinum illum cultum ullatenus transferat, Initis certaminibus, et anima decreto Dei in requiem suam digressa. Insuper vero hoe totum aperit et elucidat, ac resurrectionis rationem edisserit,dicendo: Opor- tet corruptibile hoc induere incorruptionem et mortale hoc induere immortalitatem (Ibid. 53). Hinc verum sit illud : Corruptio incorruptionem hæreditate non obtinet (Ibid. 30). Nam si quispiam hoc diceret, quod caro una cum insitis in ea affectionibus re- surgens, ejusmodi sit vitam actura, ut eadem si- mul cum anima perpetiatur et agat, rationi con- sentaneum non esset, quod bona spe careret. Sin vero illud ipsum mutationem in meliorem et feli- cem statum accipit, quod egregie demonstravit ita loquens : Oportet enim corruptibile hoc induere in- corruptionem, et mortale hoc induere immortali- tatem : jnsta quidem remuneratio est instrumenti, quod laborum animæ particeps fuit : nec vero ea damnosa est, nec laboribus obnoxia. Atqui in hac beata vita tales esse eorum qui salvandi sunt, ani- mas oportet, ut cognatum quidem sibi corpus re- cipiant, non autem ipsum grave, et terrenum, car- nalisque cupiditatis plenum, quemadmodum an- tea, quando nempe 757-764 necessarium erat, ut cum eis virtutis certamine probaretur. Iniquum siquidem fuisset, si corpus, quod animæ laborum in hujusce vitæ functionibus consors fuit, præmio- rum ejus retributione non donaretur. c Antipatri Bostrorum, ex opere adversus blasphe- D mias infamis Origenis, cap. 15. - Discrimen eo- rum quæ sub aspectum cadunt, tant naturæ, quam disciplinæ leges a fguris aut coloribus agnoscere ac dijudicare docent. Unde simul atque quædam revera videri, et accurate cognosci audimus, ea statim cogitatione, quamvis minime præsentia sint, eſſingimus : tuncque expressa ipsius figura ac spe- - NOTÆ. genem mentionem habes, lector, in Vita S. Saba Monum. Eccl. Grec. p. et 364, prater septimam synodum, act. 5. (14) Operum Antipatri Bostrorum adversus Ori-
PG 96:489Τὸ οὖν μὴ τοιοῦτον σχῆμα, οὐκ ἄνθρωπος δηλονότι, ἀλλ’ ἕτερόν τι. Τοῦ οὖν Κυρίου καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἐν τῷ τοιούτῳ φανέντος σχήματι, καὶ ἀνθρώπων ἀνάστασιν, καὶ αὐτοῦ εὐαγγελισαμένου, καὶ τῶν ἀποστόλων κηρυξάντων, καὶ τῆς ὑπ’ οὐρανὸν Ἐκκλησίας ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐλπίδι τὴν ἀνάστασιν ἀπεκδεχομένης, τίς ἡ καινὴ καὶ παράδοξος τερατολογία τῶν τεχνικαῖς ἀποδείξεσιν ἐπιχειρούντων τὸ ἁπλοῦν καὶ ἄδολον τῆς Ἐκκλησίας ἐπιθολοῦν κήρυγμα, καὶ ἀθετεῖν τὴν τοῦ ἀνθρώπου ἀνάστασιν; Ἡμεῖς γὰρ οὐκ ἄλλο τι καλέσομεν ἄνθρωπον, μὴ τοιόνδε σχῆμα τυγχάνον. Ἀλλὰ πάλιν ἡμῖν ἐκ τῆς ἔξωθεν περιλαλοῦντες σοφίας, τεχνικαῖς ἐπιχειροῦσι μεθόδοις τὸν ἐκκλησιαστικὸν παραλογίσασθαι λόγον, καὶ ἐκ τῆς γραμματικῆς παρ’ αὐτοῖς ὀνομαζομένης, ἢ γεωμετρικῆς, ἢ ἑτέρας ποθέν. Οὐ γὰρ ἡμῖν σχολὴ τὰ τοιαῦτα ἐπιχειροῦσι. Καὶ φασίν, Ἐν τοῖς σχήμασι τὸ τοιόνδε σχῆμα τοῦ τοιοῦδε εὐπρεπέστερον, καὶ πάλιν ἐκεῖνο τούτου κάλλιον· καὶ φανεροῦσιν ἡμῖν, καὶ συγκρίνουσι διαφορὰς παντοίας σχημάτων, ἕως οὗ συναγαγόντες ἐκ πάντων ἀποδείξωσι δῆθεν, ὅτι τὸ σφαιροειδὲς πάντων τῶν σχημάτων κάλλιόν τε, καὶ εὐθετώτερόν ἐστι·καὶ τότε σχῆμα, καὶ εἶδος τυπούμενοι, ἐπιγινώσκο- μεν τὸ σημανθέν, καὶ πάλιν ὁρῶντες τὸ σχῆμα, γνω ρίζομεν καὶ διακρίνομεν τί τὸ ὁραθὲν, ἐκ μόνου τοῦ σχήματος · ὅτι ἀληθῶς τοῦτο καὶ ἀπλανῶς θεωρού- μεν, κἂν ἡ γραφῇ, ἢ πλάσει τυγχάνῃ, ἐκ τοῦ σχή- ματος γινώσκομεν, ὅπερ καλέσομεν· οὕτως ἀκού- σαντες ἥλιον, γινώσκομεν, καὶ τὸ σχῆμα, καὶ τὴν ἐνέργειαν· καὶ οὐρανὸν δὲ ὁμοίως, καί τι τῶν ζώων, ἢ φυτῶν, ἡ σπερμάτων, ἔκ τε σχήματος, ἔκ τε χρώ- ματος διαγινώσκομεν. Β Οὕτως ἐκ τῶν σχημάτων πᾶσαν γραμμήν διακρί- νομεν, καὶ οὐκ ἄν ποτε ἀκούσαντες τρίγωνον, τετρά γωνον ἔγνωμεν, ἐπεὶ οὐκ ἂν τρίγωνον ἔγνωμεν]· οὐδὲ τὸ ἄλφα, βῆτα ὀνομάζομεν, ἢ ἑτερόν τι· ἐπεὶ οὐκ ἂν εἴη άλφα. Καὶ οὗτος καθόλου κανών παρὰ ἀνθρώ- τοῖς ἀσάλευτος, μέχρις οὗ ἐν τῷ ἰδίῳ σχήματι μένει τι, ἐκεῖνο εἶναι λέγεται, όπερ σημαίνεται. Εἰ δὲ τὸ σχῆμα, καὶ μάλιστα μετὰ τῆς ἐνεργείας, ἀμείψει, οὐκ ἔτι ἂν εἴη ἐκεῖνο δ λέγεται, ἀλλ᾽ ἕτερον παρ' ἐκεῖνο. Οὕτω ποῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος, μέχρι τότε άνθρωπος λέ γεται κυρίως, ἕως ἐν τοῖς ἰδίοις ὅροις τοῦ σχήματος μένει· εἰ δὲ τὸ σχῆμα ὅπερ ἐξ ἀρχῆς είληφε, μεταβάλ- λει, ἄλλο τι, οὐκ ἄνθρωπος κυρίως λεχθήσεται. "Οθεν θανάτῳ διαλυομένου του ζώου, είτε τὴν κόνιν, εἴτε τι θεασώμεθα τῶν ὀστῶν, ἢ καὶ περὶ ψυχῆς λαλῆσαί τι βουληθῶμεν, ἀνθρώπου ταῦτα καλοῦμεν, οὐκ ἄνθρω πον· ὡς τούτου οὐδὲ σχήματος ἀνθρώπου λεγομένου. ή Οὐκοῦν πάλιν τῆς ἀναστάσεως ἀξιούμενος ἄνθρω πος, [6] αὐτὸς πάλιν ἐγείρεται τῷ τεθνηκότι, περί τε φθορὰν καὶ πάθη διάφορα, ψυχικά τε καὶ σωματικὰ ἀλλοίως ἔχων, οὐ περὶ αὐτὸ οὔπερ εἶναι, καὶ λέγεται ἄνθρωπος, ὅπερ ἐστὶ τὸ τοιόνδε σχήμα ἢ εἶδος. Εἰ γὰρ μετὰ τῶν παθῶν, καὶ αὐτὸ ἀπαλλάξει τὸ σχῆμα, οὐκέτι ἄνθρωπος ὁ ἐκ νεκρῶν ἐγερθεὶς, ἀλλ᾽ ἕτερόν τι, ἀνθρώπου τοῦ τοιούδε καὶ μόνου σχήματος ονομαζομέ- νου. Ὅθεν ἡ θεία Γραφή, κἂν θεία τις δύναμις έφανε- ρώθη τισὶν ἐν τῷ τῶν ἀνθρώπων σχήματι, ἄνθρωπον ὀνομάζει, ὅτι ἁπλῶς τοῦτο τὸ ὁρώμενον σημαίνει, εἰ μή τι δ' ἂν, ἢ ἐκ τῆς πράξεως, ἢ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματ τος ἄλλο τι καλέσαι, διὰ τὸ ὑπὲρ ἄνθρωπον εἶναι τὰ γενόμενα. Οἷον λέγει· Ωφθη ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αβραάμ εἶτα τὸν τρόπον τῆς ὀπτασίας ἐξηγούμενος, Καὶ ἀναβλέψας, φησίν, εἶδε τοῖς ὀφθαλμοῖς, καὶ ἰδοὺ τρεις άνδρες ειστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ, οὐκ ἄν δρας ὄντας τὴν φύσιν, ἀλλ' ἐκ τοῦ σχήματος άνδρας καλέσας. Οὕτω πάλιν τὸν παλαίοντα τῷ Ἰακώβ, ἐκ τοῦ σχήματος ἄνθρωπον ἐκάλεσεν, ὡς πᾶν τὸ τοιόνδε σχῆμα, κἂν μὴ τὴν φύσιν ἐστὶν ἄνθρωπος, ἄνθρω- που ονομάζομεν διὰ τὸν τοιόνδε σχῆμα. Τὸ οὖν μὴ τοιοῦτον σχῆμα, οὐκ ἄνθρωπος δηλονότι, ἀλλ' ἔτε- ρόν τι. Τοῦ οὖν Κυρίου καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἐν τῷ τοιούτῳ φανέντος σχήματι, καὶ ἀνθρώπων ἀνά- στασιν, καὶ αὐτοῦ εὐαγγελισαμένου, καὶ τῶν ἀπο- στόλων κηρυξάντων, καὶ τῆς ὑπ' οὐρανὸν Ἐκκλησίας ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐλπίδι τὴν ἀνάστασιν ἀπεκδεχομέ νης, τίς ἡ καινὴ καὶ παράδοξος τερατολογία τῶν τεχνικαῖς ἀποδείξεσιν ἐπιχειρούντων τὸ ἁπλοῦν καὶ .. PARALLELA RUPEFUCALDINA. A cie, id quod significatum nobis est, cognoscimus, rursumque inspecta figura, ex hac solummodo ex- ploratum habemus, discernimusque quod videtur: quoniam illud vere et sine errore contemplamur, sive pictoris, sive fictoris opere repræsentetur, ex figura illud cognoscentes quod appellatione efer- tur. Sic audito nomine solis, et figuram ejus et efli · cientiam cognoscimus : sic quoque coelum, et quid- quid est animantium, aut plantarum, aut seminum, id ex figura et ex colore dignoscimus. Hoc pacto lineam omnem ex figuris discernimus : nec unquam audito triangulo, quadranguli spe- ciem animo conceperimus: alioqui incognitum no- bis triangulum foret. Sic neque alpha dicimus beta, aut aliud ejusmodi : alias alpha non esset. Hæc- que regula apud homines inconcussa prorsus ina- net, ut quandiu aliquid in figura propria consistit, illud esse dicatur, quod significatur. Sin vero figuram, maxime si cum actione sua, permutat, non amplius illud fuerit, quod dicitur, sed aliud præterea. Ad hunc modum, v. gr. homo tandis proprie homo dicitur, quandiu intra eum Agura terminos manet : sin sulem figuram quam primi- tus habuit, immutat, aliud quidpiam esse dicetur, non homo proprie. Quamobrem animali morte de- leto, sive pulverem, sive aliquod ex ossibus aspexerimus, aut si de anima ejus loqui velimus, hæc hominis esse aimus, non hominem nuncupamus: quippe quod neque hominis figuram esse dicamus. PATROL. GR. XCVI. C D Rursum igitur homo resurrectione donatus, idem denue resurgit qui mortuus fuerat : quanquam diverso modo se liabeat, quantum ad corruptio nem, aliasque affectiones tum animæ, tum corpo- ris, non autem secundum illud unde est et dicitur homo, hoc est talem figuram aut speciem. Si enim una cum ægritudinibus affectionibusve figura quo- que mutatur, jam non amplius est homo qui sur- rexerit ex mortuis, sed aliud quid ab homine, ut- pote qui talis soliusque hujus figure noninatur. Quapropter divina Scriptura, si quædam Dei vir · tus humana figura apparuerit, banc hominem ap- pellat, quia hoc simpliciter significat, quod aspe- ctui objicitur, nisi, vel propter actionein, vel prop- ter effectum, alio illud nomine vocitet, ex eo quod supra hominis naturam sunt quæ fiunt. V. `gr. ait : Apparuit Deus Abraham; deinde visionis modum enarrans : El respiciens, inquit, vidit oculis suis, et ecce tres viri stabant contra ipsum (Gen. xvIII, 1, 2): viros appellans, qui natura viri non essent, sed propter figuram. lla rursum eum, qui cum Jacob luctabatur, ex figura hominem vocavit : quemadmodum quamcunque similem figuram, licet homo secundum naturam non sil, allamen hominem propter talem figuram ac speciem no- minamus. Quod ergo ejusmodi figuræ non est, manifestum est id non esse hominem, sed aliquid aliud. Quamobrem, quia Dominus etiam post re- surrectionem in ejusmodi figura visus fuit, ipso hominum quoque resurrectionem annuntiante,
PG 96:490καὶ λοιπὸν, τούτων οὕτως παρ’ αὐτοῖς ἀποδεικνυμένων, ἀνάγκην ἐπάγουσι τῷ Δημιουργῷ, εἰ τάχα τὰ ἐκείνου βάθη, καὶ τὰς βουλὰς λογισμοῖς καταλαβόντες ἰδίοις ἀποφαίνονται, ὅτι πάντως πρέπον, καὶ ἀναγκαῖον, καὶ ὀφειλόμενον, ἐν τῷ τοιούτῳ σχήματι ἀναστῆναι, ἐν ᾧ παρ’ αὐτῶν ἐδοκιμάσθη κάλλιον εἶναι· τοσοῦτον προσοχθίσαντες τῷ τοῦ ἀνθρώπου σχήματι, ὡς οὐδὲ αὐτὸν τὸν ὀλίγον καιρὸν, ἕως οὗ φθάσωσι πᾶσαν ἀποβαλεῖν, καὶ ἀποδιαπομπήσασθαι σωματικὴν φύσιν, καὶ γενέσθαι καθαροὶ νόες, ἀνεχόμενοι, παρὰ τὸ φανὲν αὐτοῖς εὔμορφον σχῆμα λαβεῖν. Ἀλλ’ ἐπειδήπερ οὐ πάντα πᾶσιν ὁμοίως ἀρέσκει τὰ σχήματα, οὔτε τέρπεται τοῖς πᾶσιν, ὥσπερ οὔτε γεύσει, οὔτε ἀκοῇ, οὔτε ὀσφρήσει, ἀλλὰ ἄλλος ἄλλως ἀρέσκεται, ὁμοίως δὲ, καὶ ἐν τοῖς σχήμασιν ἄλλος ἄλλως θεραπεύεται, τί γενήσεται, ἡμῶν τε, καὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς ἀρεσκομένων πλέον τοῦ σφαιροειδοῦς τῷ νυνὶ ἡμῶν σχήματι, ὑμῶν δὲ μᾶλλον ἀρεσκομένων, καὶ προτιμώντων τὸ σφαιροειδὲς, τοῦ παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ κατ’ ἀρχὰς δοκιμασθέντος δοθῆναι ἡμῖν σχήματος; Τί οὖν ἄρα ποιήσει καθ’ ὑμᾶς ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης; ὀργισθεὶς τῇ διαφωνίᾳ ἀνελεῖ τὴν ἀνάστασιν;καὶ τότε σχῆμα, καὶ εἶδος τυπούμενοι, ἐπιγινώσκο- μεν τὸ σημανθέν, καὶ πάλιν ὁρῶντες τὸ σχῆμα, γνω ρίζομεν καὶ διακρίνομεν τί τὸ ὁραθὲν, ἐκ μόνου τοῦ σχήματος · ὅτι ἀληθῶς τοῦτο καὶ ἀπλανῶς θεωρού- μεν, κἂν ἡ γραφῇ, ἢ πλάσει τυγχάνῃ, ἐκ τοῦ σχή- ματος γινώσκομεν, ὅπερ καλέσομεν· οὕτως ἀκού- σαντες ἥλιον, γινώσκομεν, καὶ τὸ σχῆμα, καὶ τὴν ἐνέργειαν· καὶ οὐρανὸν δὲ ὁμοίως, καί τι τῶν ζώων, ἢ φυτῶν, ἡ σπερμάτων, ἔκ τε σχήματος, ἔκ τε χρώ- ματος διαγινώσκομεν. Β Οὕτως ἐκ τῶν σχημάτων πᾶσαν γραμμήν διακρί- νομεν, καὶ οὐκ ἄν ποτε ἀκούσαντες τρίγωνον, τετρά γωνον ἔγνωμεν, ἐπεὶ οὐκ ἂν τρίγωνον ἔγνωμεν]· οὐδὲ τὸ ἄλφα, βῆτα ὀνομάζομεν, ἢ ἑτερόν τι· ἐπεὶ οὐκ ἂν εἴη άλφα. Καὶ οὗτος καθόλου κανών παρὰ ἀνθρώ- τοῖς ἀσάλευτος, μέχρις οὗ ἐν τῷ ἰδίῳ σχήματι μένει τι, ἐκεῖνο εἶναι λέγεται, όπερ σημαίνεται. Εἰ δὲ τὸ σχῆμα, καὶ μάλιστα μετὰ τῆς ἐνεργείας, ἀμείψει, οὐκ ἔτι ἂν εἴη ἐκεῖνο δ λέγεται, ἀλλ᾽ ἕτερον παρ' ἐκεῖνο. Οὕτω ποῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος, μέχρι τότε άνθρωπος λέ γεται κυρίως, ἕως ἐν τοῖς ἰδίοις ὅροις τοῦ σχήματος μένει· εἰ δὲ τὸ σχῆμα ὅπερ ἐξ ἀρχῆς είληφε, μεταβάλ- λει, ἄλλο τι, οὐκ ἄνθρωπος κυρίως λεχθήσεται. "Οθεν θανάτῳ διαλυομένου του ζώου, είτε τὴν κόνιν, εἴτε τι θεασώμεθα τῶν ὀστῶν, ἢ καὶ περὶ ψυχῆς λαλῆσαί τι βουληθῶμεν, ἀνθρώπου ταῦτα καλοῦμεν, οὐκ ἄνθρω πον· ὡς τούτου οὐδὲ σχήματος ἀνθρώπου λεγομένου. ή Οὐκοῦν πάλιν τῆς ἀναστάσεως ἀξιούμενος ἄνθρω πος, [6] αὐτὸς πάλιν ἐγείρεται τῷ τεθνηκότι, περί τε φθορὰν καὶ πάθη διάφορα, ψυχικά τε καὶ σωματικὰ ἀλλοίως ἔχων, οὐ περὶ αὐτὸ οὔπερ εἶναι, καὶ λέγεται ἄνθρωπος, ὅπερ ἐστὶ τὸ τοιόνδε σχήμα ἢ εἶδος. Εἰ γὰρ μετὰ τῶν παθῶν, καὶ αὐτὸ ἀπαλλάξει τὸ σχῆμα, οὐκέτι ἄνθρωπος ὁ ἐκ νεκρῶν ἐγερθεὶς, ἀλλ᾽ ἕτερόν τι, ἀνθρώπου τοῦ τοιούδε καὶ μόνου σχήματος ονομαζομέ- νου. Ὅθεν ἡ θεία Γραφή, κἂν θεία τις δύναμις έφανε- ρώθη τισὶν ἐν τῷ τῶν ἀνθρώπων σχήματι, ἄνθρωπον ὀνομάζει, ὅτι ἁπλῶς τοῦτο τὸ ὁρώμενον σημαίνει, εἰ μή τι δ' ἂν, ἢ ἐκ τῆς πράξεως, ἢ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματ τος ἄλλο τι καλέσαι, διὰ τὸ ὑπὲρ ἄνθρωπον εἶναι τὰ γενόμενα. Οἷον λέγει· Ωφθη ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αβραάμ εἶτα τὸν τρόπον τῆς ὀπτασίας ἐξηγούμενος, Καὶ ἀναβλέψας, φησίν, εἶδε τοῖς ὀφθαλμοῖς, καὶ ἰδοὺ τρεις άνδρες ειστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ, οὐκ ἄν δρας ὄντας τὴν φύσιν, ἀλλ' ἐκ τοῦ σχήματος άνδρας καλέσας. Οὕτω πάλιν τὸν παλαίοντα τῷ Ἰακώβ, ἐκ τοῦ σχήματος ἄνθρωπον ἐκάλεσεν, ὡς πᾶν τὸ τοιόνδε σχῆμα, κἂν μὴ τὴν φύσιν ἐστὶν ἄνθρωπος, ἄνθρω- που ονομάζομεν διὰ τὸν τοιόνδε σχῆμα. Τὸ οὖν μὴ τοιοῦτον σχῆμα, οὐκ ἄνθρωπος δηλονότι, ἀλλ' ἔτε- ρόν τι. Τοῦ οὖν Κυρίου καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἐν τῷ τοιούτῳ φανέντος σχήματι, καὶ ἀνθρώπων ἀνά- στασιν, καὶ αὐτοῦ εὐαγγελισαμένου, καὶ τῶν ἀπο- στόλων κηρυξάντων, καὶ τῆς ὑπ' οὐρανὸν Ἐκκλησίας ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐλπίδι τὴν ἀνάστασιν ἀπεκδεχομέ νης, τίς ἡ καινὴ καὶ παράδοξος τερατολογία τῶν τεχνικαῖς ἀποδείξεσιν ἐπιχειρούντων τὸ ἁπλοῦν καὶ .. PARALLELA RUPEFUCALDINA. A cie, id quod significatum nobis est, cognoscimus, rursumque inspecta figura, ex hac solummodo ex- ploratum habemus, discernimusque quod videtur: quoniam illud vere et sine errore contemplamur, sive pictoris, sive fictoris opere repræsentetur, ex figura illud cognoscentes quod appellatione efer- tur. Sic audito nomine solis, et figuram ejus et efli · cientiam cognoscimus : sic quoque coelum, et quid- quid est animantium, aut plantarum, aut seminum, id ex figura et ex colore dignoscimus. Hoc pacto lineam omnem ex figuris discernimus : nec unquam audito triangulo, quadranguli spe- ciem animo conceperimus: alioqui incognitum no- bis triangulum foret. Sic neque alpha dicimus beta, aut aliud ejusmodi : alias alpha non esset. Hæc- que regula apud homines inconcussa prorsus ina- net, ut quandiu aliquid in figura propria consistit, illud esse dicatur, quod significatur. Sin vero figuram, maxime si cum actione sua, permutat, non amplius illud fuerit, quod dicitur, sed aliud præterea. Ad hunc modum, v. gr. homo tandis proprie homo dicitur, quandiu intra eum Agura terminos manet : sin sulem figuram quam primi- tus habuit, immutat, aliud quidpiam esse dicetur, non homo proprie. Quamobrem animali morte de- leto, sive pulverem, sive aliquod ex ossibus aspexerimus, aut si de anima ejus loqui velimus, hæc hominis esse aimus, non hominem nuncupamus: quippe quod neque hominis figuram esse dicamus. PATROL. GR. XCVI. C D Rursum igitur homo resurrectione donatus, idem denue resurgit qui mortuus fuerat : quanquam diverso modo se liabeat, quantum ad corruptio nem, aliasque affectiones tum animæ, tum corpo- ris, non autem secundum illud unde est et dicitur homo, hoc est talem figuram aut speciem. Si enim una cum ægritudinibus affectionibusve figura quo- que mutatur, jam non amplius est homo qui sur- rexerit ex mortuis, sed aliud quid ab homine, ut- pote qui talis soliusque hujus figure noninatur. Quapropter divina Scriptura, si quædam Dei vir · tus humana figura apparuerit, banc hominem ap- pellat, quia hoc simpliciter significat, quod aspe- ctui objicitur, nisi, vel propter actionein, vel prop- ter effectum, alio illud nomine vocitet, ex eo quod supra hominis naturam sunt quæ fiunt. V. `gr. ait : Apparuit Deus Abraham; deinde visionis modum enarrans : El respiciens, inquit, vidit oculis suis, et ecce tres viri stabant contra ipsum (Gen. xvIII, 1, 2): viros appellans, qui natura viri non essent, sed propter figuram. lla rursum eum, qui cum Jacob luctabatur, ex figura hominem vocavit : quemadmodum quamcunque similem figuram, licet homo secundum naturam non sil, allamen hominem propter talem figuram ac speciem no- minamus. Quod ergo ejusmodi figuræ non est, manifestum est id non esse hominem, sed aliquid aliud. Quamobrem, quia Dominus etiam post re- surrectionem in ejusmodi figura visus fuit, ipso hominum quoque resurrectionem annuntiante,
PG 96:491ἀλλὰ τοῦτο ἀδύνατον. Προειδὼς γὰρ ταῦτα, οὐκ ἐπέσχε τὴν χάριν, ἀλλ’ ἐδωρήσατο πάντα διὰ τοῦ Κυρίου καὶ Δεσπότου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρασχεθέντα ἡμῖν. Ἀλλ’ ἑκάστῳ παράσχῃ τὸ ἀρέσκον αὐτῷ καὶ πληροφοροῦν σχῆμα; Ἀλλ’ ἀπρεπὲς ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἐν ἑνὶ σχήματι γενομένους, ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ ἄλλον ἄλλο σχῆμα λαβεῖν. Εἰ γὰρ καὶ τῆς δόξης, καὶ τῶν ἀξιωμάτων πολλὴ διαφορὰ εὑρεθήσεται, ἀλλ’ οὐ τῶν σχημάτων. Πῶς γὰρ γνωσθῇ ἡ περὶ ἀλλήλους δόξα, μὴ γνωριζομένων ἐκ τῶν σχημάτων, ὅτι ἄνθρωποι τυγχάνουσι; τί οὖν [οὐ ] συγχωροῦσι Θεῷ, καὶ στέργουσιν, ὅπερ εὐδοκήσει, μὴ ἐπιτασσόμενοι ὅτι τοιῶσδε καὶ τοιῶσδε ὀφείλει γενέσθαι, ἀρεσκόμενοι εἰς ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ηὐδόκησεν ποιῆσαι, μηδὲν τούτου προτιμῶντες; Ἐπειδὴ τούτῳ τῷ σχήματι ὁ πλάσας ηὐδόκησε καλῶς ἔχειν τοῦ ἀνθρώπου φανεροῦσθαι φύσιν, ἀλλ’ οἱ πάντα λόγῳ, καὶ σοφία καταλαβεῖν σπουδάζοντες, καὶ μηδὲν εἰς γνῶσιν πλέον τῷ Θεῷ παραχωρεῖν ἀνεχόμενοι, ἔτι τοιόνδε σχῆμα τοῦ βίου τούτου καταστάσει ἁρμόζειν φασί·άδολον τῆς Ἐκκλησίας ἐπιθολοῦν κήρυγμα, καὶ ἀθε τεῖν τὴν τοῦ ἀνθρώπου ἀνάστασιν ; Ἡμεῖς γὰρ οὐκ ἄλλο τι καλέσομεν ἄνθρωπον, μὴ τοιόνδε σχῆμα τυχ χάνον. ᾿Αλλὰ πάλιν ἡμῖν ἐκ τῆς ἔξωθεν περιλαλοῦν της σοφίας, τεχνικαῖς ἐπιχειροῦσι μεθόδοις τὸν ἐχε κλησιαστικόν παραλογίσασθαι λόγον, καὶ ἐκ τῆς γραμματικῆς παρ' αὐτοῖς ὀνομαζομένης, ἢ γεωμετ τρικῆς, ἡ ἑτέρας ποθέν. Οὐ γὰρ ἡμῖν σχολὴ τὰ τοιαῦτα ἐπιχειροῦσι. Καὶ φασὶν, Ἐν τοῖς σχήμασι τὸ τοιόνδε σχῆμα τοῦ τοιοῦδε εὐπρεπέστερον, καὶ πάλιν ἐκεῖνο τούτου η κάλλιον και φανεροῦσιν ἡμῖν, καὶ συγκρίνουσι δια- φορὰς παντοίας σχημάτων, ἕως οὗ συναγαγόντες ἐπ πάντων ἀποδείξωσι δῆθεν, ὅτι τὸ σφαιροειδές πάντων τῶν σχημάτων κάλλιόν τε καὶ εὐθετώτερόν ἐστι· καὶ λοιπόν, τούτων οὕτως παρ' αὐτοῖς ἀποδεικνυμένων, ἀνάγκην ἐπάγουσι τῷ Δημιουργῷ, εἰ τάχα τὰ ἐκεί του βάθη, καὶ τὰς βουλὰς λογισμοίς καταλαβόντες ἰδίοις ἀποφαίνονται, ὅτι πάντως πρέπον, καὶ ἀναγ καΐον, καὶ ὀφειλόμενον, ἐν τῷ τοιούτῳ σχήματι ἀνα στῆναι, ἐν ᾧ παρ' αὐτῶν ἐδοκιμάσθη κάλλιον εἶναι τοσοῦτον προσοχθίσαντες τῷ τοῦ ἀνθρώπου σχήματι, ὡς οὐδὲ αὐτὸν τὸν ὀλίγον καιρὸν, ἕως οὗ φθάσωσι πα σαν ἀποβαλεῖν, καὶ ἀποδιαπομπήσασθαι σωματικήν φύσιν, καὶ γενέσθαι καθαρά νόες, ἀνεχόμενα, παρά τὸ φανὲν αὐτοῖς εύμορφον σχήμα λαβεῖν. Αλλ' ἐπει- δήπερ οὐ πάντα πᾶσιν ὁμοίως ἀρέσκει τὰ σχήματα, οὔτε τέρπεται τοῖς πᾶσιν, ὥσπερ οὔτε γεύσει, ούτε ἀκοῇ, οὔτε ἀσφρήσει, ἀλλὰ ἄλλος ἄλλως ἀρέσκεται, ὁμοίως δὲ, καὶ ἐν τοῖς σχήμασιν ἄλλος ἄλλως θερα πεύεται, τί γενήσεται, ἡμῶν τε, καὶ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς άρεσκομένων πλέον, τοῦ σφαιροειδοὺς τῷ νυνὶ ἡμῶν σχήματι, ὑμῶν δὲ μᾶλλον ἀρεσκομένων, και προτι μώντων τὸ σφαιροειδές, τοῦ παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ κατα ἀρχὰς δοκιμασθέντος δοθῆναι ἡμῖν σχήματος; Τί ούν ἄρα ποιήσει καθ᾽ ὑμᾶς ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης; όργι σθεὶς τῇ διαγωνίᾳ ἀνελεῖ τὴν ἀνάστασιν; ἀλλὰ τοῦτο ἀδύνατον. Προειδώς γὰρ ταῦτα, οὐκ ἐπέσχε τὴν χάριν, ἀλλ' ἐδωρήσατο πάντα διὰ τοῦ Κυρίου καὶ Δεσπότου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρασχεθέντα ἡμῖν. Αλλ' ἑκάστῳ παράσχῃ τὸ ἀρέσκον αὐτῷ καὶ πληροφορούν σχήμα (15); 'Αλλ' ἀπρεπὲς ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἐν ἑνὶ σχήματι γενομένους, ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ ἄλλον ἄλλο σχῆμα λαβεῖν. Εἰ γὰρ καὶ τῆς δόξης, καὶ τῶν ἀξιω μάτων πολλὴ διαφορὰ εὑρεθήσεται, ἀλλ' οὐ τῶν σχη- μάτων. Πῶς γὰρ γνωσθῇ ἡ περὶ ἀλλήλους δόξα, μὴ γνωριζομένων ἐκ τῶν σχημάτων, ὅτι ἄνθρωποι τυγ- χάνουσι; τί οὖν [οὐ ?] συγχωροῦσι Θεῷ, καὶ στέργουσιν, ὅπερ εὐδοκήσει, μὴ ἐπιτασσόμενοι ὅτι τοιῶσδε καὶ τοιῶσδε ὀφείλει γενέσθαι, ἀρεσκόμενοι εἰς ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ηὐδόκησεν ποιῆσαι, μηδὲν τούτου προτιμῶν. τες ; Ἐπειδὴ τούτῳ τῷ σχήματι ὁ πλάσας ηὐδόκησε. καλῶς ἔχειν τοῦ ἀνθρώπου φανεροῦσθαι φύσιν, ἀλλο οἱ πάντα λόγῳ, καὶ σοφίᾳ καταλαβεῖν σπουδάζοντες, ΝΟΤ.Ε. I. S. JOANNIS DAMASCENI apostolisque pradicantibus, et universa sub caelo & Ecclesia tali spe innixa hanc præstolante, quæ- nain nova bæc est et a ratione abhorrens, mons- trosaque doctrina ¡Horum, qui artificiosis argu- mentis suis simplex nec fucatum Ecclesiæ dogma conspureare aggrediuntur, hominumque resurre- ctionem pessumdere? Nos vero non aliud quidpiam hominem vocaverimus, quod talem formam non habeat. At vero ex mundana sapientia nobis oblo- quentes, Ecclesiæ doctrinam artificiosis illusionibus circumvenire conantur, grammaticæ, ut vocant, vel geometrio, vel alterius cujuslibet artis opera. Non enim nobis vacat eas explicare. B Sic porro disserunt, aiunique: in figuris talis tali præstantior est, rursumque illa ista potior, ensque nobis representant, et omnigenas figura- rum differentas simul comparant, donec ex omni- trus facta collectione, inferant, sphæricam formam cæteris esse præstantiorem et appositiorem : tum postea, his ita demonstratis, rerum conditori Deo necessitatem imponunt, si modo profunda ipsius, consiliaque cogitationibus suis assecuti videantur: ati nempe conveniens et necessarium sit, et opor- feat cum tali figura resurgere, quæ ab ipsis potior esse judicata sit. Quo fit ut humana forma tantuin offendantur, ut neque ad breve tempus, quo cor- porali omni abjecta excmataqne conditione puræ mentes evaserint, eos formam aliam accipere per- mitant, nisi quæ ipsis speciosissima videtur. Quia vero non perinde omnibus figuræ omnes placent, nec omnibus quispiam delectatur, quemadmodum C neque gusta, neque auditu, neque offaetn; sed alia slhis grata sunt : sic quoque in figuris contingit, ut alius aliter afficiatur : quid proinde nobis ac iis qui nobiscam sentiunt, fiet, quibus forma nostra acceptior est splarica, cum vobis interim magis arrideat et potior illa splærica sit, quam ea quæ mobis a rerum conditore, cui sic alubescebat, in- dita ab initio fuit? Quid igitur facturum putaris universorum Dominun? ea discrepantia subiratus rèsurrectionem auferet? hoc vero nequaquam pos- sibile est. Hæc oniin cum prævidisset, minime gra- tiam cohibuit, sed cuncta largitus est, quæ per Totalnum herumque nostram Jesum Christum nobis donata sunt. Sed forsan unicuique tribuet figuram, que ipsi arridet, perfectaque est? Quinimo minime consentaneum est nos, qui in hac præsenti vita oorpus unum habuimus, in futura alium aliam formam accipere. Etsi enim multa, tum gloriæ, inm dignitatum differentia reperietur, at non for- marum. Quinam enim cognosci poterit singulorum gloria, nisi certa formarum notitia exploratum sit homines esse? Quidni ergo Deo concedunt et ap- probant quod ipsi arrideat, non præscribentes ta- liter aut taliter feri oportere, sed gratum illud ha- bentes quod a principio facere voluit, nihilque ei præferentes?Quando autem effictori nostro optimum visum est, ut hominum natura hacce figura conspi- D (15) Hæc luxata sunt et mclila.
PG 96:492πόδες γὰρ διὰ τὸν περίπατον, χεῖρες διὰ τὴν ἐργασίαν κατεσκευάσθησαν, ὀφθαλμοὶ διὰ τὸ βλέπειν ἐπλάσθησαν, ὦτα διὰ τὸ ἀκούειν ἐνεφυτεύθησαν, καὶ τὰ ἑξῆς· ἐν δὲ τῇ ἀθανάτῳ ζωῇ, μηδεμιᾶς τούτων χρείας ἔτι τυγχανούσης, περιττὴ τῶν τοιῶνδε μελῶν ἡ διαφορὰ καὶ τὸ σχῆμα· ὡς τάχα ἀποροῦντος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ παρούσῃ τοῦ βίου τούτου καταστάσει ἕτερον δοῦναι σχῆμα, καὶ ἀνενδεὲς πρὸς πᾶσαν χρείαν κατασκευάσαι, καὶ χωρὶς τῶν τοιῶνδε μελῶν τὰ νῦν δι’ αὐτῶν ἐνεργούμενά τε καὶ ἐπιτελούμενα, ἀπαρεμποδίστως ἐργάζεσθαι. Ἢ οὐχ ὁρῶμεν ἐν τοῖς ζώοις, τὰ μὲν χωρὶς τοῦ τοιοῦδε μορίου, τὰ δὲ χωρὶς τοιοῦδε τυγχάνοντα; καὶ πάντα ζῇ καὶ αὔξει, καὶ πληθύνεται κατὰ γένος. Τί γὰρ συμβάλλονται πόδες πρὸς μετάβασιν τῷ τῶν ὀρνέων γένει, οἳ ὡς ὀξύτερον πάντων τῶν διὰ ποδῶν τὴν πορείαν ποιούντων δίεισι πρὸς οὓς ἂν βούλωνται τόπους; Τί δὲ πάλιν ἐζημίωσε τὰ τῶν ἐνύδρων γένη, ποδῶν καὶ χειρῶν στέρησις; Οὐ ζῇ καὶ αὔξει κατὰ γένη; τί δὲ ὁμοίως τὸ μὴ ἔχειν ἐντόσθια παρέβλαψε τῶν ὀστρέων τὰ γένη, καὶ ἀσπάλακα ἡ τῶν ὀφθαλμῶν ζημία; Καὶ οὐ λέγω ὅτι ταῦτα, ἢ ἠγνόει ποιῆσαι, ἢ ἠδυνάτει ὁ Θεός· μὴ οὕτως μανείην·άδολον τῆς Ἐκκλησίας ἐπιθολοῦν κήρυγμα, καὶ ἀθε τεῖν τὴν τοῦ ἀνθρώπου ἀνάστασιν ; Ἡμεῖς γὰρ οὐκ ἄλλο τι καλέσομεν ἄνθρωπον, μὴ τοιόνδε σχῆμα τυχ χάνον. ᾿Αλλὰ πάλιν ἡμῖν ἐκ τῆς ἔξωθεν περιλαλοῦν της σοφίας, τεχνικαῖς ἐπιχειροῦσι μεθόδοις τὸν ἐχε κλησιαστικόν παραλογίσασθαι λόγον, καὶ ἐκ τῆς γραμματικῆς παρ' αὐτοῖς ὀνομαζομένης, ἢ γεωμετ τρικῆς, ἡ ἑτέρας ποθέν. Οὐ γὰρ ἡμῖν σχολὴ τὰ τοιαῦτα ἐπιχειροῦσι. Καὶ φασὶν, Ἐν τοῖς σχήμασι τὸ τοιόνδε σχῆμα τοῦ τοιοῦδε εὐπρεπέστερον, καὶ πάλιν ἐκεῖνο τούτου η κάλλιον και φανεροῦσιν ἡμῖν, καὶ συγκρίνουσι δια- φορὰς παντοίας σχημάτων, ἕως οὗ συναγαγόντες ἐπ πάντων ἀποδείξωσι δῆθεν, ὅτι τὸ σφαιροειδές πάντων τῶν σχημάτων κάλλιόν τε καὶ εὐθετώτερόν ἐστι· καὶ λοιπόν, τούτων οὕτως παρ' αὐτοῖς ἀποδεικνυμένων, ἀνάγκην ἐπάγουσι τῷ Δημιουργῷ, εἰ τάχα τὰ ἐκεί του βάθη, καὶ τὰς βουλὰς λογισμοίς καταλαβόντες ἰδίοις ἀποφαίνονται, ὅτι πάντως πρέπον, καὶ ἀναγ καΐον, καὶ ὀφειλόμενον, ἐν τῷ τοιούτῳ σχήματι ἀνα στῆναι, ἐν ᾧ παρ' αὐτῶν ἐδοκιμάσθη κάλλιον εἶναι τοσοῦτον προσοχθίσαντες τῷ τοῦ ἀνθρώπου σχήματι, ὡς οὐδὲ αὐτὸν τὸν ὀλίγον καιρὸν, ἕως οὗ φθάσωσι πα σαν ἀποβαλεῖν, καὶ ἀποδιαπομπήσασθαι σωματικήν φύσιν, καὶ γενέσθαι καθαρά νόες, ἀνεχόμενα, παρά τὸ φανὲν αὐτοῖς εύμορφον σχήμα λαβεῖν. Αλλ' ἐπει- δήπερ οὐ πάντα πᾶσιν ὁμοίως ἀρέσκει τὰ σχήματα, οὔτε τέρπεται τοῖς πᾶσιν, ὥσπερ οὔτε γεύσει, ούτε ἀκοῇ, οὔτε ἀσφρήσει, ἀλλὰ ἄλλος ἄλλως ἀρέσκεται, ὁμοίως δὲ, καὶ ἐν τοῖς σχήμασιν ἄλλος ἄλλως θερα πεύεται, τί γενήσεται, ἡμῶν τε, καὶ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς άρεσκομένων πλέον, τοῦ σφαιροειδοὺς τῷ νυνὶ ἡμῶν σχήματι, ὑμῶν δὲ μᾶλλον ἀρεσκομένων, και προτι μώντων τὸ σφαιροειδές, τοῦ παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ κατα ἀρχὰς δοκιμασθέντος δοθῆναι ἡμῖν σχήματος; Τί ούν ἄρα ποιήσει καθ᾽ ὑμᾶς ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης; όργι σθεὶς τῇ διαγωνίᾳ ἀνελεῖ τὴν ἀνάστασιν; ἀλλὰ τοῦτο ἀδύνατον. Προειδώς γὰρ ταῦτα, οὐκ ἐπέσχε τὴν χάριν, ἀλλ' ἐδωρήσατο πάντα διὰ τοῦ Κυρίου καὶ Δεσπότου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρασχεθέντα ἡμῖν. Αλλ' ἑκάστῳ παράσχῃ τὸ ἀρέσκον αὐτῷ καὶ πληροφορούν σχήμα (15); 'Αλλ' ἀπρεπὲς ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἐν ἑνὶ σχήματι γενομένους, ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ ἄλλον ἄλλο σχῆμα λαβεῖν. Εἰ γὰρ καὶ τῆς δόξης, καὶ τῶν ἀξιω μάτων πολλὴ διαφορὰ εὑρεθήσεται, ἀλλ' οὐ τῶν σχη- μάτων. Πῶς γὰρ γνωσθῇ ἡ περὶ ἀλλήλους δόξα, μὴ γνωριζομένων ἐκ τῶν σχημάτων, ὅτι ἄνθρωποι τυγ- χάνουσι; τί οὖν [οὐ ?] συγχωροῦσι Θεῷ, καὶ στέργουσιν, ὅπερ εὐδοκήσει, μὴ ἐπιτασσόμενοι ὅτι τοιῶσδε καὶ τοιῶσδε ὀφείλει γενέσθαι, ἀρεσκόμενοι εἰς ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ηὐδόκησεν ποιῆσαι, μηδὲν τούτου προτιμῶν. τες ; Ἐπειδὴ τούτῳ τῷ σχήματι ὁ πλάσας ηὐδόκησε. καλῶς ἔχειν τοῦ ἀνθρώπου φανεροῦσθαι φύσιν, ἀλλο οἱ πάντα λόγῳ, καὶ σοφίᾳ καταλαβεῖν σπουδάζοντες, ΝΟΤ.Ε. I. S. JOANNIS DAMASCENI apostolisque pradicantibus, et universa sub caelo & Ecclesia tali spe innixa hanc præstolante, quæ- nain nova bæc est et a ratione abhorrens, mons- trosaque doctrina ¡Horum, qui artificiosis argu- mentis suis simplex nec fucatum Ecclesiæ dogma conspureare aggrediuntur, hominumque resurre- ctionem pessumdere? Nos vero non aliud quidpiam hominem vocaverimus, quod talem formam non habeat. At vero ex mundana sapientia nobis oblo- quentes, Ecclesiæ doctrinam artificiosis illusionibus circumvenire conantur, grammaticæ, ut vocant, vel geometrio, vel alterius cujuslibet artis opera. Non enim nobis vacat eas explicare. B Sic porro disserunt, aiunique: in figuris talis tali præstantior est, rursumque illa ista potior, ensque nobis representant, et omnigenas figura- rum differentas simul comparant, donec ex omni- trus facta collectione, inferant, sphæricam formam cæteris esse præstantiorem et appositiorem : tum postea, his ita demonstratis, rerum conditori Deo necessitatem imponunt, si modo profunda ipsius, consiliaque cogitationibus suis assecuti videantur: ati nempe conveniens et necessarium sit, et opor- feat cum tali figura resurgere, quæ ab ipsis potior esse judicata sit. Quo fit ut humana forma tantuin offendantur, ut neque ad breve tempus, quo cor- porali omni abjecta excmataqne conditione puræ mentes evaserint, eos formam aliam accipere per- mitant, nisi quæ ipsis speciosissima videtur. Quia vero non perinde omnibus figuræ omnes placent, nec omnibus quispiam delectatur, quemadmodum C neque gusta, neque auditu, neque offaetn; sed alia slhis grata sunt : sic quoque in figuris contingit, ut alius aliter afficiatur : quid proinde nobis ac iis qui nobiscam sentiunt, fiet, quibus forma nostra acceptior est splarica, cum vobis interim magis arrideat et potior illa splærica sit, quam ea quæ mobis a rerum conditore, cui sic alubescebat, in- dita ab initio fuit? Quid igitur facturum putaris universorum Dominun? ea discrepantia subiratus rèsurrectionem auferet? hoc vero nequaquam pos- sibile est. Hæc oniin cum prævidisset, minime gra- tiam cohibuit, sed cuncta largitus est, quæ per Totalnum herumque nostram Jesum Christum nobis donata sunt. Sed forsan unicuique tribuet figuram, que ipsi arridet, perfectaque est? Quinimo minime consentaneum est nos, qui in hac præsenti vita oorpus unum habuimus, in futura alium aliam formam accipere. Etsi enim multa, tum gloriæ, inm dignitatum differentia reperietur, at non for- marum. Quinam enim cognosci poterit singulorum gloria, nisi certa formarum notitia exploratum sit homines esse? Quidni ergo Deo concedunt et ap- probant quod ipsi arrideat, non præscribentes ta- liter aut taliter feri oportere, sed gratum illud ha- bentes quod a principio facere voluit, nihilque ei præferentes?Quando autem effictori nostro optimum visum est, ut hominum natura hacce figura conspi- D (15) Hæc luxata sunt et mclila.
ἀλλ’ εἰς τὸ ἀπειροπλάσιον, καὶ εἰδὼς, καὶ ποιῆσαι δυνάμενος ζώων τε καὶ φυτῶν, σπερμάτων διαφορὰς καὶ σχήματα, τοσαῦτα παρήγαγεν, ὅσα καλῶς ἔχειν ἡγήσατο περὶ τὴν τοῦ κόσμου σύστασιν. Μὴ οὖν πτωχείαν [τις] ὑπονοοῖτο ἂν περὶ τοῦ Δημιουργοῦ, ὡς μὴ ἐγχωροῦντος ἑτέρως ποιῆσαι τὴν ἡμετέραν ζωήν τε καὶ σύστασιν, μυρίας δυναμένου, καὶ ἀπείρους ἰδέας ποιῆσαι σχημάτων, ἵνα καὶ τὰς λογικὰς ἐπιστάμενος ἐνεργείας, καὶ ἃ τῇ τοῦ βίου τούτου καταστάσει ἁρμόδια ὄντα ἐτύγχανε, καὶ ἐν τῇ μελλούσῃ, μήτε θνητόν τι τῶν μελῶν, μήτε ἀπρεπὲς τυγχάνοι. Ὥσπερ οὖν καὶ τὸ νῦν εὐδόκησε ποιῆσαι σχῆμα· ὅπερ, οὐκ οἶδα διὰ τί, ἐπαισχυνόμενοι, ἐπονειδίζονται τοῖς ἰδίοις μέλεσι, καὶ τὰ ἐν τῇ φθαρτῇ ζωῇ παθητὰ καὶ φθαρτὰ τυγχάνοντα μέλη, διὰ τὸ τούτου τοῦ βίου θνητὸν καὶ φθαρτὸν, ὡς μὴ δυνάμενα μεταποιηθῆναι εἰς ἀφθαρσίαν καὶ ἀτρεπτότητα, διασύρειν ἐπιχειροῦσι, καὶ γελῶντες ἐξονομάζουσιν, ὅτι Τί μοι χρεία κοιλίας, καὶ τῶν ἐντέρων, ἢ τοιῶνδε μορίων;άδολον τῆς Ἐκκλησίας ἐπιθολοῦν κήρυγμα, καὶ ἀθε τεῖν τὴν τοῦ ἀνθρώπου ἀνάστασιν ; Ἡμεῖς γὰρ οὐκ ἄλλο τι καλέσομεν ἄνθρωπον, μὴ τοιόνδε σχῆμα τυχ χάνον. ᾿Αλλὰ πάλιν ἡμῖν ἐκ τῆς ἔξωθεν περιλαλοῦν της σοφίας, τεχνικαῖς ἐπιχειροῦσι μεθόδοις τὸν ἐχε κλησιαστικόν παραλογίσασθαι λόγον, καὶ ἐκ τῆς γραμματικῆς παρ' αὐτοῖς ὀνομαζομένης, ἢ γεωμετ τρικῆς, ἡ ἑτέρας ποθέν. Οὐ γὰρ ἡμῖν σχολὴ τὰ τοιαῦτα ἐπιχειροῦσι. Καὶ φασὶν, Ἐν τοῖς σχήμασι τὸ τοιόνδε σχῆμα τοῦ τοιοῦδε εὐπρεπέστερον, καὶ πάλιν ἐκεῖνο τούτου η κάλλιον και φανεροῦσιν ἡμῖν, καὶ συγκρίνουσι δια- φορὰς παντοίας σχημάτων, ἕως οὗ συναγαγόντες ἐπ πάντων ἀποδείξωσι δῆθεν, ὅτι τὸ σφαιροειδές πάντων τῶν σχημάτων κάλλιόν τε καὶ εὐθετώτερόν ἐστι· καὶ λοιπόν, τούτων οὕτως παρ' αὐτοῖς ἀποδεικνυμένων, ἀνάγκην ἐπάγουσι τῷ Δημιουργῷ, εἰ τάχα τὰ ἐκεί του βάθη, καὶ τὰς βουλὰς λογισμοίς καταλαβόντες ἰδίοις ἀποφαίνονται, ὅτι πάντως πρέπον, καὶ ἀναγ καΐον, καὶ ὀφειλόμενον, ἐν τῷ τοιούτῳ σχήματι ἀνα στῆναι, ἐν ᾧ παρ' αὐτῶν ἐδοκιμάσθη κάλλιον εἶναι τοσοῦτον προσοχθίσαντες τῷ τοῦ ἀνθρώπου σχήματι, ὡς οὐδὲ αὐτὸν τὸν ὀλίγον καιρὸν, ἕως οὗ φθάσωσι πα σαν ἀποβαλεῖν, καὶ ἀποδιαπομπήσασθαι σωματικήν φύσιν, καὶ γενέσθαι καθαρά νόες, ἀνεχόμενα, παρά τὸ φανὲν αὐτοῖς εύμορφον σχήμα λαβεῖν. Αλλ' ἐπει- δήπερ οὐ πάντα πᾶσιν ὁμοίως ἀρέσκει τὰ σχήματα, οὔτε τέρπεται τοῖς πᾶσιν, ὥσπερ οὔτε γεύσει, ούτε ἀκοῇ, οὔτε ἀσφρήσει, ἀλλὰ ἄλλος ἄλλως ἀρέσκεται, ὁμοίως δὲ, καὶ ἐν τοῖς σχήμασιν ἄλλος ἄλλως θερα πεύεται, τί γενήσεται, ἡμῶν τε, καὶ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς άρεσκομένων πλέον, τοῦ σφαιροειδοὺς τῷ νυνὶ ἡμῶν σχήματι, ὑμῶν δὲ μᾶλλον ἀρεσκομένων, και προτι μώντων τὸ σφαιροειδές, τοῦ παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ κατα ἀρχὰς δοκιμασθέντος δοθῆναι ἡμῖν σχήματος; Τί ούν ἄρα ποιήσει καθ᾽ ὑμᾶς ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης; όργι σθεὶς τῇ διαγωνίᾳ ἀνελεῖ τὴν ἀνάστασιν; ἀλλὰ τοῦτο ἀδύνατον. Προειδώς γὰρ ταῦτα, οὐκ ἐπέσχε τὴν χάριν, ἀλλ' ἐδωρήσατο πάντα διὰ τοῦ Κυρίου καὶ Δεσπότου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρασχεθέντα ἡμῖν. Αλλ' ἑκάστῳ παράσχῃ τὸ ἀρέσκον αὐτῷ καὶ πληροφορούν σχήμα (15); 'Αλλ' ἀπρεπὲς ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἐν ἑνὶ σχήματι γενομένους, ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ ἄλλον ἄλλο σχῆμα λαβεῖν. Εἰ γὰρ καὶ τῆς δόξης, καὶ τῶν ἀξιω μάτων πολλὴ διαφορὰ εὑρεθήσεται, ἀλλ' οὐ τῶν σχη- μάτων. Πῶς γὰρ γνωσθῇ ἡ περὶ ἀλλήλους δόξα, μὴ γνωριζομένων ἐκ τῶν σχημάτων, ὅτι ἄνθρωποι τυγ- χάνουσι; τί οὖν [οὐ ?] συγχωροῦσι Θεῷ, καὶ στέργουσιν, ὅπερ εὐδοκήσει, μὴ ἐπιτασσόμενοι ὅτι τοιῶσδε καὶ τοιῶσδε ὀφείλει γενέσθαι, ἀρεσκόμενοι εἰς ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ηὐδόκησεν ποιῆσαι, μηδὲν τούτου προτιμῶν. τες ; Ἐπειδὴ τούτῳ τῷ σχήματι ὁ πλάσας ηὐδόκησε. καλῶς ἔχειν τοῦ ἀνθρώπου φανεροῦσθαι φύσιν, ἀλλο οἱ πάντα λόγῳ, καὶ σοφίᾳ καταλαβεῖν σπουδάζοντες, ΝΟΤ.Ε. I. S. JOANNIS DAMASCENI apostolisque pradicantibus, et universa sub caelo & Ecclesia tali spe innixa hanc præstolante, quæ- nain nova bæc est et a ratione abhorrens, mons- trosaque doctrina ¡Horum, qui artificiosis argu- mentis suis simplex nec fucatum Ecclesiæ dogma conspureare aggrediuntur, hominumque resurre- ctionem pessumdere? Nos vero non aliud quidpiam hominem vocaverimus, quod talem formam non habeat. At vero ex mundana sapientia nobis oblo- quentes, Ecclesiæ doctrinam artificiosis illusionibus circumvenire conantur, grammaticæ, ut vocant, vel geometrio, vel alterius cujuslibet artis opera. Non enim nobis vacat eas explicare. B Sic porro disserunt, aiunique: in figuris talis tali præstantior est, rursumque illa ista potior, ensque nobis representant, et omnigenas figura- rum differentas simul comparant, donec ex omni- trus facta collectione, inferant, sphæricam formam cæteris esse præstantiorem et appositiorem : tum postea, his ita demonstratis, rerum conditori Deo necessitatem imponunt, si modo profunda ipsius, consiliaque cogitationibus suis assecuti videantur: ati nempe conveniens et necessarium sit, et opor- feat cum tali figura resurgere, quæ ab ipsis potior esse judicata sit. Quo fit ut humana forma tantuin offendantur, ut neque ad breve tempus, quo cor- porali omni abjecta excmataqne conditione puræ mentes evaserint, eos formam aliam accipere per- mitant, nisi quæ ipsis speciosissima videtur. Quia vero non perinde omnibus figuræ omnes placent, nec omnibus quispiam delectatur, quemadmodum C neque gusta, neque auditu, neque offaetn; sed alia slhis grata sunt : sic quoque in figuris contingit, ut alius aliter afficiatur : quid proinde nobis ac iis qui nobiscam sentiunt, fiet, quibus forma nostra acceptior est splarica, cum vobis interim magis arrideat et potior illa splærica sit, quam ea quæ mobis a rerum conditore, cui sic alubescebat, in- dita ab initio fuit? Quid igitur facturum putaris universorum Dominun? ea discrepantia subiratus rèsurrectionem auferet? hoc vero nequaquam pos- sibile est. Hæc oniin cum prævidisset, minime gra- tiam cohibuit, sed cuncta largitus est, quæ per Totalnum herumque nostram Jesum Christum nobis donata sunt. Sed forsan unicuique tribuet figuram, que ipsi arridet, perfectaque est? Quinimo minime consentaneum est nos, qui in hac præsenti vita oorpus unum habuimus, in futura alium aliam formam accipere. Etsi enim multa, tum gloriæ, inm dignitatum differentia reperietur, at non for- marum. Quinam enim cognosci poterit singulorum gloria, nisi certa formarum notitia exploratum sit homines esse? Quidni ergo Deo concedunt et ap- probant quod ipsi arrideat, non præscribentes ta- liter aut taliter feri oportere, sed gratum illud ha- bentes quod a principio facere voluit, nihilque ei præferentes?Quando autem effictori nostro optimum visum est, ut hominum natura hacce figura conspi- D (15) Hæc luxata sunt et mclila.
PG 96:493μὴ σκοποῦντες, ὅτι τῶν πρὸς τὴν τοιάνδε χρείαν κατασκευασθέντων τῆς χρείας ἀναιρουμένης, συναναιρεῖται καὶ ἡ ἐργασία, πάντων μεταποιουμένων ἐκ τῆς φθαρτῆς καταστάσεως εἰς ἀφθαρσίαν, τῶν δὲ σχημάτων εὖ καὶ καλῶς παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ κατασκευασθέντων καὶ διαμενόντων. Ἔστι γὰρ ὡς ἐν εἰκόνι καὶ ἐν τῇ φθαρτῇ ταύτῃ ζωῇ συνιδεῖν, ὅτι τοῦ ὀμφαλοῦ τὸ μόριον ἐν καιρῷ χρησιμεῦσαν, καὶ ἐν τῇ μητρῴα γαστρὶ τὴν τοῦ σπέρματος χρείαν πληρῶσαν, μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἔξοδον, τῆς μὲν χρείας ἐπαύθη, τὸ δὲ τούτου σχῆμα ἐν ἡμῖν μένει μὴ ἀφανιζόμενον, καὶ οὔτε αἰσχύνην, οὔτε ἀκοσμίαν τοῦτο οἰόμεθα. Ὡς ἐν ὑποδείγματι δὲ εἰρήσθω· φθαρτὸν γὰρ φθαρτοῖς συνεκρίναμεν. Ἡ γὰρ τοῦ μέλλοντος βίου δόξα ἀσυγκρίτῳ ὑπερβολῇ πρὸς τὰ παρόντα ὑπερβάλλει τε καὶ ὑπέρκειται, παυσομένης μὲν τῆς χρείας, ἐπιδοξοτέρων δὲ τῶν μελῶν γινομένων. Περὶ γάρτοι τοῦ παύεσθαι τῆς χρείας τὰ μέλη, καὶ ἑτέρως πῶς ἐνδοξοτέρως διαμένειν, καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος Κορινθίοις γράφων ἐσήμανε· Τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ Θεὸς καὶ ταύτην, καὶ ταῦτα καταργήσει, τουτέστι, παύσει.καὶ μηδὲν εἰς γνῶσιν πλέον τῷ Θεῷ παραχωρεῖν ἀνεχόμενοι, ἔτι τοιόνδε σχῆμα τοῦ βίου τούτου κατα στάσει ἁρμόζειν φασί· πόδες γὰρ διὰ τὸν περίπατον, χειρες διὰ τὴν ἐργασίαν κατεσκευάσθησαν, ὀφθαλ μοὶ διὰ τὸ βλέπειν ἐπλάσθησαν, ὦτα διὰ τὸ ἀκούειν ἐνεφυτεύθησαν, καὶ τὰ ἑξῆς· ἐν δὲ τῇ ἀθανάτῳ ζωή, μηδεμιᾶς τούτων χρείας ὅτι τυγχανούσης, περιττὴ τῶν τοιῶνδε μελῶν ἡ διαφορὰ καὶ τὸ σχῆμα· ὡς τάχα ἀποροῦντος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ παρούσῃ τοῦ βίου τούτου καταστάσει ἕτερον δοῦναι σχῆμα, καὶ ἀνενδεὲς πρὸς πᾶσαν χρείαν κατασκευάσαι, καὶ χωρὶς τῶν τοιῶνδε μελῶν τὰ νῦν δι' αὐτῶν ἐνεργού μενά τε καὶ ἐπιτελούμενα, ἀπαρεμποδίστως ἐργά ζεσθαι. Η οὐχ ὁρῶμεν ἐν τοῖς ζώοις, τὰ μὲν χωρὶς τοῦ τοιοῦδε μορίου, τὰ δὲ χωρὶς τοιοῦδε τυγχάνοντα; καὶ πάντα ζῇ καὶ αὔξει, καὶ πληθύνεται κατά γένος. Τί γὰρ συμβάλλονται πόδες πρὸς μετάβασιν τῷ τῶν ὀρνέων γένει, οἱ ὡς ὀξύτερον πάντων τῶν διὰ ποδῶν τὴν πορείαν ποιούντων δίειτι πρὸς οὓς ἂν βούλωνται τόπους ; Τί δὲ πάλιν ἐζημίωσε τὰ τῶν ἐνύδρων γένη, ποδῶν καὶ χειρῶν στέρησις; Οὐ ζῇ καὶ αὔξει κατά γένη; τί δὲ ὁμοίως τὸ μὴ ἔχειν ἐντόσθια παρέβλαψε τῶν ὀστρέων τὰ γένη, καὶ ἀσπάλακα ἡ τῶν ὀφθαλ- μῶν ζημία ; Καὶ οὐ λέγω ὅτι ταῦτα, ἢ ἡγνόει ποιή σαι, ἢ ἐδυνάτει ὁ Θεός· μὴ οὕτως μανείην· ἀλλ᾽ εἰς τὸ ἀπειροπλάσιον, καὶ εἰδὼς, καὶ ποιῆσαι δυνάμενος ζώων τε καὶ φυτών, σπερμάτων διαφορὰς καὶ σχή ματα, τοσαῦτα παρήγαγεν, όσα καλῶς ἔχειν ἡγήσατο περὶ τὴν τοῦ κόσμου σύστασιν. Μὴ οὖν πτωχείαν [τις] ὑπονοαῖτο ἂν περὶ τοῦ Δη- μιουργού, ὡς μὴ ἐγχωροῦντος ἑτέρως ποιῆσαι τὴν ἡμε τέραν ζωήν τε καὶ σύστασιν, μυρίας δυναμένου, καὶ ἀπείρους ἰδέας ποιῆσαι σχημάτων, ἵνα καὶ τὰς λογι κὰς ἐπιστάμενος ἐνεργείας, καὶ ἃ τῇ τοῦ βίου τούτου καταστάσει ἁρμόδια ὄντα ἐτύγχανε, καὶ ἐν τῇ μελ λούσῃ, μήτε θνητόν τι τῶν μελῶν, μήτε ἀπρεπές Συγχάνοι. Ωσπερ οὖν καὶ τὸ νῦν εὐδόκησε ποιῆσαι σχῆμα· ὅπερ, οὐκ οἶδα διὰ τί, ἐπαισχυνόμενοι, ἐπονειδίζονται τοῖς ἰδίοις μέλεσι, καὶ τὰ ἐν τῇ φθαρτῇ ζωῇ παθητὰ καὶ φθαρτὰ τυγχάνοντα μέλη, διὰ τὸ τούτου τοῦ βίου θνητὸν καὶ φθαρτόν, ὡς μή δυνάμενα μεταποιηθῆναι εἰς ἀφθαρσίαν καὶ ἀτρε ατότητα, διασύρειν ἐπιχειροῦσι, καὶ γελῶντες ἐξ ονομάζουσιν, ὅτι Τί μοι χρεία κοιλίας, καὶ τῶν ἐντέρων, ἢ τοιῶνδε μορίων; μὴ σκοποῦντες, ὅτι τῶν πρὸς τὴν τοιόνδε χρείαν κατασκευασθέντων τῆς χρείας ἀναιρουμένης, συναναιρεῖται καὶ ἡ ἐργασία, πάντων μεταποιουμένων ἐκ τῆς φθαρτῆς καταστά σεως εἰς ἀφθαρσίαν, τῶν δὲ σχημάτων εὖ καὶ καλῶς παρὰ τοῦ Δημιουργού κατασκευασθέντων καὶ διαμε- νόντων. Εστι γὰρ ὡς ἂν εἰκόνι καὶ ἐν τῇ φθαρτή ταύτῃ ζωῇ συνιδεῖν, ὅτι τοῦ ἐμφαλοῦ τὸ μόριον ἐν καιρῷ χρησιμεύσαν, καὶ ἐν τῇ μητρώα γαστρὶ τὴν τοῦ σπέρματος χρείαν πληρῶσαν, μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἔξοδον, τῆς μὲν χρείας ἐπαύθη, τὸ δὲ τούτου σχῆμα ἐν ἡμῖν μένει μὴ ἀφανιζόμενον, καὶ οὔτε αἰσχύνην, οὔτε ἀκοσμίαν τοῦτο οιόμεθα. Ὡς ἐν ὑποδείγματι δὲ ωριs . PARALLELA RUPEFUCALDINA. A cua fieret plantarumque et saminum discrimina ac figuras recte conferre censuit ad mundi constitutionem. B D illi contra, qui cuncta, tuurn ra- tione, tum sapientia comprehendere student, nec quidquam amplius Dei cognitioni peruittunt, hanc quoque figuram hujusce vitæ statui convenire as- serunt: pedes quippe ad ambulandum, manus ad operandum parate sunt, ocul ad videndum stru- cti, aures ad audiendum inditæ, et sic de aliis; at vero in immortali vita, quando nulla amplius erit horum necessitas, inutile ejusmodi membrorun discrimen erit ac figura : quasi Neo facile non sit, in præsenti quoque hujusce vitæ statu Agurain aliam tribuere, et membrum ad quamlibet utilita- tem idoneum condere, aut sine talibus membris ea quæ nunc aguntur efficiunturque, sine ullo im- pedimento fiori. Annon profecto in animantibus cernimus, alia quidem sine tali parte, alia sine altera exsistere? ac nihilo secius omnia hæc vi- rum, crescuntque, et secundum genus suum mu tiplicandum. Ecquid enim volucrum generi ad loca inutanda pedes conferunt, qui omnium quæ pedi- bus sɩria iter faciunt, velocius transeant ad ea quæ voluerint loca ? Quid rursum aquatilium generi detrimenti attulit, quod pedibus et manibus ca- reant? Annon vivant augescuntque quantum ad genus suum? quid vero etiam quod intestina non sint ostreorum generibus, nec take oculi ? Atqui men hoc dice quod ista facere nesciat, aut ne- queat Deus : non adeo insanierim; sed cum ipse noverit, possitque in infinitum varia animantium condere, tantumdem sorum produxit, quantum Ne quis igitur Couditori penuriam affingat, ae si nullatenus potuerit alio modo vitam statumque nostrum facere; cum ipse sexcentas et infinitas formarum addere species possit, ut cum rationis operationes exploratas habeat, et quæ trujusce vis tæ conditioni consentanea sunt, in futura etiam, neque ex mentis mortuum aliquod, neque inde- corum exsistat. Quemadmodum ergo, et quam nunc Sguram gestamus : quani, nescio qua de causa, erubescentes, membris suis probrum iuferunt, et membra, quæ in corruptibili vila possibilia et corruptibilia sunt, propterea quod vita hæc morti et corruptioni est obnoxia, ac si mutari in incorruptionem et immutabilitaten uon possint, criminari conantur, atque ad hunc mo- dum illudendo loquuntur : Eequod mihi ventre est, intestinisque, ac talibus membris ? Non hoc considerant, quod ablato usu corum quæ tali de causa condita sunt, una aufertur omnium opera, quæ a corruptionis statu ad in- corruptionem transcunt; cum figure recte et bene ຄ rerum conditore compositæ sint et perma - neant. Licet enim, velut in imagine, in hac quo que corruptibili vita conspicere, quod umbilici membrum, quod suo tempore utile fuit, et in ma- terno utero seminis functionem replevit, postquam inde egressus homo est, ab hac quidem functione cesset, ejus vero figura in nobis mancat indeleta,
PG 96:494Οὐ γὰρ ἐπαρώμενος λέγει, ὥς τινες ὑπενόησαν, ἀλλὰ τὸ πάντως ἐσόμενον. Ἐπειδὴ γὰρ περὶ πορνείας διελέγετο, πάσῃ δυνάμει ἀπείργων, καὶ τῆς ἀκοῆς τοὺς πιστοὺς τῆς πορνείας, ἐκ προσώπου τοῦ ἐγκαλουμένου ἀντίθεσιν ποιησάμενος, ὡς δυναμένου λέγειν ἐκείνου, ὅτι Πάντα μοι ἔξεστιν, ἐπιστομίζων τὴν τοιαύτην ἀντίθεσιν, Ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει [φησί.] Καὶ δεικνὺς ὡς οὐ πάντα ἔξεστι, φησί· Τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασι. Μηδὲν οὖν, φησὶ, τὸ διάφορον, ἐπειδὴ πρὸς τὴν τοῦ καιροῦ χρείαν γεγένηνται, μηδαμῶς δὲ πρὸς τὸν μέλλοντα αἰῶνα. Τὸ δὲ σῶμα, οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι. Ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἡμῶν ἐξήγειρε, καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ· τοῦτο λέγων, ὅτι τὸ σῶμα οὐ καταργεῖται. ὥσπερ τὰ βρώματα, καὶ ἡ κοιλία ἕως οὗ δοχεῖον βρωμάτων ἐστὶν, ἐπεὶ οὐκ ἂν εἴη κοιλία καὶ ταύτην λέγων τὴν τῶν βρωμάτων ὑποδοχὴν, μὴ τὴν τοιάνδε πληροῦσαν χρείαν· τούτων δὲ καταργουμένων, καὶ μηδαμῶς ἐν τῷ μέλλοντι ἐνεργούντων, οὐκέτι ἂν κυρίως λεχθείη κοιλία, μὴ δοχεῖον βρωμάτων ὑπάρχουσα.καὶ μηδὲν εἰς γνῶσιν πλέον τῷ Θεῷ παραχωρεῖν ἀνεχόμενοι, ἔτι τοιόνδε σχῆμα τοῦ βίου τούτου κατα στάσει ἁρμόζειν φασί· πόδες γὰρ διὰ τὸν περίπατον, χειρες διὰ τὴν ἐργασίαν κατεσκευάσθησαν, ὀφθαλ μοὶ διὰ τὸ βλέπειν ἐπλάσθησαν, ὦτα διὰ τὸ ἀκούειν ἐνεφυτεύθησαν, καὶ τὰ ἑξῆς· ἐν δὲ τῇ ἀθανάτῳ ζωή, μηδεμιᾶς τούτων χρείας ὅτι τυγχανούσης, περιττὴ τῶν τοιῶνδε μελῶν ἡ διαφορὰ καὶ τὸ σχῆμα· ὡς τάχα ἀποροῦντος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ παρούσῃ τοῦ βίου τούτου καταστάσει ἕτερον δοῦναι σχῆμα, καὶ ἀνενδεὲς πρὸς πᾶσαν χρείαν κατασκευάσαι, καὶ χωρὶς τῶν τοιῶνδε μελῶν τὰ νῦν δι' αὐτῶν ἐνεργού μενά τε καὶ ἐπιτελούμενα, ἀπαρεμποδίστως ἐργά ζεσθαι. Η οὐχ ὁρῶμεν ἐν τοῖς ζώοις, τὰ μὲν χωρὶς τοῦ τοιοῦδε μορίου, τὰ δὲ χωρὶς τοιοῦδε τυγχάνοντα; καὶ πάντα ζῇ καὶ αὔξει, καὶ πληθύνεται κατά γένος. Τί γὰρ συμβάλλονται πόδες πρὸς μετάβασιν τῷ τῶν ὀρνέων γένει, οἱ ὡς ὀξύτερον πάντων τῶν διὰ ποδῶν τὴν πορείαν ποιούντων δίειτι πρὸς οὓς ἂν βούλωνται τόπους ; Τί δὲ πάλιν ἐζημίωσε τὰ τῶν ἐνύδρων γένη, ποδῶν καὶ χειρῶν στέρησις; Οὐ ζῇ καὶ αὔξει κατά γένη; τί δὲ ὁμοίως τὸ μὴ ἔχειν ἐντόσθια παρέβλαψε τῶν ὀστρέων τὰ γένη, καὶ ἀσπάλακα ἡ τῶν ὀφθαλ- μῶν ζημία ; Καὶ οὐ λέγω ὅτι ταῦτα, ἢ ἡγνόει ποιή σαι, ἢ ἐδυνάτει ὁ Θεός· μὴ οὕτως μανείην· ἀλλ᾽ εἰς τὸ ἀπειροπλάσιον, καὶ εἰδὼς, καὶ ποιῆσαι δυνάμενος ζώων τε καὶ φυτών, σπερμάτων διαφορὰς καὶ σχή ματα, τοσαῦτα παρήγαγεν, όσα καλῶς ἔχειν ἡγήσατο περὶ τὴν τοῦ κόσμου σύστασιν. Μὴ οὖν πτωχείαν [τις] ὑπονοαῖτο ἂν περὶ τοῦ Δη- μιουργού, ὡς μὴ ἐγχωροῦντος ἑτέρως ποιῆσαι τὴν ἡμε τέραν ζωήν τε καὶ σύστασιν, μυρίας δυναμένου, καὶ ἀπείρους ἰδέας ποιῆσαι σχημάτων, ἵνα καὶ τὰς λογι κὰς ἐπιστάμενος ἐνεργείας, καὶ ἃ τῇ τοῦ βίου τούτου καταστάσει ἁρμόδια ὄντα ἐτύγχανε, καὶ ἐν τῇ μελ λούσῃ, μήτε θνητόν τι τῶν μελῶν, μήτε ἀπρεπές Συγχάνοι. Ωσπερ οὖν καὶ τὸ νῦν εὐδόκησε ποιῆσαι σχῆμα· ὅπερ, οὐκ οἶδα διὰ τί, ἐπαισχυνόμενοι, ἐπονειδίζονται τοῖς ἰδίοις μέλεσι, καὶ τὰ ἐν τῇ φθαρτῇ ζωῇ παθητὰ καὶ φθαρτὰ τυγχάνοντα μέλη, διὰ τὸ τούτου τοῦ βίου θνητὸν καὶ φθαρτόν, ὡς μή δυνάμενα μεταποιηθῆναι εἰς ἀφθαρσίαν καὶ ἀτρε ατότητα, διασύρειν ἐπιχειροῦσι, καὶ γελῶντες ἐξ ονομάζουσιν, ὅτι Τί μοι χρεία κοιλίας, καὶ τῶν ἐντέρων, ἢ τοιῶνδε μορίων; μὴ σκοποῦντες, ὅτι τῶν πρὸς τὴν τοιόνδε χρείαν κατασκευασθέντων τῆς χρείας ἀναιρουμένης, συναναιρεῖται καὶ ἡ ἐργασία, πάντων μεταποιουμένων ἐκ τῆς φθαρτῆς καταστά σεως εἰς ἀφθαρσίαν, τῶν δὲ σχημάτων εὖ καὶ καλῶς παρὰ τοῦ Δημιουργού κατασκευασθέντων καὶ διαμε- νόντων. Εστι γὰρ ὡς ἂν εἰκόνι καὶ ἐν τῇ φθαρτή ταύτῃ ζωῇ συνιδεῖν, ὅτι τοῦ ἐμφαλοῦ τὸ μόριον ἐν καιρῷ χρησιμεύσαν, καὶ ἐν τῇ μητρώα γαστρὶ τὴν τοῦ σπέρματος χρείαν πληρῶσαν, μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἔξοδον, τῆς μὲν χρείας ἐπαύθη, τὸ δὲ τούτου σχῆμα ἐν ἡμῖν μένει μὴ ἀφανιζόμενον, καὶ οὔτε αἰσχύνην, οὔτε ἀκοσμίαν τοῦτο οιόμεθα. Ὡς ἐν ὑποδείγματι δὲ ωριs . PARALLELA RUPEFUCALDINA. A cua fieret plantarumque et saminum discrimina ac figuras recte conferre censuit ad mundi constitutionem. B D illi contra, qui cuncta, tuurn ra- tione, tum sapientia comprehendere student, nec quidquam amplius Dei cognitioni peruittunt, hanc quoque figuram hujusce vitæ statui convenire as- serunt: pedes quippe ad ambulandum, manus ad operandum parate sunt, ocul ad videndum stru- cti, aures ad audiendum inditæ, et sic de aliis; at vero in immortali vita, quando nulla amplius erit horum necessitas, inutile ejusmodi membrorun discrimen erit ac figura : quasi Neo facile non sit, in præsenti quoque hujusce vitæ statu Agurain aliam tribuere, et membrum ad quamlibet utilita- tem idoneum condere, aut sine talibus membris ea quæ nunc aguntur efficiunturque, sine ullo im- pedimento fiori. Annon profecto in animantibus cernimus, alia quidem sine tali parte, alia sine altera exsistere? ac nihilo secius omnia hæc vi- rum, crescuntque, et secundum genus suum mu tiplicandum. Ecquid enim volucrum generi ad loca inutanda pedes conferunt, qui omnium quæ pedi- bus sɩria iter faciunt, velocius transeant ad ea quæ voluerint loca ? Quid rursum aquatilium generi detrimenti attulit, quod pedibus et manibus ca- reant? Annon vivant augescuntque quantum ad genus suum? quid vero etiam quod intestina non sint ostreorum generibus, nec take oculi ? Atqui men hoc dice quod ista facere nesciat, aut ne- queat Deus : non adeo insanierim; sed cum ipse noverit, possitque in infinitum varia animantium condere, tantumdem sorum produxit, quantum Ne quis igitur Couditori penuriam affingat, ae si nullatenus potuerit alio modo vitam statumque nostrum facere; cum ipse sexcentas et infinitas formarum addere species possit, ut cum rationis operationes exploratas habeat, et quæ trujusce vis tæ conditioni consentanea sunt, in futura etiam, neque ex mentis mortuum aliquod, neque inde- corum exsistat. Quemadmodum ergo, et quam nunc Sguram gestamus : quani, nescio qua de causa, erubescentes, membris suis probrum iuferunt, et membra, quæ in corruptibili vila possibilia et corruptibilia sunt, propterea quod vita hæc morti et corruptioni est obnoxia, ac si mutari in incorruptionem et immutabilitaten uon possint, criminari conantur, atque ad hunc mo- dum illudendo loquuntur : Eequod mihi ventre est, intestinisque, ac talibus membris ? Non hoc considerant, quod ablato usu corum quæ tali de causa condita sunt, una aufertur omnium opera, quæ a corruptionis statu ad in- corruptionem transcunt; cum figure recte et bene ຄ rerum conditore compositæ sint et perma - neant. Licet enim, velut in imagine, in hac quo que corruptibili vita conspicere, quod umbilici membrum, quod suo tempore utile fuit, et in ma- terno utero seminis functionem replevit, postquam inde egressus homo est, ab hac quidem functione cesset, ejus vero figura in nobis mancat indeleta,
PG 96:495Τὸ δὲ σύμπαν, σῶμα καὶ πνεῦμα δικαίως ἂν ὀνομασθείη ἐγειρόμενον, ὥσπερ ἀμέλει τὸ τοῦ Κυρίου. Ἵνα δὲ μὴ τοῖς ἔξωθεν χρωμένων συλλογισμοῖς ὕποπτος ὁ παρ’ αὐτῶν λόγος γένηται τοῖς πολλοῖς, ὅτιπερ οὐκ ἐκ τῶν ἡμετέρων τυγχάνει, ἐξονυχίσαντες τὴν θείαν Γραφὴν, καὶ μικρόν τι οἷον σπινθῆρα ἐξ ὅλου τοῦ σώματος ἀφελόντες, καὶ τὸ καλῶς κείμενον ἄγξαντες, καὶ πρὸς τὸν ἴδιον μεταθέντες σκοτὸν, ὥσπερ ὁρμητηρίῳ καταφυγόντες, ἀποστολικὴν ἡμῖν πειρῶνται ἀναγινώσκειν φωνήν· Ὅτι Σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν, ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν· καί φασιν· Ἰδοὺ μετασχηματισμὸν προφανῶς ὁ Ἀπόστολος ἀπεφήνατο γενέσθαι· μὴ προσέχοντες τῷ ἀποστολικῷ σκοπῷ, ἢ ἑκόντες μᾶλλον παραλογιζόμενοι πρὸς τὸ ἄμαχον οἴεσθαι ἔχειν ἀπόδειξιν. Οὐ γὰρ τοῦ σώματος ἔφη μετασχηματισμὸν ὁ Ἀπόστολος, ἀλλὰ τῆς τοῦ σώματος ταπεινώσεως, τουτέστι θανάτου, καὶ φθορᾶς καὶ ἀσθενείας, καὶ τῆς λοιπῆς κατὰ τὸν βίον ταπεινώσεως. Περὶ ὧν σαφέστερον ἐν τῷ περὶ ἀναστάσεως Κορινθίοις γράφων φησί· Σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ·S. JOANNIS DAMASCENI Α εἰρήσθω · φθαρτόν γὰρ φθαρτοῖς συνεκρίναμεν. Ἡ γὰρ τοῦ μέλλοντος βίου δόξα ἀσυγκρίτῳ ὑπερβολή πρὸς τὰ παρόντα ὑπερβάλλει τε καὶ ὑπέρκειται, παυσομένης μὲν τῆς χρείας, ἐπιδοξοτέρων δὲ τῶν μελῶν γινομένων. Περί γάρτοι τοῦ παύεσθαι τῆς χρείας τὰ μέλη, καὶ ἑτέρως πῶς ἐνδοξοτέρως διαμένειν, καὶ ὁ θεῖος Απόστολος Κορινθίοις γράφων ἐσήμανε τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν ὁ Θεὸς καὶ ταύτην, καὶ ταῦτα καταργήσει, τουτέστι, παύσει. Οὐ γὰρ ἐπαρώμενος λέγει, ώς τινες ὑπενίησαν, ἀλλὰ τὸ πάντως ἐσόμενον. Ἐπειδὴ γὰρ περὶ πορ νείας διελέγετο, πάσῃ δυνάμει ἀπείργων, καὶ τῆς ἀκοῆς τοὺς πιστοὺς τῆς πορνείας, ἐκ προσώπου τοῦ ἐγκαλουμένου ἀντίθεσιν ποιησάμενος, ώς δυναμένου λέγειν ἐκείνου, ὅτι Πάντα μοι ἔξεστιν, ἐπιστομίζων τὴν τοιαύτην ἀντίθεσιν, ἀλλ' οὐ πάντα συμφέρει [φησί.] Καὶ δεικνὺς ὡς οὐ πάντα ἔξεστι, φησί· Τὰ βρώ ματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασι. Μηδέν οὖν, φησί, τὸ διάφορον, ἐπειδὴ πρὸς τὴν τοῦ καιροῦ χρείαν γεγένηνται, μηδαμῶς δὲ πρὸς τὸν μέλλοντα αἰῶνα. Τὸ δὲ σῶμα, οὐ τῇ πορνείς, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι. Ὁ δὲ θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἡμῶν ἐξήγειρε, καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ· τοῦτο λέγων, ὅτι τὸ σῶμα οὐ καταργείται, ὥσπερ τὰ βρώματα, καὶ ἡ κοιλία ἕως οὗ δοχεῖον βρωμάτων ἐστὶν, ἐπεὶ οὐκ ἂν εἴη κοιλία· καὶ ταύ- την λέγων τὴν τῶν βρωμάτων ὑποδοχήν, μὴ τὴν τοιάνδε πληροῦσαν χρείαν· τούτων δὲ καταργουμέν νων, καὶ μηδαμῶς ἐν τῷ μέλλοντι ἐνεργούντων, οὐκο ότι ἂν κυρίως λεχθείη κοιλία, μὴ δοχεῖον βρωμάτων ὑπάρχουσα. Τὸ δὲ σύμπαν, σῶμα καὶ πνεῦμα δικαίως ἂν ὄνομασθείη εγειρόμενον, ὥσπερ ἀμέλει τὸ τοῦ Κυρίου. - ἶναι δὲ μὴ τοῖς ἔξωθεν χρωμένων συλλογισμοῖς ὕποπτος ὁ παρ' αὐτῶν λόγος γένηται τοῖς πολλοῖς, ὅτιπερ οὐκ ἐκ τῶν ἡμετέρων τυγχάνει, ἐξονυχίσαν» τες τὴν θείαν Γραφήν, καὶ μικρόν τι οἷον σπινθήρα ἐξ ὅλου τοῦ σώματος ἀφελόντες, καὶ τὸ καλῶς κείμε νον άρξαντες, καὶ πρὸς τὸν ἴδιον μεταθέντες σκοπόν, ὥσπερ ὁρμητηρίῳ καταφυγόντες, ἀποστολικὴν ἡμῖν πειρῶνται ἀναγινώσκειν φωνήν. "Οτι Σωτῆρα ἀπεκ- δεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν, ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν· καί φασιν Ιδού μετασχηματισμὸν προφανῶς ὁ ᾿Απόστολος ἀπο εφήνατο γενέσθαι· μὴ προσέχοντες τῷ ἀποστο λικῷ σκοπῷ, ἢ ἐχόντες μᾶλλον παραλογιζόμενοι πρὸς τὸ ἄμαχον οἴεσθαι ἔχειν ἀπόδειξιν. Οὐ γὰρ τοῦ σώματος ἔφη μετασχηματισμὸν ὁ ᾿Απόστολος, ἀλλὰ τῆς τοῦ σώματος ταπεινώσεως, τουτέστι θανάτου, καὶ φθορᾶς καὶ ἀσθενείας, καὶ τῆς λοιπῆς κατὰ τὸν βίον ταπεινώσεως. Περὶ ὧν σαφέστερον ἐν τῷ περὶ ἀναστάσεως Κορινθίοις γράφων φησί · Σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτι μίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· φθοράν, καὶ ἀτιμίαν, καὶ ἀσθένειαν, τόν τε θάνατον, καὶ τὴν μετὰ θάνατον λέ nec illud probro aut dedecori reputemus. Hoc porro velut in exemplo sit dictum : nam eorrup- tibile cum corruptibilibus comparamus. Etenim futuræ vitæ gloria incomparabili excellentia res presentes excedit et superat, desinente quidem necessitate, membris vero majorem gloriam na- ctis. ces. cum Quod enim membra functiones suas omis- sura sint præstantioremque gloriam alteram con- secutura, divinus etiam Apostolus ad Corinthios scribens significavit : Escæ ventri, et venter escis : Deus autem et hunc et has destruet, hoc est, sare faciel (1 Cor. vi, 13). Non enim, ut qui dam suspicati sunt, exsecrando ita loquitur. Nam quia de scortatione disputabat, cum om- nibus viribus fideles vel ab audiondo scortatio- nis nomine arceret, tum objectionem affert tan- quam ex persona ejus qui accusatur; ut, posset ille objicere : Omnia mihi licent, objec- tionem hanc retundens dicat, Sed non omnia ex- pediunt (ibid. 12). Utque ostendat non omnia licere subdit, Escæ ventri, el venter escis. Nihil igitur est discriminis, inquit, quia ad temporalem utilitatem condita sunt, neutiquam vero propter futurum ævum Corpus autem non fornicationi, sed Domino; et Dominus corpori : Deus vero Dominum quoque nostrum excitavit, et nos excitabit per virtutem suain. Moc dicens, quod corpus non destruitur, vclut esca, et venter quandiu escarum receptacu- lum est, quia alioqui venter non esset. Atqui ven- trem ait, quo cibi excipiuntur, sed qui functionem swam non expleat; his vero destructis, a nequaquam in futuro ævo operantibus, non jam venter proprie dici queat, cum ciborum receptaculum non sit. Totum porro corpus et spiritus, jure suscitatum asseri potest, velut et Domini corpus. Ne autem extraneorum argumentationibus adhi- bitis, multis suspectus flat sermo quem de istis babent, tanquam ex nostris depromptus non sit, Scripturam sacram sedulo perscrutantes, et veluti scintillam exiguam, ex toto corpore excudentes, ac recte scriptam vocem ad proprium suum sen- suin transferentes, quasi ad propugnaculum con- fugerent, Apostoli dictum nobis relegere tentant : Quia Salvatorem exspectamus Dominum Jesum, qui reformabit corpus humilitatis nostræ ( Philipp. 111, ); et dicunt : En Apostolus palam transformatio- nem fore pronuntiavi : nec animum adjiciunt ad Apostoli propositum, aut sponte magis argumen- tatione falsa illudunt, ut demonstratio sua inexpu- gnabilis videatur. Non enim Apostolus corporis transformationem dixit, sed humilitatis corporis, hoc est mortis, corruptelæ, infirmitatis, ac reliquæ humilitatis vitæ nostræ. De quibus apertius ad Corinthios de resurrectione scribens ait : Semina - tur in corruptione, surgit in incorruptione. Semina· tur in ignobilitate, surgit in gloria: seminatur in infrmitate, surgit in virtute (1 Cor. xv, 45, 44), corruptionis, ignobilitatis, et infirmitatis nomini- B C D
PG 96:496σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· φθορὰν, καὶ ἀτιμίαν, καὶ ἀσθένειαν, τόν τε θάνατον, καὶ τὴν μετὰ θάνατον λέγων φθοράν· ἀφθαρσίαν δὲ, καὶ δόξαν, καὶ δύναμιν, τήν τε ἀνάστασιν, καὶ τὰ μετ’ αὐτὴν ἀγαθά. Καὶ μετ’ ὀλίγα· Ὅτι δὲ μεταποιεῖσθαι ἢ μετασχηματίζεσθαι ἡ θεία Γραφὴ, οὐ πάντως τοῦ τῆς φυσικῆς συνθέσεως λέγει σχήματος, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν προςόντων, εἴτε ἐπὶ τὸ ἐνδοξότερον, εἴτε ἐπὶ τὸ ἀτιμότερον μεταποιουμένων, ἔνεστιν ἐκ τῶν πολλῶν κατανοῆσαι τῶν ἐν τῇ θείᾳ κινουμένων Γραφῇ, ὡς ὅταν ἐπὶ τοῦ Δεσπότου λέγῃ, ὅτι μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ εὐτελεστέρου ἐπὶ τὸ ἐνδοξότερον μεταμορφωθείς. Ἐδήλωσε γὰρ ἡμῖν ὁ εὐαγγελιστὴς εὐθὺς τὸν τρόπον τῆς μεταμορφώσεως, ὅτι ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο ὡς τὸ φῶς· τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον. Οὐ τοῦτο λέγει, ὅτι τὴν θέσιν αὐτοῦ ἠμείψατο τοῦ προσώπου, ἀλλὰ τὴν δόξαν. Καὶ ταύτην αὐτοῦ τὴν ἐπὶ τῇ δόξῃ μεταμόρφωσιν, ὁ Κύριος εἶπεν εἶναι τῆς μελλούσης αὐτοῦ ἐξ οὐρανοῦ παρουσίας ὁμοιότητα.S. JOANNIS DAMASCENI Α εἰρήσθω · φθαρτόν γὰρ φθαρτοῖς συνεκρίναμεν. Ἡ γὰρ τοῦ μέλλοντος βίου δόξα ἀσυγκρίτῳ ὑπερβολή πρὸς τὰ παρόντα ὑπερβάλλει τε καὶ ὑπέρκειται, παυσομένης μὲν τῆς χρείας, ἐπιδοξοτέρων δὲ τῶν μελῶν γινομένων. Περί γάρτοι τοῦ παύεσθαι τῆς χρείας τὰ μέλη, καὶ ἑτέρως πῶς ἐνδοξοτέρως διαμένειν, καὶ ὁ θεῖος Απόστολος Κορινθίοις γράφων ἐσήμανε τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν ὁ Θεὸς καὶ ταύτην, καὶ ταῦτα καταργήσει, τουτέστι, παύσει. Οὐ γὰρ ἐπαρώμενος λέγει, ώς τινες ὑπενίησαν, ἀλλὰ τὸ πάντως ἐσόμενον. Ἐπειδὴ γὰρ περὶ πορ νείας διελέγετο, πάσῃ δυνάμει ἀπείργων, καὶ τῆς ἀκοῆς τοὺς πιστοὺς τῆς πορνείας, ἐκ προσώπου τοῦ ἐγκαλουμένου ἀντίθεσιν ποιησάμενος, ώς δυναμένου λέγειν ἐκείνου, ὅτι Πάντα μοι ἔξεστιν, ἐπιστομίζων τὴν τοιαύτην ἀντίθεσιν, ἀλλ' οὐ πάντα συμφέρει [φησί.] Καὶ δεικνὺς ὡς οὐ πάντα ἔξεστι, φησί· Τὰ βρώ ματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασι. Μηδέν οὖν, φησί, τὸ διάφορον, ἐπειδὴ πρὸς τὴν τοῦ καιροῦ χρείαν γεγένηνται, μηδαμῶς δὲ πρὸς τὸν μέλλοντα αἰῶνα. Τὸ δὲ σῶμα, οὐ τῇ πορνείς, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι. Ὁ δὲ θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἡμῶν ἐξήγειρε, καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ· τοῦτο λέγων, ὅτι τὸ σῶμα οὐ καταργείται, ὥσπερ τὰ βρώματα, καὶ ἡ κοιλία ἕως οὗ δοχεῖον βρωμάτων ἐστὶν, ἐπεὶ οὐκ ἂν εἴη κοιλία· καὶ ταύ- την λέγων τὴν τῶν βρωμάτων ὑποδοχήν, μὴ τὴν τοιάνδε πληροῦσαν χρείαν· τούτων δὲ καταργουμέν νων, καὶ μηδαμῶς ἐν τῷ μέλλοντι ἐνεργούντων, οὐκο ότι ἂν κυρίως λεχθείη κοιλία, μὴ δοχεῖον βρωμάτων ὑπάρχουσα. Τὸ δὲ σύμπαν, σῶμα καὶ πνεῦμα δικαίως ἂν ὄνομασθείη εγειρόμενον, ὥσπερ ἀμέλει τὸ τοῦ Κυρίου. - ἶναι δὲ μὴ τοῖς ἔξωθεν χρωμένων συλλογισμοῖς ὕποπτος ὁ παρ' αὐτῶν λόγος γένηται τοῖς πολλοῖς, ὅτιπερ οὐκ ἐκ τῶν ἡμετέρων τυγχάνει, ἐξονυχίσαν» τες τὴν θείαν Γραφήν, καὶ μικρόν τι οἷον σπινθήρα ἐξ ὅλου τοῦ σώματος ἀφελόντες, καὶ τὸ καλῶς κείμε νον άρξαντες, καὶ πρὸς τὸν ἴδιον μεταθέντες σκοπόν, ὥσπερ ὁρμητηρίῳ καταφυγόντες, ἀποστολικὴν ἡμῖν πειρῶνται ἀναγινώσκειν φωνήν. "Οτι Σωτῆρα ἀπεκ- δεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν, ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν· καί φασιν Ιδού μετασχηματισμὸν προφανῶς ὁ ᾿Απόστολος ἀπο εφήνατο γενέσθαι· μὴ προσέχοντες τῷ ἀποστο λικῷ σκοπῷ, ἢ ἐχόντες μᾶλλον παραλογιζόμενοι πρὸς τὸ ἄμαχον οἴεσθαι ἔχειν ἀπόδειξιν. Οὐ γὰρ τοῦ σώματος ἔφη μετασχηματισμὸν ὁ ᾿Απόστολος, ἀλλὰ τῆς τοῦ σώματος ταπεινώσεως, τουτέστι θανάτου, καὶ φθορᾶς καὶ ἀσθενείας, καὶ τῆς λοιπῆς κατὰ τὸν βίον ταπεινώσεως. Περὶ ὧν σαφέστερον ἐν τῷ περὶ ἀναστάσεως Κορινθίοις γράφων φησί · Σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτι μίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· φθοράν, καὶ ἀτιμίαν, καὶ ἀσθένειαν, τόν τε θάνατον, καὶ τὴν μετὰ θάνατον λέ nec illud probro aut dedecori reputemus. Hoc porro velut in exemplo sit dictum : nam eorrup- tibile cum corruptibilibus comparamus. Etenim futuræ vitæ gloria incomparabili excellentia res presentes excedit et superat, desinente quidem necessitate, membris vero majorem gloriam na- ctis. ces. cum Quod enim membra functiones suas omis- sura sint præstantioremque gloriam alteram con- secutura, divinus etiam Apostolus ad Corinthios scribens significavit : Escæ ventri, et venter escis : Deus autem et hunc et has destruet, hoc est, sare faciel (1 Cor. vi, 13). Non enim, ut qui dam suspicati sunt, exsecrando ita loquitur. Nam quia de scortatione disputabat, cum om- nibus viribus fideles vel ab audiondo scortatio- nis nomine arceret, tum objectionem affert tan- quam ex persona ejus qui accusatur; ut, posset ille objicere : Omnia mihi licent, objec- tionem hanc retundens dicat, Sed non omnia ex- pediunt (ibid. 12). Utque ostendat non omnia licere subdit, Escæ ventri, el venter escis. Nihil igitur est discriminis, inquit, quia ad temporalem utilitatem condita sunt, neutiquam vero propter futurum ævum Corpus autem non fornicationi, sed Domino; et Dominus corpori : Deus vero Dominum quoque nostrum excitavit, et nos excitabit per virtutem suain. Moc dicens, quod corpus non destruitur, vclut esca, et venter quandiu escarum receptacu- lum est, quia alioqui venter non esset. Atqui ven- trem ait, quo cibi excipiuntur, sed qui functionem swam non expleat; his vero destructis, a nequaquam in futuro ævo operantibus, non jam venter proprie dici queat, cum ciborum receptaculum non sit. Totum porro corpus et spiritus, jure suscitatum asseri potest, velut et Domini corpus. Ne autem extraneorum argumentationibus adhi- bitis, multis suspectus flat sermo quem de istis babent, tanquam ex nostris depromptus non sit, Scripturam sacram sedulo perscrutantes, et veluti scintillam exiguam, ex toto corpore excudentes, ac recte scriptam vocem ad proprium suum sen- suin transferentes, quasi ad propugnaculum con- fugerent, Apostoli dictum nobis relegere tentant : Quia Salvatorem exspectamus Dominum Jesum, qui reformabit corpus humilitatis nostræ ( Philipp. 111, ); et dicunt : En Apostolus palam transformatio- nem fore pronuntiavi : nec animum adjiciunt ad Apostoli propositum, aut sponte magis argumen- tatione falsa illudunt, ut demonstratio sua inexpu- gnabilis videatur. Non enim Apostolus corporis transformationem dixit, sed humilitatis corporis, hoc est mortis, corruptelæ, infirmitatis, ac reliquæ humilitatis vitæ nostræ. De quibus apertius ad Corinthios de resurrectione scribens ait : Semina - tur in corruptione, surgit in incorruptione. Semina· tur in ignobilitate, surgit in gloria: seminatur in infrmitate, surgit in virtute (1 Cor. xv, 45, 44), corruptionis, ignobilitatis, et infirmitatis nomini- B C D
PG 96:497Φησὶ γὰρ πρὸς τοὺς περὶ τῆς ὀπτασίας ταύτης λέγων, ὅτι Εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵ τινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ· ἢ κατὰ τὸν ἄλλον εὐαγγελιστὴν, ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει· περὶ Πέτρου λέγων, καὶ Ἰακώβου, καὶ Ἰωάννου. Εὐθὺς γὰρ συνάπτουσιν. ὁ μὲν, Ἐγένοντο, λέγων, ὡς ἡμέραι ὀκτὼ μετὰ τοὺς λόγους τούτους· τὰς πάσας ἀριθμήσας, ἐπήγαγε· Καὶ παραλαμβάνει τὸν Πέτρον, καὶ Ἰάκωβον, καὶ Ἰωάννην, καὶ τὰ ἑξῆς, περὶ τῆς προκειμένης ἐξηγήσατο ὀπτασίας· ὁ δὲ, Μεθ’ ἡμέρας ἓξ, τὰς μέσας μόνας μνημονεύσας. Παυσάσθωσαν τοίνυν οἱ τῶν θείων παρεξηγεῖσθαι τὰς ἐννοίας ἐπιχειροῦντες, τῇ τῶν ἀποστόλων ἐμμένοντες παραδόσει, καὶ τῇ ἐξ ἀρχῆς παραδοθείσῃ, καὶ ἐμπολιτευομένῃ τῶν Ἐκκλησιῶν δόξῃ, ὅτι τὴν τῶν ἀνθρώπων παραλαβοῦσα καὶ κηρύττουσα ἀνάστασιν, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἀνθρώπους γινώσκει, ἢ ὅπερ οἶδεν εἶναι ἀνθρώπους· τὸ δὲ μὴ τοιόνδε σχῆμα, οὔτε οἶδεν, οὔτε ἐδίδαξεν ἄνθρωπον ὄντα. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ κεφαλαίων ι.γιων φθορών· ἀφθαρσίαν δὲ, καὶ δόξαν, καὶ δύ- ναμιν, τήν τε ἀνάστασιν, καὶ τὰ μετ' αὐτὴν ἀγαθά. Β Καὶ μετ' ὀλίγα· Οτι δὲ μεταποιεῖσθαι ἡ μετασχη- ματίζεσθαι ἡ θεία Γραφή, οὐ πάντως τοῦ τῆς φυσι- κῆς συνθέσεως λέγει σχήματος, ἀλλ' ἀπὸ τῶν προσ έντων, εἴτε ἐπὶ τὸ ἐνδοξότερον, εἴτε ἐπὶ τὸ ἀτιμό- τερον μεταποιουμένων, ἔνεστιν ἐκ τῶν πολλῶν και τανοῆσαι τῶν ἐν τῇ θείᾳ κινουμένων Γραφῇ, ὡς ὅταν ἐπὶ τοῦ Δεσπότου λέγῃ, ὅτι μετεμορφώθη ἔμ- προσθεν αὐτῶν· ἀλλ᾽ ἀπὸ τοῦ εὐτελεστέρου ἐπὶ τὸ ἐνδοξότερον μεταμορφωθείς. Εδήλωσε γὰρ ἡμῖν ὁ εὐαγγελιστὴς εὐθὺς τὸν τρόπον τῆς μεταμορφώ- σεως, ὅτι ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο ὡς τὸ φῶς· τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον. Οὐ τοῦτο λέγει, ὅτι τὴν θέσιν αὐτοῦ ἡμείψατο τοῦ προσώπου, ἀλλὰ τὴν δόξαν. Καὶ ταύτην αὐτοῦ τὴν ἐπὶ τῇ δόξῃ μεταμόρ- φωσιν, ὁ Κύριος εἶπεν εἶναι τῆς μελλούσης αὐτοῦ ἐξ οὐρανοῦ παρουσίας ὁμοιότητα. Φησὶ γὰρ πρὸς τοὺς περὶ τῆς ὀπτασίας ταύτης λέγων, ὅτι Εισί τινες των ὧδε ἑστηκότων, οἵ τινες οὐ μὴ γεύσωνται θανά. του, ἕως ἂν ἴδωσι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου έρ- χόμενον ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ· ἢ κατὰ τὸν ἄλλον εύαγ γελιστήν, ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐ ἰηλυθυῖαν ἐν δυνάμει· περὶ Πέτρου λέγων, καὶ Ιακώβου, καὶ Ἰωάννου. Εὐθὺς γὰρ συνάπτουσιν, ὁ μὲν, Εγένοντο, λέγων, ὡς ἡμέραι ὀκτὼ μετὰ τοὺς λόγους τούτους· τὰς πάσας ἀριθμήσας, επήγαγε Καὶ παραλαμβάνει τὸν Πέτρον, καὶ 'Ιάκωβον, καὶ Ἰωάννην, καὶ τὰ ἑξῆς, περὶ τῆς προκειμένης ἐξηγήσατο οπτασίας· ὁ δὲ, Μεθ' ἡμέρας ἐξ, τὰς μέτας μόνας μνημονεύσας. Παυσάσθωσαν τοίνυν οἱ τῶν θείων παρεξηγεῖσθαι τὰς ἐννοίας ἐπιχειροῦν- τες, τῇ τῶν ἀποστόλων ἐμμένοντες παραδόσει, καὶ τῇ ἐξ ἀρχῆς παραδοθείσῃ, καὶ ἐμπολιτευομένῃ τῶν Ἐκκλησιῶν δόξῃ, ὅτι τὴν τῶν ἀνθρώπων παραλα σσα καὶ κηρύττουσα ἀνάστασιν, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἀνθρώπους γινώσκει, ἢ ὅπερ οίδεν εἶναι ἀνθρώπους τὸ δὲ μὴ τοιόνδε σχῆμα, οὔτε οἶδεν, οὔτε ἐδίδαξεν ἄνθρωπον ὄντα. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ κεφαλαίων ις'. - Εἰ τοίνυν αἰώνιοι σκηναί καὶ ἀνέκλειπτοι θησαυροί, καὶ αἰών νος τῶν ἁμαρτωλῶν ἡ ἀνταπόδοσις, που χώραν ἕξει μετὰ τὴν ἀνάστασιν πάλιν ἀποβολὴν σωμάτων λέγειν, καὶ πάλιν ἐκτρέπεσθαι, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν καταπίπ- τειν κόσμον, τοῦ Ἀποστόλου σαφῶς λέγοντος, καὶ ἀποδεικνύντος τὴν ἀμετάπτωτον τάξιν τῶν μελλόν- των ; Νυνὶ δὲ ἐπαγγέλλεται λέγων· Ἔτι ἅπαξ ἐγὼ σείω, οὐ μόνον τὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ τὸν οὐρανὸν, Λέγει Κύριος. Τὸ δὲ, ἔτι ἅπαξ, δηλοῖ τῶν σαλευομέ- των τὴν μετάθεσιν, ἵνα μείνῃ τὰ μὴ σαλευόμενα. Εt οὖν ἅπαξ καὶ μηκέτι σαλευθῆναι διδασκόμεθα, πῶς μαθηταὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ τὸ μέγα τῆς ἀναστά στως ἡμῶν δώρον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὸ καύχημα διασύροντες, καὶ πάλιν ἔκπτωσιν τῶν σωμάτων ἡμῖν καταγγέλλοντες ; Εἰ γὰρ κακὸν τὸ ταῦτα διαιω νίζειν, ὑπὲρ ὅτου καὶ ἐξανίστανται; Καὶ εὐαγγελι σμὸς, καὶ χαρὰ ἡ τούτων ἀνάστασις καταγγέλλεται PARALLELA RUPEFUCALDINA. A bus, mortem ipsaur et quae mortem sequitur, cor- ruptelam significans ; incorruptionis vero, gloriæ, B c D ac virtutis, resurrectionen, et alia post ipsam bona. · Et paucis interjectis: Quod vero divina Scriptura transmutari vel transformari dicens, non prorsus innuat naturalis compositionis mutationem, sed partium, quæ vel majori gloria, vel dedecore alli- ciendæ sint, id ex uno licet inspicere, præ multis aliis quæ in divinis Litteris occurrunt : nimirum quando Dominum ait transfiguratum coram illis fuisse. Atqui ex viliori forma ad splendidiorem transiit. Evangelista siquidem nobis statim transfi- gurationis modum explicavit (Matth. xvii, seqq.), pula quod resplenduerit facics ejus sicut sol, vesti- menta auten ejus facta sint sicut lux : imo species vultus ejus altera. Non hoc ait, Dominum vultus sui situm mutasse, seul glorian. Haucque ipsius gloria tenus transformationem, Dominus fu- turi sui e cœlo adventus esse similitudinem dixit. Suis quippe discipulis de visione ista loquens aiebat: Sunt quidam ex hic stantibus, qui non gustabunt mortem, donec videant Filium hominis venientem in majestate sua (Luc. ix, 27); vel se- cundum Evangelistam alterum: Donec videant re- gnum Dei veniens in virtute (Marc. viii, 59); quæ do Petro, et Jacobo, et Joanne pronuntiavit. Mox enim subjungunt, hic quidem : Facli sunt post hac verbu quasi dies octo (Luc. 1x, 28); quos cum numeras- set, subdidit : Et assumpsit Petrum, et Jacobum, et Joannem, et quæ sequuntur ejusdem visionis enarravit; ille vero: Post dies sex ; illos qui medii fuerant solos numerans. Gessent igitur qui divi- norum oraculorum sensus perverse interpretari audent : ut apostolorum traditioni adhærescant, nec non Ecclesiarum sententiæ, quæ ab initio tradita receptaque est; quæ hominum resurre- ctionem suscipiens ac prædicans, nihil aliud hao voce, homines, significari novit, nisi quod esso homines comperit ut, quod talis figuræ non sit, nec esse hominem noverit, nec prædicet. - Ejusdem, cap. 16. — Si itaque aeterna habitar cula sunt, et inexplebiles thesauri, perpetuaque peccatorum punitio, quomodo dicendi locus erit, corpora post resurrectionem iterum interitura, ac denuo permutanda, ut in mundum alterum trans- eant, Apostolo disertis verbis dicente et demon- strante, futurorum statum invariabilem fore ? Nunc autem idem pollicetur dicendo : Adhuc se mel, ego movebo, non solum terram, scd etiam cœ- lum, dicit Dominus (Agg. II, 7; Hebr. 311, 26). Quod autem, adhuc semel, dicit, declarat mobi- lium translationem, ut maneant ea quæ sunt immo- bilia. Si ergo semel nec amplius movenda esse edocti sumus, quomodo discipuli Evangelii sint, qui magnum resurrectionis nostra donum et eccle- siæ decorem criminantur, rursumque corporum excidium fore nuntiant ? Quod si malum est quod hæc perpetua sint, quæ causa est resurrectionis ?
PG 96:498Εἰ τοίνυν αἰώνιοι σκηναὶ καὶ ἀνέκλειπτοι θησαυροὶ, καὶ αἰώνιος τῶν ἁμαρτωλῶν ἡ ἀνταπόδοσις, ποῦ χώραν ἕξει μετὰ τὴν ἀνάστασιν πάλιν ἀποβολὴν σωμάτων λέγειν, καὶ πάλιν ἐκτρέπεσθαι, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν καταπίπτειν κόσμον, τοῦ Ἀποστόλου σαφῶς λέγοντος, καὶ ἀποδεικνύντος τὴν ἀμετάπτωτον τάξιν τῶν μελλόντων; Νυνὶ δὲ ἐπαγγέλλεται λέγων· Ἔτι ἅπαξ ἐγὼ σείω, οὐ μόνον τὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ τὸν οὐρανὸν, λέγει Κύριος. Τὸ δὲ, ἔτι ἅπαξ, δηλοῖ τῶν σαλευομένων τὴν μετάθεσιν, ἵνα μείνῃ τὰ μὴ σαλευόμενα. Εἰ οὖν ἅπαξ καὶ μηκέτι σαλευθῆναι διδασκόμεθα, πῶς μαθηταὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ τὸ μέγα τῆς ἀναστάσεως ἡμῶν δῶρον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὸ καύχημα διασύροντες, καὶ πάλιν ἔκπτωσιν τῶν σωμάτων ἡμῖν καταγγέλλοντες; Εἰ γὰρ κακὸν τὸ ταῦτα διαιωνίζειν, ὑπὲρ ὅτου καὶ ἐξανίστανται; Καὶ εὐαγγελισμὸς, καὶ χαρὰ ἡ τούτων ἀνάστασις καταγγέλλεται· καὶ ὁ μέγας Παῦλος ἁλύσεων ὑπὲρ τῆς ἐλπίδος ταύτης περικειμένων ἠνείχετο, περὶ δὲ ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν κρινόμενος, ἐλπίδα ἔχων εἰς Θεὸν, ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν δικαίων τε, καὶ ἀδίκων, καὶ διδάσκει, μὴ ἄπιστον κρίνεσθαι τὸ κήρυγμα αὐτοῦ.γιων φθορών· ἀφθαρσίαν δὲ, καὶ δόξαν, καὶ δύ- ναμιν, τήν τε ἀνάστασιν, καὶ τὰ μετ' αὐτὴν ἀγαθά. Β Καὶ μετ' ὀλίγα· Οτι δὲ μεταποιεῖσθαι ἡ μετασχη- ματίζεσθαι ἡ θεία Γραφή, οὐ πάντως τοῦ τῆς φυσι- κῆς συνθέσεως λέγει σχήματος, ἀλλ' ἀπὸ τῶν προσ έντων, εἴτε ἐπὶ τὸ ἐνδοξότερον, εἴτε ἐπὶ τὸ ἀτιμό- τερον μεταποιουμένων, ἔνεστιν ἐκ τῶν πολλῶν και τανοῆσαι τῶν ἐν τῇ θείᾳ κινουμένων Γραφῇ, ὡς ὅταν ἐπὶ τοῦ Δεσπότου λέγῃ, ὅτι μετεμορφώθη ἔμ- προσθεν αὐτῶν· ἀλλ᾽ ἀπὸ τοῦ εὐτελεστέρου ἐπὶ τὸ ἐνδοξότερον μεταμορφωθείς. Εδήλωσε γὰρ ἡμῖν ὁ εὐαγγελιστὴς εὐθὺς τὸν τρόπον τῆς μεταμορφώ- σεως, ὅτι ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο ὡς τὸ φῶς· τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον. Οὐ τοῦτο λέγει, ὅτι τὴν θέσιν αὐτοῦ ἡμείψατο τοῦ προσώπου, ἀλλὰ τὴν δόξαν. Καὶ ταύτην αὐτοῦ τὴν ἐπὶ τῇ δόξῃ μεταμόρ- φωσιν, ὁ Κύριος εἶπεν εἶναι τῆς μελλούσης αὐτοῦ ἐξ οὐρανοῦ παρουσίας ὁμοιότητα. Φησὶ γὰρ πρὸς τοὺς περὶ τῆς ὀπτασίας ταύτης λέγων, ὅτι Εισί τινες των ὧδε ἑστηκότων, οἵ τινες οὐ μὴ γεύσωνται θανά. του, ἕως ἂν ἴδωσι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου έρ- χόμενον ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ· ἢ κατὰ τὸν ἄλλον εύαγ γελιστήν, ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐ ἰηλυθυῖαν ἐν δυνάμει· περὶ Πέτρου λέγων, καὶ Ιακώβου, καὶ Ἰωάννου. Εὐθὺς γὰρ συνάπτουσιν, ὁ μὲν, Εγένοντο, λέγων, ὡς ἡμέραι ὀκτὼ μετὰ τοὺς λόγους τούτους· τὰς πάσας ἀριθμήσας, επήγαγε Καὶ παραλαμβάνει τὸν Πέτρον, καὶ 'Ιάκωβον, καὶ Ἰωάννην, καὶ τὰ ἑξῆς, περὶ τῆς προκειμένης ἐξηγήσατο οπτασίας· ὁ δὲ, Μεθ' ἡμέρας ἐξ, τὰς μέτας μόνας μνημονεύσας. Παυσάσθωσαν τοίνυν οἱ τῶν θείων παρεξηγεῖσθαι τὰς ἐννοίας ἐπιχειροῦν- τες, τῇ τῶν ἀποστόλων ἐμμένοντες παραδόσει, καὶ τῇ ἐξ ἀρχῆς παραδοθείσῃ, καὶ ἐμπολιτευομένῃ τῶν Ἐκκλησιῶν δόξῃ, ὅτι τὴν τῶν ἀνθρώπων παραλα σσα καὶ κηρύττουσα ἀνάστασιν, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἀνθρώπους γινώσκει, ἢ ὅπερ οίδεν εἶναι ἀνθρώπους τὸ δὲ μὴ τοιόνδε σχῆμα, οὔτε οἶδεν, οὔτε ἐδίδαξεν ἄνθρωπον ὄντα. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ κεφαλαίων ις'. - Εἰ τοίνυν αἰώνιοι σκηναί καὶ ἀνέκλειπτοι θησαυροί, καὶ αἰών νος τῶν ἁμαρτωλῶν ἡ ἀνταπόδοσις, που χώραν ἕξει μετὰ τὴν ἀνάστασιν πάλιν ἀποβολὴν σωμάτων λέγειν, καὶ πάλιν ἐκτρέπεσθαι, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν καταπίπ- τειν κόσμον, τοῦ Ἀποστόλου σαφῶς λέγοντος, καὶ ἀποδεικνύντος τὴν ἀμετάπτωτον τάξιν τῶν μελλόν- των ; Νυνὶ δὲ ἐπαγγέλλεται λέγων· Ἔτι ἅπαξ ἐγὼ σείω, οὐ μόνον τὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ τὸν οὐρανὸν, Λέγει Κύριος. Τὸ δὲ, ἔτι ἅπαξ, δηλοῖ τῶν σαλευομέ- των τὴν μετάθεσιν, ἵνα μείνῃ τὰ μὴ σαλευόμενα. Εt οὖν ἅπαξ καὶ μηκέτι σαλευθῆναι διδασκόμεθα, πῶς μαθηταὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ τὸ μέγα τῆς ἀναστά στως ἡμῶν δώρον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὸ καύχημα διασύροντες, καὶ πάλιν ἔκπτωσιν τῶν σωμάτων ἡμῖν καταγγέλλοντες ; Εἰ γὰρ κακὸν τὸ ταῦτα διαιω νίζειν, ὑπὲρ ὅτου καὶ ἐξανίστανται; Καὶ εὐαγγελι σμὸς, καὶ χαρὰ ἡ τούτων ἀνάστασις καταγγέλλεται PARALLELA RUPEFUCALDINA. A bus, mortem ipsaur et quae mortem sequitur, cor- ruptelam significans ; incorruptionis vero, gloriæ, B c D ac virtutis, resurrectionen, et alia post ipsam bona. · Et paucis interjectis: Quod vero divina Scriptura transmutari vel transformari dicens, non prorsus innuat naturalis compositionis mutationem, sed partium, quæ vel majori gloria, vel dedecore alli- ciendæ sint, id ex uno licet inspicere, præ multis aliis quæ in divinis Litteris occurrunt : nimirum quando Dominum ait transfiguratum coram illis fuisse. Atqui ex viliori forma ad splendidiorem transiit. Evangelista siquidem nobis statim transfi- gurationis modum explicavit (Matth. xvii, seqq.), pula quod resplenduerit facics ejus sicut sol, vesti- menta auten ejus facta sint sicut lux : imo species vultus ejus altera. Non hoc ait, Dominum vultus sui situm mutasse, seul glorian. Haucque ipsius gloria tenus transformationem, Dominus fu- turi sui e cœlo adventus esse similitudinem dixit. Suis quippe discipulis de visione ista loquens aiebat: Sunt quidam ex hic stantibus, qui non gustabunt mortem, donec videant Filium hominis venientem in majestate sua (Luc. ix, 27); vel se- cundum Evangelistam alterum: Donec videant re- gnum Dei veniens in virtute (Marc. viii, 59); quæ do Petro, et Jacobo, et Joanne pronuntiavit. Mox enim subjungunt, hic quidem : Facli sunt post hac verbu quasi dies octo (Luc. 1x, 28); quos cum numeras- set, subdidit : Et assumpsit Petrum, et Jacobum, et Joannem, et quæ sequuntur ejusdem visionis enarravit; ille vero: Post dies sex ; illos qui medii fuerant solos numerans. Gessent igitur qui divi- norum oraculorum sensus perverse interpretari audent : ut apostolorum traditioni adhærescant, nec non Ecclesiarum sententiæ, quæ ab initio tradita receptaque est; quæ hominum resurre- ctionem suscipiens ac prædicans, nihil aliud hao voce, homines, significari novit, nisi quod esso homines comperit ut, quod talis figuræ non sit, nec esse hominem noverit, nec prædicet. - Ejusdem, cap. 16. — Si itaque aeterna habitar cula sunt, et inexplebiles thesauri, perpetuaque peccatorum punitio, quomodo dicendi locus erit, corpora post resurrectionem iterum interitura, ac denuo permutanda, ut in mundum alterum trans- eant, Apostolo disertis verbis dicente et demon- strante, futurorum statum invariabilem fore ? Nunc autem idem pollicetur dicendo : Adhuc se mel, ego movebo, non solum terram, scd etiam cœ- lum, dicit Dominus (Agg. II, 7; Hebr. 311, 26). Quod autem, adhuc semel, dicit, declarat mobi- lium translationem, ut maneant ea quæ sunt immo- bilia. Si ergo semel nec amplius movenda esse edocti sumus, quomodo discipuli Evangelii sint, qui magnum resurrectionis nostra donum et eccle- siæ decorem criminantur, rursumque corporum excidium fore nuntiant ? Quod si malum est quod hæc perpetua sint, quæ causa est resurrectionis ?
PG 96:499Εἰ ὁ Θεὸς νεκροὺς ἐγείρει, ὑπὲρ τίνος, εἴ γε καλὸν τὸ ἄνευ σώματος εἶναι τὰς ψυχὰς ἅπαξ ἀπαλλαγεῖσας αὐτῶν; Τί μὴ ἐξ εὐθείας μένουσιν ἐν τῇ μετὰ θάνατον ἀθανάτῳ καταστάσει, εἰ καὶ μὴ πάντων, ἀλλὰ κἂν τῶν δικαίων· ἀλλὰ τοὐναντίον πόρους ἡμῖν, καὶ φιλοτιμίαν αὐτὸς ὁ Κύριος εὐαγγελιζόμενος βοᾷ· Ἔρχεται ὥρα, ὅτε οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσουσι τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται. Εἰ τοίνυν ἐν τῇ ἄκρᾳ τελειότητι περιττὰ, καὶ ἀποβολῆς ἄξια τὰ σώματα, τίς χρεία (πάλιν γὰρ ἐρῶ) ὡς μέγα τι δωρεῖσθαι, καὶ ἐπαγγέλλεσθαι τὸν Δεσπότην τῷ εἰς αὐτὸν ἠλπικότι, Ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα, καὶ ὅτι Ἀνταποδοθήσεταί σοι ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων, οὔσης πᾶσιν ἀποβολῆς τῶν ἀνισταμένων σωμάτων; Καὶ μετ’ ὀλίγα· Εἰ δὲ ἡ ἀνάστασις ἀτελὴς, διὰ τὸ πάλιν ἔχειν τὰ σώματα, κατὰ τοὺς ταῦτα ἀποῤῥίπτεσθαι δογματίζοντας, ἄρα οὐχ ἡ ἀνάστασις, ἀλλ’ ἄρα ὁ θάνατος μεγάλη τυγχάνει δωρεὰ, διὰ τὸ ἀπαλλάττειν τοῦ σώματος τὴν ψυχὴν, καταδίκη δὲ ἡ ἀνάστασις, διὰ τὸ πάλιν δεσμεῖν αὐτὴν πρὸς τὸ σῶμα· καὶ διέφθαρται τὰ τῆς ἐλπίδος, ἐν τοῖς χείροσι πάλιν διὰ τῆς ἀναστάσεως γινομένων ἡμῶν.καὶ ὁ μέγας Παῦλος ἀλύσεων ὑπὲρ τῆς ἐλπίδος ταῦ. της περικειμένων ήνείχετο, περὶ δὲ ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν κρινόμενος, ἐλπίδα ἔχων εἰς Θεὸν, ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν δικαίων τε, καὶ ἀδίκων, καὶ διδάσκει, μὴ ἄπιστον κρίνεσθαι τὸ κήρυγμα αὐτοῦ. Εἰ ὁ Θεὸς νεκροὺς ἐγείρει, ὑπὲρ τίνος, εἴ γε καλὴν τὸ ἄνευ σώριστος εἶναι τὰς ψυχὰς ἅπαξ ἀπαλλαγείσας αὐτῶν ; Τί μὴ ἐξ εὐθείας μένου σιν ἐν τῇ μετὰ θάνατον ἀθανάτῳ καταστάσει, εἰ καὶ μὴ πάντων, ἀλλὰ καν τῶν δικαίων· ἀλλὰ τοὐναντίον πόρους ἡμῖν, καὶ φιλοτιμίαν αὐτὸς ὁ Κύριος εὐαγ γελιζόμενος βου· Έρχεται ώρα, ὅτε οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσουσι τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται. Εἰ τοίνυν ἐν τῇ ἄκρα τελειότητι περιττά, καὶ ἀποβολῆς ἄξια τὰ σώματα, τίς χρεία (πάλιν γὰρ ἐρῶ ὡς μέγα τι δωρεῖσθαι, καὶ ἐπαγγέλλεσθαι τὸν Δεσπότην τῷ εἰς αὐτὸν ἠλπικότι, Ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ, καὶ ὅτι Ανταποδοθήσεται σος ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων, οὔσης πᾶσιν ἀποβολῆς τῶν ἀνισταμένων σωμάτων; Καὶ μετ' ὀλίγα· Εἰ δὲ ἡ ἀνάστασις ἀτελῆς, διὰ τὸ πάλιν ἔχειν τὰ σώματα, κατὰ τοὺς ταῦτα ἀποῤῥίς πτεσθαι δογματίζοντας, ἄρα οὐχ ἡ ἀνάστασις, ἀλλ' ἄρα ὁ θάνατος μεγάλη τυγχάνει δωρεά, διὰ τὰ ἀπαλλάττειν τοῦ σώματος τὴν ψυχὴν, καταδίκη δὲ ἡ ἀνάστασις, διὰ τὸ πάλιν δεσμεῖν αὐτὴν πρὸς τὸ σῶ μα· καὶ διέφθαρται τὰ τῆς ἐλπίδος, ἐν τοῖς χείρηση πάλιν διὰ τῆς ἀναστάσεως γινομένων ἡμῶν. Και γὰρ ἀθάνατος ή ψυχή, ἀλλὰ μὴ οὖσαν ἄνθρωπον, οὐδὲν ἀπωλείας διαφέρειν οίεται ὁ ᾿Απόστολος· μὴ γὰρ ἄλλως αὐτὴν ἀπολαύειν, ἢ κρατεῖν, ἢ πράττειν τι, ἢ πάσχειν, ἢ καθὼς ἐξ ἀρχῆς δεδημιούργηται μετὰ τοῦ σώματος, αὐτὴν οὖσαν καὶ τὴν ἰδίαν ἀποφύ λουσιν ἔχουσαν, ἄνπερ τῷ θανάτῳ διὰ τὴν παρακοήν τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου Ἀδὰμ λυθεῖσα, πάλιν διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ, διὰ τῆς ἐλπίδος ἀπέλαβεν πάλιν τὸ γενέσθαι ἄνθρωπος, ᾿Αλλὰ πάντως ἐροῦσι, Πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί ; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχον ται ; ἀπορεῖν γὰρ αὐτοὺς παρασκευάζει τὰ γεγηρα πότα καὶ ἀτελῆ τῶν σωμάτων ὑπεξερχόμενα τοῦ βίου, προσέτι δὲ καὶ ἠκροτηριασμένα. Ταῦτα γὰρ Β ἡμῖν οἱ τῆς ἀναστάσεως ἄπιστοι συνεχῶς ἐπιλέγουσι, καὶ ἀπαιτοῦσιν, ὅτι εἰ κοινὴ πάντων ἡ ἀνάστασις, κοινή πάντων καὶ ἡ δόξα, είπερ δόξα ἡ ἀνάστασις. ᾿Αλλὰ δεχέσθωσαν δι' ὑποδείγματος τὸν λόγον· οὐ γὰρ κύριοι ἡμεῖς ἐν τοῖς περὶ τῶν τηλικούντων λό- γοις λογίσασθαι, ὡς ἐξ ἑαυτῶν, ἀλλὰ τοῦ ταῦτα παρὰ τοῦ Θεοῦ πιστευθέντος, καὶ κηρύξαι, καὶ μυ- σταγωγῆσαι τὴν Ἐκκλησίαν· ὅτι εἶτος, ἤ τι τῶν τοιούτων σπερμάτων, οὗ πᾶς σῶος, οὐδὲ ὑγιὴς, ἀλλὰ καὶ διαβεβρωμένος καὶ ἀτελῆς· ἀδύνατον γὰρ καὶ μὴ τοιούτους εἶναι ἐν τῷ σπόρῳ κόκκους· καὶ ὁ Θεὸς αὐτῷ δίδωσι σῶμα καθὼς ἐθέλησε · πρῶτον διὰ σηπεδόνος καὶ θανάτου διαλυθέντος τοῦ κόκκου εἶθ᾽ οὕτως ἐπὶ τὸ σπαρὲν διὰ μέσου χωρούντων εἰ της φύλλου και καλάμου ἀστάχυος· καὶ τότε τὰ S. JOANNIS DAMASCENI Resurrectionis prædicatio bonus est nuntius ac A gaudium : et magnus Paulus catenis propter hanc spem vinctos lubens tolerabat : cumque propter spém resurrectionis mortuorum judicaretur, in Deum sperans, resurrectionem mortuorum futu- ram, justorum et iniquorum, docet, ne prædica- tioni suæ fides detrahatur. Si Deus mortuos exci- tat, quanam id de causa, si modo bonum est animas sine corporibus exsistere, postquam semel ex cis liberatæ sunt? Curnam proinde non perse- verant in immortali post obitum statu, et si non omnium, at saltem justorum? Quin potíus nobis commoda et munificentiam ipse nobis Dominus annuntians clamat Venit hora, quando hi qui in monumentis sunt audient vocem Fílii hominis, et qui audierint, vivent (Joan. v, 28). Si ergo in B perfectionis apice corpora superflua et abjectione digna erunt, quæ necessitas fuit (hoc enim rur- sun dicam) ut Dominus ei qui in seipsum spera- verit, ceu magnum quid se donare promiserit: Et ego resuscitabo eum in novissimo die (Joan. vl, 40): itemque illud, Retribustur tibi in resurrectione justorum; cum interim omnes corpora quæ resurgent, abjecturi sint? Et poet pauca : Si autem imperfecta resur- rectio erit, quia corpora denuo recipienda sunt, us ferunt illi qui hæc abjicienda docent, igitur non resurrectio, sed mors erit magnum ¡lind donumy quippe cum anima e corpore migratura sit: adeo- qne damnatio est resurrectio, qua anima iterum cor pori illigatur: ac tandem spes nostra labefactalHT, cum nos iterum in pejas per resurrectionem nasea- mur. Quamlibet enimn innortalis sit anima; quia tamen nequaquam homo est, uihil illam ab inte- ritu discrepare censet Apostolus : non enim ani- mam aliter frui, aut tenere, aut aliquid agere am pati, nisi quatenus ab initio cum corpore creata fuit, ut ipsa foret, et oblectationem propriam ha- beret, si modo, postquam propter unius hominis Adam inobsequentiam morte soluta est, per unius Christi obedientiam spe iterum reciperet, at homo Sieret. At vero dicent: Quomodo resurgunt mortui ? qualinain corpore veniunt? has quæstiones agitant propter senescentia corpora et imperfecta, quæ ex hacce vita excedunt; insuper propter illa quæ nư- tilata sunt. Nam qui resurrectionem non credunt. hæc perpetuo mussitant, et inquirant, nempe si communis omnium resurrectio est, communent etiam esse gloriam, si modo gloria sit resurrectio. Sed responsionem exemplo accipiant. Non enim, ubi de tam magnis sermo est, in nostra potestato est aliquid ex nobis excogitare, sed per eum cui bæc concredita a Deo sunt, quæ prædicaret ac doceret Ecclesiam. Nimirum triticum aut quidvis ejasmodi seminum, non owne integrum ac sanık est, sed est etiam quod corrosum sit, nec plenum, fieri siquidem nequit, ut ejusmodi grana in se- wente non occurrant; ac Deus nihilominus dat illi corpus quale voluerit : primum quidem, grano per putrefactionem mortemque dissoluto : tum deinde C
Κἂν γὰρ ἀθάνατος ἡ ψυχὴ, ἀλλὰ μὴ οὖσαν ἄνθρωπον, οὐδὲν ἀπωλείας διαφέρειν οἴεται ὁ Ἀπόστολος· μὴ γὰρ ἄλλως αὐτὴν ἀπολαύειν, ἢ κρατεῖν, ἢ πράττειν τι, ἢ πάσχειν, ἢ καθὼς ἐξ ἀρχῆς δεδημιούργηται μετὰ τοῦ σώματος, αὐτὴν οὖσαν καὶ τὴν ἰδίαν ἀπόλαυσιν ἔχουσαν, ἄνπερ τῷ θανάτῳ διὰ τὴν παρακοὴν τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου Ἀδὰμ λυθεῖσα, πάλιν διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ, διὰ τῆς ἐλπίδος ἀπέλαβεν πάλιν τὸ γενέσθαι ἄνθρωπος. Ἀλλὰ πάντως ἐροῦσι, Πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται; ἀπορεῖν γὰρ αὐτοὺς παρασκευάζει τὰ γεγηρακότα καὶ ἀτελῆ τῶν σωμάτων ὑπεξερχόμενα τοῦ βίου, προσέτι δὲ καὶ ἠκροτηριασμένα. Ταῦτα γὰρ ἡμῖν οἱ τῆς ἀναστάσεως ἄπιστοι συνεχῶς ἐπιλέγουσι, καὶ ἀπαιτοῦσιν, ὅτι εἰ κοινὴ πάντων ἡ ἀνάστασις, κοινὴ πάντων καὶ ἡ δόξα, εἴπερ δόξα ἡ ἀνάστασις. Ἀλλὰ δεχέσθωσαν δι’ ὑποδείγματος τὸν λόγον· οὐ γὰρ κύριοι ἡμεῖς ἐν τοῖς περὶ τῶν τηλικούντων λόγοις λογίσασθαι, ὡς ἐξ ἑαυτῶν, ἀλλὰ τοῦ ταῦτα παρὰ τοῦ Θεοῦ πιστευθέντος, καὶ κηρύξαι, καὶ μυσταγωγῆσαι τὴν Ἐκκλησίαν· ὅτι σῖτος, ἤ τι τῶν τοιούτων σπερμάτων, οὐ πᾶς σῶος, οὐδὲ ὑγιὴς, ἀλλὰ καὶ διαβεβρωμένος καὶ ἀτελής·καὶ ὁ μέγας Παῦλος ἀλύσεων ὑπὲρ τῆς ἐλπίδος ταῦ. της περικειμένων ήνείχετο, περὶ δὲ ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν κρινόμενος, ἐλπίδα ἔχων εἰς Θεὸν, ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν δικαίων τε, καὶ ἀδίκων, καὶ διδάσκει, μὴ ἄπιστον κρίνεσθαι τὸ κήρυγμα αὐτοῦ. Εἰ ὁ Θεὸς νεκροὺς ἐγείρει, ὑπὲρ τίνος, εἴ γε καλὴν τὸ ἄνευ σώριστος εἶναι τὰς ψυχὰς ἅπαξ ἀπαλλαγείσας αὐτῶν ; Τί μὴ ἐξ εὐθείας μένου σιν ἐν τῇ μετὰ θάνατον ἀθανάτῳ καταστάσει, εἰ καὶ μὴ πάντων, ἀλλὰ καν τῶν δικαίων· ἀλλὰ τοὐναντίον πόρους ἡμῖν, καὶ φιλοτιμίαν αὐτὸς ὁ Κύριος εὐαγ γελιζόμενος βου· Έρχεται ώρα, ὅτε οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσουσι τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται. Εἰ τοίνυν ἐν τῇ ἄκρα τελειότητι περιττά, καὶ ἀποβολῆς ἄξια τὰ σώματα, τίς χρεία (πάλιν γὰρ ἐρῶ ὡς μέγα τι δωρεῖσθαι, καὶ ἐπαγγέλλεσθαι τὸν Δεσπότην τῷ εἰς αὐτὸν ἠλπικότι, Ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ, καὶ ὅτι Ανταποδοθήσεται σος ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων, οὔσης πᾶσιν ἀποβολῆς τῶν ἀνισταμένων σωμάτων; Καὶ μετ' ὀλίγα· Εἰ δὲ ἡ ἀνάστασις ἀτελῆς, διὰ τὸ πάλιν ἔχειν τὰ σώματα, κατὰ τοὺς ταῦτα ἀποῤῥίς πτεσθαι δογματίζοντας, ἄρα οὐχ ἡ ἀνάστασις, ἀλλ' ἄρα ὁ θάνατος μεγάλη τυγχάνει δωρεά, διὰ τὰ ἀπαλλάττειν τοῦ σώματος τὴν ψυχὴν, καταδίκη δὲ ἡ ἀνάστασις, διὰ τὸ πάλιν δεσμεῖν αὐτὴν πρὸς τὸ σῶ μα· καὶ διέφθαρται τὰ τῆς ἐλπίδος, ἐν τοῖς χείρηση πάλιν διὰ τῆς ἀναστάσεως γινομένων ἡμῶν. Και γὰρ ἀθάνατος ή ψυχή, ἀλλὰ μὴ οὖσαν ἄνθρωπον, οὐδὲν ἀπωλείας διαφέρειν οίεται ὁ ᾿Απόστολος· μὴ γὰρ ἄλλως αὐτὴν ἀπολαύειν, ἢ κρατεῖν, ἢ πράττειν τι, ἢ πάσχειν, ἢ καθὼς ἐξ ἀρχῆς δεδημιούργηται μετὰ τοῦ σώματος, αὐτὴν οὖσαν καὶ τὴν ἰδίαν ἀποφύ λουσιν ἔχουσαν, ἄνπερ τῷ θανάτῳ διὰ τὴν παρακοήν τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου Ἀδὰμ λυθεῖσα, πάλιν διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ, διὰ τῆς ἐλπίδος ἀπέλαβεν πάλιν τὸ γενέσθαι ἄνθρωπος, ᾿Αλλὰ πάντως ἐροῦσι, Πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί ; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχον ται ; ἀπορεῖν γὰρ αὐτοὺς παρασκευάζει τὰ γεγηρα πότα καὶ ἀτελῆ τῶν σωμάτων ὑπεξερχόμενα τοῦ βίου, προσέτι δὲ καὶ ἠκροτηριασμένα. Ταῦτα γὰρ Β ἡμῖν οἱ τῆς ἀναστάσεως ἄπιστοι συνεχῶς ἐπιλέγουσι, καὶ ἀπαιτοῦσιν, ὅτι εἰ κοινὴ πάντων ἡ ἀνάστασις, κοινή πάντων καὶ ἡ δόξα, είπερ δόξα ἡ ἀνάστασις. ᾿Αλλὰ δεχέσθωσαν δι' ὑποδείγματος τὸν λόγον· οὐ γὰρ κύριοι ἡμεῖς ἐν τοῖς περὶ τῶν τηλικούντων λό- γοις λογίσασθαι, ὡς ἐξ ἑαυτῶν, ἀλλὰ τοῦ ταῦτα παρὰ τοῦ Θεοῦ πιστευθέντος, καὶ κηρύξαι, καὶ μυ- σταγωγῆσαι τὴν Ἐκκλησίαν· ὅτι εἶτος, ἤ τι τῶν τοιούτων σπερμάτων, οὗ πᾶς σῶος, οὐδὲ ὑγιὴς, ἀλλὰ καὶ διαβεβρωμένος καὶ ἀτελῆς· ἀδύνατον γὰρ καὶ μὴ τοιούτους εἶναι ἐν τῷ σπόρῳ κόκκους· καὶ ὁ Θεὸς αὐτῷ δίδωσι σῶμα καθὼς ἐθέλησε · πρῶτον διὰ σηπεδόνος καὶ θανάτου διαλυθέντος τοῦ κόκκου εἶθ᾽ οὕτως ἐπὶ τὸ σπαρὲν διὰ μέσου χωρούντων εἰ της φύλλου και καλάμου ἀστάχυος· καὶ τότε τὰ S. JOANNIS DAMASCENI Resurrectionis prædicatio bonus est nuntius ac A gaudium : et magnus Paulus catenis propter hanc spem vinctos lubens tolerabat : cumque propter spém resurrectionis mortuorum judicaretur, in Deum sperans, resurrectionem mortuorum futu- ram, justorum et iniquorum, docet, ne prædica- tioni suæ fides detrahatur. Si Deus mortuos exci- tat, quanam id de causa, si modo bonum est animas sine corporibus exsistere, postquam semel ex cis liberatæ sunt? Curnam proinde non perse- verant in immortali post obitum statu, et si non omnium, at saltem justorum? Quin potíus nobis commoda et munificentiam ipse nobis Dominus annuntians clamat Venit hora, quando hi qui in monumentis sunt audient vocem Fílii hominis, et qui audierint, vivent (Joan. v, 28). Si ergo in B perfectionis apice corpora superflua et abjectione digna erunt, quæ necessitas fuit (hoc enim rur- sun dicam) ut Dominus ei qui in seipsum spera- verit, ceu magnum quid se donare promiserit: Et ego resuscitabo eum in novissimo die (Joan. vl, 40): itemque illud, Retribustur tibi in resurrectione justorum; cum interim omnes corpora quæ resurgent, abjecturi sint? Et poet pauca : Si autem imperfecta resur- rectio erit, quia corpora denuo recipienda sunt, us ferunt illi qui hæc abjicienda docent, igitur non resurrectio, sed mors erit magnum ¡lind donumy quippe cum anima e corpore migratura sit: adeo- qne damnatio est resurrectio, qua anima iterum cor pori illigatur: ac tandem spes nostra labefactalHT, cum nos iterum in pejas per resurrectionem nasea- mur. Quamlibet enimn innortalis sit anima; quia tamen nequaquam homo est, uihil illam ab inte- ritu discrepare censet Apostolus : non enim ani- mam aliter frui, aut tenere, aut aliquid agere am pati, nisi quatenus ab initio cum corpore creata fuit, ut ipsa foret, et oblectationem propriam ha- beret, si modo, postquam propter unius hominis Adam inobsequentiam morte soluta est, per unius Christi obedientiam spe iterum reciperet, at homo Sieret. At vero dicent: Quomodo resurgunt mortui ? qualinain corpore veniunt? has quæstiones agitant propter senescentia corpora et imperfecta, quæ ex hacce vita excedunt; insuper propter illa quæ nư- tilata sunt. Nam qui resurrectionem non credunt. hæc perpetuo mussitant, et inquirant, nempe si communis omnium resurrectio est, communent etiam esse gloriam, si modo gloria sit resurrectio. Sed responsionem exemplo accipiant. Non enim, ubi de tam magnis sermo est, in nostra potestato est aliquid ex nobis excogitare, sed per eum cui bæc concredita a Deo sunt, quæ prædicaret ac doceret Ecclesiam. Nimirum triticum aut quidvis ejasmodi seminum, non owne integrum ac sanık est, sed est etiam quod corrosum sit, nec plenum, fieri siquidem nequit, ut ejusmodi grana in se- wente non occurrant; ac Deus nihilominus dat illi corpus quale voluerit : primum quidem, grano per putrefactionem mortemque dissoluto : tum deinde C
PG 96:500ἀδύνατον γὰρ καὶ μὴ τοιούτους εἶναι ἐν τῷ σπόρῳ κόκκους· καὶ ὁ Θεὸς αὐτῷ δίδωσι σῶμα καθὼς ἐθέλησε· πρῶτον διὰ σηπεδόνος καὶ θανάτου διαλυθέντος τοῦ κόκκου· εἶθ’ οὕτως ἐπὶ τὸ σπαρὲν διὰ μέσου χωρούντων ῥίζης φύλλου καὶ καλάμου ἀστάχυος· καὶ τότε τὸ ἴδιον ἐπιγίνεται σπέρμα, ὅπερ ἐσπάρη, οὔτε τὴν θέσιν, οὔτε τὸ σχῆμα, οὔτε τὴν χρόαν, οὔτε τὸ μέγεθος ἀμεῖβον κατὰ τὴν ἑκάστου ἀπηρτισμένην φύσιν, μὴ παραβαλλόντων ὅσα ἐν τῷ σπείρεσθαι ἀτελέστατα, ἢ λελωβημένα, ἢ βεβλαμμένα ὑπῆρχεν. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου. Ἡμεῖς οὖν καὶ σώματα ἀνίστασθαι, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΟΕ. Περὶ ἁγίων ἀγγέλων· καὶ ὅτι ἐν ἀοιδίμῳ εὐφροσύνῃ, καὶ ἀῤῥήτῳ μακαριότητι διάγουσι λειτουργοῦντες τῇ σεβασμίῳ Τριάδι. Ἀντιπάτρου ἐπισκόπου Βοστρῶν, ἐκ τῶν κατὰ τοῦ δυσωνύμου Ὠριγένους. Ποῖος, Μωϋσῆς, ἢ Παῦλος, ἢ ἕτερός τις τῶν προφητῶν, ἢ ἀποστόλων οὕτως ἀκριβῶς περὶ πάντων τῶν πρὸ κόσμου, καὶ ὑπὲρ οὐρανὸν μετὰ πάσης αὐθεντίας ἐκθέσθαι, ἢ διδάξαι ἠδύνατο; Οὐδεὶς οὐδαμῶς. Εἴτε γὰρ καὶ διδάξαι τις οὕτως κατ’ ἐξουσίαν εἶναι τὸν λόγον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἑτέρῳ τὴν αὐθεντίαν τῶν λεγομένων ἀνέθηκεν.καὶ ὁ μέγας Παῦλος ἀλύσεων ὑπὲρ τῆς ἐλπίδος ταῦ. της περικειμένων ήνείχετο, περὶ δὲ ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν κρινόμενος, ἐλπίδα ἔχων εἰς Θεὸν, ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν δικαίων τε, καὶ ἀδίκων, καὶ διδάσκει, μὴ ἄπιστον κρίνεσθαι τὸ κήρυγμα αὐτοῦ. Εἰ ὁ Θεὸς νεκροὺς ἐγείρει, ὑπὲρ τίνος, εἴ γε καλὴν τὸ ἄνευ σώριστος εἶναι τὰς ψυχὰς ἅπαξ ἀπαλλαγείσας αὐτῶν ; Τί μὴ ἐξ εὐθείας μένου σιν ἐν τῇ μετὰ θάνατον ἀθανάτῳ καταστάσει, εἰ καὶ μὴ πάντων, ἀλλὰ καν τῶν δικαίων· ἀλλὰ τοὐναντίον πόρους ἡμῖν, καὶ φιλοτιμίαν αὐτὸς ὁ Κύριος εὐαγ γελιζόμενος βου· Έρχεται ώρα, ὅτε οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσουσι τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται. Εἰ τοίνυν ἐν τῇ ἄκρα τελειότητι περιττά, καὶ ἀποβολῆς ἄξια τὰ σώματα, τίς χρεία (πάλιν γὰρ ἐρῶ ὡς μέγα τι δωρεῖσθαι, καὶ ἐπαγγέλλεσθαι τὸν Δεσπότην τῷ εἰς αὐτὸν ἠλπικότι, Ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ, καὶ ὅτι Ανταποδοθήσεται σος ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων, οὔσης πᾶσιν ἀποβολῆς τῶν ἀνισταμένων σωμάτων; Καὶ μετ' ὀλίγα· Εἰ δὲ ἡ ἀνάστασις ἀτελῆς, διὰ τὸ πάλιν ἔχειν τὰ σώματα, κατὰ τοὺς ταῦτα ἀποῤῥίς πτεσθαι δογματίζοντας, ἄρα οὐχ ἡ ἀνάστασις, ἀλλ' ἄρα ὁ θάνατος μεγάλη τυγχάνει δωρεά, διὰ τὰ ἀπαλλάττειν τοῦ σώματος τὴν ψυχὴν, καταδίκη δὲ ἡ ἀνάστασις, διὰ τὸ πάλιν δεσμεῖν αὐτὴν πρὸς τὸ σῶ μα· καὶ διέφθαρται τὰ τῆς ἐλπίδος, ἐν τοῖς χείρηση πάλιν διὰ τῆς ἀναστάσεως γινομένων ἡμῶν. Και γὰρ ἀθάνατος ή ψυχή, ἀλλὰ μὴ οὖσαν ἄνθρωπον, οὐδὲν ἀπωλείας διαφέρειν οίεται ὁ ᾿Απόστολος· μὴ γὰρ ἄλλως αὐτὴν ἀπολαύειν, ἢ κρατεῖν, ἢ πράττειν τι, ἢ πάσχειν, ἢ καθὼς ἐξ ἀρχῆς δεδημιούργηται μετὰ τοῦ σώματος, αὐτὴν οὖσαν καὶ τὴν ἰδίαν ἀποφύ λουσιν ἔχουσαν, ἄνπερ τῷ θανάτῳ διὰ τὴν παρακοήν τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου Ἀδὰμ λυθεῖσα, πάλιν διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ, διὰ τῆς ἐλπίδος ἀπέλαβεν πάλιν τὸ γενέσθαι ἄνθρωπος, ᾿Αλλὰ πάντως ἐροῦσι, Πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί ; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχον ται ; ἀπορεῖν γὰρ αὐτοὺς παρασκευάζει τὰ γεγηρα πότα καὶ ἀτελῆ τῶν σωμάτων ὑπεξερχόμενα τοῦ βίου, προσέτι δὲ καὶ ἠκροτηριασμένα. Ταῦτα γὰρ Β ἡμῖν οἱ τῆς ἀναστάσεως ἄπιστοι συνεχῶς ἐπιλέγουσι, καὶ ἀπαιτοῦσιν, ὅτι εἰ κοινὴ πάντων ἡ ἀνάστασις, κοινή πάντων καὶ ἡ δόξα, είπερ δόξα ἡ ἀνάστασις. ᾿Αλλὰ δεχέσθωσαν δι' ὑποδείγματος τὸν λόγον· οὐ γὰρ κύριοι ἡμεῖς ἐν τοῖς περὶ τῶν τηλικούντων λό- γοις λογίσασθαι, ὡς ἐξ ἑαυτῶν, ἀλλὰ τοῦ ταῦτα παρὰ τοῦ Θεοῦ πιστευθέντος, καὶ κηρύξαι, καὶ μυ- σταγωγῆσαι τὴν Ἐκκλησίαν· ὅτι εἶτος, ἤ τι τῶν τοιούτων σπερμάτων, οὗ πᾶς σῶος, οὐδὲ ὑγιὴς, ἀλλὰ καὶ διαβεβρωμένος καὶ ἀτελῆς· ἀδύνατον γὰρ καὶ μὴ τοιούτους εἶναι ἐν τῷ σπόρῳ κόκκους· καὶ ὁ Θεὸς αὐτῷ δίδωσι σῶμα καθὼς ἐθέλησε · πρῶτον διὰ σηπεδόνος καὶ θανάτου διαλυθέντος τοῦ κόκκου εἶθ᾽ οὕτως ἐπὶ τὸ σπαρὲν διὰ μέσου χωρούντων εἰ της φύλλου και καλάμου ἀστάχυος· καὶ τότε τὰ S. JOANNIS DAMASCENI Resurrectionis prædicatio bonus est nuntius ac A gaudium : et magnus Paulus catenis propter hanc spem vinctos lubens tolerabat : cumque propter spém resurrectionis mortuorum judicaretur, in Deum sperans, resurrectionem mortuorum futu- ram, justorum et iniquorum, docet, ne prædica- tioni suæ fides detrahatur. Si Deus mortuos exci- tat, quanam id de causa, si modo bonum est animas sine corporibus exsistere, postquam semel ex cis liberatæ sunt? Curnam proinde non perse- verant in immortali post obitum statu, et si non omnium, at saltem justorum? Quin potíus nobis commoda et munificentiam ipse nobis Dominus annuntians clamat Venit hora, quando hi qui in monumentis sunt audient vocem Fílii hominis, et qui audierint, vivent (Joan. v, 28). Si ergo in B perfectionis apice corpora superflua et abjectione digna erunt, quæ necessitas fuit (hoc enim rur- sun dicam) ut Dominus ei qui in seipsum spera- verit, ceu magnum quid se donare promiserit: Et ego resuscitabo eum in novissimo die (Joan. vl, 40): itemque illud, Retribustur tibi in resurrectione justorum; cum interim omnes corpora quæ resurgent, abjecturi sint? Et poet pauca : Si autem imperfecta resur- rectio erit, quia corpora denuo recipienda sunt, us ferunt illi qui hæc abjicienda docent, igitur non resurrectio, sed mors erit magnum ¡lind donumy quippe cum anima e corpore migratura sit: adeo- qne damnatio est resurrectio, qua anima iterum cor pori illigatur: ac tandem spes nostra labefactalHT, cum nos iterum in pejas per resurrectionem nasea- mur. Quamlibet enimn innortalis sit anima; quia tamen nequaquam homo est, uihil illam ab inte- ritu discrepare censet Apostolus : non enim ani- mam aliter frui, aut tenere, aut aliquid agere am pati, nisi quatenus ab initio cum corpore creata fuit, ut ipsa foret, et oblectationem propriam ha- beret, si modo, postquam propter unius hominis Adam inobsequentiam morte soluta est, per unius Christi obedientiam spe iterum reciperet, at homo Sieret. At vero dicent: Quomodo resurgunt mortui ? qualinain corpore veniunt? has quæstiones agitant propter senescentia corpora et imperfecta, quæ ex hacce vita excedunt; insuper propter illa quæ nư- tilata sunt. Nam qui resurrectionem non credunt. hæc perpetuo mussitant, et inquirant, nempe si communis omnium resurrectio est, communent etiam esse gloriam, si modo gloria sit resurrectio. Sed responsionem exemplo accipiant. Non enim, ubi de tam magnis sermo est, in nostra potestato est aliquid ex nobis excogitare, sed per eum cui bæc concredita a Deo sunt, quæ prædicaret ac doceret Ecclesiam. Nimirum triticum aut quidvis ejasmodi seminum, non owne integrum ac sanık est, sed est etiam quod corrosum sit, nec plenum, fieri siquidem nequit, ut ejusmodi grana in se- wente non occurrant; ac Deus nihilominus dat illi corpus quale voluerit : primum quidem, grano per putrefactionem mortemque dissoluto : tum deinde C
PG 96:501Ἀλλ’ οὐχ οὕτως οἱ τῶν προκειμένων δογμάτων καταγγελταὶ, ἀλλ’ ἀντὶ πάσης ἀποδείξεως ἐξαρκεῖν ᾠήθησαν τὸ αὐτοῖς εἰρηκέναι. Καὶ περὶ Παύλου ἀμφιβάλλουσι, τὸ πόθεν λαβὼν διάφορα καταριθμεῖ τάγματα τῶν οὐρανίων δυνάμεων· εἶτα εἴ τις θερμότερος προσελθὼν εἴπῃ, ὅτι Ἡμεῖς μὲν πόθεν λαβὼν Παῦλος ἀποφαίνεται, οὐδαμῶς ἀγνοοῦμεν· ὑμεῖς δὲ πόθεν λαβόντες τοσαῦτα μυστήρια διηγεῖσθε, ὅπως τε πρὸ τούτου ἦσαν, καὶ πῶς ἤρξαντο κινεῖσθαι οἱ νόες, καὶ πῶς ἔπεσαν εἰς διάφορα σώματα, καὶ γεγόνασι διάφορα τάγματα, οὐρανίων τε καὶ ἐπιγείων; Τί ἐρεῖτε; Οὐ γὰρ ἔχετε λέγειν, ὅτι ἐκ τῆς Παλαιᾶς ἢ Καινῆς Διαθήκης τὰς ἀφορμὰς ἐλάβετε· προείρηται γὰρ μηδὲν τοιοῦτον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον εἰρηκέναι. Εἰ δὲ καὶ νῦν δοκεῖ ὑπομνησθῆναι ἐνίων τῶν ἡμετέρων λόγων ἀκούσατε. Ὑμῶν γάρ ἐστιν ἡ φωνὴ, ὅτι ὄνομα ἀσωμάτου οὐκ ἴσασιν, οὐ μόνον οἱ πολλοὶ, ἄλλ’ οὐδὲ ἡ Γραφή· καὶ πάλιν ὅτι ἐν τῷ κηρύγματι, καὶ τὸ εἶναί τινας ἀγγέλους, καὶ δυνάμεις κρείττονας λειτουργικὰς τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, παραδέδοται· πότε δὲ ἐκτίσθησαν οὗτοι, καὶ τίνα τὰ περὶ αὐτοὺς οὐδαμῶς τις ἐσαφήνισεν; Καὶ μετ’ ὀλίγα·ίδιον ἐπιγίνεται σπέρμα, ὅπερ ἐσπάρη, οὔτε τὴν θέσιν, οὔτε τὸ σχῆμα, οὔτε τὴν χρόαν, οὔτε τὸ μέγε- θος ἀμείβον κατὰ τὴν ἑκάστου ἀπηρτισμένην φύσιν, μὴ παραβαλλόντων (16) ὅσα ἐν τῷ σπείρεσθαι ἀτε λέστατα, ἢ λελωβημένα, ἡ βεβλαμμένα ὑπῆρχεν. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου. Ἡμεῖς οὖν καὶ σώματα ἀνίστασθαι, κ. τ. έ. - Περὶ ἁγίων ἀγγέλων· καὶ ὅτι ἐν ἀοιδίμῳ εὐφροσύνῃ, καὶ ἀῤῥήτῳ μακαριότητα διάγουσι λειτουργοῦντες τῇ σεβασμίῳ Τριάδι. Αντιπάτρου ἐπισκόπου Βοστρῶν, ἐκ τῶν κατὰ τοῦ δυσωνύμου Ωριγένους. Ποιος, Μωϋσῆς, Παῦλος, ἢ ἕτεράς τις τῶν προφητῶν, ἢ ἀποστόλων οὕτως ἀκριβῶς περὶ πάντων τῶν πρὸ κόσμου, καὶ Β ὑπὲρ οὐρανὸν μετὰ πάσης αὐθεντίας ἐκθέσθαι, ἢ διδάξαι ἡδύνατο; Οὐδεὶς οὐδαμῶς. Εἴτε γὰρ καὶ διδάξαι τις οὕτως κατ' ἐξουσίαν εἶναι τὸν λόγον αὐτ τοῦ, ἀλλ᾽ ἑτέρῳ τὴν αὐθεντίαν τῶν λεγομένων ἀπο ἔθηκεν. Αλλ' οὐχ οὕτως οἱ τῶν προκειμένων δογμά- των καταγγελται, ἀλλ' ἀντὶ πάσης ἀποδείξεως ἐξαρκεῖν ᾠήθησαν τὸ αὐτοῖς εἰρηκέναι. Καὶ περὶ Παύλου ἀμφιβάλλουσι, τὸ πόθεν λαβών διάφορα καταριθμεί τάγματα τῶν οὐρανίων δυνάμεων· εἶτα εἴ τις θερμότερος προσελθών εἴπῃ, ὅτι Ἡμεῖς μὲν πέθεν λαβὼν Παῦλος ἀποφαίνεται, οὐδαμῶς ἀγνοοῦ- μεν· ὑμεῖς δὲ πόθεν λαβόντες τοσαῦτα μυστήρια διηγείσθε, όπως τα προ τούτου ἦσαν, καὶ πῶς ήρξαντο κινεῖσθαι οἱ νάες, καὶ πῶς ἔπεσαν εἰς διά - φορα σώματα, καὶ γεγόνασι διάφορα τάγματα, ούτ ρανίων τε καὶ ἐπιγείων ; Τί ἐρεῖτε; Οὐ γὰρ ἔχετε λέγειν, ὅτι ἐκ τῆς Παλαιᾶς ἡ Καινῆς Διαθήκης τὰς ἀφορμὰς ἐλάβετε προείρηται γὰρ μηδὲν τοιοῦτον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον εἰρηκέναι. Εἰ δὲ καὶ νῦν δοκεῖ ὑπομνησθῆναι ἐνίων τῶν ἡμετέρων λόγων ἀκούσατε. Ὑμῶν γὰρ ἐστιν ἡ φωνή, ἅτε ὄνομα ἀσωμάτου οὐκ ἴσασιν, οὐ μόνον οἱ πολλοὶ, ἀλλ' οὐδὲ ἡ Γραφή · καὶ πάλιν ὅτι ἐν τῷ κηρύγματι, καὶ τὸ εἶναί τινας ἀγγέλους, καὶ δυνάμεις κρείττονας λει τουργικὰς τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, παραδέδοται· πότε δὲ ἐκτίσθησαν οὗτοι, καὶ τίνα τὰ περὶ αὐτοὺς οὐδαμῶς τις ἐσαφήνισεν ; Καὶ μετ' ὀλίγα· Ἐν τῷ οὖν ἐκκλησιαστικῷ κηρύγ- ματι περιεχομένης τῆς ἀκριβοῦς ταύτης καταλή- ψεως, πῶς ἐρεῖτε, κατειληφέναι, ἀλλὰ μετὰ πάσης ἀκριβείας εἰδέναι, ὅτιπερ οὐκ ἤρξατο ὁ Θεὸς δημιουρ- γεῖν, καὶ τοὺς νέας, πῶς τε τάξεως, καὶ γνώσεως μετέσχον, καὶ πῶς μετέπεσαν, καὶ εἰς πόσας διαφο ρὰς διῃρέθησαν, μετὰ πάσης αὐθεντίας δογματίζου τες; οὐδὲ τῇ, Τάδε λέγει Κύριος, συγκεχρημένοι φωνῇ, ἢ τῇ· Εἶπε Κύριος πρὸς ἡμᾶς, ἡ Ἡκούσαμεν τῆς φωνῆς Κυρίου, καὶ ὅσα ἔθος τοῖς δογμάτων ἀπαρχομένοις τινῶν, εἰς τὴν τῶν ἰδίων σύστασιν λο- γισμών παρά τε τῇ θείᾳ Γραφῇ, καὶ τοῖς ἄλλοις • PARALLELA RUPEFUCALDINA. A per medium semen radice, foliis ct calamo spica TITA. OR. C prodeuntibus : tuncque semen proprium generatur, quod seminatum fuit, nec situ, nec figura, nec co- lore, nec magnitudine mutatis, uti unicuique a natura comparatum est; nihil detrimenti afferen- tibus, quæcunque exilia nimis, aut mutila, aut vitiata seminata sunt. S. Irenæi.— Nos igitur et corpora resurgere, etc. - TIT. LXXV. De sanctis angelis : et quod in lau- datissima lætitia, et inexplicabili felicitate ver- sentur, adorandæ Trinitati ministrantes. Antipatri episcopi Bostrorum, ex libris Adversus infamam Origenem. - Quisname, Moyses, aut Pau- lus, aut quivis alter prophetarum aut apostolo- rum, sic accurate ea omnia qua ante mundum fuerunt, et super cœlos sunt, cum omni certitu dine explicare vel docere queat? Nemo prorsus. Si quis enim sibi hæe docendi potestatum esse asseveraret, alteri tamen dictorum suorum aucto- ritaten ascriberet. At non tales sunt horum de qui- bus agimas dogmatum annuntiatores; sed omnis instar demonstrationis satis esse sibi persuaserunt, quod hæc edulierini. Ac de Paulo quarunt, unde- nam diversas cœlestium virtutum classes numerare didicerit; quod si quis ferventior accedens dicet : Nos quidem minime ignoramus, a quonam ede ctus Paulus ista declaraverit; vos vero narrate nobis quonam auctore tol lantaque myste- ria tradatis: quomodo ante mundum hune mentes erant, ae subinde moveri cœperunt, et qua de causa in varia corpora ceciderunt, variique, tum coelestiumn, tum terrenorum ordines exstiterunt? Quid dicetis non enim respondere potestis, id vos ex Veteri et Novo Testamente collegisse. Nam, dietum est, nihil ejusmodi Spiritus sanctus effalus est. Quinino si quorumniam dictorum vestroruns nunc meminisse oportet, auscultate. Vestra vox est, nomen incorporei (17), non multis modo igno tum esse, sed neque Scripturæ ; ac rursum fidei doctrina, angelos esse quosdam et virtutes, qure hominum salutem curent, tradit; quando autem creati sint, et quæ ad eos pertineant nullus usquam enarravit? Et post pauca: Cum Ecclesiæ doctrina accura- tam horum notitiam complectatur; quomodo vos comprehendisse dicitis, imo exactissime scire, Deum non incepisse mentes etiam statim creare, et eum omni auctoritate docetis, quo pacto tum ordinem suum, tum scientiam suam obtinuerint; quomodo subinde ceciderint, et in quot classes varias distributi fuerint? Neque vero ejusmodi vo- cibus utimini : Hæc dicit Dominus, vel, Dixit Do- minus ad nos; vel, Audivimus vocem Domini, et aliis quas adhibere solent quicunque dogmata quæ- dam prædicare incipiunt, secundum divinæ Scri NOTÆ. (16) Forte, παραβαλόντες. (17) Origen. Præf. iib. περὶ ἀρχῶν.
PG 96:502Ἐν τῷ οὖν ἐκκλησιαστικῷ κηρύγματι περιεχομένης τῆς ἀκριβοῦς ταύτης καταλήψεως, πῶς ἐρεῖτε, κατειληφέναι, ἀλλὰ μετὰ πάσης ἀκριβείας εἰδέναι, ὅτιπερ οὐκ ἤρξατο ὁ Θεὸς δημιουργεῖν, καὶ τοὺς νόας, πῶς τε τάξεως, καὶ γνώσεως μετέσχον, καὶ πῶς μετέπεσαν, καὶ εἰς πόσας διαφορὰς διῃρέθησαν, μετὰ πάσης αὐθεντίας δογματίζοντες; οὐδὲ τῇ, Τάδε λέγει Κύριος, συγκεχρημένοι φωνῇ, ἢ τῇ· Εἶπε Κύριος πρὸς ἡμᾶς, ἤ· Ἠκούσαμεν τῆς φωνῆς Κυρίου, καὶ ὅσα ἔθος τοῖς δογμάτων ἀπαρχομένοις τινῶν, εἰς τὴν τῶν ἰδίων σύστασιν λογισμῶν παρά τε τῇ θείᾳ Γραφῇ, καὶ τοῖς ἄλλοις αὐτῆς τροφίμοις. Ἀλλ’ ἔστι καὶ ἡμῖν θαυμάζειν, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Δεσπότου τοὺς ἀκούοντας ἐκπλήττεσθαι συνέβαινεν, ὅτι κατ’ ἐξουσίαν ἐστὶν ὁ λόγος ὑμῶν. Τοῦ δὲ κηρύγματος μὴ περιέχοντος ταῦτα, οὕτως ἀκριβῶς εἰδέναι φαίνεσθε, ὅτιπερ τῆς προτέρας μακαριότητος ἀποστάντες διὰ τὴν τοῦ πρώτου ἧτταν τὴν γενομένην ἐν αὐτοῖς, γεγόνασιν ἀπὸ νόων ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι, καὶ τὰ ἑξῆς.ίδιον ἐπιγίνεται σπέρμα, ὅπερ ἐσπάρη, οὔτε τὴν θέσιν, οὔτε τὸ σχῆμα, οὔτε τὴν χρόαν, οὔτε τὸ μέγε- θος ἀμείβον κατὰ τὴν ἑκάστου ἀπηρτισμένην φύσιν, μὴ παραβαλλόντων (16) ὅσα ἐν τῷ σπείρεσθαι ἀτε λέστατα, ἢ λελωβημένα, ἡ βεβλαμμένα ὑπῆρχεν. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου. Ἡμεῖς οὖν καὶ σώματα ἀνίστασθαι, κ. τ. έ. - Περὶ ἁγίων ἀγγέλων· καὶ ὅτι ἐν ἀοιδίμῳ εὐφροσύνῃ, καὶ ἀῤῥήτῳ μακαριότητα διάγουσι λειτουργοῦντες τῇ σεβασμίῳ Τριάδι. Αντιπάτρου ἐπισκόπου Βοστρῶν, ἐκ τῶν κατὰ τοῦ δυσωνύμου Ωριγένους. Ποιος, Μωϋσῆς, Παῦλος, ἢ ἕτεράς τις τῶν προφητῶν, ἢ ἀποστόλων οὕτως ἀκριβῶς περὶ πάντων τῶν πρὸ κόσμου, καὶ Β ὑπὲρ οὐρανὸν μετὰ πάσης αὐθεντίας ἐκθέσθαι, ἢ διδάξαι ἡδύνατο; Οὐδεὶς οὐδαμῶς. Εἴτε γὰρ καὶ διδάξαι τις οὕτως κατ' ἐξουσίαν εἶναι τὸν λόγον αὐτ τοῦ, ἀλλ᾽ ἑτέρῳ τὴν αὐθεντίαν τῶν λεγομένων ἀπο ἔθηκεν. Αλλ' οὐχ οὕτως οἱ τῶν προκειμένων δογμά- των καταγγελται, ἀλλ' ἀντὶ πάσης ἀποδείξεως ἐξαρκεῖν ᾠήθησαν τὸ αὐτοῖς εἰρηκέναι. Καὶ περὶ Παύλου ἀμφιβάλλουσι, τὸ πόθεν λαβών διάφορα καταριθμεί τάγματα τῶν οὐρανίων δυνάμεων· εἶτα εἴ τις θερμότερος προσελθών εἴπῃ, ὅτι Ἡμεῖς μὲν πέθεν λαβὼν Παῦλος ἀποφαίνεται, οὐδαμῶς ἀγνοοῦ- μεν· ὑμεῖς δὲ πόθεν λαβόντες τοσαῦτα μυστήρια διηγείσθε, όπως τα προ τούτου ἦσαν, καὶ πῶς ήρξαντο κινεῖσθαι οἱ νάες, καὶ πῶς ἔπεσαν εἰς διά - φορα σώματα, καὶ γεγόνασι διάφορα τάγματα, ούτ ρανίων τε καὶ ἐπιγείων ; Τί ἐρεῖτε; Οὐ γὰρ ἔχετε λέγειν, ὅτι ἐκ τῆς Παλαιᾶς ἡ Καινῆς Διαθήκης τὰς ἀφορμὰς ἐλάβετε προείρηται γὰρ μηδὲν τοιοῦτον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον εἰρηκέναι. Εἰ δὲ καὶ νῦν δοκεῖ ὑπομνησθῆναι ἐνίων τῶν ἡμετέρων λόγων ἀκούσατε. Ὑμῶν γὰρ ἐστιν ἡ φωνή, ἅτε ὄνομα ἀσωμάτου οὐκ ἴσασιν, οὐ μόνον οἱ πολλοὶ, ἀλλ' οὐδὲ ἡ Γραφή · καὶ πάλιν ὅτι ἐν τῷ κηρύγματι, καὶ τὸ εἶναί τινας ἀγγέλους, καὶ δυνάμεις κρείττονας λει τουργικὰς τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, παραδέδοται· πότε δὲ ἐκτίσθησαν οὗτοι, καὶ τίνα τὰ περὶ αὐτοὺς οὐδαμῶς τις ἐσαφήνισεν ; Καὶ μετ' ὀλίγα· Ἐν τῷ οὖν ἐκκλησιαστικῷ κηρύγ- ματι περιεχομένης τῆς ἀκριβοῦς ταύτης καταλή- ψεως, πῶς ἐρεῖτε, κατειληφέναι, ἀλλὰ μετὰ πάσης ἀκριβείας εἰδέναι, ὅτιπερ οὐκ ἤρξατο ὁ Θεὸς δημιουρ- γεῖν, καὶ τοὺς νέας, πῶς τε τάξεως, καὶ γνώσεως μετέσχον, καὶ πῶς μετέπεσαν, καὶ εἰς πόσας διαφο ρὰς διῃρέθησαν, μετὰ πάσης αὐθεντίας δογματίζου τες; οὐδὲ τῇ, Τάδε λέγει Κύριος, συγκεχρημένοι φωνῇ, ἢ τῇ· Εἶπε Κύριος πρὸς ἡμᾶς, ἡ Ἡκούσαμεν τῆς φωνῆς Κυρίου, καὶ ὅσα ἔθος τοῖς δογμάτων ἀπαρχομένοις τινῶν, εἰς τὴν τῶν ἰδίων σύστασιν λο- γισμών παρά τε τῇ θείᾳ Γραφῇ, καὶ τοῖς ἄλλοις • PARALLELA RUPEFUCALDINA. A per medium semen radice, foliis ct calamo spica TITA. OR. C prodeuntibus : tuncque semen proprium generatur, quod seminatum fuit, nec situ, nec figura, nec co- lore, nec magnitudine mutatis, uti unicuique a natura comparatum est; nihil detrimenti afferen- tibus, quæcunque exilia nimis, aut mutila, aut vitiata seminata sunt. S. Irenæi.— Nos igitur et corpora resurgere, etc. - TIT. LXXV. De sanctis angelis : et quod in lau- datissima lætitia, et inexplicabili felicitate ver- sentur, adorandæ Trinitati ministrantes. Antipatri episcopi Bostrorum, ex libris Adversus infamam Origenem. - Quisname, Moyses, aut Pau- lus, aut quivis alter prophetarum aut apostolo- rum, sic accurate ea omnia qua ante mundum fuerunt, et super cœlos sunt, cum omni certitu dine explicare vel docere queat? Nemo prorsus. Si quis enim sibi hæe docendi potestatum esse asseveraret, alteri tamen dictorum suorum aucto- ritaten ascriberet. At non tales sunt horum de qui- bus agimas dogmatum annuntiatores; sed omnis instar demonstrationis satis esse sibi persuaserunt, quod hæc edulierini. Ac de Paulo quarunt, unde- nam diversas cœlestium virtutum classes numerare didicerit; quod si quis ferventior accedens dicet : Nos quidem minime ignoramus, a quonam ede ctus Paulus ista declaraverit; vos vero narrate nobis quonam auctore tol lantaque myste- ria tradatis: quomodo ante mundum hune mentes erant, ae subinde moveri cœperunt, et qua de causa in varia corpora ceciderunt, variique, tum coelestiumn, tum terrenorum ordines exstiterunt? Quid dicetis non enim respondere potestis, id vos ex Veteri et Novo Testamente collegisse. Nam, dietum est, nihil ejusmodi Spiritus sanctus effalus est. Quinino si quorumniam dictorum vestroruns nunc meminisse oportet, auscultate. Vestra vox est, nomen incorporei (17), non multis modo igno tum esse, sed neque Scripturæ ; ac rursum fidei doctrina, angelos esse quosdam et virtutes, qure hominum salutem curent, tradit; quando autem creati sint, et quæ ad eos pertineant nullus usquam enarravit? Et post pauca: Cum Ecclesiæ doctrina accura- tam horum notitiam complectatur; quomodo vos comprehendisse dicitis, imo exactissime scire, Deum non incepisse mentes etiam statim creare, et eum omni auctoritate docetis, quo pacto tum ordinem suum, tum scientiam suam obtinuerint; quomodo subinde ceciderint, et in quot classes varias distributi fuerint? Neque vero ejusmodi vo- cibus utimini : Hæc dicit Dominus, vel, Dixit Do- minus ad nos; vel, Audivimus vocem Domini, et aliis quas adhibere solent quicunque dogmata quæ- dam prædicare incipiunt, secundum divinæ Scri NOTÆ. (16) Forte, παραβαλόντες. (17) Origen. Præf. iib. περὶ ἀρχῶν.
PG 96:503Ἀποστάντες δὲ, κατὰ τὴν γενομένην νέαν Γραφὴν, τῆς τοῦ Θεοῦ ἑνώσεως, ἄρχειν τε καὶ κυριεύειν τῶν ἐπὶ πλείω σαλευθέντων λαχόντες, καὶ εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενοι διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν, αὐτοὶ ταύτης σαλευθέντες, καὶ δεόμενοι τοῦ ἐπανάξοντος. Πρὸς οὓς δικαίως τις ἐρεῖ αὐτῶν προνοούμενος· Ἰατρὲ, θεράπευσον σεαυτόν· ἅπερ ἐμοὶ προξενεῖς, κτῆσαι πρῶτος αὐτός. Εἰ γὰρ καὶ πλέον ἀποῤῥεῦσαι συνέβη με, ἀλλ’ ἀμφότεροι ἐν τῷ αὐτῷ τυγχάνομεν κρίματι· ἀλλ’ ὅτι μὲν ἀλλότρια τὰ τοιαῦτα τυγχάνουσι τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, δέδεικται ἱκανῶς, καὶ ὡμολόγηται σὺν Θεῷ· ἴδωμεν δὲ λοιπὸν τί περὶ αὐτῶν τὸ Πνεῦμα ἡμῖν παραδέδωκεν, ὅπερ καὶ ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ φέρεται λόγῳ, Εὐλογεῖτε, φησὶ, τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ. οἱ δυνατοὶ ἰσχύϊ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ, τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, λειτουργοὶ αὐτοῦ, οἱ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ. Εἰ τοίνυν δυνατοὶ ὑπάρχουσιν ἰσχύϊ τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημα αὐτοῦ, καὶ δυνατῶς ἰσχύϊ ἔχουσιν τοῦ ἀκοῦσαι τὸν λόγον αὐτοῦ, πῶς ἔξω τοῦ ἰδίου μακαρισμοῦ καθεστηκέναι τούτους νομίσαι τις δυνηθείη;αὐτῆς τροφίμοι;. Αλλ' ἔστι καὶ ἡμῖν θαυμάζειν, Β ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Δεσπότου τοὺς ἀκούοντας ἐκπλήττε σθαι συνέβαινεν, ὅτι κατ' ἐξουσίαν ἐστὶν ὁ λόγος ὑμῶν. Τοῦ δὲ κηρύγματος μή περιέχοντας ταῦτα, οὕτως ἀκριβῶς εἰδέναι· φαίνεσθε, ὅτιπερ τῆς προτέ μας μακαριότητος ἀποστάντες διὰ τὴν τοῦ πρώτου ἧτταν τὴν γενομένην ἐν αὐτοῖς, γεγόνασιν ἀπὸ νόων ἄγ γελοι, ἀρχάγγελοι, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀποστάντες δὲ, κατὰ τὴν γενομένην νέαν Γραφήν, τῆς τοῦ Θεοῦ ἑνώσεως, ἄρχειν τε καὶ κυριεύειν τῶν ἐπὶ πλείω σαλευθέντων λαχόντες, καὶ εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενο: διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν, αὐτοὶ ταύτης σαλευθέντες, καὶ δεόμενοι τοῦ ἐπανάξοντος. Πρὸς οὓς δικαίως τις ἐρεῖ αὐτῶν προνοούμενος· Ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν· ἅπερ ἐμοὶ προξενεῖς, κτῆσαι πρῶτος αὐτός. Εἰ γὰρ καὶ πλέον ἀποῤῥεῦσαι συνέβη με, ἀλλ' ἀμφότεροι ἐν τῷ αὐτῷ τυγχάνομεν κρίματι ἀλλ' ὅτι μὲν ἀλλότρια τὰ τοιαῦτα τυγχάνουσι τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, δέδεικται ἱκανῶς, καὶ ὡμολόγηται σὺν Θεῷ· ἴδωμεν δὲ λοιπὸν τί περὶ αὐτῶν τὸ Πνεῦμα ἡμῖν παραδέδωκεν, ὅπερ καὶ ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ φέρεται λόγῳ, Εὐλογεῖτε, φησί, τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ οἱ δυνατοί ισχύϊ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ, τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, λειτουργοί αὐτοῦ, οἱ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ. Εἰ τοίνυν δυνατοὶ ὑπάρχουσιν ἰσχύϊ τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημα αὐτοῦ, καὶ δυνατῶς ἰσχὺν ἔχουσιν τοῦ ἀκοῦσαι τὸν λόγον αὐτοῦ, πῶς ἔξω τοῦ ἰδίου μακαρισμοῦ καθ εστηκέναι τούτους νομίσας τις δυνηθείη ; εἰ μή τις δ' ἂν ἐρεῖ μὴ θέλειν ἐπιτάττειν αὐτοῖς, ὥστε ἐπανελ θεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀρχῆθεν τελείαν μακαριότητα. Επιταττόμενοι γὰρ, δυνατοὶ ἰσχύϊ τυγχάνουσι κατά τὸν προφήτην ποιεῖν τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ ἀκούειν τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. Αψευδής γὰρ ἡ τοῦ Πνεύματος μαρτυρία. Πῶς δὲ καὶ ἐξήλωσαν διὰ τοὺς ἀπολέσαντας τὸ καλὸν παρὰ τοῦ Κυρίου καταβληθέν σπέρμα, καὶ τὴν αὐτῶν διόρθωσιν ἐπιτραπῆναι παρά τοῦ Κυρίου ἐζήτουν αὐτοί, τοῦ πρώτου σπέρματος τὴν καθαρότητα ἀποβαλόντες; Πρὸς οὓς ὁ Κύριος οὐκ ἔφη, ὅτι διὰ τί καὶ ὑμεῖς ἀποβάλλετε τὴν πρώτ την ὑμῶν πρὸς τὸν Θεὸν κινηθέντες ένωσιν, ἀλλ᾽ ἐνδοῦναι τέως αὐτοῖς, καὶ κατὰ καιρὸν τὸν προς- ήκοντα τοῦτο ποιεῖν ἐπιτρέπεσθαι αὐτούς; 'Ανθ' ὅτου δὲ, καὶ ὁ Κύριος ἐλεύσεσθαι λέγει μετὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων αὐτοῦ, μὴ ἐχόντων τὴν ἐξαρχῆθεν ἁγιωσύ νην; Τοῦ Δεσπότου δὲ δικαιοῦντος, τίς ὁ κατακρ νων ; πῶς δὲ εἶπερ οὐχ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἰδίᾳ μακα- ριότητι, ὁ μέγας γράφει Μωϋσῆς περὶ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ, ὅτι ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ ἄγγελοι μετ' αὐτοῦ. Οὐ γάρ ἐστιν, ὡς οἶμαι, ἐπιδοξοτέραν περὶ αὐτῶν ἀφιέναι φωνὴν, τοῖς ἔθνεσι τοὺς τοῦ Θεοῦ ἀγγέλους ἐπιστα- τεῖν, καὶ γενέσθαι μερίδα Κυρίου τὸν ἐξ Ἰακὼς λαὸν, εἰς τοσοῦτον ὕψος ἀνάγων αὐτούς, ὡς εἰς με ρισμὸν ἐλθεῖν μετὰ Κυρίου. Εἰ γὰρ καὶ διὰ τὴν τοῦ λαοῦ δόξαν ὑπερβολικώτερον λέλεκται, ἀλλ' ὅμως δόξαν οὐ τὴν τυχούσαν τοῖς ἀγγέλοις περιποιεῖ- ται. S. JOANNIS DAMASCENT C 50% pture morem ejusque alumnorum. Seul et nobis A mirari subit, vos cum potestate verba facere, vel- ut eos qui Dominum audiebant, quos stupore per- celli contigit. Cum vero Scriptura nequaquam ista contineat, exactissima cognitione vobis assecuti esse viđemini, quod a pristina beatitudine absce- dentes, devicto suo principe, ex mentibus facti sunt angeli, et archangeli, etc. Recedentes vero, ut nova isla Scriptura fert, a sua cum Deo conjunctione, sortem hauc nacti sunt, ut iis qui vehementi motu agitantur, præfecti essent ac do- minarentur, atque in ministerium mitterentur propter eos qui hæreditatem capient salutis, cum ipsi interim ea excidentes illo opus habeant qui Ipsos illuc reducat. Ad quos proinde merito dixerit aliquis, qui salutem ipsorum prospexerit : Medice, eura teipsum (Luc. 1v, 23); quod mihi procuras, hoc ipse prior habeto. Nam, etsi me in majori anxietate versari contingat, ambo tamen eidem sententiæ sumus obnoxii. Verum, Beo adjuvante, satis superque ostensum fuit, et jam in confesso est, ejusmodi placita alienissima esse ab Evangelii prædicatione : quamobrem modo videamus, quid de angelis Spiritus. sanctus tradiderit, quod in Eccle- siæ doctrina feratur. Benedicite Dominum, inquit, omnes angeli ejus, potentes virtute, facientes ver- bum ejus, ad audiendam vocem sermonum ejus. Benedicite Dominum, omnes virtutes ejas, ministri ejus, qui facitis verbum ejus (Psal. cui, 20, 21). Si igitur potentes virtute sunt, ut faciant voluntatem ejus, et viribus. valens, ad audiendum sermonem ipsius: quomodo ergo queat aliquis existimare cos propriæ beatitudinis sure extorres esse factos ? misi quis dicat Deum nolle ipsis præcipere, ut ad pristi- nam beatitudinis perfectionem redeant. Accepto namque imperio, potentes sunt virtute, quennad- modum propheta ait, ut faciant verbum ejus, el audiant vocem sermonum ejus. Spiritus si- quidem testimonium a mendacio alienum est. Quo- modo vero etiam studio ardent erga eos qui bonum semẹn 2. Domino insitum amiserunt, et corum emendationi præfici in votis habuerunt, cum ipsi prioris seminis puritatem abjecissent? Ad quos Dominus non dixerit: Eccur vos quoque a priore vestra cum Deo conjunctione descivistis ; sed tan- D dem cederent, ut opportuno aliquo tempore hoc eis muneris injungatur? Qua vero rursum de causa Vominus se venturum dixit cum angelis, qui pristi- wam sanctitatem non habeant? Sin vero Dominus justifical, quis est qui condemnet? (Rom. vin, 34.) quinam autem, si beatitudinis suæ compotes non sunt, magnus Moyses de universorum Deo scribit (Deut. xxxii, 2), angelos a. dextris ipsius cum eo esse. Neque enim arbitror honorificam magis vo- cem de eis pronuntiatam esse, quam quod angeli Dei gentibus præfecti fuerunt, et populus Jacob pars Domini sit factus (Deut. xxx11, 9), cum ad tantam celsitudinem eos adduxerit, ut in partem cum Domino venerint. Etsi enim exaltandi populi causa hæc exaggerando dicta sunt, at saltem non exiguum honorem angelis conciliant.
PG 96:504εἰ μή τις δ’ ἂν ἐρεῖ μὴ θέλειν ἐπιτάττειν αὐτοῖς, ὥστε ἐπανελθεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀρχῆθεν τελείαν μακαριότητα· Ἐπιταττόμενοι γὰρ, δυνατοὶ ἰσχύϊ τυγχάνουσι κατὰ τὸν προφήτην ποιεῖν τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ ἀκούειν τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. Ἀψευδὴς γὰρ ἡ τοῦ Πνεύματος μαρτυρία. Πῶς δὲ καὶ ἐζήλωσαν διὰ τοὺς ἀπολέσαντας τὸ καλὸν παρὰ τοῦ Κυρίου καταβληθὲν σπέρμα, καὶ τὴν αὐτῶν διόρθωσιν ἐπιτραπῆναι παρὰ τοῦ Κυρίου ἐζήτουν αὐτοὶ, τοῦ πρώτου σπέρματος τὴν καθαρότητα ἀποβαλόντες; Πρὸς οὓς ὁ Κύριος οὐκ ἔφη, ὅτι Διὰ τί καὶ ὑμεῖς ἀποβάλλετε τὴν πρώτην ὑμῶν πρὸς τὸν Θεὸν κινηθέντες ἕνωσιν, ἀλλ’ ἐνδοῦναι τέως αὐτοῖς, καὶ κατὰ καιρὸν τὸν προςήκοντα τοῦτο ποιεῖν ἐπιτρέπεσθαι αὐτούς; Ἀνθ’ ὅτου δὲ, καὶ ὁ Κύριος ἐλεύσεσθαι λέγει μετὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων αὐτοῦ, μὴ ἐχόντων τὴν ἐξαρχῆθεν ἁγιωσύνην; Τοῦ Δεσπότου δὲ δικαιοῦντος, τίς ὁ κατακρινῶν; πῶς δὲ εἴπερ οὐχ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἰδίᾳ μακαριότητι, ὁ μέγας γράφει Μωϋσῆς περὶ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ, ὅτι ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ.αὐτῆς τροφίμοι;. Αλλ' ἔστι καὶ ἡμῖν θαυμάζειν, Β ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Δεσπότου τοὺς ἀκούοντας ἐκπλήττε σθαι συνέβαινεν, ὅτι κατ' ἐξουσίαν ἐστὶν ὁ λόγος ὑμῶν. Τοῦ δὲ κηρύγματος μή περιέχοντας ταῦτα, οὕτως ἀκριβῶς εἰδέναι· φαίνεσθε, ὅτιπερ τῆς προτέ μας μακαριότητος ἀποστάντες διὰ τὴν τοῦ πρώτου ἧτταν τὴν γενομένην ἐν αὐτοῖς, γεγόνασιν ἀπὸ νόων ἄγ γελοι, ἀρχάγγελοι, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀποστάντες δὲ, κατὰ τὴν γενομένην νέαν Γραφήν, τῆς τοῦ Θεοῦ ἑνώσεως, ἄρχειν τε καὶ κυριεύειν τῶν ἐπὶ πλείω σαλευθέντων λαχόντες, καὶ εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενο: διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν, αὐτοὶ ταύτης σαλευθέντες, καὶ δεόμενοι τοῦ ἐπανάξοντος. Πρὸς οὓς δικαίως τις ἐρεῖ αὐτῶν προνοούμενος· Ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν· ἅπερ ἐμοὶ προξενεῖς, κτῆσαι πρῶτος αὐτός. Εἰ γὰρ καὶ πλέον ἀποῤῥεῦσαι συνέβη με, ἀλλ' ἀμφότεροι ἐν τῷ αὐτῷ τυγχάνομεν κρίματι ἀλλ' ὅτι μὲν ἀλλότρια τὰ τοιαῦτα τυγχάνουσι τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, δέδεικται ἱκανῶς, καὶ ὡμολόγηται σὺν Θεῷ· ἴδωμεν δὲ λοιπὸν τί περὶ αὐτῶν τὸ Πνεῦμα ἡμῖν παραδέδωκεν, ὅπερ καὶ ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ φέρεται λόγῳ, Εὐλογεῖτε, φησί, τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ οἱ δυνατοί ισχύϊ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ, τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, λειτουργοί αὐτοῦ, οἱ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ. Εἰ τοίνυν δυνατοὶ ὑπάρχουσιν ἰσχύϊ τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημα αὐτοῦ, καὶ δυνατῶς ἰσχὺν ἔχουσιν τοῦ ἀκοῦσαι τὸν λόγον αὐτοῦ, πῶς ἔξω τοῦ ἰδίου μακαρισμοῦ καθ εστηκέναι τούτους νομίσας τις δυνηθείη ; εἰ μή τις δ' ἂν ἐρεῖ μὴ θέλειν ἐπιτάττειν αὐτοῖς, ὥστε ἐπανελ θεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀρχῆθεν τελείαν μακαριότητα. Επιταττόμενοι γὰρ, δυνατοὶ ἰσχύϊ τυγχάνουσι κατά τὸν προφήτην ποιεῖν τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ ἀκούειν τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. Αψευδής γὰρ ἡ τοῦ Πνεύματος μαρτυρία. Πῶς δὲ καὶ ἐξήλωσαν διὰ τοὺς ἀπολέσαντας τὸ καλὸν παρὰ τοῦ Κυρίου καταβληθέν σπέρμα, καὶ τὴν αὐτῶν διόρθωσιν ἐπιτραπῆναι παρά τοῦ Κυρίου ἐζήτουν αὐτοί, τοῦ πρώτου σπέρματος τὴν καθαρότητα ἀποβαλόντες; Πρὸς οὓς ὁ Κύριος οὐκ ἔφη, ὅτι διὰ τί καὶ ὑμεῖς ἀποβάλλετε τὴν πρώτ την ὑμῶν πρὸς τὸν Θεὸν κινηθέντες ένωσιν, ἀλλ᾽ ἐνδοῦναι τέως αὐτοῖς, καὶ κατὰ καιρὸν τὸν προς- ήκοντα τοῦτο ποιεῖν ἐπιτρέπεσθαι αὐτούς; 'Ανθ' ὅτου δὲ, καὶ ὁ Κύριος ἐλεύσεσθαι λέγει μετὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων αὐτοῦ, μὴ ἐχόντων τὴν ἐξαρχῆθεν ἁγιωσύ νην; Τοῦ Δεσπότου δὲ δικαιοῦντος, τίς ὁ κατακρ νων ; πῶς δὲ εἶπερ οὐχ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἰδίᾳ μακα- ριότητι, ὁ μέγας γράφει Μωϋσῆς περὶ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ, ὅτι ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ ἄγγελοι μετ' αὐτοῦ. Οὐ γάρ ἐστιν, ὡς οἶμαι, ἐπιδοξοτέραν περὶ αὐτῶν ἀφιέναι φωνὴν, τοῖς ἔθνεσι τοὺς τοῦ Θεοῦ ἀγγέλους ἐπιστα- τεῖν, καὶ γενέσθαι μερίδα Κυρίου τὸν ἐξ Ἰακὼς λαὸν, εἰς τοσοῦτον ὕψος ἀνάγων αὐτούς, ὡς εἰς με ρισμὸν ἐλθεῖν μετὰ Κυρίου. Εἰ γὰρ καὶ διὰ τὴν τοῦ λαοῦ δόξαν ὑπερβολικώτερον λέλεκται, ἀλλ' ὅμως δόξαν οὐ τὴν τυχούσαν τοῖς ἀγγέλοις περιποιεῖ- ται. S. JOANNIS DAMASCENT C 50% pture morem ejusque alumnorum. Seul et nobis A mirari subit, vos cum potestate verba facere, vel- ut eos qui Dominum audiebant, quos stupore per- celli contigit. Cum vero Scriptura nequaquam ista contineat, exactissima cognitione vobis assecuti esse viđemini, quod a pristina beatitudine absce- dentes, devicto suo principe, ex mentibus facti sunt angeli, et archangeli, etc. Recedentes vero, ut nova isla Scriptura fert, a sua cum Deo conjunctione, sortem hauc nacti sunt, ut iis qui vehementi motu agitantur, præfecti essent ac do- minarentur, atque in ministerium mitterentur propter eos qui hæreditatem capient salutis, cum ipsi interim ea excidentes illo opus habeant qui Ipsos illuc reducat. Ad quos proinde merito dixerit aliquis, qui salutem ipsorum prospexerit : Medice, eura teipsum (Luc. 1v, 23); quod mihi procuras, hoc ipse prior habeto. Nam, etsi me in majori anxietate versari contingat, ambo tamen eidem sententiæ sumus obnoxii. Verum, Beo adjuvante, satis superque ostensum fuit, et jam in confesso est, ejusmodi placita alienissima esse ab Evangelii prædicatione : quamobrem modo videamus, quid de angelis Spiritus. sanctus tradiderit, quod in Eccle- siæ doctrina feratur. Benedicite Dominum, inquit, omnes angeli ejus, potentes virtute, facientes ver- bum ejus, ad audiendam vocem sermonum ejus. Benedicite Dominum, omnes virtutes ejas, ministri ejus, qui facitis verbum ejus (Psal. cui, 20, 21). Si igitur potentes virtute sunt, ut faciant voluntatem ejus, et viribus. valens, ad audiendum sermonem ipsius: quomodo ergo queat aliquis existimare cos propriæ beatitudinis sure extorres esse factos ? misi quis dicat Deum nolle ipsis præcipere, ut ad pristi- nam beatitudinis perfectionem redeant. Accepto namque imperio, potentes sunt virtute, quennad- modum propheta ait, ut faciant verbum ejus, el audiant vocem sermonum ejus. Spiritus si- quidem testimonium a mendacio alienum est. Quo- modo vero etiam studio ardent erga eos qui bonum semẹn 2. Domino insitum amiserunt, et corum emendationi præfici in votis habuerunt, cum ipsi prioris seminis puritatem abjecissent? Ad quos Dominus non dixerit: Eccur vos quoque a priore vestra cum Deo conjunctione descivistis ; sed tan- D dem cederent, ut opportuno aliquo tempore hoc eis muneris injungatur? Qua vero rursum de causa Vominus se venturum dixit cum angelis, qui pristi- wam sanctitatem non habeant? Sin vero Dominus justifical, quis est qui condemnet? (Rom. vin, 34.) quinam autem, si beatitudinis suæ compotes non sunt, magnus Moyses de universorum Deo scribit (Deut. xxxii, 2), angelos a. dextris ipsius cum eo esse. Neque enim arbitror honorificam magis vo- cem de eis pronuntiatam esse, quam quod angeli Dei gentibus præfecti fuerunt, et populus Jacob pars Domini sit factus (Deut. xxx11, 9), cum ad tantam celsitudinem eos adduxerit, ut in partem cum Domino venerint. Etsi enim exaltandi populi causa hæc exaggerando dicta sunt, at saltem non exiguum honorem angelis conciliant.
PG 96:505Οὐ γάρ ἐστιν, ὡς οἶμαι, ἐπιδοξοτέραν περὶ αὐτῶν ἀφιέναι φωνὴν, τοῖς ἔθνεσι τοὺς τοῦ Θεοῦ ἀγγέλους ἐπιστατεῖν, καὶ γενέσθαι μερίδα Κυρίου τὸν ἐξ Ἰακὼβ λαὸν, εἰς τοσοῦτον ὕψος ἀνάγων αὐτοὺς, ὡς εἰς μερισμὸν ἐλθεῖν μετὰ Κυρίου. Εἰ γὰρ καὶ διὰ τὴν τοῦ λαοῦ δόξαν ὑπερβολικώτερον λέλεκται, ἀλλ’ ὅμως δόξαν οὐ τὴν τυχοῦσαν τοῖς ἀγγέλοις περιποιεῖται. Καὶ ὅτι ἀποστέλλειν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ὁ Θεὸς τὸν ἄγγελον αὐτοῦ ἐπαγγέλλεται, εἰς τὸ καταπαῦσαι τὸν λαὸν μεμαθήκατε· οὗ τί ἂν ἐντιμότερον γένοιτ’ ἄν; Καὶ ὁ μακάριος δὲ Μιχαίας ἐν ὀπτασίᾳ ἑωρακέναι τὸν Θεὸν λέγει, καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ οὐρανοῦ παρίστασθαι ἔμπροσθεν αὐτοῦ, καὶ χιλίας χιλιάδας λειτουργοῦντας αὐτῷ ὁ Δανιὴλ θεάσασθαι λέγει, καὶ παρεμβολὴν Θεοῦ ὁ Ἰακὼβ τὴν τῶν ἀγγέλων ὑπάντησιν ὀνομάζει. Καὶ μυρία ἄν τις εὕροι τὴν ἀκροτάτην δόξαν μαρτυρούσης τῆς θείας Γραφῆς ταῖς οὐρανίοις δυνάμεσι. Τοῦ γὰρ Ἀποστόλου δεδοίκαμεν παραθέσθαι φωνὴν, μὴ πάλιν ἔγκλησιν ὑπομείνῃ, ὅτι Πόθεν ταῦτα λαβὼν λέγει; Εἰ δὲ μή γε καὶ αὐτὸς διαῤῥήδην βοᾷ· Διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν ἐκλεκτῶν ἀγγέλων.Καὶ ὅτι ἀποστέλλειν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ὁ Θεὸς Α τὸν ἄγγελον αὐτοῦ ἐπαγγέλλεται, εἰς τὸ καταπαῦσαι τὸν λαὸν μεμαθήκατε· οὗ τι ἂν ἐντιμότερον γένοιτ' ἄν; Καὶ ὁ μακάριος & Μιχαίας ἐν ὀπτασίᾳ έωρα- κέναι τὸν Θεὸν λέγει, καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ οὐρα τοῦ παρίστασθαι ἔμπροσθεν αὐτοῦ, καὶ χιλίας χιλιάδας λειτουργοῦντας αὐτῷ ὁ Δανιὴλ θεάσασθαι λέγει, καὶ παρεμβολὴν Θεοῦ ὁ Ἰακὼβ τὴν τῶν ἀγγέλων ὑπάν- τησιν ὀνομάζει. Καὶ μυρία ἄν τις εὕροι τὴν ἀκρο- τάτην δόξαν μαρτυρούσης τῆς θείας Γραφῆς ταῖς ουρανίοις δυνάμεσι. Τοῦ γὰρ Ἀποστόλου δεδοίκαμεν παραθέσθαι φωνήν, μὴ πάλιν ἔγκλησιν ὑπομείνῃ, ὅτι Πόθεν ταῦτα λαβὼν λέγει; Εἰ δὲ μή γε καὶ αὐτὸς διαρρήδην βοᾷ · Διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν εκλεκτῶν ἀγγέλων. Καὶ ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου φησὶ σημαίνεσθαι τὴν τοῦ Κυρίου παρουσίαν. Περὶ μὲν γάρτοι τῶν Χερουβίμ, ἢ τῶν Σεραφίμ, οὐδὲν δυνάμεθα λέγειν, διὰ τὸ μαθεῖν τὸν συγγραφέα παρὰ τοῦ Ἑβραίου· ὅστις καὶ ἔστιν ὁ παρ᾽ αὐτοῦ σημαινόμενος Εβραίος· ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τούτοις σεμνύνεται. Τίς οὖν ἄρα οὕτω τολ μηρός, ἵνα τῆς ἰδίας ἀξίας ἀποστάντας, καὶ κατά- πτωσιν ὑπομείναντας, ἐπὶ τοσαύτῃ δόξῃ μαρτυ- ρεῖσθαι ὑπὸ τοῦ Πνεύματος ἁγίου; . Εἰ δὲ δυνατοὶ ἰσχύϊ τυγχάνουσι ποιεῖν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ζητοῦσιν ἀπολέσθαι τοὺς ἀσεβεῖς διὰ τὴν πρὸς τὸ θεῖον εύνοιαν, καὶ ἔμπροσθεν παρίστα σθαι, καὶ λειτουργεῖν, καὶ ἐκ δεξιῶν εἶναι Θεοῦ ση μαίνονται, τίς ὁ ὑπὲρ ταῦτα φανταζόμενος, καὶ τῆς τοσαύτης αξιοπιστίας τὸ μεῖζον ἐννοῶν, μή σφόδρα παραπαίων, καὶ τῶν θείων Γραφῶν παρ' οὐδὲν λο- γιζόμενος τὰς μαρτυρίας; οὐδὲν γὰρ ἡμεῖς ἐπιδο ξότερον τούτων ἐννοεῖν δυνάμεθα, μήτιγε αὐτὸν τὸν Θεόν. ᾿Αλλὰ τὸ μὲν ἅγιον Πνεῦμα ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα περὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων δεδήλωκεν. Αὐτοὶ δὲ πόθεν μαθόντες, ὅτι τῆς πρώτης μακαριό τητος ἀποστάντες εἰς διάφορα τάγματα σωματο θέντες ἀπεμερίσθησαν, λεγέτωσαν. ᾿Αλλ᾿ ὁ διάβολος, φησὶν, δέδεικται, ὅτι τοιοῦτος μὲν οὐκ ἐκτίσθη, ἐξ ἰδίας δὲ πονηρίας εἰς τοῦτο κατέπεσε. Δῆλον οὖν, ὅτι κἀκεῖνοι ἐξ ἰδίας ἀνδραγαθίας εἰς τοῦτο ἦλθον. Αλλ' ἀποκρινέσθωσαν, τί ὄντες ἐξ ἀνδραγαθημά των ἰδίων πρὸς τοῦτο ἦλθον ; κρείττους οὗπέρ εἰσιν, * χείρους; ἀλλὰ πάντως ἐροῦσι, κρείττους, καὶ οὐχ ἁπλῶς κρείττους, ἀλλὰ πολὺ τὸ μέσον ὅσον ὁ προλαβὼν ἐδήλωσε λόγος. Αλλ' οὐδεὶς πώποτε ἐπὶ τὸ χεῖρον ἐξ ἀνδραγαθημάτων ἔρχεται, ἀλλὰ πολλοὶ ἐπὶ τὸ κρεῖττον. Εἰ οὖν ἐπὶ τὸ χεῖρον ἦλθον, ὦ βέλτιστος, ἐξ ἁμαρτιῶν, καὶ οὐκ ἐξ ἀνδραγαθημάτ των. Εἰ δὲ ἀνδραγαθίας ἔλαβον παρὰ τοῦ ἀγωνο- θέτου γέρας, δῆλον ὅτι μείζους ούπερ ἦσαν γεγόνα- οὐκ ἐλάττους. σιν, Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Γενέσει ζητουμέ νων. Πνευματικὴ δὲ ἡ τῶν ἀγγέλων οὐσία. Εἰ- κάζονται δὲ πολλάκις ἀνθρώπων ἰδέαις, πρὸς τὰς ὑποκειμένας χρείας μεταμορφούμενοι. Ἐκ τοῦ β' τῶν αὐτῶν. Αἰ τοῦ Θεοῦ πᾶσαι - ! ' PARALLELA RUPEFUCALDINA. B c D Unde didicialis Deum polliceri vice sua missu- rum angelum suum, qui populo requiem præberet: quo quid illustrius accidere queat? Insuper beatus Michæas (III Reg. xx11, 19) in visione Dominum a se conspectum dicit, cui omnes cœli virtutes astarent. Daniel quoque millia millium se vidisse ait, qui ipsi ministrarent (Dan. vul, 10), et Jacob angelorum occursum castra Dei nominavit (Gen. XXXI, 2). Ac sexcenta quis divinæ Scripturæ loca repererit, contestantis, eximia gloria coelestes vir- tutes præditas esse. Veremur enim Apostoli vocem afferre, ne rursum criminationi pateat, undenam scilicet eạ quæ dixit, habuerit. Alioqui vero ipse quoque palam clamat: Testificor coram Deo et Do- mino nostro Jesu Christo et electis angelis (11 Tim. IV, 1). Itemque in voce archangeli Domini adven- tum significari ait. Nihil enim de Cherubim et 'Se- raphim pronuntiare possumus, cum scriptor iste ab Hebræo didicerit (quisquis sit Hebræus ille quem significat) Filium et spiritum sanctum per hæc repræsentari. Ecquis igitur ejus audaciæ sit, ut asserat eos a propria gloria digressos lapsumque passos, in tali gloria esse a Spiritu sancto perhi- beri? Cæterum si potentes virtute sunt ad faciendam voluntatem Dei, atque impios perdere quærunt pro sua erga Denm dilectione, nec non coram astare, et ministrare, et a dextris Dei esse significantur, quis ille est qui supra hæc sibi alia Gingat, et quid- piam hac certitudine majus animo concipiat; nisi vehementer impingat, nihilique faciat divinarum Scripturarum testimonia? nihil enim his gloriosius cogitare possumus, præterquam ipsummet Deum. Atqui Spiritus sanctus hæc et similia de cœlesti- bus ordinibus manifesta fecit. Ipsi vero enarrent, a quonam didicerunt, angelos a prima sua felici- tate decedentes, in varias classes, corporibus acceptis, distributos esse? At diabolus factus est, inquit; quia, cum ejusmodi creatus non esset, in bunc statum suapte malitia cecidit. Perspicuum igitur est illos quoque ob sua recte facta ad cum gradum pervenisse. Verum respondeant, quil nam erant, dum ob sua recte facta illuc pervene- runt ? meliores quam nunc sunt, an pejores? on- nino dicturi sunt meliores : quinimo non simpli- citer meliores; sed longo illo intervallo, quanto in anterioribus ostensum est. Verum nemo unquam in deteriorem conditionem ob bonas actiones de- veniret, sed magis ad meliorem. Si ergo, o boni, ad deteriorem ceciderunt ; utique ob peccata, non ob præclare gesta. Quod si egregii facinoris mer- cedem a certaminum præside receperunt, mani- festum est eos majores quam ante erant evasisse, non inferiores. Philonis ex libro Quæstionum in Genesim. Spiritualis vero est angelorum substantia. Huna mas autem sæpe figuras ac species assumunt, mu- Lalis formis, juxta atque opus fuerit. Ex secundo̟ earumdem. Omnes Dei virtutes Digitized by - Google .
PG 96:506Καὶ ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου φησὶ σημαίνεσθαι τὴν τοῦ Κυρίου παρουσίαν. Περὶ μὲν γάρτοι τῶν Χερουβὶμ, ἢ τῶν Σεραφὶμ, οὐδὲν δυνάμεθα λέγειν, διὰ τὸ μαθεῖν τὸν συγγραφέα παρὰ τοῦ Ἑβραίου· ὅστις καὶ ἔστιν ὁ παρ’ αὐτοῦ σημαινόμενος Ἑβραῖος· ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τούτοις σεμνύνεται. Τίς οὖν ἄρα οὕτω τολμηρὸς, ἵνα τῆς ἰδίας ἀξίας ἀποστάντας, καὶ κατάπτωσιν ὑπομείναντας, ἐπὶ τοσαύτῃ δόξῃ μαρτυρεῖσθαι ὑπὸ τοῦ Πνεύματος ἁγίου; Εἰ δὲ δυνατοὶ ἰσχύϊ τυγχάνουσι ποιεῖν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ζητοῦσιν ἀπολέσθαι τοὺς ἀσεβεῖς διὰ τὴν πρὸς τὸ Θεῖον εὔνοιαν, καὶ ἔμπροσθεν παρίστασθαι, καὶ λειτουργεῖν, καὶ ἐκ δεξιῶν εἶναι Θεοῦ σημαίνονται, τίς ὁ ὑπὲρ ταῦτα φανταζόμενος, καὶ τῆς τοσαύτης ἀξιοπιστίας τὸ μεῖζον ἐννοῶν, μὴ σφόδρα παραπαίων, καὶ τῶν θείων Γραφῶν παρ’ οὐδὲν λογιζόμενος τὰς μαρτυρίας; οὐδὲν γὰρ ἡμεῖς ἐπιδοξότερον τούτων ἐννοεῖν δυνάμεθα, μήτιγε αὐτὸν τὸν Θεόν. Ἀλλὰ τὸ μὲν ἅγιον Πνεῦμα ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα περὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων δεδήλωκεν. Αὐτοὶ δὲ πόθεν μαθόντες, ὅτι τῆς πρώτης μακαριότητος ἀποστάντες εἰς διάφορα τάγματα σωματωθέντες ἀπεμερίσθησαν, λεγέτωσαν.Καὶ ὅτι ἀποστέλλειν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ὁ Θεὸς Α τὸν ἄγγελον αὐτοῦ ἐπαγγέλλεται, εἰς τὸ καταπαῦσαι τὸν λαὸν μεμαθήκατε· οὗ τι ἂν ἐντιμότερον γένοιτ' ἄν; Καὶ ὁ μακάριος & Μιχαίας ἐν ὀπτασίᾳ έωρα- κέναι τὸν Θεὸν λέγει, καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ οὐρα τοῦ παρίστασθαι ἔμπροσθεν αὐτοῦ, καὶ χιλίας χιλιάδας λειτουργοῦντας αὐτῷ ὁ Δανιὴλ θεάσασθαι λέγει, καὶ παρεμβολὴν Θεοῦ ὁ Ἰακὼβ τὴν τῶν ἀγγέλων ὑπάν- τησιν ὀνομάζει. Καὶ μυρία ἄν τις εὕροι τὴν ἀκρο- τάτην δόξαν μαρτυρούσης τῆς θείας Γραφῆς ταῖς ουρανίοις δυνάμεσι. Τοῦ γὰρ Ἀποστόλου δεδοίκαμεν παραθέσθαι φωνήν, μὴ πάλιν ἔγκλησιν ὑπομείνῃ, ὅτι Πόθεν ταῦτα λαβὼν λέγει; Εἰ δὲ μή γε καὶ αὐτὸς διαρρήδην βοᾷ · Διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν εκλεκτῶν ἀγγέλων. Καὶ ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου φησὶ σημαίνεσθαι τὴν τοῦ Κυρίου παρουσίαν. Περὶ μὲν γάρτοι τῶν Χερουβίμ, ἢ τῶν Σεραφίμ, οὐδὲν δυνάμεθα λέγειν, διὰ τὸ μαθεῖν τὸν συγγραφέα παρὰ τοῦ Ἑβραίου· ὅστις καὶ ἔστιν ὁ παρ᾽ αὐτοῦ σημαινόμενος Εβραίος· ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τούτοις σεμνύνεται. Τίς οὖν ἄρα οὕτω τολ μηρός, ἵνα τῆς ἰδίας ἀξίας ἀποστάντας, καὶ κατά- πτωσιν ὑπομείναντας, ἐπὶ τοσαύτῃ δόξῃ μαρτυ- ρεῖσθαι ὑπὸ τοῦ Πνεύματος ἁγίου; . Εἰ δὲ δυνατοὶ ἰσχύϊ τυγχάνουσι ποιεῖν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ζητοῦσιν ἀπολέσθαι τοὺς ἀσεβεῖς διὰ τὴν πρὸς τὸ θεῖον εύνοιαν, καὶ ἔμπροσθεν παρίστα σθαι, καὶ λειτουργεῖν, καὶ ἐκ δεξιῶν εἶναι Θεοῦ ση μαίνονται, τίς ὁ ὑπὲρ ταῦτα φανταζόμενος, καὶ τῆς τοσαύτης αξιοπιστίας τὸ μεῖζον ἐννοῶν, μή σφόδρα παραπαίων, καὶ τῶν θείων Γραφῶν παρ' οὐδὲν λο- γιζόμενος τὰς μαρτυρίας; οὐδὲν γὰρ ἡμεῖς ἐπιδο ξότερον τούτων ἐννοεῖν δυνάμεθα, μήτιγε αὐτὸν τὸν Θεόν. ᾿Αλλὰ τὸ μὲν ἅγιον Πνεῦμα ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα περὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων δεδήλωκεν. Αὐτοὶ δὲ πόθεν μαθόντες, ὅτι τῆς πρώτης μακαριό τητος ἀποστάντες εἰς διάφορα τάγματα σωματο θέντες ἀπεμερίσθησαν, λεγέτωσαν. ᾿Αλλ᾿ ὁ διάβολος, φησὶν, δέδεικται, ὅτι τοιοῦτος μὲν οὐκ ἐκτίσθη, ἐξ ἰδίας δὲ πονηρίας εἰς τοῦτο κατέπεσε. Δῆλον οὖν, ὅτι κἀκεῖνοι ἐξ ἰδίας ἀνδραγαθίας εἰς τοῦτο ἦλθον. Αλλ' ἀποκρινέσθωσαν, τί ὄντες ἐξ ἀνδραγαθημά των ἰδίων πρὸς τοῦτο ἦλθον ; κρείττους οὗπέρ εἰσιν, * χείρους; ἀλλὰ πάντως ἐροῦσι, κρείττους, καὶ οὐχ ἁπλῶς κρείττους, ἀλλὰ πολὺ τὸ μέσον ὅσον ὁ προλαβὼν ἐδήλωσε λόγος. Αλλ' οὐδεὶς πώποτε ἐπὶ τὸ χεῖρον ἐξ ἀνδραγαθημάτων ἔρχεται, ἀλλὰ πολλοὶ ἐπὶ τὸ κρεῖττον. Εἰ οὖν ἐπὶ τὸ χεῖρον ἦλθον, ὦ βέλτιστος, ἐξ ἁμαρτιῶν, καὶ οὐκ ἐξ ἀνδραγαθημάτ των. Εἰ δὲ ἀνδραγαθίας ἔλαβον παρὰ τοῦ ἀγωνο- θέτου γέρας, δῆλον ὅτι μείζους ούπερ ἦσαν γεγόνα- οὐκ ἐλάττους. σιν, Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Γενέσει ζητουμέ νων. Πνευματικὴ δὲ ἡ τῶν ἀγγέλων οὐσία. Εἰ- κάζονται δὲ πολλάκις ἀνθρώπων ἰδέαις, πρὸς τὰς ὑποκειμένας χρείας μεταμορφούμενοι. Ἐκ τοῦ β' τῶν αὐτῶν. Αἰ τοῦ Θεοῦ πᾶσαι - ! ' PARALLELA RUPEFUCALDINA. B c D Unde didicialis Deum polliceri vice sua missu- rum angelum suum, qui populo requiem præberet: quo quid illustrius accidere queat? Insuper beatus Michæas (III Reg. xx11, 19) in visione Dominum a se conspectum dicit, cui omnes cœli virtutes astarent. Daniel quoque millia millium se vidisse ait, qui ipsi ministrarent (Dan. vul, 10), et Jacob angelorum occursum castra Dei nominavit (Gen. XXXI, 2). Ac sexcenta quis divinæ Scripturæ loca repererit, contestantis, eximia gloria coelestes vir- tutes præditas esse. Veremur enim Apostoli vocem afferre, ne rursum criminationi pateat, undenam scilicet eạ quæ dixit, habuerit. Alioqui vero ipse quoque palam clamat: Testificor coram Deo et Do- mino nostro Jesu Christo et electis angelis (11 Tim. IV, 1). Itemque in voce archangeli Domini adven- tum significari ait. Nihil enim de Cherubim et 'Se- raphim pronuntiare possumus, cum scriptor iste ab Hebræo didicerit (quisquis sit Hebræus ille quem significat) Filium et spiritum sanctum per hæc repræsentari. Ecquis igitur ejus audaciæ sit, ut asserat eos a propria gloria digressos lapsumque passos, in tali gloria esse a Spiritu sancto perhi- beri? Cæterum si potentes virtute sunt ad faciendam voluntatem Dei, atque impios perdere quærunt pro sua erga Denm dilectione, nec non coram astare, et ministrare, et a dextris Dei esse significantur, quis ille est qui supra hæc sibi alia Gingat, et quid- piam hac certitudine majus animo concipiat; nisi vehementer impingat, nihilique faciat divinarum Scripturarum testimonia? nihil enim his gloriosius cogitare possumus, præterquam ipsummet Deum. Atqui Spiritus sanctus hæc et similia de cœlesti- bus ordinibus manifesta fecit. Ipsi vero enarrent, a quonam didicerunt, angelos a prima sua felici- tate decedentes, in varias classes, corporibus acceptis, distributos esse? At diabolus factus est, inquit; quia, cum ejusmodi creatus non esset, in bunc statum suapte malitia cecidit. Perspicuum igitur est illos quoque ob sua recte facta ad cum gradum pervenisse. Verum respondeant, quil nam erant, dum ob sua recte facta illuc pervene- runt ? meliores quam nunc sunt, an pejores? on- nino dicturi sunt meliores : quinimo non simpli- citer meliores; sed longo illo intervallo, quanto in anterioribus ostensum est. Verum nemo unquam in deteriorem conditionem ob bonas actiones de- veniret, sed magis ad meliorem. Si ergo, o boni, ad deteriorem ceciderunt ; utique ob peccata, non ob præclare gesta. Quod si egregii facinoris mer- cedem a certaminum præside receperunt, mani- festum est eos majores quam ante erant evasisse, non inferiores. Philonis ex libro Quæstionum in Genesim. Spiritualis vero est angelorum substantia. Huna mas autem sæpe figuras ac species assumunt, mu- Lalis formis, juxta atque opus fuerit. Ex secundo̟ earumdem. Omnes Dei virtutes Digitized by - Google .
Ἀλλ’ ὁ διάβολος, φησὶν, δέδεικται, ὅτι τοιοῦτος μὲν οὐκ ἐκτίσθη, ἐξ ἰδίας δὲ πονηρίας εἰς τοῦτο κατέπεσε. Δῆλον οὖν, ὅτι κἀκεῖνοι ἐξ ἰδίας ἀνδραγαθίας εἰς τοῦτο ἦλθον. Ἀλλ’ ἀποκρινέσθωσαν, τί ὄντες ἐξ ἀνδραγαθημάτων ἰδίων πρὸς τοῦτο ἦλθον; κρείττους οὗπέρ εἰσιν, ἢ χείρους; ἀλλὰ πάντως ἐροῦσι, κρείττους, καὶ οὐχ ἁπλῶς κρείττους, ἀλλὰ πολὺ τὸ μέσον ὅσον ὁ προλαβὼν ἐδήλωσε λόγος. Ἀλλ’ οὐδεὶς πώποτε ἐπὶ τὸ χεῖρον ἐξ ἀνδραγαθημάτων ἔρχεται. ἀλλὰ πολλοὶ ἐπὶ τὸ κρεῖττον. Εἰ οὖν ἐπὶ τὸ χεῖρον ἦλθον, ὦ βέλτιστοι, ἐξ ἁμαρτιῶν, καὶ οὐκ ἐξ ἀνδραγαθημάτων. Εἰ δὲ ἀνδραγαθίας ἔλαβον παρὰ τοῦ ἀγωνοθέτου γέρας, δῆλον ὅτι μείζους οὗπερ ἦσαν γεγόνασιν, οὐκ ἐλάττους. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α τῶν ἐν Γενέσει Ζητουμένων. Πνευματικὴ δὲ ἡ τῶν ἀγγέλων οὐσία. Εἰκάζονται δὲ πολλάκις ἀνθρώπων ἰδέαις, πρὸς τὰς ὑποκειμένας χρείας μεταμορφούμενοι. Ἐκ τοῦ β τῶν αὐτῶν. Αἱ τοῦ Θεοῦ πᾶσαι δυνάμεις πτεροφυοῦσι τὴν ἄνω πρὸς τὸν Πατέρα ὁδὸν γλιχόμεναί τε καὶ ἐφιέμεναι. ΤΙΤΛ. Ο. Περὶ αἱρετικῶν, καὶ τῶν περὶ τὴν πίστιν λογομαχούντων·Καὶ ὅτι ἀποστέλλειν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ὁ Θεὸς Α τὸν ἄγγελον αὐτοῦ ἐπαγγέλλεται, εἰς τὸ καταπαῦσαι τὸν λαὸν μεμαθήκατε· οὗ τι ἂν ἐντιμότερον γένοιτ' ἄν; Καὶ ὁ μακάριος & Μιχαίας ἐν ὀπτασίᾳ έωρα- κέναι τὸν Θεὸν λέγει, καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ οὐρα τοῦ παρίστασθαι ἔμπροσθεν αὐτοῦ, καὶ χιλίας χιλιάδας λειτουργοῦντας αὐτῷ ὁ Δανιὴλ θεάσασθαι λέγει, καὶ παρεμβολὴν Θεοῦ ὁ Ἰακὼβ τὴν τῶν ἀγγέλων ὑπάν- τησιν ὀνομάζει. Καὶ μυρία ἄν τις εὕροι τὴν ἀκρο- τάτην δόξαν μαρτυρούσης τῆς θείας Γραφῆς ταῖς ουρανίοις δυνάμεσι. Τοῦ γὰρ Ἀποστόλου δεδοίκαμεν παραθέσθαι φωνήν, μὴ πάλιν ἔγκλησιν ὑπομείνῃ, ὅτι Πόθεν ταῦτα λαβὼν λέγει; Εἰ δὲ μή γε καὶ αὐτὸς διαρρήδην βοᾷ · Διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν εκλεκτῶν ἀγγέλων. Καὶ ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου φησὶ σημαίνεσθαι τὴν τοῦ Κυρίου παρουσίαν. Περὶ μὲν γάρτοι τῶν Χερουβίμ, ἢ τῶν Σεραφίμ, οὐδὲν δυνάμεθα λέγειν, διὰ τὸ μαθεῖν τὸν συγγραφέα παρὰ τοῦ Ἑβραίου· ὅστις καὶ ἔστιν ὁ παρ᾽ αὐτοῦ σημαινόμενος Εβραίος· ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τούτοις σεμνύνεται. Τίς οὖν ἄρα οὕτω τολ μηρός, ἵνα τῆς ἰδίας ἀξίας ἀποστάντας, καὶ κατά- πτωσιν ὑπομείναντας, ἐπὶ τοσαύτῃ δόξῃ μαρτυ- ρεῖσθαι ὑπὸ τοῦ Πνεύματος ἁγίου; . Εἰ δὲ δυνατοὶ ἰσχύϊ τυγχάνουσι ποιεῖν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ζητοῦσιν ἀπολέσθαι τοὺς ἀσεβεῖς διὰ τὴν πρὸς τὸ θεῖον εύνοιαν, καὶ ἔμπροσθεν παρίστα σθαι, καὶ λειτουργεῖν, καὶ ἐκ δεξιῶν εἶναι Θεοῦ ση μαίνονται, τίς ὁ ὑπὲρ ταῦτα φανταζόμενος, καὶ τῆς τοσαύτης αξιοπιστίας τὸ μεῖζον ἐννοῶν, μή σφόδρα παραπαίων, καὶ τῶν θείων Γραφῶν παρ' οὐδὲν λο- γιζόμενος τὰς μαρτυρίας; οὐδὲν γὰρ ἡμεῖς ἐπιδο ξότερον τούτων ἐννοεῖν δυνάμεθα, μήτιγε αὐτὸν τὸν Θεόν. ᾿Αλλὰ τὸ μὲν ἅγιον Πνεῦμα ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα περὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων δεδήλωκεν. Αὐτοὶ δὲ πόθεν μαθόντες, ὅτι τῆς πρώτης μακαριό τητος ἀποστάντες εἰς διάφορα τάγματα σωματο θέντες ἀπεμερίσθησαν, λεγέτωσαν. ᾿Αλλ᾿ ὁ διάβολος, φησὶν, δέδεικται, ὅτι τοιοῦτος μὲν οὐκ ἐκτίσθη, ἐξ ἰδίας δὲ πονηρίας εἰς τοῦτο κατέπεσε. Δῆλον οὖν, ὅτι κἀκεῖνοι ἐξ ἰδίας ἀνδραγαθίας εἰς τοῦτο ἦλθον. Αλλ' ἀποκρινέσθωσαν, τί ὄντες ἐξ ἀνδραγαθημά των ἰδίων πρὸς τοῦτο ἦλθον ; κρείττους οὗπέρ εἰσιν, * χείρους; ἀλλὰ πάντως ἐροῦσι, κρείττους, καὶ οὐχ ἁπλῶς κρείττους, ἀλλὰ πολὺ τὸ μέσον ὅσον ὁ προλαβὼν ἐδήλωσε λόγος. Αλλ' οὐδεὶς πώποτε ἐπὶ τὸ χεῖρον ἐξ ἀνδραγαθημάτων ἔρχεται, ἀλλὰ πολλοὶ ἐπὶ τὸ κρεῖττον. Εἰ οὖν ἐπὶ τὸ χεῖρον ἦλθον, ὦ βέλτιστος, ἐξ ἁμαρτιῶν, καὶ οὐκ ἐξ ἀνδραγαθημάτ των. Εἰ δὲ ἀνδραγαθίας ἔλαβον παρὰ τοῦ ἀγωνο- θέτου γέρας, δῆλον ὅτι μείζους ούπερ ἦσαν γεγόνα- οὐκ ἐλάττους. σιν, Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Γενέσει ζητουμέ νων. Πνευματικὴ δὲ ἡ τῶν ἀγγέλων οὐσία. Εἰ- κάζονται δὲ πολλάκις ἀνθρώπων ἰδέαις, πρὸς τὰς ὑποκειμένας χρείας μεταμορφούμενοι. Ἐκ τοῦ β' τῶν αὐτῶν. Αἰ τοῦ Θεοῦ πᾶσαι - ! ' PARALLELA RUPEFUCALDINA. B c D Unde didicialis Deum polliceri vice sua missu- rum angelum suum, qui populo requiem præberet: quo quid illustrius accidere queat? Insuper beatus Michæas (III Reg. xx11, 19) in visione Dominum a se conspectum dicit, cui omnes cœli virtutes astarent. Daniel quoque millia millium se vidisse ait, qui ipsi ministrarent (Dan. vul, 10), et Jacob angelorum occursum castra Dei nominavit (Gen. XXXI, 2). Ac sexcenta quis divinæ Scripturæ loca repererit, contestantis, eximia gloria coelestes vir- tutes præditas esse. Veremur enim Apostoli vocem afferre, ne rursum criminationi pateat, undenam scilicet eạ quæ dixit, habuerit. Alioqui vero ipse quoque palam clamat: Testificor coram Deo et Do- mino nostro Jesu Christo et electis angelis (11 Tim. IV, 1). Itemque in voce archangeli Domini adven- tum significari ait. Nihil enim de Cherubim et 'Se- raphim pronuntiare possumus, cum scriptor iste ab Hebræo didicerit (quisquis sit Hebræus ille quem significat) Filium et spiritum sanctum per hæc repræsentari. Ecquis igitur ejus audaciæ sit, ut asserat eos a propria gloria digressos lapsumque passos, in tali gloria esse a Spiritu sancto perhi- beri? Cæterum si potentes virtute sunt ad faciendam voluntatem Dei, atque impios perdere quærunt pro sua erga Denm dilectione, nec non coram astare, et ministrare, et a dextris Dei esse significantur, quis ille est qui supra hæc sibi alia Gingat, et quid- piam hac certitudine majus animo concipiat; nisi vehementer impingat, nihilique faciat divinarum Scripturarum testimonia? nihil enim his gloriosius cogitare possumus, præterquam ipsummet Deum. Atqui Spiritus sanctus hæc et similia de cœlesti- bus ordinibus manifesta fecit. Ipsi vero enarrent, a quonam didicerunt, angelos a prima sua felici- tate decedentes, in varias classes, corporibus acceptis, distributos esse? At diabolus factus est, inquit; quia, cum ejusmodi creatus non esset, in bunc statum suapte malitia cecidit. Perspicuum igitur est illos quoque ob sua recte facta ad cum gradum pervenisse. Verum respondeant, quil nam erant, dum ob sua recte facta illuc pervene- runt ? meliores quam nunc sunt, an pejores? on- nino dicturi sunt meliores : quinimo non simpli- citer meliores; sed longo illo intervallo, quanto in anterioribus ostensum est. Verum nemo unquam in deteriorem conditionem ob bonas actiones de- veniret, sed magis ad meliorem. Si ergo, o boni, ad deteriorem ceciderunt ; utique ob peccata, non ob præclare gesta. Quod si egregii facinoris mer- cedem a certaminum præside receperunt, mani- festum est eos majores quam ante erant evasisse, non inferiores. Philonis ex libro Quæstionum in Genesim. Spiritualis vero est angelorum substantia. Huna mas autem sæpe figuras ac species assumunt, mu- Lalis formis, juxta atque opus fuerit. Ex secundo̟ earumdem. Omnes Dei virtutes Digitized by - Google .
PG 96:507καὶ ὅτι οὐ χρὴ τὰς συλλαβὰς καὶ τὰ ὀνόματα περισκοπεῖν, ἀλλὰ τὸν νοῦν καὶ τὴν διάνοιαν τῶν δογμάτων, καὶ μὴ ταράττειν τὰ τῆς Ἐκκλησίας θεοπαράδοτα λόγια. Ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου. Τοὺς μερισμοὺς φεύγετε, ὡς ἀρχὴν κακῶν. Εἰώθασί τινες δόλῳ πονηρῷ τὸ ὄνομα Χριστοῦ περιφέρειν, ἄλλα τινὰ πράσσοντες ἀνάξια Θεοῦ, οὓς δεῖ ὑμᾶς ὡς θηρία ἐκκλίνειν. Εἰσὶ γὰρ κύνες λυσσῶντες λαθροδῆκται· οὓς δεῖ ὑμᾶς φυλάσσεσθαι ὄντας δυσθεραπεύτους. Μηδεὶς πλανάσθω. Ἐὰν μή τις ᾖ ἐντὸς τοῦ θυσιαστηρίου, ὑστερεῖται τοῦ ἄρτου τοῦ Θεοῦ. Εἰ γὰρ ἑνὸς καὶ δευτέρου προσευχὴ τοσαύτην ἰσχὺν ἔχει, πόσῳ μᾶλλον ἥ τε τοῦ ἐπισκόπου, καὶ πάσης τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ οὖν μὴ ἐρχόμενος ἐπὶ τὸ αὐτὸ, οὗτος ἤδη ὑπερηφανεῖ, καὶ ἑαυτὸν διακρίνει. Γέγραπται δέ· Ὑπερηφάνοις ὁ Θεὸς ἀντιτάςσεται. Μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου· οἰκοφθόροι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν. Εἰ οὖν οἱ κατὰ σάρκα ταῦτα πάσχοντες ἀπέθνησκον, πόσῳ μᾶλλον ἐὰν πίστιν ἐν κακοδιδασκαλίᾳ φθερεῖ, ὑπὲρ ἧς Ἰησοῦς Χριστὸς ἐσταυρώθη; Ὅτι οὗτος ῥυπαρὸς γενόμενος, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον χωρήσει, ὁμοίως καὶ ὁ ἀκούων αὐτοῦ.Α δυνάμεις πτεροφυοῦσε τὴν ἄνω πρὸς τὸν Πατέρα ὁδὸν γλιχόμεναί τε καὶ ἐφιέμεναι. - ΠΟΠ Περὶ αἱρετικῶν, καὶ τῶν περὶ τὴν πίστιν λογομαχούντων καὶ ὅτι οὐ χρή τὰς συλλαβὰς καὶ τὰ ὀνόματα περισκοπεῖν, ἀλλὰ τὸν νοῦν καὶ τὴν διάνοιαν τῶν δογ μάτων, καὶ μὴ ταράττειν τὰ τῆς Ἐκκλησίας Θεοπαράδοτα λόγια. - Εκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Ιγνατίου τοῦ θεοφόρου. – Τοὺς μερισμούς φεύ- γετε (18), ὡς ἀρχὴν κακῶν. Ειώθασί τινες δόλῳ πονηρῷ τὸ ὄνομα Χριστοῦ περιφέρειν, άλλα τινὰ πράσσοντες ἀνάξια Θεοῦ, οὓς δεῖ ὑμᾶς ὡς θηρία εκ κλίνειν. Εἰσὶ γὰρ κύνας λυσσώντες λαθροδικται· οὖς δεῖ ὑμᾶς φυλάσσεσθαι όντας δυσθεραπεύτους. Μηδεὶς πλανάσθω. Ἐὰν μή τις ᾗ ἐντὸς τοῦ δυο σιαστηρίου, ὑστερείται τοῦ ἄρτου τοῦ Θεοῦ. Εἰ γὰρ ἑνὸς καὶ δευτέρου προσευχή τοσαύτην ἰσχὺν ἔχει, πόσῳ μᾶλλον ἢ τε τοῦ ἐπισκόπου, καὶ πάσης τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ οὖν μὴ ἐρχόμενος ἐπὶ τὸ αὐτό, Ο οὗτος ἤδη ὑπερηφανεῖ, καὶ ἑαυτὸν διακρίνει. Γέγραπται δέ· Υπερηφάνοις ὁ Θεὸς ἀντιστ σεται. Μὴ πλανάσθε, ἀδελφοί μου αποφθόρος βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν. Εἰ οὖν οἱ κατὰ σάρκα ταῦτα πάσχοντες ἀπέθνησκον, πόσω μᾶλλον ἐὰν πίστιν ἐν κακοδιδασκαλία φθεροί (19), ὑπὲρ ης της σοῦς Χριστὸς ἐσταυρώθη; Ὅτι οὗτος ρυπαρός γενό- μενος, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον χωρήσει, ὁμοίως καὶ ὁ ἀκούων αὐτοῦ. - Εκ τῆς πρὸς Τραλλαεῖς ἐπιστολῆς. Παρα- καλῶ ὑμᾶς, οὐκ ἐγώ, ἀλλ' ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μόνῃ τῇ Χριστιανική τροφή χρή σθαι· ἀλλοτρίας δὲ βοτάνης ἀπέχεσθαι, ἥτις ἐστὶν αἵρεσις. Καὶ παρεμπλέκουσιν (20) Ἰησοῦν Χρι στὸν καταξιοπιστευόμενοι (21), ὥσπερ θανάσιμον φάρμακον διδόντες μετ' οινομέλιτος, ἅπερ ὁ ἀγνοῶν, ἡδέως λαμβάνει, ἐν ἡδονῇ κακῇ τὸ ἀποθανεῖν. Φο λάσσεσθε οὖν τοὺς τοιούτους. Ἐκ τῆς αὐτῆς. Φεύγετε τὰς κακὰς παρα φυάδας, τὰς γεννώσεις καρπόν θανατηφόρον, εξ ἐὰν γεύσηταί τις παραυτίκα ἀποθνήσκει. Οὗτοι γάρ οὐκ εἰσὶ φυτεία τοῦ πνεύματος. - - Ἐκ τῆς πρὸς Φιλαδελφίους ἐπιστολῆς. – Απέχεσθε τῶν κακῶν βοτανών, ὧν Χριστὸς Ἰη- σοῦς γεωργεῖ, διὰ τὸ μὴ εἶναι αὐτοὺς φυτείαν τοῦ Πατρός. Μη πλανάσθε, ἀδελφοί μου· εἴ τις σχίζοντι ἀκολουθεῖ, βασιλείων Θεοῦ οὐ κληρονομεί. - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου και ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Ανα κρινεῖ δὲ τὸ θεῖον τοὺς τὰ σχίσματα, κ. τ. έ. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ δευτέρου. — Αμεινον καὶ συμφερέστερον, κ. τ. έ. ΝΟΤΑ. τοὺς μερισμοὺς φεύγετε, ὡς ἀρχὴν κακῶν. - καὶ παρεμπλέκουδι τὸν ἐν: με τὸν ἴον, γν. S. JOANNIS DAMASCENI pennas cdum, viam superioren versus Patrem ap- petentes ac desiderantes. TIT. LXXVI. De hæreticis, et iis qui de fide disputant quodque non oporteat syllabas et vo- cabula scrupulosius inspicere, sed sensum dogma- tum, neque tradita a Deo Eeclesia oracula per- turbare. Ex S. Ignatii Deiferi epistola ad Ephesios. - Fugite divisiones, uti malorum iuitia. Solent aliqui malo dolo Christi nomen ferre, alia quædam in- digna Deo factitantes : a quibus vos oportet tan- quam a feris declinare. Sunt enim rabiosi canes cla'u mardentes: a quibus vos debetis cavere, ceu qui difficile mansuescant. - Abil. Nullus erret Si quis non est intra al tare, Dei pane privatur. Si enim unius et alterius eratio tantum virtutis habet; quanto magis episco- pi, et omnis Ecclesia. Qui ergo simul non cone- nit, hic jam superbus est, ac seipsum dijudicat. Scriptum est enim : Deus superbis resistit (Prov. 11, 34; Jac. iv, 6). - ibid. Nolite errare, fratres mei; corruptores domorum regnum Dei non possidebunt. Si ergo qui hæc secundum carnem patiuntur, mortui sunt, quanto magis si fidem aliena doctrina labefactet, propter quam Jesus crucifixus fuit. Quoniam hic contracta sorde, in ignem inexstinctum abibit, quemadmodum et qui ipsum auscultat. - Hortor vos, Ex Epistola ad Trallenses. ego, sed gratia Domini nostri Jesu Christi, solo Christianorum cibo uti: ab extranea vero herba abstinere, quæ est hæresis. Et venenum perperam implicant, cum juxta alque digni sunt, fidem ba- heant; utpote qui mortiferum pharmacum una 'cum mulso præbeant, quod qui nesciat, libenter accipit, ut in delectatione mala moriatur. Obser- vemini igitur a talibus. - Ex eadem. Fugite malas propagines, quæ mortiferum fructum generant, quem si guslet aliquis, statim moritur. Isti enim non sunt planin- tio spiritus. - Ex epistola ad Philadelphienses. A malis ber- bis abstinete, quas Jesus Christus non colit, pro- pterea quod nou ipsi sunt plantatio Patris. Ne erretis, fratres mei, si quis cum qui scissionem facit sequitur, regnum Dei haereditate non possi- debit. S. Irenæi ex quarta redargutione et eversione fulsi nominis scientiæ. Dijudicabit autem Deus eos, qui schismata faciunt, etc. - Ejusdem ex libro 11. Melius et conducibilius est, etc. - & C D - TITA. OG'. cis sincere editionis epistolarum Ignatii, in qua tamen, uti nec in interpolatis, leguntur haec verba, interpolata epistola sic lego, librarius acceperit, pro v (18) lked aecepta congestaque sunt ex variis in- (19) Lege : φθείρη (20) Edit. οι καιροί παρ'. utraque corrupte : ex (21) Edil. κατ' ἀξίαν.
PG 96:508Ἐκ τῆς πρὸς Τραλλαεῖς ἐπιστολῆς. Παρακαλῶ ὑμᾶς, οὐκ ἐγὼ, ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μόνῃ τῇ Χριστιανικῇ τροφῇ χρῆσθαι· ἀλλοτρίας δὲ βοτάνης ἀπέχεσθαι, ἥτις ἐστὶν αἵρεσις. Καὶ παρεμπλέκουσιν Ἰησοῦν Χριστὸν καταξιοπιστευόμενοι, ὥσπερ θανάσιμον φάρμακον διδόντες μετ’ οἰνομέλιτος, ὅπερ ὁ ἀγνοῶν, ἡδέως λαμβάνει, ἐν ἡδονῇ κακῇ τὸ ἀποθανεῖν. Φυλάσσεσθε οὖν τοὺς τοιούτους. Ἐκ τῆς αὐτῆς. Φεύγετε τὰς κακὰς παραφυάδας, τὰς γεννώσας καρπὸν θανατηφόρον, οὗ ἐὰν γεύσηταί τις παραυτίκα ἀποθνήσκει. Οὗτοι γὰρ οὐκ εἰσὶ φυτεία τοῦ πνεύματος. Ἐκ τῆς πρὸς Φιλαδελφίους ἐπιστολῆς. Ἀπέχεσθε τῶν κακῶν βοτανῶν, ὧν Χριστὸς Ἰησοῦς γεωργεῖ, διὰ τὸ μὴ εἶναι αὐτοὺς φυτείαν τοῦ Πατρός. Μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου· εἴ τις σχίζοντι ἀκολουθεῖ, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομεῖ. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Ἀνακρινεῖ δὲ τὸ Θεῖον τοὺς τὰ σχίσματα, κ. τ. ἑ. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ δευτέρου. Ἄμεινον καὶ συμφερέστερον, κ. τ. ἑ. Τοῦ ἁγίου Ἰουλίου ἐπισκόπου Ῥώμης, ἐκ τῆς πρὸς Διονύσιον ἐπιστολῆς.Α δυνάμεις πτεροφυοῦσε τὴν ἄνω πρὸς τὸν Πατέρα ὁδὸν γλιχόμεναί τε καὶ ἐφιέμεναι. - ΠΟΠ Περὶ αἱρετικῶν, καὶ τῶν περὶ τὴν πίστιν λογομαχούντων καὶ ὅτι οὐ χρή τὰς συλλαβὰς καὶ τὰ ὀνόματα περισκοπεῖν, ἀλλὰ τὸν νοῦν καὶ τὴν διάνοιαν τῶν δογ μάτων, καὶ μὴ ταράττειν τὰ τῆς Ἐκκλησίας Θεοπαράδοτα λόγια. - Εκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Ιγνατίου τοῦ θεοφόρου. – Τοὺς μερισμούς φεύ- γετε (18), ὡς ἀρχὴν κακῶν. Ειώθασί τινες δόλῳ πονηρῷ τὸ ὄνομα Χριστοῦ περιφέρειν, άλλα τινὰ πράσσοντες ἀνάξια Θεοῦ, οὓς δεῖ ὑμᾶς ὡς θηρία εκ κλίνειν. Εἰσὶ γὰρ κύνας λυσσώντες λαθροδικται· οὖς δεῖ ὑμᾶς φυλάσσεσθαι όντας δυσθεραπεύτους. Μηδεὶς πλανάσθω. Ἐὰν μή τις ᾗ ἐντὸς τοῦ δυο σιαστηρίου, ὑστερείται τοῦ ἄρτου τοῦ Θεοῦ. Εἰ γὰρ ἑνὸς καὶ δευτέρου προσευχή τοσαύτην ἰσχὺν ἔχει, πόσῳ μᾶλλον ἢ τε τοῦ ἐπισκόπου, καὶ πάσης τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ οὖν μὴ ἐρχόμενος ἐπὶ τὸ αὐτό, Ο οὗτος ἤδη ὑπερηφανεῖ, καὶ ἑαυτὸν διακρίνει. Γέγραπται δέ· Υπερηφάνοις ὁ Θεὸς ἀντιστ σεται. Μὴ πλανάσθε, ἀδελφοί μου αποφθόρος βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν. Εἰ οὖν οἱ κατὰ σάρκα ταῦτα πάσχοντες ἀπέθνησκον, πόσω μᾶλλον ἐὰν πίστιν ἐν κακοδιδασκαλία φθεροί (19), ὑπὲρ ης της σοῦς Χριστὸς ἐσταυρώθη; Ὅτι οὗτος ρυπαρός γενό- μενος, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον χωρήσει, ὁμοίως καὶ ὁ ἀκούων αὐτοῦ. - Εκ τῆς πρὸς Τραλλαεῖς ἐπιστολῆς. Παρα- καλῶ ὑμᾶς, οὐκ ἐγώ, ἀλλ' ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μόνῃ τῇ Χριστιανική τροφή χρή σθαι· ἀλλοτρίας δὲ βοτάνης ἀπέχεσθαι, ἥτις ἐστὶν αἵρεσις. Καὶ παρεμπλέκουσιν (20) Ἰησοῦν Χρι στὸν καταξιοπιστευόμενοι (21), ὥσπερ θανάσιμον φάρμακον διδόντες μετ' οινομέλιτος, ἅπερ ὁ ἀγνοῶν, ἡδέως λαμβάνει, ἐν ἡδονῇ κακῇ τὸ ἀποθανεῖν. Φο λάσσεσθε οὖν τοὺς τοιούτους. Ἐκ τῆς αὐτῆς. Φεύγετε τὰς κακὰς παρα φυάδας, τὰς γεννώσεις καρπόν θανατηφόρον, εξ ἐὰν γεύσηταί τις παραυτίκα ἀποθνήσκει. Οὗτοι γάρ οὐκ εἰσὶ φυτεία τοῦ πνεύματος. - - Ἐκ τῆς πρὸς Φιλαδελφίους ἐπιστολῆς. – Απέχεσθε τῶν κακῶν βοτανών, ὧν Χριστὸς Ἰη- σοῦς γεωργεῖ, διὰ τὸ μὴ εἶναι αὐτοὺς φυτείαν τοῦ Πατρός. Μη πλανάσθε, ἀδελφοί μου· εἴ τις σχίζοντι ἀκολουθεῖ, βασιλείων Θεοῦ οὐ κληρονομεί. - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου και ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Ανα κρινεῖ δὲ τὸ θεῖον τοὺς τὰ σχίσματα, κ. τ. έ. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ δευτέρου. — Αμεινον καὶ συμφερέστερον, κ. τ. έ. ΝΟΤΑ. τοὺς μερισμοὺς φεύγετε, ὡς ἀρχὴν κακῶν. - καὶ παρεμπλέκουδι τὸν ἐν: με τὸν ἴον, γν. S. JOANNIS DAMASCENI pennas cdum, viam superioren versus Patrem ap- petentes ac desiderantes. TIT. LXXVI. De hæreticis, et iis qui de fide disputant quodque non oporteat syllabas et vo- cabula scrupulosius inspicere, sed sensum dogma- tum, neque tradita a Deo Eeclesia oracula per- turbare. Ex S. Ignatii Deiferi epistola ad Ephesios. - Fugite divisiones, uti malorum iuitia. Solent aliqui malo dolo Christi nomen ferre, alia quædam in- digna Deo factitantes : a quibus vos oportet tan- quam a feris declinare. Sunt enim rabiosi canes cla'u mardentes: a quibus vos debetis cavere, ceu qui difficile mansuescant. - Abil. Nullus erret Si quis non est intra al tare, Dei pane privatur. Si enim unius et alterius eratio tantum virtutis habet; quanto magis episco- pi, et omnis Ecclesia. Qui ergo simul non cone- nit, hic jam superbus est, ac seipsum dijudicat. Scriptum est enim : Deus superbis resistit (Prov. 11, 34; Jac. iv, 6). - ibid. Nolite errare, fratres mei; corruptores domorum regnum Dei non possidebunt. Si ergo qui hæc secundum carnem patiuntur, mortui sunt, quanto magis si fidem aliena doctrina labefactet, propter quam Jesus crucifixus fuit. Quoniam hic contracta sorde, in ignem inexstinctum abibit, quemadmodum et qui ipsum auscultat. - Hortor vos, Ex Epistola ad Trallenses. ego, sed gratia Domini nostri Jesu Christi, solo Christianorum cibo uti: ab extranea vero herba abstinere, quæ est hæresis. Et venenum perperam implicant, cum juxta alque digni sunt, fidem ba- heant; utpote qui mortiferum pharmacum una 'cum mulso præbeant, quod qui nesciat, libenter accipit, ut in delectatione mala moriatur. Obser- vemini igitur a talibus. - Ex eadem. Fugite malas propagines, quæ mortiferum fructum generant, quem si guslet aliquis, statim moritur. Isti enim non sunt planin- tio spiritus. - Ex epistola ad Philadelphienses. A malis ber- bis abstinete, quas Jesus Christus non colit, pro- pterea quod nou ipsi sunt plantatio Patris. Ne erretis, fratres mei, si quis cum qui scissionem facit sequitur, regnum Dei haereditate non possi- debit. S. Irenæi ex quarta redargutione et eversione fulsi nominis scientiæ. Dijudicabit autem Deus eos, qui schismata faciunt, etc. - Ejusdem ex libro 11. Melius et conducibilius est, etc. - & C D - TITA. OG'. cis sincere editionis epistolarum Ignatii, in qua tamen, uti nec in interpolatis, leguntur haec verba, interpolata epistola sic lego, librarius acceperit, pro v (18) lked aecepta congestaque sunt ex variis in- (19) Lege : φθείρη (20) Edit. οι καιροί παρ'. utraque corrupte : ex (21) Edil. κατ' ἀξίαν.
PG 96:509Τὸ μὲν γὰρ τοῖς δόγμασι διαφωνοῦντας τοῖς ῥήμασι προσποιεῖσθαι συμφωνεῖν, ἀσεβές· τὸ δὲ τοῖς δόγμασι συμφωνοῦντας ἐν τοῖς ῥήμασι διαφέρεσθαι, μάταιον καὶ μωρόν. Τοῦτο οὖν συμφωνούμενον ἔχοντες, ὅτι Θεὸς ἔνσαρκος ὁ Κύριος, καὶ ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἐκ γῆς, ὁ αὐτὸς τῇ μορφῇ δοῦλος, καὶ τῇ δυνάμει Θεὸς, μενέτωσαν ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ μὴ μάτην διαφερέσθωσαν, μηδὲ εἰς τὴν τῶν αἱρετικῶν λογομαχίαν ἐκπιπτέτωσαν. Ταῦτα δὲ οὕτως φρονοῦντες, μενέτωσαν ἐν ἡσυχίᾳ, τὰς περιττὰς ζητήσεις ἐκκλίνοντες, καὶ ῥήματος ἕνεκεν, μὴ διαιρούμενοι, ὁπότε τὰ δόγματα συμφωνεῖται. Τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου τοῦ θαυματουργοῦ, ἐκ τοῦ περὶ σαρκώσεως καὶ πίστεως. Σιγάτωσαν τοιγαροῦν αἱ περὶ τῶν λόγων μάταιαι ζητήσεις, Ἡ γὰρ τοῦ Θεοῦ βασιλεία οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ’ ἐν ἀποκαλύψει δυνάμεως. Τοῦ αὐτοῦ (Γρηγορίου τοῦ Νύσσης) ἐκ τοῦ περὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει καταστάσεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ἀφέντες οἱ ἄνθρωποι τὸ κατατρυφᾷν τοῦ Κυρίου, κ. τ. ἑ. Τοῦ αὐτοῦ εἰς τό· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός. Τί τὸ πιστεύειν ἀφέντες, τεχνολογοῦμεν τὴν πίστιν, καὶ πληροῦμεν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κοινοῦ δυσμενοῦς;είκη.. - Τοῦ ἁγίου Ιουλίου (22) ἐπισκόπου Ρώμης, ἐκ Α. 3. Τὸ μὲν γὰρ τῆς πρὸς Διονύσιον ἐπιστολῆς. τοῖς δόγμασι διαφωνοῦντας τοῖς ῥήμασι προσποιεῖ- σθαι συμφωνεῖν, ἀσεβές· τὸ δὲ τοῖς δόγμασι συμ φωνοῦντας ἐν τοῖς βήμασι διαφέρεσθαι, μάταιον καὶ μωρόν. Τοῦτο οὖν συμφωνούμενον ἔχοντες, ὅτι θεὸς ἔνσαρκος ὁ Κύριος, καὶ ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἐκ γῆς, ὁ αὐτὸς τῇ μορφῇ δοῦλος, καὶ τῇ δυνάμει Θεός, μενέτωσαν ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ μὴ μάτην διαφέ- ρέσθωσαν, μηδὲ εἰς τὴν τῶν αἱρετικῶν λογομαχίαν ἐκπιπτέτωσαν. Ταῦτα δὲ οὕτως φρονοῦντες, μενέ- τωσαν ἐν ἡσυχίᾳ, τὰς περιττὰς ζητήσεις ἐκκλίνον. τες, καὶ ῥήματος ἕνεκεν, μὴ διαιρούμενοι, οπότε τὰ δόγματα συμφωνείται. - - Τοῦ ἁγίου Αμβροσίου τοῦ θαυματουργοῦ, ἐκ Β Σιγάτωσαν τοῦ περὶ σαρκώσεως καὶ πίστεως. τοιγαροῦν αἱ περὶ τῶν λόγων μάταιαι ζητήσεις. Η γὰρ τοῦ Θεοῦ βασιλεία οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ' ἐν ἀποκαλύψει δυνάμεως. Τοῦ αὐτοῦ (23) (Γρηγορίου τοῦ Νύσσης) επι τοῦ περὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει καταστά σεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. - Αφέντες οἱ ἄνθρω που τὸ κατατρυφήν τοῦ Κυρίου, κ. τ. έ. Τοῦ αὐτοῦ εἰς τό· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός. - Τί τὸ πιστεύειν ἀφέντες, τεχνολογού μεν τήν πίστιν, καὶ πληροῦμεν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κοινοῦ δυσμενούς ; Λογισάμενος γὰρ ὁ διάβολος δ κοινὸς τῆς ἀθρωπότητος λυμεών, ὅτι γαλήνης ἐν ἡμῖν πολιτευομένης, τὰ τῆς εὐσεβείας ἀνθεῖ, τῆς πίστεως δὲ κρατούσης, εὐζωΐα κρατεῖ, φίλοι τε τοῦ Δημιουργοῦ γινόμεθα, ἵνα μὴ ἐπέλθωμεν, ὅθεν ἐκεῖνος ἐξέπεσεν, ὁρᾶτε τί πεποίηκε, καὶ πῶς πα νούργως τὸν καθ' ἡμᾶς ἐῤῥαψῳδηκε πόλεμον ὁ μη- χανορράφος τῶν κακῶν, καὶ σοφὸς ἐν ἀπάταις, καὶ ποικίλος ἐν ἐπιβουλαῖς, καὶ πλούσιος ἐν ταῖς κακοῖς μηχανήμασι. Παρασκευάζει τινὰς ἐν προσχήματι τῆς εὐσεβείας στρατεύσασθαι κατὰ τῆς πίστεως, καὶ πᾶσι τοῖς εὐσεβέσι δι' αὐτῶν ἄκαιρον φιλανδια κίαν, καὶ ψυχοφθόρον ενέβαλε πόλεμον, καὶ τῆς Εκκλησίας τὰ μέλη κατ' ἀλλήλων ἐστράτευσε. Στρέ- ψωμεν τοίνυν κατὰ τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς τοῦτο δὲ τὸ σοφόν, καὶ τὴν εὐφροσύνην αὐτοῦ μεταβάλωμεν εἰς ἐδύνην, καὶ πένθος ἀπαρηγόρητον. Πενθήσωμεν (24) τὴν εἰρήνην, ἣν ἐκεῖνος μισεί. Καταλείψωμεν τὸ ζυγομαχεῖν, καὶ σταθμίζειν τὰς λέξεις τοῦ δόγμα. τος. Παυσώμεθα τοῦ θέλειν εἶναι τῶν διδασκάλων διδάσκαλοι. Μισήσωμεν τὸ λογομαχεῖν ἐπὶ κατα- στροφῇ τῶν ἀκουόντων. Πιστεύσωμεν ὡς οἱ πατέρες ἡμῶν παραδέδωκαν. Οὐκ ἐσμὲν τῶν πατέρων του φώτεροι. Οὐκ ἐσμὲν τῶν διδασκάλων ἀκριβέστεροι. Ἐν εἰρήνῃ ἐκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς, οὐκ ἐν μάχη. Ὡς ἐκλήθημεν, οὕτως προσμείνωμεν τῇ μυστικῇ ΝΟΤΑ. PARALLELA HUPEFUCALDINA. - 8. full episcopi Roma, es epistola ad Diony- Quod enim illi qui dogmatis dissident, vocibus concordes esse simulent, huc impium est : quod vero rursum, qui dogmatis consen- Cium, dictionibus discrepent, id venum atque in- sanum est. In boc erge concordes sumus, 2880- rendo quod Dominus Deus sit in carne, ac de coale, et de terra ; idem forma servus, et virtute Deus. Quamobrem maneant in una sententia, neu vane dissideant, neque in hæreticorum de verbis vitilitigationem cadant. Hæc auteni ita sentientes, quieti maneant, superfuas questiones devitamea, noc verbi causa divisi, quando de dogmatis fidei consonantia est. S. Ambrosii Thaumaturgi, ex libro de incarna- tione et fide. Sileant igitur vanæ de verbis quæ- stiones. Nam regnum Dei non in persuasibilibus est bumanæ sapientia verbis, sed in revelatione - virtulis. G D " • Ejusdem (Gregorii Nysseni) ex sermone de S. Gregorii in urbe Constantinopolitana conskilu - Lone. Homines ab oblectando se contra Domi- num abstinentes, ele. - - Ejusdem in illud: Hic est Filius meus dilectus. – Quid est, quod dimissa fide artificiosos de fule sermones nectimus, et communis bestie desido- rium implemus? Diabolus siquidem humanitatis comuļunis vitiator học secum reputano, quod si tranquilli agamus, religio Hareat, invalescente vero Gde, vivaciores lamare et amici Conditoris evadamus; no illuc unde excidit perveniamus, videte quid egerit, et quam astute bellum adver- sum nos struxerit. Malorum machinator ille, do- lisque sagax, versutus in insidiis, et pessimis ar tibus locuples quosḍam subornat, qui assumpta pietatis specie fualei bellum inferant. Omnes reli gionis cultores horum importuna contentione in perniciem animarum infesto prælio aderitur, quo Ecclesiæ membra manus inter se conserani. Quan- obrem in caput improbi sapientiam hauc conver tamus, ejusque gaudium in dolorem et luctum solaminis éxpertem mutemus. Pacem quain ille odit, amplectamur. A contentionibus abstinea- inus, es a dogmatum vocibus expendendis. Nequa- quam ultra magistrorum este magistri velimus. Disceptationes odierimus, quibus audiered sub. vertantur. Ita credamus, uti Patres nostri tradi- derunt. Patribus nostris sapicmiores non sumus : non doctoribus accuratiores. In pacent nos vocavit Deus, non in pugnam. Quemadmodum. sumus vocati, sic mysticæ mensæ adhæreamus, in qua coelestia participamus. Non committamus ak scripta est, cum septem aliis, quas omnes Apol- linarii esse evicimus in dissertationibus Dama- scenicis. Quæ in hoc excerpto habentur, non occurrunt in ea prætensa Julii ad Dionysium epi- stula, quam Lupus Augustinianus edidit, in colle- ctione epistolarum ad synodum Ephesinam spe- clantium. scriptionem non esse veram puto. (92) Τοῦ ἁγίου Ἰουλίου. Julio papæ falso in- (23) Edit. Εἰς τὴν ἑαυτοῦ χειροτονίαν. Quam in (24) Lego, ποθήσωμεν.
PG 96:510Λογισάμενος γὰρ ὁ διάβολος ὁ κοινὸς τῆς ἀθρωπότητος λυμεὼν, ὅτι γαλήνης ἐν ἡμῖν πολιτευομένης, τὰ τῆς εὐσεβείας ἀνθεῖ, τῆς πίστεως δὲ κρατούσης, εὐζωί̈α κρατεῖ, φίλοι τε τοῦ Δημιουργοῦ γινόμεθα, ἵνα μὴ ἐπέλθωμεν, ὅθεν ἐκεῖνος ἐξέπεσεν, ὁρᾶτε τί πεποίηκε, καὶ πῶς πανούργως τὸν καθ’ ἡμᾶς ἐῤῥαψώδηκε πόλεμον ὁ μηχανοῤῥάφος τῶν κακῶν, καὶ σοφὸς ἐν ἀπάταις, καὶ ποικίλος ἐν ἐπιβουλαῖς, καὶ πλούσιος ἐν τοῖς κακοῖς μηχανήμασι. Παρασκευάζει τινὰς ἐν προσχήματι τῆς εὐσεβείας στρατεύσασθαι κατὰ τῆς πίστεως, καὶ πᾶσι τοῖς εὐσεβέσι δι’ αὐτῶν ἄκαιρον φιλονεικίαν, καὶ ψυχοφθόρον ἐνέβαλε πόλεμον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὰ μέλη κατ’ ἀλλήλων ἐστράτευσε. Στρέψωμεν τοίνυν κατὰ τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς τοῦτο δὴ τὸ σοφὸν, καὶ τὴν εὐφροσύνην αὐτοῦ μεταβάλωμεν εἰς ὀδύνην, καὶ πένθος ἀπαρηγόρητον. Πενθήσωμεν τὴν εἰρήνην, ἣν ἐκεῖνος μισεῖ. Καταλείψωμεν τὸ ζυγομαχεῖν, καὶ σταθμίζειν τὰς λέξεις τοῦ δόγματος. Παυσώμεθα τοῦ θέλειν εἶναι τῶν διδασκάλων διδάσκαλοι. Μισήσωμεν τὸ λογομαχεῖν ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων. Πιστεύσωμεν ὡς οἱ πατέρες ἡμῶν παραδέδωκαν. Οὐκ ἐσμὲν τῶν πατέρων σοφώτεροι.είκη.. - Τοῦ ἁγίου Ιουλίου (22) ἐπισκόπου Ρώμης, ἐκ Α. 3. Τὸ μὲν γὰρ τῆς πρὸς Διονύσιον ἐπιστολῆς. τοῖς δόγμασι διαφωνοῦντας τοῖς ῥήμασι προσποιεῖ- σθαι συμφωνεῖν, ἀσεβές· τὸ δὲ τοῖς δόγμασι συμ φωνοῦντας ἐν τοῖς βήμασι διαφέρεσθαι, μάταιον καὶ μωρόν. Τοῦτο οὖν συμφωνούμενον ἔχοντες, ὅτι θεὸς ἔνσαρκος ὁ Κύριος, καὶ ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἐκ γῆς, ὁ αὐτὸς τῇ μορφῇ δοῦλος, καὶ τῇ δυνάμει Θεός, μενέτωσαν ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ μὴ μάτην διαφέ- ρέσθωσαν, μηδὲ εἰς τὴν τῶν αἱρετικῶν λογομαχίαν ἐκπιπτέτωσαν. Ταῦτα δὲ οὕτως φρονοῦντες, μενέ- τωσαν ἐν ἡσυχίᾳ, τὰς περιττὰς ζητήσεις ἐκκλίνον. τες, καὶ ῥήματος ἕνεκεν, μὴ διαιρούμενοι, οπότε τὰ δόγματα συμφωνείται. - - Τοῦ ἁγίου Αμβροσίου τοῦ θαυματουργοῦ, ἐκ Β Σιγάτωσαν τοῦ περὶ σαρκώσεως καὶ πίστεως. τοιγαροῦν αἱ περὶ τῶν λόγων μάταιαι ζητήσεις. Η γὰρ τοῦ Θεοῦ βασιλεία οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ' ἐν ἀποκαλύψει δυνάμεως. Τοῦ αὐτοῦ (23) (Γρηγορίου τοῦ Νύσσης) επι τοῦ περὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει καταστά σεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. - Αφέντες οἱ ἄνθρω που τὸ κατατρυφήν τοῦ Κυρίου, κ. τ. έ. Τοῦ αὐτοῦ εἰς τό· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός. - Τί τὸ πιστεύειν ἀφέντες, τεχνολογού μεν τήν πίστιν, καὶ πληροῦμεν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κοινοῦ δυσμενούς ; Λογισάμενος γὰρ ὁ διάβολος δ κοινὸς τῆς ἀθρωπότητος λυμεών, ὅτι γαλήνης ἐν ἡμῖν πολιτευομένης, τὰ τῆς εὐσεβείας ἀνθεῖ, τῆς πίστεως δὲ κρατούσης, εὐζωΐα κρατεῖ, φίλοι τε τοῦ Δημιουργοῦ γινόμεθα, ἵνα μὴ ἐπέλθωμεν, ὅθεν ἐκεῖνος ἐξέπεσεν, ὁρᾶτε τί πεποίηκε, καὶ πῶς πα νούργως τὸν καθ' ἡμᾶς ἐῤῥαψῳδηκε πόλεμον ὁ μη- χανορράφος τῶν κακῶν, καὶ σοφὸς ἐν ἀπάταις, καὶ ποικίλος ἐν ἐπιβουλαῖς, καὶ πλούσιος ἐν ταῖς κακοῖς μηχανήμασι. Παρασκευάζει τινὰς ἐν προσχήματι τῆς εὐσεβείας στρατεύσασθαι κατὰ τῆς πίστεως, καὶ πᾶσι τοῖς εὐσεβέσι δι' αὐτῶν ἄκαιρον φιλανδια κίαν, καὶ ψυχοφθόρον ενέβαλε πόλεμον, καὶ τῆς Εκκλησίας τὰ μέλη κατ' ἀλλήλων ἐστράτευσε. Στρέ- ψωμεν τοίνυν κατὰ τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς τοῦτο δὲ τὸ σοφόν, καὶ τὴν εὐφροσύνην αὐτοῦ μεταβάλωμεν εἰς ἐδύνην, καὶ πένθος ἀπαρηγόρητον. Πενθήσωμεν (24) τὴν εἰρήνην, ἣν ἐκεῖνος μισεί. Καταλείψωμεν τὸ ζυγομαχεῖν, καὶ σταθμίζειν τὰς λέξεις τοῦ δόγμα. τος. Παυσώμεθα τοῦ θέλειν εἶναι τῶν διδασκάλων διδάσκαλοι. Μισήσωμεν τὸ λογομαχεῖν ἐπὶ κατα- στροφῇ τῶν ἀκουόντων. Πιστεύσωμεν ὡς οἱ πατέρες ἡμῶν παραδέδωκαν. Οὐκ ἐσμὲν τῶν πατέρων του φώτεροι. Οὐκ ἐσμὲν τῶν διδασκάλων ἀκριβέστεροι. Ἐν εἰρήνῃ ἐκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς, οὐκ ἐν μάχη. Ὡς ἐκλήθημεν, οὕτως προσμείνωμεν τῇ μυστικῇ ΝΟΤΑ. PARALLELA HUPEFUCALDINA. - 8. full episcopi Roma, es epistola ad Diony- Quod enim illi qui dogmatis dissident, vocibus concordes esse simulent, huc impium est : quod vero rursum, qui dogmatis consen- Cium, dictionibus discrepent, id venum atque in- sanum est. In boc erge concordes sumus, 2880- rendo quod Dominus Deus sit in carne, ac de coale, et de terra ; idem forma servus, et virtute Deus. Quamobrem maneant in una sententia, neu vane dissideant, neque in hæreticorum de verbis vitilitigationem cadant. Hæc auteni ita sentientes, quieti maneant, superfuas questiones devitamea, noc verbi causa divisi, quando de dogmatis fidei consonantia est. S. Ambrosii Thaumaturgi, ex libro de incarna- tione et fide. Sileant igitur vanæ de verbis quæ- stiones. Nam regnum Dei non in persuasibilibus est bumanæ sapientia verbis, sed in revelatione - virtulis. G D " • Ejusdem (Gregorii Nysseni) ex sermone de S. Gregorii in urbe Constantinopolitana conskilu - Lone. Homines ab oblectando se contra Domi- num abstinentes, ele. - - Ejusdem in illud: Hic est Filius meus dilectus. – Quid est, quod dimissa fide artificiosos de fule sermones nectimus, et communis bestie desido- rium implemus? Diabolus siquidem humanitatis comuļunis vitiator học secum reputano, quod si tranquilli agamus, religio Hareat, invalescente vero Gde, vivaciores lamare et amici Conditoris evadamus; no illuc unde excidit perveniamus, videte quid egerit, et quam astute bellum adver- sum nos struxerit. Malorum machinator ille, do- lisque sagax, versutus in insidiis, et pessimis ar tibus locuples quosḍam subornat, qui assumpta pietatis specie fualei bellum inferant. Omnes reli gionis cultores horum importuna contentione in perniciem animarum infesto prælio aderitur, quo Ecclesiæ membra manus inter se conserani. Quan- obrem in caput improbi sapientiam hauc conver tamus, ejusque gaudium in dolorem et luctum solaminis éxpertem mutemus. Pacem quain ille odit, amplectamur. A contentionibus abstinea- inus, es a dogmatum vocibus expendendis. Nequa- quam ultra magistrorum este magistri velimus. Disceptationes odierimus, quibus audiered sub. vertantur. Ita credamus, uti Patres nostri tradi- derunt. Patribus nostris sapicmiores non sumus : non doctoribus accuratiores. In pacent nos vocavit Deus, non in pugnam. Quemadmodum. sumus vocati, sic mysticæ mensæ adhæreamus, in qua coelestia participamus. Non committamus ak scripta est, cum septem aliis, quas omnes Apol- linarii esse evicimus in dissertationibus Dama- scenicis. Quæ in hoc excerpto habentur, non occurrunt in ea prætensa Julii ad Dionysium epi- stula, quam Lupus Augustinianus edidit, in colle- ctione epistolarum ad synodum Ephesinam spe- clantium. scriptionem non esse veram puto. (92) Τοῦ ἁγίου Ἰουλίου. Julio papæ falso in- (23) Edit. Εἰς τὴν ἑαυτοῦ χειροτονίαν. Quam in (24) Lego, ποθήσωμεν.
PG 96:511Οὐκ ἐσμὲν τῶν διδασκάλων ἀκριβέστεροι. Ἐν εἰρήνῃ ἐκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς, οὐκ ἐν μάχῃ. Ὡς ἐκλήθημεν, οὕτως προσμείνωμεν τῇ μυστικῇ τραπέζῃ, ἐν ᾗ τῶν οὐρανίων μεταλαμβάνομεν. Μὴ γενώμεθα κατὰ ταυτὸν ὁμοτράπεζοι, καὶ ἀλλήλων ἐπίβουλοι· μὴ ἐνταῦθα κοινωνικοὶ, καὶ ἔξω ἐπίβουλοι. Τοῦ ἁγίου Σεραπίωνος, ἐκ τῆς κγ ἐπιστολῆς. Οὐδέποτε αἵρεσις τὴν Ἐκκλησίαν ἐνίκησεν, καὶ κατ’ ὀλίγον προελθοῦσα εὐθέως λύεται. Κλήμεντος ἐκ τοῦ η τῶν Στρωμάτων. Ἐκδέχεται ἄλλος τόπος καὶ ὄχλος τοὺς ταραχώδεις, κ. τ. ἑ. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Ὥσπερ οἱ προσπταίσαντες, ἀρτίοις βαίνειν ποσὶν ἀδυνατοῦντες, μακρὰν τοῦ κατὰ τὴν ὁδὸν τέλους ὑστερίζουσι προσκάμνοντες· οὕτω καὶ ἡ ψυχὴ τὴν πρὸς εὐσέβειαν ἄγουσαν ὁδὸν ἀνύειν κωλύεται, προεντυγχάνουσα ταῖς ἀσεβέσιν ἀνοδίαις. Αὗται γάρ εἰσιν ἐμπόδιοι, καὶ προσπταισμάτων αἰτίαι, δι’ ὧν χωλαίνων ὁ νοῦς ὑστερίζει τῆς κατὰ φύσιν ὁδοῦ. Ἡ δὲ ὁδός ἐστιν, ἡ ἐπὶ τὸν Πατέρα τῶν ὅλων τελευτῶσα. Τοῦ αὐτοῦ.τραπέζῃ, ἐν ᾗ τῶν οὐρανίων μεταλαμβάνομεν. Μὴ γενώμεθα κατά ταυτὸν ὁμοτράπεζοι, καὶ ἀλλήλων ἐπίβουλοι· μὴ ἐνταῦθα κοινωνικοὶ, καὶ ἔξω ἐπίσ βουλοι. Τοῦ ἁγίου Σεραπίωνος, ἐκ τῆς κι' ἐπιστο - λῆς. — Οὐδέποτε αἵρεσις τὴν Ἐκκλησίαν· ἐνίκησεν, Β καὶ κατ᾿ ὀλίγον προελθοῦσα εὐθέως λύεται. Κλήμεντος ἐκ τοῦ ἡ τῶν Στρωμάτων. — Έκ- δέχεται ἄλλος τόπος καὶ ὄχλος τους ταραχώδεις, κ. τ. έ. (25) - Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Εξόδῳ Ζητημά των. — Ωσπερ οἱ προσπταίσαντες, ἀρτίοις βαίνειν ποσὶν ἀδυνατοῦντες, μακρὰν τοῦ κατὰ τὴν ὁδὸν τέλους ὑστερίζουσι προσκάμνοντες· οὕτω καὶ ψυχὴ τὴν πρὸς εὐσέβειαν ἄγουσαν ὁδὸν ἀνύειν χω- λύεται, προεντυγχάνουσα ταῖς ἀσεβέσιν ἀνοδίαις. Αὗται γάρ εἰσιν ἐμπόδιοι, καὶ προσπταισμάτων αἰτίαι, δι' ὧν χωλαίνων ὁ νοῦς ὑστερίζει τῆς κατὰ φύσιν ὁδοῦ. Ἡ δὲ ὁδός ἐστιν, ἡ ἐπὶ τὸν Πατέρα τῶν ὅλων τελευτώσα. Τοῦ αὐτοῦ. - Αἱ περὶ τῶν τοῦ Θεοῦ ἀρετῶν εναγώνιοι ζητήσεις βελτιοῦσι τὴν διάνοιαν, καὶ ἄθλους ἀθλοῦσιν ἡδίστους ἅμα καὶ ὠφελιμωτάτους, καὶ μάλιστα όταν, μὴ ὡς οἱ νῦν τὴν ψευδώνυμον κλῆσιν ὑποδυόμενοι, μέχρι τοῦ δοκεῖν ὑπερμαχοῦσι τῶν δογμάτων, ἀλλὰ πάθει γνησίῳ μετ' επιστήμης ἰχνηλατοῦσιν ἀλήθειαν. - Ἐκ τοῦ β' τῶν αὐτῶν. Τὸ ἐμμελὲς, καὶ εὖ- ρυθμον, οὐκ ἐν φωνῇ μᾶλλον ἢ διανοίᾳ ἐπιδείκνυ σθαι πειρωμένους, ὁ τοῦ Σοφοῦ λόγος, οὐκ ἐν ρήμασι, ἀλλ' ἐν τοῖς δηλουμένοις πράγμασιν ἐπι- δείκνυσι τὸ κάλλος. - Ἐκ τοῦ τελευταίου τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτ των. — Τοὺς ἐντυγχάνοντας τοῖς ἱεροῖς Γράμμα σιν οὐ δεῖ συλλαβομαχεῖν, ἀλλὰ πρὸ τῶν ὀνομάτων καὶ ῥημάτων τὴν διάνοιαν σκοπεῖν, καὶ τοὺς και ρούς, καὶ τόπους, καὶ τρόπους, καθ᾽ οὓς ἕκαστα λέγεται. Πολλάκις γὰρ αἱ αὐταὶ λέξεις ἑτέροις καὶ ἑτέροις πράγμασιν ἐφαρμόζουσιν, καὶ κατὰ τοὐναν τίον διαφέρουσαι λέξεις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τιθέμεναι πράγματος συνάδουσιν. - Ατόπως Ἐκ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. δρῶσιν, ὅσοι ἐκ μέρους τινὸς κρίνουσι τὸ ὅλον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκ τοῦ ὅλου τὸ μέρος. Οὕτω γὰρ ἄμεινον καὶ σῶμα καὶ πράγμα δογματίζοιτο ἄν. Εστιν οὖν ἡ θεία νομοθεσία τρόπον τινὰ ζῶον ήνω μένον, ἣν ὅλην δι᾿ ὅλου χρὴ μεγάλοις όμμασι περι- σκοπεῖν, καὶ τὴν βουλὴν τῆς συμπάσης Γραφῆς ἀκριβῶς καὶ τηλαυγώς περιαθρεῖν, μὴ κατακό πτοντας τὴν ἁρμονίαν, μηδὲ τὴν ἕνωσιν διαρτῶντας, Ετερόμορφα γὰρ καὶ ἑτεροειδή φανεῖται, τῆς κοι- νωνίας στερούμενα. - Ἐκ τοῦ δ' τῶν αὐτῶν. Νόμος έστω κατά τῶν τὰ σεμνὰ καὶ θεῖα μὴ σεμνῶς καὶ θεοπρεπῶς ὁρᾷν ἀξιούντων, κόλασιν ἐπιφέρειν ἀορασίας. ΝΟΤΑ. S. JOANNIS DAMASCENI penes idem mensa ma fraamur, ac nobis invicem A insldiemur. Non hic communionis socii, ac foris insidiatores S. Serapionis, ex epistola 23. Nulla hæresis fuit, quæ cum Ecclesiam commovisset, paulatim progressa, statim non exstincta sit. - Tumultuosos Clementis, ex octavo Stromalum. homines locus alter ac turba excipit, etc. - Philonis, ex primo Quæstionum in Exodum. Quemadmodum illi qui cæspitant, cum rectis pe- dibus incedere non valeant, præ lassitudine fati- scentes, a viæ: fine assequendo tardiores funt: ita quoque anima cohibetur ne iter conficiat, quo ad pietatem tenditur, ubi in impias aberrationes in- cidit. Hæ enim impedimento sunt, et offensionum causa, propter quas claudicans sensus a naturali via remotus est. Via porro hæc est, quæ ad uni- versorum parentem terminatur. - Ibidem. Laboriosæ de divinis excellentiis ac dotibus conquisitiones mentem meliorem reddunt, ac jucunda certamina obeunt, eaque simul perutf- lia : præsertim vero quando, non ad instar eorum qui nomen falsum hodie assumentes, pro veris dogmatis specie tenus pugnant, sed qui sincero studio adbibita arte virtutem investigant. Ex secundo earumdem. — Eos utique qui concin- nitatem et elegantiam non in voce magis, quam in cogitatione, ostentare nituntur, Sapientis ser- me, son in verbis, sed in manifestis rebus pul- chritudinem esse præmonstrat. Ex postremo Quæstionum in Exodum.— Qui sa- cras Litteras legunt, minime debent de syllabis disputare, sed, vocabulis et verbis posthabitis, sensum inspicere, atque tempora, loca, modos- que, quibus cuncta narrantur. Nam sæpenumero dictiones eadem aliis atque aliis rebus conveniunt, et e contrario variæ voces de re eadem enuntiatæ idem resonant. B Ex Quæstionibus in Genesim. - Absurde agunt, quicunque ex parte quadam de toto judicium fe- runt : contra vero ex toto pars agnoscitur. Sic enim de corpore et de re melius decernitur. Di- D vina porro lex modo quodam animal unitum est, чnam omnem ex toto magnis oculis considerare uportet, et consilium universæ Scripturæ diligen- ter et clare circumspiciendo, earum harmonia mi- nime secta, nec conjunctione disjuncta. Nam si communione priventur, formas speciesquc alteras aspectui objicient. - Ex quarto earumdem. • Lex sanciatur, adversus cos qui sancta et divina non sancte, nec ut divinis couvenit, cernere audent, ut cæcitate pœnas luant. - Ex- Quin au Clementis sit ambigitur. dialecticus. (25) Habentur hæc initio libri illius octavi, qui cum septem aliis editus est, ac lotus
PG 96:512Αἱ περὶ τῶν τοῦ Θεοῦ ἀρετῶν ἐναγώνιοι ζητήσεις βελτιοῦσι τὴν διάνοιαν, καὶ ἄθλους ἀθλοῦσιν ἡδίστους ἅμα καὶ ὠφελιμωτάτους, καὶ μάλιστα ὅταν, μὴ ὡς οἱ νῦν τὴν ψευδώνυμον κλῆσιν ὑποδυόμενοι, μέχρι τοῦ δοκεῖν ὑπερμαχοῦσι τῶν δογμάτων, ἀλλὰ πάθει γνησίῳ μετ’ ἐπιστήμης ἰχνηλατοῦσιν ἀλήθειαν. Ἐκ τοῦ β τῶν αὐτῶν. Τὸ ἐμμελὲς, καὶ εὔρυθμον, οὐκ ἐν φωνῇ μᾶλλον ἢ διανοίᾳ ἐπιδείκνυσθαι πειρωμένους, ὁ τοῦ Σοφοῦ λόγος, οὐκ ἐν ῥήμασι, ἀλλ’ ἐν τοῖς δηλουμένοις πράγμασιν ἐπιδείκνυσι τὸ κάλλος. Ἐκ τοῦ τελευταίου τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Τοὺς ἐντυγχάνοντας τοῖς ἱεροῖς Γράμμασιν οὐ δεῖ συλλαβομαχεῖν, ἀλλὰ πρὸ τῶν ὀνομάτων καὶ ῥημάτων τὴν διάνοιαν σκοπεῖν, καὶ τοὺς καιροὺς, καὶ τόπους, καὶ τρόπους, καθ’ οὓς ἕκαστα λέγεται. Πολλάκις γὰρ αἱ αὐταὶ λέξεις ἑτέροις καὶ ἑτέροις πράγμασιν ἐφαρμόζουσιν, καὶ κατὰ τοὐναντίον διαφέρουσαι λέξεις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τιθέμεναι πράγματος συνᾴδουσιν. Ἐκ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Ἀτόπως δρῶσιν, ὅσοι ἐκ μέρους τινὸς κρίνουσι τὸ ὅλον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκ τοῦ ὅλου τὸ μέρος. Οὕτω γὰρ ἄμεινον καὶ σῶμα καὶ πρᾶγμα δογματίζοιτο ἄν.τραπέζῃ, ἐν ᾗ τῶν οὐρανίων μεταλαμβάνομεν. Μὴ γενώμεθα κατά ταυτὸν ὁμοτράπεζοι, καὶ ἀλλήλων ἐπίβουλοι· μὴ ἐνταῦθα κοινωνικοὶ, καὶ ἔξω ἐπίσ βουλοι. Τοῦ ἁγίου Σεραπίωνος, ἐκ τῆς κι' ἐπιστο - λῆς. — Οὐδέποτε αἵρεσις τὴν Ἐκκλησίαν· ἐνίκησεν, Β καὶ κατ᾿ ὀλίγον προελθοῦσα εὐθέως λύεται. Κλήμεντος ἐκ τοῦ ἡ τῶν Στρωμάτων. — Έκ- δέχεται ἄλλος τόπος καὶ ὄχλος τους ταραχώδεις, κ. τ. έ. (25) - Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Εξόδῳ Ζητημά των. — Ωσπερ οἱ προσπταίσαντες, ἀρτίοις βαίνειν ποσὶν ἀδυνατοῦντες, μακρὰν τοῦ κατὰ τὴν ὁδὸν τέλους ὑστερίζουσι προσκάμνοντες· οὕτω καὶ ψυχὴ τὴν πρὸς εὐσέβειαν ἄγουσαν ὁδὸν ἀνύειν χω- λύεται, προεντυγχάνουσα ταῖς ἀσεβέσιν ἀνοδίαις. Αὗται γάρ εἰσιν ἐμπόδιοι, καὶ προσπταισμάτων αἰτίαι, δι' ὧν χωλαίνων ὁ νοῦς ὑστερίζει τῆς κατὰ φύσιν ὁδοῦ. Ἡ δὲ ὁδός ἐστιν, ἡ ἐπὶ τὸν Πατέρα τῶν ὅλων τελευτώσα. Τοῦ αὐτοῦ. - Αἱ περὶ τῶν τοῦ Θεοῦ ἀρετῶν εναγώνιοι ζητήσεις βελτιοῦσι τὴν διάνοιαν, καὶ ἄθλους ἀθλοῦσιν ἡδίστους ἅμα καὶ ὠφελιμωτάτους, καὶ μάλιστα όταν, μὴ ὡς οἱ νῦν τὴν ψευδώνυμον κλῆσιν ὑποδυόμενοι, μέχρι τοῦ δοκεῖν ὑπερμαχοῦσι τῶν δογμάτων, ἀλλὰ πάθει γνησίῳ μετ' επιστήμης ἰχνηλατοῦσιν ἀλήθειαν. - Ἐκ τοῦ β' τῶν αὐτῶν. Τὸ ἐμμελὲς, καὶ εὖ- ρυθμον, οὐκ ἐν φωνῇ μᾶλλον ἢ διανοίᾳ ἐπιδείκνυ σθαι πειρωμένους, ὁ τοῦ Σοφοῦ λόγος, οὐκ ἐν ρήμασι, ἀλλ' ἐν τοῖς δηλουμένοις πράγμασιν ἐπι- δείκνυσι τὸ κάλλος. - Ἐκ τοῦ τελευταίου τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτ των. — Τοὺς ἐντυγχάνοντας τοῖς ἱεροῖς Γράμμα σιν οὐ δεῖ συλλαβομαχεῖν, ἀλλὰ πρὸ τῶν ὀνομάτων καὶ ῥημάτων τὴν διάνοιαν σκοπεῖν, καὶ τοὺς και ρούς, καὶ τόπους, καὶ τρόπους, καθ᾽ οὓς ἕκαστα λέγεται. Πολλάκις γὰρ αἱ αὐταὶ λέξεις ἑτέροις καὶ ἑτέροις πράγμασιν ἐφαρμόζουσιν, καὶ κατὰ τοὐναν τίον διαφέρουσαι λέξεις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τιθέμεναι πράγματος συνάδουσιν. - Ατόπως Ἐκ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. δρῶσιν, ὅσοι ἐκ μέρους τινὸς κρίνουσι τὸ ὅλον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκ τοῦ ὅλου τὸ μέρος. Οὕτω γὰρ ἄμεινον καὶ σῶμα καὶ πράγμα δογματίζοιτο ἄν. Εστιν οὖν ἡ θεία νομοθεσία τρόπον τινὰ ζῶον ήνω μένον, ἣν ὅλην δι᾿ ὅλου χρὴ μεγάλοις όμμασι περι- σκοπεῖν, καὶ τὴν βουλὴν τῆς συμπάσης Γραφῆς ἀκριβῶς καὶ τηλαυγώς περιαθρεῖν, μὴ κατακό πτοντας τὴν ἁρμονίαν, μηδὲ τὴν ἕνωσιν διαρτῶντας, Ετερόμορφα γὰρ καὶ ἑτεροειδή φανεῖται, τῆς κοι- νωνίας στερούμενα. - Ἐκ τοῦ δ' τῶν αὐτῶν. Νόμος έστω κατά τῶν τὰ σεμνὰ καὶ θεῖα μὴ σεμνῶς καὶ θεοπρεπῶς ὁρᾷν ἀξιούντων, κόλασιν ἐπιφέρειν ἀορασίας. ΝΟΤΑ. S. JOANNIS DAMASCENI penes idem mensa ma fraamur, ac nobis invicem A insldiemur. Non hic communionis socii, ac foris insidiatores S. Serapionis, ex epistola 23. Nulla hæresis fuit, quæ cum Ecclesiam commovisset, paulatim progressa, statim non exstincta sit. - Tumultuosos Clementis, ex octavo Stromalum. homines locus alter ac turba excipit, etc. - Philonis, ex primo Quæstionum in Exodum. Quemadmodum illi qui cæspitant, cum rectis pe- dibus incedere non valeant, præ lassitudine fati- scentes, a viæ: fine assequendo tardiores funt: ita quoque anima cohibetur ne iter conficiat, quo ad pietatem tenditur, ubi in impias aberrationes in- cidit. Hæ enim impedimento sunt, et offensionum causa, propter quas claudicans sensus a naturali via remotus est. Via porro hæc est, quæ ad uni- versorum parentem terminatur. - Ibidem. Laboriosæ de divinis excellentiis ac dotibus conquisitiones mentem meliorem reddunt, ac jucunda certamina obeunt, eaque simul perutf- lia : præsertim vero quando, non ad instar eorum qui nomen falsum hodie assumentes, pro veris dogmatis specie tenus pugnant, sed qui sincero studio adbibita arte virtutem investigant. Ex secundo earumdem. — Eos utique qui concin- nitatem et elegantiam non in voce magis, quam in cogitatione, ostentare nituntur, Sapientis ser- me, son in verbis, sed in manifestis rebus pul- chritudinem esse præmonstrat. Ex postremo Quæstionum in Exodum.— Qui sa- cras Litteras legunt, minime debent de syllabis disputare, sed, vocabulis et verbis posthabitis, sensum inspicere, atque tempora, loca, modos- que, quibus cuncta narrantur. Nam sæpenumero dictiones eadem aliis atque aliis rebus conveniunt, et e contrario variæ voces de re eadem enuntiatæ idem resonant. B Ex Quæstionibus in Genesim. - Absurde agunt, quicunque ex parte quadam de toto judicium fe- runt : contra vero ex toto pars agnoscitur. Sic enim de corpore et de re melius decernitur. Di- D vina porro lex modo quodam animal unitum est, чnam omnem ex toto magnis oculis considerare uportet, et consilium universæ Scripturæ diligen- ter et clare circumspiciendo, earum harmonia mi- nime secta, nec conjunctione disjuncta. Nam si communione priventur, formas speciesquc alteras aspectui objicient. - Ex quarto earumdem. • Lex sanciatur, adversus cos qui sancta et divina non sancte, nec ut divinis couvenit, cernere audent, ut cæcitate pœnas luant. - Ex- Quin au Clementis sit ambigitur. dialecticus. (25) Habentur hæc initio libri illius octavi, qui cum septem aliis editus est, ac lotus
PG 96:513Ἔστιν οὖν ἡ θεία νομοθεσία τρόπον τινὰ ζῶον ἡνωμένον, ἣν ὅλην δι’ ὅλου χρὴ μεγάλοις ὄμμασι περισκοπεῖν, καὶ τὴν βουλὴν τῆς συμπάσης Γραφῆς ἀκριβῶς καὶ τηλαυγῶς περιαθρεῖν, μὴ κατακόπτοντας τὴν ἁρμονίαν, μηδὲ τὴν ἕνωσιν διαρτῶντας, Ἑτερόμορφα γὰρ καὶ ἑτεροειδῆ φανεῖται, τῆς κοινωνίας στερούμενα. Ἐκ τοῦ δ τῶν αὐτῶν. Νόμος ἔστω κατὰ τῶν τὰ σεμνὰ καὶ θεῖα μὴ σεμνῶς καὶ θεοπρεπῶς ὁρᾷν ἀξιούντων, κόλασιν ἐπιφέρειν ἀορασίας. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Β. ΤΙΤΛ. Α. Περὶ βασιλέως· ὅτι ἀλυσιτελὲς τὸ ἐξιέναι τὸν βασιλέα εἰς πόλεμον, καὶ βέλτιον, διὰ μισθοφόρων, καὶ δώρων τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι, ἢ δι’ ἑαυτοῦ. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς. Οὐδέν ἐστιν ἄμεινον εἰρήνης, ἐν ᾗ πᾶς πόλεμος καταργεῖται. ΤΙΤΛ. Β. Περὶ βασιλέως χρηστοῦ, καὶ δικαίου, καὶ μισοπονήρου. Παραλειπομ. β. Εἶπε Ἰωσάφατ πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ ... καὶ ἐγένετο ἡμέρα τρισκαιδεκάτη ἐκλεγόντων τὰ σκύλα, ὅτι πολλὰ ἦν. Σχόλ. Φησὶν ὁ θεῖος Ἀπόστολος· Ὅσα προεγράφη, εἰς τὴν ἡμετέραν διδασκαλίαν προεγράφη.ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Β. ΤΊΤΛ. Α'. Περὶ βασιλέως· ὅτι ἀλυσιτελὲς τὸ ἐξιέναι τὸν βασιλέα εἰς πόλεμον, καὶ βέλτιον, διὰ μισθοφόρων, καὶ δώρων τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι, ἢ δι᾽ ἑαυτοῦ. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς. — Οὐδέν ἐστιν ἄμεινον εἰρήνης, ἐν ᾗ τας πόλεμος καταργείται. - ΤΙΤΛ. Β'. - Περὶ βασιλέως χρηστοῦ, καὶ δικαίου, καὶ μισοπονήρου. - Παραλειπομ. β'. Εἶπε Ἰωσαφατ πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ . . . καὶ ἐγένετο ἡμέρα τρισκαιδεκάτη ἐκ- λεγόντων τὰ σκύλα, ὅτι πολλὰ ἦν. . . Σχόλ. (26) Φησὶν ὁ θεῖος ᾿Απόστολος • "Οσα προ- εγράφη, εἰς τὴν ἡμετέραν διδασκαλίαν προεγρά- Β φη. Διὸ ἀναγκαῖόν ἐστι τοῖς τῶν ἁγίων ἐξακολουθοῦ σιν ίχνεσιν, ἐν Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν παρατάττεσθαι τοῖς ὑπεναντίοις, καὶ μὴ μόνον θρασείᾳ καρδίᾳ, ἧς τὸ τέτ λο; ἀδόκιμον. Ψαλμ. κ'.— Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου εύφραν θήσεται ὁ βασιλεὺς, κ. τ. ε. Σχόλ. Ορα κάνταῦθα, πῶς τὸ ἅγιον Πνεῦμα διὰ τοῦ προφήτου ρυθμίζει τοὺς εὐσεβῶς καὶ ἀσφαλῶς κρατεῖν ἐθέλοντας, τῇ τοῦ Θεοῦ δυνάμει επερείδε - σθαι, καὶ ἐν πᾶσιν. Ψαλμ. ο'. - Ο Θεός, τὸ κρῖμά σου τῷ βασιλεῖ δὺς, κ. τ. έ. Σχόλ. Σκόπει τί ὑποτίθεται ἡ πνευματική διδα- σκαλία τοῖς καὶ τὰ σκήπτρα θεόθεν έγκεχειρισμό- Τοῦ Χρυσοστόμου, ἐκ τοῦ εἰς Κωνσταντῖνον τὸν βασιλέα. - Βασιλεία τῶν ἐπὶ τῆς γῆς πραγμάτ των τάς τραχύτητας ὁμαλίζει. - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου. — Πᾶς βασιλεὺς δίκαιος ἱερατικὴν ἔχει τάξιν. Φίλωνος, ἐκ τοῦ β' τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Οὐδὲν οὔτε ήδιον, οὔτε σεμνότερον, ἢ Θεῷ δου λεύειν, δ καὶ τὴν μεγίστην βασιλείαν ὑπερβάλλει. μοι δοκοῦσιν οἱ πρῶτοι βασιλεῖς ἅμα καὶ ἀρχιε- ρεῖς γενέσθαι, δηλοῦντες ἔργοις, ὅτι χρὴ τοὺς τῶν άλλων δεσπόζοντας δουλεύειν τοῖς λατρεύουσι Θεῷ. ΤΙΤΑ. Γ'. - Περὶ βασιλέως μὴ λίαν θαυμαζομέν του. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Τῶν μὲν ἀφρόνων βασιλεὺς οὐδεὶς, κἂν τὸ πάσης γῆς καὶ θαλάσσης ἀνάψηται κράτος· μόνος δὲ ὁ ἀστεῖος καὶ θεοφιλής, κἂν τῶν παρασκευῶν καὶ τῶν χορηγιῶν ἀμοιρῇ, δι' ὧν οἱ πολλοὶ κρατύνονται τὰς δυναστείας. Ωσπερ γὰρ τῷ κυβερνητικής, ή ιατρι χῆς, ἡ μουσικῆς ἀπείρῳ παρέλκον πράγμα, οίακες, καὶ φαρμάκων σύνθεσις, καὶ αὐτοὶ, καὶ κιθάραι, διότι μηδενὶ τούτων δύναται χρῆσθαι πρὸς ὁ πέφυκε κυβερνήτῃ δὲ, καὶ ἱατρῷ καὶ μουσικῷ λέγοιτ' ἂν ἐφαρμόζειν δεόντως· οὕτως, ἐπειδὴ τέχνη τίς ἐστι βασιλική, καὶ τεχνῶν ἀρίστη, τὸν μὲν ἀνεπιστήμονα ΝΟΤΑ. I - PARALLELA RUPEFUCALDINA. LITTERA B. 51% TIT. I. De rege; quod inutile sit regem ad bel- lum proficisci, saliusque sit mercede conductis copiis aut muneribus de hostibus ultionem sumere, quam per seipsum. S. Ignatii, ex epistola ad Ephesios. Nihil pace melius, in qua bellum omne exstinguitur. TIT. II. - De rege bono, justo et malorum osore. Ex secundo Paralip. (xx, 15, 25).- Dixit Josaphat ad populum suum... et facta est dies decima tertia ex quo spolia colligebant, adhucque multa super- erant. Scholium. Divinus Apostolus ait: Quæcunque scripla sunt, ad nostram doctrinam scripta sunt VOL.. Kat B C D - (Hon. xv, 4). Quamobrem necessarium est, ut qui sanctorum vestigia sectantur, in Domino Deo nostro contra hostes prælium instruant, ac non solum audaci corde, cujus finis certus non est. - Psal. xx, 1. Domine, in virtute tua lætabitur rex, el super, elc. Schol. Hic etiam videas, quomodo Spiritus san- ctus per Prophetam erudit eos, qui religiose ac Lute volunt imperare, ut virtuti Dei innitantur, et boc in omnibus. Psal. Lxxı, 1. — Deus, judicium tuum regi da, etc. Schol. Inspice, quid spiritualis doctrina illis suggerat, qui sceptra divinitus acceperunt. torem. -- Chrysostomi ex oratione in Constantinum impera- · Negotiorum quæ in terra accidunt aspe ritates regnum planas facit. S. Irenæi. dinem habet. - · Omnis rex justus sacerdotaleni or- Philonis ex secundo Quæstionum in Exodum. Nihil jucundius est aut augustius, quam Deo ser- vire : idque magna imperia antecellit. Atque mibi videtur primos reges una quoque sacerdotes fuisse, quo factis ostenderent oportere illos, qui aliis do- minantur, Dei cultoribus servire. TIT. III. - De rege non valde illustri. Philonis, ex primo Quæstionum in Genesin. - Amentium nullus est rex, etsi universa terra ac maris imperium teneat : sed solus ille qui hone- stus et religiosus est; quamlibet apparatibus proventibusque careat, quibus multi principatus suos communiunt. Quemadmodum illi qui nauticæ, vel medicæ, vel musicæ artis imperitus est, super- vacanea res est clavus, aut remediorum composi- tio, aut tibiæ ac citharæ; hæc vero gubernatori, medico ac musico convenire rectissime dici pos- sint : sic, quoniam regia quædam ars est, eaque artium optima, ille qui usus hominum nesciat, veniunt ad res sub Phoca et lleraclio gestas. Nec alind auctor innuit toto isto capite imo et sequen- ti. Vide et cap. 10. (26) Notanda haec scholia duo, quæ nec male con.
Διὸ ἀναγκαῖόν ἐστι τοῖς τῶν ἁγίων ἐξακολουθοῦσιν ἴχνεσιν, ἐν Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν παρατάττεσθαι τοῖς ὑπεναντίοις, καὶ μὴ μόνον θρασείᾳ καρδίᾳ, ἧς τὸ τέλος ἀδόκιμον. Ψαλμ. κ. Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου εὐφρανθήσεται ὁ βασιλεὺς, κ. τ. ἑ. Σχόλ. Ὅρα κἀνταῦθα, πῶς τὸ ἅγιον Πνεῦμα διὰ τοῦ προφήτου ῥυθμίζει τοὺς εὐσεβῶς καὶ ἀσφαλῶς κρατεῖν ἐθέλοντας, τῇ τοῦ Θεοῦ δυνάμει ἐπερείδεσθαι, καὶ ἐν πᾶσιν. Ψαλμ. οα. Ὁ Θεὸς, τὸ κρῖμα σου τῷ βασιλεῖ δὸς, κ. τ. ἑ. Σχόλ. Σκόπει τί ὑποτίθεται ἡ πνευματικὴ διδασκαλία τοῖς καὶ τὰ σκῆπτρα θεόθεν ἐγκεχειρισμένοις. Τοῦ Χρυσοστόμου, ἐκ τοῦ εἰς Κωνσταντῖνον τὸν βασιλέα. Βασιλεία τῶν ἐπὶ τῆς γῆς πραγμάτων τὰς τραχύτητας ὁμαλίζει. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου. Πᾶς βασιλεὺς δίκαιος ἱερατικὴν ἔχει τάξιν. Φίλωνος, ἐκ τοῦ β τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Οὐδὲν οὔτε ἡδεῖον, οὔτε σεμνότερον, ἢ Θεῷ δουλεύειν, ὃ καὶ τὴν μεγίστην βασιλείαν ὑπερβάλλει. Καί μοι δοκοῦσιν οἱ πρῶτοι βασιλεῖς ἅμα καὶ ἀρχιερεῖς γενέσθαι, δηλοῦντες ἔργοις, ὅτι χρὴ τοὺς τῶν ἄλλων δεσπόζοντας δουλεύειν τοῖς λατρεύουσι Θεῷ. ΤΙΤΛ. Γ. Περὶ βασιλέως μὴ λίαν θαυμαζομένου.ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Β. ΤΊΤΛ. Α'. Περὶ βασιλέως· ὅτι ἀλυσιτελὲς τὸ ἐξιέναι τὸν βασιλέα εἰς πόλεμον, καὶ βέλτιον, διὰ μισθοφόρων, καὶ δώρων τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι, ἢ δι᾽ ἑαυτοῦ. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς. — Οὐδέν ἐστιν ἄμεινον εἰρήνης, ἐν ᾗ τας πόλεμος καταργείται. - ΤΙΤΛ. Β'. - Περὶ βασιλέως χρηστοῦ, καὶ δικαίου, καὶ μισοπονήρου. - Παραλειπομ. β'. Εἶπε Ἰωσαφατ πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ . . . καὶ ἐγένετο ἡμέρα τρισκαιδεκάτη ἐκ- λεγόντων τὰ σκύλα, ὅτι πολλὰ ἦν. . . Σχόλ. (26) Φησὶν ὁ θεῖος ᾿Απόστολος • "Οσα προ- εγράφη, εἰς τὴν ἡμετέραν διδασκαλίαν προεγρά- Β φη. Διὸ ἀναγκαῖόν ἐστι τοῖς τῶν ἁγίων ἐξακολουθοῦ σιν ίχνεσιν, ἐν Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν παρατάττεσθαι τοῖς ὑπεναντίοις, καὶ μὴ μόνον θρασείᾳ καρδίᾳ, ἧς τὸ τέτ λο; ἀδόκιμον. Ψαλμ. κ'.— Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου εύφραν θήσεται ὁ βασιλεὺς, κ. τ. ε. Σχόλ. Ορα κάνταῦθα, πῶς τὸ ἅγιον Πνεῦμα διὰ τοῦ προφήτου ρυθμίζει τοὺς εὐσεβῶς καὶ ἀσφαλῶς κρατεῖν ἐθέλοντας, τῇ τοῦ Θεοῦ δυνάμει επερείδε - σθαι, καὶ ἐν πᾶσιν. Ψαλμ. ο'. - Ο Θεός, τὸ κρῖμά σου τῷ βασιλεῖ δὺς, κ. τ. έ. Σχόλ. Σκόπει τί ὑποτίθεται ἡ πνευματική διδα- σκαλία τοῖς καὶ τὰ σκήπτρα θεόθεν έγκεχειρισμό- Τοῦ Χρυσοστόμου, ἐκ τοῦ εἰς Κωνσταντῖνον τὸν βασιλέα. - Βασιλεία τῶν ἐπὶ τῆς γῆς πραγμάτ των τάς τραχύτητας ὁμαλίζει. - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου. — Πᾶς βασιλεὺς δίκαιος ἱερατικὴν ἔχει τάξιν. Φίλωνος, ἐκ τοῦ β' τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Οὐδὲν οὔτε ήδιον, οὔτε σεμνότερον, ἢ Θεῷ δου λεύειν, δ καὶ τὴν μεγίστην βασιλείαν ὑπερβάλλει. μοι δοκοῦσιν οἱ πρῶτοι βασιλεῖς ἅμα καὶ ἀρχιε- ρεῖς γενέσθαι, δηλοῦντες ἔργοις, ὅτι χρὴ τοὺς τῶν άλλων δεσπόζοντας δουλεύειν τοῖς λατρεύουσι Θεῷ. ΤΙΤΑ. Γ'. - Περὶ βασιλέως μὴ λίαν θαυμαζομέν του. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Τῶν μὲν ἀφρόνων βασιλεὺς οὐδεὶς, κἂν τὸ πάσης γῆς καὶ θαλάσσης ἀνάψηται κράτος· μόνος δὲ ὁ ἀστεῖος καὶ θεοφιλής, κἂν τῶν παρασκευῶν καὶ τῶν χορηγιῶν ἀμοιρῇ, δι' ὧν οἱ πολλοὶ κρατύνονται τὰς δυναστείας. Ωσπερ γὰρ τῷ κυβερνητικής, ή ιατρι χῆς, ἡ μουσικῆς ἀπείρῳ παρέλκον πράγμα, οίακες, καὶ φαρμάκων σύνθεσις, καὶ αὐτοὶ, καὶ κιθάραι, διότι μηδενὶ τούτων δύναται χρῆσθαι πρὸς ὁ πέφυκε κυβερνήτῃ δὲ, καὶ ἱατρῷ καὶ μουσικῷ λέγοιτ' ἂν ἐφαρμόζειν δεόντως· οὕτως, ἐπειδὴ τέχνη τίς ἐστι βασιλική, καὶ τεχνῶν ἀρίστη, τὸν μὲν ἀνεπιστήμονα ΝΟΤΑ. I - PARALLELA RUPEFUCALDINA. LITTERA B. 51% TIT. I. De rege; quod inutile sit regem ad bel- lum proficisci, saliusque sit mercede conductis copiis aut muneribus de hostibus ultionem sumere, quam per seipsum. S. Ignatii, ex epistola ad Ephesios. Nihil pace melius, in qua bellum omne exstinguitur. TIT. II. - De rege bono, justo et malorum osore. Ex secundo Paralip. (xx, 15, 25).- Dixit Josaphat ad populum suum... et facta est dies decima tertia ex quo spolia colligebant, adhucque multa super- erant. Scholium. Divinus Apostolus ait: Quæcunque scripla sunt, ad nostram doctrinam scripta sunt VOL.. Kat B C D - (Hon. xv, 4). Quamobrem necessarium est, ut qui sanctorum vestigia sectantur, in Domino Deo nostro contra hostes prælium instruant, ac non solum audaci corde, cujus finis certus non est. - Psal. xx, 1. Domine, in virtute tua lætabitur rex, el super, elc. Schol. Hic etiam videas, quomodo Spiritus san- ctus per Prophetam erudit eos, qui religiose ac Lute volunt imperare, ut virtuti Dei innitantur, et boc in omnibus. Psal. Lxxı, 1. — Deus, judicium tuum regi da, etc. Schol. Inspice, quid spiritualis doctrina illis suggerat, qui sceptra divinitus acceperunt. torem. -- Chrysostomi ex oratione in Constantinum impera- · Negotiorum quæ in terra accidunt aspe ritates regnum planas facit. S. Irenæi. dinem habet. - · Omnis rex justus sacerdotaleni or- Philonis ex secundo Quæstionum in Exodum. Nihil jucundius est aut augustius, quam Deo ser- vire : idque magna imperia antecellit. Atque mibi videtur primos reges una quoque sacerdotes fuisse, quo factis ostenderent oportere illos, qui aliis do- minantur, Dei cultoribus servire. TIT. III. - De rege non valde illustri. Philonis, ex primo Quæstionum in Genesin. - Amentium nullus est rex, etsi universa terra ac maris imperium teneat : sed solus ille qui hone- stus et religiosus est; quamlibet apparatibus proventibusque careat, quibus multi principatus suos communiunt. Quemadmodum illi qui nauticæ, vel medicæ, vel musicæ artis imperitus est, super- vacanea res est clavus, aut remediorum composi- tio, aut tibiæ ac citharæ; hæc vero gubernatori, medico ac musico convenire rectissime dici pos- sint : sic, quoniam regia quædam ars est, eaque artium optima, ille qui usus hominum nesciat, veniunt ad res sub Phoca et lleraclio gestas. Nec alind auctor innuit toto isto capite imo et sequen- ti. Vide et cap. 10. (26) Notanda haec scholia duo, quæ nec male con.
PG 96:514Φίλωνος, ἐκ τοῦ α τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Τῶν μὲν ἀφρόνων βασιλεὺς οὐδεὶς, κἂν τὸ πάσης γῆς καὶ θαλάσσης ἀνάψηται κράτος· μόνος δὲ ὁ ἀστεῖος καὶ θεοφιλὴς, κἂν τῶν παρασκευῶν καὶ τῶν χορηγιῶν ἀμοιρῇ, δι’ ὧν οἱ πολλοὶ κρατύνονται τὰς δυναστείας. Ὥσπερ γὰρ τῷ κυβερνητικῆς, ἢ ἰατρικῆς, ἢ μουσικῆς ἀπείρῳ παρέλκον πρᾶγμα, οἴακες, καὶ φαρμάκων σύνθεσις, καὶ αὐλοὶ, καὶ κιθάραι, διότι μηδενὶ τούτων δύναται χρῆσθαι πρὸς ὃ πέφυκε· κυβερνήτῃ, δὲ, καὶ ἰατρῷ καὶ μουσικῷ λέγοιτ’ ἂν ἐφαρμόζειν δεόντως· οὕτως, ἐπειδὴ τέχνη τίς ἐστι βασιλικὴ, καὶ τεχνῶν ἀρίστη, τὸν μὲν ἀνεπιστήμονα χρήσεως ἀνθρώπων ἰδιώτην νομιστέον· βασιλέα δὲ μόνον τὸν ἐπιστήμονα. Τοῦ αὐτοῦ. Νεότης μετ’ ἐξουσίας αὐτοκράτους ὁρμαῖς ἀκαθέκτοις χρωμένη, κακὸν δύσμαχον γίνεται. ΤΙΤΛ. Ι. Περὶ βοηθείας Θεοῦ· καὶ ὅτι τοῦ Θεοῦ βοηθοῦντος, πᾶσα ἐπιβουλὴ καὶ ἐπανάστασις ἐχθροῦ ἀσθενεῖ, καὶ ὀλίγοι πολλῶν κρατοῦσιν. Γενέσεως. Παραγενόμενος δέ τις τῶν ἀνασωθέντων, ἀπήγγειλεν Ἀβρὰμ, ὅτι ᾐχμαλώτευται Λὼτ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ.ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Β. ΤΊΤΛ. Α'. Περὶ βασιλέως· ὅτι ἀλυσιτελὲς τὸ ἐξιέναι τὸν βασιλέα εἰς πόλεμον, καὶ βέλτιον, διὰ μισθοφόρων, καὶ δώρων τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι, ἢ δι᾽ ἑαυτοῦ. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς. — Οὐδέν ἐστιν ἄμεινον εἰρήνης, ἐν ᾗ τας πόλεμος καταργείται. - ΤΙΤΛ. Β'. - Περὶ βασιλέως χρηστοῦ, καὶ δικαίου, καὶ μισοπονήρου. - Παραλειπομ. β'. Εἶπε Ἰωσαφατ πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ . . . καὶ ἐγένετο ἡμέρα τρισκαιδεκάτη ἐκ- λεγόντων τὰ σκύλα, ὅτι πολλὰ ἦν. . . Σχόλ. (26) Φησὶν ὁ θεῖος ᾿Απόστολος • "Οσα προ- εγράφη, εἰς τὴν ἡμετέραν διδασκαλίαν προεγρά- Β φη. Διὸ ἀναγκαῖόν ἐστι τοῖς τῶν ἁγίων ἐξακολουθοῦ σιν ίχνεσιν, ἐν Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν παρατάττεσθαι τοῖς ὑπεναντίοις, καὶ μὴ μόνον θρασείᾳ καρδίᾳ, ἧς τὸ τέτ λο; ἀδόκιμον. Ψαλμ. κ'.— Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου εύφραν θήσεται ὁ βασιλεὺς, κ. τ. ε. Σχόλ. Ορα κάνταῦθα, πῶς τὸ ἅγιον Πνεῦμα διὰ τοῦ προφήτου ρυθμίζει τοὺς εὐσεβῶς καὶ ἀσφαλῶς κρατεῖν ἐθέλοντας, τῇ τοῦ Θεοῦ δυνάμει επερείδε - σθαι, καὶ ἐν πᾶσιν. Ψαλμ. ο'. - Ο Θεός, τὸ κρῖμά σου τῷ βασιλεῖ δὺς, κ. τ. έ. Σχόλ. Σκόπει τί ὑποτίθεται ἡ πνευματική διδα- σκαλία τοῖς καὶ τὰ σκήπτρα θεόθεν έγκεχειρισμό- Τοῦ Χρυσοστόμου, ἐκ τοῦ εἰς Κωνσταντῖνον τὸν βασιλέα. - Βασιλεία τῶν ἐπὶ τῆς γῆς πραγμάτ των τάς τραχύτητας ὁμαλίζει. - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου. — Πᾶς βασιλεὺς δίκαιος ἱερατικὴν ἔχει τάξιν. Φίλωνος, ἐκ τοῦ β' τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Οὐδὲν οὔτε ήδιον, οὔτε σεμνότερον, ἢ Θεῷ δου λεύειν, δ καὶ τὴν μεγίστην βασιλείαν ὑπερβάλλει. μοι δοκοῦσιν οἱ πρῶτοι βασιλεῖς ἅμα καὶ ἀρχιε- ρεῖς γενέσθαι, δηλοῦντες ἔργοις, ὅτι χρὴ τοὺς τῶν άλλων δεσπόζοντας δουλεύειν τοῖς λατρεύουσι Θεῷ. ΤΙΤΑ. Γ'. - Περὶ βασιλέως μὴ λίαν θαυμαζομέν του. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Τῶν μὲν ἀφρόνων βασιλεὺς οὐδεὶς, κἂν τὸ πάσης γῆς καὶ θαλάσσης ἀνάψηται κράτος· μόνος δὲ ὁ ἀστεῖος καὶ θεοφιλής, κἂν τῶν παρασκευῶν καὶ τῶν χορηγιῶν ἀμοιρῇ, δι' ὧν οἱ πολλοὶ κρατύνονται τὰς δυναστείας. Ωσπερ γὰρ τῷ κυβερνητικής, ή ιατρι χῆς, ἡ μουσικῆς ἀπείρῳ παρέλκον πράγμα, οίακες, καὶ φαρμάκων σύνθεσις, καὶ αὐτοὶ, καὶ κιθάραι, διότι μηδενὶ τούτων δύναται χρῆσθαι πρὸς ὁ πέφυκε κυβερνήτῃ δὲ, καὶ ἱατρῷ καὶ μουσικῷ λέγοιτ' ἂν ἐφαρμόζειν δεόντως· οὕτως, ἐπειδὴ τέχνη τίς ἐστι βασιλική, καὶ τεχνῶν ἀρίστη, τὸν μὲν ἀνεπιστήμονα ΝΟΤΑ. I - PARALLELA RUPEFUCALDINA. LITTERA B. 51% TIT. I. De rege; quod inutile sit regem ad bel- lum proficisci, saliusque sit mercede conductis copiis aut muneribus de hostibus ultionem sumere, quam per seipsum. S. Ignatii, ex epistola ad Ephesios. Nihil pace melius, in qua bellum omne exstinguitur. TIT. II. - De rege bono, justo et malorum osore. Ex secundo Paralip. (xx, 15, 25).- Dixit Josaphat ad populum suum... et facta est dies decima tertia ex quo spolia colligebant, adhucque multa super- erant. Scholium. Divinus Apostolus ait: Quæcunque scripla sunt, ad nostram doctrinam scripta sunt VOL.. Kat B C D - (Hon. xv, 4). Quamobrem necessarium est, ut qui sanctorum vestigia sectantur, in Domino Deo nostro contra hostes prælium instruant, ac non solum audaci corde, cujus finis certus non est. - Psal. xx, 1. Domine, in virtute tua lætabitur rex, el super, elc. Schol. Hic etiam videas, quomodo Spiritus san- ctus per Prophetam erudit eos, qui religiose ac Lute volunt imperare, ut virtuti Dei innitantur, et boc in omnibus. Psal. Lxxı, 1. — Deus, judicium tuum regi da, etc. Schol. Inspice, quid spiritualis doctrina illis suggerat, qui sceptra divinitus acceperunt. torem. -- Chrysostomi ex oratione in Constantinum impera- · Negotiorum quæ in terra accidunt aspe ritates regnum planas facit. S. Irenæi. dinem habet. - · Omnis rex justus sacerdotaleni or- Philonis ex secundo Quæstionum in Exodum. Nihil jucundius est aut augustius, quam Deo ser- vire : idque magna imperia antecellit. Atque mibi videtur primos reges una quoque sacerdotes fuisse, quo factis ostenderent oportere illos, qui aliis do- minantur, Dei cultoribus servire. TIT. III. - De rege non valde illustri. Philonis, ex primo Quæstionum in Genesin. - Amentium nullus est rex, etsi universa terra ac maris imperium teneat : sed solus ille qui hone- stus et religiosus est; quamlibet apparatibus proventibusque careat, quibus multi principatus suos communiunt. Quemadmodum illi qui nauticæ, vel medicæ, vel musicæ artis imperitus est, super- vacanea res est clavus, aut remediorum composi- tio, aut tibiæ ac citharæ; hæc vero gubernatori, medico ac musico convenire rectissime dici pos- sint : sic, quoniam regia quædam ars est, eaque artium optima, ille qui usus hominum nesciat, veniunt ad res sub Phoca et lleraclio gestas. Nec alind auctor innuit toto isto capite imo et sequen- ti. Vide et cap. 10. (26) Notanda haec scholia duo, quæ nec male con.
PG 96:515Καὶ ἠρίθμησε τοὺς ἰδίους οἰκογενεῖς αὐτοῦ τριακοσίους δέκα καὶ ὀκτὼ, καὶ κατεδίωξεν αὐτοὺς ἕως Χοβὰλ, καὶ ἀπέστρεψε, καὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ τὸν λαόν. Σχόλ. Ἀβραὰμ ὑπέρμαχον τὸν Θεὸν κτησάμενος, μετὰ τῶν ἰδίων οἰκογενῶν τοὺς τέσσαρας βασιλεῖς εἰς φυγὴν ἔτρεψεν. Παραλειπομ. β. Ἐβόησεν Ἀσὰ πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ, καὶ εἶπε· Κύριε, οὐκ ἔστι παρὰ σοὶ σώζειν ἐν πολλοῖς ἢ ἐν ὀλίγοις, οἷς οὐκ ἔστιν ἰσχύς. Βοήθησον ἡμῖν, Κύριε ..... μὴ κατισχυσάτω μετὰ σοῦ ἄνθρωπος. Σχόλ. Ἀσὰ ὁ βασιλεὺς, μετὰ πεντακοσίων ὀγδοήκοντα χιλιάδων ἀντιπαραταξάμενος τοῖς Αἰθίοψιν, ἄρδην πάντας ἀνεῖλεν ὑπὲρ χιλιάδας χιλιάδας ὄντας. ΤΙΤΛ. ΙΑ. Περὶ βαπτίσματος, καὶ τῆς τοῦ θείου λουτροῦ προφητείας. Τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ ἐπισκόπου, ἐκ τῆς πρὸς Φίδωνα ἐπιστολῆς.Α χρήσεως ἀνθρώπων ἰδιώτην νομιστέον· βασιλέα δὲ μόνον τὸν ἐπιστήμονα. - πιν, 15. σιν, 11. — Τοῦ αὐτοῦ. — Νεότης μετ' ἐξουσίας αὐτοκράτους όρμαῖς ἀκαθέκτοις χρωμένη, κακόν δύσμαχον γίνε- και - ΤΙΤΛ. Υ. - Περί βοηθείας Θεοῦ· καὶ ὅτι τοῦ Θεοῦ βοηθοῦντος, πᾶσα ἐπιβουλὴ καὶ ἐπανάστασις ἐχθροῦ ἀσθενεῖ, καὶ ὀλίγοι πολλῶν κρατοῦσιν. Γενέσεως. – Παραγενόμενος δέ τις τῶν ἀνα- σωθέντων, ἀπήγγειλεν "Αβραμ, ότι ήχμαλώτευ ται Λὼτ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ. Καὶ ἠρίθμησε τους ἰδίους οἰκογενεῖς αὐτοῦ τριακοσίους δέκα καὶ ὀκτὼ καὶ κατεδίωξεν αὐτοὺς ἕως Χοβάλ, καὶ ἀπο έστρεψε, καὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ τὸν λαόν. Σχόλ. ᾽Αβραὰμ ὑπέρμαχον τὸν Θεὸν κτησάμενος, μετὰ τῶν ἰδίων οἰκογενῶν τοὺς τέσσαρας βασιλεῖς εἰς φυγὴν ἔτρεψεν. Παραλειπομ. β'. Ἐβόησεν Ασὰ πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ, καὶ εἶπε· Κύριε, οὐκ ἔστι παρά σοὶ σώζειν ἐν πολλοῖς ἢ ἐν ὀλίγοις, οἷς οὐκ ἔστιν Ισχύς. Βοήθησαν ἡμῖν, Κύριε..... μὴ κατισχυ σάτω μετὰ σοῦ ἄνθρωπος. Σχόλ. Ασὰ ὁ βασιλεὺς, μετὰ πεντακοσίων ὀγδοή- κοντα χιλιάδων ἀντιπαραταξάμενος τοῖς Αἰθίοψιν, άρδην πάντας ἀνεῖλεν ὑπὲρ χιλιάδες χιλιάδας όντας. ΤΗΤΑ. ΙΑ'. - Περὶ βαπτίσματος, καὶ τῆς τοῦ θείου Λουτροῦ προφητείας. - Τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ ἐπισκόπου, ἐκ τῆς πρὸς Φίδωνα ἐπιστολῆς. Ἐπειδὴ καὶ τοῖς βαρύτερα πεπλημμεληκόσι, καὶ εἰς τὸν Θεὸν πρὸ τῆς χάριτος ήμαρτηκόσι, μετὰ τὸ πιστεῦσαι ἄφεσιν ἁμαρτιῶν αὐτοῖς δέδοτας, καὶ ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος, καὶ ἀπὸ τῆς χάριτος οὐδεὶς κωλύεται, πόσι μᾶλλον οὐκ ὀφεί λει κωλύεσθαι τὸ παιδίον, ὅπερ νεωστί τεχθέν, οὐδὲν ἥμαρτεν, εἰ μὴ ὅτι κατὰ τὸν ᾿Αδάμ σαρκικῶς γεννη θεν, τὸν μιασμὸν τοῦ θανάτου τῇ πρώτῃ γεννήσει επεσπάσατο; ὅπερ εἰς μετάληψιν ἀφέσεως ἁμαρτιῶν αὐτοῦ, τούτῳ ευχερέστερον πρόεισιν, ὅτι ἀφίενται αὐτῷ, οὐ τὰ ἴδια, ἀλλὰ τὰ ἀλλότρια ἁμαρτήματα. ΤΙΤΑ. ΙΒ'. Περὶ βεβαίου καὶ ἀβεβαίου δρός. - Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητου ᾿Ανθρώποις τὸ εὐμετάβλητον διὰ τὴν ἐν τοῖς ἐκτὸς ἀβεβαιότητα συμβαίνειν ἀνάγκη. Οὕτω γοῦν φίλους ἑλόμενοι πολλάκις, καὶ βραχύν τινα απο τοῖς διατρίψαντες χρόνον, οὐδὲν ἐγκαλεῖν ἔχοντε;, ἀπεστράφημεν ὡσεὶ ἐχθρῶν. μένων. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Γ. ΤΗΤΑ. Ζ'. -- Περὶ τῶν γνωσιμαχούντων, καὶ ἑαυ τοὺς καταμεμφομένων. Φίλωνος. -- Ὁ μὲν Κάϊν, ἐπειδὴ τὸ μέγεθος τοῦ άγους ηγνόησε, τοῦ μηδέποτε περιπεσεῖν θανάτῳ, τιμωρίας δίδωσιν ἁπλουστέρας. Ο δὲ μιμητής εκεί- νου, μὴ δυνάμενος εἰς τὴν αὐτὴν ἀπολογίαν τῆς ἀγνοίας καταφυγείν, διπλᾶς εἰκότως ὑπομένει δίκας. S. JOANNIS DAMASCENI idiota privatuaje censendus est; rex vero, ille duntaxat, qui horum peritus sit. Ejusdem. Juventus cum dominandi potestate efrenibus desideriis et impulsibus utens, expugna- bile malum est. - TIT. X. De auxilio Dei; et quod Deo opulante, insidiæ omnes et assultus inimici imbecilles sint; ac pauci multos vincant. Gen. Quidam autem adveniens nun- tiavit Abraham, quod Lol frater ipsius captivus dactus esset. Et numeravit vernaculos suos trecen- tos decem et octo, et persecutus est illos usque Cho- bal, el reduxit, et omnia quæ ejus erant, et omnem populum. Schol. Abraham Deum pro se pugnantem nactus, cun suis vernaculis quatuor reges in fugam vertit. - Paral. Clamavit Asa ad Dominum Deum suum, et dixit : Domine, perinde est libi sal- vare in muttis et in paucis, quibus virtus non est. Auxiliare nobis, Domine....... non pravaleat tecum homo. Schol. Asa rex cum quingentis octoginta milli- bus structa adversus Æthiopes acie, internecione omncs sustulit, cum millibus ac nntibus superio- res essent. - TIT. XL. – De baptismo et vaticinio de divino lavacro. Sancti Cypriani episcopi ex epistola ad Fidum.- C Porro autem si gravissimis delictoribus, et in Deum multum ante peccantibus, cum postea cre- diderint, remissa peccatorum datur, et a baptisme et a gratia meino prohibetur : quanto magis proli beri non debet infans, qui recens natus uihil pec- cavit, nisi quod secundum Adam carnaliter nakus, contagium mortis antiquæ a prima nativitate con- traxit ? qui ad remissam peccatorum accipiendum hoc ipso facilius accedit, quod illi remittuntur non propria, sed aliena peccata. TIT. XII. De constanti et inconstanti viro. - - - Ejusdem (Philonis) ex Quæstionibus in Gene- sim. — Omnino necesse est ut homines facile mu- D tari contingat, propter rerum quæ extra sunt instabilitatem. Unde lit, at quos sæpenumero inter anicos accepimus, postquam aliquanto tempore cum ipsis conversati sumus absque criminis sus- picione, ab his velut ab inimicis abhorreamus. TIT. VII. - LITTERA F. De iis qui sententiam mulant, ac seipsos condemnant. Philonis. → Gain quidem cum piaculi sul ma- gnitudinem ignoraret, simpliciores pœnas kuit, ut morte non multaretur. Qui vero eum imitatus est, cum eo confugere non posset ut ignorantiam suam causaretur, duplices jure merito pœnas sustinuit,
PG 96:516Ἐπειδὴ καὶ τοῖς βαρύτερα πεπλημμεληκόσι, καὶ εἰς τὸν Θεὸν πρὸ τῆς χάριτος ἡμαρτηκόσι, μετὰ τὸ πιστεῦσαι ἄφεσις ἁμαρτιῶν αὐτοῖς δέδοται, καὶ ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος, καὶ ἀπὸ τῆς χάριτος οὐδεὶς κωλύεται, πόσῳ μᾶλλον οὐκ ὀφείλει κωλύεσθαι τὸ παιδίον, ὅπερ νεωστὶ τεχθὲν, οὐδὲν ἥμαρτεν, εἰ μὴ ὅτι κατὰ τὸν Ἀδὰμ σαρκικῶς γεννηθὲν, τὸν μιασμὸν τοῦ θανάτου τῇ πρώτῃ γεννήσει ἐπεσπάσατο; ὅπερ εἰς μετάληψιν ἀφέσεως ἁμαρτιῶν αὐτοῦ, τούτῳ εὐχερέστερον πρόεισιν, ὅτι ἀφίενται αὐτῷ, οὐ τὰ ἴδια, ἀλλὰ τὰ ἀλλότρια ἁμαρτήματα. ΤΙΤΛ. ΙΒ. Περὶ βεβαίου καὶ ἀβεβαίου ἀνδρός. Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. Ἀνθρώποις τὸ εὐμετάβλητον διὰ τὴν ἐν τοῖς ἐκτὸς ἀβεβαιότητα συμβαίνειν ἀνάγκη. Οὕτω γοῦν φίλους ἑλόμενοι πολλάκις, καὶ βραχύν τινα αὐτοῖς διατρίψαντες χρόνον, οὐδὲν ἐγκαλεῖν ἔχοντες, ἀπεστράφημεν ὡσεὶ ἐχθρῶν. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Γ. ΤΙΤΛ. Ζ. Περὶ τῶν γνωσιμαχούντων, καὶ ἑαυτοὺς καταμεμφομένων. Φίλωνος. Ὁ μὲν Κάϊν, ἐπειδὴ τὸ μέγεθος τοῦ ἄγους ἠγνόησε, τοῦ μηδέποτε περιπεσεῖν θανάτῳ, τιμωρίας δίδωσιν ἁπλουστέρας.Α χρήσεως ἀνθρώπων ἰδιώτην νομιστέον· βασιλέα δὲ μόνον τὸν ἐπιστήμονα. - πιν, 15. σιν, 11. — Τοῦ αὐτοῦ. — Νεότης μετ' ἐξουσίας αὐτοκράτους όρμαῖς ἀκαθέκτοις χρωμένη, κακόν δύσμαχον γίνε- και - ΤΙΤΛ. Υ. - Περί βοηθείας Θεοῦ· καὶ ὅτι τοῦ Θεοῦ βοηθοῦντος, πᾶσα ἐπιβουλὴ καὶ ἐπανάστασις ἐχθροῦ ἀσθενεῖ, καὶ ὀλίγοι πολλῶν κρατοῦσιν. Γενέσεως. – Παραγενόμενος δέ τις τῶν ἀνα- σωθέντων, ἀπήγγειλεν "Αβραμ, ότι ήχμαλώτευ ται Λὼτ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ. Καὶ ἠρίθμησε τους ἰδίους οἰκογενεῖς αὐτοῦ τριακοσίους δέκα καὶ ὀκτὼ καὶ κατεδίωξεν αὐτοὺς ἕως Χοβάλ, καὶ ἀπο έστρεψε, καὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ τὸν λαόν. Σχόλ. ᾽Αβραὰμ ὑπέρμαχον τὸν Θεὸν κτησάμενος, μετὰ τῶν ἰδίων οἰκογενῶν τοὺς τέσσαρας βασιλεῖς εἰς φυγὴν ἔτρεψεν. Παραλειπομ. β'. Ἐβόησεν Ασὰ πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ, καὶ εἶπε· Κύριε, οὐκ ἔστι παρά σοὶ σώζειν ἐν πολλοῖς ἢ ἐν ὀλίγοις, οἷς οὐκ ἔστιν Ισχύς. Βοήθησαν ἡμῖν, Κύριε..... μὴ κατισχυ σάτω μετὰ σοῦ ἄνθρωπος. Σχόλ. Ασὰ ὁ βασιλεὺς, μετὰ πεντακοσίων ὀγδοή- κοντα χιλιάδων ἀντιπαραταξάμενος τοῖς Αἰθίοψιν, άρδην πάντας ἀνεῖλεν ὑπὲρ χιλιάδες χιλιάδας όντας. ΤΗΤΑ. ΙΑ'. - Περὶ βαπτίσματος, καὶ τῆς τοῦ θείου Λουτροῦ προφητείας. - Τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ ἐπισκόπου, ἐκ τῆς πρὸς Φίδωνα ἐπιστολῆς. Ἐπειδὴ καὶ τοῖς βαρύτερα πεπλημμεληκόσι, καὶ εἰς τὸν Θεὸν πρὸ τῆς χάριτος ήμαρτηκόσι, μετὰ τὸ πιστεῦσαι ἄφεσιν ἁμαρτιῶν αὐτοῖς δέδοτας, καὶ ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος, καὶ ἀπὸ τῆς χάριτος οὐδεὶς κωλύεται, πόσι μᾶλλον οὐκ ὀφεί λει κωλύεσθαι τὸ παιδίον, ὅπερ νεωστί τεχθέν, οὐδὲν ἥμαρτεν, εἰ μὴ ὅτι κατὰ τὸν ᾿Αδάμ σαρκικῶς γεννη θεν, τὸν μιασμὸν τοῦ θανάτου τῇ πρώτῃ γεννήσει επεσπάσατο; ὅπερ εἰς μετάληψιν ἀφέσεως ἁμαρτιῶν αὐτοῦ, τούτῳ ευχερέστερον πρόεισιν, ὅτι ἀφίενται αὐτῷ, οὐ τὰ ἴδια, ἀλλὰ τὰ ἀλλότρια ἁμαρτήματα. ΤΙΤΑ. ΙΒ'. Περὶ βεβαίου καὶ ἀβεβαίου δρός. - Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητου ᾿Ανθρώποις τὸ εὐμετάβλητον διὰ τὴν ἐν τοῖς ἐκτὸς ἀβεβαιότητα συμβαίνειν ἀνάγκη. Οὕτω γοῦν φίλους ἑλόμενοι πολλάκις, καὶ βραχύν τινα απο τοῖς διατρίψαντες χρόνον, οὐδὲν ἐγκαλεῖν ἔχοντε;, ἀπεστράφημεν ὡσεὶ ἐχθρῶν. μένων. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Γ. ΤΗΤΑ. Ζ'. -- Περὶ τῶν γνωσιμαχούντων, καὶ ἑαυ τοὺς καταμεμφομένων. Φίλωνος. -- Ὁ μὲν Κάϊν, ἐπειδὴ τὸ μέγεθος τοῦ άγους ηγνόησε, τοῦ μηδέποτε περιπεσεῖν θανάτῳ, τιμωρίας δίδωσιν ἁπλουστέρας. Ο δὲ μιμητής εκεί- νου, μὴ δυνάμενος εἰς τὴν αὐτὴν ἀπολογίαν τῆς ἀγνοίας καταφυγείν, διπλᾶς εἰκότως ὑπομένει δίκας. S. JOANNIS DAMASCENI idiota privatuaje censendus est; rex vero, ille duntaxat, qui horum peritus sit. Ejusdem. Juventus cum dominandi potestate efrenibus desideriis et impulsibus utens, expugna- bile malum est. - TIT. X. De auxilio Dei; et quod Deo opulante, insidiæ omnes et assultus inimici imbecilles sint; ac pauci multos vincant. Gen. Quidam autem adveniens nun- tiavit Abraham, quod Lol frater ipsius captivus dactus esset. Et numeravit vernaculos suos trecen- tos decem et octo, et persecutus est illos usque Cho- bal, el reduxit, et omnia quæ ejus erant, et omnem populum. Schol. Abraham Deum pro se pugnantem nactus, cun suis vernaculis quatuor reges in fugam vertit. - Paral. Clamavit Asa ad Dominum Deum suum, et dixit : Domine, perinde est libi sal- vare in muttis et in paucis, quibus virtus non est. Auxiliare nobis, Domine....... non pravaleat tecum homo. Schol. Asa rex cum quingentis octoginta milli- bus structa adversus Æthiopes acie, internecione omncs sustulit, cum millibus ac nntibus superio- res essent. - TIT. XL. – De baptismo et vaticinio de divino lavacro. Sancti Cypriani episcopi ex epistola ad Fidum.- C Porro autem si gravissimis delictoribus, et in Deum multum ante peccantibus, cum postea cre- diderint, remissa peccatorum datur, et a baptisme et a gratia meino prohibetur : quanto magis proli beri non debet infans, qui recens natus uihil pec- cavit, nisi quod secundum Adam carnaliter nakus, contagium mortis antiquæ a prima nativitate con- traxit ? qui ad remissam peccatorum accipiendum hoc ipso facilius accedit, quod illi remittuntur non propria, sed aliena peccata. TIT. XII. De constanti et inconstanti viro. - - - Ejusdem (Philonis) ex Quæstionibus in Gene- sim. — Omnino necesse est ut homines facile mu- D tari contingat, propter rerum quæ extra sunt instabilitatem. Unde lit, at quos sæpenumero inter anicos accepimus, postquam aliquanto tempore cum ipsis conversati sumus absque criminis sus- picione, ab his velut ab inimicis abhorreamus. TIT. VII. - LITTERA F. De iis qui sententiam mulant, ac seipsos condemnant. Philonis. → Gain quidem cum piaculi sul ma- gnitudinem ignoraret, simpliciores pœnas kuit, ut morte non multaretur. Qui vero eum imitatus est, cum eo confugere non posset ut ignorantiam suam causaretur, duplices jure merito pœnas sustinuit,
PG 96:517Ὁ δὲ μιμητὴς ἐκείνου, μὴ δυνάμενος εἰς τὴν αὐτὴν ἀπολογίαν τῆς ἀγνοίας καταφυγεῖν, διπλᾶς εἰκότως ὑπομένει δίκας, Διὰ τοῦτο ἐκ δὲ Λάμεχ ἑβδομηκοντάκις ἑπτὰ, διὰ τὴν εἰρημένην αἰτίαν, καθ’ ἣν ὁ δεύτερος ἁμαρτὼν, καὶ μὴ σωφρονισθεὶς τῇ τοῦ προηδικηκότος τιμωρίᾳ, τήν τε ἐκείνου παντελῶς ἀναδέχεται ἁπλουστέραν οὖσαν. Καθάπερ ἐν ἀριθμοῖς αἱ μονάδες ἔχουσι καὶ πολυπλασιωτέραν ὁμοιουμένην ταῖς ἐναρίθμοις δεκάσιν, ἦν γνωσιμαχῶν Λάμεχ καθ’ ἑαυτοῦ. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τῶν αὐτῶν. Τὸ ἐπαισθάνεσθαι τῶν ἐσφαλμένων, καὶ ἑαυτοῦ καταμέμφεσθαι πρὸς δικαίου ἀνδρός. Τὸ δὲ ἀνεπαισθήτως διακεῖσθαι, ἀργαλεώτερα ποιεῖ τῇ ψυχῇ τὰ δεινὰ τοῦ κακοῦ ἀνδρός. ΤΙΤΛ. ΙΖ. Περὶ γυναικὸς ἀνδρείας, καὶ σώφρονος, καὶ συνετῆς. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου. Μόνους ἄνδρας τοὺς ὁμοζύγους εἶναι νομιστέον ταῖς γυναιξὶν, οἷς καὶ ἡνώθησαν κατὰ γνώμην Θεοῦ. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Λέγεται ὑπὸ φυσικῶν ἀνδρῶν, οὐδὲν ἕτερον εἶναι θῆλυ, ἢ ἀτελὲς ἄρσεν. Τοῦ αὐτοῦ. Ἀσθενέστεραί τέ πώς εἰσιν αἱ γνῶμαι τῶν γυναικῶν, ἔξω τῶν αἰσθητῶν μηδὲν ἰσχύουσαι νοητὸν καταλαβεῖν. ΤΙΤΛ. ΙΗ.Διὰ τοῦτο ἐκ δὲ Λάμεχ ἑβδομηκοντάκι; ἑπτὰ, διὰ τὴν Α εἰρημένην αἰτίαν, καθ᾽ ἣν ὁ δεύτερος ἁμαρτών, καὶ μὴ σωφρονισθεὶς τῇ τοῦ προηδικηκότος τιμωρία, τήν τε ἐκείνου παντελῶς ἀναδέχεται ἁπλουστέραν οὖσαν. Καθάπερ ἐν ἀριθμοῖς αἱ μονάδες ἔχουσι καὶ πολυπλασιωτέραν ὁμοιουμένην ταῖς ἐναρίθμοις δεκά- σιν, ἦν γνωσιμαχῶν Λάμεχ καθ᾿ ἑαυτοῦ (27). - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τῶν αὐτῶν. Τὸ ἐπαισθάνεσθαι τῶν ἐσφαλμένων, καὶ ἑαυτοῦ καταμέμφεσθαι πρός δικαίου ἀνδρός. Τὸ δὲ ἀνεπαισθήτως διακείσθαι, άρ- γαλεώτερα ποιεῖ τῇ ψυχῇ τὰ δεινὰ τοῦ κακοῦ ἀνδρός. ΤΙΤΑ. ΙΖ'. Περὶ γυναικὸς ἀνδρείας, καὶ σώ φρονος, καὶ συνετής. - · Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου. - Μόνους ἄνδρας τοὺς ὁμοζύγους είναι νομιστέον ταῖς γυναι- ξιν, οἷς καὶ ἡνώθησαν κατά γνώμην Θεοῦ. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Εξόδῳ Ζητημάτων. - Λ γεται ὑπὸ φυσικῶν ἀνδρῶν, οὐδὲν ἕτερον εἶναι θῆλυ, ἢ ἀτελὲς ἄρσεν. - Τοῦ αὐτοῦ. Ασθενέστεραί τέ πώς εἰσιν α γνώμαι τῶν γυναικῶν, ἔξω τῶν αἰσθητῶν μηδ ισχύουσας νοητὸν καταλαβεῖν. ΤΗΤΑ. ΙΗ'. - Περὶ γυναικῶν πονηρῶν, καὶ μοίχα- λίδων, καὶ πορνευουσῶν, καὶ πάσης κακίας πληρουσῶν. Ευσεβίου. -- Φίλαυτον γυνὴ καὶ ζηλότυπον αὐ μετρίως, καὶ δεινὸν ἀνδρὸς ἤθη παραλῦσαι, καὶ συν εχέσι γοητείαις ὑπάγεσθαι. Μελετήσασα γὰρ θωπείας λόγους, καὶ τὴν ἄλλην ὑπόκρισιν, ὥσπερ ἐπὶ σκηνής, δήμεις· καὶ ἀκοὰς όταν δελεάσῃ διηπατημένων, ὡς ὑπήκοον τὸν ἡγεμόνα νοῦν φενακίζει. Παίδες δὲ εἰ γένοντο, φρονήματος ἀποπλησθεῖσα καὶ παῤῥησίας, όσα κατ' ειρωνείαν πρότερον ὑπούλως υπηνέστατο, ταῦτα ἀπ' αὐτολμηροτέρου θράσους ἐκλαλεῖ, καὶ ἀναισχυντοῦσα βιάζεται πράττειν. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Α. ΤΙT. ς πηe Ο ΤΙΤΑ. ΙΒ'. ΤΙΤ. ΧΗ. Περὶ διορθώσεως βίου κακοῦ ἐπὶ τὸ ἀγαθόν· ὅτι εὐάρεστον καὶ φίλον Θεῷ. Τοῦτο δὲ τελεῖται ἐκ τοῦ μεμνῆσθαι μὲν τῶν ἐσφαλ μένων καὶ ἀπομυσάττεσθαι· προσεγγίζειν δὲ πεποθημένως τοῖς ἀξιεπαίνοις καὶ χρηστοῖς. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐκ τῆς πρὸς Εφεσίους ἐπιστολῆς. - Έσχατοι καιροί, ἀδελφοί, λοιπὸν αἰσχυνθῶμεν. Φοβηθώμεν τὴν μακροθυμίαν τοῦ Θεοῦ, μὴ εἰς κρίμα ἡμῖν γένηται. "Η γὰρ τὴν μέλλουσαν ὀργὴν φοβηθῶμεν, ἢ τὴν ἐνεστῶσαν χάριν ἀγαπήσωμεν ἐν τῷ νῦν βίῳ, μόνον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εὑρεθῶμεν. - ΤΙΤΛ. ΚΓ. — Περὶ δικαίων· ὅτι περιφρονοῦνται ὑπὸ τῶν ἀδίκων καὶ ἀσεβῶν, καὶ διασόρον. ται. Τοῦ ἁγίου Μεθοδίου, ἐκ τῶν κατὰ τοῦ Πορφυ - ΤΙΤ. ΝΟΤ.Ε. PARALLELA RUPEFUCALDINA. LES Quamobrem de Lamech septuaginta seplies TITA. JH'. B sumpta uitio est (Gen. iv, 24), propterea quror, cum secundus ipse peocasset, anterioris prævari- cationis supplicio nihile sapientior factus, illius poenam quæ simplicior erat, omnino recepit. Haud secus atque in numeris unitates, repetitas eodem modo vices habent in decadibas quæ numerantur; sic Lamech apud semetipsum admissi deticti do- lore mordebatur. Ejusdem ex iisdem.-Lapsus suos persentiscere, seque ipsum accusare, justi viri proprium est. Naito vero eorum sensu moveri, inutiles reddit pœnas, quas malus homo patitur. TIT. XVII. - De muliere forti, modesta, el prudente. S. Ignatii Theophori. - Bolos viros conjuges esse suos existiment nurtieres, quibus et unitæ sunt secundum consilium Dei. Philonis ex Quæstionibus in Exodum.- Homines naturæ periti ferunt feminam wihil esse aliud, „nisî marem imperfectum. Ejusdem. - Imbecilliora quodammodo sunt mn- lierum ingenia, ut ultra sensibília nihil quod in intellectum cadat, percipere valeant. XVIN. - De mulieribus improbis, adulteris, TIT. meretricibus, omnique malitia repletis. - Eusebii. · Mulier animal ext swi amans ae ze- lotypuni supra modum, net non ad hominem cor- mpendio, et continuis fascinationibus sedhicen- dum solers. Adulatorios siquidem sermones om- simulationis genus excogitans, quo eius oculos et aures, velut in theatro ft, demulceat, postquam defusum inestaverit, tum nentem prin- cipalem eius swins partem decipit. Quod si filios en en suscipit, tum audaciæ atque fiduciæ plena, ¡quæ ante per ironiam subdole significaverat, hæc majori procacitate proloquitur, et pudure positò patrare adnititur. D - LITTERA A. De emendatione vitæ malæ in bonam': quod id Deo gratum acceptumque sit. Hoc autem perficitur erratorum suorum recordatione ac dele- statione; necnon ardenti studio ad ea quæ laude digna optimaque sunt., accedendo. Sancti Ignatii Theophori, ex epistolu ad Ephesios. Novissima tempora sunt, fratres. Caterum pr deat nos, ac vereamur patientiam Dei, ne in ju- dicium nobis convertatur. Vel enim futuram iraul timeamus, vel praesentem gratiam diligamus, modo saltem in Christo Jesu reperiamur. - XXIII. — De justis : quodque ab iniquis et impiis contemnuntur et lacerantur. S. Methodii, ex libris adversus Porphyrium. - (27) Oratio mutifa et vitiata,
PG 96:518Περὶ γυναικῶν πονηρῶν, καὶ μοιχαλίδων, καὶ πορνευουσῶν, καὶ πάσης κακίας πληρουσῶν. Εὐσεβίου. Φίλαυτον γυνὴ καὶ ζηλότυπον οὐ μετρίως, καὶ δεινὸν ἀνδρὸς ἤθη παραλύσαι, καὶ συνεχέσι γοητείαις ὑπάγεσθαι. Μελετήσασα γὰρ θωπείας λόγους, καὶ τὴν ἄλλην ὑπόκρισιν, ὥσπερ ἐπὶ σκηνῆς, ὄψεις καὶ ἀκοὰς ὅταν δελεάσῃ διηπατημένων, ὡς ὑπήκοον τὸν ἡγεμόνα νοῦν φενακίζει. Παῖδες δὲ εἰ γένοιντο, φρονήματος ἀποπλησθεῖσα καὶ παῤῥησίας, ὅσα κατ’ εἰρωνείαν πρότερον ὑπούλως ὑπῃνίττετο, ταῦτα ἀπ’ εὐτολμηροτέρου θράσους ἐκλαλεῖ, καὶ ἀναισχυντοῦσα βιάζεται πράττειν. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Δ. ΤΙΤΛ. ΙΒ. Περὶ διορθώσεως βίου κακοῦ ἐπὶ τὸ ἀγαθόν· ὅτι εὐάρεστον καὶ φίλον Θεῷ. Τοῦτο δὲ τελεῖται ἐκ τοῦ μεμνῆσθαι μὲν τῶν ἐσφαλμένων καὶ ἀπομυσάττεσθαι· προσεγγίζειν δὲ πεποθημένως τοῖς ἀξιεπαίνοις καὶ χρηστοῖς. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς. Ἔσχατοι καιροὶ, ἀδελφοὶ, λοιπὸν αἰσχυνθῶμεν. Φοβηθῶμεν τὴν μακροθυμίαν τοῦ Θεοῦ, μὴ εἰς κρῖμα ἡμῖν γένηται. Ἢ γὰρ τὴν μέλλουσαν ὀργὴν φοβηθῶμεν, ἢ τὴν ἐνεστῶσαν χάριν ἀγαπήσωμεν ἐν τῷ νῦν βίῳ, μόνον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εὑρεθῶμεν. ΤΙΤΛ. ΚΓ. Περὶ δικαίων·Διὰ τοῦτο ἐκ δὲ Λάμεχ ἑβδομηκοντάκι; ἑπτὰ, διὰ τὴν Α εἰρημένην αἰτίαν, καθ᾽ ἣν ὁ δεύτερος ἁμαρτών, καὶ μὴ σωφρονισθεὶς τῇ τοῦ προηδικηκότος τιμωρία, τήν τε ἐκείνου παντελῶς ἀναδέχεται ἁπλουστέραν οὖσαν. Καθάπερ ἐν ἀριθμοῖς αἱ μονάδες ἔχουσι καὶ πολυπλασιωτέραν ὁμοιουμένην ταῖς ἐναρίθμοις δεκά- σιν, ἦν γνωσιμαχῶν Λάμεχ καθ᾿ ἑαυτοῦ (27). - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τῶν αὐτῶν. Τὸ ἐπαισθάνεσθαι τῶν ἐσφαλμένων, καὶ ἑαυτοῦ καταμέμφεσθαι πρός δικαίου ἀνδρός. Τὸ δὲ ἀνεπαισθήτως διακείσθαι, άρ- γαλεώτερα ποιεῖ τῇ ψυχῇ τὰ δεινὰ τοῦ κακοῦ ἀνδρός. ΤΙΤΑ. ΙΖ'. Περὶ γυναικὸς ἀνδρείας, καὶ σώ φρονος, καὶ συνετής. - · Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου. - Μόνους ἄνδρας τοὺς ὁμοζύγους είναι νομιστέον ταῖς γυναι- ξιν, οἷς καὶ ἡνώθησαν κατά γνώμην Θεοῦ. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Εξόδῳ Ζητημάτων. - Λ γεται ὑπὸ φυσικῶν ἀνδρῶν, οὐδὲν ἕτερον εἶναι θῆλυ, ἢ ἀτελὲς ἄρσεν. - Τοῦ αὐτοῦ. Ασθενέστεραί τέ πώς εἰσιν α γνώμαι τῶν γυναικῶν, ἔξω τῶν αἰσθητῶν μηδ ισχύουσας νοητὸν καταλαβεῖν. ΤΗΤΑ. ΙΗ'. - Περὶ γυναικῶν πονηρῶν, καὶ μοίχα- λίδων, καὶ πορνευουσῶν, καὶ πάσης κακίας πληρουσῶν. Ευσεβίου. -- Φίλαυτον γυνὴ καὶ ζηλότυπον αὐ μετρίως, καὶ δεινὸν ἀνδρὸς ἤθη παραλῦσαι, καὶ συν εχέσι γοητείαις ὑπάγεσθαι. Μελετήσασα γὰρ θωπείας λόγους, καὶ τὴν ἄλλην ὑπόκρισιν, ὥσπερ ἐπὶ σκηνής, δήμεις· καὶ ἀκοὰς όταν δελεάσῃ διηπατημένων, ὡς ὑπήκοον τὸν ἡγεμόνα νοῦν φενακίζει. Παίδες δὲ εἰ γένοντο, φρονήματος ἀποπλησθεῖσα καὶ παῤῥησίας, όσα κατ' ειρωνείαν πρότερον ὑπούλως υπηνέστατο, ταῦτα ἀπ' αὐτολμηροτέρου θράσους ἐκλαλεῖ, καὶ ἀναισχυντοῦσα βιάζεται πράττειν. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Α. ΤΙT. ς πηe Ο ΤΙΤΑ. ΙΒ'. ΤΙΤ. ΧΗ. Περὶ διορθώσεως βίου κακοῦ ἐπὶ τὸ ἀγαθόν· ὅτι εὐάρεστον καὶ φίλον Θεῷ. Τοῦτο δὲ τελεῖται ἐκ τοῦ μεμνῆσθαι μὲν τῶν ἐσφαλ μένων καὶ ἀπομυσάττεσθαι· προσεγγίζειν δὲ πεποθημένως τοῖς ἀξιεπαίνοις καὶ χρηστοῖς. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐκ τῆς πρὸς Εφεσίους ἐπιστολῆς. - Έσχατοι καιροί, ἀδελφοί, λοιπὸν αἰσχυνθῶμεν. Φοβηθώμεν τὴν μακροθυμίαν τοῦ Θεοῦ, μὴ εἰς κρίμα ἡμῖν γένηται. "Η γὰρ τὴν μέλλουσαν ὀργὴν φοβηθῶμεν, ἢ τὴν ἐνεστῶσαν χάριν ἀγαπήσωμεν ἐν τῷ νῦν βίῳ, μόνον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εὑρεθῶμεν. - ΤΙΤΛ. ΚΓ. — Περὶ δικαίων· ὅτι περιφρονοῦνται ὑπὸ τῶν ἀδίκων καὶ ἀσεβῶν, καὶ διασόρον. ται. Τοῦ ἁγίου Μεθοδίου, ἐκ τῶν κατὰ τοῦ Πορφυ - ΤΙΤ. ΝΟΤ.Ε. PARALLELA RUPEFUCALDINA. LES Quamobrem de Lamech septuaginta seplies TITA. JH'. B sumpta uitio est (Gen. iv, 24), propterea quror, cum secundus ipse peocasset, anterioris prævari- cationis supplicio nihile sapientior factus, illius poenam quæ simplicior erat, omnino recepit. Haud secus atque in numeris unitates, repetitas eodem modo vices habent in decadibas quæ numerantur; sic Lamech apud semetipsum admissi deticti do- lore mordebatur. Ejusdem ex iisdem.-Lapsus suos persentiscere, seque ipsum accusare, justi viri proprium est. Naito vero eorum sensu moveri, inutiles reddit pœnas, quas malus homo patitur. TIT. XVII. - De muliere forti, modesta, el prudente. S. Ignatii Theophori. - Bolos viros conjuges esse suos existiment nurtieres, quibus et unitæ sunt secundum consilium Dei. Philonis ex Quæstionibus in Exodum.- Homines naturæ periti ferunt feminam wihil esse aliud, „nisî marem imperfectum. Ejusdem. - Imbecilliora quodammodo sunt mn- lierum ingenia, ut ultra sensibília nihil quod in intellectum cadat, percipere valeant. XVIN. - De mulieribus improbis, adulteris, TIT. meretricibus, omnique malitia repletis. - Eusebii. · Mulier animal ext swi amans ae ze- lotypuni supra modum, net non ad hominem cor- mpendio, et continuis fascinationibus sedhicen- dum solers. Adulatorios siquidem sermones om- simulationis genus excogitans, quo eius oculos et aures, velut in theatro ft, demulceat, postquam defusum inestaverit, tum nentem prin- cipalem eius swins partem decipit. Quod si filios en en suscipit, tum audaciæ atque fiduciæ plena, ¡quæ ante per ironiam subdole significaverat, hæc majori procacitate proloquitur, et pudure positò patrare adnititur. D - LITTERA A. De emendatione vitæ malæ in bonam': quod id Deo gratum acceptumque sit. Hoc autem perficitur erratorum suorum recordatione ac dele- statione; necnon ardenti studio ad ea quæ laude digna optimaque sunt., accedendo. Sancti Ignatii Theophori, ex epistolu ad Ephesios. Novissima tempora sunt, fratres. Caterum pr deat nos, ac vereamur patientiam Dei, ne in ju- dicium nobis convertatur. Vel enim futuram iraul timeamus, vel praesentem gratiam diligamus, modo saltem in Christo Jesu reperiamur. - XXIII. — De justis : quodque ab iniquis et impiis contemnuntur et lacerantur. S. Methodii, ex libris adversus Porphyrium. - (27) Oratio mutifa et vitiata,
PG 96:519ὅτι περιφρονοῦνται ὑπὸ τῶν ἀδίκων καὶ ἀσεβῶν, καὶ διασύρονται. Τοῦ ἁγίου Μεθοδίου, ἐκ τῶν κατὰ τοῦ Πορφυρίου. Κάλλιστον ταῖς ἀληθείαις, καὶ ἐπαινετὸν κλητέον τοῦτο, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΚΖ. Περὶ δικαίου καὶ δικαιοσύνης. Διδύμου, εἰς τὸν Ὠσῆε. Τῇ δικαιοσύνῃ ἀεὶ τὸ ἰσχύειν ἀκολουθεῖ, ὥσπερ τῇ ἀδικίᾳ τὸ ἀσθενεῖν ἕπεται. ΤΙΤΛ. Λ. Περὶ δημιουργίας. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Περὶ τὸν Θεὸν δύναμις ὁμοῦ καὶ σοφία, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΛΑ. Περὶ δοξολογίας Θεοῦ. Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, πρὸς Ἐφεσίους. Ὅταν πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται δυνάμεις τοῦ Σατανᾶ, λύεται ὄλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοίᾳ ὑμῶν τῆς πίστεως. Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ, ἐκ τοῦ, Ὅτι οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ. Ἡ μὲν εἰς Θεὸν τὸν ὄντως ὄντα τιμὴ, πάντως που καὶ αὐτοῦ τοῦ τιμῶντός ἐστι τιμή· ἡ δὲ εἰς τὸν οὐκ ὄντα Θεὸν τιμὴ, ἐξ ἐναντίας καὶ αὐτοῦ τοῦ τιμῶντος ἐστὶν ἀτιμία. Θεοτίμου. Καὶ ὄντως μνήμην ἔχειν Θεοῦ, ζωῆς ἐστι μνήμην ἔχειν, ἐπιλελῆσθαι δὲ, γίνεται τὸ τεθνάναι. ΤΙΤΛ. ΛΘ. Περὶ δούλων χρηστῶν. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον ἐπιστολῆς.Α ρίου. ΤΙΤ. ΧΧΧ. · ΤΙΤ. ΧΧΧΙ. Β Κάλλιστον ταῖς ἀληθείαις, καὶ ἐπαινετών κλητέον τοῦτο, κ. τ. ε. ΤΙΤΑ. ΚΖ. - Περὶ δικαίου καὶ δικαιοσύνης. Διδύμου, εἰς τὸν ὡσῆς. - Τῇ δικαιοσύνῃ ἀεὶ τὸ Ισχύειν ἀκολουθεῖ, ὥσπερ τῇ ἀδικίᾳ τὸ ἀσθενεῖν ἔπεται. ΤΙΤΛ. Α'. — Περί δημιουργίας. - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίον, ἐκ τοῦ δ᾽ ἐλέγχου καὶ ανατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, - Περί τὸν Θεὸν δύναμις ὁμοῦ καὶ σοφία, κ. τ. ε. - - ΤΙΤΛ. ΛΑ'. Περὶ δοξολογίας Θεοῦ. Ιγνατίου τοῦ Θεοφόρου, πρὸς Ἐφεσίους. Ὅταν πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιρούνται δυνάμεις του Σατανά, λύεται έλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοία ὑμῶν τῆς πίστεως. - Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργού, ἐκ τοῦ, Ότι οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ. Η μὲν εἰς Θεὸν τὸν ὄντως ὄντα τιμή, πάντως που καὶ αὐτοῦ τοῦ τιμῶντός ἐστι τιμή· ἡ δὲ εἰς τὸν οὐκ ὄντα Θεὸν τιμή, ἐξ ἐναντίας καὶ αὐτοῦ τοῦ τιμῶντος ἐστὶν ἀτιμία. Θεοτίμου. - Και όντως μνήμην ἔχειν Θεοῦ, ζωής ἐστι μνήμην ἔχειν, ἐπιλελῆσθαι δὲ, γίνεται τὸ τεθνά ΤΙΤΛ. ΑΘ. - Περὶ δούλων χρηστών. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον ἐπιστολῆς.—Οἱ δοῦλοι μὴ ἐράτωσαν ἀπὸ κοινοῦ ἔλευ θεροῦσθαι, ἀλλ᾽ εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ τὸ πλεῖον δουλευε τωσαν, ἵνα κρείττονος ἐλευθερίας ὑπὸ Θεοῦ τύχωσιν. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ε. ΤΙΤΑ. ΜΒ. - Περὶ ἐλεημοσύνης, καὶ· εὐποιίας εἰς πτωχούς. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ τ' λόγου τῶν κατά Ἰουλιανοῦ. - Τὸ τῆς ἐλεημοσύνης, κ. τ. έ. - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ ιη βιβλίου. Οὐδὲν οὕτως κεκαθαρμένους ἡμᾶς ποιεῖ, ὡς αἱ τῶν εἰς εὐσέβειαν ανδραγαθημάτων λαμπρότητες, καὶ τό γε ἐποικτεί ρειν τοὺς ἐν ἐνδείᾳ καὶ τῶν ἀναγκαίων σπάνει. Γρά φει γάρ που καὶ ὁ Παροιμιαστής, ὅτι ἐλεημοσύναις καὶ πίστεσι ἀποκαθαίρονται αἱ ἁμαρτίας. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. - Πρῶτον καὶ ἄριστον ἀνδραγά θημα τὸ διανείμαι τοῖς δεομένοις τὰ ὄντα, καὶ κατευ μεγεθῆσαι τῆς ἐκ τοῦ πλούτου τρυφῆς, καὶ κατασω- ρεῦσαι μᾶλλον ἐν οὐρανοῖς ἐλπίδα τὴν μέλλουσαν καὶ τῶν προσκαίρων ἀλλάξασθαι τὰ διηνεκή, καὶ ἀνελέσθαι τὰ μένοντα τῶν σεσαλευμένων ἐνδοιάσειεν ἂν οὐδεὶς τῶν εὐφρονεῖν εἰωθότων. ΜΖ'. — Περὶ ἐπισκόπων χρηστῶν, καὶ ΤΙΤΑ, φυλαττόντων ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Τῆς αὐτῆς (Γενέσεως). - Ἐκτήσατο Ἰωσήφ πᾶσαν τὴν γῆν τῶν Αἰγυπτίων τῷ Φαραώ...... χωρὶς τῆς γῆς τῶν ἱερέων μόνον οὐκ ἐκτήσατο Ιωσήφ. Ἐν δόσει γὰρ ἔδωκε δόματα τοῖς ἱερεῦσι Φαραώ· καὶ ἤσθιον τὴν δόσιν. ΝΟΤΑ. Σχόλ. (28) "Οτι οἱ ἱερεῖς τῷ Θεῷ ἀνάκεινται, 5:9 S. JOANNIS DAMASCENI Optimum revera et laudabile nuncupandum hoc est, etc. TIT. XXVII. Didymi, in Osse. - De jure et justitia. - Justitiam semper robur se- quitur, uti injustitiam imbecillitas. De orbis opificio. - S. Irenæi ex quarta redargutione et confutatione falsi nominis scientia. - Apud Deum est virtus si- mul et sapientia, etc. - - De laudatione Dei. Ignatii Theophori, epist. ad Ephes. . Quando crebro convenitis, virtutes Satanæ destruuntur. Deletur interitus ejus per concordiam fidei vestræ. - Gregorii Thaumaturgi, ex sermone, Quod nullum est idolum in mundo. Honor quidem, qui Deo vero exsistenti exhibetur, illius omnino etiam est honor, qui ipsum honorat : contra vero, honor illi præstitus, qui Deus non sit, ejus etiam a quo exhibetur, ignominia est . - Theotimi. - Vere quoque memorem esse Dei, hoc est, vitam memoria versare: illius autem oblivisci, idem prorsus ac interire. - De servis frugi. TIT. XXXIX. S. Ignatii, ex epistola ad Polycarpum. - Servi non desiderent a communi liberi fieri; sed ad glo- riam Dei magis serviant, ut potiorem libertatem a Deo consequantur. - TIT. XLII. - LITTERA E. De eleemosyna, atque in pauperes beneficentia. Sancti Cyrilli, ex quinto libro contra Julianum. Eleemosynæ, etc. - C Ejusdem, ex libro decimo octavo. • Nihil nos sic puros reddit, uti praclara quoad pietatem facinora, atque imprimis misericordia erga illos qui inonia reruinque necessariarum indigentia laborant. Nam et Proverbiorum auctor alicubi scribit, peccata eleemosyna et fide purgari (Prov. xv, 27). Ejusdem. Primum atque optimum virtutis specimen est, egenis facultates impertiri, et su- pra voluptatem quam divitiæ oferunt attollendo se, futuram spem in calis potius aggerare. Nemo quippe eorum qui recte sentire solent, perpetua temporariis commutare, ac præ mobilibus rebus D constantes arripere dubitaverit. - - TIT. XLVII. — De bonis episcopis, et qui mandata Dei custodiunt. - Ejusdem ( Gen. XLVII, 20). — Comparavit Joseph Pharaoni universam terram Ægypti... terram sa- cerdotum duntaxat non acquisivit Joseph. Dono namque Pharao sacerdotibus dedit dona, qui mu- Was suam comedebant. Schol. Quoniam sacerdotes Deo consecrati sunt, . - val. TITA. rato ac dedita opera inculcat, nulla prorsus ra- tione spectare videntur ad ea tempora, in quibus Palæstina, Syriaque omnis, ac cæteræ Orientis regiones cum Ægypto, durissimo Saraconorum jugo premebantur, atque adeo adl Joannis Da- masceni ætatem; sed ad illam qua provinciæ omnes illæ Romanis adhuc ac Christianis imperatoribus obnoxiæ erant. Hæc conferenda sunt cum iis quæ in adnotatione ad tit. XIV litteræ A horum Paral- (28) Σχόλιον. Quæ scholiis duobus auctor ite-
PG 96:520Οἱ δοῦλοι μὴ ἐράτωσαν ἀπὸ κοινοῦ ἐλευθεροῦσθαι, ἀλλ’ εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ τὸ πλεῖον δουλευέτωσαν, ἵνα κρείττονος ἐλευθερίας ὑπὸ Θεοῦ τύχωσιν. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ε. ΤΙΤΛ. ΜΒ. Περὶ ἐλεημοσύνης, καὶ εὐποιίας εἰς πτωχούς. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ε λόγου τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ. Τὸ τῆς ἐλεημοσύνης, κ. τ. ἑ. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ ιη βιβλίου. Οὐδὲν οὕτως κεκαθαρμένους ἡμᾶς ποιεῖ, ὡς αἱ τῶν εἰς εὐσέβειαν ἀνδραγαθημάτων λαμπρότητες, καὶ τό γε ἐποικτείρειν τοὺς ἐν ἐνδείᾳ καὶ τῶν ἀναγκαίων σπάνει. Γράφει γάρ που καὶ ὁ Παροιμιαστὴς, ὅτι ἐλεημοσύναις καὶ πίστεσι ἀποκαθαίρονται αἱ ἁμαρτίαι. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. Πρῶτον καὶ ἄριστον ἀνδραγάθημα τὸ διανεῖμαι τοῖς δεομένοις τὰ ὄντα, καὶ κατευμεγεθῆσαι τῆς ἐκ τοῦ πλούτου τρυφῆς, καὶ κατασωρεῦσαι μᾶλλον ἐν οὐρανοῖς ἐλπίδα τὴν μέλλουσαν· καὶ τῶν προσκαίρων ἀλλάξασθαι τὰ διηνεκῆ, καὶ ἀνελέσθαι τὰ μένοντα τῶν σεσαλευμένων ἐνδοιάσειεν ἂν οὐδεὶς τῶν εὐφρονεῖν εἰωθότων. ΤΙΤΛ. ΜΖ. Περὶ ἐπισκόπων χρηστῶν, καὶ φυλαττόντων ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Τῆς αὐτῆς (Γενέσεως). Ἐκτήσατο Ἰωσὴφ πᾶσαν τὴν γῆν τῶν Αἰγυπτίων τῷ Φαραώ … χωρὶς τῆς γῆς τῶν ἱερέων μόνον οὐκ ἐκτήσατο Ἰωσήφ.Α ρίου. ΤΙΤ. ΧΧΧ. · ΤΙΤ. ΧΧΧΙ. Β Κάλλιστον ταῖς ἀληθείαις, καὶ ἐπαινετών κλητέον τοῦτο, κ. τ. ε. ΤΙΤΑ. ΚΖ. - Περὶ δικαίου καὶ δικαιοσύνης. Διδύμου, εἰς τὸν ὡσῆς. - Τῇ δικαιοσύνῃ ἀεὶ τὸ Ισχύειν ἀκολουθεῖ, ὥσπερ τῇ ἀδικίᾳ τὸ ἀσθενεῖν ἔπεται. ΤΙΤΛ. Α'. — Περί δημιουργίας. - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίον, ἐκ τοῦ δ᾽ ἐλέγχου καὶ ανατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, - Περί τὸν Θεὸν δύναμις ὁμοῦ καὶ σοφία, κ. τ. ε. - - ΤΙΤΛ. ΛΑ'. Περὶ δοξολογίας Θεοῦ. Ιγνατίου τοῦ Θεοφόρου, πρὸς Ἐφεσίους. Ὅταν πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιρούνται δυνάμεις του Σατανά, λύεται έλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοία ὑμῶν τῆς πίστεως. - Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργού, ἐκ τοῦ, Ότι οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ. Η μὲν εἰς Θεὸν τὸν ὄντως ὄντα τιμή, πάντως που καὶ αὐτοῦ τοῦ τιμῶντός ἐστι τιμή· ἡ δὲ εἰς τὸν οὐκ ὄντα Θεὸν τιμή, ἐξ ἐναντίας καὶ αὐτοῦ τοῦ τιμῶντος ἐστὶν ἀτιμία. Θεοτίμου. - Και όντως μνήμην ἔχειν Θεοῦ, ζωής ἐστι μνήμην ἔχειν, ἐπιλελῆσθαι δὲ, γίνεται τὸ τεθνά ΤΙΤΛ. ΑΘ. - Περὶ δούλων χρηστών. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον ἐπιστολῆς.—Οἱ δοῦλοι μὴ ἐράτωσαν ἀπὸ κοινοῦ ἔλευ θεροῦσθαι, ἀλλ᾽ εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ τὸ πλεῖον δουλευε τωσαν, ἵνα κρείττονος ἐλευθερίας ὑπὸ Θεοῦ τύχωσιν. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ε. ΤΙΤΑ. ΜΒ. - Περὶ ἐλεημοσύνης, καὶ· εὐποιίας εἰς πτωχούς. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ τ' λόγου τῶν κατά Ἰουλιανοῦ. - Τὸ τῆς ἐλεημοσύνης, κ. τ. έ. - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ ιη βιβλίου. Οὐδὲν οὕτως κεκαθαρμένους ἡμᾶς ποιεῖ, ὡς αἱ τῶν εἰς εὐσέβειαν ανδραγαθημάτων λαμπρότητες, καὶ τό γε ἐποικτεί ρειν τοὺς ἐν ἐνδείᾳ καὶ τῶν ἀναγκαίων σπάνει. Γρά φει γάρ που καὶ ὁ Παροιμιαστής, ὅτι ἐλεημοσύναις καὶ πίστεσι ἀποκαθαίρονται αἱ ἁμαρτίας. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. - Πρῶτον καὶ ἄριστον ἀνδραγά θημα τὸ διανείμαι τοῖς δεομένοις τὰ ὄντα, καὶ κατευ μεγεθῆσαι τῆς ἐκ τοῦ πλούτου τρυφῆς, καὶ κατασω- ρεῦσαι μᾶλλον ἐν οὐρανοῖς ἐλπίδα τὴν μέλλουσαν καὶ τῶν προσκαίρων ἀλλάξασθαι τὰ διηνεκή, καὶ ἀνελέσθαι τὰ μένοντα τῶν σεσαλευμένων ἐνδοιάσειεν ἂν οὐδεὶς τῶν εὐφρονεῖν εἰωθότων. ΜΖ'. — Περὶ ἐπισκόπων χρηστῶν, καὶ ΤΙΤΑ, φυλαττόντων ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Τῆς αὐτῆς (Γενέσεως). - Ἐκτήσατο Ἰωσήφ πᾶσαν τὴν γῆν τῶν Αἰγυπτίων τῷ Φαραώ...... χωρὶς τῆς γῆς τῶν ἱερέων μόνον οὐκ ἐκτήσατο Ιωσήφ. Ἐν δόσει γὰρ ἔδωκε δόματα τοῖς ἱερεῦσι Φαραώ· καὶ ἤσθιον τὴν δόσιν. ΝΟΤΑ. Σχόλ. (28) "Οτι οἱ ἱερεῖς τῷ Θεῷ ἀνάκεινται, 5:9 S. JOANNIS DAMASCENI Optimum revera et laudabile nuncupandum hoc est, etc. TIT. XXVII. Didymi, in Osse. - De jure et justitia. - Justitiam semper robur se- quitur, uti injustitiam imbecillitas. De orbis opificio. - S. Irenæi ex quarta redargutione et confutatione falsi nominis scientia. - Apud Deum est virtus si- mul et sapientia, etc. - - De laudatione Dei. Ignatii Theophori, epist. ad Ephes. . Quando crebro convenitis, virtutes Satanæ destruuntur. Deletur interitus ejus per concordiam fidei vestræ. - Gregorii Thaumaturgi, ex sermone, Quod nullum est idolum in mundo. Honor quidem, qui Deo vero exsistenti exhibetur, illius omnino etiam est honor, qui ipsum honorat : contra vero, honor illi præstitus, qui Deus non sit, ejus etiam a quo exhibetur, ignominia est . - Theotimi. - Vere quoque memorem esse Dei, hoc est, vitam memoria versare: illius autem oblivisci, idem prorsus ac interire. - De servis frugi. TIT. XXXIX. S. Ignatii, ex epistola ad Polycarpum. - Servi non desiderent a communi liberi fieri; sed ad glo- riam Dei magis serviant, ut potiorem libertatem a Deo consequantur. - TIT. XLII. - LITTERA E. De eleemosyna, atque in pauperes beneficentia. Sancti Cyrilli, ex quinto libro contra Julianum. Eleemosynæ, etc. - C Ejusdem, ex libro decimo octavo. • Nihil nos sic puros reddit, uti praclara quoad pietatem facinora, atque imprimis misericordia erga illos qui inonia reruinque necessariarum indigentia laborant. Nam et Proverbiorum auctor alicubi scribit, peccata eleemosyna et fide purgari (Prov. xv, 27). Ejusdem. Primum atque optimum virtutis specimen est, egenis facultates impertiri, et su- pra voluptatem quam divitiæ oferunt attollendo se, futuram spem in calis potius aggerare. Nemo quippe eorum qui recte sentire solent, perpetua temporariis commutare, ac præ mobilibus rebus D constantes arripere dubitaverit. - - TIT. XLVII. — De bonis episcopis, et qui mandata Dei custodiunt. - Ejusdem ( Gen. XLVII, 20). — Comparavit Joseph Pharaoni universam terram Ægypti... terram sa- cerdotum duntaxat non acquisivit Joseph. Dono namque Pharao sacerdotibus dedit dona, qui mu- Was suam comedebant. Schol. Quoniam sacerdotes Deo consecrati sunt, . - val. TITA. rato ac dedita opera inculcat, nulla prorsus ra- tione spectare videntur ad ea tempora, in quibus Palæstina, Syriaque omnis, ac cæteræ Orientis regiones cum Ægypto, durissimo Saraconorum jugo premebantur, atque adeo adl Joannis Da- masceni ætatem; sed ad illam qua provinciæ omnes illæ Romanis adhuc ac Christianis imperatoribus obnoxiæ erant. Hæc conferenda sunt cum iis quæ in adnotatione ad tit. XIV litteræ A horum Paral- (28) Σχόλιον. Quæ scholiis duobus auctor ite-
Ἐν δόσει γὰρ ἔδωκε δόματα τοῖς ἱερεῦσι Φαραώ· καὶ ἤσθιον τὴν δόσιν. Σχόλ. Ὅτι οἱ ἱερεῖς τῷ Θεῷ ἀνάκεινται, καὶ αὐτοὶ, καὶ τὰ προσόντα αὐτοῖς πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο τὴν γῆν αὐτῶν Φαραὼ οὐκ ἐκτήσατο. Σχόλ. Σκόπει ὅπως καὶ πρὸ νόμου ἀφορολόγητα ἐτύγχανε τὰ προσόντα τοῖς ἱερεῦσι, καὶ τοῦτο ἐν ἐθνικοῖς. Ἐκ τῶν Ἀριθμῶν. Εἶπε Μωϋσῆς πρὸς Κύριον· Ἐπισκεψάσθω Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων, κ. τ. ἑ. Σχόλ. Καταργηθείσης διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν τῆς κατὰ σαρκικὴν συγγένειαν ἱερατείας, ἡ κατὰ μίμησιν τοῦ πνευματηφόρου Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ ἀντεισήχθη διὰ χειροθεσίας ἱερωσύνη, μετὰ τῆς εὐσεβοῦς τῶν ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων ἐρωτήσεως. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐκ τῆς πρὸς Σμυρναίους ἐπιστολῆς. Πάντες τῷ ἐπισκόπῳ ἀκολουθεῖτε, ὡς Ἰησοῦς Χριστὸς τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ πρεσβυτερίῳ ὡς τοῖς ἀποστόλοις· τοὺς δὲ διακόνους ἐντρέπεσθε, ὡς Θεοῦ ἐντολήν. Μηδεὶς χωρὶς ἐπισκόπου τι πρασσέτω τῶν ἀνηκόντων ἐν Ἐκκλησίᾳ. Βεβαία εὐχαριστία ἡγείσθω ἡ ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου οὖσα, ἢ ᾧ ἐὰν αὐτὸς ἐπιτρέψῃ. Ὅπου ἂν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος, ὥσπερ ὅπου ἐὰν ᾖ Ἰησοῦς Χριστὸς, ἐκεῖ ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία.Α ρίου. ΤΙΤ. ΧΧΧ. · ΤΙΤ. ΧΧΧΙ. Β Κάλλιστον ταῖς ἀληθείαις, καὶ ἐπαινετών κλητέον τοῦτο, κ. τ. ε. ΤΙΤΑ. ΚΖ. - Περὶ δικαίου καὶ δικαιοσύνης. Διδύμου, εἰς τὸν ὡσῆς. - Τῇ δικαιοσύνῃ ἀεὶ τὸ Ισχύειν ἀκολουθεῖ, ὥσπερ τῇ ἀδικίᾳ τὸ ἀσθενεῖν ἔπεται. ΤΙΤΛ. Α'. — Περί δημιουργίας. - Τοῦ ἁγίου Ειρηναίον, ἐκ τοῦ δ᾽ ἐλέγχου καὶ ανατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, - Περί τὸν Θεὸν δύναμις ὁμοῦ καὶ σοφία, κ. τ. ε. - - ΤΙΤΛ. ΛΑ'. Περὶ δοξολογίας Θεοῦ. Ιγνατίου τοῦ Θεοφόρου, πρὸς Ἐφεσίους. Ὅταν πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιρούνται δυνάμεις του Σατανά, λύεται έλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοία ὑμῶν τῆς πίστεως. - Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργού, ἐκ τοῦ, Ότι οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ. Η μὲν εἰς Θεὸν τὸν ὄντως ὄντα τιμή, πάντως που καὶ αὐτοῦ τοῦ τιμῶντός ἐστι τιμή· ἡ δὲ εἰς τὸν οὐκ ὄντα Θεὸν τιμή, ἐξ ἐναντίας καὶ αὐτοῦ τοῦ τιμῶντος ἐστὶν ἀτιμία. Θεοτίμου. - Και όντως μνήμην ἔχειν Θεοῦ, ζωής ἐστι μνήμην ἔχειν, ἐπιλελῆσθαι δὲ, γίνεται τὸ τεθνά ΤΙΤΛ. ΑΘ. - Περὶ δούλων χρηστών. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον ἐπιστολῆς.—Οἱ δοῦλοι μὴ ἐράτωσαν ἀπὸ κοινοῦ ἔλευ θεροῦσθαι, ἀλλ᾽ εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ τὸ πλεῖον δουλευε τωσαν, ἵνα κρείττονος ἐλευθερίας ὑπὸ Θεοῦ τύχωσιν. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ε. ΤΙΤΑ. ΜΒ. - Περὶ ἐλεημοσύνης, καὶ· εὐποιίας εἰς πτωχούς. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ τ' λόγου τῶν κατά Ἰουλιανοῦ. - Τὸ τῆς ἐλεημοσύνης, κ. τ. έ. - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ ιη βιβλίου. Οὐδὲν οὕτως κεκαθαρμένους ἡμᾶς ποιεῖ, ὡς αἱ τῶν εἰς εὐσέβειαν ανδραγαθημάτων λαμπρότητες, καὶ τό γε ἐποικτεί ρειν τοὺς ἐν ἐνδείᾳ καὶ τῶν ἀναγκαίων σπάνει. Γρά φει γάρ που καὶ ὁ Παροιμιαστής, ὅτι ἐλεημοσύναις καὶ πίστεσι ἀποκαθαίρονται αἱ ἁμαρτίας. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. - Πρῶτον καὶ ἄριστον ἀνδραγά θημα τὸ διανείμαι τοῖς δεομένοις τὰ ὄντα, καὶ κατευ μεγεθῆσαι τῆς ἐκ τοῦ πλούτου τρυφῆς, καὶ κατασω- ρεῦσαι μᾶλλον ἐν οὐρανοῖς ἐλπίδα τὴν μέλλουσαν καὶ τῶν προσκαίρων ἀλλάξασθαι τὰ διηνεκή, καὶ ἀνελέσθαι τὰ μένοντα τῶν σεσαλευμένων ἐνδοιάσειεν ἂν οὐδεὶς τῶν εὐφρονεῖν εἰωθότων. ΜΖ'. — Περὶ ἐπισκόπων χρηστῶν, καὶ ΤΙΤΑ, φυλαττόντων ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Τῆς αὐτῆς (Γενέσεως). - Ἐκτήσατο Ἰωσήφ πᾶσαν τὴν γῆν τῶν Αἰγυπτίων τῷ Φαραώ...... χωρὶς τῆς γῆς τῶν ἱερέων μόνον οὐκ ἐκτήσατο Ιωσήφ. Ἐν δόσει γὰρ ἔδωκε δόματα τοῖς ἱερεῦσι Φαραώ· καὶ ἤσθιον τὴν δόσιν. ΝΟΤΑ. Σχόλ. (28) "Οτι οἱ ἱερεῖς τῷ Θεῷ ἀνάκεινται, 5:9 S. JOANNIS DAMASCENI Optimum revera et laudabile nuncupandum hoc est, etc. TIT. XXVII. Didymi, in Osse. - De jure et justitia. - Justitiam semper robur se- quitur, uti injustitiam imbecillitas. De orbis opificio. - S. Irenæi ex quarta redargutione et confutatione falsi nominis scientia. - Apud Deum est virtus si- mul et sapientia, etc. - - De laudatione Dei. Ignatii Theophori, epist. ad Ephes. . Quando crebro convenitis, virtutes Satanæ destruuntur. Deletur interitus ejus per concordiam fidei vestræ. - Gregorii Thaumaturgi, ex sermone, Quod nullum est idolum in mundo. Honor quidem, qui Deo vero exsistenti exhibetur, illius omnino etiam est honor, qui ipsum honorat : contra vero, honor illi præstitus, qui Deus non sit, ejus etiam a quo exhibetur, ignominia est . - Theotimi. - Vere quoque memorem esse Dei, hoc est, vitam memoria versare: illius autem oblivisci, idem prorsus ac interire. - De servis frugi. TIT. XXXIX. S. Ignatii, ex epistola ad Polycarpum. - Servi non desiderent a communi liberi fieri; sed ad glo- riam Dei magis serviant, ut potiorem libertatem a Deo consequantur. - TIT. XLII. - LITTERA E. De eleemosyna, atque in pauperes beneficentia. Sancti Cyrilli, ex quinto libro contra Julianum. Eleemosynæ, etc. - C Ejusdem, ex libro decimo octavo. • Nihil nos sic puros reddit, uti praclara quoad pietatem facinora, atque imprimis misericordia erga illos qui inonia reruinque necessariarum indigentia laborant. Nam et Proverbiorum auctor alicubi scribit, peccata eleemosyna et fide purgari (Prov. xv, 27). Ejusdem. Primum atque optimum virtutis specimen est, egenis facultates impertiri, et su- pra voluptatem quam divitiæ oferunt attollendo se, futuram spem in calis potius aggerare. Nemo quippe eorum qui recte sentire solent, perpetua temporariis commutare, ac præ mobilibus rebus D constantes arripere dubitaverit. - - TIT. XLVII. — De bonis episcopis, et qui mandata Dei custodiunt. - Ejusdem ( Gen. XLVII, 20). — Comparavit Joseph Pharaoni universam terram Ægypti... terram sa- cerdotum duntaxat non acquisivit Joseph. Dono namque Pharao sacerdotibus dedit dona, qui mu- Was suam comedebant. Schol. Quoniam sacerdotes Deo consecrati sunt, . - val. TITA. rato ac dedita opera inculcat, nulla prorsus ra- tione spectare videntur ad ea tempora, in quibus Palæstina, Syriaque omnis, ac cæteræ Orientis regiones cum Ægypto, durissimo Saraconorum jugo premebantur, atque adeo adl Joannis Da- masceni ætatem; sed ad illam qua provinciæ omnes illæ Romanis adhuc ac Christianis imperatoribus obnoxiæ erant. Hæc conferenda sunt cum iis quæ in adnotatione ad tit. XIV litteræ A horum Paral- (28) Σχόλιον. Quæ scholiis duobus auctor ite-
PG 96:521Οὐκ ἐξόν ἐστι χωρὶς ἐπισκόπου, οὔτε βαπτίζειν, οὔτε ἀγάπας ποιεῖν, ἀλλ’ ᾧ ἐὰν ἐκεῖνος δοκιμάσῃ, τοῦτο καὶ τῷ Ἰησοῦ Χριστῷ εὐάρεστον, ἵνα ἀσφαλὲς ᾖ καὶ βέβαιον πᾶν ὃ πράσσεται. Εὔλογόν ἐστι λοιπὸν ἀνανῆψαι ἡμᾶς, ὡς καιρὸν ἔχομεν εἰς Θεὸν μετανοεῖν· καλῶς ἔχει, Θεὸν καὶ ἐπίσκοπον εἰδέναι· ὁ τιμῶν ἐπίσκοπον, ὑπὸ Θεοῦ τετίμηται· ὁ λάθρα ἐπισκόπου τι πράσσων, τῷ διαβόλῳ λατρεύει. Ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον. Τῷ ἐπισκόπῳ προσέχετε, ἵνα καὶ ὑμῖν ὁ Θεός. Ἐγὼ ἀντίψυχον τῶν ὑποτασσομένων ἐπισκόπῳ, πρεσβυτερίῳ, διακόνοις· μετ’ αὐτῶν μοι τὸ μέρος γένοιτο ἐν Θεῷ. Πρὸς Ἐφεσίους. Σπουδάσωμεν μὴ ἀντιτάςσεσθαι τῷ ἐπισκόπῳ, ἵνα ὦμεν Θεῷ ὑποτασσόμενοι. Καὶ ὅσον βλέπει τις σιγῶντα ἐπίσκοπον, πλέον αὐτὸν φοβείσθω. Πάντα γὰρ ὃν πέμπει ὁ οἰκοδεσπότης εἰς ἰδίαν οἰκονομίαν, οὕτως δεῖ ὑμᾶς δέχεσθαι, ὡς αὐτὸν τὸν πέμποντα. Τὸν γοῦν ἐπίσκοπον ὡς αὐτὸν τὸν Κύριον δεῖ προσβλέπειν. Τοῦ αὐτοῦ πρὸς Μαγνησίους. Εἰς τιμὴν Θεοῦ τοῦ θελήσαντος ἡμᾶς πρέπον ἐστὶν ὑπακούειν τῷ ἐπισκόπῳ κατὰ μηδεμίαν ὑπόκρισιν. Ἐπεὶ οὐχὶ τὸν ἐπίσκοπον τοῦτον τὸν βλεπόμενον πλανᾷ τις, ἀλλὰ τὸν ἀόρατον παραλογίζεται Θεόν.καὶ αὐτοὶ, καὶ τὰ προσόντα αὐτοῖς πράγματα, Α καὶ διὰ τοῦτο τὴν γῆν αὐτῶν Φαραὼ οὐκ ἐκτήσατο. Σχόλ. Σκόπει ὅπως καὶ πρὸ νόμου αφορολόγητα ἐτύγχανε τα προσόντα τοῖς ἱερεῦσι, καὶ τοῦτο ἐν ἐθνικοῖς. - Ἐκ τῶν Ἀριθμών. Εἶπε Μωϋσῆς πρὸς Κύ ριον Επισκεψάσθω Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πνευ μάτων, κ. τ. έ. Σχόλ. Καταργηθείσης διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν τῆς κατὰ σαρκικὴν συγγένειαν ἱερατείας, ἡ κατὰ μίμησιν τοῦ πνευματηφόρου Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ ἀντεισήχθη διά χειροθεσίας ἱερωσύνη, μετὰ τῆς εὐσεβοῦς τῶν ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων ἐρωτήσεως. - Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐκ τῆς πρὸς Σμυρναίους ἐπιστολῆς. Πάντες τῷ ἐπισκόπῳ ἀκολουθεῖτε, ὡς Ἰησοῦς Χριστὸς τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ πρεσβυτερίῳ ὡς τοῖς ἀποστόλοις· τοὺς δὲ διακόνους ἐντρέπεσθε, ὡς Θεοῦ ἐντολήν. Μηδείς χωρὶς ἐπισκό που οι πρασσέτω τῶν ἀνηκόντων ἐν Ἐκκλησίᾳ. Βεβαία εὐχαριστία ἡγείσθω ἡ ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου οὖσα, ἢ ᾧ ἐὰν αὐτὸς ἐπιτρέψῃ. "Οπου ἂν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος, ὥσπερ ὅπου ἐὰν ᾖ Ἰησοῦς Χριστός, ἐκεῖ ἡ καθολική Εκκλησία. Οὐκ ἐξόν ἐστι χωρὶς ἐπισκόπου, οὔτε βαπτίζειν, οὔτε ἀγάπες ποιεῖν, ἀλλ᾽ ᾧ ἐὰν ἐκεῖνος δοκιμάσῃ, τοῦτο καὶ τῷ Ἰησοῦ Χριστῷ εὐάρεστον, ἵνα ἀσφαλὲς ᾗ καὶ βέβαιον πᾶν ὁ πράσσεται. Εὐλογόν ἐστι λοιπὸν ἀνανῆψαι ἡμᾶς, ὡς καιρὸν ἔχομεν εἰς Θεὸν μετα- νοεῖν· καλῶς ἔχει, Θεὸν καὶ ἐπίσκοπον εἰδέναι· ὁ τιμῶν ἐπίσκοπον, ὑπὸ Θεοῦ τετίμηται· ὁ λάθρα Επισκόπου τι πράσσων, τῷ διαβόλῳ λατρεύει. - Ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον. — Τῷ ἐπισκόπι προσέχετε, ἵνα καὶ ὑμῖν ὁ Θεός. Ἐγὼ ἀντίψυχον τῶν υποτασσομένων ἐπισκόπῳ, πρεσβυτερίῳ, διακόνοις · μετ' αὐτῶν μοι τὸ μέρος γένοιτο ἐν θεῷ. Πρὸς Ἐφεσίους. - Σπουδάσωμεν μὴ ἀντιτάσε σεσθαι τῷ ἐπισκόπῳ, ἵνα ὦμεν Θεῷ ὑποτασσόμενοι. Καὶ ὅσον βλέπει τις σιγῶντα ἐπίσκοπον, πλέον αὐτ τὸν φοβείσθω. Πάντα γὰρ ἂν πέμπει ὁ οἰκοδεσπότης εἰς ἰδίαν οἰκονομίαν, οὕτως δεῖ ὑμᾶς δέχεσθαι, ὡς αὐτὸν τὸν πέμποντα. Τὸν γοῦν ἐπίσκοπον ὡς αὐτὸν τὸν Κύριον δεῖ προσβλέπειν. ς Τοῦ αὐτοῦ πρὸς Μαγνησίους. - Εἰς τιμὴν Θεοῦ τοῦ θελήσαντος ἡμᾶς πρέπον ἐστὶν ὑπακούειν τῷ ἐπισκόπῳ κατὰ μηδεμίαν ὑπόκρισιν. Ἐπεὶ οὐχὶ τὸν ἐπίσκοπον τοῦτον τὸν βλεπόμενον πλανᾷ τις, ἀλλὰ τὸν ἀόρατον παραλογίζεται Θεόν. Τῷ δὲ τοιούτῳ οὐ πρὸς σάρκα ὁ λόγος, ἀλλὰ πρὸς Θεὸν τὸν τὰ κρύφια εἰδότα. Πρέπον οὖν ἐστι, μὴ μόνον καλεῖσθαι Χρι- στιανούς, ἀλλὰ καὶ εἶναι· ὥσπερ καί τινες ἐπίσκο των μὲν καλοῦσιν, χωρὶς δὲ αὐτοῦ πάντα πράσσου σιν. Οἱ τοιοῦτοι οὐκ εὐσυνείδητοί μοι φαίνονται, δε τὸ μὴ βεβαίως κατ' ἐντολὴν συναθροίζεσθαι. Εt ΝΟΤΑ. μετανάστην γενέσθαι. PARALLELA RUPEFUCALDINA. ac tam ipsi, quam quæ ipsorum propria sunt, eam B D ob causam Pharao terram illorum non comparavit. Schol. Vide insuper, quomodo etiam ante legem latam, possessiones sacerdotum a tributis immu- mes erant, et hoc apud gentiles. Ex Numeris (xxviii, 16). Dixit Moyses að Dominum : Provideat Dominus Deus spiritum, etc. - Schol. Sacerdotio, quod uni cognationi carnali addictum esset, per Jesum Christum Deum no- strum exstincto, illud ejus loco institutum est, quod ad instar Josue Alii Nave, viri Spiritu san- cto pleni per impositionem manuum confertur, cum pia ecclesiasticæ doctrinæ interrogatione. S. Ignatii Theophori, ex epistola ad Smyrnenses. -Omnes episcopum sequimini, ut Jesus Chri- stus Patrem, et presbyterium ut apostolos ; dia- cenos autem, ut Dei mandatum. Nemo sine epi scopo aliquid agat eorum quæ ad Ecclesiam spe- ctant. Illa Eucharistia firma censeatur, quæ að episcopo ft, aut cui ipse permiserit. Ubi appa- ruerit episcopus, illic multitudo sit: quemadnio - dum ubi est Jesus Christus, illic est Ecclesia catholica. Non licet sine episcopo, neque baptiza- re, neque agapas facere; sed quod ille probave- rit, hoc Jesu Christo complacitum est, ut tutum Grnumque sit omne quod agitur. De catero æquum est ut evigilemus, quando tempus habc- mus, ut nos Dei causa pœniteat. Optimum est Deum atque episcopum nosse. Qui honorat epi- scopum, & Deo honoratur : qui inscio episcopo aliquid agit, hic diaboli cultor est. a Ex epistola ad Polycarpum. - Episcopo attendite, ut et Deus vobis. Unanimis ego sum cum iis qui subjecti sunt episcopo, presbyterio, diaconis : cum bis pars mibi sit in Deo. - Ad Ephesios. Operam ponamus ut non epi- scopo resistamus, ut simus Deo subjecti. quo magis episcopum tacentem quis videt, co plus ip- sum timeat. Omnem enim, quem paterfamilias ad suam dispensationem mittit, sic uos oportet reci- pere, velut ipsum a quo mittitur. Episcopus itaque aspici debet uti Dominus ipse. - Ejusdem ad Magnesios. In bonorem Dei qui nos vult, decens est nos episcopo sine simulation obedire. Quia nequaquam episcopum hunc qui oculis videtur, seducit quispiam, sed invisibilem Deum fallere putat. Tali viro, non ad carnem, sermo est, sed ad Deum qui occulta cerit. Quocirca consentaneum est, ut non solum Chri- stiani vocemur, verum etiam simus: quo nempe modo aliqui, episcopum quidem vocant, cuncta vero sine ipso peragunt. Tales autem mihi bonæ conscientiæ non esse videntur : quia non secun - dum mandatum congregantur. lelorum attuli. Ubi ostendi Damasceni ætate inşi- mem saltem sanctissimæ crucis Domini partem Hierosolymis residuam adhuc fuisse, ac fidelium venerationi propositam : ut neque sanctus doctor PATROL. GR. XCVI. scribere potuerit, ereptam illam Christicolis sanctæ civitatis civibus fuisse, et alio penitus esporta- lau), De quo plura alibi dicturus sum.
PG 96:522Τῷ δὲ τοιούτῳ οὐ πρὸς σάρκα ὁ λόγος, ἀλλὰ πρὸς Θεὸν τὸν τὰ κρύφια εἰδότα. Πρέπον οὖν ἐστι, μὴ μόνον καλεῖσθαι Χριστιανοὺς, ἀλλὰ καὶ εἶναι· ὥσπερ καί τινες ἐπίσκοπον μὲν καλοῦσιν, χωρὶς δὲ αὐτοῦ πάντα πράσσουσιν. Οἱ τοιοῦτοι οὐκ εὐσυνείδητοί μοι φαίνονται, διὰ τὸ μὴ βεβαίως κατ’ ἐντολὴν συναθροίζεσθαι. Ἐκ τῆς αὐτῆς. Μηδὲν ἔστω ἐν ὑμῖν ὃ δυνήσεται ὑμᾶς μερίσαι, ἀλλ’ ἑνώθητε τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τοῖς προκαθημένοις, εἰς τόπον καὶ διδαχὴν ἀφθαρσίας. Ὥσπερ οὖν ὁ Κύριος ἡμῶν ἄνευ τοῦ Πατρὸς οὐδὲν ἐποίησεν, οὔτε δι’ ἑαυτοῦ, οὔτε διὰ τῶν ἀποστόλων, οὕτως μηδὲ ὑμεῖς ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου μηδὲν πράσσετε, μηδὲ πειράσητε εὔλογόν τι φαίνεσθαι ἰδίᾳ ὑμῖν. Τοῦ αὐτοῦ. Ὅταν τῷ ἐπισκόπῳ ὑποτάσσησθε, φαίνεσθέ μοι, οὐ κατὰ ἄνθρωπον ζῶντες, ἀλλὰ κατὰ Ἰησοῦν Χριστὸν δι’ ἡμᾶς ἀποθανόντα. Τοῦ αὐτοῦ. Τέκνα φωτὸς ἀληθείας, φεύγετε τὸν μερισμὸν καὶ τὰς κακοδιδασκαλίας. Ὅπου δὲ ὁ ποιμήν ἐστι, ἐκεῖ ὡς πρόβατα ἀκολουθεῖτε. Τοῦ αὐτοῦ. Μάρτυς μου ἐν ᾧ δέδεμαι, ὅτι ἀπὸ σαρκὸς ἀνθρωπίνης οὐκ ἔγνων· τὸ δὲ πνεῦμα ἐκήρυσσε τάδε· Χωρὶς ἐπισκόπου μηδὲν Ποιεῖτε.καὶ αὐτοὶ, καὶ τὰ προσόντα αὐτοῖς πράγματα, Α καὶ διὰ τοῦτο τὴν γῆν αὐτῶν Φαραὼ οὐκ ἐκτήσατο. Σχόλ. Σκόπει ὅπως καὶ πρὸ νόμου αφορολόγητα ἐτύγχανε τα προσόντα τοῖς ἱερεῦσι, καὶ τοῦτο ἐν ἐθνικοῖς. - Ἐκ τῶν Ἀριθμών. Εἶπε Μωϋσῆς πρὸς Κύ ριον Επισκεψάσθω Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πνευ μάτων, κ. τ. έ. Σχόλ. Καταργηθείσης διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν τῆς κατὰ σαρκικὴν συγγένειαν ἱερατείας, ἡ κατὰ μίμησιν τοῦ πνευματηφόρου Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ ἀντεισήχθη διά χειροθεσίας ἱερωσύνη, μετὰ τῆς εὐσεβοῦς τῶν ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων ἐρωτήσεως. - Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐκ τῆς πρὸς Σμυρναίους ἐπιστολῆς. Πάντες τῷ ἐπισκόπῳ ἀκολουθεῖτε, ὡς Ἰησοῦς Χριστὸς τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ πρεσβυτερίῳ ὡς τοῖς ἀποστόλοις· τοὺς δὲ διακόνους ἐντρέπεσθε, ὡς Θεοῦ ἐντολήν. Μηδείς χωρὶς ἐπισκό που οι πρασσέτω τῶν ἀνηκόντων ἐν Ἐκκλησίᾳ. Βεβαία εὐχαριστία ἡγείσθω ἡ ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου οὖσα, ἢ ᾧ ἐὰν αὐτὸς ἐπιτρέψῃ. "Οπου ἂν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος, ὥσπερ ὅπου ἐὰν ᾖ Ἰησοῦς Χριστός, ἐκεῖ ἡ καθολική Εκκλησία. Οὐκ ἐξόν ἐστι χωρὶς ἐπισκόπου, οὔτε βαπτίζειν, οὔτε ἀγάπες ποιεῖν, ἀλλ᾽ ᾧ ἐὰν ἐκεῖνος δοκιμάσῃ, τοῦτο καὶ τῷ Ἰησοῦ Χριστῷ εὐάρεστον, ἵνα ἀσφαλὲς ᾗ καὶ βέβαιον πᾶν ὁ πράσσεται. Εὐλογόν ἐστι λοιπὸν ἀνανῆψαι ἡμᾶς, ὡς καιρὸν ἔχομεν εἰς Θεὸν μετα- νοεῖν· καλῶς ἔχει, Θεὸν καὶ ἐπίσκοπον εἰδέναι· ὁ τιμῶν ἐπίσκοπον, ὑπὸ Θεοῦ τετίμηται· ὁ λάθρα Επισκόπου τι πράσσων, τῷ διαβόλῳ λατρεύει. - Ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον. — Τῷ ἐπισκόπι προσέχετε, ἵνα καὶ ὑμῖν ὁ Θεός. Ἐγὼ ἀντίψυχον τῶν υποτασσομένων ἐπισκόπῳ, πρεσβυτερίῳ, διακόνοις · μετ' αὐτῶν μοι τὸ μέρος γένοιτο ἐν θεῷ. Πρὸς Ἐφεσίους. - Σπουδάσωμεν μὴ ἀντιτάσε σεσθαι τῷ ἐπισκόπῳ, ἵνα ὦμεν Θεῷ ὑποτασσόμενοι. Καὶ ὅσον βλέπει τις σιγῶντα ἐπίσκοπον, πλέον αὐτ τὸν φοβείσθω. Πάντα γὰρ ἂν πέμπει ὁ οἰκοδεσπότης εἰς ἰδίαν οἰκονομίαν, οὕτως δεῖ ὑμᾶς δέχεσθαι, ὡς αὐτὸν τὸν πέμποντα. Τὸν γοῦν ἐπίσκοπον ὡς αὐτὸν τὸν Κύριον δεῖ προσβλέπειν. ς Τοῦ αὐτοῦ πρὸς Μαγνησίους. - Εἰς τιμὴν Θεοῦ τοῦ θελήσαντος ἡμᾶς πρέπον ἐστὶν ὑπακούειν τῷ ἐπισκόπῳ κατὰ μηδεμίαν ὑπόκρισιν. Ἐπεὶ οὐχὶ τὸν ἐπίσκοπον τοῦτον τὸν βλεπόμενον πλανᾷ τις, ἀλλὰ τὸν ἀόρατον παραλογίζεται Θεόν. Τῷ δὲ τοιούτῳ οὐ πρὸς σάρκα ὁ λόγος, ἀλλὰ πρὸς Θεὸν τὸν τὰ κρύφια εἰδότα. Πρέπον οὖν ἐστι, μὴ μόνον καλεῖσθαι Χρι- στιανούς, ἀλλὰ καὶ εἶναι· ὥσπερ καί τινες ἐπίσκο των μὲν καλοῦσιν, χωρὶς δὲ αὐτοῦ πάντα πράσσου σιν. Οἱ τοιοῦτοι οὐκ εὐσυνείδητοί μοι φαίνονται, δε τὸ μὴ βεβαίως κατ' ἐντολὴν συναθροίζεσθαι. Εt ΝΟΤΑ. μετανάστην γενέσθαι. PARALLELA RUPEFUCALDINA. ac tam ipsi, quam quæ ipsorum propria sunt, eam B D ob causam Pharao terram illorum non comparavit. Schol. Vide insuper, quomodo etiam ante legem latam, possessiones sacerdotum a tributis immu- mes erant, et hoc apud gentiles. Ex Numeris (xxviii, 16). Dixit Moyses að Dominum : Provideat Dominus Deus spiritum, etc. - Schol. Sacerdotio, quod uni cognationi carnali addictum esset, per Jesum Christum Deum no- strum exstincto, illud ejus loco institutum est, quod ad instar Josue Alii Nave, viri Spiritu san- cto pleni per impositionem manuum confertur, cum pia ecclesiasticæ doctrinæ interrogatione. S. Ignatii Theophori, ex epistola ad Smyrnenses. -Omnes episcopum sequimini, ut Jesus Chri- stus Patrem, et presbyterium ut apostolos ; dia- cenos autem, ut Dei mandatum. Nemo sine epi scopo aliquid agat eorum quæ ad Ecclesiam spe- ctant. Illa Eucharistia firma censeatur, quæ að episcopo ft, aut cui ipse permiserit. Ubi appa- ruerit episcopus, illic multitudo sit: quemadnio - dum ubi est Jesus Christus, illic est Ecclesia catholica. Non licet sine episcopo, neque baptiza- re, neque agapas facere; sed quod ille probave- rit, hoc Jesu Christo complacitum est, ut tutum Grnumque sit omne quod agitur. De catero æquum est ut evigilemus, quando tempus habc- mus, ut nos Dei causa pœniteat. Optimum est Deum atque episcopum nosse. Qui honorat epi- scopum, & Deo honoratur : qui inscio episcopo aliquid agit, hic diaboli cultor est. a Ex epistola ad Polycarpum. - Episcopo attendite, ut et Deus vobis. Unanimis ego sum cum iis qui subjecti sunt episcopo, presbyterio, diaconis : cum bis pars mibi sit in Deo. - Ad Ephesios. Operam ponamus ut non epi- scopo resistamus, ut simus Deo subjecti. quo magis episcopum tacentem quis videt, co plus ip- sum timeat. Omnem enim, quem paterfamilias ad suam dispensationem mittit, sic uos oportet reci- pere, velut ipsum a quo mittitur. Episcopus itaque aspici debet uti Dominus ipse. - Ejusdem ad Magnesios. In bonorem Dei qui nos vult, decens est nos episcopo sine simulation obedire. Quia nequaquam episcopum hunc qui oculis videtur, seducit quispiam, sed invisibilem Deum fallere putat. Tali viro, non ad carnem, sermo est, sed ad Deum qui occulta cerit. Quocirca consentaneum est, ut non solum Chri- stiani vocemur, verum etiam simus: quo nempe modo aliqui, episcopum quidem vocant, cuncta vero sine ipso peragunt. Tales autem mihi bonæ conscientiæ non esse videntur : quia non secun - dum mandatum congregantur. lelorum attuli. Ubi ostendi Damasceni ætate inşi- mem saltem sanctissimæ crucis Domini partem Hierosolymis residuam adhuc fuisse, ac fidelium venerationi propositam : ut neque sanctus doctor PATROL. GR. XCVI. scribere potuerit, ereptam illam Christicolis sanctæ civitatis civibus fuisse, et alio penitus esporta- lau), De quo plura alibi dicturus sum.
PG 96:523Τὴν σάρκα ὑμῶν ὡς ναὸν Θεοῦ τηρεῖτε, τὴν ἕνωσιν ἀγαπᾶτε, τοὺς μερισμοὺς φεύγετε· μιμηταὶ γίνεσθε Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς αὐτὸς τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιζ βιβλίου τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ. Χρὴ τῶν προεστηκότα ἀνεπίπληκτον ἐκμελετᾷν καὶ ἀσκεῖσθαι βίον, καὶ μηδὲν ἔχειν ἀνεπιτήδευτον τῶν ἀρεσκόντων Θεῷ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. Τοῖς ἡγεῖσθαι λαχοῦσι, καὶ οἷον ἐν μέσῳ κειμένοις, καὶ τῶν ἄλλων ἐπιφανεστέροις, πᾶσά πως ἀνάγκη τῷ τῆς εὐζωί̈ας καταφαιδρύνεσθαι κάλλει, καὶ ἀπόλεκτον ὡς ἀληθῶς ἐξασκῆσαι βίον, ὥστε καὶ ὑποτύπωσιν αὐτοὺς γενέσθαι τοῖς ὑπὸ χεῖρα κειμένοις, δρῶντας μὲν ἐπιδεικτικῶς ἢ φιλοδόξως οὐδὲν, ὠφελείας δὲ χάριν καὶ ἑτέρος πρόφασιν τὰ καθ’ ἑαυτοὺς ποιεῖσθαι σπουδάζοντας. Ἀεὶ γάρ πως τῶν ἐν μέσῳ καὶ ἐπισήμων ὁ βίος ὑπὸ πάντων κρίνεται, καὶ δοκιμάζεται κἂν ἔχοι τὸ ἀνεπίληπτον, οὐκ ἀνόνητόν ἐστι τὸ χρῆμα τοῖς εἰδόσιν αὐτόν. Εἰ δὲ ἀποφέροιτο τοῦ εἰκότος, καὶ διαπίπτοι πρὸς ἃ μὴ θέμις, οὐ πρὸς καλὸν μὲν ἔσται τισὶ, πρὸς ζημίαν δὲ μᾶλλον καὶ βλάβας. Εἰ γὰρ οὐκ οἶδεν ὀρθοποδεῖν καὶ διαβιοῦν ἀστείως ὁ παιδαγωγὸς, ποία ἔσται παρ’ αὐτοῦ τοῖς παιδαγωγουμένοις [ὠφέλεια];Ἐκ τῆς αὐτῆς. - Μηδὲν ἔστω ἐν ὑμῖν ὁ δυνήσ σεται ὑμᾶς μερίσαι, ἀλλ' ἐνώθητε τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τοῖς προκαθημένοις, εἰς τόπον καὶ διδαχὴν ἀφθαρσίας. Ωσπερ οὖν ὁ Κύριος ἡμῶν ἄνευ τοῦ Πατρὸς οὐδὲν ἐποίησεν, οὔτε δι' ἑαυτοῦ, οὔτε διὰ τῶν ἀποστόλων, οὕτως μηδὲ ὑμεῖς ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου μηδὲν πράσσετε, μηδὲ πειράσητε εὔλογόν τι φαίνε- σθαι ἰδίᾳ ὑμῖν. - Τοῦ αὐτοῦ. Οταν τῷ ἐπισκόπῳ ὑποτάσσησθε, φαίνεσθέ μοι, οὐ κατὰ ἄνθρωπον ζῶντες, ἀλλὰ κατὰ Ἰησοῦν Χριστὸν δι᾿ ἡμᾶς ἀποθανόντα. - - Τοῦ αὐτοῦ. — Τέκνα φωτὸς ἀληθείας, φεύγετε τὸν μερισμὸν καὶ τὰς κακοδιδασκαλίας. Οπου δὲ ὁ ποιμήν ἐστι, ἐκεῖ ὡς πρόβατα ἀκολουθεῖτε. Τοῦ αὐτοῦ. Μάρτυς μου ἐν ᾧ δέδεμαι, ὅτι ἀπὸ σαρκὸς ἀνθρωπίνης οὐκ ἔγνων· τὸ δὲ πνεῦμα ἐκής ρυσσε τάδε· Χωρὶς ἐπισκόπου μηδὲν Ποιεῖτε. Την σάρκα ὑμῶν ὡς ναὸν Θεοῦ τηρεῖτε, τὴν ἔνωσιν ἀγα πᾶτε, τοὺς μερισμούς φεύγετε· μιμηταὶ γίνεσθε Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς αὐτὸς τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ. - - Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιζ' βιβλίον τῶν κατὰ Ιουλιανοῦ. — Χρὴ τῶν προεστηκότα ἀνεπίπληκτον εκμελετᾷν καὶ ἀσκεῖσθαι βίον, καὶ μηδὲν ἔχειν ἀν- επιτήδευτον τῶν ἀρεσκόντων Θεῷ. - Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. — Τοῖς ἡγεῖσθαι λαχοῦσι, καὶ οἷον ἐν μέσῳ κειμένοις, καὶ τῶν ἄλλων ἐπιφανεστέ ροις, πᾶσά πως ἀνάγκη τῷ τῆς εὐζωίας καταφαι- δρύνεσθαι κάλλει, καὶ ἀπόλεκτον ὡς ἀληθῶς ἐξασκη σαι βίον, ὥστε καὶ ὑποτύπωσιν αὐτοὺς γενέσθαι τοῖς ὑπὸ χεῖρα κειμένοις, δρώντας μὲν ἐπιδεικτικῶς ή φιλοδόξως οὐδὲν, ὠφελείας δὲ χάριν καὶ ἑτέροις πρόφασιν τὰ καθ' ἑαυτοὺς ποιεῖσθαι σπουδάζοντας. 'Αεὶ γάρ πως τῶν ἐν μέσῳ καὶ ἐπισήμων ὁ βίος ὑπὸ πάντων κρίνεται, καὶ δοκιμάζεται κἂν ἔχοι τὸ ἀνω επίληπτον, οὐκ ἀνόνητόν ἐστι τὸ χρῆμα τοῖς εἰδόσιν αὐτόν. Εἰ δὲ ἀποφέροιτο τοῦ εἰκότος, καὶ διαπίπτοι πρὸς ἃ μὴ θέμις, οὐ πρὸς καλὸν μὲν ἔσται τισὶ, πρὸς ζημίαν δὲ μᾶλλον καὶ βλάβας. Εἰ γὰρ οὐκ οἶδεν ὀρθο ποδεῖν καὶ διαβιοῦν ἀστείως ὁ παιδαγωγός, ποία ἔσται παρ' αὐτοῦ τοῖς παιδαγωγουμένοις [ὠφέ λεια] ; Τοῦ ἁγίου Αθανασίου, ἐκ τοῦ περὶ ἀνδρείας. Δεῖ τὸν λειτουργὸν τῆς ἐκκλησίας πρὸ πάντων ἐκτὸς ὀργῆς εἶναι, καὶ μὴ ἐπιπλήττειν, ἀλλὰ παρακαλεῖν. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας. - Πρὸς μὲν τοὺς ἀπειθεῖς καὶ βεβήλους, ἀπὸ τῶν ἔξωθεν καὶ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν καὶ λογισμῶν τὰς τῶν λόγων ἐπιχειρήσεις ποιούμεθα· ἡμᾶς δὲ αὐτοὺς καὶ ὁμόφρο νας ἐκ τῶν θείων λογίων ἐπιστηρίζειν πειρώμεθα. - Διδύμου, ἐκ τοῦ Περὶ ἀσωμάτου. – Ανθουσι παρὰ διδασκάλου παιδεύσεις τε καὶ προτροπαὶ πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἀκροωμένων, οὐχ ὅταν λόγῳ μόνο διδάσκῃ ὁ παιδευτής, ἀλλὰ καὶ πράξει καταλλήλω καὶ συνα εἴ τοῖς ἐπαγγελλομένοις. Πάλιν δεῖ τὸν γνήσιον διδάσκαλον βίον κατάλληλον ἔχειν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ νομοθετουμένοις, ἵνα ᾖ τὸ ἔργον αὐτοῦ συν ηρμοσμένον τῷ λόγῳ. - S. JOANNIS DAMASCENI Ex eadem. Nihil sit in nobis quod vos disjun- A gere queat; sed copulamini cum episcopo, et iis qui præsident, secundum normam et doctrinam incorruptionis. Quemadmodum igitur Dominus noster nihil sine Palre gessit, neque per seipsumn, neque per apostolos; sic neque vos sine episcopo et presbyteris quidquam agatis: neque tentetis quidpiam quod vobis seorsim æquum appareat. Ejusdem, Epist. ad Trall. - Quando subjecti estis episcopo, mihi videmini non secundum ho- minem videntes, sed secundum Jesum Christum, qui nostri causa mortuus est. - Ejusdem. Filii lucis, fugite divisionem et ma- las doctrinas. Ubi autem est pastor, illuc tanquam oves sequimini. · Ejusdem, Epist. ad Philadelph. -- Testis autem mihi est, in quo vinctus sum, quoniam a carne humana non cognovi; Spiritus vero hæc prædica→ vit : Siue episcopo nihil faciatis. Carnem vestram tanquam Dei templum custodite: unionem dili- gite, scissiones fugite, imitatores estote Jesu Chri- sti velut et ipse Patris. - S. Cyrilli ex lib. xvii Contra Julianum. An- tistitem oportet inculpatæ vitæ studere, atque ope- ram dare, ne quidpiam negligat eorum quæ Deo accepta sunt. - Ex eadem. Illis qui id sortiti sunt, ut aliis prælicerentur, quique in medio positi, cæteris sunt conspicuiores, necessario prorsus ineumbit, ut omni rectæ vitæ decore fulgeant, et accuratam vivendi rationem colant, qua subjectis suis exem- plo fiant, nihil quidem agentes ostentationis aut inanis gloriæ causa, sed utilitatis, omnia sua ita gerentes, ut alios ad bonum pelliciant. Vita siqui- dem illorum qui medium tenentes locum illustri dignitate præstant, ab omnibus judicatur et pro- batur; ac si irreprehensibilis est, non parum emo- fumenti illis inde accedit, qui ipsam vident. Sin a suo statu distrahatur, et in iilicita defluat, hoc aliquibus nequaquam in bonum cedit, quin potius in detrimentum et perniciem. Nam si pædagogus honeste incedere ac vitam instituere nesciat, quid- nam illi quos erudit, ab ipso capient utilitatis? - B C S. Athanasii ex sermone de fortitudine. Eccle- siæ ministrum in primia sine ira esse oportet, nec D increpare, sed adhortari. - S. Dionysii Alexandrini. Apud incredulos quidem et profanos ab externarum rerum commu- niumque perceptionibus et cogitationibus sermones auspicamur: nos vero ipsos, et eos qui nobiscum sentiunt, divinis oraculis obfirmare nitimur ? Didymi, ex libro De incorporeo. - - Magistri di- sciplina et exhortationes auditorum utilitati con- ferunt, non quando magister solo sermone docet, sed quando actione etiam dictis consentane", rebusque promissis affini. Rursum sincerum do- ctorem vitam iis quæ ipse statuit, congruentem agere oportet, ut ejus actio cum sermone recte conveniat.
PG 96:524Τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, ἐκ τοῦ περὶ ἀνδρείας. Δεῖ τὸν λειτουργὸν τῆς ἐκκλησίας πρὸ πάντων ἐκτὸς ὀργῆς εἶναι, καὶ μὴ ἐπιπλήττειν, ἀλλὰ παρακαλεῖν. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀλεξανδρείας. Πρὸς μὲν τοὺς ἀπειθεῖς καὶ βεβήλους, ἀπὸ τῶν ἔξωθεν καὶ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν καὶ λογισμῶν τὰς τῶν λόγων ἐπιχειρήσεις ποιούμεθα· ἡμᾶς δὲ αὐτοὺς καὶ ὁμόφρονας ἐκ τῶν θείων λογίων ἐπιστηρίζειν πειρώμεθα. Διδύμου, ἐκ τοῦ Περὶ ἀσωμάτου. Ἀνύουσι παρὰ διδασκάλου παιδεύσεις τε καὶ προτροπαὶ πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἀκροωμένων, οὐχ ὅταν λόγῳ μόνῳ διδάσκῃ ὁ παιδευτὴς, ἀλλὰ καὶ πράξει καταλλήλῳ καὶ συναφεῖ τοῖς ἐπαγγελλομένοις. Πάλιν δεῖ τὸν γνήσιον διδάσκαλον βίον κατάλληλον ἔχειν τοῖς ὑπ’ αὐτοῦ νομοθετουμένοις, ἵνα ᾖ τὸ ἔργον αὐτοῦ συνηρμοσμένον τῷ λόγῳ. Ἐκ τοῦ εἰς τὸν Ἡσαί̈αν ιβ κεφαλαίου. «Κύριος δώσει ῥῆμα τοῖς εὐαγγελιζομένοις δυνάμει πολλῇ.« Εὐαγγελίζονται δὲ δυνάμει πολλῇ, οἱ μὴ συλλαβὰς μόνας προσφέροντες, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν αὐτῶν ἐπιδεικνυόμενοι πρακτικῷ καὶ θεωρητικῷ βίῳ. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου καὶ μάρτυρος, ἐκ τοῦ πρὸς Ἕλληνας παραινετικοῦ.Ἐκ τῆς αὐτῆς. - Μηδὲν ἔστω ἐν ὑμῖν ὁ δυνήσ σεται ὑμᾶς μερίσαι, ἀλλ' ἐνώθητε τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τοῖς προκαθημένοις, εἰς τόπον καὶ διδαχὴν ἀφθαρσίας. Ωσπερ οὖν ὁ Κύριος ἡμῶν ἄνευ τοῦ Πατρὸς οὐδὲν ἐποίησεν, οὔτε δι' ἑαυτοῦ, οὔτε διὰ τῶν ἀποστόλων, οὕτως μηδὲ ὑμεῖς ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου μηδὲν πράσσετε, μηδὲ πειράσητε εὔλογόν τι φαίνε- σθαι ἰδίᾳ ὑμῖν. - Τοῦ αὐτοῦ. Οταν τῷ ἐπισκόπῳ ὑποτάσσησθε, φαίνεσθέ μοι, οὐ κατὰ ἄνθρωπον ζῶντες, ἀλλὰ κατὰ Ἰησοῦν Χριστὸν δι᾿ ἡμᾶς ἀποθανόντα. - - Τοῦ αὐτοῦ. — Τέκνα φωτὸς ἀληθείας, φεύγετε τὸν μερισμὸν καὶ τὰς κακοδιδασκαλίας. Οπου δὲ ὁ ποιμήν ἐστι, ἐκεῖ ὡς πρόβατα ἀκολουθεῖτε. Τοῦ αὐτοῦ. Μάρτυς μου ἐν ᾧ δέδεμαι, ὅτι ἀπὸ σαρκὸς ἀνθρωπίνης οὐκ ἔγνων· τὸ δὲ πνεῦμα ἐκής ρυσσε τάδε· Χωρὶς ἐπισκόπου μηδὲν Ποιεῖτε. Την σάρκα ὑμῶν ὡς ναὸν Θεοῦ τηρεῖτε, τὴν ἔνωσιν ἀγα πᾶτε, τοὺς μερισμούς φεύγετε· μιμηταὶ γίνεσθε Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς αὐτὸς τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ. - - Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιζ' βιβλίον τῶν κατὰ Ιουλιανοῦ. — Χρὴ τῶν προεστηκότα ἀνεπίπληκτον εκμελετᾷν καὶ ἀσκεῖσθαι βίον, καὶ μηδὲν ἔχειν ἀν- επιτήδευτον τῶν ἀρεσκόντων Θεῷ. - Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. — Τοῖς ἡγεῖσθαι λαχοῦσι, καὶ οἷον ἐν μέσῳ κειμένοις, καὶ τῶν ἄλλων ἐπιφανεστέ ροις, πᾶσά πως ἀνάγκη τῷ τῆς εὐζωίας καταφαι- δρύνεσθαι κάλλει, καὶ ἀπόλεκτον ὡς ἀληθῶς ἐξασκη σαι βίον, ὥστε καὶ ὑποτύπωσιν αὐτοὺς γενέσθαι τοῖς ὑπὸ χεῖρα κειμένοις, δρώντας μὲν ἐπιδεικτικῶς ή φιλοδόξως οὐδὲν, ὠφελείας δὲ χάριν καὶ ἑτέροις πρόφασιν τὰ καθ' ἑαυτοὺς ποιεῖσθαι σπουδάζοντας. 'Αεὶ γάρ πως τῶν ἐν μέσῳ καὶ ἐπισήμων ὁ βίος ὑπὸ πάντων κρίνεται, καὶ δοκιμάζεται κἂν ἔχοι τὸ ἀνω επίληπτον, οὐκ ἀνόνητόν ἐστι τὸ χρῆμα τοῖς εἰδόσιν αὐτόν. Εἰ δὲ ἀποφέροιτο τοῦ εἰκότος, καὶ διαπίπτοι πρὸς ἃ μὴ θέμις, οὐ πρὸς καλὸν μὲν ἔσται τισὶ, πρὸς ζημίαν δὲ μᾶλλον καὶ βλάβας. Εἰ γὰρ οὐκ οἶδεν ὀρθο ποδεῖν καὶ διαβιοῦν ἀστείως ὁ παιδαγωγός, ποία ἔσται παρ' αὐτοῦ τοῖς παιδαγωγουμένοις [ὠφέ λεια] ; Τοῦ ἁγίου Αθανασίου, ἐκ τοῦ περὶ ἀνδρείας. Δεῖ τὸν λειτουργὸν τῆς ἐκκλησίας πρὸ πάντων ἐκτὸς ὀργῆς εἶναι, καὶ μὴ ἐπιπλήττειν, ἀλλὰ παρακαλεῖν. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας. - Πρὸς μὲν τοὺς ἀπειθεῖς καὶ βεβήλους, ἀπὸ τῶν ἔξωθεν καὶ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν καὶ λογισμῶν τὰς τῶν λόγων ἐπιχειρήσεις ποιούμεθα· ἡμᾶς δὲ αὐτοὺς καὶ ὁμόφρο νας ἐκ τῶν θείων λογίων ἐπιστηρίζειν πειρώμεθα. - Διδύμου, ἐκ τοῦ Περὶ ἀσωμάτου. – Ανθουσι παρὰ διδασκάλου παιδεύσεις τε καὶ προτροπαὶ πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἀκροωμένων, οὐχ ὅταν λόγῳ μόνο διδάσκῃ ὁ παιδευτής, ἀλλὰ καὶ πράξει καταλλήλω καὶ συνα εἴ τοῖς ἐπαγγελλομένοις. Πάλιν δεῖ τὸν γνήσιον διδάσκαλον βίον κατάλληλον ἔχειν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ νομοθετουμένοις, ἵνα ᾖ τὸ ἔργον αὐτοῦ συν ηρμοσμένον τῷ λόγῳ. - S. JOANNIS DAMASCENI Ex eadem. Nihil sit in nobis quod vos disjun- A gere queat; sed copulamini cum episcopo, et iis qui præsident, secundum normam et doctrinam incorruptionis. Quemadmodum igitur Dominus noster nihil sine Palre gessit, neque per seipsumn, neque per apostolos; sic neque vos sine episcopo et presbyteris quidquam agatis: neque tentetis quidpiam quod vobis seorsim æquum appareat. Ejusdem, Epist. ad Trall. - Quando subjecti estis episcopo, mihi videmini non secundum ho- minem videntes, sed secundum Jesum Christum, qui nostri causa mortuus est. - Ejusdem. Filii lucis, fugite divisionem et ma- las doctrinas. Ubi autem est pastor, illuc tanquam oves sequimini. · Ejusdem, Epist. ad Philadelph. -- Testis autem mihi est, in quo vinctus sum, quoniam a carne humana non cognovi; Spiritus vero hæc prædica→ vit : Siue episcopo nihil faciatis. Carnem vestram tanquam Dei templum custodite: unionem dili- gite, scissiones fugite, imitatores estote Jesu Chri- sti velut et ipse Patris. - S. Cyrilli ex lib. xvii Contra Julianum. An- tistitem oportet inculpatæ vitæ studere, atque ope- ram dare, ne quidpiam negligat eorum quæ Deo accepta sunt. - Ex eadem. Illis qui id sortiti sunt, ut aliis prælicerentur, quique in medio positi, cæteris sunt conspicuiores, necessario prorsus ineumbit, ut omni rectæ vitæ decore fulgeant, et accuratam vivendi rationem colant, qua subjectis suis exem- plo fiant, nihil quidem agentes ostentationis aut inanis gloriæ causa, sed utilitatis, omnia sua ita gerentes, ut alios ad bonum pelliciant. Vita siqui- dem illorum qui medium tenentes locum illustri dignitate præstant, ab omnibus judicatur et pro- batur; ac si irreprehensibilis est, non parum emo- fumenti illis inde accedit, qui ipsam vident. Sin a suo statu distrahatur, et in iilicita defluat, hoc aliquibus nequaquam in bonum cedit, quin potius in detrimentum et perniciem. Nam si pædagogus honeste incedere ac vitam instituere nesciat, quid- nam illi quos erudit, ab ipso capient utilitatis? - B C S. Athanasii ex sermone de fortitudine. Eccle- siæ ministrum in primia sine ira esse oportet, nec D increpare, sed adhortari. - S. Dionysii Alexandrini. Apud incredulos quidem et profanos ab externarum rerum commu- niumque perceptionibus et cogitationibus sermones auspicamur: nos vero ipsos, et eos qui nobiscum sentiunt, divinis oraculis obfirmare nitimur ? Didymi, ex libro De incorporeo. - - Magistri di- sciplina et exhortationes auditorum utilitati con- ferunt, non quando magister solo sermone docet, sed quando actione etiam dictis consentane", rebusque promissis affini. Rursum sincerum do- ctorem vitam iis quæ ipse statuit, congruentem agere oportet, ut ejus actio cum sermone recte conveniat.
PG 96:525Ἀδύνατον τὰ ὄντως μεγάλα καὶ θεῖα τοὺς μὴ πρότερον παρὰ τῶν εἰδότων μεμαθηκότας, ἢ αὐτοὺς εἰδέναι, ἢ ἑτέρους δύνασθαι διδάσκειν ὀρθῶς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ζ. ΤΙΤΛ. Α. Περὶ τοῦ ζητεῖν τὸν Θεόν. Θεοτίμου ἐπισκόπου Σκυθοπόλεως, ἐκ τοῦ Ἐὰν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου. Παρὰ Θεὸν οὐδὲν ἐπίστασθαι δεῖ. Τοῦ αὐτοῦ. Δεόντως οὕτω τις πρόσεισι τῷ Θεῷ, εἰ τὸ πᾶν αὐτῷ νέμει, παρ’ οὗπερ ἔχει τὸ πᾶν λαβὼν, καὶ αὐτὰς τὰς φροντίδας, καὶ ὑπὲρ ὧν αὐταὶ τυγχάνουσιν. Τοῦ αὐτοῦ [ἁγίου Κυρίλλου] ἐκ τοῦ Εἰς παρθενίαν. Δεῖ ἐξ ὅλης καρδίας ἐπιζητεῖν τὸν Θεόν· τὸ δὲ ἐπιζητεῖν ἐστι τὸ αὐτῷ λατρεύειν, καὶ τὰ αὐτῷ δοκοῦντα κατορθοῦν ἐπιζητεῖσθαι. Τοῖς οὕτω ζητοῦσι τὸν Θεὸν πολλοὶ γίνονται τῆς εὐσεβείας καρποὶ, καὶ τὸ ἐκ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀνατέλλει φῶς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Η. ΤΙΤΛ. Δ. Περὶ ἡμέρας ἐσχάτης, καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, εἰς τὸ θηρίον τὸ ἐρχόμενον. Ἀνακεφαλαίωσις γίνεται πάσης ἀδικίας, κ. τ. ἑ. Ἱππολύτου ἐπισκόπου Ῥώμης περὶ Χριστοῦ, καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου. Ἀλλὰ τούτων ἐν προοιμίᾳ εἰς δόξαν Θεοῦ εἰρημένων, κ. τ. ἑ. πομπεύειν τῷ Διονύσῳ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Θ. ΤΙΤΛ. Ζ. Περὶ θείων λογίων.ο Κύριος δώσει ῥῆμα τοῖς εὐαγγελιζομένοις δυνάμει πολλῇ. » Ευαγγελίζονται δὲ δυνάμει πολλῇ, οἱ μὴ συλλαβάς μόνας προσφέροντες, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν αὐτῶν ἐπιδεικνυόμενοι πρακτικῷ καὶ θεωρητικῷ βίῳ. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου του φιλοσόφου και μάρ τυρος, ἐκ τοῦ πρὸς Ἕλληνας παραινετικού. Αδύνατον τὰ ὄντως μεγάλα καὶ θεῖα τοὺς μὴ πρό τερον παρὰ τῶν εἰδότων μεμαθηκότας, ἢ αὐτοὺς εἰδέναι, ἢ ἑτέρους δύνασθαι διδάσκειν ὀρθῶς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ζ. ΤΙΤΛ. Α'. - Περὶ τοῦ ζητεῖν τὸν Θεόν. Θεοτίμου επισκόπου Σκυθοπολεως (29), ἐκ τοῦ Ἐὰν προσφέρῃς τὸ δῶρον σου. οὐδὲν ἐπίστασθαι δεῖ. - Παρὰ Θεὸν Τοῦ αὐτοῦ. ---- Δεόντως οὕτω τις πρόσεισι τῷ Θεῷ, εἰ τὸ πᾶν αὐτῷ νέμει, παρ' ούπερ ἔχει τὸ πᾶν λαβὼν, καὶ αὐτὰς τὰς φροντίδας, καὶ ὑπὲρ ὧν αὐται τυγχάνουσιν. - Τοῦ αὐτοῦ ἁγίου Κυρίλλου] ἐκ τοῦ Εἰς παρθε νίαν. — Δεῖ ἐξ όλης καρδίας επιζητεῖν τὸν Θεόν· τὸ δὲ ἐπιζητεῖν ἐστι τὸ αὐτῷ λατρεύειν, καὶ τὰ αὐτῷ δοκοῦντα κατορθοῦν ἐπιζητεῖσθαι. Τοῖς οὕτω ζητοῦσι τὸν Θεὸν πολλοί γίνονται τῆς εὐσεβείας καρποί, καὶ τὸ ἐκ τοῦ ἁγίου Πεύματος ἀνατέλλει φῶς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Η. ΤΙΤΛ. Δ'. Περὶ ἡμέρας ἐσχάτης, καὶ τοῦ ᾿Αντι - χρίστου. ΤΙΤ. Ι. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, εἰς τὸ θηρίον τὸ ἐρχόμενον. Ανακεφαλαίωσις γίνεται πάσης ἀδικίας, κ. τ. έ. Ἱππολύτου ἐπισκόπου Ρώμης περὶ Χριστοῦ, καὶ τοῦ ᾿Αντιχρίστου (30). ᾿Αλλὰ τούτων ἐν προοιμίᾳ εἰς δόξαν Θεοῦ εἰρημένων, κ. τ. έ. πομ πεύειν τῷ Διονύσω. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Θ. Περὶ θείων λογίων. - Θεοφίλου ἐπισκόπου Αλεξανδρείας. - Σφόδρα ὀλίγων τυγχάνει τῶν πάντα τὸν ἑαυτῶν βίον ἀνατε. θεικότων τῇ περὶ τὰς θείας Γραφὰς ἐξετάσει, τὸ δύνασθαι λογικώτερον παρακολουθεῖν τοῖς περιεχομέν νοις δόγμασι, καὶ τῇ βαθυτέρᾳ τῶν Γραφών διανοία. Περὶ θείων καὶ κατὰ Χριστὸν μυ στηρίων. - Ειρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων βιβλίου 8.- Τὸ ἀπὸ τῆς κτίσεως ποτήριον, αἷμα ἰδικὴν ὡμολό γησεν, κ. τ. έ. - Φίλωνος, ἐκ τοῦ δευτέρου τῶν ἐν Γενέσει Ζη τημάτων. — οὐ θέμις τὰ ἱερὰ μυστήρια ἐκλαλεῖν ἀμυήτοις, ἄχρις ἂν καθαρθῶσι τελεία καθάρσει. Ο γὰρ ἀνοργίαστος καὶ εὐχερής, ἀσώματον καὶ νοητὴν φύσιν ἀκούειν ἢ βλέπειν ἀδυνατῶν, ὑπὸ τῆς φανεράς Όψεως απατηθεὶς μιμηθήσεται. Τὰ ἀμώμητα τοῖς ἀμνήτοις ἐκλαλεῖν μυστήρια, καταλύοντός ἐστι τοὺς θεσμούς τῆς ἱερατικῆς τελετής. Θ. ΝΟΤΑ. PARALLELA RUPEFUCALDINA. evangelizantibus virtute nulla (Psal. Lxvil, 12). Alqui multa virtute evangelizant, qui non syllabas solum afferunt, sed et earum vim tam activa, quam contemplativa vita exprimunt. S. Justini philosophi et martyris, ex Parænesi - ad. gentes. — Fieri nequit ut qui res vere magnas ac divinas ab iis qui eas non noverint, accepe- runt, aut ipsi sciant, aut alios recte doceans. 'Ex rov elç tor 'Hoatar iẞ' nspałalov. - A Ex cap. x11 in Isaiam.— Dominus dabit verbum • B • LITTERA Z. - De quarendo Deo. Theotimi episcopi Scythia, ex oratione in illud: Si offers manus tuum. ( Malth. v, 23.) Ultra Deum nihil rescire convenit. Ejusdem. - Sic recte quispiam ad Deum accedit, eum totum ei tribuit a quo nempe totum quod accepit, habet, atque ipsasuret curas, et ea quorum causa illæ accidunt. - Ejusdem (S. Cyrilli ex Sermone in virginitatem. -Toto corde Deum inquirere oportet : inquirere autem est, ipsi ex religione servire, et dare ope- ram, ut quæ ei placita sunt præstentur. Illi qui Deum hoc modo quærunt, multos pietatis suæ fruc- tus capiunt, lumenque a Spiritu sancto ipsis oritur. LITTERA H. TIT. IV. De ultimo die et Antichristo. - · - Sancti Irenei in bestiam futuram. Recapitula - c tio omnis iniquitatis fit, etc. C S. Hippolyti episcopi Roma, de Christo ci Antichristo. Sed his ad Dei gloriam in anteces · sum dictis, etc., usque ad, Libero circuire. - TITA. Z'.. TITA. H'. D - LITTERA TIT. VII. De divinis oraculis. Theophili episcopi Alexandrini. - Pauci admo- dum sunt, qui, cuin omnem vitam suam divina- rum Scripturarum inquisitioni impendant, doctri- nam quæ in eis continetur, et profundiores earum sensus, sublimiore intelligentia assequi possint. TIT. VIII. De divinis Christumque spectantibus mysteriis. - - Irenai, ex lib. v Contra haereses. Calicen ex creatura acceptum, sanguinem proprium esse confessus est, etc. - Philonis ex secundo Quæstionum in Gene- sim. Nefas, est divina mysteria efferre iis qui initiati non sunt, donec perfecta purgatione mundati fuerint. Qui enim sacra initia non obiit, ac profanus est, cum incorpoream intelligibilemque naturam, nec audire, nec cernere valeat, ex aperto conspectu nævom contrahet. Mundissima mysteria apud eos qui initiati non sunt, eloqui, illius est, qui sacerdotalis functionis leges possuindat. Tomitano in Scythia episcopo vide Sozom. lib, vit Hist. c. 25. de Antichristo quod Guidbirius Grace, e: Combef. Græce et Latine ediderunt. (19) Σκυθοπόλεως. Lege, Σκυθίας. De Theotimo (30) Excerpta sunt ex genuino Hippolyti opere
PG 96:526Θεοφίλου ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας. Σφόδρα ὀλίγων τυγχάνει τῶν πάντα τὸν ἑαυτῶν βίον ἀνατεθεικότων τῇ περὶ τὰς θείας Γραφὰς ἐξετάσει, τὸ δύνασθαι λογικώτερον παρακολουθεῖν τοῖς περιεχομένοις δόγμασι, καὶ τῇ βαθυτέρᾳ τῶν Γραφῶν διανοίᾳ. ΤΙΤΛ. Η. Περὶ θείων καὶ κατὰ Χριστὸν μυστηρίων. Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων βιβλίου ε. Τὸ ἀπὸ τῆς κτίσεως ποτήριον, αἷμα ἰδικὸν ὡμολόγησεν, κ. τ. ἑ. Φίλωνος, ἐκ τοῦ δευτέρου τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Οὐ θέμις τὰ ἱερὰ μυστήρια ἐκλαλεῖν ἀμυήτοις, ἄχρις ἂν καθαρθῶσι τελείᾳ καθάρσει. Ὁ γὰρ ἀνοργίαστος καὶ εὐχερὴς, ἀσώματον καὶ νοητὴν φύσιν ἀκούειν ἢ βλέπειν ἀδυνατῶν, ὑπὸ τῆς φανερᾶς ὄψεως ἀπατηθεὶς μωμηθήσεται. Τὰ ἀμώμητα τοῖς ἀμυήτοις ἐκλαλεῖν μυστήρια, καταλύοντός ἐστι τοὺς θεσμοὺς τῆς ἱερατικῆς τελετῆς. Τοῦ αὐτοῦ. Ἄτοπον, ἐν μὲν ταῖς πόλεσιν νόμον εἶναι, τοῦ μυστικὰ μυστήρια μὴ ἐξαγγεῖλαι τοῖς ἀμυήτοις, τὰς δὲ ἀληθεῖς τελετὰς, αἳ πρὸς εὐσέβειαν ἄγουσι καὶ ὁσιότητα, εἰς ὦτα μετὰ φλυαρίας ἐκρίπτειν. Οὐ πάντων κοινωνητέον πᾶσιν, οὔτε λόγων, οὔτε πραγμάτων, καὶ μάλιστα ἱερῶν.ο Κύριος δώσει ῥῆμα τοῖς εὐαγγελιζομένοις δυνάμει πολλῇ. » Ευαγγελίζονται δὲ δυνάμει πολλῇ, οἱ μὴ συλλαβάς μόνας προσφέροντες, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν αὐτῶν ἐπιδεικνυόμενοι πρακτικῷ καὶ θεωρητικῷ βίῳ. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου του φιλοσόφου και μάρ τυρος, ἐκ τοῦ πρὸς Ἕλληνας παραινετικού. Αδύνατον τὰ ὄντως μεγάλα καὶ θεῖα τοὺς μὴ πρό τερον παρὰ τῶν εἰδότων μεμαθηκότας, ἢ αὐτοὺς εἰδέναι, ἢ ἑτέρους δύνασθαι διδάσκειν ὀρθῶς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ζ. ΤΙΤΛ. Α'. - Περὶ τοῦ ζητεῖν τὸν Θεόν. Θεοτίμου επισκόπου Σκυθοπολεως (29), ἐκ τοῦ Ἐὰν προσφέρῃς τὸ δῶρον σου. οὐδὲν ἐπίστασθαι δεῖ. - Παρὰ Θεὸν Τοῦ αὐτοῦ. ---- Δεόντως οὕτω τις πρόσεισι τῷ Θεῷ, εἰ τὸ πᾶν αὐτῷ νέμει, παρ' ούπερ ἔχει τὸ πᾶν λαβὼν, καὶ αὐτὰς τὰς φροντίδας, καὶ ὑπὲρ ὧν αὐται τυγχάνουσιν. - Τοῦ αὐτοῦ ἁγίου Κυρίλλου] ἐκ τοῦ Εἰς παρθε νίαν. — Δεῖ ἐξ όλης καρδίας επιζητεῖν τὸν Θεόν· τὸ δὲ ἐπιζητεῖν ἐστι τὸ αὐτῷ λατρεύειν, καὶ τὰ αὐτῷ δοκοῦντα κατορθοῦν ἐπιζητεῖσθαι. Τοῖς οὕτω ζητοῦσι τὸν Θεὸν πολλοί γίνονται τῆς εὐσεβείας καρποί, καὶ τὸ ἐκ τοῦ ἁγίου Πεύματος ἀνατέλλει φῶς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Η. ΤΙΤΛ. Δ'. Περὶ ἡμέρας ἐσχάτης, καὶ τοῦ ᾿Αντι - χρίστου. ΤΙΤ. Ι. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, εἰς τὸ θηρίον τὸ ἐρχόμενον. Ανακεφαλαίωσις γίνεται πάσης ἀδικίας, κ. τ. έ. Ἱππολύτου ἐπισκόπου Ρώμης περὶ Χριστοῦ, καὶ τοῦ ᾿Αντιχρίστου (30). ᾿Αλλὰ τούτων ἐν προοιμίᾳ εἰς δόξαν Θεοῦ εἰρημένων, κ. τ. έ. πομ πεύειν τῷ Διονύσω. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Θ. Περὶ θείων λογίων. - Θεοφίλου ἐπισκόπου Αλεξανδρείας. - Σφόδρα ὀλίγων τυγχάνει τῶν πάντα τὸν ἑαυτῶν βίον ἀνατε. θεικότων τῇ περὶ τὰς θείας Γραφὰς ἐξετάσει, τὸ δύνασθαι λογικώτερον παρακολουθεῖν τοῖς περιεχομέν νοις δόγμασι, καὶ τῇ βαθυτέρᾳ τῶν Γραφών διανοία. Περὶ θείων καὶ κατὰ Χριστὸν μυ στηρίων. - Ειρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων βιβλίου 8.- Τὸ ἀπὸ τῆς κτίσεως ποτήριον, αἷμα ἰδικὴν ὡμολό γησεν, κ. τ. έ. - Φίλωνος, ἐκ τοῦ δευτέρου τῶν ἐν Γενέσει Ζη τημάτων. — οὐ θέμις τὰ ἱερὰ μυστήρια ἐκλαλεῖν ἀμυήτοις, ἄχρις ἂν καθαρθῶσι τελεία καθάρσει. Ο γὰρ ἀνοργίαστος καὶ εὐχερής, ἀσώματον καὶ νοητὴν φύσιν ἀκούειν ἢ βλέπειν ἀδυνατῶν, ὑπὸ τῆς φανεράς Όψεως απατηθεὶς μιμηθήσεται. Τὰ ἀμώμητα τοῖς ἀμνήτοις ἐκλαλεῖν μυστήρια, καταλύοντός ἐστι τοὺς θεσμούς τῆς ἱερατικῆς τελετής. Θ. ΝΟΤΑ. PARALLELA RUPEFUCALDINA. evangelizantibus virtute nulla (Psal. Lxvil, 12). Alqui multa virtute evangelizant, qui non syllabas solum afferunt, sed et earum vim tam activa, quam contemplativa vita exprimunt. S. Justini philosophi et martyris, ex Parænesi - ad. gentes. — Fieri nequit ut qui res vere magnas ac divinas ab iis qui eas non noverint, accepe- runt, aut ipsi sciant, aut alios recte doceans. 'Ex rov elç tor 'Hoatar iẞ' nspałalov. - A Ex cap. x11 in Isaiam.— Dominus dabit verbum • B • LITTERA Z. - De quarendo Deo. Theotimi episcopi Scythia, ex oratione in illud: Si offers manus tuum. ( Malth. v, 23.) Ultra Deum nihil rescire convenit. Ejusdem. - Sic recte quispiam ad Deum accedit, eum totum ei tribuit a quo nempe totum quod accepit, habet, atque ipsasuret curas, et ea quorum causa illæ accidunt. - Ejusdem (S. Cyrilli ex Sermone in virginitatem. -Toto corde Deum inquirere oportet : inquirere autem est, ipsi ex religione servire, et dare ope- ram, ut quæ ei placita sunt præstentur. Illi qui Deum hoc modo quærunt, multos pietatis suæ fruc- tus capiunt, lumenque a Spiritu sancto ipsis oritur. LITTERA H. TIT. IV. De ultimo die et Antichristo. - · - Sancti Irenei in bestiam futuram. Recapitula - c tio omnis iniquitatis fit, etc. C S. Hippolyti episcopi Roma, de Christo ci Antichristo. Sed his ad Dei gloriam in anteces · sum dictis, etc., usque ad, Libero circuire. - TITA. Z'.. TITA. H'. D - LITTERA TIT. VII. De divinis oraculis. Theophili episcopi Alexandrini. - Pauci admo- dum sunt, qui, cuin omnem vitam suam divina- rum Scripturarum inquisitioni impendant, doctri- nam quæ in eis continetur, et profundiores earum sensus, sublimiore intelligentia assequi possint. TIT. VIII. De divinis Christumque spectantibus mysteriis. - - Irenai, ex lib. v Contra haereses. Calicen ex creatura acceptum, sanguinem proprium esse confessus est, etc. - Philonis ex secundo Quæstionum in Gene- sim. Nefas, est divina mysteria efferre iis qui initiati non sunt, donec perfecta purgatione mundati fuerint. Qui enim sacra initia non obiit, ac profanus est, cum incorpoream intelligibilemque naturam, nec audire, nec cernere valeat, ex aperto conspectu nævom contrahet. Mundissima mysteria apud eos qui initiati non sunt, eloqui, illius est, qui sacerdotalis functionis leges possuindat. Tomitano in Scythia episcopo vide Sozom. lib, vit Hist. c. 25. de Antichristo quod Guidbirius Grace, e: Combef. Græce et Latine ediderunt. (19) Σκυθοπόλεως. Lege, Σκυθίας. De Theotimo (30) Excerpta sunt ex genuino Hippolyti opere
PG 96:527Δεῖ τοῖς ἐφιεμένοις τῆς μετουσίας τούτων, πρῶτον μὲν, καὶ μέγιστον, καὶ ἀναγκαιότατον πρὸς τὸν ἕνα, καὶ ὄντως ὄντα Θεὸν εὐσέβειαν καὶ ὁσιότητα ἔχειν τὴν ἐπὶ τοῖς ἀγάλμασι, καὶ ξοάνοις, καὶ συνόλως ἀφιδρύμασι, τελεταῖς τε ἀτελέστοις, καὶ μυστηρίοις ἀνοργιάστοις ἀνήνυτον πλάνην ἀπωσαμένοις. Δεύτερον δὲ, καθαρθῆναι τὰς ἁγνευούσας καθάρσεις, κατά τε σῶμα καὶ ψυχὴν, διὰ νόμων πατρίων καὶ ἠθῶν. Τρίτον, ἀξιόπιστον τοῦ συνασμενισμοῦ παρασχεῖν ἐνέχυρον, ἵνα μὴ τροφῆς μεταλαβόντες τῆς ἱερᾶς, ἀσώτων μειρακίων τρόπον ὑπὸ κόρου καὶ πλησμονῆς ἐναλλοιωθῶσιν, ἐμπαροινοῦντες οἷς οὐ θέμις. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Κ. ΤΙΤΛ. Θ. Περὶ κακοποιῶν. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Ἐξόδῳ ζητουμένων. Ἐντὸς φέρει τὸν ὄλεθρον ὁ τῇ κακίᾳ συζῶν, ἐπεὶ σύνοικον ἔχει τὴν ἐπίβουλον καὶ πολέμιον. Ἱκανὸς γὰρ πρὸς τιμωρίαν ἡ τοῦ φαύλου συνείδησις, οἴκοθεν ὡς ἐκ πληγῆς δειλίαν προτείνουσα τῇ ψυχῇ. Τοῦ αὐτοῦ. Τοῦ φαύλου ὁ βίος ἐπίλυπος καὶ περιδεὴς, καὶ ὅσα κατὰ τὰς αἰσθήσεις ἐνεργεῖ, φόβοις καὶ ὀδύναις ἀνακέκραται. ΤΙΤΛ. Ι. Περὶ καρδίας πονηρᾶς, καὶ τῶν λογισμὸν ἄδικον ἐχόντων. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιζ κατὰ Ἰουλιανοῦ.ΤΙΤ. ΙΧ. - Τοῦ αὐτοῦ. Ατοπον, ἐν μὲν ταῖς πόλεσιν να μον εἶναι, τοῦ μυστικά μυστήρια μὴ ἐξαγγείλαι τοῖς ἀμυήτοις, τὰς δὲ ἀληθεῖς τελετάς, αἳ πρὸς εὐσέβειαν ἄγουσι καὶ ὁσιότητα, εἰς ὦτα μετὰ φλυαρίας ἐκρί- πτειν. Οὐ πάντων κοινωνητέον πᾶσιν, οὔτε λόγων, οὔτε πραγμάτων, καὶ μάλιστα ἱερῶν. Δεῖ τοῖς ἐφιεμέν νοις τῆς μετουσίας τούτων, πρῶτον μὲν, καὶ μέγιστον, καὶ ἀναγκαιότατον πρὸς τὸν ἕνα, καὶ ὄντως ὄντα θεὸν εὐσέβειαν καὶ ὁσιότητα ἔχειν τὴν ἐπὶ τοῖς ἀγάλμασι, καὶ ξοάνοις, καὶ συνόλως ἀφιδρύμασι, τελεταίς τε ἀτελέστοις, καὶ μυστηρίοις ἀνοργιάστοις ἀνήνυτον πλάνην ἀπωσαμένοις. Δεύτερον δὲ, καθαρθῆναι τὰς άγνευούσας καθάρσεις, κατά τε σῶμα καὶ ψυχὴν, διὰ νόμων πατρίων καὶ ἠθῶν. Τρίτον, ἀξιόπιστον τοῦ συνασμενισμοῦ παρασχεῖν ἐνέχυρον, ἵνα μὴ τροφῆς μεταλαβόντες τῆς ἱερᾶς, ἀσώτων μειρακίων τρόπον ὑπὸ κόρου καὶ πλησμονῆς ἐναλλοιωθῶσιν, ἐμπαρο νοῦντες οἷς οὐ θέμις. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Κ. - ΤΙΤΛ. Θ'. - Περὶ κακοποιών. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Ἐξόδῳ ζητουμένων. — Ἐντὸς φέρει τὸν ὄλεθρον ὁ τῇ κακίᾳ συζῶν, ἐπεὶ σύνοικον ἔχει τὴν ἐπίβουλον καὶ πολέμιον. Ικανός γὰρ πρὸς τιμωρίαν ἡ τοῦ φαύλου συνείδησις, οίκο- δεν ὡς ἐκ πληγῆς δειλίαν προτείνουσα τῇ ψυχῇ. - Τοῦ αὐτοῦ. Τοῦ φαύλου ὁ βίος ἐπίλυπος καὶ περιδεὴς, καὶ ὅσα κατὰ τὰς αἰσθήσεις ενεργεί, φό Ο σοις καὶ ὀδύναις ἀνακέκριται. ΤΙΤΛ. ΙΓ'. Περὶ καρδίας πονηρᾶς, καὶ τῶν λογισμὸν ἄδικον ἐχόντων. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιζ' κατὰ Ἰουλιανοῦ. Αρχὴ, καὶ ῥίζα, καὶ οἷον πηγή, καὶ γέννησις τῶν ἐν ἡμῖν ἐστι παθῶν ἡ πρὸς κακίαν ὄρεξις, ἐπ' αὐτοῖς καλοῦσα τὸν νοῦν, καὶ καταγοητεύουσα μὲν ἐν ἀρχαῖς, βιαζομένη δὲ καὶ μετὰ τοῦτο, καὶ κατα- σείουσα, ἀβουλήτως ἔσθ' ὅτε. Καπνού γὰρ δίκην, ή ὥσπερ τινὲς ἀτμοὶ τῶν ἐμφύτων ἡδονῶν ἀνίσχουσιν ἐν ὑμῖν τὰς ὀρέξεις· ἀλλ' ὁ μὲν σώφρων νεανίσκος ἐπιτιμῇ τοῖς κινήμασι, καὶ περαιτέρω προελθεῖν οὐκ ἐξ. Ο καὶ ἀδρανὲς ὃν ἔτι, τὸ πάθος ήττηται ῥᾳδίως. Ο δέ γε ράθυμος καὶ κατημελημένος εἰσδέχετα: τὰς τῶν ἡδονῶν ἀρχὰς, ὡς ἐννοίας ἔτι ψιλάς· ἐπι- τρέψας δὲ προελθεῖν εἰς πλάτος, δυσχερεστάτην εύ- ρήσει τὴν ἀντίστασιν. Ο γὰρ προαλοὺς καὶ προητο τημένος, οὐ τῶν ἰδίων ἐστι θελημάτων ἔτι κύριος· ὑποκείσεται δὲ μᾶλλον καθάπερ βαρβάρῳ τῷ νική σαντι πάθει. Εγκρατείας οὖν ὁ πανάριστος τρόπος, πρῶτός τε καὶ εὐκλεέστατος, τὸ μήτε προήκασθαι τὰς τοῦ πάθους ἀρχὰς, μήτε μὴν ἁλῶναι ταῖς ἐπιθυ- μίαις. Δευτέρα δὲ μετ' ἐκείνην ἐγκράτεια, καὶ ῥύπου μεστή, τὸ ἀπέχεσθαι θέλειν τῶν ἀποτελεσμάτων, προηρωτηκότος (31) τοῦ νοῦ τῆς ἐπιθυμίας, καὶ τοῖς ἐντεῦθεν ἐνομιλήσαντος λογισμοῖς. Ἐπειδὴ καὶ κρεῖττον παρὰ πολὺ τὸ μηδὲ ὅλως ἐν ἀγγείῳ καθεῖ ΝΟΤ.Ε. S. JOANNIS DAMASCENI Ejusdem. Allenum a ratione est, ut, cum in A çivitatibus cautum sit, ne arcana mysteria apud eos qui initiati non sunt, evulgentur, vera sacra, quæ ad pietatem et sanctimoniam provehunt, ad aures nugacitatis plenas projiciantur. Non omnia omnibus communicare oportet, non sermones, non res, ac praesertim sacras. Eos itaque, qui par- ticipes illorum fieri desiderant, primo maximeque et admodum necessarium est, erga unum, quique revera est, Deum pietatem religionemque habere, quibus pellatur error, qui per figuras, simulacra, et quasvis · statuas, imitationesque profanas, et Impura mysteria inolevit : ad hæc mundissimis sustrationibus expurgari, et tam corpore, quam animo, ex paternarum legum ac rituum praescripto. Tertio demum, certum libentissimi consensus pignus præbere, ne divini cibi participes facti, ganeonum adolescentium more præ satietate immu- tentur, in ea quæ non licet debacchantes. LITTERA K. De nefariis hominibus. - Intra Philonis, ex Quæstionibus in Exodum. se perniciem gerit, qui nequitiam vitæ sociam habet, quoniam contubernalem habet insidiatricem suam et adversariam. Improbi siquidem conscientia ultioni ejus sufficit, intus velat ex inflicta plaga timorem animæ protendens. Ejusdem. - B - Hominis nequam vita mœrore et timore anxia est, et quæcunque sensibus suis ope- ratur, terroribus et doloribus admiscentur. TIT. XVI. - C De mulo corde, et iis quorum cogi- tationes iniquæ sunt. - - Ma- veluti sunt, S. Cyrilli, ex lib. xvii Contra Julianum. litie appetitio, principium et radix, ac fons et origo est affectionum quæ intra nos ad quæ mentem advocat: ac principio quidem eam fascinatur; posthac vero ei vim affert, eam- que agitat, quandoque etiam præter ipsius volunta- tem. Cupiditates siquidem insitarum nobis volupta- tum, instar funi, aut vaporum quorumdam, in no- bis excitant qui vero sana mente et alacri animo est, motus istos corrigit, nec ulterius progredi sinit, Atque affectio hæc, cum adhuc infirma est, facili negotio superatur. Qui vero segnis remissusque est, oblectationum primordia suscipit, veluti simplices cogitationes : quas ubi latius progredi concesserit, difficile reperiet, quomodo his adversetur. Qui enim jam ante captus victusque fuit, volun- Tatum suarum ultra dominus non est: quin · imo potius perturbationi victrici tanquam barba- ro hosti subditus erit. Optimus igitur continentiæ modus, primus, inquam, et commendatissi- mus est, ut neque vitii initia admittamus, neque nos cupiditates apprehendant. Altera vero post hanc continentia, eaque sordibus plena, hæc est, velle ab operibus exsequendis abstinere; cum in- D " - - (31) Forte, προηρτηκότος.
Ἀρχὴ, καὶ ῥίζα, καὶ οἷον πηγὴ, καὶ γέννησις τῶν ἐν ἡμῖν ἐστι παθῶν ἡ πρὸς κακίαν ὄρεξις, ἐπ’ αὐτοῖς καλοῦσα τὸν νοῦν, καὶ καταγοητεύουσα μὲν ἐν ἀρχαῖς, βιαζομένη δὲ καὶ μετὰ τοῦτο, καὶ κατασείουσα, ἀβουλήτως ἔσθ’ ὅτε. Καπνοῦ γὰρ δίκην, ἢ ὥσπερ τινὲς ἀτμοὶ τῶν ἐμφύτων ἡδονῶν ἀνίσχουσιν ἐν ὑμῖν τὰς ὀρέξεις· ἀλλ’ ὁ μὲν σώφρων νεανίσκος ἐπιτιμᾷ τοῖς κινήμασι, καὶ περαιτέρω προελθεῖν οὐκ ἐᾷ. Ὃ καὶ ἀδρανὲς ὂν ἔτι, τὸ πάθος ἥττηται ῥᾳδίως. Ὁ δέ γε ῥᾴθυμος καὶ κατημελημένος εἰσδέχεται τὰς τῶν ἡδονῶν ἀρχὰς, ὡς ἐννοίας ἔτι ψιλάς· ἐπιτρέψας δὲ προελθεῖν εἰς πλάτος, δυσχερεστάτην εὑρήσει τὴν ἀντίστασιν. Ὁ γὰρ προαλοὺς καὶ προηττημένος, οὐ τῶν ἰδίων ἐστι θελημάτων ἔτι κύριος· ὑποκείσεται δὲ μᾶλλον καθάπερ βαρβάρῳ τῷ νικήσαντι πάθει. Ἐγκρατείας οὖν ὁ πανάριστος τρόπος, πρῶτός τε καὶ εὐκλεέστατος, τὸ μήτε προήκασθαι τὰς τοῦ πάθους ἀρχὰς, μήτε μὴν ἁλῶναι ταῖς ἐπιθυμίαις. Δευτέρα δὲ μετ’ ἐκείνην ἐγκράτεια, καὶ ῥύπου μεστὴ, τὸ ἀπέχεσθαι θέλειν τῶν ἀποτελεσμάτων, προηρωτηκότος τοῦ νοῦ τῆς ἐπιθυμίας, καὶ τοῖς ἐντεῦθεν ἐνομιλήσαντος λογισμοῖς.ΤΙΤ. ΙΧ. - Τοῦ αὐτοῦ. Ατοπον, ἐν μὲν ταῖς πόλεσιν να μον εἶναι, τοῦ μυστικά μυστήρια μὴ ἐξαγγείλαι τοῖς ἀμυήτοις, τὰς δὲ ἀληθεῖς τελετάς, αἳ πρὸς εὐσέβειαν ἄγουσι καὶ ὁσιότητα, εἰς ὦτα μετὰ φλυαρίας ἐκρί- πτειν. Οὐ πάντων κοινωνητέον πᾶσιν, οὔτε λόγων, οὔτε πραγμάτων, καὶ μάλιστα ἱερῶν. Δεῖ τοῖς ἐφιεμέν νοις τῆς μετουσίας τούτων, πρῶτον μὲν, καὶ μέγιστον, καὶ ἀναγκαιότατον πρὸς τὸν ἕνα, καὶ ὄντως ὄντα θεὸν εὐσέβειαν καὶ ὁσιότητα ἔχειν τὴν ἐπὶ τοῖς ἀγάλμασι, καὶ ξοάνοις, καὶ συνόλως ἀφιδρύμασι, τελεταίς τε ἀτελέστοις, καὶ μυστηρίοις ἀνοργιάστοις ἀνήνυτον πλάνην ἀπωσαμένοις. Δεύτερον δὲ, καθαρθῆναι τὰς άγνευούσας καθάρσεις, κατά τε σῶμα καὶ ψυχὴν, διὰ νόμων πατρίων καὶ ἠθῶν. Τρίτον, ἀξιόπιστον τοῦ συνασμενισμοῦ παρασχεῖν ἐνέχυρον, ἵνα μὴ τροφῆς μεταλαβόντες τῆς ἱερᾶς, ἀσώτων μειρακίων τρόπον ὑπὸ κόρου καὶ πλησμονῆς ἐναλλοιωθῶσιν, ἐμπαρο νοῦντες οἷς οὐ θέμις. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Κ. - ΤΙΤΛ. Θ'. - Περὶ κακοποιών. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Ἐξόδῳ ζητουμένων. — Ἐντὸς φέρει τὸν ὄλεθρον ὁ τῇ κακίᾳ συζῶν, ἐπεὶ σύνοικον ἔχει τὴν ἐπίβουλον καὶ πολέμιον. Ικανός γὰρ πρὸς τιμωρίαν ἡ τοῦ φαύλου συνείδησις, οίκο- δεν ὡς ἐκ πληγῆς δειλίαν προτείνουσα τῇ ψυχῇ. - Τοῦ αὐτοῦ. Τοῦ φαύλου ὁ βίος ἐπίλυπος καὶ περιδεὴς, καὶ ὅσα κατὰ τὰς αἰσθήσεις ενεργεί, φό Ο σοις καὶ ὀδύναις ἀνακέκριται. ΤΙΤΛ. ΙΓ'. Περὶ καρδίας πονηρᾶς, καὶ τῶν λογισμὸν ἄδικον ἐχόντων. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιζ' κατὰ Ἰουλιανοῦ. Αρχὴ, καὶ ῥίζα, καὶ οἷον πηγή, καὶ γέννησις τῶν ἐν ἡμῖν ἐστι παθῶν ἡ πρὸς κακίαν ὄρεξις, ἐπ' αὐτοῖς καλοῦσα τὸν νοῦν, καὶ καταγοητεύουσα μὲν ἐν ἀρχαῖς, βιαζομένη δὲ καὶ μετὰ τοῦτο, καὶ κατα- σείουσα, ἀβουλήτως ἔσθ' ὅτε. Καπνού γὰρ δίκην, ή ὥσπερ τινὲς ἀτμοὶ τῶν ἐμφύτων ἡδονῶν ἀνίσχουσιν ἐν ὑμῖν τὰς ὀρέξεις· ἀλλ' ὁ μὲν σώφρων νεανίσκος ἐπιτιμῇ τοῖς κινήμασι, καὶ περαιτέρω προελθεῖν οὐκ ἐξ. Ο καὶ ἀδρανὲς ὃν ἔτι, τὸ πάθος ήττηται ῥᾳδίως. Ο δέ γε ράθυμος καὶ κατημελημένος εἰσδέχετα: τὰς τῶν ἡδονῶν ἀρχὰς, ὡς ἐννοίας ἔτι ψιλάς· ἐπι- τρέψας δὲ προελθεῖν εἰς πλάτος, δυσχερεστάτην εύ- ρήσει τὴν ἀντίστασιν. Ο γὰρ προαλοὺς καὶ προητο τημένος, οὐ τῶν ἰδίων ἐστι θελημάτων ἔτι κύριος· ὑποκείσεται δὲ μᾶλλον καθάπερ βαρβάρῳ τῷ νική σαντι πάθει. Εγκρατείας οὖν ὁ πανάριστος τρόπος, πρῶτός τε καὶ εὐκλεέστατος, τὸ μήτε προήκασθαι τὰς τοῦ πάθους ἀρχὰς, μήτε μὴν ἁλῶναι ταῖς ἐπιθυ- μίαις. Δευτέρα δὲ μετ' ἐκείνην ἐγκράτεια, καὶ ῥύπου μεστή, τὸ ἀπέχεσθαι θέλειν τῶν ἀποτελεσμάτων, προηρωτηκότος (31) τοῦ νοῦ τῆς ἐπιθυμίας, καὶ τοῖς ἐντεῦθεν ἐνομιλήσαντος λογισμοῖς. Ἐπειδὴ καὶ κρεῖττον παρὰ πολὺ τὸ μηδὲ ὅλως ἐν ἀγγείῳ καθεῖ ΝΟΤ.Ε. S. JOANNIS DAMASCENI Ejusdem. Allenum a ratione est, ut, cum in A çivitatibus cautum sit, ne arcana mysteria apud eos qui initiati non sunt, evulgentur, vera sacra, quæ ad pietatem et sanctimoniam provehunt, ad aures nugacitatis plenas projiciantur. Non omnia omnibus communicare oportet, non sermones, non res, ac praesertim sacras. Eos itaque, qui par- ticipes illorum fieri desiderant, primo maximeque et admodum necessarium est, erga unum, quique revera est, Deum pietatem religionemque habere, quibus pellatur error, qui per figuras, simulacra, et quasvis · statuas, imitationesque profanas, et Impura mysteria inolevit : ad hæc mundissimis sustrationibus expurgari, et tam corpore, quam animo, ex paternarum legum ac rituum praescripto. Tertio demum, certum libentissimi consensus pignus præbere, ne divini cibi participes facti, ganeonum adolescentium more præ satietate immu- tentur, in ea quæ non licet debacchantes. LITTERA K. De nefariis hominibus. - Intra Philonis, ex Quæstionibus in Exodum. se perniciem gerit, qui nequitiam vitæ sociam habet, quoniam contubernalem habet insidiatricem suam et adversariam. Improbi siquidem conscientia ultioni ejus sufficit, intus velat ex inflicta plaga timorem animæ protendens. Ejusdem. - B - Hominis nequam vita mœrore et timore anxia est, et quæcunque sensibus suis ope- ratur, terroribus et doloribus admiscentur. TIT. XVI. - C De mulo corde, et iis quorum cogi- tationes iniquæ sunt. - - Ma- veluti sunt, S. Cyrilli, ex lib. xvii Contra Julianum. litie appetitio, principium et radix, ac fons et origo est affectionum quæ intra nos ad quæ mentem advocat: ac principio quidem eam fascinatur; posthac vero ei vim affert, eam- que agitat, quandoque etiam præter ipsius volunta- tem. Cupiditates siquidem insitarum nobis volupta- tum, instar funi, aut vaporum quorumdam, in no- bis excitant qui vero sana mente et alacri animo est, motus istos corrigit, nec ulterius progredi sinit, Atque affectio hæc, cum adhuc infirma est, facili negotio superatur. Qui vero segnis remissusque est, oblectationum primordia suscipit, veluti simplices cogitationes : quas ubi latius progredi concesserit, difficile reperiet, quomodo his adversetur. Qui enim jam ante captus victusque fuit, volun- Tatum suarum ultra dominus non est: quin · imo potius perturbationi victrici tanquam barba- ro hosti subditus erit. Optimus igitur continentiæ modus, primus, inquam, et commendatissi- mus est, ut neque vitii initia admittamus, neque nos cupiditates apprehendant. Altera vero post hanc continentia, eaque sordibus plena, hæc est, velle ab operibus exsequendis abstinere; cum in- D " - - (31) Forte, προηρτηκότος.
PG 96:528Ἐπειδὴ καὶ κρεῖττον παρὰ πολὺ τὸ μηδὲ ὅλως ἐν ἀγγείῳ καθεῖναι βόρβορον, ἤγουν πειρᾶσθαι καθαίρειν τὸ ἤδη μεμολυσμένον. ΤΙΤΛ. ΚΓ. Περὶ τῶν τοῦ Θεοῦ κριμάτων. Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ἐπισκόπου Ῥώμης, ἐκ τῆς β πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς. Μὴ ταραςσέτω τὴν καρδίαν ὑμῶν, ὅτι βλέπομεν τοὺς ἀδίκους πλουτοῦντας, καὶ στενοχωρουμένους τοὺς τοῦ Θεοῦ δούλους. Οὐδεὶς γὰρ τῶν δικαίων ταχὺν καρπὸν ἔλαβεν, ἀλλ’ ἐκδέχεται αὐτόν. Εἰ γὰρ τὸν μισθὸν τῶν δικαίων ὁ Θεὸς εὐθέως ἀπεδίδου, ἐμπορίαν ἠσκοῦμεν, καὶ οὐκ εὐσέβειαν. Ἐδοκοῦμεν γὰρ εἶναι δίκαιοι, οὐ διὰ τὸ εὐσεβὲς, ἀλλὰ τὸ κερδάλεον διώκοντες. Τοῦ ἁγίου Τίτου, ἐκ τοῦ περὶ Προνοίας. Οὐκ ἐχρῆν, ὡς ἔοικεν, βατὰ τοῖς πᾶσιν ὑπάρχειν τοῦ Θεοῦ τὰ τεκμήρια, καὶ τὸν ἄῤῥητον καὶ ἀκατάληπτον νοῦν πάντη γνώριμον εἶναι ἀνθρώποις· ὅπου γε καὶ βασιλέως ἀνθρώπου καὶ ἄρχοντός ἐστιν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν βουλευμάτων κρύπτεται, ὡς καὶ τὸ πραττόμενον ἄδηλον εἶναι, ὅτῳ λόγῳ πράττεται.ΤΙΤ. ΙΧ. - Τοῦ αὐτοῦ. Ατοπον, ἐν μὲν ταῖς πόλεσιν να μον εἶναι, τοῦ μυστικά μυστήρια μὴ ἐξαγγείλαι τοῖς ἀμυήτοις, τὰς δὲ ἀληθεῖς τελετάς, αἳ πρὸς εὐσέβειαν ἄγουσι καὶ ὁσιότητα, εἰς ὦτα μετὰ φλυαρίας ἐκρί- πτειν. Οὐ πάντων κοινωνητέον πᾶσιν, οὔτε λόγων, οὔτε πραγμάτων, καὶ μάλιστα ἱερῶν. Δεῖ τοῖς ἐφιεμέν νοις τῆς μετουσίας τούτων, πρῶτον μὲν, καὶ μέγιστον, καὶ ἀναγκαιότατον πρὸς τὸν ἕνα, καὶ ὄντως ὄντα θεὸν εὐσέβειαν καὶ ὁσιότητα ἔχειν τὴν ἐπὶ τοῖς ἀγάλμασι, καὶ ξοάνοις, καὶ συνόλως ἀφιδρύμασι, τελεταίς τε ἀτελέστοις, καὶ μυστηρίοις ἀνοργιάστοις ἀνήνυτον πλάνην ἀπωσαμένοις. Δεύτερον δὲ, καθαρθῆναι τὰς άγνευούσας καθάρσεις, κατά τε σῶμα καὶ ψυχὴν, διὰ νόμων πατρίων καὶ ἠθῶν. Τρίτον, ἀξιόπιστον τοῦ συνασμενισμοῦ παρασχεῖν ἐνέχυρον, ἵνα μὴ τροφῆς μεταλαβόντες τῆς ἱερᾶς, ἀσώτων μειρακίων τρόπον ὑπὸ κόρου καὶ πλησμονῆς ἐναλλοιωθῶσιν, ἐμπαρο νοῦντες οἷς οὐ θέμις. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Κ. - ΤΙΤΛ. Θ'. - Περὶ κακοποιών. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Ἐξόδῳ ζητουμένων. — Ἐντὸς φέρει τὸν ὄλεθρον ὁ τῇ κακίᾳ συζῶν, ἐπεὶ σύνοικον ἔχει τὴν ἐπίβουλον καὶ πολέμιον. Ικανός γὰρ πρὸς τιμωρίαν ἡ τοῦ φαύλου συνείδησις, οίκο- δεν ὡς ἐκ πληγῆς δειλίαν προτείνουσα τῇ ψυχῇ. - Τοῦ αὐτοῦ. Τοῦ φαύλου ὁ βίος ἐπίλυπος καὶ περιδεὴς, καὶ ὅσα κατὰ τὰς αἰσθήσεις ενεργεί, φό Ο σοις καὶ ὀδύναις ἀνακέκριται. ΤΙΤΛ. ΙΓ'. Περὶ καρδίας πονηρᾶς, καὶ τῶν λογισμὸν ἄδικον ἐχόντων. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιζ' κατὰ Ἰουλιανοῦ. Αρχὴ, καὶ ῥίζα, καὶ οἷον πηγή, καὶ γέννησις τῶν ἐν ἡμῖν ἐστι παθῶν ἡ πρὸς κακίαν ὄρεξις, ἐπ' αὐτοῖς καλοῦσα τὸν νοῦν, καὶ καταγοητεύουσα μὲν ἐν ἀρχαῖς, βιαζομένη δὲ καὶ μετὰ τοῦτο, καὶ κατα- σείουσα, ἀβουλήτως ἔσθ' ὅτε. Καπνού γὰρ δίκην, ή ὥσπερ τινὲς ἀτμοὶ τῶν ἐμφύτων ἡδονῶν ἀνίσχουσιν ἐν ὑμῖν τὰς ὀρέξεις· ἀλλ' ὁ μὲν σώφρων νεανίσκος ἐπιτιμῇ τοῖς κινήμασι, καὶ περαιτέρω προελθεῖν οὐκ ἐξ. Ο καὶ ἀδρανὲς ὃν ἔτι, τὸ πάθος ήττηται ῥᾳδίως. Ο δέ γε ράθυμος καὶ κατημελημένος εἰσδέχετα: τὰς τῶν ἡδονῶν ἀρχὰς, ὡς ἐννοίας ἔτι ψιλάς· ἐπι- τρέψας δὲ προελθεῖν εἰς πλάτος, δυσχερεστάτην εύ- ρήσει τὴν ἀντίστασιν. Ο γὰρ προαλοὺς καὶ προητο τημένος, οὐ τῶν ἰδίων ἐστι θελημάτων ἔτι κύριος· ὑποκείσεται δὲ μᾶλλον καθάπερ βαρβάρῳ τῷ νική σαντι πάθει. Εγκρατείας οὖν ὁ πανάριστος τρόπος, πρῶτός τε καὶ εὐκλεέστατος, τὸ μήτε προήκασθαι τὰς τοῦ πάθους ἀρχὰς, μήτε μὴν ἁλῶναι ταῖς ἐπιθυ- μίαις. Δευτέρα δὲ μετ' ἐκείνην ἐγκράτεια, καὶ ῥύπου μεστή, τὸ ἀπέχεσθαι θέλειν τῶν ἀποτελεσμάτων, προηρωτηκότος (31) τοῦ νοῦ τῆς ἐπιθυμίας, καὶ τοῖς ἐντεῦθεν ἐνομιλήσαντος λογισμοῖς. Ἐπειδὴ καὶ κρεῖττον παρὰ πολὺ τὸ μηδὲ ὅλως ἐν ἀγγείῳ καθεῖ ΝΟΤ.Ε. S. JOANNIS DAMASCENI Ejusdem. Allenum a ratione est, ut, cum in A çivitatibus cautum sit, ne arcana mysteria apud eos qui initiati non sunt, evulgentur, vera sacra, quæ ad pietatem et sanctimoniam provehunt, ad aures nugacitatis plenas projiciantur. Non omnia omnibus communicare oportet, non sermones, non res, ac praesertim sacras. Eos itaque, qui par- ticipes illorum fieri desiderant, primo maximeque et admodum necessarium est, erga unum, quique revera est, Deum pietatem religionemque habere, quibus pellatur error, qui per figuras, simulacra, et quasvis · statuas, imitationesque profanas, et Impura mysteria inolevit : ad hæc mundissimis sustrationibus expurgari, et tam corpore, quam animo, ex paternarum legum ac rituum praescripto. Tertio demum, certum libentissimi consensus pignus præbere, ne divini cibi participes facti, ganeonum adolescentium more præ satietate immu- tentur, in ea quæ non licet debacchantes. LITTERA K. De nefariis hominibus. - Intra Philonis, ex Quæstionibus in Exodum. se perniciem gerit, qui nequitiam vitæ sociam habet, quoniam contubernalem habet insidiatricem suam et adversariam. Improbi siquidem conscientia ultioni ejus sufficit, intus velat ex inflicta plaga timorem animæ protendens. Ejusdem. - B - Hominis nequam vita mœrore et timore anxia est, et quæcunque sensibus suis ope- ratur, terroribus et doloribus admiscentur. TIT. XVI. - C De mulo corde, et iis quorum cogi- tationes iniquæ sunt. - - Ma- veluti sunt, S. Cyrilli, ex lib. xvii Contra Julianum. litie appetitio, principium et radix, ac fons et origo est affectionum quæ intra nos ad quæ mentem advocat: ac principio quidem eam fascinatur; posthac vero ei vim affert, eam- que agitat, quandoque etiam præter ipsius volunta- tem. Cupiditates siquidem insitarum nobis volupta- tum, instar funi, aut vaporum quorumdam, in no- bis excitant qui vero sana mente et alacri animo est, motus istos corrigit, nec ulterius progredi sinit, Atque affectio hæc, cum adhuc infirma est, facili negotio superatur. Qui vero segnis remissusque est, oblectationum primordia suscipit, veluti simplices cogitationes : quas ubi latius progredi concesserit, difficile reperiet, quomodo his adversetur. Qui enim jam ante captus victusque fuit, volun- Tatum suarum ultra dominus non est: quin · imo potius perturbationi victrici tanquam barba- ro hosti subditus erit. Optimus igitur continentiæ modus, primus, inquam, et commendatissi- mus est, ut neque vitii initia admittamus, neque nos cupiditates apprehendant. Altera vero post hanc continentia, eaque sordibus plena, hæc est, velle ab operibus exsequendis abstinere; cum in- D " - - (31) Forte, προηρτηκότος.
PG 96:529Οὐ τοίνυν θαῦμα, εἰ ἄνθρωποι μὴ χωροῦσιν ὅλως τῆς διοικησίας τοῦ Θεοῦ τὸν λόγον, οἷς ἁρμόττει καὶ δίχα τοῦ πολυπραγμονεῖν ὑπείκειν τε καὶ ἡσυχάζειν, καὶ ἥκιστα ἀνταίρειν κατὰ τῆς ἀῤῥήτου διοικήσεως. Πολλάκις γὰρ οὐδὲ τεχνίτην, εἴτουν οἰκοδομίας, ἢ ναυπηγίας, ἢ χαλκευτικῆς ἔμπειρον, αἰδούμενοι περιεργαζόμεθα, ποιοῦντά γε τὸ οἰκεῖον ἕκαστον· ἀλλὰ τῇ πείρᾳ καταπιστεύσαντες, ἐκδεχόμεθα τὸ ἔργον ἰδεῖν. Ἔστι δὲ καὶ ὅτε σφαλλομένῳ οὐκ ἐπαισθανόμεθα. Τί δ’ ἂν εἴποιμι περὶ τῆς ὑπὲρ πάντα νοῦν σοφίας τοῦ Θεοῦ; ὃ προσῆκε, καὶ νοοῦντάς τε καὶ μὴ νοοῦντας ἐκπλήττεσθαί τε καὶ τιμᾷν. Εἰ δέ τις διὰ τὸ μὴ καταλαμβάνειν τὸν λόγον τῶν πλειόνων τῶν πρὸς τοῦ Θεοῦ γινομένων, ἐκπέσοι πρὸς ἀτοπίαν τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης, ἀθλιώτατος, καὶ πάλιν ἀνόητος ὁ τοιοῦτος, ὡς αὐτῇ γε τῇ τυφλώσει τῆς ἰδίας διανοίας ὁδηγῷ χρώμενος. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Μ. ΤΙΤΛ. Ζ. Περὶ μαντευομένων, καὶ οἰωνιζομένων, καὶ κληδονιζομένων· καὶ περὶ τῶν λεγομένων θεῶν, ὅτι ἄθεσμα, καὶ ἐκκήρυκτα, καὶ ἀπηγορευμένα τῇ θείᾳ Γραφῇ, τάδε πάντα, καὶ τὰ ὅμοια. Εὐσεβίου.και βόρβορον, ήγουν πειρᾶσθαι καθαίρειν τὸ ἤδη με μολυσμένον. - ΤΙΤΑ. ΚΓ'. Περὶ τῶν τοῦ Θεοῦ κριμάτων. Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ἐπισκόπου Ρώμης, ἐκ τῆς β' πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς. - Μὴ ταρασ σέτω τὴν καρδίαν ὑμῶν, ὅτι βλέπομεν τοὺς ἀδίκους πλουτούντας, καὶ στενοχωρουμένους τοὺς τοῦ Θεοῦ δούλους. Οὐδεὶς γὰρ τῶν δικαίων ταχὺν καρπὸν ἔλα- σεν, ἀλλ' ἐκδέχεται αὐτόν. Εἰ γὰρ τὸν μισθὸν τῶν δικαίων ὁ Θεὸς εὐθέως ἀπεδίδου, ἐμπορίαν ἡσκου-. μεν, καὶ οὐκ εὐσέβειαν. Ἐδοκοῦμεν γὰρ εἶναι δί- καιοι, οὐ διὰ τὸ εὐσεβές, ἀλλὰ τὸ κερδάλεον διώκοντες. Τοῦ ἁγίου Τίτου, ἐκ τοῦ περὶ Προνοίας. — Οὐκ ἐχρῆν, ὡς ἔοικεν, βατὰ τοῖς πᾶσιν ὑπάρχειν τοῦ Β Θεοῦ τὰ τεκμήρια, καὶ τὸν ἄῤῥητον καὶ ἀκατάλη στον νοῦν πάντη γνώριμον εἶναι ἀνθρώποις· ὅπου γε καὶ βασιλέως ἀνθρώπου καὶ ἄρχοντός ἐστιν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν βουλευμάτων κρύπτεται, ὡς καὶ τὸ πραττόμενον άδηλον εἶναι, ὅτῳ λόγῳ πράττεται. Οὐ τοίνυν θαῦμα, εἰ ἄνθρωποι μὴ χωροῦσιν όλως τῆς διοικησίας τοῦ Θεοῦ τὸν λόγον, οἷς ἀρμόττει καὶ δίχα τοῦ πολυπραγμονεῖν ὑπείκειν τε καὶ ἡσυχάζειν, καὶ ἥκιστα ἀνταίρειν κατὰ τῆς ἀῤῥήτου διοικήσεως. Πολλάκις γὰρ οὐδὲ τεχνίτην, εἴτουν οἰκοδομίας, ή ναυπηγίας, ἢ χαλκευτικῆς ἔκπειρον, αἰδούμενοι πε- ριεργαζόμεθα, ποιοῦντά γε τὸ οἰκεῖον ἔκαστον· ἀλλά τῇ πείρᾳ καταπιστεύσαντες, ἐκδεχόμεθα τὸ ἔργον ἰδεῖν. Ἔστι δὲ καὶ ὅτε σφαλλομένῳ οὐκ ἐπαισθανό μεθα. Τί δ᾽ ἂν εἴποιμι περὶ τῆς ὑπὲρ πάντα νοῦν σοφίας τοῦ Θεοῦ ; προσῆκε, καὶ νοοῦντάς τε καὶ μὴ νοοῦντας ἐκπλήττεσθαί τε καὶ τιμᾷν. Εἰ δέ τις διὰ τὸ μὴ καταλαμβάνειν τὸν λόγον τῶν πλειόνων τῶν πρὸς τοῦ Θεοῦ γινομένων, ἐκπέσοι πρὸς ἀτο πίαν τῆς (52) τοῦ Θεοῦ δόξης, ἀθλιώτατος, καὶ πάλιν ἀνόητος ὁ τοιοῦτος, ὡς αὐτῇ γε τῇ τυφλώσει τῆς ιδίας διανοίας ὁδηγῷ χρώμενος. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Μ. ΤΙΤΛ. Ζ'. — Περὶ μαντευομένων, καὶ οἰωνιζομέν νων, καὶ κληδονιζομένων· καὶ περὶ τῶν λεγο μένων θεῶν, ὅτι ἄθεσμα, καὶ ἐκκήρυκτα, καὶ ἀπηγορευμένα τῇ θείᾳ Γραφῇ, τάδε πάντα, καὶ τὰ ὅμοια. - Εὐσεβίου. Εἰσί τινες καταρώμενοι τοὺς ἀστέ ρας, ὅτε καὶ κατὰ τοῦ οὐρανοῦ ὀργίζονται, λέγον- τες· Οὐαὶ τῷ ἄστρῳ σου. "Αλλοι λέγουσι · Καλοῦ άστρου ἐγεννήθη, διὸ καὶ συναστρεῖ αὐτῷ τὰ πάντα. Οὐαὶ τοῖ; ταῦτα λέγουσι. Πολλούς οἶδα εὐχομένους εἰς τὸν ἥλιον καὶ σελήνην· καὶ ἱκεσίαν προσφέρουσι τῷ ἡλίῳ λέγοντες, Ελέησόν με. Καὶ οὐαὶ τούτοις. Τί ἀφεὶς τὸν ποιητὴν τοῦ ἡλίου τὸν ἥλιον προσκυ νεῖς; οὐ δεῖ λατρεύειν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα. Γέγραπται γάρ· Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ προσκυνῶν τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην, καὶ τοὺς ἀστέρας, καὶ εἴ τι ἕτερον τοίημα παρὰ τὸν Ποιητήν. Πολλοί φαντα + PARALLELA RUPEFUCALDINA. 5:0 A terim desideriis mens addicta sit, et cogitationibus C D quas illæ suggerunt, occupata. Satius quippe est cœnum omnino in vas ´non admittere, quam illud purgare conari, quod jam inquinatum est. TIT. XXIII. De divinis judiciis. - - S. Clementis episcopi Romani, ex ll ad Corin thios epistola. Non turbet cor vestrum, quod iniquos ditescentes videamus, ac Dei servos an- gustiis afflictos. Nemo quippe justorum cito fru- ctum retulit, sed illum exspectat. Si etenim Deus mercedem justorum quamprimum redderet, u108 mercaturæ operam daremus, ac non pietati. Justi siquidem esse censeremur, non religionis ergo, sed quæstum sequendo. - Minime S. Tili, ex tractatu de Providentia. consentaneum erat, ut videtur, Dei consilia pervia omnibus fieri, et inexplicabilem illam atque in- comprehensibilem mentem omni ratione homini- bus exploratam esse quando vel regis qui homo est, ac principis pleraque consilia occulta sunt; ita ut obscurum sit quam ob causam agatur id quod agitur. Nihil mirum igitur, si homines divina gubernationis rationem non capiant, quibus con- veniat, posita curiositate, cedere et conticere, nec prorsus adversus ineſſabile regimen illud obmur- murare. Enimvero sæpe accidit, ut neque ab ar- tifice, sive domus struendæ, sive compingendæ navis, sive æris fundendi perito, ejus reverentia nihil inquiramus, dum ille quodvis opus suum fa- cit; sed ejus experientiæ fidem habentes, opificium videre præstolamur. Quinimo, quandoque etiam illius errata non animadvertimus. Quid itaque di- cam de Dei sapientia, quæ mentem omnem excedit : quam, sive intelligamus, sive non intelligamus, nos oportuit admirari ac venerari. Quod si quis- piam, ex eo quod multarum quæ a Deo fiunt ratio- nem non comprehendat, in hanc miser vecordiam contra Dei gloriam cadat, tum ille rursus amen- tiam prodet suam, ceu qui obcæcati sensus suj ducatum sequatur. -- - LITTERA M. TIT. VII. · De iis qui vaticiniis, auguriis, et au- spiciis indulgent, deque iis qui dii nuncupantur ; quodque hæc omnia hisque similia, impia alque abominanda et interdicta sint a Scriptura divina. Eusebii. Sunt qui astris maledicant, dum contra cœlum irascuntur, et dicunt: Væ ejus astro. Alii dicunt: Bono astro natus est, idcirco cuncta ei, ſavente astro, succedunt. Væ his qui sic loquuntur. Complures novi qui solem et lunan precentur, supplicationemque istam soli olerant : Miserere mei. Væ etiam istis. Cur relicto solis opifice, solem adoras? nequaquam licet creaturæ prater Creatorem servire. Scriptum est enim: Maledictus omnis qui solem et lunam et astra adorat, aut quamlibet aliam rem creatam præter ejus opificem. Multi imaginationibus indulgentes NOTÆ. 5) Forte ἐκ τῆς κατὰ.
PG 96:530Εἰσί τινες καταρώμενοι τοὺς ἀστέρας, ὅτε καὶ κατὰ τοῦ οὐρανοῦ ὀργίζονται, λέγοντες· Οὐαὶ τῷ ἄστρῳ σου. Ἄλλοι λέγουσι· Καλοῦ ἄστρου ἐγεννήθη, διὸ καὶ συναστρεῖ αὐτῷ τὰ πάντα. Οὐαὶ τοῖς ταῦτα λέγουσι. Πολλοὺς οἶδα εὐχομένους εἰς τὸν ἥλιον καὶ σελήνην· καὶ ἱκεσίαν προσφέρουσι τῷ ἡλίῳ λέγοντες, Ἐλέησόν με. Καὶ οὐαὶ τούτοις. Τί ἀφεὶς τὸν ποιητὴν τοῦ ἡλίου τὸν ἥλιον προσκυνεῖς; οὐ δεῖ λατρεύειν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα. Γέγραπται γάρ· Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ προσκυνῶν τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην, καὶ τοὺς ἀστέρας, καὶ εἴ τι ἕτερον ποίημα παρὰ τὸν Ποιητήν. Πολλοὶ φανταζόμενοι λέγουσι τὴν σελήνην κατέρχεσθαι. Ὅταν, φησὶν, ἐξαιματοῦται, ἄνθρωπος καταγοητεύσας αὐτὴν καταφέρει. Καὶ οὐαὶ τοῖς ταῦτα λέγουσι. Τίς ἠδυνήθη καταγοητεῦσαι οὐρανόν; ἠβουλήθη Σίμων ὁ μάγος, ἀλλὰ πεσὼν διεῤῥάγη. Οὐδεὶς γὰρ δύναται, οὐ μικρὸν, οὐ μέγα σαλεῦσαι ἄστρον οὐρανοῦ, ἃ ὁ Θεὸς τῇ ἰδίᾳ δυνάμει ἐθεμελίωσε. Πάλιν δὲ λέγουσιν, ὅτι νεφέλας καὶ ὑετοὺς παράγουσι γόητες ἄνθρωποι, καὶ τοῦτο ματαιολογοῦσι. Τίς ἀνθρώπων δύναται πρόσταγμα Θεοῦ ἀποστρέψαι γοητείᾳ;και βόρβορον, ήγουν πειρᾶσθαι καθαίρειν τὸ ἤδη με μολυσμένον. - ΤΙΤΑ. ΚΓ'. Περὶ τῶν τοῦ Θεοῦ κριμάτων. Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ἐπισκόπου Ρώμης, ἐκ τῆς β' πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς. - Μὴ ταρασ σέτω τὴν καρδίαν ὑμῶν, ὅτι βλέπομεν τοὺς ἀδίκους πλουτούντας, καὶ στενοχωρουμένους τοὺς τοῦ Θεοῦ δούλους. Οὐδεὶς γὰρ τῶν δικαίων ταχὺν καρπὸν ἔλα- σεν, ἀλλ' ἐκδέχεται αὐτόν. Εἰ γὰρ τὸν μισθὸν τῶν δικαίων ὁ Θεὸς εὐθέως ἀπεδίδου, ἐμπορίαν ἡσκου-. μεν, καὶ οὐκ εὐσέβειαν. Ἐδοκοῦμεν γὰρ εἶναι δί- καιοι, οὐ διὰ τὸ εὐσεβές, ἀλλὰ τὸ κερδάλεον διώκοντες. Τοῦ ἁγίου Τίτου, ἐκ τοῦ περὶ Προνοίας. — Οὐκ ἐχρῆν, ὡς ἔοικεν, βατὰ τοῖς πᾶσιν ὑπάρχειν τοῦ Β Θεοῦ τὰ τεκμήρια, καὶ τὸν ἄῤῥητον καὶ ἀκατάλη στον νοῦν πάντη γνώριμον εἶναι ἀνθρώποις· ὅπου γε καὶ βασιλέως ἀνθρώπου καὶ ἄρχοντός ἐστιν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν βουλευμάτων κρύπτεται, ὡς καὶ τὸ πραττόμενον άδηλον εἶναι, ὅτῳ λόγῳ πράττεται. Οὐ τοίνυν θαῦμα, εἰ ἄνθρωποι μὴ χωροῦσιν όλως τῆς διοικησίας τοῦ Θεοῦ τὸν λόγον, οἷς ἀρμόττει καὶ δίχα τοῦ πολυπραγμονεῖν ὑπείκειν τε καὶ ἡσυχάζειν, καὶ ἥκιστα ἀνταίρειν κατὰ τῆς ἀῤῥήτου διοικήσεως. Πολλάκις γὰρ οὐδὲ τεχνίτην, εἴτουν οἰκοδομίας, ή ναυπηγίας, ἢ χαλκευτικῆς ἔκπειρον, αἰδούμενοι πε- ριεργαζόμεθα, ποιοῦντά γε τὸ οἰκεῖον ἔκαστον· ἀλλά τῇ πείρᾳ καταπιστεύσαντες, ἐκδεχόμεθα τὸ ἔργον ἰδεῖν. Ἔστι δὲ καὶ ὅτε σφαλλομένῳ οὐκ ἐπαισθανό μεθα. Τί δ᾽ ἂν εἴποιμι περὶ τῆς ὑπὲρ πάντα νοῦν σοφίας τοῦ Θεοῦ ; προσῆκε, καὶ νοοῦντάς τε καὶ μὴ νοοῦντας ἐκπλήττεσθαί τε καὶ τιμᾷν. Εἰ δέ τις διὰ τὸ μὴ καταλαμβάνειν τὸν λόγον τῶν πλειόνων τῶν πρὸς τοῦ Θεοῦ γινομένων, ἐκπέσοι πρὸς ἀτο πίαν τῆς (52) τοῦ Θεοῦ δόξης, ἀθλιώτατος, καὶ πάλιν ἀνόητος ὁ τοιοῦτος, ὡς αὐτῇ γε τῇ τυφλώσει τῆς ιδίας διανοίας ὁδηγῷ χρώμενος. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Μ. ΤΙΤΛ. Ζ'. — Περὶ μαντευομένων, καὶ οἰωνιζομέν νων, καὶ κληδονιζομένων· καὶ περὶ τῶν λεγο μένων θεῶν, ὅτι ἄθεσμα, καὶ ἐκκήρυκτα, καὶ ἀπηγορευμένα τῇ θείᾳ Γραφῇ, τάδε πάντα, καὶ τὰ ὅμοια. - Εὐσεβίου. Εἰσί τινες καταρώμενοι τοὺς ἀστέ ρας, ὅτε καὶ κατὰ τοῦ οὐρανοῦ ὀργίζονται, λέγον- τες· Οὐαὶ τῷ ἄστρῳ σου. "Αλλοι λέγουσι · Καλοῦ άστρου ἐγεννήθη, διὸ καὶ συναστρεῖ αὐτῷ τὰ πάντα. Οὐαὶ τοῖ; ταῦτα λέγουσι. Πολλούς οἶδα εὐχομένους εἰς τὸν ἥλιον καὶ σελήνην· καὶ ἱκεσίαν προσφέρουσι τῷ ἡλίῳ λέγοντες, Ελέησόν με. Καὶ οὐαὶ τούτοις. Τί ἀφεὶς τὸν ποιητὴν τοῦ ἡλίου τὸν ἥλιον προσκυ νεῖς; οὐ δεῖ λατρεύειν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα. Γέγραπται γάρ· Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ προσκυνῶν τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην, καὶ τοὺς ἀστέρας, καὶ εἴ τι ἕτερον τοίημα παρὰ τὸν Ποιητήν. Πολλοί φαντα + PARALLELA RUPEFUCALDINA. 5:0 A terim desideriis mens addicta sit, et cogitationibus C D quas illæ suggerunt, occupata. Satius quippe est cœnum omnino in vas ´non admittere, quam illud purgare conari, quod jam inquinatum est. TIT. XXIII. De divinis judiciis. - - S. Clementis episcopi Romani, ex ll ad Corin thios epistola. Non turbet cor vestrum, quod iniquos ditescentes videamus, ac Dei servos an- gustiis afflictos. Nemo quippe justorum cito fru- ctum retulit, sed illum exspectat. Si etenim Deus mercedem justorum quamprimum redderet, u108 mercaturæ operam daremus, ac non pietati. Justi siquidem esse censeremur, non religionis ergo, sed quæstum sequendo. - Minime S. Tili, ex tractatu de Providentia. consentaneum erat, ut videtur, Dei consilia pervia omnibus fieri, et inexplicabilem illam atque in- comprehensibilem mentem omni ratione homini- bus exploratam esse quando vel regis qui homo est, ac principis pleraque consilia occulta sunt; ita ut obscurum sit quam ob causam agatur id quod agitur. Nihil mirum igitur, si homines divina gubernationis rationem non capiant, quibus con- veniat, posita curiositate, cedere et conticere, nec prorsus adversus ineſſabile regimen illud obmur- murare. Enimvero sæpe accidit, ut neque ab ar- tifice, sive domus struendæ, sive compingendæ navis, sive æris fundendi perito, ejus reverentia nihil inquiramus, dum ille quodvis opus suum fa- cit; sed ejus experientiæ fidem habentes, opificium videre præstolamur. Quinimo, quandoque etiam illius errata non animadvertimus. Quid itaque di- cam de Dei sapientia, quæ mentem omnem excedit : quam, sive intelligamus, sive non intelligamus, nos oportuit admirari ac venerari. Quod si quis- piam, ex eo quod multarum quæ a Deo fiunt ratio- nem non comprehendat, in hanc miser vecordiam contra Dei gloriam cadat, tum ille rursus amen- tiam prodet suam, ceu qui obcæcati sensus suj ducatum sequatur. -- - LITTERA M. TIT. VII. · De iis qui vaticiniis, auguriis, et au- spiciis indulgent, deque iis qui dii nuncupantur ; quodque hæc omnia hisque similia, impia alque abominanda et interdicta sint a Scriptura divina. Eusebii. Sunt qui astris maledicant, dum contra cœlum irascuntur, et dicunt: Væ ejus astro. Alii dicunt: Bono astro natus est, idcirco cuncta ei, ſavente astro, succedunt. Væ his qui sic loquuntur. Complures novi qui solem et lunan precentur, supplicationemque istam soli olerant : Miserere mei. Væ etiam istis. Cur relicto solis opifice, solem adoras? nequaquam licet creaturæ prater Creatorem servire. Scriptum est enim: Maledictus omnis qui solem et lunam et astra adorat, aut quamlibet aliam rem creatam præter ejus opificem. Multi imaginationibus indulgentes NOTÆ. 5) Forte ἐκ τῆς κατὰ.
PG 96:531τὰ γὰρ νέφη κατὰ πρόσταξιν Θεοῦ ἐκχέουσι τὸν ὑετὸν ἐπὶ τῆς γῆς. ΤΙΤΛ. ΙΓ. Περὶ μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Τοῦ ἁγίου Μεθοδίου, κατὰ Πορφυρίου. Μετάνοια τότε ἁμαρτήματος παντὸς γίνεται ἀπαλειπτικὴ, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΙΖ. Περὶ μοναχῶν παλιμβόλων, καὶ παλινδρομούντων εἰς κακίαν. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. Ἐνίοις ἀψίκορος ἐγγίνεται λογισμὸς, οἱ πρὸς ὀλίγον ἀναπτεροφορηθέντες, αὐτίκα ὑπενόστησαν, οὐκ ἀναπτάντες μᾶλλον, ἢ ὑποσυρέντες εἰς Ταρτάρου, φησὶν, ἐσχατιάς. Εὐδαίμονες δὲ οἱ μὴ παλινδρομοῦντες. Τοῦ αὐτοῦ. Ἤδη τινὲς ἀψίκοροι γευσάμενοι καλοκαγαθίας, καὶ ἐλπίδα παρασχόντες ὑγείας, εἰς τὴν αὐτὴν ἐπανέστρεψαν νόσον. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ο. ΤΙΤΛ. Α. Περὶ οἴκου καὶ οἰκειακῆς καταστάσεως· καὶ ὅτι οὐ καλὸν ἀλλοτρίοις σχολάζειν, καὶ ἀκροᾶσθαι ἀλλότρια. Διονυσίου ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας. Καταγέλαστον ἀνθρώπῳ τῷ τῶν ἰδίων ἀφειδήσαντι, παιδεύειν ἐπιχειρεῖν τοὺς ξένους. ΤΙΤΛ. Η. Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους ἀθετούντων. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Τὸ ἐπιορκεῖν, ἀνόσιον καὶ ἀλυσιτελέστατον. ΤΙΤΛ. ΙΘ. Περὶ ὀνόματος Θεοῦ. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων.Α ζόμενοι λέγουσι τὴν σελήνην κατέρχεσθαι. Όταν, ΤΙΤ. ΧVΙ. ΤΙΤ. τι, ). χχειν, 27. ) Θεός φησίν, ἐξαιματοῦται, ἄνθρωπος καταγοητεύσας αὐτ τὴν καταφέρει. Καὶ οὐαὶ τοῖς ταῦτα λέγουσι. Τις ἠδυνήθη καταγοητεῦσαι οὐρανόν ; ἠβουλήθη Σίμων ὁ μάγος, ἀλλὰ πεσών διερράγη. Οὐδεὶς γὰρ δύναται, οὐ μικρόν, οὐ μέγα σαλεῦσαι ἄστρον οὐρανοῦ, ὁ ὁ Θεὸς τῇ ἰδίᾳ δυνάμει ἐθεμελίωσε. Πάλιν δὲ λέγουσιν, ὅτι νεφέλας καὶ ὑετοὺς παράγουσι γόητες άνθρω ποι, καὶ τοῦτο ματαιολογούσι. Τίς ἀνθρώπων δύνα- ται πρόσταγμα Θεοῦ ἀποστρέψαι γοητείς; τὰ γὰρ νέφη κατά πρόσταξιν Θεοῦ ἐκχέουσι τὸν ὑετὸν ἐπὶ τῆς γῆς. ΤΙΤΛ. ΙΓ'. - Περὶ μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Τοῦ ἁγίου Μεθοδίου, κατὰ Πορφυρίου. - Μετ τάνοια τότε ἁμαρτήματος παντὸς γίνεται ἀπάλει- πτική, κ. τ. έ. ΤΙΤΛ. ΙΖ'. — Περὶ μοναχῶν παλιμβόλων, καὶ παλινδρομούντων εἰς κακίαν. - - Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Εξόδῳ Ζητημάτων. – Ἐνίοις ἀψίκορος ἐγγίνεται λογισμός, οἱ πρὸς ὀλίγον ἀναπτεροφορηθέντες, αὐτίκα ὑπενόστησαν, οὐκ ἀνα- πτάντες μᾶλλον, ἢ ὑποσυρέντες εἰς Ταρτάρου, φησίν, ἐσχατιάς. Ευδαίμονες δὲ οἱ μή παλινδρομούντες. Τοῦ αὐτοῦ. Ηδη τινὲς ἀψίκοροι γευσάμενος καλοκαγαθίας, καὶ ἐλπίδα παρασχόντες ὑγείας, εἰς τὴν αὐτὴν ἐπανέστρεψαν νόσον. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ο. ΤΙΤΛ. Α'. Περὶ οἴκου καὶ οἰκειακῆς καταστά σεως· καὶ ὅτι οὐ καλὸν ἀλλοτρίοις σχολάζειν, καὶ ἀκροᾶσθαι αλλότρια. -- Κατα- Διονυσίου επισκόπου Αλεξανδρείας. γέλαστον ἀνθρώπῳ τῷ τῶν ἰδίων ἀφειδήσαντι, παι δεύειν ἐπιχειρεῖν τοὺς ξένους. - - ΤΙΤΛ. Η'. Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους αθετούντων. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Τὸ ἐπιορκεῖν, ἀνόσιον καὶ ἀλυσιτελέστατον. ΤΙΤΑ. ΙΘ'. Περὶ ὀνόματος Θεοῦ. · Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Εξόδῳ Ζητημάτων. - Το Κύριος όνομα, καθὸ ἄρχει καὶ ἡγεμονεύει, δυο ναστείᾳ κράτους αὐτεξουσίου χρώμενος· τὸ δὲ Θεός, καθὸ ἀγαθότητι καὶ χρηστότητι. Ο Θεὸς γὰρ ἀγαθός ἐστι τοῦ αἰτίου όνομα. Τί θαυμαστὸν, εἰ τὰ ὃν ἀνθρώποις ἀκατονόμαστον, ὁπότε καὶ ὁ ἐν ἑκά- στῳ τοῦ; ἄγνωστος ἡμῖν; Τίς γὰρ ψυχῆς οὐσίαν εἶδεν ; Οὐχ ὁρᾷς, ὅ τι φιλοπευστοῦντι τῷ προφήτῃ, τοῖς περὶ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ζητοῦσιν ἀποκριτέον φησὶν, Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν ; εἷς ὢν, τὸ εἶναι πέφυκα, οὐ λέγεσθαι. Περὶ δὲ τοῦ μηδενὶ δεδηλώσθαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Κύριον· ἀφθην, φησί, πρὸς 'Αβραάμ, παλ Ἰσαάκ, καὶ Ἰακώβ, Θεὸς ὢν αὐτῶν, καὶ τὸ ὄνομά μου Κύριον οὐκ ἐδήλωσα αὐτοῖς. Οὕτω καὶ Ἰακὼβ μετὰ τὴν πάλην μαθεῖν ἐθέλων, ἤκουσεν· Ἵνα τι ἐρωτᾷς τὸ ὄνομά μου; Απόχρη γὰρ ὠφελεῖσθαι τὰς ἐμὰς εὐφημήσεις. - Τοῦ ἁγίου Αμφιλοχίου ἐπισκόπου Ικονίου. Θεὺς λέγεται, διὰ τὸ τεθεικέναι πάντα τῇ ἑαυτοῦ ἐξου σίᾳ καὶ ἀσφαλείᾳ, καὶ διὰ τὸ θέειν, ὅπερ ἐστὶ τρέχειν, καὶ κινεῖν, καὶ κυβερνᾷν, καὶ ζωογονεῖν τὰ πάντα. S. JOANNIS DAMASCENI lunan descendere alunt. Quando sanguineo co- lore est, inquiunt, homo incantationibus suis eam colo deducit. Sed va iis qui hæc dicunt. Ecquis enim in coelum praestigiis suis aliquid possit ! hoc Simon Magus voluit, sed cadens fractus fuit. Nemo siquidem potest cœlis sidus, seu parvum, seu magnum movere, quæ Deus propria virtute ſunda- vit. Rursum ferunt nubes et imbres a prestigia- toribus hominibus deduei: at vana effutiunt. Quis hominum incantamentis suis valeat Dei præceptum invertere? nubes siquidem Deo jubente imbrem in terram fundunt. - TIT. XIII. De pœnitentia et confessione. S. Methodii, contra Porphyrium. - Poenitentia tane omne peccatum abstergit. De monachis, qui rursum mores mulant, et ad vitia redeunt. - Quibus- Philonis ex Quæstionibus in Exodum. dam fastidiosa mens est, qui confestim resumptis pennis iterum redeunt: non quidem revolando, sed magis ad extrema inferni reptando. Beati sunt qui cursum non reflectunt. - Ejusdem. — Jam quidam fastidiosi, gustata vir- tutis bonitate, ac sanitatis spe præstita, in eamdem ægritudinem reciderunt. LITTERA O. TIT. L.-De domo et domestica institutione: quodque bonum sit in alienis ædibus moras trahere, et aliena auscultare. B Diongsti episcopi Alexandria. - Hominem qui C propria negligit, exteros velle instituere, ridicu- lum est. - VIII. — De ile qui pejerant. Ejusdem (Philonis) ex Quæstionibus in Genesim. -Pejerare impium est et inutile. - Nomen TIT. XIX. De nomins Dei. Philonis, ex Quæstionibus in Exodum. Dominus, ei convenit, quatenus dominatur et re- git, liberi imperii potestate utens ; nomen vero, Deus, quatenus bonitate et benignitate. Bonus quippe Deus, auctoris nomen est. Quid mirari subeat, si ens ab hominibus nominari nequit, quando et uniuscujusque mens ignota est? Ecquis enim animæ substantiam vidit ? Nonne vides, quid prophetæ qui ipsum interrogabat, respondendum ¡is qui nomen suum inquirerent, dicat, Ego sum qui sum ( Exod. 111, 14) ? unus cum sim, a natura esse habeo, non enuntiari. Quinimo, quod nemini declaratum sit ejus nomen, Dominus, ail. Apparui, inquit, ad Abraam, et Isaac, et Jacob, cum Deus essem eorum, et nomen meum Dominus, non indicavi eis (Exod. Sic et Jacob post luctam nosse illud volens audivit : Quare nomen postulas ( Gen. Sufficiat tibi quod benedictiones meæ proficuæ tibi sint. - meum S. Amphilochii episcopi Iconii. — dicitur, quia omnia potestate et certitudine sua statuit, et a pernicitate, quia percurrit, movet, gubernat, et vividcat universa. D
PG 96:532Τὸ Κύριος ὄνομα, καθὸ ἄρχει καὶ ἡγεμονεύει, δυναστείᾳ κράτους αὐτεξουσίου χρώμενος· τὸ δὲ Θεὸς, καθὸ ἀγαθότητι καὶ χρηστότητι. Ὁ Θεὸς γὰρ ἀγαθός ἐστι τοῦ αἰτίου ὄνομα. Τί θαυμαστὸν, εἰ τὸ ὂν ἀνθρώποις ἀκατονόμαστον, ὁπότε καὶ ὁ ἐν ἑκάστῳ νοῦς ἄγνωστος ἡμῖν; Τίς γὰρ ψυχῆς οὐσίαν εἶδεν; Οὐχ ὁρᾷς, ὅ τι φιλοπευστοῦντι τῷ προφήτῃ, τοῖς περὶ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ζητοῦσιν ἀποκριτέον φησὶν, Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν; εἷς ὢν, τὸ εἶναι πέφυκα, οὐ λέγεσθαι. Περὶ δὲ τοῦ μηδενὶ δεδηλῶσθαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Κύριον· Ὤφθην, φησὶ, πρὸς Ἀβραὰμ, καὶ Ἰσαὰκ, καὶ Ἰακὼβ, Θεὸς ὢν αὐτῶν, καὶ τὸ ὄνομά μου Κύριον οὐκ ἐδήλωσα αὐτοῖς. Οὕτω καὶ Ἰακὼβ μετὰ τὴν πάλην μαθεῖν ἐθέλων, ἤκουσεν· Ἵνα τί ἐρωτᾷς τὸ ὄνομά μου; Ἀπόχρη γὰρ ὠφελεῖσθαι τὰς ἐμὰς εὐφημήσεις. Τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου ἐπισκόπου Ἰκονίου. Θεὸς λέγεται, διὰ τὸ τεθεικέναι πάντα τῇ ἑαυτοῦ ἐξουσίᾳ καὶ ἀσφαλείᾳ, καὶ διὰ τὸ θέειν, ὅπερ ἐστὶ τρέχειν, καὶ κινεῖν, καὶ κυβερνᾷν, καὶ ζωογονεῖν τὰ πάντα. Ἐκ τοῦ μαρτυρολογίου τοῦ ἁγίου Βαβυλᾶ. Νουμεριανὸς εἶπε· Τί ἐστι Θεός; αὐτὴν τὴν προςηγορίαν εἰπέ μοι, τί ἑρμηνεύεται; Βαβυλὰς εἶπε· Θεοῦ ὄνομα μὴ ζήτει· οὐ γὰρ εὑρήσεις.Α ζόμενοι λέγουσι τὴν σελήνην κατέρχεσθαι. Όταν, ΤΙΤ. ΧVΙ. ΤΙΤ. τι, ). χχειν, 27. ) Θεός φησίν, ἐξαιματοῦται, ἄνθρωπος καταγοητεύσας αὐτ τὴν καταφέρει. Καὶ οὐαὶ τοῖς ταῦτα λέγουσι. Τις ἠδυνήθη καταγοητεῦσαι οὐρανόν ; ἠβουλήθη Σίμων ὁ μάγος, ἀλλὰ πεσών διερράγη. Οὐδεὶς γὰρ δύναται, οὐ μικρόν, οὐ μέγα σαλεῦσαι ἄστρον οὐρανοῦ, ὁ ὁ Θεὸς τῇ ἰδίᾳ δυνάμει ἐθεμελίωσε. Πάλιν δὲ λέγουσιν, ὅτι νεφέλας καὶ ὑετοὺς παράγουσι γόητες άνθρω ποι, καὶ τοῦτο ματαιολογούσι. Τίς ἀνθρώπων δύνα- ται πρόσταγμα Θεοῦ ἀποστρέψαι γοητείς; τὰ γὰρ νέφη κατά πρόσταξιν Θεοῦ ἐκχέουσι τὸν ὑετὸν ἐπὶ τῆς γῆς. ΤΙΤΛ. ΙΓ'. - Περὶ μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Τοῦ ἁγίου Μεθοδίου, κατὰ Πορφυρίου. - Μετ τάνοια τότε ἁμαρτήματος παντὸς γίνεται ἀπάλει- πτική, κ. τ. έ. ΤΙΤΛ. ΙΖ'. — Περὶ μοναχῶν παλιμβόλων, καὶ παλινδρομούντων εἰς κακίαν. - - Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Εξόδῳ Ζητημάτων. – Ἐνίοις ἀψίκορος ἐγγίνεται λογισμός, οἱ πρὸς ὀλίγον ἀναπτεροφορηθέντες, αὐτίκα ὑπενόστησαν, οὐκ ἀνα- πτάντες μᾶλλον, ἢ ὑποσυρέντες εἰς Ταρτάρου, φησίν, ἐσχατιάς. Ευδαίμονες δὲ οἱ μή παλινδρομούντες. Τοῦ αὐτοῦ. Ηδη τινὲς ἀψίκοροι γευσάμενος καλοκαγαθίας, καὶ ἐλπίδα παρασχόντες ὑγείας, εἰς τὴν αὐτὴν ἐπανέστρεψαν νόσον. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ο. ΤΙΤΛ. Α'. Περὶ οἴκου καὶ οἰκειακῆς καταστά σεως· καὶ ὅτι οὐ καλὸν ἀλλοτρίοις σχολάζειν, καὶ ἀκροᾶσθαι αλλότρια. -- Κατα- Διονυσίου επισκόπου Αλεξανδρείας. γέλαστον ἀνθρώπῳ τῷ τῶν ἰδίων ἀφειδήσαντι, παι δεύειν ἐπιχειρεῖν τοὺς ξένους. - - ΤΙΤΛ. Η'. Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους αθετούντων. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Τὸ ἐπιορκεῖν, ἀνόσιον καὶ ἀλυσιτελέστατον. ΤΙΤΑ. ΙΘ'. Περὶ ὀνόματος Θεοῦ. · Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Εξόδῳ Ζητημάτων. - Το Κύριος όνομα, καθὸ ἄρχει καὶ ἡγεμονεύει, δυο ναστείᾳ κράτους αὐτεξουσίου χρώμενος· τὸ δὲ Θεός, καθὸ ἀγαθότητι καὶ χρηστότητι. Ο Θεὸς γὰρ ἀγαθός ἐστι τοῦ αἰτίου όνομα. Τί θαυμαστὸν, εἰ τὰ ὃν ἀνθρώποις ἀκατονόμαστον, ὁπότε καὶ ὁ ἐν ἑκά- στῳ τοῦ; ἄγνωστος ἡμῖν; Τίς γὰρ ψυχῆς οὐσίαν εἶδεν ; Οὐχ ὁρᾷς, ὅ τι φιλοπευστοῦντι τῷ προφήτῃ, τοῖς περὶ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ζητοῦσιν ἀποκριτέον φησὶν, Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν ; εἷς ὢν, τὸ εἶναι πέφυκα, οὐ λέγεσθαι. Περὶ δὲ τοῦ μηδενὶ δεδηλώσθαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Κύριον· ἀφθην, φησί, πρὸς 'Αβραάμ, παλ Ἰσαάκ, καὶ Ἰακώβ, Θεὸς ὢν αὐτῶν, καὶ τὸ ὄνομά μου Κύριον οὐκ ἐδήλωσα αὐτοῖς. Οὕτω καὶ Ἰακὼβ μετὰ τὴν πάλην μαθεῖν ἐθέλων, ἤκουσεν· Ἵνα τι ἐρωτᾷς τὸ ὄνομά μου; Απόχρη γὰρ ὠφελεῖσθαι τὰς ἐμὰς εὐφημήσεις. - Τοῦ ἁγίου Αμφιλοχίου ἐπισκόπου Ικονίου. Θεὺς λέγεται, διὰ τὸ τεθεικέναι πάντα τῇ ἑαυτοῦ ἐξου σίᾳ καὶ ἀσφαλείᾳ, καὶ διὰ τὸ θέειν, ὅπερ ἐστὶ τρέχειν, καὶ κινεῖν, καὶ κυβερνᾷν, καὶ ζωογονεῖν τὰ πάντα. S. JOANNIS DAMASCENI lunan descendere alunt. Quando sanguineo co- lore est, inquiunt, homo incantationibus suis eam colo deducit. Sed va iis qui hæc dicunt. Ecquis enim in coelum praestigiis suis aliquid possit ! hoc Simon Magus voluit, sed cadens fractus fuit. Nemo siquidem potest cœlis sidus, seu parvum, seu magnum movere, quæ Deus propria virtute ſunda- vit. Rursum ferunt nubes et imbres a prestigia- toribus hominibus deduei: at vana effutiunt. Quis hominum incantamentis suis valeat Dei præceptum invertere? nubes siquidem Deo jubente imbrem in terram fundunt. - TIT. XIII. De pœnitentia et confessione. S. Methodii, contra Porphyrium. - Poenitentia tane omne peccatum abstergit. De monachis, qui rursum mores mulant, et ad vitia redeunt. - Quibus- Philonis ex Quæstionibus in Exodum. dam fastidiosa mens est, qui confestim resumptis pennis iterum redeunt: non quidem revolando, sed magis ad extrema inferni reptando. Beati sunt qui cursum non reflectunt. - Ejusdem. — Jam quidam fastidiosi, gustata vir- tutis bonitate, ac sanitatis spe præstita, in eamdem ægritudinem reciderunt. LITTERA O. TIT. L.-De domo et domestica institutione: quodque bonum sit in alienis ædibus moras trahere, et aliena auscultare. B Diongsti episcopi Alexandria. - Hominem qui C propria negligit, exteros velle instituere, ridicu- lum est. - VIII. — De ile qui pejerant. Ejusdem (Philonis) ex Quæstionibus in Genesim. -Pejerare impium est et inutile. - Nomen TIT. XIX. De nomins Dei. Philonis, ex Quæstionibus in Exodum. Dominus, ei convenit, quatenus dominatur et re- git, liberi imperii potestate utens ; nomen vero, Deus, quatenus bonitate et benignitate. Bonus quippe Deus, auctoris nomen est. Quid mirari subeat, si ens ab hominibus nominari nequit, quando et uniuscujusque mens ignota est? Ecquis enim animæ substantiam vidit ? Nonne vides, quid prophetæ qui ipsum interrogabat, respondendum ¡is qui nomen suum inquirerent, dicat, Ego sum qui sum ( Exod. 111, 14) ? unus cum sim, a natura esse habeo, non enuntiari. Quinimo, quod nemini declaratum sit ejus nomen, Dominus, ail. Apparui, inquit, ad Abraam, et Isaac, et Jacob, cum Deus essem eorum, et nomen meum Dominus, non indicavi eis (Exod. Sic et Jacob post luctam nosse illud volens audivit : Quare nomen postulas ( Gen. Sufficiat tibi quod benedictiones meæ proficuæ tibi sint. - meum S. Amphilochii episcopi Iconii. — dicitur, quia omnia potestate et certitudine sua statuit, et a pernicitate, quia percurrit, movet, gubernat, et vividcat universa. D
PG 96:533Πᾶν γὰρ τὸ ὀνομαζόμενον ὑπὸ τοῦ κρείττονος ὀνομάζεται, ἵνα τὸ μὲν καλῇ, τὸ δὲ ὑπακούῃ. Τίς οὖν ὁ ὀνομάσας Θεόν; Θεὸς οὐκ ὄνομα, ἀλλὰ δόξα περὶ Θεοῦ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Π. ΤΙΤΛ. ΚΕ. Περὶ πίστεως καὶ εὐσεβείας εἰς Θεόν. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους αὐτοῦ ἐπιστολῆς. Οὐδὲν λανθάνει ὑμᾶς, ἐὰν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἔχητε τὴν πίστιν, καὶ τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶν ἀρχὴ ζωῆς καὶ τέλος. Ἀρχὴ μὲν ἡ πίστις· τέλος δὲ ἡ ἀγάπη. Τὰ δὲ δύο ἐν ἑνότητι γινόμενα, Θεός ἐστι· τὰ δὲ ἄλλα πάντα εἰς καλοκαγαθίαν ἀκόλουθά εἰσιν. Οὐδεὶς πίστιν ἐπαγγελλόμενος ἔχειν, ἁμαρτάνει. Οὐδεὶς ἀγάπην κεκτημένος μισεῖ. Φανερὸν τὸ δένδρον ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ. Οὕτως οἱ ἐπαγγελλόμενοι Χριστοῦ εἶναι, δι’ ὧν πράσσουσιν ὀφθήσονται. Οὐ γὰρ νῦν ἐπαγγελίας τὸ ἔργον, ἀλλὰ δυνάμει πίστεως, ἐάν τις εὑρεθῇ εἰς τέλος. Τοῦ αὐτοῦ. Ἡ πίστις ἡμῶν ἀναγωγεὺς ἡμῶν· ἡ δὲ ἀγάπη, ὁδὸς ἡ ἄνω φέρουσα πρὸς Θεόν. Ἐκ τῆς πρὸς Μαγνησίους τοῦ αὐτοῦ ἐπιστολῆς. Μάθωμεν κατὰ Χριστιανισμὸν ζῇν. Ὅστις γὰρ ἄλλῳ ὀνόματι καλεῖται πλεῖον τούτου, οὐκ ἔστι τοῦ Θεοῦ.Ἐκ τοῦ μαρτυρολογίου τοῦ ἁγίου Βαβυλα. Νουμεριανὸς εἶπε· Τί ἐστι Θεός; αὐτὴν τὴν προσ- ηγορίαν εἰπέ μοι, τί ἑρμηνεύεται; Βαβυλὰς εἶπε· Θεοῦ ὄνομα μὴ ζήτει· οὐ γὰρ εὑρήσεις. Πᾶν γὰρ τὸ ὀνομαζόμενον ὑπὸ τοῦ κρείττονος ὀνομάζεται, ἵνα τὸ μὲν καλῇ, τὸ δὲ ὑπακούῃ. Τίς οὖν ὁ ὀνομάσας Θεόν ; Θεὸς οὐκ ὄνομα, ἀλλὰ δόξα περὶ Θεοῦ. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Π. ΤΙΤΛ. ΚΕ'.—Περὶ πίστεως καὶ εὐσεβείας εἰς Θεόν. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου τοῦ Θεοφό ρου, ἐκ τῆς πρὸς Εφεσίους αὐτοῦ ἐπιστολῆς. Οὐδὲν λανθάνει ὑμᾶς, ἐὰν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἔχητε τὴν πίστιν, καὶ τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶν ἀρχὴ ζωῆς καὶ τέλος. Ἀρχὴ μὲν ἡ πίστις· τέλος δὲ ἡ ἀγάπη. Τὰ δὲ δύο ἐν ἑνότητι γινόμενα, Θεός ἐστι· τὰ δὲ ἄλλα πάντα εἰς καλοκαγαθίαν ἀκόλουθά εἰσιν. Ού- δεὶς πίστιν ἐπαγγελλόμενος ἔχειν, ἁμαρτάνει. Οὐ- δεὶς ἀγάπην κεκτημένος μισεῖ. Φανερὸν τὸ δένδρον ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ. Οὕτως οἱ ἐπαγγελλόμενοι Χριστοῦ εἶναι, δι' ὧν πράσσουσιν ὀφθήσονται. Οὐ γὰρ νῦν ἐπαγγελίας τὸ ἔργον, ἀλλὰ δυνάμει πίστεως, ἐάν τις εὑρεθῇ εἰς τέλος. Τοῦ αὐτοῦ. Ἡ πίστις ἡμῶν ἀναγωγεὺς ἡμῶν· ἡ δὲ ἀγάπη, ὁδὸς ἡ ἄνω φέρουσα πρὸς Θεόν. - Ἐκ τῆς πρὸς Μαγνησίους τοῦ αὐτοῦ ἐπιστο λῆς. – Μάθωμεν κατὰ Χριστιανισμὸν ζῆν. Οστις γὰρ ἄλλῳ ὀνόματι καλεῖται πλεῖον τούτου, οὐκ ἔστι τοῦ Θεοῦ. - Β Τοῦ Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατρο- πῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Ὥσπερ οἱ βλέ- ποντες τὸ φῶς, ἐντός εἰσι τοῦ φωτός, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Τίτου επισκόπου Βοστρών. τέον τοίνυν ὅτι παρήχθη πρὸς τοῦ δημιουργήσαντος ὁ ἄνθρωπος εἰς βίον, ἐμπορευόμενος ἕτερον οὐδὲν, ἢ μόνον εὐσέβειάν τε καὶ ἀρετήν. Ταῦτα γὰρ κτη- σάμενος, καλῶς ἂν διανήξαιτο τόνδε τὸν βίον. Αμε- λήσας δὲ τούτων, χαλεπῶς ἂν διαβαπτισθείη πλα νώμενος. - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ δ' λόγου. Εστιν ἡ κατὰ Θεὸν πίστις γνῶσις Θεοῦ, διά τε τῆς δρωμένης δη μιουργίας, καὶ τῶν φυσικῶν ἐννοιῶν μετ᾿ εὐνοίας καὶ ἀγάπης τῆς πρὸς αὐτὸν κατ' ἐπιστήμην ἀρετῆς καὶ κακίας εὐαρεστοῦσα Θεῷ. Αντιπάτρου ἐπισκόπου. -- Πίστις, ᾗ μόνη δέσ Εντα: Θεὸν εἰδέναι. Μεθοδίου, ἐκ τοῦ κατὰ Πορφυρίου. τερον μὲν ὄντως ἐστὶ κακόν, κ. τ. έ. - - - - Ημέ Θεοτίμου. — Παρὰ τὸν Θεὸν οὐδὲν ἐπίστασθαι δεῖ. Σκνηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων, ἐκ τοῦ κατὰ τῶν αἱρετικῶν. — Οὐχ ὁ παντί πιστεύων πιστός λέγεται, ἀλλ' ὁ Θεῷ πιστεύων, μόνος πιστὸς καὶ ἔστι, καὶ λέγεται. Κατάλιπε ζητήσεις, καὶ ἄσπασαι πιο στιν· πίστις τὰ πάντα φωτίζει. Πάντα πίστις ἁγιάζει πίστις Πνεύματος ἁγίου καταξιοῖ τὸν ἔχοντα· Στέφα- νος γὰρ πλήρης πίστεως. Εἰ μὴ προέδραμεν ἡ πίστις, δύναμις οὐκ ἠκολούθει τῷ ἁγίῳ. Οπου πίστις, ἐκεῖ ἀκολουθεῖ δύναμις, ἐκεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον PARALLELA RUPEFUCALDINA. - 'Pn- A Ex narratione marlyrii S. Babyle. - Numeria- nus dixit : Quid est Deus ? hoc nomen mibi edis- seras quænam ejus interpretatio est? Babylas dixit: Ne Dei nomen quæras; non enim invenies. Nam omne quod nominatur, a meliori se nomen habuit : ut illud quidem appellet, ille obsequatur. Ecquis ergo es! qui Deum nominet? Deus non nomen est, sed opinio de Deo. - LITTERA II. - TIT. XXV. De fide et religione erga Deum. Sacrosancti martyris Ignatii Theophori, ex epi- stola ad Ephesios. Nihil vos latet, si in Chri- stum Jesum fidem et dilectionem habeatis, quæ sunt vitæ principium et finis. Ac fides quidem principium est: Ginis vero charitas. Hæc autem duo in unitate conjuncta Deus est: cætera vero omnia ad eximiam bonitatem consectaria sunt. Nemo fidem habere promittens, peccat. Nemo dilectionem possidens, odit. Manifesta est terra a fructu suo. Sic qui promittunt se Christi futu- ros, ex his quæ agunt, videbuntur. Non enim nunc est repromissionis opus, sed in virtute fi- dei, si quis inveniatur in finem. C D - - Ejusdem. Fides autem nostra dux noster est : charitas autem, via nos sursum ad Deum provebens. Ex epistola ejusdem ad Magnesios. - Discamus secundum Christianismum vivere. Qui enim alio ultra nomine vocatur, non est Dei. Irenæi, ex quarta redargutione et confutatione falsi nominis scientia. - Quemadmodum qui lu- men aspiciunt, intra lumen sunt, etc. - S. Titi episcopi Bostrorum. · Dicendum ergo est hominem a Conditore rerum ad hanc vitam productum fuisse, nec aliquid aliud negoliando acquirere præter pietatem ac virtutem. His enim comparatis, vitam hanc optime transegerit ; ne. glectis vero, difficillime : submergetur enim. - Ejusdem, ex libro 17. Fides in Deum, cogni- tio Dei est, quæ ex visibili creatura rerumque naturalium cogitationibus parta, cum benevo- lentia et amore erga ipsum per virtutis ac vith scientiam eidem gratissima est. - Antipatri episcopi. Fides est, cui soli con- cessum est Deum videre. - - - Methodii, ex libro contra Porphyrium. No. strum quidem revera malum est, etc. Theotimi. · Præter Deum nihil scire oportet. Severiani episcopi Gabalorum, ex sermone contra hæreticos. Non is fidelis dicitur, qui omni¸ho- mini credit ; sed qui Deo credit, hic et fidelis est, et dicitur. Quæstiones omitte, et fidem amplectere. Fides omnia illuminat; fides omnia sancta reddit ; fides illi qui credit, Spiritum san- ctum donat. Stephanus enim fide plenus erat. Nisi fides præcessisset, virtus sancto adjuncta non fuisset. Ubi fides est, illuc virtus insequitur : .
PG 96:534Τοῦ Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Ὥσπερ οἱ βλέποντες τὸ φῶς, ἐντός εἰσι τοῦ φωτός, κ. τ. ἑ. Τοῦ ἁγίου Τίτου ἐπισκόπου Βοστρῶν. Ῥητέον τοίνυν ὅτι παρήχθη πρὸς τοῦ δημιουργήσαντος ὁ ἄνθρωπος εἰς βίον, ἐμπορευόμενος ἕτερον οὐδὲν, ἢ μόνον εὐσέβειάν τε καὶ ἀρετήν. Ταῦτα γὰρ κτησάμενος, καλῶς ἂν διανήξαιτο τόνδε τὸν βίον. Ἀμελήσας δὲ τούτων, χαλεπῶς ἂν διαβαπτισθείη πλανώμενος. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ δ λόγου. Ἔστιν ἡ κατὰ Θεὸν πίστις γνῶσις Θεοῦ, διά τε τῆς ὁρωμένης δημιουργίας, καὶ τῶν φυσικῶν ἐννοιῶν μετ’ εὐνοίας καὶ ἀγάπης τῆς πρὸς αὐτὸν κατ’ ἐπιστήμην ἀρετῆς καὶ κακίας εὐαρεστοῦσα Θεῷ. Ἀντιπάτρου ἐπισκόπου. Πίστις, ᾗ μόνῃ δέδοται Θεὸν εἰδέναι. Μεθοδίου, ἐκ τοῦ κατὰ Πορφυρίου. Ἡμέτερον μὲν ὄντως ἐστὶ κακὸν, κ. τ. ἑ. Θεοτίμου. Παρὰ τὸν Θεὸν οὐδὲν ἐπίστασθαι δεῖ. Σευηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων, ἐκ τοῦ κατὰ τῶν αἱρετικῶν. Οὐχ ὁ παντὶ πιστεύων πιστὸς λέγεται, ἀλλ’ ὁ Θεῷ πιστεύων, μόνος πιστὸς καὶ ἔστι, καὶ λέγεται. Κατάλιπε ζητήσεις, καὶ ἄσπασαι πίστιν· πίστις τὰ πάντα φωτίζει. Πάντα πίστις ἁγιάζει· πίστις Πνεύματος ἁγίου καταξιοῖ τὸν ἔχοντα·Ἐκ τοῦ μαρτυρολογίου τοῦ ἁγίου Βαβυλα. Νουμεριανὸς εἶπε· Τί ἐστι Θεός; αὐτὴν τὴν προσ- ηγορίαν εἰπέ μοι, τί ἑρμηνεύεται; Βαβυλὰς εἶπε· Θεοῦ ὄνομα μὴ ζήτει· οὐ γὰρ εὑρήσεις. Πᾶν γὰρ τὸ ὀνομαζόμενον ὑπὸ τοῦ κρείττονος ὀνομάζεται, ἵνα τὸ μὲν καλῇ, τὸ δὲ ὑπακούῃ. Τίς οὖν ὁ ὀνομάσας Θεόν ; Θεὸς οὐκ ὄνομα, ἀλλὰ δόξα περὶ Θεοῦ. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Π. ΤΙΤΛ. ΚΕ'.—Περὶ πίστεως καὶ εὐσεβείας εἰς Θεόν. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου τοῦ Θεοφό ρου, ἐκ τῆς πρὸς Εφεσίους αὐτοῦ ἐπιστολῆς. Οὐδὲν λανθάνει ὑμᾶς, ἐὰν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἔχητε τὴν πίστιν, καὶ τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶν ἀρχὴ ζωῆς καὶ τέλος. Ἀρχὴ μὲν ἡ πίστις· τέλος δὲ ἡ ἀγάπη. Τὰ δὲ δύο ἐν ἑνότητι γινόμενα, Θεός ἐστι· τὰ δὲ ἄλλα πάντα εἰς καλοκαγαθίαν ἀκόλουθά εἰσιν. Ού- δεὶς πίστιν ἐπαγγελλόμενος ἔχειν, ἁμαρτάνει. Οὐ- δεὶς ἀγάπην κεκτημένος μισεῖ. Φανερὸν τὸ δένδρον ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ. Οὕτως οἱ ἐπαγγελλόμενοι Χριστοῦ εἶναι, δι' ὧν πράσσουσιν ὀφθήσονται. Οὐ γὰρ νῦν ἐπαγγελίας τὸ ἔργον, ἀλλὰ δυνάμει πίστεως, ἐάν τις εὑρεθῇ εἰς τέλος. Τοῦ αὐτοῦ. Ἡ πίστις ἡμῶν ἀναγωγεὺς ἡμῶν· ἡ δὲ ἀγάπη, ὁδὸς ἡ ἄνω φέρουσα πρὸς Θεόν. - Ἐκ τῆς πρὸς Μαγνησίους τοῦ αὐτοῦ ἐπιστο λῆς. – Μάθωμεν κατὰ Χριστιανισμὸν ζῆν. Οστις γὰρ ἄλλῳ ὀνόματι καλεῖται πλεῖον τούτου, οὐκ ἔστι τοῦ Θεοῦ. - Β Τοῦ Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατρο- πῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Ὥσπερ οἱ βλέ- ποντες τὸ φῶς, ἐντός εἰσι τοῦ φωτός, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Τίτου επισκόπου Βοστρών. τέον τοίνυν ὅτι παρήχθη πρὸς τοῦ δημιουργήσαντος ὁ ἄνθρωπος εἰς βίον, ἐμπορευόμενος ἕτερον οὐδὲν, ἢ μόνον εὐσέβειάν τε καὶ ἀρετήν. Ταῦτα γὰρ κτη- σάμενος, καλῶς ἂν διανήξαιτο τόνδε τὸν βίον. Αμε- λήσας δὲ τούτων, χαλεπῶς ἂν διαβαπτισθείη πλα νώμενος. - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ δ' λόγου. Εστιν ἡ κατὰ Θεὸν πίστις γνῶσις Θεοῦ, διά τε τῆς δρωμένης δη μιουργίας, καὶ τῶν φυσικῶν ἐννοιῶν μετ᾿ εὐνοίας καὶ ἀγάπης τῆς πρὸς αὐτὸν κατ' ἐπιστήμην ἀρετῆς καὶ κακίας εὐαρεστοῦσα Θεῷ. Αντιπάτρου ἐπισκόπου. -- Πίστις, ᾗ μόνη δέσ Εντα: Θεὸν εἰδέναι. Μεθοδίου, ἐκ τοῦ κατὰ Πορφυρίου. τερον μὲν ὄντως ἐστὶ κακόν, κ. τ. έ. - - - - Ημέ Θεοτίμου. — Παρὰ τὸν Θεὸν οὐδὲν ἐπίστασθαι δεῖ. Σκνηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων, ἐκ τοῦ κατὰ τῶν αἱρετικῶν. — Οὐχ ὁ παντί πιστεύων πιστός λέγεται, ἀλλ' ὁ Θεῷ πιστεύων, μόνος πιστὸς καὶ ἔστι, καὶ λέγεται. Κατάλιπε ζητήσεις, καὶ ἄσπασαι πιο στιν· πίστις τὰ πάντα φωτίζει. Πάντα πίστις ἁγιάζει πίστις Πνεύματος ἁγίου καταξιοῖ τὸν ἔχοντα· Στέφα- νος γὰρ πλήρης πίστεως. Εἰ μὴ προέδραμεν ἡ πίστις, δύναμις οὐκ ἠκολούθει τῷ ἁγίῳ. Οπου πίστις, ἐκεῖ ἀκολουθεῖ δύναμις, ἐκεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον PARALLELA RUPEFUCALDINA. - 'Pn- A Ex narratione marlyrii S. Babyle. - Numeria- nus dixit : Quid est Deus ? hoc nomen mibi edis- seras quænam ejus interpretatio est? Babylas dixit: Ne Dei nomen quæras; non enim invenies. Nam omne quod nominatur, a meliori se nomen habuit : ut illud quidem appellet, ille obsequatur. Ecquis ergo es! qui Deum nominet? Deus non nomen est, sed opinio de Deo. - LITTERA II. - TIT. XXV. De fide et religione erga Deum. Sacrosancti martyris Ignatii Theophori, ex epi- stola ad Ephesios. Nihil vos latet, si in Chri- stum Jesum fidem et dilectionem habeatis, quæ sunt vitæ principium et finis. Ac fides quidem principium est: Ginis vero charitas. Hæc autem duo in unitate conjuncta Deus est: cætera vero omnia ad eximiam bonitatem consectaria sunt. Nemo fidem habere promittens, peccat. Nemo dilectionem possidens, odit. Manifesta est terra a fructu suo. Sic qui promittunt se Christi futu- ros, ex his quæ agunt, videbuntur. Non enim nunc est repromissionis opus, sed in virtute fi- dei, si quis inveniatur in finem. C D - - Ejusdem. Fides autem nostra dux noster est : charitas autem, via nos sursum ad Deum provebens. Ex epistola ejusdem ad Magnesios. - Discamus secundum Christianismum vivere. Qui enim alio ultra nomine vocatur, non est Dei. Irenæi, ex quarta redargutione et confutatione falsi nominis scientia. - Quemadmodum qui lu- men aspiciunt, intra lumen sunt, etc. - S. Titi episcopi Bostrorum. · Dicendum ergo est hominem a Conditore rerum ad hanc vitam productum fuisse, nec aliquid aliud negoliando acquirere præter pietatem ac virtutem. His enim comparatis, vitam hanc optime transegerit ; ne. glectis vero, difficillime : submergetur enim. - Ejusdem, ex libro 17. Fides in Deum, cogni- tio Dei est, quæ ex visibili creatura rerumque naturalium cogitationibus parta, cum benevo- lentia et amore erga ipsum per virtutis ac vith scientiam eidem gratissima est. - Antipatri episcopi. Fides est, cui soli con- cessum est Deum videre. - - - Methodii, ex libro contra Porphyrium. No. strum quidem revera malum est, etc. Theotimi. · Præter Deum nihil scire oportet. Severiani episcopi Gabalorum, ex sermone contra hæreticos. Non is fidelis dicitur, qui omni¸ho- mini credit ; sed qui Deo credit, hic et fidelis est, et dicitur. Quæstiones omitte, et fidem amplectere. Fides omnia illuminat; fides omnia sancta reddit ; fides illi qui credit, Spiritum san- ctum donat. Stephanus enim fide plenus erat. Nisi fides præcessisset, virtus sancto adjuncta non fuisset. Ubi fides est, illuc virtus insequitur : .
Στέφανος γὰρ πλήρης πίστεως. Εἰ μὴ προέδραμεν ἡ πίστις, δύναμις οὐκ ἠκολούθει τῷ ἁγίῳ. Ὅπου πίστις, ἐκεῖ ἀκολουθεῖ δύναμις, ἐκεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κατοικεῖ· ὅπου ἀπιστία, ἐκεῖ ἀσθένεια, ἐκεῖ τὸ πονηρὸν πνεῦμα. Ἀρχὴ τῶν ἀγαθῶν, πίστις· πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, ἡ ἐπὶ Θεὸν πίστις. Λάβωμεν τὸ ὅπλον τῆς σωτηρίας. Λέγουσι γὰρ οἱ τῇ ἀληθείᾳ καὶ πίστει ἀντιπίπτοντες, ὅτι τὸ ἀλόγιστον αὐτῆς βλαβερὸν, κἂν μὴ ἐξητασμένος ᾖ λογισμὸς συνημμένος, ἡ πίστις οὐδαμῶς κέρδος φέρει τῷ πιστεύοντι. Ὅρα μοι τὰ σκολιὰ ῥήματα. Ὅρα μοι τῶν πικρῶν ὄφεων τὰς ποικιλίας. Ἀλλ’ οὐ δεῖ ταράττεσθαι. Ἐκεῖνο γὰρ, ἀδελφοὶ, εἰδέναι χρὴ, ὅτι οὐκ εἰδέναι πολλοὶ τρόποι. Δύναταί τις εἰδέναι, ὅτι ἔστι Θεός· τὸ πῶς δέ ἐστιν, οὐκ οἶδεν· ἐπεὶ καὶ ἐφ’ ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων πολλαὶ τῆς γνώσεως ὁδοί. Οἶδα τόνδε τὸν ἄνθρωπον ἐν τῇδε τῇ πόλει διάγοντα. Οὐ μὲν οἶδα καὶ ποίαν ἐργασίαν μετέρχεται. Οἶδα ἕτερον τήνδε μετιόντα τὴν ἐργασίαν. Οὐ μὲν οἶδα καὶ πόθεν φέρει τὸ γένος· καὶ μέρει μὲν γινώσκω, μέρει δὲ ἀγνοῶ, καὶ οὐ πάντως, οὔτε μερικὴ γνῶσις ὁλόκληρον εἰσάγει γνῶσιν· οὔτε τὸ μὴ κατὰ πάντα γινώσκειν, τὴν μερικὴν ἀναιρεῖ. Τί οὖν;Ἐκ τοῦ μαρτυρολογίου τοῦ ἁγίου Βαβυλα. Νουμεριανὸς εἶπε· Τί ἐστι Θεός; αὐτὴν τὴν προσ- ηγορίαν εἰπέ μοι, τί ἑρμηνεύεται; Βαβυλὰς εἶπε· Θεοῦ ὄνομα μὴ ζήτει· οὐ γὰρ εὑρήσεις. Πᾶν γὰρ τὸ ὀνομαζόμενον ὑπὸ τοῦ κρείττονος ὀνομάζεται, ἵνα τὸ μὲν καλῇ, τὸ δὲ ὑπακούῃ. Τίς οὖν ὁ ὀνομάσας Θεόν ; Θεὸς οὐκ ὄνομα, ἀλλὰ δόξα περὶ Θεοῦ. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Π. ΤΙΤΛ. ΚΕ'.—Περὶ πίστεως καὶ εὐσεβείας εἰς Θεόν. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου τοῦ Θεοφό ρου, ἐκ τῆς πρὸς Εφεσίους αὐτοῦ ἐπιστολῆς. Οὐδὲν λανθάνει ὑμᾶς, ἐὰν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἔχητε τὴν πίστιν, καὶ τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶν ἀρχὴ ζωῆς καὶ τέλος. Ἀρχὴ μὲν ἡ πίστις· τέλος δὲ ἡ ἀγάπη. Τὰ δὲ δύο ἐν ἑνότητι γινόμενα, Θεός ἐστι· τὰ δὲ ἄλλα πάντα εἰς καλοκαγαθίαν ἀκόλουθά εἰσιν. Ού- δεὶς πίστιν ἐπαγγελλόμενος ἔχειν, ἁμαρτάνει. Οὐ- δεὶς ἀγάπην κεκτημένος μισεῖ. Φανερὸν τὸ δένδρον ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ. Οὕτως οἱ ἐπαγγελλόμενοι Χριστοῦ εἶναι, δι' ὧν πράσσουσιν ὀφθήσονται. Οὐ γὰρ νῦν ἐπαγγελίας τὸ ἔργον, ἀλλὰ δυνάμει πίστεως, ἐάν τις εὑρεθῇ εἰς τέλος. Τοῦ αὐτοῦ. Ἡ πίστις ἡμῶν ἀναγωγεὺς ἡμῶν· ἡ δὲ ἀγάπη, ὁδὸς ἡ ἄνω φέρουσα πρὸς Θεόν. - Ἐκ τῆς πρὸς Μαγνησίους τοῦ αὐτοῦ ἐπιστο λῆς. – Μάθωμεν κατὰ Χριστιανισμὸν ζῆν. Οστις γὰρ ἄλλῳ ὀνόματι καλεῖται πλεῖον τούτου, οὐκ ἔστι τοῦ Θεοῦ. - Β Τοῦ Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατρο- πῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. - Ὥσπερ οἱ βλέ- ποντες τὸ φῶς, ἐντός εἰσι τοῦ φωτός, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Τίτου επισκόπου Βοστρών. τέον τοίνυν ὅτι παρήχθη πρὸς τοῦ δημιουργήσαντος ὁ ἄνθρωπος εἰς βίον, ἐμπορευόμενος ἕτερον οὐδὲν, ἢ μόνον εὐσέβειάν τε καὶ ἀρετήν. Ταῦτα γὰρ κτη- σάμενος, καλῶς ἂν διανήξαιτο τόνδε τὸν βίον. Αμε- λήσας δὲ τούτων, χαλεπῶς ἂν διαβαπτισθείη πλα νώμενος. - Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ δ' λόγου. Εστιν ἡ κατὰ Θεὸν πίστις γνῶσις Θεοῦ, διά τε τῆς δρωμένης δη μιουργίας, καὶ τῶν φυσικῶν ἐννοιῶν μετ᾿ εὐνοίας καὶ ἀγάπης τῆς πρὸς αὐτὸν κατ' ἐπιστήμην ἀρετῆς καὶ κακίας εὐαρεστοῦσα Θεῷ. Αντιπάτρου ἐπισκόπου. -- Πίστις, ᾗ μόνη δέσ Εντα: Θεὸν εἰδέναι. Μεθοδίου, ἐκ τοῦ κατὰ Πορφυρίου. τερον μὲν ὄντως ἐστὶ κακόν, κ. τ. έ. - - - - Ημέ Θεοτίμου. — Παρὰ τὸν Θεὸν οὐδὲν ἐπίστασθαι δεῖ. Σκνηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων, ἐκ τοῦ κατὰ τῶν αἱρετικῶν. — Οὐχ ὁ παντί πιστεύων πιστός λέγεται, ἀλλ' ὁ Θεῷ πιστεύων, μόνος πιστὸς καὶ ἔστι, καὶ λέγεται. Κατάλιπε ζητήσεις, καὶ ἄσπασαι πιο στιν· πίστις τὰ πάντα φωτίζει. Πάντα πίστις ἁγιάζει πίστις Πνεύματος ἁγίου καταξιοῖ τὸν ἔχοντα· Στέφα- νος γὰρ πλήρης πίστεως. Εἰ μὴ προέδραμεν ἡ πίστις, δύναμις οὐκ ἠκολούθει τῷ ἁγίῳ. Οπου πίστις, ἐκεῖ ἀκολουθεῖ δύναμις, ἐκεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον PARALLELA RUPEFUCALDINA. - 'Pn- A Ex narratione marlyrii S. Babyle. - Numeria- nus dixit : Quid est Deus ? hoc nomen mibi edis- seras quænam ejus interpretatio est? Babylas dixit: Ne Dei nomen quæras; non enim invenies. Nam omne quod nominatur, a meliori se nomen habuit : ut illud quidem appellet, ille obsequatur. Ecquis ergo es! qui Deum nominet? Deus non nomen est, sed opinio de Deo. - LITTERA II. - TIT. XXV. De fide et religione erga Deum. Sacrosancti martyris Ignatii Theophori, ex epi- stola ad Ephesios. Nihil vos latet, si in Chri- stum Jesum fidem et dilectionem habeatis, quæ sunt vitæ principium et finis. Ac fides quidem principium est: Ginis vero charitas. Hæc autem duo in unitate conjuncta Deus est: cætera vero omnia ad eximiam bonitatem consectaria sunt. Nemo fidem habere promittens, peccat. Nemo dilectionem possidens, odit. Manifesta est terra a fructu suo. Sic qui promittunt se Christi futu- ros, ex his quæ agunt, videbuntur. Non enim nunc est repromissionis opus, sed in virtute fi- dei, si quis inveniatur in finem. C D - - Ejusdem. Fides autem nostra dux noster est : charitas autem, via nos sursum ad Deum provebens. Ex epistola ejusdem ad Magnesios. - Discamus secundum Christianismum vivere. Qui enim alio ultra nomine vocatur, non est Dei. Irenæi, ex quarta redargutione et confutatione falsi nominis scientia. - Quemadmodum qui lu- men aspiciunt, intra lumen sunt, etc. - S. Titi episcopi Bostrorum. · Dicendum ergo est hominem a Conditore rerum ad hanc vitam productum fuisse, nec aliquid aliud negoliando acquirere præter pietatem ac virtutem. His enim comparatis, vitam hanc optime transegerit ; ne. glectis vero, difficillime : submergetur enim. - Ejusdem, ex libro 17. Fides in Deum, cogni- tio Dei est, quæ ex visibili creatura rerumque naturalium cogitationibus parta, cum benevo- lentia et amore erga ipsum per virtutis ac vith scientiam eidem gratissima est. - Antipatri episcopi. Fides est, cui soli con- cessum est Deum videre. - - - Methodii, ex libro contra Porphyrium. No. strum quidem revera malum est, etc. Theotimi. · Præter Deum nihil scire oportet. Severiani episcopi Gabalorum, ex sermone contra hæreticos. Non is fidelis dicitur, qui omni¸ho- mini credit ; sed qui Deo credit, hic et fidelis est, et dicitur. Quæstiones omitte, et fidem amplectere. Fides omnia illuminat; fides omnia sancta reddit ; fides illi qui credit, Spiritum san- ctum donat. Stephanus enim fide plenus erat. Nisi fides præcessisset, virtus sancto adjuncta non fuisset. Ubi fides est, illuc virtus insequitur : .
PG 96:535Οἶδα τὸν Θεὸν ὅτι ἀγαθός ἐστιν, ὅτι ἔστιν, ὅτι ἀθάνατός ἐστιν, ὅτι ἄφθαρτός ἐστιν, ὅτι ἀπερινόητος, ὅτι ἀκατάληπτος, ὅτι ἀναλλοίωτος. Ταῦτα πάντα οἶδα καὶ εἰδὼς προσκυνῶ. Τὸ δὲ πῶς ἐστιν οὐκ οἶδα, οὐδὲ ἐδιδάχθην πολυπραγμονεῖν. Ἀλλ’ ὅρα τί φησι πάλιν ὁ ἐχθρὸς τῆς ἀληθείας. Μὴ γὰρ ἀργῶς ἡμῖν ἔδωκεν ὁ Θεὸς λογισμούς· μὴ ἁπλῶς εἰλήφαμεν τοῦ νοῦ τὸ κριτήριον· δεῖ καὶ λογισμοῖς ἐρευνᾷν τὴν πίστιν, καὶ μὴ ἀνεξέταστον εἶναι τὴν εὐσέβειαν. Ἀπάγγειλον οὖν μοι λογισμῶν ἀκολουθίᾳ χρησάμενος, πῶς ἕστηκεν ὁ οὐρανὸς εἰς τοσοῦτον ὕψος κοιλαινόμενον ἄπειρον, καὶ μηδὲν ἐν τοσαύτῃ περιγραφῇ τὸ ὑπερεῖδον ἔχων ἐν τίνι βαστάζεται; Τίνες αἱ κρηπίδες ἐφ’ ὧν ἐστήρικται; πῶς ἐν τοσούτῳ χρόνῳ οὐ λύεται τῷ κάλλει, οὐδὲ ἀφανίζεται ἡ ἁρμονία; Δεῖξον τοὺς βαστάζοντας κίονας. Τί δὲ ἐρῶ περὶ οὐρανοῦ, καὶ οὐ περὶ γῆς τὴν κατάστασιν; Ὅτι μὲν γὰρ ἐπὶ ὑδάτων τεθεμελίωται, τοῦτο κἀγὼ παρέλαβον, καὶ αὐτὸς ὁμολογεῖς· πῶς δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐστηρίχθη, τοῦτο ἑρμήνευσον, καὶ μὴ ἁπλῶς ἀκολουθήσῃς τῷ λόγῳ, ἀλλὰ λογισμὸν ἀπόδος τῶν ζητουμένων.νηρὸν πνεῦμα. Ἀρχὴ τῶν ἀγαθῶν, πίστις· πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, ἡ ἐπὶ Θεὸν πίστις. Λάβωμεν τὸ ὅπλον τῆς σωτηρίας. Λέγουσι γὰρ οἱ τῇ ἀληθείᾳ καὶ πίστει ἀντιπίπτοντες, ὅτι τὸ ἀλόγιστον αὐτῆς βλαβερόν, κἂν μὴ ἐξητασμένος ᾖ λογισμός συνημμένος, ἡ πίσ στις οὐδαμῶς κέρδος φέρει τῷ πιστεύοντι. Ορα μου τὰ σκολιά βήματα. Ορα μοι τῶν πικρῶν όφεων τάς ποικιλίας. Αλλ' οὐ δεῖ ταράττεσθαι. Ἐκεῖνο γάρ, ἀδελφοί, εἰδέναι χρὴ, ὅτι οὐκ ° εἰδέναι πολλοί τρόποι. Δύναται τις εἰδέναι, ὅτι ἔστι Θεός· τὸ πῶς δέ ἐστιν, οὐκ οἶδεν· ἐπεὶ καὶ ἐφ' ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων πολλαὶ τῆς γνώσεως ὁδοί. Οἶδα τόνδε τὸν ἄνθρωπον ἐν τῇδε τῇ πόλει διάγοντα. Οὐ μὲν οἶδα καὶ ποίαν ἐργασίαν μετέρχεται. Οίδα ἕτερον τήνδε μετιόντα τὴν έργα- σίαν. Οὐ μὲν οἶδα καὶ πόθεν φέρει τὸ γένος· καὶ μέρει μὲν γινώσκω, μέρει δὲ ἀγνοῶ, καὶ οὐ πάντως, οὔτε μερικὴ γνῶσις ὁλόκληρον εἰσάγει γνῶσιν · οὔτε τὸ μὴ κατὰ πάντα γινώσκειν, τὴν μερικὴν ἀναιρετι Τί οὖν ; Οἶδα τὸν Θεὸν ὅτι ἀγαθός ἐστιν, ὅτι ἔστιν, ὅτι ἀθάνατός ἐστιν, ὅτι ἄφθαρτός ἐστιν, ὅτι ἀπερι- νόητος, ὅτι ἀκατάληπτος, ὅτι ἀναλλοίωτος. Ταῦτα πάντα οἶδα καὶ εἰδὼς προσκυνῶ. Τὸ δὲ πῶς ἐστιν οὐκ οἶδα, οὐδὲ ἐδιδάχθην πολυπραγμονείν. 'Αλλ' όρα τί φησι πάλιν ὁ ἐχθρὸς τῆς ἀληθείας. Μὴ γὰρ ἀργῶς ἡμῖν ἔδωκεν ὁ Θεὸς λογισμούς· μὴ ἁπλῶς εἰλήφα- μεν τοῦ νοῦ τὸ κριτήριον· δεῖ καὶ λογισμοῖς έρευ ναν τὴν πίστιν, καὶ μὴ ἀνεξέταστον εἶναι τὴν εὐσέ Γειαν. Απάγγειλον οὖν μοι λογισμῶν ἀκολουθία χρησάμενος, πῶς ἔστηκεν ὁ οὐρανὸς εἰς τοσοῦτον ύψος κοιλαινόμενον ἄπειρον, καὶ μηδὲν ἐν τοσαύτη περιγραφῇ τὸ ὑπερείδον ἔχων ἐν τίνι βαστάζεται ; Τίνες αἱ κρηπίδες ἐφ᾽ ὧν ἐστήρικται; πῶς ἐν το σούτῳ χρόνῳ οὐ λύεται τῷ κάλλει, οὐδὲ ἀφανίζετα: ἡ ἁρμονία; Δεῖξον τοὺς βαστάζοντας κίονας. Τί δὲ ἐρῶ περὶ οὐρανοῦ, καὶ οὐ περὶ γῆς τὴν κατάστασιν ; Ὅτι μὲν γὰρ ἐπὶ ὑδάτων τεθεμελίωται, τοῦτο κἀγὼ παρέλαβον, καὶ αὐτὸς ὁμολογεῖς· πῶς δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐστηρίχθη, τοῦτο ἐρμήνευσον, καὶ μὴ ἁπλῶς ἀκολουθήσῃς τῷ λόγῳ, ἀλλὰ λογισμὸν ἀπό δος τῶν ζητουμένων. 'Αλλ' ὅταν περὶ ταῦτα ἀπορή σωμεν, ἔχομεν ἀληθῆ καὶ εὐσεβῆ τῶν ἀπορουμένων λύσιν, ἦν ὁ μακάριος Δαβὶδ ἐμελώδησε, λέγων, ὅτι Εὐθὲς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, καὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν πίστει. Τὰ ἔργα ἄνευ πίστεως οὐκ ἔστι καταλαβεῖν, καὶ Θεὸν ἄνευ πίστεως θέλεις εὑρεῖν ; ᾿Αλλὰ τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἀληθείας ἀφέντες ἡμεῖς, τὴν ὑγιῆ καὶ ἀσφαλῆ τῆς πίστεως ὁδὸν ὁδεύσωμεν, πειθόμενοι τῷ λέγοντι Θεῷ· Οὐ δυνήσεται ἄνθρω πος ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου, καὶ ζήσεται. Οὐ χω- ρεῖ τὸν ποθούμενον ἡ τῶν ποθούντων δύναμις, οὐδὲ φέρει ἡ θνητή φύσις τὴν ἀθάνατον δύναμιν τοῦ πάνω Α κατοικεῖ· ὅπου ἀπιστία, ἐκεῖ ἀσθένεια, ἐκεῖ τὸ που των Δημιουργού και προνοητοῦ. ΤΙΤΛ. κα'. Περὶ τῶν παραβεβηκότων την εὐσέβειαν καὶ πίστιν, καὶ εἰς Θεὸν ἀσεβούντων. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ ε' ἐλέγχου καὶ 535. S. JOANNIS DAMASCENI B . illic Spiritus sanctus inhabitat. Ubi incredulitas est, illic imbecillitas: illic spiritus nequam. Bo- norum principium est fides: bonorum fons est fides in Deum. Armaturam salutis accipiamnus. Aiunt qui veritati et fidei adversantur, nocivum esse quod ea non ratiocinctur; ac nisi rationem cum examine conjunctam habeat, fidem nullum credenti quæstum afferre. Videsis tortuosas voces. Vide crudelium serpentium versutias. Sed minime turbari oportet. Illud enim, fratres, nosse attinet, multis modis nos aliquid non videre. Potest quis videre quod sit : nescit vero quomodo sit. in nobis siquidem hominibus multæ sunt cognitionis viæ. Novi hunc hominem in civitate ista morantem : at nescio quid agat negotii. Novi alterum tali nego- tio vacantem: nescio vero ex quo genere sit. Adeoque partim scio, et partim nescio; nec ulla prorsus ratione particularis notio perfectam in- generat neque particularis cognitio hoc ipso tollitur, quod res tota non cognoscatur. Quid igi- tur? Deum esse bonum novi; quod exsistat; quod immortalis sit, quod interire, quod concipi, quod comprehendi, quod mutari nequeat. Omnia hæc novi, et ut cognitio mea fert, adoro. Quo pacto vero sit, ignoro, neque id curiosius rimari didici. Sed videas, quæso, quid veritatis hostis rursum dicat: Non enim frustra Deus nobis rationis vim præbuit: non vane mentis judicium accepimus. Rationum argumentis fidem quoque scrutari oportet, nec religionem examinis expertem esse. C Narra igitur velim mihi, rationum adhibita con- secutione, qui factum sit ut cœlum tanta celsitu- dine immense fornicatum consistat, nec in tanto circuitu fulcrum ullum quo feratur, habeat. Qua- nam fundamenta sunt quibus innititur? quomodo in tanta temporum intercapedine, nec ejus decor minuitur, nec harmonia destruitur. Columnas quibus fertur ostende. Quid vero cœli ac non ter- ræ constitutionem affero? Quod enim super aquas fundata sit, hoc ego quoque accepi, ac ipse con- fteris : qua vero ratione in aquis etiam fulciatur, hoc mihi edissere. Nec mihi sermones duntaxat dederis, sed rationes corum quæ a te quæruntur reddas. Cumque difficultatibus istis solvendis im- pares simus, horum veram ac religiosam solutio- D nem habemus, quam beatus David cecinit, di- cens : Rectum est verbum Domini, et omnia opera ejus in fide (Psal. xxxII, 4). Opera sine fide comprehendi nequeunt, ac Deum absque fide rc- perire vis? Nos vero, veritatis hostibus relictis, sanam et sccuram fidei viam pergamus, Deo fidem habentes qui dixit : Non poterit homo faciem meam cernère, et vivet (Exod. xxxm, 20). Desiderantium facultas desiderati capax non est, nec mortalis vit et procurat. - TIT. XXVI. — De iis qui pietati ac fidei refractarii sunt, et in Deum impii. S. Irenai, ex 5a redargutione et evcrsione falsi - natura immortalis virtutis illius qui omnia crea- -
PG 96:536Ἀλλ’ ὅταν περὶ ταῦτα ἀπορήσωμεν, ἔχομεν ἀληθῆ καὶ εὐσεβῆ τῶν ἀπορουμένων λύσιν, ἣν ὁ μακάριος Δαβὶδ ἐμελῴδησε, λέγων, ὅτι Εὐθὴς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, καὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν πίστει. Τὰ ἔργα ἄνευ πίστεως οὐκ ἔστι καταλαβεῖν, καὶ Θεὸν ἄνευ πίστεως θέλεις εὑρεῖν; Ἀλλὰ τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἀληθείας ἀφέντες ἡμεῖς, τὴν ὑγιῆ καὶ ἀσφαλῆ τῆς πίστεως ὁδὸν ὁδεύσωμεν, πειθόμενοι τῷ λέγοντι Θεῷ· Οὐ δυνήσεται ἄνθρωπος ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου, καὶ ζήσεται. Οὐ χωρεῖ τὸν ποθούμενον ἡ τῶν ποθούντων δύναμις, οὐδὲ φέρει ἡ θνητὴ φύσις τὴν ἀθάνατον δύναμιν τοῦ πάντων Δημιουργοῦ καὶ προνοητοῦ. ΤΙΤΛ. Κ. Περὶ τῶν παραβεβηκότων τὴν εὐσέβειαν καὶ πίστιν, καὶ εἰς Θεὸν ἀσεβούντων. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ ε ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Ὅσα ἀφίστανται κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν τοῦ Θεοῦ, κ. τ. ἕ. Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας. Εἶτα βασιλεὺς μὲν ἐπίγειος πιστεύεται εἶναι, καίπερ μὴ πᾶσι βλεπόμενος, διὰ δὲ νόμων καὶ διατάξεων αὐτοῦ, καὶ ἐξουσιῶν, καὶ δυνάμεων, καὶ εἰκόνων νοεῖται· τὸν δὲ Θεὸν οὐ βούλει σὺ νοῆσαι δι’ ἔργων καὶ δυνάμεων; ΤΙΤΛ. ΚΗ. Περὶ πονηρίας, καὶ κακίας, καὶ ἁμαρτίας.νηρὸν πνεῦμα. Ἀρχὴ τῶν ἀγαθῶν, πίστις· πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, ἡ ἐπὶ Θεὸν πίστις. Λάβωμεν τὸ ὅπλον τῆς σωτηρίας. Λέγουσι γὰρ οἱ τῇ ἀληθείᾳ καὶ πίστει ἀντιπίπτοντες, ὅτι τὸ ἀλόγιστον αὐτῆς βλαβερόν, κἂν μὴ ἐξητασμένος ᾖ λογισμός συνημμένος, ἡ πίσ στις οὐδαμῶς κέρδος φέρει τῷ πιστεύοντι. Ορα μου τὰ σκολιά βήματα. Ορα μοι τῶν πικρῶν όφεων τάς ποικιλίας. Αλλ' οὐ δεῖ ταράττεσθαι. Ἐκεῖνο γάρ, ἀδελφοί, εἰδέναι χρὴ, ὅτι οὐκ ° εἰδέναι πολλοί τρόποι. Δύναται τις εἰδέναι, ὅτι ἔστι Θεός· τὸ πῶς δέ ἐστιν, οὐκ οἶδεν· ἐπεὶ καὶ ἐφ' ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων πολλαὶ τῆς γνώσεως ὁδοί. Οἶδα τόνδε τὸν ἄνθρωπον ἐν τῇδε τῇ πόλει διάγοντα. Οὐ μὲν οἶδα καὶ ποίαν ἐργασίαν μετέρχεται. Οίδα ἕτερον τήνδε μετιόντα τὴν έργα- σίαν. Οὐ μὲν οἶδα καὶ πόθεν φέρει τὸ γένος· καὶ μέρει μὲν γινώσκω, μέρει δὲ ἀγνοῶ, καὶ οὐ πάντως, οὔτε μερικὴ γνῶσις ὁλόκληρον εἰσάγει γνῶσιν · οὔτε τὸ μὴ κατὰ πάντα γινώσκειν, τὴν μερικὴν ἀναιρετι Τί οὖν ; Οἶδα τὸν Θεὸν ὅτι ἀγαθός ἐστιν, ὅτι ἔστιν, ὅτι ἀθάνατός ἐστιν, ὅτι ἄφθαρτός ἐστιν, ὅτι ἀπερι- νόητος, ὅτι ἀκατάληπτος, ὅτι ἀναλλοίωτος. Ταῦτα πάντα οἶδα καὶ εἰδὼς προσκυνῶ. Τὸ δὲ πῶς ἐστιν οὐκ οἶδα, οὐδὲ ἐδιδάχθην πολυπραγμονείν. 'Αλλ' όρα τί φησι πάλιν ὁ ἐχθρὸς τῆς ἀληθείας. Μὴ γὰρ ἀργῶς ἡμῖν ἔδωκεν ὁ Θεὸς λογισμούς· μὴ ἁπλῶς εἰλήφα- μεν τοῦ νοῦ τὸ κριτήριον· δεῖ καὶ λογισμοῖς έρευ ναν τὴν πίστιν, καὶ μὴ ἀνεξέταστον εἶναι τὴν εὐσέ Γειαν. Απάγγειλον οὖν μοι λογισμῶν ἀκολουθία χρησάμενος, πῶς ἔστηκεν ὁ οὐρανὸς εἰς τοσοῦτον ύψος κοιλαινόμενον ἄπειρον, καὶ μηδὲν ἐν τοσαύτη περιγραφῇ τὸ ὑπερείδον ἔχων ἐν τίνι βαστάζεται ; Τίνες αἱ κρηπίδες ἐφ᾽ ὧν ἐστήρικται; πῶς ἐν το σούτῳ χρόνῳ οὐ λύεται τῷ κάλλει, οὐδὲ ἀφανίζετα: ἡ ἁρμονία; Δεῖξον τοὺς βαστάζοντας κίονας. Τί δὲ ἐρῶ περὶ οὐρανοῦ, καὶ οὐ περὶ γῆς τὴν κατάστασιν ; Ὅτι μὲν γὰρ ἐπὶ ὑδάτων τεθεμελίωται, τοῦτο κἀγὼ παρέλαβον, καὶ αὐτὸς ὁμολογεῖς· πῶς δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐστηρίχθη, τοῦτο ἐρμήνευσον, καὶ μὴ ἁπλῶς ἀκολουθήσῃς τῷ λόγῳ, ἀλλὰ λογισμὸν ἀπό δος τῶν ζητουμένων. 'Αλλ' ὅταν περὶ ταῦτα ἀπορή σωμεν, ἔχομεν ἀληθῆ καὶ εὐσεβῆ τῶν ἀπορουμένων λύσιν, ἦν ὁ μακάριος Δαβὶδ ἐμελώδησε, λέγων, ὅτι Εὐθὲς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, καὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν πίστει. Τὰ ἔργα ἄνευ πίστεως οὐκ ἔστι καταλαβεῖν, καὶ Θεὸν ἄνευ πίστεως θέλεις εὑρεῖν ; ᾿Αλλὰ τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἀληθείας ἀφέντες ἡμεῖς, τὴν ὑγιῆ καὶ ἀσφαλῆ τῆς πίστεως ὁδὸν ὁδεύσωμεν, πειθόμενοι τῷ λέγοντι Θεῷ· Οὐ δυνήσεται ἄνθρω πος ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου, καὶ ζήσεται. Οὐ χω- ρεῖ τὸν ποθούμενον ἡ τῶν ποθούντων δύναμις, οὐδὲ φέρει ἡ θνητή φύσις τὴν ἀθάνατον δύναμιν τοῦ πάνω Α κατοικεῖ· ὅπου ἀπιστία, ἐκεῖ ἀσθένεια, ἐκεῖ τὸ που των Δημιουργού και προνοητοῦ. ΤΙΤΛ. κα'. Περὶ τῶν παραβεβηκότων την εὐσέβειαν καὶ πίστιν, καὶ εἰς Θεὸν ἀσεβούντων. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου, ἐκ τοῦ ε' ἐλέγχου καὶ 535. S. JOANNIS DAMASCENI B . illic Spiritus sanctus inhabitat. Ubi incredulitas est, illic imbecillitas: illic spiritus nequam. Bo- norum principium est fides: bonorum fons est fides in Deum. Armaturam salutis accipiamnus. Aiunt qui veritati et fidei adversantur, nocivum esse quod ea non ratiocinctur; ac nisi rationem cum examine conjunctam habeat, fidem nullum credenti quæstum afferre. Videsis tortuosas voces. Vide crudelium serpentium versutias. Sed minime turbari oportet. Illud enim, fratres, nosse attinet, multis modis nos aliquid non videre. Potest quis videre quod sit : nescit vero quomodo sit. in nobis siquidem hominibus multæ sunt cognitionis viæ. Novi hunc hominem in civitate ista morantem : at nescio quid agat negotii. Novi alterum tali nego- tio vacantem: nescio vero ex quo genere sit. Adeoque partim scio, et partim nescio; nec ulla prorsus ratione particularis notio perfectam in- generat neque particularis cognitio hoc ipso tollitur, quod res tota non cognoscatur. Quid igi- tur? Deum esse bonum novi; quod exsistat; quod immortalis sit, quod interire, quod concipi, quod comprehendi, quod mutari nequeat. Omnia hæc novi, et ut cognitio mea fert, adoro. Quo pacto vero sit, ignoro, neque id curiosius rimari didici. Sed videas, quæso, quid veritatis hostis rursum dicat: Non enim frustra Deus nobis rationis vim præbuit: non vane mentis judicium accepimus. Rationum argumentis fidem quoque scrutari oportet, nec religionem examinis expertem esse. C Narra igitur velim mihi, rationum adhibita con- secutione, qui factum sit ut cœlum tanta celsitu- dine immense fornicatum consistat, nec in tanto circuitu fulcrum ullum quo feratur, habeat. Qua- nam fundamenta sunt quibus innititur? quomodo in tanta temporum intercapedine, nec ejus decor minuitur, nec harmonia destruitur. Columnas quibus fertur ostende. Quid vero cœli ac non ter- ræ constitutionem affero? Quod enim super aquas fundata sit, hoc ego quoque accepi, ac ipse con- fteris : qua vero ratione in aquis etiam fulciatur, hoc mihi edissere. Nec mihi sermones duntaxat dederis, sed rationes corum quæ a te quæruntur reddas. Cumque difficultatibus istis solvendis im- pares simus, horum veram ac religiosam solutio- D nem habemus, quam beatus David cecinit, di- cens : Rectum est verbum Domini, et omnia opera ejus in fide (Psal. xxxII, 4). Opera sine fide comprehendi nequeunt, ac Deum absque fide rc- perire vis? Nos vero, veritatis hostibus relictis, sanam et sccuram fidei viam pergamus, Deo fidem habentes qui dixit : Non poterit homo faciem meam cernère, et vivet (Exod. xxxm, 20). Desiderantium facultas desiderati capax non est, nec mortalis vit et procurat. - TIT. XXVI. — De iis qui pietati ac fidei refractarii sunt, et in Deum impii. S. Irenai, ex 5a redargutione et evcrsione falsi - natura immortalis virtutis illius qui omnia crea- -
PG 96:537Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου καὶ μάρτυρος, ἐκ τοῦ β μέρους τῆς Ἀπολογίας αὐτοῦ. Ἡ κακία πρόβλημα ἑαυτῆς τῶν πράξεων, κ. τ. ἑ. Φίλωνος, ἐκ τοῦ β τῶν ἐν Γενέσει Ζητουμένων. Οὐδὲν ἐναντίον καὶ μαχόμενον ταῖς ὁσιωτάταις τοῦ Θεοῦ δυνάμεσίν ἐστιν οὕτως, ὡς ἀδικία. ΤΙΤΛ. Λ. Περὶ πνευματικῆς προκοπῆς. Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ ἐλέγχου. Διὰ ταύτης τῆς τάξεως καὶ τῶν τοιούτων ῥυθμῶν, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΛΑ. Περὶ προσκαίρων καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν· καὶ ὅτι χρὴ τῶν παρόντων τὰ μέλλοντα προτιμᾷν. Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, ἐκ τῆς πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς β. Ὁ τῶν παρόντων αἰσθητικὸς συνίησιν, ὡς οὔτε ἃ λογίζονταί τινες εἶναι τερπνὰ, ξενὰ καὶ μακράν ἐστι τῶν ἀπεχθῶν. Ἀλλὰ καὶ πλοῦτος πολλάκις μᾶλλον πενίας ἔθλιψε, καὶ ὑγεία πλέον ἠνίασε νόσου· καὶ καθόλου τῶν λυπηρῶν καὶ φευκτῶν πάντων ὑπόθεσις καὶ ὕλη ἡ τῶν ἀσπαστῶν καὶ κατ’ εὐχὴν περιβολὴ γίνεται. Τοῦ ἁγίου Ἱππολύτου Ῥώμης. Ταῦτα δὲ κατ’ ἀνάγκην ἔχομεν διηγήσασθαι, ὅπως τὴν ὑπόνοιαν τὴν τῶν πολλῶν ἀνέλωμεν. Τινὲς γὰρ βούλονται λέγειν, εἰς τὸν οὐρανὸν εἶναι τὸν παράδεισον, καὶ μὴ εἶναι ἐκ τῆς κτίσεως.PARALLELA RUPEFUCALDINA. "Οσα ανατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. ἀφίστανται κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν τοῦ Θεοῦ, κ. τ. ε. Θεοφίλου Αλεξανδρείας. - Εἶτα βασιλεὺς μὲν ἐπίγειος πιστεύεται εἶναι, καίπερ μὴ πᾶσι βλεπόμε νος, διὰ δὲ νόμων και διατάξεων αὐτοῦ, καὶ ἐξουσιών, καὶ δυνάμεων, καὶ εἰκόνων νοεῖται· τὸν δὲ Θεὸν οὐ βούλει σὺ νοῆσαι δι' ἔργων καὶ δυνάμεων ; - ΤΙΤΛ. ΚΗ'. Περὶ πονηρίας, καὶ κακίας, καὶ ἁμαρτίας. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου καὶ μάρτ τυρος, ἐκ τοῦ β' μέρους τῆς ᾿Απολογίας αὐτοῦ. Η κακία πρόβλημα ἑαυτῆς τῶν πράξεων, κ. τ. έ. Φίλωνος, ἐκ τοῦ β' τῶν ἐν Γενέσει Ζητουμέ Οὐδὲν ἐναντίον καὶ μαχόμενον ταῖς ὁσιωτά ταις τοῦ Θεοῦ δυνάμεσιν ἐστιν οὕτως, ὡς ἀδικία. ΤΙΤΛ. Λ'. -- Περὶ πνευματικῆς προκοπῆς. Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου. - Διά ταύτης τῆς τάξεως καὶ τῶν τοιούτων ρυθμῶν, κ. τ. έ. νων. - - - ΤΙΤΑ. ΛΑ'. ΤΙΤ. ΧΧΧΙ. · Περὶ προσκαίρων καὶ αἰωνίων άγα- θῶν· καὶ ὅτι χρὴ τῶν παρόντων τὰ μέλλοντα προτιμάν. - Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, ἐκ τῆς πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς β'. — Ο τῶν παρόντων αἰσθητικὸς συν ίησιν, ὡς οὔτε & λογίζονται τινες είναι τερπνά, ξενά καὶ μακράν ἐστι τῶν ἀπεχθῶν. ᾿Αλλὰ καὶ πλοῦτος πολλάκις μᾶλλον πενίας έθλιψε, καὶ ὑγεία πλέον ἠνίασε νόσου· καὶ καθόλου τῶν λυπηρῶν καὶ φευ κτῶν πάντων ὑπόθεσις καὶ ὕλη ἡ τῶν ἀσπαστῶν καὶ κατ' εὐχὴν περιβολή γίνεται. . Τοῦ ἁγίου Ιππολύτου 'Ρώμης. - Ταῦτα δὲ κατ' Ο ἀνάγκην ἔχομεν διηγήσασθαι, ὅπως τὴν ὑπόνοιαν τὴν τῶν πολλῶν ἀγέλωμεν. Τινές γὰρ βούλονται λέ- γειν, εἰς τὸν οὐρανὸν εἶναι τὸν παράδεισον, καὶ μὴ εἶναι ἐκ τῆς κτίσεως. Οπότε τοίνυν ὁρῶνται οἱ που ταμοὶ ὑπὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ἐκπορευόμενοι ἐξ αὐ τοῦ, ἐν οἷς καὶ σήμερον ἔστι πάντας ἱστορεῖν τοὺς θέλοντας, ἄρα λογιζέσθω πᾶς, ὅτι οὐκ εἰς οὐρανὸν, ἀλλ᾽ ὄντως ἐν τῇ κτίσει πεφύτευται. Εστι δὲ καὶ τό πος τῆς ἀνατολῆς, καὶ χωρίον ἐκλογῆς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Τ. ΤΙΤΛ. Γ'. - Περί τεχνιτών, καὶ τίνες τέχνας ἐφεύρον. Διδύμου. - Τέλειον ἰατρὸν λέγομεν, οὐ τὸν θερα πεύοντα πάντως, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν εἰς ὠφείλειαν ἀνηκόντων, καὶ θεραπείαν παραλείποντα· καὶ στρα- τηγὸν ἄριστον οὐ τὸν νικῶντα πάντως, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν εἰς νίκην συντεινόντων παραλείψαντα οὕτω καὶ κυβερνήτην ἄριστον, οὐ τὸν τυγχάνοντα πάντως τοῦ εὖ ἄγειν τὸν νοῦν, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν ὅσα δείκνυσι τὸν ἄριστον κυβερνήτην παραλείψαντα, κἂν καὶ βία κραταιοτέρα τῆς θαλάσσης κινουμένης τὸ σκάφος ἐπικαλύψῃ τοῖς κύμασιν· καὶ φιλόσοφον ἄριστον, οὐ πάντως τὸν εἰς συναγωγὴν ἐπιτυγχάνον τα, ἀλλὰ τὸν μηδενὸς τεχνικοῦ συλλογισμού παραμε λήσαντα, κἂν μὴ συναγάγῃ. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Υ. Περὶ ὑπούλως πρός τινα διακειμέ- νων. ΤΙΤΛ. Θ'. Διονυσίου Ἀλεξανδρείας. - Την προφανή και - - A nominis scientia. Deo abscedunt, etc. Quecunque suopte consilio a Theophili Alexandrini. - Ad haec, imperator qui- dem terrenus esse creditur, quamvis ab omnibus non videatur; sed per leges et constitutiones suas, per auctoritatem, virtutem et imagines intelligi - tur: tu vero Deum ex ejus operibus ac virtutibus recusas intelligere? TIT. XXVIII. - De nequitia, vitio et peccato. S. Justini philosophi et martyris, ex secunda parte Apologiæ ipsius. Vitium actionum suarum spe- cimen, etc. - - Philonis, ex secundo Quæstionum in Genesim. Nibil sic sanctissimis Dei virtutibus adversarium B ac repugnans est, velut iniquitas. - · TIT. XXX. De spirituali profectu. Irenæi, ex 4ª redargutione. et cjusmodi rationes, etc. - Per hunc ordinem De temporalibus et æternis bonis; et quod præsentibus futura anteferre oporteat. D S. Clementis, ex epistola ad Corinthios secunda. Qui præsentia sentit, intelligit ea quæ jucunda nonnullis videntur, aliena non esse et procul ab iis quæ odio habentur. Quinimo divitiæ sæpenumero magis quam paupertas læserunt, et sanitas plus morbo affixit. In summa, gratarum optatarumque rerum affluentia materia et causa fit tristium om- nium quæ refugimus. - S. Hippolyti episcopi Romæ. Hec porro nos oportuit edisserere, ut multorum suspicionem adi- mamus. Nonnulli siquidem dicere volunt paradi- sum in cœlo exsistere, nec esse ex rebus conditis. Quando itaque oculis nostris cernuntur fluvii qui ex ipso profluunt, quos omnes qui voluerint, etiamn- num hodie licet intueri; unusquisque igitur infe- rat, non in cœlis, sed vere inter res creatas plan- tatum illum fuisse. Atqui locus etiam est orientis, ac prædium electionis. --- LITTERA T. TIT. VI. De artificibus, et quinam artium inven- tores sint. - Didymi. Perfectum medicum dicimus, non illum omnino qui medeatur: sed qui nihil eorum quæ ad levamen et sanationem conferant, omittat ; itemque imperatorem optimum, non qui semper vincat, sed qui nihil quo victoria obtineatur, ne- gligal. Sic quoque nauclerum peritum, non qui navem recte agat, sed qui optimi gubernatoris miu- neribus omnibus accurate fungatur, tametsi mare vehementi procella perculsum fuctibus navigium operuerit. Demum præstantissimum philosophum, non illum omnino qui hominum coetum confet, sed qui nullam non artem conficiendi syllogismi adhi- beat, quamlibet multos auditores nou habeat. LITTERA Y. De iis qui subdolo erga alterum animo TIT. IX. - Dionysii Alexandrini. sunl. - A manifesta nequitia
PG 96:538Ὁπότε τοίνυν ὁρῶνται οἱ ποταμοὶ ὑπὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ἐκπορευόμενοι ἐξ αὐτοῦ, ἐν οἷς καὶ σήμερον ἔστι πάντας ἱστορεῖν τοὺς θέλοντας, ἄρα λογιζέσθω πᾶς, ὅτι οὐκ εἰς οὐρανὸν, ἀλλ’ ὄντως ἐν τῇ κτίσει πεφύτευται. Ἔστι δὲ καὶ τόπος τῆς ἀνατολῆς, καὶ χωρίον ἐκλογῆς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Τ. ΤΙΤΛ. 2. Περὶ τεχνιτῶν, καὶ τίνες τέχνας ἐφεῦρον. Διδύμου. Τέλειον ἰατρὸν λέγομεν, οὐ τὸν θεραπεύοντα πάντως, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν εἰς ὠφέλειαν ἀνηκόντων, καὶ θεραπείαν παραλείποντα· καὶ στρατηγὸν ἄριστον οὐ τὸν νικῶντα πάντως, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν εἰς νίκην συντεινόντων παραλείψαντα· οὕτω καὶ κυβερνήτην ἄριστον, οὐ τὸν τυγχάνοντα πάντως τοῦ εὖ ἄγειν τὸν νοῦν, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν ὅσα δείκνυσι τὸν ἄριστον κυβερνήτην παραλείψαντα, κἂν καὶ βία κραταιοτέρα τῆς θαλάσσης κινουμένης τὸ σκάφος ἐπικαλύψῃ τοῖς κύμασιν· καὶ φιλόσοφον ἄριστον, οὐ πάντως τὸν εἰς συναγωγὴν ἐπιτυγχάνοντα, ἀλλὰ τὸν μηδενὸς τεχνικοῦ συλλογισμοῦ παραμελήσαντα, κἂν μὴ συναγάγῃ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Υ. ΤΙΤΛ. Θ. Περὶ ὑπούλως πρός τινα διακειμένων. Διονυσίου Ἀλεξανδρείας.PARALLELA RUPEFUCALDINA. "Οσα ανατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. ἀφίστανται κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν τοῦ Θεοῦ, κ. τ. ε. Θεοφίλου Αλεξανδρείας. - Εἶτα βασιλεὺς μὲν ἐπίγειος πιστεύεται εἶναι, καίπερ μὴ πᾶσι βλεπόμε νος, διὰ δὲ νόμων και διατάξεων αὐτοῦ, καὶ ἐξουσιών, καὶ δυνάμεων, καὶ εἰκόνων νοεῖται· τὸν δὲ Θεὸν οὐ βούλει σὺ νοῆσαι δι' ἔργων καὶ δυνάμεων ; - ΤΙΤΛ. ΚΗ'. Περὶ πονηρίας, καὶ κακίας, καὶ ἁμαρτίας. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου καὶ μάρτ τυρος, ἐκ τοῦ β' μέρους τῆς ᾿Απολογίας αὐτοῦ. Η κακία πρόβλημα ἑαυτῆς τῶν πράξεων, κ. τ. έ. Φίλωνος, ἐκ τοῦ β' τῶν ἐν Γενέσει Ζητουμέ Οὐδὲν ἐναντίον καὶ μαχόμενον ταῖς ὁσιωτά ταις τοῦ Θεοῦ δυνάμεσιν ἐστιν οὕτως, ὡς ἀδικία. ΤΙΤΛ. Λ'. -- Περὶ πνευματικῆς προκοπῆς. Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου. - Διά ταύτης τῆς τάξεως καὶ τῶν τοιούτων ρυθμῶν, κ. τ. έ. νων. - - - ΤΙΤΑ. ΛΑ'. ΤΙΤ. ΧΧΧΙ. · Περὶ προσκαίρων καὶ αἰωνίων άγα- θῶν· καὶ ὅτι χρὴ τῶν παρόντων τὰ μέλλοντα προτιμάν. - Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, ἐκ τῆς πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς β'. — Ο τῶν παρόντων αἰσθητικὸς συν ίησιν, ὡς οὔτε & λογίζονται τινες είναι τερπνά, ξενά καὶ μακράν ἐστι τῶν ἀπεχθῶν. ᾿Αλλὰ καὶ πλοῦτος πολλάκις μᾶλλον πενίας έθλιψε, καὶ ὑγεία πλέον ἠνίασε νόσου· καὶ καθόλου τῶν λυπηρῶν καὶ φευ κτῶν πάντων ὑπόθεσις καὶ ὕλη ἡ τῶν ἀσπαστῶν καὶ κατ' εὐχὴν περιβολή γίνεται. . Τοῦ ἁγίου Ιππολύτου 'Ρώμης. - Ταῦτα δὲ κατ' Ο ἀνάγκην ἔχομεν διηγήσασθαι, ὅπως τὴν ὑπόνοιαν τὴν τῶν πολλῶν ἀγέλωμεν. Τινές γὰρ βούλονται λέ- γειν, εἰς τὸν οὐρανὸν εἶναι τὸν παράδεισον, καὶ μὴ εἶναι ἐκ τῆς κτίσεως. Οπότε τοίνυν ὁρῶνται οἱ που ταμοὶ ὑπὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ἐκπορευόμενοι ἐξ αὐ τοῦ, ἐν οἷς καὶ σήμερον ἔστι πάντας ἱστορεῖν τοὺς θέλοντας, ἄρα λογιζέσθω πᾶς, ὅτι οὐκ εἰς οὐρανὸν, ἀλλ᾽ ὄντως ἐν τῇ κτίσει πεφύτευται. Εστι δὲ καὶ τό πος τῆς ἀνατολῆς, καὶ χωρίον ἐκλογῆς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Τ. ΤΙΤΛ. Γ'. - Περί τεχνιτών, καὶ τίνες τέχνας ἐφεύρον. Διδύμου. - Τέλειον ἰατρὸν λέγομεν, οὐ τὸν θερα πεύοντα πάντως, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν εἰς ὠφείλειαν ἀνηκόντων, καὶ θεραπείαν παραλείποντα· καὶ στρα- τηγὸν ἄριστον οὐ τὸν νικῶντα πάντως, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν εἰς νίκην συντεινόντων παραλείψαντα οὕτω καὶ κυβερνήτην ἄριστον, οὐ τὸν τυγχάνοντα πάντως τοῦ εὖ ἄγειν τὸν νοῦν, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν ὅσα δείκνυσι τὸν ἄριστον κυβερνήτην παραλείψαντα, κἂν καὶ βία κραταιοτέρα τῆς θαλάσσης κινουμένης τὸ σκάφος ἐπικαλύψῃ τοῖς κύμασιν· καὶ φιλόσοφον ἄριστον, οὐ πάντως τὸν εἰς συναγωγὴν ἐπιτυγχάνον τα, ἀλλὰ τὸν μηδενὸς τεχνικοῦ συλλογισμού παραμε λήσαντα, κἂν μὴ συναγάγῃ. - ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Υ. Περὶ ὑπούλως πρός τινα διακειμέ- νων. ΤΙΤΛ. Θ'. Διονυσίου Ἀλεξανδρείας. - Την προφανή και - - A nominis scientia. Deo abscedunt, etc. Quecunque suopte consilio a Theophili Alexandrini. - Ad haec, imperator qui- dem terrenus esse creditur, quamvis ab omnibus non videatur; sed per leges et constitutiones suas, per auctoritatem, virtutem et imagines intelligi - tur: tu vero Deum ex ejus operibus ac virtutibus recusas intelligere? TIT. XXVIII. - De nequitia, vitio et peccato. S. Justini philosophi et martyris, ex secunda parte Apologiæ ipsius. Vitium actionum suarum spe- cimen, etc. - - Philonis, ex secundo Quæstionum in Genesim. Nibil sic sanctissimis Dei virtutibus adversarium B ac repugnans est, velut iniquitas. - · TIT. XXX. De spirituali profectu. Irenæi, ex 4ª redargutione. et cjusmodi rationes, etc. - Per hunc ordinem De temporalibus et æternis bonis; et quod præsentibus futura anteferre oporteat. D S. Clementis, ex epistola ad Corinthios secunda. Qui præsentia sentit, intelligit ea quæ jucunda nonnullis videntur, aliena non esse et procul ab iis quæ odio habentur. Quinimo divitiæ sæpenumero magis quam paupertas læserunt, et sanitas plus morbo affixit. In summa, gratarum optatarumque rerum affluentia materia et causa fit tristium om- nium quæ refugimus. - S. Hippolyti episcopi Romæ. Hec porro nos oportuit edisserere, ut multorum suspicionem adi- mamus. Nonnulli siquidem dicere volunt paradi- sum in cœlo exsistere, nec esse ex rebus conditis. Quando itaque oculis nostris cernuntur fluvii qui ex ipso profluunt, quos omnes qui voluerint, etiamn- num hodie licet intueri; unusquisque igitur infe- rat, non in cœlis, sed vere inter res creatas plan- tatum illum fuisse. Atqui locus etiam est orientis, ac prædium electionis. --- LITTERA T. TIT. VI. De artificibus, et quinam artium inven- tores sint. - Didymi. Perfectum medicum dicimus, non illum omnino qui medeatur: sed qui nihil eorum quæ ad levamen et sanationem conferant, omittat ; itemque imperatorem optimum, non qui semper vincat, sed qui nihil quo victoria obtineatur, ne- gligal. Sic quoque nauclerum peritum, non qui navem recte agat, sed qui optimi gubernatoris miu- neribus omnibus accurate fungatur, tametsi mare vehementi procella perculsum fuctibus navigium operuerit. Demum præstantissimum philosophum, non illum omnino qui hominum coetum confet, sed qui nullam non artem conficiendi syllogismi adhi- beat, quamlibet multos auditores nou habeat. LITTERA Y. De iis qui subdolo erga alterum animo TIT. IX. - Dionysii Alexandrini. sunl. - A manifesta nequitia
PG 96:539Τὴν προφανῆ κακίαν φυλάξασθαι ῥᾴδιον, τὴν δὲ ἐγκεκρυμμένην ἐκτρέπεσθαι δύσκολον. ΤΙΤΛ. ΙΑ. Περὶ ὕπνου καὶ ἀϋπνίας. Τοῦ ἁγίου Εὐσταθίου. Κοινὸν σώματος καὶ ψυχῆς πάσης ὕπνος. ΤΙΤΛ. ΙΖ. Περὶ ὑπομονῆς καὶ μακροθυμίας. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον ἐπιστολῆς. Στῆκε ὡς ἄκμων τυπτόμενος. Μεγάλου ἀθλητοῦ ἐστι δέρεσθαι καὶ νικᾷν· μάλιστα δὲ ἕνεκεν Θεοῦ πάντα ἡμᾶς ὑπομένειν δεῖ, ἵνα καὶ αὐτὸς ἡμᾶς ὑπομείνῃ. Ἐκ τῆς αὐτῆς. Μακροθυμεῖτε μετ’ ἀλλήλων ἐν πραύ̈τητι, ὡς ὁ Θεὸς μεθ’ ὑμῶν διὰ παντός. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Φ. ΤΙΤΛ. Δ. Περὶ φιλέργων καὶ σπουδαίων· καὶ ὅτι χρὴ ποιεῖν. Ὠφέλειαν γὰρ ἔχει. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀλεξανδρείας. Ὁ δέ γε ἐῤῥωμένος καὶ ἀκριβὴς λόγος, καὶ τὰ πικρὰ εἶναί φησι τῶν γλυκέων ἐφόδια, καὶ γίνεσθαι καρποὺς τῶν πόνων τὰς ἡδονάς. Ἀκμητὶ γὰρ οὐδὲν δύναται παραγενέσθαι. Τοῦ ἁγίου Εἰρην. Οὐχ ὁμοίως ἀγαπᾶται, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΙΕ. Περὶ φίλων χρηστῶν. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. Φίλους ἡγητέον τοὺς βοηθεῖν καὶ ἀντωφελεῖν ἐθέλοντας, κἂν μὴ δύνωνται.Α κίαν φυλάξασθαι ῥᾴδιον, τὴν δὲ ἐγκεκρυμμένην ἐκε Φ. (ιν, τρέπεσθαι δύσκολον. ΤΙΤΛ. ΙΑ'. Περὶ ὕπνου καὶ ἀϋπνίας. Τοῦ ἁγίου Ευσταθίου. ψυχῆς πάσης ὕπνος. Κοινὸν σώματος καὶ Περὶ ὑπομονῆς καὶ μακροθυμίας. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον ἐπιστολῆς. — Στῆκε ὡς ἄκμων τυπτόμενος. Μεγά λου ἀθλητοῦ ἐστι δέρεσθαι καὶ νικᾶν· μάλιστα δὲ ἕνεκεν Θεοῦ πάντα ἡμᾶς ὑπομένειν δεῖ, ἵνα καὶ αὐτ τὸς ἡμᾶς ὑπομείνῃ. Ἐκ τῆς αὐτῆς. - Μακροθυμείτε μετ' ἀλλήλων ἐν πραύτητι, ὡς ὁ Θεὸς μεθ᾽ ὑμῶν διὰ παντός. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Φ. · ΤΙΤΛ. Δ'. - Περὶ φιλέργων καὶ σπουδαίων· καὶ ὅτι χρὴ ποιεῖν. ὠφέλειαν γὰρ ἔχει. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας. - Ο δέ γε ἐῤῥωμένος καὶ ἀκριβὴς λόγος, καὶ τὰ πικρὰ εἶναί φησι τῶν γλυκέων ἐφόδια, καὶ γίνεσθαι καρποὺς τῶν πόνων τὰς ἡδονάς. Ακμητὶ γὰρ οὐδὲν δύναται πα ραγενέσθαι. - · Τοῦ ἁγίου Εἰρην. - Οὐχ ομοίως ἀγαπᾶται, κ. τ. έ. ΤΙΤΛ. ΙΕ'. - Περὶ φίλων χρηστών. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτ των. — Φίλους ἡγητέον τοὺς βοηθεῖν καὶ ἀντωμε λεῖν ἐθέλοντας, κἂν μὴ δύνωνται. Φιλία γὰρ ἐν τῷ χρειώδει μᾶλλον, ἢ κράσει και συμφωνία βεβαιοῦται ἐθῶν, ὡς ἕκαστος τῶν συνελθόντων εἰς φιλικὴν κοι νωνίαν, τὸ Πυθαγόρειον ῥῆμα ἐπιφθέγξασθαι, ὅτι Αρά ἐστι φίλος ἕτερος ὡς ἐγώ ; ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Χ. ΤΙΤΛ. Δ'. - Περὶ χαρισμάτων καὶ δωρημάτων Θεοῦ· καὶ ὅτι βίῳ σεμνῷ ἀντιδίδοται παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τοῦ ἁγίου Τίτου, ἐκ τοῦ περὶ Προνοίας. -- Πρὸς δὲ τοῖς ἅπασι, τῶν συνήθως ὑπὸ Θεοῦ δεδομένων κοινῇ πᾶσιν ἀνθρώποις, εἰ μηδεμία τις ἔστιν ὅτε συνέβαινε κώλυσις, φορᾷ φύσεως ἄν τινος ἀμεταβλή- του την χορηγίαν αὐτῶν ἠθέλησαν ἄνθρωποι, καὶ οὐκ ἂν δὲ δεχόμενοι ταῦτα, χάριν ὡμολόγησαν τῷ Θεῷ, οὐκ ἂν δὲ ᾔτησαν ἔχοντες. Στερούνται τοιγαροῦν ἐνίοτε πρὸς ὀλίγον, ἵνα αἰτήσωσι, καὶ δέχονται αὖ- θις, ἵνα χάριν ὁμολογήσωσι τῷ χορηγοῦντι, γινώ- σκοντες ὡς αὐτός γέ ἐστιν ὁ παρέχων, καὶ οὐ φύσις ἄλλη τίς ἐστι παρὰ τὸν Θεὸν ἄκριτός τε, καὶ ἀμετα μέλητος ή χορηγούσα. Βούλεται δὲ ὁ Θεὸς εἰδέναι χάριν αὐτῷ, ἵνα ἀξιώτεροι τοῦ λαμβάνειν παρ' αυ τοῦ γένωνται, οὐχ ἵνα τι καρπώσηται εἰς ἑαυτόν. Βούλεται γὰρ τὰ ἀγαθὰ τούτους αἰτεῖν, ἵνα δεχόμε νοι, αἴσθησιν τοῦ χορηγούντος ἔχωσιν. Χαίρει μὲν γὰρ τὰ παρ' ἑαυτοῦ διδούς, χαίρει δὲ μᾶλλον ἀξίοις διδοὺς, ὡς τῆς φιλανθρωπίας τρόπον τινὰ ἀτιμαζο μένης, εἰ μὴ πρὸς εὐαισθήτους γένοιτο. - Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Ἐξόδῳ. · Όταν οι τῶν σπαρτῶν καρποὶ τελειωθῶσιν, οἱ τῶν δένδρων γενέσεως ἀρχὴν λαμβάνουσιν, ἵνα δολιχεύωσιν αἱ τοῦ Θεοῦ χάριτες τὸν αἰῶνα, ἵνα ἄλλαι ἄλλην διαδεχόμε ναι, καὶ συνάπτουσαι τέλη μὲν ἀρχαῖς, ἀρχὰς δὲ τέλεσιν, ἀτελεύτητοι ὦσιν. S. JOANNIS DAMASCENI cavere facile est, difficile vero, occultam devi- tare. TIT. II. S. Eustathii. - De somno et vigilia. Somnus corpori et animæ omni communis est, - - - TIT. XVII. — De patientia et perseverantia. Sancti Ignatii, ex Epistola ad Polycarpum. Sta velut incus quæ percutitur. Magni athletæ est verberari et vincere. Maxime autem propter Deum omnia nos sustinere oportet, ut et ipse nos susti- neat. - Ex eadem. Patienti animo invicem vos ferte cum mansuetudine, uti Deus vos semper. - LITTERA TIT. XIV. De operosis et studiosis : et quod ope- rari oporteat. Hoc enim utile est. Sancti Dionysii Alexandrini. — Sernio autem fir- mus et accuratus, amara esse ait ad dulcia com- meatum, ac voluptates laborum fructus evadere. Nihil enim sine labore comparari potest. --- -- S. Irenæi 72).—Non perinde diliguntur, etc. TIT. XV.. De bonis amicis. Philonis, ex libro primo Questionum in Genesim. – Inter amicos censeri debent, qui auxilio atque emolumento vicissim esse volunt, tametsi non pos- sint. Amicitia enim, non necessitate duntaxat, ve- rum etiam permistione et consensione morum fir- manda est : ita ut unusquisque eorunı qui amicam communionem contrahunt hoc Pythagoræ elatuin pronuntient Num amicus alter est mei similis? - : LITTERA X. TT. IV. De donis et muneribus Dei : et quod vitæ honestæ retribuatur a Spiritu sancto. - B C Sancti Titi, libro de Providentia. Præter hæc omnia, nisi quæ a Deo universis hominibus perinde concedi solent, identidem impediri contingeret, immobilis cujusdam naturæ impetu, horum largi- tionem nihil curassent homines, nec iis obtentis Deo gratias agerent, neque horum compotes facti, ullatenus precarentur. Ad tempus igitur aliquod donis privantur, ut exorent, rursumque accipiunt, ut largitori confiteantur, agnoscentes ipsum esse qui tribuit, nec alteram quamvis præter Deum na- turam esse, quæ indiscriminatim et sine poeniten- D tia subministret. Vult itaque Deus sibi gratiam ha- beri, ut homines evadant digniores qui ab ipso ac- cipiant, non ut sibi ipsi emolumenti quidpiam re- deat. Vult enim ut bona postulent, quibus acceptis largitorem sentiant. Gaudet enim dando quæ sua sunt : sed gaudet amplius dignis impartiendo : ac s ibenignitas ipsius modo quodam dedecoraretur, nisi in eos qui bene affecti sunt impenderetur. Philonis, ex lib. i Quæst. in Exodunt. - Quando sementis fructus maturi sunt, arborum subinde ſructus initium habent, ut Dei gratiæ per totum ævum veluti gyrando currant, adeoque aliæ aliis succedentes, et fines principiis ac principia finibus copulantes, indesinenter fluant. - TITA. IZ'. - - -
PG 96:540Φιλία γὰρ ἐν τῷ χρειώδει μᾶλλον, ἢ κράσει καὶ συμφωνίᾳ βεβαιοῦται ἐθῶν, ὡς ἕκαστος τῶν συνελθόντων εἰς φιλικὴν κοινωνίαν, τὸ Πυθαγόρειον ῥῆμα ἐπιφθέγξασθαι, ὅτι Ἆρά ἐστι φίλος ἕτερος ὡς ἐγώ; ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Χ. ΤΙΤΛ. Δ. Περὶ χαρισμάτων καὶ δωρημάτων Θεοῦ· καὶ ὅτι Βίῳ σεμνῷ ἀντιδίδοται παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τοῦ ἁγίου Τίτου, ἐκ τοῦ περὶ Προνοίας. Πρὸς δὲ τοῖς ἅπασι, τῶν συνήθως ὑπὸ Θεοῦ δεδομένων κοινῇ πᾶσιν ἀνθρώποις, εἰ μηδεμία τις ἔστιν ὅτε συνέβαινε κώλυσις, φορᾷ φύσεως ἄν τινος ἀμεταβλήτου τὴν χορηγίαν αὐτῶν ἠθέλησαν ἄνθρωποι, καὶ οὐκ ἂν δὲ δεχόμενοι ταῦτα, χάριν ὡμολόγησαν τῷ Θεῷ, οὐκ ἂν δὲ ᾔτησαν ἔχοντες. Στεροῦνται τοιγαροῦν ἐνιότε πρὸς ὀλίγον, ἵνα αἰτήσωσι, καὶ δέχονται αὖθις, ἵνα χάριν ὁμολογήσωσι τῷ χορηγοῦντι, γινώσκοντες ὡς αὐτός γέ ἐστιν ὁ παρέχων, καὶ οὐ φύσις ἄλλη τίς ἐστι παρὰ τὸν Θεὸν ἄκριτός τε, καὶ ἀμεταμέλητος ἡ χορηγοῦσα. Βούλεται δὲ ὁ Θεὸς εἰδέναι χάριν αὐτῷ, ἵνα ἀξιώτεροι τοῦ λαμβάνειν παρ’ αὐτοῦ γένωνται, οὐχ ἵνα τι καρπώσηται εἰς ἑαυτόν. Βούλεται γὰρ τὰ ἀγαθὰ τούτους αἰτεῖν, ἵνα δεχόμενοι, αἴσθησιν τοῦ χορηγοῦντος ἔχωσιν.Α κίαν φυλάξασθαι ῥᾴδιον, τὴν δὲ ἐγκεκρυμμένην ἐκε Φ. (ιν, τρέπεσθαι δύσκολον. ΤΙΤΛ. ΙΑ'. Περὶ ὕπνου καὶ ἀϋπνίας. Τοῦ ἁγίου Ευσταθίου. ψυχῆς πάσης ὕπνος. Κοινὸν σώματος καὶ Περὶ ὑπομονῆς καὶ μακροθυμίας. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον ἐπιστολῆς. — Στῆκε ὡς ἄκμων τυπτόμενος. Μεγά λου ἀθλητοῦ ἐστι δέρεσθαι καὶ νικᾶν· μάλιστα δὲ ἕνεκεν Θεοῦ πάντα ἡμᾶς ὑπομένειν δεῖ, ἵνα καὶ αὐτ τὸς ἡμᾶς ὑπομείνῃ. Ἐκ τῆς αὐτῆς. - Μακροθυμείτε μετ' ἀλλήλων ἐν πραύτητι, ὡς ὁ Θεὸς μεθ᾽ ὑμῶν διὰ παντός. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Φ. · ΤΙΤΛ. Δ'. - Περὶ φιλέργων καὶ σπουδαίων· καὶ ὅτι χρὴ ποιεῖν. ὠφέλειαν γὰρ ἔχει. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας. - Ο δέ γε ἐῤῥωμένος καὶ ἀκριβὴς λόγος, καὶ τὰ πικρὰ εἶναί φησι τῶν γλυκέων ἐφόδια, καὶ γίνεσθαι καρποὺς τῶν πόνων τὰς ἡδονάς. Ακμητὶ γὰρ οὐδὲν δύναται πα ραγενέσθαι. - · Τοῦ ἁγίου Εἰρην. - Οὐχ ομοίως ἀγαπᾶται, κ. τ. έ. ΤΙΤΛ. ΙΕ'. - Περὶ φίλων χρηστών. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτ των. — Φίλους ἡγητέον τοὺς βοηθεῖν καὶ ἀντωμε λεῖν ἐθέλοντας, κἂν μὴ δύνωνται. Φιλία γὰρ ἐν τῷ χρειώδει μᾶλλον, ἢ κράσει και συμφωνία βεβαιοῦται ἐθῶν, ὡς ἕκαστος τῶν συνελθόντων εἰς φιλικὴν κοι νωνίαν, τὸ Πυθαγόρειον ῥῆμα ἐπιφθέγξασθαι, ὅτι Αρά ἐστι φίλος ἕτερος ὡς ἐγώ ; ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Χ. ΤΙΤΛ. Δ'. - Περὶ χαρισμάτων καὶ δωρημάτων Θεοῦ· καὶ ὅτι βίῳ σεμνῷ ἀντιδίδοται παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τοῦ ἁγίου Τίτου, ἐκ τοῦ περὶ Προνοίας. -- Πρὸς δὲ τοῖς ἅπασι, τῶν συνήθως ὑπὸ Θεοῦ δεδομένων κοινῇ πᾶσιν ἀνθρώποις, εἰ μηδεμία τις ἔστιν ὅτε συνέβαινε κώλυσις, φορᾷ φύσεως ἄν τινος ἀμεταβλή- του την χορηγίαν αὐτῶν ἠθέλησαν ἄνθρωποι, καὶ οὐκ ἂν δὲ δεχόμενοι ταῦτα, χάριν ὡμολόγησαν τῷ Θεῷ, οὐκ ἂν δὲ ᾔτησαν ἔχοντες. Στερούνται τοιγαροῦν ἐνίοτε πρὸς ὀλίγον, ἵνα αἰτήσωσι, καὶ δέχονται αὖ- θις, ἵνα χάριν ὁμολογήσωσι τῷ χορηγοῦντι, γινώ- σκοντες ὡς αὐτός γέ ἐστιν ὁ παρέχων, καὶ οὐ φύσις ἄλλη τίς ἐστι παρὰ τὸν Θεὸν ἄκριτός τε, καὶ ἀμετα μέλητος ή χορηγούσα. Βούλεται δὲ ὁ Θεὸς εἰδέναι χάριν αὐτῷ, ἵνα ἀξιώτεροι τοῦ λαμβάνειν παρ' αυ τοῦ γένωνται, οὐχ ἵνα τι καρπώσηται εἰς ἑαυτόν. Βούλεται γὰρ τὰ ἀγαθὰ τούτους αἰτεῖν, ἵνα δεχόμε νοι, αἴσθησιν τοῦ χορηγούντος ἔχωσιν. Χαίρει μὲν γὰρ τὰ παρ' ἑαυτοῦ διδούς, χαίρει δὲ μᾶλλον ἀξίοις διδοὺς, ὡς τῆς φιλανθρωπίας τρόπον τινὰ ἀτιμαζο μένης, εἰ μὴ πρὸς εὐαισθήτους γένοιτο. - Φίλωνος, ἐκ τοῦ α' τῶν ἐν Ἐξόδῳ. · Όταν οι τῶν σπαρτῶν καρποὶ τελειωθῶσιν, οἱ τῶν δένδρων γενέσεως ἀρχὴν λαμβάνουσιν, ἵνα δολιχεύωσιν αἱ τοῦ Θεοῦ χάριτες τὸν αἰῶνα, ἵνα ἄλλαι ἄλλην διαδεχόμε ναι, καὶ συνάπτουσαι τέλη μὲν ἀρχαῖς, ἀρχὰς δὲ τέλεσιν, ἀτελεύτητοι ὦσιν. S. JOANNIS DAMASCENI cavere facile est, difficile vero, occultam devi- tare. TIT. II. S. Eustathii. - De somno et vigilia. Somnus corpori et animæ omni communis est, - - - TIT. XVII. — De patientia et perseverantia. Sancti Ignatii, ex Epistola ad Polycarpum. Sta velut incus quæ percutitur. Magni athletæ est verberari et vincere. Maxime autem propter Deum omnia nos sustinere oportet, ut et ipse nos susti- neat. - Ex eadem. Patienti animo invicem vos ferte cum mansuetudine, uti Deus vos semper. - LITTERA TIT. XIV. De operosis et studiosis : et quod ope- rari oporteat. Hoc enim utile est. Sancti Dionysii Alexandrini. — Sernio autem fir- mus et accuratus, amara esse ait ad dulcia com- meatum, ac voluptates laborum fructus evadere. Nihil enim sine labore comparari potest. --- -- S. Irenæi 72).—Non perinde diliguntur, etc. TIT. XV.. De bonis amicis. Philonis, ex libro primo Questionum in Genesim. – Inter amicos censeri debent, qui auxilio atque emolumento vicissim esse volunt, tametsi non pos- sint. Amicitia enim, non necessitate duntaxat, ve- rum etiam permistione et consensione morum fir- manda est : ita ut unusquisque eorunı qui amicam communionem contrahunt hoc Pythagoræ elatuin pronuntient Num amicus alter est mei similis? - : LITTERA X. TT. IV. De donis et muneribus Dei : et quod vitæ honestæ retribuatur a Spiritu sancto. - B C Sancti Titi, libro de Providentia. Præter hæc omnia, nisi quæ a Deo universis hominibus perinde concedi solent, identidem impediri contingeret, immobilis cujusdam naturæ impetu, horum largi- tionem nihil curassent homines, nec iis obtentis Deo gratias agerent, neque horum compotes facti, ullatenus precarentur. Ad tempus igitur aliquod donis privantur, ut exorent, rursumque accipiunt, ut largitori confiteantur, agnoscentes ipsum esse qui tribuit, nec alteram quamvis præter Deum na- turam esse, quæ indiscriminatim et sine poeniten- D tia subministret. Vult itaque Deus sibi gratiam ha- beri, ut homines evadant digniores qui ab ipso ac- cipiant, non ut sibi ipsi emolumenti quidpiam re- deat. Vult enim ut bona postulent, quibus acceptis largitorem sentiant. Gaudet enim dando quæ sua sunt : sed gaudet amplius dignis impartiendo : ac s ibenignitas ipsius modo quodam dedecoraretur, nisi in eos qui bene affecti sunt impenderetur. Philonis, ex lib. i Quæst. in Exodunt. - Quando sementis fructus maturi sunt, arborum subinde ſructus initium habent, ut Dei gratiæ per totum ævum veluti gyrando currant, adeoque aliæ aliis succedentes, et fines principiis ac principia finibus copulantes, indesinenter fluant. - TITA. IZ'. - - -
PG 96:541Χαίρει μὲν γὰρ τὰ παρ’ ἑαυτοῦ διδοὺς, χαίρει δὲ μᾶλλον ἀξίοις διδοὺς, ὡς τῆς φιλανθρωπίας τρόπον τινὰ ἀτιμαζομένης, εἰ μὴ πρὸς εὐαισθήτους γένοιτο. Φίλωνος, ἐκ τοῦ α τῶν ἐν Ἐξόδῳ. Ὅταν οἱ τῶν σπαρτῶν καρποὶ τελειωθῶσιν, οἱ τῶν δένδρων γενέσεως ἀρχὴν λαμβάνουσιν, ἵνα δολιχεύωσιν αἱ τοῦ Θεοῦ χάριτες τὸν αἰῶνα, ἵνα ἄλλαι ἄλλην διαδεχόμεναι, καὶ συνάπτουσαι τέλη μὲν ἀρχαῖς, ἀρχὰς δὲ τέλεσιν, ἀτελεύτητοι ὦσιν. Ἐκ τοῦ β τῶν αὐτῶν. Αἱ τοῦ Θεοῦ χάριτες οὐ μόνον ἀναγκαῖα παρέχονται, ἀλλὰ καὶ ὅσα πρὸς περιττὴν καὶ δαψιλεστέραν ἀπόλαυσιν. ΤΙΤΛ. Ι. Περὶ Χριστιανισμοῦ, καὶ τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς. Πρέπον ἐστὶ μὴ μόνον ἀκούειν Χριστιανοὺς, ἀλλὰ καὶ εἶναι. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ψ. ΤΙΤΛ. Α. Περὶ ψυχῆς καὶ νοῦ. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου. Αἱ ψυχαὶ ἀπέρχονται εἰς τὸν τόπον τὸν ἀφωρισμένον, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. Δ. Περὶ ψεύδους καὶ συκοφαντίας. Σευηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων. Τὸ ψεῦδος ὅταν θέλῃ πιστευθῆναι, ἐὰν μὴ πήξῃ θεμέλιον δοκούσης ἀληθείας, οὐ πιστεύεται. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ω. ΤΙΤΛ. Περὶ ὥρας θανάτου. Διδύμου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ εἰς τὸν Ἰώβ.Ἐκ τοῦ β' τῶν αὐτῶν. Α' τοῦ Θεοῦ χάριτες Α εὐ μόνον ἀναγκαῖα παρέχονται, ἀλλὰ καὶ ὅσα πρὸς περιττὴν καὶ δαψιλεστέραν ἀπόλαυσιν. ΤΗΤΑ. 14. - Περὶ Χριστιανισμοῦ, καὶ τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους Επιστολῆς. - Πρέπον ἐστὶ μὴ μόνον ἀκούειν Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ εἶναι. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ψ. ΤΙΤΑ. Α'. - · Περὶ ψυχῆς καὶ τοῦ Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου. - Αἱ ψυχαὶ ἀπέρχονται εἰς τὸν τόπον τὸν ἀχωρισμένον, κ. τ. έ. ΤΙΤΑ. Δ'. - - Περὶ ψεύδους καὶ συκοφαντίας. Σενηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων. — Τὸ ψεῦδος Σταν θέλῃ πιστευθῆναι, ἐὰν μὴ πήξῃ θεμέλιον δοκού- της ἀληθείας, οὐ πιστεύεται. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ο. ΤΙΤΛ. Περὶ ὥρας θανάτου. - Διδύμου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ εἰς τὸν Ἰώβ. Ἡ τῶν ἁμαρτημάτων μετάνοια, καθαρὸν ποιεῖ τοῦ μετα- νοοῦντος τὸν νοῦν. - Τοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸν Λὼτ καὶ τὸν Δαβίδ. — Την παροῦσαν ἀρετὴν ὁ Θεὸς ἀποδεχόμενος, τῶν παλαιῶν ἁμαρτημάτων ἀμνημονεύει. - Ιωσήππου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ ἀναγεγραμμένου κατὰ Πλάτωνος (53). — Καὶ οὗτος μὲν ὁ περὶ δαιμό. νων λόγος. Περὶ δὲ ᾅδου ἐν ᾧ συνέχονται αἱ ψυχαὶ δια καίων τε καὶ ἀδίκων, ἀναγκαῖον εἰπεῖν. Ὁ ᾅδης τύπος ἐστὶν ἐν τῇ κτίσει ἀκατασκεύαστος, χωρίον ὑπόγειον, ἐν ᾧ φῶς κόσμου οὐκ ἐπιλάμπει. Φωτὸς τοίνυν ἐν τούτῳ τῷ χωρίῳ μὴ καταλάμποντος, ἀνάγκη σκότος διηνεκώς τυγχάνειν. Τοῦτο τὸ χωρίον ὡς φρούριον ἀπενεμήθη ψυχαῖς, ἐφ᾽ ᾧ κατεστάθησαν ἄγγελοι ΤΙΤ. 1. - ΤΙΤ. - μένου κατὰ Πλάτωνα. Ιπιο κατὰ Πλάτωνος, περὶ τοῦ παντός, Θεὸν έναν- θρωπήσαντα. Τούτῳ ὁ Πατήρ πᾶσαν κρίσιν ἔδωκε· Χάος βαθὺ καὶ μέγα αναμέσον ἐστήρικται, ὥστε μήτε δίκαιον συμπαθήσαντα προσ δέξασθαι, μήτε ἄδικον τολμήσαι διελθεῖν· ἐστήρικται, οι προς Πλάτωνα ἢ περὶ τοῦ παντός, 1ππο, Ιωσίπ- που; κατὰ Πλάτωνος, κατά Πλάτωνα, ἐν δυσὶ λογιδίοις, περὶ τῆς τοῦ παντὸς αἰτίας, περὶ τῆς τοῦ παντὸς οὐσίας, - PARALLELA RUPEFUCALDINA. Ex secundo earumdem. Dei gratiæ non modo necessaria præstant; sed etiam quæcunque cumu- latam et afluentem oblectationem reddunt. TIT. XXI. - • De Christianismo, et Ecclesia gen- tium. - S. Ignatii, ex Epistola adi Magnesios. — Oportet non solum Christianos dici, sed etiam esse. LITTERA T. B G De anima et mente. - Animæ pergunt ad locum de- Sancti Irenæi. stinatum, etc. TIT. IV. De mendacio et detractione. - - Sereriani Gabalorum episcopi. Mendacium, dum fidem habere vult, nisi verisimilitudinis fun- damentum fixerit, non creditur. LITTERA Q. De tempore mortis. - Didymi, ex sermone in Job. — Peccatorum admis- sorum pœnitentia, puram reddit mentem illius quem plenitet. - Ejusdem in Lot et David. Virtutem præsentem suscipiens Deus, veterumi peccatorum obliviscitur. - Josephi, ex sermone inscripto contra Platonem, · Hactenus de dæmonibus dictum sit. De inferno autem, in quo detinentur justorum atque iniquo- rum animæ, loqui oportet. Infernus est locus in rebus creatis inconditus, receptaculum subterra- neum, in quo lux mundi non splendet. Luce igitur in hocce loco non fulgente, tenebras ibi per- petuo esse necessarium est. Regio illa tanquam ĉustodia est animabus destinata, in qua angeli con- NOTÆ. adver- sus Platonem, ut infra perspicuum fet. Lucubra- rionis hujus de universo, excer- ptum aliud habetur in hisce Parallelis Rupefucal- dinis, litt. a, tit. LXXI, ubi Meletio Antiocheno tri- buitur. Photius in Bibliotheca, cod. 48, hoc iden opus assignatum fuisse narrat sanctis Justino, Ire- næo, et Caio Romanæ Ecclesiæ presbytero. Josephi quidem non esse fetum, inde certissime constare arbitror, quod ambæ istæ lacinia, imo totum fra- gmentum, quod Hoeschelius in notis ad Photium Græce edidit, ac Græce Latineque Stephanus Le Moyne inter Varia sacra, Christianum, non Judæum auctorem prodat. Nam Christum esse Deum Ver- bum docet, imo Deum factum hominem, Evangelicas insuper locutiones et sententias usurpat. Sic enim de Deo Verbo carne facto loquitur: Huic Pater omne judicium dedit: quemadmodum scilicet Joan. v. 12, legerat : Neque enim Pater judicat quemquam : sed omne judicium dedit Filio. flemque ubi dicit : Chaos profundum et magnum inter utrosque firmatum est, ut neque justus illos miserationis affectu recipiat, neque injustus ad hos audeat transire: quid aliud sibi vult, nisi quod Lucæ xvi, 26, Dominus pronun- ţiaverat : Et in his omnibus inter nos et vos chaos D magnum frmatum est, ut hi qui volunt hinc transire ad vos, non possint, neque inde trans- meare. Eos dedita opera non refello, qui tractatum istum Caio, Justino, Irenæo, Origeni, Meletio ascripserunt. Satius sit nobis, in inscriptione lapi- dea vetustissima, quæ etiamnum exstat inter opera Hippolyti Portuensis episcopi, recenseri li- brum ad Platonem, seu de universo: ut alterum illius parentein non. quæranus. Nimirum accidisse oportet, ut libra- rius, cum in codice quem præ oculis habebat, pri- mas duntaxat nominis Hippolyti litteras Græcas legeret, deletis vel compendio suppressis aliis, hinc arbitratus sit, fuisse scriptum, unde opus Josepho restituendum intulerit. Auctorem porro, non Platonis opiniones propu- gnasse, sed potius impugnasse, adeoque legendum esse, non iam viri docti observarunt. Et certe in his fragmentis Pla- tonicorum philosophorum de inferno fabulæ, ac næniæ dedita opera refelluntur, explodunturque, horum loco substitutis quæ Christiana fides tradit, si pauca demas quæ a communi Catholicorum do- ctrina discrepant. Photius observat opus istud in duas partes distributum fuisse, quin etiam in quibusdam codicibus ejusmodi in- scriptionem habuisse, de causa universi, et in aliis de substantia universi. Plura videsis apud cumdem Photium. t (33) Ιωσήππου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ ἀναγεγραμ-
Ἡ τῶν ἁμαρτημάτων μετάνοια, καθαρὸν ποιεῖ τοῦ μετανοοῦντος τὸν νοῦν. Τοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸν Λὼτ καὶ τὸν Δαβίδ. Τὴν παροῦσαν ἀρετὴν ὁ Θεὸς ἀποδεχόμενος, τῶν παλαιῶν ἁμαρτημάτων ἀμνημονεύει. Ἰωσήππου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ ἀναγεγραμμένου κατὰ Πλάτωνος. Καὶ οὗτος μὲν ὁ περὶ δαιμόνων λόγος. Περὶ δὲ ᾅδου ἐν ᾧ συνέχονται αἱ ψυχαὶ δικαίων τε καὶ ἀδίκων, ἀναγκαῖον εἰπεῖν. Ὁ ᾅδης τόπος ἐστὶν ἐν τῇ κτίσει ἀκατασκεύαστος, χωρίον ὑπόγειον, ἐν ᾧ φῶς κόσμου οὐκ ἐπιλάμπει. Φωτὸς τοίνυν ἐν τούτῳ τῷ χωρίῳ μὴ καταλάμποντος, ἀνάγκη σκότος διηνεκῶς τυγχάνειν. Τοῦτο τὸ χωρίον ὡς φρούριον ἀπενεμήθη ψυχαῖς, ἐφ’ ᾧ κατεστάθησαν ἄγγελοι φρουροὶ, πρὸς τὰς ἑκάστου πράξεις διανέμοντες τὰς τῶν τόπων προσκαίρους κολάσεις. Ἐν τούτῳ δὲ τῷ χωρίῳ τόπος ἀφώρισταί τις λίμνης πυρὸς ἀσβέστου, ἐν ᾧ μὲν οὐδέπω τινὰ καταρερίφθαι ὑπειλήφαμεν, ἐσκευάσθαι δὲ εἰς τὴν προωρισμένην ἡμέραν παρὰ Θεοῦ, ἐν ᾗ δικαίας κρίσεως ἀπόφασις μία πᾶσιν ἀξίως προσενεχθῇ·Ἐκ τοῦ β' τῶν αὐτῶν. Α' τοῦ Θεοῦ χάριτες Α εὐ μόνον ἀναγκαῖα παρέχονται, ἀλλὰ καὶ ὅσα πρὸς περιττὴν καὶ δαψιλεστέραν ἀπόλαυσιν. ΤΗΤΑ. 14. - Περὶ Χριστιανισμοῦ, καὶ τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους Επιστολῆς. - Πρέπον ἐστὶ μὴ μόνον ἀκούειν Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ εἶναι. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ψ. ΤΙΤΑ. Α'. - · Περὶ ψυχῆς καὶ τοῦ Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου. - Αἱ ψυχαὶ ἀπέρχονται εἰς τὸν τόπον τὸν ἀχωρισμένον, κ. τ. έ. ΤΙΤΑ. Δ'. - - Περὶ ψεύδους καὶ συκοφαντίας. Σενηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων. — Τὸ ψεῦδος Σταν θέλῃ πιστευθῆναι, ἐὰν μὴ πήξῃ θεμέλιον δοκού- της ἀληθείας, οὐ πιστεύεται. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ο. ΤΙΤΛ. Περὶ ὥρας θανάτου. - Διδύμου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ εἰς τὸν Ἰώβ. Ἡ τῶν ἁμαρτημάτων μετάνοια, καθαρὸν ποιεῖ τοῦ μετα- νοοῦντος τὸν νοῦν. - Τοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸν Λὼτ καὶ τὸν Δαβίδ. — Την παροῦσαν ἀρετὴν ὁ Θεὸς ἀποδεχόμενος, τῶν παλαιῶν ἁμαρτημάτων ἀμνημονεύει. - Ιωσήππου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ ἀναγεγραμμένου κατὰ Πλάτωνος (53). — Καὶ οὗτος μὲν ὁ περὶ δαιμό. νων λόγος. Περὶ δὲ ᾅδου ἐν ᾧ συνέχονται αἱ ψυχαὶ δια καίων τε καὶ ἀδίκων, ἀναγκαῖον εἰπεῖν. Ὁ ᾅδης τύπος ἐστὶν ἐν τῇ κτίσει ἀκατασκεύαστος, χωρίον ὑπόγειον, ἐν ᾧ φῶς κόσμου οὐκ ἐπιλάμπει. Φωτὸς τοίνυν ἐν τούτῳ τῷ χωρίῳ μὴ καταλάμποντος, ἀνάγκη σκότος διηνεκώς τυγχάνειν. Τοῦτο τὸ χωρίον ὡς φρούριον ἀπενεμήθη ψυχαῖς, ἐφ᾽ ᾧ κατεστάθησαν ἄγγελοι ΤΙΤ. 1. - ΤΙΤ. - μένου κατὰ Πλάτωνα. Ιπιο κατὰ Πλάτωνος, περὶ τοῦ παντός, Θεὸν έναν- θρωπήσαντα. Τούτῳ ὁ Πατήρ πᾶσαν κρίσιν ἔδωκε· Χάος βαθὺ καὶ μέγα αναμέσον ἐστήρικται, ὥστε μήτε δίκαιον συμπαθήσαντα προσ δέξασθαι, μήτε ἄδικον τολμήσαι διελθεῖν· ἐστήρικται, οι προς Πλάτωνα ἢ περὶ τοῦ παντός, 1ππο, Ιωσίπ- που; κατὰ Πλάτωνος, κατά Πλάτωνα, ἐν δυσὶ λογιδίοις, περὶ τῆς τοῦ παντὸς αἰτίας, περὶ τῆς τοῦ παντὸς οὐσίας, - PARALLELA RUPEFUCALDINA. Ex secundo earumdem. Dei gratiæ non modo necessaria præstant; sed etiam quæcunque cumu- latam et afluentem oblectationem reddunt. TIT. XXI. - • De Christianismo, et Ecclesia gen- tium. - S. Ignatii, ex Epistola adi Magnesios. — Oportet non solum Christianos dici, sed etiam esse. LITTERA T. B G De anima et mente. - Animæ pergunt ad locum de- Sancti Irenæi. stinatum, etc. TIT. IV. De mendacio et detractione. - - Sereriani Gabalorum episcopi. Mendacium, dum fidem habere vult, nisi verisimilitudinis fun- damentum fixerit, non creditur. LITTERA Q. De tempore mortis. - Didymi, ex sermone in Job. — Peccatorum admis- sorum pœnitentia, puram reddit mentem illius quem plenitet. - Ejusdem in Lot et David. Virtutem præsentem suscipiens Deus, veterumi peccatorum obliviscitur. - Josephi, ex sermone inscripto contra Platonem, · Hactenus de dæmonibus dictum sit. De inferno autem, in quo detinentur justorum atque iniquo- rum animæ, loqui oportet. Infernus est locus in rebus creatis inconditus, receptaculum subterra- neum, in quo lux mundi non splendet. Luce igitur in hocce loco non fulgente, tenebras ibi per- petuo esse necessarium est. Regio illa tanquam ĉustodia est animabus destinata, in qua angeli con- NOTÆ. adver- sus Platonem, ut infra perspicuum fet. Lucubra- rionis hujus de universo, excer- ptum aliud habetur in hisce Parallelis Rupefucal- dinis, litt. a, tit. LXXI, ubi Meletio Antiocheno tri- buitur. Photius in Bibliotheca, cod. 48, hoc iden opus assignatum fuisse narrat sanctis Justino, Ire- næo, et Caio Romanæ Ecclesiæ presbytero. Josephi quidem non esse fetum, inde certissime constare arbitror, quod ambæ istæ lacinia, imo totum fra- gmentum, quod Hoeschelius in notis ad Photium Græce edidit, ac Græce Latineque Stephanus Le Moyne inter Varia sacra, Christianum, non Judæum auctorem prodat. Nam Christum esse Deum Ver- bum docet, imo Deum factum hominem, Evangelicas insuper locutiones et sententias usurpat. Sic enim de Deo Verbo carne facto loquitur: Huic Pater omne judicium dedit: quemadmodum scilicet Joan. v. 12, legerat : Neque enim Pater judicat quemquam : sed omne judicium dedit Filio. flemque ubi dicit : Chaos profundum et magnum inter utrosque firmatum est, ut neque justus illos miserationis affectu recipiat, neque injustus ad hos audeat transire: quid aliud sibi vult, nisi quod Lucæ xvi, 26, Dominus pronun- ţiaverat : Et in his omnibus inter nos et vos chaos D magnum frmatum est, ut hi qui volunt hinc transire ad vos, non possint, neque inde trans- meare. Eos dedita opera non refello, qui tractatum istum Caio, Justino, Irenæo, Origeni, Meletio ascripserunt. Satius sit nobis, in inscriptione lapi- dea vetustissima, quæ etiamnum exstat inter opera Hippolyti Portuensis episcopi, recenseri li- brum ad Platonem, seu de universo: ut alterum illius parentein non. quæranus. Nimirum accidisse oportet, ut libra- rius, cum in codice quem præ oculis habebat, pri- mas duntaxat nominis Hippolyti litteras Græcas legeret, deletis vel compendio suppressis aliis, hinc arbitratus sit, fuisse scriptum, unde opus Josepho restituendum intulerit. Auctorem porro, non Platonis opiniones propu- gnasse, sed potius impugnasse, adeoque legendum esse, non iam viri docti observarunt. Et certe in his fragmentis Pla- tonicorum philosophorum de inferno fabulæ, ac næniæ dedita opera refelluntur, explodunturque, horum loco substitutis quæ Christiana fides tradit, si pauca demas quæ a communi Catholicorum do- ctrina discrepant. Photius observat opus istud in duas partes distributum fuisse, quin etiam in quibusdam codicibus ejusmodi in- scriptionem habuisse, de causa universi, et in aliis de substantia universi. Plura videsis apud cumdem Photium. t (33) Ιωσήππου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ ἀναγεγραμ-
PG 96:542καὶ οἱ μὲν ἄδικοι καὶ Θεῷ ἀπειθήσαντες, τά τε μάταια ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων κατεσκευασμένα εἴδωλα, ὡς Θεὸν τιμήσαντες, ταύτης τῆς ἀϊδίου κολάσεως ὡς αἴτιοι μιασμάτων γενόμενοι προκριθῶσι· οἱ δὲ δίκαιοι τῆς ἀφθάρτου καὶ ἀνεκλείπτου βασιλείας τύχωσιν. Οἱ ἐν τῷ ᾅδῃ νῦν μὲν συνέχονται, ἀλλ’ οὐ τῷ αὐτῷ τόπῳ, ὡς οἱ δίκαιοι. Μία γὰρ εἰς τοῦτο τὸ χωρίον κάθοδος, οὗ τῇ πύλῃ ἐφεστῶτα ἀρχάγγελον ἅμα στρατιᾷ πεπιστεύκαμεν, ἣν πύλην διελθόντες οἱ καταγόμενοι ὑπὸ τῶν ἐπὶ τὰς ψυχὰς τεταγμένων, οὐ μιᾷ ὁδῷ πορεύονται· ἀλλ’ οἱ μὲν δίκαιοι εἰς δεξιὰ φωταγωγούμενοι, καὶ ὑπὸ τῶν ἐφεστώτων κατὰ τόπον ἀγγέλων ὑμνούμενοι, ἄγονται εἰς χωρίον φωτεινὸν, ἐν ᾧ οἱ ἀπ’ ἀρχῆς δίκαιοι πολιτεύονται, οὐχ ὑπ’ ἀνάγκης κρατούμενοι, ἀλλὰ τῆς τῶν ὁρωμένων ἀγαθῶν θεωρίας ἀεὶ ἀπολαύοντες, καὶ τῇ τῶν ἑκάστοτε καινῶν ὁρωμένων προσδοκίᾳ ἡδόμενοι, κἀκεῖνα τούτων βελτίονα ἡγούμενοι, οὗ ὁ τόπος οὐ καματηφόρος γίνεται. Οὐ καύσων, οὐ κρύος, οὐ τρίβολος ἐν αὐτῷ, ἀλλ’ ἡ τῶν Πατέρων δικαίων ὁρωμένη ὄψις πάντοτε μειδιᾷ, ἀναμενόντων τὴν μετὰ τοῦτο τὸ χωρίον ἀνάπαυσιν, καὶ αἰωνίαν ἀναβίωσιν ἐν οὐρανῷ.Ἐκ τοῦ β' τῶν αὐτῶν. Α' τοῦ Θεοῦ χάριτες Α εὐ μόνον ἀναγκαῖα παρέχονται, ἀλλὰ καὶ ὅσα πρὸς περιττὴν καὶ δαψιλεστέραν ἀπόλαυσιν. ΤΗΤΑ. 14. - Περὶ Χριστιανισμοῦ, καὶ τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους Επιστολῆς. - Πρέπον ἐστὶ μὴ μόνον ἀκούειν Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ εἶναι. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ψ. ΤΙΤΑ. Α'. - · Περὶ ψυχῆς καὶ τοῦ Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου. - Αἱ ψυχαὶ ἀπέρχονται εἰς τὸν τόπον τὸν ἀχωρισμένον, κ. τ. έ. ΤΙΤΑ. Δ'. - - Περὶ ψεύδους καὶ συκοφαντίας. Σενηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων. — Τὸ ψεῦδος Σταν θέλῃ πιστευθῆναι, ἐὰν μὴ πήξῃ θεμέλιον δοκού- της ἀληθείας, οὐ πιστεύεται. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ο. ΤΙΤΛ. Περὶ ὥρας θανάτου. - Διδύμου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ εἰς τὸν Ἰώβ. Ἡ τῶν ἁμαρτημάτων μετάνοια, καθαρὸν ποιεῖ τοῦ μετα- νοοῦντος τὸν νοῦν. - Τοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸν Λὼτ καὶ τὸν Δαβίδ. — Την παροῦσαν ἀρετὴν ὁ Θεὸς ἀποδεχόμενος, τῶν παλαιῶν ἁμαρτημάτων ἀμνημονεύει. - Ιωσήππου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ ἀναγεγραμμένου κατὰ Πλάτωνος (53). — Καὶ οὗτος μὲν ὁ περὶ δαιμό. νων λόγος. Περὶ δὲ ᾅδου ἐν ᾧ συνέχονται αἱ ψυχαὶ δια καίων τε καὶ ἀδίκων, ἀναγκαῖον εἰπεῖν. Ὁ ᾅδης τύπος ἐστὶν ἐν τῇ κτίσει ἀκατασκεύαστος, χωρίον ὑπόγειον, ἐν ᾧ φῶς κόσμου οὐκ ἐπιλάμπει. Φωτὸς τοίνυν ἐν τούτῳ τῷ χωρίῳ μὴ καταλάμποντος, ἀνάγκη σκότος διηνεκώς τυγχάνειν. Τοῦτο τὸ χωρίον ὡς φρούριον ἀπενεμήθη ψυχαῖς, ἐφ᾽ ᾧ κατεστάθησαν ἄγγελοι ΤΙΤ. 1. - ΤΙΤ. - μένου κατὰ Πλάτωνα. Ιπιο κατὰ Πλάτωνος, περὶ τοῦ παντός, Θεὸν έναν- θρωπήσαντα. Τούτῳ ὁ Πατήρ πᾶσαν κρίσιν ἔδωκε· Χάος βαθὺ καὶ μέγα αναμέσον ἐστήρικται, ὥστε μήτε δίκαιον συμπαθήσαντα προσ δέξασθαι, μήτε ἄδικον τολμήσαι διελθεῖν· ἐστήρικται, οι προς Πλάτωνα ἢ περὶ τοῦ παντός, 1ππο, Ιωσίπ- που; κατὰ Πλάτωνος, κατά Πλάτωνα, ἐν δυσὶ λογιδίοις, περὶ τῆς τοῦ παντὸς αἰτίας, περὶ τῆς τοῦ παντὸς οὐσίας, - PARALLELA RUPEFUCALDINA. Ex secundo earumdem. Dei gratiæ non modo necessaria præstant; sed etiam quæcunque cumu- latam et afluentem oblectationem reddunt. TIT. XXI. - • De Christianismo, et Ecclesia gen- tium. - S. Ignatii, ex Epistola adi Magnesios. — Oportet non solum Christianos dici, sed etiam esse. LITTERA T. B G De anima et mente. - Animæ pergunt ad locum de- Sancti Irenæi. stinatum, etc. TIT. IV. De mendacio et detractione. - - Sereriani Gabalorum episcopi. Mendacium, dum fidem habere vult, nisi verisimilitudinis fun- damentum fixerit, non creditur. LITTERA Q. De tempore mortis. - Didymi, ex sermone in Job. — Peccatorum admis- sorum pœnitentia, puram reddit mentem illius quem plenitet. - Ejusdem in Lot et David. Virtutem præsentem suscipiens Deus, veterumi peccatorum obliviscitur. - Josephi, ex sermone inscripto contra Platonem, · Hactenus de dæmonibus dictum sit. De inferno autem, in quo detinentur justorum atque iniquo- rum animæ, loqui oportet. Infernus est locus in rebus creatis inconditus, receptaculum subterra- neum, in quo lux mundi non splendet. Luce igitur in hocce loco non fulgente, tenebras ibi per- petuo esse necessarium est. Regio illa tanquam ĉustodia est animabus destinata, in qua angeli con- NOTÆ. adver- sus Platonem, ut infra perspicuum fet. Lucubra- rionis hujus de universo, excer- ptum aliud habetur in hisce Parallelis Rupefucal- dinis, litt. a, tit. LXXI, ubi Meletio Antiocheno tri- buitur. Photius in Bibliotheca, cod. 48, hoc iden opus assignatum fuisse narrat sanctis Justino, Ire- næo, et Caio Romanæ Ecclesiæ presbytero. Josephi quidem non esse fetum, inde certissime constare arbitror, quod ambæ istæ lacinia, imo totum fra- gmentum, quod Hoeschelius in notis ad Photium Græce edidit, ac Græce Latineque Stephanus Le Moyne inter Varia sacra, Christianum, non Judæum auctorem prodat. Nam Christum esse Deum Ver- bum docet, imo Deum factum hominem, Evangelicas insuper locutiones et sententias usurpat. Sic enim de Deo Verbo carne facto loquitur: Huic Pater omne judicium dedit: quemadmodum scilicet Joan. v. 12, legerat : Neque enim Pater judicat quemquam : sed omne judicium dedit Filio. flemque ubi dicit : Chaos profundum et magnum inter utrosque firmatum est, ut neque justus illos miserationis affectu recipiat, neque injustus ad hos audeat transire: quid aliud sibi vult, nisi quod Lucæ xvi, 26, Dominus pronun- ţiaverat : Et in his omnibus inter nos et vos chaos D magnum frmatum est, ut hi qui volunt hinc transire ad vos, non possint, neque inde trans- meare. Eos dedita opera non refello, qui tractatum istum Caio, Justino, Irenæo, Origeni, Meletio ascripserunt. Satius sit nobis, in inscriptione lapi- dea vetustissima, quæ etiamnum exstat inter opera Hippolyti Portuensis episcopi, recenseri li- brum ad Platonem, seu de universo: ut alterum illius parentein non. quæranus. Nimirum accidisse oportet, ut libra- rius, cum in codice quem præ oculis habebat, pri- mas duntaxat nominis Hippolyti litteras Græcas legeret, deletis vel compendio suppressis aliis, hinc arbitratus sit, fuisse scriptum, unde opus Josepho restituendum intulerit. Auctorem porro, non Platonis opiniones propu- gnasse, sed potius impugnasse, adeoque legendum esse, non iam viri docti observarunt. Et certe in his fragmentis Pla- tonicorum philosophorum de inferno fabulæ, ac næniæ dedita opera refelluntur, explodunturque, horum loco substitutis quæ Christiana fides tradit, si pauca demas quæ a communi Catholicorum do- ctrina discrepant. Photius observat opus istud in duas partes distributum fuisse, quin etiam in quibusdam codicibus ejusmodi in- scriptionem habuisse, de causa universi, et in aliis de substantia universi. Plura videsis apud cumdem Photium. t (33) Ιωσήππου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ ἀναγεγραμ-
PG 96:543Τούτῳ δὲ ὄνομα κικλήσκομεν, κόλπον Ἀβραάμ. Οἱ δὲ ἄδικοι εἰς ἀριστερὰ ἕλκονται ὑπὸ ἀγγέλων κολαστῶν, οὐκέτι ἑκουσίως πορευόμενοι, ἀλλὰ μετὰ βίας ὡς δέσμιοι ἑλκόμενοι· οἷς οἱ ἐφεστῶτες ἄγγελοι, ἐπιγελῶντες διαπέμπονται, ἐπονειδίζοντες, καὶ φοβερῷ ὄμματι ἐπαπειλοῦντες, εἰς τὰ κατώτερα μέρη ὠθοῦντες, οὓς ἀγομένους ἕλκουσιν οἱ ἐφεστῶτες ἕως πλησίον τῆς γεέννης. Οἱ ἐγγίονες ὄντες, τοῦ μὲν βρασμοῦ ἀδιαλέπτως ἐπακούουσι, καὶ τοῦ τῆς θερμῆς ἀτμοῦ οὐκ ἀμοιροῦσιν· αὐτῆς δὲ τῆς ἐγγίονος ὄψεως τὴν φοβερὰν καὶ ὑπερβαλλόντως ξανθὴν θέαν τοῦ πυρὸς ὁρῶντες καταπεπλήγασι, τῇ προσδοκίᾳ τῆς μελλούσης κρίσεως ἤδη κολαζόμενοι. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι τὸν τῶν δικαίων χῶρον, καὶ τοὺς δικαίους ὁρῶσι, καὶ ἐπ’ αὐτῷ τούτῳ κολαζόμενοι. Χάος γὰρ βαθὺ καὶ μέγα ἀνάμεσον ἐστήρικται, ὡς μήτε δίκαιον συμπαθήσαντα προσδέξασθαι, μήτε ἄδικον τολμήσαντα διελθεῖν. Οὗτος ὁ περὶ ᾅδου λόγος, ἐν ᾧ αἱ ψυχαὶ πάντων κατέχονται μέχρι καιροῦ, ὃν ὁ Θεὸς ὥρισεν, ἀνάστασιν τότε πάντων ποιησόμενος, οὐ ψυχὰς μετενσωματῶν, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ σώματα ἀνιστῶν, ἃ λελυμένα ὁρῶντες, εἰ ἀπιστεῖτε, Ἕλληνες, μάθετε μὴ ἀπιστεῖν.Α φρουροί, πρὸς τὰς ἑκάστου πράξεις διανέμοντες τὰς τῶν τόπων προσκαίρους κολάσεις. Ἐν τούτῳ δὲ τῷ χωρίῳ τόπος ἀφώρισται τις λίμνης πυρὸς ἀσβέστου, ἐν ᾧ μὲν οὐδέπω τινὰ καταρερίφθαι υπειλήφαμεν, ἐσκευάσθαι δὲ εἰς τὴν προωρισμένην ἡμέραν παρὰ Θεοῦ, ἐν ᾗ δικαίας κρίσεως ἀπόφασις μία πᾶσιν ἀξίως προσενεχθῇ· καὶ οἱ μὲν ἄδικοι καὶ Θεῷ ἀπει- θήσαντες, τά τε μάταια ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων κατ- εσκευασμένα είδωλα, ὡς Θεὸν τιμήσαντες, ταύτης τῆς ἀϊδίου κολάσεως ὡς αἴτιοι μιασμάτων γενόμενοι προκριθῶσι· οἱ δὲ δίκαιοι τῆς ἀφθάρτου καὶ ἀνεκλεί πτου βασιλείας τύχωσιν. Οἱ ἐν τῷ ᾅδῃ νῦν μὲν συν- έχονται, ἀλλ' οὐ τῷ αὐτῷ τόπῳ, ὡς οἱ δίκαιοι. Μία γὰρ εἰς τοῦτο τὸ χωρίον κάθοδος, οὗ τῇ πύλῃ ἐφεστῶ τα ἀρχάγγελον ἅμα στρατιᾷ πεπιστεύκαμεν, ἣν πύ λην διελθόντες οἱ καταγόμενοι ὑπὸ τῶν ἐπὶ τὰς ψυ χὰς τεταγμένων, οὐ μιᾷ ὁδῷ πορεύονται· ἀλλ᾽ οἱ μὲν δίκαιοι εἰς δεξιὰ φωταγωγούμενοι, καὶ ὑπὸ τῶν ἐφεστώτων κατὰ τόπον ἀγγέλων ὑμνούμενοι, ἄγονται εἰς χωρίον φωτεινὸν, ἐν ᾧ οἱ ἀπ' ἀρχῆς δίκαιοι που λιτεύονται, οὐχ ὑπ' ἀνάγκης κρατούμενοι, ἀλλὰ τῆς τῶν ὁρωμένων ἀγαθῶν θεωρίας ἀεὶ ἀπολαύοντες, καὶ τῇ τῶν ἑκάστοτε καινῶν ὁρωμένων προσδοκία ἡδά μενοι, κἀκεῖνα τούτων βελτίονα ἡγούμενοι, οὗ ὁ τό πος οὐ καματηφόρος γίνεται. Οὐ καύσων, οὐ κρύος, οὐ τρίβολος ἐν αὐτῷ, ἀλλ' ἡ τῶν Πατέρων δικαίων ὀρωμένη ύψις πάντοτε μειδιᾷ, ἀναμενόντων τὴν μετὰ τοῦτο τὸ χωρίον ἀνάπαυσιν, καὶ αἰωνίαν ἀναβίωσιν ἐν οὐρανῷ. Τούτῳ δὲ ὄνομα κικλήσκομεν, κόλπον Αβραάμ. Οἱ δὲ ἄδικοι εἰς ἀριστερὰ ἕλκονται ὑπὸ ἀγγέλων κολαστῶν, οὐκέτι ἑκουσίως πορευόμενοι, ἀλλὰ μετὰ βίας ὡς δέσμιοι Ελκόμενοι· οἷς οἱ ἐφεστώ τες ἄγγελοι, ἐπιγελώντες διαπέμπονται, ἐπονειδί ζοντες, καὶ φοβερῷ ὄμματι επαπειλοῦντες, εἰς τὰ κατώτερα μέρη ὠθοῦντες, οὓς ἀγομένους ἕλκουσιν οἱ ἐφεστῶτες έως πλησίον τῆς γεέννης. Οἱ ἐγγίονες ὄντες, τοῦ μὲν βρασμοῦ ἀδιαλείπτως ἐπακούουσι, καὶ τοῦ τῆς θερμῆς ἀτμοῦ οὐκ ἀμοιροῦσιν· αὐτῆς δὲ τῆς ἐγγίονος ὄψεως τὴν φοβερὰν καὶ ὑπερβαλλόντως ξαν θὴν θέαν τοῦ πυρὸς ὁρῶντες καταπεπλήγασι, τῇ προσδοκία τῆς μελλούσης κρίσεως ἤδη κολαζόμενοι. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι τὸν τῶν δικαίων χῶρον, καὶ τοὺς δικαίους ὁρῶσι, καὶ ἐπ' αὐτῷ τούτῳ κολαζόμενοι. Χάος γὰρ βαθὺ καὶ μέγα ἀνάμεσον ἐστήρικται, ὡς μήτε δίκαιον συμπαθήσαντα προσδέξασθαι, μήτε ἄδικον τολμήσαντα διελθεῖν. Οὗτος ὁ περὶ ᾅδου λό γυς, ἐν ᾧ αἱ ψυχαὶ πάντων κατέχονται μέχρι καιρού, δ, ὁ Θεὸς ὥρισεν, ἀνάστασιν τότε πάντων ποιησόμε νος, οὐ ψυχὰς μετενσωματῶν, ἀλλ' αὐτὰ τὰ σώματα ἀνιστῶν, ἃ λελυμένα ὁρῶντες, εἰ ἀπιστεῖτε, Ελλη νες, μάθετε μὴ ἀπιστεῖν. Τὴν γὰρ ψυχὴν γενητὴν καὶ ἀθάνατον ὑπὸ Θεοῦ γεγονέναι πιστεύσαντες, κατὰ τὸν Πλάτωνος λόγον, χρόνῳ, μὴ ἀπιστήσητε, ὡς καὶ τὸ σῶμα ἐκ τῶν αὐτῶν στοιχείων γενόμενον, δυνατός ὁ Θεὸς ἀναβιώσας ἀθάνατον ποιεῖν. S. JOANNIS DAMASCENI PARALLELA RUPEFUCALDINA stituti sunt custodes, qui pro uniuscujusque faci- noribus temporarias locorum pœnas distribuant. - B In hac regione locus quidam separatus est, lacus nimirum ignis inexstincti, in quem nullum adhuc conjectum esse existimamus. Præparatus autem est ad determinatam a Deo diem, cum una justi judicii sententia de omnibus pro ipsorum merito feretur : ac injusti quidem et Deo refractarii, idola vana quæ manus hominum fabricaverunt, uti Deum colentes, isti æterno supplicio, utpote qui se sordibus con- spurcarunt, adjudicabuntur : justi vero regno in- corrupto nec desituro potientur. Illi nunc in inferno continentur, sed non in eodem loco in quo justi versantur. Unus quippe est ad eam regionem de. scensus, ad cujus januam Archangelum cum exer- citu collocatum credimus, quam portam prætereun- tes, qui deducuntur ab animarum præsidibus ange- lis, non una eademque via pergunt: sed justi ad dextram per mediam lucem multosque circumstan- tes angelos, qui hymnis ipsos prosequuntur, ad locum tandem lucidissimum perveniunt, in quo antiqui justi versantur, non necessitate constricti, sed contemplatione bonorum quæ vident perpetuo fruentes, et novorum quæ creberrime contemplan- tur, exspectatione delectati, ut illa his potiora ha- beant. Quibus locus iste labores nullos parit. Non bic astus est, non frigus, non tribulus, sed justo- rum Patrum conspecta facies ubique ridet, post mansionem istam, quietem, æternamque in cœlo vitam praestolantium. Atqui locum hunc appella- mus sinum Abrahæ. Injusti vero ad lævam trahun- " tur ab angelis tortoribus ; neque sponte amplius vadunt, sed adhibita vi rapiuntur tanquam vincti, quos præsides angeli irridendo dimittunt, eosque exprobrantes, et torvis oculis minitantes, ad infe- riores partes gehennæ detrudunt. Sic porro dedu- clas animas præsides instantesque angeli trahunt ad conduia gehennæ. Cum itaque tam prope sint, audiunt semper conflagrationem, nec sunt expertes fuui ex isto calore manantis : proxima autem vi- sione ista terribile et immodice luteum ignis spe- ctaculum videntes, horrescunt ceu gelu constricti propter exspectationem futuri judicii, quasi modo jam supplicio affecti. Sed nec illi justorum regio- nem, nec justos cernunt, hocque ipso torquentur. D Nam et in medio chaos magnum et profundum fir- matum est, adeo ut nullus justorum misericordia ductus, transire illuc possit, aut ullus injustus qui audeat transmeare. Hæc de inferno dicenda erant, in quo continentur omnium animæ usque ad tein- pus quod Deus determinavit, ut resurrectionem cunctorum faciat, non animas a corporibus in cor- pora transferens, sed corpora ipsa resuscitans, quæ cum soluta videatis, si fidem denegatis, o Græci, discite increduli non esse. Animam quippe creatam C et immortalem quoad tempus a Deo factam credentes esse veluti docet Plato, non inficiemini, Nam corpus ex iisdem elementis conflatum, potest Deus illud denuo excitans, immortale reddere, ་
PG 96:544Τὴν γὰρ ψυχὴν γενητὴν καὶ ἀθάνατον ὑπὸ Θεοῦ γεγονέναι πιστεύσαντες, κατὰ τὸν Πλάτωνος λόγον, χρόνῳ, μὴ ἀπιστήσητε, ὡς καὶ τὸ σῶμα ἐκ τῶν αὐτῶν στοιχείων γενόμενον, δύνατος ὁ Θεὸς ἀναβιώσας ἀθάνατον ποιεῖν.Α φρουροί, πρὸς τὰς ἑκάστου πράξεις διανέμοντες τὰς τῶν τόπων προσκαίρους κολάσεις. Ἐν τούτῳ δὲ τῷ χωρίῳ τόπος ἀφώρισται τις λίμνης πυρὸς ἀσβέστου, ἐν ᾧ μὲν οὐδέπω τινὰ καταρερίφθαι υπειλήφαμεν, ἐσκευάσθαι δὲ εἰς τὴν προωρισμένην ἡμέραν παρὰ Θεοῦ, ἐν ᾗ δικαίας κρίσεως ἀπόφασις μία πᾶσιν ἀξίως προσενεχθῇ· καὶ οἱ μὲν ἄδικοι καὶ Θεῷ ἀπει- θήσαντες, τά τε μάταια ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων κατ- εσκευασμένα είδωλα, ὡς Θεὸν τιμήσαντες, ταύτης τῆς ἀϊδίου κολάσεως ὡς αἴτιοι μιασμάτων γενόμενοι προκριθῶσι· οἱ δὲ δίκαιοι τῆς ἀφθάρτου καὶ ἀνεκλεί πτου βασιλείας τύχωσιν. Οἱ ἐν τῷ ᾅδῃ νῦν μὲν συν- έχονται, ἀλλ' οὐ τῷ αὐτῷ τόπῳ, ὡς οἱ δίκαιοι. Μία γὰρ εἰς τοῦτο τὸ χωρίον κάθοδος, οὗ τῇ πύλῃ ἐφεστῶ τα ἀρχάγγελον ἅμα στρατιᾷ πεπιστεύκαμεν, ἣν πύ λην διελθόντες οἱ καταγόμενοι ὑπὸ τῶν ἐπὶ τὰς ψυ χὰς τεταγμένων, οὐ μιᾷ ὁδῷ πορεύονται· ἀλλ᾽ οἱ μὲν δίκαιοι εἰς δεξιὰ φωταγωγούμενοι, καὶ ὑπὸ τῶν ἐφεστώτων κατὰ τόπον ἀγγέλων ὑμνούμενοι, ἄγονται εἰς χωρίον φωτεινὸν, ἐν ᾧ οἱ ἀπ' ἀρχῆς δίκαιοι που λιτεύονται, οὐχ ὑπ' ἀνάγκης κρατούμενοι, ἀλλὰ τῆς τῶν ὁρωμένων ἀγαθῶν θεωρίας ἀεὶ ἀπολαύοντες, καὶ τῇ τῶν ἑκάστοτε καινῶν ὁρωμένων προσδοκία ἡδά μενοι, κἀκεῖνα τούτων βελτίονα ἡγούμενοι, οὗ ὁ τό πος οὐ καματηφόρος γίνεται. Οὐ καύσων, οὐ κρύος, οὐ τρίβολος ἐν αὐτῷ, ἀλλ' ἡ τῶν Πατέρων δικαίων ὀρωμένη ύψις πάντοτε μειδιᾷ, ἀναμενόντων τὴν μετὰ τοῦτο τὸ χωρίον ἀνάπαυσιν, καὶ αἰωνίαν ἀναβίωσιν ἐν οὐρανῷ. Τούτῳ δὲ ὄνομα κικλήσκομεν, κόλπον Αβραάμ. Οἱ δὲ ἄδικοι εἰς ἀριστερὰ ἕλκονται ὑπὸ ἀγγέλων κολαστῶν, οὐκέτι ἑκουσίως πορευόμενοι, ἀλλὰ μετὰ βίας ὡς δέσμιοι Ελκόμενοι· οἷς οἱ ἐφεστώ τες ἄγγελοι, ἐπιγελώντες διαπέμπονται, ἐπονειδί ζοντες, καὶ φοβερῷ ὄμματι επαπειλοῦντες, εἰς τὰ κατώτερα μέρη ὠθοῦντες, οὓς ἀγομένους ἕλκουσιν οἱ ἐφεστῶτες έως πλησίον τῆς γεέννης. Οἱ ἐγγίονες ὄντες, τοῦ μὲν βρασμοῦ ἀδιαλείπτως ἐπακούουσι, καὶ τοῦ τῆς θερμῆς ἀτμοῦ οὐκ ἀμοιροῦσιν· αὐτῆς δὲ τῆς ἐγγίονος ὄψεως τὴν φοβερὰν καὶ ὑπερβαλλόντως ξαν θὴν θέαν τοῦ πυρὸς ὁρῶντες καταπεπλήγασι, τῇ προσδοκία τῆς μελλούσης κρίσεως ἤδη κολαζόμενοι. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι τὸν τῶν δικαίων χῶρον, καὶ τοὺς δικαίους ὁρῶσι, καὶ ἐπ' αὐτῷ τούτῳ κολαζόμενοι. Χάος γὰρ βαθὺ καὶ μέγα ἀνάμεσον ἐστήρικται, ὡς μήτε δίκαιον συμπαθήσαντα προσδέξασθαι, μήτε ἄδικον τολμήσαντα διελθεῖν. Οὗτος ὁ περὶ ᾅδου λό γυς, ἐν ᾧ αἱ ψυχαὶ πάντων κατέχονται μέχρι καιρού, δ, ὁ Θεὸς ὥρισεν, ἀνάστασιν τότε πάντων ποιησόμε νος, οὐ ψυχὰς μετενσωματῶν, ἀλλ' αὐτὰ τὰ σώματα ἀνιστῶν, ἃ λελυμένα ὁρῶντες, εἰ ἀπιστεῖτε, Ελλη νες, μάθετε μὴ ἀπιστεῖν. Τὴν γὰρ ψυχὴν γενητὴν καὶ ἀθάνατον ὑπὸ Θεοῦ γεγονέναι πιστεύσαντες, κατὰ τὸν Πλάτωνος λόγον, χρόνῳ, μὴ ἀπιστήσητε, ὡς καὶ τὸ σῶμα ἐκ τῶν αὐτῶν στοιχείων γενόμενον, δυνατός ὁ Θεὸς ἀναβιώσας ἀθάνατον ποιεῖν. S. JOANNIS DAMASCENI PARALLELA RUPEFUCALDINA stituti sunt custodes, qui pro uniuscujusque faci- noribus temporarias locorum pœnas distribuant. - B In hac regione locus quidam separatus est, lacus nimirum ignis inexstincti, in quem nullum adhuc conjectum esse existimamus. Præparatus autem est ad determinatam a Deo diem, cum una justi judicii sententia de omnibus pro ipsorum merito feretur : ac injusti quidem et Deo refractarii, idola vana quæ manus hominum fabricaverunt, uti Deum colentes, isti æterno supplicio, utpote qui se sordibus con- spurcarunt, adjudicabuntur : justi vero regno in- corrupto nec desituro potientur. Illi nunc in inferno continentur, sed non in eodem loco in quo justi versantur. Unus quippe est ad eam regionem de. scensus, ad cujus januam Archangelum cum exer- citu collocatum credimus, quam portam prætereun- tes, qui deducuntur ab animarum præsidibus ange- lis, non una eademque via pergunt: sed justi ad dextram per mediam lucem multosque circumstan- tes angelos, qui hymnis ipsos prosequuntur, ad locum tandem lucidissimum perveniunt, in quo antiqui justi versantur, non necessitate constricti, sed contemplatione bonorum quæ vident perpetuo fruentes, et novorum quæ creberrime contemplan- tur, exspectatione delectati, ut illa his potiora ha- beant. Quibus locus iste labores nullos parit. Non bic astus est, non frigus, non tribulus, sed justo- rum Patrum conspecta facies ubique ridet, post mansionem istam, quietem, æternamque in cœlo vitam praestolantium. Atqui locum hunc appella- mus sinum Abrahæ. Injusti vero ad lævam trahun- " tur ab angelis tortoribus ; neque sponte amplius vadunt, sed adhibita vi rapiuntur tanquam vincti, quos præsides angeli irridendo dimittunt, eosque exprobrantes, et torvis oculis minitantes, ad infe- riores partes gehennæ detrudunt. Sic porro dedu- clas animas præsides instantesque angeli trahunt ad conduia gehennæ. Cum itaque tam prope sint, audiunt semper conflagrationem, nec sunt expertes fuui ex isto calore manantis : proxima autem vi- sione ista terribile et immodice luteum ignis spe- ctaculum videntes, horrescunt ceu gelu constricti propter exspectationem futuri judicii, quasi modo jam supplicio affecti. Sed nec illi justorum regio- nem, nec justos cernunt, hocque ipso torquentur. D Nam et in medio chaos magnum et profundum fir- matum est, adeo ut nullus justorum misericordia ductus, transire illuc possit, aut ullus injustus qui audeat transmeare. Hæc de inferno dicenda erant, in quo continentur omnium animæ usque ad tein- pus quod Deus determinavit, ut resurrectionem cunctorum faciat, non animas a corporibus in cor- pora transferens, sed corpora ipsa resuscitans, quæ cum soluta videatis, si fidem denegatis, o Græci, discite increduli non esse. Animam quippe creatam C et immortalem quoad tempus a Deo factam credentes esse veluti docet Plato, non inficiemini, Nam corpus ex iisdem elementis conflatum, potest Deus illud denuo excitans, immortale reddere, ་
Second witness · khazarzar edition
Sacra parallela (recensiones secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant) (fragmenta e cod. Berol. B.N. gr. 46 [† parallela Rupefucaldina]) Ο ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ. Στοιχεῖον Ἄλφα. Αʹ. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως, καὶ κατασκευῆς· καὶ ὅσα περὶ ἡμῶν ἐν Γραφαῖς ἐμφέρεται. Βʹ. Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι αὐτεξούσιον αὐτὸν πεποίηκεν ὁ Θεὸς, καὶ ἡγεμόνα τῶν ἐπιγείων ἁπάντων. Γʹ. Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι ἐπ' ἀφθαρσίᾳ καὶ ἀθανασίᾳ κατὰ θείαν δωρεὰν πρὸς τοῦ Θεοῦ διεπλάσθη, ἐντολῆς θείας δηλαδὴ φυλαττούσης τὴν χάριν. Δʹ. Περὶ τοῦ Ἀδάμ· ὅτι σοφώτατος, καὶ διορατικὸς, καὶ προφήτης ὑπῆρχε πρὸ τῆς παρακοῆς. Εʹ. Περὶ ἀγαθοεργίας καὶ ἀγαθοποιῶν. ϛʹ. Περὶ ἀνηκόων καὶ ἀνυποτάκτων. Ζʹ. Περὶ ἀρχόντων, καὶ ἀρχομένων· ὅτι τῶν ἀρχομένων τὰ πταίσματα τοῖς ἄρχουσιν ἐπιγράφονται, ὡς παρ' αἰτίαν ἐκείνων καὶ ἀμέλειαν συμβαινόντων. Ηʹ. Περὶ ἀρχομένων· ὅτι ἐξομοιοῦνται οἱ ἀρχόμενοι τοῖς τῶν ἀρχόντων ἤθεσιν. Θʹ. Περὶ ἀρχομένων· ὅτι πρὸς τὰς προαιρέσεις τῶν ἀρχομένων τὰς πονηρὰς, οὕτω καὶ ἄρχοντας λοιμοὺς καθιστᾷ τὸ θεῖον κρῖμα. Ιʹ. Περὶ ἀρχόντων· ὅτι χρὴ κατὰ τὸν τύπον τοῦ Κυρίου δι' ὑποδειγμάτων ἀγαθῶν ἀνάγειν πρὸς ἀρετὴν τὸν ὑπήκοον, καὶ προσφιλῆ ἑαυτοῖς ποιεῖν τὸν λαόν. ΙΑʹ. Περὶ ἀρχόντων καὶ προεστώτων· ὅτι χρὴ πυκνότερον ταῖς νουθεσίαις καὶ διαμαρτυρίαις χρῆσθαι αὐτοὺς πρὸς τὸν λαὸν, πρὸς τὸ ἑαυτῶν ἀκίνδυνον. ΙΒʹ. Περὶ ἀναρχίας· ὅτι ἐπιβλαβὴς, καὶ ἐπικίνδυνος, καὶ συγχύσεως αἰτία. ΙΓʹ. Περὶ ἀρίστων ἀνδρῶν· ὅτι σωτήριος ἡ τούτων ἐφορεία καὶ ἐπιστασία τοῖς πράγμασιν καὶ τῷ λαῷ. ΙΔʹ. Περὶ ἀφορίας χρηστῶν ἀνδρῶν· ὅτι ἐπικίνδυνος τῷ βίῳ. 96.444 ΙΕʹ. Περὶ ἀφορίας θείου λόγου, παρ' αἰτίαν τῶν μὴ ὑπακουόντων τῇ τούτου διδασκαλίᾳ. Ιϛʹ. Περὶ ἀκαταστάτων τῷ λογισμῷ, καὶ τῇ γνώμῃ ἀνιδρύντων. ΙΖʹ. Περὶ ἀδήλων καὶ ἀγνοουμένων ἡμῖν πραγμάτων· καὶ ὅτι ἀλυσιτελὴς ἡ περὶ τούτων ἀδολεσχία, καὶ φαντασιώδης. ΙΗʹ. Περὶ ἀγγέλλοντος καὶ μεσάζοντος ἀπόκρισιν. ΙΘʹ. Περὶ ἀγγελίας ἀγαθῆς. Κʹ. Περὶ ἀγγελίας κακῆς. ΚΑʹ. Περὶ ἁμαρτημάτων· ὅτι τὰ ἡμέτερα ἁμαρτήματα προξενοῦσι, καὶ ἄγουσιν ἐφ' ἡμᾶς τὰ κακά. ΚΒʹ. Περὶ ἀνθρωπαρέσκων, καὶ προσποιητῶς καὶ ὑπούλως διακειμένων. ΚΓʹ. Περὶ αὐταρέσκων, καὶ ἑαυτοὺς συνιστώντων, καὶ ἑαυτοὺς ἀποδεχομένων. ΚΔʹ. Περὶ ἀποκρίσεως ἀπολογίας· ὅτι χρὴ ἐν συνέσει καὶ ὀνόματι Κυρίου τὰς ἀπολογίας τῶν ἐπερωτήσεων ποιεῖσθαι· μάλιστα δὲ, περὶ σωτηριώδους ἡμῶν πίστεως· ἀνατιθέμενοι γὰρ τῷ Θεῷ τὰς διασαφήσεις τῶν ἐπερωτήσεων, τὸ μέγιστον μετὰ καὶ τῆς ἀληθείας ἑαυτοῖς περιποιούμεθα κλέος. ΚΕʹ. Περὶ τῶν ἀποκρινομένων θρασέως. Κϛʹ. Περὶ αἰτουμένων· ὅτι χρὴ τὰς ἐν προσευχαῖς τοῦ Θεοῦ αἰτήσεις κατὰ τὸ αὐτῷ δοκοῦν, καὶ μὴ κατὰ τὸ ἡμέτερον αἰτεῖν θέλημα. Οὐκ ἴσμεν γὰρ τὸ συμφέρον ἡμεῖς. Αὐτὸς δὲ, ἅτε πατὴρ ἀγαθὸς, καὶ πάντων προγνώστης, πρὸς μὲν τὰ λυσιτελοῦντα ἑτοιμότατα ἐπινεύει, πρὸς δὲ τὰ βλάβην φέροντα οὐ συνεργεῖ αἰτούμενος. ΚΖʹ. Περὶ ἀποβεβλημένων καὶ ἀπροσδέκτων πραγμάτων παρὰ Θεῷ. ΚΗʹ. Περὶ ἀδυνάτων καὶ δυσχερῶν πραγμάτων παρ' ἡμῖν. ΚΘʹ. Περὶ ἀγορᾶς, καὶ τῆς περὶ ταύτην τῶν ἐφόρων καταστάσεως. Λʹ. Περὶ ἁρμοδίων καὶ ὡραίων πραγμάτων. ΛΑʹ. Περὶ ἀναρμόστων καὶ ἀπρεπῶν πραγμάτων. ΛΒʹ. Περὶ ἀπειλῆς· ὅτι χρὴ φοβεῖσθαι τοῦ Θεοῦ τὰς ἀπειλὰς, καὶ μὴ καταφρονητικῶς ἐπ' ὀλέθρῳ διακεῖσθαι. ΛΓʹ. Περὶ ἀνωφελῶν καὶ ἀντιθέτων πραγμάτων. ΛΔʹ. Περὶ τῶν ἑαυτοὺς ἀτιμαζόντων. ΛΕʹ. Περὶ τῶν ἀσεβῶς ἀπρονόητον εἶναι τὸν κόσμον, καὶ τὰ κατὰ τοῦτον πράγματα λεγόντων. Λϛʹ. Περὶ ἀρᾶς ἀκαίρου, καὶ ματαίας, καὶ εὐδαίμονος. ΛΖʹ. Περὶ ἀκροάσεως· ὅτι χρὴ σπουδαίους πρὸς τὰς ἐπωφελεῖς εἶναι ἀκροάσεις, ἀποδιδράσκειν δὲ τὰς τῶν ἀνονήτων. ΛΗʹ. Περὶ τῶν παρακροωμένων
ἐπιβούλως τὰ ἀλλότρια. ΛΘʹ. Περὶ ἀργολόγων, καὶ βαττολόγων, καὶ αἰσχρολόγων. Μʹ. Περὶ ἀκοινωνήτων, καὶ ἀσυμφώνων πραγμάτων. ΜΑʹ. Περὶ ἀπληστίας· ὅτι ἀπλήστως ἔχομεν πρὸς τὴν τοῦ πλείονος ὄρεξιν. ΜΒʹ. Περὶ ἁμαρτάνοντος καὶ σφάλλοντος· ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐντρέπεσθαι, καὶ μὴ ἀντιῤῥημονεῖν τῷ ἐλέγχοντι. ΜΓʹ. Περὶ ἀστρολόγων. ΜΔʹ. Περὶ ἁγίων, καὶ μακαριζομένων ἐφ' οἷς δρῶσι, καὶ ὑπὲρ ὧν τετυχήκασι· καὶ ὅτι τοῖς ἁγίοις ἐπαναπαύεται ὁ Θεός. ΜΕʹ. Περὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν, καὶ κατὰ πόσους τρόπους κεχάρισται ἡμῖν παρὰ Θεοῦ τοῦ μόνου δυναμένου ἀφιέναι ἁμαρτίας, ὁ ἱλασμὸς τῶν πλημμελημάτων. Μϛʹ. Περὶ ἀναθέματος καὶ ἀφορισμοῦ· καὶ ποσαχῶς τὸ ἀνάθεμα λαμβάνεται. 96.445 ΜΖʹ. Περὶ τοῦ ἄφυκτον εἶναι τὸν Θεὸν, καὶ ἀπερίγραπτον· καὶ ὅτι πάντα περιδέδρακται, καὶ ἐφορᾷ, καὶ οὐδὲν αὐτὸν λέληθε. ΜΗʹ. Περὶ τοῦ ἀκατάληπτον εἶναι τὸν Θεὸν, καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἡμᾶς τὰ κρυπτὰ καὶ ἐπέκεινα τῶν διατεταγμένων ἡμῖν ζητεῖν, ἢ περιεργάζεσθαι. Ἀνέφικτος γὰρ ἡμῖν, καὶ ἀκατάληπτος ἀνθρώποις οὖσιν ἡ τούτων εὕρεσις, καὶ ἀλυσιτελής. ΜΘʹ. Περὶ ἀγάπης καὶ φόβου πρὸς τὸν Θεόν· καὶ ὅτι παντὸς ἀγαθοῦ ὑπερέχουσιν. Νʹ. Περὶ τῶν μὴ ἀγαπώντων τὸν Θεὸν, μηδὲ φοβουμένων αὐτόν. ΝΑʹ. Περὶ ἀντιλογίας πρὸς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἀντιλέγειν, ἢ δικαιολογεῖσθαι πρὸς αὐτὸν, ἢ πολλὰ ῥήματα περὶ αὐτοῦ λέγειν. ΝΒʹ. Περὶ τοῦ, ὅτι καὶ ἄγγελοι ἁμαρτήσαντες κολάζονται. ΝΓʹ. Περὶ τοῦ, ὅτι ἀγγέλους φύλακας ἡμῖν ἐπέστησεν ὁ Θεός. ΝΔʹ. Περὶ ἀποφάσεως παρὰ Θεοῦ γινομένης· καὶ ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπεύεσθαι. ΝΕʹ. Περὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ὁρωμένων· λέγω δὲ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Νϛʹ. Περὶ τῆς ἀστάτου καὶ ἀβεβαίου τῶν ἀνθρωπίνων καταστάσεως· καὶ ὅτι ἐπίμοχθος καὶ ἐπώδυνός ἐστιν ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος. ΝΖʹ. Περὶ ἀναμαρτησίας· καὶ ὅτι οὐδεὶς ἀναμάρτητος, εἰ μὴ εἰς ὁ Θεός. ΝΗʹ. Περὶ τῶν ἁμαρτανόντων καὶ νομιζομένων λανθάνειν τὸν Θεόν. ΝΘʹ. Περὶ ἀρᾶς ὑπὸ Κυρίου, καὶ προφητῶν, καὶ ἀποστόλων γινομένης. Ξʹ. Περὶ ἀγάπης καὶ εἰρήνης, καὶ ὁμονοίας, καὶ εἰρηνοποιῶν. ΞΑʹ. Περὶ ἀληθείας καὶ μαρτυρίας πιστῆς. ΞΒʹ. Περὶ ἀκηδίας καὶ ἀθυμίας. ΞΓʹ. Περὶ ἄφρονος καὶ ἀνοήτου. ΞΔʹ. Περὶ τῶν ἀποδεχομένων τὰ πονηρὰ, καὶ ἀτιμαζόντων καὶ ψεγόντων τὸ δίκαιον. ΞΕʹ. Περὶ ἁπλοῦ καὶ ἀκάκου τὸν τρόπον. Ξϛʹ. Περὶ αἰσχύνης ἀγαθῆς. ΞΖʹ. Περὶ αἰσχύνης πονηρᾶς. ΞΗʹ. Περὶ ἀπογνώσεως· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἡμᾶς ἀπογινώσκειν ἑαυτῶν σωτηρίας. ΞΘʹ. Περὶ ἀπραγμοσύνης καὶ ἡσυχίας· καὶ ὅτι τὸ ἠρεμεῖν τὴν τοῦ Θεοῦ γνῶσιν προξενεῖ. Οʹ. Περὶ ἀπαρχῶν καὶ δεκατῶν· ὅτι δεῖ ταῦτα προσφέρειν τῷ Θεῷ. ΟΑʹ. Περὶ ἀπαντημάτων καὶ τῶν ἀπὸ κακῶν εἰς κακὰ ἐμπιπτόντων. ΟΒʹ. Περὶ ἀμοιβῆς καὶ ἀνταποδόσεως ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· καὶ ὅτι αἰώνια καὶ ἀτελεύτητα τὰ ἑκατέροις ἀποκείμενα, εἴτε ἀγαθὰ, εἴτε δεινὰ κολαστήρια. ΟΓʹ. Περὶ ἀμοιβῆς τῶν εὖ καὶ κατ' ἀρετὴν βιωσάντων ἐν ἀπεράντῳ μακαριότητι. ΟΔʹ. Περὶ τῆς φοβερᾶς ἀναστάσεως. ΟΕʹ. Περὶ τῆς ἁγίας, καὶ ἀκτίστου, καὶ συναϊδίου, καὶ ὁμοουσίου Τριάδος. Οϛʹ. Περὶ ἁγίων ἀγγέλων· καὶ ὅτι ἐν ἀοιδίμῳ μακαριότητι διάγουσι, λειτουργοῦντες τῇ σεβασμίῳ Τριάδι. ΟΖʹ. Περὶ αἱρετικῶν, καὶ τῶν περὶ πίστιν λογομαχούντων, καὶ ἀμφισβητούντων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ τὰς συλλαβὰς καὶ τὰ ὀνόματα περισκοπεῖν, ἀλλὰ τὸν νοῦν καὶ τὴν διάνοιαν τῶν δογμάτων. Στοιχεῖον Β. Αʹ. Περὶ βασιλέως· ὅτι ἀλυσιτελὲς τὸ ἐξιέναι βασιλέα εἰς πόλεμον, καὶ βέλτιον διὰ μισθοφόρων, 96.448 ἢ δώρων τοὺς πολεμίους ἀμείβεσθαι, οὐ δι' ἑαυτοῦ. Βʹ. Περὶ βασιλέως χρηστοῦ, καὶ δικαίου, καὶ μισοπονήρου. Γʹ. Περὶ βασιλέως μὴ λίαν θαυμαζομένου. Δʹ. Ὅτι χρὴ εὔχεσθαι ὑπὲρ τοῦ βασιλέως. Εʹ. Περὶ βλασφημούντων καὶ μεγαλοῤῥημούντων. ϛʹ. Περὶ βασκάνων. Ζʹ. Περὶ βιαίων καὶ ἀβιάστων πραγμάτων· καὶ ὅτι τὸ κατὰ δύναμιν φίλον Θεῷ ἐπὶ παντί. Ηʹ. Περὶ βοηθείας καὶ ἀντιλήψεως ἀδικουμένων· ὅτι λίαν εὐάρεστον Θεῷ. Θʹ. Περὶ βουλῆς Θεοῦ· ὅτι ἄτρεπτος καὶ ἀνέφικτος ἀνθρώποις, καὶ ἀπαράβατος διαμένει. Ιʹ. Περὶ βοηθείας Θεοῦ· καὶ ὅτι τοῦ Θεοῦ βοηθοῦντος πᾶσα ἐπιβουλὴ καὶ ἐπανάστασις ἐχθροῦ ἀσθενεῖ,
καὶ ὀλίγοι πολλῶν κρατοῦσιν. ΙΑʹ. Περὶ βαπτίσματος καὶ τῆς τοῦ θείου λουτροῦ προφητείας. ΙΒʹ. Περὶ βεβαίου καὶ ἀβεβαίου ἀνδρός. ΙΓʹ. Περὶ βουλῆς· ὅτι χρὴ μετὰ βουλῆς καὶ σκέψεως πάντα πράττειν. ΙΔʹ. Περὶ βραδυβουλῆς καὶ ἀβουλίας· καὶ ὅτι τὸ ἀπερίσκεπτον βλαβερόν. ΙΕʹ. Περὶ βρωμάτων, καὶ τῶν πρὸς τὸ ζῇν ἀναγκαίων. Ιϛʹ. Περὶ βασιλείας οὐρανῶν. Στοιχεῖον Γ. Αʹ. Περὶ γεωργίας καὶ γεωργῶν· ὅτι καλὸν τὸ ἐργάζεσθαι. Βʹ. Περὶ γλυκολάλων. Γʹ. Περὶ γέλωτος καὶ γελοιαστῶν. Δʹ. Περὶ γογγυστῶν καὶ μεμψιμοίρων. Εʹ. Περὶ γενεᾶς ἀγαθῆς. ϛʹ. Περὶ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ πονηρᾶς. Ζʹ. Περὶ τῶν γνωσιμαχούντων, καὶ ἑαυτοὺς καταμεμφομένων. Ηʹ. Περὶ τοῦ γνῶναι ἑαυτὸν καὶ τὰ οἰκεῖα μέτρα, καὶ μὴ ἐπαίρεσθαι. Θʹ. Περὶ γνωστικῶν ἀνδρῶν· καὶ ποῖα ἀγαθὰ ἕψεται αὐτοῖς. Ιʹ. Περὶ γερόντων ἐν ἀρετῇ καὶ συνέσει κοσμουμένων. ΙΑʹ. Περὶ γερόντων ἐν ἀνοίᾳ καὶ κακίᾳ βιούντων. ΙΒʹ. Περὶ γονέων χρηστῶν· καὶ ὅτι χρὴ διὰ σπουδῆς καὶ προσηκόντως τὰς τῶν τέκνων ἀναγωγὰς ποιεῖσθαι. ΙΓʹ. Περὶ γονέων καταφρονητικῶς ἐχόντων τὰς τῶν τέκνων ἀναγωγάς. ΙΔʹ. Περὶ γυναικῶν· ὅτι χρὴ αὐτὰς ὑποτάσσεσθαι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν. ΙΕʹ. Περὶ γυναικῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἀκατακαλύπτως εὔχεσθαι αὐτάς. Ιϛʹ. Περὶ γυναικῶν κυϊσκουσῶν ἄρσεν ἢ θῆλυ· καὶ πόσας ἡμέρας οὐκ εἰσελεύσονται εἰς ἐκκλησίαν Κυρίου. ΙΖʹ. Περὶ γυναικὸς ἀνδρείας, καὶ σώφρονος, καὶ συνετῆς. ΙΗʹ. Περὶ γυναικῶν πονηρῶν, καὶ μοιχαλίδων, καὶ πορνευουσῶν, καὶ πάσης κακίας πεπληρωμένων. Στοιχεῖον Δ. Αʹ. Περὶ διαθηκῶν καὶ κληρονόμων. Βʹ. Περὶ διδασκαλίας· καὶ ὅτι οὐ πάντων τὸ διδάσκειν, ἀλλὰ σοφῶν καὶ πεπαιδευμένων. Γʹ. Περὶ διδασκάλων αἱρετικῶν· καὶ ὅτι χρὴ φεύγειν αὐτούς. Δʹ. Περὶ διηγουμένων καὶ διδασκόντων μάταια. Εʹ. Περὶ διανοουμένων καὶ ἐνθυμουμένων κακά. ϛʹ. Περὶ τῶν δικαιούντων ἑαυτοὺς, καὶ κατοφρυωμένων ἑτέρων. 96.449 Ζʹ. Περὶ δειλῶν, καὶ διψύχων, καὶ ἀκαταστάτων, καὶ ἀνάνδρων. Ηʹ. Περὶ δικολόγων, καὶ τῶν κρίσεις ἀλλοτρίας ἀναδεχομένων. Θʹ. Περὶ δείπνου καὶ συνεστιάσεως. Ιʹ. Περὶ διαφορᾶς ἡδίστων καὶ ἡδυτέρων κατὰ σύγκρισιν. ΙΑʹ. Περὶ διαφορᾶς καταστάσεως καὶ τρόπων, καὶ ἀνομοιότητος γνωμῶν· ὅτι οὐ πάντες τοῖς αὐτοῖς ἀρέσκονται. ΙΒʹ. Περὶ διορθώσεως βίου κακοῦ ἐπὶ τὸ ἀγαθόν· ὅτι εὐάρεστον καὶ φίλον Θεῷ. Τοῦτο δὲ τελεῖται καὶ κατορθοῦται, ἐκ τοῦ μεμνῆσθαι μὲν τῶν ἐσφαλμένων, καὶ ἀπομυσάττεσθαι· προσεγγίζειν δὲ πεποθημένως τοῖς ἀξιεπαίνοις καὶ χρηστοῖς. ΙΓʹ. Περὶ διακρίσεως· ὅτι χρὴ ἐπὶ παντὶ πράγματι διάκρισιν καὶ φόβον Θεοῦ ἔχειν. ΙΔʹ. Περὶ διαγνώσεως, καὶ πείρας ἠθῶν, καὶ κρυφίων τρόπων ἀνδρός. ΙΕʹ. Περὶ δωροδοκίας. Ιϛʹ. Περὶ δημηγερτῶν λοιμῶν· καὶ ὅτι χρὴ φεύγειν καὶ ἐκκλίνειν τὰς τοῦ δήμου ἀνασοβὰς καὶ ἀσυμφωνίας. ΙΖʹ. Περὶ δυσκινήτων καὶ ἀργοφάγων, λουππαίων, καὶ ἀνασεσοβημένων, καὶ πεφαντασμένων ἐπ' ὀλέθρῳ. ΙΗʹ. Ὅτι χρὴ τὰ δεύτερα ἐν πᾶσι προθεωρεῖν καὶ περισκοπεῖν· τρεπτὰ γὰρ τὰ ἀνθρώπινα ἅπαντα καὶ ἄδηλα. ΙΘʹ. Περὶ δομάτων καὶ δωρεῶν ἀγαθῶν· ὅτι παρὰ Θεῷ πᾶν ἀγαθόν. Κʹ. Περὶ τῶν δουλευόντων Θεῷ· ὅτι χρὴ τούτους τιμᾷν καὶ σέβειν, καὶ τὰ πρὸς χρείαν προσάγειν. ΚΑʹ. Περὶ δικαίων· ὅτι φυλάττει αὐτοὺς Κύριος ἐκ πειρασμῶν, καὶ ἐν εὐφροσύνῃ ἔτη πολλὰ ζῶσι· καὶ ὅτι ὑπὸ Θεοῦ ἀγαπῶνται, καὶ εὐλογοῦνται οἱ οἶκοι τῶν δικαίων. ΚΒʹ. Περὶ δικαίων, καὶ εὐχῆς παρ' αὐτῶν γινομένης· ὅτι δεκτὴ καὶ τιμία παρὰ Θεῷ. ΚΓʹ. Περὶ δικαίων· καὶ ὅτι περιφρονοῦνται ὑπὸ ἀδίκων καὶ ἀσεβῶν, καὶ διασύρονται. ΚΔʹ. Περὶ δικαίων· ὅτι τίμιος παρὰ Θεῷ ὁ θάνατος αὐτῶν, καὶ ὡς ἡ μνήμη αὐτῶν ἐγκωμιάζεται. ΚΕʹ. Περὶ τῶν τοὺς δικαίους καὶ ἀγαθοὺς ἄνδρας τιμώντων. Κϛʹ. Περὶ τῶν δικαίους καὶ ἀγαθοὺς ἄνδρας ἀτιμαζόντων. ΚΖʹ. Περὶ δικαιοσύνης καὶ ἀρετῆς. ΚΗʹ. Περὶ διαβόλου, ἤτοι Σατανᾶ, καὶ δαιμόνων. ΚΘʹ. Περὶ δυνάμεως Θεοῦ. Λʹ. Περὶ δημιουργίας τοῦ κόσμου· καὶ ὅτι πάντα ὑπὸ Θεοῦ γεγένηται, καὶ οὐδὲν ὑπ' αὐτοῦ εἰκῆ ἢ περιττὸν γέγονεν. ΛΑʹ. Περὶ δοξολογίας Θεοῦ· καὶ ὅτι χρὴ δοξάζειν αὐτὸν καὶ ἁγιάζειν· ὁ δὲ μὴ τοῦτο δρῶν, εὐθύνας εἰσπράττεται· καὶ ὅτι τοὺς δοξάζοντας αὐτὸν δοξάζει ὁ Θεός. ΛΒʹ. Περὶ διαφορᾶς Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων· καὶ ὅτι
πολὺ τὸ μέσον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, καὶ τοῦ ἁμαρτάνειν εἰς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ χρὴ δυσπιστεῖν ἔν τινι τῷ Θεῷ. Πάντα γὰρ δυνατὰ αὐτῷ. ΛΓʹ. Περὶ δυσπιστίας. ΛΔʹ. Περὶ διγλώσσου. ΛΕʹ. Περὶ δικαστῶν ἀδικάστων, καὶ καθαρὰς ἐχόντων τὰς χεῖρας. Λϛ. Περὶ δικαστῶν δωροδεκουμένων, καὶ ἀθέσμως κρινόντων. ΛΖʹ. Περὶ δεσποτῶν χρηστῶν. ΛΗʹ. Περὶ δεσποτῶν μοχθηρῶν. ΛΘʹ. Περὶ δούλων χρηστῶν. Μʹ. Περὶ δούλων πονηρῶν. ΜΑʹ. Περὶ δυσαρεστουμένων. ΜΒʹ. Περὶ δόξης καὶ τιμῆς· καὶ ὅτι οὐ χρὴ τὴν ἰδίαν δόξαν ἑτέρῳ παρέχειν. ΜΓʹ. Περὶ δανειστῶν χρηστῶν. ΜΔʹ. Περὶ δανειστῶν πονηρῶν. 96.452 ΜΕʹ. Περὶ δανειζομένων· καὶ ὅτι χρὴ εὐγνωμονεῖν τοῖς κυριοχρέοις. Μϛʹ. Περὶ δανειζομένων καὶ εὐγνωμονούντων. Στοιχεῖον Ε. Αʹ. Περὶ ἐντολῶν Θεοῦ· ὅτι σωτήριοι καὶ ζωοποιοὶ, καὶ κατὰ πάντα εὐθεῖαι, καὶ ἁγίαι, καὶ δίκαιαι. Βʹ. Περὶ τῶν μὴ φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Γʹ. Περὶ εὐοδουμένων ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν. Δʹ. Περὶ τῶν οὐκ εὐοδουμένων. Εʹ. Περὶ ἔργων καὶ πράξεων· ὅτι χρὴ πρὸ πάσης ἐργασίας τῇ τοῦ Θεοῦ μνήμῃ καὶ εὐχαριστίᾳ ἁγιάζεσθαι. ϛʹ. Περὶ ἐξουσίας καὶ δυναστείας· ὅτι παρὰ Κυρίου πᾶν κράτος. Ζʹ. Περὶ ἐπαίνων καὶ ἐγκωμίων, καὶ τῶν χαιρόντων ἐν αὐτοῖς· καὶ ὅτι οὐ δεῖ πρὸ πείρας ἐπαινεῖν τινα. Ηʹ. Περὶ ἐγκαταλείψεως· ὅτι τὸ ἐρημωθῆναι τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας καὶ σκέπης, παντὸς δεινοῦ χαλεπώτερον. Θʹ. Περὶ ἐνδείας καὶ ἀπορίας. Ιʹ. Περὶ ἐπαγωγῶν κατὰ κρίσιν δικαίαν Θεοῦ ἐπιφερομένων ἡμῖν. ΙΑʹ. Περὶ ἐκδικήσεως καὶ εἰσπράξεως ἁμαρτιῶν· ὅτι οὐκ ἐκδικήσει δὶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐφ' ἁμαρτίαις ὁ φιλάνθρωπος ἡμῶν Κύριος διορθούντων ἑαυτούς. ΙΒʹ. Περὶ ἐπαιτίας. ΙΓʹ. Περὶ ἐπιθυμίας· ὅτι οὐ χρὴ ἀκρίτως καὶ ἀνεξετάστως ταῖς οἰκείαις ἐξακολουθῆσαι ἐπιθυμίαις, κἂν δοκῶσιν ἀγαθαὶ εἶναι. Ἐκ τούτων γὰρ δελεαζόμεθα, οἷα ἀσθενέστεροι πρὸς τὰ μὴ λυσιτελοῦντα. ΙΔʹ. Περὶ ἐπιθυμιῶν ἁγίων ἀνδρῶν. ΙΕʹ. Περὶ ἐπικουρείας· ὅτι καλὸν τὸ ἐπικουρεῖν τοῖς δεομένοις. Ιϛʹ. Περὶ εὐεργεσίας ἢ προσφορᾶς ἐξ ἀδίκων γινομένης· ὅτι ἀπρόσδεκτος παρὰ Θεῷ. ΙΖʹ. Περὶ ἐπιχειρούντων ἀλλήλοις. ΙΗʹ. Περὶ ἐπινοήτου, καὶ εὐμηχάνου, καὶ ἐμπείρου, καὶ εὐμαθοῦς. ΙΘʹ. Περὶ ἐγγυῆς καὶ ἐγγυητοῦ. Κʹ. Περὶ ἐνεχύρων. ΚΑʹ. Περὶ ἐχθρῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἀδιαλλάκτως μεῖναι πρὸς τοὺς ἐπταικότας, οὐδὲ χαίρειν ἐπὶ τῇ κακοπραγίᾳ καὶ πτώμασιν αὐτῶν. ΚΒʹ. Περὶ ἐγκρατείας. ΚΓʹ. Περὶ ἐπικοίνων πραγμάτων. ΚΔʹ. Περὶ ἐλέγχοντος καὶ ἐπιτιμῶντος· ὅτι χρεὼν τῷ τοιούτῳ συνεσκιασμένως καὶ μὴ ἐμβριθῶς προσάγειν τὸν ἔλεγχον, ὅτι διαβρωτικόν· ἀναβιβάζειν δὲ πρὸς τὰ βέλτιστα ἡμερότητι τὸν ὑπεύθυνον. ΚΕʹ. Περὶ εὐπραγίας καὶ δυσπραγίας. Κϛʹ. Περὶ ἐνόχων θανάτου· καὶ ὅτι οὐδεὶς ὑπὲρ ἑτέρου ἀποθανεῖται, οὐ γονεῖς ὑπὲρ τέκνων, οὐ τέκνα ὑπὲρ γονέων. ΚΖʹ. Περὶ ἐνεδρεύοντος εἰς ἐπιβουλὴν τοῦ πλησίον· καὶ ὅτι αὐτὸς ἐμπεσεῖται. ΚΗʹ. Περὶ ἐμπορίας· καὶ ὅτι αἱ περὶ τὰ βιωτικὰ ἐνδελεχεῖς ἀσχολίαι συγχέουσιν ἡμῶν τὴν ζωὴν, καὶ ἀποστεροῦσι τῶν πνευματικῶν καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν. ΚΘʹ. Περὶ ἐνυπνίων, καὶ μαντειῶν, καὶ οἰωνισμῶν. Λʹ. Περὶ τῶν ἑαυτοὺς διεκδικούντων· ὅτι οὐ χρή. ΛΑʹ. Περὶ ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων, εἴτε κατορθωμάτων, εἴτε ἁμαρτημάτων ἐν γνώσει καὶ ἀγνοίᾳ γινομένων. ΛΒʹ. Περὶ εὐχαριστίας πρὸς Θεόν· ὅτι οὐ χρὴ ἀνεπιληθήτως ἔχειν τὰς εὐεργεσίας αὐτοῦ. ΛΓʹ. Περὶ τῶν μὴ εὐχαριστούντων, ἀλλὰ ἀχαριστούντων καὶ ἀγνωμούντων. ΛΔʹ. Περὶ εὐνούχων καὶ ἀγάμων. 96.453 ΛΕʹ. Περὶ ἐγγαστριμύθων, καὶ ἐπαοιδῶν, καὶ οἰωνιζομένων. Λϛʹ. Περὶ εἰδώλων καὶ εἰδωλολατρῶν. ΛΖʹ. Περὶ εὐδαιμονίας καὶ μακαρισμοῦ· ὅτι οὐ δεῖ πρὸ τελευτῆς μακαρίσαι τινά. ΛΗʹ. Περὶ ἐλπίδος εἰς Θεόν· ὅτι χρὴ εἰς Θεὸν ἐλπίζειν, καὶ μὴ εἰς τὰς τῶν ἀνθρώπων προστασίας· ὅτι οὐδεὶς ἐλπίσας εἰς Θεὸν κατῃσχύνθη. ΛΘʹ. Περὶ τῶν μὴ εἰς Θεὸν τὴν ἐλπίδα καὶ πεποίθησιν ἐχόντων· ἀλλὰ πεποιθότες ἐπὶ πλούτῳ καὶ ἀνθρώποις. Μʹ. Περὶ ἐκκλησίας Θεοῦ, καὶ θυσιαστηρίου· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἐν ἐκκλησίᾳ ἐσθίειν. ΜΑʹ. Περὶ ἑορτῆς. ΜΒʹ. Περὶ εὐλογίας ὑπὸ Κυρίου, καὶ τῶν προφητῶν, καὶ τῶν ἀποστόλων γινομένης. ΜΓʹ. Περὶ εὐχῆς· ὅσα δι' εὐχῆς κατορθοῦται ἡμῖν. ΜΔʹ. Περὶ ἐλεημοσύνης καὶ εὐποιίας εἰς
πτωχούς. ΜΕʹ. Περὶ τῶν ἐλεημοσύνην μὴ ποιούντων, ἀλλὰ πλεονεκτούντων καὶ ἀδικούντων. Μϛʹ. Περὶ ἐργολαβητῶν, καὶ εἰς ἀλλοτρίας δίκας ἑαυτοὺς ἐμβαλλόντων. ΜΖʹ. Περὶ ἐπισκόπων χρηστῶν καὶ φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. ΜΗʹ. Περὶ ἐπισκόπων πονηρῶν, καὶ μὴ φυλαττόντων τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. ΜΘʹ. Περὶ ἐκμισθουμένων, ἤτοι κυριέργων χρηστῶν, καὶ μισθίων χρηστῶν. Νʹ. Περὶ ἐκμισθουμένων, ἤτοι κυριέργων πονηρῶν. Στοιχεῖον Ζ. Αʹ. Περὶ τοῦ ἐπιζητεῖν τὸν Θεὸν, καὶ αὐτῷ ἕπεσθαι, καὶ ἀκολουθεῖν, καὶ πάντα ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ διαπράττεσθαι. Βʹ. Περὶ ζώων ἀλόγων, φυσικῇ σοφίᾳ κεκοσμημένων. Γʹ. Περὶ ζήλου ἀγαθοῦ καὶ μιμήσεως χρηστῆς. Δʹ. Περὶ ζήλου καὶ μιμήσεως πονηρᾶς. Εʹ. Περὶ ζυγῶν, καὶ σταθμῶν, καὶ μέτρων δικαίων. ϛʹ. Περὶ ζυγῶν, καὶ σταθμῶν, καὶ μέτρων ἀδίκων. Στοιχεῖον Η. Αʹ. Περὶ ἡμέρας ἀγαθῆς καὶ ἑορταστικῆς. Βʹ. Περὶ ἡμέρας σκληρᾶς καὶ θλιβερᾶς. Γʹ. Περὶ ἡμέρας καὶ νυκτός. Δʹ. Περὶ ἡμέρας ἐσχάτης, καὶ τοῦ ἀντιχρίστου. Στοιχεῖον Θ. Αʹ. Περὶ θρασέων καὶ ἀνδρείων. Βʹ. Περὶ θρασέων καὶ τολμηρῶν. Γʹ. Περὶ θεληματαρίων καὶ πεισματικῶν, καὶ αὐταρέσκων· ὅτι βαρὺ τὸ πάθος Δʹ. Περὶ τοῦ μὴ θαῤῥῆσαι, μηδὲ ἐμπιστεῦσαι ἑκάστῳ τὰ καθ' ἑαυτούς. Εʹ. Περὶ θείας μυσταγωγίας. ϛʹ. Περὶ θυσιῶν· καὶ ὅτι τὰς κιβδήλους θυσίας ὁ Θεὸς οὐ προσδέχεται. Ζʹ. Περὶ θείων λογίων· ὅτι χρὴ σπουδαίους εἶναι εἰς τὴν τούτων ἀκρόασιν. Ηʹ. Περὶ τῶν θείων, καὶ κατὰ Χριστὸν μυστηρίων. Θʹ. Περὶ θλιβομένων, καὶ φροντιζόντων, καὶ λύπης. Ιʹ. Περὶ θανάτου, καὶ τῆς ἐν τῷ ᾅδῃ καταστάσεως. ΙΑʹ. Περὶ θανόντων, καὶ πενθούντων· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἐπὶ τοῖς ἀπελθοῦσι πενθεῖν. ΙΒʹ. Περὶ θανάτου, καὶ φόβου ἐξ αὐτοῦ γινομένου. ΙΓʹ. Περὶ θαλάσσης. ΙΔʹ. Περὶ θερισμοῦ καὶ τρυγητοῦ. ΙΕʹ. Περὶ θηρευτῶν. Ιϛʹ. Περὶ θυγατρὸς σεμνῆς καὶ κοσμίας. ΙΖʹ. Περὶ θυγατρὸς ἀσέμνου καὶ ἀκόσμου. Στοιχεῖον Ι. Αʹ. Περὶ ἰσότητος· ὅτι ἰσότης φιλαδελφίας ἐστὶ 96.456 μήτηρ καὶ τροφὸς, ἔν τε τοῖς πνευματικοῖς, ἔν τε τοῖς σαρκικοῖς. Βʹ. Περὶ ἱματισμοῦ· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἱματισμῷ πολυτελεῖ κεχρῆσθαι. Γʹ. Περὶ ἰατρῶν καὶ ἰατρείας. Δʹ. Περὶ ἱερατικῶν, καὶ τῶν τῷ Θεῷ ἀνακειμένων· ὅτι οὐκ ἔξεστιν ἰδιωτεύοντα ἅπτεσθαι ἱερατικοῦ σκευῆς. Εʹ. Περὶ ἰσότητος· ὅτι ἴση παρὰ Θεῷ τάξις πλουσίου καὶ πένητος. Στοιχεῖον Κ. Αʹ. Περὶ τοῦ κόσμου, καὶ τῆς παρὰ Θεοῦ γενομένης παγκάλλου καὶ ποικίλης κτίσεως αὐτοῦ· καὶ ὅτι οὐδὲν αὐτόματον, ἢ αὐτοσχέδιον ἐν αὐτῷ, οὔτε ἐν ὁρατοῖς, οὔτε ἐν ἀοράτοις. Βʹ. Περὶ καιροῦ· ὅτι καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι. Γʹ. Περὶ καρτερίας καὶ παραμονῆς· ὅτι ἀνυτικὸν τῶν ζητουμένων τὸ καρτερικόν. Δʹ. Περὶ κάλλους καὶ εὐπρεπείας σώματος· ὅτι οὐκ ἐν τούτοις, ἀλλ' ἐν τῇ τῆς ψυχῆς ὡραιότητι ὁ Θεὸς ἐπαναπαύεται. Εʹ. Περὶ καλλωπιζομένων· ὅτι βδέλυγμα παρὰ Κυρίῳ τοῦ σώματος καλλωπισμὸς, ὅτι ἑταιρικόν. ϛʹ. Περὶ κομπαζόντων καὶ φανταζομένων. Ζʹ. Περὶ καυχήσεως καὶ ἐπάρσεως· ὅτι ἐπιβλαβὲς τὸ πρᾶγμα. Χρῆναι γὰρ μὴ ἑαυτοῖς ἐπιγράφειν τὰ ὡς εἰκὸς κατωρθωμένα, ἀλλὰ τῷ αἰτίῳ, συνεργῷ τῶν ἀγαθῶν Θεῷ, καὶ αὐτῷ ἀναπέμπειν τὰ εὐχαριστήρια. Ηʹ. Περὶ κακοφρόνων καὶ κακοβούλων. Θʹ. Περὶ κακοποιῶν. Ιʹ. Περὶ κατηφείας καὶ σκυθρωπότητος. ΙΑʹ. Περὶ καλοηθῶν καὶ καταστάσεως τρόπων αὐτῶν. ΙΒʹ. Περὶ κακοηθῶν καὶ κακοτρόπων. ΙΓʹ. Περὶ καταλαλιᾶς καὶ διαβολῆς· ὅτι βαρύτατον τὸ πάθος, καὶ τῷ κεκτημένῳ, καὶ τῷ ἐπικοινωνοῦντι. ΙΔʹ. Περὶ κωφῶν. ΙΕʹ. Περὶ καθαρᾶς καρδίας, καὶ τῶν συνειδὸς καθαρὸν ἐχόντων. Ιϛʹ. Περὶ καρδίας πονηρᾶς, καὶ τῶν λογισμὸν ἄδικον ἐχόντων. ΙΖʹ. Περὶ κακουργῶν· ὅτι χρὴ τάχιστα κατὰ τὸν νόμον καταστέλλειν τούτους, πρὸς εἰρήνην καὶ εὐνομίαν τοῦ λαοῦ, καὶ ἀναχαιτισμοῦ τοῦ κακοῦ. ΙΗʹ. Περὶ τῶν καταφρονητικῶς περὶ τὴν σωτήριον τοῦ Κυρίου εἰς ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς διακειμένων μακροθυμίαν. ΙΘʹ. Περὶ κρείττονος· ὅτι οὐ δεῖ πρὸς κρείττονας φιλονεικεῖν. Κʹ. Περὶ τοῦ μὴ κρίνειν, καὶ κατακρίνειν, καὶ καταγινώσκειν ἀλλήλων, καὶ ψόγους παρατιθέναι. ΚΑʹ. Περὶ κλεπτῶν, καὶ τῶν συγκοινωνούντων αὐτοῖς. ΚΒʹ. Περὶ κινδύνων καὶ περιστάσεων· ὅτι χρὴ ἐκκλῖναι καὶ διαδράναι τὰς τούτων ἐπιδρομάς. ΚΓʹ. Περὶ κριμάτων Θεοῦ ἀνεκφράστων καὶ
ἀνεκδιηγήτων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ δυσφορεῖν ἢ ἰλιγγιᾶν ἐφ' οἷς δίκαιοι πολλάκις δυσπραγοῦσιν, ἄδικοι δὲ ἔσθ' ὅτε κατὰ τὸν βίον εὐπραγοῦσιν. Ἄῤῥητος γὰρ ἡ τῶν τοιῶνδε αἰτία, καὶ μόνῳ Θεῷ ἐγνωσμένη. ΚΔʹ. Περὶ κρίματος καὶ δικαιοσύνης Θεοῦ· καὶ τὰ πρὸς ἀξίαν ἑκάστῳ ἀπονέμει ὁ Θεὸς, καὶ πρόσωπον οὐ λαμβάνει. ΚΕʹ. Περὶ καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἀνδρῶν. Στοιχεῖον Λ. Αʹ. Περὶ λοιδορίας. Βʹ. Περὶ λόγου, καὶ τοῦ ἐν τούτῳ ἐπαίνου καὶ ψόγου. 96.457 Γʹ. Περὶ λιμοῦ, καὶ τῆς ἐκ τούτου ἀνάγκης. Δʹ. Περὶ λύπης, καὶ λυπουμένων, καὶ πενθούντων. Οὐ καλὸν δὲ τὸ ὑπερμετρεῖν. Στοιχεῖον Μ. Αʹ. Περὶ μεθυστῶν καὶ ἀσώτων. Βʹ. Περὶ μαθητευομένων· ὅτι χρὴ σπουδαίως ἐρωτᾷν, καὶ μανθάνειν τὰ ψυχωφελῆ, καὶ γνῶσιν πνευματικήν. Γʹ. Περὶ μισομαθῶν. Δʹ. Περὶ μυστηρίων· ὅτι προδοσία πρὸς θάνατον τὸ ἐκφερομυθεῖν τὰ φίλων μυστήρια. Εʹ. Περὶ μάχης, καὶ τῶν ἐν μάχαις συμβαινόντων. ϛʹ. Περὶ μεταχειριζομένων καὶ μεταβαλλόντων τοὺς ταρασσομένους, καὶ τεθυμωμένους, καὶ ἐξηγριωμένους. Ζʹ. Περὶ μαντευομένων, καὶ οἰωνιζομένων, καὶ κληδονιζομένων· καὶ περὶ τῶν λεγομένων θεῶν, τουτέστι βδελυγμάτων· ὅτι ἄθεσμα καὶ ἐκκήρυκτα, καὶ ἀπηγορευμένα τῇ ἱερᾷ Γραφῇ ταῦτα πάντα, καὶ τὰ ὅμοια. Ηʹ. Περὶ ματαιοπονούντων, καὶ μάταια φρονούντων. Θʹ. Περὶ μεταβολῆς πραγμάτων· καὶ ὅτι οὐδὲν ἐπίμονον ἐν βίῳ, ἀλλὰ πάντα ἐν βουλήσει καὶ χειρὶ Θεοῦ. Ιʹ Περὶ μακαρισμοῦ· ὅτι οὐ δεῖ πρὸ τελευτῆς μακαρίζειν τινά. ΙΑʹ. Περὶ μισοπονηρίας Θεοῦ, καὶ τῶν ἀπαρεσκόντων αὐτῷ. ΙΒʹ. Περὶ μισοπονηρίας, καὶ τῶν τὰ ἄτοπα ἀποστρεφομένων. ΙΓʹ. Περὶ μετανοίας, καὶ ἐξομολογήσεως. ΙΔʹ. Περὶ τῶν εἰς μετάνοιαν μὴ ἐπιστρεφόντων. ΙΕʹ. Περὶ μισαδελφίας. Ιϛʹ. Περὶ μοναχῶν χρηστῶν, καὶ ἡγουμένων ἀγαθῶν. ΙΖʹ. Περὶ μοναχῶν παλιμβούλων, καὶ παλινδρομούντων εἰς κακίαν. ΙΗʹ. Περὶ μισέργων, καὶ ὀκνηρῶν, καὶ καταφρονούντων, καὶ ῥᾳθυμούντων. ΙΘʹ. Περὶ μίσους, καὶ ἔχθρας, καὶ τὰς μάχας συναπτόντων. Στοιχεῖον Ν. Αʹ. Περὶ νέων παιδείᾳ καὶ συνέσει κοσμουμένων. Βʹ. Περὶ νέων ἐν ἀφροσύνῃ καὶ ἀνοίᾳ ζώντων. Γʹ. Περὶ νέων καὶ ἀγαθῶν ἀρχόντων. Δʹ. Περὶ νέων καὶ πονηρῶν ἀρχόντων. Εʹ. Περὶ νοσούντων, καὶ ἀσθενούντων· ὅτι χρὴ ἐπισκέπεσθαι αὐτούς. ϛʹ. Περὶ τοῦ νήφειν, καὶ φροντίζειν ἡμᾶς τῆς ἰδίας σωτηρίας· καὶ ὅτι πειρατήριον καὶ ἐπικίνδυνον βίον ζῶμεν. Ζʹ. Περὶ νεογάμων. Ηʹ. Περὶ νηστείας καὶ ἐγκρατείας. Στοιχεῖον Ξ. Αʹ. Περὶ ξένων καὶ φιλοξενίας· καὶ ὅτι ἀπαῤῥησίαστος ὁ ξένος πάντοτε. Στοιχεῖον Οʹ. Αʹ. Περὶ οἴκου καὶ οἰκειακῆς καταστάσεως· καὶ ὅτι οὐ καλὸν ἀλλοτρίοις συχνάζειν οἴκοις, καὶ ἀκροᾶσθαι ἀλλότρια. Βʹ. Περὶ ὀνειδισμοῦ ἀγαθοῦ κατὰ Θεὸν, καὶ ὀνειδισμοῦ ἐπὶ κακοπραγίᾳ· καὶ ὅτι οὐδὲ συμφέρον ὀνειδίζειν. Γʹ. Περὶ ὁδοῦ ἀγαθῆς. Δʹ. Περὶ ὁδοῦ κακῆς. Εʹ. Περὶ ὁμοιοτρόπων, καὶ ὁμοιογενῶν, καὶ ὁμοιοηθῶν. ϛʹ. Περὶ ὁροθεσιῶν. 96.460 Ζʹ. Περὶ ὅρκων καὶ ὅρων οὐκ ἀγαθῶν· ὅτι οὐ δεῖ ἐμμένειν αὐτοῖς. Ηʹ. Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους στεργόντων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ μάταιον λαμβάνειν ὅρκον, ἢ ὅλως ὀμνύειν. Θʹ. Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους ἀθετούντων καὶ ἐπιορκούντων. Ιʹ. Περὶ ὀλιγοδείας, καὶ ἀκτημοσύνης, καὶ αὐταρκείας. ΙΑʹ. Περὶ ὀρφανῶν καὶ χηρῶν. ΙΒʹ. Περὶ οἴνου καὶ χρήσεως αὐτοῦ. ΙΓʹ. Περὶ οἰήσεως καὶ φυσιώσεως. ΙΔʹ. Περὶ ὀλιγοβίων καὶ μακροβίων. ΙΕʹ. Περὶ ὀφθαλμῶν καὶ ὁράσεως. Ιϛʹ. Περὶ ὀνόματος χρηστοῦ καὶ χάριν ἔχοντος. ΙΖʹ. Περὶ ὀνόματος οὐ χρηστοῦ καὶ χάριν μὴ ἔχοντος. ΙΗʹ. Περὶ τοῦ, ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός· καὶ ὅτι οὔτε ὂν, οὔτε ἐνυπόστατον φύσει τὸ κακόν. ΙΘʹ. Περὶ ὀνόματος Θεοῦ. Στοιχεῖον Π. Αʹ. Περὶ πολιτείας ἀνεπιλήπτου καὶ θεαρέστου. Βʹ. Περὶ παιδείας παρὰ Θεοῦ, καὶ τῶν εὐχαρίστως καὶ εὐγενῶς δεχομένων, καὶ φερόντων τὰ ἐπερχόμενα· οὕτως γὰρ χρεών. Γʹ. Περὶ τῶν παιδείαν Θεοῦ σωτήριον πρὸς διόρθωσιν μὴ δεχομένων. Δʹ. Περὶ παῤῥησίας· καὶ πῶς δυνατὸν εὐπαῤῥησίαστόν τινα γενέσθαι. Εʹ. Περὶ προσφορῶν εὐαγῶν, καὶ εὐπροσδέκτων, καὶ ἐναγῶν, καὶ ἀπροσδέκτων. ϛʹ. Περὶ πείρας πρὸς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ δεῖ πειράζειν τὸν Θεόν. Ζʹ. Περὶ πειρασμῶν· καὶ ὅτι οἱ μὲν ἔξωθεν εἰς φανέρωσιν τῆς κατὰ τὸ κρυπτὸν
ἡμῶν προαιρέσεως ἐπιφύονται, οἱ δὲ ἔξω ἡμῶν αὐτῶν ἀναφυόμενοι, ἡμᾶς αὐτοὺς αἰτίους, εἴτε πρὸς ἔπαινον, εἴτε πρὸς ψόγον ἔχουσιν. Ηʹ. Περὶ παραχωρητικῶν καὶ εὐείκτων ἀνθρώπων· ὅτι εἰρηνικὸν καὶ ψυχωφελὲς τοῦτο. Θʹ. Περὶ πεισματικῶν, καὶ μὴ ἀνεχομένων ὑπείκειν βραχὺ καὶ ἡττᾶσθαι. Ιʹ. Περὶ περιστάσεων· ὅτι οὐ χρὴ ἀντιμάχεσθαι ταῖς περιστάσεσιν, εἰ καὶ δυνατοὶ ὦμεν, καὶ μὴ κατοφρυοῦσθαι τῶν κατεξανισταμένων. Οὐ γὰρ λυσιτελές. ΙΑʹ. Περὶ πολέμου καὶ πολεμικῶν νόμων· καὶ ὅτι ἐξ ἡμετέρων ἁμαρτιῶν κινοῦνται οἱ πόλεμοι καθ' ἡμῶν. ΙΒʹ. Περὶ πολέμου ἐμφυλίου. ΙΓʹ. Περὶ πραίδας καὶ προνομῆς. ΙΔʹ. Περὶ παροξύνοντος καὶ παραπικραίνοντος. ΙΕʹ. Περὶ παρατηρήσεως καὶ οἰωνισμοῦ. Ιϛʹ. Περὶ προθέσεως ἀγαθῆς, καὶ προαιρέσεως, καὶ πολιτείας σεμνῆς· ὅτι βούλεται ὁ Θεὸς μετὰ τῆς αὐτοῦ ἀντιλήψεως πρόθεσιν ἀγαθὴν περὶ τὰ καλὰ ἔργα, εἰς ἃ καὶ ἔπλασεν ἔχειν ἡμᾶς, ἵνα ὡς ἀγαθῶν ἐργάται τιμῶν ἀξιωθείημεν παρ' αὐτοῦ. ΙΖʹ. Περὶ πλανώντων καὶ πλανωμένων. ΙΗʹ. Περὶ πλαστολόγων. ΙΘʹ. Περὶ πλαστογράφων. Κʹ. Περὶ πόλεως ἀσεβείας καὶ ἀνομίας πεπληρωμένης. ΚΑʹ. Περὶ πολυπείρων καὶ πολυμαθῶν. ΚΒʹ. Περὶ παραθήκης. ΚΓʹ. Περὶ πιστοῦ, καὶ ἰσοψύχου, καὶ μυστηριακοῦ ἀνθρώπου· ὅτι σπάνιον εὑρεῖν. ΚΔʹ. Περὶ παραμονῆς, καὶ παραμενόντων· ὅτι παραμονὴ ἔργον ἀνύει· καὶ χρὴ οὐ μόνον εὐνοϊκῶς, ἀλλὰ καὶ παραμονητικῶς διακεῖσθαι πρὸς τοὺς προσλαβόντας, καὶ μηδένα ὡς ἔτυχε, καὶ ἀνεξετάστως εἰς ὑπηρεσίαν παραμονῆς εἰσδέχεσθαι. 96.461 ΚΕʹ. Περὶ πίστεως καὶ εὐσεβείας εἰς Θεόν. Κϛʹ. Περὶ τῶν παραβεβηκότων τὴν εὐσέβειαν καὶ πίστιν, καὶ εἰς Θεὸν ἀσεβούντων. ΚΖʹ. Περὶ πονηρῶν, καὶ ἀσεβῶν, καὶ ἁμαρτωλῶν ἀνδρῶν. ΚΗʹ. Περὶ πονηρίας, καὶ κακίας, καὶ ἁμαρτίας. ΚΘʹ. Περὶ πλησμονῆς, καὶ κόρου, καὶ γαστριμαργίας. Λʹ. Περὶ πνευματικῆς προκοπῆς. ΛΑʹ. Περὶ τῶν προσκαίρων καὶ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν· καὶ ὅτι χρὴ τῶν παρόντων τὰ μέλλοντα προτιμᾷν. ΛΒʹ. Περὶ προνοίας· ὅτι κήδεται καὶ προνοεῖται ἡμῶν ὁ Θεός. ΛΓʹ. Περὶ προσπαθείας καὶ μερίμνης· ὅτι χρὴ ἀπροσπαθῶς διακεῖσθαι περὶ τὰ πράγματα. ΛΔʹ. Περὶ προφητῶν ἀνδροφονησάντων καὶ εὐαρεστησάντων Θεῷ. ΛΕʹ. Περὶ προφητῶν ἐπιτιμησάντων βασιλεῦσι μετὰ παῤῥησίας. Λϛʹ. Περὶ προγνώσεως Θεοῦ· καὶ ὅτι τὰ κρύφια καὶ ἄδηλα τῶν πραγμάτων τῷ Θεῷ χρὴ καταλιμπάνειν. Πάντα γὰρ αὐτῷ μόνῳ γνωστά. ΛΖʹ. Περὶ παρθενίας, καὶ σωφροσύνης, καὶ γάμου σεμνοῦ. ΛΗʹ. Περὶ πορνείας, καὶ μοιχείας, καὶ ἀρσενοκοιτίας. ΛΘʹ. Περὶ πείρας καὶ ἀπειρίας. Μʹ. Περὶ πραότητος καὶ εὐλαβείας. ΜΑʹ. Περὶ προπετοῦς, καὶ ἀναιδοῦς, καὶ ὀργίλου, καὶ θυμώδους, καὶ ὀξυχόλου. ΜΒʹ. Περὶ πολιτείας ψεκτῆς ἀνηκόων, καὶ ἀνυποτάκτων, καὶ κακοηθῶν, καὶ πανουργῶν. ΜΓʹ. Περὶ πτωχῶν, καὶ πενήτων εὐγενῶς τὸν τῆς πτωχείας ζυγὸν φερόντων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ αὐτοὺς ἐκκλίνειν ἢ ἐξουθενεῖν. ΜΔʹ. Περὶ πτωχῶν καὶ πενήτων ἀχαρίστων καὶ βλασφήμων. ΜΕʹ. Περὶ παίδων τιμώντων γονεῖς, καὶ ὅσα ἕπεται ἀγαθὰ τοῖς ὑπακούουσιν αὐτοῖς. Μ ʹ. Περὶ πατραλοίων καὶ μητραλοίων· καὶ ὅσα ἕψεται αὐτοῖς ἀπειθοῦσι κακά. ΜΖʹ. Περὶ τοῦ παιδεύειν τοὺς γονεῖς τὰ ἴδια τέκνα καὶ σωφρονίζειν· εἰ γὰρ τοῦτο μὴ πράξωσι, τῆς ἐξ ἐκείνων γινομένης ἁμαρτίας καὶ αὐτοὶ μεθέξουσι. ΜΗʹ. Περὶ πρεσβυτέρων. ΜΘʹ. Περὶ προσφυγίου, καὶ τῶν προσφευγόντων ἐν ἱεροῖς τόποις· ὅτι χρὴ τοῖς μὲν ἀνευθύνοις βοηθεῖν, τοὺς δὲ ὑπαιτίους ἀποπέμπεσθαι. Νʹ. Περὶ πράσεως καὶ ἀγορασίας. ΝΑʹ. Περὶ προαιρέσεως καὶ διαθέσεως· καὶ ὅτι τὴν προαίρεσιν, καὶ ἐπὶ ἀγαθῷ, καὶ ἐπὶ κακῷ ἐξετάζει ὁ Θεός. ΝΒʹ. Περὶ παιδείας Θεοῦ κατὰ δοκιμὴν καὶ πεῖραν γινομένης. ΝΓʹ. Περὶ πλουσίων εὖ καὶ προσηκόντως βιούντων. ΝΔʹ Περὶ πλουσίων οὐκ εὖ βιούντων. ΝΕʹ. Περὶ τοῦ πλησίον· ὅτι χρὴ τὰ βάρη τοῦ πλησίον φέρειν, καὶ ἀντιλαμβάνεσθαι αὐτοῦ· καὶ ἐλέγχειν ἀγαπητικῶς τὰ ὡς εἰκὸς γενόμενα παρ' αὐτοῦ κακῶς, καὶ μὴ μνησικακεῖν αὐτῷ. Στοιχεῖον Ρ. Αʹ. Περὶ ῥᾳθυμούντων, καὶ ἀμελούντων, καὶ καταφρονούντων. Βʹ. Περὶ ῥεμβομένων, καὶ πλανωμένων. Στοιχεῖον Σ. Αʹ. Περὶ συγγενῶν· ὅτι χρὴ φιλοτίμως ἔχεσθαι τῆς
τούτων κηδεμονίας. Β. Περὶ τοῦ συμπεριφέρεσθαι ἀλλήλοις, καὶ τὴν ἑνότητα ποθεῖν. Τὸ γὰρ ἀπεσχισμένον τάχος ἐπιβουλεύεται. 96.464 Γʹ. Περὶ τῶν ἑαυτοὺς συνιστανόντων· ὅτι μάτην κοπιῶσι. Πᾶσα γὰρ δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐκ θείας ψήφου τὸ βέβαιον καὶ καθαρὸν ἔχει. Δʹ. Περὶ σαρκικῶν ἀνθρώπων τῶν τοῖς σαρκικοῖς πάθεσι καταδεδουλωμένων. Εʹ. Περὶ συνηθείας πονηρᾶς· καὶ ὅτι δυνατὸν ἀποσυνηθίσαι τῶν κακῶν, ὅτι μὴ ἐκ φύσεως, ἀλλ' ἐκ προαιρέσεως τὸ κακόν. ʹ. Περὶ σκανδάλων· ὅτι χρὴ πάσῃ δυνάμει φυλάττεσθαι, μὴ δοῦναι πρόσκομμα σκανδάλου μηδενί. Τῷ γὰρ αἰτίῳ τὸ κακὸν ἐπιγράφεται. Ζʹ. Περὶ συνεδρίου· ὅτι ἐπικίνδυνον καὶ ἐπιβλαβὲς τὸ συνελθεῖν καὶ ἐπικοινωνῆσαι συνεδρίῳ πονηρῶν καὶ ἐπιβούλων. Ηʹ. Περὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς, καὶ εὖ συνειδότων. Θʹ. Περὶ συνειδήσεως πονηρᾶς, καὶ αὐτοκατακρίτων. Ιʹ. Περὶ τῶν τῇ οἰκείᾳ συνειδήσει ἀμαυρουμένων. ΙΑʹ. Περὶ συμβούλου. ΙΒʹ. Περὶ τῶν συμβουλίαν καὶ ἔλεγχον δεχομένων χρὴ δὲ γινώσκειν ποταπὸς ὁ σύμβουλος. ΙΓʹ. Περὶ τῶν συμβουλίαν καὶ ἔλεγχον μὴ δεχομένων. ΙΔʹ. Περὶ σκληροτραχήλων. ΙΕʹ. Περὶ σχηματαρίων. Ι ʹ. Περὶ συμμέτρου καταστάσεως, καὶ τοῦ, μηδὲν ἄγαν. ΙΖʹ. Περὶ συναντημάτων καὶ ἀπροσδοκήτως συμβαινόντων τισίν· ὧν ἡ γνῶσις ἡμῖν μὲν ἴσως ἄγνωστος, Θεῷ δὲ εὔγνωστος. ΙΗʹ. Περὶ συγκαταβάσεως, καὶ συμπαθείας εἰς ἀλλήλους· ὅτι ὑπὲρ θυσίας τῷ φιλανθρώπῳ καὶ ἀνενδεεῖ Θεῷ ἀρεστά. ΙΘʹ. Περὶ σοφῶν καὶ συνετῶν ἀνδρῶν καὶ ὅτι χρὴ αὐτοὺς ἑτοίμους εἶναι εἰς ὠφέλειαν πάντων. Κʹ. Περὶ σωφρονισμοῦ· καὶ ὅτι χρὴ ἡμᾶς διὰ τῶν ἀλλοτρίων κακῶν σωφρονίζεσθαι. ΚΑʹ. Περὶ σπουδῆς· ὅτι ἀνόνητος πᾶσα σπουδὴ μὴ βουλομένου Θεοῦ· καὶ ὅτι ὑπὸ Θεοῦ κατευθύνονται αἱ ὁδοὶ τῶν ἀνθρώπων, αἵ τε πρὸς τὸ ἀγαθὸν, αἵ τε πρὸς ἄμυναν τῶν ἀτακτούντων πολεμίων. ΚΒʹ. Περὶ τοῦ ἁγίου σταυροῦ προφητεῖαι. ΚΓʹ. Περὶ σοφίας κοσμικῆς Ἡσαΐου προφήτου. ΚΔʹ. Περὶ τῶν συμβαινόντων καὶ ἐμπιπτόντων ἐκ παραλόγου. ΚΕʹ. Περὶ στρατιωτῶν. Κ ʹ. Περὶ συνδιαγωγῆς χρηστῶν ἀνδρῶν· καὶ ὅτι χρὴ ἀρίστοις ἀνδράσι κολλᾶσθαι καὶ μὴ πονηροῖς· ἐξομοιοῦται γάρ τις ἐκείνοις μεθ' ὧν τὰς διατριβὰς ποιεῖται. ΚΖʹ. Περὶ συνδιαγωγῆς κακῶν ἀνδρῶν· καὶ ὅτι χρὴ φεύγειν τὰς τῶν μοχθηρῶν ἑταιρείας, ὡς ὄλεθρον προξενούσας. ΚΗʹ. Περὶ σοφίας, καὶ παιδείας, καὶ συνέσεως, καὶ φρονήσεως. ΚΘʹ. Περὶ σιωπώντων καὶ βραχυλόγων· καὶ ὅτι μὴ χρὴ ἀποκρίνασθαι, πρὶν ἀκοῦσαι λόγον. Στοιχεῖον Τ. Αʹ. Περὶ ταχυλόγων καὶ πολυλόγων. Βʹ. Περὶ τιμῆς· ὅτι χρὴ τιμητικοὺς εἶναι. Γʹ. Περὶ τάξεως καὶ καταστάσεως. Δʹ. Περὶ τελειότητος· καὶ ὅτι οὐδεὶς ἄρτιος, καὶ τελειότατος, καὶ ἀνεπιδεὴς ἐν ἀνθρώποις τὸ σύνολον. Εʹ. Περὶ τυφλῶν. ʹ. Περὶ τεχνιτῶν καὶ τίνες τέχνας ἐφεῦρον. 96.465 Ζʹ. Περὶ ταπεινοφρονούντων, καὶ πτωχῶν τῷ πνεύματι. Ηʹ. Περὶ τοῦ, ὅτι Κύριος ταπεινοῖ καὶ ὑψοῖ. Στοιχεῖον Υ. Αʹ. Περὶ ὑγείας καὶ εὐρωστίας. Βʹ. Περὶ ὑποκρίσεως καὶ ὑποκριτῶν. Γʹ. Περὶ ὑποδειγμάτων καὶ ὑπογραμμῶν θείων καὶ σωτηρίων τοῖς ἐθέλουσι ζῇν εὐσεβῶς. Δʹ. Περὶ ὕπνου· ὅτι σκιὰν μὲν θανάτου, σημεῖον δὲ ἐναργέστατον ἀναστάσεως φέρει ἡ πρὸς ὕπνον ἔκστασις, καὶ αὖθις ἔκνηψις. Εʹ. Περὶ ὑπακοῆς καὶ ὑποταγῆς. ʹ. Περὶ ὑβριστῶν. Ζʹ. Περὶ ὑπολήψεως πονηρᾶς. Ηʹ. Περὶ τῶν ὑπισχνουμένων μὲν ἐπικουρεῖν, μὴ πληρούντων δὲ τὰς ἰδίας ὑποσχέσεις. Θʹ. Περὶ τῶν ὑπούλως πρός τινα διακειμένων. Ιʹ. Περὶ ὑδροποτούντων. ΙΑʹ. Περὶ ὕπνου καὶ ἀϋπνίας. ΙΒʹ. Περὶ υἱοῦ σοφοῦ. ΙΓʹ. Περὶ υἱοῦ ἄφρονος, καὶ πονηροῦ, καὶ ἀπαιδεύτου. ΙΔʹ. Περὶ ὑετοῦ καὶ βροχῆς. ΙΕʹ. Περὶ ὑπονοίας· ὅτι χρὴ φεύγειν τὰς ἀφορμὰς τὰς τικτούσας ὑπονοίας κακάς. Ι ʹ. Περὶ ὑπερηφάνων, καὶ σοβαρῶν, καὶ ἀλαζόνων, καὶ κενοδόξων. ΙΖʹ. Περὶ ὑπομονῆς καὶ μακροθυμίας. ΙΗʹ. Περὶ ὑπομενόντων, ἀλλ' ὀλιγοψυχούντων. Στοιχεῖον Φ. Αʹ. Περὶ φιλαρχίας. Βʹ. Περὶ φθόνου καὶ ζήλου. Γʹ. Περὶ φαρμάκων. Δʹ. Περὶ φονέων. Εʹ. Περὶ φιλαμαρτούντων. ʹ. Περὶ φιλομέμπτων, καὶ φιλεγκλημόνων, καὶ μεμψιμοίρων, καὶ φιλοδικασίμων. Ζʹ. Περὶ φήμης· ὅτι οὐ χρὴ ἐν πάσῃ φήμῃ ταράσσεσθαι. Ηʹ. Περὶ τῶν φυλαττόντων τὴν ἑαυτῶν γλῶσσαν. Θʹ.
Περὶ τῶν μὴ φυλαττόντων τὴν ἑαυτῶν γλῶσσαν. Ιʹ. Περὶ φλυαρῶν. ΙΑʹ. Περὶ φορῶν δημοσίων· ὅτι θείᾳ κρίσει ἐπὶ κοινῇ σωτηρίᾳ ἐτάχθησαν, ὅπως ἐκ κοινοῦ ἐράνου σύστασιν ἔχῃ τὸ πολιτικόν. Διὸ καὶ εὐσεβεῖς εἰσφοραὶ ἀνηγορεύθησαν. ΙΒʹ. Περὶ φιλανθρωπίας, καὶ ἀγαθότητος, καὶ μακροθυμίας, καὶ πραότητος Θεοῦ· καὶ ὅτι κρεῖσσον ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ, καὶ μὴ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων. ΙΓʹ. Περὶ φυσικῶν. ΙΔʹ. Περὶ φιλέργων καὶ σπουδαίων· ὅτι χρὴ ποιεῖν· ὠφέλειαν γὰρ ἔχει. ΙΕʹ. Περὶ φίλων χρηστῶν. Ι ʹ. Περὶ φίλων μοχθηρῶν. ΙΖʹ. Περὶ φιλοτιμουμένων καὶ μεταδοτικῶν· καὶ ὅτι ἡ φιλοτιμία σωτηρίαν προξενεῖ. ΙΗʹ. Περὶ φειδωλῶν, καὶ ἀμεταδότων, καὶ κνιπῶν· καὶ ὅτι κινδύνοις περιπίπτουσιν οἱ τοιοῦτοι. ΙΘʹ. Περὶ φιλαδελφίας. Στοιχεῖον Χ. Α. Περὶ χαρίσματος· ὅτι χρὴ σπουδάζειν διὰ τῆς καλλίστης ἀναστροφῆς χάριν ἔχειν πρὸς Θεὸν, καὶ πρὸς πάντας οἰκοδομήν. Βʹ. Περὶ χρημάτων, καὶ τῆς περὶ ταῦτα σπουδῆς. Γʹ. Περὶ χαρᾶς καὶ θυμηδίας. Δʹ. Περὶ χαρισμάτων καὶ δωρημάτων Θεοῦ· καὶ ὅτι βίῳ σεμνῷ ἀντιδίδονται παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εʹ. Περὶ χαλεπῶν καὶ ἀνοσίων πράξεων. ʹ. Περὶ Χριστιανισμοῦ, καὶ τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας. 96.468 Ζʹ. Περὶ τοῦ, ὅτι χρὴ Θεὸν φοβεῖσθαι μᾶλλον, ἢ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ αὐτῷ ἐν πᾶσι πειθαρχεῖν. Στοιχεῖον Ψ. Αʹ. Περὶ ψυχῆς καὶ νοῦ. Βʹ. Περὶ ψόγου. Γʹ. Περὶ ψιθυρισμοῦ καὶ ψιθυριστῶν. Δʹ. Περὶ ψεύδους καὶ συκοφαντίας. Στοιχεῖον Ω. Περὶ ὥρας θανάτου· ὅτι ἡ πρὸς τὴν θείαν καὶ σωτήριον ἐντολὴν παρακοὴ τῆς κατὰ χάριν τοῦ Δημιουργοῦ ἀφθαρσίας καὶ ἀθανασίας ἀπεστέρησεν ἡμᾶς, καὶ τῷ μόχθῳ παρέδωκε καὶ θανάτῳ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Α. ΤΙΤΛ. Αʹ. –Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως καὶ κατασκευῆς. Εἰρηναίου ἐκ τῶν κατὰ αἱρέσεων ἐλέγχων τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. – Ἐν τοῖς πρόσθεν χρόνοις ἐλέγομεν, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Τίτου ἐπισκόπου Βοστρῶν. – Ῥητέον τοίνυν, ὅτι πρὸς τοῦ δημιουργήσαντος ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν βίον παρήχθη, ἐμπορευσόμενος ἕτερον οὐδὲν, ἢ μόνον εὐσέβειαν καὶ ἀρετήν. Ταῦτα γὰρ κτησάμενος, καλῶς ἂν διανήξαιτο τόνδε τὸν βίον· ἀμελήσας δὲ τούτων, χαλεπῶς ἂν διαβαπτισθείη πλανώμενος. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δ' ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. –Πάντα συνέστηκεν, κ. τ. ε. ΤΙΤΛ. Βʹ. –Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι αὐτεξούσιον αὐτὸν πεποίηκεν ὁ Θεὸς, καὶ ἡγεμόνα τῶν ἐπιγείων ἁπάντων. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου. –Τέλειοι ὄντες, τέλεια φρονεῖτε. Θέλουσι γὰρ ἡμῖν εὖ πράττειν, Θεὸς ἕτοιμος εἰς τὸ παρέχειν. Τοῦ ἁγίου Ἀντιπάτρου Βοστρῶν. –Ἀΐδιος οὐσία τροπῆς ἀποσκίασμα παθεῖν οὐκ ἀνέχεται. Οὔτε γὰρ δύναται. Τὸ γὰρ ἅπαξ, καὶ μὴ παρ' ἑτέρου ἔχον τὸ εἶναι, μήτε ἐξ αὐτομάτου πως γεγονὸς, τοῦτο γενέσθαι, ἢ μετασκευασθῆναι, ἢ μετατραπῆναι ἀδύνατον. Ἐπειδὴ ἀποθέσθαι τὸ εἶναι ὅπερ ἐστὶ κατὰ φύσιν ἀδύνατον· ὃ γὰρ οὐκ ἔλαβεν, οὐκ ἀποτίθεται, καὶ ὃ ὕστερον οὐκ ἔσχεν, οὐκ ἀποβάλλεται· ἀλλ' ἡ ἀΐδιος οὐσία, ἢ μόνος ἐστὶ Θεὸς, τουτέστι Πατὴρ, καὶ Υἱὸς, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, ἦν τε καὶ ἔστι, καὶ ἔσται, τροπὴν, ἢ μεταβολὴν, ἢ ἀλλοίωσιν οὐκ ἐπιδεχομένη. ΤΙΤΛ. Γʹ. –Περὶ τοῦ ἀνθρώπου· ὅτι ἐπ' ἀφθαρσίᾳ καὶ ἀθανασίᾳ κατὰ θείαν δωρεὰν πρὸς τοῦ Θεοῦ διεπλάσθη, ἐντολῆς θείας δηλαδὴ φυλαττούσης τὴν χάριν. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων ἐλέγχου, καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. –Τί τὸ κωλύον τὴν σάρκα, κ. τ. ε. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. –Τί ἐστιν, ἕως τοῦ ἐπιστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης; Οὐ γὰρ ἐκ γῆς διεπλάσθη μόνον ὁ ἄνθρω 96.469 πος, ἀλλὰ καὶ θείου πνεύματος. Ἐπειδὴ δὲ οὐ διέμεινεν ἀδιάστροφος, προστάξεως θείας ἠλόγηκε, καὶ τοῦ κρείττονος μέρους ἀποτεμνόμενος οὐρανομίμητον πολιτείαν, ὅλον ἑαυτὸν προσένειμε τῇ γῇ. Εἰ μὲν γὰρ ἀρετῆς, ἥτις ἀθανατίζει, ἐραστὴς ἐγένετο, πάντως ἂν ἐλάμβανε κλῆρον τὸν οὐρανόν· ἐπειδὴ δὲ ἡδονὴν ἐζήτησε, δι' ἧς ψυχικὸς θάνατος ἐπιγίνεται, τῇ γῇ προσενεμήθη. ΤΙΤΛ. Δʹ. –Περὶ τοῦ Ἀδάμ· ὅτι σοφώτατος, καὶ διορατικὸς, καὶ προφήτης ὑπῆρχε πρὸ τῆς παρακοῆς. Φίλωνος ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. – Ἤγαγεν ὁ Θεὸς τὰ ζῶα πρὸς τὸν Ἀδὰμ, ἰδεῖν τί καλέσει αὐτά. Οὐ γὰρ ἐνδοιάζει Θεὸς, ἀλλ' ἐπειδὴ νοῦν
ἔδωκε τῷ ἀνθρώπῳ τῷ πρωτογενεῖ καὶ σπουδαίῳ, καθ' ὃ ἐπιστημονικὸς ὢν, πέφυκε λογίζεσθαι, καθάπερ ὑφηγητὴς γνώριμον κινεῖ πρὸς ἐπίδειξιν οἰκείαν, καὶ ἀφορᾷ τὰ ἄριστα αὐτοῦ τῆς ψυχῆς ἔγγονα. Φανερῶς δὲ πάλιν καὶ διὰ τούτου πᾶν τὸ ἑκούσιον καὶ ἐφ' ἡμῖν διατυποῖ, τοὺς πάντα κατ' ἀνάγκην εἶναι λέγοντας δυσωπῶν, ᾗ ἐπεὶ ἔμελλον οἱ ἄνθρωποι χρῆσθαι, διὰ τοῦτο ἄνθρωπον αὐτὰ θέσθαι προσέταττεν. Ἀνδρὸς δὲ ἐπιστημονικωτάτου καὶ φρονήσει διαφέροντος οἰκειότατον τοῦτο τὸ ἔργον· οὐ σοφῷ μόνον, ἀλλὰ καὶ τῷ πρώτῳ εὐγενεῖ τῶν ὀνομάτων ἡ θέσις. Ἔδει γὰρ ἡγεμόνα μὲν τοῦ ἀνθρωπείου, βασιλέα δὲ τῶν γηγενῶν πάντων, καὶ τοῦτο λαχεῖν γήρας ἐξαίρετον, ἷνα ὥσπερ πρῶτος ᾔδει τὰ ζῶα, καὶ πρῶτος ἀξιωθῇ τῆς ἐπὶ πᾶσιν ἀρχῆς, καὶ πρῶτος εἰσηγητὴς καὶ εὑρέτης γένηται τῶν ἐπωνυμιῶν. Ἄτοπον γὰρ ἦν, ἀνώνυμα αὐτὰ καταλειφθέντα, ὑπό τινος νεωτέρου προσονομασθῆναι, ἐπὶ καταλύσει τῆς τοῦ πρεσβυτέρου τιμῆς τε καὶ εὐκλείας. Καὶ θεασάμενος ὁ Ἀδὰμ τὸ πλάσμα τῆς γυναικὸς, ὡς προφήτης φησὶν, οὔτε γεγονέναι ἐκ συνομιλίας, οὔτε ἐκ γυναικὸς, ὡς οἱ μετέπειτα, ἀλλά τινα φύσιν ἐν μεθορίῳ, καθάπερ ἀπὸ ἀμπέλου κληματίδος ἀφαιρεθείσης εἰς ἑτέρας ἀμπέλου γέννησιν, διό φησιν· Ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. Ἔφη τὸ εὐαφέστατον καὶ αἰσθητικώτατον, ἐν ᾧ καὶ τὸ ἀλγεῖν καὶ τὸ ἥδεσθαι. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ, ἤτοι τοῦ τελευταίου τῶν ἐν Ἐξόδῳ ζητουμένων. –Ἄβατος καὶ ἀπροσπέλαστος ὄντως ἐστὶν ὁ θεῖος χῶρος, οὐδὲ τῆς καθαρωτάτης διανοίας τοσοῦτον ὕψος προσαναβῆναι δυναμένης· ὡς θίξει μόνον ἐπιψαῦσαι ἀμήχανον ἀνθρωπίνῃ φύσει τὸ τοῦ ὄντος πρόσωπον θεάσασθαι. Τὸ δὲ πρόσωπον οὐ κυριολογεῖται· παραβολὴ δέ ἐστιν, εἰς δήλωσιν τῆς καθαρωτάτης καὶ εἰλικρινεστάτης 96.472 τοῦ ὄντος ἰδέας· ἐπειδὴ καὶ ἄνθρωπος οὐδενὶ γνωρίζεται μᾶλλον, ἢ προσώπῳ κατὰ τὴν ἰδίαν ποιότητα καὶ μορφήν. Οὐ γάρ φησιν ὁ Θεὸς, ὅτι Οὐκ εἰμὶ ὁρατὸς τὴν φύσιν· τίς δὲ μᾶλλον ὁρατὸς ἢ ὁ τὰ ἄλλα πάντα γεννήσας ὁρατά; πεφυκὼς δὲ τοιοῦτος εἰς τὸ ὁρᾶσθαι, ὑπ' οὐδενὸς ἀνθρώπων ὁρῶμαι, φησί. Τὸ δὲ αἴτιον ἡ ἀδυναμία τοῦ γενητοῦ, καὶ ἵνα μὴ περιπλέκων μηκύνω, Θεὸν γενέσθαι δεῖ πρότερον· ὅπερ οὐδὲ οἷόν τε· ἵνα Θεὸν ἰσχύσῃ τις καταλαβεῖν. Ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ μέν τις τὸν θνητὸν βίον, ζήσῃ δὲ ἀντιλαβὼν τὸν ἀθάνατον, ἴσως ὃ μηδέποτε εἶδεν, ὄψεται. Αἱ φιλοσοφίαι πᾶσαι κατά τε τὴν Ἑλλάδα καὶ βάρβαρον ἀκμάσασαι, ζητοῦσαι τὰ φύσεως, οὐδὲ τὸ βραχύτατον ἠδυνήθησαν τηλαυγῶς ἰδεῖν. Σαφὴς δὲ πίστις. Αἱ διαφωνίαι, αἱ διαμάχαι καὶ ἑτεροδοξίαι, τῶν ἑκάστης αἱρέσεως ἀνασκευαζόντων καὶ ἀνασκευαζομένων μέρη, καὶ πᾶσιν ὁρμητήρια πολέμων γεγόνασιν αἱ τῶν αἱρεσιομάχων οἰκίαι, τυφλοῦσαι τὸν δυνάμενον βλέπειν ἀνθρώπινον νοῦν ταῖς ἀντιλογικαῖς ἔρισιν μηχανοῦντα τίνα δεῖ προέσθαι, καὶ τίνα διώσασθαι. Δεῖ τὸν βουλόμενον φαντασιωθῆναι τὸν τῶν ὅλων ἄριστον, στῆναι τὸ πρῶτον κατὰ ψυχὴν, ἱδρυνθέντα παγίως γνώμῃ μιᾷ, καὶ μηκέτι πρὸς πολλὰ πλάζεσθαι· ἔπειτα δὲ στῆναι ἐπὶ φύσεως καὶ γνώμης ξηρᾶς, καὶ ἀγόνου πάντος, ὅσα φθαρτά. Ἐὰν γὰρ προσήσεταί τι τῶν μαλακωτέρων, σφαλήσεται τῆς προθέσεως· ἀδυνατήσει καὶ τὸ ὀξυωπέστατον βλέπον, ἰδεῖν τὸ ἀγένητον· ὡς τυφλωθῆναι πρότερον, ἢ θεάσασθαι διὰ τὴν ὀξυαύγειαν, καὶ τὸν ἀπεισρέοντα χείμαρρον τῶν μαρμαρυγῶν. Οὐχ ὁρᾷς ὅτι τοῦ πυρὸς ἡ δύναμις τοῖς μὲν ἀφεστηκόσι μεμετρημένον διάστημα παρέχει φῶς, κατακαίει δὲ τοὺς ἐγγίζοντας; Ὅρα μὴ τοιοῦτόν τι πάθῃς τῇ διανοίᾳ, μή σε ὁ πολὺς πόθος ἀδυνάτου πράγματος ἀναλώσῃ. ΤΙΤΛ. ʹ. –Περὶ ἀνηκόων καὶ ἀνυποτάκτων. Ἰεζεκιήλ. –Εἶπε Κύριος πρός με· Υἱὲ ἀνθρώπου, ἐν μέσῳ τῶν ἀδικιῶν αὐτῶν σὺ κατοικεῖς· οἳ ἔχουσιν ὀφθαλμούς .... διότι οἶκος παραπικραίνων ἐστί. Διὰ τοῦτο ἀποστρέφω τὸ φρύαγμα τῆς ἰσχύος αὐτῶν, καὶ μιανθήσεται τὰ ἅγια αὐτῶν. Σχόλιον. Τοῦτο καὶ ἡμῖν ἐκ τῶν ἡμετέρων συμβέβηκεν ἁμαρτημάτων. Καύχημα γὰρ καὶ δόξασμα παντὸς γένους Χριστιανῶν ὁ σωτήριος
10
σταυρὸς, καὶ ἡ ζωηφόρος ἀνάστασις ὑπῆρχον, ἅτινα διὰ τὸ μεμιαμμένον Βενετοπράσινον ὄνομα, ὃ ἐπεθήκαμεν ἑαυτοῖς, καὶ ἐβδελύχθημεν ὑπὸ Χριστοῦ τοῦ ἁγιάσαντος ἡμᾶς τῷ θείῳ αὐτοῦ ὀνόματι, εἰς χεῖρας μεμιαμμένων παρεδόθησαν καὶ ἐμιάνθησαν. 96.473 ΤΙΤΛ. Θʹ. –Περὶ ἀρχομένων· ὅτι πρὸς τὰς προαιρέσεις τῶν ἀρχομένων πονηρὰς, οὕτω καὶ ἄρχοντας λοιμοὺς καθιστᾷ τὸ θεῖον κρίμα. Φίλωνος, ἐκ τοῦ αʹ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. – Ωσπερ κίονες οἰκίας ὅλας ὑπερείδουσιν, οὕτω καὶ αἱ θεῖαι δυνάμεις τὸν σύμπαντα κόσμον, καὶ τοῦ ἀνθρωπείου τὸ ἄριστον καὶ θεοφιλέστατον γένος. ΤΙΤΛ. ΙΒʹ. –Περὶ ἀναρχίας· ὅτι ἐπιβλαβὴς καὶ ἐπικίνδυνος, καὶ συγχύσεως αἰτία. Ὠσῆε. –Ἀκούσατε λόγον Κυρίου, υἱοὶ Ἰσραήλ· ὅτι κρίσις πρὸς τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν, διότι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια, οὐδὲ ἔλεος, οὐδὲ ἐπίγνωσις Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ αἵματα ἐφ' αἵμασι μίσγουσι. Διὰ τοῦτο πενθήσει ἡ γῆ, καὶ σμικρυνθήσεται ἐν πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν αὐτήν. Σχόλ. Μάθωμεν διὰ τοῦ θείου τούτου, καὶ τῶν ἑξῆς, τί τὸ αἴτιον τῆς καταλαβούσης ἡμᾶς ἀναρχίας καὶ συγχύσεως, καὶ ὡς οὐκ ἄδικος ὁ Θεὸς ὁ ἐπαφήσας ἡμῖν τὴν καταδυναστείαν τὴν ἐξ ἐθνῶν. Ἐμολύναμεν γὰρ πρὸς τοῖς μυρίοις ἡμῶν ἀτοπήμασι, καὶ ἐμφυλίῳ αἵματι τὴν ἁγίαν καὶ τῷ παντὶ κόσμῳ σεβασμίαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν πόλιν, ὡς καὶ μετανάστην γενέσθαι ταύτης τὸν τίμιον σταυρὸν τὴν ζωὴν ἡμῶν. ΤΙΤΛ. ΙΓʹ. –Περὶ ἀρίστων ἀνδρῶν· ὅτι σωτήριος ἡ τούτων ἐφορία καὶ ἐπιστασία τοῖς πράγμασι καὶ τῷ λαῷ. Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. –Ἐάν τις κατ' οἰκίαν ἢ κώμην, ἢ πόλιν, ἢ ἔθνος γένηται φρονήσεως ἐραστὴς, ἀνάγκη, τὴν οἰκίαν καὶ τὴν πόλιν ἐκείνην ἀμείνονι βίῳ χρήσα 96.476 σθαι. Ὁ γὰρ ἀστεῖος κοινὸν ἀγαθόν ἐστιν ἅπασιν, ἐξ ἑτοίμου τὴν ἀφ' ἑαυτοῦ προτείνων ὠφέλειαν. ΤΙΤΛ. Ι ʹ. –Περὶ ἀκαταστάτων ἐν λογισμῷ, καὶ τῇ γνώμῃ ἀνιδρύτων. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. – Πέφυκεν ἄφρων ἐπὶ μηδενὸς ἑστάναι καὶ ἐρηρεῖσθαι δόγματος. Ἄλλοτε γοῦν ἀλλοῖα δοξάζει, καὶ περὶ τῶν αὐτῶν ἐστιν, ὅτε μηδενὸς περὶ αὐτὰ συμβεβηκότος κοινοτέρου, τἀναντία· καί ἐστιν ἡ ζωὴ αὐτοῦ πᾶσα κρεμαμένη, βάσιν ἀκράδαντον οὐκ ἔχουσα, ἀλλὰ πρὸς τῶν ἀντισπώντων καὶ ἀντιμεθελκόντων ἀεὶ πραγμάτων. ΤΙΤΛ. ΙΗʹ. –Περὶ ἀγγελλόντων καὶ μεσαζόντων ἀπόκρισιν. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς. –Πάντα ὃν ἂν πέμπῃ ὁ οἰκοδεσπότης εἰς ἰδίαν οἰκονομίαν, οὕτως ἡμᾶς δεῖ ὑποδέξασθαι, ὡς αὐτὸν τὸν πέμψαντα. ΤΙΤΛ. ΚΑʹ. –Περὶ ἁμαρτημάτων, καὶ ὅτι τὰ ἡμέτερα ἁμαρτήματα προξενοῦσι καὶ ἄγουσιν ἐφ' ἡμᾶς τὰ κακά. Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιεʹ κατὰ Ἰουλιανοῦ. –Πολλὰ πταίομεν ἅπαντες. Νοσεῖ γὰρ ἡ φύσις τὸ εἰς ἁμαρτίαν εὔκολον, διὰ τὸν ἐξ ἀρχῆς εἰσοικισάμενον τὸ πάθος. Κλήμεντος, ἐκ τοῦ ηʹ Στρωμ. – Φοβηθῶμεν, οὐχὶ νόσον τὴν ἔξωθεν, ἀλλὰ ἁμαρτήματα δι' ἃ ἡ νόσος. Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τῆς τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. –Ἡ φορὰ τῶν κακιῶν ἀνακυκᾷ καὶ στροβεῖ τὴν ψυχὴν, ἴλιγγον αὐτῇ περιτιθεῖσα, τὸν καλύπτοντα, καὶ καμμύειν ἐκβιαζόμενον τὴν φύσει μὲν πρέπουσαν ὄψιν, ἐπιτηδεύσει δὲ τυφλουμένην. Τῶν αὐτῶν. –Οὐδὲν ἀναντίον καὶ μαχόμενον ταῖς ὁσιωτάταις τοῦ Θεοῦ δυνάμεσιν, ὡς ἀδικία. ΤΙΤΛ. ΜΒʹ. –Περὶ ἁμαρτάνοντος καὶ σφάλλοντος· ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐντρέπεσθαι, καὶ μὴ ἀντιῤῥημονεῖν τῷ ἐλέγχοντι. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει Ζητουμένων. – Τὸ μὴ ἁμαρτάνειν μηδὲν τὸ παράπαν, μέγιστον ἀγαθόν· τὸ ἁμαρτάνοντα ἐκτραπῆναι, συγγενὲς ἐκείνου· νεώτερον ὡς ἄν τις εἴποι παρὰ πρεσβύτερον. Εἰσὶ γὰρ οἱ ἐπὶ ἁμαρτανομένοις, ὡς ἐπὶ κατορθώμασιν ἀγαλλόμενοι, δυσίατον, μᾶλλον δὲ ἀνίατον νόσον ἔχοντες. ΤΙΤΛ. ΜΔʹ. –Περὶ ἁγίων καὶ μακαριζομένων ἀνδρῶν, ἐφ' οἷς δρῶσι, καὶ ὑπὲρ ὧν τετύχασιν. Τοῦ Νύσσης, ἐκ τοῦ εἰς τὸν ἅγιον Ῥωμανόν. –Οὐ μήρυνθον λεπτὴν διαθέουσιν οἱ θαυματοποιοὶ τοῦ Χριστοῦ, οὐδὲ ξίφεσιν ἐπικυβιστῶντες γυμνοῖς, τέχνῃ τὰς πληγὰς διαφεύγουσι, ἀλλ' ἀντὶ μὲν σχοινίου τὴν στενὴν καὶ ἀμφίκρημνον τῆς εὐσεβείας ὁδὸν ἀσαλεύτῳ βήματι διατρέχουσι. Τῶν δὲ τυραννουμένων ξιφῶν τὰς ἀκμὰς τῇ τῶν πληγῶν φιλοτιμίᾳ 96.477 ἀμβλύνουσιν, οὐ
11
τὸ μὴ πάσχειν τέχνην ποιούμενοι, ἀλλὰ τὸ νικᾷν ἐν τῷ πάσχειν ἀσκούμενοι, ΤΙΤΛ. ΜΖʹ. –Περὶ τοῦ ἄφευκτον εἶναι τὸν Θεὸν καὶ ἀπερίγραπτον· καὶ ὅτι πάντα περιδέδρακται, καὶ ἐφορᾷ, καὶ οὐδὲν αὐτῷ λέληθεν. Εὐσταθίου ἐπισκόπου Ἀντιοχείας. –Ὁ Θεὸς τὰ πάντα πληροῖ, ὑπ' οὐδενὸς περιοριζόμενος. Ὁ γὰρ ὑπὸ τόπου μὴ περιοριζόμενος, πάντως ἐν παντὶ τόπῳ, κατὰ τὴν τοῦ Δαβὶδ ὑμνολογίαν, ἔσται. Εἰ γὰρ ἔξω λέγοιτο τόπου τινὸς, ἀνάγκη περιορίζεσθαι αὐτὸν ὑπ' ἐκείνου, οὗπερ στηρίσκεται. Ὅλος οὖν ἐν παντὶ γενόμενος, οὐδαμῶς ἐξ ἑτέρων εἰς ἑτέρους μεθίσταται τόπους, τὰ πάντα πληρῶν. Τοῦ ἁγίου Διαδόχου. –Τὰ μηδέπω ὄντα ὡς παρόντα μόνος ὁ Θεὸς καθορᾷ. Εἰ ἐν εἴδει ἦν ἡ θεία ἐκείνη καὶ ἄφραστος φύσις, οὐκ ἂν τὰ μηδέπω ὄντα ἐθεώρει ὡς ὄντα. Τοῦ αὐτοῦ. –Μόνου τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου ὑπάρχει ἴδιον, τοῦ καὶ τῇ γῇ ταύτῃ φαινομένου ἀφαντάστως, καὶ τῶν οὐρανῶν μὴ ἀπολειπομένου, ἀλλὰ πάντα ὡς ἀεὶ περιέχοντος διὰ τὸ τῆς θείας φύσεως ἀπερίγραπτον· ἥκιστα δὲ καὶ ἄγγελοι. Ἐν ᾧ γὰρ χρόνῳ ἐν τῷ κόσμῳ ἀποστελλόμενοι ὦσιν, οὐ δυνατὸν εἶναι αὐτοὺς ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ, καὶ ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ. Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ τετάρτου ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. –Ἅπαντα μέτρῳ, κ. τ. ε. Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τοῦ τελευταίου τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. –Περιέχει τὰ πάντα ὑπ' οὐδενὸς περιεχόμενος. Ὡς γὰρ ὁ τόπος περιεκτικὸς σωμάτων ἐστὶ καὶ καταφυγὴ, οὕτω καὶ ὁ θεῖος Λόγος περιέχει τὰ ὅλα καὶ πεπλήρωκεν. ΤΙΤΛ. ΜΗʹ. –Περὶ τοῦ ἀκατάληπτον εἶναι τὸν Θεὸν καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δʹ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. –Ἐδίδαξεν ἡμᾶς ὁ Κύριος, κ. τ. ε. Ἐκ τοῦ βʹ τῶν αὐτῶν. –Ὁ ὑγιὴς νοῦς καὶ ἀκίνδυνος, κ. τ. ε Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιηʹ τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ. –Δεῖν οἶμαι τὰ ὑπὲρ ἡμᾶς ἀβασανίστῳ τῇ πίστει τιμᾷν. Ἀσθενεῖ γάρ πως ἀνθρώπινος νοῦς, εἴς γε τὸ δύνασθαι συνιέναι πάντα. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀλεξανδρείας, περὶ φύσεως. –Οὐχ ἁπλῶς τῶν μεριστῶν τοῦ κόσμου, καὶ τῶν ὑπ' αὐτὸν, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ αἰῶνος, ἀλλὰ πάντων καὶ τῶν ἐλαχίστων ἄπειρος, ἀτέλεστος τῶν ἐν ἀνθρώποις ἡ γνῶσις. Εὐσταθίου ἐπισκόπου Ἀντιοχείας, ἐκ τοῦ περὶ ψυχῆς. –Οὐ νόμων καὶ χρόνων ῥηταῖς τὸ Θεῖον ὑπόκειται περιγραφαῖς. Ἀθηνοδώρου. –Ἄλλη μὲν τοῖς ἐκκεκαθαρμένοις παντελῶς τὴν διάνοιαν ἁρμόζει θεολογία, ἡ μά 96.480 λιστα ἀληθής. Ἄλλη δὲ τοῖς πολλοῖς ἡ δυναμένη τὴν διάνοιαν αὐτῶν εἰς εὐσέβειαν ἐκκαλεῖσθαι καὶ δικαιοπραγίαν, ἐν τῇ πρὸς ἀλλήλους κοινωνίᾳ ἀπαλλάττουσα τοῦ θηριώδους βίου. ΤΙΤΛ. ΜΘʹ. –Περὶ ἀγάπης καὶ φόβου πρὸς Θεόν· καὶ ὅτι παντὸς ἀγαθοῦ ὑπερέχουσιν. Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ἐπισκόπου Ῥώμης. – Αὐταρκὴς εἰς σωτηρίαν ἡ εἰς Θεὸν ἀνθρώπου ἀγάπη. Εὐγνωμοσύνης γάρ ἐστι τὸ πρὸς τὸν τοῦ εἶναι ἡμᾶς αἴτιον ἀποσώζειν στοργὴν, ὑφ' ἧς καὶ εἰς δεύτερον καὶ ἀγήρω αἰῶνα διασωζόμεθα. Τοῦ αὐτοῦ. –Ἐπείρασεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀβραὰμ, οὐκ ἀγνοῶν τίς ἦν, ἀλλ' ἵνα τοῖς μετὰ ταῦτα δείξῃ, καὶ μὴ κρύψῃ τὸν τοιοῦτον, καὶ διεγείρῃ εἰς μίμησιν τῆς ἐκείνου πίστεως καὶ ὑπομονῆς, καὶ πείσῃ, καὶ τέκνων στοργῆς ἀμελεῖν πρὸς ἐκπλήρωσιν θείου προστάγματος. Ὅθεν ἔγγραφον περὶ αὐτοῦ ἱστορίαν γενέσθαι ᾠκονόμησεν. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ κατὰ αἱρέσεων εʹ λόγου. –Ὅσα τὴν πρὸς Θεὸν τηρεῖ φιλίαν, κ. τ. ε. Σευηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων, ἐκ τοῦ περὶ αἱρετικῶν. –Ἀρχὴ σωτηρίας ἀνθρώπων ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος, καὶ ῥίζα πάντων ἡμῖν ἀγαθῶν ὁ τοῦ Θεοῦ νόμος. Οὔτε δὲ Θεὸς ἄνευ φόβου, οὔτε φόβος ἄνευ νόμου. Ὁ μὲν γὰρ νόμος τῶν ἐπιτεταγμένων ὑπηρέτην ἔχει τὸν φόβου· ὁ δὲ φόβος τῶν προτεταγμένων δικαστὴν ἔχει τὸν νόμον· ὁ μὲν οὖν φόβῳ τῷ νόμῳ προσερχόμενος καὶ τῷ τὸν νόμον διδόντι Θεῷ, ἁγίοις ἐμπολιτεύεται, καὶ ὁσίοις συναναστρέφεται. Ὁ δὲ κατατολμῶν τοῦ θείου λόγου, οὔτε τῆς χάριτος ἀξιοῦται, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐσεβείας ἐκβάλλεται. ΤΙΤΛ. ΝΑʹ. –Περὶ ἀντιλογίας πρὸς Θεόν· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἀντιλογεῖν, ἢ δικαιολογεῖσθαι πρὸς αὐτὸν, ἢ πολλὰ ῥήματα περὶ αὐτοῦ λέγειν. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δʹ ἐλέγχου καὶ
12
ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. –Εἰ δὲ λέγει τις, κ. τ. ε. ΤΙΤΛ. ΝΕʹ. –Περὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ὁρωμένων, λέγω δὴ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου. –Οὐχ ἡ ὑπόστασις, οὐδὲ ἡ οὐσία, κ. τ. ε. ΤΙΤΛ. Ξʹ. –Περὶ ἀγάπης, καὶ εἰρήνης, καὶ ὁμονοίας καὶ εἰρηνοποιῶν. Διονυσίου Ἀλεξανδρείας, ἐκ τῆς δʹ ἑορταστικῆς ἐπιστολῆς. –Ἡ ἀγάπη προπηδᾷ πάντως, τὶ ὀνῆσαι καὶ ἄκοντα θηρωμένη, καὶ πολλάκις ὀκνοῦντά τινα ὑπ' αἰδοῦς· καὶ διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι βαρὺν ἑτέρῳ γενέσθαι τὸν εὖ πάσχειν παραιτούμενον, καὶ μᾶλλον αὐτὸν δυσφορεῖν στέργοντα τοῖς ἰδίοις ἀλγεινοῖς, ὑπὲρ τοῦ μὴ πράγματά τινι καὶ ὄχλησιν παρασχεῖν, ὁ πλήρης ἀγάπης πολλὰ καθικέτευσεν ἀνασχέσθαι καὶ ὑπομένειν ὡς ἀδικούμενον, καὶ ἐπικουρούμενον, καὶ χάριν ἄλλῳ μεγίστην, οὐχ ἑαυτῷ παρασχεῖν τὸ ἑαυτοῦ δι' ἐκείνου λωφῆσαι κακόν. Κλήμεντος, ἐκ τοῦ ηʹ Στρωμάτων. –Ἀγάπη 96.481 ἑκουσίων ἄρχει, ἀκόντων δὲ φόβος οὗτος ὁ φαῦλος. Ὁ δὲ εἰς ἀγαθὸν παιδαγωγῶν ἡμᾶς, εἰς Χριστὸν ἄγει, καὶ ἔστι σωτήριος. ΤΙΤΛ. ΞΑʹ. –Περὶ ἀληθείας καὶ μαρτυρίας πιστῆς. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ (Ἰουστίνου) πρὸς Ἀντωνίνον αὐτοκράτορα. –Τοὺς κατὰ ἀλήθειαν εὐσεβεῖς καὶ φιλοσόφους μόνον τἀληθὲς τιμᾷν καὶ στέργειν ὁ λόγος ὑπαγορεύει, παραιτουμένους δόξαις πολλῶν ἐπακολουθεῖν, ἐὰν φαῦλαι ὦσιν. Οὐ γὰρ μὴ ἕπεσθαι τοῖς ἀδίκως τι πράξασιν, ἢ δογματίσασιν, ὁ σώφρων λόγος ὑπαγορεύει, ἀλλὰ ἐκ παντὸς τρόπου, καὶ πρὸ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς τὸν φιλαληθῆ, κἂν ὁ θάνατος ἀπειλῆται, τὰ δίκαια πράττειν τε καὶ λέγειν αἱρεῖσθαι δεῖ. Λανθάνει μὲν ὡς εἰκὸς αὐτοὺς, ὡς ἐκ πλάνης τῇ ἀληθείᾳ διὰ τῆς ὄντως πίστεως ἐξεστηκὼς, αὐτὸς δὲ ἀληθῶς οἶδεν ἑαυτὸν, οὐχ, ὅ φασιν ἐκεῖνοι, μαινόμενον, ἀλλὰ τῆς ἀστάτου καὶ ἀλλοιωτῆς περὶ τὴν παντοδαπῆ τῆς πλάνης ποικιλίαν φθορᾶς, διὰ τῆς ἁπλῆς καὶ ἀεὶ ὡσαύτως ἐχούσης ἀληθείας ἠλευθερωμένον. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ περὶ ἀναστάσεως. –Ὁ μὲν τῆς ἀληθείας λόγος ἐστὶν ἐλεύθερος, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου φιλοσόφου καὶ μάρτυρος, ἐκ τοῦ εʹ μέρους τῆς ἀπολογίας αὐτοῦ. –Τὸ εὖ πράττειν ἡγοῦμαι, ὦ ἄνδρες, οὐκ ἄλλο τι εἶναι, ἢ τὸ κατὰ ἀλήθειαν ζῇν. Τὸ δὲ εὖ ζῇν καὶ κατὰ ἀλήθειαν, οὐκ ἄνευ τοῦ κατανοῆσαι τὴν τῶν πραγμάτων φύσιν. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ πρὸς Τρύφωνα βʹ λόγου. – Πᾶς ὁ δυνάμενος λέγειν τὸ ἀληθὲς, καὶ μὴ λέγων, κριθήσεται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Τοῦ ἁγίου Ἐφραιμίου ἀρχιεπισκόπου Ἀντιοχείας, ἐκ τοῦ γʹ κεφαλαίου τοῦ περὶ τοῦ γραμματικοῦ Ἰωάννου καὶ τῆς συνόδου. –Αὐταρκής ἐστιν ἡ ἀλήθεια, τοὺς πειρωμένους διαφιλονεικεῖν πρὸς ἑαυτὴν μεθιστᾷν· ὅπως ἂν διαῤῥήδην γνωρίζοιτο, ὡς ἀήττητον ὅπλον καὶ παντάπασιν ἄμαχον καθέστηκεν. Ἀντιπάτρου ἐπισκόπου Βοστρῶν. –Αὐταρκὴς πρὸς συνηγορίαν ἑαυτῇ ἡ ἀλήθεια, τοῖς ὀξεῖ τῷ τῆς ψυχῆς ὄμματι βλέπουσιν. Φίλωνος, ἐκ τοῦ βʹ τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. – Παρ' ἐνίοις νομοθέταις ἀπείρηται μαρτυρεῖν ἀκοῇ, ὡς τὸ μὲν ἀληθὲς ὄψει πιστούμενον, τὸ δὲ ψεῦδος ἀκοῇ. ΤΙΤΛ. ΞΔʹ. –Περὶ τῶν ἀποδεχομένων τὰ πονηρὰ, καὶ ἀτιμαζόντων τὸ δίκαιον. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ αʹ βιβλίου τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ. –Ἐντεῦθεν οἶμαι καταθρῆσαί τε ῥᾷον, κ. τ. ε. ΤΙΤΛ. ΞΗʹ. –Περὶ ἀπραγμοσύνης καὶ ἡσυχίας· καὶ ὅτι τὸ ἠρεμεῖν τὴν τοῦ Θεοῦ γνῶσιν προξενεῖ. Τοῦ ἁγίου Σεραπίωνος, ἐκ τῆς νεʹ ἐπιστολῆς. – Ἁρμόζει τῷ ἐγκρατεῖ καὶ τοὺς ὄχλους φυγεῖν, ἵνα τὸν νοῦν ἀπερίσπαστον ἔχῃ, καὶ τὴν καρδίαν ἀτάραχον· πολλὴ γὰρ ἐν τοῖς ὄχλοις ἡ ταραχή. 96.484 Ἐκ τῆς αὐτῆς. –Μέγας συνεργὸς πρὸς τελειότητα τῶν ἀνθρώπων ἐστὶν ἡ ἀναχώρησις. Διδύμου, ἐκ τοῦ εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην. –Ὧ ἔρως εἰσέρχεται γνῶσιν ἁγίαν ἔχειν, σχολασάτω ἀπὸ τοῦ κόσμου, καὶ τῆς ἐπιθυμίας αὐτοῦ, καὶ τῶν τῆς σαρκὸς ἔργων, ἵνα προσβαλῇ αὐτῷ εἰρηκότι, Σχολάσατε καὶ γνῶτε, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός. Φίλωνος, ἐκ τοῦ δʹ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. –̔Ο σοφὸς ἠρεμίαν καὶ ἀπραγμοσύνην μεταδιώκει, ἵνα τῶν θείων ἐν εὐκαιρίᾳ ἐπιτύχῃ. Ἐκ τοῦ εʹ τῶν αὐτῶν. –Οὕτως γὰρ ὁ σοφίας ἐραστὴς οὐδενὶ τῶν εἰκαιοτέρων κἂν συμπεφυκὼς τυγχάνῃ, σύνεστιν, ἢ συνδιατρίβει πονηροτάτῳ, διεζευγμένος τῶν πολλῶν
13
διαλογισμῶν, δι' οὓς οὔτε συναποδημεῖν, οὔτε συμπολιτεύεσθαι, οὔτε συζῇν λέγεται. Τοῦ αὐτοῦ. –Ὁ σοφὸς μέτοικος καὶ μετανάστης ἐστὶν, ἐκ τοῦ περιπεφυρμένου βίου πρὸς εἰρηναίοις καὶ μακαρίοις πρέπουσαν ζωήν. ΤΙΤΛ. ΟΑʹ. –Περὶ ἀμοιβῆς καὶ ἀνταποδόσεως ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· καὶ ὅτι αἰώνια καὶ ἀτελεύτητα τὰ ἑκατέροις ἀποκείμενα, εἴτε ἀγαθὰ, εἴτε δεινὰ κολαστήρια. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου ἐπισκόπου Λουγδούνων, ἐκ τοῦ Κατὰ αἱρέσεων βιβλίου βʹ. –Ἀλλ' ὡς εἷς ἕκαστος ἡμῶν, κ. τ. ε. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ εʹ βιβλίου τῶν αὐτῶν. – Αἰώνια δὲ καὶ ἀτελεύτητα παρὰ Θεοῦ τὰ ἀγαθά, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Μελετίου ἐπισκόπου Ἀντιοχείας. – Πάντες δὲ δίκαιοι καὶ ἄδικοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀχθήσονται. Τούτῳ γὰρ ὁ Πατὴρ τὴν πᾶσαν κρίσιν δέδωκε, καὶ αὐτὸς βουλὴν Πατρὸς ἐπιτελῶν, κριτὴς παραγίνεται. Ὃν Χριστὸν προσαγορεύομεν, Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα. Οὐ γὰρ Μινὼς ἢ Ῥαδάμανθος κριταὶ, οἱ καθ' ὑμᾶς, Ἕλληνες, ἀλλ' ὃν ὁ Θεὸς ἐδόξασε καὶ Πατὴρ, περὶ οὗ ἐν ἑτέροις λεπτομερέστερον διεληλύθαμεν πρὸς τοὺς ἐπιζητοῦντας τὴν ἀλήθειαν. Οὗτος τὴν Πατρὸς εἰς πάντας δικαίαν κρίσιν ποιούμενος ἑκάστῳ κατὰ τὸ ἴδιον παρεσκεύασε δίκαιον. Οὗ τῇ κρίσει παραστάντες ἄγγελοί τε καὶ ἄνθρωποι, καὶ δαίμονες μίαν ἀποφθέγξονται αὐτῷ φωνὴν, λέγοντες· Δικαία ἡ κρίσις σου. Ἧς φωνῆς τὸ ἀνταπόδομα ἐπ' ἀμφοτέροις τὸ δίκαιον ἐπάγει· τοῖς μὲν εὖ πράξασι καὶ δικαίως τὴν ἀΐδιον τῶν ἀγαθῶν ἀπόλαυσιν παρέχον, τοῖς δὲ τῶν φαύλων ἐργάταις, τὴν ἀΐδιον κόλασιν ἀπονέμον· καὶ τούτοις μὲν τὸ πῦρ ἄσβεστον διαμένει. Σκώληξ δέ τις ἔμπυρος μὴ τελευτῶν, μηδὲ σῶμα διαφθείρων, ἀπαύστῳ ὀδύνῃ ἐκ στόματος ἀναβράσσων παραμένει. Τούτους οὐχ ὕπνος ἀναπαύσει, οὐ παράκλησις συγγενῶν μεσιτευσάντων ὀνήσει. Οὐ γὰρ ἔτι δίκαιοι ὑπ' αὐτῶν ὁρῶνται, οὐδὲ μνήμης γίνονται ἄξιοι. Μόνον δὲ οἱ δίκαιοι δικαίων μέμνηνται ἔργων, δι' ὧν 96.485 ἐπὶ τὴν οὐράνιον βασιλείαν κατήντησαν· ἐν ᾗ οὐ πόνος, οὐ λύπη, οὐ φθορὰ, οὐ φροντίς. Τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ, ἐκ τοῦ εἰς τὸν Κάϊν. –Μὴ ἀπιστήσῃς, αἱρετικὲ, ὅτι ἐστὶ κρίσις ψυχῶν καὶ σωμάτων, ἐπειδὴ ἔχεις τεκμήριον. Σόδομα ζῇ, καὶ νεκρά ἐστι· ζῇ κρινομένη, καὶ τέθνηκε κατηργημένη. Βλέπεις τὸ πῦρ, καὶ οὐχ ὁρᾷς αὐτό. Σμύχεται, καὶ οὐ καπνίζεται· φθείρεται, καὶ οὐ φθείρεται· μειοῦται, καὶ τέθηλεν· ἔχει ὑπόστασιν, καὶ εἰς οὐδέν ἐστι χρήσιμον. Ὢ τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας! ὅτι ἐλέγχων σιωπᾷ, καὶ διδάσκων οὐ πάρεστι, καὶ ἀπειλῶν οὐ φαίνεται. Ὢ τῆς ἐνεργείας τῆς Θεότητος! ὅτι ἔδωκε τὴν ἀπόφασιν ἐν τοῖς μὴ πάσχουσιν, ᾐνίξατο ἐν τῇ γῇ τῶν Σοδόμων τὴν μέλλουσαν ἀπέραντον κόλασιν, ἵνα προαναστομώσῃ τῶν κακῶν τὴν μοχθηρίαν, ὅτι μετάνοια τοῖς ἀποβλητοῖς οὐ δίδοται. Ὥσπερ γὰρ ἡ γῆ Σοδόμων ἔχει πᾶσαν ὑπόστασιν, ἐνεργεῖν δὲ οὐ δύναται, οὕτω καὶ οἱ ἀσεβεῖς τότε κρίνονται, τῆς προαιρέσεως μὲν καὶ τοῦ λογικοῦ ἔχοντες τὴν ὑπόστασιν, ἐστερημένοι δὲ τῆς πράξεως διὰ τὴν κόλασιν. Εἰ τοίνυν ἐν ἀψύχῳ γῇ κρατεῖ διηνεκῶς ἡ ἀπόφασις, πόσῳ μᾶλλον ἐν λογικοῖς ἀνθρώποις; Ἔχεις πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ πῦρ τὸ φλέγον, καὶ μὴ καταφλέγον· ἔχεις καὶ τὸ πρόσκαιρον αἰώνιον, καὶ τὸ θνητὸν ἀθάνατον. Φοβηθῶμεν τὸ μέλλον, ἐκ τῶν ὑποδειγμάτων τὰ δεινὰ μανθάνοντες. ΤΙΤΛ. ΟΓʹ. –Περὶ τῆς φοβερᾶς ἀναστάσεως. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δʹ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. –Πῶς τὴν σάρκα λέγουσιν, κ. τ. ε. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ εʹ ἐλέγχου. –Ἐπειδὴ μέλη αὐτοῦ ἐσμεν, κ. τ. ε. Καὶ μετὰ βραχέα. –Ὡς οὖν ὁ εἰς ψυχὴν ζῶσαν γεγονὼς, κ. τ. ε. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου. –Μετασχηματίσει, φησὶ, τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, κ. τ. ε. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου καὶ μάρτυρος, ἐκ τοῦ περὶ ἀναστάσεως. –Ὁ μὲν τῆς ἀληθείας λόγος ἐστὶν ἐλεύθερος καὶ αὐτεξούσιος, κ. τ. ε. Τοῦτο τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Μεθοδίου Πατάρων ἐστίν. –Ἄτοπον δὲ κἀκεῖνο προφανῶς, τὸ οἴεσθαι σῶμα ἐν τῇ εἰς αἰῶνας διαγωγῇ μὴ συνέσεσθαι τῇ ψυχῇ, κ. τ. ἑ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. – Ἐπειδὴ μεθόριος τῆς ἀφθαρσίας ἐγένετο, κ. τ. ἑ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. –Εἰ ἐκ τοιαύτης σταγόνος βραχείας, κ. τ. ἑ. Τοῦ ἁγίου Τίτου ἐπισκόπου Βόστρων ἐκ τοῦ κατὰ
14
Μανιχαίων λόγου αʹ. –Πῶς οὖν, φῆς, ἀναστήσεται τὸ σῶμα; Εἰ σὰρξ καὶ αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύνανται, οὐ τοίνυν ἐστὶ, φασὶν, νεκρῶν ἀνάστασις. Οὔτε τοῖς ἀνωτέρω διὰ πλειόνων λεχθεῖσι τὸν νοῦν οὐ παρέχουσιν, ἀλλ' 96.488 ὥσπερ τινὲς ἐν διαμοναῖς πραγμάτων ἀδικωτάτων, τὸ ἑαυτοῖς προσφιλὲς εἰς τὴν ὑπόνοιαν τῆς σφετέρας ἀσεβείας, οὐ τὸ δίκαιον αἱροῦνται. Οὐκ ἔστι σὰρξ ἐμπαθὴς ἀνισταμένη, φησὶν ὁ Ἀπόστολος, οὐδὲ παχὺ σῶμα αὖθις μετὰ τῶν παθῶν πολιτεύεται. Διὸ ἐπάγει σαφῆ ἑρμηνείαν τῆς ἐπαπορήσεως· Ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα. Ὥστε μεταβολὴν ἕξομεν οἱ σωθησόμενοι ἐπί τινα κρείττονα σωμάτων κατάστασιν. Καὶ σῶμα μὲν ἔσται τὸ ἐκ μεταβολῆς διδόμενον ἡμῖν, οὐκέτι δὲ σὰρξ καὶ αἷμα ἀσθενείᾳ συμπεπλεγμένα. Οὐ γὰρ εἴ τι σῶμα, πάντως καὶ σάρξ. Ἥλιος γοῦν, καὶ σελήνη, καὶ πᾶς ὁ οὐράνιος, χορὸς, σῶμα μὲν καθόλου τυγχάνει, σὰρξ δὲ οὐδαμῶς. Τοιαύτην τινὰ ἰδέαν λήψεται τὸ ἀνιστάμενον σῶμα, ὥστε τὰς τῶν ἁγίων ψυχὰς συνοικήσειν σώματι λοιπὸν, οὐκέτι γε τροφῆς δεομένῳ σαρκικῆς, οὐκέτι δὲ ἡδοναῖς τε, καὶ λύπαις, καὶ ἀλγηδόσι περιπίπτοντι, ἀλλ' εὖ μάλα ὁμοδόξῳ τῇ ψυχῇ προσάπαν τὴν ἔνθεον λατρείαν μηδέποτε ἀνατείνοντι, πεπαυμένων τῶν ἀγωνισμάτων, καὶ πρὸς ἀνάπαυλαν τῆς ψυχῆς ἀνακεχωρηκυίας δόγματι Θεοῦ. Ἐπὶ δὲ τούτοις σαφηνίζει ἅπαντα τὸν λόγον, καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀναστάσεως ἐξηγεῖται λέγων, ὅτι Δεῖ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν. Ἀληθὲς ἂν εἴη τό· Ἡ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν οὐ κληρονομεῖ. Εἰ μὲν γάρ τις τοῦτο ἔλεγεν, ὅτι ἡ σὰρξ ἅμα τοῖς ἐμφύτοις πάθεσιν αὖθις ἀναστᾶσα ζήσεται, τὰ αὐτὰ πάσχουσά τε, καὶ δρῶσα ἅμα τῇ ψυχῇ, ἦν ἂν ἄλογος οὐκ ἔχουσα ἀγαθὴν ἐλπίδα. Εἰ δὲ μεταβολὴν αὐτὸ δὴ τοῦτο λαμβάνει κρείττονος καὶ μακαρίας ἕξεως, ὅπερ δεικτικῶς σημαίνει, φάσκων· Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν· δικαία μὲν τοῦ συγκαμόντος ἐργαλείου τῇ ψυχῇ ἡ ἀπόδοσις, οὐκ ἐπιζήμιος δὲ καὶ ἔτι ἐπίπονος ταύτῃ. Ἀλλ' ἐν τῷ μακαρίῳ ταύτας ἔσεσθαι τῶν σωζομένων τὰς ψυχὰς, ἀπειληφυίας μὲν τὸ σύμφυτον αὐταῖς σῶμα, οὐ μέντοι βαρὺ, καὶ γεῶδες, καὶ σαρκικῆς ἐπιθυμίας γέμον, καθάπερ τὴν ἀρχὴν, ὅτε δὴ προσῆκον ἦν τῷ ἀγῶνι τῆς ἀρετῆς ἐνευδοκιμῆσαι ταύταις. Ἀδικία γὰρ, εἰ μὴ τὸ συμπονῆσαν τῇ ψυχῇ σῶμα κατὰ τήνδε τὴν πολιτείαν, ἀποδῴη συναπόλαυσιν αὐτῇ τῶν ἐπάθλων. Ἀντιπάτρου Βόστρων, ἐκ τῆς κατὰ τῶν βλασφημιῶν τοῦ δυσωνύμου Ὠριγένους πραγματείας ἐν κεφαλ. ιεʹ. –Τὴν τῶν ὁρωμένων ἁπάντων διάκρισιν, ἀπὸ σχημάτων ἢ χρωμάτων ἐπιγινώσκειν καὶ διακρίνειν οἱ τῆς φύσεως, οἵ τε τῆς διδασκαλίας παραδεδώκασι νόμοι. Ὅθεν ἀκούοντές τινων ἐν ὑποστάσει θεωρουμένων, καὶ ἀκριβῶς γινωσκομένων, εὐθὺς ἀναπλάττομεν τῇ διανοίᾳ καὶ μὴ παρόντα, 96.489 καὶ τότε σχῆμα, καὶ εἶδος τυπούμενοι, ἐπιγινώσκομεν τὸ σημανθὲν, καὶ πάλιν ὁρῶντες τὸ σχῆμα, γνωρίζομεν καὶ διακρίνομεν τί τὸ ὁραθὲν, ἐκ μόνου τοῦ σχήματος· ὅτι ἀληθῶς τοῦτο καὶ ἀπλανῶς θεωροῦμεν, κἂν ἢ γραφῇ, ἢ πλάσει τυγχάνῃ, ἐκ τοῦ σχήματος γινώσκομεν, ὅπερ καλέσομεν· οὕτως ἀκούσαντες ἥλιον, γινώσκομεν, καὶ τὸ σχῆμα, καὶ τὴν ἐνέργειαν· καὶ οὐρανὸν δὲ ὁμοίως, καί τι τῶν ζώων, ἢ φυτῶν, ἢ σπερμάτων, ἔκ τε σχήματος, ἔκ τε χρώματος διαγινώσκομεν. Οὕτως ἐκ τῶν σχημάτων πᾶσαν γραμμὴν διακρίνομεν, καὶ οὐκ ἄν ποτε ἀκούσαντες τρίγωνον, τετράγωνον ἔγνωμεν, ἐπεὶ οὐκ ἂν τρίγωνον ἔγνωμεν· οὐδὲ τὸ ἄλφα, βῆτα ὀνομάζομεν, ἢ ἕτερόν τι· ἐπεὶ οὐκ ἂν εἴη ἄλφα. Καὶ οὗτος καθόλου κανὼν παρὰ ἀνθρώποις ἀσάλευτος, μέχρις οὗ ἐν τῷ ἰδίῳ σχήματι μένει τι, ἐκεῖνο εἶναι λέγεται, ὅπερ σημαίνεται. Εἰ δὲ τὸ σχῆμα, καὶ μάλιστα μετὰ τῆς ἐνεργείας, ἀμείψει, οὐκ ἔτι ἂν εἴη ἐκεῖνο ὃ λέγεται, ἀλλ' ἕτερον παρ' ἐκεῖνο. Οὕτω ποῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος, μέχρι τότε ἄνθρωπος λέγεται κυρίως, ἕως ἐν τοῖς ἰδίοις ὅροις τοῦ σχήματος μένει· εἰ δὲ τὸ σχῆμα ὅπερ ἐξ ἀρχῆς εἴληφε, μεταβάλλει, ἄλλοτι, οὐκ ἄνθρωπος κυρίως λεχθήσεται.
15
Ὅθεν θανάτῳ διαλυομένου τοῦ ζώου, εἴτε τὴν κόνιν, εἴτε τι θεασώμεθα τῶν ὀστῶν, ἢ καὶ περὶ ψυχῆς λαλῆσαί τι βουληθῶμεν, ἀνθρώπου ταῦτα καλοῦμεν, οὐκ ἄνθρωπον· ὡς τούτου οὐδὲ σχήματος ἀνθρώπου λεγομένου. Οὐκοῦν πάλιν τῆς ἀναστάσεως ἀξιούμενος ἄνθρωπος, [ὁ] αὐτὸς πάλιν ἐγείρεται τῷ τεθνηκότι, περί τε φθορὰν καὶ πάθη διάφορα, ψυχικά τε καὶ σωματικὰ ἀλλοίως ἔχων, οὐ περὶ αὐτὸ οὗπερ εἶναι, καὶ λέγεται ἄνθρωπος, ὅπερ ἐστὶ τὸ τοιόνδε σχῆμα ἢ εἶδος. Εἰ γὰρ μετὰ τῶν παθῶν, καὶ αὐτὸ ἀπαλλάξει τὸ σχῆμα, οὐκέτι ἄνθρωπος ὁ ἐκ νεκρῶν ἐγερθεὶς, ἀλλ' ἕτερόν τι, ἀνθρώπου τοῦ τοιοῦδε καὶ μόνου σχήματος ὀνομαζομένου. Ὅθεν ἡ θεία Γραφὴ, κἂν θεία τις δύναμις ἐφανερώθη τισὶν ἐν τῷ τῶν ἀνθρώπων σχήματι, ἄνθρωπον ὀνομάζει, ὅτι ἁπλῶς τοῦτο τὸ ὁρώμενον σημαίνει, εἰ μή τι δ' ἂν, ἢ ἐκ τῆς πράξεως, ἢ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ἄλλο τι καλέσαι, διὰ τὸ ὑπὲρ ἄνθρωπον εἶναι τὰ γινόμενα. Οἷον λέγει· Ὤφθη ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ· εἶτα τὸν τρόπον τῆς ὀπτασίας ἐξηγούμενος, Καὶ ἀναβλέψας, φησὶν, εἶδε τοῖς ὀφθαλμοῖς, καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες εἰστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ, οὐκ ἄνδρας ὄντας τὴν φύσιν, ἀλλ' ἐκ τοῦ σχήματος ἄνδρας καλέσας. Οὕτω πάλιν τὸν παλαίοντα τῷ Ἰακὼβ, ἐκ τοῦ σχήματος ἄνθρωπον ἐκάλεσεν, ὡς πᾶν τὸ τοιόνδε σχῆμα, κἂν μὴ τὴν φύσιν ἐστὶν ἄνθρωπος, ἄνθρωπον ὀνομάζομεν διὰ τὸν τοιόνδε σχῆμα. Τὸ οὖν μὴ τοιοῦτον σχῆμα, οὐκ ἄνθρωπος δηλονότι, ἀλλ' ἕτερόν τι. Τοῦ οὖν Κυρίου καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἐν τῷ τοιούτῳ φανέντος σχήματι, καὶ ἀνθρώπων ἀνάστασιν, καὶ αὐτοῦ εὐαγγελισαμένου, καὶ τῶν ἀποστόλων κηρυξάντων, καὶ τῆς ὑπ' οὐρανὸν Ἐκκλησίας ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐλπίδι τὴν ἀνάστασιν ἀπεκδεχομένης, τίς ἡ καινὴ καὶ παράδοξος τερατολογία τῶν τεχνικαῖς ἀποδείξεσιν ἐπιχειρούντων τὸ ἁπλοῦν καὶ 96.492 ἄδολον τῆς Ἐκκλησίας ἐπιθολοῦν κήρυγμα, καὶ ἀθετεῖν τὴν τοῦ ἀνθρώπου ἀνάστασιν; Ἡμεῖς γὰρ οὐκ ἄλλο τι καλέσομεν ἄνθρωπον, μὴ τοιόνδε σχῆμα τυγχάνον. Ἀλλὰ πάλιν ἡμῖν ἐκ τῆς ἔξωθεν περιλαλοῦντες σοφίας, τεχνικαῖς ἐπιχειροῦσι μεθόδοις τὸν ἐκκλησιαστικὸν παραλογίσασθαι λόγον, καὶ ἐκ τῆς γραμματικῆς παρ' αὐτοῖς ὀνομαζομένης, ἢ γεωμετρικῆς, ἢ ἑτέρας ποθέν. Οὐ γὰρ ἡμῖν σχολὴ τὰ τοιαῦτα ἐπιχειροῦσι. Καὶ φασίν, Ἐν τοῖς σχήμασι τὸ τοιόνδε σχῆμα τοῦ τοιοῦδε εὐπρεπέστερον, καὶ πάλιν ἐκεῖνο τούτου κάλλιον· καὶ φανεροῦσιν ἡμῖν, καὶ συγκρίνουσι διαφορὰς παντοίας σχημάτων, ἕως οὗ συναγαγόντες ἐκ πάντων ἀποδείξωσι δῆθεν, ὅτι τὸ σφαιροειδὲς πάντων τῶν σχημάτων κάλλιόν τε, καὶ εὐθετώτερόν ἐστι· καὶ λοιπὸν, τούτων οὕτως παρ' αὐτοῖς ἀποδεικνυμένων, ἀνάγκην ἐπάγουσι τῷ Δημιουργῷ, εἰ τάχα τὰ ἐκείνου βάθη, καὶ τὰς βουλὰς λογισμοῖς καταλαβόντες ἰδίοις ἀποφαίνονται, ὅτι πάντως πρέπον, καὶ ἀναγκαῖον, καὶ ὀφειλόμενον, ἐν τῷ τοιούτῳ σχήματι ἀναστῆναι, ἐν ᾧ παρ' αὐτῶν ἐδοκιμάσθη κάλλιον εἶναι· τοσοῦτον προσοχθίσαντες τῷ τοῦ ἀνθρώπου σχήματι, ὡς οὐδὲ αὐτὸν τὸν ὀλίγον καιρὸν, ἕως οὗ φθάσωσι πᾶσαν ἀποβαλεῖν, καὶ ἀποδιαπομπήσασθαι σωματικὴν φύσιν, καὶ γενέσθαι καθαροὶ νόες, ἀνεχόμενοι, παρὰ τὸ φανὲν αὐτοῖς εὔμορφον σχῆμα λαβεῖν. Ἀλλ' ἐπειδήπερ οὐ πάντα πᾶσιν ὁμοίως ἀρέσκει τὰ σχήματα, οὔτε τέρπεται τοῖς πᾶσιν, ὥσπερ οὔτε γεύσει, οὔτε ἀκοῇ, οὔτε ὀσφρήσει, ἀλλὰ ἄλλος ἄλλως ἀρέσκεται, ὁμοίως δὲ, καὶ ἐν τοῖς σχήμασιν ἄλλος ἄλλως θεραπεύεται, τί γενήσεται, ἡμῶν τε, καὶ τῶν καθ' ἡμᾶς ἀρεσκομένων πλέον τοῦ σφαιροειδοῦς τῷ νυνὶ ἡμῶν σχήματι, ὑμῶν δὲ μᾶλλον ἀρεσκομένων, καὶ προτιμώντων τὸ σφαιροειδὲς, τοῦ παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ κατ' ἀρχὰς δοκιμασθέντος δοθῆναι ἡμῖν σχήματος; Τί οὖν ἄρα ποιήσει καθ' ὑμᾶς ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης; ὀργισθεὶς τῇ διαφωνίᾳ ἀνελεῖ τὴν ἀνάστασιν; ἀλλὰ τοῦτο ἀδύνατον. Προειδὼς γὰρ ταῦτα, οὐκ ἐπέσχε τὴν χάριν, ἀλλ' ἐδωρήσατο πάντα διὰ τοῦ Κυρίου καὶ Δεσπότου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρασχεθέντα ἡμῖν. Ἀλλ' ἑκάστῳ παράσχῃ τὸ ἀρέσκον αὐτῷ καὶ πληροφοροῦν σχῆμα; Ἀλλ' ἀπρεπὲς ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἐν ἑνὶ σχήματι γενομένους, ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ ἄλλον ἄλλο σχῆμα λαβεῖν. Εἰ γὰρ καὶ τῆς δόξης, καὶ τῶν
16
ἀξιωμάτων πολλὴ διαφορὰ εὑρεθήσεται, ἀλλ' οὐ τῶν σχημάτων. Πῶς γὰρ γνωσθῇ ἡ περὶ ἀλλήλους δόξα, μὴ γνωριζομένων ἐκ τῶν σχημάτων, ὅτι ἄνθρωποι τυγχάνουσι; τί οὖν [οὐ?] συγχωροῦσι Θεῷ, καὶ στέργουσιν, ὅπερ εὐδοκήσει, μὴ ἐπιτασσόμενοι ὅτι τοιῶσδε καὶ τοιῶσδε ὀφείλει γενέσθαι, ἀρεσκόμενοι εἰς ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ηὐδόκησεν ποιῆσαι, μηδὲν τούτου προτιμῶντες; Ἐπειδὴ τούτῳ τῷ σχήματι ὁ πλάσας ηὐδόκησε καλῶς ἔχειν τοῦ ἀνθρώπου φανεροῦσθαι φύσιν, ἀλλ' οἱ πάντα λόγῳ, καὶ σοφία καταλαβεῖν σπουδάζοντες, 96.493 καὶ μηδὲν εἰς γνῶσιν πλέον τῷ Θεῷ παραχωρεῖν ἀνεχόμενοι, ἔτι τοιόνδε σχῆμα τοῦ βίου τούτου καταστάσει ἁρμόζειν φασί· πόδες γὰρ διὰ τὸν περίπατον, χεῖρες διὰ τὴν ἐργασίαν κατεσκευάσθησαν, ὀφθαλμοὶ διὰ τὸ βλέπειν ἐπλάσθησαν, ὦτα διὰ τὸ ἀκούειν ἐνεφυτεύθησαν, καὶ τὰ ἑξῆς· ἐν δὲ τῇ ἀθανάτῳ ζωῇ, μηδεμιᾶς τούτων χρείας ἔτι τυγχανούσης, περιττὴ τῶν τοιῶνδε μελῶν ἡ διαφορὰ καὶ τὸ σχῆμα· ὡς τάχα ἀποροῦντος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ παρούσῃ τοῦ βίου τούτου καταστάσει ἕτερον δοῦναι σχῆμα, καὶ ἀνενδεὲς πρὸς πᾶσαν χρείαν κατασκευάσαι, καὶ χωρὶς τῶν τοιῶνδε μελῶν τὰ νῦν δι' αὐτῶν ἐνεργούμενά τε καὶ ἐπιτελούμενα, ἀπαρεμποδίστως ἐργάζεσθαι. Ἢ οὐχ ὁρῶμεν ἐν τοῖς ζώοις, τὰ μὲν χωρὶς τοῦ τοιοῦδε μορίου, τὰ δὲ χωρὶς τοιοῦδε τυγχάνοντα; καὶ πάντα ζῇ καὶ αὔξει, καὶ πληθύνεται κατὰ γένος. Τί γὰρ συμβάλλονται πόδες πρὸς μετάβασιν τῷ τῶν ὀρνέων γένει, οἳ ὡς ὀξύτερον πάντων τῶν διὰ ποδῶν τὴν πορείαν ποιούντων δίεισι πρὸς οὓς ἂν βούλωνται τόπους; Τί δὲ πάλιν ἐζημίωσε τὰ τῶν ἐνύδρων γένη, ποδῶν καὶ χειρῶν στέρησις; Οὐ ζῇ καὶ αὔξει κατὰ γένη; τί δὲ ὁμοίως τὸ μὴ ἔχειν ἐντόσθια παρέβλαψε τῶν ὀστρέων τὰ γένη, καὶ ἀσπάλακα ἡ τῶν ὀφθαλμῶν ζημία; Καὶ οὐ λέγω ὅτι ταῦτα, ἢ ἠγνόει ποιῆσαι, ἢ ἠδυνάτει ὁ Θεός· μὴ οὕτως μανείην· ἀλλ' εἰς τὸ ἀπειροπλάσιον, καὶ εἰδὼς, καὶ ποιῆσαι δυνάμενος ζώων τε καὶ φυτῶν, σπερμάτων διαφορὰς καὶ σχήματα, τοσαῦτα παρήγαγεν, ὅσα καλῶς ἔχειν ἡγήσατο περὶ τὴν τοῦ κόσμου σύστασιν. Μὴ οὖν πτωχείαν [τις] ὑπονοοῖτο ἂν περὶ τοῦ Δημιουργοῦ, ὡς μὴ ἐγχωροῦντος ἑτέρως ποιῆσαι τὴν ἡμετέραν ζωήν τε καὶ σύστασιν, μυρίας δυναμένου, καὶ ἀπείρους ἰδέας ποιῆσαι σχημάτων, ἵνα καὶ τὰς λογικὰς ἐπιστάμενος ἐνεργείας, καὶ ἃ τῇ τοῦ βίου τούτου καταστάσει ἁρμόδια ὄντα ἐτύγχανε, καὶ ἐν τῇ μελλούσῃ, μήτε θνητόν τι τῶν μελῶν, μήτε ἀπρεπὲς τυγχάνοι. Ὥσπερ οὖν καὶ τὸ νῦν εὐδόκησε ποιῆσαι σχῆμα· ὅπερ, οὐκ οἶδα διὰ τί, ἐπαισχυνόμενοι, ἐπονειδίζονται τοῖς ἰδίοις μέλεσι, καὶ τὰ ἐν τῇ φθαρτῇ ζωῇ παθητὰ καὶ φθαρτὰ τυγχάνοντα μέλη, διὰ τὸ τούτου τοῦ βίου θνητὸν καὶ φθαρτὸν, ὡς μὴ δυνάμενα μεταποιηθῆναι εἰς ἀφθαρσίαν καὶ ἀτρεπτότητα, διασύρειν ἐπιχειροῦσι, καὶ γελῶντες ἐξονομάζουσιν, ὅτι Τί μοι χρεία κοιλίας, καὶ τῶν ἐντέρων, ἢ τοιῶνδε μορίων; μὴ σκοποῦντες, ὅτι τῶν πρὸς τὴν τοιάνδε χρείαν κατασκευασθέντων τῆς χρείας ἀναιρουμένης, συναναιρεῖται καὶ ἡ ἐργασία, πάντων μεταποιουμένων ἐκ τῆς φθαρτῆς καταστάσεως εἰς ἀφθαρσίαν, τῶν δὲ σχημάτων εὖ καὶ καλῶς παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ κατασκευασθέντων καὶ διαμενόντων. Ἔστι γὰρ ὡς ἐν εἰκόνι καὶ ἐν τῇ φθαρτῇ ταύτῃ ζωῇ συνιδεῖν, ὅτι τοῦ ὀμφαλοῦ τὸ μόριον ἐν καιρῷ χρησιμεῦσαν, καὶ ἐν τῇ μητρῴα γαστρὶ τὴν τοῦ σπέρματος χρείαν πληρῶσαν, μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἔξοδον, τῆς μὲν χρείας ἐπαύθη, τὸ δὲ τούτου σχῆμα ἐν ἡμῖν μένει μὴ ἀφανιζόμενον, καὶ οὔτε αἰσχύνην, οὔτε ἀκοσμίαν τοῦτο οἰόμεθα. Ὡς ἐν ὑποδείγματι δὲ 96.496 εἰρήσθω· φθαρτὸν γὰρ φθαρτοῖς συνεκρίναμεν. Ἡ γὰρ τοῦ μέλλοντος βίου δόξα ἀσυγκρίτῳ ὑπερβολῇ πρὸς τὰ παρόντα ὑπερβάλλει τε καὶ ὑπέρκειται, παυσομένης μὲν τῆς χρείας, ἐπιδοξοτέρων δὲ τῶν μελῶν γινομένων. Περὶ γάρτοι τοῦ παύεσθαι τῆς χρείας τὰ μέλη, καὶ ἑτέρως πῶς ἐνδοξοτέρως διαμένειν, καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος Κορινθίοις γράφων ἐσήμανε· Τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ Θεὸς καὶ ταύτην, καὶ ταῦτα καταργήσει, τουτέστι, παύσει. Οὐ γὰρ ἐπαρώμενος λέγει, ὥς τινες ὑπενόησαν, ἀλλὰ τὸ πάντως ἐσόμενον. Ἐπειδὴ γὰρ περὶ πορνείας διελέγετο, πάσῃ δυνάμει ἀπείργων,
17
καὶ τῆς ἀκοῆς τοὺς πιστοὺς τῆς πορνείας, ἐκ προσώπου τοῦ ἐγκαλουμένου ἀντίθεσιν ποιησάμενος, ὡς δυναμένου λέγειν ἐκείνου, ὅτι Πάντα μοι ἔξεστιν, ἐπιστομίζων τὴν τοιαύτην ἀντίθεσιν, Ἀλλ' οὐ πάντα συμφέρει [φησί.] Καὶ δεικνὺς ὡς οὐ πάντα ἔξεστι, φησί· Τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασι. Μηδὲν οὖν, φησὶ, τὸ διάφορον, ἐπειδὴ πρὸς τὴν τοῦ καιροῦ χρείαν γεγένηνται, μηδαμῶς δὲ πρὸς τὸν μέλλοντα αἰῶνα. Τὸ δὲ σῶμα, οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι. Ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἡμῶν ἐξήγειρε, καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ· τοῦτο λέγων, ὅτι τὸ σῶμα οὐ καταργεῖται. ὥσπερ τὰ βρώματα, καὶ ἡ κοιλία ἕως οὗ δοχεῖον βρωμάτων ἐστὶν, ἐπεὶ οὐκ ἂν εἴη κοιλία καὶ ταύτην λέγων τὴν τῶν βρωμάτων ὑποδοχὴν, μὴ τὴν τοιάνδε πληροῦσαν χρείαν· τούτων δὲ καταργουμένων, καὶ μηδαμῶς ἐν τῷ μέλλοντι ἐνεργούντων, οὐκέτι ἂν κυρίως λεχθείη κοιλία, μὴ δοχεῖον βρωμάτων ὑπάρχουσα. Τὸ δὲ σύμπαν, σῶμα καὶ πνεῦμα δικαίως ἂν ὀνομασθείη ἐγειρόμενον, ὥσπερ ἀμέλει τὸ τοῦ Κυρίου. Ἵνα δὲ μὴ τοῖς ἔξωθεν χρωμένων συλλογισμοῖς ὕποπτος ὁ παρ' αὐτῶν λόγος γένηται τοῖς πολλοῖς, ὅτιπερ οὐκ ἐκ τῶν ἡμετέρων τυγχάνει, ἐξονυχίσαντες τὴν θείαν Γραφὴν, καὶ μικρόν τι οἷον σπινθῆρα ἐξ ὅλου τοῦ σώματος ἀφελόντες, καὶ τὸ καλῶς κείμενον ἄγξαντες, καὶ πρὸς τὸν ἴδιον μεταθέντες σκοτὸν, ὥσπερ ὁρμητηρίῳ καταφυγόντες, ἀποστολικὴν ἡμῖν πειρῶνται ἀναγινώσκειν φωνήν· Ὅτι Σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν, ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν· καί φασιν· Ἰδοὺ μετασχηματισμὸν προφανῶς ὁ Ἀπόστολος ἀπεφήνατο γενέσθαι· μὴ προσέχοντες τῷ ἀποστολικῷ σκοπῷ, ἢ ἑκόντες μᾶλλον παραλογιζόμενοι πρὸς τὸ ἄμαχον οἴεσθαι ἔχειν ἀπόδειξιν. Οὐ γὰρ τοῦ σώματος ἔφη μετασχηματισμὸν ὁ Ἀπόστολος, ἀλλὰ τῆς τοῦ σώματος ταπεινώσεως, τουτέστι θανάτου, καὶ φθορᾶς καὶ ἀσθενείας, καὶ τῆς λοιπῆς κατὰ τὸν βίον ταπεινώσεως. Περὶ ὧν σαφέστερον ἐν τῷ περὶ ἀναστάσεως Κορινθίοις γράφων φησί· Σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· φθορὰν, καὶ ἀτιμίαν, καὶ ἀσθένειαν, τόν τε θάνατον, καὶ τὴν μετὰ θάνατον λέ 96.497 γων φθοράν· ἀφθαρσίαν δὲ, καὶ δόξαν, καὶ δύναμιν, τήν τε ἀνάστασιν, καὶ τὰ μετ' αὐτὴν ἀγαθά. Καὶ μετ' ὀλίγα· Ὅτι δὲ μεταποιεῖσθαι ἢ μετασχηματίζεσθαι ἡ θεία Γραφὴ, οὐ πάντως τοῦ τῆς φυσικῆς συνθέσεως λέγει σχήματος, ἀλλ' ἀπὸ τῶν προσόντων, εἴτε ἐπὶ τὸ ἐνδοξότερον, εἴτε ἐπὶ τὸ ἀτιμότερον μεταποιουμένων, ἔνεστιν ἐκ τῶν πολλῶν κατανοῆσαι τῶν ἐν τῇ θείᾳ κινουμένων Γραφῇ, ὡς ὅταν ἐπὶ τοῦ Δεσπότου λέγῃ, ὅτι μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν· ἀλλ' ἀπὸ τοῦ εὐτελεστέρου ἐπὶ τὸ ἐνδοξότερον μεταμορφωθείς. Ἐδήλωσε γὰρ ἡμῖν ὁ εὐαγγελιστὴς εὐθὺς τὸν τρόπον τῆς μεταμορφώσεως, ὅτι ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο ὡς τὸ φῶς· τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον. Οὐ τοῦτο λέγει, ὅτι τὴν θέσιν αὐτοῦ ἠμείψατο τοῦ προσώπου, ἀλλὰ τὴν δόξαν. Καὶ ταύτην αὐτοῦ τὴν ἐπὶ τῇ δόξῃ μεταμόρφωσιν, ὁ Κύριος εἶπεν εἶναι τῆς μελλούσης αὐτοῦ ἐξ οὐρανοῦ παρουσίας ὁμοιότητα. Φησὶ γὰρ πρὸς τοὺς περὶ τῆς ὀπτασίας ταύτης λέγων, ὅτι Εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵ τινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ· ἢ κατὰ τὸν ἄλλον εὐαγγελιστὴν, ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει· περὶ Πέτρου λέγων, καὶ Ἰακώβου, καὶ Ἰωάννου. Εὐθὺς γὰρ συνάπτουσιν. ὁ μὲν, Ἐγένοντο, λέγων, ὡς ἡμέραι ὀκτὼ μετὰ τοὺς λόγους τούτους· τὰς πάσας ἀριθμήσας, ἐπήγαγε· Καὶ παραλαμβάνει τὸν Πέτρον, καὶ Ἰάκωβον, καὶ Ἰωάννην, καὶ τὰ ἑξῆς, περὶ τῆς προκειμένης ἐξηγήσατο ὀπτασίας· ὁ δὲ, Μεθ' ἡμέρας ἓξ, τὰς μέσας μόνας μνημονεύσας. Παυσάσθωσαν τοίνυν οἱ τῶν θείων παρεξηγεῖσθαι τὰς ἐννοίας ἐπιχειροῦντες, τῇ τῶν ἀποστόλων ἐμμένοντες παραδόσει, καὶ τῇ ἐξ ἀρχῆς παραδοθείσῃ, καὶ ἐμπολιτευομένῃ τῶν Ἐκκλησιῶν δόξῃ, ὅτι τὴν τῶν ἀνθρώπων παραλαβοῦσα καὶ
18
κηρύττουσα ἀνάστασιν, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἀνθρώπους γινώσκει, ἢ ὅπερ οἶδεν εἶναι ἀνθρώπους· τὸ δὲ μὴ τοιόνδε σχῆμα, οὔτε οἶδεν, οὔτε ἐδίδαξεν ἄνθρωπον ὄντα. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ κεφαλαίων ι ʹ. –Εἰ τοίνυν αἰώνιοι σκηναὶ καὶ ἀνέκλειπτοι θησαυροὶ, καὶ αἰώνιος τῶν ἁμαρτωλῶν ἡ ἀνταπόδοσις, ποῦ χώραν ἕξει μετὰ τὴν ἀνάστασιν πάλιν ἀποβολὴν σωμάτων λέγειν, καὶ πάλιν ἐκτρέπεσθαι, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν καταπίπτειν κόσμον, τοῦ Ἀποστόλου σαφῶς λέγοντος, καὶ ἀποδεικνύντος τὴν ἀμετάπτωτον τάξιν τῶν μελλόντων; Νυνὶ δὲ ἐπαγγέλλεται λέγων· Ἔτι ἅπαξ ἐγὼ σείω, οὐ μόνον τὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ τὸν οὐρανὸν, λέγει Κύριος. Τὸ δὲ, ἔτι ἅπαξ, δηλοῖ τῶν σαλευομένων τὴν μετάθεσιν, ἵνα μείνῃ τὰ μὴ σαλευόμενα. Εἰ οὖν ἅπαξ καὶ μηκέτι σαλευθῆναι διδασκόμεθα, πῶς μαθηταὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ τὸ μέγα τῆς ἀναστάσεως ἡμῶν δῶρον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὸ καύχημα διασύροντες, καὶ πάλιν ἔκπτωσιν τῶν σωμάτων ἡμῖν καταγγέλλοντες; Εἰ γὰρ κακὸν τὸ ταῦτα διαιωνίζειν, ὑπὲρ ὅτου καὶ ἐξανίστανται; Καὶ εὐαγγελισμὸς, καὶ χαρὰ ἡ τούτων ἀνάστασις καταγγέλλεται· 96.500 καὶ ὁ μέγας Παῦλος ἁλύσεων ὑπὲρ τῆς ἐλπίδος ταύτης περικειμένων ἠνείχετο, περὶ δὲ ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν κρινόμενος, ἐλπίδα ἔχων εἰς Θεὸν, ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν δικαίων τε, καὶ ἀδίκων, καὶ διδάσκει, μὴ ἄπιστον κρίνεσθαι τὸ κήρυγμα αὐτοῦ. Εἰ ὁ Θεὸς νεκροὺς ἐγείρει, ὑπὲρ τίνος, εἴ γε καλὸν τὸ ἄνευ σώματος εἶναι τὰς ψυχὰς ἅπαξ ἀπαλλαγεῖσας αὐτῶν; Τί μὴ ἐξ εὐθείας μένουσιν ἐν τῇ μετὰ θάνατον ἀθανάτῳ καταστάσει, εἰ καὶ μὴ πάντων, ἀλλὰ κἂν τῶν δικαίων· ἀλλὰ τοὐναντίον πόρους ἡμῖν, καὶ φιλοτιμίαν αὐτὸς ὁ Κύριος εὐαγγελιζόμενος βοᾷ· Ἔρχεται ὥρα, ὅτε οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσουσι τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται. Εἰ τοίνυν ἐν τῇ ἄκρᾳ τελειότητι περιττὰ, καὶ ἀποβολῆς ἄξια τὰ σώματα, τίς χρεία (πάλιν γὰρ ἐρῶ) ὡς μέγα τι δωρεῖσθαι, καὶ ἐπαγγέλλεσθαι τὸν Δεσπότην τῷ εἰς αὐτὸν ἠλπικότι, Ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα, καὶ ὅτι Ἀνταποδοθήσεταί σοι ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων, οὔσης πᾶσιν ἀποβολῆς τῶν ἀνισταμένων σωμάτων; Καὶ μετ' ὀλίγα· Εἰ δὲ ἡ ἀνάστασις ἀτελὴς, διὰ τὸ πάλιν ἔχειν τὰ σώματα, κατὰ τοὺς ταῦτα ἀποῤῥίπτεσθαι δογματίζοντας, ἄρα οὐχ ἡ ἀνάστασις, ἀλλ' ἄρα ὁ θάνατος μεγάλη τυγχάνει δωρεὰ, διὰ τὸ ἀπαλλάττειν τοῦ σώματος τὴν ψυχὴν, καταδίκη δὲ ἡ ἀνάστασις, διὰ τὸ πάλιν δεσμεῖν αὐτὴν πρὸς τὸ σῶμα· καὶ διέφθαρται τὰ τῆς ἐλπίδος, ἐν τοῖς χείροσι πάλιν διὰ τῆς ἀναστάσεως γινομένων ἡμῶν. Κἂν γὰρ ἀθάνατος ἡ ψυχὴ, ἀλλὰ μὴ οὖσαν ἄνθρωπον, οὐδὲν ἀπωλείας διαφέρειν οἴεται ὁ Ἀπόστολος· μὴ γὰρ ἄλλως αὐτὴν ἀπολαύειν, ἢ κρατεῖν, ἢ πράττειν τι, ἢ πάσχειν, ἢ καθὼς ἐξ ἀρχῆς δεδημιούργηται μετὰ τοῦ σώματος, αὐτὴν οὖσαν καὶ τὴν ἰδίαν ἀπόλαυσιν ἔχουσαν, ἄνπερ τῷ θανάτῳ διὰ τὴν παρακοὴν τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου Ἀδὰμ λυθεῖσα, πάλιν διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ, διὰ τῆς ἐλπίδος ἀπέλαβεν πάλιν τὸ γενέσθαι ἄνθρωπος. Ἀλλὰ πάντως ἐροῦσι, Πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται; ἀπορεῖν γὰρ αὐτοὺς παρασκευάζει τὰ γεγηρακότα καὶ ἀτελῆ τῶν σωμάτων ὑπεξερχόμενα τοῦ βίου, προσέτι δὲ καὶ ἠκροτηριασμένα. Ταῦτα γὰρ ἡμῖν οἱ τῆς ἀναστάσεως ἄπιστοι συνεχῶς ἐπιλέγουσι, καὶ ἀπαιτοῦσιν, ὅτι εἰ κοινὴ πάντων ἡ ἀνάστασις, κοινὴ πάντων καὶ ἡ δόξα, εἴπερ δόξα ἡ ἀνάστασις. Ἀλλὰ δεχέσθωσαν δι' ὑποδείγματος τὸν λόγον· οὐ γὰρ κύριοι ἡμεῖς ἐν τοῖς περὶ τῶν τηλικούντων λόγοις λογίσασθαι, ὡς ἐξ ἑαυτῶν, ἀλλὰ τοῦ ταῦτα παρὰ τοῦ Θεοῦ πιστευθέντος, καὶ κηρύξαι, καὶ μυσταγωγῆσαι τὴν Ἐκκλησίαν· ὅτι σῖτος, ἤ τι τῶν τοιούτων σπερμάτων, οὐ πᾶς σῶος, οὐδὲ ὑγιὴς, ἀλλὰ καὶ διαβεβρωμένος καὶ ἀτελής· ἀδύνατον γὰρ καὶ μὴ τοιούτους εἶναι ἐν τῷ σπόρῳ κόκκους· καὶ ὁ Θεὸς αὐτῷ δίδωσι σῶμα καθὼς ἐθέλησε· πρῶτον διὰ σηπεδόνος καὶ θανάτου διαλυθέντος τοῦ κόκκου· εἶθ' οὕτως ἐπὶ τὸ σπαρὲν διὰ μέσου χωρούντων ῥίζης φύλλου καὶ καλάμου ἀστάχυος· καὶ τότε τὸ 96.501 ἴδιον ἐπιγίνεται σπέρμα, ὅπερ ἐσπάρη, οὔτε τὴν θέσιν, οὔτε τὸ σχῆμα,
19
οὔτε τὴν χρόαν, οὔτε τὸ μέγεθος ἀμεῖβον κατὰ τὴν ἑκάστου ἀπηρτισμένην φύσιν, μὴ παραβαλλόντων ὅσα ἐν τῷ σπείρεσθαι ἀτελέστατα, ἢ λελωβημένα, ἢ βεβλαμμένα ὑπῆρχεν. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου. Ἡμεῖς οὖν καὶ σώματα ἀνίστασθαι, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΟΕʹ. –Περὶ ἁγίων ἀγγέλων· καὶ ὅτι ἐν ἀοιδίμῳ εὐφροσύνῃ, καὶ ἀῤῥήτῳ μακαριότητι διάγουσι λειτουργοῦντες τῇ σεβασμίῳ Τριάδι. Ἀντιπάτρου ἐπισκόπου Βοστρῶν, ἐκ τῶν κατὰ τοῦ δυσωνύμου Ὠριγένους. Ποῖος, Μωϋσῆς, ἢ Παῦλος, ἢ ἕτερός τις τῶν προφητῶν, ἢ ἀποστόλων οὕτως ἀκριβῶς περὶ πάντων τῶν πρὸ κόσμου, καὶ ὑπὲρ οὐρανὸν μετὰ πάσης αὐθεντίας ἐκθέσθαι, ἢ διδάξαι ἠδύνατο; Οὐδεὶς οὐδαμῶς. Εἴτε γὰρ καὶ διδάξαι τις οὕτως κατ' ἐξουσίαν εἶναι τὸν λόγον αὐτοῦ, ἀλλ' ἑτέρῳ τὴν αὐθεντίαν τῶν λεγομένων ἀνέθηκεν. Ἀλλ' οὐχ οὕτως οἱ τῶν προκειμένων δογμάτων καταγγελταὶ, ἀλλ' ἀντὶ πάσης ἀποδείξεως ἐξαρκεῖν ᾠήθησαν τὸ αὐτοῖς εἰρηκέναι. Καὶ περὶ Παύλου ἀμφιβάλλουσι, τὸ πόθεν λαβὼν διάφορα καταριθμεῖ τάγματα τῶν οὐρανίων δυνάμεων· εἶτα εἴ τις θερμότερος προσελθὼν εἴπῃ, ὅτι Ἡμεῖς μὲν πόθεν λαβὼν Παῦλος ἀποφαίνεται, οὐδαμῶς ἀγνοοῦμεν· ὑμεῖς δὲ πόθεν λαβόντες τοσαῦτα μυστήρια διηγεῖσθε, ὅπως τε πρὸ τούτου ἦσαν, καὶ πῶς ἤρξαντο κινεῖσθαι οἱ νόες, καὶ πῶς ἔπεσαν εἰς διάφορα σώματα, καὶ γεγόνασι διάφορα τάγματα, οὐρανίων τε καὶ ἐπιγείων; Τί ἐρεῖτε; Οὐ γὰρ ἔχετε λέγειν, ὅτι ἐκ τῆς Παλαιᾶς ἢ Καινῆς Διαθήκης τὰς ἀφορμὰς ἐλάβετε· προείρηται γὰρ μηδὲν τοιοῦτον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον εἰρηκέναι. Εἰ δὲ καὶ νῦν δοκεῖ ὑπομνησθῆναι ἐνίων τῶν ἡμετέρων λόγων ἀκούσατε. Ὑμῶν γάρ ἐστιν ἡ φωνὴ, ὅτι ὄνομα ἀσωμάτου οὐκ ἴσασιν, οὐ μόνον οἱ πολλοὶ, ἄλλ' οὐδὲ ἡ Γραφή· καὶ πάλιν ὅτι ἐν τῷ κηρύγματι, καὶ τὸ εἶναί τινας ἀγγέλους, καὶ δυνάμεις κρείττονας λειτουργικὰς τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, παραδέδοται· πότε δὲ ἐκτίσθησαν οὗτοι, καὶ τίνα τὰ περὶ αὐτοὺς οὐδαμῶς τις ἐσαφήνισεν; Καὶ μετ' ὀλίγα· Ἐν τῷ οὖν ἐκκλησιαστικῷ κηρύγματι περιεχομένης τῆς ἀκριβοῦς ταύτης καταλήψεως, πῶς ἐρεῖτε, κατειληφέναι, ἀλλὰ μετὰ πάσης ἀκριβείας εἰδέναι, ὅτιπερ οὐκ ἤρξατο ὁ Θεὸς δημιουργεῖν, καὶ τοὺς νόας, πῶς τε τάξεως, καὶ γνώσεως μετέσχον, καὶ πῶς μετέπεσαν, καὶ εἰς πόσας διαφορὰς διῃρέθησαν, μετὰ πάσης αὐθεντίας δογματίζοντες; οὐδὲ τῇ, Τάδε λέγει Κύριος, συγκεχρημένοι φωνῇ, ἢ τῇ· Εἶπε Κύριος πρὸς ἡμᾶς, ἤ· Ἠκούσαμεν τῆς φωνῆς Κυρίου, καὶ ὅσα ἔθος τοῖς δογμάτων ἀπαρχομένοις τινῶν, εἰς τὴν τῶν ἰδίων σύστασιν λογισμῶν παρά τε τῇ θείᾳ Γραφῇ, καὶ τοῖς ἄλλοις 96.504 αὐτῆς τροφίμοις. Ἀλλ' ἔστι καὶ ἡμῖν θαυμάζειν, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Δεσπότου τοὺς ἀκούοντας ἐκπλήττεσθαι συνέβαινεν, ὅτι κατ' ἐξουσίαν ἐστὶν ὁ λόγος ὑμῶν. Τοῦ δὲ κηρύγματος μὴ περιέχοντος ταῦτα, οὕτως ἀκριβῶς εἰδέναι φαίνεσθε, ὅτιπερ τῆς προτέρας μακαριότητος ἀποστάντες διὰ τὴν τοῦ πρώτου ἧτταν τὴν γενομένην ἐν αὐτοῖς, γεγόνασιν ἀπὸ νόων ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀποστάντες δὲ, κατὰ τὴν γενομένην νέαν Γραφὴν, τῆς τοῦ Θεοῦ ἑνώσεως, ἄρχειν τε καὶ κυριεύειν τῶν ἐπὶ πλείω σαλευθέντων λαχόντες, καὶ εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενοι διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν, αὐτοὶ ταύτης σαλευθέντες, καὶ δεόμενοι τοῦ ἐπανάξοντος. Πρὸς οὓς δικαίως τις ἐρεῖ αὐτῶν προνοούμενος· Ἰατρὲ, θεράπευσον σεαυτόν· ἅπερ ἐμοὶ προξενεῖς, κτῆσαι πρῶτος αὐτός. Εἰ γὰρ καὶ πλέον ἀποῤῥεῦσαι συνέβη με, ἀλλ' ἀμφότεροι ἐν τῷ αὐτῷ τυγχάνομεν κρίματι· ἀλλ' ὅτι μὲν ἀλλότρια τὰ τοιαῦτα τυγχάνουσι τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, δέδεικται ἱκανῶς, καὶ ὡμολόγηται σὺν Θεῷ· ἴδωμεν δὲ λοιπὸν τί περὶ αὐτῶν τὸ Πνεῦμα ἡμῖν παραδέδωκεν, ὅπερ καὶ ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ φέρεται λόγῳ, Εὐλογεῖτε, φησὶ, τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ. οἱ δυνατοὶ ἰσχύϊ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ, τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, λειτουργοὶ αὐτοῦ, οἱ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ. Εἰ τοίνυν δυνατοὶ ὑπάρχουσιν ἰσχύϊ τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημα αὐτοῦ, καὶ δυνατῶς ἰσχύϊ ἔχουσιν τοῦ
20
ἀκοῦσαι τὸν λόγον αὐτοῦ, πῶς ἔξω τοῦ ἰδίου μακαρισμοῦ καθεστηκέναι τούτους νομίσαι τις δυνηθείη; εἰ μή τις δ' ἂν ἐρεῖ μὴ θέλειν ἐπιτάττειν αὐτοῖς, ὥστε ἐπανελθεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀρχῆθεν τελείαν μακαριότητα· Ἐπιταττόμενοι γὰρ, δυνατοὶ ἰσχύϊ τυγχάνουσι κατὰ τὸν προφήτην ποιεῖν τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ ἀκούειν τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. Ἀψευδὴς γὰρ ἡ τοῦ Πνεύματος μαρτυρία. Πῶς δὲ καὶ ἐζήλωσαν διὰ τοὺς ἀπολέσαντας τὸ καλὸν παρὰ τοῦ Κυρίου καταβληθὲν σπέρμα, καὶ τὴν αὐτῶν διόρθωσιν ἐπιτραπῆναι παρὰ τοῦ Κυρίου ἐζήτουν αὐτοὶ, τοῦ πρώτου σπέρματος τὴν καθαρότητα ἀποβαλόντες; Πρὸς οὓς ὁ Κύριος οὐκ ἔφη, ὅτι Διὰ τί καὶ ὑμεῖς ἀποβάλλετε τὴν πρώτην ὑμῶν πρὸς τὸν Θεὸν κινηθέντες ἕνωσιν, ἀλλ' ἐνδοῦναι τέως αὐτοῖς, καὶ κατὰ καιρὸν τὸν προσήκοντα τοῦτο ποιεῖν ἐπιτρέπεσθαι αὐτούς; Ἀνθ' ὅτου δὲ, καὶ ὁ Κύριος ἐλεύσεσθαι λέγει μετὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων αὐτοῦ, μὴ ἐχόντων τὴν ἐξαρχῆθεν ἁγιωσύνην; Τοῦ Δεσπότου δὲ δικαιοῦντος, τίς ὁ κατακρινῶν; πῶς δὲ εἴπερ οὐχ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἰδίᾳ μακαριότητι, ὁ μέγας γράφει Μωϋσῆς περὶ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ, ὅτι ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ ἄγγελοι μετ' αὐτοῦ. Οὐ γάρ ἐστιν, ὡς οἶμαι, ἐπιδοξοτέραν περὶ αὐτῶν ἀφιέναι φωνὴν, τοῖς ἔθνεσι τοὺς τοῦ Θεοῦ ἀγγέλους ἐπιστατεῖν, καὶ γενέσθαι μερίδα Κυρίου τὸν ἐξ Ἰακὼβ λαὸν, εἰς τοσοῦτον ὕψος ἀνάγων αὐτοὺς, ὡς εἰς μερισμὸν ἐλθεῖν μετὰ Κυρίου. Εἰ γὰρ καὶ διὰ τὴν τοῦ λαοῦ δόξαν ὑπερβολικώτερον λέλεκται, ἀλλ' ὅμως δόξαν οὐ τὴν τυχοῦσαν τοῖς ἀγγέλοις περιποιεῖται. 96.505 Καὶ ὅτι ἀποστέλλειν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ὁ Θεὸς τὸν ἄγγελον αὐτοῦ ἐπαγγέλλεται, εἰς τὸ καταπαῦσαι τὸν λαὸν μεμαθήκατε· οὗ τί ἂν ἐντιμότερον γένοιτ' ἄν; Καὶ ὁ μακάριος δὲ Μιχαίας ἐν ὀπτασίᾳ ἑωρακέναι τὸν Θεὸν λέγει, καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ οὐρανοῦ παρίστασθαι ἔμπροσθεν αὐτοῦ, καὶ χιλίας χιλιάδας λειτουργοῦντας αὐτῷ ὁ Δανιὴλ θεάσασθαι λέγει, καὶ παρεμβολὴν Θεοῦ ὁ Ἰακὼβ τὴν τῶν ἀγγέλων ὑπάντησιν ὀνομάζει. Καὶ μυρία ἄν τις εὕροι τὴν ἀκροτάτην δόξαν μαρτυρούσης τῆς θείας Γραφῆς ταῖς οὐρανίοις δυνάμεσι. Τοῦ γὰρ Ἀποστόλου δεδοίκαμεν παραθέσθαι φωνὴν, μὴ πάλιν ἔγκλησιν ὑπομείνῃ, ὅτι Πόθεν ταῦτα λαβὼν λέγει; Εἰ δὲ μή γε καὶ αὐτὸς διαῤῥήδην βοᾷ· Διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν ἐκλεκτῶν ἀγγέλων. Καὶ ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου φησὶ σημαίνεσθαι τὴν τοῦ Κυρίου παρουσίαν. Περὶ μὲν γάρτοι τῶν Χερουβὶμ, ἢ τῶν Σεραφὶμ, οὐδὲν δυνάμεθα λέγειν, διὰ τὸ μαθεῖν τὸν συγγραφέα παρὰ τοῦ Ἑβραίου· ὅστις καὶ ἔστιν ὁ παρ' αὐτοῦ σημαινόμενος Ἑβραῖος· ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τούτοις σεμνύνεται. Τίς οὖν ἄρα οὕτω τολμηρὸς, ἵνα τῆς ἰδίας ἀξίας ἀποστάντας, καὶ κατάπτωσιν ὑπομείναντας, ἐπὶ τοσαύτῃ δόξῃ μαρτυρεῖσθαι ὑπὸ τοῦ Πνεύματος ἁγίου; Εἰ δὲ δυνατοὶ ἰσχύϊ τυγχάνουσι ποιεῖν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ζητοῦσιν ἀπολέσθαι τοὺς ἀσεβεῖς διὰ τὴν πρὸς τὸ Θεῖον εὔνοιαν, καὶ ἔμπροσθεν παρίστασθαι, καὶ λειτουργεῖν, καὶ ἐκ δεξιῶν εἶναι Θεοῦ σημαίνονται, τίς ὁ ὑπὲρ ταῦτα φανταζόμενος, καὶ τῆς τοσαύτης ἀξιοπιστίας τὸ μεῖζον ἐννοῶν, μὴ σφόδρα παραπαίων, καὶ τῶν θείων Γραφῶν παρ' οὐδὲν λογιζόμενος τὰς μαρτυρίας; οὐδὲν γὰρ ἡμεῖς ἐπιδοξότερον τούτων ἐννοεῖν δυνάμεθα, μήτιγε αὐτὸν τὸν Θεόν. Ἀλλὰ τὸ μὲν ἅγιον Πνεῦμα ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα περὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων δεδήλωκεν. Αὐτοὶ δὲ πόθεν μαθόντες, ὅτι τῆς πρώτης μακαριότητος ἀποστάντες εἰς διάφορα τάγματα σωματωθέντες ἀπεμερίσθησαν, λεγέτωσαν. Ἀλλ' ὁ διάβολος, φησὶν, δέδεικται, ὅτι τοιοῦτος μὲν οὐκ ἐκτίσθη, ἐξ ἰδίας δὲ πονηρίας εἰς τοῦτο κατέπεσε. Δῆλον οὖν, ὅτι κἀκεῖνοι ἐξ ἰδίας ἀνδραγαθίας εἰς τοῦτο ἦλθον. Ἀλλ' ἀποκρινέσθωσαν, τί ὄντες ἐξ ἀνδραγαθημάτων ἰδίων πρὸς τοῦτο ἦλθον; κρείττους οὗπέρ εἰσιν, ἢ χείρους; ἀλλὰ πάντως ἐροῦσι, κρείττους, καὶ οὐχ ἁπλῶς κρείττους, ἀλλὰ πολὺ τὸ μέσον ὅσον ὁ προλαβὼν ἐδήλωσε λόγος. Ἀλλ' οὐδεὶς πώποτε ἐπὶ τὸ χεῖρον ἐξ ἀνδραγαθημάτων ἔρχεται. ἀλλὰ πολλοὶ ἐπὶ τὸ κρεῖττον. Εἰ οὖν ἐπὶ τὸ χεῖρον ἦλθον, ὦ βέλτιστοι, ἐξ ἁμαρτιῶν, καὶ οὐκ ἐξ
21
ἀνδραγαθημάτων. Εἰ δὲ ἀνδραγαθίας ἔλαβον παρὰ τοῦ ἀγωνοθέτου γέρας, δῆλον ὅτι μείζους οὗπερ ἦσαν γεγόνασιν, οὐκ ἐλάττους. Φίλωνος, ἐκ τοῦ αʹ τῶν ἐν Γενέσει Ζητουμένων. –Πνευματικὴ δὲ ἡ τῶν ἀγγέλων οὐσία. Εἰκάζονται δὲ πολλάκις ἀνθρώπων ἰδέαις, πρὸς τὰς ὑποκειμένας χρείας μεταμορφούμενοι. Ἐκ τοῦ βʹ τῶν αὐτῶν. –Αἱ τοῦ Θεοῦ πᾶσαι 96.508 δυνάμεις πτεροφυοῦσι τὴν ἄνω πρὸς τὸν Πατέρα ὁδὸν γλιχόμεναί τε καὶ ἐφιέμεναι. ΤΙΤΛ. Ο ʹ. –Περὶ αἱρετικῶν, καὶ τῶν περὶ τὴν πίστιν λογομαχούντων· καὶ ὅτι οὐ χρὴ τὰς συλλαβὰς καὶ τὰ ὀνόματα περισκοπεῖν, ἀλλὰ τὸν νοῦν καὶ τὴν διάνοιαν τῶν δογμάτων, καὶ μὴ ταράττειν τὰ τῆς Ἐκκλησίας θεοπαράδοτα λόγια. Ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου. –Τοὺς μερισμοὺς φεύγετε, ὡς ἀρχὴν κακῶν. Εἰώθασί τινες δόλῳ πονηρῷ τὸ ὄνομα Χριστοῦ περιφέρειν, ἄλλα τινὰ πράσσοντες ἀνάξια Θεοῦ, οὓς δεῖ ὑμᾶς ὡς θηρία ἐκκλίνειν. Εἰσὶ γὰρ κύνες λυσσῶντες λαθροδῆκται· οὓς δεῖ ὑμᾶς φυλάσσεσθαι ὄντας δυσθεραπεύτους. Μηδεὶς πλανάσθω. Ἐὰν μή τις ᾖ ἐντὸς τοῦ θυσιαστηρίου, ὑστερεῖται τοῦ ἄρτου τοῦ Θεοῦ. Εἰ γὰρ ἑνὸς καὶ δευτέρου προσευχὴ τοσαύτην ἰσχὺν ἔχει, πόσῳ μᾶλλον ἥ τε τοῦ ἐπισκόπου, καὶ πάσης τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ οὖν μὴ ἐρχόμενος ἐπὶ τὸ αὐτὸ, οὗτος ἤδη ὑπερηφανεῖ, καὶ ἑαυτὸν διακρίνει. Γέγραπται δέ· Ὑπερηφάνοις ὁ Θεὸς ἀντιτάσσεται. Μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου· οἰκοφθόροι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν. Εἰ οὖν οἱ κατὰ σάρκα ταῦτα πάσχοντες ἀπέθνησκον, πόσῳ μᾶλλον ἐὰν πίστιν ἐν κακοδιδασκαλίᾳ φθερεῖ, ὑπὲρ ἧς Ἰησοῦς Χριστὸς ἐσταυρώθη; Ὅτι οὗτος ῥυπαρὸς γενόμενος, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον χωρήσει, ὁμοίως καὶ ὁ ἀκούων αὐτοῦ. Ἐκ τῆς πρὸς Τραλλαεῖς ἐπιστολῆς. –Παρακαλῶ ὑμᾶς, οὐκ ἐγὼ, ἀλλ' ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μόνῃ τῇ Χριστιανικῇ τροφῇ χρῆσθαι· ἀλλοτρίας δὲ βοτάνης ἀπέχεσθαι, ἥτις ἐστὶν αἵρεσις. Καὶ παρεμπλέκουσιν Ἰησοῦν Χριστὸν καταξιοπιστευόμενοι, ὥσπερ θανάσιμον φάρμακον διδόντες μετ' οἰνομέλιτος, ὅπερ ὁ ἀγνοῶν, ἡδέως λαμβάνει, ἐν ἡδονῇ κακῇ τὸ ἀποθανεῖν. Φυλάσσεσθε οὖν τοὺς τοιούτους. Ἐκ τῆς αὐτῆς. –Φεύγετε τὰς κακὰς παραφυάδας, τὰς γεννώσας καρπὸν θανατηφόρον, οὗ ἐὰν γεύσηταί τις παραυτίκα ἀποθνήσκει. Οὗτοι γὰρ οὐκ εἰσὶ φυτεία τοῦ πνεύματος. Ἐκ τῆς πρὸς Φιλαδελφίους ἐπιστολῆς. – Ἀπέχεσθε τῶν κακῶν βοτανῶν, ὧν Χριστὸς Ἰησοῦς γεωργεῖ, διὰ τὸ μὴ εἶναι αὐτοὺς φυτείαν τοῦ Πατρός. Μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου· εἴ τις σχίζοντι ἀκολουθεῖ, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομεῖ. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δʹ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. –Ἀνακρινεῖ δὲ τὸ Θεῖον τοὺς τὰ σχίσματα, κ. τ. ἑ. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ δευτέρου. –Ἄμεινον καὶ συμφερέστερον, κ. τ. ἑ. 96.509 Τοῦ ἁγίου Ἰουλίου ἐπισκόπου Ῥώμης, ἐκ τῆς πρὸς Διονύσιον ἐπιστολῆς. –Τὸ μὲν γὰρ τοῖς δόγμασι διαφωνοῦντας τοῖς ῥήμασι προσποιεῖσθαι συμφωνεῖν, ἀσεβές· τὸ δὲ τοῖς δόγμασι συμφωνοῦντας ἐν τοῖς ῥήμασι διαφέρεσθαι, μάταιον καὶ μωρόν. Τοῦτο οὖν συμφωνούμενον ἔχοντες, ὅτι Θεὸς ἔνσαρκος ὁ Κύριος, καὶ ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἐκ γῆς, ὁ αὐτὸς τῇ μορφῇ δοῦλος, καὶ τῇ δυνάμει Θεὸς, μενέτωσαν ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ μὴ μάτην διαφερέσθωσαν, μηδὲ εἰς τὴν τῶν αἱρετικῶν λογομαχίαν ἐκπιπτέτωσαν. Ταῦτα δὲ οὕτως φρονοῦντες, μενέτωσαν ἐν ἡσυχίᾳ, τὰς περιττὰς ζητήσεις ἐκκλίνοντες, καὶ ῥήματος ἕνεκεν, μὴ διαιρούμενοι, ὁπότε τὰ δόγματα συμφωνεῖται. Τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου τοῦ θαυματουργοῦ, ἐκ τοῦ περὶ σαρκώσεως καὶ πίστεως. –Σιγάτωσαν τοιγαροῦν αἱ περὶ τῶν λόγων μάταιαι ζητήσεις, Ἡ γὰρ τοῦ Θεοῦ βασιλεία οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ' ἐν ἀποκαλύψει δυνάμεως. Τοῦ αὐτοῦ (Γρηγορίου τοῦ Νύσσης) ἐκ τοῦ περὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει καταστάσεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. –Ἀφέντες οἱ ἄνθρωποι τὸ κατατρυφᾷν τοῦ Κυρίου, κ. τ. ἑ. Τοῦ αὐτοῦ εἰς τό· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός. –Τί τὸ πιστεύειν ἀφέντες, τεχνολογοῦμεν τὴν πίστιν, καὶ πληροῦμεν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κοινοῦ δυσμενοῦς; Λογισάμενος γὰρ ὁ διάβολος ὁ κοινὸς τῆς ἀθρωπότητος λυμεὼν, ὅτι γαλήνης ἐν
22
ἡμῖν πολιτευομένης, τὰ τῆς εὐσεβείας ἀνθεῖ, τῆς πίστεως δὲ κρατούσης, εὐζωΐα κρατεῖ, φίλοι τε τοῦ Δημιουργοῦ γινόμεθα, ἵνα μὴ ἐπέλθωμεν, ὅθεν ἐκεῖνος ἐξέπεσεν, ὁρᾶτε τί πεποίηκε, καὶ πῶς πανούργως τὸν καθ' ἡμᾶς ἐῤῥαψώδηκε πόλεμον ὁ μηχανοῤῥάφος τῶν κακῶν, καὶ σοφὸς ἐν ἀπάταις, καὶ ποικίλος ἐν ἐπιβουλαῖς, καὶ πλούσιος ἐν τοῖς κακοῖς μηχανήμασι. Παρασκευάζει τινὰς ἐν προσχήματι τῆς εὐσεβείας στρατεύσασθαι κατὰ τῆς πίστεως, καὶ πᾶσι τοῖς εὐσεβέσι δι' αὐτῶν ἄκαιρον φιλονεικίαν, καὶ ψυχοφθόρον ἐνέβαλε πόλεμον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὰ μέλη κατ' ἀλλήλων ἐστράτευσε. Στρέψωμεν τοίνυν κατὰ τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς τοῦτο δὴ τὸ σοφὸν, καὶ τὴν εὐφροσύνην αὐτοῦ μεταβάλωμεν εἰς ὀδύνην, καὶ πένθος ἀπαρηγόρητον. Πενθήσωμεν τὴν εἰρήνην, ἣν ἐκεῖνος μισεῖ. Καταλείψωμεν τὸ ζυγομαχεῖν, καὶ σταθμίζειν τὰς λέξεις τοῦ δόγματος. Παυσώμεθα τοῦ θέλειν εἶναι τῶν διδασκάλων διδάσκαλοι. Μισήσωμεν τὸ λογομαχεῖν ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων. Πιστεύσωμεν ὡς οἱ πατέρες ἡμῶν παραδέδωκαν. Οὐκ ἐσμὲν τῶν πατέρων σοφώτεροι. Οὐκ ἐσμὲν τῶν διδασκάλων ἀκριβέστεροι. Ἐν εἰρήνῃ ἐκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς, οὐκ ἐν μάχῃ. Ὡς ἐκλήθημεν, οὕτως προσμείνωμεν τῇ μυστικῇ 96.512 τραπέζῃ, ἐν ᾗ τῶν οὐρανίων μεταλαμβάνομεν. Μὴ γενώμεθα κατὰ ταυτὸν ὁμοτράπεζοι, καὶ ἀλλήλων ἐπίβουλοι· μὴ ἐνταῦθα κοινωνικοὶ, καὶ ἔξω ἐπίβουλοι. Τοῦ ἁγίου Σεραπίωνος, ἐκ τῆς κγʹ ἐπιστολῆς. –Οὐδέποτε αἵρεσις τὴν Ἐκκλησίαν ἐνίκησεν, καὶ κατ' ὀλίγον προελθοῦσα εὐθέως λύεται. Κλήμεντος ἐκ τοῦ ηʹ τῶν Στρωμάτων. –Ἐκδέχεται ἄλλος τόπος καὶ ὄχλος τοὺς ταραχώδεις, κ. τ. ἑ. Φίλωνος, ἐκ τοῦ αʹ τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. –Ὥσπερ οἱ προσπταίσαντες, ἀρτίοις βαίνειν ποσὶν ἀδυνατοῦντες, μακρὰν τοῦ κατὰ τὴν ὁδὸν τέλους ὑστερίζουσι προσκάμνοντες· οὕτω καὶ ἡ ψυχὴ τὴν πρὸς εὐσέβειαν ἄγουσαν ὁδὸν ἀνύειν κωλύεται, προεντυγχάνουσα ταῖς ἀσεβέσιν ἀνοδίαις. Αὗται γάρ εἰσιν ἐμπόδιοι, καὶ προσπταισμάτων αἰτίαι, δι' ὧν χωλαίνων ὁ νοῦς ὑστερίζει τῆς κατὰ φύσιν ὁδοῦ. Ἡ δὲ ὁδός ἐστιν, ἡ ἐπὶ τὸν Πατέρα τῶν ὅλων τελευτῶσα. Τοῦ αὐτοῦ. –Αἱ περὶ τῶν τοῦ Θεοῦ ἀρετῶν ἐναγώνιοι ζητήσεις βελτιοῦσι τὴν διάνοιαν, καὶ ἄθλους ἀθλοῦσιν ἡδίστους ἅμα καὶ ὠφελιμωτάτους, καὶ μάλιστα ὅταν, μὴ ὡς οἱ νῦν τὴν ψευδώνυμον κλῆσιν ὑποδυόμενοι, μέχρι τοῦ δοκεῖν ὑπερμαχοῦσι τῶν δογμάτων, ἀλλὰ πάθει γνησίῳ μετ' ἐπιστήμης ἰχνηλατοῦσιν ἀλήθειαν. Ἐκ τοῦ βʹ τῶν αὐτῶν. –Τὸ ἐμμελὲς, καὶ εὔρυθμον, οὐκ ἐν φωνῇ μᾶλλον ἢ διανοίᾳ ἐπιδείκνυσθαι πειρωμένους, ὁ τοῦ Σοφοῦ λόγος, οὐκ ἐν ῥήμασι, ἀλλ' ἐν τοῖς δηλουμένοις πράγμασιν ἐπιδείκνυσι τὸ κάλλος. Ἐκ τοῦ τελευταίου τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. –Τοὺς ἐντυγχάνοντας τοῖς ἱεροῖς Γράμμασιν οὐ δεῖ συλλαβομαχεῖν, ἀλλὰ πρὸ τῶν ὀνομάτων καὶ ῥημάτων τὴν διάνοιαν σκοπεῖν, καὶ τοὺς καιροὺς, καὶ τόπους, καὶ τρόπους, καθ' οὓς ἕκαστα λέγεται. Πολλάκις γὰρ αἱ αὐταὶ λέξεις ἑτέροις καὶ ἑτέροις πράγμασιν ἐφαρμόζουσιν, καὶ κατὰ τοὐναντίον διαφέρουσαι λέξεις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τιθέμεναι πράγματος συνᾴδουσιν. Ἐκ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. –Ἀτόπως δρῶσιν, ὅσοι ἐκ μέρους τινὸς κρίνουσι τὸ ὅλον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκ τοῦ ὅλου τὸ μέρος. Οὕτω γὰρ ἄμεινον καὶ σῶμα καὶ πρᾶγμα δογματίζοιτο ἄν. Ἔστιν οὖν ἡ θεία νομοθεσία τρόπον τινὰ ζῶον ἡνωμένον, ἣν ὅλην δι' ὅλου χρὴ μεγάλοις ὄμμασι περισκοπεῖν, καὶ τὴν βουλὴν τῆς συμπάσης Γραφῆς ἀκριβῶς καὶ τηλαυγῶς περιαθρεῖν, μὴ κατακόπτοντας τὴν ἁρμονίαν, μηδὲ τὴν ἕνωσιν διαρτῶντας, Ἑτερόμορφα γὰρ καὶ ἑτεροειδῆ φανεῖται, τῆς κοινωνίας στερούμενα. Ἐκ τοῦ δʹ τῶν αὐτῶν. –Νόμος ἔστω κατὰ τῶν τὰ σεμνὰ καὶ θεῖα μὴ σεμνῶς καὶ θεοπρεπῶς ὁρᾷν ἀξιούντων, κόλασιν ἐπιφέρειν ἀορασίας. 96.513 ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Β. ΤΙΤΛ. Αʹ. –Περὶ βασιλέως· ὅτι ἀλυσιτελὲς τὸ ἐξιέναι τὸν βασιλέα εἰς πόλεμον, καὶ βέλτιον, διὰ μισθοφόρων, καὶ δώρων τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι, ἢ δι' ἑαυτοῦ. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς. – Οὐδέν ἐστιν ἄμεινον εἰρήνης, ἐν ᾗ πᾶς πόλεμος καταργεῖται. ΤΙΤΛ. Βʹ. –Περὶ
23
βασιλέως χρηστοῦ, καὶ δικαίου, καὶ μισοπονήρου. Παραλειπομ. βʹ. –Εἶπε Ἰωσάφατ πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ ... καὶ ἐγένετο ἡμέρα τρισκαιδεκάτη ἐκλεγόντων τὰ σκύλα, ὅτι πολλὰ ἦν. Σχόλ. Φησὶν ὁ θεῖος Ἀπόστολος· Ὅσα προεγράφη, εἰς τὴν ἡμετέραν διδασκαλίαν προεγράφη. Διὸ ἀναγκαῖόν ἐστι τοῖς τῶν ἁγίων ἐξακολουθοῦσιν ἴχνεσιν, ἐν Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν παρατάττεσθαι τοῖς ὑπεναντίοις, καὶ μὴ μόνον θρασείᾳ καρδίᾳ, ἧς τὸ τέλος ἀδόκιμον. Ψαλμ. κʹ. –Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου εὐφρανθήσεται ὁ βασιλεὺς, κ. τ. ἑ. Σχόλ. Ὅρα κἀνταῦθα, πῶς τὸ ἅγιον Πνεῦμα διὰ τοῦ προφήτου ῥυθμίζει τοὺς εὐσεβῶς καὶ ἀσφαλῶς κρατεῖν ἐθέλοντας, τῇ τοῦ Θεοῦ δυνάμει ἐπερείδεσθαι, καὶ ἐν πᾶσιν. Ψαλμ. οαʹ. –Ὁ Θεὸς, τὸ κρῖμα σου τῷ βασιλεῖ δὸς, κ. τ. ἑ. Σχόλ. Σκόπει τί ὑποτίθεται ἡ πνευματικὴ διδασκαλία τοῖς καὶ τὰ σκῆπτρα θεόθεν ἐγκεχειρισμένοις. Τοῦ Χρυσοστόμου, ἐκ τοῦ εἰς Κωνσταντῖνον τὸν βασιλέα. – Βασιλεία τῶν ἐπὶ τῆς γῆς πραγμάτων τὰς τραχύτητας ὁμαλίζει. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου. –Πᾶς βασιλεὺς δίκαιος ἱερατικὴν ἔχει τάξιν. Φίλωνος, ἐκ τοῦ βʹ τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. –Οὐδὲν οὔτε ἡδεῖον, οὔτε σεμνότερον, ἢ Θεῷ δουλεύειν, ὃ καὶ τὴν μεγίστην βασιλείαν ὑπερβάλλει. Καί μοι δοκοῦσιν οἱ πρῶτοι βασιλεῖς ἅμα καὶ ἀρχιερεῖς γενέσθαι, δηλοῦντες ἔργοις, ὅτι χρὴ τοὺς τῶν ἄλλων δεσπόζοντας δουλεύειν τοῖς λατρεύουσι Θεῷ. ΤΙΤΛ. Γʹ. –Περὶ βασιλέως μὴ λίαν θαυμαζομένου. Φίλωνος, ἐκ τοῦ αʹ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. –Τῶν μὲν ἀφρόνων βασιλεὺς οὐδεὶς, κἂν τὸ πάσης γῆς καὶ θαλάσσης ἀνάψηται κράτος· μόνος δὲ ὁ ἀστεῖος καὶ θεοφιλὴς, κἂν τῶν παρασκευῶν καὶ τῶν χορηγιῶν ἀμοιρῇ, δι' ὧν οἱ πολλοὶ κρατύνονται τὰς δυναστείας. Ὥσπερ γὰρ τῷ κυβερνητικῆς, ἢ ἰατρικῆς, ἢ μουσικῆς ἀπείρῳ παρέλκον πρᾶγμα, οἴακες, καὶ φαρμάκων σύνθεσις, καὶ αὐλοὶ, καὶ κιθάραι, διότι μηδενὶ τούτων δύναται χρῆσθαι πρὸς ὃ πέφυκε· κυβερνήτῃ, δὲ, καὶ ἰατρῷ καὶ μουσικῷ λέγοιτ' ἂν ἐφαρμόζειν δεόντως· οὕτως, ἐπειδὴ τέχνη τίς ἐστι βασιλικὴ, καὶ τεχνῶν ἀρίστη, τὸν μὲν ἀνεπιστήμονα 96.516 χρήσεως ἀνθρώπων ἰδιώτην νομιστέον· βασιλέα δὲ μόνον τὸν ἐπιστήμονα. Τοῦ αὐτοῦ. –Νεότης μετ' ἐξουσίας αὐτοκράτους ὁρμαῖς ἀκαθέκτοις χρωμένη, κακὸν δύσμαχον γίνεται. ΤΙΤΛ. Ιʹ. –Περὶ βοηθείας Θεοῦ· καὶ ὅτι τοῦ Θεοῦ βοηθοῦντος, πᾶσα ἐπιβουλὴ καὶ ἐπανάστασις ἐχθροῦ ἀσθενεῖ, καὶ ὀλίγοι πολλῶν κρατοῦσιν. Γενέσεως. –Παραγενόμενος δέ τις τῶν ἀνασωθέντων, ἀπήγγειλεν Ἀβρὰμ, ὅτι ᾐχμαλώτευται Λὼτ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ. Καὶ ἠρίθμησε τοὺς ἰδίους οἰκογενεῖς αὐτοῦ τριακοσίους δέκα καὶ ὀκτὼ, καὶ κατεδίωξεν αὐτοὺς ἕως Χοβὰλ, καὶ ἀπέστρεψε, καὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ τὸν λαόν. Σχόλ. Ἀβραὰμ ὑπέρμαχον τὸν Θεὸν κτησάμενος, μετὰ τῶν ἰδίων οἰκογενῶν τοὺς τέσσαρας βασιλεῖς εἰς φυγὴν ἔτρεψεν. Παραλειπομ. βʹ. –Ἐβόησεν Ἀσὰ πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ, καὶ εἶπε· Κύριε, οὐκ ἔστι παρὰ σοὶ σώζειν ἐν πολλοῖς ἢ ἐν ὀλίγοις, οἷς οὐκ ἔστιν ἰσχύς. Βοήθησον ἡμῖν, Κύριε ..... μὴ κατισχυσάτω μετὰ σοῦ ἄνθρωπος. Σχόλ. Ἀσὰ ὁ βασιλεὺς, μετὰ πεντακοσίων ὀγδοήκοντα χιλιάδων ἀντιπαραταξάμενος τοῖς Αἰθίοψιν, ἄρδην πάντας ἀνεῖλεν ὑπὲρ χιλιάδας χιλιάδας ὄντας. ΤΙΤΛ. ΙΑʹ. –Περὶ βαπτίσματος, καὶ τῆς τοῦ θείου λουτροῦ προφητείας. Τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ ἐπισκόπου, ἐκ τῆς πρὸς Φίδωνα ἐπιστολῆς. –Ἐπειδὴ καὶ τοῖς βαρύτερα πεπλημμεληκόσι, καὶ εἰς τὸν Θεὸν πρὸ τῆς χάριτος ἡμαρτηκόσι, μετὰ τὸ πιστεῦσαι ἄφεσις ἁμαρτιῶν αὐτοῖς δέδοται, καὶ ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος, καὶ ἀπὸ τῆς χάριτος οὐδεὶς κωλύεται, πόσῳ μᾶλλον οὐκ ὀφείλει κωλύεσθαι τὸ παιδίον, ὅπερ νεωστὶ τεχθὲν, οὐδὲν ἥμαρτεν, εἰ μὴ ὅτι κατὰ τὸν Ἀδὰμ σαρκικῶς γεννηθὲν, τὸν μιασμὸν τοῦ θανάτου τῇ πρώτῃ γεννήσει ἐπεσπάσατο; ὅπερ εἰς μετάληψιν ἀφέσεως ἁμαρτιῶν αὐτοῦ, τούτῳ εὐχερέστερον πρόεισιν, ὅτι ἀφίενται αὐτῷ, οὐ τὰ ἴδια, ἀλλὰ τὰ ἀλλότρια ἁμαρτήματα. ΤΙΤΛ. ΙΒʹ. –Περὶ βεβαίου καὶ ἀβεβαίου ἀνδρός. Τοῦ αὐτοῦ (Φίλωνος) ἐκ τῶν ἐν Γενέσει ζητουμένων. –Ἀνθρώποις τὸ εὐμετάβλητον διὰ τὴν ἐν τοῖς ἐκτὸς ἀβεβαιότητα συμβαίνειν ἀνάγκη. Οὕτω γοῦν φίλους ἑλόμενοι πολλάκις,
24
καὶ βραχύν τινα αὐτοῖς διατρίψαντες χρόνον, οὐδὲν ἐγκαλεῖν ἔχοντες, ἀπεστράφημεν ὡσεὶ ἐχθρῶν. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Γ. ΤΙΤΛ. Ζʹ. –Περὶ τῶν γνωσιμαχούντων, καὶ ἑαυτοὺς καταμεμφομένων. Φίλωνος. –Ὁ μὲν Κάϊν, ἐπειδὴ τὸ μέγεθος τοῦ ἄγους ἠγνόησε, τοῦ μηδέποτε περιπεσεῖν θανάτῳ, τιμωρίας δίδωσιν ἁπλουστέρας. Ὁ δὲ μιμητὴς ἐκείνου, μὴ δυνάμενος εἰς τὴν αὐτὴν ἀπολογίαν τῆς ἀγνοίας καταφυγεῖν, διπλᾶς εἰκότως ὑπομένει δίκας, 96.517 Διὰ τοῦτο ἐκ δὲ Λάμεχ ἑβδομηκοντάκις ἑπτὰ, διὰ τὴν εἰρημένην αἰτίαν, καθ' ἣν ὁ δεύτερος ἁμαρτὼν, καὶ μὴ σωφρονισθεὶς τῇ τοῦ προηδικηκότος τιμωρίᾳ, τήν τε ἐκείνου παντελῶς ἀναδέχεται ἁπλουστέραν οὖσαν. Καθάπερ ἐν ἀριθμοῖς αἱ μονάδες ἔχουσι καὶ πολυπλασιωτέραν ὁμοιουμένην ταῖς ἐναρίθμοις δεκάσιν, ἦν γνωσιμαχῶν Λάμεχ καθ' ἑαυτοῦ. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τῶν αὐτῶν. – Τὸ ἐπαισθάνεσθαι τῶν ἐσφαλμένων, καὶ ἑαυτοῦ καταμέμφεσθαι πρὸς δικαίου ἀνδρός. Τὸ δὲ ἀνεπαισθήτως διακεῖσθαι, ἀργαλεώτερα ποιεῖ τῇ ψυχῇ τὰ δεινὰ τοῦ κακοῦ ἀνδρός. ΤΙΤΛ. ΙΖʹ. –Περὶ γυναικὸς ἀνδρείας, καὶ σώφρονος, καὶ συνετῆς. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου. –Μόνους ἄνδρας τοὺς ὁμοζύγους εἶναι νομιστέον ταῖς γυναιξὶν, οἷς καὶ ἡνώθησαν κατὰ γνώμην Θεοῦ. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. –Λέγεται ὑπὸ φυσικῶν ἀνδρῶν, οὐδὲν ἕτερον εἶναι θῆλυ, ἢ ἀτελὲς ἄρσεν. Τοῦ αὐτοῦ. –Ἀσθενέστεραί τέ πώς εἰσιν αἱ γνῶμαι τῶν γυναικῶν, ἔξω τῶν αἰσθητῶν μηδὲν ἰσχύουσαι νοητὸν καταλαβεῖν. ΤΙΤΛ. ΙΗʹ. –Περὶ γυναικῶν πονηρῶν, καὶ μοιχαλίδων, καὶ πορνευουσῶν, καὶ πάσης κακίας πληρουσῶν. Εὐσεβίου. – Φίλαυτον γυνὴ καὶ ζηλότυπον οὐ μετρίως, καὶ δεινὸν ἀνδρὸς ἤθη παραλύσαι, καὶ συνεχέσι γοητείαις ὑπάγεσθαι. Μελετήσασα γὰρ θωπείας λόγους, καὶ τὴν ἄλλην ὑπόκρισιν, ὥσπερ ἐπὶ σκηνῆς, ὄψεις καὶ ἀκοὰς ὅταν δελεάσῃ διηπατημένων, ὡς ὑπήκοον τὸν ἡγεμόνα νοῦν φενακίζει. Παῖδες δὲ εἰ γένοιντο, φρονήματος ἀποπλησθεῖσα καὶ παῤῥησίας, ὅσα κατ' εἰρωνείαν πρότερον ὑπούλως ὑπῃνίττετο, ταῦτα ἀπ' εὐτολμηροτέρου θράσους ἐκλαλεῖ, καὶ ἀναισχυντοῦσα βιάζεται πράττειν. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Δ. ΤΙΤΛ. ΙΒʹ. –Περὶ διορθώσεως βίου κακοῦ ἐπὶ τὸ ἀγαθόν· ὅτι εὐάρεστον καὶ φίλον Θεῷ. Τοῦτο δὲ τελεῖται ἐκ τοῦ μεμνῆσθαι μὲν τῶν ἐσφαλμένων καὶ ἀπομυσάττεσθαι· προσεγγίζειν δὲ πεποθημένως τοῖς ἀξιεπαίνοις καὶ χρηστοῖς. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς. –Ἔσχατοι καιροὶ, ἀδελφοὶ, λοιπὸν αἰσχυνθῶμεν. Φοβηθῶμεν τὴν μακροθυμίαν τοῦ Θεοῦ, μὴ εἰς κρῖμα ἡμῖν γένηται. Ἢ γὰρ τὴν μέλλουσαν ὀργὴν φοβηθῶμεν, ἢ τὴν ἐνεστῶσαν χάριν ἀγαπήσωμεν ἐν τῷ νῦν βίῳ, μόνον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εὑρεθῶμεν. ΤΙΤΛ. ΚΓʹ. –Περὶ δικαίων· ὅτι περιφρονοῦνται ὑπὸ τῶν ἀδίκων καὶ ἀσεβῶν, καὶ διασύρονται. Τοῦ ἁγίου Μεθοδίου, ἐκ τῶν κατὰ τοῦ Πορφυ 96.520 ρίου. –Κάλλιστον ταῖς ἀληθείαις, καὶ ἐπαινετὸν κλητέον τοῦτο, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΚΖʹ. –Περὶ δικαίου καὶ δικαιοσύνης. Διδύμου, εἰς τὸν Ὠσῆε. –Τῇ δικαιοσύνῃ ἀεὶ τὸ ἰσχύειν ἀκολουθεῖ, ὥσπερ τῇ ἀδικίᾳ τὸ ἀσθενεῖν ἕπεται. ΤΙΤΛ. Λʹ. –Περὶ δημιουργίας. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δʹ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. –Περὶ τὸν Θεὸν δύναμις ὁμοῦ καὶ σοφία, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΛΑʹ. –Περὶ δοξολογίας Θεοῦ. Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, πρὸς Ἐφεσίους. – Ὅταν πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται δυνάμεις τοῦ Σατανᾶ, λύεται ὄλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοίᾳ ὑμῶν τῆς πίστεως. Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ, ἐκ τοῦ, Ὅτι οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ. –Ἡ μὲν εἰς Θεὸν τὸν ὄντως ὄντα τιμὴ, πάντως που καὶ αὐτοῦ τοῦ τιμῶντός ἐστι τιμή· ἡ δὲ εἰς τὸν οὐκ ὄντα Θεὸν τιμὴ, ἐξ ἐναντίας καὶ αὐτοῦ τοῦ τιμῶντος ἐστὶν ἀτιμία. Θεοτίμου. –Καὶ ὄντως μνήμην ἔχειν Θεοῦ, ζωῆς ἐστι μνήμην ἔχειν, ἐπιλελῆσθαι δὲ, γίνεται τὸ τεθνάναι. ΤΙΤΛ. ΛΘʹ. –Περὶ δούλων χρηστῶν. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον ἐπιστολῆς. –Οἱ δοῦλοι μὴ ἐράτωσαν ἀπὸ κοινοῦ ἐλευθεροῦσθαι, ἀλλ' εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ τὸ πλεῖον δουλευέτωσαν, ἵνα κρείττονος ἐλευθερίας ὑπὸ Θεοῦ τύχωσιν. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ε. ΤΙΤΛ. ΜΒʹ. –Περὶ ἐλεημοσύνης, καὶ εὐποιίας εἰς πτωχούς. Τοῦ ἁγίου
25
Κυρίλλου, ἐκ τοῦ εʹ λόγου τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ. –Τὸ τῆς ἐλεημοσύνης, κ. τ. ἑ. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ ιηʹ βιβλίου. –Οὐδὲν οὕτως κεκαθαρμένους ἡμᾶς ποιεῖ, ὡς αἱ τῶν εἰς εὐσέβειαν ἀνδραγαθημάτων λαμπρότητες, καὶ τό γε ἐποικτείρειν τοὺς ἐν ἐνδείᾳ καὶ τῶν ἀναγκαίων σπάνει. Γράφει γάρ που καὶ ὁ Παροιμιαστὴς, ὅτι ἐλεημοσύναις καὶ πίστεσι ἀποκαθαίρονται αἱ ἁμαρτίαι. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. –Πρῶτον καὶ ἄριστον ἀνδραγάθημα τὸ διανεῖμαι τοῖς δεομένοις τὰ ὄντα, καὶ κατευμεγεθῆσαι τῆς ἐκ τοῦ πλούτου τρυφῆς, καὶ κατασωρεῦσαι μᾶλλον ἐν οὐρανοῖς ἐλπίδα τὴν μέλλουσαν· καὶ τῶν προσκαίρων ἀλλάξασθαι τὰ διηνεκῆ, καὶ ἀνελέσθαι τὰ μένοντα τῶν σεσαλευμένων ἐνδοιάσειεν ἂν οὐδεὶς τῶν εὐφρονεῖν εἰωθότων. ΤΙΤΛ. ΜΖʹ. –Περὶ ἐπισκόπων χρηστῶν, καὶ φυλαττόντων ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Τῆς αὐτῆς (Γενέσεως). – Ἐκτήσατο Ἰωσὴφ πᾶσαν τὴν γῆν τῶν Αἰγυπτίων τῷ Φαραώ ...... χωρὶς τῆς γῆς τῶν ἱερέων μόνον οὐκ ἐκτήσατο Ἰωσήφ. Ἐν δόσει γὰρ ἔδωκε δόματα τοῖς ἱερεῦσι Φαραώ· καὶ ἤσθιον τὴν δόσιν. Σχόλ. Ὅτι οἱ ἱερεῖς τῷ Θεῷ ἀνάκεινται, 96.521 καὶ αὐτοὶ, καὶ τὰ προσόντα αὐτοῖς πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο τὴν γῆν αὐτῶν Φαραὼ οὐκ ἐκτήσατο. Σχόλ. Σκόπει ὅπως καὶ πρὸ νόμου ἀφορολόγητα ἐτύγχανε τὰ προσόντα τοῖς ἱερεῦσι, καὶ τοῦτο ἐν ἐθνικοῖς. Ἐκ τῶν Ἀριθμῶν. –Εἶπε Μωϋσῆς πρὸς Κύριον· Ἐπισκεψάσθω Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων, κ. τ. ἑ. Σχόλ. Καταργηθείσης διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν τῆς κατὰ σαρκικὴν συγγένειαν ἱερατείας, ἡ κατὰ μίμησιν τοῦ πνευματηφόρου Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ ἀντεισήχθη διὰ χειροθεσίας ἱερωσύνη, μετὰ τῆς εὐσεβοῦς τῶν ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων ἐρωτήσεως. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐκ τῆς πρὸς Σμυρναίους ἐπιστολῆς. –Πάντες τῷ ἐπισκόπῳ ἀκολουθεῖτε, ὡς Ἰησοῦς Χριστὸς τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ πρεσβυτερίῳ ὡς τοῖς ἀποστόλοις· τοὺς δὲ διακόνους ἐντρέπεσθε, ὡς Θεοῦ ἐντολήν. Μηδεὶς χωρὶς ἐπισκόπου τι πρασσέτω τῶν ἀνηκόντων ἐν Ἐκκλησίᾳ. Βεβαία εὐχαριστία ἡγείσθω ἡ ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου οὖσα, ἢ ᾧ ἐὰν αὐτὸς ἐπιτρέψῃ. Ὅπου ἂν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος, ὥσπερ ὅπου ἐὰν ᾖ Ἰησοῦς Χριστὸς, ἐκεῖ ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία. Οὐκ ἐξόν ἐστι χωρὶς ἐπισκόπου, οὔτε βαπτίζειν, οὔτε ἀγάπας ποιεῖν, ἀλλ' ᾧ ἐὰν ἐκεῖνος δοκιμάσῃ, τοῦτο καὶ τῷ Ἰησοῦ Χριστῷ εὐάρεστον, ἵνα ἀσφαλὲς ᾖ καὶ βέβαιον πᾶν ὃ πράσσεται. Εὔλογόν ἐστι λοιπὸν ἀνανῆψαι ἡμᾶς, ὡς καιρὸν ἔχομεν εἰς Θεὸν μετανοεῖν· καλῶς ἔχει, Θεὸν καὶ ἐπίσκοπον εἰδέναι· ὁ τιμῶν ἐπίσκοπον, ὑπὸ Θεοῦ τετίμηται· ὁ λάθρα ἐπισκόπου τι πράσσων, τῷ διαβόλῳ λατρεύει. Ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον. –Τῷ ἐπισκόπῳ προσέχετε, ἵνα καὶ ὑμῖν ὁ Θεός. Ἐγὼ ἀντίψυχον τῶν ὑποτασσομένων ἐπισκόπῳ, πρεσβυτερίῳ, διακόνοις· μετ' αὐτῶν μοι τὸ μέρος γένοιτο ἐν Θεῷ. Πρὸς Ἐφεσίους. –Σπουδάσωμεν μὴ ἀντιτάσσεσθαι τῷ ἐπισκόπῳ, ἵνα ὦμεν Θεῷ ὑποτασσόμενοι. Καὶ ὅσον βλέπει τις σιγῶντα ἐπίσκοπον, πλέον αὐτὸν φοβείσθω. Πάντα γὰρ ὃν πέμπει ὁ οἰκοδεσπότης εἰς ἰδίαν οἰκονομίαν, οὕτως δεῖ ὑμᾶς δέχεσθαι, ὡς αὐτὸν τὸν πέμποντα. Τὸν γοῦν ἐπίσκοπον ὡς αὐτὸν τὸν Κύριον δεῖ προσβλέπειν. Τοῦ αὐτοῦ πρὸς Μαγνησίους. –Εἰς τιμὴν Θεοῦ τοῦ θελήσαντος ἡμᾶς πρέπον ἐστὶν ὑπακούειν τῷ ἐπισκόπῳ κατὰ μηδεμίαν ὑπόκρισιν. Ἐπεὶ οὐχὶ τὸν ἐπίσκοπον τοῦτον τὸν βλεπόμενον πλανᾷ τις, ἀλλὰ τὸν ἀόρατον παραλογίζεται Θεόν. Τῷ δὲ τοιούτῳ οὐ πρὸς σάρκα ὁ λόγος, ἀλλὰ πρὸς Θεὸν τὸν τὰ κρύφια εἰδότα. Πρέπον οὖν ἐστι, μὴ μόνον καλεῖσθαι Χριστιανοὺς, ἀλλὰ καὶ εἶναι· ὥσπερ καί τινες ἐπίσκοπον μὲν καλοῦσιν, χωρὶς δὲ αὐτοῦ πάντα πράσσουσιν. Οἱ τοιοῦτοι οὐκ εὐσυνείδητοί μοι φαίνονται, διὰ τὸ μὴ βεβαίως κατ' ἐντολὴν συναθροίζεσθαι. 96.524 Ἐκ τῆς αὐτῆς. –Μηδὲν ἔστω ἐν ὑμῖν ὃ δυνήσεται ὑμᾶς μερίσαι, ἀλλ' ἑνώθητε τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τοῖς προκαθημένοις, εἰς τόπον καὶ διδαχὴν ἀφθαρσίας. Ὥσπερ οὖν ὁ Κύριος ἡμῶν ἄνευ τοῦ Πατρὸς οὐδὲν ἐποίησεν, οὔτε δι' ἑαυτοῦ, οὔτε διὰ τῶν ἀποστόλων, οὕτως μηδὲ ὑμεῖς ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου μηδὲν πράσσετε, μηδὲ πειράσητε εὔλογόν τι φαίνεσθαι ἰδίᾳ ὑμῖν. Τοῦ αὐτοῦ. –Ὅταν τῷ ἐπισκόπῳ ὑποτάσσησθε, φαίνεσθέ μοι, οὐ κατὰ ἄνθρωπον ζῶντες, ἀλλὰ κατὰ
26
Ἰησοῦν Χριστὸν δι' ἡμᾶς ἀποθανόντα. Τοῦ αὐτοῦ. –Τέκνα φωτὸς ἀληθείας, φεύγετε τὸν μερισμὸν καὶ τὰς κακοδιδασκαλίας. Ὅπου δὲ ὁ ποιμήν ἐστι, ἐκεῖ ὡς πρόβατα ἀκολουθεῖτε. Τοῦ αὐτοῦ. –Μάρτυς μου ἐν ᾧ δέδεμαι, ὅτι ἀπὸ σαρκὸς ἀνθρωπίνης οὐκ ἔγνων· τὸ δὲ πνεῦμα ἐκήρυσσε τάδε· Χωρὶς ἐπισκόπου μηδὲν Ποιεῖτε. Τὴν σάρκα ὑμῶν ὡς ναὸν Θεοῦ τηρεῖτε, τὴν ἕνωσιν ἀγαπᾶτε, τοὺς μερισμοὺς φεύγετε· μιμηταὶ γίνεσθε Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς αὐτὸς τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιζʹ βιβλίου τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ. –Χρὴ τῶν προεστηκότα ἀνεπίπληκτον ἐκμελετᾷν καὶ ἀσκεῖσθαι βίον, καὶ μηδὲν ἔχειν ἀνεπιτήδευτον τῶν ἀρεσκόντων Θεῷ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ. –Τοῖς ἡγεῖσθαι λαχοῦσι, καὶ οἷον ἐν μέσῳ κειμένοις, καὶ τῶν ἄλλων ἐπιφανεστέροις, πᾶσά πως ἀνάγκη τῷ τῆς εὐζωΐας καταφαιδρύνεσθαι κάλλει, καὶ ἀπόλεκτον ὡς ἀληθῶς ἐξασκῆσαι βίον, ὥστε καὶ ὑποτύπωσιν αὐτοὺς γενέσθαι τοῖς ὑπὸ χεῖρα κειμένοις, δρῶντας μὲν ἐπιδεικτικῶς ἢ φιλοδόξως οὐδὲν, ὠφελείας δὲ χάριν καὶ ἑτέρος πρόφασιν τὰ καθ' ἑαυτοὺς ποιεῖσθαι σπουδάζοντας. Ἀεὶ γάρ πως τῶν ἐν μέσῳ καὶ ἐπισήμων ὁ βίος ὑπὸ πάντων κρίνεται, καὶ δοκιμάζεται κἂν ἔχοι τὸ ἀνεπίληπτον, οὐκ ἀνόνητόν ἐστι τὸ χρῆμα τοῖς εἰδόσιν αὐτόν. Εἰ δὲ ἀποφέροιτο τοῦ εἰκότος, καὶ διαπίπτοι πρὸς ἃ μὴ θέμις, οὐ πρὸς καλὸν μὲν ἔσται τισὶ, πρὸς ζημίαν δὲ μᾶλλον καὶ βλάβας. Εἰ γὰρ οὐκ οἶδεν ὀρθοποδεῖν καὶ διαβιοῦν ἀστείως ὁ παιδαγωγὸς, ποία ἔσται παρ' αὐτοῦ τοῖς παιδαγωγουμένοις [ὠφέλεια]; Τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, ἐκ τοῦ περὶ ἀνδρείας. – Δεῖ τὸν λειτουργὸν τῆς ἐκκλησίας πρὸ πάντων ἐκτὸς ὀργῆς εἶναι, καὶ μὴ ἐπιπλήττειν, ἀλλὰ παρακαλεῖν. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀλεξανδρείας. –Πρὸς μὲν τοὺς ἀπειθεῖς καὶ βεβήλους, ἀπὸ τῶν ἔξωθεν καὶ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν καὶ λογισμῶν τὰς τῶν λόγων ἐπιχειρήσεις ποιούμεθα· ἡμᾶς δὲ αὐτοὺς καὶ ὁμόφρονας ἐκ τῶν θείων λογίων ἐπιστηρίζειν πειρώμεθα. Διδύμου, ἐκ τοῦ Περὶ ἀσωμάτου. –Ἀνύουσι παρὰ διδασκάλου παιδεύσεις τε καὶ προτροπαὶ πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἀκροωμένων, οὐχ ὅταν λόγῳ μόνῳ διδάσκῃ ὁ παιδευτὴς, ἀλλὰ καὶ πράξει καταλλήλῳ καὶ συναφεῖ τοῖς ἐπαγγελλομένοις. Πάλιν δεῖ τὸν γνήσιον διδάσκαλον βίον κατάλληλον ἔχειν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ νομοθετουμένοις, ἵνα ᾖ τὸ ἔργον αὐτοῦ συνηρμοσμένον τῷ λόγῳ. 96.525 Ἐκ τοῦ εἰς τὸν Ἡσαΐαν ιβʹ κεφαλαίου. – «Κύριος δώσει ῥῆμα τοῖς εὐαγγελιζομένοις δυνάμει πολλῇ.» Εὐαγγελίζονται δὲ δυνάμει πολλῇ, οἱ μὴ συλλαβὰς μόνας προσφέροντες, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν αὐτῶν ἐπιδεικνυόμενοι πρακτικῷ καὶ θεωρητικῷ βίῳ. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου καὶ μάρτυρος, ἐκ τοῦ πρὸς Ἕλληνας παραινετικοῦ. – Ἀδύνατον τὰ ὄντως μεγάλα καὶ θεῖα τοὺς μὴ πρότερον παρὰ τῶν εἰδότων μεμαθηκότας, ἢ αὐτοὺς εἰδέναι, ἢ ἑτέρους δύνασθαι διδάσκειν ὀρθῶς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ζ. ΤΙΤΛ. Αʹ. –Περὶ τοῦ ζητεῖν τὸν Θεόν. Θεοτίμου ἐπισκόπου Σκυθοπόλεως, ἐκ τοῦ Ἐὰν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου. –Παρὰ Θεὸν οὐδὲν ἐπίστασθαι δεῖ. Τοῦ αὐτοῦ. –Δεόντως οὕτω τις πρόσεισι τῷ Θεῷ, εἰ τὸ πᾶν αὐτῷ νέμει, παρ' οὗπερ ἔχει τὸ πᾶν λαβὼν, καὶ αὐτὰς τὰς φροντίδας, καὶ ὑπὲρ ὧν αὐταὶ τυγχάνουσιν. Τοῦ αὐτοῦ [ἁγίου Κυρίλλου] ἐκ τοῦ Εἰς παρθενίαν. –Δεῖ ἐξ ὅλης καρδίας ἐπιζητεῖν τὸν Θεόν· τὸ δὲ ἐπιζητεῖν ἐστι τὸ αὐτῷ λατρεύειν, καὶ τὰ αὐτῷ δοκοῦντα κατορθοῦν ἐπιζητεῖσθαι. Τοῖς οὕτω ζητοῦσι τὸν Θεὸν πολλοὶ γίνονται τῆς εὐσεβείας καρποὶ, καὶ τὸ ἐκ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀνατέλλει φῶς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Η. ΤΙΤΛ. Δʹ. –Περὶ ἡμέρας ἐσχάτης, καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, εἰς τὸ θηρίον τὸ ἐρχόμενον. – ̓Ανακεφαλαίωσις γίνεται πάσης ἀδικίας, κ. τ. ἑ. Ἱππολύτου ἐπισκόπου Ῥώμης περὶ Χριστοῦ, καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου. –Ἀλλὰ τούτων ἐν προοιμίᾳ εἰς δόξαν Θεοῦ εἰρημένων, κ. τ. ἑ. πομπεύειν τῷ Διονύσῳ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Θ. ΤΙΤΛ. Ζʹ. –Περὶ θείων λογίων. Θεοφίλου ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας. –Σφόδρα ὀλίγων τυγχάνει τῶν πάντα τὸν ἑαυτῶν βίον ἀνατεθεικότων τῇ περὶ τὰς θείας Γραφὰς ἐξετάσει, τὸ δύνασθαι λογικώτερον παρακολουθεῖν τοῖς περιεχομένοις δόγμασι, καὶ τῇ βαθυτέρᾳ τῶν Γραφῶν διανοίᾳ. ΤΙΤΛ. Ηʹ. –Περὶ θείων καὶ κατὰ Χριστὸν μυστηρίων. Εἰρηναίου, ἐκ
27
τοῦ κατὰ αἱρέσεων βιβλίου εʹ. – Τὸ ἀπὸ τῆς κτίσεως ποτήριον, αἷμα ἰδικὸν ὡμολόγησεν, κ. τ. ἑ. Φίλωνος, ἐκ τοῦ δευτέρου τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. –Οὐ θέμις τὰ ἱερὰ μυστήρια ἐκλαλεῖν ἀμυήτοις, ἄχρις ἂν καθαρθῶσι τελείᾳ καθάρσει. Ὁ γὰρ ἀνοργίαστος καὶ εὐχερὴς, ἀσώματον καὶ νοητὴν φύσιν ἀκούειν ἢ βλέπειν ἀδυνατῶν, ὑπὸ τῆς φανερᾶς ὄψεως ἀπατηθεὶς μωμηθήσεται. Τὰ ἀμώμητα τοῖς ἀμυήτοις ἐκλαλεῖν μυστήρια, καταλύοντός ἐστι τοὺς θεσμοὺς τῆς ἱερατικῆς τελετῆς. 96.528 Τοῦ αὐτοῦ. –Ἄτοπον, ἐν μὲν ταῖς πόλεσιν νόμον εἶναι, τοῦ μυστικὰ μυστήρια μὴ ἐξαγγεῖλαι τοῖς ἀμυήτοις, τὰς δὲ ἀληθεῖς τελετὰς, αἳ πρὸς εὐσέβειαν ἄγουσι καὶ ὁσιότητα, εἰς ὦτα μετὰ φλυαρίας ἐκρίπτειν. Οὐ πάντων κοινωνητέον πᾶσιν, οὔτε λόγων, οὔτε πραγμάτων, καὶ μάλιστα ἱερῶν. Δεῖ τοῖς ἐφιεμένοις τῆς μετουσίας τούτων, πρῶτον μὲν, καὶ μέγιστον, καὶ ἀναγκαιότατον πρὸς τὸν ἕνα, καὶ ὄντως ὄντα Θεὸν εὐσέβειαν καὶ ὁσιότητα ἔχειν τὴν ἐπὶ τοῖς ἀγάλμασι, καὶ ξοάνοις, καὶ συνόλως ἀφιδρύμασι, τελεταῖς τε ἀτελέστοις, καὶ μυστηρίοις ἀνοργιάστοις ἀνήνυτον πλάνην ἀπωσαμένοις. Δεύτερον δὲ, καθαρθῆναι τὰς ἁγνευούσας καθάρσεις, κατά τε σῶμα καὶ ψυχὴν, διὰ νόμων πατρίων καὶ ἠθῶν. Τρίτον, ἀξιόπιστον τοῦ συνασμενισμοῦ παρασχεῖν ἐνέχυρον, ἵνα μὴ τροφῆς μεταλαβόντες τῆς ἱερᾶς, ἀσώτων μειρακίων τρόπον ὑπὸ κόρου καὶ πλησμονῆς ἐναλλοιωθῶσιν, ἐμπαροινοῦντες οἷς οὐ θέμις. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Κ. ΤΙΤΛ. Θʹ. –Περὶ κακοποιῶν. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Ἐξόδῳ ζητουμένων. – Ἐντὸς φέρει τὸν ὄλεθρον ὁ τῇ κακίᾳ συζῶν, ἐπεὶ σύνοικον ἔχει τὴν ἐπίβουλον καὶ πολέμιον. Ἱκανὸς γὰρ πρὸς τιμωρίαν ἡ τοῦ φαύλου συνείδησις, οἴκοθεν ὡς ἐκ πληγῆς δειλίαν προτείνουσα τῇ ψυχῇ. Τοῦ αὐτοῦ. –Τοῦ φαύλου ὁ βίος ἐπίλυπος καὶ περιδεὴς, καὶ ὅσα κατὰ τὰς αἰσθήσεις ἐνεργεῖ, φόβοις καὶ ὀδύναις ἀνακέκραται. ΤΙΤΛ. Ι ʹ. –Περὶ καρδίας πονηρᾶς, καὶ τῶν λογισμὸν ἄδικον ἐχόντων. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐκ τοῦ ιζʹ κατὰ Ἰουλιανοῦ. –̓Αρχὴ, καὶ ῥίζα, καὶ οἷον πηγὴ, καὶ γέννησις τῶν ἐν ἡμῖν ἐστι παθῶν ἡ πρὸς κακίαν ὄρεξις, ἐπ' αὐτοῖς καλοῦσα τὸν νοῦν, καὶ καταγοητεύουσα μὲν ἐν ἀρχαῖς, βιαζομένη δὲ καὶ μετὰ τοῦτο, καὶ κατασείουσα, ἀβουλήτως ἔσθ' ὅτε. Καπνοῦ γὰρ δίκην, ἢ ὥσπερ τινὲς ἀτμοὶ τῶν ἐμφύτων ἡδονῶν ἀνίσχουσιν ἐν ὑμῖν τὰς ὀρέξεις· ἀλλ' ὁ μὲν σώφρων νεανίσκος ἐπιτιμᾷ τοῖς κινήμασι, καὶ περαιτέρω προελθεῖν οὐκ ἐᾷ. Ὃ καὶ ἀδρανὲς ὂν ἔτι, τὸ πάθος ἥττηται ῥᾳδίως. Ὁ δέ γε ῥᾴθυμος καὶ κατημελημένος εἰσδέχεται τὰς τῶν ἡδονῶν ἀρχὰς, ὡς ἐννοίας ἔτι ψιλάς· ἐπιτρέψας δὲ προελθεῖν εἰς πλάτος, δυσχερεστάτην εὑρήσει τὴν ἀντίστασιν. Ὁ γὰρ προαλοὺς καὶ προηττημένος, οὐ τῶν ἰδίων ἐστι θελημάτων ἔτι κύριος· ὑποκείσεται δὲ μᾶλλον καθάπερ βαρβάρῳ τῷ νικήσαντι πάθει. Ἐγκρατείας οὖν ὁ πανάριστος τρόπος, πρῶτός τε καὶ εὐκλεέστατος, τὸ μήτε προήκασθαι τὰς τοῦ πάθους ἀρχὰς, μήτε μὴν ἁλῶναι ταῖς ἐπιθυμίαις. Δευτέρα δὲ μετ' ἐκείνην ἐγκράτεια, καὶ ῥύπου μεστὴ, τὸ ἀπέχεσθαι θέλειν τῶν ἀποτελεσμάτων, προηρωτηκότος τοῦ νοῦ τῆς ἐπιθυμίας, καὶ τοῖς ἐντεῦθεν ἐνομιλήσαντος λογισμοῖς. Ἐπειδὴ καὶ κρεῖττον παρὰ πολὺ τὸ μηδὲ ὅλως ἐν ἀγγείῳ καθεῖ 96.529 ναι βόρβορον, ἤγουν πειρᾶσθαι καθαίρειν τὸ ἤδη μεμολυσμένον. ΤΙΤΛ. ΚΓʹ. –Περὶ τῶν τοῦ Θεοῦ κριμάτων. Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ἐπισκόπου Ῥώμης, ἐκ τῆς βʹ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς. –Μὴ ταρασσέτω τὴν καρδίαν ὑμῶν, ὅτι βλέπομεν τοὺς ἀδίκους πλουτοῦντας, καὶ στενοχωρουμένους τοὺς τοῦ Θεοῦ δούλους. Οὐδεὶς γὰρ τῶν δικαίων ταχὺν καρπὸν ἔλαβεν, ἀλλ' ἐκδέχεται αὐτόν. Εἰ γὰρ τὸν μισθὸν τῶν δικαίων ὁ Θεὸς εὐθέως ἀπεδίδου, ἐμπορίαν ἠσκοῦμεν, καὶ οὐκ εὐσέβειαν. Ἐδοκοῦμεν γὰρ εἶναι δίκαιοι, οὐ διὰ τὸ εὐσεβὲς, ἀλλὰ τὸ κερδάλεον διώκοντες. Τοῦ ἁγίου Τίτου, ἐκ τοῦ περὶ Προνοίας. –Οὐκ ἐχρῆν, ὡς ἔοικεν, βατὰ τοῖς πᾶσιν ὑπάρχειν τοῦ Θεοῦ τὰ τεκμήρια, καὶ τὸν ἄῤῥητον καὶ ἀκατάληπτον νοῦν πάντη γνώριμον εἶναι ἀνθρώποις· ὅπου γε καὶ βασιλέως ἀνθρώπου καὶ ἄρχοντός ἐστιν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν βουλευμάτων κρύπτεται, ὡς καὶ τὸ πραττόμενον ἄδηλον εἶναι, ὅτῳ λόγῳ πράττεται. Οὐ τοίνυν
28
θαῦμα, εἰ ἄνθρωποι μὴ χωροῦσιν ὅλως τῆς διοικησίας τοῦ Θεοῦ τὸν λόγον, οἷς ἁρμόττει καὶ δίχα τοῦ πολυπραγμονεῖν ὑπείκειν τε καὶ ἡσυχάζειν, καὶ ἥκιστα ἀνταίρειν κατὰ τῆς ἀῤῥήτου διοικήσεως. Πολλάκις γὰρ οὐδὲ τεχνίτην, εἴτουν οἰκοδομίας, ἢ ναυπηγίας, ἢ χαλκευτικῆς ἔμπειρον, αἰδούμενοι περιεργαζόμεθα, ποιοῦντά γε τὸ οἰκεῖον ἕκαστον· ἀλλὰ τῇ πείρᾳ καταπιστεύσαντες, ἐκδεχόμεθα τὸ ἔργον ἰδεῖν. Ἔστι δὲ καὶ ὅτε σφαλλομένῳ οὐκ ἐπαισθανόμεθα. Τί δ' ἂν εἴποιμι περὶ τῆς ὑπὲρ πάντα νοῦν σοφίας τοῦ Θεοῦ; ὃ προσῆκε, καὶ νοοῦντάς τε καὶ μὴ νοοῦντας ἐκπλήττεσθαί τε καὶ τιμᾷν. Εἰ δέ τις διὰ τὸ μὴ καταλαμβάνειν τὸν λόγον τῶν πλειόνων τῶν πρὸς τοῦ Θεοῦ γινομένων, ἐκπέσοι πρὸς ἀτοπίαν τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης, ἀθλιώτατος, καὶ πάλιν ἀνόητος ὁ τοιοῦτος, ὡς αὐτῇ γε τῇ τυφλώσει τῆς ἰδίας διανοίας ὁδηγῷ χρώμενος. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Μ. ΤΙΤΛ. Ζʹ. –Περὶ μαντευομένων, καὶ οἰωνιζομένων, καὶ κληδονιζομένων· καὶ περὶ τῶν λεγομένων θεῶν, ὅτι ἄθεσμα, καὶ ἐκκήρυκτα, καὶ ἀπηγορευμένα τῇ θείᾳ Γραφῇ, τάδε πάντα, καὶ τὰ ὅμοια. Εὐσεβίου. – Εἰσί τινες καταρώμενοι τοὺς ἀστέρας, ὅτε καὶ κατὰ τοῦ οὐρανοῦ ὀργίζονται, λέγοντες· Οὐαὶ τῷ ἄστρῳ σου. Ἄλλοι λέγουσι· Καλοῦ ἄστρου ἐγεννήθη, διὸ καὶ συναστρεῖ αὐτῷ τὰ πάντα. Οὐαὶ τοῖς ταῦτα λέγουσι. Πολλοὺς οἶδα εὐχομένους εἰς τὸν ἥλιον καὶ σελήνην· καὶ ἱκεσίαν προσφέρουσι τῷ ἡλίῳ λέγοντες, Ἐλέησόν με. Καὶ οὐαὶ τούτοις. Τί ἀφεὶς τὸν ποιητὴν τοῦ ἡλίου τὸν ἥλιον προσκυνεῖς; οὐ δεῖ λατρεύειν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα. Γέγραπται γάρ· Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ προσκυνῶν τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην, καὶ τοὺς ἀστέρας, καὶ εἴ τι ἕτερον ποίημα παρὰ τὸν Ποιητήν. Πολλοὶ φαντα 96.532 ζόμενοι λέγουσι τὴν σελήνην κατέρχεσθαι. Ὅταν, φησὶν, ἐξαιματοῦται, ἄνθρωπος καταγοητεύσας αὐτὴν καταφέρει. Καὶ οὐαὶ τοῖς ταῦτα λέγουσι. Τίς ἠδυνήθη καταγοητεῦσαι οὐρανόν; ἠβουλήθη Σίμων ὁ μάγος, ἀλλὰ πεσὼν διεῤῥάγη. Οὐδεὶς γὰρ δύναται, οὐ μικρὸν, οὐ μέγα σαλεῦσαι ἄστρον οὐρανοῦ, ἃ ὁ Θεὸς τῇ ἰδίᾳ δυνάμει ἐθεμελίωσε. Πάλιν δὲ λέγουσιν, ὅτι νεφέλας καὶ ὑετοὺς παράγουσι γόητες ἄνθρωποι, καὶ τοῦτο ματαιολογοῦσι. Τίς ἀνθρώπων δύναται πρόσταγμα Θεοῦ ἀποστρέψαι γοητείᾳ; τὰ γὰρ νέφη κατὰ πρόσταξιν Θεοῦ ἐκχέουσι τὸν ὑετὸν ἐπὶ τῆς γῆς. ΤΙΤΛ. ΙΓʹ. –Περὶ μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Τοῦ ἁγίου Μεθοδίου, κατὰ Πορφυρίου. –Μετάνοια τότε ἁμαρτήματος παντὸς γίνεται ἀπαλειπτικὴ, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΙΖʹ. –Περὶ μοναχῶν παλιμβόλων, καὶ παλινδρομούντων εἰς κακίαν. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. – Ἐνίοις ἀψίκορος ἐγγίνεται λογισμὸς, οἱ πρὸς ὀλίγον ἀναπτεροφορηθέντες, αὐτίκα ὑπενόστησαν, οὐκ ἀναπτάντες μᾶλλον, ἢ ὑποσυρέντες εἰς Ταρτάρου, φησὶν, ἐσχατιάς. Εὐδαίμονες δὲ οἱ μὴ παλινδρομοῦντες. Τοῦ αὐτοῦ. –Ἤδη τινὲς ἀψίκοροι γευσάμενοι καλοκαγαθίας, καὶ ἐλπίδα παρασχόντες ὑγείας, εἰς τὴν αὐτὴν ἐπανέστρεψαν νόσον. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ο. ΤΙΤΛ. Αʹ. –Περὶ οἴκου καὶ οἰκειακῆς καταστά σεως· καὶ ὅτι οὐ καλὸν ἀλλοτρίοις σχολάζειν, καὶ ἀκροᾶσθαι ἀλλότρια. Διονυσίου ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας. – Καταγέλαστον ἀνθρώπῳ τῷ τῶν ἰδίων ἀφειδήσαντι, παιδεύειν ἐπιχειρεῖν τοὺς ξένους. ΤΙΤΛ. Ηʹ. –Περὶ τῶν τοὺς ὅρκους ἀθετούντων. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. – Τὸ ἐπιορκεῖν, ἀνόσιον καὶ ἀλυσιτελέστατον. ΤΙΤΛ. ΙΘʹ. –Περὶ ὀνόματος Θεοῦ. Φίλωνος, ἐκ τῶν ἐν Ἐξόδῳ Ζητημάτων. – Τὸ Κύριος ὄνομα, καθὸ ἄρχει καὶ ἡγεμονεύει, δυναστείᾳ κράτους αὐτεξουσίου χρώμενος· τὸ δὲ Θεὸς, καθὸ ἀγαθότητι καὶ χρηστότητι. Ὁ Θεὸς γὰρ ἀγαθός ἐστι τοῦ αἰτίου ὄνομα. Τί θαυμαστὸν, εἰ τὸ ὂν ἀνθρώποις ἀκατονόμαστον, ὁπότε καὶ ὁ ἐν ἑκάστῳ νοῦς ἄγνωστος ἡμῖν; Τίς γὰρ ψυχῆς οὐσίαν εἶδεν; Οὐχ ὁρᾷς, ὅ τι φιλοπευστοῦντι τῷ προφήτῃ, τοῖς περὶ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ζητοῦσιν ἀποκριτέον φησὶν, Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν; εἷς ὢν, τὸ εἶναι πέφυκα, οὐ λέγεσθαι. Περὶ δὲ τοῦ μηδενὶ δεδηλῶσθαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Κύριον· Ὤφθην, φησὶ, πρὸς Ἀβραὰμ, καὶ Ἰσαὰκ, καὶ Ἰακὼβ, Θεὸς ὢν αὐτῶν, καὶ τὸ ὄνομά μου Κύριον οὐκ ἐδήλωσα αὐτοῖς. Οὕτω καὶ Ἰακὼβ μετὰ τὴν πάλην μαθεῖν ἐθέλων, ἤκουσεν· Ἵνα τί
29
ἐρωτᾷς τὸ ὄνομά μου; Ἀπόχρη γὰρ ὠφελεῖσθαι τὰς ἐμὰς εὐφημήσεις. Τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου ἐπισκόπου Ἰκονίου. – Θεὸς λέγεται, διὰ τὸ τεθεικέναι πάντα τῇ ἑαυτοῦ ἐξουσίᾳ καὶ ἀσφαλείᾳ, καὶ διὰ τὸ θέειν, ὅπερ ἐστὶ τρέχειν, καὶ κινεῖν, καὶ κυβερνᾷν, καὶ ζωογονεῖν τὰ πάντα. 96.533 Ἐκ τοῦ μαρτυρολογίου τοῦ ἁγίου Βαβυλᾶ. – Νουμεριανὸς εἶπε· Τί ἐστι Θεός; αὐτὴν τὴν προσηγορίαν εἰπέ μοι, τί ἑρμηνεύεται; Βαβυλὰς εἶπε· Θεοῦ ὄνομα μὴ ζήτει· οὐ γὰρ εὑρήσεις. Πᾶν γὰρ τὸ ὀνομαζόμενον ὑπὸ τοῦ κρείττονος ὀνομάζεται, ἵνα τὸ μὲν καλῇ, τὸ δὲ ὑπακούῃ. Τίς οὖν ὁ ὀνομάσας Θεόν; Θεὸς οὐκ ὄνομα, ἀλλὰ δόξα περὶ Θεοῦ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Π. ΤΙΤΛ. ΚΕʹ. –Περὶ πίστεως καὶ εὐσεβείας εἰς Θεόν. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους αὐτοῦ ἐπιστολῆς. –Οὐδὲν λανθάνει ὑμᾶς, ἐὰν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἔχητε τὴν πίστιν, καὶ τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶν ἀρχὴ ζωῆς καὶ τέλος. Ἀρχὴ μὲν ἡ πίστις· τέλος δὲ ἡ ἀγάπη. Τὰ δὲ δύο ἐν ἑνότητι γινόμενα, Θεός ἐστι· τὰ δὲ ἄλλα πάντα εἰς καλοκαγαθίαν ἀκόλουθά εἰσιν. Οὐδεὶς πίστιν ἐπαγγελλόμενος ἔχειν, ἁμαρτάνει. Οὐδεὶς ἀγάπην κεκτημένος μισεῖ. Φανερὸν τὸ δένδρον ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ. Οὕτως οἱ ἐπαγγελλόμενοι Χριστοῦ εἶναι, δι' ὧν πράσσουσιν ὀφθήσονται. Οὐ γὰρ νῦν ἐπαγγελίας τὸ ἔργον, ἀλλὰ δυνάμει πίστεως, ἐάν τις εὑρεθῇ εἰς τέλος. Τοῦ αὐτοῦ. –Ἡ πίστις ἡμῶν ἀναγωγεὺς ἡμῶν· ἡ δὲ ἀγάπη, ὁδὸς ἡ ἄνω φέρουσα πρὸς Θεόν. Ἐκ τῆς πρὸς Μαγνησίους τοῦ αὐτοῦ ἐπιστολῆς. –Μάθωμεν κατὰ Χριστιανισμὸν ζῇν. Ὅστις γὰρ ἄλλῳ ὀνόματι καλεῖται πλεῖον τούτου, οὐκ ἔστι τοῦ Θεοῦ. Τοῦ Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δʹ ἐλέγχου καὶ ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. –Ὥσπερ οἱ βλέποντες τὸ φῶς, ἐντός εἰσι τοῦ φωτός, κ. τ. ἑ. Τοῦ ἁγίου Τίτου ἐπισκόπου Βοστρῶν. –Ῥητέον τοίνυν ὅτι παρήχθη πρὸς τοῦ δημιουργήσαντος ὁ ἄνθρωπος εἰς βίον, ἐμπορευόμενος ἕτερον οὐδὲν, ἢ μόνον εὐσέβειάν τε καὶ ἀρετήν. Ταῦτα γὰρ κτησάμενος, καλῶς ἂν διανήξαιτο τόνδε τὸν βίον. Ἀμελήσας δὲ τούτων, χαλεπῶς ἂν διαβαπτισθείη πλανώμενος. Τοῦ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ δʹ λόγου. –Ἔστιν ἡ κατὰ Θεὸν πίστις γνῶσις Θεοῦ, διά τε τῆς ὁρωμένης δημιουργίας, καὶ τῶν φυσικῶν ἐννοιῶν μετ' εὐνοίας καὶ ἀγάπης τῆς πρὸς αὐτὸν κατ' ἐπιστήμην ἀρετῆς καὶ κακίας εὐαρεστοῦσα Θεῷ. Ἀντιπάτρου ἐπισκόπου. –Πίστις, ᾗ μόνῃ δέδοται Θεὸν εἰδέναι. Μεθοδίου, ἐκ τοῦ κατὰ Πορφυρίου. –Ἡμέτερον μὲν ὄντως ἐστὶ κακὸν, κ. τ. ἑ. Θεοτίμου. –Παρὰ τὸν Θεὸν οὐδὲν ἐπίστασθαι δεῖ. Σευηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων, ἐκ τοῦ κατὰ τῶν αἱρετικῶν. –Οὐχ ὁ παντὶ πιστεύων πιστὸς λέγεται, ἀλλ' ὁ Θεῷ πιστεύων, μόνος πιστὸς καὶ ἔστι, καὶ λέγεται. Κατάλιπε ζητήσεις, καὶ ἄσπασαι πίστιν· πίστις τὰ πάντα φωτίζει. Πάντα πίστις ἁγιάζει· πίστις Πνεύματος ἁγίου καταξιοῖ τὸν ἔχοντα· Στέφανος γὰρ πλήρης πίστεως. Εἰ μὴ προέδραμεν ἡ πίστις, δύναμις οὐκ ἠκολούθει τῷ ἁγίῳ. Ὅπου πίστις, ἐκεῖ ἀκολουθεῖ δύναμις, ἐκεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον 96.536 κατοικεῖ· ὅπου ἀπιστία, ἐκεῖ ἀσθένεια, ἐκεῖ τὸ πονηρὸν πνεῦμα. Ἀρχὴ τῶν ἀγαθῶν, πίστις· πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, ἡ ἐπὶ Θεὸν πίστις. Λάβωμεν τὸ ὅπλον τῆς σωτηρίας. Λέγουσι γὰρ οἱ τῇ ἀληθείᾳ καὶ πίστει ἀντιπίπτοντες, ὅτι τὸ ἀλόγιστον αὐτῆς βλαβερὸν, κἂν μὴ ἐξητασμένος ᾖ λογισμὸς συνημμένος, ἡ πίστις οὐδαμῶς κέρδος φέρει τῷ πιστεύοντι. Ὅρα μοι τὰ σκολιὰ ῥήματα. Ὅρα μοι τῶν πικρῶν ὄφεων τὰς ποικιλίας. Ἀλλ' οὐ δεῖ ταράττεσθαι. Ἐκεῖνο γὰρ, ἀδελφοὶ, εἰδέναι χρὴ, ὅτι οὐκ εἰδέναι πολλοὶ τρόποι. Δύναταί τις εἰδέναι, ὅτι ἔστι Θεός· τὸ πῶς δέ ἐστιν, οὐκ οἶδεν· ἐπεὶ καὶ ἐφ' ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων πολλαὶ τῆς γνώσεως ὁδοί. Οἶδα τόνδε τὸν ἄνθρωπον ἐν τῇδε τῇ πόλει διάγοντα. Οὐ μὲν οἶδα καὶ ποίαν ἐργασίαν μετέρχεται. Οἶδα ἕτερον τήνδε μετιόντα τὴν ἐργασίαν. Οὐ μὲν οἶδα καὶ πόθεν φέρει τὸ γένος· καὶ μέρει μὲν γινώσκω, μέρει δὲ ἀγνοῶ, καὶ οὐ πάντως, οὔτε μερικὴ γνῶσις ὁλόκληρον εἰσάγει γνῶσιν· οὔτε τὸ μὴ κατὰ πάντα γινώσκειν, τὴν μερικὴν ἀναιρεῖ. Τί οὖν; Οἶδα τὸν Θεὸν ὅτι ἀγαθός ἐστιν, ὅτι ἔστιν, ὅτι ἀθάνατός ἐστιν, ὅτι ἄφθαρτός ἐστιν, ὅτι ἀπερινόητος, ὅτι ἀκατάληπτος, ὅτι ἀναλλοίωτος. Ταῦτα πάντα οἶδα καὶ εἰδὼς προσκυνῶ. Τὸ δὲ πῶς ἐστιν οὐκ οἶδα,
30
οὐδὲ ἐδιδάχθην πολυπραγμονεῖν. Ἀλλ' ὅρα τί φησι πάλιν ὁ ἐχθρὸς τῆς ἀληθείας. Μὴ γὰρ ἀργῶς ἡμῖν ἔδωκεν ὁ Θεὸς λογισμούς· μὴ ἁπλῶς εἰλήφαμεν τοῦ νοῦ τὸ κριτήριον· δεῖ καὶ λογισμοῖς ἐρευνᾷν τὴν πίστιν, καὶ μὴ ἀνεξέταστον εἶναι τὴν εὐσέβειαν. Ἀπάγγειλον οὖν μοι λογισμῶν ἀκολουθίᾳ χρησάμενος, πῶς ἕστηκεν ὁ οὐρανὸς εἰς τοσοῦτον ὕψος κοιλαινόμενον ἄπειρον, καὶ μηδὲν ἐν τοσαύτῃ περιγραφῇ τὸ ὑπερεῖδον ἔχων ἐν τίνι βαστάζεται; Τίνες αἱ κρηπίδες ἐφ' ὧν ἐστήρικται; πῶς ἐν τοσούτῳ χρόνῳ οὐ λύεται τῷ κάλλει, οὐδὲ ἀφανίζεται ἡ ἁρμονία; Δεῖξον τοὺς βαστάζοντας κίονας. Τί δὲ ἐρῶ περὶ οὐρανοῦ, καὶ οὐ περὶ γῆς τὴν κατάστασιν; Ὅτι μὲν γὰρ ἐπὶ ὑδάτων τεθεμελίωται, τοῦτο κἀγὼ παρέλαβον, καὶ αὐτὸς ὁμολογεῖς· πῶς δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐστηρίχθη, τοῦτο ἑρμήνευσον, καὶ μὴ ἁπλῶς ἀκολουθήσῃς τῷ λόγῳ, ἀλλὰ λογισμὸν ἀπόδος τῶν ζητουμένων. Ἀλλ' ὅταν περὶ ταῦτα ἀπορήσωμεν, ἔχομεν ἀληθῆ καὶ εὐσεβῆ τῶν ἀπορουμένων λύσιν, ἣν ὁ μακάριος Δαβὶδ ἐμελῴδησε, λέγων, ὅτι Εὐθὴς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, καὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν πίστει. Τὰ ἔργα ἄνευ πίστεως οὐκ ἔστι καταλαβεῖν, καὶ Θεὸν ἄνευ πίστεως θέλεις εὑρεῖν; Ἀλλὰ τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἀληθείας ἀφέντες ἡμεῖς, τὴν ὑγιῆ καὶ ἀσφαλῆ τῆς πίστεως ὁδὸν ὁδεύσωμεν, πειθόμενοι τῷ λέγοντι Θεῷ· Οὐ δυνήσεται ἄνθρωπος ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου, καὶ ζήσεται. Οὐ χωρεῖ τὸν ποθούμενον ἡ τῶν ποθούντων δύναμις, οὐδὲ φέρει ἡ θνητὴ φύσις τὴν ἀθάνατον δύναμιν τοῦ πάντων Δημιουργοῦ καὶ προνοητοῦ. ΤΙΤΛ. Κ ʹ. –Περὶ τῶν παραβεβηκότων τὴν εὐσέβειαν καὶ πίστιν, καὶ εἰς Θεὸν ἀσεβούντων. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ εʹ ἐλέγχου καὶ 96.537 ἀνατροπῆς τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. –Ὅσα ἀφίστανται κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν τοῦ Θεοῦ, κ. τ. ἕ. Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας. –Εἶτα βασιλεὺς μὲν ἐπίγειος πιστεύεται εἶναι, καίπερ μὴ πᾶσι βλεπόμενος, διὰ δὲ νόμων καὶ διατάξεων αὐτοῦ, καὶ ἐξουσιῶν, καὶ δυνάμεων, καὶ εἰκόνων νοεῖται· τὸν δὲ Θεὸν οὐ βούλει σὺ νοῆσαι δι' ἔργων καὶ δυνάμεων; ΤΙΤΛ. ΚΗʹ. –Περὶ πονηρίας, καὶ κακίας, καὶ ἁμαρτίας. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου καὶ μάρτυρος, ἐκ τοῦ βʹ μέρους τῆς Ἀπολογίας αὐτοῦ. – Ἡ κακία πρόβλημα ἑαυτῆς τῶν πράξεων, κ. τ. ἑ. Φίλωνος, ἐκ τοῦ βʹ τῶν ἐν Γενέσει Ζητουμένων. –Οὐδὲν ἐναντίον καὶ μαχόμενον ταῖς ὁσιωτάταις τοῦ Θεοῦ δυνάμεσίν ἐστιν οὕτως, ὡς ἀδικία. ΤΙΤΛ. Λʹ. –Περὶ πνευματικῆς προκοπῆς. Εἰρηναίου, ἐκ τοῦ δʹ ἐλέγχου. –Διὰ ταύτης τῆς τάξεως καὶ τῶν τοιούτων ῥυθμῶν, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΛΑʹ. –Περὶ προσκαίρων καὶ αἰωνίων ἀγα θῶν· καὶ ὅτι χρὴ τῶν παρόντων τὰ μέλλοντα προτιμᾷν. Τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, ἐκ τῆς πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς βʹ. –Ὁ τῶν παρόντων αἰσθητικὸς συνίησιν, ὡς οὔτε ἃ λογίζονταί τινες εἶναι τερπνὰ, ξενὰ καὶ μακράν ἐστι τῶν ἀπεχθῶν. Ἀλλὰ καὶ πλοῦτος πολλάκις μᾶλλον πενίας ἔθλιψε, καὶ ὑγεία πλέον ἠνίασε νόσου· καὶ καθόλου τῶν λυπηρῶν καὶ φευκτῶν πάντων ὑπόθεσις καὶ ὕλη ἡ τῶν ἀσπαστῶν καὶ κατ' εὐχὴν περιβολὴ γίνεται. Τοῦ ἁγίου Ἱππολύτου Ῥώμης. –Ταῦτα δὲ κατ' ἀνάγκην ἔχομεν διηγήσασθαι, ὅπως τὴν ὑπόνοιαν τὴν τῶν πολλῶν ἀνέλωμεν. Τινὲς γὰρ βούλονται λέγειν, εἰς τὸν οὐρανὸν εἶναι τὸν παράδεισον, καὶ μὴ εἶναι ἐκ τῆς κτίσεως. Ὁπότε τοίνυν ὁρῶνται οἱ ποταμοὶ ὑπὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ἐκπορευόμενοι ἐξ αὐτοῦ, ἐν οἷς καὶ σήμερον ἔστι πάντας ἱστορεῖν τοὺς θέλοντας, ἄρα λογιζέσθω πᾶς, ὅτι οὐκ εἰς οὐρανὸν, ἀλλ' ὄντως ἐν τῇ κτίσει πεφύτευται. Ἔστι δὲ καὶ τόπος τῆς ἀνατολῆς, καὶ χωρίον ἐκλογῆς. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Τ. ΤΙΤΛ. ʹ. –Περὶ τεχνιτῶν, καὶ τίνες τέχνας ἐφεῦρον. Διδύμου. –Τέλειον ἰατρὸν λέγομεν, οὐ τὸν θεραπεύοντα πάντως, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν εἰς ὠφέλειαν ἀνηκόντων, καὶ θεραπείαν παραλείποντα· καὶ στρατηγὸν ἄριστον οὐ τὸν νικῶντα πάντως, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν εἰς νίκην συντεινόντων παραλείψαντα· οὕτω καὶ κυβερνήτην ἄριστον, οὐ τὸν τυγχάνοντα πάντως τοῦ εὖ ἄγειν τὸν νοῦν, ἀλλὰ τὸν μηδὲν τῶν ὅσα δείκνυσι τὸν ἄριστον κυβερνήτην παραλείψαντα, κἂν καὶ βία κραταιοτέρα τῆς θαλάσσης κινουμένης τὸ σκάφος ἐπικαλύψῃ τοῖς κύμασιν· καὶ
31
φιλόσοφον ἄριστον, οὐ πάντως τὸν εἰς συναγωγὴν ἐπιτυγχάνοντα, ἀλλὰ τὸν μηδενὸς τεχνικοῦ συλλογισμοῦ παραμελήσαντα, κἂν μὴ συναγάγῃ. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Υ. ΤΙΤΛ. Θʹ. –Περὶ ὑπούλως πρός τινα διακειμένων. Διονυσίου Ἀλεξανδρείας. –Τὴν προφανῆ κα 96.540 κίαν φυλάξασθαι ῥᾴδιον, τὴν δὲ ἐγκεκρυμμένην ἐκτρέπεσθαι δύσκολον. ΤΙΤΛ. ΙΑʹ. –Περὶ ὕπνου καὶ ἀϋπνίας. Τοῦ ἁγίου Εὐσταθίου. –Κοινὸν σώματος καὶ ψυχῆς πάσης ὕπνος. ΤΙΤΛ. ΙΖʹ. –Περὶ ὑπομονῆς καὶ μακροθυμίας. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Πολύκαρπον ἐπιστολῆς. –Στῆκε ὡς ἄκμων τυπτόμενος. Μεγάλου ἀθλητοῦ ἐστι δέρεσθαι καὶ νικᾷν· μάλιστα δὲ ἕνεκεν Θεοῦ πάντα ἡμᾶς ὑπομένειν δεῖ, ἵνα καὶ αὐτὸς ἡμᾶς ὑπομείνῃ. Ἐκ τῆς αὐτῆς. –Μακροθυμεῖτε μετ' ἀλλήλων ἐν πραΰτητι, ὡς ὁ Θεὸς μεθ' ὑμῶν διὰ παντός. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Φ. ΤΙΤΛ. Δʹ. – Περὶ φιλέργων καὶ σπουδαίων· καὶ ὅτι χρὴ ποιεῖν. Ὠφέλειαν γὰρ ἔχει. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀλεξανδρείας. –Ὁ δέ γε ἐῤῥωμένος καὶ ἀκριβὴς λόγος, καὶ τὰ πικρὰ εἶναί φησι τῶν γλυκέων ἐφόδια, καὶ γίνεσθαι καρποὺς τῶν πόνων τὰς ἡδονάς. Ἀκμητὶ γὰρ οὐδὲν δύναται παραγενέσθαι. Τοῦ ἁγίου Εἰρην. –Οὐχ ὁμοίως ἀγαπᾶται, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. ΙΕʹ. –Περὶ φίλων χρηστῶν. Φίλωνος, ἐκ τοῦ αʹ τῶν ἐν Γενέσει Ζητημάτων. – Φίλους ἡγητέον τοὺς βοηθεῖν καὶ ἀντωφελεῖν ἐθέλοντας, κἂν μὴ δύνωνται. Φιλία γὰρ ἐν τῷ χρειώδει μᾶλλον, ἢ κράσει καὶ συμφωνίᾳ βεβαιοῦται ἐθῶν, ὡς ἕκαστος τῶν συνελθόντων εἰς φιλικὴν κοινωνίαν, τὸ Πυθαγόρειον ῥῆμα ἐπιφθέγξασθαι, ὅτι Ἆρά ἐστι φίλος ἕτερος ὡς ἐγώ; ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Χ. ΤΙΤΛ. Δʹ. – Περὶ χαρισμάτων καὶ δωρημάτων Θεοῦ· καὶ ὅτι Βίῳ σεμνῷ ἀντιδίδοται παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τοῦ ἁγίου Τίτου, ἐκ τοῦ περὶ Προνοίας. –Πρὸς δὲ τοῖς ἅπασι, τῶν συνήθως ὑπὸ Θεοῦ δεδομένων κοινῇ πᾶσιν ἀνθρώποις, εἰ μηδεμία τις ἔστιν ὅτε συνέβαινε κώλυσις, φορᾷ φύσεως ἄν τινος ἀμεταβλήτου τὴν χορηγίαν αὐτῶν ἠθέλησαν ἄνθρωποι, καὶ οὐκ ἂν δὲ δεχόμενοι ταῦτα, χάριν ὡμολόγησαν τῷ Θεῷ, οὐκ ἂν δὲ ᾔτησαν ἔχοντες. Στεροῦνται τοιγαροῦν ἐνιότε πρὸς ὀλίγον, ἵνα αἰτήσωσι, καὶ δέχονται αὖθις, ἵνα χάριν ὁμολογήσωσι τῷ χορηγοῦντι, γινώσκοντες ὡς αὐτός γέ ἐστιν ὁ παρέχων, καὶ οὐ φύσις ἄλλη τίς ἐστι παρὰ τὸν Θεὸν ἄκριτός τε, καὶ ἀμεταμέλητος ἡ χορηγοῦσα. Βούλεται δὲ ὁ Θεὸς εἰδέναι χάριν αὐτῷ, ἵνα ἀξιώτεροι τοῦ λαμβάνειν παρ' αὐτοῦ γένωνται, οὐχ ἵνα τι καρπώσηται εἰς ἑαυτόν. Βούλεται γὰρ τὰ ἀγαθὰ τούτους αἰτεῖν, ἵνα δεχόμενοι, αἴσθησιν τοῦ χορηγοῦντος ἔχωσιν. Χαίρει μὲν γὰρ τὰ παρ' ἑαυτοῦ διδοὺς, χαίρει δὲ μᾶλλον ἀξίοις διδοὺς, ὡς τῆς φιλανθρωπίας τρόπον τινὰ ἀτιμαζομένης, εἰ μὴ πρὸς εὐαισθήτους γένοιτο. Φίλωνος, ἐκ τοῦ αʹ τῶν ἐν Ἐξόδῳ. – Οταν οἱ τῶν σπαρτῶν καρποὶ τελειωθῶσιν, οἱ τῶν δένδρων γενέσεως ἀρχὴν λαμβάνουσιν, ἵνα δολιχεύωσιν αἱ τοῦ Θεοῦ χάριτες τὸν αἰῶνα, ἵνα ἄλλαι ἄλλην διαδεχόμεναι, καὶ συνάπτουσαι τέλη μὲν ἀρχαῖς, ἀρχὰς δὲ τέλεσιν, ἀτελεύτητοι ὦσιν. 96.541 Ἐκ τοῦ βʹ τῶν αὐτῶν. –Αἱ τοῦ Θεοῦ χάριτες οὐ μόνον ἀναγκαῖα παρέχονται, ἀλλὰ καὶ ὅσα πρὸς περιττὴν καὶ δαψιλεστέραν ἀπόλαυσιν. ΤΙΤΛ. Ι ʹ. – Περὶ Χριστιανισμοῦ, καὶ τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἐκ τῆς πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς. –Πρέπον ἐστὶ μὴ μόνον ἀκούειν Χριστιανοὺς, ἀλλὰ καὶ εἶναι. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ψ. ΤΙΤΛ. Αʹ. – Περὶ ψυχῆς καὶ νοῦ. Τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου. –Αἱ ψυχαὶ ἀπέρχονται εἰς τὸν τόπον τὸν ἀφωρισμένον, κ. τ. ἑ. ΤΙΤΛ. Δʹ. – Περὶ ψεύδους καὶ συκοφαντίας. Σευηριανοῦ ἐπισκόπου Γαβάλων. –Τὸ ψεῦδος ὅταν θέλῃ πιστευθῆναι, ἐὰν μὴ πήξῃ θεμέλιον δοκούσης ἀληθείας, οὐ πιστεύεται. ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Ω. ΤΙΤΛ. Περὶ ὥρας θανάτου. Διδύμου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ εἰς τὸν Ἰώβ. –̔Η τῶν ἁμαρτημάτων μετάνοια, καθαρὸν ποιεῖ τοῦ μετανοοῦντος τὸν νοῦν. Τοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸν Λὼτ καὶ τὸν Δαβίδ. –Τὴν παροῦσαν ἀρετὴν ὁ Θεὸς ἀποδεχόμενος, τῶν παλαιῶν ἁμαρτημάτων ἀμνημονεύει. Ἰωσήππου, ἐκ τοῦ λόγου τοῦ ἀναγεγραμμένου κατὰ Πλάτωνος. –Καὶ οὗτος μὲν ὁ περὶ δαιμόνων λόγος. Περὶ δὲ ᾅδου ἐν ᾧ συνέχονται αἱ ψυχαὶ δικαίων τε καὶ ἀδίκων, ἀναγκαῖον εἰπεῖν. Ὁ ᾅδης τόπος ἐστὶν ἐν τῇ κτίσει
32
ἀκατασκεύαστος, χωρίον ὑπόγειον, ἐν ᾧ φῶς κόσμου οὐκ ἐπιλάμπει. Φωτὸς τοίνυν ἐν τούτῳ τῷ χωρίῳ μὴ καταλάμποντος, ἀνάγκη σκότος διηνεκῶς τυγχάνειν. Τοῦτο τὸ χωρίον ὡς φρούριον ἀπενεμήθη ψυχαῖς, ἐφ' ᾧ κατεστάθησαν ἄγγελοι 96.544 φρουροὶ, πρὸς τὰς ἑκάστου πράξεις διανέμοντες τὰς τῶν τόπων προσκαίρους κολάσεις. Ἐν τούτῳ δὲ τῷ χωρίῳ τόπος ἀφώρισταί τις λίμνης πυρὸς ἀσβέστου, ἐν ᾧ μὲν οὐδέπω τινὰ καταρερίφθαι ὑπειλήφαμεν, ἐσκευάσθαι δὲ εἰς τὴν προωρισμένην ἡμέραν παρὰ Θεοῦ, ἐν ᾗ δικαίας κρίσεως ἀπόφασις μία πᾶσιν ἀξίως προσενεχθῇ· καὶ οἱ μὲν ἄδικοι καὶ Θεῷ ἀπειθήσαντες, τά τε μάταια ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων κατεσκευασμένα εἴδωλα, ὡς Θεὸν τιμήσαντες, ταύτης τῆς ἀϊδίου κολάσεως ὡς αἴτιοι μιασμάτων γενόμενοι προκριθῶσι· οἱ δὲ δίκαιοι τῆς ἀφθάρτου καὶ ἀνεκλείπτου βασιλείας τύχωσιν. Οἱ ἐν τῷ ᾅδῃ νῦν μὲν συνέχονται, ἀλλ' οὐ τῷ αὐτῷ τόπῳ, ὡς οἱ δίκαιοι. Μία γὰρ εἰς τοῦτο τὸ χωρίον κάθοδος, οὗ τῇ πύλῃ ἐφεστῶτα ἀρχάγγελον ἅμα στρατιᾷ πεπιστεύκαμεν, ἣν πύλην διελθόντες οἱ καταγόμενοι ὑπὸ τῶν ἐπὶ τὰς ψυχὰς τεταγμένων, οὐ μιᾷ ὁδῷ πορεύονται· ἀλλ' οἱ μὲν δίκαιοι εἰς δεξιὰ φωταγωγούμενοι, καὶ ὑπὸ τῶν ἐφεστώτων κατὰ τόπον ἀγγέλων ὑμνούμενοι, ἄγονται εἰς χωρίον φωτεινὸν, ἐν ᾧ οἱ ἀπ' ἀρχῆς δίκαιοι πολιτεύονται, οὐχ ὑπ' ἀνάγκης κρατούμενοι, ἀλλὰ τῆς τῶν ὁρωμένων ἀγαθῶν θεωρίας ἀεὶ ἀπολαύοντες, καὶ τῇ τῶν ἑκάστοτε καινῶν ὁρωμένων προσδοκίᾳ ἡδόμενοι, κἀκεῖνα τούτων βελτίονα ἡγούμενοι, οὗ ὁ τόπος οὐ καματηφόρος γίνεται. Οὐ καύσων, οὐ κρύος, οὐ τρίβολος ἐν αὐτῷ, ἀλλ' ἡ τῶν Πατέρων δικαίων ὁρωμένη ὄψις πάντοτε μειδιᾷ, ἀναμενόντων τὴν μετὰ τοῦτο τὸ χωρίον ἀνάπαυσιν, καὶ αἰωνίαν ἀναβίωσιν ἐν οὐρανῷ. Τούτῳ δὲ ὄνομα κικλήσκομεν, κόλπον Ἀβραάμ. Οἱ δὲ ἄδικοι εἰς ἀριστερὰ ἕλκονται ὑπὸ ἀγγέλων κολαστῶν, οὐκέτι ἑκουσίως πορευόμενοι, ἀλλὰ μετὰ βίας ὡς δέσμιοι ἑλκόμενοι· οἷς οἱ ἐφεστῶτες ἄγγελοι, ἐπιγελῶντες διαπέμπονται, ἐπονειδίζοντες, καὶ φοβερῷ ὄμματι ἐπαπειλοῦντες, εἰς τὰ κατώτερα μέρη ὠθοῦντες, οὓς ἀγομένους ἕλκουσιν οἱ ἐφεστῶτες ἕως πλησίον τῆς γεέννης. Οἱ ἐγγίονες ὄντες, τοῦ μὲν βρασμοῦ ἀδιαλέπτως ἐπακούουσι, καὶ τοῦ τῆς θερμῆς ἀτμοῦ οὐκ ἀμοιροῦσιν· αὐτῆς δὲ τῆς ἐγγίονος ὄψεως τὴν φοβερὰν καὶ ὑπερβαλλόντως ξανθὴν θέαν τοῦ πυρὸς ὁρῶντες καταπεπλήγασι, τῇ προσδοκίᾳ τῆς μελλούσης κρίσεως ἤδη κολαζόμενοι. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι τὸν τῶν δικαίων χῶρον, καὶ τοὺς δικαίους ὁρῶσι, καὶ ἐπ' αὐτῷ τούτῳ κολαζόμενοι. Χάος γὰρ βαθὺ καὶ μέγα ἀνάμεσον ἐστήρικται, ὡς μήτε δίκαιον συμπαθήσαντα προσδέξασθαι, μήτε ἄδικον τολμήσαντα διελθεῖν. Οὗτος ὁ περὶ ᾅδου λόγος, ἐν ᾧ αἱ ψυχαὶ πάντων κατέχονται μέχρι καιροῦ, ὃν ὁ Θεὸς ὥρισεν, ἀνάστασιν τότε πάντων ποιησόμενος, οὐ ψυχὰς μετενσωματῶν, ἀλλ' αὐτὰ τὰ σώματα ἀνιστῶν, ἃ λελυμένα ὁρῶντες, εἰ ἀπιστεῖτε, Ἕλληνες, μάθετε μὴ ἀπιστεῖν. Τὴν γὰρ ψυχὴν γενητὴν καὶ ἀθάνατον ὑπὸ Θεοῦ γεγονέναι πιστεύσαντες, κατὰ τὸν Πλάτωνος λόγον, χρόνῳ, μὴ ἀπιστήσητε, ὡς καὶ τὸ σῶμα ἐκ τῶν αὐτῶν στοιχείων γενόμενον, δύνατος ὁ Θεὸς ἀναβιώσας ἀθάνατον ποιεῖν.
33