Diplomatic text · TLG-E clean (diplomatic Greek; primary witness) + khazarzar (second witness) — PG column chips mark the printed columns.
PG 144:15ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ. ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ. 1. ὅπως ὁ βασιλεὺς Ἀνδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τοχάρους διῴκησεν. 2. ὅπως ὁ βασιλεὺς περὶ τῶν κατὰ τὸν πάπαν ἀπελογεῖτο. 3. ὅπως ὁ βασιλεὺς τὸν Βέκκον ἀφίει καὶ τῷ Ἰωσὴφ προσετίθετο. 4. ἀναχώρησις τοῦ πατριάρχου Βέκκου εἰς τὴν τῆς Παναχράντου μόνην. 5. ἀνάβασις τοῦ Ἰωσὴφ εἰς τὸ πατριαρχεῖον. 6. περὶ τῶν διδομένων ἐπιτιμίων ἱερωμένοις καὶ λαϊκοῖς. 7. ὅπως καὶ πότε οἱ περὶ τὸν Ἰωσὴφ εἰς κοινωνίαν παρεδέχοντο τοὺς τῆς ἐκκλησίας. 8. περὶ τῶν τελουμένων συνόδων. 9. περὶ τοῦ Βέκκου καὶ τῆς αἰτίας ὅπως ἔγραφεν. 10. ὅπως ὁ Βέκκος μετακαλούμενος εἰς τὴν σύνοδον ἐπεδήμησεν. 11. ὅπως κατὰ τὴν Προῦσαν ὁ Βέκκος περιωρίζετο. 12. περὶ τῶν Ἀρσενιατῶν καὶ τῆς τοῦ Ἰωσὴφ νόσου. 13. περὶ τῆς τελευτῆς τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῶν τότε συμβάντων. 14. ὅπως μὴ ἀποδοκιμάζων τοὺς Ἀρσενιάτας ὁ βασιλεύς, ἀλλὰ δεξιούμενος διὰ τὴν εἰρήνην, καὶ τὸν Κύπριον εἰς πατριάρχην ἀνήγαγεν. 15. χειροτονία τοῦ πατριάρχου Κυπρίου, καὶ τὰ περὶ ταύτης. 16. περὶ τοῦ φανέντος κατὰ μεσημβρίαν ἀστέρος. 17. περὶ τῆς τῶν ἀρχιερέων καθαιρέσεως ἐν ταὐτῷ. 18.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
περὶ τοῦ κατενεχθέντος ὡς δῆθεν αἵματος οὐρανόθεν. 19. περὶ τῆς Αὐγούστης Θεοδώρας καὶ τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας. 20. περὶ τῆς γυναικὸς τοῦ Τερτερῆ. 21. περὶ τῆς ἐπ’ ἀνατολὴν βασιλέως ἐξελεύσεως. 22. περὶ τῶν γεγονότων συνθεσιῶν ἐν πυρὶ ἐν τῷ Ἀτραμυτίῳ. 23. ὅτι ὁ Σάρδεων Ἀνδρόνικος ἐγκληθεὶς δίκην καθοσιώσεως καὶ ἀποστρέφεται παρὰ τοῦ βασιλέως καὶ ἀτιμάζεται. 24. ὅπως ὁ Κοτανίτζης ἀπὸ τῆς Προύσης φυγὰς ἐγένετο. 25. περὶ τῆς ἐπὶ δύσιν ἐκστρατείας τοῦ πρωτοβεστιαρίου Ταρχανειώτου. 26. ὅτι αἱ τριήρεις τῆς Ῥωμαί̈δος κατημελήθησαν. 27. περὶ τοῦ πρωτοβεστιαρίου, καὶ ὡς ὕστερον κατωρθώθη τὰ κατὰ τὸν Μιχαήλ. 28. περὶ τοῦ ἱεροῦ ἄρτου. 29. περὶ τῶν παριστρίων Σκυθῶν, ὅπως κατεπολεμήθησαν. 30. ἀξίωσις παρὰ βασιλέως τῶν σχιζομένων διὰ τὰ τελεσθέντα τέρατα. 31. περὶ τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ πατριάρχου Ἀρσενίου. 32. περὶ τῶν κατὰ Συρίαν δεινῶν. 33. περὶ τοῦ δευτέρου συνοικεσίου τοῦ βασιλέως. 34. ὅπως μετακληθεὶς ἀνήχθη Βέκκος ἀπὸ Προύσης, καὶ τὰ τῆς αὐτοῦ κρίσεως. 35. διάλεξις τοῦ Βέκκου μετὰ τῶν περὶ Γρηγόριον. 36. ἄφιξις τοῦ βασιλέως πρὸς Ἰωάννην τὸν ἀπὸ βασιλέων. 37.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
περὶ τῆς ἀγγελίας τοῦ πειρατικοῦ στόλου καὶ μετακομιδῆς τοῦ βασιλικοῦ σώματος. ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ. 1. πῶς καὶ ἐπὶ ποίαις αἰτίαις ὁ τόμος τῷ πατριάρχῃ Γρηγορίῳ συντέθειται. 2. ὅτι εἰς χεῖρας λαβὼν τὸν τόμον ὁ Βέκκος κατῃτιᾶτο καὶ ἀνταίρειν ἤρξατο. 3. τὰ κατὰ τὸν ἐσκαμματισμένον, καὶ ὅπως κατῃτιᾶτο ὁ τόμος. 4. τὰ κατὰ τὸν Μάρκον, καὶ ὅπως ἀνήφθη τὸ τῶν ἀρχιερέων σκάνδαλον. 5. τὰ κατὰ τοὺς πατριάρχας, τόν τε Ἀλεξανδρείας καὶ τὸν Ἀντιοχείας. 6. ἀναχώρησις ἐκ τοῦ πατριαρχείου τοῦ πατριάρχου Γρηγορίου. 7. τὰ κατὰ τὸν Γρηγόριον, ὅπως ἀπῃτεῖτο παραίτησιν. 8. ὅπως συναχθέντες οἱ ἀρχιερεῖς κατὰ τὸ παλάτιον ὡμολόγησαν τὸν Γρηγόριον ὀρθόδοξον. 9. λίβελλος παραιτήσεως ἐπὶ τῷ θρόνῳ τοῦ Γρηγορίου. 10. ἀναχώρησις τοῦ πατριάρχου πρὸς τὴν τῆς Ἀριστινῆς. 11. ὅπως τὸν τόμον τοῦ Γρηγορίου ἐπειρῶντο διελθεῖν. 12. περὶ τῶν σχιζομένων καὶ πάλιν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας. 13. περὶ τοῦ Ἀθανασίου, ὅπως εἰς τὸ πατριαρχεῖον προέβη. 14. ὅπως τὰ κατὰ τὸν Ἀθανάσιον λαληθέντα ἐξητάζοντο. 15. περὶ τῆς προβλήσεως Ἀθανασίου εἰς τὸ πατριαρχεῖον. 16. περὶ τῶν ὑπηρετῶν μοναχῶν τοῦ πατριάρχου Ἀθανασίου. 17.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
θάνατος τοῦ πατριαρχεύσαντος Γρηγορίου τοῦ Κυπρίου. 18. ἐξέλευσις τοῦ βασιλέως πρὸς Νύμφαιον. 19. τὰ κατὰ τὸν πορφυρογέννητον Κωνσταντῖνον. 20. περὶ τοῦ μοναχοῦ Σάβα. 21. ὅπως οἱ κληρικοί, ἔπειτα δὲ καὶ ἀρχιερεῖς, ἐπὶ τῷ Ἀθανασίῳ ἐσκανδαλίσθησαν. 22. ἀναχώρησις τοῦ Ἀθανασίου ἐκ τοῦ πατριαρχείου. 23. τὰ ἐν τοῖς ὀστράκοις παρὰ τοῦ πατριαρχεύοντος γεγραμμένα. 24. παραίτησις ἔγγραφος τοῦ πατριάρχου Ἀθανασίου. 25. περὶ τῆς πυρπολήσεως τῆς μεγάλης ἀγορᾶς τῆς πόλεως. 26. περὶ τοῦ μετὰ τοῦ πρωτοβεστιαρίου Μουζάλωνος κήδους τοῦ βασιλέως. 27. τὰ περὶ τοῦ ἱερομοναχοῦ καὶ πνευματικοῦ τοῦ βασιλέως Κοσμᾶ. 28. ψῆφος τοῦ ἱερομοναχοῦ Κοσμᾶ εἰς τὸ πατριαρχεῖον, καὶ περὶ τοῦ μοναχοῦ Γρηγορίου. 29. κοινὴ σύναξις γεγονυῖα περὶ τῶν κατακρίτων τῷ βασιλεῖ. 30. τὰ κατὰ τὸν ὀνομαζόμενον Λαχανᾶν. 31. θάνατος τοῦ πρωτοβεστιαρίου. 32. περὶ τῆς τοῦ κανικλείου ἐπὶ τοῦ μέσου ἀποκαταστάσεως, καὶ τῆς τοῦ βασιλέως εἰς ἅπαν καρτερίας. ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ. 1. στεφηφορία τοῦ υἱοῦ βασιλέως Μιχαήλ. 2. προβολὴ παρὰ βασιλέων εἰς δεσπότειαν τοῦ υἱοῦ Ἰωάννου. 3. ὅπως νεαρὰ προβαίνει βασίλειος νομοθεσία περὶ τῶν χειροτονιῶν.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
4. περὶ τοῦ θανάτου τοῦ δεσπότου Νικηφόρου καὶ τῆς πρὸς βασιλέα ἀξιώσεως. 5. περὶ τοῦ ἐπὶ τῷ υἱῷ τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ κήδους, καὶ περὶ τῶν εἰς τοῦτο σταλέντων. 6. γάμος τοῦ βασιλέως Μιχαήλ. 7. ὅπως συνῆγεν ὁ βασιλεὺς τοὺς σχιζομένους πάλιν καὶ εἰρηνεύειν ἠξίου. 8. περὶ τῆς κατὰ ἀνάγκην ἐξασθενήσεως τῶν κοινῶν. 9. περὶ τοῦ Φιλανθρωπηνοῦ καὶ ἀποστασίας αὐτοῦ. 10. περὶ τοῦ πρωτοβεστιαρίτη Λιβαδαρίου, καὶ ὅπως περιεγένετο τοῦ Φιλανθρωπηνοῦ. 11. ὅπως παρεδόθη ὁ Φιλανθρωπηνός. 12. ὅπως καὶ πότε ὁ βασιλεὺς ἤκουσε τὰ τῆς ἀποστασίας. 13. περὶ τῶν ἀγαθῶν ἀγγελιῶν καὶ τῆς πρὸς τὴν θεοτόκον τοῦ βασιλέως εὐχαριστίας. 14. περὶ τῶν περὶ τὸν Φιλανθρωπηνὸν ὄντων Περσῶν. 15. περὶ τῆς γενομένης στάσεως μεταξὺ Γεννουϊτῶν καὶ Βενετικῶν, καὶ περὶ τοῦ γεγονότος σεισμοῦ. 16. περὶ τῆς λιτανείας καὶ τῆς τοῦ βασιλέως δημηγορίας. 17. περὶ τοῦ χρυσοβουλλείου λόγου διὰ τοὺς κριτὰς καὶ κρίσεις. 18. περὶ τῆς ἐπελεύσεως τῶν Βενετικῶν κατὰ τῶν ἐν πόλει Γεννουϊτῶν. 19. ὅπως ὁ βασιλεὺς μεταπεμψάμενος τὸν ἡγεμόνα αὐτῶν πρεσβείαν στέλλει. 20. περὶ τῆς τῶν Γεννουϊτῶν κατὰ τῶν ἐν τῇ πόλει Βενετικῶν ἐπιθέσεως. 21.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
περὶ τῆς εἰς Βενετικοὺς πρεσβείας διὰ ταῦτα τοῦ βασιλέως. 22. περὶ τοῦ ῥιφθέντος τόμου ἐν ᾧ ἐγέγραπτο κατηγορήματά τινα, καὶ περὶ τῆς τούτου ἀπολογίας τοῦ βασιλέως. 23. περὶ τοῦ κινηθέντος κατὰ τοῦ Φιλαδελφείας ἐγκλήματος. 24. περὶ τῶν ἀποτεθειμένων χαρτίων καὶ ὅπως εὑρέθησαν. 25. περὶ τοῦ Ταρχανειώτου Ἰωάννου, ὅπως κατ’ ἀνατολὴν στρατηγὸς ἀπεστάλη. 26. περὶ τῶν κατὰ τὰ βόρεια Τοχάρων καὶ τοῦ Σφεντισθλάβου. 27. περὶ τοῦ κήδους τοῦ πρὸς Τουκταὶ̈ν τοῦ βασιλέως. 28. περὶ τοῦ ῥαγδαίου ὑετοῦ καὶ τῶν τότε συμπεσόντων. 29. περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Λαζῶν Ἰωάννου, καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Βέκκου. 30. περὶ τοῦ κράλη Σερβίας καὶ τοῦ Κοτανίτζη. 31. περὶ τοῦ πρὸς κράλην Σερβίας ἐπὶ τῇ θυγατρὶ κήδους τοῦ βασιλέως. 32. περὶ τῆς ὀνομασίας τῆς δεσποσύνου, πῶς Σιμωνὶς ἐκλήθη. 33. περὶ τοῦ μεγίστου χειμῶνος. ΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ. 1. ἐξέλευσις τοῦ βασιλέως ἐπὶ Θεσσαλονίκης. 2. περὶ τῆς εἰς Σηλυβρίαν τοῦ πατριάρχου ἀφίξεως. 3. ὅπως ἐν Θεσσαλονίκῃ διατρίβων ἐνήργει ὁ βασιλεύς. 4. περὶ τῶν ἀντιδοθέντων ὁμήρων διὰ τὸ κῆδος. 5. ὅπως ὑπεδέξατο βασιλεὺς τὸν κράλην Σερβίας. 6.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
περὶ τῆς τῶν Βενετικῶν περὶ τὴν Θεσσαλονίκην πρεσβείας. 7. περὶ τῆς θυγατρὸς τοῦ ἐπὶ τοῦ κανικλείου. 8. περὶ τῆς ὑποστροφῆς τοῦ βασιλέως, καὶ ὅπως εἰσήγετο. 9. ὅπως ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ πατριαρχεῖον παραγίνεται καὶ πείθει ἀνιέναι. 10. περὶ τῶν κατὰ τὸν Ἐφέσου Ἰωάννην. 11. περὶ τῶν κατὰ τοῦ πατριάρχου κατηγοριῶν τῶν ἀρχιερέων. 12. ὅπως πρὸς βασιλέα ὁ πατριάρχης ἀπήντα καὶ μὴ κληθείς. 13. ὅπως Μιχαὴλ ὁ δεσπότης τὴν τοῦ Τερτερῆ θυγατέρα εἰς γάμον ἠγάγετο. 14. περὶ τοῦ φαινομένου κατ’ οὐρανὸν ἑσπέρας κομήτου. 15. περὶ τῆς ἐκλείψεως τῆς σελήνης δι’ ὅλου. 16. περὶ τῶν προσχωρησάντων τῷ βασιλεῖ Ἀλανῶν. 17. περὶ τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ καὶ τῆς αὐτοῦ ἐπ’ ἀνατολῆς ἐξελεύσεως. 18. ὅπως ὁ βασιλεὺς Μιχαὴλ ἀπέτυχε θήρας πολεμικῆς. 19. ὅπως οἱ Ἀλανοὶ κατηνάγκαζον τὸν βασιλέα Μιχαὴλ ἀνεθῆναι τοῦ πολέμου. 20. ἀναχώρησις τοῦ βασιλέως ἀπὸ Μαγνησίας. 21. ἀπανάστασις τῶν κατὰ ἀνατολὴν χωρῶν. 22. ἀναχώρησις Ἀλανῶν ἐκ βασιλέως, καὶ τὰ κατὰ τὸν μέγαν δομέστικον Ῥαούλ. 23. περὶ τῶν προςβαλουσῶν τῇ πόλει Βενετικῶν νεῶν. 24. περὶ τῶν κατὰ τὴν νῆσον Πριγκίπων τελεσθέντων τοῖς πειραταῖς. 25.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
ἧττα τοῦ ἑταιρειάρχου Μουζάλωνος κατὰ Νικομήδειαν. 26. καταφυγὴ τῶν ἔξω πανοικὶ πρὸς τὴν πόλιν. 27. περὶ τῆς τῶν ἀρχιερέων ἐνοχλήσεως καὶ τοῦ Σηλυβρίας. 28. ὑβριοπάθησις πατριάρχου διὰ τὴν συκοφαντίαν καὶ ἀναχώρησις. 29. παραίτησις τοῦ πατριάρχου Ἰωάννου. 30. περὶ τῶν κατὰ τὸν Κουξίμπαξιν Τόχαρον. 31. συνοδικαὶ σκέψεις περὶ τῆς τοῦ πατριάρχου παραιτήσεως. 32. περὶ τῆς πρὸς Ἰωάννην τοῦ Ἀλεξανδρείας ἀφίξεως καὶ τῆς ἀπολογίας ἐκείνου. 33. περὶ τῆς δοκιμασίας τῶν Ἀρσενιατῶν. 34. περὶ τοῦ διαμηνύματος καὶ τοῦ λόγου τῆς συμβουλῆς τοῦ Ἀθανασίου. 35. περὶ τῆς τῶν ἱερῶν ἀνδρῶν συνάξεως καὶ τῆς τοῦ βασιλέως ἐρωτήσεως. 36. περὶ τῆς δημηγορίας τοῦ βασιλέως καὶ τῆς πρὸς τὸν Ἀθανάσιον ἀφίξεως. ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ. 1. ὅπως ὁ βασιλεὺς ἅμ’ ἀρχιερεῦσι καὶ λαῷ ἀπῆλθεν εἰς Ἀθανάσιον. 2. περὶ τοῦ τῶν ἀρχιερέων ἐπὶ τῷ Ἀθανασίῳ σχίσματος. 3. περὶ τῆς εἰς τὸν Ἰωάννην τοῦ βασιλέως ἀφίξεως καὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος ἀφορισμοῦ. 4. περὶ τοῦ θανάτου τῆς δεσποίνης Θεοδώρας. 5. τὰ περὶ τῆς ἐξελεύσεως τῆς δεσποίνης Εἰρήνης καὶ τῶν γάμων τῶν παίδων αὐτῆς. 6. συσκέψεις περὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος παρ’ Ἰωάννου ἀφορισμοῦ. 7.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
περὶ τῆς τῶν ἀρχιερέων ἐν τῷ τῶν ἁγίων ἀποστόλων ναῷ συνάξεως διὰ ταῦτα. 8. περὶ τοῦ Μελιτᾶ. 9. περὶ τῆς τῶν ὅλων διαφθορᾶς καὶ ἐπαναστάσεως. 10. περὶ τῆς τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ εἰς Κύζικον, εἶτα εἰς Πηγὰς ἀναχωρήσεως. 11. περὶ τῶν γεγονότων σεισμῶν ἐν τῷ διὰ Ῥόδου κλίματι. 12. περὶ τῶν ἐκ προσκλήσεως ἐλθόντων Λατίνων, καὶ ὁποῖα ἔδρασαν. 13. περὶ Μιχαὴλ τοῦ δεσπότου, ὅπως ὑποπτευθεὶς ἐπεσχέθη. 14. μάχη Κατελάνων καὶ Γεννουϊτῶν, καὶ φόνος τοῦ μεγάλου δρουγγαρίου. 15. περὶ τοῦ κατὰ τὴν Μαγνησίαν τεραστικοῦ θαύματος. 16. περὶ τοῦ κατὰ τὰς Σάρδεις τῶν ἡμετέρων ἐκ περινοίας ἀνδραγαθήματος. 17. περὶ τῆς τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ εἰς τὴν πόλιν ἐπανελεύσεως. 18. περὶ τῆς καταδρομῆς κατὰ τὸν Αἷμον τοῦ Σφεντισθλάβου. 19. περὶ τῆς καταδίκης τοῦ δεσπότου Μιχαὴλ τοῦ Ἀγγέλου. 20. περὶ τῆς εἰρήνης τῶν ἀποσχισθέντων ἀρχιερέων διὰ τὸν Ἀθανάσιον. 21. περὶ τῶν καταλαβόντων τὴν περαίαν δεινῶν, καὶ ἔτι τῶν ὁπηδήποτε, ἐξαγγελία. 22. θάνατος τοῦ πορφυρογεννήτου. 23. περὶ τοῦ μεγάλου καὶ ἔτι δουκός. 24. περὶ τοῦ Ἀτταλειώτου καὶ τῶν Μαγνησιωτῶν καὶ τοῦ δούκα Νοστόγγου. 25.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
περὶ τῶν κατὰ τὴν Τρίπολιν τὴν κατὰ Μαίανδρον συμβάντων. 26. περὶ τοῦ μεγάλου καὶ ἔτι δουκὸς καὶ τῶν περὶ τὸν Ἀτταλειώτην. 27. περὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χοιροβοσκοῦ τοῦ καὶ Ματζουκάτου λεγομένου. 28. ἐκστρατεία τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ εἰς τὰ περὶ δύσιν. 29. ἀνδραγαθία κατὰ Γεννουϊτῶν τοῦ τῶν Λαζῶν ἄρχοντος Ἀλεξίου. 30. τὰ κατὰ τὴν Ἄννην τὴν κατὰ δύσιν βασίλισσαν. 31. ἀπόδρασις Ἀλανῶν ἐκ τοῦ μεγάλου δουκός, καὶ ἀνδραγαθία περὶ τὰς Πηγάς. 32. τεράστιον τελεσθὲν παρὰ τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Θεοδοσίας. ΤΗΣ ΕΚΤΗΣ. πρόλογος. 1. περὶ τοῦ τῶν ἀνατολικῶν Τοχάρων Κάνι τοῦ Καζάνη. 2. δημηγορία τοῦ βασιλέως πρὸς τοὺς σχιζομένους, καὶ ἀπολογία ἐκείνων. 3. διαπεραίωσις τοῦ μεγάλου δουκὸς σὺν τοῖς Κατελάνοις πρὸς δύσιν. 4. περὶ τῆς ἐπιδημίας τοῦ Μπυριγερίου Τέντζα Κατελάνου καὶ τῶν κατ’ αὐτόν. 5. δημηγορία πρὸς Κατελάνους τοῦ βασιλέως. 6. προσαγγελία πρὸς βασιλέα κατὰ Κατελάνων τῶν Γεννουϊτῶν. 7. ἄφιξις πρὸς βασιλέα τοῦ μεγάλου δουκὸς καὶ ὑπὲρ τοῦ Μπυριγερίου ἀξίωσις. 8. αἰτία τῆς τοῦ σιτοκρίθου συναγωγῆς ἀπὸ δύσεως. 9. ἐπισκευασία τῶν κατ’ αὐτοὺς Γεννουϊτῶν κατὰ τὴν περαίαν. 10.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
Georgii Pachymeræ Andronicus Palæologus
περὶ τοῦ πειρατοῦ Ἀνδρέου καὶ τῆς αὐτοῦ παραδοχῆς. 11. μετάκλησις παρὰ βασιλέως Μπυριγερίου Τέντζα. 12. ὅρκοι τοῦ Μπυριγερίου Τέντζα καὶ ἀξιώματα. 13. ἀτασθαλία κατὰ δύσιν τῶν Κατελάνων. 14. πρεσβεία τῶν Κατελάνων πρὸς βασιλέα, καὶ ἀπολογία τοῦ βασιλέως. 15. ἀπόδρασις τοῦ μεγάλου δουκὸς Μπυριγερίου Τέντζα. 16. ἀποστολὴ τοῦ βασιλέως πρὸς τὸν ἀπὸ μεγάλων δουκῶν, καὶ ἐπαγγελίαι τοῦ Καισαρικοῦ ἀξιώματος. 17. ὅρκοι τοῦ βασιλέως πρὸς τὸν ὃν Καίσαρα καθίστα καὶ ἀποστολαί. 18. δημηγορία πρὸς τοὺς συνηλεγμένους τοῦ Ἰταλοῦ Ῥουντζέρη καὶ Καίσαρος μετ’ ὀλίγον. 19. πρεσβεία καὶ αὖθις τῶν Κατελάνων πρὸς βασιλέα καὶ τοῦ αὐτῶν ἐξηγουμένου. 20. κατάστασις τοῦ πανυπερσεβαστικοῦ ἀξιώματος ἐπὶ τῷ υἱῷ τοῦ πορφυρογεννήτου. 21. περὶ τοῦ φαμούσου, καὶ τοῦ τελεσθέντος εἰς τὸν Ἀρμένιον. καὶ δημηγορία τοῦ βασιλέως. 22. ἀνάρρησις τοῦ Καίσαρος Ἰταλοῦ. 23. ὅπως ἀπῆλθε πρὸς βασιλέα Μιχαὴλ ὁ Καῖσαρ, καὶ τὰ κατ’ ἐκείνου. 24. φόνος τοῦ Ἰταλοῦ Καίσαρος. 25. ὅτι Κατελάνοι ὑποκνισθέντες τὰ κατὰ δύσιν ἠρήμουν. 26. περὶ τῶν διὰ τὸν ἀμηραλῆν πραχθέντων. 27. περὶ τῶν ἐκ Γεννούας φανεισῶν ι μακρῶν νηῶν. 28.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
περὶ τῶν διὰ τοὺς φρερίους τοὺς κατὰ τὴν πόλιν συμβάντων. 29. ὅπως Ἀμογάβαροί τε καὶ Κατελάνοι κατεπολεμήθησαν. 30. ὅπως ἐσφάλησαν κατὰ πόλεμον οἱ Ῥωμαῖοι. 31. δημηγορία τοῦ βασιλέως περὶ τῆς τοῦ λαοῦ ἀταξίας καὶ περὶ ὅρκων. 32. περὶ τῆς τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μάχης πρὸς Ἀμογαβάρους. 33. περὶ τῶν ἐν τῇ Ἀδριανουπόλει ἐγκεκλεισμένων Ἀμογαβάρων. 34. περὶ τοῦ Ἀνδρέου Μουρίσκου καὶ τῶν ἐκείνῳ πεπραγμένων. 35. περὶ τῶν μετὰ τῆς Σμιλτζαίνης συνοικεσίων. ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΗΣ. 1. μεταχείρισις εἰρηνικὴ τοῦ βασιλέως πρὸς Ἀμογαβάρους. 2. δημηγορία πεμφθεῖσα Κατελάνοις πρὸς βασιλέως. 3. πῶς οἱ Πέρσαι ἀντιπερᾶν εἰς ἀνατολὴν ἐκωλύθησαν. 4. ἀποστασία τῶν Ἀλανῶν καὶ τῶν Τουρκοπούλων. 5. περὶ τοῦ ῥιφέντος φαμούσου τόμου. 6. περὶ τῆς Μαδύτου, ὡς ἑάλω Ἀμογαβάροις. 7. ἀπαγωγὴ Μπυριγερίου πρὸς Γέννουαν. 8. τὰ περὶ τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας. 9. τὰ συμπεσόντα δεινὰ Κουβουκλείοις. 10. περὶ τοῦ γεγονότος ἐμπρησμοῦ κατὰ τὴν πόλιν. 11. περὶ τοῦ Ἀνδρέου Μουρίσκου. 12. περὶ τοῦ Ῥομοφόρτου Λατίνου. 13. ἅλωσις Θυραίων καὶ τῆς Ἐφέσου. 14. ἀποστολὴ βασιλέως πρὸς Γέννουαν ὑπὲρ συμμαχίας. 15. περὶ τοῦ Μελὴκ Ἰσαάκ. 16.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
περὶ τοῦ πάπα Ἀλεξανδρείας. 17. περὶ τοῦ μοναχοῦ Ἱλαρίωνος. 18. περὶ τῶν ἐκ Γεννούας ἀναχθεισῶν νηῶν. 19. ἐκστρατεία Ἀμογαβάρων κατ’ Ἀλανῶν. 20. καταγωγὴ καὶ αὖθις τῶν ἐς Λάζους ἀναχθεισῶν νηῶν. 21. ὡς ἑάλωσαν τὰ κατὰ τὸν Γάνον. 22. τὰ κατὰ τὸν Μελὴκ καὶ πάλιν Ἰσαάκ. 23. τὰ περὶ τὴν τῆς ἐκκλησίας τάξιν συμβάντα. 24. τὰ περὶ τοῦ μεγάλου πριμικηρίου τοῦ Κασσιανοῦ. 25. περὶ τῆς τῶν Ἰβήρων συμμαχίας, καὶ ὅπως αὐτῆς ἀπετύγχανον. 26. πῶς οἱ ἐχθροί τινα τῶν ἀνὰ τὸν Γάνον φρουρίων παρεστήσαντο. 27. πρεσβεία Γεννουϊτῶν ἅμα καὶ βασιλέως πρὸς Ἀμογαβάρους. 28. τὰ κατὰ τὴν Βιζύην πραχθέντα. 29. ἔτι τὰ κατὰ τὸν Ἰσαὰκ Μελὴκ καὶ τοὺς Τούρκους. 30. περὶ τοῦ Φαρέντα Τζιμῆ. 31. τὰ κατὰ τὴν Ῥόδον συμβάντα. 32. περὶ τῆς ἐπαναστάσεως τῶν Ἀμογαβάρων. 33. ἅλωσις τῆς Τρικοκκίας παρὰ Περσῶν. 34. περὶ τῶν ἑπτὰ νεῶν τῶν μετὰ Γίδου Ἀμογαβάροις ἐπιστασῶν. 35. τὸ πρὸς τὸν πατριαρχοῦντα ἀποσταλὲν γράμμα παρὰ τῶν ἀρχόντων τῆς ἐκκλησίας. 36. πῶς διῆλθον Ἀμογάβαροι καὶ σὺν Τούρκοις, καὶ πρὸς Κασάνδρειαν κατήντησαν. Α.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ἀνδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον ὅτι τὸ Τοχαρικὸν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπῃ ἄρα καὶ κελευσθείη πρὸς βασιλέως. μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν, αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ’ ἐπαί̈ειν ἔχοντας, ὡς κινδυνεύειν, εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλλοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καί γ’ ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας. τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονὼς τέσσαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον ἀρχῆς κατωρρώδει. ηὖξε δὲ τὴν ὀρρωδίαν καὶ ἡ τῶν πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν τὸ τῆς ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως ὑποτετάχατο.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλωνι Θεοδώρῳ, ὃν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην τοῦ Ἀκροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. καὶ δὴ ἐκ μεγάλου παπίου εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονοσταῦλον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβᾶν τοῖς Τοχάροις ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ’ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω που τῆς τῶν Ῥωμαίων εἰς Τριβαλλῶν, οὐ χρείᾳ τέως πολέμου, ἀλλὰ κέρδους τῶν κεκλημένων καὶ σκύλων καὶ λημμάτων ἕνεκα, ὡς μὴ κενὴν σφίσι γενέσθαι τὴν ἐκστρατείαν, καὶ μᾶλλον παρακεκλημένοις πρὸς βασιλέως, ἐξ ὧν καὶ καταδραμοῦνται μισθοφορήσουσιν. ὁ δ’ οὖν βασιλεὺς τὰ εἰκότα ἐκείνους καὶ λόγοις καὶ δώροις φιλοφρονησάμενος συνάμα τοῖς ἀμφὶ τὸν δεσπότην καὶ τὸν μέγαν κονοσταῦλον ἀπέπεμπεν, ἅμα μὲν προσβαλοῦντας ἅμα δὲ καὶ κερδανοῦντας ἑτέρωθεν.
15
GEORGI PACHYMER.E
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΥΜΕΡΗ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ.
GEORGII PACHYMERÆ
ANDRONICUS PALÆOLOGUS
16
SIVE
HISTORIA RERUM AB ANDRONICO PALEOLOGO SENIORE IN IMPERIO GESTARUM
USQUE AD ANNUM EJUS ÆTATIS UNDEQUINQUAGESIMUM.
A'.
α'. Οπως ὁ βασιλεὺς Ανδρόνικος τὰ κατὰ τοὺς Τῷ τοι καὶ νέος ὢν ὁ ὑπολειφθείς, ἔτη γεγονώς τέσΤοχάρους διώκησεν.
[Ρ. 1-4] Οὕτω μὲν τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μεταλλάξαντος ὁ ἐξ ἐκείνου Ανδρόνικος αὐτόθεν τὸ κράτος
ἔχων, τεταινιωμένος εἰς βασιλέα, ἐπειλῆφθαι καὶ
μόνος τῶν πραγμάτων κατηναγκάζετο, καὶ μᾶλλον
ὅτι τὸ Τοχαρικὴν ἐπιστὰν ἕτοιμον ἦν κατὰ τὰς προφθάσας ὁμολογίας ὁρμᾶν ὅπη ἄρα καὶ κελευσθείη
πρὸς βασιλέως. Μηδὲ γὰρ εἶναι κενοὺς ὑποστρέφειν,
αἱμοχαρεῖς γε ὄντας καὶ μόνον ὁρῶντας πρὸς τὸ κερδαίνειν, ὁπόθεν δὲ καὶ τίσι, μηδ' ἐπαΐειν ἔχοντας, ὡς
κινδυνεύειν; εἰ μή γε σκύλων ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιβάλο
λοιντο, ἐπὶ Ῥωμαίους ὁρμᾶν καὶ γ' ἑτοίμους κειμένους εἰς προνομὴν ἀπάγειν τε καὶ σκυλεύειν τὸν
σφῶν τρόπον καὶ νόμον, μηδὲν μηδενὸς φροντίζοντας.
σαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι τηνικάδε, πρὸς τοιοῦτον ὄγκον
ἀρχῆς κατωῤῥώδει. Ηύξε δὲ τὴν ὀῤῥωδίαν καὶ ἡ τῶν
πραγμάτων σύγχυσις, καὶ ὅτι πολλοῖς ἐπεισφρῆσαν
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σκάνδαλον ἀποστατεῖν ἐποίει τὰς
γνώμας τοῦ βασιλεύοντος, εἰ καὶ τοῖς σώμασι τέως
ὑποτετάχατο. Τὰ μὲν οὖν παρὰ πόδας καὶ λίαν ἐξεθεράπευε, πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις συμβούλοις χρώμενος, μάλιστα δὲ καὶ διαφερόντως τῷ Μουζάλων.
Θεοδώρῳ, ἐν ὁ πατὴρ εἰς μέγαν λογοθέτην του
Ακροπολίτου ἀποθανόντος ἐτίμα. Καὶ δὴ ἐκ μεγάλου
παπίου, εἶτα δὲ καὶ πιγκέρνου εἰς μέγαν κονσταν
λον τὸν Ταρχανειώτην τιμήσας Γλαβαν τοῖς Τοχάρους
ἐφίστησιν, οὐκ ὀλίγου καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ περὶ τὸν
δεσπότην Μιχαὴλ ὄντος, ἐφ᾽ ᾧπερ σφᾶς ὁρμῆσαι ἔξω
I.
1. Ut imperator Andronicus res cum Tocharis com- tum et ad omnem injuriam exposita, agenda ferenposuerit.
1-11 Defuncto in hunc modum imperature Michaele filius ejus Andronicus, jam ante coronatus in
Augustum et patri consors imperii, capessere solus
habenas reipublicæ coactus est, urgente ad id maxime cura Tocharicarum copiarum, quæ evocalæ
e patria priori tractatu præsto aderant, paratæ ad
imperatoris nutum. Non enim jam eo progressi
persuaderi facile poterant ut domum vacui redirent.
Sanguinaria quippe gens et lucrum ac quæstum
unice spectans, unde ant e quibus prædas ageret,
mihil pensi habebat, neque vel primam mentionem
audire sustineret sanæ admonitionis, si quis eis ut
cupiditatem justitiæ subjungerent suadere, conaretur; ut periculum esset, nisi occasio eis spoliorum ex terra quadam 12 extera rapiendorum
offerretur, ne ipsi ea sibi Romana regione, inermi
daque magno publico damno conficerent, quippe
homines innutriti latrociniis et nullam unquam
juris et æqui soliti habere rationem. Tali vice rcrum ac periculi publici, destitutus parentis obitu
juvenis imperator, annos natus quatuor supra viginti, merito ad tantam impendentem rerum molem
exhorrescebat. Augebantque horrorem domesticæ
turbæ reipublicæ, e religionis scandalo natæ; unde
contigerat imperatorem ab Ecclesiæ auctorita:e
jam animo deficere, utcunque corpore ac specie
adhuc in subjectione perstaret. Ac negotio quidem
tum maxime urgenti Tocharici terroris abunde providit Andronicus, prudenti usus consilio cum multorum aliorum, tum potissimum Muzalonis Theodori, quem pater in magui logothetæ dignitateín
loco Acropolite mortui promoverat. Ex hujus igitur
sententia cum Tarchaniotem Glabam ex magno papia
PG 144:17αὐτὰς δὲ διὰ ταχέων ἄρτι πρώτως μηνολογησάμενος πρόσταγμα τῷ πατριαρχοῦντι ἐπέστελλε, γράψας δι’ ἀπορρήτων καὶ τῷ μεγάλῳ τζαουσίῳ τῷ Παπύλᾳ, ἐκείνῳ μὲν τὰ εἰς φυλακὴν ἀσφαλεστάτην τῆς πόλεως προτρεπόμενος, τῷ δέ γε πατριάρχῃ τὸν τοῦ βασιλέως δηλοποιούμενος θάνατον, καὶ ὡς αὐτὸς ἐπιστήσεται κατὰ πόδας· μηδὲ γὰρ ἂν ἄλλως εἶναι γνῶναι τὴν Αὐγοῦσταν περὶ τῶν συμβάντων πρὶν ἂν αὐτὸς ἐπιστῇ κατὰ παραμυθίαν ὡς δῆθεν τὴν πρέπουσαν. ὁ γοῦν πατριάρχης ἔτυχε μὲν καὶ πρὸ τὸ δρᾶμα μαθεῖν, καὶ θρήνοις ὡς εἰκὸς τὸν τοῦ βασιλέως ἀφωσιώσατο θάνατον, μὴ γνωσθὲν ὅλως τοῖς περὶ ἐκεῖνον ἐφ’ ᾧ καὶ θρηνοίη. τότε δὲ δεξάμενος τὸ τοῦ βασιλέως πρόσταγμα παρὰ τοῦ Παπύλου, καὶ ὡς εἰκὸς ἐποικτισάμενος, ἐκείνῳ μὲν τὰ εἰκότα κοινολογησάμενος ἀποπέμπει, τῷ δέ γε συγγραφεῖ παρέχει τὸ πρόσταγμα, ἐρωτῶν εἰ αὐτὸς ἔχοι γνῶναι διαστοχασάμενος οὗ τινὸς ἂν εἴη τὸ μηνολόγημα· ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ καὶ παρέϊκτο τοῖς τοῦ πατρὸς ὡς μὴ ῥᾳδίως διαγνῶναι ἔχειν καὶ τὸν εἰδήμονα, ἐκ μόνης δέ τινος ξυσμῆς βραχυτάτης ἐπὶ τῇ παραλλάξει κατανοούμενον ὑπονοεῖν ἐδίδου τὴν χεῖρα.
17
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB. I.
που τῆς των Ρωμαίων εἰς Τριβαλλῶν, οὐ χρείᾳ ἡ
σέως πολέμου, ἀλλὰ κέρδους τῶν κεκλημένων καὶ
σκύλων καὶ λημμάτων ἕνεκα, ὡς μὴ κενὴν σφίσι
γενέσθαι τὴν ἐκστρατείαν, καὶ μᾶλλον παρακεκλημένοις πρὸς βασιλέως, ἐξ ὧν καὶ καταδραμοῦνται
μισθοφορήσουσιν. Ο δ' οὖν βασιλεὺς τὰ εἰκότα ἐκείνους καὶ λόγοις καὶ δώροις φιλοφρονησάμενος σύναμα
τοῖς ἀμφὶ τὸν δεσπότην καὶ τὸν μέγαν κονοσταῦλον
ἀπέπεμπεν, ἅμα μὲν προσβαλοῦντας, ἅμα δὲ καὶ
κερδανοῦντας ἑτέρωθεν. Αὐτὸς δὲ διὰ ταχέων ἄρτι
πρώτος μηνολογησάμενο; [P. 5] πρόσταγμα τῷ παρ
τριαρχοῦντι ἐπέστελλε, γράψας δι' ἀποῤῥήτων καὶ
τῷ μεγάλῳ τζαουσίῳ τῷ Παπύλᾳ, ἐκείνῳ μὲν τὰ εἰς
φυλακὴν ἀσφαλεστάτην τῆς πόλεως προτρεπόμενος,
τῷ δέ γε πατριάρχῃ τὴν τοῦ βασιλέως δηλοποιούμε
νος θάνατον, καὶ ὡς αὐτὸς ἐπιστήσεται κατὰ πόδας·
μηδὲ γὰρ ἂν ἄλλως εἶναι γνῶναι τὴν Αὐγοῦσταν περί
τῶν συμβάντων πρὶν ἂν αὐτὸς ἐπιστῇ κατὰ παραμι
Οίαν ὡς δῆθεν τὴν πρέπουσαν. Ο γοῦν πατριάρχης
ἔτυχε μὲν καὶ πρὸ τοῦ τὸ δράμα μαθεῖν, καὶ θρήνοις
ὡς εἰκὸς τὸν τοῦ βασιλέως ἀφωσιώσατο θάνατον, μὴ
γνωσθὲν ὅλως τοῖς περὶ ἐκεῖνον ἐφ᾽ ᾧ καὶ θρηνοίη.
Τότε δὲ δεξάμενος τὸ τοῦ βασιλέως πρόσταγμα παρὰ
τοῦ Παπύλου, καὶ ὡς εἰκὸς ἐποικτισάμενος, ἐκείνῳ
18
μὲν τὰ εἰκότα κοινολογησάμενος ἀποπέμπει, τῷ δέ γε
συγγραφεί παρέχει το πρόσταγμα, ἐρωτῶν εἰ αὐτὸς
ἔχοι γνῶναι διαστοχασάμενος οὗτινος ἂν εἴη τὸ μηνα
λόγημα· ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ καὶ παρέῖκτο τοῖς τοῦ
πατρὸς ὡς μὴ ῥᾳδίως διαγνῶναι ἔχειν καὶ τὸν εἰδή
μονα, ἐκ μόνης δέ τινος ξυσμῆς βραχυτάτης ἐπὶ τῇ
παραλλάξει κατανοούμενον ὑπονοεῖν ἐδίδου τὴν χεῖρα.
Καὶ γνωρίσασιν ἤδη τὸ σύμβαμα τότε καὶ δῆλος μὲν
ἦν πατριάρχης ἀλύων, δῆλος δὲ καὶ παραμυθούμε
νος, τὰ μεγάλα παρά βασιλέως ἔχειν ἐλπίζων περί
τῆς κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν ὡς εἰκὸς ἀνυψώσεως, αὐτοῦ
γε νύττοντος. Καὶ ἡ πρὸς αὐτὸν ἀγάπη τοῦ βασι
λέως, πολλή τις οὖσα καὶ θαυμαστὴ, ἐχέγγυον τῶν
ἐλπιζομένων εἰς πίστιν ἦν. Ὁ μὲν οὖν ἐν τούτοις ἦν.
β'. "Οπως ὁ βασιλεὺς περὶ τῶν κατὰ τὸν πάππαν
ἀπολογεῖτο.
Ο δέ γε βασιλεύς μεθ' ἡμέρας καταλαβὼν τὴν
Κωνσταντινούπολιν ἐμφανὴς ἦν λογισμοὺς στρέφων
καὶ μάλα διανοούμενος περὶ ὧν ἂν καὶ πράξοι, ἐφ᾽ ᾧ
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σχίσμα συναυλωθείη κατασταλέντος τοῦ ἀνοιδοῦντος. Τὸ δ᾽ ἦν οὐκ ὀλίγης καὶ τῆς
τυχούσης μελέτης, [P. 6] ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναγκαίας,
ὡς ἐῴκει, καὶ προύργου παντός. Ἔτυχε γὰρ καὶ
senti traditis quas recens a juvene Augusto accrperat litteris, percontabatur ecquid assequi conjectura
posset cujus esset ea subscriptio mensis annotatione
firmata. Adeo enim exacte referebat paternam naquippe intererat vix observabilis differentia brevissimi puncti sub flexus apicum, ex qua intelligi
manus utriusque discrimen posset; ad quod ii fere
suk adverterent, qui cognita Michaelis patris morts
non alium hujus scripturæ suspicari auctorem quain
filium Andronicum possent. Tunc vero non se
Ingere solum patriarcha declaravit, sed et in lactu
consolationem accipere, cx spe nimirum quam ex
nota religione novi 14 principis concipiebat alplissimam evehendarum in majus ecclesiæ rerum
opera imperatoris, quem ad id non frustra stimulandum a se benevolentia insignis quædam Andronici in patriarcham signis jam ante non dubiis
declarata suadebat, et quasi certo pignore Grmabat
securam ejus rei fiduciam.
et postea pincerna magnum conostaulum declarasset, ducem præficit Tocharis, Romanas copias non
paucas circa se habente Michaele despota, ut eos
ex Romanorum terris in Triballos duceret, non
quod magna tunc necessitas Triballici belli esset, num, ut ne periti quidem facile discernerent. Una
sed ut objicerentur unde avaritiam explerent mercemariis accitu imperatoris ca spe profectis, qui non
facile inducerentur ad revertendum vacuis manibus.
Quare illis predarum opimarum, spoliorum rapinarumque seges erat alicubi quærenda, in quam famelicorum, ex amicis, si hostes deessent, paratorum
lucra congerere, impetus averteretur. Igitur imperator eos verbis et donis delinitos cum despota
magnoque conostaulo ac sequentibus unumquemque
13 horum copiis eo quo diximus dimisit, sane
volentes, ut in expeditionen ipsis quæstuosam.
Inde ipse conscriptas celeriter regias litteras, et
mensis tum primum ac temporis appositione,consignatas, ad patriarchatn mistt, arcanis etiam mandatis commendata magno tzausio Papylæ custodia
urbis quam intentissima. Patriarchæ vero nun:iabat
imperatoris mortem, ac mox se adfuturum confirmabat, ut jacturam communem ipse præsens indicaret Augustæ, quam utique non oporteret tam
acerbi casus indicio turbari priusquam ipse præsto
esset qui ei consolationen adhibere convenientein
posset. Ac patriarchæ quidem jam innotuerat quod
evenerat. Quare is sibi soli adhuc notam imperatoris mortem luctu magno et manifesto, sed cujus
causa in obscuro esset, prosequebatur, cum regias
a l'apyla quas diximus litteras accepit. Quibus cum
ea qua par erat doloris significatione lectis, quæ
tempus exigebat clam collocutus cum Papyla, ipsum
dimisit. Ac ipsi hujus historiæ scriptori forte præ2. Ut imperator conventiones cum papa initas se
improbare significans, quod in eas non conseRsisset excuseril.
At imperator post paucos dies Constantinopolim
appulsus acri cura pungebatur, cujus indicium exstabat in vultu cogitabundo et sane sollicito, auxie
videlicet quærens secum quid ageret quave ratione
assequeretur ut schisma Ecclesiæ velut hians vul·
nus coalesceret, repressis noxiis humoribus quibus
tumescens hactenus coire in cicatricem fuerat prohibitum. In ea momenti non vulgaris et necessitatis, ut apparebat, cui preverti nil deberet, delibe -
ratione versanti Augusto supervenit cjus amita
Eulogia, plausibile suggerens consilium, magnopere
καὶ γνωρίσασιν ἤδη τὸ σύμβαμα τότε καὶ δῆλος μὲν ἦν πατριάρχης ἀλύων, δῆλος δὲ καὶ παραμυθούμενος, τὰ μεγάλα παρὰ βασιλέως ἔχειν ἐλπίζων περὶ τῆς κατὰ τὴν ἐκκλησίαν ὡς εἰκὸς ἀνυψώσεως, αὐτοῦ γε νύττοντος. καὶ ἡ πρὸς αὐτὸν ἀγάπη τοῦ βασιλέως, πολλή τις οὖσα καὶ θαυμαστή, ἐχέγγυον τῶν ἐλπιζομένων εἰς πίστιν ἦν. ὁ μὲν οὖν ἐν τούτοις ἦν. 2. Ὁ δέ γε βασιλεὺς μεθ’ ἡμέρας καταλαβὼν τὴν Κωνσταντινούπολιν ἐμφανὴς ἦν λογισμοὺς στρέφων καὶ μάλα διανοούμενος περὶ ὧν ἂν καὶ πράξοι, ἐφ’ ᾧ τὸ τῆς ἐκκλησίας σχίσμα συνουλωθείη κατασταλέντος τοῦ ἀνοιδοῦντος. τὸ δ’ ἦν οὖκ ὀλίγης καὶ τῆς τυχούσης μελέτης, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναγκαίας, ὡς ἐῴκει, καὶ προύργου παντός. ἔτυχε γὰρ καὶ ἡ αὐτοῦ θεία ἡ Εὐλογία βουλὰς εἰσάγουσα πιθανάς, καὶ τὰ πολλὰ κατεπείγουσα καὶ ἄλλως παρακεκινημένον ἐξ ἑαυτοῦ τὸν κρατοῦντα τὰ χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἀναλαμβάνειν καὶ τοῖς σχιζομένοις ἀπολογεῖσθαι, ὡς παρὰ γνώμην τῷ πατρὶ συμπράξοι καὶ ὡς καταγνοίη τῆς πράξεως, ὡς ὑπ’ αὐτοῖς ὅλον γενέσθαι, κἄν τι δικαιοῖεν ἐκεῖνοι παθεῖν αὐτόν, ἑτοίμως ὑπέχειν τὰς δίκας ὡς ἁμαρτήσαντα.
17
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB. I.
που τῆς των Ρωμαίων εἰς Τριβαλλῶν, οὐ χρείᾳ ἡ
σέως πολέμου, ἀλλὰ κέρδους τῶν κεκλημένων καὶ
σκύλων καὶ λημμάτων ἕνεκα, ὡς μὴ κενὴν σφίσι
γενέσθαι τὴν ἐκστρατείαν, καὶ μᾶλλον παρακεκλημένοις πρὸς βασιλέως, ἐξ ὧν καὶ καταδραμοῦνται
μισθοφορήσουσιν. Ο δ' οὖν βασιλεὺς τὰ εἰκότα ἐκείνους καὶ λόγοις καὶ δώροις φιλοφρονησάμενος σύναμα
τοῖς ἀμφὶ τὸν δεσπότην καὶ τὸν μέγαν κονοσταῦλον
ἀπέπεμπεν, ἅμα μὲν προσβαλοῦντας, ἅμα δὲ καὶ
κερδανοῦντας ἑτέρωθεν. Αὐτὸς δὲ διὰ ταχέων ἄρτι
πρώτος μηνολογησάμενο; [P. 5] πρόσταγμα τῷ παρ
τριαρχοῦντι ἐπέστελλε, γράψας δι' ἀποῤῥήτων καὶ
τῷ μεγάλῳ τζαουσίῳ τῷ Παπύλᾳ, ἐκείνῳ μὲν τὰ εἰς
φυλακὴν ἀσφαλεστάτην τῆς πόλεως προτρεπόμενος,
τῷ δέ γε πατριάρχῃ τὴν τοῦ βασιλέως δηλοποιούμε
νος θάνατον, καὶ ὡς αὐτὸς ἐπιστήσεται κατὰ πόδας·
μηδὲ γὰρ ἂν ἄλλως εἶναι γνῶναι τὴν Αὐγοῦσταν περί
τῶν συμβάντων πρὶν ἂν αὐτὸς ἐπιστῇ κατὰ παραμι
Οίαν ὡς δῆθεν τὴν πρέπουσαν. Ο γοῦν πατριάρχης
ἔτυχε μὲν καὶ πρὸ τοῦ τὸ δράμα μαθεῖν, καὶ θρήνοις
ὡς εἰκὸς τὸν τοῦ βασιλέως ἀφωσιώσατο θάνατον, μὴ
γνωσθὲν ὅλως τοῖς περὶ ἐκεῖνον ἐφ᾽ ᾧ καὶ θρηνοίη.
Τότε δὲ δεξάμενος τὸ τοῦ βασιλέως πρόσταγμα παρὰ
τοῦ Παπύλου, καὶ ὡς εἰκὸς ἐποικτισάμενος, ἐκείνῳ
18
μὲν τὰ εἰκότα κοινολογησάμενος ἀποπέμπει, τῷ δέ γε
συγγραφεί παρέχει το πρόσταγμα, ἐρωτῶν εἰ αὐτὸς
ἔχοι γνῶναι διαστοχασάμενος οὗτινος ἂν εἴη τὸ μηνα
λόγημα· ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ καὶ παρέῖκτο τοῖς τοῦ
πατρὸς ὡς μὴ ῥᾳδίως διαγνῶναι ἔχειν καὶ τὸν εἰδή
μονα, ἐκ μόνης δέ τινος ξυσμῆς βραχυτάτης ἐπὶ τῇ
παραλλάξει κατανοούμενον ὑπονοεῖν ἐδίδου τὴν χεῖρα.
Καὶ γνωρίσασιν ἤδη τὸ σύμβαμα τότε καὶ δῆλος μὲν
ἦν πατριάρχης ἀλύων, δῆλος δὲ καὶ παραμυθούμε
νος, τὰ μεγάλα παρά βασιλέως ἔχειν ἐλπίζων περί
τῆς κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν ὡς εἰκὸς ἀνυψώσεως, αὐτοῦ
γε νύττοντος. Καὶ ἡ πρὸς αὐτὸν ἀγάπη τοῦ βασι
λέως, πολλή τις οὖσα καὶ θαυμαστὴ, ἐχέγγυον τῶν
ἐλπιζομένων εἰς πίστιν ἦν. Ὁ μὲν οὖν ἐν τούτοις ἦν.
β'. "Οπως ὁ βασιλεὺς περὶ τῶν κατὰ τὸν πάππαν
ἀπολογεῖτο.
Ο δέ γε βασιλεύς μεθ' ἡμέρας καταλαβὼν τὴν
Κωνσταντινούπολιν ἐμφανὴς ἦν λογισμοὺς στρέφων
καὶ μάλα διανοούμενος περὶ ὧν ἂν καὶ πράξοι, ἐφ᾽ ᾧ
τὸ τῆς Ἐκκλησίας σχίσμα συναυλωθείη κατασταλέντος τοῦ ἀνοιδοῦντος. Τὸ δ᾽ ἦν οὐκ ὀλίγης καὶ τῆς
τυχούσης μελέτης, [P. 6] ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναγκαίας,
ὡς ἐῴκει, καὶ προύργου παντός. Ἔτυχε γὰρ καὶ
senti traditis quas recens a juvene Augusto accrperat litteris, percontabatur ecquid assequi conjectura
posset cujus esset ea subscriptio mensis annotatione
firmata. Adeo enim exacte referebat paternam naquippe intererat vix observabilis differentia brevissimi puncti sub flexus apicum, ex qua intelligi
manus utriusque discrimen posset; ad quod ii fere
suk adverterent, qui cognita Michaelis patris morts
non alium hujus scripturæ suspicari auctorem quain
filium Andronicum possent. Tunc vero non se
Ingere solum patriarcha declaravit, sed et in lactu
consolationem accipere, cx spe nimirum quam ex
nota religione novi 14 principis concipiebat alplissimam evehendarum in majus ecclesiæ rerum
opera imperatoris, quem ad id non frustra stimulandum a se benevolentia insignis quædam Andronici in patriarcham signis jam ante non dubiis
declarata suadebat, et quasi certo pignore Grmabat
securam ejus rei fiduciam.
et postea pincerna magnum conostaulum declarasset, ducem præficit Tocharis, Romanas copias non
paucas circa se habente Michaele despota, ut eos
ex Romanorum terris in Triballos duceret, non
quod magna tunc necessitas Triballici belli esset, num, ut ne periti quidem facile discernerent. Una
sed ut objicerentur unde avaritiam explerent mercemariis accitu imperatoris ca spe profectis, qui non
facile inducerentur ad revertendum vacuis manibus.
Quare illis predarum opimarum, spoliorum rapinarumque seges erat alicubi quærenda, in quam famelicorum, ex amicis, si hostes deessent, paratorum
lucra congerere, impetus averteretur. Igitur imperator eos verbis et donis delinitos cum despota
magnoque conostaulo ac sequentibus unumquemque
13 horum copiis eo quo diximus dimisit, sane
volentes, ut in expeditionen ipsis quæstuosam.
Inde ipse conscriptas celeriter regias litteras, et
mensis tum primum ac temporis appositione,consignatas, ad patriarchatn mistt, arcanis etiam mandatis commendata magno tzausio Papylæ custodia
urbis quam intentissima. Patriarchæ vero nun:iabat
imperatoris mortem, ac mox se adfuturum confirmabat, ut jacturam communem ipse præsens indicaret Augustæ, quam utique non oporteret tam
acerbi casus indicio turbari priusquam ipse præsto
esset qui ei consolationen adhibere convenientein
posset. Ac patriarchæ quidem jam innotuerat quod
evenerat. Quare is sibi soli adhuc notam imperatoris mortem luctu magno et manifesto, sed cujus
causa in obscuro esset, prosequebatur, cum regias
a l'apyla quas diximus litteras accepit. Quibus cum
ea qua par erat doloris significatione lectis, quæ
tempus exigebat clam collocutus cum Papyla, ipsum
dimisit. Ac ipsi hujus historiæ scriptori forte præ2. Ut imperator conventiones cum papa initas se
improbare significans, quod in eas non conseRsisset excuseril.
At imperator post paucos dies Constantinopolim
appulsus acri cura pungebatur, cujus indicium exstabat in vultu cogitabundo et sane sollicito, auxie
videlicet quærens secum quid ageret quave ratione
assequeretur ut schisma Ecclesiæ velut hians vul·
nus coalesceret, repressis noxiis humoribus quibus
tumescens hactenus coire in cicatricem fuerat prohibitum. In ea momenti non vulgaris et necessitatis, ut apparebat, cui preverti nil deberet, delibe -
ratione versanti Augusto supervenit cjus amita
Eulogia, plausibile suggerens consilium, magnopere
PG 144:19καὶ τῷ μὲν οὕτως ἐδόκει, ὑποποιουμένῳ τὰς γνώμας τῶν σχιζομένων, ὥσπερ ἂν εἰ ἀνερρωγότος βοθύνου ἐξαπιναίως πεσὼν ἐζήτει παρ’ ἐκείνων ἀναλαμβάνεσθαι. αἱ γὰρ διὰ χρυσοβουλλείων λόγων πίστεις καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς ὅρκοι, καὶ ὅς’ ἄττα ξυμβεβήκει τοῖς βασιλεύουσιν, αὐτῷ δηλονότι καὶ τῷ πατρί, εἰς τὴν τῆς τελεσθείσης εἰρήνης βεβαίωσιν, οὐκ ἀπεοικὸς πρὸς βοθύνους ἔχειν καὶ φάραγγας παρ’ αὐτῷ, οἷς ὀλίσθῳ γνώμης ἐμπεσεῖν ᾤετο. οἱ δέ γε πρὸς τοῦτο παρακινοῦντες (ἡ Εὐλογία οὗτοι καὶ ὁ Μουζάλων Θεόδωρος) ἐῴκεσαν μὲν καὶ κινουμένοις εἰς ζῆλον διὰ τὰ πραχθέντα, καί γε ζητοῦντες τὴν τῆς ἐκκλησίας κατάστασιν κατεφαίνοντο, ἐδόκουν δὲ τοῖς πολλοῖς προκατειλημμένοι τὰς γνώμας καὶ κατὰ τοῦ ἀποιχομένου μηνίοντες οἷς ὅτι ἡ μὲν εἰς τὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου φρούριον συνάμα παιδὶ τῇ τοῦ Ῥαοὺλ γυναικὶ ἐξωρίζετο, ἐπαύξοντος καὶ τοῦ κατὰ τὴν Μαρίαν συμβάντος τὸ ἔχθος, ἣν θυγατέρα ταύτης καὶ Βουλγάρων δέσποιναν ὁ λόγος προυδείκνυ, ὁ δὲ ζηλοῦν δόξας καὶ τὴν εἰς Ἰταλοὺς πρεσβείαν ἀποποιούμενος ἑνί γε καὶ μόνῳ εἰς τιμωρίαν ἀλλακτῇ τῷ αὐταδέλφῳ ἐχρήσατο Λέοντι τὰς ἐπιφορὰς τῶν ῥάβδων δεχόμενος.
(
12
GEORGI PACHYMERE
20
ἣν θυγατέρα ταύτης καὶ Βουλγάρων δέσποιναν δ
λόγος προϊδείκνυ, ὁ δὲ ζηλοῦν δόξας καὶ τὴν εἰς
Ἰταλούς πρεσβείαν ἀποποιούμενος ἐνί γε καὶ μόνῳ
εἰς τιμωρίαν ἀλλακτῇ τῷ αὐταδέλφῳ ἐχρήσατο
Λέοντι τὰς ἐπιφορὰς τῶν ῥάβδων δεχόμενος. Σύναμα
δ᾽ ἄμφω τὰς αἰτίας πρὸς τὸν πατριαρχοῦντα ἀνάγον·
τες, δεινὸν κατ' ἐκείνου ὡς δόξαντος τὴν αἰτίαν είληφέναι τῆς ἐπ' ἐκείνους ἀγανακτήσεως.
γ'. "Οπως ὁ βασιλεὺς τὴν Βέκκον ἀφίει καὶ τῷ
Ἰωσὴς προσετίθετο.
αὐτοῦ θεία ἡ Εὐλογία βουλὰς εἰσάγουσα πιθανάς, ξοντος καὶ τοῦ κατὰ τὴν Μαρίαν συμβάντος τὰ ἔχθος,
καὶ τὰ πολλὰ κατεπείγουσα καὶ ἄλλως παρακεκινης
μένον ἐξ ἑαυτοῦ τὸν κρατοῦντα τὰ χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἀναλαμβάνειν καὶ τοῖς σχιζομένοις ἀπολογεῖσθαι,
ὡς παρά γνώμην τῷ πατρὶ συμπράξοι καὶ ὡς κατα
γνοίη τῆς πράξεως, ὡς ὑπ' αὐτοῖς ὅλον γενέσθαι, κάν
τι δικαιοῖεν ἐκεῖνοι παθεῖν αὐτὸν, ἑτοίμως ὑπέχειν
τὰς δίκας ὡς ἁμαρτήσαντα. Καὶ τῷ μὲν οὕτως ἐδό
και, ὑποποιουμένῳ τὰς γνώμας τῶν σχιζομένων,
ὥσπερ ἂν εἰ ἀνεῤῥωγότος βοθύνου ἐξαπιναίως πεσὼν
ἐζήτει παρ' ἐκείνων ἀναλαμβάνεσθαι. Αἱ γὰρ διὰ
Χρυσοβουλλείων λόγων πίστεις καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς ὅρο
κοι, καὶ ὅσ' ἄττα ξυμβεβήκει τοῖς βασιλεύουσιν, αὐτῷ
δηλονότι καὶ τῷ πατρὶ, εἰς τὴν τῆς τελεσθείσης
εἰρήνης βεβαίωσιν, οὐκ ἀπεοικὸς πρὸς βοθύνους ἔχειν
καὶ φάραγγας παρ' αὐτῷ, οἷς ὀλίσθῳ γνώμης ἐμπε. Η
σεῖν ᾤετο. Οἱ δέ γε πρὸς τοῦτο παρακινοῦντες (ή
Εὐλογία οὗτοι καὶ ὁ Μουζάλων Θεόδωρος) έῴκεσαν
μὲν καὶ κινουμένοις εἰς ζῆλον διὰ τὰ πραχθέντα, και
γε ζητοῦντες τὴν τῆς Ἐκκλησίας κατάστασιν κατε
φαίνοντο, ἐδόκουν δὲ τοῖς πολλοῖς προκατειλημμένοι
τὰς γνώμας καὶ κατὰ τοῦ ἀποιχομένου μηνίοντες οἷς
ὅτι ἡ μὲν εἰς τὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου φρούριον σύν
αμα παιδὶ τῇ τοῦ Ραούλ γυναικὶ ἐξωρίζετο, ἐπαύque urgens, quo etiam per se ultro ipse Andronicus
propendebat, ut quæcunque nuper circa pacem
Ecclesiarum convenissent rescinderet irritaque
redderet, profitens se invitum patris auctoritate ad
ea probanda tractum nunc damnare infectumque
velle quod perperam egisset, atque adeo Ecclesiæ
proceribus qui contraria sentirent pœnitentem se
subjicere, exhibereque paratum ad pœnas omnes
subeundas quascunque in expiationein tanti criminis
præscribere ipsi voluissent. In hanc ille sententiam concessit, statimque aggressus adversantium
paci delinire infensas in se voluntates, allegavit eis
assentabundus et supplex esse eur miseratione ipsis
et venia dignandus videri posset suus lapsus, qui
uen tam volens aut sustinere sese valens cecidisset, quam subsidente deorsum absor; tus in præceps terra voragine quadam haustus esset. Nam
fidem papæ datanı diplomatibus Aurea Bulla munitis, quibus subscribere post patrem nequivisset
[P. 7] Ως γοῦν ἡ τῶν Χριστοῦ Γενεθλίων προσ
ήλαυνεν ἑορτὴ, καὶ ἔδει μὲν, ὡς εἴθιστο, προελθεῖν
βασιλέα, ἔδει δὲ καὶ τὴν μυστικὴν ἐν ἀνακτόροις
ἱερουργίαν τελεῖσθαι, καὶ ἡ μὲν προέλευσις κατὰ
δείγμα λύπης, κάτω που τοῦ βασιλέως ἱσταμένου,
οὐκ ἐγεγόνει, τὰ δὲ τῆς μυστικῆς ἱερουργίας ἠπράκτει, μή πως καὶ ὁ εἰς πατριάρχην ἔτι τελῶν μνησ
μονεύοιτο. Ο δὴ κἀκεῖνοι μὲν ἐπείλυον τέως αἰτίας
πλαττόμενοι, δῆλοι δ᾽ ἦσαν ἄλλοις τὰ μὴ ὄντα προ
φασιζόμενοι. Η γὰρ Εὐλογία νόμῳ μὲν συμπαθείας
ἀθρήνει τὸν ἀποιχόμενον, τὸ δὲ πλέον θρηνεῖν προς
Αποιεῖτο τὴν τοῦ ἀδελφοῦ διὰ τὸ χθὲς γεγονὸς ἐξιπώ
mum perturbatæ, ut aiebant, his novitatibus Ecclesiæ, non fallebat tamen plerosque rerum transactarum memores et prudentes æstimatores actionum
humanarum, indulgere in hoc utrumque horum iræ
odioque in mortuuin Augustum propriis, cujus actis
rescindendis et memoria foedanda ulcisci studebant,
Eulogia quidem exsilium quod ejus juss» pertule -
rat, in arcem Sancti Gregorii ab illo cum filia Raulis
uxore relegata, prætereaque ejectionem Mariæ alterius filiæ e regno Bulgariæ, Theodorus vero Muzalon atrox probrosumque supplicium fustuaril, quod
sub oculis imperantis Michaelis fratris Leonis manu
pertulerat in pœnam recusatæ ad Italos legationis.
Gæterum ambo in patriarcham haud dubie fremebant, cique jam non dissimulanter exitium minabantur, auctorem eum sibi ferentes malorum omnium quæ ex odio in ipsos Augusti defuncti redandassent.
ipse recusare, tum juramenta istis addita, 15 cx- 5. Ut imperator Vecco dimissa se Josepho adjunxerit.
teraque acta circa học negotium pacis Ecclesiaru:n
ntrin que solemnitate tanta stipulate, num minus
incluctabilem putarent habuisse ad se pertrahendum vim quam subito casu dehiscens solum ad
quamvis molem, quæ supra steterit, ruina tristissima sternendam? Ignoscerent igitur pro communi
humanitate, ac sublevandum venia censerent se,
non tam infirmitate prolapsum propria quam aliena
propulsione, cui resistere haud potuerit, dejectumi
in ſoveam. Ad hanc Andronicus profitendæ præter.
itorum pœnitentiæ humilitatem descendit, auctoribus maxime Eulogia et Theodoro Muzalone; qui
quamvis præ se ferebant incitari se ad ea suadenda
zelo religionis et studio reponendæ in statum optiIgitur illucescente anniversaria die Christi Domini
Natali, cum illo festo de more oporteret pro:lire
Augustom et mysticnm sacrificium in 16 sacra æde
palatina ritu solemni celebrari, nentrum horum est
factum. Ac exitus quidem domo et progressus in
publicum tali die omissi ab Augusto causa uteunque plausibilis ferebatur luctus ejus ex recenti pa -
tris morte, ob quam adhuc consternatus sederet
mærens et lucis fugitans imis in conclavibus domus
Augustæ. Omissa mysticæ oblationis vera erat ratio
Quicunque illam ii quos petebat suspicio, negabant,
vanos alios comminiscentes prætestus), vera, inquam, erat ratio, ne patriarchæ, quem novus Augustus exauctorari volebat, necesse esset in palatiuo
συνάμα δ’ ἄμφω τὰς αἰτίας πρὸς τὸν πατριαρχοῦντα ἀνάγοντες, δεινὸν κατ’ ἐκείνου ὡς δόξαντος τὴν αἰτίαν εἰληφέναι τῆς ἐπ’ ἐκείνους ἀγανακτήσεως. 3. Ὡς γοῦν ἡ τῶν Χριστοῦ γενεθλίων προσήλαυνεν ἑορτή, καὶ ἔδει μέν, ὡς εἴθιστο, προελθεῖν βασιλέα, ἔδει δὲ καὶ τὴν μυστικὴν ἐν ἀνακτόροις ἱερουργίαν τελεῖσθαι, καὶ ἡ μὲν προέλευσις κατὰ δεῖγμα λύπης, κάτω που τοῦ βασιλέως ἱσταμένου, οὐκ ἐγεγόνει, τὰ δὲ τῆς μυστικῆς ἱερουργίας ἠπράκτει, μή πως καὶ ὁ εἰς πατριάρχην ἔτι τελῶν μνημονεύοιτο. ὃ δὴ κἀκεῖνοι μὲν ἐπείλυον τέως αἰτίας πλαττόμενοι, δῆλοι δ’ ἦσαν ἄλλοις τὰ μὴ ὄντα προφασιζόμενοι. ἡ γὰρ Εὐλογία νόμῳ μὲν συμπαθείας ἐθρήνει τὸν ἀποιχόμενον, τὸ δὲ πλέων θρηνεῖν προσεποιεῖτο τὴν τοῦ ἀδελφοῦ διὰ τὸ χθὲς γεγονὸς ἐξαπώλειαν, καὶ τὴν Αὐγοῦσταν θρηνοῦσαν τὸν σύζυγον ἐν οὐ καλαῖς περὶ ἐκεῖνον ἐλπίσιν ἐποίει, ὡς οὐδὲν ἐντεῦθεν τοῦ ὑπὲρ ἐκείνου πραχθησομένου, κἂν ὅ τι καὶ ᾖ, βοηθήσοντος. ὅθεν καὶ τοῖς πατριάρχαις συνελθοῦσι κατὰ παραμυθίαν ἐκείνη κατώδυνος οὖσα τὸ ποιητέον ὑπὲρ τῆς ἐκείνου ψυχῆς ἐπυνθάνετο.
(
12
GEORGI PACHYMERE
20
ἣν θυγατέρα ταύτης καὶ Βουλγάρων δέσποιναν δ
λόγος προϊδείκνυ, ὁ δὲ ζηλοῦν δόξας καὶ τὴν εἰς
Ἰταλούς πρεσβείαν ἀποποιούμενος ἐνί γε καὶ μόνῳ
εἰς τιμωρίαν ἀλλακτῇ τῷ αὐταδέλφῳ ἐχρήσατο
Λέοντι τὰς ἐπιφορὰς τῶν ῥάβδων δεχόμενος. Σύναμα
δ᾽ ἄμφω τὰς αἰτίας πρὸς τὸν πατριαρχοῦντα ἀνάγον·
τες, δεινὸν κατ' ἐκείνου ὡς δόξαντος τὴν αἰτίαν είληφέναι τῆς ἐπ' ἐκείνους ἀγανακτήσεως.
γ'. "Οπως ὁ βασιλεὺς τὴν Βέκκον ἀφίει καὶ τῷ
Ἰωσὴς προσετίθετο.
αὐτοῦ θεία ἡ Εὐλογία βουλὰς εἰσάγουσα πιθανάς, ξοντος καὶ τοῦ κατὰ τὴν Μαρίαν συμβάντος τὰ ἔχθος,
καὶ τὰ πολλὰ κατεπείγουσα καὶ ἄλλως παρακεκινης
μένον ἐξ ἑαυτοῦ τὸν κρατοῦντα τὰ χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἀναλαμβάνειν καὶ τοῖς σχιζομένοις ἀπολογεῖσθαι,
ὡς παρά γνώμην τῷ πατρὶ συμπράξοι καὶ ὡς κατα
γνοίη τῆς πράξεως, ὡς ὑπ' αὐτοῖς ὅλον γενέσθαι, κάν
τι δικαιοῖεν ἐκεῖνοι παθεῖν αὐτὸν, ἑτοίμως ὑπέχειν
τὰς δίκας ὡς ἁμαρτήσαντα. Καὶ τῷ μὲν οὕτως ἐδό
και, ὑποποιουμένῳ τὰς γνώμας τῶν σχιζομένων,
ὥσπερ ἂν εἰ ἀνεῤῥωγότος βοθύνου ἐξαπιναίως πεσὼν
ἐζήτει παρ' ἐκείνων ἀναλαμβάνεσθαι. Αἱ γὰρ διὰ
Χρυσοβουλλείων λόγων πίστεις καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς ὅρο
κοι, καὶ ὅσ' ἄττα ξυμβεβήκει τοῖς βασιλεύουσιν, αὐτῷ
δηλονότι καὶ τῷ πατρὶ, εἰς τὴν τῆς τελεσθείσης
εἰρήνης βεβαίωσιν, οὐκ ἀπεοικὸς πρὸς βοθύνους ἔχειν
καὶ φάραγγας παρ' αὐτῷ, οἷς ὀλίσθῳ γνώμης ἐμπε. Η
σεῖν ᾤετο. Οἱ δέ γε πρὸς τοῦτο παρακινοῦντες (ή
Εὐλογία οὗτοι καὶ ὁ Μουζάλων Θεόδωρος) έῴκεσαν
μὲν καὶ κινουμένοις εἰς ζῆλον διὰ τὰ πραχθέντα, και
γε ζητοῦντες τὴν τῆς Ἐκκλησίας κατάστασιν κατε
φαίνοντο, ἐδόκουν δὲ τοῖς πολλοῖς προκατειλημμένοι
τὰς γνώμας καὶ κατὰ τοῦ ἀποιχομένου μηνίοντες οἷς
ὅτι ἡ μὲν εἰς τὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου φρούριον σύν
αμα παιδὶ τῇ τοῦ Ραούλ γυναικὶ ἐξωρίζετο, ἐπαύque urgens, quo etiam per se ultro ipse Andronicus
propendebat, ut quæcunque nuper circa pacem
Ecclesiarum convenissent rescinderet irritaque
redderet, profitens se invitum patris auctoritate ad
ea probanda tractum nunc damnare infectumque
velle quod perperam egisset, atque adeo Ecclesiæ
proceribus qui contraria sentirent pœnitentem se
subjicere, exhibereque paratum ad pœnas omnes
subeundas quascunque in expiationein tanti criminis
præscribere ipsi voluissent. In hanc ille sententiam concessit, statimque aggressus adversantium
paci delinire infensas in se voluntates, allegavit eis
assentabundus et supplex esse eur miseratione ipsis
et venia dignandus videri posset suus lapsus, qui
uen tam volens aut sustinere sese valens cecidisset, quam subsidente deorsum absor; tus in præceps terra voragine quadam haustus esset. Nam
fidem papæ datanı diplomatibus Aurea Bulla munitis, quibus subscribere post patrem nequivisset
[P. 7] Ως γοῦν ἡ τῶν Χριστοῦ Γενεθλίων προσ
ήλαυνεν ἑορτὴ, καὶ ἔδει μὲν, ὡς εἴθιστο, προελθεῖν
βασιλέα, ἔδει δὲ καὶ τὴν μυστικὴν ἐν ἀνακτόροις
ἱερουργίαν τελεῖσθαι, καὶ ἡ μὲν προέλευσις κατὰ
δείγμα λύπης, κάτω που τοῦ βασιλέως ἱσταμένου,
οὐκ ἐγεγόνει, τὰ δὲ τῆς μυστικῆς ἱερουργίας ἠπράκτει, μή πως καὶ ὁ εἰς πατριάρχην ἔτι τελῶν μνησ
μονεύοιτο. Ο δὴ κἀκεῖνοι μὲν ἐπείλυον τέως αἰτίας
πλαττόμενοι, δῆλοι δ᾽ ἦσαν ἄλλοις τὰ μὴ ὄντα προ
φασιζόμενοι. Η γὰρ Εὐλογία νόμῳ μὲν συμπαθείας
ἀθρήνει τὸν ἀποιχόμενον, τὸ δὲ πλέον θρηνεῖν προς
Αποιεῖτο τὴν τοῦ ἀδελφοῦ διὰ τὸ χθὲς γεγονὸς ἐξιπώ
mum perturbatæ, ut aiebant, his novitatibus Ecclesiæ, non fallebat tamen plerosque rerum transactarum memores et prudentes æstimatores actionum
humanarum, indulgere in hoc utrumque horum iræ
odioque in mortuuin Augustum propriis, cujus actis
rescindendis et memoria foedanda ulcisci studebant,
Eulogia quidem exsilium quod ejus juss» pertule -
rat, in arcem Sancti Gregorii ab illo cum filia Raulis
uxore relegata, prætereaque ejectionem Mariæ alterius filiæ e regno Bulgariæ, Theodorus vero Muzalon atrox probrosumque supplicium fustuaril, quod
sub oculis imperantis Michaelis fratris Leonis manu
pertulerat in pœnam recusatæ ad Italos legationis.
Gæterum ambo in patriarcham haud dubie fremebant, cique jam non dissimulanter exitium minabantur, auctorem eum sibi ferentes malorum omnium quæ ex odio in ipsos Augusti defuncti redandassent.
ipse recusare, tum juramenta istis addita, 15 cx- 5. Ut imperator Vecco dimissa se Josepho adjunxerit.
teraque acta circa học negotium pacis Ecclesiaru:n
ntrin que solemnitate tanta stipulate, num minus
incluctabilem putarent habuisse ad se pertrahendum vim quam subito casu dehiscens solum ad
quamvis molem, quæ supra steterit, ruina tristissima sternendam? Ignoscerent igitur pro communi
humanitate, ac sublevandum venia censerent se,
non tam infirmitate prolapsum propria quam aliena
propulsione, cui resistere haud potuerit, dejectumi
in ſoveam. Ad hanc Andronicus profitendæ præter.
itorum pœnitentiæ humilitatem descendit, auctoribus maxime Eulogia et Theodoro Muzalone; qui
quamvis præ se ferebant incitari se ad ea suadenda
zelo religionis et studio reponendæ in statum optiIgitur illucescente anniversaria die Christi Domini
Natali, cum illo festo de more oporteret pro:lire
Augustom et mysticnm sacrificium in 16 sacra æde
palatina ritu solemni celebrari, nentrum horum est
factum. Ac exitus quidem domo et progressus in
publicum tali die omissi ab Augusto causa uteunque plausibilis ferebatur luctus ejus ex recenti pa -
tris morte, ob quam adhuc consternatus sederet
mærens et lucis fugitans imis in conclavibus domus
Augustæ. Omissa mysticæ oblationis vera erat ratio
Quicunque illam ii quos petebat suspicio, negabant,
vanos alios comminiscentes prætestus), vera, inquam, erat ratio, ne patriarchæ, quem novus Augustus exauctorari volebat, necesse esset in palatiuo
PG 144:21καὶ πρώτως ἔδειξεν ἐκείνη τοιαῦτ’ ἐρωτῶσα τὸ παρὰ τοῦ βασιλέως βυσσοδομευόμενον. ἐκεῖνος γὰρ καὶ νύκτας ὅλας παρὰ Ἰωσὴφ ἴαυε, καὶ ἀνάγειν ἐπειρᾶτο οὕνεκα σμικρᾶς πνοῆς νέκυν τὸ σύνολον ὄντα. ὡς δ’ οἱ περὶ ἐκεῖνον ἐκ τοῦ παραχρῆμα πεισθέντες μόνον οὐ κατήπειγον τὴν ἀνάβασιν, οἱ μὲν ὡς ἄν γε τὰ τῆς ἐκκλησίας δῆθεν καταστήσωσι πράγματα τοῦ κατὰ τὸν πάπαν λυθέντος σκανδάλου, οἱ δὲ ὡς ἂν καὶ πλεῖον τοῦ εἰκότος κατεπαρθεῖεν καί γ’ ἀνακαθάρσεις μὲν ἐκκλησίας, ἀπομόρξεις δ’ ἐκείνων καὶ ἱερῶν ἄλλων, ἐπιτιμήσεις δὲ καὶ κολάσεις τῶν τῆς ἐκκλησίας πείθοντες πατριάρχην τελέσειαν (ἦσαν δ’ οὗτοι καὶ μᾶλλον ὁ Γαλησιώτης τε Γαλακτίων καὶ ὁ Μελέτιος, ὃς καὶ ἅγιος, ὁ ἐν τῇ μονῇ τοῦ ἁγίου καὶ δικαίου Λαζάρου κείμενος, ὧν ὁ μὲν στέρησιν ὀμμάτων ὁ δ’ ἐκτομὴν γλώττης πέπονθεν, ἐπ’ αἰτίαις ὁ μὲν ψεύδους, ὡς ἴδοι βασιλέα λέγων ἀζύμοις εἰς ἁγιασμὸν χρώμενον, τὴν ἀνατολὴν διερχόμενος, ὁ δ’ ὕβρεως, Ἰουλιανὸν ἄλλον τὸν βασιλέα εἰπὼν κατὰ πρόσωπον), ὁ βασιλεὺς ἔνθεν μὲν ἀποστέλλων τὸν πατριαρχοῦντα Ἰωάννην τὴν ἐκείνου ἀπελογεῖτο παρόρασιν, ὡς βίᾳ καὶ ἐξ ἀνάγκης γεννησομένην.
21
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB I.
22
λειαν, καὶ τὴν Αὐγούσταν θρηνοῦσαν τὸν σύζυγον ἐν καὶ ἱερῶν ἄλλων, ἐπιτιμήσεις δὲ καὶ κολάσεις τῶν
οὐ καλαῖς περὶ ἐκεῖνον ἐλπίσιν ἐποίει, ὡς οὐδὲν ἐν
τεῦθεν τοῦ ὑπὲρ ἐκείνου πραχθησομένου, καν ὅ τι
καὶ ᾖ, βοηθήσοντος. Οθεν καὶ τοῖς πατριάρχαις·
συνελθοῦσι κατὰ παραμυθίαν ἐκείνη κατώδυνος οὖσα
τὸ ποιητέον ὑπὲρ τῆς ἐκείνου ψυχῆς ἐπυνθάνετο,
Καὶ πρώτως ἔδειξεν ἐκείνη τοιαῦτ' ἐρωτῶτα τὸ παρά
τοῦ βασιλέως βυσσοδομευόμενον. Ἐκεῖνος γὰρ καὶ
νύχτας ὅλας παρὰ Ἰωσὴφ ἴανε, καὶ ἀνάγειν ἐπειμᾶτο ούνεκα σμικρᾶς πνοῆς νέκυν τὸ σύνολον ὄντα,
Ως δ' οἱ περὶ ἐκεῖνον ἐκ τοῦ παραχρῆμα πεισθέντες
μόνον οὐ κατήπειγον τὴν ἀνάβασιν, οἱ μὲν ὡς ἄν γε
τὰ τῆς Ἐκκλησίας δῆθεν καταστήσωσι πράγματα
τοῦ κατὰ τὸν πάππαν λυθέντος σκανδάλου, οἱ δὲ ὡς
ἂν καὶ πλεῖον τοῦ εἰκότος κατεπαρθεῖεν καί γ' ἀνακαθάρσεις μὲν ἐκκλησίας, ἀπομόρξεις δ᾽ ἐκείνων
•
τῆς ἐκκλησίας πείθοντες πατριάρχην τελέσειαν (ἦσαν
δ' οὗτοι καὶ μᾶλλον ὁ Γαλητιώτης τε Γαλακτίων καὶ
ὁ Μελέτιος, ὃς καὶ ἅγιος, ὁ ἐν τῇ μονῇ τοῦ ἁγίου
καὶ δικαίου Λαζάρου κείμενος, ὧν ὁ μὲν στέρησιν
ὀμμάτων, ὁ δ᾽ ἐκτομὴν γλώττης πέπονθεν, ἐπ᾿ αἰ
τίαις ὁ μὲν ψεύδους, ὡς ἴδοι βασιλέα λέγων ἀζύμοις
εἰς ἁγιασμὸν χρώμενον, τὴν ἀνατολήν διερχόμενος,
ὁ δ᾽ ὕδρεως, Ἰουλιανὸν ἄλλον τὴν βασιλέα εἰπὼν
κατά πρόσωπον), ὁ βασιλεὺ; ἔνθεν μὲν ἀποστέλλων
τὸν πατριαρχοῦντα Ιωάννην τὴν ἐκείνου ἀπελογεῖτο
παρόρασιν, ὡς βίᾳ καὶ ἐξ ἀνάγκης γεννησομένην.
| 8] Τὸ γὰρ ἐκ πολλῶν σκάνδαλον ἀναζεῖν πεῖθον
καὶ τὴν εὔνουν ἀποστατεῖν, αὐτὸν δὲ νέον εἰς ἀρχὴν
καθιστάμενον ἀνάγκην ἔχειν τὸ ἀναρμοῦν καταστέλλειν καί γε τὰς γνώμας, καθόσον ἔστι, τῶν ὑποδεξη
Josephi familiarium flagrantia ejus restitutionis
desideria ægre ac tandem ipsius quoque debilissimi
senis assensus accessisset, statim omnes arrectis
animis factionis pacem Latinam non probantis
antesignani ultro instare apud Andronicum vehementissime, ne quam moram tam salubri ac necessario, ut aiebant, consilio interponeret. In qua
communi opera negotii urgendi suas quique diversas spes et vota variis affectibus consentanea
sequebantur. Quorumdam hic unus scopus erat.
restituere in pristinum statum res Ecclesiæ amoto
papæ agniti scandalo. Alii hoc minime contenti
spes immoderatius tollebant, efferreque sese justo
altius meditabantur, destinantes jam tum expiationes Ecclesiæ tanquam recentibus actis pollutæ,
purificationes imaginum et rerum sacrarum aliarum, denique pœnas graves in ecclesiasticos qui
pacem procurassent aut in eain consensissent, ea
se omnia persuasuros Josepho, si eum patriarcham
iterum haberent, confidentes. Talia præ cæteris
mente versabant Galesiota, Galactio et Meletius, qui
et sanctus vocabatur, in monasterio sancti et justi
Lazari residens. Quorum ille quidem excæcationem,
hic vero linguæ abscissionen passus erat, in pœnam posterior quidem mendacii quo temere affirmaveral a se per Orientem peregrinante visum
alicubi Michaelem Augustum azymis utentem in
templo recitari nomen inter sacra, et sic eunı in
novo quoque principatu tenere possessionem primi
honoris Erat et aliud quod contrariarum Augusto
defuncto principes partium ista liturgiarum in æde
saera palatina intermissione sequebantur, id videlicet agentes ut fraudaretur interim piacularibus
officiis ac sacris anima principis, et sic ei quasi
mortuo in hæresi atque anathemate suffragia Ecclesiæ, ut inutila irrevocabiliter damnato, denegari
putarentur. Hanc enim palam inurere conabatur
ignominiam Eulogia memoriæ fratris exosi, artifici
pictate speciem affectans moeroris ultra sororiæ
necessitudinis modum exaggerati, quasi quæ non
temporarium corporis solum, sed æternum præterea
interitum animi Tartaro irreparabiliter addicti
flere in germano videri vellet. Quem etiam in
sensum pertrahere viduam Augustam, et nil ei
sperandum de sempiterna salute viri sui mortui
persuadere conata est, præfracte denuntians, quidquid precum aut piaculorum vel adhiberet ipsa vel
impendi ab aliis curaret ad purgandam animam
imperatoris defuncti, frustra omnia fore. Nec parvam ea vox curæ ac doloris accessionem imperatrici
scilicet obtulit. Unde illa antia, cum decessor successorque patriarchatus ad eam simul consolandam
convenissent, utrumque moestissima interrogavit
quid sibi faciendum præscriberent quo juvari anima
conjugis posset. Atque hæc percontatio Auguste perceptione Eucharistiæ, prior autem contumelize
non ad Joannem duntaxat tunc unum patriarcham,
verum ad Josephum etiam dudum ista dignitate
defunctum directa primum indicium exstitit machinationum Andronici arcanarum, restituere patriar
chali throno Josephum molientis, siquidem 17
ille (quod non erat ignotum Augustæ) magnopere
nitebatur adducere Josephum decrepita ætate vix
spirantem ad denuo capessendum Ecclesiæ regimen,
atque hoc ut seni moribundo persuaderet replicatis
sine fine instantiis, totas apud eum exigebat noctes,
in quo illum partiarii Josephi, schismatis duces,
non perfunctorie juvabant, quippe ad quorum rationes et spem rescindendi negotii concordiæ peraccommodatum id ipsis jure videretur. Ergo cum ad
verbo illatæ, imperatori ausus in os improperare
esse illum alterum Julianum apostatam. Cæterum
Andronicus imperator, quam his de causis niolicbatur Vecci depositionem quam minima vi posset
ac strepitu administrare volens, diligenter apud
ipsum excusavit per certos ad hoc allegatos homines, nullo se ad hoc consilium ejus contemptu aut
odio impelli, sed periculo reipublicæ et mera necessitate 18 firmandi novi principatus. Nam effervescere nunc quam unquam æstuosius sopita patre
vivente studia partium paci constitutæ adversarum,
adeoque invalescere scandalum, ut bonos etiam et
natura placidos, nedum impotentes ac præfractos,
resilire ac rebellare palam cogat. Abunde magnis
PG 144:24τὸ γὰρ ἐκ πολλῶν σκάνδαλον ἀναζεῖν πεῖθον καὶ τὸν εὔνουν ἀποστατεῖν, αὐτὸν δὲ νέον εἰς ἀρχὴν καθιστάμενον ἀνάγκην ἔχειν τὸ ἀνορμοῦν καταστέλλειν καί γε τὰς γνώμας, καθόσον ἔστι, τῶν ὑποδεξομένων ἐξημεροῦν. πολλοὺς δ’ ἀκούειν σχίζεσθαι καὶ μεγάλους προφασιζομένους τὴν τοῦ Ἰωσὴφ ἀναχώρησιν καὶ τὸ σκάνδαλον ὃ δὴ πρωϊζὰ ξυνέβη, οὓς παρορᾶν μηδ’ ὅλως ξυμφέρειν νεωστὶ μοναρχοῦντι. καὶ δὴ καὶ ἐπ’ αὐτῷ γε μεγίστην πληροφορίαν ἔχειν ἀγάπης ἧς ᾔδει τῆς ἀπ’ ἐκείνου πρὸς ἑαυτόν, μὴ μόνον πατριάρχου τιμὴν ἀλλά γε δὴ καὶ ζωὴν αὐτὴν ὑπὲρ τοῦ βασιλέως προεῖσθαι καὶ τῆς ἐκείνου συστάσεως. ἄλλως μέντοι μηδὲ χολᾶν ἀξιῶν, αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἀγάπην ἣν ᾔδει καὶ τὴν τιμὴν ἕξοντα παρ’ αὐτοῦ, εἰ καὶ ἄλλος τῆς ἐκκλησίας προστήσεται. καὶ ταῦτα μὲν πέμπων τὸν Μελιτηνιώτην χαρτοφύλακα καὶ ἀρχιδιάκονον θερμῶς τὴν ἀνάγκην ἀπελογεῖτο, ἐκεῖθεν δὲ συνδιανυκτερεύων τῷ Ἰωσὴφ καὶ τοῖς περὶ ἐκεῖνον τὴν εἰς τὸ πατριαρχεῖον προκαθίστα ἀνάβασιν. 4.
PG 144:26Ὁ μὲν οὖν Ἰωάννης καὶ ἄλλως εὐθὺς ὤν, ἔτι δὲ καὶ τῆς τοῦ πατριάρχου τιμῆς ἐπικόρως ἔχων, ὡς πολλάκις καὶ λέγων καὶ πράττων ἔδειξεν, ἐλπίζων δὲ καί τι γενέσθαι τῶν ἀγαθῶν ἐκ τῆς τοῦ Ἰωσὴφ ἀναβάσεως (τὰ γὰρ ξυμβάντα οὐκ ἂν πάντως ξυνέβη ζῶντος ἐκείνου, ὡς ἐκ πολλῶν ἔστιν ὑπονοεῖν), διὰ ταῦτα ἕτοιμος μὲν ὢν ἐκεῖνος κατὰ τὴν Χριστοῦ ἑορτὴν λειτουργεῖν, ἕτοιμος δὲ καὶ περὶ τῆς τοῦ ἀποιχομένου κατὰ τὸ εἰκὸς μνήμης φροντίζειν, ἀφεὶς τὰ πάντα τῇ ὑστεραίᾳ τῆς ἑορτῆς κάτεισι, καὶ τῇ τῆς Παναχράντου μονῇ φέρων ἑαυτὸν δίδωσι, ζητήσας παρὰ βασιλέως καὶ τοὺς ἀπάξοντας, πρόφασιν μὲν ὡς ὑπερασπιοῦντας, ἤν τις τῶν τοῦ κλήρου ἀπαιδεύτως ἐπ’ ἐκεῖνον ὁρμῴη, τῷ δὲ βαθυτέρῳ σκοπῷ τὴν τοῦ λειποταξίου ἐκφεύγων κατηγορίαν, ὡς ἐκεῖνος ᾤετο, παρὰ θεῷ κρίνοντι. καὶ ταῦτα μὲν ἐπράττετο εἰκοστῇ ἕκτῃ μηνὸς Σκιρροφοριῶνος·
[] τοῦ δ’ αὐτοῦ μηνὸς μετὰ τὴν τριακοστὴν τὸ πρὸς ἑσπέραν ἐντεθεὶς λίκνῳ ὁ Ἰωσήφ, μόνον οὐκ ἄπνους, πολλῶν παρ’ ἑκάτερα παρεπομένων καὶ ἐπευφημούντων τὰ προπεμπτήρια, ἐφ’ ὕμνοις καὶ κρότοις ἀνθρώπων, ἔτι δὲ καὶ τῶν τῆς ἐκκλησίας συνακτηρίων κωδώνων, εἰς τὸ πατριαρχεῖον ἀνάγεται. οἱ δὲ τοῦ κλήρου μόλις τὴν ἑσπερινὴν ὑμνῳδίαν καθ’ ἑαυτοὺς ἐκτελέσαντες, ἐπεὶ ὄρθρος ἦν καὶ πρὸς τὴν ἐκκλησίαν ἀπήντων κατὰ τὸ σύνηθες, σφίσιν ἑαυτοῖς ἄβατον τὸν ναὸν κατενόουν, ὡς μηδὲ σημάντροις καὶ κώδωσιν ἠθροισμένοι· ὡς δὲ καὶ τὴν αἰτίαν ἐμάνθανον, προστεταγμένον μηδ’ εἰσιτητὸν εἶναι εἰς ἐκκλησίαν ἐκείνοις θεοῦ, ἔξω που στάντες καὶ τὰ τῆς εὐχῆς ἐκτελέσαντες (τὸ γὰρ τῆς ἑορτῆς περιφανὲς καὶ παραβαίνειν τὰ σφίσιν δοκοῦντα ἔπειθον τοὺς τοῦ κλήρου) τέλος ἐπὶ τῶν οἰκιῶν καθεσθέντες ἐκαραδόκουν τὸ μέλλον, καὶ τί δεῖ νοεῖν τοῖς παραγεγονόσι τὸ πρόσταγμα.
ἐπέφωσκεν ἡ ἡμέρα, καὶ οἱ μὲν ἐπιβατηρίους εὐχὰς ἐσχεδίαζον ὡς ἐπὶ τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ καθαίρεσθαι προσδοκῶντες, οἱ δὲ ἐτέλουν ἁγιασμοὺς τοὺς δι’ ὕδατος, καὶ πρόστωα καὶ ἐξώστωα ἀναστήματά τε καὶ κίονες, ἀλλὰ καὶ τίμιαι εἰκόνες τοῦ μεγίστου νεὼ διὰ τῆς τοῦ ὕδατος ἐπιρραντίσεως ἡγιάζοντο. διήρχετο τοίνυν τυφλῷ ποδὶ χειροκρατούμενος ὁ Γαλακτίων καὶ ἐπερράντιζε, καὶ τό, ὡς ἐκείνοις ἐδόκει, μύσος τῶν σεβασμίων εἰκόνων ὑπ’ αὐτοῖς ἀπεκαθαίρετο ἁγιάζουσιν. ἐζήτουν δὲ καὶ οἱ ὁρῶντες ἀπολυμαίνεσθαι, [] καὶ δὴ ἄλλα μὲν λαϊκοῖς ἄλλα δὲ ἱερωμένοις ἐσχεδιάζοντο ἐπιτίμια. καὶ τὰ μὲν τῶν λαϊκῶν μέλον ἦν ἐκτιθέναι τοῖς μοναχοῖς, καὶ ὡς σφίσιν ἐδόκει, πολλῶν καὶ ὀλίγων ἐτίμων τοῖς προσιοῦσιν, εἰ μὲν ἐπὶ μόνῃ ψαλμῳδίᾳ καὶ ἱεροῦ κλάσματος μεταλήψει τὰ τῆς κοινωνίας εἶχον, μετρίοις, εἰ δὲ καὶ ἐπὶ τῶν θείων δώρων μετοχῇ, ἐπιτιμῶντες τοῖς μείζοσιν. ἀρχιερεῦσι δέ γε καὶ κληρικοῖς, αὐτοὶ τῷ πατριάρχῃ ὑποβαλλόμενοι ἐκείνῳ προσανετίθουν τὰ πρόστιμα.
καὶ δὴ νοσοκομουμένου αὐτοὶ πράττοντες, ἔστι δ’ οὗ κἀκείνῳ τὰ τῆς ἰδίας προσανατιθέμενοι γνώμης, ἐν πολλοῖς ἑπομένῳ καὶ ἄκοντι, καθίστων τὴν ἐκκλησίαν ὡς σφίσι δέδοκτο. ποιναὶ γὰρ βαρεῖαι τοῖς κατά τι προστησομένοις εἵποντο. ὅθεν καὶ τοῦ ναοῦ πᾶσιν ἐγκεκλεισμένου, τῶν ἀρχιερέων προσελθόντων ἐφ’ ᾧ καὶ μαθεῖν ἐπὶ τίσιν αἰτίαις πράττοιεν ταῦτα, αὐτοὶ τὸν μὲν πατριάρχην προθέντες ἄψυχον οἷον φόρτον, τὸν δὲ μοναχὸν Γεννάδιον προστησάμενοι, τὰ φρίκης ἐκεῖνα πλήρη ἀπελογοῦντο, ὡς παρανενόμηται μὲν σφίσι τὰ μέγιστα, παραβέβασται δὲ τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον. ἐφ’ ᾧ καὶ δεινοπαθήσασι ταραχὴ καὶ θόρυβος ἐγεγόνει, καὶ κατεμέμφοντο τοῦ εἰπόντος, καί γε τοῦ πατριάρχου διεπυνθάνοντο εἰ αὐτοῦ θέλοντος λέγοιντο ταῦτα. ὁ δὲ ἀπέσκωπτε τὸν εἰπόντα, καὶ ὡς οἷόν τε τὰ παριστάμενα προσωμάλιζε. τέλος ἐκτιθεῖσι γνώμην τοῦ πατριάρχου καὶ ἐπ’ ἐκκλησίας ἀναγινώσκουσιν, ἀρχιερεῦσι μὲν καὶ κληρικοῖς τρίμηνον καιρὸν προστιμῶντες, λαϊκοῖς δὲ κατὰ τὸ μέτρον τῆς κοινωνίας, πλὴν ἐπ’ ἔλαττον τὰ τῶν ἐπιτιμημάτων τάττοντες.
PG 144:27τοῖς δέ γ’ ἀρχιδιακόνοις, τῷ τε Μελιτηνιώτῃ φημὶ καὶ τῷ Μετοχίτῃ, ὅτι πρέσβεις ἐκπεμφθέντες πρὸς βασιλέως ξυνῆλθον τῷ πάπᾳ λειτουργοῦντι καί γε συνίσταντο, ἐπείπερ καὶ ἐνταῦθα οἱ ἀμφὶ τὸν Παράστρον Ἰωάννην φρέριοι, καὶ αὐτοὶ πρὸς τοῦ πάπα κατὰ πρεσβείαν σταλέντες, οὕτως ἔπραττον λειτουργοῦντος τότε τοῦ πατριάρχου Ἰωσήφ, καί γ’ ἀνεκτὸν ἐδόκει καὶ μηδὲν ἔχον πρόκριμα, ἀλλ’ ὅμως ἐπὶ τοιαύταις αἰτίαις ὡς παραβᾶσι τὰ μέγιστα τέλειαν ἐπῆγον καθαίρεσιν. 7. Εἶτα μηνὸς Ἑκατομβαιῶνος πέμπτης ὀψὲ ἱκανῶς τὸν ναὸν καθαγνίσαντες (ἤπειγε γὰρ ἡ τῶν θεοφανείων ἑορτὴ) εἰς κοινωνίαν τοῦ ψάλλειν τοὺς τῆς ἐκκλησίας παραλαμβάνουσι. καὶ δὴ τελεσθέντων τῶν ὕμνων, ἐπεὶ ἔδει καὶ τὴν τοῦ ἁγιάσματος γίνεσθαι τελετήν, συνέρχονται μὲν ἀμφὶ τὴν φιάλην τῆς ἐκκλησίας ἅμα μὲν ἐκεῖνοι ἅμα δὲ κληρικοὶ ἅμα δὲ καὶ λαός, ὅσοι τῶν Γραικῶν καὶ ὅσοι τῶν Ἰταλῶν, προϊστῶσι δὲ τὸν τυφλὸν Γαλακτίωνα τῆς τελετῆς ἔξαρχον, καὶ ὑπὸ πολλῷ καὶ δαψιλεῖ τῷ φωτί, δοθέντων κηρῶν καὶ αὐτοῖς Ἰταλοῖς, τὰ τῆς ἑορτῆς ἐτελοῦντο. καὶ οἱ μὲν ταῦτα, τοῦ βασιλέως, ὡς σφίσιν ἤρεσκε, πάνθ’ ὑφιέντος πράττειν.
27
GEORGII PACHYMERE
28
λιζε. Τέλος εκτιθεῖσι γνώμην τοῦ πατριάρχου καὶ Λ καὶ λαὸς, ὅσοι τῶν Γραικῶν καὶ ὅσοι τῶν Ἰταλῶν,
ἐπ' ἐκκλησίας ἀναγινώσκουσιν, ἀρχιερεῦσι μὲν καὶ
κληρικοῖς τρίμηνον καιρὸν προστιμῶντες, λαϊκοῖς δὲ
κατὰ τὸ μέτρον τῆς κοινωνίας, πλὴν ἐπ' ἔλαττον τὰ
τῶν ἐπιτιμημάτων τάττοντες. Τοῖς δέ γ' ἀρχιδιακόν
νοις, τῷ τε Μελιτηνιώτη, φημί, καὶ τῷ Μετοχίτη,
ὅτι πρέσβεις ἐκπεμφθέντες προς βασιλέως ξυνήλθον
τῷ πάππα λειτουργοῦντι καί γε συνίσταντο, ἐπείπερ
καὶ ἐνταῦθα οἱ ἀμφὶ τὸν Παράστρον Ιωάννην Φρέριοι, καὶ αὐτοὶ πρὸς τοῦ πάππα κατά πρεσβεία στα
λέντες, οὕτως ἔπραττον λειτουργοῦντος τότε τοῦ πα
τριάρχου Ιωσής, καί γ᾽ ἀνεκτὶν ἐδόκει καὶ μηδὲν
ἔχον πρόκριμα, ἀλλ' ὅμως ἐπὶ τοιαύταις αἰτίαις ὡς
παραβᾶσι τὰ μέγιστα τελείαν ἐπῆγον καθαίρεσιν.
ζ. Οπως καὶ πότε οἱ περὶ τὸν Ἰωσὴν εἰς κοινωνίαν παρεδέχοντο τοὺς τῆς ᾿Εκκλησίας.
Εἶτα μηνὸς Εκατομβαιώνος πέμπτης ἐμὲ ικανώς
τὸν ναὸν καθαγνίσαντες (ήπειγε γὰρ ἡ τῶν Θεοηνείων ἑορτὴ) εἰς κοινωνίαν τοῦ ψάλλειν τοὺς τῆς
Ἐκκλησίας παραλαμβάνουσι. Καὶ δὴ τελεσθέντων
τῶν ὕμνων, ἐπεὶ ἔδει καὶ τὴν τοῦ ἁγιάσματος γίνε
σθαι τελετήν, συνέρχονται μὲν ἀμφὶ τὴν φιάλην τῆς
ἐκκλησίας ἅμα μὲν ἐκεῖνοι, ἅμα δὲ κληρικοί, ἅμα δὲ
verbis et modis sedare turbas, et præsentia componere studuit. Tandem scripto conceperunt patriarchæ de his sententiam, et apud ecclesiam legerunt;
qua episcopis et clericis in trimestre suspensio in
fligebatur, laicis vero pro modo usurpale cum Latinis communionis congruæ, sigillatim ad minima
descendendo, indicebantur pœnæ. Archidiaconis vero
Meliteniotæ et Metochitar, quod legati ab imperatore
anissi celebranti missam 22 papæ adstiterant, quanquam pari modo se Constantinopoli Joannes Parastron et ejus socii Frerii a papa legati gesserant,
sacrum facienti patriarchæ tum Josepho et ipsi assistentes, quo removeri omne a tali facto crimen
plerisque videbatur, tamen eam ob causam, ut atrocissimi reis sccleris, perpetuam dignitatis amissionem irrogarunt.
7. Quomodo et quando qui Josephi nomine res administrabant, ecclesiasticos in communionen receperint.
προϊστῶσι δὲ τὸν τυφλὸν Γαλακτίωνα τῆς τελετής
ἔξαρχον, καὶ ὑπὸ πολλῷ καὶ δαψιλεῖ τῷ φωτὶ, δο
θέντων κηρῶν καὶ αὐτοῖς Ἰταλοῖς, τὰ τῆς ἑορτῆς
ἐτελοῦντο. Καὶ οἱ μὲν ταῦτα, τοῦ βασιλέως, ὡς σφίσ
σιν ήρεσκε, πάνθ' ὑφιέντος πράττειν. ὡς ἂν γοῦν
μόνον τὰ τῆς χθεσινής καταιγίδος καταστορεσθείεν,
ἧς χάριν δῆλος ἦν τοῖς ἀμφ' ἐκεῖνον πιστοῖς καὶ
πρότερον οδυνώμενος, τῷ πατρὶ συνάρχων τε καὶ
συμπράττων, εἰ καὶ μηδ' ὅλως ἀντιβαίνειν εἶχε, ταῖς
τοῦ καιροῦ δυσκολίαις ἀγχόμενος. Οἱ μὲν οὖν οὕτω
συμπαραλαβόντες καὶ τοὺς τοῦ κλήρου, άλλοι δέ γε
τοὺς Ἰταλοὺς ὁρῶντες ἱσταμένους μετὰ νηρῶν δι' εὓς
χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἡ ἐκκλησία καθαιρομένη υπ'
εὐχαῖς ἱλαστηρίοις (Ρ. 12] ἡνοίγετο, ὀνείρους ἐδ´χουν
ὁρᾷν τὰ τελούμενα. 'Αλλ' ὁ τότε καιρὸς ἐξ χώρες,
καὶ τοιαῦτα τέως επράττετο. Ο γάρ βασιλεύς, νούς
ὢν ἐκεῖνος φιληδῶν τῷ καλῷ, καὶ τῆς Ἐκκλησίας
εἰρήνης καὶ αὐτὴν ψυχὴν προϊέμενος, εφίει πολλ'
ἅττα καὶ παρὰ τὴν αὐτοῦ γνώμην γίνεσθαι, μόνῳ τῷ
τέλει πιστεύων, ἵν' εἴ πως ἐντεῦθεν ὁ λαὸς εἰρηνεύ
σειε τῶν τῆς διχοστασίας ἀπαμβλυνθέντων κέντρων.
Παρ' ἣν αἰτίαν καὶ σφίσιν ἐξεκεχώρητο πράττειν,
καὶ τὰ δεινὰ ἐφῆπται ὡς παραβεβηκόσι τοῖς κοινω
sum illum induluisse iis quæ tum Gerent, ipso etiam
pairi cooperante, norant familiares arcanorum ejus
conscii sensuum etsi eos palam non predebat, nec
obluctari contra quam probabat agentibus conabatur,
difficultatibus temporum constrictus. Porro tam
qui sic clericos in societatem sacræ functionis assumpserant, quam alii, Italos spectantes cum cercis
adstare, propter quos heri et nudius tertius ecclesia expiationibus subjecta vix tandem multa precum
piacularium recitatione patefacta fuerat, somnia se
videre, non res intueri quæ vere fierent, putabant.
Cæterum prius illud tempus finem acceperat, et
bac hactenus erant acta, 23 nequaquam propaganda in posterum. Nam imperatoris bono gaudens
animus, parati etiam Ecclesiæ paci procurandæ
vitam ipsam impendere, multa ista quæ diximus,
utcunque parum sibi probata, Geri siverat, unum
unice in scopum intuens restituendæ populo quietis, dissensionis hebetatis aculeis. Ea illi connivendi
Mensis inde Januarii quinta sub vesperam, cum causa fuit ad vexationes etiam iniquas, quales erant
templum satis purgassent (urgebat enim imminens
Theophaniorum festum), in communionen psallendi
ecclesiasticos assumunt. Absolutis vero hymnis,
quoniam oporteret et sanctificationis cæremoniam
peragere, conveniunt circa phialam ecclesiæ simul
illi, simul et clerici, una præterea populus, quotquot
Græci, quotquot Itali. Ante omnes statuunt cæcum
Galactionem cæremoniæ præsulem; et cum nutneroso et abundanti lumine, “datis etiam ipsoruin
unicuique Italorum cereis, quæ festi ritus poscebat
peragebantur. Hæc isti sic egerunt, imperatore ipsos
cuncta pro libito permittente facere, in eum solum
finem, ut quæ nupera illa tempestate turbata fuc
rant componerentur. Nam ea dum ferveret, offenhaud dubie subjicere piaculis gravibus, velut infandi compertos sceleris, eos qui Latinis communicare coacti fuerant; qui vel si rem in eo nefariam
fecissent, excusationem haberent culpæ, quam non
voluntate libera, sed adacti necessitate ineluctabili
conscivissent; cujus certe qualiscunque peccati alios
potius quosvis pœnas exegisse oportuerat, quam eos
ipsos qui principi tunc dominanti gratificantes vim
intulerant ad hoc ipsum faciendum, quod modo ut
crimen atrox inexorabiliter ultum ibant, qui uno sane
modo excusare poterant violentiam grassationis tunc
exercitæ, et piaculum quod alios ad malum adurgendo contraxerant a se deprecari, si se conjungerent iis quos insectabantur, et in pari aut in pejori
ὡς ἂν γοῦν μόνον τὰ τῆς χθεσινῆς καταιγίδος καταστορεσθεῖεν, ἧς χάριν δῆλος ἦν τοῖς ἀμφ’ ἐκεῖνον πιστοῖς καὶ πρότερον ὀδυνώμενος, τῷ πατρὶ συνάρχων τε καὶ συμπράττων, εἰ καὶ μηδ’ ὅλως ἀντιβαίνειν εἶχε, ταῖς τοῦ καιροῦ δυσκολίαις ἀγχόμενος. οἱ μὲν οὖν οὕτως συμπαραλαβόντες καὶ τοὺς τοῦ κλήρου, ἄλλοι δέ γε τοὺς Ἰταλοὺς ὁρῶντες ἱσταμένους μετὰ κηρῶν, δι’ οὓς χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἡ ἐκκλησία καθαιρομένη ὑπ’ εὐχαῖς ἱλαστηρίοις ἠνοίγετο, ὀνείρους ἐδόκουν ὁρᾶν τὰ τελούμενα. ἀλλ’ ὁ τότε καιρὸς ἐξεχώρει, καὶ τοιαῦτα τέως ἐπράττετο. ὁ γὰρ βασιλεύς, νοῦς ὢν ἐκεῖνος φιληδῶν τῷ καλῷ, καὶ τῆς ἐκκλησίας εἰρήνης καὶ αὐτὴν ψυχὴν προϊέμενος, ἠφίει πόλλ’ ἄττα καὶ παρὰ τὴν αὐτοῦ γνώμην γίνεσθαι, μόνῳ τῷ τέλει πιστεύων, ἵν’ εἴ πως ἐντεῦθεν ὁ λαὸς εἰρηνεύσειε τῶν τῆς διχοστασίας ἀπαμβλυνθέντων κέντρων.
27
GEORGII PACHYMERE
28
λιζε. Τέλος εκτιθεῖσι γνώμην τοῦ πατριάρχου καὶ Λ καὶ λαὸς, ὅσοι τῶν Γραικῶν καὶ ὅσοι τῶν Ἰταλῶν,
ἐπ' ἐκκλησίας ἀναγινώσκουσιν, ἀρχιερεῦσι μὲν καὶ
κληρικοῖς τρίμηνον καιρὸν προστιμῶντες, λαϊκοῖς δὲ
κατὰ τὸ μέτρον τῆς κοινωνίας, πλὴν ἐπ' ἔλαττον τὰ
τῶν ἐπιτιμημάτων τάττοντες. Τοῖς δέ γ' ἀρχιδιακόν
νοις, τῷ τε Μελιτηνιώτη, φημί, καὶ τῷ Μετοχίτη,
ὅτι πρέσβεις ἐκπεμφθέντες προς βασιλέως ξυνήλθον
τῷ πάππα λειτουργοῦντι καί γε συνίσταντο, ἐπείπερ
καὶ ἐνταῦθα οἱ ἀμφὶ τὸν Παράστρον Ιωάννην Φρέριοι, καὶ αὐτοὶ πρὸς τοῦ πάππα κατά πρεσβεία στα
λέντες, οὕτως ἔπραττον λειτουργοῦντος τότε τοῦ πα
τριάρχου Ιωσής, καί γ᾽ ἀνεκτὶν ἐδόκει καὶ μηδὲν
ἔχον πρόκριμα, ἀλλ' ὅμως ἐπὶ τοιαύταις αἰτίαις ὡς
παραβᾶσι τὰ μέγιστα τελείαν ἐπῆγον καθαίρεσιν.
ζ. Οπως καὶ πότε οἱ περὶ τὸν Ἰωσὴν εἰς κοινωνίαν παρεδέχοντο τοὺς τῆς ᾿Εκκλησίας.
Εἶτα μηνὸς Εκατομβαιώνος πέμπτης ἐμὲ ικανώς
τὸν ναὸν καθαγνίσαντες (ήπειγε γὰρ ἡ τῶν Θεοηνείων ἑορτὴ) εἰς κοινωνίαν τοῦ ψάλλειν τοὺς τῆς
Ἐκκλησίας παραλαμβάνουσι. Καὶ δὴ τελεσθέντων
τῶν ὕμνων, ἐπεὶ ἔδει καὶ τὴν τοῦ ἁγιάσματος γίνε
σθαι τελετήν, συνέρχονται μὲν ἀμφὶ τὴν φιάλην τῆς
ἐκκλησίας ἅμα μὲν ἐκεῖνοι, ἅμα δὲ κληρικοί, ἅμα δὲ
verbis et modis sedare turbas, et præsentia componere studuit. Tandem scripto conceperunt patriarchæ de his sententiam, et apud ecclesiam legerunt;
qua episcopis et clericis in trimestre suspensio in
fligebatur, laicis vero pro modo usurpale cum Latinis communionis congruæ, sigillatim ad minima
descendendo, indicebantur pœnæ. Archidiaconis vero
Meliteniotæ et Metochitar, quod legati ab imperatore
anissi celebranti missam 22 papæ adstiterant, quanquam pari modo se Constantinopoli Joannes Parastron et ejus socii Frerii a papa legati gesserant,
sacrum facienti patriarchæ tum Josepho et ipsi assistentes, quo removeri omne a tali facto crimen
plerisque videbatur, tamen eam ob causam, ut atrocissimi reis sccleris, perpetuam dignitatis amissionem irrogarunt.
7. Quomodo et quando qui Josephi nomine res administrabant, ecclesiasticos in communionen receperint.
προϊστῶσι δὲ τὸν τυφλὸν Γαλακτίωνα τῆς τελετής
ἔξαρχον, καὶ ὑπὸ πολλῷ καὶ δαψιλεῖ τῷ φωτὶ, δο
θέντων κηρῶν καὶ αὐτοῖς Ἰταλοῖς, τὰ τῆς ἑορτῆς
ἐτελοῦντο. Καὶ οἱ μὲν ταῦτα, τοῦ βασιλέως, ὡς σφίσ
σιν ήρεσκε, πάνθ' ὑφιέντος πράττειν. ὡς ἂν γοῦν
μόνον τὰ τῆς χθεσινής καταιγίδος καταστορεσθείεν,
ἧς χάριν δῆλος ἦν τοῖς ἀμφ' ἐκεῖνον πιστοῖς καὶ
πρότερον οδυνώμενος, τῷ πατρὶ συνάρχων τε καὶ
συμπράττων, εἰ καὶ μηδ' ὅλως ἀντιβαίνειν εἶχε, ταῖς
τοῦ καιροῦ δυσκολίαις ἀγχόμενος. Οἱ μὲν οὖν οὕτω
συμπαραλαβόντες καὶ τοὺς τοῦ κλήρου, άλλοι δέ γε
τοὺς Ἰταλοὺς ὁρῶντες ἱσταμένους μετὰ νηρῶν δι' εὓς
χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἡ ἐκκλησία καθαιρομένη υπ'
εὐχαῖς ἱλαστηρίοις (Ρ. 12] ἡνοίγετο, ὀνείρους ἐδ´χουν
ὁρᾷν τὰ τελούμενα. 'Αλλ' ὁ τότε καιρὸς ἐξ χώρες,
καὶ τοιαῦτα τέως επράττετο. Ο γάρ βασιλεύς, νούς
ὢν ἐκεῖνος φιληδῶν τῷ καλῷ, καὶ τῆς Ἐκκλησίας
εἰρήνης καὶ αὐτὴν ψυχὴν προϊέμενος, εφίει πολλ'
ἅττα καὶ παρὰ τὴν αὐτοῦ γνώμην γίνεσθαι, μόνῳ τῷ
τέλει πιστεύων, ἵν' εἴ πως ἐντεῦθεν ὁ λαὸς εἰρηνεύ
σειε τῶν τῆς διχοστασίας ἀπαμβλυνθέντων κέντρων.
Παρ' ἣν αἰτίαν καὶ σφίσιν ἐξεκεχώρητο πράττειν,
καὶ τὰ δεινὰ ἐφῆπται ὡς παραβεβηκόσι τοῖς κοινω
sum illum induluisse iis quæ tum Gerent, ipso etiam
pairi cooperante, norant familiares arcanorum ejus
conscii sensuum etsi eos palam non predebat, nec
obluctari contra quam probabat agentibus conabatur,
difficultatibus temporum constrictus. Porro tam
qui sic clericos in societatem sacræ functionis assumpserant, quam alii, Italos spectantes cum cercis
adstare, propter quos heri et nudius tertius ecclesia expiationibus subjecta vix tandem multa precum
piacularium recitatione patefacta fuerat, somnia se
videre, non res intueri quæ vere fierent, putabant.
Cæterum prius illud tempus finem acceperat, et
bac hactenus erant acta, 23 nequaquam propaganda in posterum. Nam imperatoris bono gaudens
animus, parati etiam Ecclesiæ paci procurandæ
vitam ipsam impendere, multa ista quæ diximus,
utcunque parum sibi probata, Geri siverat, unum
unice in scopum intuens restituendæ populo quietis, dissensionis hebetatis aculeis. Ea illi connivendi
Mensis inde Januarii quinta sub vesperam, cum causa fuit ad vexationes etiam iniquas, quales erant
templum satis purgassent (urgebat enim imminens
Theophaniorum festum), in communionen psallendi
ecclesiasticos assumunt. Absolutis vero hymnis,
quoniam oporteret et sanctificationis cæremoniam
peragere, conveniunt circa phialam ecclesiæ simul
illi, simul et clerici, una præterea populus, quotquot
Græci, quotquot Itali. Ante omnes statuunt cæcum
Galactionem cæremoniæ præsulem; et cum nutneroso et abundanti lumine, “datis etiam ipsoruin
unicuique Italorum cereis, quæ festi ritus poscebat
peragebantur. Hæc isti sic egerunt, imperatore ipsos
cuncta pro libito permittente facere, in eum solum
finem, ut quæ nupera illa tempestate turbata fuc
rant componerentur. Nam ea dum ferveret, offenhaud dubie subjicere piaculis gravibus, velut infandi compertos sceleris, eos qui Latinis communicare coacti fuerant; qui vel si rem in eo nefariam
fecissent, excusationem haberent culpæ, quam non
voluntate libera, sed adacti necessitate ineluctabili
conscivissent; cujus certe qualiscunque peccati alios
potius quosvis pœnas exegisse oportuerat, quam eos
ipsos qui principi tunc dominanti gratificantes vim
intulerant ad hoc ipsum faciendum, quod modo ut
crimen atrox inexorabiliter ultum ibant, qui uno sane
modo excusare poterant violentiam grassationis tunc
exercitæ, et piaculum quod alios ad malum adurgendo contraxerant a se deprecari, si se conjungerent iis quos insectabantur, et in pari aut in pejori
PG 144:29παρ’ ἣν αἰτίαν καὶ σφίσιν ἐξεκεχώρητο πράττειν, καὶ τὰ δεινὰ ἐφῆπται ὡς παραβεβηκόσι τοῖς κοινωνεῖν ἀναγκασθεῖσιν, ὅπου γε κἂν εἰ κακίας δίκας ὑπέχειν ἐδικαιοῦντο διὰ ταῦτα ἃ δὴ καὶ βιασθέντων ἐπράχθησαν, ἄλλους ἐχρῆν εἶναι τοὺς προστιμῶντας, οὐ τοὺς χάριν βασιλικῆς εὐμενείας βιασαμένους, οἳ δὴ καὶ μίαν εἶχον τῆς μὲν πλημμελείας ἀπολογίαν τῆς δὲ προστροπῆς ἀποφυγήν, εἰ καὶ αὐτοὶ χωροῖεν ὁμόσε τοῖς βιασθεῖσιν. ἀλλ’ οὔπω ταῦτα. ἔτι δ’ ὑπετύφετο τοῖς ταλαιπώροις τὸ χαλεπόν, κἂν τέως λόγοις ἡμέροις καὶ τῇ τοῦ πατριάρχου ἐνστάσει ταῖς ἀληθείαις συνεκαλύπτετο. τοῖς μὲν γὰρ τῶν ἐσχάτων προστιμᾶν ἐδόκει ὡς πλημμελήσασι καὶ τὰ ἔσχατα, πατριάρχῃ δὲ τὴν βίαν εἰδότι καὶ τὴν πάλαι τοῦ βασιλέως ἐπίθεσιν, ὡς καὶ καθοσιώσεως τοὺς ἀνθισταμένους ἐγκαλεῖσθαι καί γε δὴ τὰ τῶν καθωσιωμένων εἰς τιμωρίαν ὑπέχειν, συγγνωστὰ τὰ ἐκ βίας διεγινώσκοντο. πλὴν ἀλλ’ αὐτῷ μὲν μέλον ἦν τῶν νοσοκομιῶν, ἐκεῖνοι δὲ τοὺς ἀρχιερεῖς ὑποποιούμενοι τὸ πᾶν τῆς αἰτίας προσανετίθουν τῷ γε πατριαρχεύσαντι, ὥσπερ ἂν οὐκ αὐτὸς ἦν, ἄλλου μὴ καταδεξομένου τὴν τοῦ θρόνου τιμήν.
29
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB. I.
30
καὶ τῆς μέμψεως, πλέον δ' ἐκείνῳ ἐπεῖχον ὡς ἀδικής
σαντι, καί γε αὐτὸν μηδ' ἐν ἐπιεικέσι λογίζεσθαι
σπουδὴ ἦν πάσης ἀσχολία; καθυπερτέρα. Εἰς τ' γὰρ
ἔχει καὶ κρίνεσθαι, καὶ μᾶλλον διὰ τὸ εἶναι ποιμένα
τὸν τοῦ θρόνου καθαιρεθέντα τοῦ πρώτου προτιμη
θέντος, κἂν καλῶς εἶχε τῆς γνώμης κἂν μὴ, εἰ μή γε
αὐτὸν μὲν ἐ ούλοντο ἀχρειοῦν, τοῖς λοιποῖς δὲ προστρίβειν ἄγος τὸ μέγιστον, καὶ ους τέως εἶχον κατ'
ἐκείνου συλλήπτορας ὡς ὀρθοσεβεῖς σφαλέντος, τούτους καταδικάζειν ὡς κοινωνοὺς ἐσφαλμένου καθώ
ύστερον, ὡς καί τινα τότε τῶν ἐχεφρόνων λέγειν ὁ
Αδριανουπόλεως δ' οὗτος ἦν ὁ Θεόκτιστος) ὡς νῦν
μὲν εἰς ὅπτησιν τὴν ἐκείνου ἐδελοῖς ξυλίνοις χρῶν
ται τοῖς κρίνουσιν, ὕστερον [Ρ. 13] δὲ καὶ αὐτοὶ
πυρὶ δοθέντες καυθήσονται· 8 καὶ γέγονεν ὕστερον.
νεῖν ἀναγκασθείσιν, ὅπου γε κἂν εἰ κακίας δίκες τοῦτο τοὺς μὲν ἄλλους ἀμηγέπη τῶν μώμων ἀνίεσαν
ὑπέγον ἐδικαιοῦντο διὰ ταῦτα ἃ δὴ καὶ βιασθέντων
ἐσφάχθησαν, ἄλλους ἐχρῆν εἶναι τοὺς προτιμώντας,
τὰ τοὺς χάριν βασιλικής ευμενείας βιασαμένους, οι
δὴ καὶ μίαν εἶχον τῆς μὲν πλημμελείας ἀπολογίαν,
τῆς δὲ προστροπῆς ἀποφυγήν, εἰ καὶ αὐτοὶ χωροίεν
ομότε τοῖς βιασθεῖσιν. 'Αλλ' οὔπω ταῦτα. Ετι δ'
ὀπετύγετο τοῖς ταλαιπώροις τὸ χαλεπὸν κἂν τέως
λόγοις ἡμέροις καὶ τῇ τοῦ πατριάρχου ἐνστάσει ταῖς
ἀληθείας συνεκαλύπτετο. Τοῖς μὲν γὰρ τῶν ἐσχάτων
προστιμᾷν ἐδόκει ὡς πλημμελήσασι καὶ τὰ ἔσχατα,
πατριάρχῃ δὲ τὴν βίαν εἰδότι καὶ τὴν πάλαι τοῦ βασιλέως ἐπίθεσιν, ὡς καὶ καθοσιώσεως τοὺς ἀνθιστα
μένους ἐγκαλεῖσθαι καί γε δὴ τὰ τῶν καθωσιωμένων
εἰς τιμωρίαν ὑπέχειν, συγγνωστὰ τὰ ἐκ βίας διεγινώσκοντο. Πλὴν ἀλλ᾽ αὐτῷ μὲν μέλον ἦν τῶν νοσοκομιῶν, ἐκεῖνοι δὲ τοὺς ἀρχιερεῖς ὑποποιούμενοι τὸ
πᾶν τῆς αἰτίας προσανετίθουν τῷ γε πατριαρχεί
σαντι, ὥσπερ ἂν οὐκ αὐτὸς ἦν, ἄλλου μὴ καταδεξη
μένου τὴν τοῦ θρόνου τιμήν. Πλὴν τὸ δύσζηλον, ὥστ
περ ἀλόγοι;, οὕτω δὴ καὶ λογικοῖς ἐφῆπται. Καὶ διὰ
se agnoscentes causa consortium eorum in pœna
luenda ultro deposcerent, quos sese recordarentur
peccare cocgisse. Sed nondum videlicet horum
supplicii tempus advenerat. Coquebatur enim et
his infelicibus malum, tumescent bus, at adhuc
utcunque press:s ultionis in illos destinationibus
eorum ipsorum qui ministris istis ad alios hactenus
male multandos utebantur, verbis interim eos lactantes blandis, vel artificio dissimulandi arcannm
odium, vel metu patriarchæ, quem vere sciebant
abhorrere ab hujusmodi ge ere acerbitatis. qua
ipsi moderatione multum aberant, in animo habettes, quamvis adhuc dissimularent, hos qui essent
imperatori obsecuti adigendis ad amplectendam
Latinorum communionem Græcis, ut summi sceleris reos extremis subicere suppliciis, cum ipsos
contra Patriarcha dignos venia duceret, memor
vehementi eos tunc regnantis imperio ad id compulsos. Quippe imperator Michael nihil mitius pœna
Lesæ majestatis reis infligi solita, intentabat iis qui
sibi obsequi in iis quæ juberet ad 'negotium concilationis Ecclesiarum opportuna neglexissent. 24
Est autem is tantus et tam in virum etiam constanlem cadens metus, nt merito ei excusandum videretur quidquid ejus instinctu erat factum. Itaque
ignoscendum censebat, et quantum in ipso erat
benigne infirmos sublevabat condolens. Ejus autem
inclementes ministri, ut sibi obnoxios et ad quæ
tunc agebant adjutores promptos antistites habe.
rent, eos simulabant se omni perperam prius actorum crimine solvere, quorum universam invidiam
in Veccum avertebant, quasi, nisi ipse fuisset, haul
alium exstiturum putarent qui throni honorem admitteret. Nimirum malus livor ut brutis belluis, ita
hominibus quoque ratione præditis obrepit. Hinc
alios scilicet culpa liberabant et irreprehensos dimittebant, illum unum, ut totius fontem mali omη'. Περὶ τῶν τελουμένων συνόδων.
Τότε δ' οὗ, ὑποποιούμενοι μὲν ἀρχιερεῖς, ὑποποιού -
μενοι δὲ παντοίως καὶ τὴν ᾿Αλεξανδρείας πατριάρχην
Αθανάσιον, ἄνδρα πολλοῦ τινος ἄξιον, θρόνους τε
risque injuriæ auctoreni, vehementer incnrsabant.
Eratque illis unum studium, una cunctis prævertenda reliquis occupatio, in tantum diffamare obtrectation bus et querelis Veccum, quoad assequerentur ut ne tolerabilis quidem ac mediocriter malus
homo vel aliqua saltem parte laudis summa vitia
redimens haberetur. Nisi enim hoc furore ruerent,
quid attinebat Veccum in jus trahere, co præsertim
nomine quod pastoralem usurparet dignitatem, cum
eam throno dejectus abdicasset et honorem decessori reddidisset? An parum hinc manifeste patet ió
egisse summo conatu illos, ut hunc sunum: deformatum ignominia inutilem ad quidvis redderent, ot
hoc ipsum fandamentum jacerent calumniæ in cæteros, quibus interim parcebant, ut postmodum
ipsos, 'quod homini videlicet criminosissimo utcunque adhæsissent, tanquam hoc ipso atrocissimi
manifestos sceleris, piaculis subjicerent maximis,
et quos ut rectæ cultores religionis adjutores adțibuerant ad Veccum velut a ritu legitimo aberrantem eve tendum, eosdem postea damnarent, quod
ci erranti communicassent, et ex illius, cui se alias.
junxissent, contagione pestilenti labem 25 að
extremum omni acerbitate luendam in sese traxissent. Quæ causa viro tum prudenti fuit Adrianopolitano Theoctisto dicendi, nunc quidem auctores
hujus tumultus uti episcopis in synodum ad judicium vocatis tanquam verubus ligneis ad assandum.
Veccum, in animo habentes cosdem postmodum,
Vecco absumpto, illis iisdem flammis exurere. Ita
ille non vanus vates, ut eventa deinde probaverunt..
8. De celebratis synodis.
Tunc igitur hujus motores machinæ omni genere
delinimentorum cum cæteros qui aderant antistites, tum Alexandrinum præ ominibus patriarcham
Athanasium, virum existimationis et auctoritatis
πλὴν τὸ δύσζηλον, ὥσπερ ἀλόγοις, οὕτω δὴ καὶ λογικοῖς ἐφῆπται. καὶ διὰ τοῦτο τοὺς μὲν ἄλλους ἀμηγέπη τῶν μώμων ἀνίεσαν καὶ τῆς μέμψεως, πλέον δ’ ἐκείνῳ ἐπεῖχον ὡς ἀδικήσαντι, καί γε αὐτὸν μηδ’ ἐν ἐπιεικέσι λογίζεσθαι σπουδὴ ἦν πάσης ἀσχολίας καθυπερτέρα. εἰς τί γὰρ ἔδει καὶ κρίνεσθαι, καὶ μᾶλλον διὰ τὸ εἶναι ποιμένα τὸν τοῦ θρόνου καθαιρεθέντα τοῦ πρώτου προτιμηθέντος, κἂν καλῶς εἶχε τῆς γνώμης κἂν μή, εἰ μή γε αὐτὸν μὲν ἐβούλοντο ἀχρειοῦν, τοῖς λοιποῖς δὲ προστρίβειν ἄγος τὸ μέγιστον, καὶ οὓς τέως εἶχον κατ’ ἐκείνου συλλήπτορας ὡς ὀρθοσεβεῖς σφαλέντος, τούτους καταδικάζειν ὡς κοινωνοὺς ἐσφαλμένου καθύστερον, ὡς καί τινα τότε τῶν ἐχεφρόνων λέγειν (ὁ Ἀδριανουπόλεως δ’ οὗτος ἦν ὁ Θεόκτιστος) ὡς νῦν μὲν εἰς ὄπτησιν τὴν ἐκείνου ὀβελοῖς ξυλίνοις χρῶνται τοῖς κρίνουσιν, ὕστερον δὲ καὶ αὐτοὶ πυρὶ δοθέντες καυθήσονται· ὃ καὶ γέγονεν ὕστερον. 8.
29
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB. I.
30
καὶ τῆς μέμψεως, πλέον δ' ἐκείνῳ ἐπεῖχον ὡς ἀδικής
σαντι, καί γε αὐτὸν μηδ' ἐν ἐπιεικέσι λογίζεσθαι
σπουδὴ ἦν πάσης ἀσχολία; καθυπερτέρα. Εἰς τ' γὰρ
ἔχει καὶ κρίνεσθαι, καὶ μᾶλλον διὰ τὸ εἶναι ποιμένα
τὸν τοῦ θρόνου καθαιρεθέντα τοῦ πρώτου προτιμη
θέντος, κἂν καλῶς εἶχε τῆς γνώμης κἂν μὴ, εἰ μή γε
αὐτὸν μὲν ἐ ούλοντο ἀχρειοῦν, τοῖς λοιποῖς δὲ προστρίβειν ἄγος τὸ μέγιστον, καὶ ους τέως εἶχον κατ'
ἐκείνου συλλήπτορας ὡς ὀρθοσεβεῖς σφαλέντος, τούτους καταδικάζειν ὡς κοινωνοὺς ἐσφαλμένου καθώ
ύστερον, ὡς καί τινα τότε τῶν ἐχεφρόνων λέγειν ὁ
Αδριανουπόλεως δ' οὗτος ἦν ὁ Θεόκτιστος) ὡς νῦν
μὲν εἰς ὅπτησιν τὴν ἐκείνου ἐδελοῖς ξυλίνοις χρῶν
ται τοῖς κρίνουσιν, ὕστερον [Ρ. 13] δὲ καὶ αὐτοὶ
πυρὶ δοθέντες καυθήσονται· 8 καὶ γέγονεν ὕστερον.
νεῖν ἀναγκασθείσιν, ὅπου γε κἂν εἰ κακίας δίκες τοῦτο τοὺς μὲν ἄλλους ἀμηγέπη τῶν μώμων ἀνίεσαν
ὑπέγον ἐδικαιοῦντο διὰ ταῦτα ἃ δὴ καὶ βιασθέντων
ἐσφάχθησαν, ἄλλους ἐχρῆν εἶναι τοὺς προτιμώντας,
τὰ τοὺς χάριν βασιλικής ευμενείας βιασαμένους, οι
δὴ καὶ μίαν εἶχον τῆς μὲν πλημμελείας ἀπολογίαν,
τῆς δὲ προστροπῆς ἀποφυγήν, εἰ καὶ αὐτοὶ χωροίεν
ομότε τοῖς βιασθεῖσιν. 'Αλλ' οὔπω ταῦτα. Ετι δ'
ὀπετύγετο τοῖς ταλαιπώροις τὸ χαλεπὸν κἂν τέως
λόγοις ἡμέροις καὶ τῇ τοῦ πατριάρχου ἐνστάσει ταῖς
ἀληθείας συνεκαλύπτετο. Τοῖς μὲν γὰρ τῶν ἐσχάτων
προστιμᾷν ἐδόκει ὡς πλημμελήσασι καὶ τὰ ἔσχατα,
πατριάρχῃ δὲ τὴν βίαν εἰδότι καὶ τὴν πάλαι τοῦ βασιλέως ἐπίθεσιν, ὡς καὶ καθοσιώσεως τοὺς ἀνθιστα
μένους ἐγκαλεῖσθαι καί γε δὴ τὰ τῶν καθωσιωμένων
εἰς τιμωρίαν ὑπέχειν, συγγνωστὰ τὰ ἐκ βίας διεγινώσκοντο. Πλὴν ἀλλ᾽ αὐτῷ μὲν μέλον ἦν τῶν νοσοκομιῶν, ἐκεῖνοι δὲ τοὺς ἀρχιερεῖς ὑποποιούμενοι τὸ
πᾶν τῆς αἰτίας προσανετίθουν τῷ γε πατριαρχεί
σαντι, ὥσπερ ἂν οὐκ αὐτὸς ἦν, ἄλλου μὴ καταδεξη
μένου τὴν τοῦ θρόνου τιμήν. Πλὴν τὸ δύσζηλον, ὥστ
περ ἀλόγοι;, οὕτω δὴ καὶ λογικοῖς ἐφῆπται. Καὶ διὰ
se agnoscentes causa consortium eorum in pœna
luenda ultro deposcerent, quos sese recordarentur
peccare cocgisse. Sed nondum videlicet horum
supplicii tempus advenerat. Coquebatur enim et
his infelicibus malum, tumescent bus, at adhuc
utcunque press:s ultionis in illos destinationibus
eorum ipsorum qui ministris istis ad alios hactenus
male multandos utebantur, verbis interim eos lactantes blandis, vel artificio dissimulandi arcannm
odium, vel metu patriarchæ, quem vere sciebant
abhorrere ab hujusmodi ge ere acerbitatis. qua
ipsi moderatione multum aberant, in animo habettes, quamvis adhuc dissimularent, hos qui essent
imperatori obsecuti adigendis ad amplectendam
Latinorum communionem Græcis, ut summi sceleris reos extremis subicere suppliciis, cum ipsos
contra Patriarcha dignos venia duceret, memor
vehementi eos tunc regnantis imperio ad id compulsos. Quippe imperator Michael nihil mitius pœna
Lesæ majestatis reis infligi solita, intentabat iis qui
sibi obsequi in iis quæ juberet ad 'negotium concilationis Ecclesiarum opportuna neglexissent. 24
Est autem is tantus et tam in virum etiam constanlem cadens metus, nt merito ei excusandum videretur quidquid ejus instinctu erat factum. Itaque
ignoscendum censebat, et quantum in ipso erat
benigne infirmos sublevabat condolens. Ejus autem
inclementes ministri, ut sibi obnoxios et ad quæ
tunc agebant adjutores promptos antistites habe.
rent, eos simulabant se omni perperam prius actorum crimine solvere, quorum universam invidiam
in Veccum avertebant, quasi, nisi ipse fuisset, haul
alium exstiturum putarent qui throni honorem admitteret. Nimirum malus livor ut brutis belluis, ita
hominibus quoque ratione præditis obrepit. Hinc
alios scilicet culpa liberabant et irreprehensos dimittebant, illum unum, ut totius fontem mali omη'. Περὶ τῶν τελουμένων συνόδων.
Τότε δ' οὗ, ὑποποιούμενοι μὲν ἀρχιερεῖς, ὑποποιού -
μενοι δὲ παντοίως καὶ τὴν ᾿Αλεξανδρείας πατριάρχην
Αθανάσιον, ἄνδρα πολλοῦ τινος ἄξιον, θρόνους τε
risque injuriæ auctoreni, vehementer incnrsabant.
Eratque illis unum studium, una cunctis prævertenda reliquis occupatio, in tantum diffamare obtrectation bus et querelis Veccum, quoad assequerentur ut ne tolerabilis quidem ac mediocriter malus
homo vel aliqua saltem parte laudis summa vitia
redimens haberetur. Nisi enim hoc furore ruerent,
quid attinebat Veccum in jus trahere, co præsertim
nomine quod pastoralem usurparet dignitatem, cum
eam throno dejectus abdicasset et honorem decessori reddidisset? An parum hinc manifeste patet ió
egisse summo conatu illos, ut hunc sunum: deformatum ignominia inutilem ad quidvis redderent, ot
hoc ipsum fandamentum jacerent calumniæ in cæteros, quibus interim parcebant, ut postmodum
ipsos, 'quod homini videlicet criminosissimo utcunque adhæsissent, tanquam hoc ipso atrocissimi
manifestos sceleris, piaculis subjicerent maximis,
et quos ut rectæ cultores religionis adjutores adțibuerant ad Veccum velut a ritu legitimo aberrantem eve tendum, eosdem postea damnarent, quod
ci erranti communicassent, et ex illius, cui se alias.
junxissent, contagione pestilenti labem 25 að
extremum omni acerbitate luendam in sese traxissent. Quæ causa viro tum prudenti fuit Adrianopolitano Theoctisto dicendi, nunc quidem auctores
hujus tumultus uti episcopis in synodum ad judicium vocatis tanquam verubus ligneis ad assandum.
Veccum, in animo habentes cosdem postmodum,
Vecco absumpto, illis iisdem flammis exurere. Ita
ille non vanus vates, ut eventa deinde probaverunt..
8. De celebratis synodis.
Tunc igitur hujus motores machinæ omni genere
delinimentorum cum cæteros qui aderant antistites, tum Alexandrinum præ ominibus patriarcham
Athanasium, virum existimationis et auctoritatis
PG 144:31Τότε δ’ οὖν ὑποποιούμενοι μὲν ἀρχιερεῖς, ὑποποιούμενοι δὲ παντοίως καὶ τὸν Ἀλεξανδρείας πατριάρχην Ἀθανάσιον, ἄνδρα πολλοῦ τινὸς ἄξιον, θρόνους τε προτιθεῖσι δύο, ὃν μὲν κενὸν εἰς τιμὴν καὶ σχῆμα τοῦ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ὃν δὲ τὸν Ἀλεξανδρείας προκαθεζόμενον ἔχοντα. καί γ’ ἑαυτοὺς καθιστῶσιν εἰς δικαίῳ τοῦ πατριάρχου ἤδη νοσοῦντος τοποτηροῦντας, σύνοδόν τε συγκροτοῦσιν ἀρχιερέων, παρόντος μὲν ἐκεῖσε καὶ τοῦ μεγάλου λογοθέτου, παρόντος δὲ καὶ Γεωργίου τοῦ Κυπρίου καὶ τοῦ ῥήτορος Ὁλοβώλου, ἄρτι ἐκ τῆς τοῦ μεγάλου Ἀγροῦ μονῆς ἐπιδεδημηκότος τῇ Κωνσταντίνου, καί γε τοῦ μοναχοῦ Θεοδοσίου Σαπωνοπούλου, ὃν ἐν πρωτονοταρίοις ἔχοντος τοῦ κρατοῦντος ὁ μοναχὸς διεδέξατο βίος, καὶ ἄλλων πλείστων προκαθημένων. καὶ τὰ τῶν γραφέντων εὐθύνειν ἠβούλοντο, οὐκ εἰρηνικῇ σκέψει μᾶλλον, τὸ μὲν ἀσφαλὲς ἐγκρίνοντες τὸ δ’ ἀπεμφαῖνον εὐθύνοντες·
31
GEORGII PACHYMERÆ
32
προτιθεῖσι δύο, ἐν μὲν κενὸν εἰς τιμὴν καὶ σχῆμα τοῦ εἴη γινώσκοντας ως τα μέγιστα παραβάντας ἔκρινον,
πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἂν δὲ τὸν ᾿Αλεξαν
δρείας προκαθεζόμενον ἔχοντα. Καί γ' ἑαυτοὺς καθε
ιστῶσιν εἰς δικαίῳ τοῦ πατριάρχου ἤδη νοσοῦντος
τοποτηροῦντας, συνοδόν τε συγκροτοῦσιν ἀρχιερέων,
παρόντος μὲν ἐκεῖσε καὶ τοῦ μεγάλου λογοθέτου,
παρόντος δὲ καὶ Γεωργίου τοῦ Κυπρίου καὶ τοῦ ῥή
τορος Ολοβώλου, ἄρτι ἐκ τῆς τοῦ μεγάλου Αγρου
μονῆς ἐπιδεδημηκότος τῇ Κωνσταντίνου, και γε τοῦ
μοναχοῦ Θεοδοσίου Σαπωνοπούλου, ὃν ἐν πρωτονοτα
ρίοις ἔχοντος τοῦ κρατοῦντος ὁ μοναχὸς διεδέξατο
βίος, καὶ ἄλλων πλείστων προκαθημένων. Καὶ τὰ τῶν
γραφέντων εὐθύνειν ἡβούλοντο, οὐκ εἰρηνικῇ σκέψει
μᾶλλον, τὸ μὲν ἀσφαλὲς ἐγκρίνοντες, τὸ δ' ἀπεμφαί
τὴν εὐθύνοντες· ἀλλ' ὅτι τὰ σκάνδαλα ᾔρετο, κἂν
καλῶς οἱ γράφοντες εἶχον τῆς δόξης, οὐχ ὅπως ἔκρι.
νον ἐξετάζειν, ἀλλὰ μόνον ὅτι καὶ δόγματα ἐλαλήθης
σαν καὶ γραφαὶ ἀνεπτύχθησαν καὶ λόγοι Πατέρων
εἰς ἀκοὴν [Ρ. 14] ὠτίου ἐτέθησαν, μεγίστην ταῦτα
παραβασίαν ἡγούμενοι, τοὺς μηδ' ὅ τι καὶ αἵρεσις
maximæ, in suas attrahere partes non inutiliter
conati, duos thronos statuerunt, alterum vacuum,
insignibus ornatum patriarchæ Constantinopolitani
Josephi et quasi eum repræsentantem, quod is
morbi necessitate decumbens præesse synodo nequiret; alterum cui palam præsideret Alexandrinus
Athanasius, se autem ipsos, ut Josephi ægroti vicarios
et ejus sensuum nuntios ac voluntatis exsecutores,
in capite synodi fixerunt. Frequens inde convenit
cpiscoporum catus, præsente ibidem magno logotheta, præsente insuper Georgio Cyprio et rhetore
Holubolo nuper ex Magni Agri monasterio Constantinopolim reverso, assidente præterea monacho
Theodosio Saponopulo, qui ex ordine protonotariorum imperatoris in vitam monastica transierat,
Η
καὶ μηδὲν ὀρθοῦ ὅλως παρεκκλίναι διατεινομένους
λιβέλλους ἐζήτουν πίστεως. Εἰ δ' ἔγρυξέ τις περὶ
δογμάτων γράψας, οὐ τὸ γραφέν, τὸν γράψαντα δ'
αιτιώμενοι καταδίκαις ὑπῆγον ἐσχάταις. Καὶ προηγουμένως αὐτὸς δὴ ὁ τῶν λογοθετῶν μέγας, ὁ καὶ πῦρ
πνέων ὑπὲρ δογμάτων, ὡς ἐῴκει, παρείχε τὸ σύγ
γραμμα καίεσθαι, οὐχ ὅτι ἔσφαλτα! ο!, καθὰ δὴ καὶ
αὐτὸς ἔνορκος ἐπὶ τῇ συνόδῳ διωμολόγει, αὐτόθεν
λογογραφούντι περὶ δογμάτων, ἀλλ' ὅτι γράφειν
ἐπῄει καὶ συντάττειν Πτέρων ῥητὰ χρήσιμά πως
δοκοῦντά οἱ πρὸς τὰ τότε τελούμενα, ταῦτα καὶ πολύ
λῶν πρότερον καὶ μεγάλων αὐτοῖς δὴ συγχρησαμένων
ἐφ᾽ ὁμοίαις ταῖς ὑποθέσεσιν· ἀλλ᾽ ὅμως ἐπείπερ οὐκ
ἐν καιρῷ εἰρήνης ἐλέχθησαν, ἀλλ' ὅτε δεινόν τι κύμα
καὶ τετριγὸς κατεστρίβει τὴν Ἐκκλησίαν ἐκ τῆς τῶν
πολλῶν ἀνεγέρσεως, ἅμα δὲ καὶ τῷ δοκεῖν περιεῖναί
οἱ τῆς εὐσεβείας, οὐχ ὡς ῥητὰ Πατέρων εδίδου τὰ
συνταχθέντα πυρί, ἀλλ' ὡς ἴδιον σύγγραμμα. Καθεξής
δ᾽ ἐπὶ τούτῳ καὶ τὸ τοῦ παλαιοῦ μεγάλου λογοθέτου
nusquam a reċta fidei declinasse regula et affirmantes et paratos demonstrare offerentes, ut atrocium convictos delictorum damnaverunt pœnisque
addixerunt maximis. In quo erat hæc mira procedendi ratio. Libellos ab unoquoque Dagitabant
quibus exponerent quid crederent. Prolatis iis, si
quid quispiam de dogmatibus mussitasse videretur,
damnabatur, non scriptum, ut aiebant, sed scriptor; isque idcirco solum quod ea consignasset
litteris quæ prava rectane essent in medio relinquebatur, extremis ecclesiasticæ censuræ notis
affectus declarabatur. Primus ad cæteroram exeinplum isti se subjecit ignominiæ, quasi remedium
canonica absolutionis poenitentiæ professione ambiens, magnus logotheta Muzalo; qui simulans se
de doctrina nihil præjudicare, frustra erat. Eminebat enim ejus flagrans studium in partes process:onem ex Filio Spiritus negantium; cujus dogmatis
tanto flagrabat zelo ut flammam spirare videretur.
Tamen ille libellum a se prius imperante Michaële
palam datum, quo se professus erat idem cum Latinis credere, ultro jam exsecrans et comburendum
offerens, jurejurando etiam interposito est coram
synodo professus sese haud ideo flammis hoc scriptun donare, quod sibi esset conscius pravum in
eo aut a sana doctrina exerrans quidpiam positum,
sed quoniam agnosceret eo ipso se graviter peccasse,
quod omnino scribere de dogmate ausus esset,
qnod de talibus disserere, quod Patrum testimonia
de his inquirere, congerere, accommodata et utilia
tunc visa ad causam quæ ageretur, licet non ignoraret 27 idem olim a multis et magnis viris simili
occasione factitatum. Verum quia illa tunc a se
noa tempore pacis allegata fuissent, at importune
oggesta tam cum atrox et vehementissima procella
sævis hinc inde Auctibus multorum undecunque
insurgentium Ecclesiam ageret ferretque, ergo qu'a
in co se religione supervacanea intemperanter
aliisque pariter assistentibus plurimis. Delatæ ad
hunc conventum Joannis Vecci et præcipuorum
cum illo concordiae duarum Ecclesiarum auctoruin
accusationes sunt; de quibus qui pro Josepho agebant, ferri sententias studebant, non quæ dogma
ipsum dijudicarent, et quid nt securum ad pacem
Ecclesiæ tenendom, quid ut minus probatum
rejiciendum esset, declararent: sed quia causabantur
scandalum ortum ex intempestiva 26 ventilatione
quæstionum quas inexploratas relinqui præstiterat,
contendebant non esse inquirendum rectene an
secus qui de controversiis nuper motis suas edi.
derant sententias scripsissent, verum eos hoc ipso
quod dogmata movissont, quod in disputationem
prius in usu habita vocassent; quod scripturas replicassent, quod per illos fando auditæ dum recitarentur Patrum auctoritates essent, tanquam perturbatores quietis publicæ ac gravissimi reos criminis condemnari satagebant; et obsequentibus
quos convocaverant, revera condemnandos curaverunt, ac gravissima quæque animadversionis ecclesiastica exempla in eos ediderunt, quos se ne
minima quidem aspersos conscientia hæreseos, ct
ἀλλ’ ὅτι τὰ σκάνδαλα ᾔρετο, κἂν καλῶς οἱ γράφοντες εἶχον τῆς δόξης, οὐχ ὅπως ἔκρινον ἐξετάζειν, ἀλλὰ μόνον ὅτι καὶ δόγματα ἐλαλήθησαν καὶ γραφαὶ ἀνεπτύχθησαν καὶ λόγοι πατέρων εἰς ἀκοὴν ὠτίου ἐτέθησαν, μεγίστην ταῦτα παραβασίαν ἡγούμενοι, τοὺς μηδ’ ὅ τι καὶ αἵρεσις εἴη γινώσκοντας ὡς τὰ μέγιστα παραβάντας ἔκρινον, καὶ μηδὲν ὀρθοῦ ὅλως παρεκκλῖναι διατεινομένους λιβέλλους ἐζήτουν πίστεως. εἰ δ’ ἔγρυξέ τις περὶ δογμάτων γράψας, οὐ τὸ γραφέν, τὸν γράψαντα δ’ αἰτιώμενοι καταδίκαις ὑπῆγον ἐσχάταις. καὶ προηγουμένως αὐτὸς δὴ ὁ τῶν λογοθετῶν μέγας, ὁ καὶ πῦρ πνέων ὑπὲρ δογμάτων, ὡς ἐῴκει, παρεῖχε τὸ σύγγραμμα καίεσθαι, οὐχ ὅτι ἔσφαλταί οἱ, καθὰ δὴ καὶ αὐτὸς ἔνορκος ἐπὶ τῇ συνόδῳ διωμολόγει, αὐτόθεν λογογραφοῦντι περὶ δογμάτων, ἀλλ’ ὅτι γράφειν ἐπῄει καὶ συντάττειν πατέρων ῥητὰ χρήσιμά πως δοκοῦντά οἱ πρὸς τὰ τότε τελούμενα, ταῦτα καὶ πολλῶν πρότερον καὶ μεγάλων αὐτοῖς δὴ συγχρησαμένων ἐφ’ ὁμοίαις ταῖς ὑποθέσεσιν·
31
GEORGII PACHYMERÆ
32
προτιθεῖσι δύο, ἐν μὲν κενὸν εἰς τιμὴν καὶ σχῆμα τοῦ εἴη γινώσκοντας ως τα μέγιστα παραβάντας ἔκρινον,
πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἂν δὲ τὸν ᾿Αλεξαν
δρείας προκαθεζόμενον ἔχοντα. Καί γ' ἑαυτοὺς καθε
ιστῶσιν εἰς δικαίῳ τοῦ πατριάρχου ἤδη νοσοῦντος
τοποτηροῦντας, συνοδόν τε συγκροτοῦσιν ἀρχιερέων,
παρόντος μὲν ἐκεῖσε καὶ τοῦ μεγάλου λογοθέτου,
παρόντος δὲ καὶ Γεωργίου τοῦ Κυπρίου καὶ τοῦ ῥή
τορος Ολοβώλου, ἄρτι ἐκ τῆς τοῦ μεγάλου Αγρου
μονῆς ἐπιδεδημηκότος τῇ Κωνσταντίνου, και γε τοῦ
μοναχοῦ Θεοδοσίου Σαπωνοπούλου, ὃν ἐν πρωτονοτα
ρίοις ἔχοντος τοῦ κρατοῦντος ὁ μοναχὸς διεδέξατο
βίος, καὶ ἄλλων πλείστων προκαθημένων. Καὶ τὰ τῶν
γραφέντων εὐθύνειν ἡβούλοντο, οὐκ εἰρηνικῇ σκέψει
μᾶλλον, τὸ μὲν ἀσφαλὲς ἐγκρίνοντες, τὸ δ' ἀπεμφαί
τὴν εὐθύνοντες· ἀλλ' ὅτι τὰ σκάνδαλα ᾔρετο, κἂν
καλῶς οἱ γράφοντες εἶχον τῆς δόξης, οὐχ ὅπως ἔκρι.
νον ἐξετάζειν, ἀλλὰ μόνον ὅτι καὶ δόγματα ἐλαλήθης
σαν καὶ γραφαὶ ἀνεπτύχθησαν καὶ λόγοι Πατέρων
εἰς ἀκοὴν [Ρ. 14] ὠτίου ἐτέθησαν, μεγίστην ταῦτα
παραβασίαν ἡγούμενοι, τοὺς μηδ' ὅ τι καὶ αἵρεσις
maximæ, in suas attrahere partes non inutiliter
conati, duos thronos statuerunt, alterum vacuum,
insignibus ornatum patriarchæ Constantinopolitani
Josephi et quasi eum repræsentantem, quod is
morbi necessitate decumbens præesse synodo nequiret; alterum cui palam præsideret Alexandrinus
Athanasius, se autem ipsos, ut Josephi ægroti vicarios
et ejus sensuum nuntios ac voluntatis exsecutores,
in capite synodi fixerunt. Frequens inde convenit
cpiscoporum catus, præsente ibidem magno logotheta, præsente insuper Georgio Cyprio et rhetore
Holubolo nuper ex Magni Agri monasterio Constantinopolim reverso, assidente præterea monacho
Theodosio Saponopulo, qui ex ordine protonotariorum imperatoris in vitam monastica transierat,
Η
καὶ μηδὲν ὀρθοῦ ὅλως παρεκκλίναι διατεινομένους
λιβέλλους ἐζήτουν πίστεως. Εἰ δ' ἔγρυξέ τις περὶ
δογμάτων γράψας, οὐ τὸ γραφέν, τὸν γράψαντα δ'
αιτιώμενοι καταδίκαις ὑπῆγον ἐσχάταις. Καὶ προηγουμένως αὐτὸς δὴ ὁ τῶν λογοθετῶν μέγας, ὁ καὶ πῦρ
πνέων ὑπὲρ δογμάτων, ὡς ἐῴκει, παρείχε τὸ σύγ
γραμμα καίεσθαι, οὐχ ὅτι ἔσφαλτα! ο!, καθὰ δὴ καὶ
αὐτὸς ἔνορκος ἐπὶ τῇ συνόδῳ διωμολόγει, αὐτόθεν
λογογραφούντι περὶ δογμάτων, ἀλλ' ὅτι γράφειν
ἐπῄει καὶ συντάττειν Πτέρων ῥητὰ χρήσιμά πως
δοκοῦντά οἱ πρὸς τὰ τότε τελούμενα, ταῦτα καὶ πολύ
λῶν πρότερον καὶ μεγάλων αὐτοῖς δὴ συγχρησαμένων
ἐφ᾽ ὁμοίαις ταῖς ὑποθέσεσιν· ἀλλ᾽ ὅμως ἐπείπερ οὐκ
ἐν καιρῷ εἰρήνης ἐλέχθησαν, ἀλλ' ὅτε δεινόν τι κύμα
καὶ τετριγὸς κατεστρίβει τὴν Ἐκκλησίαν ἐκ τῆς τῶν
πολλῶν ἀνεγέρσεως, ἅμα δὲ καὶ τῷ δοκεῖν περιεῖναί
οἱ τῆς εὐσεβείας, οὐχ ὡς ῥητὰ Πατέρων εδίδου τὰ
συνταχθέντα πυρί, ἀλλ' ὡς ἴδιον σύγγραμμα. Καθεξής
δ᾽ ἐπὶ τούτῳ καὶ τὸ τοῦ παλαιοῦ μεγάλου λογοθέτου
nusquam a reċta fidei declinasse regula et affirmantes et paratos demonstrare offerentes, ut atrocium convictos delictorum damnaverunt pœnisque
addixerunt maximis. In quo erat hæc mira procedendi ratio. Libellos ab unoquoque Dagitabant
quibus exponerent quid crederent. Prolatis iis, si
quid quispiam de dogmatibus mussitasse videretur,
damnabatur, non scriptum, ut aiebant, sed scriptor; isque idcirco solum quod ea consignasset
litteris quæ prava rectane essent in medio relinquebatur, extremis ecclesiasticæ censuræ notis
affectus declarabatur. Primus ad cæteroram exeinplum isti se subjecit ignominiæ, quasi remedium
canonica absolutionis poenitentiæ professione ambiens, magnus logotheta Muzalo; qui simulans se
de doctrina nihil præjudicare, frustra erat. Eminebat enim ejus flagrans studium in partes process:onem ex Filio Spiritus negantium; cujus dogmatis
tanto flagrabat zelo ut flammam spirare videretur.
Tamen ille libellum a se prius imperante Michaële
palam datum, quo se professus erat idem cum Latinis credere, ultro jam exsecrans et comburendum
offerens, jurejurando etiam interposito est coram
synodo professus sese haud ideo flammis hoc scriptun donare, quod sibi esset conscius pravum in
eo aut a sana doctrina exerrans quidpiam positum,
sed quoniam agnosceret eo ipso se graviter peccasse,
quod omnino scribere de dogmate ausus esset,
qnod de talibus disserere, quod Patrum testimonia
de his inquirere, congerere, accommodata et utilia
tunc visa ad causam quæ ageretur, licet non ignoraret 27 idem olim a multis et magnis viris simili
occasione factitatum. Verum quia illa tunc a se
noa tempore pacis allegata fuissent, at importune
oggesta tam cum atrox et vehementissima procella
sævis hinc inde Auctibus multorum undecunque
insurgentium Ecclesiam ageret ferretque, ergo qu'a
in co se religione supervacanea intemperanter
aliisque pariter assistentibus plurimis. Delatæ ad
hunc conventum Joannis Vecci et præcipuorum
cum illo concordiae duarum Ecclesiarum auctoruin
accusationes sunt; de quibus qui pro Josepho agebant, ferri sententias studebant, non quæ dogma
ipsum dijudicarent, et quid nt securum ad pacem
Ecclesiæ tenendom, quid ut minus probatum
rejiciendum esset, declararent: sed quia causabantur
scandalum ortum ex intempestiva 26 ventilatione
quæstionum quas inexploratas relinqui præstiterat,
contendebant non esse inquirendum rectene an
secus qui de controversiis nuper motis suas edi.
derant sententias scripsissent, verum eos hoc ipso
quod dogmata movissont, quod in disputationem
prius in usu habita vocassent; quod scripturas replicassent, quod per illos fando auditæ dum recitarentur Patrum auctoritates essent, tanquam perturbatores quietis publicæ ac gravissimi reos criminis condemnari satagebant; et obsequentibus
quos convocaverant, revera condemnandos curaverunt, ac gravissima quæque animadversionis ecclesiastica exempla in eos ediderunt, quos se ne
minima quidem aspersos conscientia hæreseos, ct
ἀλλ’ ὅμως ἐπείπερ οὐκ ἐν καιρῷ εἰρήνης ἐλέχθησαν, ἀλλ’ ὅτε δεινόν τι κῦμα καὶ τετριγὸς κατεστρόβει τὴν ἐκκλησίαν ἐκ τῆς τῶν πολλῶν ἀνεγέρσεως, ἅμα δὲ καὶ τῷ δοκεῖν περιεῖναί οἱ τῆς εὐσεβείας, οὐχ ὡς ῥητὰ πατέρων ἐδίδου τὰ συνταχθέντα πυρί, ἀλλ’ ὡς ἴδιον σύγγραμμα. καθεξῆς δ’ ἐπὶ τούτῳ καὶ τὸ τοῦ παλαιοῦ μεγάλου λογοθέτου σύγγραμμα, ὁμοίως κἀκεῖνο ἔχον, καὶ ἄλλοις οἷς γράφειν ἐπῄει καὶ μόνον μεμνῆσθαι δογμάτων ἐπάγοντες μῶμον, πυρὶ παρεδίδουν τοὺς τόμους. Ἐντεῦθεν οὐδὲ τὸν πατριαρχεύσαντα Ἰωάννην αἰτιῶν ἠφίουν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἐκεῖνον αἰτίαις ὑπῆγον αἱρέσεως, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῖς πατέρων ταῖς ἀληθείαις ῥητοῖς λιχνευσάμενος ἀντιλαβὰς διδόναι τοῖς αἰτιωμένοις ὡς εἰκὸς ἐκινδύνευε, καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς ταῖς ἐννοίαις τῶν ῥητῶν ἐμβαθύνων ἐπὶ τοῖς ὑπὲρ νοῦν ἀνθρωπίναις διανοίαις παρατολμᾶν· τὰ γὰρ περὶ θεοῦ σιωπῇ μᾶλλον ἔχειν τε καὶ τιμᾶν ἢ λόγοις συνιστᾶν καὶ δεικνύειν πέφυκεν.
31
GEORGII PACHYMERÆ
32
προτιθεῖσι δύο, ἐν μὲν κενὸν εἰς τιμὴν καὶ σχῆμα τοῦ εἴη γινώσκοντας ως τα μέγιστα παραβάντας ἔκρινον,
πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἂν δὲ τὸν ᾿Αλεξαν
δρείας προκαθεζόμενον ἔχοντα. Καί γ' ἑαυτοὺς καθε
ιστῶσιν εἰς δικαίῳ τοῦ πατριάρχου ἤδη νοσοῦντος
τοποτηροῦντας, συνοδόν τε συγκροτοῦσιν ἀρχιερέων,
παρόντος μὲν ἐκεῖσε καὶ τοῦ μεγάλου λογοθέτου,
παρόντος δὲ καὶ Γεωργίου τοῦ Κυπρίου καὶ τοῦ ῥή
τορος Ολοβώλου, ἄρτι ἐκ τῆς τοῦ μεγάλου Αγρου
μονῆς ἐπιδεδημηκότος τῇ Κωνσταντίνου, και γε τοῦ
μοναχοῦ Θεοδοσίου Σαπωνοπούλου, ὃν ἐν πρωτονοτα
ρίοις ἔχοντος τοῦ κρατοῦντος ὁ μοναχὸς διεδέξατο
βίος, καὶ ἄλλων πλείστων προκαθημένων. Καὶ τὰ τῶν
γραφέντων εὐθύνειν ἡβούλοντο, οὐκ εἰρηνικῇ σκέψει
μᾶλλον, τὸ μὲν ἀσφαλὲς ἐγκρίνοντες, τὸ δ' ἀπεμφαί
τὴν εὐθύνοντες· ἀλλ' ὅτι τὰ σκάνδαλα ᾔρετο, κἂν
καλῶς οἱ γράφοντες εἶχον τῆς δόξης, οὐχ ὅπως ἔκρι.
νον ἐξετάζειν, ἀλλὰ μόνον ὅτι καὶ δόγματα ἐλαλήθης
σαν καὶ γραφαὶ ἀνεπτύχθησαν καὶ λόγοι Πατέρων
εἰς ἀκοὴν [Ρ. 14] ὠτίου ἐτέθησαν, μεγίστην ταῦτα
παραβασίαν ἡγούμενοι, τοὺς μηδ' ὅ τι καὶ αἵρεσις
maximæ, in suas attrahere partes non inutiliter
conati, duos thronos statuerunt, alterum vacuum,
insignibus ornatum patriarchæ Constantinopolitani
Josephi et quasi eum repræsentantem, quod is
morbi necessitate decumbens præesse synodo nequiret; alterum cui palam præsideret Alexandrinus
Athanasius, se autem ipsos, ut Josephi ægroti vicarios
et ejus sensuum nuntios ac voluntatis exsecutores,
in capite synodi fixerunt. Frequens inde convenit
cpiscoporum catus, præsente ibidem magno logotheta, præsente insuper Georgio Cyprio et rhetore
Holubolo nuper ex Magni Agri monasterio Constantinopolim reverso, assidente præterea monacho
Theodosio Saponopulo, qui ex ordine protonotariorum imperatoris in vitam monastica transierat,
Η
καὶ μηδὲν ὀρθοῦ ὅλως παρεκκλίναι διατεινομένους
λιβέλλους ἐζήτουν πίστεως. Εἰ δ' ἔγρυξέ τις περὶ
δογμάτων γράψας, οὐ τὸ γραφέν, τὸν γράψαντα δ'
αιτιώμενοι καταδίκαις ὑπῆγον ἐσχάταις. Καὶ προηγουμένως αὐτὸς δὴ ὁ τῶν λογοθετῶν μέγας, ὁ καὶ πῦρ
πνέων ὑπὲρ δογμάτων, ὡς ἐῴκει, παρείχε τὸ σύγ
γραμμα καίεσθαι, οὐχ ὅτι ἔσφαλτα! ο!, καθὰ δὴ καὶ
αὐτὸς ἔνορκος ἐπὶ τῇ συνόδῳ διωμολόγει, αὐτόθεν
λογογραφούντι περὶ δογμάτων, ἀλλ' ὅτι γράφειν
ἐπῄει καὶ συντάττειν Πτέρων ῥητὰ χρήσιμά πως
δοκοῦντά οἱ πρὸς τὰ τότε τελούμενα, ταῦτα καὶ πολύ
λῶν πρότερον καὶ μεγάλων αὐτοῖς δὴ συγχρησαμένων
ἐφ᾽ ὁμοίαις ταῖς ὑποθέσεσιν· ἀλλ᾽ ὅμως ἐπείπερ οὐκ
ἐν καιρῷ εἰρήνης ἐλέχθησαν, ἀλλ' ὅτε δεινόν τι κύμα
καὶ τετριγὸς κατεστρίβει τὴν Ἐκκλησίαν ἐκ τῆς τῶν
πολλῶν ἀνεγέρσεως, ἅμα δὲ καὶ τῷ δοκεῖν περιεῖναί
οἱ τῆς εὐσεβείας, οὐχ ὡς ῥητὰ Πατέρων εδίδου τὰ
συνταχθέντα πυρί, ἀλλ' ὡς ἴδιον σύγγραμμα. Καθεξής
δ᾽ ἐπὶ τούτῳ καὶ τὸ τοῦ παλαιοῦ μεγάλου λογοθέτου
nusquam a reċta fidei declinasse regula et affirmantes et paratos demonstrare offerentes, ut atrocium convictos delictorum damnaverunt pœnisque
addixerunt maximis. In quo erat hæc mira procedendi ratio. Libellos ab unoquoque Dagitabant
quibus exponerent quid crederent. Prolatis iis, si
quid quispiam de dogmatibus mussitasse videretur,
damnabatur, non scriptum, ut aiebant, sed scriptor; isque idcirco solum quod ea consignasset
litteris quæ prava rectane essent in medio relinquebatur, extremis ecclesiasticæ censuræ notis
affectus declarabatur. Primus ad cæteroram exeinplum isti se subjecit ignominiæ, quasi remedium
canonica absolutionis poenitentiæ professione ambiens, magnus logotheta Muzalo; qui simulans se
de doctrina nihil præjudicare, frustra erat. Eminebat enim ejus flagrans studium in partes process:onem ex Filio Spiritus negantium; cujus dogmatis
tanto flagrabat zelo ut flammam spirare videretur.
Tamen ille libellum a se prius imperante Michaële
palam datum, quo se professus erat idem cum Latinis credere, ultro jam exsecrans et comburendum
offerens, jurejurando etiam interposito est coram
synodo professus sese haud ideo flammis hoc scriptun donare, quod sibi esset conscius pravum in
eo aut a sana doctrina exerrans quidpiam positum,
sed quoniam agnosceret eo ipso se graviter peccasse,
quod omnino scribere de dogmate ausus esset,
qnod de talibus disserere, quod Patrum testimonia
de his inquirere, congerere, accommodata et utilia
tunc visa ad causam quæ ageretur, licet non ignoraret 27 idem olim a multis et magnis viris simili
occasione factitatum. Verum quia illa tunc a se
noa tempore pacis allegata fuissent, at importune
oggesta tam cum atrox et vehementissima procella
sævis hinc inde Auctibus multorum undecunque
insurgentium Ecclesiam ageret ferretque, ergo qu'a
in co se religione supervacanea intemperanter
aliisque pariter assistentibus plurimis. Delatæ ad
hunc conventum Joannis Vecci et præcipuorum
cum illo concordiae duarum Ecclesiarum auctoruin
accusationes sunt; de quibus qui pro Josepho agebant, ferri sententias studebant, non quæ dogma
ipsum dijudicarent, et quid nt securum ad pacem
Ecclesiæ tenendom, quid ut minus probatum
rejiciendum esset, declararent: sed quia causabantur
scandalum ortum ex intempestiva 26 ventilatione
quæstionum quas inexploratas relinqui præstiterat,
contendebant non esse inquirendum rectene an
secus qui de controversiis nuper motis suas edi.
derant sententias scripsissent, verum eos hoc ipso
quod dogmata movissont, quod in disputationem
prius in usu habita vocassent; quod scripturas replicassent, quod per illos fando auditæ dum recitarentur Patrum auctoritates essent, tanquam perturbatores quietis publicæ ac gravissimi reos criminis condemnari satagebant; et obsequentibus
quos convocaverant, revera condemnandos curaverunt, ac gravissima quæque animadversionis ecclesiastica exempla in eos ediderunt, quos se ne
minima quidem aspersos conscientia hæreseos, ct
PG 144:33[] ἐκεῖνος τοίνυν τὸ ἐκ πατρὸς δι’ υἱοῦ τὸ πνεῦμα παρὰ τῶν πατέρων λεγόμενον ἐκπορεύεσθαι ἐπὶ τῇ θεολογίᾳ τοῦ πνεύματος, μὴ τοῦτο μόνον λαμβάνων ὅτι πρόσθεσις καὶ παρὰ τοῖς ἡμετέροις πατράσι τετόλμηται ἐπ’ αὐτῇ δὴ ταύτῃ τῇ ἀνεννοήτῳ ἐκ πατρὸς ἐκπορεύσει τοῦ πνεύματος, ἐφ’ ᾧ γε τὴν προσθήκην τῶν Ἰταλῶν ἰᾶσθαι μετρίως ἴσως, εἴπερ ἐβούλετο, ἀλλὰ καὶ διδοὺς ἐξετάσεσι καὶ τὰ ὑπὲρ νοῦν ἐρευνῶν ἀνθρωπίνοις νοήμασιν ἔλαθεν οὐκ οἰσταῖς αἰτίαις περιβαλὼν ἑαυτόν. οὐ χεῖρον δ’ εἰπεῖν καὶ διασαφῆσαι τό γε ξυμβεβηκός, καὶ τίσι περιπαρεὶς τῶν γραφῶν οὐ καλαῖς ταῖς αἰτίαις ξυνείχετο, κἂν μόνος ἐκεῖνος, μηδενὸς ἄλλου συμπράττειν τολμῶντος, θεολογίας ἄπειρον πέλαγος μικρῷ τινὶ ἀκατίῳ, ἀνθρωπίνῳ νοί̈, παραμετρεῖν ἐτόλμα πειρᾶσθαι, τῷ ὑπὲρ τῆς εἰρήνης ζήλῳ ὥσπερ τινὶ φώσσωνι, ὡς ἐκεῖνος ᾤετο, κουφιζόμενος, πιστεύων τοῖς ὀψιγόνοις, ὡς ἔλεγε, κἂν οἱ παρόντες οὐκ ἀπεδέχοντο τὸ ἐγχείρημα.
33
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB. I.
34
σύγγραμμα, ὁμοίως κἀκεῖνα ἔχον, καὶ ἄλλοις οἷς γρά- τῶν γραφῶν οὐ καλαῖς ταῖς αἰτίαις ξυνείχετο, καν
φειν ἐπῄει καὶ μόνον μεμνήσθαι δογμάτων ἐπάγοντες
μῶμον, πυρὶ παρεδίδουν τους τόμους. Εντεῦθεν οὐδὲ
τὴν πατριαρχεύσαντα Ἰωάννην αἰτιῶν ἡφίουν, ἀλλὰ
καὶ μᾶλλον ἐκεῖνον αἰτίαις ὑπῆγον αἱρέσεως, ὅτι καὶ
ἐπὶ τοῖς Πατέρων ταῖς ἀληθείαις ῥητοῖς λιχνευσάμε.
νο; ἀντιλαβὰς διδόναι τοῖς αἰτιωμένοις ὡς εἰκὸς ἐκιν.
δύνευε, καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς ταῖς ἐννοίαις τῶν ῥητῶν
ἐμβαθύνων ἐπὶ τοῖς ὑπὲρ νοῦν ἀνθρωπίναις διανοίαις
παρατολμᾷν· τὰ γὰρ περὶ Θεοῦ σιωπῇ μᾶλλον ἔχειν
τε καὶ τιμᾶν ἢ λόγοις συνιστῶν καὶ δεικνύειν πέφυ-
:
κεν.
θ'. Περὶ τοῦ Βέκκου καὶ τῆς αἰτίας όπως
ἔγραψεν.
Ἐκεῖνος τοίνυν τὸ ἐκ [P. 15] Πατρὸς δι' Υἱοῦ τὸ
Πνεῦμα παρὰ τῶν Πατέρων λεγόμενον ἐκπορεύεσθαι
ἐπὶ τῇ θεολογίᾳ τοῦ Πνεύματος, μὴ τοῦτο μόνον λαμβάνων ὅτι πρόσθεσις καὶ παρὰ τοῖς ἡμετέροις Πα
τράσι τετόλμηται ἐπ᾿ αὐτῇ δὴ ταύτῃ τῇ ἀνεννοήτῳ
* Πατρὸς ἐκπορεύσει τοῦ Πνεύματος, ἐφ᾽ ᾧ γε τὴν
προσθήκην τῶν Ἰταλῶν ἰᾶσθαι μετρίως ἴσως, είπερ
ἐβούλετο, ἀλλὰ καὶ διδοὺς ἐξετάσεσι καὶ τὰ ὑπὲρ νοῦν
ἐρευνῶν ἀνθρωπίνοις νοήμασιν ἔλαβεν οὐκ οἰσταῖς
αἰτίαις περιβαλὼν ἑαυτόν. Οὐ χεῖρον δ᾽ εἰπεῖν καὶ
διασαφῆσαι τό γε ξυμβεβηκός, καὶ τίσι περιπαρείς
5
elatum sero tandem pœnitens intelligeret, velle in
detestationem ejus erroris igne consumi hoc suum
scriptum, non quatenus testimonia continebat
Patrum, sed quatenus sui ipsius fetus esset in- c
genii. Consequenter scriptum super eodem argumento veteris magni logothetæ productum, aliaque
aliorum, et quibus qualiscunque mentio inesse
dogmatum deprehensa est, universa ut eo nomine
abunde rea igni sunt tradita. Ilis quasi præstructis
ad Vecci causam præjudiciis, ipsum sunt denique
aggressi animo infensiori, quippe quem non intempestivæ modo motionis dogmatum, sed hæreseos
reum peragere studerent. Et erat ille quidem haud
dubie ejus allinis, de qua modo est dictum, iutemperantiæ, nimia curiositate scrutandarum arcanarum veritatum quas scriptis abstrusas Fatrum,
illic tanquam in sacro quodam operto, ut humano
superiores captu, tacite obnoxieque venerari fueral satius: cæterum ulterius nitebantur ejus accusatores, qui eum ista investigatione impetu concitatum nimio præcipitasse in hæresin demonstrare
conabantur.
9. De Vecco et causa cur scripserit.-
Nimirum illud quod Patres, dum sancti Spiritus theologiam explicant, affirmasse constabat,
eum ex Patre per Filium procedere, præterquam
eo trahebat, hactenus tolerabiliter, ut Latinorum
additionis exemplo ausorum paria Græcorum Patrum invidiam minueret, etiam prurigine studii
provectus 28 in altiores easque humanis invias
mentibus indagationes Divinitatis, litibus sese imprudens non sane ferendis implicuit. Quo de toto
μόνος ἐκεῖνος, μηδενὸς ἄλλου συμπράττειν τολμῶν
τος, θεολογίας άπειρον πέλαγος μικρῷ τινι ἀκατίῳ,
ἀνθρωπίνῳ νοί, παραμετρεῖν ἐτόλμα πειράσθαι, τῷ
ὑπὲρ τῆς εἰρήνης ζήλῳ ὥσπερ τινὶ φύσσωνι, ὡς
ἐκεῖνος ᾤετο, κουφιζόμενος, πιστεύων τοῖς ὀψιγόνοις,
ὡς ἔλεγε, κἂν οἱ παρόντες οὐκ ἀπεδέχοντο τὸ ἐγχεί
ρημα. Ἐκεῖνος τοίνυν τὰς τῶν ἁγίων γραφὰς ἐπιμε
λέστερον διερχόμενος, τὸ μὲν ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ
προχεῖσθαι, ἐκλάμπειν, χορηγεῖσθαι, προϊέναι τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον πολλῶν καὶ πολλάκις λεγόντων
ἐμάνθανε, τὸ δὲ καὶ ἐκπορεύεσθαι πρώτως μὲν παρὰ
τῷ μεγάλῳ Μαξίμῳ ῥηθὲν εὕρισκε, δευτέρως δὲ καὶ
παρὰ τῷ θεολογικωτάτῳ Δαμασκηνῷ, ἐφ᾽ οἷς καὶ τὸν
μέγαν Ταράσιον σὺν ἑβδόμῃ πάσῃ συνόδῳ, ἐπὶ ὁμο
λογίᾳ τῆς πίστεως πρὸς τοὺς ἀνατολικούς πατριάρ
χας, ἀριδήλως κατενόει θεολογοῦντας. Εὐρών γοῦν
τὸν τοῦ Μαρωνείας Νικήταν καὶ χαρτοφύλακα, ὕστε
ρον δὲ καὶ Θεσσαλονίκης πρόεδρον, καὶ ἐπὶ τούτῳ καὶ
τὸν Βλεμμίδην Νικηφόρον γραφαῖς συγχρησαμένους
εἰς τὴν ὑπὲρ τῶν Ἰταλῶν ὡς δῆθεν ἀπολογίαν, καὶ
Φώτιον αὐτὸν λέγοντα ὡς καὶ 'Αμβρόσιος τε καὶ Αὐ
γουστῖνος καὶ τρίτος Ἱερώνυμος οὕτω μετά προσθήκ
κης ἐθεολόγουν περὶ τοῦ Πνεύματος, ἀλλ' ὡς Ρωμαῖοι πάντως καὶ οὐχ ὡς Γραικοὶ ἔγραφόν τε καὶ
-
ejus facto consiliisque ac processu ancipitis cœpti
tradere hic aliquid distinctius operæ pretium
existimo, ut intellig tur quibus transfixus accusationibus, non justis sane causis, reus sit peractus,
qui eatenus tantum culpæ affinis videri potuit,
quod solus, nemine alio ipsi cooperari ad hoc auso,
theologiæ immen:suni pelagus exigua cymba humani
ingenii transfretare conari non dubitaverit, studio
pacis velut quodam velum impulsuro, ut quidem
putabat, a puppi vento provehendus in optatuma
portumn, confidensque, quod dicere solebat, posteris certe laudandum suum consilium, si minus id
præsens ætas probare voluisset. Ergo ille sancto
rum scripta attentius perlegens in horuin plerisque
sæpe dici observavit sanctum Spiritum ex Patre
per Filium profundi, explendescere, præberi, prodire. Procedere quin etiam primum affirmari reperit a sancto Maximo, deinde a summo quoque
theologo Damasceno; quibus consentanee magumu
præterea Tarasium cum universa septima synodo
in confessione âdei ad Orientales patriarchas manifeste deprehendit disseruisse. Ad hæc cum insu -
per invenisset Maroniensem Nicetam, chartophyJacis etiam dignitate insignem ac postea in Thessalonicense evectum cathedram, itemque post
hunc Nicephorum Blemmidam elucubrasse ac vulgasse scripta testimoniis firmata Scripturarum in
defensionem Italorum, ipsumque Photium fateri
Ambrosium, Augustinum et Hieronyn:um processionem sancti Spiritus ex Patre 29 cum additione
ex Filio docuisse, cæterum eos Patres ut Romanos,
ut Græcos, additionem comprobasse. hæc
Photii exceptio nimium quam infirma Vecco visa
non
:
ἐκεῖνος τοίνυν τὰς τῶν ἁγίων γραφὰς ἐπιμελέστερον διερχόμενος, τὸ μὲν ἐκ πατρὸς δι’ υἱοῦ προχεῖσθαι ἐκλάμπειν χορηγεῖσθαι προϊέναι τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον πολλῶν καὶ πολλάκις λεγόντων ἐμάνθανε, τὸ δὲ καὶ ἐκπορεύεσθαι πρώτως μὲν παρὰ τῷ μεγάλῳ Μαξίμῳ ῥηθὲν εὕρισκε, δευτέρως δὲ καὶ παρὰ τῷ θεολογικωτάτῳ Δαμασκηνῷ, ἐφ’ οἷς καὶ τὸν μέγαν Ταράσιον σὺν ἑβδόμῃ πάσῃ συνόδῳ, ἐπὶ ὁμολογίᾳ τῆς πίστεως πρὸς τοὺς ἀνατολικοὺς πατριάρχας, ἀριδήλως κατενόει θεολογοῦντας.
33
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB. I.
34
σύγγραμμα, ὁμοίως κἀκεῖνα ἔχον, καὶ ἄλλοις οἷς γρά- τῶν γραφῶν οὐ καλαῖς ταῖς αἰτίαις ξυνείχετο, καν
φειν ἐπῄει καὶ μόνον μεμνήσθαι δογμάτων ἐπάγοντες
μῶμον, πυρὶ παρεδίδουν τους τόμους. Εντεῦθεν οὐδὲ
τὴν πατριαρχεύσαντα Ἰωάννην αἰτιῶν ἡφίουν, ἀλλὰ
καὶ μᾶλλον ἐκεῖνον αἰτίαις ὑπῆγον αἱρέσεως, ὅτι καὶ
ἐπὶ τοῖς Πατέρων ταῖς ἀληθείαις ῥητοῖς λιχνευσάμε.
νο; ἀντιλαβὰς διδόναι τοῖς αἰτιωμένοις ὡς εἰκὸς ἐκιν.
δύνευε, καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς ταῖς ἐννοίαις τῶν ῥητῶν
ἐμβαθύνων ἐπὶ τοῖς ὑπὲρ νοῦν ἀνθρωπίναις διανοίαις
παρατολμᾷν· τὰ γὰρ περὶ Θεοῦ σιωπῇ μᾶλλον ἔχειν
τε καὶ τιμᾶν ἢ λόγοις συνιστῶν καὶ δεικνύειν πέφυ-
:
κεν.
θ'. Περὶ τοῦ Βέκκου καὶ τῆς αἰτίας όπως
ἔγραψεν.
Ἐκεῖνος τοίνυν τὸ ἐκ [P. 15] Πατρὸς δι' Υἱοῦ τὸ
Πνεῦμα παρὰ τῶν Πατέρων λεγόμενον ἐκπορεύεσθαι
ἐπὶ τῇ θεολογίᾳ τοῦ Πνεύματος, μὴ τοῦτο μόνον λαμβάνων ὅτι πρόσθεσις καὶ παρὰ τοῖς ἡμετέροις Πα
τράσι τετόλμηται ἐπ᾿ αὐτῇ δὴ ταύτῃ τῇ ἀνεννοήτῳ
* Πατρὸς ἐκπορεύσει τοῦ Πνεύματος, ἐφ᾽ ᾧ γε τὴν
προσθήκην τῶν Ἰταλῶν ἰᾶσθαι μετρίως ἴσως, είπερ
ἐβούλετο, ἀλλὰ καὶ διδοὺς ἐξετάσεσι καὶ τὰ ὑπὲρ νοῦν
ἐρευνῶν ἀνθρωπίνοις νοήμασιν ἔλαβεν οὐκ οἰσταῖς
αἰτίαις περιβαλὼν ἑαυτόν. Οὐ χεῖρον δ᾽ εἰπεῖν καὶ
διασαφῆσαι τό γε ξυμβεβηκός, καὶ τίσι περιπαρείς
5
elatum sero tandem pœnitens intelligeret, velle in
detestationem ejus erroris igne consumi hoc suum
scriptum, non quatenus testimonia continebat
Patrum, sed quatenus sui ipsius fetus esset in- c
genii. Consequenter scriptum super eodem argumento veteris magni logothetæ productum, aliaque
aliorum, et quibus qualiscunque mentio inesse
dogmatum deprehensa est, universa ut eo nomine
abunde rea igni sunt tradita. Ilis quasi præstructis
ad Vecci causam præjudiciis, ipsum sunt denique
aggressi animo infensiori, quippe quem non intempestivæ modo motionis dogmatum, sed hæreseos
reum peragere studerent. Et erat ille quidem haud
dubie ejus allinis, de qua modo est dictum, iutemperantiæ, nimia curiositate scrutandarum arcanarum veritatum quas scriptis abstrusas Fatrum,
illic tanquam in sacro quodam operto, ut humano
superiores captu, tacite obnoxieque venerari fueral satius: cæterum ulterius nitebantur ejus accusatores, qui eum ista investigatione impetu concitatum nimio præcipitasse in hæresin demonstrare
conabantur.
9. De Vecco et causa cur scripserit.-
Nimirum illud quod Patres, dum sancti Spiritus theologiam explicant, affirmasse constabat,
eum ex Patre per Filium procedere, præterquam
eo trahebat, hactenus tolerabiliter, ut Latinorum
additionis exemplo ausorum paria Græcorum Patrum invidiam minueret, etiam prurigine studii
provectus 28 in altiores easque humanis invias
mentibus indagationes Divinitatis, litibus sese imprudens non sane ferendis implicuit. Quo de toto
μόνος ἐκεῖνος, μηδενὸς ἄλλου συμπράττειν τολμῶν
τος, θεολογίας άπειρον πέλαγος μικρῷ τινι ἀκατίῳ,
ἀνθρωπίνῳ νοί, παραμετρεῖν ἐτόλμα πειράσθαι, τῷ
ὑπὲρ τῆς εἰρήνης ζήλῳ ὥσπερ τινὶ φύσσωνι, ὡς
ἐκεῖνος ᾤετο, κουφιζόμενος, πιστεύων τοῖς ὀψιγόνοις,
ὡς ἔλεγε, κἂν οἱ παρόντες οὐκ ἀπεδέχοντο τὸ ἐγχεί
ρημα. Ἐκεῖνος τοίνυν τὰς τῶν ἁγίων γραφὰς ἐπιμε
λέστερον διερχόμενος, τὸ μὲν ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ
προχεῖσθαι, ἐκλάμπειν, χορηγεῖσθαι, προϊέναι τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον πολλῶν καὶ πολλάκις λεγόντων
ἐμάνθανε, τὸ δὲ καὶ ἐκπορεύεσθαι πρώτως μὲν παρὰ
τῷ μεγάλῳ Μαξίμῳ ῥηθὲν εὕρισκε, δευτέρως δὲ καὶ
παρὰ τῷ θεολογικωτάτῳ Δαμασκηνῷ, ἐφ᾽ οἷς καὶ τὸν
μέγαν Ταράσιον σὺν ἑβδόμῃ πάσῃ συνόδῳ, ἐπὶ ὁμο
λογίᾳ τῆς πίστεως πρὸς τοὺς ἀνατολικούς πατριάρ
χας, ἀριδήλως κατενόει θεολογοῦντας. Εὐρών γοῦν
τὸν τοῦ Μαρωνείας Νικήταν καὶ χαρτοφύλακα, ὕστε
ρον δὲ καὶ Θεσσαλονίκης πρόεδρον, καὶ ἐπὶ τούτῳ καὶ
τὸν Βλεμμίδην Νικηφόρον γραφαῖς συγχρησαμένους
εἰς τὴν ὑπὲρ τῶν Ἰταλῶν ὡς δῆθεν ἀπολογίαν, καὶ
Φώτιον αὐτὸν λέγοντα ὡς καὶ 'Αμβρόσιος τε καὶ Αὐ
γουστῖνος καὶ τρίτος Ἱερώνυμος οὕτω μετά προσθήκ
κης ἐθεολόγουν περὶ τοῦ Πνεύματος, ἀλλ' ὡς Ρωμαῖοι πάντως καὶ οὐχ ὡς Γραικοὶ ἔγραφόν τε καὶ
-
ejus facto consiliisque ac processu ancipitis cœpti
tradere hic aliquid distinctius operæ pretium
existimo, ut intellig tur quibus transfixus accusationibus, non justis sane causis, reus sit peractus,
qui eatenus tantum culpæ affinis videri potuit,
quod solus, nemine alio ipsi cooperari ad hoc auso,
theologiæ immen:suni pelagus exigua cymba humani
ingenii transfretare conari non dubitaverit, studio
pacis velut quodam velum impulsuro, ut quidem
putabat, a puppi vento provehendus in optatuma
portumn, confidensque, quod dicere solebat, posteris certe laudandum suum consilium, si minus id
præsens ætas probare voluisset. Ergo ille sancto
rum scripta attentius perlegens in horuin plerisque
sæpe dici observavit sanctum Spiritum ex Patre
per Filium profundi, explendescere, præberi, prodire. Procedere quin etiam primum affirmari reperit a sancto Maximo, deinde a summo quoque
theologo Damasceno; quibus consentanee magumu
præterea Tarasium cum universa septima synodo
in confessione âdei ad Orientales patriarchas manifeste deprehendit disseruisse. Ad hæc cum insu -
per invenisset Maroniensem Nicetam, chartophyJacis etiam dignitate insignem ac postea in Thessalonicense evectum cathedram, itemque post
hunc Nicephorum Blemmidam elucubrasse ac vulgasse scripta testimoniis firmata Scripturarum in
defensionem Italorum, ipsumque Photium fateri
Ambrosium, Augustinum et Hieronyn:um processionem sancti Spiritus ex Patre 29 cum additione
ex Filio docuisse, cæterum eos Patres ut Romanos,
ut Græcos, additionem comprobasse. hæc
Photii exceptio nimium quam infirma Vecco visa
non
:
εὑρὼν γοῦν τὸν τοῦ Μαρωνείας Νικήταν καὶ χαρτοφύλακα, ὕστερον δὲ καὶ Θεσσαλονίκης πρόεδρον, καὶ ἐπὶ τούτῳ καὶ τὸν Βλεμμίδην Νικηφόρον γραφαῖς συγχρησαμένους εἰς τὴν ὑπὲρ τῶν Ἰταλῶν ὡς δῆθεν ἀπολογίαν, καὶ Φώτιον αὐτὸν λέγοντα ὡς καὶ Ἀμβρόσιός τε καὶ Αὐγουστῖνος καὶ τρίτος Ἱερώνυμος οὕτω μετὰ προσθήκης ἐθεολόγουν περὶ τοῦ πνεύματος, ἀλλ’ ὡς Ῥωμαῖοι πάντως καὶ οὐχ ὡς Γραικοὶ ἔγραφόν τε καὶ ἔλεγον τὴν προσθήκην, τῆς μὲν λύσεως τούτου καὶ λίαν ὡς ἀσθενοῦς κατεγίνωσκεν, ὥσπερ ἂν ἦν ἱκανὸν τὸν αὐτὸν καὶ ἕνα πατέρα νῦν μὲν ὡς Γραικὸν μεγαλύνειν νῦν δ’ ὡς Ῥωμαῖον αἱρέσεως γράφεσθαι, Ἱερώνυμον δὲ καὶ Αὐγουστῖνον τὸν μὲν ὑπὸ Δαμάσῳ παιδευθέντα καὶ σύγχρονον Βασιλείου τοῦ πάνυ καὶ μέγαν ἐγνώριζεν, Αὐγουστῖνον δὲ τὸν Ἱππῶνος καὶ ἐπὶ τῆς ἕκτης συνόδου μακαρίας μνήμης ἠξιωμένον καὶ εὐφημούμενον, τὸν δὲ τρίτον Ἀμβρόσιον καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας μεγαλυνόμενον.
33
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB. I.
34
σύγγραμμα, ὁμοίως κἀκεῖνα ἔχον, καὶ ἄλλοις οἷς γρά- τῶν γραφῶν οὐ καλαῖς ταῖς αἰτίαις ξυνείχετο, καν
φειν ἐπῄει καὶ μόνον μεμνήσθαι δογμάτων ἐπάγοντες
μῶμον, πυρὶ παρεδίδουν τους τόμους. Εντεῦθεν οὐδὲ
τὴν πατριαρχεύσαντα Ἰωάννην αἰτιῶν ἡφίουν, ἀλλὰ
καὶ μᾶλλον ἐκεῖνον αἰτίαις ὑπῆγον αἱρέσεως, ὅτι καὶ
ἐπὶ τοῖς Πατέρων ταῖς ἀληθείαις ῥητοῖς λιχνευσάμε.
νο; ἀντιλαβὰς διδόναι τοῖς αἰτιωμένοις ὡς εἰκὸς ἐκιν.
δύνευε, καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς ταῖς ἐννοίαις τῶν ῥητῶν
ἐμβαθύνων ἐπὶ τοῖς ὑπὲρ νοῦν ἀνθρωπίναις διανοίαις
παρατολμᾷν· τὰ γὰρ περὶ Θεοῦ σιωπῇ μᾶλλον ἔχειν
τε καὶ τιμᾶν ἢ λόγοις συνιστῶν καὶ δεικνύειν πέφυ-
:
κεν.
θ'. Περὶ τοῦ Βέκκου καὶ τῆς αἰτίας όπως
ἔγραψεν.
Ἐκεῖνος τοίνυν τὸ ἐκ [P. 15] Πατρὸς δι' Υἱοῦ τὸ
Πνεῦμα παρὰ τῶν Πατέρων λεγόμενον ἐκπορεύεσθαι
ἐπὶ τῇ θεολογίᾳ τοῦ Πνεύματος, μὴ τοῦτο μόνον λαμβάνων ὅτι πρόσθεσις καὶ παρὰ τοῖς ἡμετέροις Πα
τράσι τετόλμηται ἐπ᾿ αὐτῇ δὴ ταύτῃ τῇ ἀνεννοήτῳ
* Πατρὸς ἐκπορεύσει τοῦ Πνεύματος, ἐφ᾽ ᾧ γε τὴν
προσθήκην τῶν Ἰταλῶν ἰᾶσθαι μετρίως ἴσως, είπερ
ἐβούλετο, ἀλλὰ καὶ διδοὺς ἐξετάσεσι καὶ τὰ ὑπὲρ νοῦν
ἐρευνῶν ἀνθρωπίνοις νοήμασιν ἔλαβεν οὐκ οἰσταῖς
αἰτίαις περιβαλὼν ἑαυτόν. Οὐ χεῖρον δ᾽ εἰπεῖν καὶ
διασαφῆσαι τό γε ξυμβεβηκός, καὶ τίσι περιπαρείς
5
elatum sero tandem pœnitens intelligeret, velle in
detestationem ejus erroris igne consumi hoc suum
scriptum, non quatenus testimonia continebat
Patrum, sed quatenus sui ipsius fetus esset in- c
genii. Consequenter scriptum super eodem argumento veteris magni logothetæ productum, aliaque
aliorum, et quibus qualiscunque mentio inesse
dogmatum deprehensa est, universa ut eo nomine
abunde rea igni sunt tradita. Ilis quasi præstructis
ad Vecci causam præjudiciis, ipsum sunt denique
aggressi animo infensiori, quippe quem non intempestivæ modo motionis dogmatum, sed hæreseos
reum peragere studerent. Et erat ille quidem haud
dubie ejus allinis, de qua modo est dictum, iutemperantiæ, nimia curiositate scrutandarum arcanarum veritatum quas scriptis abstrusas Fatrum,
illic tanquam in sacro quodam operto, ut humano
superiores captu, tacite obnoxieque venerari fueral satius: cæterum ulterius nitebantur ejus accusatores, qui eum ista investigatione impetu concitatum nimio præcipitasse in hæresin demonstrare
conabantur.
9. De Vecco et causa cur scripserit.-
Nimirum illud quod Patres, dum sancti Spiritus theologiam explicant, affirmasse constabat,
eum ex Patre per Filium procedere, præterquam
eo trahebat, hactenus tolerabiliter, ut Latinorum
additionis exemplo ausorum paria Græcorum Patrum invidiam minueret, etiam prurigine studii
provectus 28 in altiores easque humanis invias
mentibus indagationes Divinitatis, litibus sese imprudens non sane ferendis implicuit. Quo de toto
μόνος ἐκεῖνος, μηδενὸς ἄλλου συμπράττειν τολμῶν
τος, θεολογίας άπειρον πέλαγος μικρῷ τινι ἀκατίῳ,
ἀνθρωπίνῳ νοί, παραμετρεῖν ἐτόλμα πειράσθαι, τῷ
ὑπὲρ τῆς εἰρήνης ζήλῳ ὥσπερ τινὶ φύσσωνι, ὡς
ἐκεῖνος ᾤετο, κουφιζόμενος, πιστεύων τοῖς ὀψιγόνοις,
ὡς ἔλεγε, κἂν οἱ παρόντες οὐκ ἀπεδέχοντο τὸ ἐγχεί
ρημα. Ἐκεῖνος τοίνυν τὰς τῶν ἁγίων γραφὰς ἐπιμε
λέστερον διερχόμενος, τὸ μὲν ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ
προχεῖσθαι, ἐκλάμπειν, χορηγεῖσθαι, προϊέναι τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον πολλῶν καὶ πολλάκις λεγόντων
ἐμάνθανε, τὸ δὲ καὶ ἐκπορεύεσθαι πρώτως μὲν παρὰ
τῷ μεγάλῳ Μαξίμῳ ῥηθὲν εὕρισκε, δευτέρως δὲ καὶ
παρὰ τῷ θεολογικωτάτῳ Δαμασκηνῷ, ἐφ᾽ οἷς καὶ τὸν
μέγαν Ταράσιον σὺν ἑβδόμῃ πάσῃ συνόδῳ, ἐπὶ ὁμο
λογίᾳ τῆς πίστεως πρὸς τοὺς ἀνατολικούς πατριάρ
χας, ἀριδήλως κατενόει θεολογοῦντας. Εὐρών γοῦν
τὸν τοῦ Μαρωνείας Νικήταν καὶ χαρτοφύλακα, ὕστε
ρον δὲ καὶ Θεσσαλονίκης πρόεδρον, καὶ ἐπὶ τούτῳ καὶ
τὸν Βλεμμίδην Νικηφόρον γραφαῖς συγχρησαμένους
εἰς τὴν ὑπὲρ τῶν Ἰταλῶν ὡς δῆθεν ἀπολογίαν, καὶ
Φώτιον αὐτὸν λέγοντα ὡς καὶ 'Αμβρόσιος τε καὶ Αὐ
γουστῖνος καὶ τρίτος Ἱερώνυμος οὕτω μετά προσθήκ
κης ἐθεολόγουν περὶ τοῦ Πνεύματος, ἀλλ' ὡς Ρωμαῖοι πάντως καὶ οὐχ ὡς Γραικοὶ ἔγραφόν τε καὶ
-
ejus facto consiliisque ac processu ancipitis cœpti
tradere hic aliquid distinctius operæ pretium
existimo, ut intellig tur quibus transfixus accusationibus, non justis sane causis, reus sit peractus,
qui eatenus tantum culpæ affinis videri potuit,
quod solus, nemine alio ipsi cooperari ad hoc auso,
theologiæ immen:suni pelagus exigua cymba humani
ingenii transfretare conari non dubitaverit, studio
pacis velut quodam velum impulsuro, ut quidem
putabat, a puppi vento provehendus in optatuma
portumn, confidensque, quod dicere solebat, posteris certe laudandum suum consilium, si minus id
præsens ætas probare voluisset. Ergo ille sancto
rum scripta attentius perlegens in horuin plerisque
sæpe dici observavit sanctum Spiritum ex Patre
per Filium profundi, explendescere, præberi, prodire. Procedere quin etiam primum affirmari reperit a sancto Maximo, deinde a summo quoque
theologo Damasceno; quibus consentanee magumu
præterea Tarasium cum universa septima synodo
in confessione âdei ad Orientales patriarchas manifeste deprehendit disseruisse. Ad hæc cum insu -
per invenisset Maroniensem Nicetam, chartophyJacis etiam dignitate insignem ac postea in Thessalonicense evectum cathedram, itemque post
hunc Nicephorum Blemmidam elucubrasse ac vulgasse scripta testimoniis firmata Scripturarum in
defensionem Italorum, ipsumque Photium fateri
Ambrosium, Augustinum et Hieronyn:um processionem sancti Spiritus ex Patre 29 cum additione
ex Filio docuisse, cæterum eos Patres ut Romanos,
ut Græcos, additionem comprobasse. hæc
Photii exceptio nimium quam infirma Vecco visa
non
:
PG 144:35τὸ γοῦν τὸν Φώτιον οὕτω λέγειν περὶ ἐκείνων καὶ ἀποφαίνεσθαι οὐκ ἔκρινε συνετὸν καὶ ἄλλως δίκαιόν τε καὶ ἰσχυρόν, ἐκείνων δὲ ταῖς βίβλοις προσσχὼν καί τι παθὼν ἀνθρώπινον, φιλοτιμησάμενος, εἴ γε καὶ αὐτὸς σφίσι τῆς γνώμης συνάροιτο, εἰ καὶ οὐδεὶς ἄλλος προσαπεδέχετο τὸ ἐγχείρημα, βάξιν παρηρτημένην ἐντεῦθεν οὐκ ἐπαινετὴν δεδιώς, μέτεισί τε φιλοπονώτερον τὰς γραφὰς καὶ τὰ παρεγγεγραμμένα τοῖς λόγοις ἐκείνων ῥησείδια ἐξ ὅλων λόγων τῶν ἁγίων συνέλεγε. καὶ νῦν μὲν εὕρισκεν Ἀθανάσιον λέγοντα ἦν δὲ ἀδύνατον ἐν τῇ τῆς τρίαδος τάξει τὸ πνεῦμα γινώσκεσθαι μὴ προοδικῶς ὂν ἐκ θεοῦ δι’ υἱοῦ, ἀλλὰ ποιητικῶς, ὡς λέγουσι, νῦν δὲ τὸν μέγαν Βασίλειον ἀξιώματι μὲν δευτερεύειν τοῦ υἱοῦ τὸ πνεῦμα παραδίδωσιν ἴσως ὁ τῆς ἀληθείας λόγος. τὴν δὲ κατασκευὴν τῆς προτάσεως, ἐν πολλαῖς μὲν τῶν βίβλων κειμένην καὶ ταύτην, ἐν δέ γ’ ἐνίαις παρῃρημένην εὕρισκεν. ἑτέρωθι τὸν Νύσσης Γρηγόριον οὕτω πως διαιροῦντα τὰς περὶ θεοῦ δόξας ὡς τὸ μὲν αἴτιον πιστεύειν τὸ δὲ ἐκ τοῦ αἰτίου, καὶ ἐξ αἰτίας ὄντος πάλιν ἄλλην διαφορὰν ἐννοοῦμεν· τὸ μὲν γὰρ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου, τὸ δὲ διὰ τοῦ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου.
35
GEORGIA PACHYMER.E
36
ἔλεγον [Ρ. 46] τὴν προσθήκην, τῆς μὲν λύσεως τούτου λαῖ; μὲν τῶν βίβλων κειμένην καὶ ταύτην, ἐ. δέ γ'
καὶ λίαν ὡς ἀσθενοῦς κατεγίνωσκεν, ὥσπερ ἂν ἦν
ἱκανὸν τὸν αὐτὸν καὶ ἕνα Πατέρα νῦν μὲν ὡς Γραικὸν
μεγαλύνειν, νῦν δ' ὡς Ῥωμαῖον αἱρέσεως γράφεσθαι,
Ἱερώνυμον δὲ καὶ Αὐγουστῖνον τὸν μὲν ὑπὸ Δαμάσῳ
παιδευθέντα καὶ σύγχρονον Βασιλείου τοῦ πάνυ καὶ
μέγαν ἐγνώριζεν, Αὐγουστῖνον δὲ τὸν Ἱππῶνος καὶ
ἐπὶ τῆς ἕκτης συνόδου μακαρίας μνήμης ἠξιωμένον
καὶ εὐφημούμενον, τὸν δὲ τρίτον Αμβρόσιον καὶ
παρ' ἡμῖν ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας μεγαλυνόμενον. Το
γοῦν τὸν Φώτιον οὕτω λέγειν περὶ ἐκείνων καὶ ἀπο
φαίνεσθαι οὐκ ἔκρινε συνετὸν καὶ ἄλλως δίκαιόν τε
καὶ ἰσχυρὸν, ἐκείνων δὲ ταῖς βίβλοις προσεχών και
τι παθὼν ἀνθρώπινον, φιλοτιμησάμενος, εἴ γε και
αὐτὸς σφίσι τῆς γνώμης συνάροιτο, εἰ καὶ οὐδεὶς
ἄλλος προσαπεδέχετο τὸ ἐγχείρημα, βάξιν παρηρτη
μένην ἐντεῦθεν οὐκ ἐπαινετὴν δεδιώς, μέτεισί τε
φιλοπονώτερον τὰς γραφὰς καὶ τὰ παρεγγεγραμμένα
τοῖς λόγοις ἐκείνων ῥησείδια ἐξ ὅλων λόγων τῶν
ἁγίων συνέλεγε. Καὶ νῦν μὲν εὕρισκεν ᾿Αθανάσιον
λέγοντα, ο "Ην δὲ ἀδύνατον ἐν τῇ τῆς Τριάδος τάξει
τὸ Πνεῦμα γινώσκεσθαι μὴ προοδικῶς ἂν ἐκ Θεοῦ δι'
Υἱοῦ, ἀλλὰ ποιητικῶς, ὡς λέγουσι·, νῦν δὲ τὸν
μέγαν Βασίλειον·. Αξιώματι μὲν δευτερεύειν τοῦ
Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα παραδίδωσιν ἴσως ὁ τῆς ἀληθείας
λόγος.» Τὴν δὲ κατασκευὴν τῆς προτάσεως, ἐν πολest. Quomodo enim videri possit consentaneum
eumdem Patrem nunc ut Gracum magni facere,
mox ut Latinum hæreseos accusare? quos autem
et quales viros? Primum Hieronymum a Damaso
eruditum, aqualem Basilii Magni; deinde Augustinum Hipponensem, a sexta synodo, qua: virum
illum beatæ memoriæ prædicat, commendatum;
tertium Ambrosium, cujus etiam apud nos acta in
Ecclesia magnis laudibus efferuntur. Ex quibus
colligebat nec pudenter nec prudenter nec verisimiliter aut ad persuasionem valide Photium de
tantis Patribus ita locutum videri debere. Horum
igitur omnium libris Veccus in manus sumptis
aeri attentione meditandis quiddam passus est humanitus, indulgens plusculum ambitioso cuidam
studio aggregandi sese ad sententiam tam celebrium
auctorum; quam in rem hac ætate nullus ˚ alius
expedire impetum auderet. Ac facile providens,
‹nt tum erant sensus præoccupatárum alia quadam
opinione mentium, famam sibi ex hoc facto secnauram ancipitis potius pendulique in præceps quam
laudabilis incepti, corrogavit ad sui defensionem
testimonia diligentius, et labore magno hinc inde
longis sanctorum omnium veterum scriptis insper.
sɔs in rem suam sententiolas congessit. Ac nunc
quidem invenit Athanasium dicentem: Fieri auten
non poterat in Trinitatis ordine cognosci Spiritum,
non progressive exsistentem ex Deo per Filium,
sed efficienter aut productive, ut loquuntur; › nunc
magnum Basilium, • Posteriorem quidem origine
Filio Spiritum tradit videlicet 30 vera doctrina.
Rationem perro aflirmationis qua Filius Patre,
ἐνίας παρῃρημένην εὕρισκεν. Ετέρωθι τὸν Νύσσης
Γρηγόριον οὕτω πως διαιροῦντα τὰς περὶ Θεοῦ δόξες
ὡς τὸ μὲν αἴτιον πιστεύειν, τὸ δὲ ἐκ τοῦ αἰτίου, και
ἐξ αἰτίας ὄντος πάλιν ἄλλην διαφορὰν ἐννοοῦμεν· τὸ
μὲν γὰρ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου, τὸ δὲ διὰ τοῦ
προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου. Καὶ αὖθις ἐν τῷ τέλει τοῦ
τῶν ᾿Αντιῤῥητικών πρώτους «Δευτερεύει μὲν ὁ Υἱὸς
τοῦ Πατρὸ; αἰτίου, δευτερεύει δὲ καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ
Υἱοῦ κατὰ τὸν τῆς αἰτίας λόγον.» Αλλαχοῦ δὲ τὸν
μέγαν Κύριλλον λέγοντα «τὸ ἐξ ἀμφοῖν οὐσιωδῶς
ὑπάρχον, τουτέστιν ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ, ν καὶ αὖθις
στόμα μὲν τοῦ Πατρὸς λέγοντα τὸν Υἱὸν, θεολογοῦντα
δὲ περὶ τοῦ Πνεύματος ο καθάπερ δια στόματος τὴν
ἰδίαν ἡμῖν ὑποσημαίνον ὑπαρξιν.· Ἐπιφάνιον δὲ
καὶ ἐν πολλοῖς καὶ πολλάκις τὰ αὐτὰ λέγοντα κατε
λάμβανεν. Εδοξεν οὖν ἐκείνῳ ταῦτά τε καὶ πλείω
συνάγειν καὶ λογογραφεῖν τὴν τῶν Πατέρων θεολο
γίαν, ὡς ᾤετο. Καὶ τὸ ἀτηρὸν μὲν τῆς κατηγορία,
τῶν Ἰταλῶν, ὃ δὴ καὶ τοῖς κοινωνοῦσι διὰ τῆς [P. 17]
ἀναφορᾶς τοῦ ὀνόματος προσετρίβετο, ἐξιᾶσθαι τέως
κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ θεραπεύειν ἠβούλετο· δεδιώς δ'
αὖθις καὶ τὰς κατηγορίας τῆς τόλμης, ταῖς ἀληθείας
ὅρκους προανετάττετο τοὺς φρικώδεις ή μήν μὴ ὡς
δήθεν καταγινώσκειν τῶν ἡμετέρων ἢ ἐγκαλεῖν ἐλα
λείψεως, κακείνοις προσκεῖσθαι ὡς κρειττόνως λέ
Spiritus sanctus utroque origine posterior dicitur,
in quibusdam quidem libris disertim expressam,
in aliis omissam aut oblique tantum insinuatam
reperit. Alibi Nyssenum invenit in hunc modum
distincte tradentem tenendas de Deo sententias,
ut credatur in co aliud causa, aliud ex causa.
Tum ejus quod ex causa exsistat aliam differentiam
intelligimus, ut aliud sit citra medium ex primo,
aliud per id quod citra medium ex primo est. Et
rursus in fine primi Antirrheticorum: Secundus
a Patre Filius quod ex co ut causa sit. Secundus
item a Filio Spiritus juxta causa rationem.» Alias
vero magnuin Cyrillum dicentem de Spiritu exsi -
stere ipsum ex ambobus substantialiter, hoc est
ex Patre et Filio, et rursus os quidem Patris afpellantem Filium, divinitatem vero Spiritus ita
declarantem ut per os suam is nobis exsistentiam
indicet. Epiphanium quoque deprebendit et multis
in libris et sape in unoquoque eadem affirmantem.
Visum igitur Vecco hæc et plura colligere, complectique ac disserere scriptis commentariis theologiam Patrum, ut putabat, quo duram nimirum
illam accusationem Italorum, quæ et in Gracos
propter nuper admissam nominis papæ inter sacrə
mentionem cum iis communicantes contagione
quadam propagabatur, emolliret aut purgaret prout
poterat. Rursus metuens ne audaciæ accusaretur,
suis illis de vera doctrina dissertationibus addebat
horrenda juramenta, quibus studebat persuadere
se nequaquam haee allegare, 31 ut aut damnaret
mostros aut defectus argueret, neque quo Latinis
tanquam melius loquentibus, spretis suis, se adjun-
καὶ αὖθις ἐν τῷ τέλει τοῦ τῶν Ἀντιρρητικῶν πρώτου δευτερεύει μὲν ὁ υἱὸς τοῦ πατρὸς αἰτίου, δευτερεύει δὲ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ υἱοῦ κατὰ τὸν τῆς αἰτίας λόγον. ἀλλαχοῦ δὲ τὸν μέγαν Κύριλλον λέγοντα τὸ ἐκ ἀμφοῖν οὐσιωδῶς ὑπάρχον, τουτέστιν ἐκ πατρὸς δι’ υἱοῦ, καὶ αὖθις στόμα μὲν τοῦ πατρὸς λέγοντα τὸν υἱόν, θεολογοῦντα δὲ περὶ τοῦ πνεύματος καθάπερ διὰ στόματος τὴν ἰδίαν ἡμῖν ὑποσημαῖνον ὕπαρξιν. Ἐπιφάνιον δὲ καὶ ἐν πολλοῖς καὶ πολλάκις τὰ αὐτὰ λέγοντα κατελάμβανεν. ἔδοξεν οὖν ἐκείνῳ ταῦτά τε καὶ πλείω συνάγειν καὶ λογογραφεῖν τὴν τῶν πατέρων θεολογίαν, ὡς ᾤετο. καὶ τὸ ἀτηρὸν μὲν τῆς κατηγορίας τῶν Ἰταλῶν, ὃ δὴ καὶ τοῖς κοινωνοῦσι διὰ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ὀνόματος προσετρίβετο, ἐξιᾶσθαι τέως κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ θεραπεύειν ἠβούλετο·
35
GEORGIA PACHYMER.E
36
ἔλεγον [Ρ. 46] τὴν προσθήκην, τῆς μὲν λύσεως τούτου λαῖ; μὲν τῶν βίβλων κειμένην καὶ ταύτην, ἐ. δέ γ'
καὶ λίαν ὡς ἀσθενοῦς κατεγίνωσκεν, ὥσπερ ἂν ἦν
ἱκανὸν τὸν αὐτὸν καὶ ἕνα Πατέρα νῦν μὲν ὡς Γραικὸν
μεγαλύνειν, νῦν δ' ὡς Ῥωμαῖον αἱρέσεως γράφεσθαι,
Ἱερώνυμον δὲ καὶ Αὐγουστῖνον τὸν μὲν ὑπὸ Δαμάσῳ
παιδευθέντα καὶ σύγχρονον Βασιλείου τοῦ πάνυ καὶ
μέγαν ἐγνώριζεν, Αὐγουστῖνον δὲ τὸν Ἱππῶνος καὶ
ἐπὶ τῆς ἕκτης συνόδου μακαρίας μνήμης ἠξιωμένον
καὶ εὐφημούμενον, τὸν δὲ τρίτον Αμβρόσιον καὶ
παρ' ἡμῖν ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας μεγαλυνόμενον. Το
γοῦν τὸν Φώτιον οὕτω λέγειν περὶ ἐκείνων καὶ ἀπο
φαίνεσθαι οὐκ ἔκρινε συνετὸν καὶ ἄλλως δίκαιόν τε
καὶ ἰσχυρὸν, ἐκείνων δὲ ταῖς βίβλοις προσεχών και
τι παθὼν ἀνθρώπινον, φιλοτιμησάμενος, εἴ γε και
αὐτὸς σφίσι τῆς γνώμης συνάροιτο, εἰ καὶ οὐδεὶς
ἄλλος προσαπεδέχετο τὸ ἐγχείρημα, βάξιν παρηρτη
μένην ἐντεῦθεν οὐκ ἐπαινετὴν δεδιώς, μέτεισί τε
φιλοπονώτερον τὰς γραφὰς καὶ τὰ παρεγγεγραμμένα
τοῖς λόγοις ἐκείνων ῥησείδια ἐξ ὅλων λόγων τῶν
ἁγίων συνέλεγε. Καὶ νῦν μὲν εὕρισκεν ᾿Αθανάσιον
λέγοντα, ο "Ην δὲ ἀδύνατον ἐν τῇ τῆς Τριάδος τάξει
τὸ Πνεῦμα γινώσκεσθαι μὴ προοδικῶς ἂν ἐκ Θεοῦ δι'
Υἱοῦ, ἀλλὰ ποιητικῶς, ὡς λέγουσι·, νῦν δὲ τὸν
μέγαν Βασίλειον·. Αξιώματι μὲν δευτερεύειν τοῦ
Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα παραδίδωσιν ἴσως ὁ τῆς ἀληθείας
λόγος.» Τὴν δὲ κατασκευὴν τῆς προτάσεως, ἐν πολest. Quomodo enim videri possit consentaneum
eumdem Patrem nunc ut Gracum magni facere,
mox ut Latinum hæreseos accusare? quos autem
et quales viros? Primum Hieronymum a Damaso
eruditum, aqualem Basilii Magni; deinde Augustinum Hipponensem, a sexta synodo, qua: virum
illum beatæ memoriæ prædicat, commendatum;
tertium Ambrosium, cujus etiam apud nos acta in
Ecclesia magnis laudibus efferuntur. Ex quibus
colligebat nec pudenter nec prudenter nec verisimiliter aut ad persuasionem valide Photium de
tantis Patribus ita locutum videri debere. Horum
igitur omnium libris Veccus in manus sumptis
aeri attentione meditandis quiddam passus est humanitus, indulgens plusculum ambitioso cuidam
studio aggregandi sese ad sententiam tam celebrium
auctorum; quam in rem hac ætate nullus ˚ alius
expedire impetum auderet. Ac facile providens,
‹nt tum erant sensus præoccupatárum alia quadam
opinione mentium, famam sibi ex hoc facto secnauram ancipitis potius pendulique in præceps quam
laudabilis incepti, corrogavit ad sui defensionem
testimonia diligentius, et labore magno hinc inde
longis sanctorum omnium veterum scriptis insper.
sɔs in rem suam sententiolas congessit. Ac nunc
quidem invenit Athanasium dicentem: Fieri auten
non poterat in Trinitatis ordine cognosci Spiritum,
non progressive exsistentem ex Deo per Filium,
sed efficienter aut productive, ut loquuntur; › nunc
magnum Basilium, • Posteriorem quidem origine
Filio Spiritum tradit videlicet 30 vera doctrina.
Rationem perro aflirmationis qua Filius Patre,
ἐνίας παρῃρημένην εὕρισκεν. Ετέρωθι τὸν Νύσσης
Γρηγόριον οὕτω πως διαιροῦντα τὰς περὶ Θεοῦ δόξες
ὡς τὸ μὲν αἴτιον πιστεύειν, τὸ δὲ ἐκ τοῦ αἰτίου, και
ἐξ αἰτίας ὄντος πάλιν ἄλλην διαφορὰν ἐννοοῦμεν· τὸ
μὲν γὰρ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου, τὸ δὲ διὰ τοῦ
προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου. Καὶ αὖθις ἐν τῷ τέλει τοῦ
τῶν ᾿Αντιῤῥητικών πρώτους «Δευτερεύει μὲν ὁ Υἱὸς
τοῦ Πατρὸ; αἰτίου, δευτερεύει δὲ καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ
Υἱοῦ κατὰ τὸν τῆς αἰτίας λόγον.» Αλλαχοῦ δὲ τὸν
μέγαν Κύριλλον λέγοντα «τὸ ἐξ ἀμφοῖν οὐσιωδῶς
ὑπάρχον, τουτέστιν ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ, ν καὶ αὖθις
στόμα μὲν τοῦ Πατρὸς λέγοντα τὸν Υἱὸν, θεολογοῦντα
δὲ περὶ τοῦ Πνεύματος ο καθάπερ δια στόματος τὴν
ἰδίαν ἡμῖν ὑποσημαίνον ὑπαρξιν.· Ἐπιφάνιον δὲ
καὶ ἐν πολλοῖς καὶ πολλάκις τὰ αὐτὰ λέγοντα κατε
λάμβανεν. Εδοξεν οὖν ἐκείνῳ ταῦτά τε καὶ πλείω
συνάγειν καὶ λογογραφεῖν τὴν τῶν Πατέρων θεολο
γίαν, ὡς ᾤετο. Καὶ τὸ ἀτηρὸν μὲν τῆς κατηγορία,
τῶν Ἰταλῶν, ὃ δὴ καὶ τοῖς κοινωνοῦσι διὰ τῆς [P. 17]
ἀναφορᾶς τοῦ ὀνόματος προσετρίβετο, ἐξιᾶσθαι τέως
κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ θεραπεύειν ἠβούλετο· δεδιώς δ'
αὖθις καὶ τὰς κατηγορίας τῆς τόλμης, ταῖς ἀληθείας
ὅρκους προανετάττετο τοὺς φρικώδεις ή μήν μὴ ὡς
δήθεν καταγινώσκειν τῶν ἡμετέρων ἢ ἐγκαλεῖν ἐλα
λείψεως, κακείνοις προσκεῖσθαι ὡς κρειττόνως λέ
Spiritus sanctus utroque origine posterior dicitur,
in quibusdam quidem libris disertim expressam,
in aliis omissam aut oblique tantum insinuatam
reperit. Alibi Nyssenum invenit in hunc modum
distincte tradentem tenendas de Deo sententias,
ut credatur in co aliud causa, aliud ex causa.
Tum ejus quod ex causa exsistat aliam differentiam
intelligimus, ut aliud sit citra medium ex primo,
aliud per id quod citra medium ex primo est. Et
rursus in fine primi Antirrheticorum: Secundus
a Patre Filius quod ex co ut causa sit. Secundus
item a Filio Spiritus juxta causa rationem.» Alias
vero magnuin Cyrillum dicentem de Spiritu exsi -
stere ipsum ex ambobus substantialiter, hoc est
ex Patre et Filio, et rursus os quidem Patris afpellantem Filium, divinitatem vero Spiritus ita
declarantem ut per os suam is nobis exsistentiam
indicet. Epiphanium quoque deprebendit et multis
in libris et sape in unoquoque eadem affirmantem.
Visum igitur Vecco hæc et plura colligere, complectique ac disserere scriptis commentariis theologiam Patrum, ut putabat, quo duram nimirum
illam accusationem Italorum, quæ et in Gracos
propter nuper admissam nominis papæ inter sacrə
mentionem cum iis communicantes contagione
quadam propagabatur, emolliret aut purgaret prout
poterat. Rursus metuens ne audaciæ accusaretur,
suis illis de vera doctrina dissertationibus addebat
horrenda juramenta, quibus studebat persuadere
se nequaquam haee allegare, 31 ut aut damnaret
mostros aut defectus argueret, neque quo Latinis
tanquam melius loquentibus, spretis suis, se adjun-
PG 144:37δεδιὼς δ’ αὖθις καὶ τὰς κατηγορίας τῆς τόλμης, ταῖς ἀληθείαις ὅρκους προανετάττετο τοὺς φρικώδεις ἦ μὴν μὴ ὡς δῆθεν καταγινώσκειν τῶν ἡμετέρων ἢ ἐγκαλεῖν ἐλλείψεως, κἀκείνοις προσκεῖσθαι ὡς κρειττόνως λέγουσιν, ἤ τι τοιοῦτον καὶ ἐννοεῖν γράφοντα, ἀλλ’ ἵνα τέως καὶ μόνον τὸ ἔγκλημα θεραπεύοιτο, οὐ τῶν Ἰταλῶν, οὔμενουν (ἐκείνοις γάρ, κἂν ἐπὶ πᾶσιν ἀφιῶνται τῶν ἐγκλημάτων, ἀλλ’ οὖν τῷ τολμῆσαι προσθεῖναι τῷ συμβόλῳ τὴν λέξιν ἔγκλημα κεῖσθαι τὸ μέγιστον), ἀλλὰ τῶν κοινωνούντων ἐκείνοις εἰρήνης τρόπον καὶ παλαιᾶς καταστάσεως ἕνεκα. ἀντεπεξῆγε δὲ καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ μονογενοῦς ἐκ εἰς τὴν διὰ κατὰ τὴν τῶν προθέσεων ἀντιπαραχώρησιν, ὅπου ἂν καὶ ἐν τοῖς περὶ τοῦ υἱοῦ τόποις εὑρίσκηται. οὕτω γάρ φησι διδάσκειν καὶ τὴν ἱερὰν ὁπλοθήκην, βίβλον οὖσαν ἐγκρινομένην ταῖς γνησίαις τῆς ἐκκλησίας. τοῦτο δ’ ἐποίει τὴν τῶν Ἰταλῶν προσθήκην τοῖς ἡμετέροις βουλόμενος ἐξισοῦν.
37
DE ANDRONICO PALAIOLOGO LIB. I.
38
τίας δεδώκει καὶ οὐ παροπτέας, οὐδέ γε μὴν τῆς τυ
χούσης, συνδοξάζειν αἴτιον τὸν Υἱὸν ἐπὶ τῇ ἐκ Πιτρὸς αἰτίᾳ τοῦ Πνεύματος. Καίτοι γε τὰ μέτρια γε
τοῖς λόγοις αὐτοῦ προσαρχόμενος, ὅτε τις καὶ ἀντ
επῆγεν αὐτῷ τὴν αἰτίαν, ὡς πολλῶν ἐπὶ Θεοῦ λεγο
μένων καὶ δὴ καὶ κακίας επιφερόντων ἔμφασιν τὰ
μὲν λεγόμενα ὡς ἁγίων ῥήματα προσιέμεθα, τὸ δ'
ὑπεμφαῖνον οὐ προσδεχόμεθα, «Λέγετε, φησίν, ο ὦ
οὗτοι, Θεὸς τέλειος ὁ Πατήρ, καὶ Θεὸς τέλειος ὁ Υἱός,
καὶ Θεὸς τέλειος ὁ Παράκλητος. "Αρ' οὖν διὰ τὸ τρεῖς
Θεοὺς ὑπεμφαίνεσθαι καταῤῥυπαροῦμεν τὴν θεολο
γίαν;» Τέως εἰς ἀποφυγὴν τοῦ ἐγκλήματος καὶ τρισί
κεφαλαίοις τὸν ἐπὶ τῇ τῆς ᾿Ορθοδοξίας ἡμέρᾳ ἀναγι
νωσκόμενον ὅρον ἐπ' ἐκκλησίας ἐπηύξανε προστιθείς,
ποιούμενος ὑπ' ἀνάθεμα τρίτον τὸν ἦτοι δοξάζοντα
ή αἴτιον ἢ μετὰ τοῦ Πατρὸς συναίτιον τὸν Υἱὸν τοῦ
Πνεύματος, ἢ συγκοινωνεῖν ἐν γνώσει καταδεχόμενον
τοῖς οὕτω λέγουσι καὶ δοξάζουσι. Ταῦτα ἔλεγε, ταῦτ'
ἔγραφεν. «Εἰ δ' ἀνήκει τι, ο φησί, τῇ διὰ εἰς τὸν
.
γουσιν, ή τι τοιοῦτον καὶ ἐννοεῖν γράφοντα, ἀλλ᾽ ἵνα ἡ αἴτιον τὸν Πατέρα λέγων τοῦ Πνεύματος, χώραν απ
τέως καὶ μόνον τὸ ἔγκλημα θεραπεύοιτο, οὐ τῶν
Ιταλών, οὔμενουν (ἐκείνοις γάρ, κἂν ἐπὶ πᾶσιν
ἀφιῶνται τῶν ἐγκλημάτων, ἀλλ᾽ οὖν τῷ τολμῆσαι
προσθεῖναι τῷ συμβόλῳ τὴν λέξιν ἔγκλημα κείσθαι
τὸ μέγιστον), ἀλλὰ τῶν κοινωνούντων ἐκείνοις εἰρή
νης τρόπον καὶ παλαιᾶς καταστάσεως ἕνεκα. Αντ
επεξῆγε δὲ καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ Μονογενοῦς ἐκ εἰς τὴν
διὰ κατὰ τὴν τῶν προθέσεων ἀντιπαραχώρησιν, ὅπου
ἂν καὶ ἐν τοῖς περὶ τοῦ Υἱοῦ τόποις εὑρίσκηται. Οὕτω
γάρ φησι διδάσκειν καὶ τὴν ἱερὰν ὁπλοθήκην, βίβλον
οὖσαν ἐγκρινομένην ταῖς γνησίαις τῆς Ἐκκλησίας.
Τοῦτο δ' ἐποίει τὴν τῶν Ἰταλῶν προσθήκην τοῖς
ἡμετέροις βουλόμενος ἐξισοῦν. Καὶ τέλος ἡ κορωνίς
τῆς τόλμης, ὅτι εὑρίσκων μὲν καὶ τὸν θεολογικώτατον Δαμασκηνὸν ἐν τρεισκαιδεκάτῳ τῶν θεολογικῶν
αὐτοῦ κεφαλαίων λέγοντα, ι Καὶ διὰ Λόγου προβολείς
ἐκφαντορικοῦ Πνεύματος, ο ἐκλαμβανόμενος δὲ τὸ
προβολεὺς εἰς τὸ αἴτιος (μηδὲ γὰρ εἶναι τὴν λέξιν
ἐπ' ἄλλου σημαινομένου λαμβάνεσθαι) καὶ διὰ Λόγου
geret; quorum nihil ne prima quidem cogitatione
tenus sibi venisse in mentem scribenti dejerabat.
Solum voluisse purgare crimen, non illud proprium
Latinorum quo ipsos attentanda additione ad
Symbolum prolapsos fatebatur, gravissime peccando contra disciplinam, non tamen a fide aberrando, sed crimen hæreseos, quod si hærere in
Latinis putaretur, haud dubie in Græcos quoque
cum iis communicantes redundaret. Consuluisse
igitur se suis Græcis opera illa, et de iis bene
ueritum, utique cum sic ostenderit nihil eos nefarium egisse, quando propter pacis bonum et veterem rerum Ecclesiæ statum reducendum consenserant in communionem cum iis usurpandam, quos
puros ab omni hæreseos macula esse constaret.
Porro æquivalentiam inter sese ac promiscuam
notionem præpositionum z ex et diá per maximopere astruxit, contendens persuadere, quoties cæ
tradenda Filii æterni theologia usurparentur, sic
omnino intelligendas tanquam unum idemque
ambæ significarent, idque diserte doceri aiebat in
opere cui sacra hoplotheca sive sacrum armamentarium nomen est, qui liber inter authenticos et
sanam Ecclesiæ doctrinam recte declarantès censeri solet. Id ille faciebat quo Italorum additionem
nostris tolerabiliorem minusque invidiosam redderet Denique, quod ei culmen audaciæ fuit, cum
invenisset summum theologum Damascenum in
tertio decimo theologicorum suorum capitum dicentem de Patre, Et per Verbum προβολεύς productor
enuntiatorii Spiritus, intelligens in voce προβο
λεύς vim principii et cause, quin contendens id
vocabulum in alio significatu sumi non posse, sicque affirmans Patrem per Verbum principium
sive 32 causam Spiritus esse, locum accusationi
sui dedit haud sane contemnendæ, cum non levis
nec vulgaris error videatur, prater vim principii
et causæ quæ in Patre a cunctis agnoscitur respectu
•
Spiritus, etiam Filio attribuere rationem principii
et causæ erga Spiritum eumdem. Nec ille non
sentiebat invidiam dicti, quam ut emolliret, noderationis quamdam speciem inserebat ac velut ad
flexum commodum inarticulabat disputationi alioqui rigidiuscula, occurrendo ultro ingenio lectoris,
ex allegatis Patrum sententiis, ut pronum erat,
collecturi falsam revera et veteri Ecclesiæ doctrinæ contrariam esse Græcorum hodie vigentem opinionem, qua sanctus Spiritus ex Patre duntaxat
ab iis agnoscitur procedens, cum ratio principii et
causæ, respectu Spiritus attributa per sanctos ipsorum Patres etiam Filio, ex ipso quoque procedere
ipsum juxta Latinorum mentem demonstrare videatur. Contra hoc enim ille præscribebat multa
de Deo necessario affirmari, sic irrefragabili aucto -
ritate subigente, ex quibus mala de ipso et neutiquam admittenda clare consequi appareat; quam
ideo consecutionem orthodoxi non admittunt, cum
antecedentia, ex quibus infertur, recipiant. Igitur
et nos, Veccus aiebat, hic quoque Patrum diserta
testimonia recipimus, sed quod ex his apparet
consequi, non recipimus; instabatque argumento e
Græcis ducto ipsis, An non, inquiens, vos quoque et
dicitis et recte dici fatemini Patrem esse perfectum
Denin, perfectum item Deum esse Filium, denique
Paracletum perfectum et ipsum Deum esse? Utrum
igitur quia inde tres esse deos videtur inferri, falso
isto et respuendo corollario theologiam inquinabimus? Hæc ille, quæ ad subterfugium criminis
astute ipsum præparare sibi palam erat. Quem
etiam ad finem decretum de fide legi solitum in
ecclesia die quæ vocatur Orthodoxiæ, tribus auxit
capitulis, ei adjungens triplex anathema, in eum qui
ut dogma fidei assereret Filium esse causam Spiritus, qui diceret Filium esse cum Patre coucausani
Spiritus, postremo qui sciens communicaret nec
adjungi renueret qu busvis ita loquentibus et cre-
PG 144:39καὶ τέλος ἡ κορωνὶς τῆς τόλμης, ὅτι εὑρίσκων μὲν καὶ τὸν θεολογικώτατον Δαμασκηνὸν ἐν τρεισκαιδεκάτῳ τῶν θεολογικῶν αὐτοῦ κεφαλαίων λέγοντα καὶ διὰ λόγου προβολεὺς ἐκφαντορικοῦ πνεύματος, ἐκλαμβανόμενος δὲ τὸ προβολεὺς εἰς τὸ αἴτιος (μηδὲ γὰρ εἶναι τὴν λέξιν ἐπ’ ἄλλου σημαινομένου λαμβάνεσθαι) καὶ διὰ λόγου αἴτιον τὸν πατέρα λέγων τοῦ πνεύματος, χώραν αἰτίας δεδώκει καὶ οὐ παροπτέας, οὐδέ γε μὴν τῆς τυχούσης, συνδοξάζειν αἴτιον τὸν υἱὸν ἐπὶ τῇ ἐκ πατρὸς αἰτίᾳ τοῦ πνεύματος. καίτοι γε τὰ μέτριά γε τοῖς λόγοις αὐτοῦ προσαρχόμενος, ὅτε τις καὶ ἀντεπῆγεν αὐτῷ τὴν αἰτίαν, ὡς πολλῶν ἐπὶ θεοῦ λεγομένων καὶ δὴ καὶ κακίας ἐπιφερόντων ἔμφασιν τὰ μὲν λεγόμενα ὡς ἁγίων ῥήματα προσιέμεθα, τὸ δ’ ὑπεμφαῖνον οὐ προσδεχόμεθα, λέγετέ φησιν, ὦ οὗτοι, θεὸς τέλειος ὁ πατήρ, καὶ θεὸς τέλειος ὁ υἱός, καὶ θεὸς τέλειος ὁ παράκλητος. ἆρ’ οὖν διὰ τὸ τρεῖς θεοὺς ὑπεμφαίνεσθαι καταρρυπαροῦμεν τὴν θεολογίαν;
39
GEORGI PACHYMERE
40
τῆς αἰτίας λόγον, [Ρ. 18] τοῦτο τόλμημα μὲν λέγειν Λ ρεῖν διὰ ταύτην, ἐκεῖνος μὴ ὅτι γε μόνον τὴν παι
ἢ ἐννοεῖν, εἰ δέ τις τολμῴη, τὸ ἐκ τοῦ λόγου μὲν
ἐρεῖ ἐμφαινόμενον, αἰτίαν δὲ πάντως ἀποίσεται τοῦ
τολμήματος.»
ι'. "Οπως ὁ Βέκκος μετακαλούμενος εἰς τὴν σύ
νοῖον ἐπεδήμησεν.
Ταῦτα κατὰ τὸν Βέκκον ταῖς ἀληθείαις, καὶ πλέον
οὐδέν. Διὰ δὴ καὶ ἡμεῖς ἐξεπίτηδες τὰ τῆς ἱστορίας
κατὰ λεπτὸν ἐπλατύναμεν, ἵν' ᾗ δῆλον ὅπως καὶ ἐφ'
οἴαι; αἰτία:; ὅσον οὐκ ἤδη ἡ Ἐκκλησία πᾶσα τοῦ
κακοῦ παραπολαύειν ήμελλε. Σώφρον ἦν οὖν κατ'
ἐμὴν γνώμην μηδὲν περὶ τούτων κινεῖσθαι. Αλλ'
ὅμως τέως καὶ οἱ ἐκεῖνον ἐποτρύνοντες αἴτιοι· βουλόμενο; γὰρ τοῖς αἰτιωμένοις ἀπολογεῖσθαι καὶ ἔγε
κλημα φεύγειν αἱρέσεως ἔλαβεν αἱρέσει δόξα; δικαίως περιπαρείς. Ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἐν εἶχον κατὰ
σκοπόν, τὸ καθυποκλἶναι τὸν Ἰωάννην τῷ Ἰωσήφ,
καὶ παρ' ἐκείνου πείθειν ζητεῖν συγγνώμην οἷς ὅτι
ζῶντος ἐκείνου ἐπιβῆναι τοῦ θρόνου τολμήσεις, καὶ
τὰ τῆς εἰρήνης μὴ καταδεχομένου, ὡς καὶ ὑποχω
dentibus. llæc dicebat, hæc scribebat, illud quoque
addens Si quis inesse eontenderit præpositioni
διά ver notionem causs, audax id dictu 33 cogitatuque fuerit; et quisquis id ausit, aflirmabit is
sane quod ex Patrum testimoniis videtur consequi:
cæterum idem temeritatis omnino accusationem
ausi pœnam feret.
10. Ut Veccus citatus in synodum adfuerit.
Hæc plane sunt quæ Veccus circa hoc negotium
scripsit, dixit, gessit, et nihil bis plus; quæ data
opera studui minutatim ac paulo latius historiæ
commendare, ut sit manifestum quomodo et quibus
ex causis in extremum Ecclesia periculum magni
mali subeundi venerit. Temperantius autem Veccus,
mea quidem sententia, fecisset, si nihil circa hoc
movisset. Tamen ejus culpæ magnam partem sustiment, qui hoc illi faciendi vehementem impulsum et
quamdam quasi necessitatem imposuerunt. Accurrens quippe is ad justam defensionem Latinorum
contra eos a quibus immerito hæreseos damnabantur, induit se non advertens et studio clatus in justas suspiciones ejus labis qua purgare satagebat
alios, visus in hæresim impingere. Atque in præsens
quidem, qui res istas gubernabant, unum hoc speetabant, ut Joannem Josepho subjicerent volentem,
persuadendo illi ut ab hoc veniam supplex peteret,
quod ipso adhuc vivente throuum conscendere ausus esset, et quod cum videret Josephum adeo ab
Ecclesiarum pace abhorrere ut, ne illam probaret,
cedere patriarchatu mallet, tamen ipse vacuum ejus
secessu patriarchale solium non modo non dubitaverit oblatum admittere, sed etiam libris editis conatus fuerit evincere nihil in ea, pace reprehensibile
fuisse. Hæc ut ab eo extorquerent, synodum plenam
`quain primum studuerant cogere. Pulsibus ergo
crebris æris ecclesiæ campani turbam simul adve-
•
τριαρχίαν καταδέχοιτο, ἀλλὰ καὶ γραφαῖς πειρώτο
δεικνύναι τὴν πράξιν ἀνεπιτίμητον. Οθεν καὶ ἐσημέραι σύνοδον μὲν ἐντελῆ καθίστων, κρότοις δὲ
συχνοῖς τῶν τῆς ἐκκλησίας κωδώνων ξυγκλυδας
ξυμφοροῦντες καὶ πλήθη, εἴ πού τις ὡς ἡσέβησαν
πείθοι, παρακινησείοντα τὰς ὁρμας καθ' ὧν ἄρα τοῦ
ὀρθοῦ [Ρ 19] παρακινησάντων σφᾶς ὑποπτεύσειαν,
καὶ μάλα θερμῶς ἠξίουν τὸν Ἰωάννην καταπέμπε
σθαι κριθησόμενον. Συχνῶν γοῦν διαμηνυμάτων
πρὸς ἐκεῖνον γινομένων ἐφ᾽ ᾧ παραγίνοιτο λόγον
δώσων τῶν γεγραμμένων, καὶ μάλ' ἐκείνων ἐπιδει
κνυμένων τοῖς πλήθεσιν, ἐκεῖνος τὸ ἄλογον τῆς ὑρμῆς τῶν πολλῶν δεδιὼς ἐπὶ πολύ τε ὤχνει καὶ ἀνεβάλλετο τὴν ὡς ἐκείνους ἄφιξιν· δήλην γὰρ εἶναι τὴν
παρακινδύνευσιν, εἰ πλῆθος ἀσεβῆσαι πεισθείη,
ὥστε μὴ μένειν ἐπὶ τοῦ καθεστηκότος τρόπου, ἀλλ'
ὅλαις ὁρμαῖς ἐπὶ τὸν αἴτιον τρέπεσθαι. 'Αλλ' ὁ μέγας
λογοθέτης εμβριθέστερον τὴν τοῦ πλήθους παρακί
νησιν καταστείλας, ὡς εἰς αὐτὸν βασιλέα τοῦ ἐπ'
ἐκεῖνον ἀτακτήσοντος δόξοντος ἁμαρτεῖν, καὶ οἱ
narum sibi faventem, urbanum simul populum magno numero convocarunt. Congregandæ multitudinis haec factiosa 34 erat causa. Sperabant ipso apparatu synodi, quæ cogi ferebatur ad emendanda
quæ perperam acta fuerant in conventione cum Latinis intellecturos homines e vulgo se deceptos ab
auctoribus conventionis ejus in impietatem fuisse
prolapsos, quam nunc espiari oporteret. Inde autem confidebant exarsuros eos et in seditionem concitandos adversus Veccum, quem ejus rei totius
præcipuum artificem suspicarentur. Quare illum
huic invidiae objecturi, ardenter petebant citari rite
ac juberi se sistere judicandum a syno'o. Crebris
igitur viatorum missitationibus Veccus comparere
coram congregatis Patribus jussus est ad reddendamı
rationem eorum que scripserat; idque dum fieret,
interim qui hæc curabant, scripta illa Vecci ut errorum et fraudum plena invidiosissime apud populum traducebant, magnopere ostentantes exaggerantesque perniciem illorum. Id Veccus non ignorans
cunctabatur obtemperare vocantibus, morasque innectebat longas suo in vadimonium occursui,
inverisimiliter allegans manifestum esse periculum,
ne populus persuasus gravi se implicatum malo piaculoque subjectum per pacem cum Latinis initam,
furiose in ejus pacis auctorem erumperet, cum is
primum in conspectum esset datus. haque cum non
ignoraret arte adversariorum totam ejus negotii
culpam in se conferri, hand sibi videri tutum proficisci quo vocaretur, discerpendo utique a multitu·
dine, cui qui se vellent perditum sinistris ante sparsis rumoribus persuaserant penes se unum residere
causam mali omnis. Hæc jure cansari eum magnus
lɔo.heta intelligens, acri nec inutili opera incubuit
ad seditionem comprimendam populi metu huic
admoto ab imperatore, quem, si qua vis fieret, offendendum graviter et severe animadversurum in vio-
-
non
τέως εἰς ἀποφυγὴν τοῦ ἐγκλήματος καὶ τρισὶ κεφαλαίοις τὸν ἐπὶ τῇ τῆς ὀρθοδοξίας ἡμέρᾳ ἀναγινωσκόμενον ὅρον ἐπ’ ἐκκλησίας ἐπηύξανε προστιθείς, ποιούμενος ὑπ’ ἀνάθεμα τρίτον τὸν ἤτοι δοξάζοντα ἢ αἴτιον ἢ μετὰ τοῦ πατρὸς συναίτιον τὸν υἱὸν τοῦ πνεύματος, ἢ συγκοινωνεῖν ἐν γνώσει καταδεχόμενον τοῖς οὕτω λέγουσι καὶ δοξάζουσι. ταῦτα ἔλεγε, ταῦτ’ ἔγραφεν. εἰ δ’ ἀνήκει τι, φησί, τῇ διὰ εἰς τὸν τῆς αἰτίας λόγον, τοῦτο τόλμημα μὲν λέγειν ἢ ἐννοεῖν, εἰ δέ τις τολμῴη, τὸ ἐκ τοῦ λόγου μὲν ἐρεῖ ἐμφαινόμενον, αἰτίαν δὲ πάντως ἀποίσεται τοῦ τολμήματος. Ταῦτα κατὰ τὸν Βέκκον ταῖς ἀληθείαις, καὶ πλέον οὐδέν. διὸ δὴ καὶ ἡμεῖς ἐξεπίτηδες τὰ τῆς ἱστορίας κατὰ λεπτὸν ἐπλατύναμεν, ἵν’ ᾖ δῆλον ὅπως καὶ ἐφ’ οἵαις αἰτίαις ὅσον οὐκ ἤδη ἡ ἐκκλησία πᾶσα τοῦ κακοῦ παραπολαύειν ἤμελλε. σῶφρον ἦν οὖν κατ’ ἐμὴν γνώμην μηδὲν περὶ τούτων κινεῖσθαι. ἀλλ’ ὅμως τέως καὶ οἱ ἐκεῖνον ἐποτρύνοντες αἴτιοι· βουλόμενος γὰρ τοῖς αἰτιωμένοις ἀπολογεῖσθαι καὶ ἔγκλημα φεύγειν αἱρέσεως ἔλαθεν αἱρέσει δόξας δικαίως περιπαρείς.
39
GEORGI PACHYMERE
40
τῆς αἰτίας λόγον, [Ρ. 18] τοῦτο τόλμημα μὲν λέγειν Λ ρεῖν διὰ ταύτην, ἐκεῖνος μὴ ὅτι γε μόνον τὴν παι
ἢ ἐννοεῖν, εἰ δέ τις τολμῴη, τὸ ἐκ τοῦ λόγου μὲν
ἐρεῖ ἐμφαινόμενον, αἰτίαν δὲ πάντως ἀποίσεται τοῦ
τολμήματος.»
ι'. "Οπως ὁ Βέκκος μετακαλούμενος εἰς τὴν σύ
νοῖον ἐπεδήμησεν.
Ταῦτα κατὰ τὸν Βέκκον ταῖς ἀληθείαις, καὶ πλέον
οὐδέν. Διὰ δὴ καὶ ἡμεῖς ἐξεπίτηδες τὰ τῆς ἱστορίας
κατὰ λεπτὸν ἐπλατύναμεν, ἵν' ᾗ δῆλον ὅπως καὶ ἐφ'
οἴαι; αἰτία:; ὅσον οὐκ ἤδη ἡ Ἐκκλησία πᾶσα τοῦ
κακοῦ παραπολαύειν ήμελλε. Σώφρον ἦν οὖν κατ'
ἐμὴν γνώμην μηδὲν περὶ τούτων κινεῖσθαι. Αλλ'
ὅμως τέως καὶ οἱ ἐκεῖνον ἐποτρύνοντες αἴτιοι· βουλόμενο; γὰρ τοῖς αἰτιωμένοις ἀπολογεῖσθαι καὶ ἔγε
κλημα φεύγειν αἱρέσεως ἔλαβεν αἱρέσει δόξα; δικαίως περιπαρείς. Ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἐν εἶχον κατὰ
σκοπόν, τὸ καθυποκλἶναι τὸν Ἰωάννην τῷ Ἰωσήφ,
καὶ παρ' ἐκείνου πείθειν ζητεῖν συγγνώμην οἷς ὅτι
ζῶντος ἐκείνου ἐπιβῆναι τοῦ θρόνου τολμήσεις, καὶ
τὰ τῆς εἰρήνης μὴ καταδεχομένου, ὡς καὶ ὑποχω
dentibus. llæc dicebat, hæc scribebat, illud quoque
addens Si quis inesse eontenderit præpositioni
διά ver notionem causs, audax id dictu 33 cogitatuque fuerit; et quisquis id ausit, aflirmabit is
sane quod ex Patrum testimoniis videtur consequi:
cæterum idem temeritatis omnino accusationem
ausi pœnam feret.
10. Ut Veccus citatus in synodum adfuerit.
Hæc plane sunt quæ Veccus circa hoc negotium
scripsit, dixit, gessit, et nihil bis plus; quæ data
opera studui minutatim ac paulo latius historiæ
commendare, ut sit manifestum quomodo et quibus
ex causis in extremum Ecclesia periculum magni
mali subeundi venerit. Temperantius autem Veccus,
mea quidem sententia, fecisset, si nihil circa hoc
movisset. Tamen ejus culpæ magnam partem sustiment, qui hoc illi faciendi vehementem impulsum et
quamdam quasi necessitatem imposuerunt. Accurrens quippe is ad justam defensionem Latinorum
contra eos a quibus immerito hæreseos damnabantur, induit se non advertens et studio clatus in justas suspiciones ejus labis qua purgare satagebat
alios, visus in hæresim impingere. Atque in præsens
quidem, qui res istas gubernabant, unum hoc speetabant, ut Joannem Josepho subjicerent volentem,
persuadendo illi ut ab hoc veniam supplex peteret,
quod ipso adhuc vivente throuum conscendere ausus esset, et quod cum videret Josephum adeo ab
Ecclesiarum pace abhorrere ut, ne illam probaret,
cedere patriarchatu mallet, tamen ipse vacuum ejus
secessu patriarchale solium non modo non dubitaverit oblatum admittere, sed etiam libris editis conatus fuerit evincere nihil in ea, pace reprehensibile
fuisse. Hæc ut ab eo extorquerent, synodum plenam
`quain primum studuerant cogere. Pulsibus ergo
crebris æris ecclesiæ campani turbam simul adve-
•
τριαρχίαν καταδέχοιτο, ἀλλὰ καὶ γραφαῖς πειρώτο
δεικνύναι τὴν πράξιν ἀνεπιτίμητον. Οθεν καὶ ἐσημέραι σύνοδον μὲν ἐντελῆ καθίστων, κρότοις δὲ
συχνοῖς τῶν τῆς ἐκκλησίας κωδώνων ξυγκλυδας
ξυμφοροῦντες καὶ πλήθη, εἴ πού τις ὡς ἡσέβησαν
πείθοι, παρακινησείοντα τὰς ὁρμας καθ' ὧν ἄρα τοῦ
ὀρθοῦ [Ρ 19] παρακινησάντων σφᾶς ὑποπτεύσειαν,
καὶ μάλα θερμῶς ἠξίουν τὸν Ἰωάννην καταπέμπε
σθαι κριθησόμενον. Συχνῶν γοῦν διαμηνυμάτων
πρὸς ἐκεῖνον γινομένων ἐφ᾽ ᾧ παραγίνοιτο λόγον
δώσων τῶν γεγραμμένων, καὶ μάλ' ἐκείνων ἐπιδει
κνυμένων τοῖς πλήθεσιν, ἐκεῖνος τὸ ἄλογον τῆς ὑρμῆς τῶν πολλῶν δεδιὼς ἐπὶ πολύ τε ὤχνει καὶ ἀνεβάλλετο τὴν ὡς ἐκείνους ἄφιξιν· δήλην γὰρ εἶναι τὴν
παρακινδύνευσιν, εἰ πλῆθος ἀσεβῆσαι πεισθείη,
ὥστε μὴ μένειν ἐπὶ τοῦ καθεστηκότος τρόπου, ἀλλ'
ὅλαις ὁρμαῖς ἐπὶ τὸν αἴτιον τρέπεσθαι. 'Αλλ' ὁ μέγας
λογοθέτης εμβριθέστερον τὴν τοῦ πλήθους παρακί
νησιν καταστείλας, ὡς εἰς αὐτὸν βασιλέα τοῦ ἐπ'
ἐκεῖνον ἀτακτήσοντος δόξοντος ἁμαρτεῖν, καὶ οἱ
narum sibi faventem, urbanum simul populum magno numero convocarunt. Congregandæ multitudinis haec factiosa 34 erat causa. Sperabant ipso apparatu synodi, quæ cogi ferebatur ad emendanda
quæ perperam acta fuerant in conventione cum Latinis intellecturos homines e vulgo se deceptos ab
auctoribus conventionis ejus in impietatem fuisse
prolapsos, quam nunc espiari oporteret. Inde autem confidebant exarsuros eos et in seditionem concitandos adversus Veccum, quem ejus rei totius
præcipuum artificem suspicarentur. Quare illum
huic invidiae objecturi, ardenter petebant citari rite
ac juberi se sistere judicandum a syno'o. Crebris
igitur viatorum missitationibus Veccus comparere
coram congregatis Patribus jussus est ad reddendamı
rationem eorum que scripserat; idque dum fieret,
interim qui hæc curabant, scripta illa Vecci ut errorum et fraudum plena invidiosissime apud populum traducebant, magnopere ostentantes exaggerantesque perniciem illorum. Id Veccus non ignorans
cunctabatur obtemperare vocantibus, morasque innectebat longas suo in vadimonium occursui,
inverisimiliter allegans manifestum esse periculum,
ne populus persuasus gravi se implicatum malo piaculoque subjectum per pacem cum Latinis initam,
furiose in ejus pacis auctorem erumperet, cum is
primum in conspectum esset datus. haque cum non
ignoraret arte adversariorum totam ejus negotii
culpam in se conferri, hand sibi videri tutum proficisci quo vocaretur, discerpendo utique a multitu·
dine, cui qui se vellent perditum sinistris ante sparsis rumoribus persuaserant penes se unum residere
causam mali omnis. Hæc jure cansari eum magnus
lɔo.heta intelligens, acri nec inutili opera incubuit
ad seditionem comprimendam populi metu huic
admoto ab imperatore, quem, si qua vis fieret, offendendum graviter et severe animadversurum in vio-
-
non
Ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἓν εἶχον κατὰ σκοπόν, τὸ καθυποκλῖναι τὸν Ἰωάννην τῷ Ἰωσήφ, καὶ παρ’ ἐκείνου πείθειν ζητεῖν συγγνώμην οἷς ὅτι ζῶντος ἐκείνου ἐπιβῆναι τοῦ θρόνου τολμήσειε, καὶ τὰ τῆς εἰρήνης μὴ καταδεχομένου, ὡς καὶ ὑποχωρεῖν διὰ ταύτην, ἐκεῖνος μὴ ὅτι γε μόνον τὴν πατριαρχείαν καταδέχοιτο, ἀλλὰ καὶ γραφαῖς πειρῷτο δεικνύναι τὴν πρᾶξιν ἀνεπιτίμητον. ὅθεν καὶ ὁσημέραι σύνοδον μὲν ἐντελῆ καθίστων, [] κρότοις δὲ συχνοῖς τῶν τῆς ἐκκλησίας κωδώνων ξύγκλυδας ξυμφοροῦντες καὶ πλήθη, εἴ πού τις ὡς ἠσέβησαν πείθοι, παρακινησείοντα τὰς ὁρμὰς καθ’ ὧν ἄρα τοῦ ὀρθοῦ παρακινησάντων σφᾶς ὑποπτεύσειαν, καὶ μάλα θερμῶς ἠξίουν τὸν Ἰωάννην καταπέμπεσθαι κριθησόμενον. συχνῶν γοῦν διαμηνυμάτων πρὸς ἐκεῖνον γινομένων ἐφ’ ᾧ παραγίνοιτο λόγον δώσων τῶν γεγραμμένων, καὶ μάλ’ ἐκείνων ἐπιδεικνυμένων τοῖς πλήθεσιν, ἐκεῖνος τὸ ἄλογον τῆς ὁρμῆς τῶν πολλῶν δεδιὼς ἐπὶ πολύ τε ὤκνει καὶ ἀνεβάλλετο τὴν ὡς ἐκείνους ἄφιξιν· δήλην γὰρ εἶναι τὴν παρακινδύνευσιν, εἰ πλῆθος ἀσεβῆσαι πεισθείη, ὥστε μὴ μένειν ἐπὶ τοῦ καθεστηκότος τρόπου ἀλλ’ ὅλαις ὁρμαῖς ἐπὶ τὸν αἴτιον τρέπεσθαι.
39
GEORGI PACHYMERE
40
τῆς αἰτίας λόγον, [Ρ. 18] τοῦτο τόλμημα μὲν λέγειν Λ ρεῖν διὰ ταύτην, ἐκεῖνος μὴ ὅτι γε μόνον τὴν παι
ἢ ἐννοεῖν, εἰ δέ τις τολμῴη, τὸ ἐκ τοῦ λόγου μὲν
ἐρεῖ ἐμφαινόμενον, αἰτίαν δὲ πάντως ἀποίσεται τοῦ
τολμήματος.»
ι'. "Οπως ὁ Βέκκος μετακαλούμενος εἰς τὴν σύ
νοῖον ἐπεδήμησεν.
Ταῦτα κατὰ τὸν Βέκκον ταῖς ἀληθείαις, καὶ πλέον
οὐδέν. Διὰ δὴ καὶ ἡμεῖς ἐξεπίτηδες τὰ τῆς ἱστορίας
κατὰ λεπτὸν ἐπλατύναμεν, ἵν' ᾗ δῆλον ὅπως καὶ ἐφ'
οἴαι; αἰτία:; ὅσον οὐκ ἤδη ἡ Ἐκκλησία πᾶσα τοῦ
κακοῦ παραπολαύειν ήμελλε. Σώφρον ἦν οὖν κατ'
ἐμὴν γνώμην μηδὲν περὶ τούτων κινεῖσθαι. Αλλ'
ὅμως τέως καὶ οἱ ἐκεῖνον ἐποτρύνοντες αἴτιοι· βουλόμενο; γὰρ τοῖς αἰτιωμένοις ἀπολογεῖσθαι καὶ ἔγε
κλημα φεύγειν αἱρέσεως ἔλαβεν αἱρέσει δόξα; δικαίως περιπαρείς. Ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἐν εἶχον κατὰ
σκοπόν, τὸ καθυποκλἶναι τὸν Ἰωάννην τῷ Ἰωσήφ,
καὶ παρ' ἐκείνου πείθειν ζητεῖν συγγνώμην οἷς ὅτι
ζῶντος ἐκείνου ἐπιβῆναι τοῦ θρόνου τολμήσεις, καὶ
τὰ τῆς εἰρήνης μὴ καταδεχομένου, ὡς καὶ ὑποχω
dentibus. llæc dicebat, hæc scribebat, illud quoque
addens Si quis inesse eontenderit præpositioni
διά ver notionem causs, audax id dictu 33 cogitatuque fuerit; et quisquis id ausit, aflirmabit is
sane quod ex Patrum testimoniis videtur consequi:
cæterum idem temeritatis omnino accusationem
ausi pœnam feret.
10. Ut Veccus citatus in synodum adfuerit.
Hæc plane sunt quæ Veccus circa hoc negotium
scripsit, dixit, gessit, et nihil bis plus; quæ data
opera studui minutatim ac paulo latius historiæ
commendare, ut sit manifestum quomodo et quibus
ex causis in extremum Ecclesia periculum magni
mali subeundi venerit. Temperantius autem Veccus,
mea quidem sententia, fecisset, si nihil circa hoc
movisset. Tamen ejus culpæ magnam partem sustiment, qui hoc illi faciendi vehementem impulsum et
quamdam quasi necessitatem imposuerunt. Accurrens quippe is ad justam defensionem Latinorum
contra eos a quibus immerito hæreseos damnabantur, induit se non advertens et studio clatus in justas suspiciones ejus labis qua purgare satagebat
alios, visus in hæresim impingere. Atque in præsens
quidem, qui res istas gubernabant, unum hoc speetabant, ut Joannem Josepho subjicerent volentem,
persuadendo illi ut ab hoc veniam supplex peteret,
quod ipso adhuc vivente throuum conscendere ausus esset, et quod cum videret Josephum adeo ab
Ecclesiarum pace abhorrere ut, ne illam probaret,
cedere patriarchatu mallet, tamen ipse vacuum ejus
secessu patriarchale solium non modo non dubitaverit oblatum admittere, sed etiam libris editis conatus fuerit evincere nihil in ea, pace reprehensibile
fuisse. Hæc ut ab eo extorquerent, synodum plenam
`quain primum studuerant cogere. Pulsibus ergo
crebris æris ecclesiæ campani turbam simul adve-
•
τριαρχίαν καταδέχοιτο, ἀλλὰ καὶ γραφαῖς πειρώτο
δεικνύναι τὴν πράξιν ἀνεπιτίμητον. Οθεν καὶ ἐσημέραι σύνοδον μὲν ἐντελῆ καθίστων, κρότοις δὲ
συχνοῖς τῶν τῆς ἐκκλησίας κωδώνων ξυγκλυδας
ξυμφοροῦντες καὶ πλήθη, εἴ πού τις ὡς ἡσέβησαν
πείθοι, παρακινησείοντα τὰς ὁρμας καθ' ὧν ἄρα τοῦ
ὀρθοῦ [Ρ 19] παρακινησάντων σφᾶς ὑποπτεύσειαν,
καὶ μάλα θερμῶς ἠξίουν τὸν Ἰωάννην καταπέμπε
σθαι κριθησόμενον. Συχνῶν γοῦν διαμηνυμάτων
πρὸς ἐκεῖνον γινομένων ἐφ᾽ ᾧ παραγίνοιτο λόγον
δώσων τῶν γεγραμμένων, καὶ μάλ' ἐκείνων ἐπιδει
κνυμένων τοῖς πλήθεσιν, ἐκεῖνος τὸ ἄλογον τῆς ὑρμῆς τῶν πολλῶν δεδιὼς ἐπὶ πολύ τε ὤχνει καὶ ἀνεβάλλετο τὴν ὡς ἐκείνους ἄφιξιν· δήλην γὰρ εἶναι τὴν
παρακινδύνευσιν, εἰ πλῆθος ἀσεβῆσαι πεισθείη,
ὥστε μὴ μένειν ἐπὶ τοῦ καθεστηκότος τρόπου, ἀλλ'
ὅλαις ὁρμαῖς ἐπὶ τὸν αἴτιον τρέπεσθαι. 'Αλλ' ὁ μέγας
λογοθέτης εμβριθέστερον τὴν τοῦ πλήθους παρακί
νησιν καταστείλας, ὡς εἰς αὐτὸν βασιλέα τοῦ ἐπ'
ἐκεῖνον ἀτακτήσοντος δόξοντος ἁμαρτεῖν, καὶ οἱ
narum sibi faventem, urbanum simul populum magno numero convocarunt. Congregandæ multitudinis haec factiosa 34 erat causa. Sperabant ipso apparatu synodi, quæ cogi ferebatur ad emendanda
quæ perperam acta fuerant in conventione cum Latinis intellecturos homines e vulgo se deceptos ab
auctoribus conventionis ejus in impietatem fuisse
prolapsos, quam nunc espiari oporteret. Inde autem confidebant exarsuros eos et in seditionem concitandos adversus Veccum, quem ejus rei totius
præcipuum artificem suspicarentur. Quare illum
huic invidiae objecturi, ardenter petebant citari rite
ac juberi se sistere judicandum a syno'o. Crebris
igitur viatorum missitationibus Veccus comparere
coram congregatis Patribus jussus est ad reddendamı
rationem eorum que scripserat; idque dum fieret,
interim qui hæc curabant, scripta illa Vecci ut errorum et fraudum plena invidiosissime apud populum traducebant, magnopere ostentantes exaggerantesque perniciem illorum. Id Veccus non ignorans
cunctabatur obtemperare vocantibus, morasque innectebat longas suo in vadimonium occursui,
inverisimiliter allegans manifestum esse periculum,
ne populus persuasus gravi se implicatum malo piaculoque subjectum per pacem cum Latinis initam,
furiose in ejus pacis auctorem erumperet, cum is
primum in conspectum esset datus. haque cum non
ignoraret arte adversariorum totam ejus negotii
culpam in se conferri, hand sibi videri tutum proficisci quo vocaretur, discerpendo utique a multitu·
dine, cui qui se vellent perditum sinistris ante sparsis rumoribus persuaserant penes se unum residere
causam mali omnis. Hæc jure cansari eum magnus
lɔo.heta intelligens, acri nec inutili opera incubuit
ad seditionem comprimendam populi metu huic
admoto ab imperatore, quem, si qua vis fieret, offendendum graviter et severe animadversurum in vio-
-
non
PG 144:41ἀλλ’ ὁ μέγας λογοθέτης ἐμβριθέστερον τὴν τοῦ πλήθους παρακίνησιν καταστείλας, ὡς εἰς αὐτὸν βασιλέα τοῦ ἐπ’ ἐκεῖνον ἀτακτήσοντος δόξοντος ἁμαρτεῖν, καί οἱ δηλώσας τὴν εὐτρέπισιν ἀσφαλῆ, οὕτω πείθει παραγενέσθαι. καὶ δὴ τὸν ἔσχατον τόπον ἐλθόντι δόντες ἐκεῖθεν ἀπολογεῖσθαι καθήμενον κατηνάγκαζον. ἐκεῖνος δὲ πάντα μᾶλλον εἰδὼς ἀπολογίας καιρὸν ἢ ἐκεῖνον, τὴν τοῦ γράφειν αἰτίαν ἐπὶ καιροῖς ἐτίθει, οὓς οὐκ εἶναι τότε διωμολόγει, καὶ πράγμασι ζητοῦσι καὶ ταῦτα, ἄλλως ἢ ὡς τὸ παρὸν ἔχουσιν, ὧν μετακινηθέντων ἀνάγκην εἶναι καὶ τὰ γραφόμενα προσαργεῖν. αἰτίας γὰρ εἶναι τὰς ἀναγκαίας, δι’ ἃς καὶ γεγράφεσαν, μηδενὸς αὐτόθεν ὁρμήσαντος. τὸ γοῦν κινεῖν λόγους τῶν πραγμάτων ἀπόντων ἐφ’ οἷς ἐλέχθησαν, ὥσπερ τοῖς ἐρωτῶσιν ἔχειν τὸ παρακαίριον, οὕτω τοῖς ἀπολογουμένοις τὸ μάταιον.
41
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB. I.
'
42
ρεῖν ἐξ ἀνάγκης τὸ ὀρθὸν τοῦ σεβάσματος;» Οἱ μὲν
οὖν οὕτω παρακρουσάμενοι τὴν ἀξίωσιν ἐμβριθῶς,
εὐμενῶς ἄλλως λαβόντες αὐτὸν, ἄγουσι παρὰ τὸν
Ἰωσὴφ καὶ μετανοίᾳ ἐξιλεοῦσθαι ὡς δῆθεν δυσμε
ναίνοντα πείθουσιν, εἶτα καὶ λίβελλον ἐκτιθέντες
εἰς ὁμολογίαν μὲν τοῦ ὀρθοῦ, ἀποβολὴν δὲ τῶν εἴ τι
καὶ παρεξελέχθη, καὶ αὐτῆς δὴ τέλος τῆς ἱερωσύ
νης παραίτησιν, ὑπογράφειν διδοῦσι, καὶ οὕτω τὰ
εἰκότα φιλοφρονησάμενοι ἀποπέμπουσιν. [Ρ 20]
*Οπερ μαθὼν ὕστερον Ἰωσὴφ τὴν ἐπὶ τῇ παραιτή
σει βίαν ὀρθοσεβοῦντος ὡς οὐ κανονικὴν ἄδικον
ἔκρινεν.
ια΄. Οπως κατὰ τὴν Προῦσαν ὁ Βέκκος περιωρ
ζετο.
δηλώσας τὴν εὐτρέπιαιν ἀσφαλῆ, οὕτω πείθει παρα- λίβελλον ἐπὶ πίστει δίκαιος ἐκτίθεσθαι καὶ πληροφο
γενέσθαι. Καὶ δὴ τὸν ἔσχατον τόπον ἐλθόντι δόντες
ἐκεῖθεν ἀπολογεῖσθαι καθήμενον κατηνάγκαζον.
Ἐκεῖνος δὲ πάντα μᾶλλον εἰδὼς ἀπολογίας καιρὸν
ἢ ἐκεῖνον, τὴν τοῦ γράφειν αἰτίαν ἐπὶ καιροῖς ἐτίθει, οἷς οὐκ εἶναι τότε διωμολόγει, καὶ πράγμασι
ζητοῦσι καὶ ταῦτα, ἄλλως ἢ ὡς τὸ παρὸν ἔχουσιν,
ὧν μετακινηθέντων ἀνάγκην εἶναι καὶ τὰ γραφό
μενα προσαργεῖν. Αἰτίας γὰρ εἶναι τὰς ἀναγκαία;,
δι' ας καὶ γεγράφεσαν, μηδενὸς αὐτόθεν ὁρμήσαντος. Τὸ γοῦν κινεῖν λόγους τῶν πραγμάτων ἀπόντων ἐφ᾽ οἷς ἐλέχθησαν, ὥσπερ τοῖς ἐρωτῶσιν ἔχειν
τὸ παρακαίριον, οὕτω τοῖς ἀπολογουμένοις τὸ μάταιον. ᾿Αναγκαῖον δ' εἶναι καὶ μόνον τὴν σύνοδον
ἀποφαίνεσθαι εἰ ἂν εἰς ἀρχιερωσύνην προσεκαλέσαντο μήτε μὴν εἰδότα μήτε μὴν ἀξιοῦντα, ἀργήσαντα τέως λυθέντων ἐκείνων καὶ τοῦ γνησίου ἀνακληθέντος ποιμένος, ἄξιόν ἐστι, καὶ αὐτοὶ κρίνουσι,
τὴν τιμὴν καὶ ἔτι ἐκεῖνον κατέχειν ἣν ἔσχεν ἀρχῆς
θεν ψηφιζομένων καὶ προσκαλούντων αὐτῶν. Τὸ δ'
ἦν ἄρα εἰπόντος ἐκείνου τοῖς πολλοῖς ἦλος κατὰ
καρδίας, καὶ, ο Ποῦ γε ἄρα, ο φασίν, ν ἀρχιερατεύσεις γνησίου τέως παρόντος ἀρχιερέως, ἀνὴρ καὶ
lentiæ compertos denuntiavit. Sic sedato plebis impetu, Veccum aggreditur, demonstrans non esse
jam quod causaretur ullam a seditione formidinem.
Nec ille abnuit venire. Cui comparenti ultimus in
synodo locus datus est; indeque ut causam ille sedens diceret, seseque purgaret ab objectis circa scripla sua vehementer instabant. At Veccus aliud potius quodvis, quam quod tunc erat, talia purgandi
ter pus esse sciens, respondebat causas quibus defendi suum scribendi consilium posset, 35 ei fuisse
tempori affixas quod nunc præteriisse fatebatur.
Scire sese, qua tempestate illa scripsisset quæ modo
in crimen vocabantur, exegisse a se tunc præsentem rerum statum ut talia scriberet. Inique secum
agi si post conversionem rerum tantam præstare
nunc cogatur ea recta esse, quæ cum suam ab opportunitate rectitudinem ducerent, mutatione quæ
incidit temporum suam quasi defensionem amiserunt. Omittatur ergo crimen modo intempestivum,
aut in tempus differatur ejus quod nuper exstitit
simile. Res quæ tunc gerebantur imposuisse sibi
necessitatem scribendi quæ scripserit, nemine alio
ad id agendum occurrente quod publice intererat
ab aliquo fieri. Vocare autem in examen sermones
bene in tempore prolatos, remotis jam circumstantiis quibus illorum opportunitas palam monstrabatur, ut in rationem exigentibus inquisitionem habet
intempestivam, sic respondentibus conditionem injungit iniquissimam, causae talis dicendæ cujus omnnis defendendæ conatus vanus ac stultus merito
existimetur. Illud solum decidere oportere Patres synodi præsentis, an нon eum quem nec cogitantem nec
volentem ad patriarchatum ipsi vocaverunt, modo
redactum in ordinem per ilios, et priore in proprium
turonum revocato pastore, æquum sit, ipsis iudiPATROL. GR. CXLIV.
G
Ολίγον τὸ μεταξύ, καὶ βασιλέα πείθουσιν εἰς
Προῦσαν περιορίζειν ᾧ τέως καὶ διελύοντο. Αλλ' ὁ
βασιλεὺς τάξας αὐτῷ καὶ τὸ σιτηρέσιον αὔταρκες,
ἐκεῖνον μὲν τοῖς ἀπάξουσιν ἐπὶ Προύσης ἐκδίδωσιν,
· αὐτοῖς δ᾽ ἐχρῆτο τῶν ἄλλων ἐνευκαιρήσας, εἴ τι ἄρα
προτείνειαν, καί γε ἡδέω; μὲν ἤκουε μεσιτευόντων,
πολλὰ δ' ἐξεπλήρου τῶν ἀναγκαίων υπομιμνησκόντ
cantibus, retinere etiamnum honorem quem illorum
antea eligentium et ad patriarchatum vocantium
suffragiis acceperat. Hæc postrema præsertim Vecci
propositio plerorumque cordibus infixit spiculem;
audiebanturque indignantium voces: Tu scilicet
patriarchatus honore gaudebis, præsente jam legitimo patriarcha? Tu, inquam, suspectus hæreseos,
a quo jure scripto edita fidei professio exigatur, cuique multis argumentis opus sit ad persuadendum
Le recte ac catholice sentire? Sic illi, repulsa iracunde Vecci postulatione, mitius deinde cum illo
agentes, blande perpulerunt ut sistere se coram Josepho vellet. Quo ipso adducto, et persuaso 36 delinire sibi offensum supplici significatione pœnitentim, deinde ipsi compositum libellum, quo professio rectæ fidei conjungebatur cum amolitione suspicionum si quæ in contrarium exstarent, quibus ad
extremum annectebant abdicationem sacerdotii,
Vecco ut subscriberet dederunt; atque ita verbis
officiisque paulo benignioribus commodiuscule tractatum dimiserunt. Quod cum postea Josephus
cognovisset, vim illatam homini orthodoxo ut dignitatem abdicaret, uti minime regulis Patrum conformem, injustam fuisse judicavit.
•
11. Ut Prysam relegatu● Veccus fuerit.
Non ita mto post iidem imperatori persuadent
ut Veccum, a quo tamen situ satisfactuin præ se lu-
´lerant, Prusam exsulatum mitteret. Destinavit igitur
imperator qui eum illuc abducerent, assignatis ibi
ei pensionibus ad victum sufficientem. Porro isis
qui nomine Josephi ecclesiam curabant, familiariter ad cætera quoque se indulgebat imperator, admittens quoties vellent, audiendisque illis et expediendo quodcunque poscerent perlibenter vacans
ἀναγκαῖον δ’ εἶναι καὶ μόνον τὴν σύνοδον ἀποφαίνεσθαι εἰ ὃν εἰς ἀρχιερωσύνην προσεκαλέσαντο μήτε μὴν εἰδότα μήτε μὴν ἀξιοῦντα, ἀργήσαντα τέως λυθέντων ἐκείνων καὶ τοῦ γνησίου ἀνακληθέντος ποιμένος, ἄξιόν ἐστι, καὶ αὐτοὶ κρίνουσι, τὴν τιμὴν καὶ ἔτι ἐκεῖνον κατέχειν ἣν ἔσχεν ἀρχῆθεν ψηφιζομένων καὶ προσκαλούντων αὐτῶν. τὸ δ’ ἦν ἄρα εἰπόντος ἐκείνου τοῖς πολλοῖς ἧλος κατὰ καρδίας, καὶ ποῦ γε ἄρα φασίν ἀρχιερατεύσεις γνησίου τέως παρόντος ἀρχιερέως, ἀνὴρ καὶ λίβελλον ἐπὶ πίστει δίκαιος ἐκτίθεσθαι καὶ πληροφορεῖν ἐξ ἀνάγκης τὸ ὀρθὸν τοῦ σεβάσματος; οἱ μὲν οὖν οὕτω παρακρουσάμενοι τὴν ἀξίωσιν ἐμβριθῶς, εὐμενῶς ἄλλως λαβόντες αὐτόν, ἄγουσι παρὰ τὸν Ἰωσὴφ καὶ μετανοίᾳ ἐξιλεοῦσθαι ὡς δῆθεν δυσμεναίνοντα πείθουσιν, εἶτα καὶ λίβελλον ἐκτιθέντες εἰς ὁμολογίαν μὲν τοῦ ὀρθοῦ ἀποβολὴν δὲ τῶν εἴ τι καὶ παρεξελέχθη, καὶ αὐτῆς δὴ τέλος τῆς ἱερωσύνης παραίτησιν, ὑπογράφειν διδοῦσι, καὶ οὕτω τὰ εἰκότα φιλοφρονησάμενοι ἀποπέμπουσιν. ὅπερ μαθὼν ὕστερον Ἰωσὴφ τὴν ἐπὶ τῇ παραιτήσει βίαν ὀρθοσεβοῦντος ὡς οὐ κανονικὴν ἄδικον ἔκρινεν.
41
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB. I.
'
42
ρεῖν ἐξ ἀνάγκης τὸ ὀρθὸν τοῦ σεβάσματος;» Οἱ μὲν
οὖν οὕτω παρακρουσάμενοι τὴν ἀξίωσιν ἐμβριθῶς,
εὐμενῶς ἄλλως λαβόντες αὐτὸν, ἄγουσι παρὰ τὸν
Ἰωσὴφ καὶ μετανοίᾳ ἐξιλεοῦσθαι ὡς δῆθεν δυσμε
ναίνοντα πείθουσιν, εἶτα καὶ λίβελλον ἐκτιθέντες
εἰς ὁμολογίαν μὲν τοῦ ὀρθοῦ, ἀποβολὴν δὲ τῶν εἴ τι
καὶ παρεξελέχθη, καὶ αὐτῆς δὴ τέλος τῆς ἱερωσύ
νης παραίτησιν, ὑπογράφειν διδοῦσι, καὶ οὕτω τὰ
εἰκότα φιλοφρονησάμενοι ἀποπέμπουσιν. [Ρ 20]
*Οπερ μαθὼν ὕστερον Ἰωσὴφ τὴν ἐπὶ τῇ παραιτή
σει βίαν ὀρθοσεβοῦντος ὡς οὐ κανονικὴν ἄδικον
ἔκρινεν.
ια΄. Οπως κατὰ τὴν Προῦσαν ὁ Βέκκος περιωρ
ζετο.
δηλώσας τὴν εὐτρέπιαιν ἀσφαλῆ, οὕτω πείθει παρα- λίβελλον ἐπὶ πίστει δίκαιος ἐκτίθεσθαι καὶ πληροφο
γενέσθαι. Καὶ δὴ τὸν ἔσχατον τόπον ἐλθόντι δόντες
ἐκεῖθεν ἀπολογεῖσθαι καθήμενον κατηνάγκαζον.
Ἐκεῖνος δὲ πάντα μᾶλλον εἰδὼς ἀπολογίας καιρὸν
ἢ ἐκεῖνον, τὴν τοῦ γράφειν αἰτίαν ἐπὶ καιροῖς ἐτίθει, οἷς οὐκ εἶναι τότε διωμολόγει, καὶ πράγμασι
ζητοῦσι καὶ ταῦτα, ἄλλως ἢ ὡς τὸ παρὸν ἔχουσιν,
ὧν μετακινηθέντων ἀνάγκην εἶναι καὶ τὰ γραφό
μενα προσαργεῖν. Αἰτίας γὰρ εἶναι τὰς ἀναγκαία;,
δι' ας καὶ γεγράφεσαν, μηδενὸς αὐτόθεν ὁρμήσαντος. Τὸ γοῦν κινεῖν λόγους τῶν πραγμάτων ἀπόντων ἐφ᾽ οἷς ἐλέχθησαν, ὥσπερ τοῖς ἐρωτῶσιν ἔχειν
τὸ παρακαίριον, οὕτω τοῖς ἀπολογουμένοις τὸ μάταιον. ᾿Αναγκαῖον δ' εἶναι καὶ μόνον τὴν σύνοδον
ἀποφαίνεσθαι εἰ ἂν εἰς ἀρχιερωσύνην προσεκαλέσαντο μήτε μὴν εἰδότα μήτε μὴν ἀξιοῦντα, ἀργήσαντα τέως λυθέντων ἐκείνων καὶ τοῦ γνησίου ἀνακληθέντος ποιμένος, ἄξιόν ἐστι, καὶ αὐτοὶ κρίνουσι,
τὴν τιμὴν καὶ ἔτι ἐκεῖνον κατέχειν ἣν ἔσχεν ἀρχῆς
θεν ψηφιζομένων καὶ προσκαλούντων αὐτῶν. Τὸ δ'
ἦν ἄρα εἰπόντος ἐκείνου τοῖς πολλοῖς ἦλος κατὰ
καρδίας, καὶ, ο Ποῦ γε ἄρα, ο φασίν, ν ἀρχιερατεύσεις γνησίου τέως παρόντος ἀρχιερέως, ἀνὴρ καὶ
lentiæ compertos denuntiavit. Sic sedato plebis impetu, Veccum aggreditur, demonstrans non esse
jam quod causaretur ullam a seditione formidinem.
Nec ille abnuit venire. Cui comparenti ultimus in
synodo locus datus est; indeque ut causam ille sedens diceret, seseque purgaret ab objectis circa scripla sua vehementer instabant. At Veccus aliud potius quodvis, quam quod tunc erat, talia purgandi
ter pus esse sciens, respondebat causas quibus defendi suum scribendi consilium posset, 35 ei fuisse
tempori affixas quod nunc præteriisse fatebatur.
Scire sese, qua tempestate illa scripsisset quæ modo
in crimen vocabantur, exegisse a se tunc præsentem rerum statum ut talia scriberet. Inique secum
agi si post conversionem rerum tantam præstare
nunc cogatur ea recta esse, quæ cum suam ab opportunitate rectitudinem ducerent, mutatione quæ
incidit temporum suam quasi defensionem amiserunt. Omittatur ergo crimen modo intempestivum,
aut in tempus differatur ejus quod nuper exstitit
simile. Res quæ tunc gerebantur imposuisse sibi
necessitatem scribendi quæ scripserit, nemine alio
ad id agendum occurrente quod publice intererat
ab aliquo fieri. Vocare autem in examen sermones
bene in tempore prolatos, remotis jam circumstantiis quibus illorum opportunitas palam monstrabatur, ut in rationem exigentibus inquisitionem habet
intempestivam, sic respondentibus conditionem injungit iniquissimam, causae talis dicendæ cujus omnnis defendendæ conatus vanus ac stultus merito
existimetur. Illud solum decidere oportere Patres synodi præsentis, an нon eum quem nec cogitantem nec
volentem ad patriarchatum ipsi vocaverunt, modo
redactum in ordinem per ilios, et priore in proprium
turonum revocato pastore, æquum sit, ipsis iudiPATROL. GR. CXLIV.
G
Ολίγον τὸ μεταξύ, καὶ βασιλέα πείθουσιν εἰς
Προῦσαν περιορίζειν ᾧ τέως καὶ διελύοντο. Αλλ' ὁ
βασιλεὺς τάξας αὐτῷ καὶ τὸ σιτηρέσιον αὔταρκες,
ἐκεῖνον μὲν τοῖς ἀπάξουσιν ἐπὶ Προύσης ἐκδίδωσιν,
· αὐτοῖς δ᾽ ἐχρῆτο τῶν ἄλλων ἐνευκαιρήσας, εἴ τι ἄρα
προτείνειαν, καί γε ἡδέω; μὲν ἤκουε μεσιτευόντων,
πολλὰ δ' ἐξεπλήρου τῶν ἀναγκαίων υπομιμνησκόντ
cantibus, retinere etiamnum honorem quem illorum
antea eligentium et ad patriarchatum vocantium
suffragiis acceperat. Hæc postrema præsertim Vecci
propositio plerorumque cordibus infixit spiculem;
audiebanturque indignantium voces: Tu scilicet
patriarchatus honore gaudebis, præsente jam legitimo patriarcha? Tu, inquam, suspectus hæreseos,
a quo jure scripto edita fidei professio exigatur, cuique multis argumentis opus sit ad persuadendum
Le recte ac catholice sentire? Sic illi, repulsa iracunde Vecci postulatione, mitius deinde cum illo
agentes, blande perpulerunt ut sistere se coram Josepho vellet. Quo ipso adducto, et persuaso 36 delinire sibi offensum supplici significatione pœnitentim, deinde ipsi compositum libellum, quo professio rectæ fidei conjungebatur cum amolitione suspicionum si quæ in contrarium exstarent, quibus ad
extremum annectebant abdicationem sacerdotii,
Vecco ut subscriberet dederunt; atque ita verbis
officiisque paulo benignioribus commodiuscule tractatum dimiserunt. Quod cum postea Josephus
cognovisset, vim illatam homini orthodoxo ut dignitatem abdicaret, uti minime regulis Patrum conformem, injustam fuisse judicavit.
•
11. Ut Prysam relegatu● Veccus fuerit.
Non ita mto post iidem imperatori persuadent
ut Veccum, a quo tamen situ satisfactuin præ se lu-
´lerant, Prusam exsulatum mitteret. Destinavit igitur
imperator qui eum illuc abducerent, assignatis ibi
ei pensionibus ad victum sufficientem. Porro isis
qui nomine Josephi ecclesiam curabant, familiariter ad cætera quoque se indulgebat imperator, admittens quoties vellent, audiendisque illis et expediendo quodcunque poscerent perlibenter vacans
PG 144:44[] ὀλίγον τὸ μεταξύ, καὶ βασιλέα πείθουσιν εἰς Προῦσαν περιορίζειν ᾧ τέως καὶ διελύοντο. ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς τάξας αὐτῷ καὶ τὸ σιτηρέσιον αὔταρκες, ἐκεῖνον μὲν τοῖς ἀπάξουσιν ἐπὶ Προύσης ἐκδίδωσιν, αὐτοῖς δ’ ἐχρῆτο τῶν ἄλλων ἐνευκαιρήσας, εἴ τι ἄρα προτείνειαν, καί γε ἡδέως μὲν ἤκουε μεσιτευόντων, πολλὰ δ’ ἐξεπλήρου τῶν ἀναγκαίων ὑπομιμνησκόντων. ἐβεβαίου δὲ καὶ τὰς γνώμας λεγόντων καὶ προθέσει καρδίας καὶ γράμμασιν, ὧν τὸ μεῖζον καὶ πρῶτον μὴ ἄν ποτ’ εὐφήμου μνήμης, μὴ ψαλμῳδίας, μὴ ταφῆς ἀξιωθῆναι τὸν ἀποιχόμενον. Οἱ μὲν οὖν οὕτω ταῦτα, βασιλεὺς δ’ οἰόμενος πραγμάτων ἀπαλλαγῆναι τὸ πᾶν κατορθοῦν ἐνόμιζε. τὸ δ’ ἄρα ἦν ὄνειρος.
PG 144:46[] οἱ γὰρ Ἀρσενιᾶται ἀδείας κἀκεῖνοι λαβόμενοι πείθοντος τοῦ καιροῦ, καὶ πανταχόθεν ὑπεξαναδύντες τῶν φωλεῶν, τοῦ βασιλέως ἀνιέντος ὡς κἀκείνους εἰς εἰρήνην ἄγειν ἐλπίζοντος, ὑπέτρεχον τοὺς πολλούς, καὶ μᾶλλον θαρροῦντες ἐπ’ Ἀνδρονίκῳ τῷ ἀπὸ Σάρδεων, ὃν ὅσον οὔπω ἤξαντα προσεδέχοντο, εἶναί τε τὸν Ἰωσὴφ ὑπ’ ἀφορισμὸν ἐκ τοῦ πατριάρχου Ἀρσενίου διεβεβαίουν, καὶ τὴν ἐκείνου κοινωνίαν μὴ ὅτι γ’ ἐκεῖνοι ὡς ἄγος ἐξέκλινον, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἔπειθον φεύγειν, ὥστε καὶ ὁσημέραι πλείους ἐκείνοις προστίθεσθαι, κἀξ ὀλίγων τῶν πρώτων πολλοὺς γίνεσθαι. ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον μὲν ὁ Ἰωσὴφ ἀρρώστως ἔχων τοῦ σώματος τῆς πατριαρχείας ἐπείληπτο, καιρὸν ἥκιστ’ εἶχον ἐκεῖνοι πρὸς βασιλέα· τὸ γὰρ σφῶν ἀκατάλλακτον οἱ τοῦ Ἰωσὴφ ἐκ πλείστου εἰδότες, καὶ ὅτι αὐτοὶ μὲν πατριάρχην τὸν Ἰωσὴφ εἶχον, ἐκεῖνοι δὲ οὐδ’ ἄξιον Χριστιανικῆς ὁμιλίας ἔκρινον, καὶ διὰ ταῦτα ἀδύνατον τὴν ξύμβασιν κρίνοντες προκατελάμβανον βασιλέα, μαρτυροῦντες σφίσι τὰ χείριστα, καὶ ὡς οὐδ’ ἐπ’ ἀγαθοῖς αὐτῷ βασιλεύοντι ἐκεῖνοι τὴν ἐκκλησίαν σχίζουσι λέγοντες φροντίσιν οὐ ταῖς τυχούσαις ἐδίδουν.
ἐπεὶ δ’ ἐκραταιοῦτο τῷ πατριάρχῃ ἡ νόσος, καὶ ἤδη ἐς ἅπαν ἐκλελυμένος ἦν ὡς καὶ τὸν θάνατον ἀπεκδέχεσθαι, καὶ διὰ ταῦτα παρῃτεῖτο τὴν προστασίαν, καὶ γράμμα προύβαινε παραιτήσεως, ὑπορρέουσι μὲν οἱ τούτου, εἰς πλῆθος δὲ ξυστάντες ἐκεῖνοι, ὡς καὶ τὸν πάνυ θαρραλέον δεδιέναι καὶ τὴν ἐκείνων ὑποποίησιν ἀναγκαίαν ἡγεῖσθαι, λόγου μείζονος ἀξιοῦσθαι, νεύσαντος ἐπὶ τούτους τοῦ βασιλέως, καὶ πολλῷ τινὶ νικῶνται τὸ πλῆθος τοὺς τοῦ Ἰωσήφ. ἐξῆρχε μὲν οὖν ἐκείνων ἔνθεν μὲν ὁ Ταρχανειώτης Ἰωάννης καὶ τοῦ βασιλέως αὐτανέψιος (τῆς γὰρ Μάρθας τῶν τριῶν υἱέων ὕστερος ἦν), σὺν ᾧ δὴ καὶ αἱ ἀδελφαὶ τούτου, ἥ τε Θεοδοσία καὶ ἡ Νοστόγγισσα, ἐκεῖθεν δὲ ὁ προδηλωθεὶς Ὑάκινθος. εἶχον δὲ καὶ τὸν ποτὲ Σάρδεων προηγούμενον, ὃς δὴ καὶ πρὸς βασιλέα συχνὰς προσόδους ποιούμενοςὁ γὰρ Ἰωάννης καὶ προσγενὴς ὤν, ἀλλ’ ὅμως ἐπ’ ἀκριβείᾳ μεγίστῃ κατορθῶν τὰ τοῦ ζήλου, ὡς ᾤετο, πλεῖστα τῶν περὶ τὸν Ὑάκινθον κατεγίνωσκε καὶ τὰ πολλὰ καὶ αὐτῶν ἀπεσχίζετο. διὰ ταῦτ’ ἐκεῖνος τὰ τῆς παρρησίας σφίσι προωδοποίει, ὡς ἀσφαλὲς εἰς ὃ καὶ λέγοιεν ἕξουσιν. 13.
Ἐν τοσούτῳ δὲ καὶ μηνὸς ἐνισταμένου Κρονίου νόσῳ τε καὶ γήρᾳ τρυχωθεὶς Ἰωσὴφ ἐκδημεῖ, καὶ ὁ νεκρὸς ἐκείνου τῇ μονῇ τοῦ ἁγίου Βασιλείου εἰς ταφὴν δίδοται. ὁ μέντοι γε βασιλεὺς ἀπαλλαγεὶς ἐκείνου τοὺς Ἀρσενιάτας ὁρμῇ μεγίστῃ ἐπειρᾶτο καταλαβέσθαι, καὶ δὴ τὴν πρὸς αὐτὸν ἀνεικὼς πρόσοδον λόγοις ἐπείρα παντοίοις. τὰ γὰρ παρὰ τῶν Ἰωσηφιτῶν κέντρα, καὶ μὴ παρόντων πλήξαντα, οὐλὰς ἐνεποίει καὶ φόβου καὶ ὑπονοίας, καὶ παντός γε μᾶλλον διὰ ταῦτα τέως αὑτοῦ γε χάριν τὰ κατὰ σφᾶς ἀνέκρινε, Πάτροκλος δ’ ἔδοξεν Ἰωσήφ, τῷ μὲν φαινομένῳ, δέει τοῦ μὴ σχισθῆναι τοὺς ἀμφ’ ἐκεῖνον παροραθέντος ἐκείνου, ὡς δέ τινες ὑπενόουν, μερίμνῃ τῇ περὶ αὐτοῦ μεγίστῃ, μὴ τὰ τῆς στεφηφορίας ἐκείνου μωμεύοιντο δόξαντος ἀνιέρου ὅλως ἐκείνου καί γε φέροντος ἄγος ἀφορισμοῦ. ὅμως πολὺς ἦν τὰς γνώμας ἐκείνων ὑποποιούμενος, τοῦτο μὲν φιλοφρονούμενος λόγοις, τοῦτο δὲ καὶ τοῖς κατὰ σφᾶς ἐδωδίμοις ἀρκούντως δωρούμενος. οἱ δὲ τὰ μὲν τῆς ὑπονοίας τοῦ βασιλέως ὡς εἶχον ἐξεθεράπευον, τὰ δὲ καθ’ αὐτοὺς συνιστῶντες ὡς ἐνδίκως καὶ τρόποις θείας βουλῆς ἐξημμένοις σχίζονται, πρὸς θεοσημείας ἀπεῖδον καὶ τέρατα.
καὶ δὴ σφίσι ναὸν εἰς προσευχὴν ζητήσασιν, εἴ που μόνον ἐκ παλαιτάτου τὰ τοῖς ἱερεῦσιν νομιζόμενα ἠπράκτουν ἐκεῖ, ὡς μηδὲν ἐπιφέρεσθαι τῶν ἐσύστερον μετὰ τὸν πατριάρχην πραχθέντων Ἀρσένιον ἄγος, ὡς ᾤοντο, ὁ τῶν ἁγίων πάντων ναὸς ἐδίδοτο, εὖ μὲν μεγέθους καὶ κάλλους ἔχων ἅμα μὲν εἰς ὑποδοχὴν τῶν ἀφικνουμένων ἅμα δὲ καὶ εἰς οὐ μετρίαν παραψυχὴν καὶ τέρψιν, ἐκ παλαιοῦ δὲ κεκλεισμένος, ὡς μηδὲ πολλοὺς μεμνῆσθαι ἤν τί που καὶ ἐτελέσθη ἐν τούτοις τῶν ἱερῶν τελετῶν. ὡς γοῦν ἐκεῖσε συναχθέντες ὑπ’ ὀπτῆρσι πιστοῖς, ὡς μὴ λαθών τις εἰσίοι τῶν σφίσιν ἀκοινωνήτων, τὰς συνάξεις ἐτέλουν, καὶ συχνάκις πέμπων ὁ βασιλεὺς τοῦ τὰ κατ’ αὐτοὺς ἐν φροντίσι μεγάλαις ἔχειν παρεῖχε δόκησιν, αὐτοὶ ἐπὶ πλέον θαρσήσαντες πρὸς τὰ ἐν Χαλκηδόνι πάλαι τελεσθέντα, ὡς ὁ λόγος αἱρεῖ, ἐπὶ τῷ τῆς καλλιπαρθένου καὶ μάρτυρος Εὐφημίας σώματι ἀνάγουσι τὴν ἐνθύμησιν, καί γε καὶ αὐτοὶ ὑπὸ σώματι ἁγίῳ πάλαι κατατεθνεῶτος νεκρῷ τὰ καθ’ αὐτοὺς ὡς ἀρεσκείας ἐξημμένα θείας δεικνύειν ἤθελον, καὶ ἅμα τῷ δεῖξαι, ὡς ἤλπιζον, σφίσι προσσχεῖν ἠξίουν τοὺς ἄλλους καὶ πείθεσθαι, κἂν ὅ τι λέγοιέν τε καὶ πράττοιεν.
PG 144:47πείθεται τούτοις ὁ βασιλεύς, καὶ σῶμα μὲν τὸ τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ θείου πατρὸς Ἰωάννου αὐτοῖς αἰτήσασι δίδωσιν, ὡς ἂν δὲ μή τι καὶ ῥᾳδιουργηθείη ἐπὶ τοῖς προσδοκωμένοις τέρασιν ἢ μὴν καὶ ὑποπτευθείη ῥᾳδιουργηθέν, (τόμοις γὰρ ἐπιτεθησομένοις τῷ σώματι τὰ καθ’ αὐτοὺς ἐπιτρέπειν ἠβούλοντο) ἐξ αὐτῆς βασιλεὺς προστάσσει ἐπισκευασθῆναι μὲν ἑτέραν μείζονα θήκην, καὶ σῶμα καὶ θήκην αὐτὴν ἐν ᾗ τὸ σῶμα χωρήσουσαν, οὕτω δὲ ταύτην οἵαν τ’ εἶναι ἀσφαλισθῆναι καὶ κλεισὶ καὶ σφραγῖσιν ὡς μηδὲ τὸν ἐντεχνότατον κατὰ Δαίδαλον παρεγχειρεῖν μηδ’ ὁτιοῦν δύνασθαι. αὑτὸν μέντοι παρεῖχεν ἕτοιμον, εἰ προςληφθείη ταῖς τοῦ ἁγίου χερσὶν ὁ τόμος πρὸς ποσὶ τεθείς, τὰ γεγραμμένα πράττειν ἀναμφιβόλως.
17
GEORGH PACHYMER.E
49
μηδὲ πολλοὺς μεμνῆσθαι ἤν τί που καὶ ἐτελέσθη ἐν ἡ ἐν ᾗ τὸ σῶμα χωρήτουσαν, οὕτω δὲ ταύτην οἴαν τ'
τούτοις τῶν ἱερῶν τελετῶν. Ὡς γοῦν ἐκεῖσε συναχθέν
τες ὑπ' ἐπτήρσι πιστοῖς, ὡς μὴ λαθών τις εἰσίοι
τῶν σφίσιν ἀκοινωνήτων, τὰς συνάξεις ἐτέλουν, καὶ
συχνάκις πέμπων ὁ βασιλεὺς τοῦ τὰ κατ' αὐτοὺς ἐν
φροντίσι μεγάλαις ἔχειν παρεῖχε δόκησιν, αὐτοὶ
ἐπὶ πλέον θαρσήσαντες πρὸς τὰ ἐν Χαλκηδόνι πάλαι
τελεσθέντα, ὡς ὁ λόγος αἱρεῖ, ἐπὶ τῷ τῆς καλλιπαρθένου καὶ μάρτυρος Εὐφημίας σώματι ἀνάγουσι τὴν
ἐνθύμησιν, καί γε καὶ αὐτοὶ ὑπὸ σώματι ἁγίῳ πά
και κατατεθνεῶτος νεκρῷ τὰ καθ᾽ αὑτοὺς ὡς ἀρεσκείας ἐξημμένα θείας δεικνύειν ήθελον, καὶ ἅμα
τῷ δεῖξαι, ὡς ἤλπιζον, σφίσι προσσχεῖν ἠξίουν τοὺς
ἄλλους καὶ πείθεσθαι, καν ὅ τι λέγοιέν τε καὶ πράττηςεν. Πείθεται τούτοις ὁ βασιλεὺς καὶ σῶμα μὲν τὸ
τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ θείου Πατρὸς Ἰωάννου αὐτοῖ;
αἰτήσασι δίδωσιν, ὡς ἂν δὲ μή τι καὶ βαδιουργηθείη
ἐπὶ τοῖς προσδοκωμένοις τέρασιν ἢ μὴν καὶ ὑποπτευθείη ῥᾳδιουργηθὲν (τόμοις γὰρ ἐπιτεθησομένοις
τῷ σώματι τὰ καθ᾿ αὐτοὺς ἐπιτρέπειν ἢ βούλοντο),
ἐξ αὐτῆς βασιλεὺς προστάσσει ἐπισκευασθῆναι μὲν
ἑτέραν μείζονα θήκην, καὶ σῶμα καὶ θήκην αὐτὴν
εἶναι ἀσφαλισθῆναι καὶ κλεισὶ καὶ σφραγίσιν ὡς
μηδὲ τὸν ἐντεχνότατον κατὰ Δαίδαλον παρεγχειρεῖν
μηδ' ὁτιοῦν δύνασθαι. Αὐτὸν μέντοι παρεῖχεν ἔτοι
μον, εἰ προσληφθείη ταῖς τοῦ ἁγίου χερσὶν ὁ τόμος
πρὸς ποσὶ τεθεὶς, τὰ γεγραμμένα πράττειν ἀναμφι
βόλως. Ἐν ὅσῳ μὲν οὖν ταῦτ' ἐπράττετο, κἀκεῖνοι
νηστείαις καὶ προσευχαῖς παντοίαις προετελούντο
καὶ παννυχίσιν ὑμνῳδίαις ἐσχόλαζον, ὁ βασιλεὺς, και
αὐτὸς ἐφ' ἑαυτοῦ κἂν ἄλλου γε ὑπομνήσαντος, περ
ἑαυτῷ, ὡς ἔδοξεν, ὑπονοήσας, μήπως καὶ ἐπ' αὐτῇ
βασιλεία καὶ τῇ περὶ ταύτης ζητήσει (καὶ ταῦτα γὰρ
ἐλέγετο ζητεῖν ἐκείνους) ἀμφισβητεῖν προαχθείεν,
κα! γ' ἐπὶ τοῦτ᾽ ἀδοξήσας ἀναλαμβάνει τε τὰς ὁμολογίας ἐξαίφνης, καὶ πέμψας, ἐστράκου, φασί, μετ
ταπεσόντος, διακωλύει το γχείρημα, τὸ τῶν πολλῶν
καχυπονόητον ἀναστέλλων, εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς ὡς
Εἴπερ μὴ ἐπιτρέπειν ἐννοίαις ἡμετέραις τὰ π ἀγο
ματα ἀξιοῖμεν, ἀλλὰ τὴν θεόθεν ζητείν συμβουλήν
(καὶ γὰρ οὕτω καὶ ἄξιον), ἀργεῖν μὲν ἀνάγκη ἐκ
παλαιοῦ τὰ σημεῖα, τῆς εὐσεβείας πλατυνθείσης,
ἔχειν δὲ τὰς γραφὰς τῶν Πατέρων ἐξ ὧν καὶ χειραhominibus ingenti, quæ palam exstaret, toto in
hoc negotio cupiditate ruentibus) ipsi manu adjuvarent, ut quod studebant divinitus effectum appareret, hane ejus periculi præcavendi rationem prudenter iniit. Præter thecam in qua sancti Damasceni
reliquiæ servabantur conditæ, intra quam suas
Arsenianos deponere chartas oportebat, aliam majorem parari arcam jussit, in quam eadem theca
conjiceretur scriptis jam in cam missis. Arcam
porro exteriorem istam seris sigillis clavibus muniri curavit ita firmiter, ita contra omnium astutiarum dolos impenetrabiliter, ut ne Dædalus quidem, aut si quis isto versutior, fraudem in
liri ullam attentareve indeprehensus posset. Ingens
erat eventus exspectatio, Arsenianis jejunando,
pervigilandis in hymnodia noctibus, omni denique
supplicii ac religionis exquisitissimæ genere voti
effectum apud superos urgentibus, quando imperator
vel per sese veritus coepti ancipitis exitum, vel ab
aliquo monitus quantæ rei aleam jaceret, cum manifeste constaret, si cœlesti testimonio Arseniani commendarentur, suam ut ab illegitimo et excommunicato patriarcha factam evectionem ad imperium haud
dubie vocandam in controversiam, si non et pro inani
ac plane nulla reprobandam, revocavit trepide quæ
decreverat, et misit repente qui reserarisacrum loculum, explorarique ecquid situm scripturæ illic depos
site mutassent, omnino prohiberent; simul Aisenianis renuntiari a se jussit, re melius perspecta sibi
visum exspectari reverenter oportere divina
cula, dum sua se sponte proferant, non impatienti
curiositate prælicenter ab irrumpentibus in adyta
exquiri. Hoc enim esset a cogitationibus potins
nostris quam a Dei provida sapientia consilium in
dubis incidentibus petere. 42 Dudum esse cuill
videmus cessasse divinum numen a crebra editione
templum sanctorum omnium attribuit, satis capax
magnæ multitudinis magnificeque ornatum, ut in
id qui convenirent cum jucundo sensu animi consolationeque non modica dare operam religioni possent, at idem (quod præsertim quærebatur) ex tam
longo vacans et clausum tempore, ut pauci viventium recordarentur ullam in co functionem sacram
exerceri se vidisse. Ibi ergo cum suos Arseniani
conventus, fidis ad valvas custodibus appositis, ne
quis irreperet eorum cum quibus communicare nefas arbitrabantur, coepissent concursu ingenti celebrare affectabat iis demerendis intentus imperator
certos e suis illuc frequenter mittere, qui præsto
ipsis essent et securitatem quam optarent maximam
præstarent, ac sibi esse curæ res ipsorum fidem
facerent certissimam. Inde ii aucti animis polliceri
ausi suut se miraculo ejus simili qnod olim apud
Chalcedonem in corpore sanctæ virginis et martyris
Euphemiæ ostensum fuisse fama ferret, veritatem
suæ doctrinæ justitiamque sectæ probaturos. Petebant igitur dari sibi corpus aliquod sancti dudum.
mortui, certo confidere se aientes demonstraturum
per illud Deum, quidquid ipsi egissent, se hactenus
volente ac jubente factum; quo viso deinde par esset
adversarios ipsorum divinæ auctoritati cedere, nec
jam amplius, sicut ad hanc usque diem fecerant,
de innocentia ipsorum sanctitateque dubitare. Assensit et his Augustus, sanctique et divini Patris
Joannis Damasceni sacrum ad hoc experiendum corpus iis tradidit. Quia vero Arseniani jactabant se
scripta professionem suae ipsorum fidei juriumque
assertionem complectentia ad sancti corporis pedes
posituros, postmodum vero cadem scripta e pedibus
41 ad manus sancti divina vi promota repertum
iri, sollicitus imperator ne fraus interveniret in
eɔ quæpiam ac (quod suspicatu pronum erat de
eo moora-
ἐν ὅσῳ μὲν οὖν ταῦτ’ ἐπράττετο, κἀκεῖνοι νηστείαις καὶ προσευχαῖς παντοίαις προετελοῦντο καὶ παννυχίσιν ὑμνῳδίαις ἐσχόλαζον, ὁ βασιλεύς, κἂν αὐτὸς ἐφ’ ἑαυτοῦ κἂν ἄλλου γε ὑπομνήσαντος, περὶ ἑαυτῷ, ὡς ἔδοξεν, ὑπονοήσας, μήπως καὶ ἐπ’ αὐτῇ βασιλείᾳ καὶ τῇ περὶ ταύτης ζητήσει (καὶ ταῦτα γὰρ ἐλέγετο ζητεῖν ἐκείνους) ἀμφισβητεῖν προαχθεῖεν, καί γ’ ἐπὶ τοῦτ’ ἀδοξήσας ἀναλαμβάνει τε τὰς ὁμολογίας ἐξαίφνης, καὶ πέμψας, ὀστράκου φασὶ μεταπεσόντος, διακωλύει τοὐγχείρημα, τὸ τῶν πολλῶν καχυπονόητον ἀναστέλλων, εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς ὡς εἴπερ μὴ ἐπιτρέπειν ἐννοίαις ἡμετέραις τὰ πράγματα ἀξιοῖμεν ἀλλὰ τὴν θεόθεν ζητεῖν συμβουλὴν (καὶ γὰρ οὕτω καὶ ἄξιον), ἀργεῖν μὲν ἀνάγκῃ ἐκ παλαιοῦ τὰ σημεῖα, τῆς εὐσεβείας πλατυνθείσης, ἔχειν δὲ τὰς γραφὰς τῶν πατέρων, ἐξ ὧν καὶ χειραγωγουμένους τὰ κατ’ ἀρέσκειαν τοῦ θείου τελεῖν· τοῦ γὰρ πλουσίου ζητοῦντος ἐξαναστῆναί τινα καὶ διδάξαι τοὺς ἀδελφούς, ἔχειν ἐκείνους Μωσέα καὶ τοὺς προφήτας λελέχθαι, ὡς αὐτῶν ἱκανῶν ὄντων πείθειν τε καὶ διδάσκειν.
17
GEORGH PACHYMER.E
49
μηδὲ πολλοὺς μεμνῆσθαι ἤν τί που καὶ ἐτελέσθη ἐν ἡ ἐν ᾗ τὸ σῶμα χωρήτουσαν, οὕτω δὲ ταύτην οἴαν τ'
τούτοις τῶν ἱερῶν τελετῶν. Ὡς γοῦν ἐκεῖσε συναχθέν
τες ὑπ' ἐπτήρσι πιστοῖς, ὡς μὴ λαθών τις εἰσίοι
τῶν σφίσιν ἀκοινωνήτων, τὰς συνάξεις ἐτέλουν, καὶ
συχνάκις πέμπων ὁ βασιλεὺς τοῦ τὰ κατ' αὐτοὺς ἐν
φροντίσι μεγάλαις ἔχειν παρεῖχε δόκησιν, αὐτοὶ
ἐπὶ πλέον θαρσήσαντες πρὸς τὰ ἐν Χαλκηδόνι πάλαι
τελεσθέντα, ὡς ὁ λόγος αἱρεῖ, ἐπὶ τῷ τῆς καλλιπαρθένου καὶ μάρτυρος Εὐφημίας σώματι ἀνάγουσι τὴν
ἐνθύμησιν, καί γε καὶ αὐτοὶ ὑπὸ σώματι ἁγίῳ πά
και κατατεθνεῶτος νεκρῷ τὰ καθ᾽ αὑτοὺς ὡς ἀρεσκείας ἐξημμένα θείας δεικνύειν ήθελον, καὶ ἅμα
τῷ δεῖξαι, ὡς ἤλπιζον, σφίσι προσσχεῖν ἠξίουν τοὺς
ἄλλους καὶ πείθεσθαι, καν ὅ τι λέγοιέν τε καὶ πράττηςεν. Πείθεται τούτοις ὁ βασιλεὺς καὶ σῶμα μὲν τὸ
τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ θείου Πατρὸς Ἰωάννου αὐτοῖ;
αἰτήσασι δίδωσιν, ὡς ἂν δὲ μή τι καὶ βαδιουργηθείη
ἐπὶ τοῖς προσδοκωμένοις τέρασιν ἢ μὴν καὶ ὑποπτευθείη ῥᾳδιουργηθὲν (τόμοις γὰρ ἐπιτεθησομένοις
τῷ σώματι τὰ καθ᾿ αὐτοὺς ἐπιτρέπειν ἢ βούλοντο),
ἐξ αὐτῆς βασιλεὺς προστάσσει ἐπισκευασθῆναι μὲν
ἑτέραν μείζονα θήκην, καὶ σῶμα καὶ θήκην αὐτὴν
εἶναι ἀσφαλισθῆναι καὶ κλεισὶ καὶ σφραγίσιν ὡς
μηδὲ τὸν ἐντεχνότατον κατὰ Δαίδαλον παρεγχειρεῖν
μηδ' ὁτιοῦν δύνασθαι. Αὐτὸν μέντοι παρεῖχεν ἔτοι
μον, εἰ προσληφθείη ταῖς τοῦ ἁγίου χερσὶν ὁ τόμος
πρὸς ποσὶ τεθεὶς, τὰ γεγραμμένα πράττειν ἀναμφι
βόλως. Ἐν ὅσῳ μὲν οὖν ταῦτ' ἐπράττετο, κἀκεῖνοι
νηστείαις καὶ προσευχαῖς παντοίαις προετελούντο
καὶ παννυχίσιν ὑμνῳδίαις ἐσχόλαζον, ὁ βασιλεὺς, και
αὐτὸς ἐφ' ἑαυτοῦ κἂν ἄλλου γε ὑπομνήσαντος, περ
ἑαυτῷ, ὡς ἔδοξεν, ὑπονοήσας, μήπως καὶ ἐπ' αὐτῇ
βασιλεία καὶ τῇ περὶ ταύτης ζητήσει (καὶ ταῦτα γὰρ
ἐλέγετο ζητεῖν ἐκείνους) ἀμφισβητεῖν προαχθείεν,
κα! γ' ἐπὶ τοῦτ᾽ ἀδοξήσας ἀναλαμβάνει τε τὰς ὁμολογίας ἐξαίφνης, καὶ πέμψας, ἐστράκου, φασί, μετ
ταπεσόντος, διακωλύει το γχείρημα, τὸ τῶν πολλῶν
καχυπονόητον ἀναστέλλων, εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς ὡς
Εἴπερ μὴ ἐπιτρέπειν ἐννοίαις ἡμετέραις τὰ π ἀγο
ματα ἀξιοῖμεν, ἀλλὰ τὴν θεόθεν ζητείν συμβουλήν
(καὶ γὰρ οὕτω καὶ ἄξιον), ἀργεῖν μὲν ἀνάγκη ἐκ
παλαιοῦ τὰ σημεῖα, τῆς εὐσεβείας πλατυνθείσης,
ἔχειν δὲ τὰς γραφὰς τῶν Πατέρων ἐξ ὧν καὶ χειραhominibus ingenti, quæ palam exstaret, toto in
hoc negotio cupiditate ruentibus) ipsi manu adjuvarent, ut quod studebant divinitus effectum appareret, hane ejus periculi præcavendi rationem prudenter iniit. Præter thecam in qua sancti Damasceni
reliquiæ servabantur conditæ, intra quam suas
Arsenianos deponere chartas oportebat, aliam majorem parari arcam jussit, in quam eadem theca
conjiceretur scriptis jam in cam missis. Arcam
porro exteriorem istam seris sigillis clavibus muniri curavit ita firmiter, ita contra omnium astutiarum dolos impenetrabiliter, ut ne Dædalus quidem, aut si quis isto versutior, fraudem in
liri ullam attentareve indeprehensus posset. Ingens
erat eventus exspectatio, Arsenianis jejunando,
pervigilandis in hymnodia noctibus, omni denique
supplicii ac religionis exquisitissimæ genere voti
effectum apud superos urgentibus, quando imperator
vel per sese veritus coepti ancipitis exitum, vel ab
aliquo monitus quantæ rei aleam jaceret, cum manifeste constaret, si cœlesti testimonio Arseniani commendarentur, suam ut ab illegitimo et excommunicato patriarcha factam evectionem ad imperium haud
dubie vocandam in controversiam, si non et pro inani
ac plane nulla reprobandam, revocavit trepide quæ
decreverat, et misit repente qui reserarisacrum loculum, explorarique ecquid situm scripturæ illic depos
site mutassent, omnino prohiberent; simul Aisenianis renuntiari a se jussit, re melius perspecta sibi
visum exspectari reverenter oportere divina
cula, dum sua se sponte proferant, non impatienti
curiositate prælicenter ab irrumpentibus in adyta
exquiri. Hoc enim esset a cogitationibus potins
nostris quam a Dei provida sapientia consilium in
dubis incidentibus petere. 42 Dudum esse cuill
videmus cessasse divinum numen a crebra editione
templum sanctorum omnium attribuit, satis capax
magnæ multitudinis magnificeque ornatum, ut in
id qui convenirent cum jucundo sensu animi consolationeque non modica dare operam religioni possent, at idem (quod præsertim quærebatur) ex tam
longo vacans et clausum tempore, ut pauci viventium recordarentur ullam in co functionem sacram
exerceri se vidisse. Ibi ergo cum suos Arseniani
conventus, fidis ad valvas custodibus appositis, ne
quis irreperet eorum cum quibus communicare nefas arbitrabantur, coepissent concursu ingenti celebrare affectabat iis demerendis intentus imperator
certos e suis illuc frequenter mittere, qui præsto
ipsis essent et securitatem quam optarent maximam
præstarent, ac sibi esse curæ res ipsorum fidem
facerent certissimam. Inde ii aucti animis polliceri
ausi suut se miraculo ejus simili qnod olim apud
Chalcedonem in corpore sanctæ virginis et martyris
Euphemiæ ostensum fuisse fama ferret, veritatem
suæ doctrinæ justitiamque sectæ probaturos. Petebant igitur dari sibi corpus aliquod sancti dudum.
mortui, certo confidere se aientes demonstraturum
per illud Deum, quidquid ipsi egissent, se hactenus
volente ac jubente factum; quo viso deinde par esset
adversarios ipsorum divinæ auctoritati cedere, nec
jam amplius, sicut ad hanc usque diem fecerant,
de innocentia ipsorum sanctitateque dubitare. Assensit et his Augustus, sanctique et divini Patris
Joannis Damasceni sacrum ad hoc experiendum corpus iis tradidit. Quia vero Arseniani jactabant se
scripta professionem suae ipsorum fidei juriumque
assertionem complectentia ad sancti corporis pedes
posituros, postmodum vero cadem scripta e pedibus
41 ad manus sancti divina vi promota repertum
iri, sollicitus imperator ne fraus interveniret in
eɔ quæpiam ac (quod suspicatu pronum erat de
eo moora-
PG 144:49οὕτω μὲν οὖν ἐκκρουσθέντων τῆς ἐγχειρήσεως τῶν Ἀρσενιατῶν, ὁ βασιλεὺς μᾶλλον τῷ μέρει τοῦ Ἰωσὴφ ὡς εὐθυτέρῳ προσκείμενος οὐδὲ τοὺς Ἀρσενιάτας καθάπαξ ἀπεδοκίμαζε· τὸ γὰρ περὶ ἐκείνους πλῆθος παρεῖχε καὶ σφῶν ἐπὶ μᾶλλον φροντίζειν. 14. Τῷ τοι καὶ τὴν μέσην ἐγνωκὼς βαδίζειν, ὡς μήτ’ ἀνιᾶν τούτους, κἀκείνους δέχεσθαι τῷ τὰ ζητούμενα παρ’ ἐκείνων συγχωρεῖν γίγνεσθαι (τὰ δ’ ἦσαν πάντως ἡ τῆς ἐκκλησίας ὡς εἰπεῖν μεταποίησις), ἐκλέγεται μὲν εἰς πατριάρχην τὸν ἐκ Κύπρου Γεώργιον, ἄνδρα λόγοις ἐντραφέντα καὶ σφραγῖδα τοῦ πατριάρχου Ἰωσὴφ φέροντα, τὸ τοῦ πρωτοαποστολαρίου εἰς ἀνακτόρων ἐπιφερόμενον σέμνωμα, κἀν τούτῳ δὲ δόξας Ἰωσηφίτας μὲν ἐκ τῆς σφραγῖδος ὑποποιούμενος, Ἀρσενιάτας δὲ τῷ μὴ κατὰ τὰ διατεταγμένα τῷ Ἰωσὴφ ἐπὶ τῇ ἐκκλησίᾳ συγχωρεῖν γίνεσθαι καὶ λίαν ἐξευμενίζειν εἰς εἰρήνην ἐλπίζων, ἀρχιερεῖς μὲν ἐκείνους καὶ τὴν παρ’ αὐτῶν ἐπὶ τῷ πατριαρχεύσοντι ψῆφον μηδ’ ἴκταρ εἰς νοῦν βάλλων, ἀψηφίστως δὲ πάλιν ἀνάγειν μὴ εὐπρεπὲς δοκιμάζων καὶ εὔσχημον.
DE ANDRONICO PAL ELOGO LIB. I.
γωγουμένους τὰ κατ' ἀρέσκειαν τοῦ Θείου τελεῖν· μνώμα, 25] κάν τούτῳ δὲ δόξας Ιωσηφίτας μὲν
τοῦ γὰρ πλουσίου [Ρ 24] ζητοῦντος ἐξαναστήναι τινα
καὶ διδάξαι τοὺς ἀδελφούς, ἔχειν ἐκείνους Μωσέα
καὶ τοὺς προφήτας λελέχθαι, ὡς αὐτῶν ἱκανῶν ὄνο
των πείθειν τε καὶ διδάσκειν. Οὕτω μὲν οὖν ἐκκρου
σθέντων τῆς ἐγχειρήσεως τῶν ᾿Αρσενιατῶν, ὁ βα
σιλεὺς μᾶλλον τῷ μέρει τοῦ Ἰωσὴφ ὡς εὐθυτέρῳ
προσκείμενος οὐδὲ τοὺς ᾿Αρσενιάτας καθάπαξ ἀπε
δοκίμαζε· τὸ γὰρ περὶ ἐκείνους πλῆθος παρείχε καὶ
σφῶν ἐπὶ μᾶλλον φροντίζειν.
ιδ'. Οπως μὴ ἀποδοκιμάζων τοὶς Αρσενιώτας ὁ
βασιλεὺς, ἀλλὰ δεξιούμενος διὰ τὴν εἰρήνην,
καὶ τὸν Κύπριον εἰς πατριάρχην ἀνήγαγεν.
Τῷ τοι καὶ τὴν μέσην ἐγνωκώς βαδίζειν, ὡς
μήτ' ἀνᾷν τούτους, κακείνους δέχεσθαι τῷ τὰ ζη
τούμενα παρ' ἐκείνων συγχωρεῖν γίγνεσθαι (τὰ δ᾽
ἦσαν πάντως ἡ τῆς Ἐκκλησίας ὡς εἰπεῖν μετα
ποίησις), ἐκλέγεται μὲν εἰς πατριάρχην τὸν ἐκ Κύ
πρου Γεώργιον, ἄνδρα λόγοις ἐντραφέντα καὶ σφρα
γίδα τοῦ πατριάρχου Ἰωσὴφ φέροντα, τὸ τοῦ πρω
το αποστολαρίου εἰς ἀνακτήρων ἐπιφερόμενον σε
ἐκ τῆς σφραγίδος ὑποποιούμενος, 'Αρσενιάτας δὲ τῷ
μὴ κατὰ τὰ διατεταγμένα τῷ Ἰωσὴν ἐπὶ τῇ Ἐκ
κλησία συγχωρεῖν γίνεσθαι καὶ λίαν ἐξευμενίζειν
εἰς εἰρήνην ἐλπίζων, ἀρχιερεῖς μὲν ἐκείνους καὶ
τὴν παρ' αὐτῶν ἐπὶ τῷ πατριαρχεύσοντι ψῆφον μηδ'
ἔκταρ εἰς νοῦν βάλλων, ἀψηφίστως δὲ πάλιν ἀνάγειν
μὴ εὐπρεπὲς δοκιμάζων καὶ εὔσχημον. Μάλλον μὲν
οὖν τῇ πράξει καὶ εἰς καιρὸν προστησόμενον, τινές
τῶν δοκούντων ἐκλεξάμενος, καὶ τούτους καθ᾿ ἕνα,
ἅμα μὲν αὐτοῖς τὴν βουλὴν ἐκοινοῦτο, πληροφορών
ὡς εἶχε καὶ τὸ σφίσιν ἐσαῦθις ἀκίνδυνον, ἅμα δὲ καὶ
ὡς ψῆφον τὴν ἀπ' ἐκείνων ἐκχώρησιν ελογίζετο.
Ἐφ᾽ οἷς καὶ τὴν τοῦ ἀπὸ Σάρδεων ᾿Αθανασίου εἴτ᾿
οὖν Ανδρονίκου γνώμην δεξάμενος, ὃν δὴ καὶ εἰς
πατέρα ἔταττε γράφων ὁ βασιλεὺς, κἀντεῦθεν τὸ
δ
τῆς ἀπεντεύξεως τῆς πατριαρχίας ἐκείνου τὰ πολλὰ
τεχνιτεύοντος ἐπὶ τούτοις ὡμάλιζεν, ὡς καὶ αὐτὸν
δὴ τὸν πατριάρχην ὕστερον καθυποκλίνειν εἰς εὐλο
γίαν τὴν παρ' ἐκείνου, οὐ χρείᾳ μᾶλλον ἢ κολακεία
καὶ ὑποποιήσει σφοδρᾷ καὶ ἀφύκτῳ, τὸ ἱκανὸν ἔχειν
μᾶλλον μὲν οὖν τῇ πράξει καὶ εἰς καιρὸν προστησόμενον, τινὰς τῶν δοκούντων ἐκλεξάμενος, καὶ τούτους καθ’ ἕνα, ἅμα μὲν αὐτοῖς τὴν βουλὴν ἐκοινοῦτο, πληροφορῶν ὡς εἶχε καὶ τὸ σφίσιν ἐσαῦθις ἀκίνδυνον, ἅμα δὲ καὶ ὡς ψῆφον τὴν ἀπ’ ἐκείνων ἐκχώρησιν ἐλογίζετο. ἐφ’ οἷς καὶ τὴν τοῦ ἀπὸ Σάρδεων Ἀθανασίου εἴτ’ οὖν Ἀνδρονίκου γνώμην δεξάμενος, ὃν δὴ καὶ εἰς πατέρα ἔταττε γράφων ὁ βασιλεύς, κἀντεῦθεν τὸ τῆς ἀπεντεύξεως τῆς πατριαρχείας ἐκείνου τὰ πολλὰ τεχνιτεύοντος ἐπὶ τούτοις ὡμάλιζεν, ὡς καὶ αὐτὸν δὴ τὸν πατριάρχην ὕστερον καθυποκλίνειν εἰς εὐλογίαν τὴν παρ’ ἐκείνου, οὐ χρείᾳ μᾶλλον ἢ κολακείᾳ καὶ ὑποποιήσει σφοδρᾷ καὶ ἀφύκτῳ, τὸ ἱκανὸν ἔχειν καὶ βέβαιον ἐπὶ ταῖς ψήφοις ἐπίστευεν. ἐπεὶ δ’ ἔδει καὶ τελεῖσθαι τὰ μείζω ὡς εἴθιστο, οἱ δ’ ἀρχιερεῖς ὠβελίζοντο (καὶ πῶς γὰρ οὐ;
DE ANDRONICO PAL ELOGO LIB. I.
γωγουμένους τὰ κατ' ἀρέσκειαν τοῦ Θείου τελεῖν· μνώμα, 25] κάν τούτῳ δὲ δόξας Ιωσηφίτας μὲν
τοῦ γὰρ πλουσίου [Ρ 24] ζητοῦντος ἐξαναστήναι τινα
καὶ διδάξαι τοὺς ἀδελφούς, ἔχειν ἐκείνους Μωσέα
καὶ τοὺς προφήτας λελέχθαι, ὡς αὐτῶν ἱκανῶν ὄνο
των πείθειν τε καὶ διδάσκειν. Οὕτω μὲν οὖν ἐκκρου
σθέντων τῆς ἐγχειρήσεως τῶν ᾿Αρσενιατῶν, ὁ βα
σιλεὺς μᾶλλον τῷ μέρει τοῦ Ἰωσὴφ ὡς εὐθυτέρῳ
προσκείμενος οὐδὲ τοὺς ᾿Αρσενιάτας καθάπαξ ἀπε
δοκίμαζε· τὸ γὰρ περὶ ἐκείνους πλῆθος παρείχε καὶ
σφῶν ἐπὶ μᾶλλον φροντίζειν.
ιδ'. Οπως μὴ ἀποδοκιμάζων τοὶς Αρσενιώτας ὁ
βασιλεὺς, ἀλλὰ δεξιούμενος διὰ τὴν εἰρήνην,
καὶ τὸν Κύπριον εἰς πατριάρχην ἀνήγαγεν.
Τῷ τοι καὶ τὴν μέσην ἐγνωκώς βαδίζειν, ὡς
μήτ' ἀνᾷν τούτους, κακείνους δέχεσθαι τῷ τὰ ζη
τούμενα παρ' ἐκείνων συγχωρεῖν γίγνεσθαι (τὰ δ᾽
ἦσαν πάντως ἡ τῆς Ἐκκλησίας ὡς εἰπεῖν μετα
ποίησις), ἐκλέγεται μὲν εἰς πατριάρχην τὸν ἐκ Κύ
πρου Γεώργιον, ἄνδρα λόγοις ἐντραφέντα καὶ σφρα
γίδα τοῦ πατριάρχου Ἰωσὴφ φέροντα, τὸ τοῦ πρω
το αποστολαρίου εἰς ἀνακτήρων ἐπιφερόμενον σε
ἐκ τῆς σφραγίδος ὑποποιούμενος, 'Αρσενιάτας δὲ τῷ
μὴ κατὰ τὰ διατεταγμένα τῷ Ἰωσὴν ἐπὶ τῇ Ἐκ
κλησία συγχωρεῖν γίνεσθαι καὶ λίαν ἐξευμενίζειν
εἰς εἰρήνην ἐλπίζων, ἀρχιερεῖς μὲν ἐκείνους καὶ
τὴν παρ' αὐτῶν ἐπὶ τῷ πατριαρχεύσοντι ψῆφον μηδ'
ἔκταρ εἰς νοῦν βάλλων, ἀψηφίστως δὲ πάλιν ἀνάγειν
μὴ εὐπρεπὲς δοκιμάζων καὶ εὔσχημον. Μάλλον μὲν
οὖν τῇ πράξει καὶ εἰς καιρὸν προστησόμενον, τινές
τῶν δοκούντων ἐκλεξάμενος, καὶ τούτους καθ᾿ ἕνα,
ἅμα μὲν αὐτοῖς τὴν βουλὴν ἐκοινοῦτο, πληροφορών
ὡς εἶχε καὶ τὸ σφίσιν ἐσαῦθις ἀκίνδυνον, ἅμα δὲ καὶ
ὡς ψῆφον τὴν ἀπ' ἐκείνων ἐκχώρησιν ελογίζετο.
Ἐφ᾽ οἷς καὶ τὴν τοῦ ἀπὸ Σάρδεων ᾿Αθανασίου εἴτ᾿
οὖν Ανδρονίκου γνώμην δεξάμενος, ὃν δὴ καὶ εἰς
πατέρα ἔταττε γράφων ὁ βασιλεὺς, κἀντεῦθεν τὸ
δ
τῆς ἀπεντεύξεως τῆς πατριαρχίας ἐκείνου τὰ πολλὰ
τεχνιτεύοντος ἐπὶ τούτοις ὡμάλιζεν, ὡς καὶ αὐτὸν
δὴ τὸν πατριάρχην ὕστερον καθυποκλίνειν εἰς εὐλο
γίαν τὴν παρ' ἐκείνου, οὐ χρείᾳ μᾶλλον ἢ κολακεία
καὶ ὑποποιήσει σφοδρᾷ καὶ ἀφύκτῳ, τὸ ἱκανὸν ἔχειν
PG 144:51ὅπου γε καὶ εἰς ψήφους μόνας οὐκ ἠξιοῦντο), τῶν τινὶ ἐπισκόπων Κοζύλης, πεμφθέντι κατὰ χρείαν πρεσβείας ἐκ δυτικῶν, καὶ ἀχράντῳ δόξαντι ἐπὶ τοῖς πραχθεῖσι πάλαι ὡς ξένῳ μάλα τῶν ἡμετέρων, γλυκὺς ἀγκὼν ὃ δὴ λέγεται (τινὲς γάρ, ὡς ἐλέγετο, ἦσαν οἱ καὶ τοῦτον ἐς ἅπαν εἰδότες, τῷ μεγάλῳ κυρίῳ Φιλίππῳ, περὶ οὗ καὶ φθάσαντες ἱστορήκαμεν, καὶ ζῶντι ἱερατικῶς ἐκδουλεύοντα, καὶ σφαγέντος, ἐπὶ χρυσέου πίνακος προκειμένης τῆς κεφαλῆς, οὕτω δόξαν τῇ συζύγῳ Φραντζαίνῃ, τὰ τῶν ἐπιτελευτίων ὕμνων εἰς μνήμην ἐπιτελοῦντα), τὰ τῆς τελετῆς τοῦ πατριαρχεύσοντος ἐγχειρίζουσιν· ὃς δὴ καὶ τοῦ αὐτοῦ Κρονίου μηνὸς παραλαβὼν ἐκεῖνον εἰσάγει τὴν τοῦ Προδρόμου τῆς πέτρας μονὴν σὺν ὀλίγοις τισί, καὶ ναὸν εὑρόντες ἐπ’ ἀμπελῶνος, ἀργὸν ὡς ἐδόκει κἀκεῖνον ὄντα, ἐκεῖσε τὰ εἰκότα τελέσας μοναχὸν μὲν ἐκ λαϊκῶν ἀποδείκνυσι, διάκονον δ’ ἐξ ἀναγνώστου χειροτονεῖ. τῆς δ’ αὐτῆς ἡμέρας καὶ πατριάρχην ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνον προβάλλεται.
καὶ βέβαιον ἐπὶ ταῖς ψήφοις ἐπίστευεν. Ἐπεὶ δ' ἔδει κῶν ἀποδείκνυσι, διάκονον δ' ἐξ ἀναγνώστου χειρο
καὶ τελεῖσθαι τὰ μείζω, ὡς εἴθιστο, οἱ δ' ἀρχιερεῖς τονεῖ. Τῆς δ' αὐτῆς ἡμέρας καὶ πατριάρχην ο βασι
ὠβελίζοντο (καὶ πῶς γὰρ οὔ; ὅπου γε καὶ εἰς ψή- λεὺς ἐκεῖνον προβάλλεται. Ἐντεῦθεν ἐκεῖνος ἐκχρ
φους μόνας οὐκ ἠξιοῦντο), τῶν τινι ἐπισκόπων Κο
χωρημένον ἔχων διὰ προτροπῶν ἐνεργεῖν τὰ οἱ
ζύλης, πεμφθέντι κατὰ χρείαν πρεσβείας ἐκ δυτι προσήκοντα, τὸν τοῦ ᾿Ακακίου, ἀνδρὸς εὐλαβοῦς καὶ
κῶν, καὶ ἀχράντῳ δόξαντι ἐπὶ τοῖς πραχθεῖσι πάλαι τὰ πολλὰ συντετηρημένου καὶ ἐπὶ τοῖς χθὲς πρα
ὡς ξένῳ μάλα τῶν ἡμετέρων, γλυκὺς ἀγκὼν ὅ δὴ χθεῖσι δόξαντος ἀμφιγνωμονεῖν, μαθητὴν Γερμα
λέγεται (τινὲς γὰρ, ὡς ἐλέγετο, ἦσαν οἱ καὶ τοῦτον
νόν, [Ρ 26] εὐλαβῆ γε κἀκεῖνον ἐς ἅπαν καὶ τὸ ἦθος
ἐς ἅπαν εἰδότες, τῷ μεγάλῳ κυρίῳ Φιλίππῳ, περὶ ἁπλοϊκὸν ὡς καὶ ἐν πνευματικοῖς ταχθέντα τῷ πα
οὗ καὶ φθάσαντες ἱστορήκαμεν, καὶ ζῶντι ἱερατικῶς τριαρχεύσαντι, ἅμα μὲν σὺν τῷ Κοζύλης πρόεδρον
ἐκδουλεύοντα, καὶ σφαγέντος, ἐπὶ χρυσέου πίνακος Ηρακλείας τῆς κατὰ Θρᾴκην καὶ χειροτονητήν
προκειμένης τῆς κεφαλῆς, οὕτω δόξαν τῇ συζύγω ἑαυτοῦ ψηφίζονται, ἅμα δὲ τῷ ἐπισκόπῳ προτρέπε
Φραντζαίνῃ, τὰ τῶν ἐπιτελευτίων ὕμνων εἰς μνήμην ται, οὕτω τοῦ καιροῦ σχεδιάζοντος, εἰς μητροπολί
ἐπιτελοῦνται, τὰ τῆς τελετῆς τοῦ πατριαρχεύσον- την χειροτονεῖν· καὶ ὁ τῆς παλαιᾶς Εἰρήνης θεῖος
τος ἐγχειρίζουσιν· ὅς δὴ καὶ τοῦ αὐτοῦ Κρονίου ο ναός, πολλὰ καταπλυνθείσης πρότερον τῆς ἱερᾶς καὶ
μηνὸς παραλαβὼν ἐκεῖνον εἰσάγει τὴν τοῦ Προδρό- " μυστικής τραπέζης καί τισιν ἁγιασθείσης εὐχαῖς,
μου τῆς πέτρας μονὴν σὺν ὀλίγοις τισὶ, καὶ ναὸν
εὑρόντες ἐπ' ἀμπελῶνος, ἀργὸν ὡς ἐδόκει κἀκεῖνον
ὄντα, ἐκεῖσε τὰ εἰκότα τελέσας μοναχὸν μὲν ἐκ και
τὴν ἐκείνου εἶδε χειροτονίαν. Αὐτὸς δ᾽ αὖθις κἀκεῖ
νος πρῶτον μὲν ἱερέα, εἶτα δὲ κἂν τῇ λαμπρῇ ἑορτῇ
τῶν Βαΐων ἀρχιερέα τὸν πατριάρχην χειροτονοῦσιν.
ἐντεῦθεν ἐκεῖνος ἐκκεχωρημένον ἔχων διὰ προτροπῶν ἐνεργεῖν τά οἱ προσήκοντα, τὸν τοῦ Ἀκακίου, ἀνδρὸς εὐλαβοῦς καὶ τὰ πολλὰ συντετηρημένου καὶ ἐπὶ τοῖς χθὲς πραχθεῖσι δόξαντος ἀμφιγνωμονεῖν, μαθητὴν Γερμανόν, εὐλαβῆ γε κἀκεῖνον ἐς ἅπαν καὶ τὸ ἦθος ἁπλοϊκὸν ὡς καὶ ἐν πνευματικοῖς ταχθέντα τῷ πατριαρχεύσαντι, ἅμα μὲν σὺν τῷ Κοζύλης πρόεδρον Ἡρακλείας τῆς κατὰ Θρᾴκην καὶ χειροτονητὴν ἑαυτοῦ ψηφίζονται, ἅμα δὲ τῷ ἐπισκόπῳ προτρέπεται, οὕτω τοῦ καιροῦ σχεδιάζοντος, εἰς μητροπολίτην χειροτονεῖν· καὶ ὁ τῆς παλαιᾶς Εἰρήνης θεῖος ναός, πολλὰ καταπλυνθείσης πρότερον τῆς ἱερᾶς καὶ μυστικῆς τραπέζης καί τισιν ἁγιασθείσης εὐχαῖς, τὴν ἐκείνου εἶδε χειροτονίαν. αὐτὸς δ’ αὖθις κἀκεῖνος πρῶτον μὲν ἱερέα, εἶτα δὲ κἀν τῇ λαμπρᾷ ἑορτῇ τῶν βαί̈ων ἀρχιερέα τὸν πατριάρχην χειροτονοῦσιν. οὐ χεῖρον δὲ μικρὰ καὶ περὶ τῆς χειροτονίας διαλαβεῖν. 15. Ἥγνιστο μὲν εὐχαῖς τε καὶ ἁγιάσμασιν ἡ τῆς μεγίστης ἐκκλησίας ἱερὰ τράπεζα, συνήγοντο δὲ περὶ τὸν χειροτονηθησόμενον οἳ δὴ καὶ τῶν σχιζομένων συγκατεκλίνοντο, ἄνδρες πρὸς μὲν τὰ τελούμενα ἀμαθεῖς, δόξαντες δὲ τῷ ζήλῳ προστετηκέναι.
καὶ βέβαιον ἐπὶ ταῖς ψήφοις ἐπίστευεν. Ἐπεὶ δ' ἔδει κῶν ἀποδείκνυσι, διάκονον δ' ἐξ ἀναγνώστου χειρο
καὶ τελεῖσθαι τὰ μείζω, ὡς εἴθιστο, οἱ δ' ἀρχιερεῖς τονεῖ. Τῆς δ' αὐτῆς ἡμέρας καὶ πατριάρχην ο βασι
ὠβελίζοντο (καὶ πῶς γὰρ οὔ; ὅπου γε καὶ εἰς ψή- λεὺς ἐκεῖνον προβάλλεται. Ἐντεῦθεν ἐκεῖνος ἐκχρ
φους μόνας οὐκ ἠξιοῦντο), τῶν τινι ἐπισκόπων Κο
χωρημένον ἔχων διὰ προτροπῶν ἐνεργεῖν τὰ οἱ
ζύλης, πεμφθέντι κατὰ χρείαν πρεσβείας ἐκ δυτι προσήκοντα, τὸν τοῦ ᾿Ακακίου, ἀνδρὸς εὐλαβοῦς καὶ
κῶν, καὶ ἀχράντῳ δόξαντι ἐπὶ τοῖς πραχθεῖσι πάλαι τὰ πολλὰ συντετηρημένου καὶ ἐπὶ τοῖς χθὲς πρα
ὡς ξένῳ μάλα τῶν ἡμετέρων, γλυκὺς ἀγκὼν ὅ δὴ χθεῖσι δόξαντος ἀμφιγνωμονεῖν, μαθητὴν Γερμα
λέγεται (τινὲς γὰρ, ὡς ἐλέγετο, ἦσαν οἱ καὶ τοῦτον
νόν, [Ρ 26] εὐλαβῆ γε κἀκεῖνον ἐς ἅπαν καὶ τὸ ἦθος
ἐς ἅπαν εἰδότες, τῷ μεγάλῳ κυρίῳ Φιλίππῳ, περὶ ἁπλοϊκὸν ὡς καὶ ἐν πνευματικοῖς ταχθέντα τῷ πα
οὗ καὶ φθάσαντες ἱστορήκαμεν, καὶ ζῶντι ἱερατικῶς τριαρχεύσαντι, ἅμα μὲν σὺν τῷ Κοζύλης πρόεδρον
ἐκδουλεύοντα, καὶ σφαγέντος, ἐπὶ χρυσέου πίνακος Ηρακλείας τῆς κατὰ Θρᾴκην καὶ χειροτονητήν
προκειμένης τῆς κεφαλῆς, οὕτω δόξαν τῇ συζύγω ἑαυτοῦ ψηφίζονται, ἅμα δὲ τῷ ἐπισκόπῳ προτρέπε
Φραντζαίνῃ, τὰ τῶν ἐπιτελευτίων ὕμνων εἰς μνήμην ται, οὕτω τοῦ καιροῦ σχεδιάζοντος, εἰς μητροπολί
ἐπιτελοῦνται, τὰ τῆς τελετῆς τοῦ πατριαρχεύσον- την χειροτονεῖν· καὶ ὁ τῆς παλαιᾶς Εἰρήνης θεῖος
τος ἐγχειρίζουσιν· ὅς δὴ καὶ τοῦ αὐτοῦ Κρονίου ο ναός, πολλὰ καταπλυνθείσης πρότερον τῆς ἱερᾶς καὶ
μηνὸς παραλαβὼν ἐκεῖνον εἰσάγει τὴν τοῦ Προδρό- " μυστικής τραπέζης καί τισιν ἁγιασθείσης εὐχαῖς,
μου τῆς πέτρας μονὴν σὺν ὀλίγοις τισὶ, καὶ ναὸν
εὑρόντες ἐπ' ἀμπελῶνος, ἀργὸν ὡς ἐδόκει κἀκεῖνον
ὄντα, ἐκεῖσε τὰ εἰκότα τελέσας μοναχὸν μὲν ἐκ και
τὴν ἐκείνου εἶδε χειροτονίαν. Αὐτὸς δ᾽ αὖθις κἀκεῖ
νος πρῶτον μὲν ἱερέα, εἶτα δὲ κἂν τῇ λαμπρῇ ἑορτῇ
τῶν Βαΐων ἀρχιερέα τὸν πατριάρχην χειροτονοῦσιν.
μαρτύριον δὲ τὸ μηδ’ εἰδέναι μηδ’ ὅλως μὴ ὅτι γε χειροτονίας τάξιν, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὴν τὴν τοῦ βήματος, ὡς καὶ κινδυνεύειν διὰ ταῦτα παροραθῆναι τὴν ἐκείνων ἀκριβῆ παρατήρησιν. ἐκείνοις γὰρ ἦν ὁ σκοπὸς ἀπερεῖν κληρικοῖς μὴ παρεῖναι μηδ’ ὄψιν προσβάλλειν τοῖς τελουμένοις, κἂν ὅστις καὶ εἴη· ἡ δ’ ἀνάγκη τῶν πραττομένων, ὡς εὐοδοῖντο τὰ τῆς τελετῆς ἁμηγέπη, ἕνα τῶν τοῦ κλήρου προσληφθῆναι, καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀδύτοις τὸ μέγιστον, τὸν ἐκκλησίαρχον ἔπειθεν, ἐφ’ ᾧ ξυνεπιλαμβάνειν σφίσι καὶ πράττοντα καὶ διδάσκοντα. καὶ οὕτω μὲν ἐκείνοις ἀποχρῆν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐδόκει, εἰ παραβάντες τὸ μέρος τὸ καθόλου διαφυλάττοιντο. οἱ δὲ τοῦ κλήρου τῆς ἐκκλησίας μὲν τὸ παράπαν ἐξεκλείοντο, ὅπου γε καὶ αὐτὸς ὁ μέγας λογοθέτης, μηδενὸς κωλύοντος, ἀλλ’ αὐτός γε κρίνων τὴν ἀπουσίαν ἑαυτοῦ ἀξίαν τοῖς τελουμένοις, μακρόθεν ἐπεζυγωμένης τῆς πύλης ἱστάμενος μόλις ἑώρα καὶ τῷ ὑπεσταλμένῳ τοῦ ἤθους τὸ ἀνάξιον παρεδείκνυ·
καὶ βέβαιον ἐπὶ ταῖς ψήφοις ἐπίστευεν. Ἐπεὶ δ' ἔδει κῶν ἀποδείκνυσι, διάκονον δ' ἐξ ἀναγνώστου χειρο
καὶ τελεῖσθαι τὰ μείζω, ὡς εἴθιστο, οἱ δ' ἀρχιερεῖς τονεῖ. Τῆς δ' αὐτῆς ἡμέρας καὶ πατριάρχην ο βασι
ὠβελίζοντο (καὶ πῶς γὰρ οὔ; ὅπου γε καὶ εἰς ψή- λεὺς ἐκεῖνον προβάλλεται. Ἐντεῦθεν ἐκεῖνος ἐκχρ
φους μόνας οὐκ ἠξιοῦντο), τῶν τινι ἐπισκόπων Κο
χωρημένον ἔχων διὰ προτροπῶν ἐνεργεῖν τὰ οἱ
ζύλης, πεμφθέντι κατὰ χρείαν πρεσβείας ἐκ δυτι προσήκοντα, τὸν τοῦ ᾿Ακακίου, ἀνδρὸς εὐλαβοῦς καὶ
κῶν, καὶ ἀχράντῳ δόξαντι ἐπὶ τοῖς πραχθεῖσι πάλαι τὰ πολλὰ συντετηρημένου καὶ ἐπὶ τοῖς χθὲς πρα
ὡς ξένῳ μάλα τῶν ἡμετέρων, γλυκὺς ἀγκὼν ὅ δὴ χθεῖσι δόξαντος ἀμφιγνωμονεῖν, μαθητὴν Γερμα
λέγεται (τινὲς γὰρ, ὡς ἐλέγετο, ἦσαν οἱ καὶ τοῦτον
νόν, [Ρ 26] εὐλαβῆ γε κἀκεῖνον ἐς ἅπαν καὶ τὸ ἦθος
ἐς ἅπαν εἰδότες, τῷ μεγάλῳ κυρίῳ Φιλίππῳ, περὶ ἁπλοϊκὸν ὡς καὶ ἐν πνευματικοῖς ταχθέντα τῷ πα
οὗ καὶ φθάσαντες ἱστορήκαμεν, καὶ ζῶντι ἱερατικῶς τριαρχεύσαντι, ἅμα μὲν σὺν τῷ Κοζύλης πρόεδρον
ἐκδουλεύοντα, καὶ σφαγέντος, ἐπὶ χρυσέου πίνακος Ηρακλείας τῆς κατὰ Θρᾴκην καὶ χειροτονητήν
προκειμένης τῆς κεφαλῆς, οὕτω δόξαν τῇ συζύγω ἑαυτοῦ ψηφίζονται, ἅμα δὲ τῷ ἐπισκόπῳ προτρέπε
Φραντζαίνῃ, τὰ τῶν ἐπιτελευτίων ὕμνων εἰς μνήμην ται, οὕτω τοῦ καιροῦ σχεδιάζοντος, εἰς μητροπολί
ἐπιτελοῦνται, τὰ τῆς τελετῆς τοῦ πατριαρχεύσον- την χειροτονεῖν· καὶ ὁ τῆς παλαιᾶς Εἰρήνης θεῖος
τος ἐγχειρίζουσιν· ὅς δὴ καὶ τοῦ αὐτοῦ Κρονίου ο ναός, πολλὰ καταπλυνθείσης πρότερον τῆς ἱερᾶς καὶ
μηνὸς παραλαβὼν ἐκεῖνον εἰσάγει τὴν τοῦ Προδρό- " μυστικής τραπέζης καί τισιν ἁγιασθείσης εὐχαῖς,
μου τῆς πέτρας μονὴν σὺν ὀλίγοις τισὶ, καὶ ναὸν
εὑρόντες ἐπ' ἀμπελῶνος, ἀργὸν ὡς ἐδόκει κἀκεῖνον
ὄντα, ἐκεῖσε τὰ εἰκότα τελέσας μοναχὸν μὲν ἐκ και
τὴν ἐκείνου εἶδε χειροτονίαν. Αὐτὸς δ᾽ αὖθις κἀκεῖ
νος πρῶτον μὲν ἱερέα, εἶτα δὲ κἂν τῇ λαμπρῇ ἑορτῇ
τῶν Βαΐων ἀρχιερέα τὸν πατριάρχην χειροτονοῦσιν.
PG 144:53ἄνω δέ που τῶν κατηχουμενείων παραβυόμενοι ὀπτῆρας εἶχον τοῦ μὴ παρακύψαι μηδ’ ἰδεῖν τὰ πραττόμενα, ὡς ἐντεῦθεν κωλυθησομένου δῆθεν τοῦ μὴ δυναμένου ὑπέχεσθαι τῷ ἀξίῳ τῆς τῶν συμπαρόντων ἀναξιότητος χάριν δι’ ἀγαθότητα πνεύματος. ἐπεὶ δὲ καὶ τὰ τῆς τελετῆς διήνυστο, καὶ τρισὶ προηγιασμένοις ἄρτοις, ὡς ταῖς τρισὶν ἡμέραις τῆς μεγάλης ἑβδομάδος ἀρκέσουσι, τὸ τῆς ἐκκλησίας πυξίον ἐνικανοῦτο, ὁ πατριάρχης πρὸς βασιλέα αὐτόθεν ἀπήντα ἐκτελέσων μετ’ ἐκείνου τὴν ἑορτὴν κατὰ τὸ σύνηθες, οἱ δὲ καὶ αὖθις τῶν ἱερῶν συνάξεων ἐξεκλείοντο, παρ’ οὐδὲν θεμένων τὰς τοῦ Ἰωσὴφ προςτιμήσεις. ἐπέφωσκεν ἡ δευτέρα, καὶ τοῖς μὲν τοῦ πατριάρχου ὁ ναὸς ἀνεῖτο, τοῖς δέ γε κληρικοῖς ἄβατον τὸ τέμενος ἦν. ἐπέστη ἡ τρίτη, καὶ τὰ αὐτὰ διεπράττετο.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
Ι.
Οὐ χεῖρον δὲ μικρὰ καὶ περὶ τῆς χειροτονίας διαλα- τες τὸ μέρος τὸ καθόλου διαφυλάττοιντο. Οἱ δὲ τοῦ
βεῖν.
ιέ. Χειροτονία τοῦ πατριάρχου Κυπρίου, καὶ τὰ
περὶ ταύτης.
Ηγνιστο μὲν εὐχαῖς τε καὶ ἁγιάσμασιν ἡ τῆς Με
γίστης ἐκκλησίας ἱερὰ τράπεζα, συνήγοντο δὲ περὶ
τον χειροτονηθησόμενον οἱ δὴ καὶ τῶν σχιζομένων
συγκατεκλίνοντο, ἄνδρες πρὸς μὲν τὰ τελούμενα
ἀμαθεῖς, [Ρ. 27] δίξαντες δὲ τῷ ζήλῳ προστετηκέ
ναι. Μαρτύριον δὲ τὸ μηδ᾽ εἰδέναι μηδ' ὅλως μή
ὅτι γε χειροτονίας τάξιν, ἀλλ' οὐδ᾽ αὐτὴν τὴν τοῦ βή
ματος, ὡς καὶ κινδυνεύειν διὰ ταῦτα παροραθῆναι
τὴν ἐκείνων ἀκριβῆ παρατήρησιν. Ἐκείνοις γὰρ ἦν
ὁ σκοπός ἀπερεῖν κληρικοῖς μὴ παρεῖναι μηδ' ὄψιν
προσβάλλειν τοῖς τελουμένοις, κἂν ὅστις καὶ εἴη· ἡ
δ' ἀνάγκη τῶν πραττομένων, ὡς εὐοδοῖντο τὰ τῆς "
τελετῆς ἀμηγέπη, ἕνα τῶν τοῦ κλήρου προσληφθῆς
ναι, καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀδύτοις τὸ μέγιστον, τὸν ἐκ
κλησίαρχον ἔπειθεν, ἐφ᾽ ᾧ ξυνεπιλαμβάνειν σφίσι
καὶ πράττοντα καὶ διδάσκοντα. Καὶ οὕτω μὲν ἐκεί
ναις ἀποχρῆν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐδόκει, εἰ παραβάν
κλήρου τῆς ἐκκλησίας μὲν τὸ παράπαν ἐξεκλείοντο,
ὅπου γε καὶ αὐτὸς ὁ μέγας λογοθέτης, μηδενός κω
λύοντος, ἀλλ' αὐτός γε κρίνων τὴν ἀπουσίαν ἑαυτοῦ
ἀξίαν τοῖς τελουμένοις, μακρόθεν ἐπεζυγωμένης τῆς
πύλης ἱστάμενος μόλις ἑώρα καὶ τῷ ὑπεσταλμένῳ
τοῦ ἤθους τὸ ἀνάξιον παρεδείκνυ· ἄνω δέ που τῶν
κατηχουμενείων παραβυόμενοι ὀπτῆρας εἶχον τοῦ μὴ
παρακύψαι μηδ' ἰδεῖν τὰ πραττόμενα, ὡς ἐντεῦθεν
κωλυθησομένου δῆθεν τοῦ μὴ δυναμένου ὑπέχεσθαι
τῷ ἀξίῳ τῆς τῶν συμπαρόντων ἀναξιότητος χάριν δι'
ἀγαθότητα πνεύματος. Ἐπεὶ δὲ καὶ τὰ τῆς τελετῆς
διήνυστο, καὶ τρισὶ προηγιασμένοις ἄρτοις, ὡς ταῖς
τρισὶν ἡμέραις τῆς μεγάλης ἑβδομάδος ἀρκέσουσι, τὸ
τῆς ἐκκλησίας πυξίον ἐνικανοῦτο, ὁ πατριάρχης πρὸς
βασιλέα αὐτόθεν ἀπήντα ἐκτελέσων μετ' ἐκείνου τὴν
ἑορτὴν κατὰ τὸ σύνηθες, οἱ δὲ καὶ αὖθις τῶν ἱερῶν
συνάξεων ἐξεκλείοντο, παρ' οὐδὲν θεμένων τὰς τοῦ
Ἰωσὴφ προστιμήσεις. Επέφωσκεν ἡ δευτέρα, καὶ
τοῖς μὲν τοῦ πατριάρχου ὁ ναὸς ἀνεῖτο, τοῖς δέ γε
κληρικοῖς ἄβατον τὸ τέμενος ἦν. Ἐπέστη ή τρίτη,
PG 144:55ὡς δ’ ἡ τετάρτη παρῆν καὶ ἤδη συγχωρεῖν ἔμελλον σφίσιν, ἐπεὶ οὐκ ἦν συμφωνεῖν ἐκείνους ἐπὶ τοῖς δόξασιν ἀλλ’ ἀμφεγνωμόνουν ἐπὶ πολύ, ὡς καὶ παρελθεῖν τὴν τῆς προηγιασμένης τελετῆς ὥραν, μόλις στήσαντες ἐφ’ ἑκάτερα ὄχλον ἄλλως καὶ πλῆθος δοκοῦν ἐν ζηλωταῖς ἀριθμεῖσθαι, μέσον ἐκείνων παρὰ θάτερα τῶν ὡραίων πυλώνων παρεῖχον τοὺς τῆς ἐκκλησίας διερχομένους προσπίπτειν καὶ συγγνώμην αἰτεῖν καὶ οὕτως ἀξίους νομίζεσθαι τῆς συνεκκλησιάσεως. ἅμα γοῦν τὰ τῶν ἑσπερίων ὕμνων ὑπὸ σκότῳ τελέσαντες, παριδόντες τὴν λειτουργίαν, οὐκ οἶδα διὰ τὸν καιρὸν μὴ ἐκχωροῦντα ἢ μᾶλλον διὰ τὸ μὴ δικαιοῦν ἔτι ἁγιασθῆναι τοὺς συγχωρηθέντας τῷ ἱερῷ κλάσματι, ὡς ἡ ὑστεραία ἔδειξεν, ἐπ’ οἴκου ἀπελύετο ἕκαστος. ὡς δὲ τῆς ἱερᾶς καὶ μεγάλης πέμπτης ἐτελεῖτο ἡ λειτουργία καὶ αὐτοὶ συμπαρῆσαν, ἐκεῖνοι θέλοντες σφίσι παραλογίσασθαι τὸν ἁγιασμόν, πέμψαντες κρυφηδὸν ἐξ ἀγορᾶς λαμβάνουσιν ἄρτον, καὶ κλάσαντες εἰς λεπτὰ μηδὲν εἰδόσι μετεδίδουν ὡς ἱεροῦ ἄρτου κλασμάτων, ὃ δὴ καὶ γνωσθὲν ὕστερον οὐκ εἶχον ὅ τι ἐξ ὑπερτέρας ἀνίας καὶ γένοιντο.
καὶ τὰ αὐτὰ διεπράττετο. Ως δ' ἡ τετάρτη παρῆν κλασμάτων, δ δὴ καὶ γνωσθὲν ὕστερον οὐκ εἶχον ὅ τι
καὶ ἤδη συγχωρεῖν ἔμελλον σφίσιν, ἐπεὶ οὐκ ἦν συμ
φωνεῖν ἐκείνους ἐπὶ τοῖς δόξασιν, ἀλλ᾽ ἀμφιγνωμό
νουν ἐπὶ πολὺ, ὡς καὶ παρελθεῖν τὴν τῆς προηγια
σμένης τελετής ὥραν, μόλις στήσαντες ἐφ' ἑκάτερα
ὄχλον ἄλλως καὶ πλῆθος δοκοῦν ἐν ζηλωταῖς ἀριθ.
μεῖσθαι, μέσον ἐκείνων παρὰ θάτερα τῶν ὡραίων
πυλώνων παρεῖχον τοὺς τῆς Ἐκκλησίας διερχομέ
νους προσπίπτειν καὶ συγγνώμην αἰτεῖν καὶ οὕτω;
ἀξίους νομίζεσθαι τῆς συνεκκλησιάσεως. Αμα γοῦν
τὰ τῶν ἑσπερίων ὕμνων ὑπὸ σκότῳ τελέσαντες, παρι
δόντες τὴν λειτουργίαν, οὐκ οἶδα διὰ τὸν καιρὸν μὴ
ἐχχωροῦντα ἢ μᾶλλον διὰ τὸ μὴ δικαιούν [Ρ 28] ἔτι
ἁγιασθῆναι τοὺς συγχωρηθέντας τῷ ἱερῷ κλάσματι,
ὡς ἡ ὑστεραία ἔδειξεν, ἐπ' οἴκου ἀπελύετο ἕκαστος.
Ως δὲ τῆς ἱερᾶς καὶ μεγάλης πέμπτης ἐτελεῖτο ἡ
λειτουργία καὶ αὐτοὶ συμπαρῆσαν, ἐκεῖνοι θέλοντες
σφίσι παραλογίσασθαι τὸν ἁγιασμόν, πέμψαντες κρυ
φηδὸν ἐξ ἀγορᾶς λαμβάνουσιν ἄρτον, καὶ κλάσαντες
εἰς λεπτὰ μηδὲν εἰδόσι μετεδίδουν ὡς ἱεροῦ ἄρτου
ἐξ ὑπερτέρας ἀνίας καὶ γένοιντο. Όμως δὲ πρὸς τὰ
ἐσαῦθις ἐλπιζόμενα οἰστὸν κἀκεῖνο ἐδόκει, καὶ φέ
ροντες τὰ τῶν κακῶν προσεδόκων μείζω, οὐ τόσον
τοῖς παροῦσι διὰ τὴν πεῖραν ὅσον τοῖς προσδοκωμέν
νοις διὰ τὴν ἐλπίδα ἐξανιώμενοι. Τὸ γὰρ παρὸν λυ
πηρὸν, ἐπιστὰν ἀνθρώποις φύσιν ἔχουσι φέρειν καὶ
τὰ ἀνύποιστα, λυπεῖ μὲν ὡς εἰκὸς καὶ ἀνιᾷ τὸν πει
ρασθέντα τῶν δυσχερῶν, τῇ δὲ παρὰ τῶν πολλῶν
παραμυθίᾳ ἐκλύεσθαι πέφυκεν· ἐλπιζόμενον δὲ
δυσδιάθετον τὴν φροντίδα τῷ πεισομένῳ παρέχει
Ταῦτ᾽ ἄρα κἀκείνοις τὸ παρὸν τῶν κακῶν ὡς ἐνῖν
φέρουσι δεινὴν ἐλπίδα τὸ ἐπελευσόμενον ἦγε, καὶ
οἰστὸν ἐδόκει τὸ ἐπιστὴν πρὸς τὴν ἐλπίδα τοῦ μέλλον
της λυπηροῦ. "Ην ταῦτα, καὶ ἡ κυρία ἐπέστη τῶν
ἑορτῶν, καρ᾽ ἣν ἔδει καὶ συνδεῖσθαι τοὺς τῆς Ἑα
κλησίας, Χριστιανούς γε ὄντας, ἀγάπης φιλήματι.
Καὶ δὴ προσεκαλοῦντο μὲν ἀρχιερεῖς, προσεκαλοῦντο
δὲ κληρικοὶ, καὶ τῆς ἐπὶ τῇ πρώτῃ καὶ κυρίᾳ δευτέ
ρας συναχθέντες ἅμα φιλήμασιν ἁγίοις, ὡς ἥ τε
ὅμως δὲ πρὸς τὰ ἐσαῦθις ἐλπιζόμενα οἰστὸν κἀκεῖνο ἐδόκει, καὶ φέροντες τὰ τῶν κακῶν προσεδόκων μείζω, οὐ τόσον τοῖς παροῦσι διὰ τὴν πεῖραν ὅσον τοῖς προσδοκωμένοις διὰ τὴν ἐλπίδα ἐξανιώμενοι. τὸ γὰρ παρὸν λυπηρόν, ἐπιστὰν ἀνθρώποις φύσιν ἔχουσι φέρειν καὶ τὰ ἀνύποιστα, λυπεῖ μὲν ὡς εἰκὸς καὶ ἀνιᾷ τὸν πειρασθέντα τῶν δυσχερῶν, τῇ δὲ παρὰ τῶν πολλῶν παραμυθίᾳ ἐκλύεσθαι πέφυκεν· ἐλπιζόμενον δὲ δυσδιάθετον τὴν φροντίδα τῷ πεισομένῳ παρέχει. ταῦτ’ ἄρα κἀκείνοις τὸ παρὸν τῶν κακῶν ὡς ἐνῆν φέρουσι δεινὴν ἐλπίδα τὸ ἐπελευσόμενον ἦγε, καὶ οἰστὸν ἐδόκει τὸ ἐπιστὰν πρὸς τὴν ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος λυπηροῦ. Ἦν ταῦτα, καὶ ἡ κυρία ἐπέστη τῶν ἑορτῶν, καθ’ ἣν ἔδει καὶ συνδεῖσθαι τοὺς τῆς ἐκκλησίας, Χριστιανούς γε ὄντας, ἀγάπης φιλήματι. καὶ δὴ προσεκαλοῦντο μὲν ἀρχιερεῖς προσεκαλοῦντο δὲ κληρικοί, καὶ τῆς ἐπὶ τῇ πρώτῃ καὶ κυρίᾳ δευτέρας συναχθέντες ἅμα φιλήμασιν ἁγίοις, ὡς ἥ τε ἡμέρα παρῄνει καὶ τὸ χρεὼν ἤπειγε, τὴν πρὸς ἀλλήλους συνίστων ἀγάπην.
καὶ τὰ αὐτὰ διεπράττετο. Ως δ' ἡ τετάρτη παρῆν κλασμάτων, δ δὴ καὶ γνωσθὲν ὕστερον οὐκ εἶχον ὅ τι
καὶ ἤδη συγχωρεῖν ἔμελλον σφίσιν, ἐπεὶ οὐκ ἦν συμ
φωνεῖν ἐκείνους ἐπὶ τοῖς δόξασιν, ἀλλ᾽ ἀμφιγνωμό
νουν ἐπὶ πολὺ, ὡς καὶ παρελθεῖν τὴν τῆς προηγια
σμένης τελετής ὥραν, μόλις στήσαντες ἐφ' ἑκάτερα
ὄχλον ἄλλως καὶ πλῆθος δοκοῦν ἐν ζηλωταῖς ἀριθ.
μεῖσθαι, μέσον ἐκείνων παρὰ θάτερα τῶν ὡραίων
πυλώνων παρεῖχον τοὺς τῆς Ἐκκλησίας διερχομέ
νους προσπίπτειν καὶ συγγνώμην αἰτεῖν καὶ οὕτω;
ἀξίους νομίζεσθαι τῆς συνεκκλησιάσεως. Αμα γοῦν
τὰ τῶν ἑσπερίων ὕμνων ὑπὸ σκότῳ τελέσαντες, παρι
δόντες τὴν λειτουργίαν, οὐκ οἶδα διὰ τὸν καιρὸν μὴ
ἐχχωροῦντα ἢ μᾶλλον διὰ τὸ μὴ δικαιούν [Ρ 28] ἔτι
ἁγιασθῆναι τοὺς συγχωρηθέντας τῷ ἱερῷ κλάσματι,
ὡς ἡ ὑστεραία ἔδειξεν, ἐπ' οἴκου ἀπελύετο ἕκαστος.
Ως δὲ τῆς ἱερᾶς καὶ μεγάλης πέμπτης ἐτελεῖτο ἡ
λειτουργία καὶ αὐτοὶ συμπαρῆσαν, ἐκεῖνοι θέλοντες
σφίσι παραλογίσασθαι τὸν ἁγιασμόν, πέμψαντες κρυ
φηδὸν ἐξ ἀγορᾶς λαμβάνουσιν ἄρτον, καὶ κλάσαντες
εἰς λεπτὰ μηδὲν εἰδόσι μετεδίδουν ὡς ἱεροῦ ἄρτου
ἐξ ὑπερτέρας ἀνίας καὶ γένοιντο. Όμως δὲ πρὸς τὰ
ἐσαῦθις ἐλπιζόμενα οἰστὸν κἀκεῖνο ἐδόκει, καὶ φέ
ροντες τὰ τῶν κακῶν προσεδόκων μείζω, οὐ τόσον
τοῖς παροῦσι διὰ τὴν πεῖραν ὅσον τοῖς προσδοκωμέν
νοις διὰ τὴν ἐλπίδα ἐξανιώμενοι. Τὸ γὰρ παρὸν λυ
πηρὸν, ἐπιστὰν ἀνθρώποις φύσιν ἔχουσι φέρειν καὶ
τὰ ἀνύποιστα, λυπεῖ μὲν ὡς εἰκὸς καὶ ἀνιᾷ τὸν πει
ρασθέντα τῶν δυσχερῶν, τῇ δὲ παρὰ τῶν πολλῶν
παραμυθίᾳ ἐκλύεσθαι πέφυκεν· ἐλπιζόμενον δὲ
δυσδιάθετον τὴν φροντίδα τῷ πεισομένῳ παρέχει
Ταῦτ᾽ ἄρα κἀκείνοις τὸ παρὸν τῶν κακῶν ὡς ἐνῖν
φέρουσι δεινὴν ἐλπίδα τὸ ἐπελευσόμενον ἦγε, καὶ
οἰστὸν ἐδόκει τὸ ἐπιστὴν πρὸς τὴν ἐλπίδα τοῦ μέλλον
της λυπηροῦ. "Ην ταῦτα, καὶ ἡ κυρία ἐπέστη τῶν
ἑορτῶν, καρ᾽ ἣν ἔδει καὶ συνδεῖσθαι τοὺς τῆς Ἑα
κλησίας, Χριστιανούς γε ὄντας, ἀγάπης φιλήματι.
Καὶ δὴ προσεκαλοῦντο μὲν ἀρχιερεῖς, προσεκαλοῦντο
δὲ κληρικοὶ, καὶ τῆς ἐπὶ τῇ πρώτῃ καὶ κυρίᾳ δευτέ
ρας συναχθέντες ἅμα φιλήμασιν ἁγίοις, ὡς ἥ τε
PG 144:57[] ἦν δὲ ἄρα γέλως καὶ εἰρωνεία τὸ τότε πραχθέν, ὃ δὴ καὶ ἀστὴρ ὃν Κρόνον οἱ περὶ ταῦτα δεινοὶ λέγουσι παρεδείκνυ, ἵνα μὴ λέγω καὶ τὸ καθ’ ὕπνους δόξαν τινὶ τῶν ἀρχιερέων, ὡς ἅμα καθεζομένων ἁπάντων ἐν συνόδῳ μείζονι συντετρῖφθαι μὲν ἐξαίφνης τὸν μακρὸν θρόνον ἐκεῖνον, ἅμα δὲ πάντας κατὰ γῆς ἀσχημόνως ἐρρῖφθαι, καὶ οὕτω κεῖσθαι ἕλκοντας τὸν ἀπὸ πολλῶν ἔλεον. ἀλλ’ οἷον τὸ τοῦ ἀστέρος. μεσούσης γὰρ ἡμέρας, τοῦ ἡλίου λάμποντος, μηνὸς Βοηδρομιῶνος ἱσταμένου, ὅτε τὴν ἐαρινὴν τροπὴν παρελαύνων ἥλιος καθαρώτερος ἢ πρότερον δείκνυται τῶν χειμερινῶν νεφῶν διαλυομένων, κατ’ οὐρανὸν μέσον ἐπέφωσκε στίλβων, εἰ καὶ μὴ στίλβειν οἱ πλανῆται διὰ τὸ ἐγγὺς εἶναι λέγονται· ἀλλ’ ὅμως ἐκεῖνος, τοῦτο μὲν τῆς κατ’ αὐτὸν σφαίρας ὑψώματι τοῦτο δὲ καὶ τῷ τὰς τοῦ ἡλίου ἀκτῖνας δεχομένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῷ κατ’ αὐτὰς ἀρρωστεῖν περιχύματι, εἴπερ καὶ ἐξ ἀτονίας τὸ στίλβειν, καθ’ ὅσον ἦν ἔστιλβεν. οἱ μὲν οὖν ἐν ἀγαθοῖς ἔταττον τὸ σημεῖον· περιλάμψαι γὰρ σφίσι τὸ τῶν ἀγαθῶν φῶς μέλλειν καὶ πᾶν σκοτῶδες καὶ ἀμαυρὸν ἀπελαθῆναι τῇ τοῦ πατριαρχεύσαντος παρουσίᾳ.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
Ι.
ἡμέρα παρήνει καὶ τὸ χρεών ἤπειγε, τὴν πρὸς ἀλ. ὅσον ἦν ἔστιλβεν. Οἱ μὲν οὖν ἐν ἀγαθοῖς ἔτταττον τὸ
λήλους συνίστων ἀγάπην.
σημείον· περιλάμψαι γὰρ σφίσι τὸ τῶν ἀγαθῶν φῶς
μέλλειν καὶ πᾶν σκοτῶδες καὶ ἀμαυρὸν ἀπελαθῆναι
τῇ τοῦ πατριαρχεύσαντος παρουσίᾳ. Λόγιοι δὲ ἀν
δρῶν μεγίστων ἀφανισμὸν καὶ τῆς κατὰ σφᾶς τιμῆς
φθορὰν ἐνενόουν, κρείττω μαντευόμενοι· τὸ γὰρ
ἀστέρος ὕψωμα τῷ μεγαλείῳ τῶν ἀνδρῶν παραβάλο
λοντες τὸ χρονικὸν καὶ ψυχρὸν αὐτοῖς ἐνετίθουν, ὡς
πηχθησομένοις, τῷ κρύει τῶν συμφορῶν, ὃ δὴ κατὰ
πόδας ἠκολούθει.
ιζ. Περὶ τῆς τῶν ἀρχιερέων καθαιρέσεως ἐν
ταυτῷ, τη'. Περὶ τοῦ κατενεχθέντος ὡς δῆθεν
αἵματος οὐρανόθεν.
ις. Περὶ τοῦ φανέντος κατὰ μεσημβρίαν ἀστέρος.
Ην δὲ ἄρα γέλως [Ρ 99] καὶ εἰρωνεία τὸ τότε
πραχθέν, ὃ δὴ καὶ ἀστὴρ ὃν Κρόνον οἱ περὶ ταῦτα
δεινοὶ λέγουσι παρεδείκνυ, ἵνα μὴ λέγω καὶ τὸ καθ᾿
ὕπνους δόξαν τινὶ τῶν ἀρχιερέων, ὡς ἅμα καθεζο
μένων ἁπάντων ἐν συνόδῳ μείζονι συντετρίφθαι μὲν
ἐξαίφνης τὸν μακρὸν θρόνον ἐκεῖνον, ἅμα δὲ πάντας
κατὰ γῆς ἀσχημόνως ἐῤῥίφθαι, καὶ οὕτω κεῖσθαι ἔλα
κοντας τὴν ἀπὸ πολλῶν ἔλεον. Ἀλλ᾽ οἷον τὸ τοῦ
ἀστέρος. Μεσούσης γὰρ ἡμέρας, τοῦ ἡλίου λάμπον
τος, μηνός Βοηδρομιώνος ἱσταμένου, ὅτε τὴν ἐαρινήν
τροπὴν παρελαύνων ἥλιος καθαρώτερος ἢ πρότερον, ἀναστάσιμον, ἣν δὴ καὶ διακινήσιμον λέγουσιν, ἐκτί
δείκνυται τῶν χειμερινῶν νεφῶν διαλυομένων, κατ'
οὐρανὸν μέσον ἐπέφωσκε στίλβων, εἰ καὶ μὴ στόλο
βειν οἱ πλανῆται διὰ τὸ ἐγγὺς εἶναι λέγονται· ἀλλ'
ὅμως ἐκεῖνος, τοῦτο μὲν τῆς κατ' αὐτὸν σφαίρας
ὑψώματι, τοῦτο δὲ καὶ τῷ τὰς τοῦ ἡλίου ἀκτῖνας δε
χομένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῷ κατ' αὐτὸς ἀῤῥωστεῖν
περιχύματι, είπερ καὶ ἐξ ἀτονίας τὸ στίλβειν, καθ᾽
ἢ
[Ρ 50] Τῆς γὰρ δευτέρας ἑβδομάδος μετὰ τὴν
θεται μὲν δόγμα βασίλειον, κατασκευάζεται δὲ ὁ
τέως μοναχὸς ᾿Αθανάσιος εἰς ἀρχιερέα Ανδρόνικον,
τάττεται δὲ καὶ γράφεται ὁ Σάρδεων καὶ εἰς πατέρα
τῷ βασιλεῖ, ὡς δ' ἐγώ τινων ἤκουσα, ἀνδρῶν μὴ οἴων
τε ψεύδεσθαι, καὶ δικαίῳ Θεοῦ, οὐ παρ' ἄλλων, ἀλλ᾽
αὐτὸς παρ' ἑαυτοῦ ἑαυτὸν φημίζων, καὶ λέγων· φυ
λάττεσθαι γὰρ παρὰ τῆς Προνοίας ἐφ᾽ ᾧπερ ἐκδι
λόγιοι δὲ ἀνδρῶν μεγίστων ἀφανισμὸν καὶ τῆς κατὰ σφᾶς τιμῆς φθορὰν ἐνενόουν, κρείττω μαντευόμενοι· τὸ γὰρ ἀστέρος ὕψωμα τῷ μεγαλείῳ τῶν ἀνδρῶν παραβάλλοντες τὸ κρονικὸν καὶ ψυχρὸν αὐτοῖς ἐνετίθουν, ὡς πηχθησομένοις τῷ κρύει τῶν συμφορῶν, ὃ δὴ κατὰ πόδας ἠκολούθει. 17. Τῆς γὰρ δευτέρας ἑβδομάδος μετὰ τὴν ἀναστάσιμον, ἣν δὴ καὶ διακινήσιμον λέγουσιν, ἐκτίθεται μὲν δόγμα βασίλειον, κατασκευάζεται δὲ ὁ τέως μοναχὸς Ἀθανάσιος εἰς ἀρχιερέα Ἀνδρόνικον, τάττεται δὲ καὶ γράφεται ὁ Σάρδεων καὶ εἰς πατέρα τῷ βασιλεῖ, ὡς δ’ ἐγώ τινων ἤκουσα, ἀνδρῶν μὴ οἵων τε ψεύδεσθαι, καὶ δικαίῳ θεοῦ, οὐ παρ’ ἄλλων, ἀλλ’ αὐτὸς παρ’ ἑαυτοῦ ἑαυτὸν φημίζων, καὶ λέγων φυλάττεσθαι γὰρ παρὰ τῆς προνοίας ἐφ’ ᾧπερ ἐκδικῆσαι τὸ θεῖον τοῖς ἀνιέροις ἐπεξιόντα. καὶ τό γ’ ἐλεεινὸν καὶ ξένον, τὸ ἐπ’ ἄλλοις μὲν τοὺς ἐκχωροῦντας ἐφιέναι ταῦτα γίνεσθαι, ἐπ’ ἄλλοις δ’ ἐκεῖνον τὰς ἐκδικήσεις ποιεῖν ἑτοιμάζεσθαι.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
Ι.
ἡμέρα παρήνει καὶ τὸ χρεών ἤπειγε, τὴν πρὸς ἀλ. ὅσον ἦν ἔστιλβεν. Οἱ μὲν οὖν ἐν ἀγαθοῖς ἔτταττον τὸ
λήλους συνίστων ἀγάπην.
σημείον· περιλάμψαι γὰρ σφίσι τὸ τῶν ἀγαθῶν φῶς
μέλλειν καὶ πᾶν σκοτῶδες καὶ ἀμαυρὸν ἀπελαθῆναι
τῇ τοῦ πατριαρχεύσαντος παρουσίᾳ. Λόγιοι δὲ ἀν
δρῶν μεγίστων ἀφανισμὸν καὶ τῆς κατὰ σφᾶς τιμῆς
φθορὰν ἐνενόουν, κρείττω μαντευόμενοι· τὸ γὰρ
ἀστέρος ὕψωμα τῷ μεγαλείῳ τῶν ἀνδρῶν παραβάλο
λοντες τὸ χρονικὸν καὶ ψυχρὸν αὐτοῖς ἐνετίθουν, ὡς
πηχθησομένοις, τῷ κρύει τῶν συμφορῶν, ὃ δὴ κατὰ
πόδας ἠκολούθει.
ιζ. Περὶ τῆς τῶν ἀρχιερέων καθαιρέσεως ἐν
ταυτῷ, τη'. Περὶ τοῦ κατενεχθέντος ὡς δῆθεν
αἵματος οὐρανόθεν.
ις. Περὶ τοῦ φανέντος κατὰ μεσημβρίαν ἀστέρος.
Ην δὲ ἄρα γέλως [Ρ 99] καὶ εἰρωνεία τὸ τότε
πραχθέν, ὃ δὴ καὶ ἀστὴρ ὃν Κρόνον οἱ περὶ ταῦτα
δεινοὶ λέγουσι παρεδείκνυ, ἵνα μὴ λέγω καὶ τὸ καθ᾿
ὕπνους δόξαν τινὶ τῶν ἀρχιερέων, ὡς ἅμα καθεζο
μένων ἁπάντων ἐν συνόδῳ μείζονι συντετρίφθαι μὲν
ἐξαίφνης τὸν μακρὸν θρόνον ἐκεῖνον, ἅμα δὲ πάντας
κατὰ γῆς ἀσχημόνως ἐῤῥίφθαι, καὶ οὕτω κεῖσθαι ἔλα
κοντας τὴν ἀπὸ πολλῶν ἔλεον. Ἀλλ᾽ οἷον τὸ τοῦ
ἀστέρος. Μεσούσης γὰρ ἡμέρας, τοῦ ἡλίου λάμπον
τος, μηνός Βοηδρομιώνος ἱσταμένου, ὅτε τὴν ἐαρινήν
τροπὴν παρελαύνων ἥλιος καθαρώτερος ἢ πρότερον, ἀναστάσιμον, ἣν δὴ καὶ διακινήσιμον λέγουσιν, ἐκτί
δείκνυται τῶν χειμερινῶν νεφῶν διαλυομένων, κατ'
οὐρανὸν μέσον ἐπέφωσκε στίλβων, εἰ καὶ μὴ στόλο
βειν οἱ πλανῆται διὰ τὸ ἐγγὺς εἶναι λέγονται· ἀλλ'
ὅμως ἐκεῖνος, τοῦτο μὲν τῆς κατ' αὐτὸν σφαίρας
ὑψώματι, τοῦτο δὲ καὶ τῷ τὰς τοῦ ἡλίου ἀκτῖνας δε
χομένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῷ κατ' αὐτὸς ἀῤῥωστεῖν
περιχύματι, είπερ καὶ ἐξ ἀτονίας τὸ στίλβειν, καθ᾽
ἢ
[Ρ 50] Τῆς γὰρ δευτέρας ἑβδομάδος μετὰ τὴν
θεται μὲν δόγμα βασίλειον, κατασκευάζεται δὲ ὁ
τέως μοναχὸς ᾿Αθανάσιος εἰς ἀρχιερέα Ανδρόνικον,
τάττεται δὲ καὶ γράφεται ὁ Σάρδεων καὶ εἰς πατέρα
τῷ βασιλεῖ, ὡς δ' ἐγώ τινων ἤκουσα, ἀνδρῶν μὴ οἴων
τε ψεύδεσθαι, καὶ δικαίῳ Θεοῦ, οὐ παρ' ἄλλων, ἀλλ᾽
αὐτὸς παρ' ἑαυτοῦ ἑαυτὸν φημίζων, καὶ λέγων· φυ
λάττεσθαι γὰρ παρὰ τῆς Προνοίας ἐφ᾽ ᾧπερ ἐκδι
PG 144:59ἐκείνοις μὲν γὰρ ἦν θελητὸν τὰ χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἐπὶ τῷ πάπᾳ πραχθέντα κατὰ κανόνας τέως, ὡς κἀκεῖνοι ἔλεγον ἀξιοῦντες, μετιέναι καὶ καθιστᾶν, ἐκείνῳ δὲ τὰ πάλαι ξυμβάντα διὰ τὰ εἰς τὸν Ἰωάννην παρηνομημένα τὸν υἱὸν τοῦ Λάσκαρι βασιλέως, καὶ τὴν τοῦ πατριάρχου παρόρασιν Ἀρσενίου διὰ τὴν ἐκείνου ζηλοῦντος παραθεώρησιν, καὶ τρίτον τὴν ἑαυτοῦ ὑποχώρησιν, ἐφ’ οἷς δεῖν εἶναι κἀκείνους ξυνέπεσθαι ἀρχιερεῖς γε ὄντας, καὶ τῷ πατριάρχῃ συναίρεσθαι σὺν αὐτῷ τῆς σπουδῆς, μὴ μέντοι ἀθετεῖν ἐκεῖνον καὶ ἄλλον ζητεῖν, καὶ αὐτὸν μὲν παρορᾶν ζηλοῦντα, ἀντεισάγειν δὲ τῇ αὐτοῦ ἐκκλησίᾳ τὸν Χαλαζᾶν· ἐφ’ οἷς καὶ παρακεκνισμένος τοῖς μὲν καθ’ αὑτὸν ἐχόλα καὶ παλαιοῖς, ὅσοι δὴ καὶ περιῆσαν εἰσέτι, ὅμως δ’ ἐπειλύων τὴν γνώμην κοινῶς ἐπεξῄει πᾶσι. τοίνυν καὶ πρόσταγμα μὲν ἐκτίθεται βασιλέως, αὐτὸν μὲν εἰς πατέρα τάττον, ὡς εἴρηται, τὰ δέ γ’ ἐκείνῳ δόξαντα βεβαιοῦν· ἀντιπροσωποῦντες δὲ τῷ κρατοῦντι οἱ ἀμφὶ τὸν Στρατηγόπουλον πέμπονται Μιχαήλ, ὃς ἐσαῦθις καὶ τῷ τοῦ πρωτοστράτορος τετίμητο ἀξιώματι· τόπος δὲ τῆς ἐκείνων συνάξεως συμπαρόντος καὶ πατριάρχου ὁ τῆς Βλαχερνῶν τῆς θεοτόκου ναός.
κῆναι τὸ θεῖον τοῖς ἀνιέροις ἐπεξιόντα. Καὶ τό γ' ἀξιώματι· τόπος δὲ τῆς ἐκείνων συνάξεως συμπαρ
ἐλεινὸν καὶ ξένον, τὸ ἐπ' ἄλλοις μὲν τοὺς ἐχχωροῦν
τας ἐφιέναι ταῦτα γίνεσθαι, ἐπ' ἄλλοις δ' ἐκεῖνον τὰς
ἐκδικήσεις ποιεῖν ἑτοιμάζεσθαι. Ἐκείνοις μὲν γὰρ ἦν
θελητὸν τὰ χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἐπὶ τῷ πάππα
πραχθέντα κατὰ κανόνας τέως, ὡς κἀκεῖνοι ἔλεγον
ἀξιοῦντες, μετιέναι καὶ καθιστάν, ἐκείνῳ δὲ τὰ πάλαι
ξυμβάντα διὰ τὰ εἰς τὸν Ἰωάννην παρηνομημένα
τὸν υἱὸν τοῦ Λάσκαρι βασιλέως, καὶ τὴν τοῦ πατρι
άρχου παρέρασιν 'Αρσενίου διὰ τὴν ἐκείνου ζηλοῦν
της παραθεώρησιν, καὶ τρίτον τὴν ἑαυτοῦ ὑποχώρη
σιν, ἐφ᾽ οἷς δεῖν εἶναι κἀκείνους ξυνέπεσθαι άρχιε
ρεῖς γε όντας, καὶ τῷ πατριάρχῃ συναίρεσθαι συν
αὐτῷ τῆς σπουδῆς, μὴ μέντοι ἀθετεῖν ἐκεῖνον καὶ
ἄλλον ζητεῖν, καὶ αὐτὸν μὲν παρορᾷν ζηλοῦντα, ἀντ᾿
εισάγειν δὲ τῇ αὐτοῦ ἐκκλησίᾳ τὸν Χαλαζᾶν· ἐφ'
οἷς καὶ παρακεκνισμένος τοῖς μὲν καθ᾿ αὐτὸν ἐχόλα
καὶ παλαιοῖς, ὅσοι δὴ καὶ περιῆσαν εἰσέτι, ὅμως δ'
ἐπειλύων τὴν γνώμην κοινῶς ἐπεξῄει πᾶσι. Τοίνυν
καὶ πρόσταγμα μὲν ἐκτίθεται βασιλέως, αὐτὸν μὲν
εἰς πατέρα τάττον, ὡς εἴρηται, τὰ δέ γ' ἐκείνῳ δό
ξαντα βεβαιοῦν· ἀντιπροσωποῦντες δὲ τῷ κρατοῦντι
οἱ ἀμφὶ τὸν Στρατηγόπουλον πέμπονται Μιχαὴλ,
δ; ἐσαὖθις καὶ τῷ τοῦ πρωτοστράτορος τετίμητο
ὄντος καὶ πατριάρχου ὁ τῆς Βλαχερνῶν τῆς Θεοτό
κου ναός. "Ην δὲ σὺν ἄλλοις κἀκεῖνο προστεταγμέ
νον, τὸν κατά τι τοῖς δόξουσιν ἀντιστησόμενον ὡς
ἐπὶ καθοσιώσει κρίνεσθαι. Προκάθηνται τοίνυν ἅμα
μὲν πατριάρχης, ἅμα δὲ καὶ ὁ Σάρδεων καὶ οἱ ἀμφ'
ἐκεῖνον τῶν σχιζομένων παμπληθεῖς ὅσοι· οἱ δὲ τοῦ
βασιλέως ἑτέρωθι ἔκδικοι τῶν πράξεων προσεκάθην
το. [31] Οι μέντοι γε ἀρχιερεῖς μετακεκλημένο
εἰσήγοντο κριθησόμενοι. Καὶ πλέον οὐκ ἦν ἐκεῖσε τὸ
ἀκουόμενον ὅτι μὴ, «᾿Αχθήτω ὁ δεῖνα, ο καὶ κατὰ
πρόσωπον ἡ κατηγορία ὡς παρηνόμησεν. Ησαν δ'
οὖν καὶ τῶν μοναχῶν, οἱ δὴ καὶ παρίστων ὡς
ἐδιώχθησαν. Καὶ εὐθὺς ὁ μὲν κρίνων, ο Αρθήτω, ο
οἱ δὲ τὰ, ι Ο ἀσεβής» ἐπέλεγον, οἱ δὲ τῶν τοῦ πα
λατίου χειρῶν καὶ ποδῶν ἡμμένοι μετ' ἀτιμίας ἑξῆ
γον σύροντες τὸν κατάκριτον, τῶν δὲ μοναχῶν οἱ μὲν
ἐδίδουν μεγαλοφώνως τῷ ἀναθέματι, οἱ δὲ καὶ
ο προσαπτόμενοι Ιταμώτερον διέσχιζόν τε μανδύας αὐτ
τῶν καὶ διετίθεσαν τὰ δεινὰ ὡς ἀναξίως δῆθεν φο
ρούντων. Τούτων οὕτω τελουμένων τῆς ἑβδομάδος
ἐκείνης, καὶ μηδενὸς ἐκφυγεῖν δυναμένου τὰς ἄρκυς
τῆς τιμωρίας, ὁ μὲν πατριάρχης δυσαρεστῶν ἦν, ὡς
ἐδόκει, καὶ τὸ πλεῖστον πραττομένων διαπεφωνήσει,
ἦν δὲ σὺν ἄλλοις κἀκεῖνο προςτεταγμένον, τὸν κατά τι τοῖς δόξουσιν ἀντιστησόμενον ὡς ἐπὶ καθοσιώσει κρίνεσθαι. προκάθηνται τοίνυν ἅμα μὲν πατριάρχης, ἅμα δὲ καὶ ὁ Σάρδεων καὶ οἱ ἀμφ’ ἐκεῖνον τῶν σχιζομένων παμπληθεῖς ὅσοι· οἱ δὲ τοῦ βασιλέως ἑτέρωθι ἔκδικοι τῶν πράξεων προσεκάθηντο. οἱ μέντοι γε ἀρχιερεῖς μετακεκλημένοι εἰσήγοντο κριθησόμενοι. καὶ πλέον οὐκ ἦν ἐκεῖσε τὸ ἀκουόμενον ὅτι μὴ ἀχθήτω ὁ δεῖνα, καὶ κατὰ πρόσωπον ἡ κατηγορία ὡς παρηνόμησεν. ἦσαν δ’ οὖν καὶ τῶν μοναχῶν, οἳ δὴ καὶ παρίστων ὡς ἐδιώχθησαν. καὶ εὐθὺς ὁ μὲν κρίνων ἀρθήτω, οἱ δὲ τὸ ὁ ἀσεβής ἐπέλεγον, οἱ δὲ τῶν τοῦ παλατίου χειρῶν καὶ ποδῶν ἡμμένοι μετ’ ἀτιμίας ἐξῆγον σύροντες τὸν κατάκριτον, τῶν δὲ μοναχῶν οἱ μὲν ἐδίδουν μεγαλοφώνως τῷ ἀναθέματι, οἱ δὲ καὶ προσαπτόμενοι ἰταμώτερον διέσχιζόν τε μανδύας αὐτῶν καὶ διετίθεσαν τὰ δεινὰ ὡς ἀναξίως δῆθεν φορούντων. τούτων οὕτω τελουμένων τῆς ἑβδομάδος ἐκείνης, καὶ μηδενὸς ἐκφυγεῖν δυναμένου τὰς ἄρκυς τῆς τιμωρίας, ὁ μὲν πατριάρχης δυσαρεστῶν ἦν, ὡς ἐδόκει, καὶ τὸ πλεῖστον πραττομένων διαπεφωνήκει, ὅμως δ’ εἴπετο καὶ τοῖς δόξασι κατετίθετο.
κῆναι τὸ θεῖον τοῖς ἀνιέροις ἐπεξιόντα. Καὶ τό γ' ἀξιώματι· τόπος δὲ τῆς ἐκείνων συνάξεως συμπαρ
ἐλεινὸν καὶ ξένον, τὸ ἐπ' ἄλλοις μὲν τοὺς ἐχχωροῦν
τας ἐφιέναι ταῦτα γίνεσθαι, ἐπ' ἄλλοις δ' ἐκεῖνον τὰς
ἐκδικήσεις ποιεῖν ἑτοιμάζεσθαι. Ἐκείνοις μὲν γὰρ ἦν
θελητὸν τὰ χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἐπὶ τῷ πάππα
πραχθέντα κατὰ κανόνας τέως, ὡς κἀκεῖνοι ἔλεγον
ἀξιοῦντες, μετιέναι καὶ καθιστάν, ἐκείνῳ δὲ τὰ πάλαι
ξυμβάντα διὰ τὰ εἰς τὸν Ἰωάννην παρηνομημένα
τὸν υἱὸν τοῦ Λάσκαρι βασιλέως, καὶ τὴν τοῦ πατρι
άρχου παρέρασιν 'Αρσενίου διὰ τὴν ἐκείνου ζηλοῦν
της παραθεώρησιν, καὶ τρίτον τὴν ἑαυτοῦ ὑποχώρη
σιν, ἐφ᾽ οἷς δεῖν εἶναι κἀκείνους ξυνέπεσθαι άρχιε
ρεῖς γε όντας, καὶ τῷ πατριάρχῃ συναίρεσθαι συν
αὐτῷ τῆς σπουδῆς, μὴ μέντοι ἀθετεῖν ἐκεῖνον καὶ
ἄλλον ζητεῖν, καὶ αὐτὸν μὲν παρορᾷν ζηλοῦντα, ἀντ᾿
εισάγειν δὲ τῇ αὐτοῦ ἐκκλησίᾳ τὸν Χαλαζᾶν· ἐφ'
οἷς καὶ παρακεκνισμένος τοῖς μὲν καθ᾿ αὐτὸν ἐχόλα
καὶ παλαιοῖς, ὅσοι δὴ καὶ περιῆσαν εἰσέτι, ὅμως δ'
ἐπειλύων τὴν γνώμην κοινῶς ἐπεξῄει πᾶσι. Τοίνυν
καὶ πρόσταγμα μὲν ἐκτίθεται βασιλέως, αὐτὸν μὲν
εἰς πατέρα τάττον, ὡς εἴρηται, τὰ δέ γ' ἐκείνῳ δό
ξαντα βεβαιοῦν· ἀντιπροσωποῦντες δὲ τῷ κρατοῦντι
οἱ ἀμφὶ τὸν Στρατηγόπουλον πέμπονται Μιχαὴλ,
δ; ἐσαὖθις καὶ τῷ τοῦ πρωτοστράτορος τετίμητο
ὄντος καὶ πατριάρχου ὁ τῆς Βλαχερνῶν τῆς Θεοτό
κου ναός. "Ην δὲ σὺν ἄλλοις κἀκεῖνο προστεταγμέ
νον, τὸν κατά τι τοῖς δόξουσιν ἀντιστησόμενον ὡς
ἐπὶ καθοσιώσει κρίνεσθαι. Προκάθηνται τοίνυν ἅμα
μὲν πατριάρχης, ἅμα δὲ καὶ ὁ Σάρδεων καὶ οἱ ἀμφ'
ἐκεῖνον τῶν σχιζομένων παμπληθεῖς ὅσοι· οἱ δὲ τοῦ
βασιλέως ἑτέρωθι ἔκδικοι τῶν πράξεων προσεκάθην
το. [31] Οι μέντοι γε ἀρχιερεῖς μετακεκλημένο
εἰσήγοντο κριθησόμενοι. Καὶ πλέον οὐκ ἦν ἐκεῖσε τὸ
ἀκουόμενον ὅτι μὴ, «᾿Αχθήτω ὁ δεῖνα, ο καὶ κατὰ
πρόσωπον ἡ κατηγορία ὡς παρηνόμησεν. Ησαν δ'
οὖν καὶ τῶν μοναχῶν, οἱ δὴ καὶ παρίστων ὡς
ἐδιώχθησαν. Καὶ εὐθὺς ὁ μὲν κρίνων, ο Αρθήτω, ο
οἱ δὲ τὰ, ι Ο ἀσεβής» ἐπέλεγον, οἱ δὲ τῶν τοῦ πα
λατίου χειρῶν καὶ ποδῶν ἡμμένοι μετ' ἀτιμίας ἑξῆ
γον σύροντες τὸν κατάκριτον, τῶν δὲ μοναχῶν οἱ μὲν
ἐδίδουν μεγαλοφώνως τῷ ἀναθέματι, οἱ δὲ καὶ
ο προσαπτόμενοι Ιταμώτερον διέσχιζόν τε μανδύας αὐτ
τῶν καὶ διετίθεσαν τὰ δεινὰ ὡς ἀναξίως δῆθεν φο
ρούντων. Τούτων οὕτω τελουμένων τῆς ἑβδομάδος
ἐκείνης, καὶ μηδενὸς ἐκφυγεῖν δυναμένου τὰς ἄρκυς
τῆς τιμωρίας, ὁ μὲν πατριάρχης δυσαρεστῶν ἦν, ὡς
ἐδόκει, καὶ τὸ πλεῖστον πραττομένων διαπεφωνήσει,
Liber Secundus
PG 144:61κρύφα δὲ καὶ πονηρὸν συνέδριον τὴν ἐκείνων σύνοδον καλεῖν οὐκ ἀπώκνει. τέλος, ἐπεὶ καὶ τοὺς μὴ ἑκουσίως ἀπαντῶντας πέμποντες καὶ ἄκοντας ὑπὸ βασιλικοῖς ὑπηρέταις ἔφερον, ζητοῦσι καὶ τὸν Κυζίκου Θεόδωρον. ὁ δὲ τῇ τοῦ Προδρόμου μονῇ ὡς εἶχε παραδυόμενος ἐπειρᾶτο διαφεύγειν τὴν τοῦ καιροῦ δυσκολίαν· οὐ γὰρ τὰ τῆς καθαιρέσεως ἐκείνοις τόσον ἦν ἐπαχθῆ ὅσον τὰ τῆς ἀτιμίας ἣν παρ’ ὡνδηποτοῦν ὑφίσταντο. καὶ δὴ πέμπουσι τοὺς ἀπάξοντας. ὃ δ’ ἀντέτεινε καὶ ἀντέσπα, καὶ ὡς λεπὰς πέτρας τῆς μονῆς εἴχετο. ἀλλὰ καὶ ἄλλους ἐπισυνάπτουσι τοῖς προτέροις καὶ αὖθις ἄλλους, καὶ κατηνάγκαζον τῆς μονῆς ἀποστάντα τῷ κατὰ σφᾶς ἐπιστῆναι συνεδρίῳ. ὡς δ’ οὐκ ἦν ὅλως πείθεσθαι καὶ βίαν ἐκεῖνοι προσάγειν ἠβούλοντο, αὐτὸς προκαταλαβὼν εἰσέρχεται τὰ ἄδυτα τοῦ ναοῦ, καὶ ὡς ἱερᾷ ἀσυλίᾳ τῇ μυστικῇ τραπέζῃ χρώμενος, ἐκεῖθεν ἀντιπέμπειν τοὺς ἀπεροῦντας μὴ ἐξελθεῖν μήτε μὴν ἀφικέσθαι, κἂν ὅ τι καὶ πράττοιεν.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
Ι.
Ο δ'
ὅμως δ' εἴπετο καὶ τοῖς δέξασι κατετίθετο. Κρύφα τοῖς ὑπηρέταις, ὑπέστρεφον δὲ κενοὶ πρὸς τοὺς
δὲ καὶ πονηρὸν συνέδριον τὴν ἐκείνων σύνοδον καλεῖν ἀποστείλαντας, τῆς ἡμέρας ἐν τούτοις τελεσθείσης,
οὐκ ἀπώκνει. Τέλος, ἐπεὶ καὶ τοὺς μὴ ἑκουσίως
ἀπαντώντας πέμποντες καὶ ἄκοντας ὑπὸ βασιλικοῖς
ὑπηρέταις ἔφερον, ζητοῦσι καὶ τὸν Κυζίκου Θεόδω
ρον. Ὁ δὲ τῇ τοῦ Προδρόμου μονῇ ὡς εἶχε παρα
δυόμενος ἐπειρᾶτο διαφεύγειν τὴν τοῦ καιροῦ δυσκο
λίαν· οὐ γὰρ τὰ τῆς καθαιρέσεως ἐκείνοις τόσον ἦν
ἐπαχθῆ ὅσον τὰ τῆς ἀτιμίας ἦν παρ' ὠνδη ποτοῦν
ὑφίσταντο. Καὶ δὴ πέμπουσι τοὺς ἀπάξοντας.
ἀντέτεινε καὶ ἀντέσπα, καὶ ὡς λεπὰς πέτρας τῆς με
νῆς εἶχετο. ᾿Αλλὰ καὶ ἄλλους ἐπισυνάπτουσι τοῖς προ
τέροις καὶ αὖθις ἄλλους, καὶ κατηνάγκαζον τῆς μου
νῆς ἀποστάντα τῷ κατὰ σφᾶς ἐπιστῆναι συνεδρίῳ.
Ως δ᾽ οὐκ ἦν ὅλως πείθεσθαι καὶ βίαν ἐκεῖνοι προς
ἄγειν ἡ βούλοντο, αὐτὸς προκαταλαβὼν εἰσέρχεται τὰ
Σοντα τοῦ ναοῦ, καὶ ὡς ἱερᾷ ἀσυλίᾳ τῇ μυστικῇ
τραπέζῃ χρώμενος, ἐκεῖθεν ἀντιπέμπειν τοὺς ἀπε
ροῦντας μὴ ἐξελθεῖν μήτε μὴν ἀφικέσθαι, κἂν ὅ τι
και πράττοιεν. Ως γοῦν ἀνεσεσόβητο μὲν ἡ θήρα
ἐπαλαστήσαντα τὸν ὡς κριτὴν καθεζόμενον εἰπεῖν
ὡς ἡ πρὸς τὸν Κυζίκου ἀσχολία πλείστας ἐπὶ τοῖς
λοιποῖς πράξεις ήργησε, καὶ μηδὲν προσθέντα ἀνα
στῆναι, κανόνα θέμενον καὶ ἐπὶ τοῖς λοιποῖς τῷ πα
τριαρχοῦντι, ᾧ δὴ στοιχῶν ἂν ἐκεῖνος τὰ ὅμοια και
τοὺς ἄλλους διάθοιτο. Οὕτω μὲν οὖν ἐπὶ τοῖς
προτέροις καὶ τῶν λοιπῶν ἐρήμην κατακριθέντων,
τοῦτο πλέον σχόντων τὸ μὴ μετ᾿ ἀτιμίας καθαιρεί
σθαι. πρὸς ἐν τοῦτο συμπαθῶν φανέντων τῶν καθώ
αιρούντων, (ιη') μηνὸς ἐνστάντος [Ρ 32] Παντιώ
νος, καθ᾽ ἂν εἰς τέλος ἅπαν δένδρον καὶ πᾶν ἐκ γῆς
ἀνατέλλον πεφύλλωτο, ψιάδες αἵματος οὐρανόθεν
ἐφέροντο, ὅσαι μὲν εἰς γῆν ἔπιπτον, τοῖς χώμασι,
ἐπειλυόμεναι μηδεμίαν παρέχουσαί τισιν αἴσθησιν,
ὅσαι δὲ φύλλοις ἢ πέτραις ἢ ἱματίοις κατεῤῥάδατο,
ἐπιμιαίνουσαι τὰ δεχόμενα, ἀκριβῶς παριστῶσαι τὴν
φύσιν. Ἐμοὶ μὲν οὖν ἀναμφιβόλως φάσκειν διὰ ταῦ
τα συμβῆναι κἀκεῖνα, οὐ πίστις ἔνεστιν ἀκριβής
ὡς γοῦν ἀνεσεσόβητο μὲν ἡ θήρα τοῖς ὑπηρέταις, ὑπέστρεφον δὲ κενοὶ πρὸς τοὺς ἀποστείλαντας, τῆς ἡμέρας ἐν τούτοις τελεσθείσης, ἐπαλαστήσαντα τὸν ὡς κριτὴν καθεζόμενον εἰπεῖν ὡς ἡ πρὸς τὸν Κυζίκου ἀσχολία πλείστας ἐπὶ τοῖς λοιποῖς πράξεις ἤργησε, καὶ μηδὲν προσθέντα ἀναστῆναι, κανόνα θέμενον καὶ ἐπὶ τοῖς λοιποῖς τῷ πατριαρχοῦντι, ᾧ δὴ στοιχῶν ἂν ἐκεῖνος τὰ ὅμοια καὶ τοὺς ἄλλους διάθοιτο. οὕτω μὲν οὖν ἐπὶ τοῖς προτέροις καὶ τῶν λοιπῶν ἐρήμην κατακριθέντων, τοῦτο πλέον σχόντων τὸ μὴ μετ’ ἀτιμίας καθαιρεῖσθαι, πρὸς ἓν τοῦτο συμπαθῶν φανέντων τῶν καθαιρούντων, [] μηνὸς ἐνστάντος Πυαντιῶνος, καθ’ ὃν εἰς τέλος ἅπαν δένδρον καὶ πᾶν ἐκ γῆς ἀνατέλλον πεφύλλωτο, ψιάδες αἵματος οὐρανόθεν ἐφέροντο, ὅσαι μὲν εἰς γῆν ἔπιπτον, τοῖς χώμασιν ἐπειλυόμεναι μηδεμίαν παρέχουσαί τισιν αἴσθησιν, ὅσαι δὲ φύλλοις ἢ πέτραις ἢ ἱματίοις κατερράδατο, ἐπιμιαίνουσαι τὰ δεχόμενα, ἀκριβῶς παριστῶσαι τὴν φύσιν. ἐμοὶ μὲν οὖν ἀναμφιβόλως φάσκειν διὰ ταῦτα συμβῆναι κἀκεῖνα, οὐ πίστις ἔνεστιν ἀκριβής· ἱστοροῦντι δὲ λέγειν καὶ ταῦτα, κἂν ἐκείνων κἂν ἄλλων ἕνεκα γένοιντο, οὐκ ἀπᾷδον, οἶμαι, δοκεῖ.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
Ι.
Ο δ'
ὅμως δ' εἴπετο καὶ τοῖς δέξασι κατετίθετο. Κρύφα τοῖς ὑπηρέταις, ὑπέστρεφον δὲ κενοὶ πρὸς τοὺς
δὲ καὶ πονηρὸν συνέδριον τὴν ἐκείνων σύνοδον καλεῖν ἀποστείλαντας, τῆς ἡμέρας ἐν τούτοις τελεσθείσης,
οὐκ ἀπώκνει. Τέλος, ἐπεὶ καὶ τοὺς μὴ ἑκουσίως
ἀπαντώντας πέμποντες καὶ ἄκοντας ὑπὸ βασιλικοῖς
ὑπηρέταις ἔφερον, ζητοῦσι καὶ τὸν Κυζίκου Θεόδω
ρον. Ὁ δὲ τῇ τοῦ Προδρόμου μονῇ ὡς εἶχε παρα
δυόμενος ἐπειρᾶτο διαφεύγειν τὴν τοῦ καιροῦ δυσκο
λίαν· οὐ γὰρ τὰ τῆς καθαιρέσεως ἐκείνοις τόσον ἦν
ἐπαχθῆ ὅσον τὰ τῆς ἀτιμίας ἦν παρ' ὠνδη ποτοῦν
ὑφίσταντο. Καὶ δὴ πέμπουσι τοὺς ἀπάξοντας.
ἀντέτεινε καὶ ἀντέσπα, καὶ ὡς λεπὰς πέτρας τῆς με
νῆς εἶχετο. ᾿Αλλὰ καὶ ἄλλους ἐπισυνάπτουσι τοῖς προ
τέροις καὶ αὖθις ἄλλους, καὶ κατηνάγκαζον τῆς μου
νῆς ἀποστάντα τῷ κατὰ σφᾶς ἐπιστῆναι συνεδρίῳ.
Ως δ᾽ οὐκ ἦν ὅλως πείθεσθαι καὶ βίαν ἐκεῖνοι προς
ἄγειν ἡ βούλοντο, αὐτὸς προκαταλαβὼν εἰσέρχεται τὰ
Σοντα τοῦ ναοῦ, καὶ ὡς ἱερᾷ ἀσυλίᾳ τῇ μυστικῇ
τραπέζῃ χρώμενος, ἐκεῖθεν ἀντιπέμπειν τοὺς ἀπε
ροῦντας μὴ ἐξελθεῖν μήτε μὴν ἀφικέσθαι, κἂν ὅ τι
και πράττοιεν. Ως γοῦν ἀνεσεσόβητο μὲν ἡ θήρα
ἐπαλαστήσαντα τὸν ὡς κριτὴν καθεζόμενον εἰπεῖν
ὡς ἡ πρὸς τὸν Κυζίκου ἀσχολία πλείστας ἐπὶ τοῖς
λοιποῖς πράξεις ήργησε, καὶ μηδὲν προσθέντα ἀνα
στῆναι, κανόνα θέμενον καὶ ἐπὶ τοῖς λοιποῖς τῷ πα
τριαρχοῦντι, ᾧ δὴ στοιχῶν ἂν ἐκεῖνος τὰ ὅμοια και
τοὺς ἄλλους διάθοιτο. Οὕτω μὲν οὖν ἐπὶ τοῖς
προτέροις καὶ τῶν λοιπῶν ἐρήμην κατακριθέντων,
τοῦτο πλέον σχόντων τὸ μὴ μετ᾿ ἀτιμίας καθαιρεί
σθαι. πρὸς ἐν τοῦτο συμπαθῶν φανέντων τῶν καθώ
αιρούντων, (ιη') μηνὸς ἐνστάντος [Ρ 32] Παντιώ
νος, καθ᾽ ἂν εἰς τέλος ἅπαν δένδρον καὶ πᾶν ἐκ γῆς
ἀνατέλλον πεφύλλωτο, ψιάδες αἵματος οὐρανόθεν
ἐφέροντο, ὅσαι μὲν εἰς γῆν ἔπιπτον, τοῖς χώμασι,
ἐπειλυόμεναι μηδεμίαν παρέχουσαί τισιν αἴσθησιν,
ὅσαι δὲ φύλλοις ἢ πέτραις ἢ ἱματίοις κατεῤῥάδατο,
ἐπιμιαίνουσαι τὰ δεχόμενα, ἀκριβῶς παριστῶσαι τὴν
φύσιν. Ἐμοὶ μὲν οὖν ἀναμφιβόλως φάσκειν διὰ ταῦ
τα συμβῆναι κἀκεῖνα, οὐ πίστις ἔνεστιν ἀκριβής
PG 144:63ἄλλους μέντοι γε ἐκεῖνοι ταῖς ἐκκλησίαις ἀντισηκώσαντες, κατὰ τρόπον τὰ τῆς ἐκκλησίας ὡς εἶχον διίθυνον, τυραννοῦντες οἷον εἰς τὰ πολλὰ τούτων καὶ τὴν βασιλικὴν ἡμερότητα, ἑνὸς καὶ μόνου τὰ πάντα καταπροϊεμένου, τῆς κοινῆς ὁμονοίας καὶ καταστάσεως, ὡς ὑπέσχοντο. [] ἀπῄτουν μὲν οὖν καὶ τὴν Αὐγοῦσταν Θεοδώραν λίβελλον μὲν πίστεως, ἀποβολὴν δ’ ἔγγραφον τῶν χθὲς γεγονότων, ἀσφάλειαν δὲ καὶ τοῦ μή ποτε ζητῆσαι περὶ τἀνδρὸς αὐτῆς ἐφ’ ᾧπερ ἐν ψαλμῳδίαις ταφήσεται· καὶ τὸ ἐπὶ τούτοις ἆθλον, ὡς ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας, φασί, βασιλικῶς σὺν τῷ υἱῷ μνημονεύοιτο. ἀπῄτουν δὲ καὶ τὸν Ἀλεξανδρείας Ἀθανάσιον, ὁμογνωμοσύνην μὲν ἐπὶ τοῖς καθαιρεθεῖσιν, ἀποβολὴν δὲ καὶ αὐτὸν τῶν πραχθέντων, ἐπεὶ καὶ αἰτίαις ταῖς προρρηθείσαις φθάσας συγκεκοινώνηκεν, ὡς ἂν καὶ αὐτὸς δηλονότι τὰ ὅμοια κατασφαλισάμενος ἐν τοῖς διπτύχοις τοῖς πατριάρχαις συμνημονεύοιτο. τῷ γὰρ Ἀντιοχείας Θεοδοσίῳ τῷ Πρίγκιπι λεληθὸς μὲν δέος ἐμπίπτει μὴ καί τι δράσωσι τοῦτον τῶν ἀβουλήτων, φανερῶς δ’ ὑπερηφάνει καὶ ὑπερεώρα τῶν πραττομένων.
ἱστοροῦντι δὲ λέγειν καὶ ταῦτα, κἂν ἐκείνων σάμενος ἐν τοῖς διπτύχοις τοῖς πατριάρχαις συμμνη
και άλλων γένοιντο, οὐκ ἀπᾷλον, οἶμαι, δο
'κει. "Αλλους μέντοι γε ἐκεῖνοι ταῖς ἐκκλησίας ἀντι
σηκώσαντες, κατά τρόπον τὰ τῆς Ἐκκλησίας ὡς εἶ
χον διίθυνον, τυραννοῦντες οἷον εἰς τὰ πολλὰ τούτων
καὶ τὴν βασιλικὴν ἡμερότητα, ἑνὸς καὶ μόνου τὰ
πάντα καταπροϊεμένου, τῆς κοινῆς ὁμονοίας καὶ
καταστάσεως, ὡς ὑπέσχοντο.
10. Περὶ τῆς Αὐγούστης Θεοδώρας καὶ τοῦ πα
τριάρχου Αλεξανδρείας.
Απήτουν [Ρ. 33] μὲν οὖν καὶ τὴν Αὐγοῦσταν
Θεοδώραν λίβελλον μὲν πίστεως, ἀποβολὴν δ᾽ ἔγγρα
φον τῶν χθὲς γεγονότων, ἀσφάλειαν δὲ καὶ τοῦ μή
ποτε ζητῆσαι περὶ τἀνδρὸς αὐτῆς ἐφ᾽ ᾧπερ ἐν ψαλ
μῳδίαις ταφήσεται· καὶ τὸ ἐπὶ τούτοις ἆθλον, ὡς
ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας, φασί, βασιλικῶς σὺν τῷ υἱῷ μνη
μονεύοιτο. Απήτουν δὲ καὶ τὸν Ἀλεξανδρείας "Αθα
νάσιον ὁμογνωμοσύνην μὲν ἐπὶ τοῖς καθαιρεθεῖσιν,
ἀποβολὴν δὲ καὶ αὐτὸν τῶν πραχθέντων, ἐπεὶ καὶ
αἰτίαις ταῖς προῤῥηθείσαις φθάσας συγκεκοινώνη
κεν, ὡς ἂν καὶ αὐτὸς δηλονότι τὰ ὅμοια κατασφαλι
μονεύοιτο. Τῷ γὰρ Ἀντιοχείας Θεοδοσίῳ τῷ Πρίγκιπα
λεληθὸς μὲν δέος εμπίπτει μὴ καί τι δράσωσι τοῦτον
τῶν ἀβουλήτων, φανερής δ' ὑπερηφάνει καὶ ὑπερ
τώρα τῶν πραττομένων. Αμέλει τοι καὶ πέμψας,
τοῦ βασιλέως μὴ εἰδότος, παρητεῖτο κατὰ Συρίαν
καὶ ἄλλῳ παρεχώρει του θρόνου· ἔτι γὰρ ἐσώζετο
μὲν Τρίπολις, ἐσώζετο δὲ ἡ κατὰ Συρίαν Πτολεμαΐς,
περιῆν δὲ Βηρυτός καὶ Σιδὼν καὶ Τύρος καὶ τὰ παρ
άλια, τῆς Ἰταλικῆς ἀρχῆς κραταιοτέρας οὔσης τῶν
Αιθιόπων. Οἱ δὲ τῆς ἐκκλησίας ἐκείνης δεξάμενοι
τὴν παραίτησιν, κοινῇ ψήφῳ τὸν ᾿Αγιοσυμεωνίτην
καθιστῶσιν Αρσένιον, ἄνδρα τὸ σύμπαν ἁγιοπρεπή
καὶ σεβάσμιον, ὃν δὴ καὶ τέως μὲν οἱ ἐνταῦθα δεξά
μενοι ἐπὶ τῶν ἱερῶν ἐκοινώνουν ἐκείνῳ τῆς μνήμης
διπτύχων, ὕστερον δὲ αἰτίαν σχόντα ἐκ φήμης ἡκού
σης ὡς οὕτω συμβάν τῷ ῥηγὶ τῆς ᾿Αρμενίας τῆς
ἐπὶ τῇ ἐκκλησίᾳ ἐκοινώνησε στάσεως, μηδὲν ἀνα
μείναντες συνεξετάζειν τὸ γεγονὸς εὐχερῶς ἐξαιροῦσι
τούνομα. Εκείνου δὲ μηδ' ἐς βραχὺ περιγενομένου
(ἴσως γὰρ ἂν καὶ ἀπήντα πρὸς τὴν κατηγορίαν, εἰ
περιήν) οἱ ἀρχιερεῖς ἀμφιγνωμονήσαντες, οἱ μὲν
ἀμέλει τοι καὶ πέμψας, τοῦ βασιλέως μὴ εἰδότος, παρῃτεῖτο κατὰ Συρίαν καὶ ἄλλῳ παρεχώρει τοῦ θρόνου· ἔτι γὰρ ἐσώζετο μὲν Τρίπολις, ἐσώζετο δὲ ἡ κατὰ Συρίαν Πτολεμαί̈ς, περιῆν δὲ Βηρυτὸς καὶ Σιδὼν καὶ Τύρος καὶ τὰ παράλια, τῆς Ἰταλικῆς ἀρχῆς κραταιοτέρας οὔσης τῶν Αἰθιόπων. οἱ δὲ τῆς ἐκκλησίας ἐκείνης δεξάμενοι τὴν παραίτησιν, κοινῇ ψήφῳ τὸν Ἁγιοσυμεωνίτην καθιστῶσιν Ἀρσένιον, ἄνδρα τὸ σύμπαν ἁγιοπρεπῆ καὶ σεβάσμιον, ὃν δὴ καὶ τέως μὲν οἱ ἐνταῦθα δεξάμενοι ἐπὶ τῶν ἱερῶν ἐκοινώνουν ἐκείνῳ τῆς μνήμης διπτύχων, ὕστερον δὲ αἰτίαν σχόντα ἐκ φήμης ἡκούσης ὡς οὕτω συμβὰν τῷ ῥηγὶ τῆς Ἀρμενίας τῆς ἐπὶ τῇ ἐκκλησίᾳ ἐκοινώνησε στάσεως, μηδὲν ἀναμείναντες συνεξετάζειν τὸ γεγονὸς εὐχερῶς ἐξαιροῦσι τοὔνομα. ἐκείνου δὲ μηδ’ ἐς βραχὺ περιγενομένου (ἴσως γὰρ ἂν καὶ ἀπήντα πρὸς τὴν κατηγορίαν, εἰ περιῆν) οἱ ἀρχιερεῖς ἀμφιγνωμονήσαντες, οἱ μὲν κατὰ Κιλικίαν τὸν Πομπηϊουπόλεως Διονύσιον, οἱ δὲ ἀμφὶ Συρίαν τὸν Τύρου Κύριλλον καθιστῶσι· καὶ τοῦ Διονυσίου κραδαινομένου φθάνει προκριθεὶς ὑπὲρ ἐκεῖνον ὁ Κύριλλος.
ἱστοροῦντι δὲ λέγειν καὶ ταῦτα, κἂν ἐκείνων σάμενος ἐν τοῖς διπτύχοις τοῖς πατριάρχαις συμμνη
και άλλων γένοιντο, οὐκ ἀπᾷλον, οἶμαι, δο
'κει. "Αλλους μέντοι γε ἐκεῖνοι ταῖς ἐκκλησίας ἀντι
σηκώσαντες, κατά τρόπον τὰ τῆς Ἐκκλησίας ὡς εἶ
χον διίθυνον, τυραννοῦντες οἷον εἰς τὰ πολλὰ τούτων
καὶ τὴν βασιλικὴν ἡμερότητα, ἑνὸς καὶ μόνου τὰ
πάντα καταπροϊεμένου, τῆς κοινῆς ὁμονοίας καὶ
καταστάσεως, ὡς ὑπέσχοντο.
10. Περὶ τῆς Αὐγούστης Θεοδώρας καὶ τοῦ πα
τριάρχου Αλεξανδρείας.
Απήτουν [Ρ. 33] μὲν οὖν καὶ τὴν Αὐγοῦσταν
Θεοδώραν λίβελλον μὲν πίστεως, ἀποβολὴν δ᾽ ἔγγρα
φον τῶν χθὲς γεγονότων, ἀσφάλειαν δὲ καὶ τοῦ μή
ποτε ζητῆσαι περὶ τἀνδρὸς αὐτῆς ἐφ᾽ ᾧπερ ἐν ψαλ
μῳδίαις ταφήσεται· καὶ τὸ ἐπὶ τούτοις ἆθλον, ὡς
ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας, φασί, βασιλικῶς σὺν τῷ υἱῷ μνη
μονεύοιτο. Απήτουν δὲ καὶ τὸν Ἀλεξανδρείας "Αθα
νάσιον ὁμογνωμοσύνην μὲν ἐπὶ τοῖς καθαιρεθεῖσιν,
ἀποβολὴν δὲ καὶ αὐτὸν τῶν πραχθέντων, ἐπεὶ καὶ
αἰτίαις ταῖς προῤῥηθείσαις φθάσας συγκεκοινώνη
κεν, ὡς ἂν καὶ αὐτὸς δηλονότι τὰ ὅμοια κατασφαλι
μονεύοιτο. Τῷ γὰρ Ἀντιοχείας Θεοδοσίῳ τῷ Πρίγκιπα
λεληθὸς μὲν δέος εμπίπτει μὴ καί τι δράσωσι τοῦτον
τῶν ἀβουλήτων, φανερής δ' ὑπερηφάνει καὶ ὑπερ
τώρα τῶν πραττομένων. Αμέλει τοι καὶ πέμψας,
τοῦ βασιλέως μὴ εἰδότος, παρητεῖτο κατὰ Συρίαν
καὶ ἄλλῳ παρεχώρει του θρόνου· ἔτι γὰρ ἐσώζετο
μὲν Τρίπολις, ἐσώζετο δὲ ἡ κατὰ Συρίαν Πτολεμαΐς,
περιῆν δὲ Βηρυτός καὶ Σιδὼν καὶ Τύρος καὶ τὰ παρ
άλια, τῆς Ἰταλικῆς ἀρχῆς κραταιοτέρας οὔσης τῶν
Αιθιόπων. Οἱ δὲ τῆς ἐκκλησίας ἐκείνης δεξάμενοι
τὴν παραίτησιν, κοινῇ ψήφῳ τὸν ᾿Αγιοσυμεωνίτην
καθιστῶσιν Αρσένιον, ἄνδρα τὸ σύμπαν ἁγιοπρεπή
καὶ σεβάσμιον, ὃν δὴ καὶ τέως μὲν οἱ ἐνταῦθα δεξά
μενοι ἐπὶ τῶν ἱερῶν ἐκοινώνουν ἐκείνῳ τῆς μνήμης
διπτύχων, ὕστερον δὲ αἰτίαν σχόντα ἐκ φήμης ἡκού
σης ὡς οὕτω συμβάν τῷ ῥηγὶ τῆς ᾿Αρμενίας τῆς
ἐπὶ τῇ ἐκκλησίᾳ ἐκοινώνησε στάσεως, μηδὲν ἀνα
μείναντες συνεξετάζειν τὸ γεγονὸς εὐχερῶς ἐξαιροῦσι
τούνομα. Εκείνου δὲ μηδ' ἐς βραχὺ περιγενομένου
(ἴσως γὰρ ἂν καὶ ἀπήντα πρὸς τὴν κατηγορίαν, εἰ
περιήν) οἱ ἀρχιερεῖς ἀμφιγνωμονήσαντες, οἱ μὲν
PG 144:65τὸν γοῦν Ἀλεξανδρείας ἐνταῦθα παρόντα οὔτ’ ὠδύνα τὸ μὴ τοῖς ἄλλοις συμμνημονεύεσθαι (τὰ γὰρ τοῖς πολλοῖς συμβεβηκότα τὸ καθ’ αὑτὸν λυπηρὸν ἀπέκρυπτεν) οὔτε μὴν τὸ ἀξιοῦσθαι μετέχειν σφίσι τῆς μνήμης ἔθαλπε· τὰ γὰρ παρὰ τὸ πρέπον πραχθέντα, οἷς κοινωνεῖν ἦν γεγονότα, συγκάταινον περιί̈στατο. 20. Ἀλλὰ τούτων ἀνηρτημένων καὶ ἔτι ὁ βασιλεὺς τοῦ Τερτερῆ, ὃν δὴ βασιλέα Βουλγάρων ὁ λόγος ἐδείκνυ τοῦ Ἀσὰν ἐκεῖθεν ἀναχωρήσαντος, πέμψαντος καὶ ἀξιοῦντος περὶ τῆς γυναικὸς (τὴν γὰρ τοῦ Ἀσὰν αὐταδέλφην ὡς παρανόμως συζευχθεῖσαν ἀπέστεργε, καὶ ἄλλως ὅτι καὶ τῆς ἐκεῖ ἐκκλησίας μὴ παραδεχομένης αὐτὸν ἐν ἁγιασμοῖς, ὡς ἔλεγε, περὶ τὴν σύζυγον ἀνομήσαντα) ταῦτα τοῦ Τερτερῆ διαμηνυομένου καὶ τὰς ἐσαῦθις ἀγαπῶντος σπονδάς, ἀποστείλας ὁ βασιλεὺς καὶ ἀγαγὼν τὴν γυναῖκα Νικαίαθεν (ἐκεῖ γὰρ καὶ συνετηρεῖτο) ἀπολύει πρὸς τὸν Τερτερῆν, πέμψοντα κἀκεῖνον αὐτίκα τὴν τοῦ Ἀσὰν ἀδελφήν, ὃ δὴ καὶ γέγονε.
φροντίστει καὶ ἐν ἀνακωχαῖς ἦν, δέξας τὸ ἐνοχλούν
ὑπεξαγαγών.
Ι.
σπονδοι ἦσαν, τὸ πᾶν τιθέντες ἐπὶ τοῖς ἐν Μεῷ βρα
Γευούσης ἀληθείας διαγνωμονήσουσι λογίοις οὗτιν
ἅμα καὶ εὐλαβέσι, τάξας βασιλεὺς τῆς αὐτῶν συνε
λεύσεως καὶ καιρὸν καὶ τόπον, τὸν μὲν μετ᾿ οὐ πολύ,
τὸν δὲ τὸ Λοπάδιον (ἐκεῖσε γὰρ ἐξήλαυνεν), έλευση
μένου καὶ τοῦ τρίτου τοῦ Μετοχίτου, καθὼς καὶ
ἠξίουν, μετ' εὐμενείας τῆς πρὸς ἐκείνους ἀναχωρεῖ.
Ἔθαλπε γὰρ καὶ τούτους καὶ τὸν πρωτοβεστιάριον τὸ
συμβάν περὶ τὸν Γρηγόριον, καὶ ἐλπίζειν ἐπῄει σφίσι
τὰ πρὸς εἰρήνην. Τοῖς μὲν γὰρ οὐ πόνος ἦν ἐξελεσθεί
σης τῆς αὐτῶν ἐξηγήσεως, ἐπεὶ καὶ ἡ τοῦ Γρηγορίου
κατέγνωσται, καὶ ὅπου ἂν ἐκεῖνος τετάξεται, καὶ αὐτ
τοὶ πάντως ταχθήσονται, ἐπεὶ καὶ ἄμφω εἰς Θεοῦ
μυστήρια παρακύψαντες τὸ ὀρθὸν οὐ κατέλαβον. Καὶ
τοῖς μὲν οὕτως ἐλπίζειν ἐπῄει, ὁ δέ γε πρωτοβεστιά
βιος ᾤετο ὡς ἐκποδὼν γενομένου τοῦ δυσμεναίνειν
πιστευομένου καὶ ταυτὰ σφίσι παθόντος αὐτοὶ ῥα
δίως πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ὁμονοήσουσιν. ᾿Αλλὰ ταῦ
τα μὲν ὕστερον· τότε δ' [Ρ 67] ἀπαχθέντων ἐκείνων
εἰς ἐξορίαν, ὅσον μὲν τὸ ἀπ' ἐκείνων, ὁ βασιλεὺς
λη'. Περὶ τῆς ἀγγελίας τοῦ πειρατικοῦ στόλου
καὶ μετακομιδῆς τοῦ βασιλικοῦ σώματος.
Τοῦ δέ γε πειρατικοῦ κατὰ θάλασσαν πλεονάσαν
τος, ἐπεὶ τὸ ναυτικὸν παντελῶς ἀπήρτητο, ἔτι δὲ
καὶ τοῦ Σκυθικοῦ ὁρμᾶν ἡγγελμένου (ὁ γὰρ Τερτερής
οὐχ οἷός τ' ἦν οὐχ ὅπως ἄλλοις, οὐδὲ ἑαυτῷ προσα
ρήγειν), πέμψας ὁ βασιλεὺς τοὺς μὲν πρὸς θαλάσσῃ
κατῳκηκότας, ἕτοιμον θήραν προκειμένους τοῖς πει
ραταῖς, ἐνδοτέρω γῆς ἀνατέλλειν προσέταττεν ὡς
ἐντεῦθεν ὑπεκδραμουμένους τὸ χαλεπόν, τοὺς δὲ τὴν
μεσόγαιον Θράκης τε καὶ Μακεδονίας κατῳχημένους,
ἐπεὶ καταδραμουμένους ᾔδει τοὺς ἐξελαύνοντας, ἣν
μή τις κωλύοι, ὅ δὴ καὶ ἀδύνατον τηνικάδε κατεφαί
δ
νετο, τοῖς ἐκεῖσε φρουρίοις οὐ πολὺ τὸ ἀσφαλὲς ἔχου
σιν, ἐναπέκλειε. Τό δέ γε Βλαχικόν, ὃ δὴ σχεδὸν ἀπὸ
τῶν ἐξωτέρω τῆς πόλεως ἐς Βιζύην καὶ πόρρω εἰς
πλῆθος ἀριθμοῦ κρεῖττον ποσούμενον παρατέτατο,
ἔθνος δυσχωρίαις χαῖρον καὶ βοσκήμασι προσανέχον,
καὶ τὸ ἐντεῦθεν, ἐπεὶ ἀδύνατον ἦν τὸν Ἀσὰν βασιλεύειν Βουλγάρων κραταιωθέντος ἤδη τοῦ Τερτερῆ, ἐκείνῳ μὲν σπένδεται (τὰς γὰρ δυνάμεις τῆς Ῥωμαί̈δος πολεμησειούσας ἐκλείπειν), τὸν δ’ Ἀσὰν κατὰ τὰς προτέρας συνθεσίας τοῦ πατρὸς δεσπότην Ῥωμαί̈δος ἀποκαθίστησιν. 21. Αὐτὸς δὲ ἔμμονον μέριμναν ἔχων τῆς περὶ τὴν ἐκκλησίαν ὁμονοίας καὶ καταστάσεως, δι’ ἣν καὶ ταῦτα πάντ’ ἐπράττετο (ἡ γὰρ τῶν Ἀρσενιατῶν ἐπισύστασις πολλή τις οὖσα καὶ καθ’ ἑκάστην πληθυομένη ἠρεμεῖν οὐκ εἴα), ἀπάρας τῆς Κωνσταντίνου ἐπ’ ἀνατολῆς ἤλαυνεν, ἐπισκήψας καὶ πατριάρχῃ καὶ τοῖς λοιποῖς, ὅσοι τε περὶ τὸν πατριάρχην ἦσαν καὶ ὅσοι τῆς ἐναντίας μοίρας, ἐκεῖσε περί που τὰς Ὑποπλακίους Θήβας ἀπαντᾶν τὴν ταχίστην ὑπὸ βασιλικαῖς τριήρεσί τε καὶ ἐφοδίοις, ὡς ἐκεῖ κινηθησομένων τῶν ὅλων. οὐκ ὀλίγον γὰρ καὶ περὶ τῶν χθὲς πραχθέντων ἀνέζη τὸ σκάνδαλον, καὶ μᾶλλον ὅτι καὶ τῶν παρ’ Ἰωσὴφ ἢ καὶ παρὰ τῶν ἀμφ’ ἐκεῖνον πραχθέντων παραβεβασμένων αὐτοὶ ζηλοῦντες ἐντεῦθεν καὶ τὴν τῶν Ἀρσενιατῶν παραδοχὴν ὑποπτεύοντες τοῖς παθοῦσιν ἐπῳκτίζοντο καὶ ἄδικα πάσχειν διωμολόγουν.
φροντίστει καὶ ἐν ἀνακωχαῖς ἦν, δέξας τὸ ἐνοχλούν
ὑπεξαγαγών.
Ι.
σπονδοι ἦσαν, τὸ πᾶν τιθέντες ἐπὶ τοῖς ἐν Μεῷ βρα
Γευούσης ἀληθείας διαγνωμονήσουσι λογίοις οὗτιν
ἅμα καὶ εὐλαβέσι, τάξας βασιλεὺς τῆς αὐτῶν συνε
λεύσεως καὶ καιρὸν καὶ τόπον, τὸν μὲν μετ᾿ οὐ πολύ,
τὸν δὲ τὸ Λοπάδιον (ἐκεῖσε γὰρ ἐξήλαυνεν), έλευση
μένου καὶ τοῦ τρίτου τοῦ Μετοχίτου, καθὼς καὶ
ἠξίουν, μετ' εὐμενείας τῆς πρὸς ἐκείνους ἀναχωρεῖ.
Ἔθαλπε γὰρ καὶ τούτους καὶ τὸν πρωτοβεστιάριον τὸ
συμβάν περὶ τὸν Γρηγόριον, καὶ ἐλπίζειν ἐπῄει σφίσι
τὰ πρὸς εἰρήνην. Τοῖς μὲν γὰρ οὐ πόνος ἦν ἐξελεσθεί
σης τῆς αὐτῶν ἐξηγήσεως, ἐπεὶ καὶ ἡ τοῦ Γρηγορίου
κατέγνωσται, καὶ ὅπου ἂν ἐκεῖνος τετάξεται, καὶ αὐτ
τοὶ πάντως ταχθήσονται, ἐπεὶ καὶ ἄμφω εἰς Θεοῦ
μυστήρια παρακύψαντες τὸ ὀρθὸν οὐ κατέλαβον. Καὶ
τοῖς μὲν οὕτως ἐλπίζειν ἐπῄει, ὁ δέ γε πρωτοβεστιά
βιος ᾤετο ὡς ἐκποδὼν γενομένου τοῦ δυσμεναίνειν
πιστευομένου καὶ ταυτὰ σφίσι παθόντος αὐτοὶ ῥα
δίως πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ὁμονοήσουσιν. ᾿Αλλὰ ταῦ
τα μὲν ὕστερον· τότε δ' [Ρ 67] ἀπαχθέντων ἐκείνων
εἰς ἐξορίαν, ὅσον μὲν τὸ ἀπ' ἐκείνων, ὁ βασιλεὺς
λη'. Περὶ τῆς ἀγγελίας τοῦ πειρατικοῦ στόλου
καὶ μετακομιδῆς τοῦ βασιλικοῦ σώματος.
Τοῦ δέ γε πειρατικοῦ κατὰ θάλασσαν πλεονάσαν
τος, ἐπεὶ τὸ ναυτικὸν παντελῶς ἀπήρτητο, ἔτι δὲ
καὶ τοῦ Σκυθικοῦ ὁρμᾶν ἡγγελμένου (ὁ γὰρ Τερτερής
οὐχ οἷός τ' ἦν οὐχ ὅπως ἄλλοις, οὐδὲ ἑαυτῷ προσα
ρήγειν), πέμψας ὁ βασιλεὺς τοὺς μὲν πρὸς θαλάσσῃ
κατῳκηκότας, ἕτοιμον θήραν προκειμένους τοῖς πει
ραταῖς, ἐνδοτέρω γῆς ἀνατέλλειν προσέταττεν ὡς
ἐντεῦθεν ὑπεκδραμουμένους τὸ χαλεπόν, τοὺς δὲ τὴν
μεσόγαιον Θράκης τε καὶ Μακεδονίας κατῳχημένους,
ἐπεὶ καταδραμουμένους ᾔδει τοὺς ἐξελαύνοντας, ἣν
μή τις κωλύοι, ὅ δὴ καὶ ἀδύνατον τηνικάδε κατεφαί
δ
νετο, τοῖς ἐκεῖσε φρουρίοις οὐ πολὺ τὸ ἀσφαλὲς ἔχου
σιν, ἐναπέκλειε. Τό δέ γε Βλαχικόν, ὃ δὴ σχεδὸν ἀπὸ
τῶν ἐξωτέρω τῆς πόλεως ἐς Βιζύην καὶ πόρρω εἰς
πλῆθος ἀριθμοῦ κρεῖττον ποσούμενον παρατέτατο,
ἔθνος δυσχωρίαις χαῖρον καὶ βοσκήμασι προσανέχον,
PG 144:67διὰ ταῦτα καὶ συνόλους ἐκεῖ ὁ κρατῶν συνῆγεν, ὡς ἂν ἐντελοῦς γεγονυίας τῆς συνελεύσεως τὸ ποιητέον ἀπὸ κοινῆς τῆς σκέψεως γένηται. καὶ δὴ συνελθόντων, καὶ τῶν εἰκότων προνοοῦντος σφίσι τοῦ βασιλέως ὡς διαχειμεριοῦσι περὶ τὸ Ἀτραμύτιον, ἀργήσας πάμπαν τῶν ἔξωθεν δουλειῶν ὁ κρατῶν σχεδὸν τὰ περὶ τοῦ πῶς ἂν οἱ Ἀρσενιᾶται τοῖς πραχθεῖσι συγκατανεύσειαν εἰρηνεύσαντες διεσκέπτετο. συνήγοντο τοίνυν ἔνθεν μὲν οἱ περὶ τὸν πατριάρχην, οἷς συνῆν τὰ πλεῖστα καὶ ἡ Εὐλογία καί γε αἱ θυγατέρες αὐτῆς, ἥ τε Θεοδώρα καὶ ἡ ἐκ δυτικῶν Ἄννα ἡ καὶ βασίλισσα, ἄρτι τότε κἀκείνη κατὰ φήμην τῶν γεγονότων ἀναχθεῖσα πρὸς βασιλέα, καὶ ὁ ῥηθεὶς μέγας λογοθέτης ὁ Μουζάλων τὰ πολλὰ παρὰ βασιλεῖ δυνάμενος καί γε τιμηθεὶς καὶ τῇ τῶν μεγιστάνων χρυσοκοκκίνῳ καλύπτρᾳ καὶ παρὰ τὴν τοῦ προσόντος αὐτῷ ὀφφικίου τάξιν, ἐκεῖθεν δὲ οἱ ἀμφὶ τὸν Ὑάκινθον μοναχοί, οἷς συνηριθμοῦντο καὶ οἱ χθιζὰ παθόντες καὶ τυφλωθέντες, Λάζαρός τε ὁ Γοριανίτης καὶ ὁ Περιστέρης Μακάριος· ὁ γὰρ Λεπενδρηνὸς Ἀθανάσιος ἐκ τῶν παλαιῶν ζηλωτῶν ἦν καὶ μεγάλων.
σομένων τῶν ὅλων. Οὐκ ὀλίγον γὰρ καὶ περὶ τῶν Λ βασιλέα, καὶ ὁ ῥηθεὶς μέγας λογοθέτης ὁ Μουζάλων
χθὲς πραχθέντων ἀνέζη τὸ σκάνδαλον, καὶ μᾶλλον
ὅτι καὶ τῶν παρ' Ἰωσὴφ ἢ καὶ παρὰ τῶν ἀμφ' ἐκεῖ
νον πραχθέντων παραβεβασμένων αὐτοὶ ζηλοῦντες
ἐντεῦθεν καὶ τὴν τῶν ᾿Αρσενιατῶν παραδοχὴν ὑπου
πτεύοντες τοῖς παθοῦσιν ἐπῳκτίζοντο καὶ ἄδικα πά
σχειν διωμολόγουν. Διὰ ταῦτα καὶ συνόλους ἐκεῖ ὁ
κρατῶν συνήγεν, ὡς ἂν ἐντελοῦς γεγονυίας τῆς συν
ελεύσεως τὸ ποιητέον ἀπὸ κοινῆς τῆς σκέψεως γέ
νηται. Καὶ δὴ συνελθόντων, καὶ τῶν εἰκότων προς
νοοῦντος σφίσι τοῦ βασιλέως ὡς διαχειμεριούσι περὶ
τὸ ᾿Ατραμύτιον, ἀργήσας πάμπαν τῶν ἔξωθεν δου
λειῶν ὁ κρατῶν σχεδὸν τὰ περὶ τοῦ πῶς ἂν οἱ Αρ
σενιᾶται τοῖς πραχθεῖσι συγκατανεύσειαν εἰρηνεύ
σαντες διεσκέπτετο. Συνήγοντο τοίνυν ἔνθεν μὲν οἱ
περὶ τὸν πατριάρχην, οἷς συνῆν τὰ πλεῖστα καὶ ἡ
Εὐλογία καί γε αἱ θυγατέρες αὐτῆς, ή τε Θεοδώρα
καὶ ἡ ἐκ δυτικῶν ᾿Αννα ἡ καὶ βασίλισσα, ἄρτι τότε
κἀκείνη κατὰ φήμην τῶν γεγονότων ἀναχθεῖσα πρὸς
τὰ πολλὰ παρὰ βασιλεῖ δυνάμενος και γε τιμηθείς
καὶ τῇ τῶν μεγιστάνων. χρυσοκοκκίνῳ καλύπτρα καὶ
παρὰ τὴν τοῦ προσόντος αὐτῷ ὀφφικίου τάξιν, ἐκεῖ
θεν δὲ οἱ ἀμφὶ τὸν Υάκινθον μοναχοί, οἷς συνησθ
μοῦντο καὶ οἱ χθιζὰ παθόντες καὶ τυφλωθέντες,
Λαζαρός τε ὁ Γοριανίτης καὶ ὁ Περιστέρη: Μακάριος
ὁ γὰρ Λεπενδρηνὸς ᾿Αθανάσιος ἐκ τῶν παλαιῶν ζη
λωτῶν ἦν καὶ μεγάλων. Οὐκ ὀλίγοι δ᾽ ἦσαν σὺν τού
τοῖς, τοῦ βασιλέως ἐνδόντος ἀνέδην φαίνεσθαι πάνω
τας, καὶ ἐκ τῶν λαϊκῶν καί γε τοῦ παλατίου, 36]
οἷς δὴ καὶ συγκαλουμένοις ὁ βασιλεὺς ἐν ἡμέραις
τεταγμέναις τῆς ἑβδομάδος ἑκάστης ὡμίλει, ἔχων
παρ' ἑκάτερα καὶ τοὺς τοῦ πατριάρχου, καί γ' ἐπείρα
δι' ὅλης τῆς τεσσαρακονθημέρου συμβιβάζειν καὶ συν
ενοῦν ἀμφοτέρους εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν τῆς κοι
νωνίας συμπλήρωσιν. Αλλ' οὐκ ἔπειθεν, ὁτὲ μὲν
παρακαλῶν, ὁτὶ δ᾽ ἐλέγχων, καὶ πᾶσι τρόποις ὑπου
τρέχων καὶ δουλαγωγῶν γνώμας ἀπανθρωπισθείσας
PG 144:69οὐκ ὀλίγοι δ’ ἦσαν σὺν τούτοις, τοῦ βασιλέως ἐνδόντος ἀνέδην φαίνεσθαι πάντας, καὶ ἐκ τῶν λαϊκῶν καί γε τοῦ παλατίου, οἷς δὴ καὶ συγκαλουμένοις ὁ βασιλεὺς ἐν ἡμέραις τεταγμέναις τῆς ἑβδομάδος ἑκάστης ὡμίλει, ἔχων παρ’ ἑκάτερα καὶ τοὺς τοῦ πατριάρχου, καί γ’ ἐπείρα δι’ ὅλης τῆς τεσσαρακονθημέρου συμβιβάζειν καὶ συνενοῦν ἀμφοτέρους εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν τῆς κοινωνίας συμπλήρωσιν. ἀλλ’ οὐκ ἔπειθεν, ὁτὲ μὲν παρακαλῶν ὁτὲ δ’ ἐλέγχων, καὶ πᾶσι τρόποις ὑποτρέχων καὶ δουλαγωγῶν γνώμας ἀπανθρωπισθείσας οἷον τῷ χρόνῳ, καὶ ὑπό τισι θεόθεν σημείοις ἐθελούσας καὶ μόνοις καθυποκλίνεσθαι· τὸ γὰρ οὕτω πεισθῆναι λόγοις καὶ παρευθὺς εἰρηνεύειν, ὑφεικότας τόσης ἀκριβείας, δεικνύντων εἶναι γνώμης αὐταρεσκούσης καὶ τὰ τῆς πρὶν ἐνστάσεως ὑπελάμβανον. [] ὅθεν καὶ πρὸς τὰ πάλαι τοῦ θεοῦ σημεῖα, οἷς δὴ ἐνεθαυμαστοῦτο τοῖς ἁγίοις, ἀπέβλεπον, καὶ ὥσπερ εἶναι τὸν αὐτὸν νῦν τε καὶ πάλαι, οὕτως ἀεὶ καὶ τὰ σημεῖα μὴ διακρινομένων μόνον ᾤοντο γίγνεσθαι, καὶ τέρασι θεοῦ ἐζήτουν ἑαυτοὺς ἐπιτρέπειν, ὡς ἐκείνοις ἑψομένων πάντως καὶ ἀμφοτέρων οἷς δὴ καὶ θεὸς ἐμφανεῖ ἀρεσκόμενος.
οἷον τῷ χρόνῳ, καὶ ὑπό τισι θεόθεν σημείοις ἐθελού- ὅσον εἶχον ἐγκαλούμενοι παρ' ἐκείνων ἀπολογεῖσθαι,
σας καὶ μόνοις καθυποκλίνεσθαι· τὸ γὰρ οὕτω πει
σθῆναι λόγοις καὶ παρευθύς εἰρηνεύειν, ὑφεικότας
τόσης ἀκριβείας, δεικνύντων εἶναι γνώμης αὐτα
ρεσκούσης καὶ τὰ τῆς πρὶν ἐνστάσεως ὑπελάμβανον.
κβ'. Περὶ τῶν γεγονότων συνθεσιῶν ἐν πυρὶ ἐν
τῷ Ατραμυτίῳ.
Οθεν καὶ πρὸς τὰ πάλαι τοῦ Θεοῦ σημεῖα, οἷς δὴ
ἐνεθαυμαστοῦτο τοῖς ἁγίαις, ἀπέβλεπον, καὶ ὥσπερ
εἶναι τὸν αὐτὸν νῦν τε καὶ πάλαι, οὕτως ἀεὶ καὶ τὰ
57] σημεῖα μὴ διακρινομένων μόνον ᾤοντο γίγνε
σθαι, καὶ τέρασι Θεοῦ ἐζήτουν ἑαυτοὺς ἐπιτρέπειν,
ὡς ἐκείνοις εψομένων πάντως καὶ ἀμφοτέρων οἷς δὴ
καὶ Θεὸς ἐμφανεῖ ἀρεσκόμενος. Καὶ δὴ αὐτοὶ μὲν
καὶ βασιλεὺ; (οἱ γὰρ ἀμφὶ τὸν πατριάρχην, ὡς
ἐδείκνυον, ἀπηρέσκοντο, ὥστε μὴ φανερῶς συμπράτ
τειν) τὰ; συνθεσίας ἐπλήρουν. Αἱ δέ γε συνθεσίαι,
αὐτοὺς ἀνὰ μέρος συνθείναί τε καὶ γράψαι οἱ ὅσα
σφίσι προσιστάμενα τῷ εἰρηνεύειν ἐδόκουν, ἐκείνους
δ' αὖθις ἕτερον τόμον συντάττειν καὶ δηλοῦν ἐφ'
καὶ ἅμα πῦρ ἐναύσαντας, οἷόν τ' ἂν συντῆξαι καὶ
τὸν ἀδάμαντα, ἐνιέναι, κἂν μὲν ὅς φυλαχθείη, καὶ
μὴν καὶ ἀμφοτέρους τῷ ἀβλαβεῖ διατηρηθέντι τιμὴν
ὡς ἐπὶ τούτῳ δεικνύντος τοῦ Θεοῦ τὴν ἀρέσκειαν, εἰ
δ' ἀμφοτέροις διαλυμανεῖται τὸ πῦρ, καὶ αὖθις συν
ιέναι καὶ εἰρηνεύειν ὡς ἐν πυρὶ γεγονυιῶν τῶν συν
θεσιῶν ἁπατῶν. Ην ταῦτα, καὶ βασιλεὺς μὲν ὁλκὴν
παρασχὼν ἀργύρου ἐξ ἀφνειοτάτης χειρὸς (καὶ τί
γάρ; ἀλλὰ καὶ αὐτὴν βασιλείαν προεῖτο ἂν, ὡς ἐδό
κει, τῆς εἰρήνης ἐκείνων) τὸν πυροδέκμονα λέβητα
ἐκέλευεν ἀργυροτυποῦσθαι, αὐτὸς δὲ, ἐπεὶ καὶ ἡ
μεγάλη καὶ ἁγία ἑβδομὰς ἐφειστήκει, ἡμέραν ἔχου
σαν τὸ πλέον τοῦ μεγαλείου καὶ πρὸς τῇ ἀναστασίμῳ.
δ᾽
οὖσαν εἰς τὴν δοκιμὴν ἐκείνην ἐπέταττεν· ἡ δ' ήν
ἡ τοῦ μεγάλου πάντως Σαββάτου. Καθ' ἣν συναχθέν
τες ἅμα, πρότερον πολλὰ τὸ θεῖον περὶ τῶν προκει
μένων λιτανεύσαντες, ὑπὸ τοῖς ἁπάντων ὀφθαλμοῖς,
παρόντος ἐκεῖ καὶ τοῦ βασιλέως, εὐλαβῶν χερσὶ τοὺς
τόμους ἐπίστευον, οἱ δὴ καὶ πᾶσαν ὑπονοίας αἰτίαν
ὑποτεμόμενοι ἐμβάλλουσι τῷ πυρὶ τοὺς χάρτας, θεο
καὶ δὴ αὐτοὶ μὲν καὶ βασιλεὺς (οἱ γὰρ ἀμφὶ τὸν πατριάρχην, ὡς ἐδείκνυον, ἀπηρέσκοντο, ὥστε μὴ φανερῶς συμπράττειν) τὰς συνθεσίας ἐπλήρουν. αἱ δέ γε συνθεσίαι, αὐτοὺς ἀνὰ μέρος συνθεῖναί τε καὶ γράψαι οἱ ὅσα σφίσι προσιστάμενα τῷ εἰρηνεύειν ἐδόκουν, ἐκείνους δ’ αὖθις ἕτερον τόμον συντάττειν καὶ δηλοῦν ἐφ’ ὅσον εἶχον ἐγκαλούμενοι παρ’ ἐκείνων ἀπολογεῖσθαι, καὶ ἅμα πῦρ ἐναύσαντας, οἷόν τ’ ὂν συντῆξαι καὶ τὸν ἀδάμαντα, ἐνιέναι, κἂν μὲν ὃς φυλαχθείη, καὶ μὴν καὶ ἀμφοτέρους τῷ ἀβλαβεῖ διατηρηθέντι τιμὴν ὡς ἐπὶ τούτῳ δεικνύντος τοῦ θεοῦ τὴν ἀρέσκειαν, εἰ δ’ ἀμφοτέροις διαλυμανεῖται τὸ πῦρ, καὶ αὖθις συνιέναι καὶ εἰρηνεύειν ὡς ἐν πυρὶ γεγονυιῶν τῶν συνθεσιῶν ἁπασῶν. ἦν ταῦτα, καὶ βασιλεὺς μὲν ὁλκὴν παρασχὼν ἀργύρου ἐξ ἀφνειοτάτης χειρὸς (καὶ τί γάρ; ἀλλὰ καὶ αὐτὴν βασιλείαν προεῖτο ἄν, ὡς ἐδόκει, τῆς εἰρήνης ἐκείνων) τὸν πυροδέκμονα λέβητα ἐκέλευεν ἀργυροτυποῦσθαι, αὐτὸς δέ, ἐπεὶ καὶ ἡ μεγάλη καὶ ἁγία ἑβδομὰς ἐφειστήκει, ἡμέραν ἔχουσαν τὸ πλέον τοῦ μεγαλείου καὶ πρὸς τῇ ἀναστασίμῳ οὖσαν εἰς τὴν δοκιμὴν ἐκείνην ἐπέταττεν· ἡ δ’ ἦν ἡ τοῦ μεγάλου πάντως σαββάτου.
οἷον τῷ χρόνῳ, καὶ ὑπό τισι θεόθεν σημείοις ἐθελού- ὅσον εἶχον ἐγκαλούμενοι παρ' ἐκείνων ἀπολογεῖσθαι,
σας καὶ μόνοις καθυποκλίνεσθαι· τὸ γὰρ οὕτω πει
σθῆναι λόγοις καὶ παρευθύς εἰρηνεύειν, ὑφεικότας
τόσης ἀκριβείας, δεικνύντων εἶναι γνώμης αὐτα
ρεσκούσης καὶ τὰ τῆς πρὶν ἐνστάσεως ὑπελάμβανον.
κβ'. Περὶ τῶν γεγονότων συνθεσιῶν ἐν πυρὶ ἐν
τῷ Ατραμυτίῳ.
Οθεν καὶ πρὸς τὰ πάλαι τοῦ Θεοῦ σημεῖα, οἷς δὴ
ἐνεθαυμαστοῦτο τοῖς ἁγίαις, ἀπέβλεπον, καὶ ὥσπερ
εἶναι τὸν αὐτὸν νῦν τε καὶ πάλαι, οὕτως ἀεὶ καὶ τὰ
57] σημεῖα μὴ διακρινομένων μόνον ᾤοντο γίγνε
σθαι, καὶ τέρασι Θεοῦ ἐζήτουν ἑαυτοὺς ἐπιτρέπειν,
ὡς ἐκείνοις εψομένων πάντως καὶ ἀμφοτέρων οἷς δὴ
καὶ Θεὸς ἐμφανεῖ ἀρεσκόμενος. Καὶ δὴ αὐτοὶ μὲν
καὶ βασιλεὺ; (οἱ γὰρ ἀμφὶ τὸν πατριάρχην, ὡς
ἐδείκνυον, ἀπηρέσκοντο, ὥστε μὴ φανερῶς συμπράτ
τειν) τὰ; συνθεσίας ἐπλήρουν. Αἱ δέ γε συνθεσίαι,
αὐτοὺς ἀνὰ μέρος συνθείναί τε καὶ γράψαι οἱ ὅσα
σφίσι προσιστάμενα τῷ εἰρηνεύειν ἐδόκουν, ἐκείνους
δ' αὖθις ἕτερον τόμον συντάττειν καὶ δηλοῦν ἐφ'
καὶ ἅμα πῦρ ἐναύσαντας, οἷόν τ' ἂν συντῆξαι καὶ
τὸν ἀδάμαντα, ἐνιέναι, κἂν μὲν ὅς φυλαχθείη, καὶ
μὴν καὶ ἀμφοτέρους τῷ ἀβλαβεῖ διατηρηθέντι τιμὴν
ὡς ἐπὶ τούτῳ δεικνύντος τοῦ Θεοῦ τὴν ἀρέσκειαν, εἰ
δ' ἀμφοτέροις διαλυμανεῖται τὸ πῦρ, καὶ αὖθις συν
ιέναι καὶ εἰρηνεύειν ὡς ἐν πυρὶ γεγονυιῶν τῶν συν
θεσιῶν ἁπατῶν. Ην ταῦτα, καὶ βασιλεὺς μὲν ὁλκὴν
παρασχὼν ἀργύρου ἐξ ἀφνειοτάτης χειρὸς (καὶ τί
γάρ; ἀλλὰ καὶ αὐτὴν βασιλείαν προεῖτο ἂν, ὡς ἐδό
κει, τῆς εἰρήνης ἐκείνων) τὸν πυροδέκμονα λέβητα
ἐκέλευεν ἀργυροτυποῦσθαι, αὐτὸς δὲ, ἐπεὶ καὶ ἡ
μεγάλη καὶ ἁγία ἑβδομὰς ἐφειστήκει, ἡμέραν ἔχου
σαν τὸ πλέον τοῦ μεγαλείου καὶ πρὸς τῇ ἀναστασίμῳ.
δ᾽
οὖσαν εἰς τὴν δοκιμὴν ἐκείνην ἐπέταττεν· ἡ δ' ήν
ἡ τοῦ μεγάλου πάντως Σαββάτου. Καθ' ἣν συναχθέν
τες ἅμα, πρότερον πολλὰ τὸ θεῖον περὶ τῶν προκει
μένων λιτανεύσαντες, ὑπὸ τοῖς ἁπάντων ὀφθαλμοῖς,
παρόντος ἐκεῖ καὶ τοῦ βασιλέως, εὐλαβῶν χερσὶ τοὺς
τόμους ἐπίστευον, οἱ δὴ καὶ πᾶσαν ὑπονοίας αἰτίαν
ὑποτεμόμενοι ἐμβάλλουσι τῷ πυρὶ τοὺς χάρτας, θεο
καθ’ ἣν συναχθέντες ἅμα, πρότερον πολλὰ τὸ θεῖον περὶ τῶν προκειμένων λιτανεύσαντες, ὑπὸ τοῖς ἁπάντων ὀφθαλμοῖς, παρόντος ἐκεῖ καὶ τοῦ βασιλέως, εὐλαβῶν χερσὶν τοὺς τόμους ἐπίστευον, οἳ δὴ καὶ πᾶσαν ὑπονοίας αἰτίαν ὑποτεμόμενοι ἐμβάλλουσι τῷ πυρὶ τοὺς χάρτας, θεοκλυτούντων ἐκείνων καὶ τὰ θεοφιλῆ ποτνιωμένων ἐφ’ ᾧ προσχεῖν τὸν θεὸν καὶ ἐμφανίσαι τὴν οἰκείαν βούλησιν, τὴν μακρὰν σφῶν ταλαιπωρίαν δυσωπηθέντα. ὡς γοῦν ἐνεβλήθησαν, καλάμη ἦσαν πρὸς κάμινον καὶ ἀμφότεροι, καὶ τὸ πῦρ οὐκ ἠγνόει τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν, καὶ συνεπτυγμένων ἀραρότως ἐπελαμβάνετο, ὥστε καὶ μιᾶς ἢ καὶ δευτέρας ὥρας σποδὸν γενέσθαι καὶ ἀμφοτέρους. τότε γοῦν τελέως ἀποκαραδοκήσαντες, τρόπον τῶν τόμων, ὥσπερ ἐκεῖνοι πυρί, οὕτως οὗτοι βασιλεῖ ἐνεδίδουν καὶ δῆλοι ἦσαν ὑποκλινοῦντες τῷ πατριάρχῃ.
οἷον τῷ χρόνῳ, καὶ ὑπό τισι θεόθεν σημείοις ἐθελού- ὅσον εἶχον ἐγκαλούμενοι παρ' ἐκείνων ἀπολογεῖσθαι,
σας καὶ μόνοις καθυποκλίνεσθαι· τὸ γὰρ οὕτω πει
σθῆναι λόγοις καὶ παρευθύς εἰρηνεύειν, ὑφεικότας
τόσης ἀκριβείας, δεικνύντων εἶναι γνώμης αὐτα
ρεσκούσης καὶ τὰ τῆς πρὶν ἐνστάσεως ὑπελάμβανον.
κβ'. Περὶ τῶν γεγονότων συνθεσιῶν ἐν πυρὶ ἐν
τῷ Ατραμυτίῳ.
Οθεν καὶ πρὸς τὰ πάλαι τοῦ Θεοῦ σημεῖα, οἷς δὴ
ἐνεθαυμαστοῦτο τοῖς ἁγίαις, ἀπέβλεπον, καὶ ὥσπερ
εἶναι τὸν αὐτὸν νῦν τε καὶ πάλαι, οὕτως ἀεὶ καὶ τὰ
57] σημεῖα μὴ διακρινομένων μόνον ᾤοντο γίγνε
σθαι, καὶ τέρασι Θεοῦ ἐζήτουν ἑαυτοὺς ἐπιτρέπειν,
ὡς ἐκείνοις εψομένων πάντως καὶ ἀμφοτέρων οἷς δὴ
καὶ Θεὸς ἐμφανεῖ ἀρεσκόμενος. Καὶ δὴ αὐτοὶ μὲν
καὶ βασιλεὺ; (οἱ γὰρ ἀμφὶ τὸν πατριάρχην, ὡς
ἐδείκνυον, ἀπηρέσκοντο, ὥστε μὴ φανερῶς συμπράτ
τειν) τὰ; συνθεσίας ἐπλήρουν. Αἱ δέ γε συνθεσίαι,
αὐτοὺς ἀνὰ μέρος συνθείναί τε καὶ γράψαι οἱ ὅσα
σφίσι προσιστάμενα τῷ εἰρηνεύειν ἐδόκουν, ἐκείνους
δ' αὖθις ἕτερον τόμον συντάττειν καὶ δηλοῦν ἐφ'
καὶ ἅμα πῦρ ἐναύσαντας, οἷόν τ' ἂν συντῆξαι καὶ
τὸν ἀδάμαντα, ἐνιέναι, κἂν μὲν ὅς φυλαχθείη, καὶ
μὴν καὶ ἀμφοτέρους τῷ ἀβλαβεῖ διατηρηθέντι τιμὴν
ὡς ἐπὶ τούτῳ δεικνύντος τοῦ Θεοῦ τὴν ἀρέσκειαν, εἰ
δ' ἀμφοτέροις διαλυμανεῖται τὸ πῦρ, καὶ αὖθις συν
ιέναι καὶ εἰρηνεύειν ὡς ἐν πυρὶ γεγονυιῶν τῶν συν
θεσιῶν ἁπατῶν. Ην ταῦτα, καὶ βασιλεὺς μὲν ὁλκὴν
παρασχὼν ἀργύρου ἐξ ἀφνειοτάτης χειρὸς (καὶ τί
γάρ; ἀλλὰ καὶ αὐτὴν βασιλείαν προεῖτο ἂν, ὡς ἐδό
κει, τῆς εἰρήνης ἐκείνων) τὸν πυροδέκμονα λέβητα
ἐκέλευεν ἀργυροτυποῦσθαι, αὐτὸς δὲ, ἐπεὶ καὶ ἡ
μεγάλη καὶ ἁγία ἑβδομὰς ἐφειστήκει, ἡμέραν ἔχου
σαν τὸ πλέον τοῦ μεγαλείου καὶ πρὸς τῇ ἀναστασίμῳ.
δ᾽
οὖσαν εἰς τὴν δοκιμὴν ἐκείνην ἐπέταττεν· ἡ δ' ήν
ἡ τοῦ μεγάλου πάντως Σαββάτου. Καθ' ἣν συναχθέν
τες ἅμα, πρότερον πολλὰ τὸ θεῖον περὶ τῶν προκει
μένων λιτανεύσαντες, ὑπὸ τοῖς ἁπάντων ὀφθαλμοῖς,
παρόντος ἐκεῖ καὶ τοῦ βασιλέως, εὐλαβῶν χερσὶ τοὺς
τόμους ἐπίστευον, οἱ δὴ καὶ πᾶσαν ὑπονοίας αἰτίαν
ὑποτεμόμενοι ἐμβάλλουσι τῷ πυρὶ τοὺς χάρτας, θεο
PG 144:71ὁ μέντοι γε βασιλεὺς διαχυθεὶς οἷον ἐκεῖθεν ὥς τι δράσας τῶν θαυμαστῶν (θαυμαστὸν γὰρ ἐδόκει γνώμας ἰσχυρὰς ἐν ἀκαρεῖ μαλαχθῆναι), ὡς ἤδη τὸ ὅλον κατωρθωκὼς ἐξ αὐτῆς λαφυραγωγηθέντας προσάγειν τῷ πατριάρχῃ ὡς εἶχεν ὥρμα, καὶ κρυμώδη κατανίφοντος ἠφροντίστει, καὶ λαβὼν ἐκείνους ἅμα πεζῇ βαδίζων ὀψὲ σαββάτου τῷ πατριάρχῃ παρίστησιν. οἳ δὴ καὶ αὐτόθεν προσιόντες εὐλογίας τε μεταλαγχάνουσι καὶ ἱεροῦ μεταλαμβάνουσι κλάσματος, δῆλοί τε ἦσαν ἐξ ὧν ἔλεγόν τε καὶ ἔπραττον πάντ’ ἐῶντες ἐφ’ οἷς τὸ πρῶτον ὡς ἰσχυροῖς ἐξ ἀνάγκης μεγίστης ἐσχίζοντο. ἐπέφωσκεν ἡ ἡμέρα, καὶ τὸ θερμὸν ἐκεῖνο καὶ ἔντονον πρὸς εἰρήνην ψυχροῦσθαι καὶ καταχαλᾶν ἤρχετο, καὶ ὡς κατασοφισθεῖσι σφίσιν ἑαυτοῖς προσεῖχον. ἐν ἀφανεῖ δὲ τέως τὰ τῆς μεταβολῆς ἔχοντες, (κτῆμα γὰρ εἶναι πειθοῦς τὴν εἰρήνην ἀλλ’ οὐ τύχης ἔκρινον) μόλις καὶ ἐς ἐκείνης ἡμέρας ἑσπέραν, ὡς ἀφυλάκτως ἐμπεσόντες, ἐν δεινῷ τιθέμενοι ἔμενον, πρωί̈ας δὲ πλὴν ὀλίγων πάντες παρεκεκίνηντο. ὁ γοῦν κρατῶν ἐπεὶ ἔγνω τὸ πᾶν εἰργασμένος μάτην, συνάγει τε τοὺς προύχοντας καὶ δημηγορεῖ.
κλυτούντων ἐκείνων καὶ τὰ θεοφιλή ποινιωμένων καὶ ἱεροῦ μεταλαμβάνουσι κλάσματος, δηλοί τε ἦσαν
ἐφ᾽ ᾧ προσσχεῖν τὸν Θεὸν καὶ ἐμφανίσαι τὴν οἰκείαν
βούλησιν, τὴν μακρὰν σφῶν ταλαιπωρίαν δυσωπη
θέντα. Ὡς γοῦν ἐνεβλήθησαν, καλάμη ἦσαν προς
κάμινον καὶ ἀμφότεροι, καὶ τὸ πῦρ οὐκ ἠγνύει την
ἑαυτοῦ δύναμιν, καὶ συνεπτυγμένων ἀραρότως έπει
λαμβάνετο, ὥστε καὶ μιᾶς ἢ καὶ δευτέρας ώρας σπου
δὲν γενέσθαι καὶ ἀμφοτέρους. Τότε γοῦν τελέως
ἀποκαραδοκήσαντες, τρόπον τῶν τόμων, ὥσπερ
ἐκεῖνοι πυρί, οὕτως οὗτοι βασιλεῖ ἐνεδίδουν καὶ δῆ
λοι ἦσαν ὑποκλινούντες τῷ πατριάρχη. Ο μέντοι
γε βασιλεὺς διαχυθείς οἷον ἐκεῖθεν ὥς τι δράσας τῶν
θαυμαστών (θαυμαστὸν γὰρ ἐδόκει γνώμας ισχυράς
ἐν ἀχαρεῖ μαλαχθῆναι), ὡς ἤδη τὸ ὅλον κατωρθωκώς
ἐξ αὐτῆς λαφυραγωγηθέντας προσάγειν τῷ πατριάρχῃ
ὡς εἶχεν ὥρμα, και κρυμώδη κατανίφοντος εφρον- η
τίστει, [Ρ. 78] καὶ λαβὼν ἐκείνους ἅμα πεζῇ βαδί
ζων ὀψὲ Σαββάτου τῷ πατριάρχῃ παρίστησιν. Οἱ δὴ
καὶ αὐτόθεν προσιόντες ευλογίας τε μεταλαγχάνουσι
ἐξ ὧν ἔλεγόν τε καὶ ἔπραττον πάντ' εῶντες ἐφ'!,
τὸ πρῶτον ὡς ἰσχυροῖς ἐξ ἀνάγκης μεγίστης ισχίο
ζοντο. Ἐπέφωσκεν ἡ ἡμέρα, καὶ τὸ θερμὸν ἐκεῖνο
καὶ ἔντονον πρὸς εἰρήνην ψυχροῦσθαι καὶ καταχα
ναν ἤρχετο, καὶ ὡς κατασοφισθείσι σφίσιν ἑαυτοῖς
προσείχον. Ἐν ἀφανεῖ δὲ τέως τὰ τῆς μεταβολῆς
ἔχοντες (κτῆμα γὰρ εἶναι πειθοῦς τὴν εἰρήνην, ἀλλ'
οὐ τύχης ἔκρινον), μόλις καὶ ἐς ἐκείνης ἡμέρας
ἑσπέραν, ὡς ἀφυλάκτως ἐμπεσόντες, ἐν δεινῷ τιθέ
μενοι ἔμενον, πρωΐας δὲ πλὴν ὀλίγων πάντες παρε
κεκίνηντο. Ο γοῦν κρατῶν, ἐπεὶ ἔγνω τὸ πᾶν εἰργα
σμένος μάτην, συνάγει τε τους προύχοντας καὶ
δημηγορεῖ. Καὶ τὸν μὲν πατριάρχην ἔσω που παρα
βύσας ἐστολισμένον στολαῖς ἱεραῖς προσέταττεν ἡρεσ
μεῖν, αὐτοῖς δὲ στρέφων οἷον διττά, καὶ τεχνιτεύων
ὡς ἦν πρὸς τὰς ἐκείνων διπλόας, ὅπως ἂν ἔχοιεν
γνώμης τὸν πατριαρχούντα διεπυνθάνετο. Τοῖς δὲ
μὴ ὁμολογεῖν μὲν ἐκεῖνον πατριάρχην ὁ παρ' ἐκείνου
PG 144:73καὶ τὸν μὲν πατριάρχην ἔσω που παραβύσας ἐστολισμένον στολαῖς ἱεραῖς προσέταττεν ἠρεμεῖν, αὐτοῖς δὲ στρέφων οἷον διττά, καὶ τεχνιτεύων ὡς ἦν πρὸς τὰς ἐκείνων διπλόας, ὅπως ἂν ἔχοιεν γνώμης τὸν πατριαρχοῦντα διεπυνθάνετο. τοῖς δὲ μὴ ὁμολογεῖν μὲν ἐκεῖνον πατριάρχην ὁ παρ’ ἐκείνου ἁγιασμὸς καὶ ἡ εὐλογία προσίστατο, ὁμολογεῖν δέ, τέως δ’ ἔχειν ἅττα καὶ λέξειαν σκανδάλου παρεκτικά, οἷς δὴ καὶ πολλοὶ προσκρούοντες τὴν ὁμόνοιαν ἀπαναίνοιντο, εὔσχημον δοκοῦν, ὅμως ἀμφοτέρωθεν περιί̈σταντο καὶ ἐξέφευγον. ὡμολόγουν δὲ τέως τὸν Γρηγόριον πατριάρχην· τοῦτο γὰρ ἦν ἐκείνῳ καὶ τὸ ἐκ Γεωργίου μοναχικὸν ὄνομα. καὶ εὐθὺς ἀπροόπτως παραστὰς ἐκεῖνος πάνυ τοῦ βασιλέως οἰκονομήσαντος, καὶ αὖθις ἀκούσας ὡς πατριάρχης λέγοιτο, ἐπεγκαλεῖ μὲν αὐτίκα σφίσι τὴν ἀποστασίαν καὶ τὴν τῶν συνθηκῶν παράβασιν, ὡς οὐκ ἀνθρώποις διαψευσαμένων ἀλλὰ θεῷ, ἐπιφέρει δὲ εὐθὺς τὸν ἀφορισμόν, ἄνδρας εὐλαβεῖς διὰ ταῦτα οἰηθεὶς προσάξασθαι, καὶ μᾶλλον τοὺς ἀμφὶ τὸν Ὑάκινθον καὶ τὸν Λεπενδρηνόν, οἳ δὴ καὶ τοὺς λοιποὺς ἐπεσύροντο.
[Ρ. 39] τοῖς δ᾽ ἐκτὸς ἐπιτιμηθεῖσι κατὰ καιρὸν ἀνίε
σθαί τε καὶ ἐνεργεῖν· διώκταις δὲ (διωγμὸν ἐκάλουν,
κἄν τις καὶ τοῖς διαφόροις ἔγρυξε παραινών, ἢ μὴν
μετιών προδόταις καὶ συνεργούσι) πρόστιμον εἶναι
τὴν εἰσαεὶ ἀπραξίαν, κἂν ἐντὸς εὑρίσκοιντο καν
ἐκτός· τοῖς δ᾽ ἄλλοις τῶν κληρικῶν ἐπιτιμηθεῖσι
τὴν λύσιν δίδοσθαι, πλὴν μὴ ἐς μείζων προκόπτειν
βαθμὸν, κἂν ἐς ὁπόσον προΐοιεν ἀρετῆς. Ταῦτα τά
ξαντές τε καὶ γράψαντες ἐπανήεσαν.
ἁγιασμὸς καὶ ἡ εὐλογία προσίστατο, ὁμολογεῖν δὲ, νουν ἕτεροι, πλὴν ἐπὶ τοῖς ἐντὸς τῆς μεγαλοπόλεως,
τέως δ' ἔχειν ἅττα καὶ λέξειαν σκανδάλου παρεκτικά,
οἷς δὴ καὶ πολλοὶ προσκρούοντες τὴν ὁμόνοιαν ἀπασ
ναίνοιντο, εύσχημον δοκοῦν, ὅμως ἀμφοτέρωθεν πε
ριίσταντο καὶ ἐξέφευγον. ὡμολόγουν δὲ τέως τὸν
Γρηγόριον πατριάρχην· τοῦτο γὰρ ἦν ἐκείνῳ καὶ
τὸ ἐκ Γεωργίου μοναχικὸν ὄνομα. Καὶ εὐθὺς ἀπρο
όπτως παραστὰς ἐκεῖνος πάνυ τοῦ βασιλέως οίκονο
μήσαντος, καὶ αὖθις ἀκούσας ὡς πατριάρχης λέ
γοιτο, ἐπεγκαλεῖ μὲν αὐτίκα σφίσι τὴν ἀποστασίαν
καὶ τὴν τῶν συνθηκών παράβασιν, ὡς οὐκ ἀνθρώ
ποις διαψευσαμένων, ἀλλὰ Θεῷ, ἐπιφέρει δὲ εὐθὺς
τὴν ἀφορισμόν, ἄνδρας εὐλαβεῖς διὰ ταῦτα οἰηθεὶς
προτάξασθαι, καὶ μᾶλλον τοὺς ἀμφὶ τὴν Υάκινθον
καὶ τὸν Λεπενδρηνόν, οἱ δὴ καὶ τοὺς λοιποὺς ἐπισ
σύροντο. Τὸ δ' ἄρ᾽ ἦν μᾶλλον ἐκείνοις πρὸς ἀποστα
σίαν παρότρυνσις, καὶ ἀφίσταντο μικρὰ τῶν ἀφο
ρισμῶν ἐκείνων φροντίσαντες. Ἐπέμειναν δὲ και
τινες, οἷς δὴ ὡς πᾶσιν ἡσμένιζον. Απῄτουν δὲ κατ
κεῖνοι τὰ ἐπὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ δεινά, ἃ δὲ πολλοῖς
ἐμπλησθέντων τῶν πρώτων ελείφθησαν. Τὰ δ᾽ ἦσαν
χειροτονίαν μὲν πᾶσαν τοῦ Ἰωάννου ἀργεῖν, κἂν αὐτ
τὸς ἦν ὁ χειροτονητής, κἂν ἐκ προτροπῆς ἐχειροτό
κγ'. "Οτι ὁ Σάρδεων Ανδρόνικος ἐγκληθεὶς δίκην
καθοσιώσεως καὶ ἀποστρέφεται παρὰ τοῦ βα
σιλέως καὶ ἀτιμάζεται.
Οὐ μὴν δὲ κατὰ [Ρ. 40] Λάμψακον πρὸ τοῦ καὶ ἡ
δίκη ἐπὶ μήκιστον χρόνον ἀργὸς ἦν, ὡς εἴθιστο τὰ
πολλὰ διαμέλλουσα, ἀλλὰ τῷ ἀρχηγῷ τῶν τοιούτων,
τῷ ἀπὸ Σάρδεων, κἂν οὐ παρήν πραττομένων, πα
λίμπους οὖσα ἐξ ὑπερτέρας περιέστη χειρός. Καὶ δὴ
παρὰ μαθητοῦ αὐτοῦ τοῦ μοναχοῦ προσαγγέλλεται
Γαλακτίωνος χείριστα καὶ φρονῶν καὶ λέγων κατὰ
βασιλέως. Ως δὴ καὶ ὑποπτευθεὶς τὰ μέγιστα πρὸς
πολλὰ δίκαις καθοσιώσεως καθυπάγεται. Τὸ δ' ἐνα
τεῦθεν ἁπάσαις τε λοιδορίαις περιβληθεὶς καὶ ἐλεγ
PG 144:75τὸ δ’ ἄρ’ ἦν μᾶλλον ἐκείνοις πρὸς ἀποστασίαν παρότρυνσις, καὶ ἀφίσταντο μικρὰ τῶν ἀφορισμῶν ἐκείνων φροντίσαντες. ἐπέμειναν δὲ καί τινες, οἷς δὴ ὡς πᾶσιν ἠσμένιζον. ἀπῄτουν δὲ κἀκεῖνοι τὰ ἐπὶ τῇ ἐκκλησίᾳ δεινά, ἃ δὴ πολλοῖς ἐμπλησθέντων τῶν πρώτων ἐλείφθησαν. τὰ δ’ ἦσαν χειροτονίαν μὲν πᾶσαν τοῦ Ἰωάννου ἀργεῖν, κἂν αὐτὸς ἦν ὁ χειροτονητὴς κἂν ἐκ προτροπῆς ἐχειροτόνουν ἕτεροι, πλὴν ἐπὶ τοῖς ἐντὸς τῆς μεγαλοπόλεως, τοῖς δ’ ἐκτὸς ἐπιτιμηθεῖσι κατὰ καιρὸν ἀνίεσθαί τε καὶ ἐνεργεῖν· διώκταις δὲ (διωγμὸν ἐκάλουν, κἄν τις καὶ τοῖς διαφόροις ἔγρυξε παραινῶν, ἢ μὴν μετιὼν προδόταις καὶ συνεργοῦσι) πρόστιμον εἶναι τὴν εἰσαεὶ ἀπραξίαν, κἂν ἐντὸς εὑρίσκοιντο κἂν ἐκτός· τοῖς δ’ ἄλλοις τῶν κληρικῶν ἐπιτιμηθεῖσι τὴν λύσιν δίδοσθαι, πλὴν μὴ ἐς μείζω προκόπτειν βαθμόν, κἂν ἐς ὁπόσον προί̈οιεν ἀρετῆς. ταῦτα τάξαντές τε καὶ γράψαντες ἐπανῄεσαν. 23. Οὐ μὴν δὲ κατὰ Λάμψακον πρὸ τοῦ καὶ ἡ δίκη ἐπὶ μήκιστον χρόνον ἀργὸς ἦν, ὡς εἴθιστο τὰ πολλὰ διαμέλλουσα, ἀλλὰ τῷ ἀρχηγῷ τῶν τοιούτων, τῷ ἀπὸ Σάρδεων, κἂν οὐ παρῆν πραττομένων, παλίμπους οὖσα ἐξ ὑπερτέρας περιέστη χειρός.
νέουν την πρόνοιαν.
κδ'. Όπως ὁ Κοτανίτζης ἀπὸ τῆς Προύσης φυγάς
ἐγένετο.
[Ρ. 41] Ο μέντοι γε Κοτανίτζης τὸ σχῆμα φέρων
τῶν μοναχῶν κἐν τῇ τῆς Περιβλέπτου μονῇ ἀσκῶν,
ὑποκρινόμενος δὲ καὶ πᾶσαν ἁπλότητα ὡς ἐκ ψυχές
ἀγαπήσας τὴν πολιτείαν καὶ ταύτῃ συναποθανεῖν
αἱρούμενος, καὶ τοιαύταις ἀπάταις τοὺς μοναχοὺς
ὑπελθών, πείθει ἐφεῖναι τούτῳ καταλαβεῖν τὴν ἐν
Προύσῃ μεγίστην μονὴν, ᾗ δὴ ἀφιγμένος ἐκεῖθεν
τεχνιτεύει τὴν ἐπὶ τὰ οἰκεῖα δραπέτευσιν. Γράφει
γὰρ δι᾿ ἀποῤῥήτων, ἐνασχολουμένου τοῦ βασιλέως
τοῖς ἄλλοις καιρὸν εὐρηκὼς τὸν ἁρμόδιον, καὶ ἁλιες
ενήρης παρὰ τῶν οἰκείων εὐτρεπισθεῖσα ἵππους φέρ
μεῖς τοῖς εἰκόσιν, ὅτι καὶ μοναχὸς ὧν οὐκ ἔφριξεν τερον, ὁμοίαις δίκαις ὑποβάλλουσαν ἐκεῖνον κατε
ἀθετήσας τὸ σχῆμα καὶ πρὸς τὸν τῶν ἀρχιερέων
μεταπηδήσας βαθμὴν, καὶ τὰ δεινὰ παθὼν ἐκ πολ
λῶν, τέλος πυγμαῖς τε καὶ ὠθισμοῖς ἀνάρπαστος γε
γονὼς ἔξω που τοῦ κοινοῦ συνεδρίου παρέῤῥιπται, ὅτε
καὶ ὁ Λαρίσσης Νίκανδρος τῆς Ἰωάννου χειροτονίας
ὢν καὶ διὰ τοῦτο παρ' ἐκείνου καθαιρεθείς, ἐκεῖσε
παρὼν καί γ' ἀτίμως ἐκεῖνον ἐκριφθέντα θεώμενος,
λαβὼν μοναχικὸν ἐπιτύμβιον μεθ᾽ ὅσου μυκτήρος
καὶ χλευασμοῦ ἐπιτίθησιν. Ὁ δὲ πρὸς τοῦτο μόνον
ἐν ἑαυτῷ γεγονὼς (τὰ γὰρ πλεῖστα ἔξω νοὸς ἦν)
ερείπτει τε παρευθὺς ἐπισχὼν τὴν καλύπτραν ἐκ
σφενδονῶν, καὶ ταῖς ὀξείαις βολαῖς τοῦ ἡλίου γυμνὴν
ἐδίδου καθυπακούειν τὴν κεφαλήν. Ὁ δὲ καὶ αὖθις
ἀναλαμβάνων ἐπετίθει, καὶ αὖθις ἐκεῖνος ἀπέῤῥι
πτεν. Καὶ τοῦτο πολλάκις γεγονός, γέλως ήρετο ρουσα πέμπεται. Καὶ δὴ προτισχούσης αἰγιαλῷ τῆς
παρὰ τῶν παρόντων καὶ χλεύη καὶ ἐπιτίμησις οὐ
μικρά. Οἱ δέ γε προσεκτικώτεροι, ἀνάγοντες τὸν
νοῦν πρὸς ἅπερ ἐκεῖνος ἐποίει τοὺς ἀρχιερεῖς πρό
νεὼς οἱ ταύτην ἄγοντες δηλοποιοῦσι τῷ Κοτανίτζῃ
τὴν ἄφιξιν, καὶ ὁρισθείσης νυκτὸς αὐτοὶ μὲν τῷ
τείχει τῆς μονῆς ἅμα καὶ πόλεως ἐφιστῶσι τοὺς ἱπ
καὶ δὴ παρὰ μαθητοῦ αὐτοῦ τοῦ μοναχοῦ προσαγγέλλεται Γαλακτίωνος χείριστα καὶ φρονῶν καὶ λέγων κατὰ βασιλέως. ὡς δὴ καὶ ὑποπτευθεὶς τὰ μέγιστα πρὸς πολλὰ δίκαις καθοσιώσεως καθυπάγεται. τὸ δ’ ἐντεῦθεν ἁπάσαις τε λοιδορίαις περιβληθεὶς καὶ ἐλεγμοῖς τοῖς εἰκόσιν, ὅτι καὶ μοναχὸς ὢν οὐκ ἔφριξεν ἀθετήσας τὸ σχῆμα καὶ πρὸς τὸν τῶν ἀρχιερέων μεταπηδήσας βαθμόν, καὶ τὰ δεινὰ παθὼν ἐκ πολλῶν, τέλος πυγμαῖς τε καὶ ὠθισμοῖς ἀνάρπαστος γεγονὼς ἔξω που τοῦ κοινοῦ συνεδρίου παρέρριπται, ὅτε καὶ ὁ Λαρίσσης Νίκανδρος τῆς Ἰωάννου χειροτονίας ὢν καὶ διὰ τοῦτο παρ’ ἐκείνου καθαιρεθείς, ἐκεῖσε παρὼν καί γ’ ἀτίμως ἐκεῖνον ἐκριφθέντα θεώμενος, λαβὼν μοναχικὸν ἐπιτύμβιον μεθ’ ὅσου μυκτῆρος καὶ χλευασμοῦ ἐπιτίθησιν. ὁ δὲ πρὸς τοῦτο μόνον ἐν ἑαυτῷ γεγονὼς (τὰ γὰρ πλεῖστα ἔξω νοὸς ἦν) ἐρρίπτει τε παρευθὺς ἐπισχὼν τὴν καλύπτραν ἐκ σφενδονῶν, καὶ ταῖς ὀξείαις βολαῖς τοῦ ἡλίου γυμνὴν ἐδίδου καθυπακούειν τὴν κεφαλήν. ὁ δὲ καὶ αὖθις ἀναλαμβάνων ἐπετίθει, καὶ αὖθις ἐκεῖνος ἀπέρριπτεν. καὶ τοῦτο πολλάκις γεγονός, γέλως ᾔρετο παρὰ τῶν παρόντων καὶ χλεύη καὶ ἐπιτίμησις οὐ μικρά.
νέουν την πρόνοιαν.
κδ'. Όπως ὁ Κοτανίτζης ἀπὸ τῆς Προύσης φυγάς
ἐγένετο.
[Ρ. 41] Ο μέντοι γε Κοτανίτζης τὸ σχῆμα φέρων
τῶν μοναχῶν κἐν τῇ τῆς Περιβλέπτου μονῇ ἀσκῶν,
ὑποκρινόμενος δὲ καὶ πᾶσαν ἁπλότητα ὡς ἐκ ψυχές
ἀγαπήσας τὴν πολιτείαν καὶ ταύτῃ συναποθανεῖν
αἱρούμενος, καὶ τοιαύταις ἀπάταις τοὺς μοναχοὺς
ὑπελθών, πείθει ἐφεῖναι τούτῳ καταλαβεῖν τὴν ἐν
Προύσῃ μεγίστην μονὴν, ᾗ δὴ ἀφιγμένος ἐκεῖθεν
τεχνιτεύει τὴν ἐπὶ τὰ οἰκεῖα δραπέτευσιν. Γράφει
γὰρ δι᾿ ἀποῤῥήτων, ἐνασχολουμένου τοῦ βασιλέως
τοῖς ἄλλοις καιρὸν εὐρηκὼς τὸν ἁρμόδιον, καὶ ἁλιες
ενήρης παρὰ τῶν οἰκείων εὐτρεπισθεῖσα ἵππους φέρ
μεῖς τοῖς εἰκόσιν, ὅτι καὶ μοναχὸς ὧν οὐκ ἔφριξεν τερον, ὁμοίαις δίκαις ὑποβάλλουσαν ἐκεῖνον κατε
ἀθετήσας τὸ σχῆμα καὶ πρὸς τὸν τῶν ἀρχιερέων
μεταπηδήσας βαθμὴν, καὶ τὰ δεινὰ παθὼν ἐκ πολ
λῶν, τέλος πυγμαῖς τε καὶ ὠθισμοῖς ἀνάρπαστος γε
γονὼς ἔξω που τοῦ κοινοῦ συνεδρίου παρέῤῥιπται, ὅτε
καὶ ὁ Λαρίσσης Νίκανδρος τῆς Ἰωάννου χειροτονίας
ὢν καὶ διὰ τοῦτο παρ' ἐκείνου καθαιρεθείς, ἐκεῖσε
παρὼν καί γ' ἀτίμως ἐκεῖνον ἐκριφθέντα θεώμενος,
λαβὼν μοναχικὸν ἐπιτύμβιον μεθ᾽ ὅσου μυκτήρος
καὶ χλευασμοῦ ἐπιτίθησιν. Ὁ δὲ πρὸς τοῦτο μόνον
ἐν ἑαυτῷ γεγονὼς (τὰ γὰρ πλεῖστα ἔξω νοὸς ἦν)
ερείπτει τε παρευθὺς ἐπισχὼν τὴν καλύπτραν ἐκ
σφενδονῶν, καὶ ταῖς ὀξείαις βολαῖς τοῦ ἡλίου γυμνὴν
ἐδίδου καθυπακούειν τὴν κεφαλήν. Ὁ δὲ καὶ αὖθις
ἀναλαμβάνων ἐπετίθει, καὶ αὖθις ἐκεῖνος ἀπέῤῥι
πτεν. Καὶ τοῦτο πολλάκις γεγονός, γέλως ήρετο ρουσα πέμπεται. Καὶ δὴ προτισχούσης αἰγιαλῷ τῆς
παρὰ τῶν παρόντων καὶ χλεύη καὶ ἐπιτίμησις οὐ
μικρά. Οἱ δέ γε προσεκτικώτεροι, ἀνάγοντες τὸν
νοῦν πρὸς ἅπερ ἐκεῖνος ἐποίει τοὺς ἀρχιερεῖς πρό
νεὼς οἱ ταύτην ἄγοντες δηλοποιοῦσι τῷ Κοτανίτζῃ
τὴν ἄφιξιν, καὶ ὁρισθείσης νυκτὸς αὐτοὶ μὲν τῷ
τείχει τῆς μονῆς ἅμα καὶ πόλεως ἐφιστῶσι τοὺς ἱπ
οἱ δέ γε προσεκτικώτεροι, ἀνάγοντες τὸν νοῦν πρὸς ἅπερ ἐκεῖνος ἐποίει τοὺς ἀρχιερεῖς πρότερον, ὁμοίαις δίκαις ὑποβάλλουσαν ἐκεῖνον κατενόουν τὴν πρόνοιαν. 24. Ὁ μέντοι γε Κοτανίτζης τὸ σχῆμα φέρων τῶν μοναχῶν κἀν τῇ τῆς Περιβλέπτου μονῇ ἀσκῶν, ὑποκρινόμενος δὲ καὶ πᾶσαν ἁπλότητα ὡς ἐκ ψυχῆς ἀγαπήσας τὴν πολιτείαν καὶ ταύτῃ συναποθανεῖν αἱρούμενος, καὶ τοιαύταις ἀπάταις τοὺς μοναχοὺς ὑπελθών, πείθει ἐφεῖναι τούτῳ καταλαβεῖν τὴν ἐν Προύσῃ μεγίστην μονήν, ᾗ δὴ ἀφιγμένος ἐκεῖθεν τεχνιτεύει τὴν ἐπὶ τὰ οἰκεῖα δραπέτευσιν. γράφει γὰρ δι’ ἀπορρήτων, ἐνασχολουμένου τοῦ βασιλέως τοῖς ἄλλοις καιρὸν εὑρηκὼς τὸν ἁρμόδιον, καὶ ἁλιὰς ἐνήρης παρὰ τῶν οἰκείων εὐτρεπισθεῖσα ἵππους φέρουσα πέμπεται. καὶ δὴ προσισχούσης αἰγιαλῷ τῆς νεὼς οἱ ταύτην ἄγοντες δηλοποιοῦσι τῷ Κοτανίτζῃ τὴν ἄφιξιν, καὶ ὁρισθείσης νυκτὸς αὐτοὶ μὲν τῷ τείχει τῆς μονῆς ἅμα καὶ πόλεως ἐφιστῶσι τοὺς ἵππους, ἐκεῖνος δὲ ὑποχαλασθεὶς σχοίνῳ καὶ ἐπιβὰς ἵππου. καταλαβὼν τὸν αἰγιαλόν, αὐτονυχεὶ ἀνάγεται καὶ τὴν φυγαδείαν ὡς εἰκὸς διατίθεται. 25.
νέουν την πρόνοιαν.
κδ'. Όπως ὁ Κοτανίτζης ἀπὸ τῆς Προύσης φυγάς
ἐγένετο.
[Ρ. 41] Ο μέντοι γε Κοτανίτζης τὸ σχῆμα φέρων
τῶν μοναχῶν κἐν τῇ τῆς Περιβλέπτου μονῇ ἀσκῶν,
ὑποκρινόμενος δὲ καὶ πᾶσαν ἁπλότητα ὡς ἐκ ψυχές
ἀγαπήσας τὴν πολιτείαν καὶ ταύτῃ συναποθανεῖν
αἱρούμενος, καὶ τοιαύταις ἀπάταις τοὺς μοναχοὺς
ὑπελθών, πείθει ἐφεῖναι τούτῳ καταλαβεῖν τὴν ἐν
Προύσῃ μεγίστην μονὴν, ᾗ δὴ ἀφιγμένος ἐκεῖθεν
τεχνιτεύει τὴν ἐπὶ τὰ οἰκεῖα δραπέτευσιν. Γράφει
γὰρ δι᾿ ἀποῤῥήτων, ἐνασχολουμένου τοῦ βασιλέως
τοῖς ἄλλοις καιρὸν εὐρηκὼς τὸν ἁρμόδιον, καὶ ἁλιες
ενήρης παρὰ τῶν οἰκείων εὐτρεπισθεῖσα ἵππους φέρ
μεῖς τοῖς εἰκόσιν, ὅτι καὶ μοναχὸς ὧν οὐκ ἔφριξεν τερον, ὁμοίαις δίκαις ὑποβάλλουσαν ἐκεῖνον κατε
ἀθετήσας τὸ σχῆμα καὶ πρὸς τὸν τῶν ἀρχιερέων
μεταπηδήσας βαθμὴν, καὶ τὰ δεινὰ παθὼν ἐκ πολ
λῶν, τέλος πυγμαῖς τε καὶ ὠθισμοῖς ἀνάρπαστος γε
γονὼς ἔξω που τοῦ κοινοῦ συνεδρίου παρέῤῥιπται, ὅτε
καὶ ὁ Λαρίσσης Νίκανδρος τῆς Ἰωάννου χειροτονίας
ὢν καὶ διὰ τοῦτο παρ' ἐκείνου καθαιρεθείς, ἐκεῖσε
παρὼν καί γ' ἀτίμως ἐκεῖνον ἐκριφθέντα θεώμενος,
λαβὼν μοναχικὸν ἐπιτύμβιον μεθ᾽ ὅσου μυκτήρος
καὶ χλευασμοῦ ἐπιτίθησιν. Ὁ δὲ πρὸς τοῦτο μόνον
ἐν ἑαυτῷ γεγονὼς (τὰ γὰρ πλεῖστα ἔξω νοὸς ἦν)
ερείπτει τε παρευθὺς ἐπισχὼν τὴν καλύπτραν ἐκ
σφενδονῶν, καὶ ταῖς ὀξείαις βολαῖς τοῦ ἡλίου γυμνὴν
ἐδίδου καθυπακούειν τὴν κεφαλήν. Ὁ δὲ καὶ αὖθις
ἀναλαμβάνων ἐπετίθει, καὶ αὖθις ἐκεῖνος ἀπέῤῥι
πτεν. Καὶ τοῦτο πολλάκις γεγονός, γέλως ήρετο ρουσα πέμπεται. Καὶ δὴ προτισχούσης αἰγιαλῷ τῆς
παρὰ τῶν παρόντων καὶ χλεύη καὶ ἐπιτίμησις οὐ
μικρά. Οἱ δέ γε προσεκτικώτεροι, ἀνάγοντες τὸν
νοῦν πρὸς ἅπερ ἐκεῖνος ἐποίει τοὺς ἀρχιερεῖς πρό
νεὼς οἱ ταύτην ἄγοντες δηλοποιοῦσι τῷ Κοτανίτζῃ
τὴν ἄφιξιν, καὶ ὁρισθείσης νυκτὸς αὐτοὶ μὲν τῷ
τείχει τῆς μονῆς ἅμα καὶ πόλεως ἐφιστῶσι τοὺς ἱπ
Ὅπερ μαθὼν ὁ βασιλεὺς καὶ ἐν δεινῷ ποιησάμενος, ἐπεὶ καὶ τὸν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δούκα καὶ δυσικοῦ σεβαστοκράτορος υἱὸν Μιχαὴλ πολλὴν δραστηριότητα ἔχειν ἐμάνθανε, τοῦ μὲν τὸ θερμουργὸν ὑπονοῶν ὅμως εἰς καιρὸν ἐτίθει τὴν περὶ αὐτοῦ σκέψιν, τοῦ δὲ τὸ αὐτίκα δραστήριον τὰ πολλὰ ὑποπτεύσας ὡς ἐσομένου πολεμίου ἀπαραιτήτου πρὸς ὃ δὴ καὶ ὁρμήσειε, λόγους τε κινεῖ περὶ τούτου καὶ τῇ ἰδίᾳ αὐτανεψίᾳ συσκέπτεται Ἄννῃ τῇ βασιλίσσῃ. ἡ δ’ ἐκ τῶν δυνατῶν καὶ βασιλεῖ χαριζομένη καὶ γειτονοῦν κακὸν ἑαυτῇ ὠθοῦσα, ὡς εἶχε καθυπισχνεῖτο παντοίως τὸν ἀνεψιὸν μετελθεῖν, καὶ μηδὲν ἀνεῖναι δουλαγωγῆσαι, καὶ ὡς δυνηθείη ἐκεῖνον περισχεῖν ἀφύκτως εἰς χεῖρας καὶ πέμπειν τῷ βασιλεῖ. συνέταττε δὲ καὶ δυνάμεις ὁ βασιλεὺς ἀφιξομένας συνάμα τῷ πρωτοβεστιαρίῳ Ταρχανειώτῃ πρὸς δύσιν πεζῇ καὶ τῇ Δημητριάδι ἐπιμιξομένας, ὡς κατασχεῖν μὲν ὁπόσον καὶ τῶν ἐκεῖ δυνηθεῖεν νόμῳ πολέμου καὶ μάχης, ἕτοιμον δ’ εἶναι λαμβάνειν πεμπόμενον παρὰ τῆς Ἄννης, εἰ κατασχεῖν εὐοδοῖτο, τὸν Μιχαήλ.
νέουν την πρόνοιαν.
κδ'. Όπως ὁ Κοτανίτζης ἀπὸ τῆς Προύσης φυγάς
ἐγένετο.
[Ρ. 41] Ο μέντοι γε Κοτανίτζης τὸ σχῆμα φέρων
τῶν μοναχῶν κἐν τῇ τῆς Περιβλέπτου μονῇ ἀσκῶν,
ὑποκρινόμενος δὲ καὶ πᾶσαν ἁπλότητα ὡς ἐκ ψυχές
ἀγαπήσας τὴν πολιτείαν καὶ ταύτῃ συναποθανεῖν
αἱρούμενος, καὶ τοιαύταις ἀπάταις τοὺς μοναχοὺς
ὑπελθών, πείθει ἐφεῖναι τούτῳ καταλαβεῖν τὴν ἐν
Προύσῃ μεγίστην μονὴν, ᾗ δὴ ἀφιγμένος ἐκεῖθεν
τεχνιτεύει τὴν ἐπὶ τὰ οἰκεῖα δραπέτευσιν. Γράφει
γὰρ δι᾿ ἀποῤῥήτων, ἐνασχολουμένου τοῦ βασιλέως
τοῖς ἄλλοις καιρὸν εὐρηκὼς τὸν ἁρμόδιον, καὶ ἁλιες
ενήρης παρὰ τῶν οἰκείων εὐτρεπισθεῖσα ἵππους φέρ
μεῖς τοῖς εἰκόσιν, ὅτι καὶ μοναχὸς ὧν οὐκ ἔφριξεν τερον, ὁμοίαις δίκαις ὑποβάλλουσαν ἐκεῖνον κατε
ἀθετήσας τὸ σχῆμα καὶ πρὸς τὸν τῶν ἀρχιερέων
μεταπηδήσας βαθμὴν, καὶ τὰ δεινὰ παθὼν ἐκ πολ
λῶν, τέλος πυγμαῖς τε καὶ ὠθισμοῖς ἀνάρπαστος γε
γονὼς ἔξω που τοῦ κοινοῦ συνεδρίου παρέῤῥιπται, ὅτε
καὶ ὁ Λαρίσσης Νίκανδρος τῆς Ἰωάννου χειροτονίας
ὢν καὶ διὰ τοῦτο παρ' ἐκείνου καθαιρεθείς, ἐκεῖσε
παρὼν καί γ' ἀτίμως ἐκεῖνον ἐκριφθέντα θεώμενος,
λαβὼν μοναχικὸν ἐπιτύμβιον μεθ᾽ ὅσου μυκτήρος
καὶ χλευασμοῦ ἐπιτίθησιν. Ὁ δὲ πρὸς τοῦτο μόνον
ἐν ἑαυτῷ γεγονὼς (τὰ γὰρ πλεῖστα ἔξω νοὸς ἦν)
ερείπτει τε παρευθὺς ἐπισχὼν τὴν καλύπτραν ἐκ
σφενδονῶν, καὶ ταῖς ὀξείαις βολαῖς τοῦ ἡλίου γυμνὴν
ἐδίδου καθυπακούειν τὴν κεφαλήν. Ὁ δὲ καὶ αὖθις
ἀναλαμβάνων ἐπετίθει, καὶ αὖθις ἐκεῖνος ἀπέῤῥι
πτεν. Καὶ τοῦτο πολλάκις γεγονός, γέλως ήρετο ρουσα πέμπεται. Καὶ δὴ προτισχούσης αἰγιαλῷ τῆς
παρὰ τῶν παρόντων καὶ χλεύη καὶ ἐπιτίμησις οὐ
μικρά. Οἱ δέ γε προσεκτικώτεροι, ἀνάγοντες τὸν
νοῦν πρὸς ἅπερ ἐκεῖνος ἐποίει τοὺς ἀρχιερεῖς πρό
νεὼς οἱ ταύτην ἄγοντες δηλοποιοῦσι τῷ Κοτανίτζῃ
τὴν ἄφιξιν, καὶ ὁρισθείσης νυκτὸς αὐτοὶ μὲν τῷ
τείχει τῆς μονῆς ἅμα καὶ πόλεως ἐφιστῶσι τοὺς ἱπ
PG 144:77ταῦτα τάξας τε καὶ κυρώσας ὁ βασιλεὺς τὴν Ἄνναν μετ’ εἰρήνης ἀπέπεμπε καὶ τιμῆς, αὐτὸς δὲ παντοίως ὑποποιούμενος τὸν πρωτοβεστιάριον καὶ τιμᾶν αἱρούμενος τοῖς μεγίστοις, ὡς καὶ τῷ τοῦ Καίσαρος ἀξιώματι σεμνύειν καθυπισχνεῖσθαι, πρὸς τὴν δύσιν ὥρμα. ὁ δὲ μόλις ἀξίωμα μὲν ἔλεγε τότε λαμβάνειν διδόντος, ὅτε καὶ αὐτὸς ἄξιόν τι Ῥωμαίοις ἐπεξεργάσεται κατόρθωμα, ὡς μὴ δωρεὰν ἀλλ’ ἆθλον λαμβάνειν· τότε δὲ χρείας ἐνούσης χρημάτων αὐτὸς μὲν ἐκ τοῦ κοινοῦ ταμιείου, ὡς αὐτὸν διαβεβαιοῦσθαι πρὸς τοὺς οἰκείους ὕστερον, ἐζήτει τὰ χρήματα, ἡ δὲ περὶ τὸν βασιλέα βουλὴ ἐκ κοινῆς συγκροτήσεως συλλέγεσθαι ἐδικαίου. ἡ δ’ ἦν τὸ τῆς προνοίας τῶν ἐχόντων προνοίας δέκατον. ὃ δὴ καὶ συνήγετο μὲν ὡς δῆθεν ἐκ τῶν δικαίων τῶν δεσποτῶν, τὸ πᾶν δ’ οἱ παροικοῦντες ἀπετίννυον δυναστευόντων ἐκείνων. συναχθέντων μὲν μεγάλων χρημάτων ἐντεῦθεν, ταῦτα λαβὼν ὁ πρωτοβεστιάριος ἅμα πλείσταις δυνάμεσιν ἐπὶ Δημητριάδος καὶ τῶν ἐκεῖ ταχέως ἐξώρμα, πεζῇ τὰς δυνάμεις ἄγων. [] τὸ δὲ ναυτικὸν ὁ ἐκείνου γαμβρὸς Ῥαοὺλ Ἀλέξιος ἦγε, περί που τὰς ὀγδοήκοντα ναῦς· συνῆν δ’ αὐτῷ καὶ ὁ μέγας στρατοπεδάρχης Συναδηνός.
τους, ἐκεῖνος δὲ ὑποχαλασθείς σχοίνῳ καὶ ἐπιβὰς πεζῇ καὶ τῇ Δημητριάδι ἐπιμιξομένας, ὡς κατασχεῖν
ίππου, καταλαβὼν τὸν αἰγιαλὸν, αὐτονυχεὶ ἀνάγεται
καὶ τὴν φυγαδείαν ὡς εἰκὸς διατίθεται.
κι'. Περὶ τῆς ἐπὶ δύσιν ἐκστρατείας τοῦ πρωτο
βεστιαρίου Ταρχανειώτου.
υπερ μαθὼν ὁ βασιλεὺς καὶ ἐν δεινῷ ποιησάμε
νος, ἐπεὶ καὶ τὸν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δούκα καὶ δυτικοῦ
σεβαστοκράτορος υἱὸν Μιχαὴλ πολλήν δραστηριότητα
ἔχειν ἐμάνθανε, τοῦ μὲν τὸ θερμουργὸν ὑπονοῶν
ὅμως εἰς καιρὸν ἐτίθε: τὴν περὶ αὐτοῦ σκέψιν, τοῦ
δὲ τὸ αὐτίκα δραστήριον τὰ πολλὰ ὑποπτεύσας ὡς
ἐσομένου πολεμίου ἀπαραιτήτου πρὸς ὁ δὴ καὶ ὁρμή
σεις, λόγους τε κινεῖ περὶ τούτου καὶ τῇ ἰδίᾳ αὐτα
νεψία συσκέπτεται ῎Αννῃ τῇ βασιλίσση. 42] Η
δ᾽ ἐκ τῶν δυνατῶν καὶ βασιλεῖ χαριζομένη καὶ γει
τονοῦν κακὸν ἑαυτῇ ὠθοῦσα, ὡς εἶχε καθυπισχνείτο
παντοίως τὸν ἀνεψιόν μετελθεῖν, καὶ μηδὲν ἀνεῖναι
δουλαγωγῆσαι, καὶ ὡς δυνηθείη ἐκεῖνον περισχεῖν
ἀφύκτως εἰς χεῖρας καὶ πέμπειν τῷ βασιλεῖ. Συν
έταττε δὲ καὶ δυνάμεις ὁ βασιλεὺς ἀφιξομένας σύνα
μα τῷ πρωτοβεστιαρίῳ Ταρχανειώτῃ πρὸς δύσιν
μὲν ὁπόσον καὶ τῶν ἐκεῖ δυνηθείεν νόμῳ πολέμου
καὶ μάχης, ἕτοιμον δ' εἶναι λαμβάνειν πεμπόμενον
παρὰ τῆς ᾿Αννης, εἰ κατασχεῖν εὐοδοῖτο, τὸν Μιχαήλ.
Ταῦτα τάξας τε καὶ κυρώσας ὁ βασιλεὺς τὴν ᾿Ανναν
μετ' εἰρήνης ἀπέπεμπε καὶ τιμῆς, αὐτὸς δὲ πανε
τοίως ὑποποιούμενος τὸν πρωτοβεστιάριον καὶ τιμήν
αἱρούμενος τοῖς μεγίστοις, ὡς καὶ τῷ τοῦ Καίσαρος
ἀξιώματι σεμνύνειν καθυπισχνείσθαι, πρὸς τὴν δύο
σιν ὥρμα. Ο δὲ μόλις ἀξίωμα μὲν ἔλεγε τότε λιμ
βάνειν διδόντος, ὅτε καὶ αὐτὸς ἄξιόν τι Ῥωμαίοις
ἐπεξεργάσεται κατόρθωμα, ὡς μὴ δωρεάν, ἀλλ᾽ ἄθλον
λαμβάνειν· τότε δὲ χρείας ἐνούσης χρημάτων αὐτὸς
μὲν ἐκ τοῦ κοινοῦ ταμιείου, ὡς αὐτὸν διαβεβαιοῦσθαι
πρὸς τοὺς οἰκείους ὕστερον, ἐζήτει τὰ χρήματα, ἡ
δὲ περὶ τὸν βασιλέα βουλὴ ἐκ κοινῆς συγκροτήσεως
συλλέγεσθαι ἐδικαίου. Η δ' ἦν τὸ τῆς προνοίας τῶν
ἐχόντων προνοίας δέκατον. Ο δὴ καὶ συνήγετο μὲν
ὡς δῆθεν ἐκ τῶν δικαίων τῶν δεσποτῶν, τὸ πᾶν δ' οἱ
παροικοῦντες ἀπετίννυον δυναστευόντων ἐκείνων.
Συναχθέντων μὲν μεγάλων χρημάτων ἐντεῦθεν, ταῦ
PG 144:79καὶ χρήσιμον ἐδόκει τὰ μέγιστα τότε ναυτικὸν τοῖς Ῥωμαίων πράγμασιν, εἰ καὶ μετὰ τὴν ὑποστροφὴν οὕτω δόξαν κατημελεῖτο ὡς ζημιοῦν πλέον ἢ συνοῖσον κατὰ καιρούς. ὑπενοεῖτο γὰρ καὶ ταῦτα, καὶ πρὸς τὸ πιστεύειν ἦσάν τινες οἷς ἤρεσκε τὸ οὕτω πεπρᾶχθαι, ὡς ἐπεί γε τὴν ἐκκλησίαν ἐν ἀταραξίᾳ καταστῆναι ξυνέβη βασιλέως σπεύσαντος, πᾶν ἐντεῦθεν πολέμιον συσταλῆναι τότε καὶ ἀπρακτήσει τοῦ θεοῦ νεύοντος. ἐκεῖθεν δὲ καί τινες τῶν βασιλικῶν ἀρχόντων καὶ βουληφόρων βουλὰς εἰσῆγον, πολὺ μὲν τὸ ἀντερετικὸν εἶναι πολὺ δὲ τὸ κατὰ τὰς ναῦς μισθοφορικόν, ὧν ἐκείνων μὲν τὰ τέλη τῷ δημοσίῳ ταμιείῳ καταβαλλόντων, χρημάτων εὐπορεῖν πολυβδάλουσαν βασιλείαν, καὶ τούτοις κατὰ σπονδάς τε καὶ συνθεσίας ἀκονιτί τε καὶ ἀπραγμόνως διαφέρειν τὰ τῆς ἀρχῆς.
τα λαβὼν ὁ πρωτοβεστιάριος ἅμα πλείσταις δυνάμε- ὧν ἐκείνων μὲν τὰ τέλη τῷ δημοσίῳ ταμιείῳ κατα
σιν ἐπὶ Δημητριάδος καὶ τῶν ἐκεῖ ταχέως ἐξώρμα,
πεζῇ τὰς δυνάμεις αγων.
κς'. "Οτι αἱ τριήρεις τῆς Ρωμαΐδος κατημελή
θησαν.
Τὸ δὲ ναυτικὸν 43] ὁ ἐκείνου γαμβρός Ραούλ
Αλέξιος ἦγε, περί που τὰς ὀγδοήκοντα ναῦς· συνήν
δ' αὐτῷ καὶ ὁ μέγας στρατοπεδάρχης Συναδηνός. Καὶ
χρήσιμον ἐδόκει τὰ μέγιστα τότε ναυτικὸν τοῖς Ῥω
μαίων πράγμασιν, εἰ καὶ μετὰ τὴν ὑποστροφὴν οὕτω
δόξαν κατημελεῖτο ὡς ζημιοῦν πλέον ἢ συνοῖσον κατὰ
καιρούς. Υπενοεῖτο γὰρ καὶ ταῦτα, καὶ πρὸς τὸ
πιστεύειν ἦσάν τινες οἷς ἤρεσκε τὸ οὕτω πεπράχθαι,
ὡς ἐπεί γε τὴν Ἐκκλησίαν ἐν ἀταραξία καταστῆναι
ξυνέβη βασιλέως σπεύσαντος, πᾶν ἐντεῦθεν πολέμιον
συσταλήναι τότε καὶ ἀπρακτήσει τοῦ Θεοῦ νεύοντος.
Ἐκεῖθεν δὲ καί τινες τῶν βασιλικῶν ἀρχόντων καὶ
βουληφόρων βουλὰς εἰσήγον, πολὺ μὲν τὸ ἀντερετι
κὸν εἶναι, πολὺ δὲ τὸ κατὰ τὰς ναῦς μισθοφορικόν,
βαλλόντων, χρημάτων εὐπορεῖν πολυβδάλλουσαν βασι
λείαν, καὶ τούτοις κατὰ σπονδάς τε καὶ συνθεσίας
ἀκονιτί τε καὶ ἀπραγμόνως διαφέρειν τὰ τῆς ἀρχῆς.
Ταῦτ᾽ ἐκεῖνο: πείθοντες βασιλέα, οὐκ ἐνιδόντες καὶ
πρὸς τὸ μεγαλεῖον τῆς ἀρχῆς τῶν Ῥωμαίων, ὡς οὐχ
εἴας τ' οὔσης ἀρχῆθεν τοῖς οἰκείοις ἐμμένειν, ἀλλὰ
ζημίαν ἡγουμένης εἰ μὴ καὶ ἄλλα προσλάβοιτο, καὶ
ὅτι τῆς Κωνσταντίνου κρατούσης καὶ νήσους ἐχούσης
ἀδύνατα δίχα τριήρεων ἄρχειν, καὶ ταῦτα τοῦ Ιτα
λικοῦ ἐξ ὅτι πλείστης κορύνης ἀνεγηγερμένου προς
ἀνάληψιν ὧν χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἐκείνων ἦταν καὶ
τῇ ἀρχῇ τῶν Ρωμαίων ἐκ τῶν τριήρεων προσεκτή
θησαν. Ταῦτα βασιλεὺς μὲν ὡς εἰκὸς ξυνεώρα, ἱκαν
νῶς ἔχων καὶ πρὸ τῆς ἐς ἅπαν ἡλικίας τῆς ἐς μάλι
στα βασιλικῆς ἐπιστήμης, καὶ τῶν νεῶν εἴχετο· ἀλλ᾽
ἐνίκα τὴ μόρσιμον, καὶ τοῖς λέγουσι πείθειν ἦν. Καὶ
τὸ εἰρηνικὸν δὲ τοῦ καιροῦ, συνυποκλινομένων καὶ
τῶν λοιπῶν Βενετικοῖς τε καὶ Γεννουίταις, ἐκποδὼν
PG 144:82ταῦτ’ ἐκεῖνοι πείθοντες βασιλέα, οὐκ ἐνιδόντες καὶ πρὸς τὸ μεγαλεῖον τῆς ἀρχῆς τῶν Ῥωμαίων, ὡς οὐχ οἵας τ’ οὔσης ἀρχῆθεν τοῖς οἰκείοις ἐμμένειν, ἀλλὰ ζημίαν ἡγουμένης εἰ μὴ καὶ ἄλλα προσλάβοιτο, καὶ ὅτι τῆς Κωνσταντίνου κρατούσης καὶ νήσους ἐχούσης ἀδύνατα δίχα τριήρεων ἄρχειν, καὶ ταῦτα τοῦ Ἰταλικοῦ ἐξ ὅτι πλείστης κορύζης ἀνεγηγερμένου πρὸς ἀνάληψιν ὧν χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἐκείνων ἦσαν καὶ τῇ ἀρχῇ τῶν Ῥωμαίων ἐκ τῶν τριήρεων προσεκτήθησαν. ταῦτα βασιλεὺς μὲν ὡς εἰκὸς ξυνεώρα, ἱκανῶς ἔχων καὶ πρὸ τῆς ἐς ἅπαν ἡλικίας τῆς ἐς μάλιστα βασιλικῆς ἐπιστήμης, καὶ τῶν νεῶν εἴχετο· ἀλλ’ ἐνίκα τὸ μόρσιμον, καὶ τοῖς λέγουσι πείθειν ἦν. καὶ τὸ εἰρηνικὸν δὲ τοῦ καιροῦ, συνυποκλινομένων καὶ τῶν λοιπῶν Βενετικοῖς τε καὶ Γεννουί̈ταις, ἐκποδὼν μάλιστα καὶ τοῦ Καρούλου γενομένου, εὐδιάθετον τὴν γνώμην ἐτίθει. οἱ μὲν οὖν τὰς ναῦς παριδόντες ἐνῆκαν ἐκείναις χρόνον ἱκανὸν καὶ μόνον δίχα τοῦ συνεργοῦντος εἰς φθορὰν λογιζόμενον.
PG 144:84τὸ δὲ ἐπὶ ταύταις ἀποτεταγμένον στρατιωτικόν τε καὶ μάχιμον παρ’ οὐδὲν ἔχοντες, τοῖς μὲν βαναύσας τέχνας μεταχειρίζειν ἐφῆκαν εἰς ἀποστροφήν, ὁπόση τις ἐκεῖθεν δυνατὴ ἦν, τοῖς δὲ καὶ αὐτομολεῖν τοῖς ἐχθροῖς, ὥστε συνάμ’ ἐκείνοις πειρατῶν τρόπῳ τὴν Ῥωμαίων κακοῦν. Τότε δὲ τοῦ πρωτοβεστιαρίου ἐξορμῶντος πολύ τι πλῆθος εἵπετο ἐπὶ δύσεως. καὶ δὴ προσβαλὼν Δημητριάδι ἐκεῖ συνέταττε τὰς δυνάμεις, οὓς μὲν πέμπων εἰς σκῦλα καὶ ἁρπαγάς, οἷς δ’ ἐπὶ ἀνοικοδομὴν τῶν ἐκεῖ χρώμενος πολισμάτων, ἀποκαραδοκῶν καὶ τὴν τῆς βασιλίσσης πρᾶξιν ἐπὶ τῷ ἀνεψιῷ Μιχαήλ, ὡς λέλεκται. καὶ πρῶτον αὐτῷ τῶν ἔργων πύργοις ξυλίνοις αὐθημερὸν εἰς εἴκοσι καὶ τέσσαρας ποσουμένοις περιβαλέσθαι Δημητριάδα, διχῇ τε περιταφρεῦσαι, καὶ ὕδωρ ἐκ θαλάσσης ἐνεῖναι τοῖς τάφροις, καὶ οὕτως ἀνέδην κατ’ ὀλίγον κτίζοντα ἀνεγείρειν λίθοις τὸ πόλισμα. διὰ ταῦτα καὶ ἀνοχὰς ἐποιεῖτο, καὶ ἀεργὸς πρὸς τοὺς ἀντιπάλους ἐφαίνετο. [] τοῦ γοῦν καιροῦ τριβομένου νόσος ἐμπίπτει τῷ στρατιωτικῷ βαρεῖα πάντῃ καὶ αὐτουργὸς τοῖς πολλοῖς θανάτου· βαρείας γὰρ χεῖρας ὁ λοιμὸς ἐκείνοις ἐφῆκε, καὶ ἐπασσύτεροι ἔθνησκον.
τέλος δὲ καὶ αὐτὸς ὁ στρατηγὸς πρωτοβεστιάριος νόσου γέγονε παρανάλωμα, κἀντεῦθεν οἱ περιληφθέντες μηδὲν τῶν γεναίνων πράξαντες ὑπανεζεύγνυον. ὕστερον δὲ αὐτὴ καθ’ αὑτὴν ἡ βασίλισσα συνάμα τῷ ἀνδρὶ Νικηφόρῳ, δόλοις ὑπελθόντες καὶ ὅρκοις ἐξαπατήσαντες τὸν Μιχαὴλ ὡς γαμβρὸν ἐπὶ τῇ θυγατρὶ ἀξόμενοι, μηδ’ αὐτὸ τὸ κεκωλυμένον ἐκ γένους ὑπονοήσαντα ὑπὸ χεῖρας ποιοῦνται, καὶ τῷ βασιλεῖ, συχνὰ τῶν χρημάτων λαβόντες, πέμπουσι δέσμιον· ὃν ὁ βασιλεὺς ὑπὸ φρουροῖς καὶ ἀνέσεσιν ἔχων ἐτίμα, καὶ τὴν ἀνεψιὰν τὴν τοῦ Ἀσὰν θυγατέρα εἰς γάμον δὴ κατηγγύα. ἀλλ’ ἐκεῖνος πολλάκις μὲν ἐπεχείρησε φεύγειν, τοσαυτάκις δέ οἱ ἐμποδὼν ἔστη ἡ τύχη καὶ ἡλίσκετο παραυτίκα, ὥστε καὶ φυλακαῖς δίδοσθαι διὰ ταῦτα. οὗ δὴ καὶ μίαν φυγὴν τὴν ὑστέραν μετὰ χρόνους συμβᾶσαν καθ’ εἱρμὸν τοῦ λόγου καὶ διηγήσομαι.
ἀπεδήμει μὲν οὖν ὁ βασιλεὺς εἰς Θεσσαλονίκην, ὡς αὐτίκα κατὰ καιρὸν ἐροῦμεν, κατείχετο δὲ οὗτος ἐν φυλακαῖς, σὺν αὐτῷ δὲ ἦν καὶ ἡ αὐταδέλφη τούτου, ἣν δὴ παρὰ πατρὸς τοῦ Ἰωάννου σεβαστοκρατοῦντος δεξάμενος Τερτερῆς ὡς μνηστὴν τῷ υἱῷ Ὀσφεντισθλάβῳ, ἔτι ἐν ἀνηβότητι οὖσαν, ἐπειδὴ αὐτὸς τὰς πρὸς βασιλέα σπονδὰς ἠγάπησε, συνάμα τῇ τοῦ Ἀσὰν ἀδελφῇ καὶ αὐτὴν ἐς βασιλέα πέμπει. ἦν οὖν σφίσι μία ἡ φυλακή, οἳ δὴ καὶ τῷ Ἐρρῆ ἐξ Ἐγκλίνων ὄντι συνάμ’ ἑτέροις καὶ τρίτῳ παιδὶ εἰς φυλακὴν ἐπιτετράφατο. ὑπέρχεται γοῦν ὁ Μιχαὴλ τὸν Ἐρρῆν ὑπισχνούμενος γαμβρὸν ἕξειν ἐπ’ ἀδελφῇ ταύτῃ, ἢν δραπετεύσειαν. εἰσὶ δ’ οἳ λέγουσιν ὅτι καὶ πορνικῶς ἐκείνῃ ὁ ἐξ Ἐγκλίνων συνήρχετο, τὰ πιστὰ τῆς ἐπιγαμβρίας ἐντεῦθεν λαμβάνων. ἦν γοῦν ὁ Ἐρρῆς καὶ τῶν λοιπῶν φυλάκων ἐπιστάτης, καὶ πολλοὺς ἀνὰ χεῖρας ἔχων, πιστὸς τὰ πολλὰ δοκῶν βασιλεῖ. δελεάζεται τοίνυν ὁ βάρβαρος μείζοσιν ἢ καθ’ αὑτὸν ὑποσχέσεσι, καὶ κατανεύει τὴν πρᾶξιν.
καὶ δὴ εὐτρεπίζεται μὲν παρὰ τῶν οἰκείων τῷ Μιχαήλ, οἳ δὴ καὶ ἐν ἐλευθερίᾳ διάγοντες ὑπούργουν ἐκείνῳ τὰ ἀναγκαῖα, ἁλιὰς ταχυναυτοῦσα καὶ ἄνδρες ἐρέται μισθοῦ τοῦ μεγάλου οἱ τέως αὐτάρκεις, καὶ ὁ καιρὸς καθ’ ὃν ἐκεῖνοι μὲν τῇ κατὰ δύσιν θαλάσσῃ προσχόντες σταθήσονται, αὐτοὶ δὲ τῆς φυλακῆς ἐκβάντες ἐπιβήσονται, ἐς τὸ ἀκριβὲς τάττεται. κἀπειδὴ δύ’ ὄντας οὐκ ἦν καταγωνίσασθαι τοὺς λοιποὺς (οὐδὲ γὰρ πᾶσιν ἔκπυστος ἦν ἡ βουλὴ) μερίζουσιν ἐκείνους ὡς ἐπὶ πράξει πέμποντες, καὶ καθ’ ἕνα ὑποδεχόμενοι κτείνουσι, τοῦ δευτέρου μὴ εἰδότος τὸ τῷ προτέρῳ συμβάν. οἶκτος δὲ σώζει τὸν παῖδα καὶ μόνος, συμποδίσαντές τε καὶ ἐπαγκωνισάμενοι καί γε δεσμὸν ἐμβαλόντες τῷ στόματι ἀφιᾶσιν. ἐκεῖνοι δ’ ὡς εἶχον ὑπὸ κλεισὶ τὴν φυλακὴν σφραγίσαντες, ὡς μὴ ἐκκυλισθὲν τὸ παιδίον ἐμφανὲς πρὸ καιροῦ τὸ δρᾶμα ποιήσειεν, ὑπὸ πρώτας φυλακὰς τῆς νυκτὸς ἐξίασι. τῷ γὰρ Ἐρρῇ, ὥσπερ αἱ φυλακαί, οὕτω καὶ αἱ τῆς πύλης τῆς ἐκεῖ κλεῖδες ἐπιτετράφατο.
ὡς ἂν δὲ μὴ δόξῃ δόλος τὸ δρώμενον, ἐκεῖνος κάτωθεν τοῖς φύλαξιν ἐκφωνεῖ, διυπνίζων δῆθεν πρὸς τὴν τῶν κατεχομένων φυλακήν, ὡς αὐτοῦ γε τάχα ἐν ἀπορρήτοις δουλείαις σχολάζοντος· καὶ γάρ τινες ἰδόντες οὐδὲν ἄλλο ὑπενόουν τότε ἢ ὅτι ὁρισθὲν πρὸς βασιλέως δι’ ἀπορρήτων αὐτὸς οἰκονομοίη τὰ προσταττόμενα καὶ τοὺς ὁρισθέντας ἐκφέρει νυκτὸς ὅπου ἂν καὶ προστάσσοιτο. ἐκεῖνοι δὲ τὰς φυλακὰς ὑποδραμοῦντες ἐπιβαίνουσι τῆς νηός. καὶ ἦν αὐτοῖς ὡς καὶ πᾶσι γνωσθέντος ὁ νοῦς ἐν ἐλπίσιν ἀναμφιβόλοις, ὡς οὐδὲν ἐμποδὼν ἐσεῖται δυοῖν ἢ καὶ τριῶν ἡμερῶν τῇ Εὐρίπῳ προσσχεῖν καὶ τῶν τῆς φυγῆς ἀνεθῆναι φόβων, τῆς ἀδελφῆς κυριευούσης τῆς νήσου. ἀλλ’ ἡ παλίμπους περιίστατο δίκη, καὶ τὰ τῶν φονευθέντων αἵματα δεσμὸς ἦν τὴν πρόσω πορείαν κωλύων ἄρρηκτός τε καὶ ἄλυτος. ἀντιπνεῖ γὰρ ἐξαίφνης πνεῦμα βίαιον νότου, ὡς καὶ τὰς ἐλλιμενιζούσας ἐξοκέλλειν ἐκ βίας, καὶ ἄνεμος ἐμποδὼν ἔστη παρανομήσασιν. οὐ γὰρ μίαν ἢ καὶ δευτέραν ἡμέραν ἠπλόει ἐκ βιαίων νότων τὸ πέλαγος, ἀλλ’ ἐφ’ ἡμέραις, μέχρις ἂν ἐκεῖνοι κατὰ τὴν Ῥαιδεστὸν ἐξοκείλαντες ὑπὸ χεῖρα γένοιντο τοῖς τυχοῦσι.
PG 144:85Καὶ ταῦτα μὲν μετὰ χρόνους πέπρακται, τῆς δ’ ἀκολουθίας διδούσης τοῦ λόγου ἐνταῦθα προανατέτακται. ἡμῖν δὲ ἰτέον πρὸς τὰ ἑξῆς. ἔμπης δὲ προσθετέον καὶ τοῦτο σφίσιν· ἐπικοινωνεῖ γὰρ τοῖς προανατεταγμένοις. ὀγδόου γὰρ ἐκ τούτου χρόνου διανυσθέντος, καὶ τῶν οἰκείων αὐτοῦ δὲ ζητούντων τῷ πρεσβεύεσθαι παρὰ βασιλέα καὶ καθυπισχνεῖσθαι τὰ μεγάλα, εἰ μόνον ἀνεῖτο τῶν φυλακῶν καὶ πρὸς αὐτοὺς γένοιτο, ὁ μὲν κρατῶν ἀνήρτα τὰ περὶ τούτου, καὶ λόγοις οἰκονομίας οὔτε πάμπαν ἀνήνατο οὔτε μὴν κατένευεν ἐς τὸ παντελές. τὰς γοῦν τοιαύτας ἀναβολὰς μανθάνων ἐκεῖνος βουλὴν βουλεύεται κακίστην μᾶλλον ἢ συνετήν. ἐγγειτονῶν γὰρ τῶν ἀνακτόρων ἐγκεκλεισμένος ὅπου δὴ καὶ βασιλεὺς ᾤκει, ἔγνω πῦρ ἐνιέναι τοῖς οἴκοις, ὡς δή τι γενναῖον ποιούμενος τὸ εἰς τοιοῦτον ἀναρρίπτειν κίνδυνον. καὶ δὴ νυκτὸς ἀωρὶ κάγκανα ξύλα ἑτοιμασάμενος, ὡς δῆθεν θερμαίνοιτο (χειμῶνος γὰρ ἐπράττετο ταῦτα, περί που Σκιρροφοριῶνος τὰ μέσα, ὅς ἐστιν ὁ Δεκέβριος), τὰς θύρας τῆς εἱρκτῆς ἀσφαλισάμενος ἔνδοθεν πῦρ ἐνίησιν, ὃ δὴ καὶ τῆς ὥρας καταταχῆσαν ἐξῆπτε καὶ τοῖς ἐκτὸς δῆλον ἦν.
δεχόμενοι κτείνουσι, τοῦ δευτέρου μὴ εἰδότος τὸ τῷ ἡ αἵματα δεσμὸς ἦν τὴν πρόσω πορείαν κωλύων ἄρρηκτος
προτέρω συμβάν. Οίκτος δὲ σώζει τὸν παῖδα καὶ με
νος, συμποδίσαντές τε καὶ ἐπαγκωνισάμενοι και γε
δεσμὸν ἐμβαλόντες τῷ στόματι ἀφιᾶσιν. Ἐκεῖνοι δ'
ὡς εἶχον ὑπὸ κλεισὶ τὴν φυλακὴν σφραγίσαντες, ὡς
μὴ ἐκχυλισθὲν τὸ παιδίον ἐμφανὲς πρὸ καιροῦ τὸ
δράμα ποιήσειεν, ὑπὸ πρώτας φυλακὰς τῆς νυκτὸς
ἐξίστι. Τῷ γὰρ Ερόη, ὥσπερ αἱ φυλακαί, οὕτω καὶ
αἱ τῆς πύλης τῆς ἐκεῖ κλεῖδες ἐπιτετράφατο. ὓς ἂν
δὲ μὴ δόξῃ δόλος τὸ δρώμενον, ἐκεῖνος κάτωθεν τοῖς
φύλαξιν ἐκφωνεί, διυπνίζων δῆθεν πρὸς τὴν τῶν κατα
εχομένων φυλακήν, ὡς αὐτοῦ γε τάχα ἐν ἀποῤῥή
τοις δουλείαις σχολάζοντος· καὶ γάρ τινες ἰδόντες
οἱ δὲν ἄλλο ὑπενόουν τότε ἢ ὅτι ὁρισθὲν πρὸς βασι
λέως δι' ἀποῤῥήτων αὐτὸς οἰκονομοίη τὰ προσταττό
μενα καὶ τοὺς ὁρισθέντας ἐκφέρει νυκτὸς ὅπου ἂν
καὶ προστάσσοντο. Ἐκεῖνοι δὲ τὰς φυλακάς ὑποδρα
μόντες ἐπιβαίνουσι τῆς νηός. Καὶ ἦν αὐτοῖς ὡς καὶ
πᾶςι γνωσθέντος ὁ νοῦς ἐν ἐλπίσιν ἀναμφιβόλοις, ὡς
οὐδὲν ἐμποδὼν ἐσεῖται δυοῖν ἢ καὶ τριῶν ἡμερῶν τῇ
Ευρίπῳ προσσχεῖν καὶ τῶν τῆς φυγῆς ἀνεθῆναι φό
των, τῆς ἀδελφῆς κυριευούσης τῆς νήσου. ᾿Αλλ' ἡ
παλίμπους περιίστατο δίκη, καὶ τὰ τῶν φονευθέντων
τε καὶ ἄλυτος. 'Αντιπνεῖ γὰρ ἐξαίφνης πνεῦμε βίαιον
νότου, ὡς καὶ τὰς ἐλλιμενικούσας ἐξοκέλλειν ἐκ βίας,
καὶ ἄνεμος ἐμποδὼν ἔστη παρανομήσασιν. Οὐ γὰρ
μίαν ἢ καὶ δευτέραν ἡμέραν ἐπλόει ἐκ βιαίων νότων
τὸ πέλαγος, ἀλλ' ἐφ' ἡμέραις, μέχρις ἂν ἐκεῖνοι κατά
τὴν 'Ραιδεστὸν ἐξοκείλαντες ὑπὸ χεῖρα γένοιντο τοῖς
τυχούσι. Καὶ ταῦτα μὲν μετὰ χρόνους πέπρακται,
τῆς δ' ἀκολουθίας διδούσης τοῦ λόγου ἐνταῦθα προα
κατέτακται. Ἡμῖν δὲ ἰτέον πρὸς τὰ ἑξῆς. Ἔμπης
δὲ προσθετέον καὶ τοῦτο σφίσιν· ἐπικοινωνεῖ γὰρ
τοῖς προανατεταγμένοις. Ογδόου γὰρ ἐκ τούτου χρόν
νου [Ρ. 47] διανυσθέντος, καὶ τῶν οἰκείων αὐτοῦ δὲ
ζητούντων τῷ πρεσβεύεσθαι παρὰ βασιλέα καὶ καθ
υπισχνείσθαι τὰ μεγάλα, εἰ μόνον ἀνεῖτο τῶν φυλα
κῶν καὶ πρὸς αὐτοὺς γένοιτο, ὁ μὲν κρατῶν ἀνήρτα
τὰ περὶ τούτου, καὶ λόγοις οἰκονομίας ούτε πάμπαν
ἀνήνατο οὔτε μὴν κατένευεν ἐς τὸ παντελές. Τὰ;
γοῦν τοιαύτας ἀναβολὰς μανθάνων ἐκεῖνος βουλήν
βουλεύεται κακίστην μᾶλλον ἢ συνετήν. Εγγειτονῶν
γὰρ τῶν ἀνακτόρων εγκεκλεισμένος όπου δὴ καὶ βα
σιλεὺς ᾤχει, ἔγνω πῦρ ἐνιέναι τοῖς οἴκοις, ὡς δή τι
γενναίον ποιούμενος τὸ εἰς τοιοῦτον ἀναῤῥίπτειν
φθάνει δὲ καὶ τὸν βασιλέα ἀγρυπνοῦντα ἔτι τὸ γεγονός. καὶ ὃς τοὺς ἀμυνουμένους οὐκ ἐκεῖνον ἀλλὰ τὸ πῦρ εἰς κατάσβεσιν ἀπέπεμπε. καί τις τῶν ἄλλων ἐκτομίας Κάρβας λεγόμενος προφθάσας ταῖς θύραις προσήραττεν ὡς ἀνοίξων· ὡς δ’ οὐκ ἦν ἀνοίγειν ἠσφαλισμένας, ἀξίναις τὰς θύρας αὐτοῖς μοχλοῖς καὶ βαλανάγραις ἐξετίνασσον. οὔπω δὲ καλῶς ὁ ἐκτομίας ἔφθη οὐδοῦ ἐπιβεβαώς, κἀκεῖνος ἔνδοθεν τῇ μαχαίρᾳ προσυπαντᾷ, καὶ τοῖς σπλάγχνοις ταύτην ἐμβάλλει καὶ αὖθις ἄλλην καὶ τρίτην ἐπὶ ταύταις, καὶ νεκρὸς ὁ πληγεὶς αὐτίκα. καὶ εὐθὺς πολλοὶ μὲν ἐσερύησαν, τὸ δὲ πελεκυφόρον τάγμα βασίλειον, ἀγαιόμενοι τῷ συμβάντι, πελέκεσιν ἐκεῖνον ἀνηλεῶς κατακτείνουσι, καὶ τὸν οὕτως ὑπὸ τρυφῇ τραφέντα ἔξω που ἐκβεβλημένον κατὰ τὴν ἀργυρᾶν λεγομένην εἰκαίως πως καὶ ὡς ἔτυχε θάπτουσιν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον, εἰς δεῖγμα τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, καὶ ὅτι σκιαῖς μᾶλλον ἢ τούτοις πιστεύειν ἄμεινον. 28.
δεχόμενοι κτείνουσι, τοῦ δευτέρου μὴ εἰδότος τὸ τῷ ἡ αἵματα δεσμὸς ἦν τὴν πρόσω πορείαν κωλύων ἄρρηκτος
προτέρω συμβάν. Οίκτος δὲ σώζει τὸν παῖδα καὶ με
νος, συμποδίσαντές τε καὶ ἐπαγκωνισάμενοι και γε
δεσμὸν ἐμβαλόντες τῷ στόματι ἀφιᾶσιν. Ἐκεῖνοι δ'
ὡς εἶχον ὑπὸ κλεισὶ τὴν φυλακὴν σφραγίσαντες, ὡς
μὴ ἐκχυλισθὲν τὸ παιδίον ἐμφανὲς πρὸ καιροῦ τὸ
δράμα ποιήσειεν, ὑπὸ πρώτας φυλακὰς τῆς νυκτὸς
ἐξίστι. Τῷ γὰρ Ερόη, ὥσπερ αἱ φυλακαί, οὕτω καὶ
αἱ τῆς πύλης τῆς ἐκεῖ κλεῖδες ἐπιτετράφατο. ὓς ἂν
δὲ μὴ δόξῃ δόλος τὸ δρώμενον, ἐκεῖνος κάτωθεν τοῖς
φύλαξιν ἐκφωνεί, διυπνίζων δῆθεν πρὸς τὴν τῶν κατα
εχομένων φυλακήν, ὡς αὐτοῦ γε τάχα ἐν ἀποῤῥή
τοις δουλείαις σχολάζοντος· καὶ γάρ τινες ἰδόντες
οἱ δὲν ἄλλο ὑπενόουν τότε ἢ ὅτι ὁρισθὲν πρὸς βασι
λέως δι' ἀποῤῥήτων αὐτὸς οἰκονομοίη τὰ προσταττό
μενα καὶ τοὺς ὁρισθέντας ἐκφέρει νυκτὸς ὅπου ἂν
καὶ προστάσσοντο. Ἐκεῖνοι δὲ τὰς φυλακάς ὑποδρα
μόντες ἐπιβαίνουσι τῆς νηός. Καὶ ἦν αὐτοῖς ὡς καὶ
πᾶςι γνωσθέντος ὁ νοῦς ἐν ἐλπίσιν ἀναμφιβόλοις, ὡς
οὐδὲν ἐμποδὼν ἐσεῖται δυοῖν ἢ καὶ τριῶν ἡμερῶν τῇ
Ευρίπῳ προσσχεῖν καὶ τῶν τῆς φυγῆς ἀνεθῆναι φό
των, τῆς ἀδελφῆς κυριευούσης τῆς νήσου. ᾿Αλλ' ἡ
παλίμπους περιίστατο δίκη, καὶ τὰ τῶν φονευθέντων
τε καὶ ἄλυτος. 'Αντιπνεῖ γὰρ ἐξαίφνης πνεῦμε βίαιον
νότου, ὡς καὶ τὰς ἐλλιμενικούσας ἐξοκέλλειν ἐκ βίας,
καὶ ἄνεμος ἐμποδὼν ἔστη παρανομήσασιν. Οὐ γὰρ
μίαν ἢ καὶ δευτέραν ἡμέραν ἐπλόει ἐκ βιαίων νότων
τὸ πέλαγος, ἀλλ' ἐφ' ἡμέραις, μέχρις ἂν ἐκεῖνοι κατά
τὴν 'Ραιδεστὸν ἐξοκείλαντες ὑπὸ χεῖρα γένοιντο τοῖς
τυχούσι. Καὶ ταῦτα μὲν μετὰ χρόνους πέπρακται,
τῆς δ' ἀκολουθίας διδούσης τοῦ λόγου ἐνταῦθα προα
κατέτακται. Ἡμῖν δὲ ἰτέον πρὸς τὰ ἑξῆς. Ἔμπης
δὲ προσθετέον καὶ τοῦτο σφίσιν· ἐπικοινωνεῖ γὰρ
τοῖς προανατεταγμένοις. Ογδόου γὰρ ἐκ τούτου χρόν
νου [Ρ. 47] διανυσθέντος, καὶ τῶν οἰκείων αὐτοῦ δὲ
ζητούντων τῷ πρεσβεύεσθαι παρὰ βασιλέα καὶ καθ
υπισχνείσθαι τὰ μεγάλα, εἰ μόνον ἀνεῖτο τῶν φυλα
κῶν καὶ πρὸς αὐτοὺς γένοιτο, ὁ μὲν κρατῶν ἀνήρτα
τὰ περὶ τούτου, καὶ λόγοις οἰκονομίας ούτε πάμπαν
ἀνήνατο οὔτε μὴν κατένευεν ἐς τὸ παντελές. Τὰ;
γοῦν τοιαύτας ἀναβολὰς μανθάνων ἐκεῖνος βουλήν
βουλεύεται κακίστην μᾶλλον ἢ συνετήν. Εγγειτονῶν
γὰρ τῶν ἀνακτόρων εγκεκλεισμένος όπου δὴ καὶ βα
σιλεὺς ᾤχει, ἔγνω πῦρ ἐνιέναι τοῖς οἴκοις, ὡς δή τι
γενναίον ποιούμενος τὸ εἰς τοιοῦτον ἀναῤῥίπτειν
PG 144:87Ἐπηλήθευσε δὲ τοῖς τότε τετελεσμένοις καί τι συμβὰν φοβερὸν μὲν ἰδεῖν φοβερὸν δ’ ἀκοῦσαι, οὗ δὴ καὶ ἄλλος ἄλλο τι ἂν αἰτιάσαιτο καὶ ἄλλο ἄλλος, οὐδεὶς δ’ ἂν οἶμαι εὔστοχον θείη τὴν κρίσιν, κἂν πολλὰ κάμοι προσερευνῶν· τίς γὰρ ἔγνω νοῦν κυρίου, εἰς δὲ τὰ ἔσχατα τῆς σοφίας αὐτοῦ τίς ἀφίκετο; φησὶν ὁ Ἰώβ. τὸ δ’ αὖ ἐκ τοῦ παρεικότος ἐπὶ τοῖς θείοις τοιαῦτα γίνεσθαι λέγειν ἢ καὶ δοξάζειν οἷα δὴ καὶ ἐροῦμεν, μανίαισιν ὑποκρέκει, φησὶ Πίνδαρος. ἐμοὶ δ’ ἅπαξ ἐμαυτὸν καθεικότι εἰς ἀγγελίαν τῶν γενομένων, ἤν που καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς γέγονεν, οὐ δικαίως ἂν καὶ παραιτητέον εἴη ὅ τι λέγοιμι. νέμει γὰρ τὸ θαρρεῖν ἡ ἀτρέκεια. καὶ οὐδὲν χεῖρον, οἶμαι, ὑπὸ τῶν ἀκουσόντων ἂν πάθοιμι λέγων ὧν ἐμαυτὸν ἴσως δράσαιμι μὴ εἰπών. ἐκεῖθεν μὲν γὰρ δόξαν ἀποίσαιτ’ ἄν τις τοῦ πάντ’ ἐπέχειν ἐκ φιλαυτίας τοῖς τότε ξυμβᾶσι, καί γ’ ἀνάγειν πρὸς ἕν τι τὸ μὴ κατὰ τρόπον ἐκεῖνα καὶ τἀσφαλὲς πεπρᾶχθαι· ἐντεῦθεν δὲ ἀλλ’ εἰ μή τί γε πλέον, τῷ γοῦν ἑκόντα παρατρέχειν τὸ ξυμπεσὸν ἐκ δαιμονίου οἶμαι προνοίας ῥυπαίνοιτ’ ἂν ἡ καθ’ ἱστορίαν ἀλήθεια.
κίνδυνον. Καὶ δὴ νυκτὸς ἀωρὶ κάγκανα ξύλα έτοι
μασάμενος, ὡς δῆθεν θερμαίνοιτο (χειμῶνος γὰρ
ἐπράττετο ταῦτα, περί του Σκιροφοριῶνος τὰ μέσα,
ὅς ἐστιν ὁ Δεκέβριος), τὰς θύρας τῆς εἰρητῆς ἀσφα
λισάμενος ἔνδοθεν πῦρ ἐνίησιν, δ δὴ καὶ τῆς ὥρας
καταταχῆσαν ἐξῆπτε καὶ τοῖς ἐκτὸς δῆλον ἦν. Φθά
νει δὲ καὶ τὴν βασιλέα ἀγρυπνοῦντα ἔτι τὸ γεγονός.
Καὶ ὅς τοὺς ἀμυνομένους οὐκ ἐκεῖνον, ἀλλὰ τὸ πῦρ
εἰς κατάσβεσιν ἀπέπεμπε. Καί τις τῶν ἄλλων ἐκτο
μίας Κάρας λεγόμενος προφθάσας ταῖς θύραις
προσήραττεν ὡς ἀνοίξων· ὡς δ᾽ οὐκ ἦν ἀνοίγειν σφα
λισμένας, ἀξίναις τὰς θύρας αὐτοῖς μοχλοῖς καὶ βα
λανάγραις ἐξετίναστον. Οὔπω δὲ καλῶς ὁ ἐκτομίας
ἔφθη οὐδοῦ ἐπιβεβαώς, κἀκεῖνος ἔνδοθεν τῇ μαχαίρα
προσυπαντᾷ, καὶ τοῖς σπλάγχνοις ταύτην ἐμβάλλει
καὶ αὖθις ἄλλην καὶ τρίτην ἐπὶ ταύταις, καὶ νεκρὸς
ὁ πληγεὶς αὐτίκα. Καὶ εὐθὺς πολλοὶ μὲν ἐσεῤῥύησαν,
τὸ δὲ πελεκυφόρον τάγμα βασίλειον, ἀγαιόμενοι τῷ
συμβάντι, πελέκεσιν ἐκεῖνον ἀνηλεώς κατακτείνουσι,
καὶ τὸν οὕτως ὑπὸ τρυφῇ τραφέντα ἔξω που ἐκβεβλη
μένον κατὰ τὴν ἀργυρᾶν λεγομένην εἰκαίως πως καὶ
ὡς ἔτυχε θάπτουσιν. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον, εἰς
δεῖγμα τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, καὶ ὅτι σκιαῖς
μᾶλλον ἢ τούτοις πιστεύειν ἄμεινον.
κη'. Περὶ τοῦ ἱεροῦ ἄρτου.
48] Ἐπηλήθευσε δὲ τοῖ; τότε τετελεσμένοις
και τι συμβὰν φοβερὸν μὲν ἰδεῖν, φοβερὸν δ᾽ ἀκοῦ
σαι, οὗ δὴ καὶ ἄλλος ἄλλο τι ἂν αἰτιάσαιτο καὶ ἄλλο
ἄλλος, οὐδεὶς δ᾽ ἂν, οἶμαι, εὔστοχον θείη τὴν κρίσιν,
κἂν πολλὰ κάμοι προσερευνῶν·· Τίς γὰρ ἔγνω
νοῦν Κυρίου, εἰς δὲ τὰ ἔσχατα τῆς σοφίας αὐτοῦ τίς
ἀφίκετο;» φησὶν ὁ Ἰώβ. Τὰ δ᾽ αὖ ἐκ τοῦ παρεικό
τὸς ἐπὶ τοῖς θείοις τοιαῦτα γίνεσθαι λέγειν ἢ καὶ
δοξάζειν οἷα δὴ καὶ ἐροῦμεν, μανίαισιν ὑποκρέκει,
φησί Πίνδαρος. Ἐμοὶ δ᾽ ἅπαξ ἐμαυτὸν καθει κάτι
εἰ; ἀγγελίαν τῶν γενομένων, ἦν που καὶ παρὰ τὸ
εἰκὸς γέγονεν, οὐ δικαίως ἂν καὶ παραιτητέον εἴη
ὅ τι λέγοιμι. Νέμει γὰρ τὸ θαῤῥεῖν ἡ ἀτρέχεια. Καὶ
οὐδὲν χεῖρον, οἶμαι, ὑπὸ τῶν ἀκουσόντων ἂν πάθοιμε
λέγων ὧν ἐμαυτὸν ἴσως δράσαιμι μὴ εἰπών. Ἐκεῖθεν
μὲν γὰρ δόξαν ἀποίσαιτ᾽ ἄν τις τοῦ πάντ' ἐπέχειν
ἐκ φιλαυτίας τοῖς τότε ξυμβᾶσι, καί γ' ἀνάγειν πρὸς
ἔν τι τὸ μὴ κατὰ τρόπον ἐκεῖνα καὶ τἀσφαλὲς περ
πρᾶχθαι· ἐντεῦθεν δὲ ἀλλ᾽ εἰ μή τί γε πλέον, τῷ
γοῦν ἑκόντα παρατρέχειν τὸ ξυμπεσὸν ἐκ δαιμονίου,
οἶμαι, προνοίας ρυπαίνοιτ' ἂν ἡ καθ᾽ ἱστορίαν
ἀλήθεια. Τῷ τοι καὶ τοῦτο πρὸς τοῖς ἄλλοις λεγέσθω,
δεῖμα μὲν φέρον Θεοῦ προνοίας, πρὸς ὅ τι δὲ φέροι
τῶν τετελεσμένων;
PG 144:89τῷ τοι καὶ τοῦτο πρὸς τοῖς ἄλλοις λεγέσθω, δεῖμα μὲν φέρον θεοῦ προνοίας, πρὸς ὅ τι δὲ φέροι ἢ παρελθὸν ἢ ἐσόμενον ὡς εἰκὸς ἀγνοούμενον. Ἡμέρα μὲν οὖν τῆς τυρινῆς κυριώνυμος τότ’ ἐφίστατο, ἐκάλει δὲ τὸν ἐπ’ ἐκκλησίας ἱερουργοῦντα τὸ σύνηθες· τὸ δ’ ἦν τὸ προηγιασμέναις ἀναφοραῖς τὸ ἱερὸν πυξίον ἐς ὅ τι μάλιστα ἐμπιπλᾶν κατὰ χρείαν τῶν τεταγμένων λειτουργιῶν. ἐπεὶ γοῦν τετέλεστο μὲν ἡ τῆς ἱερᾶς θυσίας ἀναφορά, ἀνεπτύσσετο δὲ τὸ πυξίον ἐφ’ ᾧ τοὺς ἱεροὺς ἄρτους τεθῆναι, εὕρηταί τις εὐθὺς ἐντὸς τῶν προηγιασμένων ἀναφορά, ἣν δὴ καὶ εἴκασέ τις ὁρῶν μίαν τῶν τριῶν ἐκείνων εἶναι, ἣν καὶ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης τετράδος μέλλουσαν ἀναφέρεσθαι, συμβὰν τότε, καθὼς λέλεκται, μὴ τὰ τῆς ἱερᾶς τελεσθῆναι θυσίας διὰ τὴν ἐπ’ ἐκκλησίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν παρ’ οἱωνδηποτοῦν ὀψὲ τῆς ὥρας γεγονυῖαν συγχώρησιν, ἐκεῖσέ που ἀφεθεῖσαν τῆς πράξεως κεῖσθαι συνέβαινεν. ἡ δ’ ἠχρείωτο πάμπαν καὶ σέσηπτο, ὡς μηδ’ εἰκόνα φέρειν ἄρτου, μὴ ὅτι γ’ ἄρτον καὶ ἀμηγέπη φαίνεσθαι, ἀλλά τινα τύπον θρυμμάτων μελάνων θηριακῆς ἤ τινος ἄλλου τοιούτου σκευάσματος.
ἢ παρελθὸν ἢ ἐσόμενον ὡς εἰκὸς ἀγνοούμενον. μο; οὖν ἰδόντα παραυτίκα λαμβάνει τὸν ἱερέα, καὶ
Ημέρα μὲν οὖν τῆς [Ρ 49] τυρινῆς κυριώνυμος ὅ τι πράξει (οὐδὲ γὰρ ἦν ἐκεῖνον ἐνοῦν εἰς κατά
τότ' ἐφίστατο, ἐκάλει δὲ τὸν ἐπ᾿ ἐκκλησίας Ιερουρα ληψιν τοῖς προσφάτοις) διενοεῖτο. Καὶ τὸ πρᾶγμα
γοῦντα τὸ σύνηθες· τὸ δ᾽ ἦν τὸ προηγιασμέναις φοβερὸν ἔδοξεν, οὐ παθὸν τόσον ὅσον φανὲν, ἐπείπερ
ἀναφοραῖς τὸ ἱερὸν πυξίον ἐς ὅ τι μάλιστα ἐμπιπλάν τὰ τῆς εὐθετήσεως ἡμηχάνηται. Τοίνυν καὶ εἰς κοι
κατὰ χρείαν τῶν τεταγμένων λειτουργιῶν. Ἐπεὶ νὴν θέαν προϋτέθη, καὶ τὸ ποιητέον μεθ᾽ ὅτι πλείστης
γοῦν τετέλεστο μὲν ἡ τῆς ἱερᾶς θυσίας ἀναφορὰ, ἐζητεῖτο τῆς εὐλαβείας. Αλλ' 8 ἦν καὶ ἐδόκει καὶ
ἀνεπτύσσετο δὲ τὸ πυξίον ἐφ᾽ ᾧ τοὺς ἱεροὺς ἄρτους πρέπον ἦν, τὸ περιὸν τῆς παραλλαγῆς οὐκ ἐδίδου
τεθῆναι, εὕρηταί τις εὐθὺς ἐντὸς τῶν προηγιασμέ- γίνεσθαι, καὶ δὴ πρὸς τὴν μετάληψιν ὀκνῶν ὁ ἱερεὺς
νων ἀναφορὰ, ἣν δὴ καὶ εἴκασέ τις ὁρῶν μίαν τῶν οὐ προσίετο. Θεῷ δ' ἀναφέρειν ἄλλως οὐκ ἦν μὴ
τριῶν ἐκείνων εἶναι, ἣν καὶ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης μεταλαβόντα τὰ δῶρα. Καὶ ἔνθεν μὲν φόβο;, ἐκεῖθεν
Τετράδος μέλλουσαν ἀναφέρεσθαι, συμβάν τότε, καθ- δ᾽ ἀπορία τοὺς θεωμένους διαμεριζέτην, οὐκ ἔχον
ὡς λέλεκται, μὴ τὰ τῆς ἱερᾶς τελεσθῆναι θυσίας
τας ὅ τι καὶ πράξοιεν. Ο γοῦν φόβος τὰς σφῶν
διὰ τὴν ἐπ' ἐκκλησίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν παρ' γνώμας συνέστελλε πρὸς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἄγων
οιωνδηποτοῦν ὀψὲ τῆς ὥρας γεγονυίαν συγχώρησιν, βουλὴν, τὸ τὸν ἱερέα, κἂν ὅ τι καὶ πάθοι, προσήσεσθαι
ἐκεῖσέ που ἀφεθεῖσαν τῆς πράξεως κεῖσθαι συνέβαι
τὸ φαινόμενον. Τοῦ δὲ μηδ' ὅλως προσιτὸν ἐκεῖνο
νεν. Η δ' Αχρείωτο πάμπαν καὶ σέσηπτο, ὡς μηδ' νομίζοντος μηδ' ἄκροις ὡς εἰπεῖν χείλεσι τὸ παρά
εἰκόνα φέρειν ἄρτου, μὴ ὅτι γ' ἄρτον καὶ ἀμηγέπη
παν, ἡ ἀπορία παρατομήσασα ἐσχεδίαζε μηχανὴν
φαίνεσθαι, ἀλλὰ τινα τύπον θρυμμάτων μελάνων
πολὺ μὲν τῶν ἀξίων ἀποδέουσαν, ἀναγκαίαν δ' ἄλλως
θηριακῆς ή τινος ἄλλου τοιούτου σκευάσματος. Τρό- ὑπὲρ πᾶν ἕτερον ὃ δὴ καὶ ἐννοήσειέ τις πώποτε.
τρόμος οὖν ἰδόντα παραυτίκα λαμβάνει τὸν ἱερέα, καὶ ὅ τι πράξοι (οὐδὲ γὰρ ἦν ἐκεῖνον ἑνοῦν εἰς κατάληψιν τοῖς προςφάτοις) διενοεῖτο. καὶ τὸ πρᾶγμα φοβερὸν ἔδοξεν, οὐ παθὸν τόσον ὅσον φανέν, ἐπείπερ τὰ τῆς εὐθετήσεως ἠμηχάνηται. τοίνυν καὶ εἰς κοινὴν θέαν προυτέθη, καὶ τὸ ποιητέον μεθ’ ὅτι πλείστης ἐζητεῖτο τῆς εὐλαβείας. ἀλλ’ ὃ ἦν καὶ ἐδόκει καὶ πρέπον ἦν, τὸ περιὸν τῆς παραλλαγῆς οὐκ ἐδίδου γίνεσθαι, καὶ δὴ πρὸς τὴν μετάληψιν ὀκνῶν ὁ ἱερεὺς οὐ προσίετο. θεῷ δ’ ἀναφέρειν ἄλλως οὐκ ἦν μὴ μεταλαβόντα τὰ δῶρα. καὶ ἔνθεν μὲν φόβος ἐκεῖθεν δ’ ἀπορία τοὺς θεωμένους διεμεριζέτην, οὐκ ἔχοντας ὅ τι καὶ πράξοιεν. ὁ γοῦν φόβος τὰς σφῶν γνώμας συνέστελλε πρὸς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἄγων βουλήν, τὸ τὸν ἱερέα, κἂν ὅ τι καὶ πάθοι, προσήσεσθαι τὸ φαινόμενον. τοῦ δὲ μηδ’ ὅλως προσιτὸν ἐκεῖνο νομίζοντος μηδ’ ἄκροις ὡς εἰπεῖν χείλεσι τὸ παράπαν, ἡ ἀπορία παρατολμήσασα ἐσχεδίαζε μηχανὴν πολὺ μὲν τῶν ἀξίων ἀποδέουσαν, ἀναγκαίαν δ’ ἄλλως ὑπὲρ πᾶν ἕτερον ὃ δὴ καὶ ἐννοήσειέ τις πώποτε.
ἢ παρελθὸν ἢ ἐσόμενον ὡς εἰκὸς ἀγνοούμενον. μο; οὖν ἰδόντα παραυτίκα λαμβάνει τὸν ἱερέα, καὶ
Ημέρα μὲν οὖν τῆς [Ρ 49] τυρινῆς κυριώνυμος ὅ τι πράξει (οὐδὲ γὰρ ἦν ἐκεῖνον ἐνοῦν εἰς κατά
τότ' ἐφίστατο, ἐκάλει δὲ τὸν ἐπ᾿ ἐκκλησίας Ιερουρα ληψιν τοῖς προσφάτοις) διενοεῖτο. Καὶ τὸ πρᾶγμα
γοῦντα τὸ σύνηθες· τὸ δ᾽ ἦν τὸ προηγιασμέναις φοβερὸν ἔδοξεν, οὐ παθὸν τόσον ὅσον φανὲν, ἐπείπερ
ἀναφοραῖς τὸ ἱερὸν πυξίον ἐς ὅ τι μάλιστα ἐμπιπλάν τὰ τῆς εὐθετήσεως ἡμηχάνηται. Τοίνυν καὶ εἰς κοι
κατὰ χρείαν τῶν τεταγμένων λειτουργιῶν. Ἐπεὶ νὴν θέαν προϋτέθη, καὶ τὸ ποιητέον μεθ᾽ ὅτι πλείστης
γοῦν τετέλεστο μὲν ἡ τῆς ἱερᾶς θυσίας ἀναφορὰ, ἐζητεῖτο τῆς εὐλαβείας. Αλλ' 8 ἦν καὶ ἐδόκει καὶ
ἀνεπτύσσετο δὲ τὸ πυξίον ἐφ᾽ ᾧ τοὺς ἱεροὺς ἄρτους πρέπον ἦν, τὸ περιὸν τῆς παραλλαγῆς οὐκ ἐδίδου
τεθῆναι, εὕρηταί τις εὐθὺς ἐντὸς τῶν προηγιασμέ- γίνεσθαι, καὶ δὴ πρὸς τὴν μετάληψιν ὀκνῶν ὁ ἱερεὺς
νων ἀναφορὰ, ἣν δὴ καὶ εἴκασέ τις ὁρῶν μίαν τῶν οὐ προσίετο. Θεῷ δ' ἀναφέρειν ἄλλως οὐκ ἦν μὴ
τριῶν ἐκείνων εἶναι, ἣν καὶ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης μεταλαβόντα τὰ δῶρα. Καὶ ἔνθεν μὲν φόβο;, ἐκεῖθεν
Τετράδος μέλλουσαν ἀναφέρεσθαι, συμβάν τότε, καθ- δ᾽ ἀπορία τοὺς θεωμένους διαμεριζέτην, οὐκ ἔχον
ὡς λέλεκται, μὴ τὰ τῆς ἱερᾶς τελεσθῆναι θυσίας
τας ὅ τι καὶ πράξοιεν. Ο γοῦν φόβος τὰς σφῶν
διὰ τὴν ἐπ' ἐκκλησίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν παρ' γνώμας συνέστελλε πρὸς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἄγων
οιωνδηποτοῦν ὀψὲ τῆς ὥρας γεγονυίαν συγχώρησιν, βουλὴν, τὸ τὸν ἱερέα, κἂν ὅ τι καὶ πάθοι, προσήσεσθαι
ἐκεῖσέ που ἀφεθεῖσαν τῆς πράξεως κεῖσθαι συνέβαι
τὸ φαινόμενον. Τοῦ δὲ μηδ' ὅλως προσιτὸν ἐκεῖνο
νεν. Η δ' Αχρείωτο πάμπαν καὶ σέσηπτο, ὡς μηδ' νομίζοντος μηδ' ἄκροις ὡς εἰπεῖν χείλεσι τὸ παρά
εἰκόνα φέρειν ἄρτου, μὴ ὅτι γ' ἄρτον καὶ ἀμηγέπη
παν, ἡ ἀπορία παρατομήσασα ἐσχεδίαζε μηχανὴν
φαίνεσθαι, ἀλλὰ τινα τύπον θρυμμάτων μελάνων
πολὺ μὲν τῶν ἀξίων ἀποδέουσαν, ἀναγκαίαν δ' ἄλλως
θηριακῆς ή τινος ἄλλου τοιούτου σκευάσματος. Τρό- ὑπὲρ πᾶν ἕτερον ὃ δὴ καὶ ἐννοήσειέ τις πώποτε.
PG 144:91θεῷ μὲν οὖν ἄρα τῶν τιμίων καὶ ἱερῶν ἐκείνων μέλειν εἰκός, καὶ ἔμελε πάντως, ἐκεῖνον δὲ τότε ὁ τοῖς τοιούτοις ἀφιερώμενος τόπος ἐκ παλαιοῦ, ὃς δὴ καὶ ἱπνὸς ἅγιος λέγεται, ὁσίως ἐπιρριφέντα ὁσίως δέχεται. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον. 29. Τότε δὲ καὶ νέφος Σκυθῶν παριστρίων ἐπισυναχθέν, οὐκ οἶδ’ ἔκποθεν καὶ ἐκ ποίας τῆς ἀφορμῆς, εἰς δέκα σχεδὸν χιλιάδας ποσούμενον, διελθὸν τὴν Βουλγάρων γῆν καὶ τῶν πέριξ πολλὰ ληϊσάμενον κατὰ τὸν ἔξω ζυγὸν γίνεται. καὶ δὴ προσδόκιμον ἦν ἐκδραμούμενον καὶ τὰ τῆς Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης λείαν ποιῆσον τὴν τῶν Μυσῶν ὑμνουμένην. ἔτυχε δὲ τότε τὰ ἀμφὶ τὴν Μεσέμβρειαν κατέχων ἄρχοντος τρόπον καὶ στρατηγοῦ ὁ κουροπαλάτης Οὐμπερτόπουλος, ἀνὴρ ἀγαθωσύνῃ χαίρων καὶ εὐβουλίᾳ κοσμούμενος· ὃς δὴ καὶ συμπλακεὶς ἐξαίφνης, θαρρήσας τῇ τοῦ βασιλέως θεοσεβείᾳ, ὀλίγους ἐπάγων πολλοῖς τοῦ προτερήματος ἐγεγόνει, ὡς τοὺς μὲν ἔργον μαχαίρας γεγονέναι, τοὺς δὲ καὶ ἀποπνιγῆναι κατὰ τὸν ἐκεῖ παραρρέοντα ποταμόν.
Θεῷ μὲν οὖν ἄρα τῶν τιμίων καὶ ἱερῶν ἐκείνων ἢ ἔφευγον, ἄρτι πρῶτον μαθόντες ὡς ἄβουλον πλῆθος
μέλειν εἰκὸς, καὶ ἔμελε πάντως, ἐκεῖνον δὲ τότε ὁ
τοῖς τοιούτοις ἀφιερωμένος τόπος ἐκ παλαιοῦ, ὅς δὴ
καὶ ἱπνὸς ἅγιος λέγεται, ὁσίως ἐπιῤῥιφέντα ἐσίως
δέχεται. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον.
κθ'. Περὶ τῶν παριστριων Σκυθῶν, ὅπως κατεπο
λεμήθησαν.
Τότε δὲ [Ρ 50] καὶ νέφος Σκυθῶν παριστρίων
ἐπισυναχθέν, οὐκ οἶδ' ἔκποθεν καὶ ἐκ ποίας τῆς
ἀφορμῆς, εἰς δέκα σχεδόν χιλιάδας ποτούμενον, διελ
θὰν τὴν Βουλγάρων γῆν καὶ τῶν πέριξ πολλὰ ληϊσά
μενον κατὰ τὸν ἔξω ζυγὸν γίνεται. Καὶ δὴ προσδή
κιμον ἦν ἐκδραμούμενον καὶ τὰ τῆς Μακεδονίας καὶ
Θράκης λείαν ποιῆσον τὴν τῶν Μυσῶν ὑμνουμένην.
Ἔτυχε δὲ τότε τὰ ἀμφὶ τὴν Μετέμβρειαν κατέχων
ἄρχοντος τρόπον καὶ στρατηγοῦ ὁ κουροπαλάτης
Οὐμπερτόπουλος, ἀνὴρ ἀγαθωσύνῃ χαίρων καὶ εὐο
βουλία κοσμούμενος· ὃς δὴ καὶ συμπλακείς ἐξαίφνης,
θαῤῥήσας τῇ τοῦ βασιλέως θεοσεβείς, ὀλίγους ἐπάν
γων πολλοῖς τοῦ προτερήματος ἐγεγόνει, ὡς τοὺς
μὲν ἔργον μαχαίρας γεγονέναι, τοὺς δὲ καὶ ἀποπνι
γῆναι κατὰ τὸν ἐκεῖ παραῤῥέοντα ποταμόν. Ολίγοι
δ' ἐκ πολλῶν διαδράντες, μηδ' ἔπη γῆς χωροξεν
εἰδότες, τὰς δυσχωρίας διεκπαίοντες, ᾗ ποδῶν εἶχον
εὐβουλία μᾶλλον ἢ ἀνδρίᾳ καταγωνίζεται. Ταῦτα
μαθὼν ὁ βασιλεὺς καὶ πρῶτον μὲν δοξάσας τὴν θείαν
ἀντίληψιν, εἶτα δὲ καὶ ὑπερθαυμάσας τὸν ἄνδρα
πολλοῖς δωρεῖται, ἐφέλλων τὴν ἐκείνου τιμὴν, οὐκ
ἀλλαγαῖς μόνον ἱματίων, ἀλλὰ χρυσῷ καὶ ἵπποις απ
τὸν δεξιούμενος, ἐφ᾽ οἷς καὶ τὴν τοῦ μεγάλου Παπίου
δωρεῖται τιμὴν ὡς ἄθλον ἀρετῆς καὶ τρόπαιον ἄξιον.
λ. 'Αξίωσις παρὰ βασιλέως τῶν σχιζομένων διὰ
τὰ τελεσθέντα τέρατα.
[Ρ 51] Βασιλεὺς δ᾽ ἐπιστὰς τῇ πόλει οὐ καθάπας
η φίει τους σχιζομένους τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τρόπος
μετεχείριζε τὴν ἐκείνων ὁμόνοιαν. "Οθεν πέμπων,
ἔστι δ' οὗ καὶ προσκαλούμενος, πολὺς ἦν δεικνύων
διὰ φροντίδος ἔχων τὰ ἐκείνων μη δεχομένης παρα
τησιν, καὶ μᾶλλον ὅτι τέρατ᾽ ἅττα τελούμενα κατε
μάνθανεν, οἷά τ' ὄντα καὶ τὸν λίαν θα βοῦντα δεδίτα
τεσθαι. Εχόμενα γὰρ τοῦ περιπύστου νεὼ τῆς τοῦ
Θεοῦ σοφίας, ἔν τινι δημοτικῷ οἰκήματι, ἐν τοίχω
τῆς Θεοτόκου εἰκὼν καθιστόρητο, καὶ ἡ εἰκὼν ἐπὶ
πολλαῖς ἡμέραις ἐδακρυγόνει, ἀμάρας ἐξ ὀφθαλμῶν
χέουσα, ὥστε καὶ σπόγγοις τὸ ἐκρέον συνάγεσθαι.
Ελθόντος δὲ καὶ αὐτοῦ βασιλέως ἅμα μὲν κατὰ
προσκύνησιν, ἅμα δὲ καὶ κατὰ θέαν τῶν τελουμένων,
PG 144:93ὀλίγοι δ’ ἐκ πολλῶν διαδράντες, μηδ’ ὅπῃ γῆς χωροῖεν εἰδότες, τὰς δυσχωρίας διεκπαίοντες, ᾗ ποδῶν εἶχον ἔφευγον, ἄρτι πρῶτον μαθόντες ὡς ἄβουλον πλῆθος εὐβουλία μᾶλλον ἢ ἀνδρεία καταγωνίζεται. ταῦτα μαθὼν ὁ βασιλεὺς καὶ πρῶτον μὲν δοξάσας τὴν θείαν ἀντίληψιν, εἶτα δὲ καὶ ὑπερθαυμάσας τὸν ἄνδρα πολλοῖς δωρεῖται, ὀφέλλων τὴν ἐκείνου τιμήν, οὐκ ἀλλαγαῖς μόνον ἱματίων ἀλλὰ χρυσῷ καὶ ἵπποις αὐτὸν δεξιούμενος, ἐφ’ οἷς καὶ τὴν τοῦ μεγάλου παπίου δωρεῖται τιμὴν ὡς ἆθλον ἀρετῆς καὶ τρόπαιον ἄξιον. 30. Βασιλεὺς δ’ ἐπιστὰς τῇ πόλει οὐ καθάπαξ ἠφίει τοὺς σχιζομένους τῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ τρόπῳ μετεχείριζε τὴν ἐκείνων ὁμόνοιαν. ὅθεν πέμπων, ἔστι δ’ οὗ καὶ προσκαλούμενος, πολὺς ἦν δεικνύων διὰ φροντίδος ἔχων τὰ ἐκείνων μὴ δεχομένης παραίτησιν, καὶ μᾶλλον ὅτι τέρατ’ ἄττα τελούμενα κατεμάνθανεν, οἷά τ’ ὄντα καὶ τὸν λίαν θαρροῦντα δεδίττεσθαι. ἐχόμενα γὰρ τοῦ περιπύστου νεὼ τῆς τοῦ θεοῦ σοφίας, ἔν τινι δημοτικῷ οἰκήματι, ἐν τοίχῳ τῆς θεοτόκου εἰκὼν καθιστόρητο, καὶ ἡ εἰκὼν ἐπὶ πολλαῖς ἡμέραις ἐδακρυρρόει, ἀμάρας ἐξ ὀφθαλμῶν χέουσα, ὥστε καὶ σπόγγοις τὸ ἐκρέον συνάγεσθαι.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
Ι.
καὶ προσταγὲν ἀσφαλισθέντος τοῦ οἴκου βεβαίως, καὶ τοῦτο. Καθ' & δὴ πάντα αὐτοὺς ἀθιγεῖς ὄντας
καθάπαξ τῶν ῥυπασμάτων αὐτοὺς καὶ τὴν διόρθωσιν
δικαίους είναι πράττειν, ἄλλως δὲ μηδ' ὁπωσοῦν
καταδέχεσθαι τὴν ὁμόνοιαν.
λα'. Περὶ τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ πα
τριάρχου Αρσενίου.
τὰ αὐτὰ ἦν καὶ πάλιν τοῖς πρότερον. Καὶ αὖθις ἐν
τοῖς Χαρσίου αἷμα τῆς εἰκόνος τοῦ λαμπρὸν ἐν μάρ
τις λάμποντος Γεωργίου δαψιλῶς ἀνέβλυζε. Ταῦθ
ὁρῶν ὁ κρατῶν δειδήμων ῶν, ὡς τὸ ἀληθὲς εἰπεῖν,
περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ εὐλαβὴς, φόβον οὐ μικρὸν εἶχε,
μήπως Θεῷ δοκοῦν ἐκείνοις προσέχειν αὐτὸς ἐπ᾿· Ην μὲν οὖν καὶ [Ρ 52] τῶν ᾿Αρσενιατῶν τισιν
ἄλλοις ἔχει τὸν νοῦν καί γ' ἔξω τοῦ θείου θελήμα- εἰρηνεύσατι, καὶ μάλισθ' ὅτι καὶ κατὰ τὸ 'Ατρα
τος διαπράττοιτο. "Οθεν καὶ συγκαλῶν παρεκάλει, μύττιον συνελθοῦσιν, ὡς εἴρηται, ἐσπούδαστο ταῦτα,
καὶ ἰδίᾳ καὶ φανερῶς, καθιστών συνόδους λαῶν, ἦν οὖν τότε καὶ σφίσιν ἔφεσις ἐπὶ τοῖς προτέροις
γενέσθαι ποτὲ τῆς εἰρήνης ἠξίου, καὶ ἀπιδεῖν πρὸς ἐκείνοις ἀνακομίζειν τὸ σῶμα τὸ Αρσενίου ἐκ Προι
τὴν τῆς Ἐκκλησίας ὁμόνοια». Ἀλλ᾿ οὐκ ἔπειθεν· κοννήσου. Οἱ δὴ καὶ αὖθις βασιλεί προσανέφερον
ἦν γὰρ ἐκείνοις φανερώς προσιστάμενον τὸ τοῦ καὶ ἠξίουν. Πλὴν καὶ σκέμμα τι βαθὺ καὶ γενναῖον
Ἰωσὴφ μνημόσυνον καὶ τὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ᾤετο ἐν τούτοις ἦν, ὡς ἔδειξεν, ἀξιοῦσιν· ὁ γὰρ ὡς ἀδίκως
λέγοντες, ῥύπασμα, κοινωνούσης ἀφορισμοῖς. Αφου ἐκβληθεὶς ἐπὶ τὴν προτέραν τιμὴν ἀναγόμενος εἶχε
ρισμὸν δ' ἔλεγον τὸν τοῦ Ἀρσενίου πρὸς Ἰωσήφ. δηλοῦν ἐντεῦθεν τὸν Ἰωσὴς ἐπιβήτορα, ᾧ δὴ καὶ
Οὐκ οἶδα δὲ εἰ καὶ τὰ ὠρκωμοτημένα πάλα: μὴ λα ἀφορισμός προστριβόμενος, ὡς ἔλεγον, παρ' ἐκείνου
βόντα λύσιν, & δὴ ἔχειν λύειν ἐγκεχωρημένον παρὰ ὑπεῤῥεῖν τὰ κατ' ἐκείνου τελέως ἐδίδου ἂν παρά
Αρσενίου τὴν Υάκινθον λαβόντα τὸν θρόνον διεβ:- τοῖς αὐτὸν ἐκεῖνον θαυμάζουσιν. Ο μέντοι γε βασι
βαίουν, μέρος ἦσαν καὶ ταῦτα συμβαλλόμενον πρὸς λεὺς πρὸς τὴν τῆς Ἐκκλησίας ὅλως ἀφορῶν εἰρήνην,
τὸ ῥύπασμα. Εἰ δὲ καὶ τὸ κατὰ τὸν πάππαν προσετί ὡς τοὺς ὁρῶντας πιστεύειν, προκαταλαμβάνων δὲ
θουν τρίτον, μὴ τοῖς πρότερον ἱκανούμενοι, ἔστω καὶ τοὺς ἄλλους ἐντεῦθεν (τὸ γὰρ σφίσιν ἰσχυρὸν
ἐλθόντος δὲ καὶ αὐτοῦ βασιλέως, ἅμα μὲν κατὰ προσκύνησιν ἅμα δὲ καὶ κατὰ θέαν τῶν τελουμένων, καὶ προσταγὲν ἀσφαλισθέντος τοῦ οἴκου βεβαίως, τὰ αὐτὰ ἦν καὶ πάλιν τοῖς πρότερον. καὶ αὖθις ἐν τοῖς Χαρσίου αἷμα τῆς εἰκόνος τοῦ λαμπρὸν ἐν μάρτυσι λάμποντος Γεωργίου δαψιλῶς ἀνέβλυζε. ταῦθ’ ὁρῶν κρατῶν δειδήμων ὤν, ὡς τὸ ἀληθὲς εἰπεῖν, περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ εὐλαβής, φόβον οὐ μικρὸν εἶχε, μήπως θεῷ δοκοῦν ἐκείνοις προσέχειν αὐτὸς ἐπ’ ἄλλοις ἔχοι τὸν νοῦν καί γ’ ἔξω τοῦ θείου θελήματος διαπράττοιτο. ὅθεν καὶ συγκαλῶν παρεκάλει, καὶ ἰδίᾳ καὶ φανερῶς, καθιστῶν συνόδους λαῶν, γενέσθαι ποτὲ τῆς εἰρήνης ἠξίου, καὶ ἀπιδεῖν πρὸς τὴν τῆς ἐκκλησίας ὁμόνοιαν. ἀλλ’ οὐκ ἔπειθεν· ἦν γὰρ ἐκείνοις φανερῶς προσιστάμενον τὸ τοῦ Ἰωσὴφ μνημόσυνον καὶ τὸ τῆς ἐκκλησίας, ὡς ᾤοντο λέγοντες, ῥύπασμα, κοινωνούσης ἀφορισμοῖς. ἀφορισμὸν δ’ ἔλεγον τὸν τοῦ Ἀρσενίου πρὸς Ἰωσήφ. οὐκ οἶδα δὲ εἰ καὶ τὰ ὡρκωμοτημένα πάλαι μὴ λαβόντα λύσιν, ἃ δὴ ἔχειν λύειν ἐγκεχωρημένον παρὰ Ἀρσενίου τὸν Ὑάκινθον λαβόντα τὸν θρόνον διεβεβαίουν, μέρος ἦσαν καὶ ταῦτα συμβαλλόμενον πρὸς τὸ ῥύπασμα.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
Ι.
καὶ προσταγὲν ἀσφαλισθέντος τοῦ οἴκου βεβαίως, καὶ τοῦτο. Καθ' & δὴ πάντα αὐτοὺς ἀθιγεῖς ὄντας
καθάπαξ τῶν ῥυπασμάτων αὐτοὺς καὶ τὴν διόρθωσιν
δικαίους είναι πράττειν, ἄλλως δὲ μηδ' ὁπωσοῦν
καταδέχεσθαι τὴν ὁμόνοιαν.
λα'. Περὶ τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ πα
τριάρχου Αρσενίου.
τὰ αὐτὰ ἦν καὶ πάλιν τοῖς πρότερον. Καὶ αὖθις ἐν
τοῖς Χαρσίου αἷμα τῆς εἰκόνος τοῦ λαμπρὸν ἐν μάρ
τις λάμποντος Γεωργίου δαψιλῶς ἀνέβλυζε. Ταῦθ
ὁρῶν ὁ κρατῶν δειδήμων ῶν, ὡς τὸ ἀληθὲς εἰπεῖν,
περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ εὐλαβὴς, φόβον οὐ μικρὸν εἶχε,
μήπως Θεῷ δοκοῦν ἐκείνοις προσέχειν αὐτὸς ἐπ᾿· Ην μὲν οὖν καὶ [Ρ 52] τῶν ᾿Αρσενιατῶν τισιν
ἄλλοις ἔχει τὸν νοῦν καί γ' ἔξω τοῦ θείου θελήμα- εἰρηνεύσατι, καὶ μάλισθ' ὅτι καὶ κατὰ τὸ 'Ατρα
τος διαπράττοιτο. "Οθεν καὶ συγκαλῶν παρεκάλει, μύττιον συνελθοῦσιν, ὡς εἴρηται, ἐσπούδαστο ταῦτα,
καὶ ἰδίᾳ καὶ φανερῶς, καθιστών συνόδους λαῶν, ἦν οὖν τότε καὶ σφίσιν ἔφεσις ἐπὶ τοῖς προτέροις
γενέσθαι ποτὲ τῆς εἰρήνης ἠξίου, καὶ ἀπιδεῖν πρὸς ἐκείνοις ἀνακομίζειν τὸ σῶμα τὸ Αρσενίου ἐκ Προι
τὴν τῆς Ἐκκλησίας ὁμόνοια». Ἀλλ᾿ οὐκ ἔπειθεν· κοννήσου. Οἱ δὴ καὶ αὖθις βασιλεί προσανέφερον
ἦν γὰρ ἐκείνοις φανερώς προσιστάμενον τὸ τοῦ καὶ ἠξίουν. Πλὴν καὶ σκέμμα τι βαθὺ καὶ γενναῖον
Ἰωσὴφ μνημόσυνον καὶ τὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ᾤετο ἐν τούτοις ἦν, ὡς ἔδειξεν, ἀξιοῦσιν· ὁ γὰρ ὡς ἀδίκως
λέγοντες, ῥύπασμα, κοινωνούσης ἀφορισμοῖς. Αφου ἐκβληθεὶς ἐπὶ τὴν προτέραν τιμὴν ἀναγόμενος εἶχε
ρισμὸν δ' ἔλεγον τὸν τοῦ Ἀρσενίου πρὸς Ἰωσήφ. δηλοῦν ἐντεῦθεν τὸν Ἰωσὴς ἐπιβήτορα, ᾧ δὴ καὶ
Οὐκ οἶδα δὲ εἰ καὶ τὰ ὠρκωμοτημένα πάλα: μὴ λα ἀφορισμός προστριβόμενος, ὡς ἔλεγον, παρ' ἐκείνου
βόντα λύσιν, & δὴ ἔχειν λύειν ἐγκεχωρημένον παρὰ ὑπεῤῥεῖν τὰ κατ' ἐκείνου τελέως ἐδίδου ἂν παρά
Αρσενίου τὴν Υάκινθον λαβόντα τὸν θρόνον διεβ:- τοῖς αὐτὸν ἐκεῖνον θαυμάζουσιν. Ο μέντοι γε βασι
βαίουν, μέρος ἦσαν καὶ ταῦτα συμβαλλόμενον πρὸς λεὺς πρὸς τὴν τῆς Ἐκκλησίας ὅλως ἀφορῶν εἰρήνην,
τὸ ῥύπασμα. Εἰ δὲ καὶ τὸ κατὰ τὸν πάππαν προσετί ὡς τοὺς ὁρῶντας πιστεύειν, προκαταλαμβάνων δὲ
θουν τρίτον, μὴ τοῖς πρότερον ἱκανούμενοι, ἔστω καὶ τοὺς ἄλλους ἐντεῦθεν (τὸ γὰρ σφίσιν ἰσχυρὸν
εἰ δὲ καὶ τὸ κατὰ τὸν πάπαν προσετίθουν τρίτον, μὴ τοῖς πρότερον ἱκανούμενοι, ἔστω καὶ τοῦτο. καθ’ ἃ δὴ πάντα αὐτοὺς ἀθιγεῖς ὄντας καθάπαξ τῶν ῥυπασμάτων αὐτοὺς καὶ τὴν διόρθωσιν δικαίους εἶναι πράττειν, ἄλλως δὲ μηδ’ ὁπωσοῦν καταδέχεσθαι τὴν ὁμόνοιαν. 31. Ἦν μὲν οὖν καὶ τῶν Ἀρσενιατῶν τισὶν εἰρηνεύσασιν, καὶ μάλισθ’ ὅτι καὶ κατὰ τὸ Ἀτραμύττιον συνελθοῦσιν, ὡς εἴρηται, ἐσπούδαστο ταῦτα, ἦν οὖν τότε καὶ σφίσιν ἔφεσις ἐπὶ τοῖς προτέροις ἐκείνοις ἀνακομίζειν τὸ σῶμα τὸ Ἀρσενίου ἐκ Προικοννήσου. οἳ δὴ καὶ αὖθις βασιλεῖ προσανέφερον καὶ ἠξίουν. πλὴν καὶ σκέμμα τι βαθὺ καὶ γενναῖον ἐν τούτοις ἦν, ὡς ἔδειξεν, ἀξιοῦσιν· ὁ γὰρ ὡς ἀδίκως ἐκβληθεὶς ἐπὶ τὴν προτέραν τιμὴν ἀναγόμενος εἶχε δηλοῦν ἐντεῦθεν τὸν Ἰωσὴφ ἐπιβήτορα, ᾧ δὴ καὶ ἀφορισμὸς προστριβόμενος, ὡς ἔλεγον, παρ’ ἐκείνου ὑπορρεῖν τὰ κατ’ ἐκείνου τελέως ἐδίδου ἂν παρὰ τοῖς αὐτὸν ἐκεῖνον θαυμάζουσιν.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
Ι.
καὶ προσταγὲν ἀσφαλισθέντος τοῦ οἴκου βεβαίως, καὶ τοῦτο. Καθ' & δὴ πάντα αὐτοὺς ἀθιγεῖς ὄντας
καθάπαξ τῶν ῥυπασμάτων αὐτοὺς καὶ τὴν διόρθωσιν
δικαίους είναι πράττειν, ἄλλως δὲ μηδ' ὁπωσοῦν
καταδέχεσθαι τὴν ὁμόνοιαν.
λα'. Περὶ τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ πα
τριάρχου Αρσενίου.
τὰ αὐτὰ ἦν καὶ πάλιν τοῖς πρότερον. Καὶ αὖθις ἐν
τοῖς Χαρσίου αἷμα τῆς εἰκόνος τοῦ λαμπρὸν ἐν μάρ
τις λάμποντος Γεωργίου δαψιλῶς ἀνέβλυζε. Ταῦθ
ὁρῶν ὁ κρατῶν δειδήμων ῶν, ὡς τὸ ἀληθὲς εἰπεῖν,
περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ εὐλαβὴς, φόβον οὐ μικρὸν εἶχε,
μήπως Θεῷ δοκοῦν ἐκείνοις προσέχειν αὐτὸς ἐπ᾿· Ην μὲν οὖν καὶ [Ρ 52] τῶν ᾿Αρσενιατῶν τισιν
ἄλλοις ἔχει τὸν νοῦν καί γ' ἔξω τοῦ θείου θελήμα- εἰρηνεύσατι, καὶ μάλισθ' ὅτι καὶ κατὰ τὸ 'Ατρα
τος διαπράττοιτο. "Οθεν καὶ συγκαλῶν παρεκάλει, μύττιον συνελθοῦσιν, ὡς εἴρηται, ἐσπούδαστο ταῦτα,
καὶ ἰδίᾳ καὶ φανερῶς, καθιστών συνόδους λαῶν, ἦν οὖν τότε καὶ σφίσιν ἔφεσις ἐπὶ τοῖς προτέροις
γενέσθαι ποτὲ τῆς εἰρήνης ἠξίου, καὶ ἀπιδεῖν πρὸς ἐκείνοις ἀνακομίζειν τὸ σῶμα τὸ Αρσενίου ἐκ Προι
τὴν τῆς Ἐκκλησίας ὁμόνοια». Ἀλλ᾿ οὐκ ἔπειθεν· κοννήσου. Οἱ δὴ καὶ αὖθις βασιλεί προσανέφερον
ἦν γὰρ ἐκείνοις φανερώς προσιστάμενον τὸ τοῦ καὶ ἠξίουν. Πλὴν καὶ σκέμμα τι βαθὺ καὶ γενναῖον
Ἰωσὴφ μνημόσυνον καὶ τὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ᾤετο ἐν τούτοις ἦν, ὡς ἔδειξεν, ἀξιοῦσιν· ὁ γὰρ ὡς ἀδίκως
λέγοντες, ῥύπασμα, κοινωνούσης ἀφορισμοῖς. Αφου ἐκβληθεὶς ἐπὶ τὴν προτέραν τιμὴν ἀναγόμενος εἶχε
ρισμὸν δ' ἔλεγον τὸν τοῦ Ἀρσενίου πρὸς Ἰωσήφ. δηλοῦν ἐντεῦθεν τὸν Ἰωσὴς ἐπιβήτορα, ᾧ δὴ καὶ
Οὐκ οἶδα δὲ εἰ καὶ τὰ ὠρκωμοτημένα πάλα: μὴ λα ἀφορισμός προστριβόμενος, ὡς ἔλεγον, παρ' ἐκείνου
βόντα λύσιν, & δὴ ἔχειν λύειν ἐγκεχωρημένον παρὰ ὑπεῤῥεῖν τὰ κατ' ἐκείνου τελέως ἐδίδου ἂν παρά
Αρσενίου τὴν Υάκινθον λαβόντα τὸν θρόνον διεβ:- τοῖς αὐτὸν ἐκεῖνον θαυμάζουσιν. Ο μέντοι γε βασι
βαίουν, μέρος ἦσαν καὶ ταῦτα συμβαλλόμενον πρὸς λεὺς πρὸς τὴν τῆς Ἐκκλησίας ὅλως ἀφορῶν εἰρήνην,
τὸ ῥύπασμα. Εἰ δὲ καὶ τὸ κατὰ τὸν πάππαν προσετί ὡς τοὺς ὁρῶντας πιστεύειν, προκαταλαμβάνων δὲ
θουν τρίτον, μὴ τοῖς πρότερον ἱκανούμενοι, ἔστω καὶ τοὺς ἄλλους ἐντεῦθεν (τὸ γὰρ σφίσιν ἰσχυρὸν
PG 144:95ὁ μέντοι γε βασιλεὺς πρὸς τὴν τῆς ἐκκλησίας ὅλως ἀφορῶν εἰρήνην, ὡς τοὺς ὁρῶντας πιστεύειν, προκαταλαμβάνων δὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἐντεῦθεν (τὸ γὰρ σφίσιν ἰσχυρὸν προτεινόμενον ἡ ἐξορία τοῦ πατριάρχου ἦν, δι’ ἣν ὑπήγοντο τοὺς ἄλλους ἀδίκως ἐκβεβλημένου, ὃ δὴ καὶ προαναστέλλειν ἠβούλετο τῷ πρὸς αὐτοῦ καὶ τῶν αὐτοῦ τὴν ἐκ τῆς μετακομιδῆς τοῦ σώματος τιμὴν γίνεσθαι), παραχρῆμα νεύει πρὸς τὴν ἀξίωσιν. ἦν δὲ μόνον εἰς τοῦτο τῷ βασιλεῖ προσιστάμενον τὸ φθάσαι λεχθῆναι παρά τινων ὡς ἀφορισμὸς ἐπίκειται παρ’ ἐκείνου τοῖς ὁτεδήποτε τὸ σῶμα μετακομίσουσι, παρ’ ὃ καὶ μόνον ἕτοιμος ἦν ἐκ τοῦ παραχρῆμα τῇ καταγωγῇ τοῦ σώματος τὸν ἐξορισθέντα τιμᾶν. ἐπεὶ δὲ τοῦτο παρὰ τῶν εἰδότων ἐλέγετο ὡς ψευδῶς ἐλέχθη καὶ ὡς ἐπλάσθη παρὰ τοῦ μαθητοῦ ἐκείνου Ματθαίου τὸ φημιζόμενον, τῷ τόπῳ προσμένειν μετὰ τοῦ σώματος θέλοντος, εὐθὺς ταχυναυτοῦντες ἐν ἐνήρει οἱ ἀμφὶ τὸν Μανουηλίτην Θεόδωρον ἡτοιμάζοντο· οἳ δὴ καὶ ἡμερῶν ὀλίγων ὑπὸ προσηκούσῃ τιμῇ καὶ αἰδοῖ ἀξίᾳ μετ’ εὐπλοίας πάσης τὴν Κωνσταντίνου καταλαμβάνουσι.
προτεινόμενον ἡ ἐξορία τοῦ πατριάρχου ἦν, δι' ἣν εἰρήνευον, καὶ λαὸς ἅπας τῆς πολιτείας, οι
ὑπήγοντο τοὺς ἄλλους ἀδίκως ἐκβεβλημένους, ὃ δὴ
καὶ προαναστέλλειν ἡβούλετο τῷ πρὸς αὐτοῦ καὶ
τῶν αὐτοῦ τὴν ἐκ τῆς μετακομιδῆς τοῦ σώματος
τιμὴν γίνεσθαι), παραχρῆμα νεύει πρὸς τὴν ἀξίωσιν.
*Ην δὲ μόνον εἰς τοῦτο τῷ βασιλεῖ προσιστάμενον
τὸ φθάσαι λεχθῆναι παρά τινων ὡς ἀφορισμό; ἐπίσ
κειται παρ' ἐκείνου τοῖς ὁτεδήποτε τὸ σῶμα μετα
κομίσουσι, παρ' ὁ καὶ μόνον ἕτοιμος ἦν ἐκ τοῦ πα
ραχρήμα τῇ καταγωγῇ τοῦ σώματος τὸν ἐξορισθέντα
τιμᾷν. Ἐπεὶ δὲ τοῦτο παρὰ τῶν εἰδότων ἐλέγετο
ὡς ψευδῶς ἐλέχθη καὶ ὡς ἐπλάσθη παρὰ τοῦ μαθη
τοῦ ἐκείνου Ματθαίου τὸ φημιζόμενον, τῷ τόπῳ
προσμένειν μετὰ τοῦ σώματος θέλοντος, εὐθὺς τα
χυναυτοῦντες ἐν ἐνήρει οἱ ἀμφὶ τὸν Μανουηλίτην
Θεόδωρον ἡτοιμάζοντο· οἱ δὴ καὶ ἡμερῶν [Ρ. 53]
ὀλίγων ὑπὸ προσηκούσῃ τιμῇ καὶ αἰδεῖ ἀξίᾳ μετ'
εὐπλοίας πάσης τὴν Κωνσταντίνου καταλαμβά
νουσι. Καὶ τότε ξυνέρχεται μὲν βασιλεὺς ξὺν πάσῃ
συγκλήτῳ, συνέρχεται δὲ πατριάρχης σύναμ' άρ
χιερεῦσι, καὶ τῶν κληρικῶν ὅσοι μετ' ἐκεῖνον
μὲν προσκληθέντες, οἱ δὲ καὶ αὐτόκλητοι. Καὶ τὰ τοῦ
Εὐγενίου καταλαβόντες θήκην μὲν ἐκείνην πέπλῳ
τῶν καλλίστων περικαλύπτουσι, καὶ χερσὶν ἱερῶν
ἀνδρῶν κατὰ τὸ προσῆκον πιστεύσαντες ὑπὸ φωσί
δαψιλέσι καὶ θυμιάμασιν, ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς καὶ εὐ
φημισμοῖς τοῖς πρέπουσι, πεζῇ καὶ βάδην τὸ μέγα
καὶ ἱερὸν τέμενος τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας καταλαμβά
νουσι, καὶ σφίσιν ὥσπερ αὐτοῖς οἰκειοῦν τὸ τῶν ᾿Αρ
σενιατών βουλόμενοι σέμνωμα, ὡς καὶ τοῦ πατριάρ
χου κοινωνοῖς φανεῖσι καὶ συλλειτουργοῖς ἄντικρυς,
ἐπενδύοντο μὲν τὰς ἱερὰς ἐσθῆτας, πρὸς τῷ τελεῖν δὲ
τὴν ἱερὰν λειτουργίαν ὄντες, τῶν ἀντιφώνων ψαλλο
μένων, στολὴν καὶ τὸ σῶμα τῶν ἱερῶν ἐπενδύσαντες
χερσὶν ἀρχιερέων φερομένῳ συνεισοδεύουσιν. Εἶτα
πρὸς τῷ συνθρόνῳ δόξαντες ἐπικαθιζάνειν, τὰ τῆς
ἱερᾶς τελετῆς συνεπλήρουν εἰς τέλος πρὸ τῆς ἱερᾶς
τραπέζης Ισταμένῳ τῷ σώματι. Ἐντεῦθεν καὶ περὶ
τὰ δεξιὰ τοῦ βήματος τῷ κιβωτίῳ ἐνθέντες ἱστῶσι,
κλεισὶ καὶ σφραγίσι τὴν ἐκ τῶν ᾿Αρσενιατών κλο
πὴν, ὡς ἐνῆν, φυλαττόμενοι, καὶ τρίτης ἑκάστης
καὶ τότε ξυνέρχεται μὲν βασιλεὺς ξὺν πάσῃ συγκλήτῳ, συνέρχεται δὲ πατριάρχης συνάμ’ ἀρχιερεῦσι, καὶ τῶν κληρικῶν ὅσοι μετ’ ἐκεῖνον εἰρήνευον, καὶ λαὸς ἅπας τῆς πολιτείας, οἱ μὲν προσκληθέντες οἱ δὲ καὶ αὐτόκλητοι. καὶ τὰ τοῦ Εὐγενίου καταλαβόντες θήκην μὲν ἐκείνην πέπλῳ τῶν καλλίστων περικαλύπτουσι, καὶ χερσὶν ἱερῶν ἀνδρῶν κατὰ τὸ προσῆκον πιστεύσαντες ὑπὸ φωσὶ δαψιλέσι καὶ θυμιάμασιν, ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς καὶ εὐφημισμοῖς τοῖς πρέπουσι, πεζῇ καὶ βάδην τὸ μέγα καὶ ἱερὸν τέμενος τῆς τοῦ θεοῦ σοφίας καταλαμβάνουσι, καὶ σφίσιν ὥσπερ αὐτοῖς οἰκειοῦν τὸ τῶν Ἀρσενιατῶν βουλόμενοι σέμνωμα, ὡς καὶ τοῦ πατριάρχου κοινωνοῖς φανεῖσι καὶ συλλειτουργοῖς ἄντικρυς, ἐπενδύοντο μὲν τὰς ἱερὰς ἐσθῆτας, πρὸς τῷ τελεῖν δὲ τὴν ἱερὰν λειτουργίαν ὄντες, τῶν ἀντιφώνων ψαλλομένων, στολὴν καὶ τὸ σῶμα τῶν ἱερῶν ἐπενδύσαντες χερσὶν ἀρχιερέων φερομένῳ συνεισοδεύουσιν. εἶτα πρὸς τῷ συνθρόνῳ δόξαντες ἐπικαθιζάνειν, τὰ τῆς ἱερᾶς τελετῆς συνεπλήρουν εἰς τέλος πρὸ τῆς ἱερᾶς τραπέζης ἱσταμένῳ τῷ σώματι.
προτεινόμενον ἡ ἐξορία τοῦ πατριάρχου ἦν, δι' ἣν εἰρήνευον, καὶ λαὸς ἅπας τῆς πολιτείας, οι
ὑπήγοντο τοὺς ἄλλους ἀδίκως ἐκβεβλημένους, ὃ δὴ
καὶ προαναστέλλειν ἡβούλετο τῷ πρὸς αὐτοῦ καὶ
τῶν αὐτοῦ τὴν ἐκ τῆς μετακομιδῆς τοῦ σώματος
τιμὴν γίνεσθαι), παραχρῆμα νεύει πρὸς τὴν ἀξίωσιν.
*Ην δὲ μόνον εἰς τοῦτο τῷ βασιλεῖ προσιστάμενον
τὸ φθάσαι λεχθῆναι παρά τινων ὡς ἀφορισμό; ἐπίσ
κειται παρ' ἐκείνου τοῖς ὁτεδήποτε τὸ σῶμα μετα
κομίσουσι, παρ' ὁ καὶ μόνον ἕτοιμος ἦν ἐκ τοῦ πα
ραχρήμα τῇ καταγωγῇ τοῦ σώματος τὸν ἐξορισθέντα
τιμᾷν. Ἐπεὶ δὲ τοῦτο παρὰ τῶν εἰδότων ἐλέγετο
ὡς ψευδῶς ἐλέχθη καὶ ὡς ἐπλάσθη παρὰ τοῦ μαθη
τοῦ ἐκείνου Ματθαίου τὸ φημιζόμενον, τῷ τόπῳ
προσμένειν μετὰ τοῦ σώματος θέλοντος, εὐθὺς τα
χυναυτοῦντες ἐν ἐνήρει οἱ ἀμφὶ τὸν Μανουηλίτην
Θεόδωρον ἡτοιμάζοντο· οἱ δὴ καὶ ἡμερῶν [Ρ. 53]
ὀλίγων ὑπὸ προσηκούσῃ τιμῇ καὶ αἰδεῖ ἀξίᾳ μετ'
εὐπλοίας πάσης τὴν Κωνσταντίνου καταλαμβά
νουσι. Καὶ τότε ξυνέρχεται μὲν βασιλεὺς ξὺν πάσῃ
συγκλήτῳ, συνέρχεται δὲ πατριάρχης σύναμ' άρ
χιερεῦσι, καὶ τῶν κληρικῶν ὅσοι μετ' ἐκεῖνον
μὲν προσκληθέντες, οἱ δὲ καὶ αὐτόκλητοι. Καὶ τὰ τοῦ
Εὐγενίου καταλαβόντες θήκην μὲν ἐκείνην πέπλῳ
τῶν καλλίστων περικαλύπτουσι, καὶ χερσὶν ἱερῶν
ἀνδρῶν κατὰ τὸ προσῆκον πιστεύσαντες ὑπὸ φωσί
δαψιλέσι καὶ θυμιάμασιν, ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς καὶ εὐ
φημισμοῖς τοῖς πρέπουσι, πεζῇ καὶ βάδην τὸ μέγα
καὶ ἱερὸν τέμενος τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας καταλαμβά
νουσι, καὶ σφίσιν ὥσπερ αὐτοῖς οἰκειοῦν τὸ τῶν ᾿Αρ
σενιατών βουλόμενοι σέμνωμα, ὡς καὶ τοῦ πατριάρ
χου κοινωνοῖς φανεῖσι καὶ συλλειτουργοῖς ἄντικρυς,
ἐπενδύοντο μὲν τὰς ἱερὰς ἐσθῆτας, πρὸς τῷ τελεῖν δὲ
τὴν ἱερὰν λειτουργίαν ὄντες, τῶν ἀντιφώνων ψαλλο
μένων, στολὴν καὶ τὸ σῶμα τῶν ἱερῶν ἐπενδύσαντες
χερσὶν ἀρχιερέων φερομένῳ συνεισοδεύουσιν. Εἶτα
πρὸς τῷ συνθρόνῳ δόξαντες ἐπικαθιζάνειν, τὰ τῆς
ἱερᾶς τελετῆς συνεπλήρουν εἰς τέλος πρὸ τῆς ἱερᾶς
τραπέζης Ισταμένῳ τῷ σώματι. Ἐντεῦθεν καὶ περὶ
τὰ δεξιὰ τοῦ βήματος τῷ κιβωτίῳ ἐνθέντες ἱστῶσι,
κλεισὶ καὶ σφραγίσι τὴν ἐκ τῶν ᾿Αρσενιατών κλο
πὴν, ὡς ἐνῆν, φυλαττόμενοι, καὶ τρίτης ἑκάστης
PG 144:97ἐντεῦθεν καὶ περὶ τὰ δεξιὰ τοῦ βήματος τῷ κιβωτίῳ ἐνθέντες ἱστῶσι, κλεισὶ καὶ σφραγῖσι τὴν ἐκ τῶν Ἀρσενιατῶν κλοπήν, ὡς ἐνῆν, φυλαττόμενοι, καὶ τρίτης ἑκάστης ἑβδομάδος πρὸς τὴν τῶν Ὁδηγῶν κατ’ ἔθος λαοῦ συντρέχοντος, κἀκεῖνο ὑπανοιγόμενον τοῖς προσιοῦσιν ἄνετον ἦν. ἐν ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ ἡ Ῥαούλαινα πρωτοβεστιάρισσα ἐν τῇ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου μονῇ τοῦ τῆς κρίσεως ἱερὸν οἶκον εἰς κάλλος ἐξησκημένον καὶ μέγεθος ἀνιστᾷ. καὶ ἐπεὶ σπουδὴν εἶχεν ἐκείνη πρὸς τὸν πατριάρχην οὐ τὴν τυχοῦσαν καὶ ζῶντα καὶ τελευτήσαντα, ἀξιοῖ βασιλέα καὶ λιπαρῶς δέεται δοθῆναι τὸ σῶμα τῇ κατ’ αὐτὴν μονῇ, ἐφ’ ᾧπερ ἀποτεθῆναι τῷ παρ’ αὐτῆς ἀνεγερθέντι ναῷ. ὃ δὴ καὶ γέγονεν, ἑτέρας τότε συστάσης κατὰ τὸ εἰκὸς πανηγύρεως, καθ’ ἣν βασιλεὺς καὶ σύγκλητος καὶ τῶν ἱερωμένων σχεδὸν οἱ πάντες, οὐδὲ τῆς λαώδους λειπούσης μοίρας, ἐκεῖθεν πεζοποροῦντες τὴν τιμὴν ἐτέλουν τῷ πατριάρχῃ, οὐκ ὀλίγα τοῦ βασιλέως καταβαλόντος καὶ τὰ τῶν πόνων ἐφόδια. 32. Τότε καὶ τὰ κατὰ Συρίαν ἐπράττετο πάνδεινα.
ἑδομάδος πρὸς τὴν τῶν ᾿Οδηγῶν κατ᾽ ἔθος λαοῦ "Αραβες ἢ μὴν Αιθίοπες πρῶτον μὲν αἱροῦσι τὴν
συντρέχοντος, κἀκεῖνο ὑπανοιγόμενον τοῖς προσιοῦ
σιν ἄνετον ἦν. Ἐν ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ ἡ Ῥαούλαινα
πρωτοβεστιάρισσα ἐν τῇ τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέου μονῇ
τοῦ τῆς κρίσεως ἱερὸν οἶκον εἰς κάλλος ἐξησκημένον
καὶ μέγεθος ἀνιστᾷ. Καὶ ἐπεὶ σπουδὴν εἶχεν ἐκείνη
πρὸς τὸν πατριάρχην οὐ τὴν τυχοῦσαν καὶ ζῶντα καὶ
τελευτήσαντα, ἀξιοῖ βασιλέα καὶ λιπαρῶς δέεται
δοθῆναι τὸ σῶμα τῇ κατ' αὐτὴν μονῇ, ἐφ᾽ ᾧπερ ἀπο
τεθῆναι τῷ παρ' αὐτῆς ἀνεγερθέντι ναῷ. “Ο δὴ καὶ
γέγονεν, ἑτέρας τότε συστάσης κατὰ τὸ εἰκὸς παν
ηγύρεως, καθ' ήν βασιλεὺς καὶ σύγκλητος καὶ τῶν
ἱερωμένων σχεδὸν οἱ πάντες, οὐδὲ τῆς λαώδους λει
πούσης μοίρας, ἐκεῖθεν πεζοποροῦντες τὴν τιμὴν
ἐτέλουν τῷ πατριάρχῃ, οὐκ ὀλίγα τοῦ βασιλέως και
ταβαλόντος καὶ τὰ τῶν πόνων ἐφόδια.
λβ'. Περὶ τῶν κατὰ Συρίαν δεινῶν..
Τότε καὶ τὰ κατὰ [Ρ. 54] Συρίαν επράττετο πάν
δεινα. Ο γὰρ τῆς Βαβυλῶνος σουλτάν πρὸ χρόνων
λαβὼν Αντιόχειαν καὶ εἰς ἔδαφος κατερείψας, ἀφῆκε
τοῖς μετ' ἐκεῖνον ἀκήρυκτον ἔχειν μάχην μετὰ τῶν
Ἰταλῶν τῶν τὴν παραλίαν οἰκούντων ἐκ παλαιοῦ.
Ὅθεν καὶ ἐπὶ τῶν τότε καιρῶν στρατολογησάμενοι
Τρίπολιν καὶ ἡδηδὲν τοὺς ἐν αὐτῇ κατασφάττουσι,
καὶ αὐτὴν δὴ τὴν πόλιν ἀνατρέπουσιν ἐκ θεμέθλων,
ἔπειτα καὶ τὴν πολυπληθῆ Πτολεμαΐδα τὰ ὅμοια
ὁρῶσι, καὶ πᾶσαν τὴν παραλίαν ἐξανδραποδισάμενοι
τὰ θαύματα της Συρίας ηφάνισαν. Καὶ ἔδοξε τὰ
ἡμέτερα τέρατα ἐπ' ἐκείνοις φανέντα τε καὶ τελειω
θέντα· δάκρυα γὰρ ἐκεῖνα καὶ αἷματα πρὸς τὰ μα
κρὰν ἡμῶν ἀνεφέροντο, ἀποπεμπομένων τὰ φοβερά
ἡμῶν ἑτέροις τοῖς μὴ ὅτι γ' εἰς πεῖραν, ἀλλ' οὐδ' εἰς
θέαν δυναμένοις μόνην τῶν ἰδίων κακῶν ἡμῖν και
νωνῆσαι. Τὸ δ' ἦν ἄρα παραψυχὴ καὶ κακῶν ἀνάρ
τησις, γνωσθέντος παθοῦσιν ὡς ὅπου τὸ τῶν δεινῶν
σημεῖον, ἐκεῖ ξυμβαίνει καὶ τὸ ἀποτέλεσμα γίγνε
σθαι.
λγ'. Περὶ τοῦ δευτέρου συνοικεσίου τοῦ βα
σιλέως.
Ο μέντοι γε βασιλεὺς [Ρ. 55] υἱοὺς ἔχων ἐξ "Αν
νης τῆς ἐξ Ούγγρων δύο, Μιχαήλ τε καὶ Κωνσταντί
νον, τὸν μὲν βασιλικῶς ἀνῆγε καὶ ὡς τῆς βασιλείας
διάδοχον ἐθεράπευε, τὸν δὲ Κωνσταντῖνον εἰς δεσπός
την ἔτρεφε. Τῷ μέντοι γε Μιχαὴλ καὶ ὁ πάππος
αὐτοῦ Μιχαὴλ τῆς εἰς τὴν βασιλείαν καταστάσεω;
ὁ γὰρ τῆς Βαβυλῶνος σουλτὰν πρὸ χρόνων λαβὼν Ἀντιόχειαν καὶ εἰς ἔδαφος κατερείψας, ἀφῆκε τοῖς μετ’ ἐκεῖνον ἀκήρυκτον ἔχειν μάχην μετὰ τῶν Ἰταλῶν τῶν τὴν παραλίαν οἰκούντων ἐκ παλαιοῦ. ὅθεν καὶ ἐπὶ τῶν τότε καιρῶν στρατολογησάμενοι Ἄραβες ἢ μὴν Αἰθίοπες πρῶτον μὲν αἱροῦσι τὴν Τρίπολιν καὶ ἡβηδὸν τοὺς ἐν αὐτῇ κατασφάττουσι, καὶ αὐτὴν δὴ τὴν πόλιν ἀνατρέπουσιν ἐκ θεμέθλων, ἔπειτα καὶ τὴν πολυπληθῆ Πτολεμαί̈δα τὰ ὅμοια δρῶσι, καὶ πᾶσαν τὴν παραλίαν ἐξανδραποδισάμενοι τὰ θαύματα τῆς Συρίας ἠφάνισαν. καὶ ἔδοξε τὰ ἡμέτερα τέρατα ἐπ’ ἐκείνοις φανέντα τε καὶ τελειωθέντα· δάκρυα γὰρ ἐκεῖνα καὶ αἵματα πρὸς τὰ μακρὰν ἡμῶν ἀνεφέροντο, ἀποπεμπομένων τὰ φοβερὰ ἡμῶν ἑτέροις τοῖς μὴ ὅτι γ’ εἰς πεῖραν ἀλλ’ οὐδ’ εἰς θέαν δυναμένοις μόνην τῶν ἰδίων κακῶν ἡμῖν κοινωνῆσαι. τὸ δ’ ἦν ἄρα παραψυχὴ καὶ κακῶν ἀνάρτησις, γνωσθέντος παθοῦσιν ὡς ὅπου τὸ τῶν δεινῶν σημεῖον, ἐκεῖ ξυμβαίνει καὶ τὸ ἀποτέλεσμα γίγνεσθαι. 33.
ἑδομάδος πρὸς τὴν τῶν ᾿Οδηγῶν κατ᾽ ἔθος λαοῦ "Αραβες ἢ μὴν Αιθίοπες πρῶτον μὲν αἱροῦσι τὴν
συντρέχοντος, κἀκεῖνο ὑπανοιγόμενον τοῖς προσιοῦ
σιν ἄνετον ἦν. Ἐν ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ ἡ Ῥαούλαινα
πρωτοβεστιάρισσα ἐν τῇ τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέου μονῇ
τοῦ τῆς κρίσεως ἱερὸν οἶκον εἰς κάλλος ἐξησκημένον
καὶ μέγεθος ἀνιστᾷ. Καὶ ἐπεὶ σπουδὴν εἶχεν ἐκείνη
πρὸς τὸν πατριάρχην οὐ τὴν τυχοῦσαν καὶ ζῶντα καὶ
τελευτήσαντα, ἀξιοῖ βασιλέα καὶ λιπαρῶς δέεται
δοθῆναι τὸ σῶμα τῇ κατ' αὐτὴν μονῇ, ἐφ᾽ ᾧπερ ἀπο
τεθῆναι τῷ παρ' αὐτῆς ἀνεγερθέντι ναῷ. “Ο δὴ καὶ
γέγονεν, ἑτέρας τότε συστάσης κατὰ τὸ εἰκὸς παν
ηγύρεως, καθ' ήν βασιλεὺς καὶ σύγκλητος καὶ τῶν
ἱερωμένων σχεδὸν οἱ πάντες, οὐδὲ τῆς λαώδους λει
πούσης μοίρας, ἐκεῖθεν πεζοποροῦντες τὴν τιμὴν
ἐτέλουν τῷ πατριάρχῃ, οὐκ ὀλίγα τοῦ βασιλέως και
ταβαλόντος καὶ τὰ τῶν πόνων ἐφόδια.
λβ'. Περὶ τῶν κατὰ Συρίαν δεινῶν..
Τότε καὶ τὰ κατὰ [Ρ. 54] Συρίαν επράττετο πάν
δεινα. Ο γὰρ τῆς Βαβυλῶνος σουλτάν πρὸ χρόνων
λαβὼν Αντιόχειαν καὶ εἰς ἔδαφος κατερείψας, ἀφῆκε
τοῖς μετ' ἐκεῖνον ἀκήρυκτον ἔχειν μάχην μετὰ τῶν
Ἰταλῶν τῶν τὴν παραλίαν οἰκούντων ἐκ παλαιοῦ.
Ὅθεν καὶ ἐπὶ τῶν τότε καιρῶν στρατολογησάμενοι
Τρίπολιν καὶ ἡδηδὲν τοὺς ἐν αὐτῇ κατασφάττουσι,
καὶ αὐτὴν δὴ τὴν πόλιν ἀνατρέπουσιν ἐκ θεμέθλων,
ἔπειτα καὶ τὴν πολυπληθῆ Πτολεμαΐδα τὰ ὅμοια
ὁρῶσι, καὶ πᾶσαν τὴν παραλίαν ἐξανδραποδισάμενοι
τὰ θαύματα της Συρίας ηφάνισαν. Καὶ ἔδοξε τὰ
ἡμέτερα τέρατα ἐπ' ἐκείνοις φανέντα τε καὶ τελειω
θέντα· δάκρυα γὰρ ἐκεῖνα καὶ αἷματα πρὸς τὰ μα
κρὰν ἡμῶν ἀνεφέροντο, ἀποπεμπομένων τὰ φοβερά
ἡμῶν ἑτέροις τοῖς μὴ ὅτι γ' εἰς πεῖραν, ἀλλ' οὐδ' εἰς
θέαν δυναμένοις μόνην τῶν ἰδίων κακῶν ἡμῖν και
νωνῆσαι. Τὸ δ' ἦν ἄρα παραψυχὴ καὶ κακῶν ἀνάρ
τησις, γνωσθέντος παθοῦσιν ὡς ὅπου τὸ τῶν δεινῶν
σημεῖον, ἐκεῖ ξυμβαίνει καὶ τὸ ἀποτέλεσμα γίγνε
σθαι.
λγ'. Περὶ τοῦ δευτέρου συνοικεσίου τοῦ βα
σιλέως.
Ο μέντοι γε βασιλεὺς [Ρ. 55] υἱοὺς ἔχων ἐξ "Αν
νης τῆς ἐξ Ούγγρων δύο, Μιχαήλ τε καὶ Κωνσταντί
νον, τὸν μὲν βασιλικῶς ἀνῆγε καὶ ὡς τῆς βασιλείας
διάδοχον ἐθεράπευε, τὸν δὲ Κωνσταντῖνον εἰς δεσπός
την ἔτρεφε. Τῷ μέντοι γε Μιχαὴλ καὶ ὁ πάππος
αὐτοῦ Μιχαὴλ τῆς εἰς τὴν βασιλείαν καταστάσεω;
Ὁ μέντοι γε βασιλεὺς υἱοὺς ἔχων ἐξ Ἄννης τῆς ἐξ Οὔγγρων δύο, Μιχαήλ τε καὶ Κωνσταντῖνον, τὸν μὲν βασιλικῶς ἀνῆγε καὶ ὡς τῆς βασιλείας διάδοχον ἐθεράπευε, τὸν δὲ Κωνσταντῖνον εἰς δεσπότην ἔτρεφε. τῷ μέντοι γε Μιχαὴλ καὶ ὁ πάππος αὐτοῦ Μιχαὴλ τῆς εἰς τὴν βασιλείαν καταστάσεως ἦρχε, καὶ ὡς βασιλέα παρεῖχε κηρύττεσθαι ὡς οὐ μικρὰν παραψυχὴν τῷ πατρὶ διὰ τὸν τῆς δεσποίνης ἀλύοντι θάνατον. παρ’ ἣν αἰτίαν καὶ τὸ ἐκ ῥηγῶν τῶν μεγίστων κῆδος κατὰ δεύτερον συνοικέσιον μὴ ἔχων ὅλως περιποιεῖν ἑαυτῷ, ὡς ὑπ’ ἀρχὴν πάντως ἐσομένου τοῦ ἐξ αὐτῶν, τὴν ἐκ μαρκεσίων Εἰρήνην καί γ’ ἐκγόνην τοῦ ῥηγὸς Ἱσπανίας, ἀγαθὸς ἀγαθὴν οὐχ ἧττον τὸ γένος ἢ τοὺς τρόπους, ἄγεται. Γρηγόριος δ’ ἦν ὁ ταινιωτής, καὶ τὰ στέφη ἡ Αὐγοῦστα καὶ μήτηρ ἐδέχετο. 34.
ἑδομάδος πρὸς τὴν τῶν ᾿Οδηγῶν κατ᾽ ἔθος λαοῦ "Αραβες ἢ μὴν Αιθίοπες πρῶτον μὲν αἱροῦσι τὴν
συντρέχοντος, κἀκεῖνο ὑπανοιγόμενον τοῖς προσιοῦ
σιν ἄνετον ἦν. Ἐν ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ ἡ Ῥαούλαινα
πρωτοβεστιάρισσα ἐν τῇ τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέου μονῇ
τοῦ τῆς κρίσεως ἱερὸν οἶκον εἰς κάλλος ἐξησκημένον
καὶ μέγεθος ἀνιστᾷ. Καὶ ἐπεὶ σπουδὴν εἶχεν ἐκείνη
πρὸς τὸν πατριάρχην οὐ τὴν τυχοῦσαν καὶ ζῶντα καὶ
τελευτήσαντα, ἀξιοῖ βασιλέα καὶ λιπαρῶς δέεται
δοθῆναι τὸ σῶμα τῇ κατ' αὐτὴν μονῇ, ἐφ᾽ ᾧπερ ἀπο
τεθῆναι τῷ παρ' αὐτῆς ἀνεγερθέντι ναῷ. “Ο δὴ καὶ
γέγονεν, ἑτέρας τότε συστάσης κατὰ τὸ εἰκὸς παν
ηγύρεως, καθ' ήν βασιλεὺς καὶ σύγκλητος καὶ τῶν
ἱερωμένων σχεδὸν οἱ πάντες, οὐδὲ τῆς λαώδους λει
πούσης μοίρας, ἐκεῖθεν πεζοποροῦντες τὴν τιμὴν
ἐτέλουν τῷ πατριάρχῃ, οὐκ ὀλίγα τοῦ βασιλέως και
ταβαλόντος καὶ τὰ τῶν πόνων ἐφόδια.
λβ'. Περὶ τῶν κατὰ Συρίαν δεινῶν..
Τότε καὶ τὰ κατὰ [Ρ. 54] Συρίαν επράττετο πάν
δεινα. Ο γὰρ τῆς Βαβυλῶνος σουλτάν πρὸ χρόνων
λαβὼν Αντιόχειαν καὶ εἰς ἔδαφος κατερείψας, ἀφῆκε
τοῖς μετ' ἐκεῖνον ἀκήρυκτον ἔχειν μάχην μετὰ τῶν
Ἰταλῶν τῶν τὴν παραλίαν οἰκούντων ἐκ παλαιοῦ.
Ὅθεν καὶ ἐπὶ τῶν τότε καιρῶν στρατολογησάμενοι
Τρίπολιν καὶ ἡδηδὲν τοὺς ἐν αὐτῇ κατασφάττουσι,
καὶ αὐτὴν δὴ τὴν πόλιν ἀνατρέπουσιν ἐκ θεμέθλων,
ἔπειτα καὶ τὴν πολυπληθῆ Πτολεμαΐδα τὰ ὅμοια
ὁρῶσι, καὶ πᾶσαν τὴν παραλίαν ἐξανδραποδισάμενοι
τὰ θαύματα της Συρίας ηφάνισαν. Καὶ ἔδοξε τὰ
ἡμέτερα τέρατα ἐπ' ἐκείνοις φανέντα τε καὶ τελειω
θέντα· δάκρυα γὰρ ἐκεῖνα καὶ αἷματα πρὸς τὰ μα
κρὰν ἡμῶν ἀνεφέροντο, ἀποπεμπομένων τὰ φοβερά
ἡμῶν ἑτέροις τοῖς μὴ ὅτι γ' εἰς πεῖραν, ἀλλ' οὐδ' εἰς
θέαν δυναμένοις μόνην τῶν ἰδίων κακῶν ἡμῖν και
νωνῆσαι. Τὸ δ' ἦν ἄρα παραψυχὴ καὶ κακῶν ἀνάρ
τησις, γνωσθέντος παθοῦσιν ὡς ὅπου τὸ τῶν δεινῶν
σημεῖον, ἐκεῖ ξυμβαίνει καὶ τὸ ἀποτέλεσμα γίγνε
σθαι.
λγ'. Περὶ τοῦ δευτέρου συνοικεσίου τοῦ βα
σιλέως.
Ο μέντοι γε βασιλεὺς [Ρ. 55] υἱοὺς ἔχων ἐξ "Αν
νης τῆς ἐξ Ούγγρων δύο, Μιχαήλ τε καὶ Κωνσταντί
νον, τὸν μὲν βασιλικῶς ἀνῆγε καὶ ὡς τῆς βασιλείας
διάδοχον ἐθεράπευε, τὸν δὲ Κωνσταντῖνον εἰς δεσπός
την ἔτρεφε. Τῷ μέντοι γε Μιχαὴλ καὶ ὁ πάππος
αὐτοῦ Μιχαὴλ τῆς εἰς τὴν βασιλείαν καταστάσεω;
PG 144:99Ἐπεὶ δ’ ἐπὶ τῇ Προύσῃ ἐπικεκήρυκτο πρόεδρος ὁ ἐξ ἀμαγειρεύτων Νικόλαος, μετονομασθεὶς ἐκ μοναχῶν εἰς Νεόφυτον (καὶ τοῦτο γὰρ κανὼν ἐτίθετο παρ’ ἐκείνοις, εἰ καὶ μὴ ἔχων κατὰ τοὺς ἄλλους τὸ ἀπαραίτητον, τὸ σήμερον μὲν ἱστᾶν ἐνώπιον θεοῦ καὶ ἀγγέλων καὶ τὰς συνθήκας ἀπαιτεῖν τῆς μοναχικῆς τάξεως, εἶτα τὸν εἰς ὑποταγὴν ταχθέντα τὴν αὔριον εἰς ἀρχιερέα χειροτονεῖν· ὃ δὴ καὶ αὐτὸ ἐδόκει πολλοῖς ἐπιλήψιμον), καταλαβόντι τὴν λαχοῦσαν τῷ ἱερεῖ ἔδοξε καινόν τι ποιεῖν παρὰ τὰ πραχθέντα διὰ τὸ χθεσινὸν τοῦ πάπα μνημόσυνον, καὶ δὴ κοινῇ προστάσσει ἐφ’ ἡμέραις τισὶν ἀπέχεσθαι τῶν κρεῶν ὡς πρόςτιμον τοῦ ῥυπάσματος. τὸ δ’ οὖν βαρὺ Προυσαίοις δόξαν, τῷ αἰτίῳ τῶν χθὲς συμβάντων ἐνίπτοντες κατηρῶντο καὶ μάλα οἱ ἐνεφόρουν ὕβρεις. ὁ δ’ ἦν δι’ ὅν, ὡς ἔλεγον, ἔμελλον νηστείαις προστιμᾶσθαι καὶ κακουχίαις. τοῦτ’ ἀκουσθὲν Βέκκῳ (πολὺ γὰρ ὑφεῖρπε, καὶ πάντες ἀναφανδὸν ἐλοιδόρουν, καὶ οἱ ἐκείνου ἔξω διάγοντες κατὰ πρόσωπον ὠνειδίζοντο) οὐκ ἀνεκτὸν ἐδόκει, οὐδ’ ὥστε καὶ ἐνεγκεῖν φορητόν.
ἦρχε, καὶ ὡς βασιλέα παρείχε κηρυττεσθαι ὡς οὐ πολλοῖς ἐπιλήψιμον), καταλαβόντι τὴν λαχοῦσαν τῷ
μικρὰν παραψυχὴν τῷ πατρὶ διὰ τὸν τῆ; δεσποίνης
ἀλύοντι θάνατον. Παρ' ἣν αἰτίαν καὶ τὸ ἐκ ῥηγῶν
τῶν μεγίστων κῦδος κατὰ δεύτερον συνοικέσιον μὴ
ἔχων ὅλως περιποιεῖν ἑαυτῷ, ὡς ὑπ' ἀρχὴν πάντως
ἐσομένου τοῦ ἐξ αὐτῶν, τὴν ἐκ μαρκεσίων Εἰρήνην
καί γ' ἐκγόνην τοῦ ῥηγὸς Ισπανίας, ἀγαθὸς ἀγαθὴν
οὐχ ἧττον τὸ γένος ἢ τοὺς τρόπους, ἄγεται. Γρηγό
ριος δ' ἦν ὁ ταινιωτὴς, καὶ τὰ στέφη ἡ Αὐγούστα
καὶ μήτηρ ἐδέχετο.
λδ'. "Οπως μετακληθεὶς ἀνήχθη Βεκκος ἀπὸ
Προύσης, καὶ τὰ τῆς αὐτοῦ κρίσεως.
Ἐπεὶ δ᾽ ἐπὶ τῇ Προύσῃ ἐπικεκήρυκτο πρόεδρος ὁ
ἐξ ἀμαγειρεύτων Νικόλαος, μετονομασθεὶς ἐκ μονα
χῶν εἰς Νεόφυτον (καὶ τοῦτο γὰρ κανὼν ἐτίθετο
παρ' ἐκείνοις, εἰ καὶ μὴ ἔχων κατὰ τοὺς ἄλλους τὸ
ἀπαραίτητον, τὸ σήμερον μὲν ἱστᾷν ἐνώπιον Θεοῦ
καὶ ἀγγέλων καὶ τὰς συνθήκας ἀπαιτεῖν τῆς μονα
χικῆς τάξεως, εἶτα τὸν εἰς ὑποταγὴν ταχθέντα τὴν
αὔριον εἰς ἀρχιερέα χειροτονεῖν· ὁ δὴ καὶ αὐτὸ ἐδόκει
ἱερεῖ ἔδοξε καινόν τι ποιεῖν παρὰ τὰ πραχθέντα διὰ
τὸ χθεσινὸν τοῦ πάππα μνημόσυνον, καὶ δὴ κοινῇ
προστάσσει ἐφ' ἡμέραις τισὶν ἀπέχεσθαι τῶν χρεῶν
ὡς πρόστιμον τοῦ ῥυπάσματος. Τὸ δ' οὖν βαρύ
Προυσαίοις δόξαν, τῷ αἰτίῳ τῶν χθὲς συμβάντων
ἐνίπτοντες κατηρῶντο καὶ μάλα οἱ ἐνεφόρουν ὕβρεις.
Ο δ᾽ ἦν δι' ἐν, ὡς ἔλεγον, ἔμελλον νηστείαις προσ
τιμᾶσθαι καὶ κακουχίαις. Τοῦτ᾽ ἀκουσθὲν Βέκκῳ
(πολὺ γὰρ ὑφεῖρπε, καὶ πάντες ἀναφανδὸν ἐλαιδή
ρουν, καὶ οἱ ἐκείνου ἔξω διάγοντες κατὰ πρόσωπον
ὠνειδίζοντο) οὐκ ἀνεκτὸν ἐδόκει, οὐδ' ὥστε καὶ ἐνε
γκεῖν φορητόν. [Ρ. 56] "Οθεν καὶ θυμὸν ἀναλαμβάνει
μείζω, καὶ ἐπὶ μέσης σταθεὶς τῆς τῆς μονῆς μεγί
στης αὐλῆς, ὡς παρὰ πάντων ἀκούοιτο, τῷ μὲν τῆς
Προύσης καὶ λίαν καταφρονητικῶς ἔχειν ὡς ἀμαθεῖ
τὰ ἐκκλησιαστικὰ αὐτόθεν ἐῴκει, τῷ δὲ πατριαρ
χοῦντι Γρηγορίῳ καὶ λίαν τοῖς λόγοις ἐπείχε. Και,
Τί παθόντες, ο ἔλεγεν, ι ἐμὲ μὲν τὸ παρὰ Ρω
μαίοις καὶ ἐκ Ρωμαίων γεννηθέντα τε καὶ τραφέντα
συχναίς περιβάλλοντες λοιδορίαις ἔπειτα φεύγετε,
PG 144:101ὅθεν καὶ θυμὸν ἀναλαμβάνει μείζω, καὶ ἐπὶ μέσης σταθεὶς τῆς τῆς μονῆς μεγίστης αὐλῆς, ὡς παρὰ πάντων ἀκούοιτο, τῷ μὲν τῆς Προύσης καὶ λίαν καταφρονητικῶς ἔχειν ὡς ἀμαθεῖ τὰ ἐκκλησιαστικὰ αὐτόθεν ἐῴκει, τῷ δὲ πατριαρχοῦντι Γρηγορίῳ καὶ λίαν τοῖς λόγοις ἐπεῖχε. καὶ τί παθόντες ἔλεγεν ἐμὲ μὲν τὸν παρὰ Ῥωμαίοις καὶ ἐκ Ῥωμαίων γεννηθέντα τε καὶ τραφέντα συχναῖς περιβάλλοντες λοιδορίαις ἔπειτα φεύγετε, ἄνδρα δὲ παρ’ Ἰταλοῖς γεννηθέντα τε καὶ τραφέντα, καὶ οὔπω ταῦτα, ἀλλὰ καὶ αὐταῖς στολαῖς καὶ γλώττῃ πρὸς τὰ ἡμέτερα παρεισφρήσαντα, εὐφημοῦντες δέχεσθε; εἰ δὲ δογμάτων ἕνεκα λέγετε, βασιλεὺς προσκαλείτω, καὶ συναχθέντων ἁπάντων ἀκουέτω τὸ φρόνημα, κἂν δόξω κακῶς φρονῶν, ξυνετῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γραφῶν κρινόντων καὶ εὐλαβῶν· εἰ δ’ οὖν, ἀλλ’ ἵνα τί λόγοις ἀμαθῶν καὶ βαναύσων ἑπόμενοι ἐμοὶ τὰ χείριστα περιάπτετε; ταῦτ’ ἔλεγε Βέκκος ἀναφανδόν, καὶ δῆλος ἦν θέλων καὶ βασιλεῖ προσαγγέλλεσθαι. ὃ δὴ καὶ οὐκ εἰς μακρὰν ἐγεγόνει.
γάριον.
ἀνδρα δὲ παρ᾽ Ἰταλοῖς γεννηθέντα τε καὶ τραφέντα, ή λε'. Διάλεξις τοῦ Βέκκου μετὰ τῶν περὶ Γρη
καὶ οὔπω ταῦτα, ἀλλὰ καὶ αὐταῖς στολαῖς καὶ γλώττῃ
πρὸς τὰ ἡμέτερα παρεισφρήσαντα, εὐφημοῦντες δέσ
χεσθε; Εἰ δὲ δογμάτων ἕνεκα λέγετε, βασιλεύς προς
καλείτω, καὶ συναχθέντων ἁπάντων ἀκουέτω τὸ φρό
νημα, καν δόξω κακῶς φρονῶν, ξυνετῶν ἀνδρῶν καὶ
τῶν Γραφῶν κρινόντων καὶ εὐλαβῶν· εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλ᾽
ἵνα τί λόγοις ἀμαθῶν καὶ βαναύσων επόμενο: ἐμοὶ
τα χείριστα περιάπτετε;» Ταῦτ' ἔλεγε Βέκκος ένα
φανδόν, καὶ δῆλος ἦν θέλων καὶ βασιλεῖ προσαγγέλω
λεσθαι. Ο δὴ καὶ οὐκ εἰς μακρὰν ἐγεγόνει. Κοινή
τε γὰρ σκέψει κατάγεται, καὶ τῇ μονῇ τοῦ Κοσμι
δίου προσίσχει τῆς νηὸς ἀποβὰς, ὥριστό τε ἡμέρα
τῆς διαλέξεως, καὶ σύνοδος ἱερῶν ἀνδρῶν, παρόντος
καὶ αὐτοῦ βασιλέως, ἀνὰ τὸν ᾿Αλεξιακὴν τρίκλινον
γίνεται. Παρὴν μὲν οὖν ὁ πατριαρχεύων Γρηγόριος, Β.
παρὴν δὲ καὶ ὁ ᾿Αλεξανδρείας ᾿Αθανάσιος, ἀῤῥώ
στως ἔχων του σώματος κλινοπετής τε καὶ ἐπὶ σκίμ
ποδος. Συνῆν δὲ καὶ πᾶσα τῶν ἀρχιερέων ὁμήγυρις.
Ησαν δὲ καὶ οἱ τῆς Ἐκκλησίας καὶ μοναχοὶ πλεῖο
στοι, καὶ τῶν λαϊκῶν οἱ ἐλλόγιμ·ι. Εφ᾽ οἷς προὐκά
Ας το βασιλεύς, καὶ ἀμφ' ἐκεῖνον ἦσαν ὅσοι τε τῶν
μεγιστάνων καὶ τὸ τῆς συγκλήτου ἅπαν περιφανές.
Ην δὲ καὶ ὁ μέγας λογοθέτης, τὰ πρῶτα τῶν συνε
λεγμένων, σύναμα πατριάρχῃ ἀναδεξάμενος τὰ τῆς
διαλέξεως. Ἐπὶ τούτοις ὁ τῆς Ἐκκλησία; μήτωρ, δς
δὴ καὶ τῶν διαλόγων κατήρχετο.
Και, ο Ίνα τι, ο φησίν, ὦ 57] οὗτος, ὑγρῶν
οὐσῶν καὶ ἔτι τῶν σῶν συλλαβῶν ἐφ᾽ οἷς ώμολόγεις
εσφάλθαι καὶ συγγνώμην εζήτεις καὶ παραίτησιν
ἐποιοῦ, σήμερον ἀναλαμβάνεις τὰ ὁμολογημένα καὶ
ἀδικεῖσθαι διισχυρίζῃ, ὥστε καὶ τοιαύτην δὴ καὶ τοσαύ
την συγκροτηθῆναι τὴν παροῦσαν σύνοδον; ν ε Οτι, ο
φησί, ε λόγους Πατέρων εἰπόντες καὶ λόγον ἀπαιτού
μενοι περὶ τούτων ἡμεῖς, ἄλλον μὲν εἰδότες καιρὸν τὸν
τῆς ἐκείνων ἀναπτύξεως, ἄλλον δὲ τὸν τότε παρόντα,
εἰρηνεύειν θέλοντες μόνον, ἀφέντες τὰ πάντα ταῦτ'
ἐπράττομεν, οὐ μὴν δὲ καὶ ὥστε τοὺς βουλομένους
εργολαβεῖν καὶ περιάπτειν ἡμῖν αἱρέσεως ἔγκλημα.»
Καὶ τὸν λόγον ἀναλαβόντα τὸν πατριάρχην Γρηγόριον,
Καὶ τί γε τὸ δοξάμενον, ο φάναι, ε τοῖς ἀμφὶ σέ; ο
σαν γὰρ σὺν ἐκείνῳ καὶ οἱ πάλαι ἀρχιδιάκονοι, δ
τε Μελιτηνιώτης Κωνσταντίνος καὶ Μετοχίτης Γεν
ώργιος. Οἱ δὲ, «Εἰ μὲν τὴν ἁπλῶς θεολογίαν βούλει
μαθεῖν, καὶ τὴν δόξαν ἦν καὶ καρδία πιστεύομεν καὶ
ὁμολογοῦμεν στόματι, αὕτη ἐστὶν ἣν ἅπας θεολογεῖ,
ᾗ καὶ ἡμεῖς ἐμμενοῦμεν μέχρι καὶ αὐτῆς τελευταίας
ἀναπνοῆ;· εἰ δὲ ζητεῖς καὶ τὴν τῶν Πατέρων, ἣν
οὐκ ἐναντίαν φαμὲν τῷ συμβόλῳ τῆς πίστεως, ἀλλ᾽
ἀνάπτυξιν καὶ διασαφήνισιν μᾶλλον τῶν κειμένων ἐν
τῷ συμβόλῳ, εὑρίσκομεν ἐν Γραφαῖς τὸ Πνεῦμα τὸ
ἅγιον χορηγούμενον, διδόμενον, ἀποστελλόμενον,
κοινῇ τε γὰρ σκέψει κατάγεται, καὶ τῇ μονῇ τοῦ Κοσμιδίου προσίσχει τῆς νηὸς ἀποβάς, ὥριστό τε ἡμέρα τῆς διαλέξεως, καὶ σύνοδος ἱερῶν ἀνδρῶν, παρόντος καὶ αὐτοῦ βασιλέως, ἀνὰ τὸν Ἀλεξιακὸν τρίκλινον γίνεται. παρῆν μὲν οὖν ὁ πατριαρχεύων Γρηγόριος, παρῆν δὲ καὶ ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀθανάσιος, ἀρρώστως ἔχων τοῦ σώματος κλινοπετής τε καὶ ἐπὶ σκίμποδος. συνῆν δὲ καὶ πᾶσα τῶν ἀρχιερέων ὁμήγυρις. ἦσαν δὲ καὶ οἱ τῆς ἐκκλησίας καὶ μοναχοὶ πλεῖστοι, καὶ τῶν λαϊκῶν οἱ ἐλλόγιμοι. ἐφ’ οἷς προυκάθητο βασιλεύς, καὶ ἀμφ’ ἐκεῖνον ἦσαν ὅσοι τε τῶν μεγιστάνων καὶ τὸ τῆς συγκλήτου ἅπαν περιφανές. ἦν δὲ καὶ ὁ μέγας λογοθέτης, τὰ πρῶτα τῶν συνειλεγμένων, συνάμα πατριάρχῃ ἀναδεξάμενος τὰ τῆς διαλέξεως. ἐπὶ τούτοις ὁ τῆς ἐκκλησίας ῥήτωρ, ὃς δὴ καὶ τῶν διαλόγων κατήρχετο. [] καὶ ἵνα τί φησίν, ὦ οὗτος, ὑγρῶν οὐσῶν καὶ ἔτι τῶν σῶν συλλαβῶν ἐφ’ οἷς ὡμολόγεις ἐσφάλθαι καὶ συγγνώμην ἐζήτεις καὶ παραίτησιν ἐποιοῦ, σήμερον ἀναλαμβάνεις τὰ ὡμολογημένα καὶ ἀδικεῖσθαι διισχυρίζῃ, ὥστε καὶ τοιαύτην δὴ καὶ τοσαύτην συγκροτηθῆναι τὴν παροῦσαν σύνοδον;
γάριον.
ἀνδρα δὲ παρ᾽ Ἰταλοῖς γεννηθέντα τε καὶ τραφέντα, ή λε'. Διάλεξις τοῦ Βέκκου μετὰ τῶν περὶ Γρη
καὶ οὔπω ταῦτα, ἀλλὰ καὶ αὐταῖς στολαῖς καὶ γλώττῃ
πρὸς τὰ ἡμέτερα παρεισφρήσαντα, εὐφημοῦντες δέσ
χεσθε; Εἰ δὲ δογμάτων ἕνεκα λέγετε, βασιλεύς προς
καλείτω, καὶ συναχθέντων ἁπάντων ἀκουέτω τὸ φρό
νημα, καν δόξω κακῶς φρονῶν, ξυνετῶν ἀνδρῶν καὶ
τῶν Γραφῶν κρινόντων καὶ εὐλαβῶν· εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλ᾽
ἵνα τί λόγοις ἀμαθῶν καὶ βαναύσων επόμενο: ἐμοὶ
τα χείριστα περιάπτετε;» Ταῦτ' ἔλεγε Βέκκος ένα
φανδόν, καὶ δῆλος ἦν θέλων καὶ βασιλεῖ προσαγγέλω
λεσθαι. Ο δὴ καὶ οὐκ εἰς μακρὰν ἐγεγόνει. Κοινή
τε γὰρ σκέψει κατάγεται, καὶ τῇ μονῇ τοῦ Κοσμι
δίου προσίσχει τῆς νηὸς ἀποβὰς, ὥριστό τε ἡμέρα
τῆς διαλέξεως, καὶ σύνοδος ἱερῶν ἀνδρῶν, παρόντος
καὶ αὐτοῦ βασιλέως, ἀνὰ τὸν ᾿Αλεξιακὴν τρίκλινον
γίνεται. Παρὴν μὲν οὖν ὁ πατριαρχεύων Γρηγόριος, Β.
παρὴν δὲ καὶ ὁ ᾿Αλεξανδρείας ᾿Αθανάσιος, ἀῤῥώ
στως ἔχων του σώματος κλινοπετής τε καὶ ἐπὶ σκίμ
ποδος. Συνῆν δὲ καὶ πᾶσα τῶν ἀρχιερέων ὁμήγυρις.
Ησαν δὲ καὶ οἱ τῆς Ἐκκλησίας καὶ μοναχοὶ πλεῖο
στοι, καὶ τῶν λαϊκῶν οἱ ἐλλόγιμ·ι. Εφ᾽ οἷς προὐκά
Ας το βασιλεύς, καὶ ἀμφ' ἐκεῖνον ἦσαν ὅσοι τε τῶν
μεγιστάνων καὶ τὸ τῆς συγκλήτου ἅπαν περιφανές.
Ην δὲ καὶ ὁ μέγας λογοθέτης, τὰ πρῶτα τῶν συνε
λεγμένων, σύναμα πατριάρχῃ ἀναδεξάμενος τὰ τῆς
διαλέξεως. Ἐπὶ τούτοις ὁ τῆς Ἐκκλησία; μήτωρ, δς
δὴ καὶ τῶν διαλόγων κατήρχετο.
Και, ο Ίνα τι, ο φησίν, ὦ 57] οὗτος, ὑγρῶν
οὐσῶν καὶ ἔτι τῶν σῶν συλλαβῶν ἐφ᾽ οἷς ώμολόγεις
εσφάλθαι καὶ συγγνώμην εζήτεις καὶ παραίτησιν
ἐποιοῦ, σήμερον ἀναλαμβάνεις τὰ ὁμολογημένα καὶ
ἀδικεῖσθαι διισχυρίζῃ, ὥστε καὶ τοιαύτην δὴ καὶ τοσαύ
την συγκροτηθῆναι τὴν παροῦσαν σύνοδον; ν ε Οτι, ο
φησί, ε λόγους Πατέρων εἰπόντες καὶ λόγον ἀπαιτού
μενοι περὶ τούτων ἡμεῖς, ἄλλον μὲν εἰδότες καιρὸν τὸν
τῆς ἐκείνων ἀναπτύξεως, ἄλλον δὲ τὸν τότε παρόντα,
εἰρηνεύειν θέλοντες μόνον, ἀφέντες τὰ πάντα ταῦτ'
ἐπράττομεν, οὐ μὴν δὲ καὶ ὥστε τοὺς βουλομένους
εργολαβεῖν καὶ περιάπτειν ἡμῖν αἱρέσεως ἔγκλημα.»
Καὶ τὸν λόγον ἀναλαβόντα τὸν πατριάρχην Γρηγόριον,
Καὶ τί γε τὸ δοξάμενον, ο φάναι, ε τοῖς ἀμφὶ σέ; ο
σαν γὰρ σὺν ἐκείνῳ καὶ οἱ πάλαι ἀρχιδιάκονοι, δ
τε Μελιτηνιώτης Κωνσταντίνος καὶ Μετοχίτης Γεν
ώργιος. Οἱ δὲ, «Εἰ μὲν τὴν ἁπλῶς θεολογίαν βούλει
μαθεῖν, καὶ τὴν δόξαν ἦν καὶ καρδία πιστεύομεν καὶ
ὁμολογοῦμεν στόματι, αὕτη ἐστὶν ἣν ἅπας θεολογεῖ,
ᾗ καὶ ἡμεῖς ἐμμενοῦμεν μέχρι καὶ αὐτῆς τελευταίας
ἀναπνοῆ;· εἰ δὲ ζητεῖς καὶ τὴν τῶν Πατέρων, ἣν
οὐκ ἐναντίαν φαμὲν τῷ συμβόλῳ τῆς πίστεως, ἀλλ᾽
ἀνάπτυξιν καὶ διασαφήνισιν μᾶλλον τῶν κειμένων ἐν
τῷ συμβόλῳ, εὑρίσκομεν ἐν Γραφαῖς τὸ Πνεῦμα τὸ
ἅγιον χορηγούμενον, διδόμενον, ἀποστελλόμενον,
ὅτι φησὶ λόγους πατέρων εἰπόντες καὶ λόγον ἀπαιτούμενοι περὶ τούτων ἡμεῖς, ἄλλον μὲν εἰδότες καιρὸν τὸν τῆς ἐκείνων ἀναπτύξεως, ἄλλον δὲ τὸν τότε παρόντα, εἰρηνεύειν θέλοντες μόνον, ἀφέντες τὰ πάντα ταῦτ’ ἐπράττομεν, οὐ μὴν δὲ καὶ ὥστε τοὺς βουλομένους ἐργολαβεῖν καὶ περιάπτειν ἡμῖν αἱρέσεως ἔγκλημα. καὶ τὸν λόγον ἀναλαβόντα τὸν πατριάρχην Γρηγόριον καὶ τί γε τὸ δοξάμενον φάναι τοῖς ἀμφὶ σέ; ἦσαν γὰρ σὺν ἐκείνῳ καὶ οἱ πάλαι ἀρχιδιάκονοι, ὅ τε Μελιτηνιώτης Κωνσταντῖνος καὶ Μετοχίτης Γεώργιος. οἱ δὲ εἰ μὲν τὴν ἁπλῶς θεολογίαν βούλει μαθεῖν, καὶ τὴν δόξαν ἣν καὶ καρδίᾳ πιστεύομεν καὶ ὁμολογοῦμεν στόματι, αὕτη ἐστὶν ἣν ἅπας θεολογεῖ, ᾗ καὶ ἡμεῖς ἐμμενοῦμεν μέχρι καὶ αὐτῆς τελευταίας ἀναπνοῆς. εἰ δὲ ζητεῖς καὶ τὴν τῶν πατέρων, ἣν οὐκ ἐναντίαν φαμὲν τῷ συμβόλῳ τῆς πίστεως, ἀλλ’ ἀνάπτυξιν καὶ διασαφήνισιν μᾶλλον τῶν κειμένων ἐν τῷ συμβόλῳ, εὑρίσκομεν ἐν γραφαῖς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον χορηγούμενον διδόμενον ἀποστελλόμενον προερχόμενον ἐκ πατρὸς δι’ υἱοῦ, ἔστι δ’ οὗ καὶ παρ’ ἐνίοις τῶν πατέρων ἐκπορευόμενον.
γάριον.
ἀνδρα δὲ παρ᾽ Ἰταλοῖς γεννηθέντα τε καὶ τραφέντα, ή λε'. Διάλεξις τοῦ Βέκκου μετὰ τῶν περὶ Γρη
καὶ οὔπω ταῦτα, ἀλλὰ καὶ αὐταῖς στολαῖς καὶ γλώττῃ
πρὸς τὰ ἡμέτερα παρεισφρήσαντα, εὐφημοῦντες δέσ
χεσθε; Εἰ δὲ δογμάτων ἕνεκα λέγετε, βασιλεύς προς
καλείτω, καὶ συναχθέντων ἁπάντων ἀκουέτω τὸ φρό
νημα, καν δόξω κακῶς φρονῶν, ξυνετῶν ἀνδρῶν καὶ
τῶν Γραφῶν κρινόντων καὶ εὐλαβῶν· εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλ᾽
ἵνα τί λόγοις ἀμαθῶν καὶ βαναύσων επόμενο: ἐμοὶ
τα χείριστα περιάπτετε;» Ταῦτ' ἔλεγε Βέκκος ένα
φανδόν, καὶ δῆλος ἦν θέλων καὶ βασιλεῖ προσαγγέλω
λεσθαι. Ο δὴ καὶ οὐκ εἰς μακρὰν ἐγεγόνει. Κοινή
τε γὰρ σκέψει κατάγεται, καὶ τῇ μονῇ τοῦ Κοσμι
δίου προσίσχει τῆς νηὸς ἀποβὰς, ὥριστό τε ἡμέρα
τῆς διαλέξεως, καὶ σύνοδος ἱερῶν ἀνδρῶν, παρόντος
καὶ αὐτοῦ βασιλέως, ἀνὰ τὸν ᾿Αλεξιακὴν τρίκλινον
γίνεται. Παρὴν μὲν οὖν ὁ πατριαρχεύων Γρηγόριος, Β.
παρὴν δὲ καὶ ὁ ᾿Αλεξανδρείας ᾿Αθανάσιος, ἀῤῥώ
στως ἔχων του σώματος κλινοπετής τε καὶ ἐπὶ σκίμ
ποδος. Συνῆν δὲ καὶ πᾶσα τῶν ἀρχιερέων ὁμήγυρις.
Ησαν δὲ καὶ οἱ τῆς Ἐκκλησίας καὶ μοναχοὶ πλεῖο
στοι, καὶ τῶν λαϊκῶν οἱ ἐλλόγιμ·ι. Εφ᾽ οἷς προὐκά
Ας το βασιλεύς, καὶ ἀμφ' ἐκεῖνον ἦσαν ὅσοι τε τῶν
μεγιστάνων καὶ τὸ τῆς συγκλήτου ἅπαν περιφανές.
Ην δὲ καὶ ὁ μέγας λογοθέτης, τὰ πρῶτα τῶν συνε
λεγμένων, σύναμα πατριάρχῃ ἀναδεξάμενος τὰ τῆς
διαλέξεως. Ἐπὶ τούτοις ὁ τῆς Ἐκκλησία; μήτωρ, δς
δὴ καὶ τῶν διαλόγων κατήρχετο.
Και, ο Ίνα τι, ο φησίν, ὦ 57] οὗτος, ὑγρῶν
οὐσῶν καὶ ἔτι τῶν σῶν συλλαβῶν ἐφ᾽ οἷς ώμολόγεις
εσφάλθαι καὶ συγγνώμην εζήτεις καὶ παραίτησιν
ἐποιοῦ, σήμερον ἀναλαμβάνεις τὰ ὁμολογημένα καὶ
ἀδικεῖσθαι διισχυρίζῃ, ὥστε καὶ τοιαύτην δὴ καὶ τοσαύ
την συγκροτηθῆναι τὴν παροῦσαν σύνοδον; ν ε Οτι, ο
φησί, ε λόγους Πατέρων εἰπόντες καὶ λόγον ἀπαιτού
μενοι περὶ τούτων ἡμεῖς, ἄλλον μὲν εἰδότες καιρὸν τὸν
τῆς ἐκείνων ἀναπτύξεως, ἄλλον δὲ τὸν τότε παρόντα,
εἰρηνεύειν θέλοντες μόνον, ἀφέντες τὰ πάντα ταῦτ'
ἐπράττομεν, οὐ μὴν δὲ καὶ ὥστε τοὺς βουλομένους
εργολαβεῖν καὶ περιάπτειν ἡμῖν αἱρέσεως ἔγκλημα.»
Καὶ τὸν λόγον ἀναλαβόντα τὸν πατριάρχην Γρηγόριον,
Καὶ τί γε τὸ δοξάμενον, ο φάναι, ε τοῖς ἀμφὶ σέ; ο
σαν γὰρ σὺν ἐκείνῳ καὶ οἱ πάλαι ἀρχιδιάκονοι, δ
τε Μελιτηνιώτης Κωνσταντίνος καὶ Μετοχίτης Γεν
ώργιος. Οἱ δὲ, «Εἰ μὲν τὴν ἁπλῶς θεολογίαν βούλει
μαθεῖν, καὶ τὴν δόξαν ἦν καὶ καρδία πιστεύομεν καὶ
ὁμολογοῦμεν στόματι, αὕτη ἐστὶν ἣν ἅπας θεολογεῖ,
ᾗ καὶ ἡμεῖς ἐμμενοῦμεν μέχρι καὶ αὐτῆς τελευταίας
ἀναπνοῆ;· εἰ δὲ ζητεῖς καὶ τὴν τῶν Πατέρων, ἣν
οὐκ ἐναντίαν φαμὲν τῷ συμβόλῳ τῆς πίστεως, ἀλλ᾽
ἀνάπτυξιν καὶ διασαφήνισιν μᾶλλον τῶν κειμένων ἐν
τῷ συμβόλῳ, εὑρίσκομεν ἐν Γραφαῖς τὸ Πνεῦμα τὸ
ἅγιον χορηγούμενον, διδόμενον, ἀποστελλόμενον,
PG 144:103λέγει δὲ καὶ ὁ μέγας Δαμασκηνὸς Ἰωάννης καὶ προβολεὺς διὰ λόγου ἐκφαντορικοῦ πνεύματος. ταὐτὸν δὲ τὸ προβολεὺς τῷ αἰτίῳ γινώσκομεν. αἴτιον οὖν οὔ φαμεν τὸν υἱὸν ἐπὶ τῇ ἐκ πατρὸς προόδῳ τοῦ πνεύματος, οὔτε μὴν συναίτιον, ἀλλὰ καὶ ἀναθεματίζομεν καὶ ἀποβαλλόμεθα τὸν οὕτω λέγοντα. τὸν δὲ πατέρα αἴτιον δι’ υἱοῦ τοῦ πνεύματος λέγομεν, ἐπείπερ τὸ προβολεὺς εἰς αἴτιον ἐκλαμβάνεται. καὶ πῶς, ὦ οὗτοι, φησὶν ὁ μέγας λογοθέτης, οὐ ποιεῖτε αἴτιον τὸν υἱὸν ἐπὶ τῇ ἐκ πατρὸς προόδῳ τοῦ πνεύματος, ἐπείπερ διὰ λόγου αἴτιον ὁμολογεῖτε τὸν πατέρα τοῦ πνεύματος; δείκνυτε γὰρ ἐξ ὧν λέγετε, ὡς οὐκ ἂν ὁ πατὴρ προύβαλε πνεῦμα, εἰ μὴ υἱὸν ἐγέννα. τὸ δ’ ἐστὶν ἐμφαινόμενον αἴτιον. τοὺς δὲ θέλοντας ἐκφεύγειν τὸ ὑπονοούμενον ἄτοπον φάναι ὡς πολλὰ ἐπὶ τῆς θεολογίας λέγονται ἃ δὴ μικρῷ τῷ λόγῳ τὰ μεγάλα σταθμώμενα ἐμφαίνουσί τι ταῖς χαμερπέσιν ἐννοίαις καὶ ἄτοπον ὅλως καὶ μὴ πρέπον θεῷ. οὐ λέγομεν τέλειος θεὸς ὁ πατήρ, καὶ τέλειος θεὸς ὁ υἱός, καὶ τέλειος θεὸς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον; οὐχ ὑπονοεῖται τριθεί̈α τὸ συναγόμενον. οὐ λέγομεν ἐγέννησεν ὁ πατὴρ τὸν υἱόν;
προερχόμενον ἐκ Πατρός δι᾿ Υἱοῦ, ἔστι δ' οὗ καὶ ἡ ἅγιον; Οὐχ ὑπονοεῖται Τριβεία τὸ συναγόμενον; Οὐ
παρ' ἐνίοις τῶν Πατέρων ἐκπορευόμενον. Λέγει δὲ
καὶ ὁ μέγας Δαμασκηνός Ἰωάννης • καὶ προβολεὺς
διὰ Λόγου ἐκφαντορικοῦ Πνεύματος.» Ταυτὸν δὲ τὸ
προβολεὺς τῷ αἰτίῳ γινώσκομεν. Αἴτιον οὖν οὐ φα
μεν τὸν Υἱὸν ἐπὶ τῇ ἐκ Πατρὸς προόδῳ [Ρ. 58] τοῦ
Πνεύματος, οὔτε μὴν συναίτιον, ἀλλὰ καὶ ἀναθεματ
τίζομεν καὶ ἀποβαλλόμεθα τὸν οὕτω λέγοντα. Τὸν δὲ
Πατέρα αἴτιον δι' Υἱοῦ τοῦ Πνεύματος λέγομεν,
ἐπείπερ τὸ προβολεὺς εἰς αἴτιον ἐκλαμβάνεται.»
Καὶ πῶς, ὦ οὗτοι, ο φησὶν ὁ μέγας λογοθέτης, «οὐ
ποιεῖτε αἴτιον τὸν Υἱὸν ἐπὶ τῇ ἐκ Πατρὸς προόδῳ τοῦ
Πνεύματος, ἐπείπερ διὰ λόγου αἴτιον ὁμολογεῖτε τὸν
Πατέρα τοῦ Πνεύματος; Δείκνυτε γὰρ ἐξ ὧν λέγετε,
ὡς οὐκ ἂν ὁ Πατήρ προββαλε Πνεῦμα, εἰ μὴ Υϊόν
ἐγέννα. Τὸ δ' ἐστὶν ἐμφαινόμενον αἴτιον.» Τοὺς δὲ
θέλοντας ἐκφεύγειν τὸ ὑπονοούμενον άτοπον φάναι
ὡς πολλὰ ἐπὶ τῆς θεολογίας λέγονται & δὴ μικρῷ τῷ
λόγῳ τὰ μεγάλα σταθμώμενα ἐμφαίνουσί τι ταῖς
χαμερπέσιν ἐννοίαις καὶ ἄτοπον ὅλως καὶ μὴ πρέπον
Θεῷ. «Οὐ λέγομεν, Τέλειος Θεὸς ὁ Πατήρ, καὶ, Τέ
λειος Θεὸς ὁ Υἱὸς, καὶ, Τέλειος Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ
λέγομεν, Εγέννησεν ὁ Πατὴρ τον Υιόν; Οὐκ ἀναζη
Αρειος, ἐννοῶν ῥιπὴν καὶ ἄτομον χρόνου μέσον τοῦ
γεννῶντος καὶ τοῦ γεννωμένου; ᾿Αλλὰ τὸ βλάσφημον
ἀποφεύγομεν, ἱστάμεθα δὲ καὶ ὅροις τῆς εὐσεβείας,
καὶ τὸ τῶν Γραφῶν ὁμολογοῦντες καὶ τὸ κακεφαλ
νον οὐ παραδεχόμενοι.» Εντεῦθεν ὁ Μοσκάμπαρ
Γεώργιος, χαρτοφύλαξ ων τῆς Ἐκκλησίας τότε, να
θον ἔλεγε τὸ ῥητόν. Ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ μέγας
λογοθέτης, ἄγχι σχών κεφαλήν, ἵνα μὴ πυθοίατο
ἄλλοι, ο Καὶ πῶς, ὦ οὗτος, ο φησίν, ο ἰσχυρῶς λέγειν
δόξομεν οὕτως ἀπολογούμενοι; Ἐπεὶ ἐν τῇ βίβλω
τῆς ἱερᾶς Οπλοθήκης κατὰ ῥῆμα κεῖται τὸ ῥητὸν ὡς
ἁγίου ῥητὸν καὶ τοῦ μεγάλου Δαμασκηνοῦ. ὁ ᾿Αλλὰ
τρανῶς πρὸς τοὺς ἀντιλέγοντας ἔλεγεν ὡς «Δέχομαι
μὲν τὸ ῥητὸν ἁγίου εἶναι, πλὴν οὐχ ὁμολογήσω τὸ
Πνεῦμα διὰ Λόγου τε καὶ Υἱοῦ τὴν αἰτίαν ἐκ τοῦ
Πατρός. Οὕτω γὰρ καὶ παραβολώτερον εἴποιμι τῶν
ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ λεγόντων τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
ἐκπορεύεσθαι, παρ' ὅσον ἐκεῖ μὲν τῆς αὐτῆς προθέ
σεως ἐπ' ίσης κειμένης καὶ τοῖς δυσί, κἂν κατὰ τὴν
ἱσοτιμίαν [Ρ. 59] τῶν ὑποστάσεων, τὸ ταυτὸν τῶν
προβολεύς
οὐκ ἀναζῇ Ἄρειος, ἐννοῶν ῥιπὴν καὶ ἄτομον χρόνου μέσον τοῦ γεννῶντος καὶ τοῦ γεννωμένου. ἀλλὰ τὸ βλάσφημον ἀποφεύγομεν, ἱστάμεθα δὲ καὶ ὅροις τῆς εὐσεβείας, καὶ τὸ τῶν γραφῶν ὁμολογοῦντες καὶ τὸ κακεμφαῖνον οὐ παραδεχόμενοι. ἐντεῦθεν ὁ Μοσκάμπαρ Γεώργιος, χαρτοφύλαξ ὢν τῆς ἐκκλησίας τότε, νόθον ἔλεγε τὸ ῥητόν. ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ μέγας λογοθέτης, ἄγχι σχὼν κεφαλήν, ἵνα μὴ πυθοίατο ἄλλοι, καὶ πῶς, ὦ οὗτος, φησίν, ἰσχυρῶς λέγειν δόξομεν οὕτως ἀπολογούμενοι; ἐπεὶ ἐν τῇ βίβλῳ τῆς ἱερᾶς ὁπλοθήκης κατὰ ῥῆμα κεῖται τὸ ῥητὸν ὡς ἁγίου ῥητὸν καὶ τοῦ μεγάλου Δαμασκηνοῦ. ἀλλὰ τρανῶς πρὸς τοὺς ἀντιλέγοντας ἔλεγεν ὡς δέχομαι μὲν τὸ ῥητὸν ἁγίου εἶναι, πλὴν οὐχ ὁμολογήσω τὸ πνεῦμα διὰ λόγου τε καὶ υἱοῦ τὴν αἰτίαν ἐκ τοῦ πατρός.
προερχόμενον ἐκ Πατρός δι᾿ Υἱοῦ, ἔστι δ' οὗ καὶ ἡ ἅγιον; Οὐχ ὑπονοεῖται Τριβεία τὸ συναγόμενον; Οὐ
παρ' ἐνίοις τῶν Πατέρων ἐκπορευόμενον. Λέγει δὲ
καὶ ὁ μέγας Δαμασκηνός Ἰωάννης • καὶ προβολεὺς
διὰ Λόγου ἐκφαντορικοῦ Πνεύματος.» Ταυτὸν δὲ τὸ
προβολεὺς τῷ αἰτίῳ γινώσκομεν. Αἴτιον οὖν οὐ φα
μεν τὸν Υἱὸν ἐπὶ τῇ ἐκ Πατρὸς προόδῳ [Ρ. 58] τοῦ
Πνεύματος, οὔτε μὴν συναίτιον, ἀλλὰ καὶ ἀναθεματ
τίζομεν καὶ ἀποβαλλόμεθα τὸν οὕτω λέγοντα. Τὸν δὲ
Πατέρα αἴτιον δι' Υἱοῦ τοῦ Πνεύματος λέγομεν,
ἐπείπερ τὸ προβολεὺς εἰς αἴτιον ἐκλαμβάνεται.»
Καὶ πῶς, ὦ οὗτοι, ο φησὶν ὁ μέγας λογοθέτης, «οὐ
ποιεῖτε αἴτιον τὸν Υἱὸν ἐπὶ τῇ ἐκ Πατρὸς προόδῳ τοῦ
Πνεύματος, ἐπείπερ διὰ λόγου αἴτιον ὁμολογεῖτε τὸν
Πατέρα τοῦ Πνεύματος; Δείκνυτε γὰρ ἐξ ὧν λέγετε,
ὡς οὐκ ἂν ὁ Πατήρ προββαλε Πνεῦμα, εἰ μὴ Υϊόν
ἐγέννα. Τὸ δ' ἐστὶν ἐμφαινόμενον αἴτιον.» Τοὺς δὲ
θέλοντας ἐκφεύγειν τὸ ὑπονοούμενον άτοπον φάναι
ὡς πολλὰ ἐπὶ τῆς θεολογίας λέγονται & δὴ μικρῷ τῷ
λόγῳ τὰ μεγάλα σταθμώμενα ἐμφαίνουσί τι ταῖς
χαμερπέσιν ἐννοίαις καὶ ἄτοπον ὅλως καὶ μὴ πρέπον
Θεῷ. «Οὐ λέγομεν, Τέλειος Θεὸς ὁ Πατήρ, καὶ, Τέ
λειος Θεὸς ὁ Υἱὸς, καὶ, Τέλειος Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ
λέγομεν, Εγέννησεν ὁ Πατὴρ τον Υιόν; Οὐκ ἀναζη
Αρειος, ἐννοῶν ῥιπὴν καὶ ἄτομον χρόνου μέσον τοῦ
γεννῶντος καὶ τοῦ γεννωμένου; ᾿Αλλὰ τὸ βλάσφημον
ἀποφεύγομεν, ἱστάμεθα δὲ καὶ ὅροις τῆς εὐσεβείας,
καὶ τὸ τῶν Γραφῶν ὁμολογοῦντες καὶ τὸ κακεφαλ
νον οὐ παραδεχόμενοι.» Εντεῦθεν ὁ Μοσκάμπαρ
Γεώργιος, χαρτοφύλαξ ων τῆς Ἐκκλησίας τότε, να
θον ἔλεγε τὸ ῥητόν. Ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ μέγας
λογοθέτης, ἄγχι σχών κεφαλήν, ἵνα μὴ πυθοίατο
ἄλλοι, ο Καὶ πῶς, ὦ οὗτος, ο φησίν, ο ἰσχυρῶς λέγειν
δόξομεν οὕτως ἀπολογούμενοι; Ἐπεὶ ἐν τῇ βίβλω
τῆς ἱερᾶς Οπλοθήκης κατὰ ῥῆμα κεῖται τὸ ῥητὸν ὡς
ἁγίου ῥητὸν καὶ τοῦ μεγάλου Δαμασκηνοῦ. ὁ ᾿Αλλὰ
τρανῶς πρὸς τοὺς ἀντιλέγοντας ἔλεγεν ὡς «Δέχομαι
μὲν τὸ ῥητὸν ἁγίου εἶναι, πλὴν οὐχ ὁμολογήσω τὸ
Πνεῦμα διὰ Λόγου τε καὶ Υἱοῦ τὴν αἰτίαν ἐκ τοῦ
Πατρός. Οὕτω γὰρ καὶ παραβολώτερον εἴποιμι τῶν
ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ λεγόντων τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
ἐκπορεύεσθαι, παρ' ὅσον ἐκεῖ μὲν τῆς αὐτῆς προθέ
σεως ἐπ' ίσης κειμένης καὶ τοῖς δυσί, κἂν κατὰ τὴν
ἱσοτιμίαν [Ρ. 59] τῶν ὑποστάσεων, τὸ ταυτὸν τῶν
προβολεύς
PG 144:105οὕτω γὰρ καὶ παραβολώτερον εἴποιμι τῶν ἐκ πατρὸς καὶ υἱοῦ λεγόντων τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι, παρ’ ὅσον ἐκεῖ μὲν τῆς αὐτῆς προθέσεως ἐπ’ ἴσης κειμένης καὶ τοῖς δυσί, κἂν κατὰ τὴν ἰσοτιμίαν τῶν ὑποστάσεων, τὸ ταὐτὸν τῶν προθέσεων κείμενον τὸ ἀτηρὸν τῆς τόλμης ἀμηγέπη πέφυκεν ἐπειλύειν, ἐνταῦθα δὲ τὸ διάφορον τῶν προθέσεων, διάφορον καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως ἐργαζόμενον, διαφορὰν παραστήσει μεγίστην ἐπὶ τῆς αὐτῆς καὶ μιᾶς προόδου τοῦ πνεύματος τῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων, ὡς ἄλλην μὲν αἰτίαν εἶναι τὸν πατέρα ἄλλην δὲ τὸν υἱόν, οὗ τί ἂν εἴη τὸ χείριστον; οὕτως εἰπόντος καὶ ἰσχυρὰ πάνυ δόξαντος λέγειν, ἐκείνους μὴ δυναμένους ἀπολογεῖσθαι πρὸς ταῦτα μόνον λέγειν καὶ τί πρὸς ἡμᾶς λέγεις ταῦτα; λέγε πρὸς τὸν εἰπόντα· καὶ εἰ μὲν κενοφωνεῖν οἴει τὸν Δαμασκόθεν, εἰ δὲ τὸν λόγον δέχῃ, ἵνα τί ἡμεῖς ἐν αἱρέσει κατηγορούμεθα, εἰ ταὐτά σοι πράττομεν καὶ τὸν λόγον καὶ αὐτοὶ ὡς ἁγίου λόγον τιμῶμεν; τιμᾷ τις τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον, ὁ πατριάρχης φησί, λέγων μείζονα τοῦ υἱοῦ τὸν πατέρα. ἀλλ’ οὐχ ἱκανὸν τοῦτο καὶ μόνον, εἰ μὴ καὶ ὀρθῶς ἐξηγοῖτο τὸ θεοπαράδοτον λόγιον.
προθέσεων κείμενον τὸ ἀτηρὸν τῆς τόλμης ἀμηγέπη ἡ ἀπεμφαίνουσαν;» Ταῦτ᾽ εἰπόντος τοῦ πατριάρχου.
πέφυκεν ἐπιλύειν, ἐνταῦθα δὲ τὸ διάφορον τῶν προς
θέσεων, διάφορον καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως έργα
ζόμενον, διαφορὰν παραστήσει μεγίστην ἐπὶ τῆς
αὐτῆς καὶ μιᾶς προόδου του Πνεύματος τῶν θεαρχι
κῶν ὑποστάσεων, ὡς ἄλλην μὲν αἰτίαν εἶναι τὸν
Πατέρα, ἄλλην δὲ τὸν Υἱόν, οὗ τι ἂν εἴη τὸ χείριστον;»
Οὕτως εἰπόντος καὶ ἰσχυρὰ πάνυ δόξαντος λέγειν,
ἐκείνους μὴ δυναμένους ἀπολογεῖσθαι πρὸς ταῦτα
μόνον λέγειν, «Καὶ τί πρὸς ἡμᾶς λέγεις ταῦτα; Λέγε
πρὸς τὸν εἰπόντα· καὶ εἰ μὲν κενοφωνεῖν οἴει τὸν
Δαμασκήθεν, εἰ δὲ τὸν λόγον δέχῃ, ἵνα τί ἡμεῖς ἐν
αἱρέσει κατηγορούμεθα, εἰ ταυτά σοι πράττομεν καὶ
τὸν λόγον καὶ αὐτοὶ ὡς ἁγίου λόγον τιμώμεν;
Τιμα τις τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, ὁ πατριάρχης
φησί, λέγων μείζονα τοῦ Υἱοῦ τὸν Πατέρα. Αλλ'
οὐχ ἱκανὸν τοῦτο καὶ μόνον, εἰ μὴ καὶ ὀρθῶς ἐξηγοῖτο
τὴ θεοπαράδοτον λόγιον. Τί γοῦν εἰ καὶ ὑμεῖς δεχό
μενος τὸ ῥητὸν στρεβλοῦσε τὴν ὑπονόησιν; Αλλως τε
δὲ καὶ ἀλληλένδετά εἰσι τὰ τῶν ἁγίων ῥητὰ καὶ ἀλ
ληλύπλοκα, ἐπεὶ καὶ ἐξ ἑνὸς καὶ ἁπλοῦ πνεύματος
5.αφόρως εβρέθησαν. Δείξον τοίνυν τὸν λόγον τοῦτον,
5, ὑμεῖς λέγετε, συγκροτούμενον καὶ ἐξ ἄλλων. Ει
δ᾽ οὐκ ἔχετε, καθὼς ἄρα οὐδ᾽ ἔχετε, τί ἄλλο βούλεται
ή τοιαύτη περινόησις εἰ μὴ στρεβλοῦν τὸ ῥῆμα πρὸς
διάνοιαν ξένην τῆς κοινῆς τῶν Πατέρων ἐννοίας καὶ
καὶ μάλα γενναίως ἐνστάντος, ἐκεῖνοι πρὸς τὸ δεύτε
ρον ἀτονήσαντες πρὸς τὸ πρῶτον ἀπελογοῦντο, «Τ
μὲν τοῦ Εὐαγγελίου ῥητὸν, ὦ τᾶν, ο λέγοντες, «ἰδίαν
ἔχει παρὰ τῶν Πατέρων τὴν ἐξήγησιν πρόσφορον,
καὶ κακὸς πάντως ὁ μὴ ταύτην δεχόμενος· τὸ δὲ
προκείμενον τοῦτο ῥητὸν ἐξ ἀνάγκης σημαντικών
ἐννοίας ἐστί. Δείκνυε τοιγαροῦν τὴν ἐξήγησιν, καὶ
ἡμεῖς ἐψόμεθα. Εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ σὺ λέγε, ἐπεὶ τὴν
ἡμετέραν οὐ παραδέχῃ, καὶ ἀκουσόμεθα. ο — - 'Εκεί
νοι [Ρ. 60] τὸ ῥητὸν, ο φησὶν ὁ πατριάρχης, ο έξη
γοῦνται, οἱ δὴ ἐκ Πατρός φασι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
ἐκπορεύεσθαι. • Καὶ τί; οὐ φρονεῖ τοῦτο;»
φασίν. «Τοῦτο καὶ ἡμῖν ἀγαπητὸν καὶ σωτηρίας
ἐλπίς. ο - ι Καὶ εἰ δέχεσθε τοῦτο, ο δ μέγας λογο
θέτης φησί, ο τί ἐκεῖνο προβάλλεσθε; — Ότι καιρός
ἀπῄτει εἰς ἐθνῶν εἰρήνην τὸ ταῦτα λέγειν, ο φασίν.
Νῦν δέ, ο φησὶν ὁ Βέκκος, ι εἰ μὲν βούλεσθε,
σιγητέον ἡμῖν τὸ ῥῆμα πολὺ τὸ τολμηρὸν ἔχειν
δοκοῦν. Εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ παραβασίας περὶ τὰ ἱερὰ
εγκαλουμένοις δόγματα αἰτία, ὡ; οἶμας, μείων ἀπολο
γεῖσθαι. Καὶ δὴ πρόσχες μοι, κύριέ μου, ο φησί,
μέγα λογοθέτα· σὲ γὰρ ἐρῶ (καὶ οὐχ ὑποτρέχων
λέγω) διαλεκτικοῖς κανός: χρώμενον καὶ κατὰ τὴ
προσῆκον διαλεγόμενον. ο - ο 'Αλλὰ μὴ θώπευε,»
ἐγκόψας φησὶν ἐκεῖνος. «Μὴ γένοιτο, ο ἔφη. «Αλλ'
τί γοῦν εἰ καὶ ὑμεῖς δεχόμενοι τὸ ῥητὸν στρεβλοῦτε τὴν ὑπονόησιν; ἄλλως τε δὲ καὶ ἀλληλένδετά εἰσι τὰ τῶν ἁγίων ῥητὰ καὶ ἀλληλόπλοκα, ἐπεὶ καὶ ἐξ ἑνὸς καὶ ἁπλοῦ πνεύματος διαφόρως ἐρρέθησαν. δεῖξον τοίνυν τὸν λόγον τοῦτον, ὃν ὑμεῖς λέγετε, συγκροτούμενον καὶ ἐξ ἄλλων. εἰ δ’ οὐκ ἔχετε, καθὼς ἄρα οὐδ’ ἔχετε, τί ἄλλο βούλεται ἡ τοιαύτη περινόησις εἰ μὴ στρεβλοῦν τὸ ῥῆμα πρὸς διάνοιαν ξένην τῆς κοινῆς τῶν πατέρων ἐννοίας καὶ ἀπεμφαίνουσαν; ταῦτ’ εἰπόντος τοῦ πατριάρχου, καὶ μάλα γενναίως ἐνστάντος, ἐκεῖνοι πρὸς τὸ δεύτερον ἀτονήσαντες πρὸς τὸ πρῶτον ἀπελογοῦντο, τὸ μὲν τοῦ εὐαγγελίου ῥητόν, ὦ τᾶν, λέγοντες, ἰδίαν ἔχει παρὰ τῶν πατέρων τὴν ἐξήγησιν πρόσφορον, καὶ κακὸς πάντως ὁ μὴ ταύτην δεχόμενος· τὸ δὲ προκείμενον τοῦτο ῥητὸν ἐξ ἀνάγκης σημαντικὸν ἐννοίας ἐστί. δείκνυε τοιγαροῦν τὴν ἐξήγησιν, καὶ ἡμεῖς ἑψόμεθα. εἰ δ’ οὖν, ἀλλὰ σὺ λέγε, ἐπεὶ τὴν ἡμετέραν οὐ παραδέχῃ, καὶ ἀκουσόμεθα. ἐκεῖνοι τὸ ῥητὸν φησὶν ὁ πατριάρχης ἐξηγοῦνται, οἳ δὴ ἐκ πατρός φασι τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι. καὶ τίς οὐ φρονεῖ τοῦτο; φασίν. τοῦτο καὶ ἡμῖν ἀγαπητὸν καὶ σωτηρίας ἐλπίς.
προθέσεων κείμενον τὸ ἀτηρὸν τῆς τόλμης ἀμηγέπη ἡ ἀπεμφαίνουσαν;» Ταῦτ᾽ εἰπόντος τοῦ πατριάρχου.
πέφυκεν ἐπιλύειν, ἐνταῦθα δὲ τὸ διάφορον τῶν προς
θέσεων, διάφορον καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως έργα
ζόμενον, διαφορὰν παραστήσει μεγίστην ἐπὶ τῆς
αὐτῆς καὶ μιᾶς προόδου του Πνεύματος τῶν θεαρχι
κῶν ὑποστάσεων, ὡς ἄλλην μὲν αἰτίαν εἶναι τὸν
Πατέρα, ἄλλην δὲ τὸν Υἱόν, οὗ τι ἂν εἴη τὸ χείριστον;»
Οὕτως εἰπόντος καὶ ἰσχυρὰ πάνυ δόξαντος λέγειν,
ἐκείνους μὴ δυναμένους ἀπολογεῖσθαι πρὸς ταῦτα
μόνον λέγειν, «Καὶ τί πρὸς ἡμᾶς λέγεις ταῦτα; Λέγε
πρὸς τὸν εἰπόντα· καὶ εἰ μὲν κενοφωνεῖν οἴει τὸν
Δαμασκήθεν, εἰ δὲ τὸν λόγον δέχῃ, ἵνα τί ἡμεῖς ἐν
αἱρέσει κατηγορούμεθα, εἰ ταυτά σοι πράττομεν καὶ
τὸν λόγον καὶ αὐτοὶ ὡς ἁγίου λόγον τιμώμεν;
Τιμα τις τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, ὁ πατριάρχης
φησί, λέγων μείζονα τοῦ Υἱοῦ τὸν Πατέρα. Αλλ'
οὐχ ἱκανὸν τοῦτο καὶ μόνον, εἰ μὴ καὶ ὀρθῶς ἐξηγοῖτο
τὴ θεοπαράδοτον λόγιον. Τί γοῦν εἰ καὶ ὑμεῖς δεχό
μενος τὸ ῥητὸν στρεβλοῦσε τὴν ὑπονόησιν; Αλλως τε
δὲ καὶ ἀλληλένδετά εἰσι τὰ τῶν ἁγίων ῥητὰ καὶ ἀλ
ληλύπλοκα, ἐπεὶ καὶ ἐξ ἑνὸς καὶ ἁπλοῦ πνεύματος
5.αφόρως εβρέθησαν. Δείξον τοίνυν τὸν λόγον τοῦτον,
5, ὑμεῖς λέγετε, συγκροτούμενον καὶ ἐξ ἄλλων. Ει
δ᾽ οὐκ ἔχετε, καθὼς ἄρα οὐδ᾽ ἔχετε, τί ἄλλο βούλεται
ή τοιαύτη περινόησις εἰ μὴ στρεβλοῦν τὸ ῥῆμα πρὸς
διάνοιαν ξένην τῆς κοινῆς τῶν Πατέρων ἐννοίας καὶ
καὶ μάλα γενναίως ἐνστάντος, ἐκεῖνοι πρὸς τὸ δεύτε
ρον ἀτονήσαντες πρὸς τὸ πρῶτον ἀπελογοῦντο, «Τ
μὲν τοῦ Εὐαγγελίου ῥητὸν, ὦ τᾶν, ο λέγοντες, «ἰδίαν
ἔχει παρὰ τῶν Πατέρων τὴν ἐξήγησιν πρόσφορον,
καὶ κακὸς πάντως ὁ μὴ ταύτην δεχόμενος· τὸ δὲ
προκείμενον τοῦτο ῥητὸν ἐξ ἀνάγκης σημαντικών
ἐννοίας ἐστί. Δείκνυε τοιγαροῦν τὴν ἐξήγησιν, καὶ
ἡμεῖς ἐψόμεθα. Εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ σὺ λέγε, ἐπεὶ τὴν
ἡμετέραν οὐ παραδέχῃ, καὶ ἀκουσόμεθα. ο — - 'Εκεί
νοι [Ρ. 60] τὸ ῥητὸν, ο φησὶν ὁ πατριάρχης, ο έξη
γοῦνται, οἱ δὴ ἐκ Πατρός φασι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
ἐκπορεύεσθαι. • Καὶ τί; οὐ φρονεῖ τοῦτο;»
φασίν. «Τοῦτο καὶ ἡμῖν ἀγαπητὸν καὶ σωτηρίας
ἐλπίς. ο - ι Καὶ εἰ δέχεσθε τοῦτο, ο δ μέγας λογο
θέτης φησί, ο τί ἐκεῖνο προβάλλεσθε; — Ότι καιρός
ἀπῄτει εἰς ἐθνῶν εἰρήνην τὸ ταῦτα λέγειν, ο φασίν.
Νῦν δέ, ο φησὶν ὁ Βέκκος, ι εἰ μὲν βούλεσθε,
σιγητέον ἡμῖν τὸ ῥῆμα πολὺ τὸ τολμηρὸν ἔχειν
δοκοῦν. Εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ παραβασίας περὶ τὰ ἱερὰ
εγκαλουμένοις δόγματα αἰτία, ὡ; οἶμας, μείων ἀπολο
γεῖσθαι. Καὶ δὴ πρόσχες μοι, κύριέ μου, ο φησί,
μέγα λογοθέτα· σὲ γὰρ ἐρῶ (καὶ οὐχ ὑποτρέχων
λέγω) διαλεκτικοῖς κανός: χρώμενον καὶ κατὰ τὴ
προσῆκον διαλεγόμενον. ο - ο 'Αλλὰ μὴ θώπευε,»
ἐγκόψας φησὶν ἐκεῖνος. «Μὴ γένοιτο, ο ἔφη. «Αλλ'
καὶ εἰ δέχεσθε τοῦτο ὁ μέγας λογοθέτης φησί, τί ἐκεῖνο προβάλλεσθε; ὅτι καιρὸς ἀπῄτει εἰς ἐθνῶν εἰρήνην τὸ ταῦτα λέγειν φασί. νῦν δὲ φησὶν ὁ Βέκκος, εἰ μὲν βούλεσθε, σιγητέον ἡμῖν τὸ ῥῆμα πολὺ τὸ τολμηρὸν ἔχειν δοκοῦν. εἰ δ’ οὖν, ἀλλὰ παραβασίας περὶ τὰ ἱερὰ ἐγκαλουμένοις δόγματα αἰτία, ὡς οἶμαι, μείων ἀπολογεῖσθαι. καὶ δὴ πρόσχες μοι, κύριέ μου, φησί, μέγα λογοθέτα· σὲ γὰρ ὁρῶ (καὶ οὐχ ὑποτρέχων λέγω) διαλεκτικοῖς κανόσι χρώμενον καὶ κατὰ τὸ προσῆκον διαλεγόμενον. ἀλλὰ μὴ θώπευε ἐγκόψας φησὶν ἐκεῖνος. μὴ γένοιτο ἔφη. ἀλλ’ ἐμοὶ μὲν ἐξεικονίζειν τὰ ἀνεικόνιστα φόβος μέγας, τῶν δὲ ἁγίων λεγόντων ἕπεσθαι, ἐχόμενος πάντως τοῦ προτειχίσματος, ἀσφαλῶς ἕξω ἐς ὅ τι καὶ λέξω. ἥλιον ἀκτῖνα καὶ φῶς τῶν ἀνεικονίστων εἰκόνα φέρουσι, καὶ αὖθις ὀφθαλμὸν πηγῆς, ὕδωρ καὶ ποταμόν. οὐχ οὕτω λέγουσιν ἐπὶ τῆς μακαρίας τριάδος οἱ θεολόγοι πατέρες; ἰδοὺ γοῦν, ἥλιος, καὶ ἡ ἀκτὶς προσεχῶς ἐξ αὐτοῦ, δι’ αὐτῆς δέ, πρίν τι καινὸν παρεμπεσεῖν νόημα, καὶ αὐτὸ τὸ φῶς ἐξ ἡλίου. ἆρ’ ἡ ἀκτὶς ἢ ὁ ἥλιος αἴτιον;
προθέσεων κείμενον τὸ ἀτηρὸν τῆς τόλμης ἀμηγέπη ἡ ἀπεμφαίνουσαν;» Ταῦτ᾽ εἰπόντος τοῦ πατριάρχου.
πέφυκεν ἐπιλύειν, ἐνταῦθα δὲ τὸ διάφορον τῶν προς
θέσεων, διάφορον καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως έργα
ζόμενον, διαφορὰν παραστήσει μεγίστην ἐπὶ τῆς
αὐτῆς καὶ μιᾶς προόδου του Πνεύματος τῶν θεαρχι
κῶν ὑποστάσεων, ὡς ἄλλην μὲν αἰτίαν εἶναι τὸν
Πατέρα, ἄλλην δὲ τὸν Υἱόν, οὗ τι ἂν εἴη τὸ χείριστον;»
Οὕτως εἰπόντος καὶ ἰσχυρὰ πάνυ δόξαντος λέγειν,
ἐκείνους μὴ δυναμένους ἀπολογεῖσθαι πρὸς ταῦτα
μόνον λέγειν, «Καὶ τί πρὸς ἡμᾶς λέγεις ταῦτα; Λέγε
πρὸς τὸν εἰπόντα· καὶ εἰ μὲν κενοφωνεῖν οἴει τὸν
Δαμασκήθεν, εἰ δὲ τὸν λόγον δέχῃ, ἵνα τί ἡμεῖς ἐν
αἱρέσει κατηγορούμεθα, εἰ ταυτά σοι πράττομεν καὶ
τὸν λόγον καὶ αὐτοὶ ὡς ἁγίου λόγον τιμώμεν;
Τιμα τις τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, ὁ πατριάρχης
φησί, λέγων μείζονα τοῦ Υἱοῦ τὸν Πατέρα. Αλλ'
οὐχ ἱκανὸν τοῦτο καὶ μόνον, εἰ μὴ καὶ ὀρθῶς ἐξηγοῖτο
τὴ θεοπαράδοτον λόγιον. Τί γοῦν εἰ καὶ ὑμεῖς δεχό
μενος τὸ ῥητὸν στρεβλοῦσε τὴν ὑπονόησιν; Αλλως τε
δὲ καὶ ἀλληλένδετά εἰσι τὰ τῶν ἁγίων ῥητὰ καὶ ἀλ
ληλύπλοκα, ἐπεὶ καὶ ἐξ ἑνὸς καὶ ἁπλοῦ πνεύματος
5.αφόρως εβρέθησαν. Δείξον τοίνυν τὸν λόγον τοῦτον,
5, ὑμεῖς λέγετε, συγκροτούμενον καὶ ἐξ ἄλλων. Ει
δ᾽ οὐκ ἔχετε, καθὼς ἄρα οὐδ᾽ ἔχετε, τί ἄλλο βούλεται
ή τοιαύτη περινόησις εἰ μὴ στρεβλοῦν τὸ ῥῆμα πρὸς
διάνοιαν ξένην τῆς κοινῆς τῶν Πατέρων ἐννοίας καὶ
καὶ μάλα γενναίως ἐνστάντος, ἐκεῖνοι πρὸς τὸ δεύτε
ρον ἀτονήσαντες πρὸς τὸ πρῶτον ἀπελογοῦντο, «Τ
μὲν τοῦ Εὐαγγελίου ῥητὸν, ὦ τᾶν, ο λέγοντες, «ἰδίαν
ἔχει παρὰ τῶν Πατέρων τὴν ἐξήγησιν πρόσφορον,
καὶ κακὸς πάντως ὁ μὴ ταύτην δεχόμενος· τὸ δὲ
προκείμενον τοῦτο ῥητὸν ἐξ ἀνάγκης σημαντικών
ἐννοίας ἐστί. Δείκνυε τοιγαροῦν τὴν ἐξήγησιν, καὶ
ἡμεῖς ἐψόμεθα. Εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ σὺ λέγε, ἐπεὶ τὴν
ἡμετέραν οὐ παραδέχῃ, καὶ ἀκουσόμεθα. ο — - 'Εκεί
νοι [Ρ. 60] τὸ ῥητὸν, ο φησὶν ὁ πατριάρχης, ο έξη
γοῦνται, οἱ δὴ ἐκ Πατρός φασι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
ἐκπορεύεσθαι. • Καὶ τί; οὐ φρονεῖ τοῦτο;»
φασίν. «Τοῦτο καὶ ἡμῖν ἀγαπητὸν καὶ σωτηρίας
ἐλπίς. ο - ι Καὶ εἰ δέχεσθε τοῦτο, ο δ μέγας λογο
θέτης φησί, ο τί ἐκεῖνο προβάλλεσθε; — Ότι καιρός
ἀπῄτει εἰς ἐθνῶν εἰρήνην τὸ ταῦτα λέγειν, ο φασίν.
Νῦν δέ, ο φησὶν ὁ Βέκκος, ι εἰ μὲν βούλεσθε,
σιγητέον ἡμῖν τὸ ῥῆμα πολὺ τὸ τολμηρὸν ἔχειν
δοκοῦν. Εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ παραβασίας περὶ τὰ ἱερὰ
εγκαλουμένοις δόγματα αἰτία, ὡ; οἶμας, μείων ἀπολο
γεῖσθαι. Καὶ δὴ πρόσχες μοι, κύριέ μου, ο φησί,
μέγα λογοθέτα· σὲ γὰρ ἐρῶ (καὶ οὐχ ὑποτρέχων
λέγω) διαλεκτικοῖς κανός: χρώμενον καὶ κατὰ τὴ
προσῆκον διαλεγόμενον. ο - ο 'Αλλὰ μὴ θώπευε,»
ἐγκόψας φησὶν ἐκεῖνος. «Μὴ γένοιτο, ο ἔφη. «Αλλ'
εὐθετεῖ μοι τὸν λόγον καὶ ὁ Νύσσης Γρηγόριος λέγων τοῦ δὲ ἐξ αἰτίας ὄντος, τουτέστι τῶν αἰτιατῶν, πάλιν ἄλλην διαφορὰν ἐννοοῦμεν· τὸ μὲν γὰρ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου, τὸ δὲ διὰ τοῦ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου. πρὸς ὃν ἐκεῖνοι καὶ οὐχ ὁμολογεῖς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον προσεχὲς τῷ πατρί, ὥσπερ καὶ τὸν υἱόν; καὶ ποία ἂν ἀκοὴ τὸ τοιοῦτον παραδέξαιτο, εἰ ὁ μὲν υἱὸς προσέχεται τῷ πατρί, τὸ δὲ πνεύματος τοπικῇ τινὶ διεχείᾳ διίσταται, τῆς ἀτοπίας. εἰ γὰρ ὁ κύριος λέγει ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί, ἀλλ’ οὖν εὔλογον τὰ αὐτὰ λέγειν καὶ περὶ τοῦ πνεύματος, εἴπερ ὀρθοδοξεῖν βουλόμεθα, τὸ πνεῦμα ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν τῷ πνεύματι, καὶ αὖθις ἐν τῷ υἱῷ, καὶ ὁ υἱὸς ἐν τῷ πνεύματι. ἢ οὐ ταῦθ’ οὕτως ἔχει; Βέκκος ναί φησίν. προσεχὲς μὲν ὁμολογεῖν τοῦ πατρὸς τὸ πνεῦμα, ὅτι καὶ ἀδιάστατον, ἐπεὶ καὶ τὸ φῶς προσεχὲς τῷ ἡλίῳ (ἔτι γὰρ ἔχομαι τῆς εἰκόνος), τῶν λίαν εἰκότων ἐστί, καὶ οὐ διαμάχομαι· προσεχῶς δ’ ἐννοεῖν τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ πατρὸς ὁ λόγος οὐ δίδωσι τῆς διαφορᾶς. τὸ μὲν γάρ, φησί, προσεχῶς τοῦ διὰ τοῦ προσεχῶς·
προθέσεων κείμενον τὸ ἀτηρὸν τῆς τόλμης ἀμηγέπη ἡ ἀπεμφαίνουσαν;» Ταῦτ᾽ εἰπόντος τοῦ πατριάρχου.
πέφυκεν ἐπιλύειν, ἐνταῦθα δὲ τὸ διάφορον τῶν προς
θέσεων, διάφορον καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως έργα
ζόμενον, διαφορὰν παραστήσει μεγίστην ἐπὶ τῆς
αὐτῆς καὶ μιᾶς προόδου του Πνεύματος τῶν θεαρχι
κῶν ὑποστάσεων, ὡς ἄλλην μὲν αἰτίαν εἶναι τὸν
Πατέρα, ἄλλην δὲ τὸν Υἱόν, οὗ τι ἂν εἴη τὸ χείριστον;»
Οὕτως εἰπόντος καὶ ἰσχυρὰ πάνυ δόξαντος λέγειν,
ἐκείνους μὴ δυναμένους ἀπολογεῖσθαι πρὸς ταῦτα
μόνον λέγειν, «Καὶ τί πρὸς ἡμᾶς λέγεις ταῦτα; Λέγε
πρὸς τὸν εἰπόντα· καὶ εἰ μὲν κενοφωνεῖν οἴει τὸν
Δαμασκήθεν, εἰ δὲ τὸν λόγον δέχῃ, ἵνα τί ἡμεῖς ἐν
αἱρέσει κατηγορούμεθα, εἰ ταυτά σοι πράττομεν καὶ
τὸν λόγον καὶ αὐτοὶ ὡς ἁγίου λόγον τιμώμεν;
Τιμα τις τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, ὁ πατριάρχης
φησί, λέγων μείζονα τοῦ Υἱοῦ τὸν Πατέρα. Αλλ'
οὐχ ἱκανὸν τοῦτο καὶ μόνον, εἰ μὴ καὶ ὀρθῶς ἐξηγοῖτο
τὴ θεοπαράδοτον λόγιον. Τί γοῦν εἰ καὶ ὑμεῖς δεχό
μενος τὸ ῥητὸν στρεβλοῦσε τὴν ὑπονόησιν; Αλλως τε
δὲ καὶ ἀλληλένδετά εἰσι τὰ τῶν ἁγίων ῥητὰ καὶ ἀλ
ληλύπλοκα, ἐπεὶ καὶ ἐξ ἑνὸς καὶ ἁπλοῦ πνεύματος
5.αφόρως εβρέθησαν. Δείξον τοίνυν τὸν λόγον τοῦτον,
5, ὑμεῖς λέγετε, συγκροτούμενον καὶ ἐξ ἄλλων. Ει
δ᾽ οὐκ ἔχετε, καθὼς ἄρα οὐδ᾽ ἔχετε, τί ἄλλο βούλεται
ή τοιαύτη περινόησις εἰ μὴ στρεβλοῦν τὸ ῥῆμα πρὸς
διάνοιαν ξένην τῆς κοινῆς τῶν Πατέρων ἐννοίας καὶ
καὶ μάλα γενναίως ἐνστάντος, ἐκεῖνοι πρὸς τὸ δεύτε
ρον ἀτονήσαντες πρὸς τὸ πρῶτον ἀπελογοῦντο, «Τ
μὲν τοῦ Εὐαγγελίου ῥητὸν, ὦ τᾶν, ο λέγοντες, «ἰδίαν
ἔχει παρὰ τῶν Πατέρων τὴν ἐξήγησιν πρόσφορον,
καὶ κακὸς πάντως ὁ μὴ ταύτην δεχόμενος· τὸ δὲ
προκείμενον τοῦτο ῥητὸν ἐξ ἀνάγκης σημαντικών
ἐννοίας ἐστί. Δείκνυε τοιγαροῦν τὴν ἐξήγησιν, καὶ
ἡμεῖς ἐψόμεθα. Εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ σὺ λέγε, ἐπεὶ τὴν
ἡμετέραν οὐ παραδέχῃ, καὶ ἀκουσόμεθα. ο — - 'Εκεί
νοι [Ρ. 60] τὸ ῥητὸν, ο φησὶν ὁ πατριάρχης, ο έξη
γοῦνται, οἱ δὴ ἐκ Πατρός φασι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
ἐκπορεύεσθαι. • Καὶ τί; οὐ φρονεῖ τοῦτο;»
φασίν. «Τοῦτο καὶ ἡμῖν ἀγαπητὸν καὶ σωτηρίας
ἐλπίς. ο - ι Καὶ εἰ δέχεσθε τοῦτο, ο δ μέγας λογο
θέτης φησί, ο τί ἐκεῖνο προβάλλεσθε; — Ότι καιρός
ἀπῄτει εἰς ἐθνῶν εἰρήνην τὸ ταῦτα λέγειν, ο φασίν.
Νῦν δέ, ο φησὶν ὁ Βέκκος, ι εἰ μὲν βούλεσθε,
σιγητέον ἡμῖν τὸ ῥῆμα πολὺ τὸ τολμηρὸν ἔχειν
δοκοῦν. Εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ παραβασίας περὶ τὰ ἱερὰ
εγκαλουμένοις δόγματα αἰτία, ὡ; οἶμας, μείων ἀπολο
γεῖσθαι. Καὶ δὴ πρόσχες μοι, κύριέ μου, ο φησί,
μέγα λογοθέτα· σὲ γὰρ ἐρῶ (καὶ οὐχ ὑποτρέχων
λέγω) διαλεκτικοῖς κανός: χρώμενον καὶ κατὰ τὴ
προσῆκον διαλεγόμενον. ο - ο 'Αλλὰ μὴ θώπευε,»
ἐγκόψας φησὶν ἐκεῖνος. «Μὴ γένοιτο, ο ἔφη. «Αλλ'
Liber Tertius
PG 144:107ὑμεῖς δὲ τοπικὰς διαστάσεις ἢ μὴν καὶ χρονικὰς ἐμβάλλοντες συνάγετε πάντως τὸ ἄτοπον. τὸ γοῦν γεννᾶσθαι καὶ τὸν υἱὸν ἐκ τοῦ πατρὸς ἀπορροήν τινα καὶ διέχειαν τοπικὴν σχεδὸν δίδωσιν ἐννοεῖν. ἀλλὰ τὸ ἀδιαστάτως προσκείμενον καὶ τὸ ἐξ ἐκείνου εἶναι δηλοῖ τὸν υἱόν, καὶ τὸ ἐκείνῳ καὶ αὖθις εἶναι οὐκ ἀφαιρεῖται. οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ πνεύματος νόει μοι. ἢ μᾶλλον ἐπὶ τῆς εἰκόνος ὁ λόγος γινέσθω, ὡς ἂν ἀσφαλέστερον λέγοιμεν. ἀκτῖνα λέγομεν ἐξ ἡλίου, ἀποτομὴν ἐξ ἐκείνου ταύτης οὐκ οἴδαμεν. φῶς λέγομεν δι’ αὐτῆς ἐξ ἡλίου, καὶ τὴν μεσιτείαν ἐννοοῦμεν, καὶ τὸ προσεχίζεσθαι τὸ φῶς τῷ ἡλίῳ διὰ τὴν τῆς ἀκτῖνος μεσιτείαν οὐκ ἀπαρνούμεθα. διὰ τοῦτο καὶ ἐπιφέρει ὁ ἅγιος τῆς τοῦ υἱοῦ μεσιτείας καὶ αὐτῷ τὸ μονογενὲς φυλαττούσης, καὶ τὸ πνεῦμα τῆς τοῦ πατρὸς σχέσεως μὴ ἀπειργούσης. ταῦτ’ εἰπόντος τοῦ Βέκκου, ὁ Ἀλεξανδρείας αὐτόθεν ἀπὸ τοῦ σκίμποδος πρὸς αὐτὸν ὡς ἡμεῖς τῆς ἐκκλησίας κρατοῦμεν τὰ δόγματα, ἃ καὶ παρελάβομεν, ταῦτα δὲ λέγειν οὐκ ἐδιδάχθημεν. εἰ μὲν οὖν πλατικῶς ἐκράτει ταῦτα ἡ ἐκκλησία, οὐκ ἂν καὶ ἡμᾶς ἐξ ἀνάγκης διέλαθεν.
ἐμοὶ μὲν ἐξεικονίζειν τὰ ἀνεικόνιστα φόβος μέγας, στατον, ἐπεὶ καὶ τὸ φῶς προσεχὲς τῷ ἡλίῳ (ἔτι γὰρ
ἔχομαι τῆς εἰκόνος), τῶν λίαν εἰκότων ἐστὶ, καὶ οὐ
διαμάχομαι· προσεχῶς δ᾽ ἐννοεῖν τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ
Πατρὸς ὁ λόγος οὐ δίδωσι τῆς διαφορᾶς. Τὸ μὲν
γάρ, φησί, προσεχῶς τοῦ διὰ τοῦ προσεχῶς· ὑμεῖς
δὲ τοπικὰς διαστάσεις ἢ μὴν καὶ χρονικὰς ἐμβάλλον
τες συνάγετε πάντως τὸ ἄτοπον. Τὸ γοῦν γεννάσθαι
καὶ τὸν Υἱὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀποῤῥοήν τινα καὶ διέ
χειαν τοπικήν σχεδὸν δίδωσιν ἐννοεῖν. ᾿Αλλὰ τὸ ἀδια
στάτως προσκείμενον καὶ τὸ ἐξ ἐκείνου εἶναι δηλοί
τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ ἐκείνῳ καὶ αὖθις εἶναι οὐκ ἀφαι
ρεῖται. Οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ Πνεύματος νόει μοι. "Η
μᾶλλον ἐπὶ τῆς εἰκόνος ὁ λόγος γινέσθω, ὡς ἂν
ἀσφαλέστερον λέγοιμεν. 'Ακτίνα λέγομεν ἐξ ἡλίου,
ἀποτομὴν ἐξ ἐκείνου ταύτης οὐκ οἴδαμεν. Φῶς λέγομεν
δι' αὐτῆς ἐξ ἡλίου καὶ τὴν μεσιτείαν ἐννοοῦμεν, καὶ τὰ
προσεχίζεσθαι τὸ φῶς τῷ ἡλίῳ διὰ τὴν τῆς ἀκτῖνος μετ
σιτείαν οὐκ ἀπαρνούμεθα. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπιφέρει ὁ
ἅγιος, Τῆς τοῦ Υἱοῦ μεσιτείας καὶ αὐτῷ τὸ μονογενές
φυλαττούσης, καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς τοῦ Πατρὸς σχέσεως
μὴ ἀπειργούσης. • Ταῦτ᾽ εἰπόντος τοῦ Βέκκου, ὁ 'Αλε
ξανδρείας αὐτόθεν ἀπὸ τοῦ σκίμποδος πρὸς αὐτὸν, ὡς
«Ἡμεῖς τῆς Ἐκκλησίας κρατοῦμεν τὰ δόγματα,
Ο καὶ παρελάβομεν, ταῦτα δὲ λέγειν οὐκ ἐδιδάχθη
μεν. Εἰ μὲν οὖν πλατικῶς ἐκράτει ταῦτα ἡ Ἐκκλη
σία, οὐκ ἂν καὶ ἡμᾶς ἐξ ἀνάγκης διέλαθεν. Ἐπεὶ δὲ
τῶν δὲ ἁγίων λεγόντων ἔπεσθαι, ἐχόμενος πάντως
τοῦ προτειχίσματος, ἀσφαλῶς ἔξω ἐς ὅ τι καὶ λέξω.
Ηλιον, ἀκτῖνα καὶ φῶς τῶν ἀνεικονίστων εἰκόνα φέ
ρουσι, καὶ αὖθις ὀφθαλμὸν πηγῆς, ὕδωρ καὶ ποτα
μόν. Οὐχ οὕτω λέγουσιν ἐπὶ τῆς μακαρίας Τριάδος
οἱ θεολόγοι Πατέρες; Ιδού γοῦν, ἥλιος, καὶ ἡ ἀκτὶς
προσεχῶς ἐξ αὐτοῦ, δι᾿ αὐτῆς δὲ, πρίν τι καινὸν
παρεμπεσεῖν νόημα, καὶ αὐτὸ τὸ φῶς ἐξ ἡλίου. Αρ'
ἡ ἀκτὶς ἢ ὁ ἥλιος αἴτιον; Εὐθετεῖ μοι τὸν λόγον
καὶ ὁ Νύσσης Γρηγόριος λέγων· Τοῦ δὲ ἐξ αἰτίας
ὄντος, τουτέστι τῶν αἰτιατῶν, πάλιν ἄλλην διαφορὰν
ἐννοοῦμεν· τὸ μὲν γὰρ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου, τὸ
“δὲ διὰ τοῦ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου. • Πρὸς ὅν ἐκεῖ
νοι, ο Καὶ οὐχ ὁμολογεῖς 61] τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
προσεχὲς τῷ Πατρὶ, ὥσπερ καὶ τὸν Υἱόν; Καὶ ποία
ἂν ἀκοὴ τὸ τοιοῦτον παραδέξαιτο, εἰ ὁ μὲν Υἱὸς
προσέχεται τῷ Πατρὶ, τὸ δὲ Πνεῦμα τοπικῇ τινι
διεχεία διίσταται; Τῆς ἀτοπίας! Εἰ γὰρ ὁ Κύριος λέ
γει, «Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοὶ, ο
ἀλλ᾽ οὖν εὔλογον τὰ αὐτὰ λέγειν καὶ περὶ τοῦ Πνεύ
ματος, εἴπερ ὀρθοδοξείν βουλόμεθα, τὸ Πνεῦμα ἐν
τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν τῷ Πνεύματι, καὶ αὖθις
ἐν τῷ Υἱῷ, καὶ ὁ Υἱὸς ἐν τῷ Πνεύματι. Η οὐ ταῦθ'
οὕτως ἔχει; ο Βέκκος, ο Ναί, ο φησίν. • Προσεχές
μὲν ὁμολογεῖν τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα, ὅτι καὶ ἀλιά
Ο
PG 144:109ἐπεὶ δὲ ἁπλῶς τὴν πίστιν καὶ ἀπεριέργως ἕξομεν καὶ τὰ τῆς πίστεως δόγματα, οἷς ἄρα καὶ συνανετράφημεν, τί γοῦν ἰσχυρίζεσθε εἰσάγειν ἐν ἐκκλησίᾳ θεοῦ παρὸ παρελάβομεν λέγειν; γενέσθαι δὲ τῆς εἰρήνης, τὰ πολλὰ ταῦτ’ ἀφέντας, ξυμφέρει. οἱ δὲ ἀλλ’ ἐγκαλούμεθα αἱρέσεως, δέσποτα. καὶ ὁ Ἀλεξανδρείας ναί φησι· τὸ συνιστᾶν θέλειν ἀσύνηθες, κἂν ἀσφαλὲς ἦν, αἵρεσις ἂν λογισθείη. ὃ δὴ καὶ ἐατέον, παρακαλῶ, τῆς κοινῆς δόξης γεγονότας καὶ φανερᾶς, καὶ τῆς εἰρήνης, ὃ δὴ καὶ ξυμφέρει, καὶ ταῦτα τοῦ ἁγίου βασιλέως μεσολαβοῦντος. καὶ ὁ πατριάρχης εὐθὺς πρὸς αὐτοὺς ἀλλ’ ὑμεῖς φατὲ ἰσοδυναμεῖν ἐπὶ τούτοις τῇ ἐκ τὴν διά, ὡς τοῦ ἁγίου λέγοντος τὸ δὲ διὰ τοῦ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου ὑμᾶς λέγειν καὶ ἐκ τοῦ πρώτου. ὃ δὴ καὶ ποῖον τρόπον ἀμαθίας οὐ παρελήλυθεν; ὅπου γε καὶ ἡ ἀδολεσχία μείζων καὶ προφανής. εἰ γὰρ ἐκ τοῦ προσεχῶς, πῶς ἐκ τοῦ πρώτου; εἰ δὲ ἐκ τοῦ πρώτου, πῶς ἐκ τοῦ προσεχῶς; ὁρᾶτε εἰς ποῖα ἀρκύστατα πίπτετε, τὴν θεολογίαν καταρρυπαίνοντες. καὶ οἱ περὶ τὸν Βέκκον ὁμολογοῦμεν τὸ παρατόλμημα, καὶ συγγνώμην αἰτοῦμεν.
ἁπλῶς τὴν πίστιν καὶ ἀπεριέργως ἔξομεν καὶ τὰ ἡ προστιθέντων καὶ ἀμφοτέρων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τῆς
τῆς πίστεως δόγματα, οἷς ἄρα καὶ συνανετράφημεν,
τί γοῦν ἰσχυρίζεσθε εἰσάγειν ἐν Ἐκκλησίᾳ Θεοῦ
παρὰ παρελάβομεν λέγειν; Γενέσθαι δὲ τῆς εἰρήνης,
τὰ πολλὰ ταῦτ᾽ ἀφέντας, ξυμφέρει.» Οἱ δὲ, «'Αλλ'
εγκαλούμεθα [Ρ. 63] αἱρέσεως, δέσποτα.» Καὶ ὁ
Αλεξανδρείας, ο Ναί,» φησί· ε τὸ συνιστᾷν θέλειν
ἀσύνηθες, κἂν ἀσφαλὲς ἦν, αἵρεσις ἂν λογισθείη. Ο
δὴ καὶ ἑατέον, παρακαλῶ, τῆς κοινῆς δόξης γεγονός
τας καὶ φανερᾶς, καὶ τῆς εἰρήνης, δ δὴ καὶ ξυμφέ
ρει, καὶ ταῦτα τοῦ ἁγίου βασιλέως μεσολαβοῦντος.
Καὶ ὁ πατριάρχης εὐθὺς πρὸς αὐτοὺς, «Αλλ' ὑμεῖς
φατε ἰσοδυναμεῖν ἐπὶ τούτοις τῇ ἐκ τὴν διὰ, ὡς τοῦ
ἁγίου λέγοντος, Τὸ δὲ διὰ τοῦ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώ
του, ὑμᾶς λέγειν, καὶ ἐκ τοῦ πρώτου. Ο δὴ καὶ ποῖον
τρόπον ἀμαθίας οὐ παρελήλυθεν; ὅπου με καὶ ἡ
ἀδολεσχία μείζων καὶ προφανής. Εἰ γὰρ ἐκ τοῦ
προσεχῶς, πῶς ἐκ τοῦ πρώτου; Εἰ δὲ ἐκ τοῦ πρώτ
του, πῶς ἐκ τοῦ προσεχώς; Ορᾶτε εἰς ποῖα ἀρκύ
στατα πίπτετε, τὴν θεολογίαν καταρρυπαίνοντες.
Καὶ οἱ περὶ τὸν Βέκκον, ο Ομολογοῦμεν τὸ παρα
τόλμημα, καὶ συγγνώμην αὐτοῦμεν. Οὐδὲ γὰρ αὐτό
θεν ἡμῖν ἡ ὁρμὴ τοῦ ταῦτα λέγειν ἐκ ματαίας ὀρέ
ξέως, ἀλλ᾽ ἦν τὸ παροτρύναν αἴτιον. Τὸ δ᾽ ἦν νομίζω
μένη τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν διχονοίας διάλυσις, ὥστε
ἐκείνων μὲν χρωμένων τῇ ἐκ, ἡμῶν δὲ τῇ διά,
ο
διά
θεολογίας τόπου, οὐκ ἄλλως ἔχειν συμβιβάζειν, εἰ μὴ
οὕτω λέγοιμεν. Τί δαὶ διὰ τοῦτο παραβασία; ἐξ
ὁλοκλήρου καὶ ἐφ' αἱρέσει κριθείημεν, ὡς ἀθετεῖσθαι
μὲν χειροτονίαν, καταπλύνεσθαι δὲ τὰ ἅγια, καὶ
αὐτὸ δὲ τὸ τελεστικὸν ἅγιον ἀθετεῖσθαι μύρον και
παραῤῥίπτεσθαι, ὅτι ἡμῖν τετέλεσται; Επεί τοί γε,
φασὶ, καὶ ὑμῖν παραβέβαστα! τι θεολογοῦσιν, ὡς
δείξομεν. Αρ' οὖν διὰ ταῦτα, ἀφέντες ὑμῖν ἐγκαλεῖν,
τὸ πᾶν ἀφανίσομεν;» Καὶ τῶν εἰπόντων, ο Καὶ ποῦ
καὶ [Ρ 63] ἐπὶ τίσιν ἡμῖν παραβέβασται; › ἐκεί
νους ἐκβαλεῖν εὐθὺς χάρτην καὶ ἐμφανίζειν. Καὶ
τοὺς αὖθις ἀναγνόντας ἀρνεῖσθαι καὶ ἀναθεματίζειν
τὸν λόγον, σχεδὸν δὲ καὶ αὐτὸν τὸν γράψαντα. Αλλά
τὸν Μοσχάμπαρα ἰδόντα ὁμολογεῖν ἑαυτοῦ τὸ σύγ
γραμμα εἶναι καὶ ἀπολογεῖσθαι πειρᾶσθαι. Εφ᾽ οἷς
ὁ Βέκκος, μεθ᾽ ὅπου εἶποι τις ἂν τοῦ χαριεντισμού,
Ἡμεῖς μὲν προσεδοκῶμεν σὸν εἶναι, ο πρὸς τὸν
πατριάρχην φησίν· «εἰ δὲ μὴ τὸν, ἀλλὰ τούτου, ὡς
καὶ αὐτὸς ὡμολόγησε, ψύλλα τις ἐπικαθίσασα τῷ τῆς
ἀμάξης ῥυμῷ οὔτ᾽ ἀνασπᾷν οὔτε κατασπᾶν ἔχει τὴν
πείρινθα.» Τοῦτο δ' εἶπε διωνυμουμένου τοῦ χαρτι
φύλακος. • Πλὴν εἰδείημεν ἂν, ο φησίν, ο ὁποῖα τὰ
ἐπιτίμια επάξεις τῷ παραδογματίσαντι; ο Επί
πολὺ γοῦν τριβομένων τῶν λόγων, τὸν Βέκκον αὖθις
ἐπενεγκεῖν, «Η βούλεσθε, κἀγὼ τῆς εἰρήνης ὢν
διά,
οὐδὲ γὰρ αὐτόθεν ἡμῖν ἡ ὁρμὴ τοῦ ταῦτα λέγειν ἐκ ματαίας ὀρέξεως, ἀλλ’ ἦν τὸ παροτρῦναν αἴτιον. τὸ δ’ ἦν νομιζομένη τῆς τῶν ἐκκλησιῶν διχονοίας διάλυσις, ὥστε ἐκείνων μὲν χρωμένων τῇ ἐκ ἡμῶν δὲ τῇ διά, προστιθέντων καὶ ἀμφοτέρων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τῆς θεολογίας τόπου, οὐκ ἄλλως ἔχειν συμβιβάζειν, εἰ μὴ οὕτω λέγοιμεν. τί δαὶ διὰ τοῦτο παραβασίας ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἐφ’ αἱρέσει κριθείημεν, ὡς ἀθετεῖσθαι μὲν χειροτονίαν, καταπλύνεσθαι δὲ τὰ ἅγια, καὶ αὐτὸ δὲ τὸ τελεστικὸν ἅγιον ἀθετεῖσθαι μύρον καὶ παραρρίπτεσθαι, ὅτι ἡμῖν τετέλεσται; ἐπεί τοί γε φασὶ καὶ ὑμῖν παραβέβασταί τι θεολογοῦσιν, ὡς δείξομεν. ἆρ’ οὖν διὰ ταῦτα, ἀφέντες ὑμῖν ἐγκαλεῖν, τὸ πᾶν ἀφανίσομεν; καὶ τῶν εἰπόντων καὶ ποῦ καὶ ἐπὶ τίσιν ἡμῖν παραβέβασται; ἐκείνους ἐκβαλεῖν εὐθὺς χάρτην καὶ ἐμφανίζειν. καὶ τοὺς αὖθις ἀναγνόντας ἀρνεῖσθαι καὶ ἀναθεματίζειν τὸν λόγον, σχεδὸν δὲ καὶ αὐτὸν τὸν γράψαντα. ἀλλὰ τὸν Μοσχάμπαρα ἰδόντα ὁμολογεῖν ἑαυτοῦ τὸ σύγγραμμα εἶναι καὶ ἀπολογεῖσθαι πειρᾶσθαι. ἐφ’ οἷς ὁ Βέκκος, μεθ’ ὅσου εἴποι τις ἂν τοῦ χαριεντισμοῦ, ἡμεῖς μὲν προσεδοκῶμεν σὸν εἶναι πρὸς τὸν πατριάρχην φησίν·
ἁπλῶς τὴν πίστιν καὶ ἀπεριέργως ἔξομεν καὶ τὰ ἡ προστιθέντων καὶ ἀμφοτέρων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τῆς
τῆς πίστεως δόγματα, οἷς ἄρα καὶ συνανετράφημεν,
τί γοῦν ἰσχυρίζεσθε εἰσάγειν ἐν Ἐκκλησίᾳ Θεοῦ
παρὰ παρελάβομεν λέγειν; Γενέσθαι δὲ τῆς εἰρήνης,
τὰ πολλὰ ταῦτ᾽ ἀφέντας, ξυμφέρει.» Οἱ δὲ, «'Αλλ'
εγκαλούμεθα [Ρ. 63] αἱρέσεως, δέσποτα.» Καὶ ὁ
Αλεξανδρείας, ο Ναί,» φησί· ε τὸ συνιστᾷν θέλειν
ἀσύνηθες, κἂν ἀσφαλὲς ἦν, αἵρεσις ἂν λογισθείη. Ο
δὴ καὶ ἑατέον, παρακαλῶ, τῆς κοινῆς δόξης γεγονός
τας καὶ φανερᾶς, καὶ τῆς εἰρήνης, δ δὴ καὶ ξυμφέ
ρει, καὶ ταῦτα τοῦ ἁγίου βασιλέως μεσολαβοῦντος.
Καὶ ὁ πατριάρχης εὐθὺς πρὸς αὐτοὺς, «Αλλ' ὑμεῖς
φατε ἰσοδυναμεῖν ἐπὶ τούτοις τῇ ἐκ τὴν διὰ, ὡς τοῦ
ἁγίου λέγοντος, Τὸ δὲ διὰ τοῦ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώ
του, ὑμᾶς λέγειν, καὶ ἐκ τοῦ πρώτου. Ο δὴ καὶ ποῖον
τρόπον ἀμαθίας οὐ παρελήλυθεν; ὅπου με καὶ ἡ
ἀδολεσχία μείζων καὶ προφανής. Εἰ γὰρ ἐκ τοῦ
προσεχῶς, πῶς ἐκ τοῦ πρώτου; Εἰ δὲ ἐκ τοῦ πρώτ
του, πῶς ἐκ τοῦ προσεχώς; Ορᾶτε εἰς ποῖα ἀρκύ
στατα πίπτετε, τὴν θεολογίαν καταρρυπαίνοντες.
Καὶ οἱ περὶ τὸν Βέκκον, ο Ομολογοῦμεν τὸ παρα
τόλμημα, καὶ συγγνώμην αὐτοῦμεν. Οὐδὲ γὰρ αὐτό
θεν ἡμῖν ἡ ὁρμὴ τοῦ ταῦτα λέγειν ἐκ ματαίας ὀρέ
ξέως, ἀλλ᾽ ἦν τὸ παροτρύναν αἴτιον. Τὸ δ᾽ ἦν νομίζω
μένη τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν διχονοίας διάλυσις, ὥστε
ἐκείνων μὲν χρωμένων τῇ ἐκ, ἡμῶν δὲ τῇ διά,
ο
διά
θεολογίας τόπου, οὐκ ἄλλως ἔχειν συμβιβάζειν, εἰ μὴ
οὕτω λέγοιμεν. Τί δαὶ διὰ τοῦτο παραβασία; ἐξ
ὁλοκλήρου καὶ ἐφ' αἱρέσει κριθείημεν, ὡς ἀθετεῖσθαι
μὲν χειροτονίαν, καταπλύνεσθαι δὲ τὰ ἅγια, καὶ
αὐτὸ δὲ τὸ τελεστικὸν ἅγιον ἀθετεῖσθαι μύρον και
παραῤῥίπτεσθαι, ὅτι ἡμῖν τετέλεσται; Επεί τοί γε,
φασὶ, καὶ ὑμῖν παραβέβαστα! τι θεολογοῦσιν, ὡς
δείξομεν. Αρ' οὖν διὰ ταῦτα, ἀφέντες ὑμῖν ἐγκαλεῖν,
τὸ πᾶν ἀφανίσομεν;» Καὶ τῶν εἰπόντων, ο Καὶ ποῦ
καὶ [Ρ 63] ἐπὶ τίσιν ἡμῖν παραβέβασται; › ἐκεί
νους ἐκβαλεῖν εὐθὺς χάρτην καὶ ἐμφανίζειν. Καὶ
τοὺς αὖθις ἀναγνόντας ἀρνεῖσθαι καὶ ἀναθεματίζειν
τὸν λόγον, σχεδὸν δὲ καὶ αὐτὸν τὸν γράψαντα. Αλλά
τὸν Μοσχάμπαρα ἰδόντα ὁμολογεῖν ἑαυτοῦ τὸ σύγ
γραμμα εἶναι καὶ ἀπολογεῖσθαι πειρᾶσθαι. Εφ᾽ οἷς
ὁ Βέκκος, μεθ᾽ ὅπου εἶποι τις ἂν τοῦ χαριεντισμού,
Ἡμεῖς μὲν προσεδοκῶμεν σὸν εἶναι, ο πρὸς τὸν
πατριάρχην φησίν· «εἰ δὲ μὴ τὸν, ἀλλὰ τούτου, ὡς
καὶ αὐτὸς ὡμολόγησε, ψύλλα τις ἐπικαθίσασα τῷ τῆς
ἀμάξης ῥυμῷ οὔτ᾽ ἀνασπᾷν οὔτε κατασπᾶν ἔχει τὴν
πείρινθα.» Τοῦτο δ' εἶπε διωνυμουμένου τοῦ χαρτι
φύλακος. • Πλὴν εἰδείημεν ἂν, ο φησίν, ο ὁποῖα τὰ
ἐπιτίμια επάξεις τῷ παραδογματίσαντι; ο Επί
πολὺ γοῦν τριβομένων τῶν λόγων, τὸν Βέκκον αὖθις
ἐπενεγκεῖν, «Η βούλεσθε, κἀγὼ τῆς εἰρήνης ὢν
διά,
εἰ δὲ μὴ σὸν ἀλλὰ τούτου, ὡς καὶ αὐτὸς ὡμολόγησε, ψύλλα τις ἐπικαθίσασα τῷ τῆς ἁμάξης ῥυμῷ οὔτ’ ἀνασπᾶν οὔτε κατασπᾶν ἔχει τὴν πείρινθα. τοῦτο δ’ εἶπε διωνυμουμένου τοῦ χαρτοφύλακος. πλὴν εἰ δοίημεν ἄν φησιν, ὁποῖα τὰ ἐπιτίμια ἐπάξεις τῷ παραδογματίσαντι; ἐπὶ πολὺ γοῦν τριβομένων τῶν λόγων, τὸν Βέκκον αὖθις ἐπενεγκεῖν ἢ βούλεσθε, κἀγὼ τῆς εἰρήνης ὢν ἐραστὴς γνώμην οἴσω, ἁπλῶς καὶ ἀπεριέργως τοῖς λόγοις χρώμενος; ἡμεῖς μὲν οὖν τὰ τῶν ἁγίων ῥητὰ ἐπὶ καιρῶν εὑρόντες ζητούντων, ὡς ἀσφαλῶς ἔχοντα καὶ ὀρθόδοξα προσηκάμεθα. καὶ τὸν μὲν ὁμολογοῦντα ἐκ πατρὸς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι καὶ ἀπεδεχόμεθα καὶ ἀποδεχόμεθα· λόγος γὰρ τοῦ σωτῆρος καὶ τῆς συνόδου, καὶ ἡμεῖς καθ’ ἑκάστην οὕτως ὁμολογοῦμεν. οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκ πατρὸς δι’ υἱοῦ λέγοντα ἐκπορεύεσθαι ὡς συνόδῳ πάσῃ τῇ ἑβδόμῃ ἑπόμενον ἀποδεχόμεθα καὶ αὐτόν, τὸν δέ γε μὴ τιμῶντα τὰ τῶν ἁγίων ῥητὰ τόλμης γραφόμεθα. ἰδοὺ γοῦν σήμερον πάρεισι μὲν πατριάρχαι, πάρεισι δ’ ἀρχιερεῖς καὶ κλῆρος ἅπας καὶ μοναχοὶ εὐλαβεῖς καὶ τῶν λαϊκῶν οἱ ἐλλόγιμοι.
ἁπλῶς τὴν πίστιν καὶ ἀπεριέργως ἔξομεν καὶ τὰ ἡ προστιθέντων καὶ ἀμφοτέρων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τῆς
τῆς πίστεως δόγματα, οἷς ἄρα καὶ συνανετράφημεν,
τί γοῦν ἰσχυρίζεσθε εἰσάγειν ἐν Ἐκκλησίᾳ Θεοῦ
παρὰ παρελάβομεν λέγειν; Γενέσθαι δὲ τῆς εἰρήνης,
τὰ πολλὰ ταῦτ᾽ ἀφέντας, ξυμφέρει.» Οἱ δὲ, «'Αλλ'
εγκαλούμεθα [Ρ. 63] αἱρέσεως, δέσποτα.» Καὶ ὁ
Αλεξανδρείας, ο Ναί,» φησί· ε τὸ συνιστᾷν θέλειν
ἀσύνηθες, κἂν ἀσφαλὲς ἦν, αἵρεσις ἂν λογισθείη. Ο
δὴ καὶ ἑατέον, παρακαλῶ, τῆς κοινῆς δόξης γεγονός
τας καὶ φανερᾶς, καὶ τῆς εἰρήνης, δ δὴ καὶ ξυμφέ
ρει, καὶ ταῦτα τοῦ ἁγίου βασιλέως μεσολαβοῦντος.
Καὶ ὁ πατριάρχης εὐθὺς πρὸς αὐτοὺς, «Αλλ' ὑμεῖς
φατε ἰσοδυναμεῖν ἐπὶ τούτοις τῇ ἐκ τὴν διὰ, ὡς τοῦ
ἁγίου λέγοντος, Τὸ δὲ διὰ τοῦ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώ
του, ὑμᾶς λέγειν, καὶ ἐκ τοῦ πρώτου. Ο δὴ καὶ ποῖον
τρόπον ἀμαθίας οὐ παρελήλυθεν; ὅπου με καὶ ἡ
ἀδολεσχία μείζων καὶ προφανής. Εἰ γὰρ ἐκ τοῦ
προσεχῶς, πῶς ἐκ τοῦ πρώτου; Εἰ δὲ ἐκ τοῦ πρώτ
του, πῶς ἐκ τοῦ προσεχώς; Ορᾶτε εἰς ποῖα ἀρκύ
στατα πίπτετε, τὴν θεολογίαν καταρρυπαίνοντες.
Καὶ οἱ περὶ τὸν Βέκκον, ο Ομολογοῦμεν τὸ παρα
τόλμημα, καὶ συγγνώμην αὐτοῦμεν. Οὐδὲ γὰρ αὐτό
θεν ἡμῖν ἡ ὁρμὴ τοῦ ταῦτα λέγειν ἐκ ματαίας ὀρέ
ξέως, ἀλλ᾽ ἦν τὸ παροτρύναν αἴτιον. Τὸ δ᾽ ἦν νομίζω
μένη τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν διχονοίας διάλυσις, ὥστε
ἐκείνων μὲν χρωμένων τῇ ἐκ, ἡμῶν δὲ τῇ διά,
ο
διά
θεολογίας τόπου, οὐκ ἄλλως ἔχειν συμβιβάζειν, εἰ μὴ
οὕτω λέγοιμεν. Τί δαὶ διὰ τοῦτο παραβασία; ἐξ
ὁλοκλήρου καὶ ἐφ' αἱρέσει κριθείημεν, ὡς ἀθετεῖσθαι
μὲν χειροτονίαν, καταπλύνεσθαι δὲ τὰ ἅγια, καὶ
αὐτὸ δὲ τὸ τελεστικὸν ἅγιον ἀθετεῖσθαι μύρον και
παραῤῥίπτεσθαι, ὅτι ἡμῖν τετέλεσται; Επεί τοί γε,
φασὶ, καὶ ὑμῖν παραβέβαστα! τι θεολογοῦσιν, ὡς
δείξομεν. Αρ' οὖν διὰ ταῦτα, ἀφέντες ὑμῖν ἐγκαλεῖν,
τὸ πᾶν ἀφανίσομεν;» Καὶ τῶν εἰπόντων, ο Καὶ ποῦ
καὶ [Ρ 63] ἐπὶ τίσιν ἡμῖν παραβέβασται; › ἐκεί
νους ἐκβαλεῖν εὐθὺς χάρτην καὶ ἐμφανίζειν. Καὶ
τοὺς αὖθις ἀναγνόντας ἀρνεῖσθαι καὶ ἀναθεματίζειν
τὸν λόγον, σχεδὸν δὲ καὶ αὐτὸν τὸν γράψαντα. Αλλά
τὸν Μοσχάμπαρα ἰδόντα ὁμολογεῖν ἑαυτοῦ τὸ σύγ
γραμμα εἶναι καὶ ἀπολογεῖσθαι πειρᾶσθαι. Εφ᾽ οἷς
ὁ Βέκκος, μεθ᾽ ὅπου εἶποι τις ἂν τοῦ χαριεντισμού,
Ἡμεῖς μὲν προσεδοκῶμεν σὸν εἶναι, ο πρὸς τὸν
πατριάρχην φησίν· «εἰ δὲ μὴ τὸν, ἀλλὰ τούτου, ὡς
καὶ αὐτὸς ὡμολόγησε, ψύλλα τις ἐπικαθίσασα τῷ τῆς
ἀμάξης ῥυμῷ οὔτ᾽ ἀνασπᾷν οὔτε κατασπᾶν ἔχει τὴν
πείρινθα.» Τοῦτο δ' εἶπε διωνυμουμένου τοῦ χαρτι
φύλακος. • Πλὴν εἰδείημεν ἂν, ο φησίν, ο ὁποῖα τὰ
ἐπιτίμια επάξεις τῷ παραδογματίσαντι; ο Επί
πολὺ γοῦν τριβομένων τῶν λόγων, τὸν Βέκκον αὖθις
ἐπενεγκεῖν, «Η βούλεσθε, κἀγὼ τῆς εἰρήνης ὢν
διά,
PG 144:111θέλω καὶ ὀρθοδοξοῦσιν ὑμῖν κοινωνεῖν, καὶ κοινῶς ὁπωσδήποτε τοῦ ὀρθοῦ σφαλεῖσι τὴν μεθ’ ὑμῶν καταδίκην αἱροῦμαι παρὰ θεῷ κρίνοντι ἢ μόνος τὴν ἡμετέραν ἀσφάλειαν. τὸ γοῦν ὑμᾶς ἐμὲ ζητεῖν τε καὶ ἀναγκάζειν καὶ τοὺς μετ’ ἐμοῦ ἀποβαλέσθαι δόγμα πατέρων, οὕτω δὴ παλαιὸν καὶ παρὰ πολλῶν λεγόμενον, ὑμᾶς δὲ μηδὲν περὶ τούτων φροντίζειν, οὔ μοι δοκεῖ ἔχειν τὸ εὔλογον. ἔστι γὰρ καὶ ἐμοὶ εὐλάβεια μή πως παρασφαλῶ τοῦ ὀρθοῦ. ἀλλ’ ἰδοὺ καὶ τὴν κατ’ ἐμαυτοῦ γνῶσιν ἀφεὶς ὅλως ὑμῶν γίνομαι, καὶ διδασκάλοις ὡσανεί τισι χρῶμαι. ὑμεῖς προηγεῖσθε, κἀγὼ ἕψομαι πράττουσιν. ἐκτιθέσθω τόμος, καὶ ἀποπεποιήσθω τὸ δόγμα, καὶ ἀποβεβλήσθω τὸ δι’ υἱοῦ, εἰ βούλεσθε. κἂν μὴ ἕψομαι καὶ αὐτός, καίτοι γ’ εἰδὼς πατέρων ῥητὸν καὶ μέγαν ἐπηρτημένον τῆς παροράσεως κίνδυνον, αὐτὸς αἰτίαν ἕξω, εἴτε μὴν πεισμονῆς εἴτε μὴν καὶ αἱρέσεως· θέλω γὰρ σὺν ὑμῖν πᾶσι καὶ δικαιωθῆναι καὶ κατακριθῆναι.
ἐραστής, γνώμην οἴσω. ἁπλῶς καὶ ἀπεριέργως τοῖς τοῦ ὀρθοῦ. Ἀλλ᾿ ἰδοὺ καὶ τὴν κατ' ἐμαυτοῦ γνῶσιν
λόγοις χρώμενος; Ἡμεῖς μὲν οὖν τὰ τῶν ἁγίων ῥητὰ
ἐπὶ καιρῶν εὑρόντες ζητούντων, ὡς ἀσφαλῶς ἔχοντα
καὶ ὀρθόδοξα προσηκάμεθα. Καὶ τὸν μὲν ὁμολογοῦν
τα ἐκ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι καὶ
ἀπεδεχόμεθα καὶ ἀποδεχόμεθα· λόγος γὰρ τοῦ Σωτῆρος
καὶ τῆς συνόδου, καὶ ἡμεῖς καθ᾿ ἑκάστην οὕτως ὁμολο
γοῦμεν. Οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ λέ.
γοντα ἐκπορεύεσθαι ὡς συνόδῳ πάσῃ τῇ ἑβδόμῃ ἑπόμε
τον ἀποδεχόμεθα καὶ αὐτὸν, τὸν δέ γε μὴ τιμῶντα τὰ
τῶν ἁγίων ῥητὰ τόλμης γραφόμεθα. Ἰδοὺ γοῦν σή
μερον πάρεισι μὲν πατριάρχαι, πάρεισι δ' ἀρχιε
ρεῖς καὶ κλῆρος ἅπας καὶ μοναχοὶ εὐλαβεῖς καὶ τῶν
Φλαϊκῶν οἱ ἐλλόγιμοι. Θέλω καὶ ὀρθοδοξοῦσιν ὑμῖν
κοινωνεῖν, καὶ κοινῶς ὁπωσδήποτε τοῦ ὀρθοῦ σφα
λεῖσι τὴν μεθ᾽ ὑμῶν καταδίκην αἱροῦμαι παρὰ Θεῷ
κρίνοντι ἢ μόνος τὴν ἡμετέραν ἀσφάλειαν. Τὸ γοῦν
ὑμᾶς ἐμὲ ζητεῖν τε καὶ ἀναγκάζειν καὶ τοὺς μετ'
ἐμοῦ ἀποβαλέσθαι δόγμα Πατέρων, οὕτω δὴ παλαιὸν
καὶ παρὰ πολλῶν λεγόμενον, ὑμᾶς δὲ μηδὲν περὶ
τούτων φροντίζειν, οὐ μοι δοκεῖ ἔχειν τὸ εὔλογον.
Εστι γὰρ καὶ ἐμοὶ εὐλάβεια μή πως παρασφαλῶ
ἀφεὶς ὅλως ὑμῶν γίνομαι, καὶ διδασκάλοις ώσανεί
τισι χρῶμαι. Ὑμεῖς προηγεῖσθε, κἀγὼ ἔψομαι
πράττουσιν. Εκτιθέσθω τόμος, καὶ ἀποπεποιήσθω
τὸ δόγμα, καὶ ἀποβεβλήσθω τὸ ο δι᾽ Υἱοῦ,» εἰ βού
λεσθε. Κἂν μὴ ἔψομαι καὶ αὐτὸς, καίτοι γ' εἰδὼς
Πατέρων ῥητὸν καὶ μέγαν ἐπηρτημένον τῆς παρορά
σεως [ 64] κίνδυνον, αὐτὸς αἰτίαν ἔξω, εἴτε μὴν πει
σμονῆς εἴτε μὴν καὶ αἱρέσεως· θέλω γὰρ σὺν ὑμῖν πᾶσι
καὶ δικαιωθῆναι καὶ κατακριθῆναι. Εἰ δ' ὑμεῖς μὲν διευθ
λαβεῖσθε τὴν πρᾶξιν, ὑμῖν δ' ἐπιφορτίζετε τὴν ἀποβο
λήν, εύλογον εἶναι πάντως, ἵνα μὴ καὶ ἀναγκαῖον,
εἴπω, ὑμῶν διευλαβουμένων καὶ διαμελλόντων καὶ
ἡμᾶς δεδιέναι, μή πως παρασφαλεῖσιν ἡμῖν καὶ
μόνοις τὰ τοῦ κινδύνου περιστήσεται, οι Αλλ' οὐ
γεγράφαμεν ἡμεῖς, ο φασὶν οἱ περὶ τὸν πατριάρχην
ἀπολογούμενοι. ι Υμῖν γέγραπται καὶ κεκίνηται
ὑμῖν καὶ ἀποβλητέον ταῦτα.», • Καὶ τί γε τὸ ἐμ
ποδών; ν οἱ περὶ τὸν Βέκκον, ο ἐθαῤῥεῖτε,» φα
σὶν, ι ὅπου καὶ ἀδελφοὺς προσλήψετε θεραπεύσαν
τες. ο 'Αλλ' οὐκ ἔπειθον λέγοντες. ᾿Αλλὰ καὶ μᾶλλον
τραχυνθέντος κατ᾽ ἐκείνου τοῦ πατριάρχου, ὡς καὶ
εἰ δ’ ὑμεῖς μὲν διευλαβεῖσθε τὴν πρᾶξιν, ἡμῖν δ’ ἐπιφορτίζετε τὴν ἀποβολήν, εὔλογον εἶναι πάντως, ἵνα μὴ καὶ ἀναγκαῖον εἴπω, ὑμῶν διευλαβουμένων καὶ διαμελλόντων καὶ ἡμᾶς δεδιέναι, μή πως παρασφαλεῖσιν ἡμῖν καὶ μόνοις τὰ τοῦ κινδύνου περιστήσεται. ἀλλ’ οὐ γεγράφαμεν ἡμεῖς φασὶν οἱ περὶ τὸν πατριάρχην ἀπολογούμενοι. ὑμῖν γέγραπται καὶ κεκίνηται. ὑμῖν καὶ ἀποβλητέον ταῦτα. καὶ τί γε τὸ ἐμποδών; οἱ περὶ τὸν Βέκκον, ἐθαρρεῖτε, φασίν, ὅπου καὶ ἀδελφοὺς προσλήψετε θεραπεύσαντες. ἀλλ’ οὐκ ἔπειθον λέγοντες. ἀλλὰ καὶ μᾶλλον τραχυνθέντος κατ’ ἐκείνου τοῦ πατριάρχου, ὡς καὶ ὕβρει διαλοιδορήσασθαι, τὸν Βέκκον παροξυνθέντα ἐκείνῳ μὲν εὐφυῶς ἐπιπλῆξαι, πρὸς δὲ τὸν βασιλέα ἐπιστραφέντα μεγαλοφώνως εἰπεῖν μεθ’ ὅρκου ὡς εἰ μὴ αὐτὸς ἐξέλθοι τοῦ πατριαρχείου, οὐκ ἄν ποτε τὸν τῆς ἐκκλησίας καταστορεθήσεσθαι κλύδωνα. καὶ οὕτως εἰπόντος, ὀργῇ ληφθέντα τὸν βασιλέα ἐξαναστῆναι καὶ τί δαὶ φάναι ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας δεινοπαθήσαντα· οὐκ ἀρκεῖ τὰ πρότερα, ἀλλὰ καὶ πάλιν τὴν ἐκκλησίαν ταράξετε;
ἐραστής, γνώμην οἴσω. ἁπλῶς καὶ ἀπεριέργως τοῖς τοῦ ὀρθοῦ. Ἀλλ᾿ ἰδοὺ καὶ τὴν κατ' ἐμαυτοῦ γνῶσιν
λόγοις χρώμενος; Ἡμεῖς μὲν οὖν τὰ τῶν ἁγίων ῥητὰ
ἐπὶ καιρῶν εὑρόντες ζητούντων, ὡς ἀσφαλῶς ἔχοντα
καὶ ὀρθόδοξα προσηκάμεθα. Καὶ τὸν μὲν ὁμολογοῦν
τα ἐκ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι καὶ
ἀπεδεχόμεθα καὶ ἀποδεχόμεθα· λόγος γὰρ τοῦ Σωτῆρος
καὶ τῆς συνόδου, καὶ ἡμεῖς καθ᾿ ἑκάστην οὕτως ὁμολο
γοῦμεν. Οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ λέ.
γοντα ἐκπορεύεσθαι ὡς συνόδῳ πάσῃ τῇ ἑβδόμῃ ἑπόμε
τον ἀποδεχόμεθα καὶ αὐτὸν, τὸν δέ γε μὴ τιμῶντα τὰ
τῶν ἁγίων ῥητὰ τόλμης γραφόμεθα. Ἰδοὺ γοῦν σή
μερον πάρεισι μὲν πατριάρχαι, πάρεισι δ' ἀρχιε
ρεῖς καὶ κλῆρος ἅπας καὶ μοναχοὶ εὐλαβεῖς καὶ τῶν
Φλαϊκῶν οἱ ἐλλόγιμοι. Θέλω καὶ ὀρθοδοξοῦσιν ὑμῖν
κοινωνεῖν, καὶ κοινῶς ὁπωσδήποτε τοῦ ὀρθοῦ σφα
λεῖσι τὴν μεθ᾽ ὑμῶν καταδίκην αἱροῦμαι παρὰ Θεῷ
κρίνοντι ἢ μόνος τὴν ἡμετέραν ἀσφάλειαν. Τὸ γοῦν
ὑμᾶς ἐμὲ ζητεῖν τε καὶ ἀναγκάζειν καὶ τοὺς μετ'
ἐμοῦ ἀποβαλέσθαι δόγμα Πατέρων, οὕτω δὴ παλαιὸν
καὶ παρὰ πολλῶν λεγόμενον, ὑμᾶς δὲ μηδὲν περὶ
τούτων φροντίζειν, οὐ μοι δοκεῖ ἔχειν τὸ εὔλογον.
Εστι γὰρ καὶ ἐμοὶ εὐλάβεια μή πως παρασφαλῶ
ἀφεὶς ὅλως ὑμῶν γίνομαι, καὶ διδασκάλοις ώσανεί
τισι χρῶμαι. Ὑμεῖς προηγεῖσθε, κἀγὼ ἔψομαι
πράττουσιν. Εκτιθέσθω τόμος, καὶ ἀποπεποιήσθω
τὸ δόγμα, καὶ ἀποβεβλήσθω τὸ ο δι᾽ Υἱοῦ,» εἰ βού
λεσθε. Κἂν μὴ ἔψομαι καὶ αὐτὸς, καίτοι γ' εἰδὼς
Πατέρων ῥητὸν καὶ μέγαν ἐπηρτημένον τῆς παρορά
σεως [ 64] κίνδυνον, αὐτὸς αἰτίαν ἔξω, εἴτε μὴν πει
σμονῆς εἴτε μὴν καὶ αἱρέσεως· θέλω γὰρ σὺν ὑμῖν πᾶσι
καὶ δικαιωθῆναι καὶ κατακριθῆναι. Εἰ δ' ὑμεῖς μὲν διευθ
λαβεῖσθε τὴν πρᾶξιν, ὑμῖν δ' ἐπιφορτίζετε τὴν ἀποβο
λήν, εύλογον εἶναι πάντως, ἵνα μὴ καὶ ἀναγκαῖον,
εἴπω, ὑμῶν διευλαβουμένων καὶ διαμελλόντων καὶ
ἡμᾶς δεδιέναι, μή πως παρασφαλεῖσιν ἡμῖν καὶ
μόνοις τὰ τοῦ κινδύνου περιστήσεται, οι Αλλ' οὐ
γεγράφαμεν ἡμεῖς, ο φασὶν οἱ περὶ τὸν πατριάρχην
ἀπολογούμενοι. ι Υμῖν γέγραπται καὶ κεκίνηται
ὑμῖν καὶ ἀποβλητέον ταῦτα.», • Καὶ τί γε τὸ ἐμ
ποδών; ν οἱ περὶ τὸν Βέκκον, ο ἐθαῤῥεῖτε,» φα
σὶν, ι ὅπου καὶ ἀδελφοὺς προσλήψετε θεραπεύσαν
τες. ο 'Αλλ' οὐκ ἔπειθον λέγοντες. ᾿Αλλὰ καὶ μᾶλλον
τραχυνθέντος κατ᾽ ἐκείνου τοῦ πατριάρχου, ὡς καὶ
PG 144:113καὶ δυσὶ περιβαλεῖτε πολέμοις, ἔνθεν μὲν ταῖς τῶν σχιζομένων προσβολαῖς, ἐκεῖθεν δὲ καὶ ταῖς παρ’ ὑμῶν αὐτῶν ὡς εἰπεῖν ἐνευκαιρίαις, ὥστε κινδυνεύειν τὴν μίαν καὶ ἄρρηκτον ἐκκλησίαν καθ’ αὑτὴν στασιάζουσαν ἐν τῷ ἐσθίειν τοὺς αὐτῆς ἀλλήλους δαπανηθῆναι, ὑπὲρ ἧς αὐτὸς ὁ Χριστὸς τὸ οἰκεῖον αἷμα ἐξέχεε. ταῦτα καὶ πλείω τούτων εἰπὼν δῆλος ἦν ἀλύων, μὴ εἰς καλόν τι μηδ’ εἰς συμφέρον, ὃ δὴ καὶ προσεδόκα, καταληξάσης τῆς διαλέξεως. τότε δὲ ὧδέ τις ἂν εἶπε πρὸς πλησίον ἄλλον, ὢ πόποι, ἦ μέγα δὴ τὸ ταῦτα κινεῖν καὶ ζητεῖν συνιστᾶν τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην ἕκαστον, ἱκανὸν ὂν εἰ διαλυθέντος τοῦ κατὰ τὸν πάπαν σκανδάλου καὶ τἆλλα πάντα συνδιαλύοιτο. νυνὶ δὲ ἀλλ’ ἕκαστος τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητῶν, τὴν τοῦ θεοῦ δικαιοσύνην οὐ φθάσειε πώποτε, ὡς ἐκεῖνοι. τὸ δ’ ἐς ὅ τι προῆλθε, προϊόντες ἐροῦμεν. Ἐκείνους μὲν οὖν τότε τῆς συνόδου διαλυθείσης ἡ τοῦ Κοσμιδίου εἶχε μονή, πλὴν ὑπὸ φρουροῖς καὶ φυλακαῖς προσηκούσαις· οὓς δὴ καὶ πέμπων ὁ βασιλεὺς εἰρηνεύειν ἠξίου, καὶ πᾶσαν δικαιολογίαν ἀφέντας διάγειν ἀνέδην καὶ τὴν ἀπ’ αὐτοῦ εὐμένειαν ἔχοντας.
υδρει διαλοιδορήσασθαι, τὸν Βέκκον παροξυνθέντα & λύοιτο. Νυνὶ δὲ ἀλλ᾽ ἕκαστος τὴν ἰδίαν δικαιοσύνη,
ἐκείνῳ μὲν εὐφυῶς ἐπιπλῆξαι, πρὸς δὲ τὸν βασιλέα
ἐπιστραφέντα μεγαλοφώνως εἰπεῖν μεθ' ὅρκου ὡς εἰ
μὴ αὐτὸς ἐξέλθοι τοῦ πατριαρχείου, οὐκ ἂν ποτε τὸν
τῆς Ἐκκλησίας καταστορεθήσεσθαι κλύδωνα. Καὶ
οὕτως εἰπόντος, ὀργῇ ληφθέντα τὸν βασιλέα ἐξανα
στῆναι καὶ, ο Τί δαί; ν φάναι ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας
δεινοπαθήσαντα· οὐκ ἀρκεῖ τὰ πρότερα, ἀλλὰ καὶ
πάλιν τὴν Ἐκκλησίαν ταράξετε, καὶ δυσὶ περιβα
λεῖτε πολέμοι;, ἔνθεν μὲν ταῖς τῶν σχιζομένων προς
βολαῖς, ἐκεῖθεν δὲ καὶ ταῖς παρ' ὑμῶν αὐτῶν ὡς εἰ
πεῖν ἐνευκαιρίαις, ὥστε κινδυνεύειν τὴν μίαν καὶ
ἄρρηκτον Ἐκκλησίαν καθ᾿ αὐτὴν στασιάζουσαν ἐν
τῷ ἐσθίειν τοὺς αὐτῆς ἀλλήλους δαπανηθῆναι, ὑπὲρ
ἧς αὐτὸς ὁ Χριστὸς τὸ οἰκεῖον αἷμα ἐξέχεε;» Ταῦτα
καὶ πλείω τούτων εἰπὼν δῆλος ἦν ἀλύων, μὴ εἰς
καλόν τι μηδ' εἰς συμφέρον, δ δὴ καὶ προσεδέκα,
καταληξάσης τῆς διαλέξεως. Τότε δὲ ὧδέ τις ἂν εἶπε
πρὸς πλησίον ἄλλον, ε "Ω πόποι, ἡ μέγα δὴ τὸ ταῦτα
κινεῖν καὶ ζητεῖν συνιστῶν τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην
ἕκαστον, ἱκανὸν [Ρ 65] ἂν εἰ διαλυθέντος τοῦ κατὰ
τὸν πάππαν σκανδάλου και τάλλα πάντα συνδια
ζητῶν, τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην οὐ φθάσειε πώ
ποτε, ὡς ἐκεῖνοι.» Τὸ δ' ἐς ὅ τι προῆλθε, προϊόντες
ἐροῦμεν. Εκείνους μὲν οὖν τότε τῆς συνόδου διαλυ
θείσης ἡ τοῦ Κοσμιδίου είχε μονή, πλὴν ὑπὸ φρου
μοῖς καὶ φυλακαῖς προσηκούσαις· οὓς δὴ καὶ πέμπων
ὁ βασιλεὺς εἰρηνεύειν ἠξίου, καὶ πᾶσαν δικαιολογίαν
ἀφέντας διάγειν ἀνέδην καὶ τὴν ἀπ' αὐτοῦ εὐμένειαν
ἔχοντας. Εἰ δ' οὖν, ἀλλ' ἐξορίας προσηπείλει καὶ και
κουχίας ἐπαξομένας σφίσι· μηδὲ γὰρ εἶναι ἄλλως ἢ
ὡς ἐτάχθη γίγνεσθαι, αὐτοὺς δὴ φήμην κακὴν ἔχον
τας παραπόλλυσθαι, εἰ μή γε μετανοήσαντες τῆς εἰ
ρήνης γένωνται. Ταῦτα τοῦ βασιλέως συχνάκις δια
μηνυομένου καὶ ἀγαθὰ προτείνοντος, ἐκεῖνοι οὔτε
πρὸς δέος τῶν λυπῶν προήχθησαν, οὔτε πρὸς τὰς τῶν
ἀγαθῶν ἐπαγγελίας ἐμαλακίσθησαν, διευτονοῦντες
δὲ πρὸς ἀμφότερα ἑτοίμους ἑαυτοὺς παρεῖχον πρὸς
ὅ τι δόξει τῷ βασιλεῖ, ὡς ἐκεῖνο μᾶλλον πεισομένους
ἡδέως ἢ τοῖς οὕτω καταδικάζουσι σπεισομένους. Ἐπὶ
μᾶλλον δὲ πρὸς αὐτοὺς ὁ βασιλεὺς παρωξύνετο
ἀνενδότως μένοντας τὸ παράπαν. Πάντων δ' ἀπορη
θεὶς τῶν μαλάττειν ἐχόντων ψυχὴν, τέλος ἐξορίαις
εἰ δ’ οὖν, ἀλλ’ ἐξορίας προσηπείλει καὶ κακουχίας ἐπαξομένας σφίσι· μηδὲ γὰρ εἶναι ἄλλως ἢ ὡς ἐτάχθη γίγνεσθαι, αὐτοὺς δὲ φήμην κακὴν ἔχοντας παραπόλλυσθαι, εἰ μή γε μετανοήσαντες τῆς εἰρήνης γένωνται. ταῦτα τοῦ βασιλέως συχνάκις διαμηνυομένου καὶ ἀγαθὰ προτείνοντος, ἐκεῖνοι οὔτε πρὸς δέος τῶν λυπῶν προήχθησαν οὔτε πρὸς τὰς τῶν ἀγαθῶν ἐπαγγελίας ἐμαλακίσθησαν, διευτονοῦντες δὲ πρὸς ἀμφότερα ἑτοίμους ἑαυτοὺς παρεῖχον πρὸς ὅ τι δόξει τῷ βασιλεῖ, ὡς ἐκεῖνο μᾶλλον πεισομένους ἡδέως ἢ τοῖς οὕτω καταδικάζουσι σπεισομένους. ἐπὶ μᾶλλον δὲ πρὸς αὐτοὺς ὁ βασιλεὺς παρωξύνετο ἀνενδότως μένοντας τὸ παράπαν. πάντων δ’ ἀπορηθεὶς τῶν μαλάττειν ἐχόντων ψυχὴν τέλος ἐξορίαις δικαιοῦν ἔγνω. καὶ δὴ πρὸς τὸ κατὰ δεξιὰ εἰσπλέοντι τὸν Ἀστακηνὸν κόλπον φρούριον, τὸ οὕτω πως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἐπιλεγόμενον, προστάσσει πλῷ χρησαμένους ἀπάγεσθαι.
υδρει διαλοιδορήσασθαι, τὸν Βέκκον παροξυνθέντα & λύοιτο. Νυνὶ δὲ ἀλλ᾽ ἕκαστος τὴν ἰδίαν δικαιοσύνη,
ἐκείνῳ μὲν εὐφυῶς ἐπιπλῆξαι, πρὸς δὲ τὸν βασιλέα
ἐπιστραφέντα μεγαλοφώνως εἰπεῖν μεθ' ὅρκου ὡς εἰ
μὴ αὐτὸς ἐξέλθοι τοῦ πατριαρχείου, οὐκ ἂν ποτε τὸν
τῆς Ἐκκλησίας καταστορεθήσεσθαι κλύδωνα. Καὶ
οὕτως εἰπόντος, ὀργῇ ληφθέντα τὸν βασιλέα ἐξανα
στῆναι καὶ, ο Τί δαί; ν φάναι ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας
δεινοπαθήσαντα· οὐκ ἀρκεῖ τὰ πρότερα, ἀλλὰ καὶ
πάλιν τὴν Ἐκκλησίαν ταράξετε, καὶ δυσὶ περιβα
λεῖτε πολέμοι;, ἔνθεν μὲν ταῖς τῶν σχιζομένων προς
βολαῖς, ἐκεῖθεν δὲ καὶ ταῖς παρ' ὑμῶν αὐτῶν ὡς εἰ
πεῖν ἐνευκαιρίαις, ὥστε κινδυνεύειν τὴν μίαν καὶ
ἄρρηκτον Ἐκκλησίαν καθ᾿ αὐτὴν στασιάζουσαν ἐν
τῷ ἐσθίειν τοὺς αὐτῆς ἀλλήλους δαπανηθῆναι, ὑπὲρ
ἧς αὐτὸς ὁ Χριστὸς τὸ οἰκεῖον αἷμα ἐξέχεε;» Ταῦτα
καὶ πλείω τούτων εἰπὼν δῆλος ἦν ἀλύων, μὴ εἰς
καλόν τι μηδ' εἰς συμφέρον, δ δὴ καὶ προσεδέκα,
καταληξάσης τῆς διαλέξεως. Τότε δὲ ὧδέ τις ἂν εἶπε
πρὸς πλησίον ἄλλον, ε "Ω πόποι, ἡ μέγα δὴ τὸ ταῦτα
κινεῖν καὶ ζητεῖν συνιστῶν τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην
ἕκαστον, ἱκανὸν [Ρ 65] ἂν εἰ διαλυθέντος τοῦ κατὰ
τὸν πάππαν σκανδάλου και τάλλα πάντα συνδια
ζητῶν, τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην οὐ φθάσειε πώ
ποτε, ὡς ἐκεῖνοι.» Τὸ δ' ἐς ὅ τι προῆλθε, προϊόντες
ἐροῦμεν. Εκείνους μὲν οὖν τότε τῆς συνόδου διαλυ
θείσης ἡ τοῦ Κοσμιδίου είχε μονή, πλὴν ὑπὸ φρου
μοῖς καὶ φυλακαῖς προσηκούσαις· οὓς δὴ καὶ πέμπων
ὁ βασιλεὺς εἰρηνεύειν ἠξίου, καὶ πᾶσαν δικαιολογίαν
ἀφέντας διάγειν ἀνέδην καὶ τὴν ἀπ' αὐτοῦ εὐμένειαν
ἔχοντας. Εἰ δ' οὖν, ἀλλ' ἐξορίας προσηπείλει καὶ και
κουχίας ἐπαξομένας σφίσι· μηδὲ γὰρ εἶναι ἄλλως ἢ
ὡς ἐτάχθη γίγνεσθαι, αὐτοὺς δὴ φήμην κακὴν ἔχον
τας παραπόλλυσθαι, εἰ μή γε μετανοήσαντες τῆς εἰ
ρήνης γένωνται. Ταῦτα τοῦ βασιλέως συχνάκις δια
μηνυομένου καὶ ἀγαθὰ προτείνοντος, ἐκεῖνοι οὔτε
πρὸς δέος τῶν λυπῶν προήχθησαν, οὔτε πρὸς τὰς τῶν
ἀγαθῶν ἐπαγγελίας ἐμαλακίσθησαν, διευτονοῦντες
δὲ πρὸς ἀμφότερα ἑτοίμους ἑαυτοὺς παρεῖχον πρὸς
ὅ τι δόξει τῷ βασιλεῖ, ὡς ἐκεῖνο μᾶλλον πεισομένους
ἡδέως ἢ τοῖς οὕτω καταδικάζουσι σπεισομένους. Ἐπὶ
μᾶλλον δὲ πρὸς αὐτοὺς ὁ βασιλεὺς παρωξύνετο
ἀνενδότως μένοντας τὸ παράπαν. Πάντων δ' ἀπορη
θεὶς τῶν μαλάττειν ἐχόντων ψυχὴν, τέλος ἐξορίαις
PG 144:89οὗ δὴ καὶ ἐγκλεισθέντες ὑπὸ φρουροῖς Κελτοῖς καί τινι τῶν ἐκπροκοιτούντων τῷ βασιλεῖ ἀφεῖντο, ὅσα τὰ εἰς χρείαν τῶν ἀναγκαίων ἀπρονόητοι, οὐδὲν πλέον ἀπονάμενοι βασιλέως, ὅτι μὴ μετὰ καιρὸν ἐπ’ ἀνατολῆς ὁρμῶντος πατριαρχοῦντος Ἀθανασίου, τόν τε κατὰ τὴν Ἑλενόπολιν περαιωθέντος πορθμόν, καὶ τὸν μέγαν λογοθέτην ἐπ’ αὐτοὺς πέμψαντος, ὃν καὶ εἰς πρωτοβεστιάριον ἀνεβίβασεν, ὁ μὲν ἑκατὸν χρυσίνοις ἐνικανοῦτο, ὁ δέ γε Μελιτηνιώτης πεντήκοντα. ὁ γὰρ τρίτος ὁ Μετοχίτης διὰ νόσον προκατήχθη ἐπὶ τὰ οἴκοι ἐκεῖθεν, βασιλέως προστάξαντος. [] ἀλλ’ ὅ με παρῆλθε μικροῦ πρότερον γεγονός, βασιλεὺς τῆς πόλεως ἐξεληλακὼς προσβάλλει τῇ τῶν Νικητιάτων τῆς Δακιβύζης φρουρίῳ, καὶ τῷ τυφλῷ Ἰωάννῃ συμμίξας φιλοφρονεῖταί τε τὰ εἰκότα, καὶ τὸ εἰς ἐκεῖνον παρὰ τοῦ πατρὸς γεγονὸς αὐτὸς ἐπειρᾶτο μαλάττειν ταῖς ὑποπτώσεσιν, ὥστε καὶ συγχωρηθῆναι παρ’ ἐκείνου καὶ οἷον κραταιωθῆναι πρὸς τὸ βασιλεύειν ἐξ ἀγαθοῦ σκοποῦ καὶ χρηστῆς διαθέσεως. αὐτὸς δὲ τῶν εἰς τρυφὴν ἐκείνῳ καὶ ἄνεσιν προνοήσας ἀπαλλάττεται τὴν ταχίστην.
ἢ παρελθὸν ἢ ἐσόμενον ὡς εἰκὸς ἀγνοούμενον. μο; οὖν ἰδόντα παραυτίκα λαμβάνει τὸν ἱερέα, καὶ
Ημέρα μὲν οὖν τῆς [Ρ 49] τυρινῆς κυριώνυμος ὅ τι πράξει (οὐδὲ γὰρ ἦν ἐκεῖνον ἐνοῦν εἰς κατά
τότ' ἐφίστατο, ἐκάλει δὲ τὸν ἐπ᾿ ἐκκλησίας Ιερουρα ληψιν τοῖς προσφάτοις) διενοεῖτο. Καὶ τὸ πρᾶγμα
γοῦντα τὸ σύνηθες· τὸ δ᾽ ἦν τὸ προηγιασμέναις φοβερὸν ἔδοξεν, οὐ παθὸν τόσον ὅσον φανὲν, ἐπείπερ
ἀναφοραῖς τὸ ἱερὸν πυξίον ἐς ὅ τι μάλιστα ἐμπιπλάν τὰ τῆς εὐθετήσεως ἡμηχάνηται. Τοίνυν καὶ εἰς κοι
κατὰ χρείαν τῶν τεταγμένων λειτουργιῶν. Ἐπεὶ νὴν θέαν προϋτέθη, καὶ τὸ ποιητέον μεθ᾽ ὅτι πλείστης
γοῦν τετέλεστο μὲν ἡ τῆς ἱερᾶς θυσίας ἀναφορὰ, ἐζητεῖτο τῆς εὐλαβείας. Αλλ' 8 ἦν καὶ ἐδόκει καὶ
ἀνεπτύσσετο δὲ τὸ πυξίον ἐφ᾽ ᾧ τοὺς ἱεροὺς ἄρτους πρέπον ἦν, τὸ περιὸν τῆς παραλλαγῆς οὐκ ἐδίδου
τεθῆναι, εὕρηταί τις εὐθὺς ἐντὸς τῶν προηγιασμέ- γίνεσθαι, καὶ δὴ πρὸς τὴν μετάληψιν ὀκνῶν ὁ ἱερεὺς
νων ἀναφορὰ, ἣν δὴ καὶ εἴκασέ τις ὁρῶν μίαν τῶν οὐ προσίετο. Θεῷ δ' ἀναφέρειν ἄλλως οὐκ ἦν μὴ
τριῶν ἐκείνων εἶναι, ἣν καὶ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης μεταλαβόντα τὰ δῶρα. Καὶ ἔνθεν μὲν φόβο;, ἐκεῖθεν
Τετράδος μέλλουσαν ἀναφέρεσθαι, συμβάν τότε, καθ- δ᾽ ἀπορία τοὺς θεωμένους διαμεριζέτην, οὐκ ἔχον
ὡς λέλεκται, μὴ τὰ τῆς ἱερᾶς τελεσθῆναι θυσίας
τας ὅ τι καὶ πράξοιεν. Ο γοῦν φόβος τὰς σφῶν
διὰ τὴν ἐπ' ἐκκλησίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν παρ' γνώμας συνέστελλε πρὸς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἄγων
οιωνδηποτοῦν ὀψὲ τῆς ὥρας γεγονυίαν συγχώρησιν, βουλὴν, τὸ τὸν ἱερέα, κἂν ὅ τι καὶ πάθοι, προσήσεσθαι
ἐκεῖσέ που ἀφεθεῖσαν τῆς πράξεως κεῖσθαι συνέβαι
τὸ φαινόμενον. Τοῦ δὲ μηδ' ὅλως προσιτὸν ἐκεῖνο
νεν. Η δ' Αχρείωτο πάμπαν καὶ σέσηπτο, ὡς μηδ' νομίζοντος μηδ' ἄκροις ὡς εἰπεῖν χείλεσι τὸ παρά
εἰκόνα φέρειν ἄρτου, μὴ ὅτι γ' ἄρτον καὶ ἀμηγέπη
παν, ἡ ἀπορία παρατομήσασα ἐσχεδίαζε μηχανὴν
φαίνεσθαι, ἀλλὰ τινα τύπον θρυμμάτων μελάνων
πολὺ μὲν τῶν ἀξίων ἀποδέουσαν, ἀναγκαίαν δ' ἄλλως
θηριακῆς ή τινος ἄλλου τοιούτου σκευάσματος. Τρό- ὑπὲρ πᾶν ἕτερον ὃ δὴ καὶ ἐννοήσειέ τις πώποτε.
PG 144:77τότε δ’ ἐπιστὰς ἐκείνοις ὁ πρωτοβεστιάριος, Ἀθανασίου πατριαρχοῦντος, περὶ οὗ μετὰ ταῦτα ῥηθήσεται, τὰ μὲν προγεγονότα καὶ διεμάλαττε, καὶ πολὺς ἐφαίνετο τοὺς ἄνδρας θωπεύων τε καὶ ὑποποιούμενος, καὶ δὴ τῆς πολλῆς μὲν ἐκείνους φρουρᾶς ἀνῆκε, φρουροὺς δ’ ἀφῃρεῖτο, ἔστι δ’ οὓς καὶ ἐνήλλαττε, καὶ ἀγαθὰς ὑπέτεινε τὰς ἐλπίδας, καὶ τὴν παρὰ βασιλέως ἠγγυᾶτο εὐμένειαν. ἔπειτα καὶ αὐτῷ βασιλεῖ καταχθέντες τοῦ φρουρίου ἀσμένως πάντῃ καὶ φιλοφρόνως ὡμίλησαν. ὡς γὰρ καὶ τὰ παρὰ τοῦ Γρηγορίου ἀπεδοκιμάζοντο, ὡς καὶ αὐτὸ μετ’ ὀλίγον ἐροῦμεν, καὶ ἤδη διὰ ταῦτα ἔνσπονδοι ἦσαν, τὸ πᾶν τιθέντες ἐπὶ τοῖς ἐν θεῷ βραβευούσης ἀληθείας διαγνωμονήσουσι λογίοις οὖσιν ἅμα καὶ εὐλαβέσι, τάξας βασιλεὺς τῆς αὐτῶν συνελεύσεως καὶ καιρὸν καὶ τόπον, τὸν μὲν μετ’ οὐ πολὺ τὸν δὲ τὸ Λοπάδιον (ἐκεῖσε γὰρ ἐξήλαυνεν), ἐλευσομένου καὶ τοῦ τρίτου τοῦ Μετοχίτου, καθὼς καὶ ἠξίουν, μετ’ εὐμενείας τῆς πρὸς ἐκείνους ἀναχωρεῖ. ἔθαλπε γὰρ καὶ τούτους καὶ τὸν πρωτοβεστιάριον τὸ συμβὰν περὶ τὸν Γρηγόριον, καὶ ἐλπίζειν ἐπῄει σφίσι τὰ πρὸς εἰρήνην.
τους, ἐκεῖνος δὲ ὑποχαλασθείς σχοίνῳ καὶ ἐπιβὰς πεζῇ καὶ τῇ Δημητριάδι ἐπιμιξομένας, ὡς κατασχεῖν
ίππου, καταλαβὼν τὸν αἰγιαλὸν, αὐτονυχεὶ ἀνάγεται
καὶ τὴν φυγαδείαν ὡς εἰκὸς διατίθεται.
κι'. Περὶ τῆς ἐπὶ δύσιν ἐκστρατείας τοῦ πρωτο
βεστιαρίου Ταρχανειώτου.
υπερ μαθὼν ὁ βασιλεὺς καὶ ἐν δεινῷ ποιησάμε
νος, ἐπεὶ καὶ τὸν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δούκα καὶ δυτικοῦ
σεβαστοκράτορος υἱὸν Μιχαὴλ πολλήν δραστηριότητα
ἔχειν ἐμάνθανε, τοῦ μὲν τὸ θερμουργὸν ὑπονοῶν
ὅμως εἰς καιρὸν ἐτίθε: τὴν περὶ αὐτοῦ σκέψιν, τοῦ
δὲ τὸ αὐτίκα δραστήριον τὰ πολλὰ ὑποπτεύσας ὡς
ἐσομένου πολεμίου ἀπαραιτήτου πρὸς ὁ δὴ καὶ ὁρμή
σεις, λόγους τε κινεῖ περὶ τούτου καὶ τῇ ἰδίᾳ αὐτα
νεψία συσκέπτεται ῎Αννῃ τῇ βασιλίσση. 42] Η
δ᾽ ἐκ τῶν δυνατῶν καὶ βασιλεῖ χαριζομένη καὶ γει
τονοῦν κακὸν ἑαυτῇ ὠθοῦσα, ὡς εἶχε καθυπισχνείτο
παντοίως τὸν ἀνεψιόν μετελθεῖν, καὶ μηδὲν ἀνεῖναι
δουλαγωγῆσαι, καὶ ὡς δυνηθείη ἐκεῖνον περισχεῖν
ἀφύκτως εἰς χεῖρας καὶ πέμπειν τῷ βασιλεῖ. Συν
έταττε δὲ καὶ δυνάμεις ὁ βασιλεὺς ἀφιξομένας σύνα
μα τῷ πρωτοβεστιαρίῳ Ταρχανειώτῃ πρὸς δύσιν
μὲν ὁπόσον καὶ τῶν ἐκεῖ δυνηθείεν νόμῳ πολέμου
καὶ μάχης, ἕτοιμον δ' εἶναι λαμβάνειν πεμπόμενον
παρὰ τῆς ᾿Αννης, εἰ κατασχεῖν εὐοδοῖτο, τὸν Μιχαήλ.
Ταῦτα τάξας τε καὶ κυρώσας ὁ βασιλεὺς τὴν ᾿Ανναν
μετ' εἰρήνης ἀπέπεμπε καὶ τιμῆς, αὐτὸς δὲ πανε
τοίως ὑποποιούμενος τὸν πρωτοβεστιάριον καὶ τιμήν
αἱρούμενος τοῖς μεγίστοις, ὡς καὶ τῷ τοῦ Καίσαρος
ἀξιώματι σεμνύνειν καθυπισχνείσθαι, πρὸς τὴν δύο
σιν ὥρμα. Ο δὲ μόλις ἀξίωμα μὲν ἔλεγε τότε λιμ
βάνειν διδόντος, ὅτε καὶ αὐτὸς ἄξιόν τι Ῥωμαίοις
ἐπεξεργάσεται κατόρθωμα, ὡς μὴ δωρεάν, ἀλλ᾽ ἄθλον
λαμβάνειν· τότε δὲ χρείας ἐνούσης χρημάτων αὐτὸς
μὲν ἐκ τοῦ κοινοῦ ταμιείου, ὡς αὐτὸν διαβεβαιοῦσθαι
πρὸς τοὺς οἰκείους ὕστερον, ἐζήτει τὰ χρήματα, ἡ
δὲ περὶ τὸν βασιλέα βουλὴ ἐκ κοινῆς συγκροτήσεως
συλλέγεσθαι ἐδικαίου. Η δ' ἦν τὸ τῆς προνοίας τῶν
ἐχόντων προνοίας δέκατον. Ο δὴ καὶ συνήγετο μὲν
ὡς δῆθεν ἐκ τῶν δικαίων τῶν δεσποτῶν, τὸ πᾶν δ' οἱ
παροικοῦντες ἀπετίννυον δυναστευόντων ἐκείνων.
Συναχθέντων μὲν μεγάλων χρημάτων ἐντεῦθεν, ταῦ
PG 144:65τοῖς μὲν γὰρ οὐ πόνος ἦν ὀβελισθείσης τῆς αὐτῶν ἐξηγήσεως, ἐπεὶ καὶ ἡ τοῦ Γρηγορίου κατέγνωσται· καὶ ὅπου ἂν ἐκεῖνος τετάξεται, καὶ αὐτοὶ πάντως ταχθήσονται, ἐπεὶ καὶ ἄμφω εἰς θεοῦ μυστήρια παρακύψαντες τὸ ὀρθὸν οὐ κατέλαβον. καὶ τοῖς μὲν οὕτως ἐλπίζειν ἐπῄει, ὁ δέ γε πρωτοβεστιάριος ᾤετο ὡς ἐκποδὼν γενομένου τοῦ δυσμεναίνειν πιστευομένου καὶ ταὐτὰ σφίσι παθόντος αὐτοὶ ῥᾳδίως πρὸς τὴν ἐκκλησίαν ὁμονοήσουσιν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὕστερον· τότε δ’ ἀπαχθέντων ἐκείνων εἰς ἐξορίαν, ὅσον μὲν τὸ ἀπ’ ἐκείνων, ὁ βασιλεὺς ἠφροντίστει καὶ ἐν ἀνακωχαῖς ἦν, δόξας τὸ ἐνοχλοῦν ὑπεξαγαγών. 37.
φροντίστει καὶ ἐν ἀνακωχαῖς ἦν, δέξας τὸ ἐνοχλούν
ὑπεξαγαγών.
Ι.
σπονδοι ἦσαν, τὸ πᾶν τιθέντες ἐπὶ τοῖς ἐν Μεῷ βρα
Γευούσης ἀληθείας διαγνωμονήσουσι λογίοις οὗτιν
ἅμα καὶ εὐλαβέσι, τάξας βασιλεὺς τῆς αὐτῶν συνε
λεύσεως καὶ καιρὸν καὶ τόπον, τὸν μὲν μετ᾿ οὐ πολύ,
τὸν δὲ τὸ Λοπάδιον (ἐκεῖσε γὰρ ἐξήλαυνεν), έλευση
μένου καὶ τοῦ τρίτου τοῦ Μετοχίτου, καθὼς καὶ
ἠξίουν, μετ' εὐμενείας τῆς πρὸς ἐκείνους ἀναχωρεῖ.
Ἔθαλπε γὰρ καὶ τούτους καὶ τὸν πρωτοβεστιάριον τὸ
συμβάν περὶ τὸν Γρηγόριον, καὶ ἐλπίζειν ἐπῄει σφίσι
τὰ πρὸς εἰρήνην. Τοῖς μὲν γὰρ οὐ πόνος ἦν ἐξελεσθεί
σης τῆς αὐτῶν ἐξηγήσεως, ἐπεὶ καὶ ἡ τοῦ Γρηγορίου
κατέγνωσται, καὶ ὅπου ἂν ἐκεῖνος τετάξεται, καὶ αὐτ
τοὶ πάντως ταχθήσονται, ἐπεὶ καὶ ἄμφω εἰς Θεοῦ
μυστήρια παρακύψαντες τὸ ὀρθὸν οὐ κατέλαβον. Καὶ
τοῖς μὲν οὕτως ἐλπίζειν ἐπῄει, ὁ δέ γε πρωτοβεστιά
βιος ᾤετο ὡς ἐκποδὼν γενομένου τοῦ δυσμεναίνειν
πιστευομένου καὶ ταυτὰ σφίσι παθόντος αὐτοὶ ῥα
δίως πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ὁμονοήσουσιν. ᾿Αλλὰ ταῦ
τα μὲν ὕστερον· τότε δ' [Ρ 67] ἀπαχθέντων ἐκείνων
εἰς ἐξορίαν, ὅσον μὲν τὸ ἀπ' ἐκείνων, ὁ βασιλεὺς
λη'. Περὶ τῆς ἀγγελίας τοῦ πειρατικοῦ στόλου
καὶ μετακομιδῆς τοῦ βασιλικοῦ σώματος.
Τοῦ δέ γε πειρατικοῦ κατὰ θάλασσαν πλεονάσαν
τος, ἐπεὶ τὸ ναυτικὸν παντελῶς ἀπήρτητο, ἔτι δὲ
καὶ τοῦ Σκυθικοῦ ὁρμᾶν ἡγγελμένου (ὁ γὰρ Τερτερής
οὐχ οἷός τ' ἦν οὐχ ὅπως ἄλλοις, οὐδὲ ἑαυτῷ προσα
ρήγειν), πέμψας ὁ βασιλεὺς τοὺς μὲν πρὸς θαλάσσῃ
κατῳκηκότας, ἕτοιμον θήραν προκειμένους τοῖς πει
ραταῖς, ἐνδοτέρω γῆς ἀνατέλλειν προσέταττεν ὡς
ἐντεῦθεν ὑπεκδραμουμένους τὸ χαλεπόν, τοὺς δὲ τὴν
μεσόγαιον Θράκης τε καὶ Μακεδονίας κατῳχημένους,
ἐπεὶ καταδραμουμένους ᾔδει τοὺς ἐξελαύνοντας, ἣν
μή τις κωλύοι, ὅ δὴ καὶ ἀδύνατον τηνικάδε κατεφαί
δ
νετο, τοῖς ἐκεῖσε φρουρίοις οὐ πολὺ τὸ ἀσφαλὲς ἔχου
σιν, ἐναπέκλειε. Τό δέ γε Βλαχικόν, ὃ δὴ σχεδὸν ἀπὸ
τῶν ἐξωτέρω τῆς πόλεως ἐς Βιζύην καὶ πόρρω εἰς
πλῆθος ἀριθμοῦ κρεῖττον ποσούμενον παρατέτατο,
ἔθνος δυσχωρίαις χαῖρον καὶ βοσκήμασι προσανέχον,
Τοῦ δέ γε πειρατικοῦ κατὰ θάλασσαν πλεονάσαντος, ἐπεὶ τὸ ναυτικὸν παντελῶς ἀπήρτητο, ἔτι δὲ καὶ τοῦ Σκυθικοῦ ὁρμᾶν ἠγγελμένου, (ὁ γὰρ Τερτερῆς οὐχ οἷός τ’ ἦν, οὐχ ὅπως ἄλλοις, οὐδὲ ἑαυτῷ προσαρήγειν) πέμψας ὁ βασιλεὺς τοὺς μὲν πρὸς θαλάσσῃ κατῳκηκότας, ἕτοιμον θήραν προκειμένους τοῖς πειραταῖς, ἐνδοτέρω γῆς ἀναστέλλειν προσέταττεν ὡς ἐντεῦθεν ὑπεκδραμουμένους τὸ χαλεπόν, τοὺς δὲ τὴν μεσογαῖον Θρᾴκης τε καὶ Μακεδονίας κατῳκημένους, ἐπεὶ καταδραμουμένους ᾔδει τοὺς ἐξελαύνοντας ἢν μή τις κωλύοι, ὃ δὴ καὶ ἀδύνατον τηνικάδε κατεφαίνετο, τοῖς ἐκεῖσε φρουρίοις, οὐ πολὺ τὸ ἀσφαλὲς ἔχουσιν, ἐναπέκλειε. τὸ δέ γε Βλαχικόν, ὃ δὴ σχεδὸν ἀπὸ τῶν ἐξωτέρω τῆς πόλεως ἐς Βιζύην καὶ πόρρω εἰς πλῆθος ἀριθμοῦ κρεῖττον ποσούμενον παρατέτατο, ἔθνος δυσχωρίαις χαῖρον καὶ βοσκήμασι προσανέχον, οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ μάχαις εἰθισμένον ἀνδρῶν, ὑποπτευθὲν εἰς αὐτομολίαν ὡς τοῖς ἐξεληλακόσι καὶ αὐτὸ προσπεσούμενον, μετοικίζειν ἐπ’ ἀνατολῆς ἔγνω κατὰ τὴν τῆς Βυζαντίδος ἀντιπεραίαν, πλὴν καὶ ταπεινοῦν ζημίαις, μή πως ἄρα καὶ ὑπερηφανοῖεν πλήθει τε καὶ δυνάμει θαρροῦντες.
φροντίστει καὶ ἐν ἀνακωχαῖς ἦν, δέξας τὸ ἐνοχλούν
ὑπεξαγαγών.
Ι.
σπονδοι ἦσαν, τὸ πᾶν τιθέντες ἐπὶ τοῖς ἐν Μεῷ βρα
Γευούσης ἀληθείας διαγνωμονήσουσι λογίοις οὗτιν
ἅμα καὶ εὐλαβέσι, τάξας βασιλεὺς τῆς αὐτῶν συνε
λεύσεως καὶ καιρὸν καὶ τόπον, τὸν μὲν μετ᾿ οὐ πολύ,
τὸν δὲ τὸ Λοπάδιον (ἐκεῖσε γὰρ ἐξήλαυνεν), έλευση
μένου καὶ τοῦ τρίτου τοῦ Μετοχίτου, καθὼς καὶ
ἠξίουν, μετ' εὐμενείας τῆς πρὸς ἐκείνους ἀναχωρεῖ.
Ἔθαλπε γὰρ καὶ τούτους καὶ τὸν πρωτοβεστιάριον τὸ
συμβάν περὶ τὸν Γρηγόριον, καὶ ἐλπίζειν ἐπῄει σφίσι
τὰ πρὸς εἰρήνην. Τοῖς μὲν γὰρ οὐ πόνος ἦν ἐξελεσθεί
σης τῆς αὐτῶν ἐξηγήσεως, ἐπεὶ καὶ ἡ τοῦ Γρηγορίου
κατέγνωσται, καὶ ὅπου ἂν ἐκεῖνος τετάξεται, καὶ αὐτ
τοὶ πάντως ταχθήσονται, ἐπεὶ καὶ ἄμφω εἰς Θεοῦ
μυστήρια παρακύψαντες τὸ ὀρθὸν οὐ κατέλαβον. Καὶ
τοῖς μὲν οὕτως ἐλπίζειν ἐπῄει, ὁ δέ γε πρωτοβεστιά
βιος ᾤετο ὡς ἐκποδὼν γενομένου τοῦ δυσμεναίνειν
πιστευομένου καὶ ταυτὰ σφίσι παθόντος αὐτοὶ ῥα
δίως πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ὁμονοήσουσιν. ᾿Αλλὰ ταῦ
τα μὲν ὕστερον· τότε δ' [Ρ 67] ἀπαχθέντων ἐκείνων
εἰς ἐξορίαν, ὅσον μὲν τὸ ἀπ' ἐκείνων, ὁ βασιλεὺς
λη'. Περὶ τῆς ἀγγελίας τοῦ πειρατικοῦ στόλου
καὶ μετακομιδῆς τοῦ βασιλικοῦ σώματος.
Τοῦ δέ γε πειρατικοῦ κατὰ θάλασσαν πλεονάσαν
τος, ἐπεὶ τὸ ναυτικὸν παντελῶς ἀπήρτητο, ἔτι δὲ
καὶ τοῦ Σκυθικοῦ ὁρμᾶν ἡγγελμένου (ὁ γὰρ Τερτερής
οὐχ οἷός τ' ἦν οὐχ ὅπως ἄλλοις, οὐδὲ ἑαυτῷ προσα
ρήγειν), πέμψας ὁ βασιλεὺς τοὺς μὲν πρὸς θαλάσσῃ
κατῳκηκότας, ἕτοιμον θήραν προκειμένους τοῖς πει
ραταῖς, ἐνδοτέρω γῆς ἀνατέλλειν προσέταττεν ὡς
ἐντεῦθεν ὑπεκδραμουμένους τὸ χαλεπόν, τοὺς δὲ τὴν
μεσόγαιον Θράκης τε καὶ Μακεδονίας κατῳχημένους,
ἐπεὶ καταδραμουμένους ᾔδει τοὺς ἐξελαύνοντας, ἣν
μή τις κωλύοι, ὅ δὴ καὶ ἀδύνατον τηνικάδε κατεφαί
δ
νετο, τοῖς ἐκεῖσε φρουρίοις οὐ πολὺ τὸ ἀσφαλὲς ἔχου
σιν, ἐναπέκλειε. Τό δέ γε Βλαχικόν, ὃ δὴ σχεδὸν ἀπὸ
τῶν ἐξωτέρω τῆς πόλεως ἐς Βιζύην καὶ πόρρω εἰς
πλῆθος ἀριθμοῦ κρεῖττον ποσούμενον παρατέτατο,
ἔθνος δυσχωρίαις χαῖρον καὶ βοσκήμασι προσανέχον,
PG 144:94καὶ ἔνθεν μὲν ἐζημιοῦντο τὰ μέγιστα, ἔνθεν δὲ μετῳκίζοντο ἀνοικτί, οὐχ ἧττον ζημίας ἀλλὰ καὶ μᾶλλον τὴν μετοίκησιν λογιζόμενοι. ζῶα γὰρ ἐκεῖνα καὶ κτῆσις πᾶσα τὰ μὲν εὔωνα προύκειντο τοῖς πολλοῖς, τὰ δὲ καὶ τὸν τόπον ἀλλάξαντα καιρῷ χειμῶνος καὶ τότε παντελῶς διεφθείροντο. κτῆσις δὲ τούτων ἡ μὲν διηρπάζετο, ἡ δέ γε καὶ περιοῦσα κακῶς παραπώλλυτο, ὥστε μὴ οἵους τ’ εἶναι ἐγχρονίζειν ἐκεῖ, ἀλλὰ τοῦ κακοῦ παραδραμόντος αὐτοὺς καὶ αὖθις τὴν ἰδίαν ἀπολαμβάνειν, συχνῶν χρυσίων καταβολαῖς ἐξωνησαμένους τὴν κατοικίαν. τότε δὲ δείσας καὶ περὶ τῷ τοῦ βασιλέως σώματι ὁ κρατῶν, μὴ ἐξελθόντες οἱ Σκύθαι καὶ τὸν τόπον καταδραμόντες σὺν πολλοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο λαβόντες, ἢν μή τις πολλοῦ ἐξωνοῖτο, ὡς αὐτοῖς δόξοι βασιλικὸν σῶμα πωλοῦσιν, αἰσχύνωσι καὶ λυμήνωνται, πέμψας τῆς μὲν περὶ ἐκεῖνο φυλακῆς τοὺς ἐκεῖ ἀνίει, ὧν πρῶτος ἦν ὁ ἐκτομίας Ἠονοπολίτης καὶ μέγας δρουγγάριος, ὃς καὶ τὸν ἱερομόναχον Ἀθανάσιον κατὰ τὰ τοῦ Γάνου ὄρη ἐνδιατρίβοντα, πρότερον τῷ πορφυρογεννήτῳ συσταθέντα, παρ’ οὗ γε καὶ πλεῖστα εὐηργέτητο, τῷ βασιλεῖ συνιστᾷ.
PG 144:108τὸ δέ γε σῶμα προστάσσει φέροντας τῇ κατὰ Σηλυβρίαν τοῦ σωτῆρος μονῇ ἐν αὐτῷ τῷ ναῷ αὐτῇ λάρνακι καταθεῖναι. καὶ τὸ μὲν οὕτως ἀνακομισθὲν τοῦ Βουλγαροκτόνου βασιλέως ἑτέρωθεν, ὃν ἐκ τοῦ Ἑβδόμου παρημελημένον μεταγαγὼν ἐκεῖνος ἐκεῖσε πάλαι κατέθετο, τίθεται καὶ αὐτός. ὁ μέντοι γε βασιλεὺς τὰ περὶ τοῦ Ἀθανασίου μαθών, ὅσα δὴ καὶ ἀρετῇ χαίρων, καὶ μᾶλλον πείθοντος τοῦ καιροῦ, τὴν τοῦ μεγάλου οἱ λογαριαστοῦ παλαιὰν προσνείμας μονὴν παρ’ ἑαυτῷ εἶχεν ὁσάκις ἤθελεν. εἰ γὰρ καὶ προσυνέστη τῷ πορφυρογεννήτῳ καὶ παρ’ ἐκείνου μεγαλοπρεπῶς ἐθεραπεύετο, ἀλλὰ καὶ βασιλεῖ προσαχθεὶς ὕστερον οὐδὲν ἧττον τῆς παρ’ αὐτοῦ εὐμενείας ἐτύγχανεν. Β. Τὰ μὲν κατὰ τὸν Βέκκον οὕτω τετέλεστο, μελίσσης δὲ τρόπον ἐνεικὼς τὸ κέντρον ἀπήλλαττε. σφίσι μέντοι φροντὶς ἦν οὐ μικρὰ ὅπως κατ’ ὀρθόδοξον νοῦν τὸ τοῦ Δαμασκόθεν πατρὸς ῥητὸν ξυμβιβάσειαν, ὡς μήτε κατὰ Βέκκον ἐξηγουμένους φρονεῖν μήτ’ ἔξω πάλιν τῶν ὑπονοουμένων φέρεσθαι. τὸ γὰρ κατὰ τὸν Μοσχάμπαρ καὶ αὐτοὺς λέγειν ὡς νόθον δὴ τὸ ῥητὸν καὶ ὡς ἔν τισι τῶν βίβλων οὐ φέρεται τὸ κεφάλαιον, οὐ ξυνετὸν ἐδόκει·
PG 144:116προσίστατο γὰρ ἡ τῆς ἱερᾶς ὁπλοθήκης βίβλος, φέρουσα καὶ τοῦτο μετὰ τῶν ἄλλων ἀνάγραπτον καί γε τὸν γεννήτορα μαρτυροῦσα, πλὴν οὐκ ἔχουσα πλέον εἰς θεραπείαν ἢ τὸ προφέρειν ἐν ταύτῃ τὸν Κομνηνὸν Μανουὴλ βασιλέα ὡς οὐκ ἐξ υἱοῦ ἀλλὰ διὰ λόγου τε καὶ υἱοῦ ὁ θεολογῶν ἀπεφήνατο. εἶχε δέ τι καὶ ἄλλο εἰς τὴν κατὰ τῶν ἀμφὶ τὸν Βέκκον συνηγορίαν τοῖς ἀντιλέγουσι συναιρόμενον, καὶ ὅπλον ἄντικρυς ἰσχυρόν, ὃ συναπολέσθαι ἀνάγκη ἦν ὀβελισθέντος τοῦ κεφαλαίου. φησὶ γὰρ ἐκεῖσε ὁ ἅγιος ἐκ τοῦ υἱοῦ δὲ τὸ πνεῦμα οὐ λέγομεν, ὃ καὶ ἄμφηκες ξίφος ἐδόκει τοῦτο μὲν Ἰταλοῖς τοῦτο δὲ καὶ τοῖς ἐκείνοις συνηγοροῦσι τῷ μεταμείβειν τὴν πρόθεσιν. εἰ γὰρ ἅπαξ τὸ ἐκ τοῦ υἱοῦ ἀπηγόρευται, ἀποκέκλεισται πάντως καὶ ἡ διὰ τῆς ἀντιπεριχωρήσεως τῶν προθέσεων θεραπεία τοῖς Ἰταλοῖς.
PG 144:120τὸ γὰρ τοῦ μεγάλου Μαξίμου, ὅπερ ἐκεῖνος πρὸς Μαρῖνόν φησιν ὡς δῆθεν συμμίξας τοῖς Ἰταλοῖς καὶ μαθὼν ἐξ ἐκείνων τὸν νοῦν τῆς προσθήκης, τὸ ἐξ ὧν οὐκ αἰτίαν τὸν μονογενῆ σφᾶς ἀπέδειξαν τοῦ πνεύματος λέγοντας, ἀλλ’ ἵνα τὸ δι’ αὐτοῦ προϊέναι δηλώσωσι καὶ ταύτῃ τὸ συναφὲς καὶ ἀπαράλλακτον τῆς οὐσίας παραστήσωσιν, ὅπου καὶ δυσὶ κεφαλαίοις ἐκείνων ἐπιλαβέσθαι τοὺς τῆς ἀνατολῆς πρὸς Μαρῖνον παρίστησι, τὸ γοῦν τοιοῦτον ῥητὸν ἀντιπεριχώρησιν τοὺς προθέσεων φέρον οὐδ’ ὅλως ἐδέχοντο, ὡς μὴ τῆς ἐπιστολῆς ἐξ ὁλοκλήρου εὑρισκομένης ἐν βίβλοις, ἀλλά τι μέρος ἐκείνης περὶ τῶν δύο κεφαλαίων διαλαμβάνον ἐφ’ οἷς οἱ τῆς ἀνατολῆς τῶν δυτικῶν ἐπελάβοντο, ἑνὸς μὲν καὶ πρώτου τοῦ μὴ τὴν ἁμαρτωλὸν σάρκα ἀναλαβεῖν τὸν τοῦ θεοῦ λόγον τε καὶ υἱόν, ἀλλὰ τὴν πρὸ τῆς παρακοῆς τοῦ Ἀδὰμ ἀναμάρτητον, δευτέρου δέ γε ὡς αἰτίαν τῷ μονογενεῖ προσαπτόντων ἐπὶ τῇ ἐκπορεύσει τοῦ πνεύματος·
PG 144:123ὧν τὸ μὲν ἓν καὶ πρῶτον συνόλως ἠρνήσαντο, τὸ δέ γε δεύτερον, τοῦτο δὴ τὸ προκείμενον, ἐθεράπευον, ὡς εἰ καὶ λέγοιεν ἐκ πατρὸς καὶ υἱοῦ τὸ πνεῦμα, οὐκ αἴτιον πάντως φρονοῦσι τὸν μονογενῆ, ἀλλ’ ἵνα τὸ συναφὲς καὶ ἀπαράλλακτον τῆς οὐσίας παραστήσωσι. τὴν γοῦν τοιαύτην ἀντιπεριχώρησιν τῆς προθέσεως, ἐπεὶ οὐκ ἐνεκρίνετο τοῖς γνησίοις τοῦ θείου Μαξίμου τὸ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης τεμάχιον, ἀπαράδεκτον ἔγνωσαν ἔχειν. μόνῳ δ’ ἐχρῶντο τῷ τοῦ Δαμασκόθεν πατρός, τῷ ἐκ τοῦ υἱοῦ δὲ οὐ λέγομεν, ὃ δὴ συνεξαιρεῖσθαι τῷ κεφαλαίῳ καὶ σφόδρ’ ἐκινδύνευε. διὰ τοῦτο καὶ δεχόμενοι τὸ κεφάλαιον καὶ ὡς ἁγίου τὴν λέξιν ἔχοντες τὴν θεραπείαν ἐζήτουν κατὰ τὸ ὀρθὸν τοῦ δόγματος, καὶ τόμον γράφειν ᾑροῦντο καὶ λογογραφεῖν τὴν εὐσέβειαν. σοφῷ γοῦν δοκοῦντι τῷ πατριάρχῃ, καὶ ὑπὲρ πολλοὺς ταῖς ἀληθείαις ὄντι, τὴν τοῦ τόμου γραφὴν ἐπέτρεπον στήλην καὶ εὐσεβείας ἔσεσθαι νομιζομένην καὶ τῆς τῶν παρεγκλινάντων δῆθεν κακίας τοῖς ὀψιγόνοις. καὶ δὴ τὴν πρᾶξιν ὑποστὰς ὁ πατριαρχεύων γενναῖον τόμον συντίθησι, τοσοῖσδε κεφαλαίοις ἅμα μὲν ἐπειλημμένος τῶν λεγόντων ἅμα δὲ καὶ τούτους οὕτως ἔχοντας ἀποβαλλόμενος.
προς Μαρίνου παρίστησι, τὸ γοῦν τοιοῦτον ῥητὸν Υἱοῦ δὲ οὐ λέγομεν, ο δ δή συνεξαιρεῖσθαι τῷ κεφαλαίω
ἀντιπεριχώρησιν τοὺς προθέσεων φέρον οὐδ᾽ ὅλως
ἐδέχοντο, ὡς μὴ τῆς ἐπιστολῆς ἐξ ὁλοκλήρου εὑρισκο
μένης ἐν βίβλοις, ἀλλά τι μέρος εκείνης περὶ τῶν δύο
κεφαλαίων διαλαμβάνον ἐφ᾽ οἷς οἱ τῆς ἀνατολῆς τῶν
δυτικῶν ἐπελάβοντο, ἑνὸς μὲν καὶ πρώτου τοῦ μὴ
τὴν ἁμαρτωλὸν σάρκα ἀναλαβεῖν [Ρ. 74] τὸν τοῦ
Θεοῦ Λόγον τε καὶ Υἱὸν, ἀλλὰ τὴν πρὸ τῆς παρακοής
τοῦ ᾿Αδὰμ ἀναμάρτητον, δευτέρου δέ γε ὡς αἰτίαν
τῷ Μονογενεῖ προσαπτόντων ἐπὶ τῇ ἐκπορεύσει τοῦ
Πνεύματος· ὧν τὸ μὲν ἓν καὶ πρῶτον συνόλως ἠρνή
σαντο. τὸ δέ γε δεύτερον, τοῦτο δὴ τὸ προκείμενον,
ἐθεράπευον, ὡς εἰ καὶ λέγοιεν ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ
τὸ Πνεῦμα, οὐκ αἴτιον πάντως φρονοῦσι τὸν Μονογε
νῆ, ἀλλ᾽ ἵνα τὸ συναφὲς καὶ ἀπαράλλακτον τῆς οὐ
σίας παραστήσωσι. Τὴν γοῦν τοιαύτην ἀντιπεριχώ
ρησιν τῆς προθέσεως, ἐπεὶ οὐκ ἐνεκρίνετο τοῖς γντ
σίοις τοῦ θείου Μαξίμου τὸ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης
τεμάχιον, ἀπαράδεκτον ἔγνωσαν ἔχειν. Μόνῳ δ'
ἐχρῶντο τῷ τοῦ Δαμασκόθεν Πατρὸς, τῷ ο Ἐκ τοῦ
καὶ σφόδρ' ἐκινδύνευε. Διὰ τοῦτο καὶ δεχόμενοι τὸ
κεφάλαιον καὶ ὡς ἁγίου τὴν λέξιν ἔχοντες τὴν θερα
πείαν ἐζήτουν κατὰ τὸ ὀρθὸν τοῦ δόγματος, καὶ τό
μον γράφειν ᾑροῦντο καὶ λογογραφεῖν τὴν εὐσέβειαν.
Σοφῷ γοῦν δοκοῦντι τῷ πατριάρχῃ, καὶ ὑπὲρ πολ
λούς ταῖς ἀληθείαις δντι, τὴν τοῦ τόμου γραφὴν ἐπέ
τροπον στήλην καὶ εὐσεβείας ἔσεσθαι νομιζομένην
καὶ τῆς τῶν παρεγκλινάντων δῆθεν κακίας τοῖς ὄψι
γόνοις. Καὶ δὴ τὴν πρᾶξιν ὑποστάς ὁ πατριαρχεύων
γενναῖου τόμου συντίθησι, τοσοίσδε κεφαλαίοις ἅμα
μὲν ἐπειλημμένος τῶν λεγόντων, ἅμα δὲ καὶ τούτους
οὕτως ἔχοντας ἀποβαλλόμενος. Τοῦτον ἐπ' Ἐκκλησίας
πρότερον ἀνεγίνωσκον, καὶ ἐπ᾽ ἀκρίβαντος ἀναδάς
τις καθ' ἕκαστόν τε κεφάλαιον τὴν ἀποβολὴν ἐδήλου
μεγαλοφώνως κατ' ὄνομα τῶν οὕτω λεγόντων καὶ
δοξαζόντων, μετέπειτα δὲ αὐτὸς βασιλεὺς διὰ κιννα
βάρεως καθυπέγραψε, εἶτα δὲ πατριάρχης καὶ ἐφε
ξῆς οἱ ἀρχιερεῖς. Ἐπὶ δὲ τοὺς τῆς Ἐκκλησίας ἐλθόν
τες, ἐπεὶ κἀκείνους ὑποσημαίνεσθαι τὸν τόμον ἡ5ού
PG 144:126τοῦτον ἐπ’ ἐκκλησίας πρότερον ἀνεγίνωσκον, καὶ ἐπ’ ὀκρίβαντος ἀναβάς τις καθ’ ἕκαστόν τε κεφάλαιον τὴν ἀποβολὴν ἐδήλου μεγαλοφώνως κατ’ ὄνομα τῶν οὕτω λεγόντων καὶ δοξαζόντων, μετέπειτα δὲ αὐτὸς βασιλεὺς διὰ κινναβάρεως καθυπέγραφε, εἶτα δὲ πατριάρχης καὶ ἐφεξῆς οἱ ἀρχιερεῖς. ἐπὶ δὲ τοὺς τῆς ἐκκλησίας ἐλθόντες, ἐπεὶ κἀκείνους ὑποσημαίνεσθαι τὸν τόμον ἠβούλοντο, καὶ μᾶλλον ἐκείνους ὡς ὑποπτευομένους, ὡς ἔλεγον, εὐθὺς ἀνενδότους εὕρισκον καὶ ὡς εἶχον ἐνισταμένους. πλὴν γὰρ ὀλίγων, καὶ τούτων ὅσοι τυχὸν καὶ σχιζόμενοι πρότερον θερμοὶ συλλήπτορες ἦσαν τῶν ὕστερον, οἱ λοιποὶ πάντες οὔτε θωπείαις καθυπήγοντο οὔτ’ ἀπειλαῖς ὑπεκλίνοντο, ἀλλ’ ἰσχυρὸν ἦν σφίσιν εἰς ἀπολογίαν τὰ χθὲς τελεσθέντα. εἰ γὰρ μηδὲν ἑκουσίως οὐδ’ ἀρεσκείαις πάσαις ἀλλ’ ἀπειλαῖς καὶ κολάσεσιν ὑπογράψαντες τοσοῦτον ἐπειράθησαν τῶν δεινῶν, ἐκείνων κρινόντων, καί γε πειρῶνται, καὶ ταῦτα μηδ’ ἐπὶ δόγμασιν ὑπογράψαντες, τίνες γένοιντ’ ἂν αὖθις, εἴγε δόξοι τισὶ (πολλοὶ δ’ οἱ λοχῶντες) καὶ τὸν τόμον καταιτιάσαιντο; καὶ εἰ ταῦτα γένοιτο, τίς ἂν ἐξελέσθαι ἡμᾶς, φασί, δυνατὸς τῆς ἐκείνων κρίσεως;
PG 144:128ταῦτα τοῖς τῆς ἐκκλησίας λέγουσι πολλοὶ μέν τινες ἦσαν ἐκεῖνοι γινόμενοι τὴν διαφορὰν ἀντεπάγοντες τῶν πραγμάτων καὶ πρὸς τὴν ὑπογραφὴν ἐρεθίζοντες· ὡς δ’ οὐκ ἔπειθον συχνὰς προσβολὰς ποιούμενοι, εἰς ὑποψίαν ἐμβάλλοντες ὧν οὐκ ᾔδεισάν ποτ’ ἐκεῖνοι, τοῦ κοινοῦ συνεδρίου ἀπήλων καὶ ὡς ἐχθροὺς ἔκρινον. οἱ δὲ τὴν μετ’ ἐκείνων ὁμιλίαν, τοιαῦτα ζητούντων τε καὶ λεγόντων, ἐρημίαν οἰόμενοι, τὴν δ’ ἐρημίαν τὴν ἀπ’ ἐκείνων οἷον ἀσφάλειαν, περιήρχοντο πλανῆτες, ἐστερημένοι μὲν τιμῆς ἐστερημένοι δὲ προσόδου πάσης, καὶ τὸ εἰκαῖον τῆς διατριβῆς τῆς καθ’ αὐτοῦ τάξεως ἀνθαιρούμενοι. ὡς δὲ καὶ αὖθις προςεκαλοῦντο καὶ ἀνεκρίνοντο καὶ πάλιν αὖθις, καί γε μῶμον σφίσι καὶ τὸ τοῖς προτέροις προσκεῖσθαι δοκεῖν κἀκεῖ τὸν νοῦν ἔχειν ἐπῆγον ὡς ἔγκλημα μέγιστον, οἱ μὲν οὐδ’ οὕτως ἤθελον ὑποκλίνεσθαι, ὑπόνοιαν ἀνυπόστατον προτιμῶντες προφανοῦς ὀρρωδίας, μὴ ἀκριβῶς εἰδότες ὅ τι καὶ ὑπογράψοιεν.
ἦν γὰρ ἐν τῷ τόμῳ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ἡ τοῦ ῥητοῦ τοῦ θείου Δαμασκηνοῦ ἐξήγησις οὕτως ἔχουσα εἰ δὲ καὶ παρὰ τῷ θεολογικωτάτῳ Δαμασκηνῷ τὸ διὰ λόγου εὕρηται προβολεύς, οὐ τὴν εἰς τὸ εἶναι καθαρῶς τοῦ πνεύματος πρόοδον ἡ λέξις δηλοῦν βούλεται, ἀλλὰ τὴν εἰς ἀί̈διον ἔκφανσιν. τοῦτο δ’ ὅ τι σημαίνοι, οὐκ ἔχειν εἰδέναι ἔφασκον, καὶ τὴν διαφορὰν ἐζήτουν μαθεῖν τῆς τ’ εἰς τὸ εἶναι προόδου καὶ ἀϊδίου ἐκφάνσεως, ἵνα τὴν μὲν τῶν λέξεων ἀποβάλλωνται τὴν δ’ ἐνστερνίσωνται· εἶναι γὰρ αὐτοῖς δοκούσας τὰς λέξεις ταυτοδυνάμους, τήν τε εἰς τὸ εἶναι πρόοδον καὶ τὴν εἰς ἀί̈διον ἔκφανσιν. καὶ οἱ μὲν ταῦτα λέγοντες εἰς τέλος ἀνθίσταντο· ἔνιοι δ’ ἀσφάλειαν παρ’ ἐκείνων ζητήσαντες ἔγγραφον, ἦ μὴν ἀσφαλῶς ἔχειν τῆς θεολογίας τὴν λέξιν, καὶ αὐτοὺς ἐκείνους, εἰ μὴ παρ’ ἀνθρώποις, ἀλλά γε παρὰ θεῷ κρίνοντι τὸν λόγον ὑπέχειν, οὐ πατριάρχην μόνον ἀλλὰ καὶ ἀρχιερεῖς τοὺς εἰς διδασκάλων τεταγμένους ἀξίαν, ταῦτα ζητήσαντες καὶ λαβόντες ὑπέγραφον. 2. Ὀλίγον τὸ μεταξύ, καὶ εἰς χεῖρας γεγονὼς ὁ τόμος τῷ Βέκκῳ παρέκνιζεν ἀντιξύειν τὸν ξύοντα.
καὶ δὴ κἀν πολλοῖς μὲν ἄλλοις τοῦ τόμου ἐπελαμβάνετο, ταύτην δὲ μάλιστα τὴν ἐξήγησιν μὴ καλῶς ἔχουσαν τῆς ἐννοίας ἐπειρᾶτο δεικνύειν, ὡς ἢ μὴ ὁμωνυμιζομένου δῆθεν τοῦ προβολέως καὶ ποτὲ μὲν εἰς αἴτιον ἐκλαμβανομένου ποτὲ δὲ εἰς δότην καὶ χορηγόν τε καὶ ἁπλῶς παροχέα, ἢ εἰ μέλλοι ἁπλοῦν τὸ προβολεὺς συντηρεῖσθαι, μιᾶς ἐννοίας δηλωτικὰς εἶναι ἀνάγκῃ καὶ ἀμφοτέρας τὰς λέξεις, τήν τε εἰς τὸ εἶναι πρόοδον καὶ τὴν εἰς ἀί̈διον ἔκφανσιν, καὶ οὕτως εἰς ταὐτὸν συντρέχειν ἐκείνῳ τὸν ὡς δῆθεν διαφερόμενον. τοῦτο γράψας καὶ πέμψας τισὶ τῶν αὐτοῦ παρεῖχε τὴν περὶ τούτων κρίσιν τοῖς ὀρθῶς ἐξετάζειν ἐθέλουσιν. οὐ μὴν δὲ ἀλλ’ οὐδ’ ἐκείνους ἐλελήθει πάντως τοιαῦτα γράφων ἐκεῖνος, ὀργὴν δὲ ταῦτα καὶ μόνην τέως καὶ τοῦ ἀντιλυπεῖν ὄρεξιν ᾤοντο εἶναι καὶ ἠφροντίστουν καὶ κατημέλουν γράφοντος. πολὺ δ’ ὑφεῖρπε τοῦτο ἀνὰ τὴν Κωνσταντίνου, περὶ μὲν τοῦ καθ’ αὑτὸν ὑποστελλομένου τῶν ἀκουόντων ἑκάστου, ὡς μὴ δοκοῖεν ἀφ’ ἑαυτῶν μέμφεσθαι, δεῖν δὲ καὶ ὡς ἐνῆν προσέχειν λεγόντων, μή πως ὁ λόγος ἔχοι τὸ πιθανὸν καὶ μέσον δυοῖν ἐριζόντοιν αὐτοὶ κινδυνεύοιεν.
PG 144:129ἔφερε δὲ πολλοῖς νοῦν ἡ τοῦ Βέκκου ἀντίρρησις, καὶ ἐφυλοκρίνουν ἀκριβῶς τὴν ἐξήγησιν, καὶ μᾶλλον ὅτι οὐδ’ αὐτοί γε οἱ ὑπογράψαντες ἐπ’ ἀσφάλειαν ὑπέγραφον, ἀλλὰ τῷ παρ’ ἐκείνων ἐπερειδόμενοι γράμματι. [] συμβὰν δέ τι καὶ περὶ τὸν ἐσκαμματισμένον χαρτοφύλακα (ὁ γὰρ Μοσχάμπαρ καὶ προαπέστη ἅμα μὲν ὀφφικίου ἅμα δὲ καὶ πατριάρχου, μικροψυχήσας ἐπί τισι, καὶ διὰ ταῦθ’ ἑπόμενον ἑαυτῷ καὶ τὸν πεντεκκλησιώτην εἶχεν) ἐπέρρωσε κἀκείνου τὴν περὶ τὸν πατριάρχην δυσμένειαν, καί γ’ οὐχ οἷοί τ’ ὄντες αὐτῷ διαμάχεσθαι πρὸς τὸν τόμον ἀπεῖδον, δόξαν ἀσφαλείας δογμάτων, μὴ κενὴν διαφορὰν παρὰ πολλῶν ἀποίσεσθαι προνοούμενοι. καὶ δὴ παρασπαίρουσαν ἔτι ὁρῶντες τὴν παρὰ τοῦ Βέκκου τῷ τόμῳ μέμψιν, τοῖς γεγραμμένοις ἐπιφυέντες καὶ οὗτοι τὴν μάχαιραν ὤξυναν. ὁρμαῖς γοῦν παρακροτηθέντες μείζοσι καὶ τοὺς δοκοῦντας προκαταλαμβάνουσι τῶν ἀρχιερέων, ὧν καὶ μείζους καὶ πρῶτοι ὁ Ἐφέσου τ’ ἦσαν Ἰωάννης ἔτι ἀπών, ὁ Κυζίκου Δανιὴλ καὶ ὁ Φιλαδελφείας Θεόληπτος, ὃς δὴ καὶ παρὰ τῷ μεγάλῳ λογοθέτῃ πολλὴν καὶ μεγάλην εἶχε κατὰ πληροφορίαν τὴν οἰκειότητα.
ψαντε; ἐπ' ἀσφάλειαν ὑπέγραφον, ἀλλὰ τῷ παρ' ἐκεί. κατά πληροφορίαν τὴν οἰκειότητα. Οἱ δὴ καὶ μέχρι
νων επερειδόμενοι γράμματα.
γ'. Τὰ κατὰ τὸν ἐσκαμματισμένον, καὶ ὅπως κατ
ᾐτιᾶτο ὁ τόμος.
μέν τινος καὶ αὐτοὶ διερχόμενοι τὰ τοῦ τόμου οὐ
προσαπεδέχοντο τὴν ἐξήγησιν. Τὸ γοῦν ταυτίζειν
τήν τε πρόοδον τήν τ᾽ ἔκφανσιν, καὶ ἐπὶ τούτοις
τὸν γράψαντα καταμέμφεσθαι ὡς ταυτὰ τῷ Βέκκῳ
δοξάζοντα, οὐκ ἔκρινον ξυνετὸν οὐδ᾽ ἄλλως εύσχημον
καὶ εἰς ἀπολογίαν εὐπρόσωπον· δοκεῖν γὰρ τοῖς
πολλοῖς ἐντεῦθεν ἐπὶ κακίαις εὐθύνειν τὸν Βέκκον
καὶ οὐ διὰ δογμάτων παραβασίαν, οἷς ὅτι καὶ αὐτοὶ
ἀληθείας ἀνάγκῃ συνελαυνόμενοι τὰ αὐτὰ ἐκείνῳ
θεολογοῦσι, καὶ ὅ φεύγειν ἔδοξαν βασκανίας χάριν,
τοῦθ᾽ ὁμολογοῦσιν ἀληθείας ἕνεκα. Τὸ γοῦν οὕτω
τὸν τόμον καταιτιᾶσθαι οὐκ ἔγνωσαν δεῖν· τὸ δ' ὅτι
τὸ προβολεὺς ὄνομα, ὁ ἰδιοτρόπως παρὰ τῶν Πατέ
ρων ἐπὶ τοῦ αἰτίου τοῦ Πνεύματος παραλαμβάνεται
Συμβὰν δέ τι καὶ περὶ τὸν ἐσκαμματισμένον χαρ
τοφύλακα (ὁ γὰρ Μοσχάμπαρ καὶ προαπέστη ἅμα
μὲν ὀφφικίου, ἅμα δὲ καὶ πατριάρχου, μικροψυχήσας
ἐπί τισι, καὶ διὰ ταῦθ᾽ ἑπόμενον ἑαυτῷ καὶ τὸν πεντ
εκκλησιώτην είχεν) επέῤῥωσε κἀκείνου τὴν περὶ
τὸν πατριάρχην δυσμένειαν, και γ᾽ οὐχ οἷοί τ' ὄντες
αὐτῷ διαμάχεσθαι πρὸς τὴν τόμον ἀπεῖδον, δόξαν
ἀσφαλείας δογμάτων, μή κενήν διαφορὰν παρά πολύ
λῶν ἀποίσεσθαι προνοούμενοι. Καὶ δὴ παρασπαίρου
σαν ἔτι ἐρῶντες τὴν παρὰ τοῦ Βέκκου τῷ τόμῳ
μέμψιν, τοῖς γεγραμμένοις ἐπιφυέντες καὶ οὗτοι τὴν
μάχαιραν ώξυναν. Ὁρμαῖς γοῦν παρακροτηθέντες ὥσπερ καὶ τὸ γεννήτωρ ἐπὶ τοῦ αἰτίου τοῦ μονο
μείζοσι καὶ τοὺς δοκοῦντας προκαταλαμβάνουσι τῶν
ἀρχιερέων, ὧν καὶ μείζους καὶ [Ρ 78] πρῶτοι δ
Εφέσου τ' ἦσαν Ἰωάννης ἔτι ἀπῶν, ὁ Κυζίκου
Δανιὴλ καὶ ὁ Φιλαδελφείας Θεόληπτος, δ; δὴ καὶ
παρὰ τῷ μεγάλῳ λογοθέτῃ πολλὴν καὶ μεγάλην εἶχε
γενοῦς Λόγου, αὐτὸς ὁμωνυμίσας ἐπὶ τῆς ἁπλῶς
ἐκφάνσεως ἐξελάβετο καὶ οὐκ ἐπὶ τῆς αἰτίας τοῦ
Πνεύματος καθαρῶς, ἣν καὶ πρόοδον λέγων τὴν λέξιν
ἀπέφασκε, τοῦτ᾽ οὐκ ἠφίουν ἀκαταιτίατον, καὶ πα
ραβασίας ἐκεῖνον ἐντεῦθεν δογμάτων ἐγράφοντο. Τ
προβολεύς
οἳ δὴ καὶ μέχρι μέν τινος καὶ αὐτοὶ διερχόμενοι τὰ τοῦ τόμου οὐ προσαπεδέχοντο τὴν ἐξήγησιν. τὸ γοῦν ταυτίζειν τήν τε πρόοδον τήν τ’ ἔκφανσιν, καὶ ἐπὶ τούτοις τὸν γράψαντα καταμέμφεσθαι ὡς ταὐτὰ τῷ Βέκκῳ δοξάζοντα, οὐκ ἔκρινον ξυνετὸν οὐδ’ ἄλλως εὔσχημον καὶ εἰς ἀπολογίαν εὐπρόσωπον· δοκεῖν γὰρ τοῖς πολλοῖς ἐντεῦθεν ἐπὶ κακίαις εὐθύνειν τὸν Βέκκον καὶ οὐ διὰ δογμάτων παραβασίαν, οἷς ὅτι καὶ αὐτοὶ ἀληθείας ἀνάγκῃ συνελαυνόμενοι τὰ αὐτὰ ἐκείνῳ θεολογοῦσι, καὶ ὃ φεύγειν ἔδοξαν βασκανίας χάριν, τοῦθ’ ὁμολογοῦσιν ἀληθείας ἕνεκα. τὸ γοῦν οὕτω τὸν τόμον καταιτιᾶσθαι οὐκ ἔγνωσαν δεῖν· τὸ δ’ ὅτι τὸ προβολεὺς ὄνομα, ὃ ἰδιοτρόπως παρὰ τῶν πατέρων ἐπὶ τοῦ αἰτίου τοῦ πνεύματος παραλαμβάνεται ὥσπερ καὶ τὸ γεννήτωρ ἐπὶ τοῦ αἰτίου τοῦ μονογενοῦς λόγου, αὐτὸς ὁμωνυμίσας ἐπὶ τῆς ἁπλῶς ἐκφάνσεως ἐξελάβετο καὶ οὐκ ἐπὶ τῆς αἰτίας τοῦ πνεύματος καθαρῶς, ἣν καὶ πρόοδον λέγων τὴν λέξιν ἀπέφασκε, τοῦτ’ οὐκ ἠφίουν ἀκαταιτίατον, καὶ παραβασίας ἐκεῖνον ἐντεῦθεν δογμάτων ἐγράφοντο.
ψαντε; ἐπ' ἀσφάλειαν ὑπέγραφον, ἀλλὰ τῷ παρ' ἐκεί. κατά πληροφορίαν τὴν οἰκειότητα. Οἱ δὴ καὶ μέχρι
νων επερειδόμενοι γράμματα.
γ'. Τὰ κατὰ τὸν ἐσκαμματισμένον, καὶ ὅπως κατ
ᾐτιᾶτο ὁ τόμος.
μέν τινος καὶ αὐτοὶ διερχόμενοι τὰ τοῦ τόμου οὐ
προσαπεδέχοντο τὴν ἐξήγησιν. Τὸ γοῦν ταυτίζειν
τήν τε πρόοδον τήν τ᾽ ἔκφανσιν, καὶ ἐπὶ τούτοις
τὸν γράψαντα καταμέμφεσθαι ὡς ταυτὰ τῷ Βέκκῳ
δοξάζοντα, οὐκ ἔκρινον ξυνετὸν οὐδ᾽ ἄλλως εύσχημον
καὶ εἰς ἀπολογίαν εὐπρόσωπον· δοκεῖν γὰρ τοῖς
πολλοῖς ἐντεῦθεν ἐπὶ κακίαις εὐθύνειν τὸν Βέκκον
καὶ οὐ διὰ δογμάτων παραβασίαν, οἷς ὅτι καὶ αὐτοὶ
ἀληθείας ἀνάγκῃ συνελαυνόμενοι τὰ αὐτὰ ἐκείνῳ
θεολογοῦσι, καὶ ὅ φεύγειν ἔδοξαν βασκανίας χάριν,
τοῦθ᾽ ὁμολογοῦσιν ἀληθείας ἕνεκα. Τὸ γοῦν οὕτω
τὸν τόμον καταιτιᾶσθαι οὐκ ἔγνωσαν δεῖν· τὸ δ' ὅτι
τὸ προβολεὺς ὄνομα, ὁ ἰδιοτρόπως παρὰ τῶν Πατέ
ρων ἐπὶ τοῦ αἰτίου τοῦ Πνεύματος παραλαμβάνεται
Συμβὰν δέ τι καὶ περὶ τὸν ἐσκαμματισμένον χαρ
τοφύλακα (ὁ γὰρ Μοσχάμπαρ καὶ προαπέστη ἅμα
μὲν ὀφφικίου, ἅμα δὲ καὶ πατριάρχου, μικροψυχήσας
ἐπί τισι, καὶ διὰ ταῦθ᾽ ἑπόμενον ἑαυτῷ καὶ τὸν πεντ
εκκλησιώτην είχεν) επέῤῥωσε κἀκείνου τὴν περὶ
τὸν πατριάρχην δυσμένειαν, και γ᾽ οὐχ οἷοί τ' ὄντες
αὐτῷ διαμάχεσθαι πρὸς τὴν τόμον ἀπεῖδον, δόξαν
ἀσφαλείας δογμάτων, μή κενήν διαφορὰν παρά πολύ
λῶν ἀποίσεσθαι προνοούμενοι. Καὶ δὴ παρασπαίρου
σαν ἔτι ἐρῶντες τὴν παρὰ τοῦ Βέκκου τῷ τόμῳ
μέμψιν, τοῖς γεγραμμένοις ἐπιφυέντες καὶ οὗτοι τὴν
μάχαιραν ώξυναν. Ὁρμαῖς γοῦν παρακροτηθέντες ὥσπερ καὶ τὸ γεννήτωρ ἐπὶ τοῦ αἰτίου τοῦ μονο
μείζοσι καὶ τοὺς δοκοῦντας προκαταλαμβάνουσι τῶν
ἀρχιερέων, ὧν καὶ μείζους καὶ [Ρ 78] πρῶτοι δ
Εφέσου τ' ἦσαν Ἰωάννης ἔτι ἀπῶν, ὁ Κυζίκου
Δανιὴλ καὶ ὁ Φιλαδελφείας Θεόληπτος, δ; δὴ καὶ
παρὰ τῷ μεγάλῳ λογοθέτῃ πολλὴν καὶ μεγάλην εἶχε
γενοῦς Λόγου, αὐτὸς ὁμωνυμίσας ἐπὶ τῆς ἁπλῶς
ἐκφάνσεως ἐξελάβετο καὶ οὐκ ἐπὶ τῆς αἰτίας τοῦ
Πνεύματος καθαρῶς, ἣν καὶ πρόοδον λέγων τὴν λέξιν
ἀπέφασκε, τοῦτ᾽ οὐκ ἠφίουν ἀκαταιτίατον, καὶ πα
ραβασίας ἐκεῖνον ἐντεῦθεν δογμάτων ἐγράφοντο. Τ
προβολεύς
τὸ μὲν οὖν ὑπ’ ὀδόντα παρὰ τούτων καὶ ἔτι ἐφεῖρπε, τὸ δὲ καὶ ἀναφανδὸν λέγειν πρὸς πάντας αἱ ἐπὶ τῷ τόμῳ ὑπογραφαὶ σφῶν οὐκ ἐπέτρεπον. ἐζήτουν οὖν εὐπρεπῆ καταστῆσαι τὴν κατηγορίαν, καὶ δεῖξαι τὸν Βέκκον Νέσσον ἄλλον ἄντικρυς, ὃς δὴ καὶ μετὰ θάνατον τὸν μέγιστον Ἡρακλέα κατηγωνίσατο. καὶ ταχὺ παρέσχεν αἰτίαν οὐκ οἶδα εἴτε γ’ ἡ τύχη εἴτε μὴν τὸ δαιμόνιον μήνιμα. [] μοναχὸς γάρ τις Μάρκος τοὔνομα, ἐκ γένους ἐξωτέρου Ῥωμαίων ὢν καὶ πρὸς λόγον φιλοτιμούμενος, συνήθειαν ἔχων ἐκ τοῦ πάλαι πρὸς πατριάρχην φοιτᾶν αὐτῷ καὶ διδάσκεσθαι, τότε δόξαν ἐκείνῳ, οὐκ οἶδα πόθεν, συνιστᾶν αὐτὸν ἐκ λογογραφίας τὰ δόγματα, γράψας ὡς δῆθεν τὰ εἰς ἀντίρρησιν ἐμφανίζει τῷ πατριάρχῃ. ὁ δ’ ἀνὰ χεῖρας λαβών τε καὶ διελθὼν καί τισιν ἐπιστήσας, καὶ ὡς εἴωθε πάλαι ποιεῖν, διδασκάλου τρόπον χερσὶν οἰκείαις τιν’ ἄττα διορθωσάμενος ἀποδίδωσιν. ἐντεῦθεν ὁ Μάρκος λαβὼν τὰ πιστὰ ὥς τις εἶναι δόξας καὶ ὑπὲρ δογμάτων γράψας, τὸ γραφὲν ἐνεφάνιζε τοῖς πολλοῖς θαρρούντως, προστιθεὶς ὡς καὶ πατριάρχῃ ἐμφανίσειε τοῦτο καὶ ἐκεῖνός τινα διορθώσειεν, ἐγκαθιστῶν ἐντεῦθεν τὰ τῆς ἐκδόσεως.
ψαντε; ἐπ' ἀσφάλειαν ὑπέγραφον, ἀλλὰ τῷ παρ' ἐκεί. κατά πληροφορίαν τὴν οἰκειότητα. Οἱ δὴ καὶ μέχρι
νων επερειδόμενοι γράμματα.
γ'. Τὰ κατὰ τὸν ἐσκαμματισμένον, καὶ ὅπως κατ
ᾐτιᾶτο ὁ τόμος.
μέν τινος καὶ αὐτοὶ διερχόμενοι τὰ τοῦ τόμου οὐ
προσαπεδέχοντο τὴν ἐξήγησιν. Τὸ γοῦν ταυτίζειν
τήν τε πρόοδον τήν τ᾽ ἔκφανσιν, καὶ ἐπὶ τούτοις
τὸν γράψαντα καταμέμφεσθαι ὡς ταυτὰ τῷ Βέκκῳ
δοξάζοντα, οὐκ ἔκρινον ξυνετὸν οὐδ᾽ ἄλλως εύσχημον
καὶ εἰς ἀπολογίαν εὐπρόσωπον· δοκεῖν γὰρ τοῖς
πολλοῖς ἐντεῦθεν ἐπὶ κακίαις εὐθύνειν τὸν Βέκκον
καὶ οὐ διὰ δογμάτων παραβασίαν, οἷς ὅτι καὶ αὐτοὶ
ἀληθείας ἀνάγκῃ συνελαυνόμενοι τὰ αὐτὰ ἐκείνῳ
θεολογοῦσι, καὶ ὅ φεύγειν ἔδοξαν βασκανίας χάριν,
τοῦθ᾽ ὁμολογοῦσιν ἀληθείας ἕνεκα. Τὸ γοῦν οὕτω
τὸν τόμον καταιτιᾶσθαι οὐκ ἔγνωσαν δεῖν· τὸ δ' ὅτι
τὸ προβολεὺς ὄνομα, ὁ ἰδιοτρόπως παρὰ τῶν Πατέ
ρων ἐπὶ τοῦ αἰτίου τοῦ Πνεύματος παραλαμβάνεται
Συμβὰν δέ τι καὶ περὶ τὸν ἐσκαμματισμένον χαρ
τοφύλακα (ὁ γὰρ Μοσχάμπαρ καὶ προαπέστη ἅμα
μὲν ὀφφικίου, ἅμα δὲ καὶ πατριάρχου, μικροψυχήσας
ἐπί τισι, καὶ διὰ ταῦθ᾽ ἑπόμενον ἑαυτῷ καὶ τὸν πεντ
εκκλησιώτην είχεν) επέῤῥωσε κἀκείνου τὴν περὶ
τὸν πατριάρχην δυσμένειαν, και γ᾽ οὐχ οἷοί τ' ὄντες
αὐτῷ διαμάχεσθαι πρὸς τὴν τόμον ἀπεῖδον, δόξαν
ἀσφαλείας δογμάτων, μή κενήν διαφορὰν παρά πολύ
λῶν ἀποίσεσθαι προνοούμενοι. Καὶ δὴ παρασπαίρου
σαν ἔτι ἐρῶντες τὴν παρὰ τοῦ Βέκκου τῷ τόμῳ
μέμψιν, τοῖς γεγραμμένοις ἐπιφυέντες καὶ οὗτοι τὴν
μάχαιραν ώξυναν. Ὁρμαῖς γοῦν παρακροτηθέντες ὥσπερ καὶ τὸ γεννήτωρ ἐπὶ τοῦ αἰτίου τοῦ μονο
μείζοσι καὶ τοὺς δοκοῦντας προκαταλαμβάνουσι τῶν
ἀρχιερέων, ὧν καὶ μείζους καὶ [Ρ 78] πρῶτοι δ
Εφέσου τ' ἦσαν Ἰωάννης ἔτι ἀπῶν, ὁ Κυζίκου
Δανιὴλ καὶ ὁ Φιλαδελφείας Θεόληπτος, δ; δὴ καὶ
παρὰ τῷ μεγάλῳ λογοθέτῃ πολλὴν καὶ μεγάλην εἶχε
γενοῦς Λόγου, αὐτὸς ὁμωνυμίσας ἐπὶ τῆς ἁπλῶς
ἐκφάνσεως ἐξελάβετο καὶ οὐκ ἐπὶ τῆς αἰτίας τοῦ
Πνεύματος καθαρῶς, ἣν καὶ πρόοδον λέγων τὴν λέξιν
ἀπέφασκε, τοῦτ᾽ οὐκ ἠφίουν ἀκαταιτίατον, καὶ πα
ραβασίας ἐκεῖνον ἐντεῦθεν δογμάτων ἐγράφοντο. Τ
προβολεύς
PG 144:131ταῦτα λαβοῦσί τισι, καὶ μαθοῦσιν ἐκεῖθεν ὡς καὶ αὐτὸς ὁμωνυμίζει τὴν λέξιν τὴν προβολεύς, ἄφυκτον ἔχειν τὸν πατριάρχην ἐπὶ τῇ κατηγορίᾳ ἐδόκει· εἶναι γὰρ κἀκεῖνον ταῦτα φρονοῦντα, οἷς ὅτι λαβὼν εἰς χεῖρας τὰ γράμματα καὶ διεξελθὼν ἄλλα μὲν διωρθώκει καὶ οἰκείοις γράμμασι διεσήμηνε τὴν διόρθωσιν, αὐτὴν δὲ τὴν λέξιν ἀκαταιτίατον εἴασεν, ὥστε τὸν ἐν τῷ τόμῳ γρῖφον, ὡς ἄν τις εἴπῃ, καὶ τὸ τῆς γνώμης γλαφυρόν τε καὶ ὕπουλον ἐν τῷ τοῦ Μάρκου παραγυμνῶσαι καὶ δεῖξαι γράμματι. ταχὺ γοῦν τὸ τοῦ Μάρκου γράμμα λαβὼν ὁ Θεόληπτος, ἐπιστὰς τῷ μεγάλῳ λογοθέτῃ, ἀνδρὶ λογίῳ καὶ περὶ τὴν τῶν δογμάτων ἐκκαιομένῳ, ὥστε πολλοὺς πιστεύειν, ἀσφάλειαν, ἐκφανίζει, καὶ μεθ’ ὅσης εἴπῃς τῆς ἐπιστάσεως διεξήρχετο, καί γε προοικονομησάμενος τὸ κακόδοξον ἐκ πολλῶν, εἰ οὕτως ἔχοι καὶ αὐτῷ ξυνδοκοίη, διεπυνθάνετο. καὶ τὸν ὁμολογεῖν παραυτίκα, καὶ καταρριπτεῖν τε καὶ ἀποβάλλεσθαι ὡς κακῶς ἔχον καὶ τολμηρῶς τὸ σύμπαν.
μεν οὖν ὑπ' ὀδόντα παρὰ τούτων καὶ ἔτι ἐφεῖρπε, δογμάτων γράψας, τὸ γραφὲν ἐνεφάνιζε τοῖς πολλοῖς
τὸ δὲ καὶ ἀναφανδόν λέγειν πρὸς πάντας αἱ ἐπὶ τῷ
τόμῳ ὑπογραφα, σφῶν οὐκ ἐπέτρεπον. Ἐζήτουν οὖν
εὐπρεπῆ καταστῆσαι τὴν κατηγορίαν, καὶ δεῖξα: τὸν
Βέκκον Νέστον ἄλλον ἄντικρυς, ὃς δὴ καὶ μετὰ θάνα
τον τὸν μέγιστον Ηρακλέα κατηγωνίσατο. Και ταχὺ
παρέσχεν αἰτίαν οὐκ οἶδα εἴτε γ' ἡ τύχη είτε μὴν
79] το δαιμόνιον μήνιμα.
δ'. Τὰ κατὰ τὸν Μάρκον, καὶ ὅπως ἀνήφθη τὸ
τῶν ἀρχιερέων σκάνδαλον.
Μοναχός γάρ τις Μάρκος τοὔνομα, ἐκ γένους
ἐξωτέρου Ρωμαίων ὢν καὶ πρὸς λόγον φιλοτιμού
μενος, συνήθειαν ἔχων ἐκ τοῦ πάλαι πρὸς πατριάρ
χην φοιτᾷν αὐτῷ καὶ διδάσκεσθαι, τότε δόξαν ἐκεί
νῳ, οὐκ οἶδα πόθεν, συνιστᾶν αὐτὸν ἐκ λογογραφίας
τὰ δόγματα, γράψας ὡς δῆθεν τὰ εἰς ἀντίῤῥησιν
εμφανίζει τῷ πατριάρχῃ. Ο δ' ἀνὰ χεῖρας λαβών
τε καὶ διελθὼν καί τισιν ἐπιστήσας, καὶ ὡς εἴωθε
πάλαι ποιεῖν, διδασκάλου τρόπον χερσὶν οἰκείαις
τίν' ἅττα διορθωσάμενος ἀποδίδωσιν. Ἐντεῦθεν ὁ
Μάρκος λαβὼν τὰ πιστὰ ὥς τις εἶναι δόξας καὶ ὑπὲρ
θαρρούντως, προστιθεὶς ὡς καὶ πατριάρχῃ ἐμφανί
σεις τοῦτο καὶ ἐκεῖνό; τινα διορθώσειεν, ἐγκαθιστών
ἐντεῦθεν τὰ τῆς ἐκδόσεως. Ταῦτα λαβοῦσί τισι, καὶ
μαθοῦσιν ἐκεῖθεν ὡς καὶ αὐτὸς ὁμωνυμίζει την λέξιν
τὴν προβολεύς, ἄφυκτον ἔχειν τὸν πατριάρχην ἐπὶ
τῇ κατηγορίᾳ ἐδόκει εἶναι γὰρ κἀκεῖνον ταῦτα
φρονοῦντα, οἷς ὅτι λαβὼν εἰς χεῖρα, τὰ γράμματα
καὶ διεξελθὼν ἄλλα μὲν διωρθώκει καὶ οἰκείοις γράμ
μασι διεσήμηνε τὴν διόρθωσιν, αὐτὴν δὲ τὴν λέξιν
ἀκαταιτίατον είασεν, ὥστε τὸν ἐν τῷ τόμῳ γρίφον,
ὡς ἄν τις εἴπῃ, καὶ τὸ τῆς γνώμης γλαφυρόν τε
καὶ ὕπουλον ἐν τῷ τοῦ Μάρκου παραγυμνώσαι καὶ
δεῖξαι γράμματι. Ταχὺ γοῦν τὸ τοῦ Μάρκου γράμμα
λαβὼν ὁ Θεόληπτος, ἐπιστὰς τῷ μεγάλῳ λογοθέτη,
ἀνδρὶ λογίῳ καὶ περὶ τὴν τῶν δογμάτων ἐκκαιομένῳ,
ὥστε πολλοὺς πιστεύειν, ἀσφάλειαν, ἐκφανίζει, καὶ
μεθ' ὅσης εἴπης τῆς ἐπιστάσεως διεξήρχετο, και γε
προοικονομησάμενος τὸ κακόδοξον ἐκ πολλῶν, εἰ
οὕτως ἔχοι καὶ αὐτῷ ξυνδοκοίη, διεπυνθάνετο. Καὶ
τὸν ὁμολογεῖν παραυτίκα, καὶ καταῤῥιπτεῖν τε καὶ
προβολεύς
προβολεύς
προβολείς
PG 144:133ταῦτ’ ἐκείνου διευλαβουμένου περὶ τὰ γράμματα ὡς τὸ μέγιστον ἔχοντα σφάλμα περὶ τὰ δόγματα, τὸν Φιλαδελφείας αὐτίκα τὸν τόμον ἐξενεγκεῖν, καὶ τί γε ἄλλο φάναι δοκεῖ σοι πρὸς ταῦτα τὸ παρὰ τοῦ πατριάρχου λεγόμενον; ἐπέστησε κἀκεῖνος εὐθὺς τῇ λέξει, καὶ τὰ αὐτὰ ὡμολόγει, καὶ ἀγνοίας τὸν πατριάρχην μεγίστης ἐγράφετο. καὶ τὸ πρᾶγμα δῆλον τοῖς πολλοῖς γεγονὸς μέχρι καὶ αὐτῶν τῶν βασιλικῶν ἀκοῶν ἄνεισιν. ὁ δὲ καὶ αὐτὸς ἐπιστήσας τοῖς λεγομένοις, καὶ πολλοὺς καὶ μεγάλους βλέπων τοὺς καταιτιωμένους, δεῖν ἔγνω διορθοῦν τὸν λόγον πρὸς ὅ τι καὶ δόξοι τὸ εὐσεβέστατον· μηδὲ γὰρ εἶναι καλὸν αὐτοὺς ἄλλοις ἐγκαλοῦντας παραβασίας περὶ τὰ δόγματα ἐνέχεσθαί γε καὶ τούτους καὶ κακῷ τὸ κακὸν ἰᾶσθαι δοκεῖν. ταῦτα τοῖς περὶ τὸν πατριάρχην οὐκ ἦν ἀγνοεῖν, ἀλλὰ κἀκεῖνος ἀκούει τὸ δρᾶμα, καὶ οὐκ ἀνεκτῶς ὑβριοπαθῶν εἶχεν, εἰ τοιοῦτος ὢν ἐν λογίοις καὶ τοιοῦτος δοκῶν ἐν δογμάτων ἐπιστήμῃ παραβασίας καὶ αὐτὸς ἐγκαλοῖτο, καὶ τῆς μεγίστης, ὡς ἔπειθον.
ἀποβάλλεσθαι ὡς κακῶς ἔχον καὶ τολμηρῶς τὸ σύμ- διορθοῦν τὸ σφαλὲν αὐτὸς, ἐν δεινῷ ποιούμενος τη
παν. Ταῦτ' ἐκείνου διευλαβουμένου περὶ τὰ γράμ
ματα ὡς τὸ μέγιστον ἔχοντα σφάλμα περὶ τὰ δόγματα,
τὸν Φιλαδελφείας αὐτίκα τὸν τόμον ἐξενεγκεῖν, καὶ,
Τί γε ἄλλο, ο φάναι, ο δοκεί σοι πρὸς ταῦτα τὸ
παρὰ τοῦ πατριάρχου λεγόμενον; [Ρ 80] Επέστησε
κἀκεῖνος εὐθὺς τῇ λέξει, καὶ τὰ αὐτὰ ὡμολόγει, καὶ
ἀγνοίας τὸν πατριάρχην μεγίστης ἐγράφετο. Καὶ
τὸ πρᾶγμα δῆλον τοῖς πολλοῖς γεγονός μέχρι καὶ
αὐτῶν τῶν βασιλικῶν ἀκοῶν ἄνεισιν. Ὁ δὲ καὶ αὐτὸς
ἐπιστήσας τοῖς λεγομένοις, καὶ πολλοὺς καὶ μεγάλους
βλέπων τους καταιτιωμένους, δεῖν ἔγνω διορθοῦν τὸν
λόγον πρὸς ὅ τι καὶ δόξοι τὸ εὐσεβέστατον· μηδὲ
γὰρ εἶναι καλὸν αὐτοὺς ἄλλοις ἐγκαλοῦντας παρα
βασίας περὶ τὰ δόγματα ενέχεσθαί γε καὶ τούτους
καὶ κακῷ τὸ κακὸν ἰᾶσθαι δοκεῖν. Ταῦτα τοῖς περὶ
τὸν πατριάρχην οὐκ ἦν ἀγορεῖν, ἀλλὰ κἀκεῖνος ἀκούει
τὸ δράμα, καὶ οὐκ ἀνεκτῶς ὑβριοπαθῶν εἶχεν, εἰ
τοιοῦτος ὢν ἐν λογίοις καὶ τοιοῦτος δοκῶν ἐν δογμά
των ἐπιστήμῃ παραβασίας καὶ αὐτὸς ἐγκαλοῖτο, καὶ
τῆς μεγίστης, ὡς ἔπειθον. Οθεν καὶ ἀξιούμενος
σφάλμα ὁμολογεῖν ἐν τοῖς αὐτοῦ γράμμασιν, οὐκ
ἐπείθετο, ἀλλὰ καὶ προσωργίζετο ὑπερηφανῶν. Τὸ
δ' ἐντεῦθεν προσιόντες βασιλεῖ πεισμονῆς ἐνεκάλουν
καί γ' αἱρέσεως, καὶ ἀπεσχίζοντο κατ' ὀλίγον ἐκείνου
ὡς μὴ ἀγνοίᾳ δῆθεν και ξυναρπαγη περιπεσόντος,
ἀλλὰ καὶ γνώμῃ.
ε'. Τὰ κατὰ τοὺς πατριάρχας, τόν τε ᾿Αλεξαν
δρείας καὶ τὸν Ἀντιοχείας.
ς'. 'Αναχώρησις ἐκ τοῦ πατριαρχείου τοῦ πα
τριάρχου Γρηγορίου.
Τὰ γὰρ πρὸ τοῦ ἤπειγον τούτους τοιούτους εἶναί
τε καὶ φαίνεσθαι. Τὰ δ᾽ ἦσαν πρῶτον μὲν τὸ τοῦ
Αλεξανδρείας ᾿Αθανασίου, ἐν πολλοῖς ὑπῆγον τοῖς
χαλεποῖς πρότερον, [Ρ 81] μέχρι καὶ αὐτῆς ἐξορίας
περιστάντες την δριμύτητα τῶν κακῶν, ἐφ᾽ ᾧ τὸν
τόμον καθυπογράψειε, κἂν ἐκεῖνος μετὰ πολλὰς
ἐπηρείας τὸν μὲν τόμον, ὡς μὴ δοκιμάζειν ἔχων ὡς
αλλοεθνής καὶ τῶν ἡμετέρων δοκῶν ἀξύνετος ὁ τοσοῦ
τος τὴν γνῶσιν, παρεθεώρει, ἄλλην δέ τινα ὁμολο
γίαν ἐξ ἑαυτοῦ ἔγραφε καὶ ὑπέγραφεν, αὐτὴν τὴ
ὅθεν καὶ ἀξιούμενος διορθοῦν τὸ σφαλὲν αὐτός, ἐν δεινῷ ποιούμενος τὸ σφάλμα ὁμολογεῖν ἐν τοῖς αὐτοῦ γράμμασιν, οὐκ ἐπείθετο, ἀλλὰ καὶ προσωργίζετο ὑπερηφανῶν. τὸ δ’ ἐντεῦθεν προσιόντες βασιλεῖ πεισμονῆς ἐνεκάλουν καί γ’ αἱρέσεως, καὶ ἀπεσχίζοντο κατ’ ὀλίγον ἐκείνου ὡς μὴ ἀγνοίᾳ δῆθεν καὶ ξυναρπαγῇ περιπεσόντος, ἀλλὰ καὶ γνώμῃ. [] τὰ γὰρ πρὸ τοῦ ἤπειγον τούτους τοιούτους εἶναί τε καὶ φαίνεσθαι. τὰ δ’ ἦσαν πρῶτον μὲν τὸ τοῦ Ἀλεξανδρείας Ἀθανασίου, ὃν πολλοῖς ὑπῆγον τοῖς χαλεποῖς πρότερον, μέχρι καὶ αὐτῆς ἐξορίας περιστάντες τὴν δριμύτητα τῶν κακῶν, ἐφ’ ᾧ τὸν τόμον καθυπογράψειε, κἂν ἐκεῖνος μετὰ πολλὰς ἐπηρείας τὸν μὲν τόμον, ὡς μὴ δοκιμάζειν ἔχων ὡς ἀλλοεθνὴς καὶ τῶν ἡμετέρων δοκῶν ἀξύνετος ὁ τοσοῦτος τὴν γνῶσιν, παρεθεώρει, ἄλλην δέ τινα ὁμολογίαν ἐξ ἑαυτοῦ ἔγραφε καὶ ὑπέγραφεν, αὐτὴν δὴ τὴν τῶν ἁγίων καὶ κατημαξευμένην, μηδὲν τὸ ἀσαφὲς καὶ ὑπονοούμενον ἔχουσαν. δεύτερον τὸ κατὰ τὸν Ἀντιοχείας Ἀρσένιον, πῶς μόνον ἀκουσθὲν συσταθεὶς ἐπ’ ἐκκλησίας τῷ ῥηγὶ Ἀρμενίας τὰ ἔσχατα κατεγνώσθη καὶ τῶν διπτύχων ἐξεβάλλετο.
ἀποβάλλεσθαι ὡς κακῶς ἔχον καὶ τολμηρῶς τὸ σύμ- διορθοῦν τὸ σφαλὲν αὐτὸς, ἐν δεινῷ ποιούμενος τη
παν. Ταῦτ' ἐκείνου διευλαβουμένου περὶ τὰ γράμ
ματα ὡς τὸ μέγιστον ἔχοντα σφάλμα περὶ τὰ δόγματα,
τὸν Φιλαδελφείας αὐτίκα τὸν τόμον ἐξενεγκεῖν, καὶ,
Τί γε ἄλλο, ο φάναι, ο δοκεί σοι πρὸς ταῦτα τὸ
παρὰ τοῦ πατριάρχου λεγόμενον; [Ρ 80] Επέστησε
κἀκεῖνος εὐθὺς τῇ λέξει, καὶ τὰ αὐτὰ ὡμολόγει, καὶ
ἀγνοίας τὸν πατριάρχην μεγίστης ἐγράφετο. Καὶ
τὸ πρᾶγμα δῆλον τοῖς πολλοῖς γεγονός μέχρι καὶ
αὐτῶν τῶν βασιλικῶν ἀκοῶν ἄνεισιν. Ὁ δὲ καὶ αὐτὸς
ἐπιστήσας τοῖς λεγομένοις, καὶ πολλοὺς καὶ μεγάλους
βλέπων τους καταιτιωμένους, δεῖν ἔγνω διορθοῦν τὸν
λόγον πρὸς ὅ τι καὶ δόξοι τὸ εὐσεβέστατον· μηδὲ
γὰρ εἶναι καλὸν αὐτοὺς ἄλλοις ἐγκαλοῦντας παρα
βασίας περὶ τὰ δόγματα ενέχεσθαί γε καὶ τούτους
καὶ κακῷ τὸ κακὸν ἰᾶσθαι δοκεῖν. Ταῦτα τοῖς περὶ
τὸν πατριάρχην οὐκ ἦν ἀγορεῖν, ἀλλὰ κἀκεῖνος ἀκούει
τὸ δράμα, καὶ οὐκ ἀνεκτῶς ὑβριοπαθῶν εἶχεν, εἰ
τοιοῦτος ὢν ἐν λογίοις καὶ τοιοῦτος δοκῶν ἐν δογμά
των ἐπιστήμῃ παραβασίας καὶ αὐτὸς ἐγκαλοῖτο, καὶ
τῆς μεγίστης, ὡς ἔπειθον. Οθεν καὶ ἀξιούμενος
σφάλμα ὁμολογεῖν ἐν τοῖς αὐτοῦ γράμμασιν, οὐκ
ἐπείθετο, ἀλλὰ καὶ προσωργίζετο ὑπερηφανῶν. Τὸ
δ' ἐντεῦθεν προσιόντες βασιλεῖ πεισμονῆς ἐνεκάλουν
καί γ' αἱρέσεως, καὶ ἀπεσχίζοντο κατ' ὀλίγον ἐκείνου
ὡς μὴ ἀγνοίᾳ δῆθεν και ξυναρπαγη περιπεσόντος,
ἀλλὰ καὶ γνώμῃ.
ε'. Τὰ κατὰ τοὺς πατριάρχας, τόν τε ᾿Αλεξαν
δρείας καὶ τὸν Ἀντιοχείας.
ς'. 'Αναχώρησις ἐκ τοῦ πατριαρχείου τοῦ πα
τριάρχου Γρηγορίου.
Τὰ γὰρ πρὸ τοῦ ἤπειγον τούτους τοιούτους εἶναί
τε καὶ φαίνεσθαι. Τὰ δ᾽ ἦσαν πρῶτον μὲν τὸ τοῦ
Αλεξανδρείας ᾿Αθανασίου, ἐν πολλοῖς ὑπῆγον τοῖς
χαλεποῖς πρότερον, [Ρ 81] μέχρι καὶ αὐτῆς ἐξορίας
περιστάντες την δριμύτητα τῶν κακῶν, ἐφ᾽ ᾧ τὸν
τόμον καθυπογράψειε, κἂν ἐκεῖνος μετὰ πολλὰς
ἐπηρείας τὸν μὲν τόμον, ὡς μὴ δοκιμάζειν ἔχων ὡς
αλλοεθνής καὶ τῶν ἡμετέρων δοκῶν ἀξύνετος ὁ τοσοῦ
τος τὴν γνῶσιν, παρεθεώρει, ἄλλην δέ τινα ὁμολο
γίαν ἐξ ἑαυτοῦ ἔγραφε καὶ ὑπέγραφεν, αὐτὴν τὴ
PG 144:135καὶ βασιλέως ὅτι τε τὸν πατέρα δόξαντα περὶ τὴν ἐκκλησίαν ἁμαρτεῖν ἄταφον ἀφῆκε καὶ ἀμνημόνευτον, καὶ ὅτι τὴν προτέραν σύζυγον τὰ ὅμοια περὶ τὴν εὔφημον μνείαν ἔδρα, καὶ τρίτον τὴν μητέρα, ὅτι εἰ μὴ καὶ αὐτὴ τὸν τῆς πίστεως δέδωκε λίβελλον, οὐκ ἂν εἰς κοινωνίαν ἐδέξατο. πολλή τις ἦν ἡ κατὰ τοῦ πατριάρχου μέμψις, ὅτι δόξας σφαλῆναι μὴ διορθῷτο ἀλλ’ ἰσχυρογνωμονοίη καὶ μῶμον προςτρίβεσθαι θέλοι τῇ ἐκκλησίᾳ, ἁπάντων μῶμον τὸν χείριστον.
τὴν τῶν ἁγίων καὶ καθημαξευμένην, μηδὲν τὸ ἀτα· ξυμβουλεύοι). Απειπὼν ἐκεῖνος καὶ ἀποναρκτ
φὲς καὶ ὑπονοούμενον ἔχουσαν. Δεύτερον τὸ κατά
τὸν Ἀντιοχείας Αρσένιον, πῶς μόνον ἀκουσθέν
συσταθεὶς ἐπ᾽ Εκκλησίας τῷ ῥηγὶ Ἀρμενίας τὰ
ἔσχατα κατεγνώσθη καὶ τῶν διπτύχων ἐξεβάλλετο.
Καὶ βασιλέως ὅτι τε τὸν πατέρα δόξαντα περὶ τὴν
Ἐκκλησίαν ἁμαρτεῖν ἄταφον ἀφῆκε καὶ ἀμνημόνευ
τον καὶ ὅτι τὴν προτέραν σύζυγον τὰ ὅμοια περὶ
τὴν εὔφημον μνείαν ἕδρα, καὶ τρίτον τὴν μητέρα,
ὅτι εἰ μὴ καὶ αὐτὴ τὸν τῆς πίστεως δέδωκε λίβελλον,
οὐκ ἂν εἰς κοινωνίαν ἐδέξατο. Πολλή τις ἦν ἡ κατὰ
τοῦ πατριάρχου μέμψις, ὅτι δόξας σφαλῆναι μὴ
διορθῷτο, ἀλλ᾿ ἰσχυρογνωμονοίη καὶ μώμον προσ
τρίβεσθαι θέλοι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀπάντων μῶμον τὸν
χείριστον. Υπέῤῥει γοῦν διὰ ταῦτα ἡ πρὸς ἐκεῖνον
τοῦ βασιλέως διάθεσις, καὶ οἱ κατ' ἐκείνου ἴσχυον
πλέον ἔτι, μέχρις ἂν καὶ τοῦ δηλωθέντος Αθανασίου
παραγγείλαντος καὶ συμβουλεύοντος δῆθεν τὴν ὑπο
χώρησιν (ἐκοινοῦτο γὰρ καὶ τούτῳ τὴν γνώμην δ
βασιλεύς, καὶ αὐτὸς ἐπευδόκει πρὸς ταῦτα, ὡς καὶ
ὑποστῆναι τὴν πρὸς ἐκεῖνον ἄφιξιν ἐφ᾽ ᾧ [! 82]
σας τοῖς ὅλοις, ἐν μιᾷ τῶν κυριωνύμων ἡμερῶν,
ὁμιλίαν λαλήσας πρὸς τὸν λαὸν ὡς πολλοὶ ἐπισυνέτε
σαν κατ' αὐτοῦ καὶ ὡς μὴ οἷός τ' εἴη ἀντέχειν εἷς
πρὸς πολλούς, καὶ ταῦτα καὶ τῶν ᾿Αρσενιατῶν εἰ
ρηνεύειν ὑπισχνουμένων εἰ καὶ αὐτὸς ἐξέλθοι, καὶ
τέλος ὡς κατὰ δοκιμασίαν ἐξέρχεται, ἐπειπὼν ὡς εἰ
μή γ' εἰρηνεύσοιεν τῇ αὐτοῦ ἀποστασίᾳ ἐπιστησό
μενος αὖθις καὶ ὡς θὴρ ἐκείνους καταδραμούμενος,
ἔξεισι καὶ τῇ τῶν Οδηγῶν μονῇ φέρων ἑαυτὸν δί
δωσιν, οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ ἀπρακτεῖν τελέως, ἀλλὰ
καὶ συνεισβαλλόντων τῶν περὶ ἐκεῖνον ἀρχιερέω
καὶ κληρικῶν συνόδους τε γίνεσθαι καὶ κρίσεις
ἀποκαθίστασθαι καὶ τὰ κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν
καὶ αὖθις οἰκονομεῖσθαι, μνημονευομένου καὶ ἔτι.
Ἀλλ᾿ οὐδὲ καὶ τὸ ἐπ᾿ ἐκείνῳ σκάνδαλον κατεστέλ
λετο, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἐλθόντος καὶ τοῦ Ἐφέσου,
Ἰωάννου, ἂν καὶ μακρόθεν οἱ κατ' ἐκείνου προκατε
λάμβανον, μεῖζον ᾔρετο, καὶ ὁ κρατῶν ἐν διχονοίαις
ἦν εἰ μνημονευομένου ἐκείνου αὐτὸς ἁγιάζοιτο ταῖς
θυσίαις. Διὰ τοῦτο καὶ πολλῶν μεταξύ συμβάντων
ὑπέρρει γοῦν διὰ ταῦτα ἡ πρὸς ἐκεῖνον τοῦ βασιλέως διάθεσις, καὶ οἱ κατ’ ἐκείνου ἴσχυον πλέον καὶ πλέον ἔτι, μέχρις ἂν καὶ τοῦ δηλωθέντος Ἀθανασίου παραγγείλαντος καὶ συμβουλεύοντος δῆθεν τὴν ὑποχώρησιν (ἐκοινοῦτο γὰρ καὶ τούτῳ τὴν γνώμην ὁ βασιλεύς, καὶ αὐτὸς ἐπευδόκει πρὸς ταῦτα, ὡς καὶ ὑποστῆναι τὴν πρὸς ἐκεῖνον ἄφιξιν ἐφ’ ᾧ ξυμβουλεύοι) [] ἀπειπὼν ἐκεῖνος καὶ ἀποναρκήσας τοῖς ὅλοις, ἐν μιᾷ τῶν κυριωνύμων ἡμερῶν, ὁμιλίαν λαλήσας πρὸς τὸν λαὸν ὡς πολλοὶ ἐπισυνέστησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ ὡς μὴ οἷός τ’ εἴη ἀντέχειν εἷς πρὸς πολλούς, καὶ ταῦτα καὶ τῶν Ἀρσενιατῶν εἰρηνεύειν ὑπισχνουμένων εἰ καὶ αὐτὸς ἐξέλθοι, καὶ τέλος ὡς κατὰ δοκιμασίαν ἐξέρχεται, ἐπειπὼν ὡς εἰ μή γ’ εἰρηνεύσοιεν τῇ αὐτοῦ ἀποστασίᾳ ἐπιστησόμενος αὖθις καὶ ὡς θὴρ ἐκείνους καταδραμούμενος, ἔξεισι καὶ τῇ τῶν Ὁδηγῶν μονῇ φέρων ἑαυτὸν δίδωσιν, οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ ἀπρακτεῖν τελέως, ἀλλὰ καὶ συνεισβαλλόντων τῶν περὶ ἐκεῖνον ἀρχιερέων καὶ κληρικῶν συνόδους τε γίνεσθαι καὶ κρίσεις ἀποκαθίστασθαι καὶ τὰ κατὰ τὴν ἐκκλησίαν καὶ αὖθις οἰκονομεῖσθαι, μνημονευομένου καὶ ἔτι.
τὴν τῶν ἁγίων καὶ καθημαξευμένην, μηδὲν τὸ ἀτα· ξυμβουλεύοι). Απειπὼν ἐκεῖνος καὶ ἀποναρκτ
φὲς καὶ ὑπονοούμενον ἔχουσαν. Δεύτερον τὸ κατά
τὸν Ἀντιοχείας Αρσένιον, πῶς μόνον ἀκουσθέν
συσταθεὶς ἐπ᾽ Εκκλησίας τῷ ῥηγὶ Ἀρμενίας τὰ
ἔσχατα κατεγνώσθη καὶ τῶν διπτύχων ἐξεβάλλετο.
Καὶ βασιλέως ὅτι τε τὸν πατέρα δόξαντα περὶ τὴν
Ἐκκλησίαν ἁμαρτεῖν ἄταφον ἀφῆκε καὶ ἀμνημόνευ
τον καὶ ὅτι τὴν προτέραν σύζυγον τὰ ὅμοια περὶ
τὴν εὔφημον μνείαν ἕδρα, καὶ τρίτον τὴν μητέρα,
ὅτι εἰ μὴ καὶ αὐτὴ τὸν τῆς πίστεως δέδωκε λίβελλον,
οὐκ ἂν εἰς κοινωνίαν ἐδέξατο. Πολλή τις ἦν ἡ κατὰ
τοῦ πατριάρχου μέμψις, ὅτι δόξας σφαλῆναι μὴ
διορθῷτο, ἀλλ᾿ ἰσχυρογνωμονοίη καὶ μώμον προσ
τρίβεσθαι θέλοι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀπάντων μῶμον τὸν
χείριστον. Υπέῤῥει γοῦν διὰ ταῦτα ἡ πρὸς ἐκεῖνον
τοῦ βασιλέως διάθεσις, καὶ οἱ κατ' ἐκείνου ἴσχυον
πλέον ἔτι, μέχρις ἂν καὶ τοῦ δηλωθέντος Αθανασίου
παραγγείλαντος καὶ συμβουλεύοντος δῆθεν τὴν ὑπο
χώρησιν (ἐκοινοῦτο γὰρ καὶ τούτῳ τὴν γνώμην δ
βασιλεύς, καὶ αὐτὸς ἐπευδόκει πρὸς ταῦτα, ὡς καὶ
ὑποστῆναι τὴν πρὸς ἐκεῖνον ἄφιξιν ἐφ᾽ ᾧ [! 82]
σας τοῖς ὅλοις, ἐν μιᾷ τῶν κυριωνύμων ἡμερῶν,
ὁμιλίαν λαλήσας πρὸς τὸν λαὸν ὡς πολλοὶ ἐπισυνέτε
σαν κατ' αὐτοῦ καὶ ὡς μὴ οἷός τ' εἴη ἀντέχειν εἷς
πρὸς πολλούς, καὶ ταῦτα καὶ τῶν ᾿Αρσενιατῶν εἰ
ρηνεύειν ὑπισχνουμένων εἰ καὶ αὐτὸς ἐξέλθοι, καὶ
τέλος ὡς κατὰ δοκιμασίαν ἐξέρχεται, ἐπειπὼν ὡς εἰ
μή γ' εἰρηνεύσοιεν τῇ αὐτοῦ ἀποστασίᾳ ἐπιστησό
μενος αὖθις καὶ ὡς θὴρ ἐκείνους καταδραμούμενος,
ἔξεισι καὶ τῇ τῶν Οδηγῶν μονῇ φέρων ἑαυτὸν δί
δωσιν, οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ ἀπρακτεῖν τελέως, ἀλλὰ
καὶ συνεισβαλλόντων τῶν περὶ ἐκεῖνον ἀρχιερέω
καὶ κληρικῶν συνόδους τε γίνεσθαι καὶ κρίσεις
ἀποκαθίστασθαι καὶ τὰ κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν
καὶ αὖθις οἰκονομεῖσθαι, μνημονευομένου καὶ ἔτι.
Ἀλλ᾿ οὐδὲ καὶ τὸ ἐπ᾿ ἐκείνῳ σκάνδαλον κατεστέλ
λετο, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἐλθόντος καὶ τοῦ Ἐφέσου,
Ἰωάννου, ἂν καὶ μακρόθεν οἱ κατ' ἐκείνου προκατε
λάμβανον, μεῖζον ᾔρετο, καὶ ὁ κρατῶν ἐν διχονοίαις
ἦν εἰ μνημονευομένου ἐκείνου αὐτὸς ἁγιάζοιτο ταῖς
θυσίαις. Διὰ τοῦτο καὶ πολλῶν μεταξύ συμβάντων
PG 144:137Ἀλλ’ οὐδὲ καὶ τὸ ἐπ’ ἐκείνῳ σκάνδαλον κατεστέλλετο, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἐλθόντος καὶ τοῦ Ἐφέσου Ἰωάννου, ὃν καὶ μακρόθεν οἱ κατ’ ἐκείνου προκατελάμβανον, μεῖζον ᾔρετο, καὶ ὁ κρατῶν ἐν διχονοίαις ἦν εἰ μνημονευομένου ἐκείνου αὐτὸς ἁγιάζοιτο ταῖς θυσίαις. διὰ τοῦτο καὶ πολλῶν μεταξὺ συμβάντων χώραν σχόντες οἱ κατ’ ἐκείνου τὸ τούτου ὄνομα ἐν ταῖς συνάξεσι κατεσίγαζον, καὶ παραίτησιν ἐζητοῦντο ἐφ’ ᾧπερ καὶ τὸν ἄξιον προχειρίσαιντο. ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ καὶ ὁ εἰς πατριάρχην Ἀντιοχείας ἐπ’ ἀνατολῆς ταχθεὶς ἀπὸ Τύρου Κύριλλος μετ’ Ἀρσένιον, ἀνὴρ εὐλαβὴς καὶ ἡσυχίας φίλος καὶ πλήρης ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως, τῇ Κωνσταντίνου ἐπιφοιτᾷ, ὃν ἔδει πάντως ἐλθόντα τὸ κῦρος ἐντεῦθεν λαβεῖν ἐκ μεταθέσεως ἀναβιβαζόμενον, κἂν τότε μὴ δεχθεὶς ὕστερον μετὰ χρόνους ὀκτὼ μόλις, καὶ ὑποσχέσεις δοὺς ἦ μὴν μὴ κατά τι Ἀρμενίοις συνέρχεσθαι ἐν τῇ ἐκείνων διάγοντα, ἐπεὶ τὰ κατὰ Συρίαν ἠφάνιστο, προσεδέχθη, κἀνταῦθα τὸ βιοῦν ἀπήντλησεν.
χώραν σχόντες οἱ κατ' ἐκείνου τὸ τούτου ὄνομα ἐν ἡ προσαφαιροῖντο τὸ ἐπὶ τῇ ὀρθοδοξίᾳ σέμνωμα. Και
ταῖς συνάξεσι κατεσίγαζον, καὶ παραίτησιν έζη
τοῦντο ἐφ᾽ ᾧπερ καὶ τὸν ἄξιον προχειρίσαιντο. Αλλ'
ἐν τοσούτῳ καὶ ὁ εἰς πατριάρχην 'Αντιοχείας ἐπ'
Ανατολῆς ταχθεὶς ἀπὸ Τύρου Κύριλλος μετ' Αρσέ
νιον, ἀνὴρ εὐλαβὴς καὶ ἡσυχίας φίλος καὶ πλήρης
Εκκλησιαστικῆς καταστάσεως, τῇ Κωνσταντίνου
ἐπιφοιτᾷ, ὃν ἔδει πάντως ἐλθόντα τὸ κῦρος ἐντεῦθεν
λαβεῖν ἐκ μεταθέσεως ἀναβιβαζόμενον, κἂν τότε μή
δεχθεὶς ὕστερον μετὰ χρόνους ὀκτὼ μόλις, καὶ ὑπο
σχέσεις δοὺς ἢ μὴν μὴ κατά τι ᾿Αρμενίοις συνέρ
χεσθα: ἐν τῇ ἐκείνων διάγοντα, ἐπεὶ τὰ κατὰ Συρίαν
ἠφάνιστο, προσεδέχθη, κανταῦθα τὸ βιοῦν ἀπήντλη
σεν. Ως- γοῦν ἐπιδημήσας οὗτος τῇ Κωνσταντίνου
τῷ τότε ὑπὲρ ἄλλους ἐν τοῖς τῶν Οδηγῶν κατοικεῖν
προϋτιμᾶτο, ἀπάρας ἐκεῖθεν ὁ πατριάρχης Γρηγόριος
τῷ τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ ἐν τῷ Λάτρῳ μετοχίῳ
μετοικισθεὶς δίδοται.
5. Τὰ κατὰ τὸν Γρηγόριον, ὅπως ἀπῃτεῖτο παρ
αίτησιν.
Καὶ ἦν ἐκεῖ διαφιλονεικών [Ρ 83] πρὸς ἀρχιερεῖς
καὶ βασιλέα ἐπικαλούμενος, εἰ λαβόντες αὐτὸν ση
φίν τε καὶ ἔντιμον νομιζόμενον, προσέτι δὲ καὶ
ὀρθοδοξοῦντα, οὐχ ὅπως ἀτιμοῖεν ἐκεῖνον, ἀλλὰ καὶ
δὴ καὶ ὡς εἶχε γράφων τὴν ἐπὶ τῷ τόμῳ τῶν κατη
γορουμένων ἐπίλυσιν, ὅπως γράψον τὴν ἀρχὴν καὶ
ὅπως φρονοίη, καὶ ὡς εἰ μὴ οὕτως ἐξηγοῦντο, ἀνάγκη
πᾶσα εἰς τὴν τοῦ Βέκκου γνώμην ἐμπίπτειν, ταῦτα
λέγων ἠξίου διδόντας αὐτοὺς τὸ ἐπὶ τῷ ὀρθοδόξῳ οἱ
βέβαιον καὶ ὁμολογοῦντας ἀντιλαμβάνειν παρ' ἐκεί
νου τὴν τοῦ θρόνου παραίτησιν. Τοῦτο οὖν ἐκείνοις
λαβύρινθος άντικρυς δυσδιέξιτος· εἰ γὰρ ὁμολογοῖεν
ὀρθόδοξον, ἡ ἐπὶ τῇ παραιτήσει ἀξίωσις οὐχ ὅπως
ἄδοξος, ἀλλὰ καὶ τυραννικὴ κατεφαίνετο. Αντηξίουν
γοῦν διὰ ταῦτα κἀκεῖνοι τὴν βασιλέα κρίσει επιτρα
πῆναι τὰ κατ' ἐκεῖνον, καὶ εἰ μὲν εὑρεθείη
ἀπὸ κοινῆς σκέψεως τὸ ἀσφαλὲς ἐφ᾽ οἷς ἔγραψεν
ἔχων, τελεῖν καὶ αὖθις εἰς πατριάρχην ἐκεῖνον, εἰ
δέ γ' ἐξελεγχθείη ἐμπεσὼν εἰς σφάλμα δογμάτων,
αὐτὸν μὲν ζητεῖν ἐν μετανοίᾳ συγγνώμην και γε
λαμβάνειν, αὐτοὺς δ' ἀφέντας ἐκεῖνον δικαίως (καὶ
τίς γὰρ ἐντεῦθεν παραιτήσεως χρεία;) ζητεῖν τὸν
ἄξιον. Ἐδέξατο τὸν λόγον ὁ βασιλεὺς, καί γε πέμ
μας παρεδήλου τῷ Γρηγορίῳ τὰ παρὰ τῶν ἀντιδι
κούντων λεγόμενα. Ο δὲ καθάπαξ δεινὸν ἡγούμενος
εἰ καὶ αὐτὸς ὁ δοκῶν ὑπὲρ ἄλλους ἐπὶ τῇ παραβασία
ἁλίσκοιτο δόγματος, ἐδέχετο τὴν ἀξίωσιν καὶ ἕτοιμος
ὡς γοῦν ἐπιδημήσας οὗτος τῇ Κωνσταντίνου τῷ τότε ὑπὲρ ἄλλους ἐν τοῖς τῶν Ὁδηγῶν κατοικεῖν προυτιμᾶτο, ἀπάρας ἐκεῖθεν ὁ πατριάρχης Γρηγόριος τῷ τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ ἐν τῷ Λάτρῳ μετοχίῳ μετοικισθεὶς δίδοται. [] καὶ ἦν ἐκεῖ διαφιλονεικῶν πρὸς ἀρχιερεῖς καὶ βασιλέα ἐπικαλούμενος, εἰ λαβόντες αὐτὸν σοφόν τε καὶ ἔντιμον νομιζόμενον, προσέτι δὲ καὶ ὀρθοδοξοῦντα, οὐχ ὅπως ἀτιμοῖεν ἐκεῖνον, ἀλλὰ καὶ προσαφαιροῖντο τὸ ἐπὶ τῇ ὀρθοδοξίᾳ σέμνωμα. καὶ δὴ καὶ ὡς εἶχε γράφων τὴν ἐπὶ τῷ τόμῳ τῶν κατηγορουμένων ἐπίλυσιν, ὅπως γράψοι τὴν ἀρχὴν καὶ ὅπως φρονοίη, καὶ ὡς εἰ μὴ οὕτως ἐξηγοῖντο, ἀνάγκη πᾶσα εἰς τὴν τοῦ Βέκκου γνώμην ἐμπίπτειν, ταῦτα λέγων ἠξίου διδόντας αὐτοὺς τὸ ἐπὶ τῷ ὀρθοδόξῳ οἱ βέβαιον καὶ ὁμολογοῦντας ἀντιλαμβάνειν παρ’ ἐκείνου τὴν τοῦ θρόνου παραίτησιν. τοῦτο οὖν ἐκείνοις λαβύρινθος ἄντικρυς δυσδιέξιτος· εἰ γὰρ ὁμολογοῖεν ὀρθόδοξον, ἡ ἐπὶ τῇ παραιτήσει ἀξίωσις οὐχ ὅπως ἄδοξος ἀλλὰ καὶ τυραννικὴ κατεφαίνετο.
χώραν σχόντες οἱ κατ' ἐκείνου τὸ τούτου ὄνομα ἐν ἡ προσαφαιροῖντο τὸ ἐπὶ τῇ ὀρθοδοξίᾳ σέμνωμα. Και
ταῖς συνάξεσι κατεσίγαζον, καὶ παραίτησιν έζη
τοῦντο ἐφ᾽ ᾧπερ καὶ τὸν ἄξιον προχειρίσαιντο. Αλλ'
ἐν τοσούτῳ καὶ ὁ εἰς πατριάρχην 'Αντιοχείας ἐπ'
Ανατολῆς ταχθεὶς ἀπὸ Τύρου Κύριλλος μετ' Αρσέ
νιον, ἀνὴρ εὐλαβὴς καὶ ἡσυχίας φίλος καὶ πλήρης
Εκκλησιαστικῆς καταστάσεως, τῇ Κωνσταντίνου
ἐπιφοιτᾷ, ὃν ἔδει πάντως ἐλθόντα τὸ κῦρος ἐντεῦθεν
λαβεῖν ἐκ μεταθέσεως ἀναβιβαζόμενον, κἂν τότε μή
δεχθεὶς ὕστερον μετὰ χρόνους ὀκτὼ μόλις, καὶ ὑπο
σχέσεις δοὺς ἢ μὴν μὴ κατά τι ᾿Αρμενίοις συνέρ
χεσθα: ἐν τῇ ἐκείνων διάγοντα, ἐπεὶ τὰ κατὰ Συρίαν
ἠφάνιστο, προσεδέχθη, κανταῦθα τὸ βιοῦν ἀπήντλη
σεν. Ως- γοῦν ἐπιδημήσας οὗτος τῇ Κωνσταντίνου
τῷ τότε ὑπὲρ ἄλλους ἐν τοῖς τῶν Οδηγῶν κατοικεῖν
προϋτιμᾶτο, ἀπάρας ἐκεῖθεν ὁ πατριάρχης Γρηγόριος
τῷ τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ ἐν τῷ Λάτρῳ μετοχίῳ
μετοικισθεὶς δίδοται.
5. Τὰ κατὰ τὸν Γρηγόριον, ὅπως ἀπῃτεῖτο παρ
αίτησιν.
Καὶ ἦν ἐκεῖ διαφιλονεικών [Ρ 83] πρὸς ἀρχιερεῖς
καὶ βασιλέα ἐπικαλούμενος, εἰ λαβόντες αὐτὸν ση
φίν τε καὶ ἔντιμον νομιζόμενον, προσέτι δὲ καὶ
ὀρθοδοξοῦντα, οὐχ ὅπως ἀτιμοῖεν ἐκεῖνον, ἀλλὰ καὶ
δὴ καὶ ὡς εἶχε γράφων τὴν ἐπὶ τῷ τόμῳ τῶν κατη
γορουμένων ἐπίλυσιν, ὅπως γράψον τὴν ἀρχὴν καὶ
ὅπως φρονοίη, καὶ ὡς εἰ μὴ οὕτως ἐξηγοῦντο, ἀνάγκη
πᾶσα εἰς τὴν τοῦ Βέκκου γνώμην ἐμπίπτειν, ταῦτα
λέγων ἠξίου διδόντας αὐτοὺς τὸ ἐπὶ τῷ ὀρθοδόξῳ οἱ
βέβαιον καὶ ὁμολογοῦντας ἀντιλαμβάνειν παρ' ἐκεί
νου τὴν τοῦ θρόνου παραίτησιν. Τοῦτο οὖν ἐκείνοις
λαβύρινθος άντικρυς δυσδιέξιτος· εἰ γὰρ ὁμολογοῖεν
ὀρθόδοξον, ἡ ἐπὶ τῇ παραιτήσει ἀξίωσις οὐχ ὅπως
ἄδοξος, ἀλλὰ καὶ τυραννικὴ κατεφαίνετο. Αντηξίουν
γοῦν διὰ ταῦτα κἀκεῖνοι τὴν βασιλέα κρίσει επιτρα
πῆναι τὰ κατ' ἐκεῖνον, καὶ εἰ μὲν εὑρεθείη
ἀπὸ κοινῆς σκέψεως τὸ ἀσφαλὲς ἐφ᾽ οἷς ἔγραψεν
ἔχων, τελεῖν καὶ αὖθις εἰς πατριάρχην ἐκεῖνον, εἰ
δέ γ' ἐξελεγχθείη ἐμπεσὼν εἰς σφάλμα δογμάτων,
αὐτὸν μὲν ζητεῖν ἐν μετανοίᾳ συγγνώμην και γε
λαμβάνειν, αὐτοὺς δ' ἀφέντας ἐκεῖνον δικαίως (καὶ
τίς γὰρ ἐντεῦθεν παραιτήσεως χρεία;) ζητεῖν τὸν
ἄξιον. Ἐδέξατο τὸν λόγον ὁ βασιλεὺς, καί γε πέμ
μας παρεδήλου τῷ Γρηγορίῳ τὰ παρὰ τῶν ἀντιδι
κούντων λεγόμενα. Ο δὲ καθάπαξ δεινὸν ἡγούμενος
εἰ καὶ αὐτὸς ὁ δοκῶν ὑπὲρ ἄλλους ἐπὶ τῇ παραβασία
ἁλίσκοιτο δόγματος, ἐδέχετο τὴν ἀξίωσιν καὶ ἕτοιμος
PG 144:141ἀντηξίουν γοῦν διὰ ταῦτα κἀκεῖνοι τὸν βασιλέα κρίσει ἐπιτραπῆναι τὰ κατ’ ἐκεῖνον, καὶ εἰ μὲν εὑρεθείη ἀπὸ κοινῆς σκέψεως τὸ ἀσφαλὲς ἐφ’ οἷς ἔγραψεν ἔχων, τελεῖν καὶ αὖθις εἰς πατριάρχην ἐκεῖνον, εἰ δέ γ’ ἐξελεγχθείη ἐμπεσὼν εἰς σφάλμα δογμάτων, αὐτὸν μὲν ζητεῖν ἐν μετανοίᾳ συγγνώμην καί γε λαμβάνειν, αὐτοὺς δ’ ἀφέντας ἐκεῖνον δικαίως (καὶ τίς γὰρ ἐντεῦθεν παραιτήσεως χρεία;) ζητεῖν τὸν ἄξιον. ἐδέξατο τὸν λόγον ὁ βασιλεύς, καί γε πέμψας παρεδήλου τῷ Γρηγορίῳ τὰ παρὰ τῶν ἀντιδικούντων λεγόμενα. ὁ δὲ καθάπαξ δεινὸν ἡγούμενος εἰ καὶ αὐτὸς ὁ δοκῶν ὑπὲρ ἄλλους ἐπὶ τῇ παραβασίᾳ ἁλίσκοιτο δόγματος, ἐδέχετο τὴν ἀξίωσιν καὶ ἕτοιμος ἦν ἀπαντᾶν εἰς κρίσιν. ὅθεν καὶ ὥριστο μὲν ἡ ἡμέρα, ὥριστο δ’ ὁ τόπος· ὁ δ’ ἦν τὸ μέγα τοῦ βασιλέως παλάτιον. ἐτάττοντο οἱ κριταί, οἱ κατηγορήσοντες ἡτοιμάζοντο· οἱ δ’ ἦσαν οἱ σχισθέντες ἐκείνου, ὅσοι τε τῶν ἀρχιερέων καὶ ὅσοι τῶν κληρικῶν. τὰ πάντ’ εὐτρεπῆ, ἔδει δὲ συνελθεῖν καὶ μόνον.
ναχῶν ἀπόντων
η'. Όπως συναχθέντες οἱ ἀρχιερεῖς κατὰ τὸ
παλάτιον ὡμολόγησαν τὸν Γρηγόριον ὀρθός
δοξον.
το πείθεσθαι τὰ χρηστὰ συμβουλεύοντι καὶ εἰρην - Αν ἅμα συγκλήτῳ καὶ βασιλεῖ, μηδὲ τῶν ἐκκρίτων μου
κῶς ἀπαλλάττειν. Ταῦτα πολλάκις διεμηνύετο, ἀλλ'
οὐκ ἔπειθεν. Καί γ' ἐπὶ πολλοῖς καὶ τὶν τότε και αί
στηρα Χούμνον καὶ τὸν συγγράφοντα σύναμα πέμ
των ὁ βασιλεὺς προσέταττε λέγειν καὶ ἀξιοῦν τὰ
αὐτὰ παρ' αὐτοῦ. Τυραννεῖσθαι γὰρ τῇ εἰς ἐκεῖνον
γάπῃ ἐπὶ τῷ μέχρι τόσου τὴν Ἐκκλησίαν κυμαι
νομένην περιοράν, καὶ μηδὲν ἐφεῖναι τοῖς κατ'
Εκείνου ὥστε καὶ πλέον τι παρὰ τὸ εἰκὸς ἐκκηρύτ
τειν, ἀλλ᾽ ὀρθόδοξον ἡγεῖσθαι πείθειν καὶ ἑτοίμως
σπένδεσθαι τοῦ σκανδάλου παραιρεθέντος· τὸ δ'
ἔσται πάντως, εἰ μετ' εἰρήνης παραιτεῖτο. Ταῦτ᾽
ἔλεγε βασιλεύς, ἀπειρηκὼς ἤδη πρὸς τὸ τῶν πολλῶν
σκάνδαλον. Αλλ᾿ ἀκούων ἐκεῖνος τότε πολὺς ἦν
ἁλύων, εἴπερ ἀναφανδὰ μὲν ἐφ' αἱρέσει τοῦτον διεκω
μύδησαν, κρύφα δὲ ὡς ὀρθοδοξοῦντα 85] δέχονται.”
Διὰ τοῦτο καὶ τὴν ὁμολογίαν ἐζήτει ταύτην κοινῇ
παρ' αὐτῶν γενέθαι, συναχθείσης τῆς πολιτείας
Ταῦτα ζητοῦντος ἐκείνου ὡς αὐτίκα καὶ τὴν
παραίτησιν δώσοντος, σκέψις ἦν μεγίστη, καὶ σχίσ
σμα μέγα μεταξὺ τῶν ἀπ' ἐκείνου σχιζομένων ἐγέν
νετο, τῶν μὲν μηδ' ἀνεχομένων ὁμολογεῖν ἐκεῖνον
ὀρθοσεβή, ὡς εἰ ὁμολογοῖεν, παρευθὺς ἐγκαθιστάν
τῷ θρόνῳ καὶ ἄκοντας, καὶ τοῦ αἰτίου λυθέντος αὐτ
τὸν ἔχειν τὸ ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐπιτιμᾷν [Ρ 86] ἀδικοῦσι
καὶ τῆς ἀξίας ἐπιλαμβάνεσθαι. Ησαν δ' οὗτοι οἱ
περί τε τὸν Ἐφέσου καὶ τὸν Κυζίκου, οἱ δὴ καὶ
μᾶλλον δεῖν ἔλεγον κρίνεσθαι τὸν Γρηγόριον, καὶ
σφᾶς τὸ ἀποβησόμενον δέχεσθαι, μηδ' ἐπειλύειν τὴν
κάκην, μηδ' ἄλλα κεύθοντας άλλα βάζειν, οίκονο
μοῦντας. Τῶν δὲ τρόποις οἰκονομίας νευόντων όμος
PG 144:143ὡς δ’ ἡ κυρία παρέστη καὶ ἀπαντᾶν ἔδει εἰς ταὐτὸν πάντας, αὐτὸς συνάμα τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν πρωϊαίτερον ἑτοιμασθεὶς ἔφιππος σὺν ἐφίπποις πρὸς τὸ παλάτιον ἀπαντᾷ, καί που ἱστάμενος ἔξω ὡς ἔτυχεν ἔχων, δήλην τῷ βασιλεῖ τὴν σφετέραν ποιούμενος ἄφιξιν ἀπαντᾶν τὴν ταχίστην καὶ κριτὰς καὶ κατηγόρους ἠξίου. ὁ μέντοι γε βασιλεὺς σοφώτερόν τι καὶ βαθύτερον ἐννοῶν, ὡς γεγονυίας τῆς διαλέξεως οὐδὲν ὅλως χωρήσει κατ’ ὀρθὸν τὸ πρᾶγμα, ὡς θάτερον ἀμφοῖν γενέσθαι, ἢ ἐκεῖνον φανέντα κακὸν ἡσυχάζειν ἢ ἐκείνους διαβολεῖς ὁμολογεῖν, ἀλλὰ παραμένειν καὶ αὖθις τὸ σκάνδαλον, φύσεως ἐχόντων τῶν λόγων λόγοις μάχεσθαι, ὡς πραγμάτων καὶ μόνων εἶναι τὴν ὁμολογίαν τῆς φύσεως, ὡς ἔχουσι φαινομένων καὶ μὴ ὡς λέγονται, ταῦτα σκοπήσας, καὶ μᾶλλον ὅτι τοῖς καταβαλοῦσιν οὐκ εἰς ἀσφαλὲς πάντῃ περισταίη ἂν τὸ πραχθὲν ὡς εἰς ὀβελισμὸν ἀγομένοις διὰ τὴν τοῦ χειροτονητοῦ παραβασίαν, καὶ μᾶλλον ὅτι καὶ τὸ ἐπισφαλὲς ὁμολογοῦντες ὑπέγραψαν, οὐκ ἔκρινεν εἰς συμφέρον γενέσθαι τὴν κρίσιν. ὅθεν καὶ πέμψας ἀπήρτα τὴν διαδικασίαν.
λαγεῖν εὐσεβῆ τὸν Γρηγόριον, ὡς μηδ' ἐκ τοῦ τόμου ή προφοράς παύεσθαι, μιᾷ νυκτῶν συγκαλέσας καὶ
τόσον σκανδαλισθέντας ὅσον ἐκ τοῦ τοῦ μοναχοῦ
Μάρκου γράμματος, μόνον ἐκεῖνον ἕτοιμον εἶναι
ἠξίουν παρέχειν τὸν τῆς παραιτήσεως λίβελλον. Καὶ
ἤθελον τοῦτο, εἰ οἷόν τ᾽ ἦν, πληροφορεῖν καὶ γράμ
ματι τὸν Γρηγόριον. Ὁ δὲ πέμψαντος τοῦ βασιλέως
λόγοις ἐπληροφόρει Θεοῦ ἐναντίον, ὡς ἔλεγε, μὴ
φθάσαι τούτους ὁμολογεῖν ἐκείνῳ τὸ σέβας, κἀκεῖνον
διδόναι τὸ τῆς παραιτήσεως ἔγγραφον. Οἱ μὲν οὖν
περὶ τὸν Ἐφέσου οὐδ᾽ ὅλως οὔτε τὸν λόγον ἐδέχοντο
οὐδὲ τὸ πρᾶγμα εύσχημον ἔκρινον· οἱ δὲ περὶ τὸν
Φιλαδελφείας καὶ μάλα τὸν λόγον ἔνορκον εἶχον ὡς
ἐναντίον γίνεσθαι λεγόμενον τοῦ Θεοῦ, κἂν μεταβά
λοι τὴν γνώμην ἐκεῖνος, αὐτοὺς ἔχειν τούντεῦθεν
δύναμιν καθαιρεῖν ὡς ἐπιορκίας αλόντα διεβεβαίουν.
Τῶν γοῦν περὶ τὸν Ἐφέσου τε καὶ Κυζίκου μηδ'
ὅλως καταδεχομένων τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, ἀλλὰ
κρίνειν θελόντων ἂν εἰδέναι ἔλεγον ἁλισκόμενον, ὁ
βασιλεὺς πρὸς ἐκείνους λέγων καὶ μὴ πείθων, ἐπεὶ
ἑώρα ἀνασοβουμένην τὴν θήραν ἐπὶ τῷ μηδὲν τὰς
περὶ τῶν προκειμένων οὐκ ὀλίγα διεξελθών, τέλος
μὴ πειθομένοις οργίζεται, σκληρότητα σφίσιν ὄνει
δίζων καὶ ἀνοικονομησίαν ὡς ἀναταράσσειν ἀεὶ τὴν
Ἐκκλησίαν ὀρεγομένοις καὶ ἀνεγείρειν κλύδωνας
μήπω κατευνασθέντας τέλεον. Κακείνους μὲν καὶ
ἄμφω ἀπὸ προσώπου ποιεῖται, ἐπισκήψας σφίσι
μετ' εμβριθείας ἐγκλεισθῆναί τε ταῖς καταμοναῖς
καὶ ἀπροΐτους μένειν, ἕως οὗ ἀποκαταστάντος παι
τριάρχου τῇ Ἐκκλησίᾳ τὰ κατ' αὐτοὺς ἐξετασθή
σονται, καὶ μᾶλλον τὰ κατὰ τὸν Ἐφέσου, ἐπεί γε
καὶ ἔφθασε γράψας Ασιανοῖς κατὰ Γρηγορίου τὰ
χείριστα. Καὶ τοὺς μὲν οὕτως ἀποπεμψάμενος δ
κρατῶν, τοῖς σὺν ἐκείνοις μονωθείσιν εμβριθέστε
ρον προσφερόμενος πειθηνίους τε παραυτίκα δεί
κνυσι καὶ συνενοι τοῖς λοιποῖς. Οἱ δὴ καὶ κατὰ τὸ
μέγα παλάτιον συναχθέντες, παρόντος μὲν βασι
λέως, παρούσης δ' ἁπάσης συγκλήτου καὶ κλήρος
καὶ μοναχῶν σχεδὸν ἁπάντων καὶ λαώδους οὐκ ὀλί
γῆς μοίρας, συνόντων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν κατὰ Γρη
καὶ γὰρ καὶ οἱ ἀντίθετοι τούτῳ εὐφυῶς ἀπεκρούοντο τὰ τῆς κρίσεως, οὐκ εἰς συμφέρον ἔσεσθαι τοὺς λόγους πολλῶν κινηθέντων διαβεβαιούμενοι, ἔπειθον δὲ βασιλέα πέμπειν καὶ ἀξιοῦν παρέχειν λίβελλον παραιτήσεως. μηδὲ γὰρ εἰς συμφέρον ἔσεσθαι τὴν ἐξέτασιν, αὐτοὺς δ’ ἐντεῦθεν ὁμολογεῖν εὐσεβῆ, καὶ μηδένα τὸν δισταγμὸν ἐπὶ ταῖς σαῖς, φησί, φέρειν δόξαις, μόνον δὲ σκανδαλισθῆναι διὰ τὸ τοῦ Μάρκου γράμμα, ὃ καὶ αὐτὸς σὺ φθάσας πολλάκις ταῖς ἀποβολαῖς δέδωκας ὡς παρὰ τὸ ὀρθὸν συντεθὲν τῆς κοινῆς δόξης τῆς ἐκκλησίας, καὶ διὰ ταῦτα δίκαιον εἶναι βασιλεῖ τε πείθεσθαι τὰ χρηστὰ συμβουλεύοντι καὶ εἰρηνικῶς ἀπαλλάττειν. ταῦτα πολλάκις διεμηνύετο, ἀλλ’ οὐκ ἔπειθε. καί γ’ ἐπὶ πολλοῖς καὶ τὸν τότε κοιαίστορα Χούμνον καὶ τὸν συγγράφοντα συνάμα πέμπων ὁ βασιλεὺς προσέταττε λέγειν καὶ ἀξιοῦν τὰ αὐτὰ παρ’ αὐτοῦ. τυραννεῖσθαι γὰρ τῇ εἰς ἐκεῖνον ἀγάπῃ ἐπὶ τῷ μέχρι τόσου τὴν ἐκκλησίαν κυμαινομένην περιορᾶν, καὶ μηδὲν ἐφεῖναι τοῖς κατ’ ἐκείνου ὥστε καὶ πλέον τι παρὰ τὸ εἰκὸς ἐκκηρύττειν, ἀλλ’ ὀρθόδοξον ἡγεῖσθαι πείθειν καὶ ἑτοίμως σπένδεσθαι τοῦ σκανδάλου παραιρεθέντος·
λαγεῖν εὐσεβῆ τὸν Γρηγόριον, ὡς μηδ' ἐκ τοῦ τόμου ή προφοράς παύεσθαι, μιᾷ νυκτῶν συγκαλέσας καὶ
τόσον σκανδαλισθέντας ὅσον ἐκ τοῦ τοῦ μοναχοῦ
Μάρκου γράμματος, μόνον ἐκεῖνον ἕτοιμον εἶναι
ἠξίουν παρέχειν τὸν τῆς παραιτήσεως λίβελλον. Καὶ
ἤθελον τοῦτο, εἰ οἷόν τ᾽ ἦν, πληροφορεῖν καὶ γράμ
ματι τὸν Γρηγόριον. Ὁ δὲ πέμψαντος τοῦ βασιλέως
λόγοις ἐπληροφόρει Θεοῦ ἐναντίον, ὡς ἔλεγε, μὴ
φθάσαι τούτους ὁμολογεῖν ἐκείνῳ τὸ σέβας, κἀκεῖνον
διδόναι τὸ τῆς παραιτήσεως ἔγγραφον. Οἱ μὲν οὖν
περὶ τὸν Ἐφέσου οὐδ᾽ ὅλως οὔτε τὸν λόγον ἐδέχοντο
οὐδὲ τὸ πρᾶγμα εύσχημον ἔκρινον· οἱ δὲ περὶ τὸν
Φιλαδελφείας καὶ μάλα τὸν λόγον ἔνορκον εἶχον ὡς
ἐναντίον γίνεσθαι λεγόμενον τοῦ Θεοῦ, κἂν μεταβά
λοι τὴν γνώμην ἐκεῖνος, αὐτοὺς ἔχειν τούντεῦθεν
δύναμιν καθαιρεῖν ὡς ἐπιορκίας αλόντα διεβεβαίουν.
Τῶν γοῦν περὶ τὸν Ἐφέσου τε καὶ Κυζίκου μηδ'
ὅλως καταδεχομένων τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, ἀλλὰ
κρίνειν θελόντων ἂν εἰδέναι ἔλεγον ἁλισκόμενον, ὁ
βασιλεὺς πρὸς ἐκείνους λέγων καὶ μὴ πείθων, ἐπεὶ
ἑώρα ἀνασοβουμένην τὴν θήραν ἐπὶ τῷ μηδὲν τὰς
περὶ τῶν προκειμένων οὐκ ὀλίγα διεξελθών, τέλος
μὴ πειθομένοις οργίζεται, σκληρότητα σφίσιν ὄνει
δίζων καὶ ἀνοικονομησίαν ὡς ἀναταράσσειν ἀεὶ τὴν
Ἐκκλησίαν ὀρεγομένοις καὶ ἀνεγείρειν κλύδωνας
μήπω κατευνασθέντας τέλεον. Κακείνους μὲν καὶ
ἄμφω ἀπὸ προσώπου ποιεῖται, ἐπισκήψας σφίσι
μετ' εμβριθείας ἐγκλεισθῆναί τε ταῖς καταμοναῖς
καὶ ἀπροΐτους μένειν, ἕως οὗ ἀποκαταστάντος παι
τριάρχου τῇ Ἐκκλησίᾳ τὰ κατ' αὐτοὺς ἐξετασθή
σονται, καὶ μᾶλλον τὰ κατὰ τὸν Ἐφέσου, ἐπεί γε
καὶ ἔφθασε γράψας Ασιανοῖς κατὰ Γρηγορίου τὰ
χείριστα. Καὶ τοὺς μὲν οὕτως ἀποπεμψάμενος δ
κρατῶν, τοῖς σὺν ἐκείνοις μονωθείσιν εμβριθέστε
ρον προσφερόμενος πειθηνίους τε παραυτίκα δεί
κνυσι καὶ συνενοι τοῖς λοιποῖς. Οἱ δὴ καὶ κατὰ τὸ
μέγα παλάτιον συναχθέντες, παρόντος μὲν βασι
λέως, παρούσης δ' ἁπάσης συγκλήτου καὶ κλήρος
καὶ μοναχῶν σχεδὸν ἁπάντων καὶ λαώδους οὐκ ὀλί
γῆς μοίρας, συνόντων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν κατὰ Γρη
τὸ δ’ ἔσται πάντως, εἰ μετ’ εἰρήνης παραιτοῖτο. ταῦτ’ ἔλεγε βασιλεύς, ἀπειρηκὼς ἤδη πρὸς τὸ τῶν πολλῶν σκάνδαλον. ἀλλ’ ἀκούων ἐκεῖνος τότε πολὺς ἦν ἀλύων, εἴπερ ἀναφανδὰ μὲν ἐφ’ αἱρέσει τοῦτον διεκωμῴδησαν, κρυφὰ δὲ ὡς ὀρθοδοξοῦντα δέχονται. διὰ τοῦτο καὶ τὴν ὁμολογίαν ἐζήτει ταύτην κοινῇ παρ’ αὐτῶν γενέσθαι, συναχθείσης τῆς πολιτείας ἅμα συγκλήτῳ καὶ βασιλεῖ, μηδὲ τῶν ἐκκρίτων μοναχῶν ἀπόντων. 8. Ταῦτα ζητοῦντος ἐκείνου ὡς αὐτίκα καὶ τὴν παραίτησιν δώσοντος, σκέψις ἦν μεγίστη, καὶ σχίσμα μέγα μεταξὺ τῶν ἀπ’ ἐκείνου σχιζομένων ἐγένετο, τῶν μὲν μηδ’ ἀνεχομένων ὁμολογεῖν ἐκεῖνον ὀρθοσεβῆ, ὡς εἰ ὁμολογοῖεν, παρευθὺς ἐγκαθιστᾶν τῷ θρόνῳ καὶ ἄκοντας, καὶ τοῦ αἰτίου λυθέντος αὐτὸν ἔχειν τὸ ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐπιτιμᾶν ἀδικοῦσι καὶ τῆς ἀξίας ἐπιλαμβάνεσθαι. ἦσαν δ’ οὗτοι οἱ περί τε τὸν Ἐφέσου καὶ τὸν Κυζίκου, οἳ δὴ καὶ μᾶλλον δεῖν ἔλεγον κρίνεσθαι τὸν Γρηγόριον, καὶ σφᾶς τὸ ἀποβησόμενον δέχεσθαι, μηδ’ ἐπειλύειν τὴν κάκην, μηδ’ ἄλλα κεύθοντας ἄλλα βάζειν, οἰκονομοῦντας.
λαγεῖν εὐσεβῆ τὸν Γρηγόριον, ὡς μηδ' ἐκ τοῦ τόμου ή προφοράς παύεσθαι, μιᾷ νυκτῶν συγκαλέσας καὶ
τόσον σκανδαλισθέντας ὅσον ἐκ τοῦ τοῦ μοναχοῦ
Μάρκου γράμματος, μόνον ἐκεῖνον ἕτοιμον εἶναι
ἠξίουν παρέχειν τὸν τῆς παραιτήσεως λίβελλον. Καὶ
ἤθελον τοῦτο, εἰ οἷόν τ᾽ ἦν, πληροφορεῖν καὶ γράμ
ματι τὸν Γρηγόριον. Ὁ δὲ πέμψαντος τοῦ βασιλέως
λόγοις ἐπληροφόρει Θεοῦ ἐναντίον, ὡς ἔλεγε, μὴ
φθάσαι τούτους ὁμολογεῖν ἐκείνῳ τὸ σέβας, κἀκεῖνον
διδόναι τὸ τῆς παραιτήσεως ἔγγραφον. Οἱ μὲν οὖν
περὶ τὸν Ἐφέσου οὐδ᾽ ὅλως οὔτε τὸν λόγον ἐδέχοντο
οὐδὲ τὸ πρᾶγμα εύσχημον ἔκρινον· οἱ δὲ περὶ τὸν
Φιλαδελφείας καὶ μάλα τὸν λόγον ἔνορκον εἶχον ὡς
ἐναντίον γίνεσθαι λεγόμενον τοῦ Θεοῦ, κἂν μεταβά
λοι τὴν γνώμην ἐκεῖνος, αὐτοὺς ἔχειν τούντεῦθεν
δύναμιν καθαιρεῖν ὡς ἐπιορκίας αλόντα διεβεβαίουν.
Τῶν γοῦν περὶ τὸν Ἐφέσου τε καὶ Κυζίκου μηδ'
ὅλως καταδεχομένων τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, ἀλλὰ
κρίνειν θελόντων ἂν εἰδέναι ἔλεγον ἁλισκόμενον, ὁ
βασιλεὺς πρὸς ἐκείνους λέγων καὶ μὴ πείθων, ἐπεὶ
ἑώρα ἀνασοβουμένην τὴν θήραν ἐπὶ τῷ μηδὲν τὰς
περὶ τῶν προκειμένων οὐκ ὀλίγα διεξελθών, τέλος
μὴ πειθομένοις οργίζεται, σκληρότητα σφίσιν ὄνει
δίζων καὶ ἀνοικονομησίαν ὡς ἀναταράσσειν ἀεὶ τὴν
Ἐκκλησίαν ὀρεγομένοις καὶ ἀνεγείρειν κλύδωνας
μήπω κατευνασθέντας τέλεον. Κακείνους μὲν καὶ
ἄμφω ἀπὸ προσώπου ποιεῖται, ἐπισκήψας σφίσι
μετ' εμβριθείας ἐγκλεισθῆναί τε ταῖς καταμοναῖς
καὶ ἀπροΐτους μένειν, ἕως οὗ ἀποκαταστάντος παι
τριάρχου τῇ Ἐκκλησίᾳ τὰ κατ' αὐτοὺς ἐξετασθή
σονται, καὶ μᾶλλον τὰ κατὰ τὸν Ἐφέσου, ἐπεί γε
καὶ ἔφθασε γράψας Ασιανοῖς κατὰ Γρηγορίου τὰ
χείριστα. Καὶ τοὺς μὲν οὕτως ἀποπεμψάμενος δ
κρατῶν, τοῖς σὺν ἐκείνοις μονωθείσιν εμβριθέστε
ρον προσφερόμενος πειθηνίους τε παραυτίκα δεί
κνυσι καὶ συνενοι τοῖς λοιποῖς. Οἱ δὴ καὶ κατὰ τὸ
μέγα παλάτιον συναχθέντες, παρόντος μὲν βασι
λέως, παρούσης δ' ἁπάσης συγκλήτου καὶ κλήρος
καὶ μοναχῶν σχεδὸν ἁπάντων καὶ λαώδους οὐκ ὀλί
γῆς μοίρας, συνόντων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν κατὰ Γρη
τῶν δὲ τρόποις οἰκονομίας νευόντων ὁμολογεῖν εὐσεβῆ τὸν Γρηγόριον, ὡς μηδ’ ἐκ τοῦ τόμου τόσον σκανδαλισθέντας ὅσον ἐκ τοῦ τοῦ μοναχοῦ Μάρκου γράμματος, μόνον ἐκεῖνον ἕτοιμον εἶναι ἠξίουν παρέχειν τὸν τῆς παραιτήσεως λίβελλον. καὶ ἤθελον τοῦτο, εἰ οἷόν τ’ ἦν, πληροφορεῖν καὶ γράμμασι τὸν Γρηγόριον. ὁ δὲ πέμψαντος τοῦ βασιλέως λόγοις ἐπληροφόρει θεοῦ ἐναντίον, ὡς ἔλεγε, μὴ φθάσαι τούτους ὁμολογεῖν ἐκείνῳ τὸ σέβας, κἀκεῖνον διδόναι τὸ τῆς παραιτήσεως ἔγγραφον. οἱ μὲν οὖν περὶ τὸν Ἐφέσου οὐδ’ ὅλως οὔτε τὸν λόγον ἐδέχοντο οὐδὲ τὸ πρᾶγμα εὔσχημον ἔκρινον· οἱ δὲ περὶ τὸν Φιλαδελφείας καὶ μάλα τὸν λόγον ἔνορκον εἶχον ὡς ἐναντίον γίνεσθαι λεγόμενον τοῦ θεοῦ, κἂν μεταβάλοι τὴν γνώμην ἐκεῖνος, αὐτοὺς ἔχειν τοὐντεῦθεν δύναμιν καθαιρεῖν ὡς ἐπιορκίας ἁλόντα διεβεβαίουν.
λαγεῖν εὐσεβῆ τὸν Γρηγόριον, ὡς μηδ' ἐκ τοῦ τόμου ή προφοράς παύεσθαι, μιᾷ νυκτῶν συγκαλέσας καὶ
τόσον σκανδαλισθέντας ὅσον ἐκ τοῦ τοῦ μοναχοῦ
Μάρκου γράμματος, μόνον ἐκεῖνον ἕτοιμον εἶναι
ἠξίουν παρέχειν τὸν τῆς παραιτήσεως λίβελλον. Καὶ
ἤθελον τοῦτο, εἰ οἷόν τ᾽ ἦν, πληροφορεῖν καὶ γράμ
ματι τὸν Γρηγόριον. Ὁ δὲ πέμψαντος τοῦ βασιλέως
λόγοις ἐπληροφόρει Θεοῦ ἐναντίον, ὡς ἔλεγε, μὴ
φθάσαι τούτους ὁμολογεῖν ἐκείνῳ τὸ σέβας, κἀκεῖνον
διδόναι τὸ τῆς παραιτήσεως ἔγγραφον. Οἱ μὲν οὖν
περὶ τὸν Ἐφέσου οὐδ᾽ ὅλως οὔτε τὸν λόγον ἐδέχοντο
οὐδὲ τὸ πρᾶγμα εύσχημον ἔκρινον· οἱ δὲ περὶ τὸν
Φιλαδελφείας καὶ μάλα τὸν λόγον ἔνορκον εἶχον ὡς
ἐναντίον γίνεσθαι λεγόμενον τοῦ Θεοῦ, κἂν μεταβά
λοι τὴν γνώμην ἐκεῖνος, αὐτοὺς ἔχειν τούντεῦθεν
δύναμιν καθαιρεῖν ὡς ἐπιορκίας αλόντα διεβεβαίουν.
Τῶν γοῦν περὶ τὸν Ἐφέσου τε καὶ Κυζίκου μηδ'
ὅλως καταδεχομένων τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, ἀλλὰ
κρίνειν θελόντων ἂν εἰδέναι ἔλεγον ἁλισκόμενον, ὁ
βασιλεὺς πρὸς ἐκείνους λέγων καὶ μὴ πείθων, ἐπεὶ
ἑώρα ἀνασοβουμένην τὴν θήραν ἐπὶ τῷ μηδὲν τὰς
περὶ τῶν προκειμένων οὐκ ὀλίγα διεξελθών, τέλος
μὴ πειθομένοις οργίζεται, σκληρότητα σφίσιν ὄνει
δίζων καὶ ἀνοικονομησίαν ὡς ἀναταράσσειν ἀεὶ τὴν
Ἐκκλησίαν ὀρεγομένοις καὶ ἀνεγείρειν κλύδωνας
μήπω κατευνασθέντας τέλεον. Κακείνους μὲν καὶ
ἄμφω ἀπὸ προσώπου ποιεῖται, ἐπισκήψας σφίσι
μετ' εμβριθείας ἐγκλεισθῆναί τε ταῖς καταμοναῖς
καὶ ἀπροΐτους μένειν, ἕως οὗ ἀποκαταστάντος παι
τριάρχου τῇ Ἐκκλησίᾳ τὰ κατ' αὐτοὺς ἐξετασθή
σονται, καὶ μᾶλλον τὰ κατὰ τὸν Ἐφέσου, ἐπεί γε
καὶ ἔφθασε γράψας Ασιανοῖς κατὰ Γρηγορίου τὰ
χείριστα. Καὶ τοὺς μὲν οὕτως ἀποπεμψάμενος δ
κρατῶν, τοῖς σὺν ἐκείνοις μονωθείσιν εμβριθέστε
ρον προσφερόμενος πειθηνίους τε παραυτίκα δεί
κνυσι καὶ συνενοι τοῖς λοιποῖς. Οἱ δὴ καὶ κατὰ τὸ
μέγα παλάτιον συναχθέντες, παρόντος μὲν βασι
λέως, παρούσης δ' ἁπάσης συγκλήτου καὶ κλήρος
καὶ μοναχῶν σχεδὸν ἁπάντων καὶ λαώδους οὐκ ὀλί
γῆς μοίρας, συνόντων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν κατὰ Γρη
τῶν γοῦν περὶ τὸν Ἐφέσου τε καὶ Κυζίκου μηδ’ ὅλως καταδεχομένων τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, ἀλλὰ κρίνειν θελόντων ὃν εἰδέναι ἔλεγον ἁλισκόμενον, ὁ βασιλεὺς πρὸς ἐκείνους λέγων καὶ μὴ πείθων, ἐπεὶ ἑώρα ἀνασοβουμένην τὴν θήραν ἐπὶ τῷ μηδὲν τὰς προφορὰς παύεσθαι, μιᾷ νυκτῶν συγκαλέσας καὶ περὶ τῶν προκειμένων οὐκ ὀλίγα διεξελθών, τέλος μὴ πειθομένοις ὀργίζεται, σκληρότητα σφίσιν ὀνειδίζων καὶ ἀνοικονομησίαν ὡς ἀναταράσσειν ἀεὶ τὴν ἐκκλησίαν ὀρεγομένοις καὶ ἀνεγείρειν κλύδωνας μήπω κατευνασθέντας τέλεον. κἀκείνους μὲν καὶ ἄμφω ἀπὸ προσώπου ποιεῖται, ἐπισκήψας σφίσι μετ’ ἐμβριθείας ἐγκλεισθῆναί τε ταῖς καταμοναῖς καὶ ἀπροί̈- τους μένειν, ἕως οὗ ἀποκαταστάντος πατριάρχου τῇ ἐκκλησίᾳ τὰ κατ’ αὐτοὺς ἐξετασθήσονται, καὶ μᾶλλον τὰ κατὰ τὸν Ἐφέσου, ἐπεί γε καὶ ἔφθασε γράψας Ἀσιανοῖς κατὰ Γρηγορίου τὰ χείριστα. καὶ τοὺς μὲν οὕτως ἀποπεμψάμενος ὁ κρατῶν, τοῖς σὺν ἐκείνοις μονωθεῖσιν ἐμβριθέστερον προσφερόμενος πειθηνίους τε παραυτίκα δείκνυσι καὶ συνενοῖ τοῖς λοιποῖς.
λαγεῖν εὐσεβῆ τὸν Γρηγόριον, ὡς μηδ' ἐκ τοῦ τόμου ή προφοράς παύεσθαι, μιᾷ νυκτῶν συγκαλέσας καὶ
τόσον σκανδαλισθέντας ὅσον ἐκ τοῦ τοῦ μοναχοῦ
Μάρκου γράμματος, μόνον ἐκεῖνον ἕτοιμον εἶναι
ἠξίουν παρέχειν τὸν τῆς παραιτήσεως λίβελλον. Καὶ
ἤθελον τοῦτο, εἰ οἷόν τ᾽ ἦν, πληροφορεῖν καὶ γράμ
ματι τὸν Γρηγόριον. Ὁ δὲ πέμψαντος τοῦ βασιλέως
λόγοις ἐπληροφόρει Θεοῦ ἐναντίον, ὡς ἔλεγε, μὴ
φθάσαι τούτους ὁμολογεῖν ἐκείνῳ τὸ σέβας, κἀκεῖνον
διδόναι τὸ τῆς παραιτήσεως ἔγγραφον. Οἱ μὲν οὖν
περὶ τὸν Ἐφέσου οὐδ᾽ ὅλως οὔτε τὸν λόγον ἐδέχοντο
οὐδὲ τὸ πρᾶγμα εύσχημον ἔκρινον· οἱ δὲ περὶ τὸν
Φιλαδελφείας καὶ μάλα τὸν λόγον ἔνορκον εἶχον ὡς
ἐναντίον γίνεσθαι λεγόμενον τοῦ Θεοῦ, κἂν μεταβά
λοι τὴν γνώμην ἐκεῖνος, αὐτοὺς ἔχειν τούντεῦθεν
δύναμιν καθαιρεῖν ὡς ἐπιορκίας αλόντα διεβεβαίουν.
Τῶν γοῦν περὶ τὸν Ἐφέσου τε καὶ Κυζίκου μηδ'
ὅλως καταδεχομένων τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, ἀλλὰ
κρίνειν θελόντων ἂν εἰδέναι ἔλεγον ἁλισκόμενον, ὁ
βασιλεὺς πρὸς ἐκείνους λέγων καὶ μὴ πείθων, ἐπεὶ
ἑώρα ἀνασοβουμένην τὴν θήραν ἐπὶ τῷ μηδὲν τὰς
περὶ τῶν προκειμένων οὐκ ὀλίγα διεξελθών, τέλος
μὴ πειθομένοις οργίζεται, σκληρότητα σφίσιν ὄνει
δίζων καὶ ἀνοικονομησίαν ὡς ἀναταράσσειν ἀεὶ τὴν
Ἐκκλησίαν ὀρεγομένοις καὶ ἀνεγείρειν κλύδωνας
μήπω κατευνασθέντας τέλεον. Κακείνους μὲν καὶ
ἄμφω ἀπὸ προσώπου ποιεῖται, ἐπισκήψας σφίσι
μετ' εμβριθείας ἐγκλεισθῆναί τε ταῖς καταμοναῖς
καὶ ἀπροΐτους μένειν, ἕως οὗ ἀποκαταστάντος παι
τριάρχου τῇ Ἐκκλησίᾳ τὰ κατ' αὐτοὺς ἐξετασθή
σονται, καὶ μᾶλλον τὰ κατὰ τὸν Ἐφέσου, ἐπεί γε
καὶ ἔφθασε γράψας Ασιανοῖς κατὰ Γρηγορίου τὰ
χείριστα. Καὶ τοὺς μὲν οὕτως ἀποπεμψάμενος δ
κρατῶν, τοῖς σὺν ἐκείνοις μονωθείσιν εμβριθέστε
ρον προσφερόμενος πειθηνίους τε παραυτίκα δεί
κνυσι καὶ συνενοι τοῖς λοιποῖς. Οἱ δὴ καὶ κατὰ τὸ
μέγα παλάτιον συναχθέντες, παρόντος μὲν βασι
λέως, παρούσης δ' ἁπάσης συγκλήτου καὶ κλήρος
καὶ μοναχῶν σχεδὸν ἁπάντων καὶ λαώδους οὐκ ὀλί
γῆς μοίρας, συνόντων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν κατὰ Γρη
οἳ δὴ καὶ κατὰ τὸ μέγα παλάτιον συναχθέντες, παρόντος μὲν βασιλέως παρούσης δ’ ἁπάσης συγκλήτου καὶ κλήρου καὶ μοναχῶν σχεδὸν ἁπάντων καὶ λαώδους οὐκ ὀλίγης μοίρας, συνόντων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν κατὰ Γρηγορίου τὴν ἀρχὴν ὁρμησάντων, σταθεὶς ὁ Φιλαδελφείας Θεόληπτος πολλῶν τῶν κατὰ Γρηγορίου στομάτων μία γλῶσσα γίνεται, καὶ ἀνακηρύττει παρόντα τὸν πατριάρχην ὀρθόδοξον, ἅπαν δ’ ἐκεῖνο σκάνδαλον καὶ πᾶσαν τὴν ἀπ’ ἐκείνου ἀποστασίαν τῷ τοῦ Μάρκου γράμματι ἀνετίθει ὡς ἐκεῖθεν ἀνεγηγερμένων τῶν ταραχῶν, οὗ δὴ καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ πατριάρχου ἀποβληθέντος ἐκείνους μηδένα ἔχειν τὸν δισταγμὸν ἐπ’ αὐτῷ τοῦ μὴ ὀρθόδοξον ἔχειν διωμολόγει. ταῦτα λέξας τε καὶ πλατύνας ἐπίτηδες τῶν ἄλλων ἑστώτων ἐν σιωπῇ καταπαύει τὸν λόγον. [] ὁ δέ γε Γρηγόριος βασιλεῖ συνταξάμενος καὶ τοῖς συνειλεγμένοις, καὶ τὰ εἰκότα δεξιωσάμενος, ἐκεῖθεν ἀπαίρει, καὶ ἐπὶ σχολῆς τῇ ὑστεραίᾳ συντάττει τὸν τῆς αὐτοῦ παραιτήσεως λίβελλον, ἔχοντα ἐπὶ λέξεως οὕτως.
λαγεῖν εὐσεβῆ τὸν Γρηγόριον, ὡς μηδ' ἐκ τοῦ τόμου ή προφοράς παύεσθαι, μιᾷ νυκτῶν συγκαλέσας καὶ
τόσον σκανδαλισθέντας ὅσον ἐκ τοῦ τοῦ μοναχοῦ
Μάρκου γράμματος, μόνον ἐκεῖνον ἕτοιμον εἶναι
ἠξίουν παρέχειν τὸν τῆς παραιτήσεως λίβελλον. Καὶ
ἤθελον τοῦτο, εἰ οἷόν τ᾽ ἦν, πληροφορεῖν καὶ γράμ
ματι τὸν Γρηγόριον. Ὁ δὲ πέμψαντος τοῦ βασιλέως
λόγοις ἐπληροφόρει Θεοῦ ἐναντίον, ὡς ἔλεγε, μὴ
φθάσαι τούτους ὁμολογεῖν ἐκείνῳ τὸ σέβας, κἀκεῖνον
διδόναι τὸ τῆς παραιτήσεως ἔγγραφον. Οἱ μὲν οὖν
περὶ τὸν Ἐφέσου οὐδ᾽ ὅλως οὔτε τὸν λόγον ἐδέχοντο
οὐδὲ τὸ πρᾶγμα εύσχημον ἔκρινον· οἱ δὲ περὶ τὸν
Φιλαδελφείας καὶ μάλα τὸν λόγον ἔνορκον εἶχον ὡς
ἐναντίον γίνεσθαι λεγόμενον τοῦ Θεοῦ, κἂν μεταβά
λοι τὴν γνώμην ἐκεῖνος, αὐτοὺς ἔχειν τούντεῦθεν
δύναμιν καθαιρεῖν ὡς ἐπιορκίας αλόντα διεβεβαίουν.
Τῶν γοῦν περὶ τὸν Ἐφέσου τε καὶ Κυζίκου μηδ'
ὅλως καταδεχομένων τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, ἀλλὰ
κρίνειν θελόντων ἂν εἰδέναι ἔλεγον ἁλισκόμενον, ὁ
βασιλεὺς πρὸς ἐκείνους λέγων καὶ μὴ πείθων, ἐπεὶ
ἑώρα ἀνασοβουμένην τὴν θήραν ἐπὶ τῷ μηδὲν τὰς
περὶ τῶν προκειμένων οὐκ ὀλίγα διεξελθών, τέλος
μὴ πειθομένοις οργίζεται, σκληρότητα σφίσιν ὄνει
δίζων καὶ ἀνοικονομησίαν ὡς ἀναταράσσειν ἀεὶ τὴν
Ἐκκλησίαν ὀρεγομένοις καὶ ἀνεγείρειν κλύδωνας
μήπω κατευνασθέντας τέλεον. Κακείνους μὲν καὶ
ἄμφω ἀπὸ προσώπου ποιεῖται, ἐπισκήψας σφίσι
μετ' εμβριθείας ἐγκλεισθῆναί τε ταῖς καταμοναῖς
καὶ ἀπροΐτους μένειν, ἕως οὗ ἀποκαταστάντος παι
τριάρχου τῇ Ἐκκλησίᾳ τὰ κατ' αὐτοὺς ἐξετασθή
σονται, καὶ μᾶλλον τὰ κατὰ τὸν Ἐφέσου, ἐπεί γε
καὶ ἔφθασε γράψας Ασιανοῖς κατὰ Γρηγορίου τὰ
χείριστα. Καὶ τοὺς μὲν οὕτως ἀποπεμψάμενος δ
κρατῶν, τοῖς σὺν ἐκείνοις μονωθείσιν εμβριθέστε
ρον προσφερόμενος πειθηνίους τε παραυτίκα δεί
κνυσι καὶ συνενοι τοῖς λοιποῖς. Οἱ δὴ καὶ κατὰ τὸ
μέγα παλάτιον συναχθέντες, παρόντος μὲν βασι
λέως, παρούσης δ' ἁπάσης συγκλήτου καὶ κλήρος
καὶ μοναχῶν σχεδὸν ἁπάντων καὶ λαώδους οὐκ ὀλί
γῆς μοίρας, συνόντων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν κατὰ Γρη
PG 144:145ἐμὲ προυβίβασαν εἰς τὸν θρόνον τὸν πατριαρχικὸν καὶ εἰς τὸ τῆς ὑψηλῆς ταύτης ἀρχιερωσύνης ἀξίωμα οὔτε αἱ ἐμαυτοῦ σπουδαὶ οὔτε τῶν ἐμῶν φίλων συνάρσεις, ἀλλ’ ἀνῄειν ὡς οἶδε μόνος θεός. ἐπεὶ δὲ τοῦτο γέγονε καὶ διετέλεσα ἔτος ἕκτον ἤδη καὶ πρὸς εἰς τόδε τὸ λειτούργημα, πάντα ἐποίουν καὶ ἔλεγον ὥστε καὶ τοὺς σκανδαλιζομένους καὶ τῆς ἐκκλησίας ἀποδιισταμένους εἰς εἰρήνην ἀγαγεῖν καὶ ἑνῶσαι αὐτῇ. ἀλλὰ τὸ σπούδασμα τοῦτο εἰς τοὐναντίον ἢ ἐγὼ ἐβουλόμην προέβαινεν, ὥστε καὶ ἐβόων τινὲς ὡς οὐκ ἂν ἡ εὐκταία αὕτη εἰρήνη γένοιτο, εἰ μὴ ἐγὼ τὸ πατριαρχεῖον καταλιπὼν ἐκ τοῦ μέσου γενοίμην. οὐκ ἠνεσχόμην ἐπὶ χώρας μένειν, οὕτως ἐναντίως ὁρῶν τὰ τῆς ἐκκλησίας ἔχοντα, ἀλλ’ ἠγάπησα μᾶλλον σπενδομένους τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ ἀλλήλοις τοὺς σκανδαλιζομένους ὁρᾶν ἢ ἐμαυτῷ τὴν τοιαύτην κατέχειν ἀρχήν.
γορίου τὴν ἀρχὴν ὁρμησάντων, [Ρ 87] σταθεὶς ὁ Φι- εἰς τοὐναντίον ἢ ἐγὼ ἐβουλόμην προέβαινεν, ὥστε
λαδελφείας Θεόληπτος πολλῶν τῶν κατὰ Γρηγορίου
στομάτων μία γλῶσσα γίνεται, καὶ ἀνακηρύττει
παρόντα τὸν πατριάρχην ὀρθόδοξον, ἅπαν δ' ἐκεῖνο
σκάνδαλον καὶ πᾶσαν τὴν ἀπ' ἐκείνου ἀποστασίαν
τῷ τοῦ Μάρκου γράμματι ἀνετίθει ὡς ἐκεῖθεν ἀνε
γηγερμένων τῶν ταραχῶν, οὗ δὴ καὶ παρ' αὐτοῦ τοῦ
πατριάρχου ἀποβληθέντος ἐκείνους μηδένα ἔχειν τὸν
δισταγμὸν ἐπ' αὐτῷ τοῦ μὴ ὀρθόδοξον ἔχειν διωμο
λέγει. Ταῦτα λέξας τε καὶ πλατύνας επίτηδες τῶν
ἄλλων ἐστώτων ἐν σιωπῇ καταπαύει τὸν λόγον.
θ'. Λίβελλος παραιτήσεως ἐπὶ τῷ θρόνῳ τοῦ
Γρηγορίου.
Ο δέ γε Γρηγόριος βασιλεῖ συνταξάμενος καὶ τοῖς
συνειλεγμένοις, καὶ τὰ εἰκότα δεξιωσάμενος, ἐκεῖ
θεν ἀπαίρει, καὶ ἐπὶ σχολῆς τῇ ὑστεραίᾳ συντάττει
τὸν τῆς αὐτοῦ παραιτήσεως λίβελλον, ἔχοντα ἐπὶ
λέξεως οὕτως·· Ἐμὲ προὐβίβασαν εἰς τὸν θρόνον
τὸν πατριαρχικὸν καὶ εἰς τὸ τῆς ὑψηλῆς ταύτης ἀρ
χιερωσύνης ἀξίωμα οὔτε αἱ ἐμαυτοῦ σπουδαὶ οὔτε
τῶν ἐμῶν φίλων συνάρσεις, ἀλλ' ἀνῄειν ὡς οἶδε μός
νας Θεός. [Ρ. 88] Ἐπεὶ δὲ τοῦτο γέγονε καὶ διετέλεσα
Έτος Εκτον ήδη καὶ πρὸς εἰς τόδε τὸ λειτούργημα,
πάντα ἐποίουν καὶ ἔλεγον ὥστε καὶ τοὺς σκανδαλιζομέ
νους καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀποδιισταμένους εἰς εἰρήνην
ἀγαγεῖν καὶ ἐνῶσαι αὐτῇ. ᾿Αλλὰ τὸ σπούδασμα τοῦτο
καὶ ἐβόων τινὲς ὡς οὐκ ἂν ἡ εἰκταία αὕτη εἰρήνη
γένοιτο, εἰ μὴ ἐγὼ τὸ πατριαρχεῖον καταλιπὼν ἐκ
τοῦ μέσου γενοίμην. Οὐκ ήνεσχόμην ἐπὶ χώρας μέσ
νειν, οὕτως ἐναντίως ὁρῶν τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἔχοντα,
ἀλλ' ἀγάπησα μᾶλλον σπευδομένους τῇ Ἐκκλησία
καὶ ἀλλήλοις τοὺς σκανδαλιζομένους ὁρᾶν ἢ ἐμαυτῷ
τὴν τοιαύτην κατέχειν ἀρχήν. Ενθεν τοι καὶ διὰ τὴν
αὐτῶν τούτων ἐν Θεῷ εἰρήνην καὶ τὴν τῶν ψυχο
βλαβῶν σκανδάλων ἀργίαν παραίτησιν ποιοῦμαι τοῦ
θρόνου τοῦ πατριαρχικοῦ καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς πα
τριαρχικῆς καὶ τοῦ ἀξιώματος, οὐ μέντοι γε καὶ τῆς
ἱερωσύνης, ἐπεὶ ταύτην ἐλεοῦντός με τοῦ Θεοῦ φυ
λάξω ἐμαυτοῦ διὰ βίου παντὸς, ὅτι καὶ διὰ μόνην τῶν
πολλῶν εἰρήνην καὶ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν αὐτῶν
ἕνωσιν ποιοῦμαι τὴν τοιαύτην παραίτησιν, οὐ μὴν
ὅτι ἐμαυτῷ σύνοιδά τι πράξαντι ἀπεῖργον τῆς ἱερω
σύνης ἐμέ. Ἔνθεν τοι καὶ ἔξεστι τοῦ λοιποῦ σὺν
εὐδοκία Θεοῦ ἄλλον ἐκλέξασθαι πατριάρχην καὶ εἰς
τὸν θρόνον τὸν πατριαρχικὸν καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην
ταύτην ἀναβιβάσαι, ὃς ἂν καὶ ὑπὸ Θεῷ συμμάχω
καὶ βοηθῷ, ὅσα καὶ κανονικὸς πατριάρχης καὶ γνήσ
σιος ἀρχιερεὺς, εἰς ἓν τὰ διεστῶτα τῆς Ἐκκλησίας
μέρη συνάγειν καὶ ἐπισυνάπτειν δυνήσεται. Καὶ
γένοιτο τοῦτο οἰκτιρμοῖς τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σω
τῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δυσωπουμένου ταῖς
ἔνθεν τοι καὶ διὰ τὴν αὐτῶν τούτων ἐν θεῷ εἰρήνην καὶ τὴν τῶν ψυχοβλαβῶν σκανδάλων ἀργίαν παραίτησιν ποιοῦμαι τοῦ θρόνου τοῦ πατριαρχικοῦ καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς πατριαρχικῆς καὶ τοῦ ἀξιώματος, οὐ μέντοι γε καὶ τῆς ἱερωσύνης, ἐπεὶ ταύτην ἐλεοῦντός με τοῦ θεοῦ φυλάξω ἐμαυτοῦ διὰ βίου παντός, ὅτι καὶ διὰ μόνην τῶν πολλῶν εἰρήνην καὶ πρὸς τὴν ἐκκλησίαν αὐτῶν ἕνωσιν ποιοῦμαι τὴν τοιαύτην παραίτησιν, οὐ μὴν ὅτι ἐμαυτῷ σύνοιδά τι πράξαντι ἀπεῖργον τῆς ἱερωσύνης ἐμέ. ἔνθεν τοι καὶ ἔξεστι τοῦ λοιποῦ σὺν εὐδοκίᾳ θεοῦ ἄλλον ἐκλέξασθαι πατριάρχην καὶ εἰς τὸν θρόνον τὸν πατριαρχικὸν καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην ταύτην ἀναβιβάσαι, ὃς ἂν καὶ ὑπὸ θεῷ συμμάχῳ καὶ βοηθῷ, ὅσα καὶ κανονικὸς πατριάρχης καὶ γνήσιος ἀρχιερεύς, εἰς ἓν τὰ διεστῶτα τῆς ἐκκλησίας μέρη συνάγειν καὶ ἐπισυνάπτειν δυνήσεται. καὶ γένοιτο τοῦτο οἰκτιρμοῖς τοῦ μεγάλου θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δυσωπουμένου ταῖς τῆς πανάγνου δεσποίνης ἡμῶν παρθένου καὶ θεομήτορος καὶ πάντων τῶν ἁγίων πρεσβείαις.
γορίου τὴν ἀρχὴν ὁρμησάντων, [Ρ 87] σταθεὶς ὁ Φι- εἰς τοὐναντίον ἢ ἐγὼ ἐβουλόμην προέβαινεν, ὥστε
λαδελφείας Θεόληπτος πολλῶν τῶν κατὰ Γρηγορίου
στομάτων μία γλῶσσα γίνεται, καὶ ἀνακηρύττει
παρόντα τὸν πατριάρχην ὀρθόδοξον, ἅπαν δ' ἐκεῖνο
σκάνδαλον καὶ πᾶσαν τὴν ἀπ' ἐκείνου ἀποστασίαν
τῷ τοῦ Μάρκου γράμματι ἀνετίθει ὡς ἐκεῖθεν ἀνε
γηγερμένων τῶν ταραχῶν, οὗ δὴ καὶ παρ' αὐτοῦ τοῦ
πατριάρχου ἀποβληθέντος ἐκείνους μηδένα ἔχειν τὸν
δισταγμὸν ἐπ' αὐτῷ τοῦ μὴ ὀρθόδοξον ἔχειν διωμο
λέγει. Ταῦτα λέξας τε καὶ πλατύνας επίτηδες τῶν
ἄλλων ἐστώτων ἐν σιωπῇ καταπαύει τὸν λόγον.
θ'. Λίβελλος παραιτήσεως ἐπὶ τῷ θρόνῳ τοῦ
Γρηγορίου.
Ο δέ γε Γρηγόριος βασιλεῖ συνταξάμενος καὶ τοῖς
συνειλεγμένοις, καὶ τὰ εἰκότα δεξιωσάμενος, ἐκεῖ
θεν ἀπαίρει, καὶ ἐπὶ σχολῆς τῇ ὑστεραίᾳ συντάττει
τὸν τῆς αὐτοῦ παραιτήσεως λίβελλον, ἔχοντα ἐπὶ
λέξεως οὕτως·· Ἐμὲ προὐβίβασαν εἰς τὸν θρόνον
τὸν πατριαρχικὸν καὶ εἰς τὸ τῆς ὑψηλῆς ταύτης ἀρ
χιερωσύνης ἀξίωμα οὔτε αἱ ἐμαυτοῦ σπουδαὶ οὔτε
τῶν ἐμῶν φίλων συνάρσεις, ἀλλ' ἀνῄειν ὡς οἶδε μός
νας Θεός. [Ρ. 88] Ἐπεὶ δὲ τοῦτο γέγονε καὶ διετέλεσα
Έτος Εκτον ήδη καὶ πρὸς εἰς τόδε τὸ λειτούργημα,
πάντα ἐποίουν καὶ ἔλεγον ὥστε καὶ τοὺς σκανδαλιζομέ
νους καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀποδιισταμένους εἰς εἰρήνην
ἀγαγεῖν καὶ ἐνῶσαι αὐτῇ. ᾿Αλλὰ τὸ σπούδασμα τοῦτο
καὶ ἐβόων τινὲς ὡς οὐκ ἂν ἡ εἰκταία αὕτη εἰρήνη
γένοιτο, εἰ μὴ ἐγὼ τὸ πατριαρχεῖον καταλιπὼν ἐκ
τοῦ μέσου γενοίμην. Οὐκ ήνεσχόμην ἐπὶ χώρας μέσ
νειν, οὕτως ἐναντίως ὁρῶν τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἔχοντα,
ἀλλ' ἀγάπησα μᾶλλον σπευδομένους τῇ Ἐκκλησία
καὶ ἀλλήλοις τοὺς σκανδαλιζομένους ὁρᾶν ἢ ἐμαυτῷ
τὴν τοιαύτην κατέχειν ἀρχήν. Ενθεν τοι καὶ διὰ τὴν
αὐτῶν τούτων ἐν Θεῷ εἰρήνην καὶ τὴν τῶν ψυχο
βλαβῶν σκανδάλων ἀργίαν παραίτησιν ποιοῦμαι τοῦ
θρόνου τοῦ πατριαρχικοῦ καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς πα
τριαρχικῆς καὶ τοῦ ἀξιώματος, οὐ μέντοι γε καὶ τῆς
ἱερωσύνης, ἐπεὶ ταύτην ἐλεοῦντός με τοῦ Θεοῦ φυ
λάξω ἐμαυτοῦ διὰ βίου παντὸς, ὅτι καὶ διὰ μόνην τῶν
πολλῶν εἰρήνην καὶ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν αὐτῶν
ἕνωσιν ποιοῦμαι τὴν τοιαύτην παραίτησιν, οὐ μὴν
ὅτι ἐμαυτῷ σύνοιδά τι πράξαντι ἀπεῖργον τῆς ἱερω
σύνης ἐμέ. Ἔνθεν τοι καὶ ἔξεστι τοῦ λοιποῦ σὺν
εὐδοκία Θεοῦ ἄλλον ἐκλέξασθαι πατριάρχην καὶ εἰς
τὸν θρόνον τὸν πατριαρχικὸν καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην
ταύτην ἀναβιβάσαι, ὃς ἂν καὶ ὑπὸ Θεῷ συμμάχω
καὶ βοηθῷ, ὅσα καὶ κανονικὸς πατριάρχης καὶ γνήσ
σιος ἀρχιερεὺς, εἰς ἓν τὰ διεστῶτα τῆς Ἐκκλησίας
μέρη συνάγειν καὶ ἐπισυνάπτειν δυνήσεται. Καὶ
γένοιτο τοῦτο οἰκτιρμοῖς τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σω
τῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δυσωπουμένου ταῖς
PG 144:147ταῦτα γράψας, οὐ μὴν δὲ καὶ ὑπογράψας οὐδ’ ὁτιοῦν, δῆλος ἦν συνεστὼς ἑαυτῷ τὸν θρόνον καὶ εἰς καιρὸν τῆς τιμῆς ἑαυτῷ προμηθούμενος τῷ μήθ’ ὑπογράψαι (ἔδει γὰρ τὸ ὁ χρηματίσας γράψαι) μήτε μὴν αἰτίαν θεῖναι τῆς παραιτήσεως ἄλλην ἢ τῶν σχιζομένων εἰρήνην, ἧς μὴ προβάσης ἄντικρυς, ὡς ἐπίστευεν, αὐτὸν τὴν ἀρχιερωσύνην ἔχοντα αὐτὸν εἶναι καὶ αὖθις τὸν πατριάρχην ἐκ τοῦ ἀκολούθου ξυνέβαινεν· ὁ γὰρ ἐπὶ τῇ ἱερωσύνῃ ἀκαταιτίατος, ἐπὶ δὲ μόνῃ προφανεῖ αἰτίᾳ τὴν τιμὴν παραιτούμενος, δῆλον ὡς τῆς αἰτίας μὴ προβάσης αὐτὸς ἂν εἴη καὶ πάλιν, θέλων μόνον, ὁ τὴν τιμὴν ἀναλαμβάνειν ἄξιος. οἱ μέντοι γε περὶ τὸν βασιλέα, καὶ μᾶλλον ὁ τὰ πάντα κυκῶν Θεόληπτος, μόνον ὅτι γράμμα παραιτήσεως παρὰ τοῦ Γρηγορίου ἐδέχοντο, χάριν εἶχον ἐκείνῳ ὡς ἤδη τὸ πᾶν λαβόντες, καὶ τοὺς ἄλλους ἔπειθον μὴ πολυπραγμονεῖν, μὴ ζητεῖν πλέον, μὴ τὴν ὑπογραφὴν ἀπαιτεῖν, ἀρκεῖσθαι δὲ καὶ μόνῳ τῷ γράμματι οἰκειοχείρῳ γε ὄντι, καί γ’ ἀπαλλαχθέντας οὕτως ἐκέλευον ἀγαπᾶν. Γρηγόριος δὲ καὶ τοῖς ἐκ μακροῦ δυσμεναίνουσιν ἑαυτῷ πέμπων συγχώρησιν διηλλάττετο·
τῆς πανάγνου δεσποίνης ἡμῶν Παρθένου καὶ Θεο- καὶ ταῖς ἐκ μακροῦ δυσμεναίνουσιν ἑαυτῷ πέμπων
μήτορος καὶ πάντων τῶν ἁγίων πρεσβείαις.» Ταῦτα
γράψας, οὐ μὴν δὲ καὶ ὑπογράψας οὐδ᾽ ὁτιοῦν, δῆ
λος ἦν συνεστώς ἑαυτῷ τὸν θρόνον καὶ εἰς καιρὸν τῆς
τιμῆς ἑαυτῷ προμηθούμενος τῷ μήθ' ὑπογράψαι
(Έδει γὰρ τὸ ε ὁ χρηματίσας ο γράψαι) μήτε μὴν
αἰτίαν θεῖναι τῆς παραιτήσεως ἄλλην ἢ τῶν σχιζο
μένων εἰρήνην, ἧς μή προβάσης ἄντικρυς, ὡς ἐπί
στευεν, αὐτὸν τὴν ἀρχιερωσύνην ἔχοντα αὐτὸν εἶναι
καὶ αὖθις τὸν πατριάρχην ἐκ τοῦ ἀκολούθου ξυνέ
βαινεν· ὁ γὰρ ἐπὶ τῇ ἱερωσύνῃ ἀκαταιτίατος, ἐπὶ
δὲ μόνῃ προφανεί αἰτίᾳ τὴν τιμὴν παραιτούμενος,
δῆλον ὡς τῆς αἰτίας μὴ προβάσης αὐτὸς ἂν εἴη καὶ
πάλιν, θέλων μόνον, ὁ τὴν τιμὴν ἀναλαμβάνειν
ἄξιος. [Ρ 89] Οἱ μέντοι γε περὶ τὴν βασιλέα, καὶ
μᾶλλον ὁ τὰ πάντα κυκῶν Θεόληπτος, μόνον ὅτι
γράμμα παραιτήσεως παρὰ τοῦ Γρηγορίου ἐδέχοντο,
χάριν εἶχον ἐκείνῳ ὡς ἤδη τὸ πᾶν λαβόντες, καὶ
τοὺς ἄλλους ἔπειθον μὴ πολυπραγμονεῖν, μὴ ζητεῖν
πλέον, μὴ τὴν ὑπογραφὴν ἀπαιτεῖν, ἀρκεῖσθαι δὲ καὶ
μόνῳ τῷ γράμματι οικειοχειρῳ γε ὄντι, καί γ᾽ ἀπαλ
λαχθέντας οὕτως ἐκέλευον ἀγαπᾷν. Γρηγόριος δὲ
ἡ
συγχώρησιν διηλλάττετο· καὶ τοῖς μὲν ἄλλοις καὶ
δῶρα προσαπέστελλεν, ὅσους ἄρα τῶν κληρικῶν ἐκ
σκανδάλου τοῦ τότε διισταμένους ἀφῃρεῖτο τὰ σιτη
ρέσια.
ι. Αναχώρησις τοῦ πατριάρχου πρὸς τὴν τῆς
Αριστικής.
Τῷ δέ γε Ηρακλείας Γερμανῷ καὶ τῷ Προύσης
Νεοφύτῳ, οὓς δὴ καὶ καθεῖλεν ἐπ' αἰτίαις, τὸν μὲν
Γερμανόν, ὅτι σκανδαλισθεὶς ἐπ' ἐκείνῳ, τοὺς λογι
σμοὺς τὴν ἀρχὴν ἐκείνου δεξάμενος καὶ τελέτας εἰς
μοναχοὺς καὶ πατρὸς ἐπ' ἐκείνῳ τάξιν ἐπέχων, τὰς
ἐξαγορείας παρελογίζετο, τοῦ ἐξομολογουμένου μὴ
ὁμολογήσαντος ὡς ἐκοινώνει τοῖς προτέροις οὐχ ὅπως
εὐχῶν καὶ ψαλμῳδιῶν, ὡς ἔλεγεν, ἀλλὰ καὶ ἁγίου
κλάσματος ἄρτου, μαθών παρ' ἄλλων ἐσύστερον,
ἀρχιερεὺς πατριάρχην ἐγγράφως ἀφώριζε, Νεόφυτον
δὲ ὡς συνυπογράψαντα καὶ ὁμογνωμονήσαντά οἱ,
ἐκείνοις τότε ὑπερηφανῶν ὡς ἀμαθέσιν, ἐνευμονιζό
μενος ὕστερον, πέμπων ἐλάμβανε την συγχώρησιν
καὶ ἀντι συνεχώρει. Καί γε τῷ τῆς ᾿Αριστινῆς μον
δρίῳ, ἐχόμενά που κειμένῳ τῆς τοῦ ἁγίου Ανδρέου
μα
καὶ τοῖς μὲν ἄλλοις καὶ δῶρα προσαπέστελλεν, ὅσους ἄρα τῶν κληρικῶν ἐκ σκανδάλου τοῦ τότε διισταμένους ἀφῃρεῖτο τὰ σιτηρέσια, [] τῷ δέ γε Ἡρακλείας Γερμανῷ καὶ τῷ Προύσης Νεοφύτῳ, οὓς δὴ καὶ καθεῖλεν ἐπ’ αἰτίαις, τὸν μὲν Γερμανόν, ὅτι σκανδαλισθεὶς ἐπ’ ἐκείνῳ, τοὺς λογισμοὺς τὴν ἀρχὴν ἐκείνου δεξάμενος καὶ τελέσας εἰς μοναχοὺς καὶ πατρὸς ἐπ’ ἐκείνῳ τάξιν ἐπέχων, τὰς ἐξαγορείας παρελογίζετο, τοῦ ἐξομολογουμένου μὴ ὁμολογήσαντος ὡς ἐκοινώνει τοῖς προτέροις οὐχ ὅπως εὐχῶν καὶ ψαλμῳδιῶν, ὡς ἔλεγεν, ἀλλὰ καὶ ἁγίου κλάσματος ἄρτου, μαθὼν παρ’ ἄλλων ἐσύστερον, ἀρχιερεὺς πατριάρχην ἐγγράφως ἀφώριζε, Νεόφυτον δὲ ὡς συνυπογράψαντα καὶ ὁμογνωμονήσαντά οἱ, ἐκείνοις τότε ὑπερηφανῶν ὡς ἀμαθέσιν, ἐνευμενιζόμενος ὕστερον, πέμπων ἐλάμβανε τὴν συγχώρησιν καὶ ἀντισυνεχώρει. καί γε τῷ τοῖς Ἀριστινῆς μονυδρίῳ, ἐχόμενά που κειμένῳ τῆς τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ ἐν τῇ κρίσει μονῆς (ἐκεῖ γὰρ πρωτοβεστιάρισσα Ῥαούλαινα συνῆγεν, ἐξ ἑαυτῆς περιθάλπουσα τὰ μεγάλα) φέρων ἑαυτὸν δίδωσι. 11.
τῆς πανάγνου δεσποίνης ἡμῶν Παρθένου καὶ Θεο- καὶ ταῖς ἐκ μακροῦ δυσμεναίνουσιν ἑαυτῷ πέμπων
μήτορος καὶ πάντων τῶν ἁγίων πρεσβείαις.» Ταῦτα
γράψας, οὐ μὴν δὲ καὶ ὑπογράψας οὐδ᾽ ὁτιοῦν, δῆ
λος ἦν συνεστώς ἑαυτῷ τὸν θρόνον καὶ εἰς καιρὸν τῆς
τιμῆς ἑαυτῷ προμηθούμενος τῷ μήθ' ὑπογράψαι
(Έδει γὰρ τὸ ε ὁ χρηματίσας ο γράψαι) μήτε μὴν
αἰτίαν θεῖναι τῆς παραιτήσεως ἄλλην ἢ τῶν σχιζο
μένων εἰρήνην, ἧς μή προβάσης ἄντικρυς, ὡς ἐπί
στευεν, αὐτὸν τὴν ἀρχιερωσύνην ἔχοντα αὐτὸν εἶναι
καὶ αὖθις τὸν πατριάρχην ἐκ τοῦ ἀκολούθου ξυνέ
βαινεν· ὁ γὰρ ἐπὶ τῇ ἱερωσύνῃ ἀκαταιτίατος, ἐπὶ
δὲ μόνῃ προφανεί αἰτίᾳ τὴν τιμὴν παραιτούμενος,
δῆλον ὡς τῆς αἰτίας μὴ προβάσης αὐτὸς ἂν εἴη καὶ
πάλιν, θέλων μόνον, ὁ τὴν τιμὴν ἀναλαμβάνειν
ἄξιος. [Ρ 89] Οἱ μέντοι γε περὶ τὴν βασιλέα, καὶ
μᾶλλον ὁ τὰ πάντα κυκῶν Θεόληπτος, μόνον ὅτι
γράμμα παραιτήσεως παρὰ τοῦ Γρηγορίου ἐδέχοντο,
χάριν εἶχον ἐκείνῳ ὡς ἤδη τὸ πᾶν λαβόντες, καὶ
τοὺς ἄλλους ἔπειθον μὴ πολυπραγμονεῖν, μὴ ζητεῖν
πλέον, μὴ τὴν ὑπογραφὴν ἀπαιτεῖν, ἀρκεῖσθαι δὲ καὶ
μόνῳ τῷ γράμματι οικειοχειρῳ γε ὄντι, καί γ᾽ ἀπαλ
λαχθέντας οὕτως ἐκέλευον ἀγαπᾷν. Γρηγόριος δὲ
ἡ
συγχώρησιν διηλλάττετο· καὶ τοῖς μὲν ἄλλοις καὶ
δῶρα προσαπέστελλεν, ὅσους ἄρα τῶν κληρικῶν ἐκ
σκανδάλου τοῦ τότε διισταμένους ἀφῃρεῖτο τὰ σιτη
ρέσια.
ι. Αναχώρησις τοῦ πατριάρχου πρὸς τὴν τῆς
Αριστικής.
Τῷ δέ γε Ηρακλείας Γερμανῷ καὶ τῷ Προύσης
Νεοφύτῳ, οὓς δὴ καὶ καθεῖλεν ἐπ' αἰτίαις, τὸν μὲν
Γερμανόν, ὅτι σκανδαλισθεὶς ἐπ' ἐκείνῳ, τοὺς λογι
σμοὺς τὴν ἀρχὴν ἐκείνου δεξάμενος καὶ τελέτας εἰς
μοναχοὺς καὶ πατρὸς ἐπ' ἐκείνῳ τάξιν ἐπέχων, τὰς
ἐξαγορείας παρελογίζετο, τοῦ ἐξομολογουμένου μὴ
ὁμολογήσαντος ὡς ἐκοινώνει τοῖς προτέροις οὐχ ὅπως
εὐχῶν καὶ ψαλμῳδιῶν, ὡς ἔλεγεν, ἀλλὰ καὶ ἁγίου
κλάσματος ἄρτου, μαθών παρ' ἄλλων ἐσύστερον,
ἀρχιερεὺς πατριάρχην ἐγγράφως ἀφώριζε, Νεόφυτον
δὲ ὡς συνυπογράψαντα καὶ ὁμογνωμονήσαντά οἱ,
ἐκείνοις τότε ὑπερηφανῶν ὡς ἀμαθέσιν, ἐνευμονιζό
μενος ὕστερον, πέμπων ἐλάμβανε την συγχώρησιν
καὶ ἀντι συνεχώρει. Καί γε τῷ τῆς ᾿Αριστινῆς μον
δρίῳ, ἐχόμενά που κειμένῳ τῆς τοῦ ἁγίου Ανδρέου
μα
PG 144:149Βασιλεὺς δὲ τῶν τοιούτων ἀπαλλαγείς, πολλοῦ τοῦ κατὰ τὸν τόμον ὑφέρποντος πλημμελήματος, οὐχ οὕτως ἠξίου ἐᾶν ἀδιόρθωτον, καὶ συνόδους συνεκρότει, καὶ πνεύματι ζῶντας σοφοὺς συνέλεγε, καὶ κοινῇ σκέψει μονωθέντα τὸν τόμον τοῦ βοηθοῦ (ὁ δ’ ἦν Γρηγόριος) προσέταττεν ἐξετάζειν. καὶ πρῶτα μὲν κατὰ τὸ μέγα παλάτιον συνάμα βασιλεῖ συναχθέντων σεισμὸς ἐνσκήψας ἐξαίφνης τὸν σύλλογον ἐκεῖνον καὶ τὴν σκέψιν διέλυεν· εἶτα κατὰ τὰ τῶν Βλαχερνῶν ἀνάκτορα καὶ αὖθις συνήγοντο καὶ ἐπιμελέστερον διεσκέπτοντο. καὶ οἱ μὲν τὰ οἱ δὲ τὰ ἐπὶ πολλαῖς ταῖς ἡμέραις διαφιλονεικοῦντες καὶ λέγοντες, τέλος, ἐπεὶ οὐκ ἦν συμφωνεῖν ἐπὶ τῇ τοῦ γράμματος διορθώσει, ὑπεξεῖλον τέλεον τὴν ἐξήγησιν, κρεῖττον ἡγησάμενοι μὴ ὅλως τὸ ῥητὸν ἐξηγεῖσθαι ἢ ἐξηγουμένους ἀναρρίπτειν κίνδυνον. 12. Τούτων δὴ γεγονότων οὕτως, βασιλεὺς καὶ αὖθις πολὺς ἦν ἀλγῶν ἐπὶ τῇ διαστάσει τῶν Ἀρσενιατῶν, καὶ ἅπας ἐγίγνετο εἰ οἷόν τε συμβιβάζειν αὐτοὺς καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ ἑνοῦν.
Εκκλησίας.
τοῦ ἐν τῇ Κρίσει μονῆς (ἐκεῖ γὰρ πρωτοβεστιάρισσα ιβ'. Περὶ τῶν σχιζομένων καὶ πάλιν ἀπὸ τῆς
Ραούλαινα συνήγεν, ἐξ ἑαυτῆς περιθάλπουσα τὰ
μεγάλα) φέρων ἑαυτὸν δίδωσι.
ια΄. Οπως τὸν τόμον τοῦ Γρηγορίου ἐπειρῶντο
διελθεῖν.
[Ρ 90] Βασιλεὺς δὲ τῶν τοιούτων ἀπαλλαγείς,
πολλοῦ τοῦ κατὰ τὸν τόμον ὑφέρποντος πλημμελή
ματος, οὐχ οὕτως ἠξίου ἐὰν ἀδιόρθωτον, καὶ συν
όδους συνεκράτει, καὶ πνεύματι ζῶντας σοφοὺς
συνέλεγε, καὶ κοινῇ σκέψει μονωθέντα τὴν τόμον τοῦ
βοηθοῦ (ὁ δ' ήν Γρηγόριος) προσέταττεν ἐξετάζειν.
Καὶ πρῶτα μὲν κατὰ τὸ μέγα παλάτιον σύναμα
βασιλεί συναχθέντων σεισμός ενσκήψας ἐξαίφνης
τὸν σύλλογον ἐκεῖνον καὶ τὴν σκέψιν διέλυεν· εἶτα
κατὰ τὰ τῶν Βλαχερνῶν ἀνάκτορα καὶ αὖθις συνή
γε στο καὶ ἐπιμελέστερον διεσκέπτοντο. Καὶ οἱ μὲν
τὰ, οἱ δὲ τὰ ἐπὶ πολλαῖς ταῖς ἡμέραις διαφιλονσι
κοῦντες καὶ λέγοντες, τέλος, ἐπεὶ οὐκ ἦν συμφωνεῖν
ἐπὶ τῇ τοῦ γράμματος διορθώσει, ὑπεξεῖλον τέλεον
τὴν ἐξήγησιν, κρεῖττον ἡγησάμενοι μὴ ὅλως τὸ ῥης
τὸν ἐξηγεῖσθαι ἢ ἐξηγουμένους ἀναρρίπτειν κίνδυ
ΜΟΥ.
η
Τούτων δὴ γεγονότων οὕτως, βασιλεὺς καὶ αὖθις
πολὺς ἦν ἀλγῶν ἐπὶ τῇ διαστάσει τῶν ᾿Αρσενιατών,
καὶ ἅπας ἐγίγνετο εἰ οἷόν τε συμβιβάζειν αὐτοὺς
καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐνοῦν. Ἔτυχον γὰρ καὶ αὐτοὶ καθ'
ἑαυτοὺς στασιάσαντες, ὡς δύο μοίρας γενέσθαι, τοὺς
μὲν πλείους ἀμφὶ τὸν Υάκινθον, ἑνίους δὲ ἐν τῷ
Ταρχανειώτῃ Ιωάννῃ σαλεύειν, ἀκριβολογουμένους
ὑπὲρ ἐκείνους τὰ πλεῖστα, καὶ ὅτι χθὲς καὶ προ τρί
τῆς ἐν πυρὶ ἐκάλουν Θεὸν οἱ ἀμφὶ τὸν Υάκινθον,
πυρσολάτρας ἐκείνους ἀποκαλοῦντας κἀκείνων σχέ
ζεσθαι μέχρι καὶ αὐτῆς προσλαλιᾶς ἐγνωκότας. Καί
γὰρ ἐν πυρὶ δοκιμάζειν τὰ παρὰ τῶν Γραφών δια
ρισμένα οὐχ ὅπως ἀμαθὲς, ἀλλὰ καὶ ἀσεβὲς ὁ Ἰωάν
νης οιόμενος ἀπεσχίζετο μὲν καὶ τῆς [Ρ 91] Εκε
κλησίας ὡς πρότερον, ἀπεσχίζετο δὲ καὶ αὐτῶν δὴ
τῶν περὶ τὸν 'Υάκινθον, ὡς μὴ συναινέσων κἂν ὅ τι
ποιοῖεν. Διὸ δὴ καὶ παρὰ βασιλέως, ὡς τὸ εἰκὸς.
παρορώμενος τῷ τῆς Χηλῆς φρουρίῳ ἐξορισθεὶς
ἐγκαθείργνυτο. Τότε τοίνυν τῆς Ἐκκλησίας κεχη
ρωμένης, πειρᾶν ἐθέλων τῶν σχιζομένων ὁ βασιλεὺς
ἔτυχον γὰρ καὶ αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὺς στασιάσαντες, ὡς δύο μοίρας γενέσθαι, τοὺς μὲν πλείους ἀμφὶ τὸν Ὑάκινθον, ἐνίους δὲ ἐν τῷ Ταρχανειώτῃ Ἰωάννῃ σαλεύειν, ἀκριβολογουμένους ὑπὲρ ἐκείνους τὰ πλεῖστα, καὶ ὅτι χθὲς καὶ πρὸ τρίτης ἐν πυρὶ ἐκάλουν θεὸν οἱ ἀμφὶ τὸν Ὑάκινθον, πυρσολάτρας ἐκείνους ἀποκαλοῦντας κἀκείνων σχίζεσθαι μέχρι καὶ αὐτῆς προσλαλιᾶς ἐγνωκότας. καὶ γὰρ ἐν πυρὶ δοκιμάζειν τὰ παρὰ τῶν γραφῶν διωρισμένα οὐχ ὅπως ἀμαθὲς ἀλλὰ καὶ ἀσεβὲς ὁ Ἰωάννης οἰόμενος ἀπεσχίζετο μὲν καὶ τῆς ἐκκλησίας ὡς πρότερον, ἀπεσχίζετο δὲ καὶ αὐτῶν δὴ τῶν περὶ τὸν Ὑάκινθον, ὡς μὴ συναινέσων κἂν ὅ τι ποιοῖεν. διὸ δὴ καὶ παρὰ βασιλέως, ὡς τὸ εἰκός, παρορώμενος τῷ τῆς Χηλῆς φρουρίῳ ἐξορισθεὶς ἐγκαθείργνυτο. τότε τοίνυν τῆς ἐκκλησίας κεχηρωμένης, πειρᾶν ἐθέλων τῶν σχιζομένων ὁ βασιλεὺς εἴ που σφᾶς καὶ δυνηθεὶς εἰρηνεύσειε, πέμψας κατάγει τὸν Ἰωάννην, καί που πλησίον τῶν κατὰ Βλαχέρνας παλατίων ἐν τῷ πάλαι ἁρματοφυλακίῳ ἐν ἐλευθερίᾳ κατέχει, ἐνδοὺς ἐκείνῳ καὶ οἷς ἰδίοις εἶχε συνοῦσι συνεῖναί τε καὶ συνομιλεῖν.
Εκκλησίας.
τοῦ ἐν τῇ Κρίσει μονῆς (ἐκεῖ γὰρ πρωτοβεστιάρισσα ιβ'. Περὶ τῶν σχιζομένων καὶ πάλιν ἀπὸ τῆς
Ραούλαινα συνήγεν, ἐξ ἑαυτῆς περιθάλπουσα τὰ
μεγάλα) φέρων ἑαυτὸν δίδωσι.
ια΄. Οπως τὸν τόμον τοῦ Γρηγορίου ἐπειρῶντο
διελθεῖν.
[Ρ 90] Βασιλεὺς δὲ τῶν τοιούτων ἀπαλλαγείς,
πολλοῦ τοῦ κατὰ τὸν τόμον ὑφέρποντος πλημμελή
ματος, οὐχ οὕτως ἠξίου ἐὰν ἀδιόρθωτον, καὶ συν
όδους συνεκράτει, καὶ πνεύματι ζῶντας σοφοὺς
συνέλεγε, καὶ κοινῇ σκέψει μονωθέντα τὴν τόμον τοῦ
βοηθοῦ (ὁ δ' ήν Γρηγόριος) προσέταττεν ἐξετάζειν.
Καὶ πρῶτα μὲν κατὰ τὸ μέγα παλάτιον σύναμα
βασιλεί συναχθέντων σεισμός ενσκήψας ἐξαίφνης
τὸν σύλλογον ἐκεῖνον καὶ τὴν σκέψιν διέλυεν· εἶτα
κατὰ τὰ τῶν Βλαχερνῶν ἀνάκτορα καὶ αὖθις συνή
γε στο καὶ ἐπιμελέστερον διεσκέπτοντο. Καὶ οἱ μὲν
τὰ, οἱ δὲ τὰ ἐπὶ πολλαῖς ταῖς ἡμέραις διαφιλονσι
κοῦντες καὶ λέγοντες, τέλος, ἐπεὶ οὐκ ἦν συμφωνεῖν
ἐπὶ τῇ τοῦ γράμματος διορθώσει, ὑπεξεῖλον τέλεον
τὴν ἐξήγησιν, κρεῖττον ἡγησάμενοι μὴ ὅλως τὸ ῥης
τὸν ἐξηγεῖσθαι ἢ ἐξηγουμένους ἀναρρίπτειν κίνδυ
ΜΟΥ.
η
Τούτων δὴ γεγονότων οὕτως, βασιλεὺς καὶ αὖθις
πολὺς ἦν ἀλγῶν ἐπὶ τῇ διαστάσει τῶν ᾿Αρσενιατών,
καὶ ἅπας ἐγίγνετο εἰ οἷόν τε συμβιβάζειν αὐτοὺς
καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐνοῦν. Ἔτυχον γὰρ καὶ αὐτοὶ καθ'
ἑαυτοὺς στασιάσαντες, ὡς δύο μοίρας γενέσθαι, τοὺς
μὲν πλείους ἀμφὶ τὸν Υάκινθον, ἑνίους δὲ ἐν τῷ
Ταρχανειώτῃ Ιωάννῃ σαλεύειν, ἀκριβολογουμένους
ὑπὲρ ἐκείνους τὰ πλεῖστα, καὶ ὅτι χθὲς καὶ προ τρί
τῆς ἐν πυρὶ ἐκάλουν Θεὸν οἱ ἀμφὶ τὸν Υάκινθον,
πυρσολάτρας ἐκείνους ἀποκαλοῦντας κἀκείνων σχέ
ζεσθαι μέχρι καὶ αὐτῆς προσλαλιᾶς ἐγνωκότας. Καί
γὰρ ἐν πυρὶ δοκιμάζειν τὰ παρὰ τῶν Γραφών δια
ρισμένα οὐχ ὅπως ἀμαθὲς, ἀλλὰ καὶ ἀσεβὲς ὁ Ἰωάν
νης οιόμενος ἀπεσχίζετο μὲν καὶ τῆς [Ρ 91] Εκε
κλησίας ὡς πρότερον, ἀπεσχίζετο δὲ καὶ αὐτῶν δὴ
τῶν περὶ τὸν 'Υάκινθον, ὡς μὴ συναινέσων κἂν ὅ τι
ποιοῖεν. Διὸ δὴ καὶ παρὰ βασιλέως, ὡς τὸ εἰκὸς.
παρορώμενος τῷ τῆς Χηλῆς φρουρίῳ ἐξορισθεὶς
ἐγκαθείργνυτο. Τότε τοίνυν τῆς Ἐκκλησίας κεχη
ρωμένης, πειρᾶν ἐθέλων τῶν σχιζομένων ὁ βασιλεὺς
καὶ δὴ γνοὺς συνάγειν ἀμφοτέρους καὶ ἐρωτᾶν τὰ πρὸς εἰρήνην, πρότερον ἀκροβολισμοῖς τισὶν ἐπειρᾶτο τοῦ Ἰωάννου. ἐν μιᾷ δὲ καὶ τὸν Ἀλεξανδρείας Ἀθανάσιον πέμψας, μέγαν παρ’ ἐκείνῳ δὴ τῷ Ἰωάννῃ δοκοῦντα, ὡς αὐτοῦ πρὸς βασιλέα λέγοντος μανθάνειν τὸν βασιλέα καὶ τῷ πατριάρχῃ τοὺς λόγους πληροφορεῖν, πέμψας οὖν διὰ ταῦτ’ ἐκεῖνον διεμηνύετο τὰ δοκοῦντα, ἅμα τε προστάςσων καὶ ἀξιῶν ὁμονοεῖν σφᾶς ἀμφοτέρους, καὶ οὕτως εἰς ἓν κατὰ γνώμην συναχθέντας τοὺς σχιζομένους συναχθῆναι καὶ κατὰ τόπον, συνόδου κοινῆς ὑπὸ βασιλεῖ γινομένης, ὀρέγοντι καὶ αὐτῷ δεξιάν, εἰ τὰ δυνατὰ καὶ ἄλλως ξυμφέροντα λέγοιεν, βραβευθῆναί τε τὴν εἰρήνην ἐντεῦθεν εὐδοκίᾳ θεοῦ, εἰ καὶ αὐτοὶ θέλοιεν. εἶναι γὰρ ἐν μέσῳ καὶ θεὸν τῶν ὁμονοούντων, καὶ ζητοῦσιν εἰρήνην ὄντα τῶν μακράν τε καὶ τῶν ἐγγὺς καὶ σφίσι ταύτην διδόναι, καὶ μᾶλλον ὁπότε τις μὴ τὴν ἰδίαν ἀλλὰ τὴν ἐκείνου δόξαν ζητοίη. ταῦτα καὶ πλείω λέγουσι τοῖς ἀμφὶ τὸν Ἀλεξανδρείας οὐδὲν ἦν ἀκούειν εἰ μὴ στροφὰς αἰνιγμάτων καὶ διωρίας πραγμάτων καὶ ἄλλ’ ἄττα, οἷς ἄρα οἱ τὸ παρὸν ἀποκρουόμενοι καὶ πρὸς τὸ μέλλον τὰς ἐλπίδας ἀναρτῶντες χρῆσθαι εἰώθασι.
Εκκλησίας.
τοῦ ἐν τῇ Κρίσει μονῆς (ἐκεῖ γὰρ πρωτοβεστιάρισσα ιβ'. Περὶ τῶν σχιζομένων καὶ πάλιν ἀπὸ τῆς
Ραούλαινα συνήγεν, ἐξ ἑαυτῆς περιθάλπουσα τὰ
μεγάλα) φέρων ἑαυτὸν δίδωσι.
ια΄. Οπως τὸν τόμον τοῦ Γρηγορίου ἐπειρῶντο
διελθεῖν.
[Ρ 90] Βασιλεὺς δὲ τῶν τοιούτων ἀπαλλαγείς,
πολλοῦ τοῦ κατὰ τὸν τόμον ὑφέρποντος πλημμελή
ματος, οὐχ οὕτως ἠξίου ἐὰν ἀδιόρθωτον, καὶ συν
όδους συνεκράτει, καὶ πνεύματι ζῶντας σοφοὺς
συνέλεγε, καὶ κοινῇ σκέψει μονωθέντα τὴν τόμον τοῦ
βοηθοῦ (ὁ δ' ήν Γρηγόριος) προσέταττεν ἐξετάζειν.
Καὶ πρῶτα μὲν κατὰ τὸ μέγα παλάτιον σύναμα
βασιλεί συναχθέντων σεισμός ενσκήψας ἐξαίφνης
τὸν σύλλογον ἐκεῖνον καὶ τὴν σκέψιν διέλυεν· εἶτα
κατὰ τὰ τῶν Βλαχερνῶν ἀνάκτορα καὶ αὖθις συνή
γε στο καὶ ἐπιμελέστερον διεσκέπτοντο. Καὶ οἱ μὲν
τὰ, οἱ δὲ τὰ ἐπὶ πολλαῖς ταῖς ἡμέραις διαφιλονσι
κοῦντες καὶ λέγοντες, τέλος, ἐπεὶ οὐκ ἦν συμφωνεῖν
ἐπὶ τῇ τοῦ γράμματος διορθώσει, ὑπεξεῖλον τέλεον
τὴν ἐξήγησιν, κρεῖττον ἡγησάμενοι μὴ ὅλως τὸ ῥης
τὸν ἐξηγεῖσθαι ἢ ἐξηγουμένους ἀναρρίπτειν κίνδυ
ΜΟΥ.
η
Τούτων δὴ γεγονότων οὕτως, βασιλεὺς καὶ αὖθις
πολὺς ἦν ἀλγῶν ἐπὶ τῇ διαστάσει τῶν ᾿Αρσενιατών,
καὶ ἅπας ἐγίγνετο εἰ οἷόν τε συμβιβάζειν αὐτοὺς
καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐνοῦν. Ἔτυχον γὰρ καὶ αὐτοὶ καθ'
ἑαυτοὺς στασιάσαντες, ὡς δύο μοίρας γενέσθαι, τοὺς
μὲν πλείους ἀμφὶ τὸν Υάκινθον, ἑνίους δὲ ἐν τῷ
Ταρχανειώτῃ Ιωάννῃ σαλεύειν, ἀκριβολογουμένους
ὑπὲρ ἐκείνους τὰ πλεῖστα, καὶ ὅτι χθὲς καὶ προ τρί
τῆς ἐν πυρὶ ἐκάλουν Θεὸν οἱ ἀμφὶ τὸν Υάκινθον,
πυρσολάτρας ἐκείνους ἀποκαλοῦντας κἀκείνων σχέ
ζεσθαι μέχρι καὶ αὐτῆς προσλαλιᾶς ἐγνωκότας. Καί
γὰρ ἐν πυρὶ δοκιμάζειν τὰ παρὰ τῶν Γραφών δια
ρισμένα οὐχ ὅπως ἀμαθὲς, ἀλλὰ καὶ ἀσεβὲς ὁ Ἰωάν
νης οιόμενος ἀπεσχίζετο μὲν καὶ τῆς [Ρ 91] Εκε
κλησίας ὡς πρότερον, ἀπεσχίζετο δὲ καὶ αὐτῶν δὴ
τῶν περὶ τὸν 'Υάκινθον, ὡς μὴ συναινέσων κἂν ὅ τι
ποιοῖεν. Διὸ δὴ καὶ παρὰ βασιλέως, ὡς τὸ εἰκὸς.
παρορώμενος τῷ τῆς Χηλῆς φρουρίῳ ἐξορισθεὶς
ἐγκαθείργνυτο. Τότε τοίνυν τῆς Ἐκκλησίας κεχη
ρωμένης, πειρᾶν ἐθέλων τῶν σχιζομένων ὁ βασιλεὺς
PG 144:151τέως δὲ καὶ συνόδους ὁ βασιλεὺς συγκροτῶν, τὸ ἐκείνους, μὴ ἔχοντας εἰρηνεύειν πρὸς ἀλλήλους, ἑαυτῷ εἰρηνεύειν πειρᾶσθαι καὶ ἀμφοτέρους ἀδύνατον ἔκρινεν. ἀλλὰ καὶ ἀδυνάτοις, τὸ δὴ λεγόμενον, ἐπεχείρει διὰ τὴν πρὸς τὴν ὁμόνοιαν ζέσιν, καὶ πολλοὺς καθ’ ἑκάστην συνέλευσιν ἐξελίττων λόγους οὐδὲν ἤνυτε τὸ παράπαν. τοῦ μὲν Ἰωάννου καὶ λίαν ἀπεγίνωσκε τότε, καὶ μᾶλλον βασιλειᾶν κατακριθέντος, ὥστε κἀν μιᾷ τῶν συνελεύσεων ἐς μέσον ἐμφανισθῆναι χειρίδας ἐμμαργάρους κοκκίνας καὶ ἄλλ’ ἄττα ὡς δῆθεν σημεῖα βασιλικά, ἃ δὴ παρά τινι τῶν αὐτοῦ εὑρεθέντα τὴν ἀναφορὰν τῆς κατηγορίας πιστὴν ἐπ’ ἐκείνῳ παρεῖχε, καὶ διὰ ταῦτα φυλακῇ καὶ πάλιν δοθέντος κατά τινα χειρίστην ὑποψίαν μηδὲν ἐκείνῳ προσήκουσαν.
εἴ που σφᾶς καὶ δυνηθεὶς εἰρηνεύσεις, πέμψας κατά- σφίσι ταύτην οιδόναι, καὶ μᾶλλον ὁπότε τις μὴ τὴν
γει τὸν Ἰωάννην, και που πλησίον τῶν κατὰ Βλα
χέρνας παλατίων ἐν τῷ πάλαι ἁρματοφυλακίω ἐν
Ελευθερία κατέχει, ἐνδοὺς ἐκείνῳ καὶ οἷς ἰδίοις εἶχε
συνοῦσι συνεῖναί τε καὶ συνομιλεῖν. Καὶ δὴ γνοὺς
συνάγειν ἀμφοτέρους καὶ ἐρωτᾷν τὰ πρὸς εἰρήνην
πρότερον ἀκροβολισμοῖς τισιν ἐπειρᾶτο τοῦ Ἰωάν
νου. Ἐν μιᾷ δὲ καὶ τὸν ᾿Αλεξανδρείας ᾿Αθανάσιον
πέμψας, μέγαν. παρ' ἐκείνῳ δὴ τῷ Ἰωάννῃ δου
κοῦντα, ὡς αὐτοῦ πρὸς βασιλέα λέγοντος μανθάνειν
τὸν βασιλέα καὶ τῷ πατριάρχῃ τοὺς λόγους πληρο
φορεῖν, πέμψας οὖν διὰ ταῦτ᾽ ἐκεῖνον διεμηνύετο τὰ
δοκοῦντα, ἅμα τε προστάσσων καὶ ἀξιῶν ὁμονοεῖν
σφᾶς ἀμφοτέρους, καὶ οὕτως εἰς ἓν κατὰ γνώμην
συναχθέντας τοὺς σχιζομένους συναχθῆναι καὶ κατὰ
τόπον, συνόδου κοινῆς ὑπὸ βασιλεῖ γινομένης, ὀρές
γοντι καὶ αὐτῷ δεξιάν, εἰ τὰ δυνατὰ καὶ ἄλλω; ξυμ
φέροντα λέγοιεν, βραβευθῆναι τε τὴν εἰρήνην ἐντεῦ
θεν εὐδοκίᾳ Θεοῦ, εἰ καὶ αὐτοὶ θέλεις». Εἶναι γὰρ
ἐν μέσῳ καὶ Θεὸν τῶν ὁμονοούντων, καὶ ζητοῦσιν
εἰρήνην ὄντα τῶν μακράν τε καὶ τῶν ἐγγὺς καὶ
β
ἰδίαν, ἀλλὰ τὴν ἐκείνου δόξαν ζητοίη. Ταῦτα καὶ
πλείω λέγουσι τοῖς ἀμφὶ τὸν ᾿Αλεξανδρείας οὐδὲν ἦν
ἀκούειν εἰ μὴ στροφάς αίνιγμάτων καὶ διωρίας
πραγμάτων καὶ ἄλλ᾽ ἄττα, οἷς ἄρα οἱ τὸ παρὸν
ἀποκρουόμενοι καὶ πρὸς τὸ μέλλον τὰς ἐλπίδας
ἀναρτῶντες χρῆσθαι ειώθασι. Τέως δὲ καὶ συνόδους
ὁ βασιλεὺς συγκροτῶν, τὸ ἐκείνους, μὴ ἔχοντας εἰς
ρηνεύειν πρὸς ἀλλήλους, ἑαυτῷ εἰρηνεύειν πειρᾶ
εθαι καὶ ἀμφοτέρους ἀδύνατον ἔκρινεν. ᾿Αλλὰ καὶ
ἀδυνάτοις, τὸ δὴ λεγόμενον, ἐπεχείρει διὰ τὴν πρὸς
τὴν ὁμόνοιαν ζέσιν, καὶ πολλοὺς καθ' ἑκάστην συν
ἐλευσιν ἐξελίττων λόγους οὐδὲν ἤνυτε τὸ παράπαν.
Τοῦ μὲν Ἰωάννου καὶ λίαν ἀπεγίνωσκε τότε, καὶ
μᾶλλον βασιλειᾷν κατακριθέντος, ὥστε κάν μιᾷ τῶν
συνελεύσεων ἐς μέσον ἐμφανισθῆναι χειρίδας ἐμμαρ
γάρους κοκκίνας καὶ ἀλλ᾽ ἅττα ὡς δῆθεν σημεία
βασιλικά, ἃ δὴ παρά τινι τῶν αὐτοῦ εὑρεθέντα τὴν
ἀναφορὰν τῆς κατηγορίας πιστὴν ἐπ᾿ ἐκείνῳ παρ
εἶχε, καὶ διὰ ταῦτα φυλακῇ καὶ πάλιν δοθέντος κατά
τινα χειρίστην ὑποψίαν μηδὲν ἐκείνῳ προσήκου
τοῖς δὲ περὶ τὸν Ὑάκινθον κηδεμονικῶς ὡς δῆθεν προσήγετο, ὥστε καὶ ἐφεῖναί οἱ, ἵππον παρασχὼν τῶν καλλίστων, συχνὰς προσόδους πρὸς βασιλέα ποιεῖσθαι καὶ ὑπὲρ τῶν δεομένων ἀναφέρειν τε τὰ εἰκότα καὶ λύσεις πολλῶν ἐργάζεσθαι, ἐπείτοι γε καὶ αὐτὸς βασιλέα ὑπέσαινεν, ἑαυτὸν μὲν λέγων εἰρήνης φίλον εἶναι καὶ ἕτοιμον εἰρηνεύειν, χρῆναι δὲ καὶ τοὺς ἄλλους ὑπέρχεσθαι, ἐφ’ ᾧπερ καὶ ἐντελέστερον εἰρηνεύοιεν. Ἰωάννην δὲ καὶ δυσθανατᾶν, καί γ’ ὑποκεῖσθαι καὶ παρὰ τῶν ἰδίων καταγνώσει, οὓς καὶ αὐτοὺς θεραπεύειν δεῖν, καὶ οὕτω τὸ τοῦ κολοιοῦ παθεῖν ἐκεῖνον, τῶν ἀλλοτρίων ἐψιλωμένον πτερῶν. εἶναι δὲ καιροῦ ταῦτα καὶ ἐπιστήμης ἀπαιτούσης μακροθυμίαν, τὰς ἐκείνων ἀτασθαλίας καλύψουσαν ὡς κατὰ καιρὸν ἐνδωσόντων. ταῦθ’ Ὑάκινθος λέγων περιεβουκόλει τὰς ἐλπίδας τῷ βασιλεῖ, ὥστε καὶ τὴν τοῦ Μωσελὲ μονὴν ἐκείνοις ἀνεῖναι, καὶ θαρρεῖν τὴν ἐκείνων ὁμόνοιαν οὐκ εἰς μακρὰν γενήσεσθαι. ἀλλ’ ἦν ταῦτα πάντ’ ὄνειρος ἐντυπούμενος τὰ ἀνύπαρκτα.
εἴ που σφᾶς καὶ δυνηθεὶς εἰρηνεύσεις, πέμψας κατά- σφίσι ταύτην οιδόναι, καὶ μᾶλλον ὁπότε τις μὴ τὴν
γει τὸν Ἰωάννην, και που πλησίον τῶν κατὰ Βλα
χέρνας παλατίων ἐν τῷ πάλαι ἁρματοφυλακίω ἐν
Ελευθερία κατέχει, ἐνδοὺς ἐκείνῳ καὶ οἷς ἰδίοις εἶχε
συνοῦσι συνεῖναί τε καὶ συνομιλεῖν. Καὶ δὴ γνοὺς
συνάγειν ἀμφοτέρους καὶ ἐρωτᾷν τὰ πρὸς εἰρήνην
πρότερον ἀκροβολισμοῖς τισιν ἐπειρᾶτο τοῦ Ἰωάν
νου. Ἐν μιᾷ δὲ καὶ τὸν ᾿Αλεξανδρείας ᾿Αθανάσιον
πέμψας, μέγαν. παρ' ἐκείνῳ δὴ τῷ Ἰωάννῃ δου
κοῦντα, ὡς αὐτοῦ πρὸς βασιλέα λέγοντος μανθάνειν
τὸν βασιλέα καὶ τῷ πατριάρχῃ τοὺς λόγους πληρο
φορεῖν, πέμψας οὖν διὰ ταῦτ᾽ ἐκεῖνον διεμηνύετο τὰ
δοκοῦντα, ἅμα τε προστάσσων καὶ ἀξιῶν ὁμονοεῖν
σφᾶς ἀμφοτέρους, καὶ οὕτως εἰς ἓν κατὰ γνώμην
συναχθέντας τοὺς σχιζομένους συναχθῆναι καὶ κατὰ
τόπον, συνόδου κοινῆς ὑπὸ βασιλεῖ γινομένης, ὀρές
γοντι καὶ αὐτῷ δεξιάν, εἰ τὰ δυνατὰ καὶ ἄλλω; ξυμ
φέροντα λέγοιεν, βραβευθῆναι τε τὴν εἰρήνην ἐντεῦ
θεν εὐδοκίᾳ Θεοῦ, εἰ καὶ αὐτοὶ θέλεις». Εἶναι γὰρ
ἐν μέσῳ καὶ Θεὸν τῶν ὁμονοούντων, καὶ ζητοῦσιν
εἰρήνην ὄντα τῶν μακράν τε καὶ τῶν ἐγγὺς καὶ
β
ἰδίαν, ἀλλὰ τὴν ἐκείνου δόξαν ζητοίη. Ταῦτα καὶ
πλείω λέγουσι τοῖς ἀμφὶ τὸν ᾿Αλεξανδρείας οὐδὲν ἦν
ἀκούειν εἰ μὴ στροφάς αίνιγμάτων καὶ διωρίας
πραγμάτων καὶ ἄλλ᾽ ἄττα, οἷς ἄρα οἱ τὸ παρὸν
ἀποκρουόμενοι καὶ πρὸς τὸ μέλλον τὰς ἐλπίδας
ἀναρτῶντες χρῆσθαι ειώθασι. Τέως δὲ καὶ συνόδους
ὁ βασιλεὺς συγκροτῶν, τὸ ἐκείνους, μὴ ἔχοντας εἰς
ρηνεύειν πρὸς ἀλλήλους, ἑαυτῷ εἰρηνεύειν πειρᾶ
εθαι καὶ ἀμφοτέρους ἀδύνατον ἔκρινεν. ᾿Αλλὰ καὶ
ἀδυνάτοις, τὸ δὴ λεγόμενον, ἐπεχείρει διὰ τὴν πρὸς
τὴν ὁμόνοιαν ζέσιν, καὶ πολλοὺς καθ' ἑκάστην συν
ἐλευσιν ἐξελίττων λόγους οὐδὲν ἤνυτε τὸ παράπαν.
Τοῦ μὲν Ἰωάννου καὶ λίαν ἀπεγίνωσκε τότε, καὶ
μᾶλλον βασιλειᾷν κατακριθέντος, ὥστε κάν μιᾷ τῶν
συνελεύσεων ἐς μέσον ἐμφανισθῆναι χειρίδας ἐμμαρ
γάρους κοκκίνας καὶ ἀλλ᾽ ἅττα ὡς δῆθεν σημεία
βασιλικά, ἃ δὴ παρά τινι τῶν αὐτοῦ εὑρεθέντα τὴν
ἀναφορὰν τῆς κατηγορίας πιστὴν ἐπ᾿ ἐκείνῳ παρ
εἶχε, καὶ διὰ ταῦτα φυλακῇ καὶ πάλιν δοθέντος κατά
τινα χειρίστην ὑποψίαν μηδὲν ἐκείνῳ προσήκου
PG 144:153ἀμέλει τοι κἀκείνους μὲν, ἐπεὶ πολλάκις προσμίξας καὶ τιμαῖς μεγίσταις δεξιωσάμενος, ὥστε καὶ τοῖς τυφλοῖς ὑπεξανίστασθαι προσιοῦσι καὶ μακαρίζειν τὰ πάθη καὶ παρακαλεῖν μὴ καλὰ καλύπτειν κακοῖς, τὸν ὑπὲρ θεοῦ καὶ τῶν θείων ζῆλον ταῖς τῆς αὐτοῦ ἐκκλησίας ἀποστασίαις, τέλος ἀφίησι, σκέπτεται δὲ μετὰ κοινοῦ συνεδρίου καὶ ἱεροῦ ὁποῖος ἂν καὶ κληθείη εἰς προστασίαν τῆς ἐκκλησίας μετὰ Γρηγόριον. ἐκεῖνοι μὲν γὰρ καὶ ἀκίχητα διώκουσιν ἐῴκεσαν ἄντικρυς, ἀθετεῖν μὲν ἀξιοῦντες τὸν Ἰωσήφ, ἀθετεῖν δὲ καὶ δόγμα τῆς ἐκκλησίας τὸ διὰ τοῦ υἱοῦ ἐκ πατρὸς ἐκπορεύεσθαι, ἀρχιερεῖς δὲ φιλοκρινεῖν, καὶ ἱερωσύνην τὴν μὲν προσίεσθαι τὴν δ’ ἀποπέμπειν, καί τινα τοιαῦτα πολὺ τὸ δυσχερὲς καὶ εἰς ἀκοὴν ἔχοντα μόνην μιᾷ τινὶ συμφοροῦντες ἀξιώσει καὶ λέγοντες ὡς εὐαγγελικῶς τε καὶ κανονικῶς τὰ κατὰ τὴν ἐκκλησίαν διάθωνται, εἴγ’ ἐπ’ ἐκείνοις τὰ πράγματα γένοιντο βασιλέως νεύσαντος. οὗτοι δὲ μεγάλ’ ἄττα τῶν κακῶν ὑπειδόμενοι πρὸς τῷ ἀτόπῳ τῶν ὑπονοουμένων κατωρρώδουν μή πως ἐπὶ νεαρᾷ καταστάσει τῆς ἐκκλησίας κωφὸν κῦμα πραγμάτων ἀναταράξειαν.
ταν. [Ρ 92] Τοῖς δὲ περὶ τὴν Ὑάκινθον κηδεμονι- νοιαν οὐκ εἰς μακρὰν γενήσεσθαι. Ἀλλ᾽ ἦν ταῦτα
νῶς ὡς δῆθεν προσήγετο, ὥστε καὶ ἐφεῖναί οἱ, ἵπ
τὴν παρασχὼν τῶν καλλίστων, συχνὰς προσόδους
τις βασιλέα ποιεῖσθαι καὶ ὑπὲρ τῶν δεομένων
ἀναφέρειν τε τὰ εἰκότα καὶ λύσεις πολλῶν ἐργάζε
σίσι, ἐπείτοι γε καὶ αὐτὸς βασιλέα ὑπέσαινεν,
ἑαυτὸν μὲν λέγων εἰρήνης φίλον εἶναι καὶ ἕτοιμον
εἰ ηνεύειν, χρῆναι δὲ καὶ τοὺς ἄλλους ὑπέρχεσθαι,
φ' ὑπερ καὶ ἐντελέστερον εἰρηνεύοιεν. Ἰωάννην δὲ
καὶ δυσθανατᾷν, καί γ' ὑποκεῖσθαι καὶ παρὰ τῶν
ἰδίων καταγνώσει, οὓς καὶ αὐτοὺς θεραπεύειν δεῖν,
καὶ οὕτω τὸ τοῦ κολοιοῦ παθεῖν ἐκεῖνον, τῶν ἀλλο
τρίων ἐξ λωμένον πτερῶν. Εἶναι δὲ καιροῦ ταῦτα
καὶ ἐπιστήμης ἀπαιτούσης μακροθυμίαν, τὰς ἐκεί
των ατασθαλίας καλύψουσαν ὡς κατὰ καιρὸν ἐνέω
σύντων. Ταῦτ' Υάκινθος λέγων περιεβουκόλει τὰς
ἐλπίδας τῷ βασιλεῖ, ὥστε καὶ τὴν τοῦ Μωσελέ μο
νὴν ἐκείνοις ἀνεῖναι, καὶ θαῤῥεῖν τὴν ἐκείνων ὁμός
πάντ' ὄνειρος ἐντυπούμενος τὰ ἀνύπαρκτα. Αμέλει
τοι κἀκείνους μὲν, ἐπεὶ πολλάκις προσμίξας καὶ
τιμεῖς μεγίσταις δεξιωσάμενος, ὥστε καὶ τοῖς τις
φλοῖς ὑπεξανίστασθαι προσιοῦσι καὶ μακαρίζειν τὰ
πάθη καὶ παρακαλεῖν μὴ καλὰ καλύπτειν κακοῖς,
τὸν ὑπὲρ Θεοῦ καὶ τῶν θείων ζῆλον ταῖς τῆς αὐτοῦ
Εκκλησίας ἀποστασίαις, τέλος ἀφίησι, σκέπτεται
δὲ μετὰ κοινοῦ συνεδρίου καὶ ἱεροῦ ὁποῖος ἂν καὶ
κληθείη εἰς προστασίαν τῆς Ἐκκλησίας μετὰ Γρη
γόριον. Ἐκεῖνοι μὲν γὰρ καὶ ἀκίνητα διώκουσιν
ἐῴκεσαν ἄντικρυς, ἀθετεῖν μὲν ἀξιοῦντες τὸν Ἰωσήφ,
ἀθετεῖν δὲ καὶ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας τὸ διὰ τοῦ
Υἱοῦ ἐκ Πατρὸς ἐκπορεύεσθαι, ἀρχιερεῖς δὲ φιλοκρι
νεῖν, καὶ ἱερωσύνην τὴν μὲν προσίεσθαι, τὴν δ' ἀποσ
πέμπειν, και τι α τοιαῦτα πολὺ τὸ δυσχερὲς καὶ εἰς
ἀκοὴν ἔχοντα μόνην μια τινι συμφοροῦντες ἀξιώσει
καὶ λέγοντες ὡς εὐαγγελικώς τε καὶ κανονικῶς τὰ
PG 144:155ἔνθεν τοι κἀκείνων ἀφειμένοι κοινῇ περὶ τοῦ πατριάρχου κατεσκέπτοντο. [] καὶ δὴ ψηφίζονται τρεῖς γε κατὰ τὸ σύνηθες, πρῶτον μὲν τὸν Γεννάδιον, ὃς δὴ καὶ ἐπὶ τῇ πρώτῃ Ἰουστινιανοῦ ψηφισθεὶς καὶ τὴν ψῆφον δεξάμενος, ἐπιδημήσας καὶ ἐγχρονίσας ἔπειτα παρῃτεῖτο, δεύτερον τὸν Ἰάκωβον, ἄνδρα τοὺς τρόπους ἁπλοϊκὸν καὶ εὐλαβείας πλήρη, τὴν τῶν κατὰ τὸν Ἄθω προστασίαν πεπιστευμένον, καὶ τρίτον τὸν Ἀθανάσιον, ὃν δὴ καὶ κατὰ τὰ ὄρη τοῦ Γάνου ἐνδιατρίβοντα, ἐκ τῶν χωρῶν τῶν κατὰ τὴν Ἀδριανούπολιν τὴν γένεσιν ἔχοντα, τοῦ Ἠονοπολίτου βασιλεῖ συστήσαντος ἀνὰ τὴν Κωνσταντίνου τότε διάγοντα βασιλεὺς ἐν τοῖς πρώτοις τῶν γνωρίμων ἔταττε. διαμηνυθέντος δὲ τοῦ πρώτου καὶ τὰ πολλὰ καταναγκασθέντος, ἐπεὶ οὐκ ἐπείθετο, περὶ ἀμφοῖν τῶν λοιπῶν προσώπων ἡ κρίσις τῷ βασιλεῖ ἐνεδοίαζε, καὶ τὰ ζυγὰ τῆς ἀρεσκείας ὑπὲρ τὸν δεύτερον πρὸς τὸν τρίτον ἔκλιναν. κἀντεῦθεν προσκληθεὶς Ἀθανάσιος οὐκ εὐθὺς καὶ αὐτὸς ἐνεδίδου, ἀλλὰ τὰ καθ’ αὑτὸν πρὸς τοιοῦτον ὕψος ὑπεκορίζετο. τέως δὲ βίᾳ τῷ δοκεῖν βασιλέως καὶ τῆς συνόδου κατανεύει καὶ τὴν πρόσκλησιν δέχεται.
κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν διάθωνται, εἴγ' ἐπ' ἐκείνοις τὰ ἡ ἐπεὶ οὐκ ἐπείθετο, περὶ ἀμφοῖν τῶν λοιπών προσο
πράγματα γένοιντο βασιλέως νεύσαντος. Οὗτοι δὲ
μεγάλ᾽ ἄττα τῶν κακῶν ὑπειδόμενοι πρὸς τῷ ἀτόπῳ
τῶν ὑπονοουμένων κατωγξώδουν μή πως ἐπὶ νεαρα
καταστάσει τῆς Ἐκκλησίας κωφόν κῦμα πραγμάτ
των αναταράξειαν. Εθεν τοι κἀκείνων ἀφειμένοι
κοινῇ περὶ τοῦ πατριάρχου [Ρ 95] κατεσκέπτοντο.
ιγ'. Περὶ τοῦ ᾿Αθανασίου, ὅπως εἰς τὸ πατριαρ
χεῖον προέβη.
Καὶ δὴ ψηφίζονται τρεῖς γε κατὰ τὸ σύνηθες,
πρῶτον μὲν τὸν Γεννάδιον, ὃς δὴ καὶ ἐπὶ τῇ πρώτη
Ἰουστινιανοῦ ψηφισθεὶς καὶ τὴν ψῆφον δεξάμενος,
ἐπιδημήσας καὶ ἐγχρονίσας ἔπειτα παρητεῖτο, δεύ
τερον τὸν Ἰάκωβον, ἄνδρα τους τρόπους ἁπλοϊκὸν
καὶ εὐλαβείας πλήρη, τὴν τὴν κατὰ τὸν ᾿Αθω προ
στασίαν πεπιστευμένον, καὶ τρίτον τὸν ᾿Αθανάσιον,
ἦν δὴ καὶ κατὰ τὰ ὄρη τοῦ Γάνου ἐνδιατρίβοντα, ἐκ
χωρῶν τῶν κατὰ τὴν Αδριανούπολιν τήν γένεσιν
ἔχοντα, τοῦ Μονοπολίτου βασιλεῖ συστήσαντος ἀνὰ
τὴν Κωνσταντίνου τότε διάγοντα βασιλεὺς ἐν τοῖς
πρώτοις τῶν γνωρίμων ἔταττε. Διαμηνυθέντος δὲ
[194] τοῦ πρώτου καὶ τὰ πολλὰ καταναγκασθέντος,
ώπων ἡ κρίσις τῷ βασιλεῖ ἐνεδρίαζε, καὶ τὰ ζυγά
τῆς ἀρεσκείας ὑπὲρ τὸν δεύτερον πρὸς τὸν τρίτον
ἔκλιναν. Κάντεῦθεν προσκληθείς ᾿Αθανάσιος οὐκ εὐ
Οὺς καὶ αὐτὸς ἐνεδίδου, ἀλλὰ τὰ καθ᾽ αὑτὸν πρὸς
τοιοῦτον ὕψος ὑπεκορίζετο. Τέως δὲ βίᾳ τῷ δοκεῖν
βασιλέως καὶ τῆς συνόδου κατανεύει καὶ τὴν πρόσο
κλησιν δέχεται. Ησαν δ' εὐθὺς τὰ προοίμια ἀλλ'
ἅττα παρὰ τὰ φθάσαντα· πεζῇ γὰρ ἡ δούλετο διέρ
χεσθαι τὰς ὁδοὺς ἔνδυμά τε τραχὺ φέρειν καὶ βλαύ
τας εἰκαίως ηὐτουργημένας ὑποδεδέσθαι καὶ ἐν παν
τοίᾳ λιτότητι διαζῇν. Πλὴν οὐ διὰ ταῦτ' ἐζητεῖτο. Οὐ
γὰρ ἐνδυμάτων καὶ βλαυτῶν ἦν καὶ αὐτουργίας τὸ
ὡς δεῖ ποιμαίνειν, ἀλλὰ ψυχῆς εὖ ἐχούσης πρὸς
τοῦτο, ἀγάπην χωρούσης Χριστοῦ, δι' ἧς τὸ κατά
5 Χριστὸν ποιμαίνειν ἐγγίνεται. ο Εἰ φιλεῖς με γάρ,
Πέτρε,» φησί, ο ποίμαινε τὰ πρόβατά μου.» Οὐκ
ἄλλο δὴ πάντως ἡ εἰς Χριστὸν ἀγάπη ἢ τὸ αὐτὴν δὴ
τὴν Χριστοῦ ἀγάπην ἔχειν ἐν τῇ ψυχῇ. Αγάπη δὲ
Χριστοῦ τὸ δοῦναι τὴν ψυχὴν καὶ ἀποθανεῖν ὑπὲρ
ἡμῶν καὶ ἔτι μενόντων ἁμαρτολῶν. Τοῦτο δ' αὖθις
τὴν πρὸς τοὺς ἁμαρτάνοντας συμπάθειαν παριστά.
ἦσαν δ’ εὐθὺς τὰ προοίμια ἄλλ’ ἄττα παρὰ τὰ φθάσαντα· πεζῇ γὰρ ἠβούλετο διέρχεσθαι τὰς ὁδοὺς ἔνδυμά τε τραχὺ φέρειν καὶ βλαύτας εἰκαίως ηὐτουργημένας ὑποδεδέσθαι καὶ ἐν παντοίᾳ λιτότητι διαζῆν. πλὴν οὐ διὰ ταῦτ’ ἐζητεῖτο. οὐ γὰρ ἐνδυμάτων καὶ βλαυτῶν ἦν καὶ αὐτουργίας τὸ ὡς δεῖ ποιμαίνειν, ἀλλὰ ψυχῆς εὖ ἐχούσης πρὸς τοῦτο, ἀγάπην χωρούσης Χριστοῦ, δι’ ἧς τὸ κατὰ Χριστὸν ποιμαίνειν ἐγγίνεται. εἰ φιλεῖς με γάρ, Πέτρε, φησί, ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. οὐκ ἄλλο δὴ πάντως ἡ εἰς Χριστὸν ἀγάπη ἢ τὸ αὐτὴν δὴ τὴν Χριστοῦ ἀγάπην ἔχειν ἐν τῇ ψυχῇ. ἀγάπη δὲ Χριστοῦ τὸ δοῦναι τὴν ψυχὴν καὶ ἀποθανεῖν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἔτι μενόντων ἁμαρτωλῶν. τοῦτο δ’ αὖθις τὴν πρὸς τοὺς ἁμαρτάνοντας συμπάθειαν παριστᾷ. τίς γάρ ποτε τὸ οἰκεῖον μέλος νοσοῦν θεραπεύων οὐκ ἠπίως ἁφεῖται καὶ ἱλαρῶς ἐκείνῳ προσφέρεται, κἂν ζέῃ σκώληκας; τίς δὲ καὶ θριαμβεύσειε τὸ ἐλάττωμα ἑαυτοῦ, εἰ μὴ καὶ μᾶλλον κατανοουμένου ὑπεραπολογοῖτο; τὸ γὰρ οἰκεῖον πιέζει πᾶν, κατὰ Πίνδαρον. καὶ Χριστὸς μέν, ὅτι καὶ μόνον ἐσμὲν Χριστοῦ καὶ τὸ αὐτὸ φέρομεν ἅγιον ὄνομα, μέλη ἐκ μέρους λογίζεται σαπροὺς τοῖς πλημμελήμασιν ὄντας·
κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν διάθωνται, εἴγ' ἐπ' ἐκείνοις τὰ ἡ ἐπεὶ οὐκ ἐπείθετο, περὶ ἀμφοῖν τῶν λοιπών προσο
πράγματα γένοιντο βασιλέως νεύσαντος. Οὗτοι δὲ
μεγάλ᾽ ἄττα τῶν κακῶν ὑπειδόμενοι πρὸς τῷ ἀτόπῳ
τῶν ὑπονοουμένων κατωγξώδουν μή πως ἐπὶ νεαρα
καταστάσει τῆς Ἐκκλησίας κωφόν κῦμα πραγμάτ
των αναταράξειαν. Εθεν τοι κἀκείνων ἀφειμένοι
κοινῇ περὶ τοῦ πατριάρχου [Ρ 95] κατεσκέπτοντο.
ιγ'. Περὶ τοῦ ᾿Αθανασίου, ὅπως εἰς τὸ πατριαρ
χεῖον προέβη.
Καὶ δὴ ψηφίζονται τρεῖς γε κατὰ τὸ σύνηθες,
πρῶτον μὲν τὸν Γεννάδιον, ὃς δὴ καὶ ἐπὶ τῇ πρώτη
Ἰουστινιανοῦ ψηφισθεὶς καὶ τὴν ψῆφον δεξάμενος,
ἐπιδημήσας καὶ ἐγχρονίσας ἔπειτα παρητεῖτο, δεύ
τερον τὸν Ἰάκωβον, ἄνδρα τους τρόπους ἁπλοϊκὸν
καὶ εὐλαβείας πλήρη, τὴν τὴν κατὰ τὸν ᾿Αθω προ
στασίαν πεπιστευμένον, καὶ τρίτον τὸν ᾿Αθανάσιον,
ἦν δὴ καὶ κατὰ τὰ ὄρη τοῦ Γάνου ἐνδιατρίβοντα, ἐκ
χωρῶν τῶν κατὰ τὴν Αδριανούπολιν τήν γένεσιν
ἔχοντα, τοῦ Μονοπολίτου βασιλεῖ συστήσαντος ἀνὰ
τὴν Κωνσταντίνου τότε διάγοντα βασιλεὺς ἐν τοῖς
πρώτοις τῶν γνωρίμων ἔταττε. Διαμηνυθέντος δὲ
[194] τοῦ πρώτου καὶ τὰ πολλὰ καταναγκασθέντος,
ώπων ἡ κρίσις τῷ βασιλεῖ ἐνεδρίαζε, καὶ τὰ ζυγά
τῆς ἀρεσκείας ὑπὲρ τὸν δεύτερον πρὸς τὸν τρίτον
ἔκλιναν. Κάντεῦθεν προσκληθείς ᾿Αθανάσιος οὐκ εὐ
Οὺς καὶ αὐτὸς ἐνεδίδου, ἀλλὰ τὰ καθ᾽ αὑτὸν πρὸς
τοιοῦτον ὕψος ὑπεκορίζετο. Τέως δὲ βίᾳ τῷ δοκεῖν
βασιλέως καὶ τῆς συνόδου κατανεύει καὶ τὴν πρόσο
κλησιν δέχεται. Ησαν δ' εὐθὺς τὰ προοίμια ἀλλ'
ἅττα παρὰ τὰ φθάσαντα· πεζῇ γὰρ ἡ δούλετο διέρ
χεσθαι τὰς ὁδοὺς ἔνδυμά τε τραχὺ φέρειν καὶ βλαύ
τας εἰκαίως ηὐτουργημένας ὑποδεδέσθαι καὶ ἐν παν
τοίᾳ λιτότητι διαζῇν. Πλὴν οὐ διὰ ταῦτ' ἐζητεῖτο. Οὐ
γὰρ ἐνδυμάτων καὶ βλαυτῶν ἦν καὶ αὐτουργίας τὸ
ὡς δεῖ ποιμαίνειν, ἀλλὰ ψυχῆς εὖ ἐχούσης πρὸς
τοῦτο, ἀγάπην χωρούσης Χριστοῦ, δι' ἧς τὸ κατά
5 Χριστὸν ποιμαίνειν ἐγγίνεται. ο Εἰ φιλεῖς με γάρ,
Πέτρε,» φησί, ο ποίμαινε τὰ πρόβατά μου.» Οὐκ
ἄλλο δὴ πάντως ἡ εἰς Χριστὸν ἀγάπη ἢ τὸ αὐτὴν δὴ
τὴν Χριστοῦ ἀγάπην ἔχειν ἐν τῇ ψυχῇ. Αγάπη δὲ
Χριστοῦ τὸ δοῦναι τὴν ψυχὴν καὶ ἀποθανεῖν ὑπὲρ
ἡμῶν καὶ ἔτι μενόντων ἁμαρτολῶν. Τοῦτο δ' αὖθις
τὴν πρὸς τοὺς ἁμαρτάνοντας συμπάθειαν παριστά.
Liber Quartus
PG 144:157ἡμεῖς δὲ ὑπερηφανήσομεν καὶ καταγνωσόμεθα τῶν ἀνθρώπων, δίκαιοι ὄντες ἁμαρτωλῶν καὶ ἀνέγκλητοι ἐχόντων ἐγκλήματα, καὶ τὸν μὲν κολάσωμεν, τῷ δ’ ἐπιπλήξωμεν, τὸν δ’ ὑποπτεύσωμεν, καὶ μὴ ὄντα τῶν κακῶν πολλάκις ὡς ὄντα κατακρινοῦμεν; καὶ κατορθοῦντας μὲν οὐκ ἀξίως ἐπαινεσώμεθα, ἀποβλέποντες πρὸς τὸ ἡμέτερον ὑψηλόν, σφαλέντας δὲ ὡς μικροῦ μετέλθωμεν ἀναμάρτητοι; Χριστὸς δὲ παραχωρεῖ, καὶ ὁ τῶν μαθητῶν πρῶτος πίπτει, καὶ ὁ μετὰ ταῦτα τῆς οἰκουμένης φωστὴρ διώκτης πρότερον γίνεται καὶ κολαστὴς εὐσεβῶν, καὶ ἁλιεῖς μὲν καὶ τελῶναι εἰς μαθητείαν παραλαμβάνονται πρὸ τοῦ φανῆναι πάμπαν κακοί, ἐπὶ Παύλῳ δὲ χάρις παραχωρεῖ καὶ ὑποστέλλεται, ὡς ἂν μετὰ τὸ φανῆναι κακὸς καὶ διώκτης καὶ τιμωρὸς τῶν Χριστοῦ μαθητῶν ἀπαραίτητος τότ’ ἐκείνῳ λάμψῃ τὸ φῶς, καὶ γνῷ ματαίως διώκων ὃν ὡς θεὸν ὕστερον προσκυνεῖ. τί δαί; ἀλλὰ τοῖς μαθηταῖς ἐκεῖνος ἀποσεμνύεται καὶ τὴν εὐεργεσίαν κρύπτει τῆς χάριτος; οὐδαμῶς, ἀλλὰ κηρύττει καὶ μεγαλύνει τὸν ἔλεον. ταῦτα Χριστός, ταῦθ’ οἱ Χριστοῦ, ἐκεῖνος μὲν ἵνα νομοθετήσῃ τὸ συμπαθές, οὗτοι δὲ ἵνα τὴν εὐεργεσίαν ἐφ’ ἑαυτοῖς πρώτοις δείξωσιν.
Τίς γάρ ποτε τὸ οἰκεῖον μέλος νοτοῦν θεραπεύων οὐκ μαθητῶν 95] ἀπαραίτητος τότ' ἐκείνῳ λάμψῃ τὸ
ἐπίως ἀφεῖται καὶ ἱλαρῶς ἐκείνῳ προσφέρεται, κἂν
ζέῃ σκώληκας; Τίς δὲ καὶ θριαμβεύσεις τὸ ἐλάτ
τωμα ἑαυτοῦ, εἰ μὴ καὶ μᾶλλον κατανοουμένου ὑπερ
απολογείτο; Τὸ γὰρ οἰκεῖον πιέζει πᾶν, κατὰ Πίν
δαρον. Καὶ Χριστὸς μὲν, ὅτι καὶ μόνον ἐσμεν Χρι
στοῦ καὶ τὸ αὐτὸ φέρομεν ἅγιον όνομα, μέλη ἐκ μέσ
μους λογίζεται σαπροὺς τοῖς πλημμελήμασιν ὄντας
ἡμεῖς δὲ ὑπερηφανήσομεν καὶ καταγνωσόμεθα τῶν
ἀνθρώπων, δίκαιοι ὄντες ἁμαρτωλῶν καὶ ἀνέγκλη
τοι ἐχόντων ἐγκλήματα, καὶ τὸν μὲν κολάσωμεν, τῷ
δ' ἐπιπλήξωμεν, τὸν δ᾽ ὑποπτεύσωμεν, καὶ μὴ ὄντα
τῶν κακῶν πολλάκις ὡς ὄντα κατακρινοῦμεν; καὶ
κατορθούντας μὲν οὐκ ἀξίως ἐπαινεσώμεθα, ἀπο
διέποντες πρὸς τὸ ἡμέτερον ὑψηλὸν, σφαλέντας δὲ
ὡς μικροῦ μετέλθωμεν ἀναμάρτητοι; Χριστὸς δὲ
παραχωρεῖ, καὶ ὁ τῶν μαθητῶν πρῶτος πίπτει, καὶ
ὁ μετὰ ταῦτα τῆς οἰκουμένης φωστήρ διώκτης προ
τερον γίνεται καὶ κολαστὴς εὐσεβῶν, καὶ ἁλιεῖς μὲν
καὶ τελῶναι εἰς μαθητείαν παραλαμβάνονται πρὸ
τοῦ φανῆναι πάμπαν κακοὶ, ἐπὶ Παύλῳ δὲ χάρις
παραχωρεῖ καὶ ὑποστέλλεται, ὡς ἂν μετὰ τὸ φα
νῆναι κακὸς καὶ διώκτης καὶ τιμωρὸς τῶν Χριστοῦ
φῶς, καὶ γνῷ ματαίως διώκων ὂν ὡς Θεὸν ὕστερον
προσκυνεῖ. Τί δαί; ᾿Αλλὰ τοῖς μαθηταῖς ἐκεῖνο
άποσεμνύνεται καὶ τὴν εὐεργεσίαν κρύπτει τῆς χά
ριτος; Οὐδαμῶς, ἀλλὰ κηρύττει καὶ μεγαλύνει τὸν
ἔλεον. Ταῦτα Χριστός, ταῦθ' οἱ Χριστοῦ, ἐκεῖνος μὲν
ἵνα νομοθετήσῃ τὸ συμπαθές, οὗτοι δὲ ἵνα τὴν εὐερ
γεσίαν ἐφ' ἑαυτοῖς πρώτοις δείξωσιν. Αλλ' οὐ φα
σιν οἱ περὶ ἐκεῖνον, ἀλλὰ κολαστέοι οἱ ἁμαρτάνοντες,
ἀλλὰ καταγνωστέο: ο! σφίσι συμπαθούντες. Τότε δέ
γε καὶ προσδεχέσθωσαν, ὅτε καὶ τοῖς ἀξίοις προστι
μοῖντο, καὶ ὡς ἐκείνοις δοκοίη, πικρῶς καὶ ἀναλγής
τως τιμωρουμένοις. Τὸ δ' ἐμὸν εἴπω πάθος, καὶ εἰ
μὲν ἐπαινετὸν, εἰ δ' οὖν, ἔχον φερέτω τὴν μέμψιν.
Πᾶσι μὲν πιστοῖς τὴν θείαν φιλανθρωπίαν ἐξαπλου
μένην κατανοῶ, καὶ οὐδενὶ τῆς σωτηρίας ἀπογιγνώ
σκω γνησίως μετανοήσαντι, μόνῳ δ' ἐμαυτῷ τὴν τοῦ
ἐλέους χάριν συστέλλω καὶ τρέμω τὴν θείαν κρίσιν
ὡς ἐπενεχθησομένην δικαίως, κἂν ὅ τι ποιοίην. Πλὴν
ἐξ ἐλέους καὶ πάλιν θαῤῥῶ, καὶ τὸ Χριστοῦ ὄντα
παρ' αὐτοῦ καὶ κολάζεσθαι φιλανθρωπίας ήγημαι
πέλαγος. Τοῦτο πολλάκις κατ' ἐμαυτὸν ηὐξάμην,
οὐδενὶ τῆς σωτηρίας ἀπογινώσκων, κἂν τὰ φαυλότατα
ἀλλ’ οὔ φασιν οἱ περὶ ἐκεῖνον, ἀλλὰ κολαστέοι οἱ ἁμαρτάνοντες, ἀλλὰ καταγνωστέοι οἱ σφίσι συμπαθοῦντες. τότε δέ γε καὶ προσδεχέσθωσαν, ὅτε καὶ τοῖς ἀξίοις προστιμοῖντο, καὶ ὡς ἐκείνοις δοκοίη, πικρῶς καὶ ἀναλγήτως τιμωρουμένοις. τὸ δ’ ἐμὸν εἴπω πάθος, καὶ εἰ μὲν ἐπαινετόν, εἰ δ’ οὖν, ἔχον φερέτω τὴν μέμψιν. πᾶσι μὲν πιστοῖς τὴν θείαν φιλανθρωπίαν ἐξαπλουμένην κατανοῶ, καὶ οὐδενὶ τῆς σωτηρίας ἀπογιγνώσκω γνησίως μετανοήσαντι, μόνῳ δ’ ἐμαυτῷ τὴν τοῦ ἐλέους χάριν συστέλλω καὶ τρέμω τὴν θείαν κρίσιν ὡς ἐπενεχθησομένην δικαίως, κἂν ὅ τι ποιοίην. πλὴν ἐξ ἐλέους καὶ πάλιν θαρρῶ, καὶ τὸ Χριστοῦ ὄντα παρ’ αὐτοῦ καὶ κολάζεσθαι φιλανθρωπίας ἥγημαι πέλαγος. τοῦτο πολλάκις κατ’ ἐμαυτὸν ηὐξάμην, οὐδενὶ τῆς σωτηρίας ἀπογινώσκων, κἂν τὰ φαυλότατα διαπράξηται· μόνον ἡ πρὸς τὸ καλὸν ὁδηγία ἔστω καὶ ἡ ἐπὶ τοῖς αἰσχροῖς μετάνοια. ἀλλὰ ταῦτα μὲν εἶπον, ὅτι τὸ σκληρὸν τῶν περὶ ἐκεῖνον ἦθος καὶ ἀτενὲς πολλαῖς τὴν τοῦ θεοῦ ἐκκλησίαν ταραχαῖς περιέβαλλεν ὕστερον. ἀλλ’ οὔπω ταῦτα. 14.
Τίς γάρ ποτε τὸ οἰκεῖον μέλος νοτοῦν θεραπεύων οὐκ μαθητῶν 95] ἀπαραίτητος τότ' ἐκείνῳ λάμψῃ τὸ
ἐπίως ἀφεῖται καὶ ἱλαρῶς ἐκείνῳ προσφέρεται, κἂν
ζέῃ σκώληκας; Τίς δὲ καὶ θριαμβεύσεις τὸ ἐλάτ
τωμα ἑαυτοῦ, εἰ μὴ καὶ μᾶλλον κατανοουμένου ὑπερ
απολογείτο; Τὸ γὰρ οἰκεῖον πιέζει πᾶν, κατὰ Πίν
δαρον. Καὶ Χριστὸς μὲν, ὅτι καὶ μόνον ἐσμεν Χρι
στοῦ καὶ τὸ αὐτὸ φέρομεν ἅγιον όνομα, μέλη ἐκ μέσ
μους λογίζεται σαπροὺς τοῖς πλημμελήμασιν ὄντας
ἡμεῖς δὲ ὑπερηφανήσομεν καὶ καταγνωσόμεθα τῶν
ἀνθρώπων, δίκαιοι ὄντες ἁμαρτωλῶν καὶ ἀνέγκλη
τοι ἐχόντων ἐγκλήματα, καὶ τὸν μὲν κολάσωμεν, τῷ
δ' ἐπιπλήξωμεν, τὸν δ᾽ ὑποπτεύσωμεν, καὶ μὴ ὄντα
τῶν κακῶν πολλάκις ὡς ὄντα κατακρινοῦμεν; καὶ
κατορθούντας μὲν οὐκ ἀξίως ἐπαινεσώμεθα, ἀπο
διέποντες πρὸς τὸ ἡμέτερον ὑψηλὸν, σφαλέντας δὲ
ὡς μικροῦ μετέλθωμεν ἀναμάρτητοι; Χριστὸς δὲ
παραχωρεῖ, καὶ ὁ τῶν μαθητῶν πρῶτος πίπτει, καὶ
ὁ μετὰ ταῦτα τῆς οἰκουμένης φωστήρ διώκτης προ
τερον γίνεται καὶ κολαστὴς εὐσεβῶν, καὶ ἁλιεῖς μὲν
καὶ τελῶναι εἰς μαθητείαν παραλαμβάνονται πρὸ
τοῦ φανῆναι πάμπαν κακοὶ, ἐπὶ Παύλῳ δὲ χάρις
παραχωρεῖ καὶ ὑποστέλλεται, ὡς ἂν μετὰ τὸ φα
νῆναι κακὸς καὶ διώκτης καὶ τιμωρὸς τῶν Χριστοῦ
φῶς, καὶ γνῷ ματαίως διώκων ὂν ὡς Θεὸν ὕστερον
προσκυνεῖ. Τί δαί; ᾿Αλλὰ τοῖς μαθηταῖς ἐκεῖνο
άποσεμνύνεται καὶ τὴν εὐεργεσίαν κρύπτει τῆς χά
ριτος; Οὐδαμῶς, ἀλλὰ κηρύττει καὶ μεγαλύνει τὸν
ἔλεον. Ταῦτα Χριστός, ταῦθ' οἱ Χριστοῦ, ἐκεῖνος μὲν
ἵνα νομοθετήσῃ τὸ συμπαθές, οὗτοι δὲ ἵνα τὴν εὐερ
γεσίαν ἐφ' ἑαυτοῖς πρώτοις δείξωσιν. Αλλ' οὐ φα
σιν οἱ περὶ ἐκεῖνον, ἀλλὰ κολαστέοι οἱ ἁμαρτάνοντες,
ἀλλὰ καταγνωστέο: ο! σφίσι συμπαθούντες. Τότε δέ
γε καὶ προσδεχέσθωσαν, ὅτε καὶ τοῖς ἀξίοις προστι
μοῖντο, καὶ ὡς ἐκείνοις δοκοίη, πικρῶς καὶ ἀναλγής
τως τιμωρουμένοις. Τὸ δ' ἐμὸν εἴπω πάθος, καὶ εἰ
μὲν ἐπαινετὸν, εἰ δ' οὖν, ἔχον φερέτω τὴν μέμψιν.
Πᾶσι μὲν πιστοῖς τὴν θείαν φιλανθρωπίαν ἐξαπλου
μένην κατανοῶ, καὶ οὐδενὶ τῆς σωτηρίας ἀπογιγνώ
σκω γνησίως μετανοήσαντι, μόνῳ δ' ἐμαυτῷ τὴν τοῦ
ἐλέους χάριν συστέλλω καὶ τρέμω τὴν θείαν κρίσιν
ὡς ἐπενεχθησομένην δικαίως, κἂν ὅ τι ποιοίην. Πλὴν
ἐξ ἐλέους καὶ πάλιν θαῤῥῶ, καὶ τὸ Χριστοῦ ὄντα
παρ' αὐτοῦ καὶ κολάζεσθαι φιλανθρωπίας ήγημαι
πέλαγος. Τοῦτο πολλάκις κατ' ἐμαυτὸν ηὐξάμην,
οὐδενὶ τῆς σωτηρίας ἀπογινώσκων, κἂν τὰ φαυλότατα
Ἀλλὰ πρῶτον μὲν ἀκουσθὲν ὡς ἐς πατριάρχην ἐκεῖνος ἐψήφιστο, πολλοί τινες ἐξαναδύντες τῶν καθ’ αὑτοὺς φωλεῶν οἱ μὲν πόλλ’ ἄττα τῶν ἀχαρίτων ἐκείνῳ προσεμαρτύρουν, καὶ τὸ πλέον εἰς αὐτονομίαν καὶ ἀσπλαγχνίαν, ὅτι καὶ ἐξ ἐπιταγῆς ὄνῳ ποινὴν ἐπιθείη τῶν ὀμμάτων τὴν στέρησιν δόξαντι ἀδίκῳ περὶ τὸν τῶν λαχάνων κῆπον τοῖς μοναχοῖς, οἱ δὲ καὶ ὡς θαυματουργὸν ὡμολόγουν, ὅτι τε ἐν μιᾷ λάχανα συνάξας, λύκον εὑρὼν ἐπιτίθησι ταῦτα, ἐφ’ ᾧ οἱ τοῦ κήπου συναίροιτο, ἐπιτάξας ἀπάγειν εἰς τὴν μονὴν (ἦν δὲ ὁ λύκος ἄνθρωπος, εἰ καὶ παρελογίζοντο λέγοντες, ὡς ὕστερον ἔγνωστο), καὶ ὡς πεμφθέντος ἐκείνῳ παρά τινος ἀπὸ μελισσείου κηρίου αὐτός τε φάγοι καὶ γλυκανθείη τὸν φάρυγγα, εὔξαιτο δὲ τὸν γλυκασμὸν καὶ τῷ πέμψαντι, καὶ ὡς αὐτὸς ἐντεῦθεν ὁ πέμψας ἐξ ἐκείνου καὶ ἐς ἡμέρας ἀνὰ στόμα τὴν γλυκύτητα περιφέροιτο, τῆς εὐχῆς ἐκείνῳ τόπον ἀποπληρωσάσης κατὰ στόμα τοῦ μέλιτος. ταῦτ’ ἐκεῖνοι μὲν ἔλεγον, τὸ δέ γε τοῦ ἀνδρὸς ξένον καὶ ἄηθες καὶ ἀμφοτέροις ἀνὰ μέρος πολλοῖς πιστεύειν ἐδίδου.
Τίς γάρ ποτε τὸ οἰκεῖον μέλος νοτοῦν θεραπεύων οὐκ μαθητῶν 95] ἀπαραίτητος τότ' ἐκείνῳ λάμψῃ τὸ
ἐπίως ἀφεῖται καὶ ἱλαρῶς ἐκείνῳ προσφέρεται, κἂν
ζέῃ σκώληκας; Τίς δὲ καὶ θριαμβεύσεις τὸ ἐλάτ
τωμα ἑαυτοῦ, εἰ μὴ καὶ μᾶλλον κατανοουμένου ὑπερ
απολογείτο; Τὸ γὰρ οἰκεῖον πιέζει πᾶν, κατὰ Πίν
δαρον. Καὶ Χριστὸς μὲν, ὅτι καὶ μόνον ἐσμεν Χρι
στοῦ καὶ τὸ αὐτὸ φέρομεν ἅγιον όνομα, μέλη ἐκ μέσ
μους λογίζεται σαπροὺς τοῖς πλημμελήμασιν ὄντας
ἡμεῖς δὲ ὑπερηφανήσομεν καὶ καταγνωσόμεθα τῶν
ἀνθρώπων, δίκαιοι ὄντες ἁμαρτωλῶν καὶ ἀνέγκλη
τοι ἐχόντων ἐγκλήματα, καὶ τὸν μὲν κολάσωμεν, τῷ
δ' ἐπιπλήξωμεν, τὸν δ᾽ ὑποπτεύσωμεν, καὶ μὴ ὄντα
τῶν κακῶν πολλάκις ὡς ὄντα κατακρινοῦμεν; καὶ
κατορθούντας μὲν οὐκ ἀξίως ἐπαινεσώμεθα, ἀπο
διέποντες πρὸς τὸ ἡμέτερον ὑψηλὸν, σφαλέντας δὲ
ὡς μικροῦ μετέλθωμεν ἀναμάρτητοι; Χριστὸς δὲ
παραχωρεῖ, καὶ ὁ τῶν μαθητῶν πρῶτος πίπτει, καὶ
ὁ μετὰ ταῦτα τῆς οἰκουμένης φωστήρ διώκτης προ
τερον γίνεται καὶ κολαστὴς εὐσεβῶν, καὶ ἁλιεῖς μὲν
καὶ τελῶναι εἰς μαθητείαν παραλαμβάνονται πρὸ
τοῦ φανῆναι πάμπαν κακοὶ, ἐπὶ Παύλῳ δὲ χάρις
παραχωρεῖ καὶ ὑποστέλλεται, ὡς ἂν μετὰ τὸ φα
νῆναι κακὸς καὶ διώκτης καὶ τιμωρὸς τῶν Χριστοῦ
φῶς, καὶ γνῷ ματαίως διώκων ὂν ὡς Θεὸν ὕστερον
προσκυνεῖ. Τί δαί; ᾿Αλλὰ τοῖς μαθηταῖς ἐκεῖνο
άποσεμνύνεται καὶ τὴν εὐεργεσίαν κρύπτει τῆς χά
ριτος; Οὐδαμῶς, ἀλλὰ κηρύττει καὶ μεγαλύνει τὸν
ἔλεον. Ταῦτα Χριστός, ταῦθ' οἱ Χριστοῦ, ἐκεῖνος μὲν
ἵνα νομοθετήσῃ τὸ συμπαθές, οὗτοι δὲ ἵνα τὴν εὐερ
γεσίαν ἐφ' ἑαυτοῖς πρώτοις δείξωσιν. Αλλ' οὐ φα
σιν οἱ περὶ ἐκεῖνον, ἀλλὰ κολαστέοι οἱ ἁμαρτάνοντες,
ἀλλὰ καταγνωστέο: ο! σφίσι συμπαθούντες. Τότε δέ
γε καὶ προσδεχέσθωσαν, ὅτε καὶ τοῖς ἀξίοις προστι
μοῖντο, καὶ ὡς ἐκείνοις δοκοίη, πικρῶς καὶ ἀναλγής
τως τιμωρουμένοις. Τὸ δ' ἐμὸν εἴπω πάθος, καὶ εἰ
μὲν ἐπαινετὸν, εἰ δ' οὖν, ἔχον φερέτω τὴν μέμψιν.
Πᾶσι μὲν πιστοῖς τὴν θείαν φιλανθρωπίαν ἐξαπλου
μένην κατανοῶ, καὶ οὐδενὶ τῆς σωτηρίας ἀπογιγνώ
σκω γνησίως μετανοήσαντι, μόνῳ δ' ἐμαυτῷ τὴν τοῦ
ἐλέους χάριν συστέλλω καὶ τρέμω τὴν θείαν κρίσιν
ὡς ἐπενεχθησομένην δικαίως, κἂν ὅ τι ποιοίην. Πλὴν
ἐξ ἐλέους καὶ πάλιν θαῤῥῶ, καὶ τὸ Χριστοῦ ὄντα
παρ' αὐτοῦ καὶ κολάζεσθαι φιλανθρωπίας ήγημαι
πέλαγος. Τοῦτο πολλάκις κατ' ἐμαυτὸν ηὐξάμην,
οὐδενὶ τῆς σωτηρίας ἀπογινώσκων, κἂν τὰ φαυλότατα
PG 144:159ὅτι δὲ καὶ ἀσκητὴς ἐκ τῶν εἰκότων ὑποτοπάζοιτο καὶ ἀκριβὴς περὶ τὰς ἐντολὰς νομίζοιτο, μάρτυρες ἦσαν οἱ ἐκείνῳ φοιτῶντες, νήλιποί τινες καὶ ὠχρίαι καὶ κατεσκληκότες καὶ γυμνοὶ καὶ ἀπέριττοι, μὴ πολλὰ λαλοῦντες, μὴ περιττὰ ὁμιλοῦντες, κατηφίαι τε καὶ τὰς γνώμας ἀπαραίτητοι καὶ ἀμείλικτοι τοῖς πᾶσι φαινόμενοι, ἃ καὶ δείγματ’ ἦσαν σαφῆ τῆς τοῦ διδάσκοντος ἀκριβείας καὶ τοῦ περὶ τὰς ἐντολὰς δεισιδαιμονήματος. ταῦτα λεγόμενά τε καὶ φημιζόμενα φθάνουσι καὶ ἐς βασιλικὰς ἀκοάς. ὁ δὲ πολλὰ μὲν εἰδὼς καὶ ἐφ’ ἑαυτῶν ψευδῆ λαλοῦντας ἀνθρώπους, ἐκ βασκανίας κινουμένους δῆθεν καὶ παθῶν ἄλλων ὧν ὁ βίος ἐμπέπλησται (μαρτύριον δὲ τὸ μηδένα λέγειν ἐκείνου ἰδιωτεύοντος), τέως δὲ καὶ τὰ περὶ ἐκείνου σκοπῶν λεγόμενα, καὶ ἀντιβάλλων τοῖς ἀγαθοῖς τὰ κακά, καὶ συνετῶς κρίνων ὡς εἴπερ εὑρεθεῖεν ἀληθῆ τἀγαθά, ἀνάγκη πᾶσα συναφανίζεσθαι τὰ κακά, παρυποστάσεις ὄντα ἐκ τῆς τῶν ἀγαθῶν ἀπουσίας, ὡς μὴ ἅμα τοῦ αὐτοῦ οἴκου καὶ φῶς καὶ σκότος χωροῦντος, συνάξεις ἐπιτελέσας κοινάς.
διαπράξηται· μόνον ἡ πρὸς τὸ καλὸν ἐδηγία ἔστω τὸν γλυκασμὸν καὶ τῷ πέμψαντι, καὶ ὡς αὐτὸς ἐν
καὶ ἡ ἐπὶ τοῖς αἰσχροῖς μετάνοια. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν
εἶπον, ὅτι τὸ σκληρὴν τῶν περὶ ἐκεῖνον ἦθος καὶ
ἀτενὲς πολλαῖς τὴν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν ταραχαῖς
περιέβαλλεν ὕστερον. Αλλ' οὔπω ταῦτα.
ιδ'. Οπως τὰ κατὰ τὸν ᾿Αθανάσιον λαληθέντα
ἐξητάζοντο.
Ἀλλὰ πρῶτον μὲν ἀκουσθέν [Ρ 96] ὡς ἐς πατρι
ἀρχὴν ἐκεῖνος ἐψήφιστο, πολλοί τινες ἐξαναδύντες
τῶν καθ᾽ αὑτοῦ; φωλεῶν οἱ μὲν πόλλ' ἄττα τῶν ἀχα
ρίτων ἐκείνῳ προσεμαρτύρουν, καὶ τὸ πλέον εἰς αὐ
τονομίαν καὶ ἀσπλαγχνίαν, ὅτι καὶ ἐξ ἐπιταγῆς ὄνῳ
ποινὴν ἐπιθείη τῶν ὀμμάτων την στέρησιν δόξαντι
ἀδίκῳ περὶ τὸν τῶν λαχάνων κῆπον τοῖς μοναχοῖς,
οἱ δὲ καὶ ὡς θαυματουργὸν ὡμολόγουν, ὅτι τε ἐν μιᾷ
λάχανα συνάξας, λύκον εὑρὼν ἐπιτίθησι ταῦτα, ἐφ'
ᾧ οἱ τοῦ κήπου συναίροιτο, ἐπιτάξας ἀπάγειν εἰς τὴν
μονὴν (ἦν δὲ ὁ λύκος ἄνθρωπος, εἰ καὶ παρελογίζον
το λέγοντες, ὡς ὕστερον ἔγνωστο), καὶ ὡς πεμφθέν
τος ἐκείνῳ παρά τινος ἀπὸ μελισσείου κηρίου αὐτός
τε φάγοι καὶ γλυκανθείη τὸν φάρυγγα, εὔξαιτο δὲ
τεῦθεν ὁ πέμψας ἐξ ἐκείνου καὶ ἐς ἡμέρας ἀνὰ στόμα
τὴν γλυκύτητα περιφέροιτο, τῆς εὐχῆς ἐκείνῳ τό
που ἀποπληρωσάσης κατὰ στόμα τοῦ μέλιτος. Ταῦτ
ἐκεῖνοι μὲν ἔλεγον, τὸ δέ γε τοῦ ἀνδρὸς ξένον καὶ
ἄηθες καὶ ἀμφοτέροις ἀνὰ μέρος πολλοῖς πιστεύειν
ἐδίδου. Οτι δὲ καὶ ἀσκητὴς ἐκ τῶν εἰκότων ύποτο
πάζοιτο καὶ ἀκριβῆς περὶ τὰς ἐντολὰς νομίζοιτο,
μάρτυρες ἦσαν οἱ ἐκείνῳ φοιτῶντες, νηλιποί τινες
καὶ ὠχρίαι καὶ κατεσκληκότες καὶ γυμνοὶ καὶ ἀπέ
ριττοί, μὴ πολλὰ λαλοῦντες, μή περιττὰ ὁμιλοῦντες,
κατηφίαι τε καὶ τὰς γνώμας ἀπαραίτητοι καὶ ἀμεί
λικτοι τοῖς πᾶσι φαινόμενοι, & καὶ δείγματ᾽ ἦσαν
σαφῆ τῆς τοῦ διδάσκοντος ἀκριβείας καὶ τοῦ περὶ
τὰς ἐντολὰς δεισιδαιμονήματος. Ταῦτα λεγόμενά τε
καὶ φημιζόμενα φθάνουσι καὶ ἐς βασιλικάς ἀκοάς.
Ὁ δὲ πολλὰ μὲν εἰδὼς καὶ ἐφ' ἑαυτῶν ψευδή λαλοῦν
τας ἀνθρώπους, ἐκ βασκανίας κινουμένους δῆθεν καὶ
παθῶν ἄλλων ὧν ὁ βίος ἐμπέπλησται (μαρτύριον δὲ
τὸ μηδένα λέγειν ἐκείνου ἰδιωτεύοντος), τέως δὲ καὶ
τὰ περὶ ἐκείνου σκοπῶν λεγόμενα, καὶ ἀντιβάλλων τοῖς
ἀγαθοῖς τὰ κακὰ, καὶ συνετῶς κρίνων ὡς εἶπ:ρ εύρε
PG 144:161εὑρὼν τοὺς τἀγαθὰ λέγοντας καὶ τὰ πιστὰ λαβὼν παρ’ ἐκείνων ὡς μαρτυρησόντων ἐνόρκως, αὐτίκα διαλαλεῖ τῷ λαῷ κοινῶς περὶ τούτων, καὶ πρῶτον μὲν τὴν κακίαν ὡς ἐκ τοῦ πονηροῦ δείκνυσι, καὶ τὸν κακὸν θησαυρὸν ὅθεν αἱ κατὰ ἀνθρώπων διαβολαὶ θριαμβεύει· ἔπειτα δὲ καὶ παρ’ ἑκάτερα στήσας τὰ ἀγαθὰ μαρτυρήσοντας, προσέταττε λέγειν ἐκείνους ἃ δὴ καὶ συνοίδασι περὶ τἀνδρὸς ἑαυτοῖς. οἱ δὲ τοσοῦτον πιθανῶς ἔλεγον, προστιθέντες καὶ ὅρκους τοὺς ἐπὶ πίστει τοῦ βασιλέως καὶ δὴ καὶ τοὺς συνήθεις ἄλλους, ὥστε θαυμάσαι μὲν πάντας, τὸν δέ γε μέγαν λογοθέτην καὶ γραφῇ δοῦναι ταῦτα πεισθῆναι. 15.
Ιουστινιάνειον τρίκλινον, ἐν ὁ νέος Ἰουστινιανός
ἐδομήσατο ἔξαιτον ὄντα καὶ μέγαν καὶ θαυμαστὴν,
λέχριον ὄντα τοῖς κατὰ πύλας εἰσιοῦσι πρώτως καὶ
ἄνωθεν ἕως κάτω διήκοντα, λαμπρὸν μὲν τοιχος,
λαμπρὸν δ' ἐδάφει, καὶ περιττὸν τὸ κάλλος, δ; τῷ
χρόνῳ παρεγκλεθεὶς ἐπὶ θάτερα νότου βιαίου πνεύ
σαντος ὕστερον καταπίπτει, ὡς μηδὲ εἰ ἦν οἶκος
ἐκεῖσε πάλαι καὶ τοῖς ἰδοῦσι γνωρίζεσθαι,
θεῖεν ἀληθῆ τἀγαθα, ἀνάγκη πᾶσα συναφανίζεσθαι ἡ ἐκείνῳ τὸν κόπον, ἐν τῷ μεγίστῳ παλατίῳ κατὰ τὸν
τὰ κακά, παρυποστάσεις ὄντα ἐκ τῆς τῶν ἀγαθῶν
ἀπουσίας, ὡς μὴ ἅμα [Ρ 97] τοῦ αὐτοῦ οἴκου καὶ
φῶς καὶ σκότος χωροῦντος, συνάξεις ἐπιτελέσας και
νάς, εὑρὼν τοὺς τἀγαθὰ λέγοντας καὶ τὰ πιστὰ λα
βὼν παρ' ἐκείνων ώς μαρτυρησόντων ενόρκως, αυτ
τίκα διαλαλεῖ τῷ λαῷ κοινῶς περὶ τούτων, καὶ πρῶ
τον μὲν τὴν κακίαν ὡς ἐκ τοῦ πονηροῦ δείκνυσι, καὶ
τὸν κακὸν θησαυρὸν ὅθεν αἱ κατὰ ἀνθρώπων δια6ο
λαὶ θριαμβεύει· ἔπειτα δὲ καὶ παρ' ἑκάτερα στησας
τὰ ἀγαθὰ μαρτυρήσοντας, προσέταττε λέγειν ἐκεί
νους ἃ δὴ καὶ συνοίδασι περὶ τἀνδρὸς ἑαυτοῖς. Οἱ δὲ
τοσοῦτον πιθανῶς ἔλεγον, προστιθέντες καὶ ὅρκους
τοὺς ἐπὶ πίστει τοῦ βασιλέως καὶ δὴ καὶ τοὺς συνή
θεις ἄλλους, ὥστε θαυμάσαι μὲν πάντας, τὸν δέ γε
μέγαν λογοθέτην καὶ γραφῇ δοῦναι ταῦτα πεισθή- λαμβάνει τὸ θεῖον τέμενος, μικρὸν δ᾽ ὕστερον καὶ
ναι.
ι'. Περὶ τῆς προβλήσεως ᾿Αθανασίου εἰς τὸ
πατριαρχεῖον.
Οὕτω δὴ καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ἐπὶ κοινῶν συνάξεων
λαληθέντων τῶν κατ' ἐκεῖνον, ἐπειδὴ ἔδει καὶ παρὰ
βασιλέως προβάλλεσθαι, ὑποτεμνόμενος ὁ κρατῶν
κατά
τοῦτον τοίνυν τὸν τρίκλινον, ἱστάμενον τότε, τῆς
τάξεως γεγονυίας μεγαλοπρεπῶς καὶ ὡς ἔδει πατρι
άρχην προβάλλεται. Εὐθύς τε κλόνος οἷον ἐπιση
μαίνει τῇ γῇ, [Ρ 98] καὶ παῖς τις κατὰ τὴν Νέα,
πεσὼν κινδυνεύει τῷ πτώματι. Τετάρτῃ δὲ καὶ δια
κάτῃ μηνός Ελαφηβολιώνος ὁ προβληθεὶς πεζῇ κατα
χειροτονεῖται. Γίνεται δὲ καὶ τότε σημείον σύνηθες
νηνεμίας γὰρ οὔσης τὰς πρὸς τῷ στασειδίῳ φωτα
γωγούς μέσον ἐκ τῶν κατὰ κύκλον ἀπῃωρημένων, ἃς
πᾶς τις τῶν ἐν κλήρῳ ἐπ' ἐκβολῇ πατριάρχου ση
μεῖον εἶχεν (ἅμα γὰρ ἐκεῖναι τελουμένων τῶν ὕμνων
ἐσείοντο, καὶ ὁ βλέπων ἐκβολὴν κατενύει τοῦ τότε
Οὕτω δὴ καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ἐπὶ κοινῶν συνάξεων λαληθέντων τῶν κατ’ ἐκεῖνον, ἐπειδὴ ἔδει καὶ παρὰ βασιλέως προβάλλεσθαι, ὑποτεμνόμενος ὁ κρατῶν ἐκείνῳ τὸν κόπον, ἐν τῷ μεγίστῳ παλατίῳ κατὰ τὸν Ἰουστινιάνειον τρίκλινον, ὃν ὁ νέος Ἰουστινιανὸς ἐδομήσατο ἔξαιτον ὄντα καὶ μέγαν καὶ θαυμαστόν, λέχριον ὄντα τοῖς κατὰ πύλας εἰσιοῦσι πρώτως καὶ ἄνωθεν ἕως κάτω διήκοντα, λαμπρὸν μὲν τοίχοις λαμπρὸν δ’ ἐδάφει, καὶ περιττὸν τὸ κάλλος, ὃς τῷ χρόνῳ παρεγκλιθεὶς ἐπὶ θάτερα νότου βιαίου πνεύσαντος ὕστερον καταπίπτει, ὡς μηδὲ εἰ ἦν οἶκος ἐκεῖσε πάλαι καὶ τοῖς ἰδοῦσι γνωρίζεσθαι, κατὰ τοῦτον τοίνυν τὸν τρίκλινον, ἱστάμενον τότε, τῆς τάξεως γεγονυίας μεγαλοπρεπῶς καὶ ὡς ἔδει πατριάρχην προβάλλεται. εὐθύς τε κλόνος οἷον ἐπισημαίνει τῇ γῇ, καὶ παῖς τις κατὰ τὴν Νέαν πεσὼν κινδυνεύει τῷ πτώματι. τετάρτῃ δὲ καὶ δεκάτῃ μηνὸς Ἐλαφηβολιῶνος ὁ προβληθεὶς πεζῇ καταλαμβάνει τὸ θεῖον τέμενος, μικρὸν δ’ ὕστερον καὶ χειροτονεῖται. γίνεται δὲ καὶ τότε σημεῖον σύνηθες·
Ιουστινιάνειον τρίκλινον, ἐν ὁ νέος Ἰουστινιανός
ἐδομήσατο ἔξαιτον ὄντα καὶ μέγαν καὶ θαυμαστὴν,
λέχριον ὄντα τοῖς κατὰ πύλας εἰσιοῦσι πρώτως καὶ
ἄνωθεν ἕως κάτω διήκοντα, λαμπρὸν μὲν τοιχος,
λαμπρὸν δ' ἐδάφει, καὶ περιττὸν τὸ κάλλος, δ; τῷ
χρόνῳ παρεγκλεθεὶς ἐπὶ θάτερα νότου βιαίου πνεύ
σαντος ὕστερον καταπίπτει, ὡς μηδὲ εἰ ἦν οἶκος
ἐκεῖσε πάλαι καὶ τοῖς ἰδοῦσι γνωρίζεσθαι,
θεῖεν ἀληθῆ τἀγαθα, ἀνάγκη πᾶσα συναφανίζεσθαι ἡ ἐκείνῳ τὸν κόπον, ἐν τῷ μεγίστῳ παλατίῳ κατὰ τὸν
τὰ κακά, παρυποστάσεις ὄντα ἐκ τῆς τῶν ἀγαθῶν
ἀπουσίας, ὡς μὴ ἅμα [Ρ 97] τοῦ αὐτοῦ οἴκου καὶ
φῶς καὶ σκότος χωροῦντος, συνάξεις ἐπιτελέσας και
νάς, εὑρὼν τοὺς τἀγαθὰ λέγοντας καὶ τὰ πιστὰ λα
βὼν παρ' ἐκείνων ώς μαρτυρησόντων ενόρκως, αυτ
τίκα διαλαλεῖ τῷ λαῷ κοινῶς περὶ τούτων, καὶ πρῶ
τον μὲν τὴν κακίαν ὡς ἐκ τοῦ πονηροῦ δείκνυσι, καὶ
τὸν κακὸν θησαυρὸν ὅθεν αἱ κατὰ ἀνθρώπων δια6ο
λαὶ θριαμβεύει· ἔπειτα δὲ καὶ παρ' ἑκάτερα στησας
τὰ ἀγαθὰ μαρτυρήσοντας, προσέταττε λέγειν ἐκεί
νους ἃ δὴ καὶ συνοίδασι περὶ τἀνδρὸς ἑαυτοῖς. Οἱ δὲ
τοσοῦτον πιθανῶς ἔλεγον, προστιθέντες καὶ ὅρκους
τοὺς ἐπὶ πίστει τοῦ βασιλέως καὶ δὴ καὶ τοὺς συνή
θεις ἄλλους, ὥστε θαυμάσαι μὲν πάντας, τὸν δέ γε
μέγαν λογοθέτην καὶ γραφῇ δοῦναι ταῦτα πεισθή- λαμβάνει τὸ θεῖον τέμενος, μικρὸν δ᾽ ὕστερον καὶ
ναι.
ι'. Περὶ τῆς προβλήσεως ᾿Αθανασίου εἰς τὸ
πατριαρχεῖον.
Οὕτω δὴ καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ἐπὶ κοινῶν συνάξεων
λαληθέντων τῶν κατ' ἐκεῖνον, ἐπειδὴ ἔδει καὶ παρὰ
βασιλέως προβάλλεσθαι, ὑποτεμνόμενος ὁ κρατῶν
κατά
τοῦτον τοίνυν τὸν τρίκλινον, ἱστάμενον τότε, τῆς
τάξεως γεγονυίας μεγαλοπρεπῶς καὶ ὡς ἔδει πατρι
άρχην προβάλλεται. Εὐθύς τε κλόνος οἷον ἐπιση
μαίνει τῇ γῇ, [Ρ 98] καὶ παῖς τις κατὰ τὴν Νέα,
πεσὼν κινδυνεύει τῷ πτώματι. Τετάρτῃ δὲ καὶ δια
κάτῃ μηνός Ελαφηβολιώνος ὁ προβληθεὶς πεζῇ κατα
χειροτονεῖται. Γίνεται δὲ καὶ τότε σημείον σύνηθες
νηνεμίας γὰρ οὔσης τὰς πρὸς τῷ στασειδίῳ φωτα
γωγούς μέσον ἐκ τῶν κατὰ κύκλον ἀπῃωρημένων, ἃς
πᾶς τις τῶν ἐν κλήρῳ ἐπ' ἐκβολῇ πατριάρχου ση
μεῖον εἶχεν (ἅμα γὰρ ἐκεῖναι τελουμένων τῶν ὕμνων
ἐσείοντο, καὶ ὁ βλέπων ἐκβολὴν κατενύει τοῦ τότε
PG 144:163νηνεμίας γὰρ οὔσης τὰς πρὸς τῷ στασειδίῳ φωταγωγοὺς μέσον ἐκ τῶν κατὰ κύκλον ἀπῃωρημένων, ἃς πᾶς τις τῶν ἐν κλήρῳ ἐπ’ ἐκβολῇ πατριάρχου σημεῖον εἶχεν (ἅμα γὰρ ἐκεῖναι τελουμένων τῶν ὕμνων ἐσείοντο, καὶ ὁ βλέπων ἐκβολὴν κατενόει τοῦ τότε πατριαρχεύοντος· καὶ γέγονε ταῦτα ἐπ’ Ἀρσενίῳ Γερμανῷ Ἰωσὴφ Ἰωάννῃ καὶ Γρηγορίῳ), ταύτας τότε ξυνέβαινε σείεσθαι. καὶ πολλοῖς βλέπουσιν ἐξητάζετο τὸ τελούμενον, εἰ καὶ μὴ ἐς προῦπτον βασιλέως ἑστῶτος διεπυνθάνοντο. ὡς δ’ ὁ Καράκαλος Νικομηδείας τὸν ζυγὸν τοῦ ἁγίου εὐαγγελίου ἐτίθει, καὶ ἤδη τὸν θεῖον θεᾶσθαι χρησμὸν ἔμελλον (φέρουσι γάρ τι κἀκ τούτων ἐπὶ τοῖς τελουμένοις οἱ πολλοὶ πίστεις, κἂν οὐκ ἀναγκαία ἡ ἐπισήμανσις), τὸ εἰς κόλασιν ἀπόφημον ἐν τῷ ἱερῷ εὐαγγελίῳ ἐνεφανίζετο· τὸ δ’ ἦν τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. ᾧ δὴ καὶ προσαλγήσας πρῶτος ἰδὼν ὁ Νικαίας ἐπειρᾶτο καθόσον ἦν συγκαλύπτειν, καὶ μεταλλάττων τὰ τῆς βίβλου φύλλα καρπὸν ἐνέφαινεν ἕτερον.
λόγιον κατὰ τὸ λοξόν πιστευόντων. "Α δὴ πολλὰ
τοιαῦτα καὶ ξυμβεβήκασι. Βρυγμόν λέγουσιν ἐκδι
ναι τῷ ᾿Αρσενία· ἀλλ' ὁ χρησμὸς ἐπ' αὐτῷ μὲν οὐδ᾽
ὁτιοῦν ἐπληροῦτο, ὡς ἔδειξεν, ἐπὶ δὲ τοῖς κοινοῖς τῆς
Εκκλησίας καὶ λίαν, ὅπου γε καί τις, ὡς λέγεται,
θεοφόρος ἀνὴρ, ἀκουσθὲν ὡς Αρσένιος ἐπὶ τῆς Ἐκε
κλησία, κατέστη, εἶπεν, ο ᾿Αρσένιος ἀρχὴ σκανδά
λων,» τῇ ἀρχῇ συμβαλλομένου ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ
ὀνόματος. Διὰ τοιαῦτα καὶ ἐν πληροφορίᾳ τῇ προσ
ηκούσῃ τὸν πατριάρχην καὶ κλῆρος καὶ λαὸς ἅπας
ἐδέχοντο.
πατριαρχεύοντας· καὶ γέγονε ταῦτα ἐπ' Αρσενί, μένων θείων πραγμάτων), ἄλλο δέ τι υποδηλοῦν τὸ
Γερμανῷ, Ἰωσήφ, Ἰωάννῃ καὶ Γρηγορίῳ), ταύτας
τότε ξυνέβαινε σείεσθαι. Καὶ πολλοῖς βλέπουσιν ἐξω
ητάζετο τὸ τελούμενον, εἰ καὶ μὴ ἐς προῦπτον βα
σιλέως ἑστῶτος διεπυνθάνοντο. Ως δ' ὁ Καράκαλος
Νικομηδείας τὸν ζυ͵ ἐν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου ἐτίθει,
καὶ ἤδη τὸν θεῖον θεᾶσθαι χρησμὸν ἔμελλον (φέρουσι
γάρ τι κἀκ τούτων ἐπὶ τοῖς τελουμένοις οἱ πολλοὶ
πίστεις, κἂν οὐκ ἀναγκαία ἡ ἐπισήμανσις), τὸ εἰς
κόλασιν ἀπόφημον ἐν τῷ ἱερῷ Εὐαγγελίῳ ἐνεφανί
ζετο· τὸ δ' ἦν, «Τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτ
τοῦ. ν ' δὴ καὶ προσαλγήσας πρῶτος ἰδὼν ὁ Νι
καίας ἐπειρᾶτο καθόσον ἦν συγκαλύπτειν, καὶ μετ.
αλλάττων τὰ τῆς βίβλου φύλλα καρπὸν ἐνέφαινεν
ἕτερον. Τὸ δ' ἦν, «Καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατα
σκηνοῦσιν ἐν αὐτῷ, ο 8 καὶ αὐτὸ πολὺ τὸ ἀπεμφαί
νον ἔχειν ἐδόκει πρὸς τὰ τελούμενα τέως τὸ πρῶτον
καὶ λαθεῖν σπουδάζοντες οὐκ εὐώδουν συγκαλύπτειν,
ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς ἐφημίζετο, οὐ μὴν δὲ καὶ εἰς κατά
γνωσιν ἄγειν τὰ τελεσθέντα ἐντεῦθεν, κατὰ τύχην
μὲν οὐ λεγόντων ἐκθῆναι (πόῤῥω γὰρ ἡ τύχη τελου
ις'. Περὶ τῶν ὑπηρετῶν μοναχῶν τοῦ πατριάρχου
Αθανασίου.
[Ρ 99] Ολίγον τὸ μεταξύ, καὶ ἐπεισφροῦσι τούτῳ
ὑπηρέτα: μοναχοί ποθεν ἔξωθεν. Καὶ οἱ μὲν ἐκτὸς, οἱ
δ' ἐντὸς ἐκεῖνα ποιεῖν οὐκ ἀπώχνουν, & δὴ πνευματι
τῶν μὲν ἀνδρῶν οὐκ ἂν εἴποι τις, τέως δ' ἀνθρώπων
καὶ μετρίων τὸ παράπαν ἦσαν οὐκ ἄξια. Πολλοῖς
γάρ, μοναχοῖς δὲ μάλιστα, καὶ λίαν ἐπεῖχον. Καὶ ἡ
πρόφασις εὔλογος, ὡς ἀδιαφοροῦσιν ἐξ ἔθους, καὶ
Ει
τὸ δ’ ἦν καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνοῦσιν ἐν αὐτῷ, ὃ καὶ αὐτὸ πολὺ τὸ ἀπεμφαῖνον ἔχειν ἐδόκει πρὸς τὰ τελούμενα τέως τὸ πρῶτον καὶ λαθεῖν σπουδάζοντες οὐκ εὐώδουν συγκαλύπτειν, ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς ἐφημίζετο, οὐ μὴν δὲ καὶ εἰς κατάγνωσιν ἄγειν τὰ τελεσθέντα ἐντεῦθεν, κατὰ τύχην μὲν οὐ λεγόντων ἐκβῆναι (πόρρω γὰρ ἡ τύχη τελουμένων θείων πραγμάτων), ἄλλο δέ τι ὑποδηλοῦν τὸ λόγιον κατὰ τὸ λοξὸν πιστευόντων. ἃ δὴ πολλὰ τοιαῦτα καὶ ξυμβεβήκασι. βρυγμὸν λέγουσιν ἐκβῆναι τῷ Ἀρσενίῳ· ἀλλ’ ὁ χρησμὸς ἐπ’ αὐτῷ μὲν οὐδ’ ὁτιοῦν ἐπληροῦτο, ὡς ἔδειξεν, ἐπὶ δὲ τοῖς κοινοῖς τῆς ἐκκλησίας καὶ λίαν, ὅπου γε καί τις, ὡς λέγεται, θεοφόρος ἀνήρ, ἀκουσθὲν ὡς Ἀρσένιος ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας κατέστη, εἶπεν Ἀρσένιος ἀρχὴ σκανδάλων, τῇ ἀρχῇ συμβαλλομένου ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὀνόματος. διὰ τοιαῦτα καὶ ἐν πληροφορίᾳ τῇ προσηκούσῃ τὸν πατριάρχην καὶ κλῆρος καὶ λαὸς ἅπας ἐδέχοντο. 16. Ὀλίγον τὸ μεταξύ, καὶ ἐπεισφροῦσι τούτῳ ὑπηρέται μοναχοί ποθεν ἔξωθεν.
λόγιον κατὰ τὸ λοξόν πιστευόντων. "Α δὴ πολλὰ
τοιαῦτα καὶ ξυμβεβήκασι. Βρυγμόν λέγουσιν ἐκδι
ναι τῷ ᾿Αρσενία· ἀλλ' ὁ χρησμὸς ἐπ' αὐτῷ μὲν οὐδ᾽
ὁτιοῦν ἐπληροῦτο, ὡς ἔδειξεν, ἐπὶ δὲ τοῖς κοινοῖς τῆς
Εκκλησίας καὶ λίαν, ὅπου γε καί τις, ὡς λέγεται,
θεοφόρος ἀνὴρ, ἀκουσθὲν ὡς Αρσένιος ἐπὶ τῆς Ἐκε
κλησία, κατέστη, εἶπεν, ο ᾿Αρσένιος ἀρχὴ σκανδά
λων,» τῇ ἀρχῇ συμβαλλομένου ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ
ὀνόματος. Διὰ τοιαῦτα καὶ ἐν πληροφορίᾳ τῇ προσ
ηκούσῃ τὸν πατριάρχην καὶ κλῆρος καὶ λαὸς ἅπας
ἐδέχοντο.
πατριαρχεύοντας· καὶ γέγονε ταῦτα ἐπ' Αρσενί, μένων θείων πραγμάτων), ἄλλο δέ τι υποδηλοῦν τὸ
Γερμανῷ, Ἰωσήφ, Ἰωάννῃ καὶ Γρηγορίῳ), ταύτας
τότε ξυνέβαινε σείεσθαι. Καὶ πολλοῖς βλέπουσιν ἐξω
ητάζετο τὸ τελούμενον, εἰ καὶ μὴ ἐς προῦπτον βα
σιλέως ἑστῶτος διεπυνθάνοντο. Ως δ' ὁ Καράκαλος
Νικομηδείας τὸν ζυ͵ ἐν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου ἐτίθει,
καὶ ἤδη τὸν θεῖον θεᾶσθαι χρησμὸν ἔμελλον (φέρουσι
γάρ τι κἀκ τούτων ἐπὶ τοῖς τελουμένοις οἱ πολλοὶ
πίστεις, κἂν οὐκ ἀναγκαία ἡ ἐπισήμανσις), τὸ εἰς
κόλασιν ἀπόφημον ἐν τῷ ἱερῷ Εὐαγγελίῳ ἐνεφανί
ζετο· τὸ δ' ἦν, «Τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτ
τοῦ. ν ' δὴ καὶ προσαλγήσας πρῶτος ἰδὼν ὁ Νι
καίας ἐπειρᾶτο καθόσον ἦν συγκαλύπτειν, καὶ μετ.
αλλάττων τὰ τῆς βίβλου φύλλα καρπὸν ἐνέφαινεν
ἕτερον. Τὸ δ' ἦν, «Καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατα
σκηνοῦσιν ἐν αὐτῷ, ο 8 καὶ αὐτὸ πολὺ τὸ ἀπεμφαί
νον ἔχειν ἐδόκει πρὸς τὰ τελούμενα τέως τὸ πρῶτον
καὶ λαθεῖν σπουδάζοντες οὐκ εὐώδουν συγκαλύπτειν,
ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς ἐφημίζετο, οὐ μὴν δὲ καὶ εἰς κατά
γνωσιν ἄγειν τὰ τελεσθέντα ἐντεῦθεν, κατὰ τύχην
μὲν οὐ λεγόντων ἐκθῆναι (πόῤῥω γὰρ ἡ τύχη τελου
ις'. Περὶ τῶν ὑπηρετῶν μοναχῶν τοῦ πατριάρχου
Αθανασίου.
[Ρ 99] Ολίγον τὸ μεταξύ, καὶ ἐπεισφροῦσι τούτῳ
ὑπηρέτα: μοναχοί ποθεν ἔξωθεν. Καὶ οἱ μὲν ἐκτὸς, οἱ
δ' ἐντὸς ἐκεῖνα ποιεῖν οὐκ ἀπώχνουν, & δὴ πνευματι
τῶν μὲν ἀνδρῶν οὐκ ἂν εἴποι τις, τέως δ' ἀνθρώπων
καὶ μετρίων τὸ παράπαν ἦσαν οὐκ ἄξια. Πολλοῖς
γάρ, μοναχοῖς δὲ μάλιστα, καὶ λίαν ἐπεῖχον. Καὶ ἡ
πρόφασις εὔλογος, ὡς ἀδιαφοροῦσιν ἐξ ἔθους, καὶ
Ει
PG 144:165καὶ οἱ μὲν ἐκτὸς οἱ δ’ ἐντὸς ἐκεῖνα ποιεῖν οὐκ ἀπώκνουν, ἃ δὴ πνευματικῶν μὲν ἀνδρῶν οὐκ ἂν εἴποι τις, τέως δ’ ἀνθρώπων καὶ μετρίων τὸ παράπαν ἦσαν οὐκ ἄξια. πολλοῖς γάρ, μοναχοῖς δὲ μάλιστα, καὶ λίαν ἐπεῖχον. καὶ ἡ πρόφασις εὔλογος, ὡς ἀδιαφοροῦσιν ἐξ ἔθους, καὶ τὰς τῆς ἑβδομάδος νηστίμους καταλύουσι μὲν εἰς διφαγίαν καταλύουσι δὲ καὶ εἰς οἶνον πολλάκις καὶ ἔλαιον, καὶ παραρτύμασι χρῶνται, καὶ παρὰ τοὺς πολλοὺς τρέφονται, καὶ ὡς χρήματά τινες ἔχοιεν. καὶ τοσοῦτον ἐφυλοκρίνουν ταῦτα καὶ ποιναῖς ἐξεκόλαζον, ὡς μὴ μόνον τοὺς ἀδιαφοροῦντας δεδιέναι καὶ τρέμειν τὴν ἐκείνων ἐπιστασίαν, ὡς εἰ μόνον προσαγγελθεῖεν κολασθησομένους τὰ μέγιστα, ἀλλὰ καὶ τὸν δοκοῦντα προσεκτικώτατον. καὶ ὅπερ ἐπὶ τοῦ σκορπίου φασίν, ἐκ τῆς ὀπῆς ἐξιόντα μηδὲν εἰδέναι ὅπῃ τὸ κέντρον προσβάλοι, ἀλλ’ εὐθὺς ἐνιέναι πᾶσι, καὶ φυτοῖς καὶ πέτραις καὶ ζώοις καὶ γῇ, τὰ αὐτοῦ πράττοντα, οὕτω κἀκείνοις ἄντικρυς ἦν τοὐπιτήδευμα, ἐνιεῖσι πικρίαν οἷς ἐπισταῖεν διὰ τὴν τοῦ πατριαρχοῦντος ἐπὶ πᾶσιν, ὡς ἐδόκει, ἀκρίβειαν.
τὰς τῆς ἑβδομάδος νηστίμους καταλύουσι μὲν εἰς δι- λελεύκωται τὸ χειρόμακτρον, [Ρ 100] ὡς ἐλούθη ο
φαγίαν, καταλύουσι δὲ καὶ εἰς οἶνον πολλάκις και
ἔλαιον, καὶ παραρτύμασι χρῶνται, καὶ παρὰ τοὺς
πολλούς τρέφονται, καὶ ὡς χρήματά τινες ἔχοιεν.
Καὶ τοσοῦτον ἐφιλοκρίνουν ταῦτα καὶ ποιναῖς ἐξ
εκόλαζον, ὡς μὴ μόνον τοὺς ἀδιαφοροῦντας δεδιέναι
καὶ τρέμειν τὴν ἐκείνων ἐπιστασίαν, ὡς εἰ μόνον
προσαγγελθείεν κολασθησομένους τὰ μέγιστα, ἀλλὰ
καὶ τὸν δοκοῦντα προσεκτικώτατον. Καὶ ὅπερ ἐπὶ
τοῦ σκορπίου φασὶν, ἐκ τῆς ἐπῆς ἐξιόντα μηδὲν εἰ
δέναι ὅπη τὸ κέντρον προσβάλοι, ἀλλ᾽ εὐθὺς ἐνιέναι
πᾶσι, καὶ φυτοῖς καὶ πέτραις καὶ ζώοις καὶ γῇ, τὰ
αὐτοῦ πράττοντα, οὕτω κἀκείνοις ἄντικρυς ἦν τού
πιτήδευμα, ἐνιεῖσι πικρίαν οἷς ἐπισταῖεν διὰ τὴν
τοῦ πατριαρχοῦντος ἐπὶ πᾶσιν, ὡς ἐδόκει, ἀκρίβειαν.
Εκείνῳ τὸ εὑρεθὲν χρυσίον κατάγνωσις, τούτῳ τὸ
τῶν ἱματίων καινόν, ἄλλῳ τὸ δυσί χιτωνίσκοις ἢ καὶ
τρισὶ χρῆσθαι, ἄλλῳ ὅτι ὁ σταυρὸς ἐξ ἀργύρου
μὴν καὶ χρυσίου, καὶ ὅτι πολυτελής κατεσκεύασται,
ἄλλῳ ὡς τὸ μαχαιρίδιον εὖ ήσκηται, καὶ ἄλλῳ ὡς
τος, ὡς ἐκεῖνος ἀπεῤῥᾳθύμησεν, ὡς φίλοις ἐχρήσατο,
ὡς ἀσθενήσας ἰατρῷ προσῆλθε. Καὶ τίς ἂν τὰ αἰτιά
ματα ἀριθμήσειεν, & δὴ καὶ ὡς ἐπὶ σκηνῆς τοῦ
βίου τῶν ταλαιπώρων ἀνθρώπων ή τληπαθής φύσις
ὡς ἐφόλκια ἐπισύρεται; Οἷς ἐκεῖνοι ἐπιφυόμενοι
κατωνείδιζον καὶ ἡτίμουν καὶ περιέσυρον καὶ φυλα
καῖς ἀπαρακλήτοις δικαιοῦν οὐκ ἔληγον. "Ην δή που
καὶ ἀπὸ μονῶν ἐξέλεγον χρήματα, ὡς ὕλην παθών
ὑποσπῶντες ταῦτα καὶ τὸ πῦρ τῆς ἐμπαθείας ἐν
τεῦθεν ἀπομαραίνειν δικαιοῦντες· εἰ δὲ καὶ ταῖς
χερσὶν ἐκείνων οἱ σπινθήρες, ὡς ἔδοξαν, ένεσπεδ
ζοντο, Ηράκλεις, τοῖς ἄλλων, ὅ φασιν, ἰατροῖς, εἰ
ἕλκεσιν ἔβρυον. Ομως μέντοι μῖσος οὐκ ὀλίγον ἐν
τεῦθεν σφίσι παρὰ πολλῶν ἑντέτροφε καὶ ἄσπονδος
μήνις, καὶ κατεστύγουν ἅπαντες, ἐκείνων σπενδομέ
νων μόνων οἷς δὴ καὶ ὡς ἰδίοις ἐχρῶντο. Πολλοῖς δὲ
καὶ πληγὰς ἐνέτεινον βαρείας άμαρτεῖν δόξασιν, ἀπὸ
ζήλου δῆθεν καὶ ἀκριβείας, τὸ ἀπαραίτητον ἐπὶ πᾶ
σιν δεικνύμενοι καὶ ἀσυγκατάβατον, ὡς πάντας μὲν
ἐκείνῳ τὸ εὑρεθὲν χρυσίον κατάγνωσις, τούτῳ τὸ τῶν ἱματίων καινόν, ἄλλῳ τὸ δυσὶ χιτωνίσκοις ἢ καὶ τρισὶ χρῆσθαι, ἄλλῳ ὅτι ὁ σταυρὸς ἐξ ἀργύρου ἢ μὴν καὶ χρυσίου, καὶ ὅτι πολυτελὴς κατεσκεύασται, ἄλλῳ ὡς τὸ μαχαιρίδιον εὖ ἤσκηται, καὶ ἄλλῳ ὡς λελεύκωται τὸ χειρόμακτρον, ὡς ἐλούθη οὗτος, ὡς ἐκεῖνος ἀπερραθύμησεν, ὡς φίλοις ἐχρήσατο, ὡς ἀσθενήσας ἰατρῷ προσῆλθε. καὶ τίς ἂν τὰ αἰτιάματα ἀριθμήσειεν, ἃ δὴ καὶ ὡς ἐπὶ σκηνῆς τοῦ βίου τῶν ταλαιπώρων ἀνθρώπων ἡ τληπαθὴς φύσις ὡς ἐφόλκια ἐπισύρεται; οἷς ἐκεῖνοι ἐπιφυόμενοι κατωνείδιζον καὶ ἠτίμουν καὶ περιέσυρον καὶ φυλακαῖς ἀπαρακλήτοις δικαιοῦν οὐκ ἔληγον. ἦν δή που καὶ ἀπὸ μονῶν ἐξέλεγον χρήματα, ὡς ὕλην παθῶν ὑποσπῶντες ταῦτα καὶ τὸ πῦρ τῆς ἐμπαθείας ἐντεῦθεν ἀπομαραίνειν δικαιοῦντες· εἰ δὲ καὶ ταῖς χερσὶν ἐκείνων οἱ σπινθῆρες, ὡς ἔδοξαν, ἐνεσποδιάζοντο, ἡράκλεις, τοῖς ἄλλων, ὅ φασιν, ἰατροῖς, εἰ ἕλκεσιν ἔβρυον. ὅμως μέντοι μῖσος οὐκ ὀλίγον ἐντεῦθεν σφίσι παρὰ πολλῶν ἐντέτροφε καὶ ἄσπονδος μῆνις, καὶ κατεστύγουν ἅπαντες, ἐκείνων σπενδομένων μόνων οἷς δὴ καὶ ὡς ἰδίοις ἐχρῶντο.
τὰς τῆς ἑβδομάδος νηστίμους καταλύουσι μὲν εἰς δι- λελεύκωται τὸ χειρόμακτρον, [Ρ 100] ὡς ἐλούθη ο
φαγίαν, καταλύουσι δὲ καὶ εἰς οἶνον πολλάκις και
ἔλαιον, καὶ παραρτύμασι χρῶνται, καὶ παρὰ τοὺς
πολλούς τρέφονται, καὶ ὡς χρήματά τινες ἔχοιεν.
Καὶ τοσοῦτον ἐφιλοκρίνουν ταῦτα καὶ ποιναῖς ἐξ
εκόλαζον, ὡς μὴ μόνον τοὺς ἀδιαφοροῦντας δεδιέναι
καὶ τρέμειν τὴν ἐκείνων ἐπιστασίαν, ὡς εἰ μόνον
προσαγγελθείεν κολασθησομένους τὰ μέγιστα, ἀλλὰ
καὶ τὸν δοκοῦντα προσεκτικώτατον. Καὶ ὅπερ ἐπὶ
τοῦ σκορπίου φασὶν, ἐκ τῆς ἐπῆς ἐξιόντα μηδὲν εἰ
δέναι ὅπη τὸ κέντρον προσβάλοι, ἀλλ᾽ εὐθὺς ἐνιέναι
πᾶσι, καὶ φυτοῖς καὶ πέτραις καὶ ζώοις καὶ γῇ, τὰ
αὐτοῦ πράττοντα, οὕτω κἀκείνοις ἄντικρυς ἦν τού
πιτήδευμα, ἐνιεῖσι πικρίαν οἷς ἐπισταῖεν διὰ τὴν
τοῦ πατριαρχοῦντος ἐπὶ πᾶσιν, ὡς ἐδόκει, ἀκρίβειαν.
Εκείνῳ τὸ εὑρεθὲν χρυσίον κατάγνωσις, τούτῳ τὸ
τῶν ἱματίων καινόν, ἄλλῳ τὸ δυσί χιτωνίσκοις ἢ καὶ
τρισὶ χρῆσθαι, ἄλλῳ ὅτι ὁ σταυρὸς ἐξ ἀργύρου
μὴν καὶ χρυσίου, καὶ ὅτι πολυτελής κατεσκεύασται,
ἄλλῳ ὡς τὸ μαχαιρίδιον εὖ ήσκηται, καὶ ἄλλῳ ὡς
τος, ὡς ἐκεῖνος ἀπεῤῥᾳθύμησεν, ὡς φίλοις ἐχρήσατο,
ὡς ἀσθενήσας ἰατρῷ προσῆλθε. Καὶ τίς ἂν τὰ αἰτιά
ματα ἀριθμήσειεν, & δὴ καὶ ὡς ἐπὶ σκηνῆς τοῦ
βίου τῶν ταλαιπώρων ἀνθρώπων ή τληπαθής φύσις
ὡς ἐφόλκια ἐπισύρεται; Οἷς ἐκεῖνοι ἐπιφυόμενοι
κατωνείδιζον καὶ ἡτίμουν καὶ περιέσυρον καὶ φυλα
καῖς ἀπαρακλήτοις δικαιοῦν οὐκ ἔληγον. "Ην δή που
καὶ ἀπὸ μονῶν ἐξέλεγον χρήματα, ὡς ὕλην παθών
ὑποσπῶντες ταῦτα καὶ τὸ πῦρ τῆς ἐμπαθείας ἐν
τεῦθεν ἀπομαραίνειν δικαιοῦντες· εἰ δὲ καὶ ταῖς
χερσὶν ἐκείνων οἱ σπινθήρες, ὡς ἔδοξαν, ένεσπεδ
ζοντο, Ηράκλεις, τοῖς ἄλλων, ὅ φασιν, ἰατροῖς, εἰ
ἕλκεσιν ἔβρυον. Ομως μέντοι μῖσος οὐκ ὀλίγον ἐν
τεῦθεν σφίσι παρὰ πολλῶν ἑντέτροφε καὶ ἄσπονδος
μήνις, καὶ κατεστύγουν ἅπαντες, ἐκείνων σπενδομέ
νων μόνων οἷς δὴ καὶ ὡς ἰδίοις ἐχρῶντο. Πολλοῖς δὲ
καὶ πληγὰς ἐνέτεινον βαρείας άμαρτεῖν δόξασιν, ἀπὸ
ζήλου δῆθεν καὶ ἀκριβείας, τὸ ἀπαραίτητον ἐπὶ πᾶ
σιν δεικνύμενοι καὶ ἀσυγκατάβατον, ὡς πάντας μὲν
PG 144:167πολλοῖς δὲ καὶ πληγὰς ἐνέτεινον βαρείας ἁμαρτεῖν δόξασιν, ἀπὸ ζήλου δῆθεν καὶ ἀκριβείας, τὸ ἀπαραίτητον ἐπὶ πᾶσιν δεικνύμενοι καὶ ἀσυγκατάβατον, ὡς πάντας μὲν εἶναι ἐν φόβῳ καὶ ἀγωνίᾳ, τοὺς πλείστους δὲ καὶ ἐν καταγνώσει λογίζεσθαι. πάντα δ’ ἀνέτρεπον καὶ συνέχεον διὰ τὴν νομιζομένην ἀκρίβειαν κατὰ τὰ Ἀναξαγόρεια χρήματα. οἱ δέ γε τῆς ἐκκλησίας ὁρῶντες τὰ πλεῖστα μὲν καθ’ ἑαυτοὺς κατεμέμφοντο, ὑπομιμνήσκοντες δὲ καὶ τῷ πατριάρχῃ προσαναφέροντες ὅτι πολλοὶ παρὰ τῶν ἀγρίων ὑπηρετῶν πληγὰς ἀνηλεῶς ἐλάμβανον, ὡς δῆθεν τὰ πολλὰ μηδ’ εἰδότι, κατεγινώσκοντο ὡς ἀταλαιπωρήτως ἔχοντες περὶ τὸ καλόν, ὥστε τῷ μὴ τὸ κακὸν ἐκτόπως μισεῖν μηδὲ τὸ καλὸν τοῖς αὐτοῖς ὑποδέχεσθαι μέτροις. ἦν γάρ, ὡς ἐῴκει, ὁ σκοπὸς τῷ πατριαρχεύοντι ἐκ μέσου θεῖναι τὸ ἀδιάφορον, εἴτε ὂν εἴτε δοκοῦν, ἐκ παλαιοῦ ἐπεισφρῆσαν διὰ τὴν τῶν πνευματικῶν προστατῶν, ὡς ᾤετο, ἀτημελησίαν ἢ καὶ συνήθειαν. ὅθεν κἀκεῖνοι ἐπειλημμένοι προφάσεως εὐπροσώπου τοιαῦτ’ ἔδρων, ἤν πού τις αἰτίαν ἀδιαφορίας εἰλήφει.
εἶναι ἐν φόβῳ καὶ ἀγωνίᾳ, τοὺς πλείστους δὲ καὶ ἐν ἡ μαι, ὡς μέσον κακοῦ τε καὶ ἀγαθοῦ τὸ ἀδιάφορον
καταγνώσει λογίζεσθαι. Πάντα δ' ἀνέτρεπον καὶ
συνέχεον διὰ τὴν νομιζομένην ἀκρίβειαν κατὰ τὰ
Αναξαγόρεια χρήματα. Οἱ δέ γε τῆς Ἐκκλησίας
ὁρῶντες τὰ πλεῖστα μὲν καθ' ἑαυτοὺς κατεμέμφοντο,
ὑπομιμνήσκοντες δὲ καὶ τῷ πατριάρχη προσαναφέ.
ροντες ὅτι πολλοὶ παρὰ τῶν ἀγρίων ὑπηρετῶν πλη
γὰς ἀνηλεῶς ἐλάμβανον, ὡς δῆθεν τὰ πολλὰ μην
εἰδότι, κατεγινώσκοντο ὡς ἀταλαιπωρήτως ἔχοντες
περὶ τὸ καλὸν, ὥστε τῷ μὴ τὸ κακὸν ἐκτόπως μια
σεῖν μηδὲ τὸ καλὸν τοῖς αὐτοῖς ὑποδέχεσθαι μέτροις.
*Ην γάρ, ὡς ἐῴκει, ὁ σκοπός τῷ πατριαρχεύοντι ἐκ
μέσου θεἶναι τὸ ἀδιάφορον, εἴτε ὃν εἴτε δοκοῦν, ἐκ πα
λαιοῦ ἐπεισφρῆσαν διὰ τὴν τῶν πνευματικών προστα
τῶν, ὡς ᾤετο, ἀτημελησίαν ἢ καὶ συνήθειαν. "Οθεν κά
κεῖνοι ἐπειλημμένοι προφάσεως εὐπροσώπου τοιαῦτ'
Εύρων, τήν πού τις αἰτίαν ἀδιαφορίας ειλήφει. Τέως δὲ
περὶ τὴν τοιαύτην αἰτίαν οὐκ ὀλίγοις καὶ αὐτὸς ἐνε
πικραίνετο τὸ ἀδιάφορον ὀνειδίζων, μὴ κρίνων, υἱ
κείμενον πρὸς ἑκάτερον ἐναντιοῦται τῶν ἄκρων, καὶ
εἴγε πρὸς τἀγαθὸν κακὸν νομίζεται, ἀλλ᾽ οὖν καὶ πρὸς
τὸ κακὸν ἀγαθὸν, καὶ ἀγαπητὸν ἂν μετριοπαθεί μεν,
μὴ τοῦ ἀπαθοῦς ἐφικνούμενοι. Αὐτὸς δ᾽ ὑπὸ κανόνι
τῇ φαινομένῃ ἰδίᾳ ἕξει, εἴτε καὶ γνώμονα, τὰ τῶν
ἄλλων ἤθελεν ἀπευθύνειν. Κἀντεῦθεν καὶ οἱ πολλο
διυπνίζοντο καὶ ἐν ὑπο οίπις ἦγον μεγίσταις τὸν
ἀπευθύνοντα. [Ρ 101] *Ην δ' ἐκείνους τὸ ἐφορμούν
πρῶτον μὲν τὸ ἀπ᾿ ἐκείνου ἀτηρὸν καὶ πρὸς ἅπαν
δυσέντευκτον, τοῖς μὲν ἐξ ἀρετῆς δοκοῦν, τοῖς δ' ἐκ
γνώμης ἐμφύτου, τοῖς δὲ καὶ ἐκ συνηθείας τῆς πρὸς
τὴν ἄσκησιν καὶ μονώσεως (ἅπαν γὰρ δύσοιστον το
μὴ σύνηθες), εἶτα δέ γε καὶ τὸ ἐπὶ τοῖς ὅλοις
κρυπτόν τε καὶ ἀφανὲς καὶ ψάλλοντος καὶ ἐσθίο
της καὶ κατὰ μόνας διάγοντος, ὥσπερ Ασκητό
τε καὶ εἴθιστο. Όμως (τὸ γὰρ τῆς ἀνάγκη; ἐστὶν
ἀδήριτον) τὴν σκληρὰν ἐκείνην καὶ ὡς ἐν σιδηρά
ῥάβδω διέφερον ποίμανσιν, οἱ μὲν εὐγνωμονέ
τέως δὲ περὶ τὴν τοιαύτην αἰτίαν οὐκ ὀλίγοις καὶ αὐτὸς ἐνεπικραίνετο τὸ ἀδιάφορον ὀνειδίζων, μὴ κρίνων, οἶμαι, ὡς μέσον κακοῦ τε καὶ ἀγαθοῦ τὸ ἀδιάφορον κείμενον πρὸς ἑκάτερον ἐναντιοῦται τῶν ἄκρων, καὶ εἴγε πρὸς τἀγαθὸν κακὸν νομίζεται, ἀλλ’ οὖν καὶ πρὸς τὸ κακὸν ἀγαθόν, καὶ ἀγαπητὸν ἂν μετριοπαθοῖμεν, μὴ τοῦ ἀπαθοῦς ἐφικνούμενοι. αὐτὸς δ’ ὑπὸ κανόνι τῇ φαινομένῃ ἰδίᾳ ἕξει, εἴτε καὶ γνώμονι, τὰ τῶν ἄλλων ἤθελεν ἀπευθύνειν. κἀντεῦθεν καὶ οἱ πολλοὶ διυπνίζοντο καὶ ἐν ὑπονοίαις ἦγον μεγίσταις τὸν ἀπευθύνοντα. ἦν δ’ ἐκείνους τὸ ἐφορμοῦν πρῶτον μὲν τὸ ἀπ’ ἐκείνου ἀτηρὸν καὶ πρὸς ἅπαν δυσέντευκτον, τοῖς μὲν ἐξ ἀρετῆς δοκοῦν, τοῖς δ’ ἐκ γνώμης ἐμφύτου, τοῖς δὲ καὶ ἐκ συνηθείας τῆς πρὸς τὴν ἄσκησιν καὶ μονώσεως (ἅπαν γὰρ δύσοιστον τὸ μὴ σύνηθες), εἶτα δέ γε καὶ τὸ ἐπὶ τοῖς ὅλοις κρυπτόν τε καὶ ἀφανὲς καὶ ψάλλοντος καὶ ἐσθίοντος καὶ κατὰ μόνας διάγοντος, ὥσπερ ἤσκητό τε καὶ εἴθιστο.
εἶναι ἐν φόβῳ καὶ ἀγωνίᾳ, τοὺς πλείστους δὲ καὶ ἐν ἡ μαι, ὡς μέσον κακοῦ τε καὶ ἀγαθοῦ τὸ ἀδιάφορον
καταγνώσει λογίζεσθαι. Πάντα δ' ἀνέτρεπον καὶ
συνέχεον διὰ τὴν νομιζομένην ἀκρίβειαν κατὰ τὰ
Αναξαγόρεια χρήματα. Οἱ δέ γε τῆς Ἐκκλησίας
ὁρῶντες τὰ πλεῖστα μὲν καθ' ἑαυτοὺς κατεμέμφοντο,
ὑπομιμνήσκοντες δὲ καὶ τῷ πατριάρχη προσαναφέ.
ροντες ὅτι πολλοὶ παρὰ τῶν ἀγρίων ὑπηρετῶν πλη
γὰς ἀνηλεῶς ἐλάμβανον, ὡς δῆθεν τὰ πολλὰ μην
εἰδότι, κατεγινώσκοντο ὡς ἀταλαιπωρήτως ἔχοντες
περὶ τὸ καλὸν, ὥστε τῷ μὴ τὸ κακὸν ἐκτόπως μια
σεῖν μηδὲ τὸ καλὸν τοῖς αὐτοῖς ὑποδέχεσθαι μέτροις.
*Ην γάρ, ὡς ἐῴκει, ὁ σκοπός τῷ πατριαρχεύοντι ἐκ
μέσου θεἶναι τὸ ἀδιάφορον, εἴτε ὃν εἴτε δοκοῦν, ἐκ πα
λαιοῦ ἐπεισφρῆσαν διὰ τὴν τῶν πνευματικών προστα
τῶν, ὡς ᾤετο, ἀτημελησίαν ἢ καὶ συνήθειαν. "Οθεν κά
κεῖνοι ἐπειλημμένοι προφάσεως εὐπροσώπου τοιαῦτ'
Εύρων, τήν πού τις αἰτίαν ἀδιαφορίας ειλήφει. Τέως δὲ
περὶ τὴν τοιαύτην αἰτίαν οὐκ ὀλίγοις καὶ αὐτὸς ἐνε
πικραίνετο τὸ ἀδιάφορον ὀνειδίζων, μὴ κρίνων, υἱ
κείμενον πρὸς ἑκάτερον ἐναντιοῦται τῶν ἄκρων, καὶ
εἴγε πρὸς τἀγαθὸν κακὸν νομίζεται, ἀλλ᾽ οὖν καὶ πρὸς
τὸ κακὸν ἀγαθὸν, καὶ ἀγαπητὸν ἂν μετριοπαθεί μεν,
μὴ τοῦ ἀπαθοῦς ἐφικνούμενοι. Αὐτὸς δ᾽ ὑπὸ κανόνι
τῇ φαινομένῃ ἰδίᾳ ἕξει, εἴτε καὶ γνώμονα, τὰ τῶν
ἄλλων ἤθελεν ἀπευθύνειν. Κἀντεῦθεν καὶ οἱ πολλο
διυπνίζοντο καὶ ἐν ὑπο οίπις ἦγον μεγίσταις τὸν
ἀπευθύνοντα. [Ρ 101] *Ην δ' ἐκείνους τὸ ἐφορμούν
πρῶτον μὲν τὸ ἀπ᾿ ἐκείνου ἀτηρὸν καὶ πρὸς ἅπαν
δυσέντευκτον, τοῖς μὲν ἐξ ἀρετῆς δοκοῦν, τοῖς δ' ἐκ
γνώμης ἐμφύτου, τοῖς δὲ καὶ ἐκ συνηθείας τῆς πρὸς
τὴν ἄσκησιν καὶ μονώσεως (ἅπαν γὰρ δύσοιστον το
μὴ σύνηθες), εἶτα δέ γε καὶ τὸ ἐπὶ τοῖς ὅλοις
κρυπτόν τε καὶ ἀφανὲς καὶ ψάλλοντος καὶ ἐσθίο
της καὶ κατὰ μόνας διάγοντος, ὥσπερ Ασκητό
τε καὶ εἴθιστο. Όμως (τὸ γὰρ τῆς ἀνάγκη; ἐστὶν
ἀδήριτον) τὴν σκληρὰν ἐκείνην καὶ ὡς ἐν σιδηρά
ῥάβδω διέφερον ποίμανσιν, οἱ μὲν εὐγνωμονέ
PG 144:169ὅμως (τὸ γὰρ τῆς ἀνάγκης ἐστὶν ἀδήριτον) τὴν σκληρὰν ἐκείνην καὶ ὡς ἐν σιδηρᾷ ῥάβδῳ διέφερον ποίμανσιν, οἱ μὲν εὐγνωμονέστεροι σφίσιν ἑαυτοῖς τὴν αἰτίαν προστρίβοντες, ὅσοις δηλαδὴ μὴ ἦν ἐν νῷ τὰ τῶν ἄλλων κρίνειν ἀλλ’ εἰς ἑαυτοὺς νεύειν καὶ ἑαυτοὺς κατὰ τὸ προσῆκον κατανοεῖν, εἰ δὲ καὶ ἀλλήλους κατανοεῖν, εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ μόνον, συγχωροῦσι τέως τοῖς γιγνομένοις, ἀλλ’ οὐ περιεργαζομένοις τοὺς ἐργαζομένους, κἂν ὅ τι ποιοῖεν. τοῖς δὲ καὶ πολυπραγμονεῖν ἐπῄει καὶ ἀνταμύνεσθαι πάσχουσι καὶ λαμβάνειν λόγους ἐξ ἄλλων, πιθανοὺς ἄλλως ἐκ τῶν εἰκότων ὡς ἀγνῶτος πολλοῖς ὄντος ἐκείνου διὰ τὴν ἐπὶ τῇ ἀσκήσει μόνωσιν. 17. Τούτων οὕτως ἐχόντων ὁ μὲν πατριαρχεύσας Γρηγόριος νόσῳ πολυημέρῳ κατεργασθείς, ὡς δέ τινες ἔλεγον, καὶ διὰ τὴν παρόρασιν ἐκ μικροψυχίας, μετ’ οὐ πολὺ τελευτᾷ τὸν βίον. καὶ τὸ μὲν ἐν ψαλμῳδίαις θάπτειν κατὰ τὸ εἰκὸς ἐδίδουν, τὸ δ’ ὡς ἀρχιερέα, ὥσπερ δὴ κἀκεῖνος ᾤετο τὴν ἱερωσύνην παρακατέχων, συχνοὺς ὁ κρατῶν ἀποστέλλων ἀπέλεγε, καὶ τῇ αὐτανεψίᾳ ἐπέσκηπτεν ἐπιτάττων, ἥ τις ἦν Ῥαούλαινα, μή τι τοιοῦτον ἐπιτελεῖν, ὃ δὴ καὶ γίνεται. 18.
την παρακατέχων, συχνοὺς ὁ κρατῶν ἀποστέλλων
ἀπέλεγε, καὶ τῇ αὐτανεψίᾳ ἐπέσκηπτεν ἐπιτάττων
ἥτις ἦν Ραούλαινα, μή τι τοιοῦτον ἐπιτελεῖν, ὁ δὴ
καὶ γίνεται.
στερος σφίσιν ἑαυτοῖς τὴν αἰτίαν προστρίβοντες, ὅσοις ὡς ἀρχιερέα, ὥσπερ δὴ κἀκεῖνος ᾤετο τὴν ἱερωσύ
δηλαδὴ μὴ ἦν ἐν νῷ τὰ τῶν ἄλλων κρίνειν, ἀλλ᾽ εἰς
ἑαυτοὺς νεύειν, καὶ ἑαυτοὺς κατὰ τὸ προσῆκον κατα
νοεῖν, εἰ δὲ καὶ ἀλλήλους κατανοεῖν, εἰς παροξυσμὸν
ἀγάπης καὶ μόνον, συγχωροῦσι τέως τοῖς γιγνομέ
νοις, ἀλλ' οὐ περιεργαζομένοις τοὺς ἐργαζομένους,
κἂν ὅ τι ποιοῖεν. Τοῖς δὲ καὶ πολυπραγμονεῖν ἐπῄει
καὶ ἀνταμύνεσθαι πάσχουσι καὶ λαμβάνειν λόγους
ἐξ ἄλλων, πιθανούς ἄλλως ἐκ τῶν εἰκότων ὡς
ἁγνῶτο; πολλοῖς ὄντος ἐκείνου διὰ τὴν ἐπὶ τῇ ἀσκή.
σει μόνωσιν.
ιζ. θάνατος τοῦ πατριαρχεύσαντος Γρηγορίου
τοῦ Κυπρίου.
[Ρ 102] Τούτων οὕτως ἐχόντων ὁ μὲν πατριαρχεύ.
σας Γρηγόριος νόσῳ πολυημέρῳ κατεργασθεὶς, ὡς
δέ τινες ἔλεγον, καὶ διὰ τὴν παρόρασιν ἐκ μικρο
ψυχίας, μετ᾿ οὐ πολὺ τελευτᾷ τὸν βίον. Καὶ τὸ μὲν
ἐν ψαλμῳδίαις θάπτειν κατὰ τὸ εἰκὸς ἐδίδουν, τὸ δ'
τη'. Εξέλευσις τοῦ βασιλέως πρὸς Νύμφαιον.
Αὐτὸς δὲ φθάσας ἐπ' ἀνατολῆς, τὸν πορφυρογέν
νητον ἀποστείλας ἔχοντα καὶ τὴν συνοικοῦσαν ἐκ τῶν
τοῦ Ραούλ κατὰ γένος, ἐξεληλακὼς ἐπ᾿ ἀνατολῆς
ὥρμα. Καὶ διελθὼν τὰ τῆς Βιθυνίας μέρη, καὶ ὅσα
πρὸ μικροῦ ἐῤῥέθη ἐπί τε τῷ Βέκκῳ καὶ τοῖς λοιποῖς
εἰργασμένος, τῷ Νυμφαίῳ ἐφίσταται, φέρων καὶ τὸν
Μουζάλωνα πρὸς τῷ τοῦ μεγάλου λογιθέτου σεμνώ
ματι καὶ πρωτοβεστιάριον κλειζόμενον. Οὗ δὴ καὶ
σκηνήσας, ἐκεῖθεν τὰ κατ' ἀνατολὴν διοικούμενος,
ἐσκέπτετο καὶ περὶ τοῦ υἱοῦ Μιχαὴλ, ἐπαγα
γεῖν ἐκείνῳ ἐκ τοῦ ῥηγὸς Πουλίας τὴν συνοικήσου
σαν, ἡ ἐκ τοῦ υἱοῦ τοῦ Βαλδουΐνον καὶ τῆς θυγατρός
Αὐτὸς δὲ φθάσας ἐπ’ ἀνατολῆς, τὸν πορφυρογέννητον ἀποστείλας ἔχοντα καὶ τὴν συνοικοῦσαν ἐκ τῶν τοῦ Ῥαοὺλ κατὰ γένος, ἐξεληλακὼς ἐπ’ ἀνατολῆς ὥρμα. καὶ διελθὼν τὰ τῆς Βιθυνίας μέρη, καὶ ὅσα πρὸ μικροῦ ἐρρέθη ἐπί τε τῷ Βέκκῳ καὶ τοῖς λοιποῖς εἰργασμένος, τῷ Νυμφαίῳ ἐφίσταται, φέρων καὶ τὸν Μουζάλωνα πρὸς τῷ τοῦ μεγάλου λογοθέτου σεμνώματι καὶ πρωτοβεστιάριον κλεϊζόμενον. οὗ δὴ καὶ σκηνήσας, ἐκεῖθεν τὰ κατ’ ἀνατολὴν διοικούμενος, ἐσκέπτετο καὶ περὶ τοῦ υἱοῦ Μιχαήλ, ἐπαγαγεῖν ἐκείνῳ ἐκ τοῦ ῥηγὸς Πουλίας τὴν συνοικήσουσαν, ἡ ἐκ τοῦ υἱοῦ τοῦ Βαλδουί̈νου καὶ τῆς θυγατρὸς τοῦ Καρούλου, Αἰκατερίνα, ἥτις καὶ ἐπὶ τῷ πρὸς μητρὸς θείῳ τῷ υἱῷ Καρούλου θείαν εἶχε τὴν τοῦ τῆς Οὐγγρίας ῥηγὸς θυγατέρα, θείαν οὖσαν πρὸς μητρὸς καὶ τῷ βασιλεῖ Μιχαήλ, ἥτις καὶ τοὺς γάμους δυοῖν ἀδελφοῖν ἀνὰ μέρος κατήπειγεν. ὅθεν καὶ αὐτὸν μὲν ἐπὶ τῆς πόλεως καταλείπει ὁ βασιλεύς, τοὺς δέ γε τῷ κήδει μεσιτεύοντας Ἰταλοὺς ἐπήγετο πρὸς τὸ Νύμφαιον, συχνὰ καταναλίσκων καὶ προσφιλοτιμούμενος, νεύων ὅλος εἰς τοῦτο καὶ μόνον οὐ καὶ συνδέσμους τῶν ἀναγκαίων ποιούμενος.
την παρακατέχων, συχνοὺς ὁ κρατῶν ἀποστέλλων
ἀπέλεγε, καὶ τῇ αὐτανεψίᾳ ἐπέσκηπτεν ἐπιτάττων
ἥτις ἦν Ραούλαινα, μή τι τοιοῦτον ἐπιτελεῖν, ὁ δὴ
καὶ γίνεται.
στερος σφίσιν ἑαυτοῖς τὴν αἰτίαν προστρίβοντες, ὅσοις ὡς ἀρχιερέα, ὥσπερ δὴ κἀκεῖνος ᾤετο τὴν ἱερωσύ
δηλαδὴ μὴ ἦν ἐν νῷ τὰ τῶν ἄλλων κρίνειν, ἀλλ᾽ εἰς
ἑαυτοὺς νεύειν, καὶ ἑαυτοὺς κατὰ τὸ προσῆκον κατα
νοεῖν, εἰ δὲ καὶ ἀλλήλους κατανοεῖν, εἰς παροξυσμὸν
ἀγάπης καὶ μόνον, συγχωροῦσι τέως τοῖς γιγνομέ
νοις, ἀλλ' οὐ περιεργαζομένοις τοὺς ἐργαζομένους,
κἂν ὅ τι ποιοῖεν. Τοῖς δὲ καὶ πολυπραγμονεῖν ἐπῄει
καὶ ἀνταμύνεσθαι πάσχουσι καὶ λαμβάνειν λόγους
ἐξ ἄλλων, πιθανούς ἄλλως ἐκ τῶν εἰκότων ὡς
ἁγνῶτο; πολλοῖς ὄντος ἐκείνου διὰ τὴν ἐπὶ τῇ ἀσκή.
σει μόνωσιν.
ιζ. θάνατος τοῦ πατριαρχεύσαντος Γρηγορίου
τοῦ Κυπρίου.
[Ρ 102] Τούτων οὕτως ἐχόντων ὁ μὲν πατριαρχεύ.
σας Γρηγόριος νόσῳ πολυημέρῳ κατεργασθεὶς, ὡς
δέ τινες ἔλεγον, καὶ διὰ τὴν παρόρασιν ἐκ μικρο
ψυχίας, μετ᾿ οὐ πολὺ τελευτᾷ τὸν βίον. Καὶ τὸ μὲν
ἐν ψαλμῳδίαις θάπτειν κατὰ τὸ εἰκὸς ἐδίδουν, τὸ δ'
τη'. Εξέλευσις τοῦ βασιλέως πρὸς Νύμφαιον.
Αὐτὸς δὲ φθάσας ἐπ' ἀνατολῆς, τὸν πορφυρογέν
νητον ἀποστείλας ἔχοντα καὶ τὴν συνοικοῦσαν ἐκ τῶν
τοῦ Ραούλ κατὰ γένος, ἐξεληλακὼς ἐπ᾿ ἀνατολῆς
ὥρμα. Καὶ διελθὼν τὰ τῆς Βιθυνίας μέρη, καὶ ὅσα
πρὸ μικροῦ ἐῤῥέθη ἐπί τε τῷ Βέκκῳ καὶ τοῖς λοιποῖς
εἰργασμένος, τῷ Νυμφαίῳ ἐφίσταται, φέρων καὶ τὸν
Μουζάλωνα πρὸς τῷ τοῦ μεγάλου λογιθέτου σεμνώ
ματι καὶ πρωτοβεστιάριον κλειζόμενον. Οὗ δὴ καὶ
σκηνήσας, ἐκεῖθεν τὰ κατ' ἀνατολὴν διοικούμενος,
ἐσκέπτετο καὶ περὶ τοῦ υἱοῦ Μιχαὴλ, ἐπαγα
γεῖν ἐκείνῳ ἐκ τοῦ ῥηγὸς Πουλίας τὴν συνοικήσου
σαν, ἡ ἐκ τοῦ υἱοῦ τοῦ Βαλδουΐνον καὶ τῆς θυγατρός
ἐπὶ πολὺ γὰρ καὶ προσελιπάρουν ἐκεῖνοι, καὶ συμφέρον παμπληθὲς ἐδόκει καὶ βασιλέως ἄξιον τὸ συνάλλαγμα. ὑπέτεινε δὲ καὶ χρηστὰς τὰς ἐλπίδας ἐκείνοις ὁ βασιλεύς, καὶ ἐνησμένιζον τοῖς μέλλουσιν ὡς ἐξ ἀνάγκης ἐσομένοις. ὅθεν καὶ τοῦ συγγραφέως τῷ Νυμφαίῳ ἐσύστερον ἐνδημήσαντος, ἐκεῖνοι μαθόντες πολίηθεν ἐλθόντα ἀξιοῦσι βασιλέα ἐπ’ ἀρίστῳ καθήμενον ἐρωτᾶν ἐφεῖναι ὅπως ἔχοι τῶν ὑγειῶν ὁ νέος βασιλεύς, καὶ ὅπῃ καὶ τίσι διάγων ἐνασχολοῖτο. καὶ δὴ προσέταττε βασιλεὺς ἐκείνοις τε πυνθάνεσθαι καὶ τούτῳ διδόναι τὰς ἀποκρίσεις. καί γ’ ἐφ’ ἑκάστῳ τῶν λεγομένων ἀκούοντες, ἐπεὶ καὶ χρηστὰ ἐξ ἀνάγκης ἠγγέλλοντο, προσαποδεχόμενοι δῆλοι ἦσαν εὐχαριστοῦντες θεῷ. 19. Τῆς δ’ εἰκοστῆς ἐνάτης μηνὸς Μαιμακτηριῶνος, καθ’ ἣν καὶ ἡ τῶν Ἁγίων ἀποστόλων ἑορτὴ τελεῖται, διετείας τρεχούσης ἐστρατοπεδευμένῳ τῷ βασιλεῖ, γίνεταί τι τοιοῦτον, ὃ δὴ καὶ κακῶν ἦρξε μεγάλων τῷ πορφυρογεννήτῳ Κωνσταντίνῳ.
την παρακατέχων, συχνοὺς ὁ κρατῶν ἀποστέλλων
ἀπέλεγε, καὶ τῇ αὐτανεψίᾳ ἐπέσκηπτεν ἐπιτάττων
ἥτις ἦν Ραούλαινα, μή τι τοιοῦτον ἐπιτελεῖν, ὁ δὴ
καὶ γίνεται.
στερος σφίσιν ἑαυτοῖς τὴν αἰτίαν προστρίβοντες, ὅσοις ὡς ἀρχιερέα, ὥσπερ δὴ κἀκεῖνος ᾤετο τὴν ἱερωσύ
δηλαδὴ μὴ ἦν ἐν νῷ τὰ τῶν ἄλλων κρίνειν, ἀλλ᾽ εἰς
ἑαυτοὺς νεύειν, καὶ ἑαυτοὺς κατὰ τὸ προσῆκον κατα
νοεῖν, εἰ δὲ καὶ ἀλλήλους κατανοεῖν, εἰς παροξυσμὸν
ἀγάπης καὶ μόνον, συγχωροῦσι τέως τοῖς γιγνομέ
νοις, ἀλλ' οὐ περιεργαζομένοις τοὺς ἐργαζομένους,
κἂν ὅ τι ποιοῖεν. Τοῖς δὲ καὶ πολυπραγμονεῖν ἐπῄει
καὶ ἀνταμύνεσθαι πάσχουσι καὶ λαμβάνειν λόγους
ἐξ ἄλλων, πιθανούς ἄλλως ἐκ τῶν εἰκότων ὡς
ἁγνῶτο; πολλοῖς ὄντος ἐκείνου διὰ τὴν ἐπὶ τῇ ἀσκή.
σει μόνωσιν.
ιζ. θάνατος τοῦ πατριαρχεύσαντος Γρηγορίου
τοῦ Κυπρίου.
[Ρ 102] Τούτων οὕτως ἐχόντων ὁ μὲν πατριαρχεύ.
σας Γρηγόριος νόσῳ πολυημέρῳ κατεργασθεὶς, ὡς
δέ τινες ἔλεγον, καὶ διὰ τὴν παρόρασιν ἐκ μικρο
ψυχίας, μετ᾿ οὐ πολὺ τελευτᾷ τὸν βίον. Καὶ τὸ μὲν
ἐν ψαλμῳδίαις θάπτειν κατὰ τὸ εἰκὸς ἐδίδουν, τὸ δ'
τη'. Εξέλευσις τοῦ βασιλέως πρὸς Νύμφαιον.
Αὐτὸς δὲ φθάσας ἐπ' ἀνατολῆς, τὸν πορφυρογέν
νητον ἀποστείλας ἔχοντα καὶ τὴν συνοικοῦσαν ἐκ τῶν
τοῦ Ραούλ κατὰ γένος, ἐξεληλακὼς ἐπ᾿ ἀνατολῆς
ὥρμα. Καὶ διελθὼν τὰ τῆς Βιθυνίας μέρη, καὶ ὅσα
πρὸ μικροῦ ἐῤῥέθη ἐπί τε τῷ Βέκκῳ καὶ τοῖς λοιποῖς
εἰργασμένος, τῷ Νυμφαίῳ ἐφίσταται, φέρων καὶ τὸν
Μουζάλωνα πρὸς τῷ τοῦ μεγάλου λογιθέτου σεμνώ
ματι καὶ πρωτοβεστιάριον κλειζόμενον. Οὗ δὴ καὶ
σκηνήσας, ἐκεῖθεν τὰ κατ' ἀνατολὴν διοικούμενος,
ἐσκέπτετο καὶ περὶ τοῦ υἱοῦ Μιχαὴλ, ἐπαγα
γεῖν ἐκείνῳ ἐκ τοῦ ῥηγὸς Πουλίας τὴν συνοικήσου
σαν, ἡ ἐκ τοῦ υἱοῦ τοῦ Βαλδουΐνον καὶ τῆς θυγατρός
PG 144:171ἐπειδὴ γὰρ ἡ ἑορτὴ ἦν καὶ ἔδει συνάξεις μὲν τῶν μεγιστάνων πρὸς βασιλέα προσόδους δὲ καὶ τῶν ματρωνῶν παρὰ τὴν Αὐγοῦσταν γίνεσθαι, ἀπήντων μὲν καὶ ἄλλαι πλεῖσται καὶ μέγισται, ἀπήντα δὲ καὶ ἡ εὐγενὴς γραῦς Στρατηγοπουλῖνα, ἡ τοῦ Ἰωάννου μὲν τοῦ Δούκα καὶ βασιλέως ἀδελφιδῆ, Κωνσταντίνῳ δὲ τῷ Στρατηγοπούλῳ τῷ καὶ ὕστερον τυφλωθέντι παρὰ τοῦ υἱοῦ καὶ βασιλέως συνοικήσασα. ἐπεὶ δὲ οὔπω καιρὸς ἐκάλει εἰσελθεῖν πρὸς τὴν Αὐγοῦσταν, ἐκείνη ἔξω που καθῆστο τὴν πρόσκλησιν ἀναμένουσα. ἀλλ’ ἐφίσταται καὶ ἡ τοῦ πορφυρογεννήτου σύζυγος ἁβροσύνῃ καὶ χλιδῇ πρεπούσῃ ὑπὸ προπομποῖς τε πλείστοις καὶ ὀπαδοῖς.
τοῦ Καρούλου, Αικατερίνα, ἥτις καὶ ἐπὶ τῷ πρὸς καθ᾽ ἦν καὶ ἡ τῶν ἁγίων Αποστόλων ἑορτὴ τελεῖται,
μητρὸς θείῳ τῷ υἱῷ Καρούλου θείαν εἶχε τὴν τοῦ τῆς
Οὐγγρίας φηγός θυγατέρα, θείαν οὖσαν πρὸς μητρὸς
καὶ τῷ βασιλεῖ Μιχαήλ, ἥτις καὶ τοὺς γάμου; δυοῖν
ἀδελφοῖν ἀνὰ μέρος κατήπειγεν. "Οθεν καὶ αὐτὸν μὲν
ἐπὶ τῆς πόλεως καταλείπει ὁ βασιλεὺς, τοὺς δέ γε
τῷ κήδει μεσιτεύοντας Ιταλούς ἐπήγετο πρὸς τὸ
Νύμφαιον, συχνὰ καταναλίσκων καὶ προσφιλοτιμού
μενος, νεύων ὅλος εἰς τοῦτο καὶ μόνον οὐ καὶ συνδέ
σμους τῶν ἀναγκαίων ποιούμενος. Ἐπὶ πολὺ γὰρ
καὶ προσελιπάρουν ἐκεῖνοι, καὶ συμφέρον παμπλη
θὲς ἐδόκει καὶ βασιλέως ἄξιον τὸ συνάλλαγμα. Υπέ
τεινε δὲ καὶ χρηστὰς τὰς ἐλπίδας ἐκείνοις ὁ βασιλεὺς,
καὶ ἐνησμένιζον τοῖς μέλλουσιν ὡς ἐξ ἀνάγκης ἐσο
μένοις. Οθεν καὶ τοῦ συγγραφέω; τῷ Νυμφαίῳ
ἐσύστερον ἐνδημήσαντος, ἐκεῖνοι μαθόντες πολίηθεν 5
ἐλθόντα ἀξιοῦσι βασιλέα ἐπ' ἀρίστῳ καθήμενον έρω
τὴν ἐφεῖναι ὅπως ἔχοι τῶν ὑγειῶν ὁ νέος βασιλεὺς,
καὶ ὅπη καὶ τίσι διάγων ενασχολοῖτο. Καὶ δὴ προσ
έταττε βασιλεὺς ἐκείνοις τε πυνθάνεσθαι καὶ τούτῳ
διδόναι τὰς ἀποκρίσεις. Καί γ' ἐφ' ἑκάστῳ τῶν λεγο
μένων ἀκούοντες, ἐπεὶ καὶ χρηστὰ ἐξ ἀνάγκης ἡγε
γέλλοντο, προσαποδεχόμενοι δήλοι ἦσαν εὐχαριστοῦν
τες θεῷ.
εθ'. Τὰ κατὰ τὸν πορφυρογέννητον Κωνσταν
τίνων.
διετίας τρεχούσης ἐστρατοπεδευμένῳ τῷ βασιλεῖ
γίνεταί τι τοιοῦτον, δ δὴ καὶ κακῶν ἦρξε μεγάλων
τῷ πορφυρογεννήτῳ Κωνσταντίνῳ. Επειδὴ γὰρ ἡ
ἑορτὴ ἦν καὶ ἔδει συνάξεις μὲν τῶν μεγιστάνων πρὸς
βασιλέα, προσόδους δὲ καὶ τῶν ματρωνῶν παρὰ τὴν
Αὐγοῦσταν γίνεσθαι, ἀπήντων μὲν καὶ ἄλλαι πλείσται
καὶ μέγισται, ἀπήντα δὲ καὶ ἡ εὐγενὴς γραῦς Στρα
τηγοπουλίνα, ἡ τοῦ Ἰωάννου μὲν τοῦ Δούκα [Ρ. 104]
καὶ βασιλέως ἀδελφιδή, Κωνσταντίνῳ δὲ τῷ Στρατη
γοπούλῳ τῷ καὶ ὕστερον τυφλωθέντι παρὰ τοῦ υἱοῦ
καὶ βασιλέως συνοικήσασα. Ἐπεὶ δὲ οὔπω καιρὸς
ἐκάλει εἰσελθεῖν πρὸς τὴν Αὐγοῦσταν, ἐκείνη ἔξω
που καθῆστο την πρόσκλησιν ἀναμένουσα. Αλλ'
ἐφίσταται καὶ ἡ τοῦ πορφυρογεννήτου σύζυγος έδρα
σύνῃ καὶ χλιδῇ πρεπούσῃ ὑπὸ προπομποῖς τε πλεί
στοις καὶ ὀπαδοῖς. Ἐπεὶ δὲ τῇ θείᾳ ἢ μᾶλλον καὶ
μάμμη προσήγγιζεν (ἡ γὰρ πρὸς πατρὸς ἐκείνης
μάμμη αὐτανεψία ταύτης ἦν, εἴπερ αὕτη μὲν ἐκ τοῦ
ἀδελφοῦ τοῦ βασιλέως καὶ τὴν ἀξίαν σεβαστοκράτο
ρος ἐγεγέννητο, ἡ δ' ἐκείνης μάμμη ἐκ θατέρου τῶν
ἀδελφῶν, ἡ δὴ καὶ τῷ πρωτοβεστιαρίῳ συνῴκει τῷ
Ραούλ Αλεξίῳ ), ἐπεὶ γοῦν προσεγγιζούσῃ ἔδει τὴν
γραῦν καθέδρας ὑπεξανίστασθαι κατὰ τὸ προσῆκον
τὰ δευτερεία πρὸς τὴν Αὐγοῦσταν φερούσῃ, ἐκείνη
τοῦτο μὲν γήρᾳ, τοῦτο δὲ καὶ ὡς δῆθεν παιδί, καὶ
Τῆς δ' εἰκοστῆς ἐνάτης μηνὸς Μαιμακτηριώνος, ἐκγόνης καταφρονήσασα, οὐδ᾽ ἔκταρ ὑπεξανίστατο,
ἐπεὶ δὲ τῇ θείᾳ ἢ μᾶλλον καὶ μάμμῃ προσήγγιζεν (ἡ γὰρ πρὸς πατρὸς ἐκείνης μάμμη αὐτανεψία ταύτης ἦν, εἴπερ αὕτη μὲν ἐκ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ βασιλέως καὶ τὴν ἀξίαν σεβαστοκράτορος ἐγεγέννητο, ἡ δ’ ἐκείνης μάμμη ἐκ θατέρου τῶν ἀδελφῶν, ἣ δὴ καὶ τῷ πρωτοβεστιαρίῳ συνῴκει τῷ Ῥαοὺλ Ἀλεξίῳ), ἐπεὶ γοῦν προσεγγιζούσῃ ἔδει τὴν γραῦν καθέδρας ὑπεξανίστασθαι κατὰ τὸ προσῆκον τὰ δευτερεῖα πρὸς τὴν Αὐγοῦσταν φερούσῃ, ἐκείνη τοῦτο μὲν γήρᾳ τοῦτο δὲ καὶ ὡς δῆθεν παιδί, καὶ ἐκγόνης καταφρονήσασα, οὐδ’ ἴκταρ ὑπεξανίστατο, παραιτησαμένη πρὸς ἐκείνην μόνον καὶ γῆρας προβαλλομένη καὶ τὴν τοῦ γήρως ἀσθένειαν. ὑβριοπαπαθεῖ τε παρευθὺς ἐκείνη καὶ ἀκάθεκτος ἦν τὴν ὀργήν, εἰ βασιλέως οὖσα νύμφη καὶ ἀνδρὸς ὑπὲρ δεσπότας σύζυγος οὐδὲν τῶν ἀξίων ἐπιτυγχάνει παρὰ προςγενοῦς μὲν βασιλέως, ἀλλά γε καὶ ἰδιώτιδος νομιζομένης ἐκ τοῦ τὸν ἐκείνης σύζυγον ζῶντα μηδενὸς ἐπιβῆναι ἀξιώματος. τρέπει τε τὴν ὀργὴν εἰς λύπην, καὶ κλαυθμοῖς τε καὶ ὀδυρμοῖς ἀφωσιοῦτο τὴν δεινοπάθειαν. τοῦτο γεγονὸς τὸν ἐκείνης οὐκ ἔλαθε σύζυγον.
τοῦ Καρούλου, Αικατερίνα, ἥτις καὶ ἐπὶ τῷ πρὸς καθ᾽ ἦν καὶ ἡ τῶν ἁγίων Αποστόλων ἑορτὴ τελεῖται,
μητρὸς θείῳ τῷ υἱῷ Καρούλου θείαν εἶχε τὴν τοῦ τῆς
Οὐγγρίας φηγός θυγατέρα, θείαν οὖσαν πρὸς μητρὸς
καὶ τῷ βασιλεῖ Μιχαήλ, ἥτις καὶ τοὺς γάμου; δυοῖν
ἀδελφοῖν ἀνὰ μέρος κατήπειγεν. "Οθεν καὶ αὐτὸν μὲν
ἐπὶ τῆς πόλεως καταλείπει ὁ βασιλεὺς, τοὺς δέ γε
τῷ κήδει μεσιτεύοντας Ιταλούς ἐπήγετο πρὸς τὸ
Νύμφαιον, συχνὰ καταναλίσκων καὶ προσφιλοτιμού
μενος, νεύων ὅλος εἰς τοῦτο καὶ μόνον οὐ καὶ συνδέ
σμους τῶν ἀναγκαίων ποιούμενος. Ἐπὶ πολὺ γὰρ
καὶ προσελιπάρουν ἐκεῖνοι, καὶ συμφέρον παμπλη
θὲς ἐδόκει καὶ βασιλέως ἄξιον τὸ συνάλλαγμα. Υπέ
τεινε δὲ καὶ χρηστὰς τὰς ἐλπίδας ἐκείνοις ὁ βασιλεὺς,
καὶ ἐνησμένιζον τοῖς μέλλουσιν ὡς ἐξ ἀνάγκης ἐσο
μένοις. Οθεν καὶ τοῦ συγγραφέω; τῷ Νυμφαίῳ
ἐσύστερον ἐνδημήσαντος, ἐκεῖνοι μαθόντες πολίηθεν 5
ἐλθόντα ἀξιοῦσι βασιλέα ἐπ' ἀρίστῳ καθήμενον έρω
τὴν ἐφεῖναι ὅπως ἔχοι τῶν ὑγειῶν ὁ νέος βασιλεὺς,
καὶ ὅπη καὶ τίσι διάγων ενασχολοῖτο. Καὶ δὴ προσ
έταττε βασιλεὺς ἐκείνοις τε πυνθάνεσθαι καὶ τούτῳ
διδόναι τὰς ἀποκρίσεις. Καί γ' ἐφ' ἑκάστῳ τῶν λεγο
μένων ἀκούοντες, ἐπεὶ καὶ χρηστὰ ἐξ ἀνάγκης ἡγε
γέλλοντο, προσαποδεχόμενοι δήλοι ἦσαν εὐχαριστοῦν
τες θεῷ.
εθ'. Τὰ κατὰ τὸν πορφυρογέννητον Κωνσταν
τίνων.
διετίας τρεχούσης ἐστρατοπεδευμένῳ τῷ βασιλεῖ
γίνεταί τι τοιοῦτον, δ δὴ καὶ κακῶν ἦρξε μεγάλων
τῷ πορφυρογεννήτῳ Κωνσταντίνῳ. Επειδὴ γὰρ ἡ
ἑορτὴ ἦν καὶ ἔδει συνάξεις μὲν τῶν μεγιστάνων πρὸς
βασιλέα, προσόδους δὲ καὶ τῶν ματρωνῶν παρὰ τὴν
Αὐγοῦσταν γίνεσθαι, ἀπήντων μὲν καὶ ἄλλαι πλείσται
καὶ μέγισται, ἀπήντα δὲ καὶ ἡ εὐγενὴς γραῦς Στρα
τηγοπουλίνα, ἡ τοῦ Ἰωάννου μὲν τοῦ Δούκα [Ρ. 104]
καὶ βασιλέως ἀδελφιδή, Κωνσταντίνῳ δὲ τῷ Στρατη
γοπούλῳ τῷ καὶ ὕστερον τυφλωθέντι παρὰ τοῦ υἱοῦ
καὶ βασιλέως συνοικήσασα. Ἐπεὶ δὲ οὔπω καιρὸς
ἐκάλει εἰσελθεῖν πρὸς τὴν Αὐγοῦσταν, ἐκείνη ἔξω
που καθῆστο την πρόσκλησιν ἀναμένουσα. Αλλ'
ἐφίσταται καὶ ἡ τοῦ πορφυρογεννήτου σύζυγος έδρα
σύνῃ καὶ χλιδῇ πρεπούσῃ ὑπὸ προπομποῖς τε πλεί
στοις καὶ ὀπαδοῖς. Ἐπεὶ δὲ τῇ θείᾳ ἢ μᾶλλον καὶ
μάμμη προσήγγιζεν (ἡ γὰρ πρὸς πατρὸς ἐκείνης
μάμμη αὐτανεψία ταύτης ἦν, εἴπερ αὕτη μὲν ἐκ τοῦ
ἀδελφοῦ τοῦ βασιλέως καὶ τὴν ἀξίαν σεβαστοκράτο
ρος ἐγεγέννητο, ἡ δ' ἐκείνης μάμμη ἐκ θατέρου τῶν
ἀδελφῶν, ἡ δὴ καὶ τῷ πρωτοβεστιαρίῳ συνῴκει τῷ
Ραούλ Αλεξίῳ ), ἐπεὶ γοῦν προσεγγιζούσῃ ἔδει τὴν
γραῦν καθέδρας ὑπεξανίστασθαι κατὰ τὸ προσῆκον
τὰ δευτερεία πρὸς τὴν Αὐγοῦσταν φερούσῃ, ἐκείνη
τοῦτο μὲν γήρᾳ, τοῦτο δὲ καὶ ὡς δῆθεν παιδί, καὶ
Τῆς δ' εἰκοστῆς ἐνάτης μηνὸς Μαιμακτηριώνος, ἐκγόνης καταφρονήσασα, οὐδ᾽ ἔκταρ ὑπεξανίστατο,
PG 144:173ὁ δὲ φιλότιμος ὢν καὶ αὐτός, ἔτι δὲ καὶ τοὺς λογισμοὺς ἐπικλασθεὶς ἐκ τῶν θρήνων τῆς γυναικός, ἀντιλυπεῖν μὲν τὴν γραῦν παραμυθήσασθαι δὲ τὴν ἰδίαν ἐκ τῆς πρὸς ἐκείνην ὕβρεως ἐδικαίου. καὶ δὴ ἐκείνην μὲν οὐκ εἶχέ τι διαθέσθαι ἀνήκεστον, εὐγενῆ τε οὖσαν καὶ μάμμην λογιζομένην τῷ βασιλεῖ· εἶχε δ’ οἰκεῖον ἐκείνη Κωνσταντῖνον Μαυροζώμην ὠνομασμένον, ᾧ δὴ καὶ συγχρῆσθαι κατὰ κοίτην κρυφίαν ἐλέγετο. καὶ τοῦτο δὴ μᾶλλον ἦν τὸ δοκοῦν ἐκείνῳ σοφόν, ἐφ’ ᾧ ἀτιμουμένου ἐκείνου ἡ κατ’ ἐκείνης ὑποτρέχουσα βάξις ἐκ τῶν δυνατῶν θριαμβεύοιτο. πέμψας γοῦν αὐτίκα καὶ περισχὼν τὸν ἄνθρωπον μηδὲν τῶν πραχθέντων εἰδότα, γυμνοῖ τε πάμπαν ἀτίμως καὶ κατὰ πᾶσαν ἀγορὰν θριαμβεύειν τοῖς οἰκείοις προστάσσει· ἅμα δὴ καὶ πληγὰς δεινάς τε καὶ πλείστας ἐντείνουσι. τοῦτο γινόμενον καὶ ἀνενεχθὲν βασιλεῖ, πολὺς ἦν ἐκεῖνος τὴν τόλμαν ἐν δεινῷ ποιούμενος, καὶ ἀχθόμενος τὰ μεγάλα εἰ αὐτοῦ βασιλέως ἐνδημοῦντος μηδὲν μηδενὸς ἐκεῖνος ἐπιστραφεὶς ταῦτα πράττοι, καὶ ταῦτα παρὰ τοιαύτην αἰτίαν.
παραιτησαμένη πρὸς ἐκείνην μόνον καὶ γῆρας προ- μηδὲν τῶν πραχθέντων εἰδότα, γυμνοί τε πάμπαν
βαλλομένη καὶ τὴν τοῦ γήρως ἀσθένειαν. Υβριο.
παθεί τε παρευθὺς ἐκείνη καὶ ἀκάθεκτος ἦν τὴν
ὀργὴν, εἰ βασιλέως οὖσα νύμφη καὶ ἀνδρὸς ὑπὲρ δε
σπότας σύζυγος οὐδὲν τῶν ἀξίων ἐπιτυγχάνει παρὰ
προσγενοῦς μὲν βασιλέως, ἀλλά γε καὶ ἰδιώτιδος νο
μιζομένης ἐκ τοῦ τὸν ἐκείνης σύζυγον ζῶντα μηδενός
ἐπιδῆναι ἀξιώματος. Τρέπει τε τὴν ὀργὴν εἰς λύπην,
καὶ κλαυθμοῖς τε καὶ ὀδυρμοῖς ἀφωσιοῦτο τὴν δεινο
πάθειαν. Τοῦτο γεγονὸς τὸν ἐκείνης οὐκ ἔλαθε σύζυ
γον. Ο δὲ φιλότιμος ὢν καὶ αὐτὸς, ἔτι δὲ καὶ τοὺς
λογισμοὺς ἐπικλασθεὶς ἐκ τῶν θρήνων τῆς γυναικὸς,
ἀντιλυπεῖν μὲν τὴν γραῦν, παραμυθήσασθαι δὲ τὴν
ἰδίαν ἐκ τῆς πρὸς ἐκείνην ὕβρεως δικαίου. Καὶ δὴ
ἐκείνην μὲν οὐκ εἶχέ τι διαθέσθαι ἀνήκεστον, εὐγενῆ
τε οὖσαν καὶ μάμμην λογιζομένην τῷ βασιλεῖ· εἶχε
δ' οἰκεῖον ἐκείνη Κωνσταντίνον Μαυροζώμην ώνομα
σμένον, ᾧ δὴ καὶ συγχρῆσθαι κατὰ κοίτην κρυφίαν
Ελέγετο. Καὶ τοῦτο δὴ μᾶλλον ἦν τὸ δοκοῦν ἐκείνῳ
σοφόν, ἐφ᾽ ᾧ ἀτιμουμένου ἐκείνου ἡ κατ' ἐκείνης
ὑποτρέχουσα βάξις ἐκ τῶν δυνατῶν θριαμβεύοιτο.
Πέμψας γοῦν αὐτίκα καὶ περισχὼν τὸν ἄνθρωπον
ἀτίμως καὶ κατὰ πᾶσαν ἀγορὰν θριαμβεύειν τοῖς
οἰκείοις προστάσσει· ἅμα δὴ καὶ πληγὰς δεινάς τε
καὶ πλείστας ἐντείνουσι. Τοῦτο γινόμενον καὶ ἀνε
νεχθὲν βασιλεῖ, πολὺς ἦν ἐκεῖνος τὴν τόλμαν ἐν δεινῷ
ποιούμενος, καὶ ἀχθόμενος τὰ μεγάλα 105] εἰ
αὐτοῦ βασιλέως ἐνδημοῦντος μηδὲν μηδενὸς ἐκεῖνος
ἐπιστραφεὶς ταῦτα πράττοι, καὶ ταῦτα παρὰ τοιαύ
την αἰτίαν. Ομως τους θυμούς κατασχὼν προσέταττε
τὴν ταχίστην, καὶ μόλις μὲν, ἀλλ' ὅμως νικησάσης
τῆς ἐξουσίας ἐλευθεροῦται ὁ τιμωρούμενος. Εντεῦθεν
καὶ μῆνις μετὰ χόλον ἐντετήκει τῷ βασιλεῖ, καὶ δεινὰ
ἔστρεφε πῶς ἂν ταπεινοίη τὸν ὑπὲρ τὰ μέτρα κατ
επαιρόμενον, εἰς ἑαυτὸν ἀνάγων τὸ γεγονὸς καὶ τὴν
τοῦ καταφρονεῖσθαι δόξαν ἐν δεινῷ ποιούμενος, καὶ
ἀπὸ προσώπου ἐποίει τὸν ἀδελφὸν, καὶ ἀπόντος κατ
ημέλει, καὶ προσιόντι ὀφθαλμοὺς ἱλαρότητος οὐκ ἐδί
δου, καὶ συνιππαζόμενος τὴν ἐγγύτητα ἀφηρείτο,
καὶ ἦν ἐξ ἐγγίονος εἶχε τῆς ὁμιλίας πρότερον δόξαν
προσεποιεῖτο παρακατέχειν. Αξιωματικώτερον γὰρ
κἀκεῖνος ταῖς ἀληθείαις τῶν πραγμάτων ἐφήπτετο,
πολλοῖς μὲν τοῖς ὑφ᾽ αὐτὸν θεραπεύουσι, πολλῷ δὲ
ὅμως τοὺς θυμοὺς κατασχὼν προσέταττε τὴν ταχίστην, καὶ μόλις μὲν ἀλλ’ ὅμως νικησάσης τῆς ἐξουσίας ἐλευθεροῦται ὁ τιμωρούμενος. ἐντεῦθεν καὶ μῆνις μετὰ χόλον ἐντετήκει τῷ βασιλεῖ, καὶ δεινὰ ἔστρεφε πῶς ἂν ταπεινοίη τὸν ὑπὲρ τὰ μέτρα κατεπαιρόμενον, εἰς ἑαυτὸν ἀνάγων τὸ γεγονὸς καὶ τὴν τοῦ καταφρονεῖσθαι δόξαν ἐν δεινῷ ποιούμενος, καὶ ἀπὸ προσώπου ἐποίει τὸν ἀδελφόν, καὶ ἀπόντος κατημέλει, καὶ προσιόντι ὀφθαλμοὺς ἱλαρότητος οὐκ ἐδίδου, καὶ συνιππαζόμενος τὴν ἐγγύτητα ἀφῃρεῖτο, καὶ ἣν ἐξ ἐγγίονος εἶχε τῆς ὁμιλίας πρότερον δόξαν προσεποιεῖτο παρακατέχειν. ἀξιωματικώτερον γὰρ κἀκεῖνος ταῖς ἀληθείαις τῶν πραγμάτων ἐφήπτετο, πολλοῖς μὲν τοῖς ὑφ’ αὑτὸν θεραπεύουσι, πολλῷ δὲ τῷ συναγομένῳ πλούτῳ καὶ τῇ χλιδῇ ἐντρυφῶν. ὑπὲρ γὰρ ἑξήκοντα χρυσίου χιλιάδας αἱ οἰκονομίαι τούτῳ ἀπεκληροῦντο παρὰ πατρός, καί γε σκοπὸς ἦν, εἰ περιῆν, καὶ ἐς ἑκατὸν ἐπαύξειν.
παραιτησαμένη πρὸς ἐκείνην μόνον καὶ γῆρας προ- μηδὲν τῶν πραχθέντων εἰδότα, γυμνοί τε πάμπαν
βαλλομένη καὶ τὴν τοῦ γήρως ἀσθένειαν. Υβριο.
παθεί τε παρευθὺς ἐκείνη καὶ ἀκάθεκτος ἦν τὴν
ὀργὴν, εἰ βασιλέως οὖσα νύμφη καὶ ἀνδρὸς ὑπὲρ δε
σπότας σύζυγος οὐδὲν τῶν ἀξίων ἐπιτυγχάνει παρὰ
προσγενοῦς μὲν βασιλέως, ἀλλά γε καὶ ἰδιώτιδος νο
μιζομένης ἐκ τοῦ τὸν ἐκείνης σύζυγον ζῶντα μηδενός
ἐπιδῆναι ἀξιώματος. Τρέπει τε τὴν ὀργὴν εἰς λύπην,
καὶ κλαυθμοῖς τε καὶ ὀδυρμοῖς ἀφωσιοῦτο τὴν δεινο
πάθειαν. Τοῦτο γεγονὸς τὸν ἐκείνης οὐκ ἔλαθε σύζυ
γον. Ο δὲ φιλότιμος ὢν καὶ αὐτὸς, ἔτι δὲ καὶ τοὺς
λογισμοὺς ἐπικλασθεὶς ἐκ τῶν θρήνων τῆς γυναικὸς,
ἀντιλυπεῖν μὲν τὴν γραῦν, παραμυθήσασθαι δὲ τὴν
ἰδίαν ἐκ τῆς πρὸς ἐκείνην ὕβρεως δικαίου. Καὶ δὴ
ἐκείνην μὲν οὐκ εἶχέ τι διαθέσθαι ἀνήκεστον, εὐγενῆ
τε οὖσαν καὶ μάμμην λογιζομένην τῷ βασιλεῖ· εἶχε
δ' οἰκεῖον ἐκείνη Κωνσταντίνον Μαυροζώμην ώνομα
σμένον, ᾧ δὴ καὶ συγχρῆσθαι κατὰ κοίτην κρυφίαν
Ελέγετο. Καὶ τοῦτο δὴ μᾶλλον ἦν τὸ δοκοῦν ἐκείνῳ
σοφόν, ἐφ᾽ ᾧ ἀτιμουμένου ἐκείνου ἡ κατ' ἐκείνης
ὑποτρέχουσα βάξις ἐκ τῶν δυνατῶν θριαμβεύοιτο.
Πέμψας γοῦν αὐτίκα καὶ περισχὼν τὸν ἄνθρωπον
ἀτίμως καὶ κατὰ πᾶσαν ἀγορὰν θριαμβεύειν τοῖς
οἰκείοις προστάσσει· ἅμα δὴ καὶ πληγὰς δεινάς τε
καὶ πλείστας ἐντείνουσι. Τοῦτο γινόμενον καὶ ἀνε
νεχθὲν βασιλεῖ, πολὺς ἦν ἐκεῖνος τὴν τόλμαν ἐν δεινῷ
ποιούμενος, καὶ ἀχθόμενος τὰ μεγάλα 105] εἰ
αὐτοῦ βασιλέως ἐνδημοῦντος μηδὲν μηδενὸς ἐκεῖνος
ἐπιστραφεὶς ταῦτα πράττοι, καὶ ταῦτα παρὰ τοιαύ
την αἰτίαν. Ομως τους θυμούς κατασχὼν προσέταττε
τὴν ταχίστην, καὶ μόλις μὲν, ἀλλ' ὅμως νικησάσης
τῆς ἐξουσίας ἐλευθεροῦται ὁ τιμωρούμενος. Εντεῦθεν
καὶ μῆνις μετὰ χόλον ἐντετήκει τῷ βασιλεῖ, καὶ δεινὰ
ἔστρεφε πῶς ἂν ταπεινοίη τὸν ὑπὲρ τὰ μέτρα κατ
επαιρόμενον, εἰς ἑαυτὸν ἀνάγων τὸ γεγονὸς καὶ τὴν
τοῦ καταφρονεῖσθαι δόξαν ἐν δεινῷ ποιούμενος, καὶ
ἀπὸ προσώπου ἐποίει τὸν ἀδελφὸν, καὶ ἀπόντος κατ
ημέλει, καὶ προσιόντι ὀφθαλμοὺς ἱλαρότητος οὐκ ἐδί
δου, καὶ συνιππαζόμενος τὴν ἐγγύτητα ἀφηρείτο,
καὶ ἦν ἐξ ἐγγίονος εἶχε τῆς ὁμιλίας πρότερον δόξαν
προσεποιεῖτο παρακατέχειν. Αξιωματικώτερον γὰρ
κἀκεῖνος ταῖς ἀληθείαις τῶν πραγμάτων ἐφήπτετο,
πολλοῖς μὲν τοῖς ὑφ᾽ αὐτὸν θεραπεύουσι, πολλῷ δὲ
PG 144:175καὶ μεγάλοις ἀνδράσιν ἄρχουσι τοῖς ἐκ τοῦ παλατίου εἰς θεραπείαν ἐκεῖνος ὑπέταττέ οἱ, καὶ διὰ τοῦτ’ ἐκεῖνος πολλὰ μὲν προσόδων ἔχων ὀλίγα δ’ ἐξαντλῶν, εἰ μή που εἰς τὰς κατ’ εὐεργεσίαν φιλοτιμίας, ὃ καὶ αὐτὸ εἰς ὑποψίαν ἔκειτο μείζω, πολλοῖς ἐνετρύφα καὶ ὑπερηφανεύετο εἰς ὑποταγὴν τὴν ἐς βασιλέα πρέπουσαν. ταῦθ’ ὁρῶν βασιλεύς, καί γε τῆς ἐξ ὑπογύου ἐκείνης συμβάσης αἰτίας χάριν παρακεκνισμένος, διενυκτέρευέ τε μετὰ τοῦ πρωτοβεστιαρίου ἐν νόσῳ πολυημέρῳ κειμένου· τὼ νεφρὼ γὰρ πολυωδύνοις πόνοις ἐβάλλετο, καὶ οὐδὲν ἦν τὸ εἰς θεραπείαν προσαγόμενον ὅπερ οὐ προσεζημίου τὸν πάσχοντα. καὶ διὰ τοῦτο μὴ οἵῳ τ’ ὄντι αὐτῷ τῷ κρατοῦντι τὰς προσόδους ποιεῖν, τούτῳ προσιὼν βασιλεὺς ὁσημέραι περὶ τῶν κοινῶν συνεφρόντιζε. τότε τοίνυν ἐκείνῳ συνὼν διεπονεῖτο τὴν τἀδελφοῦ καὶ ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα ὑπέραλσιν, καὶ ταπεινοῦν συμφέρον ἀμφοτέροις ἐδόκει. τὸ δ’ ἦν τέως ἀποπροσποιήσεσι καὶ ἀποστροφαῖς καὶ τῷ μηδὲν τῶν ἐκείνου φροντίζειν, κἂν παρῇ κἂν ἀπῇ· οὕτω γὰρ ὑπομαλάσσειν τὰ ἤθη καὶ πρὸς τὸ δουλικώτερον ὑποκλίνειν ᾤοντο.
τῷ συναγομένῳ πλούτῳ καὶ τῇ χλιδῇ ἐντρυφῶν. ἡ ἐκείνου φροντίζειν, κἂν παρῇ, κἂν ἀπῇ· οὕτω γὰρ
Ὑπὲρ γὰρ ἑξήκοντα χρυσίου χιλιάδας αἱ οἰκονομίαι
τούτῳ ἀπεκληροῦντο παρὰ πατρός, καί γε σκοπὺς
ἦν. εἰ περιῆν, καὶ ἐς ἑκατὸν ἐπαύξειν. Καὶ μεγάλοις
ἀνδράσιν ἄρχουσι τοῖς ἐκ τοῦ παλατίου εἰς θεραπείαν
ἐκεῖνος ὑπέταττέ οἱ, καὶ διὰ τοῦτ' ἐκεῖνος πολλὰ μὲν
προσόδων ἔχων, ὀλίγα δ' ἐξαντλῶν, εἰ μή που εἰς τὰς
κατ' εὐεργεσίαν φιλοτιμίας, δ καὶ αὐτὸ εἰς ὑποψίαν
ἔκειτο μείζω, πολλοῖς ἐνετρύφα καὶ ὑπερηφανεύετο
εἰς ὑποταγὴν τὴν ἐς βασιλέα πρέπουσαν. Ταῦθ᾽ ὁρῶν
βασιλεύς, και γε τῆς ἐξ ὑπογύου ἐκείνης συμβάσης
αἰτίας χάριν παρακεκνισμένος, διενυκτέρευε τε μετὰ
τοῦ πρωτοβεστιαρίου ἐν νότῳ πολυημέρῳ κειμένου
τώ νεφρὼ γὰρ πολυωδύνοις πόνοις ἐβάλλετο, καὶ
οὐδὲν ἦν τὸ εἰς θεραπείαν προσαγόμενον ὅπερ οὐ
προσεξημίου τὸν πάσχοντα. Καὶ διὰ τοῦτο μὴ οἴῳ τ'
ὄντι αὐτῷ τῷ κρατοῦντι τὰς προσόδους ποιεῖν, τούτῳ
προσιών βασιλεὺς ὁσημέραι περὶ τῶν κοινῶν συνε
φρόντιζε. Τότε τοίνυν ἐκείνῳ συνὼν διεπονεῖτο τὴν
τἀδελφοῦ καὶ ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα ὑπέραλσιν, καὶ
ταπεινοῦν συμφέρον ἀμφοτέροις ἐδόκει. Τὸ δ' ἦν τέως
ἀποπροσποιήσεσι καὶ ἀποστροφαῖς καὶ τῷ μηδὲν τῶν
ὑπομαλάσσειν τὰ ἤθη καὶ πρὸς τὸ δουλικώτερον
ὑποκλίνειν ᾤοντο, Ἐκεῖνος δὲ ταῦθ᾽ ὁρῶν βασιλέως
πράττοντος, συχναίς τε προσόδοις μᾶλλον πρὸς βα
σιλέα ἢ πρότερον θεραπεύειν προσεποιεῖτο, καὶ τῇ
παιδεύσει καθυποκλίνεσθαι δοκεῖν ἤθελεν. Οθεν καὶ
πρὸς τὸν πρωτοβεστιάριον πέμπων 106] ἠξίου
καὶ αὐτὸν προσλιπαρείν βασιλέα μὴ χολᾷν, κἄν τι
καὶ ἐκ συναρπαγῆς ἐπράχθη νικήσαντος τοῦ θυμοῦ,
συμπαθεῖν τε καὶ μὴ ὀργίζεσθαι. Ἐν τούτοις οὖν τοῦ
καιροῦ τριβομένου, καὶ τοῦ πατριαρχεύοντας μοναχός
Σάβας ἐκεῖ παρῆν, καὶ τὰ συνήθη τῆς ἀτασθαλίας
Εργα διαπραττόμενος οὐκ ἀνίει, βασιλέως ἐπὶ πᾶσιν
ἐφιέντος, μὴ κρίνοντος ίσως πρέπον μηδ᾽ ἄλλως ενν
σχημον ἐμποδὼν ἵστασθαι τοῖς παρὰ τῶν τοῦ πατρι
άρχου πραττομένοις λόγοις εὐλαβείας, καὶ τοῦ μὴ
δοκεῖν ἐμποδίζειν τοῖς εἰς διόρθωσιν τῶν πολλῶν κα
μιζομένοις. "Α γὰρ ὁ Σάβας ἔπραττε, θέλημα τοῦ
πατριάρχου ὅλως ἡγεῖτο, ὡς αὐτὸς ὕστερον ἔφηνε
πρός τινα τῶν ἀρχιερέων ἀπολογούμενος· ἐκείνου
γὰρ τῷ βασιλεῖ λέγοντος ὡς εἰκὸς ἦν ἂν ἐμποδίζεσθαι
παρ' αὐτοῦ βασιλέως ὄντος τὸν πατριάρχην, εἴπερ
ἐκεῖνος δὲ ταῦθ’ ὁρῶν βασιλέως πράττοντος, συχναῖς τε προσόδοις μᾶλλον πρὸς βασιλέα ἢ πρότερον θεραπεύειν προσεποιεῖτο, καὶ τῇ παιδεύσει καθυποκλίνεσθαι δοκεῖν ἤθελεν. ὅθεν καὶ πρὸς τὸν πρωτοβεστιάριον πέμπων ἠξίου καὶ αὐτὸν προσλιπαρεῖν βασιλέα μὴ χολᾶν, κἄν τι καὶ ἐκ συναρπαγῆς ἐπράχθη νικήσαντος τοῦ θυμοῦ, συμπαθεῖν τε καὶ μὴ ὀργίζεσθαι. ἐν τούτοις οὖν τοῦ καιροῦ τριβομένου, καὶ τοῦ πατριαρχεύοντος μοναχὸς Σάβας ἐκεῖ παρῆν, καὶ τὰ συνήθη τῆς ἀτασθαλίας ἔργα διαπραττόμενος οὐκ ἀνίει, βασιλέως ἐπὶ πᾶσιν ἐφιέντος, μὴ κρίνοντος ἴσως πρέπον μηδ’ ἄλλως εὔσχημον ἐμποδὼν ἵστασθαι τοῖς παρὰ τῶν τοῦ πατριάρχου πραττομένοις λόγοις εὐλαβείας, καὶ τοῦ μὴ δοκεῖν ἐμποδίζειν τοῖς εἰς διόρθωσιν τῶν πολλῶν νομιζομένοις. ἃ γὰρ ὁ Σάβας ἔπραττε, θέλημα τοῦ πατριάρχου ὅλως ἡγεῖτο, ὡς αὐτὸς ὕστερον ἔφηνε πρός τινα τῶν ἀρχιερέων ἀπολογούμενος·
τῷ συναγομένῳ πλούτῳ καὶ τῇ χλιδῇ ἐντρυφῶν. ἡ ἐκείνου φροντίζειν, κἂν παρῇ, κἂν ἀπῇ· οὕτω γὰρ
Ὑπὲρ γὰρ ἑξήκοντα χρυσίου χιλιάδας αἱ οἰκονομίαι
τούτῳ ἀπεκληροῦντο παρὰ πατρός, καί γε σκοπὺς
ἦν. εἰ περιῆν, καὶ ἐς ἑκατὸν ἐπαύξειν. Καὶ μεγάλοις
ἀνδράσιν ἄρχουσι τοῖς ἐκ τοῦ παλατίου εἰς θεραπείαν
ἐκεῖνος ὑπέταττέ οἱ, καὶ διὰ τοῦτ' ἐκεῖνος πολλὰ μὲν
προσόδων ἔχων, ὀλίγα δ' ἐξαντλῶν, εἰ μή που εἰς τὰς
κατ' εὐεργεσίαν φιλοτιμίας, δ καὶ αὐτὸ εἰς ὑποψίαν
ἔκειτο μείζω, πολλοῖς ἐνετρύφα καὶ ὑπερηφανεύετο
εἰς ὑποταγὴν τὴν ἐς βασιλέα πρέπουσαν. Ταῦθ᾽ ὁρῶν
βασιλεύς, και γε τῆς ἐξ ὑπογύου ἐκείνης συμβάσης
αἰτίας χάριν παρακεκνισμένος, διενυκτέρευε τε μετὰ
τοῦ πρωτοβεστιαρίου ἐν νότῳ πολυημέρῳ κειμένου
τώ νεφρὼ γὰρ πολυωδύνοις πόνοις ἐβάλλετο, καὶ
οὐδὲν ἦν τὸ εἰς θεραπείαν προσαγόμενον ὅπερ οὐ
προσεξημίου τὸν πάσχοντα. Καὶ διὰ τοῦτο μὴ οἴῳ τ'
ὄντι αὐτῷ τῷ κρατοῦντι τὰς προσόδους ποιεῖν, τούτῳ
προσιών βασιλεὺς ὁσημέραι περὶ τῶν κοινῶν συνε
φρόντιζε. Τότε τοίνυν ἐκείνῳ συνὼν διεπονεῖτο τὴν
τἀδελφοῦ καὶ ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα ὑπέραλσιν, καὶ
ταπεινοῦν συμφέρον ἀμφοτέροις ἐδόκει. Τὸ δ' ἦν τέως
ἀποπροσποιήσεσι καὶ ἀποστροφαῖς καὶ τῷ μηδὲν τῶν
ὑπομαλάσσειν τὰ ἤθη καὶ πρὸς τὸ δουλικώτερον
ὑποκλίνειν ᾤοντο, Ἐκεῖνος δὲ ταῦθ᾽ ὁρῶν βασιλέως
πράττοντος, συχναίς τε προσόδοις μᾶλλον πρὸς βα
σιλέα ἢ πρότερον θεραπεύειν προσεποιεῖτο, καὶ τῇ
παιδεύσει καθυποκλίνεσθαι δοκεῖν ἤθελεν. Οθεν καὶ
πρὸς τὸν πρωτοβεστιάριον πέμπων 106] ἠξίου
καὶ αὐτὸν προσλιπαρείν βασιλέα μὴ χολᾷν, κἄν τι
καὶ ἐκ συναρπαγῆς ἐπράχθη νικήσαντος τοῦ θυμοῦ,
συμπαθεῖν τε καὶ μὴ ὀργίζεσθαι. Ἐν τούτοις οὖν τοῦ
καιροῦ τριβομένου, καὶ τοῦ πατριαρχεύοντας μοναχός
Σάβας ἐκεῖ παρῆν, καὶ τὰ συνήθη τῆς ἀτασθαλίας
Εργα διαπραττόμενος οὐκ ἀνίει, βασιλέως ἐπὶ πᾶσιν
ἐφιέντος, μὴ κρίνοντος ίσως πρέπον μηδ᾽ ἄλλως ενν
σχημον ἐμποδὼν ἵστασθαι τοῖς παρὰ τῶν τοῦ πατρι
άρχου πραττομένοις λόγοις εὐλαβείας, καὶ τοῦ μὴ
δοκεῖν ἐμποδίζειν τοῖς εἰς διόρθωσιν τῶν πολλῶν κα
μιζομένοις. "Α γὰρ ὁ Σάβας ἔπραττε, θέλημα τοῦ
πατριάρχου ὅλως ἡγεῖτο, ὡς αὐτὸς ὕστερον ἔφηνε
πρός τινα τῶν ἀρχιερέων ἀπολογούμενος· ἐκείνου
γὰρ τῷ βασιλεῖ λέγοντος ὡς εἰκὸς ἦν ἂν ἐμποδίζεσθαι
παρ' αὐτοῦ βασιλέως ὄντος τὸν πατριάρχην, εἴπερ
PG 144:177ἐκείνου γὰρ τῷ βασιλεῖ λέγοντος ὡς εἰκὸς ἦν ἂν ἐμποδίζεσθαι παρ’ αὐτοῦ βασιλέως ὄντος τὸν πατριάρχην, εἴπερ ἐβούλετο, αὐτὸς ἀπελογεῖτο ὡς οὐκ ἄξιον πατριάρχην ὡς Τζυκανδύλην Νικήταν, καὶ αὐτὸ δὴ τοῦτο ὄνομα ὑποκοριζόμενος (ὁ δ’ ἦν ὁ τοῦ παλατίου ἐλάχιστος), παρὰ βασιλέως προστάσσεσθαι. ὡς γοῦν οὕτω ταῦτα καὶ ὁ μοναχὸς Σάβας συνήθης ὢν ἐκείνῳ πιστὸς ἐν πολλοῖς κατεφαίνετο, ἀκούσας, ὡς ἔλεγε, παρ’ ἐκείνου βασιλεῖ προσήγγελεν, ὡς δῆθεν πρὸς αὐτὸν λέγοντος ἐν ἀπορρήτοις τοῦ πορφυρογεννήτου ὡς ἅμα μὲν βασιλεὺς ἐπιδημήσει τῇ Κωνσταντίνου, ἅμα δὲ τὸν πατριάρχην ἐκβαλὼν τὸν μοναχὸν Κοσμᾶν ἀντεισάξειε. τότε γοῦν καὶ μᾶλλον ὁ βασιλεὺς ἐξηγρίαινεν, εἰ γέ οἱ ἐκπολεμῴη ἐκεῖνος καὶ αὐτὸν πατριάρχην ψευδόμενος, τοὺς οἰκείους ἐκείνῳ ὑποποιούμενος, καὶ ὑποψίας οὐκ ἀγαθὰς συνέλεγεν. ὀλίγον τὸ μεταξύ, καί τινες τῶν ἐκείνου βασιλεῖ προσιόντες μεγάλ’ ἄττα καὶ εἰς ἀπιστίαν τὴν κατὰ βασιλέως φέροντα λέγειν τε καὶ φρονεῖν ἐκεῖνον συνάμα πρωτοστράτορι Στρατηγοπούλῳ διανυκτερεύοντί οἱ προσήγγελον, καί γ’ ἐλέγχειν σφᾶς ἑτοίμους ἑαυτοὺς παρεῖχον ἀναδεχομένου τοῦ βασιλέως.
ἐβούλετο, αὐτὸς ἀπολογεῖτο ὡς οὐκ ἄξιον πατριάρχην ποιούμενος τοῦ τε λαθεῖν ἐκεῖνον ἐφ᾽ ᾧ προσκαλοῖτο
ὡς Τζυκανδύλην Νικήταν, καὶ αὐτὸ δὲ τοῦτο όνομα
υποκοριζόμενος (ὁ δ᾽ ἦν ὁ τοῦ παλατίου ἐλάχιστος),
παρὰ βασιλέως προστάσσεσθαι. Ὡς γοῦν οὕτω ταῦτα
καὶ ὁ μοναχὸς Σάδας συνήθης ὧν ἐκείνῳ πιστὸς ἐν
πολλοίς κατεφαίνετο, ἀκούσας, ὡς ἔλεγε, παρ' ἐκείνου
βασιλεῖ προσήγγελλεν, ὡς δῆθεν πρὸς αὐτὸν λέγοντος
ἐν ἀποῤῥήτοις τοῦ πορφυρογεννήτου ὡς ἅμα μὲν
βασιλεὺς ἐπιδημήσει τῇ Κωνσταντίνου, ἅμα δὲ τὸν
πατριάρχην ἐκβαλὼν τὸν μοναχὸν Κοσμᾶν ἀντεισά
ξειε. Τότε γοῦν καὶ μᾶλλον ὁ βασιλεὺς ἐξηγρίαινεν,
εἰ γέ οἱ ἐκπολεμψη ἐκεῖνος καὶ αὐτὸν πατριάρχην
ψευδόμενος, τοὺς οἰκείους ἐκείνῳ ὑποποιούμενος,
καὶ ὑποψίας οὐκ ἀγαθὰς συνέλεγεν. Ολίγον τὸ μετ
ταξύ, και τινες τῶν ἐκείνου βασιλεῖ προσιόντες
μεγάλ᾽ ἄττα καὶ εἰς ἀπιστίαν τὴν κατὰ βασιλέως φέ.
ροντα λέγειν τε καὶ φρονεῖν ἐκεῖνον σύναμα πρωτο
στράτορι Στρατηγοπούλῳ διανυκτερεύοντα οἱ προσ
ήγγελλον, και γ' ἐλέγχειν σφᾶς ἑτοίμους ἑαυτοὺς
παρεῖχον ἀναδεχομένου τοῦ βασιλέως. Ταῦτ' ἐκεῖναι
μὲν ἔλεγον, ἐδόκουν δὲ πάντως ἐκ τῶν γινομένων
καὶ τὰ τῆς κατηγορίας πιθανὰ τοῖς ἀκούουσι. Διὰ
ταῦτα δὴ πολλὴν καὶ μεγίστην πρόνοιαν ὁ κρατῶν
τοῦ θ' ἀλῶναι, καὶ μή τι καὶ νεωτερισθείη παρ' ἐκεί
νου, ὡς ᾤετο, πέμψας ἄγει παρ' ἑαυτῷ τὰς δυνάμεις,
καὶ τοῖς οἰκείοις πᾶσιν ὑπ' αὐγὰς ἕω ἐπήγγελλε κατά
τὸ παλάτιον συναθροίζεσθαι. Καὶ τότε περὶ πλήθου
σαν ἀγορὰν πέμψας προσκαλεῖται τὸν ταῖς κατηγο
ρίαις ἐνεχόμενον, μηδὲν ἀκριβῶς εἰδότα. [Ρ. 107]
Ο καὶ διὰ ταχέων παραγενόμενον ὁ μὲν βασιλεὺς
εὐθὺς, μὴ οἷός τ' ὢν κατέχειν τὰ; κατ' ἐκείνου οργάς,
ἅμα μὲν ἐκεῖνον, ἅμα δὲ καὶ τὸν Στρατηγόπουλον,
μετ' οὐ πολὺ καὶ τοῦτον τοῖς αὐτοῖς ἐνέχεσθαι κατα
γνωσθέντα, ὀνειδισμοῖς τε καὶ προπηλακισμοῖς
έβαλλε, καὶ, ο Τί παθόντες, ὦ οὗτοι,» παρούσης
καὶ πάσης τῆς συγκλήτου ἐβόα, ο καὶ κακῶν κάκι
στοι, αὐτοὶ τοσαῦτ' ἔχοντες ἀγαθὰ παρ' ἐμοῦ, τὸ εἰς
ἀναβολὰς ὀφθῆναι πρὸς τὸν εὐεργέτην κακοὶ οὕ
μενουν θέσθαι προεθυμήθητε, ἀλλ' ἐξ αὐτῆς ὁ μὲν
δεσπότου καὶ αὐταδέλφου, ὁ δὲ πρότερον μὲν αἰτίου
τοῦ καὶ ἔτι βλέπειν τὸν ἥλιον, ὕστερον δὲ καὶ εὐερ
γέτου, τοιαῦτα καταμεμελετηκότε; ἐλέγχεσθε;» Τοῖς
δ' ἀρνουμένοις πάμπαν καὶ τοὺς ἐλέγχους ζητοῦσιν
εὐθὺς οἱ κατειπόντες παρίσταντο, καὶ ὡς ἦν ἐκείνοις
ἰσχὺς ἅμα καὶ εἰς σπουδὴν πρόθεσις, ἤλεγχον. Αὐτίκα
ταῦτ’ ἐκεῖνοι μὲν ἔλεγον, ἐδόκουν δὲ πάντως ἐκ τῶν γινομένων καὶ τὰ τῆς κατηγορίας πιθανὰ τοῖς ἀκούουσι. διὰ ταῦτα δὴ πολλὴν καὶ μεγίστην πρόνοιαν ὁ κρατῶν ποιούμενος τοῦ τε λαθεῖν ἐκεῖνον ἐφ’ ᾧ προσκαλοῖτο τοῦ θ’ ἁλῶναι, καὶ μή τι καὶ νεωτερισθείη παρ’ ἐκείνου, ὡς ᾤετο, πέμψας ἄγει παρ’ ἑαυτῷ τὰς δυνάμεις, καὶ τοῖς οἰκείοις πᾶσιν ὑπ’ αὐγὰς ἕω ἐπήγγελε κατὰ τὸ παλάτιον συναθροίζεσθαι. καὶ τότε περὶ πλήθουσαν ἀγορὰν πέμψας προσκαλεῖται τὸν ταῖς κατηγορίαις ἐνεχόμενον, μηδὲν ἀκριβῶς εἰδότα.
ἐβούλετο, αὐτὸς ἀπολογεῖτο ὡς οὐκ ἄξιον πατριάρχην ποιούμενος τοῦ τε λαθεῖν ἐκεῖνον ἐφ᾽ ᾧ προσκαλοῖτο
ὡς Τζυκανδύλην Νικήταν, καὶ αὐτὸ δὲ τοῦτο όνομα
υποκοριζόμενος (ὁ δ᾽ ἦν ὁ τοῦ παλατίου ἐλάχιστος),
παρὰ βασιλέως προστάσσεσθαι. Ὡς γοῦν οὕτω ταῦτα
καὶ ὁ μοναχὸς Σάδας συνήθης ὧν ἐκείνῳ πιστὸς ἐν
πολλοίς κατεφαίνετο, ἀκούσας, ὡς ἔλεγε, παρ' ἐκείνου
βασιλεῖ προσήγγελλεν, ὡς δῆθεν πρὸς αὐτὸν λέγοντος
ἐν ἀποῤῥήτοις τοῦ πορφυρογεννήτου ὡς ἅμα μὲν
βασιλεὺς ἐπιδημήσει τῇ Κωνσταντίνου, ἅμα δὲ τὸν
πατριάρχην ἐκβαλὼν τὸν μοναχὸν Κοσμᾶν ἀντεισά
ξειε. Τότε γοῦν καὶ μᾶλλον ὁ βασιλεὺς ἐξηγρίαινεν,
εἰ γέ οἱ ἐκπολεμψη ἐκεῖνος καὶ αὐτὸν πατριάρχην
ψευδόμενος, τοὺς οἰκείους ἐκείνῳ ὑποποιούμενος,
καὶ ὑποψίας οὐκ ἀγαθὰς συνέλεγεν. Ολίγον τὸ μετ
ταξύ, και τινες τῶν ἐκείνου βασιλεῖ προσιόντες
μεγάλ᾽ ἄττα καὶ εἰς ἀπιστίαν τὴν κατὰ βασιλέως φέ.
ροντα λέγειν τε καὶ φρονεῖν ἐκεῖνον σύναμα πρωτο
στράτορι Στρατηγοπούλῳ διανυκτερεύοντα οἱ προσ
ήγγελλον, και γ' ἐλέγχειν σφᾶς ἑτοίμους ἑαυτοὺς
παρεῖχον ἀναδεχομένου τοῦ βασιλέως. Ταῦτ' ἐκεῖναι
μὲν ἔλεγον, ἐδόκουν δὲ πάντως ἐκ τῶν γινομένων
καὶ τὰ τῆς κατηγορίας πιθανὰ τοῖς ἀκούουσι. Διὰ
ταῦτα δὴ πολλὴν καὶ μεγίστην πρόνοιαν ὁ κρατῶν
τοῦ θ' ἀλῶναι, καὶ μή τι καὶ νεωτερισθείη παρ' ἐκεί
νου, ὡς ᾤετο, πέμψας ἄγει παρ' ἑαυτῷ τὰς δυνάμεις,
καὶ τοῖς οἰκείοις πᾶσιν ὑπ' αὐγὰς ἕω ἐπήγγελλε κατά
τὸ παλάτιον συναθροίζεσθαι. Καὶ τότε περὶ πλήθου
σαν ἀγορὰν πέμψας προσκαλεῖται τὸν ταῖς κατηγο
ρίαις ἐνεχόμενον, μηδὲν ἀκριβῶς εἰδότα. [Ρ. 107]
Ο καὶ διὰ ταχέων παραγενόμενον ὁ μὲν βασιλεὺς
εὐθὺς, μὴ οἷός τ' ὢν κατέχειν τὰ; κατ' ἐκείνου οργάς,
ἅμα μὲν ἐκεῖνον, ἅμα δὲ καὶ τὸν Στρατηγόπουλον,
μετ' οὐ πολὺ καὶ τοῦτον τοῖς αὐτοῖς ἐνέχεσθαι κατα
γνωσθέντα, ὀνειδισμοῖς τε καὶ προπηλακισμοῖς
έβαλλε, καὶ, ο Τί παθόντες, ὦ οὗτοι,» παρούσης
καὶ πάσης τῆς συγκλήτου ἐβόα, ο καὶ κακῶν κάκι
στοι, αὐτοὶ τοσαῦτ' ἔχοντες ἀγαθὰ παρ' ἐμοῦ, τὸ εἰς
ἀναβολὰς ὀφθῆναι πρὸς τὸν εὐεργέτην κακοὶ οὕ
μενουν θέσθαι προεθυμήθητε, ἀλλ' ἐξ αὐτῆς ὁ μὲν
δεσπότου καὶ αὐταδέλφου, ὁ δὲ πρότερον μὲν αἰτίου
τοῦ καὶ ἔτι βλέπειν τὸν ἥλιον, ὕστερον δὲ καὶ εὐερ
γέτου, τοιαῦτα καταμεμελετηκότε; ἐλέγχεσθε;» Τοῖς
δ' ἀρνουμένοις πάμπαν καὶ τοὺς ἐλέγχους ζητοῦσιν
εὐθὺς οἱ κατειπόντες παρίσταντο, καὶ ὡς ἦν ἐκείνοις
ἰσχὺς ἅμα καὶ εἰς σπουδὴν πρόθεσις, ἤλεγχον. Αὐτίκα
ὃν καὶ διὰ ταχέων παραγενόμενον ὁ μὲν βασιλεὺς εὐθύς, μὴ οἷός τ’ ὢν κατέχειν τὰς κατ’ ἐκείνου ὀργάς, ἅμα μὲν ἐκεῖνον ἅμα δὲ καὶ τὸν Στρατηγόπουλον, μετ’ οὐ πολὺ καὶ τοῦτον τοῖς αὐτοῖς ἐνέχεσθαι καταγνωσθέντα, ὀνειδισμοῖς τε καὶ προπηλακισμοῖς ἔβαλλε, καὶ τί παθόντες, ὦ οὗτοι, παρούσης καὶ πάσης τῆς συγκλήτου ἐβόα, καὶ κακῶν κάκιστοι, αὐτοὶ τοσαῦτ’ ἔχοντες ἀγαθὰ παρ’ ἐμοῦ, τὸ εἰς ἀναβολὰς ὀφθῆναι πρὸς τὸν εὐεργέτην κακοὶ οὔμενουν θέσθαι προεθυμήθητε, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς ὁ μὲν δεσπότου καὶ αὐταδέλφου, ὁ δὲ πρότερον μὲν αἰτίου τοῦ καὶ ἔτι βλέπειν τὸν ἥλιον, ὕστερον δὲ καὶ εὐεργέτου, τοιαῦτα καταμεμελετηκότες ἐλέγχεσθε; τοῖς δ’ ἀρνουμένοις πάμπαν καὶ τοὺς ἐλέγχους ζητοῦσιν εὐθὺς οἱ κατειπόντες παρίσταντο, καὶ ὡς ἦν ἐκείνοις ἰσχὺς ἅμα καὶ εἰς σπουδὴν πρόθεσις, ἤλεγχον. αὐτίκα τοίνυν, οἷα φιλεῖ ἐπὶ τοιούτοις γίνεσθαι, θροῦς ἦν τῶν μὲν ἐκπληττομένων τῶν δὲ καὶ στυγούντων, ἄλλων δὲ καὶ πλέον τοῦ εἰκότος κατά τινα θεραπείαν παρακεκινημένων καὶ λέγειν καὶ πράττειν.
ἐβούλετο, αὐτὸς ἀπολογεῖτο ὡς οὐκ ἄξιον πατριάρχην ποιούμενος τοῦ τε λαθεῖν ἐκεῖνον ἐφ᾽ ᾧ προσκαλοῖτο
ὡς Τζυκανδύλην Νικήταν, καὶ αὐτὸ δὲ τοῦτο όνομα
υποκοριζόμενος (ὁ δ᾽ ἦν ὁ τοῦ παλατίου ἐλάχιστος),
παρὰ βασιλέως προστάσσεσθαι. Ὡς γοῦν οὕτω ταῦτα
καὶ ὁ μοναχὸς Σάδας συνήθης ὧν ἐκείνῳ πιστὸς ἐν
πολλοίς κατεφαίνετο, ἀκούσας, ὡς ἔλεγε, παρ' ἐκείνου
βασιλεῖ προσήγγελλεν, ὡς δῆθεν πρὸς αὐτὸν λέγοντος
ἐν ἀποῤῥήτοις τοῦ πορφυρογεννήτου ὡς ἅμα μὲν
βασιλεὺς ἐπιδημήσει τῇ Κωνσταντίνου, ἅμα δὲ τὸν
πατριάρχην ἐκβαλὼν τὸν μοναχὸν Κοσμᾶν ἀντεισά
ξειε. Τότε γοῦν καὶ μᾶλλον ὁ βασιλεὺς ἐξηγρίαινεν,
εἰ γέ οἱ ἐκπολεμψη ἐκεῖνος καὶ αὐτὸν πατριάρχην
ψευδόμενος, τοὺς οἰκείους ἐκείνῳ ὑποποιούμενος,
καὶ ὑποψίας οὐκ ἀγαθὰς συνέλεγεν. Ολίγον τὸ μετ
ταξύ, και τινες τῶν ἐκείνου βασιλεῖ προσιόντες
μεγάλ᾽ ἄττα καὶ εἰς ἀπιστίαν τὴν κατὰ βασιλέως φέ.
ροντα λέγειν τε καὶ φρονεῖν ἐκεῖνον σύναμα πρωτο
στράτορι Στρατηγοπούλῳ διανυκτερεύοντα οἱ προσ
ήγγελλον, και γ' ἐλέγχειν σφᾶς ἑτοίμους ἑαυτοὺς
παρεῖχον ἀναδεχομένου τοῦ βασιλέως. Ταῦτ' ἐκεῖναι
μὲν ἔλεγον, ἐδόκουν δὲ πάντως ἐκ τῶν γινομένων
καὶ τὰ τῆς κατηγορίας πιθανὰ τοῖς ἀκούουσι. Διὰ
ταῦτα δὴ πολλὴν καὶ μεγίστην πρόνοιαν ὁ κρατῶν
τοῦ θ' ἀλῶναι, καὶ μή τι καὶ νεωτερισθείη παρ' ἐκεί
νου, ὡς ᾤετο, πέμψας ἄγει παρ' ἑαυτῷ τὰς δυνάμεις,
καὶ τοῖς οἰκείοις πᾶσιν ὑπ' αὐγὰς ἕω ἐπήγγελλε κατά
τὸ παλάτιον συναθροίζεσθαι. Καὶ τότε περὶ πλήθου
σαν ἀγορὰν πέμψας προσκαλεῖται τὸν ταῖς κατηγο
ρίαις ἐνεχόμενον, μηδὲν ἀκριβῶς εἰδότα. [Ρ. 107]
Ο καὶ διὰ ταχέων παραγενόμενον ὁ μὲν βασιλεὺς
εὐθὺς, μὴ οἷός τ' ὢν κατέχειν τὰ; κατ' ἐκείνου οργάς,
ἅμα μὲν ἐκεῖνον, ἅμα δὲ καὶ τὸν Στρατηγόπουλον,
μετ' οὐ πολὺ καὶ τοῦτον τοῖς αὐτοῖς ἐνέχεσθαι κατα
γνωσθέντα, ὀνειδισμοῖς τε καὶ προπηλακισμοῖς
έβαλλε, καὶ, ο Τί παθόντες, ὦ οὗτοι,» παρούσης
καὶ πάσης τῆς συγκλήτου ἐβόα, ο καὶ κακῶν κάκι
στοι, αὐτοὶ τοσαῦτ' ἔχοντες ἀγαθὰ παρ' ἐμοῦ, τὸ εἰς
ἀναβολὰς ὀφθῆναι πρὸς τὸν εὐεργέτην κακοὶ οὕ
μενουν θέσθαι προεθυμήθητε, ἀλλ' ἐξ αὐτῆς ὁ μὲν
δεσπότου καὶ αὐταδέλφου, ὁ δὲ πρότερον μὲν αἰτίου
τοῦ καὶ ἔτι βλέπειν τὸν ἥλιον, ὕστερον δὲ καὶ εὐερ
γέτου, τοιαῦτα καταμεμελετηκότε; ἐλέγχεσθε;» Τοῖς
δ' ἀρνουμένοις πάμπαν καὶ τοὺς ἐλέγχους ζητοῦσιν
εὐθὺς οἱ κατειπόντες παρίσταντο, καὶ ὡς ἦν ἐκείνοις
ἰσχὺς ἅμα καὶ εἰς σπουδὴν πρόθεσις, ἤλεγχον. Αὐτίκα
PG 144:179τέλος τοὺς μὲν τὰς ἐκείνων οἰκίας πολυόλβους οὔσας, καὶ μᾶλλον τὴν τοῦ πορφυρογεννήτου, καθέξοντας ἀποστέλλει, αὐτοὺς δὲ τὸν μὲν φυλακαῖς ἐδίδου, τὸν δ’ ἀδελφὸν συγκλείσας ἑνὶ τῶν κατὰ τὰ παλάτια βασιλικῶν οἰκημάτων ἐν ἀσφαλεῖ καθείργνυσι. προνοίας δ’ ἐκείνας καὶ ἀγέλας καὶ ἀποθήκας παντοίων εἰδῶν καὶ χρυσόν, τὸν μὲν ἐν νομίσμασι κεκομμένον τὸν δ’ ἐν ἐκπώμασιν εἰργασμένον, καὶ ἄργυρον καὶ πέπλα παντοδαπὰ τῷ κοινῷ ταμιείῳ προσανετίθεντο, καὶ ἡ χλιδὴ ἐκείνη καὶ περιφάνεια μιᾶς ὥρας σκηνὴ καὶ παίγνιον ἦν. καὶ θαῦμα ἦν τοῖς ὁρῶσιν ὄγκος τοσοῦτος τρυφῆς καὶ οἰκίας τοιαύτης φιλοτιμία, μηδ’ αὐτῆς βασιλείου κατὰ πολὺ λειπομένης, πῶς ἐν ἀκαρεῖ εἰς τὸ μηδὲν κατήντησε, καὶ τὰ λαμπρὰ ἐκεῖνα καὶ τέως περίπυστα πνευσάσης δυσχεροῦς καὶ τελχινώδους αὔρας κατέσβεστο. Καὶ ταῦτ’ ἐπράττετο Κρονίου μηνός, ὅτε καὶ πολλοῖς μὲν τῶν τοῦ παλατίου οὐκ ὀλίγοις δὲ καὶ τῶν τῆς ἐκκλησίας ἀσυνθεσίας πρὸς βασιλέα ἔγκλημα δι’ ἐκεῖνον ὡς δῆθεν βασιλειῶντα ἐφῆπται.
τοίνυν, οἷα φιλεῖ ἐπὶ τοιούτοις γίνεσθαι, θρούς ἦν τῆς Ἐκκλησίας ἀσυνθεσίας προς βασιλέα Εγκλημα
τῶν μὲν ἐκπληττομένων, τῶν δὲ καὶ στυγούντων,
ἄλλων δὲ καὶ πλέον τοῦ εἰκότος κατά τινα θεραπείαν
παρακεκινημένων καὶ λέγειν καὶ πράττειν. Τέλος
τοὺς μὲν τὰς ἐκείνων οἰκίας πολυόλβους οὖσας, καὶ
μᾶλλον τὴν τοῦ πορφυρογεννήτου, καθέξοντας ἀπο
στέλλει, αὐτοὺς δὲ τὸν μὲν φυλακαῖς ἐδίδου, τὸν δ'
ἀδελφὸν συγκλείσας ἑνὶ τῶν κατὰ τὰ παλάτια βασι
λικῶν οἰκημάτων ἐν ἀσφαλεῖ καθείργνυσι. Προνοίας
δ᾽ ἐκείνας καὶ ἀγέλας καὶ ἀποθήκας παντοίων εἰδῶν
καὶ χρυσόν, τὸν μὲν ἐν νομίσμασι κεκομμένον, τὸν
δ' ἐν ἐκπώμασιν εἰργασμένον, καὶ ἄργυρον καὶ πέ
πλα παντοδαπὰ τῷ κοινῷ ταμιείῳ προσανετίθεντο,
καὶ ἡ χλιδὴ ἐκείνη καὶ περιφάνεια μιας ώρας σκηνὴ
καὶ παίγνιον ἦν. Καὶ θαῦμα ἦν τοῖς ὁρῶσιν ὄγκος
τοσοῦτος τρυφῆς καὶ οἰκίας τοιαύτης φιλοτιμία,
μηδ' αὐτῆς βασιλείου κατὰ πολὺ λειπομένης, πῶς ἐν
ἀκαρεῖ εἰς τὸ μηδὲν κατήντησε, καὶ τὰ λαμπρά
ἐκεῖνα καὶ τέως περίπυστα πνευσάσης δυσχερούς
καὶ τελχινώδους αύρας κατέσβεστο.
Καὶ ταῦτ' ἐπράττετο Κρονίου μηνός, ὅτε καὶ πολύ
λοῖς μὲν τῶν τοῦ παλατίου, οὐκ ὀλίγοις δὲ καὶ τῶν
δι' ἐκεῖνον ὡς δῆθεν βασιλειῶντα ἐφῆπται. Ην γὰρ
ταῖς ἀληθείαις ὁ ἀνὴρ ἐς ἄκρον φιλοδωρότατος, καὶ
πολλοὺς συνυπήγετο τοῖς φιλοφρονήμασιν, ὥστε καὶ
ἀγαπᾶν εὐεργετουμένους, οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ συνει
δέναι οἱ ἢ δὴ συμβούλεσθαι & δὴ ἐκεῖνος εἰδὼς καὶ
βουλόμενος, ὡς οἱ κατ᾽ ἐκείνου λέγοντες δεικνύειν
εἶχον, ἐξηλέγχετο. Τοῖς οὖν τοῦ παλατίου πολλοῖς
τισιν οὖσι τοῖς παρ' ἐκείνου εὐεργετουμένοις συν
εγνωμόνει ὁ βασιλεύς, [Ρ. 108] ὑπὲρ ἀξίαν μὲν τοῦ
διδόντος, ἄξια δὲ τοῖς λαμβάνουσι τὰ διδόμενα κρί
νων. Ἐκεῖνον μὲν γὰρ ἀδελφὸν βασιλέως ὄντα τοσού
τοις δωρεῖσθαι ὅσοις μηδὲ βασιλέα σχεδὸν εἰκὸς ἦν
αἰτίας ἐποιεῖτο δῆθεν· τοὺς δέ γε λαμβάνοντας μεγι
στάνας ὄντας, εἰ καὶ ὑπὲρ τὸ μέτρον ἐλάμβανον,
ἀλλ᾽ οὖν δικαίους εἶναι τοιαῦτα καὶ τόσα λαμβάνειν
ὑποκατακλινομένους ἐκείνῳ ἐκ τῶν εἰκότων ἐδικαίου.
Τοῖς δὲ τῆς Ἐκκλησίας μὴ ὅπως τοῖς ἐξ ἐκείνου
εὐεργετηθεῖσιν, ἀλλὰ καὶ ξύμπασιν αἰτίας ὁ Σάβας
ἐπειλημμένος ευσχήμονας, ὡς δῆθεν κατ' ἐκείνων
καὶ ὑπὲρ βασιλέως ζηλῶν, καὶ πρὸ τοῦ τοῖς πᾶσι
κακοποιούς, ἀνέδην τε δύσνους ὠνόμαζε.
PG 144:181ἦν γὰρ ταῖς ἀληθείαις ὁ ἀνὴρ ἐς ἄκρον φιλοδωρότατος, καὶ πολλοὺς συνυπήγετο τοῖς φιλοφρονήμασιν, ὥστε καὶ ἀγαπᾶν εὐεργετουμένους, οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ συνειδέναι οἱ ἢ δὴ συμβούλεσθαι ἃ δὴ ἐκεῖνος εἰδὼς καὶ βουλόμενον, ὡς οἱ κατ’ ἐκείνου λέγοντες δεικνύειν εἶχον, ἐξηλέγχετο. τοῖς οὖν τοῦ παλατίου πολλοῖς τισὶν οὖσι τοῖς παρ’ ἐκείνου εὐεργετουμένοις συνεγνωμόνει ὁ βασιλεύς, ὑπὲρ ἀξίαν μὲν τοῦ διδόντος, ἄξια δὲ τοῖς λαμβάνουσι τὰ διδόμενα κρίνων. ἐκεῖνον μὲν γὰρ ἀδελφὸν βασιλέως ὄντα τοσούτοις δωρεῖσθαι ὅσοις μηδὲ βασιλέα σχεδὸν εἰκὸς ἦν αἰτίας ἐποιεῖτο δῆθεν· τοὺς δέ γε λαμβάνοντας μεγιστᾶνας ὄντας, εἰ καὶ ὑπὲρ τὸ μέτρον ἐλάμβανον, ἀλλ’ οὖν δικαίους εἶναι τοιαῦτα καὶ τόσα λαμβάνειν ὑποκατακλινομένους ἐκείνῳ ἐκ τῶν εἰκότων ἐδικαίου. τοῖς δὲ τῆς ἐκκλησίας μὴ ὅπως τοῖς ἐξ ἐκείνου εὐεργετηθεῖσιν ἀλλὰ καὶ ξύμπασιν αἰτίας ὁ Σάβας ἐπειλημμένος εὐσχήμονας, ὡς δῆθεν κατ’ ἐκείνων καὶ ὑπὲρ βασιλέως ζηλῶν, καὶ πρὸ τοῦ τοῖς πᾶσι κακοποιός, ἀνέδην τε δύσνους ὠνόμαζε [] καὶ διιὼν ταῖς οἰκονομίαις ἐκείνων ἐπέχρα, παρακατέχων καὶ ἀπαιτῶν τὰς προσόδους ὡς ἂν ἐκείνων καθωσιωμένων.
Ἀν ΠΈρὲ τοῦ μογαχοὺ Σαῦδα. ᾿
Καὶ διιὼν [Ρ. 109] ταῖς οἰχονομίαις ἐκείνων ἐπέ-
γρα, παραχστέχων γαὶ ὁπαιτῶν τὰς προσόδους ὡς
ἂν ἐκείνων χαθωασιωμένων. “Ἀπερ τιῖς χληρικαῖς
μανθάνουσι πόνας ἦν, οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ ἀποφυγεῖν
τὴν κατηγυρίαν δύνασθαι, Ὃ δὴ χαὶ πλέον τούτους
τοῦ στέρεσθαι τῶν οἰκείων ὠδύνα, χαὶ οὐχ εἶχον τὴν
κατηγορίαν διαθέσθαι καὶ ἐν μετρίοις ποιήφασθαι,
Ὃ δὴ καὶ μεγάλως τοὺς τοιούτους ἐχύμηνε, καὶ οὐκ
εἴχον ὅ τὸ καὶ πράξειάν, καὶ ὡς ἄν γε νῇ λύπη κα-
θασιώσαντες ἑαυτοὺς ἐν ἀπόρῳ ἧσαν. Τέλος ἀποφν-
γὴν μίαν ἔγνωσαν τῆς κανίας τὴν πρὸς τὸν πατριάρ-
χὴν καταφυγὴν, ὡς αὐτίκα τῷ μαθεῖν ἐν δτινῷ
ποιησομένου κἀχείνου τὴν κατὰ τῆ: Ἐχχλησίας δ:.-
δολήν. Ἐλθόντος τοιγαροῦν καὶ τοῦ Σάδα συνελθόν-
τες ἐνεκάλουν τὸ πάθος, χαὶ ὡς οὐκ ἀνεκτὴν ἐτραγῴ-
ὅουν τὴν συμφοράν, καὶ, ε, Τί παθὼν, ὦ οὗτος, ν
ἔλεγον παρόντος κἀκείνου, ε τοιούτοις τοὺς τοῦ χ)λή-
βὰν περιδάλλεις δεινοῖς; δέον τὸν μὲν ἐπ᾽ αἰτίαν
χείμενον κρίνεσθαι, τοὺς δὲ λριποὺς ἀθώους τοῦ
ἄτους μένειν, ν Τοῦ δὲ μηδὲν ἀπολογουμένου τῶν ὃ;
λόγον χειμένων, ἀλλὰ χύχλῳ περιδαλλομένου αἰτίας
μηδὲν προσηκούσαφ μηδ' ὁπωσοῦν, τέλο; ἠξίουν πα-
τριάρχην ἀμύνειν ἀδικουμένοις τὰ ἔσχατα. Ὁ ἂξ,
οὐχ οἶδ' ὅπως, ψυχρὸς ἐπὶ τούτοις κατεφαίνετο χαὶ
ἀκίνητος. Ὡς δὲ πολλάχις οἱ τοῦ κλήρου ἐπέκειντο
καὶ προσελιπάρουν, ὁ δ᾽ ἄφωνος ἣν καὶ τῷ μὴ τι λέν
ξεῖν ἔχοντι ἀκριδῶς ἐῴκει. Τέλος ἐκκλίνων τὴν ἐκ
τῶν πολλῶν βίαν ἀπέπεμπε χατειρωνευσάμενος τὴν
τιμωρίαν τῷ κατειπόντι, τὴν τοῦ Πιλάτου πρὸ; Ἴου-
βαίους φωνὴν ἐπειπὼν παραδιδόντης εἰς σταύρωσιν
τὸν Δεσπότην, « Λάθδετε αὐτὸν ὁμεῖς καὶ σταυρώσα-
πε.» Τοῦτο ἐπῆλθε μὲν ἐκείνῳ ἐχ τοῦ τυχόντος εἰ-
πεῖν ἀγνώστῳ πολλοῖς διαθέσει ψυχῆς, τοῖς δὲ καὶ
λίαν δόξαν βαρὺ παρώξυνε τὰς ὁρμὰς, καὶ προτλυ-
ποῦντες χαὶ οὔτοι ἐσχίζοντο, ὥστε μήτε συνέρχεσθαί
οἱ'μῆτε μὴν συνεύχεσθαι,. βασιλεῖ προσανατιϑέντας
πὴν περὶ τούτων ἐκδίκησιν. Βασιλεὺς δὲ τῆς νόπον
κατεπειγούσης τὴν πρωτοδεστιάριον, ὡς μηδ᾽ ἀνα -
πνεῖν ἐιόσῃς τοῖς πόνοις, σχέψει καὶ βουλῇ τούτον
τὸν Χοῦμνον χοιαίστορα Νικηφόρον εἰς μυστικὸν
ἐν Σ ὧν πὸ» ἄν ρο ΠΠ Ὡρο 00 Ὁ μ΄
ἅπερ τοῖς κληρικοῖς μανθάνουσι πόνος ἦν, οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ ἀποφυγεῖν τὴν κατηγορίαν δύνασθαι. ὃ δὴ καὶ πλέον τούτους τοῦ στέρεσθαι τῶν οἰκείων ὠδύνα, καὶ οὐκ εἶχον τὴν κατηγορίαν διαθέσθαι καὶ ἐν μετρίοις ποιήσασθαι. ὃ δὴ καὶ μεγάλως τοὺς τοιούτους ἐκύμηνε, καὶ οὐκ εἶχον ὅ τι καὶ πράξειαν, καὶ ὡς ἄν γε τῇ λύπῃ καθοσιώσαντες ἑαυτοὺς ἐν ἀπόρῳ ἦσαν. τέλος ἀποφυγὴν μίαν ἔγνωσαν τῆς κακίας τὴν πρὸς τὸν πατριάρχην καταφυγήν, ὡς αὐτίκα τῷ μαθεῖν ἐν δεινῷ ποιησομένου κἀκείνου τὴν κατὰ τῆς ἐκκλησίας διαβολήν. ἐλθόντος τοιγαροῦν καὶ τοῦ Σάβα συνελθόντες ἐνεκάλουν τὸ πάθος, καὶ ὡς οὐκ ἀνεκτὴν ἐτραγῴδουν τὴν συμφοράν, καὶ τί παθών, ὦ οὗτος, ἔλεγον παρόντος κἀκείνου, τοιούτοις τοὺς τοῦ κλήρου περιβάλλεις δεινοῖς; δέον τὸν μὲν ἐπ’ αἰτίαν κείμενον κρίνεσθαι, τοὺς δὲ λοιποὺς ἀθώους τοῦ ἄγους μένειν. τοῦ δὲ μηδὲν ἀπολογουμένου τῶν ἐς λόγον κειμένων, ἀλλὰ κύκλῳ περιβαλλομένου αἰτίας μηδὲν προσηκούσας μηδ’ ὁπωσοῦν, τέλος ἠξίουν πατριάρχην ἀμύνειν ἀδικουμένοις τὰ ἔσχατα. ὁ δέ, οὐκ οἶδ’ ὅπως, ψυχρὸς ἐπὶ τούτοις κατεφαίνετο καὶ ἀκίνητος.
Ἀν ΠΈρὲ τοῦ μογαχοὺ Σαῦδα. ᾿
Καὶ διιὼν [Ρ. 109] ταῖς οἰχονομίαις ἐκείνων ἐπέ-
γρα, παραχστέχων γαὶ ὁπαιτῶν τὰς προσόδους ὡς
ἂν ἐκείνων χαθωασιωμένων. “Ἀπερ τιῖς χληρικαῖς
μανθάνουσι πόνας ἦν, οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ ἀποφυγεῖν
τὴν κατηγυρίαν δύνασθαι, Ὃ δὴ χαὶ πλέον τούτους
τοῦ στέρεσθαι τῶν οἰκείων ὠδύνα, χαὶ οὐχ εἶχον τὴν
κατηγορίαν διαθέσθαι καὶ ἐν μετρίοις ποιήφασθαι,
Ὃ δὴ καὶ μεγάλως τοὺς τοιούτους ἐχύμηνε, καὶ οὐκ
εἴχον ὅ τὸ καὶ πράξειάν, καὶ ὡς ἄν γε νῇ λύπη κα-
θασιώσαντες ἑαυτοὺς ἐν ἀπόρῳ ἧσαν. Τέλος ἀποφν-
γὴν μίαν ἔγνωσαν τῆς κανίας τὴν πρὸς τὸν πατριάρ-
χὴν καταφυγὴν, ὡς αὐτίκα τῷ μαθεῖν ἐν δτινῷ
ποιησομένου κἀχείνου τὴν κατὰ τῆ: Ἐχχλησίας δ:.-
δολήν. Ἐλθόντος τοιγαροῦν καὶ τοῦ Σάδα συνελθόν-
τες ἐνεκάλουν τὸ πάθος, χαὶ ὡς οὐκ ἀνεκτὴν ἐτραγῴ-
ὅουν τὴν συμφοράν, καὶ, ε, Τί παθὼν, ὦ οὗτος, ν
ἔλεγον παρόντος κἀκείνου, ε τοιούτοις τοὺς τοῦ χ)λή-
βὰν περιδάλλεις δεινοῖς; δέον τὸν μὲν ἐπ᾽ αἰτίαν
χείμενον κρίνεσθαι, τοὺς δὲ λριποὺς ἀθώους τοῦ
ἄτους μένειν, ν Τοῦ δὲ μηδὲν ἀπολογουμένου τῶν ὃ;
λόγον χειμένων, ἀλλὰ χύχλῳ περιδαλλομένου αἰτίας
μηδὲν προσηκούσαφ μηδ' ὁπωσοῦν, τέλο; ἠξίουν πα-
τριάρχην ἀμύνειν ἀδικουμένοις τὰ ἔσχατα. Ὁ ἂξ,
οὐχ οἶδ' ὅπως, ψυχρὸς ἐπὶ τούτοις κατεφαίνετο χαὶ
ἀκίνητος. Ὡς δὲ πολλάχις οἱ τοῦ κλήρου ἐπέκειντο
καὶ προσελιπάρουν, ὁ δ᾽ ἄφωνος ἣν καὶ τῷ μὴ τι λέν
ξεῖν ἔχοντι ἀκριδῶς ἐῴκει. Τέλος ἐκκλίνων τὴν ἐκ
τῶν πολλῶν βίαν ἀπέπεμπε χατειρωνευσάμενος τὴν
τιμωρίαν τῷ κατειπόντι, τὴν τοῦ Πιλάτου πρὸ; Ἴου-
βαίους φωνὴν ἐπειπὼν παραδιδόντης εἰς σταύρωσιν
τὸν Δεσπότην, « Λάθδετε αὐτὸν ὁμεῖς καὶ σταυρώσα-
πε.» Τοῦτο ἐπῆλθε μὲν ἐκείνῳ ἐχ τοῦ τυχόντος εἰ-
πεῖν ἀγνώστῳ πολλοῖς διαθέσει ψυχῆς, τοῖς δὲ καὶ
λίαν δόξαν βαρὺ παρώξυνε τὰς ὁρμὰς, καὶ προτλυ-
ποῦντες χαὶ οὔτοι ἐσχίζοντο, ὥστε μήτε συνέρχεσθαί
οἱ'μῆτε μὴν συνεύχεσθαι,. βασιλεῖ προσανατιϑέντας
πὴν περὶ τούτων ἐκδίκησιν. Βασιλεὺς δὲ τῆς νόπον
κατεπειγούσης τὴν πρωτοδεστιάριον, ὡς μηδ᾽ ἀνα -
πνεῖν ἐιόσῃς τοῖς πόνοις, σχέψει καὶ βουλῇ τούτον
τὸν Χοῦμνον χοιαίστορα Νικηφόρον εἰς μυστικὸν
ἐν Σ ὧν πὸ» ἄν ρο ΠΠ Ὡρο 00 Ὁ μ΄
ὡς δὲ πολλάκις οἱ τοῦ κλήρου ἐπέκειντο καὶ προσελιπάρουν, ὁ δ’ ἄφωνος ἦν καὶ τῷ μή τι λέξειν ἔχοντι ἀκριβῶς ἐῴκει. τέλος ἐκκλίνων τὴν ἐκ τῶν πολλῶν βίαν ἀπέπεμπε κατειρωνευσάμενος τὴν τιμωρίαν τῷ κατειπόντι, τὴν τοῦ Πιλάτου πρὸς Ἰουδαίους φωνὴν ἐπειπὼν παραδιδόντος εἰς σταύρωσιν τὸν δεσπότην, λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε. τοῦτο ἐπῆλθε μὲν ἐκείνῳ ἐκ τοῦ τυχόντος εἰπεῖν ἀγνώστῳ πολλοῖς διαθέσει ψυχῆς, τοῖς δὲ καὶ λίαν δόξαν βαρὺ παρώξυνε τὰς ὁρμάς, καὶ προσλυποῦντες καὶ οὗτοι ἐσχίζοντο, ὥστε μήτε συνέρχεσθαί οἱ μήτε μὴν συνεύχεσθαι, βασιλεῖ προσανατιθέντας τὴν περὶ τούτων ἐκδίκησιν. βασιλεὺς δὲ τῆς νόσου κατεπειγούσης τὸν πρωτοβεστιάριον, ὡς μηδ’ ἀναπνεῖν ἐώσης τοῖς πόνοις, σκέψει καὶ βουλῇ τούτου τὸν Χοῦμνον κοιαίστορα Νικηφόρον εἰς μυστικὸν ἀνάξας ἐπὶ τοῦ μέσου καθίστησι, προσνείμας αὐτῷ κοινωνὸν (οὔπω γὰρ ἐκείνῳ καὶ μόνῳ ἐθάρρει) καὶ τὸν ἐπὶ τῶν δεήσεων Γλυκὺν Ἰωάννην.
Ἀν ΠΈρὲ τοῦ μογαχοὺ Σαῦδα. ᾿
Καὶ διιὼν [Ρ. 109] ταῖς οἰχονομίαις ἐκείνων ἐπέ-
γρα, παραχστέχων γαὶ ὁπαιτῶν τὰς προσόδους ὡς
ἂν ἐκείνων χαθωασιωμένων. “Ἀπερ τιῖς χληρικαῖς
μανθάνουσι πόνας ἦν, οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ ἀποφυγεῖν
τὴν κατηγυρίαν δύνασθαι, Ὃ δὴ χαὶ πλέον τούτους
τοῦ στέρεσθαι τῶν οἰκείων ὠδύνα, χαὶ οὐχ εἶχον τὴν
κατηγορίαν διαθέσθαι καὶ ἐν μετρίοις ποιήφασθαι,
Ὃ δὴ καὶ μεγάλως τοὺς τοιούτους ἐχύμηνε, καὶ οὐκ
εἴχον ὅ τὸ καὶ πράξειάν, καὶ ὡς ἄν γε νῇ λύπη κα-
θασιώσαντες ἑαυτοὺς ἐν ἀπόρῳ ἧσαν. Τέλος ἀποφν-
γὴν μίαν ἔγνωσαν τῆς κανίας τὴν πρὸς τὸν πατριάρ-
χὴν καταφυγὴν, ὡς αὐτίκα τῷ μαθεῖν ἐν δτινῷ
ποιησομένου κἀχείνου τὴν κατὰ τῆ: Ἐχχλησίας δ:.-
δολήν. Ἐλθόντος τοιγαροῦν καὶ τοῦ Σάδα συνελθόν-
τες ἐνεκάλουν τὸ πάθος, χαὶ ὡς οὐκ ἀνεκτὴν ἐτραγῴ-
ὅουν τὴν συμφοράν, καὶ, ε, Τί παθὼν, ὦ οὗτος, ν
ἔλεγον παρόντος κἀκείνου, ε τοιούτοις τοὺς τοῦ χ)λή-
βὰν περιδάλλεις δεινοῖς; δέον τὸν μὲν ἐπ᾽ αἰτίαν
χείμενον κρίνεσθαι, τοὺς δὲ λριποὺς ἀθώους τοῦ
ἄτους μένειν, ν Τοῦ δὲ μηδὲν ἀπολογουμένου τῶν ὃ;
λόγον χειμένων, ἀλλὰ χύχλῳ περιδαλλομένου αἰτίας
μηδὲν προσηκούσαφ μηδ' ὁπωσοῦν, τέλο; ἠξίουν πα-
τριάρχην ἀμύνειν ἀδικουμένοις τὰ ἔσχατα. Ὁ ἂξ,
οὐχ οἶδ' ὅπως, ψυχρὸς ἐπὶ τούτοις κατεφαίνετο χαὶ
ἀκίνητος. Ὡς δὲ πολλάχις οἱ τοῦ κλήρου ἐπέκειντο
καὶ προσελιπάρουν, ὁ δ᾽ ἄφωνος ἣν καὶ τῷ μὴ τι λέν
ξεῖν ἔχοντι ἀκριδῶς ἐῴκει. Τέλος ἐκκλίνων τὴν ἐκ
τῶν πολλῶν βίαν ἀπέπεμπε χατειρωνευσάμενος τὴν
τιμωρίαν τῷ κατειπόντι, τὴν τοῦ Πιλάτου πρὸ; Ἴου-
βαίους φωνὴν ἐπειπὼν παραδιδόντης εἰς σταύρωσιν
τὸν Δεσπότην, « Λάθδετε αὐτὸν ὁμεῖς καὶ σταυρώσα-
πε.» Τοῦτο ἐπῆλθε μὲν ἐκείνῳ ἐχ τοῦ τυχόντος εἰ-
πεῖν ἀγνώστῳ πολλοῖς διαθέσει ψυχῆς, τοῖς δὲ καὶ
λίαν δόξαν βαρὺ παρώξυνε τὰς ὁρμὰς, καὶ προτλυ-
ποῦντες χαὶ οὔτοι ἐσχίζοντο, ὥστε μήτε συνέρχεσθαί
οἱ'μῆτε μὴν συνεύχεσθαι,. βασιλεῖ προσανατιϑέντας
πὴν περὶ τούτων ἐκδίκησιν. Βασιλεὺς δὲ τῆς νόπον
κατεπειγούσης τὴν πρωτοδεστιάριον, ὡς μηδ᾽ ἀνα -
πνεῖν ἐιόσῃς τοῖς πόνοις, σχέψει καὶ βουλῇ τούτον
τὸν Χοῦμνον χοιαίστορα Νικηφόρον εἰς μυστικὸν
ἐν Σ ὧν πὸ» ἄν ρο ΠΠ Ὡρο 00 Ὁ μ΄
PG 144:183καὶ δὴ τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἐπιφερόμενος καὶ τοὺς κατακρίτους, τὸν μὲν ἀδελφὸν ἐν κλοβῷ (εἱρκτῇ φορητῇ τις εἴπῃ) τὸν δὲ Στρατηγόπουλον δέσμιον, ἐξελθὼν Νυμφαίου εἰκοστῇ ὀγδόῃ Μαιμακτηριῶνος τὴν μεγαλόπολιν εἴσεισιν. ἦν οὖν τοὐντεῦθεν κωφή τις ὀργὴ παρὰ βασιλέως τοῖς τῆς ἐκκλησίας, καὶ τὸ μὲν ἐπαγόμενον ἔγκλημα δύσνοια, αἱ δὲ πρὸς τοῦτο κατασκευαὶ αἱ ἀπὸ τοῦ πατριάρχου σφῶν ἦσαν ὑποστολαί, ὡς κακῶς δῆθεν τὴν τῆς δυσνοίας αἰτίαν, ἣν καὶ παρὰ τοῦ Σάβα κατηγόρηντο, δυσχεραινόντων. ὥστε καὶ μιᾷ συναγαγὼν ἐκείνους ἔκ τινων ὑποπτευομένων τὴν κατὰ πάντων συνίστα δύσνοιαν, περιποιούμενος δῆθεν ἐντεῦθεν τὸν τοῦ πατριάρχου θεράποντα. θάλασσαν γὰρ συνόλην καὶ ἀπορροὴν ἐκείνης παρεδειγμάτιζεν, ὡς φύσιν ἔχοντος τοῦ παντὸς ἐκ τοῦ γεύματος οἷον ἐστὶν ἐκείνῳ γινώσκεσθαι. εἶναι δὲ καὶ τούτους οὐ πάντας, ἀλλ’ ἐκ τινῶν ἴσως ὑποπτευομένων τοὺς πάντας ὑπάγεσθαι ταῖς αἰτίαις. ἦσαν δὲ ταῦτα δεσποτικὰ μᾶλλον ἢ ἀληθῆ, θέλοντος θεραπεύειν τὸν πατριάρχην. 21.
θεραπεύειν τὸν πατριάρχην.
κα'. Όπως οι κληρικοὶ, ἔπειτα δὲ καὶ ἀρχιερεῖς,
ἐπὶ τῷ ᾿Αθανασίῳ ἐσκανδαλίσθησαν.
μας αὐτῷ κοινωνόν (οὔπω γὰρ ἐκείνῳ καὶ μόνῳ Ησαν δὲ ταῦτα δεσποτικὰ μᾶλλον ἢ ἀληθῆ, θέλοντος
εθάρρει) καὶ τὸν ἐπὶ τῶν δεήσεων Γλυκών Ἰωάννην.
Καὶ δὴ τοῦ αὐτοῦ ἔτους, επιφερόμενος καὶ τοὺς και
τακρίτους, τὸν μὲν ἀδελφὸν ἐν κλωσῷ (εἱρκτῇ φορητῇ
τις εἴπῃ), τὸν δὲ Στρατηγόπουλον δέσμιον, ἐξελθὼν
Νυμφαίου εἰκοστῇ ὀγδόη Μαιμακτηριῶνος τὴν μετ
γαλόπολιν εἴσεισιν. Ην οὖν τούντεῦθεν κωφή τις
ὀργὴ παρὰ βασιλέως τοῖς τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ
μὲν ἐπαγόμενον ἔγκλημα δύσνοια, αἱ δὲ πρὸς τοῦτο
κατασκευαὶ αἱ ἀπὸ τοῦ πατριάρχου σφῶν ἦσαν ὑπο
στολαί, ὡς κακῶς δῆθεν τὴν τῆς δυσνοίας αι
τίαν, ἣν καὶ παρὰ τοῦ Σάβα κατηγόρηντο, δυσχεραι
νόντων. Ωστε καὶ μιᾷ συναγαγὼν ἐκείνους ἔκ τίνων
ὑποπτευομένων τὴν κατὰ πάντων συνίστα δύσνοιαν,
περιποιούμενος δῆθεν ἐντεῦθεν τὸν τοῦ πατριάρχου
Θεράποντα. Θάλασσαν γὰρ συνόλην καὶ ἀποῤῥοὴν
ἐκείνης παρεδειγμάτιζεν, ὡς φύσιν ἔχοντος τοῦ παν
τὸς ἐκ τοῦ γεύματος οἷόν ἐστιν ἐκείνῳ γινώσκεσθαι.
Εἶναι δὲ καὶ τούτους οὐ πάντας, ἀλλ' ἐκ τινῶν ἴσως
ὑποπτευομένων τοὺς πάντας ὑπάγεσθαι ταῖς αἰτίαις.
τ
Κἂν ἐπὶ πλέον τῆς ἀπὸ βασιλέως διὰ ταῦτα ἐπει
ρῶντο ἀγανακτήσεως, [Ρ. 111] εἰ μὴ καὶ ἕτερ᾽ ἅττα
πραχθέντα βασιλέα μὲν ἐθορύβει, ἀρχιερέας δ' εκί
νει ζητεῖν αἰτίας καθ᾽ ἂς ταῦτα πράττεται ξένα τῶν
τῆς Ἐκκλησίας νόμων δοκοῦντα· μήτε γὰρ ιατρόν
χρῆναι τιμωρεῖν, ἀλλ᾿ ἰατρεύειν τὸν πάσχοντα, μήτ'
ἀρχιερέα κολάζειν, ἀλλὰ θεραπεύειν τὸν ἁμαρτάνον
τα. Διὰ τοῦτο καὶ συναχθέντες κοινῇ σκέπτονται, καὶ
διαμηνύειν ἐκείνῳ καί γε διαπυνθάνεσθαι (ήψαντο
γὰρ τὰ δεινὰ καὶ ἀρχιερέων) εγνώκεσαν. Τὸ δὲ μή
νυμα, καθημένων ἐν τῷ ἐκκλησιαρχείῳ, ἐφ' ᾧ σφίσιν
ἐφείη συνελθεῖν ἐκείνῳ ἐρωτῆσαί τε καὶ μαθεῖν πῶς
ταῦτα πράττοιντο· μηδὲ γὰρ ἐκκλησιαστικὰ εἶναι,
ἀλλὰ τυραννικὰ τὰ πραττόμενα. Ταῦτα λέγοντας
προσετίθουν καὶ τὰ πραχθέντα, ὅσα τε ἔξω ὅσα τε
ἐντὸς ἐπράττοντο. Τὸν δ᾽ ἀκούσαντα τὸ παράπαν
Οι
Κἂν ἐπὶ πλέον τῆς ἀπὸ βασιλέως διὰ ταῦτα ἐπειρῶντο ἀγανακτήσεως, εἰ μὴ καὶ ἕτερ’ ἄττα πραχθέντα βασιλέα μὲν ἐθορύβει, ἀρχιερέας δ’ ἐκίνει ζητεῖν αἰτίας καθ’ ἃς ταῦτα πράττεται ξένα τῶν τῆς ἐκκλησίας νόμων δοκοῦντα· μήτε γὰρ ἰατρὸν χρῆναι τιμωρεῖν ἀλλ’ ἰατρεύειν τὸν πάσχοντα, μήτ’ ἀρχιερέα κολάζειν ἀλλὰ θεραπεύειν τὸν ἁμαρτάνοντα. διὰ τοῦτο καὶ συναχθέντες κοινῇ σκέπτονται, καὶ διαμηνύειν ἐκείνῳ καί γε διαπυνθάνεσθαι (ἥψαντο γὰρ τὰ δεινὰ καὶ ἀρχιερέων) ἐγνώκεσαν. τὸ δὲ μήνυμα, καθημένων ἐν τῷ ἐκκλησιαρχείῳ, ἐφ’ ᾧ σφίσιν ἐφείη συνελθεῖν ἐκείνῳ ἐρωτῆσαί τε καὶ μαθεῖν πῶς ταῦτα πράττοιντο· μηδὲ γὰρ ἐκκλησιαστικὰ εἶναι ἀλλὰ τυραννικὰ τὰ πραττόμενα. ταῦτα λέγοντες προσετίθουν καὶ τὰ πραχθέντα, ὅσα τε ἔξω ὅσα τε ἐντὸς ἐπράττοντο. τὸν δ’ ἀκούσαντα τὸ παράπαν μηδὲ φροντίσαι, ἀλλὰ σκήψεις τοῦτ’ εἶναι φάναι ἀποστασίας τῆς ἀφ’ αὑτοῦ, καὶ διὰ τὰ μηδὲ δίκαιον ἐγνωκέναι πρὸς τούτους ἀπολογεῖσθαι. ὡς δὲ καὶ αὖθις πειρῶντες οὐκ ἔπειθον, διιστᾶν ἑαυτοὺς ἐκείνου ἐδικαίουν καὶ οὗτοι· τὸ γὰρ τοιούτων πραττομένων συγκοινωνεῖν μὴ ἔχειν λόγον ἀπολογίας τοῖς μεμφομένοις δικαίως.
θεραπεύειν τὸν πατριάρχην.
κα'. Όπως οι κληρικοὶ, ἔπειτα δὲ καὶ ἀρχιερεῖς,
ἐπὶ τῷ ᾿Αθανασίῳ ἐσκανδαλίσθησαν.
μας αὐτῷ κοινωνόν (οὔπω γὰρ ἐκείνῳ καὶ μόνῳ Ησαν δὲ ταῦτα δεσποτικὰ μᾶλλον ἢ ἀληθῆ, θέλοντος
εθάρρει) καὶ τὸν ἐπὶ τῶν δεήσεων Γλυκών Ἰωάννην.
Καὶ δὴ τοῦ αὐτοῦ ἔτους, επιφερόμενος καὶ τοὺς και
τακρίτους, τὸν μὲν ἀδελφὸν ἐν κλωσῷ (εἱρκτῇ φορητῇ
τις εἴπῃ), τὸν δὲ Στρατηγόπουλον δέσμιον, ἐξελθὼν
Νυμφαίου εἰκοστῇ ὀγδόη Μαιμακτηριῶνος τὴν μετ
γαλόπολιν εἴσεισιν. Ην οὖν τούντεῦθεν κωφή τις
ὀργὴ παρὰ βασιλέως τοῖς τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ
μὲν ἐπαγόμενον ἔγκλημα δύσνοια, αἱ δὲ πρὸς τοῦτο
κατασκευαὶ αἱ ἀπὸ τοῦ πατριάρχου σφῶν ἦσαν ὑπο
στολαί, ὡς κακῶς δῆθεν τὴν τῆς δυσνοίας αι
τίαν, ἣν καὶ παρὰ τοῦ Σάβα κατηγόρηντο, δυσχεραι
νόντων. Ωστε καὶ μιᾷ συναγαγὼν ἐκείνους ἔκ τίνων
ὑποπτευομένων τὴν κατὰ πάντων συνίστα δύσνοιαν,
περιποιούμενος δῆθεν ἐντεῦθεν τὸν τοῦ πατριάρχου
Θεράποντα. Θάλασσαν γὰρ συνόλην καὶ ἀποῤῥοὴν
ἐκείνης παρεδειγμάτιζεν, ὡς φύσιν ἔχοντος τοῦ παν
τὸς ἐκ τοῦ γεύματος οἷόν ἐστιν ἐκείνῳ γινώσκεσθαι.
Εἶναι δὲ καὶ τούτους οὐ πάντας, ἀλλ' ἐκ τινῶν ἴσως
ὑποπτευομένων τοὺς πάντας ὑπάγεσθαι ταῖς αἰτίαις.
τ
Κἂν ἐπὶ πλέον τῆς ἀπὸ βασιλέως διὰ ταῦτα ἐπει
ρῶντο ἀγανακτήσεως, [Ρ. 111] εἰ μὴ καὶ ἕτερ᾽ ἅττα
πραχθέντα βασιλέα μὲν ἐθορύβει, ἀρχιερέας δ' εκί
νει ζητεῖν αἰτίας καθ᾽ ἂς ταῦτα πράττεται ξένα τῶν
τῆς Ἐκκλησίας νόμων δοκοῦντα· μήτε γὰρ ιατρόν
χρῆναι τιμωρεῖν, ἀλλ᾿ ἰατρεύειν τὸν πάσχοντα, μήτ'
ἀρχιερέα κολάζειν, ἀλλὰ θεραπεύειν τὸν ἁμαρτάνον
τα. Διὰ τοῦτο καὶ συναχθέντες κοινῇ σκέπτονται, καὶ
διαμηνύειν ἐκείνῳ καί γε διαπυνθάνεσθαι (ήψαντο
γὰρ τὰ δεινὰ καὶ ἀρχιερέων) εγνώκεσαν. Τὸ δὲ μή
νυμα, καθημένων ἐν τῷ ἐκκλησιαρχείῳ, ἐφ' ᾧ σφίσιν
ἐφείη συνελθεῖν ἐκείνῳ ἐρωτῆσαί τε καὶ μαθεῖν πῶς
ταῦτα πράττοιντο· μηδὲ γὰρ ἐκκλησιαστικὰ εἶναι,
ἀλλὰ τυραννικὰ τὰ πραττόμενα. Ταῦτα λέγοντας
προσετίθουν καὶ τὰ πραχθέντα, ὅσα τε ἔξω ὅσα τε
ἐντὸς ἐπράττοντο. Τὸν δ᾽ ἀκούσαντα τὸ παράπαν
Οι
PG 144:185ἔπειθον δὲ καὶ οἱ περί τε τὸν Γεννάδιον καὶ τὸν Συλαιώτην βασιλέα μὴ ἐᾶν ἀνεξέταστα ταῦτα, ἀλλ’ ἐπαρήγειν ἀρχιερεῦσι καλῶς λέγουσιν. αὐτοὺς γὰρ εἶναι πάντως τοὺς τὸν εἰς τὴν πατριαρχείαν ἀναγόμενον χρησταῖς μαρτυρίαις συστήσαντας, αὐτοὺς δὲ καὶ πάλιν διαγινώσκειν ὡς ἐπιχωλαίνοι ὁ μαρτυρηθεὶς οὐ φαῦλος ἐπ’ ἄλλοις τὴν ποίμανσιν· μηδὲ γὰρ πάντα πᾶσι διδόναι θεόν. ταῦτ’ εἶναι θεοῦ, ὡς πάντας εἰδέναι. καί γε πολλάκις τὸν κατὰ τὸ ἠθικὸν οὐκ ἀπόβλητον κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ὑποσκάζειν, καὶ αὖθις ἀριστεύοντα ἐπὶ τούτῳ μὴ φθάνειν τὴν ἐπὶ τῷ πολιτικῷ ἀρετήν. ἀναστέλλεσθαι δὲ τὴν κακίαν καλὸν καὶ προσῆκον εἶναι, πλὴν ἐντὸς μέτρων καὶ νόμων Χριστοῦ. νόμον δὲ Χριστοῦ πάντως εἶναι τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον. ἐκεῖ δὲ ζητούντων τῶν μαθητῶν ἐξ οὐρανοῦ καταγαγόντας πῦρ ἀφανίσαι τοὺς ἀπειθοῦντας, εἰπεῖν τὸν δεσπότην ὡς οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματος ἐστέ. τὸ γὰρ καλέσαν ἐκείνους πνεῦμα, κἂν μήπω οἴδασι, πλῆρες ἀγαθωσύνης καὶ φιλανθρωπίας καὶ συγκαταβάσεως πρὸς τοὺς ἁμαρτάνοντας, ἀλλ’ οὐ τιμωρίας καὶ ἀγανακτήσεως καὶ κολάσεως.
ὡς οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε. Τὸ γὰρ καλέ
σαν ἐκείνους πνεῦμα, καν μήπω οἴδασι, πλῆρες ἀγα
θωσύνης καὶ φιλανθρωπίας καὶ συγκαταβάσεως πρὸς
τοὺς ἁμαρτάνοντας, ἀλλ' οὐ τιμωρίας καὶ ἀγανακτή
σεως καὶ κολάσεως. Ταῦτ᾽ ἐκείνων λεγόντων καὶ
ἀμφικλινῆ τὸν βασιλέα ποιούντων, και μοῦ δραξάμε
ναι οἱ κακῶς ἔκ τινων αἰτιῶν ἔχοντες ἐκείνῳ ἐθορύ
σουν καὶ γράφοντες κατηγορίας ἀτόπους ἐδίδουν, καὶ
ἀνέδην λοιδορίαις μονωθέντα τῶν [Ρ. 112] πολλῶν
περιέβαλλον, ὥστε καὶ μιᾷ ἱσταμένου ἄνω που, καὶ
τῶν ὕμνων ἐξανυσθέντων ἐπευλογοῦντος κατὰ τὸ
σύνηθες, τινὰς ἐκείνου κάτωθεν ἱσταμένους κράζειν
καὶ ἀπόφημα κατ' ἐκείνου λέγειν, ὡς ἂν πλέον τοῦ
εἰκύτος διὰ τὸ μίσος καταυθαδιζομένους.
μηδὲ φροντίσαι, ἀλλὰ σκήψεις τοῦτ' εἶνα: φάναι ἀπο- πῦρ ἀφανίσαι τοὺς ἀπειθοῦντας, εἰπεῖν τὸν Δεσπότην.
στασίας τῆς ἀφ᾿ αὐτοῦ, καὶ διὰ τὰ μηδὲ δίκαιον
ἔγνωκέναι πρὸς τούτους ἀπολογεῖσθαι. Ως δὲ καὶ
αὖθις πειρῶντες οὐκ ἔπειθον, διιστὴν ἑαυτοὺς ἐκεί.
νου ἐδικαίουν καὶ οὗτοι· τὸ γὰρ τοιούτων πραττομέ
των συγκοινωνεῖν μή ἔχειν λόγον ἀπολογίας τοῖς
μεμφομένοις δικαίως. Επειθον δὲ καὶ οἱ περί τε τὸν
Γεννάδιον καὶ τὸν Συλαιώτην βασιλέα μὴ ἐὰν ἀνεξέ
ταστα ταῦτα, ἀλλ' ἐπαρήγειν ἀρχιερεῖσι καλῶς λέ
γουσιν. Αὐτοὺς γὰρ εἶναι πάντως τοὺς τὸν εἰς τὴν
πατριαρχίαν ἀναγόμενον χρησταῖς μαρτυρίαις συν
στήσαντας, αὐτοὺς δὲ καὶ πάλιν διαγινώσκειν ὡς
ἐπιχωλαίνοι ὁ μαρτυρηθεὶς οὐ φαῦλος ἐπ' ἄλλοις
τὴν πείμανσιν· μηδὲ γὰρ πάντα πᾶσι διδόναι Θεόν.
Ταῦτ᾽ εἶναι Θεοῦ, ὡς πάντας εἰδέναι. Καί γε πολλά
κις τὸν κατὰ τὸ ἠθικὸν οὐκ ἀπόβλητον κατὰ τὸ εἶκο- κβ'. 'Αναχώρησις τοῦ ᾿Αθανασίου ἐκ τοῦ πατριαρ
νομικὸν ὑποσκάζειν, καὶ αὖθις ἀριστεύοντα ἐπὶ τού
τῷ μὴ φθάνειν τὴν ἐπὶ τῷ πολιτικὴ ἀρετήν. Ανα
στέλλεσθαι δὲ τὴν κακίαν καλὸν καὶ προσῆκον εἶναι,
πλὴν ἐντὸς μέτρων καὶ νόμων Χριστοῦ. Νόμον δὲ
Χριστοῦ πάντως εἶναι τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον. Ἐκεῖ δὲ
ζητούντων τῶν μαθητῶν ἐξ οὐρανοῦ καταγαγόντας
χείου
Ἐπεὶ γοῦν ᾿Αθανάσιος ἔγνω μονωθείς καὶ τὰς αι.
τίας ἐξ αὐτοῦ τε καὶ τῶν περὶ αὐτὸν ὡρμημένας,
τὰς δὲ λοιδορίας ἀπὸ πολλῶν συμβαινούσας, ὡς καὶ
κρίσιν θέλειν ἄγειν, καὶ οὐκ ἀνυστά οἱ γένοιτο, εἰ
βούλοιτο, τὴν τιμὴν κατέχειν (μηδὲ γὰρ ἐντεῦθεν εἰ
ταῦτ’ ἐκείνων λεγόντων καὶ ἀμφικλινῆ τὸν βασιλέα ποιούντων, καιροῦ δραξάμενοι οἱ κακῶς ἔκ τινων αἰτιῶν ἔχοντες ἐκείνῳ ἐθορύβουν καὶ γράφοντες κατηγορίας ἀτόπους ἐδίδουν, καὶ ἀνέδην λοιδορίαις μονωθέντα τῶν πολλῶν περιέβαλλον, ὥστε καὶ μιᾷ ἱσταμένου ἄνω που, καὶ τῶν ὕμνων ἐξανυσθέντων ἐπευλογοῦντος κατὰ τὸ σύνηθες, τινὰς ἐκείνου κάτωθεν ἱσταμένους κράζειν καὶ ἀπόφημα κατ’ ἐκείνου λέγειν, ὡς ἂν πλέον τοῦ εἰκότος διὰ τὸ μῖσος καταυθαδιζομένους. 22. Ἐπεὶ γοῦν Ἀθανάσιος ἔγνω μονωθεὶς καὶ τὰς αἰτίας ἐξ αὐτοῦ τε καὶ τῶν περὶ αὐτὸν ὡρμημένας, τὰς δὲ λοιδορίας ἀπὸ πολλῶν συμβαινούσας, ὡς καὶ κρίσιν θέλειν ἄγειν, καὶ οὐκ ἀνυστά οἱ γένοιτο εἰ βούλοιτο τὴν τιμὴν κατέχειν (μηδὲ γὰρ ἐντεῦθεν εἶναι τὸν εἰρηνεύσοντα ἢ καὶ προσέξοντα), καθυφίει καὶ ἄκων τῆς προστασίας. οὐκ ὀλίγοι γὰρ καὶ τῶν χθὲς καὶ πρὸ τρίτης τῶν ἰδίων παρὰ τῶν ἐκείνου στερηθέντων ὁμοῦ συμφρήσαντες διεφόρουν ἄρδην τὰ ἴδια. οἱ δὲ καὶ τοῖς σιτῶσιν ἐπεχείρουν καὶ κατεγέλων καὶ ἐπετώθαζον ἀνέδην τε κατηρῶντο καὶ ἀπεφήμιζον. ἄλλοι δὲ καὶ λίθους ἔβαλον φανέντος ἐκείνου. τόσον τὸ μῖσος. καὶ κατεστύγουν οἱ πλείους.
ὡς οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε. Τὸ γὰρ καλέ
σαν ἐκείνους πνεῦμα, καν μήπω οἴδασι, πλῆρες ἀγα
θωσύνης καὶ φιλανθρωπίας καὶ συγκαταβάσεως πρὸς
τοὺς ἁμαρτάνοντας, ἀλλ' οὐ τιμωρίας καὶ ἀγανακτή
σεως καὶ κολάσεως. Ταῦτ᾽ ἐκείνων λεγόντων καὶ
ἀμφικλινῆ τὸν βασιλέα ποιούντων, και μοῦ δραξάμε
ναι οἱ κακῶς ἔκ τινων αἰτιῶν ἔχοντες ἐκείνῳ ἐθορύ
σουν καὶ γράφοντες κατηγορίας ἀτόπους ἐδίδουν, καὶ
ἀνέδην λοιδορίαις μονωθέντα τῶν [Ρ. 112] πολλῶν
περιέβαλλον, ὥστε καὶ μιᾷ ἱσταμένου ἄνω που, καὶ
τῶν ὕμνων ἐξανυσθέντων ἐπευλογοῦντος κατὰ τὸ
σύνηθες, τινὰς ἐκείνου κάτωθεν ἱσταμένους κράζειν
καὶ ἀπόφημα κατ' ἐκείνου λέγειν, ὡς ἂν πλέον τοῦ
εἰκύτος διὰ τὸ μίσος καταυθαδιζομένους.
μηδὲ φροντίσαι, ἀλλὰ σκήψεις τοῦτ' εἶνα: φάναι ἀπο- πῦρ ἀφανίσαι τοὺς ἀπειθοῦντας, εἰπεῖν τὸν Δεσπότην.
στασίας τῆς ἀφ᾿ αὐτοῦ, καὶ διὰ τὰ μηδὲ δίκαιον
ἔγνωκέναι πρὸς τούτους ἀπολογεῖσθαι. Ως δὲ καὶ
αὖθις πειρῶντες οὐκ ἔπειθον, διιστὴν ἑαυτοὺς ἐκεί.
νου ἐδικαίουν καὶ οὗτοι· τὸ γὰρ τοιούτων πραττομέ
των συγκοινωνεῖν μή ἔχειν λόγον ἀπολογίας τοῖς
μεμφομένοις δικαίως. Επειθον δὲ καὶ οἱ περί τε τὸν
Γεννάδιον καὶ τὸν Συλαιώτην βασιλέα μὴ ἐὰν ἀνεξέ
ταστα ταῦτα, ἀλλ' ἐπαρήγειν ἀρχιερεῖσι καλῶς λέ
γουσιν. Αὐτοὺς γὰρ εἶναι πάντως τοὺς τὸν εἰς τὴν
πατριαρχίαν ἀναγόμενον χρησταῖς μαρτυρίαις συν
στήσαντας, αὐτοὺς δὲ καὶ πάλιν διαγινώσκειν ὡς
ἐπιχωλαίνοι ὁ μαρτυρηθεὶς οὐ φαῦλος ἐπ' ἄλλοις
τὴν πείμανσιν· μηδὲ γὰρ πάντα πᾶσι διδόναι Θεόν.
Ταῦτ᾽ εἶναι Θεοῦ, ὡς πάντας εἰδέναι. Καί γε πολλά
κις τὸν κατὰ τὸ ἠθικὸν οὐκ ἀπόβλητον κατὰ τὸ εἶκο- κβ'. 'Αναχώρησις τοῦ ᾿Αθανασίου ἐκ τοῦ πατριαρ
νομικὸν ὑποσκάζειν, καὶ αὖθις ἀριστεύοντα ἐπὶ τού
τῷ μὴ φθάνειν τὴν ἐπὶ τῷ πολιτικὴ ἀρετήν. Ανα
στέλλεσθαι δὲ τὴν κακίαν καλὸν καὶ προσῆκον εἶναι,
πλὴν ἐντὸς μέτρων καὶ νόμων Χριστοῦ. Νόμον δὲ
Χριστοῦ πάντως εἶναι τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον. Ἐκεῖ δὲ
ζητούντων τῶν μαθητῶν ἐξ οὐρανοῦ καταγαγόντας
χείου
Ἐπεὶ γοῦν ᾿Αθανάσιος ἔγνω μονωθείς καὶ τὰς αι.
τίας ἐξ αὐτοῦ τε καὶ τῶν περὶ αὐτὸν ὡρμημένας,
τὰς δὲ λοιδορίας ἀπὸ πολλῶν συμβαινούσας, ὡς καὶ
κρίσιν θέλειν ἄγειν, καὶ οὐκ ἀνυστά οἱ γένοιτο, εἰ
βούλοιτο, τὴν τιμὴν κατέχειν (μηδὲ γὰρ ἐντεῦθεν εἰ
PG 144:187αὐτὸς δὲ γνοὺς ἐντεῦθεν καὶ εἰς κρίσιν ἀπαξόμενος, ὡς τοῖς δοκοῦσι μᾶλλον ἐδόκει, βασιλεῖ διαμηνύεται ἀποσταλῆναι μὲν τοὺς τὸ πατριαρχεῖον ἀναδεξομένους, ἀποσταλῆναι δὲ καὶ τοὺς διακομίσοντας κατὰ τὴν ὁδόν, ὡς μὴ κινδυνεύοι. ἐν τοσούτῳ δὲ σχεδιάσας βιβλία δύο, τὸ μὲν ἓν τῆς αὐτοῦ παραιτήσεως, θάτερον δὲ πόλλ’ ἄττα περιέχον καὶ ἰδίας κατὰ τὸν βίον συστάσεως χάριν καὶ καταρῶν τῶν ὡς δῆθεν κατ’ αὐτοῦ ἀποφημισάντων, ὁ μίμησιν ἀναδεξάμενος τοῦ Χριστοῦ, τὸν μὲν ἐν ἀφανεῖ κρύπτει ἐν κορυφῇ κίονός τινος τῶν κατὰ τὰ ἀριστερὰ εἰσιοῦσι κατηχουμενεῖα τοῦ μεγάλου νεὼ ἱσταμένων, ὑπ’ ὀπὴν περιστερεῶνος, δίκην φωρός, ὡς μήτις εἰδείη προμηθευσάμενος, κλίμακά τ’ αὐτὸς προσερείσας καὶ ἐπιθεὶς πλὴν οὐ γυμνὸν τὸν χάρτην, ἀλλὰ δυσὶν ἐκπώμασιν ἐμβαλών, ὑπογραφῇ ἰδιοχείρῳ καὶ βούλλῃ μολιβδίνῃ τὰ γράμματα ἐξασφαλισάμενος, τετρήνας καὶ σπαρτίῳ περισφίγξας, ὡς μή τινι ἐπιβουλευθείη τῶν λυμαντήρων ἐς μακρὰν ἐκεῖ κείμενος. θάτερον δὲ τὸν τῆς παραιτήσεως πέμπει πρὸς βασιλέα, ἀξιῶν τὴν ταχίστην τούς γε τὴν ὁδὸν ἀσφαλῆ οἱ θήσοντας ἀποστεῖλαι. εἶχον δ’ ἐπὶ λέξεως ὁ μὲν ἐν τοῖς ἐκπώμασι χάρτης τάδε.
ναι τὸν εἰρηνεύσοντα ἢ καὶ προσέξοντα), καθυφίει ἡ ἐπιθεὶς πλὴν οὐ γυμνὸν τὸν χάρτην, ἀλλὰ δυσὶν ἐκ
καὶ ἄκων τῆς προστασίας. Οὐκ ὀλίγοι γὰρ καὶ τῶν
χθὲς καὶ πρὸ τρίτης τῶν ἰδίων παρὰ τῶν ἐκείνου
στερηθέντων ὁμοῦ συμφορήσαντες διεφόρουν άρδην τὰ
ἴδια. Οἱ δὲ καὶ τοῖς σιτῶσιν ἐπεχείρουν καὶ κατεγέ
λων καὶ ἐπετώθαζον ἀνέδην τε κατηρῶντο καὶ ἀπε
φήμιζον. "Αλλοι δὲ καὶ λίθους έβαλον φανέντος ἐκεί
νου. Τόσον τὸ μίσος. Καὶ κατεστύγουν οι πλείους.
Αὐτὸς δὲ γνοὺς ἐντεῦθεν καὶ εἰς κρίσιν ἀπαξόμενος,
ὡς τοῖς δοκοῦσι μᾶλλον ἐδόκει, βασιλεῖ διαμηνύεται
ἀποσταλῆναι μὲν τοὺς τὸ πατριαρχεῖον ἀναδεξαμέ
νους, ἀποσταλῆναι δὲ καὶ τοὺς διακομίσοντας κατὰ
τὴν ὁδὸν, ὡς μὴ κινδυνεύοι. Ἐν τοσούτῳ δὲ σχεδιά
σας βιβλία δύο, τὸ μὲν ἐν τῆς αὐτοῦ παραιτήσεως,
θάτερον δὲ πόλλ᾽ ἅττα περιέχον καὶ ἰδίας κατὰ τὸν
βίον συστάσεως 115] χάριν καὶ καταρῶν τῶν ὡς
δῆθεν κατ' αὐτοῦ ἀποφημισάντων, ὁ μίμησιν ἀναδε
ξάμενος τοῦ Χριστοῦ, τὸν μὲν ἐν ἀφανεῖ κρύπτει ἐν
κορυφῇ κίονός τινος τῶν κατὰ τὰ ἀριστερὰ εἰσιοῦσι
κατηχουμενεῖα τοῦ μεγάλου νεώ ἱσταμένων, ὑπ' ἐπὴν
περιστερεῶνος, δίκην φωρός, ὡς μήτις εἰδείη προ
μηθευσάμενος, κλίμακα τ' αὐτὸς προσερείσας καὶ
πώμασιν ἐμβαλών, ὑπογραφῇ ἰδιοχείρῳ καὶ βούλλῃ
μολιβδίνῃ τὰ γράμματα εξασφαλισάμενος, τετρήνας
καὶ σπαρτίῳ περισφίγξας, ὡς μή τινι ἐπιβουλευθείη
τῶν λυμαντήρων ἐς μακρὰν ἐκεῖ κείμενος. Θάτερον
δὲ τὸν τῆς παραιτήσεως πέμπει πρὸς βασιλέα, ἀξιῶν
τὴν ταχίστην τούς γε τὴν ὁδὸν ἀσφαλῆ οἱ θήσοντας
ἀποστείλαι. Εἶχον δ᾽ ἐπὶ λέξεως ὁ μὲν ἐν τοῖς ἐκπώ
μασι χάρτης τάδε
κγ'. Τὰ ἐν τοῖς ὀστράκοις κατὰ τοῦ πατριαρχεύον
τος γεγραμμένα.
Δύο τινὰ ἐφάνη πρὸς καταβολὴν τῆς Ἐκκλησίας,
εἰς ὠφέλειαν δῆθεν αὐτῆς ἐπινοηθέντα, ἐξ ἐπιβουλῆς
τῶν ἐπιχαιρόντων τοιούτοις, ἓν μὲν τὸ τὸν Βέκκον
ἐλθεῖν εἰς τὸ διαλεχθῆναι καὶ τάχα καταγνωσθήναι
καὶ ἡττηθῆναι, ὁ ἀμήχανον ἦν τοῦ λαοῦ μεμηνότος
καὶ τὸ γλυκὺ πικρὸν ἐχόντων τε καὶ λεγόντων, δεύ
τερον, ἡνίκα τῷ Υακίνθῳ ἐξεχωρήθη απανταχοῦ
τῆς Ῥωμαίων προσκαλείσθαι κατὰ τῆς Ἐκκλησίας
οὓς εὕρισκεν οὐ συνειδήσει, οὐ νόμοις Θεοῦ τεθραμ
μένους, ἀλλ' ἀγυρτώδεις καὶ τριωβολιμαίους τινάς,
καὶ ἱκανοὺς καταστρέψαι τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ,
[] δύο τινὰ ἐφάνη πρὸς καταβολὴν τῆς ἐκκλησίας, εἰς ὠφέλειαν δῆθεν αὐτῆς ἐπινοηθέντα, ἐξ ἐπιβουλῆς τῶν ἐπιχαιρόντων τοιούτοις, ἓν μὲν τὸ τὸν Βέκκον ἐλθεῖν εἰς τὸ διαλεχθῆναι καὶ τάχα καταγνωσθῆναι καὶ ἡττηθῆναι, ὃ ἀμήχανον ἦν τοῦ λαοῦ μεμηνότος καὶ τὸ γλυκὺ πικρὸν ἐχόντων τε καὶ λεγόντων, δεύτερον, ἡνίκα τῷ Ὑακίνθῳ ἐξεχωρήθη ἁπανταχοῦ τῆς Ῥωμαίων προσκαλεῖσθαι κατὰ τῆς ἐκκλησίας οὓς εὕρισκεν οὐ συνειδήσει, οὐ νόμοις θεοῦ τεθραμμένους, ἀλλ’ ἀγυρτώδεις καὶ τριωβολιμαίους τινάς, καὶ ἱκανοὺς καταστρέψαι τὴν ἐκκλησίαν Χριστοῦ, καὶ ὅσα παρέλαβεν, ἀλόγῳ θράσει καὶ διαβολῇ καὶ ὕβρει, ἐν οἷς εἶχον ἐκεῖνοι τὸ ἰσχυρόν. καὶ ἔτι, ὡς ἔοικεν, ἔμελλε τοῖς δυσὶν ἐκείνοις κακοῖς καὶ τρίτον ἀναφυῆναι, ὃ καὶ διὰ πλῆθος ἡμετέρων ἁμαρτιῶν τῇ ἡμετέρᾳ συνέβη ἡμέρᾳ καὶ καθ’ ἡμῶν ἐστρατεύσατο. τῆς γὰρ Χριστοῦ ἐκκλησίας οἷς αὐτὸς οἶδε κρίμασι τὴν φροντίδα δεξάμενοι, οὐκ ἐξησφαλίσθημεν τοῦ μήτε τοὺς σχιζομένους τῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ καὶ ὑβριστὰς αὐτῆς τιμωρεῖν μήτε τοὺς ἀκαθαρσίαις μοιχείαις τε καὶ πορνείαις ἑαλωκότας ἀναχαιτίζειν.
ναι τὸν εἰρηνεύσοντα ἢ καὶ προσέξοντα), καθυφίει ἡ ἐπιθεὶς πλὴν οὐ γυμνὸν τὸν χάρτην, ἀλλὰ δυσὶν ἐκ
καὶ ἄκων τῆς προστασίας. Οὐκ ὀλίγοι γὰρ καὶ τῶν
χθὲς καὶ πρὸ τρίτης τῶν ἰδίων παρὰ τῶν ἐκείνου
στερηθέντων ὁμοῦ συμφορήσαντες διεφόρουν άρδην τὰ
ἴδια. Οἱ δὲ καὶ τοῖς σιτῶσιν ἐπεχείρουν καὶ κατεγέ
λων καὶ ἐπετώθαζον ἀνέδην τε κατηρῶντο καὶ ἀπε
φήμιζον. "Αλλοι δὲ καὶ λίθους έβαλον φανέντος ἐκεί
νου. Τόσον τὸ μίσος. Καὶ κατεστύγουν οι πλείους.
Αὐτὸς δὲ γνοὺς ἐντεῦθεν καὶ εἰς κρίσιν ἀπαξόμενος,
ὡς τοῖς δοκοῦσι μᾶλλον ἐδόκει, βασιλεῖ διαμηνύεται
ἀποσταλῆναι μὲν τοὺς τὸ πατριαρχεῖον ἀναδεξαμέ
νους, ἀποσταλῆναι δὲ καὶ τοὺς διακομίσοντας κατὰ
τὴν ὁδὸν, ὡς μὴ κινδυνεύοι. Ἐν τοσούτῳ δὲ σχεδιά
σας βιβλία δύο, τὸ μὲν ἐν τῆς αὐτοῦ παραιτήσεως,
θάτερον δὲ πόλλ᾽ ἅττα περιέχον καὶ ἰδίας κατὰ τὸν
βίον συστάσεως 115] χάριν καὶ καταρῶν τῶν ὡς
δῆθεν κατ' αὐτοῦ ἀποφημισάντων, ὁ μίμησιν ἀναδε
ξάμενος τοῦ Χριστοῦ, τὸν μὲν ἐν ἀφανεῖ κρύπτει ἐν
κορυφῇ κίονός τινος τῶν κατὰ τὰ ἀριστερὰ εἰσιοῦσι
κατηχουμενεῖα τοῦ μεγάλου νεώ ἱσταμένων, ὑπ' ἐπὴν
περιστερεῶνος, δίκην φωρός, ὡς μήτις εἰδείη προ
μηθευσάμενος, κλίμακα τ' αὐτὸς προσερείσας καὶ
πώμασιν ἐμβαλών, ὑπογραφῇ ἰδιοχείρῳ καὶ βούλλῃ
μολιβδίνῃ τὰ γράμματα εξασφαλισάμενος, τετρήνας
καὶ σπαρτίῳ περισφίγξας, ὡς μή τινι ἐπιβουλευθείη
τῶν λυμαντήρων ἐς μακρὰν ἐκεῖ κείμενος. Θάτερον
δὲ τὸν τῆς παραιτήσεως πέμπει πρὸς βασιλέα, ἀξιῶν
τὴν ταχίστην τούς γε τὴν ὁδὸν ἀσφαλῆ οἱ θήσοντας
ἀποστείλαι. Εἶχον δ᾽ ἐπὶ λέξεως ὁ μὲν ἐν τοῖς ἐκπώ
μασι χάρτης τάδε
κγ'. Τὰ ἐν τοῖς ὀστράκοις κατὰ τοῦ πατριαρχεύον
τος γεγραμμένα.
Δύο τινὰ ἐφάνη πρὸς καταβολὴν τῆς Ἐκκλησίας,
εἰς ὠφέλειαν δῆθεν αὐτῆς ἐπινοηθέντα, ἐξ ἐπιβουλῆς
τῶν ἐπιχαιρόντων τοιούτοις, ἓν μὲν τὸ τὸν Βέκκον
ἐλθεῖν εἰς τὸ διαλεχθῆναι καὶ τάχα καταγνωσθήναι
καὶ ἡττηθῆναι, ὁ ἀμήχανον ἦν τοῦ λαοῦ μεμηνότος
καὶ τὸ γλυκὺ πικρὸν ἐχόντων τε καὶ λεγόντων, δεύ
τερον, ἡνίκα τῷ Υακίνθῳ ἐξεχωρήθη απανταχοῦ
τῆς Ῥωμαίων προσκαλείσθαι κατὰ τῆς Ἐκκλησίας
οὓς εὕρισκεν οὐ συνειδήσει, οὐ νόμοις Θεοῦ τεθραμ
μένους, ἀλλ' ἀγυρτώδεις καὶ τριωβολιμαίους τινάς,
καὶ ἱκανοὺς καταστρέψαι τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ,
PG 144:189ἠγνοήσαμεν δὲ ὅτι καὶ οἱ πατριαρχεύοντες τοιαύτας εὐθύνας ὑπέχουσι παρὰ τῶν ἐπὶ σφάλμασιν αὐτῶν εὐθυνθέντων καὶ τῶν τούτοις ὁμοίων εἰς ἃ διῳκήκασι, καὶ ταῦτα μηδὲ τοῖς ἐνεργοῦσι σήμερον τὰ δημόσια τοιαύτας ἐν οἷς ἐνήργησαν ὑπεχόντων εὐθύνας, ὅσα ἢ κακοτρόπῳ γνώμῃ ἢ καὶ ἀγνοίᾳ κατὰ τοῦ δικαίου πεπαρῳνήκασιν. ἀλλ’ ὢ τῶν ἐμῶν κακῶν, ὡς μηδὲ κἂν ἴσα τούτοις ἐξισωθῆναι καὶ τὰ ἡμέτερα. καὶ εἰ καὶ πόθεν ταῦτα ἐπῆλθεν ἡμῖν, ἄδηλα τοῖς πολλοῖς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ θεῷ. ὁ γὰρ εἰπὼν παρρησιασάμενος πρὸς θεὸν ὅτι ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με, εἶπε καὶ οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ’ ἐμέ. οὐ γὰρ ἡμετέρων ταῦτα σφαλμάτων ἀντέκτισις, καὶ χάρις θεῷ· ἡμεῖς μὲν ἀδικούμενοι οὕτως ἀδικούμεθα, ὅτι τὸν μὴ ἑαυτὸν ἀδικοῦντα οὐδεὶς δύναται παραβλάψαι, ἡ ἐκκλησία δὲ πάλιν ὑβρίσθη καὶ ἐζημίωται. τίς δὲ ἡ ζημία; τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν καὶ λοιποῦ χριστωνύμου λαοῦ, τῶν μὲν λόγῳ τῶν δὲ καὶ βίᾳ βλεψάντων πρὸς τὸ σεμνότερον, ὡς καταιγὶς ἀγρία ἀθρόον ἐπεισπεσοῦσα ἡ καθ’ ἡμῶν ὕβρις πρὸς τὰ πρότερα ἔστρεφεν.
καὶ ὅσα παρέλαβεν, ἀλόγῳ θράσει καὶ διαβολῇ καὶ ἡ τὸν ἀδικοῦντα οὐδεὶς δύναται παραβλάψαι, ή Εκ
ξέρει, ἐν οἷς εἶχον ἐκεῖνοι τὸ ἰσχυρόν. Καὶ ἔτι, ὡς
ἔοικεν, ἔμελλε τοῖς δυσὶν ἐκείνοις κακοῖς καὶ τρίτον
[Γ. 114] ἀναφθῆναι, δ καὶ διὰ πλῆθος ἡμετέρων
ἁμαρτιῶν τῇ ἡμετέρᾳ συνέβη ἡμέρᾳ καὶ καθ᾿ ἡμῶν
ἐστρατεύσατο. Τῆς γὰρ Χριστοῦ Ἐκκλησίας οἷς αὐ
τὸς οἶδε κρίμασι τὴν φροντίδα δεξάμενοι, οὐκ ἐξης
σφαλίσθηκεν τοῦ μήτε τοὺς σχιζομένους τῆς Ἐκκλη
σίας Χριστοῦ καὶ ὑβριστὲς αὐτῆς τιμωρεῖν μήτε
τοὺς ἀκαθαρσίαις, μοιχείαις τε καὶ πορνείαις ἑαλω
κότας ἀναχαιτίζειν. Ηγνοήσαμεν δὲ ὅτι καὶ οἱ πα
τριαρχεύοντες τοιαύτας εὐθύνας ὑπέχουσι παρὰ τῶν
ἐπὶ σφάλμασιν αὐτῶν εὐθυνθέντων καὶ τῶν τούτοις
ὁμοίων εἰς ἃ διῳκήκασι, καὶ ταῦτα μηδὲ τοῖς ἐνερ
γοῦσι σήμερον τὰ δημόσια τοιαύτας ἐν οἷς ἐνήργησαν
ὑπεχόντων εὐθύνας, ὅσα ἡ κακοτρόπῳ γνώμῃ ἢ καὶ
ἀγνοίᾳ κατὰ τοῦ δικαίου πεπαρῳνήκασιν. 'Αλλ' ω
τῶν ἐμῶν κακῶν! ὡς μηδὲ κἂν ἴσα τούτοις ἐξισωθῆς
ναι καὶ τὰ ἡμέτερα. Καὶ εἰ καὶ πόθεν ταῦτα ἐπῆλθεν
ἡμῖν, ἄδηλα τοῖς πολλοῖς, ἀλλ' οὐχὶ καὶ Θεῷ. Ὁ γάρ
εἰπών, παῤῥησιασάμενος πρὸς Θεὸν, ὅτι Ὁ ζῆλος τοῦ
οίκου σου κατέφαγέ με, εἶπε, Καὶ οἱ ὀνειδεισμοὶ τῶν
ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ' ἐμέ. Οὐ γὰρ ἡμετέρων
ταῦτα σφαλμάτων ἀντέκτισις, καὶ χάρις Θεῷ· ἡμεῖς
μὲν ἀδικούμενοι οὕτως ἀδικούμεθα, ὅτι τὸν μὴ ἑαυ
κλησία δὲ πάλιν υβρίσθη καὶ ἐζημίωται. Τίς δὲ ἡ
ζημία; Τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν καὶ λοιποῦ
χριστωνύμου λαοῦ, τῶν μὲν λόγῳ, τῶν δὲ καὶ βίᾳ
βλεψάντων πρὸς τὸ σεμνότερον, ὡς καταιγὶς ἀγρία
ἀθρόον ἐπεισπεσοῦσα ἡ καθ᾿ ἡμῶν ὕβρις πρὸς τὰ
πρότερα έστρεφεν. Η δὲ ὕβρις καὶ τὸ αὐτῆς λυπη
ρὸν τὸ μὴ κατὰ τῆς ἡμῶν ὑπολήψεως μόνον καὶ τὸ
λίθους κρατῆσαι βαλεῖν ἡμᾶς καὶ ἀναθεματίσαι, καὶ
ὅσα σωματικῆς ὕβρεως ἐπειπεῖν, ἀλλ', οίμοι! καὶ κατ'
αὐτοῦ τοῦ σεβάσματος. Διό καί φημι, Εἰ σύνοιδα
ἐμαυτῷ πορνείᾳ ἡ μοιχείᾳ ἡ ἀῤῥενομανίᾳ ἐπλωκέ
ναι, καὶ εἰ ἐφρόνησα πώποτε ή φρονῶ ἡ φρονήσω
ἀλλότριον φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ
μου, ἀνάθεμά μοι ἀπὸ Χριστοῦ, καὶ ἡ μερίς μου
σὺν τῷ προδότῃ καὶ τοῖς τὸν Κύριόν μου σταυρώσα
σιν. Εἰ δὲ ὀρθῶς καὶ πιστῶς με λατρεύοντα καὶ φρο
νοῦντα, καὶ ἀποβαλλόμενον ἐκ ψυχῆς ὁ μὴ δοξάζει ἡ
Ἐκκλησία μηδὲ παρέλαβε, συκοφαντῆσαι οὐκ ἔφρι
ξαν γλῶσσαι λέγειν μαθοῦσαι κακά, ὅσοι καὶ οἵτινες
εἶεν, ἔχω αὐτοὺς καθὰ ὁ κανὼν, καὶ ἀπὸ τῆς ζωαρχι
κῆς Τριάδος ἀφωρισμένους. Οτι θὲ βιασθέντες, ἀλλ'
οὐ βιάσαντες ἐτέθημεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐλπίδι
εἰρήνης καὶ ὠφελείας κοινῆς, οὐ προέβη δὲ κατὰ τὰς
ἐλπίδας [Ρ. 115] ὅσον διωκήσαμεν, οὕτω συμφέρον
ἡ δὲ ὕβρις καὶ τὸ αὐτῆς λυπηρὸν τὸ μὴ κατὰ τῆς ἡμῶν ὑπολήψεως μόνον καὶ τὸ λίθους κρατῆσαι βαλεῖν ἡμᾶς καὶ ἀναθεματίσαι, καὶ ὅσα σωματικῆς ὕβρεως ἐπειπεῖν, ἀλλ’ οἴμοι καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ σεβάσματος. διὸ καὶ φημί, εἰ σύνοιδα ἐμαυτῷ πορνείᾳ ἢ μοιχείᾳ ἢ ἀρρενομανίᾳ ἑαλωκέναι, καὶ εἰ ἐφρόνησα πώποτε ἢ φρονῶ ἢ φρονήσω ἀλλότριον φρόνημα τῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ τοῦ θεοῦ μου, ἀνάθεμά μοι ἀπὸ Χριστοῦ, καὶ ἡ μερίς μου σὺν τῷ προδότῃ καὶ τοῖς τὸν κύριόν μου σταυρώσασιν. εἰ δὲ ὀρθῶς καὶ πιστῶς με λατρεύοντα καὶ φρονοῦντα, καὶ ἀποβαλλόμενον ἐκ ψυχῆς ὃ μὴ δοξάζει ἡ ἐκκλησία μηδὲ παρέλαβε, συκοφαντῆσαι οὐκ ἔφριξαν γλῶσσαι λέγειν μαθοῦσαι κακά, ὅσοι καὶ οἵτινες εἶεν, ἔχω αὐτοὺς καθὰ ὁ κανών, καὶ ἀπὸ τῆς ζωαρχικῆς τριάδος ἀφωρισμένους. ὅτι δὲ βιασθέντες ἀλλ’ οὐ βιάσαντες ἐτέθημεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἐλπίδι εἰρήνης καὶ ὠφελείας κοινῆς, οὐ προέβη δὲ κατὰ τὰς ἐλπίδας ὅσον διῳκήσαμεν, οὕτω συμφέρον ἡμῖν κατεφαίνετο, μάρτυς θεός, καὶ ὃ μὴ ὡς κακὸν ἀλλ’ ὡς πρέπον ἐπράττομεν.
καὶ ὅσα παρέλαβεν, ἀλόγῳ θράσει καὶ διαβολῇ καὶ ἡ τὸν ἀδικοῦντα οὐδεὶς δύναται παραβλάψαι, ή Εκ
ξέρει, ἐν οἷς εἶχον ἐκεῖνοι τὸ ἰσχυρόν. Καὶ ἔτι, ὡς
ἔοικεν, ἔμελλε τοῖς δυσὶν ἐκείνοις κακοῖς καὶ τρίτον
[Γ. 114] ἀναφθῆναι, δ καὶ διὰ πλῆθος ἡμετέρων
ἁμαρτιῶν τῇ ἡμετέρᾳ συνέβη ἡμέρᾳ καὶ καθ᾿ ἡμῶν
ἐστρατεύσατο. Τῆς γὰρ Χριστοῦ Ἐκκλησίας οἷς αὐ
τὸς οἶδε κρίμασι τὴν φροντίδα δεξάμενοι, οὐκ ἐξης
σφαλίσθηκεν τοῦ μήτε τοὺς σχιζομένους τῆς Ἐκκλη
σίας Χριστοῦ καὶ ὑβριστὲς αὐτῆς τιμωρεῖν μήτε
τοὺς ἀκαθαρσίαις, μοιχείαις τε καὶ πορνείαις ἑαλω
κότας ἀναχαιτίζειν. Ηγνοήσαμεν δὲ ὅτι καὶ οἱ πα
τριαρχεύοντες τοιαύτας εὐθύνας ὑπέχουσι παρὰ τῶν
ἐπὶ σφάλμασιν αὐτῶν εὐθυνθέντων καὶ τῶν τούτοις
ὁμοίων εἰς ἃ διῳκήκασι, καὶ ταῦτα μηδὲ τοῖς ἐνερ
γοῦσι σήμερον τὰ δημόσια τοιαύτας ἐν οἷς ἐνήργησαν
ὑπεχόντων εὐθύνας, ὅσα ἡ κακοτρόπῳ γνώμῃ ἢ καὶ
ἀγνοίᾳ κατὰ τοῦ δικαίου πεπαρῳνήκασιν. 'Αλλ' ω
τῶν ἐμῶν κακῶν! ὡς μηδὲ κἂν ἴσα τούτοις ἐξισωθῆς
ναι καὶ τὰ ἡμέτερα. Καὶ εἰ καὶ πόθεν ταῦτα ἐπῆλθεν
ἡμῖν, ἄδηλα τοῖς πολλοῖς, ἀλλ' οὐχὶ καὶ Θεῷ. Ὁ γάρ
εἰπών, παῤῥησιασάμενος πρὸς Θεὸν, ὅτι Ὁ ζῆλος τοῦ
οίκου σου κατέφαγέ με, εἶπε, Καὶ οἱ ὀνειδεισμοὶ τῶν
ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ' ἐμέ. Οὐ γὰρ ἡμετέρων
ταῦτα σφαλμάτων ἀντέκτισις, καὶ χάρις Θεῷ· ἡμεῖς
μὲν ἀδικούμενοι οὕτως ἀδικούμεθα, ὅτι τὸν μὴ ἑαυ
κλησία δὲ πάλιν υβρίσθη καὶ ἐζημίωται. Τίς δὲ ἡ
ζημία; Τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν καὶ λοιποῦ
χριστωνύμου λαοῦ, τῶν μὲν λόγῳ, τῶν δὲ καὶ βίᾳ
βλεψάντων πρὸς τὸ σεμνότερον, ὡς καταιγὶς ἀγρία
ἀθρόον ἐπεισπεσοῦσα ἡ καθ᾿ ἡμῶν ὕβρις πρὸς τὰ
πρότερα έστρεφεν. Η δὲ ὕβρις καὶ τὸ αὐτῆς λυπη
ρὸν τὸ μὴ κατὰ τῆς ἡμῶν ὑπολήψεως μόνον καὶ τὸ
λίθους κρατῆσαι βαλεῖν ἡμᾶς καὶ ἀναθεματίσαι, καὶ
ὅσα σωματικῆς ὕβρεως ἐπειπεῖν, ἀλλ', οίμοι! καὶ κατ'
αὐτοῦ τοῦ σεβάσματος. Διό καί φημι, Εἰ σύνοιδα
ἐμαυτῷ πορνείᾳ ἡ μοιχείᾳ ἡ ἀῤῥενομανίᾳ ἐπλωκέ
ναι, καὶ εἰ ἐφρόνησα πώποτε ή φρονῶ ἡ φρονήσω
ἀλλότριον φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ
μου, ἀνάθεμά μοι ἀπὸ Χριστοῦ, καὶ ἡ μερίς μου
σὺν τῷ προδότῃ καὶ τοῖς τὸν Κύριόν μου σταυρώσα
σιν. Εἰ δὲ ὀρθῶς καὶ πιστῶς με λατρεύοντα καὶ φρο
νοῦντα, καὶ ἀποβαλλόμενον ἐκ ψυχῆς ὁ μὴ δοξάζει ἡ
Ἐκκλησία μηδὲ παρέλαβε, συκοφαντῆσαι οὐκ ἔφρι
ξαν γλῶσσαι λέγειν μαθοῦσαι κακά, ὅσοι καὶ οἵτινες
εἶεν, ἔχω αὐτοὺς καθὰ ὁ κανὼν, καὶ ἀπὸ τῆς ζωαρχι
κῆς Τριάδος ἀφωρισμένους. Οτι θὲ βιασθέντες, ἀλλ'
οὐ βιάσαντες ἐτέθημεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐλπίδι
εἰρήνης καὶ ὠφελείας κοινῆς, οὐ προέβη δὲ κατὰ τὰς
ἐλπίδας [Ρ. 115] ὅσον διωκήσαμεν, οὕτω συμφέρον
PG 144:191πλὴν εἰ ἐν ᾧ μέτρῳ μετροῦμεν ἀντιμετρηθησόμεθα, τὴν τούτων διάκρισιν ἀνατίθημι τῷ ἁγίῳ βασιλεῖ καὶ τοῖς ἀρχιερεῦσι ἐνώπιον τοῦ θεοῦ, καὶ εἴτε ἀποδοχῆς εἴτε εὐθύνης κριθῶμεν, στέργομεν, καὶ ὡς ἐκ θεοῦ τὴν τῶν τούτων κέλευσιν ἐκδεχόμεθα. ἕτερον, εἰ καὶ ὁποῖόν ἐστιν ἑκάστου τὸ ἔργον τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ δηλοῦται, χάριν τῆς δυσφημίας ἣν ἐξήμεσε καθ’ ἡμῶν ὁ διάβολος λέγομεν. εἰ σύνοιδα ἐμαυτῷ πορνείᾳ ἢ μοιχείᾳ ἢ ἀρρενομανίᾳ ἑαλωκέναι, καὶ εἰ ἐφρόνησα πώποτε ἢ φρονήσω ἀλλότριον φρόνημα καὶ ἀπᾷδον τῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ τοῦ θεοῦ καὶ κυρίου μου, καὶ εἰ μὴ ὡς οἱ ἅγιοι μαθηταὶ καὶ ἀπόστολοι τούτου παραδεδώκασι καὶ οἱ διάδοχοι τούτων θεοφόροι πατέρες, ἰδικῶς καὶ συνοδικῶς, καὶ εἰ μὴ ἅπαν ἑτερόδοξον φρόνημα, ὃ μὴ παρέλαβε καὶ κρατεῖ ἡ ἐκκλησία Χριστοῦ, παραπέμπω τῷ ἀναθέματι, ἀνάθεμά μοι ἀπὸ Χριστοῦ, καὶ ἡ μερίς μου σὺν τῷ προδότῃ καὶ τοῖς τὸν κύριόν μου σταυρώσασιν.
ἡμῖν κατεφαίνετο, μάρτυς Θεός, καὶ ὅ μὴ ὡς κακὸν, ἢ καὶ ἀδικῆσαί με. ὡς δὲ τοις ἀδίκοις καὶ βλασφήμοις
ἀλλ' ὡς πρέπον ἐπράττομεν. Πλὴν εἰ ἐν ᾧ μέτρῳ μετ
τροῦμεν ἀντιμετρηθησόμεθα, την τούτων διάκρισιν
ἀνατίθημι τῷ ἁγίῳ βασιλεῖ καὶ τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἐνώ
πιον τοῦ Θεοῦ, καὶ εἴτε ἀποδοχῆς εἴτε ευθύνης κρι
θῶμεν, στέργομεν, καὶ ὡς ἐκ Θεοῦ τὴν τῶν τούτων
κέλευσιν ἐκδεχόμεθα. Ἕτερον, εἰ καὶ ὁποῖόν ἐστιν
ἑκάστου τὸ ἔργον τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ δηλοῦται, χάριν
τῆς δυσφημίας ἣν ἐξήμεσε καθ᾿ ἡμῶν ὁ διάβολος λέ
γομεν. Εἰ σύνοιδα ἐμαυτῷ πορνεία ή μοιχεία ή άρ
ξενομανίᾳ εαλωκέναι, καὶ εἰ ἐφρόνησα πώποτε ή
φρονήσω ἀλλότριον φρόνημα καὶ ἀπᾷδου τῆς Ἐκ
κλησίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Κυρίου μου, καὶ εἰ
μὴ ὡς οἱ ἅγιοι μαθηταὶ καὶ ἀπόστολοι τούτου παρα
δεδώκασι καὶ οἱ διάδοχοι τούτων θεοφόροι Πατέρες,
ἰδικῶς καὶ συνοδικῶς, καὶ εἰ μὴ ἅπαν ἑτερόδοξον
φρόνημα, ὁ μὴ παρέλαβε καὶ κρατεῖ ἡ Ἐκκλησία
Χριστοῦ, παραπέμπω τῷ ἀναθέματι, ἀνάθεμά μας
ἀπὸ Χριστοῦ, καὶ ἡ μερίς μου σὺν τῷ προδότῃ καὶ
τοῖς τὸν Κύριόν μου σταυρώσατιν. Εἰ δὲ ὀρθῶς καὶ
νιστῶς με λατρεύοντα και φρονοῦντα καὶ ἀσπαζό
μενον καὶ κηρύττοντα διαβολαῖς μέ τινες τοιαύταις
διέβαλον, ὅσοι καὶ οἵτινες εἶεν, ἐκκήρυκτοι τῆς Ἐκε
κλησίας Χριστοῦ, καὶ ἀλύτῳ ἀφορισμῷ τῷ ἀπὸ τῆς
ζωαρχικῆς καὶ μακαρίας καὶ ἁγίας Τριάδος ἡ μετ
τριότης ἡμῶν ὑποβάλλει αὐτοὺς, καὶ ἀρᾷ ἀναθέμα
τος καὶ τὸν τοιούτοις παρασυρέντα εἰς τὸ βλάψα.
αὕτη ἀρὰ παρὰ Θεοῦ, οὕτω καὶ τοῖς φειδομένοις τὴν
γλῶσσαν καὶ ἀλήθειαν ἀγαπῶσι καὶ λέγουσιν ἡ τοῦ
Θεοῦ εὐλογία καὶ σκέπη περικυκλώσοι καὶ ὧδε καὶ
ἐν τῷ μέλλοντι.» Καὶ ταῦτα μὲν τὰ τοῖς ἐκπώμασι
καὶ ἐν ἀποκρύφῳ τεθέντα· ἃ δὴ ὁποῖα μὲν καὶ ὅπως
ἔχουσιν, ὡς καὶ αὐτὸν τὸν παρασυρέντα, ὅστις ἂν
καὶ εἴη, ὑπ' ἀνάθεμα ἄγειν, καὶ εἰ σύστασις ταῦτα
ἀπαθῶν τρόπων εἴτε καὶ μὴ, εἰδεῖεν ἂν οἱ πνεύματι
ζῶντες καὶ τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες. Ὅμως ὕστερον
εὑρεθέντα, ὡς μετ' ὀλίγον ῥηθήσεται, ἱκανῶς αἰτίαις
δικαίαις ὑπῆγον τὸν γράψαντα. Ἕτερον δὲ γράμμα
σχεδιάσας πρὸς τὸν βασιλέα ἀπέστειλεν, οὕτω κατὰ
ῥῆμα διαλαμβάνον· Θεῷ καὶ μετὰ Θεὸν τοῖς λόγοις
θαρρήσας τῆς ἐκ Θεοῦ βασιλείας του τὴν Ἐκκλησίαν
ἐκράτησα. Εἰ δ' ἐγκαλοί μοι καί τις ὅτι μὴ κατὰ τὸ
ἀρέσκον ἑκάστῳ διώκησα, μάρτυς αὐτὸς Θεός, κρείτα
τον οὐκ ἐφρόνουν. Ἐπεὶ δὲ Χριστὸς τῆς Ἐκκλησίας
αὐτοῦ [Ρ. 146] καὶ τῆς βασιλείας σὲ κατέστησε φρον
τιστήν, ἰθύνειν πρὸς τὸ ἀρέσκον αὐτῷ, ἐνώπιον λέγω
τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰ καὶ ἁμαρτωλός
εἰμι, ἀλλὰ πρακτικῶς οὐκ ἐπίσταμαι τι ἀπεῖργον
κατά κανόνας ἱερωσύνης. Εἰ δέ τινες ἐξηγέρθησαν
κατ᾿ ἐμοῦ λέγειν ὅσα εἰς ἀνθρωπίνην ύβριν φθάνει
καὶ παραλύπησιν, καὶ εἰσὶν οἱ πιστεύοντες ταῦτα,
θέτωσαν εἰς καθαίρεσιν ὅσα ἐκ τούτων καὶ βούλον.
ται, καὶ εἰ ἀδικηθῶ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ δικαιωθή
εἰ δὲ ὀρθῶς καὶ πιστῶς με λατρεύοντα καὶ φρονοῦντα καὶ ἀσπαζόμενον καὶ κηρύττοντα διαβολαῖς μέ τινες τοιαύταις διέβαλον, ὅσοι καὶ οἵτινες εἶεν, ἐκκήρυκτοι τῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ, καὶ ἀλύτῳ ἀφορισμῷ τῷ ἀπὸ τῆς ζωαρχικῆς καὶ μακαρίας καὶ ἁγίας τριάδος ἡ μετριότης ἡμῶν ὑποβάλλει αὐτούς, καὶ ἀρᾷ ἀναθέματος καὶ τὸν τοιούτοις παρασυρέντα εἰς τὸ βλάψαι καὶ ἀδικῆσαί με. ὡς δὲ τοῖς ἀδίκοις καὶ βλασφήμοις αὕτη ἀρὰ παρὰ θεοῦ, οὕτω καὶ τοῖς φειδομένοις τὴν γλῶσσαν καὶ ἀλήθειαν ἀγαπῶσι καὶ λέγουσιν ἡ τοῦ θεοῦ εὐλογία καὶ σκέπη περικυκλώσοι καὶ ὧδε καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ ταῦτα μὲν τὰ ἐν τοῖς ἐκπώμασι καὶ ἐν ἀποκρύφῳ τεθέντα· ἃ δὴ ὁποῖα μὲν καὶ ὅπως ἔχουσιν, ὡς καὶ αὐτὸν τὸν παρασυρέντα, ὅστις ἂν καὶ εἴη, ὑπ’ ἀνάθεμα ἄγειν, καὶ εἰ σύστασις ταῦτα ἀπαθῶν τρόπων εἴτε καὶ μή, εἰδεῖεν ἂν οἱ πνεύματι ζῶντες καὶ τῷ κυρίῳ δουλεύοντες. ὅμως ὕστερον εὑρεθέντα, ὡς μετ’ ὀλίγον ῥηθήσεται, ἱκανῶς αἰτίαις δικαίαις ὑπῆγον τὸν γράψαντα. ἕτερον δὲ γράμμα σχεδιάσας πρὸς τὸν βασιλέα ἀπέστειλεν, οὕτω κατὰ ῥῆμα διαλάμβανον.
ἡμῖν κατεφαίνετο, μάρτυς Θεός, καὶ ὅ μὴ ὡς κακὸν, ἢ καὶ ἀδικῆσαί με. ὡς δὲ τοις ἀδίκοις καὶ βλασφήμοις
ἀλλ' ὡς πρέπον ἐπράττομεν. Πλὴν εἰ ἐν ᾧ μέτρῳ μετ
τροῦμεν ἀντιμετρηθησόμεθα, την τούτων διάκρισιν
ἀνατίθημι τῷ ἁγίῳ βασιλεῖ καὶ τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἐνώ
πιον τοῦ Θεοῦ, καὶ εἴτε ἀποδοχῆς εἴτε ευθύνης κρι
θῶμεν, στέργομεν, καὶ ὡς ἐκ Θεοῦ τὴν τῶν τούτων
κέλευσιν ἐκδεχόμεθα. Ἕτερον, εἰ καὶ ὁποῖόν ἐστιν
ἑκάστου τὸ ἔργον τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ δηλοῦται, χάριν
τῆς δυσφημίας ἣν ἐξήμεσε καθ᾿ ἡμῶν ὁ διάβολος λέ
γομεν. Εἰ σύνοιδα ἐμαυτῷ πορνεία ή μοιχεία ή άρ
ξενομανίᾳ εαλωκέναι, καὶ εἰ ἐφρόνησα πώποτε ή
φρονήσω ἀλλότριον φρόνημα καὶ ἀπᾷδου τῆς Ἐκ
κλησίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Κυρίου μου, καὶ εἰ
μὴ ὡς οἱ ἅγιοι μαθηταὶ καὶ ἀπόστολοι τούτου παρα
δεδώκασι καὶ οἱ διάδοχοι τούτων θεοφόροι Πατέρες,
ἰδικῶς καὶ συνοδικῶς, καὶ εἰ μὴ ἅπαν ἑτερόδοξον
φρόνημα, ὁ μὴ παρέλαβε καὶ κρατεῖ ἡ Ἐκκλησία
Χριστοῦ, παραπέμπω τῷ ἀναθέματι, ἀνάθεμά μας
ἀπὸ Χριστοῦ, καὶ ἡ μερίς μου σὺν τῷ προδότῃ καὶ
τοῖς τὸν Κύριόν μου σταυρώσατιν. Εἰ δὲ ὀρθῶς καὶ
νιστῶς με λατρεύοντα και φρονοῦντα καὶ ἀσπαζό
μενον καὶ κηρύττοντα διαβολαῖς μέ τινες τοιαύταις
διέβαλον, ὅσοι καὶ οἵτινες εἶεν, ἐκκήρυκτοι τῆς Ἐκε
κλησίας Χριστοῦ, καὶ ἀλύτῳ ἀφορισμῷ τῷ ἀπὸ τῆς
ζωαρχικῆς καὶ μακαρίας καὶ ἁγίας Τριάδος ἡ μετ
τριότης ἡμῶν ὑποβάλλει αὐτοὺς, καὶ ἀρᾷ ἀναθέμα
τος καὶ τὸν τοιούτοις παρασυρέντα εἰς τὸ βλάψα.
αὕτη ἀρὰ παρὰ Θεοῦ, οὕτω καὶ τοῖς φειδομένοις τὴν
γλῶσσαν καὶ ἀλήθειαν ἀγαπῶσι καὶ λέγουσιν ἡ τοῦ
Θεοῦ εὐλογία καὶ σκέπη περικυκλώσοι καὶ ὧδε καὶ
ἐν τῷ μέλλοντι.» Καὶ ταῦτα μὲν τὰ τοῖς ἐκπώμασι
καὶ ἐν ἀποκρύφῳ τεθέντα· ἃ δὴ ὁποῖα μὲν καὶ ὅπως
ἔχουσιν, ὡς καὶ αὐτὸν τὸν παρασυρέντα, ὅστις ἂν
καὶ εἴη, ὑπ' ἀνάθεμα ἄγειν, καὶ εἰ σύστασις ταῦτα
ἀπαθῶν τρόπων εἴτε καὶ μὴ, εἰδεῖεν ἂν οἱ πνεύματι
ζῶντες καὶ τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες. Ὅμως ὕστερον
εὑρεθέντα, ὡς μετ' ὀλίγον ῥηθήσεται, ἱκανῶς αἰτίαις
δικαίαις ὑπῆγον τὸν γράψαντα. Ἕτερον δὲ γράμμα
σχεδιάσας πρὸς τὸν βασιλέα ἀπέστειλεν, οὕτω κατὰ
ῥῆμα διαλαμβάνον· Θεῷ καὶ μετὰ Θεὸν τοῖς λόγοις
θαρρήσας τῆς ἐκ Θεοῦ βασιλείας του τὴν Ἐκκλησίαν
ἐκράτησα. Εἰ δ' ἐγκαλοί μοι καί τις ὅτι μὴ κατὰ τὸ
ἀρέσκον ἑκάστῳ διώκησα, μάρτυς αὐτὸς Θεός, κρείτα
τον οὐκ ἐφρόνουν. Ἐπεὶ δὲ Χριστὸς τῆς Ἐκκλησίας
αὐτοῦ [Ρ. 146] καὶ τῆς βασιλείας σὲ κατέστησε φρον
τιστήν, ἰθύνειν πρὸς τὸ ἀρέσκον αὐτῷ, ἐνώπιον λέγω
τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰ καὶ ἁμαρτωλός
εἰμι, ἀλλὰ πρακτικῶς οὐκ ἐπίσταμαι τι ἀπεῖργον
κατά κανόνας ἱερωσύνης. Εἰ δέ τινες ἐξηγέρθησαν
κατ᾿ ἐμοῦ λέγειν ὅσα εἰς ἀνθρωπίνην ύβριν φθάνει
καὶ παραλύπησιν, καὶ εἰσὶν οἱ πιστεύοντες ταῦτα,
θέτωσαν εἰς καθαίρεσιν ὅσα ἐκ τούτων καὶ βούλον.
ται, καὶ εἰ ἀδικηθῶ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ δικαιωθή
θεῷ καὶ μετὰ θεὸν τοῖς λόγοις θαρρήσας τῆς ἐκ θεοῦ βασιλείας σου τὴν ἐκκλησίαν ἐκράτησα. εἰ δ’ ἐγκαλοῖ μοι καί τις ὅτι μὴ κατὰ τὸ ἀρέσκον ἑκάστῳ διῴκησα, μάρτυς αὐτὸς θεός, κρεῖττον οὐκ ἐφρόνουν. ἐπεὶ δὲ Χριστὸς τῆς ἐκκλησίας αὐτοῦ καὶ τῆς βασιλείας σὲ κατέστησε φροντιστήν, ἰθύνειν πρὸς τὸ ἀρέσκον αὐτῷ, ἐνώπιον λέγω τοῦ κυρίου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰ καὶ ἁμαρτωλός εἰμι, ἀλλὰ πρακτικῶς οὐκ ἐπίσταμαί τι ἀπεῖργον κατὰ κανόνας ἱερωσύνης. εἰ δέ τινες ἐξηγέρθησαν κατ’ ἐμοῦ λέγειν ὅσα εἰς ἀνθρωπίνην ὕβριν φθάνει καὶ παραλύπησιν, καὶ εἰσὶν οἱ πιστεύοντες ταῦτα, θέτωσαν εἰς καθαίρεσιν ὅσα ἐκ τούτων καὶ βούλονται, καὶ εἰ ἀδικηθῶ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ δικαιωθήσομαι. τὴν γὰρ παραίτησιν λογίζομαι ἀκανόνιστον, καὶ αὕτη μου ἡ διάκρισις. ἐπεὶ δὲ πρὸς τρέμοντα τὰ δικαιώματα θεοῦ βασιλέα λαλῶ, εἰ κελεύεις, τὸ θέλημά μου ἐῶ, καὶ ἀνατίθημι τῷ θεῷ καὶ τῇ ἐξ αὐτοῦ βασιλείᾳ σου τὰ ἐμά, ἵνα ὅπερ αὐτῇ θεάρεστον δόξει καὶ τῇ ψυχῇ μου σωτήριον, εὐργετήσῃς καὶ συμβουλεύσῃς καὶ συνεργήσῃς μοι, καὶ οὕτω παρὰ θεοῦ χαρισθῇ τῆς εὐεργεσίας τὰ ἴσα τῇ ἐκ θεοῦ βασιλείᾳ σου.
ἡμῖν κατεφαίνετο, μάρτυς Θεός, καὶ ὅ μὴ ὡς κακὸν, ἢ καὶ ἀδικῆσαί με. ὡς δὲ τοις ἀδίκοις καὶ βλασφήμοις
ἀλλ' ὡς πρέπον ἐπράττομεν. Πλὴν εἰ ἐν ᾧ μέτρῳ μετ
τροῦμεν ἀντιμετρηθησόμεθα, την τούτων διάκρισιν
ἀνατίθημι τῷ ἁγίῳ βασιλεῖ καὶ τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἐνώ
πιον τοῦ Θεοῦ, καὶ εἴτε ἀποδοχῆς εἴτε ευθύνης κρι
θῶμεν, στέργομεν, καὶ ὡς ἐκ Θεοῦ τὴν τῶν τούτων
κέλευσιν ἐκδεχόμεθα. Ἕτερον, εἰ καὶ ὁποῖόν ἐστιν
ἑκάστου τὸ ἔργον τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ δηλοῦται, χάριν
τῆς δυσφημίας ἣν ἐξήμεσε καθ᾿ ἡμῶν ὁ διάβολος λέ
γομεν. Εἰ σύνοιδα ἐμαυτῷ πορνεία ή μοιχεία ή άρ
ξενομανίᾳ εαλωκέναι, καὶ εἰ ἐφρόνησα πώποτε ή
φρονήσω ἀλλότριον φρόνημα καὶ ἀπᾷδου τῆς Ἐκ
κλησίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Κυρίου μου, καὶ εἰ
μὴ ὡς οἱ ἅγιοι μαθηταὶ καὶ ἀπόστολοι τούτου παρα
δεδώκασι καὶ οἱ διάδοχοι τούτων θεοφόροι Πατέρες,
ἰδικῶς καὶ συνοδικῶς, καὶ εἰ μὴ ἅπαν ἑτερόδοξον
φρόνημα, ὁ μὴ παρέλαβε καὶ κρατεῖ ἡ Ἐκκλησία
Χριστοῦ, παραπέμπω τῷ ἀναθέματι, ἀνάθεμά μας
ἀπὸ Χριστοῦ, καὶ ἡ μερίς μου σὺν τῷ προδότῃ καὶ
τοῖς τὸν Κύριόν μου σταυρώσατιν. Εἰ δὲ ὀρθῶς καὶ
νιστῶς με λατρεύοντα και φρονοῦντα καὶ ἀσπαζό
μενον καὶ κηρύττοντα διαβολαῖς μέ τινες τοιαύταις
διέβαλον, ὅσοι καὶ οἵτινες εἶεν, ἐκκήρυκτοι τῆς Ἐκε
κλησίας Χριστοῦ, καὶ ἀλύτῳ ἀφορισμῷ τῷ ἀπὸ τῆς
ζωαρχικῆς καὶ μακαρίας καὶ ἁγίας Τριάδος ἡ μετ
τριότης ἡμῶν ὑποβάλλει αὐτοὺς, καὶ ἀρᾷ ἀναθέμα
τος καὶ τὸν τοιούτοις παρασυρέντα εἰς τὸ βλάψα.
αὕτη ἀρὰ παρὰ Θεοῦ, οὕτω καὶ τοῖς φειδομένοις τὴν
γλῶσσαν καὶ ἀλήθειαν ἀγαπῶσι καὶ λέγουσιν ἡ τοῦ
Θεοῦ εὐλογία καὶ σκέπη περικυκλώσοι καὶ ὧδε καὶ
ἐν τῷ μέλλοντι.» Καὶ ταῦτα μὲν τὰ τοῖς ἐκπώμασι
καὶ ἐν ἀποκρύφῳ τεθέντα· ἃ δὴ ὁποῖα μὲν καὶ ὅπως
ἔχουσιν, ὡς καὶ αὐτὸν τὸν παρασυρέντα, ὅστις ἂν
καὶ εἴη, ὑπ' ἀνάθεμα ἄγειν, καὶ εἰ σύστασις ταῦτα
ἀπαθῶν τρόπων εἴτε καὶ μὴ, εἰδεῖεν ἂν οἱ πνεύματι
ζῶντες καὶ τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες. Ὅμως ὕστερον
εὑρεθέντα, ὡς μετ' ὀλίγον ῥηθήσεται, ἱκανῶς αἰτίαις
δικαίαις ὑπῆγον τὸν γράψαντα. Ἕτερον δὲ γράμμα
σχεδιάσας πρὸς τὸν βασιλέα ἀπέστειλεν, οὕτω κατὰ
ῥῆμα διαλαμβάνον· Θεῷ καὶ μετὰ Θεὸν τοῖς λόγοις
θαρρήσας τῆς ἐκ Θεοῦ βασιλείας του τὴν Ἐκκλησίαν
ἐκράτησα. Εἰ δ' ἐγκαλοί μοι καί τις ὅτι μὴ κατὰ τὸ
ἀρέσκον ἑκάστῳ διώκησα, μάρτυς αὐτὸς Θεός, κρείτα
τον οὐκ ἐφρόνουν. Ἐπεὶ δὲ Χριστὸς τῆς Ἐκκλησίας
αὐτοῦ [Ρ. 146] καὶ τῆς βασιλείας σὲ κατέστησε φρον
τιστήν, ἰθύνειν πρὸς τὸ ἀρέσκον αὐτῷ, ἐνώπιον λέγω
τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰ καὶ ἁμαρτωλός
εἰμι, ἀλλὰ πρακτικῶς οὐκ ἐπίσταμαι τι ἀπεῖργον
κατά κανόνας ἱερωσύνης. Εἰ δέ τινες ἐξηγέρθησαν
κατ᾿ ἐμοῦ λέγειν ὅσα εἰς ἀνθρωπίνην ύβριν φθάνει
καὶ παραλύπησιν, καὶ εἰσὶν οἱ πιστεύοντες ταῦτα,
θέτωσαν εἰς καθαίρεσιν ὅσα ἐκ τούτων καὶ βούλον.
ται, καὶ εἰ ἀδικηθῶ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ δικαιωθή
PG 144:193ἀλλὰ τοῦτο μέν, κατὰ τὸ εἰκός, οὐχ ὑπέγραψε, τὸ δέ γε πρότερον οἰκειοχείρως ὑπεσημήνατο· εἶχε γὰρ Ἀθανάσιος ἐλέῳ θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως νέας Ῥώμης καὶ οἰκουμενικὸς πατριάρχης. ἦν δ’ ἔτι φερόμενον καὶ ἄλλο τι ἐν κρυπτῷ γράμματι, ὅπερ οὐκ οἶδα εἰ προσετέθη ὕστερον παρὰ τῶν ἐκείνῳ προσκειμένων, ὡς κἂν εἴ τι ποιήσω παρὰ ταῦτα, ἄστοργον ἔχω καὶ ἔξω τῆς ἡμετέρας γνώμης, κἂν αὐτὴν ἐγχαράξω μου τὴν παραίτησιν. Τέως ταῦτα γράψας, τὰ μὲν ἐν ἀφανεῖ τίθησι τὸν εἰρημένον ἐξασφαλισάμενος τρόπον, αὐτὸς δὲ τὸ πρὸς τὸν βασιλέα καὶ μόνον ἐξαποστείλας, ἐπεὶ οὐκ ἦν ἐκεῖθεν, καθὼς ἴσως καί οἱ ἤλπιστο, ἡ βοήθεια καὶ τὸ ἀντειλῆφθαι, ἀλλ’ ἤδη μᾶλλον οἱ νυκτὸς ἐξελευσομένου κατὰ τὴν ὁδὸν δεφενδεύσοντες ἀπεστέλλοντο, καὶ ἄλλοι οἱ τὸ πατριαρχεῖον ἀναδεξόμενοι, γνοὺς ἐντεῦθεν ἴσως καὶ τὴν τοῦ κρατοῦντος γνώμην, ὡς οὕτω τὰ καθ’ ἑαυτὸν δοκιμάζοντος εἰς συνοῖσον εἰ ἐκσταίη παρακεκινημένων τῶν ὅλων (οὐδὲ γὰρ ἐχώρει ἄλλως γίνεσθαι), ἀωρὶ τῶν νυκτῶν δίδωσιν ἑαυτὸν τοῖς ἀπάξουσι.
μην, ως οὕτω τὰ καθ᾿ ἑαυτὸν δοκιμάζοντος εἰς συνοῖο
σον, εἰ ἐκσταίη, παρακεκινημένων τῶν ὅλων (οὐδὲ
γὰρ ἐχώρει ἄλλως γίνεσθαι), ἀωρὶ τῶν νυκτῶν δί
δωσιν ἑαυτὸν τοῖς ἀπάξουσι. Καὶ πρὸς τῇ κατὰ τὰ
Εὐγενίου γεγονότες θαλάσσῃ ἁλιάδος τε ἐπιβαίνουσι,
καὶ τὸν λιμένα τὸ Κέρας εἰσπλεύσαντες τὴν μονὴν
τοῦ Κοσμιδίου καταλαμβάνουσι. Κἀκεῖ τὴν νύκτα
προσμείνας στέλλει πρὸς βασιλέα τὴν αὐτοῦ παραί
τησιν, ἔχουσαν ἐπὶ λέξεως 117] οὕτως
κδ'. Παραίτησις ἔγγραφος τοῦ πατριάρχου ᾿Αθα
νασίου.
σομαι. Τὴν γὰρ παραίτησιν λογίζομαι ακανόνιστον, γνοὺς ἐντεῦθεν ἴσως καὶ τὴν τοῦ κρατοῦντος γνώσ
καὶ αὕτη μου ἡ διάκρισις. Ἐπεὶ δὲ πρὸς τρέμοντα τὰ
δικαιώματα Θεοῦ βασιλέα λαλῶ, εἰ κελεύεις, τὸ θέ
λημά μου ἐῶ, καὶ ἀνατίθημι τῷ Θεῷ καὶ τῇ ἐξ αὐτοῦ
βασιλείᾳ σου τὰ ἐμὰ, ἵνα ὅπερ αὐτῇ θεάρεστον δόξει
καὶ τῇ ψυχῇ μου σωτήριον, εὐεργετήσῃς καὶ συμβου
λεύσῃς καὶ συνεργήσῃς μοι, καὶ οὕτω παρὰ Θεοῦ
χαρισθῇ τῆς εὐεργεσίας τὰ ἴσα τῇ ἐκ Θεοῦ βασιλείᾳ
σου.» ᾿Αλλὰ τοῦτο μὲν, κατὰ τὸ εἰκὸς, οὐχ ὑπέγρα
ψε, τὸ δέ γε πρότερον οἰκειοχείρως ὑπεσημήνατο
εἶχε γὰρ, ο Αθανάσιος ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος
Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης καὶ οἰκουμενικός
πατριάρχης. ο 'Ην δ' ἔτι φερόμενον καὶ ἄλλο τι ἐν
κρυπτῷ γράμματι, ὅπερ οὐκ οἶδα εἰ προσετέθη
ὕστερον παρὰ τῶν ἐκείνῳ προσκειμένων, ὡς «Καν
εἴ τι ποιήσω παρὰ ταῦτα, άστοργον ἔχω καὶ ἔξω τῆς νησιν, ἀπέβησαν δὲ τὰ πράγματα εἰς τοὐναντίον και
ἡμετέρας γνώμης, κἂν αὐτὴν ἐγχαράξω μου την
παραίτησιν.» Τέως ταῦτα γράψας, τὰ μὲν ἐν ἀφανεῖ
τίθησι τὸν εἰρημένον ἐξασφαλισάμενος τρόπον, αὐτὸς
δὲ τὸ πρὸς τὸν βασιλέα καὶ μόνον ἐξαποστείλας, ἐπεὶ
οὐκ ἦν ἐκεῖθεν, καθώς ἴσως καὶ οἱ ἥλπιστο, ἡ βοή
θεια καὶ τὸ ἀντειλήφθαι, ἀλλ᾽ ἤδη μᾶλλον οἱ νυκτὸς
ἐξελευσομένου κατὰ τὴν ὁδὸν δεφενδεύσοντες ἀπεστέλ
λοντο, καὶ ἄλλοι οἱ τὸ πατριαρχεῖον ἀναδεξόμενοι,
Επειδήπερ λυσιτελείας χάριν κοινῆς εἰς τὸν
πατριαρχικὸν ἀνήχθημεν θρόνον καὶ διὰ τὴν τοῦ
χριστωνύμου λαοῦ εἰρηναίαν κατάστασιν καὶ κυβέρ
παρ' ἐλπίδα τὴν ἡμετέραν καὶ τῶν βιασαμένων
ἡμᾶς, ὡς ἐντεῦθεν κριθῆναι ἡμᾶς τῷ λαῷ ἀδοκί
μους καὶ παραιτητέους καὶ ἀδιακρίτους, ἄλλως τε
δὲ καὶ ὡς ἀσθενεῖς καὶ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνίκανοι καὶ
οὐδὲ ἄξιοι λειτουργίας τοιαύτης, διὰ τοῦτο παραιτού
μεθα καὶ ἡμεῖς αὐτοὺς μετὰ τῆς ἀρχιερωσύνης, καὶ
εἴ τι ἠγνοήσαμεν ἢ καὶ διεπραξάμεθα ἔξω τοῦ πρέ
ποντος, αἰτοῦμεν συγχώρησιν, καὶ ὑμᾶς ὁ Κύριος
καὶ πρὸς τῇ κατὰ τὰ Εὐγενίου γεγονότες θαλάσσῃ ἁλιάδος τε ἐπιβαίνουσι, καὶ τὸν λιμένα τὸ Κέρας εἰσπλεύσαντες τὴν μονὴν τοῦ Κοσμιδίου καταλαμβάνουσι. κἀκεῖ τὴν νύκτα προσμείνας στέλλει πρὸς βασιλέα τὴν αὐτοῦ παραίτησιν, ἔχουσαν ἐπὶ λέξεως οὕτως. [] ἐπειδήπερ λυσιτελείας χάριν κοινῆς εἰς τὸν πατριαρχικὸν ἀνήχθημεν θρόνον καὶ διὰ τὴν τοῦ χριστωνύμου λαοῦ εἰρηναίαν κατάστασιν καὶ κυβέρνησιν, ἀπέβησαν δὲ τὰ πράγματα εἰς τοὐναντίον καὶ παρ’ ἐλπίδα τὴν ἡμετέραν καὶ τῶν βιασαμένων ἡμᾶς, ὡς ἐντεῦθεν κριθῆναι ἡμᾶς τῷ λαῷ ἀδοκίμους καὶ παραιτητέους καὶ ἀδιακρίτους, ἄλλως τε δὲ καὶ ὡς ἀσθενεῖς καὶ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνίκανοι καὶ οὐδὲ ἄξιοι λειτουργίας τοιαύτης, διὰ τοῦτο παραιτούμεθα καὶ ἡμεῖς αὐτοὺς μετὰ τῆς ἀρχιερωσύνης, καὶ εἴ τι ἠγνοήσαμεν ἢ καὶ διεπραξάμεθα ἔξω τοῦ πρέποντος, αἰτοῦμεν συγχώρησιν, καὶ ὑμᾶς ὁ κύριος συγχωρήσοι, καὶ τὸ συμφέρον παρέξει, καὶ κυβερνήσει ἀμφοτέρους, καὶ ποιμένα ὄψεται τὸν ἁρμόδιον, πρεσβείαις τῆς θεομήτορος. εἶχε δι’ ὑπογραφῆς τὸ Ἀθανάσιος ὁ χρηματίσας ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως νέας Ῥώμης, οἰκουμενικὸς πατριάρχης.
μην, ως οὕτω τὰ καθ᾿ ἑαυτὸν δοκιμάζοντος εἰς συνοῖο
σον, εἰ ἐκσταίη, παρακεκινημένων τῶν ὅλων (οὐδὲ
γὰρ ἐχώρει ἄλλως γίνεσθαι), ἀωρὶ τῶν νυκτῶν δί
δωσιν ἑαυτὸν τοῖς ἀπάξουσι. Καὶ πρὸς τῇ κατὰ τὰ
Εὐγενίου γεγονότες θαλάσσῃ ἁλιάδος τε ἐπιβαίνουσι,
καὶ τὸν λιμένα τὸ Κέρας εἰσπλεύσαντες τὴν μονὴν
τοῦ Κοσμιδίου καταλαμβάνουσι. Κἀκεῖ τὴν νύκτα
προσμείνας στέλλει πρὸς βασιλέα τὴν αὐτοῦ παραί
τησιν, ἔχουσαν ἐπὶ λέξεως 117] οὕτως
κδ'. Παραίτησις ἔγγραφος τοῦ πατριάρχου ᾿Αθα
νασίου.
σομαι. Τὴν γὰρ παραίτησιν λογίζομαι ακανόνιστον, γνοὺς ἐντεῦθεν ἴσως καὶ τὴν τοῦ κρατοῦντος γνώσ
καὶ αὕτη μου ἡ διάκρισις. Ἐπεὶ δὲ πρὸς τρέμοντα τὰ
δικαιώματα Θεοῦ βασιλέα λαλῶ, εἰ κελεύεις, τὸ θέ
λημά μου ἐῶ, καὶ ἀνατίθημι τῷ Θεῷ καὶ τῇ ἐξ αὐτοῦ
βασιλείᾳ σου τὰ ἐμὰ, ἵνα ὅπερ αὐτῇ θεάρεστον δόξει
καὶ τῇ ψυχῇ μου σωτήριον, εὐεργετήσῃς καὶ συμβου
λεύσῃς καὶ συνεργήσῃς μοι, καὶ οὕτω παρὰ Θεοῦ
χαρισθῇ τῆς εὐεργεσίας τὰ ἴσα τῇ ἐκ Θεοῦ βασιλείᾳ
σου.» ᾿Αλλὰ τοῦτο μὲν, κατὰ τὸ εἰκὸς, οὐχ ὑπέγρα
ψε, τὸ δέ γε πρότερον οἰκειοχείρως ὑπεσημήνατο
εἶχε γὰρ, ο Αθανάσιος ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος
Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης καὶ οἰκουμενικός
πατριάρχης. ο 'Ην δ' ἔτι φερόμενον καὶ ἄλλο τι ἐν
κρυπτῷ γράμματι, ὅπερ οὐκ οἶδα εἰ προσετέθη
ὕστερον παρὰ τῶν ἐκείνῳ προσκειμένων, ὡς «Καν
εἴ τι ποιήσω παρὰ ταῦτα, άστοργον ἔχω καὶ ἔξω τῆς νησιν, ἀπέβησαν δὲ τὰ πράγματα εἰς τοὐναντίον και
ἡμετέρας γνώμης, κἂν αὐτὴν ἐγχαράξω μου την
παραίτησιν.» Τέως ταῦτα γράψας, τὰ μὲν ἐν ἀφανεῖ
τίθησι τὸν εἰρημένον ἐξασφαλισάμενος τρόπον, αὐτὸς
δὲ τὸ πρὸς τὸν βασιλέα καὶ μόνον ἐξαποστείλας, ἐπεὶ
οὐκ ἦν ἐκεῖθεν, καθώς ἴσως καὶ οἱ ἥλπιστο, ἡ βοή
θεια καὶ τὸ ἀντειλήφθαι, ἀλλ᾽ ἤδη μᾶλλον οἱ νυκτὸς
ἐξελευσομένου κατὰ τὴν ὁδὸν δεφενδεύσοντες ἀπεστέλ
λοντο, καὶ ἄλλοι οἱ τὸ πατριαρχεῖον ἀναδεξόμενοι,
Επειδήπερ λυσιτελείας χάριν κοινῆς εἰς τὸν
πατριαρχικὸν ἀνήχθημεν θρόνον καὶ διὰ τὴν τοῦ
χριστωνύμου λαοῦ εἰρηναίαν κατάστασιν καὶ κυβέρ
παρ' ἐλπίδα τὴν ἡμετέραν καὶ τῶν βιασαμένων
ἡμᾶς, ὡς ἐντεῦθεν κριθῆναι ἡμᾶς τῷ λαῷ ἀδοκί
μους καὶ παραιτητέους καὶ ἀδιακρίτους, ἄλλως τε
δὲ καὶ ὡς ἀσθενεῖς καὶ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνίκανοι καὶ
οὐδὲ ἄξιοι λειτουργίας τοιαύτης, διὰ τοῦτο παραιτού
μεθα καὶ ἡμεῖς αὐτοὺς μετὰ τῆς ἀρχιερωσύνης, καὶ
εἴ τι ἠγνοήσαμεν ἢ καὶ διεπραξάμεθα ἔξω τοῦ πρέ
ποντος, αἰτοῦμεν συγχώρησιν, καὶ ὑμᾶς ὁ Κύριος
PG 144:195Ταῦτα τὰ τῶν γραμμάτων, ταῦτα τὰ τῆς παραιτήσεως Ἀθανασίου. οἷς ἐννοήσειέ τις τὸ ἐμφαινόμενον τοῦ γράφοντος ἐμπερίσκεπτον. καὶ τέως τί βούλεται τὸ οὕτως ἐφρόνουν καὶ αὖθις κρεῖττον οὐκ ἐφρόνουν, μάρτυς θεός; τοῦτο καὶ καταποντιστὴς οἶμαι νηὸς εἴπῃ, ὃς αὐτοβούλως καὶ αὐτονόμως κινδύνῳ περιβάλλει τὴν ναῦν, ὡς κρεῖττον οὐκ ἐφρόνουν. ἀλλ’ εἶπεν ἄν τις πρὸς αὐτὸν ἀλλ’ ἦσαν μεθ’ ὧν ἂν καὶ συνεβουλεύσω, ὅτι οὐδὲ μόνος ἀλλὰ μετὰ πολλῶν κυβερνᾶν ἐτάχθης. ἀλλὰ τὸ παρὸν ἐκρίθην γὰρ φησὶ τῷ λαῷ ἀδόκιμος, καὶ οὐ τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς τῆς ἐκκλησίας μοναχοῖς· λαοῦ δ’ ἀποδοκιμασία τί ἂν ἰσχυρὸν ἔχοι εἰς πατριάρχου παραίτησιν; παραιτούμεθα δὲ καὶ αὐτοὺς φησὶ μετὰ τῆς ἀρχιερωσύνης. οὐ θρόνον καὶ τιμὴν παραιτεῖται, ἀλλὰ λαὸν ἄτακτον καὶ ἀπειθῆ. πότερον δὲ τὸν λαὸν συνάμα τῇ ἀρχιερωσύνῃ παραιτεῖται, ὡς παραιτεῖσθαι δὴ καὶ ἀμφοτέρους, ἢ λαὸν παραιτεῖται μετὰ τῆς ἐνούσης αὐτῷ ἀρχιερατικῆς ἰσχύος καὶ καταστάσεως, ὡς εἶναι καὶ αὐτὴν ἰσχυρὰν καὶ εὔλογον τὴν ἀποβολήν; τί δὲ βούλεται καὶ τὸ ἁρμόδιον λέγειν; εἰ μὴ πάντως τὸν τὰ πάντα τῷ λαῷ συγκαταβησόμενον.
νων,
συγχωρήσοι, καὶ τὸ συμφέρον παρέξει, καὶ κυβερ- σεως, ὡς εἶναι καὶ αὐτὴν ἰσχυρὰν καὶ εὔλογον τὴν
νήσει ἀμφοτέρους, και ποιμένα δψεται τὸν ἁρμόδιον,
πρεσβείαις τῆς Θεομήτορος.» Εἶχε δι' υπογραφῆς
τός Αθανάσιος ὁ χρηματίσας ἀρχιεπίσκοπος Κων
σταντινουπόλεως νέας Ρώμης, οἰκουμενικὸς πα
τριάρχης.» Ταῦτα τὰ τῶν γραμμάτων, ταῦτα τὰ
τῆς παραιτήσεως ᾿Αθανασίου. οἷς ἐννοήσεις τις τὸ
ἐμφαινόμενον τοῦ γράφοντος εμπερίσκεπτον. Καὶ
τέως τί βούλεται τὸ ' οὕτως ἐφρόνουν» καὶ αὖθις
κρεῖττον οὐκ ἐφρόνουν, μάρτυς Θεός;» Τοῦτο καὶ
καταποντιστής, οἶμαι, νηός εἴπῃ, ὅς αὐτοβούλως καὶ
αὐτονόμως κινδύνῳ περιβάλλει τὴν ναῦν, ὡς Κρεῖτο
τον οὐκ ἐφρόνουν. Αλλ' εἶπεν ἄν τις πρὸς αὐτόν,
Αλλ' ἦσαν μεθ' ὧν ἂν καὶ συνεβουλεύσω, ὅτι οὐδὲ
μόνος, ἀλλὰ μετὰ πολλῶν κυβερνᾷν ετάχθης. ο
᾿Αλλὰ τὸ παρόν, ο Ἐκρίθην γάρ, ο φησί, ο τῷ λαῷ
ἀδόκιμος, ο καὶ οὐ τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς τῆς
Ἐκκλησίας μοναχοῖς· λαοῦ δ᾽ ἀποδοκιμασία τί ἂν
ἰσχυρὸν ἔχοι εἰς πατριάρχου παραίτησιν; «Παραι
τούμεθα δὲ καὶ αὐτοὺς, ἡ φησί, ο μετὰ τῆς ἀρχιε
ρωσύνης.» Οὐ θρόνον καὶ τιμὴν παραιτεῖται, ἀλλὰ
λαὸν ἄτακτον καὶ ἀπειθῆ. Πότερον δὲ τὸν λαὸν σύν
ἅμα τῇ ἀρχιερωσύνῃ παραιτεῖται, ὡς παραιτεῖ
σθαι δὴ καὶ ἀμφοτέρους, ἢ λαὸν παραιτεῖται μετὰ
τῆς ἐνούσης αὐτῷ ἀρχιερατικῆς ἰσχύος καὶ καταστά
ἀποβολήν; Τί δὲ βούλεται καὶ τὸ ἁρμόδιον λέγειν;
εἰ μὴ πάντως τὸν τὰ πάντα τῷ λαῷ συγκαταβησό
μενον. [Ρ. 118] ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἴσως τῷ ἱστοροῦντι
καὶ παραχαίρια λέλεκται. Τοῦτο δέ τις καὶ μόνον
παρατηρήσειεν, ὅτι τέσσαρσιν ἐνιαυτοῖς τὴν Ἐκε
κλησίαν κατέχων αὐτὴν σχεδόν ἡμέραν εἶδε τῆς
ἐκβολῆς ἦν δὴ καὶ τῆς ἀναβάσεως ἔγνωκεν, ἥτις καὶ
Ελαφηβολιώνος ἐκκαιδεκάτη ἦν, ὅτε καὶ ὁ μέγας
λογοθέτης τὸν ἴδιον λόγον καταγνούς οἷον ἐκ τῆς
τῶν πολλῶν βλασφημίας τῶν ἐν ἐκείνῳ γεγραμμέν
καὶ μᾶλλον ὅτι καὶ ὁ λύκος ὁ τῶν λαχάνων ἄν
θρωπος παρὰ τοῦ ἀρχῆθεν εἰπόντος ἐλέγετο, πυρ'
παρεδίδου. Ο μέντοι γε βασιλεὺς δεξάμενος τὴν
παραίτησιν διά τε τὸ τῆς ἰδίας γνώμης εὐθὺ, καὶ
τοῦ μὴ θέλειν κινεῖσθαι τὰ μηδὲν ὀνήσοντα, ἀλλὰ
καὶ μᾶλλον Ἐκκλησίαν βλάψοντα, καὶ διὰ ταῦτα
τοῖς γεγραμμένοις μηδ' εἰς βάθος προσσχών, καὶ
τοὺς ἄλλους πρὸς τοῦτο πείσας, ἀγαπητὸν ἡγησάμε
νος εἰ μετ' εἰρήνης ἐξίσταται (οὐδὲ γὰρ συνέφερεν,
ὡς ἐῴκει, κινεῖσθαι τὰ κατ' ἐκεῖνον καὶ κρίσει δι
δοσθαι, τῶν πάντων δι' ἔχθους δικαίου, ὡς ἐδόκει,
ἐχόντων τὸν ἄνθρωπον), ἐκεῖνον μὲν τῇ ἰδίᾳ μονῇ
καὶ πάλιν νυκτὸς ἐξαποστείλας εγκαθιστᾷ, ὅπου συν
τοῖς ἀμφ' αὐτὸν πολλοῖς οὖσιν ἐπὶ χρόνοις ἀσκεῖν
Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἴσως τῷ ἱστοροῦντι καὶ παρακαίρια λέλεκται. τοῦτο δέ τις καὶ μόνον παρατηρήσειεν, ὅτι τέσσαρσιν ἐνιαυτοῖς τὴν ἐκκλησίαν κατέχων αὐτὴν σχεδὸν ἡμέραν εἶδε τῆς ἐκβολῆς ἣν δὴ καὶ τῆς ἀναβάσεως ἔγνωκεν, ἥτις καὶ Ἐλαφηβολιῶνος ἑκκαιδεκάτη ἦν, ὅτε καὶ ὁ μέγας λογοθέτης τὸν ἴδιον λόγον καταγνοὺς οἷον ἐκ τῆς τῶν πολλῶν βλασφημίας τῶν ἐν ἐκείνῳ γεγραμμένων, καὶ μᾶλλον ὅτι καὶ ὁ λύκος ὁ τῶν λαχάνων ἄνθρωπος παρὰ τοῦ ἀρχῆθεν εἰπόντος ἐλέγετο, πυρὶ παρεδίδου.
νων,
συγχωρήσοι, καὶ τὸ συμφέρον παρέξει, καὶ κυβερ- σεως, ὡς εἶναι καὶ αὐτὴν ἰσχυρὰν καὶ εὔλογον τὴν
νήσει ἀμφοτέρους, και ποιμένα δψεται τὸν ἁρμόδιον,
πρεσβείαις τῆς Θεομήτορος.» Εἶχε δι' υπογραφῆς
τός Αθανάσιος ὁ χρηματίσας ἀρχιεπίσκοπος Κων
σταντινουπόλεως νέας Ρώμης, οἰκουμενικὸς πα
τριάρχης.» Ταῦτα τὰ τῶν γραμμάτων, ταῦτα τὰ
τῆς παραιτήσεως ᾿Αθανασίου. οἷς ἐννοήσεις τις τὸ
ἐμφαινόμενον τοῦ γράφοντος εμπερίσκεπτον. Καὶ
τέως τί βούλεται τὸ ' οὕτως ἐφρόνουν» καὶ αὖθις
κρεῖττον οὐκ ἐφρόνουν, μάρτυς Θεός;» Τοῦτο καὶ
καταποντιστής, οἶμαι, νηός εἴπῃ, ὅς αὐτοβούλως καὶ
αὐτονόμως κινδύνῳ περιβάλλει τὴν ναῦν, ὡς Κρεῖτο
τον οὐκ ἐφρόνουν. Αλλ' εἶπεν ἄν τις πρὸς αὐτόν,
Αλλ' ἦσαν μεθ' ὧν ἂν καὶ συνεβουλεύσω, ὅτι οὐδὲ
μόνος, ἀλλὰ μετὰ πολλῶν κυβερνᾷν ετάχθης. ο
᾿Αλλὰ τὸ παρόν, ο Ἐκρίθην γάρ, ο φησί, ο τῷ λαῷ
ἀδόκιμος, ο καὶ οὐ τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς τῆς
Ἐκκλησίας μοναχοῖς· λαοῦ δ᾽ ἀποδοκιμασία τί ἂν
ἰσχυρὸν ἔχοι εἰς πατριάρχου παραίτησιν; «Παραι
τούμεθα δὲ καὶ αὐτοὺς, ἡ φησί, ο μετὰ τῆς ἀρχιε
ρωσύνης.» Οὐ θρόνον καὶ τιμὴν παραιτεῖται, ἀλλὰ
λαὸν ἄτακτον καὶ ἀπειθῆ. Πότερον δὲ τὸν λαὸν σύν
ἅμα τῇ ἀρχιερωσύνῃ παραιτεῖται, ὡς παραιτεῖ
σθαι δὴ καὶ ἀμφοτέρους, ἢ λαὸν παραιτεῖται μετὰ
τῆς ἐνούσης αὐτῷ ἀρχιερατικῆς ἰσχύος καὶ καταστά
ἀποβολήν; Τί δὲ βούλεται καὶ τὸ ἁρμόδιον λέγειν;
εἰ μὴ πάντως τὸν τὰ πάντα τῷ λαῷ συγκαταβησό
μενον. [Ρ. 118] ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἴσως τῷ ἱστοροῦντι
καὶ παραχαίρια λέλεκται. Τοῦτο δέ τις καὶ μόνον
παρατηρήσειεν, ὅτι τέσσαρσιν ἐνιαυτοῖς τὴν Ἐκε
κλησίαν κατέχων αὐτὴν σχεδόν ἡμέραν εἶδε τῆς
ἐκβολῆς ἦν δὴ καὶ τῆς ἀναβάσεως ἔγνωκεν, ἥτις καὶ
Ελαφηβολιώνος ἐκκαιδεκάτη ἦν, ὅτε καὶ ὁ μέγας
λογοθέτης τὸν ἴδιον λόγον καταγνούς οἷον ἐκ τῆς
τῶν πολλῶν βλασφημίας τῶν ἐν ἐκείνῳ γεγραμμέν
καὶ μᾶλλον ὅτι καὶ ὁ λύκος ὁ τῶν λαχάνων ἄν
θρωπος παρὰ τοῦ ἀρχῆθεν εἰπόντος ἐλέγετο, πυρ'
παρεδίδου. Ο μέντοι γε βασιλεὺς δεξάμενος τὴν
παραίτησιν διά τε τὸ τῆς ἰδίας γνώμης εὐθὺ, καὶ
τοῦ μὴ θέλειν κινεῖσθαι τὰ μηδὲν ὀνήσοντα, ἀλλὰ
καὶ μᾶλλον Ἐκκλησίαν βλάψοντα, καὶ διὰ ταῦτα
τοῖς γεγραμμένοις μηδ' εἰς βάθος προσσχών, καὶ
τοὺς ἄλλους πρὸς τοῦτο πείσας, ἀγαπητὸν ἡγησάμε
νος εἰ μετ' εἰρήνης ἐξίσταται (οὐδὲ γὰρ συνέφερεν,
ὡς ἐῴκει, κινεῖσθαι τὰ κατ' ἐκεῖνον καὶ κρίσει δι
δοσθαι, τῶν πάντων δι' ἔχθους δικαίου, ὡς ἐδόκει,
ἐχόντων τὸν ἄνθρωπον), ἐκεῖνον μὲν τῇ ἰδίᾳ μονῇ
καὶ πάλιν νυκτὸς ἐξαποστείλας εγκαθιστᾷ, ὅπου συν
τοῖς ἀμφ' αὐτὸν πολλοῖς οὖσιν ἐπὶ χρόνοις ἀσκεῖν
ὁ μέντοι γε βασιλεὺς δεξάμενος τὴν παραίτησιν, διά τε τὸ τῆς ἰδίας γνώμης εὐθύ, καὶ τοῦ μὴ θέλειν κινεῖσθαι τὰ μηδὲν ὀνήσοντα ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἐκκλησίαν βλάψοντα, καὶ διὰ ταῦτα τοῖς γεγραμμένοις μηδ’ εἰς βάθος προσσχών, καὶ τοὺς ἄλλους πρὸς τοῦτο πείσας, ἀγαπητὸν ἡγησάμενος εἰ μετ’ εἰρήνης ἐξίσταται (οὐδὲ γὰρ συνέφερεν, ὡς ἐῴκει, κινεῖσθαι τὰ κατ’ ἐκεῖνον καὶ κρίσει δίδοσθαι, τῶν πάντων δι’ ἔχθους δικαίου, ὡς ἐδόκει, ἐχόντων τὸν ἄνθρωπον), ἐκεῖνον μὲν τῇ ἰδίᾳ μονῇ καὶ πάλιν νυκτὸς ἐξαποστείλας ἐγκαθιστᾷ, ὅπου σὺν τοῖς ἀμφ’ αὑτὸν πολλοῖς οὖσι ἐπὶ χρόνοις ἀσκεῖν ἀπρόϊτος ἔμελλε τὰ συνήθη, τοῖς δέ γε ἀρχιερεῦσιν ἐφίησι τὸν τῆς ἐκκλησίας ζητεῖν προστησόμενον. 25. Τέως δὲ πρὸ τοῦ τάδε γενέσθαι δυσὶ πρότερον χρόνοις, καὶ ἀφίημι τὰ κατὰ τὴν περαίαν τὴν δυτικήν, ὡς καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ἐνεπρήσθη, οὕτω συμβάν, ἐπὶ Γρηγορίου πατριαρχοῦντος. ἀλλ’ οὖν κατὰ μῆνα μεσοῦντα Μουνυχιῶνα, ὑπ’ ἀφὰς λύχνων, ἐντὸς τῆς μεγαλοπόλεως, ὅπου τὸ τῆς ἀγορᾶς μεσαίτατον, ἀπὸ τῆς βασιλικῆς λεγομένης πύλης ἄρχεται τὸ δεινόν.
νων,
συγχωρήσοι, καὶ τὸ συμφέρον παρέξει, καὶ κυβερ- σεως, ὡς εἶναι καὶ αὐτὴν ἰσχυρὰν καὶ εὔλογον τὴν
νήσει ἀμφοτέρους, και ποιμένα δψεται τὸν ἁρμόδιον,
πρεσβείαις τῆς Θεομήτορος.» Εἶχε δι' υπογραφῆς
τός Αθανάσιος ὁ χρηματίσας ἀρχιεπίσκοπος Κων
σταντινουπόλεως νέας Ρώμης, οἰκουμενικὸς πα
τριάρχης.» Ταῦτα τὰ τῶν γραμμάτων, ταῦτα τὰ
τῆς παραιτήσεως ᾿Αθανασίου. οἷς ἐννοήσεις τις τὸ
ἐμφαινόμενον τοῦ γράφοντος εμπερίσκεπτον. Καὶ
τέως τί βούλεται τὸ ' οὕτως ἐφρόνουν» καὶ αὖθις
κρεῖττον οὐκ ἐφρόνουν, μάρτυς Θεός;» Τοῦτο καὶ
καταποντιστής, οἶμαι, νηός εἴπῃ, ὅς αὐτοβούλως καὶ
αὐτονόμως κινδύνῳ περιβάλλει τὴν ναῦν, ὡς Κρεῖτο
τον οὐκ ἐφρόνουν. Αλλ' εἶπεν ἄν τις πρὸς αὐτόν,
Αλλ' ἦσαν μεθ' ὧν ἂν καὶ συνεβουλεύσω, ὅτι οὐδὲ
μόνος, ἀλλὰ μετὰ πολλῶν κυβερνᾷν ετάχθης. ο
᾿Αλλὰ τὸ παρόν, ο Ἐκρίθην γάρ, ο φησί, ο τῷ λαῷ
ἀδόκιμος, ο καὶ οὐ τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς τῆς
Ἐκκλησίας μοναχοῖς· λαοῦ δ᾽ ἀποδοκιμασία τί ἂν
ἰσχυρὸν ἔχοι εἰς πατριάρχου παραίτησιν; «Παραι
τούμεθα δὲ καὶ αὐτοὺς, ἡ φησί, ο μετὰ τῆς ἀρχιε
ρωσύνης.» Οὐ θρόνον καὶ τιμὴν παραιτεῖται, ἀλλὰ
λαὸν ἄτακτον καὶ ἀπειθῆ. Πότερον δὲ τὸν λαὸν σύν
ἅμα τῇ ἀρχιερωσύνῃ παραιτεῖται, ὡς παραιτεῖ
σθαι δὴ καὶ ἀμφοτέρους, ἢ λαὸν παραιτεῖται μετὰ
τῆς ἐνούσης αὐτῷ ἀρχιερατικῆς ἰσχύος καὶ καταστά
ἀποβολήν; Τί δὲ βούλεται καὶ τὸ ἁρμόδιον λέγειν;
εἰ μὴ πάντως τὸν τὰ πάντα τῷ λαῷ συγκαταβησό
μενον. [Ρ. 118] ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἴσως τῷ ἱστοροῦντι
καὶ παραχαίρια λέλεκται. Τοῦτο δέ τις καὶ μόνον
παρατηρήσειεν, ὅτι τέσσαρσιν ἐνιαυτοῖς τὴν Ἐκε
κλησίαν κατέχων αὐτὴν σχεδόν ἡμέραν εἶδε τῆς
ἐκβολῆς ἦν δὴ καὶ τῆς ἀναβάσεως ἔγνωκεν, ἥτις καὶ
Ελαφηβολιώνος ἐκκαιδεκάτη ἦν, ὅτε καὶ ὁ μέγας
λογοθέτης τὸν ἴδιον λόγον καταγνούς οἷον ἐκ τῆς
τῶν πολλῶν βλασφημίας τῶν ἐν ἐκείνῳ γεγραμμέν
καὶ μᾶλλον ὅτι καὶ ὁ λύκος ὁ τῶν λαχάνων ἄν
θρωπος παρὰ τοῦ ἀρχῆθεν εἰπόντος ἐλέγετο, πυρ'
παρεδίδου. Ο μέντοι γε βασιλεὺς δεξάμενος τὴν
παραίτησιν διά τε τὸ τῆς ἰδίας γνώμης εὐθὺ, καὶ
τοῦ μὴ θέλειν κινεῖσθαι τὰ μηδὲν ὀνήσοντα, ἀλλὰ
καὶ μᾶλλον Ἐκκλησίαν βλάψοντα, καὶ διὰ ταῦτα
τοῖς γεγραμμένοις μηδ' εἰς βάθος προσσχών, καὶ
τοὺς ἄλλους πρὸς τοῦτο πείσας, ἀγαπητὸν ἡγησάμε
νος εἰ μετ' εἰρήνης ἐξίσταται (οὐδὲ γὰρ συνέφερεν,
ὡς ἐῴκει, κινεῖσθαι τὰ κατ' ἐκεῖνον καὶ κρίσει δι
δοσθαι, τῶν πάντων δι' ἔχθους δικαίου, ὡς ἐδόκει,
ἐχόντων τὸν ἄνθρωπον), ἐκεῖνον μὲν τῇ ἰδίᾳ μονῇ
καὶ πάλιν νυκτὸς ἐξαποστείλας εγκαθιστᾷ, ὅπου συν
τοῖς ἀμφ' αὐτὸν πολλοῖς οὖσιν ἐπὶ χρόνοις ἀσκεῖν
PG 144:197καὶ πάντα τὰ κύκλῳ περιλαβὸν τὸ παμφάγον καὶ ἀνυπόστατον πῦρ, οἰκίας ἐκείνας πληθούσας παντοίων τῶν εἰς πραγματείαν εἰδῶν αὐτονυχεὶ διανεμηθὲν ἠμάθυνε τὸ παράπαν, ὥστε καὶ γυμνοὺς ἐκφυγεῖν τοὺς ἐνῳκημένους, μὴ ὅτι γε πλούτου καὶ περιουσίας ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ἐνδυμάτων, καὶ μηδὲν πλέον ἐγκαταλειφθῆναι πρωί̈ας ὅτι μὴ κεράμων κατεαγότα ὄστρακα καὶ ἥλους σφίσιν ἐνειλημένους, ἀφέτους τῶν ξύλων οἷς συνέχοντες εἴχοντο. καί γε τὸ τῆς ἀγορᾶς κάλλος ὡς πεδίον ἀφανισμοῦ κατεφαίνετο. ὃ μηδ’ αὐτὸν βασιλέα λαθὸν τῷ Νυμφαίῳ ἐνδιατρίβοντα ἐποίει θαυμάζειν, καὶ ἐφ’ ἡμέραις ζητεῖν, εἴ πού τις Βυζαντίοθεν παραβάλλοι, ὅπως καὶ ἀφ’ οἵων τῶν αἰτιῶν γέγονεν.
ἀπρῶτος ἔμελλε τὰ συνήθη, τοῖς δέ γε ἀρχιερεῦσιν τῷ Νυμφαίῳ ἐνδιατρίβοντα ἐποίει θαυμάζειν, καὶ
ἐφίησι τὸν τῆς Ἐκκλησίας ζητεῖν προστησόμενον.
κ'. Περὶ τῆς πυρπολήσεως τῆς μεγάλης αγοράς
τῆς πόλεως.
Τέως δὲ πρὸ τοῦ τάδε γενέσθαι δυσὶ πρότερον χρό
γας, καὶ ἀφίημι τὰ κατὰ τὴν περαίαν τὴν δυτι
χὴν, ὡς καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ἐνεπρήσθη, οὕτω συμβάν,
ἐπὶ Γρηγορίου πατριαρχοῦντος. Αλλ᾿ οὖν κατὰ
μήνα μεσοῦντα Μουνυχιῶνα, ὑπ' ἀφὰς λύχνων, ἐντὸς
τῆς μεγαλοπόλεως, ὅπου τὸ τῆς ἀγορᾶς μεσαίτατον,
ἀπὸ τῆς βασιλικής λεγομένης πύλης ἄρχεται τὸ
δεινόν. Καὶ πάντα τὰ κύκλῳ περιλαβὼν τὸ παμφάγον
καὶ ἀνυπόστατον πῦρ, οἰκίας ἐκείνας πληθούσας
παντοίων τῶν εἰς πραγματείαν εἰδῶν αὐτονυχεί δια
νεμηθὲν ἡμάθυνε τὸ παράπαν, ὥστε καὶ γυμνοὺς
ἐκφυγεῖν τοὺς ἐνῳχημένους, [Ρ. 119] μὴ ὅτι γε
πλούτου καὶ περιουσίας, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ἐνδυμά
των, καὶ μηδὲν πλέον ἐγκαταλειφθῆναι πρωίας ὅτι
μὴ κεράμων κατεαγότα όστρακα καὶ ἤλους σφίσιν
ἐνειλημένους, ἀφέτους τῶν ξύλων οἷς συνέχοντες είν
χοντο. Καί γε τὸ τῆς ἀγορᾶς κάλλος ὡς πεδίον ἀφα
νισμού κατεφαίνετο. Ο μηδ' αὐτὸν βασιλέα λαθὸν
ἐφ' ἡμέραις ζητεῖν, εἰ πού τις Βυζαντίοθεν παρα
βάλλοι, ὅπως καὶ ἀφ᾽ εἴων τῶν αἰτιῶν γέγονεν. Οὐ
γὰρ ἐπ' ὀλίγον ἐπιδραμόν, ἀλλ' ὅσον εἰκάσαιτ' ἄν
τις, καταταχῆσαν καὶ αὐτὴν μέσην τὴν πόλιν ἐν
ἀκαρεῖ περιλήψεσθαι, πολλῶν μὲν οἰκιῶν κάλλη,
πολλὰ δ' ἐν αὐταῖς ἀποτιθέμενα δαρδάπτον, καὶ τὰ
δεινὰ τοῖς πόρρωθεν ἀπειλοῦν, οὐ πρότερον ἔστη,
πρὶν ἂν ἀμφόδοις περιπεσον εἰς πλάτος ἐνδούσαις
χειροποιήτως τῶν ἐχόντων φθασάντων καταβαλεῖν
καὶ προαρπάσαι τὴν ὕλην, ἐκεῖσε φθάσαν οὐχ οἷόν τ'
ἦν ἐκπηδῆσαι καὶ τῶν καταντικρὺ παμφάγοις ἐπισ
δράξασθαι τοῖς ὁδοῦσιν. Ἐπεὶ γὰρ πάντα τὰ κύκλῳ
φρέατα εξαντλήσαντες οὐκ ἀποχρῶν εἶχον τὸ ὕδωρ
πρὸς τὴν τοιαύτην ῥύμην πυρὸς, ἐκείνοις μὲν τὸ
λοιπὸν ἀντὶ ταμιείων ἐχρῶντο, κἄν πού τι καὶ ἀφέρο
παζον τοῦ πυρὸς, ὁμόσε τούτῳ χωροῦντες καὶ τοῦ
λαβεῖν τι ἐν δυτέρῳ τιθέμενοι τὴν παρακινδύνευσιν,
εὐθὺς κατὰ τούτων ἐῤῥίπτουν καὶ ἐπωμάτιζον. Αὐτ
τοὶ δὲ τῷ μὲν ἅπαξ ἁλόντι οὐκ ἔχοντες προσαμύ
νειν, προκαταλαμβάνοντες δὲ τὰ ἐξωτέρω κείμενα
προανᾑροῦντο καὶ μετεκόμιζον, καὶ οὕτω τὴν τρο
οὐ γὰρ ἐπ’ ὀλίγον ἐπιδραμόν, ἀλλ’ ὅσον εἰκάσαιτ’ ἄν τις, καταταχῆσαν καὶ αὐτὴν μέσην τὴν πόλιν ἐν ἀκαρεῖ περιλήψεσθαι, πολλῶν μὲν οἰκιῶν κάλλη πολλὰ δ’ ἐν αὐταῖς ἀποτιθέμενα δαρδάπτον, καὶ τὰ δεινὰ τοῖς πόρρωθεν ἀπειλοῦν, οὐ πρότερον ἔστη, πρὶν ἂν ἀμφόδοις περιπεσὸν εἰς πλάτος ἐνδούσαις χειροποιήτως τῶν ἐχόντων φθασάντων καταβαλεῖν καὶ προαρπάσαι τὴν ὕλην, ἐκεῖσε φθάσαν οὐχ οἷόν τ’ ἦν ἐκπηδῆσαι καὶ τῶν καταντικρὺ παμφάγοις ἐπιδράξασθαι τοῖς ὀδοῦσιν. ἐπεὶ γὰρ πάντα τὰ κύκλῳ φρέατα ἐξαντλήσαντες οὐκ ἀποχρῶν εἶχον τὸ ὕδωρ πρὸς τὴν τοιαύτην ῥύμην πυρός, ἐκείνοις μὲν τὸ λοιπὸν ἀντὶ ταμιείων ἐχρῶντο, κἄν πού τι καὶ ἀφήρπαζον τοῦ πυρός, ὁμόσε τούτῳ χωροῦντες καὶ τοῦ λαβεῖν τι ἐν δευτέρῳ τιθέμενοι τὴν παρακινδύνευσιν, εὐθὺς κατὰ τούτων ἐρρίπτουν καὶ ἐπωμάτιζον.
ἀπρῶτος ἔμελλε τὰ συνήθη, τοῖς δέ γε ἀρχιερεῦσιν τῷ Νυμφαίῳ ἐνδιατρίβοντα ἐποίει θαυμάζειν, καὶ
ἐφίησι τὸν τῆς Ἐκκλησίας ζητεῖν προστησόμενον.
κ'. Περὶ τῆς πυρπολήσεως τῆς μεγάλης αγοράς
τῆς πόλεως.
Τέως δὲ πρὸ τοῦ τάδε γενέσθαι δυσὶ πρότερον χρό
γας, καὶ ἀφίημι τὰ κατὰ τὴν περαίαν τὴν δυτι
χὴν, ὡς καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ἐνεπρήσθη, οὕτω συμβάν,
ἐπὶ Γρηγορίου πατριαρχοῦντος. Αλλ᾿ οὖν κατὰ
μήνα μεσοῦντα Μουνυχιῶνα, ὑπ' ἀφὰς λύχνων, ἐντὸς
τῆς μεγαλοπόλεως, ὅπου τὸ τῆς ἀγορᾶς μεσαίτατον,
ἀπὸ τῆς βασιλικής λεγομένης πύλης ἄρχεται τὸ
δεινόν. Καὶ πάντα τὰ κύκλῳ περιλαβὼν τὸ παμφάγον
καὶ ἀνυπόστατον πῦρ, οἰκίας ἐκείνας πληθούσας
παντοίων τῶν εἰς πραγματείαν εἰδῶν αὐτονυχεί δια
νεμηθὲν ἡμάθυνε τὸ παράπαν, ὥστε καὶ γυμνοὺς
ἐκφυγεῖν τοὺς ἐνῳχημένους, [Ρ. 119] μὴ ὅτι γε
πλούτου καὶ περιουσίας, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ἐνδυμά
των, καὶ μηδὲν πλέον ἐγκαταλειφθῆναι πρωίας ὅτι
μὴ κεράμων κατεαγότα όστρακα καὶ ἤλους σφίσιν
ἐνειλημένους, ἀφέτους τῶν ξύλων οἷς συνέχοντες είν
χοντο. Καί γε τὸ τῆς ἀγορᾶς κάλλος ὡς πεδίον ἀφα
νισμού κατεφαίνετο. Ο μηδ' αὐτὸν βασιλέα λαθὸν
ἐφ' ἡμέραις ζητεῖν, εἰ πού τις Βυζαντίοθεν παρα
βάλλοι, ὅπως καὶ ἀφ᾽ εἴων τῶν αἰτιῶν γέγονεν. Οὐ
γὰρ ἐπ' ὀλίγον ἐπιδραμόν, ἀλλ' ὅσον εἰκάσαιτ' ἄν
τις, καταταχῆσαν καὶ αὐτὴν μέσην τὴν πόλιν ἐν
ἀκαρεῖ περιλήψεσθαι, πολλῶν μὲν οἰκιῶν κάλλη,
πολλὰ δ' ἐν αὐταῖς ἀποτιθέμενα δαρδάπτον, καὶ τὰ
δεινὰ τοῖς πόρρωθεν ἀπειλοῦν, οὐ πρότερον ἔστη,
πρὶν ἂν ἀμφόδοις περιπεσον εἰς πλάτος ἐνδούσαις
χειροποιήτως τῶν ἐχόντων φθασάντων καταβαλεῖν
καὶ προαρπάσαι τὴν ὕλην, ἐκεῖσε φθάσαν οὐχ οἷόν τ'
ἦν ἐκπηδῆσαι καὶ τῶν καταντικρὺ παμφάγοις ἐπισ
δράξασθαι τοῖς ὁδοῦσιν. Ἐπεὶ γὰρ πάντα τὰ κύκλῳ
φρέατα εξαντλήσαντες οὐκ ἀποχρῶν εἶχον τὸ ὕδωρ
πρὸς τὴν τοιαύτην ῥύμην πυρὸς, ἐκείνοις μὲν τὸ
λοιπὸν ἀντὶ ταμιείων ἐχρῶντο, κἄν πού τι καὶ ἀφέρο
παζον τοῦ πυρὸς, ὁμόσε τούτῳ χωροῦντες καὶ τοῦ
λαβεῖν τι ἐν δυτέρῳ τιθέμενοι τὴν παρακινδύνευσιν,
εὐθὺς κατὰ τούτων ἐῤῥίπτουν καὶ ἐπωμάτιζον. Αὐτ
τοὶ δὲ τῷ μὲν ἅπαξ ἁλόντι οὐκ ἔχοντες προσαμύ
νειν, προκαταλαμβάνοντες δὲ τὰ ἐξωτέρω κείμενα
προανᾑροῦντο καὶ μετεκόμιζον, καὶ οὕτω τὴν τρο
PG 144:199αὐτοὶ δὲ τῷ μὲν ἅπαξ ἁλόντι οὐκ ἔχοντες προσαμύνειν, προκαταλαμβάνοντες δὲ τὰ ἐξωτέρω κείμενα προανῃροῦντο καὶ μετεκόμιζον, καὶ οὕτω τὴν τροφὴν τοῦ πυρὸς ἐκποδὼν ποιοῦντες τῇ ἀτροφίᾳ τὸ θηρίον ἀσθενέστερον ἀπειργάζοντο, κἀντεῦθεν μόλις κατ’ ὀλίγον ἐξασθενοῦντος περιεγένοντο, οὐχ ἧττον τῶν παλαιῶν ἐμπρησμῶν καὶ αὑτοῦ τὴν ἰδίαν μνήμην καὶ εἰς τὸ ἐπιὸν καταλείψαντος. ἀλλὰ καὶ αὖθις συνελθόντες οἷς ἐκεῖνα διέφερον, καὶ μόλις γυμνὰ μόνα τὰ ἐδάφη γνωρίσαντες ἀπό τινων ἀμυδρῶν σημείων, δαψιλέστερον ἐποικοδομοῦνται, βασιλέως ἀπόντος, ὥστ’ ἐπὶ μόναις ἀκοαῖς ἐκείνου τὸ πάθος στῆναι, οὐ μὴν δὲ καὶ αὐταῖς ὄψεσιν. ἐφίσταται γὰρ ἀνοικοδομηθεῖσι λαμπρότερα, καὶ ἁλμυρὰν ἀκοὴν αἱ πότιμοι τῆς ὄψεως ὀπωπαὶ ἰδόντος μεθ’ ἱλαρότητος ἀπεκλύσαντο. 26.
φὴν τοῦ πυρὸς ἐκποδὼν ποιοῦντες τῇ ἀτροφίᾳ τὸ ρου λογίους, καὶ σύναμ' ἐκείνοις καὶ πατριάρχην,
θηρίον ἀσθενέστερον ἀπειργάζοντο, κάντεῦθεν μόλις
κατ' ὀλίγον ἐξασθενοῦντος περιεγένοντο, οὐχ ἧττον
τῶν παλαιῶν ἐμπρησμῶν καὶ αὑτοῦ τὴν ἰδίαν μνή.
μην καὶ εἰς τὸ ἐπιὸν καταλείψαντος. ᾿Αλλὰ καὶ αὖ
Οις συνελθόντες οἷς ἐκεῖνα διέφερον, και μόλις
γυμνὰ μόνα τὰ ἐδάφη γνωρίσαντες από τινων ἀμυσ
δρῶν σημείων, δαψιλέστερον ἐποικοδομούνται, βασι
λέως ἀπόντος, ὥστ᾽ ἐπὶ μόναις ἀκοαῖς τὸ πάθος
στῆναι, οὐ μὴν δὲ καὶ αὐταῖς ὄψεσιν. Ἐφίσταται
γὰρ ἀνοικοδομηθεῖσι λαμπρότερα, καὶ ἀλμυρὰν ἀκοὴν
αἱ πότιμοι τῆς ὄψεως όπωπαὶ ἰδόντος μεθ᾽ ἱλαρότη
τις ἀπεκλύσαντο.
κς'. Περὶ τοῦ μετὰ τοῦ πρωτοβεστιαρίου Μουζά
λωνος κήδους τοῦ βασιλέως.
Ρ. 120] Αὐτὸς δὲ μετὰ τοῦ πρωτοβεστιαρίου καὶ
μεγάλου λογοθέτου κήδους συνάλλαγμα ποιησόμενος,
ὥστε τὸν τοῦ βασιλέως αὐτάδελφον Θεόδωρον εἰς γάτ
μον ἀγαγέσθαι τὴν τοῦ Μουζάλωνος, ἐπεί γε κατηγ
γυημένης ούσης τῆς κόρης συνέπη τι ἐκ νοθείας
πρός τινα τῶν ταύτης συγγενῶν, φερούσης ἀμφισ
βήτησιν τῆς ζητήσεως εἰ κεκώλυται τὸ συνάλλαγμα,
συνῆγε μὲν ἀρχιερεῖς, συνῆγε δὲ καὶ τοὺς τοῦ κλή
ἐκεῖτε ὄντος καὶ τοῦ πρωτοβεστιαρίου· οὐδὲ γὰρ ἡ
νόσος εἴα μακράν που τῶν ἀνακτόρων κατασκηνοῦν,
ἀλλ' αὐτό που διόλου ἔν τινι τῶν βασιλικῶν οἰκης
μάτων. Ἐκεῖ τοίνυν συναγομένων αἱ σκέψεις έγι
νοντο, εἰ ἐγχωρεῖ πορνείας ἐκείνης προβάσης συν
ίστασθαι τὸ συνάλλαγμα· καὶ ἐπεὶ τοῖς μὲν, τοῖς
δ' οὐδ᾽ ὅλως ἐδόκει, ὁ βασιλεὺς ἀγάλλειν ἐθέλων ἐκεῖ
νον ᾧ δὴ καὶ συνεργῷ καὶ συμβούλῳ πρὸς πάντ'
ἐχρῆτο πρακτικωτάτῳ, τὸ ἀμφίβολον παρεικώς, τῷ
μὲν ἀδελφῷ τὴν τοῦ πιγκέρνη Αιβαδαρίου θυγατέρα
ἐκ πρωτοβεστιαρίου ἐξευγενιζομένην πάππου συνε
ζεύγνυ πρὸς γάμους, τὴν δὲ τοῦ πρωτοβεστιαρίου
Μουζάλωνος τῷ ἰδίῳ παιδὶ Κωνσταντίνῳ κατηγ
γυᾶτο. Αλλ' οὔτε ὁ Κωνσταντίνος δεσπότης ἦν πω
ἐξ ἀξιώματος, μόνῳ δὲ τῷ υἱὸς βασιλέως εἶναι περι
φανῶς ἐκλείζετο, οὔτε μὴν ὁ πρωτοβεστιάριος ζῶν
εἶδε τοὺς γάμους, ἀλλ' ἐν ἐλπίσι μόναις, καὶ προσο
δοκίαις ἐτελεύτα τὸν βίον. Τὸ δέ γε εἰς τέλος ἐξέβη
προβληθέντος καὶ δεσπότου τοῦ Κωνσταντίνου, οὗ
δὴ ὁ Θεόδωρος οὐκ ἠξίωτο. Ἐκεῖνον γὰρ καὶ λίαν ἡ
μήτηρ ὀρεγομένη δεσπότην κατιδεῖν παρὰ τἀδελφοῦ
καὶ βασιλέως φημισθέντα, καὶ πολλὰ τὸν υἱὸν ἀναγ
Αὐτὸς δὲ μετὰ τοῦ πρωτοβεστιαρίου καὶ μεγάλου λογοθέτου κήδους συνάλλαγμα ποιησόμενος, ὥστε τὸν τοῦ βασιλέως αὐτάδελφον Θεόδωρον εἰς γάμον ἀγαγέσθαι τὴν τοῦ Μουζάλωνος, ἐπεί γε κατηγγυημένης οὔσης τῆς κόρης συνέβη τι ἐκ νοθείας πρός τινα τῶν ταύτης συγγενῶν, φερούσης ἀμφισβήτησιν τῆς ζητήσεως εἰ κεκώλυται τὸ συνάλλαγμα, συνῆγε μὲν ἀρχιερεῖς συνῆγε δὲ καὶ τοὺς τοῦ κλήρου λογίους, καὶ συνάμ’ ἐκείνοις καὶ πατριάρχην, ἐκεῖσε ὄντος καὶ τοῦ πρωτοβεστιαρίου· οὐδὲ γὰρ ἡ νόσος εἴα μακράν που τῶν ἀνακτόρων κατασκηνοῦν, ἀλλ’ αὐτό που διόλου ἔν τινι τῶν βασιλικῶν οἰκημάτων. ἐκεῖ τοίνυν συναγομένων αἱ σκέψεις ἐγίνοντο, εἰ ἐγχωρεῖ πορνείας ἐκείνης προβάσης συνίστασθαι τὸ συνάλλαγμα· καὶ ἐπεὶ τοῖς μὲν τοῖς δ’ οὐδ’ ὅλως ἐδόκει, ὁ βασιλεὺς ἀγάλλειν ἐθέλων ἐκεῖνον ᾧ δὴ καὶ συνέργῳ καὶ συμβούλῳ πρὸς πάντ’ ἐχρᾶτο πρακτικωτάτῳ, τὸ ἀμφίβολον παρεικώς, τῷ μὲν ἀδελφῷ τὴν τοῦ πιγκέρνη Λιβαδαρίου θυγατέρα ἐκ πρωτοβεστιαρίου ἐξευγενιζομένην πάππου συνεζεύγνυ πρὸς γάμους, τὴν δὲ τοῦ πρωτοβεστιαρίου Μουζάλωνος τῷ ἰδίῳ παιδὶ Κωνσταντίνῳ κατηγγυᾶτο.
φὴν τοῦ πυρὸς ἐκποδὼν ποιοῦντες τῇ ἀτροφίᾳ τὸ ρου λογίους, καὶ σύναμ' ἐκείνοις καὶ πατριάρχην,
θηρίον ἀσθενέστερον ἀπειργάζοντο, κάντεῦθεν μόλις
κατ' ὀλίγον ἐξασθενοῦντος περιεγένοντο, οὐχ ἧττον
τῶν παλαιῶν ἐμπρησμῶν καὶ αὑτοῦ τὴν ἰδίαν μνή.
μην καὶ εἰς τὸ ἐπιὸν καταλείψαντος. ᾿Αλλὰ καὶ αὖ
Οις συνελθόντες οἷς ἐκεῖνα διέφερον, και μόλις
γυμνὰ μόνα τὰ ἐδάφη γνωρίσαντες από τινων ἀμυσ
δρῶν σημείων, δαψιλέστερον ἐποικοδομούνται, βασι
λέως ἀπόντος, ὥστ᾽ ἐπὶ μόναις ἀκοαῖς τὸ πάθος
στῆναι, οὐ μὴν δὲ καὶ αὐταῖς ὄψεσιν. Ἐφίσταται
γὰρ ἀνοικοδομηθεῖσι λαμπρότερα, καὶ ἀλμυρὰν ἀκοὴν
αἱ πότιμοι τῆς ὄψεως όπωπαὶ ἰδόντος μεθ᾽ ἱλαρότη
τις ἀπεκλύσαντο.
κς'. Περὶ τοῦ μετὰ τοῦ πρωτοβεστιαρίου Μουζά
λωνος κήδους τοῦ βασιλέως.
Ρ. 120] Αὐτὸς δὲ μετὰ τοῦ πρωτοβεστιαρίου καὶ
μεγάλου λογοθέτου κήδους συνάλλαγμα ποιησόμενος,
ὥστε τὸν τοῦ βασιλέως αὐτάδελφον Θεόδωρον εἰς γάτ
μον ἀγαγέσθαι τὴν τοῦ Μουζάλωνος, ἐπεί γε κατηγ
γυημένης ούσης τῆς κόρης συνέπη τι ἐκ νοθείας
πρός τινα τῶν ταύτης συγγενῶν, φερούσης ἀμφισ
βήτησιν τῆς ζητήσεως εἰ κεκώλυται τὸ συνάλλαγμα,
συνῆγε μὲν ἀρχιερεῖς, συνῆγε δὲ καὶ τοὺς τοῦ κλή
ἐκεῖτε ὄντος καὶ τοῦ πρωτοβεστιαρίου· οὐδὲ γὰρ ἡ
νόσος εἴα μακράν που τῶν ἀνακτόρων κατασκηνοῦν,
ἀλλ' αὐτό που διόλου ἔν τινι τῶν βασιλικῶν οἰκης
μάτων. Ἐκεῖ τοίνυν συναγομένων αἱ σκέψεις έγι
νοντο, εἰ ἐγχωρεῖ πορνείας ἐκείνης προβάσης συν
ίστασθαι τὸ συνάλλαγμα· καὶ ἐπεὶ τοῖς μὲν, τοῖς
δ' οὐδ᾽ ὅλως ἐδόκει, ὁ βασιλεὺς ἀγάλλειν ἐθέλων ἐκεῖ
νον ᾧ δὴ καὶ συνεργῷ καὶ συμβούλῳ πρὸς πάντ'
ἐχρῆτο πρακτικωτάτῳ, τὸ ἀμφίβολον παρεικώς, τῷ
μὲν ἀδελφῷ τὴν τοῦ πιγκέρνη Αιβαδαρίου θυγατέρα
ἐκ πρωτοβεστιαρίου ἐξευγενιζομένην πάππου συνε
ζεύγνυ πρὸς γάμους, τὴν δὲ τοῦ πρωτοβεστιαρίου
Μουζάλωνος τῷ ἰδίῳ παιδὶ Κωνσταντίνῳ κατηγ
γυᾶτο. Αλλ' οὔτε ὁ Κωνσταντίνος δεσπότης ἦν πω
ἐξ ἀξιώματος, μόνῳ δὲ τῷ υἱὸς βασιλέως εἶναι περι
φανῶς ἐκλείζετο, οὔτε μὴν ὁ πρωτοβεστιάριος ζῶν
εἶδε τοὺς γάμους, ἀλλ' ἐν ἐλπίσι μόναις, καὶ προσο
δοκίαις ἐτελεύτα τὸν βίον. Τὸ δέ γε εἰς τέλος ἐξέβη
προβληθέντος καὶ δεσπότου τοῦ Κωνσταντίνου, οὗ
δὴ ὁ Θεόδωρος οὐκ ἠξίωτο. Ἐκεῖνον γὰρ καὶ λίαν ἡ
μήτηρ ὀρεγομένη δεσπότην κατιδεῖν παρὰ τἀδελφοῦ
καὶ βασιλέως φημισθέντα, καὶ πολλὰ τὸν υἱὸν ἀναγ
PG 144:201ἀλλ’ οὔτε ὁ Κωνσταντῖνος δεσπότης ἦν πω ἐξ ἀξιώματος, μόνῳ δὲ τῷ υἱὸς βασιλέως εἶναι περιφανῶς ἐκλεί̈ζετο, οὔτε μὴν ὁ πρωτοβεστιάριος ζῶν εἶδε τοὺς γάμους, ἀλλ’ ἐν ἐλπίσι μόναις καὶ προσδοκίαις ἐτελεύτα τὸν βίον. τὸ δέ γε εἰς τέλος ἐξέβη προβληθέντος καὶ δεσπότου τοῦ Κωνσταντίνου, οὗ δὴ ὁ Θεόδωρος οὐκ ἠξίωτο. ἐκεῖνον γὰρ καὶ λίαν ἡ μήτηρ ὀρεγομένη δεσπότην κατιδεῖν παρὰ τἀδελφοῦ καὶ βασιλέως φημισθέντα, καὶ πολλὰ τὸν υἱὸν ἀναγκάζουσα, οὐκ ἐτύγχανε τῆς ἐφέσεως, οὐχ ὅτι ἦν τῇ μητρὶ ἀπειθὴς ὁ κρατῶν, ἀλλ’ ὅτι τὸ εὐλαβὲς καὶ θεοσεβὲς διεκώλυεν· ἔφθασε γὰρ ὁ κρατῶν οὕτω συμβὰν ὅρκοις ἀπειπεῖν αὐτῷ τὸ ἀξίωμα, καὶ διὰ τοῦτο τηρῶν τὴν ὁρκωμοσίαν οὐκ ἤθελε δεσπότην ἐγκαθιστᾶν. διδόντος δὲ διὰ ταῦτα τὸ σεβαστοκρατορικὸν ἀξίωμα, ἐκεῖνος οὐ κατεδέχετο. κἀντεῦθεν ἀγέραστος ἦν, ὅσον ἐξ ὀφφικίου καὶ ἀξιώματος, μόνῳ δὲ τῷ βασιλέως μὲν υἱὸς βασιλέως δ’ ἀδελφὸς εἶναί τε καὶ κεκλῆσθαι, καὶ τῶν Ῥωμαίων δεσπόσυνος, ἐκλεί̈ζετο. 27. Ἐπεὶ δὲ καὶ τῇ τοῦ θεοῦ ἐκκλησίᾳ τοῦ προστησομένου ἔδει, ἐζητεῖτο ὁ δοκῶν ἄξιος.
κάζουσα, οὐκ ἐτύγχανε τῆς ἐφέσεως, οὐχ ὅτι ἦν τῇ χου. Οὗτος εὐγηρως ὢν καὶ πραῦς ἀνὴρ καὶ τὸ σύν
μητρὶ ἀπειθῆς ὁ κρατῶν, ἀλλ' ὅτι τὸ εὐλαβὲς καὶ
θεοσεβές διεκώλυεν· ἔφθασε γὰρ ὁ κρατῶν οὕτω
συμβάν [Ρ. 121] ὅρκοις ἀπειπεῖν αὐτῷ τὸ ἀξίωμα,
καὶ διὰ τοῦτο τηρῶν τὴν ὁρκωμοσίαν οὐκ ἤθελε δι
σπότην ἐγκαθιστᾷν. Διδόντος δὲ διὰ ταῦτα τὸ σενα
στοκρατορικὸν ἀξίωμα, ἐκεῖνος οὐ κατεδέχετο. Κάν
τεῦθεν ἀγέραστος ἦν, ὅσον ἐξ ὀφφικίου καὶ ἀξιώμα
τος, μόνῳ δὲ τῷ βασιλέως μὲν υἱὸς, βασιλέως δ'
ἀδελφὸς εἶναί τε καὶ πεκλῆσθαι, καὶ τῶν Ῥωμαίων
δεσπόσυνος, ἐκλεΐζετο.
κζ'. Τὰ περὶ τοῦ Ἱερομονάχου καὶ πνευματικοῦ
τοῦ βασιλέως Κοσμά.
Ἐπεὶ δὲ καὶ τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ τοῦ προστη
σομένου ἔδει, ἐζητεῖτο ὁ δοκῶν ἄξιος. Ευρίσκετό τις
ἀνὰ τὴν πόλιν Κοσμᾶς μοναχός, ἐκ Σωζοπόλεως μὲν
τὸ γένος ἕλκων, ἐπὶ χρόνοις δὲ καὶ συζύγῳ συζήσας
καὶ βίον ἱερατικὸν ἰδικῶς ἐξηνυχώς, ἣν δὴ καὶ πά
και καταλιπών μονάζειν αἱρεῖται σύναμ᾽ ἀδελφῷ καὶ
παιδί· καὶ δὴ καὶ ἐς πόλιν ὕστερον καταντήσας, ἐν
τῇ τοῦ ἀρχιστρατήγου τοῦ βασιλέως μονῇ ἄλλας τε
διακονίας ἐξήνυε καὶ αὐτὴν δὴ τὴν τοῦ ἐκκλησιάς
ολον ταπεινό; τε καὶ ἤμερος, κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖ.
νον τὸν τοῦ σκανδάλου, ἐπεὶ καὶ πέμπων ὁ βασιλεὺς
μαθεῖν ἤθελε τοὺς τῆς οἰκείας μονῆς ὅπως ἐπὶ τοῖς
πραττομένοις γνώμης ἔχουσι, καὶ ὁποῖοι μὲν οἱ τῳ
θελήματα σε προσκείμενοι, ὡς προσμενοῦντες τῇ
μονῇ καὶ ἔτι, ὁποῖοι δὲ καὶ ὅσοι οἱ ἐναντίως ἔχοντες,
ὡς αὐτίκα τῆς μονῆς ἀπελαθησόμενοι, μέρος γίνε
ται καὶ οὗτος τῶν ἀνθισταμένων, καὶ μετὰ χρονίαν
ἑκούσιον φυλακὴν ἐν τῷ συγκαρτερεῖν τοῖς ἐγκλεί
στοις μεσιτείαις τοῦ ᾿Αλεξανδρείας ἀπολυθεὶς, τὸν
πρώην καιρὸν ἔχων ἐν τῷ οἰκείῳ τόπῳ κελλίον με
ναχικὸν ἐν νήσῳ τῆς θαλάσσης ἐκείνης ἐκεῖ κατα
σκηνοί. Ο μέντοι γε τηνικάδε μέγας κονοσταῦλος ὁ
Ταρχανειώτης Γλαβάς, ἂν καὶ πρωτοστράτορα [Ρ. 122]
ὁ κρατῶν μετὰ ταῦτα ἐποίει, πολὺ τοῖς τῇδε τό
τοῖς ἐνδιατρίβων (καὶ γὰρ ἐπετέτραπτό οἱ τάκεί
πρὸς βασιλέως), ἰδὼν κἀκεῖνον, ἄλλως τε καὶ φιλο
μόναχος ὢν καὶ φιλάρετος, ἐνησμένιζε τῷ τοῦ ἀν
δρὸς ἤθει, καὶ οἷον συντακεὶς αὐτῷ κατά τινα διά
θεσιν πολλοῖς τισιν ἐδωρεῖτο καὶ ἐκυβέρνα οἰκτιρμού
τρόποις καὶ χάριτος. Εἶτα καὶ βασιλεῖ ἀναγγέλλει τα
εὑρίσκετό τις ἀνὰ τὴν πόλιν Κοσμᾶς μοναχός, ἐκ Σωζοπόλεως μὲν τὸ γένος ἕλκων, ἐπὶ χρόνοις δὲ καὶ συζύγῳ συζήσας καὶ βίον ἱερατικὸν ἰδικῶς ἐξηνυκώς, ἣν δὴ καὶ πάλαι καταλιπὼν μονάζειν αἱρεῖται συνάμ’ ἀδελφῷ καὶ παιδί· καὶ δὴ καὶ ἐς πόλιν ὕστερον καταντήσας, ἐν τῇ τοῦ ἀρχιστρατήγου τοῦ βασιλέως μονῇ ἄλλας τε διακονίας ἐξήνυε καὶ αὐτὴν δὴ τὴν τοῦ ἐκκλησιάρχου. οὗτος εὔγηρως ὢν καὶ πραὺ̈ς ἀνὴρ καὶ τὸ σύνολον ταπεινός τε καὶ ἥμερος, κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον τὸν τοῦ σκανδάλου, ἐπεὶ καὶ πέμπων ὁ βασιλεὺς μαθεῖν ἤθελε τοὺς τῆς οἰκείας μονῆς ὅπως ἐπὶ τοῖς πραττομένοις γνώμης ἔχουσι, καὶ ὁποῖοι μὲν οἱ τῷ θελήματί οἱ προσκείμενοι, ὡς προσμενοῦντες τῇ μονῇ καὶ ἔτι, ὁποῖοι δὲ καὶ ὅσοι οἱ ἐναντίως ἔχοντες, ὡς αὐτίκα τῆς μονῆς ἀπελαθησόμενοι, μέρος γίνεται καὶ οὗτος τῶν ἀνθισταμένων, καὶ μετὰ χρονίαν ἑκούσιον φυλακὴν ἐν τῷ συγκαρτερεῖν τοῖς ἐγκλείστοις μεσιτείαις τοῦ Ἀλεξανδρείας ἀπολυθείς, τὸν πρώην καιρὸν ἔχων ἐν τῷ οἰκείῳ τόπῳ κελλίον μοναχικὸν ἐν νήσῳ τῆς θαλάσσης ἐκείνης ἐκεῖ κατασκηνοῖ.
κάζουσα, οὐκ ἐτύγχανε τῆς ἐφέσεως, οὐχ ὅτι ἦν τῇ χου. Οὗτος εὐγηρως ὢν καὶ πραῦς ἀνὴρ καὶ τὸ σύν
μητρὶ ἀπειθῆς ὁ κρατῶν, ἀλλ' ὅτι τὸ εὐλαβὲς καὶ
θεοσεβές διεκώλυεν· ἔφθασε γὰρ ὁ κρατῶν οὕτω
συμβάν [Ρ. 121] ὅρκοις ἀπειπεῖν αὐτῷ τὸ ἀξίωμα,
καὶ διὰ τοῦτο τηρῶν τὴν ὁρκωμοσίαν οὐκ ἤθελε δι
σπότην ἐγκαθιστᾷν. Διδόντος δὲ διὰ ταῦτα τὸ σενα
στοκρατορικὸν ἀξίωμα, ἐκεῖνος οὐ κατεδέχετο. Κάν
τεῦθεν ἀγέραστος ἦν, ὅσον ἐξ ὀφφικίου καὶ ἀξιώμα
τος, μόνῳ δὲ τῷ βασιλέως μὲν υἱὸς, βασιλέως δ'
ἀδελφὸς εἶναί τε καὶ πεκλῆσθαι, καὶ τῶν Ῥωμαίων
δεσπόσυνος, ἐκλεΐζετο.
κζ'. Τὰ περὶ τοῦ Ἱερομονάχου καὶ πνευματικοῦ
τοῦ βασιλέως Κοσμά.
Ἐπεὶ δὲ καὶ τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ τοῦ προστη
σομένου ἔδει, ἐζητεῖτο ὁ δοκῶν ἄξιος. Ευρίσκετό τις
ἀνὰ τὴν πόλιν Κοσμᾶς μοναχός, ἐκ Σωζοπόλεως μὲν
τὸ γένος ἕλκων, ἐπὶ χρόνοις δὲ καὶ συζύγῳ συζήσας
καὶ βίον ἱερατικὸν ἰδικῶς ἐξηνυχώς, ἣν δὴ καὶ πά
και καταλιπών μονάζειν αἱρεῖται σύναμ᾽ ἀδελφῷ καὶ
παιδί· καὶ δὴ καὶ ἐς πόλιν ὕστερον καταντήσας, ἐν
τῇ τοῦ ἀρχιστρατήγου τοῦ βασιλέως μονῇ ἄλλας τε
διακονίας ἐξήνυε καὶ αὐτὴν δὴ τὴν τοῦ ἐκκλησιάς
ολον ταπεινό; τε καὶ ἤμερος, κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖ.
νον τὸν τοῦ σκανδάλου, ἐπεὶ καὶ πέμπων ὁ βασιλεὺς
μαθεῖν ἤθελε τοὺς τῆς οἰκείας μονῆς ὅπως ἐπὶ τοῖς
πραττομένοις γνώμης ἔχουσι, καὶ ὁποῖοι μὲν οἱ τῳ
θελήματα σε προσκείμενοι, ὡς προσμενοῦντες τῇ
μονῇ καὶ ἔτι, ὁποῖοι δὲ καὶ ὅσοι οἱ ἐναντίως ἔχοντες,
ὡς αὐτίκα τῆς μονῆς ἀπελαθησόμενοι, μέρος γίνε
ται καὶ οὗτος τῶν ἀνθισταμένων, καὶ μετὰ χρονίαν
ἑκούσιον φυλακὴν ἐν τῷ συγκαρτερεῖν τοῖς ἐγκλεί
στοις μεσιτείαις τοῦ ᾿Αλεξανδρείας ἀπολυθεὶς, τὸν
πρώην καιρὸν ἔχων ἐν τῷ οἰκείῳ τόπῳ κελλίον με
ναχικὸν ἐν νήσῳ τῆς θαλάσσης ἐκείνης ἐκεῖ κατα
σκηνοί. Ο μέντοι γε τηνικάδε μέγας κονοσταῦλος ὁ
Ταρχανειώτης Γλαβάς, ἂν καὶ πρωτοστράτορα [Ρ. 122]
ὁ κρατῶν μετὰ ταῦτα ἐποίει, πολὺ τοῖς τῇδε τό
τοῖς ἐνδιατρίβων (καὶ γὰρ ἐπετέτραπτό οἱ τάκεί
πρὸς βασιλέως), ἰδὼν κἀκεῖνον, ἄλλως τε καὶ φιλο
μόναχος ὢν καὶ φιλάρετος, ἐνησμένιζε τῷ τοῦ ἀν
δρὸς ἤθει, καὶ οἷον συντακεὶς αὐτῷ κατά τινα διά
θεσιν πολλοῖς τισιν ἐδωρεῖτο καὶ ἐκυβέρνα οἰκτιρμού
τρόποις καὶ χάριτος. Εἶτα καὶ βασιλεῖ ἀναγγέλλει τα
ὁ μέντοι γε τηνικάδε μέγας κονοσταῦλος ὁ Ταρχανειώτης Γλαβᾶς, ὃν καὶ πρωτοστράτορα ὁ κρατῶν μετὰ ταῦτα ἐποίει, πολὺ τοῖς τῇδε τόποις ἐνδιατρίβων (καὶ γὰρ ἐπετέτραπτό οἱ τἀκεῖ πρὸς βασιλέως) ἰδὼν κἀκεῖνον, ἄλλως τε καὶ φιλομόναχος ὢν καὶ φιλάρετος, ἐνησμένιζε τῷ τοῦ ἀνδρὸς ἤθει, καὶ οἷον συντακεὶς αὐτῷ κατά τινα διάθεσιν πολλοῖς τισὶν ἐδωρεῖτο καὶ ἐκυβέρνα οἰκτιρμοῦ τρόποις καὶ χάριτος. εἶτα καὶ βασιλεῖ ἀναγγέλλει τὰ περὶ τούτου, καί οἱ ποιεῖται τὸν ἄνδρα ἐράσμιόν τε καὶ ποθεινὸν ἰδεῖν. διὰ ταῦτα καὶ ἄγων συνίστησί τε αὐτῷ βασιλεῖ καὶ τὴν ἰδίαν μονὴν τὴν τῆς παμμακαρίστου θεοτόκου εἰς χεῖρας δίδωσιν. ὁ μέντοι γε βασιλεὺς καὶ λίαν ἐνησμένισε τῷ ἀνδρί, καί οἱ ἀγαπήσας τὸ ἦθος ἐν πνευματικοῖς ἔταττεν αὐτὸν πατράσι, καὶ ἀπεδίδου τιμὴν τὴν προσήκουσαν. μαρτύριον δέ·
κάζουσα, οὐκ ἐτύγχανε τῆς ἐφέσεως, οὐχ ὅτι ἦν τῇ χου. Οὗτος εὐγηρως ὢν καὶ πραῦς ἀνὴρ καὶ τὸ σύν
μητρὶ ἀπειθῆς ὁ κρατῶν, ἀλλ' ὅτι τὸ εὐλαβὲς καὶ
θεοσεβές διεκώλυεν· ἔφθασε γὰρ ὁ κρατῶν οὕτω
συμβάν [Ρ. 121] ὅρκοις ἀπειπεῖν αὐτῷ τὸ ἀξίωμα,
καὶ διὰ τοῦτο τηρῶν τὴν ὁρκωμοσίαν οὐκ ἤθελε δι
σπότην ἐγκαθιστᾷν. Διδόντος δὲ διὰ ταῦτα τὸ σενα
στοκρατορικὸν ἀξίωμα, ἐκεῖνος οὐ κατεδέχετο. Κάν
τεῦθεν ἀγέραστος ἦν, ὅσον ἐξ ὀφφικίου καὶ ἀξιώμα
τος, μόνῳ δὲ τῷ βασιλέως μὲν υἱὸς, βασιλέως δ'
ἀδελφὸς εἶναί τε καὶ πεκλῆσθαι, καὶ τῶν Ῥωμαίων
δεσπόσυνος, ἐκλεΐζετο.
κζ'. Τὰ περὶ τοῦ Ἱερομονάχου καὶ πνευματικοῦ
τοῦ βασιλέως Κοσμά.
Ἐπεὶ δὲ καὶ τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ τοῦ προστη
σομένου ἔδει, ἐζητεῖτο ὁ δοκῶν ἄξιος. Ευρίσκετό τις
ἀνὰ τὴν πόλιν Κοσμᾶς μοναχός, ἐκ Σωζοπόλεως μὲν
τὸ γένος ἕλκων, ἐπὶ χρόνοις δὲ καὶ συζύγῳ συζήσας
καὶ βίον ἱερατικὸν ἰδικῶς ἐξηνυχώς, ἣν δὴ καὶ πά
και καταλιπών μονάζειν αἱρεῖται σύναμ᾽ ἀδελφῷ καὶ
παιδί· καὶ δὴ καὶ ἐς πόλιν ὕστερον καταντήσας, ἐν
τῇ τοῦ ἀρχιστρατήγου τοῦ βασιλέως μονῇ ἄλλας τε
διακονίας ἐξήνυε καὶ αὐτὴν δὴ τὴν τοῦ ἐκκλησιάς
ολον ταπεινό; τε καὶ ἤμερος, κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖ.
νον τὸν τοῦ σκανδάλου, ἐπεὶ καὶ πέμπων ὁ βασιλεὺς
μαθεῖν ἤθελε τοὺς τῆς οἰκείας μονῆς ὅπως ἐπὶ τοῖς
πραττομένοις γνώμης ἔχουσι, καὶ ὁποῖοι μὲν οἱ τῳ
θελήματα σε προσκείμενοι, ὡς προσμενοῦντες τῇ
μονῇ καὶ ἔτι, ὁποῖοι δὲ καὶ ὅσοι οἱ ἐναντίως ἔχοντες,
ὡς αὐτίκα τῆς μονῆς ἀπελαθησόμενοι, μέρος γίνε
ται καὶ οὗτος τῶν ἀνθισταμένων, καὶ μετὰ χρονίαν
ἑκούσιον φυλακὴν ἐν τῷ συγκαρτερεῖν τοῖς ἐγκλεί
στοις μεσιτείαις τοῦ ᾿Αλεξανδρείας ἀπολυθεὶς, τὸν
πρώην καιρὸν ἔχων ἐν τῷ οἰκείῳ τόπῳ κελλίον με
ναχικὸν ἐν νήσῳ τῆς θαλάσσης ἐκείνης ἐκεῖ κατα
σκηνοί. Ο μέντοι γε τηνικάδε μέγας κονοσταῦλος ὁ
Ταρχανειώτης Γλαβάς, ἂν καὶ πρωτοστράτορα [Ρ. 122]
ὁ κρατῶν μετὰ ταῦτα ἐποίει, πολὺ τοῖς τῇδε τό
τοῖς ἐνδιατρίβων (καὶ γὰρ ἐπετέτραπτό οἱ τάκεί
πρὸς βασιλέως), ἰδὼν κἀκεῖνον, ἄλλως τε καὶ φιλο
μόναχος ὢν καὶ φιλάρετος, ἐνησμένιζε τῷ τοῦ ἀν
δρὸς ἤθει, καὶ οἷον συντακεὶς αὐτῷ κατά τινα διά
θεσιν πολλοῖς τισιν ἐδωρεῖτο καὶ ἐκυβέρνα οἰκτιρμού
τρόποις καὶ χάριτος. Εἶτα καὶ βασιλεῖ ἀναγγέλλει τα
PG 144:203ἐπεὶ τῇ Κωνσταντίνου ἐπιδημήσαντι βασιλεῖ μιᾷ τῶν κυριωνύμων ἡμερῶν οἱ τοῦ κλήρου προσῆλθον, καὶ κατὰ ναὸν ἐν καιρῷ λειτουργίας στάντες ἀπένεμον τὴν προσκύνησιν, διάφοροι ὄντες πατριάρχῃ τότε διὰ τὰ προειρημένα, ὁ βασιλεὺς αὐτοῖς προσποιούμενος τὴν ὀργὴν διὰ ταῦτα, τὸν μυστικὸν πρὸς τὸν συγγραφέα πέμψας, ἐζήτει μαθεῖν περὶ σφῶν παρ’ αὐτοῦ τί παθόντες οὗτοι οὕτως ἀνέδην προσῆλθον, μήδ’ ὅλως ξυνιέντες ὡς ὑπ’ ὀργὴν κεῖνται, τοῦ πατριάρχου ἀποστατήσαντες. τοῦ δ’ ὑπὲρ ἐκείνων ἀπολογουμένου ὡς οὐκ αὐτόθεν ἦλθον ὦ δέσποτα, ἀλλὰ τῷ σῷ πατρὶ προσελθόντες κυρίῳ Κοσμᾷ παρ’ ἐκείνου τὴν πληροφορίαν ἔσχον ὡς σεσυμπάθηνται παρὰ τοῦ κράτους τοῦ σοῦ, αὐτὸς πάλιν ἀνταποστείλας τὸν αὐτὸν μυστικὸν ἄλλα τε πολλὰ προσεμαρτύρει ἀγαθὰ τἀνδρί, καὶ ὡς ἀποθανόντος αὐτίκα, εἰ μὲν ἐκκλησία θέλοι τε καὶ τιμῴη ὡς ἅγιον, καὶ αὐτὸν ἐν πρώτοις τὴν ἐκείνων ἀποδέχεσθαι γνώμην διωμολόγει καὶ τιμᾶν τοῖς προσήκουσιν, εἰ δ’ οὐ δοκιμάζοι τοῦτο ἡ ἐκκλησία, αὐτὸν καὶ αὖθις τῆς αὐτῆς εἶναι γνώμης, καὶ μεγαλύνειν τὸν ἀπελθόντα καὶ τιμᾶν ὡς ἅγιον. τόσον ἐπληροφορεῖτο, ὡς ἐδόκει, βασιλεὺς ἐπ’ αὐτῷ.
ἄνδρα ἐράσμιον σις ἦν, τὸ μὲν καὶ αὖθις καταναγκάζειν τὸν Γεννάδιον
καὶ ἄγων συνί- δοκοῦντα πρὸς τοῦτο χρήσιμον, καθάπαξ ἀπειπάμε
νον τὴν ἀρχιερωσύνην, οὐκ ἔγνωσαν εὐπρεπές, ἄν
δρα δὲ ζητεῖν ἐφ᾽ ᾧπερ ὁ βασιλεὺς πεπληροφόρηται,
τῶν ἀναγκαιοτάτων ἐνόμιζον. Καὶ λοιπὸν οὐδένα εντ
ρισκον τοῦ Κοσμᾶ ἀξιώτερον καὶ ἄλλως ἁρμόδιο
τῷ καιρῷ· μετὰ γὰρ χειμῶνα ἡδὺ τὸ ἔαρ καὶ μετὰ
ζάλην 123] πόθεινὴν γαλήνην εἶναι τοῖς πλέου
σι, καὶ μετὰ τρικυμίας καὶ ζάλας πραγμάτων και
ἠθῶν σκληρῶν ἀνωμαλίαν καὶ κάκωσιν μαλακών
ἦθος καὶ ἤμερον αὐτόθεν ἀπόδεκτον. Οθεν καὶ μιᾶς
γεγονότες γνώμης τοῦτον ψηφίζονται. Ην γὰρ ὁ
ἀνὴρ ταῖς ἀληθείαις, πλὴν ἑνὸς τοῦ ἀμηγέπη φιλο
κερδεῖν ἐξ ἁπλότητος καὶ ἰδιωτείας, ἀλλ' οὐκ ἐκ
πάθους ἐντετηκότος ψυχῆς, τάλλα προσήκων τῇ
ψήφ· τὸ γὰρ συμπαθές, ὅπερ καὶ Θεοῦ τοῖς ἀν
θρώποις ἴδιον λέγουσιν, ὑπὲρ τάλλα τῆς ἐκείνου ψυ
χῆς μεθ' ἱκανῆς ἁπλότητος ἐπεπόλαζε.
κι΄. Ψῆφος τοῦ Ἱερομονάχου Κοσμᾶ εἰς τὸ πα
τριαρχεῖον, καὶ περὶ τοῦ μοναχοῦ Γρηγορίου.
περὶ τούτου, καί οἱ ποιεῖται τὸν
τε καὶ ποθεινὸν ἰδεῖν. Διὰ ταῦτα
στησί τε αὐτῷ βασιλεῖ, καὶ τὴν ἰδίαν μονὴν τὴν τῆς
παμμακαρίστου Θεοτόκου εἰς χεῖρας δίδωσιν. Ο
μέντοι γε βασιλεὺς καὶ λίαν ἐνησμένισε τῷ ἀνδρὶ
καί οἱ ἀγαπήσας τὸ ἦθος ἐν πνευματικοῖς ἔταττεν
αὐτὸν Πατράσι, καὶ ἀπεδίδου τιμὴν τὴν προσήκον
σαν. Μαρτύριον δέ· ἐπεὶ τῇ Κωνσταντίνου ἐπιδημή
σαντι βασιλεῖ μιᾷ τῶν κυριωνύμων ἡμερῶν οἱ τοῦ
κλήρου προσῆλθον, καὶ κατὰ ναὸν ἐν καιρῷ λειτουρ
γίας στάντες ἀπένεμον τὴν προσκύνησιν, διάφοροι
ὄντες πατριάρχῃ τότε διὰ τὰ προειρημένα, ὁ βασι
λεὺς αὐτοῖς προσποιούμενος τὴν ὀργὴν διὰ ταῦτα,
τὸν μυστικὸν πρὸς τὴν συγγραφέα πέμψας, ἐζήτει
μαθεῖν περὶ σφῶν παρ' αὐτοῦ τί παθόντες οὗτοι οὔ
τως ἀνέδην προσήλθον, μηδ' όλως ξυνιέντες ὡς ὑπ'
ὀργὴν κεῖνται, τοῦ πατριάρχου ἀποστατήσαντες.
Τοῦ δ' ὑπὲρ ἐκείνων ἀπολογουμένου ὡς Οὐκ αὐτόθεν
ἦλθον, ὦ δέσποτα, ἀλλὰ τῷ σῷ πατρὶ προσελθόντες
κυρίῳ Κοσμᾷ παρ' ἐκείνου τὴν πληροφορίαν ἔσχον
ὡς σε συμπάθηνται παρὰ τοῦ κράτους τοῦ σοῦ, αὐτὸς
πάλιν ἀνταποστείλας τὸν αὐτὸν μυστικὴν ἄλλα τε
πολλὰ προσεμαρτύρει ἀγαθὰ τἀνδρὶ, καὶ ὡς ἀποθα
νόντος αὐτίκα, εἰ μὲν Ἐκκλησία θέλοι τε και τιμψη
ὡς ἅγιον, καὶ αὐτὸν ἐν πρώτοις τὴν ἐκείνων ἀπο
δέχεσθαι γνώμην διωμολόγει καὶ τιμᾶν τοῖς προσή
κουσιν· εἰ δ' οὐ δοκιμάζοι τοῦτο ἡ Ἐκκλησία, αὐτὸν
καὶ αὖθις τῆς αὐτῆς εἶναι γνώμης, καὶ μεγαλύνειν
τὸν ἀπελθόντα καὶ τιμὴν ὡς ἅγιον. Τόσον ἐπληροφο
ρεῖτο, ὡς ἐδόκει, βασιλεὺς ἐπ' αὐτῷ. Ως γοῦν συν
ελθοῦσι τοῖς ἀρχιερεῦσι περὶ πατριάρχου ἡ ζήτη
Ταῦτα μαθὼν ὁ βασιλεὺς ἀποδέχεται τε ὡς εἰκὸς
τὴν ψῆφον, καὶ προσκαλεῖτα: μηνύμασι, καὶ εὐθὺς
κατανεύει, καὶ πρὸς τῷ προβληθῆναι ἦν, καὶ ἡ κυρία
παρῆν, καὶ πάντ' ηὐτρέπιστο. "Ην δέ τις μοναχές
Γρηγόριος ἐν τῇ τοῦ Παντεπόπτου μονῇ, ὃς ταῦτ'
ἀκούων παρὰ τοῦ οἰκείου ἡγουμένου Λουκᾶ τὸν λό
γον οὐ παρεδέχετο· μηδὲ γὰρ Κοσμᾶν, ἀλλ᾽ Ἰωά.
νην ἐντεῦθεν μέλλειν γενέσθαι, κἂν ὅ τι γίγνοιτο.
μὴ εἶναι τὸ βουλευόμενον ἀνυστόν. Τοῦτο δ' ἔλεγεν
ἐκ βίβλων ἔχων, οἶμαι, ἀλλ' οὐκ ἔκ τινος θειοτέρας
μυήσεως. Ως γοῦν πάντ' ηὐτρέπιστο καὶ ἡ κυρία
ὡς γοῦν συνελθοῦσι τοῖς ἀρχιερεῦσι περὶ πατριάρχου ἡ ζήτησις ἦν, τὸ μὲν καὶ αὖθις καταναγκάζειν τὸν Γεννάδιον δοκοῦντα πρὸς τοῦτο χρήσιμον, καθάπαξ ἀπειπάμενον τὴν ἀρχιερωσύνην, οὐκ ἔγνωσαν εὐπρεπές, ἄνδρα δὲ ζητεῖν ἐφ’ ᾧπερ ὁ βασιλεὺς πεπληροφόρηται, τῶν ἀναγκαιοτάτων ἐνόμιζον. καὶ λοιπὸν οὐδένα εὕρισκον τοῦ Κοσμᾶ ἀξιώτερον καὶ ἄλλως ἁρμόδιον τῷ καιρῷ· μετὰ γὰρ χειμῶνα ἡδὺ τὸ ἔαρ καὶ μετὰ ζάλην ποθεινὴν γαλήνην εἶναι τοῖς πλέουσιν, καὶ μετὰ τρικυμίας καὶ ζάλας πραγμάτων καὶ ἠθῶν σκληρῶν ἀνωμαλίαν καὶ κάκωσιν μαλακὸν ἦθος καὶ ἥμερον αὐτόθεν ἀπόδεκτον. ὅθεν καὶ μιᾶς γεγονότες γνώμης τοῦτον ψηφίζονται. ἦν γὰρ ὁ ἀνὴρ ταῖς ἀληθείαις, πλὴν ἑνὸς τοῦ ἀμηγέπη φιλοκερδεῖν ἐξ ἁπλότητος καὶ ἰδιωτείας, ἀλλ’ οὐκ ἐκ πάθους ἐντετηκότος ψυχῆς, τἆλλα προσήκων τῇ ψήφῳ· τὸ γὰρ συμπαθές, ὅπερ καὶ θεοῦ τοῖς ἀνθρώποις ἴδιον λέγουσιν, ὑπὲρ τἆλλα τῆς ἐκείνου ψυχῆς μεθ’ ἱκανῆς ἁπλότητος ἐπεπόλαζε. 28. Ταῦτα μαθὼν ὁ βασιλεὺς ἀποδέχεταί τε ὡς εἰκὸς τὴν ψῆφον, καὶ προσκαλεῖται μηνύμασι, καὶ εὐθὺς κατανεύει, καὶ πρὸς τῷ προβληθῆναι ἦν, καὶ ἡ κυρία παρῆν, καὶ πάντ’ ηὐτρέπιστο.
ἄνδρα ἐράσμιον σις ἦν, τὸ μὲν καὶ αὖθις καταναγκάζειν τὸν Γεννάδιον
καὶ ἄγων συνί- δοκοῦντα πρὸς τοῦτο χρήσιμον, καθάπαξ ἀπειπάμε
νον τὴν ἀρχιερωσύνην, οὐκ ἔγνωσαν εὐπρεπές, ἄν
δρα δὲ ζητεῖν ἐφ᾽ ᾧπερ ὁ βασιλεὺς πεπληροφόρηται,
τῶν ἀναγκαιοτάτων ἐνόμιζον. Καὶ λοιπὸν οὐδένα εντ
ρισκον τοῦ Κοσμᾶ ἀξιώτερον καὶ ἄλλως ἁρμόδιο
τῷ καιρῷ· μετὰ γὰρ χειμῶνα ἡδὺ τὸ ἔαρ καὶ μετὰ
ζάλην 123] πόθεινὴν γαλήνην εἶναι τοῖς πλέου
σι, καὶ μετὰ τρικυμίας καὶ ζάλας πραγμάτων και
ἠθῶν σκληρῶν ἀνωμαλίαν καὶ κάκωσιν μαλακών
ἦθος καὶ ἤμερον αὐτόθεν ἀπόδεκτον. Οθεν καὶ μιᾶς
γεγονότες γνώμης τοῦτον ψηφίζονται. Ην γὰρ ὁ
ἀνὴρ ταῖς ἀληθείαις, πλὴν ἑνὸς τοῦ ἀμηγέπη φιλο
κερδεῖν ἐξ ἁπλότητος καὶ ἰδιωτείας, ἀλλ' οὐκ ἐκ
πάθους ἐντετηκότος ψυχῆς, τάλλα προσήκων τῇ
ψήφ· τὸ γὰρ συμπαθές, ὅπερ καὶ Θεοῦ τοῖς ἀν
θρώποις ἴδιον λέγουσιν, ὑπὲρ τάλλα τῆς ἐκείνου ψυ
χῆς μεθ' ἱκανῆς ἁπλότητος ἐπεπόλαζε.
κι΄. Ψῆφος τοῦ Ἱερομονάχου Κοσμᾶ εἰς τὸ πα
τριαρχεῖον, καὶ περὶ τοῦ μοναχοῦ Γρηγορίου.
περὶ τούτου, καί οἱ ποιεῖται τὸν
τε καὶ ποθεινὸν ἰδεῖν. Διὰ ταῦτα
στησί τε αὐτῷ βασιλεῖ, καὶ τὴν ἰδίαν μονὴν τὴν τῆς
παμμακαρίστου Θεοτόκου εἰς χεῖρας δίδωσιν. Ο
μέντοι γε βασιλεὺς καὶ λίαν ἐνησμένισε τῷ ἀνδρὶ
καί οἱ ἀγαπήσας τὸ ἦθος ἐν πνευματικοῖς ἔταττεν
αὐτὸν Πατράσι, καὶ ἀπεδίδου τιμὴν τὴν προσήκον
σαν. Μαρτύριον δέ· ἐπεὶ τῇ Κωνσταντίνου ἐπιδημή
σαντι βασιλεῖ μιᾷ τῶν κυριωνύμων ἡμερῶν οἱ τοῦ
κλήρου προσῆλθον, καὶ κατὰ ναὸν ἐν καιρῷ λειτουρ
γίας στάντες ἀπένεμον τὴν προσκύνησιν, διάφοροι
ὄντες πατριάρχῃ τότε διὰ τὰ προειρημένα, ὁ βασι
λεὺς αὐτοῖς προσποιούμενος τὴν ὀργὴν διὰ ταῦτα,
τὸν μυστικὸν πρὸς τὴν συγγραφέα πέμψας, ἐζήτει
μαθεῖν περὶ σφῶν παρ' αὐτοῦ τί παθόντες οὗτοι οὔ
τως ἀνέδην προσήλθον, μηδ' όλως ξυνιέντες ὡς ὑπ'
ὀργὴν κεῖνται, τοῦ πατριάρχου ἀποστατήσαντες.
Τοῦ δ' ὑπὲρ ἐκείνων ἀπολογουμένου ὡς Οὐκ αὐτόθεν
ἦλθον, ὦ δέσποτα, ἀλλὰ τῷ σῷ πατρὶ προσελθόντες
κυρίῳ Κοσμᾷ παρ' ἐκείνου τὴν πληροφορίαν ἔσχον
ὡς σε συμπάθηνται παρὰ τοῦ κράτους τοῦ σοῦ, αὐτὸς
πάλιν ἀνταποστείλας τὸν αὐτὸν μυστικὴν ἄλλα τε
πολλὰ προσεμαρτύρει ἀγαθὰ τἀνδρὶ, καὶ ὡς ἀποθα
νόντος αὐτίκα, εἰ μὲν Ἐκκλησία θέλοι τε και τιμψη
ὡς ἅγιον, καὶ αὐτὸν ἐν πρώτοις τὴν ἐκείνων ἀπο
δέχεσθαι γνώμην διωμολόγει καὶ τιμᾶν τοῖς προσή
κουσιν· εἰ δ' οὐ δοκιμάζοι τοῦτο ἡ Ἐκκλησία, αὐτὸν
καὶ αὖθις τῆς αὐτῆς εἶναι γνώμης, καὶ μεγαλύνειν
τὸν ἀπελθόντα καὶ τιμὴν ὡς ἅγιον. Τόσον ἐπληροφο
ρεῖτο, ὡς ἐδόκει, βασιλεὺς ἐπ' αὐτῷ. Ως γοῦν συν
ελθοῦσι τοῖς ἀρχιερεῦσι περὶ πατριάρχου ἡ ζήτη
Ταῦτα μαθὼν ὁ βασιλεὺς ἀποδέχεται τε ὡς εἰκὸς
τὴν ψῆφον, καὶ προσκαλεῖτα: μηνύμασι, καὶ εὐθὺς
κατανεύει, καὶ πρὸς τῷ προβληθῆναι ἦν, καὶ ἡ κυρία
παρῆν, καὶ πάντ' ηὐτρέπιστο. "Ην δέ τις μοναχές
Γρηγόριος ἐν τῇ τοῦ Παντεπόπτου μονῇ, ὃς ταῦτ'
ἀκούων παρὰ τοῦ οἰκείου ἡγουμένου Λουκᾶ τὸν λό
γον οὐ παρεδέχετο· μηδὲ γὰρ Κοσμᾶν, ἀλλ᾽ Ἰωά.
νην ἐντεῦθεν μέλλειν γενέσθαι, κἂν ὅ τι γίγνοιτο.
μὴ εἶναι τὸ βουλευόμενον ἀνυστόν. Τοῦτο δ' ἔλεγεν
ἐκ βίβλων ἔχων, οἶμαι, ἀλλ' οὐκ ἔκ τινος θειοτέρας
μυήσεως. Ως γοῦν πάντ' ηὐτρέπιστο καὶ ἡ κυρία
PG 144:205ἦν δέ τις μοναχὸς Γρηγόριος ἐν τῇ τοῦ Παντεπόπτου μονῇ, ὃς ταῦτ’ ἀκούων παρὰ τοῦ οἰκείου ἡγουμένου Λουκᾶ τὸν λόγον οὐ παρεδέχετο· μηδὲ γὰρ Κοσμᾶν ἀλλ’ Ἰωάννην ἐντεῦθεν μέλλειν γενέσθαι, κἂν ὅ τι γίγνοιτο, μὴ εἶναι τὸ βουλευόμενον ἀνυστόν. τοῦτο δ’ ἔλεγεν ἐκ βίβλων ἔχων, οἶμαι, ἀλλ’ οὐκ ἔκ τινος θειοτέρας μυήσεως. ὡς γοῦν πάντ’ ηὐτρέπιστο καὶ ἡ κυρία ἐπέστη, καὶ ὁ μὲν προβληθησόμενος ἤγετο, ὁ δὲ Γρηγόριος ἐνστατικῶς τὴν πρᾶξιν ἀπέλεγεν, ὡς εἶναι τῶν ἀδυνάτων Κοσμᾶν μένοντα τοῦτον πατριάρχην γίνεσθαι, εὐθὺς ὀστράκου μεταπεσόντος, φασίν, αὐθημερὸν Ἰωάννης μετονομάζεται, οὐ γνωσθέν τισι πρότερον ἢ εὐφημουμένου τοῦ προβληθέντος. τότε παρὼν ὁ Λουκᾶς καὶ ἀκούσας τέθηπέ τε εὐθέως, καὶ ἀπελθὼν ἐξαγγέλλει τῷ Γρηγορίῳ τὸ δρᾶμα, καὶ τότε ὁ Γρηγόριος πιστεύσας μᾶλλον τοῖς γράμμασιν, ἢ πείθειν ἄλλους σπεύδων, καὶ τὰ λειπόμενα προσετίθει, καὶ ὡς τόσους χρόνους πατριαρχεύσει καὶ ὡς οὐ τῇ τιμῇ ἐπαποθανεῖται. καὶ ταῦτα γέρων ὢν καὶ πρὸς τῷ θανάτῳ προέλεγεν. ἀλλ’ ἐκεῖνος τὴν ποιμαντικὴν βακτηρίαν λαβὼν παρὰ τοῦ κρατοῦντος, ὡς εἴθιστο, τιμᾶται καὶ διβαμβούλῳ.
δ
ἐπέστη, καὶ ὁ μὲν προβληθησόμενος ήγετο, ὁ δὲ της σφόδρα, συνηρμολογοῦντό τε καὶ καθίσταντο,
Γρηγόριος Ευστατικῶς τὴν πρᾶξιν ἀπέλεγεν, ὡς
εἶναι τῶν ἀδυνάτων Κοσμᾶν μένοντα τοῦτον πα
τριάρχην γίνεσθαι, εὐθὺς ἐστράκου μεταπεσόντος,
φασίν, αὐθημερὸν Ἰωάννης μετονομάζεται, οὐ γνω
σθέν τισι πρότερον ἢ εὐφημουμένου τοῦ προβληθέν
τος. Τότε παρὼν ὁ Λουκᾶς καὶ ἀκούσας τέθηπέ το
εὐθέως, καὶ ἀπελθὼν ἐξαγγέλλει τῷ Γρηγορίῳ τὸ
δράμα, καὶ τότε ὁ Γρηγόριος πιστεύσας μᾶλλον τοῖς
γράμμασιν, ἢ πείθειν ἄλλους σπεύδων, καὶ τὰ λει
πόμενα προσετίθει, καὶ ὡς τόσους χρόνους πατριαρ
γεύσει καὶ ὡς οὐ τῇ τιμῇ ἐπαποθανεῖται. Καὶ ταῦτα
γέρων ὢν καὶ πρὸς τῷ θανάτῳ προέλεγεν. Αλλ
ἐκεῖνος τὴν [Ρ. 124] ποιμαντικὴν βακτηρίαν λαβὼν
παρὰ τοῦ κρατοῦντος, ὡς εἴθιστο, τιμᾶται καὶ δι
βομβούλῳ. Καὶ πρώτῃ Εκατομβαιώνος μηνὸς τὴν
χειροτονίαν δέχεται. Εντεῦθεν ἐκείνου πᾶσαν ἐνδει
καμένου τοῖς πράγμασιν ἡμερότητα, τὰ τῆς Ἐκ
κλησίας μέλη καὶ μέρη, ἃ δὴ χθὲς καὶ πρὸ τρίτης
διῃροῦντά τε καὶ διίσταντο ἐξ ἀντιπνοίας κυμαινού
οὐ μὴν δ' ὥστε καὶ τοὺς τῆς Ἐκκλησία: τελείαν
ἄγειν εἰρήνην, τῶν μὲν ἐπισχομένων τέλειον διὰ
τὴν χθεσινὴν ἀκαταστασίαν, τῶν δέ, εἰ καὶ εἶχον
τούτους ἐν τάξει του βήματος καὶ συλλειτουργούς.
περιορωμένων ἐν μείζονι προκοπῇ, τῶν μοναχῶν
προτιμωμένων ἐν ψήφοις ἀρχιερότητος. Ομως γε
μέντοι (τὸ γὰρ κοινὸν οἰστὸν, κἂν τῶν λυπηρῶν λα
γίζηται καὶ ἀνύποιστον) διέφερον τὴν ἐδύνην μετ
τρίως, καὶ τὸ ἐξ αὐτῶν εἰρηνεύοντές τε καὶ γαληνῶς
ἔχοντες θεῷ προσανετίθουν τὰ καθ' αὐτούς. Ο γὰρ
Κοσμᾶς οὗτος καὶ Ἰωάννης ἔτι μὲν ἐκτὸς ὢν τῶν
πραγμάτων καὶ ἰδιωτεύων ἐφ᾽ ἅπασι τὸ ἐπὶ τοῖς τῆς
Εκκλησίας τελούμενον ἄδικον ἔκρινε καὶ παντάπα
σιν ἀκανόνιστον, καὶ δῆλος ἦν, ὡς ἐῴκει, εἰ αὐτὸς
ἐπισταίη τοῖς πράγμασι, λύσων τὴν καταδίκην ὡς
ἱεροῖς ἀνθισταμένην κανόσι καὶ καιρικαῖς ἀναφυση
θεῖσαν ἀνωμαλίαις, αἷς δὴ καὶ τὸ καθεστηκός ταράς
σεσθαι πέφυκε, φύσιν ἔχοντος τοῦ κακοῦ μὴ μόνον
ἐκεῖνο μένειν κακὸν, ἀλλὰ καὶ πολλοῖς ἐπιφύεσθαι.
Liber Quintus
καὶ πρώτῃ Ἑκατομβαιῶνος μηνὸς τὴν χειροτονίαν δέχεται. Ἐντεῦθεν ἐκείνου πᾶσαν ἐνδειξαμένου τοῖς πράγμασιν ἡμερότητα, τὰ τῆς ἐκκλησίας μέλη καὶ μέρη, ἃ δὴ χθὲς καὶ πρὸ τρίτης διῃροῦντό τε καὶ διίσταντο ἐξ ἀντιπνοίας κυμαινούσης σφόδρα, συνηρμολογοῦντό τε καὶ καθίσταντο, οὐ μὴν δ’ ὥστε καὶ τοὺς τῆς ἐκκλησίας τελείαν ἄγειν εἰρήνην, τῶν μὲν ἐπισχομένων τέλειον διὰ τὴν χθεσινὴν ἀκαταστασίαν, τῶν δέ, εἰ καὶ εἶχον τούτους ἐν τάξει τοῦ βήματος καὶ συλλειτουργούς, περιορωμένων ἐν μείζονι προκοπῇ, τῶν μοναχῶν προτιμωμένων ἐν ψήφοις ἀρχιερότητος. ὅμως γε μέντοι (τὸ γὰρ κοινὸν οἰστόν, κἂν τῶν λυπηρῶν λογίζηται καὶ ἀνύποιστον) διέφερον τὴν ὀδύνην μετρίως, καὶ τὸ ἐξ αὐτῶν εἰρηνεύοντές τε καὶ γαληνῶς ἔχοντες θεῷ προσανετίθουν τὰ καθ’ αὑτούς.
δ
ἐπέστη, καὶ ὁ μὲν προβληθησόμενος ήγετο, ὁ δὲ της σφόδρα, συνηρμολογοῦντό τε καὶ καθίσταντο,
Γρηγόριος Ευστατικῶς τὴν πρᾶξιν ἀπέλεγεν, ὡς
εἶναι τῶν ἀδυνάτων Κοσμᾶν μένοντα τοῦτον πα
τριάρχην γίνεσθαι, εὐθὺς ἐστράκου μεταπεσόντος,
φασίν, αὐθημερὸν Ἰωάννης μετονομάζεται, οὐ γνω
σθέν τισι πρότερον ἢ εὐφημουμένου τοῦ προβληθέν
τος. Τότε παρὼν ὁ Λουκᾶς καὶ ἀκούσας τέθηπέ το
εὐθέως, καὶ ἀπελθὼν ἐξαγγέλλει τῷ Γρηγορίῳ τὸ
δράμα, καὶ τότε ὁ Γρηγόριος πιστεύσας μᾶλλον τοῖς
γράμμασιν, ἢ πείθειν ἄλλους σπεύδων, καὶ τὰ λει
πόμενα προσετίθει, καὶ ὡς τόσους χρόνους πατριαρ
γεύσει καὶ ὡς οὐ τῇ τιμῇ ἐπαποθανεῖται. Καὶ ταῦτα
γέρων ὢν καὶ πρὸς τῷ θανάτῳ προέλεγεν. Αλλ
ἐκεῖνος τὴν [Ρ. 124] ποιμαντικὴν βακτηρίαν λαβὼν
παρὰ τοῦ κρατοῦντος, ὡς εἴθιστο, τιμᾶται καὶ δι
βομβούλῳ. Καὶ πρώτῃ Εκατομβαιώνος μηνὸς τὴν
χειροτονίαν δέχεται. Εντεῦθεν ἐκείνου πᾶσαν ἐνδει
καμένου τοῖς πράγμασιν ἡμερότητα, τὰ τῆς Ἐκ
κλησίας μέλη καὶ μέρη, ἃ δὴ χθὲς καὶ πρὸ τρίτης
διῃροῦντά τε καὶ διίσταντο ἐξ ἀντιπνοίας κυμαινού
οὐ μὴν δ' ὥστε καὶ τοὺς τῆς Ἐκκλησία: τελείαν
ἄγειν εἰρήνην, τῶν μὲν ἐπισχομένων τέλειον διὰ
τὴν χθεσινὴν ἀκαταστασίαν, τῶν δέ, εἰ καὶ εἶχον
τούτους ἐν τάξει του βήματος καὶ συλλειτουργούς.
περιορωμένων ἐν μείζονι προκοπῇ, τῶν μοναχῶν
προτιμωμένων ἐν ψήφοις ἀρχιερότητος. Ομως γε
μέντοι (τὸ γὰρ κοινὸν οἰστὸν, κἂν τῶν λυπηρῶν λα
γίζηται καὶ ἀνύποιστον) διέφερον τὴν ἐδύνην μετ
τρίως, καὶ τὸ ἐξ αὐτῶν εἰρηνεύοντές τε καὶ γαληνῶς
ἔχοντες θεῷ προσανετίθουν τὰ καθ' αὐτούς. Ο γὰρ
Κοσμᾶς οὗτος καὶ Ἰωάννης ἔτι μὲν ἐκτὸς ὢν τῶν
πραγμάτων καὶ ἰδιωτεύων ἐφ᾽ ἅπασι τὸ ἐπὶ τοῖς τῆς
Εκκλησίας τελούμενον ἄδικον ἔκρινε καὶ παντάπα
σιν ἀκανόνιστον, καὶ δῆλος ἦν, ὡς ἐῴκει, εἰ αὐτὸς
ἐπισταίη τοῖς πράγμασι, λύσων τὴν καταδίκην ὡς
ἱεροῖς ἀνθισταμένην κανόσι καὶ καιρικαῖς ἀναφυση
θεῖσαν ἀνωμαλίαις, αἷς δὴ καὶ τὸ καθεστηκός ταράς
σεσθαι πέφυκε, φύσιν ἔχοντος τοῦ κακοῦ μὴ μόνον
ἐκεῖνο μένειν κακὸν, ἀλλὰ καὶ πολλοῖς ἐπιφύεσθαι.
PG 144:207ὁ γὰρ Κοσμᾶς οὗτος καὶ Ἰωάννης ἔτι μὲν ἐκτὸς ὢν τῶν πραγμάτων καὶ ἰδιωτεύων ἐφ’ ἅπασι τὸ ἐπὶ τοῖς τῆς ἐκκλησίας τελούμενον ἄδικον ἔκρινε καὶ παντάπασιν ἀκανόνιστον, καὶ δῆλος ἦν, ὡς ἐῴκει, εἰ αὐτὸς ἐπισταίη τοῖς πράγμασι, λύσων τὴν καταδίκην ὡς ἱεροῖς ἀνθισταμένην κανόσι καὶ καιρικαῖς ἀναφυσηθεῖσαν ἀνωμαλίαις, αἷς δὴ καὶ τὸ καθεστηκὸς ταράσσεσθαι πέφυκε, φύσιν ἔχοντος τοῦ κακοῦ μὴ μόνον ἐκεῖνο μένειν κακόν, ἀλλὰ καὶ πολλοῖς ἐπιφύεσθαι. ἐπ’ αὐτῶν δὲ γεγονὼς τῶν τῆς ἐκκλησίας πραγμάτων ἄστρασι τὰ κατ’ ἐκείνους ἐῴκει μετρεῖσθαι, συνυπαγόμενος τοῖς λοιποῖς. ὅθεν καὶ πολλάκις τινῶν ἐπικλαιομένων ἐπὶ συνόδου καὶ τὴν κωφὴν καταδίκην ὀδυρομένων, ἐκεῖνοι μὴ ἔχοντες ὅπῃ ἂν στῶσι καὶ ἀπερείσωνται (τὰ γὰρ τῶν κανόνων καὶ θεσμῶν τῶν πατέρων προσίσταντο ταῖς βουλήσεσι καὶ ἔλεγχος σφίσιν ἦσαν) ἐπήρειδον τὰς πράξεις τῷ βασιλεῖ, αὐτοὶ μὲν τῶν κειμένων καταρραθυμοῦντες κανόνων, τῷ δέ γε κρατοῦντι τῆς παραβασίας ἐχρῶντο κατὰ τὸ δυνατὸν προτειχίσματι. 29.
στησάμενος τὰ κατ' ἐκείνων εκίνει, ὡς ἐλεγχθεῖεν τα
καὶ τὰ λέγοντες καὶ τὰ βουλευσάμενοι, κἀντεῦθεν
δικαίαν ἢ μᾶλλον καὶ συμπαθῆ τὴν κατ' ἐκείνων
παρίστα ψῆφον.
2. Τὰ κατὰ τὴν ὀνομαζόμενον Λαχανᾶν.
Επ' αὐτῶν δὲ γεγονὸς τῶν τῆς Ἐκκλησίας πραγ- κει, τὸν δέ γε Στρατηγόπουλου ἐπὶ τοῦ μέσου παρα
μάτων ἄστρασι τὰ κατ' ἐκείνους ἐῴκει μετρείσθαι,
συνυπαγόμενος τοῖς λοιποῖς. "Οθεν καὶ πολλάκις τι
νῦν ἐπικλαιομένων ἐπὶ συνόδου καὶ τὴν κωφήν και
ταδίκην ἐδυρομένων, ἐκεῖνοι μὴ ἔχοντες ὅπη ἂν
στῶσι καὶ ἀπερείσωνται τὰ γὰρ τῶν κανόνων καὶ
θεσμῶν τῶν Πατέρων προσίσταντο ταῖς βουλήσεσι
καὶ ἔλεγχος σφίσιν ἦσαν) ἐπήρειδον τὰς πράξεις τῷ
βασιλεῖ, αὐτοὶ μὲν τῶν κειμένων καταῤῥᾳθυμοῦντες
κανόνων, τῷ δέ γε κρατοῦντι τῆς παραβασία; ἐχρῶντο
κατὰ τὸ δυνατὸν προτειχίσματι.
κθ'. Κοινή σύναξις γεγονυία περὶ τῶν κατακρί
των τῷ βασιλεῖ.
Τότε και βασιλεὺς Κρονίου 125] μηνὸς ἐν
στάντος, οὐκ οἶδα εἴτε παρὰ τῆς μητρὸς καὶ δεσποί
νης ὡς ἄδικα πράξις πρὸς τὸν κάσιν παρακνιζόμε. Η
νος, εἴτε μὴν καὶ προφανή θέλων θείναι Ρωμαίοις
τὸν ἐκείνου πρὸς ἑαυτὸν δόλον καὶ τρόπον, σύμπαντας
ἀγορήνδε καλεῖ, καὶ ἐν τῷ ᾿Αλεξιακῷ τρικλίνω προς
καθίζεται μὲν αὐτὸς, συνεδριάζουσι δ' οἱ ἐν τέλει
ἀρχιερεῖς τε καὶ κληρικοί, παρίσταται δὲ καὶ τῶν
τῆς πολιτείας ὅσον περιφανές τε καὶ ἔκκριτον. Καὶ
δῆλα τά τε κατ' ἐκεῖνον καὶ τὸν Στρατηγόπουλου για
νονται. Καὶ τὸν μὲν ἐμφανίζειν εὐπρεπὶς οὐκ ἐδ;
Τότε καί τις τῶν Βουλγάρων ἔκποθεν φανείς απ
τόματος Λαχανᾶν τε ἑαυτὸν ἐπιφημίζει, καὶ δῆλος ἦν
πραξείων κατὰ τῶν ἐχθρῶν, εἰ βασιλεὺς ἐπιτρέποι,
τα μέγιστα. Τὸ μὲν οὖν πρῶτον καὶ αὐτὸν ἐθορύβησε
βασιλέα, εἰ ἂν εἶχον πεφονευμένον παρὰ Νοιά του
τῶν Τοχάρων ἄρχοντος, τοῦτον βλέπουσι ζῶντα καὶ
τὰ μεγάλα περὶ αὐτοῦ φανταζόμενον. "Οθεν καὶ τῆς
ἰδίας αὐτανεψίας Μαρίας, τῆς καὶ τῷ Λαχανᾷ συνοι
κησάσης πάλαι, ᾧ δὴ καὶ παιδίον θῆλυ ἀπέτεκεν,
δεικνὺς ἐξ ἀδήλου ἐπυνθάνετο εἰ αὐτὸς εἴη ταῖς ἀλη
θείαις ὁ Λαχανάς. Τῆς δὲ μὴ ὅπως ἐκεῖνον εἶναι,
12. ] ἀλλ' οὐδὲ τὸ παράπαν ἐοικέναι οἱ διαδε
βαιουμένης, ἐν οὐ καλαῖς ὑπονοίαις εἶχον τὸν βάρο
βαρον. Ως δὲ καὶ αὐτὸς ζἀκοτός τις φαινόμενος οὐκ
ἄντικρυς οὐδ' οὕτως ἑαυτῷ περιετίθει τὸν Λαχανά,
εἰ καὶ λέγοιτο, ἀλλ᾽ ὅμως εὐλάβειαν τινα περὶ τὸ
θεῖον ὑποκρινόμενος ἐδίδου τισὶν ὁρῶσι τὰ μέγιστα
περὶ ἑαυτοῦ φαντάζεσθαι, ἐκεῖνον μὲν ἐν τηρήσει
Το
Τότε καὶ βασιλεὺς Κρονίου μηνὸς ἐνστάντος, οὐκ οἶδα εἴτε παρὰ τῆς μητρὸς καὶ δεσποίνης ὡς ἄδικα πράξας πρὸς τὸν κάσιν παρακνιζόμενος, εἴτε μὴν καὶ προφανῆ θέλων θεῖναι Ῥωμαίοις τὸν ἐκείνου πρὸς ἑαυτὸν δόλον καὶ τρόπον, συμπάντας ἀγορήνδε καλεῖ, καὶ ἐν τῷ Ἀλεξιακῷ τρικλίνῳ προκαθίζεται μὲν αὐτός, συνεδριάζουσι δ’ οἱ ἐν τέλει ἀρχιερεῖς τε καὶ κληρικοί, παρίσταται δὲ καὶ τῶν τῆς πολιτείας ὅσον περιφανές τε καὶ ἔκκριτον. καὶ δῆλα τά τε κατ’ ἐκεῖνον καὶ τὸν Στρατηγόπουλον γίνονται. καὶ τὸν μὲν ἐμφανίζειν εὐπρεπὲς οὐκ ἐδόκει, τὸν δέ γε Στρατηγόπουλον ἐπὶ τοῦ μέσου παραστησάμενος τὰ κατ’ ἐκείνων ἐκίνει, ὡς ἐλεγχθεῖεν τὰ καὶ τὰ λέγοντες καὶ τὰ βουλευσάμενοι, κἀντεῦθεν δικαίαν ἢ μᾶλλον καὶ συμπαθῆ τὴν κατ’ ἐκείνων παρίστα ψῆφον. 30. Τότε καί τις τῶν Βουλγάρων ἔκποθεν φανεὶς αὐτόματος Λαχανᾶν τε ἑαυτὸν ἐπιφημίζει, καὶ δῆλος ἦν πραξείων κατὰ τῶν ἐχθρῶν, εἰ βασιλεὺς ἐπιτρέποι, τὰ μέγιστα. τὸ μὲν οὖν πρῶτον καὶ αὐτὸν ἐθορύβησε βασιλέα, εἰ ὃν εἶχον πεφονευμένον παρὰ Νογᾶ τοῦ τῶν Τοχάρων ἄρχοντος, τοῦτον βλέπουσι ζῶντα καὶ τὰ μεγάλα περὶ αὐτοῦ φανταζόμενον.
στησάμενος τὰ κατ' ἐκείνων εκίνει, ὡς ἐλεγχθεῖεν τα
καὶ τὰ λέγοντες καὶ τὰ βουλευσάμενοι, κἀντεῦθεν
δικαίαν ἢ μᾶλλον καὶ συμπαθῆ τὴν κατ' ἐκείνων
παρίστα ψῆφον.
2. Τὰ κατὰ τὴν ὀνομαζόμενον Λαχανᾶν.
Επ' αὐτῶν δὲ γεγονὸς τῶν τῆς Ἐκκλησίας πραγ- κει, τὸν δέ γε Στρατηγόπουλου ἐπὶ τοῦ μέσου παρα
μάτων ἄστρασι τὰ κατ' ἐκείνους ἐῴκει μετρείσθαι,
συνυπαγόμενος τοῖς λοιποῖς. "Οθεν καὶ πολλάκις τι
νῦν ἐπικλαιομένων ἐπὶ συνόδου καὶ τὴν κωφήν και
ταδίκην ἐδυρομένων, ἐκεῖνοι μὴ ἔχοντες ὅπη ἂν
στῶσι καὶ ἀπερείσωνται τὰ γὰρ τῶν κανόνων καὶ
θεσμῶν τῶν Πατέρων προσίσταντο ταῖς βουλήσεσι
καὶ ἔλεγχος σφίσιν ἦσαν) ἐπήρειδον τὰς πράξεις τῷ
βασιλεῖ, αὐτοὶ μὲν τῶν κειμένων καταῤῥᾳθυμοῦντες
κανόνων, τῷ δέ γε κρατοῦντι τῆς παραβασία; ἐχρῶντο
κατὰ τὸ δυνατὸν προτειχίσματι.
κθ'. Κοινή σύναξις γεγονυία περὶ τῶν κατακρί
των τῷ βασιλεῖ.
Τότε και βασιλεὺς Κρονίου 125] μηνὸς ἐν
στάντος, οὐκ οἶδα εἴτε παρὰ τῆς μητρὸς καὶ δεσποί
νης ὡς ἄδικα πράξις πρὸς τὸν κάσιν παρακνιζόμε. Η
νος, εἴτε μὴν καὶ προφανή θέλων θείναι Ρωμαίοις
τὸν ἐκείνου πρὸς ἑαυτὸν δόλον καὶ τρόπον, σύμπαντας
ἀγορήνδε καλεῖ, καὶ ἐν τῷ ᾿Αλεξιακῷ τρικλίνω προς
καθίζεται μὲν αὐτὸς, συνεδριάζουσι δ' οἱ ἐν τέλει
ἀρχιερεῖς τε καὶ κληρικοί, παρίσταται δὲ καὶ τῶν
τῆς πολιτείας ὅσον περιφανές τε καὶ ἔκκριτον. Καὶ
δῆλα τά τε κατ' ἐκεῖνον καὶ τὸν Στρατηγόπουλου για
νονται. Καὶ τὸν μὲν ἐμφανίζειν εὐπρεπὶς οὐκ ἐδ;
Τότε καί τις τῶν Βουλγάρων ἔκποθεν φανείς απ
τόματος Λαχανᾶν τε ἑαυτὸν ἐπιφημίζει, καὶ δῆλος ἦν
πραξείων κατὰ τῶν ἐχθρῶν, εἰ βασιλεὺς ἐπιτρέποι,
τα μέγιστα. Τὸ μὲν οὖν πρῶτον καὶ αὐτὸν ἐθορύβησε
βασιλέα, εἰ ἂν εἶχον πεφονευμένον παρὰ Νοιά του
τῶν Τοχάρων ἄρχοντος, τοῦτον βλέπουσι ζῶντα καὶ
τὰ μεγάλα περὶ αὐτοῦ φανταζόμενον. "Οθεν καὶ τῆς
ἰδίας αὐτανεψίας Μαρίας, τῆς καὶ τῷ Λαχανᾷ συνοι
κησάσης πάλαι, ᾧ δὴ καὶ παιδίον θῆλυ ἀπέτεκεν,
δεικνὺς ἐξ ἀδήλου ἐπυνθάνετο εἰ αὐτὸς εἴη ταῖς ἀλη
θείαις ὁ Λαχανάς. Τῆς δὲ μὴ ὅπως ἐκεῖνον εἶναι,
12. ] ἀλλ' οὐδὲ τὸ παράπαν ἐοικέναι οἱ διαδε
βαιουμένης, ἐν οὐ καλαῖς ὑπονοίαις εἶχον τὸν βάρο
βαρον. Ως δὲ καὶ αὐτὸς ζἀκοτός τις φαινόμενος οὐκ
ἄντικρυς οὐδ' οὕτως ἑαυτῷ περιετίθει τὸν Λαχανά,
εἰ καὶ λέγοιτο, ἀλλ᾽ ὅμως εὐλάβειαν τινα περὶ τὸ
θεῖον ὑποκρινόμενος ἐδίδου τισὶν ὁρῶσι τὰ μέγιστα
περὶ ἑαυτοῦ φαντάζεσθαι, ἐκεῖνον μὲν ἐν τηρήσει
Το
ὅθεν καὶ τῆς ἰδίας αὐτανεψίας Μαρίας, τῆς καὶ τῷ Λαχανᾷ συνοικησάσης πάλαι, ᾧ δὴ καὶ παιδίον θῆλυ ἀπέτεκεν, δεικνὺς ἐξ ἀδήλου ἐπυνθάνετο εἰ αὐτὸς εἴη ταῖς ἀληθείαις ὁ Λαχανᾶς. τῆς δὲ μὴ ὅπως ἐκεῖνον εἶναι, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ παράπαν ἐοικέναι οἱ διαβεβαιουμένης, ἐν οὐ καλαῖς ὑπονοίαις εἶχον τὸν βάρβαρον. ὡς δὲ καὶ αὐτὸς ζάκοτός τις φαινόμενος οὐκ ἄντικρυς οὐδ’ οὕτως ἑαυτῷ περιετίθει τὸν Λαχανᾶν, εἰ καὶ λέγοιτο, ἀλλ’ ὅμως εὐλάβειάν τινα περὶ τὸ θεῖον ὑποκρινόμενος ἐδίδου τισὶν ὁρῶσι τὰ μέγιστα περὶ ἑαυτοῦ φαντάζεσθαι, ἐκεῖνον μὲν ἐν τηρήσει εἶχον καὶ φυλακαῖς ἐδίδουν, τὴν τῶν πολλῶν ἐλπιδοτρίβησιν ἐπ’ αὐτῷ ἐντεῦθεν ὑποτεμνόμενοι· μηδὲ γὰρ ὅλως εἶναι βάρβαρόν τε καὶ πλάνον κατανοούμενον ἀγαθόν τι ποιεῖν.
στησάμενος τὰ κατ' ἐκείνων εκίνει, ὡς ἐλεγχθεῖεν τα
καὶ τὰ λέγοντες καὶ τὰ βουλευσάμενοι, κἀντεῦθεν
δικαίαν ἢ μᾶλλον καὶ συμπαθῆ τὴν κατ' ἐκείνων
παρίστα ψῆφον.
2. Τὰ κατὰ τὴν ὀνομαζόμενον Λαχανᾶν.
Επ' αὐτῶν δὲ γεγονὸς τῶν τῆς Ἐκκλησίας πραγ- κει, τὸν δέ γε Στρατηγόπουλου ἐπὶ τοῦ μέσου παρα
μάτων ἄστρασι τὰ κατ' ἐκείνους ἐῴκει μετρείσθαι,
συνυπαγόμενος τοῖς λοιποῖς. "Οθεν καὶ πολλάκις τι
νῦν ἐπικλαιομένων ἐπὶ συνόδου καὶ τὴν κωφήν και
ταδίκην ἐδυρομένων, ἐκεῖνοι μὴ ἔχοντες ὅπη ἂν
στῶσι καὶ ἀπερείσωνται τὰ γὰρ τῶν κανόνων καὶ
θεσμῶν τῶν Πατέρων προσίσταντο ταῖς βουλήσεσι
καὶ ἔλεγχος σφίσιν ἦσαν) ἐπήρειδον τὰς πράξεις τῷ
βασιλεῖ, αὐτοὶ μὲν τῶν κειμένων καταῤῥᾳθυμοῦντες
κανόνων, τῷ δέ γε κρατοῦντι τῆς παραβασία; ἐχρῶντο
κατὰ τὸ δυνατὸν προτειχίσματι.
κθ'. Κοινή σύναξις γεγονυία περὶ τῶν κατακρί
των τῷ βασιλεῖ.
Τότε και βασιλεὺς Κρονίου 125] μηνὸς ἐν
στάντος, οὐκ οἶδα εἴτε παρὰ τῆς μητρὸς καὶ δεσποί
νης ὡς ἄδικα πράξις πρὸς τὸν κάσιν παρακνιζόμε. Η
νος, εἴτε μὴν καὶ προφανή θέλων θείναι Ρωμαίοις
τὸν ἐκείνου πρὸς ἑαυτὸν δόλον καὶ τρόπον, σύμπαντας
ἀγορήνδε καλεῖ, καὶ ἐν τῷ ᾿Αλεξιακῷ τρικλίνω προς
καθίζεται μὲν αὐτὸς, συνεδριάζουσι δ' οἱ ἐν τέλει
ἀρχιερεῖς τε καὶ κληρικοί, παρίσταται δὲ καὶ τῶν
τῆς πολιτείας ὅσον περιφανές τε καὶ ἔκκριτον. Καὶ
δῆλα τά τε κατ' ἐκεῖνον καὶ τὸν Στρατηγόπουλου για
νονται. Καὶ τὸν μὲν ἐμφανίζειν εὐπρεπὶς οὐκ ἐδ;
Τότε καί τις τῶν Βουλγάρων ἔκποθεν φανείς απ
τόματος Λαχανᾶν τε ἑαυτὸν ἐπιφημίζει, καὶ δῆλος ἦν
πραξείων κατὰ τῶν ἐχθρῶν, εἰ βασιλεὺς ἐπιτρέποι,
τα μέγιστα. Τὸ μὲν οὖν πρῶτον καὶ αὐτὸν ἐθορύβησε
βασιλέα, εἰ ἂν εἶχον πεφονευμένον παρὰ Νοιά του
τῶν Τοχάρων ἄρχοντος, τοῦτον βλέπουσι ζῶντα καὶ
τὰ μεγάλα περὶ αὐτοῦ φανταζόμενον. "Οθεν καὶ τῆς
ἰδίας αὐτανεψίας Μαρίας, τῆς καὶ τῷ Λαχανᾷ συνοι
κησάσης πάλαι, ᾧ δὴ καὶ παιδίον θῆλυ ἀπέτεκεν,
δεικνὺς ἐξ ἀδήλου ἐπυνθάνετο εἰ αὐτὸς εἴη ταῖς ἀλη
θείαις ὁ Λαχανάς. Τῆς δὲ μὴ ὅπως ἐκεῖνον εἶναι,
12. ] ἀλλ' οὐδὲ τὸ παράπαν ἐοικέναι οἱ διαδε
βαιουμένης, ἐν οὐ καλαῖς ὑπονοίαις εἶχον τὸν βάρο
βαρον. Ως δὲ καὶ αὐτὸς ζἀκοτός τις φαινόμενος οὐκ
ἄντικρυς οὐδ' οὕτως ἑαυτῷ περιετίθει τὸν Λαχανά,
εἰ καὶ λέγοιτο, ἀλλ᾽ ὅμως εὐλάβειαν τινα περὶ τὸ
θεῖον ὑποκρινόμενος ἐδίδου τισὶν ὁρῶσι τὰ μέγιστα
περὶ ἑαυτοῦ φαντάζεσθαι, ἐκεῖνον μὲν ἐν τηρήσει
Το
PG 144:209πολλοὶ δ’ ἐπ’ ἐκείνῳ οὐχ ὅπως ἀκούοντες ἐλπιδοκοπούμενοι, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐλπίδας ἱστάντες (τοῖς γὰρ πονοῦσιν ἐσχάτως ἐκ τῶν παρόντων εἰς θεραπείαν μηδὲν βοηθουμένοις καὶ οἷς ἤλπισαν, ἅπτεσθαι καὶ τῶν ἁπλῶς δοκούντων χρησίμων ἀνάγκη, καὶ μᾶλλον, εἰ ξένα τινὰ εἴη καὶ μὴ συνήθη τὰ προσαγόμενα) οὕτως ἐκεῖνοι κακούμενοι τοῖς ἐχθροῖς, ἤδη δὲ καὶ αὐτοὺς ἐκείνους Πέρσας μανθάνοντες ὡς εἶεν ὀρρωδοῦντες τὸν βάρβαρον φημισθέντα σφίσιν ἔκ τινων τῶν παρ’ αὐτοῖς μαντειῶν, καὶ πρὸς τὴν ἀπ’ ἐκείνου βοήθειαν ἀφεώρων, καὶ καθικέτευον ἀπολυθῆναι τοῦτον καί γ’ ἐκχωρηθῆναι κατὰ τῶν ἐχθρῶν μετὰ Ῥωμαίων ὁρμᾶν· τὴν γὰρ πρὸς αὐτὸν ὀρρωδίαν, ἣν εἶχον οἱ βάρβαροι, εἰς θάρρος τὸ ὑπὲρ ἑαυτῶν ἔχοντας ἑτοίμους εἶναι μετ’ αὐτοῦ καὶ προκινδυνεύειν καὶ μηδὲν ἐλλείπειν τῶν ὅσα καὶ ἀγαθὸς ἀνὴρ πράττοι μετὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τὸ θαρρεῖν ἔχων.
εἶχον καὶ φυλακαῖς ἐδίδουν, τὴν τῶν πολλῶν ἐλπι- γόρευσεν ὡς αὐτίκα τεθνηξομένῳ εἰ προσενέγκαιτο,
ἐοτρίβησιν ἐπ' αὐτῷ ἐντεῦθεν υποτεμνόμενοι· μηδὲ
γὰρ ὅλως εἶναι βάρβαρον τε καὶ πλάνον κατανοού
μενον ἀγαθόν τι ποιεῖν. Πολλοὶ δ᾽ ἐπ᾿ ἐκείνῳ οὐχ
ὅπως ἀκούοντες ἐλπιδοκοπούμενοι, ἀλλὰ καὶ τὰς
ἐλπίδας ἱστάντες (τοῖς γὰρ πονοῦσιν ἐσχάτως ἐκ τῶν
παρόντων εἰς θεραπείαν μηδὲν βοηθουμένοις καὶ οἷς
ἤλπισαν, ἅπτεσθαι καὶ τῶν ἁπλῶς δοκούντων χρησί
μων ἀνάγκη, καὶ μᾶλλον, εἰ ξένα τινὰ εἴη καὶ μὴ
συνήθη τὰ προσαγόμενα) οὕτως ἐκεῖνοι κακούμενοι
τοῖς ἐχθροῖς, ἤδη δὲ καὶ αὐτοὺς ἐκείνους Πέρσας
μανθάνοντες ὡς εἶεν ορρωδοῦντες τὸν βάρβαρον φη
μισθέντα σφίσιν ἔκ τινων τῶν παρ' αὐτοῖς μαντειών,
καὶ πρὸς τὴν ἀπ' ἐκείνου βοήθειαν ἀφεώρων, καὶ
καθικέτευον ἀπολυθῆναι τοῦτον καὶ γ' ἐκχωρηθῆναι
κατὰ τῶν ἐχθρῶν μετὰ Ῥωμαίων ὁρμᾶν· τὴν γὰρ
πρὸς αὐτὸν ὀῤῥωδίαν, ἣν εἶχον οἱ βάρβαροι, εἰς
θάξξος τὸ ὑπὲρ ἑαυτῶν ἔχοντας ἑτοίμους είναι μετ'
αὐτοῦ καὶ προκινδυνεύειν καὶ μηδὲν ἐλλείπειν τῶν
ὅτι καὶ ἀγαθὸς ἀνὴρ πράττοι μετὰ τῆς ἀρετῆς καὶ
τὴ θαῤῥεῖν ἔχων. Ταῦτ᾽ ἀκούων καὶ βασιλεύς, καὶ
ἐσημέραι περὶ τῶν ἰδίων πονῶν, ἐπὶ νοῦν τινα ἔρχε
ται ὅτι πολλάκις καὶ ὁ δὴ ἰατρὸς τῷ κάμνοντι ἀπη
τοῦτο κατὰ τὸ λεληθὸς ὁ νοσῶν προτενεγκάμενος ἐξ
ὀρέξεως παράλογον εὗρε τὴν θεραπείαν, καὶ ἡ μὲν
τέχνη οὔπω ἐλέγχεται φαύλη τις οὖσα, τὸ δὲ συμβάν
ἔκ τινος τυχηρᾶς προσπαθείας ὠφέλησε, τῷ σφοδρῷ
τῆς ὀρέξεως ἀναῤῥωσθείσης ώσανεί κατὰ τῆς νόσου
τῆς φύσεως. Τί γοῦν, φησίν, εἰ καὶ Λαχανἂν μὴ
ὄντα μηδέ τινα ψῆφον περὶ ἑαυτοῦ διδόντα τὸν βάρ
βαρον, ὅμως φοβερὸν μὲν τοῖς ἐχθροῖς δόξαντα, χρή
σιμον δὲ καὶ τοῖς κακουμένοις, αὐτὸν ἀπολύοι καὶ
ἐπιτρέποι στρατεύειν, καὶ μᾶλλον ἐξ ἐγγίονος πείρας
ἐν τῇ τῶν ᾿Αλιζώνων γῇ κατὰ Σάγγαριν; Ταῦτα δια
νοηθεὶς καὶ μετὰ τῶν οἰκείων σκεψάμενος ἀπολύει,
προσετοιμάσας ἐκείνῳ καὶ τὰ καθήκοντα. Οὗ δὴ καὶ
ἐξελθόντος ὡς εἶχε, καὶ μόνον τῆς ὁδοῦ ἁψημένου
ἅπας συνεκινεῖτο 127] καὶ ὁ πόρρω καὶ ὁ ἐγγὺς,
καὶ οὐδὲν ἦν εἰκάζειν εἰ μὴ αὐτῆς οἰκουμένης καὶ
γῆς μετακίνησιν. Οἱ γὰρ ἐπὶ τῶν γεωργικῶν ἔργων
καὶ σκαπάνης οὐ πλέον εἰδότες καὶ τοῦ κεντρίσαι
τὸν βοῦν, καὶ ποιμένες θρεμμάτων καὶ ἄγροικοι
ἐκεῖνοι τὰς οἰκείας χώρας ἀφέντες καὶ αὐτὰς γεω
πονίας, ἐν ῥάβδοις μόναις καὶ ταῖς καλαύροψιν αὐτό
ματοι κατεφαίνοντο στρατιῶται καὶ ὁπλῖται ἄοπλο
ταῦτ’ ἀκούων καὶ βασιλεύς, καὶ ὁσημέραι περὶ τῶν ἰδίων πονῶν, ἐπὶ νοῦν τινὰ ἔρχεται ὅτι πολλάκις καὶ ὃ δὴ ἰατρὸς τῷ κάμνοντι ἀπηγόρευσεν ὡς αὐτίκα τεθνηξομένῳ εἰ προσενέγκαιτο, τοῦτο κατὰ τὸ λεληθὸς ὁ νοσῶν προσενεγκάμενος ἐξ ὀρέξεως παράλογον εὗρε τὴν θεραπείαν, καὶ ἡ μὲν τέχνη οὔπω ἐλέγχεται φαύλη τις οὖσα, τὸ δὲ συμβὰν ἔκ τινος τυχηρᾶς προσπαθείας ὠφέλησε, τῷ σφοδρῷ τῆς ὀρέξεως ἀναρρωσθείσης ὡσανεὶ κατὰ τῆς νόσου τῆς φύσεως. τί γοῦν, φησίν, εἰ καὶ Λαχανᾶν μὴ ὄντα μηδέ τινα ψῆφον περὶ ἑαυτοῦ διδόντα τὸν βάρβαρον, ὅμως φοβερὸν μὲν τοῖς ἐχθροῖς δόξαντα χρήσιμον δὲ καὶ τοῖς κακουμένοις, αὐτὸν ἀπολύοι καὶ ἐπιτρέποι στρατεύειν, καὶ μᾶλλον ἐξ ἐγγίονος πείρας ἐν τῇ τῶν Ἁλιζώνων γῇ κατὰ Σάγγαριν. ταῦτα διανοηθεὶς καὶ μετὰ τῶν οἰκείων σκεψάμενος ἀπολύει, προσετοιμάσας ἐκείνῳ καὶ τὰ καθήκοντα. οὗ δὴ καὶ ἐξελθόντος ὡς εἶχε, καὶ μόνον τῆς ὁδοῦ ἁψαμένου ἅπας συνεκινεῖτο καὶ ὁ πόρρω καὶ ὁ ἐγγύς, καὶ οὐδὲν ἦν εἰκάζειν εἰ μὴ αὐτῆς οἰκουμένης καὶ γῆς μετακίνησιν.
εἶχον καὶ φυλακαῖς ἐδίδουν, τὴν τῶν πολλῶν ἐλπι- γόρευσεν ὡς αὐτίκα τεθνηξομένῳ εἰ προσενέγκαιτο,
ἐοτρίβησιν ἐπ' αὐτῷ ἐντεῦθεν υποτεμνόμενοι· μηδὲ
γὰρ ὅλως εἶναι βάρβαρον τε καὶ πλάνον κατανοού
μενον ἀγαθόν τι ποιεῖν. Πολλοὶ δ᾽ ἐπ᾿ ἐκείνῳ οὐχ
ὅπως ἀκούοντες ἐλπιδοκοπούμενοι, ἀλλὰ καὶ τὰς
ἐλπίδας ἱστάντες (τοῖς γὰρ πονοῦσιν ἐσχάτως ἐκ τῶν
παρόντων εἰς θεραπείαν μηδὲν βοηθουμένοις καὶ οἷς
ἤλπισαν, ἅπτεσθαι καὶ τῶν ἁπλῶς δοκούντων χρησί
μων ἀνάγκη, καὶ μᾶλλον, εἰ ξένα τινὰ εἴη καὶ μὴ
συνήθη τὰ προσαγόμενα) οὕτως ἐκεῖνοι κακούμενοι
τοῖς ἐχθροῖς, ἤδη δὲ καὶ αὐτοὺς ἐκείνους Πέρσας
μανθάνοντες ὡς εἶεν ορρωδοῦντες τὸν βάρβαρον φη
μισθέντα σφίσιν ἔκ τινων τῶν παρ' αὐτοῖς μαντειών,
καὶ πρὸς τὴν ἀπ' ἐκείνου βοήθειαν ἀφεώρων, καὶ
καθικέτευον ἀπολυθῆναι τοῦτον καὶ γ' ἐκχωρηθῆναι
κατὰ τῶν ἐχθρῶν μετὰ Ῥωμαίων ὁρμᾶν· τὴν γὰρ
πρὸς αὐτὸν ὀῤῥωδίαν, ἣν εἶχον οἱ βάρβαροι, εἰς
θάξξος τὸ ὑπὲρ ἑαυτῶν ἔχοντας ἑτοίμους είναι μετ'
αὐτοῦ καὶ προκινδυνεύειν καὶ μηδὲν ἐλλείπειν τῶν
ὅτι καὶ ἀγαθὸς ἀνὴρ πράττοι μετὰ τῆς ἀρετῆς καὶ
τὴ θαῤῥεῖν ἔχων. Ταῦτ᾽ ἀκούων καὶ βασιλεύς, καὶ
ἐσημέραι περὶ τῶν ἰδίων πονῶν, ἐπὶ νοῦν τινα ἔρχε
ται ὅτι πολλάκις καὶ ὁ δὴ ἰατρὸς τῷ κάμνοντι ἀπη
τοῦτο κατὰ τὸ λεληθὸς ὁ νοσῶν προτενεγκάμενος ἐξ
ὀρέξεως παράλογον εὗρε τὴν θεραπείαν, καὶ ἡ μὲν
τέχνη οὔπω ἐλέγχεται φαύλη τις οὖσα, τὸ δὲ συμβάν
ἔκ τινος τυχηρᾶς προσπαθείας ὠφέλησε, τῷ σφοδρῷ
τῆς ὀρέξεως ἀναῤῥωσθείσης ώσανεί κατὰ τῆς νόσου
τῆς φύσεως. Τί γοῦν, φησίν, εἰ καὶ Λαχανἂν μὴ
ὄντα μηδέ τινα ψῆφον περὶ ἑαυτοῦ διδόντα τὸν βάρ
βαρον, ὅμως φοβερὸν μὲν τοῖς ἐχθροῖς δόξαντα, χρή
σιμον δὲ καὶ τοῖς κακουμένοις, αὐτὸν ἀπολύοι καὶ
ἐπιτρέποι στρατεύειν, καὶ μᾶλλον ἐξ ἐγγίονος πείρας
ἐν τῇ τῶν ᾿Αλιζώνων γῇ κατὰ Σάγγαριν; Ταῦτα δια
νοηθεὶς καὶ μετὰ τῶν οἰκείων σκεψάμενος ἀπολύει,
προσετοιμάσας ἐκείνῳ καὶ τὰ καθήκοντα. Οὗ δὴ καὶ
ἐξελθόντος ὡς εἶχε, καὶ μόνον τῆς ὁδοῦ ἁψημένου
ἅπας συνεκινεῖτο 127] καὶ ὁ πόρρω καὶ ὁ ἐγγὺς,
καὶ οὐδὲν ἦν εἰκάζειν εἰ μὴ αὐτῆς οἰκουμένης καὶ
γῆς μετακίνησιν. Οἱ γὰρ ἐπὶ τῶν γεωργικῶν ἔργων
καὶ σκαπάνης οὐ πλέον εἰδότες καὶ τοῦ κεντρίσαι
τὸν βοῦν, καὶ ποιμένες θρεμμάτων καὶ ἄγροικοι
ἐκεῖνοι τὰς οἰκείας χώρας ἀφέντες καὶ αὐτὰς γεω
πονίας, ἐν ῥάβδοις μόναις καὶ ταῖς καλαύροψιν αὐτό
ματοι κατεφαίνοντο στρατιῶται καὶ ὁπλῖται ἄοπλο
PG 144:211οἱ γὰρ ἐπὶ τῶν γεωργικῶν ἔργων καὶ σκαπάνης οὐ πλέον εἰδότες καὶ τοῦ κεντρίσαι τὸν βοῦν, καὶ ποιμένες θρεμμάτων καὶ ἄγροικοι ἐκεῖνοι τὰς οἰκείας χώρας ἀφέντες καὶ αὐτὰς γεωπονίας, ἐν ῥάβδοις μόναις καὶ ταῖς καλαύροψιν αὐτόματοι κατεφαίνοντο στρατιῶται καὶ ὁπλῖται ἄοπλοι καὶ συντάξεις ἀσύντακτοι, τὸ ὑπὸ Λαχανᾷ τετάχθαι εἰς θάρρος μέγα τοῦ νικᾶν ὅπου φανεῖεν σὺν αὐτῷ θέμενοι. ἀμέλει τοι καὶ ἡμερῶν ὀλίγων περὶ ἐκεῖνον ἄπειρον πλῆθος συνῆκτο ξυγκλύδων, μὴ πολέμων εἰδότων, μὴ παρατάξεως, τὸ τῆς παροιμίας αὐτόθεν πληρούντων, ὅτι γλυκὺς τοῖς ἀπείροις ὁ πόλεμος. οὐδὲ γὰρ ὡς πολεμήσοντες ὥρμων, οὐδ’ ὡς προςβαλοῦντες ἐχθροῖς, ἀλλ’ ὡς σκύλων ἐπιβαλούμενοι καὶ παίξοντες μᾶλλον ἢ σπουδάσοντες. ἡ μὲν οὖν ἐκείνων ὁρμὴ περὶ τὸν νέον στρατηγὸν τοιαύτη τις ἦν ὡς μηδὲ στῆναι πληθουμένους, οὐ κατ’ ὀλίγον ἀλλὰ τρόπον πυρὸς κατ’ ἀναλογίαν τὴν πολλαπλάσιον, ὡς ἅμα μὲν ἐξιέναι σὺν πολλαπλασίοις τούτων, δίκην ῥυάκων ἐπιρρεόντων τῶν ἀγροίκων ἐκείνων καὶ βουκαίων καὶ βοωτῶν.
στος κατελάμβανεν.
καὶ συντάξεις ἀσύντακτοι, τὸ ὑπὸ Λαχανᾷ τετάχθαι διασκεδασθὲν τὴν ταχίστην ελύετο, καὶ τὰ οἴκοι ἔκα
εἰς θάρρος μέγα τοῦ νικᾶν ὅπου φανεῖεν σὺν αὐτῷ θέ
μενοι. 'Αμέλει τοι καὶ ἡμερῶν ὀλίγων περὶ ἐκεῖνον
ἄπειρον πλῆθος συνῆκτο ξυγκλύδων, μὴ πολέμων
εἰδότων, μὴ παρατάξεως, τὸ τῆς παροιμίας αὐτόθεν
πληρούντων, ὅτι γλυκὺς τοῖς ἀπείροις ὁ πόλεμος.
Οὐδὲ γὰρ ὡς πολεμήσοντες ὥρμων, οὐδ᾽ ὡς προσβα
λοῦντες ἐχθροῖς, ἀλλ' ὡς σκύλων ἐπιβαλούμενοι καὶ
παίξοντες μᾶλλον ἢ σπουδάζοντες. Ἡ μὲν οὖν ἐκείνων
ὁρμὴ περὶ τὸν νέον στρατηγὴν τοιαύτη τις ἦν ὡς
μηδὲ στῆναι πληθουμένους, οὐ κατ' ὀλίγον, ἀλλὰ τρό
που πυρός κατ' ἀναλογίαν τὴν πολλαπλάσιον, ὡς ἅμα
μὲν ἐξιέναι σὺν πολλαπλασίοις τούτων, δίκην ῥυάκων
ἐπιβλεόντων τῶν ἀγροίκων ἐκείνων καὶ βουκαίων
καὶ βοωτῶν. Τοῦτο μαθών βασιλεὺς, καὶ περὶ τῷ
καῷ δείσας μή τι πάθοι προσβαλὼν ἀσυντάκτως καὶ
ἀμαθῶς, εἰ δ' οὖν, ἀλλὰ καὶ μή τι νεωτερισθείη έπι
τυχόντων, πέμψας εἰς αὐτὸν μετακαλεῖται τὸν βάρ
ἔπρον, καὶ ἐλθόντος ἀποχειροτονεῖ παραυτίκα τὸν
στρατηγὸν καὶ ἐν τῇ πρεπούσῃ τηρήσει είναι προσ
τάσσει. Τὸ δ' ἀμαθὲς ἐκεῖνο πλῆθος καὶ ἄλογον ἅμα
λα'. Θάνατος τοῦ πρωτοβεστιαρίου.
Εν τοσούτῳ δὲ καὶ 128] ὁ πρωτοβεστιάριος τῇ
πολυημέρῳ νόσῳ κατεργασθεὶς τῶν νεφρών (οὐδὲν
γὰρ δ ἐπενόουν εἰς ἰατρείαν οἱ θεραπεύοντες ἱκανὸν
εἰς τὴν κατὰ τῆς ἀρρωστίας ἀνταγωνισιν ἔδοξεν, εἰ
μὴ καὶ μᾶλλον προσεζημίου τὸν πάσχοντα), ἀφεὶς
τὰ πάντα καὶ αὐτὴν τὴν κοσμικὴν ὀφρὺν καὶ σκηνήν,
τὸν μοναχὸν ὑποδύεται, καὶ ἃ κατὰ τῶν ταλαιπώρων
κληρικῶν ξυνέπραξε τε καὶ ξυνεβούλευσεν ὡς δῆθεν
ἐκ ζήλου, αὐτοῖς ἐκείνοις παροῦσι διωμολόγει μετα
νοῶν, καὶ ἐζητεῖτο παρ' αὐτῶν τὴν συγχώρησιν.
Αὐτὸν δ' ἐπὶ τοσοῦτον ὁ πόνος ὠδύνα καὶ ἔθλιβεν
ὥστε καὶ τὸ ζῆν ἐκείνῳ ποιεῖν ἀβίωτον· κἄν που
τις τῶν ᾿Ασκληπιαδῶν ἐκ τῆς ἀρτηρίας ἐπισχέσεως
μετὰ βραχὺ τὴν τελευτὴν ἐπηγγείλατο, εὐεργέτης
ἐκ τοῦ παρασχεδὸν ἔδοξε λέγων καὶ προμηνύων οὐ
πράττων οὐδ' ἐργαζόμενος τὴν ἐκείνου ἀπαλλαγήν.
Τόσος ἦν ὁ πόνος καὶ ἡ τῶν νεφρῶν ὀδύνη τῷ πά
σχοντι. Ωστε καὶ μετ᾿ οὐ πολὺ μεταλλάξαι, καὶ τὸν
τοῦτο μαθὼν βασιλεύς, καὶ περὶ τῷ λαῷ δείσας μή τι πάθοι προσβαλὼν ἀσυντάκτως καὶ ἀμαθῶς, εἰ δ’ οὖν, ἀλλὰ καὶ μή τι νεωτερισθείη ἐπιτυχόντων, πέμψας εἰς αὐτὸν μετακαλεῖται τὸν βάρβαρον, καὶ ἐλθόντος ἀποχειροτονεῖ παραυτίκα τὸν στρατηγὸν καὶ ἐν τῇ πρεπούσῃ τηρήσει εἶναι προστάσσει. τὸ δ’ ἀμαθὲς ἐκεῖνο πλῆθος καὶ ἄλογον ἅμα διασκεδασθὲν τὴν ταχίστην ἐλύετο, καὶ τὰ οἴκοι ἕκαστος κατελάμβανεν. 31. Ἐν τοσούτῳ δὲ καὶ ὁ πρωτοβεστιάριος τῇ πολυημέρῳ νόσῳ κατεργασθεὶς τῶν νεφρῶν (οὐδὲν γὰρ ὃ ἐπενόουν εἰς ἰατρείαν οἱ θεραπεύοντες ἱκανὸν εἰς τὴν κατὰ τῆς ἀρρωστίας ἀνταγώνισιν ἔδοξεν, εἰ μὴ καὶ μᾶλλον προσεζημίου τὸν πάσχοντα), ἀφεὶς τὰ πάντα καὶ αὐτὴν τὴν κοσμικὴν ὀφρὺν καὶ σκηνήν, τὸν μοναχὸν ὑποδύεται, καὶ ἃ κατὰ τῶν ταλαιπώρων κληρικῶν ξυνέπραξέ τε καὶ ξυνεβούλευσεν ὡς δῆθεν ἐκ ζήλου, αὐτοῖς ἐκείνοις παροῦσι διωμολόγει μετανοῶν, καὶ ἐζητεῖτο παρ’ αὐτῶν τὴν συγχώρησιν. αὐτὸν δ’ ἐπὶ τοσοῦτον ὁ πόνος ὠδύνα καὶ ἔθλιβεν ὥστε καὶ τὸ ζῆν ἐκείνῳ ποιεῖν ἀβίωτον·
στος κατελάμβανεν.
καὶ συντάξεις ἀσύντακτοι, τὸ ὑπὸ Λαχανᾷ τετάχθαι διασκεδασθὲν τὴν ταχίστην ελύετο, καὶ τὰ οἴκοι ἔκα
εἰς θάρρος μέγα τοῦ νικᾶν ὅπου φανεῖεν σὺν αὐτῷ θέ
μενοι. 'Αμέλει τοι καὶ ἡμερῶν ὀλίγων περὶ ἐκεῖνον
ἄπειρον πλῆθος συνῆκτο ξυγκλύδων, μὴ πολέμων
εἰδότων, μὴ παρατάξεως, τὸ τῆς παροιμίας αὐτόθεν
πληρούντων, ὅτι γλυκὺς τοῖς ἀπείροις ὁ πόλεμος.
Οὐδὲ γὰρ ὡς πολεμήσοντες ὥρμων, οὐδ᾽ ὡς προσβα
λοῦντες ἐχθροῖς, ἀλλ' ὡς σκύλων ἐπιβαλούμενοι καὶ
παίξοντες μᾶλλον ἢ σπουδάζοντες. Ἡ μὲν οὖν ἐκείνων
ὁρμὴ περὶ τὸν νέον στρατηγὴν τοιαύτη τις ἦν ὡς
μηδὲ στῆναι πληθουμένους, οὐ κατ' ὀλίγον, ἀλλὰ τρό
που πυρός κατ' ἀναλογίαν τὴν πολλαπλάσιον, ὡς ἅμα
μὲν ἐξιέναι σὺν πολλαπλασίοις τούτων, δίκην ῥυάκων
ἐπιβλεόντων τῶν ἀγροίκων ἐκείνων καὶ βουκαίων
καὶ βοωτῶν. Τοῦτο μαθών βασιλεὺς, καὶ περὶ τῷ
καῷ δείσας μή τι πάθοι προσβαλὼν ἀσυντάκτως καὶ
ἀμαθῶς, εἰ δ' οὖν, ἀλλὰ καὶ μή τι νεωτερισθείη έπι
τυχόντων, πέμψας εἰς αὐτὸν μετακαλεῖται τὸν βάρ
ἔπρον, καὶ ἐλθόντος ἀποχειροτονεῖ παραυτίκα τὸν
στρατηγὸν καὶ ἐν τῇ πρεπούσῃ τηρήσει είναι προσ
τάσσει. Τὸ δ' ἀμαθὲς ἐκεῖνο πλῆθος καὶ ἄλογον ἅμα
λα'. Θάνατος τοῦ πρωτοβεστιαρίου.
Εν τοσούτῳ δὲ καὶ 128] ὁ πρωτοβεστιάριος τῇ
πολυημέρῳ νόσῳ κατεργασθεὶς τῶν νεφρών (οὐδὲν
γὰρ δ ἐπενόουν εἰς ἰατρείαν οἱ θεραπεύοντες ἱκανὸν
εἰς τὴν κατὰ τῆς ἀρρωστίας ἀνταγωνισιν ἔδοξεν, εἰ
μὴ καὶ μᾶλλον προσεζημίου τὸν πάσχοντα), ἀφεὶς
τὰ πάντα καὶ αὐτὴν τὴν κοσμικὴν ὀφρὺν καὶ σκηνήν,
τὸν μοναχὸν ὑποδύεται, καὶ ἃ κατὰ τῶν ταλαιπώρων
κληρικῶν ξυνέπραξε τε καὶ ξυνεβούλευσεν ὡς δῆθεν
ἐκ ζήλου, αὐτοῖς ἐκείνοις παροῦσι διωμολόγει μετα
νοῶν, καὶ ἐζητεῖτο παρ' αὐτῶν τὴν συγχώρησιν.
Αὐτὸν δ' ἐπὶ τοσοῦτον ὁ πόνος ὠδύνα καὶ ἔθλιβεν
ὥστε καὶ τὸ ζῆν ἐκείνῳ ποιεῖν ἀβίωτον· κἄν που
τις τῶν ᾿Ασκληπιαδῶν ἐκ τῆς ἀρτηρίας ἐπισχέσεως
μετὰ βραχὺ τὴν τελευτὴν ἐπηγγείλατο, εὐεργέτης
ἐκ τοῦ παρασχεδὸν ἔδοξε λέγων καὶ προμηνύων οὐ
πράττων οὐδ' ἐργαζόμενος τὴν ἐκείνου ἀπαλλαγήν.
Τόσος ἦν ὁ πόνος καὶ ἡ τῶν νεφρῶν ὀδύνη τῷ πά
σχοντι. Ωστε καὶ μετ᾿ οὐ πολὺ μεταλλάξαι, καὶ τὸν
κἄν πού τις τῶν Ἀσκληπιαδῶν ἐκ τῆς ἀρτηρίας ἐπισχέσεως μετὰ βραχὺ τὴν τελευτὴν ἐπηγγείλατο, εὐεργέτης ἐκ τοῦ παρασχεδὸν ἔδοξε λέγων καὶ προμηνύων οὐ πράττων οὐδ’ ἐργαζόμενος τὴν ἐκείνου ἀπαλλαγήν. τόσος ἦν ὁ πόνος καὶ ἡ τῶν νεφρῶν ὀδύνη τῷ πάσχοντι. ὥστε καὶ μετ’ οὐ πολὺ μεταλλάξαι, καὶ τὸν νεκρὸν Νικαίαζε κομισθῆναι, ἐν τῇ τοῦ Τορνικίου μονῇ, κατά τι κτητορικὸν ἀπὸ τῆς συζύγου δίκαιον ἐνσοριασθησόμενον. 32. Ἐκεῖνος μὲν οὕτως ἀπεβίω, βασιλεὺς δὲ τὸ πᾶν τῆς τῶν κοινῶν μεσιτείας ἐπὶ μόνῳ ἐτίθει τῷ μυστικῷ, ὃν καὶ οὐ μετὰ πολὺ ἐπὶ τοῦ κανικλείου καθίστα, αὐτῷ γε σὺν ὀλίγοις συμβούλῳ πρὸς τὰ πολλὰ καὶ συνεργῷ χρώμενος, οὐδὲν ὅσα τῶν πρὸς τρυφὴν προσποιούμενος, ὅπου γε καὶ αὐτὴν βασιλικὴν τράπεζαν, ἐξ ἧς ἦν γεραίρειν ὁσημέραι βουλευτάς τε καὶ ἀριστεῖς (νώτοισι γὰρ καὶ Ἀγαμέμνων βοὸς διηνεκέσι τὸν ἀριστεύσαντα γέραιρε), καὶ αὐτὴν παρ’ οὐδὲν ἐτίθει, δημοτικὴν τρυφὴν δυςχεραίνων καὶ τραπέζης ἐλευθερίαν ἀποπροσποιούμενος, στάσει τε καὶ νηστείᾳ ὁλοημέρῳ προσκαρτερῶν, οὕτω δοκοῦν, ἔκφερε πόνου φρονήματος.
στος κατελάμβανεν.
καὶ συντάξεις ἀσύντακτοι, τὸ ὑπὸ Λαχανᾷ τετάχθαι διασκεδασθὲν τὴν ταχίστην ελύετο, καὶ τὰ οἴκοι ἔκα
εἰς θάρρος μέγα τοῦ νικᾶν ὅπου φανεῖεν σὺν αὐτῷ θέ
μενοι. 'Αμέλει τοι καὶ ἡμερῶν ὀλίγων περὶ ἐκεῖνον
ἄπειρον πλῆθος συνῆκτο ξυγκλύδων, μὴ πολέμων
εἰδότων, μὴ παρατάξεως, τὸ τῆς παροιμίας αὐτόθεν
πληρούντων, ὅτι γλυκὺς τοῖς ἀπείροις ὁ πόλεμος.
Οὐδὲ γὰρ ὡς πολεμήσοντες ὥρμων, οὐδ᾽ ὡς προσβα
λοῦντες ἐχθροῖς, ἀλλ' ὡς σκύλων ἐπιβαλούμενοι καὶ
παίξοντες μᾶλλον ἢ σπουδάζοντες. Ἡ μὲν οὖν ἐκείνων
ὁρμὴ περὶ τὸν νέον στρατηγὴν τοιαύτη τις ἦν ὡς
μηδὲ στῆναι πληθουμένους, οὐ κατ' ὀλίγον, ἀλλὰ τρό
που πυρός κατ' ἀναλογίαν τὴν πολλαπλάσιον, ὡς ἅμα
μὲν ἐξιέναι σὺν πολλαπλασίοις τούτων, δίκην ῥυάκων
ἐπιβλεόντων τῶν ἀγροίκων ἐκείνων καὶ βουκαίων
καὶ βοωτῶν. Τοῦτο μαθών βασιλεὺς, καὶ περὶ τῷ
καῷ δείσας μή τι πάθοι προσβαλὼν ἀσυντάκτως καὶ
ἀμαθῶς, εἰ δ' οὖν, ἀλλὰ καὶ μή τι νεωτερισθείη έπι
τυχόντων, πέμψας εἰς αὐτὸν μετακαλεῖται τὸν βάρ
ἔπρον, καὶ ἐλθόντος ἀποχειροτονεῖ παραυτίκα τὸν
στρατηγὸν καὶ ἐν τῇ πρεπούσῃ τηρήσει είναι προσ
τάσσει. Τὸ δ' ἀμαθὲς ἐκεῖνο πλῆθος καὶ ἄλογον ἅμα
λα'. Θάνατος τοῦ πρωτοβεστιαρίου.
Εν τοσούτῳ δὲ καὶ 128] ὁ πρωτοβεστιάριος τῇ
πολυημέρῳ νόσῳ κατεργασθεὶς τῶν νεφρών (οὐδὲν
γὰρ δ ἐπενόουν εἰς ἰατρείαν οἱ θεραπεύοντες ἱκανὸν
εἰς τὴν κατὰ τῆς ἀρρωστίας ἀνταγωνισιν ἔδοξεν, εἰ
μὴ καὶ μᾶλλον προσεζημίου τὸν πάσχοντα), ἀφεὶς
τὰ πάντα καὶ αὐτὴν τὴν κοσμικὴν ὀφρὺν καὶ σκηνήν,
τὸν μοναχὸν ὑποδύεται, καὶ ἃ κατὰ τῶν ταλαιπώρων
κληρικῶν ξυνέπραξε τε καὶ ξυνεβούλευσεν ὡς δῆθεν
ἐκ ζήλου, αὐτοῖς ἐκείνοις παροῦσι διωμολόγει μετα
νοῶν, καὶ ἐζητεῖτο παρ' αὐτῶν τὴν συγχώρησιν.
Αὐτὸν δ' ἐπὶ τοσοῦτον ὁ πόνος ὠδύνα καὶ ἔθλιβεν
ὥστε καὶ τὸ ζῆν ἐκείνῳ ποιεῖν ἀβίωτον· κἄν που
τις τῶν ᾿Ασκληπιαδῶν ἐκ τῆς ἀρτηρίας ἐπισχέσεως
μετὰ βραχὺ τὴν τελευτὴν ἐπηγγείλατο, εὐεργέτης
ἐκ τοῦ παρασχεδὸν ἔδοξε λέγων καὶ προμηνύων οὐ
πράττων οὐδ' ἐργαζόμενος τὴν ἐκείνου ἀπαλλαγήν.
Τόσος ἦν ὁ πόνος καὶ ἡ τῶν νεφρῶν ὀδύνη τῷ πά
σχοντι. Ωστε καὶ μετ᾿ οὐ πολὺ μεταλλάξαι, καὶ τὸν
PG 144:213ἦν γὰρ ταῖς ἀληθείαις ἐπὶ τούτοις καὶ αὐτὸν νικῶν τὸν ἀδάμαντα τὸν τῆς παροιμίας, ὡς ἀλουτεῖν καὶ νηστεύειν καὶ καρτερεῖν, νύκτας τε καὶ ἡμέρας ἱστάμενος, καί που καὶ ὅλην ἡμέραν διαγαγὼν φροντίσι κοιναῖς καὶ ἀσχολίαις φερούσαις τι χρήσιμον καταλαβούσης νυκτὸς προύργου τὴν πρὸς θεὸν ὑμνῳδίαν ποιεῖσθαι, ἣν συνήθως εἶχε σὺν ἱερωμένοις τελεῖν, ἀνωτέραν πάσης ἀνέσεως, καὶ ὀψὲ τῶν νυκτῶν ἐν ἴσῳ τίθεσθαι τό τε τραφῆναι καὶ μή, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιοῦσαν καὶ πάλιν νυκτὸς ἀριστᾶν, ὅ τι γε τύχοι. ἡ γὰρ τοῦ σώματος εὐεξία συμπλακεῖσα τῇ γνώμῃ οὔτε τῷ ἐθελουσίῳ τῆς καρτερίας χώραν ἐδίδου βλάπτειν τὸν καρτεροῦντα, οὔτε τῷ ἀκουσίῳ τῆς ἀνάγκης λυπεῖν παρεῖχε τὸν καρτερεῖν ὀρεγόμενον, ἑκατέρας συγκροτούσης θατέραν εἰς μιᾶς συμπλήρωσιν ἀρετῆς, ὡς μήτε τὸ ἐνδεὲς διὰ τὴν εὐεξίαν λυπεῖν μήτ’ ἀηδὲς εἶναι διὰ τὴν γνώμην τὸ σπουδαζόμενον. οὕτω μὲν οὖν ὁ βασιλεὺς ἐντεῦθεν ἀρξάμενος καρτερικῶς διέφερε τὸ βιοῦν, συνόλην τρυφὴν καὶ βλακείαν ἀποπροσποιούμενος, εἰ καὶ βασιλικὸν καὶ ἀρχαῖον ἀθετεῖσθαι συνέβαινε νόμιμον. Γ.
νεκρὸν Νικαίαζε κομισθήναι, ἐν τῇ τοῦ Τορνικίου μαντα τὸν τῆς παροιμίας, ὡς ἀλουτεῖν καὶ νηστεύειν
μονή, κατά τι κτητορικὸν ἀπὸ τῆς συζύγου δίκαιον
ἐνσορασθησόμενον.
λβ'. Περὶ τῆς τοῦ κανικλείου ἐπὶ τοῦ μέσου απο
καταστάσεως, καὶ τῆς τοῦ βασιλέως εἰς ἅπαν
καρτερίας.
Ἐκεῖνος μὲν οὕτως ἀπεβίω, βασιλεὺς δὲ τὸ πᾶν
τῆς τῶν κοινῶν μεσιτείας ἐπὶ μόνῳ ἐτίθει τῷ μυ
στικῷ, ἐν καὶ οὐ μετὰ πολὺ ἐπὶ τοῦ κανικλείου καθ
ίστα, αὐτῷ γε σὺν ὀλίγοις συμβούλῳ πρὸς τὰ πολλὰ
καὶ συνεργῷ χρώμενος, οὐδὲν ὅσα τῶν πρὸς τρυφὴν
προσποιούμενος, ὅπου γε καὶ αὐτὴν βασιλικὴν τρά
πεζαν, ἐξ ἧς ἦν γεραίρειν ὁσημέραι βουλευτάς τε
καὶ ἀριστεῖς (νώτοισι γὰρ καὶ ᾿Αγαμέμνων βοός
διηνεκέσι τὴν ἀριστεύσαντα γέραιρε), καὶ αὐτὴν
παρ' οὐδὲν ἐτίθει, δημοτκιὴν τρυφήν δυσχεραίνων "
καὶ τραπέζης Ελευθερίαν ἀποπροσποιούμενος, στάσει
τε καὶ νηστείᾳ ὁλοημέρῳ προσκαρτερῶν, (Ρ. 129]
οὕτω δοκοῦν, ἔκφερε πόνου φρονήματος. "Ην γὰρ
ταῖς ἀληθείαις ἐπὶ τούτοις καὶ αὐτὸν νικῶν τὸν ἀδά
καὶ καρτερεῖν, νύκτας τε καὶ ἡμέρας ἱστάμενος, και
που καὶ ὅλην ἡμέραν διαγαγών φροντίσι κοιναῖς καὶ
ἀσχολίαις φερούσαις τι χρήσιμον καταλαβούσης νυ
κτὸς προύργου τὴν πρὸς Θεὸν ὑμνωδίαν ποιεῖσθαι,
ἣν συνήθως εἶχε σὺν ἱερωμένοις τελεῖν, ἀνωτέραν
πάσης ἀνέσεως, καὶ ὀψὲ τῶν νυκτῶν ἐν ἴσῳ τίθεσθαι
τότε τραφῆναι καὶ μὴ, ἀλλ' εἰς τὴν ἐπιοῦσαν καὶ
πάλιν νυκτὸς ἀριστἂν, ὅ τι γε τύχοι. 'Η γὰρ τοῦ σώ
ματος ευεξία συμπλακεῖσα τῇ γνώμῃ οὔτε τῷ ἐθε
λουσίῳ τῆς καρτερίας χώραν ἐδίδου βλάπτειν τὸν
καρτεροῦντα, οὔτε τῷ ἀκουσίῳ τῆς ἀνάγκης λυπεῖν
παρείχε τὸν καρτερεῖν ὀρεγόμενον, ἑκατέρας συγ
κροτούσης θατέραν εἰς μιᾶς συμπλήρωσιν ἀρετῆς,
ὡς μήτε τὸ ἐνδεὶς διὰ τὴν εὐεξίαν λυπεῖν μήτ' ἀηδὲς
εἶναι διὰ τὴν γνώμην τὸ σπουδαζόμενον. Οὕτω μὲν
οὖν ὁ βασιλεὺς ἐντεῦθεν ἀρξάμενος καρτερικῶς δι
έφερε τὸ βιοῦν, συνόλην τρυφὴν καὶ βλακείαν ἀπο
προσποιούμενος, εἰ καὶ βασιλικὸν καὶ ἀρχαῖον ἀθετεῖ
σθαι συνέβαινε νόμιμον.
PG 144:215Ἐπεὶ δ’ ἀντίπαις ἦν ὁ υἱὸς Μιχαὴλ ἤδη τῷ βασιλεῖ καὶ τὸν ὑπὲρ τὸν ἔφηβον ἤλαυνεν, οὐκ ἀπεικὸς ἡγεῖτο οὐδ’ ἀπρεπὲς ἄλλως μὴ βασιλικῶς ταινιοῦν, καὶ ταῦτα καὶ τόσην πληροφορίαν ἐπὶ τῷ ταινιώσοντι κεκτημένος. ὅθεν καὶ ἐξαρτύεται μὲν τὰ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ χρείᾳ προσήκοντα ἀποχρώντως λίαν καὶ φιλοτίμως· καιρὸν δ’ ἡγησάμενος πρέποντα ἡμέραν τῆς μνήμης τοῦ πρώτου ἐν Χριστιανοῖς βασιλέως, μᾶλλον δὲ καὶ σφίσι τῆς ἐλευθερίας ἄρξαντος Κωνσταντίνου, ἐν ταύτῃ καὶ τὰ τῆς στεφηφορίας τῷ υἱῷ ἀπεπλήρου. καὶ εἰκοστῇ πρώτῃ Πυαντιῶνος μηνὸς κατὰ τὸν τοῦ θεοῦ σοφίας νεών, συναχθέντων ἁπάντων, ὅσον ἦν τῶν ἐν τέλει καὶ ἄλλως καὶ ὑπηρετικὸν βασίλειον, ὅσον τῆς πολιτείας καὶ ὅσον τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, οὐδ’ αὐτῶν ἀπόντων τῶν κατὰ τὴν πόλιν Ἰταλῶν, ἔτι δὲ καὶ τῶν ὅσοι κατὰ χρείαν πρεσβείας ἐπεδήμουν τῇ Κωνσταντίνου, καὶ αὐτῶν δὴ τῶν τὸ ἐπὶ τῇ Αἰκατερίνῃ κῆδος μεσιτευόντων (οἱ δ’ ἦσαν οἱ ἀμφὶ τὸν Συρπέρον λεγόμενον), τὸ μὲν ἱερατικὸν πᾶν καὶ μοναχικὸν ἀφ’ ἑσπέρας παννύχιον ὑπὸ δαψιλέσι φωσὶν ἀπετέλουν τὴν ὑμνῳδίαν, ἄνωθεν τοῦ βασιλέως ἱσταμένου καὶ ἀκροωμένου τῶν ὕμνων.
Γ΄.
α'. Στεφηφορία τοῦ υἱοῦ βασιλέως Μιχαήλ.
Ἐπεὶ δ᾽ ἀντίπαις [Ρ. 133] ἦν ὁ υἱὸς Μιχαὴλ ήδη
τῷ βασιλεῖ καὶ τὴν ὑπὲρ τὸν ἔφηβον ήλαυνεν, οὐκ
ἀπεικὸς ἡγεῖτο οὐδ᾽ ἀπρεπὲς ἄλλως μὴ βασιλικῶς
ταινιοῦν, καὶ ταῦτα καὶ τόσην πληροφορίαν ἐπὶ τῷ
ταινιώσοντι κεκτημένος. Οθεν καὶ ἐξαρτύεται μὲν
τὰ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ χρείᾳ προσήκοντα αποχρώντως
λίαν καὶ φιλοτίμως· καιρὸν δ' ἡγησάμενος πρέποντα
ἡμέραν τῆς μνήμης του πρώτου ἐν Χριστιανοῖς βα
σιλέως, μᾶλλον δὲ καὶ σφίσι τῆς ἐλευθερίας ἄρξαντος
Κωνσταντίνου, ἐν ταύτῃ καὶ τὰ τῆς στεφηφορίας τῷ
υἱῷ ἀπεπλήρου. Καὶ εἰκοστῇ πρώτη Πυαντιώνος μη
νὸς κατὰ τὴν τοῦ Θεοῦ σοφίας νεών, συναχθέντων
ἁπάντων, ὅσον ἦν τῶν ἐν τέλει καὶ ἄλλω; καὶ ὑπηρ
ετικών βασίλειον, ὅσον τῆς πολιτείας καὶ ὅσον τῶν
στρατιωτικών δυνάμεων, οὐδ᾽ αὐτῶν ἀπόντων τῶν
κατὰ τὴν πόλιν Ἰταλῶν, ἔτι δὲ καὶ τῶν ὅσοι κατά
χρείαν πρεσβείας ἐπεδήμουν τῇ Κωνσταντίνου, καὶ
αὐτῶν δὴ τῶν τὸ ἐπὶ τῇ Αἰκατερίνῃ καδος μεσι
τευόντων (οἱ δ' ἦσαν οἱ ἀμφὶ τὸν Συρπέρον λεγόμε
νον), τὸ μὲν ἱερατικὸν πᾶν καὶ μοναχικὸν ἀφ' ἑσπέ
ρας παννύχιον ὑπὸ δαψιλέσι φωσὶν ἀπετέλουν τὴν
ὑμνῳδίαν, ἄνωθεν τοῦ βασιλέως ἱσταμένου καὶ ἀκρο
ωμένου τῶν ὕμνων. Υπ' αὐγὰς δὲ συναχθέντων, καὶ
τὴν τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίαν πληρούντων ἐς τόσον
ὥστε καὶ εἰς μίαν ἁρμογὴν καὶ συνέχειαν ξύμπαντας
ξυνεπτύχθαι ζῶον φαινομένους ἓν, εἰς πλάτος ἐνδι
δὲν ἀλλόκοτόν τι καὶ ξένον, μυρίαις χρώμενον γλώσ
σαις, – τούτων οὖν ἁπάντων συναθροισθέντων, πε
μιαιρεθέντων δὲ καὶ τῶν τοῦ τρικλίνου Μάκρωνος
δρυφάκτων διόλου, ὡς καθαρός παρὰ πάντων θεῷτο
ὁ εὐφημούμενος, ἐπ' ἀσπίδος τε τὴν νέον οἱ ἐν τέλει
καθιζάνουσι καὶ μετέωρον αἴρουσι καὶ ἀνευφημούσε
τρανότερον. Εἶτα καὶ τὴν ἱερὰν λειτουργία» τελοῦν
τες ἅμα μὲν αὐτὸς πατριάρχης, ἅμα δ' ἀρχιερεῖς
καὶ οἱ τοῦ βήματος πάντες, ἐφ' ἑκάστῳ τῶν τελου
μένων καὶ τῷ υἱῷ κατὰ τὸ εἰκὸς συναγωσίουν τὰ
πρέποντα τῷ πατρί τε καὶ βασιλεῖ. Καὶ δὴ τελε
σθέντων ἐκείνων ἀνεισι μὲν ἐπ' ἄμβωνος ὁ κρατῶν,
ἄνεισι δὲ καὶ ὁ πατριάρχης, συνάνεισι δὲ σφίσι καὶ
ὁ εἰς βασιλείαν μετὰ τοῦ πατρὸς χρισθησόμενος.
(Ρ. 134] Καὶ μετὰ λαμπρῶν καὶ περιφανῶν τῶν
τελετῶν στέφει μὲν βασιλεὺς τὸν υἱὸν, συνεπιλαμ
βανομένου του στέφους καὶ τοῦ ἱεράρχου, χρίει δ' ὁ
Ιεράρχης τῷ θείῳ μύρῳ τὸν τῆς βασιλείας συμμετα
σχόντα καὶ ποιᾶνες ἐντεῦθεν καὶ εὐφημίαι καὶ πᾶν
χαριστήριον. Ριπτοῦνται δὲ περιερχομένων τῶν βασι
λέων καὶ οἱ συνήθεις ἀπόδεσμοι. Καὶ τότε μὲν τὸ μέγα
ὑπ’ αὐγὰς δὲ συναχθέντων, καὶ τὴν τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίαν πληρούντων ἐς τόσον ὥστε καὶ εἰς μίαν ἁρμογὴν καὶ συνέχειαν ξύμπαντας ξυνεπτύχθαι ζῶον φαινομένους ἕν, εἰς πλάτος ἐνδιδὸν ἀλλόκοτόν τι καὶ ξένον, μυρίαις χρώμενον γλώσσαις, τούτων οὖν ἁπάντων συναθροισθέντων, περιαιρεθέντων δὲ καὶ τῶν τοῦ τρικλίνου Μάκρωνος δρυφάκτων διόλου, ὡς καθαρὸς παρὰ πάντων θεῷτο ὁ εὐφημούμενος, ἐπ’ ἀσπίδος τε τὸν νέον οἱ ἐν τέλει καθιζάνουσι καὶ μετέωρον αἴρουσι καὶ ἀνευφημοῦσι τρανότερον. εἶτα καὶ τὴν ἱερὰν λειτουργίαν τελοῦντες ἅμα μὲν αὐτὸς πατριάρχης ἅμα δ’ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ τοῦ βήματος πάντες, ἐφ’ ἑκάστῳ τῶν τελουμένων καὶ τῷ υἱῷ κατὰ τὸ εἰκὸς συναφωσίουν τὰ πρέποντα τῷ πατρί τε καὶ βασιλεῖ. καὶ δὴ τελεσθέντων ἐκείνων ἄνεισι μὲν ἐπ’ ἄμβωνος ὁ κρατῶν, ἄνεισι δὲ καὶ ὁ πατριάρχης, συνάνεισι δὲ σφίσι καὶ ὁ εἰς βασιλείαν μετὰ τοῦ πατρὸς χρισθησόμενος. καὶ μετὰ λαμπρῶν καὶ περιφανῶν τῶν τελετῶν στέφει μὲν βασιλεὺς τὸν υἱόν, συνεπιλαμβανομένου τοῦ στέφους καὶ τοῦ ἱεράρχου, χρίει δ’ ὁ ἱεράρχης τῷ θείῳ μύρῳ τὸν τῆς βασιλείας συμμετασχόντα. καὶ παιᾶνες ἐντεῦθεν καὶ εὐφημίαι καὶ πᾶν χαριστήριον.
Γ΄.
α'. Στεφηφορία τοῦ υἱοῦ βασιλέως Μιχαήλ.
Ἐπεὶ δ᾽ ἀντίπαις [Ρ. 133] ἦν ὁ υἱὸς Μιχαὴλ ήδη
τῷ βασιλεῖ καὶ τὴν ὑπὲρ τὸν ἔφηβον ήλαυνεν, οὐκ
ἀπεικὸς ἡγεῖτο οὐδ᾽ ἀπρεπὲς ἄλλως μὴ βασιλικῶς
ταινιοῦν, καὶ ταῦτα καὶ τόσην πληροφορίαν ἐπὶ τῷ
ταινιώσοντι κεκτημένος. Οθεν καὶ ἐξαρτύεται μὲν
τὰ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ χρείᾳ προσήκοντα αποχρώντως
λίαν καὶ φιλοτίμως· καιρὸν δ' ἡγησάμενος πρέποντα
ἡμέραν τῆς μνήμης του πρώτου ἐν Χριστιανοῖς βα
σιλέως, μᾶλλον δὲ καὶ σφίσι τῆς ἐλευθερίας ἄρξαντος
Κωνσταντίνου, ἐν ταύτῃ καὶ τὰ τῆς στεφηφορίας τῷ
υἱῷ ἀπεπλήρου. Καὶ εἰκοστῇ πρώτη Πυαντιώνος μη
νὸς κατὰ τὴν τοῦ Θεοῦ σοφίας νεών, συναχθέντων
ἁπάντων, ὅσον ἦν τῶν ἐν τέλει καὶ ἄλλω; καὶ ὑπηρ
ετικών βασίλειον, ὅσον τῆς πολιτείας καὶ ὅσον τῶν
στρατιωτικών δυνάμεων, οὐδ᾽ αὐτῶν ἀπόντων τῶν
κατὰ τὴν πόλιν Ἰταλῶν, ἔτι δὲ καὶ τῶν ὅσοι κατά
χρείαν πρεσβείας ἐπεδήμουν τῇ Κωνσταντίνου, καὶ
αὐτῶν δὴ τῶν τὸ ἐπὶ τῇ Αἰκατερίνῃ καδος μεσι
τευόντων (οἱ δ' ἦσαν οἱ ἀμφὶ τὸν Συρπέρον λεγόμε
νον), τὸ μὲν ἱερατικὸν πᾶν καὶ μοναχικὸν ἀφ' ἑσπέ
ρας παννύχιον ὑπὸ δαψιλέσι φωσὶν ἀπετέλουν τὴν
ὑμνῳδίαν, ἄνωθεν τοῦ βασιλέως ἱσταμένου καὶ ἀκρο
ωμένου τῶν ὕμνων. Υπ' αὐγὰς δὲ συναχθέντων, καὶ
τὴν τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίαν πληρούντων ἐς τόσον
ὥστε καὶ εἰς μίαν ἁρμογὴν καὶ συνέχειαν ξύμπαντας
ξυνεπτύχθαι ζῶον φαινομένους ἓν, εἰς πλάτος ἐνδι
δὲν ἀλλόκοτόν τι καὶ ξένον, μυρίαις χρώμενον γλώσ
σαις, – τούτων οὖν ἁπάντων συναθροισθέντων, πε
μιαιρεθέντων δὲ καὶ τῶν τοῦ τρικλίνου Μάκρωνος
δρυφάκτων διόλου, ὡς καθαρός παρὰ πάντων θεῷτο
ὁ εὐφημούμενος, ἐπ' ἀσπίδος τε τὴν νέον οἱ ἐν τέλει
καθιζάνουσι καὶ μετέωρον αἴρουσι καὶ ἀνευφημούσε
τρανότερον. Εἶτα καὶ τὴν ἱερὰν λειτουργία» τελοῦν
τες ἅμα μὲν αὐτὸς πατριάρχης, ἅμα δ' ἀρχιερεῖς
καὶ οἱ τοῦ βήματος πάντες, ἐφ' ἑκάστῳ τῶν τελου
μένων καὶ τῷ υἱῷ κατὰ τὸ εἰκὸς συναγωσίουν τὰ
πρέποντα τῷ πατρί τε καὶ βασιλεῖ. Καὶ δὴ τελε
σθέντων ἐκείνων ἀνεισι μὲν ἐπ' ἄμβωνος ὁ κρατῶν,
ἄνεισι δὲ καὶ ὁ πατριάρχης, συνάνεισι δὲ σφίσι καὶ
ὁ εἰς βασιλείαν μετὰ τοῦ πατρὸς χρισθησόμενος.
(Ρ. 134] Καὶ μετὰ λαμπρῶν καὶ περιφανῶν τῶν
τελετῶν στέφει μὲν βασιλεὺς τὸν υἱὸν, συνεπιλαμ
βανομένου του στέφους καὶ τοῦ ἱεράρχου, χρίει δ' ὁ
Ιεράρχης τῷ θείῳ μύρῳ τὸν τῆς βασιλείας συμμετα
σχόντα καὶ ποιᾶνες ἐντεῦθεν καὶ εὐφημίαι καὶ πᾶν
χαριστήριον. Ριπτοῦνται δὲ περιερχομένων τῶν βασι
λέων καὶ οἱ συνήθεις ἀπόδεσμοι. Καὶ τότε μὲν τὸ μέγα
PG 144:217ῥιπτοῦνται δὲ περιερχομένων τῶν βασιλέων καὶ οἱ συνήθεις ἀπόδεσμοι. καὶ τότε μὲν τὸ μέγα παλάτιον μετὰ περιφανοῦς τῆς δορυφορίας αὐτοὺς ὑποδέχεται· [] τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ταύτης μετακαλεῖται μὲν πατριάρχας ὁ βασιλεύς, μετακαλεῖται δ’ ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς τοῦ κλήρου καὶ μοναχοὺς καὶ τὸ τῆς πολιτείας ὅσον καθαρόν τε καὶ ἔκκριτον, καὶ δὴ κατὰ τὸν Μανουηλίτην βασιλικὸν τρίκλινον ἔγνω συνάπτειν πανήγυριν. καὶ τὸν υἱὸν ἀγαγὼν Ἰωάννην, ὃν ἐκ τῆς Εἰρήνης ἔσχε νέον ἔτι τελοῦντα, εἰς δεσπότην προβάλλεται, συνεπιλαμβανομένου τῆς δεσποτικῆς στεφάνης τοῦ ἀρτιστεφοῦς βασιλέως καὶ αὐτοκράτορος. καὶ οὕτως ἐκεῖθεν καὶ ἐς Βλαχέρνας προερχομένων τῶν βασιλέων, ἐρριπτοῦντο μὲν καὶ αὖθις τοῖς δήμοις ἀπόδεσμοι, πολὺς δ’ ἐξ ἁπάντων κρότος καὶ συμμιγὴς ᾔρετο εὐφημία, καὶ μεγαλυνόντων τοὺς βασιλεῖς. Ἐντεῦθεν καὶ ἐζητεῖτο πρὸς βασιλέως παρὰ τῆς ἐκκλησίας δοθῆναι καὶ ἐπὶ τῷ νέῳ στεφθέντι ὅσον δὴ καὶ αὐτῷ παρὰ τοῦ πατρὸς ζητήσαντος πέπρακτο.
DE ANDRONICO PAL ECLOGO LIB. III.
παλάτιον μετά περιφανοῦς τῆς δορυφορίας αὐτοὺς ἢ εἴη, εὐθύνας ἀφορισμῶν ἀλύτων καὶ ἀρῶν ἐπιτί
ὑποδέχεται.
β'. Προβολή παρὰ βασιλέων εἰς δεσποτείαν τοῦ
υἱοῦ ᾿Ιωάννου.
Τῇ δ' ὑστεραίᾳ ταύτης μετακαλεῖται μὲν πατρι
ἀρχας ὁ βασιλεὺς, μετακαλεῖται δ᾽ ἀρχιερεῖς καὶ
τοὺς τοῦ κλήρου καὶ μοναχοὺς καὶ τὸ τῆς πολιτείας
ὅσον καθαρόν τε καὶ ἔκκριτον, καὶ δὴ κατὰ τὸν Ματ
νουηλίτην βασιλικόν τρίκλινον ἔγνω συνάπτειν παντ
ήγυριν. Καὶ τὸν υἱὸν ἀγαγὼν Ἰωάννην, ὃν ἐκ τῆς
Εἰρήνης ἔσχε νέον ἔτι τελοῦντα, εἰς δεσπότην προ
βάλλεται, συνεπιλαμβανομένου τῆς δεσποτικῆς στε
φάνης τοῦ ἀρτιστεφούς βασιλέως καὶ αὐτοκράτορος.
Καὶ οὕτως ἐκεῖθεν καὶ ἐς Βλαχέρνας προερχομένων
τῶν βασιλέων, ἐῤῥιπτοῦντο μὲν καὶ αὖθις τοῖς δή
μοι; ἀπόδεσμοι, πολὺς δ' ἐξ ἁπάντων κρότος καὶ
συμμιγής ᾕρετο εὐφημία, καὶ μεγαλυνόντων τους
βασιλεία.
γ΄. Οπως νεαρά προβαίνει βασίλειος νομοθεσία
περὶ τῶν χειροτονιών.
Ἐντεῦθεν καὶ ἐζητεῖτο πρὸς βασιλέως παρὰ τῆς
Εκκλησίας δοθῆναι καὶ ἐπὶ τῷ νέῳ στεφθέντι ὅσον
δὴ καὶ αὐτῷ παρὰ τοῦ πατρὸς ζητήσαντος πέπρακτο.
Τα γὰρ ἐξ αὐτῆς τόμον γενέσθαι, καὶ δι᾿ ὑπογρα
φῶν συνήθων ἀσφαλισθῆναι [Ρ 155] οἱ τὴν βασιλείαν,
καὶ τῷ κατεξαναστησομένῳ δῆθεν, εἴ που τις καὶ
θεσθαι, ἑαυτῷ μὲν γεγονὸς παρὰ τῶν τότε ἐς τὸ
ἀκριβές ἠπίστατο καὶ ἐδείκνυ, ἠξίου δὲ καὶ τῷ υἱῷ
ταῦτα παρ' αὐτῶν γίνεσθαι ὡς οὐ καινόν τι καὶ
ξένον, ὡς ἔλεγεν, ἐχούσης τῆς ἀξιώσεως. Ταῦτα μὲν
βασιλεὺς λιπαρῶς ἠξίου, ἀλλ᾽ οὔτε πατριάρχην οὔτ᾽
ἀρχιερεῖς ἔπειθεν, ἀλλὰ τὸν μὲν τόμον γενέσθαι καὶ
ἀσφαλισθῆναι τῷ στεφθέντι τὴν βασιλείαν αὐτόθεν
ἕτοιμοι ἦσαν πράττειν, τὸ δὲ καὶ ἀραῖς περιβάλλειν
καὶ ἀφορισμοῖς Χριστοῦ τῆς μερίδος χωρίζουσι τὸν εἰ
τίς ποτε καὶ κατεξανασταίη του βασιλέως, οὐκ ἐδι
καίουν ὅλως. Αποχρῶντα γὰρ εἶναί οἱ τὰ ἐκ τῶν
νόμων πρόστιμα, εἰ ἁλψη, ὡς μηδὲν ἐντεῦθεν καὶ
τὸ βιοῦν βιωτὸν ἔχειν ταῖς ἐκ νόμων καθυπαχθέντα
ποιναῖς. Μὴ δίκαιον δ' εἶναι πρὸς ταύταις, καὶ ἀν
δράσι συμπαθείας φίλοις διεγνωσμένον, καὶ τῆς
μερίδες ἐκεῖνον χωρίζεσθαι τοῦ Χριστοῦ. Καὶ καλὸν
μὲν βασιλεῖ προσεἶναι τὴν συμπάθειαν πλεονέκτημα
τέτακτο γὰρ αὐτῷ δηλαδὴ μὴ ἑκουσίῳ γνώμῃ ποινη
λατεῖν ποτε τὸν ἐπὶ τοῖς ἐσχάτοις αλόντα, ἀλλ'
ἄλλως εἱρκταῖς καὶ ταῖς ἐκεῖθεν κακουχίαις δὴ καὶ
δημεύσεσι κατὰ τρόπον τοῦ πλημμελήματος δικαιούν
καὶ κολάζειν. Καλόν οὖν εἶναι καὶ ἐπαινετὸν τὸ
ταχθέν βασιλεῖ, οὐ καλὸν δὲ οὐδ᾽ εὐπρεπὲς ἄλλως
αὐτὸν συμπαθῶς ὅσον ἐπὶ τούτῳ τοῖς πταίουσιν
ἔχοντα ἀσυμπαθῆ καταναγκάζειν τὴν Ἐκκλησίαν
γίνεσθαι, καὶ μᾶλλον αὐτὴν διαφερόντως τὸ ξυμ
[] τὸ γὰρ ἐξ αὐτῆς τόμον γενέσθαι, καὶ δι’ ὑπογραφῶν συνήθων ἀσφαλισθῆναί οἱ τὴν βασιλείαν, καὶ τῷ κατεξαναστησομένῳ δῆθεν, εἴ πού τις καὶ εἴη, εὐθύνας ἀφορισμῶν ἀλύτων καὶ ἀρῶν ἐπιτίθεσθαι, ἑαυτῷ μὲν γεγονὸς παρὰ τῶν τότε ἐς τὸ ἀκριβὲς ἠπίστατο καὶ ἐδείκνυ, ἠξίου δὲ καὶ τῷ υἱῷ ταῦτα παρ’ αὐτῶν γίνεσθαι ὡς οὐ καινόν τι καὶ ξένον, ὡς ἔλεγεν, ἐχούσης τῆς ἀξιώσεως. ταῦτα μὲν βασιλεὺς λιπαρῶς ἠξίου, ἀλλ’ οὔτε πατριάρχην οὔτ’ ἀρχιερεῖς ἔπειθεν, ἀλλὰ τὸν μὲν τόμον γενέσθαι καὶ ἀσφαλισθῆναι τῷ στεφθέντι τὴν βασιλείαν αὐτόθεν ἕτοιμοι ἦσαν πράττειν, τὸ δὲ καὶ ἀραῖς περιβάλλειν καὶ ἀφορισμοῖς Χριστοῦ τῆς μερίδος χωρίζουσι τὸν εἴ τίς ποτε καὶ κατεξανασταίη τοῦ βασιλέως, οὐκ ἐδικαίουν ὅλως. ἀποχρῶντα γὰρ εἶναί οἱ τὰ ἐκ τῶν νόμων πρόστιμα, εἰ ἁλῴη, ὡς μηδὲν ἐντεῦθεν καὶ τὸ βιοῦν βιωτὸν ἔχειν ταῖς ἐκ νόμων καθυπαχθέντα ποιναῖς. μὴ δίκαιον δ’ εἶναι πρὸς ταύταις, καὶ ἀνδράσι συμπαθείας φίλοις διεγνωσμένον, καὶ τῆς μερίδος ἐκεῖνον χωρίζεσθαι τοῦ Χριστοῦ. καὶ καλὸν μὲν βασιλεῖ προσεῖναι τὴν συμπάθειαν πλεονέκτημα·
DE ANDRONICO PAL ECLOGO LIB. III.
παλάτιον μετά περιφανοῦς τῆς δορυφορίας αὐτοὺς ἢ εἴη, εὐθύνας ἀφορισμῶν ἀλύτων καὶ ἀρῶν ἐπιτί
ὑποδέχεται.
β'. Προβολή παρὰ βασιλέων εἰς δεσποτείαν τοῦ
υἱοῦ ᾿Ιωάννου.
Τῇ δ' ὑστεραίᾳ ταύτης μετακαλεῖται μὲν πατρι
ἀρχας ὁ βασιλεὺς, μετακαλεῖται δ᾽ ἀρχιερεῖς καὶ
τοὺς τοῦ κλήρου καὶ μοναχοὺς καὶ τὸ τῆς πολιτείας
ὅσον καθαρόν τε καὶ ἔκκριτον, καὶ δὴ κατὰ τὸν Ματ
νουηλίτην βασιλικόν τρίκλινον ἔγνω συνάπτειν παντ
ήγυριν. Καὶ τὸν υἱὸν ἀγαγὼν Ἰωάννην, ὃν ἐκ τῆς
Εἰρήνης ἔσχε νέον ἔτι τελοῦντα, εἰς δεσπότην προ
βάλλεται, συνεπιλαμβανομένου τῆς δεσποτικῆς στε
φάνης τοῦ ἀρτιστεφούς βασιλέως καὶ αὐτοκράτορος.
Καὶ οὕτως ἐκεῖθεν καὶ ἐς Βλαχέρνας προερχομένων
τῶν βασιλέων, ἐῤῥιπτοῦντο μὲν καὶ αὖθις τοῖς δή
μοι; ἀπόδεσμοι, πολὺς δ' ἐξ ἁπάντων κρότος καὶ
συμμιγής ᾕρετο εὐφημία, καὶ μεγαλυνόντων τους
βασιλεία.
γ΄. Οπως νεαρά προβαίνει βασίλειος νομοθεσία
περὶ τῶν χειροτονιών.
Ἐντεῦθεν καὶ ἐζητεῖτο πρὸς βασιλέως παρὰ τῆς
Εκκλησίας δοθῆναι καὶ ἐπὶ τῷ νέῳ στεφθέντι ὅσον
δὴ καὶ αὐτῷ παρὰ τοῦ πατρὸς ζητήσαντος πέπρακτο.
Τα γὰρ ἐξ αὐτῆς τόμον γενέσθαι, καὶ δι᾿ ὑπογρα
φῶν συνήθων ἀσφαλισθῆναι [Ρ 155] οἱ τὴν βασιλείαν,
καὶ τῷ κατεξαναστησομένῳ δῆθεν, εἴ που τις καὶ
θεσθαι, ἑαυτῷ μὲν γεγονὸς παρὰ τῶν τότε ἐς τὸ
ἀκριβές ἠπίστατο καὶ ἐδείκνυ, ἠξίου δὲ καὶ τῷ υἱῷ
ταῦτα παρ' αὐτῶν γίνεσθαι ὡς οὐ καινόν τι καὶ
ξένον, ὡς ἔλεγεν, ἐχούσης τῆς ἀξιώσεως. Ταῦτα μὲν
βασιλεὺς λιπαρῶς ἠξίου, ἀλλ᾽ οὔτε πατριάρχην οὔτ᾽
ἀρχιερεῖς ἔπειθεν, ἀλλὰ τὸν μὲν τόμον γενέσθαι καὶ
ἀσφαλισθῆναι τῷ στεφθέντι τὴν βασιλείαν αὐτόθεν
ἕτοιμοι ἦσαν πράττειν, τὸ δὲ καὶ ἀραῖς περιβάλλειν
καὶ ἀφορισμοῖς Χριστοῦ τῆς μερίδος χωρίζουσι τὸν εἰ
τίς ποτε καὶ κατεξανασταίη του βασιλέως, οὐκ ἐδι
καίουν ὅλως. Αποχρῶντα γὰρ εἶναί οἱ τὰ ἐκ τῶν
νόμων πρόστιμα, εἰ ἁλψη, ὡς μηδὲν ἐντεῦθεν καὶ
τὸ βιοῦν βιωτὸν ἔχειν ταῖς ἐκ νόμων καθυπαχθέντα
ποιναῖς. Μὴ δίκαιον δ' εἶναι πρὸς ταύταις, καὶ ἀν
δράσι συμπαθείας φίλοις διεγνωσμένον, καὶ τῆς
μερίδες ἐκεῖνον χωρίζεσθαι τοῦ Χριστοῦ. Καὶ καλὸν
μὲν βασιλεῖ προσεἶναι τὴν συμπάθειαν πλεονέκτημα
τέτακτο γὰρ αὐτῷ δηλαδὴ μὴ ἑκουσίῳ γνώμῃ ποινη
λατεῖν ποτε τὸν ἐπὶ τοῖς ἐσχάτοις αλόντα, ἀλλ'
ἄλλως εἱρκταῖς καὶ ταῖς ἐκεῖθεν κακουχίαις δὴ καὶ
δημεύσεσι κατὰ τρόπον τοῦ πλημμελήματος δικαιούν
καὶ κολάζειν. Καλόν οὖν εἶναι καὶ ἐπαινετὸν τὸ
ταχθέν βασιλεῖ, οὐ καλὸν δὲ οὐδ᾽ εὐπρεπὲς ἄλλως
αὐτὸν συμπαθῶς ὅσον ἐπὶ τούτῳ τοῖς πταίουσιν
ἔχοντα ἀσυμπαθῆ καταναγκάζειν τὴν Ἐκκλησίαν
γίνεσθαι, καὶ μᾶλλον αὐτὴν διαφερόντως τὸ ξυμ
τέτακτο γὰρ αὐτῷ δηλαδὴ μὴ ἑκουσίῳ γνώμῃ ποινηλατεῖν ποτὲ τὸν ἐπὶ τοῖς ἐσχάτοις ἁλόντα, ἀλλ’ ἄλλως εἱρκταῖς καὶ ταῖς ἐκεῖθεν κακουχίαις δὴ καὶ δημεύσεσι κατὰ τρόπον τοῦ πλημμελήματος δικαιοῦν καὶ κολάζειν. καλὸν οὖν εἶναι καὶ ἐπαινετὸν τὸ ταχθὲν βασιλεῖ, οὐ καλὸν δὲ οὐδ’ εὐπρεπὲς ἄλλως αὐτὸν συμπαθῶς ὅσον ἐπὶ τούτῳ τοῖς πταίουσιν ἔχοντα ἀσυμπαθῆ καταναγκάζειν τὴν ἐκκλησίαν γίνεσθαι, καὶ μᾶλλον αὐτὴν διαφερόντως τὸ ξυμπαθὲς πρεσβεύουσαν. ὡς γοῦν ἀπετύγχανεν ὁ κρατῶν, καὶ πᾶς ἐς δικαιολογίαν λόγος ἐντεῦθεν ἠπράκτει τῆς τοῦ πατριάρχου καὶ τῶν ἀρχιερέων νικώσης ἐνστάσεως, τοῦτο μὲν καὶ ἄκων ὑπερετίθετο, καὶ τὸ δοκεῖν ὑπερηφάνει μηδ’ αὐτὴν ἐκείνην ἣν ἑτοίμως εἶχον διδόναι τομογραφίαν ὥς τι τῶν ἐξ ἀνάγκης θελητῶν προσιέμενος· συνεξακούεσθαι γὰρ καὶ τῷ παιδί τε καὶ διαδόχῳ κατὰ τὸ εἰκὸς τὴν ὡς ἑαυτὸν ὁρκωμοσίαν τε καὶ ὑπὸ θεῷ καὶ τοῖς ἐκείνου νόμοις ἀσφάλειαν. αὐτὸς δ’ ὡς ἐῴκει παροξυνθεὶς ἐφ’ οἷς ἀξιῶν ἀπετύγχανεν, ἄλλως ἀντιξύειν ἔγνω τοὺς ἀπειθοῦντας, ἀπρεπὲς καὶ ἄλλως τὸ κατὰ συνήθειαν πραττόμενον διακρίνων.
DE ANDRONICO PAL ECLOGO LIB. III.
παλάτιον μετά περιφανοῦς τῆς δορυφορίας αὐτοὺς ἢ εἴη, εὐθύνας ἀφορισμῶν ἀλύτων καὶ ἀρῶν ἐπιτί
ὑποδέχεται.
β'. Προβολή παρὰ βασιλέων εἰς δεσποτείαν τοῦ
υἱοῦ ᾿Ιωάννου.
Τῇ δ' ὑστεραίᾳ ταύτης μετακαλεῖται μὲν πατρι
ἀρχας ὁ βασιλεὺς, μετακαλεῖται δ᾽ ἀρχιερεῖς καὶ
τοὺς τοῦ κλήρου καὶ μοναχοὺς καὶ τὸ τῆς πολιτείας
ὅσον καθαρόν τε καὶ ἔκκριτον, καὶ δὴ κατὰ τὸν Ματ
νουηλίτην βασιλικόν τρίκλινον ἔγνω συνάπτειν παντ
ήγυριν. Καὶ τὸν υἱὸν ἀγαγὼν Ἰωάννην, ὃν ἐκ τῆς
Εἰρήνης ἔσχε νέον ἔτι τελοῦντα, εἰς δεσπότην προ
βάλλεται, συνεπιλαμβανομένου τῆς δεσποτικῆς στε
φάνης τοῦ ἀρτιστεφούς βασιλέως καὶ αὐτοκράτορος.
Καὶ οὕτως ἐκεῖθεν καὶ ἐς Βλαχέρνας προερχομένων
τῶν βασιλέων, ἐῤῥιπτοῦντο μὲν καὶ αὖθις τοῖς δή
μοι; ἀπόδεσμοι, πολὺς δ' ἐξ ἁπάντων κρότος καὶ
συμμιγής ᾕρετο εὐφημία, καὶ μεγαλυνόντων τους
βασιλεία.
γ΄. Οπως νεαρά προβαίνει βασίλειος νομοθεσία
περὶ τῶν χειροτονιών.
Ἐντεῦθεν καὶ ἐζητεῖτο πρὸς βασιλέως παρὰ τῆς
Εκκλησίας δοθῆναι καὶ ἐπὶ τῷ νέῳ στεφθέντι ὅσον
δὴ καὶ αὐτῷ παρὰ τοῦ πατρὸς ζητήσαντος πέπρακτο.
Τα γὰρ ἐξ αὐτῆς τόμον γενέσθαι, καὶ δι᾿ ὑπογρα
φῶν συνήθων ἀσφαλισθῆναι [Ρ 155] οἱ τὴν βασιλείαν,
καὶ τῷ κατεξαναστησομένῳ δῆθεν, εἴ που τις καὶ
θεσθαι, ἑαυτῷ μὲν γεγονὸς παρὰ τῶν τότε ἐς τὸ
ἀκριβές ἠπίστατο καὶ ἐδείκνυ, ἠξίου δὲ καὶ τῷ υἱῷ
ταῦτα παρ' αὐτῶν γίνεσθαι ὡς οὐ καινόν τι καὶ
ξένον, ὡς ἔλεγεν, ἐχούσης τῆς ἀξιώσεως. Ταῦτα μὲν
βασιλεὺς λιπαρῶς ἠξίου, ἀλλ᾽ οὔτε πατριάρχην οὔτ᾽
ἀρχιερεῖς ἔπειθεν, ἀλλὰ τὸν μὲν τόμον γενέσθαι καὶ
ἀσφαλισθῆναι τῷ στεφθέντι τὴν βασιλείαν αὐτόθεν
ἕτοιμοι ἦσαν πράττειν, τὸ δὲ καὶ ἀραῖς περιβάλλειν
καὶ ἀφορισμοῖς Χριστοῦ τῆς μερίδος χωρίζουσι τὸν εἰ
τίς ποτε καὶ κατεξανασταίη του βασιλέως, οὐκ ἐδι
καίουν ὅλως. Αποχρῶντα γὰρ εἶναί οἱ τὰ ἐκ τῶν
νόμων πρόστιμα, εἰ ἁλψη, ὡς μηδὲν ἐντεῦθεν καὶ
τὸ βιοῦν βιωτὸν ἔχειν ταῖς ἐκ νόμων καθυπαχθέντα
ποιναῖς. Μὴ δίκαιον δ' εἶναι πρὸς ταύταις, καὶ ἀν
δράσι συμπαθείας φίλοις διεγνωσμένον, καὶ τῆς
μερίδες ἐκεῖνον χωρίζεσθαι τοῦ Χριστοῦ. Καὶ καλὸν
μὲν βασιλεῖ προσεἶναι τὴν συμπάθειαν πλεονέκτημα
τέτακτο γὰρ αὐτῷ δηλαδὴ μὴ ἑκουσίῳ γνώμῃ ποινη
λατεῖν ποτε τὸν ἐπὶ τοῖς ἐσχάτοις αλόντα, ἀλλ'
ἄλλως εἱρκταῖς καὶ ταῖς ἐκεῖθεν κακουχίαις δὴ καὶ
δημεύσεσι κατὰ τρόπον τοῦ πλημμελήματος δικαιούν
καὶ κολάζειν. Καλόν οὖν εἶναι καὶ ἐπαινετὸν τὸ
ταχθέν βασιλεῖ, οὐ καλὸν δὲ οὐδ᾽ εὐπρεπὲς ἄλλως
αὐτὸν συμπαθῶς ὅσον ἐπὶ τούτῳ τοῖς πταίουσιν
ἔχοντα ἀσυμπαθῆ καταναγκάζειν τὴν Ἐκκλησίαν
γίνεσθαι, καὶ μᾶλλον αὐτὴν διαφερόντως τὸ ξυμ
PG 144:219τὸ δ’ ἦν τὸ τὸν ἐπὶ ἀρχιερωσύνῃ χειροτονούμενον κανοῖς τισὶ καὶ δόσει λημμάτων τοὺς χειροτονοῦντας δωρεῖσθαι καί γε δὴ κληρικῶν ἕκαστον διὰ τὴν προσόντων αὐτοῖς ὀφφικίων δικαιοδοσίαν, ὡς εἴθιστο· Σιμωνιακὸν γὰρ ἀπεκάλει τὸ πραττόμενον πάθος, καὶ ὤνιον χρημάτων κινδυνεύειν τὴν χειροτονίαν ἐντεῦθεν λογίζεσθαι. τοῦτ’ εἰς μέσον προτείνων, πολὺς ἦν δοκῶν καταιδεῖσθαι καὶ τὸ ἀπερισκέπτως γινόμενον ἐκφαυλίζειν καὶ εἰς κρῖμα μεῖζον γίνεσθαι. τινὲς γοῦν οἷς δὴ καὶ ἦν διευλαβεῖσθαι δοκεῖν, ἀρχιερεῖς ὄντες καὶ οὗτοι καὶ τὸ κέρδος τοῦ ἀσφαλοῦς ἐν δευτέρῳ δοκοῦντες τίθεσθαι, συνῄροντο τῆς γνώμης τῷ βασιλεῖ καὶ τὰ εἰκότα συνέπραττον. οἱ πλείους δὲ καὶ παρ’ ἐκείνους ξύμπαντες, καὶ παλαιὰν συνήθειαν προβαλλόμενοι καὶ νόμους περὶ τούτων λέγοντας καὶ δικαιοδοσίας ἐκ παλαιοῦ ὀφφικίων, οὐκ ἐνεδίδοσαν. εἰ δ’ οὖν, ἀλλὰ παραβασίαν τοῖς κειμένοις ἐφεδρεύουσαν καὶ ὄλισθον ἐντεῦθεν ἀνηρτημένον ὡς εἰκὸς διεγίνωσκον, καὶ ὅτι πόρον ζωῆς ἀναγκαίας τοῖς κληρικοῖς ἀποκεκλεῖσθαι ξυμβαίνει. καὶ πόλλ’ ἄττα τοιαῦτα λέγοντες τοῖς ἀπεροῦσιν εἰς τέλος ἐῴκεσαν. ἀλλ’ οὐκ ἤνυον.
παθες πρεσβεύουσαν. Ως γοῦν ἀπετύγχανεν ὁ κρα- κῶν καταιδεῖσθαι καὶ τὸ ἀπερισκέπτως γινόμενον
τῶν, καὶ πᾶς ἐς δικαιολογίαν λόγος ἐντεῦθεν ἡ πράκτει
τῆς τοῦ πατριάρχου καὶ τῶν ἀρχιερέων νικώσης
ἐνστάσεως, τοῦτο μὲν καὶ ἄκων ὑπερετίθετο, καὶ
τὸ δοκεῖν ὑπερηφάνει μηδ' αὐτὴν ἐκείνην ἣν ἑτοίμως
εἶχον διδόναι τομογραφίαν ὥς τι τῶν ἐξ ἀνάγκης
θελητῶν προσιέμενος· συνεξακούεσθαι γὰρ καὶ τῷ
παιδί τε καὶ διαδόχῳ κατὰ τὸ εἰκὸς τὴν ὡς ἑαυτὸν
ἐρκωμοσίαν τε καὶ ὑπὸ Θεῷ καὶ τοῖς ἐκείνου νόμοις
ἀσφάλεια». Αὐτὸς δ᾽ ὡς ἐῴκει παροξυνθεὶς ἐφ᾽ οἷς
ἀξιῶν ἀπετύγχανεν, ἄλλως ἀντιξύειν ἔγνω τους
ἀπειθοῦντας, ἀπρεπὲς καὶ ἄλλως τὸ κατὰ συνήθειαν
πραττόμενον διακρίνων. Το δ' ἦν τὸ τὴν ἐπὶ ἀρε
γιερωσύνη χειροτονούμενον κανοῖς τισι καὶ δόσει
λημμάτων τοὺς χειροτονοῦντας δωρεῖσθαι καί γε δή
κληρικῶν ἕκαστον διὰ τὴν προσόντων αὐτοῖς ὀφφι
κίων δικαιοδοσίαν, ὡς εἴθιστο. Σιμωνιακών γὰρ
ἀπεκάλει τὸ πραττόμενον πάθος, [Ρ 136] καὶ ὤνιον
χρημάτων κινδυνεύειν τὴν χειροτονίαν ἐντεῦθεν λα
γίζεσθαι. Τοῦτ᾽ εἰς μέσον προτείνων, πολὺς ἦν δου
ἐκφαυλίζειν καὶ εἰς κρῖμα μεῖζον γίνεσθαι. Τινὲς
γοῦν οἷς δὴ καὶ ἦν διευλαβεῖσθαι δοκεῖν, ἀρχιερεῖς
ὄντες καὶ οὗτοι καὶ τὸ κέρδος τοῦ ἀσφαλούς ἐν δευ
τέρῳ δοκοῦντες τίθεσθαι, συνήροντο τῆς γνώμης
τῷ βασιλεῖ καὶ τὰ εἰκότα συνέπραττον. Οἱ πλείους
δὲ καὶ παρ᾽ ἐκείνους ξύμπαντες, καὶ παλαιὰν συνή
θειαν προβαλλόμενοι καὶ νόμους περὶ τούτων λέγον
τας και δικαιοδοσίας ἐκ παλαιοῦ ὀφφικίων, οὐκ
ἐνεδίδοσαν. Εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ παραβασίαν τοῖς κειμέ
νοις ἐφεδρεύουσαν καὶ ὅλισθον ἐντεῦθεν ανηρτημέ
νον ὡς εἰκὸς διεγίνωσκον, καὶ ὅτι πόρον ζωῆς ἀναγ
καίας τοῖς κληρικοῖς ἀποκεκλεῖσθαι ξυμβαίνει. Κα!
πολλ᾽ ἅττα τοιαῦτα λέγοντες τοῖς ἀπεροῦσιν εἰς τέ
λος ἐῴκεσαν. Αλλ' οὐκ ἤνυον. Διὸ καὶ νεαρά προ
βαίνει νομοθεσία, καὶ ἐπ' αὐτοῖς μόνον οὐκ ἀκριβο
λογουμένων κηροῖς, ὁπόσοι καὶ οἷοι ἐσοῦνται, οἷς
ἡμμένοις ἐπὶ τῇ τελετῇ τῆς χειροτονίας χρήσαιντ'
ἂν οἱ τῶν παρόντων ἱερωμένοι. "Ην δὴ νεαρὰν ὑποση
μαίνεται μὲν πατριάρχης, υποσημαίνονται δ' ιεράρ
PG 144:221διὸ καὶ νεαρὰ προβαίνει νομοθεσία, καὶ ἐπ’ αὐτοῖς μόνον οὐκ ἀκριβολογουμένων κηροῖς, ὁπόσοι καὶ οἷοι ἐσοῦνται, οἷς ἡμμένοις ἐπὶ τῇ τελετῇ τῆς χειροτονίας χρήσαιντ’ ἂν οἱ τῶν παρόντων ἱερωμένοι. ἣν δὴ νεαρὰν ὑποσημαίνεται μὲν πατριάρχης ὑποσημαίνονται δ’ ἱεράρχαι, καὶ πάντες πλὴν δυοῖν, τοῦ τε Σμύρνης καὶ τοῦ Περγάμου, συγκάταινοι γίνονται. πλὴν τὸ πᾶν τῆς ἀκερδείας οὐκ ἐπὶ τοῖς ὑπογράψασιν ἀλλ’ ἐπὶ τοῖς κληρικοῖς πίπτει, ὡς ἄλλους μὲν ἐμπεδωθῆναι ταῖς ὁμολογίαις, ἄλλους δὲ καὶ ἄκοντας τὰς ἐκείνων ὁμολογίας ἀποπληροῦν. 4. Ἀλλὰ φθάνει καὶ ὁ ἐν δύσει δεσπότης ὁ ἐξ Ἀγγέλων Νικηφόρος τελευτῆσαι τὸν βίον, ἐπὶ δυσὶν ὑπεξουσίοις τέκνοις, παιδί τε ἄρρενι ἀτελεῖ τῷ Θωμᾷ καὶ θυγατρὶ προφερούσῃ τὴν ἡλικίαν τοῦ ἄρρενος τῇ Ἰθάμαρ.
γαι, καὶ πάντες πλὴν δυοῖν, τοῦ τε Σμύρνης καὶ τοῦ ἡ κότας εκτόπως ὑπώπτευε, καὶ περὶ τοῖς παισὶ καὶ
Περγάμου, συγκάταινοι γίνονται. Πλὴν τὸ πᾶν τῆς
ἀκερδείας οὐκ ἐπὶ τοῖς ὑπογράψασιν, ἀλλ' ἐπὶ τοῖς
κληρικοῖς πίπτει, ὡς ἄλλους μὲν ἐμπεδωθῆναι ταῖς
ὁμολογίαις, ἄλλους δὲ καὶ ἄκοντας τὰς ἐκείνων όμο
λογίας ἀποπληροῦν.
8. Περὶ τοῦ θανάτου τοῦ δεσπότου Νικηφόρου
καὶ τῆς πρὸς βασιλέα ἀξιώσεως.
Ἀλλὰ φθάνει καὶ 13] ὁ ἐν δύσει δεσπότης ὁ
ἐξ ᾿Αγγέλων Νικηφόρο; τελευτῆσαι τὸν βίον, ἐπὶ
δυσὶν ὑπεξουσίοις τέκνοις, παιδί τε ἄῤῥεν: ἀτελεῖ
τῷ Θωμᾷ καὶ θυγατρί προφερούσῃ τὴν ἡλικίαν τοῦ
ἄρξενος τῇ Ιθάμαρ. Καὶ ἡ ἐκείνων μήτηρ "Αννα
καὶ τῆς Εὐλογίας θυγάτηρ, ἐκποδὼν γεγονότος καὶ
του σεβαστοκράτορος Ιωάννου, τὰς ἐπιτροπὰς τῶν
τε παίδων καὶ τῆς τοπαρχίας ἔχουσα, τοὺς τοῦ Ἰωά
νου παῖδας δύο, τὸν Δούκαν τε καὶ τὸν ᾿Αγγελον (τὸν
γὰρ Κομνηνὸν Μιχαήλ φθάνει κατασοφισαμένη αὕτη
δήλῳ καὶ ἐπισχοῦσα καὶ παραδοῦσα τῷ βασιλεῖ),
γυνὴ ἀπόλεμο; φύσει ἄνδρας καὶ πολέμοις ἐσχολα
τῇ ἀρχῇ ἐδεδοίκει· ὁ γὰρ σφῶν πατὴρ Ἰωάννης
ζῶντα τὸν Νικηφόρον, νόθος γνήσιον, τὰ πολλὰ τῶν
ἐκείνου προσαφαιρούμενος ἐζημίου. Διὰ τοιαῦτα καὶ
οὐκ ἀνυστὴν ὅλως βουλὴν ἐβουλεύετο· ἔγνω γὰρ
ἀποστέλλειν πρὸς βασιλέα, καὶ λιπαρεῖν μὲν αὐτὸν,
λιπαρεῖν δὲ πατριάρχην καὶ Ἐκκλησίαν παριδεῖν
νόμους κειμένους, καὶ τῇ ἀνάγκῃ συγκαταβῆναι
ἐχούσῃ μέγα το χρήσιμον, ὥστε τὸν νέον βασιλέα
γαμβρὸν ἐκείνῃ γενέσθαι, καὶ πᾶσαν χώραν καὶ
ἑαυτὴν καὶ παῖδα ὡς ἀρχαῖα ἐλλείμματα Ρωμαΐδος
ἐγχειρίζειν χαίρουσαν ὡς εἰ καὶ αὐτὴ ἐπ᾿ ἐκείνοις
τόσα λαβεῖν ἔμελλε. Τὸ οὖν συνάλλαγμα, 8 συνιστάν
ἤθελεν, ἔκτου ἦν βαθμοῦ καὶ ἐξ αἵματος, καὶ παντός
γε μᾶλλον ἀπεκωλύετο. "Οθεν καὶ τῷ μὲν Θωμᾷ τὸ
δεσποτικὴν ἀξίωμα ζητήσασα καὶ λαβοῦσα, τὴν δ᾽
ἐντεῦθεν ἀσφάλειαν ἀπελπίσασα, πρὸς Ιταλούς
ἀφορᾷ, καὶ τὸν ἔκγονον τοῦ Καρούλου ἐπιγαμε
βρεύεται Φίλιππον, οὐκ ὀλίγα τῶν τῆς χώρας καὶ
πόλεις ἐς προῖκα λοῦσα τῇ θυγατρί.
καὶ ἡ ἐκείνων μήτηρ Ἄννα καὶ τῆς Εὐλογίας θυγάτηρ, ἐκποδὼν γεγονότος καὶ τοῦ σεβαστοκράτορος Ἰωάννου τὰς ἐπιτροπὰς τῶν τε παίδων καὶ τῆς τοπαρχίας ἔχουσα, τοὺς τοῦ Ἰωάννου παῖδας δύο, τὸν Δούκαν τε καὶ τὸν Ἄγγελον (τὸν γὰρ Κομνηνὸν Μιχαὴλ φθάνει κατασοφισαμένη αὕτη δόλῳ καὶ ἐπισχοῦσα καὶ παραδοῦσα τῷ βασιλεῖ), γυνὴ ἀπόλεμος φύσει ἄνδρας καὶ πολέμοις ἐσχολακότας ἐκτόπως ὑπώπτευε, καὶ περὶ τοῖς παισὶ καὶ τῇ ἀρχῇ ἐδεδοίκει· ὁ γὰρ σφῶν πατὴρ Ἰωάννης ζῶντα τὸν Νικηφόρον, νόθος γνήσιον, τὰ πολλὰ τῶν ἐκείνου προσαφαιρούμενος ἐζημίου. διὰ τοιαῦτα καὶ οὐκ ἀνυστὴν ὅλως βουλὴν ἐβουλεύετο· ἔγνω γὰρ ἀποστέλλειν πρὸς βασιλέα, καὶ λιπαρεῖν μὲν αὐτὸν λιπαρεῖν δὲ πατριάρχην καὶ ἐκκλησίαν παριδεῖν νόμους κειμένους, καὶ τῇ ἀνάγκῃ συγκαταβῆναι ἐχούσῃ μέγα τὸ χρήσιμον, ὥστε τὸν νέον βασιλέα γαμβρὸν ἐκείνῃ γενέσθαι, καὶ πᾶσαν χώραν καὶ ἑαυτὴν καὶ παῖδα ὡς ἀρχαῖα ἐλλείμματα Ῥωμαί̈δος ἐγχειρίζειν χαίρουσαν ὡς εἰ καὶ αὐτὴ ἐπ’ ἐκείνοις τόσα λαβεῖν ἔμελλε. τὸ οὖν συνάλλαγμα, ὃ συνιστᾶν ἤθελεν, ἕκτου ἦν βαθμοῦ καὶ ἐξ αἵματος, καὶ παντός γε μᾶλλον ἀπεκωλύετο.
γαι, καὶ πάντες πλὴν δυοῖν, τοῦ τε Σμύρνης καὶ τοῦ ἡ κότας εκτόπως ὑπώπτευε, καὶ περὶ τοῖς παισὶ καὶ
Περγάμου, συγκάταινοι γίνονται. Πλὴν τὸ πᾶν τῆς
ἀκερδείας οὐκ ἐπὶ τοῖς ὑπογράψασιν, ἀλλ' ἐπὶ τοῖς
κληρικοῖς πίπτει, ὡς ἄλλους μὲν ἐμπεδωθῆναι ταῖς
ὁμολογίαις, ἄλλους δὲ καὶ ἄκοντας τὰς ἐκείνων όμο
λογίας ἀποπληροῦν.
8. Περὶ τοῦ θανάτου τοῦ δεσπότου Νικηφόρου
καὶ τῆς πρὸς βασιλέα ἀξιώσεως.
Ἀλλὰ φθάνει καὶ 13] ὁ ἐν δύσει δεσπότης ὁ
ἐξ ᾿Αγγέλων Νικηφόρο; τελευτῆσαι τὸν βίον, ἐπὶ
δυσὶν ὑπεξουσίοις τέκνοις, παιδί τε ἄῤῥεν: ἀτελεῖ
τῷ Θωμᾷ καὶ θυγατρί προφερούσῃ τὴν ἡλικίαν τοῦ
ἄρξενος τῇ Ιθάμαρ. Καὶ ἡ ἐκείνων μήτηρ "Αννα
καὶ τῆς Εὐλογίας θυγάτηρ, ἐκποδὼν γεγονότος καὶ
του σεβαστοκράτορος Ιωάννου, τὰς ἐπιτροπὰς τῶν
τε παίδων καὶ τῆς τοπαρχίας ἔχουσα, τοὺς τοῦ Ἰωά
νου παῖδας δύο, τὸν Δούκαν τε καὶ τὸν ᾿Αγγελον (τὸν
γὰρ Κομνηνὸν Μιχαήλ φθάνει κατασοφισαμένη αὕτη
δήλῳ καὶ ἐπισχοῦσα καὶ παραδοῦσα τῷ βασιλεῖ),
γυνὴ ἀπόλεμο; φύσει ἄνδρας καὶ πολέμοις ἐσχολα
τῇ ἀρχῇ ἐδεδοίκει· ὁ γὰρ σφῶν πατὴρ Ἰωάννης
ζῶντα τὸν Νικηφόρον, νόθος γνήσιον, τὰ πολλὰ τῶν
ἐκείνου προσαφαιρούμενος ἐζημίου. Διὰ τοιαῦτα καὶ
οὐκ ἀνυστὴν ὅλως βουλὴν ἐβουλεύετο· ἔγνω γὰρ
ἀποστέλλειν πρὸς βασιλέα, καὶ λιπαρεῖν μὲν αὐτὸν,
λιπαρεῖν δὲ πατριάρχην καὶ Ἐκκλησίαν παριδεῖν
νόμους κειμένους, καὶ τῇ ἀνάγκῃ συγκαταβῆναι
ἐχούσῃ μέγα το χρήσιμον, ὥστε τὸν νέον βασιλέα
γαμβρὸν ἐκείνῃ γενέσθαι, καὶ πᾶσαν χώραν καὶ
ἑαυτὴν καὶ παῖδα ὡς ἀρχαῖα ἐλλείμματα Ρωμαΐδος
ἐγχειρίζειν χαίρουσαν ὡς εἰ καὶ αὐτὴ ἐπ᾿ ἐκείνοις
τόσα λαβεῖν ἔμελλε. Τὸ οὖν συνάλλαγμα, 8 συνιστάν
ἤθελεν, ἔκτου ἦν βαθμοῦ καὶ ἐξ αἵματος, καὶ παντός
γε μᾶλλον ἀπεκωλύετο. "Οθεν καὶ τῷ μὲν Θωμᾷ τὸ
δεσποτικὴν ἀξίωμα ζητήσασα καὶ λαβοῦσα, τὴν δ᾽
ἐντεῦθεν ἀσφάλειαν ἀπελπίσασα, πρὸς Ιταλούς
ἀφορᾷ, καὶ τὸν ἔκγονον τοῦ Καρούλου ἐπιγαμε
βρεύεται Φίλιππον, οὐκ ὀλίγα τῶν τῆς χώρας καὶ
πόλεις ἐς προῖκα λοῦσα τῇ θυγατρί.
ὅθεν καὶ τῷ μὲν Θωμᾷ τὸ δεσποτικὸν ἀξίωμα ζητήσασα καὶ λαβοῦσα, τὴν δ’ ἐντεῦθεν ἀσφάλειαν ἀπελπίσασα, πρὸς Ἰταλοὺς ἀφορᾷ, καὶ τὸν ἔκγονον τοῦ Καρούλου ἐπιγαμβρεύεται Φίλιππον, οὐκ ὀλίγα τῶν τῆς χώρας καὶ πόλεις ἐς προῖκα δοῦσα τῇ θυγατρί. 5. Ὁ δὲ βασιλεὺς πρέποντα γάμον τῷ παιδὶ παρεσκεύαζε. καὶ τὸν μὲν ἱερομόναχον Σοφονίαν, ἄνδρα σοφόν τε καὶ συνετόν, ἀποπέμπει πρὸς Πουλίαν τὸ κινούμενον κῆδος διαπρεσβεύσεσθαι. ὡς δ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἀπελθὼν περιήργει (ἐδέησε γὰρ καὶ εἰς πάπαν ἐκεῖνον γενέσθαι, κἂν οὐχὶ πρὸς ἐκεῖνον γράμμασιν ἱκανοῦτο τοῖς ἐκ βασιλέως, οἷς ἔδει ἁγιώτατον γράφειν τὸν πάπαν καὶ κρῖμα τὸ μέγιστον γίνεσθαι, ὡς τοῖς ἀσφαλέσι τὴν πίστιν ἐδόκει), πολλοὶ δ’ ἦσαν οἱ προσλιπαροῦντες ἄλλοθεν, ἔνθεν μὲν ἐκ τοῦ ἐν τῇ Κύπρῳ ῥηγὸς ἔνθεν δὲ καὶ ἐξ Ἀρμενίων, τὰ ἐν χερσὶ τῶν προσδοκωμένων ποιούμενος περὶ πλείονος, καὶ ἄλλως τὴν ἀπὸ τοῦ πάπα τῆς Ῥώμης ὑπειδόμενος ὑπερηφανίαν, τῆς φροντίδος ἐκείνης ἀπαλλαγεὶς ἔγνω ἐπὶ θατέρῳ τῶν ἀξιούντων τὰ τοῦ κήδους συστήσασθαι.
γαι, καὶ πάντες πλὴν δυοῖν, τοῦ τε Σμύρνης καὶ τοῦ ἡ κότας εκτόπως ὑπώπτευε, καὶ περὶ τοῖς παισὶ καὶ
Περγάμου, συγκάταινοι γίνονται. Πλὴν τὸ πᾶν τῆς
ἀκερδείας οὐκ ἐπὶ τοῖς ὑπογράψασιν, ἀλλ' ἐπὶ τοῖς
κληρικοῖς πίπτει, ὡς ἄλλους μὲν ἐμπεδωθῆναι ταῖς
ὁμολογίαις, ἄλλους δὲ καὶ ἄκοντας τὰς ἐκείνων όμο
λογίας ἀποπληροῦν.
8. Περὶ τοῦ θανάτου τοῦ δεσπότου Νικηφόρου
καὶ τῆς πρὸς βασιλέα ἀξιώσεως.
Ἀλλὰ φθάνει καὶ 13] ὁ ἐν δύσει δεσπότης ὁ
ἐξ ᾿Αγγέλων Νικηφόρο; τελευτῆσαι τὸν βίον, ἐπὶ
δυσὶν ὑπεξουσίοις τέκνοις, παιδί τε ἄῤῥεν: ἀτελεῖ
τῷ Θωμᾷ καὶ θυγατρί προφερούσῃ τὴν ἡλικίαν τοῦ
ἄρξενος τῇ Ιθάμαρ. Καὶ ἡ ἐκείνων μήτηρ "Αννα
καὶ τῆς Εὐλογίας θυγάτηρ, ἐκποδὼν γεγονότος καὶ
του σεβαστοκράτορος Ιωάννου, τὰς ἐπιτροπὰς τῶν
τε παίδων καὶ τῆς τοπαρχίας ἔχουσα, τοὺς τοῦ Ἰωά
νου παῖδας δύο, τὸν Δούκαν τε καὶ τὸν ᾿Αγγελον (τὸν
γὰρ Κομνηνὸν Μιχαήλ φθάνει κατασοφισαμένη αὕτη
δήλῳ καὶ ἐπισχοῦσα καὶ παραδοῦσα τῷ βασιλεῖ),
γυνὴ ἀπόλεμο; φύσει ἄνδρας καὶ πολέμοις ἐσχολα
τῇ ἀρχῇ ἐδεδοίκει· ὁ γὰρ σφῶν πατὴρ Ἰωάννης
ζῶντα τὸν Νικηφόρον, νόθος γνήσιον, τὰ πολλὰ τῶν
ἐκείνου προσαφαιρούμενος ἐζημίου. Διὰ τοιαῦτα καὶ
οὐκ ἀνυστὴν ὅλως βουλὴν ἐβουλεύετο· ἔγνω γὰρ
ἀποστέλλειν πρὸς βασιλέα, καὶ λιπαρεῖν μὲν αὐτὸν,
λιπαρεῖν δὲ πατριάρχην καὶ Ἐκκλησίαν παριδεῖν
νόμους κειμένους, καὶ τῇ ἀνάγκῃ συγκαταβῆναι
ἐχούσῃ μέγα το χρήσιμον, ὥστε τὸν νέον βασιλέα
γαμβρὸν ἐκείνῃ γενέσθαι, καὶ πᾶσαν χώραν καὶ
ἑαυτὴν καὶ παῖδα ὡς ἀρχαῖα ἐλλείμματα Ρωμαΐδος
ἐγχειρίζειν χαίρουσαν ὡς εἰ καὶ αὐτὴ ἐπ᾿ ἐκείνοις
τόσα λαβεῖν ἔμελλε. Τὸ οὖν συνάλλαγμα, 8 συνιστάν
ἤθελεν, ἔκτου ἦν βαθμοῦ καὶ ἐξ αἵματος, καὶ παντός
γε μᾶλλον ἀπεκωλύετο. "Οθεν καὶ τῷ μὲν Θωμᾷ τὸ
δεσποτικὴν ἀξίωμα ζητήσασα καὶ λαβοῦσα, τὴν δ᾽
ἐντεῦθεν ἀσφάλειαν ἀπελπίσασα, πρὸς Ιταλούς
ἀφορᾷ, καὶ τὸν ἔκγονον τοῦ Καρούλου ἐπιγαμε
βρεύεται Φίλιππον, οὐκ ὀλίγα τῶν τῆς χώρας καὶ
πόλεις ἐς προῖκα λοῦσα τῇ θυγατρί.
PG 144:223καὶ δὴ πρῶτον μὲν τὸν Ἀλεξανδρείας Ἀθανάσιον, ἐκ Ῥόδου καὶ αὖθις τῇ Κωνσταντίνου ἐπανελθόντα μετὰ τὴν ἐκβολὴν Ἀθανασίουἥπτετο γὰρ τἀκεῖθεν δεινὰ καὶ αὐτοῦ· τὸ δ’ αἴτιον ἡ τῆς Λαύρας τοῦ ἀρχιστρατήγου μονή, καὶ ἄλλη ἡ τοῦ μεγάλου Ἀγροῦ, τῇ ἐκκλησίᾳ Ἀλεξανδρείας δοθεῖσαι παρὰ βασιλέως Μιχαὴλ εἰς χάριν Ἀθανασίῳ, ἀσφαλέσιν ἐμπεδώσεσι χρυσοβούλλοις. ὃ δὴ καὶ τὰ πολλὰ ὠδύνα ἐσύστερον τὸν πατριαρχοῦντα Ἀθανάσιον, καὶ τὴν τοῦ μεγάλου Ἀγροῦ προσαφῃρεῖτο. ἐπὶ δὲ τῇ τῆς Λαύρας ζητῶν τὸ μνημόσυνον ἑαυτοῦ, ἐπεὶ ἐς ταὐτὸν τὼ ὀνόματε συνετρεχέτην καὶ Ἀθανάσιος ἐμνημονεύετο, τοὺς μοναχοὺς κατηνάγκαζεν ἀσφαλίζεσθαι ἐφ’ ᾧπερ, ὅτε λέγοιτο καὶ ἀκούοιτο τοὔνομα, φέρειν αὐτοὺς ἐπὶ νοῦν τὸ αὐτοῦ καὶ μὴ τοῦ Ἀλεξανδρείας, πλάτος νοὸς ἀκαθέκτου συστέλλειν ἐθέλων διὰ τὴν αὐτοῦ ὄρεξιν. καὶ διὰ ταῦτα ἀπάρας εἰς Ῥόδον τὸ βιοῦν μετ’ εἰρήνης διῆγε. τότε τοίνυν τοῦτον ἐπανελθόντα, καὶ καιρὸν ὅσον διαγαγόντα ἐν τῇ τοῦ Εὐεργέτου μονῇ, ὁ βασιλεὺς αἰδοῦς ἄξιον οἷς ἂν ἐπισταίη κρίνων τὸν ἄνδρα, πρεσβείαν στέλλεται δι’ αὐτοῦ πρὸς τοὺς ῥῆγας, τὸ δὲ πλέον πρὸς τὸν Ἀρμένιον, ὡς ἂν ἐκεῖθεν νύμφην ἀγάγῃ τῷ βασιλεῖ.
ε'. Περὶ τοῦ ἐπὶ τῷ υἱῷ τοῦ βασιλέως Μιχαήλ τήγου μονή, καὶ ἄλλη ἡ τοῦ μεγάλου Αγρού, τη
κήδους, καὶ περὶ τῶν εἰς τοῦτο σταλέντων.
[Ρ. 138] 'Ο δὲ βασιλεὺς πρέποντα γάμον τῷ παιδὶ
παρεσκεύαζε. Καὶ τὸν μὲν ἱερομόναχον Σοφονία»,
ἄνδρα σοφόν τε καὶ συνετὸν, ἀποπέμπει προς Που
λίαν τὸ κινούμενον κήδος διαπρεσβεύσεσθαι. Ως δ'
ἐν τῷ μεταξὺ ἀπελθὼν περιήργει (εδέησε γὰρ καὶ
εἰς πάππαν ἐκεῖνον γενέσθαι, κἂν οὐχὶ πρὸς ἐκεῖνον
γράμμασιν ἱκανοῦτο τοῖς ἐκ βασιλέως, οἷς ἔδει ἁγιώ
τατον γράφειν τὸν πάππαν καὶ κρῖμα τὸ μέγιστον
γίνεσθαι, ὡς τοῖς ἀσφαλέσι τὴν πίστιν ἐδόκει), πολύ
λοὶ δ' ἦσαν οἱ προσλιπαροῦντες ἄλλοθεν, ἔνθεν μὲν
ἐκ τοῦ ἐν τῇ Κύπρῳ ῥηγὸς, ἔνθεν δὲ καὶ ἐξ ᾿Αρ
μενίων, τὰ ἐν χερσὶ τῶν προσδοκωμένων ποιούμε
νας περὶ πλείονος, καὶ ἄλλως τὴν ἀπὸ τοῦ πάππα
τῆς Ῥώμης ὑπειδόμενος ὑπερηφανίαν, τῆς φρον
τίδος ἐκείνης ἀπαλλαγεῖς ἔγνω ἐπὶ θατέρῳ τῶν
ἀξιούντων τὰ τοῦ κήδους συστήσασθαι. Καὶ δὴ πρώ
τον μὲν τὴν Ἀλεξανδρείας "Αθανάσιον, ἐκ Ρόδου
καὶ αὖθις τῇ Κωνσταντίνου ἐπανελθόντα μετὰ τὴν
ἐκβολὴν ᾿Αθανασίου - ήπτετο γὰρ τἀκεῖθεν δεινὰ
καὶ αὐτοῦ· τὸ δ' αἴτιον ἡ τῆς Λαύρας τοῦ ἀρχιστρα
ἐκκλησίᾳ Ἀλεξανδρείας δοθεῖσαι παρὰ βασιλέως
Μιχαὴλ εἰς χάριν ᾿Αθανασίῳ, ἀσφαλέσιν, ἐμπεδώ
σεσι χρυσοβούλλοις. Ο δὴ καὶ τὰ πολλὰ ὠδύνα
ἐσύστερον τὸν πατριαρχοῦντα ᾿Αθανάσιον, καὶ τὴν
τοῦ μεγάλου Αγρού προσαφηρεῖτο. Ἐπὶ δὲ τῇ τῆς
Λαύρας ζητῶν τὸ μνημόσυνον ἑαυτοῦ, ἐπεὶ ἐς ταυ
τὸν τὰ ὀνόματε συνετρεχέτην καὶ ᾿Αθανάσιος ἐμνη
μονεύετο, τοὺς μοναχούς κατηνάγκαζεν ἀσφαλίζεσθαι
ἐφ᾽ ᾧπερ, ὅτε λέγοιτο καὶ ἀκούοιτο τούνομα, φέρειν
αὐτοὺς ἐπὶ νοῦν τὸ αὐτοῦ καὶ μὴ τοῦ ᾿Αλεξανδρεία:,
πλάτος νοὺς ἀκαθέκτου συστέλλειν εθέλων διὰ τὴν
αὐτοῦ ὄρεξιν. 159] Καὶ διὰ ταῦτα ἀπάρας εἰς
Ρόδον τὸ βιοῦν μετ᾿ εἰρήνης διήγε. Τότε τοίνυν
τοῦτον ἐπανελθόντα, καὶ καιρὸν ὅσον διαγαγόντα ἐν
τῇ τοῦ Εὐεργέτου μονῇ, ὁ βασιλεὺς αἰδοὺς ἄξιον οἷς
ἂν ἐπισταίη κρίνων τὸν ἄνδρα, πρεσβείαν στέλλεται
δι' αὐτοῦ πρὸς τοὺς ῥῆγας, τὸ δὲ πλέον πρὸς τὸν
᾿Αρμένιον, ὡς ἂν ἐκεῖθεν νύμφην ἀγάγῃ τῷ βασιλεῖ.
Ἐπεὶ γοῦν ὁ ἀποστελλόμενος συγκατέθετο καὶ πάντα
μεγαλοπρεπῶς ἡτοιμάσθησαν, τὰ πρῶτα μὲν ἐξ
οὐρίας ἔπλει ὁ πατριάρχης ἐπὶ τριήρεος ἀσφαλούς,
PG 144:225ἐπεὶ γοῦν ὁ ἀποστελλόμενος συγκατέθετο καὶ πάντα μεγαλοπρεπῶς ἡτοιμάσθησαν, τὰ πρῶτα μὲν ἐξ οὐρίας ἔπλει ὁ πατριάρχης ἐπὶ τριήρεως ἀσφαλοῦς, συνεπαγόμενος καὶ τὸν μοναχὸν ἐκτομίαν Νεόφυτον· ὡς δὲ περί που τὴν Φώκαιαν ἦσαν, πειραταῖς περιπίπτουσιν, οἳ καὶ περισχόντες αὐτοὺς φόρτον ἐκεῖνον διεφόρουν καὶ τούτους παρακατέχειν, ὡς ἀποδοῖντο, ἠβούλοντο. ἀλλ’ ἐξαίφνης φαίνεταί τις φορτὶς πλήρης ἀγωγίμων κατὰ τὸ πέλαγος, ἧς δὴ καὶ φανείσης μακρόθεν περὶ τὸ ἐκεῖθεν κέρδος οἱ πειραταὶ λιχνευσάμενοι ἀφιᾶσι μὲν πρὸς τῷ λιμένι ἅμα αὐτῇ τριήρει τοὺς περὶ τὸν πατριάρχην, ἀφιᾶσι δὲ καὶ τὸν περιττὸν φόρτον ἐκεῖνον, καὶ ὡς προσμενούντων ἐλπίσαντες (τὸ γὰρ τοῦ πατριάρχου σχῆμα σφᾶς ἔπειθε μὴ τὸν ἀγεννῆ δρασμὸν ἐννοεῖν) ἀπτέρῳ τάχει καὶ προθυμίᾳ ἐπὶ τὴν φανεῖσαν ὥρμων. τῶν δ’ ἀπ’ ὀφθαλμῶν γεγονότων, εὐθὺς κακὸν ἐλπισμὸν περὶ ἑαυτῶν οἱ περὶ τὸν πατριάρχην ἔχοντες, εἰ ἐπισταῖεν καὶ αὖθις, δρασμὸν ἐννοοῦσι.
συνεπαγόμενος καὶ τὸν μοναχὸν ἐκτομίαν Νεόφυτον φορτία ἐχώρουν. Η δὲ βασιλεὺς τὰ περὶ τούτων
ὡς δὲ περί που τὴν Φώκαιαν ἦσαν, πειραταῖς περί
πίπτουσιν, οἳ καὶ περισχοντες αὐτοὺς φόρτον ἐκεῖνον
διεφέρουν καὶ τούτους παρακατέχειν, ὡς ἀποδοῖντο,
ἐβούλοντο. Ἀλλ᾽ ἐξαίφνης φαίνεται τις φορτὶς πλή
ρης ἀγωγίμων κατὰ τὸ πέλαγος, ἧς δὴ καὶ φανείσης
μακρόθεν περὶ τὸ ἐκεῖθεν κέρδος οἱ πειραταὶ λιχνευ
σάμενοι ἀφιᾶσι μὲν πρὸς τῷ λιμένι ἅμα αὐτῇ τριήρει
τοὺς περὶ τὸν πατριάρχην, ἀφιᾶσι δὲ καὶ τὸν περιτο
τὸν φόρτον ἐκεῖνον, καὶ ὡς προσμενούντων ἐλπίσαν
τες (τὸ γὰρ τοῦ πατριάρχου σχῆμα σφᾶς ἔπειθε μὴ
τὴν ἀγεννῇ δρασμὸν ἐννοεῖν) ἀπτέρῳ τάχει καὶ προ
θυμίᾳ ἐπὶ τὴν φανεῖσαν ὥρμων. Τῶν δ᾽ ἀπ᾿ ὀφθαλ
μῶν γεγονότων, εὐθὺς κακὸν ἐλπισμὸν περὶ ἑαυτῶν
οἱ περὶ τὸν πατριάρχην ἔχοντες, εἰ ἐπισταῖεν καὶ
αὖθις, δρασμὸν ἐννοοῦσι. Καὶ δὴ τῆς νηὸς ἀποβάντες
ὡς εἶχαν μόναις στολαῖς καὶ βλαύταις, ᾗ πολών
εἶχον, φεύγουσιν ἀνὰ κράτος, πάτον μὲν ἀνθρώπων
ἀλεείνοντες, ἀτρέπτοις δὲ δυσχωρίαις, τὸ μὲν καὶ
θελήσει, τὸ δὲ καὶ τῷ μὴ εἰδέναι ὅλως τῶν τόπων,
μόλις μετὰ τὴν πολλὴν τῶν ποδῶν ἐπὶ θάμνοις καὶ
πέτραις πρόσκρουσιν ἐπί τι φρούριον διασώζονται.
Ύστερον δὲ καταλαβόντες οἱ πειραταὶ ἔγνωσαν ὅλως
σε σοφισμένοι παρ' ἑαυτῶν, ἢ μᾶλλον τῆς προνοίας,
ὡς ἄν τις εἰκάσεις· τέω; δὲ λαβόντες καὶ ναῦν καὶ
μαθών, καὶ ὡς εἰκὸς προςαλγήσας, ἄλλου; εὐτρε
πίσας ἐκπέμπει· οἱ δ' ἦσαν ὅ τε ἐπὶ τῶν δεήσεων
Γλυκὺς Ιωάννης καὶ ὁ τῶν ἀγελῶν λογοθέτης ὁ
Μετοχίτης Θεόδωρος. Οἱ δὴ προσχόντες πρῶτον τῇ
Κύπρῳ, καὶ τῷ ῥηγὶ προσμίξαντες, εἶχον μὲν ἐκεῖ
νον αὐτίκα ἐφ' οἷς ἐζήτουν πειθήνιον, ἂν δὲ καὶ μόνον
ἐκεῖνος προσιστάμενον ἐγνωκώς τῇ πράξει ἔθελε
κἀκεῖνος ἐξημεροῦν· τὸ δ' ἦν τὸ ὑπὸ βουλῇ καὶ
θελήσει τῆς κατὰ 'Ρώμην Εκκλησίας τὸ συνάλλαγμα
διαπράττεσθαι. Ταῦτα δ᾽ ἦσαν χρόνου [Ρ. 140] καὶ
τριβῆς δεόμενα. Αλλά προστεταγμένον αὐτοῖς καὶ
παρὰ τοὺς τῆς Ἀρμενίας ἄρχοντας ἀπαντᾶν, ἐκείνων
πρῶτον προσλιπαρούντων περὶ δυοῖν ἀδελφαῖν, ἐφ᾽
περ ὡς βούλονται χρήσαιντο (μηδὲ γὰρ ἔχειν ποτέ.
ραν προτιμᾷν εἰς τὴν τῷ βασιλεῖ πρέπουσαν κήδει
σιν, ὡς προτιμωμένης μιᾶς καὶ θατέραν ἕπεσθαι),
ἐκεῖσε γοῦν γεγονότες οἱ πεμφθέντες καὶ ἀμφοτέρας
ἄγουσι, τὴν μὲν τῷ βασιλεῖ οἱ συνοικήσουσαν, τὴν
δ' ἄξιον εὑρήσουσαν τὸν νυμφίον. ὡς δὲ πλῷ χρω
μένων κίνδυνος ἐφίσταται τῇ προτέρα χαλεπής
ἐνσκηψάσης νόσου, προσίσχουσί τε τῇ Ῥόδῳ, καὶ
ὅσα ἡν νόμος τελέσαντες ἐπ' αὐτῇ κατὰ συνήθειαν
ὀρθοδόξου πίστεως, τέλος ἐξομοσαμένην τακείνων
χρίουσι μύρῳ καὶ ἁγιάζουσι. Κάντεῦθεν τῆς νόσου
καὶ δὴ τῆς νηὸς ἀποβάντες ὡς εἶχον μόναις στολαῖς καὶ βλαύταις, ᾗ ποδῶν εἶχον, φεύγουσιν ἀνὰ κράτος, πάτον μὲν ἀνθρώπων ἀλεείνοντες, ἀτρίπτοις δὲ δυσχωρίαις, τὸ μὲν καὶ θελήσει τὸ δὲ καὶ τῷ μὴ εἰδέναι ὅλως τῶν τόπων, μόλις μετὰ τὴν πολλὴν τῶν ποδῶν ἐπὶ θάμνοις καὶ πέτραις πρόσκρουσιν ἐπί τι φρούριον διασώζονται. ὕστερον δὲ καταλαβόντες οἱ πειραταὶ ἔγνωσαν ὅλως σεσοφισμένοι παρ’ ἑαυτῶν, ἢ μᾶλλον τῆς προνοίας, ὡς ἄν τις εἰκάσειε· τέως δὲ λαβόντες καὶ ναῦν καὶ φορτία ἐχώρουν. ὁ δὲ βασιλεὺς τὰ περὶ τούτων μαθών, καὶ ὡς εἰκὸς προσαλγήσας, ἄλλους εὐτρεπίσας ἐκπέμπει· οἱ δ’ ἦσαν ὅ τε ἐπὶ τῶν δεήσεων Γλυκὺς Ἰωάννης καὶ ὁ τῶν ἀγελῶν λογοθέτης ὁ Μετοχίτης Θεόδωρος. οἳ δὴ προσσχόντες πρῶτον τῇ Κύπρῳ, καὶ τῷ ῥηγὶ προσμίξαντες, εἶχον μὲν ἐκεῖνον αὐτίκα ἐφ’ οἷς ἐζήτουν πειθήνιον, ἓν δὲ καὶ μόνον ἐκεῖνος προσιστάμενον ἐγνωκὼς τῇ πράξει ἔθελε κἀκεῖνος ἐξημεροῦν· τὸ δ’ ἦν τὸ ὑπὸ βουλῇ καὶ θελήσει τῆς κατὰ Ῥώμην ἐκκλησίας τὸ συνάλλαγμα διαπράττεσθαι. ταῦτα δ’ ἦσαν χρόνου καὶ τριβῆς δεόμενα.
συνεπαγόμενος καὶ τὸν μοναχὸν ἐκτομίαν Νεόφυτον φορτία ἐχώρουν. Η δὲ βασιλεὺς τὰ περὶ τούτων
ὡς δὲ περί που τὴν Φώκαιαν ἦσαν, πειραταῖς περί
πίπτουσιν, οἳ καὶ περισχοντες αὐτοὺς φόρτον ἐκεῖνον
διεφέρουν καὶ τούτους παρακατέχειν, ὡς ἀποδοῖντο,
ἐβούλοντο. Ἀλλ᾽ ἐξαίφνης φαίνεται τις φορτὶς πλή
ρης ἀγωγίμων κατὰ τὸ πέλαγος, ἧς δὴ καὶ φανείσης
μακρόθεν περὶ τὸ ἐκεῖθεν κέρδος οἱ πειραταὶ λιχνευ
σάμενοι ἀφιᾶσι μὲν πρὸς τῷ λιμένι ἅμα αὐτῇ τριήρει
τοὺς περὶ τὸν πατριάρχην, ἀφιᾶσι δὲ καὶ τὸν περιτο
τὸν φόρτον ἐκεῖνον, καὶ ὡς προσμενούντων ἐλπίσαν
τες (τὸ γὰρ τοῦ πατριάρχου σχῆμα σφᾶς ἔπειθε μὴ
τὴν ἀγεννῇ δρασμὸν ἐννοεῖν) ἀπτέρῳ τάχει καὶ προ
θυμίᾳ ἐπὶ τὴν φανεῖσαν ὥρμων. Τῶν δ᾽ ἀπ᾿ ὀφθαλ
μῶν γεγονότων, εὐθὺς κακὸν ἐλπισμὸν περὶ ἑαυτῶν
οἱ περὶ τὸν πατριάρχην ἔχοντες, εἰ ἐπισταῖεν καὶ
αὖθις, δρασμὸν ἐννοοῦσι. Καὶ δὴ τῆς νηὸς ἀποβάντες
ὡς εἶχαν μόναις στολαῖς καὶ βλαύταις, ᾗ πολών
εἶχον, φεύγουσιν ἀνὰ κράτος, πάτον μὲν ἀνθρώπων
ἀλεείνοντες, ἀτρέπτοις δὲ δυσχωρίαις, τὸ μὲν καὶ
θελήσει, τὸ δὲ καὶ τῷ μὴ εἰδέναι ὅλως τῶν τόπων,
μόλις μετὰ τὴν πολλὴν τῶν ποδῶν ἐπὶ θάμνοις καὶ
πέτραις πρόσκρουσιν ἐπί τι φρούριον διασώζονται.
Ύστερον δὲ καταλαβόντες οἱ πειραταὶ ἔγνωσαν ὅλως
σε σοφισμένοι παρ' ἑαυτῶν, ἢ μᾶλλον τῆς προνοίας,
ὡς ἄν τις εἰκάσεις· τέω; δὲ λαβόντες καὶ ναῦν καὶ
μαθών, καὶ ὡς εἰκὸς προςαλγήσας, ἄλλου; εὐτρε
πίσας ἐκπέμπει· οἱ δ' ἦσαν ὅ τε ἐπὶ τῶν δεήσεων
Γλυκὺς Ιωάννης καὶ ὁ τῶν ἀγελῶν λογοθέτης ὁ
Μετοχίτης Θεόδωρος. Οἱ δὴ προσχόντες πρῶτον τῇ
Κύπρῳ, καὶ τῷ ῥηγὶ προσμίξαντες, εἶχον μὲν ἐκεῖ
νον αὐτίκα ἐφ' οἷς ἐζήτουν πειθήνιον, ἂν δὲ καὶ μόνον
ἐκεῖνος προσιστάμενον ἐγνωκώς τῇ πράξει ἔθελε
κἀκεῖνος ἐξημεροῦν· τὸ δ' ἦν τὸ ὑπὸ βουλῇ καὶ
θελήσει τῆς κατὰ 'Ρώμην Εκκλησίας τὸ συνάλλαγμα
διαπράττεσθαι. Ταῦτα δ᾽ ἦσαν χρόνου [Ρ. 140] καὶ
τριβῆς δεόμενα. Αλλά προστεταγμένον αὐτοῖς καὶ
παρὰ τοὺς τῆς Ἀρμενίας ἄρχοντας ἀπαντᾶν, ἐκείνων
πρῶτον προσλιπαρούντων περὶ δυοῖν ἀδελφαῖν, ἐφ᾽
περ ὡς βούλονται χρήσαιντο (μηδὲ γὰρ ἔχειν ποτέ.
ραν προτιμᾷν εἰς τὴν τῷ βασιλεῖ πρέπουσαν κήδει
σιν, ὡς προτιμωμένης μιᾶς καὶ θατέραν ἕπεσθαι),
ἐκεῖσε γοῦν γεγονότες οἱ πεμφθέντες καὶ ἀμφοτέρας
ἄγουσι, τὴν μὲν τῷ βασιλεῖ οἱ συνοικήσουσαν, τὴν
δ' ἄξιον εὑρήσουσαν τὸν νυμφίον. ὡς δὲ πλῷ χρω
μένων κίνδυνος ἐφίσταται τῇ προτέρα χαλεπής
ἐνσκηψάσης νόσου, προσίσχουσί τε τῇ Ῥόδῳ, καὶ
ὅσα ἡν νόμος τελέσαντες ἐπ' αὐτῇ κατὰ συνήθειαν
ὀρθοδόξου πίστεως, τέλος ἐξομοσαμένην τακείνων
χρίουσι μύρῳ καὶ ἁγιάζουσι. Κάντεῦθεν τῆς νόσου
ἀλλὰ προστεταγμένον αὐτοῖς καὶ παρὰ τοὺς τῆς Ἀρμενίας ἄρχοντας ἀπαντᾶν, ἐκείνων πρῶτον προσλιπαρούντων περὶ δυοῖν ἀδελφαῖν, ἐφ’ ᾧπερ ὡς βούλονται χρήσαιντο (μηδὲ γὰρ ἔχειν ποτέραν προτιμᾶν εἰς τὴν τῷ βασιλεῖ πρέπουσαν κήδευσιν, ὡς προτιμωμένης μιᾶς καὶ θατέραν ἕπεσθαι), ἐκεῖσε γοῦν γεγονότες οἱ πεμφθέντες καὶ ἀμφοτέρας ἄγουσι, τὴν μὲν τῷ βασιλεῖ οἱ συνοικήσουσαν, τὴν δ’ ἄξιον εὑρήσουσαν τὸν νυμφίον. ὡς δὲ πλῷ χρωμένων κίνδυνος ἐφίσταται τῇ προτέρᾳ χαλεπῆς ἐνσκηψάσης νόσου, προσίσχουσί τε τῇ Ῥόδῳ, καὶ ὅσα ἦν νόμος τελέσαντες ἐπ’ αὐτῇ κατὰ συνήθειαν ὀρθοδόξου πίστεως, τέλος ἐξομοσαμένην τἀκείνων χρίουσι μύρῳ καὶ ἁγιάζουσι. κἀντεῦθεν τῆς νόσου ῥαϊσάσης ἀπάραντες Ῥόδου τῇ Κωνσταντίνου προσίσχουσι. καὶ παρὰ τὸ τοῦ Κέρατος τέλος πρὸς τῷ Κοσμιδίῳ προσσχόντων, οὐδὲν ἦν εἰς φιλοτιμίαν ὅπερ οὐκ ἔπραττεν ὁ κρατῶν εἰς τὴν τῆς δεσποίνης ὑπάντησιν. καὶ τέλος ὑπὸ λαμπρᾷ καὶ πολυτελεῖ τῇ πομπῇ εἰσαχθείσης, λαμπρῶς καὶ περιφανῶς ἐπὶ τῇ προτέρᾳ Μαρίᾳ καὶ τοὺς γάμους ηὐτρέπιζε. [] καὶ εἶδε τὴν λαμπρὰν ἐκείνην καὶ βασίλειον τελετὴν ἡμέρα ἑξκαιδεκάτη Ἑκατομβαιῶνος μηνός.
συνεπαγόμενος καὶ τὸν μοναχὸν ἐκτομίαν Νεόφυτον φορτία ἐχώρουν. Η δὲ βασιλεὺς τὰ περὶ τούτων
ὡς δὲ περί που τὴν Φώκαιαν ἦσαν, πειραταῖς περί
πίπτουσιν, οἳ καὶ περισχοντες αὐτοὺς φόρτον ἐκεῖνον
διεφέρουν καὶ τούτους παρακατέχειν, ὡς ἀποδοῖντο,
ἐβούλοντο. Ἀλλ᾽ ἐξαίφνης φαίνεται τις φορτὶς πλή
ρης ἀγωγίμων κατὰ τὸ πέλαγος, ἧς δὴ καὶ φανείσης
μακρόθεν περὶ τὸ ἐκεῖθεν κέρδος οἱ πειραταὶ λιχνευ
σάμενοι ἀφιᾶσι μὲν πρὸς τῷ λιμένι ἅμα αὐτῇ τριήρει
τοὺς περὶ τὸν πατριάρχην, ἀφιᾶσι δὲ καὶ τὸν περιτο
τὸν φόρτον ἐκεῖνον, καὶ ὡς προσμενούντων ἐλπίσαν
τες (τὸ γὰρ τοῦ πατριάρχου σχῆμα σφᾶς ἔπειθε μὴ
τὴν ἀγεννῇ δρασμὸν ἐννοεῖν) ἀπτέρῳ τάχει καὶ προ
θυμίᾳ ἐπὶ τὴν φανεῖσαν ὥρμων. Τῶν δ᾽ ἀπ᾿ ὀφθαλ
μῶν γεγονότων, εὐθὺς κακὸν ἐλπισμὸν περὶ ἑαυτῶν
οἱ περὶ τὸν πατριάρχην ἔχοντες, εἰ ἐπισταῖεν καὶ
αὖθις, δρασμὸν ἐννοοῦσι. Καὶ δὴ τῆς νηὸς ἀποβάντες
ὡς εἶχαν μόναις στολαῖς καὶ βλαύταις, ᾗ πολών
εἶχον, φεύγουσιν ἀνὰ κράτος, πάτον μὲν ἀνθρώπων
ἀλεείνοντες, ἀτρέπτοις δὲ δυσχωρίαις, τὸ μὲν καὶ
θελήσει, τὸ δὲ καὶ τῷ μὴ εἰδέναι ὅλως τῶν τόπων,
μόλις μετὰ τὴν πολλὴν τῶν ποδῶν ἐπὶ θάμνοις καὶ
πέτραις πρόσκρουσιν ἐπί τι φρούριον διασώζονται.
Ύστερον δὲ καταλαβόντες οἱ πειραταὶ ἔγνωσαν ὅλως
σε σοφισμένοι παρ' ἑαυτῶν, ἢ μᾶλλον τῆς προνοίας,
ὡς ἄν τις εἰκάσεις· τέω; δὲ λαβόντες καὶ ναῦν καὶ
μαθών, καὶ ὡς εἰκὸς προςαλγήσας, ἄλλου; εὐτρε
πίσας ἐκπέμπει· οἱ δ' ἦσαν ὅ τε ἐπὶ τῶν δεήσεων
Γλυκὺς Ιωάννης καὶ ὁ τῶν ἀγελῶν λογοθέτης ὁ
Μετοχίτης Θεόδωρος. Οἱ δὴ προσχόντες πρῶτον τῇ
Κύπρῳ, καὶ τῷ ῥηγὶ προσμίξαντες, εἶχον μὲν ἐκεῖ
νον αὐτίκα ἐφ' οἷς ἐζήτουν πειθήνιον, ἂν δὲ καὶ μόνον
ἐκεῖνος προσιστάμενον ἐγνωκώς τῇ πράξει ἔθελε
κἀκεῖνος ἐξημεροῦν· τὸ δ' ἦν τὸ ὑπὸ βουλῇ καὶ
θελήσει τῆς κατὰ 'Ρώμην Εκκλησίας τὸ συνάλλαγμα
διαπράττεσθαι. Ταῦτα δ᾽ ἦσαν χρόνου [Ρ. 140] καὶ
τριβῆς δεόμενα. Αλλά προστεταγμένον αὐτοῖς καὶ
παρὰ τοὺς τῆς Ἀρμενίας ἄρχοντας ἀπαντᾶν, ἐκείνων
πρῶτον προσλιπαρούντων περὶ δυοῖν ἀδελφαῖν, ἐφ᾽
περ ὡς βούλονται χρήσαιντο (μηδὲ γὰρ ἔχειν ποτέ.
ραν προτιμᾷν εἰς τὴν τῷ βασιλεῖ πρέπουσαν κήδει
σιν, ὡς προτιμωμένης μιᾶς καὶ θατέραν ἕπεσθαι),
ἐκεῖσε γοῦν γεγονότες οἱ πεμφθέντες καὶ ἀμφοτέρας
ἄγουσι, τὴν μὲν τῷ βασιλεῖ οἱ συνοικήσουσαν, τὴν
δ' ἄξιον εὑρήσουσαν τὸν νυμφίον. ὡς δὲ πλῷ χρω
μένων κίνδυνος ἐφίσταται τῇ προτέρα χαλεπής
ἐνσκηψάσης νόσου, προσίσχουσί τε τῇ Ῥόδῳ, καὶ
ὅσα ἡν νόμος τελέσαντες ἐπ' αὐτῇ κατὰ συνήθειαν
ὀρθοδόξου πίστεως, τέλος ἐξομοσαμένην τακείνων
χρίουσι μύρῳ καὶ ἁγιάζουσι. Κάντεῦθεν τῆς νόσου
PG 144:227τὴν δέ γε ὑστέραν Θεοφανώ, καὶ αὐτὴν τῷ θείῳ μύρῳ χρισθεῖσαν καί γε τιμηθεῖσαν τῷ τῆς μάμμης τοῦ νέου βασιλέως καὶ δεσποίνης ὀνόματι (Θεοδώρα γὰρ ἐκ Θεοφανοῦς μετεκλήθη), μετὰ καιρὸν τῷ τοῦ δυτικοῦ σεβαστοκράτορος Ἰωάννου παιδὶ σεβαστοκράτορι καὶ αὐτῷ ὄντι (καὶ ὁ ἀδελφὸς γὰρ οὕτως ἐξ ἀξιώματος ἐφημίζετο, τοῦ Μιχαὴλ κατὰ πόλιν ἐγκεκλεισμένου) ἑτοιμάζουσι μὲν πέμπειν ὡς νύμφην, καὶ ὑπὸ πισταῖς ὁμολογίαις μετὰ προικὸς πολυταλάντου οἴκοθεν ἔπεμπον· ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τελευτήσασαν ἡ Θεσσαλονίκη δέχεται. 7. Ἐντεῦθεν καὶ αὖθις τῶν Ἀρσενιατῶν ἀπεπειρᾶτο ὁ βασιλεύς, εἰρηνεύσειν κἀκείνους ἐλπίζων ἐκ τῆς πρὸς πάντας εἰρήνης τοῦ πατριάρχου ἔν τισι γνώμης ἤθεσι μάχης ἁπάσης καὶ φιλονεικίας ὑπερτεροῦσιν. ὅθεν καὶ συνάγων ὡμίλει καὶ εἰρηνεύειν ἠξίου.
πάλιν καὶ εἰρηνεύειν ἠξίου.
βαϊσάσης ἀπάραντες Ῥόδου τῇ Κωνσταντίνου προσ- Γ'. "Οπως συνῆγεν ὁ βασιλεὺς τοὺς σχιζομένους
ίσχουσι. Καὶ παρὰ τὸ τοῦ Κέρατος τέλος πρὸς τῷ
Κοσμιδίῳ προσεχόντων, οὐδὲν ἦν εἰς φιλοτιμίαν
ὅπερ οὐκ ἔπραττεν ὁ κρατῶν εἰς τὴν τῆς δεσποίνης
ὑπάντησιν. Καὶ τέλος ὑπὸ λαμπρᾷ καὶ πολυτελεῖ τῇ
πομπῇ εἰσαχθείσης, λαμπρῶς καὶ περιφανῶς ἐπὶ
τῇ προτέρα Μαρίᾳ καὶ τοὺς γάμους ηὐτρέπιζε.
ς'. Γάμος τοῦ βασιλέως Μιχαήλ.
Καὶ εἶδε τὴν λαμπράν ἐκείνην καὶ βασίλειον τελε
τὴν ἡμέρα ἐξκαιδεκάτη Εκατομβαιώνος μηνός. Την
δέ γε ὑστέραν Θεοφανώ, καὶ αὐτὴν τῷ θείῳ μύρῳ
χρισθεῖσαν καί γε τιμηθεῖσαν τῷ τῆς μάμμης τοῦ
νέου βασιλέως καὶ δεσποίνης ὀνόματι (Θεοδώρα γάρ
ἐκ Θεοφανοῦ; μετεκλήθη), μετὰ καιρὸν τῷ τοῦ δυτικοῦ
σεβαστοκράτορος Ἰωάννου [Ρ 141] παιδί σεβαστο
κράτορι καὶ αὐτῷ ὄντι (καὶ ὁ ἀδελφὸς γὰρ οὕτως ἐξ
ἀξιώματος ἐφημίζετο, τοῦ Μιχαὴλ κατὰ πόλιν ἐγκε
κλεισμένου) ἑτοιμάζουσι μὲν πέμπειν ὡς νύμφην,
καὶ ὑπὸ πισταῖς ὁμολογίαις μετὰ προικός πολυτα
λάντου οίκοθεν ἔπεμπον· ἀλλ' ἐν τῷ μεταξύ τελευτής
σασαν ἡ Θεσσαλονίκη δέχεται.
Εντεῦθεν καὶ αὖθις τῶν ᾿Αρσενιατῶν ἀπεπειράτο
ὁ βασιλεὺς, εἰρηνεύσειν κἀκείνους ἐλπίζων ἐκ τῆς
πρὸς πάντας εἰρήνης τοῦ πατριάρχου ἔν τισι γνώμης
ήθεσι μάχης ἁπάσης καὶ φιλονεικίας ὑπερτερούσιν.
Οθεν καὶ συνάγων ώμίλει καὶ εἰρηνεύειν ἠξίου.
Εἶχε γὰρ καὶ τὸν αὐτοῦ θεῖον τὸν Ραούλ καὶ τυφλόν
Ἰσαάκιον σύναμα τῇ ἀδελφῇ πρωτοστρατορίστη
ἀποσπάσας τῆς ἐκείνων ξυμμορίας ἐν εἰρήνῃ παν
τοίς, καὶ περιέθαλπε θεραπείαις ἀπάσαις, ὥστε καὶ
τὸν ἐν εἰρατῇ τὸ πάλαι τελευτήσαντα πρωτοστράτορα
τὸν Παλαιολόγον ᾿Ανδρόνικον διὰ τὰ προγεγονότα τῆς
Εκκλησίας σκάνδαλα ετησίαις μνήμαις ἀξιοπρεπῶ;
τιμᾷν. Κακείνων ἄλλως καὶ τὰ πάθη τιμῶν καὶ τὴν
πολυετή κακουχίαν θαυμάζων ἠξίου μόλις καὶ εἰρη
νεύειν· μηδὲ γὰρ εἶναι λοιπὸν τὸ ἀποχρῶν εἰς τόσων
καὶ τοιούτων ἀνδρῶν σκάνδαλον. Ἐπεὶ δὲ πολλὰ λέ.
γων κενήν ψάλλειν ἐῴκει καὶ διανεύειν τυφλοίς,
ἐκεῖνα καὶ πάλιν προβαλλομένων & δὴ καὶ πρότερον
προεβάλλοντο (είχαν δὲ πάλιν ἐκ τινος μικροψυχίας
Αη
εἶχε γὰρ καὶ τὸν αὐτοῦ θεῖον τὸν Ῥαοὺλ καὶ τυφλὸν Ἰσαάκιον συνάμα τῇ ἀδελφῇ πρωτοστρατορίσσῃ ἀποσπάσας τῆς ἐκείνων ξυμμορίας ἐν εἰρήνῃ παντοίᾳ, καὶ περιέθαλπε θεραπείαις ἁπάσαις, ὥστε καὶ τὸν ἐν εἱρκτῇ τὸ πάλαι τελευτήσαντα πρωτοστράτορα τὸν Παλαιολόγον Ἀνδρόνικον διὰ τὰ προγεγονότα τῆς ἐκκλησίας σκάνδαλα ἐτησίαις μνήμαις ἀξιοπρεπῶς τιμᾶν. κἀκείνων ἄλλως καὶ τὰ πάθη τιμῶν καὶ τὴν πολυετῆ κακουχίαν θαυμάζων ἠξίου μόλις καὶ εἰρηνεύειν· μηδὲ γὰρ εἶναι λοιπὸν τὸ ἀποχρῶν εἰς τόσων καὶ τοιούτων ἀνδρῶν σκάνδαλον. ἐπεὶ δὲ πολλὰ λέγων κενὴν ψάλλειν ἐῴκει καὶ διανεύειν τυφλοῖς, ἐκεῖνα καὶ πάλιν προβαλλομένων ἃ δὴ καὶ πρότερον προεβάλλοντο (εἶχον δὲ πάλιν ἔκ τινος μικροψυχίας συμβάσης καὶ τὸν Ὑάκινθον ὅλως μεθ’ ἑαυτῶν), τούτους κρατῶν ἀφίησι παραγγείλας ἡσυχάζειν, τὸν δ’ Ὑάκινθον αὖθις ἐγκλείει τῇ φυλακῇ. τὸν μέντοι Ταρχανειώτην τῆς φυλακῆς ἐξαγαγὼν εἰρηνικὸν εἶχεν ἄλλως, εἰ καὶ μὴ ἐπ’ ἐκκλησίαν συνήγετο, ἐφεὶς καὶ τῇ συζύγῳ δεσποίνῃ εὐμενῶς οἱ ἔχειν καὶ θεραπεύειν, ὡς αἱροῖτ’ ἂν ἐκεῖνος, τὰ εἰκότα. 8.
πάλιν καὶ εἰρηνεύειν ἠξίου.
βαϊσάσης ἀπάραντες Ῥόδου τῇ Κωνσταντίνου προσ- Γ'. "Οπως συνῆγεν ὁ βασιλεὺς τοὺς σχιζομένους
ίσχουσι. Καὶ παρὰ τὸ τοῦ Κέρατος τέλος πρὸς τῷ
Κοσμιδίῳ προσεχόντων, οὐδὲν ἦν εἰς φιλοτιμίαν
ὅπερ οὐκ ἔπραττεν ὁ κρατῶν εἰς τὴν τῆς δεσποίνης
ὑπάντησιν. Καὶ τέλος ὑπὸ λαμπρᾷ καὶ πολυτελεῖ τῇ
πομπῇ εἰσαχθείσης, λαμπρῶς καὶ περιφανῶς ἐπὶ
τῇ προτέρα Μαρίᾳ καὶ τοὺς γάμους ηὐτρέπιζε.
ς'. Γάμος τοῦ βασιλέως Μιχαήλ.
Καὶ εἶδε τὴν λαμπράν ἐκείνην καὶ βασίλειον τελε
τὴν ἡμέρα ἐξκαιδεκάτη Εκατομβαιώνος μηνός. Την
δέ γε ὑστέραν Θεοφανώ, καὶ αὐτὴν τῷ θείῳ μύρῳ
χρισθεῖσαν καί γε τιμηθεῖσαν τῷ τῆς μάμμης τοῦ
νέου βασιλέως καὶ δεσποίνης ὀνόματι (Θεοδώρα γάρ
ἐκ Θεοφανοῦ; μετεκλήθη), μετὰ καιρὸν τῷ τοῦ δυτικοῦ
σεβαστοκράτορος Ἰωάννου [Ρ 141] παιδί σεβαστο
κράτορι καὶ αὐτῷ ὄντι (καὶ ὁ ἀδελφὸς γὰρ οὕτως ἐξ
ἀξιώματος ἐφημίζετο, τοῦ Μιχαὴλ κατὰ πόλιν ἐγκε
κλεισμένου) ἑτοιμάζουσι μὲν πέμπειν ὡς νύμφην,
καὶ ὑπὸ πισταῖς ὁμολογίαις μετὰ προικός πολυτα
λάντου οίκοθεν ἔπεμπον· ἀλλ' ἐν τῷ μεταξύ τελευτής
σασαν ἡ Θεσσαλονίκη δέχεται.
Εντεῦθεν καὶ αὖθις τῶν ᾿Αρσενιατῶν ἀπεπειράτο
ὁ βασιλεὺς, εἰρηνεύσειν κἀκείνους ἐλπίζων ἐκ τῆς
πρὸς πάντας εἰρήνης τοῦ πατριάρχου ἔν τισι γνώμης
ήθεσι μάχης ἁπάσης καὶ φιλονεικίας ὑπερτερούσιν.
Οθεν καὶ συνάγων ώμίλει καὶ εἰρηνεύειν ἠξίου.
Εἶχε γὰρ καὶ τὸν αὐτοῦ θεῖον τὸν Ραούλ καὶ τυφλόν
Ἰσαάκιον σύναμα τῇ ἀδελφῇ πρωτοστρατορίστη
ἀποσπάσας τῆς ἐκείνων ξυμμορίας ἐν εἰρήνῃ παν
τοίς, καὶ περιέθαλπε θεραπείαις ἀπάσαις, ὥστε καὶ
τὸν ἐν εἰρατῇ τὸ πάλαι τελευτήσαντα πρωτοστράτορα
τὸν Παλαιολόγον ᾿Ανδρόνικον διὰ τὰ προγεγονότα τῆς
Εκκλησίας σκάνδαλα ετησίαις μνήμαις ἀξιοπρεπῶ;
τιμᾷν. Κακείνων ἄλλως καὶ τὰ πάθη τιμῶν καὶ τὴν
πολυετή κακουχίαν θαυμάζων ἠξίου μόλις καὶ εἰρη
νεύειν· μηδὲ γὰρ εἶναι λοιπὸν τὸ ἀποχρῶν εἰς τόσων
καὶ τοιούτων ἀνδρῶν σκάνδαλον. Ἐπεὶ δὲ πολλὰ λέ.
γων κενήν ψάλλειν ἐῴκει καὶ διανεύειν τυφλοίς,
ἐκεῖνα καὶ πάλιν προβαλλομένων & δὴ καὶ πρότερον
προεβάλλοντο (είχαν δὲ πάλιν ἐκ τινος μικροψυχίας
Αη
PG 144:229Τὰ μὲν οὖν τῆς ἐκκλησίας καὶ ἐς ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐς τόδε τέλους κατηντήκει, τὰ δὲ τῆς Ῥωμαί̈δος ἐξησθενήκει τέλεον. πλεονέκτημα γὰρ ἡμῖν ἐγένετο τοὺς παρόντας χρόνους μισθοῦ τοῖς μεσιτεύουσι καὶ λημμάτων τὰ πολλὰ πράττεσθαι. τοῦτο πολλοῖς μὲν τοῖς ἐς ἀρχὴν εὐδοκίμοις ἢ μὴ καταδεχομένοις καταβάλλειν (πολλῷ γὰρ οὐχ ἥκιστα τοῦτο, ὅσῳ καὶ ἀξιοῦσι λαμβάνειν) ἢ μὴ δυναμένοις ἴσως ἐκόλουε τὰς τιμάς, ἄλλοις δὲ παρρησίαν ἐδίδου διδοῦσιν, ὡς ἕξειν ἐλπίζουσι. δεύτερον ἐπὶ τούτοις καὶ τὸ ἐλλιπῶς τὰς ἀποτεταγμένας ἀποδίδοσθαι ῥόγας τοῖς ἐν ταῖς ἄκραις, ἡγεμόνων τὸ πλέον κακότητι, θελόντων τοῖς ἐντεῦθεν ὑπερημέρως πάντῃ διδομένοις στραγγεύεσθαι, ὡς κερδαίνοιεν. ταῦτα δὴ ἐπὶ ταὐτὸ συναχθέντα. τὸ γὰρ τοῦ βασιλεύοντος εὐσταθὲς καὶ τὸ πρὸς κρίσεις τε καὶ κολάσεις συμπαθητικόν τε καὶ ἥμερον μέγα τι τὸ κακὸν καὶ οὐκ οἰστὸν ὅλως τοῖς παθοῦσιν εἰργάζετο. τέως δ’ ὡς εἶχεν ἡ τοῦ βασιλέως ὁρμή, τῆς δυνάμεως ἐνούσης ἔτι τῶν νεύρων (τὰ δ’ ἦσαν τὰ χρήματα) πέμπων τὰς τῆς ὁλομελείας κινήσεις τῆς Ῥωμαί̈δος εὐρωστοτέρας ποιεῖν οὐκ ἀπώκνει.
συμβάσης καὶ τὸν Ἰάκινθον ὅλως μεθ᾿ ἑαυτῶν), γας τοῖς ἐν ταῖς ἄκραις, ἡγεμόνων τὰ πλέον κακό
τούτους κρατῶν ἀφίησι παραγγείλας ἡσυχάζειν, τὴν
δ' Υάκινθον αὖθις ἐγκλείει τῇ φυλακῇ. Τὸν μέντοι
Ταρχανειώτην τῆς φυλακῆς ἐξαγαγὼν εἰρηνικὸν εἶχεν
ἄλλως, εἰ καὶ μὴ ἐπ' ἐκκλησίαν συνήγετο, ἐφεὶς καὶ
τῇ συζύγῳ δεσποίνῃ εὐμενῶς οἱ ἔχειν καὶ θεραπεύειν,
ὡς αἱροἶτ᾽ ἂν ἐκεῖνος, τὰ εἰκότα.
γ. Περὶ τῆς κατὰ ἀνάγκην ἐξασθενήσεως τῶν
κοινῶν.
Τὰ μὲν οὖν τῆς Ἐκκλησίας [Ρ. 149] καὶ ἐς ἐκεί
τὴν τὴν ἡμέραν ἐς τόδε τέλους κατηντήκει, τὰ δὲ
τῆς Ρωμαΐδος ἐξησθενήκει τέλεον. Πλεονέκτημα
γὰρ ἡμῖν ἐγένετο τους παρόντας χρόνους μισθοῦ τοῖς
μεσιτεύουσι καὶ λημμάτων τὰ πολλὰ πράττεσθαι.
Τοῦτο πολλοῖς μὲν τοῖς ἐς ἀρχὴν εὐδοκίμοις ἢ μὴ
καταδεχομένοις καταβάλλειν (πολλῷ γὰρ οὐχ ἥκιστα
τοῦτο, ὅσῳ καὶ ἀξιοῦσι λαμβάνειν) ἢ μὴ δυναμένοις
ἴσως ἐκόλους τὰς τιμὰς, ἄλλοις δὲ παρρησίαν ἐδίδου
διδούσιν, ὡς ἕξειν ἐλπίζουσι. Δεύτερον ἐπὶ τούτοις
καὶ τὸ ἐλλιπῶς τὰς ἀποτεταγμένας ἀποδίδοσθαι ῥό
τητι, θελόντων τοῖς ἐντεῦθεν υπερημένω; πάντη
διδομένοις στραγγεύεσθαι, ὡς κερδαίνοιεν. Ταῦτα δὴ
ἐπὶ ταυτὸ συναχθέντα. Τὸ γὰρ τοῦ βασιλεύοντος
εὐσταθὲς καὶ τὸ πρὸς κρίσεις τε καὶ κολάσεις συμ
παθητικόν τε καὶ ἤμερον μέγα τι τὸ κακὸν καὶ οὐκ
ρἱστὸν ὅλως τοῖς παθοῦσιν εἰργάζετο. Τέως δ' ὡς
εἶχεν ἡ τοῦ βασιλέως ὁρμὴ, τῆς δυνάμεως ἐνούσης
ἔτι τῶν νεύρων (τὰ δ᾽ ἦσαν τὰ χρήματα) πέμπων τάς
τῆς ὁλομελείας κινήσεις τῆς Ῥωμαΐδος εὐρωστοτέρας
ποιεῖν οὐκ ἀπώχνει. Κατ' ὀλίγον δὲ τὸ δεινὸν ἐπαύξον
ἀνέστελλε πεμπομένων καὶ τῶν εἰς κεφαλὰς ἀξίων
καὶ ὡς οἷόν τ᾽ ἦν σφίσιν ἀντεχόντων, προσκειμένων
καὶ τῶν ἐκ Κρήτης μαχίμων ταῖς τοπικαῖς δυνάμε
σιν, οὓς Κρήτηθεν προσχωρήσαντας βασιλεῖ ὡς μὴ
καταδεχομένους τὴν ἐκ τῶν Ἰταλῶν ἐπικράτειαν,
ἐπ' ἀνατολῆς κατοικίσας και λόγοις ετησίοις ἀποτε
ταγμέναις ἐξικανῶν ὡς πιστοῖς συμμάχοις ἐχρῆτο.
Ην δὲ συχνὸν τὸ τῆς συνδοσίας διὰ τὴν σπάνιν τῶν
χρημάτων, ὡς ἔλεγον, ἀνέδην τελούμενον. Τὸ δ' ἦν,
κατ’ ὀλίγον δὲ τὸ δεινὸν ἐπαῦξον ἀνέστελλε πεμπομένων καὶ τῶν εἰς κεφαλὰς ἀξίων καὶ ὡς οἷόν τ’ ἦν σφίσιν ἀντεχόντων, προσκειμένων καὶ τῶν ἐκ Κρήτης μαχίμων ταῖς τοπικαῖς δυνάμεσιν, οὓς Κρήτηθεν προσχωρήσαντας βασιλεῖ ὡς μὴ καταδεχομένους τὴν ἐκ τῶν Ἰταλῶν ἐπικράτειαν, ἐπ’ ἀνατολῆς κατοικίσας καὶ ῥόγαις ἐτησίοις ἀποτεταγμέναις ἐξικανῶν ὡς πιστοῖς συμμάχοις ἐχρῆτο. ἦν δὲ συχνὸν τὸ τῆς συνδοσίας διὰ τὴν σπάνιν τῶν χρημάτων, ὡς ἔλεγον, ἀνέδην τελούμενον. τὸ δ’ ἦν, ὡς ἐρρέθη τὰ πρότερα, τὸ τῆς ἐφ’ ἑκάστου προνοίας δέκατον. πλὴν καὶ οὕτω σφῶν ἐκνευριζομένων ἡ ζημία τοῖς παροίκοις περιίστατο. καὶ ἐπεβαρύνοντο μὲν οἱ ταλαίπωροι, οὐκ ᾔδεσαν δὲ ὅπῃ καὶ ἐς τὸ παντελὲς ἔμελλον βαρυνθῆναι· ἦ γὰρ ἂν εἰ πάντως ᾔδεσαν ᾗπερ πάσχειν μετὰ μικρὸν ἔμελλον, καὶ πάντα τὸν βίον καταπρόοιντ’ ἂν ἀπαιτούμενοι. 9.
συμβάσης καὶ τὸν Ἰάκινθον ὅλως μεθ᾿ ἑαυτῶν), γας τοῖς ἐν ταῖς ἄκραις, ἡγεμόνων τὰ πλέον κακό
τούτους κρατῶν ἀφίησι παραγγείλας ἡσυχάζειν, τὴν
δ' Υάκινθον αὖθις ἐγκλείει τῇ φυλακῇ. Τὸν μέντοι
Ταρχανειώτην τῆς φυλακῆς ἐξαγαγὼν εἰρηνικὸν εἶχεν
ἄλλως, εἰ καὶ μὴ ἐπ' ἐκκλησίαν συνήγετο, ἐφεὶς καὶ
τῇ συζύγῳ δεσποίνῃ εὐμενῶς οἱ ἔχειν καὶ θεραπεύειν,
ὡς αἱροἶτ᾽ ἂν ἐκεῖνος, τὰ εἰκότα.
γ. Περὶ τῆς κατὰ ἀνάγκην ἐξασθενήσεως τῶν
κοινῶν.
Τὰ μὲν οὖν τῆς Ἐκκλησίας [Ρ. 149] καὶ ἐς ἐκεί
τὴν τὴν ἡμέραν ἐς τόδε τέλους κατηντήκει, τὰ δὲ
τῆς Ρωμαΐδος ἐξησθενήκει τέλεον. Πλεονέκτημα
γὰρ ἡμῖν ἐγένετο τους παρόντας χρόνους μισθοῦ τοῖς
μεσιτεύουσι καὶ λημμάτων τὰ πολλὰ πράττεσθαι.
Τοῦτο πολλοῖς μὲν τοῖς ἐς ἀρχὴν εὐδοκίμοις ἢ μὴ
καταδεχομένοις καταβάλλειν (πολλῷ γὰρ οὐχ ἥκιστα
τοῦτο, ὅσῳ καὶ ἀξιοῦσι λαμβάνειν) ἢ μὴ δυναμένοις
ἴσως ἐκόλους τὰς τιμὰς, ἄλλοις δὲ παρρησίαν ἐδίδου
διδούσιν, ὡς ἕξειν ἐλπίζουσι. Δεύτερον ἐπὶ τούτοις
καὶ τὸ ἐλλιπῶς τὰς ἀποτεταγμένας ἀποδίδοσθαι ῥό
τητι, θελόντων τοῖς ἐντεῦθεν υπερημένω; πάντη
διδομένοις στραγγεύεσθαι, ὡς κερδαίνοιεν. Ταῦτα δὴ
ἐπὶ ταυτὸ συναχθέντα. Τὸ γὰρ τοῦ βασιλεύοντος
εὐσταθὲς καὶ τὸ πρὸς κρίσεις τε καὶ κολάσεις συμ
παθητικόν τε καὶ ἤμερον μέγα τι τὸ κακὸν καὶ οὐκ
ρἱστὸν ὅλως τοῖς παθοῦσιν εἰργάζετο. Τέως δ' ὡς
εἶχεν ἡ τοῦ βασιλέως ὁρμὴ, τῆς δυνάμεως ἐνούσης
ἔτι τῶν νεύρων (τὰ δ᾽ ἦσαν τὰ χρήματα) πέμπων τάς
τῆς ὁλομελείας κινήσεις τῆς Ῥωμαΐδος εὐρωστοτέρας
ποιεῖν οὐκ ἀπώχνει. Κατ' ὀλίγον δὲ τὸ δεινὸν ἐπαύξον
ἀνέστελλε πεμπομένων καὶ τῶν εἰς κεφαλὰς ἀξίων
καὶ ὡς οἷόν τ᾽ ἦν σφίσιν ἀντεχόντων, προσκειμένων
καὶ τῶν ἐκ Κρήτης μαχίμων ταῖς τοπικαῖς δυνάμε
σιν, οὓς Κρήτηθεν προσχωρήσαντας βασιλεῖ ὡς μὴ
καταδεχομένους τὴν ἐκ τῶν Ἰταλῶν ἐπικράτειαν,
ἐπ' ἀνατολῆς κατοικίσας και λόγοις ετησίοις ἀποτε
ταγμέναις ἐξικανῶν ὡς πιστοῖς συμμάχοις ἐχρῆτο.
Ην δὲ συχνὸν τὸ τῆς συνδοσίας διὰ τὴν σπάνιν τῶν
χρημάτων, ὡς ἔλεγον, ἀνέδην τελούμενον. Τὸ δ' ἦν,
PG 144:231Τῶν γοῦν ἀκρῶν κακουμένων, ὡς μὴ μόνον τῶν κατὰ Μαίανδρον καὶ τὰ τῷ ζυγῷ ἐκείνῳ προσήκοντα ἀλλ’ ἤδη καὶ τῶν ἐντὸς ἐξαφανιζομένων ἐξ ἐπιδρομῶν συχνῶν τῶν Περσῶν, ὁ τοῦ προρρηθέντος πρωτοβεστιαρίου τοῦ Ταρχανειώτου δεύτερος παῖς, ὁ Φιλανθρωπηνὸς ἐκ τοῦ πρὸς μητρὸς πάππου Ἀλέξιος, τοῦ προτέρου εἰς πρωτοσεβαστὸν τιμηθέντος πιγκέρνης τῷ βασιλεῖ τιμηθείς, τῶν περί τε τὴν Ἀσίαν τὴν μικρὰν καλουμένην, ἔτι δὲ Λυδίαν καὶ Κελβιανὸν μέχρι καὶ αὐτῆς δὴ τῆς θαλάσσης ἡγεμὼν ἀναδείκνυται, τοῦ πρωτοβεστιαρίτου ἔτι Λιβαδαρίου τῶν περὶ τὰ Νεόκαστρα καθηγεμονεύοντος.
ὡς ἐῤῥέθη τὰ πρότερα, τὸ τῆς ἐφ' ἑκάστου προνοίας ἢ ἐπὶ χρόνοις τὴν ἡγεμονίαν ἔχων, ἔχων δὲ καὶ τὸ Κρη
δέκατον. Πλὴν καὶ οὕτω σφῶν ἐκνευριζομένων ἡ
ζημία τοῖς παροικοις περιίστατο. Καὶ ἐπεβαρύνοντο
μὲν οἱ ταλαίπωροι, οὐκ ᾔδεσαν δὲ ὅπη καὶ ἐς τὸ
παντελὲς ἔμελλον βαρυνθῆναι ἡ γὰρ ἂν εἰ πάντως
ᾔδεσαν ᾗπερ πάσχειν 143] μετὰ μικρὸν ἔμελλον,
καὶ πάντα τὸν βίον καταπρόοιντ' ἂν ἀπαιτούμενοι.
θ'. Περὶ τοῦ Φιλανθρωπηνοῦ καὶ ἀποστασίας
αὐτοῦ.
Τῶν γοῦν ἀκρῶν κακουμένων, ὡς μὴ μόνον τῶν
κατὰ Μαίανδρον καὶ τὰ τῷ ζυγῷ ἐκείνῳ προσήκοντα,
ἀλλ᾽ ἤδη καὶ τῶν ἐντὸς ἐξαφανιζομένων ἐξ ἐπιδρο
μῶν συχνῶν τῶν Περσῶν, ὁ τοῦ προβληθέντος πρωτ
τοβεστιαρίου τοῦ Ταρχανειώτου δεύτερος παῖς, ὁ Φι
λανθρωπηνὸς ἐκ τοῦ πρὸς μητρὸς πάππου ᾿Αλέξιος,
τοῦ προτέρου εἰς πρωτοσεβαστὸν τιμηθέντος πιγκέρ
νης τῷ βασιλεῖ τιμηθεὶς, τῶν περί τε τὴν ᾿Ασίαν τὴν
μικράν καλουμένην, ἔτι δὲ Λυδίαν καὶ Κελύιανὸν
μέχρι καὶ αὐτῆς δὴ τῆς θαλάσσης ἡγεμὼν ἀναδείκνυ
ται, τοῦ πρωτοβεστιαρίτου ἔτι Λιβαδαρίου τῶν περὶ
τὰ Νεόκαστρα καθηγεμονεύοντος. Ὁ γοῦν πιγκέρνης
τικὸν καὶ τὰς κατ' ἀνατολὴν ἁπάσας δυνάμεις ἐπι
φερόμενος, φύσεώς τε τάχει καὶ σπουδῇ στρατηγία
πρεπούσῃ συναιρομένης καὶ τῆς παρὰ πολλοῖς λεγο
μένης τύχης (λεγέσθω γὰρ καὶ τοῦτο, καθωμιλημέ
νον τοῖς παλαιοίς, καθ' ην Σκηπίωνές τε καὶ Κράτο
σοι καὶ Καίσαρες, ἔτι τε Θεμιστοκλεῖς καὶ Τιμόθεοι
καὶ Κλέωνες ἡνδραγάθουν, καὶ τύχης ὡς καὶ θεῶν
ἄλλων ἱερὰ ἀνιδρύοντο) τὰ κατ᾿ ἀνατολὴν καθίστα τε
καὶ προσησφαλίζετο, τὰ μὲν καὶ μάχαις καθ᾽ ἂς
ἐνίκα, τὰ πλεῖστα δὲ συνέσει [Ρ 144] και γε φιλοδω
ρίᾳ πρός τε τοὺς ἐχθροὺς ἅμα καὶ πρὸς τοὺς φίλους,
τοῖς μὲν ὑποκόπτων τὴν κατὰ τῶν ἡμετέρων λύσσαν
καὶ καθιστῶν τὸ πολέμιον ἡμερώτερον, τοῖς δὲ τὰς
τιμὰς ἐπαύξων καὶ τὰς προθυμίας ἐπιῤῥωννύων, μὴ
μόνον ἐφιεὶς ἑκάστῳ κερδαίνειν ὅπερ ἐς χεῖρας ἐκ
τῶν ἀλλοτρίων σκύλων ἐτύγχανε γεγονός, ἀλλὰ καὶ
ἀφ' ἑαυτοῦ προστιθεὶς τὰ πλεῖστα, τὸν ἐκ τῶν ἔχε
θρῶν πλοῦτον ἡ μετὰ τύχη; ἀρετὴ εἰς χεῖρας ἦγεν
ἐκείνῳ. Πρὸς γὰρ τοῖς ἄλλοις και τι φρούριον πρὸς
τὸ Μελανούδιον τῶν Δύο Βουνῶν, πάλαι μὲν ἡμέτε
ὁ γοῦν πιγκέρνης ἐπὶ χρόνοις τὴν ἡγεμονίαν ἔχων, ἔχων δὲ καὶ τὸ Κρητικὸν καὶ τὰς κατ’ ἀνατολὴν ἁπάσας δυνάμεις ἐπιφερόμενος, φύσεώς τε τάχει καὶ σπουδῇ στρατηγίᾳ πρεπούσῃ συναιρομένης καὶ τῆς παρὰ πολλοῖς λεγομένης τύχης (λεγέσθω γὰρ καὶ τοῦτο, καθωμιλημένον τοῖς παλαιοῖς, καθ’ ἣν Σκηπίωνές τε καὶ Κράσσοι καὶ Καίσαρες, ἔτι τε Θεμιστοκλεῖς καὶ Τιμόθεοι καὶ Κλέωνες ἠνδραγάθουν, καὶ τύχης ὡς καὶ θεῶν ἄλλων ἱερὰ ἀνιδρύοντο) τὰ κατ’ ἀνατολὴν καθίστα τε καὶ προσησφαλίζετο, τὰ μὲν καὶ μάχαις καθ’ ἃς ἐνίκα, τὰ πλεῖστα δὲ συνέσει καί γε φιλοδωρίᾳ πρός τε τοὺς ἐχθροὺς ἅμα καὶ πρὸς τοὺς φίλους, τοῖς μὲν ὑποκόπτων τὴν κατὰ τῶν ἡμετέρων λύσσαν καὶ καθιστῶν τὸ πολέμιον ἡμερώτερον, τοῖς δὲ τὰς τιμὰς ἐπαύξων καὶ τὰς προθυμίας ἐπιρρωννύων, μὴ μόνον ἐφιεὶς ἑκάστῳ κερδαίνειν ὅπερ ἐς χεῖρας ἐκ τῶν ἀλλοτρίων σκύλων ἐτύγχανε γεγονός, ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ προςτιθεὶς τὰ πλεῖστα, τὸν ἐκ τῶν ἐχθρῶν πλοῦτον ἡ μετὰ τύχης ἀρετὴ εἰς χεῖρας ἦγεν ἐκείνῳ.
ὡς ἐῤῥέθη τὰ πρότερα, τὸ τῆς ἐφ' ἑκάστου προνοίας ἢ ἐπὶ χρόνοις τὴν ἡγεμονίαν ἔχων, ἔχων δὲ καὶ τὸ Κρη
δέκατον. Πλὴν καὶ οὕτω σφῶν ἐκνευριζομένων ἡ
ζημία τοῖς παροικοις περιίστατο. Καὶ ἐπεβαρύνοντο
μὲν οἱ ταλαίπωροι, οὐκ ᾔδεσαν δὲ ὅπη καὶ ἐς τὸ
παντελὲς ἔμελλον βαρυνθῆναι ἡ γὰρ ἂν εἰ πάντως
ᾔδεσαν ᾗπερ πάσχειν 143] μετὰ μικρὸν ἔμελλον,
καὶ πάντα τὸν βίον καταπρόοιντ' ἂν ἀπαιτούμενοι.
θ'. Περὶ τοῦ Φιλανθρωπηνοῦ καὶ ἀποστασίας
αὐτοῦ.
Τῶν γοῦν ἀκρῶν κακουμένων, ὡς μὴ μόνον τῶν
κατὰ Μαίανδρον καὶ τὰ τῷ ζυγῷ ἐκείνῳ προσήκοντα,
ἀλλ᾽ ἤδη καὶ τῶν ἐντὸς ἐξαφανιζομένων ἐξ ἐπιδρο
μῶν συχνῶν τῶν Περσῶν, ὁ τοῦ προβληθέντος πρωτ
τοβεστιαρίου τοῦ Ταρχανειώτου δεύτερος παῖς, ὁ Φι
λανθρωπηνὸς ἐκ τοῦ πρὸς μητρὸς πάππου ᾿Αλέξιος,
τοῦ προτέρου εἰς πρωτοσεβαστὸν τιμηθέντος πιγκέρ
νης τῷ βασιλεῖ τιμηθεὶς, τῶν περί τε τὴν ᾿Ασίαν τὴν
μικράν καλουμένην, ἔτι δὲ Λυδίαν καὶ Κελύιανὸν
μέχρι καὶ αὐτῆς δὴ τῆς θαλάσσης ἡγεμὼν ἀναδείκνυ
ται, τοῦ πρωτοβεστιαρίτου ἔτι Λιβαδαρίου τῶν περὶ
τὰ Νεόκαστρα καθηγεμονεύοντος. Ὁ γοῦν πιγκέρνης
τικὸν καὶ τὰς κατ' ἀνατολὴν ἁπάσας δυνάμεις ἐπι
φερόμενος, φύσεώς τε τάχει καὶ σπουδῇ στρατηγία
πρεπούσῃ συναιρομένης καὶ τῆς παρὰ πολλοῖς λεγο
μένης τύχης (λεγέσθω γὰρ καὶ τοῦτο, καθωμιλημέ
νον τοῖς παλαιοίς, καθ' ην Σκηπίωνές τε καὶ Κράτο
σοι καὶ Καίσαρες, ἔτι τε Θεμιστοκλεῖς καὶ Τιμόθεοι
καὶ Κλέωνες ἡνδραγάθουν, καὶ τύχης ὡς καὶ θεῶν
ἄλλων ἱερὰ ἀνιδρύοντο) τὰ κατ᾿ ἀνατολὴν καθίστα τε
καὶ προσησφαλίζετο, τὰ μὲν καὶ μάχαις καθ᾽ ἂς
ἐνίκα, τὰ πλεῖστα δὲ συνέσει [Ρ 144] και γε φιλοδω
ρίᾳ πρός τε τοὺς ἐχθροὺς ἅμα καὶ πρὸς τοὺς φίλους,
τοῖς μὲν ὑποκόπτων τὴν κατὰ τῶν ἡμετέρων λύσσαν
καὶ καθιστῶν τὸ πολέμιον ἡμερώτερον, τοῖς δὲ τὰς
τιμὰς ἐπαύξων καὶ τὰς προθυμίας ἐπιῤῥωννύων, μὴ
μόνον ἐφιεὶς ἑκάστῳ κερδαίνειν ὅπερ ἐς χεῖρας ἐκ
τῶν ἀλλοτρίων σκύλων ἐτύγχανε γεγονός, ἀλλὰ καὶ
ἀφ' ἑαυτοῦ προστιθεὶς τὰ πλεῖστα, τὸν ἐκ τῶν ἔχε
θρῶν πλοῦτον ἡ μετὰ τύχη; ἀρετὴ εἰς χεῖρας ἦγεν
ἐκείνῳ. Πρὸς γὰρ τοῖς ἄλλοις και τι φρούριον πρὸς
τὸ Μελανούδιον τῶν Δύο Βουνῶν, πάλαι μὲν ἡμέτε
PG 144:233πρὸς γὰρ τοῖς ἄλλοις καί τι φρούριον πρὸς τὸ Μελανούδιον τῶν δύο βουνῶν, πάλαι μὲν ἡμέτερον τότε δὲ τῶν ἐχθρῶν, ὃ πάλαι οἶμαι τὸ Μιλησίων Διδύμιον ἐφημίζετο, ἔτυχε πολέμῳ κρατήσας τοιῷδε τρόπῳ. ὡς γὰρ ἡ πρώτη τῶν γυναικῶν τοῦ Σαλάμπακι Πέρσου, ἐξ ἀνθρώπων ἐκείνου γεγονότος, ἐκεῖ πεφύλακτο, τεθησαύριστο δὲ καὶ πλοῦτος παντοδαπός, τὸ μὲν πολέμου νόμῳ τοῦ φρουρίου περιγενέσθαι ἀδύνατα τέως εἶχεν, ἔγνω δὲ σοφίσασθαι τὴν γυναῖκα, ὥστε καὶ πέμπων ὡς δῆθεν ἐν ἀπορρήτοις ἀγαγέσθαι ταύτην σύζυγον ὑπισχνεῖτο. ὡς γοῦν πολλάκις πέμπων οὐκ ἔπειθεν, ἐπισχὼν τοὺς τῆς λίμνης καράβους συνδεῖ σχοίνοις, καὶ ξύλα μέγιστα ἐνιεὶς ἐπ’ ἐκείνων κατασκευάζεται μόσυνας. τὰ δ’ ἄλλα πλοῖα πληρώσας πολεμιστὰς ἐν τούτοις ἑλεπόλεις ἱστὰς καὶ μαχόμενος (οὐδὲ γὰρ κατὰ τὸ τυχὸν καὶ αὐτὸς παρὰ τοῖς ἐχθροῖς ἐκλεί̈ζετο, ἀλλ’ ὀνόματος ἐπέβαινεν ἅμα μὲν φοβεροῦ ἅμα δέ γε καὶ ἐρασμίου, ὡς καὶ πολλοὺς προσχωρεῖν καὶ ὑπ’ ἐκείνῳ ἀγαπᾶν τάττεσθαι) αἱρεῖ μὲν οὕτω τὸ φρούριον, πλοῦτον δ’ ἐκεῖθεν οὐ ῥᾳδίως ἀριθμητὸν περιβάλλεται, τοῖς δ’ ἰδίοις, ἀλλά γε καὶ τοῖς προσχωροῦσιν εὔπορον καθίστα τὸν βίον.
ρον, τότε δὲ τῶν ἐχθρῶν, ὁ πάλαι οἶμαι το Μιλησίων ται, τοῖς δ' ἰδίοις, ἀλλά γε καὶ τοῖς προσχωρούσι
Διδύμιον ἐφημίζετο, ἔτυχε πολέμω κρατήσας τοι δε
τρόπῳ. Ὃς γὰρ ἡ πρώτη τῶν γυναικῶν τοῦ Σα
λάμπακι Πέρσου, ἐξ ἀνθρώπων ἐκείνου γεγονότος,
ἐκεῖ πεφύλακτο, τεθησαύριστο δὲ καὶ πλοῦτος παν
τοδαπός, τὸ μὲν πολέμου νόμῳ τοῦ φρουρίου περι
γενέσθαι ἀδύνατα τέως εἶχεν, ἔγνω δὲ σοφίσασθαι
τὴν γυναῖκα, ὥστε καὶ πέμπων ὡς δῆθεν ἐν ἀπορ
βήτοις ἀγαγέσθαι ταύτην σύζυγον ὑπισχνεῖτο. Π;
γοῦν πολλάκις πέμπων οὐκ ἔπειθεν, ἐπισχὼν τοὺς
τῆς λίμνης καράβους συνδεῖ σχοίνοις, καὶ ξύλα μέσ
γιστα ἐνιεὶς ἐπ' ἐκείνων κατασκευάζεται μόσυνα..
Τὰ δ᾽ ἄλλα πλοῖα πληρώσας πολεμιστὰς ἐν τούτοις
ἐλεπόλεις ἱστὰς καὶ μαχόμενος (οὐδὲ γὰρ κατὰ τὸ
τυχὸν καὶ αὐτὸς παρὰ τοῖς ἐχθροῖς ἐκλείζετο, ἀλλ᾽
ὀνόματος ἐπέβαινεν ἅμα μὲν φοβεροῦ, ἅμα δέ γε καὶ
Ερασμίου, ὡς καὶ πολλοὺς προσχωρεῖν καὶ ὑπ' ἐκείνῳ
ἀγαπᾶν τάττεσθαι), αἱρεῖ μὲν οὕτω τὸ φρούριον,
πλοῦτον δ' ἐκεῖθεν οὐ ῥᾳδίως ἀριθμητον περιβάλλει,
εὔπορον καθίστα τὸν βίον. Οθεν καὶ πολλοὶ ὑπ'
ἐκείνῳ δεδουλωμένοι ἔχαιρον, καὶ ὑπ' αὐτῷ τεταγ
μένοι ἦσαν καθ' ὧν περ καὶ προσταχθείεν, ὡς κατ'
ἀγάπην ἅμα γυναιξὶ μετωκημένοι καὶ τέκνοις. Εν
τεῦθεν καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς ἀγαπήσαντες οἱ ὑπ' ἐκείνῳ
ταττόμενοι, καὶ μᾶλλον οἱ Κρητικοί, ήρξαντο θερα
πεύειν καὶ τρόποις καὶ λόγοις ὑπὲρ 8 προσῆκεν ἐκείνῳ,
καὶ εἰς ἀποστασίαν τὴν ἀπὸ βασιλέως ὑπέκνιζον. Ο
δὲ νέος ὢν ἄλλως καὶ φυσηθεὶς ἐκ μεγίστου φρονή
ματος, τὰ μὲν πρῶτα τοὺς λογισμούς κραδαινόμενος
πολὺς ἦν προσλιπαρῶν βασιλέα τῆς ἀρχῆς μετατί
Θεσθαι. ᾿Αλλ' οὐκ ἔπειθεν. Οἶδα δ' ἔγωγε γνοὺς τῷ
πυθέσθαι τοῦ βασιλέω; Μιχαὴλ ἡμῖν ὁμιλοῦντος καὶ
περὶ ἀμφοτέρων τῶν αὐταδέλφων λέγοντος καὶ ὥς
145] τι τῶν εἰς ἔπαινον τιθεμένου μέγαν τὴν
τἀδελφοῦ περὶ θατέρου κρίσιν τὴν τῆς ἀρχῆς παρά
λυσιν ἐπισπεύδοντος. Ἐπειδὴ γὰρ ἐκεῖνος μὲν καὶ
ὑπὸ μεσίταις ἐζήτει τῆς ἀρχῆς ἀφεθῆναι καὶ πολὺς
ὅθεν καὶ πολλοὶ ὑπ’ ἐκείνῳ δεδουλωμένοι ἔχαιρον, καὶ ὑπ’ αὐτῷ τεταγμένοι ἦσαν καθ’ ὧν περ καὶ προσταχθεῖεν, ὡς κατ’ ἀγάπην ἅμα γυναιξὶ μετῳκημένοι καὶ τέκνοις. ἐντεῦθεν καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς ἀγαπήσαντες οἱ ὑπ’ ἐκείνῳ ταττόμενοι, καὶ μᾶλλον οἱ Κρητικοί, ἤρξαντο θεραπεύειν καὶ τρόποις καὶ λόγοις ὑπὲρ ὃ προσῆκεν ἐκείνῳ, καὶ εἰς ἀποστασίαν τὴν ἀπὸ βασιλέως ὑπέκνιζον. ὁ δὲ νέος ὢν ἄλλως καὶ φυσηθεὶς ἐκ μεγίστου φρονήματος, τὰ μὲν πρῶτα τοὺς λογισμοὺς κραδαινόμενος πολὺς ἦν προσλιπαρῶν βασιλέα τῆς ἀρχῆς μετατίθεσθαι. ἀλλ’ οὐκ ἔπειθεν. οἶδα δ’ ἔγωγε γνοὺς τῷ πυθέσθαι τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ ἡμῖν ὁμιλοῦντος καὶ περὶ ἀμφοτέρων τῶν αὐταδέλφων λέγοντος καὶ ὥς τι τῶν εἰς ἔπαινον τιθεμένου μέγαν τὴν τἀδελφοῦ περὶ θατέρου κρίσιν τὴν τῆς ἀρχῆς παράλυσιν ἐπισπεύδοντος.
ρον, τότε δὲ τῶν ἐχθρῶν, ὁ πάλαι οἶμαι το Μιλησίων ται, τοῖς δ' ἰδίοις, ἀλλά γε καὶ τοῖς προσχωρούσι
Διδύμιον ἐφημίζετο, ἔτυχε πολέμω κρατήσας τοι δε
τρόπῳ. Ὃς γὰρ ἡ πρώτη τῶν γυναικῶν τοῦ Σα
λάμπακι Πέρσου, ἐξ ἀνθρώπων ἐκείνου γεγονότος,
ἐκεῖ πεφύλακτο, τεθησαύριστο δὲ καὶ πλοῦτος παν
τοδαπός, τὸ μὲν πολέμου νόμῳ τοῦ φρουρίου περι
γενέσθαι ἀδύνατα τέως εἶχεν, ἔγνω δὲ σοφίσασθαι
τὴν γυναῖκα, ὥστε καὶ πέμπων ὡς δῆθεν ἐν ἀπορ
βήτοις ἀγαγέσθαι ταύτην σύζυγον ὑπισχνεῖτο. Π;
γοῦν πολλάκις πέμπων οὐκ ἔπειθεν, ἐπισχὼν τοὺς
τῆς λίμνης καράβους συνδεῖ σχοίνοις, καὶ ξύλα μέσ
γιστα ἐνιεὶς ἐπ' ἐκείνων κατασκευάζεται μόσυνα..
Τὰ δ᾽ ἄλλα πλοῖα πληρώσας πολεμιστὰς ἐν τούτοις
ἐλεπόλεις ἱστὰς καὶ μαχόμενος (οὐδὲ γὰρ κατὰ τὸ
τυχὸν καὶ αὐτὸς παρὰ τοῖς ἐχθροῖς ἐκλείζετο, ἀλλ᾽
ὀνόματος ἐπέβαινεν ἅμα μὲν φοβεροῦ, ἅμα δέ γε καὶ
Ερασμίου, ὡς καὶ πολλοὺς προσχωρεῖν καὶ ὑπ' ἐκείνῳ
ἀγαπᾶν τάττεσθαι), αἱρεῖ μὲν οὕτω τὸ φρούριον,
πλοῦτον δ' ἐκεῖθεν οὐ ῥᾳδίως ἀριθμητον περιβάλλει,
εὔπορον καθίστα τὸν βίον. Οθεν καὶ πολλοὶ ὑπ'
ἐκείνῳ δεδουλωμένοι ἔχαιρον, καὶ ὑπ' αὐτῷ τεταγ
μένοι ἦσαν καθ' ὧν περ καὶ προσταχθείεν, ὡς κατ'
ἀγάπην ἅμα γυναιξὶ μετωκημένοι καὶ τέκνοις. Εν
τεῦθεν καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς ἀγαπήσαντες οἱ ὑπ' ἐκείνῳ
ταττόμενοι, καὶ μᾶλλον οἱ Κρητικοί, ήρξαντο θερα
πεύειν καὶ τρόποις καὶ λόγοις ὑπὲρ 8 προσῆκεν ἐκείνῳ,
καὶ εἰς ἀποστασίαν τὴν ἀπὸ βασιλέως ὑπέκνιζον. Ο
δὲ νέος ὢν ἄλλως καὶ φυσηθεὶς ἐκ μεγίστου φρονή
ματος, τὰ μὲν πρῶτα τοὺς λογισμούς κραδαινόμενος
πολὺς ἦν προσλιπαρῶν βασιλέα τῆς ἀρχῆς μετατί
Θεσθαι. ᾿Αλλ' οὐκ ἔπειθεν. Οἶδα δ' ἔγωγε γνοὺς τῷ
πυθέσθαι τοῦ βασιλέω; Μιχαὴλ ἡμῖν ὁμιλοῦντος καὶ
περὶ ἀμφοτέρων τῶν αὐταδέλφων λέγοντος καὶ ὥς
145] τι τῶν εἰς ἔπαινον τιθεμένου μέγαν τὴν
τἀδελφοῦ περὶ θατέρου κρίσιν τὴν τῆς ἀρχῆς παρά
λυσιν ἐπισπεύδοντος. Ἐπειδὴ γὰρ ἐκεῖνος μὲν καὶ
ὑπὸ μεσίταις ἐζήτει τῆς ἀρχῆς ἀφεθῆναι καὶ πολὺς
PG 144:235ἐπειδὴ γὰρ ἐκεῖνος μὲν καὶ ὑπὸ μεσίταις ἐζήτει τῆς ἀρχῆς ἀφεθῆναι καὶ πολὺς ἦν εἰς τοῦτο δεόμενος, ὁ δὲ πρῶτος τῶν σεβαστῶν καὶ ἀδελφὸς ἐκείνου δυσωποῦντος ἀκούων περιήλγει καὶ κατεμέμφετο, καὶ αὐτοῦ κατέναντι βασιλέως ἀπιστίας ἐγγὺς τὸ πρᾶγμα ἔκρινεν, ἤν τις κατασταθεὶς εἰς ἀρχήν, πρότερον ἢ βασιλέα ἀφ’ ἑαυτοῦ κινηθέντα κελεύειν, αὐτὸς ζητοίη καὶ προσαναγκάζοι τὴν ἄφεσιν, βασιλεὺς τὸν λόγον ἀποδεξάμενος, ἐπὶ σχολῆς περὶ ἀμφοτέρων πρὸς ἡμᾶς λέγων, ἐκείνου μὲν τὴν ὑπὲρ τοῦ ἀποθέσθαι τὴν ἀρχὴν ἱκεσίαν ὑπεδήλου, τούτου δὲ τὴν κρίσιν ἐθαύμαζε, λόγῳ δεικνὺς ὁπόσον οἶδεν οὗτος ὑπὲρ ἐκεῖνον τὸ πρὸς τοὺς βασιλεῖς παρὰ τῶν ἐν τέλει κατὰ τὸ εἰκὸς ὀφειλόμενον. τὰ πρῶτα γοῦν οὕτως ἐκεῖνος οἰκονομεῖν ἔγνω τοιούτους λογισμοὺς ἀποκρούσασθαι.
ἦν εἰς τοῦτο δεόμενος, ὁ δὲ πρῶτος τῶν σεβαστῶν σωρόν, ὡς αὐτοῦ μὲν δέον ὂν τὰς δυνάμεις ἱκανοῦν
καὶ ἀδελφὸς ἐκείνου δυσωποῦντος ἀκούων περιήλγει
καὶ κατεμέμφετο, καὶ αὐτοῦ κατέναντι βασιλέως
ἀπιστίας ἐγγὺς τὸ πρᾶγμα ἔκρινεν, ἤν τις καταστα
θεὶς εἰς ἀρχὴν, πρότερον ἢ βασιλέα ἀφ' ἑαυτοῦ κινη
θέντα κελεύειν, αὐτὸς ζητοίη καὶ προσαναγκάζοι τὴν
ἄφεσιν, βασιλεὺς τὸν λόγον ἀποδεξάμενος, ἐπὶ σχολῆς
περὶ ἀμφοτέρων πρὸς ἡμᾶς λέγων, ἐκείνου μὲν τὴν
ὑπὲρ τοῦ ἀποθέσθαι τὴν ἀρχὴν ἱκεσίαν ὑπεδήλου,
τούτου δὲ τὴν κρίσιν ἐθαύμαζε, λόγῳ δεικνὺς ὁπόσον
οἶδεν οὗτος ὑπὲρ ἐκεῖνον τὸ πρὸς τοὺς βασιλεῖς παρὰ
τῶν ἐν τέλει κατὰ τὸ εἰκὸς ὀφειλόμενον. Τὰ πρῶτα
γοῦν οὕτως ἐκεῖνος οἰκονομεῖν ἔγνω τοιούτους λο
γισμοὺς ἀποκρούσασθαι. Ἐπεὶ δὲ ἡ ῥανὶς ἐνδελέχει
ὥστε καὶ τὴν πέτραν, τὸ τοῦ λόγου, κοιλαίνειν ἔχειν,
καὶ οἱ ἀμφ' ἐκεῖνον μετέωροι προς καινοτομίαν ἦσαν,
μεῖζον ἢ κατὰ στρατηγὸν θωπεύοντες, καὶ τέλος τὴν
ἀπὸ τοῦ βασιλέως τινὲς τῶν ἐκείνου ἀποστροφὴν
οἷον καὶ εἰς τὸ μετέπειτα ἐπλάττοντο κάκωσιν, ἐν
δεινῷ τιθεμένου λέγοντες τὸν τοσούτων χρημάτων
Η
τος λόγαις, ἐκείνου δὲ νοσφίζεσθαι βουλομένου την
δι' ἐκείνων τῶν ἐχθρῶν προνομήν, φρόνημα ἐντεῦ
θεν νεανικὸν καὶ πλέων ἐξ ἀνδραγαθίας φρονήματος
ὑποκατακλίνειν πρὸς ὅπερ ἤθελον ἤρξαντο, καὶ ἀδο
ξεῖν ἐποίουν ὡς οὐδὲν τὸν δεσπότην όντα. Συνήσαν
αὐτῷ καὶ μονάζοντες, ὁ μὲν φιλίως ὁ Τάρχας ἐκ δύο
σεως, τότε δὲ τῆς τῶν Σανίδων μονῆς καθηγούμε
νος, ὁ δὲ προσγενῶς ὁ ᾿Ακροπολίτης Μελχισεδέκ,
θεῖος ὢν τῆς αὐτοῦ γυναικός, πρὸς ἐκεῖνον ἔχοντες,
οἱ δὴ καὶ ὡς εἶχον κατήπειγον τὴν ἐγχείρησιν
πολλὰ γὰρ ἔλεγον φθάσαι πανουργήσασαν τὴν τύχην,
εἴ που μὴ αὐτὸς προλαβὼν τὰς ἀπὸ τοῦ βασιλέως
ὀργὰς ὑποτέμοιτο. Τὸ δέ γε στρατιωτικὸν ἅπαν καὶ
παρακεκινημένον ἦν καὶ πρὸς ταραχήν μετέωρον,
ἢ διὰ μίσους τοὺς περὶ τὸν βασιλέα ποιούμενοι, καὶ
φανερῶς τὰ τῆς μεταβολῆς βούλοντο, διαγανακτούν
τες εἰ αὐτοὶ μὲν διὰ πόνων χωροῦντες καὶ τῶν ἐσαεὶ
κινδύνων ἑτέροις τὴν ἐξουσίαν χαρίζονται, ἐκεῖνοι
δ' ἐν ἀνέσει τρυφῶντες μηδὲ χάριν εἰσομένοις ἐῴκε
ἐπεὶ δὲ ἡ ῥανὶς ἠνδελέχει ὥστε καὶ τὴν πέτραν, τὸ τοῦ λόγου, κοιλαίνειν ἔχειν, καὶ οἱ ἀμφ’ ἐκεῖνον μετέωροι πρὸς καινοτομίαν ἦσαν, μεῖζον ἢ κατὰ στρατηγὸν θωπεύοντες, καὶ τέλος τὴν ἀπὸ τοῦ βασιλέως τινὲς τῶν ἐκείνου ἀποστροφὴν οἷον καὶ εἰς τὸ μετέπειτα ἐπλάττοντο κάκωσιν, ἐν δεινῷ τιθεμένου λέγοντες τὸν τοσούτων χρημάτων σωρόν, ὡς αὐτοῦ μὲν δέον ὂν τὰς δυνάμεις ἱκανοῦντος ῥόγαις, ἐκείνου δὲ νοσφίζεσθαι βουλομένου τὴν δι’ ἐκείνων τῶν ἐχθρῶν προνομήν, φρόνημα ἐντεῦθεν νεανικὸν καὶ πλέων ἐξ ἀνδραγαθίας φρονήματος ὑποκατακλίνειν πρὸς ὅπερ ἤθελον ἤρξαντο, καὶ ἀδοξεῖν ἐποίουν ὡς οὐδὲν τὸν δεσπότην ὄντα. συνῆσαν αὐτῷ καὶ μονάζοντες, ὁ μὲν φιλίως ὁ Τάρχας ἐκ δύσεως, τότε δὲ τῆς τῶν Σανίδων μονῆς καθηγούμενος, ὁ δὲ προσγενῶς ὁ Ἀκροπολίτης Μελχισεδέκ, θεῖος ὢν τῆς αὐτοῦ γυναικός, πρὸς ἐκεῖνον ἔχοντες, οἳ δὴ καὶ ὡς εἶχον κατήπειγον τὴν ἐγχείρησιν· πολλὰ γὰρ ἔλεγον φθάσαι πανουργήσασαν τὴν τύχην, εἴ που μὴ αὐτὸς προλαβὼν τὰς ἀπὸ τοῦ βασιλέως ὀργὰς ὑποτέμοιτο.
ἦν εἰς τοῦτο δεόμενος, ὁ δὲ πρῶτος τῶν σεβαστῶν σωρόν, ὡς αὐτοῦ μὲν δέον ὂν τὰς δυνάμεις ἱκανοῦν
καὶ ἀδελφὸς ἐκείνου δυσωποῦντος ἀκούων περιήλγει
καὶ κατεμέμφετο, καὶ αὐτοῦ κατέναντι βασιλέως
ἀπιστίας ἐγγὺς τὸ πρᾶγμα ἔκρινεν, ἤν τις καταστα
θεὶς εἰς ἀρχὴν, πρότερον ἢ βασιλέα ἀφ' ἑαυτοῦ κινη
θέντα κελεύειν, αὐτὸς ζητοίη καὶ προσαναγκάζοι τὴν
ἄφεσιν, βασιλεὺς τὸν λόγον ἀποδεξάμενος, ἐπὶ σχολῆς
περὶ ἀμφοτέρων πρὸς ἡμᾶς λέγων, ἐκείνου μὲν τὴν
ὑπὲρ τοῦ ἀποθέσθαι τὴν ἀρχὴν ἱκεσίαν ὑπεδήλου,
τούτου δὲ τὴν κρίσιν ἐθαύμαζε, λόγῳ δεικνὺς ὁπόσον
οἶδεν οὗτος ὑπὲρ ἐκεῖνον τὸ πρὸς τοὺς βασιλεῖς παρὰ
τῶν ἐν τέλει κατὰ τὸ εἰκὸς ὀφειλόμενον. Τὰ πρῶτα
γοῦν οὕτως ἐκεῖνος οἰκονομεῖν ἔγνω τοιούτους λο
γισμοὺς ἀποκρούσασθαι. Ἐπεὶ δὲ ἡ ῥανὶς ἐνδελέχει
ὥστε καὶ τὴν πέτραν, τὸ τοῦ λόγου, κοιλαίνειν ἔχειν,
καὶ οἱ ἀμφ' ἐκεῖνον μετέωροι προς καινοτομίαν ἦσαν,
μεῖζον ἢ κατὰ στρατηγὸν θωπεύοντες, καὶ τέλος τὴν
ἀπὸ τοῦ βασιλέως τινὲς τῶν ἐκείνου ἀποστροφὴν
οἷον καὶ εἰς τὸ μετέπειτα ἐπλάττοντο κάκωσιν, ἐν
δεινῷ τιθεμένου λέγοντες τὸν τοσούτων χρημάτων
Η
τος λόγαις, ἐκείνου δὲ νοσφίζεσθαι βουλομένου την
δι' ἐκείνων τῶν ἐχθρῶν προνομήν, φρόνημα ἐντεῦ
θεν νεανικὸν καὶ πλέων ἐξ ἀνδραγαθίας φρονήματος
ὑποκατακλίνειν πρὸς ὅπερ ἤθελον ἤρξαντο, καὶ ἀδο
ξεῖν ἐποίουν ὡς οὐδὲν τὸν δεσπότην όντα. Συνήσαν
αὐτῷ καὶ μονάζοντες, ὁ μὲν φιλίως ὁ Τάρχας ἐκ δύο
σεως, τότε δὲ τῆς τῶν Σανίδων μονῆς καθηγούμε
νος, ὁ δὲ προσγενῶς ὁ ᾿Ακροπολίτης Μελχισεδέκ,
θεῖος ὢν τῆς αὐτοῦ γυναικός, πρὸς ἐκεῖνον ἔχοντες,
οἱ δὴ καὶ ὡς εἶχον κατήπειγον τὴν ἐγχείρησιν
πολλὰ γὰρ ἔλεγον φθάσαι πανουργήσασαν τὴν τύχην,
εἴ που μὴ αὐτὸς προλαβὼν τὰς ἀπὸ τοῦ βασιλέως
ὀργὰς ὑποτέμοιτο. Τὸ δέ γε στρατιωτικὸν ἅπαν καὶ
παρακεκινημένον ἦν καὶ πρὸς ταραχήν μετέωρον,
ἢ διὰ μίσους τοὺς περὶ τὸν βασιλέα ποιούμενοι, καὶ
φανερῶς τὰ τῆς μεταβολῆς βούλοντο, διαγανακτούν
τες εἰ αὐτοὶ μὲν διὰ πόνων χωροῦντες καὶ τῶν ἐσαεὶ
κινδύνων ἑτέροις τὴν ἐξουσίαν χαρίζονται, ἐκεῖνοι
δ' ἐν ἀνέσει τρυφῶντες μηδὲ χάριν εἰσομένοις ἐῴκε
PG 144:237τὸ δέ γε στρατιωτικὸν ἅπαν καὶ παρακεκινημένον ἦν καὶ πρὸς ταραχὴν μετέωρον, διὰ μίσους τοὺς περὶ τὸν βασιλέα ποιούμενοι, καὶ φανερῶς τὰ τῆς μεταβολῆς ἠβούλοντο, διαγανακτοῦντες εἰ αὐτοὶ μὲν διὰ πόνων χωροῦντες καὶ τῶν ἐσαεὶ κινδύνων ἑτέροις τὴν ἐξουσίαν χαρίζονται, ἐκεῖνοι δ’ ἐν ἀνέσει τρυφῶντες μηδὲ χάριν εἰσομένοις ἐῴκεσαν ὧν εὖ πεπόνθασί τε καὶ πάσχουσι παρ’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον καὶ τῶν ἀποτεταγμένων κολούονται. καὶ προσερχόμενοι κατὰ στίχας πλέον ἐθεράπευον τοῦ εἰκότος, καὶ ἀξιώτερον ἄρχειν αὐτὸν παρὰ τοὺς ἄλλους ἐδικαίουν καὶ προσηνάγκαζον, ὀλίγα βασιλέως καὶ τῶν τοῦ βασιλέως φροντίζοντες. εἶναι γὰρ σφίσιν ἐκ πολλῶν τὸ βουλευόμενον ἀνυστόν, καὶ μᾶλλον τριῶν τῶν ἰσχυροτάτων, τοῦ τε τὸν λαὸν πάντα ζημίαις βαρούμενον καὶ συνδόσεσιν εἰς ἀποστασίαν ἕτοιμον εἶναι, τοῦ τε πάντας εὐμενῶς πρὸς αὐτὸν ἔχειν, ὅσοι δὴ καὶ ὑπ’ αὐτῷ στρατεύονται, καὶ τρίτου τοῦ καὶ παμπληθοῦς εὐπορεῖν Περσικοῦ, ἀνδρῶν οὐκ ἄλλον εἰδότων ἢ τὸν αὐτοὺς αὐτομολήσαντας καὶ ὑποδεξάμενον καὶ ὡς εἰκὸς θεραπεύσαντα·
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
ΙΙΙ.
σαν ὧν εὖ πεπόνθασί τε καὶ πάσχουσι παρ' αὐτῶν, ἡ οὐ μετρίου καὶ ταῖς ὑπὲρ τοῦ ζῆν εὐμαρῶς ἐλπίσι
ἀλλὰ καὶ μᾶλλον καὶ τῶν ἀποτεταγμένων [Ρ 146]
κολούονται. Καὶ προσερχόμενοι κατὰ στίχας πλέον
ἐθεράπευον τοῦ εἰκότος, καὶ ἀξιώτερον ἄρχειν αὐτὸν
παρὰ τοὺς ἄλλους ἐδικαίουν καὶ προσηνάγκαζον,
ὀλίγα βασιλέως καὶ τῶν τοῦ βασιλέως φροντίζοντες.
Εἶναι γὰρ σφίσιν ἐκ πολλῶν τὸ βουλευόμενον ἀνυ
στὸν, καὶ μᾶλλον τριῶν τῶν ἰσχυροτάτων, τοῦ τε
τὸν λαὸν πάντα ζημίαις βαρούμενον καὶ συνδέσεσιν
εἰς ἀποστασίαν ἔτοιμον εἶναι, τοῦ τε πάντας εὐμε
νῶς πρὸς αὐτὸν ἔχειν, ὅσοι δὴ καὶ ὑπ' αὐτῷ στρα
τεύονται, καὶ τρίτου τοῦ καὶ παμπληθοῦς εὐπορεῖν
Περσικοῦ, ἀνδρῶν οὐκ ἄλλον εἰδότων ἢ τὸν αὐτοὺς
αὐτομολήσαντας καὶ ὑποδεξάμενον καὶ ὡς εἰκὸς θε
ραπεύσαντα· εἶναι δὲ καὶ εἰς χιλιάδας ποσουμένους,
μαχίμους ξύμπαντας, ἑνὸς ἐξημμένους βλέμματος πράγμασι καὶ σύναμα κατεβλακεύετο, ἐκεῖνοι δ' ἐπό
τοῦ σφᾶς ἄγοντος. Ταῦτα λέγοντες κατεμάλασσον
τὴν ἐκείνου γνώμην μετεωριζομένην ἤδη πρὸς ἀρο
χῆς ὄγκον, καὶ φανερῶς ἀποστατεῖν ἔπειθον. Τότε
τοίνυν τόσους ὁρῶν ἐκείνους τολμήματος γέμοντας
σπερχομένους, πρὸς μὲν τὸ τῆς ἐγχειρήσεως μέγε
θος καὶ λίαν ἄτολμος ἦν καὶ ἐπιεικώς κατωῤῥώδει,
τῷ δὲ κατὰ σφᾶς ἀλογίστῳ θράσει ἐν ἐλπίσιν ἦν ταῖς
μεγίσταις καὶ ἀπεθάῤῥει τὸ τόλμημα. Αλλ' ὅμως
πείρᾳ θέλων μαθεῖν καὶ τῶν λοιπῶν τὴν γνώμην,
καὶ εἰ πάντες πρόσκεινται τοῖς αὐτοῖς, συναγαγών
εἰς ταυτὸ συνόλους καὶ σταθεὶς ἐπὶ μέσων πλεῖστά
τε κατετείνετο, ἐξ ὧν παρίστα τὴν πρὸς αὐτοὺς ἀγά
πην καὶ τὸ δημοτικὸν ἐφ᾽ ἅπασι, τήν τε ὑπὲρ τῆς,
τῶν Ρωμαίων μετὰ σφῶν αὐτοῦ σπουδήν, καὶ τὴν
ἀπὸ τῶν ἐν ἀνέσει καὶ τρυφῇ διαγόντων (τοὺς περὶ
τὸν βασιλέα λέγων) οὐχ ὅπως ἀποδοχήν, ἀλλ᾽ οὐδὲν
ἧττον ἀποστροφὴν καὶ ἐπαιτιάσεις μυρίας μηδὲν
προσηκούσας, ὥσπερ ἂν αὐτὸς μὲν ἐτρύφα τοῖς
νουν καὶ κατεγήρων τοῖς κράνεσι καὶ μάχαις ταῖς
κατ' ἐχθρῶν παρεβάλλοντο. Δοκεῖν γὰρ ἐκείνους μὴ
χαίρειν ἐπὶ τοῖς σφῶν κατορθώμασιν, ἀλλὰ καὶ μᾶλο
λον ἀδημονεῖν καὶ ἀλύειν ὡς κακὰ πάσχοντας. Παρ'
εἶναι δὲ καὶ εἰς χιλιάδας ποσουμένους, μαχίμους ξύμπαντας, ἑνὸς ἐξημμένους βλέμματος τοῦ σφᾶς ἄγοντος. ταῦτα λέγοντες κατεμάλασσον τὴν ἐκείνου γνώμην μετεωριζομένην ἤδη πρὸς ἀρχῆς ὄγκον, καὶ φανερῶς ἀποστατεῖν ἔπειθον. τότε τοίνυν τόσους ὁρῶν ἐκείνους τολμήματος γέμοντας οὐ μετρίου καὶ ταῖς ὑπὲρ τοῦ ζῆν εὐμαρῶς ἐλπίσι σπερχομένους, πρὸς μὲν τὸ τῆς ἐγχειρήσεως μέγεθος καὶ λίαν ἄτολμος ἦν καὶ ἐπιεικῶς κατωρρώδει, τῷ δὲ κατὰ σφᾶς ἀλογίστῳ θράσει ἐν ἐλπίσιν ἦν ταῖς μεγίσταις καὶ ἀπεθάρρει τὸ τόλμημα.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
ΙΙΙ.
σαν ὧν εὖ πεπόνθασί τε καὶ πάσχουσι παρ' αὐτῶν, ἡ οὐ μετρίου καὶ ταῖς ὑπὲρ τοῦ ζῆν εὐμαρῶς ἐλπίσι
ἀλλὰ καὶ μᾶλλον καὶ τῶν ἀποτεταγμένων [Ρ 146]
κολούονται. Καὶ προσερχόμενοι κατὰ στίχας πλέον
ἐθεράπευον τοῦ εἰκότος, καὶ ἀξιώτερον ἄρχειν αὐτὸν
παρὰ τοὺς ἄλλους ἐδικαίουν καὶ προσηνάγκαζον,
ὀλίγα βασιλέως καὶ τῶν τοῦ βασιλέως φροντίζοντες.
Εἶναι γὰρ σφίσιν ἐκ πολλῶν τὸ βουλευόμενον ἀνυ
στὸν, καὶ μᾶλλον τριῶν τῶν ἰσχυροτάτων, τοῦ τε
τὸν λαὸν πάντα ζημίαις βαρούμενον καὶ συνδέσεσιν
εἰς ἀποστασίαν ἔτοιμον εἶναι, τοῦ τε πάντας εὐμε
νῶς πρὸς αὐτὸν ἔχειν, ὅσοι δὴ καὶ ὑπ' αὐτῷ στρα
τεύονται, καὶ τρίτου τοῦ καὶ παμπληθοῦς εὐπορεῖν
Περσικοῦ, ἀνδρῶν οὐκ ἄλλον εἰδότων ἢ τὸν αὐτοὺς
αὐτομολήσαντας καὶ ὑποδεξάμενον καὶ ὡς εἰκὸς θε
ραπεύσαντα· εἶναι δὲ καὶ εἰς χιλιάδας ποσουμένους,
μαχίμους ξύμπαντας, ἑνὸς ἐξημμένους βλέμματος πράγμασι καὶ σύναμα κατεβλακεύετο, ἐκεῖνοι δ' ἐπό
τοῦ σφᾶς ἄγοντος. Ταῦτα λέγοντες κατεμάλασσον
τὴν ἐκείνου γνώμην μετεωριζομένην ἤδη πρὸς ἀρο
χῆς ὄγκον, καὶ φανερῶς ἀποστατεῖν ἔπειθον. Τότε
τοίνυν τόσους ὁρῶν ἐκείνους τολμήματος γέμοντας
σπερχομένους, πρὸς μὲν τὸ τῆς ἐγχειρήσεως μέγε
θος καὶ λίαν ἄτολμος ἦν καὶ ἐπιεικώς κατωῤῥώδει,
τῷ δὲ κατὰ σφᾶς ἀλογίστῳ θράσει ἐν ἐλπίσιν ἦν ταῖς
μεγίσταις καὶ ἀπεθάῤῥει τὸ τόλμημα. Αλλ' ὅμως
πείρᾳ θέλων μαθεῖν καὶ τῶν λοιπῶν τὴν γνώμην,
καὶ εἰ πάντες πρόσκεινται τοῖς αὐτοῖς, συναγαγών
εἰς ταυτὸ συνόλους καὶ σταθεὶς ἐπὶ μέσων πλεῖστά
τε κατετείνετο, ἐξ ὧν παρίστα τὴν πρὸς αὐτοὺς ἀγά
πην καὶ τὸ δημοτικὸν ἐφ᾽ ἅπασι, τήν τε ὑπὲρ τῆς,
τῶν Ρωμαίων μετὰ σφῶν αὐτοῦ σπουδήν, καὶ τὴν
ἀπὸ τῶν ἐν ἀνέσει καὶ τρυφῇ διαγόντων (τοὺς περὶ
τὸν βασιλέα λέγων) οὐχ ὅπως ἀποδοχήν, ἀλλ᾽ οὐδὲν
ἧττον ἀποστροφὴν καὶ ἐπαιτιάσεις μυρίας μηδὲν
προσηκούσας, ὥσπερ ἂν αὐτὸς μὲν ἐτρύφα τοῖς
νουν καὶ κατεγήρων τοῖς κράνεσι καὶ μάχαις ταῖς
κατ' ἐχθρῶν παρεβάλλοντο. Δοκεῖν γὰρ ἐκείνους μὴ
χαίρειν ἐπὶ τοῖς σφῶν κατορθώμασιν, ἀλλὰ καὶ μᾶλο
λον ἀδημονεῖν καὶ ἀλύειν ὡς κακὰ πάσχοντας. Παρ'
ἀλλ’ ὅμως πείρᾳ θέλων μαθεῖν καὶ τῶν λοιπῶν τὴν γνώμην, καὶ εἰ πάντες πρόσκεινται τοῖς αὐτοῖς, συναγαγὼν εἰς ταὐτὸ συνόλους καὶ σταθεὶς ἐπὶ μέσων πλεῖστά τε κατετείνετο, ἐξ ὧν παρίστα τὴν πρὸς αὐτοὺς ἀγάπην καὶ τὸ δημοτικὸν ἐφ’ ἅπασι, τήν τε ὑπὲρ τῆς τῶν Ῥωμαίων μετὰ σφῶν αὐτοῦ σπουδήν, καὶ τὴν ἀπὸ τῶν ἐν ἀνέσει καὶ τρυφῇ διαγόντων (τοὺς περὶ τὸν βασιλέα λέγων) οὐχ ὅπως ἀποδοχὴν ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ἀποστροφὴν καὶ ἐπαιτιάσεις μυρίας μηδὲν προσηκούσας, ὥσπερ ἂν αὐτὸς μὲν ἐτρύφα τοῖς πράγμασι καὶ συνάμα κατεβλακεύετο, ἐκεῖνοι δ’ ἐπόνουν καὶ κατεγήρων τοῖς κράνεσι καὶ μάχαις ταῖς κατ’ ἐχθρῶν παρεβάλλοντο. δοκεῖν γὰρ ἐκείνους μὴ χαίρειν ἐπὶ τοῖς σφῶν κατορθώμασιν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἀδημονεῖν καὶ ἀλύειν ὡς κακὰ πάσχοντας. παρ’ ὧν καὶ τί προσδοκᾶν εἶναι τῶν ἀγαθῶν τοῖς ὁσημέραι ταλαιπωρουμένοις, ὅπου γε καὶ οὐκ ἀγαθὰς τὰς ἀπ’ ἐκείνων πρὸς αὐτοὺς ἀφιγμένας φήμας φόβον τὸν ἔσχατον ἐμποιεῖν συμβαίνει ὡς διαπραττομένοις τὰ χείριστα; ταῦτα δ’ εἶναι μὴ μόνον πολλῶν φθονούντων ἄλλων, ἀλλὰ καὶ βασιλέως αὐτοῦ μηδὲν ἐπαί̈οντος πρὸς τὰ παρ’ αὐτῶν·
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
ΙΙΙ.
σαν ὧν εὖ πεπόνθασί τε καὶ πάσχουσι παρ' αὐτῶν, ἡ οὐ μετρίου καὶ ταῖς ὑπὲρ τοῦ ζῆν εὐμαρῶς ἐλπίσι
ἀλλὰ καὶ μᾶλλον καὶ τῶν ἀποτεταγμένων [Ρ 146]
κολούονται. Καὶ προσερχόμενοι κατὰ στίχας πλέον
ἐθεράπευον τοῦ εἰκότος, καὶ ἀξιώτερον ἄρχειν αὐτὸν
παρὰ τοὺς ἄλλους ἐδικαίουν καὶ προσηνάγκαζον,
ὀλίγα βασιλέως καὶ τῶν τοῦ βασιλέως φροντίζοντες.
Εἶναι γὰρ σφίσιν ἐκ πολλῶν τὸ βουλευόμενον ἀνυ
στὸν, καὶ μᾶλλον τριῶν τῶν ἰσχυροτάτων, τοῦ τε
τὸν λαὸν πάντα ζημίαις βαρούμενον καὶ συνδέσεσιν
εἰς ἀποστασίαν ἔτοιμον εἶναι, τοῦ τε πάντας εὐμε
νῶς πρὸς αὐτὸν ἔχειν, ὅσοι δὴ καὶ ὑπ' αὐτῷ στρα
τεύονται, καὶ τρίτου τοῦ καὶ παμπληθοῦς εὐπορεῖν
Περσικοῦ, ἀνδρῶν οὐκ ἄλλον εἰδότων ἢ τὸν αὐτοὺς
αὐτομολήσαντας καὶ ὑποδεξάμενον καὶ ὡς εἰκὸς θε
ραπεύσαντα· εἶναι δὲ καὶ εἰς χιλιάδας ποσουμένους,
μαχίμους ξύμπαντας, ἑνὸς ἐξημμένους βλέμματος πράγμασι καὶ σύναμα κατεβλακεύετο, ἐκεῖνοι δ' ἐπό
τοῦ σφᾶς ἄγοντος. Ταῦτα λέγοντες κατεμάλασσον
τὴν ἐκείνου γνώμην μετεωριζομένην ἤδη πρὸς ἀρο
χῆς ὄγκον, καὶ φανερῶς ἀποστατεῖν ἔπειθον. Τότε
τοίνυν τόσους ὁρῶν ἐκείνους τολμήματος γέμοντας
σπερχομένους, πρὸς μὲν τὸ τῆς ἐγχειρήσεως μέγε
θος καὶ λίαν ἄτολμος ἦν καὶ ἐπιεικώς κατωῤῥώδει,
τῷ δὲ κατὰ σφᾶς ἀλογίστῳ θράσει ἐν ἐλπίσιν ἦν ταῖς
μεγίσταις καὶ ἀπεθάῤῥει τὸ τόλμημα. Αλλ' ὅμως
πείρᾳ θέλων μαθεῖν καὶ τῶν λοιπῶν τὴν γνώμην,
καὶ εἰ πάντες πρόσκεινται τοῖς αὐτοῖς, συναγαγών
εἰς ταυτὸ συνόλους καὶ σταθεὶς ἐπὶ μέσων πλεῖστά
τε κατετείνετο, ἐξ ὧν παρίστα τὴν πρὸς αὐτοὺς ἀγά
πην καὶ τὸ δημοτικὸν ἐφ᾽ ἅπασι, τήν τε ὑπὲρ τῆς,
τῶν Ρωμαίων μετὰ σφῶν αὐτοῦ σπουδήν, καὶ τὴν
ἀπὸ τῶν ἐν ἀνέσει καὶ τρυφῇ διαγόντων (τοὺς περὶ
τὸν βασιλέα λέγων) οὐχ ὅπως ἀποδοχήν, ἀλλ᾽ οὐδὲν
ἧττον ἀποστροφὴν καὶ ἐπαιτιάσεις μυρίας μηδὲν
προσηκούσας, ὥσπερ ἂν αὐτὸς μὲν ἐτρύφα τοῖς
νουν καὶ κατεγήρων τοῖς κράνεσι καὶ μάχαις ταῖς
κατ' ἐχθρῶν παρεβάλλοντο. Δοκεῖν γὰρ ἐκείνους μὴ
χαίρειν ἐπὶ τοῖς σφῶν κατορθώμασιν, ἀλλὰ καὶ μᾶλο
λον ἀδημονεῖν καὶ ἀλύειν ὡς κακὰ πάσχοντας. Παρ'
PG 144:240οὗ δὴ μὴ συνηδομένου, ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων ἄν τις καὶ συλλογίσαιτο, ἔλεγε κατορθοῦσιν ἡμῖν, σφαλεῖσί γε πάντως τίς ἐλπὶς ὑπολέλειπται; ταῦτα λέγων, καὶ τὰς δυνάμεις καταδημαγωγῶν τῷ καὶ βαθυτέρων ἅπτεσθαι καί γ’ ἐμφανεστέραν τὴν αὐτοῦ γνώμην ποιεῖν ὡς ἀποστατησείοντος σὺν αὐτοῖς, εἰ βούλοιντο (οὕτω γὰρ ἂν καὶ τοῦ λοιποῦ εὐμαρῶς διάξειν, εἰ καθ’ αὐτοὺς πονοῦντες αὐτοὶ τῶν κινδύνων τὰ ἆθλα καρπίζοιντο), εὐθὺς καὶ ἔτι συνείρων τοὺς λόγους, καὶ τῶν κρατούντων τὰ πολλὰ καθαπτόμενος ὡς μηδ’ οἵων τ’ ἐσομένων ἑαυτοῖς ἀμύνειν μηδὲ βραχὺ ἐκείνων ἀποκλινάντων, ὑπερηφανῶν ὅλως καὶ μεγαλιζόμενος ἐν τοῖς πράγμασιν, ἐκείνους εὕρισκε παραυτὰ πειθηνίους ἐς τόσον ὥστε καὶ βοᾶν ἀπεντεῦθεν καὶ πόλλ’ ἄττα λέγειν ἀπόφημα κατὰ βασιλέως, ἀποπροσποιουμένους τὴν ὑπ’ ἐκείνῳ δουλείαν καὶ ὑπ’ αὐτῷ τάττεσθαι θέλοντας. ὅθεν καὶ ἀλλήλους παρακροτήσαντες ὡς οὐδὲν ὧν ἔγνωσαν μεταβληθησόμενοι, αὐτὸν καὶ τὴν ἡγεμονίαν δέχεσθαι κατηνάγκαζον ὡς ὑπὲρ αὐτοῦ γε καὶ τεθνηξομένων ἁπάντων, εἰ εἰς ἀνάγκην τινὰ κατασταῖεν. καὶ τοῦτο συμβαίη·
PG 144:242μηδὲ γὰρ ἔχειν ἐντεῦθεν ὅλως ἀφηνιάσαντας ἀμφιγνωμονεῖν ἐπ’ ἐκείνῳ, ἀλλ’ ἀξιοῦν ἐρρωμένως καὶ τοῦτον στῆναι τοὺς λογισμοὺς καὶ μηδὲν τῶν ὅσα φέρει τοῖς καθ’ αὑτὸν ἀρωγὴν ταῖς ἀμφινοίαις καταπροί̈ζεσθαι. μηδὲ γὰρ δίκαιον αὐτοὺς μὲν ἐκ τοῦ παραχρῆμα ὅλαις ἡνίαις αὐτῷ προσρυῆναι καὶ αὐτοῦ μόνου ἔχεσθαι, καὶ ἢ θωπείαις ἢ φόβοις ἕτοιμον εἶναι ἐνδιδόναι τε καὶ ὑποχαλᾶν. τοῦτο γὰρ ἰδεῖν τινὰς καὶ ἐπὶ τῶν ἐνοχλούντων, βάρος τὸ προςτυχὸν εἴπερ οὐχ ἅμα πάντες ἐρρωμένως οὐδ’ ἀπὸ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀνωθοῖεν ἐνστάσεως, κινδυνεύειν, εἴ τινες καθυφεῖντο, ἐντεῦθεν πάσχειν τὰ ἔσχατα ξύμπαντας. μέγαν δ’ εἶναι καὶ τοῦτον οὐχ ἧττον τὸν ἆθλον, καὶ κοινῆς τῆς ἀπὸ πάντων δεόμενον κατὰ τὸ προσῆκον ἐνστάσεως. ταῦτα λεγόντων τε καὶ τῷ πιστῷ κατὰ σφᾶς θάρρει διδόντων, εἴκει μόλις ἐκεῖνος καὶ τὸ τῆς ἡγεμονίας ἀναδέχεται ὄνομα. καὶ δῆλος ἦν ἐντεῦθεν ἐκ πολλῶν ὧν ἔπραττε στρατηγίαν φέρων καὶ ἀρχὴν ἀνυπεύθυνον, οὔπω δὲ ἢ παρασήμοις ἢ μὴν ὀνόματι ἀπεθάρρει κλεί̈ζεσθαι, καί τοι τὰ πολλὰ παρὰ τῶν προυχόντων ἐν τῷ στρατῷ βιαζόμενος.
ἐξουσιαστικώτερον δὲ τῶν πραγμάτων ἐπείληπτο, καὶ οὐδὲν ἐδόκει οἱ ἐξ οὗπερ ἂν καὶ ὠρρώδει, οὐδ’ ἄλλοις ὑπακούειν ὅλως τὸ ἀπὸ τοῦδε ὑφίστατο, ἀλλ’ αὐτὸς ἡγεμὼν ἐν πᾶσι καὶ παρὰ σφίσι καὶ ὅπῃ παρῄει. ἔφριξαν γὰρ τότε καὶ οἱ περίοικοι τὴν ἐπισύστασιν, καὶ μᾶλλον ὅτι τὸ Περσικὸν πολὺ ἦν, οἷς δὴ καὶ πιστοῖς ἐχρῆτο καὶ παρασπίζουσιν ἀπεθάρρει, καὶ μόνον κελεύειν ἦν ὡς συνδραμουμένοις αὐτίκα καὶ κατὰ τὸ ἐκείνου δρασείουσι θέλημα. ἀπέσβεστο τοιγαροῦν ἐκεῖσε τὸ βασιλέων ὄνομα, παρὰ μόνον τὸ εἰς περισυρμὸν μεμνῆσθαι καὶ λοιδορίαν. αὐτὸς δ’ ἦν ἐκείνοις καὶ ἄρχων καὶ ἡγεμὼν καὶ βασιλέως φέρων, εἰ καὶ μὴ ὄνομα, ἀλλ’ ἀξίωμα. καὶ ὅσων τῶν ἐκεῖ φρουρίων ὡς ὕπαρχος βασιλέως ἐπείληπτο πρότερον, ταῦτ’ ἀποστείλας τοὺς καθέξοντας ὑφ’ ἑαυτὸν ἄλλως καθίστη ὡς δεσποτικῶς τοὐντεῦθεν ἄρχοντα. ἢν δέ που καὶ μοναῖς παραβάλλῃ (πολλαὶ δ’ αὗται καὶ μέγισται), οὐ βασιλέως ἦν ὄνομα τὸ μνημονευόμενον, ἀλλ’ αὐτοῦ γε καὶ μόνου κατά τι κράτος ἀρχοντικὸν καὶ αὐτοδέσποτον ὄνομα.
ἀφ’ ὧν καὶ πολλὰ δεσποτικῶς ἀφαιρούμενος τοῖς στρατιώταις παρεῖχεν, ἀσμένως τῶν ἐχόντων κατατιθεμένων παρ’ αἰτίαν ταύτην ὅτι τοιούτοις καιροῖς ἐμπεσόντες οὐ τὰ προσήκοντα τοῖς καιροῖς ἔπασχον, ἀλλ’ ἄσκυλτοι διέμενον καὶ ἀτάραχοι. πρῶτον δ’ ἦν ἐκείνου στρατήγημα τὸ ἐκεῖ που τὸν ἀδελφὸν τοῦ βασιλέως Θεόδωρον διατρίβοντα ἀποστεῖλαι τοὺς κατασχόντας· ὃν δὴ καὶ κατασχόντες τῷ κατ’ Ἔφεσον φρουρίῳ φέροντες ἐγκατέκλεισαν. ἔπειτα τὴν στρατείαν ἀναλαβών, συνεωσμένων σφίσι παρ’ ἐλπίδα καὶ τῶν πραγμάτων, ἐν τοῖς κατὰ Νύμφαιον τόποις ἅμ’ ἠυλίζοντο. καὶ δὴ συνεκρότει μὲν τοὺς ἱππεῖς καὶ φιλοτιμίαις ἤγαλλε πάσαις, τοὺς δέ γε πεζοὺς ἐπιβήσας ἵππων ἱκανοὺς ὁπλίτας ἐξητοιμάζετο. ἀφεώρα δὲ καὶ πρὸς τοὺς ἀλλαχόθι ἡγεμονεύοντας, καὶ ἐσκόπει πῶς ἂν αὐτῶν περιγένοιτο. καὶ τῶν μὲν ἄλλων ἀμελῶς εἶχεν, ὡς αὐτίκα ἢ χειρὶ ἢ λόγοις προσαξόμενος·
PG 144:243περὶ δέ γε τοῦ πρωτοβεστιαρίτου Λιβαδαρίου, ὅσον συνέγγυς εἶχε τὴν ἀπ’ αὐτοῦ ἡγεμονίαν ἐν τοῖς περὶ τὰ Νεόκαστρα καὶ Λυδίαν πᾶσαν καὶ Σάρδεις αὐτάς, τοσοῦτον καὶ διὰ φροντίδος πλείονος εἶχεν ἑλεῖν, εἰ καὶ ἄλλως ὑπερηφάνει, οὐδὲν τἀκείνου οἰόμενος, δίκην δὲ πτωκὸς ἐλπίζων ἐκεῖνον χειρώσασθαι. ἀλλ’ ἔδειξε ταῦτα διὰ βουλῆς ἔχων, ὡς ὅπου θεὸς ἀντιπράττει, καὶ ὁ δοκῶν βραδὺς φθάνει καὶ τὸν ὠκύτατον, πᾶσα δ’ ἰσχὺς μάταιον συνέσεως ἀμοιροῦσα. ἐκεῖνον γὰρ καὶ βλέπειν ἤθελον ἐν βασιλικαῖς ἀξίαις οἱ συλλαμβάνοντες, ὡς ἐντεῦθεν ἀναρρίψαντας κίνδυνον ὅλως ἐμπεδωθέντας ὅλαις ἐνεργεῖν προθυμίαις καὶ ἐπαποθνήσκειν τῇ ἐγχειρήσει βούλεσθαι. τὸ δ’ ἦν ἐν ἀναβολαῖς τὸ τόλμημα, ὡς δοκεῖν διευλαβεῖσθαι καὶ ἀμφιγνωμονεῖν. καὶ τὸ μὲν παρὸν στέργων, πρὸς δὲ τὸ μέλλον ἀποσκοπῶν, ἐκείνους μὲν ἐθεράπευε παντοίως καὶ χάριν ἐδόκει εἰδέναι μὲν τῆς εἰς αὐτὸν σπουδῆς, ἑαυτὸν δὲ παρεξῆγε τῶν μεγίστων ὀνομάτων, οὐκ εὔελπις ἀραρότως ὢν ἐπὶ τῷ τέλει, ἀλλὰ καὶ λίαν δυσελπιστῶν.
ἀλλὰ καὶ λίαν δυσελπιστῶν. Καὶ αὐτὸς μὲν οὕτω διτο
τὰ στρέφων τὸν καιρὸν ἐζυγοστάτει, καὶ τὸν μὲν
παρόντα ὡς εἶχεν ἐξεθεράπευε, τὸν δὲ μέλλοντα
ὑφεωρᾶτο, καί γε ἀπολογίαν ὑπολελείφθαι, ἄν τι
προσκρούσοι, προὐνάει. Τοῖς δέ γε Κρητικοῖς, καὶ
μᾶλλον τῷ σφῶν ἐξηγουμένῳ Χορτάτζη, τοῦτ' ἀσφα
λὲς οὐκ ἐδόκει τέως· αὐτῷ γὰρ εἶναι καὶ ἐσαὖθις
μεταγνόντι παραιτείσθαι πρός βασιλέα, καὶ ὑπ'
ἀσφαλείᾳ τῇ ἐοικυίᾳ, ἔστι δ᾽ οὗ καὶ ὑπὸ μεγίσταις
χάρισιν, εἰς χεῖρας ἑαυτὸν ἐγχειρίζειν τοῖς πρὸς τὸν
βασιλέα ἀξιοῦσι, σφίσι δ' εἶναι τὸν κίνδυνον ἄφυκτον
πάντως, οὐκ ἔχουσιν ὅπη ἂν τῶν τῆς ἀποφυγῆς το
πων ἐκσταῖεν καὶ ἀπερείσαιντο.
πει πῶς ἂν αὐτῶν περιγένοιτο. Καὶ τῶν μὲν ἄλλων ἀμε- ονομάτων, οὐκ εὔελπις ἀραρότως ὢν ἐπὶ τῷ τέλει,
λῶς εἶχεν, ὡς αὐτίκα ἢ χειρὶ ἢ λόγοις προσαξόμενος
περὶ δέ γε τοῦ πρωτοβεστιαρίτου Λιβαδαρίου, ὅσον σύν
ενους εἶχε τὴν ἀπ' αὐτοῦ ἡγεμονίαν ἐν τοῖς περὶ τὰ Νε
σκαστρα καὶ Λυδίαν πᾶσαν καὶ Σάρδεις αὐτὰς, τοσοῦτον
καὶ διὰ φροντίδος πλείονος εἶχεν ἐλεῖν, εἰ καὶ ἄλλως
ὑπερηφάνει, οὐδὲν τἀκείνου οἰόμενος, δίκην δὲ πτω
κὸς ἐλπίζων ἐκεῖνον χειρώσασθαι. Αλλ' ἔδειξε ταῦτα
διὰ βουλῆς ἔχων, ὡς ὅπου θεὸς ἀντιπράττει, καὶ ὁ
δοκῶν βραδύς φθάνει καὶ τὸν ὠκύτατον, πᾶσα δ'
ἰσχὺς μάταιον συνέσεως ἀμοιροῦσα. Ἐκεῖνον γὰρ
καὶ βλέπειν ήθελον ἐν βασιλικαῖς ἀξίαις οι συλλαμ
βάνοντες, ὡς ἐντεῦθεν ἀναῤῥίψαντας κίνδυνον ὅλως
ἐμπεδωθέντας ὅλαις ἐνεργεῖν 149] προθυμίαις
καὶ ἐπαποθνήσκειν τῇ ἐγχειρήσει βούλεσθαι. Τὸ δ'
ἦν ἐν ἀναβολαῖς τὸ τόλμημα, ὡς δοκεῖν διευλαβεῖσθαι
καὶ ἀμφιγνωμονεῖν. Καὶ τὸ μὲν παρὸν στέργων,
πρὸς δὲ τὸ μέλλον ἀποσκοπῶν, ἐκείνους μὲν ἐθερά
πευε παντοίως καὶ χάριν ἐδόκει εἰδέναι μὲν τῆς εἰς
αὐτὸν σπουδῆς, ἑαυτὸν δὲ παρεξῆγε τῶν μεγίστων
ι. Περὶ τοῦ πρωτοβεστιαρίτου Λιβαδαρίου, καὶ
όπως περιεγένετο τοῦ Φιλανθρωπηνού.
Καὶ ταῦτα μὲν ὁρώντων τὰς τοῦ ἡγεμόνος ἀναδο
λὰς ὁ νοῦς οὐκ ἔξω τῶν εἰκότων ἀπεσχεδίαζε, καὶ ἐν
ὑπονοίαις μεγίσταις ἐποίει εἶναι· ἑτέρωθεν 154]
καὶ ὁ πρωτοβεστιαρίτης τὸ ξυμπεσόν παρὰ πᾶσαν
καὶ αὐτὸς μὲν οὕτω διττὰ στρέφων τὸν καιρὸν ἐζυγοστάτει, καὶ τὸν μὲν παρόντα ὡς εἶχεν ἐξεθεράπευε, τὸν δὲ μέλλοντα ὑφωρᾶτο, καί γε ἀπολογίαν ὑπολελεῖφθαι, ἄν τι προσκρούσοι, προυνόει. τοῖς δέ γε Κρητικοῖς, καὶ μᾶλλον τῷ σφῶν ἐξηγουμένῳ Χορτάτζῃ, τοῦτ’ ἀσφαλὲς οὐκ ἐδόκει τέως· αὐτῷ γὰρ εἶναι καὶ ἐσαῦθις μεταγνόντι παραιτεῖσθαι πρὸς βασιλέα, καὶ ὑπ’ ἀσφαλείᾳ τῇ ἐοικυίᾳ, ἔστι δ’ οὗ καὶ ὑπὸ μεγίσταις χάρισιν, εἰς χεῖρας ἑαυτὸν ἐγχειρίζειν τοῖς πρὸς τὸν βασιλέα ἀξιοῦσι, σφίσι δ’ εἶναι τὸν κίνδυνον ἄφυκτον πάντως, οὐκ ἔχουσιν ὅπῃ ἂν τῶν τῆς ἀποφυγῆς τόπων ἐκσταῖεν καὶ ἀπερείσαιντο. Καὶ ταῦτα μὲν ὁρώντων τὰς τοῦ ἡγεμόνος ἀναβολὰς ὁ νοῦς οὐκ ἔξω τῶν εἰκότων ἀπεσχεδίαζε, καὶ ἐν ὑπονοίαις μεγίσταις ἐποίει εἶναι· [] ἑτέρωθεν καὶ ὁ πρωτοβεστιαρίτης τὸ ξυμπεσὸν παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα μαθών, τῷ βασιλεῖ καθοσιούμενος ὡς παρ’ αὐτοῦ τιμηθείς, ἐν φροντίσιν ἦν καὶ περὶ τοῖς ὅλοις ἐδεδίει. ποῦ γὰρ εἶχεν ἐκεῖνος ἀναρριφθέντος τοσούτου κινδύνου πρὸς τόσον στρατιᾶς ἀντιστῆναι πλῆθος;
ἀλλὰ καὶ λίαν δυσελπιστῶν. Καὶ αὐτὸς μὲν οὕτω διτο
τὰ στρέφων τὸν καιρὸν ἐζυγοστάτει, καὶ τὸν μὲν
παρόντα ὡς εἶχεν ἐξεθεράπευε, τὸν δὲ μέλλοντα
ὑφεωρᾶτο, καί γε ἀπολογίαν ὑπολελείφθαι, ἄν τι
προσκρούσοι, προὐνάει. Τοῖς δέ γε Κρητικοῖς, καὶ
μᾶλλον τῷ σφῶν ἐξηγουμένῳ Χορτάτζη, τοῦτ' ἀσφα
λὲς οὐκ ἐδόκει τέως· αὐτῷ γὰρ εἶναι καὶ ἐσαὖθις
μεταγνόντι παραιτείσθαι πρός βασιλέα, καὶ ὑπ'
ἀσφαλείᾳ τῇ ἐοικυίᾳ, ἔστι δ᾽ οὗ καὶ ὑπὸ μεγίσταις
χάρισιν, εἰς χεῖρας ἑαυτὸν ἐγχειρίζειν τοῖς πρὸς τὸν
βασιλέα ἀξιοῦσι, σφίσι δ' εἶναι τὸν κίνδυνον ἄφυκτον
πάντως, οὐκ ἔχουσιν ὅπη ἂν τῶν τῆς ἀποφυγῆς το
πων ἐκσταῖεν καὶ ἀπερείσαιντο.
πει πῶς ἂν αὐτῶν περιγένοιτο. Καὶ τῶν μὲν ἄλλων ἀμε- ονομάτων, οὐκ εὔελπις ἀραρότως ὢν ἐπὶ τῷ τέλει,
λῶς εἶχεν, ὡς αὐτίκα ἢ χειρὶ ἢ λόγοις προσαξόμενος
περὶ δέ γε τοῦ πρωτοβεστιαρίτου Λιβαδαρίου, ὅσον σύν
ενους εἶχε τὴν ἀπ' αὐτοῦ ἡγεμονίαν ἐν τοῖς περὶ τὰ Νε
σκαστρα καὶ Λυδίαν πᾶσαν καὶ Σάρδεις αὐτὰς, τοσοῦτον
καὶ διὰ φροντίδος πλείονος εἶχεν ἐλεῖν, εἰ καὶ ἄλλως
ὑπερηφάνει, οὐδὲν τἀκείνου οἰόμενος, δίκην δὲ πτω
κὸς ἐλπίζων ἐκεῖνον χειρώσασθαι. Αλλ' ἔδειξε ταῦτα
διὰ βουλῆς ἔχων, ὡς ὅπου θεὸς ἀντιπράττει, καὶ ὁ
δοκῶν βραδύς φθάνει καὶ τὸν ὠκύτατον, πᾶσα δ'
ἰσχὺς μάταιον συνέσεως ἀμοιροῦσα. Ἐκεῖνον γὰρ
καὶ βλέπειν ήθελον ἐν βασιλικαῖς ἀξίαις οι συλλαμ
βάνοντες, ὡς ἐντεῦθεν ἀναῤῥίψαντας κίνδυνον ὅλως
ἐμπεδωθέντας ὅλαις ἐνεργεῖν 149] προθυμίαις
καὶ ἐπαποθνήσκειν τῇ ἐγχειρήσει βούλεσθαι. Τὸ δ'
ἦν ἐν ἀναβολαῖς τὸ τόλμημα, ὡς δοκεῖν διευλαβεῖσθαι
καὶ ἀμφιγνωμονεῖν. Καὶ τὸ μὲν παρὸν στέργων,
πρὸς δὲ τὸ μέλλον ἀποσκοπῶν, ἐκείνους μὲν ἐθερά
πευε παντοίως καὶ χάριν ἐδόκει εἰδέναι μὲν τῆς εἰς
αὐτὸν σπουδῆς, ἑαυτὸν δὲ παρεξῆγε τῶν μεγίστων
ι. Περὶ τοῦ πρωτοβεστιαρίτου Λιβαδαρίου, καὶ
όπως περιεγένετο τοῦ Φιλανθρωπηνού.
Καὶ ταῦτα μὲν ὁρώντων τὰς τοῦ ἡγεμόνος ἀναδο
λὰς ὁ νοῦς οὐκ ἔξω τῶν εἰκότων ἀπεσχεδίαζε, καὶ ἐν
ὑπονοίαις μεγίσταις ἐποίει εἶναι· ἑτέρωθεν 154]
καὶ ὁ πρωτοβεστιαρίτης τὸ ξυμπεσόν παρὰ πᾶσαν
PG 144:245εἰ δ’ οὖν ἀλλ’ εἰ καὶ συμπλοκὰς ἐνενόει μόλις, ὁ γοῦν ἐντεῦθεν κίνδυνος οὔπω συστᾶσαν τὴν περὶ τούτων ἔννοιαν ἔλυε. χωρὶς γὰρ τῶν ἐκ τῆς Ῥωμαί̈δος δυνάμεων, τὸ περὶ ἐκεῖνον Περσικὸν μόνον καὶ ξενικὸν ἀποχρῶν εἶναι πρὸς τοὺς περὶ αὐτὸν εἰς ἀνταγώνισιν ᾤετο, ὥστε μηδ’ ὑποστῆναι τούτους φανέντων ἐκείνων. ἄλλως τε δὲ καὶ φοβερῶν τοιούτων ἁψαμένους ἐκείνους εἰκὸς εἶναι καὶ ὑπὲρ τὸ δέον ἀνδρίζεσθαι, ὡς τῆς ἥττης ἐχούσης καὶ κίνδυνον. δεῖν δ’ εἶναι καὶ τοὺς ἀντιπάλους τοιούτους, ὡς ἴσας ὑσμίνῃ τὰς κεφαλὰς γίνεσθαι· ἀλλὰ ξυμβαίνειν μὴ εἶναι τοιούτους ἐξ ἀναγκαίων, καὶ μάλισθ’ ὅτι πολέμοις ἐμφυλίοις ὁμόσε χωρεῖν οὐδ’ οἴδασι τὸ παράπαν. ἔγνω γοῦν ἄλλως τὰ πράγματα μετελθεῖν, καὶ θράσει καὶ πλήθει καὶ παραλόγῳ φρονήματι ἓν ἀντιστῆσαι τὸ μέγιστον σύνεσιν, ὡς ἴσως οὕτω καὶ ἐξανύσων κἂν οὐ τὸ σύμπαν ἀλλά τι καὶ μερικόν.
ἐλπίδα μαθών, τῷ βασιλεῖ καθοσιούμενος ὡς παρ' τὸ παράπαν. Ἔγνω γοῦν ἄλλως τὰ πράγματα μετα
αὐτοῦ τιμηθεὶς, ἐν φροντίσιν ἦν καὶ περὶ τοῖς ὅλοις
ἐδεδίει. Ποῦ γὰρ εἶχεν ἐκεῖνος ἀναῤῥιφθέντος τοσού
του κινδύνου πρὸς τόσον στρατιᾶς ἀντιστῆναι πλῆ
θος; Εἰ δ' οὖν, ἀλλ' εἰ καὶ συμπλοκὰς ἐνενόει μόλις,
ὁ γοῦν ἐντεῦθεν κίνδυνος οὔπω συστᾶσαν τὴν περὶ
τούτων ἔννοιαν ἔλυε. Χωρὶς γὰρ τῶν ἐκ τῆς Ῥω
μαΐδος δυνάμεων, τὸ περὶ ἐκεῖνον Περσικόν μόνον
καὶ ξενικὸν ἀποχρῶν εἶναι πρὸς τοὺς περὶ αὐτὸν εἰς
ἀνταγωνισιν ᾤετο, ὥστε μηδ' ὑποστῆναι τούτους
φανέντων ἐκείνων. Αλλως τε δὲ καὶ φοβερῶν τοιού
των αψαμένους ἐκείνους εἰκὸς εἶναι καὶ ὑπὲρ τὸ
δέον ἀνδρίζεσθαι, ὡς τῆς ἥττης ἐχούσης καὶ κίνδυ
νον. Δεῖν δ' εἶναι καὶ τοὺς ἀντιπάλους τοιούτους,
ὡς ἴσας ὑσμίνῃ τὰς κεφαλὰς γίνεσθαι· ἀλλὰ συμ
βαίνειν μὴ εἶναι τοιούτους ἐξ ἀναγκαίων, καὶ μά
λισθ' ὅτι πολέμοις εμφυλίοις ὁμόσε χωρεῖν οὐδ' οίδασι
ελθεῖν, καὶ θράσει καὶ πλήθει και παραλόγῳ φρο
νήματι ἐν ἀντιστῆσαι τὸ μέγιστον σύνεσιν, ὡς ἴσως
οὕτω καὶ ἐξανύσων κἂν οὐ τὴ σύμπαν, ἀλλά τι καὶ
μερικόν. Καὶ αὐτίκα στέλλει μὲν τοὺς ἀγγελοῦντας
τὸ συμβάν πρὸς τὸν βασιλέα, στέλλει δ' ἐν ἀπορρήτ
τοῖς καὶ πρός τινας τῶν Κρητικών, οὓς ᾔδει δοκοῦν
τας, ὧν ὁ Χορτάτζης προέφερεν, ἀμνηστίαν τε και
κῶν παρὰ τοῦ κρατοῦντος σφίσι γενέσθαι διομνύμε
νος καί γε προσφιλοτιμηθῆναι τα μέγιστα, ἣν που
καὶ στραφέντες μεταβουλεύσαιντο καὶ εἰς συμπλοκὴν
δῆθεν παραστάσει πολέμου παραδοῖεν τὸν ἀποστατή
σαντα· δόξειν γὰρ ἐντεῦθεν καὶ ἀγαθοὺς καὶ πρὸς
βασιλέα πιστούς, καὶ ἐς ὅ τι μὲν καὶ πέπρακτο ἀκου
σίως ἀναγκασθέντας καθυπαχθῆναι τῇ τοῦ καιροῦ
ῥύμῃ, μὴ ἔχοντας ἀντιτείνειν καὶ τοσοῦτον πλῆθος
εἰς μεταβολὰς παρακεκινημένον ἐπισχεῖν, τὸ δὲ
PG 144:248καὶ αὐτίκα στέλλει μὲν τοὺς ἀγγελοῦντας τὸ συμβὰν πρὸς τὸν βασιλέα, στέλλει δ’ ἐν ἀπορρήτοις καὶ πρός τινας τῶν Κρητικῶν, οὓς ᾔδει δοκοῦντας, ὧν ὁ Χορτάτζης προέφερεν, ἀμνηστίαν τε κακῶν παρὰ τοῦ κρατοῦντος σφίσι γενέσθαι διομνύμενος καί γε προσφιλοτιμηθῆναι τὰ μέγιστα, ἤν που καὶ στραφέντες μεταβουλεύσαιντο καὶ εἰς συμπλοκὴν δῆθεν παραστάσει πολέμου παραδοῖεν τὸν ἀποστατήσαντα· δόξειν γὰρ ἐντεῦθεν καὶ ἀγαθοὺς καὶ πρὸς βασιλέα πιστούς, καὶ ἐς ὅ τι μὲν καὶ πέπρακτο ἀκουσίως ἀναγκασθέντας καθυπαχθῆναι τῇ τοῦ καιροῦ ῥύμῃ, μὴ ἔχοντας ἀντιτείνειν καὶ τοσοῦτον πλῆθος εἰς μεταβολὰς παρακεκινημένον ἐπισχεῖν, τὸ δὲ παρὸν τέως ἐνστάντος καιροῦ, καὶ ἀνδρῶν φανέντων ἀντιστησομένων τοῖς γεγονόσι, καὶ αὐτοὺς ἑτοίμους μετακληθέντας τὴν ἀρχῆθεν πίστιν ἐμφαίνειν τῷ συνεργεῖν τοῖς ἀνθισταμένοις εἰς ἅπαν. αὐτὸν δ’ ἐκείνους ἀναδέχεσθαι μὴ ὅπως παθεῖν τι πρὸς βασιλέως τῶν ἀνηκέστων, ἀλλὰ καὶ εὐεργεσίας εὑρεῖν. ταῦτα τοὺς ἀμφὶ τὸν Χορτάτζην ἀκούσαντας ἐπὶ πλεῖστόν τε γνωσιμαχῆσαι, καὶ ἐς βουλὴν θέσθαι ἐς ὃ τὸ ἀκίνδυνον ἑαυτοῖς σφίσι περιποιεῖν.
PG 144:250τὸ δ’ ἦν ὡς εἰ μὲν βιασαμένων ἐκείνων τὸν στρατηγὸν αὐτὸς χωροίη καὶ ἐς τὰ μείζω, ὥστε καὶ ὀνόματι εἶξαι καὶ παρασήμοις συνήθεσι, τότε καὶ αὐτοὺς τὰ πιστὰ λαβόντας ὡς εἰς τέλος ἀνθεξομένῳ παρακινδυνεύειν· εἰ δὲ μὴ βούλοιτο ταῦτα πράττειν, αὐτοὺς τὴν παρακινδύνευσιν παντὶ τρόπῳ διεκφυγεῖν πειρᾶσθαι, ἐπ’ αὐτῷ καὶ μόνῳ τὰ τοῦ κινδύνου τρέψαντας.
ὡς λέγοντες τοίνυν οὐκ ἔπειθον, ἀλλ’ ἑώρων τοῦτον καταλαζονευόμενον τῶν φανησομένων καὶ ὕβρεσι πλύνοντα τὸν πρὸς αὐτὸν ἀντιπαρατάττεσθαι ἀκουόμενον ὡς αὐτίκα κατ’ ἐκείνου λαφύξοντα (τούτοις καὶ γὰρ παραθαρρύνειν ἐδόκει τὰς ἐκείνων ὁρμάς, οὐδὲν πλέον ἤθελεν ἀναδέχεσθαι), ὑπολαβόντες ἐκεῖνοι ἐν σκέψει γίνεσθαι ταῦτα καὶ εἰς καιρὸν μεταγνώσεως ἀποκεῖσθαί οἱ βούλεσθαι, ὅ γε καὶ αὐτῷ μὲν ἴσως ξυνοίσει, σφίσι δὲ περιστήσεται μόνοις εἰς κίνδυνον, πρύμναν τε κρούονται, τὸ τοῦ λόγου, καὶ πρὸς τὸν πρωτοβεστιαρίτην τὰς γνώμας ἀνταποκλίνουσι, καὶ πίστεις λαβόντες ἅμα καὶ δόντες ἐξ ὅρκων φρίκης μεστῶν καί γε καὶ ἀντιδόσεσιν ἱερῶν ἐγκολπίων, ἦ μὴν παραδοῦναι τοῦτον ἐς χεῖρας ἐκείνῳ ἀκονιτὶ φανέντι καὶ μόνον μετὰ τῶν συντάξεων (δέος γὰρ μή τι καὶ παρακινδυνευθείη τοῦ Περσικοῦ, οἷς καὶ μᾶλλον ἐθάρρει, ἐπεισπεσόντος), ταῦτ’ ἐν ἀπορρήτοις πράξαντες ἐκαρτέρουν, τὴν ὑποψίαν ἐξ ἅπαντος ὡς εἶχον ἐκκλίνοντες. 11. Ἀλλ’ ἐπέστη καὶ ἡ κυρία· ἡ δ’ ἦν ὑστεραία. καὶ ὁ μὲν συνηθροικὼς τὰς περὶ αὐτὸν δυνάμεις ἐκ Λυδίας ἐφίσταται τῷ Νυμφαίῳ, ὅπου καὶ οἱ ἀποστατοῦντες διῆγον·
ὁ δὲ τὸν αὐτόθι πύργον, ὃν ὁ πορφυρογέννητος τῇδε διάγων ᾠκοδομήσατο, τοῦτον τοίνυν κατέχων καὶ γυναῖκα καὶ παῖδα καὶ πράγματα ἐκεῖ συγκλείσας τε καὶ ἀσφαλισάμενος, πρῶτον μὲν τὴν ἐκείνου ἀκούων ἄφιξιν καὶ λίαν ἐν θαύματι τῷ μεγίστῳ ἐτίθει, πῶς ἂν καὶ τολμῴη χωρεῖν ὁμόσε τοσούτοις τε καὶ τοιούτοις. ὅμως θαρρῶν ἐπὶ τοῖς ὅλοις, ὡς αὐτίκα φανεὶς τὸ πᾶν ἐργάσαιτο, παραγγείλας καὶ τοὺς ἄλλους ὁπλίζεσθαι, αὐτὸς τὴν ταχίστην ἐξοπλισθεὶς καὶ κατὰ τοῦ φανέντος τὰ πλεῖστα νεανιευσάμενος ἔξεισι. καὶ δὴ ἀφ’ ἑκατέρου μέρους σταθεισῶν τῶν δυνάμεων, καὶ ὅσον οὔπω μελλουσῶν συμπλέκεσθαι, ὥστε καὶ ἀκροβολισμοὺς ἀμφοτέρωθεν γίνεσθαι, οἱ Κρητικοὶ τοῦ συνθήματος οὐκ ἠμέλουν, ἀλλὰ φανέντος τοῦ πρωτοβεστιαρίτου, δεδιότος καὶ ἔτι περὶ τοῖς ὅλοις, μή πως ἀπάτῃ καὶ δόλῳ χρήσαιντο οἱ τέως καθυπισχούμενοι προδιδόναι, οἱ ἀμφὶ τὸν Χορτάτζην αὐτίκα, οὕτως ὡς εἶχον ἔφιπποί τε καὶ ὡπλισμένοι, ἀθρόως ἄλλοθεν ἄλλος περιστάντες τὸν ἡγεμόνα, οἱ μὲν ῥυτῆρας οἱ δὲ καὶ σπάθην ἐπέχουσιν, οἱ δ’ ἐμβριθέστερον ἀποβαίνειν τοῦ ἵππου ἐκέλευον.
ὁ δὲ γνοὺς τὴν ἐπιβουλὴν αὐτίκα, θαρρῶν τοῖς Πέρσαις ἐπεχείρει μὲν ἀμύνεσθαι, καταταχούμενος δὲ τὸ παράπαν ἀπηύδα, καὶ συσχεθέντα τοῖς ἀμφὶ τὸν πρωτοβεστιαρίτην ἕτοιμον θήραμα, ταπεινὸν τὸν σοβοῦντα πρὸ τοῦ καὶ ἄφωνον τὸν πολλὰ λέγοντα, παρεδίδουν. οἱ δ’ ἐκδραμόντες ἐκ τοῦ ἐξαίφνης, ἐπεὶ τὸν ἀποστατοῦντα ἐν ἀφύκτοις εἶχον, τοὺς περὶ ἐκεῖνον διασκεδαννυμένους ἤδη καὶ μόνον ὅπῃ σωθήσεται ἕκαστος ἀφορῶντας ἀμεταστρεπτὶ κατεδίωκον. τὸ δὲ Περσικὸν ἄρτι πρώτως μεταβολὴν πραγμάτων ἰδόν, καὶ τὸν ἕως τότε μέγαν δοκοῦντα καὶ φοβερὸν ἐν ἀφύκτοις ἐλεεινὸν δέσμιον, οὐκ εἶχον πῇ τράπωνται. ὅθεν μήτ’ ἀνθίστασθαι μήτε φεύγειν οἷοί τ’ ὄντες, μένοντες κατεκτείνοντο. ἄλλος δὲ τοῦτον ἄλλος ἐκεῖνον καὶ ἕτερος ἄλλον καταλαμβάνων, καθότι καὶ δόξειεν ἐκείνῳ ἑκάστῳ, ἔπραττον, κτείνοντες δεσμεύοντες αἰκιζόμενοι ἐκτυφλοῦντες, τὰς οὐσίας δημεύοντες. ἐδόκει ἀσφαλὲς τοῖς Πέρσαις αὐτόθεν χωρεῖν πρὸς τὰ οἴκοι, καὶ ἀπεδίδρασκόν τινες ὡς ἠδύναντο, τῶν λοιπῶν κτεινομένων. οἱ δ’ ἀμφὶ τὸν πρωτοβεστιαρίτην καὶ μᾶλλον ἕρμαιον τὴν ἀποχώρησιν λογιζόμενοι ἑκόντες ἠφίεσαν·
PG 144:251οὐδὲ γὰρ εἶχον ἐλπίζειν ἐπὶ τῷ προτερήματι, καὶ οὕτω προχωρησάντων σφίσι τῶν πραγμάτων κατ’ εὐτυχίαν μεγίστην, ἀλλὰ τὰ ἐν χερσὶν ἀπολλύειν, εἴ τινες παρακινηθεῖεν καὶ ἐξ ἀντιστροφῆς ἐπιπέσοιεν, ᾤοντο. ταραχὰς ἦν βλέπειν ἐκεῖ φοβερὰς καὶ Πανικὰ δείματα, συσχεθέντων τῶν ὅλων. ταῦτά τοι καὶ περὶ τοῖς ὅλοις δεδιὼς ὁ πρωτοβεστιαρίτης μή πως καὶ ἐκ χειρῶν αὐτῶν διαρπασθείη τὸ θήραμα (δεινὴ γὰρ τοὺς πολλοὺς ὥπλιζεν εὔνοια, καὶ τὰ καθ’ αὑτοὺς ἀφέντες ἐκεῖνον ἀπωλοφύροντο· τὸ Περσικὸν δὲ μάλιστα καὶ παρακεκινῆσθαι ἐδόκει, ὥς τι πραξεῖεν γενναῖον) ἔγνω τὸν θέμεθλον ὑποσπᾶν καὶ τὸ συνέχον ἐκποδὼν ποιεῖσθαι καὶ οὕτω τοὺς φόβους λύειν οὓς ὕπαρ ὠνειροπόλει. τὸν γοῦν μυρίον πλοῦτον συλλέξας, καὶ τὰ τῆς ἀρετῆς δῶρα τύχης παίγνιον εὑρηκώς, τέλος Ἰουδαίοις ἐκτυφλοῦν παραδίδωσι. καὶ ὁ μὲν τετύφλωτο, πόλλ’ ἄττα δυσωπήσας καὶ περὶ θατέρου τῶν ὀφθαλμῶν, ἀλλ’ οὐ πείσας τὸ παράπαν.
έχει
τι πράξειεν γενναίον), ἔγνω τὸν θέμεθλον ὑποσπών
καὶ τὸ συνέχον ἐκποδὼν ποιεῖσθαι, καὶ οὕτω τοὺς
[Ρ 455] φόβους λύειν οὓς ὕπαρ ὠνειροπόλει. Τὸν γοῦν
μυρίον πλοῦτον συλλέξας, καὶ τὰ τῆς ἀρετῆς δῶρα
τύχης παίγνιον εὑρηκώς, τέλος Ἰουδαίοις ἐκτυφλούν
παραδίδωσι. Καὶ ὁ μὲν τετύφλωτο, πόλλ᾽ ἅττα δυσ
ωπήσας καὶ περὶ θατέρου τῶν ὀφθαλμῶν, ἀλλ᾽ οὐ
πείσας τὸ παράπαν. Οἱ δὲ τῶν ἐκεῖθεν φόβων άπολυ
θέντες τοῖς λοιποῖς ἐπεχείρουν, καὶ ἔδρων μὲν σὺν
τοῖς μοναχοῖς καὶ ἄλλους τὰ ὅμοια, ἀπηνῶς φλοιδοῦν
τες τοὺς ὀφθαλμοὺς, τοὺς δὲ καὶ βίους ὅλους ἀφη
ροῦντο, καὶ σχήματι ἐκδικήσεως τῆς πρὸς τοὺς
κρατοῦντας ἑαυτοῖς ἐξεδίδουν τὰ χρήματα.
στρεπτί κατεδίωκον. Τὸ δὲ Περσικόν ἄρτι πρώτως Περσικὸν δὲ μάλιστα και παρακεκινῆσθαι ἐδόκει, ως
μεταβολὴν πραγμάτων ἰδὸν, καὶ τὸν ἕως τότε μέγαν
δοκοῦντα καὶ φοβερὸν ἐν ἀφύκτοις ἐλεεινὸν δέσμιον,
οὐκ εἶχον πῇ τράπωνται. Οθεν μήτ' ἀνθίστασθαι
μήτε φεύγειν οἷοί τ' ὄντες, μένοντες κατεκτείνοντο.
Αλλος δὲ τοῦτον, ἄλλος ἐκεῖνον καὶ ἕτερος ἄλλον
καταλαμβάνων, καθότι καὶ δόξειεν ἐκείνῳ ἑκάστῳ,
ἔπραττον, κτείνοντες, δεσμεύοντες, αἰκιζόμενοι, ἐκ
τυφλοῦντες, τὰς οὐσίας δημεύοντες. Εδόκει ἀσφαλὲς
τοῖς Πέρσαις αὐτόθεν χωρεῖν πρὸς τὰ οἴκοι, καὶ
ἀπεδίδρασκόν τινες ὡς ἠδύναντο, τῶν λοιπῶν κτεινο
μένων. Οἱ δ' ἀμφὶ τὸν πρωτοβεστιαρίτην καὶ μᾶλλον
ἔρμαιον τὴν ἀποχώρησιν λογιζόμενοι εκόντες ἡφίε
σαν· οὐδὲ γὰρ εἶχον ἐλπίζειν ἐπὶ τῷ προτερήματι,
καὶ οὕτω προχωρησάντων σφίσι τῶν πραγμάτων ιβ'. Οπως καὶ πότε ὁ βασιλεὺς ἤκουσε τὰ τῆς
κατ' εὐτυχίαν μεγίστην, ἀλλὰ τὰ ἐν χερσὶν ἀπολ
λύειν, εἴ τινες παρακινηθείεν καὶ ἐξ ἀντιστροφής
ἐπιπέσοιεν, ᾤοντο. Ταραχὰς ἦν βλέπειν ἐκεῖ φοβεράς
καὶ πανικὰ δείματα, συσχεθέντων τῶν ὅλων. Ταῦτά
τοι καὶ περὶ τοῖς ὅλοις δεδιὼς ὁ πρωτοβεστιαρίτης
μή πως καὶ ἐκ χειρῶν αὐτῶν διαρπασθείη τὸ θής
ραμα (δεινὴ γὰρ τοὺς πολλοὺς ὤπλιζεν εὔνοια, καὶ
τὰ καθ' αὑτοὺς ἀφέντες ἐκεῖνον ἀπωλοφύροντο· τὸ
ἀποστασίας.
Ἐπράττετο μὲν οὖν ταῦτα μηνὸς Σκιροφοριῶνος
περί που τὰς χριστουγεννίους ἡμέρας, Εκατομ
βαιῶνος δὲ πρώτῃ ἔφθασαν οἱ πρὸς τὸ ἀγγέλλειν
πεμφθέντες, οἳ καὶ ὡς οὐδὲν πλέον εἰδότες οὐ κατά
λυσιν ἀποστασίας, ἀλλ' ἀρχὴν μᾶλλον καὶ σύστασιν
ἤγγελλον. Καὶ θόρυβος ἦν αὐτίκα, καὶ θυμὸς καὶ
ἀθυμία τὴν ἀγγελίαν ἐμεριζέτην. Εθυμοῦντο μὲν
οἱ δὲ τῶν ἐκεῖθεν φόβων ἀπολυθέντες τοῖς λοιποῖς ἐπεχείρουν, καὶ ἔδρων μὲν σὺν τοῖς μοναχοῖς καὶ ἄλλους τὰ ὅμοια, ἀπηνῶς φλοιδοῦντες τοὺς ὀφθαλμούς, τοὺς δὲ καὶ βίους ὅλους ἀφῃροῦντο, καὶ σχήματι ἐκδικήσεως τῆς πρὸς τοὺς κρατοῦντας ἑαυτοῖς ἐξεδίδουν τὰ χρήματα. 12. Ἐπράττετο μὲν οὖν ταῦτα μηνὸς Σκιρροφοριῶνος περί που τὰς χριστουγεννίους ἡμέρας, Ἑκατομβαιῶνος δὲ πρώτῃ ἔφθασαν οἱ πρὸς τὸ ἀγγέλλειν πεμφθέντες, οἳ καὶ ὡς οὐδὲν πλέον εἰδότες οὐ κατάλυσιν ἀποστασίας ἀλλ’ ἀρχὴν μᾶλλον καὶ σύστασιν ἤγγελλον. καὶ θόρυβος ἦν αὐτίκα, καὶ θυμὸς καὶ ἀθυμία τὴν ἀγγελίαν ἐμεριζέτην. ἐθυμοῦντο μὲν γὰρ ὅτι νέος ὢν ἔτι καὶ παρ’ αὐτῶν ἀναχθεὶς τοιούτοις ἐπιτολμῆσαι ἠνέσχετο, τὰς πρὸς τοὺς βασιλέας πίστεις παρ’ οὐδὲν τιθέμενος· ἠθύμουν δ’ αὖθις τὸ θερμουργὸν ἐκείνου καὶ νέον ὑποτοπάζοντες, καὶ ὡς ἔργον ἔσται τὸ μέγιστον, μὴ ὅτι γε καταλύειν εἰς τέλος μαχομένους, ἀλλὰ καὶ ἐξημεροῦν τέως μετιόντας ὑποποιήσεσιν.
έχει
τι πράξειεν γενναίον), ἔγνω τὸν θέμεθλον ὑποσπών
καὶ τὸ συνέχον ἐκποδὼν ποιεῖσθαι, καὶ οὕτω τοὺς
[Ρ 455] φόβους λύειν οὓς ὕπαρ ὠνειροπόλει. Τὸν γοῦν
μυρίον πλοῦτον συλλέξας, καὶ τὰ τῆς ἀρετῆς δῶρα
τύχης παίγνιον εὑρηκώς, τέλος Ἰουδαίοις ἐκτυφλούν
παραδίδωσι. Καὶ ὁ μὲν τετύφλωτο, πόλλ᾽ ἅττα δυσ
ωπήσας καὶ περὶ θατέρου τῶν ὀφθαλμῶν, ἀλλ᾽ οὐ
πείσας τὸ παράπαν. Οἱ δὲ τῶν ἐκεῖθεν φόβων άπολυ
θέντες τοῖς λοιποῖς ἐπεχείρουν, καὶ ἔδρων μὲν σὺν
τοῖς μοναχοῖς καὶ ἄλλους τὰ ὅμοια, ἀπηνῶς φλοιδοῦν
τες τοὺς ὀφθαλμοὺς, τοὺς δὲ καὶ βίους ὅλους ἀφη
ροῦντο, καὶ σχήματι ἐκδικήσεως τῆς πρὸς τοὺς
κρατοῦντας ἑαυτοῖς ἐξεδίδουν τὰ χρήματα.
στρεπτί κατεδίωκον. Τὸ δὲ Περσικόν ἄρτι πρώτως Περσικὸν δὲ μάλιστα και παρακεκινῆσθαι ἐδόκει, ως
μεταβολὴν πραγμάτων ἰδὸν, καὶ τὸν ἕως τότε μέγαν
δοκοῦντα καὶ φοβερὸν ἐν ἀφύκτοις ἐλεεινὸν δέσμιον,
οὐκ εἶχον πῇ τράπωνται. Οθεν μήτ' ἀνθίστασθαι
μήτε φεύγειν οἷοί τ' ὄντες, μένοντες κατεκτείνοντο.
Αλλος δὲ τοῦτον, ἄλλος ἐκεῖνον καὶ ἕτερος ἄλλον
καταλαμβάνων, καθότι καὶ δόξειεν ἐκείνῳ ἑκάστῳ,
ἔπραττον, κτείνοντες, δεσμεύοντες, αἰκιζόμενοι, ἐκ
τυφλοῦντες, τὰς οὐσίας δημεύοντες. Εδόκει ἀσφαλὲς
τοῖς Πέρσαις αὐτόθεν χωρεῖν πρὸς τὰ οἴκοι, καὶ
ἀπεδίδρασκόν τινες ὡς ἠδύναντο, τῶν λοιπῶν κτεινο
μένων. Οἱ δ' ἀμφὶ τὸν πρωτοβεστιαρίτην καὶ μᾶλλον
ἔρμαιον τὴν ἀποχώρησιν λογιζόμενοι εκόντες ἡφίε
σαν· οὐδὲ γὰρ εἶχον ἐλπίζειν ἐπὶ τῷ προτερήματι,
καὶ οὕτω προχωρησάντων σφίσι τῶν πραγμάτων ιβ'. Οπως καὶ πότε ὁ βασιλεὺς ἤκουσε τὰ τῆς
κατ' εὐτυχίαν μεγίστην, ἀλλὰ τὰ ἐν χερσὶν ἀπολ
λύειν, εἴ τινες παρακινηθείεν καὶ ἐξ ἀντιστροφής
ἐπιπέσοιεν, ᾤοντο. Ταραχὰς ἦν βλέπειν ἐκεῖ φοβεράς
καὶ πανικὰ δείματα, συσχεθέντων τῶν ὅλων. Ταῦτά
τοι καὶ περὶ τοῖς ὅλοις δεδιὼς ὁ πρωτοβεστιαρίτης
μή πως καὶ ἐκ χειρῶν αὐτῶν διαρπασθείη τὸ θής
ραμα (δεινὴ γὰρ τοὺς πολλοὺς ὤπλιζεν εὔνοια, καὶ
τὰ καθ' αὑτοὺς ἀφέντες ἐκεῖνον ἀπωλοφύροντο· τὸ
ἀποστασίας.
Ἐπράττετο μὲν οὖν ταῦτα μηνὸς Σκιροφοριῶνος
περί που τὰς χριστουγεννίους ἡμέρας, Εκατομ
βαιῶνος δὲ πρώτῃ ἔφθασαν οἱ πρὸς τὸ ἀγγέλλειν
πεμφθέντες, οἳ καὶ ὡς οὐδὲν πλέον εἰδότες οὐ κατά
λυσιν ἀποστασίας, ἀλλ' ἀρχὴν μᾶλλον καὶ σύστασιν
ἤγγελλον. Καὶ θόρυβος ἦν αὐτίκα, καὶ θυμὸς καὶ
ἀθυμία τὴν ἀγγελίαν ἐμεριζέτην. Εθυμοῦντο μὲν
ὅθεν καὶ δοκούσης ἔτι τῆς ἀποστασίας συνίστασθαι δεινὰ ἐποίουν, καὶ τὸ πᾶν ἐν ἐκείνοις κράτος καταλύεσθαι ᾤοντο, καὶ ὡς ἀφαιρεθέντες τὸ τῆς ἀρχῆς πλέον καὶ περὶ τοῦ λειπομένου ἐφρόντιζον, καὶ δεινή τις κατειλήφει κατήφεια τὰ ἀνάκτορα. καὶ δὴ φανέντος καὶ τἀδελφοῦ πρωτοσεβαστοῦ, τὸ πᾶν τοῦ θυμοῦ ἐπ’ ἐκείνῳ δαψιλέστερον ἐξεκένουν, καὶ ἀπειλαῖς καὶ ὕβρεσιν ἔβαλλον, ὥστε καὶ καθ’ ὑποκειμένου τὰ τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς γίνεσθαι καὶ μὴ κενὰ τῷ ἀέρι δίδοσθαι. τέλος τὴν πρὸς ἐκεῖνον ἀπογνόντες μάχην, χρησταῖς ὁμολογίαις καὶ δεξιώσεσιν ὑποκατακλίνειν ἑαυτοῖς τὸν ἀποστατήσαντα ἐβουλεύοντο, καὶ σφίσιν ἐδόκει διαπρεσβεύεσθαι πρὸς ἐκεῖνον τὸ τάχος. καὶ πρὸς τὴν πρεσβείαν ἐξελέγοντο ὁ τυφλὸς Ῥαοὺλ Ἰσαάκιος καὶ ἡ πρωτοβεστιάρισσα Θεοδώρα. ἦν δὲ σφίσι τὸ ἀνακείμενον, πλῷ χρησαμένους καὶ ἐπιστάντας συγγνώμην τὴν παρὰ βασιλέως ὑπισχνεῖσθαι καὶ τὸ τοῦ Καίσαρος ἀξίωμα ἐπαγγέλλεσθαι καὶ πρεπούσας οἰκονομίας τῷ ἀξιώματι, εἰ μόνον μεταπεισθείη πρὸς τὴν τοῦ βασιλέως εὔνοιαν καὶ τῇ ἐξ ἀρχῆς καθυπαχθείη δουλείᾳ. 13.
έχει
τι πράξειεν γενναίον), ἔγνω τὸν θέμεθλον ὑποσπών
καὶ τὸ συνέχον ἐκποδὼν ποιεῖσθαι, καὶ οὕτω τοὺς
[Ρ 455] φόβους λύειν οὓς ὕπαρ ὠνειροπόλει. Τὸν γοῦν
μυρίον πλοῦτον συλλέξας, καὶ τὰ τῆς ἀρετῆς δῶρα
τύχης παίγνιον εὑρηκώς, τέλος Ἰουδαίοις ἐκτυφλούν
παραδίδωσι. Καὶ ὁ μὲν τετύφλωτο, πόλλ᾽ ἅττα δυσ
ωπήσας καὶ περὶ θατέρου τῶν ὀφθαλμῶν, ἀλλ᾽ οὐ
πείσας τὸ παράπαν. Οἱ δὲ τῶν ἐκεῖθεν φόβων άπολυ
θέντες τοῖς λοιποῖς ἐπεχείρουν, καὶ ἔδρων μὲν σὺν
τοῖς μοναχοῖς καὶ ἄλλους τὰ ὅμοια, ἀπηνῶς φλοιδοῦν
τες τοὺς ὀφθαλμοὺς, τοὺς δὲ καὶ βίους ὅλους ἀφη
ροῦντο, καὶ σχήματι ἐκδικήσεως τῆς πρὸς τοὺς
κρατοῦντας ἑαυτοῖς ἐξεδίδουν τὰ χρήματα.
στρεπτί κατεδίωκον. Τὸ δὲ Περσικόν ἄρτι πρώτως Περσικὸν δὲ μάλιστα και παρακεκινῆσθαι ἐδόκει, ως
μεταβολὴν πραγμάτων ἰδὸν, καὶ τὸν ἕως τότε μέγαν
δοκοῦντα καὶ φοβερὸν ἐν ἀφύκτοις ἐλεεινὸν δέσμιον,
οὐκ εἶχον πῇ τράπωνται. Οθεν μήτ' ἀνθίστασθαι
μήτε φεύγειν οἷοί τ' ὄντες, μένοντες κατεκτείνοντο.
Αλλος δὲ τοῦτον, ἄλλος ἐκεῖνον καὶ ἕτερος ἄλλον
καταλαμβάνων, καθότι καὶ δόξειεν ἐκείνῳ ἑκάστῳ,
ἔπραττον, κτείνοντες, δεσμεύοντες, αἰκιζόμενοι, ἐκ
τυφλοῦντες, τὰς οὐσίας δημεύοντες. Εδόκει ἀσφαλὲς
τοῖς Πέρσαις αὐτόθεν χωρεῖν πρὸς τὰ οἴκοι, καὶ
ἀπεδίδρασκόν τινες ὡς ἠδύναντο, τῶν λοιπῶν κτεινο
μένων. Οἱ δ' ἀμφὶ τὸν πρωτοβεστιαρίτην καὶ μᾶλλον
ἔρμαιον τὴν ἀποχώρησιν λογιζόμενοι εκόντες ἡφίε
σαν· οὐδὲ γὰρ εἶχον ἐλπίζειν ἐπὶ τῷ προτερήματι,
καὶ οὕτω προχωρησάντων σφίσι τῶν πραγμάτων ιβ'. Οπως καὶ πότε ὁ βασιλεὺς ἤκουσε τὰ τῆς
κατ' εὐτυχίαν μεγίστην, ἀλλὰ τὰ ἐν χερσὶν ἀπολ
λύειν, εἴ τινες παρακινηθείεν καὶ ἐξ ἀντιστροφής
ἐπιπέσοιεν, ᾤοντο. Ταραχὰς ἦν βλέπειν ἐκεῖ φοβεράς
καὶ πανικὰ δείματα, συσχεθέντων τῶν ὅλων. Ταῦτά
τοι καὶ περὶ τοῖς ὅλοις δεδιὼς ὁ πρωτοβεστιαρίτης
μή πως καὶ ἐκ χειρῶν αὐτῶν διαρπασθείη τὸ θής
ραμα (δεινὴ γὰρ τοὺς πολλοὺς ὤπλιζεν εὔνοια, καὶ
τὰ καθ' αὑτοὺς ἀφέντες ἐκεῖνον ἀπωλοφύροντο· τὸ
ἀποστασίας.
Ἐπράττετο μὲν οὖν ταῦτα μηνὸς Σκιροφοριῶνος
περί που τὰς χριστουγεννίους ἡμέρας, Εκατομ
βαιῶνος δὲ πρώτῃ ἔφθασαν οἱ πρὸς τὸ ἀγγέλλειν
πεμφθέντες, οἳ καὶ ὡς οὐδὲν πλέον εἰδότες οὐ κατά
λυσιν ἀποστασίας, ἀλλ' ἀρχὴν μᾶλλον καὶ σύστασιν
ἤγγελλον. Καὶ θόρυβος ἦν αὐτίκα, καὶ θυμὸς καὶ
ἀθυμία τὴν ἀγγελίαν ἐμεριζέτην. Εθυμοῦντο μὲν
PG 144:253Ἀλλ’ ἐξ ἐκείνου οὔπω παρῆλθεν ἡ ἕκτη, καὶ ἀγαθαὶ ἀγγελίαι καταλαμβάνουσιν, ὡς τὰ τῶν ἀποστατούντων καὶ πρὸ ἡμερῶν διαπέπρακται. καὶ κατὰ λεπτὸν ἐρωτῶντες ἐμάνθανον τότε τὰ δεινὰ σφίσιν ἀγγέλλεσθαι ὅτε παῦλαν εἶχον τὰ λυπηρά, καὶ ὅτ’ αὐτοὶ περὶ ἐκείνων ἐφρόντιζον τότ’ ἐκείνους ἐπιτετελεσμένῃ τῇ καταμύσει τῶν χαλεπῶν ἐνηδύνεσθαι. ὁ μέντοι γε βασιλεὺς τὸ πᾶν προσνέμειν δεῖν κρίνων τῇ θεομήτορι, καὶ ὡς αὐτῆς βοηθοῦ πιστεύων φανείσης τὸ τῶν ἀποστατῶν οὕτως ἐν ἀκαρεῖ κατελύθη φρύαγμα, δεῖν ἔγνω καὶ μόνῃ ταύτῃ ἀπονέμειν τὰ χαριστήρια, καὶ ἅμα τῷ τὰς ἀγγελίας δέξασθαι καὶ πιστεῦσαι, αὐτόθεν ἐξ ἀνακτόρων πεζῇ τὴν ὁδὸν διεξεληλυθὼς ἅμα τῇ περὶ αὐτὸν τάξει τὴν τῶν Ὁδηγῶν καταλαμβάνει μονήν, καὶ κατέναντι τῆς σεβασμίας εἰκόνος σταθεὶς ἀπονέμει μὲν κατὰ τὸ εἰωθὸς τὴν προσκύνησιν, λιπαρὰν τὴν ἱκεσίαν ποιούμενος, ἀπονέμει δέ γε καὶ τὴν εὐχαριστίαν μετὰ θερμῆς ὑποπτώσεως, αὐτῇ γε μετὰ θεὸν λέγων καὶ βασιλείαν καὶ ἐκκλησίαν εἰς χέρας τιθέναι, καὶ παρ’ αὐτῆς καὶ μόνης ἐλπίζειν ἀξίαν γε τὴν διοίκησιν καὶ ἐπ’ ἀμφοτέραις.
DE ANDRONICO PAL/BOLOGO LIB.
ΙΙΙ.
Καίσαρος ἀξίωμα ἐπαγγέλλεσθαι καὶ πρεπούσας οι
κονομίας τῷ ἀξιώματι, εἰ μόνον μεταπεισθείη προς
τὴν τοῦ βασιλέως εὔνοιαν καὶ τῇ ἐξ ἀρχῆς καθυπα
χθείη δουλεία.
ιγ. Περὶ τῶν ἀγαθῶν ἀγγελιῶν καὶ τῆς πρὸς τὴν
Θεοτόκον τοῦ βασιλέως εὐχαριστίας.
γὰρ ὅτι νέος ὧν ἔτι καὶ παρ' αὐτῶν ἀναχθεὶς τοιού- γνώμην τὴν παρὰ βασιλέως ὑπισχνείσθαι καὶ τὸ τοῦ
τοῖς ἐπιτολμῆται ἡνέσχετο, τὰς πρὸς τοὺς βασιλέας
πίστεις παρ' οὐδὲν τιθέμενος· ἠθύμουν δ᾽ αὖθις τὸ
θερμουργὸν ἐκείνου καὶ νέον ὑποτοπάζοντες, καὶ ὡς
ἔργον ἔσται τὸ μέγιστον, μὴ ὅτι γε καταλύειν εἰς
τέλος μαχομένους, ἀλλὰ καὶ ἐξημεροῦν τέως μετιόν
τὰς ὑποποιήσεσιν. Οθεν καὶ δοκούσης ἔτι τῆς ἀπο
στασίας συνίστασθαι δεινὰ ἐποίουν, καὶ [Ρ 156] τὸ
πᾶν ἐν ἐκείνοις κράτος καταλύεσθαι ᾤοντο, καὶ ὡς
ἀφαιρεθέντες τὸ τῆς ἀρχῆς πλέον καὶ περὶ τοῦ λει
πομένου ἐφρόντιζον, καὶ δεινή τις κατειλήφει κατή
φεια τὰ ἀνάκτορα. Καὶ δὴ φανέντος καὶ τἀδελφοῦ
πρωτοσεβαστοῦ, τὸ πᾶν τοῦ θυμοῦ ἐπ᾿ ἐκείνῳ δαψι
λέστερον ἐξεκένουν, καὶ ἀπειλαῖς καὶ ὕβρεσιν ἔβαλε
λον, ὥστε καὶ καθ᾽ ὑποκειμένου τὰ τοῦ θυμοῦ καὶ
τῆς ὀργῆς γίνεσθαι καὶ μὴ κενὰ τῷ ἀέρι δίδοσθαι.
Τέλος τὴν πρὸς ἐκεῖνον ἀπογνόντες μάχην, χρησταῖς
ὁμολογίαις καὶ δεξιώσεσιν ὑποκατακλίνειν ἑαυτοῖς
τὸν ἀποστατήσαντα ἐβουλεύοντο, καὶ σφίσιν ἐδόκει
διαπρεσβεύεσθαι πρὸς ἐκεῖνον τὸ τάχος. Καὶ πρὸς
τὴν πρεσβείαν ἐξελέγοντο ὁ τυφλὸς Ραούλ Ἰσαάκιος
καὶ ἡ πρωτοβεστιάρισσα Θεοδώρα. *Ην δὲ σφίσι τὸ
ἀνακείμενον, πλῷ χρησαμένους καὶ ἐπιστάντας συγ
᾿Αλλ' ἐξ ἐκείνου οὔπω παρῆλθεν ἡ ἕκτη, καὶ ἀγα
θαὶ ἀγγελίαι καταλαμβάνουσιν, ὡς τὰ τῶν ἀποστα
τούντων καὶ πρὸ ἡμερῶν διαπέπρακται. Καὶ κατά
λεπτὸν ἐρωτῶντες ἐμάνθανον τότε τὰ δεινὰ σφίσιν
ἀγγέλλεσθαι ὅτε παῦλαν εἶχον τὰ λυπηρὰ, καὶ ὅτ'
αὐτοὶ περὶ ἐκείνων ἐφρόντιζον τότ' ἐκείνους ἐπιτε
τελεσμένῃ τῇ καταμύσει τῶν χαλεπῶν ἐνηδύνεσθαι.
Ο μέντοι γε βασιλεὺς τὸ πᾶν προσνέμειν δεῖν κρί
νων τῇ Θεομήτορι, καὶ ὡς αὐτῆς βοηθοῦ πιστεύων
φανείσης τὸ τῶν ἀποστατῶν οὕτως ἐν ἀχαρεῖ κατε
λύθη φρύαγμα, δεῖν ἔγνω καὶ μόνῃ ταύτῃ ἀπονέμειν
τὰ χαριστήρια, καὶ ἅμα τῷ τὰς ἀγγελίας δέξασθαι
καὶ πιστεῦσαι, αὐτόθεν ἐξ ἀνακτόρων πεζῇ τὴν ὁδὸν
διεξεληλυθὼς ἅμα τῇ περὶ αὐτὸν τάξει τὴν τῶν [Ρ
157] Οδηγῶν καταλαμβάνει μονὴν, καὶ κατέναντι
τῆς σεβασμίας εἰκόνος σταθεὶς ἀπονέμει μὲν κατὰ
Liber Sextus
PG 144:255ταῦτα ποτνιασάμενος καὶ τὰ εἰκότα εὐχαριστήσας, ἐπιβὰς ἵππου ἐπανεζεύγνυ πρὸς τὰ ἀνάκτορα. τῷ δέ γε πρωτοβεστιαρίτῃ πρόσταγμα χαριστήριον σχεδιάζεται, καὶ τιμῆς ὑπερτάτης ἐπὶ πολλοῖς ἄλλοις φέρον ὑπόσχεσιν. ὃ δὴ καὶ μετ’ οὐ πολὺ ἀπεπλήρου τῇ Κωνσταντίνου ἐπιδημήσαντι, μέγαν στρατοπεδάρχην ἐτίμα, καὶ τιμαῖς τῆς ὑπὲρ ἑαυτοῦ σπουδῆς χάριν ἤγαλλεν. 14. Ἐντεῦθεν καὶ πόνος ἦν Πέρσαις ἡ τῶν ἰδίων παντελὴς ἐξαπώλεια· οὓς δὴ ἐκεῖνος μὲν ἐπ’ ἀνατολῆς ἦγεν αὐτομολήσαντας, οἱ δ’ ὕστερον ἐλθόντες συνάμ’ ἐκείνοις κακῶς διετίθουν τὴν χώραν. σκοπῶ δὲ εἰ καὶ μὴ παρὰ τὴν τοιαύτην παντελῶς ἐρημωθῆναι τὰ κατ’ ἀνατολὴν ξυμβέβηκεν ὕστερον, ἐκείνων τοῦτο μὲν πονούντων ἐφ’ οἷς ἔπαθον, τοῦτο δὲ καὶ ἀκριβῶς τοὺς τόπους μαθόντων, προσέτι δ’ ἐκλελοιπότος καὶ ὃν εἶχον διὰ φόβου τὸ πάλαι καὶ θαύματος, ὡς καὶ ἄλλους καταφρονοῦντας ἀνέδην ἔχειν ἐκθέειν καὶ τὰ μέγιστα ζημιοῦν, καὶ σὺν αὐτοῖς ἄλλους ὥσπερ κύνας ὠστοτραγηκότας λιχνεύσασθαι, καὶ οὕτω κατ’ ὀλίγον τῇ Ῥωμαίων ἐπέχοντας ἄλλην ἐρήμην δεῖξαι τὴν ἀπ’ Εὐξείνου Πόντου μέχρι καὶ τῆς κατὰ Ῥόδον θαλάσσης κατά τε μῆκος καὶ πλάτος διέχουσαν.
λοιπότος καὶ ἂν εἶχον διὰ φόβου τὸ πάλαι καὶ
θαύματος, ὡς καὶ ἄλλους καταφρονοῦντας ἀνέδην
ἔχειν ἐκθέειν καὶ τὰ μέγιστα ζημιοῦν, καὶ σὺν αὐτ
τοῖς ἄλλους ὥσπερ κύνας στο τραγηκότας λιχνεύσα
σθαι, καὶ οὕτω κατ' ὀλίγον τῇ Ῥωμαίων ἐπέχοντας
ἄλλην ἐρήμην δεῖξαι τὴν ἀπ' Εὐξείνου Πόντου μέχρι
καὶ τῆς κατὰ Ῥόδον θαλάσσης κατά τε μήκος και
πλάτος διέχουσαν. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ὕστερον.
ι:'. Περὶ τῆς γενομένης στάσεως μεταξύ Γεν.
γουιτῶν καὶ Βενετικῶν, καὶ περὶ τοῦ γεγονότος
σεισμοῦ.
τὸ εἰωθὸς τὴν προσκύνησιν, λιπαρὰν τὴν ἱκεσίαν ἡ ἀκριβῶς τοὺς τόπους μαθόντων, προσέτι δ' ἐκλε
ποιούμενος, ἀπονέμει δέ γε καὶ τὴν εὐχαριστίαν
μετὰ θερμῆς ὑποπτώσεως, αὐτῇ γε μετὰ Θεὸν λέγων
καὶ βασιλείαν καὶ Ἐκκλησίαν εἰς χέρας τιθέναι,
καὶ παρ' αὐτῆς καὶ μόνης ἐλπίζειν ἀξίαν γε τὴν
διοίκησιν καὶ ἐπ' ἀμφοτέραις. Ταῦτα ποτνιασάμε
νος καὶ τὰ εἰκότα εὐχαριστήσας ἐπιβὰς ἵππου ἐπαν
εζεύγνυ πρὸς τὰ ἀνάκτορα. Τῷ δέ γε πρωτοβεστια
ρίτῃ πρόσταγμα χαριστήριον σχεδιάζεται, καὶ τιμῆς
ὑπερτάτης ἐπὶ πολλοῖς ἄλλοις φέρον ὑπόσχεσιν. Ο
δὴ καὶ μετ' οὐ πολὺ ἀπεπλήρου τῇ Κωνσταντίνου
ἐπιδημήσαντι, μέγαν στρατοπεδάρχην ἐτίμα, καὶ
τιμαῖς τῆς ὑπὲρ ἑαυτοῦ σπουδῆς χάριν ήγαλλεν. [Ρ 158] Τότε δὲ διαφορᾶς ἐνστάσης μεγίστης
ιδ. Περὶ τῶν περὶ τὸν Φιλανθρωπηνὸν ὄντων
μεταξύ Γεννουίτῶν καὶ Βενετικῶν, ὡς πᾶσι πάντας
Περσῶν.
δι' ἔχθρας εἶναι καὶ κακὸν ἀλλήλοις ἀπάντημα γίνε
Εντεῦθεν καὶ πόνος ἦν Πέρσαις ἡ τῶν ἰδίων παν- β σθαι καὶ ναυσὶ πλέοντας καὶ ὁδοιποροῦντας πεζῇ,
τελὴς ἐξαπώλεια· τοὺς δὴ ἐκεῖνος μὲν ἐπ᾿ ἀνατολῆς
ἦγεν αὐτομολήσαντας, οἱ δ' ὕστερον ἐλθόντες δύναμ'
ἐκείνοις κακῶς διετίθουν τὴν χώραν. Σκοπῶ δὲ εἰ
καὶ μὴ παρὰ τὴν τοιαύτην παντελῶς ἐρημωθῆναι τὰ
κατ' ἀνατολὴν ξυμβέβηκεν ὕστερον, ἐκείνων τοῦτο
μὲν πονούντων, ἐφ᾽ οἷς ἔπαθον, τοῦτο δὲ καὶ
οὐκ ἦν ὅλως καιρὸς καθ᾿ ὃν οὐκ ἀκούοντο ἢ Γεν
νουνται τὰ χείριστα διατεθεικότες Βενετικοὺς ἢ Γεν
νουΐτας Βενετικοί, ὅλας ναῦς αὐτάνδρους κατα πον
τίζοντες, καὶ χρήματα τὰ μὲν ἀφαρπάζοντες, τὰ δ᾽
ἀφανίζοντες, ὡς καὶ πᾶσαν μεσιτείαν καὶ αὐτῆς τῆς
κατ' αὐτοὺς Ἐκκλησίας εἰς εἰρήνην ἀγούσης ἀπρα
ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὕστερον. 15. Τότε δὲ διαφορᾶς ἐνστάσης μεγίστης μεταξὺ Γεννουϊτῶν καὶ Βενετικῶν, ὡς πᾶσι πάντας δι’ ἔχθρας εἶναι καὶ κακὸν ἀλλήλοις ἀπάντημα γίνεσθαι καὶ ναυσὶ πλέοντας καὶ ὁδοιποροῦντας πεζῇ, οὐκ ἦν ὅλως καιρὸς καθ’ ὃν οὐκ ἠκούοντο ἢ Γεννουῖ̈ται τὰ χείριστα διατεθεικότες Βενετικοὺς ἢ Γεννουί̈τας Βενετικοί, ὅλας ναῦς αὐτάνδρους καταποντίζοντες, καὶ χρήματα τὰ μὲν ἀφαρπάζοντες τὰ δ’ ἀφανίζοντες, ὡς καὶ πᾶσαν μεσιτείαν καὶ αὐτῆς τῆς κατ’ αὐτοὺς ἐκκλησίας εἰς εἰρήνην ἀγούσης ἀπρακτεῖν τὸ παράπαν, καὶ λόγους κενοὺς εἶναι τοὺς σφίσι τὰ τῆς εἰρήνης εἰσηγουμένους. πρώτην μὲν οὖν ἦγε Μαιμακτηριών, καὶ βασιλεὺς τρισὶν ἡμέραις πρότερον τῆς Κωνσταντίνου ἐξεληλακὼς πρὸς τὴν Χηλὴν τὸ ἀμφιθαλασσίδιον φρούριον ἤλαυνεν, ἔτι δὲ πρὸς τῷ Δαματρύϊ ἐσκήνου τὸ ὑπηρετικὸν προσμένων, καὶ ὅσοις ἦν αὐτῷ ἕπεσθαι. καὶ τῆς πρώτης τοῦ μηνὸς ἑσπέρας περί που τὸ μεσονύκτιον σεισμὸς ἐμπίπτει μέγας, κατὰ τοὺς τῶν ζώντων σωμάτων σφυγμούς· οὓς μᾶλλον καὶ δεινοὺς οἱ περὶ τούτων γράψαντες λέγουσιν ὡς κάτωθεν διιέντας καὶ ὑποσπῶντας θεμέλια.
λοιπότος καὶ ἂν εἶχον διὰ φόβου τὸ πάλαι καὶ
θαύματος, ὡς καὶ ἄλλους καταφρονοῦντας ἀνέδην
ἔχειν ἐκθέειν καὶ τὰ μέγιστα ζημιοῦν, καὶ σὺν αὐτ
τοῖς ἄλλους ὥσπερ κύνας στο τραγηκότας λιχνεύσα
σθαι, καὶ οὕτω κατ' ὀλίγον τῇ Ῥωμαίων ἐπέχοντας
ἄλλην ἐρήμην δεῖξαι τὴν ἀπ' Εὐξείνου Πόντου μέχρι
καὶ τῆς κατὰ Ῥόδον θαλάσσης κατά τε μήκος και
πλάτος διέχουσαν. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ὕστερον.
ι:'. Περὶ τῆς γενομένης στάσεως μεταξύ Γεν.
γουιτῶν καὶ Βενετικῶν, καὶ περὶ τοῦ γεγονότος
σεισμοῦ.
τὸ εἰωθὸς τὴν προσκύνησιν, λιπαρὰν τὴν ἱκεσίαν ἡ ἀκριβῶς τοὺς τόπους μαθόντων, προσέτι δ' ἐκλε
ποιούμενος, ἀπονέμει δέ γε καὶ τὴν εὐχαριστίαν
μετὰ θερμῆς ὑποπτώσεως, αὐτῇ γε μετὰ Θεὸν λέγων
καὶ βασιλείαν καὶ Ἐκκλησίαν εἰς χέρας τιθέναι,
καὶ παρ' αὐτῆς καὶ μόνης ἐλπίζειν ἀξίαν γε τὴν
διοίκησιν καὶ ἐπ' ἀμφοτέραις. Ταῦτα ποτνιασάμε
νος καὶ τὰ εἰκότα εὐχαριστήσας ἐπιβὰς ἵππου ἐπαν
εζεύγνυ πρὸς τὰ ἀνάκτορα. Τῷ δέ γε πρωτοβεστια
ρίτῃ πρόσταγμα χαριστήριον σχεδιάζεται, καὶ τιμῆς
ὑπερτάτης ἐπὶ πολλοῖς ἄλλοις φέρον ὑπόσχεσιν. Ο
δὴ καὶ μετ' οὐ πολὺ ἀπεπλήρου τῇ Κωνσταντίνου
ἐπιδημήσαντι, μέγαν στρατοπεδάρχην ἐτίμα, καὶ
τιμαῖς τῆς ὑπὲρ ἑαυτοῦ σπουδῆς χάριν ήγαλλεν. [Ρ 158] Τότε δὲ διαφορᾶς ἐνστάσης μεγίστης
ιδ. Περὶ τῶν περὶ τὸν Φιλανθρωπηνὸν ὄντων
μεταξύ Γεννουίτῶν καὶ Βενετικῶν, ὡς πᾶσι πάντας
Περσῶν.
δι' ἔχθρας εἶναι καὶ κακὸν ἀλλήλοις ἀπάντημα γίνε
Εντεῦθεν καὶ πόνος ἦν Πέρσαις ἡ τῶν ἰδίων παν- β σθαι καὶ ναυσὶ πλέοντας καὶ ὁδοιποροῦντας πεζῇ,
τελὴς ἐξαπώλεια· τοὺς δὴ ἐκεῖνος μὲν ἐπ᾿ ἀνατολῆς
ἦγεν αὐτομολήσαντας, οἱ δ' ὕστερον ἐλθόντες δύναμ'
ἐκείνοις κακῶς διετίθουν τὴν χώραν. Σκοπῶ δὲ εἰ
καὶ μὴ παρὰ τὴν τοιαύτην παντελῶς ἐρημωθῆναι τὰ
κατ' ἀνατολὴν ξυμβέβηκεν ὕστερον, ἐκείνων τοῦτο
μὲν πονούντων, ἐφ᾽ οἷς ἔπαθον, τοῦτο δὲ καὶ
οὐκ ἦν ὅλως καιρὸς καθ᾿ ὃν οὐκ ἀκούοντο ἢ Γεν
νουνται τὰ χείριστα διατεθεικότες Βενετικοὺς ἢ Γεν
νουΐτας Βενετικοί, ὅλας ναῦς αὐτάνδρους κατα πον
τίζοντες, καὶ χρήματα τὰ μὲν ἀφαρπάζοντες, τὰ δ᾽
ἀφανίζοντες, ὡς καὶ πᾶσαν μεσιτείαν καὶ αὐτῆς τῆς
κατ' αὐτοὺς Ἐκκλησίας εἰς εἰρήνην ἀγούσης ἀπρα
τόσος γοῦν ὁ τότε ὥστε καὶ μηδένα ἔχειν μὴ παλαιὸν μὴ νέον εἰδέναι, μὴ ὅτι γε μείζω, ἀλλ’ οὐδ’ ἴσον πώποτε. τινὲς δὲ τῶν ἤδη γεγηρακότων τῷ κατ’ ἐξοχὴν λεγομένῳ μεγάλῳ ἐκεῖνον παρείκαζον· οὕτω γὰρ καὶ τοῦτον ἐφ’ ἡμέραις πλείσταις ἐπισυμβαίνειν, καὶ πλειστάκις τῆς ἡμέρας ἢ καὶ νυκτὸς προφαίνειν κατὰ μικρὸν τὰ τοῦ πνεύματος ἐγκαταλείμματα, ὥστε καὶ Ἀνθεστηριῶνος ἑπτακαιδεκάτῃ ἐνταῦθα μὲν πλείω τὸ τοῦ χρόνου μῆκος γενέσθαι, μαλακώτερον δὲ τῇ δυνάμει, ἐν δὲ τῇ ἀνατολῇ καὶ μείζω τοῦ φθάσαντος καὶ δεινότερον. ἐνέσκηψε δὲ τὸ δεινὸν τότε ἀπὸ τῶν περὶ Πέργαμον διὰ Χλιαρῶν μέσων καὶ ἐς αὐτῆς Περσίδος μέρη, ὡς διαστῆναι μὲν πολλαχοῦ τὴν γῆν, ἐκβλύσαι δ’ ἐνιαχοῦ καὶ ὕδατα, ἀνατραπῆναι δὲ καὶ τοῦ κατὰ τὰ Χλιαρὰ φρουρίου θεμέλια, καὶ ναοὺς καὶ οἴκους τῶν περιπύστων καταπεσεῖν. τοῦ γοῦν πρώτου σεισμοῦ καὶ καθ’ ἡμᾶς μεγάλου ἐνσκήψαντος πολλὰ μὲν ἀναστήματα τῶν κατὰ τὴν πόλιν κατέπιπτον, ἐκ παλαιοῦ τὸν ἑδρασμὸν ἔχοντα πολλαὶ δὲ καὶ τῶν νέων οἰκιῶν κατηρείποντο.
λοιπότος καὶ ἂν εἶχον διὰ φόβου τὸ πάλαι καὶ
θαύματος, ὡς καὶ ἄλλους καταφρονοῦντας ἀνέδην
ἔχειν ἐκθέειν καὶ τὰ μέγιστα ζημιοῦν, καὶ σὺν αὐτ
τοῖς ἄλλους ὥσπερ κύνας στο τραγηκότας λιχνεύσα
σθαι, καὶ οὕτω κατ' ὀλίγον τῇ Ῥωμαίων ἐπέχοντας
ἄλλην ἐρήμην δεῖξαι τὴν ἀπ' Εὐξείνου Πόντου μέχρι
καὶ τῆς κατὰ Ῥόδον θαλάσσης κατά τε μήκος και
πλάτος διέχουσαν. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ὕστερον.
ι:'. Περὶ τῆς γενομένης στάσεως μεταξύ Γεν.
γουιτῶν καὶ Βενετικῶν, καὶ περὶ τοῦ γεγονότος
σεισμοῦ.
τὸ εἰωθὸς τὴν προσκύνησιν, λιπαρὰν τὴν ἱκεσίαν ἡ ἀκριβῶς τοὺς τόπους μαθόντων, προσέτι δ' ἐκλε
ποιούμενος, ἀπονέμει δέ γε καὶ τὴν εὐχαριστίαν
μετὰ θερμῆς ὑποπτώσεως, αὐτῇ γε μετὰ Θεὸν λέγων
καὶ βασιλείαν καὶ Ἐκκλησίαν εἰς χέρας τιθέναι,
καὶ παρ' αὐτῆς καὶ μόνης ἐλπίζειν ἀξίαν γε τὴν
διοίκησιν καὶ ἐπ' ἀμφοτέραις. Ταῦτα ποτνιασάμε
νος καὶ τὰ εἰκότα εὐχαριστήσας ἐπιβὰς ἵππου ἐπαν
εζεύγνυ πρὸς τὰ ἀνάκτορα. Τῷ δέ γε πρωτοβεστια
ρίτῃ πρόσταγμα χαριστήριον σχεδιάζεται, καὶ τιμῆς
ὑπερτάτης ἐπὶ πολλοῖς ἄλλοις φέρον ὑπόσχεσιν. Ο
δὴ καὶ μετ' οὐ πολὺ ἀπεπλήρου τῇ Κωνσταντίνου
ἐπιδημήσαντι, μέγαν στρατοπεδάρχην ἐτίμα, καὶ
τιμαῖς τῆς ὑπὲρ ἑαυτοῦ σπουδῆς χάριν ήγαλλεν. [Ρ 158] Τότε δὲ διαφορᾶς ἐνστάσης μεγίστης
ιδ. Περὶ τῶν περὶ τὸν Φιλανθρωπηνὸν ὄντων
μεταξύ Γεννουίτῶν καὶ Βενετικῶν, ὡς πᾶσι πάντας
Περσῶν.
δι' ἔχθρας εἶναι καὶ κακὸν ἀλλήλοις ἀπάντημα γίνε
Εντεῦθεν καὶ πόνος ἦν Πέρσαις ἡ τῶν ἰδίων παν- β σθαι καὶ ναυσὶ πλέοντας καὶ ὁδοιποροῦντας πεζῇ,
τελὴς ἐξαπώλεια· τοὺς δὴ ἐκεῖνος μὲν ἐπ᾿ ἀνατολῆς
ἦγεν αὐτομολήσαντας, οἱ δ' ὕστερον ἐλθόντες δύναμ'
ἐκείνοις κακῶς διετίθουν τὴν χώραν. Σκοπῶ δὲ εἰ
καὶ μὴ παρὰ τὴν τοιαύτην παντελῶς ἐρημωθῆναι τὰ
κατ' ἀνατολὴν ξυμβέβηκεν ὕστερον, ἐκείνων τοῦτο
μὲν πονούντων, ἐφ᾽ οἷς ἔπαθον, τοῦτο δὲ καὶ
οὐκ ἦν ὅλως καιρὸς καθ᾿ ὃν οὐκ ἀκούοντο ἢ Γεν
νουνται τὰ χείριστα διατεθεικότες Βενετικοὺς ἢ Γεν
νουΐτας Βενετικοί, ὅλας ναῦς αὐτάνδρους κατα πον
τίζοντες, καὶ χρήματα τὰ μὲν ἀφαρπάζοντες, τὰ δ᾽
ἀφανίζοντες, ὡς καὶ πᾶσαν μεσιτείαν καὶ αὐτῆς τῆς
κατ' αὐτοὺς Ἐκκλησίας εἰς εἰρήνην ἀγούσης ἀπρα
PG 144:257τοὺς δέ γε τῶν αὐλαιῶν θριγκούς, οἳ καὶ ἐκ ξηρῶν συνίσταντο λίθων, κατὰ σωρείαν ἕκαστον εἶδέ τις κείμενον, ὅμοιον ὡς ἂν ἐπισωρευθέντων ἄλλοθεν ὁ τεχνίτης τοὺς τοίχους ἔμελλε συνιστᾶν. δύο δ’ ἔργα τῶν μεγάλων πεσόντα τὴν βίαν ἐσήμηνε τοῦ κινήματος. ὁ γὰρ τῶν ἁγίων ἁπάντων ναὸς ἐς τότε συνεστηκώς, καὶ μηδενὸς τῶν ἀναγκαίων λειπόμενος, ἐλεεινὴν θραῦσιν πάσχει καὶ πτῶσιν τῆς ὀροφῆς, ὅση τε περὶ τὸ βῆμα καὶ ὅση περὶ μέσον ἀνῳκοδόμητο. καὶ ὁ ἐκεῖσε χαλκοῦς ἀνδριὰς τοῦ ἀρχιστρατήγου, ὁ ἐπὶ κιονώδους μὲν ἐρηρεισμένος τοῦ ἀναστήματος, ἐς πόδας δ’ ἔχων τὸν ἄνακτα Μιχαὴλ τὴν πόλιν φέροντα κἀκείνῳ προσανατιθέντα καὶ τὴν ταύτης φυλακὴν ἐπιτρέποντα, ὁ τοιοῦτος οὖν ἀνδριὰς καὶ ἡ ἀνὰ χεῖρας τῷ βασιλεῖ πόλις, ὁ μὲν τὴν κεφαλὴν ἀφαιρεῖται, ἡ δὲ τῶν χειρῶν τοῦ κρατοῦντος ἐξολισθαίνει, καὶ πρὸς γῆν ἄμφω πίπτουσι. τούτων οὖν συμβάντων ἡ μὲν πόλις πᾶσα ὑπ’ αὐγὰς ἡμέρας, τῷ μεγάλῳ νεῷ προσδραμόντες, ἱκεσίαις ἐσχόλαζον καὶ λιταῖς·
κτεῖν τὸ παράπαν, καὶ λόγους κενοὺς εἶναι τοὺς βλύσαι δ' ἐνταχοῦ καὶ ὕδατα, ἀνατραπῆναι δὲ καὶ
σφίσι τὰ τῆς εἰρήνης εἰσηγουμένους. Πρώτην μὲν
οὖν ἦγε Μαιμακτηριών, καὶ βασιλεὺς τρισὶν ἡμέραις
πρότερον τῆς Κωνσταντίνου ἐξεληλακώς πρὸς τὴν
Χηλὴν τὸ ἀμφιθαλασσίδιον φρούριον ήλαυνεν, ἔτι δὲ
πρὸς τῷ Δαματρύϊ ἐσκήνου τὸ ὑπηρετικὸν προσμέ
νων, καὶ ὅσοις ἦν αὐτῷ ἔπεσθαι. Καὶ τῆς πρώτης
τοῦ μηνὸς ἑσπέρας περί που τὸ μεσονύκτιον σεισμός
ἐμπίπτει μέγας, κατὰ τοὺς τῶν ζώντων σωμάτων
σφυγμούς· οὓς μᾶλλον καὶ δεινοὺς οἱ περὶ τούτων
γράψαντες λέγουσιν ὡς κάτωθεν διιέντας καὶ ὑπου
σπώντας θεμέλια. Τόσος γοῦν ὁ τότε ὥστε καὶ μη
ξένα ἔχειν μὴ παλαιὸν μὴ νέον εἰδέναι, μὴ ὅτι γε
μείζω, ἀλλ' οὐδ᾽ ἴσον πώποτε. Τινὲς δὲ τῶν ἤδη γε
γηρακότων τῷ κατ' ἐξοχὴν λεγομένῳ μεγάλῳ ἐκεῖ
τον παρείκαζον· οὕτω γὰρ καὶ τοῦτον ἐφ' ἡμέραις "
πλείσταις ἐπισυμβαίνειν, καὶ πλειστάκις τῆς ἡμέρας
ἢ καὶ νυκτὸς προφαίνειν κατὰ μικρὸν τὰ τοῦ πνεύ
ματος ἐγκαταλείμματα, ὥστε καὶ ᾿Ανθεστηριῶνος
ἑπτακαιδεκάτῃ ἐνταῦθα μὲν πλείω τὸ τοῦ χρόνου
μήκος γενέσθαι, μαλακώτερον δὲ τῇ δυνάμει, ἐν δὲ
τῇ ἀνατολῇ καὶ μείζω τοῦ φθάσαντος καὶ δεινότε
μον. Ενέσκηψε δὲ τὸ δεινὸν τότε ἀπὸ τῶν περὶ
Πέργαμον διὰ Χλιαρῶν μέσων καὶ ἐς αὐτῆς Περσί
δος μέρη, ὡς διαστῆναι μὲν πολλαχοῦ τὴν γῆν, ἐκε
τοῦ κατὰ τὰ Χλιαρά φρουρίου θεμέλια, καὶ ναούς
καὶ οἴκους τῶν περιπύστων καταπεσεῖν. Τοῦ γοῦν
πρώτου σεισμοῦ καὶ καθ᾿ ἡμᾶς μεγάλου ενσκήψαν
τος πολλὰ μὲν ἀναστήματα τῶν κατὰ τὴν πόλιν κατέ
πιπτον, ἐκ παλαιοῦ τὸν ἑδρασμόν [Ρ 159] ἔχοντα,
πολλαὶ δὲ καὶ τῶν νέων οἰκῶν κατηρείιποντο. Τοὺς
δέ γε τῶν αὐλαιῶν θριγκοὺς, οἳ καὶ ἐκ ξηρῶν συν
ίσταντο λίθων, κατὰ σωρείαν ἕκαστον εἶδέ τις κεί
μενον, ὅμοιον ὡς ἂν ἐπισωρευθέντων ἄλλοθεν ὁ
τεχνίτης τοὺς τοίχους ἔμελλε συνιστᾶν. Δύο δ' ἔργα
τῶν μεγάλων πεσόντα τὴν βίαν ἐσήμηνε τοῦ κινής
ματος. Ο γὰρ τῶν ᾿Αγίων ἁπάντων ναὸς ἐς τότε
συνεστηκώς, και μηδενὸς τῶν ἀναγκαίων λειπόμε
νος, ἐλεεινὴν θραῦσιν πάσχει καὶ πτῶσιν τῆς ὀρος
φῆς, ὅση τε περὶ τὸ βῆμα καὶ ὅση περὶ μέσον ἀνῳ
κοδόμητο. Καὶ ὁ ἐκεῖσε χαλκοῦς ἀνδριὰς τοῦ ἀρχι
στρατήγου, ὁ ἐπὶ κιονώδους μὲν ἐρηρεισμένος τοῦ
ἀναστήματος, ἐς πόδας δ᾽ ἔχων τὸν ἄνακτα Μιχαήλ
τὴν πόλιν φέροντα κἀκείνῳ προσανατιθέντα καὶ τὴν
ταύτης φυλακὴν ἐπιτρέποντα, ὁ τοιοῦτος οὖν ἀνδριάς
καὶ ἡ ἀνὰ χεῖρας τῷ βασιλεῖ πόλις, ὁ μὲν τὴν κεφα
τὴν ἀφαιρεῖται, ἡ δὲ τῶν χειρῶν τοῦ κρατοῦντος
ἐξολισθαίνει, καὶ πρὸς γῆν ἄμφω πίπτουσι. Τούτων
οὖν συμβάντων ἡ μὲν πόλις πᾶσα ὑπ' αὐγὰς ἡμέρας,
PG 144:259ὁ δέ γε βασιλεὺς εὑρεθεὶς ἔξω τῆς πόλεως, ὡς εἰρήκαμεν, καὶ τὸ δεινὸν ἐννοήσας ὁποῖον, ἐδεδίει μὲν καὶ περὶ τῇ πόλει πάσῃ μή πως κατεπόθη, ἐδεδίει δὲ μᾶλλον καὶ περὶ τῷ μεγάλῳ ναῷ, ὥστε καὶ συχνοὺς τῆς αὐτῆς ὥρας πέμπειν ὡς γνῶσιν μακρόθεν ἰδόντες εἰ ἵσταται. τέως δὲ καὶ τὴν ἔξοδον οὐκ ἀγαθὴν ἐντεῦθεν οἰωνισάμενος ὑποστρέφειν ἔγνω, καὶ ἀντιπεραιοῦται πρωί̈ας ἐκθαμβούμενος οἷον, καὶ μήνιμα θεῖον, ὅπερ καὶ ἦν, τὸ δεινὸν ἐκεῖνο ποιούμενος. 16. Ταῦτ’ ἄρα καὶ ἔσπευδε θεραπεύειν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ θεῖον, ἐφ’ οἷς καὶ δίκαιον ἔχειν ἥγητο. δίκαιον δὲ βασιλείας τὸ περὶ ταῖς κρίσεσι δίκαιον καὶ ἀδέκαστον, μηδὲν παρατεθραυσμένον ἢ δώροις ἢ χάρισιν, εἴπερ καὶ τιμὴ βασιλέως κρίσιν ἀγαπᾷ. ἐδόκει δὲ τοῦτο καὶ παρορᾶσθαι τῷ τέως ἔκ τινος ἀμελείας ἢ καὶ δωροδοκίας τῶν κρινόντων, ὡς αὐτὸς ᾤετο. καὶ δὴ λιτανείαν παραγγείλας παντὶ τῷ λαῷ, συνέρχεται καὶ αὐτὸς ἅμ’ ἄρχουσι πολλοῖς ἄλλοις, ὡς πολλάκις εἴθιστο, καὶ πατριάρχῃ μὲν καὶ ἀρχιερεῦσι τὰ ἑαυτῶν ἐφῆκε ποιεῖν, εὐχὰς ἐκτενεῖς δηλονότι καὶ ψαλμῳδίας καὶ ἄλλ’ ἄττα, οἷς τὸ θεῖον ἐξευμενίζεσθαι πέφυκεν·
τῷ μεγάλῳ ναῷ προσδραμόντες, ἱκεσίαις ἐσχόλαζον λονότι καὶ ψαλμῳδίας καὶ ἀλλ᾽ ἄστα, οἷς τὸ θεῖον
καὶ λιταῖς· ὁ δέ γε βασιλεύς εὑρεθεί; ἔξω τῆς πόλ
λεως, ὡς εἰρήκαμεν, καὶ τὸ δεινὸν ἐννοήσας ὁποῖον,
ἐδεδίει μὲν καὶ περὶ τῇ πόλει πάσῃ μή πως κατε
πόθη, ἐδεδίει δὲ μᾶλλον καὶ περὶ τῷ μεγάλη ναῷ,
ὥστε καὶ συχνούς τῆς αὐτῆς ὥρας πέμπειν ὡς γνώ
σιν μακρόθεν ἰδόντες εἰ ἴσταται. Τέως δὲ καὶ τὴν
ἔξοδον οὐκ ἀγαθὴν ἐντεῦθεν οἰωνισάμενος ὑποστρέ
φειν ἔγνω, καὶ ἀντιπεραιοῦται πρωΐας ἐκθαμβούμε
νος οἷον, καὶ μήνιμα θεῖον, ὅπερ καὶ ἦν, τὸ δεινὸν
ἐκεῖνο ποιούμενος.
ις'. Περὶ τῆς λιτανείας καὶ τῆς τοῦ βασιλέως
δημηγορίας.
Ταῦτ' ἄρα καὶ ἔσπευδε θεραπεύειν ἀφ' ἑαυτοῦ τὸ
Θεῖον, ἐφ᾽ οἷς καὶ δίκαιον ἔχειν ήγητο. Δίκαιον δὲ
βασιλείας τὸ περὶ ταῖς κρίσεσι δίκαιον καὶ ἀδέκα
στον, μηδὲν παρατεθραυσμένον ἢ δώροις ἢ χάρισιν,
εἴπερ καὶ τιμὴ βασιλέως κρίσιν ἀγαπᾷ. Εδόκει δὲ
τοῦτο καὶ παρορᾶσθαι τῷ τέως ἔκ τινος ἀμελείας ἢ
καὶ δωροδοκίας τῶν [Ρ. 160] κρινόντων, ὡς αὐτὸς
ᾤετο. Καὶ δὴ λιτανείαν παραγγείλας παντὶ τῷ λαῷ,
συνέρχεται καὶ αὐτὸς ἅμ᾽ ἄρχουσι πολλοῖς ἄλλοις,
ὡς πολλάκις εἴθιστο, καὶ πατριάρχῃ μὲν καὶ ἀρχιε
ρεῦσι τὰ ἑαυτῶν ἀφῆκε ποιεῖν, εὐχὰς ἐκτενεῖς δη
εξευμενίζεσθαι πέφυκεν· αὐτὸς δὲ σχεδιάσας δημη
γορίαν πρέπουσαν τῷ καιρῷ, παρακατέχειν βουλό
μενος ἐκ τοῦ σύνεγγυς τους συνειλεγμένους, μέχρι
καὶ τοῦ Ιπποδρομίου την λιτανείαν περιορίσας ὡς
χωρήσοντος ἅπαντας, κατεναντίον ἱσταμένης τῆς εἰσ
κόνος τῆς Θεομήτορος, μακρὰν καὶ διωλύγιον τῷ λαῷ
κατετείνετο τὴν δημηγορίαν, ὑποδηλῶν μὲν καὶ μή
νιμα θεῖον τὸ γεγονός, παραπόμενος δὲ καὶ αὐτῶν
ὡς ἀμελῶς διαγόντων καὶ ἀνε πιστρόφως εχόντων
πρὸς νόμους θείους καὶ δικαιώματα, τὸ πᾶν μέντοι
γε εἰς ἀδικίαν συγκλείων ὡς μὴ οὔσης κατὰ τὸ προσ
ῆκον τῆς ἐφ' ἑκάστῳ κρίσεως, ἧς δὴ καὶ αὐτῷ
μέλειν βασιλεῖ γε ὄντι ὡς εἰκὸς ἔκρινεν. Ενθεν του
καὶ τοὐντεῦθεν καθυπισχνείτο συντάττειν λόγον χρυ
σοβούλλειον περὶ κρίσεως, καὶ δικαστὰς ἐκλέξασθαι
ἔκ τ' ἀρχιερέων ἔκ τ᾽ ἄλλως ἱερωμένων καὶ ἐκ τῶν
συγκλητικῶν, ὡς συμποσοῦσθαι τοὺς πάντας εἰς δώ
δεκα, οἷς δὴ καὶ ὁρκωμοτήσασιν ἡ μὴν ἀδωροδοχή
τως καὶ ἀπροσωπολήπτως τὰς κρίσεις εκφέρειν ἀπ'
αὐτῆς τῆς αὐτοῦ μητρὸς καὶ δεσποίνης ἄχρι καὶ εἰς
αὐτὸν τὸν τυχόντα, πιστοῖς χρήσαιτ' ἂν κριταῖς
κατὰ τὰ ἀνάκτορα. Καὶ πλεῖστ᾽ ἄλλα παραινέσας
ἀπέλυε τὸν λαόν.
αὐτὸς δὲ σχεδιάσας δημηγορίαν πρέπουσαν τῷ καιρῷ, παρακατέχειν βουλόμενος ἐκ τοῦ σύνεγγυς τοὺς συνειλεγμένους, μέχρι καὶ τοῦ Ἱπποδρομίου τὴν λιτανείαν περιορίσας ὡς χωρήσοντος ἅπαντας, κατεναντίον ἱσταμένης τῆς εἰκόνος τῆς θεομήτορος, μακρὰν καὶ διωλύγιον τῷ λαῷ κατετείνετο τὴν δημηγορίαν, ὑποδηλῶν μὲν καὶ μήνιμα θεῖον τὸ γεγονός, παραπτόμενος δὲ καὶ αὐτῶν ὡς ἀμελῶς διαγόντων καὶ ἀνεπιστρόφως ἐχόντων πρὸς νόμους θείους καὶ δικαιώματα, τὸ πᾶν μέντοι γε εἰς ἀδικίαν συγκλείων ὡς μὴ οὔσης κατὰ τὸ προσῆκον τῆς ἐφ’ ἑκάστῳ κρίσεως, ἧς δὴ καὶ αὐτῷ μέλειν βασιλεῖ γε ὄντι ὡς εἰκὸς ἔκρινεν. ἔνθεν τοι καὶ τοὐντεῦθεν καθυπισχνεῖτο συντάττειν λόγον χρυσοβούλλειον περὶ κρίσεως, καὶ δικαστὰς ἐκλέξασθαι ἔκ τ’ ἀρχιερέων ἔκ τ’ ἄλλως ἱερωμένων καὶ ἐκ τῶν συγκλητικῶν, ὡς συμποσοῦσθαι τοὺς πάντας εἰς δώδεκα, οἷς δὴ καὶ ὁρκωμοτήσασιν ἦ μὴν ἀδωροδοκήτως καὶ ἀπροσωπολήπτως τὰς κρίσεις ἐκφέρειν ἀπ’ αὐτῆς τῆς αὐτοῦ μητρὸς καὶ δεσποίνης ἄχρι καὶ εἰς αὐτὸν τὸν τυχόντα, πιστοῖς χρήσαιτ’ ἂν κριταῖς κατὰ τὰ ἀνάκτορα. καὶ πλεῖστ’ ἄλλα παραινέσας ἀπέλυε τὸν λαόν.
τῷ μεγάλῳ ναῷ προσδραμόντες, ἱκεσίαις ἐσχόλαζον λονότι καὶ ψαλμῳδίας καὶ ἀλλ᾽ ἄστα, οἷς τὸ θεῖον
καὶ λιταῖς· ὁ δέ γε βασιλεύς εὑρεθεί; ἔξω τῆς πόλ
λεως, ὡς εἰρήκαμεν, καὶ τὸ δεινὸν ἐννοήσας ὁποῖον,
ἐδεδίει μὲν καὶ περὶ τῇ πόλει πάσῃ μή πως κατε
πόθη, ἐδεδίει δὲ μᾶλλον καὶ περὶ τῷ μεγάλη ναῷ,
ὥστε καὶ συχνούς τῆς αὐτῆς ὥρας πέμπειν ὡς γνώ
σιν μακρόθεν ἰδόντες εἰ ἴσταται. Τέως δὲ καὶ τὴν
ἔξοδον οὐκ ἀγαθὴν ἐντεῦθεν οἰωνισάμενος ὑποστρέ
φειν ἔγνω, καὶ ἀντιπεραιοῦται πρωΐας ἐκθαμβούμε
νος οἷον, καὶ μήνιμα θεῖον, ὅπερ καὶ ἦν, τὸ δεινὸν
ἐκεῖνο ποιούμενος.
ις'. Περὶ τῆς λιτανείας καὶ τῆς τοῦ βασιλέως
δημηγορίας.
Ταῦτ' ἄρα καὶ ἔσπευδε θεραπεύειν ἀφ' ἑαυτοῦ τὸ
Θεῖον, ἐφ᾽ οἷς καὶ δίκαιον ἔχειν ήγητο. Δίκαιον δὲ
βασιλείας τὸ περὶ ταῖς κρίσεσι δίκαιον καὶ ἀδέκα
στον, μηδὲν παρατεθραυσμένον ἢ δώροις ἢ χάρισιν,
εἴπερ καὶ τιμὴ βασιλέως κρίσιν ἀγαπᾷ. Εδόκει δὲ
τοῦτο καὶ παρορᾶσθαι τῷ τέως ἔκ τινος ἀμελείας ἢ
καὶ δωροδοκίας τῶν [Ρ. 160] κρινόντων, ὡς αὐτὸς
ᾤετο. Καὶ δὴ λιτανείαν παραγγείλας παντὶ τῷ λαῷ,
συνέρχεται καὶ αὐτὸς ἅμ᾽ ἄρχουσι πολλοῖς ἄλλοις,
ὡς πολλάκις εἴθιστο, καὶ πατριάρχῃ μὲν καὶ ἀρχιε
ρεῦσι τὰ ἑαυτῶν ἀφῆκε ποιεῖν, εὐχὰς ἐκτενεῖς δη
εξευμενίζεσθαι πέφυκεν· αὐτὸς δὲ σχεδιάσας δημη
γορίαν πρέπουσαν τῷ καιρῷ, παρακατέχειν βουλό
μενος ἐκ τοῦ σύνεγγυς τους συνειλεγμένους, μέχρι
καὶ τοῦ Ιπποδρομίου την λιτανείαν περιορίσας ὡς
χωρήσοντος ἅπαντας, κατεναντίον ἱσταμένης τῆς εἰσ
κόνος τῆς Θεομήτορος, μακρὰν καὶ διωλύγιον τῷ λαῷ
κατετείνετο τὴν δημηγορίαν, ὑποδηλῶν μὲν καὶ μή
νιμα θεῖον τὸ γεγονός, παραπόμενος δὲ καὶ αὐτῶν
ὡς ἀμελῶς διαγόντων καὶ ἀνε πιστρόφως εχόντων
πρὸς νόμους θείους καὶ δικαιώματα, τὸ πᾶν μέντοι
γε εἰς ἀδικίαν συγκλείων ὡς μὴ οὔσης κατὰ τὸ προσ
ῆκον τῆς ἐφ' ἑκάστῳ κρίσεως, ἧς δὴ καὶ αὐτῷ
μέλειν βασιλεῖ γε ὄντι ὡς εἰκὸς ἔκρινεν. Ενθεν του
καὶ τοὐντεῦθεν καθυπισχνείτο συντάττειν λόγον χρυ
σοβούλλειον περὶ κρίσεως, καὶ δικαστὰς ἐκλέξασθαι
ἔκ τ' ἀρχιερέων ἔκ τ᾽ ἄλλως ἱερωμένων καὶ ἐκ τῶν
συγκλητικῶν, ὡς συμποσοῦσθαι τοὺς πάντας εἰς δώ
δεκα, οἷς δὴ καὶ ὁρκωμοτήσασιν ἡ μὴν ἀδωροδοχή
τως καὶ ἀπροσωπολήπτως τὰς κρίσεις εκφέρειν ἀπ'
αὐτῆς τῆς αὐτοῦ μητρὸς καὶ δεσποίνης ἄχρι καὶ εἰς
αὐτὸν τὸν τυχόντα, πιστοῖς χρήσαιτ' ἂν κριταῖς
κατὰ τὰ ἀνάκτορα. Καὶ πλεῖστ᾽ ἄλλα παραινέσας
ἀπέλυε τὸν λαόν.
PG 144:261[] ὀλίγαις δ’ ὕστερον ἡμέραις καὶ ὁ χρυσοβούλλειος μὲν συντάττεται λόγος, οἱ δ’ ἐκλέγονται πρόσφοροι, καὶ σύναξις πάλιν αὖθις κατὰ τὰ τῆς δεσποίνης ἀνάκτορα γίνεται, τῇδε τότε τοῦ κρατοῦντος σκηνοῦντος. καὶ δημηγορεῖ βασιλεὺς τὰ εἰκότα, καὶ ὁ χρυσοβούλλειος λόγος ἀναγινώσκεται. προέβη δὲ καί τισιν ὅρκος τῶν δικαστῶν, ὅσοι δὲ καὶ ἐκ τῆς συγκλήτου πείρᾳ νομικῇ καὶ συνέσει προφέροντες ἐκλελέχατο. καὶ φοβερὸν καθίστατο δικαστήριον μεγάλῳ τε καὶ μικρῷ ἐπ’ ἴσης τὰς κρίσεις ἐκφέρον, εἰ καὶ μὴ ἐς μακρὰν διετέλεσεν, ἀλλὰ κατ’ ὀλίγον, κατὰ τὰς τῶν μουσικῶν χορδῶν κρούσεις, ἐξησθενηκὸς διαπεφωνήκει. 18. Τότε δὲ μετ’ ὀλίγον, εἰκοστῇ δευτέρᾳ τοῦ Ἀνθεστηριῶνος μηνός, Βενετικοὶ μακραῖς ναυσὶ πέντε καὶ ἑβδομήκοντα τὸν Ἑλλήσποντον διελθόντες ἐξαπιναίως τῇ Κωνσταντίνου προςβάλλουσι.
ιζ. Περὶ τοῦ χρυσοβονλλείου λόγου διὰ τοὺς τῶν τῆς πόλεως τειχῶν, μεθ' ὅτι πλείστης κορύζης
κριτὰς καὶ κρίσεις.
Ολίγαις δ' ὕστερον ἡμέραις καὶ ὁ χρυσοβούλλειος
μὲν συντάττεται λόγος, οἱ δ' ἐκλέγονται πρόσφοροι,
καὶ σύναξις πάλιν αὖθις κατὰ τὰ τῆς δεσποίνης
ἀνάκτορα γίνεται, τῇδε τότε τοῦ κρατοῦντος σκη
νοῦντος. Καὶ δημηγορεί βασιλεὺς [Ρ. 161] τὰ εἰπ
κότα, καὶ ὁ χρυσοβούλλειος λόγος ἀναγινώσκεται.
Προέβη δὲ καί τισιν ὅρκος τῶν δικαστῶν, ὅσοι δὲ
καὶ ἐκ τῆς συγκλήτου πείρα νομικῇ καὶ συνέσει
προφέροντες ἐκλελέχατο. Καὶ φοβερὸν καθίστατο
δικαστήριον μεγάλῳ τε καὶ μικρῷ ἐπ᾽ ἴσης τὰς κρί
σεις ἐκφέρον, εἰ καὶ μὴ ἐς μακρὰν διετέλεσεν, ἀλλὰ
κατ' ὀλίγον, κατὰ τὰς τῶν μουσικῶν χορδών κρού
σεις, ἐξησθενηκὸς διαπεφωνήσει.
ι. Περὶ τῆς ἐπελεύσεως τῶν Βενετικῶν κατὰ
τῶν ἐν πόλει Γεννουϊτών.
Τότε δὲ μετ' ὀλίγον, εἰκοστῇ δευτέρᾳ τοῦ ᾿Ανθε
στηριώνος μηνός, Βενετικοί μακραῖς ναυσὶ πέντε
καὶ ἑβδομήκοντα τὸν Ἑλλήσποντον διελθόντες ἐξα
πιναίως τῇ Κωνσταντίνου προσβάλλουσι. Καὶ ἡμέρα
κυριώνυμος ἦν, ὅτ' ἐκεῖνοι μὲν προσελῶντες ἐν χρῷ
Ἰταλικῆς καὶ φρυάγματος, πρὸς τὸ τοπικὸν ῥεῦμα
ἀντωθοῦντες ταῖς κώπαις ἀνήγοντο, βασιλεὺς δὲ
πρωϊαίτερον ἐπιβὰς ἵππου σὺν τοῖς ἀμφ' αὐτὸν, ἐν
τῇ τοῦ Ἱπποδρόμου σφενδόνῃ ιστάμενος, τὴν τῶν
νεῶν ἀναγωγὴν κατεπώπτευε. Κάτωθεν δὲ οἱ περὶ
τὸν μέγαν δομέστικον Ἰωάννην τον Σεναχηρεὶμ καὶ
Αγγελον τῆς στρατιώτιδος τάξεως ὡπλισμένοι διέ
θεον ἔνδον καὶ αὐτοὶ τοῦ τείχους, ὅπου ἂν αἱ νῆες
προσβάλλοιεν, ἐννοίας οὔσης (οὐ γὰρ εἶχον ἀκριβῶς
εἰδέναι τὴν ἄφιξιν), μή τί που καὶ τῶν δεινῶν ἐπὶ
τῇ πόλει καταπανουργεύσαιντο, ὥστε καὶ τὰς πύ
λας ἐγκεκλεισμένας πολλοῖς ἔνδοθεν τοῖς ὁπλίταις
διατηρεῖσθαι, μιᾶς δὲ κατὰ τὴν μονὴν τοῦ ἁγίου
Λαζάρου πυλίδος ἀνοιχθείσης κατ' αὐτὴν ἐξελθεῖν
τὸν ἀπὸ βασιλέως πρὸς ἐκείνους σταλέντα περιφανή
τινα άνδρα Βενετικὸν κατὰ χρείαν πρεσβείας ἐνταῦθ'
εὑρισκόμενος, ὥστ᾽ ἐρωτῆσαι καὶ μαθεῖν ἐφ᾽ ᾧ
παραγένοιντο ἐκείνους, καὶ τὸν ἀπόστολον παρακα
τασχεῖν, καὶ μηδὲν ἀξιῶσαι τῶν εἰς ἀπόκρισιν. Παρ'
ἣν αἰτίαν καὶ μᾶλλον τοὺς κατὰ τὴν πόλιν Βενετι
κοὺς ἐν δειναῖς ὑποψίαις ἄγοντες φυλακαῖς· διετής
καὶ ἡμέρα κυριώνυμος ἦν, ὅτ’ ἐκεῖνοι μὲν προσελῶντες ἐν χρῷ τῶν τῆς πόλεως τειχῶν, μεθ’ ὅτι πλείστης κορύζης Ἰταλικῆς καὶ φρυάγματος, πρὸς τὸ τοπικὸν ῥεῦμα ἀντωθοῦντες ταῖς κώπαις ἀνήγοντο, βασιλεὺς δὲ πρωϊαίτερον ἐπιβὰς ἵππου σὺν τοῖς ἀμφ’ αὐτόν, ἐν τῇ τοῦ Ἱπποδρόμου σφενδόνῃ ἱστάμενος, τὴν τῶν νεῶν ἀναγωγὴν κατεπώπτευε. κάτωθεν δὲ οἱ περὶ τὸν μέγαν δομέστικον Ἰωάννην τὸν Σεναχηρεὶμ καὶ Ἄγγελον τῆς στρατιώτιδος τάξεως ὡπλισμένοι διέθεον ἔνδον καὶ αὐτοὶ τοῦ τείχους, ὅπου ἂν αἱ νῆες προσβάλλοιεν, ἐννοίας οὔσης (οὐ γὰρ εἶχον ἀκριβῶς εἰδέναι τὴν ἄφιξιν), μή τί που καὶ τῶν δεινῶν ἐπὶ τῇ πόλει καταπανουργεύσαιντο, ὥστε καὶ τὰς πύλας ἐγκεκλεισμένας πολλοῖς ἔνδοθεν τοῖς ὁπλίταις διατηρεῖσθαι, μιᾶς δὲ κατὰ τὴν μονὴν τοῦ ἁγίου Λαζάρου πυλίδος ἀνοιχθείσης κατ’ αὐτὴν ἐξελθεῖν τὸν ἀπὸ βασιλέως πρὸς ἐκείνους σταλέντα περιφανῆ τινὰ ἄνδρα Βενετικὸν κατὰ χρείαν πρεσβείας ἐνταῦθ’ εὑρισκόμενος, ὥστ’ ἐρωτῆσαι καὶ μαθεῖν ἐφ’ ᾧ παραγένοιντο ἐκείνους, καὶ τὸν ἀπόστολον παρακατασχεῖν, καὶ μηδὲν ἀξιῶσαι τῶν εἰς ἀπόκρισιν.
ιζ. Περὶ τοῦ χρυσοβονλλείου λόγου διὰ τοὺς τῶν τῆς πόλεως τειχῶν, μεθ' ὅτι πλείστης κορύζης
κριτὰς καὶ κρίσεις.
Ολίγαις δ' ὕστερον ἡμέραις καὶ ὁ χρυσοβούλλειος
μὲν συντάττεται λόγος, οἱ δ' ἐκλέγονται πρόσφοροι,
καὶ σύναξις πάλιν αὖθις κατὰ τὰ τῆς δεσποίνης
ἀνάκτορα γίνεται, τῇδε τότε τοῦ κρατοῦντος σκη
νοῦντος. Καὶ δημηγορεί βασιλεὺς [Ρ. 161] τὰ εἰπ
κότα, καὶ ὁ χρυσοβούλλειος λόγος ἀναγινώσκεται.
Προέβη δὲ καί τισιν ὅρκος τῶν δικαστῶν, ὅσοι δὲ
καὶ ἐκ τῆς συγκλήτου πείρα νομικῇ καὶ συνέσει
προφέροντες ἐκλελέχατο. Καὶ φοβερὸν καθίστατο
δικαστήριον μεγάλῳ τε καὶ μικρῷ ἐπ᾽ ἴσης τὰς κρί
σεις ἐκφέρον, εἰ καὶ μὴ ἐς μακρὰν διετέλεσεν, ἀλλὰ
κατ' ὀλίγον, κατὰ τὰς τῶν μουσικῶν χορδών κρού
σεις, ἐξησθενηκὸς διαπεφωνήσει.
ι. Περὶ τῆς ἐπελεύσεως τῶν Βενετικῶν κατὰ
τῶν ἐν πόλει Γεννουϊτών.
Τότε δὲ μετ' ὀλίγον, εἰκοστῇ δευτέρᾳ τοῦ ᾿Ανθε
στηριώνος μηνός, Βενετικοί μακραῖς ναυσὶ πέντε
καὶ ἑβδομήκοντα τὸν Ἑλλήσποντον διελθόντες ἐξα
πιναίως τῇ Κωνσταντίνου προσβάλλουσι. Καὶ ἡμέρα
κυριώνυμος ἦν, ὅτ' ἐκεῖνοι μὲν προσελῶντες ἐν χρῷ
Ἰταλικῆς καὶ φρυάγματος, πρὸς τὸ τοπικὸν ῥεῦμα
ἀντωθοῦντες ταῖς κώπαις ἀνήγοντο, βασιλεὺς δὲ
πρωϊαίτερον ἐπιβὰς ἵππου σὺν τοῖς ἀμφ' αὐτὸν, ἐν
τῇ τοῦ Ἱπποδρόμου σφενδόνῃ ιστάμενος, τὴν τῶν
νεῶν ἀναγωγὴν κατεπώπτευε. Κάτωθεν δὲ οἱ περὶ
τὸν μέγαν δομέστικον Ἰωάννην τον Σεναχηρεὶμ καὶ
Αγγελον τῆς στρατιώτιδος τάξεως ὡπλισμένοι διέ
θεον ἔνδον καὶ αὐτοὶ τοῦ τείχους, ὅπου ἂν αἱ νῆες
προσβάλλοιεν, ἐννοίας οὔσης (οὐ γὰρ εἶχον ἀκριβῶς
εἰδέναι τὴν ἄφιξιν), μή τί που καὶ τῶν δεινῶν ἐπὶ
τῇ πόλει καταπανουργεύσαιντο, ὥστε καὶ τὰς πύ
λας ἐγκεκλεισμένας πολλοῖς ἔνδοθεν τοῖς ὁπλίταις
διατηρεῖσθαι, μιᾶς δὲ κατὰ τὴν μονὴν τοῦ ἁγίου
Λαζάρου πυλίδος ἀνοιχθείσης κατ' αὐτὴν ἐξελθεῖν
τὸν ἀπὸ βασιλέως πρὸς ἐκείνους σταλέντα περιφανή
τινα άνδρα Βενετικὸν κατὰ χρείαν πρεσβείας ἐνταῦθ'
εὑρισκόμενος, ὥστ᾽ ἐρωτῆσαι καὶ μαθεῖν ἐφ᾽ ᾧ
παραγένοιντο ἐκείνους, καὶ τὸν ἀπόστολον παρακα
τασχεῖν, καὶ μηδὲν ἀξιῶσαι τῶν εἰς ἀπόκρισιν. Παρ'
ἣν αἰτίαν καὶ μᾶλλον τοὺς κατὰ τὴν πόλιν Βενετι
κοὺς ἐν δειναῖς ὑποψίαις ἄγοντες φυλακαῖς· διετής
PG 144:263παρ’ ἣν αἰτίαν καὶ μᾶλλον τοὺς κατὰ τὴν πόλιν Βενετικοὺς ἐν δειναῖς ὑποψίαις ἄγοντες φυλακαῖς διετήρουν. ἐκεῖνοι δὲ τότε, ὡς προσελῶντες ἀνήγοντο, νῆας μακρὰς φανείσας Γεννουϊτῶν ἐγγύθεν πλεούσας ἐπέσπευδον τὴν πρὸς ἐκείνας. ἀλλ’ αἱ μὲν ἐλαφραὶ οὖσαι, θαρροῦσαι τῇ ταχύτητι, ἐπ’ ὀλίγον προσέμενον, καὶ πλησιαζόντων ἐκείνων αὐτοὶ ταχυναυτοῦντες πολλῷ πλέον ἢ πρότερον ἀπεῖχον διάστημα. τοῦτο δὶς καὶ τρὶς γεγονός, ἐπεὶ ἑώρων πονοῦντες ἀνήνυτα, ἀφέντες ἐκείνους πληροῦσι νεῶν τὸν λιμένα τὸ Κέρας. καὶ Γεννουί̈τας μὲν οὐ κατὰ τὴν περαίαν καταλαμβάνουσι. τὴν γὰρ τῶν νηῶν ἐκεῖνοι προεγνωκότες ἔφοδον, προσλιπαροῦσι βασιλέα αὐτοὺς καὶ γυναῖκας καὶ παῖδας καὶ πράγματα ἐντὸς πόλεως δέξασθαι· φανερὰν γὰρ ἐπὶ σφᾶς εἶναι τὴν ἔφοδον. οἷς δι’ ἀνάγκην βασιλεὺς γίνεται κάταινος, καὶ τὸ κατὰ Βλαχέρνας μέρος σφίσι δίδωσιν, ὅπου νῆας ἰδίας βυθίζουσιν ὡς φυλάξοντες, αὐτοὶ δὲ τὴν ἐκ τῆς ἰδίας χειρὸς ἕκαστος πρὸς τὸ συμβὰν παραμυθίαν ζητῶν τῆς εἰς τὸ δυνατὸν οὐκ ἠμέλουν σωτηρίας.
ρουν. Ἐκεῖνοι δὲ τότε, ὡς προσελῶντες ἀνήγοντο, Η συγκείμενον παρὰ βασιλέως ἀρχῆθεν τοῦ δεξαμένου
[Ρ. 162] νήας μακρὰς φανείσας Γεννουίτῶν ἐγγύθεν
πλεούσας επέσπευδον τὴν πρὸς ἐκείνας. 'Αλλ' αἱ
μὲν ἐλαφραὶ οὖσαι, θαῤῥοῦσαι τῇ ταχύτητι, ἐπ' ὀλί
τον προσέμενον, καὶ πλησιαζόντων ἐκείνων αὐτοὶ
ταχυναυτοῦντες πολλῷ πλέον ἢ πρότερον ἀπεῖχον
διάστημα. Τοῦτο δὲς καὶ τρὶς γεγονὸς, ἐπεὶ ἑώρων
πονοῦντες ἀνήνυτα, ἀφέντες ἐκείνους πληροῦσι νεῶν
τὸν λιμένα τὸ Κέρας. Καὶ Γεννουῖτας μὲν οὐ κατὰ
τὴν περαίαν καταλαμβάνουσι. Τὴν γὰρ τῶν νηών
ἐκεῖνοι προεγνωκότες έφοδον, προσλιπαροῦσι βασι
λέα αὐτοὺς καὶ γυναῖκας καὶ παῖδας καὶ πράγματα
ἐντὸς πόλεως δέξασθαι· φανερὰν γὰρ ἐπὶ σφᾶς εἶναι
τὴν ἔφοδον. Οἷς δι᾿ ἀνάγκην βασιλεὺς γίνεται κάτο
αινος, καὶ τὸ κατὰ Βλαχέρνας μέρος σφίσι δίδωσιν,
ὅπου νῆας ἰδίας βυθίζουσιν ὡς φυλάξοντες, αὐτοὶ δὲ
τὴν ἐκ τῆς ἰδίας χειρὸς ἕκαστος πρὸς τὸ συμβάν
παραμυθίαν ζητῶν τῆς εἰς τὸ δυνατὸν οὐκ ἠμέλουν
δυνατὸν οὐκ ἠμέλουν
σωτηρίας. Διὰ ταῦτα κἀκείνους κακοῦν οἱ ἐπιόντες
οὐκ ἔχοντες, σκευαγωγησάντων καὶ τῶν Ῥωμαίων
ἐκ τῆς περαίας, πῦρ ταῖς τῶν Ἰταλῶν οἰκίαις ἐνές
σαν καὶ κατεπίμπρων τέλεον. Κἀκεῖνοι μὲν τῷ κατ
επαίρεσθαι τῶν ἐντὸς ἀπειροκαλίας αἰτίαν εἶχον,
ἐπιμαινόμενοι τοῖς ἀψύχοις, οἱ δ' ἐντὸς τέως ἀνάν
ὅρων ἔφερον σχῆμα κατεπτηχότες ὑπὸ τοῖς τείχεσιν.
Οἱ δ᾽ ἐς τοσοῦτον αὐθαδείας ἐξώκειλαν, ὥστε καὶ
τὰ γένη ὥστε διαφορᾶς ξυμβάσης αὐτοῖς ἐκτὸς, Εν
δοθεν μὲν τῶν τῆς ᾿Αβύδου στενῶν, ἔνδοθεν δὲ τοῦ
Φάρου, οὕτω κατὰ θάλατταν μάχεσθαι, τὸ μέσον δὲ
τούτων πάσαις ἄβατον μάχαις ὡς τι τῶν ἀφωσιωμέ
νων καὶ ἱερῶν καὶ ἀμφοτέρους διατηρεῖν, αὐτοὶ ἐκ
φρονήματος κατεπαρθέντες μείζονος, παριδόντες
καὶ τὰ συγκείμενα, ἐντὸς αὐτῆς τῆς βασιλέως οἰκίας
κατὰ τῶν ἱκετῶν τῇ βασιλείᾳ πολέμους ἐξέφερον.
Καὶ διὰ ταῦτα βασιλεὺς μισήσας τὴν σφῶν ἔπαρσιν,
ἐφίησι καὶ Ῥωμαίοις Γεννουίτας προσαμύνειν και
ταστᾶσιν εἰς πόλεμον. Οθεν κἀκεῖνοι μὲν ἐξερχό
μενοι καὶ ἱλαδὸν συνταττόμενοι διεμάχοντο γαίηθεν
τοῖς ἐκ τῶν νηῶν· τὸ δὲ τοῦ βασιλέως στρατιωτι
κὸν, ὅσον ἦν ἐν πεζοῖς τε καὶ ἐλαφρὸν, ἐκ τειχῶν
προκύπτον, τόξοις βάλλοντες καὶ σφενδόναις τοὺς ἐν
ταῖς ναυσὶν ἐκάκουν καὶ τὰς ἐμβολὰς σφῶν ἐποίουν
ἀσθενεστέρας. Ηδη δὲ καὶ πετροβόλον μηχάνημα
διεκίνουν, ἐκεῖσε τοῦ βασιλέως ἔξω βελῶν ἱσταμένου
καὶ βλέποντος, καὶ μεγίστοις τοῖς ἀπ' ἐκείνον [Ρ. 163]
λίθοις τὰ τῆς ἡμετέρας νεώς κόρυμβα, ἣν ἐκεῖνοι
κατεῖχον πολεμοῦντες ἐκεῖθεν κατὰ τοῦ τείχους.
κατέφλων πέμποντες, καὶ τῆς ὁρμῆς τοὺς ἄνδρας
ἀνέστελλον. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἐσοψὲ ὁ πόλεμος διετείνετο
καὶ ἅπαν τὸ παρ' ἐκείνων μηχάνημα ἔργων ὑστέρει
καὶ οὐδὲν ἠνύοντο, ἐκ μανίας ἀπαλλάξαντες πλεί
διὰ ταῦτα κἀκείνους κακοῦν οἱ ἐπιόντες οὐκ ἔχοντες, σκευαγωγησάντων καὶ τῶν Ῥωμαίων ἐκ τῆς περαίας, πῦρ ταῖς τῶν Ἰταλῶν οἰκίαις ἐνίεσαν καὶ κατεπίμπρων τέλεον. κἀκεῖνοι μὲν τῷ κατεπαίρεσθαι τῶν ἐντὸς ἀπειροκαλίας αἰτίαν εἶχον, ἐπιμαινόμενοι τοῖς ἀψύχοις, οἱ δ’ ἐντὸς τέως ἀνάνδρων ἔφερον σχῆμα κατεπτηχότες ὑπὸ τοῖς τείχεσιν. οἱ δ’ ἐς τοσοῦτον αὐθαδείας ἐξώκειλαν, ὥστε καὶ συγκείμενον παρὰ βασιλέως ἀρχῆθεν τοῦ δεξαμένου τὰ γένη ὥστε διαφορᾶς ξυμβάσης αὐτοῖς ἐκτός, ἔνδοθεν μὲν τῶν τῆς Ἀβύδου στενῶν ἔνδοθεν δὲ τοῦ Φάρου, οὕτω κατὰ θάλατταν μάχεσθαι, τὸ μέσον δὲ τούτων πάσαις ἄβατον μάχαις ὥς τι τῶν ἀφωσιωμένων καὶ ἱερῶν καὶ ἀμφοτέρους διατηρεῖν, αὐτοὶ ἐκ φρονήματος κατεπαρθέντες μείζονος, παριδόντες καὶ τὰ συγκείμενα, ἐντὸς αὐτῆς τῆς βασιλέως οἰκίας κατὰ τῶν ἱκετῶν τῇ βασιλείᾳ πολέμους ἐξέφερον. καὶ διὰ ταῦτα βασιλεὺς μισήσας τὴν σφῶν ἔπαρσιν, ἐφίησι καὶ Ῥωμαίοις Γεννουί̈τας προσαμύνειν καταστᾶσιν εἰς πόλεμον. ὅθεν κἀκεῖνοι μὲν ἐξερχόμενοι καὶ ἰλαδὸν συνταττόμενοι διεμάχοντο γαίηθεν τοῖς ἐκ τῶν νηῶν.
ρουν. Ἐκεῖνοι δὲ τότε, ὡς προσελῶντες ἀνήγοντο, Η συγκείμενον παρὰ βασιλέως ἀρχῆθεν τοῦ δεξαμένου
[Ρ. 162] νήας μακρὰς φανείσας Γεννουίτῶν ἐγγύθεν
πλεούσας επέσπευδον τὴν πρὸς ἐκείνας. 'Αλλ' αἱ
μὲν ἐλαφραὶ οὖσαι, θαῤῥοῦσαι τῇ ταχύτητι, ἐπ' ὀλί
τον προσέμενον, καὶ πλησιαζόντων ἐκείνων αὐτοὶ
ταχυναυτοῦντες πολλῷ πλέον ἢ πρότερον ἀπεῖχον
διάστημα. Τοῦτο δὲς καὶ τρὶς γεγονὸς, ἐπεὶ ἑώρων
πονοῦντες ἀνήνυτα, ἀφέντες ἐκείνους πληροῦσι νεῶν
τὸν λιμένα τὸ Κέρας. Καὶ Γεννουῖτας μὲν οὐ κατὰ
τὴν περαίαν καταλαμβάνουσι. Τὴν γὰρ τῶν νηών
ἐκεῖνοι προεγνωκότες έφοδον, προσλιπαροῦσι βασι
λέα αὐτοὺς καὶ γυναῖκας καὶ παῖδας καὶ πράγματα
ἐντὸς πόλεως δέξασθαι· φανερὰν γὰρ ἐπὶ σφᾶς εἶναι
τὴν ἔφοδον. Οἷς δι᾿ ἀνάγκην βασιλεὺς γίνεται κάτο
αινος, καὶ τὸ κατὰ Βλαχέρνας μέρος σφίσι δίδωσιν,
ὅπου νῆας ἰδίας βυθίζουσιν ὡς φυλάξοντες, αὐτοὶ δὲ
τὴν ἐκ τῆς ἰδίας χειρὸς ἕκαστος πρὸς τὸ συμβάν
παραμυθίαν ζητῶν τῆς εἰς τὸ δυνατὸν οὐκ ἠμέλουν
δυνατὸν οὐκ ἠμέλουν
σωτηρίας. Διὰ ταῦτα κἀκείνους κακοῦν οἱ ἐπιόντες
οὐκ ἔχοντες, σκευαγωγησάντων καὶ τῶν Ῥωμαίων
ἐκ τῆς περαίας, πῦρ ταῖς τῶν Ἰταλῶν οἰκίαις ἐνές
σαν καὶ κατεπίμπρων τέλεον. Κἀκεῖνοι μὲν τῷ κατ
επαίρεσθαι τῶν ἐντὸς ἀπειροκαλίας αἰτίαν εἶχον,
ἐπιμαινόμενοι τοῖς ἀψύχοις, οἱ δ' ἐντὸς τέως ἀνάν
ὅρων ἔφερον σχῆμα κατεπτηχότες ὑπὸ τοῖς τείχεσιν.
Οἱ δ᾽ ἐς τοσοῦτον αὐθαδείας ἐξώκειλαν, ὥστε καὶ
τὰ γένη ὥστε διαφορᾶς ξυμβάσης αὐτοῖς ἐκτὸς, Εν
δοθεν μὲν τῶν τῆς ᾿Αβύδου στενῶν, ἔνδοθεν δὲ τοῦ
Φάρου, οὕτω κατὰ θάλατταν μάχεσθαι, τὸ μέσον δὲ
τούτων πάσαις ἄβατον μάχαις ὡς τι τῶν ἀφωσιωμέ
νων καὶ ἱερῶν καὶ ἀμφοτέρους διατηρεῖν, αὐτοὶ ἐκ
φρονήματος κατεπαρθέντες μείζονος, παριδόντες
καὶ τὰ συγκείμενα, ἐντὸς αὐτῆς τῆς βασιλέως οἰκίας
κατὰ τῶν ἱκετῶν τῇ βασιλείᾳ πολέμους ἐξέφερον.
Καὶ διὰ ταῦτα βασιλεὺς μισήσας τὴν σφῶν ἔπαρσιν,
ἐφίησι καὶ Ῥωμαίοις Γεννουίτας προσαμύνειν και
ταστᾶσιν εἰς πόλεμον. Οθεν κἀκεῖνοι μὲν ἐξερχό
μενοι καὶ ἱλαδὸν συνταττόμενοι διεμάχοντο γαίηθεν
τοῖς ἐκ τῶν νηῶν· τὸ δὲ τοῦ βασιλέως στρατιωτι
κὸν, ὅσον ἦν ἐν πεζοῖς τε καὶ ἐλαφρὸν, ἐκ τειχῶν
προκύπτον, τόξοις βάλλοντες καὶ σφενδόναις τοὺς ἐν
ταῖς ναυσὶν ἐκάκουν καὶ τὰς ἐμβολὰς σφῶν ἐποίουν
ἀσθενεστέρας. Ηδη δὲ καὶ πετροβόλον μηχάνημα
διεκίνουν, ἐκεῖσε τοῦ βασιλέως ἔξω βελῶν ἱσταμένου
καὶ βλέποντος, καὶ μεγίστοις τοῖς ἀπ' ἐκείνον [Ρ. 163]
λίθοις τὰ τῆς ἡμετέρας νεώς κόρυμβα, ἣν ἐκεῖνοι
κατεῖχον πολεμοῦντες ἐκεῖθεν κατὰ τοῦ τείχους.
κατέφλων πέμποντες, καὶ τῆς ὁρμῆς τοὺς ἄνδρας
ἀνέστελλον. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἐσοψὲ ὁ πόλεμος διετείνετο
καὶ ἅπαν τὸ παρ' ἐκείνων μηχάνημα ἔργων ὑστέρει
καὶ οὐδὲν ἠνύοντο, ἐκ μανίας ἀπαλλάξαντες πλεί
τὸ δὲ τοῦ βασιλέως στρατιωτικόν, ὅσον ἦν ἐν πεζοῖς τε καὶ ἐλαφρόν, ἐκ τειχῶν προκύπτον, τόξοις βάλλοντες καὶ σφενδόναις τοὺς ἐν ταῖς ναυσὶν ἐκάκουν καὶ τὰς ἐμβολὰς σφῶν ἐποίουν ἀσθενεστέρας. ἤδη δὲ καὶ πετροβόλον μηχάνημα διεκίνουν, ἐκεῖσε τοῦ βασιλέως ἔξω βελῶν ἱσταμένου καὶ βλέποντος, καὶ μεγίστοις τοῖς ἀπ’ ἐκείνου λίθοις τὰ τῆς ἡμετέρας νεὼς κόρυμβα, ἣν ἐκεῖνοι κατεῖχον πολεμοῦντες ἐκεῖθεν κατὰ τοῦ τείχους, κατέφλων πέμποντες, καὶ τῆς ὁρμῆς τοὺς ἄνδρας ἀνέστελλον. ἐπεὶ δὲ καὶ ἐσοψὲ ὁ πόλεμος διετείνετο καὶ ἅπαν τὸ παρ’ ἐκείνων μηχάνημα ἔργων ὑστέρει καὶ οὐδὲν ἠνύοντο, ἐκ μανίας ἀπαλλάξαντες πλείστης ὅτι καὶ αὐτοὶ Ῥωμαῖοι τούτοις ἐπῄεσαν, στραφέντες αὐθημερὸν πῦρ ἐμβάλλουσι καὶ ταῖς τῶν Ῥωμαίων οἰκίαις, καὶ καταφθείρουσι τέλεον. δι’ ὅλης μὲν οὖν νυκτὸς τὸ πῦρ ἐνέμετο τὰς οἰκίας, φλεγομέναις δ’ ἐπανέτειλεν ἡ ἡμέρα. αὐτοὶ δὲ τάς τε ναῦς προσελάσαντες καὶ τοῖς θυρεοῖς φραξάμενοι μάχην στερρὰν ἐγείρουσι Γεννουί̈ταις. οἱ δὲ τὰς ἐμβολὰς καὶ πάλιν δεχόμενοι ἀπημύνοντο, ἕως καί τινα τῶν ἐν μεγιστᾶσιν ἐκείνων βαλόντες φονεύουσιν.
ρουν. Ἐκεῖνοι δὲ τότε, ὡς προσελῶντες ἀνήγοντο, Η συγκείμενον παρὰ βασιλέως ἀρχῆθεν τοῦ δεξαμένου
[Ρ. 162] νήας μακρὰς φανείσας Γεννουίτῶν ἐγγύθεν
πλεούσας επέσπευδον τὴν πρὸς ἐκείνας. 'Αλλ' αἱ
μὲν ἐλαφραὶ οὖσαι, θαῤῥοῦσαι τῇ ταχύτητι, ἐπ' ὀλί
τον προσέμενον, καὶ πλησιαζόντων ἐκείνων αὐτοὶ
ταχυναυτοῦντες πολλῷ πλέον ἢ πρότερον ἀπεῖχον
διάστημα. Τοῦτο δὲς καὶ τρὶς γεγονὸς, ἐπεὶ ἑώρων
πονοῦντες ἀνήνυτα, ἀφέντες ἐκείνους πληροῦσι νεῶν
τὸν λιμένα τὸ Κέρας. Καὶ Γεννουῖτας μὲν οὐ κατὰ
τὴν περαίαν καταλαμβάνουσι. Τὴν γὰρ τῶν νηών
ἐκεῖνοι προεγνωκότες έφοδον, προσλιπαροῦσι βασι
λέα αὐτοὺς καὶ γυναῖκας καὶ παῖδας καὶ πράγματα
ἐντὸς πόλεως δέξασθαι· φανερὰν γὰρ ἐπὶ σφᾶς εἶναι
τὴν ἔφοδον. Οἷς δι᾿ ἀνάγκην βασιλεὺς γίνεται κάτο
αινος, καὶ τὸ κατὰ Βλαχέρνας μέρος σφίσι δίδωσιν,
ὅπου νῆας ἰδίας βυθίζουσιν ὡς φυλάξοντες, αὐτοὶ δὲ
τὴν ἐκ τῆς ἰδίας χειρὸς ἕκαστος πρὸς τὸ συμβάν
παραμυθίαν ζητῶν τῆς εἰς τὸ δυνατὸν οὐκ ἠμέλουν
δυνατὸν οὐκ ἠμέλουν
σωτηρίας. Διὰ ταῦτα κἀκείνους κακοῦν οἱ ἐπιόντες
οὐκ ἔχοντες, σκευαγωγησάντων καὶ τῶν Ῥωμαίων
ἐκ τῆς περαίας, πῦρ ταῖς τῶν Ἰταλῶν οἰκίαις ἐνές
σαν καὶ κατεπίμπρων τέλεον. Κἀκεῖνοι μὲν τῷ κατ
επαίρεσθαι τῶν ἐντὸς ἀπειροκαλίας αἰτίαν εἶχον,
ἐπιμαινόμενοι τοῖς ἀψύχοις, οἱ δ' ἐντὸς τέως ἀνάν
ὅρων ἔφερον σχῆμα κατεπτηχότες ὑπὸ τοῖς τείχεσιν.
Οἱ δ᾽ ἐς τοσοῦτον αὐθαδείας ἐξώκειλαν, ὥστε καὶ
τὰ γένη ὥστε διαφορᾶς ξυμβάσης αὐτοῖς ἐκτὸς, Εν
δοθεν μὲν τῶν τῆς ᾿Αβύδου στενῶν, ἔνδοθεν δὲ τοῦ
Φάρου, οὕτω κατὰ θάλατταν μάχεσθαι, τὸ μέσον δὲ
τούτων πάσαις ἄβατον μάχαις ὡς τι τῶν ἀφωσιωμέ
νων καὶ ἱερῶν καὶ ἀμφοτέρους διατηρεῖν, αὐτοὶ ἐκ
φρονήματος κατεπαρθέντες μείζονος, παριδόντες
καὶ τὰ συγκείμενα, ἐντὸς αὐτῆς τῆς βασιλέως οἰκίας
κατὰ τῶν ἱκετῶν τῇ βασιλείᾳ πολέμους ἐξέφερον.
Καὶ διὰ ταῦτα βασιλεὺς μισήσας τὴν σφῶν ἔπαρσιν,
ἐφίησι καὶ Ῥωμαίοις Γεννουίτας προσαμύνειν και
ταστᾶσιν εἰς πόλεμον. Οθεν κἀκεῖνοι μὲν ἐξερχό
μενοι καὶ ἱλαδὸν συνταττόμενοι διεμάχοντο γαίηθεν
τοῖς ἐκ τῶν νηῶν· τὸ δὲ τοῦ βασιλέως στρατιωτι
κὸν, ὅσον ἦν ἐν πεζοῖς τε καὶ ἐλαφρὸν, ἐκ τειχῶν
προκύπτον, τόξοις βάλλοντες καὶ σφενδόναις τοὺς ἐν
ταῖς ναυσὶν ἐκάκουν καὶ τὰς ἐμβολὰς σφῶν ἐποίουν
ἀσθενεστέρας. Ηδη δὲ καὶ πετροβόλον μηχάνημα
διεκίνουν, ἐκεῖσε τοῦ βασιλέως ἔξω βελῶν ἱσταμένου
καὶ βλέποντος, καὶ μεγίστοις τοῖς ἀπ' ἐκείνον [Ρ. 163]
λίθοις τὰ τῆς ἡμετέρας νεώς κόρυμβα, ἣν ἐκεῖνοι
κατεῖχον πολεμοῦντες ἐκεῖθεν κατὰ τοῦ τείχους.
κατέφλων πέμποντες, καὶ τῆς ὁρμῆς τοὺς ἄνδρας
ἀνέστελλον. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἐσοψὲ ὁ πόλεμος διετείνετο
καὶ ἅπαν τὸ παρ' ἐκείνων μηχάνημα ἔργων ὑστέρει
καὶ οὐδὲν ἠνύοντο, ἐκ μανίας ἀπαλλάξαντες πλεί
PG 144:265καὶ διὰ ταῦτα ψυχρότεροι τῆς ἐλπίδος ἀποχωρήσαντες ἀνακωχήν τε τῷ πολέμῳ ἐδίδουν καὶ κατ’ αὐτοὺς ἦσαν. 19. Τότε καὶ βασιλεὺς πέμψας τὸν εἰς κεφαλὴν τεταγμένον ἐκείνων μετακαλεῖται μεθ’ ὅτι πλείστης τῆς ἱλαρότητος, καὶ ὑπὸ τῇ προσηκούσῃ ἀσφαλείᾳ σὺν ἑτέροις καταλαβόντι ὠνείδιζέ τε τὰς παραλόγους ὁρμάς, καὶ τὴν τῶν συγκειμένων τῇ βασιλείᾳ μετὰ τούτων παραβασίαν εἰς φανερὰν ἐτίθει αἰτίαν, τὸ δὲ καὶ πῦρ ἐνιέναι Ῥωμαίων οἰκίαις ταττομένοις ἐν φίλοις ὑπερβολὴν μανίας ἔκρινεν. ὁ δὲ πόλλ’ ἄττα πρὸς βασιλέα λέγων τε καὶ ἀπολογούμενος οὐδὲν πλέον τοῦ κακῶς δόξαι πράττειν καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς ἀπηνέγκατο. ὅμως δ’ ἐξ αὐτῆς πρεσβείαν μὲν στέλλει πρὸς τὴν ἐκείνων συναγωγήν, αὐτῶν γε λαβόντων ἐπὶ τῶν ἰδίων νεῶν τὸν εἰς πρεσβευτὴν ταχθέντα. ὁ δ’ ἦν ὁ Κρήτης Νικηφόρος, ἀνὴρ γεραρὸς καὶ τίμιος καὶ διὰ πολλὰ μὲν προκριθεὶς εἰς τοῦτο, πλέον δὲ καὶ ὅτι ὡς οἰκεῖον δῆθεν ἀρχιερέα ἔμελλον βλέπειν Βενετικοί· Κρήτη γὰρ ὑπὸ τούτους ἦν, ἧς ἐκεῖνος ἀρχιερεὺς ἐπικεκήρυκτο, εἰ καὶ πόρρω διῆγε ταύτης διὰ τὴν τῶν Ἰταλῶν ἐπικράτειαν.
στης ὅτι καὶ αὐτοὶ Ῥωμαίοι τούτοις επήεσαν, στρα- προς βασιλέα λέγων τε καὶ ἀπολογούμενος οὐδὲν
φέντες αυθημερόν πῦρ ἐμβάλλουσι καὶ ταῖς τῶν Ῥω
μαίων οἰκίαις, καὶ καταφθείρουσι τέλεον. Δι' ὅλης
μὲν οὖν νυκτὸς τὸ πῦρ ἐνέμετο τὰς οἰκίας, φλεγο
μέναις δ᾽ ἐπανέτειλεν ἡ ἡμέρα. Αὐτοὶ δὲ τάς τε ναῦς
προσελάσαντες καὶ τοῖς θυρεοῖς φραξάμενοι μάχην
στεῤῥὰν ἐγείρουσι Γεννουίταις. Οἱ δὲ τὰς ἐμβολὰς
καὶ πάλιν δεχόμενοι ἀπημύνοντο, ἕως καί τινα τῶν
ἐν μεγιστᾶσιν ἐκείνων βαλόντες φονεύουσιν. Καὶ
διὰ ταῦτα ψυχρότεροι τῆς ἐλπίδος ἀποχωρήσαντες
ἀνακωχήν τε τῷ πολέμῳ ἐδίδουν καὶ κατ᾿ αὐτοὺς
ἦσαν.
ιθ'. "Οπως ὁ βασιλεὺς μεταπεμψάμενος τὸν ἡγε
μένα αὐτῶν πρεσβείαν στέλλει.
Τότε καὶ βασιλεὺς πέμψας τὸν εἰς κεφαλὴν τεταγ
μένον ἐκείνων μετακαλεῖται μεθ' ὅτι πλείστης τῆς
Παρότητος, καὶ ὑπὸ τῇ προσηκούσῃ ἀσφαλείς συν
ἑτέροις καταλαβόντι ώνείδιζέ τε τὰς παραλόγους
ὁρμᾶς, καὶ τὴν τῶν συγκειμένων τῇ βασιλείᾳ μετὰ
τούτων παραβασίαν εἰς φανερὰν ἐτίθει αἰτίαν, τὸ δὲ
καὶ πῦρ ἐνιέναι Ῥωμαίων οἰκίαις ταττομένοις ἐν
φίλοις ὑπερβολὴν μανίας ἔκρινεν. ῾Ο δὲ πόλλ' ἅττα
πλέον τοῦ κακῶς δόξαι πράττειν καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς
ἀπηνέγκατο. Όμως δ' ἐξ αὐτῆς πρεσβείαν μὲν
στέλλει πρὸς τὴν ἐκείνων συναγωγήν, [Ρ. 164] αὐτ
τῶν γε λαβόντων ἐπὶ τῶν ἰδίων νεῶν τὸν εἰς πρε
σβευτήν ταχθέντα. Ὁ δ᾽ ἦν ὁ Κρήτης Νικηφόρος,
ἀνὴρ γεραρός καὶ τίμιος καὶ διὰ πολλὰ μὲν προκρι
θεὶς εἰς τοῦτο, πλέον δὲ καὶ ὅτι ὡς οἰκεῖον δῆθεν
ἀρχιερέα ἔμελλον βλέπειν Βενετικοί· Κρήτη γὰρ
ὑπὸ τούτους ἦν, ἧς ἐκεῖνος ἀρχιερεὺς ἐπικεκήρυκτο,
εἰ καὶ πόρρω διῆγε ταύτης διὰ τὴν τῶν Ἰταλῶν
ἐπικράτειαν. Αὐτὸς δὲ βασιλεὺς εἰς ἀγανάκτησιν τὴν
πρέπουσαν προηγμένος, καὶ μάλιστα διὰ τὴν τοῦ
καταφρονηθῆναι δόξαν, επισχὼν τοὺς ἐν τῇ πόλει
Βενετικοὺς ἱκανοῖς χρήμασι μέχρι δὴ καὶ εἰς χιλιά
δας ὀγδοήκοντα ἐνεχύραζε τῶν πυρποληθεισῶν οἰ
κιῶν χάριν, ὅσαι τε Ἰταλῶν κατὰ τὴν περαίαν ἦσαν
καὶ ὅσαι Ρωμαίων· καὶ γὰρ καὶ τὰς τῶν Ἰταλῶν
χρεὼν ἦν δεφενδεύειν διὰ τὰ συγκείμενα βασιλεῖ τε
καὶ σφίσι. Δοκοῦσι δέ μοι καὶ Γεννουῖται τῆς αὐτῆς
χάριν αἰτίας ἐς ὕστερον τῶν ἐν τῇ πόλει κατεπαρ
θῆναι Βενετικῶν.
αὐτὸς δὲ βασιλεὺς εἰς ἀγανάκτησιν τὴν πρέπουσαν προηγμένος, καὶ μάλιστα διὰ τὴν τοῦ καταφρονηθῆναι δόξαν, ἐπισχὼν τοὺς ἐν τῇ πόλει Βενετικοὺς ἱκανοῖς χρήμασι μέχρι δὴ καὶ εἰς χιλιάδας ὀγδοήκοντα ἐνεχύραζε τῶν πυρποληθεισῶν οἰκιῶν χάριν, ὅσαι τε Ἰταλῶν κατὰ τὴν περαίαν ἦσαν καὶ ὅσαι Ῥωμαίων· καὶ γὰρ καὶ τὰς τῶν Ἰταλῶν χρεὼν ἦν δεφενδεύειν διὰ τὰ συγκείμενα βασιλεῖ τε καὶ σφίσι. δοκοῦσι δέ μοι καὶ Γεννουῖ̈ται τῆς αὐτῆς χάριν αἰτίας ἐς ὕστερον τῶν ἐν τῇ πόλει κατεπαρθῆναι Βενετικῶν.
στης ὅτι καὶ αὐτοὶ Ῥωμαίοι τούτοις επήεσαν, στρα- προς βασιλέα λέγων τε καὶ ἀπολογούμενος οὐδὲν
φέντες αυθημερόν πῦρ ἐμβάλλουσι καὶ ταῖς τῶν Ῥω
μαίων οἰκίαις, καὶ καταφθείρουσι τέλεον. Δι' ὅλης
μὲν οὖν νυκτὸς τὸ πῦρ ἐνέμετο τὰς οἰκίας, φλεγο
μέναις δ᾽ ἐπανέτειλεν ἡ ἡμέρα. Αὐτοὶ δὲ τάς τε ναῦς
προσελάσαντες καὶ τοῖς θυρεοῖς φραξάμενοι μάχην
στεῤῥὰν ἐγείρουσι Γεννουίταις. Οἱ δὲ τὰς ἐμβολὰς
καὶ πάλιν δεχόμενοι ἀπημύνοντο, ἕως καί τινα τῶν
ἐν μεγιστᾶσιν ἐκείνων βαλόντες φονεύουσιν. Καὶ
διὰ ταῦτα ψυχρότεροι τῆς ἐλπίδος ἀποχωρήσαντες
ἀνακωχήν τε τῷ πολέμῳ ἐδίδουν καὶ κατ᾿ αὐτοὺς
ἦσαν.
ιθ'. "Οπως ὁ βασιλεὺς μεταπεμψάμενος τὸν ἡγε
μένα αὐτῶν πρεσβείαν στέλλει.
Τότε καὶ βασιλεὺς πέμψας τὸν εἰς κεφαλὴν τεταγ
μένον ἐκείνων μετακαλεῖται μεθ' ὅτι πλείστης τῆς
Παρότητος, καὶ ὑπὸ τῇ προσηκούσῃ ἀσφαλείς συν
ἑτέροις καταλαβόντι ώνείδιζέ τε τὰς παραλόγους
ὁρμᾶς, καὶ τὴν τῶν συγκειμένων τῇ βασιλείᾳ μετὰ
τούτων παραβασίαν εἰς φανερὰν ἐτίθει αἰτίαν, τὸ δὲ
καὶ πῦρ ἐνιέναι Ῥωμαίων οἰκίαις ταττομένοις ἐν
φίλοις ὑπερβολὴν μανίας ἔκρινεν. ῾Ο δὲ πόλλ' ἅττα
πλέον τοῦ κακῶς δόξαι πράττειν καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς
ἀπηνέγκατο. Όμως δ' ἐξ αὐτῆς πρεσβείαν μὲν
στέλλει πρὸς τὴν ἐκείνων συναγωγήν, [Ρ. 164] αὐτ
τῶν γε λαβόντων ἐπὶ τῶν ἰδίων νεῶν τὸν εἰς πρε
σβευτήν ταχθέντα. Ὁ δ᾽ ἦν ὁ Κρήτης Νικηφόρος,
ἀνὴρ γεραρός καὶ τίμιος καὶ διὰ πολλὰ μὲν προκρι
θεὶς εἰς τοῦτο, πλέον δὲ καὶ ὅτι ὡς οἰκεῖον δῆθεν
ἀρχιερέα ἔμελλον βλέπειν Βενετικοί· Κρήτη γὰρ
ὑπὸ τούτους ἦν, ἧς ἐκεῖνος ἀρχιερεὺς ἐπικεκήρυκτο,
εἰ καὶ πόρρω διῆγε ταύτης διὰ τὴν τῶν Ἰταλῶν
ἐπικράτειαν. Αὐτὸς δὲ βασιλεὺς εἰς ἀγανάκτησιν τὴν
πρέπουσαν προηγμένος, καὶ μάλιστα διὰ τὴν τοῦ
καταφρονηθῆναι δόξαν, επισχὼν τοὺς ἐν τῇ πόλει
Βενετικοὺς ἱκανοῖς χρήμασι μέχρι δὴ καὶ εἰς χιλιά
δας ὀγδοήκοντα ἐνεχύραζε τῶν πυρποληθεισῶν οἰ
κιῶν χάριν, ὅσαι τε Ἰταλῶν κατὰ τὴν περαίαν ἦσαν
καὶ ὅσαι Ρωμαίων· καὶ γὰρ καὶ τὰς τῶν Ἰταλῶν
χρεὼν ἦν δεφενδεύειν διὰ τὰ συγκείμενα βασιλεῖ τε
καὶ σφίσι. Δοκοῦσι δέ μοι καὶ Γεννουῖται τῆς αὐτῆς
χάριν αἰτίας ἐς ὕστερον τῶν ἐν τῇ πόλει κατεπαρ
θῆναι Βενετικῶν.
PG 144:268[] τοῦ γὰρ αὐτοῦ ἔτους, μηνὸς Σκιρροφοριῶνος λήγοντος, ἔκ τινος εἰκαίας αἰτίας παρακροτήσαντες ἑαυτούς, καὶ αὐτοῦ τοῦ ῥηγὸς Ἀρμενίας τυχόντος ἐν πόλει, ὃς δὴ καὶ κατὰ φρερίους Ἰταλοὺς διῆγε, τὰ πλεῖστα γοῦν καὶ αὐτοῦ δυσωποῦντος καὶ μεσιτεύοντος, πλεῖστοι ὀλίγοις καὶ ἡμέροις ἄγριοι ἐπιθέμενοι, δυναστεύσαντες καὶ αὐτὴν τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, τολμῶσι τὰ ἀνοσιώτατα πράττειν, θυμῷ τε συστρατιώτῃ χρησάμενοι καὶ ὀργῇ ἐκ μνήμης τῶν χθὲς συμπεσόντων σπάθας τε γυμνοῦσι, καὶ συῶν τρόπῳ ὀδόντας θήξαντες ἄνδρας ὑποκλινομένους σφίσι καὶ λιπαρῶς ἐξ ἀνάγκης δεομένους μεγίστης ἀνηλεῶς αὐθημερὸν κτείνουσιν, ἐντὸς οἰκιῶν κατασφάττοντες ἱερείων νόμῳ. ἀπὸ γὰρ τοῦ σφῶν μπαϊούλου ἀρξάμενοι, ὃν ἐγκεκλεισμένον ἀπὸ τέγους χαλασθέντες κρεανομοῦσι, τοῖς λοιποῖς ὅπου τύχοιεν ἐπιτίθενται, ὡς καὶ συχνοὺς ἅμα τεθάφθαι καὶ γενέσθαι τὰ μνήματα πολυάνδρια.
PG 144:270τῶν γοῦν ἐπιφανῶν οὕτως ὀλωλότων ἀνδρῶν οἱ ἐλλελειμμένοι, βάναυσοί τινες ὄντες καὶ σκυτοτόμοι καὶ κιβωτῶν τέκτονες καὶ πάσης ἄλλης ἐπήβολοι τέχνης, τότε μὲν ὑπὸ σκότον δύντες τὸ ξίφος ἐκφεύγουσιν, ὕστερον δὲ διὰ δέους ὄντες μετοικεῖν εἰς τὴν ἰδίαν χώραν καὶ τὴν τοῦ γένους συναγωγὴν ἔγνωσαν. [] ὁ γὰρ βασιλεὺς ἅμα μὲν τῷ ταῦτα γενέσθαι δι’ ἐννοίας γενόμενος μὴ αἰτίαν σχοίη ὡς συμπράξειε δῆθεν, πρέσβεις ἐκλεξάμενος τόν τε μοναχὸν Μάξιμον τὸν Πλανούδην καὶ τὸν ὀρφανοτρόφον Λέοντα, ἄνδρας ἐλλογίμους καὶ συνετούς, ἐπ’ Ἀκουϊλίας ἀπέστειλεν, ἀπολογούμενος τῷ κοινῷ συνεδρίῳ τούτων καὶ παριστῶν τό οἱ ἐπὶ τοῖς τετελεσμένοις ἀναίτιον. οἳ καὶ παραγεγονότες ἐν χρῷ κινδύνου κατέστησαν, τῶν προσγενῶν τῶν φονευθέντων σφίσιν ἐπαναστάντων. μόλις δὲ τοὺς περιόντας οἰκείους ζητήσαντες καὶ λαβόντες, περὶ τῆς μετὰ τῶν Ῥωμαίων εἰρήνης τῆς νῦν ὡς πάλαι καιρὸν ἐτίθουν βουλεύεσθαι.
οὐ μὴν δὲ καὶ πρέσβεις ἀντεπέστελλον τότε, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν περιαλγῶς ἐξωνειδίζοντο βασιλεῖ τε καὶ Ῥωμαίοις, ὅπως ἐντὸς χειρῶν ἐκείνων τοιαύταις συμφοραῖς μὴ χωρουμέναις τῷ ἐκείνων ἔθει τοὺς οἰκείους οἱ ἐχθραίνοντες περιέβαλον. τὰ μέντοι γε πράγματα τῶν Βενετικῶν καὶ σφοδρότερον ἀνταπῄτουν (τὰ δ’ ἦσαν ἃ φθάσας ὁ βασιλεὺς ἀντὶ τῶν πυρποληθεισῶν οἰκιῶν ἐνεχύραζεν) ὡς οὐχ οἵων τε τῶν σπονδῶν γενήσεσθαι, εἰς ἀνανέωσιν ἤδη κειμένων, ἐξηνυσμένων τῶν τῆς προτέρας εἰρήνης καιρῶν, εἰ μὴ ταῦτα γένοιτο. βασιλεὺς δὲ καὶ ἔτι ἀπρὶξ εἴχετο τούτων, οὐ κατὰ χρείαν μᾶλλον ἢ τὴν τοῦ δικαίου δόξαν, ὑπερηφανῶν ὅλως ὡς ἐκείνων καὶ μᾶλλον αὖθις τῆς πρὸς Ῥωμαίους δεηθησομένων εἰρήνης. 22. Τῆς μὲν τοῦ βασιλέως περὶ τὴν ἐκκλησίαν κηδεμονίας πολλὰ καὶ ἄλλα τὰ δείγματα, εἰ καὶ τὰ κατ’ αὐτὴν πράγματα ὕδρα τις ἦν ἡ μυθευομένη καὶ πολλὰς σκανδάλων ἀνέφυε κεφαλάς. ἔδει δὲ πάντως τῷ Ἡρακλεῖ τέμνοντι καὶ ἐπικάοντος Ἰολάου. ἀλλ’ ὁ μὲν Ἡρακλῆς ἦν οὗτος, Ἰόλαος δὲ ὁ καὶ ἄξιος συνεργὸς ἐζητεῖτο μέν, οὐχ εὑρίσκετο δέ.
διὰ τοῦτο καὶ οὐκ ἦν ὅλως μόνον τὰς τομὰς εὐοδεῖν, εἰ καὶ μὴ τὸ ξίφος τῆς φροντίδος ἠμβλύνετο. καὶ ἀφίημι τὰς παρὰ τῶν σχιζομένων ἀφανεῖς τε καὶ φανερὰς ἐπιτεχνιτεύσεις, ψυχρῶν χαρίτων παρὰ πολλῶν κατατιθεμένων αὐτῇ, ὡς εἰρηνεύειν μέν, οὐ μὴν δὲ καὶ παγίως ἔχειν πρὸς τὴν εἰρήνην, ἀλλ’ ἀμφικλινῶς καὶ ὡς ἔτυχεν. ἀλλ’ οἷον τὸ τότε. φάκελος γὰρ γραμμάτων καὶ τόμος, ὃ δὴ λέγεται φάμουσος, εἰς χεῖρας τῷ βασιλεῖ γίνεται, τὸ μὲν ὅθεν καὶ παρὰ τίνων οὐκ οἶδα, τέως δὲ πόλλ’ ἄττα φέρων αἰτιάματα. τοῦτον βουληθεὶς ἀνατρέπειν ὁ βασιλεὺς καὶ λόγους φέρειν παλαίοντας (ἥπτοντο γὰρ ἐπιεικῶς κἀκείνου τὰ αἰτιάματα) τὸ μὲν γραφαῖς τὴν ἀντιλογίαν ἐπιτρέπειν γίνεσθαι, ὡς ἄν γε κατὰ ῥῆμα τὰ τῆς ἀνασκευῆς γίγνοιτο, οὐκ ἐδοκίμαζε τέως πολλῶν αἰτιῶν ἕνεκα· αὐτὸς δ’ ἔγνω προκαθίσας, συναγωγῆς κοινῆς γεγονυίας, καθ’ ἓν ἀναγινωσκόμενον ἀνατρέπειν. καὶ γέγονεν οὕτω.
PG 144:271καὶ δὴ συνάγονται μὲν ἀρχιερεῖς συνάγονται δ’ οἱ τοῦ κλήρου καὶ μοναχοὶ καὶ λαός, καὶ βασιλεὺς ἅμα τοῖς ἐν τέλει συνεδριάσας ἕκαστον κεφάλαιον τῶν τοῦ τόμου οὐκ ἀγενῶς διέλυεν, ἔργῳ δεικνὺς ὡς πειθὼ κρείττων βίας, καὶ μᾶλλον ὅπου καὶ τὸ τῆς ἐξουσίας ὑφορᾶσθαι πέφυκε πρὸς τὴν τοῦ κρατεῖν ἰσχὺν συμβαλλόμενον. καὶ ὁ γράψας ἀφανὴς ἦν, τὴν οὐδενίαν τάχα καὶ τὸ μὴ ἐπί τισιν ἰσχυρίζεσθαι τῇ ἐκ τῆς ἐξουσίας ὑπωπτευμένῃ βίᾳ καλύπτειν οἰόμενος· βασιλεὺς δ’ ἐμφανῶς ἀντέλεγε προτιθεὶς τοῖς πᾶσιν εἰς κοινὸν τοὺς λόγους, τὴν μὲν ἀνάγκην τῆς ἐξουσίας ἐν μέρει τιθείς, τῇ δὲ πειθοῖ προσάγεσθαι θέλων ἐκ περιουσίας πολλῆς τὸν ἀκούοντα. 23. Τοῦτο καὶ πρότερον ἐπὶ Ἀθανασίου πατριαρχοῦντος ἐποίει, καὶ κεφαλὴν ἄλλην σκανδάλου σοφῶς ἀπέκοπτε, καὶ λόγοις ἐπὶ κοινοῦ λεχθεῖσιν ὥς τισιν ἐπῳδαῖς τὸ ἀνοιδοῦν κατεμάλαττε· σοφοῦ γὰρ ἰατροῦ πρὸς τομῶντι πήματι τομὰς ἐπάγειν, πρὸς δ’ αὖ ὑφιέντι τῆς ἀνοιδήσεως προσηνέσι φαρμάκοις ἐκ τῶν λόγων καταστέλλειν πειρᾶσθαι, καὶ μηδὲν διδόναι τῇ ἐκτήξει πάροδον. καιρὸς δὲ συνάπτειν τοῖς παροῦσι καὶ τὸ ἧττον ἐγγίζον διὰ τὴν τῆς ὑποθέσεως γειτνιότητα.
διέλυεν, ἔργῳ δεικνὺς ὡς πειθώ κρείττων βίας, καὶ ἡ γειτνιότητα. Κεκίνητο λόγος τῷ βασιλεῖ περὶ τοῦ
μᾶλλον ὅπου καὶ τὸ τῆς ἐξουσίας ὑφορᾶσθαι πέφυκε
πρὸς τὴν τοῦ κρατεῖν ἰσχὺν συμβαλλόμενον. Καὶ
167] ὁ γράψας ἀφανὴς ἦν, τὴν οὐδενίαν τάχα
καὶ τὸ μὴ ἐπί τισιν ἰσχυρίζεσθαι τῇ ἐκ τῆς ἐξουσίας
ὑπωπτευμένῃ βίᾳ καλύπτειν οιόμενος· βασιλεὺς δ'
ἐμφανῶς ἀντέλεγε προτιθεὶς τοῖς πᾶσιν εἰς κοινὸν
τοὺς λόγους, τὴν μὲν ἀνάγκην τῆς ἐξουσίας ἐν μέρει
τιθεὶς, τῇ δὲ πειθοί προσάγεσθαι θέλων ἐκ περιου
σίας πολλῆς τὸν ἀκούοντα.
κγ'. Περὶ τοῦ κινηθέντος κατὰ τοῦ Φιλαδελφείας
ἐγκλήματος.
Τοῦτο καὶ πρότερον ἐπὶ ᾿Αθανασίου πατριαρχοῦν
τος ἐποίει, καὶ κεφαλὴν ἄλλην σκανδάλου σοφῶς
ἀπέκοπτε, καὶ λόγοις ἐπὶ κοινοῦ λεχθεῖσιν ὡς τισιν
ἐπῳδαῖς τὸ ἀνοιδοῦν κατεμάλαττε· σοφοῦ γὰρ ἰατροῦ
πρὸς τομώνει πήματι τομὰς ἐπάγειν, πρὸς δ' αὖ
ὑφιέντι τῆς ἀνοιδήσεως προσηνέσι φαρμάκοις ἐκ τῶν
λόγων καταστέλλειν πειρᾶσθαι, καὶ μηδὲν διδόναι
τῇ ἐκτήξει πάροδον. Καιρὸς δὲ συνάπτειν τοῖς πα
ροῦσι καὶ τὸ ἧττον ἐγγίζον διὰ τὴν τῆς ὑποθέσεως
κατὰ τὴν Βαβυλῶνα σουλτάν, διευλαβουμένῳ τέως
ὅπως εἰς ἀδελφότητα γράφοι τὸν ἐχθρὸν τοῦ σταυ
ροῦ. Καὶ τὸ πρᾶγμα ἐπιεικῶς τῶν ἀτόπων ἐδόκει,
εἰ καὶ σύνηθες ἦν ἐξ ἀρχαίου τοῖς εὐσεβῶς βασιλεύο
ουσιν. Οἷος οὖν ἦν ἐκεῖνος, πρὸς τοιαῦτα διευλαβού
μενος (τὸ γὰρ πατέρα γράφειν οὐκ ἀξιοῦντα τὸν
πάππαν διὰ τὸ δῆθεν ἐσφάλθαι, εἰς ἀδελφοὺς τάττειν
μὴ ὅτι γε ἄθεον, ἀλλὰ καὶ ἐχθρὸν τοῦ Ρ. 168] Χρι
στοῦ, πόνος ἦν οὐ μικρὸς ἐκείνῳ), κοινοῦται τισι τῶν
ἀρχιερέων παροῦσι τὸ σκέμμα, καὶ τὴν θεραπείαν
τοῦ συνειδότος ζητεῖ. Καὶ ὁ μὲν ἔλεγεν, ὁ δὲ ἄλλος
ἄλλο τι τὰ εἰς θεραπείαν τοῦ συνειδότος ἀπεσχεδία
ζεν. Ο μέντοι γε Φιλαδελφείας Θεόληπτος θέλων σε
ραπεύειν βασιλεῖ τὴν συνείδησιν, ἀνεκτὸν ἀπὸ Γρα
φῶν ἐπειρᾶτο τὸ πρᾶγμα δεικνύειν. ι Καὶ τί γε,
φησί, τοῦτο δεινὸν, εἰ καὶ τοῖς δαίμοσιν, οὐχ ὅπως
ἄνθρωποι πάντες, ἀλλὰ καὶ Χριστιανοὶ ἀδελφίζουσιν;
Τὴν γοῦν ἀνάγκην γίνεσθαι χάριν νίκα τῇ συνέσει.
Οπου δὲ τοῦτο καὶ γέγραπται; «Υἱοὶ μητρός μου
ἐμαχέσαντό μοι, ο λέγει ἡ ᾀσματίζουσα. Υἱοὺς δὲ
κεκίνητο λόγος τῷ βασιλεῖ περὶ τοῦ κατὰ τὴν Βαβυλῶνα σουλτάν, διευλαβουμένῳ τέως ὅπως εἰς ἀδελφότητα γράφοι τὸν ἐχθρὸν τοῦ σταυροῦ. καὶ τὸ πρᾶγμα ἐπιεικῶς τῶν ἀτόπων ἐδόκει, εἰ καὶ σύνηθες ἦν ἐξ ἀρχαίου τοῖς εὐσεβῶς βασιλεύουσιν. οἷος οὖν ἦν ἐκεῖνος, πρὸς τοιαῦτα διευλαβούμενος (τὸ γὰρ πατέρα γράφειν οὐκ ἀξιοῦντα τὸν πάπαν διὰ τὸ δῆθεν ἐσφάλθαι, εἰς ἀδελφοὺς τάττειν μὴ ὅτι γε ἄθεον ἀλλὰ καὶ ἐχθρὸν τοῦ Χριστοῦ, πόνος ἦν οὐ μικρὸς ἐκείνῳ) κοινοῦταί τισι τῶν ἀρχιερέων παροῦσι τὸ σκέμμα, καὶ τὴν θεραπείαν τοῦ συνειδότος ζητεῖ. καὶ ὁ μὲν ἔλεγεν, ὁ δὲ ἄλλος ἄλλο τι τὰ εἰς θεραπείαν τοῦ συνειδότος ἀπεσχεδίαζεν. ὁ μέντοι γε Φιλαδελφείας Θεόληπτος θέλων θεραπεύειν βασιλεῖ τὴν συνείδησιν, ἀνεκτὸν ἀπὸ γραφῶν ἐπειρᾶτο τὸ πρᾶγμα δεικνύειν. καὶ τί γε, φησί, τοῦτο δεινόν, εἰ καὶ τοῖς δαίμοσιν, οὐχ ὅπως ἄνθρωποι πάντες, ἀλλὰ καὶ Χριστιανοὶ ἀδελφίζουσιν; τὴν γοῦν ἀνάγκην γίνεσθαι χάριν νίκα τῇ συνέσει. ὅπου δὲ τοῦτο καὶ γέγραπται; υἱοὶ μητρός μου ἐμαχέσαντό μοι, λέγει ἡ ᾀσματίζουσα.
διέλυεν, ἔργῳ δεικνὺς ὡς πειθώ κρείττων βίας, καὶ ἡ γειτνιότητα. Κεκίνητο λόγος τῷ βασιλεῖ περὶ τοῦ
μᾶλλον ὅπου καὶ τὸ τῆς ἐξουσίας ὑφορᾶσθαι πέφυκε
πρὸς τὴν τοῦ κρατεῖν ἰσχὺν συμβαλλόμενον. Καὶ
167] ὁ γράψας ἀφανὴς ἦν, τὴν οὐδενίαν τάχα
καὶ τὸ μὴ ἐπί τισιν ἰσχυρίζεσθαι τῇ ἐκ τῆς ἐξουσίας
ὑπωπτευμένῃ βίᾳ καλύπτειν οιόμενος· βασιλεὺς δ'
ἐμφανῶς ἀντέλεγε προτιθεὶς τοῖς πᾶσιν εἰς κοινὸν
τοὺς λόγους, τὴν μὲν ἀνάγκην τῆς ἐξουσίας ἐν μέρει
τιθεὶς, τῇ δὲ πειθοί προσάγεσθαι θέλων ἐκ περιου
σίας πολλῆς τὸν ἀκούοντα.
κγ'. Περὶ τοῦ κινηθέντος κατὰ τοῦ Φιλαδελφείας
ἐγκλήματος.
Τοῦτο καὶ πρότερον ἐπὶ ᾿Αθανασίου πατριαρχοῦν
τος ἐποίει, καὶ κεφαλὴν ἄλλην σκανδάλου σοφῶς
ἀπέκοπτε, καὶ λόγοις ἐπὶ κοινοῦ λεχθεῖσιν ὡς τισιν
ἐπῳδαῖς τὸ ἀνοιδοῦν κατεμάλαττε· σοφοῦ γὰρ ἰατροῦ
πρὸς τομώνει πήματι τομὰς ἐπάγειν, πρὸς δ' αὖ
ὑφιέντι τῆς ἀνοιδήσεως προσηνέσι φαρμάκοις ἐκ τῶν
λόγων καταστέλλειν πειρᾶσθαι, καὶ μηδὲν διδόναι
τῇ ἐκτήξει πάροδον. Καιρὸς δὲ συνάπτειν τοῖς πα
ροῦσι καὶ τὸ ἧττον ἐγγίζον διὰ τὴν τῆς ὑποθέσεως
κατὰ τὴν Βαβυλῶνα σουλτάν, διευλαβουμένῳ τέως
ὅπως εἰς ἀδελφότητα γράφοι τὸν ἐχθρὸν τοῦ σταυ
ροῦ. Καὶ τὸ πρᾶγμα ἐπιεικῶς τῶν ἀτόπων ἐδόκει,
εἰ καὶ σύνηθες ἦν ἐξ ἀρχαίου τοῖς εὐσεβῶς βασιλεύο
ουσιν. Οἷος οὖν ἦν ἐκεῖνος, πρὸς τοιαῦτα διευλαβού
μενος (τὸ γὰρ πατέρα γράφειν οὐκ ἀξιοῦντα τὸν
πάππαν διὰ τὸ δῆθεν ἐσφάλθαι, εἰς ἀδελφοὺς τάττειν
μὴ ὅτι γε ἄθεον, ἀλλὰ καὶ ἐχθρὸν τοῦ Ρ. 168] Χρι
στοῦ, πόνος ἦν οὐ μικρὸς ἐκείνῳ), κοινοῦται τισι τῶν
ἀρχιερέων παροῦσι τὸ σκέμμα, καὶ τὴν θεραπείαν
τοῦ συνειδότος ζητεῖ. Καὶ ὁ μὲν ἔλεγεν, ὁ δὲ ἄλλος
ἄλλο τι τὰ εἰς θεραπείαν τοῦ συνειδότος ἀπεσχεδία
ζεν. Ο μέντοι γε Φιλαδελφείας Θεόληπτος θέλων σε
ραπεύειν βασιλεῖ τὴν συνείδησιν, ἀνεκτὸν ἀπὸ Γρα
φῶν ἐπειρᾶτο τὸ πρᾶγμα δεικνύειν. ι Καὶ τί γε,
φησί, τοῦτο δεινὸν, εἰ καὶ τοῖς δαίμοσιν, οὐχ ὅπως
ἄνθρωποι πάντες, ἀλλὰ καὶ Χριστιανοὶ ἀδελφίζουσιν;
Τὴν γοῦν ἀνάγκην γίνεσθαι χάριν νίκα τῇ συνέσει.
Οπου δὲ τοῦτο καὶ γέγραπται; «Υἱοὶ μητρός μου
ἐμαχέσαντό μοι, ο λέγει ἡ ᾀσματίζουσα. Υἱοὺς δὲ
PG 144:273υἱοὺς δὲ μητρὸς τῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ ὁ Νύσσης ἐξηγεῖται τοὺς δαίμονας, ὡς ἂν ἐκ τῆς αὐτῆς καὶ μιᾶς αἰτίας (ἡ δ’ ἔστιν, οἶμαι, ἡ τοῦ θεοῦ ἀγαθότης, ἀρχή τις γενομένη τοῖς μὴ οὖσιν εἰς ὄντωσιν) τούτους τε κἀκείνους ὡς ἐκ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς προῆχθαι καὶ ποιητοῦ. τοῦτο ἴσως καὶ κατὰ τὸ τυχὸν τῷ εἰπόντι παρέρριπται, ἐξ εἰκότων δὲ γέγονε μέγα καὶ εἰς σκανδάλου πρόφασιν ἱκανόν. ὁ γὰρ Δυρραχίου Νικήτας τὸν λόγον ἀκούσας οὐκ ἀνεκτὸν ἀκοαῖς εὐσεβέσιν ἡγήσατο πάμπαν, εἰ δαιμόνων ἀντικειμένων θεῷ ἄνθρωποι ὑπήκοοι τῷ Χριστῷ καὶ υἱοθετηθέντες θεῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος ἀδελφοὶ λέγοιντο. γνησίοις γοῦν διὰ ταῦτα τὸν εἰπόντα βλέπειν ὄμμασιν οὐκ ἠνέσχετο, ἀλλὰ πολλοῖς διελάλει τὸν λόγον καὶ βλασφημίαν τοῦτον οὐ μετρίαν ἔκρινε. ταῦτα πολλοῖς μὲν ἐπῄει χλευάζειν καὶ τὸν λόγον ἐπιεικῶς ὡς ἰὸν πικρίας καὶ ὄφεων ἀποστρέφεσθαι·
ριαλγήσας καὶ τῶν πραγμάτων καταστενάξας, εἰ
μὴ μόνον τοῖς σχιζομένοις, ἀλλὰ καὶ αὐτοῖς δὴ τοῖς
ἡνωμένοις τὰ τῶν ἰδίων χλευάζονται, σύνοδον συγκ
κροτεῖ, καὶ διαλαλεῖ πᾶσι τὰ τέως λεχθέντα, καὶ ὡς
ἦν κατὰ τὸ εἰκὸς τοὺς λόγους διευθετεῖ, ἐκβάλλων
ὑποψίαν ματαίαν ἐκ καρδιῶν ἀκουόντων ἐνσκιῤῥου
μένην ἤδη τῷ Θεολήπτῳ. Αὐτὸς δὲ πειράσας κακοῦν
τὸν τὴν τοῦ σκανδάλου πυρκαϊὰν ὑπανάψαντα αἰδοῖ
τοῦ ἀνδρὸς εἰργεται, τὸ μὲν διὰ τὴν ἐκείνου κατά
στασιν (ἦν γὰρ ταῖς ἀληθείαις εὐλαβὴς ὁ ἀνὴρ, καὶ
οὐ κακουργίᾳ, ἀλλ᾽ εὐλαβείᾳ παρακεκίνητο), τὸ δὲ
καὶ διὰ τὸ ἀρθῆναι θέλειν μέγα τὸ σκάνδαλον ἐκ τοῦ
τὸν ὑπομνήσαντα κινδυνεῦσαι.
μητρὸς τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ ὁ Νύσσης ἐξηγεῖται ἡ βασιλεὺς πλατυνομένου τοῦ λόγου, καὶ ὡς εἰκὸς πε
τοὺς δαίμονας, ὡς ἂν ἐκ τῆς αὐτῆς καὶ μιᾶς αἰτίας
(ή δ' ἔστιν, οἶμαι, ἡ τοῦ Θεοῦ ἀγαθότης, ἀρχή τις
γενομένη τοῖς μὴ οὖσιν εἰς ὄντωσιν) τούτους τε κά
κείνους ὡς ἐκ τοῦ αὐτοῦ Πατρὸς προῆχθαι καὶ ποιη
τοῦ • Τοῦτο ἴσως καὶ κατὰ τὸ τυχὸν τῷ εἰπόντι παρ
ἐῤῥιπται, ἐξ εἰκότων δὲ γέγονε μέγα καὶ εἰς σκαν
δήλου πρόφασιν ἱκανόν. Ο γὰρ Δυρραχίου Νικήτας
τὸν λόγον ἀκούσας οὐκ ἀνεκτὸν ἀκοαῖς εὐσεβέσιν
ἡγήσατο πάμπαν, εἰ δαιμόνων ἀντικειμένων Θεῷ,
ἄνθρωποι ὑπήκοοι τῷ Χριστῷ καὶ υἱοθετηθέντες
θεῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος, ἀδελφοὶ λέγοιντο. Γνησίοις
γοῦν διὰ ταῦτα τὸν εἰπόντα βλέπειν όμμασιν οὐκ
ἠνέσχετο, ἀλλὰ πολλοῖς διελάλει τὸν λόγον καὶ βλα
σφημίαν τοῦτον οὐ μετρίαν ἔκρινε. Ταῦτα πολλοῖς
μὲν ἐπῄει χλευάζειν καὶ τὸν λόγον ἐπιεικῶς ὡς τὸν
πικρίας καὶ ὄφεων αποστρέφεσθαι· ἐπέπυστο δὲ καὶ
κδ. Περὶ τῶν ἀποτεθειμένων χαρτίων καὶ ὅπως
εὑρέθησαν.
Δεινὸν δὲ πάθος ἐντεῦθεν εἰσῄει· (Ρ. 169] τὸν πα
ἐπέπυστο δὲ καὶ βασιλεὺς πλατυνομένου τοῦ λόγου, καὶ ὡς εἰκὸς περιαλγήσας καὶ τῶν πραγμάτων καταστενάξας, εἰ μὴ μόνον τοῖς σχιζομένοις ἀλλὰ καὶ αὐτοῖς δὴ τοῖς ἡνωμένοις τὰ τῶν ἰδίων χλευάζονται, σύνοδον συγκροτεῖ, καὶ διαλαλεῖ πᾶσι τὰ τέως λεχθέντα, καὶ ὡς ἦν κατὰ τὸ εἰκὸς τοὺς λόγους διευθετεῖ, ἐκβάλλων ὑποψίαν ματαίαν ἐκ καρδιῶν ἀκουόντων ἐνσκιρρουμένην ἤδη τῷ Θεολήπτῳ. αὐτὸς δὲ πειράσας κακοῦν τὸν τὴν τοῦ σκανδάλου πυρκαϊὰν ὑπανάψαντα αἰδοῖ τοῦ ἀνδρὸς εἴργεται, τὸ μὲν διὰ τὴν ἐκείνου κατάστασιν (ἦν γὰρ ταῖς ἀληθείαις εὐλαβὴς ὁ ἀνήρ, καὶ οὐ κακουργίᾳ ἀλλ’ εὐλαβείᾳ παρακεκίνητο), τὸ δὲ καὶ διὰ τὸ ἀρθῆναι θέλειν μέγα τὸ σκάνδαλον ἐκ τοῦ τὸν ὑπομνήσαντα κινδυνεῦσαι. 24. Δεινὸν δὲ πάθος ἐντεῦθεν εἰσῄει τὸν πατριάρχην Ἰωάννην, καὶ ἤλυε δεινῶς δι’ εὐλάβειαν ἐξ αἰτίας τοιᾶσδε.
ριαλγήσας καὶ τῶν πραγμάτων καταστενάξας, εἰ
μὴ μόνον τοῖς σχιζομένοις, ἀλλὰ καὶ αὐτοῖς δὴ τοῖς
ἡνωμένοις τὰ τῶν ἰδίων χλευάζονται, σύνοδον συγκ
κροτεῖ, καὶ διαλαλεῖ πᾶσι τὰ τέως λεχθέντα, καὶ ὡς
ἦν κατὰ τὸ εἰκὸς τοὺς λόγους διευθετεῖ, ἐκβάλλων
ὑποψίαν ματαίαν ἐκ καρδιῶν ἀκουόντων ἐνσκιῤῥου
μένην ἤδη τῷ Θεολήπτῳ. Αὐτὸς δὲ πειράσας κακοῦν
τὸν τὴν τοῦ σκανδάλου πυρκαϊὰν ὑπανάψαντα αἰδοῖ
τοῦ ἀνδρὸς εἰργεται, τὸ μὲν διὰ τὴν ἐκείνου κατά
στασιν (ἦν γὰρ ταῖς ἀληθείαις εὐλαβὴς ὁ ἀνὴρ, καὶ
οὐ κακουργίᾳ, ἀλλ᾽ εὐλαβείᾳ παρακεκίνητο), τὸ δὲ
καὶ διὰ τὸ ἀρθῆναι θέλειν μέγα τὸ σκάνδαλον ἐκ τοῦ
τὸν ὑπομνήσαντα κινδυνεῦσαι.
μητρὸς τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ ὁ Νύσσης ἐξηγεῖται ἡ βασιλεὺς πλατυνομένου τοῦ λόγου, καὶ ὡς εἰκὸς πε
τοὺς δαίμονας, ὡς ἂν ἐκ τῆς αὐτῆς καὶ μιᾶς αἰτίας
(ή δ' ἔστιν, οἶμαι, ἡ τοῦ Θεοῦ ἀγαθότης, ἀρχή τις
γενομένη τοῖς μὴ οὖσιν εἰς ὄντωσιν) τούτους τε κά
κείνους ὡς ἐκ τοῦ αὐτοῦ Πατρὸς προῆχθαι καὶ ποιη
τοῦ • Τοῦτο ἴσως καὶ κατὰ τὸ τυχὸν τῷ εἰπόντι παρ
ἐῤῥιπται, ἐξ εἰκότων δὲ γέγονε μέγα καὶ εἰς σκαν
δήλου πρόφασιν ἱκανόν. Ο γὰρ Δυρραχίου Νικήτας
τὸν λόγον ἀκούσας οὐκ ἀνεκτὸν ἀκοαῖς εὐσεβέσιν
ἡγήσατο πάμπαν, εἰ δαιμόνων ἀντικειμένων Θεῷ,
ἄνθρωποι ὑπήκοοι τῷ Χριστῷ καὶ υἱοθετηθέντες
θεῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος, ἀδελφοὶ λέγοιντο. Γνησίοις
γοῦν διὰ ταῦτα τὸν εἰπόντα βλέπειν όμμασιν οὐκ
ἠνέσχετο, ἀλλὰ πολλοῖς διελάλει τὸν λόγον καὶ βλα
σφημίαν τοῦτον οὐ μετρίαν ἔκρινε. Ταῦτα πολλοῖς
μὲν ἐπῄει χλευάζειν καὶ τὸν λόγον ἐπιεικῶς ὡς τὸν
πικρίας καὶ ὄφεων αποστρέφεσθαι· ἐπέπυστο δὲ καὶ
κδ. Περὶ τῶν ἀποτεθειμένων χαρτίων καὶ ὅπως
εὑρέθησαν.
Δεινὸν δὲ πάθος ἐντεῦθεν εἰσῄει· (Ρ. 169] τὸν πα
τινὲς γὰρ τῶν ἐκείνου, οἷς νέοις οὖσι ζωγρεῖν ἐπῄει περιστερῶν νεοσσοὺς νεοκομουμένους ἐν τοῖς κατηχουμενείοις, ἐφίστανται καὶ τῷ κίονι ἔνθα τὰ δηλωθέντα τῶν γραμμάτων ἐκπώματα ἐν κρυφῇ κείμενα ἦσαν (Γαμηλιὼν δ’ ἐνειστήκει μὴν καθ’ ὃν ταῦτ’ ἐπράττετο) ἐν ἀριστεροῖς τοῖς εἰσιοῦσι κατηχουμενείοις τοῦ περιωνύμου ναοῦ. καὶ ἐπεὶ περιστερεὼν ἦν τῇδε, καὶ ἔδει οὐκ ἰξοῖς καὶ λίνοις ἀλλὰ χερσὶ καὶ μόναις νεοσσοὺς ἀπτῆνας αἱρεῖν, κλίμακά τε ἐπιτιθεῖσι, καὶ εἷς ἀναβὰς ἐκείνων νεοσσοὺς μὲν ἐκείνους ὑπὸ χεῖρας εἶχεν, ὑπεφαίνετο δ’ εὐθέως καὶ τὸ ἐν μυχῷ τῆς ὀπῆς κείμενον. τὸ δ’ ἦν τὸ συνεπτυγμένον τῶν ἀρῶν ὄστρακον. ὡς δ’ ἀναπτύσσοντες κατεμάνθανον ὅ τι ποτ’ ἦν ἐκεῖνο, ἐν θαύματι ὡς εἰκὸς ἦσαν καὶ διηπόρουν ὅ τι καὶ δράσουσι. τέως δ’ ἀπαγγέλλειν μὲν πατριάρχῃ, ἐγχειρίζειν δὲ καὶ χάρτας καὶ ὄστρακα ἔγνωσαν. ὡς γοῦν εἰς χεῖρας ὁ πατριάρχης εἶχε καὶ κατενόει τὸ δρᾶμα, προσαναφέρειν ἔγνω τὰ περὶ τούτου καὶ βασιλεῖ, ὅτι καὶ οὐδένα ἄλλον ἢ αὐτὸν ὑπενόει τὸν παρασυρέντα καθ’ οὗπερ ἦσαν καὶ αἱ ἀραί. καὶ δὴ τὸν ἀδελφὸν πέμψας Μεθόδιον, ἠξίου βασιλέα παραγενέσθαι οἱ·
ριαλγήσας καὶ τῶν πραγμάτων καταστενάξας, εἰ
μὴ μόνον τοῖς σχιζομένοις, ἀλλὰ καὶ αὐτοῖς δὴ τοῖς
ἡνωμένοις τὰ τῶν ἰδίων χλευάζονται, σύνοδον συγκ
κροτεῖ, καὶ διαλαλεῖ πᾶσι τὰ τέως λεχθέντα, καὶ ὡς
ἦν κατὰ τὸ εἰκὸς τοὺς λόγους διευθετεῖ, ἐκβάλλων
ὑποψίαν ματαίαν ἐκ καρδιῶν ἀκουόντων ἐνσκιῤῥου
μένην ἤδη τῷ Θεολήπτῳ. Αὐτὸς δὲ πειράσας κακοῦν
τὸν τὴν τοῦ σκανδάλου πυρκαϊὰν ὑπανάψαντα αἰδοῖ
τοῦ ἀνδρὸς εἰργεται, τὸ μὲν διὰ τὴν ἐκείνου κατά
στασιν (ἦν γὰρ ταῖς ἀληθείαις εὐλαβὴς ὁ ἀνὴρ, καὶ
οὐ κακουργίᾳ, ἀλλ᾽ εὐλαβείᾳ παρακεκίνητο), τὸ δὲ
καὶ διὰ τὸ ἀρθῆναι θέλειν μέγα τὸ σκάνδαλον ἐκ τοῦ
τὸν ὑπομνήσαντα κινδυνεῦσαι.
μητρὸς τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ ὁ Νύσσης ἐξηγεῖται ἡ βασιλεὺς πλατυνομένου τοῦ λόγου, καὶ ὡς εἰκὸς πε
τοὺς δαίμονας, ὡς ἂν ἐκ τῆς αὐτῆς καὶ μιᾶς αἰτίας
(ή δ' ἔστιν, οἶμαι, ἡ τοῦ Θεοῦ ἀγαθότης, ἀρχή τις
γενομένη τοῖς μὴ οὖσιν εἰς ὄντωσιν) τούτους τε κά
κείνους ὡς ἐκ τοῦ αὐτοῦ Πατρὸς προῆχθαι καὶ ποιη
τοῦ • Τοῦτο ἴσως καὶ κατὰ τὸ τυχὸν τῷ εἰπόντι παρ
ἐῤῥιπται, ἐξ εἰκότων δὲ γέγονε μέγα καὶ εἰς σκαν
δήλου πρόφασιν ἱκανόν. Ο γὰρ Δυρραχίου Νικήτας
τὸν λόγον ἀκούσας οὐκ ἀνεκτὸν ἀκοαῖς εὐσεβέσιν
ἡγήσατο πάμπαν, εἰ δαιμόνων ἀντικειμένων Θεῷ,
ἄνθρωποι ὑπήκοοι τῷ Χριστῷ καὶ υἱοθετηθέντες
θεῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος, ἀδελφοὶ λέγοιντο. Γνησίοις
γοῦν διὰ ταῦτα τὸν εἰπόντα βλέπειν όμμασιν οὐκ
ἠνέσχετο, ἀλλὰ πολλοῖς διελάλει τὸν λόγον καὶ βλα
σφημίαν τοῦτον οὐ μετρίαν ἔκρινε. Ταῦτα πολλοῖς
μὲν ἐπῄει χλευάζειν καὶ τὸν λόγον ἐπιεικῶς ὡς τὸν
πικρίας καὶ ὄφεων αποστρέφεσθαι· ἐπέπυστο δὲ καὶ
κδ. Περὶ τῶν ἀποτεθειμένων χαρτίων καὶ ὅπως
εὑρέθησαν.
Δεινὸν δὲ πάθος ἐντεῦθεν εἰσῄει· (Ρ. 169] τὸν πα
PG 144:275μηδὲ γὰρ ἔχειν ἀπαντᾶν παρ’ ἐκεῖνον. ἀπήγγελε δὲ καὶ τὴν αἰτίαν, ὡς ἔλαθον ἐπὶ τοσοῦτον φρικτῶν ἀρῶν εὐθύναις ὡς οὐκ οἴδασιν ἐνεχόμενοι, καὶ ὡς ἀπεναντίας τῆς πάλαι περιστερᾶς, λύσιν εὐαγγελιζομένης κατακλυσμοῦ, ἡ ἐπὶ τοῦ κίονος ἐκείνη φαίνεται, παρ’ ὅσον οὐκ εὐλογίας ἀλλὰ κατάρας καὶ ἀφορισμῶν μηνύτρια γέγονε. καὶ τὸ χείριστον, ὡς τότε μὲν ὁ δέων πατριάρχης ἦν καὶ τὴν τοῦ δεῖν ἐξουσίαν τοῦ πνεύματος ἔφερε, νῦν δ’ ὁ καὶ ἴσως λύειν μέλλων, εἰ τέως καὶ λύοι, ἐστερημένος τῆς τοῦ λύειν ἐξουσίας εὑρίσκεται. καὶ διὰ ταῦτα ὡς πολλῆς τῆς δυσκολίας οὔσης χρὴ κοπιᾶν, ἔλεγε, καὶ συμβουλεύειν τὸ ποιητέον, ὡς ἐμβραδύνουσιν ἴσως μὴ σφίσιν ἀκίνδυνον ὄν. ταῦτα βασιλεὺς ἀκούσας διευλαβήθη τέως τὴν πρᾶξιν καὶ πρὸς τὸν λόγον ἐθορυβήθη, καὶ ὡς εἶχεν εὐθέως παρὰ τὸν πατριάρχην γίνεται. ὡς δὲ τὰ γράμματα εἶδε, καὶ ὅπου κείμενα καὶ ὅπως εὑρέθησαν πέπυστο, ἐν ἀπόρῳ ἦν καὶ τὸ ποιητέον ἐσκόπει· τὸ γὰρ πατριάρχην Ἀθανάσιον δέοντα ἀξιοῦν ἰδιωτεύσαντα λύειν, οὐχ εὕρισκον αὔταρκες.
τριάρχην Ἰωάννην, καὶ ἤλυς δεινῶς δι' εὐλάβειαν ἐξ & παρασυρέντα καθ' οὗπερ ἦσαν καὶ αἱ ἀραί. Καὶ δὴ
αἰτίας τοιάσδε. Τινὲς γὰρ τῶν ἐκείνου, οἷς νέοις οὔσι
ζωγρεῖν ἐπῄει περιστερῶν νεοσσούς νεοκομουμένους
ἐν τοῖς κατηχουμενείοις, ἐφίστανται καὶ τῷ κίονι
ἔνθα τὰ δηλωθέντα τῶν γραμμάτων ἐκπώματα ἐν
κρυφῇ κείμενα ἦσαν (Γαμηλιών δ᾽ ἐνειστήκει μὴν
καθ' ὂν ταῦτ' ἐπράττετο ἐν ἀριστεροῖς τοῖς εἰσιοῦσι
κατηχουμενείοις τοῦ περιωνύμου ναοῦ. Καὶ ἐπεὶ πε
ριστερεών ἦν τῇδε, καὶ ἔδει οὐκ ἐξοῖς καὶ λίνοις,
ἀλλὰ χερσὶ καὶ μόναις νεοσσοὺς ἀπτῆνας αἱρεῖν,
κλίμακά τε ἐπιτιθεῖσι, καὶ εἷς ἀναβὰς ἐκείνων νεοσ
σοὺς μὲν ἐκείνους ὑπὸ χεῖρας εἶχεν, ὑπεφαίνετο δ'
εὐθέως καὶ τὸ ἐν μυχῷ τῆς ὁπῆς κείμενον. Τὰ δ᾽ ἦν
τὸ συνεπτυγμένον τῶν ἀρῶν ὅστρακον. Ως δ' ἀνα
πτύσσοντες κατεμάνθανον ὅ τι ποτ᾽ ἦν ἐκεῖνο, ἐν
θαύματι ὡς εἰκὸς ἦσαν καὶ διηπόρουν ὅ τι καὶ δρά.
σουσι. Τέως δ' ἀπαγγέλλειν μὲν πατριάρχη, (Ρ. 170]
ἐγχειρίζειν δὲ καὶ χάρτας καὶ ὅστρακα ἔγνωσαν. Ὡς
γοῦν εἰς χεῖρας ὁ πατριάρχης είχε καὶ κατενύει τὸ
δράμα, προσαναφέρειν ἔγνω τὰ περὶ τούτου και
βασιλεῖ, ὅτι καὶ οὐδένα ἄλλον ἢ αὐτὸν ὑπενόει τὸν
Η
τὸν ἀδελφὸν πέμψας Μεθόδιον, ἠξίου βασιλέα παρα
γενέσθαι οἱ· μηδὲ γὰρ ἔχειν ἀπαντᾶν παρ' ἐκεῖνον.
Απήγγελλε δὲ καὶ τὴν αἰτίαν, ὡς ἔλαθον ἐπὶ τοσού
τον φρικτῶν ἀρῶν εὐθύναις ὡς οὐκ οἴδασιν ἐνεχόμε
νοι, καὶ ὡς ἀπεναντίας τῆς πάλαι περιστερᾶς, λύσιν
ευαγγελιζομένης κατακλυσμοῦ, ἡ ἐπὶ τοῦ κίονος
ἐκείνη φαίνεται, παρ' ὅσον οὐκ εὐλογίας, ἀλλὰ κατ
ἄρας καὶ ἀφορισμῶν μηνύτρια γέγονε. Καὶ τὸ χεί
ριστον, ὡς τότε μὲν ὁ δέων πατριάρχης ἦν καὶ τὴν
τοῦ δεῖν ἐξουσίαν τοῦ πνεύματος ἔφερε, νῦν δ' ὁ καὶ
ἴσως λύειν μέλλων, εἰ τέως καὶ λύοι, ἑστερημένος
τῆς τοῦ λύειν ἐξουσίας εὑρίσκεται. Καὶ διὰ ταῦτα
ὡς πολλῆς τῆς δυσκολίας οὔσης χρὴ κοπιᾷν, ἔλεγε,
καὶ συμβουλεύειν τὸ ποιητέον, ὡς ἐμβραδύνουσιν
ἴσως μὴ σφίσιν ἀκίνδυνον ὅν. Ταῦτα βασιλεὺς ἀκού
σας διευλαβήθη τέως τὴν πρᾶξιν καὶ πρὸς τὸν λόγον
ἐθορυβήθη, καὶ ὡς εἶχεν εὐθέως παρὰ τὸν πατριάρ
χην γίνεται. Ὡς δὲ τὰ γράμματα εἶδε, καὶ ὅπου κεί
μενα καὶ ὅπως εὑρέθησαν πέπυστο, ἐν ἀπόρῳ ἦν
καὶ τὸ ποιητέον ἐσκόπει· τὸ γὰρ πατριάρχην Αθα
PG 144:277ὅθεν καὶ συνέρχεται μὲν σφίσιν ἐκ προσταγῆς ὁ Ἀλεξανδρείας, συνέρχεται δὲ ὁ τῆς Ἐφέσου Ἰωάννης, οὕτως ἀργῶς τῆς τιμῆς ἔχων, συνῆσαν δὲ καὶ τῶν ἀρχιερέων οἱ παρευρεθέντες, καὶ κοινῇ σκέψει τὸ πρᾶγμα ἐδίδοσαν. κοινῶς οὖν κατεστύγουν ἅπαντες, καὶ τῆς πράξεως τὸν πράξαντα ἐν οὐ καλαῖς ὑπονοίαις ἦγον· οὐ γὰρ ἄλλο τι ἀλλ’ ἑαυτῷ καὶ πάλιν περιποιεῖν τὴν τιμήν, ἀφύκτως οὕτω καὶ ταῦτα ὃν οὐκ ἐχρῆν δεσμοῦντα. τέως γε μέντοι τοῖς μὲν ἐδόκει αὐτὸν ἀξιοῦν λύειν, τοῖς δὲ ἀλλ’ ἀδύνατα ἀξιοῦν καὶ ἄλλως ἀπᾴδοντα κατεφαίνετο, εἴπερ ἰδιώτης ὢν καὶ τῆς ἱερατείας γεγυμνωμένος ἄλυτα λύοι· τοῦ γὰρ εἶναι καὶ τὸ σκέμμα τῷ πεπραγότι. διὰ ταῦτα ἑτέροις ἐδόκει, καὶ μᾶλλον τοῖς ἀκριβέσι, μηδ’ ἀξιοῦν ὅλως κατὰ λύσιν, ἀλλὰ κρίνειν ὅπως ἐν ἀδήλῳ τὰ φρικτὰ πράξειε, καὶ εἰς ἀπολογίαν καθιστᾶν ὑπὸ Ῥωμαίοις πᾶσιν ὅπως καὶ ποίοις κανόσιν ἑπόμενος ἀνθρώπους Χριστιανοὺς ἀφορίσειε μηδὲν γινώσκοντας, καὶ οὕτω συνελᾶν αὐτὸν ἐκεῖνον καταγινώσκειν τῆς πράξεως. ἧς δὴ καταγνωσθείσης καὶ παρ’ ἐκείνου, προκατεγνωσμένον πάντως καὶ τοῖς τῆς ἐκκλησίας κανόσι, μὴ λύσιν ἄλλην ζητεῖν·
καταγνωσθείσης [Ρ. 171] καὶ παρ' ἐκείνου, προκατα
εγνωσμένον πάντως καὶ τοῖς τῆς Ἐκκλησίας κανόσι,
μὴ λύσιν ἄλλην ζητεῖν· τὰ γὰρ δικαίως καὶ ὑπὸ και
νόσι δεδεμένα, ἐκεῖνα καὶ λύεσθαι εἶναι ἀνάγκην,
τὰ δ' ἐξ ἀρχῆς ἀνυπόστατα μόχθον περιττόν ἄλλως
εἶναι καὶ ζητεῖν λύεσθαι. Εἰ δ' οὖν, ἀλλ' αὐτίκα καὶ
πατριάρχην εἶναι καὶ σύνοδον εἰς λύσιν τὴν ἀπὸ τῶν
κανόνων δικαίαν ἀξιοπίστους. Αὐτὸν δὲ καὶ μᾶλλον
ὑπ᾽ αἰτίας δικαίας ἀχθέντα κανονικῶς εὐθύνεσθαι.
Τὸ γὰρ ἑαυτὸν συνιστῶν ὑπονοηθέντα τὰ χείριστα ἐν
ὅρκοις τε καὶ ἀραῖς ταῖς καθ᾽ αὑτοῦ, τίνα λόγον ἔχειν,
εἴπερ καὶ τοῦθ᾽ ἱκανὸν εἰς τελείαν τῶν ἐγκλη μάτων
ἀποφυγήν; Οὐκ ὀμνύειν γὰρ, ἀλλ' ἀποτρίβεσθαι τὴν
κατηγορίαν διὰ πιστῶν παραστάσεων εὔλογον. Τὸ δὲ
τοὺς κατειπόντας ἢ τοὺς συναρπασθέντας ἀραῖς ὑπο
νάσιον δέοντα ἀξιοῦν ἰδιωτεύσαντα λύειν οὐχ εὔρι- τὸν ἐκεῖνον καταγινώσκειν τῆς πράξεως. "Ης δή
σχον αύταρκες. "Οθεν καὶ συνέρχεται μεν σφίσιν ἐκ
προσταγῆς ὁ ᾿Αλεξανδρείας, συνέρχεται δὲ ὁ τῆς
Ἐφέσου Ἰωάννης, οὕτως ἀργῶς τῆς τιμῆς ἔχων,
συνῆσαν δὲ καὶ τῶν ἀρχιερέων οἱ παρευρεθέντες,
καὶ κοινῇ σκέψει τὸ πρᾶγμα ἐδίδοσαν. Κοινῶς οὖν
κατεστύγουν ἅπαντες, καὶ τῆς πράξεως τὸν πράξαντα
ἐν οὐ καλαῖς ὑπονοίαις ἦγον· οὐ γὰρ ἄλλο τι, ἀλλ'
ἑαυτῷ καὶ πάλιν περιποιεῖν τὴν τιμήν, ἀφύκτως
οὕτω καὶ ταῦτα δν οὐκ ἐχρῆν δεσμοῦντα. Τέως γε
μέντοι τοῖς μὲν ἐδόκει αὐτὸν ἀξιοῦν λύειν, τοῖς δὲ
ἀλλ' ἀδύνατα ἀξιοῦν καὶ ἄλλως ἀπᾴδοντα κατεφαί
νετο, εἴπερ ἰδιώτης ὢν καὶ τῆς ἱερατείας γεγυμνω
μένος ἄλυτα λύοι· τοῦ γὰρ εἶναι καὶ τὸ σκέμμα τῷ
πεπραγότι. Διὰ ταῦτα ἑτέροις ἐδόκει, καὶ μᾶλλον
ταῖς ἀκριβέσι, μηδ' ἀξιοῦν ὅλως κατὰ λύσιν, ἀλλὰ
κρίνειν ὅπως ἐν ἀδήλῳ τὰ φρικτὰ πράξεις, καὶ εἰς
ἀπολογίαν καθιστᾷν ὑπὸ Ῥωμαίοις πᾶσιν ὅπως καὶ
ποίοις κανόσιν ἑπόμενος ἀνθρώπους Χριστιανοὺς
ἀφορίσειε μηδὲν γινώσκοντας, καὶ οὕτω συνελᾷν αὐτ
βάλλειν ποῦ δίκαιον καὶ ὅλως κανονικὸν καὶ τῶν νόμων
τῆς Ἐκκλησίας; Βασιλεὺς δὲ σοφώτερόν τι ποιῶν,
ὡς ἐδόκει καὶ ἀεὶ τὰς ἐς εἰρήνην αἱρούμενος,
συνεβούλευε πέμπειν καὶ ἐρωτᾷν ᾿Αθανάσιον, καὶ
τὰ γὰρ δικαίως καὶ ὑπὸ κανόσι δεδεμένα, ἐκεῖνα καὶ λύεσθαι εἶναι ἀνάγκην, τὰ δ’ ἐξ ἀρχῆς ἀνυπόστατα μόχθον περιττὸν ἄλλως εἶναι καὶ ζητεῖν λύεσθαι. εἰ δ’ οὖν, ἀλλ’ αὐτίκα καὶ πατριάρχην εἶναι καὶ σύνοδον εἰς λύσιν τὴν ἀπὸ τῶν κανόνων δικαίαν ἀξιοπίστους. αὐτὸν δὲ καὶ μᾶλλον ὑπ’ αἰτίας δικαίας ἀχθέντα κανονικῶς εὐθύνεσθαι. τὸ γὰρ ἑαυτὸν συνιστᾶν ὑπονοηθέντα τὰ χείριστα ἐν ὅρκοις τε καὶ ἀραῖς ταῖς καθ’ αὑτοῦ, τίνα λόγον ἔχειν, εἴπερ καὶ τοῦθ’ ἱκανὸν εἰς τελείαν τῶν ἐγκλημάτων ἀποφυγήν; οὐκ ὀμνύειν γάρ, ἀλλ’ ἀποτρίβεσθαι τὴν κατηγορίαν διὰ πιστῶν παραστάσεων εὔλογον. τὸ δὲ τοὺς κατειπόντας ἢ τοὺς συναρπασθέντας ἀραῖς ὑποβάλλειν, ποῦ δίκαιον καὶ ὅλως κανονικὸν καὶ τῶν νόμων τῆς ἐκκλησίας; βασιλεὺς δὲ σοφώτερόν τι ποιῶν, ὡς ἐδόκει, καὶ ἀεὶ τὰς ἐς εἰρήνην αἱρούμενος, συνεβούλευε πέμπειν καὶ ἐρωτᾶν Ἀθανάσιον, καὶ τοὺς χάρτας δεικνύντας πυνθάνεσθαι εἰ αὐτὸς πράξειε καὶ ὅπως πράξειε καὶ εἰ τούτοις αὖθις ἐμμένοι.
καταγνωσθείσης [Ρ. 171] καὶ παρ' ἐκείνου, προκατα
εγνωσμένον πάντως καὶ τοῖς τῆς Ἐκκλησίας κανόσι,
μὴ λύσιν ἄλλην ζητεῖν· τὰ γὰρ δικαίως καὶ ὑπὸ και
νόσι δεδεμένα, ἐκεῖνα καὶ λύεσθαι εἶναι ἀνάγκην,
τὰ δ' ἐξ ἀρχῆς ἀνυπόστατα μόχθον περιττόν ἄλλως
εἶναι καὶ ζητεῖν λύεσθαι. Εἰ δ' οὖν, ἀλλ' αὐτίκα καὶ
πατριάρχην εἶναι καὶ σύνοδον εἰς λύσιν τὴν ἀπὸ τῶν
κανόνων δικαίαν ἀξιοπίστους. Αὐτὸν δὲ καὶ μᾶλλον
ὑπ᾽ αἰτίας δικαίας ἀχθέντα κανονικῶς εὐθύνεσθαι.
Τὸ γὰρ ἑαυτὸν συνιστῶν ὑπονοηθέντα τὰ χείριστα ἐν
ὅρκοις τε καὶ ἀραῖς ταῖς καθ᾽ αὑτοῦ, τίνα λόγον ἔχειν,
εἴπερ καὶ τοῦθ᾽ ἱκανὸν εἰς τελείαν τῶν ἐγκλη μάτων
ἀποφυγήν; Οὐκ ὀμνύειν γὰρ, ἀλλ' ἀποτρίβεσθαι τὴν
κατηγορίαν διὰ πιστῶν παραστάσεων εὔλογον. Τὸ δὲ
τοὺς κατειπόντας ἢ τοὺς συναρπασθέντας ἀραῖς ὑπο
νάσιον δέοντα ἀξιοῦν ἰδιωτεύσαντα λύειν οὐχ εὔρι- τὸν ἐκεῖνον καταγινώσκειν τῆς πράξεως. "Ης δή
σχον αύταρκες. "Οθεν καὶ συνέρχεται μεν σφίσιν ἐκ
προσταγῆς ὁ ᾿Αλεξανδρείας, συνέρχεται δὲ ὁ τῆς
Ἐφέσου Ἰωάννης, οὕτως ἀργῶς τῆς τιμῆς ἔχων,
συνῆσαν δὲ καὶ τῶν ἀρχιερέων οἱ παρευρεθέντες,
καὶ κοινῇ σκέψει τὸ πρᾶγμα ἐδίδοσαν. Κοινῶς οὖν
κατεστύγουν ἅπαντες, καὶ τῆς πράξεως τὸν πράξαντα
ἐν οὐ καλαῖς ὑπονοίαις ἦγον· οὐ γὰρ ἄλλο τι, ἀλλ'
ἑαυτῷ καὶ πάλιν περιποιεῖν τὴν τιμήν, ἀφύκτως
οὕτω καὶ ταῦτα δν οὐκ ἐχρῆν δεσμοῦντα. Τέως γε
μέντοι τοῖς μὲν ἐδόκει αὐτὸν ἀξιοῦν λύειν, τοῖς δὲ
ἀλλ' ἀδύνατα ἀξιοῦν καὶ ἄλλως ἀπᾴδοντα κατεφαί
νετο, εἴπερ ἰδιώτης ὢν καὶ τῆς ἱερατείας γεγυμνω
μένος ἄλυτα λύοι· τοῦ γὰρ εἶναι καὶ τὸ σκέμμα τῷ
πεπραγότι. Διὰ ταῦτα ἑτέροις ἐδόκει, καὶ μᾶλλον
ταῖς ἀκριβέσι, μηδ' ἀξιοῦν ὅλως κατὰ λύσιν, ἀλλὰ
κρίνειν ὅπως ἐν ἀδήλῳ τὰ φρικτὰ πράξεις, καὶ εἰς
ἀπολογίαν καθιστᾷν ὑπὸ Ῥωμαίοις πᾶσιν ὅπως καὶ
ποίοις κανόσιν ἑπόμενος ἀνθρώπους Χριστιανοὺς
ἀφορίσειε μηδὲν γινώσκοντας, καὶ οὕτω συνελᾷν αὐτ
βάλλειν ποῦ δίκαιον καὶ ὅλως κανονικὸν καὶ τῶν νόμων
τῆς Ἐκκλησίας; Βασιλεὺς δὲ σοφώτερόν τι ποιῶν,
ὡς ἐδόκει καὶ ἀεὶ τὰς ἐς εἰρήνην αἱρούμενος,
συνεβούλευε πέμπειν καὶ ἐρωτᾷν ᾿Αθανάσιον, καὶ
PG 144:279ἐκλέγονται τοίνυν πρὸς τὴν ἀποστολὴν δοξάσης τῆς βουλῆς ὁ ἐπὶ τοῦ κανικλείου τε Χοῦμνος καὶ ὁ Κυπριανὸς χαρτοφύλαξ, οἳ καὶ συγγεγονότες ἐκείνῳ τὴν ἀπὸ τοῦ βασιλέως καὶ τῆς συνόδου, ὡς ἐχρῆν, διαμήνυσιν ἐποιήσαντο. ὁ δ’ αὐτίκα καὶ ὡς αὐτὸς γράψειεν ὡμολόγει καὶ ὡς ἐκ μικροψυχίας τότε ποιήσειε, μὴ μὴν δὲ καὶ ἄλυτα ἔχειν, ἀλλὰ καὶ αὖθις αὐτίκα λύειν. εἰ καὶ οὐκ ἐξεγένετο, φησί, καὶ τοὺς χάρτας ἐκεῖθεν ἐπανελέσθαι ἐπεισπεσούσης τῆς ταραχῆς. ταῦτ’ ἔλεγε μὲν ἐκεῖνος, ὑπενοεῖτο δὲ τὰ μὴ ὄντα λέγων. ἔδει γὰρ ἐμφανίζειν, οἱ δοκιμάζοντες ἔλεγον, καὶ ζητεῖν συγγνώμην, εἴπερ εὐθύτης ἠκολούθει τοῖς πράγμασιν, ἀλλὰ μὴ ἐμπερισκεψία καὶ βαθύτης ὕπουλος, ὡς ἂν εἰς καιρὸν τὰ φοβερὰ καὶ φρικώδη προανατετακὼς ἀξιοῖτο λύειν, ἀναλαβὼν τὴν τιμὴν ἣν παρῃτεῖτο, σκοπῷ δὲ εἰ μὴ διὰ ταῦτα τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ αὖθις παρεισήχθη διὰ τὴν πλείστην περὶ τὰ θεῖα τοῦ βασιλέως εὐλάβειαν, ὃν καὶ ἄφυκτον εἶχε δεσμεῖν ὡς δῆθεν παρασυρέντα. τότε δὲ ἐπεὶ καὶ ἕτοιμος ἦν γράμμασι πιστοῖς ἐγχαράξαι τὰ τῆς ἀπολογίας, ὡς καὶ ἀπῄτητο, λαβὼν χάρτην οἰκειοχείρως τὰ πλεῖστα τάδ’ ἔγραψεν.
τοὺς χάρτας δεικνύντας πυνθάνεσθαι εἰ αὐτὸς πρά- εἶχε δεσμεῖν ὡς δήθεν παρασυρέντα.» Τότε δὲ ἐπεὶ
ξειε καὶ ὅπως πράξεις καὶ εἰ τούτοις αὖθις ἐμμένοι.
Εκλέγονται τοίνυν πρὸς τὴν ἀποστολὴν δοξάσης τῆς
βουλῆς ὁ ἐπὶ τοῦ κανικλείου τε Χοῦμνος καὶ ὁ Κυ
πριανὸς χαρτοφύλαξ, οἱ καὶ συγγεγονότες ἐκείνῳ τὴν
ἀπὸ τοῦ βασιλέως καὶ τῆς συνόδου, ὡς ἐχρῆν, διαμής
νυσιν ἐποιήσαντο. Ο δ' αὐτίκα καὶ ὡς αὐτὸς γρά
ψειεν ὡμολόγει καὶ ὡς ἐκ μικροψυχίας τότε ποιή
σεις, μὴ μὴν δὲ καὶ ἄλυτα ἔχειν, ἀλλὰ καὶ αὖθις
αὐτίκα λύειν, «Εἰ καὶ οὐκ ἐξεγένετο, φησί, καὶ τοῦ;
χάρτας ἐκεῖθεν ἐπανελέσθαι ἐπεισπεσούσης της τα
ραχῆς.» Ταῦτ' ἔλεγε μὲν ἐκεῖνος, ὑπενοεῖτο δὲ τὰ μὴ
ὄντα λέγων. Έδει γὰρ ἐμφανίζειν, οἱ δοκιμάζοντες
ἔλεγον, καὶ ζητεῖν συγγνώμην, εἴπερ εὐθύτης ήκον
λούθει τοῖς πράγμασιν, ἀλλὰ μὴ ἐμπερισκεψία και
βαθύτης ὕπουλος, ὡς ἂν εἰς καιρὸν τὰ φοβερὰ καὶ
φρικώδη προανατετακὼς ἀξιοῖτο λύειν, ἀναλαβὼν
τὴν τιμὴν ἣν παρητείτο, σκοπῷ δὲ εἰ μὴ διὰ ταῦτα
τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ αὖθις παρεισήχθη διὰ τὴν πλείστην
περὶ τὰ θεῖα τοῦ βασιλέως εὐλάβειαν, ἂν καὶ ἄφυκτον
καὶ ἕτοιμος ἦν γράμμασι πιστοῖς ἐγχαράξαι τὰ τῆς
ἀπολογίας, ὡς καὶ ἀπῄτητό, λαβών χάρτην οίκεια
χείρως τὰ πλεῖστα τάδ᾽ ἔγραψεν· «Εμεί συνέβη
πατριαρχεύοντι πολλοῖς καὶ πειρασμοῖς ἐμπεσεῖν,
καὶ διὰ τοῦτο ἐξ αὐτῆς τῆς κατασχούσης με οδύνης
καὶ πικρίας παρακινηθεὶς γράμματα (Ρ. 172] ἐξή
νεγκα βάρος ἀφορισμοῦ καὶ λοιπῶν ἐπιτιμίων κατ'
αὐτῶν ἔχοντα τῶν θλιψάντων με καὶ λελυπηκότων.
Εγνώρισε δ᾽ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπιτιμηθέντων οὐδεὶς
οὔτε περὶ τῶν εἰρημένων γραμμάτων οὔτε περὶ τῶν
ἐν αὐτοῖς ἐπιτιμίων. Εἶτα αὐτὰ μὲν τὰ γράμματα
ἐν ἀποκρύφῳ τινὶ καὶ παντελῶς ἀδήλῳ τόπῳ τοῦ
μεγάλου ναοῦ τῆς τοῦ Θεοῦ ἀγίας σοφίας ἀποτεθέντα
ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ καὶ διέμεινε φυλαττόμενα. Εγώ
δὲ ἐπεὶ τοῦ θρόνου ἀναχωρῆσαι καὶ τῆς πατριαρχι
κῆς πάσης προστασίας παραίτησιν ἠβουλήθην ποιή
σασθαι καὶ ἡσυχάζειν πάλιν κατ' ἐμαυτὸν ὡς καὶ
πρότερον, εὐθὺς καὶ τὸ σύμπαν των γεγραμμένων
ἐκεῖ.ο βάρος ἐξ αὐτῆς ψυχῆς διαλύσας ἠθέτησα, συγ
ἐμοὶ συνέβη πατριαρχεύοντι πολλοῖς καὶ πειρασμοῖς ἐμπεσεῖν, καὶ διὰ τοῦτο ἐξ αὐτῆς τῆς κατασχούσης με ὀδύνης καὶ πικρίας παρακινηθεὶς γράμματα ἐξήνεγκα βάρος ἀφορισμοῦ καὶ λοιπῶν ἐπιτιμίων κατ’ αὐτῶν ἔχοντα τῶν θλιψάντων με καὶ λελυπηκότων. ἐγνώρισε δ’ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπιτιμηθέντων οὐδεὶς οὔτε περὶ τῶν εἰρημένων γραμμάτων οὔτε περὶ τῶν ἐν αὐτοῖς ἐπιτιμίων. εἶτα αὐτὰ μὲν τὰ γράμματα ἐν ἀποκρύφῳ τινὶ καὶ παντελῶς ἀδήλῳ τόπῳ τοῦ μεγάλου ναοῦ τῆς τοῦ θεοῦ ἁγίας σοφίας ἀποτεθέντα ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ καὶ διέμεινε φυλαττόμενα. ἐγὼ δὲ ἐπεὶ τοῦ θρόνου ἀναχωρῆσαι καὶ τῆς πατριαρχικῆς πάσης προστασίας παραίτησιν ἠβουλήθην ποιήσασθαι καὶ ἡσυχάζειν πάλιν κατ’ ἐμαυτὸν ὡς καὶ πρότερον, εὐθὺς καὶ τὸ σύμπαν τῶν γεγραμμένων ἐκεῖνο βάρος ἐξ αὐτῆς ψυχῆς διαλύσας ἠθέτησα, συγχωρήσεως πάσης τῇ τοῦ θεοῦ πάσῃ μεταδοὺς ἐκκλησίᾳ, καὶ αὐτοῖς τοῖς ἀνωτέρω, ὡς εἴρηται, θλῖψαι ἡμᾶς καὶ παραλυπῆσαι σπουδάσασιν.
τοὺς χάρτας δεικνύντας πυνθάνεσθαι εἰ αὐτὸς πρά- εἶχε δεσμεῖν ὡς δήθεν παρασυρέντα.» Τότε δὲ ἐπεὶ
ξειε καὶ ὅπως πράξεις καὶ εἰ τούτοις αὖθις ἐμμένοι.
Εκλέγονται τοίνυν πρὸς τὴν ἀποστολὴν δοξάσης τῆς
βουλῆς ὁ ἐπὶ τοῦ κανικλείου τε Χοῦμνος καὶ ὁ Κυ
πριανὸς χαρτοφύλαξ, οἱ καὶ συγγεγονότες ἐκείνῳ τὴν
ἀπὸ τοῦ βασιλέως καὶ τῆς συνόδου, ὡς ἐχρῆν, διαμής
νυσιν ἐποιήσαντο. Ο δ' αὐτίκα καὶ ὡς αὐτὸς γρά
ψειεν ὡμολόγει καὶ ὡς ἐκ μικροψυχίας τότε ποιή
σεις, μὴ μὴν δὲ καὶ ἄλυτα ἔχειν, ἀλλὰ καὶ αὖθις
αὐτίκα λύειν, «Εἰ καὶ οὐκ ἐξεγένετο, φησί, καὶ τοῦ;
χάρτας ἐκεῖθεν ἐπανελέσθαι ἐπεισπεσούσης της τα
ραχῆς.» Ταῦτ' ἔλεγε μὲν ἐκεῖνος, ὑπενοεῖτο δὲ τὰ μὴ
ὄντα λέγων. Έδει γὰρ ἐμφανίζειν, οἱ δοκιμάζοντες
ἔλεγον, καὶ ζητεῖν συγγνώμην, εἴπερ εὐθύτης ήκον
λούθει τοῖς πράγμασιν, ἀλλὰ μὴ ἐμπερισκεψία και
βαθύτης ὕπουλος, ὡς ἂν εἰς καιρὸν τὰ φοβερὰ καὶ
φρικώδη προανατετακὼς ἀξιοῖτο λύειν, ἀναλαβὼν
τὴν τιμὴν ἣν παρητείτο, σκοπῷ δὲ εἰ μὴ διὰ ταῦτα
τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ αὖθις παρεισήχθη διὰ τὴν πλείστην
περὶ τὰ θεῖα τοῦ βασιλέως εὐλάβειαν, ἂν καὶ ἄφυκτον
καὶ ἕτοιμος ἦν γράμμασι πιστοῖς ἐγχαράξαι τὰ τῆς
ἀπολογίας, ὡς καὶ ἀπῄτητό, λαβών χάρτην οίκεια
χείρως τὰ πλεῖστα τάδ᾽ ἔγραψεν· «Εμεί συνέβη
πατριαρχεύοντι πολλοῖς καὶ πειρασμοῖς ἐμπεσεῖν,
καὶ διὰ τοῦτο ἐξ αὐτῆς τῆς κατασχούσης με οδύνης
καὶ πικρίας παρακινηθεὶς γράμματα (Ρ. 172] ἐξή
νεγκα βάρος ἀφορισμοῦ καὶ λοιπῶν ἐπιτιμίων κατ'
αὐτῶν ἔχοντα τῶν θλιψάντων με καὶ λελυπηκότων.
Εγνώρισε δ᾽ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπιτιμηθέντων οὐδεὶς
οὔτε περὶ τῶν εἰρημένων γραμμάτων οὔτε περὶ τῶν
ἐν αὐτοῖς ἐπιτιμίων. Εἶτα αὐτὰ μὲν τὰ γράμματα
ἐν ἀποκρύφῳ τινὶ καὶ παντελῶς ἀδήλῳ τόπῳ τοῦ
μεγάλου ναοῦ τῆς τοῦ Θεοῦ ἀγίας σοφίας ἀποτεθέντα
ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ καὶ διέμεινε φυλαττόμενα. Εγώ
δὲ ἐπεὶ τοῦ θρόνου ἀναχωρῆσαι καὶ τῆς πατριαρχι
κῆς πάσης προστασίας παραίτησιν ἠβουλήθην ποιή
σασθαι καὶ ἡσυχάζειν πάλιν κατ' ἐμαυτὸν ὡς καὶ
πρότερον, εὐθὺς καὶ τὸ σύμπαν των γεγραμμένων
ἐκεῖ.ο βάρος ἐξ αὐτῆς ψυχῆς διαλύσας ἠθέτησα, συγ
PG 144:281οὐ γὰρ ἦν οὔτε τῆς τοῦ θεοῦ ἐντολῆς οὔτε τῶν ἐκείνου νόμων καὶ παραγγελμάτων, οὔτε ψυχῆς φόβον ὅλως ἐχούσης αὐτοῦ τοῦ θεοῦ καὶ ἔννοιαν τῆς μελλούσης κρίσεως ὁμοῦ καὶ ἀνταποδόσεως, ἀκατάλλακτον τὴν ἔχθραν τηρεῖν καὶ ἀντὶ κακῶν ἀντιδιδόναι κακά, οὔτε μὴν ἐπαρᾶσθαι κατὰ τῶν ἐπηρεαζόντων, εὔχεσθαι ὑπὲρ αὐτῶν θεοῦ σαφῶς καὶ λέγοντος καὶ προστάσσοντος. διὰ ταῦτα καὶ γράμματα μὲν ἐκεῖνα πάντα τὰ τῆς μικροψυχίας, μᾶλλον δὲ πᾶσαν τὴν αὐτοῖς ἐγκατατεθεῖσαν βαρύτητα τοῦ ἀφορισμοῦ τε καὶ τῶν ἐπιτιμίων, ἐκ ψυχῆς πάσης ἀπεβαλλόμην, πᾶσι τοῖς ἐπιτιμηθεῖσι καθαρὰν διδοὺς τὴν συγχώρησιν· ὥστε δὲ καὶ ἀναλαβέσθαι τὰ τοιαῦτα γράμματα καὶ ἀφανίσαι ἠμελήθη παρ’ ἡμῶν, καὶ οὔτε ἐλάβομεν οὔτε ἠφανίσαμεν. εὑρίσκονται οὖν ἀρτίως, καὶ δίδονται εἰς χεῖρας τῷ κρατίστῳ καὶ βασιλεῖ μου καὶ αὐτοκράτορι.
χωρήσεως πάσης τῇ τοῦ Θεοῦ πάσῃ μεταδούς Εκ- καὶ τὴν ἐπιτίμησιν λύοντες πᾶσι καθαρῶς συγχω
κλησίᾳ, καὶ αὐτοῖς τοῖς ἀνωτέρω, ὡς εἴρηται, θλίψαι
ἡμᾶς καὶ παραλυπῆσαι σπουδάσασιν. Οὐ γὰρ ἦν
οὔτε τῆς τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς οὔτε τῶν ἐκείνου νόμων
καὶ παραγγελμάτων, οὔτε ψυχῆς φόβον ὅλως ἐχούσης
αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἔννοιαν τῆς μελλούσης κρίσεως
ὁμοῦ καὶ ἀνταποδόσεως, ἀκατάλλακτον τὴν ἔχθραν
τηρεῖν καὶ ἀντὶ κακῶν ἀντιδιδέναι κακά, οὔτε μὴν
ἐπαρᾶσθαι κατὰ τῶν ἐπηρεαζόντων, εὔχεσθαι ὑπὲρ
αὐτῶν Θεοῦ σαφῶς καὶ λέγοντος καὶ προστάσσοντος.
Διὰ ταῦτα καὶ γράμματα μὲν ἐκεῖνα πάντα τὰ τῆς
μικροψυχίας, μᾶλλον δὲ πᾶσαν τὴν αὐτοῖς ἐγκατατε
θεῖσαν βαρύτητα τοῦ ἀφορισμοῦ τε καὶ τῶν ἐπιτι
μίων, ἐκ ψυχῆς πάσης ἀπεβαλλόμην, πᾶσι τοῖς ἐπι
τιμηθεῖσι καθαρὰν διδοὺς τὴν συγχώρησιν· ὥστε δὲ
καὶ ἀναλαβέσθαι τὰ τοιαῦτα γράμματα καὶ ἀφανί
σαι ἡμελήθη παρ' ἡμῶν, καὶ οὔτε ἐλάβομεν οὔτε
ἠφανίσαμεν. Εὑρίσκονται οὖν ἀρτίως, καὶ δίδονται
εἰς χεῖρας τῷ κρατίστῳ καὶ βασιλεῖ μου καὶ αὐτο
κράτορι. Παρ' οὗ καὶ πρὸς ἡμᾶς ἐρωτήσεως γενομέ
νης αὐτῶν δὴ τούτων τῶν γραμμάτων ἕνεκεν, οὐδὲν
ἕτερος ἢ αὐτὸ τὸ ἀληθὲς εἰπόντες ἐπληροφορήσαμεν
οἷον ὅτι οὐ νῦν πρότερον την γνώμην μεταβαλόντες
ροῦμεν καθ' ὧν αὕτη γέγονεν, ἀλλά τοι καὶ πρότερον,
ἐξ ὅτου δηλονότι τῶν πατριαρχικῶν θρόνων ἀναχω
ρήσαι ἠβουλήθημεν, εὐθὺς καὶ τῆς πρὸς πάντας
ἔχθρας ἀπέστημεν, μηδεμίαν πρὸς οὐδένα φανεράν
ἢ κεκρυμμένην ἔχοντες ἄμυναν, καὶ τοὺς εἰρημέν
νους ἀφορισμούς καὶ λοιπὲς ἐπιτιμήσεις ἀπὸ τότε
εὐθὺς καταλύσαντες ἠθετήσαμεν. Καὶ εἶχε ταῦτα
ἐπ' ἀληθείας οὕτως. Ἵνα δὲ μή τινι τῶν κατὰ τῆς
τοῦ Θεοῦ ἁγίας Εκκλησίας επιχειρούντων καὶ ταύ
την [Ρ. 173] βουλομένων διαταράττειν πρόφασίς
ποτε γένοιτο, κακῶς μὲν παντάπασι καὶ ἀδίκως,
γένοιτο γοῦν μετὰ τοῦ πονηροῦ ζητοῦντι τὰ σκάν
δαλα, τούτου δὴ χάριν καὶ τὰ παρόντα γράμματα,
Θεοῦ αὐτοῦ κατενώπιον κατὰ τῶν πρώην ἐκείνων,
5 ὡς ἔφημεν, γεγραμμένων ἐξεθέμεθα. Δι' ὧν καὶ
πάλιν οὐ συγχώρησιν μόνον πᾶσαν πᾶσιν ἀπονέμου
μὲν τοῖς, ὡς εἴρηται, ἡμῶν ἔτι πατριαρχευόντων
ἐπιτιμηθεῖσι λόγοις ἢ γράμμασιν ἡμετέροις τισὶ
φανεροῖς ἐν τῷ παρόντι γεγενημένοις ἢ ἐν τοῖς
ὕστερον τῶν χρόνων δήλοις ἐσομένοις, ἀλλὰ καὶ εἰρή
νην καὶ τὴν κατὰ Θεὸν ἀγάπην μετὰ πάντων τούτων
κυροῦμεν, οὐδενί τι τῶν ἁπάντων ὡς ὑπ' αὐτοῦ
παρ’ οὗ καὶ πρὸς ἡμᾶς ἐρωτήσεως γενομένης αὐτῶν δὴ τούτων τῶν γραμμάτων ἕνεκεν, οὐδὲν ἕτερος ἢ αὐτὸ τὸ ἀληθὲς εἰπόντες ἐπληροφορήσαμεν οἷον ὅτι οὐ νῦν πρότερον τὴν γνώμην μεταβαλόντες καὶ τὴν ἐπιτίμησιν λύοντες πᾶσι καθαρῶς συγχωροῦμεν καθ’ ὧν αὕτη γέγονεν, ἀλλά τοι καὶ πρότερον, ἐξ ὅτου δηλονότι τῶν πατριαρχικῶν θρόνων ἀναχωρῆσαι ἠβουλήθημεν, εὐθὺς καὶ τῆς πρὸς πάντας ἔχθρας ἀπέστημεν, μηδεμίαν πρὸς οὐδένα φανερὰν ἢ κεκρυμμένην ἔχοντες ἄμυναν, καὶ τοὺς εἰρημένους ἀφορισμοὺς καὶ λοιπὰς ἐπιτιμήσεις ἀπὸ τότε εὐθὺς καταλύσαντες ἠθετήσαμεν. καὶ εἶχε ταῦτα ἐπ’ ἀληθείας οὕτως. ἵνα δὲ μή τινι τῶν κατὰ τῆς τοῦ θεοῦ ἁγίας ἐκκλησίας ἐπιχειρούντων καὶ ταύτην βουλομένων διαταράττειν πρόφασίς ποτε γένοιτο, κακῶς μὲν παντάπασι καὶ ἀδίκως, γένοιτο γοῦν μετὰ τοῦ πονηροῦ ζητοῦντι τὰ σκάνδαλα, τούτου δὴ χάριν καὶ τὰ παρόντα γράμματα, θεοῦ αὐτοῦ κατενώπιον κατὰ τῶν πρώην ἐκείνων, ὡς ἔφημεν, γεγραμμένων ἐξεθέμεθα.
χωρήσεως πάσης τῇ τοῦ Θεοῦ πάσῃ μεταδούς Εκ- καὶ τὴν ἐπιτίμησιν λύοντες πᾶσι καθαρῶς συγχω
κλησίᾳ, καὶ αὐτοῖς τοῖς ἀνωτέρω, ὡς εἴρηται, θλίψαι
ἡμᾶς καὶ παραλυπῆσαι σπουδάσασιν. Οὐ γὰρ ἦν
οὔτε τῆς τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς οὔτε τῶν ἐκείνου νόμων
καὶ παραγγελμάτων, οὔτε ψυχῆς φόβον ὅλως ἐχούσης
αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἔννοιαν τῆς μελλούσης κρίσεως
ὁμοῦ καὶ ἀνταποδόσεως, ἀκατάλλακτον τὴν ἔχθραν
τηρεῖν καὶ ἀντὶ κακῶν ἀντιδιδέναι κακά, οὔτε μὴν
ἐπαρᾶσθαι κατὰ τῶν ἐπηρεαζόντων, εὔχεσθαι ὑπὲρ
αὐτῶν Θεοῦ σαφῶς καὶ λέγοντος καὶ προστάσσοντος.
Διὰ ταῦτα καὶ γράμματα μὲν ἐκεῖνα πάντα τὰ τῆς
μικροψυχίας, μᾶλλον δὲ πᾶσαν τὴν αὐτοῖς ἐγκατατε
θεῖσαν βαρύτητα τοῦ ἀφορισμοῦ τε καὶ τῶν ἐπιτι
μίων, ἐκ ψυχῆς πάσης ἀπεβαλλόμην, πᾶσι τοῖς ἐπι
τιμηθεῖσι καθαρὰν διδοὺς τὴν συγχώρησιν· ὥστε δὲ
καὶ ἀναλαβέσθαι τὰ τοιαῦτα γράμματα καὶ ἀφανί
σαι ἡμελήθη παρ' ἡμῶν, καὶ οὔτε ἐλάβομεν οὔτε
ἠφανίσαμεν. Εὑρίσκονται οὖν ἀρτίως, καὶ δίδονται
εἰς χεῖρας τῷ κρατίστῳ καὶ βασιλεῖ μου καὶ αὐτο
κράτορι. Παρ' οὗ καὶ πρὸς ἡμᾶς ἐρωτήσεως γενομέ
νης αὐτῶν δὴ τούτων τῶν γραμμάτων ἕνεκεν, οὐδὲν
ἕτερος ἢ αὐτὸ τὸ ἀληθὲς εἰπόντες ἐπληροφορήσαμεν
οἷον ὅτι οὐ νῦν πρότερον την γνώμην μεταβαλόντες
ροῦμεν καθ' ὧν αὕτη γέγονεν, ἀλλά τοι καὶ πρότερον,
ἐξ ὅτου δηλονότι τῶν πατριαρχικῶν θρόνων ἀναχω
ρήσαι ἠβουλήθημεν, εὐθὺς καὶ τῆς πρὸς πάντας
ἔχθρας ἀπέστημεν, μηδεμίαν πρὸς οὐδένα φανεράν
ἢ κεκρυμμένην ἔχοντες ἄμυναν, καὶ τοὺς εἰρημέν
νους ἀφορισμούς καὶ λοιπὲς ἐπιτιμήσεις ἀπὸ τότε
εὐθὺς καταλύσαντες ἠθετήσαμεν. Καὶ εἶχε ταῦτα
ἐπ' ἀληθείας οὕτως. Ἵνα δὲ μή τινι τῶν κατὰ τῆς
τοῦ Θεοῦ ἁγίας Εκκλησίας επιχειρούντων καὶ ταύ
την [Ρ. 173] βουλομένων διαταράττειν πρόφασίς
ποτε γένοιτο, κακῶς μὲν παντάπασι καὶ ἀδίκως,
γένοιτο γοῦν μετὰ τοῦ πονηροῦ ζητοῦντι τὰ σκάν
δαλα, τούτου δὴ χάριν καὶ τὰ παρόντα γράμματα,
Θεοῦ αὐτοῦ κατενώπιον κατὰ τῶν πρώην ἐκείνων,
5 ὡς ἔφημεν, γεγραμμένων ἐξεθέμεθα. Δι' ὧν καὶ
πάλιν οὐ συγχώρησιν μόνον πᾶσαν πᾶσιν ἀπονέμου
μὲν τοῖς, ὡς εἴρηται, ἡμῶν ἔτι πατριαρχευόντων
ἐπιτιμηθεῖσι λόγοις ἢ γράμμασιν ἡμετέροις τισὶ
φανεροῖς ἐν τῷ παρόντι γεγενημένοις ἢ ἐν τοῖς
ὕστερον τῶν χρόνων δήλοις ἐσομένοις, ἀλλὰ καὶ εἰρή
νην καὶ τὴν κατὰ Θεὸν ἀγάπην μετὰ πάντων τούτων
κυροῦμεν, οὐδενί τι τῶν ἁπάντων ὡς ὑπ' αὐτοῦ
δι’ ὧν καὶ πάλιν οὐ συγχώρησιν μόνον πᾶσαν πᾶσιν ἀπονέμομεν τοῖς, ὡς εἴρηται, ἡμῶν ἔτι πατριαρχευόντων ἐπιτιμηθεῖσι λόγοις ἢ γράμμασιν ἡμετέροις τισὶ φανεροῖς ἐν τῷ παρόντι γεγενημένοις ἢ ἐν τοῖς ὕστερον τῶν χρόνων δήλοις ἐσομένοις, ἀλλὰ καὶ εἰρήνην καὶ τὴν κατὰ θεὸν ἀγάπην μετὰ πάντων τούτων κυροῦμεν, οὐδενί τι τῶν ἁπάντων ὡς ὑπ’ αὐτοῦ δῆθεν ἠδικημένοι ἔχθραν ἢ ὀργὴν ἢ βάρος τὸ τυχὸν ἀποταμιεύοντες. καὶ εἴ τις δή ποτε τὰ λεχθέντα γράμματα καὶ οὐ βάρους μετέχοντα, ἢ ἕτερα κἀκεῖνα ἡμέτερα, εἰς ταραχῆς πρόφασιν κατά τινων τῶν κοινωνούντων τῇ ἐκκλησίᾳ προβαλέσθαι θελήσοι καὶ ταράσσων προβάλλοιτο, τοῦτον ἐπάρατον καὶ μὴ ἀνεύθυνον εἶναι βουλόμεθα, ὡς ἰδίαν μὲν πληροῦντα κακίαν, ἀφορμὴν δ’ ἡμᾶς οὐκ ἀληθῆ ψευδῆ δὲ παντελῶς προβαλλόμενον. μηνὶ Σεπτεμβρίῳ, ἰνδ. ια. ἦν δὲ καὶ τοῖς γράμμασιν ὑποσήμανσις αὕτη Ἀθανάσιος ἁμαρτωλὸς ὁ χρηματίσας πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως νέας Ῥώμης.
χωρήσεως πάσης τῇ τοῦ Θεοῦ πάσῃ μεταδούς Εκ- καὶ τὴν ἐπιτίμησιν λύοντες πᾶσι καθαρῶς συγχω
κλησίᾳ, καὶ αὐτοῖς τοῖς ἀνωτέρω, ὡς εἴρηται, θλίψαι
ἡμᾶς καὶ παραλυπῆσαι σπουδάσασιν. Οὐ γὰρ ἦν
οὔτε τῆς τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς οὔτε τῶν ἐκείνου νόμων
καὶ παραγγελμάτων, οὔτε ψυχῆς φόβον ὅλως ἐχούσης
αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἔννοιαν τῆς μελλούσης κρίσεως
ὁμοῦ καὶ ἀνταποδόσεως, ἀκατάλλακτον τὴν ἔχθραν
τηρεῖν καὶ ἀντὶ κακῶν ἀντιδιδέναι κακά, οὔτε μὴν
ἐπαρᾶσθαι κατὰ τῶν ἐπηρεαζόντων, εὔχεσθαι ὑπὲρ
αὐτῶν Θεοῦ σαφῶς καὶ λέγοντος καὶ προστάσσοντος.
Διὰ ταῦτα καὶ γράμματα μὲν ἐκεῖνα πάντα τὰ τῆς
μικροψυχίας, μᾶλλον δὲ πᾶσαν τὴν αὐτοῖς ἐγκατατε
θεῖσαν βαρύτητα τοῦ ἀφορισμοῦ τε καὶ τῶν ἐπιτι
μίων, ἐκ ψυχῆς πάσης ἀπεβαλλόμην, πᾶσι τοῖς ἐπι
τιμηθεῖσι καθαρὰν διδοὺς τὴν συγχώρησιν· ὥστε δὲ
καὶ ἀναλαβέσθαι τὰ τοιαῦτα γράμματα καὶ ἀφανί
σαι ἡμελήθη παρ' ἡμῶν, καὶ οὔτε ἐλάβομεν οὔτε
ἠφανίσαμεν. Εὑρίσκονται οὖν ἀρτίως, καὶ δίδονται
εἰς χεῖρας τῷ κρατίστῳ καὶ βασιλεῖ μου καὶ αὐτο
κράτορι. Παρ' οὗ καὶ πρὸς ἡμᾶς ἐρωτήσεως γενομέ
νης αὐτῶν δὴ τούτων τῶν γραμμάτων ἕνεκεν, οὐδὲν
ἕτερος ἢ αὐτὸ τὸ ἀληθὲς εἰπόντες ἐπληροφορήσαμεν
οἷον ὅτι οὐ νῦν πρότερον την γνώμην μεταβαλόντες
ροῦμεν καθ' ὧν αὕτη γέγονεν, ἀλλά τοι καὶ πρότερον,
ἐξ ὅτου δηλονότι τῶν πατριαρχικῶν θρόνων ἀναχω
ρήσαι ἠβουλήθημεν, εὐθὺς καὶ τῆς πρὸς πάντας
ἔχθρας ἀπέστημεν, μηδεμίαν πρὸς οὐδένα φανεράν
ἢ κεκρυμμένην ἔχοντες ἄμυναν, καὶ τοὺς εἰρημέν
νους ἀφορισμούς καὶ λοιπὲς ἐπιτιμήσεις ἀπὸ τότε
εὐθὺς καταλύσαντες ἠθετήσαμεν. Καὶ εἶχε ταῦτα
ἐπ' ἀληθείας οὕτως. Ἵνα δὲ μή τινι τῶν κατὰ τῆς
τοῦ Θεοῦ ἁγίας Εκκλησίας επιχειρούντων καὶ ταύ
την [Ρ. 173] βουλομένων διαταράττειν πρόφασίς
ποτε γένοιτο, κακῶς μὲν παντάπασι καὶ ἀδίκως,
γένοιτο γοῦν μετὰ τοῦ πονηροῦ ζητοῦντι τὰ σκάν
δαλα, τούτου δὴ χάριν καὶ τὰ παρόντα γράμματα,
Θεοῦ αὐτοῦ κατενώπιον κατὰ τῶν πρώην ἐκείνων,
5 ὡς ἔφημεν, γεγραμμένων ἐξεθέμεθα. Δι' ὧν καὶ
πάλιν οὐ συγχώρησιν μόνον πᾶσαν πᾶσιν ἀπονέμου
μὲν τοῖς, ὡς εἴρηται, ἡμῶν ἔτι πατριαρχευόντων
ἐπιτιμηθεῖσι λόγοις ἢ γράμμασιν ἡμετέροις τισὶ
φανεροῖς ἐν τῷ παρόντι γεγενημένοις ἢ ἐν τοῖς
ὕστερον τῶν χρόνων δήλοις ἐσομένοις, ἀλλὰ καὶ εἰρή
νην καὶ τὴν κατὰ Θεὸν ἀγάπην μετὰ πάντων τούτων
κυροῦμεν, οὐδενί τι τῶν ἁπάντων ὡς ὑπ' αὐτοῦ
PG 144:283Ἀθανασίῳ μὲν οὖν οὐδὲν ἐλάττων τῶν ἄλλων αἰτία καὶ αὕτη προσπεσοῦσα, τοῦ δόξαι οὐχ ἧττον βαθέως ἢ ῥᾳδίως ἐργάζεσθαι, μείζων παρὰ τοῖς κατ’ ἐκείνου ἐπιτηροῦσιν ἔδοξεν ἑαυτῆς ἔκ τε τοῦ καὶ αὐτὸν ὁμολογεῖν τὸ προσῆκον Χριστιανοῖς, ὡς οὔτε τῆς τοῦ θεοῦ ἐντολῆς οὔτε τῶν ἐκείνου νόμων καὶ παραγγελμάτων, οὔτε μὴν ψυχῆς φόβον ὅλως ἐχούσης αὐτοῦ τοῦ θεοῦ καὶ ἔννοιαν τῆς ἀνταποδόσεως, κακὰ ἀντὶ κακῶν ἀποδοῦναι. εἰ δέ τι ἄλλο ἀπὸ Χριστοῦ ἀφορισμῶν μεῖζον κακὸν ταῦτα ἐπ’ αἰτίαις τισίν, ὁ θέλων κρινέτω. τέως γε μὴν κἀν τῷ ὁμολογεῖν, ὅσον τὸ δοκεῖν, ὡς οὐκ ἐν χρόνῳ τινὶ ἀλλὰ καὶ αὐτίκα ἐπ’ αὐτοῖς μεταγνοίη γράμμασι καὶ λύειν ἐθέλοι καὶ ἀφανίζειν αἱροῖτο ἃ τέως ἔδεέ τε καὶ ἠσφαλίζετο. 25. Βασιλεῖ δὲ καὶ αὖθις φροντὶς ἦν οὐ μικρὰ παρακεκινημένων ἔνθεν μὲν τῶν Τοχάρων, ὅσοι δὴ καὶ ἐπὶ βορείοις τοῖς μέρεσιν ἔκειντο, ἐκεῖθεν δέ γε τῶν Τριβαλλῶν χρωμένων τῷ Κοτανίτζῃ, ὃς δὴ καὶ ἀποδρὰς ἐντεῦθεν, προσρυεὶς τῷ κράλῃ Σερβίας ληί̈στορος τρόπον καταθέων τὰ πρόσχωρα ἐληί̈ζετο, οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τῶν τῆς ἀνατολῆς οὐ καλῶς ἐχόντων ἐκ τῆς προτέρας ἐκείνης συγχύσεως.
δῆθεν ἠδικημένοι ἔχθραν ἡ ὀργὴν ἢ βάρος τὸ τυχὸν γράμμασι καὶ λύειν ἐθέλοι καὶ ἀφανίζειν αἱροῖτο ἀ
ἀποταμιεύοντες. Καὶ εἴ τις δή ποτε τὰ λεχθέντα
γράμματα καὶ οὐ βάρους μετέχοντα, ἢ ἕτερα κἀκεῖνα
ἡμέτερα, εἰς ταραχής πρόφασιν κατά τινων τῶν
κοινωνούντων τῇ Ἐκκλησίᾳ προβαλέσθαι θελήσοι
καὶ ταράσσων προβάλλοιτο, τοῦτον ἐπάρατον καὶ μὴ
ἀνεύθυνον εἶναι βουλόμεθα, ὡς ἰδίαν μὲν πληροῦντα
κακίαν, ἀφορμὴν δ᾽ ἡμᾶς οὐκ ἀληθῆ, ψευδῆ δὲ παν
τελῶς προβαλλόμενον. Μηνὶ Σεπτεμβρίῳ, Ινδ. ια'.
Ην δὲ καὶ τοῖς γράμμασιν ὑποσήμανσις αὕτη
Αθανάσιος ἁμαρτωλὸς ὁ χρηματίσας πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης.» Αθανασίῳ μὲν
οὖν οὐδὲν ἐλάττων τῶν ἄλλων αἰτία καὶ αὕτη προσο
πεσοῦσα, τοῦ δόξαι οὐχ ἧττον βαθέως ἢ ῥᾳδίως έρ
γάζεσθαι, μείζων παρὰ τοῖς κατ' ἐκείνον ἐπιτηρού
σιν ἔδοξεν ἑαυτῆς ἔκ τε τοῦ καὶ αὐτὸν ὁμολογεῖν τὸ
προσήκον Χριστιανοῖς, ὡς οὔτε τῆς τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς
οὔτε τῶν ἐκείνου νόμων καὶ παραγγελμάτων, οὔτε
μὴν ψυχῆς φόβον ὅλως ἐχούσης αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ
ἔννοιαν τῆς ἀνταποδόσεως, κακὰ ἀντὶ κακῶν ἀποδοῦ
και. Εἰ δέ τι ἄλλο ἀπὸ Χριστοῦ ἀφορισμῶν μεῖζον
κακὸν ταῦτα ἐπ᾽ αἰτίαις τισὶν, 5 θέλων κρινέτω. Τέως
γε μὴν κὰν τῷ ὁμολογεῖν, ὅσον τὸ δοκεῖν, ὡς οὐκ ἐν
χρόνῳ τινὶ, ἀλλὰ καὶ αὐτίκα ἐπ' αὐτοῖς μεταγνοίη
τέως ἔδεέ τε καὶ ἡσφαλίζετο.
κε'. Περὶ τοῦ Ταρχανειώτου Ιωάννου, όπως κατ'
ἀνατολὴν στρατηγὸς ἀπεστάλη.
Βασιλεῖ δὲ [Ρ. 174] καὶ αὖθις φροντὶς ἦν οὐ μικρά
παρακεκινημένων ἔνθεν μὲν τῶν Τοχάρων, ὅσοι δὴ
καὶ ἐπὶ βορείοις τοῖς μέρεσιν ἔκειντο, ἐκεῖθεν δέ γε
τῶν Τριβαλλῶν χρωμένων τῷ Κοτανίτζῃ, δς δὴ καὶ
ἀποδρὰς ἐντεῦθεν, προσρυεὶς τῷ κράλῃ Σερβίας
ληΐστορος τρόπον καταθέων 175] τὰ πρόσχαρα
ἐληίζετο, οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τῶν τῆς ἀνατολῆς οὐ
καλῶς ἐχόντων ἐκ τῆς προτέρας εκείνης συγχύσεως.
Ταῦτά τοι καὶ βασιλεὺς ἀνδρὸς σπουδαίου ἐρῶν δεδ
μενον τὸν καιρὸν καὶ στρατηγοῦ, ἅμα μὲν ξυνετοῦ
τῶν τοιούτων, ἅμα δὲ καὶ τῶν ἐγγιζόντων αὐτῷ πρὸς
αἵματι, παριδὼν τὴν ἐπὶ τῷ σχίσματι μικρολογίαν
τοῦ Ἰωάννου, καὶ ὡς αὐτὸς μὲν ἥκιστ᾽ ἂν διὰ τὸ
σχίζεσθαι βλάψειεν, ὀνήσειε δὲ τὸ κοινὸν διὰ τὴν
εὐβουλίαν καὶ τὸ ἐπ᾽ ἔργοις σπουδαῖον, εἰ προσλη
φθείη, διανοούμενος, αὐτίκα ἀφεὶς ἐγκαλεῖν ἐκείνῳ
τὴν πρὸς Ἐκκλησίαν διαφοράν, ὡς εἶχε δὲ τῆς γνώ
μης καὶ πάλιν ἐάτας ἔχειν, προσλαβών, ἐλίγοις τισὶν
ἐφοδιάσας καὶ χρήμασι καὶ στρατεύμασιν ἐπ' ἀνα
τολῆς ἐκπέμπει. Ο δὲ τὴν ἡγεμονίαν ἀναδεξάμενος
ταῦτά τοι καὶ βασιλεὺς ἀνδρὸς σπουδαίου ὁρῶν δεόμενον τὸν καιρὸν καὶ στρατηγοῦ, ἅμα μὲν ξυνετοῦ τῶν τοιούτων ἅμα δὲ καὶ τῶν ἐγγιζόντων αὐτῷ πρὸς αἵματι, παριδὼν τὴν ἐπὶ τῷ σχίσματι μικρολογίαν τοῦ Ἰωάννου, καὶ ὡς αὐτὸς μὲν ἥκιστ’ ἂν διὰ τὸ σχίζεσθαι βλάψειεν, ὀνήσειε δὲ τὸ κοινὸν διὰ τὴν εὐβουλίαν καὶ τὸ ἐπ’ ἔργοις σπουδαῖον, εἰ προσληφθείη, διανοούμενος, αὐτίκα ἀφεὶς ἐγκαλεῖν ἐκείνῳ τὴν πρὸς ἐκκλησίαν διαφοράν, ὡς εἶχε δὲ τῆς γνώμης καὶ πάλιν ἐάσας ἔχειν, προςλαβών, ὀλίγοις τισὶν ἐφοδιάσας καὶ χρήμασι καὶ στρατεύμασιν ἐπ’ ἀνατολῆς ἐκπέμπει. ὁ δὲ τὴν ἡγεμονίαν ἀναδεξάμενος πᾶσαν σπουδὴν ἐνδείκνυται καθιστᾶν μὲν τὰ τῇδε μέρη, θεραπεύειν δὲ καὶ βασιλέα ταῖς καθ’ αὑτὸν ἐπὶ τοῖς πράγμασιν οἰκονομίαις καὶ διοικήσεσιν.
δῆθεν ἠδικημένοι ἔχθραν ἡ ὀργὴν ἢ βάρος τὸ τυχὸν γράμμασι καὶ λύειν ἐθέλοι καὶ ἀφανίζειν αἱροῖτο ἀ
ἀποταμιεύοντες. Καὶ εἴ τις δή ποτε τὰ λεχθέντα
γράμματα καὶ οὐ βάρους μετέχοντα, ἢ ἕτερα κἀκεῖνα
ἡμέτερα, εἰς ταραχής πρόφασιν κατά τινων τῶν
κοινωνούντων τῇ Ἐκκλησίᾳ προβαλέσθαι θελήσοι
καὶ ταράσσων προβάλλοιτο, τοῦτον ἐπάρατον καὶ μὴ
ἀνεύθυνον εἶναι βουλόμεθα, ὡς ἰδίαν μὲν πληροῦντα
κακίαν, ἀφορμὴν δ᾽ ἡμᾶς οὐκ ἀληθῆ, ψευδῆ δὲ παν
τελῶς προβαλλόμενον. Μηνὶ Σεπτεμβρίῳ, Ινδ. ια'.
Ην δὲ καὶ τοῖς γράμμασιν ὑποσήμανσις αὕτη
Αθανάσιος ἁμαρτωλὸς ὁ χρηματίσας πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης.» Αθανασίῳ μὲν
οὖν οὐδὲν ἐλάττων τῶν ἄλλων αἰτία καὶ αὕτη προσο
πεσοῦσα, τοῦ δόξαι οὐχ ἧττον βαθέως ἢ ῥᾳδίως έρ
γάζεσθαι, μείζων παρὰ τοῖς κατ' ἐκείνον ἐπιτηρού
σιν ἔδοξεν ἑαυτῆς ἔκ τε τοῦ καὶ αὐτὸν ὁμολογεῖν τὸ
προσήκον Χριστιανοῖς, ὡς οὔτε τῆς τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς
οὔτε τῶν ἐκείνου νόμων καὶ παραγγελμάτων, οὔτε
μὴν ψυχῆς φόβον ὅλως ἐχούσης αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ
ἔννοιαν τῆς ἀνταποδόσεως, κακὰ ἀντὶ κακῶν ἀποδοῦ
και. Εἰ δέ τι ἄλλο ἀπὸ Χριστοῦ ἀφορισμῶν μεῖζον
κακὸν ταῦτα ἐπ᾽ αἰτίαις τισὶν, 5 θέλων κρινέτω. Τέως
γε μὴν κὰν τῷ ὁμολογεῖν, ὅσον τὸ δοκεῖν, ὡς οὐκ ἐν
χρόνῳ τινὶ, ἀλλὰ καὶ αὐτίκα ἐπ' αὐτοῖς μεταγνοίη
τέως ἔδεέ τε καὶ ἡσφαλίζετο.
κε'. Περὶ τοῦ Ταρχανειώτου Ιωάννου, όπως κατ'
ἀνατολὴν στρατηγὸς ἀπεστάλη.
Βασιλεῖ δὲ [Ρ. 174] καὶ αὖθις φροντὶς ἦν οὐ μικρά
παρακεκινημένων ἔνθεν μὲν τῶν Τοχάρων, ὅσοι δὴ
καὶ ἐπὶ βορείοις τοῖς μέρεσιν ἔκειντο, ἐκεῖθεν δέ γε
τῶν Τριβαλλῶν χρωμένων τῷ Κοτανίτζῃ, δς δὴ καὶ
ἀποδρὰς ἐντεῦθεν, προσρυεὶς τῷ κράλῃ Σερβίας
ληΐστορος τρόπον καταθέων 175] τὰ πρόσχαρα
ἐληίζετο, οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τῶν τῆς ἀνατολῆς οὐ
καλῶς ἐχόντων ἐκ τῆς προτέρας εκείνης συγχύσεως.
Ταῦτά τοι καὶ βασιλεὺς ἀνδρὸς σπουδαίου ἐρῶν δεδ
μενον τὸν καιρὸν καὶ στρατηγοῦ, ἅμα μὲν ξυνετοῦ
τῶν τοιούτων, ἅμα δὲ καὶ τῶν ἐγγιζόντων αὐτῷ πρὸς
αἵματι, παριδὼν τὴν ἐπὶ τῷ σχίσματι μικρολογίαν
τοῦ Ἰωάννου, καὶ ὡς αὐτὸς μὲν ἥκιστ᾽ ἂν διὰ τὸ
σχίζεσθαι βλάψειεν, ὀνήσειε δὲ τὸ κοινὸν διὰ τὴν
εὐβουλίαν καὶ τὸ ἐπ᾽ ἔργοις σπουδαῖον, εἰ προσλη
φθείη, διανοούμενος, αὐτίκα ἀφεὶς ἐγκαλεῖν ἐκείνῳ
τὴν πρὸς Ἐκκλησίαν διαφοράν, ὡς εἶχε δὲ τῆς γνώ
μης καὶ πάλιν ἐάτας ἔχειν, προσλαβών, ἐλίγοις τισὶν
ἐφοδιάσας καὶ χρήμασι καὶ στρατεύμασιν ἐπ' ἀνα
τολῆς ἐκπέμπει. Ο δὲ τὴν ἡγεμονίαν ἀναδεξάμενος
PG 144:285ἐπειδὴ γὰρ οἱ μὲν πολλοὶ τῶν στρατιωτῶν καιρῶν πολλάκις λαβόμενοι καὶ προσηῦξον τὰς οἰκείας προνοίας καὶ ἀργῶς εἶχον ἐκ τοῦ δώροις καὶ δεξιώσεσιν ὑπέρχεσθαι τοὺς ἡγεμονεύοντας, ἄλλοι δὲ πολλάκις καὶ σφῶν ἀξιώτεροι ἐκλελοιπυιῶν τῶν κατὰ σφᾶς οἰκονομιῶν τὴν ἀπορίαν εἶχον καὶ προαιρούμενοι τοῦ στρατεύεσθαι κώλυμα, καὶ ἦν ἀμφοτέρωθεν τῷ κοινῷ ζημία, καὶ ἡ ἀνισότης αὕτη ἐδέετο ἐξισώσεως, αὐτὸς τὰ μεγάλα θαρρῶν, ὡς πιστῇ γνώμῃ καὶ καθαρᾷ πρὸς βασιλέα πράττοντι οὐδὲν ἂν προσσταίη τῶν ὅσα καὶ εἰς ἐμπόδιον εἴη, μεταγγίζειν ἔγνω πρὸς τὰ κοινὰ τὰ πληρέστατα καὶ οὕτως ἐξισοῦν τοῖς ἀνδράσι καὶ τὰς ὁρμάς, ἐξισῶν τοῖς πράγμασιν. ἐντεῦθεν καὶ στρατὸν μὲν συνίστα πλέον, νῆας δ’ ἐξητοιμάζετο, καὶ διττὰ στρέφων ἔνθεν μὲν κατὰ γῆν ἐκεῖθεν δὲ κατὰ θάλατταν διηυμάριζε, καὶ καλῶς ἠκούετο πράττων, καὶ βασιλεῖ ἀπόδεκτος ἦν, εἰ καὶ τῷ πατριαρχοῦντι Ἰωάννῃ ἡ ἐκείνου στρατηγία διὰ μεγίστης ἀγανακτήσεως ἦν, καὶ πολλάκις προσαναφέρων βασιλεῖ προσωνειδίζετο, εἴ γε ἀνὴρ στρατηγοίη οὐχ ὅπως μηδὲν εἰδὼς τιμᾶν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ πολλαῖς τοὺς αὐτῆς πλύνων ὕβρεσι.
πᾶσαν σπουδὴν ἐνδείκνυται καθιστᾷν μὲν τὰ τῇδε στης ἀγανακτήσεως ἦν, καὶ πολλάκις προσαναφέρων
μέρη, θεραπεύειν δὲ καὶ βασιλέα ταῖς καθ' αὐτὸν
ἐπὶ τοῖς πράγμασιν οἰκονομίαις καὶ διοικήσεσιν.
Ἐπειδὴ γὰρ οἱ μὲν πολλοὶ τῶν στρατιωτῶν καιρῶν
πολλάκις λαβόμενοι καὶ προσηΰξον τὰς οἰκείας προ
νοίας καὶ ἀργῶς εἶχον ἐκ τοῦ δώροις καὶ δεξιώσεσιν
ὑπέρχεσθαι τοὺς ἡγεμονεύοντας, ἄλλοι δὲ πολλάκις
καὶ σφῶν ἀξιώτεροι ἐκλελοιπυ:ῶν τῶν κατὰ σφᾶς
οἰκονομιῶν τὴν ἀπορίαν εἶχον καὶ προαιρούμενοι τοῦ
στρατεύεσθαι κώλυμα, καὶ ἦν ἀμφοτέρωθεν τῷ κοινῷ
ζημία, καὶ ἡ ἀνισότης αὕτη ἐδέετο ἐξισώσεων, αὐτὸς
τὰ μεγάλα θαῤῥῶν, ὡς πιστῇ γνώμῃ καὶ καθαρᾷ
πρὸς βασιλέα πράττοντι οὐδὲν ἂν προσσταίη τῶν ὅσα
καὶ εἰς ἐμπόδιον εἴη, μεταγγίζειν ἔγνω πρὸς τὰ
κοινὰ τὰ πληρέστατα καὶ οὕτως ἐξισοῦν τοῖς ἀνδράσι
καὶ τὰς ὁρμᾶς, ἐξισῶν τοῖς πράγμασιν. Εντεῦθεν 5
καὶ στρατὸν μὲν συνίστα πλέον, νῆας δ' ἐξητοιμά
ζετο, καὶ διττὰ στρίφων ἔνθεν μὲν κατὰ γῆν, ἐκεῖθεν
δὲ κατὰ θάλατταν διηυμάριζε, καὶ καλῶς ἡκούετο
πράττων, καὶ βασιλεῖ ἀπόδεκτος ἦν, εἰ καὶ τῷ πα
τριαρχοῦντι Ιωάννῃ ἡ ἐκείνου στρατηγία διὰ μεγί
βασιλεῖ προσωνειδίζετο, εἴ γε ἀνὴρ στρατηγοίη οὐχ
ὅπως μηδὲν εἰδὼς τιμᾷν Εκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ πολλαῖς
τοὺς αὐτῆς πλύνων ύβρεσι. Βασιλεὺς δὲ τῇ παρ' ἐκείνου
θεραπείᾳ ἐνειλημμένος, ὡς αἱ συχναὶ πίστει; εἶχον,
λογισμῷ διδοὺς πλέον ἢ ὀργῇ διὰ τὴν ἐκ τοῦ πατιρά
χου ἀναφοράν, οὐδὲν περαίνειν κατ' ἐκείνου παρείχε
τοὺς κατ' ἐκείνου λέγοντας, ἀλλὰ καὶ προσάντως μᾶλ
λον ἐδέχετο τὰς ὑπομνήσεις τὴν ἐπὶ τοῖς πραττομένοις
σταθηρότητα [Ρ. 176] βασιλικωτέραν κρίνων παλιμ
βολίας καὶ ἀστασία; ἐπὶ τοῖς δόξας:. Πλὴν μετὰ και
ρὸν, ὡς ἁρμόζειν αὐτίκα λέγειν, ἐπιτίθενται οἱ τινὲς
τῶν ὅσοι καὶ τῶν οἰκονομιῶν τὸ πλεῖστον προσαφηρέ
θησαν, προφάσει μὲν τῇ εἰς βασιλέα πίστει χρησάμε
νοι· οὐδὲν δὲ ἧττον ἑαυτοῖς ἀμύνειν ήθελον, παρα
λελυπημένοι οἷς προσαφῄρηντο. Καὶ τῷ Θεολήπτῳ
Φιλαδελφείας προσελθόντες τὰς πρὸς βασιλέα πίστεις
ἠθετηκέναι τὸν Ἰωάννην ἔλεγον, καὶ δῆλον εἶναι, ἐξ
ὧν γε καὶ πράττοι, τὸν τῆς ἀποστατήσεως κύβον
ἀναρρίπτειν ἀρξάμενον. Ταῦτα λέγοντες ἔπειθον,
καὶ μᾶλλον εἰς τὴν κατ' ἐκείνου ἀπέχθειαν ώρμη
βασιλεὺς δὲ τῇ παρ’ ἐκείνου θεραπείᾳ ἐνειλημμένος, ὡς αἱ συχναὶ πίστεις εἶχον, λογισμῷ διδοὺς πλέον ἢ ὀργῇ διὰ τὴν ἐκ τοῦ πατριάρχου ἀναφοράν, οὐδὲν περαίνειν κατ’ ἐκείνου παρεῖχε τοὺς κατ’ ἐκείνου λέγοντας, ἀλλὰ καὶ προσάντως μᾶλλον ἐδέχετο τὰς ὑπομνήσεις, τὴν ἐπὶ τοῖς πραττομένοις σταθηρότητα βασιλικωτέραν κρίνων παλιμβολίας καὶ ἀστασίας ἐπὶ τοῖς δόξασι. πλὴν μετὰ καιρόν, ὡς ἁρμόζειν αὐτίκα λέγειν, ἐπιτίθενταί οἱ τινὲς τῶν ὅσοι καὶ τῶν οἰκονομιῶν τὸ πλεῖστον προσαφῃρέθησαν, προφάσει μὲν τῇ εἰς βασιλέα πίστει χρησάμενοι· οὐδὲν δὲ ἧττον ἑαυτοῖς ἀμύνειν ἤθελον, παραλελυπημένοι οἷς προσαφῄρηντο. καὶ τῷ Θεολήπτῳ Φιλαδελφείας προσελθόντες τὰς πρὸς βασιλέα πίστεις ἠθετηκέναι τὸν Ἰωάννην ἔλεγον, καὶ δῆλον εἶναι, ἐξ ὧν γε καὶ πράττοι, τὸν τῆς ἀποστατήσεως κύβον ἀναρρίπτειν ἀρξάμενον. ταῦτα λέγοντες ἔπειθον, καὶ μᾶλλον εἰς τὴν κατ’ ἐκείνου ἀπέχθειαν ὡρμημένον πάλαι ἅτε καὶ αὐτὸν κατ’ ἐκείνου τὰ πολλὰ μωμούμενον. καὶ σὺν σφίσι τὴν πρὸς ἐκεῖνον (ἦν δ’ ἐπὶ τοῦ πυργίου τότε) ἠπείγοντο.
πᾶσαν σπουδὴν ἐνδείκνυται καθιστᾷν μὲν τὰ τῇδε στης ἀγανακτήσεως ἦν, καὶ πολλάκις προσαναφέρων
μέρη, θεραπεύειν δὲ καὶ βασιλέα ταῖς καθ' αὐτὸν
ἐπὶ τοῖς πράγμασιν οἰκονομίαις καὶ διοικήσεσιν.
Ἐπειδὴ γὰρ οἱ μὲν πολλοὶ τῶν στρατιωτῶν καιρῶν
πολλάκις λαβόμενοι καὶ προσηΰξον τὰς οἰκείας προ
νοίας καὶ ἀργῶς εἶχον ἐκ τοῦ δώροις καὶ δεξιώσεσιν
ὑπέρχεσθαι τοὺς ἡγεμονεύοντας, ἄλλοι δὲ πολλάκις
καὶ σφῶν ἀξιώτεροι ἐκλελοιπυ:ῶν τῶν κατὰ σφᾶς
οἰκονομιῶν τὴν ἀπορίαν εἶχον καὶ προαιρούμενοι τοῦ
στρατεύεσθαι κώλυμα, καὶ ἦν ἀμφοτέρωθεν τῷ κοινῷ
ζημία, καὶ ἡ ἀνισότης αὕτη ἐδέετο ἐξισώσεων, αὐτὸς
τὰ μεγάλα θαῤῥῶν, ὡς πιστῇ γνώμῃ καὶ καθαρᾷ
πρὸς βασιλέα πράττοντι οὐδὲν ἂν προσσταίη τῶν ὅσα
καὶ εἰς ἐμπόδιον εἴη, μεταγγίζειν ἔγνω πρὸς τὰ
κοινὰ τὰ πληρέστατα καὶ οὕτως ἐξισοῦν τοῖς ἀνδράσι
καὶ τὰς ὁρμᾶς, ἐξισῶν τοῖς πράγμασιν. Εντεῦθεν 5
καὶ στρατὸν μὲν συνίστα πλέον, νῆας δ' ἐξητοιμά
ζετο, καὶ διττὰ στρίφων ἔνθεν μὲν κατὰ γῆν, ἐκεῖθεν
δὲ κατὰ θάλατταν διηυμάριζε, καὶ καλῶς ἡκούετο
πράττων, καὶ βασιλεῖ ἀπόδεκτος ἦν, εἰ καὶ τῷ πα
τριαρχοῦντι Ιωάννῃ ἡ ἐκείνου στρατηγία διὰ μεγί
βασιλεῖ προσωνειδίζετο, εἴ γε ἀνὴρ στρατηγοίη οὐχ
ὅπως μηδὲν εἰδὼς τιμᾷν Εκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ πολλαῖς
τοὺς αὐτῆς πλύνων ύβρεσι. Βασιλεὺς δὲ τῇ παρ' ἐκείνου
θεραπείᾳ ἐνειλημμένος, ὡς αἱ συχναὶ πίστει; εἶχον,
λογισμῷ διδοὺς πλέον ἢ ὀργῇ διὰ τὴν ἐκ τοῦ πατιρά
χου ἀναφοράν, οὐδὲν περαίνειν κατ' ἐκείνου παρείχε
τοὺς κατ' ἐκείνου λέγοντας, ἀλλὰ καὶ προσάντως μᾶλ
λον ἐδέχετο τὰς ὑπομνήσεις τὴν ἐπὶ τοῖς πραττομένοις
σταθηρότητα [Ρ. 176] βασιλικωτέραν κρίνων παλιμ
βολίας καὶ ἀστασία; ἐπὶ τοῖς δόξας:. Πλὴν μετὰ και
ρὸν, ὡς ἁρμόζειν αὐτίκα λέγειν, ἐπιτίθενται οἱ τινὲς
τῶν ὅσοι καὶ τῶν οἰκονομιῶν τὸ πλεῖστον προσαφηρέ
θησαν, προφάσει μὲν τῇ εἰς βασιλέα πίστει χρησάμε
νοι· οὐδὲν δὲ ἧττον ἑαυτοῖς ἀμύνειν ήθελον, παρα
λελυπημένοι οἷς προσαφῄρηντο. Καὶ τῷ Θεολήπτῳ
Φιλαδελφείας προσελθόντες τὰς πρὸς βασιλέα πίστεις
ἠθετηκέναι τὸν Ἰωάννην ἔλεγον, καὶ δῆλον εἶναι, ἐξ
ὧν γε καὶ πράττοι, τὸν τῆς ἀποστατήσεως κύβον
ἀναρρίπτειν ἀρξάμενον. Ταῦτα λέγοντες ἔπειθον,
καὶ μᾶλλον εἰς τὴν κατ' ἐκείνου ἀπέχθειαν ώρμη
ὁ δὲ προγνοὺς τὴν τῶν ἐπιόντων ἔφοδον, καὶ ὡς ἐπὶ κακῇ προϋπηργμένῃ φήμῃ, εἰ καὶ ψευδὴς ἦν, ἀπαντῶσιν ἤδη, θραύεται τὴν ὁρμήν, καὶ εἰσελθὼν τὴν ἐκεῖσε μονὴν τοῦ ἐν μάρτυσι μεγίστου Γεωργίου, τὴν τοῦ Διὸς ἱεροῦ πάλαι, τοῦ ἀσφαλοῦς ἑαυτῷ προυνόει. καὶ οἱ μὲν ἐπιστάντες ἔξωθεν ἐπιζυγωθεισῶν τῶν πυλῶν τῆς μονῆς ἐσπουδασμένως τὰ τῆς κωφῆς ἐκείνης κατηγορίας συνέπλεκον, καὶ οὐκ ἂν ἔλεγον Ἰωάννην περαιτέρω τῶν ἐντολῶν τῶν παρὰ βασιλέως προεληλυθέναι (τὸ δ’ ἦν τὸ τὴν αὐτῶν ὑπαλλάττειν στρατείαν), εἰ μή γε καὶ τῆς εἰς βασιλέα καταφρονήσεως ἄρχειν ἐγνώκει. τὸ δ’ ἦν ἄντικρυς καταδημαγωγία, ὡς ἐντεῦθεν τὴν κατ’ αὐτοῦ σφῶν ἰσχύειν ἐπίθεσιν, καὶ πρόβλημα ἦν αὐτοῖς ἰσχυρὸν τῶν κατ’ ἐκείνου λοιδοριῶν ὡς δικαίως ἐπεξιοῦσιν. ὁ δ’ ἔνδοθεν ἀφ’ ὕψους τοῦ τείχους ἑωραμένος πρὸς τὴν κατηγορίαν ἀσφαλῶς ἵστατο, καὶ τῷ ἀρχιερεῖ προσωνείδιζεν, ἀνοίας κρίνων, εἰ συμπεπεισμένος τοιούτοις ἀνδράσι ποιεῖν τὰ ὅμοια ἔγνω παραγεγονὼς τὸν μηδὲ σκιὰν ἀπιστίας εἰδότα.
πᾶσαν σπουδὴν ἐνδείκνυται καθιστᾷν μὲν τὰ τῇδε στης ἀγανακτήσεως ἦν, καὶ πολλάκις προσαναφέρων
μέρη, θεραπεύειν δὲ καὶ βασιλέα ταῖς καθ' αὐτὸν
ἐπὶ τοῖς πράγμασιν οἰκονομίαις καὶ διοικήσεσιν.
Ἐπειδὴ γὰρ οἱ μὲν πολλοὶ τῶν στρατιωτῶν καιρῶν
πολλάκις λαβόμενοι καὶ προσηΰξον τὰς οἰκείας προ
νοίας καὶ ἀργῶς εἶχον ἐκ τοῦ δώροις καὶ δεξιώσεσιν
ὑπέρχεσθαι τοὺς ἡγεμονεύοντας, ἄλλοι δὲ πολλάκις
καὶ σφῶν ἀξιώτεροι ἐκλελοιπυ:ῶν τῶν κατὰ σφᾶς
οἰκονομιῶν τὴν ἀπορίαν εἶχον καὶ προαιρούμενοι τοῦ
στρατεύεσθαι κώλυμα, καὶ ἦν ἀμφοτέρωθεν τῷ κοινῷ
ζημία, καὶ ἡ ἀνισότης αὕτη ἐδέετο ἐξισώσεων, αὐτὸς
τὰ μεγάλα θαῤῥῶν, ὡς πιστῇ γνώμῃ καὶ καθαρᾷ
πρὸς βασιλέα πράττοντι οὐδὲν ἂν προσσταίη τῶν ὅσα
καὶ εἰς ἐμπόδιον εἴη, μεταγγίζειν ἔγνω πρὸς τὰ
κοινὰ τὰ πληρέστατα καὶ οὕτως ἐξισοῦν τοῖς ἀνδράσι
καὶ τὰς ὁρμᾶς, ἐξισῶν τοῖς πράγμασιν. Εντεῦθεν 5
καὶ στρατὸν μὲν συνίστα πλέον, νῆας δ' ἐξητοιμά
ζετο, καὶ διττὰ στρίφων ἔνθεν μὲν κατὰ γῆν, ἐκεῖθεν
δὲ κατὰ θάλατταν διηυμάριζε, καὶ καλῶς ἡκούετο
πράττων, καὶ βασιλεῖ ἀπόδεκτος ἦν, εἰ καὶ τῷ πα
τριαρχοῦντι Ιωάννῃ ἡ ἐκείνου στρατηγία διὰ μεγί
βασιλεῖ προσωνειδίζετο, εἴ γε ἀνὴρ στρατηγοίη οὐχ
ὅπως μηδὲν εἰδὼς τιμᾷν Εκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ πολλαῖς
τοὺς αὐτῆς πλύνων ύβρεσι. Βασιλεὺς δὲ τῇ παρ' ἐκείνου
θεραπείᾳ ἐνειλημμένος, ὡς αἱ συχναὶ πίστει; εἶχον,
λογισμῷ διδοὺς πλέον ἢ ὀργῇ διὰ τὴν ἐκ τοῦ πατιρά
χου ἀναφοράν, οὐδὲν περαίνειν κατ' ἐκείνου παρείχε
τοὺς κατ' ἐκείνου λέγοντας, ἀλλὰ καὶ προσάντως μᾶλ
λον ἐδέχετο τὰς ὑπομνήσεις τὴν ἐπὶ τοῖς πραττομένοις
σταθηρότητα [Ρ. 176] βασιλικωτέραν κρίνων παλιμ
βολίας καὶ ἀστασία; ἐπὶ τοῖς δόξας:. Πλὴν μετὰ και
ρὸν, ὡς ἁρμόζειν αὐτίκα λέγειν, ἐπιτίθενται οἱ τινὲς
τῶν ὅσοι καὶ τῶν οἰκονομιῶν τὸ πλεῖστον προσαφηρέ
θησαν, προφάσει μὲν τῇ εἰς βασιλέα πίστει χρησάμε
νοι· οὐδὲν δὲ ἧττον ἑαυτοῖς ἀμύνειν ήθελον, παρα
λελυπημένοι οἷς προσαφῄρηντο. Καὶ τῷ Θεολήπτῳ
Φιλαδελφείας προσελθόντες τὰς πρὸς βασιλέα πίστεις
ἠθετηκέναι τὸν Ἰωάννην ἔλεγον, καὶ δῆλον εἶναι, ἐξ
ὧν γε καὶ πράττοι, τὸν τῆς ἀποστατήσεως κύβον
ἀναρρίπτειν ἀρξάμενον. Ταῦτα λέγοντες ἔπειθον,
καὶ μᾶλλον εἰς τὴν κατ' ἐκείνου ἀπέχθειαν ώρμη
PG 144:287βασιλεῖ γὰρ καὶ μᾶλλον φυλάττειν πίστιν καὶ βεβαίαν φέρειν τὴν εὔνοιαν, αὐτῷ δὲ τοὐντεῦθεν καὶ μᾶλλον μηδ’ ὡς ἀρχιερεῖ προσέχειν, εἰ τὴν πρὸς αὐτὸν διὰ τὴν τοῦ σχίσματος αἰτίαν ἀπέχθειαν, ὃ δὴ καὶ βασιλεὺς οἶδε καὶ συγχωρεῖ αὐτός, τοῖς οὐκέτ’ οὖσι κατὰ βασιλέως αἰτιάμασι συμπλέκειν ἐθέλοι καὶ τοῖς ἐπιοῦσι συμπράττειν φόνον μηδὲν προσῆκον διὰ τὴν τῆς συνειδήσεως καθαρότητα. ταῦτα λέγων ἀντετεχνᾶτο κἀκεῖνος, καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ μάρτυρος φέρων ἐπευφήμει τοὺς βασιλεῖς. καὶ λοιπὸν ἄπρακτον μὲν ἦν αὐτοῖς τὸ ἐγχείρημα, συνεῖναι δ’ ἐκείνοις ἥκιστα ἀσφαλὲς ἐδόκει. ὅθεν καὶ πᾶσαν ἀφεὶς ἐνοχὴν προστρέχει τῷ βασιλεῖ τῇ πολυανδρούσῃ πόλει Θεσσαλονίκῃ ἐνδιατρίβοντι.
μένον πάλαι ἅτε καὶ αὐτὸν κατ᾽ ἐκείνου τὰ πολλὰ λοιδοριῶν ὡς δικαίως ἐπεζιοῦσιν. Ο δ' ἔνδοθεν ἀφ'
μωμούμενον. Καὶ σὺν σφίσι τὴν πρὸς ἐκεῖνον (ἦν δ'
ἐπὶ τοῦ πυργίου τότε) ἠπείγοντο. Ο δὲ προγνούς
τὴν τῶν ἐπιόντων ἔφοδον, καὶ ὡς ἐπὶ κακῇ προϋπηρ
γμένῃ φήμῃ, εἰ καὶ ψευδὴς ἦν, ἀπαντῶσιν ἤδη,
θραύεται τὴν ὁρμὴν, καὶ εἰσελθὼν τὴν ἐκεῖσε μονὴν
τοῦ ἐν μάρτυσι μεγίστου Γεωργίου, τὴν τοῦ Διὸς
ἱεροῦ πάλαι, τοῦ ἀσφαλούς ἑαυτῷ προυνόει. Καὶ οἱ
μὲν ἐπιστάντες ἔξωθεν ἐπιζυγωθεισῶν τῶν πυλῶν
τῆς μονῆς ἐσπουδασμένως τὰ τῆς χωρῆς ἐκείνης
κατηγορίας συνέπλεκον, καὶ οὐκ ἂν ἔλεγον Ἰωάννην
περαιτέρω τῶν ἐντολῶν τῶν παρὰ βασιλέως προλη
λυθέναι (τὸ δ᾽ ἦν τὸ τὴν αὐτῶν ὑπαλλάττειν στρα
τείαν), εἰ μή γε καὶ τῆς εἰς βασιλέα καταφρονήσεως
ἄρχειν ἐγνώκει. Τὸ δ' ἦν ἄντικρυς καταδημαγωγία,
ά; ἐντεῦθεν τὴν κατ' αὐτοῦ σφῶν ἰσχύειν ἐπίθεσιν,
καὶ πρόβλημα ἦν αὐτοῖ; ἰσχυρὸν τῶν κατ' ἐκείνου
ὕψους τοῦ τείχους ἑωραμένος πρὸς τὴν κατηγορίαν
ἀσφαλῶς ἵστατο, καὶ τῷ ἀρχιερεῖ προσωνείδιζεν,
ἀνοίας κρίνων, εἰ συμπεπεισμένος τοιούτοις ἀνδράσι
ποιεῖν τὰ ὅμοια ἔγνω παραγεγονὼς τὸν μηδὲ σκιὰν
ἀπιστίας εἰδότα. Βασιλεῖ γὰρ καὶ μᾶλλον φυλάττειν
πίστιν καὶ βεβαίαν φέρειν τὴν εὔνοιαν, αὐτῷ δὲ
τοὐντεῦθεν καὶ μᾶλλον μηδ' ὡς ἀρχιερεῖ προσέχειν,
εἰ τὴν πρὸς αὐτὸν διὰ τὴν τοῦ σχίσματος αἰτίαν
ἀπέχθειαν, ὁ δὴ καὶ βασιλεὺς οἶδε καὶ συγχωρεῖ αὐ
τὸς, τοῖς οὐκέτ' οὖσι κατὰ βασιλέως αιτιάμασι συμ
πλέκειν ἐθέλοι καὶ τοῖς ἐπιοῦσι συμπράττειν φόνος
μηδὲν προσῆκον διὰ τὴν τῆς συνειδήσεως καθαρό.
τητα. Ταῦτα λέγων ἀντετεχνᾶτο κἀκεῖνος, καὶ τὴν
εἰκόνα τοῦ μάρτυρος φέρων επευφήμει τοὺς βασι
λεῖς. Καὶ λοιπὸν ἄπρακτον μὲν ἦν αὐτοῖς τὸ ἐγχεί
ρημα, [Ρ. 177] συνεῖναι δ' ἐκείνοις ἥκιστα ἀσφαλὲς
PG 144:289ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὕστερον, καθ’ ὃν καιρὸν τά οἱ στρατηγοῦντι πεπονημένα ἐσπουδασμένως τῆς τῶν ἐκεῖ πραγμάτων κατορθώσεως χάριν ἀθετηθέντα καὶ εἰς οὐδὲν λογισθέντα παρὰ τῶν ἐσαῦθις πεμπομένων πολλὴν τὴν λύμην ἐνέδοσαν γίνεσθαι, ὑπερημέρων μὲν καὶ τῶν μισθοφοριῶν γινομένων στρατιώταις παρὰ τῶν κατ’ ἀνατολὴν συλλεγόντων χρήματα, ἐλλελειμμένων δὲ καὶ τῶν πλείστων ἐκ τῆς τῶν προυχόντων περὶ αὐτὰ σφετερίσεως, καὶ τῶν πολεμικῶν ἐντεῦθεν ἀμελουμένων κατὰ τὸ εἰκὸς πράξεων. 26. Περὶ δέ γε τῶν βορείων Τοχάρων (οἱ γὰρ κατ’ ἀνατολὴν τὸν Καζάνην εἶχον, ὡς αὐτοὶ φαῖεν ἄν, Κάνιν, ὃς δὴ καὶ ἐκ Χαλαοῦ τε καὶ Ἀπαγᾶ τὸ γένος κατῆγε) περὶ γοῦν ἐκείνων ἄξιον ἄνωθεν διελθεῖν.
ἐδόκει. Οθεν καὶ πᾶσαν ἀφεὶς ἐνοχὴν προστρέχει τῷ Δ' Ο τοίνυν Νιγᾶς, περὶ οὗ καὶ πρότερον ἐῤῥέθη,
βασιλεῖ τῇ πολυανδρούσῃ πόλει Θεσσαλονίκῃ ἐνδια
τρίβοντι. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ὕστερον, καθ᾽ ὅν καιρὸν
τὰ οἱ στρατηγοῦντι πεπονημένα ἐσπουδασμένως τῆς
τῶν ἐκεῖ πραγμάτων κατορθώσεως χάριν ἀθετηθέντα
καὶ εἰς οὐδὲν λογισθέντα παρὰ τῶν ἐσαὖθις πεμπο
μένων πολλὴν τὴν λύμην ἐνέδοσαν γίνεσθαι, ὑπερ
ημέρων μὲν καὶ τῶν μισθοφοριῶν γινομένων στρα
τιώταις παρὰ τῶν κατ᾽ ἀνατολὴν συλλεγόντων χρή
ματα, ἐλλελειμμένων δὲ καὶ τῶν πλείστων ἐκ τῆς
τῶν προυχόντων περὶ αὐτὰ σφετερίσεως, καὶ τῶν
πολεμικῶν ἐντεῦθεν ἀμελουμένων κατὰ τὸ εἰκὸς
πράξεων.
κς'. Περί των κατὰ τὰ βόρεια Τοχάρων καὶ τοῦ
Σφεντισολάδου.
[Ρ 178] Περὶ δέ γε τῶν βορείων Τοχάρων (οἱ γὰρ
κατ' ἀνατολὴν τὸν Καζάνην εἶχον, ὡς αὐτοὶ φαῖεν ἂν,
Κάνιν, ὃς δὴ καὶ ἐκ Χαλαοῦ τε καὶ ᾿Απαγᾶ τὸ γένος
κατήγε) περὶ γοῦν ἐκείνων ἄξιον ἄνωθεν διελθεῖν.
πεμφθεὶς ἀρχῆθεν παρὰ τῶν ἐκ γένους ἀρχόντων,
οὐκ ἄρχων ῶν, ἀλλ' ὑποστράτηγος σφῶν, πεμφθείς
οὖν μεθ᾽ ὅτι πλείστης δυνάμεως ἐπὶ τῆς κατὰ βορ
ῥᾶν περαίας, ἵνα καὶ διάφορα ἔθνη πάλαι μὲν 'Ρω
μαίοις ὑπήκοα, ὕστερον δ᾽ ἁλούσης τῆς Κωνσταν
τίνου καθ᾿ αὐτὰ ὄντα καὶ τοπαρχίαις τισὶ μεριζόμε
να, ὡς ἐρήμων καταδραμούμενος, ἐπιστὰς τῷ κατὰ
σφᾶς δέει μόνῳ χειροῦται καὶ ὑποκλίνει Τοχάροις
αὐτονομούμενα πρότερον. Αμα γοῦν τοσούτων ἐθνῶν
ἦρξαν, καὶ ἅμα πολυανδροῦντα τόπον ἰδόντες καὶ
ἀρετῶσαν γῆν πρὸς πάντα τὰ ἀναγκαῖα, ἑαυτοῖς
ὑποποιοῦνται τὰς χώρας καὶ καθ᾽ αὑτοὺς ἦσαν. Ὡς
δὲ καὶ τῶν ἄνω Τοχάρων, οἷς καὶ ἦν ἄρχειν, ἐπιόν
των καὶ τὸ κράτος ζητούντων ἐκεῖνος συνέσει τε καὶ
τῷ καθ᾿ αὐτὸν πλήθει περιεγένετο, τοῦ λοιποῦ ἀνέδην
ηὐτονομοῦντο καὶ τὸν ἄνω Εὐξείνου τόπον ἀρχοντικῶς
ἐκαρπίζοντο. Ην γοῦν ταῦτα ἐπὶ καιροῖς, καὶ τῷ
τοῦ βασιλέως κήδει ὁ Νογάς Αγλαΐζετο. Ἐπεὶ δὲ
ὁ τοίνυν Νογᾶς, περὶ οὗ καὶ πρότερον ἐρρέθη, πεμφθεὶς ἀρχῆθεν παρὰ τῶν ἐκ γένους ἀρχόντων, οὐκ ἄρχων ὢν ἀλλ’ ὑποστράτηγος σφῶν, πεμφθεὶς οὖν μεθ’ ὅτι πλείστης δυνάμεως ἐπὶ τῆς κατὰ βορρᾶν περαίας, ἵνα καὶ διάφορα ἔθνη πάλαι μὲν Ῥωμαίοις ὑπήκοα, ὕστερον δ’ ἁλούσης τῆς Κωνσταντίνου καθ’ αὑτὰ ὄντα καὶ τοπαρχίαις τισὶ μεριζόμενα, ὡς ἐρήμων καταδραμούμενος, ἐπιστὰς τῷ κατὰ σφᾶς δέει μόνῳ χειροῦται καὶ ὑποκλίνει Τοχάροις αὐτονομούμενα πρότερον. ἅμα γοῦν τοσούτων ἐθνῶν ἦρξαν, καὶ ἅμα πολυανδροῦντα τόπον ἰδόντες καὶ ἀρετῶσαν γῆν πρὸς πάντα τὰ ἀναγκαῖα, ἑαυτοῖς ὑποποιοῦνται τὰς χώρας καὶ καθ’ αὑτοὺς ἦσαν. ὡς δὲ καὶ τῶν ἄνω Τοχάρων, οἷς καὶ ἦν ἄρχειν, ἐπιόντων καὶ τὸ κράτος ζητούντων ἐκεῖνος συνέσει τε καὶ τῷ καθ’ αὑτὸν πλήθει περιεγένετο, τοῦ λοιποῦ ἀνέδην ηὐτονομοῦντο καὶ τὸν ἄνω Εὐξείνου τόπον ἀρχοντικῶς ἐκαρπίζοντο. ἦν γοῦν ταῦτα ἐπὶ καιροῖς, καὶ τῷ τοῦ βασιλέως κήδει ὁ Νογᾶς ἠγλαί̈ζετο.
ἐδόκει. Οθεν καὶ πᾶσαν ἀφεὶς ἐνοχὴν προστρέχει τῷ Δ' Ο τοίνυν Νιγᾶς, περὶ οὗ καὶ πρότερον ἐῤῥέθη,
βασιλεῖ τῇ πολυανδρούσῃ πόλει Θεσσαλονίκῃ ἐνδια
τρίβοντι. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ὕστερον, καθ᾽ ὅν καιρὸν
τὰ οἱ στρατηγοῦντι πεπονημένα ἐσπουδασμένως τῆς
τῶν ἐκεῖ πραγμάτων κατορθώσεως χάριν ἀθετηθέντα
καὶ εἰς οὐδὲν λογισθέντα παρὰ τῶν ἐσαὖθις πεμπο
μένων πολλὴν τὴν λύμην ἐνέδοσαν γίνεσθαι, ὑπερ
ημέρων μὲν καὶ τῶν μισθοφοριῶν γινομένων στρα
τιώταις παρὰ τῶν κατ᾽ ἀνατολὴν συλλεγόντων χρή
ματα, ἐλλελειμμένων δὲ καὶ τῶν πλείστων ἐκ τῆς
τῶν προυχόντων περὶ αὐτὰ σφετερίσεως, καὶ τῶν
πολεμικῶν ἐντεῦθεν ἀμελουμένων κατὰ τὸ εἰκὸς
πράξεων.
κς'. Περί των κατὰ τὰ βόρεια Τοχάρων καὶ τοῦ
Σφεντισολάδου.
[Ρ 178] Περὶ δέ γε τῶν βορείων Τοχάρων (οἱ γὰρ
κατ' ἀνατολὴν τὸν Καζάνην εἶχον, ὡς αὐτοὶ φαῖεν ἂν,
Κάνιν, ὃς δὴ καὶ ἐκ Χαλαοῦ τε καὶ ᾿Απαγᾶ τὸ γένος
κατήγε) περὶ γοῦν ἐκείνων ἄξιον ἄνωθεν διελθεῖν.
πεμφθεὶς ἀρχῆθεν παρὰ τῶν ἐκ γένους ἀρχόντων,
οὐκ ἄρχων ῶν, ἀλλ' ὑποστράτηγος σφῶν, πεμφθείς
οὖν μεθ᾽ ὅτι πλείστης δυνάμεως ἐπὶ τῆς κατὰ βορ
ῥᾶν περαίας, ἵνα καὶ διάφορα ἔθνη πάλαι μὲν 'Ρω
μαίοις ὑπήκοα, ὕστερον δ᾽ ἁλούσης τῆς Κωνσταν
τίνου καθ᾿ αὐτὰ ὄντα καὶ τοπαρχίαις τισὶ μεριζόμε
να, ὡς ἐρήμων καταδραμούμενος, ἐπιστὰς τῷ κατὰ
σφᾶς δέει μόνῳ χειροῦται καὶ ὑποκλίνει Τοχάροις
αὐτονομούμενα πρότερον. Αμα γοῦν τοσούτων ἐθνῶν
ἦρξαν, καὶ ἅμα πολυανδροῦντα τόπον ἰδόντες καὶ
ἀρετῶσαν γῆν πρὸς πάντα τὰ ἀναγκαῖα, ἑαυτοῖς
ὑποποιοῦνται τὰς χώρας καὶ καθ᾽ αὑτοὺς ἦσαν. Ὡς
δὲ καὶ τῶν ἄνω Τοχάρων, οἷς καὶ ἦν ἄρχειν, ἐπιόν
των καὶ τὸ κράτος ζητούντων ἐκεῖνος συνέσει τε καὶ
τῷ καθ᾿ αὐτὸν πλήθει περιεγένετο, τοῦ λοιποῦ ἀνέδην
ηὐτονομοῦντο καὶ τὸν ἄνω Εὐξείνου τόπον ἀρχοντικῶς
ἐκαρπίζοντο. Ην γοῦν ταῦτα ἐπὶ καιροῖς, καὶ τῷ
τοῦ βασιλέως κήδει ὁ Νογάς Αγλαΐζετο. Ἐπεὶ δὲ
PG 144:291ἐπεὶ δὲ πολλῶν ἐκποδὼν γεγονότων οἷς δὴ καὶ τὸ ἄρχειν ἐκ γένους προσῆν, ὁ Τουκτάϊς ἐγκαταλέλειπτο καὶ ἤδη γεγηρακότι τῷ Νογᾷ ἐφειστήκει καὶ εἰσβολῆς στερρᾶς γεγονυίας περιῆν κατὰ κράτος καὶ ὁ Νογᾶς ἔπιπτε, τὰ μὲν κατὰ τὸν τόπον γεγονότα ἐκ τῶν ἐνεστώτων πολέμων καὶ τῆς συγχύσεως, καὶ ὡς ἠρήμωτο μὲν χώρα πᾶσα καὶ ἄνθρωποι διεφθείροντο, ἐκεῖθεν δ’ οἱ λελειμμένοι πρὸς τὰ ὧδε μετῳκίζοντο, καὶ ὅλα νηῶν πληρώματα καὶ φορτία ἄνθρωποι ἐγεγόνεισαν, ἰδίας ἱστορίας χρῄζει καὶ οὐ τῆς τυχούσης πρὸς ἀγγελίαν γλώττης. τέως δὲ περιγεγονὼς ὁ Τουκτάϊς κύριος τῶν τόπων κατέστη, καὶ τὸ Τοχαρικὸν ὑπ’ ἐκείνῳ γίνεται, ὀλίγων τινῶν προσμεινάντων τῷ ἐκ τῆς Ἀλάκκης τοῦ Νογᾶ υἱεῖ Τζακᾷ τοὔνομα, οἷς δὴ καὶ ἐθάρρει ἐκεῖνος ἐπιὼν τὴν Βουλγάρων. ὁ γὰρ Τερτερῆς καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς ἀπειλῆς τοῦ Νογᾶ φυγὼν προσεχώρει τῷ βασιλεῖ, καὶ περί που τὴν Ἀνδριανοῦ διῆγε, τοῦ βασιλέως ἀποπροσποιουμένου τὴν ἱκετείαν, ὡς ἂν μὴ πέμψαντος τοῦ Νογᾶ αὐτὸς ἐκεῖνον κατὰ τὸ εἰκὸς ὡς προσφυγόντα περιποιούμενος τὰς τοῦ Νογᾶ ὀργὰς ἐρεθίσειεν.
πολλῶν ἐκποδὼν γεγονότων οἷς δὴ καὶ τὸ ἄρχειν ἐκ περιποιούμενος τὰς τοῦ Νογά ὀργὰς ἐρεθίσειεν. Ο
γένους προσῆν, ὁ Τουκταῖς ἐγκαταλέλειπτο καὶ ἤδη
γεγηρακότι τῷ Νογῇ ἐφειστήκει καὶ εἰσβολῆς στερ
ῥᾶς γεγονυίας περιῆν κατὰ κράτος καὶ ὁ Νογᾶς ἔπι
πτε, τὰ μὲν κατὰ τὸν τόπον γεγονότα ἐκ τῶν ἐνε
στώτων πολέμων καὶ τῆς συγχύσεως, καὶ ὡς ἡρή
μωτο μὲν χώρα πᾶσα καὶ ἄνθρωποι διεφθείροντο,
ἐκεῖθεν δ' οἱ λελειμμένοι πρὸς τὰ ὧδε μετῳκίζοντο,
καὶ ὅλα νηῶν πληρώματα καὶ φορτία ἄνθρωποι ἔγε
έγει
γόνεισαν, ἰδίας ἱστορίας χρήζει καὶ οὐ τῆς τυχούσης
πρὸς ἀγγελίαν γλώττης. Τέως δὲ περιγεγονώς ὁ Του
κταῖς κύριος τῶν τόπων κατέστη, καὶ τὸ Τοχαρικὸν
ὑπ' ἐκείνῳ γίνεται, 179] ὀλίγων τινῶν προσμει
νάντων τῷ ἐκ τῆς ᾿Αλάκκης τοῦ Νογα υἱεῖ Τζακᾷ
τούνομα, οἷς δὴ καὶ ἐθάῤῥει ἐκεῖνος ἐπιὼν τὴν Βουλ
γάρων. Ο γὰρ Τερτερῆς καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς ἀπειλῆς
τοῦ Νογα φυγών προσεχώρει τῷ βασιλεῖ, καὶ περί
που την Ανδριανοῦ διήγε, τοῦ βασιλέως ἀποπροσ
ποιουμένου τὴν ἱκετείαν, ὡς ἂν μὴ πέμψαντος τοῦ
Νογα αὐτὸς ἐκεῖνον κατὰ τὸ εἰκὸς ὡς προσφυγόντα
γοῦν ἐκείνου υἱὸς Τζακάς, τοῦ Νογα ἐκποδών γεγο
νότος, θαῤῥῶν τοῖς περὶ αὐτὸν Βουλγάροις ἐπέχρα,
πλὴν οὐ δίχα προφάσεως, ἀλλ' ἔχων τὴν τοῦ Τερτερή
θυγατέρα εἰς σύζυγον ἑαυτῷ. Προσλαμβάνει τε καὶ
τὴν ταύτης ἀδελφὸν σφεντίσθλαβον, καὶ σὺν αὐτῷ
Βουλγάρους δουλαγωγεῖν ἤθελεν. Αλλ' ἐκεῖνος πένης
ὢν ἀφνειῷ τινι ἀπὸ πραγματειῶν ἀνδρὶ Παντολέοντι
προστυχών, εὐγενὴς ὢν καὶ ἐκ βασιλέως τυχόντι καὶ
ἰδιώτῃ ἐπ᾿ Εγκόνῃ Μαγκούσου τινὸς θυγατρί, τεχνο
ποιηθείσῃ πάλαι τῇ τοῦ Νογα Εὐφροσύνῃ ἐκ τοῦ
θείου βαπτίσματος, διὰ τὸν πλοῦτον ἐπιγαμβρεύεται.
Καὶ τοῖς μὲν Βουλγάροις δόμασι τὰς γνώμας κατα
δουλώσας, τῷ Τζακᾷ δὲ ὡς κυρίῳ χρώμενος, τῆς
Τερνόβου σὺν ἐκείνῳ ἐπιλαμβάνεται. Ολίγον τὸ μετ
ταξύ, καὶ ἐνευκαιρήσας Οσφεντίσλαβος, Βούλγα
ρος ὢν ἐκ μητρὸς ὁ γὰρ πατὴρ Τερτερῆς ἐκ Κομά
νων ἦν), τέως δέ γε τὰ πλεῖστα οἰκείως πρὸς Βουλ
γάρους ὑπὲρ τὸν Τζακἂν δοκῶν ἔχειν, ἐπιτίθεται τῷ
γαμβρῷ ἐπισχών δόλῳ, καὶ φυλακαῖς ἀσφαλέσι δούς,
ὁ γοῦν ἐκείνου υἱὸς Τζακᾶς, τοῦ Νογᾶ ἐκποδὼν γεγονότος, θαρρῶν τοῖς περὶ αὐτὸν Βουλγάροις ἐπέχρα, πλὴν οὐ δίχα προφάσεως, ἄλλ’ ἔχων τὴν τοῦ Τερτερῆ θυγατέρα εἰς σύζυγον ἑαυτῷ. προσλαμβάνει τε καὶ τὸν ταύτης ἀδελφὸν Ὀσφεντίσθλαβον, καὶ σὺν αὐτῷ Βουλγάρους δουλαγωγεῖν ἤθελεν. ἀλλ’ ἐκεῖνος πένης ὢν ἀφνειῷ τινὶ ἀπὸ πραγματειῶν ἀνδρὶ Παντολέοντι προστυχών, εὐγενὴς ὢν καὶ ἐκ βασιλέως τυχόντι καὶ ἰδιώτῃ ἐπ’ Ἐγκόνῃ Μαγκούσου τινὸς θυγατρί, τεκνοποιηθείσῃ πάλαι τῇ τοῦ Νογᾶ Εὐφροσύνῃ ἐκ τοῦ θείου βαπτίσματος, διὰ τὸν πλοῦτον ἐπιγαμβρεύεται. καὶ τοῖς μὲν Βουλγάροις δόμασι τὰς γνώμας καταδουλώσας, τῷ Τζακᾷ δὲ ὡς κυρίῳ χρώμενος, τῆς Τερνόβου σὺν ἐκείνῳ ἐπιλαμβάνεται.
πολλῶν ἐκποδὼν γεγονότων οἷς δὴ καὶ τὸ ἄρχειν ἐκ περιποιούμενος τὰς τοῦ Νογά ὀργὰς ἐρεθίσειεν. Ο
γένους προσῆν, ὁ Τουκταῖς ἐγκαταλέλειπτο καὶ ἤδη
γεγηρακότι τῷ Νογῇ ἐφειστήκει καὶ εἰσβολῆς στερ
ῥᾶς γεγονυίας περιῆν κατὰ κράτος καὶ ὁ Νογᾶς ἔπι
πτε, τὰ μὲν κατὰ τὸν τόπον γεγονότα ἐκ τῶν ἐνε
στώτων πολέμων καὶ τῆς συγχύσεως, καὶ ὡς ἡρή
μωτο μὲν χώρα πᾶσα καὶ ἄνθρωποι διεφθείροντο,
ἐκεῖθεν δ' οἱ λελειμμένοι πρὸς τὰ ὧδε μετῳκίζοντο,
καὶ ὅλα νηῶν πληρώματα καὶ φορτία ἄνθρωποι ἔγε
έγει
γόνεισαν, ἰδίας ἱστορίας χρήζει καὶ οὐ τῆς τυχούσης
πρὸς ἀγγελίαν γλώττης. Τέως δὲ περιγεγονώς ὁ Του
κταῖς κύριος τῶν τόπων κατέστη, καὶ τὸ Τοχαρικὸν
ὑπ' ἐκείνῳ γίνεται, 179] ὀλίγων τινῶν προσμει
νάντων τῷ ἐκ τῆς ᾿Αλάκκης τοῦ Νογα υἱεῖ Τζακᾷ
τούνομα, οἷς δὴ καὶ ἐθάῤῥει ἐκεῖνος ἐπιὼν τὴν Βουλ
γάρων. Ο γὰρ Τερτερῆς καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς ἀπειλῆς
τοῦ Νογα φυγών προσεχώρει τῷ βασιλεῖ, καὶ περί
που την Ανδριανοῦ διήγε, τοῦ βασιλέως ἀποπροσ
ποιουμένου τὴν ἱκετείαν, ὡς ἂν μὴ πέμψαντος τοῦ
Νογα αὐτὸς ἐκεῖνον κατὰ τὸ εἰκὸς ὡς προσφυγόντα
γοῦν ἐκείνου υἱὸς Τζακάς, τοῦ Νογα ἐκποδών γεγο
νότος, θαῤῥῶν τοῖς περὶ αὐτὸν Βουλγάροις ἐπέχρα,
πλὴν οὐ δίχα προφάσεως, ἀλλ' ἔχων τὴν τοῦ Τερτερή
θυγατέρα εἰς σύζυγον ἑαυτῷ. Προσλαμβάνει τε καὶ
τὴν ταύτης ἀδελφὸν σφεντίσθλαβον, καὶ σὺν αὐτῷ
Βουλγάρους δουλαγωγεῖν ἤθελεν. Αλλ' ἐκεῖνος πένης
ὢν ἀφνειῷ τινι ἀπὸ πραγματειῶν ἀνδρὶ Παντολέοντι
προστυχών, εὐγενὴς ὢν καὶ ἐκ βασιλέως τυχόντι καὶ
ἰδιώτῃ ἐπ᾿ Εγκόνῃ Μαγκούσου τινὸς θυγατρί, τεχνο
ποιηθείσῃ πάλαι τῇ τοῦ Νογα Εὐφροσύνῃ ἐκ τοῦ
θείου βαπτίσματος, διὰ τὸν πλοῦτον ἐπιγαμβρεύεται.
Καὶ τοῖς μὲν Βουλγάροις δόμασι τὰς γνώμας κατα
δουλώσας, τῷ Τζακᾷ δὲ ὡς κυρίῳ χρώμενος, τῆς
Τερνόβου σὺν ἐκείνῳ ἐπιλαμβάνεται. Ολίγον τὸ μετ
ταξύ, καὶ ἐνευκαιρήσας Οσφεντίσλαβος, Βούλγα
ρος ὢν ἐκ μητρὸς ὁ γὰρ πατὴρ Τερτερῆς ἐκ Κομά
νων ἦν), τέως δέ γε τὰ πλεῖστα οἰκείως πρὸς Βουλ
γάρους ὑπὲρ τὸν Τζακἂν δοκῶν ἔχειν, ἐπιτίθεται τῷ
γαμβρῷ ἐπισχών δόλῳ, καὶ φυλακαῖς ἀσφαλέσι δούς,
PG 144:293ὀλίγον τὸ μεταξύ, καὶ ἐνευκαιρήσας Ὀσφεντίσθλαβος, Βούλγαρος ὢν ἐκ μητρὸς (ὁ γὰρ πατὴρ Τερτερῆς ἐκ Κομάνων ἦν), τέως δέ γε τὰ πλεῖστα οἰκείως πρὸς Βουλγάρους ὑπὲρ τὸν Τζακᾶν δοκῶν ἔχειν, ἐπιτίθεται τῷ γαμβρῷ ἐπισχὼν δόλῳ, καὶ φυλακαῖς ἀσφαλέσι δούς, ὕστερον Ἰουδαίοις ὑπηρέταις καὶ οἷς εἰς τὰ τοιαῦτα ἐθάρρει χρησάμενος, ἀποπνίγει κεκλεισμένον, καὶ τὸν τῇδε πατριαρχοῦντα Ἰωακεὶμ κατακρήμνησιν ὡς σφᾶς προδοῦναι Τοχάροις τὸ πάλαι ὑποπτευθέντα, καὶ οὕτως ἐξ ἀλαστορίας τόσης τῶν ὅλων κύριος γίνεται. καὶ κατ’ ὀλίγον προβαίνων κραταιοῦται, εἰ καὶ φθάσας ὁ βασιλεὺς πρὸ τοῦ κεῖνον ὅλως κραταιωθῆναι, τῶν Βουλγάρων πεμψάντων καὶ τὸν ἐκ τοῦ Κωνσταντίνου υἱὸν τῆς Μαρίας ζητούντων εἰς βασιλέα διὰ τὸ ἐξάντεις ἤδη φανείσης Τοχαρικῆς ἐξουσίας γίνεσθαι βούλεσθαι, ἀποστέλλει τὸν Μιχαήλ, ὃς καὶ οὐδὲν πλέον ἔσχε Βουλγάροις ἐπιστὰς ἢ τὸ ἔξω Τερνόβου περιπλανᾶσθαι καὶ βίον τρίβειν ἰδιωτικοῦ μὲν οὐ πόρρω, τέως δὲ βασιλείᾳ ἥκιστα πρέποντα. ἀλλ’ οὕτω μὲν Ὀσφεντίσθλαβος, ὃς καὶ μετὰ χρόνους τοῦ ἰδίου πατρὸς Τερτερῆ πολλοὺς τῶν τοῦ παλατίου ἀντήλλαξεν.
ὕστερον Ἰουδαίοις ὑπηρέταις καὶ οἷς εἰς τὰ τοιαῦτα τῇ τοῦ Σμίλτζου συζύγῳ προσβάλλει. Σμίλτζου τοῦ
εθάρρει χρησάμενος, ἀποπνίγει κεκλεισμένον, καὶ
τὸν τῇδε πατριαρχοῦντα Ἰωακεὶμ κατεκρήμνισεν ὡς
σφᾶς προδοῦναι Τοχάροις τὸ πάλαι ὑποπτευθέντα,
καὶ οὕτως ἐξ ἀλαστορίας τόσης τῶν ὅλων κύριος γίνε.
ται. Καὶ κατ' ὀλίγον προβαίνων κραταιοῦται, εἰ καὶ
φθάσας ὁ βασιλεὺς πρὸ τοῦ ἐκεῖνον ὅλως κραταιωθῆς
ναι, τῶν Βουλγάρων πεμψάντων καὶ τὸν ἐκ τοῦ Κων
σταντίνου υἱὸν τῆς Μαρίας ζητούντων εἰς βασιλέα
διὰ τὸ ἐξάντεις ἤδη φανείσης Τοχαρικῆς ἐξουσίας
γίνεσθαι βούλεσθαι, ἀποστέλλει τὸν Μιχαήλ, ὃς καὶ
οὐδὲν πλέον ἔσχε Βουλγάροις ἐπιστὰς ἢ τὸ ἔξω Τερ
νόσου περιπλανάσθαι καὶ βίον τρίβειν Ιδιωτικοῦ μὲν
οὐ πόρρω, τέως δὲ βασιλείᾳ ἥκιστα πρέποντα. Αλλ'
οὕτω μὲν Οσφεντίσθλαβος, δς καὶ μετὰ χρόνους τοῦ
Ιδίου πατρὸς Τερτερῆ πολλοὺς τῶν τοῦ παλατίου ἀντ
ήλλαξεν. [Ρ. 180] Ο γὰρ τῶν Βουλγάρων σεβαστο
κράτωρ Ραδοσθλάδος βασιλεῖ προσχωρήσας, καὶ
παρ' αὐτοῦ δὴ εἰς τὸ τῆς σεβαστοκρατορείας βεβαιω
θεὶς ἀξίωμα, γένους ὢν τοῦ πρωτίστου παρὰ Βουλ
γάροις (τῷ γὰρ Σμίλτζῳ καὶ ὠμαιμένει), σύναμα
πλείστοις Ελτιμησῇ κατὰ τὴν Κρουνὸν δεσποτεία τε
τιμημένῳ, ἀδελφῷ γε ὄντι τοῦ Τερτερῆ, καὶ αὐτῇ δὴ
πρὸ ὀλίγου καὶ αὐτοῦ Βουλγάρων ἄρξαντος βουλήσει
Νογᾶ ἀποδράντος τοῦ Τερτερῆ, εἰ καὶ μετὰ μικρὸν
διὰ τὸ κῆδος καὶ τὸν Τζακᾶν προτιμηθέντος τοῦ
Οσφεντισθλάβου μετὰ τὸν Τζακᾶν φροῦδος ὁ Σμίλο
τζος γίνεται. Τότε τοίνυν ἐκ Θεσσαλονίκης παρὰ
βασιλέως ἀποσταλέντες οἱ περὶ τὸν Ραδοσθλάσον
σὺν τοῖς μεγιστᾶσι τοῦ βασιλέως, Βουλγάροις τοῖς
περὶ τὸν Ἑλτιμηρή προσβάλλουσι κατὰ τὸν Κρουνὸν
ἰδίως ἄρχοντα· καθ᾿ ὧν αὐτὸς ἀριστεύσας, τὸν μὲν
σεβαστοκράτορα εκτυφλώσας στέλλει παρὰ βασιλέα
πρὸς τὴν οἰκείαν αὐτοῦ σύζυγον, τοὺς δέ γε μεγιστά
νας Ρωμαίων σφεντισθλάσῳ πέμπει, οὓς δὴ καὶ
κατέχων ἐκεῖνος οὐ πρότερον διαφῆκε πρὶν ἂν τοῦ
πατρὸς Τερτερῆ παρὰ βασιλέως ἡμείψατο. Καὶ οὕτως
ἅμα μὲν ἐντεῦθεν ὁ Τερτερῆς, ἅμα δ' ἐκεῖθεν οἱ μετ
γιστάνες 'Ρωμαίων εἰς δέκα καὶ τρεῖς ποσούμενοι
ἀπελύοντο. Οὐ μὴν δὲ καὶ ἀπολαβὼν τὸν πατέρα ὁ ἐξ
αὐτοῦ βασιλικῆς ἀξίας ἐπέδησεν, ἀλλὰ μιᾷ τῶν καθ'
αὐτὸν πόλεων περικλείσας, ὡς ἧκεν ἡμῖν ἡ πίστις,
ἀπραγμόνως ζῆν ἐν τρυφαῖς δὴ καὶ μόναις παρε
σκευάσει. Καὶ ὁ μὲν σφεντίσθλαδος ταῦτα, ἐπὶ
νηπίᾳ τῇ ἡλικίᾳ καὶ συνειρχθεὶς τῇ μητρὶ κατὰ Νίκ
ὁ γὰρ τῶν Βουλγάρων σεβαστοκράτωρ Ῥαδοσθλάβος βασιλεῖ προσχωρήσας, καὶ παρ’ αὐτοῦ δὴ εἰς τὸ τῆς σεβαστοκρατορείας βεβαιωθεὶς ἀξίωμα, γένους ὢν τοῦ πρωτίστου παρὰ Βουλγάροις (τῷ γὰρ Σμίλτζῳ καὶ ὡμαιμόνει), συνάμα πλείστοις Ἐλτιμηρῇ κατὰ τὸν Κρουνὸν δεσποτείᾳ τετιμημένῳ, ἀδελφῷ γε ὄντι τοῦ Τερτερῆ, καὶ αὐτῇ δὴ τῇ τοῦ Σμίλτζου συζύγῳ προσβάλλει, Σμίλτζου τοῦ πρὸ ὀλίγου καὶ αὐτοῦ Βουλγάρων ἄρξαντος βουλήσει Νογᾶ ἀποδράντος τοῦ Τερτερῆ, εἰ καὶ μετὰ μικρὸν διὰ τὸ κῆδος καὶ τὸν Τζακᾶν προτιμηθέντος τοῦ Ὀσφεντισθλάβου μετὰ τὸν Τζακᾶν φροῦδος ὁ Σμίλτζος γίνεται. τότε τοίνυν ἐκ Θεσσαλονίκης παρὰ βασιλέως ἀποσταλέντες οἱ περὶ τὸν Ῥαδοσθλάβον, σὺν τοῖς μεγιστᾶσι τοῦ βασιλέως, Βουλγάροις τοῖς περὶ τὸν Ἐλτιμηρῆ προσβάλλουσι κατὰ τὸν Κρουνὸν ἰδίως ἄρχοντα· καθ’ ὧν αὐτὸς ἀριστεύσας, τὸν μὲν σεβαστοκράτορα ἐκτυφλώσας στέλλει παρὰ βασιλέα πρὸς τὴν οἰκείαν αὐτοῦ σύζυγον, τοὺς δέ γε μεγιστᾶνας Ῥωμαίων Ὀσφεντισθλάβῳ πέμπει, οὓς δὴ καὶ κατέχων ἐκεῖνος οὐ πρότερον διαφῆκε πρὶν ἂν τοῦ πατρὸς Τερτερῆ παρὰ βασιλέως ἠμείψατο.
ὕστερον Ἰουδαίοις ὑπηρέταις καὶ οἷς εἰς τὰ τοιαῦτα τῇ τοῦ Σμίλτζου συζύγῳ προσβάλλει. Σμίλτζου τοῦ
εθάρρει χρησάμενος, ἀποπνίγει κεκλεισμένον, καὶ
τὸν τῇδε πατριαρχοῦντα Ἰωακεὶμ κατεκρήμνισεν ὡς
σφᾶς προδοῦναι Τοχάροις τὸ πάλαι ὑποπτευθέντα,
καὶ οὕτως ἐξ ἀλαστορίας τόσης τῶν ὅλων κύριος γίνε.
ται. Καὶ κατ' ὀλίγον προβαίνων κραταιοῦται, εἰ καὶ
φθάσας ὁ βασιλεὺς πρὸ τοῦ ἐκεῖνον ὅλως κραταιωθῆς
ναι, τῶν Βουλγάρων πεμψάντων καὶ τὸν ἐκ τοῦ Κων
σταντίνου υἱὸν τῆς Μαρίας ζητούντων εἰς βασιλέα
διὰ τὸ ἐξάντεις ἤδη φανείσης Τοχαρικῆς ἐξουσίας
γίνεσθαι βούλεσθαι, ἀποστέλλει τὸν Μιχαήλ, ὃς καὶ
οὐδὲν πλέον ἔσχε Βουλγάροις ἐπιστὰς ἢ τὸ ἔξω Τερ
νόσου περιπλανάσθαι καὶ βίον τρίβειν Ιδιωτικοῦ μὲν
οὐ πόρρω, τέως δὲ βασιλείᾳ ἥκιστα πρέποντα. Αλλ'
οὕτω μὲν Οσφεντίσθλαβος, δς καὶ μετὰ χρόνους τοῦ
Ιδίου πατρὸς Τερτερῆ πολλοὺς τῶν τοῦ παλατίου ἀντ
ήλλαξεν. [Ρ. 180] Ο γὰρ τῶν Βουλγάρων σεβαστο
κράτωρ Ραδοσθλάδος βασιλεῖ προσχωρήσας, καὶ
παρ' αὐτοῦ δὴ εἰς τὸ τῆς σεβαστοκρατορείας βεβαιω
θεὶς ἀξίωμα, γένους ὢν τοῦ πρωτίστου παρὰ Βουλ
γάροις (τῷ γὰρ Σμίλτζῳ καὶ ὠμαιμένει), σύναμα
πλείστοις Ελτιμησῇ κατὰ τὴν Κρουνὸν δεσποτεία τε
τιμημένῳ, ἀδελφῷ γε ὄντι τοῦ Τερτερῆ, καὶ αὐτῇ δὴ
πρὸ ὀλίγου καὶ αὐτοῦ Βουλγάρων ἄρξαντος βουλήσει
Νογᾶ ἀποδράντος τοῦ Τερτερῆ, εἰ καὶ μετὰ μικρὸν
διὰ τὸ κῆδος καὶ τὸν Τζακᾶν προτιμηθέντος τοῦ
Οσφεντισθλάβου μετὰ τὸν Τζακᾶν φροῦδος ὁ Σμίλο
τζος γίνεται. Τότε τοίνυν ἐκ Θεσσαλονίκης παρὰ
βασιλέως ἀποσταλέντες οἱ περὶ τὸν Ραδοσθλάσον
σὺν τοῖς μεγιστᾶσι τοῦ βασιλέως, Βουλγάροις τοῖς
περὶ τὸν Ἑλτιμηρή προσβάλλουσι κατὰ τὸν Κρουνὸν
ἰδίως ἄρχοντα· καθ᾿ ὧν αὐτὸς ἀριστεύσας, τὸν μὲν
σεβαστοκράτορα εκτυφλώσας στέλλει παρὰ βασιλέα
πρὸς τὴν οἰκείαν αὐτοῦ σύζυγον, τοὺς δέ γε μεγιστά
νας Ρωμαίων σφεντισθλάσῳ πέμπει, οὓς δὴ καὶ
κατέχων ἐκεῖνος οὐ πρότερον διαφῆκε πρὶν ἂν τοῦ
πατρὸς Τερτερῆ παρὰ βασιλέως ἡμείψατο. Καὶ οὕτως
ἅμα μὲν ἐντεῦθεν ὁ Τερτερῆς, ἅμα δ' ἐκεῖθεν οἱ μετ
γιστάνες 'Ρωμαίων εἰς δέκα καὶ τρεῖς ποσούμενοι
ἀπελύοντο. Οὐ μὴν δὲ καὶ ἀπολαβὼν τὸν πατέρα ὁ ἐξ
αὐτοῦ βασιλικῆς ἀξίας ἐπέδησεν, ἀλλὰ μιᾷ τῶν καθ'
αὐτὸν πόλεων περικλείσας, ὡς ἧκεν ἡμῖν ἡ πίστις,
ἀπραγμόνως ζῆν ἐν τρυφαῖς δὴ καὶ μόναις παρε
σκευάσει. Καὶ ὁ μὲν σφεντίσθλαδος ταῦτα, ἐπὶ
νηπίᾳ τῇ ἡλικίᾳ καὶ συνειρχθεὶς τῇ μητρὶ κατὰ Νίκ
καὶ οὕτως ἅμα μὲν ἐντεῦθεν ὁ Τερτερῆς ἅμα δ’ ἐκεῖθεν οἱ μεγιστᾶνες Ῥωμαίων εἰς δέκα καὶ τρεῖς ποσούμενοι ἀπελύοντο. οὐ μὴν δὲ καὶ ἀπολαβὼν τὸν πατέρα ὁ ἐξ αὐτοῦ βασιλικῆς ἀξίας ἐπέβησεν, ἀλλὰ μιᾷ τῶν καθ’ αὑτὸν πόλεων περικλείσας, ὡς ἧκεν ἡμῖν ἡ πίστις, ἀπραγμόνως ζῆν ἐν τρυφαῖς δὴ καὶ μόναις παρεσκευάκει. καὶ ὁ μὲν Ὀσφεντίσθλαβος ταῦτα, ἐπὶ νηπίᾳ τῇ ἡλικίᾳ καὶ συνειρχθεὶς τῇ μητρὶ κατὰ Νίκαιαν, καὶ αὖθις ἀπολυθείσης ἐκείνης κατὰ σπονδὰς αὐτὸς ὁμηρεύσας παρὰ Ῥωμαίοις, ὕστερον δὲ τοῦ πατριάρχου Βουλγαρίας Ἰωακεὶμ πρὸς βασιλέα πρεσβεύσαντος κατά τι προσδοκώμενον κῆδος, τὸ ἐπὶ τῇ θυγατρὶ τοῦ μεγάλου στρατοπεδάρχου Συναδηνοῦ, πρὸς τὸν πατέρα ἀπολυθείς. ἀλλὰ ταῦτα μὲν πρότερον. 27. Ὁ μέντοι γε βασιλεὺς τὸν Τουκτάϊν ἐπὶ νόθῳ θυγατρὶ τῇ Μαρίᾳ ἐπιγαμβρεύεται. ᾗ δὴ καὶ ἁρμοσάμενος ὁ Τουκτάϊς, ἐπεὶ καὶ ἔτι τὰ τοῦ Τοχαρικοῦ πολέμου συνεκεκρότητο καὶ τὰ κατὰ τὸν Νογᾶν ὡς οὐραῖον παρέσπαιρεν ὄφεως, ἀσχολίαις πολεμικαῖς ἐκεῖνος θέλων ἑαυτὸν διδόναι καὶ μὴ γάμοις τὸ σῶμα ἐκθηλύνουσιν, ἀνταποστέλλει καὶ πάλιν τὴν Μαρίαν πρὸς βασιλέα.
ὕστερον Ἰουδαίοις ὑπηρέταις καὶ οἷς εἰς τὰ τοιαῦτα τῇ τοῦ Σμίλτζου συζύγῳ προσβάλλει. Σμίλτζου τοῦ
εθάρρει χρησάμενος, ἀποπνίγει κεκλεισμένον, καὶ
τὸν τῇδε πατριαρχοῦντα Ἰωακεὶμ κατεκρήμνισεν ὡς
σφᾶς προδοῦναι Τοχάροις τὸ πάλαι ὑποπτευθέντα,
καὶ οὕτως ἐξ ἀλαστορίας τόσης τῶν ὅλων κύριος γίνε.
ται. Καὶ κατ' ὀλίγον προβαίνων κραταιοῦται, εἰ καὶ
φθάσας ὁ βασιλεὺς πρὸ τοῦ ἐκεῖνον ὅλως κραταιωθῆς
ναι, τῶν Βουλγάρων πεμψάντων καὶ τὸν ἐκ τοῦ Κων
σταντίνου υἱὸν τῆς Μαρίας ζητούντων εἰς βασιλέα
διὰ τὸ ἐξάντεις ἤδη φανείσης Τοχαρικῆς ἐξουσίας
γίνεσθαι βούλεσθαι, ἀποστέλλει τὸν Μιχαήλ, ὃς καὶ
οὐδὲν πλέον ἔσχε Βουλγάροις ἐπιστὰς ἢ τὸ ἔξω Τερ
νόσου περιπλανάσθαι καὶ βίον τρίβειν Ιδιωτικοῦ μὲν
οὐ πόρρω, τέως δὲ βασιλείᾳ ἥκιστα πρέποντα. Αλλ'
οὕτω μὲν Οσφεντίσθλαβος, δς καὶ μετὰ χρόνους τοῦ
Ιδίου πατρὸς Τερτερῆ πολλοὺς τῶν τοῦ παλατίου ἀντ
ήλλαξεν. [Ρ. 180] Ο γὰρ τῶν Βουλγάρων σεβαστο
κράτωρ Ραδοσθλάδος βασιλεῖ προσχωρήσας, καὶ
παρ' αὐτοῦ δὴ εἰς τὸ τῆς σεβαστοκρατορείας βεβαιω
θεὶς ἀξίωμα, γένους ὢν τοῦ πρωτίστου παρὰ Βουλ
γάροις (τῷ γὰρ Σμίλτζῳ καὶ ὠμαιμένει), σύναμα
πλείστοις Ελτιμησῇ κατὰ τὴν Κρουνὸν δεσποτεία τε
τιμημένῳ, ἀδελφῷ γε ὄντι τοῦ Τερτερῆ, καὶ αὐτῇ δὴ
πρὸ ὀλίγου καὶ αὐτοῦ Βουλγάρων ἄρξαντος βουλήσει
Νογᾶ ἀποδράντος τοῦ Τερτερῆ, εἰ καὶ μετὰ μικρὸν
διὰ τὸ κῆδος καὶ τὸν Τζακᾶν προτιμηθέντος τοῦ
Οσφεντισθλάβου μετὰ τὸν Τζακᾶν φροῦδος ὁ Σμίλο
τζος γίνεται. Τότε τοίνυν ἐκ Θεσσαλονίκης παρὰ
βασιλέως ἀποσταλέντες οἱ περὶ τὸν Ραδοσθλάσον
σὺν τοῖς μεγιστᾶσι τοῦ βασιλέως, Βουλγάροις τοῖς
περὶ τὸν Ἑλτιμηρή προσβάλλουσι κατὰ τὸν Κρουνὸν
ἰδίως ἄρχοντα· καθ᾿ ὧν αὐτὸς ἀριστεύσας, τὸν μὲν
σεβαστοκράτορα εκτυφλώσας στέλλει παρὰ βασιλέα
πρὸς τὴν οἰκείαν αὐτοῦ σύζυγον, τοὺς δέ γε μεγιστά
νας Ρωμαίων σφεντισθλάσῳ πέμπει, οὓς δὴ καὶ
κατέχων ἐκεῖνος οὐ πρότερον διαφῆκε πρὶν ἂν τοῦ
πατρὸς Τερτερῆ παρὰ βασιλέως ἡμείψατο. Καὶ οὕτως
ἅμα μὲν ἐντεῦθεν ὁ Τερτερῆς, ἅμα δ' ἐκεῖθεν οἱ μετ
γιστάνες 'Ρωμαίων εἰς δέκα καὶ τρεῖς ποσούμενοι
ἀπελύοντο. Οὐ μὴν δὲ καὶ ἀπολαβὼν τὸν πατέρα ὁ ἐξ
αὐτοῦ βασιλικῆς ἀξίας ἐπέδησεν, ἀλλὰ μιᾷ τῶν καθ'
αὐτὸν πόλεων περικλείσας, ὡς ἧκεν ἡμῖν ἡ πίστις,
ἀπραγμόνως ζῆν ἐν τρυφαῖς δὴ καὶ μόναις παρε
σκευάσει. Καὶ ὁ μὲν σφεντίσθλαδος ταῦτα, ἐπὶ
νηπίᾳ τῇ ἡλικίᾳ καὶ συνειρχθεὶς τῇ μητρὶ κατὰ Νίκ
PG 144:295κἀνταῦθα ἐπὶ χρόνοις ἦν, ἕως οὗ κατὰ κράτος ἐκεῖνος τὸ Τοχαρικὸν ἐχειρώσατο, ὡς μηδὲν τὸ ἀντιξοοῦν εἶναι ἁπάντων ὑποκλιθέντων. καὶ τότε πέμψας πρὸς βασιλέα ἀπῄτει τὴν σύζυγον, ἣν δὴ καὶ ἐσαῦθις ὁ βασιλεὺς ὑπὸ προσηκούσῃ τῇ τιμῇ καὶ δορυφορίαις ἁπάσαις ἐκπέμπει. καὶ ὁ μὲν Νογᾶς ἠφάνιστο, ὁ δὲ Τουκτάϊς τὰ τῆς ἐπικρατείας ἐκείνου ὑφ’ ἑαυτῷ ποιησάμενος ἔσχε, τὰς σπονδὰς διὰ τὸ κῆδος βεβαιοτέρας ἀποταμόμενος. 28.
καιαν, καὶ αὖθις ἀπολυθείσης ἐκείνης κατά σπονδὰς θέντων. Καὶ τότε πέμψας πρὸς βασιλέα ἀπῄτει τὴν
αὐτὸς ὁμηρεύσας παρὰ Ρωμαίοις, ὕστερον δὲ τοῦ
πατριάρχου Βουλγαρίας Ἰωακεὶμ πρὸς βασιλέα
πρεσβεύσαντος κατά τι προσδοκώμενον κήδος, τὸ
ἐπὶ τῇ θυγατρὶ τοῦ μεγάλου στρατοπεδάρχου Συνα
δηνοῦ, πρὸς τὸν πατέρα ἀπολυθείς. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν
πρότερον.
κζ'. Περὶ τοῦ κήδους τοῦ πρὸς Τουκτάϊν τοῦ βα
σιλέως.
[Ρ. 181] Ο μέντοι γε βασιλεὺς τὸν Τουχτάῖν ἐπὶ
νόθῳ θυγατρὶ τῇ Μαρίᾳ ἐπιγαμβρεύεται. Η δὴ καὶ
ἁρμοσάμενος ὁ Τουκτάῖς, ἐπεὶ καὶ ἔτι τὰ τοῦ Τοχα
ρικοῦ πολέμου συνεκεκρότητα καὶ τὰ κατὰ τὸν Νο
γᾶν ὡς οὐραῖον παρέσπαιρεν όφεως, ἀσχολίαις που
λεμικαῖς ἐκεῖνος θέλων ἑαυτὸν διδόναι καὶ μὴ γά
μοις τὸ σῶμα ἐκθηλύνουσιν, ἀνταποστέλλει καὶ πάλιν
τὴν Μαρίαν πρὸς βασιλέα. Κἀνταῦθα ἐπὶ χρόνοις ἦν,
ἕως οὗ κατὰ κράτος ἐκεῖνος τὸ Τοχαρικών έχειρώ
σατο, ὡς μηδὲν τὸ ἀντιξοοῦν εἶναι ἁπάντων ὑποκλι
σύζυγον, ἣν δὴ καὶ ἐσαῦθις ὁ βασιλεὺς ὑπὸ προσηκού
σῃ τῇ τιμῇ καὶ δορυφορίαις ἀπάσαις ἐκπέμπει. Καὶ
ὁ μὲν Νογᾶς ἠφάνιστο, ὁ δὲ Τουκτάῖς τὰ τῆς ἐπικρα
τείας ἐκείνου ὑφ᾽ ἑαυτῷ ποιησάμενος έσχε, τὰς
σπονδὰς διὰ τὸ καδος βεβαιοτέρας ἀποταμό μενος.
κη'. Περὶ τοῦ ῥαγδαίου ὑετοῦ καὶ τῶν τότε συμ
πεσόντων.
182] Τότε καὶ Ποσειδεῶνος ἐνάτῃ καὶ εἰκοστῇ,
καθ᾽ ἣν ἀπὸ θερινῆς τροπῆς πρὸς τὴν ἰσημερινὴν
ἀποκλίνει ὁ ἥλιος, ραγδαῖος ὑετὸς κάτεισιν ἐφ᾽ ἡμέ
ρας ὅλης γε καὶ νυκτός, τῶν ἄκρων τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς
ἐρίζοντος ὑπὸ νεφῶν πιεσθέντων, ὥστε καὶ χαρα
δρωθῆναι μὲν τὸν κατὰ τὴν περαίαν ἅπαντα τόπον
ἄνωθέν ποθεν τῶν ὑδάτων ἀθρίων κατερχομένων,
δένδρα δὲ καταφέρεσθαι χερσόθεν ἐπὶ τὴν θάλασσαν,
ἐφ᾽ ὧν καὶ ὄψεις τὰς κατακλύσεις φεύγοντες καὶ δέν
δρεσι συνειλούμενοι ἐκσπασθεῖσιν ἐκ ῥιζῶν συνεφέ
ροντο, οἱ μὲν καὶ ζῶντες, οἱ δὲ καὶ ἔτι συνεσπειρα
Τότε καὶ Ποσειδεῶνος ἐνάτῃ καὶ εἰκοστῇ, καθ’ ἣν ἀπὸ θερινῆς τροπῆς πρὸς τὴν ἰσημερινὴν ἀποκλίνει ὁ ἥλιος, ῥαγδαῖος ὑετὸς κάτεισι ἐφ’ ἡμέρας ὅλης γε καὶ νυκτός, τῶν ἄκρων τοῦ καθ’ ἡμᾶς ὁρίζοντος ὑπὸ νεφῶν πιεσθέντων, ὥστε καὶ χαραδρωθῆναι μὲν τὸν κατὰ τὴν περαίαν ἅπαντα τόπον ἄνωθέν ποθεν τῶν ὑδάτων ἀθρόων κατερχομένων, δένδρα δὲ καταφέρεσθαι χερσόθεν ἐπὶ τὴν θάλασσαν, ἐφ’ ὧν καὶ ὄφεις τὰς κατακλύσεις φεύγοντες καὶ δένδρεσι συνειλούμενοι ἐκσπασθεῖσιν ἐκ ῥιζῶν συνεφέροντο, οἱ μὲν καὶ ζῶντες, οἱ δὲ καὶ ἔτι συνεσπειραμένοι τοῖς τῶν δένδρων κλωσὶν ἐναποψύξαντες, οἰκίας δ’ ἀγρώτιδας καὶ αἰζηῶν ἀνδρῶν ἔργα, τὰς μὲν ἐξ αὐτῶν ἀνεσπάσθαι τῶν θεμελίων καὶ φορητὰς μακρόθεν εἶναι τοῖς ὕδασι, μὴ τῆς φορᾶς ληγούσης πρὶν ἂν ἀπεσκῆφθαι τῷ τείχει τῆς πόλεως, τὰ δ’ ἀφανίζεσθαι ταῖς προσχώσεσιν·
καιαν, καὶ αὖθις ἀπολυθείσης ἐκείνης κατά σπονδὰς θέντων. Καὶ τότε πέμψας πρὸς βασιλέα ἀπῄτει τὴν
αὐτὸς ὁμηρεύσας παρὰ Ρωμαίοις, ὕστερον δὲ τοῦ
πατριάρχου Βουλγαρίας Ἰωακεὶμ πρὸς βασιλέα
πρεσβεύσαντος κατά τι προσδοκώμενον κήδος, τὸ
ἐπὶ τῇ θυγατρὶ τοῦ μεγάλου στρατοπεδάρχου Συνα
δηνοῦ, πρὸς τὸν πατέρα ἀπολυθείς. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν
πρότερον.
κζ'. Περὶ τοῦ κήδους τοῦ πρὸς Τουκτάϊν τοῦ βα
σιλέως.
[Ρ. 181] Ο μέντοι γε βασιλεὺς τὸν Τουχτάῖν ἐπὶ
νόθῳ θυγατρὶ τῇ Μαρίᾳ ἐπιγαμβρεύεται. Η δὴ καὶ
ἁρμοσάμενος ὁ Τουκτάῖς, ἐπεὶ καὶ ἔτι τὰ τοῦ Τοχα
ρικοῦ πολέμου συνεκεκρότητα καὶ τὰ κατὰ τὸν Νο
γᾶν ὡς οὐραῖον παρέσπαιρεν όφεως, ἀσχολίαις που
λεμικαῖς ἐκεῖνος θέλων ἑαυτὸν διδόναι καὶ μὴ γά
μοις τὸ σῶμα ἐκθηλύνουσιν, ἀνταποστέλλει καὶ πάλιν
τὴν Μαρίαν πρὸς βασιλέα. Κἀνταῦθα ἐπὶ χρόνοις ἦν,
ἕως οὗ κατὰ κράτος ἐκεῖνος τὸ Τοχαρικών έχειρώ
σατο, ὡς μηδὲν τὸ ἀντιξοοῦν εἶναι ἁπάντων ὑποκλι
σύζυγον, ἣν δὴ καὶ ἐσαῦθις ὁ βασιλεὺς ὑπὸ προσηκού
σῃ τῇ τιμῇ καὶ δορυφορίαις ἀπάσαις ἐκπέμπει. Καὶ
ὁ μὲν Νογᾶς ἠφάνιστο, ὁ δὲ Τουκτάῖς τὰ τῆς ἐπικρα
τείας ἐκείνου ὑφ᾽ ἑαυτῷ ποιησάμενος έσχε, τὰς
σπονδὰς διὰ τὸ καδος βεβαιοτέρας ἀποταμό μενος.
κη'. Περὶ τοῦ ῥαγδαίου ὑετοῦ καὶ τῶν τότε συμ
πεσόντων.
182] Τότε καὶ Ποσειδεῶνος ἐνάτῃ καὶ εἰκοστῇ,
καθ᾽ ἣν ἀπὸ θερινῆς τροπῆς πρὸς τὴν ἰσημερινὴν
ἀποκλίνει ὁ ἥλιος, ραγδαῖος ὑετὸς κάτεισιν ἐφ᾽ ἡμέ
ρας ὅλης γε καὶ νυκτός, τῶν ἄκρων τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς
ἐρίζοντος ὑπὸ νεφῶν πιεσθέντων, ὥστε καὶ χαρα
δρωθῆναι μὲν τὸν κατὰ τὴν περαίαν ἅπαντα τόπον
ἄνωθέν ποθεν τῶν ὑδάτων ἀθρίων κατερχομένων,
δένδρα δὲ καταφέρεσθαι χερσόθεν ἐπὶ τὴν θάλασσαν,
ἐφ᾽ ὧν καὶ ὄψεις τὰς κατακλύσεις φεύγοντες καὶ δέν
δρεσι συνειλούμενοι ἐκσπασθεῖσιν ἐκ ῥιζῶν συνεφέ
ροντο, οἱ μὲν καὶ ζῶντες, οἱ δὲ καὶ ἔτι συνεσπειρα
ἀμπέλους δὲ ἐπὶ γυμνοῖς τοῖς πυθμέσιν ὑποσυρείσης τῆς γῆς ἀμενηνὰς ἵστασθαι, παρὰ τοσοῦτον οὐ καθυπεικούσας τοῖς ῥύαξι παρ’ ὅσον ταπεινούμενα τῇ φορᾷ τὰ φυτὰ καὶ ἀντίστασιν ἥκιστ’ ἔχοντα τριβὴν οὐκ ἐδίδουν τῷ ῥεύματι, ὥστε χρονίζειν καὶ ἀνασπᾶν, ἀλλ’ εὐθὺς ἐπιρρέειν ἐπὶ τὸ κάταντες σφίσιν ὑποκλινομένοις· γῆν δὲ πᾶσαν τῆς Κωνσταντίνου, τὴν μὲν ἐξ ὧν οὐρανόθεν τὴν δ’ ἐξ ὧν καὶ ἀλλοτρίων ὑδάτων ἐπιφορὰς ἐδέχετο, ἐπικλύσιμον γίνεσθαι. τὸ δ’ ἐπὶ τοσοῦτον ῥαγδαῖον καὶ συνεχὲς κατεφέρετο, ὡς μηδὲ καὶ αὐτὴν τὴν θάλαςσαν κυανίζειν τῷ φυσικῷ χρώματι, ἀλλὰ ποικίλον τι τὴν χροιὰν χρῆμα φαίνεσθαι, ὡς πῇ μὲν κοκκίνην ὁρᾶσθαι, ὅσον οἱ ἐκ μιλτοπαρείων ὀρέων ῥύακες ἐκβάλλοντες ἔρρευθον, πῇ δὲ λευκὴν τῆς κιμωλίας πλεονασάσης, ἀλλαχοῦ μέλαιναν καὶ τεφρώδη καὶ ὑπόκιρρον, πανταχοῦ δὲ θολερὰν εἶναι διὰ τὴν ἀπὸ γῆς ἐπιμιξίαν καὶ τὴν τῆς εἰσβολῆς κίνησιν, μηδ’ εἴς τινα κατάστασιν τὸ κεχρωσμένον ἄγουσαν, ἀλλὰ τὰ πάντα εἰς ἓν ἐκεῖνο τὸ θολερὸν ἐπικρατῶς συναγούσης. 29.
καιαν, καὶ αὖθις ἀπολυθείσης ἐκείνης κατά σπονδὰς θέντων. Καὶ τότε πέμψας πρὸς βασιλέα ἀπῄτει τὴν
αὐτὸς ὁμηρεύσας παρὰ Ρωμαίοις, ὕστερον δὲ τοῦ
πατριάρχου Βουλγαρίας Ἰωακεὶμ πρὸς βασιλέα
πρεσβεύσαντος κατά τι προσδοκώμενον κήδος, τὸ
ἐπὶ τῇ θυγατρὶ τοῦ μεγάλου στρατοπεδάρχου Συνα
δηνοῦ, πρὸς τὸν πατέρα ἀπολυθείς. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν
πρότερον.
κζ'. Περὶ τοῦ κήδους τοῦ πρὸς Τουκτάϊν τοῦ βα
σιλέως.
[Ρ. 181] Ο μέντοι γε βασιλεὺς τὸν Τουχτάῖν ἐπὶ
νόθῳ θυγατρὶ τῇ Μαρίᾳ ἐπιγαμβρεύεται. Η δὴ καὶ
ἁρμοσάμενος ὁ Τουκτάῖς, ἐπεὶ καὶ ἔτι τὰ τοῦ Τοχα
ρικοῦ πολέμου συνεκεκρότητα καὶ τὰ κατὰ τὸν Νο
γᾶν ὡς οὐραῖον παρέσπαιρεν όφεως, ἀσχολίαις που
λεμικαῖς ἐκεῖνος θέλων ἑαυτὸν διδόναι καὶ μὴ γά
μοις τὸ σῶμα ἐκθηλύνουσιν, ἀνταποστέλλει καὶ πάλιν
τὴν Μαρίαν πρὸς βασιλέα. Κἀνταῦθα ἐπὶ χρόνοις ἦν,
ἕως οὗ κατὰ κράτος ἐκεῖνος τὸ Τοχαρικών έχειρώ
σατο, ὡς μηδὲν τὸ ἀντιξοοῦν εἶναι ἁπάντων ὑποκλι
σύζυγον, ἣν δὴ καὶ ἐσαῦθις ὁ βασιλεὺς ὑπὸ προσηκού
σῃ τῇ τιμῇ καὶ δορυφορίαις ἀπάσαις ἐκπέμπει. Καὶ
ὁ μὲν Νογᾶς ἠφάνιστο, ὁ δὲ Τουκτάῖς τὰ τῆς ἐπικρα
τείας ἐκείνου ὑφ᾽ ἑαυτῷ ποιησάμενος έσχε, τὰς
σπονδὰς διὰ τὸ καδος βεβαιοτέρας ἀποταμό μενος.
κη'. Περὶ τοῦ ῥαγδαίου ὑετοῦ καὶ τῶν τότε συμ
πεσόντων.
182] Τότε καὶ Ποσειδεῶνος ἐνάτῃ καὶ εἰκοστῇ,
καθ᾽ ἣν ἀπὸ θερινῆς τροπῆς πρὸς τὴν ἰσημερινὴν
ἀποκλίνει ὁ ἥλιος, ραγδαῖος ὑετὸς κάτεισιν ἐφ᾽ ἡμέ
ρας ὅλης γε καὶ νυκτός, τῶν ἄκρων τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς
ἐρίζοντος ὑπὸ νεφῶν πιεσθέντων, ὥστε καὶ χαρα
δρωθῆναι μὲν τὸν κατὰ τὴν περαίαν ἅπαντα τόπον
ἄνωθέν ποθεν τῶν ὑδάτων ἀθρίων κατερχομένων,
δένδρα δὲ καταφέρεσθαι χερσόθεν ἐπὶ τὴν θάλασσαν,
ἐφ᾽ ὧν καὶ ὄψεις τὰς κατακλύσεις φεύγοντες καὶ δέν
δρεσι συνειλούμενοι ἐκσπασθεῖσιν ἐκ ῥιζῶν συνεφέ
ροντο, οἱ μὲν καὶ ζῶντες, οἱ δὲ καὶ ἔτι συνεσπειρα
PG 144:297Ἐν τούτῳ δὲ καὶ Ἰωάννης μὲν ὁ τῶν Λαζῶν ἀρχηγός, ὃν καὶ γαμβρὸν βασιλέως ἐν τοῖς ἄνωθι ὁ λόγος ἐδείκνυ, ἐπὶ παισὶ δυσὶ τὸ βιοῦν τελευτᾷ, ὧν τοῦ μὲν ἐν τῇ πατρικῇ καταστάντος ἐξουσίᾳ τοῦ Ἀλεξίου, θάτερον τὸν νεώτερον ἡ μήτηρ Εὐδοκία λαβοῦσα παρὰ τὸν ἀδελφὸν καὶ βασιλέα κατὰ τὴν πόλιν γίνεται. θνήσκει δὲ καὶ Ἰωάννης ὁ εἰς πατριάρχην χρηματίσας ὁ Βέκκος, ἐν τῇ κατὰ τὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου φρούριον εἱρκτῇ, μηνὸς Κρονίου λήγοντος, αὐτοῦ που ἐν τῇ κέλλῃ εἰκαίως ταφείς. ἀλλὰ τοῦτον μὲν καὶ διὰ πόνου ὁ βασιλεὺς ἐποιήσατο, ἐπεὶ καὶ ὃ συγκείμενον ἦν τοῖς περὶ ἐκεῖνον καὶ βασιλεῖ, κινηθῆναι λόγους ἐφ’ ὧν συνθέσθαι καὶ εἰρηνεύειν, σοφῶν γε καὶ πνευματικῶν κρινάντων καὶ μὴ τῶν τυχόντων καὶ ἀλογιστοτέρων, οὐκ ἔφθασε τελεσθῆναι· τὸν Μελιτηνιώτην δὲ ἐξαγαγόντες ἐκεῖθεν καὶ τῷ κατὰ τὴν πόλιν Μετοχίτῃ συνδυάσαντες, ἐπεὶ οὐκ ἦν σφίσιν εἰρηνεύειν, καθὼς ἀπῄτουν οἵ τε περὶ τὸν βασιλέα καὶ οἱ τῆς ἐκκλησίας, κατὰ τὸ μέγα παλάτιον κατακλείουσιν, ὅπου καὶ ὁ Ταρχανειώτης Ἰωάννης ἐς ὕστερον κατακλείεται.
τοῦ θανάτου του Βέκκου.
μένοι τοῖς τῶν δένδρων κλωσὶν ἐναποψύξαντες, οἰκίας κθ'. Περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Λαζῶν Ἰωάννου, καὶ
δ' ἀγρώτιδας καὶ αἰζηῶν ἀνδρῶν ἔργα, τὰς μὲν ἐξ
αὐτῶν ἀνεσπάσθαι τῶν θεμελίων καὶ φορητάς μας
πρόθεν εἶναι τοῖς ὕδασι, μὴ τῆς φορᾶς ληγούσης πριν
ἂν ἀπεσκῆφθαι τῷ τείχει τῆς πόλεως, τὰ δ' ἀφανίζε
σθαι ταῖς προσχώσεσιν· ἀμπέλους δὲ ἐπὶ γυμνοῖς
τοῖς πυθμέσιν ὑποσυρείσης τῆς γῆς ἀμενηνὰς ἴστα
σθαι, παρὰ τοσοῦτον οὐ καθυπεικούσας τοῖς ῥύαξι
παρ' ὅσον ταπεινούμενα τῇ φορᾷ τὰ φυτὰ καὶ ἀντί
στασιν ήκιστ' ἔχοντα τριβὴν οὐκ ἐδίδουν τῷ ρεύματι,
ὥσε χρονίζειν καὶ ἀνασπᾷν, ἀλλ᾽ εὐθὺς ἐπιῤῥέειν ἐπὶ
τὸ κάταντες σφίσιν ὑποκλινομένοις· γῆν δὲ πᾶσαν τῆς
Κωνσταντίνου, τὴν μὲν ἐξ ὧν οὐρανόθεν, τὴν δ᾽ ἐξ ὧν καὶ
ἀλλοτρίων ὑδάτων ἐπιφορὰς ἐδέχετο, ἐπικλύσιμον γί
νεσθαι. Τὸ δ' ἐπὶ τοσοῦτον ῥαγδαῖον καὶ συνεχές κατε
φέρετο, ὡς μηδὲ καὶ αὐτὴν τὴν θάλασσαν κυανίζειν τῷ
φυσικῷ χρώματι, ἀλλὰ ποικίλον τι τὴν χροιάν χρῆμα
φαίνεσθαι, ὡς πῆ μὲν κοκκίνην ὁρᾶσθαι, ὅσον οἱ ἐκ
μιλτοπαρείων ὀρέων βύακες ἐκβάλλοντες ἔῤῥευθον,
πῆ δὲ λευκὴν τῆς κιμωλίας πλεονασάσης, ἀλλαχοῦ
μέλαιναν καὶ τεφρώδη καὶ ὑπέκιῤῥον, πανταχοῦ δὲ
θολερὰν εἶναι διὰ τὴν ἀπὸ γῆς ἐπιμιξίαν καὶ τὴν τῆς
εἰσβολῆς κίνησιν, μηδ' εἰς τινα κατάστασιν τὸ κε
χρωσμένον ἄγουσαν, [Ρ. 183] ἀλλὰ τὰ πάντα εἰς ἐν
ἐκεῖνο τὸ θολερὸν ἐπικρατῶς συναγούσης.
Ἐν τούτῳ δὲ καὶ Ἰωάννης μὲν ὁ τῶν Λαζῶν ἀρ
χηγός, ἂν καὶ γαμβρὸν βασιλέως ἐν τοῖς ἄνωθι ὁ λό
γος ἐδείκνυ, ἐπὶ παισὶ δυσὶ τὸ βιοῦν τελευτᾷ, ὧν τοῦ
μὲν ἐν τῇ πατρικῇ καταστάντος ἐξουσίᾳ τοῦ ᾿Αλε
ξίου, θάτερον τὸν νεώτερον ἡ μήτηρ Ευδοκία λα
βοῦσα παρὰ τὸν ἀδελφὸν καὶ βασιλέα κατὰ τὴν πό
λιν γίνεται. Θνήσκει δὲ καὶ Ἰωάννης ὁ εἰς πατριάρ
την χρηματίσας ὁ Βέκκος, ἐν τῇ κατὰ τὸ τοῦ ἁγίου
Γρηγορίου φρούριον είρκτῇ, μηνὸς Κρονίου λήγον
τος, αὐτοῦ που ἐν τῇ κέλλῃ εἰκαίως ταφείς. ᾿Αλλὰ
τοῦτον μὲν καὶ διὰ πόνου ὁ βασιλεὺς ἐποιήσατο, ἐπεὶ
καὶ ὅ συγκείμενον ἦν τοῖς περὶ ἐκεῖνον καὶ βασιλεῖ,
κινηθῆναι λόγους ἐφ᾽ ὧν συνθέσθαι καὶ εἰρηνεύειν,
σοφῶν γε καὶ πνευματικῶν κρινάντων καὶ μὴ τῶν
τυχόντων καὶ ἀλογιστοτέρων, οὐκ ἔφθασε τελεσθῆναι
τὸν Μελιτηνιώτην δὲ ἐξαγαγόντες ἐκεῖθεν καὶ τῷ
κατὰ τὴν πόλιν Μετοχίτῃ συνδυάσαντες, ἐπεὶ οὐκ
ἦν σφίσιν εἰρηνεύειν, καθὼς ἀπῄτουν οἵ τε περὶ τὸν
βασιλέα καὶ οἱ τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὸ μέγα πα
λάτιον κατακλείουσιν, ὅπου καὶ ὁ Ταρχανειώτης
Ἰωάννης ἐς ὕστερον κατακλείεται. Τὴν δέ γε ἀδελφὴν
Εὐδοκίαν ὁ κρατῶν ὑποδεξάμενος, καὶ τὰ εἰκότα
σύναμα μητρὶ τῇ ταύτης περιαλγήσαντες συμφορά,
PG 144:299τὴν δέ γε ἀδελφὴν Εὐδοκίαν ὁ κρατῶν ὑποδεξάμενος, καὶ τὰ εἰκότα συνάμα μητρὶ τῇ ταύτης περιαλγήσαντες συμφορᾷ, παρ’ ἑαυτοῖς τέως εἶχον ὡς καὶ αὖθις ἀνταποστελοῦντες πρὸς τὸν υἱόν, καὶ αὐτῷ δὴ τὰ τῆς ἀρχῆς ὡς οἷόν τε κατασφαλισάμενοι, ἐπεὶ καὶ τῷ βασιλεῖ ὁ παῖς παρὰ τοῦ πατρὸς ἐπετέτραπτο. 30. Ἐν τούτῳ τοιγαροῦν ὄντων δεινῶν μὲν ἔνθεν ὁ κράλης Σερβίας ἔνθεν δὲ ὁ ἐκείνου ὑποστράτηγος Κοτανίτζης καὶ ὁ Τορνίκιος ἠγγέλλοντο τὰ πρόσχωρα δρᾶν. διὰ ταῦτα καὶ ὁ βασιλεὺς πολὺς ἦν καὶ ἅπας ἐγίγνετο τὸν βάρβαρον ὑπερχόμενος νῦν μὲν πρεσβείαις νῦν δὲ καὶ πολεμικαῖς ἐπεξελεύσεσιν, ἐπεί τοι καὶ τότε τὸν τηνικάδε μέγαν κονοσταῦλον Γλαβᾶν, τὸν τοῦ θεοῦ ἄνθρωπον ἐκεῖνον, συνάμα στιβαρῷ στρατεύματι ἐπ’ ἐκεῖνον ἐξέπεμπεν, ὃς δὴ πολλάκις προσβάλλων οὐχ ὅπως ἤνυεν, ἀλλὰ καὶ προσηττᾶτο, ὅτι μηδ’ ἐκ τοῦ προφανοῦς εἰσβάλλοντες ἦσαν ἐκεῖνοι, ἀλλὰ λῃστείας τρόπον ὡς τὰ πολλὰ μετεχείριζον, καὶ οὐκ ἦν ὅλως ταῖς τῶν Ῥωμαίων δυνάμεσιν εὐοδεῖν.
παρ' ἑαυτοῖς τέως εἶχον ὡς καὶ αὖθις ἀνταποστε- τὰ δοκοῦντα πρὸς ἀνταγωνισιν, ὅμως δ' ἐκ πολλών
λοῦντες πρὸς τὸν υἱὸν, καὶ αὐτῷ δὴ τὰ τῆς ἀρχῆς
ὡς οἷόν τε κατασφαλισάμενοι, ἐπεὶ καὶ τῷ βασιλεῖ ὁ
παῖς παρὰ τοῦ πατρὸς ἐπετέτραπτο.
λ'. Περὶ τοῦ κράλη Σερβίας καὶ τοῦ Κοτανίτζη.
[Ρ. 184] Ἐν τούτῳ τοιγαροῦν ὄντων δεινῶν μὲν
ἔνθεν ὁ κράλης Σερβίας, ἔνθεν δὲ ὁ ἐκείνου υποστρά
τηγος Κοτανίτζης καὶ ὁ Τορνίκιος ἡγγέλλοντο τα
πρόσχωρα δράν. Διὰ ταῦτα καὶ ὁ βασιλεὺς πολὺς ἦν
καὶ ἅπας ἐγίγνετο τὸν βάρβαρον ὑπερχόμενος νῦν
μὲν πρεσβείαις, νῦν δὲ καὶ πολεμικαῖς ἐπεξελεύσε
σιν, ἐπεί τοι καὶ τότε τὸν τηνικάδε μέγαν κονοσταΰ
λον Γλαβάν, τὸν τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον ἐκεῖνον, σύναμα
στιβαρῷ στρατεύματι ἐπ' ἐκεῖνον ἐξέπεμπεν, ὃς δὴ
πολλάκις προσβάλλων οὐχ ὅπως ἤνυεν, ἀλλὰ καὶ
προσηττᾶτο, ὅτι μηδ' ἐκ τοῦ προφανοῦς εἰσβάλλοντες
ἦσαν ἐκεῖνοι, ἀλλὰ ληστείας τρόπον ὡς τὰ πολλὰ μετα
εχείριζον, καὶ οὐκ ἦν ὅλως ταῖς τῶν Ῥωμαίων δυνά
μεσιν εὐοδεῖν. Διά τοι ταῦτα καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ ὁ
στρατηγός καθήμενος εἰργάζετο μὲν καὶ ἀφ' ἑαυτοῦ
ἀπογινώσκων ἀνδρῶν οἴκοθεν ὡρμημένων περιέσε
σθαι, ἅμα τε προβαινόντων καὶ ἅμα θηρεύειν ἐχόν
των τὰ κατὰ θύρας προκείμενα, διὰ ταῦτα καὶ τῶν
τοιούτων ἀπογινώσκων, σπονδαῖς τισι χρῆσθαι πέμ
πων συνεβούλευε τῷ κρατοῦντι, καὶ μᾶλλον καὶ τῶν
ἀνατολικῶν κακουμένων ὑπὸ τῆς τῶν Περσῶν ἐπ
δρομῆς καὶ χρηζόντων τῆς ἱκανῆς ἀντιλήψεως. Τό
το σπονδὰς ἀποτεμνομένους εἰρηνεύειν καὶ βασιλεί
καὶ τῇ περὶ αὐτὸν βουλῇ καλὸν ἐδόκε: καὶ τῶν καλ
λίστων. Τὸ δὲ τοῦ βαρβάρου ἦθος εὔκολον ὂν πρὸς
σπονδῶν συγχύσεις διαλύων αὐτίκα ἐκ τυχούσης αἰ
τίας τὴν ὁμόνοιαν ὑπώπτευον. Ο γοῦν βασιλεὺς κάνω
ταῦθα ποιεῖν προαιρούμενος ἐξ ὧν ἀρέσειεν ἂν καὶ
τῷ γε ὁμορεῖν ἔχοντι, ήβούλετο καὶ μετ' ἐκείνου ὡς
οἷόν τε εὐορκεῖν. Μὴ μέντοι γε ἀρκέσειν πρὺς πίστιν
τὴν τοῦ Σέρβου παλιμβουλίαν ἐκ τῶν δυνατῶν ἔκρι
νεν ἄλλως, εἰ μὴ κήδει τῷ κατὰ γάμον συνδέοιτο.
Ἐκεῖνος δ' εἶχε τὴν τοῦ Τερτερῆ ἐκ τῆς τοῦ Ἀσάν
ἀδελφῆς θυγατέρα, λαβὼν ὑπ' ἀσφαλέσι πίστεσι σύν
ζυγον. Εἶχε δ' ἑτέραν πρώην, τὴν τοῦ δυτικοῦ σεβα
διά τοι ταῦτα καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ ὁ στρατηγὸς καθήμενος εἰργάζετο μὲν καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὰ δοκοῦντα πρὸς ἀνταγώνισιν, ὅμως δ’ ἐκ πολλῶν ἀπογινώσκων ἀνδρῶν οἴκοθεν ὡρμημένων περιέσεσθαι, ἅμα τε προβαινόντων καὶ ἅμα θηρεύειν ἐχόντων τὰ κατὰ θύρας προκείμενα, διὰ ταῦτα καὶ τῶν τοιούτων ἀπογινώσκων, σπονδαῖς τισὶ χρῆσθαι πέμπων συνεβούλευε τῷ κρατοῦντι, καὶ μᾶλλον καὶ τῶν ἀνατολικῶν κακουμένων ὑπὸ τῆς τῶν Περσῶν ἐπιδρομῆς καὶ χρῃζόντων τῆς ἱκανῆς ἀντιλήψεως. τό τε σπονδὰς ἀποτεμνομένους εἰρηνεύειν καὶ βασιλεῖ καὶ τῇ περὶ αὐτὸν βουλῇ καλὸν ἐδόκει καὶ τῶν καλλίστων. τὸ δὲ τοῦ βαρβάρου ἦθος εὔκολον ὂν πρὸς σπονδῶν συγχύσεις διαλύων αὐτίκα ἐκ τυχούσης αἰτίας τὴν ὁμόνοιαν ὑπώπτευον. ὁ γοῦν βασιλεὺς κἀνταῦθα ποιεῖν προαιρούμενος ἐξ ὧν ἀρέσειεν ἂν καὶ τῷ γε ὁμορεῖν ἔχοντι, ἠβούλετο καὶ μετ’ ἐκείνου ὡς οἷόν τε εὐορκεῖν. μὴ μέντοι γε ἀρκέσειν πρὸς πίστιν τὴν τοῦ Σέρβου παλιμβουλίαν ἐκ τῶν δυνατῶν ἔκρινεν ἄλλως, εἰ μὴ κήδει τῷ κατὰ γάμον συνδέοιτο. ἐκεῖνος δ’ εἶχε τὴν τοῦ Τερτερῆ ἐκ τῆς τοῦ Ἀσὰν ἀδελφῆς θυγατέρα, λαβὼν ὑπ’ ἀσφαλέσι πίστεσι σύζυγον.
παρ' ἑαυτοῖς τέως εἶχον ὡς καὶ αὖθις ἀνταποστε- τὰ δοκοῦντα πρὸς ἀνταγωνισιν, ὅμως δ' ἐκ πολλών
λοῦντες πρὸς τὸν υἱὸν, καὶ αὐτῷ δὴ τὰ τῆς ἀρχῆς
ὡς οἷόν τε κατασφαλισάμενοι, ἐπεὶ καὶ τῷ βασιλεῖ ὁ
παῖς παρὰ τοῦ πατρὸς ἐπετέτραπτο.
λ'. Περὶ τοῦ κράλη Σερβίας καὶ τοῦ Κοτανίτζη.
[Ρ. 184] Ἐν τούτῳ τοιγαροῦν ὄντων δεινῶν μὲν
ἔνθεν ὁ κράλης Σερβίας, ἔνθεν δὲ ὁ ἐκείνου υποστρά
τηγος Κοτανίτζης καὶ ὁ Τορνίκιος ἡγγέλλοντο τα
πρόσχωρα δράν. Διὰ ταῦτα καὶ ὁ βασιλεὺς πολὺς ἦν
καὶ ἅπας ἐγίγνετο τὸν βάρβαρον ὑπερχόμενος νῦν
μὲν πρεσβείαις, νῦν δὲ καὶ πολεμικαῖς ἐπεξελεύσε
σιν, ἐπεί τοι καὶ τότε τὸν τηνικάδε μέγαν κονοσταΰ
λον Γλαβάν, τὸν τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον ἐκεῖνον, σύναμα
στιβαρῷ στρατεύματι ἐπ' ἐκεῖνον ἐξέπεμπεν, ὃς δὴ
πολλάκις προσβάλλων οὐχ ὅπως ἤνυεν, ἀλλὰ καὶ
προσηττᾶτο, ὅτι μηδ' ἐκ τοῦ προφανοῦς εἰσβάλλοντες
ἦσαν ἐκεῖνοι, ἀλλὰ ληστείας τρόπον ὡς τὰ πολλὰ μετα
εχείριζον, καὶ οὐκ ἦν ὅλως ταῖς τῶν Ῥωμαίων δυνά
μεσιν εὐοδεῖν. Διά τοι ταῦτα καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ ὁ
στρατηγός καθήμενος εἰργάζετο μὲν καὶ ἀφ' ἑαυτοῦ
ἀπογινώσκων ἀνδρῶν οἴκοθεν ὡρμημένων περιέσε
σθαι, ἅμα τε προβαινόντων καὶ ἅμα θηρεύειν ἐχόν
των τὰ κατὰ θύρας προκείμενα, διὰ ταῦτα καὶ τῶν
τοιούτων ἀπογινώσκων, σπονδαῖς τισι χρῆσθαι πέμ
πων συνεβούλευε τῷ κρατοῦντι, καὶ μᾶλλον καὶ τῶν
ἀνατολικῶν κακουμένων ὑπὸ τῆς τῶν Περσῶν ἐπ
δρομῆς καὶ χρηζόντων τῆς ἱκανῆς ἀντιλήψεως. Τό
το σπονδὰς ἀποτεμνομένους εἰρηνεύειν καὶ βασιλεί
καὶ τῇ περὶ αὐτὸν βουλῇ καλὸν ἐδόκε: καὶ τῶν καλ
λίστων. Τὸ δὲ τοῦ βαρβάρου ἦθος εὔκολον ὂν πρὸς
σπονδῶν συγχύσεις διαλύων αὐτίκα ἐκ τυχούσης αἰ
τίας τὴν ὁμόνοιαν ὑπώπτευον. Ο γοῦν βασιλεὺς κάνω
ταῦθα ποιεῖν προαιρούμενος ἐξ ὧν ἀρέσειεν ἂν καὶ
τῷ γε ὁμορεῖν ἔχοντι, ήβούλετο καὶ μετ' ἐκείνου ὡς
οἷόν τε εὐορκεῖν. Μὴ μέντοι γε ἀρκέσειν πρὺς πίστιν
τὴν τοῦ Σέρβου παλιμβουλίαν ἐκ τῶν δυνατῶν ἔκρι
νεν ἄλλως, εἰ μὴ κήδει τῷ κατὰ γάμον συνδέοιτο.
Ἐκεῖνος δ' εἶχε τὴν τοῦ Τερτερῆ ἐκ τῆς τοῦ Ἀσάν
ἀδελφῆς θυγατέρα, λαβὼν ὑπ' ἀσφαλέσι πίστεσι σύν
ζυγον. Εἶχε δ' ἑτέραν πρώην, τὴν τοῦ δυτικοῦ σεβα
PG 144:301εἶχε δ’ ἑτέραν πρώην, τὴν τοῦ δυσικοῦ σεβαστοκράτορος Ἰωάννου θυγατέρα, καὶ πρὸ ταύτης ἄλλην ἣν ἀποστέρξας παρ’ οὐδεμίαν αἰτίαν εὔλογον, ἀφεὶς ἐκείνην τὴν νόμιμον πάντως, τῇ τοῦ Ἰωάννου συμπλέκεται θυγατρί. ἀλλὰ καὶ ἐσέτι τῆς νομίμου ζώσης ἀπολύσας ταύτην πρὸς τὸν πατέρα, οὐδὲν συμπεσὸν ὑπὲρ τοῦ ταύτης διαζυγῆναι δίκαιον, τὴν τοῦ Τερτερῆ ἐπηγάγετο, καὶ εἶχε ταύτην τρίτην ἀπὸ τῆς νομίμου λαβών· ζῶσα γὰρ ἡ προτέρα τὰς ἐπιγενομένας παρανόμους ἀπήλεγχεν. ἐπείρα τοίνυν καὶ μόνον βασιλεὺς τοῦ βαρβάρου πρὸς σπονδὰς ἤδη κλιθέντος, ἐπεὶ καὶ ἡ προτέρα τεθνηκυῖα ἠκούετο καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε τῇ συνοικησούσῃ νομίμῳ εἶναι μετὰ τὴν πρώτην ἐδίδοτο, τῶν ἐν τῷ μεταξὺ ὡς νόθων ἀπηλλοτριωμένων, εἴπερ ἀπολύων τὴν τοῦ Τερτερῆ ἐπιγαμβρεύεσθαί οἱ βούλοιτο καὶ τέως ἐπ’ αὐταδέλφῃ τῇ Εὐδοκίᾳ ἤδη κατὰ τὴν πόλιν οὔσῃ κεχηρωμένῃ τοῦ Ἰωάννου. ὁ δὲ μηδὲν μελλήσας, ἀλλ’ ὡς τὰ μέγιστα καὶ ληψόμενος, ἕτοιμος ἦν ἐφ’ ὁμολογίαις τε καὶ συνθήκαις τὴν τοῦ Τερτερῆ ἀποπροσποιεῖσθαι καὶ τὴν τοῦ βασιλέως δέχεσθαι ἀδελφήν·
στοκράτορος Ιωάννου θυγατέρα, καὶ πρὸ ταύτης Η ἀδελφοῦ Στεφάνου προήκοντές τε τῷ χρόνῳ καί γε
ἄλλην ἣν ἀποστέρξας παρ' οὐδεμίαν αἰτίαν εύλογον,
ἀφεὶς ἐκείνην τὴν νόμιμον πάντως, [Ρ. 185] τῇ τοῦ
Ἰωάννου συμπλέκεται θυγατρί. Ἀλλὰ καὶ ἐσέτι τῆς
νομίμου ζώσης ἀπολύσας ταύτην πρὸς τὸν πατέρα,
οὐδὲν συμπεσὸν ὑπὲρ τοῦ ταύτης διαζυγῆναι δι
καιον, τὴν τοῦ Τερτερῆ ἐπηγάγετο, καὶ εἶχε ταύτην
τρίτην ἀπὸ τῆς νομίμου λαβών· ζῶσα γὰρ ἡ προτέ
ρα τὰς ἐπιγενομένας παρανόμους ἀπήλεγχεν. Επεί
ρα τοίνυν καὶ μόνον βασιλεὺς τοῦ βαρβάρου πρὸς
σπουδές ήδη κλιθέντος, ἐπεὶ καὶ ἡ προτέρα τεθνη
κυῖα ἀκούετο, καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε τῇ συνοικησούσῃ
νομίμῳ εἶναι μετὰ τὴν πρώτην ἐδίδοτο, τῶν ἐν τῷ
μεταξὺ ὡς νόθων ἀπηλλοτριωμένων, εἴπερ ἀπολύων
τὴν τοῦ Τερτερῆ ἐπιγαμβρεύεσθαί οἱ βούλοιτο καὶ
τέως ἐπ' αὐταδέλφῃ τῇ Εὐδοκίᾳ ἤδη κατὰ τὴν πόλιν
ούσῃ κεχηρωμένῃ τοῦ Ἰωάννου. Ο δὲ μηδὲν μελλής
σας, ἀλλ' ὡς τὰ μέγιστα καὶ ληψόμενος, ἕτοιμος ἦν
ἐφ᾽ ὁμολογίαις τε καὶ συνθήκαις τὴν τοῦ Τερτερή
ἀποπροσποιεῖσθαι καὶ τὴν τοῦ βασιλέως δέχεσθαι
ἀδελφήν· ἔσπευδε γὰρ τὰς παρὰ τοῦ βασιλέω; ἐλπί
τας, καὶ ὡς μεγάλων επιτευξόμενος ἤθελε τὸ συνάλ
λαγμα, ἐπεὶ καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν ἐκραδαίνετο τοῦ
τῷ δικαίῳ προτιμωμένου, εἰ κἀκεῖνος ἐπίχωλο; ων
καὶ μῶμον φέρων ἐν σώματι, ἔτι δὲ καὶ ἀπραγμα
σύνῃ συζῆν ἐθέλων, χώραν τὴν ἱκανὴν ἀποτεμόμεν
νος ἑαυτῷ τὴν τῆς ἀρχῆς ἀσχολίαν πρὸς ἐκεῖνον
ἡρίει, τοῖς παισὶν ἑαυτοῦ τὴν ἀρχὴν φυλάξοντα μετά
θάνατον. Ωστε καὶ διὰ ταῦτα παντοίως ὑπῆκτο τῷ
τοῦ βασιλέως θελήματι, καὶ προσελιπάρει φίλος γεν
νέσθαι καὶ συγγενής. Τὸν δέ γε Κοτανίτζην καὶ λίαν
καθυπισχνείτο παραδιδόναι· τὸν γὰρ γαμετῆς προϊ
ἔμενον οὐκ εἰκὸς εἶναι ἀλλοτρίου φείδεσθαι. Τούτοις
κατανεύει καὶ βασιλεὺς, καὶ ἤδη τὴν ἀδελφὴν παν
τοίως ὑπέρχεται, νόμιμόν τε τὸ συνάλλαγμα βεβαιού
μενος· ἡ γὰρ νόμιμος ετεθνήκει, ἢ δὴ ταῖς μὲν
ἐπιούσαις περιοῦσα ἔτι τὸ νόθον εἰργάζετο καὶ παι
ράνομον, τῇ δὲ ἐφεξῆς ἔκτοτε τελευτήσαντα νόμιμον
δίδωσι καὶ ἄξιον προσέτι ἀξίᾳ. ᾿Αλλὰ καὶ πόλλ᾽ ἅττα
λέγων οὐκ ἔπειθεν· ἡβούλετο γάρ, ὡς ἐῴκει, ἐκείνη
τῷ ἀνδρὶ φυλάττειν τὰς πίστεις καὶ τελευτήσαντι,
καὶ μὴ ὅτι γε κράλῃ Σερβίας, ἀλλ᾽ οὐδὲ καὶ τούτου
πολλῷ μείζονι εἰς λέχος δεύτερον συνιέναι. Τὰς δὲ
τοῦ βασιλέως θεραπεύσεις ἱκανὰς μὲν ἔκρινεν ἄλλως
καὶ πιθανάς, ἄλλῃ δέ γ᾽ ἴσως, οὐ μὴν ἑαυτῇ, εἰ καὶ
ἔσπευδε γὰρ τὰς παρὰ τοῦ βασιλέως ἐλπίδας, καὶ ὡς μεγάλων ἐπιτευξόμενος ἤθελε τὸ συνάλλαγμα, ἐπεὶ καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν ἐκραδαίνετο τοῦ ἀδελφοῦ Στεφάνου προήκοντός τε τῷ χρόνῳ καί γε τῷ δικαίῳ προτιμωμένου, εἰ κἀκεῖνος ἐπίχωλος ὢν καὶ μῶμον φέρων ἐν σώματι, ἔτι δὲ καὶ ἀπραγμοσύνῃ συζῆν ἐθέλων, χώραν τὴν ἱκανὴν ἀποτεμόμενος ἑαυτῷ τὴν τῆς ἀρχῆς ἀσχολίαν πρὸς ἐκεῖνον ἠφίει, τοῖς παισὶν ἑαυτοῦ τὴν ἀρχὴν φυλάξοντα μετὰ θάνατον. ὥστε καὶ διὰ ταῦτα παντοίως ὑπῆκτο τῷ τοῦ βασιλέως θελήματι, καὶ προσελιπάρει φίλος γενέσθαι καὶ συγγενής. τὸν δέ γε Κοτανίτζην καὶ λίαν καθυπισχνεῖτο παραδιδόναι· τὸν γὰρ γαμετῆς προϊέμενον οὐκ εἰκὸς εἶναι ἀλλοτρίου φείδεσθαι. τούτοις κατανεύει καὶ βασιλεύς, καὶ ἤδη τὴν ἀδελφὴν παντοίως ὑπέρχεται, νόμιμόν τε τὸ συνάλλαγμα βεβαιούμενος· ἡ γὰρ νόμιμος ἐτεθνήκει, ἣ δὴ ταῖς μὲν ἐπιούσαις περιοῦσα ἔτι τὸ νόθον εἰργάζετο καὶ παράνομον, τῇ δὲ ἐφεξῆς ἔκτοτε τελευτήσαντα νόμιμον δίδωσι καὶ ἄξιον προσέτι ἀξίᾳ. ἀλλὰ καὶ πόλλ’ ἄττα λέγων οὐκ ἔπειθεν·
στοκράτορος Ιωάννου θυγατέρα, καὶ πρὸ ταύτης Η ἀδελφοῦ Στεφάνου προήκοντές τε τῷ χρόνῳ καί γε
ἄλλην ἣν ἀποστέρξας παρ' οὐδεμίαν αἰτίαν εύλογον,
ἀφεὶς ἐκείνην τὴν νόμιμον πάντως, [Ρ. 185] τῇ τοῦ
Ἰωάννου συμπλέκεται θυγατρί. Ἀλλὰ καὶ ἐσέτι τῆς
νομίμου ζώσης ἀπολύσας ταύτην πρὸς τὸν πατέρα,
οὐδὲν συμπεσὸν ὑπὲρ τοῦ ταύτης διαζυγῆναι δι
καιον, τὴν τοῦ Τερτερῆ ἐπηγάγετο, καὶ εἶχε ταύτην
τρίτην ἀπὸ τῆς νομίμου λαβών· ζῶσα γὰρ ἡ προτέ
ρα τὰς ἐπιγενομένας παρανόμους ἀπήλεγχεν. Επεί
ρα τοίνυν καὶ μόνον βασιλεὺς τοῦ βαρβάρου πρὸς
σπουδές ήδη κλιθέντος, ἐπεὶ καὶ ἡ προτέρα τεθνη
κυῖα ἀκούετο, καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε τῇ συνοικησούσῃ
νομίμῳ εἶναι μετὰ τὴν πρώτην ἐδίδοτο, τῶν ἐν τῷ
μεταξὺ ὡς νόθων ἀπηλλοτριωμένων, εἴπερ ἀπολύων
τὴν τοῦ Τερτερῆ ἐπιγαμβρεύεσθαί οἱ βούλοιτο καὶ
τέως ἐπ' αὐταδέλφῃ τῇ Εὐδοκίᾳ ἤδη κατὰ τὴν πόλιν
ούσῃ κεχηρωμένῃ τοῦ Ἰωάννου. Ο δὲ μηδὲν μελλής
σας, ἀλλ' ὡς τὰ μέγιστα καὶ ληψόμενος, ἕτοιμος ἦν
ἐφ᾽ ὁμολογίαις τε καὶ συνθήκαις τὴν τοῦ Τερτερή
ἀποπροσποιεῖσθαι καὶ τὴν τοῦ βασιλέως δέχεσθαι
ἀδελφήν· ἔσπευδε γὰρ τὰς παρὰ τοῦ βασιλέω; ἐλπί
τας, καὶ ὡς μεγάλων επιτευξόμενος ἤθελε τὸ συνάλ
λαγμα, ἐπεὶ καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν ἐκραδαίνετο τοῦ
τῷ δικαίῳ προτιμωμένου, εἰ κἀκεῖνος ἐπίχωλο; ων
καὶ μῶμον φέρων ἐν σώματι, ἔτι δὲ καὶ ἀπραγμα
σύνῃ συζῆν ἐθέλων, χώραν τὴν ἱκανὴν ἀποτεμόμεν
νος ἑαυτῷ τὴν τῆς ἀρχῆς ἀσχολίαν πρὸς ἐκεῖνον
ἡρίει, τοῖς παισὶν ἑαυτοῦ τὴν ἀρχὴν φυλάξοντα μετά
θάνατον. Ωστε καὶ διὰ ταῦτα παντοίως ὑπῆκτο τῷ
τοῦ βασιλέως θελήματι, καὶ προσελιπάρει φίλος γεν
νέσθαι καὶ συγγενής. Τὸν δέ γε Κοτανίτζην καὶ λίαν
καθυπισχνείτο παραδιδόναι· τὸν γὰρ γαμετῆς προϊ
ἔμενον οὐκ εἰκὸς εἶναι ἀλλοτρίου φείδεσθαι. Τούτοις
κατανεύει καὶ βασιλεὺς, καὶ ἤδη τὴν ἀδελφὴν παν
τοίως ὑπέρχεται, νόμιμόν τε τὸ συνάλλαγμα βεβαιού
μενος· ἡ γὰρ νόμιμος ετεθνήκει, ἢ δὴ ταῖς μὲν
ἐπιούσαις περιοῦσα ἔτι τὸ νόθον εἰργάζετο καὶ παι
ράνομον, τῇ δὲ ἐφεξῆς ἔκτοτε τελευτήσαντα νόμιμον
δίδωσι καὶ ἄξιον προσέτι ἀξίᾳ. ᾿Αλλὰ καὶ πόλλ᾽ ἅττα
λέγων οὐκ ἔπειθεν· ἡβούλετο γάρ, ὡς ἐῴκει, ἐκείνη
τῷ ἀνδρὶ φυλάττειν τὰς πίστεις καὶ τελευτήσαντι,
καὶ μὴ ὅτι γε κράλῃ Σερβίας, ἀλλ᾽ οὐδὲ καὶ τούτου
πολλῷ μείζονι εἰς λέχος δεύτερον συνιέναι. Τὰς δὲ
τοῦ βασιλέως θεραπεύσεις ἱκανὰς μὲν ἔκρινεν ἄλλως
καὶ πιθανάς, ἄλλῃ δέ γ᾽ ἴσως, οὐ μὴν ἑαυτῇ, εἰ καὶ
ἠβούλετο γάρ, ὡς ἐῴκει, ἐκείνη τῷ ἀνδρὶ φυλάττειν τὰς πίστεις καὶ τελευτήσαντι, καὶ μὴ ὅτι γε κράλῃ Σερβίας, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ τούτου πολλῷ μείζονι εἰς λέχος δεύτερον συνιέναι. τὰς δὲ τοῦ βασιλέως θεραπεύσεις ἱκανὰς μὲν ἔκρινεν ἄλλως καὶ πιθανάς, ἄλλῃ δέ γ’ ἴσως, οὐ μὴν ἑαυτῇ, εἰ καὶ πρέπειν ἔλεγε τοῖς μεγέθεσι στοργὴν πρὸς τὰς συνοικούσας ἀμετακίνητον μᾶλλον ἢ εὐκολίαν πρὸς ἀλλοτρίωσιν. ὅμως δ’ ἐπεὶ οὐ μέλον ἦν ταύτῃ τοῦ συναλλάγματος, τὸ πρὸς τὰς ἐπ’ ἀδόξοις ἀναμνήσεις ἀταμίευτον ἔχειν τὴν παρρησίαν περισσὸν ἔκρινε, καὶ ἐσίγα. [] ἀπογνοὺς δ’ ἐκεῖθεν ὁ βασιλεὺς τῆς μετὰ τῇ ἀδελφῇ πείρας, τὸν κράλην Σερβίας ἀδοξότερον ἢ πρὸς οἰκειότητα τὴν ἐξ ἰδίας θυγατρὸς ἔκρινε, μείζονα δ’ αὖθις ἢ καταφρονεῖσθαι. διὰ τοῦτο καὶ τὸν καιρὸν τῷ ἐλλείποντι προστιθεὶς ἀξιώτερον ἐποίει πρὸς τὴν ἐπὶ θυγατρὶ συζυγίαν. ἦν οὖν πάνυ ἀστεῖον τοῦτο τὸ θυγάτριον, οὔπω τὸν ἕκτον παραλλάττον ἐνιαυτόν, ἀγαπητὸν μὲν ἑαυτῷ, ἀγαπητὸν δ’ ἐκτόπως καὶ τῇ μητρί. ἐπὶ τούτῳ τὸ κῆδος ἠβούλετο συνιστᾶν, οὐ κατὰ χρείαν μᾶλλον ἢ κατ’ ἀνάγκην.
στοκράτορος Ιωάννου θυγατέρα, καὶ πρὸ ταύτης Η ἀδελφοῦ Στεφάνου προήκοντές τε τῷ χρόνῳ καί γε
ἄλλην ἣν ἀποστέρξας παρ' οὐδεμίαν αἰτίαν εύλογον,
ἀφεὶς ἐκείνην τὴν νόμιμον πάντως, [Ρ. 185] τῇ τοῦ
Ἰωάννου συμπλέκεται θυγατρί. Ἀλλὰ καὶ ἐσέτι τῆς
νομίμου ζώσης ἀπολύσας ταύτην πρὸς τὸν πατέρα,
οὐδὲν συμπεσὸν ὑπὲρ τοῦ ταύτης διαζυγῆναι δι
καιον, τὴν τοῦ Τερτερῆ ἐπηγάγετο, καὶ εἶχε ταύτην
τρίτην ἀπὸ τῆς νομίμου λαβών· ζῶσα γὰρ ἡ προτέ
ρα τὰς ἐπιγενομένας παρανόμους ἀπήλεγχεν. Επεί
ρα τοίνυν καὶ μόνον βασιλεὺς τοῦ βαρβάρου πρὸς
σπουδές ήδη κλιθέντος, ἐπεὶ καὶ ἡ προτέρα τεθνη
κυῖα ἀκούετο, καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε τῇ συνοικησούσῃ
νομίμῳ εἶναι μετὰ τὴν πρώτην ἐδίδοτο, τῶν ἐν τῷ
μεταξὺ ὡς νόθων ἀπηλλοτριωμένων, εἴπερ ἀπολύων
τὴν τοῦ Τερτερῆ ἐπιγαμβρεύεσθαί οἱ βούλοιτο καὶ
τέως ἐπ' αὐταδέλφῃ τῇ Εὐδοκίᾳ ἤδη κατὰ τὴν πόλιν
ούσῃ κεχηρωμένῃ τοῦ Ἰωάννου. Ο δὲ μηδὲν μελλής
σας, ἀλλ' ὡς τὰ μέγιστα καὶ ληψόμενος, ἕτοιμος ἦν
ἐφ᾽ ὁμολογίαις τε καὶ συνθήκαις τὴν τοῦ Τερτερή
ἀποπροσποιεῖσθαι καὶ τὴν τοῦ βασιλέως δέχεσθαι
ἀδελφήν· ἔσπευδε γὰρ τὰς παρὰ τοῦ βασιλέω; ἐλπί
τας, καὶ ὡς μεγάλων επιτευξόμενος ἤθελε τὸ συνάλ
λαγμα, ἐπεὶ καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν ἐκραδαίνετο τοῦ
τῷ δικαίῳ προτιμωμένου, εἰ κἀκεῖνος ἐπίχωλο; ων
καὶ μῶμον φέρων ἐν σώματι, ἔτι δὲ καὶ ἀπραγμα
σύνῃ συζῆν ἐθέλων, χώραν τὴν ἱκανὴν ἀποτεμόμεν
νος ἑαυτῷ τὴν τῆς ἀρχῆς ἀσχολίαν πρὸς ἐκεῖνον
ἡρίει, τοῖς παισὶν ἑαυτοῦ τὴν ἀρχὴν φυλάξοντα μετά
θάνατον. Ωστε καὶ διὰ ταῦτα παντοίως ὑπῆκτο τῷ
τοῦ βασιλέως θελήματι, καὶ προσελιπάρει φίλος γεν
νέσθαι καὶ συγγενής. Τὸν δέ γε Κοτανίτζην καὶ λίαν
καθυπισχνείτο παραδιδόναι· τὸν γὰρ γαμετῆς προϊ
ἔμενον οὐκ εἰκὸς εἶναι ἀλλοτρίου φείδεσθαι. Τούτοις
κατανεύει καὶ βασιλεὺς, καὶ ἤδη τὴν ἀδελφὴν παν
τοίως ὑπέρχεται, νόμιμόν τε τὸ συνάλλαγμα βεβαιού
μενος· ἡ γὰρ νόμιμος ετεθνήκει, ἢ δὴ ταῖς μὲν
ἐπιούσαις περιοῦσα ἔτι τὸ νόθον εἰργάζετο καὶ παι
ράνομον, τῇ δὲ ἐφεξῆς ἔκτοτε τελευτήσαντα νόμιμον
δίδωσι καὶ ἄξιον προσέτι ἀξίᾳ. ᾿Αλλὰ καὶ πόλλ᾽ ἅττα
λέγων οὐκ ἔπειθεν· ἡβούλετο γάρ, ὡς ἐῴκει, ἐκείνη
τῷ ἀνδρὶ φυλάττειν τὰς πίστεις καὶ τελευτήσαντι,
καὶ μὴ ὅτι γε κράλῃ Σερβίας, ἀλλ᾽ οὐδὲ καὶ τούτου
πολλῷ μείζονι εἰς λέχος δεύτερον συνιέναι. Τὰς δὲ
τοῦ βασιλέως θεραπεύσεις ἱκανὰς μὲν ἔκρινεν ἄλλως
καὶ πιθανάς, ἄλλῃ δέ γ᾽ ἴσως, οὐ μὴν ἑαυτῇ, εἰ καὶ
PG 144:303ἤδη μὲν οὖν τὰ πρὸς τὴν συνοικοῦσαν τῷ κράλῃ παρακεκίνητο φίλτρα, καὶ ὅλως ἦν ἐκεῖνος τῆς ἐπὶ βασιλεῖ πίστεως· τὸ δ’ ἐπὶ ταύτην εἱλκυσμένον παλινδρομεῖν ἐξ ἀσυνθεσίας δεινὸν ἦν καὶ μόνον κατανοούμενον· ἐκλύεσθαι γὰρ ἀνάγκη τὸ πρόθυμον ἀποτυχόντι τῶν ἐλπισμῶν καὶ τοὐντεῦθεν ἐχθραίνειν μᾶλλον ὑποκνισθέντι, καὶ πρὸς τὰ μείζω μὴ εὐοδούμενον. ταῦτα τὴν βασιλέως ἔπειθον γνώμην καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς πραγματεύεσθαι. καὶ δὴ ὅλον οἰκειοῦται διὰ πρεσβείας τὸν κράλην, μαθόντα τὴν ἐπὶ θυγατρὶ ἀντὶ τῆς ἀδελφῆς τοῦ βασιλέως συγγένειαν· καὶ ὅρκοι τὸ λοιπὸν προύβαινον ἐπὶ τούτοις καὶ συνθεσίαι, καὶ ἡ δεσπόσυνος κράλαινα ἐπικέκλητο. μόνον δ’ ἦν ἀπαντᾶν λοιπὸν κατὰ τὴν Θεσσαλῶν μητρόπολιν βασιλέα, ὡς διαπρεσβευομένοις συνέκειτο, καὶ οὕτως ἐλθεῖν κράλην, καὶ τὴν τοῦ Τερτερῆ μὲν ἀποστέλλειν τῷ βασιλεῖ, προδιδόναι δὲ καὶ τὸν Κοτανίτζην, λαμβάνειν δὲ τὴν τοῦ βασιλέως γνησίαν, ἣν δὴ καὶ Σιμωνίδα ἐκυριωνύμουν Ῥωμαῖοι, καὶ οὕτως αὐτῇ συνοικοῦντα, πλὴν τὸν συναφείας καιρὸν ἀναμένοντα, ἐν παισὶ τετάχθαι καὶ φίλοις γνησίοις τῷ βασιλεῖ. 32.
πρέπειν ἔλεγε τοῖς μεγέθεσε στοργὴν πρὸς τὰς κράλῃ παρακεκίνητο φίλτρα, καὶ ὅλως ἦν ἐκεῖνος
συνοικούσας ἀμετακίνητον [Ρ. 186] μᾶλλον ἢ εὐκο
λίαν πρὸς ἀλλοτρίωσιν. Ομως δ' ἐπεὶ οὐ μέλον ἦν
ταύτῃ τοῦ συναλλάγματος, τὸ πρὸς τὰς ἐπ' ἀδόξοις
ἀναμνήσεις ἀταμίευτον ἔχειν τὴν παῤῥησίαν περισ
σὲν ἔκρινε, καὶ ἐσίγα.
λα'. Περὶ τοῦ πρὸς κράλην Σερβίας ἐπὶ τῇ θυγα
τρὶ κήδους τοῦ βασιλέως.
Απογνοὺς δ' ἐκεῖθεν ὁ βασιλεὺς τῆς μετὰ τῇ
ἀδελφῇ πείρας, τὴν κράλην Σερβίας ἀδοξότερον ἢ
πρὸς οἰκειότητα τὴν ἐξ ἰδίας θυγατρὸς ἔκρινε, μεί
ζονα δ' αὖθις ἢ καταφρονεῖσθαι. Διὰ τοῦτο καὶ τὸν
καιρὸν τῷ ἐλλείποντι προστιθεὶς ἀξιώτερον εποίει
πρὸς τὴν ἐπὶ θυγατρί συζυγίαν. Ην οὖν πάνυ
ἀστεῖον τοῦτο τὸ θυγάτριον, οὔπω τὸν ἔκτον παραλο
λάττον ἐνιαυτὸν, ἀγαπητὸν μὲν ἑαυτῷ, ἀγαπητὸν δ'
ἐκτόπως καὶ τῇ μητρί. Ἐπὶ τούτῳ τὸ κῆδος ἠδού
λετο συνιστῶν, οὐ κατὰ χρείαν μᾶλλον ἢ κατ' ἀνάγ
κην. Ηδη μὲν οὖν τὰ πρὸς τὴν συνοικοῦσαν τῷ
τῆς ἐπὶ βασιλεῖ πίστεως· τὸ δ' ἐπὶ ταύτην εἷλευ
σμένον παλινδρομεῖν ἐξ ἀσυνθεσίας δεινὸν ἦν καὶ
μόνον κατανοούμενον· ἐκλύεσθαι γὰρ ἀνάγκη το
πρόθυμον ἀποτυχόντι τῶν ἐλπισμῶν καὶ τοὐντεῦθεν
ἐχθραίνειν μᾶλλον ὑποκνισθέντι, καὶ πρὸς τὰ μείζω
μὴ εὐοδούμενον. Ταῦτα τὴν βασιλέως ἔπειθον γνώ
μην καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς [Ρ 187] πραγματεύεσθαι.
Καὶ δὴ ὅλον οἰκειοῦται διὰ πρεσβείας τὸν κράλην,
μαθόντα τὴν ἐπὶ θυγατρὶ ἀντὶ τῆς ἀδελφῆς τοῦ βα
σιλέως συγγένειαν· καὶ ὅρκοι τὸ λοιπὸν προὔβαινον
ἐπὶ τούτοις καὶ συνθεσίαι, καὶ ἡ δεσπόσυνος κρά
λαινα ἐπικέκλητο. Μόνον δ' ἦν ἀπαντᾶν λοιπὸν κατὰ
τὴν Θεσσαλῶν μητρόπολιν βασιλέα, ὡς διαπρεσβευο
μένοις συνέκειτο, καὶ οὕτως ἐλθεῖν κράλην, καὶ τὴν
τοῦ Τερτερῆ μὲν ἀποστέλλειν τῷ βασιλεῖ, προδιδό
ναι δὲ καὶ τὸν Κοτανίτζην, λαμβάνειν δὲ τὴν τοῦ
βασιλέως γνησίαν, ἣν δὴ καὶ Σιμωνίδα ἐκυριωνύμουν
Ῥωμαῖοι, καὶ οὕτως αὐτῇ συνοικοῦντα, πλὴν τὸν
PG 144:305Οὐ χεῖρον δ’ ἴσως καὶ τὴν τῆς ὀνομασίας αἰτίαν εἰπεῖν ἱστοροῦσιν. ἐλύπει τῷ βασιλεῖ παίδων θηλειῶν ἀποβολὴ πρὶν καλῶς καὶ φανῆναι, καὶ τοῦτο ἐπὶ δυσὶ καὶ τρισὶ παισὶ γέγονεν. ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ νεᾶνις αὕτη ἀπεγεννᾶτο καὶ φόβος δεινὸς ἦν καὶ περὶ αὐτῇ, τῶν τις γυναικῶν ἐμπείρων, ἅμα δὲ καὶ σεμνῶν, βουλὴν εἰσάγει, πλὴν τὴν συνήθη πολλοῖς, καθ’ ἣν δὴ καὶ σώζοιντο τὰ γεννήματα. καὶ ἡ βουλή, εἰκόνας τῶν προυχόντων ἐν ἀποστόλοις δώδεκα στήσαντας κηροὺς ἰσομήκεις τε καὶ ἰσοστάθμους καὶ ἅμ’ ἡμμένους ἀν’ ἑκάστην πήξασθαι, καὶ ὑπὲρ τοῦ νεωστὶ γεννηθέντος ἱκετεύειν ψάλλοντας, ἐπέχοντας τὴν εὐχὴν μέχρι καὶ αὐτῆς δὴ τῆς ἐκ τοῦ πυρὸς τῶν κηρῶν δαπανήσεως, καὶ ἐφ’ οὗ δὴ ὁ περιγενόμενος τῶν ἄλλων τέως ἀφανισθέντων ἔστη, τούτου καὶ τοὔνομα τῇ ἀρτιγενεῖ τίθεσθαι τοῦ περιεῖναι κἀκεῖνο φυλαττόμενον ἕνεκα. ὃ δὴ καὶ γέγονε τότε βασιλέως προστάξαντος, καὶ τῷ Σίμωνι ὁ κηρὸς ἐνελέλειπτο, καὶ Σιμωνὶς ἡ ἀρτιγενὴς παρωνύμως ἐκλήθη, τὴν ὀνομασίαν τοῦ ἀποστόλου εἰς φυλακὴν φέρουσα. 33.
συναφείας καιρὸν ἀναμένοντα, ἐν παισὶ τετάχθαι ριεῖναι κἀκεῖνο φυλαττόμενον ἕνεκα. Ο δὴ καὶ γέγονε
καὶ φίλοις γνησίοις τῷ βασιλεῖ.
τότε βασιλέως προστάξαντος, καὶ τῷ Σίμωνι ὁ κηρὸς
Σιμωνὶς ἐκλήθη.
λβ'. Περὶ τῆς ὀνομασίας τῆς δεσποσύνου, πῶς ἐνελέλειπτο, καὶ Σιμωνὶς ἡ ἀρτιγενὴς παρωνύμως
ἐκλήθη, τὴν ὀνομασίαν τοῦ ἀποστόλου εἰς φυλακήν
φέρουσα.
Οὐ χεῖρον δ᾽ ἴσως καὶ τὴν τῆς ὀνομασίας αἰτίαν
εἰπεῖν ἱστοροῦσιν. Ελύπει τῷ βασιλεῖ παίδων θη
λειῶν ἀποβολή πρὶν καλῶς καὶ φανῆναι, καὶ τοῦτο
ἐπὶ δυσὶ καὶ τρισί παισὶ γέγονεν. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ
νεάνις αὕτη ἀπεγεννᾶτο καὶ φόβος δεινὸς ἦν καὶ
περὶ αὐτῇ, τῶν τις γυναικῶν ἐμπείρων, ἅμα δὲ καὶ
σεμνῶν, βουλὴν εἰσάγει, πλὴν τὴν συνήθη πολλοῖς,
καθ᾽ ἣν δὴ καὶ σώζοιντο τὰ γεννήματα. Καὶ ἡ βουλή,
εἰκόνας τῶν προυχόντων ἐν ἀποστόλοις δώδεκα
στήσαντας κηροὺς ἰσομήκεις τε καὶ Ισοστάθμους καὶ
ἅμ᾽ ἡμμένους ἀν᾿ ἑκάστην πήξασθαι, καὶ ὑπὲρ τοῦ
νεωστί γεννηθέντος [Ρ 188] ικετεύειν ψάλλοντας,
ἐπέχοντας τὴν εὐχὴν μέχρι καὶ αὐτῆς δὴ τῆς ἐκ τοῦ
πυρὸς τῶν κηρῶν δαπανήσεως, καὶ ἐφ' οὗ δὴ ὁ περ
ριγενόμενος τῶν ἄλλων τέως ἀφανισθέντων ἔστη,
τούτου καὶ τοὔνομα τῇ ἀρτιγενεῖ τίθεσθαι τοῦ πε
λγ'. Περὶ τοῦ μεγίστου χειμώνος.
Τότε τοίνυν καὶ χειμὼν ἐφειστήκει καὶ χειμώνων
ὁ μέγιστος, καὶ τῶν ἐξαισίων, καὶ ὃν ἰδεῖν πω καὶ
γηράσκουσιν οὐδαμῶς ἐξεγένετο. Τόση γὰρ χιών
ἐπεστοίβαστο, ὡς κλεισθῆναι μὲν οἰκιῶν τῶν χθα
μαλών διεξόδους, σημείοις δέ τισι καὶ κοντοῖς τοῖς
μὲν στοχαζομένους, τοῖς δ᾽ ὀργάνοις χρωμένους τινὰς
ὑπανοίγειν τοῖς ἐγκλεισθεῖσι τὰ δώματα, καὶ ἐπὶ
πλείσταις ἡμέραις μηδένα γῆν ἢ ἰδεῖν ἢ πατεῖν,
ἀλλ' ἐπὶ πεπλησμένης χιόνος ὡς στεῤῥᾶς γεγονυίας
γῆς μέχρι καὶ ἐγγὺς ἔαρος τοὺς ὁδίτας διέρχεσθαι,
καὶ μάταιον εἶναι τὸ ἐφ᾽ ἵππου ὀχεῖσθαι, πλὴν τοῦ
καὶ μᾶλλον ἐξολισθεῖν κινδυνεύειν. Ταῦτα δὴ καὶ τὴν
τοῦ βασιλέως ἐπὶ Θεσσαλονίκης εκστρατείαν ἐκώς
λυεν.
Τότε τοίνυν καὶ χειμὼν ἐφειστήκει καὶ χειμώνων ὁ μέγιστος, καὶ τῶν ἐξαισίων, καὶ ὃν ἰδεῖν πω καὶ γηράσκουσιν οὐδαμῶς ἐξεγένετο. τόση γὰρ χιὼν ἐπεστοίβαστο, ὡς κλεισθῆναι μὲν οἰκιῶν τῶν χθαμαλῶν διεξόδους, σημείοις δέ τισι καὶ κοντοῖς τοῖς μὲν στοχαζομένους τοῖς δ’ ὀργάνοις χρωμένους τινὰς ὑπανοίγειν τοῖς ἐγκλεισθεῖσι τὰ δώματα, καὶ ἐπὶ πλείσταις ἡμέραις μηδένα γῆν ἢ ἰδεῖν ἢ πατεῖν, ἀλλ’ ἐπὶ πεπελησμένης χιόνος ὡς στερρᾶς γεγονυίας γῆς μέχρι καὶ ἐγγὺς ἔαρος τοὺς ὁδίτας διέρχεσθαι, καὶ μάταιον εἶναι τὸ ἐφ’ ἵππου ὀχεῖσθαι, πλὴν τοῦ καὶ μᾶλλον ἐξολισθεῖν κινδυνεύειν. ταῦτα δὴ καὶ τὴν τοῦ βασιλέως ἐπὶ Θεσσαλονίκης ἐκστρατείαν ἐκώλυεν. Δ. Μηνὸς δὲ Ληναιῶνος ἐνεστηκότος ὑπὸ χιόνι ἐκσκιρρωθείσῃ τῇ γῇ καὶ πάγοις στερροῖς τοῖς ἐκ ταύτης, ὡς καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν ἀεννάων ποταμῶν ἐπεχομένων τὸ ῥεῦμα διὰ τὴν ἐν τῷ βάθει τοῦ ὕδατος πῆξιν, παρ’ ἣν αἰτίαν καὶ γῆ συστελλομένη τῷ κρύει ἐζήμει τὰ φυέντα καὶ τὰ ἐσπαρμένα παντάπασιν ἠχρειοῦντο, ὀψὲ παρασκευῆς ὑπὸ λύχνων ἁφάς, τῶν κεκοιμημένων κατ’ ἔθος μνημονευομένων ἀρχαῖον, ἔξεισιν ὁ βασιλεὺς καὶ τῇ Δριπείᾳ ἐφ’ ἡμέραις αὐλίζεται.
συναφείας καιρὸν ἀναμένοντα, ἐν παισὶ τετάχθαι ριεῖναι κἀκεῖνο φυλαττόμενον ἕνεκα. Ο δὴ καὶ γέγονε
καὶ φίλοις γνησίοις τῷ βασιλεῖ.
τότε βασιλέως προστάξαντος, καὶ τῷ Σίμωνι ὁ κηρὸς
Σιμωνὶς ἐκλήθη.
λβ'. Περὶ τῆς ὀνομασίας τῆς δεσποσύνου, πῶς ἐνελέλειπτο, καὶ Σιμωνὶς ἡ ἀρτιγενὴς παρωνύμως
ἐκλήθη, τὴν ὀνομασίαν τοῦ ἀποστόλου εἰς φυλακήν
φέρουσα.
Οὐ χεῖρον δ᾽ ἴσως καὶ τὴν τῆς ὀνομασίας αἰτίαν
εἰπεῖν ἱστοροῦσιν. Ελύπει τῷ βασιλεῖ παίδων θη
λειῶν ἀποβολή πρὶν καλῶς καὶ φανῆναι, καὶ τοῦτο
ἐπὶ δυσὶ καὶ τρισί παισὶ γέγονεν. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ
νεάνις αὕτη ἀπεγεννᾶτο καὶ φόβος δεινὸς ἦν καὶ
περὶ αὐτῇ, τῶν τις γυναικῶν ἐμπείρων, ἅμα δὲ καὶ
σεμνῶν, βουλὴν εἰσάγει, πλὴν τὴν συνήθη πολλοῖς,
καθ᾽ ἣν δὴ καὶ σώζοιντο τὰ γεννήματα. Καὶ ἡ βουλή,
εἰκόνας τῶν προυχόντων ἐν ἀποστόλοις δώδεκα
στήσαντας κηροὺς ἰσομήκεις τε καὶ Ισοστάθμους καὶ
ἅμ᾽ ἡμμένους ἀν᾿ ἑκάστην πήξασθαι, καὶ ὑπὲρ τοῦ
νεωστί γεννηθέντος [Ρ 188] ικετεύειν ψάλλοντας,
ἐπέχοντας τὴν εὐχὴν μέχρι καὶ αὐτῆς δὴ τῆς ἐκ τοῦ
πυρὸς τῶν κηρῶν δαπανήσεως, καὶ ἐφ' οὗ δὴ ὁ περ
ριγενόμενος τῶν ἄλλων τέως ἀφανισθέντων ἔστη,
τούτου καὶ τοὔνομα τῇ ἀρτιγενεῖ τίθεσθαι τοῦ πε
λγ'. Περὶ τοῦ μεγίστου χειμώνος.
Τότε τοίνυν καὶ χειμὼν ἐφειστήκει καὶ χειμώνων
ὁ μέγιστος, καὶ τῶν ἐξαισίων, καὶ ὃν ἰδεῖν πω καὶ
γηράσκουσιν οὐδαμῶς ἐξεγένετο. Τόση γὰρ χιών
ἐπεστοίβαστο, ὡς κλεισθῆναι μὲν οἰκιῶν τῶν χθα
μαλών διεξόδους, σημείοις δέ τισι καὶ κοντοῖς τοῖς
μὲν στοχαζομένους, τοῖς δ᾽ ὀργάνοις χρωμένους τινὰς
ὑπανοίγειν τοῖς ἐγκλεισθεῖσι τὰ δώματα, καὶ ἐπὶ
πλείσταις ἡμέραις μηδένα γῆν ἢ ἰδεῖν ἢ πατεῖν,
ἀλλ' ἐπὶ πεπλησμένης χιόνος ὡς στεῤῥᾶς γεγονυίας
γῆς μέχρι καὶ ἐγγὺς ἔαρος τοὺς ὁδίτας διέρχεσθαι,
καὶ μάταιον εἶναι τὸ ἐφ᾽ ἵππου ὀχεῖσθαι, πλὴν τοῦ
καὶ μᾶλλον ἐξολισθεῖν κινδυνεύειν. Ταῦτα δὴ καὶ τὴν
τοῦ βασιλέως ἐπὶ Θεσσαλονίκης εκστρατείαν ἐκώς
λυεν.
PG 144:307καὶ ὁ μὲν τέως ἐπεῖχε τὸν ἐς τὸ πρόσω δρόμον, διδοὺς μὲν δεσποίνῃ ἐνευκαιρῆσαι τὰ εἰς τὴν ἔξοδον, διδοὺς δὲ βασιλεῖ Μιχαὴλ συνάμα συζύγῳ κατὰ σχολὴν τὰ τῆς ἀπάρσεως ἑτοιμάζεσθαι, καιρὸν δὲ καὶ τοῖς ἀμφὶ τὸν δέσμιον ἀδελφὸν ὑφιείς, ἐπεὶ κἀκεῖνον ἀπάγεσθαι ἔγνω, κατὰ τρόπον ὑπεξιέναι. καὶ ὁ μὲν ταῦτα· Ἰωάννης δὲ ὁ τηνικάδε πατριάρχης, ἐπεὶ οὐδ’ ἀφανῆ ἦσαν τὰ τῷ βασιλεῖ πραττόμενα ἀλλ’ ἀνάπυστα γεγονότα καὶ τῷ τυχόντι εἰκὸς ἦν κἀκεῖνον μὴ ἀγνοεῖν, εἰ καὶ ὁ βασιλεὺς ἐν δευτέρῳ εἶχε τὸ δῆλα γίνεσθαι ταῦτα τῷ πατριάρχῃ οὐχ ἧττον ἢ καὶ τοὺς τῆς θαλάσσης χόας, ὡς λέγεται, ἐξιὼν ὡς δῆθεν συντακτηρίους ἀποδώσων τῷ βασιλεῖ, καὶ τὰ περὶ τούτου κινεῖν ἐν πρώτοις ἐβούλετο.
α'. Εξέλευσις τοῦ βασιλέως ἐπὶ Θεσσαλονίκης. Η πραττόμενα, ἀλλ' ἀνάπυστα γεγονότα καὶ τῷ τυχόνει
β'. Περὶ τῆς εἰς Σηλυβρίαν τοῦ πατριάρχου
ἀφίξεως.
[Ρ 192] Μηνός δὲ Ληναιῶνος ἐνεστηκότος ὑπὸ
χιόνι εκσκιῤῥωθείσῃ τῇ γῇ καὶ πάγοις στεῤῥοῖς τοῖς
ἐκ ταύτης, ὡς καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν ἀεννάων ποταμῶν
ἐπεχομένων τὸ ῥεῦμα διὰ τὴν ἐν τῷ βάθει τοῦ ὕδα
της πήξιν, παρ' ἣν αἰτίαν καὶ γῆ συστελλομένη τῷ
κρύει ἐζήμει τὰ φυέντα καὶ τὰ ἐσπαρμένα παντά
πασιν ἡχρειοῦντο, ὀψὲ παρασκευῆς ὑπὸ λύχνων ἀφάς,
τῶν κεκοιμημένων κατ᾿ ἔθος μνημονευομένων ἀρ
χαῖον, ἔξεισιν ὁ βασιλεὺς καὶ τῇ Δριπείᾳ ἐφ' ἡμέ
ραις αὐλίζεται. Καὶ ὁ μὲν τέως ἐπεἶχε τὸν ἐς τὸ
πρόσω δρόμον, διδοὺς μὲν δεσποίνῃ ἐνευκαιρῆσαι τὰ
εἰς τὴν ἔξοδον, διδοὺς δὲ βασιλεῖ Μιχαήλ σύναμα
συζύγῳ κατά σχολήν τὰ τῆς ἀπάρσεως ἑτοιμάζει
σθαι, καιρὸν δὲ καὶ τοῖς ἀμφὶ τὸν δέσμιον ἀδελφὸν
ὑφιείς, ἐπεὶ κἀκεῖνον ἀπάγεσθαι ἔγνω, κατά τρόπον
ὑπεξιέναι. Καὶ ὁ μὲν ταῦτα· Ιωάννης δὲ ὁ τηνικάδε
πατριάρχης, ἐπεὶ οὐδ᾽ ἀφανῆ ἦσαν τὰ τῷ βασιλεῖ
εἰκὸς ἦν κἀκεῖνον μὴ ἀγνοεῖν, εἰ καὶ ὁ βασιλεὺς ἐν
δευτέρῳ εἶχε τὸ δῆλα γίνεσθαι ταῦτα τῷ πατριάρχη
οὐχ ἧττον ἢ καὶ τοὺς τῆς θαλάσσης χόας, ὡς λέγε
ται, ἐξιών ὡς δῆθεν συντακτηρίους ἀποδώσων τῆ
βασιλεῖ, καὶ τὰ περὶ τούτου κινεῖν ἐν πρώτοις ἐξου
λετο. Βασιλεὺς μὲν γὰρ, ἐπεὶ πόλλ' ἅττα τὰ προτο
ιστάμενα τῷ συναλλάγματι κατεφαίνετο, τό τ' ἐφ'
όρκωμοσίαις τὸν κράλην φρικταῖς τὴν τοῦ Τερτερῆ
προσλαβέσθαι, τό τε νομίμως δοκεῖν συνεζεύχθαι,
ἤ τ' ἀφηλικίωσις τῆς νεάνιδος, καὶ τὸ φθάσαι τὸν
Σέρβον τὴν ἀδελφοῦ Στεφάνου γυναικαδέλφην, είτ'
οὖν καὶ αὐτοῦ βασιλέως, τὴν τοῦ ῥηγὸς συγγρίας
κόρην, κατὰ χρείαν τοῖς τῆς Σερβίας τόποις ἐπιστά
σαν καὶ τὰ μοναχικὰ ἡμφιεσμένην πορνικῶς γνῶναι.
Ταῦτ᾽ εἰς ἓν συναγόμενα αὐτάρκη τῇ πράξει προσο
ίστασθαι κατεφαίνετο. Ο γοῦν βασιλεὺς διὰ ταῦτα,
ἅμα μὲν τὰ πολλὰ θεραπεύων, ἅμα δέ γε καὶ λογι
ζόμενος ὡς εἴ τι καὶ παρασπονδοίη ὁ κράλης ἐπὶ
τοῖς συγκειμένοις αὐτῷ τε καὶ Τερτερῇ, οὐδὲν ἐσεῖ.
βασιλεὺς μὲν γάρ, ἐπεὶ πόλλ’ ἄττα τὰ προσιστάμενα τῷ συναλλάγματι κατεφαίνετο, τό τ’ ἐφ’ ὁρκωμοσίαις τὸν κράλην φρικταῖς τὴν τοῦ Τερτερῆ προςλαβέσθαι, τό τε νομίμως δοκεῖν συνεζεῦχθαι, ἥ τ’ ἀφηλικίωσις τῆς νεάνιδος, καὶ τὸ φθάσαι τὸν Σέρβον τὴν τἀδελφοῦ Στεφάνου γυναικαδέλφην, εἴτ’ οὖν καὶ αὐτοῦ βασιλέως, τὴν τοῦ ῥηγὸς Οὐγγρίας κόρην, κατὰ χρείαν τοῖς τῆς Σερβίας τόποις ἐπιστᾶσαν καὶ τὰ μοναχικὰ ἠμφιεσμένην πορνικῶς γνῶναι. ταῦτ’ εἰς ἓν συναγόμενα αὐτάρκη τῇ πράξει προσίστασθαι κατεφαίνετο. ὁ γοῦν βασιλεὺς διὰ ταῦτα, ἅμα μὲν τὰ πολλὰ θεραπεύων, ἅμα δέ γε καὶ λογιζόμενος ὡς εἴ τι καὶ παρασπονδοίη ὁ κράλης ἐπὶ τοῖς συγκειμένοις αὐτῷ τε καὶ Τερτερῇ, οὐδὲν ἐσεῖται μῖσος τῇ ἐκκλησίᾳ μὴ ἀνάγκην ἐχούσῃ καθ’ ἱερὰς τελετὰς διὰ τὴν ἀμιξίαν ἐκείνου μιμνήσκεσθαι, διὰ ταῦτα θαρρῶν οἷς ἐλογίζετο, οὔτ’ ἐκοινοῦτο τῷ πατριάρχῃ τὴν πρᾶξιν καὶ ὅλαις ὁρμαῖς ἐχώρει διαπραξόμενος τὸ συνάλλαγμα.
α'. Εξέλευσις τοῦ βασιλέως ἐπὶ Θεσσαλονίκης. Η πραττόμενα, ἀλλ' ἀνάπυστα γεγονότα καὶ τῷ τυχόνει
β'. Περὶ τῆς εἰς Σηλυβρίαν τοῦ πατριάρχου
ἀφίξεως.
[Ρ 192] Μηνός δὲ Ληναιῶνος ἐνεστηκότος ὑπὸ
χιόνι εκσκιῤῥωθείσῃ τῇ γῇ καὶ πάγοις στεῤῥοῖς τοῖς
ἐκ ταύτης, ὡς καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν ἀεννάων ποταμῶν
ἐπεχομένων τὸ ῥεῦμα διὰ τὴν ἐν τῷ βάθει τοῦ ὕδα
της πήξιν, παρ' ἣν αἰτίαν καὶ γῆ συστελλομένη τῷ
κρύει ἐζήμει τὰ φυέντα καὶ τὰ ἐσπαρμένα παντά
πασιν ἡχρειοῦντο, ὀψὲ παρασκευῆς ὑπὸ λύχνων ἀφάς,
τῶν κεκοιμημένων κατ᾿ ἔθος μνημονευομένων ἀρ
χαῖον, ἔξεισιν ὁ βασιλεὺς καὶ τῇ Δριπείᾳ ἐφ' ἡμέ
ραις αὐλίζεται. Καὶ ὁ μὲν τέως ἐπεἶχε τὸν ἐς τὸ
πρόσω δρόμον, διδοὺς μὲν δεσποίνῃ ἐνευκαιρῆσαι τὰ
εἰς τὴν ἔξοδον, διδοὺς δὲ βασιλεῖ Μιχαήλ σύναμα
συζύγῳ κατά σχολήν τὰ τῆς ἀπάρσεως ἑτοιμάζει
σθαι, καιρὸν δὲ καὶ τοῖς ἀμφὶ τὸν δέσμιον ἀδελφὸν
ὑφιείς, ἐπεὶ κἀκεῖνον ἀπάγεσθαι ἔγνω, κατά τρόπον
ὑπεξιέναι. Καὶ ὁ μὲν ταῦτα· Ιωάννης δὲ ὁ τηνικάδε
πατριάρχης, ἐπεὶ οὐδ᾽ ἀφανῆ ἦσαν τὰ τῷ βασιλεῖ
εἰκὸς ἦν κἀκεῖνον μὴ ἀγνοεῖν, εἰ καὶ ὁ βασιλεὺς ἐν
δευτέρῳ εἶχε τὸ δῆλα γίνεσθαι ταῦτα τῷ πατριάρχη
οὐχ ἧττον ἢ καὶ τοὺς τῆς θαλάσσης χόας, ὡς λέγε
ται, ἐξιών ὡς δῆθεν συντακτηρίους ἀποδώσων τῆ
βασιλεῖ, καὶ τὰ περὶ τούτου κινεῖν ἐν πρώτοις ἐξου
λετο. Βασιλεὺς μὲν γὰρ, ἐπεὶ πόλλ' ἅττα τὰ προτο
ιστάμενα τῷ συναλλάγματι κατεφαίνετο, τό τ' ἐφ'
όρκωμοσίαις τὸν κράλην φρικταῖς τὴν τοῦ Τερτερῆ
προσλαβέσθαι, τό τε νομίμως δοκεῖν συνεζεύχθαι,
ἤ τ' ἀφηλικίωσις τῆς νεάνιδος, καὶ τὸ φθάσαι τὸν
Σέρβον τὴν ἀδελφοῦ Στεφάνου γυναικαδέλφην, είτ'
οὖν καὶ αὐτοῦ βασιλέως, τὴν τοῦ ῥηγὸς συγγρίας
κόρην, κατὰ χρείαν τοῖς τῆς Σερβίας τόποις ἐπιστά
σαν καὶ τὰ μοναχικὰ ἡμφιεσμένην πορνικῶς γνῶναι.
Ταῦτ᾽ εἰς ἓν συναγόμενα αὐτάρκη τῇ πράξει προσο
ίστασθαι κατεφαίνετο. Ο γοῦν βασιλεὺς διὰ ταῦτα,
ἅμα μὲν τὰ πολλὰ θεραπεύων, ἅμα δέ γε καὶ λογι
ζόμενος ὡς εἴ τι καὶ παρασπονδοίη ὁ κράλης ἐπὶ
τοῖς συγκειμένοις αὐτῷ τε καὶ Τερτερῇ, οὐδὲν ἐσεῖ.
PG 144:309πατριάρχης δ’ αὖθις ὑβριοπαθῶν ἴσως ὑπερφρονούμενος ἐν τοιούτοις οἷς καὶ μᾶλλον ἔδει τῆς αὐτοῦ γνώμης, δοκῶν δὲ καί τι λέγειν ἄξιον εἰς τὸ καὶ ἑαυτὸν δεικνύναι μετεῖναι τῶν τοιούτων οὐχ ἧττον, καίτοι γε καὶ τῶν ἐνοχῶν ἀνεὶς τὴν τοῦ κράλη μητέρα ἀξιώσασαν πρότερον ἐφ’ οἷς ἐπὶ τῇ τοῦ Τερτερῆ ἐνείχετο, εὔλογα λέγειν ἐδόκει. ὡς τοίνυν βασιλεὺς ᾔδει εἰς τοῦτ’ ὄντα τὸν πατριάρχην, προῆγε τοῦτον εἰς Σηλυβρίαν, αὐτὸς ἐν Δριπείᾳ καὶ ἔτι παρακαθήμενος. ὡς δὲ τῆς πρώτης ἑβδομάδος ἐνστάσης τῶν νηστειῶν ὁ μὲν πατριάρχης καταλαβὼν τὴν Σηλυβρίαν καὶ βασιλέα προσαπεκδεχόμενος τῷ τέως ἡσύχαζε, [] βασιλεὺς δὲ σχολαίως κατὰ μικρὸν προσῄει, Σηλυβρίας ὀψὲ σαββάτου ἐπέβαινεν. ἡ μετ’ αὐτὴν μὲν καὶ ὑστεραία (ἡ δ’ ἦν ἡ τῆς ὀρθοδοξίας ἡμέρα) ἐφίσταται, καὶ τότε μετὰ μεσημβρίαν κατ’ ἔθος τῆς ἱερᾶς τελουμένης λειτουργίας ἐπιμιγνύει τῷ πατριάρχῃ κατὰ τὸν ἐκεῖσε νεὼν τῆς μονῆς τοῦ σωτῆρος, καὶ ὅσον ἦν ὁμιλεῖ.
και μέσος τῇ [Ρ 493] Εκκλησίᾳ μὴ ἀνάγκην ἐχούσῃ ἢ κατὰ τὸν ἐκεῖσε νεὼν τῆς μονῆς τοῦ Σωτήρος, καὶ
καθ᾽ ἱερὰς τελετὰς διὰ τὴν ἀμιξίαν ἐκείνου μιμνή
σχεσθαι, διὰ ταῦτα θαῤῥῶν οἷς ἐλογίζετο, οὔτ᾽ ἐκοι
νοῦτο τῷ πατριάρχῃ τὴν πρᾶξιν καὶ ὅλαις ὁρμαῖς
ἐχώρει διαπραξόμενος τὸ συνάλλαγμα. Πατριάρχης
δ' αὖθις ὑβριοπαθῶν ἴσως ὑπερφρονούμενος ἐν τοιού
τοις οἷς καὶ μᾶλλον ἔδει τῆς αὐτοῦ γνώμης, δοκῶν
δὲ καί τι λέγειν ἄξιον εἰς τὸ καὶ ἑαυτὸν δεικνύναι
μετεἶναι τῶν τοιούτων οὐχ ἧττον, καίτοι γε καὶ τῶν
ἐνοχῶν ἀνεὶς τὴν τοῦ κράλη μητέρα ἀξιώσασαν πρό
τερον ἐφ᾽ οἷς ἐπὶ τῇ τοῦ Τερτερῆ ἐνείχετο, εὔλογα
λέγειν ἐδόκει. Ὡς τοίνυν ὁ βασιλεὺς ᾔδει εἰς τοῦτ'
ὄντα τὸν πατριάρχην, προῆγε τοῦτον εἰς Σηλυβρίαν,
αὐτὸς ἐν Ἀριπείᾳ καὶ ἔτι παρακαθήμενος. Ως δὲ
τῆς πρώτης ἑβδομάδος ἐνστάσης τῶν νηστειῶν ὁ μὲν
πατριάρχης καταλαβὼν τὴν Σηλυβρίαν καὶ βασιλέα
προσαπεκδεχόμενος τῷ τέως ἡσύχαζε, [β΄] βασιλεὺς δὲ
σχολαίως κατὰ μικρὸν προσῄει, Σηλυβρίας αμέ
Σαββάτου ἐπέβαινεν. Η μετ' αὐτὴν μὲν καὶ ὑστε
ραία (ἡ δ᾽ ἦν ἡ τῆς ὀρθοδοξίας ἡμέρα) ἐφίσταται,
καὶ τότε μετὰ μεσημβρίαν κατ' ἔθος τῆς ἱερᾶς το
λουμένης λειτουργίας ἐπιμιγνύει τῷ πατριάρχῃ,
ὅσον ἦν ὁμιλεῖ. (Ρ. 194] Οὐκ ἦν δὲ πάντως τότε
προσαναφέρειν πατριάρχην ο δὴ κατὰ σχολὴν τὴν
πρέπουσαν κινεῖν ἡβούλετο, ὧν ἦσαν δύο τα μέγιστα,
περὶ ὧν ἐσπουδάκει πλέον προσαναφέρειν, ἐν μὲν
περὶ τοῦ Ταρχανειώτου Ιωάννου (ἔτι γάρ, ὡς ἐπέμ
φθη, τῶν τῆς ἀνατολῆς μερῶν ἡγεμόνευεν) ὡς οὐ
δίκαιον ὃν ἄλλως οὐδ᾽ εύλογον ἄνδρα τῆς Ἐκκλησίας
ἀποσχιζόμενον, καὶ πολλὰ σὺν ἄλλοις καὶ αὐτοῦ
πατριάρχου λιπαρῶς ἐφ᾽ ὕβρεσι καθαπτόμενον, ἐν
ἀξίαις εἶναι μεγίσταις ἡγεμονίας καὶ ἀνέδην κατα
επαίρεσθαι τῶν πολλῶν, καὶ μᾶλλον τῶν ἐκεῖσε άρω
χιερέων, ὡς ἔλεγε, δεύτερον δὲ τὸ περὶ τοῦ συναλ
λάγματος· εἶναι γὰρ αὐτῷ πόλλ᾽ ἄττα τὰ προσιστά
μενα, & δὴ καὶ χρῆναι σκέψει διδόναι καὶ οὕτω τὸ
φανὲν ἀσφαλὲς ὑπ᾽ αἰδοῖ τῶν νόμων καὶ διαπράτ
τεσθαι. Τούτων ὄντων τῷ πατριάρχῃ διὰ σκοποῦ,
ἐπεὶ τὰ τῆς ἱερᾶς τελετῆς τέλος εἶχε καὶ ἤδη ἀπαί
ρειν ἐκεῖθεν ὁ βασιλεὺς ἡτοιμάζετο, ἅμα τε ὀλίγο
ἅττα τῷ πατριάρχη περί των «μίλησε, καὶ ἅμπ
ὥσπερ ὑποτεμνόμενος τους λόγους ἐκείνῳ εὐλογίαν
ἐζήτει καὶ συνετάττετο. Ὁ δὲ τῷ καιρῷ συγκλασθείς
οὐκ ἦν δὲ πάντως τότε προσαναφέρειν πατριάρχην ἃ δὴ κατὰ σχολὴν τὴν πρέπουσαν κινεῖν ἠβούλετο, ὧν ἦσαν δύο τὰ μέγιστα, περὶ ὧν ἐσπουδάκει πλέον προσαναφέρειν, ἓν μὲν περὶ τοῦ Ταρχανειώτου Ἰωάννου (ἔτι γάρ, ὡς ἐπέμφθη, τῶν τῆς ἀνατολῆς μερῶν ἡγεμόνευεν) ὡς οὐ δίκαιον ὂν ἄλλως οὐδ’ εὔλογον ἄνδρα τῆς ἐκκλησίας ἀποσχιζόμενον, καὶ πολλὰ σὺν ἄλλοις καὶ αὐτοῦ πατριάρχου λιπαρῶς ἐφ’ ὕβρεσι καθαπτόμενον, ἐν ἀξίαις εἶναι μεγίσταις ἡγεμονίας καὶ ἀνέδην κατεπαίρεσθαι τῶν πολλῶν, καὶ μᾶλλον τῶν ἐκεῖσε ἀρχιερέων, ὡς ἔλεγε, δεύτερον δὲ τὸ περὶ τοῦ συναλλάγματος· εἶναι γὰρ αὐτῷ πόλλ’ ἄττα τὰ προσιστάμενα, ἃ δὴ καὶ χρῆναι σκέψει διδόναι καὶ οὕτω τὸ φανὲν ἀσφαλὲς ὑπ’ αἰδοῖ τῶν νόμων καὶ διαπράττεσθαι. τούτων ὄντων τῷ πατριάρχῃ διὰ σκοποῦ, ἐπεὶ τὰ τῆς ἱερᾶς τελετῆς τέλος εἶχε καὶ ἤδη ἀπαίρειν ἐκεῖθεν ὁ βασιλεὺς ἡτοιμάζετο, ἅμα τε ὀλίγ’ ἄττα τῷ πατριάρχῃ περί των ὡμίλησε, καὶ ἅμα ὥσπερ ὑποτεμνόμενος τοὺς λόγους ἐκείνῳ εὐλογίαν ἐζήτει καὶ συνετάττετο. ὁ δὲ τῷ καιρῷ συγκλασθεὶς τὸ νυμφίον ἐζήτει βλέπειν καὶ εὐλογεῖν·
και μέσος τῇ [Ρ 493] Εκκλησίᾳ μὴ ἀνάγκην ἐχούσῃ ἢ κατὰ τὸν ἐκεῖσε νεὼν τῆς μονῆς τοῦ Σωτήρος, καὶ
καθ᾽ ἱερὰς τελετὰς διὰ τὴν ἀμιξίαν ἐκείνου μιμνή
σχεσθαι, διὰ ταῦτα θαῤῥῶν οἷς ἐλογίζετο, οὔτ᾽ ἐκοι
νοῦτο τῷ πατριάρχῃ τὴν πρᾶξιν καὶ ὅλαις ὁρμαῖς
ἐχώρει διαπραξόμενος τὸ συνάλλαγμα. Πατριάρχης
δ' αὖθις ὑβριοπαθῶν ἴσως ὑπερφρονούμενος ἐν τοιού
τοις οἷς καὶ μᾶλλον ἔδει τῆς αὐτοῦ γνώμης, δοκῶν
δὲ καί τι λέγειν ἄξιον εἰς τὸ καὶ ἑαυτὸν δεικνύναι
μετεἶναι τῶν τοιούτων οὐχ ἧττον, καίτοι γε καὶ τῶν
ἐνοχῶν ἀνεὶς τὴν τοῦ κράλη μητέρα ἀξιώσασαν πρό
τερον ἐφ᾽ οἷς ἐπὶ τῇ τοῦ Τερτερῆ ἐνείχετο, εὔλογα
λέγειν ἐδόκει. Ὡς τοίνυν ὁ βασιλεὺς ᾔδει εἰς τοῦτ'
ὄντα τὸν πατριάρχην, προῆγε τοῦτον εἰς Σηλυβρίαν,
αὐτὸς ἐν Ἀριπείᾳ καὶ ἔτι παρακαθήμενος. Ως δὲ
τῆς πρώτης ἑβδομάδος ἐνστάσης τῶν νηστειῶν ὁ μὲν
πατριάρχης καταλαβὼν τὴν Σηλυβρίαν καὶ βασιλέα
προσαπεκδεχόμενος τῷ τέως ἡσύχαζε, [β΄] βασιλεὺς δὲ
σχολαίως κατὰ μικρὸν προσῄει, Σηλυβρίας αμέ
Σαββάτου ἐπέβαινεν. Η μετ' αὐτὴν μὲν καὶ ὑστε
ραία (ἡ δ᾽ ἦν ἡ τῆς ὀρθοδοξίας ἡμέρα) ἐφίσταται,
καὶ τότε μετὰ μεσημβρίαν κατ' ἔθος τῆς ἱερᾶς το
λουμένης λειτουργίας ἐπιμιγνύει τῷ πατριάρχῃ,
ὅσον ἦν ὁμιλεῖ. (Ρ. 194] Οὐκ ἦν δὲ πάντως τότε
προσαναφέρειν πατριάρχην ο δὴ κατὰ σχολὴν τὴν
πρέπουσαν κινεῖν ἡβούλετο, ὧν ἦσαν δύο τα μέγιστα,
περὶ ὧν ἐσπουδάκει πλέον προσαναφέρειν, ἐν μὲν
περὶ τοῦ Ταρχανειώτου Ιωάννου (ἔτι γάρ, ὡς ἐπέμ
φθη, τῶν τῆς ἀνατολῆς μερῶν ἡγεμόνευεν) ὡς οὐ
δίκαιον ὃν ἄλλως οὐδ᾽ εύλογον ἄνδρα τῆς Ἐκκλησίας
ἀποσχιζόμενον, καὶ πολλὰ σὺν ἄλλοις καὶ αὐτοῦ
πατριάρχου λιπαρῶς ἐφ᾽ ὕβρεσι καθαπτόμενον, ἐν
ἀξίαις εἶναι μεγίσταις ἡγεμονίας καὶ ἀνέδην κατα
επαίρεσθαι τῶν πολλῶν, καὶ μᾶλλον τῶν ἐκεῖσε άρω
χιερέων, ὡς ἔλεγε, δεύτερον δὲ τὸ περὶ τοῦ συναλ
λάγματος· εἶναι γὰρ αὐτῷ πόλλ᾽ ἄττα τὰ προσιστά
μενα, & δὴ καὶ χρῆναι σκέψει διδόναι καὶ οὕτω τὸ
φανὲν ἀσφαλὲς ὑπ᾽ αἰδοῖ τῶν νόμων καὶ διαπράτ
τεσθαι. Τούτων ὄντων τῷ πατριάρχῃ διὰ σκοποῦ,
ἐπεὶ τὰ τῆς ἱερᾶς τελετῆς τέλος εἶχε καὶ ἤδη ἀπαί
ρειν ἐκεῖθεν ὁ βασιλεὺς ἡτοιμάζετο, ἅμα τε ὀλίγο
ἅττα τῷ πατριάρχη περί των «μίλησε, καὶ ἅμπ
ὥσπερ ὑποτεμνόμενος τους λόγους ἐκείνῳ εὐλογίαν
ἐζήτει καὶ συνετάττετο. Ὁ δὲ τῷ καιρῷ συγκλασθείς
PG 144:311οὐδὲ γὰρ εἰκὸς εἶναι ἄρτι πρώτως μετὰ τὴν ἡλικιῶτιν σχεδὸν μετάβασιν, καὶ οὐ πολλῷ τινὶ χρόνῳ μετὰ τὰ ἀμφιδρόμια, μὴ τὸν πατριάρχην βλέπειν καὶ εὐλογεῖν. ἠβούλετο δέ οἱ τὸ δρᾶμα λόγους ἐντεῦθεν ἀνακινηθῆναι τῶν τελουμένων, ἐφ’ ᾧ καὶ λαλῆσαι βασιλέως ἐπισχόντος. ὡς γοῦν φανεῖσαν ηὐλόγει καὶ ἀμηγέπη τῶν λόγων ἥπτετο, δόξαν ἀναχωρεῖν βασιλεῖ διὰ τὸν καιρόν, θεραπείας ἧς ἤπειγεν ὁ καιρὸς ἀξιῶν ἐπὶ τοῖς λεγομένοις τὸν πατριάρχην, τὴν προκειμένην βαδίζειν ἠπείγετο. ἐκεῖνος δὲ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα τῶν προσδοκωμένων ἀποκρουσθεὶς ἀλύειν ἤρξατο, καὶ μὴ ὑποστρέφειν ἠπείλει καὶ δι’ Ἰωάννην οὕτως ἡγεμονεύοντα καὶ διὰ τὰ παρόντα.
τὸν νυμφίον ἐζήτει βλέπειν καὶ εὐλογεῖν· οὐδὲ γὰρ ἡ
εἰκὸς εἶναι ἄρτι πρώτως μετὰ τὴν ἡλικιῶτιν σχεδὸν
μετάβασιν, καὶ οὐ πολλῷ τινι χρόνῳ μετὰ τὰ ἀμφι
δρόμια, μὴ τὸν πατριάρχην βλέπειν καὶ εὐλογεῖν.
Ηβούλετο δέ οἱ τὸ δράμα λόγους ἐντεῦθεν ἀνακινη
θῆναι τῶν τελουμένων, ἐφ᾽ ᾧ καὶ λαλῆσαι βασιλέως
επισχόντος. Ως γοῦν φανεῖσαν ηὐλόγει καὶ ἀμηγέπη
τῶν λόγων ἤπτετο, δόξαν ἀναχωρεῖν βασιλεῖ διὰ τὸν
καιρόν, θεραπείας ἧς ἤπειγεν ὁ καιρὸς ἀξιῶν ἐπὶ
τοῖς λεγομένοις τὸν πατριάρχην, τὴν προκειμένην
βαδίζειν ἠπείγετο. Ἐκεῖνος δὲ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα
τῶν προσδοκωμένων ἀποκρουσθεὶς ἀλύειν ἤρξατο,
καὶ μὴ ὑποστρέφειν ἠπείλει καὶ δι' Ἰωάννην οὕτως
ἡγεμονεύοντα καὶ διὰ τὰ παρόντα. Ως γὰρ καὶ
περὶ τούτων κινῶν τὰς θεραπείας ήκουεν ἀπαντώ
σας, οὐδὲν πλέον ἢ προσαλγήσας ὅτι συντέμνοντος
τοῦ καιροῦ τῶν καθηκουσῶν ὁμιλιῶν οὐκ εἶχε τυγ
χάνειν (οὐκ οἶδ' εἰ καὶ βασιλεὺς οὕτως ἐξεπίτηδες
ἔπραττε, μὴ θύραν παρρησίας ὑπανοιγνὺς τῷ θέ
λοντι ἐντυγχάνειν, ἐπεὶ καὶ οὐκ ἦν μεταγινώσκειν
αὐτὸν), ἀψάμενοι τῆς ὁδοῦ, βασιλέα μὲν καὶ οὕτως
ἐξαποστέλλει μετ' εὐλογίας, αὐτὸς δ' ἐκεῖ καταμένειν
ἕως οὗ βασιλεὺς ὑποστρέψειεν ἐκεκρίκει, ἀλγεινώς
μὲν, ἀναύδως δ᾽ ὅμως διαφέρων τὸ ἄλγος, εἰ καὶ
αὖθις ὁ βασιλεὺς ἅμα Θεσσαλονίκης ἐπέβη, τῶν
ἁγίων (Ρ 495] ἐγγίζουσῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, προ
φάσει τοῦ τῶν ἁγίων ἐκεῖνον μεταλήψεσθαι δώρων,
εἰ πατριάρχης εφίει, πέμπων εἰς Σηλυβρίαν καὶ τὰ
τοῦ ξενῶνος συνήθη νομίσματα προσφιλοτιμούμενος,
ἃ δὴ καὶ αὐτὸς μὲν κρυφηδὸν ἀεί ποτ᾽ ἐδίδου, τῷ
πατριάρχῃ δὲ τὸ τέλος εἰς χιλιοστών κατ' ἔτος ποσού
μενον ἀπεγράφετο. Τότε τοίνυν καὶ ταῦτ᾽ ἀποστέλ
λων λόγοις ὡμάλιζε καὶ τοῖς καθήκουσιν ήγαλλεν.
Ἐκεῖνος δὲ καὶ αὖθις ἐν Σηλυβρία προσμένων οὐ
πρότερον ἐκεῖθεν μετέβαινεν, ἢ δεινῶς ὀφθαλμιών,
κατὰ χρείαν τῶν ἰατρευόντων ἐκεῖθεν ἀπέρα;,
πρὸς τὴν μονὴν τοῦ Κοσμιδίου μηνός Μαιμακτη
ριῶνος μετωκίζετο. Πλήν Ανθεστηριώνος εἰσπλευ
σάντων ἑπτὰ μακρῶν νεῶν κατὰ πραγματείαν, καὶ
λόγου διαδοθέντος ὡς καὶ στόλος νηῶν κατὰ μάχην
προσαναβαίνει, δείσας ἐντεῦθεν τὴν Κωνσταντίνου
εἰσέρχεται, καὶ τὴν τῆς Παμμακαρίστου μονὴν κατ
οικεῖ, ὅπου καὶ ἐπὶ καιρῷ μὲν μετρίῳ ἡπράκτει,
εἶτα δ' ἀξιωθεὶς παρά τε τοῦ κλήρου καὶ τῶν ἀρχιε
Liber Septimus
ὡς γὰρ καὶ περὶ τούτων κινῶν τὰς θεραπείας ἤκουεν ἀπαντώσας, οὐδὲν πλέον ἢ προσαλγήσας ὅτι συντέμνοντος τοῦ καιροῦ τῶν καθηκουσῶν ὁμιλιῶν οὐκ εἶχε τυγχάνειν (οὐκ οἶδ’ εἰ καὶ βασιλεὺς οὕτως ἐξεπίτηδες ἔπραττε, μὴ θύραν παρρησίας ὑπανοιγνὺς τῷ θέλοντι ἐντυγχάνειν, ἐπεὶ καὶ οὐκ ἦν μεταγινώσκειν αὐτόν), ἁψάμενοι τῆς ὁδοῦ, βασιλέα μὲν καὶ οὕτως ἐξαποστέλλει μετ’ εὐλογίας, αὐτὸς δ’ ἐκεῖ καταμένειν ἕως οὗ βασιλεὺς ὑποστρέψειεν ἐκεκρίκει, ἀλγεινῶς μὲν ἀναύδως δ’ ὅμως διαφέρων τὸ ἄλγος, εἰ καὶ αὖθις ὁ βασιλεὺς ἅμα Θεσσαλονίκης ἐπέβη, τῶν ἁγίων ἐγγιζουσῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, προφάσει τοῦ τῶν ἁγίων ἐκεῖνον μεταλήψεσθαι δώρων, εἰ πατριάρχης ἐφίει, πέμπων εἰς Σηλυβρίαν καὶ τὰ τοῦ ξενῶνος συνήθη νομίσματα προσφιλοτιμούμενος, ἃ δὴ καὶ αὐτὸς μὲν κρυφηδὸν ἀεί ποτ’ ἐδίδου, τῷ πατριάρχῃ δὲ τὸ τέλος εἰς χιλιοστὺν κατ’ ἔτος ποσούμενον ἀπεγράφετο. τότε τοίνυν καὶ ταῦτ’ ἀποστέλλων λόγοις ὡμάλιζε καὶ τοῖς καθήκουσιν ἤγαλλεν.
τὸν νυμφίον ἐζήτει βλέπειν καὶ εὐλογεῖν· οὐδὲ γὰρ ἡ
εἰκὸς εἶναι ἄρτι πρώτως μετὰ τὴν ἡλικιῶτιν σχεδὸν
μετάβασιν, καὶ οὐ πολλῷ τινι χρόνῳ μετὰ τὰ ἀμφι
δρόμια, μὴ τὸν πατριάρχην βλέπειν καὶ εὐλογεῖν.
Ηβούλετο δέ οἱ τὸ δράμα λόγους ἐντεῦθεν ἀνακινη
θῆναι τῶν τελουμένων, ἐφ᾽ ᾧ καὶ λαλῆσαι βασιλέως
επισχόντος. Ως γοῦν φανεῖσαν ηὐλόγει καὶ ἀμηγέπη
τῶν λόγων ἤπτετο, δόξαν ἀναχωρεῖν βασιλεῖ διὰ τὸν
καιρόν, θεραπείας ἧς ἤπειγεν ὁ καιρὸς ἀξιῶν ἐπὶ
τοῖς λεγομένοις τὸν πατριάρχην, τὴν προκειμένην
βαδίζειν ἠπείγετο. Ἐκεῖνος δὲ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα
τῶν προσδοκωμένων ἀποκρουσθεὶς ἀλύειν ἤρξατο,
καὶ μὴ ὑποστρέφειν ἠπείλει καὶ δι' Ἰωάννην οὕτως
ἡγεμονεύοντα καὶ διὰ τὰ παρόντα. Ως γὰρ καὶ
περὶ τούτων κινῶν τὰς θεραπείας ήκουεν ἀπαντώ
σας, οὐδὲν πλέον ἢ προσαλγήσας ὅτι συντέμνοντος
τοῦ καιροῦ τῶν καθηκουσῶν ὁμιλιῶν οὐκ εἶχε τυγ
χάνειν (οὐκ οἶδ' εἰ καὶ βασιλεὺς οὕτως ἐξεπίτηδες
ἔπραττε, μὴ θύραν παρρησίας ὑπανοιγνὺς τῷ θέ
λοντι ἐντυγχάνειν, ἐπεὶ καὶ οὐκ ἦν μεταγινώσκειν
αὐτὸν), ἀψάμενοι τῆς ὁδοῦ, βασιλέα μὲν καὶ οὕτως
ἐξαποστέλλει μετ' εὐλογίας, αὐτὸς δ' ἐκεῖ καταμένειν
ἕως οὗ βασιλεὺς ὑποστρέψειεν ἐκεκρίκει, ἀλγεινώς
μὲν, ἀναύδως δ᾽ ὅμως διαφέρων τὸ ἄλγος, εἰ καὶ
αὖθις ὁ βασιλεὺς ἅμα Θεσσαλονίκης ἐπέβη, τῶν
ἁγίων (Ρ 495] ἐγγίζουσῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, προ
φάσει τοῦ τῶν ἁγίων ἐκεῖνον μεταλήψεσθαι δώρων,
εἰ πατριάρχης εφίει, πέμπων εἰς Σηλυβρίαν καὶ τὰ
τοῦ ξενῶνος συνήθη νομίσματα προσφιλοτιμούμενος,
ἃ δὴ καὶ αὐτὸς μὲν κρυφηδὸν ἀεί ποτ᾽ ἐδίδου, τῷ
πατριάρχῃ δὲ τὸ τέλος εἰς χιλιοστών κατ' ἔτος ποσού
μενον ἀπεγράφετο. Τότε τοίνυν καὶ ταῦτ᾽ ἀποστέλ
λων λόγοις ὡμάλιζε καὶ τοῖς καθήκουσιν ήγαλλεν.
Ἐκεῖνος δὲ καὶ αὖθις ἐν Σηλυβρία προσμένων οὐ
πρότερον ἐκεῖθεν μετέβαινεν, ἢ δεινῶς ὀφθαλμιών,
κατὰ χρείαν τῶν ἰατρευόντων ἐκεῖθεν ἀπέρα;,
πρὸς τὴν μονὴν τοῦ Κοσμιδίου μηνός Μαιμακτη
ριῶνος μετωκίζετο. Πλήν Ανθεστηριώνος εἰσπλευ
σάντων ἑπτὰ μακρῶν νεῶν κατὰ πραγματείαν, καὶ
λόγου διαδοθέντος ὡς καὶ στόλος νηῶν κατὰ μάχην
προσαναβαίνει, δείσας ἐντεῦθεν τὴν Κωνσταντίνου
εἰσέρχεται, καὶ τὴν τῆς Παμμακαρίστου μονὴν κατ
οικεῖ, ὅπου καὶ ἐπὶ καιρῷ μὲν μετρίῳ ἡπράκτει,
εἶτα δ' ἀξιωθεὶς παρά τε τοῦ κλήρου καὶ τῶν ἀρχιε
PG 144:313ἐκεῖνος δὲ καὶ αὖθις ἐν Σηλυβρίᾳ προσμένων οὐ πρότερον ἐκεῖθεν μετέβαινεν, ἢ δεινῶς ὀφθαλμιῶν, κατὰ χρείαν τῶν ἰατρευσόντων ἐκεῖθεν ἀπάρας, πρὸς τὴν μονὴν τοῦ Κοσμιδίου μηνὸς Μαιμακτηριῶνος μετῳκίζετο. πλὴν Ἀνθεστηριῶνος εἰσπλευσάντων ἑπτὰ μακρῶν νεῶν κατὰ πραγματείαν, καὶ λόγου διαδοθέντος ὡς καὶ στόλος νηῶν κατὰ μάχην προσαναβαίνει, δείσας ἐντεῦθεν τὴν Κωνσταντίνου εἰσέρχεται, καὶ τὴν τῆς Παμμακαρίστου μονὴν κατοικεῖ, ὅπου καὶ ἐπὶ καιρῷ μὲν μετρίῳ ἠπράκτει, εἶτα δ’ ἀξιωθεὶς παρά τε τοῦ κλήρου καὶ τῶν ἀρχιερέων τὰς θύρας ἀνοίγνυσι τοῖς προσόδους παρ’ ἐκεῖνον ποιεῖν βουλομένοις κατά τε κρίσιν καὶ οἱανοῦν ἑτέραν ἀναδοχὴν πατριάρχῃ πρέπουσαν. 3. Ὁ βασιλεὺς δ’ ἐν Θεσσαλονίκῃ καθήμενος, τότε πρώτως ἰδὼν ἐκείνην, ἔπεμπε μὲν πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτανεψίαν τὴν Ἄνναν, αὐτῆς γε προσλιπαρούσης καὶ κινούσης τὴν ἀπὸ τοῦ βασιλέως εὐμένειαν, ἔπεμπε δὲ καὶ πρὸς τοὺς σεβαστοκράτορας (ἔτι γὰρ ἐν τοῖς ζῶσιν ἦσαν) προσαπαιτῶν Δημητριάδα, ἣν φθάσας ὁ πρωτοβεστιάριος καὶ κατέχων ἀνῳκοδόμει καὶ βασιλεῖ καθίστα ὑπήκοον.
ρέων τὰς θύρας ἀνοίγνυσι τοῖς προσόδους παρ' ἐκεῖ. Προύργου δ' ἦν τὸ τοῦ Σέρβου, καὶ πέμπων ἀνελάμε
νον ποιεῖν βουλομένοις κατά τε κρίσιν καὶ οἱανοῦν
ἑτέραν ἀναδοχὴν πατριάρχῃ πρέπουσαν.
γ. Οπως ἐν Θεσσαλονίκη διατρίβων ενήργει ὁ
βασιλεύς.
κανέ τε τὰς κοινὰς συνθεσίας, καὶ κατηνάγκαζεν
ἐγχειρίζειν μὲν Ρωμαίοις καὶ Κοτανίτην καὶ τὴν
τέως εἰς γαμετήν οὖσαν, ἀντιλαμβάνειν δ᾽ εἰς για
ναῖκα νόμιμον τὸ τοῦ βασιλέως θυγάτριον
δ'. Περὶ τῶν ἀντιδοθέντων ομήρων διὰ τὸ κῆδος.
Αλλ' ἐκεῖνος δεδιὼς ἴσως μή πως παραλογισθείη
τὰς ὁμολογίας, καὶ δῷ μὲν, οὐκ ἀντιλάβῃ δὲ, ἢ καὶ
αὐτὸς ἐμπέσοι γε εἰς ἀρκύστατα, ὑπὸ πιστοῖς ὁμής
ροις ἐζήτει τὰς πράξεις γίνεσθαι· οὕτω γὰρ καὶ
ῥᾳδίως ποιεῖν τὰ συγκείμενα, εἰ αὐτὸς ἀξίως προσλή
ψαιτο τοὺς ὁμήρους, ὑφ᾽ οἷς συνισχημένοις ἑτοί
μως καὶ αὐτὸς ἀπαντᾶν. Ἑνὸς γὰρ τοῦ τὴν παῖδα
Ο βασιλεὺς δ' ἐν Θεσσαλονίκῃ καθήμενος, τότε
πρώτως ἰδὼν ἐκείνην, ἔπεμπε μὲν πρὸς τὴν ἰδίαν
αὐτανεψίαν τὴν ᾿Ανναν, αὐτῆς γε προσλιπαρούσης
καὶ κινούσης τὴν ἀπὸ τοῦ βασιλέως εὐμένειαν,
ἔπεμπε δὲ καὶ πρὸς τοὺς σεβαστοκράτορας (ἔτι γὰρ
ἐν τοῖς ζῶσιν ἦσαν) προσαπαιτῶν Δημητριάδα, ἣν
φθάσας ὁ πρωτοβεστιάριος καὶ κατέχων ἀνῳκοδόμει
καὶ βασιλεῖ καθίστα ὑπήκοον. [Ρ 196] Ης καὶ πρό
τερον βασιλεὺς καθυφίει διὰ τὸ τῆς Θεοφανοῦς πρὸς
θάτερον τῶν ἀδελφῶν κήδος. Ἐκείνου δὲ κωλυθέντος, τοῦ βασιλέως γυναῖκα σχεῖν τὰ πάντα προΐετο· εἰ δ'
θανάτῳ τῆς νύμφης κατὰ τὴν Θεσσαλονίκην, ἀπῄτει” ἀστοχοίη τούτου ἔκ τινος ἀπάτης, ὡς ὑφεωρᾶτο,
τότε πέμπων τὸ ἑαυτοῦ δίκαιον· Δημητριάδα γὰρ ἐπὶ κεφαλαίῳ ζημιούσθαι δικαίως ᾤετο. Ὅθεν καὶ
καὶ πρὸ τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι καὶ τότε δικαίως προσ
ὡς εἶχε κατησφαλίζετο, καὶ λαμβάνειν ὁμήρους διὰ
απαιτεῖν. Ταῦτα τοῦ βασιλέως διαπρεσβευομένου τοὺς αὐτοῦ, ἀντιδιδόναι δ' ομήρους διὰ τὴν τοῦ βα
ἐκεῖνοι πρὸς τριβὰς ἐχώρουν τὰ συνήθη ποιοῦντες,
σιλέως παῖδα ἠξίου τε καὶ ἀντηξ:οῦτο, βασιλέως ἐπὶ
ὑπὸ δέος μὲν ὄντες, ὅτι βασιλεὺς ἐγγὺς ἐφειστήκει, τούτοις νεύσαντος. Πέμπονται τοίνυν ἑκατέρωθεν
ὅμως δὲ τοῦ συνήθους αλωπεκισμοῦ οὐδὲ τότε πάμε ὅμηροι, καὶ κατὰ μέσον τὸν ποταμὸν Βαρδάριον ἀντ
ταν ἐπελάθοντο. Ταῦτα δ' ἄρα ἐξαγώνια ἦσαν τῷ αλλάττονται, του Σέρβου δόντος μὲν καὶ Κοτανίτζην
βασιλεῖ, ὅτι μηδ' αὐτῶν ἐξεληλάκει χάριν πρὸς δύσιν. καὶ τὴν τοῦ Τερτερῆ, ἀντιλαβόντος δὲ τὴν τοῦ βασι
ἧς καὶ πρότερον βασιλεὺς καθυφίει διὰ τὸ τῆς Θεοφανοῦς πρὸς θάτερον τῶν ἀδελφῶν κῆδος. ἐκείνου δὲ κωλυθέντος θανάτῳ τῆς νύμφης κατὰ τὴν Θεσσαλονίκην, ἀπῄτει τότε πέμπων τὸ ἑαυτοῦ δίκαιον· Δημητριάδα γὰρ καὶ πρὸ τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι, καὶ τότε δικαίως προσαπαιτεῖν. ταῦτα τοῦ βασιλέως διαπρεσβευομένου ἐκεῖνοι πρὸς τριβὰς ἐχώρουν τὰ συνήθη ποιοῦντες, ὑπὸ δέος μὲν ὄντες, ὅτι βασιλεὺς ἐγγὺς ἐφειστήκει, ὅμως δὲ τοῦ συνήθους ἀλωπεκισμοῦ οὐδὲ τότε πάμπαν ἐπελάθοντο. ταῦτα δ’ ἄρα ἐξαγώνια ἦσαν τῷ βασιλεῖ, ὅτι μηδ’ αὐτῶν ἐξεληλάκει χάριν πρὸς δύσιν. προύργου δ’ ἦν τὸ τοῦ Σέρβου, καὶ πέμπων ἀνελάμβανέ τε τὰς κοινὰς συνθεσίας, καὶ κατηνάγκαζεν ἐγχειρίζειν μὲν Ῥωμαίοις καὶ Κοτανίτζην καὶ τὴν τέως εἰς γαμετὴν οὖσαν, ἀντιλαμβάνειν δ’ εἰς γυναῖκα νόμιμον τὸν τοῦ βασιλέως θυγάτριον. [] ἀλλ’ ἐκεῖνος δεδιὼς ἴσως μή πως παραλογισθείη τὰς ὁμολογίας, καὶ δῷ μὲν οὐκ ἀντιλάβῃ δέ, ἢ καὶ αὐτὸς ἐμπέσοι γε εἰς ἀρκύστατα, ὑπὸ πιστοῖς ὁμήροις ἐζήτει τὰς πράξεις γίνεσθαι· οὕτω γὰρ καὶ ῥᾳδίως ποιεῖν τὰ συγκείμενα, εἰ αὐτὸς ἀξίως προσλήψαιτο τοὺς ὁμήρους, ὑφ’ οἷς συνισχημένοις ἑτοίμως καὶ αὐτὸς ἀπαντᾶν.
ρέων τὰς θύρας ἀνοίγνυσι τοῖς προσόδους παρ' ἐκεῖ. Προύργου δ' ἦν τὸ τοῦ Σέρβου, καὶ πέμπων ἀνελάμε
νον ποιεῖν βουλομένοις κατά τε κρίσιν καὶ οἱανοῦν
ἑτέραν ἀναδοχὴν πατριάρχῃ πρέπουσαν.
γ. Οπως ἐν Θεσσαλονίκη διατρίβων ενήργει ὁ
βασιλεύς.
κανέ τε τὰς κοινὰς συνθεσίας, καὶ κατηνάγκαζεν
ἐγχειρίζειν μὲν Ρωμαίοις καὶ Κοτανίτην καὶ τὴν
τέως εἰς γαμετήν οὖσαν, ἀντιλαμβάνειν δ᾽ εἰς για
ναῖκα νόμιμον τὸ τοῦ βασιλέως θυγάτριον
δ'. Περὶ τῶν ἀντιδοθέντων ομήρων διὰ τὸ κῆδος.
Αλλ' ἐκεῖνος δεδιὼς ἴσως μή πως παραλογισθείη
τὰς ὁμολογίας, καὶ δῷ μὲν, οὐκ ἀντιλάβῃ δὲ, ἢ καὶ
αὐτὸς ἐμπέσοι γε εἰς ἀρκύστατα, ὑπὸ πιστοῖς ὁμής
ροις ἐζήτει τὰς πράξεις γίνεσθαι· οὕτω γὰρ καὶ
ῥᾳδίως ποιεῖν τὰ συγκείμενα, εἰ αὐτὸς ἀξίως προσλή
ψαιτο τοὺς ὁμήρους, ὑφ᾽ οἷς συνισχημένοις ἑτοί
μως καὶ αὐτὸς ἀπαντᾶν. Ἑνὸς γὰρ τοῦ τὴν παῖδα
Ο βασιλεὺς δ' ἐν Θεσσαλονίκῃ καθήμενος, τότε
πρώτως ἰδὼν ἐκείνην, ἔπεμπε μὲν πρὸς τὴν ἰδίαν
αὐτανεψίαν τὴν ᾿Ανναν, αὐτῆς γε προσλιπαρούσης
καὶ κινούσης τὴν ἀπὸ τοῦ βασιλέως εὐμένειαν,
ἔπεμπε δὲ καὶ πρὸς τοὺς σεβαστοκράτορας (ἔτι γὰρ
ἐν τοῖς ζῶσιν ἦσαν) προσαπαιτῶν Δημητριάδα, ἣν
φθάσας ὁ πρωτοβεστιάριος καὶ κατέχων ἀνῳκοδόμει
καὶ βασιλεῖ καθίστα ὑπήκοον. [Ρ 196] Ης καὶ πρό
τερον βασιλεὺς καθυφίει διὰ τὸ τῆς Θεοφανοῦς πρὸς
θάτερον τῶν ἀδελφῶν κήδος. Ἐκείνου δὲ κωλυθέντος, τοῦ βασιλέως γυναῖκα σχεῖν τὰ πάντα προΐετο· εἰ δ'
θανάτῳ τῆς νύμφης κατὰ τὴν Θεσσαλονίκην, ἀπῄτει” ἀστοχοίη τούτου ἔκ τινος ἀπάτης, ὡς ὑφεωρᾶτο,
τότε πέμπων τὸ ἑαυτοῦ δίκαιον· Δημητριάδα γὰρ ἐπὶ κεφαλαίῳ ζημιούσθαι δικαίως ᾤετο. Ὅθεν καὶ
καὶ πρὸ τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι καὶ τότε δικαίως προσ
ὡς εἶχε κατησφαλίζετο, καὶ λαμβάνειν ὁμήρους διὰ
απαιτεῖν. Ταῦτα τοῦ βασιλέως διαπρεσβευομένου τοὺς αὐτοῦ, ἀντιδιδόναι δ' ομήρους διὰ τὴν τοῦ βα
ἐκεῖνοι πρὸς τριβὰς ἐχώρουν τὰ συνήθη ποιοῦντες,
σιλέως παῖδα ἠξίου τε καὶ ἀντηξ:οῦτο, βασιλέως ἐπὶ
ὑπὸ δέος μὲν ὄντες, ὅτι βασιλεὺς ἐγγὺς ἐφειστήκει, τούτοις νεύσαντος. Πέμπονται τοίνυν ἑκατέρωθεν
ὅμως δὲ τοῦ συνήθους αλωπεκισμοῦ οὐδὲ τότε πάμε ὅμηροι, καὶ κατὰ μέσον τὸν ποταμὸν Βαρδάριον ἀντ
ταν ἐπελάθοντο. Ταῦτα δ' ἄρα ἐξαγώνια ἦσαν τῷ αλλάττονται, του Σέρβου δόντος μὲν καὶ Κοτανίτζην
βασιλεῖ, ὅτι μηδ' αὐτῶν ἐξεληλάκει χάριν πρὸς δύσιν. καὶ τὴν τοῦ Τερτερῆ, ἀντιλαβόντος δὲ τὴν τοῦ βασι
ἑνὸς γὰρ τοῦ τὴν παῖδα τοῦ βασιλέως γυναῖκα σχεῖν τὰ πάντα προί̈ετο· εἰ δ’ ἀστοχοίη τούτου ἔκ τινος ἀπάτης, ὡς ὑφωρᾶτο, ἐπὶ κεφαλαίῳ ζημιοῦσθαι δικαίως ᾤετο. ὅθεν καὶ ὡς εἶχε κατησφαλίζετο, καὶ λαμβάνειν ὁμήρους διὰ τοὺς αὐτοῦ, ἀντιδιδόναι δ’ ὁμήρους διὰ τὴν τοῦ βασιλέως παῖδα ἠξίου τε καὶ ἀντηξιοῦτο, βασιλέως ἐπὶ τούτοις νεύσαντος. πέμπονται τοίνυν ἑκατέρωθεν ὅμηροι, καὶ κατὰ μέσον τὸν ποταμὸν Βαρδάριον ἀνταλλάττονται, τοῦ Σέρβου δόντος μὲν καὶ Κοτανίτζην καὶ τὴν τοῦ Τερτερῆ, ἀντιλαβόντος δὲ τὴν τοῦ βασιλέως παῖδα, μεθ’ ὅτι πλείστης τῆς σπατάλης τε καὶ δορυφορίας πεμφθεῖσαν. καὶ δὴ καὶ παρὰ τοῦ Ἀχριδῶν Μακαρίου τελεσθεισῶν τῶν συνήθων ἱερολογιῶν τὰς τιμὰς προσηκούσας ἐδέχετο, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κράλης μεῖζον ἢ κατὰ σύζυγον τὴν τοῦ βασιλέως καθυπεδέχετο. οὐ γὰρ ὡς εἶχεν ἔφιππος ἠνείχετο ὑποδέχεσθαι, ἀλλ’ ὑποπτώσεως σχήματι, αἰδοῖ τῷ πρὸς βασιλέα, ἀποβὰς τοῦ ἵππου προσερχομένην, ὡς δεσπόσυνον δῆθεν καὶ οὐχ ὡς σύζυγον, φιλοφρονούμενος ὑπεδέχετο.
ρέων τὰς θύρας ἀνοίγνυσι τοῖς προσόδους παρ' ἐκεῖ. Προύργου δ' ἦν τὸ τοῦ Σέρβου, καὶ πέμπων ἀνελάμε
νον ποιεῖν βουλομένοις κατά τε κρίσιν καὶ οἱανοῦν
ἑτέραν ἀναδοχὴν πατριάρχῃ πρέπουσαν.
γ. Οπως ἐν Θεσσαλονίκη διατρίβων ενήργει ὁ
βασιλεύς.
κανέ τε τὰς κοινὰς συνθεσίας, καὶ κατηνάγκαζεν
ἐγχειρίζειν μὲν Ρωμαίοις καὶ Κοτανίτην καὶ τὴν
τέως εἰς γαμετήν οὖσαν, ἀντιλαμβάνειν δ᾽ εἰς για
ναῖκα νόμιμον τὸ τοῦ βασιλέως θυγάτριον
δ'. Περὶ τῶν ἀντιδοθέντων ομήρων διὰ τὸ κῆδος.
Αλλ' ἐκεῖνος δεδιὼς ἴσως μή πως παραλογισθείη
τὰς ὁμολογίας, καὶ δῷ μὲν, οὐκ ἀντιλάβῃ δὲ, ἢ καὶ
αὐτὸς ἐμπέσοι γε εἰς ἀρκύστατα, ὑπὸ πιστοῖς ὁμής
ροις ἐζήτει τὰς πράξεις γίνεσθαι· οὕτω γὰρ καὶ
ῥᾳδίως ποιεῖν τὰ συγκείμενα, εἰ αὐτὸς ἀξίως προσλή
ψαιτο τοὺς ὁμήρους, ὑφ᾽ οἷς συνισχημένοις ἑτοί
μως καὶ αὐτὸς ἀπαντᾶν. Ἑνὸς γὰρ τοῦ τὴν παῖδα
Ο βασιλεὺς δ' ἐν Θεσσαλονίκῃ καθήμενος, τότε
πρώτως ἰδὼν ἐκείνην, ἔπεμπε μὲν πρὸς τὴν ἰδίαν
αὐτανεψίαν τὴν ᾿Ανναν, αὐτῆς γε προσλιπαρούσης
καὶ κινούσης τὴν ἀπὸ τοῦ βασιλέως εὐμένειαν,
ἔπεμπε δὲ καὶ πρὸς τοὺς σεβαστοκράτορας (ἔτι γὰρ
ἐν τοῖς ζῶσιν ἦσαν) προσαπαιτῶν Δημητριάδα, ἣν
φθάσας ὁ πρωτοβεστιάριος καὶ κατέχων ἀνῳκοδόμει
καὶ βασιλεῖ καθίστα ὑπήκοον. [Ρ 196] Ης καὶ πρό
τερον βασιλεὺς καθυφίει διὰ τὸ τῆς Θεοφανοῦς πρὸς
θάτερον τῶν ἀδελφῶν κήδος. Ἐκείνου δὲ κωλυθέντος, τοῦ βασιλέως γυναῖκα σχεῖν τὰ πάντα προΐετο· εἰ δ'
θανάτῳ τῆς νύμφης κατὰ τὴν Θεσσαλονίκην, ἀπῄτει” ἀστοχοίη τούτου ἔκ τινος ἀπάτης, ὡς ὑφεωρᾶτο,
τότε πέμπων τὸ ἑαυτοῦ δίκαιον· Δημητριάδα γὰρ ἐπὶ κεφαλαίῳ ζημιούσθαι δικαίως ᾤετο. Ὅθεν καὶ
καὶ πρὸ τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι καὶ τότε δικαίως προσ
ὡς εἶχε κατησφαλίζετο, καὶ λαμβάνειν ὁμήρους διὰ
απαιτεῖν. Ταῦτα τοῦ βασιλέως διαπρεσβευομένου τοὺς αὐτοῦ, ἀντιδιδόναι δ' ομήρους διὰ τὴν τοῦ βα
ἐκεῖνοι πρὸς τριβὰς ἐχώρουν τὰ συνήθη ποιοῦντες,
σιλέως παῖδα ἠξίου τε καὶ ἀντηξ:οῦτο, βασιλέως ἐπὶ
ὑπὸ δέος μὲν ὄντες, ὅτι βασιλεὺς ἐγγὺς ἐφειστήκει, τούτοις νεύσαντος. Πέμπονται τοίνυν ἑκατέρωθεν
ὅμως δὲ τοῦ συνήθους αλωπεκισμοῦ οὐδὲ τότε πάμε ὅμηροι, καὶ κατὰ μέσον τὸν ποταμὸν Βαρδάριον ἀντ
ταν ἐπελάθοντο. Ταῦτα δ' ἄρα ἐξαγώνια ἦσαν τῷ αλλάττονται, του Σέρβου δόντος μὲν καὶ Κοτανίτζην
βασιλεῖ, ὅτι μηδ' αὐτῶν ἐξεληλάκει χάριν πρὸς δύσιν. καὶ τὴν τοῦ Τερτερῆ, ἀντιλαβόντος δὲ τὴν τοῦ βασι
PG 144:315[] τότε καὶ βασιλεὺς κατὰ τὴν πόλιν Θεσσαλονίκην, ἐκεῖνον μεγαλοπρεπῶς ἐθεράπευεν καὶ δώροις καὶ τιμαῖς ἐφ’ ἡμέραις ἤγαλλε, καὶ τοὺς αὐτοῦ μεγιστᾶνας βασιλικῶς ἐδωρεῖτο τοῖς μείζοσιν. εἶτ’ αὖθις καὶ ἀποπέμπει πολυταλάντους ἐκχέας τὰς δόσεις, παρακεκινημένου τἀδελφοῦ Στεφάνου (ὑπενόει γὰρ κἀκεῖνος ἤδη τὴν ἰδίαν παρακινδύνευσιν ὡς αὐτίκα τἀδελφοῦ μεῖζον ἢ πρότερον κατὰ τὸ εἰκὸς φρονήσαντος, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευδε προκαθιστᾶν ὡς εἶχε τὰ καθ’ ἑαυτὸν) πέμπων συμμαχικὸν βασιλεύς, ὡς οἷόν τ’ ἦν, ὑπέθραυε τὰς ὁρμὰς τῷ Στεφάνῳ. 6. Τότε καὶ Βενετικοὶ ἐκ τοῦ παρασχεδὸν πρὸς βασιλέα διεπρεσβεύοντο, καὶ τὴν μετὰ Ῥωμαίων εἰρήνην ἐζήτουν ἀνανεοῦν. ἤθελε μέντοι καὶ βασιλεὺς αὐτοὺς δέχεσθαι, ἀλλ’ ὅμως μεταξὺ ἀμφοῖν βουλομένοιν προσίσταντο τὰ ἐνέχυρα ἅπερ φθάσας βασιλεὺς ἐκ Βενετικῶν τῆς πυρπολήσεως ἕνεκα προσαφῄρει, ἃ ἐκεῖνοι μὲν ἀπῄτουν καὶ οὕτως ἤθελον δέχεσθαι, βασιλεὺς δὲ περιεώρα καὶ ὡς δικαίων τῶν ἀφαιρεθέντων ἀντείχετο. Βενετικοῖς δ’ ἦν ὀρεγομένοις τῆς μετὰ βασιλέως εἰρήνης καὶ πλεῖστον ἀφεῖναι τῶν ἐνεχύρων, εἰ βασιλεὺς καὶ οὕτως σπένδεσθαι κατανεύοι.
νίκην πρεσβείας.
λέως παῖδα, μεθ' ὅτι πλείστης τῆς σπατάλης τε καὶ ς'. Περὶ τῆς τῶν Βενετικῶν περὶ τὴν Θεσσαλο
δορυφορίας πεμφθεῖσαν. Καὶ δὴ καὶ παρὰ τοῦ Ἀχρι
δῶν Μακαρίου τελεσθεισῶν τῶν συνήθων ἱερολογιών
τὰς τιμὰς προσηκούσας ἐδέχετο, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ
κράλης μείζον ἢ κατὰ σύζυγον τὴν τοῦ βασιλέως (Ρ
197] καθυπεδέχετο. Οὐ γὰρ ὡς εἶχεν ἔφιππος ήνε!
χετο ὑποδέχεσθαι, ἀλλ᾽ ὑποπτώσεως σχήματι, αἰδεῖ
τῷ πρὸς βασιλέα, ἀποβὰς τοῦ ἵππου προσερχομένην,
ὡς δεσπόσυνον δῆθεν καὶ οὐχ ὡς σύζυγον, φιλοφρο
νούμενος ὑπεδέχετο.
ε'. "Οπως ὑπεδέξαιο βασιλεὺς τὸν κράλην Σερ
βίας.
Τότε καὶ βασιλεὺς κατὰ τὴν πόλιν Θεσσαλονίκην
ἐκεῖνον μεγαλοπρεπῶς ἐθεράπευε καὶ δώροις καὶ
τιμαῖς ἐφ' ἡμέραις ἤγαλλε, καὶ τοὺς αὐτοῦ μεγιστα.
νας βασιλικῶς ἐδωρεῖτο τοῖς μείζοσιν. Είτ' αὖθις
καὶ ἀποπέμπει πολυταλάντους ἐκχέας τὰς δόσεις,
παρακεκινημένου τἀδελφοῦ Στεφάνου (υπενόει γὰρ
κἀκεῖνος ἤδη τὴν ἰδίαν παρακινδύνευσιν ὡς αὐτίκα
τἀδελφοῦ μείζον ἢ πρότερον κατὰ τὸ εἰκὸς φρονήσαν
τος, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευδε προκαθιστᾷν ὡς εἶχε τὰ
καθ᾿ ἑαυτὸν) πέμπων συμμαχικόν βασιλεύς, ὡς
οἷόν τ' ἦν, ὑπέθραυε τὰς ὁρμὰς τῷ Στεφάνῳ.
Τότε καὶ Βενετικοὶ ἐκ τοῦ παρασχεδὸν πρὸς βασι
λέα διεπρεσβεύοντο, καὶ τὴν μετὰ Ῥωμαίων εἰρήνην
ἐζήτουν ἀνανεοῦν. Ήθελε μέντοι καὶ βασιλεὺς αὐ
τοὺς δέχεσθαι, ἀλλ' ὅμως μεταξὺ ἀμφοῖν βουλομέ
νοιν προσίσταντο τὰ ἐνέχυρα ἅπερ φθάσας βασιλεὺς
ἐκ Βενετικῶν τῆς πυρπολήσεως ἕνεκα προσαφήσει,
ὰ ἐκεῖνοι μὲν ἀπῄτουν καὶ οὕτως ήθελον δέχεσθαι,
βασιλεὺς δὲ περιεώρα καὶ ὡς δικαίων τῶν ἀφαιρε
θέντων ἀντείχετο. Βενετικοῖς δ᾽ ἦν ὀρεγομένοις τῆς
μετὰ βασιλέως εἰρήνης καὶ πλεῖστον [Ρ 198] ἀφεῖναι
τῶν ἐνεχύρων, εἰ βασιλεὺς καὶ οὕτως σπένδεσθαι
κατανεύοι. Ηδη δὲ καὶ βασιλεὺς ἀγαθοθελῶς ὑπε
κλίνετο κἂν ἐκεῖτε, καὶ τὴν εἰρήνην οὕτω καθίστων,
εἰ μή γε βουλή τινων τῶν ἀμφ' αὐτὸν μεσολαβή
σασα (καὶ γὰρ τὸ κακῶς ἔχειν ξυμπεσεῖν τῶν πραγ
μάτων ἐκείνοις ὑπέτεινε τούτοις ἐλπίδα μείζω τοῦ
καὶ οὕτω μηδὲν λαβόντας τῶν ἐνεχύρων τὰς σπον
δὰς ἀγαπᾷν) τὴν τῆς εἰρήνης πρόβασιν διεκώλυε.
Καὶ οἱ μὲν ἐντεῦθεν μὴ οὕτω καταδεξάμενοι ποιεῖν
τὰς σπονδὰς ἄπρακτοι καθυπέστρεφον.
ζ'. Περὶ τῆς θυγατρὸς τοῦ ἐπὶ τοῦ κανικλείου.
Βασιλεὺς δὲ τὸν ἐπὶ τοῦ κανικλείου Χούμνον θέσ
PG 144:318ἤδη δὲ καὶ βασιλεὺς ἀγαθοθελῶς ὑπεκλίνετο κἂν ἐκεῖσε, καὶ τὴν εἰρήνην οὕτω καθίστων, εἰ μήγε βουλή τινων τῶν ἀμφ’ αὐτὸν μεσολαβήσασα (καὶ γὰρ τὸ κακῶς ἔχειν ξυμπεσεῖν τῶν πραγμάτων ἐκείνοις ὑπέτεινε τούτοις ἐλπίδα μείζω τοῦ καὶ οὕτω μηδὲν λαβόντας τῶν ἐνεχύρων τὰς σπονδὰς ἀγαπᾶν) τὴν τῆς εἰρήνης πρόβασιν διεκώλυε. καὶ οἱ μὲν ἐντεῦθεν μὴ οὕτω καταδεξάμενοι ποιεῖν τὰς σπονδὰς ἄπρακτοι καθυπέστρεφον. 7. Βασιλεὺς δὲ τὸν ἐπὶ τοῦ κανικλείου Χοῦμνον θέλων ἀγάλλειν ὡς πιστὸν ὑπηρέτην καὶ ἐφ’ οἷς ὑπούργει τὸν δοκιμώτατον, ἄλλως τε καὶ πολυταλάντους τὰς προῖκας τῇ θυγατρὶ ἑτοιμάσαντα, τῷ κατὰ Λαζοὺς παιδὶ Ἀλεξίῳ, οὗ δὴ καὶ ἀδελφιδοῦ γε ὄντος ἀπὸ πατρῴων διαθηκῶν ἐπετρόπευεν, ἔτ’ οὔσης ἐν Κωνσταντίνου καὶ τῆς μητρός, ξυναρμόζειν ἤθελε τὴν τοῦ Χούμνου· συμφέρειν γὰρ ᾤετο οὐχ ἧττον ἐκείνῳ ἢ τοῖς Ῥωμαίων πράγμασιν, ἐθεράπευε δὲ καὶ τὸν οἰκεῖον τῷ ἀπὸ τοῦ γένους κήδει τιμῶν ὡς καὶ αὐτὸν τοῖς εὐνουστάτοις ἐξεταζόμενον. ἐς τόσον δ’ ἐφήρμοττε τὴν βουλὴν τῇ πράξει, ὥστε καὶ αὐτόθεν δεσποτικοῖς παρασήμοις τὴν κόρην ἐκόσμει καὶ νύμφην ὠνόμαζε.
PG 144:320προσαπεδέχετο δὲ καὶ ἡ μήτηρ ἀκούσασα τὸ συνάλλαγμα, καὶ τῇ βασιλικῇ ψήφῳ συγκάταινος ἦν, καὶ τοὺς γάμους ἐλθοῦσα ἑτοιμάζειν ἤθελε τῷ παιδί. ἀλλ’ ἐκεῖνος ἢ πειθόμενος καὶ τοὺς γάμους ἀπαξιῶν, ἢ μὴν καὶ ἄλλως ἐπελθὸν αὐτῷ, φθάσας ἔκ τινος τῶν ἐπ’ ἐξουσίας Ἰβήρων τὴν συνοικήσουσαν ἄγεται. ὃ δὴ καὶ μαθὼν βασιλεὺς πολὺς ἦν τοὺς νόμους προτείνων καὶ τὸ τῆς ἐπιτροπείας δίκαιον προβαλλόμενος· ὡς γὰρ πατρὸς ἐπ’ ἐκείνῳ τάξιν ἐπέχων, ἅμα μὲν καὶ τῶν διαθηκῶν ἅμα δὲ καὶ τοῦ σὺν τῇ βασιλείᾳ ἀπὸ τοῦ γένους δικαίου χάριν, ἠβούλετο διιστάναι τὴν συζυγίαν. οὐ μὴν δὲ καὶ δεσποτικῶς ἐξ ἐπιτάγματος ἄλλως ἤθελε πράττειν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ γνώμῃ καὶ ψήφῳ τῆς ἐκκλησίας. ὅθεν καὶ πέμπων πρός τε πατριάρχην καὶ τὴν περὶ αὐτὸν σύνοδον, τὸ ἅμα μὲν βασιλέως καὶ πατρὸς ἅμα δὲ καὶ ἐπιτρόπου ἐπὶ τῷ νέῳ προτείνων δίκαιον, ἄκυρον ἀπὸ νόμων ἐπείρα δεικνύειν τὸ συνοικέσιον, καὶ διαλύειν ἠξίου ὡς παρὰ βουλὴν τὴν αὐτοῦ συνεστώς.
τῶν γοῦν λόγων συνοδικῶς κινουμένων, τινὲς μὲν τῶν ἀρχιερέων νόμων ἀκριβείας ἡμμένοι δῆθεν τῇ τοῦ βασιλέως θελήσει ἔγνωσαν ἐνδιδόναι, ὁ δέ γε πατριάρχης καὶ μετ’ αὐτοῦ οἱ πλείους ἀπρὶξ ἀντέτεινον· καὶ γὰρ καὶ κατὰ γαστρὸς ἔχειν τὴν ἐξ Ἰβήρων ἐξ Ἀλεξίου, ὡς ἤκουον, κατηγγέλλετο. ἡ μέντοι γε μήτηρ ἐκείνου ἐπανακάμπτειν ὀρεγομένη ἐλπίδας τοῖς τοῦ κανικλείου ὑπέτεινεν, ὡς ἥκουσα καταπράξεται μᾶλλον τὴν λύσιν τοῦ συναλλάγματος ἢ μηνύουσα· αὐτῷ γὰρ προσώπῳ καὶ μὴ γραφαῖς ἔχειν ἀναπείθειν τὸν παῖδα, καὶ οὕτω ποιεῖν τῷ βασιλεῖ πειθήνιον ὡς οὐκ ἄλλως ἐνὸν ἀπειθεῖν. τῷ τοι καὶ βασιλέως ἀφέντος πλῷ χρησαμένη πρὸς τἀκεῖ γίνεται. ὅπως οὖν ἐπανήκουσα πρὸς τὰ ὑπεσχημένα διετέθη, εἰδεῖεν ἂν οἱ ἐκεῖσε· τὸ δὲ πρᾶγμα ἔδειξε τὴν ἐπὶ τῷ λύειν ἰοῦσαν τἀναντία προαιρουμένην, εἰ καὶ τὸ πᾶν τῆς ἀπειθείας ἐπὶ τῷ παιδὶ τέθειτο. ἀπεγνωκὼς οὖν ἐκεῖθεν ὁ βασιλεύς, ἐπεὶ οὐδ’ ἐκ τῆς ἐκκλησίας ἀναμφίβολος ἡ τοῦ γάμου λύσις τὸ σύνολον ἐλογίζετο, τὴν μὲν κόρην καθάπαξ εἰς δεσποτείαν τιμήσας εἰς τοῦτ’ ἐτήρει καὶ αὖθις, ἐλπίδας δ’ ἐδίδου συζευγνύειν ταύτην δεσπότῃ γε ὄντι τῷ υἱῷ Ἰωάννῃ·
πρὸς γὰρ τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ εἰς προῖκα πολὺ ἦν καὶ οὐ πόρρω πάνυ τοῦ πρέπειν καὶ βασιλέων υἱοὺς ἐπάγεσθαι. καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς ἐν πολλοῖς ἐδήλου τὴν τοῦ κανικλείου προσησόμενος ἐφ’ υἱεῖ νύμφην, ἡ δέ γε μήτηρ καὶ δέσποινα ἐκ μεγάλου τοῦ φρονήματος ἀπεπροσποιεῖτο καὶ ἀνεβάλλετο, οὐδ’ ἴκταρ ἄξιον κρίνουσα τὸ συνάλλαγμα. καὶ διὰ τοῦτο καὶ βασιλεῖ πολλή τις ἦν ἡ ἐχεμυθία περὶ τῶν τοιούτων, καί που καὶ εὐμεθόδως πολλάκις παρεγύμνου τὸ βούλημα, τὸ μέντοι γε πρὸς τὴν πριγκίπισσαν Ἀχαί̈ας ἤδη κεχηρωμένην ἀνδρὸς κῆδος ἀξιώτερον ἔκρινε, καὶ παρὰ μόνον τὸ τῆς γυναικὸς ἔξωρον, αὐτοῦ γε νεανίσκου ὄντος καὶ τὸν ἔφηβον παραλλάττοντος, ἤδη ἤθελε συναλλάττειν. 8. Τέως δ’ ἐπεὶ καὶ ὑποστροφῆς ἔδει τούτοις τὰ περὶ τὸν κράλην διευθετήσασι καὶ τὰ δυτικὰ ὡς οἷόν τε καταστήσασιν, ἐπαγόμενοι μὲν καὶ τὴν τοῦ Τερτερῆ, ἐπαγόμενοι δὲ καὶ τὸν Κοτανίτζην ἐν τηρήσεσι προσηκούσαις, ἔξω που τῆς πόλεως κατεσκήνουν. καὶ ἡ κυρία τῆς ὑπαντῆς ἐνειστήκει· ἡ δ’ ἦν ἡ μηνὸς Μουνυχιῶνος εἰκοστὴ δευτέρα.
ἡ μὲν πόλις πᾶσα καθάπερ τι ῥεῦμα ποτάμιον ἀπὸ διαφόρων πηγῶν τῶν ἰδίων οἰκιῶν εἰς ἓν συνελθοῦσα ἔξω πυλῶν τῶν τοῦ Χαρσίου ἐχέετο, καὶ φιλοτιμότερον πρὸς τὴν τῶν βασιλέων ὑποδοχὴν ηὐτρεπίζετο, ἐν δυσὶ χρόνοις ἐγγὺς ἐκδημούντων ἤδη. καὶ ὁ δῆμος ἅπας διημερεύσας ἐπὶ πολύ, ὅσος τε Ῥωμαϊκὸς καὶ ὅσος ἄλλος ἐξ ἄλλων γενῶν τε καὶ γλωσσῶν, καὶ μᾶλλον Ἰταλικός, σὺν τῷ περιφανεῖ μέρει τῆς πόλεως καὶ κλήρῳ παντὶ καὶ ἀρχιερεῦσι, μετέωρος ἵστατο ὅσον οὔπω τοὺς βασιλεῖς φιλοτίμως ὑποδεξόμενος. συμβὰν δέ τι τότε, οὐκ οἶδ’ εἰ καὶ ἄλλο πρὸς τούτῳ (τὸ δ’ ἦν ὅτι πλήθους ὄντος ἀπείρου συμποδισθείς τις ἐμπίπτει τῇ τάφρῳ καὶ ἐν χρῷ τοῦ κινδύνου γίνεται), ἀκουσθὲν τοιγαροῦν τοῦτο, οἶμαι, ἢ καὶ ἄλλως συμβὰν βασιλέα πείθει ἐξαπιναίως ἀποπέμψαι ἐκ μηνυμάτων τὸν λαὸν ἅπαντα, δεξάμενον μὲν τὴν αὐτῶν φιλοφροσύνην ἤδη καὶ εὔνοιαν, πλὴν διασκεδασθέντων τῶν ὅλων ἤθελεν εἰσελαύνειν. οὗ δὴ καὶ γεγονότος, ὡς καὶ ἐπὶ ταῖς πύλαις δυςχερῶς διεκπαίειν τὸ ἄπειρον πλῆθος ἐκεῖνο, ὀψὲ τῆς ἡμέρας οἱ βασιλεῖς σὺν τοῖς ἀμφ’ αὐτοὺς τὴν πόλιν εἰσίασιν.
PG 144:321Ἐπεὶ δὲ πάντα τἀκεῖ τῷ βασιλεῖ κατὰ νοῦν προκεχωρήκει, καὶ μόνον τὸ τοῦ πατριάρχου διὰ φροντίδος ἦν, ὑπὸ γωνίᾳ καθημένου τῇ τῆς Παμμακαρίστου μονῇ, διὰ ταῦτα πέμπων πολλάκις ἠξίου μικροψυχίας πάσης ἀφέμενον ἀπαίρειν ἐκεῖθεν καὶ πρὸς τὸ πατριαρχεῖον μετασκηνοῦν. ἀλλ’ οὐκ ἔπειθεν ἀξιῶν πολλάκις. ἐδίδοτο δέ τις καὶ ἔννοια τοῦ ἀλύειν χάριν τῶν γεγονότων, πλὴν οὐ γυμνῶν καὶ μόνων ἐκείνων, ἀλλὰ καί τιν’ ἄλλα συμπλέκοντος, ἐφ’ οἷς προσελθεῖν μὲν βασιλέα ἠξίου, προσελθεῖν δὲ καί τινας τῶν τοῦ κλήρου, καὶ ἀρχιερέων ὁπόσοι καὶ δόξειαν ἀποχρώντως ἔχειν, καὶ λόγους κινηθῆναι, καὶ οὕτω πως θεραπευθέντα τὸν πατριάρχην, εἰ ἐγχωροίη, τὴν οἰκείαν διακονίαν ἀναλαμβάνειν, ὡς ἔλεγεν, εἰ δ’ οὖν, ἀλλὰ παραιτεῖσθαι καὶ καθ’ ἡσυχίαν τὸ λοιπὸν διαφέρειν τοῦ βίου. [] πρώτῃ γοῦν Ληναιῶνος ὀψὲ τῆς νυκτὸς γίνεται τοῦτο· διὰ σπουδῆς γὰρ ἦν βασιλεῖ τῆς μεγίστης ἐπὶ τῷ μὴ τηνικάδε παραιτεῖσθαι τὸν πατριάρχην, καὶ πολλοῖς δόξαι ὡς οὐδενὸς χάριν ἄλλου ἢ τοῦ κατὰ τὸν κράλην συναλλάγματος παρῃτήσατο, κἀντεῦθεν σκάνδαλον συμβῆναι γενέσθαι τοῖς τῆς ἐκκλησίας πράγμασι.
τότε, οὐκ οἶδ' εἰ καὶ ἄλλο πρὸς τούτῳ (τὸ δὲ ἦν ὅτι ἡ ἀναλαμβάνειν, ὡς ἔλεγεν, εἰ δ' οὖν, ἀλλὰ παραιτεῖ
πλήθους ὄντος ἀπείρου συμποδισθείς τις ἐμπίπτει τῇ σθαι καὶ καθ᾽ ἡσυχίαν τὸ λοιπὸν διαφέρειν τοῦ βίου.
τάφοῳ καὶ ἐν χρῷ τοῦ κινδύνου γίνεται), ἀκουσθέν θ'. Οπως ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ πατριαρχεῖον παρα
τοιγαροῦν τοῦτο, οἶμαι, ἢ καὶ ἄλλως συμβαν βασιλέα
γίνεται καὶ πείθει ανιέναι.
πείθει ἐξαπιναίως ἀποπέμψαι ἐκ μηνυμάτων τὸν
λαὸν ἅπαντα, δεξάμενον μὲν τὴν αὐτῶν φιλοφροσύνην
ἤδη καὶ εὔνοιαν, πλην διασκεδασθέντων τῶν ὅλων
ἤθελεν εἰσελαύνειν. Οὗ δὴ καὶ γεγονότος, ὡς καὶ ἐπὶ
ταῖς πύλαις δυσχερῶς διεκπαίειν τὸ ἄπειρον πλῆθος
ἐκεῖνο, ὀψὲ τῆς ἡμέρας οἱ βασιλεῖς σὺν τοῖς ἀμφ' αὐτ
τοὺς τὴν πόλιν εἰσίασιν. 201] Ἐπεὶ δὲ πάντα τά
κεῖ τῷ βασιλεῖ κατὰ νοῦν προκεχωρήκει, και μόνον
τὸ τοῦ πατριάρχου διὰ φροντίδος ἦν, ὑπὸ γωνία και
θημένου τῇ τῆς Παμμακαρίστου μονῇ, διὰ ταῦτα
πέμπων πολλάκις ἠξίου μικροψυχίας πάσης ἀφέμενον
ἀπαίρειν ἐκεῖθεν καὶ πρὸς τὸ πατριαρχεῖον μετασχη
νοῦν. Αλλ' οὐκ ἔπειθεν ἀξιῶν πολλάκις. Εδίδοτο δέ τις
καὶ ἔννοια τοῦ ἀλύειν χάριν τῶν γεγονότων, πλὴν οὐ
γυμνῶν καὶ μόνων ἐκείνων, ἀλλὰ καί τιν᾿ ἄλλα συμ
πλέκοντος, ἐφ᾽ οἷς προσελθεῖν μὲν βασιλέα Αξίου,
προσελθεῖν δὲ καί τινας τῶν τοῦ κλήρου, καὶ ἀρχιε
ρέων ὁπόσοι καὶ δόξειαν ἀποχρώντως ἔχειν, καὶ λό
γους κινηθῆναι, καὶ οὕτω πως θεραπευθέντα τὸν
πατριάρχην, εἰ ἐγχωροίη, τὴν οἰκείαν διακονίαν
Πρώτῃ γοῦν Ληναιώνος ὀψὲ τῆς νυκτός γίνεται
τοῦτο· διὰ σπουδῆς γὰρ ἦν βασιλεῖ τῆς μεγίστης
ἐπὶ τῷ μὴ τηνικάδε παραιτεῖσθαι τὸν πατριάρχην,
καὶ πολλοῖς δόξαι ὡς οὐδενὸς χάριν ἄλλου ἢ τοῦ κατὰ
τὸν κράλην συναλλάγματος παρητήσατο, καντεύθεν
σκάνδαλον συμβήναι γενέσθαι τοῖς τῆς Ἐκκλησίας
πράγμασι. Διὰ τοῦτο καὶ δυοῖν μεταξύ, τῆς τε πρὸς
τοῦτον θωπείας καὶ τῆς δοκούσης αὐτῷ δικαιολογίας,
ἐναποληφθεὶς συνετῶς ὑπήγετο πρὸς ὅ τι καὶ δόξοι
πατριάρχη. Παραγίνεται τοιγαρούν βασιλεύς, καὶ
τοῖς περὶ τὴν πατριάρχην συγγίνεται. Ημεν δὲ καὶ
ἡμεῖς σὺν ἄλλοις ἐκεῖ. Τότε καθίσαντος μὲν βασι
λέως, συνεδριασάντων δὲ καὶ τῶν [Ρ. 202] ἱερῶν
ἀνδρῶν, ἐκίνει πατριάρχης προς βασιλέα τὰ δοκοῦντά
οἱ πρὸς παραλύπησιν, δι' & καὶ ἐγγωνιάζειν ἐθέλει
καὶ παραιτεῖσθαι καὶ Ἐκκλησίας προεδρίαν καὶ ἱε
ρωσύνην αὐτὴν, εἰ πλέον συναναγκάζοιτο. Καὶ πρὸ
τῶν ἄλλων τὸ τοῦ κράλη προετίθει, καὶ τὰ δοκοῦντά
οἱ προσίστασθαι ἀνετάττετο, ὅτι δηλαδή συνεστώς
κατά νόμους γάμος διαλυθείη καὶ τὴν τοῦ βασιλέως
διὰ τοῦτο καὶ δυοῖν μεταξύ, τῆς τε πρὸς τοῦτον θωπείας καὶ τῆς δοκούσης αὐτῷ δικαιολογίας, ἐναποληφθεὶς συνετῶς ὑπήγετο πρὸς ὅ τι καὶ δόξοι πατριάρχῃ. παραγίνεται τοιγαροῦν βασιλεύς, καὶ τοῖς περὶ τὸν πατριάρχην συγγίνεται· ἦμεν δὲ καὶ ἡμεῖς σὺν ἄλλοις ἐκεῖ. τότε καθίσαντος μὲν βασιλέως, συνεδριασάντων δὲ καὶ τῶν ἱερῶν ἀνδρῶν, ἐκίνει πατριάρχης πρὸς βασιλέα τὰ δοκοῦντά οἱ πρὸς παραλύπησιν, δι’ ἃ καὶ ἐγγωνιάζειν ἐθέλει καὶ παραιτεῖσθαι καὶ ἐκκλησίας προεδρίαν καὶ ἱερωσύνην αὐτήν, εἰ πλέον συναναγκάζοιτο. καὶ πρὸ τῶν ἄλλων τὸ τοῦ κράλη προετίθει, καὶ τὰ δοκοῦντά οἱ προσίστασθαι ἀνετάττετο, ὅτι δηλαδὴ συνεστὼς κατὰ νόμους γάμος διαλυθείη καὶ τὴν τοῦ βασιλέως ἐκεῖνος, ἠθετηκὼς τὴν ἰδίαν, νηπίαν οὖσαν ἀγάγοιτο· καὶ ὅτι χρυσολογεῖταί τε καὶ ἀργυρολογεῖται τὸ πᾶν, τετιμιουλκημένου μὲν τοῦ χρειώδους ἅλατος τετιμιουλκημένου δὲ καὶ σιδήρου, συχνῶν δὲ καὶ συνδοσιῶν γινομένων, καὶ τρίτον ὡς καταφρονεῖται αὐτὸς ἀναφορὰς πολλάκις ὑπὲρ τοῦ δοκοῦντος δικαίου ποιούμενος.
τότε, οὐκ οἶδ' εἰ καὶ ἄλλο πρὸς τούτῳ (τὸ δὲ ἦν ὅτι ἡ ἀναλαμβάνειν, ὡς ἔλεγεν, εἰ δ' οὖν, ἀλλὰ παραιτεῖ
πλήθους ὄντος ἀπείρου συμποδισθείς τις ἐμπίπτει τῇ σθαι καὶ καθ᾽ ἡσυχίαν τὸ λοιπὸν διαφέρειν τοῦ βίου.
τάφοῳ καὶ ἐν χρῷ τοῦ κινδύνου γίνεται), ἀκουσθέν θ'. Οπως ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ πατριαρχεῖον παρα
τοιγαροῦν τοῦτο, οἶμαι, ἢ καὶ ἄλλως συμβαν βασιλέα
γίνεται καὶ πείθει ανιέναι.
πείθει ἐξαπιναίως ἀποπέμψαι ἐκ μηνυμάτων τὸν
λαὸν ἅπαντα, δεξάμενον μὲν τὴν αὐτῶν φιλοφροσύνην
ἤδη καὶ εὔνοιαν, πλην διασκεδασθέντων τῶν ὅλων
ἤθελεν εἰσελαύνειν. Οὗ δὴ καὶ γεγονότος, ὡς καὶ ἐπὶ
ταῖς πύλαις δυσχερῶς διεκπαίειν τὸ ἄπειρον πλῆθος
ἐκεῖνο, ὀψὲ τῆς ἡμέρας οἱ βασιλεῖς σὺν τοῖς ἀμφ' αὐτ
τοὺς τὴν πόλιν εἰσίασιν. 201] Ἐπεὶ δὲ πάντα τά
κεῖ τῷ βασιλεῖ κατὰ νοῦν προκεχωρήκει, και μόνον
τὸ τοῦ πατριάρχου διὰ φροντίδος ἦν, ὑπὸ γωνία και
θημένου τῇ τῆς Παμμακαρίστου μονῇ, διὰ ταῦτα
πέμπων πολλάκις ἠξίου μικροψυχίας πάσης ἀφέμενον
ἀπαίρειν ἐκεῖθεν καὶ πρὸς τὸ πατριαρχεῖον μετασχη
νοῦν. Αλλ' οὐκ ἔπειθεν ἀξιῶν πολλάκις. Εδίδοτο δέ τις
καὶ ἔννοια τοῦ ἀλύειν χάριν τῶν γεγονότων, πλὴν οὐ
γυμνῶν καὶ μόνων ἐκείνων, ἀλλὰ καί τιν᾿ ἄλλα συμ
πλέκοντος, ἐφ᾽ οἷς προσελθεῖν μὲν βασιλέα Αξίου,
προσελθεῖν δὲ καί τινας τῶν τοῦ κλήρου, καὶ ἀρχιε
ρέων ὁπόσοι καὶ δόξειαν ἀποχρώντως ἔχειν, καὶ λό
γους κινηθῆναι, καὶ οὕτω πως θεραπευθέντα τὸν
πατριάρχην, εἰ ἐγχωροίη, τὴν οἰκείαν διακονίαν
Πρώτῃ γοῦν Ληναιώνος ὀψὲ τῆς νυκτός γίνεται
τοῦτο· διὰ σπουδῆς γὰρ ἦν βασιλεῖ τῆς μεγίστης
ἐπὶ τῷ μὴ τηνικάδε παραιτεῖσθαι τὸν πατριάρχην,
καὶ πολλοῖς δόξαι ὡς οὐδενὸς χάριν ἄλλου ἢ τοῦ κατὰ
τὸν κράλην συναλλάγματος παρητήσατο, καντεύθεν
σκάνδαλον συμβήναι γενέσθαι τοῖς τῆς Ἐκκλησίας
πράγμασι. Διὰ τοῦτο καὶ δυοῖν μεταξύ, τῆς τε πρὸς
τοῦτον θωπείας καὶ τῆς δοκούσης αὐτῷ δικαιολογίας,
ἐναποληφθεὶς συνετῶς ὑπήγετο πρὸς ὅ τι καὶ δόξοι
πατριάρχη. Παραγίνεται τοιγαρούν βασιλεύς, καὶ
τοῖς περὶ τὴν πατριάρχην συγγίνεται. Ημεν δὲ καὶ
ἡμεῖς σὺν ἄλλοις ἐκεῖ. Τότε καθίσαντος μὲν βασι
λέως, συνεδριασάντων δὲ καὶ τῶν [Ρ. 202] ἱερῶν
ἀνδρῶν, ἐκίνει πατριάρχης προς βασιλέα τὰ δοκοῦντά
οἱ πρὸς παραλύπησιν, δι' & καὶ ἐγγωνιάζειν ἐθέλει
καὶ παραιτεῖσθαι καὶ Ἐκκλησίας προεδρίαν καὶ ἱε
ρωσύνην αὐτὴν, εἰ πλέον συναναγκάζοιτο. Καὶ πρὸ
τῶν ἄλλων τὸ τοῦ κράλη προετίθει, καὶ τὰ δοκοῦντά
οἱ προσίστασθαι ἀνετάττετο, ὅτι δηλαδή συνεστώς
κατά νόμους γάμος διαλυθείη καὶ τὴν τοῦ βασιλέως
ἐντεῦθεν δὲ βασιλεὺς εἰς τὴν ὑπὲρ τούτων ἀπολογίαν καταστὰς ἐπὶ μὲν τῷ τοῦ κράλη συναλλάγματι οὐκ ὄρεξιν ἰδίαν καὶ τὴν ἐκεῖθεν ἑαυτῷ ὄνησιν ᾐτιᾶτο· πολλῷ γὰρ ἥκιστα τοῦτο, ὅσῳ καὶ προσζημιωθείη αὐτὸς τὰ μεγάλα, κόριον ὃ ἐκ ψυχῆς ἔστεργε καὶ ᾧ προσετετήκει καὶ αὐτὸς καὶ μήτηρ καὶ γάμους ἑτοιμάζειν ἐγκαίρους τοὺς ἐκ ῥηγῶν ᾤετο, ἐξ ἀγκαλῶν οἰκείων ἀναρπασθὲν βαρβάρῳ τε καὶ τὰ πάντα ἀστόργῳ καὶ μηδὲν σεμνὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχοντι καταπροϊέμενος. ἀλλ’ ἀνδρῶν καὶ χωρῶν καὶ πραγμάτων προσηκόντων τῇ βασιλείᾳ, τῶν μὲν ἀπαγομένων ἀθλίως, τῶν δ’ ἐρημουμένων ἐσχάτως, τῶν δὲ σκυλευομένων ἀναποδότως, καὶ αἰχμαλωσίας τοσαύτης τε καὶ τοιαύτης χάριν ταῦτα πράττοι καὶ παρὰ γνώμην καὶ παρὰ θέλησιν· πολλὰ γὰρ καὶ εἰρήνην ἀνύτειν ὅσα σίδηρος οὐκ ἰσχύει, καὶ σπονδὰς καταπράττειν, καὶ μόλις τὰς ἐκ τῶν γάμων συντακτικωτάτας οὔσας καὶ ἀσφαλεῖς, ὅσα μὴ μάχαι καὶ πόλεμος οὔμενουν κατεπράξαντο. οὐ μὴν δ’ αὖθις καὶ νόμων ἐς ἅπαν ἐκτός, ὡς αὐτὸν οἴεσθαι, πράττειν.
τότε, οὐκ οἶδ' εἰ καὶ ἄλλο πρὸς τούτῳ (τὸ δὲ ἦν ὅτι ἡ ἀναλαμβάνειν, ὡς ἔλεγεν, εἰ δ' οὖν, ἀλλὰ παραιτεῖ
πλήθους ὄντος ἀπείρου συμποδισθείς τις ἐμπίπτει τῇ σθαι καὶ καθ᾽ ἡσυχίαν τὸ λοιπὸν διαφέρειν τοῦ βίου.
τάφοῳ καὶ ἐν χρῷ τοῦ κινδύνου γίνεται), ἀκουσθέν θ'. Οπως ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ πατριαρχεῖον παρα
τοιγαροῦν τοῦτο, οἶμαι, ἢ καὶ ἄλλως συμβαν βασιλέα
γίνεται καὶ πείθει ανιέναι.
πείθει ἐξαπιναίως ἀποπέμψαι ἐκ μηνυμάτων τὸν
λαὸν ἅπαντα, δεξάμενον μὲν τὴν αὐτῶν φιλοφροσύνην
ἤδη καὶ εὔνοιαν, πλην διασκεδασθέντων τῶν ὅλων
ἤθελεν εἰσελαύνειν. Οὗ δὴ καὶ γεγονότος, ὡς καὶ ἐπὶ
ταῖς πύλαις δυσχερῶς διεκπαίειν τὸ ἄπειρον πλῆθος
ἐκεῖνο, ὀψὲ τῆς ἡμέρας οἱ βασιλεῖς σὺν τοῖς ἀμφ' αὐτ
τοὺς τὴν πόλιν εἰσίασιν. 201] Ἐπεὶ δὲ πάντα τά
κεῖ τῷ βασιλεῖ κατὰ νοῦν προκεχωρήκει, και μόνον
τὸ τοῦ πατριάρχου διὰ φροντίδος ἦν, ὑπὸ γωνία και
θημένου τῇ τῆς Παμμακαρίστου μονῇ, διὰ ταῦτα
πέμπων πολλάκις ἠξίου μικροψυχίας πάσης ἀφέμενον
ἀπαίρειν ἐκεῖθεν καὶ πρὸς τὸ πατριαρχεῖον μετασχη
νοῦν. Αλλ' οὐκ ἔπειθεν ἀξιῶν πολλάκις. Εδίδοτο δέ τις
καὶ ἔννοια τοῦ ἀλύειν χάριν τῶν γεγονότων, πλὴν οὐ
γυμνῶν καὶ μόνων ἐκείνων, ἀλλὰ καί τιν᾿ ἄλλα συμ
πλέκοντος, ἐφ᾽ οἷς προσελθεῖν μὲν βασιλέα Αξίου,
προσελθεῖν δὲ καί τινας τῶν τοῦ κλήρου, καὶ ἀρχιε
ρέων ὁπόσοι καὶ δόξειαν ἀποχρώντως ἔχειν, καὶ λό
γους κινηθῆναι, καὶ οὕτω πως θεραπευθέντα τὸν
πατριάρχην, εἰ ἐγχωροίη, τὴν οἰκείαν διακονίαν
Πρώτῃ γοῦν Ληναιώνος ὀψὲ τῆς νυκτός γίνεται
τοῦτο· διὰ σπουδῆς γὰρ ἦν βασιλεῖ τῆς μεγίστης
ἐπὶ τῷ μὴ τηνικάδε παραιτεῖσθαι τὸν πατριάρχην,
καὶ πολλοῖς δόξαι ὡς οὐδενὸς χάριν ἄλλου ἢ τοῦ κατὰ
τὸν κράλην συναλλάγματος παρητήσατο, καντεύθεν
σκάνδαλον συμβήναι γενέσθαι τοῖς τῆς Ἐκκλησίας
πράγμασι. Διὰ τοῦτο καὶ δυοῖν μεταξύ, τῆς τε πρὸς
τοῦτον θωπείας καὶ τῆς δοκούσης αὐτῷ δικαιολογίας,
ἐναποληφθεὶς συνετῶς ὑπήγετο πρὸς ὅ τι καὶ δόξοι
πατριάρχη. Παραγίνεται τοιγαρούν βασιλεύς, καὶ
τοῖς περὶ τὴν πατριάρχην συγγίνεται. Ημεν δὲ καὶ
ἡμεῖς σὺν ἄλλοις ἐκεῖ. Τότε καθίσαντος μὲν βασι
λέως, συνεδριασάντων δὲ καὶ τῶν [Ρ. 202] ἱερῶν
ἀνδρῶν, ἐκίνει πατριάρχης προς βασιλέα τὰ δοκοῦντά
οἱ πρὸς παραλύπησιν, δι' & καὶ ἐγγωνιάζειν ἐθέλει
καὶ παραιτεῖσθαι καὶ Ἐκκλησίας προεδρίαν καὶ ἱε
ρωσύνην αὐτὴν, εἰ πλέον συναναγκάζοιτο. Καὶ πρὸ
τῶν ἄλλων τὸ τοῦ κράλη προετίθει, καὶ τὰ δοκοῦντά
οἱ προσίστασθαι ἀνετάττετο, ὅτι δηλαδή συνεστώς
κατά νόμους γάμος διαλυθείη καὶ τὴν τοῦ βασιλέως
PG 144:323δῆλον γὰρ εἶναι καὶ κανόσι καὶ νόμοις προστεταγμένον, μὴ ἂν ἐκχωρεῖσθαι τὸν νόμιμον ἀγαγόμενον ταύτην μὲν ἀφεῖναι παρὰ μηδεμίαν αἰτίαν εὔλογον, συμπλέκεσθαι δ’ ἄλλῃ· εἰ δέ τις τολμώῃ, αἰτίαν μὲν μοιχείας ἀποίσεσθαι τὸν τολμῶντα, τὴν δὲ συνοίκησιν εἶναι παράνομον, ὥστε τῆς πρώτης ἠθετημένης καὶ ζώσης, ὁπόσας τοὐντεῦθεν ἠγάγετο, μὴ ἐγκεκριμένας τοῖς νόμοις μηδ’ ἐν γυναιξὶ νομίμοις τάττεσθαι. ἢ οὐ ταῦθ’ οὕτω καὶ ἐν ἡμῖν ἔχει; φησὶν ὁ κρατῶν. πυνθάνου τοιγαροῦν τῶν εἰδότων, καὶ πιστῶς μάνθανε ὡς οὐκ ἄλλως ἡμῖν ἐγένετο καταδέξασθαι τὸ συνάλλαγμα, εἰ μὴ καὶ ὅρκους τοὺς πρέσβεις προσαπῃτήσαμεν βεβαιοῦν, ἦ μὴν καὶ ἔτι περιεῖναι τὴν νόμιμον ὅτε τῇ τοῦ Τερτερῆ συνεπλέκετο, καὶ ἄρτι μὴ ζῆν ὅθ’ ἡμεῖς εἰς γαμβρὸν ἐτάττομεν, ὡς ἐντεῦθεν τὴν μὲν συμβαίνειν εἶναι παράνομον, τὴν δ’ ἡμετέραν, εἰ καὶ νηπίαν, ἀλλ’ οὖν ἔννομον. καινοτομεῖσθαι δὲ καὶ χρόνον, ὡς οἴδατε, ἐπὶ τοῖς βασιλικοῖς κήδεσι, φέρουσι καί τι συνοῖσον πάντως διὰ τὴν ἐκ τῆς εἰρήνης κατάστασιν.
ἐκεῖνος, ἠλετηκὼς τὴν ἰδίαν, νηπίαν οὖσαν ἀγάγοι· καὶ εἰρήνην ἀνύτειν ὅσα σίδηρος οὐκ ἰσχύει, καὶ
το· καὶ ὅτι χρυσολογεῖται τε καὶ ἀργυρολογεῖται τὸ
πᾶν, τετιμιουλκημένου μὲν τοῦ χρειώδους άλατος.
τετιμιουλκημένου δὲ καὶ σιδήρου, συχνῶν δὲ καὶ
συνδοσιῶν γινομένων, καὶ τρίτον ὡς καταφρονεῖται
αὐτὸς ἀναφοράς πολλάκις ὑπὲρ τοῦ δοκοῦντος δικαίου
ποιούμενος. Εντεῦθεν δὲ βασιλεὺς εἰς τὴν ὑπὲρ τού
των ἀπολογίαν καταστὰς ἐπὶ μὲν τῷ τοῦ κράτη συν
αλλάγματι οὐκ ὄρεξιν ἰδίαν καὶ τὴν ἐκεῖθεν ἑαυτῷ
ὄνησιν ᾐτιᾶτο· πολλῷ γὰρ ἥκιστα τοῦτο, ὅσῳ καὶ
προσζημιωθείη αὐτὸς τὰ μεγάλα, κόριον ὃ ἐκ ψυχῆς
ἔστεργε καὶ ᾧ προσετετήκει καὶ αὐτὸς καὶ μήτηρ
καὶ γάμους ἑτοιμάζειν ἐγκαίρους τοὺς ἐκ βηγῶν
ᾤετο, ἐξ ἀγκαλῶν οἰκείων ἀναρπασθεν βαρβάρω τε
καὶ τὰ πάντα ἀστόργῳ καὶ μηδὲν σεμνὸν ἐπὶ τῆς
ἀρχῆς ἔχοντι καταπροϊέμενος. ᾿Αλλ' ἀνδρῶν καὶ χω
ρῶν καὶ πραγμάτων προσηκόντων τῇ βασιλείᾳ, τῶν
μὲν ἀπαγομένων αθλίως, τῶν δ' ἔρημουμένων ἐσχά
τως, τῶν δὲ σκυλευομένων ἀναποδότως, καὶ αἰχμα
λωσίας τοσαύτης τε καὶ τοιαύτης χάριν ταύτα πράτ
τοι καὶ παρὰ γνώμην καὶ παρὰ θέλησιν· πολλὰ γὰρ
σπονδὰς καταπράττειν, καὶ μόλις τὰς ἐκ τῶν γάμων
συντακτικωτάτας οὗτας καὶ ἀσφαλεῖς, ὅσα μὴ μάχαι
καὶ πόλεμο; οὔμενουν κατεπράξαντο. Οὐ μὴν δ᾽ αὖ
εις καὶ νόμων ἐς ἅπαν ἐκτὸς, ὡς αὐτὸν οἴεσθαι,
πράττειν. Δῆλον γὰρ εἶναι καὶ κανότι καὶ νόμοις
προστεταγμένον, μὴ ἂν ἐκχωρεῖσθαι τὸν νόμιμον
ἀγαγόμενον ταύτην μὲν ἀφεῖναι παρὰ μηδεμίαν αί
τίαν εύλογον, συμπλέκεσθαι δ' ἄλλῃ· εἰ δέ τις τολ
μώῃ, αἰτίαν μὲν μοιχείας ἀποίσεσθαι τὴν τολμώντα,
τὴν δὲ συνοίκησιν εἶναι παράνομον, ὥστε τῆς πρώ
της Αθετημένης καὶ ζώσης, ὁπόσας το ντεῦθεν ἡγά
γετο, μὴ ἐγκεκριμένας τοῖς νόμοις μηδ' ἐν γυναιξί
νομίμοις τάττεσθαι. • Η οὐ ταῦθ' οὕτω καὶ ἐν
ἡμῖν ἔχει;» Φησὶν ὁ κρατῶν, ο Πυνθάνου τοιγαρο
οὖν τῶν εἰδότων, καὶ πιστῶς μάνθανε ὡς οὐκ ἄ
λως ἡμῖν ἐγένετο καταδέξασθαι τὸ συνάλλαγμα, εἰ
μὴ καὶ ὅρκους τους πρέσβεις [Ρ. 203] προσαπητή
σαμεν βεβαιοῦν, ἢ μὴν καὶ ἔτι περιεῖναι τὴν νομι
μον ὅτε τῇ τοῦ Τερτερή συνεπλέκετο, καὶ ἄρτι μὴ
ζῆν ὅθ᾽ ἡμεῖς εἰς γαμβρὴν ἑτάττομεν, ὡς ἐντεῦθεν
PG 144:325τέως δὲ καὶ οὕτως ἐχόντων ἡμῶν τῆς ἀπολογίας ἡμῖν μὲν καὶ ταῦτα καὶ πλείω πράττειν ἀνάγκη πρὸς τὸ συμφέρον κοινόν, εἰ καὶ λυπήρ’ ἄττα ξυμπίπτοιεν, ὡς ἀλγεινὸν καὶ τόδε διαφερόντως· ὑμῖν δὲ προκείσθω καὶ αὖθις εἰς σκέψιν, καὶ ὃ δόξειεν ἂν μόνον μετ’ εὐλόγου τοῦ αἰτιάματος, συγχωρῶ γίνεσθαι. βασιλεῖ γὰρ εἶναι ἢ πατέρας ἑτέρους τῶν νόμων ἢ παῖδας ἄλλους Ῥωμαίων ἁπάντων οὐκ οἶμαι. ταῦτ’ ἔλεγε βασιλεύς, καὶ ἐδόκει πιθανά τε λέγων, καὶ τὰς γνώμας τῶν πολλῶν ἔπειθε. δεύτερον τὰ περί τε τοῦ ἅλατος καὶ σιδήρου καὶ χρυσολογιῶν ἑτέρων ἀπελογεῖτο, τὴν χρείαν προβαλλόμενος καὶ τὴν ἐπὶ τοῖς κοινοῖς ἀνάγκην, ὡς οὐδὲν τῶν δεόντων ἄνευ χρημάτων πεφυκὸς ὂν γίνεσθαι. μηδὲ γὰρ αὐτὸς χρυσὸν ἀγαπᾶν μηδ’ ἄργυρον τὸ παράπαν, εἰ μὴ βοηθοῖεν χρείαις ταῖς ὑπὲρ τῶν Ῥωμαίων. παρ’ ἣν αἰτίαν ἐκλελοιπότων χρημάτων καὶ ῥόγας συνήθως διδομένας παρακατέχεσθαι, καὶ προσεξευρίσκειν ἀνάγκη πόρους εἰς συλλογήν, ἵνα γοῦν καὶ κινοίμεθα ἔλεγεν.
τὴν μὲν συμβαίνειν εἶναι παράνομον, τὴν δ᾽ ἡμετέ- και προσεξευρίσκειν ἀνάγκη πόρους εἰς συλλογήν,
ραν, εἰ καὶ νηπίαν, ἀλλ᾽ οὖν ἔννομον. Καινοτομεί
σθαι δὲ καὶ χρόνον, ὡς οἴδατε, ἐπὶ τοῖς βασιλικοῖς
κήδεσι, φέρουσι καί τι συνοῖσον πάντως διὰ τὴν ἐκ
τῆς εἰρήνης κατάστασιν. Τέως δὲ καὶ οὕτως ἐχόν
των ἡμῶν τῆς ἀπολογίας ἡμῖν μὲν καὶ ταῦτα καὶ
πλείω πράττειν ἀνάγκη πρὸς τὸ συμφέρον κοινὸν, εἰ
καὶ λυπής ἅττα ξυμπίπτοιεν, ὡς ἀλγεινὸν καὶ τόδε
διαφερόντος· ὑμῖν δὲ προκείσθω καὶ αὖθις εἰς σκέ
ψιν, καὶ 8 δόξειεν ἂν μόνον μετ' εὐλόγου τοῦ αϊτιά
ματος, συγχωρώ γίνεσθαι. Βασιλεῖ γὰρ εἶναι ἢ πα
τέρας ἑτέρους τῶν νόμων ἢ παῖδας ἄλλους Ῥωμαίων
ἁπάντων οὐκ οἶμαι.» Ταῦτ' ἔλεγε βασιλεύς, καὶ
ἐδόκε: πιθανά τε λέγων, καὶ τὰς γνώμας τῶν πολλῶν
ἔπειθε. Δεύτερον τὰ περί τε τοῦ ἅλατος καὶ σιδήρου
καὶ χρυσολογιῶν ἑτέρων ἀπολογεῖτο, τὴν χρείαν προ
βαλλόμενος καὶ τὴν ἐπὶ τοῖς κοινοῖς ἀνάγκην, ὡς
οὐδὲν τῶν δεόντων ἄνευ χρημάτων πεφυκός ὃν γίνε
σθαι. Μηδὲ γὰρ αὐτὸς χρυσὸν ἀγαπᾷν μηδ' ἄργυρον
τὸ παράπαν, εἰ μὴ βοηθοίεν χρείαις ταῖς ὑπὲρ τῶν
Ρωμαίων. Παρ' ἣν αἰτίαν ἐκλελοιπότων χρημά
των καὶ ῥόγας συνήθως διδομένας παρακατέχεσθαι,
Ἵνα γοῦν καὶ κινοίμεθα, ἔλεγεν. Ἐπῆγε δὲ καὶ βα
σιλεῖς ἀρχαίους, καὶ μᾶλλον τὸν Ἰωάννην, ὁπόσην
τὴν ὑπὲρ τῶν χρημάτων εἶχε σπουδήν, ὡς ἐγκληθὲν
παρά των ὅτι χρήματα εἰσκομίσαντες οὐκ ἐξαπιναίως
παρὰ τῶν ἐν τῷ κοινῷ ταμιείῳ ἐχόντων τὴν ἐνοχὴν
προσδεχθείεν, ὀργὴν προστριβῆναι τοῖς μὴ παρευ
θὺς δεξαμένοις τότην, ὥστε καὶ ἑνὸς εἰς Λαζούς
φυγόντος θατέρῳ πληγὰς ἐκ προστάξεως ἐντεινάν
των συμβῆναι τῷ τότε ἡμερῶν ὀλίγων τεθνάναι.
Παρῆγε δὲ καὶ μάρτυρα τῶν λεγομένων τὸν τότε λο
γαριαστὴν τῆς αὐλῆς "Αγγελον. Οὗ καὶ παρευθύς
ἐπὶ τούτῳ οἰκοθεν εἰσκληθέντος, τὸ μὲν εἰσελθεῖν καὶ
αὐτὸν εἰπεῖν οὐκ ἐνεχώρει γίνεσθαι· ὀφφικίῳ γὰρ
τετιμημένων τῶν ἄλλων καθημένων ἐκεῖνον ἴστασθαι
οὐκ ἐδικαίου ὁ βασιλεὺς, καθέζεσθαι δὲ πάλιν εἰσιόν
τα παρακαίριον ἔδοξε. Διὸ δὴ καί γε τῷ συγγραφεί
τῶν τοιούτων, καὶ δευτέρῳ τῶν ἐκ τοῦ κλήρου καὶ
αὐτῷ τιμίων, παρὰ βασιλέως ὥριστο ἐξελθόντας
ἐρωτᾷν καὶ πυνθάνεσθαι τούτου περὶ ὧν ὁ βασιλεὺς
Ελεγε. Καὶ γέγονε ταῦτα, καὶ ἐμαρτυρεῖτο τὸ λεγό
μενον (Ρ. 204] ἀληθὲς, πλέον εἰπόντος ἐκείνου καὶ
ἐπῆγε δὲ καὶ βασιλεῖς ἀρχαίους, καὶ μᾶλλον τὸν Ἰωάννην, ὁπόσην τὴν ὑπὲρ τῶν χρημάτων εἶχε σπουδήν, ὡς ἐγκληθὲν παρά των ὅτι χρήματα εἰσκομίσαντες οὐκ ἐξαπιναίως παρὰ τῶν ἐν τῷ κοινῷ ταμιείῳ ἐχόντων τὴν ἐνοχὴν προσδεχθεῖεν, ὀργὴν προστριβῆναι τοῖς μὴ παρευθὺς δεξαμένοις τόσην, ὥστε καὶ ἑνὸς εἰς Λαζοὺς φυγόντος θατέρῳ πληγὰς ἐκ προστάξεως ἐντεινάντων συμβῆναι τῷ τότε ἡμερῶν ὀλίγων τεθνάναι. παρῆγε δὲ καὶ μάρτυρα τῶν λεγομένων τὸν τότε λογαριαστὴν τῆς αὐλῆς Ἄγγελον. οὗ καὶ παρευθὺς ἐπὶ τούτῳ οἴκοθεν εἰσκληθέντος, τὸ μὲν εἰσελθεῖν καὶ αὐτὸν εἰπεῖν οὐκ ἐνεχώρει γίνεσθαι· ὀφφικίῳ γὰρ τετιμημένον τῶν ἄλλων καθημένων ἐκεῖνον ἵστασθαι οὐκ ἐδικαίου ὁ βασιλεύς, καθέζεσθαι δὲ πάλιν εἰσιόντα παρακαίριον ἔδοξε. διὸ δὴ καί γε τῷ συγγραφεῖ τῶν τοιούτων, καὶ δευτέρῳ τῶν ἐκ τοῦ κλήρου καὶ αὐτῷ τιμίων, παρὰ βασιλέως ὥριστο ἐξελθόντας ἐρωτᾶν καὶ πυνθάνεσθαι τούτου περὶ ὧν ὁ βασιλεὺς ἔλεγε. καὶ γέγονε ταῦτα, καὶ ἐμαρτυρεῖτο τὸ λεγόμενον ἀληθές, πλέον εἰπόντος ἐκείνου καὶ τὸν τῶν ἡμερῶν ἀριθμὸν καί γε τὴν τοῦ θανάτου νόσον τῷ τελευτήσαντι·
τὴν μὲν συμβαίνειν εἶναι παράνομον, τὴν δ᾽ ἡμετέ- και προσεξευρίσκειν ἀνάγκη πόρους εἰς συλλογήν,
ραν, εἰ καὶ νηπίαν, ἀλλ᾽ οὖν ἔννομον. Καινοτομεί
σθαι δὲ καὶ χρόνον, ὡς οἴδατε, ἐπὶ τοῖς βασιλικοῖς
κήδεσι, φέρουσι καί τι συνοῖσον πάντως διὰ τὴν ἐκ
τῆς εἰρήνης κατάστασιν. Τέως δὲ καὶ οὕτως ἐχόν
των ἡμῶν τῆς ἀπολογίας ἡμῖν μὲν καὶ ταῦτα καὶ
πλείω πράττειν ἀνάγκη πρὸς τὸ συμφέρον κοινὸν, εἰ
καὶ λυπής ἅττα ξυμπίπτοιεν, ὡς ἀλγεινὸν καὶ τόδε
διαφερόντος· ὑμῖν δὲ προκείσθω καὶ αὖθις εἰς σκέ
ψιν, καὶ 8 δόξειεν ἂν μόνον μετ' εὐλόγου τοῦ αϊτιά
ματος, συγχωρώ γίνεσθαι. Βασιλεῖ γὰρ εἶναι ἢ πα
τέρας ἑτέρους τῶν νόμων ἢ παῖδας ἄλλους Ῥωμαίων
ἁπάντων οὐκ οἶμαι.» Ταῦτ' ἔλεγε βασιλεύς, καὶ
ἐδόκε: πιθανά τε λέγων, καὶ τὰς γνώμας τῶν πολλῶν
ἔπειθε. Δεύτερον τὰ περί τε τοῦ ἅλατος καὶ σιδήρου
καὶ χρυσολογιῶν ἑτέρων ἀπολογεῖτο, τὴν χρείαν προ
βαλλόμενος καὶ τὴν ἐπὶ τοῖς κοινοῖς ἀνάγκην, ὡς
οὐδὲν τῶν δεόντων ἄνευ χρημάτων πεφυκός ὃν γίνε
σθαι. Μηδὲ γὰρ αὐτὸς χρυσὸν ἀγαπᾷν μηδ' ἄργυρον
τὸ παράπαν, εἰ μὴ βοηθοίεν χρείαις ταῖς ὑπὲρ τῶν
Ρωμαίων. Παρ' ἣν αἰτίαν ἐκλελοιπότων χρημά
των καὶ ῥόγας συνήθως διδομένας παρακατέχεσθαι,
Ἵνα γοῦν καὶ κινοίμεθα, ἔλεγεν. Ἐπῆγε δὲ καὶ βα
σιλεῖς ἀρχαίους, καὶ μᾶλλον τὸν Ἰωάννην, ὁπόσην
τὴν ὑπὲρ τῶν χρημάτων εἶχε σπουδήν, ὡς ἐγκληθὲν
παρά των ὅτι χρήματα εἰσκομίσαντες οὐκ ἐξαπιναίως
παρὰ τῶν ἐν τῷ κοινῷ ταμιείῳ ἐχόντων τὴν ἐνοχὴν
προσδεχθείεν, ὀργὴν προστριβῆναι τοῖς μὴ παρευ
θὺς δεξαμένοις τότην, ὥστε καὶ ἑνὸς εἰς Λαζούς
φυγόντος θατέρῳ πληγὰς ἐκ προστάξεως ἐντεινάν
των συμβῆναι τῷ τότε ἡμερῶν ὀλίγων τεθνάναι.
Παρῆγε δὲ καὶ μάρτυρα τῶν λεγομένων τὸν τότε λο
γαριαστὴν τῆς αὐλῆς "Αγγελον. Οὗ καὶ παρευθύς
ἐπὶ τούτῳ οἰκοθεν εἰσκληθέντος, τὸ μὲν εἰσελθεῖν καὶ
αὐτὸν εἰπεῖν οὐκ ἐνεχώρει γίνεσθαι· ὀφφικίῳ γὰρ
τετιμημένων τῶν ἄλλων καθημένων ἐκεῖνον ἴστασθαι
οὐκ ἐδικαίου ὁ βασιλεὺς, καθέζεσθαι δὲ πάλιν εἰσιόν
τα παρακαίριον ἔδοξε. Διὸ δὴ καί γε τῷ συγγραφεί
τῶν τοιούτων, καὶ δευτέρῳ τῶν ἐκ τοῦ κλήρου καὶ
αὐτῷ τιμίων, παρὰ βασιλέως ὥριστο ἐξελθόντας
ἐρωτᾷν καὶ πυνθάνεσθαι τούτου περὶ ὧν ὁ βασιλεὺς
Ελεγε. Καὶ γέγονε ταῦτα, καὶ ἐμαρτυρεῖτο τὸ λεγό
μενον (Ρ. 204] ἀληθὲς, πλέον εἰπόντος ἐκείνου καὶ
PG 144:327τέσσαρας γὰρ ἡμέρας καὶ αἱμόρροιαν ἐπισυμβᾶσαν τῷ αἰκισμῷ τὴν τοῦ θανάτου αἰτίαν προσεμαρτύρει. ἧκε δ’ ὁ λόγος καὶ τῶν περὶ τῶν ἀναφορῶν, καὶ μεθ’ ὅτι πλεῖστα δὴ τὰ λεχθέντα, ἐφ’ οἷς ὁ βασιλεύων ἐδείκνυ τὸ πρὸς τὸν πατριάρχην συγκεχωρηκὸς ἐφ’ ἅπασι σχεδὸν ἢ τοῖς πλείστοις, διῄρει τὰ προσαναφερόμενα, καὶ ἄλλα μὲν ἐτίθει τὰ κατ’ ἀνάγκην προκείμενα, ἃ μηδ’ εἶναι δίκαιον παρορᾶσθαι διὰ τὴν κατὰ τὸ δίκαιον δυσωπίαν, ἄλλα δέ γε τὰ κατὰ χάριν προτεινόμενα εἴς γε λύσιν, ἐφ’ οἷς καὶ ὑπακούοντος μὲν χάριν εἶναί οἱ, μὴ κατανεύοντος δὲ μὴ δοκεῖν δικαίως λυπεῖν τὸν ἀποτυγχάνοντα. συνάπτειν δὲ ταῦτα πατριάρχην, καὶ ἓν ἡγεῖσθαι τὰ τρόπον ὁρισμάτων Μυσῶν καὶ Λυδῶν διιστάμενα, καὶ διὰ τοῦτο λυπεῖσθαι εἰ ἔν τισιν ἀσυγκάταινος εἴη ὁ βασιλεύς, οὐκ ἔχειν τὸ εὔλογον ἰσχυρίζετο. τέως δὲ καὶ καθυπόσχεσιν ἐπενέγκας ὡς εὐμενῶς ἐντεῦθεν καὶ ἀκούοιτο καὶ συμπράξειε, διαλύειν τε τὴν λύπην ἠξίου καὶ μικροψυχίας πάσης ἀπαλλαγέντα τῆς τιμῆς ἔχεσθαι. ταῦτ’ οὖν ἐκεῖνος λιπαρῶς ἠξίου, καὶ τοὺς ἄλλους εἶχε ξυναξιοῦντάς τε καὶ συμπείθοντας.
τὸν τῶν ἡμερῶν ἀριθμὸν καί γε τὴν τοῦ θανάτου νό- τῆς τιμῆς ἔχεσθαι. Ταῦτ᾽ οὖν ἐκεῖνος λιπαρώς
σον τῷ τελευτήσαντι· τέσσαρας γὰρ ἡμέρας και
αἱμόρροιαν ἐπισυμβάσαν τῷ αἰκισμῷ τὴν τοῦ θανά
του σἰτίαν προσεμαρτύρει. "Ηκε δ' ὁ λόγος καὶ τῶν
περὶ τῶν ἀναφορῶν, καὶ μεθ᾽ ὅτι πλεῖστα δὴ τὰ λεχ
θέντα, ἐφ᾽ οἷς ὁ βασιλεύων ἐδείκνυ τὸ πρὸς τὸν πα
τριαρχὴν συγκεχωρηκὸς ἐφ᾽ ἅπασι σχεδὸν ἢ τοῖς
πλείστοις, διῄρει τὰ προσαναφερόμενα, καὶ ἄλλα μὲν
ἐτίθει τὰ κατ' ἀνάγκην προκείμενα, & μηδ' είναι δια
καιον παρομᾶσθαι διὰ τὴν κατὰ τὸ δίκαιον δυσωπίαν,
ἄλλα δέ γε τὰ κατὰ χάριν προτεινόμενα είς γε λύσιν,
ἐφ᾽ οἷς καὶ ὑπακούοντος μὲν χάριν εἶναί οἱ, μὴ κατα
νεύοντος δὲ μὴ δοκεῖν δικαίως λυπεῖν τὸν ἀποτυγχά
νοντα. Συνάπτειν δὲ ταῦτα πατριάρχην, καὶ ἐν ἡγεῖσθαι
τὰ τρόπον ὁρισμάτων Μυσῶν καὶ Λυδών διιστάμενα,
καὶ διὰ τοῦτο λυπεῖσθαι εἰ ἔν τισιν ἀσυγκάταινος εἴη
ὁ βασιλεὺς οὐκ ἔχειν τὸ εὔλογον ισχυρίζετο. Τέως
δὲ καὶ καθυπόσχεσιν ἐπενέγκας ὡς εὐμενῶς ἐντεῦ
θεν καὶ ἀκούοιτο καὶ συμπράξεις, διαλύειν τε τὴν
λύπην ἠξίου καὶ μικροψυχίας πάσης ἀπαλλαγέντα
Αξίου, καὶ τοὺς ἄλλους εἶχε ξυναξιοῦντάς τε καὶ
συμπείθοντας. Κάντεῦθεν ὁ γηραιός ἐκεῖνος μαλα
κισθεὶς (ἦν γὰρ ταῖς ἀληθείαις καὶ τὴν γνώμην εύ
ένδοτος), παροτρυνθεὶς εἰς τοῦτο καὶ παρὰ τῶν
ἰδίων κατανεύει, καὶ βασιλεῖ ἀξιοῦντι πείθεται, καὶ
καθυπισχνεῖται αὐτίκα ἐκεῖ μόνον μείναντα ὑπ' αὐτ
γὰς τὰς πρώτας τὸ πατριαρχεῖον καταλαβεῖν. Γέ
γονε τοῦτο, καὶ ἡ τῆς Ὑπαπαντῆς ἑορτὴ τὸν πατρι
ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας ὁρᾷ.
τ'. Περὶ τῶν κατὰ τὸν Ἐφέσου Ιωάννην.
'Αλλ᾿ οὐκ ἦν καὶ ἐσαῦθις τὴν τοῦ Τελχίνος Αρε
μεῖν φθόνον, [Ρ. 205] ἀλλ' ἔαρος ἐνστάντος ἐντεῦθεν
καὶ τῶν πασχαλίων διελθουσῶν ὁ περὶ τοῦ Ἐφέσου
Ιωάννου λόγος κινεῖται. Καὶ βασιλεὺς μὲν αὐτὸς
ὁμολογῶν εἰς αὐτὸν ἁμαρτείν, μηδὲ γὰρ εἶναι
ἄλλον τὴν καθαιρήσοντα, ἀλλὰ μόνον τὸ σφέτερον θέα
λημα διὰ τὸ ἐπὶ τοῦ Γρηγορίου σκάνδαλον, μὴ τοῖς
κἀντεῦθεν ὁ γηραιὸς ἐκεῖνος μαλακισθεὶς (ἦν γὰρ ταῖς ἀληθείαις καὶ τὴν γνώμην εὐένδοτος), παροτρυνθεὶς εἰς τοῦτο καὶ παρὰ τῶν ἰδίων κατανεύει, καὶ βασιλεῖ ἀξιοῦντι πείθεται, καὶ καθυπισχνεῖται αὐτίκα ἐκεῖ μόνον μείναντα ὑπ’ αὐγὰς τὰς πρώτας τὸ πατριαρχεῖον καταλαβεῖν. γέγονε τοῦτο, καὶ ἡ τῆς ὑπαπαντῆς ἑορτὴ τὸν πατριάρχην ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας ὁρᾷ. Ἀλλ’ οὐκ ἦν καὶ ἐσαῦθις τὸν τοῦ Τελχῖνος ἠρεμεῖν φθόνον, [] ἀλλ’ ἔαρος ἐνστάντος ἐντεῦθεν καὶ τῶν πασχαλίων διελθουσῶν ὁ περὶ τοῦ Ἐφέσου Ἰωάννου λόγος κινεῖται. καὶ βασιλεὺς μὲν αὐτὸς ὁμολογῶν εἰς αὐτὸν ἁμαρτεῖν, μηδὲ γὰρ εἶναι ἄλλον τὸν καθαιρήσοντα, ἀλλὰ μόνον τὸ σφέτερον θέλημα διὰ τὸ ἐπὶ τοῦ Γρηγορίου σκάνδαλον, μὴ τοῖς ἄλλοις κἀκείνου συμβαίνοντος ἐφ’ ᾧπερ ὁμολογεῖν εἶναι ἐκεῖνον παῤῥησίᾳ μηδὲν σφαλέντα ἐπὶ τοῖς δόγμασιν, ἔπειτα δὲ τὴν ἐκείνου παραίτησιν δέχεσθαι. καὶ διὰ τοῦτο ὑψίθρονον ὄντα βασιλεὺς ἐπίτηδες ὑπεχάλα καὶ τῇ κέλλῃ παρέβυεν. αὐτὸς γοῦν ἀναλαμβάνων τὴν τιμὴν ἐκείνῳ ἤθελεν ἀνορθοῦν, ἐκεῖνο διδοὺς ὃ καὶ ὠργισμένος προσαφῃρεῖτο, τὴν εὐμένειαν.
τὸν τῶν ἡμερῶν ἀριθμὸν καί γε τὴν τοῦ θανάτου νό- τῆς τιμῆς ἔχεσθαι. Ταῦτ᾽ οὖν ἐκεῖνος λιπαρώς
σον τῷ τελευτήσαντι· τέσσαρας γὰρ ἡμέρας και
αἱμόρροιαν ἐπισυμβάσαν τῷ αἰκισμῷ τὴν τοῦ θανά
του σἰτίαν προσεμαρτύρει. "Ηκε δ' ὁ λόγος καὶ τῶν
περὶ τῶν ἀναφορῶν, καὶ μεθ᾽ ὅτι πλεῖστα δὴ τὰ λεχ
θέντα, ἐφ᾽ οἷς ὁ βασιλεύων ἐδείκνυ τὸ πρὸς τὸν πα
τριαρχὴν συγκεχωρηκὸς ἐφ᾽ ἅπασι σχεδὸν ἢ τοῖς
πλείστοις, διῄρει τὰ προσαναφερόμενα, καὶ ἄλλα μὲν
ἐτίθει τὰ κατ' ἀνάγκην προκείμενα, & μηδ' είναι δια
καιον παρομᾶσθαι διὰ τὴν κατὰ τὸ δίκαιον δυσωπίαν,
ἄλλα δέ γε τὰ κατὰ χάριν προτεινόμενα είς γε λύσιν,
ἐφ᾽ οἷς καὶ ὑπακούοντος μὲν χάριν εἶναί οἱ, μὴ κατα
νεύοντος δὲ μὴ δοκεῖν δικαίως λυπεῖν τὸν ἀποτυγχά
νοντα. Συνάπτειν δὲ ταῦτα πατριάρχην, καὶ ἐν ἡγεῖσθαι
τὰ τρόπον ὁρισμάτων Μυσῶν καὶ Λυδών διιστάμενα,
καὶ διὰ τοῦτο λυπεῖσθαι εἰ ἔν τισιν ἀσυγκάταινος εἴη
ὁ βασιλεὺς οὐκ ἔχειν τὸ εὔλογον ισχυρίζετο. Τέως
δὲ καὶ καθυπόσχεσιν ἐπενέγκας ὡς εὐμενῶς ἐντεῦ
θεν καὶ ἀκούοιτο καὶ συμπράξεις, διαλύειν τε τὴν
λύπην ἠξίου καὶ μικροψυχίας πάσης ἀπαλλαγέντα
Αξίου, καὶ τοὺς ἄλλους εἶχε ξυναξιοῦντάς τε καὶ
συμπείθοντας. Κάντεῦθεν ὁ γηραιός ἐκεῖνος μαλα
κισθεὶς (ἦν γὰρ ταῖς ἀληθείαις καὶ τὴν γνώμην εύ
ένδοτος), παροτρυνθεὶς εἰς τοῦτο καὶ παρὰ τῶν
ἰδίων κατανεύει, καὶ βασιλεῖ ἀξιοῦντι πείθεται, καὶ
καθυπισχνεῖται αὐτίκα ἐκεῖ μόνον μείναντα ὑπ' αὐτ
γὰς τὰς πρώτας τὸ πατριαρχεῖον καταλαβεῖν. Γέ
γονε τοῦτο, καὶ ἡ τῆς Ὑπαπαντῆς ἑορτὴ τὸν πατρι
ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας ὁρᾷ.
τ'. Περὶ τῶν κατὰ τὸν Ἐφέσου Ιωάννην.
'Αλλ᾿ οὐκ ἦν καὶ ἐσαῦθις τὴν τοῦ Τελχίνος Αρε
μεῖν φθόνον, [Ρ. 205] ἀλλ' ἔαρος ἐνστάντος ἐντεῦθεν
καὶ τῶν πασχαλίων διελθουσῶν ὁ περὶ τοῦ Ἐφέσου
Ιωάννου λόγος κινεῖται. Καὶ βασιλεὺς μὲν αὐτὸς
ὁμολογῶν εἰς αὐτὸν ἁμαρτείν, μηδὲ γὰρ εἶναι
ἄλλον τὴν καθαιρήσοντα, ἀλλὰ μόνον τὸ σφέτερον θέα
λημα διὰ τὸ ἐπὶ τοῦ Γρηγορίου σκάνδαλον, μὴ τοῖς
ἀρχιερεῖς δέ, πλὴν τοῦ Φιλαδελφείας καὶ τοῦ Σμύρνης, οὐκ οἶδα εἰ καὶ τρίτου ἑτέρου, βασιλέως λύοντος τὴν ὀργὴν ἐπὶ τῆς οἰκείας ἔκρινον ἔχειν ἐκεῖνον τιμῆς, τό τε δίκαιον δυσωπούμενοι, καὶ ἀνδρὸς ὄντος ἐκείνου τὴν ἀρετὴν καὶ τὸν λόγον οὐχ ἥκιστα ἱκανοῦ καὶ χρειώδους ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας τὰ μέγιστα· μηδὲ γὰρ ὅλως ἰσχῦσαι τὰ κατ’ ἐκείνου ἐπ’ Ἀθανασίου πατριαρχοῦντος κεκινημένα, ἀλλ’ ἡμιτέλεστον μεῖναι τὴν κρίσιν διὰ τὴν τῶν ἀρχιερέων ἐπὶ τοῖς ἀνισχύρως κινουμένοις ἀμφιγνωμόνησιν. καὶ οἱ μὲν οὕτως ἐδικαίουν τὸν ἄνδρα, πατριάρχης δὲ καὶ ὁ Φιλαδελφείας (ὁ γὰρ τρίτος ὁ Σμύρνης ἐγκλήματι καθοσιώσεως ὑπαχθεὶς ὡς εὐλογήσας τὸν ΜαλάκηνΜαλάκης δ’ ἦν ὁ ἐπὶ τοῦ Φιλανθρωπηνοῦ τὴν Σμύρνην ἐκείνῳ κατέχων, ὃς δὴ καὶ πεφόνευτο ὕστερονἐκινδύνευε καὶ ἀργὸς ἦν) τέως ἄμφω πατριάρχης τε καὶ ὁ Φιλαδελφείας ἀντέτεινον, καὶ ἕν τι τῶν ἀδυνάτων εἶχον τὸν Ἰωάννην ἀποκαθιστᾶν. ὅθεν καὶ μεταξὺ τούτων μεγίστη φιλονεικία ἤρξατο ἀναφύεσθαι, ὥστε καὶ ἀπειρηκότα τὸν πατριάρχην ἀποχωρῆσαι καὶ πάλιν εἰς τὴν τῆς Παμμακαρίστου μονὴν τὸν τῆς συνόδου ὄχλον εἰς τοῦτο.
τὸν τῶν ἡμερῶν ἀριθμὸν καί γε τὴν τοῦ θανάτου νό- τῆς τιμῆς ἔχεσθαι. Ταῦτ᾽ οὖν ἐκεῖνος λιπαρώς
σον τῷ τελευτήσαντι· τέσσαρας γὰρ ἡμέρας και
αἱμόρροιαν ἐπισυμβάσαν τῷ αἰκισμῷ τὴν τοῦ θανά
του σἰτίαν προσεμαρτύρει. "Ηκε δ' ὁ λόγος καὶ τῶν
περὶ τῶν ἀναφορῶν, καὶ μεθ᾽ ὅτι πλεῖστα δὴ τὰ λεχ
θέντα, ἐφ᾽ οἷς ὁ βασιλεύων ἐδείκνυ τὸ πρὸς τὸν πα
τριαρχὴν συγκεχωρηκὸς ἐφ᾽ ἅπασι σχεδὸν ἢ τοῖς
πλείστοις, διῄρει τὰ προσαναφερόμενα, καὶ ἄλλα μὲν
ἐτίθει τὰ κατ' ἀνάγκην προκείμενα, & μηδ' είναι δια
καιον παρομᾶσθαι διὰ τὴν κατὰ τὸ δίκαιον δυσωπίαν,
ἄλλα δέ γε τὰ κατὰ χάριν προτεινόμενα είς γε λύσιν,
ἐφ᾽ οἷς καὶ ὑπακούοντος μὲν χάριν εἶναί οἱ, μὴ κατα
νεύοντος δὲ μὴ δοκεῖν δικαίως λυπεῖν τὸν ἀποτυγχά
νοντα. Συνάπτειν δὲ ταῦτα πατριάρχην, καὶ ἐν ἡγεῖσθαι
τὰ τρόπον ὁρισμάτων Μυσῶν καὶ Λυδών διιστάμενα,
καὶ διὰ τοῦτο λυπεῖσθαι εἰ ἔν τισιν ἀσυγκάταινος εἴη
ὁ βασιλεὺς οὐκ ἔχειν τὸ εὔλογον ισχυρίζετο. Τέως
δὲ καὶ καθυπόσχεσιν ἐπενέγκας ὡς εὐμενῶς ἐντεῦ
θεν καὶ ἀκούοιτο καὶ συμπράξεις, διαλύειν τε τὴν
λύπην ἠξίου καὶ μικροψυχίας πάσης ἀπαλλαγέντα
Αξίου, καὶ τοὺς ἄλλους εἶχε ξυναξιοῦντάς τε καὶ
συμπείθοντας. Κάντεῦθεν ὁ γηραιός ἐκεῖνος μαλα
κισθεὶς (ἦν γὰρ ταῖς ἀληθείαις καὶ τὴν γνώμην εύ
ένδοτος), παροτρυνθεὶς εἰς τοῦτο καὶ παρὰ τῶν
ἰδίων κατανεύει, καὶ βασιλεῖ ἀξιοῦντι πείθεται, καὶ
καθυπισχνεῖται αὐτίκα ἐκεῖ μόνον μείναντα ὑπ' αὐτ
γὰς τὰς πρώτας τὸ πατριαρχεῖον καταλαβεῖν. Γέ
γονε τοῦτο, καὶ ἡ τῆς Ὑπαπαντῆς ἑορτὴ τὸν πατρι
ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας ὁρᾷ.
τ'. Περὶ τῶν κατὰ τὸν Ἐφέσου Ιωάννην.
'Αλλ᾿ οὐκ ἦν καὶ ἐσαῦθις τὴν τοῦ Τελχίνος Αρε
μεῖν φθόνον, [Ρ. 205] ἀλλ' ἔαρος ἐνστάντος ἐντεῦθεν
καὶ τῶν πασχαλίων διελθουσῶν ὁ περὶ τοῦ Ἐφέσου
Ιωάννου λόγος κινεῖται. Καὶ βασιλεὺς μὲν αὐτὸς
ὁμολογῶν εἰς αὐτὸν ἁμαρτείν, μηδὲ γὰρ εἶναι
ἄλλον τὴν καθαιρήσοντα, ἀλλὰ μόνον τὸ σφέτερον θέα
λημα διὰ τὸ ἐπὶ τοῦ Γρηγορίου σκάνδαλον, μὴ τοῖς
PG 144:329ὁ γὰρ βασιλεὺς μαλακῶς ἀντείχετο καὶ πατριάρχην κατὰ τὸ εἰκὸς ἐφυλάττετο, ὡς εἶχεν ἀποκρουόμενος. 11. Ἐκείνου γοῦν ἰδιάσαντος καί γε τὴν θύραν ἀποκεκλεικότος τοῦ μή τινα εἰσιέναι τῶν ἔξωθεν κατὰ χρείαν δῆθεν ἀναφορᾶς ἢ καὶ κρίσεως, οἱ ἀμφιγνωμονοῦντες ἐκείνῳ ἀρχιερεῖς δόξαντές τι ποιεῖν ἱκανὸν ἐπ’ ἐκεῖνον, καὶ τοῦ Ἐφέσου συνεργοῦντος σφίσι πλαγίως, τόμον συντάττουσι μέμψεως καὶ βασιλεῖ ἐγχειρίζουσι, τὴν βασιλέως ἐντεῦθεν ὑποχαλᾶν καὶ ἐκλύειν πρὸς ἐκεῖνον πειρῶντες διάθεσιν. αἱ δὲ μέμψεις, ὅτι εὐταξίας ἀπαιτουμένης, εἴπερ ἐν ἄλλοις, κἀν τοῖς τῆς ἐκκλησίας πράγμασι (ταύτην γὰρ καὶ τοὺς πατέρας διὰ τῶν οἰκείων συνιστᾶν κανόνων), κατ’ οὐδὲν ὅλως τῷ πατριαρχεύοντι μεμέληκε ταύτης. κρίσεις μὲν γὰρ ἃς αὐτοὶ συνοδικῶς ἀποκαθιστῶσιν, ἐκεῖνος μόνος ἐξαλλάττει, καὶ δι’ οἰκείας γραφῆς τὰ τοῖς δόξασιν ἐναντία διακελεύεται, καὶ ἐκκλησίας κεχηρωμένας τῶν προεστώτων, αὐτὸς ἐξεπίτηδες τὰς ἐπ’ ἐκείνας ψήφους ὑπερτιθέμενος, πέμπων σφετερίζεται τἀκείνων, καὶ τὰ μὲν ὡς βούλεται διατίθεται, τὰ δὲ καὶ δίδωσι τοῖς ἐπ’ ἐκείνοις καταστᾶσι.
ἄλλοις κἀκείνου συμβαίνοντος ἐφ᾽ ᾧπερ ὁμολογεῖν καὶ ἔν τι τῶν ἀδυνάτων εἶχον τὸν Ἰωάννην ἀποκαθι
εἶναι ἐκεῖνον παρρησίᾳ μηδὲν σφαλέντα ἐπὶ τοῖς δόγ
μασιν, ἔπειτα δὲ τὴν ἐκείνου παραίτησιν δέχεσθαι.
Καὶ διὰ τοῦτο ὑψίθρονον ὄντα βασιλεὺς ἐπίτηδες
ὑπεχάλα καὶ τῇ κέλλῃ παρέβυεν. Αὐτὸς γοῦν ἀνα
λαμβάνων τὴν τιμὴν ἐκείνῳ ἤθελεν ἀνορθοῦν, ἐκεῖνο
διδοὺς δ καὶ ὠργισμένος προσαφῃρεῖτο, τὴν εὐμέ
νειαν. ᾿Αρχιερεῖς δὲ, πλὴν τοῦ Φιλαδελφείας καὶ τοῦ
Σμύρνης, οὐκ οἶδα εἰ καὶ τρίτου ἑτέρου, βασιλέως
λύοντος τὴν ὀργὴν ἐπὶ τῆς οἰκείας ἔκρινον ἔχειν ἐκεῖ
τον τιμῆς. [Ρ 206] τό τε δίκαιον δυσωπούμενοι, καὶ
ἀνδρὸς ὄντος ἐκείνου τὴν ἀρετὴν καὶ τὸν λόγον οὐχ
ἥκιστα ἱκανοῦ καὶ χρειώδους ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας τὰ
μέγιστα· μηδὲ γὰρ ὅλως ἰσχῦσαι τὰ κατ' ἐκείνου
ἐπ' Ἀθανασίου πατριαρχοῦντος κεκινημένα, ἀλλ'
ἡμιτέλεστον μεἶναι τὴν χρίσιν διὰ τὴν τῶν ἀρχιερέων
ἐπὶ τοῖς ἐνισχύρως κινουμένοις ἀμφιγνωμόνησιν.
Καὶ οἱ μὲν οὕτως ἐδικαίουν τὸν ἄνδρα, πατριάρχης
δὲ καὶ ὁ Φιλαδελφείας (δ γὰρ τρίτος ὁ Σμύρνης ἐγε
κλήματι καθοσιώσεως ὑπαχθεὶς ὡς εὐλογήσας τὴν
Μαλάκην - Μαλάκης δ᾽ ἦν ὁ ἐπὶ τοῦ Φιλανθρωπη
τοῦ τὴν Σμύρνην ἐκείνῳ κατέχων, δς δὴ καὶ περό
νευτο ὕστερον — ἐκινδύνευε καὶ ἀργὸς ἦν) τέως ἄμ
φω πατριάρχης τε καὶ ὁ Φιλαδελφείας αντέτεινον,
σταν. Οθεν καὶ μεταξύ τούτων μεγίστη φιλονεικία
ἤρξατο ἀναφύεσθαι, ὥστε καὶ ἀπειρηκότα τὴν πα
τριάρχην ἀποχωρῆσαι καὶ πάλιν εἰς τὴν τῆς
Παμμακαρίστου μονὴν τὸν τῆς συνόδου ὄχλον εἰς
τοῦτο. Ο γὰρ βασιλεὺς μαλακῶς ἀντείχετο καὶ πα
τριάρχην κατὰ τὸ εἰκὸς ἐφυλάττετο, ὡς εἶχεν ἀπο
κρουόμενος.
ια΄. Περὶ τῶν κατὰ τοῦ πατριάρχου κατηγοριών
τῶν ἀρχιερέων.
Ἐκείνου γοῦν ἰδιάσαντος καί γε τὴν θύραν ἀποκε
κλεικότος τοῦ μή τινα εἰσιέναι τῶν ἔξωθεν κατά
χρείαν δῆθεν ἀναφορᾶς ἢ καὶ κρίσεως, οἱ ἀμφιγνω
μονοῦντες ἐκείνῳ ἀρχιερεῖς δόξαντες τι ποιεῖν ἱκανὸν
ἐπ' ἐκεῖνον, καὶ τοῦ Ἐφέσου συνεργοῦντος σφίσι
πλαγίως, τόμον συντάττουσι μέμψεως καὶ βασιλεῖ
έγχειρίζουσι, τὴν βασιλέως ἐντεῦθεν ὑποχαλᾷν καὶ
ἐκλύειν πρὸς ἐκεῖνον πειρῶντες διάθεσιν. Αἱ δὲ μέμ
ψεις, ὅτι ευταξίας ἀπαιτουμένης, εἴπερ ἐν ἄλλοις,
κὰν τοῖς τῆς Ἐκκλησίας πράγμασι (ταύτην γὰρ καὶ
τοὺς Πατέρας διὰ τῶν οἰκείων συνιστῶν κανόνων),
207] κατ' οὐδὲν ὅλως τῷ πατριαρχεύοντι μεμέ
ληκε ταύτης. Κρίσεις μὲν γὰρ ἂς αὐτοὶ συνοδικῶς
PG 144:331τὰ δέ γε τῆς οἰκείας ἐκκλησίας τῷ σφετέρῳ υἱεῖ ἐγχειρίσας Ἐφραὶμ ὕλην δίδωσι τούτῳ κακίας τοῖς ἐκεῖθεν λήμμασι, μὴ οἰκονόμον κατὰ τὸ σύνηθες καθιστῶν, παρ’ οὗ δὴ καὶ τὰ τῆς ἐκκλησίας διεξάγοιτ’ ἂν πράγματα. καὶ πόλλ’ ἄττα τοιαῦτα γράφοντες ὑπαίτιον δεικνύειν ἤθελον τὸν τέως σφᾶς ἀποπροσποιούμενον. ταῦτα βασιλεῖ δεξαμένῳ τὸ πολὺ ἐπῄει καθυφιέναι τῆς διαθέσεως, οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ ἀπολύειν παντάπασιν ἔγνω, ἀλλ’ ἐκείνῳ μὲν ὑφιέναι καὶ ἐνδιδόναι, ἤν πως ἀνακάμπτειν βούλοιτο, μὴ μέντοι γε ὡς τὰ πρῶτα λιπαρῶς ἀξιοῦν καὶ καταναγκάζειν· ἢν δ’ ἐπανήκοι, δέχεσθαί τε καί οἱ τοὺς ἀρχιερεῖς ὁμονοεῖν πείθειν ἅμα καὶ τῷ τὰ αἰτιάματα θεραπεύειν κελεύειν. τὰ γὰρ τοῦ Ἀθανασίου κέντρα τὴν οὐλὴν ὑπέκνιζε· μηδὲ γὰρ ἔχειν ὅλως αὐτὸν εἰρηνεύειν καὶ τὰς ἀρὰς λύειν, ἃς οὕτως ἐμπερισκέπτως καθίστη καὶ φρικτῶς ἀφώριζε, μὴ τὸν θρόνον καὶ αὖθις ἀπολαβόντα, καὶ ταῦτα μηδὲ τῷ παρ’ αὐτοῦ τῆς λύσεως γράμματι τὸ ἅγιος προστιθέντα κατὰ τὸ σύνηθες τῷ τοῦ βασιλέως ὀνόματι, ὅτι οὐδ’ ἐκεῖνος ἠρέμει ἐν τοιούτοις καιροῖς τοῦ σκανδάλου, ἀλλὰ τὰς θύρας ὑπανοιγνὺς τῆς μονῆς πολλοῖς ἐπήρκει πενομένοις ἐκ τῶν τυχόντων.
ἀποκαθιστῶσιν, ἐκεῖνος μόνο; ἐξαλλάττει, καὶ δι' κάνειν ἦν δ' ἐπανήκοι, δέχεσθαί τε καί οἱ τοὺς ἀρ
οἰκείας γραφῆς τὰ τοῖς δόξασιν ἐναντία διακελεύεται,
καὶ ἐκκλησίας κεχηρωμένας τῶν προεστώτων, αὐτ
τὸς ἐξεπίτηδες τὰς ἐπ' ἐκείνας ψήφους ὑπερτιθέμεν
νος, πέμπων σφετερίζεται τακείνων, καὶ τὰ μὲν ὡς
βούλεται διατίθεται, τὰ δὲ καὶ δίδωσι τοῖς ἐπ᾿ ἐκεί
νοις καταστᾶσι. Τὰ δέ γε τῆς οἰκείας ἐκκλησίας τῷ
σφετέρῳ υἱεῖ ἐγχειρίσας Εφραίμ ὕλην δίδωσι τούτῳ
κακίας τοῖς ἐκεῖθεν λήμμασι, μὴ οἰκονόμον κατὰ τὸ
σύνηθες καθιστῶν, παρ' οὗ δὴ καὶ τὰ τῆς Ἐκκλη
σίας διεξάγοιτ' ἂν πράγματα. Καὶ πόλλ᾽ ἄττα τοιαῦτα
γράφοντες ὑπαίτιον δεικνύειν ήθελον τὸν τέως σφᾶς
ἀποπροσποιούμενον. Ταῦτα βασιλεῖ δεξαμένῳ τὸ πολύ
ἐπῄει καθυφιέναι της διαθέσεως, οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ
ἀπολύειν παντάπασιν ἔγνω, ἀλλ' ἐκείνῳ μὲν ὑφιέναι
καὶ ἐνδιδόναι, ἣν πως ἀνακάμπτειν βούλοιτο, μὴ
μέντοι γε ὡς τὰ πρῶτα λιπαρῶς ἀξιοῦν καὶ καταναγ
χιερεῖς ὁμονοεῖν πείθειν ἅμα καὶ τῷ τὰ αιτιάματα
θεραπεύειν κελεύειν. Τὰ γὰρ τοῦ ᾿Αθανασίου κέντρα
τὴν οὐλὴν ὑπέκνιζε· μηδὲ γὰρ ἔχειν ὅλως αὐτὸν
εἰρηνεύειν καὶ τὰς ἀρὰς λύειν, ἃς οὕτως έμπει
ρισκέπτως καθίστη καὶ φρικτῶς ἀφώριζε, μὴ τὸν
θρόνον καὶ αὖθις ἀπολαβόντα, καὶ ταῦτα μηδὲ τῷ
παρ' αὐτοῦ τῆς λύσεως γράμματι τὸ ἅγιος προστι
θέντα κατὰ τὸ σύνηθες τῷ τοῦ βασιλέως ονόματι,
ὅτι οὐδ' ἐκεῖνος ἠρέμει ἐν τοιούτοις καιροῖς τοῦ σκαν
δάλου, ἀλλὰ τὰς θύρας ὑπανοιγνὺς τῆς μονῆς πολλαῖς
ἐπήρκει πενομένοις ἐκ τῶν τυχόντων. 'Ην δὲ ἅμα
ταῦτα τοῦ μέλλοντος προκεντήματα, καὶ ἡ παλίμ
πους. ἐφήδρευε δίκη μηδὲν ἐπαίουσι. Τότε δ᾽ ἦν
ταῦτα, οὐ μὴν δὲ καὶ ἐ; ἅπαν τῷ πατριάρχῃ ἡγνό το
τὰ τοῖς ἀρχιερεῦσι πραττόμενα. Διὰ ταῦτα καὶ τὰ
τῆς τιμῆς περιποιούμενος ἑαυτῷ αὐθορμήτως ἔγνω
ΠΟΣ
PG 144:335ἦν δὲ ἄρα ταῦτα τοῦ μέλλοντος προκεντήματα, καὶ ἡ παλίμπους ἐφήδρευε δίκη μηδὲν ἐπαί̈ουσι. τότε δ’ ἦν ταῦτα, οὐ μὴν δὲ καὶ ἐς ἅπαν τῷ πατριάρχῃ ἠγνόητο τὰ τοῖς ἀρχιερεῦσι πραττόμενα. διὰ ταῦτα καὶ τὰ τῆς τιμῆς περιποιούμενος ἑαυτῷ αὐθορμήτως ἔγνω πρὸς βασιλέα παραγίνεσθαι, καὶ προσώπῳ γνησίῳ ἐντυγχάνοντα εὐμενίζειν τῷ αἰδῶ προσβαλεῖν. [] ταῦτα διανοηθεὶς ἐπιβὰς ἵππου πρὸς ἑσπέραν εἰκοστῆς πέμπτης μηνὸς Ἐλαφηβολιῶνος βασιλεῖ πρόσεισιν. ὁ δὲ καὶ δέχεται τοῦτον ἀσμένως, καὶ τὴν κεφαλὴν ὑποκλίνει πρὸς εὐλογίαν, καὶ καιρὸν οἰηθεὶς ἐκεῖνον εἶναι τῆς σφῶν καὶ ἀμφοτέρων πρὸς τὴν τῶν Παλαιολόγων μονὴν ἀφίξεως τῆς ἑορτῆς ἕνεκα, συμπαραλαβών, συνέρχονται καὶ ἀμφότεροι.
μηδὲ γὰρ εἰς συνοῖσον τῷ γένει τούτων γενέσθαι υποδεξαμένων. Ημῖν δ' ἐφεξῆς ἐκτέον τῆς ἱστορίας.
τὴν πράξιν, ἀλλ' ἀνάγκην είναι μεγάλου τινὸς τῶν
κατ' 'Αλεξάνδρειαν καὶ ἱκανὴν συγγένειαν ἔχοντος
ζητηθῆναι τὸν φόνον τούτου ἀπὸ τῶν ἐκεῖ καταιρόν
των τῆς αὐτῶν φύτλης, οἳ δὴ κατὰ χρείαν εμπορείας
τοῖς κατ' Αίγυπτον τόποις ἐφίστασθαι μέλλοιεν.
Ταῦτ᾽ εἰπὼν ἔδοξε πιθανὸς, καὶ τὸ χείριστον ἐκεῖνο
σκέμμα ὡς ἀράχνης ἱστὸς διελύετο. Διωρίαν οὖν
ἡμερῶν τῷ πατριάρχῃ διδοῦσι τῆς χώρας ἐξελθεῖν,
μεθ᾽ ἂς εἰ ἐπιμείνοι, δέχεσθαι τὸν κίνδυνον ἐδικαίουν.
ὡς δ᾽ οὐδὲν ὑφίστατο οὐδὲ τὴν ἐγγύην ἐδίδου, εἰς
δέκα πάσας τὰς ἡμέρας περιιστῶσι καὶ ἀπολύουσιν.
[Ρ. 416] 'Αλλ' οὕτως ἀλύουσι τούτοις, ἐπεὶ πρὸς
ταῖς Θήβαις ἦσαν, μαθὼν ὁ τοῦ τόπου ἄρχων καὶ
μέγας οὕτως φημιζόμενος κύριος κακὸν ἀπάντημα
γίνεται· κατασχών γὰρ εἱρκταῖς παραδίδωσι ταῖς
ἀσφαλεστάταις, καὶ τιμῆς δισχιλίων νομισμάτων
ἐβούλετο ἀποδόσθαι. Ὕστερον δὲ μετὰ καιρὸν χρη
σίμου φανέντος τοῦ πατριάρχου τῷ κατέχοντι νοση
λευομένῳ, ἐλευθερία τοῖς κατακλείστοις δίδοται.
Καὶ περὶ τὸν ᾿Αλμυρὸν δεχθέντες ἐκεῖ που καὶ κατα
εσκήνουν, εὐμενῶς τῶν τοῦ τόπου κυρίων αὐτοὺς
ιζ. Περὶ τοῦ μοναχοῦ ᾿Ιλαρίωνος.
Μοναχός τις Ιλαρίων, νέος ὧν καὶ κατὰ τὴν τῆς
Περιβλέπτου μονὴν ἀνασκῶν, ἐπεὶ κατὰ Ἑλεγμούς
ἐγεγόνει πεμφθεὶς ἐπὶ ταῖς τῆς μονῆς χρείαις (ην
γὰρ τὴ κτῆμα τοῖς ἐκείνων μετοχίοις αρμόζον) όση
μέραι τε τὰς ἐκεῖθεν ἐκστρατείας ἑώρα Περσῶν, ὡς
πάντα μὲν τὰ ἐκεῖ ληίζεσθαι, ἐπιχρᾶν δὲ καὶ τοῖς
κατ' Ἔλεγμούς, καὶ τολμητίας ὧν ἄλλω; καὶ ἐμπει
ρίαις πολεμικαῖς οὐκ ἀπᾴδων, τὴν ἐκεῖσε συλλέγων
λαὸν καὶ προσβάλλων τοῖς ἐπιοῦσι Πέρσας κακῶς
διετίθει καὶ τὸν τόπον πολυωρῶν οὐκ ἀνίει. Αλλ' ή
πολιτεία εὐθὺς καὶ ἡ ὀφειλομένη σεμνότης καὶ ἡ
κατ' ἀρετήν οἱ κυρία καὶ μόνωσις πρῶτον μὲν τὸν
αὐτοῦ καθηγούμενον, μετέπειτα δὲ καὶ πατριάρχην
πείθει μαθόντα ἐμβριθῶς καὶ δι' ἐπιτιμημάτων σφο
δρῶν ἀπείργειν τῆς πείρας τὸν μοναχόν. 'Αλλ' ἐπεὶ
καὶ προστιμᾶν ἐδέδοκτο τοῖς μεγίστοις διὰ τὸ τόλο
μημα, γνούς ἐκεῖνος βασιλεῖ προστρέχει. Ο δὲ καὶ
δέχεται καὶ τὰ καθ᾿ ἑαυτὸν διακυβερνᾷ, οὐ μὴν δὲ
καὶ τὸν πατριάρχην ἐκείνῳ 417] εἶχεν ἐξευμενί
PG 144:337εἶτ’ ἐκεῖθεν, ἐπεὶ τρίτη τῆς ἑβδομάδος ἦν καί γ’ ἐξ ἀνάγκης ἐκ πολλοῦ τῷ βασιλεῖ ἦν τῇ τῶν Ὁδηγῶν μονῇ κατὰ ταύτην τὴν ἡμέραν παραβάλλειν προσκυνήσεως ἕνεκα, συνιόντες ἅμα, αὐτὸς μὲν τὴν ἀναγκαίαν ὁδὸν ἐξήνυεν, πατριάρχης δὲ τὸ πατριαρχεῖον καταλαμβάνει, διαδοθέντος λόγου, ὡς καὶ αὐτὸς ὕστερον ἐν οἷς πρὸς βασιλέα ἔγραφε καὶ τοῦτ’ ἐδήλου, ὅτι καθήμενος μόνος ἰδίᾳ ὕπαρ σχεδόν, οὐκ ὄναρ, φωνῆς ἀκούοι παιδὸς ἐπιστάντος, ὡς ἔδοξεν, εἰ φιλεῖς με, Πέτρε, ποίμαινε τὰ ἀρνία μου. παρ’ ἣν αἰτίαν καὶ ἐλθεῖν αὐθωρὶ καὶ βεβαιοῦν ἔτι μὴ ἂν ἐξελθεῖν ἐντεῦθεν, εἴ τι καὶ γένοιτο. τότε δὴ καὶ τῶν ἀρχιερέων οἱ μὲν ἐδέχοντο τοῦτον, οἱ δ’ ἀφηνίαζον ἐπ’ αἰτίαις ταῖς οὐ τυχούσαις τιθέντες τὸ μὴ συμφωνεῖν ἐπὶ πολλοῖς σφίσιν ἐθέλειν τοῦτον, ἀλλ’ οἷον μένειν αὐτόνομον. ὑπεκρούοντο δὲ ταῦτα λέγοντες τὸ κατὰ τὸν Ἐφέσου Ἰωάννην τοῦ παντός γε μᾶλλον· μηδὲ γὰρ συμφωνεῖν ἐθέλειν, ὅ τι καὶ πράττοιεν, ὑπὲρ τούτου.
ιε΄. Περὶ τῆς ἐκλείψεως τῆς σελήνης δι' ὅλου. μενον, ὧν τὸ ὑπὲρ ἥμισυ μάχιμον ἦν, ἀπολυθὲν
211] Τοῦ δ᾽ αὐτοῦ ἔτους, μηνὸς ἐνεστῶτος
Ιαννουαρίου, ἂν οἱ τὸν Ασκρηθεν ποιητὴν ἐξηγού
μενοι Ληναιώνα κατ' Αθηναίους ἔλεγον, οὐκ ὀρθῶς,
οἶμαι, εἰ καὶ ἡμεῖς ἐν τοῖς καθ᾽ αὑτοὺς ἐποποιοῦντες
τῇ ἐκείνων ἠκολουθήκειμεν ἐξηγήσει (ἀκριβῶς γὰρ
᾿Αθηναίοι τὸν κατὰ Ῥωμαίους Ιαννουάριον Εκατομ
βαιώνα λέγουσι), κατὰ τοῦτον οὖν θεμέλιον πρῶτον
τῆς σελήνης ἐχούσης έκλειψις ταύτης ξυμπίπτει,
τῶν τῆς ἐπιστήμης ξυνετῶν τῷ βασιλεῖ προειπόντων.
Καὶ ἡμεῖς οὕτω πως ἐν τοῖς ἡμετέροις γεγράφαμενο
Μηνὶ δὲ Ληναίῳ πρώτη βάσις ἵστατο μήνης,
Η διχόμηνος έην, καὶ δὴ φθίνε καλὰ πρόσωπα,
Καὶ τότε νυκτὸς ἐνὶ τριτάτῃ σχεδὸν ἐσπερίηθεν
Λάμπ᾽ ἐπιδίφριος, αίφνης δὲ σκοτόεσσα τέτυκτο,
Αρξαμένη τὰ πρῶτ' ἐκλείπειν ἀντολίηθεν,
Μέσω ὅλη ἐξαπόλωλεν, ἐφ᾿ ὥρῃ μηδὲν ἐοῦσα.
Ωρης δὲ τρίτον ἔσθη. 'Ατὰρ ἀπήρχετο φώσκειν,
Καὶ πάλιν ἀντολίηθεν ἐς ὥρην έμπλεος πτο.
Τέρρα καὶ ἐς μετέωρα ειδώς τις ἔειπε,
Και
γε ἰδὼν θηήσατο, ὅς γε προμάνθαν᾿ ἀκούσας.
ις'. Περὶ τῶν προσχωρησάντων τῷ βασιλεῖ
'Αλαγών.
Ταῦτα μὲν τοῦ ἔτους ἐκείνου γεγόνει· 'Αλανῶν δὲ
μεγάθυμον ἔθνος ὡσεὶ δέκα καὶ ἓξ χιλιάδας ποσού
ώς
Νογᾶ καὶ τῆς ὑπ' ἐκείνῳ δουλείας ἐν πολέμῳ ἀπολω
λότος, ἐζήτουν προσχωρεῖν βασιλεῖ, καὶ τῷ ἀρχιερεῖ
προσελθόντες Βιτζίνης ἱκέτευον δι' αὐτοῦ βασιλέα
212] σφᾶς δέχεσθαι. Ενίσουν γοῦν καὶ δεινῶς
εἶχον τότε τὰ κατὰ ἀνατολὴν, καὶ τοῦ Βιτζίνης τὴν
σφῶν ἀγγέλλοντος ἱκετείαν ἔρμαιον ἐλογίζοντο ὡς
καιρόνδ᾽ ἐπιστάντων· αὐτοὺς γὰρ εἶναι καὶ τοὺς τῷ
Νογᾷ παρασπίζοντας, καὶ δι᾽ ὧν ἐκεῖνος τὰ μεγάλα
κατώρθου. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν σφῶν ἄφιξιν θεόθεν
τινὰ μηχανὴν ἡγοῦντο εὐκαίρως σχεδιασθεῖσαν εἰς
ἀρωγήν. Γράμματά τε παρ' αὐτοὺς βασιλικά κατά
επέμποντο, και παμπληθεὶ ἐφ᾽ ἁμαξῶν καὶ λαμ
πήναις προσηυτομόλουν. Καὶ βασιλεὺς ὅτι πλείστην
ἐκ χωρῶν Θρακικῶν τε καὶ Μακεδονικῶν τὴν ἐκεί
νων παρεσκευάκει σίτησιν. Τοὺς δέ γε μεγιστάνας
ἐκείνων εἰσαγαγὼν καὶ φιλοφρόνως δεξιωσάμενος,
ἐκ συνδεσιῶν κοινῶν τὰ ἐκείνων ἑτοιμάσας ὀψώνια,
ἔτι δὲ καὶ ἵπποις ἱκανώσας ἐκ τῶν ἰδίων στρατιω
τῶν μάλιστα, τοις ἱκανῶς ἔχειν σφίσι δοκοῦσι παρα
δοὺς διασωσταῖς Ῥωμαίοις, ἐπ' ἀνατολῆς ὤρμα. Η
δὲ καὶ προστεταγμένον προς βασιλέως αὐτοὺς
κατοικίζειν τῇδε. Καὶ ἦν ὁ σκοπός τῷ κρατοῦντι
καὶ λίαν εὔελπις· εὐάγωγον γὰρ ἐμάνθανεν εἶναι
βασιλεὺς τοίνυν τὸ πρὸς τὸν πατριάρχην τιμητικὸν συντηρεῖν καὶ αὖθις ἐθέλων συχνάς τε προσόδους πρὸς αὐτὸν ἐποιεῖτο, καὶ τοὺς ἀρχιερέας μεταπεμπόμενος τὴν τῆς γνώμης σφῶν ἀνοίδησιν ἐξωμάλιζε πολυτρόπως, οἷς δὴ πολυωρεῖν εἶχε τὴν τοῦ πατριάρχου σύστασιν· προσυπέσχετο δὲ καὶ ταῦτα γίνεσθαι μετ’ εἰρήνης καὶ διορθοῦσθαι τὸ πλημμελούμενον. καὶ οἱ μὲν ἑκόντες ἄκοντες, τοῦτο μὲν τῇ παρὰ βασιλέως βίᾳ τοῦτο δὲ καὶ τῷ ἀπαραιτήτῳ τοῦ πράγματος, ὑπεκλίνοντο, καιρὸν δ’ ἐτίθουν καὶ αὖθις ἀνακινεῖν τὰ μεταξὺ κείμενα καὶ ζητεῖν διόρθωσιν. 13. Ἐν τούτῳ δὲ καὶ Μιχαὴλ ὁ δεσπότης τὴν συνοικοῦσαν πρὸ χρόνων ἀποβαλὼν (ἡ δ’ ἦν ἡ τοῦ βασιλέως αὐταδέλφη) τῇ τοῦ Τερτερῆ κεχηρωμένῃ ἤδη τοῦ κράλη Σερβίας ἐποφθαλμίζει, καὶ θέλων θέλουσαν ἄγεται, ἐφιέντος μὲν βασιλέως, ἐφιείσης δὲ καὶ ἐκκλησίας ἐν ὑστέρῳ τῶν γενομένων. ἣν δὴ καὶ ἁρμοσάμενος ἑαυτῷ, τὸ τῆς δεσποτείας ἀξίωμα ἔχων καὶ ἔτι, συμμετεδίδου τῆς ἀξίας καὶ τῇ συνῳκημένῃ ἐκ κραλαίνης, ἐξ ἧς καὶ παῖδας ἀποτετόκει. καί γε δῆλος ἦν τῇ τοῦ Τερτερῆ συνοικῶν ὡς γνησίᾳ. 14.
ιε΄. Περὶ τῆς ἐκλείψεως τῆς σελήνης δι' ὅλου. μενον, ὧν τὸ ὑπὲρ ἥμισυ μάχιμον ἦν, ἀπολυθὲν
211] Τοῦ δ᾽ αὐτοῦ ἔτους, μηνὸς ἐνεστῶτος
Ιαννουαρίου, ἂν οἱ τὸν Ασκρηθεν ποιητὴν ἐξηγού
μενοι Ληναιώνα κατ' Αθηναίους ἔλεγον, οὐκ ὀρθῶς,
οἶμαι, εἰ καὶ ἡμεῖς ἐν τοῖς καθ᾽ αὑτοὺς ἐποποιοῦντες
τῇ ἐκείνων ἠκολουθήκειμεν ἐξηγήσει (ἀκριβῶς γὰρ
᾿Αθηναίοι τὸν κατὰ Ῥωμαίους Ιαννουάριον Εκατομ
βαιώνα λέγουσι), κατὰ τοῦτον οὖν θεμέλιον πρῶτον
τῆς σελήνης ἐχούσης έκλειψις ταύτης ξυμπίπτει,
τῶν τῆς ἐπιστήμης ξυνετῶν τῷ βασιλεῖ προειπόντων.
Καὶ ἡμεῖς οὕτω πως ἐν τοῖς ἡμετέροις γεγράφαμενο
Μηνὶ δὲ Ληναίῳ πρώτη βάσις ἵστατο μήνης,
Η διχόμηνος έην, καὶ δὴ φθίνε καλὰ πρόσωπα,
Καὶ τότε νυκτὸς ἐνὶ τριτάτῃ σχεδὸν ἐσπερίηθεν
Λάμπ᾽ ἐπιδίφριος, αίφνης δὲ σκοτόεσσα τέτυκτο,
Αρξαμένη τὰ πρῶτ' ἐκλείπειν ἀντολίηθεν,
Μέσω ὅλη ἐξαπόλωλεν, ἐφ᾿ ὥρῃ μηδὲν ἐοῦσα.
Ωρης δὲ τρίτον ἔσθη. 'Ατὰρ ἀπήρχετο φώσκειν,
Καὶ πάλιν ἀντολίηθεν ἐς ὥρην έμπλεος πτο.
Τέρρα καὶ ἐς μετέωρα ειδώς τις ἔειπε,
Και
γε ἰδὼν θηήσατο, ὅς γε προμάνθαν᾿ ἀκούσας.
ις'. Περὶ τῶν προσχωρησάντων τῷ βασιλεῖ
'Αλαγών.
Ταῦτα μὲν τοῦ ἔτους ἐκείνου γεγόνει· 'Αλανῶν δὲ
μεγάθυμον ἔθνος ὡσεὶ δέκα καὶ ἓξ χιλιάδας ποσού
ώς
Νογᾶ καὶ τῆς ὑπ' ἐκείνῳ δουλείας ἐν πολέμῳ ἀπολω
λότος, ἐζήτουν προσχωρεῖν βασιλεῖ, καὶ τῷ ἀρχιερεῖ
προσελθόντες Βιτζίνης ἱκέτευον δι' αὐτοῦ βασιλέα
212] σφᾶς δέχεσθαι. Ενίσουν γοῦν καὶ δεινῶς
εἶχον τότε τὰ κατὰ ἀνατολὴν, καὶ τοῦ Βιτζίνης τὴν
σφῶν ἀγγέλλοντος ἱκετείαν ἔρμαιον ἐλογίζοντο ὡς
καιρόνδ᾽ ἐπιστάντων· αὐτοὺς γὰρ εἶναι καὶ τοὺς τῷ
Νογᾷ παρασπίζοντας, καὶ δι᾽ ὧν ἐκεῖνος τὰ μεγάλα
κατώρθου. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν σφῶν ἄφιξιν θεόθεν
τινὰ μηχανὴν ἡγοῦντο εὐκαίρως σχεδιασθεῖσαν εἰς
ἀρωγήν. Γράμματά τε παρ' αὐτοὺς βασιλικά κατά
επέμποντο, και παμπληθεὶ ἐφ᾽ ἁμαξῶν καὶ λαμ
πήναις προσηυτομόλουν. Καὶ βασιλεὺς ὅτι πλείστην
ἐκ χωρῶν Θρακικῶν τε καὶ Μακεδονικῶν τὴν ἐκεί
νων παρεσκευάκει σίτησιν. Τοὺς δέ γε μεγιστάνας
ἐκείνων εἰσαγαγὼν καὶ φιλοφρόνως δεξιωσάμενος,
ἐκ συνδεσιῶν κοινῶν τὰ ἐκείνων ἑτοιμάσας ὀψώνια,
ἔτι δὲ καὶ ἵπποις ἱκανώσας ἐκ τῶν ἰδίων στρατιω
τῶν μάλιστα, τοις ἱκανῶς ἔχειν σφίσι δοκοῦσι παρα
δοὺς διασωσταῖς Ῥωμαίοις, ἐπ' ἀνατολῆς ὤρμα. Η
δὲ καὶ προστεταγμένον προς βασιλέως αὐτοὺς
κατοικίζειν τῇδε. Καὶ ἦν ὁ σκοπός τῷ κρατοῦντι
καὶ λίαν εὔελπις· εὐάγωγον γὰρ ἐμάνθανεν εἶναι
Καὶ τότε ἀστὴρ κομήτης ἀφ’ ἑσπέρας ἐξέλαμπεν, περὶ οὗ καὶ ἐν τοῖς κατ’ ἐμαυτὸν δι’ ἐπῶν ὑπέμνησα, οὕτω γράφων. ἤδη μὲν φθινοπωρὶς ἰσημερινὴ ἐπέλαυνεν, ἠέλιος δ’ ἔχε παρθενικῆς ἐρατεινὰ πρόσωπα. καὶ τότε δὴ φαιδρὸς λάμπε Θρῄκηθε κομήτης, ἐκταδίην τε κόμην ἔχεν ἀντολίηνδε ῥέπουσαν, ἑσπέριος δ’ ηὔγαζ’ ἐπὶ τόσσον νυκτὸς ἰούσης, αἰὲν ἀπαινύμενος τὸ πλέον νῦν ἢ τὸ πάροιθεν, ὅσσον ἀνωτερίεσσι διαλλάξεσσιν ἔφωσκεν. οὐ γὰρ ἕν’ ἀπλανέων κατὰ μοῖραν χῶρον ἔτετμεν. ἀλλά γ’ ἑκάστης νυκτὸς ἀνώτερα εἶχε κέλευθα, μέσφα ὑπερπόδις’ αἰὲν ἀνώτερος ἀμφαναβαίνων, ἔνθα οἱ ἄκραι τὰ πρῶτα τρίχες ἐμπεφύασιν, ἦκα μαραινόμενος μείουρος, καὶ τότε λῆξε. περὶ τούτου ἄλλοι μὲν ἄλλως ἀπεφαίνοντο καὶ ὡς εἶχον γνώσεως ἔλεγον, οἱ πλείους δ’ εἰς κακὸν κοινὸν τὴν ἐπιτολὴν ἐκείνου ἐφοίβαζον· οὐδεὶς γὰρ κομήτης ὅστις οὐ φύσει κακός, φασίν. ἐμοὶ δὲ τῇ τῶν ὅλων προσανέχοντι φύσει, καὶ μᾶλλον οἷς ὁ Σταγειρόθεν φιλοσοφεῖ, ἐκεῖνα ἐπῄει λέγειν περί τε τῆς κινούσης αἰτίας καὶ αὖθις τῆς τελικῆς καὶ ὧν προεφωσφόρει ἀποβησομένων, ὅσα δὴ καὶ τὰ μὲν προυγεγόνεισαν τὰ δ’ ἔμελλον ἐπιγεγονέναι.
ιε΄. Περὶ τῆς ἐκλείψεως τῆς σελήνης δι' ὅλου. μενον, ὧν τὸ ὑπὲρ ἥμισυ μάχιμον ἦν, ἀπολυθὲν
211] Τοῦ δ᾽ αὐτοῦ ἔτους, μηνὸς ἐνεστῶτος
Ιαννουαρίου, ἂν οἱ τὸν Ασκρηθεν ποιητὴν ἐξηγού
μενοι Ληναιώνα κατ' Αθηναίους ἔλεγον, οὐκ ὀρθῶς,
οἶμαι, εἰ καὶ ἡμεῖς ἐν τοῖς καθ᾽ αὑτοὺς ἐποποιοῦντες
τῇ ἐκείνων ἠκολουθήκειμεν ἐξηγήσει (ἀκριβῶς γὰρ
᾿Αθηναίοι τὸν κατὰ Ῥωμαίους Ιαννουάριον Εκατομ
βαιώνα λέγουσι), κατὰ τοῦτον οὖν θεμέλιον πρῶτον
τῆς σελήνης ἐχούσης έκλειψις ταύτης ξυμπίπτει,
τῶν τῆς ἐπιστήμης ξυνετῶν τῷ βασιλεῖ προειπόντων.
Καὶ ἡμεῖς οὕτω πως ἐν τοῖς ἡμετέροις γεγράφαμενο
Μηνὶ δὲ Ληναίῳ πρώτη βάσις ἵστατο μήνης,
Η διχόμηνος έην, καὶ δὴ φθίνε καλὰ πρόσωπα,
Καὶ τότε νυκτὸς ἐνὶ τριτάτῃ σχεδὸν ἐσπερίηθεν
Λάμπ᾽ ἐπιδίφριος, αίφνης δὲ σκοτόεσσα τέτυκτο,
Αρξαμένη τὰ πρῶτ' ἐκλείπειν ἀντολίηθεν,
Μέσω ὅλη ἐξαπόλωλεν, ἐφ᾿ ὥρῃ μηδὲν ἐοῦσα.
Ωρης δὲ τρίτον ἔσθη. 'Ατὰρ ἀπήρχετο φώσκειν,
Καὶ πάλιν ἀντολίηθεν ἐς ὥρην έμπλεος πτο.
Τέρρα καὶ ἐς μετέωρα ειδώς τις ἔειπε,
Και
γε ἰδὼν θηήσατο, ὅς γε προμάνθαν᾿ ἀκούσας.
ις'. Περὶ τῶν προσχωρησάντων τῷ βασιλεῖ
'Αλαγών.
Ταῦτα μὲν τοῦ ἔτους ἐκείνου γεγόνει· 'Αλανῶν δὲ
μεγάθυμον ἔθνος ὡσεὶ δέκα καὶ ἓξ χιλιάδας ποσού
ώς
Νογᾶ καὶ τῆς ὑπ' ἐκείνῳ δουλείας ἐν πολέμῳ ἀπολω
λότος, ἐζήτουν προσχωρεῖν βασιλεῖ, καὶ τῷ ἀρχιερεῖ
προσελθόντες Βιτζίνης ἱκέτευον δι' αὐτοῦ βασιλέα
212] σφᾶς δέχεσθαι. Ενίσουν γοῦν καὶ δεινῶς
εἶχον τότε τὰ κατὰ ἀνατολὴν, καὶ τοῦ Βιτζίνης τὴν
σφῶν ἀγγέλλοντος ἱκετείαν ἔρμαιον ἐλογίζοντο ὡς
καιρόνδ᾽ ἐπιστάντων· αὐτοὺς γὰρ εἶναι καὶ τοὺς τῷ
Νογᾷ παρασπίζοντας, καὶ δι᾽ ὧν ἐκεῖνος τὰ μεγάλα
κατώρθου. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν σφῶν ἄφιξιν θεόθεν
τινὰ μηχανὴν ἡγοῦντο εὐκαίρως σχεδιασθεῖσαν εἰς
ἀρωγήν. Γράμματά τε παρ' αὐτοὺς βασιλικά κατά
επέμποντο, και παμπληθεὶ ἐφ᾽ ἁμαξῶν καὶ λαμ
πήναις προσηυτομόλουν. Καὶ βασιλεὺς ὅτι πλείστην
ἐκ χωρῶν Θρακικῶν τε καὶ Μακεδονικῶν τὴν ἐκεί
νων παρεσκευάκει σίτησιν. Τοὺς δέ γε μεγιστάνας
ἐκείνων εἰσαγαγὼν καὶ φιλοφρόνως δεξιωσάμενος,
ἐκ συνδεσιῶν κοινῶν τὰ ἐκείνων ἑτοιμάσας ὀψώνια,
ἔτι δὲ καὶ ἵπποις ἱκανώσας ἐκ τῶν ἰδίων στρατιω
τῶν μάλιστα, τοις ἱκανῶς ἔχειν σφίσι δοκοῦσι παρα
δοὺς διασωσταῖς Ῥωμαίοις, ἐπ' ἀνατολῆς ὤρμα. Η
δὲ καὶ προστεταγμένον προς βασιλέως αὐτοὺς
κατοικίζειν τῇδε. Καὶ ἦν ὁ σκοπός τῷ κρατοῦντι
καὶ λίαν εὔελπις· εὐάγωγον γὰρ ἐμάνθανεν εἶναι
ἐξ ἔαρος γὰρ καὶ ἐς τότε αὐχμὸς παιπαλόεν τὸ πέδον δεικνὺς ἀμφεῖχε τὴν περὶ ἡμᾶς οἰκουμένην, ὡς μηδὲν μὲν ἐκβλαστάνειν ἰσχύειν ὅσα καὶ θέρους εἰώθει βλαστάνειν, πάντα δὲ φρέατα καὶ πᾶσας πηγὰς ἀποσβῆναι. εἶτα δὲ καὶ ἐκνεφίαι ξηροί τε καὶ ἀπηνεῖς· λειμῶνες ἐπὶ ὅλῳ μηνὶ καὶ πρόωροι ξυμβεβήκασι. καὶ ταῦτα μὲν ὁ συγγράφων, τὸν νοῦν ἐπερείδων τοῖς φυσικοῖς· ἠγνόει δὲ ἄρα καὶ ὡς μεγάλων ἐκεῖνος κατάρχει κακῶν, οὐ τῷδε ἢ τῷδε μέρει τῶν κατ’ ἀνατολὴν ἐπεισφρησάντων τόπων, ἀλλὰ πᾶσαν ἐπιληψόντων τὴν καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένην ἐκ τῆς τῶν Περσῶν ἐπιθέσεως. 15. Τοῦ δ’ αὐτοῦ ἔτους, μηνὸς ἐνεστῶτος Ἰαννουαρίου, ὃν οἱ τὸν Ἄσκρηθεν ποιητὴν ἐξηγούμενοι Ληναιῶνα κατ’ Ἀθηναίους ἔλεγον, οὐκ ὀρθῶς, οἶμαι, εἰ καὶ ἡμεῖς ἐν τοῖς καθ’ αὑτοὺς ἐποποιοῦντες τῇ ἐκείνων ἠκολουθήκειμεν ἐξηγήσει (ἀκριβῶς γὰρ Ἀθηναῖοι τὸν κατὰ Ῥωμαίους Ἰαννουάριον Ἑκατομβαιῶνα λέγουσι), κατὰ τοῦτον οὖν θεμέλιον πρῶτον τῆς σελήνης ἐχούσης ἔκλειψις ταύτης ξυμπίπτει, τῶν τῆς ἐπιστήμης ξυνετῶν τῷ βασιλεῖ προειπόντων. καὶ ἡμεῖς οὕτω πως ἐν τοῖς ἡμετέροις γεγράφαμεν.
ιε΄. Περὶ τῆς ἐκλείψεως τῆς σελήνης δι' ὅλου. μενον, ὧν τὸ ὑπὲρ ἥμισυ μάχιμον ἦν, ἀπολυθὲν
211] Τοῦ δ᾽ αὐτοῦ ἔτους, μηνὸς ἐνεστῶτος
Ιαννουαρίου, ἂν οἱ τὸν Ασκρηθεν ποιητὴν ἐξηγού
μενοι Ληναιώνα κατ' Αθηναίους ἔλεγον, οὐκ ὀρθῶς,
οἶμαι, εἰ καὶ ἡμεῖς ἐν τοῖς καθ᾽ αὑτοὺς ἐποποιοῦντες
τῇ ἐκείνων ἠκολουθήκειμεν ἐξηγήσει (ἀκριβῶς γὰρ
᾿Αθηναίοι τὸν κατὰ Ῥωμαίους Ιαννουάριον Εκατομ
βαιώνα λέγουσι), κατὰ τοῦτον οὖν θεμέλιον πρῶτον
τῆς σελήνης ἐχούσης έκλειψις ταύτης ξυμπίπτει,
τῶν τῆς ἐπιστήμης ξυνετῶν τῷ βασιλεῖ προειπόντων.
Καὶ ἡμεῖς οὕτω πως ἐν τοῖς ἡμετέροις γεγράφαμενο
Μηνὶ δὲ Ληναίῳ πρώτη βάσις ἵστατο μήνης,
Η διχόμηνος έην, καὶ δὴ φθίνε καλὰ πρόσωπα,
Καὶ τότε νυκτὸς ἐνὶ τριτάτῃ σχεδὸν ἐσπερίηθεν
Λάμπ᾽ ἐπιδίφριος, αίφνης δὲ σκοτόεσσα τέτυκτο,
Αρξαμένη τὰ πρῶτ' ἐκλείπειν ἀντολίηθεν,
Μέσω ὅλη ἐξαπόλωλεν, ἐφ᾿ ὥρῃ μηδὲν ἐοῦσα.
Ωρης δὲ τρίτον ἔσθη. 'Ατὰρ ἀπήρχετο φώσκειν,
Καὶ πάλιν ἀντολίηθεν ἐς ὥρην έμπλεος πτο.
Τέρρα καὶ ἐς μετέωρα ειδώς τις ἔειπε,
Και
γε ἰδὼν θηήσατο, ὅς γε προμάνθαν᾿ ἀκούσας.
ις'. Περὶ τῶν προσχωρησάντων τῷ βασιλεῖ
'Αλαγών.
Ταῦτα μὲν τοῦ ἔτους ἐκείνου γεγόνει· 'Αλανῶν δὲ
μεγάθυμον ἔθνος ὡσεὶ δέκα καὶ ἓξ χιλιάδας ποσού
ώς
Νογᾶ καὶ τῆς ὑπ' ἐκείνῳ δουλείας ἐν πολέμῳ ἀπολω
λότος, ἐζήτουν προσχωρεῖν βασιλεῖ, καὶ τῷ ἀρχιερεῖ
προσελθόντες Βιτζίνης ἱκέτευον δι' αὐτοῦ βασιλέα
212] σφᾶς δέχεσθαι. Ενίσουν γοῦν καὶ δεινῶς
εἶχον τότε τὰ κατὰ ἀνατολὴν, καὶ τοῦ Βιτζίνης τὴν
σφῶν ἀγγέλλοντος ἱκετείαν ἔρμαιον ἐλογίζοντο ὡς
καιρόνδ᾽ ἐπιστάντων· αὐτοὺς γὰρ εἶναι καὶ τοὺς τῷ
Νογᾷ παρασπίζοντας, καὶ δι᾽ ὧν ἐκεῖνος τὰ μεγάλα
κατώρθου. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν σφῶν ἄφιξιν θεόθεν
τινὰ μηχανὴν ἡγοῦντο εὐκαίρως σχεδιασθεῖσαν εἰς
ἀρωγήν. Γράμματά τε παρ' αὐτοὺς βασιλικά κατά
επέμποντο, και παμπληθεὶ ἐφ᾽ ἁμαξῶν καὶ λαμ
πήναις προσηυτομόλουν. Καὶ βασιλεὺς ὅτι πλείστην
ἐκ χωρῶν Θρακικῶν τε καὶ Μακεδονικῶν τὴν ἐκεί
νων παρεσκευάκει σίτησιν. Τοὺς δέ γε μεγιστάνας
ἐκείνων εἰσαγαγὼν καὶ φιλοφρόνως δεξιωσάμενος,
ἐκ συνδεσιῶν κοινῶν τὰ ἐκείνων ἑτοιμάσας ὀψώνια,
ἔτι δὲ καὶ ἵπποις ἱκανώσας ἐκ τῶν ἰδίων στρατιω
τῶν μάλιστα, τοις ἱκανῶς ἔχειν σφίσι δοκοῦσι παρα
δοὺς διασωσταῖς Ῥωμαίοις, ἐπ' ἀνατολῆς ὤρμα. Η
δὲ καὶ προστεταγμένον προς βασιλέως αὐτοὺς
κατοικίζειν τῇδε. Καὶ ἦν ὁ σκοπός τῷ κρατοῦντι
καὶ λίαν εὔελπις· εὐάγωγον γὰρ ἐμάνθανεν εἶναι
μηνὶ δὲ Ληναιῷ πρώτη βάσις ἵστατο μήνης, ἣ διχόμηνος ἔην, καὶ δὴ φθίνε καλὰ πρόσωπα, καὶ τότε νυκτὸς ἐνὶ τριτάτῃ σχεδὸν ἑσπερίηθεν λάμπ’ ἐπιδίφριος, αἴφνης δὲ σκοτόεσσα τέτυκτο, ἀρξαμένη τὰ πρῶτ’ ἐκλείπειν ἀντολίηθεν, μέσφ’ ὅλη ἐξαπόλωλεν, ἐφ’ ὥρῃ μηδὲν ἐοῦσα. ὥρης δὲ τρίτον ἔσβη. ἀτὰρ ἀπήρχετο φώσκειν, καὶ πάλιν ἀντολίηθεν ἐς ὥρην ἔμπλεος ὦπτο. τόρρα καὶ ἐς μετέωρα ἐειδώς τις ἔειπε, καί γε ἰδὼν θηήσατο, ὅς γε προμάνθαν’ ἀκούσας. 16. Ταῦτα μὲν τοῦ ἔτους ἐκείνου γεγόνει· Ἀλανῶν δὲ μεγάθυμον ἔθνος ὡσεὶ δέκα καὶ ἓξ χιλιάδας ποσούμενον, ὧν τὸ ὑπὲρ ἥμισυ μάχιμον ἦν, ἀπολυθὲν Νογᾶ καὶ τῆς ὑπ’ ἐκείνῳ δουλείας ἐν πολέμῳ ἀπολωλότος, ἐζήτουν προσχωρεῖν βασιλεῖ, καὶ τῷ ἀρχιερεῖ προσελθόντες Βιτζίνης ἱκέτευον δι’ αὐτοῦ βασιλέα σφᾶς δέχεσθαι. ἐνόσουν γοῦν καὶ δεινῶς εἶχον τότε τὰ κατὰ ἀνατολήν, καὶ τοῦ Βιτζίνης τὴν σφῶν ἀγγέλλοντος ἱκετείαν ἕρμαιον ἐλογίζοντο ὡς καιρόνδ’ ἐπιστάντων· αὐτοὺς γὰρ εἶναι καὶ τοὺς τῷ Νογᾷ παρασπίζοντας, καὶ δι’ ὧν ἐκεῖνος τὰ μεγάλα κατώρθου. καὶ διὰ τοῦτο τὴν σφῶν ἄφιξιν θεόθεν τινὰ μηχανὴν ἡγοῦντο εὐκαίρως σχεδιασθεῖσαν εἰς ἀρωγήν.
ιε΄. Περὶ τῆς ἐκλείψεως τῆς σελήνης δι' ὅλου. μενον, ὧν τὸ ὑπὲρ ἥμισυ μάχιμον ἦν, ἀπολυθὲν
211] Τοῦ δ᾽ αὐτοῦ ἔτους, μηνὸς ἐνεστῶτος
Ιαννουαρίου, ἂν οἱ τὸν Ασκρηθεν ποιητὴν ἐξηγού
μενοι Ληναιώνα κατ' Αθηναίους ἔλεγον, οὐκ ὀρθῶς,
οἶμαι, εἰ καὶ ἡμεῖς ἐν τοῖς καθ᾽ αὑτοὺς ἐποποιοῦντες
τῇ ἐκείνων ἠκολουθήκειμεν ἐξηγήσει (ἀκριβῶς γὰρ
᾿Αθηναίοι τὸν κατὰ Ῥωμαίους Ιαννουάριον Εκατομ
βαιώνα λέγουσι), κατὰ τοῦτον οὖν θεμέλιον πρῶτον
τῆς σελήνης ἐχούσης έκλειψις ταύτης ξυμπίπτει,
τῶν τῆς ἐπιστήμης ξυνετῶν τῷ βασιλεῖ προειπόντων.
Καὶ ἡμεῖς οὕτω πως ἐν τοῖς ἡμετέροις γεγράφαμενο
Μηνὶ δὲ Ληναίῳ πρώτη βάσις ἵστατο μήνης,
Η διχόμηνος έην, καὶ δὴ φθίνε καλὰ πρόσωπα,
Καὶ τότε νυκτὸς ἐνὶ τριτάτῃ σχεδὸν ἐσπερίηθεν
Λάμπ᾽ ἐπιδίφριος, αίφνης δὲ σκοτόεσσα τέτυκτο,
Αρξαμένη τὰ πρῶτ' ἐκλείπειν ἀντολίηθεν,
Μέσω ὅλη ἐξαπόλωλεν, ἐφ᾿ ὥρῃ μηδὲν ἐοῦσα.
Ωρης δὲ τρίτον ἔσθη. 'Ατὰρ ἀπήρχετο φώσκειν,
Καὶ πάλιν ἀντολίηθεν ἐς ὥρην έμπλεος πτο.
Τέρρα καὶ ἐς μετέωρα ειδώς τις ἔειπε,
Και
γε ἰδὼν θηήσατο, ὅς γε προμάνθαν᾿ ἀκούσας.
ις'. Περὶ τῶν προσχωρησάντων τῷ βασιλεῖ
'Αλαγών.
Ταῦτα μὲν τοῦ ἔτους ἐκείνου γεγόνει· 'Αλανῶν δὲ
μεγάθυμον ἔθνος ὡσεὶ δέκα καὶ ἓξ χιλιάδας ποσού
ώς
Νογᾶ καὶ τῆς ὑπ' ἐκείνῳ δουλείας ἐν πολέμῳ ἀπολω
λότος, ἐζήτουν προσχωρεῖν βασιλεῖ, καὶ τῷ ἀρχιερεῖ
προσελθόντες Βιτζίνης ἱκέτευον δι' αὐτοῦ βασιλέα
212] σφᾶς δέχεσθαι. Ενίσουν γοῦν καὶ δεινῶς
εἶχον τότε τὰ κατὰ ἀνατολὴν, καὶ τοῦ Βιτζίνης τὴν
σφῶν ἀγγέλλοντος ἱκετείαν ἔρμαιον ἐλογίζοντο ὡς
καιρόνδ᾽ ἐπιστάντων· αὐτοὺς γὰρ εἶναι καὶ τοὺς τῷ
Νογᾷ παρασπίζοντας, καὶ δι᾽ ὧν ἐκεῖνος τὰ μεγάλα
κατώρθου. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν σφῶν ἄφιξιν θεόθεν
τινὰ μηχανὴν ἡγοῦντο εὐκαίρως σχεδιασθεῖσαν εἰς
ἀρωγήν. Γράμματά τε παρ' αὐτοὺς βασιλικά κατά
επέμποντο, και παμπληθεὶ ἐφ᾽ ἁμαξῶν καὶ λαμ
πήναις προσηυτομόλουν. Καὶ βασιλεὺς ὅτι πλείστην
ἐκ χωρῶν Θρακικῶν τε καὶ Μακεδονικῶν τὴν ἐκεί
νων παρεσκευάκει σίτησιν. Τοὺς δέ γε μεγιστάνας
ἐκείνων εἰσαγαγὼν καὶ φιλοφρόνως δεξιωσάμενος,
ἐκ συνδεσιῶν κοινῶν τὰ ἐκείνων ἑτοιμάσας ὀψώνια,
ἔτι δὲ καὶ ἵπποις ἱκανώσας ἐκ τῶν ἰδίων στρατιω
τῶν μάλιστα, τοις ἱκανῶς ἔχειν σφίσι δοκοῦσι παρα
δοὺς διασωσταῖς Ῥωμαίοις, ἐπ' ἀνατολῆς ὤρμα. Η
δὲ καὶ προστεταγμένον προς βασιλέως αὐτοὺς
κατοικίζειν τῇδε. Καὶ ἦν ὁ σκοπός τῷ κρατοῦντι
καὶ λίαν εὔελπις· εὐάγωγον γὰρ ἐμάνθανεν εἶναι
γράμματά τε παρ’ αὐτοὺς βασιλικὰ κατεπέμποντο, καὶ παμπληθεὶ ἐφ’ ἁμαξῶν καὶ λαμπήναις προσηυτομόλουν. καὶ βασιλεὺς ὅτι πλείστην ἐκ χωρῶν Θρᾳκικῶν τε καὶ Μακεδονικῶν τὴν ἐκείνων παρεσκευάκει σίτησιν. τοὺς δέ γε μεγιστᾶνας ἐκείνων εἰσαγαγὼν καὶ φιλοφρόνως δεξιωσάμενος, ἐκ συνδοσιῶν κοινῶν τὰ ἐκείνων ἑτοιμάσας ὀψώνια, ἔτι δὲ καὶ ἵπποις ἱκανώσας ἐκ τῶν ἰδίων στρατιωτῶν μάλιστα, τοῖς ἱκανῶς ἔχειν σφίσι δοκοῦσι παραδοὺς διασωσταῖς Ῥωμαίοις, ἐπ’ ἀνατολῆς ὥρμα. ἦν δὲ καὶ προστεταγμένον πρὸς βασιλέως αὐτοὺς κατοικίζειν τῇδε. καὶ ἦν ὁ σκοπὸς τῷ κρατοῦντι καὶ λίαν εὔελπις· εὐάγωγον γὰρ ἐμάνθανεν εἶναι τὸ ἔθνος καὶ εὐπειθές, πρὸς δὲ πολέμους καὶ λίαν ἀρεϊκόν τε καὶ μάχιμον. καὶ διὰ ταῦτα κατωλιγώρει σχεδὸν τῶν Ῥωμαίων ὡς γυναικισθέντων ἄντικρυς καὶ ἐξ ἀνάγκης μὲν τὰ πολλὰ καταμαλακισθέντων, οὐχ ἧττον δὲ καὶ ἀπὸ κακοθελοῦς γνώμης καὶ προαιρέσεως. τοῖς δὲ καὶ μᾶλλον ἐθάρρει ἄρτι πρώτως φανεῖσι καὶ ἀποδυομένοις εἰς Περσικοὺς πολέμους, τὸ ἱκανὸν παρὰ βασιλέως ἔχουσιν.
ιε΄. Περὶ τῆς ἐκλείψεως τῆς σελήνης δι' ὅλου. μενον, ὧν τὸ ὑπὲρ ἥμισυ μάχιμον ἦν, ἀπολυθὲν
211] Τοῦ δ᾽ αὐτοῦ ἔτους, μηνὸς ἐνεστῶτος
Ιαννουαρίου, ἂν οἱ τὸν Ασκρηθεν ποιητὴν ἐξηγού
μενοι Ληναιώνα κατ' Αθηναίους ἔλεγον, οὐκ ὀρθῶς,
οἶμαι, εἰ καὶ ἡμεῖς ἐν τοῖς καθ᾽ αὑτοὺς ἐποποιοῦντες
τῇ ἐκείνων ἠκολουθήκειμεν ἐξηγήσει (ἀκριβῶς γὰρ
᾿Αθηναίοι τὸν κατὰ Ῥωμαίους Ιαννουάριον Εκατομ
βαιώνα λέγουσι), κατὰ τοῦτον οὖν θεμέλιον πρῶτον
τῆς σελήνης ἐχούσης έκλειψις ταύτης ξυμπίπτει,
τῶν τῆς ἐπιστήμης ξυνετῶν τῷ βασιλεῖ προειπόντων.
Καὶ ἡμεῖς οὕτω πως ἐν τοῖς ἡμετέροις γεγράφαμενο
Μηνὶ δὲ Ληναίῳ πρώτη βάσις ἵστατο μήνης,
Η διχόμηνος έην, καὶ δὴ φθίνε καλὰ πρόσωπα,
Καὶ τότε νυκτὸς ἐνὶ τριτάτῃ σχεδὸν ἐσπερίηθεν
Λάμπ᾽ ἐπιδίφριος, αίφνης δὲ σκοτόεσσα τέτυκτο,
Αρξαμένη τὰ πρῶτ' ἐκλείπειν ἀντολίηθεν,
Μέσω ὅλη ἐξαπόλωλεν, ἐφ᾿ ὥρῃ μηδὲν ἐοῦσα.
Ωρης δὲ τρίτον ἔσθη. 'Ατὰρ ἀπήρχετο φώσκειν,
Καὶ πάλιν ἀντολίηθεν ἐς ὥρην έμπλεος πτο.
Τέρρα καὶ ἐς μετέωρα ειδώς τις ἔειπε,
Και
γε ἰδὼν θηήσατο, ὅς γε προμάνθαν᾿ ἀκούσας.
ις'. Περὶ τῶν προσχωρησάντων τῷ βασιλεῖ
'Αλαγών.
Ταῦτα μὲν τοῦ ἔτους ἐκείνου γεγόνει· 'Αλανῶν δὲ
μεγάθυμον ἔθνος ὡσεὶ δέκα καὶ ἓξ χιλιάδας ποσού
ώς
Νογᾶ καὶ τῆς ὑπ' ἐκείνῳ δουλείας ἐν πολέμῳ ἀπολω
λότος, ἐζήτουν προσχωρεῖν βασιλεῖ, καὶ τῷ ἀρχιερεῖ
προσελθόντες Βιτζίνης ἱκέτευον δι' αὐτοῦ βασιλέα
212] σφᾶς δέχεσθαι. Ενίσουν γοῦν καὶ δεινῶς
εἶχον τότε τὰ κατὰ ἀνατολὴν, καὶ τοῦ Βιτζίνης τὴν
σφῶν ἀγγέλλοντος ἱκετείαν ἔρμαιον ἐλογίζοντο ὡς
καιρόνδ᾽ ἐπιστάντων· αὐτοὺς γὰρ εἶναι καὶ τοὺς τῷ
Νογᾷ παρασπίζοντας, καὶ δι᾽ ὧν ἐκεῖνος τὰ μεγάλα
κατώρθου. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν σφῶν ἄφιξιν θεόθεν
τινὰ μηχανὴν ἡγοῦντο εὐκαίρως σχεδιασθεῖσαν εἰς
ἀρωγήν. Γράμματά τε παρ' αὐτοὺς βασιλικά κατά
επέμποντο, και παμπληθεὶ ἐφ᾽ ἁμαξῶν καὶ λαμ
πήναις προσηυτομόλουν. Καὶ βασιλεὺς ὅτι πλείστην
ἐκ χωρῶν Θρακικῶν τε καὶ Μακεδονικῶν τὴν ἐκεί
νων παρεσκευάκει σίτησιν. Τοὺς δέ γε μεγιστάνας
ἐκείνων εἰσαγαγὼν καὶ φιλοφρόνως δεξιωσάμενος,
ἐκ συνδεσιῶν κοινῶν τὰ ἐκείνων ἑτοιμάσας ὀψώνια,
ἔτι δὲ καὶ ἵπποις ἱκανώσας ἐκ τῶν ἰδίων στρατιω
τῶν μάλιστα, τοις ἱκανῶς ἔχειν σφίσι δοκοῦσι παρα
δοὺς διασωσταῖς Ῥωμαίοις, ἐπ' ἀνατολῆς ὤρμα. Η
δὲ καὶ προστεταγμένον προς βασιλέως αὐτοὺς
κατοικίζειν τῇδε. Καὶ ἦν ὁ σκοπός τῷ κρατοῦντι
καὶ λίαν εὔελπις· εὐάγωγον γὰρ ἐμάνθανεν εἶναι
PG 144:339ἐκεῖνοι μέν, ὡς εἴθιστο πάλαι σφίσι σὺν Νογᾶ πολεμοῦσιν, οὕτως κἀνταῦθα στρατεύειν ἐζήτουν, πανσυδίην δηλαδή, ὡς ἀλλήλοις ἀρήγοιεν κατὰ πόλεμον. τὰ δέ γε κατὰ τὴν Ῥωμαί̈δα πανταχόθεν πράγματα μερίζεσθαι τούτους ἐποίει, ὡς μήτ’ αἰδῶ παρ’ ἀλλήλων εἶναι σφίσι μήτε συνασπισμὸν ὑπὲρ ἀλλήλων τὸν πρέποντα. τῷ τοι καὶ τοὺς μὲν πλείστους κατ’ ἀνατολὴν ἔπεμπεν, ἄλλους δέ γε τῷ Μουζάλωνι Ἁλιζώνων ἡγεμονεύοντι παρεδίδου. πολλοὺς δὲ καὶ τοὺς κρείττους προσετοιμάσας τῷ υἱεῖ συνεξώρμα καὶ βασιλεῖ· ἐδέησε γὰρ καὶ βασιλέως ἐπιστασίας τοῖς κατ’ ἀνατολὴν πράγμασιν. ἀλλ’ οἱ μὲν προεξεληλακότες ἐπ’ ἀνατολῆς ὡς ἤδη καὶ μόνον τὸν κατὰ τὴν Καλλίου πόρον ἐπεραιοῦντο, εὐθὺς ἐχρῶντο τοῖς αὐτῶν ἤθεσι, καὶ τῶν ἀγόντων κατολιγωροῦντες μεγάλα διετίθουν κακὰ Ῥωμαίους, λῃστῶν ἐπιόντες τρόπον, τοῖς μὲν παροικοῦσι τὰς χώρας κακὸν ἀπρόοπτον ἐφιστάμενοι, τοῖς δὲ συναντῶσι δεινὸν ἀπάντημα γνωριζόμενοι, οἷς δὲ καὶ συνεσκήνουν, χαλεπὸν γειτόνημα ὄντες, οἷς βοηθεῖν ἀπεστέλλοντο. εὑρόντες δὲ χώρας παντοίων πληθούσας καλῶν, ἐνευπάθουν ἐκείνοις ἁρπάζοντες.
τὸ ἔθνος καὶ εὐπειθὲς, πρὸς δὲ πολέμους καὶ λίαν καὶ βασιλέως ἐπιστασίας τοῖς κατ' ἀνατολὴν πράγμα
ἐρεῖκόν τε καὶ μάχιμον. Καὶ διὰ ταῦτα κατωλιγώρει
σχεδὸν τῶν Ῥωμαίων ὡς γυναικισθέντων άντικρυς
καὶ ἐξ ἀνάγκης μὲν τὰ πολλὰ καταμαλακισθέντων,
οὐχ ἧττον δὲ καὶ ἀπὸ κακοθελοῦς γνώμης καὶ προς
αιρέσεως. Τοῖς δὲ καὶ μᾶλλον ἐθάῤῥει ἄρτι πρώτως
φανεῖσι καὶ ἀποδυομένοις εἰς Περσικούς πολέμους,
τὸ ἱκανὸν παρὰ βασιλέως ἔχουσιν. Ἐκεῖνοι μὲν, ὡς
εἴθιστο πάλαι σφίσι σὺν Νογᾷ πολεμοῦσιν, οὕτως
κανταῦθα στρατεύειν ἐζήτουν, πανσυδίη δηλαδή, ὡς
ἀλλήλοις ἀρήγοιεν κατὰ πόλεμον. Τὰ δέ γε κατὰ τὴν
Ρωμαΐδα πανταχόθεν πράγματα μερίζεσθαι τούτους
ἐποίει, ως μήτ' αἰδὼ παρ' ἀλλήλων εἶναι σφίσι μήτε
συνασπισμὸν ὑπὲρ ἀλλήλων τὸν πρέποντα. Τῷ τοι
καὶ τοὺς μὲν πλείστους κατ' ἀνατολὴν ἔπεμπεν,
ἄλλους δέ γε τῷ Μουζάλωνι Αλιζώνων ἡγεμονεύοντι
παρεδίδου. Πολλοὺς δὲ καὶ τοὺς κρείττους προσετοι
μάσας τῷ υἱεῖ συνεξώρμα καὶ βασιλεῖ· ἐδέησε γὰρ
σιν. Αλλ' οἱ μὲν προεξεληλακέτες ἐπ' ἀνατο ἧς ὡς
ἤδη καὶ μόνον τὸν κατὰ τὴν Καλλίου πόρον επεραι
οῦντο, εὐθὺς ἐχρῶντο τοῖς αὐτῶν ἤλεσι, καὶ τῶν
ἀγόντων κατολιγωροῦντες μεγάλα διετίθουν κακά
Ῥωμαίους, λῃστῶν ἐπιόντες τρόπον, τοῖς μὲν παροι
κοῦσι [Ρ. 213] τὰς χώρας κακὸν ἀπρόοπτον ἐφιστά
μενοι, τοῖς δὲ συναντῶσι δεινὸν ἁπάντημα γνωρι
ζόμενοι, οἷς δὲ καὶ συνεσκήνουν, χαλεπὸν γειτόνημο
ὄντες, οἷς βοηθεῖν ἀπεστέλλοντο. Εὐρόντες δὲ χώρας
παντοίων πληθούσας καλῶν, ἐνευπάθουν ἐκείναις
ἁρπάζοντες. Μόλις δ' ἀποσωθέντες, πολλῶν ἀπονι
μένων τῶν δυσχερῶν οἷς τ' ἐπεστάτησαν οἷς τε
συνήντησαν, εμέμνηντο καὶ τῶν συγκειμένων, πλη
οὐχ ὡς ἔδοξαν ἀπεφάνησαν, ἀλλ' ὑπερηφάνουν μὲν
ἡγεμόνων, καθ' αὐτοὺς δὲ ὅσα καὶ βάρβαροι συνιστά
μενοι Ρωμαίοις πλέον ἢ πολεμίοις ἐπῄεσαν. Ενίοτε
δὲ καὶ δουλαγωγηθέντες ἐκ μεγάλης και προμηθεύς
μόλις δ’ ἀποσωθέντες, πολλῶν ἀποναμένων τῶν δυσχερῶν οἷς τ’ ἐπεστάτησαν οἷς τε συνήντησαν, ἐμέμνηντο καὶ τῶν συγκειμένων, πλὴν οὐχ ὡς ἔδοξαν ἀπεφάνησαν, ἀλλ’ ὑπερηφάνουν μὲν ἡγεμόνων, καθ’ αὑτοὺς δὲ ὅσα καὶ βάρβαροι συνιστάμενοι Ῥωμαίοις πλέον ἢ πολεμίοις ἐπῄεσαν. ἐνίοτε δὲ καὶ δουλαγωγηθέντες ἐκ μεγάλης καὶ προμηθοῦς δεξιώσεως συνελθόντες κατὰ τόπον τὴν Χήναν σὺν Ῥωμαίοις προσβάλλουσι, καὶ ἀνδραγαθοῦσι τὰ μάλιστα, ἀπαγωγὴν ἱκανὴν καὶ λείαν περιβαλλόμενοι. ἐδόκουν δὲ λῆμα μὲν πολεμικὸν ἔχοντες, ἤθεσι δ’ ἀνυποτάκτοις ὡς βάρβαροι χρώμενοι, ἕξοντες δὲ κατὰ τρόπον, ἐπεὶ τῶν ἄλλων κατωλιγώρουν, ἢν ὑπὸ βασιλεῖ στρατηγοῦντι γένοιντο. 17. Ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς Μιχαὴλ ταῖς ἀληθείαις μὲν πολέμοις οὐκ ἐσχολάκει καὶ μάχαις ἐς τότε, ὅμως δ’ εἶχε καὶ φρόνημα ἐμβριθὲς καὶ λῆμα γενναῖον καὶ ζῆλον ὑπὲρ τῶν κακουμένων Ῥωμαίων οὐχ ἥκιστα, καὶ ταῖς προθυμίαις, ὡς τοὺς εἰδότας λέγειν, ἐσφάδαζεν. ἐπεὶ δὲ καὶ καιρὸς ἐφειστήκει ὁ τότε καλῶν αὐτὸν στρατεύειν ἐπὶ τῆς ἀνατολῆς, ἕτοιμος ἦν αὐτίκα. καὶ ἅμ’ ὁ πατὴρ καὶ βασιλεὺς προσέταττε, καὶ αὐτὸς ἐδίδου τὰς προθυμίας οὐκ ἀγεννεῖς.
τὸ ἔθνος καὶ εὐπειθὲς, πρὸς δὲ πολέμους καὶ λίαν καὶ βασιλέως ἐπιστασίας τοῖς κατ' ἀνατολὴν πράγμα
ἐρεῖκόν τε καὶ μάχιμον. Καὶ διὰ ταῦτα κατωλιγώρει
σχεδὸν τῶν Ῥωμαίων ὡς γυναικισθέντων άντικρυς
καὶ ἐξ ἀνάγκης μὲν τὰ πολλὰ καταμαλακισθέντων,
οὐχ ἧττον δὲ καὶ ἀπὸ κακοθελοῦς γνώμης καὶ προς
αιρέσεως. Τοῖς δὲ καὶ μᾶλλον ἐθάῤῥει ἄρτι πρώτως
φανεῖσι καὶ ἀποδυομένοις εἰς Περσικούς πολέμους,
τὸ ἱκανὸν παρὰ βασιλέως ἔχουσιν. Ἐκεῖνοι μὲν, ὡς
εἴθιστο πάλαι σφίσι σὺν Νογᾷ πολεμοῦσιν, οὕτως
κανταῦθα στρατεύειν ἐζήτουν, πανσυδίη δηλαδή, ὡς
ἀλλήλοις ἀρήγοιεν κατὰ πόλεμον. Τὰ δέ γε κατὰ τὴν
Ρωμαΐδα πανταχόθεν πράγματα μερίζεσθαι τούτους
ἐποίει, ως μήτ' αἰδὼ παρ' ἀλλήλων εἶναι σφίσι μήτε
συνασπισμὸν ὑπὲρ ἀλλήλων τὸν πρέποντα. Τῷ τοι
καὶ τοὺς μὲν πλείστους κατ' ἀνατολὴν ἔπεμπεν,
ἄλλους δέ γε τῷ Μουζάλωνι Αλιζώνων ἡγεμονεύοντι
παρεδίδου. Πολλοὺς δὲ καὶ τοὺς κρείττους προσετοι
μάσας τῷ υἱεῖ συνεξώρμα καὶ βασιλεῖ· ἐδέησε γὰρ
σιν. Αλλ' οἱ μὲν προεξεληλακέτες ἐπ' ἀνατο ἧς ὡς
ἤδη καὶ μόνον τὸν κατὰ τὴν Καλλίου πόρον επεραι
οῦντο, εὐθὺς ἐχρῶντο τοῖς αὐτῶν ἤλεσι, καὶ τῶν
ἀγόντων κατολιγωροῦντες μεγάλα διετίθουν κακά
Ῥωμαίους, λῃστῶν ἐπιόντες τρόπον, τοῖς μὲν παροι
κοῦσι [Ρ. 213] τὰς χώρας κακὸν ἀπρόοπτον ἐφιστά
μενοι, τοῖς δὲ συναντῶσι δεινὸν ἁπάντημα γνωρι
ζόμενοι, οἷς δὲ καὶ συνεσκήνουν, χαλεπὸν γειτόνημο
ὄντες, οἷς βοηθεῖν ἀπεστέλλοντο. Εὐρόντες δὲ χώρας
παντοίων πληθούσας καλῶν, ἐνευπάθουν ἐκείναις
ἁρπάζοντες. Μόλις δ' ἀποσωθέντες, πολλῶν ἀπονι
μένων τῶν δυσχερῶν οἷς τ' ἐπεστάτησαν οἷς τε
συνήντησαν, εμέμνηντο καὶ τῶν συγκειμένων, πλη
οὐχ ὡς ἔδοξαν ἀπεφάνησαν, ἀλλ' ὑπερηφάνουν μὲν
ἡγεμόνων, καθ' αὐτοὺς δὲ ὅσα καὶ βάρβαροι συνιστά
μενοι Ρωμαίοις πλέον ἢ πολεμίοις ἐπῄεσαν. Ενίοτε
δὲ καὶ δουλαγωγηθέντες ἐκ μεγάλης και προμηθεύς
PG 144:341ἅμα γοῦν ἦρι περί που τὰς Πασχαλίους ἡμέρας ἐξώρμα, πολὺ μὲν βαρβαρικὸν ἐκ τῶν Ἀλανῶν ἐπαγόμενος, οὐκ ὀλίγῳ δὲ καὶ Ῥωμαϊκῷ ἐντυχεῖν ἐλπίζων, τῷ μὲν καὶ συνειλεγμένῳ ἐντεῦθεν ἤδη, τῷ δὲ καὶ ἐπὶ τὴν ἐκεῖ στρατείαν διάγοντι. ἐξῄει μὲν οὖν ἐν ἐλπίσι μείζοσιν, ὡς ἐννοεῖν πολλοὺς ἦν, καὶ διὰ ταχέων τοῖς τῆς ἀνατολῆς ἐφίστατο μέρεσι, Μαγνησίᾳ δὲ τῇ κατὰ τὸν Ἕρμον προσοικήσας ἐκεῖθεν κατὰ τῶν ἐχθρῶν συνέταττε τὰς δυνάμεις ὡς πολεμησειούσας αὐτίκα ἤν που φανεῖεν. τέως δέ γε καὶ ἀποστολὰς ἐποιεῖτο, καὶ προσβάλλοντες κατὰ λόχους ᾐχμαλώτιζον, καὶ σκύλοις τῶν πολεμίων οἱ ἡμέτεροι ἐνετρύφων. τὸ δὲ προφανῶς εἰσβαλεῖν οὔτ’ αὐτοῖς ἦν ἀσφαλές, χρωμένων τοῖς ὀχυρώμασι τῶν ἐχθρῶν, οὔτ’ ἐκεῖνοι παρεῖχον, ἅπαξ κατὰ φήμην τὴν βασιλέως ἀνασταλέντες καί γε τοῖς ἐρυμνοτάτοις τῶν ὀρέων ἐνδύντες. βασιλεὺς δὲ καιρὸν ἐζήτει τὸν εἰς τόλμην σφᾶς ἐπάξοντα, ὥστε καὶ τῶν μυχῶν ἀνακύψαι καὶ προσβαλεῖν ἐθέλειν. καὶ μόλις ἐφειστήκει, [] ὅτε δὴ καὶ ἅμα κατ’ αὐτὸν οἱ πολέμιοι γεγονότες, καὶ συνταχθέντες εἰς πλῆθος ἄπειρον, ἐθάρρουν καὶ αὐτοῖς τοῖς περὶ τὸν βασιλέα σὺν μεγάλῳ καὶ ἐμβριθεῖ ἐπιέναι φρονήματι.
δεξιώσεως συνελθόντες κατὰ τόπον τὴν Πήγαν σὺν
Ρωμαίοις προσβάλλουσι, καὶ ἀνδραγαθοῦσι τὰ μά
λίστα, ἀπαγωγὴν ἱκανὴν καὶ λείαν περιβαλλόμενοι.
Εδόκουν δὲ λῆμα μὲν πολεμικὸν ἔχοντες, ήθεσι δ'
ἀνυποτάκτοι, ὡς βάρβαροι χρώμενοι, ἕξοντες δὲ κατὰ
τρόπον, ἐπεὶ τῶν ἄλλων κατωλιγώρουν, ἣν ὑπὸ βασι
λεῖ στρατηγοῦντι γένοιντο.
ιζ. Περὶ τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ καὶ τῆς αὐτοῦ
ἐπ' ἀνατολῆς ἐξελεύσεως.
τηʹ. Όπως ὁ βασιλεὺς Μιχαὴλ ἀπέτυχε θήρας
πολεμικής.
214] Ο μὲν οὖν βασιλεὺς Μιχαὴλ ταῖς ἀληθείαις
μὲν πολέμοις οὐκ ἐσχολάκει καὶ μάχαις ἐς τότε,
ὅμως δ' εἶχε καὶ φρόνημα ἐμβριθὲς καὶ λῆμα γενναῖον
καὶ ζῆλον ὑπὲρ τῶν κακουμένων Ῥωμαίων οὐχ
ἥκιστα, καὶ ταῖς προθυμίαις, ὡς τοὺς εἰδότας λέγειν,
ἐσφάδαζεν. Ἐπεὶ δὲ καὶ καιρὸς ἐφειστήκει ὁ τότε
καλῶν αὐτὸν στρατεύειν ἐπὶ τῆς ἀνατολῆς, ἔτοιμος
ἦν αὐτίκα. Καὶ ἅμ᾽ ὁ πατὴρ καὶ βασιλεύς προσέταττε,
καὶ αὐτὸς ἐδίδου τὰς προθυμίας οὐκ ἀγεννεῖς. "Αμα
γοῦν ἦρι περί που τὰς Πασχαλίους ἡμέρας ἐξώρμα,
πολὺ μὲν βαρβαρικὸν ἐκ τῶν ᾿Αλανῶν ἐπαγόμενος,
οὐκ ὀλίγῳ δὲ καὶ Ῥωμαϊκῷ ἐντυχεῖν ἐλπίζων, τῷ
μὲν καὶ συνειλεγμένῳ ἐντεῦθεν ἤδη, τῷ δὲ καὶ ἐπὶ
τὴν ἐκεῖ στρατείαν διάγοντι. Εξῄει μὲν οὖν ἐν ἐλ
πίσι μείζοσιν, ὡς ἐννοεῖν πολλοὺς ἦν, καὶ διὰ ταχέων
τοῖς τῆς ἀνατολῆς ἐφίστατο μέρεσι, Μαγνησίᾳ δὲ
τῇ κατὰ τὸν Ερμον προσοικήσας ἐκεῖθεν κατὰ τῶν
ἐχθρῶν συνέταττε τὰς δυνάμεις ὡς πολεμησειούσας
αὐτίκα, ἦν που φανεῖεν. Τέως δέ γε καὶ ἀποστολές
ἐποιεῖτο, καὶ προσβάλλοντες κατὰ λόχους ᾐχμαλώτι
ζον, καὶ σκύλοις τῶν πολεμίων οἱ ἡμέτεροι ενετρύ
φων. Τὸ δὲ προφανῶς εἰσβαλεῖν οὔτ᾽ αὐτοῖς ἦν ἀσφα
λες, χρωμένων τοῖς ὀχυρώμασι τῶν ἐχθρῶν, οὔτ'
ἐκεῖνα παρείχον, ἅπαξ κατὰ φήμην τὴν βασιλέως
ἀνασταλέντες καί γε τοῖς ἐρυμνοτάτοις τῶν ὀρέων
ἐνδύντες. Βασιλεὺς δὲ καιρὸν ἐζήτει τὸν εἰς τόλμην
σφᾶς ἐπάξοντα, ὥστε καὶ τῶν μυχῶν ἀνακύψαι καὶ
προσβαλεῖν ἐθέλειν. [Ρ. 215] Καὶ μόλις έφειστήκει,
(ιη') ὅτε δὴ καὶ ἅμα κατ' αὐτὸν οἱ πολέμιοι γεγονό
τες, καὶ συνταχθέντες εἰς πλῆθος ἄπειρον, ἐθάρξουν
καὶ αὐτοῖς τοῖς περὶ τὸν βασιλές σὺν μεγάλῳ καὶ
εμβριθεῖ ἐπιέναι φρονήματι. ᾿Αγγελθὲν δὲ βασιλεῖ
ὅτι τε κατὰ πλῆθος συνέστησαν οἱ πολέμιοι καὶ ὅτι
PG 144:343ἀγγελθὲν δὲ βασιλεῖ ὅτι τε κατὰ πλῆθος συνέστησαν οἱ πολέμιοι καὶ ὅτι μήπω θαρροῦντες προσβάλλειν γνωσιμαχοῦντες μένουσι, βουλὴν βουλεύεται ἐφ’ ᾧ μὴ ἀναμένειν τοὺς ἐπιόντας, ἀλλ’ αὐτοὺς ἐπιέναι σφίσι καὶ ἐμπεσεῖν μή πω θαρροῦσι τὴν συμπλοκήν, ὡς ἂν ἅμα μὲν καταπλήξαντες ἅμα δὲ καὶ τὴν τῶν θαρρούντων ἑαυτοῖς ὑπόνοιαν θέμενοι πράξωσί τι γενναῖον. ταῦτ’ ἔλεγε, καὶ μόλις τοὺς ὑφ’ ἑαυτῷ ἡγεμόνας ἔπειθε. καὶ γὰρ ἔτι ἦν καὶ τὸ Ἀλανικὸν ἀκμάζον, καὶ ἐν ἐλπίσι τοῦ εὖ σχήσειν ἦσαν, καὶ προεθυμοῦντο μεῖζον ἢ ὥστε δύνασθαι. ἑτέρωθεν δὲ καὶ τὸ Ῥωμαϊκὸν πολὺ ἦν, καὶ οὐχ ἧττον καὶ τοῦτο τὰς ὁρμὰς παρεθήγετο ὑπὸ νέῳ βασιλεῖ στρατηγούμενον. καὶ ἦν ἐλπὶς τοῖς ὁρῶσι μεγάλων κατορθωμάτων καὶ παντὸς ἐπέκεινα σφάλματος.
μήπω θαῤῥοῦντες προσβάλλειν γνωσιμαχοῦντες μέ- ναι μάχης οὐ τόσον δεινὸν, βασιλεῖ δὲ συγκινδυνεύειν
τὰ πράγματα καὶ λίαν παγχάλεπον εἶναι. Μηδὲ γὰρ
ἀρτρότως καὶ ἀσφαλῶς τῶν ἐλπίδων περιγενέσθαι,
ἀλλ᾽ ἤδη καὶ ἡττηθῆναι. Πλῆθος γὰρ κὰν τοῖς έναν
τίοις εἶναι καὶ μάχης. ἔμπειρον, καὶ οὐκ ἂν ἄλλως
θαῤῥησαν φανεροὺς ἐπιέναι, εἴπερ οὐκ ἤλπιζον τα
μεγάλα. Ανάπυστον δὲ καὶ τὴν βασιλέως φήμην
σφίσι γεγενῆσθαι, δι᾽ ἦν καὶ μᾶλλον ἐν δυοῖν εἰκὸς
εἶναι ξυμβήναι, ἢ φοβηθέντας ἐξ ἀσθενείας ἀναχω
ρεῖν ἢ θαῤῥοῦντας ἐξ ἐλπίδος μεγίστης φαίνεσθαι.
“Ο καὶ φοβητέον ἂν μᾶλλον εἶναι σὺν βασιλεῖ
καὶ μὴ μόνοις καθ' αὐτοὺς ἐπιοῦσι. Ταῦτα λέγοντες
αὐτοὶ μὲν τῆς ὁρμῆς καθυφίεσαν πάντη, ὑπέκλων
δὲ καὶ τὰς τοῦ βασιλέως ὁρμᾶς, καὶ ἅμα δεύτερος
ἐπὶ πρώτῳ καὶ τρίτος ἐπὶ τούτῳ καὶ ἐφεξῆς, φόβους
νουσι, βουλὴν βουλεύεται ἐφ᾽ ᾧ μὴ ἀναμένειν τοὺς
ἐπιόντας, ἀλλ' αὐτοὺς ἐπιέναι σφίσι καὶ ἐμπεσεῖν
μή πω θαῤῥοῦσι τὴν συμπλοκήν, ὡς ἂν ἅμα μὲν
καταπλήξαντες, ἅμα δὲ καὶ τὴν τῶν θαῤῥούντων
ἑαυτοῖς ὑπόνοιαν θέμενοι πράξωσι τι γενναίον. Ταῦτ'
ἔλεγε, καὶ μόλις τοὺς ὑφ' ἑαυτῷ ἡγεμόνας ἔπειθε.
Καὶ γὰρ ἔτι ἦν καὶ τὸ Αλανικὸν ἀκμάζον, καὶ ἐν
ἐλπίσι τοῦ εὖ σχήσειν ἦσαν, καὶ προεθυμοῦντο μείζον
ἢ ὥστε δύνασθαι, Ετέρωθεν δὲ καὶ τὸ Ῥωμαϊκὸν
πολὺ ἦν, καὶ οὐχ ἧττον καὶ τοῦτο τὰς ὁρμᾶς παρεθή
γεῖο ὑπὸ νέῳ βασιλεῖ στρατηγούμενον. Καὶ ἦν ἐλπίς
τοῖς ὁρῶσι μεγάλων κατορθωμάτων καὶ παντὸς
ἐπέκεινα σφάλματος. Ἐπεὶ τοίνυν οὕτω βασιλεύς
μὲν ὥρμα, στρατὸς δὲ ξυνώρμα, καὶ ἤδη ἐξιόντες
προσέβαλλον μείζονι καὶ αἰεὶ νέῳ καθάπαξ τῷ λήματι λέγοντες καὶ ὑπονοίας εἰδωλοποιούμενοι φοβεράς,
ὑποστρέφειν ἔπειθον, ὡς μήτε σὺν βασιλεῖ προσβάλε
λειν φαινόμενον ἀσφαλὲς, μήτ' αυτούς γε μόνου;
καταθαῤῥεῖν τὸν πόλεμον πάντα γὰρ δεύτερα ἐλογί
ζοντο τοῦ βασιλέα τε καὶ στρατὸν τόσον ἐν ἀσφαλεί
γε περιποιήσασθαι. Γίνεται τοιγαροῦν καὶ μὴ θέλων
ὁ βασιλεὺς τῆς ἐκείνων βουλῆς, καὶ στρατὸς οὕτως
χρώμενοι, καὶ ἤδη οὐ παρ' αὐτοῖς, ἀλλ' ἐν αὐτοῖς
ἦσαν τοῖς πολεμίοις καὶ προσβαλεῖν ἔμελλον, αὐτίκα,
ἐστράκου, φασί, μεταπεσόντος, γνωσιμαχοῦσιν ἐκ
δέους οἱ ἡγεμόνες καὶ ἐν ὑπονοίαις ἐγένοντο, οὐ δεδιό
τες ἐχθροὺς, ὡς ἔφασκον, ἀλλ' ὑπὲρ βασιλέως φρον
τίζοντες δῆθεν. Αὐτοὺς μὲν γὰρ καὶ μόνους λειφθή
ἐπεὶ τοίνυν οὕτω βασιλεὺς μὲν ὥρμα στρατὸς δὲ ξυνώρμα, καὶ ἤδη ἐξιόντες προσέβαλλον μείζονι καὶ αἰεὶ νέῳ καθάπαξ τῷ λήματι χρώμενοι, καὶ ἤδη οὐ παρ’ αὐτοῖς ἀλλ’ ἐν αὐτοῖς ἦσαν τοῖς πολεμίοις καὶ προσβαλεῖν ἔμελλον, αὐτίκα, ὀστράκου φασὶ μεταπεσόντος, γνωσιμαχοῦσιν ἐκ δέους οἱ ἡγεμόνες καὶ ἐν ὑπονοίαις ἐγένοντο, οὐ δεδιότες ἐχθρούς, ὡς ἔφασκον, ἀλλ’ ὑπὲρ βασιλέως φροντίζοντες δῆθεν. αὐτοὺς μὲν γὰρ καὶ μόνους λειφθῆναι μάχης οὐ τόσον δεινόν, βασιλεῖ δὲ συγκινδυνεύειν τὰ πράγματα καὶ λίαν παγχάλεπον εἶναι. μηδὲ γὰρ ἀραρότως καὶ ἀσφαλῶς τῶν ἐλπίδων περιγενέσθαι, ἀλλ’ ἤδη καὶ ἡττηθῆναι. πλῆθος γὰρ κἀν τοῖς ἐναντίοις εἶναι καὶ μάχης ἔμπειρον, καὶ οὐκ ἂν ἄλλως θαρρῆσαν φανεροὺς ἐπιέναι, εἴπερ οὐκ ἤλπιζον τὰ μεγάλα. ἀνάπυστον δὲ καὶ τὴν βασιλέως φήμην σφίσι γεγενῆσθαι, δι’ ἣν καὶ μᾶλλον ἓν δυοῖν εἰκὸς εἶναι ξυμβῆναι, ἢ φοβηθέντας ἐξ ἀσθενείας ἀναχωρεῖν ἢ θαρροῦντας ἐξ ἐλπίδος μεγίστης φαίνεσθαι. ὃ καὶ φοβητέον ἂν μᾶλλον εἶναι σὺν βασιλεῖ καὶ μὴ μόνοις καθ’ αὑτοὺς ἐπιοῦσι.
μήπω θαῤῥοῦντες προσβάλλειν γνωσιμαχοῦντες μέ- ναι μάχης οὐ τόσον δεινὸν, βασιλεῖ δὲ συγκινδυνεύειν
τὰ πράγματα καὶ λίαν παγχάλεπον εἶναι. Μηδὲ γὰρ
ἀρτρότως καὶ ἀσφαλῶς τῶν ἐλπίδων περιγενέσθαι,
ἀλλ᾽ ἤδη καὶ ἡττηθῆναι. Πλῆθος γὰρ κὰν τοῖς έναν
τίοις εἶναι καὶ μάχης. ἔμπειρον, καὶ οὐκ ἂν ἄλλως
θαῤῥησαν φανεροὺς ἐπιέναι, εἴπερ οὐκ ἤλπιζον τα
μεγάλα. Ανάπυστον δὲ καὶ τὴν βασιλέως φήμην
σφίσι γεγενῆσθαι, δι᾽ ἦν καὶ μᾶλλον ἐν δυοῖν εἰκὸς
εἶναι ξυμβήναι, ἢ φοβηθέντας ἐξ ἀσθενείας ἀναχω
ρεῖν ἢ θαῤῥοῦντας ἐξ ἐλπίδος μεγίστης φαίνεσθαι.
“Ο καὶ φοβητέον ἂν μᾶλλον εἶναι σὺν βασιλεῖ
καὶ μὴ μόνοις καθ' αὐτοὺς ἐπιοῦσι. Ταῦτα λέγοντες
αὐτοὶ μὲν τῆς ὁρμῆς καθυφίεσαν πάντη, ὑπέκλων
δὲ καὶ τὰς τοῦ βασιλέως ὁρμᾶς, καὶ ἅμα δεύτερος
ἐπὶ πρώτῳ καὶ τρίτος ἐπὶ τούτῳ καὶ ἐφεξῆς, φόβους
νουσι, βουλὴν βουλεύεται ἐφ᾽ ᾧ μὴ ἀναμένειν τοὺς
ἐπιόντας, ἀλλ' αὐτοὺς ἐπιέναι σφίσι καὶ ἐμπεσεῖν
μή πω θαῤῥοῦσι τὴν συμπλοκήν, ὡς ἂν ἅμα μὲν
καταπλήξαντες, ἅμα δὲ καὶ τὴν τῶν θαῤῥούντων
ἑαυτοῖς ὑπόνοιαν θέμενοι πράξωσι τι γενναίον. Ταῦτ'
ἔλεγε, καὶ μόλις τοὺς ὑφ' ἑαυτῷ ἡγεμόνας ἔπειθε.
Καὶ γὰρ ἔτι ἦν καὶ τὸ Αλανικὸν ἀκμάζον, καὶ ἐν
ἐλπίσι τοῦ εὖ σχήσειν ἦσαν, καὶ προεθυμοῦντο μείζον
ἢ ὥστε δύνασθαι, Ετέρωθεν δὲ καὶ τὸ Ῥωμαϊκὸν
πολὺ ἦν, καὶ οὐχ ἧττον καὶ τοῦτο τὰς ὁρμᾶς παρεθή
γεῖο ὑπὸ νέῳ βασιλεῖ στρατηγούμενον. Καὶ ἦν ἐλπίς
τοῖς ὁρῶσι μεγάλων κατορθωμάτων καὶ παντὸς
ἐπέκεινα σφάλματος. Ἐπεὶ τοίνυν οὕτω βασιλεύς
μὲν ὥρμα, στρατὸς δὲ ξυνώρμα, καὶ ἤδη ἐξιόντες
προσέβαλλον μείζονι καὶ αἰεὶ νέῳ καθάπαξ τῷ λήματι λέγοντες καὶ ὑπονοίας εἰδωλοποιούμενοι φοβεράς,
ὑποστρέφειν ἔπειθον, ὡς μήτε σὺν βασιλεῖ προσβάλε
λειν φαινόμενον ἀσφαλὲς, μήτ' αυτούς γε μόνου;
καταθαῤῥεῖν τὸν πόλεμον πάντα γὰρ δεύτερα ἐλογί
ζοντο τοῦ βασιλέα τε καὶ στρατὸν τόσον ἐν ἀσφαλεί
γε περιποιήσασθαι. Γίνεται τοιγαροῦν καὶ μὴ θέλων
ὁ βασιλεὺς τῆς ἐκείνων βουλῆς, καὶ στρατὸς οὕτως
χρώμενοι, καὶ ἤδη οὐ παρ' αὐτοῖς, ἀλλ' ἐν αὐτοῖς
ἦσαν τοῖς πολεμίοις καὶ προσβαλεῖν ἔμελλον, αὐτίκα,
ἐστράκου, φασί, μεταπεσόντος, γνωσιμαχοῦσιν ἐκ
δέους οἱ ἡγεμόνες καὶ ἐν ὑπονοίαις ἐγένοντο, οὐ δεδιό
τες ἐχθροὺς, ὡς ἔφασκον, ἀλλ' ὑπὲρ βασιλέως φρον
τίζοντες δῆθεν. Αὐτοὺς μὲν γὰρ καὶ μόνους λειφθή
PG 144:345ταῦτα λέγοντες αὐτοὶ μὲν τῆς ὁρμῆς καθυφίεσαν πάντῃ, ὑπέκλων δὲ καὶ τὰς τοῦ βασιλέως ὁρμάς, καὶ ἅμα δεύτερος ἐπὶ πρώτῳ καὶ τρίτος ἐπὶ τούτῳ καὶ ἐφεξῆς, φόβους λέγοντες καὶ ὑπονοίας εἰδωλοποιούμενοι φοβεράς, ὑποστρέφειν ἔπειθον, ὡς μήτε σὺν βασιλεῖ προσβάλλειν φαινόμενον ἀσφαλές, μήτ’ αὐτούς γε μόνους καταθαρρεῖν τὸν πόλεμον· πάντα γὰρ δεύτερα ἐλογίζοντο τοῦ βασιλέα τε καὶ στρατὸν τόσον ἐν ἀσφαλεῖ γε περιποιήσασθαι. γίνεται τοιγαροῦν καὶ μὴ θέλων ὁ βασιλεὺς τῆς ἐκείνων βουλῆς, καὶ στρατὸς οὕτως ἔχων πλήθους τε καὶ παρασκευῆς μηδέν τι πράξας ὑπέστρεφεν. οὐ μὴν δὲ καὶ ἀκίνδυνα ἦσαν ἐντεῦθεν τοῖς τοῦ βασιλέως λαοῖς. ἅμα γὰρ ἀγγελθὲν τοῖς Πέρσαις ὡς ὑποστρέψαι ὁ βασιλεύς, καὶ θάρρος λαβόντες μεῖζον πᾶσαν ἐκείνην τὴν γῆν κατατρέχουσι, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν τοῦ Μαινομένου κάμπον ἐκθέουσι. καὶ πολλὰ μὲν τοὺς ἐκεῖ δράσαντες χαλεπά, πολλὴν δὲ λείαν περιβαλόμενοι, ἐν τροπαίοις Ῥωμαίοις ὑπέστρεφον. οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ καθυφεικέναι τοῦ θράσους ἐντεῦθεν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον κατολιγωρήσαντες τῶν περὶ τὸν βασιλέα πραγμάτων φανερῶς ἐπὶ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἐστρατοπεδεύοντο.
ιθ'. Οπως οἱ ᾿Αλανοὶ κατηνάγκαζον τὸν βασιλέα
Μιχαὴλ ἀνεθῆναι τοῦ πολέμου.
ἔχων πλήθους τε καὶ παρασκευῆς μηδέν τι πράξας χωρήσεσιν, ἔχουσι δὲ καὶ τῶν ἐπιτηδείων αὐτάρκως
ὑπέστρεφεν. Οὐ μὴν δὲ καὶ ἀκίνδυνα ἦσαν ἐντεῦθεν ἐκ τῆς τῶν ἀναχωρούντων περιουσίας.
τοῖς τοῦ βασιλέως λαοῖς. "Αμα γὰρ ἀγγελθὲν τοῖς Πέρ
σαις ὡς ὑποστρέψαι ὁ βασιλεὺς, καὶ θάρρος λαβόντες
μείζον πᾶσαν ἐκείνην τὴν γῆν κατατρέχουσι, καὶ εἰς
αὐτὸν τὸν τοῦ Μαινομένου κάμπον ἐκθέουσι. Καὶ
πολλὰ μὲν τοὺς ἐκεῖ δράσαντες. χαλεπά, πολλὴν δὲ
λείαν περιβαλόμενοι, ἐν τροπαίοις Ρωμαίοις ὑπέστρε
φον. Οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ καθυφεικέναι τοῦ θράσους
ἐντεῦθεν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον κατολιγωρήσαντες τῶν
περὶ τὸν βασιλέα πραγμάτων φανερῶς ἐπὶ τῆς τῶν
Ρωμαίων ἐστρατοπεδεύοντο. Καὶ βασιλεὺς μὲν ἐπὶ
Μαγνησίας ἐγκέκλειστο, οἱ δὲ πολέμιοι οσημέραι
περιερχόμενοι τὰ μέγιστα ἔπραττον. Καὶ ὁ λαὸς ὁ
μὲν κατεσφάττετο, ὁ δ᾽ ἀπανίστατο φθάνων, καὶ οἱ
μὲν πρὸς νήσους τας ἐγγιζούσας, οἱ δὲ πρὸς τὴν
δύσιν διαπεραιούμενοι διεσώζοντο. Ην δ' ἐντεῦθεν
Πέρσαις καὶ ἡ ἐπὶ τὰ ἐντὸς προσχώρησις εὐμαρής,
προοδοποιουμένοις οἷον ταῖς τῶν προσχώρων ἀνα
[Ρ. 217] Τότε καὶ οἱ περὶ τὴν βασιλέα 'Αλανοί νό
στου ἐμέμνηντο, καὶ ἀπολύειν σφάς βασιλέα πρῶτον
μὲν ἱκέτευον, ἔπειτα δὲ καὶ κατήπειγον. Επὶ χρόνον
γὰρ καὶ προσταλαιπωρεῖσθαι, ὥστε δεῖν αὐτοῖς καὶ
ἀνέσεως ἀήθεσιν οὖσι πολέμων ἐπὶ τοσοῦτον πολυ
ημέρων· αὐτοὺς γὰρ Νογᾷ συστρατεύοντας, κατά
πόδας τοῖς ἀντιπάλοις συμπλεκομένους, ἐπ' ὀλίγον
μάχεσθαι, καὶ τὰ πράγματα καθιστάντας τὸ λοιπὸν
ἐν ἀνέσει τε καὶ τρυφῇ διαζῇν, ἐπὶ τοσοῦτον δὲ και
τατρύχεσθαι μάχαις καὶ ἐκστρατείαις μήτ' εἰδέναι
μήτε μὴν δύνασθαι. Ταῦτα λέγοντες δηλοί τε ἦσαν
ἕτοιμοι ὄντες ἀναχωρεῖν καὶ βασιλέως μὴ ἀφιέντος,
καὶ τοῖς ἐπισχεῖν ὡρμημένοις ἀντιστῆναι. Ταῦτα
μὲν μαθὼν βασιλεὺς, καὶ πολλῶν ἀβουλήτων ἑτέρων
αὐτὸν περιστάντων καὶ γὰρ ἔνθεν μὲν ὅσον ἦν
καὶ βασιλεὺς μὲν ἐπὶ Μαγνησίας ἐγκέκλειστο, οἱ δὲ πολέμιοι ὁσημέραι περιερχόμενοι τὰ μέγιστα ἔπραττον. καὶ ὁ λαὸς ὁ μὲν κατεσφάττετο ὁ δ’ ἀπανίστατο φθάνων, καὶ οἱ μὲν πρὸς νήσους τὰς ἐγγιζούσας οἱ δὲ πρὸς τὴν δύσιν διαπεραιούμενοι διεσώζοντο. ἦν δ’ ἐντεῦθεν Πέρσαις καὶ ἡ ἐπὶ τὰ ἐντὸς προσχώρησις εὐμαρής, προοδοποιουμένοις οἷον ταῖς τῶν προσχώρων ἀναχωρήσεσιν, ἔχουσι δὲ καὶ τῶν ἐπιτηδείων αὐτάρκως ἐκ τῆς τῶν ἀναχωρούντων περιουσίας. 19. Τότε καὶ οἱ περὶ τὸν βασιλέα Ἀλανοὶ νόστου ἐμέμνηντο, καὶ ἀπολύειν σφᾶς βασιλέα πρῶτον μὲν ἱκέτευον, ἔπειτα δὲ καὶ κατήπειγον. ἐπὶ χρόνον γὰρ καὶ προσταλαιπωρεῖσθαι, ὥστε δεῖν αὐτοῖς καὶ ἀνέσεως ἀήθεσιν οὖσι πολέμων ἐπὶ τοσοῦτον πολυημέρων· αὐτοὺς γὰρ Νογᾷ συστρατεύοντας, κατὰ πόδας τοῖς ἀντιπάλοις συμπλεκομένους, ἐπ’ ὀλίγον μάχεσθαι, καὶ τὰ πράγματα καθιστάντας τὸ λοιπὸν ἐν ἀνέσει τε καὶ τρυφῇ διαζῆν, ἐπὶ τοσοῦτον δὲ κατατρύχεσθαι μάχαις καὶ ἐκστρατείαις μήτ’ εἰδέναι μήτε μὴν δύνασθαι. ταῦτα λέγοντες δῆλοί τε ἦσαν ἕτοιμοι ὄντες ἀναχωρεῖν καὶ βασιλέως μὴ ἀφιέντος, καὶ τοῖς ἐπισχεῖν ὡρμημένοις ἀντιστῆναι.
ιθ'. Οπως οἱ ᾿Αλανοὶ κατηνάγκαζον τὸν βασιλέα
Μιχαὴλ ἀνεθῆναι τοῦ πολέμου.
ἔχων πλήθους τε καὶ παρασκευῆς μηδέν τι πράξας χωρήσεσιν, ἔχουσι δὲ καὶ τῶν ἐπιτηδείων αὐτάρκως
ὑπέστρεφεν. Οὐ μὴν δὲ καὶ ἀκίνδυνα ἦσαν ἐντεῦθεν ἐκ τῆς τῶν ἀναχωρούντων περιουσίας.
τοῖς τοῦ βασιλέως λαοῖς. "Αμα γὰρ ἀγγελθὲν τοῖς Πέρ
σαις ὡς ὑποστρέψαι ὁ βασιλεὺς, καὶ θάρρος λαβόντες
μείζον πᾶσαν ἐκείνην τὴν γῆν κατατρέχουσι, καὶ εἰς
αὐτὸν τὸν τοῦ Μαινομένου κάμπον ἐκθέουσι. Καὶ
πολλὰ μὲν τοὺς ἐκεῖ δράσαντες. χαλεπά, πολλὴν δὲ
λείαν περιβαλόμενοι, ἐν τροπαίοις Ρωμαίοις ὑπέστρε
φον. Οὐ μὴν δὲ ὥστε καὶ καθυφεικέναι τοῦ θράσους
ἐντεῦθεν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον κατολιγωρήσαντες τῶν
περὶ τὸν βασιλέα πραγμάτων φανερῶς ἐπὶ τῆς τῶν
Ρωμαίων ἐστρατοπεδεύοντο. Καὶ βασιλεὺς μὲν ἐπὶ
Μαγνησίας ἐγκέκλειστο, οἱ δὲ πολέμιοι οσημέραι
περιερχόμενοι τὰ μέγιστα ἔπραττον. Καὶ ὁ λαὸς ὁ
μὲν κατεσφάττετο, ὁ δ᾽ ἀπανίστατο φθάνων, καὶ οἱ
μὲν πρὸς νήσους τας ἐγγιζούσας, οἱ δὲ πρὸς τὴν
δύσιν διαπεραιούμενοι διεσώζοντο. Ην δ' ἐντεῦθεν
Πέρσαις καὶ ἡ ἐπὶ τὰ ἐντὸς προσχώρησις εὐμαρής,
προοδοποιουμένοις οἷον ταῖς τῶν προσχώρων ἀνα
[Ρ. 217] Τότε καὶ οἱ περὶ τὴν βασιλέα 'Αλανοί νό
στου ἐμέμνηντο, καὶ ἀπολύειν σφάς βασιλέα πρῶτον
μὲν ἱκέτευον, ἔπειτα δὲ καὶ κατήπειγον. Επὶ χρόνον
γὰρ καὶ προσταλαιπωρεῖσθαι, ὥστε δεῖν αὐτοῖς καὶ
ἀνέσεως ἀήθεσιν οὖσι πολέμων ἐπὶ τοσοῦτον πολυ
ημέρων· αὐτοὺς γὰρ Νογᾷ συστρατεύοντας, κατά
πόδας τοῖς ἀντιπάλοις συμπλεκομένους, ἐπ' ὀλίγον
μάχεσθαι, καὶ τὰ πράγματα καθιστάντας τὸ λοιπὸν
ἐν ἀνέσει τε καὶ τρυφῇ διαζῇν, ἐπὶ τοσοῦτον δὲ και
τατρύχεσθαι μάχαις καὶ ἐκστρατείαις μήτ' εἰδέναι
μήτε μὴν δύνασθαι. Ταῦτα λέγοντες δηλοί τε ἦσαν
ἕτοιμοι ὄντες ἀναχωρεῖν καὶ βασιλέως μὴ ἀφιέντος,
καὶ τοῖς ἐπισχεῖν ὡρμημένοις ἀντιστῆναι. Ταῦτα
μὲν μαθὼν βασιλεὺς, καὶ πολλῶν ἀβουλήτων ἑτέρων
αὐτὸν περιστάντων καὶ γὰρ ἔνθεν μὲν ὅσον ἦν
PG 144:347ταῦτα μὲν μαθὼν βασιλεύς, καὶ πολλῶν ἀβουλήτων ἑτέρων αὐτὸν περιστάντωνκαὶ γὰρ ἔνθεν μὲν ὅσον ἦν περὶ αὐτὸν Ῥωμαϊκὸν μάχιμον, πεπυσμένοι περὶ τῶν σφῶν οἰκιῶν κειμένων ἤδη εἰς ὄλεθρον, ἀφέντες τὴν περὶ τὸν βασιλέα στρατείαν ἀνεχώρουν, τὰ ἑαυτῶν ἕκαστος περιποιησόμενος· ὁ τούτου τε θεῖος ὁ Ἀσὰν ἐτεθνήκει, ὁ δ’ ἕτερος θεῖος αὐτοῦ Μιχαὴλ ὁ δεσπότης νόσῳ περιπεσὼν ἀνεχώρει καὶ αὐτὸς πρὸς τὰ οἴκοι, καὶ τὸ πᾶν ἦν ἐν τοῖς Ἀλανοῖς. τὸ μὲν βιάζεσθαι σφᾶς καιρὸν οὐκ εἶχεν, ὅμως δὲ κατεῖχεν ἐκείνους ἐπὶ ῥητῷ τριμηνιαίῳ καιρῷ ἐφ’ ὁμολογίαις ἐν ὅρκοις, ἦ μὴν ἢ ἱκανοῦν ῥόγαις ἢ ἀπολύειν ἐντεῦθεν, ἐλπίζων διὰ τῶν πρὸς τὸν πατέρα καὶ βασιλέα γραφῶν τε καὶ μηνυμάτων πόρον ἐπὶ τούτοις σχεῖν ἢ μὴν χρημάτων ἢ καὶ βουλῆς. βασιλεὺς δὲ μαθὼν ἐν φροντίδι ἦν τοῦ καὶ τῷ υἱῷ περιποιεῖν τὰ προσήκοντα καὶ τῷ ἔθνει τὰ ἀναγκαία ἐξικανοῦν· οὐδὲ γὰρ ὅλως ἀσφαλὲς ἔκρινεν ἀναχωρεῖν ἐκείνους ἐκεῖθεν. ἀλλ’ ἐν τούτοις ὄντος, ἔνθεν μὲν τὰ τῆς ἐκκλησίας ἄρχονται καὶ αὖθις ταράσσεσθαι, ἔνθεν δὲ τὰ περὶ τὰ τῇδε μέρη ξυμπίπτειν δεινά, περὶ ὧν ἐσαῦθις ῥηθήσεται.
περὶ αὐτὸν 'Ρωμαϊκὸν μάχιμον, πεπυσμένοι περὶ κ'. Αναχώρησις τοῦ βασιλέως ἀπὸ Μαγνησίας
τῶν σφῶν οἰκιῶν κειμένων ἤδη εἰς ὄλεθρον, ἀφέντες
τὴν περὶ τὸν βασιλέα στρατείαν ἀνεχώρουν, τὰ ἑαυ
τῶν ἕκαστος περιποιησόμενος· ὁ τούτου τε θεῖος ὁ
Ασὰν ἐτεθνήκει, ὁ δ᾽ ἕτερος θεῖος αὐτοῦ Μιχαὴλ ὁ
δεσπότης νόσῳ περιπεσὼν ἀνεχώρει καὶ αὐτὸς πρὸς
τὰ οἴκοι, καὶ τὸ πᾶν ἦν ἐν τοῖς ᾿Αλανοῖς. Τὸ μὲν
βιάζεσθαι σφᾶς καιρὸν οὐκ εἶχεν, ὅμως δὲ κατείχεν
ἐκείνους ἐπὶ ῥητῷ τριμηνιαίῳ καιρῷ ἐφ᾽ ὁμολογίαις
ἐν ὅρκοις, ἢ μὴν ἢ ἱκανοῦν βόγαις ἢ ἀπολύειν ἐντεῦ
θεν, ἐλπίζων διὰ τῶν πρὸς τὸν πατέρα καὶ βασιλέα
γραφῶν τε καὶ μηνυμάτων πόρον ἐπὶ τούτοις σχεῖν
ἢ μὴν χρημάτων ἢ καὶ βουλῆς. Βασιλεὺς δὲ μαθὼν
ἐν φροντίδι ἦν τοῦ καὶ τῷ υἱῷ περιποιεῖν τὰ προσ
ήκοντα καὶ τῷ ἔθνει τὰ ἀναγκαῖα ἐξικανοῦν· οὐδὲ
γὰρ ὅλως ἀσφαλὲς ἔκρινεν ἀναχωρεῖν ἐκείνους ἐκεῖ
θεν. Αλλ᾽ ἐν τούτοις ὄντος, [Ρ. 218] ἔνθεν μὲν τὰ
τῆς Ἐκκλησίας ἄρχονται καὶ αὖθις ταράσσεσθαι,
ἔνθεν δὲ τὰ περὶ τὰ τῇδε μέρη ξυμπίπτειν δεινά,
περὶ ὧν ἐσαῦθις ῥηθήσηται. Καλὸν δὲ συνείρειν ἐς
τέλος τὰ τῶν Ἀλανῶν, εἰ κἀκεῖνα ἐν τῷ μεταξύ
ξυμβεβήκει, ὡς ἂν ἡ περὶ τούτων ξύμφρασις συν
εχής ᾖ.
Ενεσχολακότος τοιγαροῦν τούτοις ὡς ἀναγκαίοις
τοῦ βασιλέως κύκλῳ τὰ δεινὰ περιέστησαν, ὡς ἐκεῖ
μὲν ἄλλους εἶναι τοὺς τὴν Ῥωμαίων κακοῦντας,
ἐνταῦθα δ' 'Αμούριον καὶ Λαμίνην καὶ ᾿Ατμάνα καὶ
μυρίους ἄλλους τοὺς ἐπιόντας. Οὕτω τοῦ τριμηνιαίου
κατατρισθέντος καιροῦ ᾿Αλανοὶ καὶ ἄκοντος βασι
λέως ἀναχωρεῖν ὥρμων. Ο μὲν οὖν βασιλεὺς διὰ
ταῦτα, ἐπεὶ οὐκ εἶχεν ἐν Μαγνησίᾳ καὶ ἔτι καθῆσθαι
(οὔτε γὰρ προσβοηθεῖν εἶχε τοῖς κακουμένοις, και
ἀνία ἦν μὴ ἰσχύοντι, μυρία δὲ καὶ ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν
προσεδοκᾶτο ἡ ἐπιμώκησις, ἄλλως τε δὲ καὶ περὶ
ἑαυτῷ ἐδεδοίκει τῶν ὅλων ἀνεστατωμένων), ἔγνω
καὶ αὐτὸς, πλὴν ἀφανῶς, ἀναχωρεῖν. ἔνθεν μὲν τοὺς
τῶν ἰδίων ὀφθαλμοὺς ὑποκλέψας, ἐκεῖθεν δὲ τὰς τῶν
ἐχθρῶν ὑπονοίας παραλογισάμενος. Ὅθεν καὶ ὑπὲ
νυκτὶ καὶ χειμῶνι ἐκεῖθεν ἀναχωρεῖ. Ἀλλ' οὔτε τοὺς
ἰδίους ἔμελλε λήσειν εἰς τέλος, οὔτε μὴν τοὺς ἐχθρούς
ἐν παντελεῖ καταστῆσαι ἀγνοίᾳ το αῦτα ποιεῖν βου
λόμενος. Χρῆται γοῦν διὰ μὲν τοὺς ἰδίους νυκτί, διὰ
δὲ τοὺς ἐχθροὺς χειμώνι, οὕτω ξυμπεσόν. "Οσοι του
γαροῦν εὔζωνοί τε καὶ πρὸς τὸ φεύγειν προητοιμά
σθησαν, τότε συνειλούμενοι τῷ στρατῷ πεζῇ καὶ
PG 144:349καλὸν δὲ συνείρειν ἐς τέλος τὰ τῶν Ἀλανῶν, εἰ κἀκεῖνα ἐν τῷ μεταξὺ ξυμβεβήκει, ὡς ἂν ἡ περὶ τούτων ξύμφρασις συνεχὴς ᾖ. 20. Ἐνεσχολακότος τοιγαροῦν τούτοις ὡς ἀναγκαίοις τοῦ βασιλέως κύκλῳ τὰ δεινὰ περιέστησαν, ὡς ἐκεῖ μὲν ἄλλους εἶναι τοὺς τὴν Ῥωμαίων κακοῦντας, ἐνταῦθα δ’ Ἀμούριον καὶ Λαμίνσην καὶ Ἀτμᾶνα καὶ μυρίους ἄλλους τοὺς ἐπιόντας. οὕτω τοῦ τριμηνιαίου κατατριφθέντος καιροῦ Ἀλανοὶ καὶ ἄκοντος βασιλέως ἀναχωρεῖν ὥρμων. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς διὰ ταῦτα, ἐπεὶ οὐκ εἶχεν ἐν Μαγνησίᾳ καὶ ἔτι καθῆσθαι (οὔτε γὰρ προσβοηθεῖν εἶχε τοῖς κακουμένοις, καὶ ἀνία ἦν μὴ ἰσχύοντι, μυρία δὲ καὶ ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν προσεδοκᾶτο ἡ ἐπιμώκησις, ἄλλως τε δὲ καὶ περὶ ἑαυτῷ ἐδεδοίκει τῶν ὅλων ἀνεστατωμένων), ἔγνω καὶ αὐτός, πλὴν ἀφανῶς, ἀναχωρεῖν, ἔνθεν μὲν τοὺς τῶν ἰδίων ὀφθαλμοὺς ὑποκλέψας, ἐκεῖθεν δὲ τὰς τῶν ἐχθρῶν ὑπονοίας παραλογισάμενος. ὅθεν καὶ ὑπὸ νυκτὶ καὶ χειμῶνι ἐκεῖθεν ἀναχωρεῖ. ἀλλ’ οὔτε τοὺς ἰδίους ἔμελλε λήσειν εἰς τέλος, οὔτε μὴν τοὺς ἐχθροὺς ἐν παντελεῖ καταστῆσαι ἀγνοίᾳ τοιαῦτα ποιεῖν βουλόμενος. χρᾶται γοῦν διὰ μὲν τοὺς ἰδίους νυκτί, διὰ δὲ τοὺς ἐχθροὺς χειμῶνι, οὕτω ξυμπεσόν.
βάδην, ἄνδρες αὐναμα γυναιξὶ καὶ νηπίοις, παρ᾽
ἱππεῖς ἐσπουδασμένως φεύγοντας ἔτρεχον, καὶ ὅσον
μὲν τὸ εὐτονοῦν ἦν, ὡς εἶχον, δρόμῳ καὶ πόνῳ τὴν
σφετέραν ὠνοῦντη ζωὴν, οἱ δὲ λοιποὶ οἱ μὲν ἔξαπο-
Ρούμενοι καθυφίεσαν [Ρ, 319 χαὶ πόνου χαὶ δρόμου,
οἱ δὲ παρὰ δύναμιν συνωθούμενοι ἔπιπτον ἐν τῷ με-
παξὺ, καὶ οἱ μὲν τῷ χειμῶνι. ἐ πανέψυχον, οἱ δὲ καὶ
συνέπατοῦντο, Καὶ ἣν τὸ ε πόνος ἀλγεινὸς, τῶν μὲν
ἐχϑρὼν ἐγγύθεν προσκαθημένων καὶ ἡμμέναις ταῖς
παρ᾽ αὐτοῖς πυραὶς δήλων ὄντων καὶ ἐπιδραμουμέ-
νων, εἰ θέν οιεν, ἄλλων δὲ' τῶν μὲν ἀπορίᾳ καὶ ἰσχύος
ἐνδεία, τῶν δὲ χειμῶνι, τῶν δὲ καὶ φόθιῳ, ἔστε δ' οὗ
καὶ ταῖς παρ' ἀλλήλων συμπατήτεσι κυνδυνευόντων,
πολλῶν δὲ καὶ ἐξ ἐφόδων μετόπισθεν κατασχεθέντων.
Γέγονε ταῦτα, κυὶ περί που Ψυχὰς ἑκατὸν, ὡς ἢ
πίστις εἴχε, συνέθῃ χεφυνεῦσαι, Αὐτοὶ δὲ μόλις καὶ
᾿ οὐδέὴς ἣν ἐκείνων ὅστις εὔελπις ἐπὶ τοῖς ἰδίοις καϑ-
στο, ἀλλ' εὐθὺς ἀνάγκης ἐπιπεσούσης ἀπάρττως
᾿Ἐμέμνηντο πάντες, οἱ μὲν μέχρι καὶ αὐτῆς Περχάμου
καὶ ἐνδοτέρω περί που τὴν τοῦ ᾿Ατραμντίου περίχια-
ρον, οἱ δὲ καὶ ἐγγὺς θαλάσσης περὶ τὴν λάμψτκον"
οἱ δὲ πλείους τὴν ἀντιπεραίαν κατελάμδανον, ἔιαπε-
ρα εύμενοι τὴν Ἑλλήσποντον, λλλοι δὲ καὶ περαι-
πέρω προεληλύθεισαν διὰ τὰ φόδοις κατασεισθῆναν
μεγίστοις χαὶ τὴν ὑποστρηφὴν ἀπεγνωχέναι τέλεον,
Καὶ πρναπανίσταντο παντὸς. βράδου; εἰς κίνδυνον
ὑπονοονμένου μείξω πάσης ἀσφαλείας. Καὶ τὸ χείρ:-
στον, ὅτι τοὺς τῶν πρια παιρύντων βίηυς οἱ ἐκ πτρ-
'ὅδου. κατα' αλθάνοντες, δεύτεροι τούτων εἰς φυγὴν
τρεπόμενοι, οὐδὲν ἧττον καὶ ἀπόρως εἶχον τῶν ἔδέιον
{Ρ. 330] στρερούμενοι. Καὶ τὸ πρᾶγμα ποταμῶν
ἔδοξε ῥεῦμα, ὃ οὔτε τὸν ἴδιον ἔχειν τόπον πάρὰ τῶν
ἐπιόντων συγχωρεῖται, καὶ ὃ τέως κατείληφε, ταχέως
ἀφίησιν ἐξωθούμενον, καὶ τέλος ἀστατοῦν καὶ παν-
ποχυῦ φέριται καὶ οὐδαμοῦ μεμένηχε, πᾶσιν ἐπι-
θάλλαν καὶ οὐδέ τισι περικλειόμενον. Κιτήσεις δ᾽ ἐκεῖ-
ναι καὶ οἰκίαι, ἔργα σπουδαίων ἀνδρῶν, εἰς οὐδὴν
ἐλογίζοντω, ὅπου γε καὶ αὐτῶν τῶν ἐπιτηδείων καὶ
ὅσοι τοιγαροῦν εὔζωνοί τε καὶ πρὸς τὸ φεύγειν προητοιμάσθησαν, τότε συνειλούμενοι τῷ στρατῷ πεζῇ καὶ βάδην, ἄνδρες συνάμα γυναιξὶ καὶ νηπίοις, παρ’ ἱππεῖς ἐσπουδασμένως φεύγοντας ἔτρεχον, καὶ ὅσον μὲν τὸ εὐτονοῦν ἦν, ὡς εἶχον, δρόμῳ καὶ πόνῳ τὴν σφετέραν ὠνοῦντο ζωήν, οἱ δὲ λοιποὶ οἱ μὲν ἐξαπορούμενοι καθυφίεσαν καὶ πόνου καὶ δρόμου, οἱ δὲ παρὰ δύναμιν συνωθούμενοι ἔπιπτον ἐν τῷ μεταξύ, καὶ οἱ μὲν τῷ χειμῶνι ἐναπέψυχον, οἱ δὲ καὶ συνεπατοῦντο. καὶ ἦν τότε πόνος ἀλεγεινός, τῶν μὲν ἐχθρῶν ἐγγύθεν προσκαθημένων καὶ ἡμμέναις ταῖς παρ’ αὐτοῖς πυραῖς δήλων ὄντων καὶ ἐπιδραμουμένων, εἰ θέλοιεν, ἄλλων δὲ τῶν μὲν ἀπορίᾳ καὶ ἰσχύος ἐνδείᾳ, τῶν δὲ χειμῶνι, τῶν δὲ καὶ φόβῳ, ἔστι δ’ οὗ καὶ ταῖς παρ’ ἀλλήλων συμπατήσεσι κινδυνευόντων; πολλῶν δὲ καὶ ἐξ ἐφόδου μετόπισθεν κατασχεθέντων. γέγονε ταῦτα, καὶ περί που ψυχὰς ἑκατόν, ὡς ἡ πίστις εἶχε, συνέβη κινδυνεῦσαι. αὐτοὶ δὲ μόλις καὶ ἀσυντάκτως σπεύδοντες τὴν Πέργαμον αὐτονυχεὶ ἐν πλείστῳ πόνῳ καταλαμβάνουσιν. 21.
βάδην, ἄνδρες αὐναμα γυναιξὶ καὶ νηπίοις, παρ᾽
ἱππεῖς ἐσπουδασμένως φεύγοντας ἔτρεχον, καὶ ὅσον
μὲν τὸ εὐτονοῦν ἦν, ὡς εἶχον, δρόμῳ καὶ πόνῳ τὴν
σφετέραν ὠνοῦντη ζωὴν, οἱ δὲ λοιποὶ οἱ μὲν ἔξαπο-
Ρούμενοι καθυφίεσαν [Ρ, 319 χαὶ πόνου χαὶ δρόμου,
οἱ δὲ παρὰ δύναμιν συνωθούμενοι ἔπιπτον ἐν τῷ με-
παξὺ, καὶ οἱ μὲν τῷ χειμῶνι. ἐ πανέψυχον, οἱ δὲ καὶ
συνέπατοῦντο, Καὶ ἣν τὸ ε πόνος ἀλγεινὸς, τῶν μὲν
ἐχϑρὼν ἐγγύθεν προσκαθημένων καὶ ἡμμέναις ταῖς
παρ᾽ αὐτοῖς πυραὶς δήλων ὄντων καὶ ἐπιδραμουμέ-
νων, εἰ θέν οιεν, ἄλλων δὲ' τῶν μὲν ἀπορίᾳ καὶ ἰσχύος
ἐνδεία, τῶν δὲ χειμῶνι, τῶν δὲ καὶ φόθιῳ, ἔστε δ' οὗ
καὶ ταῖς παρ' ἀλλήλων συμπατήτεσι κυνδυνευόντων,
πολλῶν δὲ καὶ ἐξ ἐφόδων μετόπισθεν κατασχεθέντων.
Γέγονε ταῦτα, κυὶ περί που Ψυχὰς ἑκατὸν, ὡς ἢ
πίστις εἴχε, συνέθῃ χεφυνεῦσαι, Αὐτοὶ δὲ μόλις καὶ
᾿ οὐδέὴς ἣν ἐκείνων ὅστις εὔελπις ἐπὶ τοῖς ἰδίοις καϑ-
στο, ἀλλ' εὐθὺς ἀνάγκης ἐπιπεσούσης ἀπάρττως
᾿Ἐμέμνηντο πάντες, οἱ μὲν μέχρι καὶ αὐτῆς Περχάμου
καὶ ἐνδοτέρω περί που τὴν τοῦ ᾿Ατραμντίου περίχια-
ρον, οἱ δὲ καὶ ἐγγὺς θαλάσσης περὶ τὴν λάμψτκον"
οἱ δὲ πλείους τὴν ἀντιπεραίαν κατελάμδανον, ἔιαπε-
ρα εύμενοι τὴν Ἑλλήσποντον, λλλοι δὲ καὶ περαι-
πέρω προεληλύθεισαν διὰ τὰ φόδοις κατασεισθῆναν
μεγίστοις χαὶ τὴν ὑποστρηφὴν ἀπεγνωχέναι τέλεον,
Καὶ πρναπανίσταντο παντὸς. βράδου; εἰς κίνδυνον
ὑπονοονμένου μείξω πάσης ἀσφαλείας. Καὶ τὸ χείρ:-
στον, ὅτι τοὺς τῶν πρια παιρύντων βίηυς οἱ ἐκ πτρ-
'ὅδου. κατα' αλθάνοντες, δεύτεροι τούτων εἰς φυγὴν
τρεπόμενοι, οὐδὲν ἧττον καὶ ἀπόρως εἶχον τῶν ἔδέιον
{Ρ. 330] στρερούμενοι. Καὶ τὸ πρᾶγμα ποταμῶν
ἔδοξε ῥεῦμα, ὃ οὔτε τὸν ἴδιον ἔχειν τόπον πάρὰ τῶν
ἐπιόντων συγχωρεῖται, καὶ ὃ τέως κατείληφε, ταχέως
ἀφίησιν ἐξωθούμενον, καὶ τέλος ἀστατοῦν καὶ παν-
ποχυῦ φέριται καὶ οὐδαμοῦ μεμένηχε, πᾶσιν ἐπι-
θάλλαν καὶ οὐδέ τισι περικλειόμενον. Κιτήσεις δ᾽ ἐκεῖ-
ναι καὶ οἰκίαι, ἔργα σπουδαίων ἀνδρῶν, εἰς οὐδὴν
ἐλογίζοντω, ὅπου γε καὶ αὐτῶν τῶν ἐπιτηδείων καὶ
Ὑπὸ μέντοι χρείας καὶ κακῶν ὅσα τοῖς ἀνωτέρω Περγάμου ἐφίστατο ἀνέδην ἐπιόντων σφίσι Περσῶν, οὐδεὶς ἦν ἐκείνων ὅστις εὔελπις ἐπὶ τοῖς ἰδίοις καθῆστο, ἀλλ’ εὐθὺς ἀνάγκης ἐπιπεσούσης ἀπάρσεως ἐμέμνηντο πάντες, οἱ μὲν μέχρι καὶ αὐτῆς Περγάμου καὶ ἐνδοτέρω περί που τὴν τοῦ Ἀτραμυτίου περίχωρον, οἱ δὲ καὶ ἐγγὺς θαλάσσης περὶ τὴν Λάμψακον· οἱ δὲ πλείους τὴν ἀντιπεραίαν κατελάμβανον, διαπεραιούμενοι τὸν Ἑλλήσποντον. ἄλλοι δὲ καὶ περαιτέρω προεληλύθεισαν διὰ τὸ φόβοις κατασεισθῆναι μεγίστοις καὶ τὴν ὑποστροφὴν ἀπεγνωκέναι τέλεον. καὶ προαπανίσταντο παντὸς βράδους εἰς κίνδυνον ὑπονοουμένου μείζω πάσης ἀσφαλείας. καὶ τὸ χείριστον, ὅτι τοὺς τῶν προαπαιρόντων βίους οἱ ἐκ παρόδου καταλαμβάνοντες, δεύτεροι τούτων εἰς φυγὴν τρεπόμενοι, οὐδὲν ἧττον καὶ ἀπόρως εἶχον τῶν ἰδίων στερούμενοι. καὶ τὸ πρᾶγμα ποταμῶν ἔδοξεν ῥεῦμα, ὃ οὔτε τὸν ἴδιον ἔχειν τόπον παρὰ τῶν ἐπιόντων συγχωρεῖται, καὶ ὃ τέως κατείληφε, ταχέως ἀφίησιν ἐξωθούμενον, καὶ τέλος ἀστατοῦν καὶ πανταχοῦ φέρεται καὶ οὐδαμοῦ μεμένηκε, πᾶσιν ἐπιβάλλον καὶ οὐδέ τισι περικλειόμενον.
βάδην, ἄνδρες αὐναμα γυναιξὶ καὶ νηπίοις, παρ᾽
ἱππεῖς ἐσπουδασμένως φεύγοντας ἔτρεχον, καὶ ὅσον
μὲν τὸ εὐτονοῦν ἦν, ὡς εἶχον, δρόμῳ καὶ πόνῳ τὴν
σφετέραν ὠνοῦντη ζωὴν, οἱ δὲ λοιποὶ οἱ μὲν ἔξαπο-
Ρούμενοι καθυφίεσαν [Ρ, 319 χαὶ πόνου χαὶ δρόμου,
οἱ δὲ παρὰ δύναμιν συνωθούμενοι ἔπιπτον ἐν τῷ με-
παξὺ, καὶ οἱ μὲν τῷ χειμῶνι. ἐ πανέψυχον, οἱ δὲ καὶ
συνέπατοῦντο, Καὶ ἣν τὸ ε πόνος ἀλγεινὸς, τῶν μὲν
ἐχϑρὼν ἐγγύθεν προσκαθημένων καὶ ἡμμέναις ταῖς
παρ᾽ αὐτοῖς πυραὶς δήλων ὄντων καὶ ἐπιδραμουμέ-
νων, εἰ θέν οιεν, ἄλλων δὲ' τῶν μὲν ἀπορίᾳ καὶ ἰσχύος
ἐνδεία, τῶν δὲ χειμῶνι, τῶν δὲ καὶ φόθιῳ, ἔστε δ' οὗ
καὶ ταῖς παρ' ἀλλήλων συμπατήτεσι κυνδυνευόντων,
πολλῶν δὲ καὶ ἐξ ἐφόδων μετόπισθεν κατασχεθέντων.
Γέγονε ταῦτα, κυὶ περί που Ψυχὰς ἑκατὸν, ὡς ἢ
πίστις εἴχε, συνέθῃ χεφυνεῦσαι, Αὐτοὶ δὲ μόλις καὶ
᾿ οὐδέὴς ἣν ἐκείνων ὅστις εὔελπις ἐπὶ τοῖς ἰδίοις καϑ-
στο, ἀλλ' εὐθὺς ἀνάγκης ἐπιπεσούσης ἀπάρττως
᾿Ἐμέμνηντο πάντες, οἱ μὲν μέχρι καὶ αὐτῆς Περχάμου
καὶ ἐνδοτέρω περί που τὴν τοῦ ᾿Ατραμντίου περίχια-
ρον, οἱ δὲ καὶ ἐγγὺς θαλάσσης περὶ τὴν λάμψτκον"
οἱ δὲ πλείους τὴν ἀντιπεραίαν κατελάμδανον, ἔιαπε-
ρα εύμενοι τὴν Ἑλλήσποντον, λλλοι δὲ καὶ περαι-
πέρω προεληλύθεισαν διὰ τὰ φόδοις κατασεισθῆναν
μεγίστοις χαὶ τὴν ὑποστρηφὴν ἀπεγνωχέναι τέλεον,
Καὶ πρναπανίσταντο παντὸς. βράδου; εἰς κίνδυνον
ὑπονοονμένου μείξω πάσης ἀσφαλείας. Καὶ τὸ χείρ:-
στον, ὅτι τοὺς τῶν πρια παιρύντων βίηυς οἱ ἐκ πτρ-
'ὅδου. κατα' αλθάνοντες, δεύτεροι τούτων εἰς φυγὴν
τρεπόμενοι, οὐδὲν ἧττον καὶ ἀπόρως εἶχον τῶν ἔδέιον
{Ρ. 330] στρερούμενοι. Καὶ τὸ πρᾶγμα ποταμῶν
ἔδοξε ῥεῦμα, ὃ οὔτε τὸν ἴδιον ἔχειν τόπον πάρὰ τῶν
ἐπιόντων συγχωρεῖται, καὶ ὃ τέως κατείληφε, ταχέως
ἀφίησιν ἐξωθούμενον, καὶ τέλος ἀστατοῦν καὶ παν-
ποχυῦ φέριται καὶ οὐδαμοῦ μεμένηχε, πᾶσιν ἐπι-
θάλλαν καὶ οὐδέ τισι περικλειόμενον. Κιτήσεις δ᾽ ἐκεῖ-
ναι καὶ οἰκίαι, ἔργα σπουδαίων ἀνδρῶν, εἰς οὐδὴν
ἐλογίζοντω, ὅπου γε καὶ αὐτῶν τῶν ἐπιτηδείων καὶ
κτήσεις δ’ ἐκεῖναι καὶ οἰκίαι, ἔργα σπουδαίων ἀνδρῶν, εἰς οὐδὲν ἐλογίζοντο, ὅπου γε καὶ αὐτῶν τῶν ἐπιτηδείων καὶ κατὰ χρείαν ζωῆς ἀναγκαίας καὶ τούτων κατολιγωροῦντες, ἄποροι καὶ γυμνοὶ καὶ ἀνέστιοι, ὅπῃ ἑκάστῳ εἰς σωτηρίαν ἔδοξεν ἀσφαλές, ὅλῳ ποδὶ ἀνεχώρουν, μόνοις ἄστρασι τὰ ἑαυτῶν ἐκμετρούμενοι. 22. Τότε καὶ Ἀλανοῖς ἀφεμένοις τῆς περὶ τὴν στρατείαν ὑπηρεσίας, τοῦ συγκειμένου διανυσθέντος καιροῦ, διαπεραιοῦσθαι τὸν κατὰ τὴν Καλλίου πορθμὸν ἔδοξε, καίτοι βασιλέως ἐντεῦθεν κατὰ πολλὴν σπουδὴν καὶ πέμποντος τὰ φιλοτιμήματα καὶ πειρωμένου ἐμποδὼν ταῖς διαπεραιώσεσιν ἵστασθαι, ὥστε καὶ ἱκανὸν λαὸν προσαποστείλας ἅμα τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ Ῥαοὺλ Ἀλεξίῳ, ὃν ἐν ἀκμῇ ἡλικίας ὄντα ὁ δεσπότης Μιχαὴλ γαμβρὸν ἠγάγετο, τῆς δεσποίνης Θεοδώρας ζηλωτὸν ἐκτόπως ποιούσης τὸ κῆδος, τοῦτον ἐξαποστείλας ὁ βασιλεὺς σὺν δυνάμει πλείστῃ πρῶτον μὲν κωλύειν προσέταττε τὴν διαπεραίωσιν, εἰ δ’ οὐ πείθοι λέγων καὶ τοὺς ἀπεροῦντας προσαποστέλλων, ἀλλ’ οὖν διαπεραιουμένους καὶ ἵππους ἀφαιρεῖσθαι καὶ ὅπλα·
βάδην, ἄνδρες αὐναμα γυναιξὶ καὶ νηπίοις, παρ᾽
ἱππεῖς ἐσπουδασμένως φεύγοντας ἔτρεχον, καὶ ὅσον
μὲν τὸ εὐτονοῦν ἦν, ὡς εἶχον, δρόμῳ καὶ πόνῳ τὴν
σφετέραν ὠνοῦντη ζωὴν, οἱ δὲ λοιποὶ οἱ μὲν ἔξαπο-
Ρούμενοι καθυφίεσαν [Ρ, 319 χαὶ πόνου χαὶ δρόμου,
οἱ δὲ παρὰ δύναμιν συνωθούμενοι ἔπιπτον ἐν τῷ με-
παξὺ, καὶ οἱ μὲν τῷ χειμῶνι. ἐ πανέψυχον, οἱ δὲ καὶ
συνέπατοῦντο, Καὶ ἣν τὸ ε πόνος ἀλγεινὸς, τῶν μὲν
ἐχϑρὼν ἐγγύθεν προσκαθημένων καὶ ἡμμέναις ταῖς
παρ᾽ αὐτοῖς πυραὶς δήλων ὄντων καὶ ἐπιδραμουμέ-
νων, εἰ θέν οιεν, ἄλλων δὲ' τῶν μὲν ἀπορίᾳ καὶ ἰσχύος
ἐνδεία, τῶν δὲ χειμῶνι, τῶν δὲ καὶ φόθιῳ, ἔστε δ' οὗ
καὶ ταῖς παρ' ἀλλήλων συμπατήτεσι κυνδυνευόντων,
πολλῶν δὲ καὶ ἐξ ἐφόδων μετόπισθεν κατασχεθέντων.
Γέγονε ταῦτα, κυὶ περί που Ψυχὰς ἑκατὸν, ὡς ἢ
πίστις εἴχε, συνέθῃ χεφυνεῦσαι, Αὐτοὶ δὲ μόλις καὶ
᾿ οὐδέὴς ἣν ἐκείνων ὅστις εὔελπις ἐπὶ τοῖς ἰδίοις καϑ-
στο, ἀλλ' εὐθὺς ἀνάγκης ἐπιπεσούσης ἀπάρττως
᾿Ἐμέμνηντο πάντες, οἱ μὲν μέχρι καὶ αὐτῆς Περχάμου
καὶ ἐνδοτέρω περί που τὴν τοῦ ᾿Ατραμντίου περίχια-
ρον, οἱ δὲ καὶ ἐγγὺς θαλάσσης περὶ τὴν λάμψτκον"
οἱ δὲ πλείους τὴν ἀντιπεραίαν κατελάμδανον, ἔιαπε-
ρα εύμενοι τὴν Ἑλλήσποντον, λλλοι δὲ καὶ περαι-
πέρω προεληλύθεισαν διὰ τὰ φόδοις κατασεισθῆναν
μεγίστοις χαὶ τὴν ὑποστρηφὴν ἀπεγνωχέναι τέλεον,
Καὶ πρναπανίσταντο παντὸς. βράδου; εἰς κίνδυνον
ὑπονοονμένου μείξω πάσης ἀσφαλείας. Καὶ τὸ χείρ:-
στον, ὅτι τοὺς τῶν πρια παιρύντων βίηυς οἱ ἐκ πτρ-
'ὅδου. κατα' αλθάνοντες, δεύτεροι τούτων εἰς φυγὴν
τρεπόμενοι, οὐδὲν ἧττον καὶ ἀπόρως εἶχον τῶν ἔδέιον
{Ρ. 330] στρερούμενοι. Καὶ τὸ πρᾶγμα ποταμῶν
ἔδοξε ῥεῦμα, ὃ οὔτε τὸν ἴδιον ἔχειν τόπον πάρὰ τῶν
ἐπιόντων συγχωρεῖται, καὶ ὃ τέως κατείληφε, ταχέως
ἀφίησιν ἐξωθούμενον, καὶ τέλος ἀστατοῦν καὶ παν-
ποχυῦ φέριται καὶ οὐδαμοῦ μεμένηχε, πᾶσιν ἐπι-
θάλλαν καὶ οὐδέ τισι περικλειόμενον. Κιτήσεις δ᾽ ἐκεῖ-
ναι καὶ οἰκίαι, ἔργα σπουδαίων ἀνδρῶν, εἰς οὐδὴν
ἐλογίζοντω, ὅπου γε καὶ αὐτῶν τῶν ἐπιτηδείων καὶ
PG 144:351μηδὲ γὰρ δίκαιον εἶναι συνόλως πρὸς τὰς τῶν βασιλέων διαπειθοῦντας προστάξεις, καὶ μὴ θέλοντας συμπαρεῖναι βασιλεῖ, οὓς ἐπ’ αὐτὸ τοῦτο καὶ προσηγάγετο, ἵππων ἐπιβαίνειν καὶ ὅπλοις χρῆσθαι οὕς τε τοὺς οἰκείους ἀφελόμενος σφίσιν ἐδίδου, καὶ ἃ παρέχων αὐτὸς γυμνοὺς καὶ ἀνόπλους ὄντας ἱκανῶς ὥπλιζεν. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς οὕτως ἐκέλευε, καὶ ὁ ἐπὶ τούτῳ σταλεὶς οὕτω τοὺς τοῦτ’ ἐροῦντας ἀπέστελλεν· οἱ δὲ ἅπαξ ἀφηνιάσαντες, συμπλέκοντες καὶ προφάσεις ὡς ἐπὶ χρόνον ταλαιπωρήσαντες οὐχ οἷοί τ’ εἰσὶ παραμένειν καὶ ἔτι, ἀλλ’ ἀνέσει δόντες μετρίᾳ πάλιν ἀποστραφήσονται, ταῦτ’ ἀπολογούμενοι πρὸς ἐκείνους τὸν πορθμὸν διεπεραιοῦντο. πλὴν κἀκεῖνοι τὴν ἐφ’ ἑαυτοὺς ἐγχείρησιν ὑποτοπάσαντες οὔτ’ ἀνὰ μέρος ἐπέρων, οὔτ’ ἐπὶ τὸν συνήθη τῆς ἀποβάσεως τόπον, ὅπου καὶ κατὰ προσδοκὰς ἵσταντο διεφέξοντες τῷ τέως, ἀπέβαινον, ἀλλ’ ἅμα πολλὰς φορτηγοὺς κατασχόντες καὶ ἐμπλησάμενοι ἐδοχμίαζον τὴν ἀπόβασιν, καὶ ἅμ’ ἀπέβαινον καὶ ἅμ’ οἱ πλείους ὡπλίζοντο, πλὴν οὐκ εἰς φανερὰν μάχην ἀλλ’ ἐφ’ ᾧ μόνον ἑαυτοῖς περιποιῆσαι τὴν τῆς δοκούσης ἀτιμίας ἀπόδρασιν.
κατὰ χρείαν ζωῆς ἀναγκαίας καὶ τούτων κατολιγω- ἀφαιρεῖσθαι καὶ ὅπλα· μηδὲ γὰρ δίκαιον εἶναι συν
μοῦντες, άποροι καὶ γυμνοὶ καὶ ἀνέστιοι, ὅπη ἑκά
στῳ εἰς σωτηρίαν ἔδοξεν ἀσφαλὲς, ὅλῳ ποὺ ἀνεχώ
μουν, μόνοι: ἄστρασι τὰ ἑαυτῶν ἐκμετρούμενοι.
κβ'. 'Αναχώρησις Αλανῶν ἐκ βασιλέως, καὶ τὰ
κατὰ τὸν μέγαν δομέστικον 'Ραούλ,
Τότε καὶ ᾿Αλα οἷς ἀφιμένοις τῆς περὶ τὴν στρα
τείαν ὑπηρεσίας, του συγκειμένου διανυσθέντος και
μοῦ, διαπεραιούσθαι τὴν κατὰ τὴν Καλλίου πορθμὸν
ἔδοξε, καίτοι βασιλέως ἐντεῦθεν κατά πολλὴν σπου
δὴν καὶ πέμποντος τὰ φιλοτιμήματα καὶ πειρωμένου
ἐμποδὼν ταῖς διαπεραιώσεσιν ἴστασθαι, ὥστε καὶ
ἱκανὸν λαὸν προσαποστείλας ἅμα τῷ μεγάλῳ δομε
στίκῳ Ραούλ ᾿Αλεξίῳ, ἂν ἐν ἀνμῇ ἡλικίας ὄντα ὁ
δεσπότης Μιχαὴλ γαμβρὴν ἡγάγετο, τῆς δεσποίνης
Θεοδώρας ζηλωτὸν ἐκτόπως ποιούσης τὸ κῆδος, τοῦ
τον ἐξαποστείλας ὁ βασιλεὺς σὺν δυνάμει πλείστῃ
πρῶτον μὲν κωλύειν προσέταττε τὴν διαπεραίωσιν,
εἰ δ᾽ οὐ πείθοι λέγων καὶ τοὺς ἀποροῦντας προϊ
απός άλλων, ἀλλ' οὖν διαπεραιουμένους καὶ ἵππους
όλως πρὸς τὰς τῶν βασιλέων διαπειθοῦντας προστά
ξεις, καὶ μὴ θέλοντας συμπαρείναι βασιλεῖ, οὓς ἐπ'
αὐτὸ τοῦτο καὶ προσηγάγετο, ἵππων 221] ἐπι
βαίνειν καὶ ὅπλοις χρῆσθαι οὕς τε τοὺς οἰκείους
ἀφελόμενος σφίσιν ἐδίδου, καὶ ἃ παρέχων αὐτὸς
γυμνοὺς καὶ ἀνόπλους ὄντας ἱκανῶς πλιξεν. Ὁ μὲν
οὖν βασιλεὺς οὕτως ἐκέλευε, καὶ ὁ ἐπὶ τούτῳ σταλείς
οὕτω τοὺς τοῦτ' ἐροῦντας ἀπέστελλεν· οἱ δὲ ἅπαξ
ἀφηνιάσαντες, συμπλέκοντες καὶ προφάσεις ὡς ἐπὶ
χρόνον ταλαιπωρήσαντες οὐχ οἷοί τ' εἰσὶ παραμένειν
καὶ ἔτι, ἀλλ' ἀνέσει δόντες μετρίᾳ πάλιν ἀποστρα
φήσονται, ταῦτ᾽ ἀπολογούμενοι πρὸς ἐκείνους τὴν
πορθμόν διεπεραιοῦντο. Πλὴν κἀκεῖνοι τὴν ἐφ' ἑαυ
τοὺς ἐγχείρησιν ὑποτοπάσαντε; οὔτ᾽ ἀνὰ μέρος
ἐπέρων, οὔτ᾽ ἐπὶ τὸν συνήθη τῆς ἀποβάσεως τόπον,
ὅπου καὶ κατά προσδοχές ἵσταντο διεφίξοντες τῷ
τέως, ἀπέβαινον, ἀλλ᾽ ἅμα πολλὰς φορτηγούς κατα
σχόντες καὶ ἐμπλησάμενοι ἐδοχμίαζον τὴν ἀπόδες,
καὶ ἅμ' ἀπέβαινον καὶ ἅμ' οἱ πλείους ὡπλίζοντο,
πλὴν οὐκ εἰς φανερὰν μάχην, ἀλλ' ἐφ᾽ ᾧ μόνον ἑαυ
PG 144:355ἀλλ’ ἑκατέρωθεν καὶ οἱ ἀμφὶ τὸν μέγαν δομέστικον, θέλοντές τι πρᾶξαι καί γ’ ἀτιμίαν καὶ αὐτοὶ ἐκφυγεῖν τὴν δόξῃ δειλίας ἐπιτρίβεσθαι σφίσι μέλλουσαν, ὡπλίζοντό τε καὶ τῶν ἵππων ἐπέβαινον. φιλονεικία καὶ μάχη τις φυλετικὴ συνερρήγνυτο· εἰ γὰρ καὶ γένει διέφερον τὰ στρατεύματα, ἀλλ’ οὖν ὑπὸ μίαν ἀρχὴν τὴν βασιλικὴν ἤγοντο, καὶ ἦν ἐμφύλιος ὁ πόλεμος ὅσον εἰκάζειν. ὅθεν καὶ ἀκροβολισμοῖς ἀλλήλων ἐπειρῶντο, καὶ σαρίτταις ἔβαλλον ὀϊστεύοντες. ὁ τοίνυν μέγας δομέστικος ἴσας ὑσμίνῃ καθισταμένας τὰς πράξεις κατανοῶν, ὑβριοπαθῶν οἷον εἰ αὐτοῦ παρόντος ἐκ βασιλέως, ὄντος τοιούτου, αὐτὸν πολεμεῖν πειρῶνται καὶ ἀντιτείνειν τολμῶσι πρὸς βασιλικὴν κέλευσιν, τὸν κοντὸν ἀνὰ χεῖρας ἔχων θυρεόν τε φέρων φορῶν τε θώρακα ἐμπίπτει τοῖς Ἀλανοῖς ὡς ἐφέξων μόνον φανείς. κἀκεῖνος μὲν οὕτω τὴν τῆς μάχης διῳκονόμει καταστολήν, εἷς δ’ ἐκείνων ἐν ἀφανεῖ μιμεῖται Πάνδαρον καὶ ὀϊστῷ βάλλει, καὶ καιρίαν οὐ κατ’ ἐκεῖνον τὴν πληγὴν δίδωσι. τούτου δὲ γεγονότος τό τε πλῆθος ἀνεστάλη καὶ ἀμφοτέρωθεν τοῖς μὲν ὀδύνη τοῖς δὲ δέος περιίστατο·
Ακουϊλίας τριήρεις Βενετικής, πλὴν οὐ κατὰ τοιαύ- τόλμαν καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὀλιγωρίαν, οὐ σύνηθες
την χρείαν καὶ πάλιν, ἀλλὰ τῶν ἐνεχυρασθέντων
πραγμάτων διὰ τὴν τότε πυρπόλησιν ἕνεκα. Οι δη
ἐπεὶ κατὰ τὴν Θεσσαλονίκην πέμποντες, ἐκεῖ βασι
λέως διάγοντος, οὐδὲν ἤνυτον, ἄλλως ἔγνωσαν τα
περὶ τούτων εναργέστερον μετελθεῖν. Καὶ δὴ τριή
ρεις μια πλείους των δώδεκα ήτοιμασμένοι, προσθετ
μένων καὶ πειρατικῶν ἑτέρων ἑπτὰ, τῇ Βυζαντίδι
προσβάλλουσι, καὶ μεσημβρίας Σαββάτου φανέντες
μεθ' ὅτι πλείστης κορύζης, καὶ τὴν ἀπὸ τῶν πειρα
τῶν ἀπήνειαν ἐπαγόμενοι, τὸν λιμένα το [Ρ. 223]
Κέρας εἰσπλεύσαντες καὶ καταντικρύ τῶν ἀνακτό
ρων ναυλοχησάμενοι δεινὰ τοὺς προσχώρους ἐποίουν,
καί τινι θημωνίᾳ ἐκεῖ που ἱσταμένῃ πῦρ ἐνιᾶτιν, οὐ
τόσον εἰς ζημίαν τῶν κεκτημένων ὅσον εἰς χλεύην.
Βασιλεὺς δὲ τὴν μὲν ἐξ ἰδίων τριήρεων ἀντιπαλάμη
σιν μὴ ἔχων ἀντικαθιστᾶν (τὸ ναυτικὸν γὰρ πρὸ
χρόνων ἀπέσβεστο· κἄν πού τινες περιῆσαν ἔτι ὡς
μὴ τοῦ παντὸς καθάπαξ ἐκλείψαντος, κατὰ χρείας
ἄλλας ἔτυχον ἐσταλμέναι) ἐν ἀμφιβόλῳ ἦν τοῦ τί
δεῖ ποιεῖν. Οτε μὲν οὖν εἰς τὴν ἐκείνων ἀποβλέψειε
σφίσι τὸ τόλμημα ἦν, τηνίκα καὶ ἀνθίστασθαι ἐδ
καίου καὶ κακώς πράττειν πειρᾶσθαι τοὺς ἐπιόντας,
ε; 8 καὶ μαθεῖν σφᾶς ὡς ὑπὲρ τὸ δέον ἐγχειροῦσεν
ὅτε δ' αὖθις εἰς τοὺς ἀποβησομένους φόνους ἐντεῦθεν
καὶ τὴν ἐν κενοῖ; ἀντικατάστασιν καὶ τὸν ἀναγκαίων
κίνδυνον ἀφορῴη, παντὶ δικαίῳ μᾶλλον ἢ ἐκείνῳ
συνωμολόγει. Μηδὲ γὰρ εἰς μακρὰν καὶ τούτους
γνωσιμαχήσαντας ἐπεστράφθαι καὶ ξυγγινώσκειν
δέεσθαι. Εἶναί τε καὶ ὀλίγου πόνου τε καὶ δαπάνης
ναυπηγεῖσθαι Ῥωμαίους, εἰ μόνον αὐτὸς κελεύο
κἂν ἦνται δὲ σφίσι τὸ φρόνημα ἐκλειπουσῶν τῶν
τριήρεων, αὐτὸν κελεύειν, καὶ συνεστηκυιῶν ἐν ὀλίγῳ
καταπίπτειν αὖθις καὶ ταπεινούς γίνεσθαι. Ταῦτ'
ἐννοούμενος ἀνέστελλε τὰς ὁρμᾶς τῶν πολλῶν, οἱ δὲ
καὶ ζηλοτυποῦντες οἷον εἰ οὗτοι κατά Ρωμαίων
οὕτως ἐπάρθησαν, καλὸν ἔλεγον γεφυροῦν ἁλιάσι
καὶ φορτηγοῖς, ὥς τινας συνδέσμους ἐχούσαις καὶ
τὰς καθευρεθείσας ἐνταῦθα μεγάλας ναῦς, τὸν τοῦ
Γαλατά πορθμόν, καὶ παρ' ἑκάτερα τοξότας τε καὶ
σφενδονήτας στήσαντας οὕτως ἐπιχειρεῖν τοῖς ἐντὸς
PG 144:357καὶ τοῖς μὲν μετέμελε τῆς ἐπὶ θατέρους ὁρμῆς, οἱ δὲ ξυνιέντες ὁποῖος ἀνέρριπται σφίσι κύβος, τοὺς τὰ πράγματα παρασχόντας μεθ’ ὅτι πλείστης τῆς πρὸς τοὺς Ῥωμαίους παραιτήσεως ᾐτιῶντο, καὶ βασιλεῖ ἐζήτουν ἀπολογεῖσθαι. ἐδεδίεσαν γάρ, ὡς εἰκός, μὴ σφίσι κατάρξοι τοῦτο μεγάλων κακῶν ἐπὶ μέσης τῆς Ῥωμαίων διάγουσι, καὶ ἅμα δυσωπούμενοι, εἰ βασιλεὺς μὲν ξενοτροφεῖν ὅσον ἐφ’ αὑτοῖς αἱρούμενος ἐλπίδος ἀγαθῆς εἴχετο, αὐτοὶ δὲ τοιαύτας ξενίας ἀνταπεδίδουν, κακοῖς τὸ ἀγαθὸν ἀμειβόμενοι. διὰ ταῦτα καὶ βασιλέα μὲν πέμποντες καθικέτευον, ἐκείνοις δὲ παρεδίδουν καὶ ἵππους καὶ ὅπλα, καὶ ἀνθ’ ὁπλιτῶν καὶ ἱππέων πεζοὶ καὶ ἄνοπλοι ἦσαν, ἕως πάλιν βασιλεὺς αὐτοὺς ἱκετεύοντας δέχεται, συγγινώσκων σφίσιν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον. 23. Συνέβη δὲ πρὸ τούτων, τοῦ αὐτοῦ μηνὸς τῷ πέρυσι καὶ ἡμέρας ταύτης, προσβαλεῖν τῇ πόλει ἐξ Ἀκουϊλίας τριήρεις Βενετικάς, πλὴν οὐ κατὰ τοιαύτην χρείαν καὶ πάλιν, ἀλλὰ τῶν ἐνεχυρασθέντων πραγμάτων διὰ τὴν τότε πυρπόλησιν ἕνεκα. οἳ δὴ ἐπεὶ κατὰ τὴν Θεσσαλονίκην πέμποντες, ἐκεῖ βασιλέως διάγοντος, οὐδὲν ἤνυτον, ἄλλως ἔγνωσαν τὰ περὶ τούτων ἐνεργέστερον μετελθεῖν.
συνεβούλευον. Καὶ τὸ βούλευμα ἄριστον κατεφαίνετο μέσον θαλάσσης ἱστῶντες, καὶ τὰς τιμὰς παρὰ βα
χωρὶς γὰρ τῶν παρ' ἑκάτερα τεταγμένων καὶ ὅσους
αἱ νῆες ἐχώρουν, οἱ ἀπὸ τῶν τειχέων ἱστάμενοι μόν
ναι αυτάρκεις εδόκουν τοῖς πεμπομένοις καὶ ταῖς
ἀπὸ τῶν τειχῶν πέτραις καταβάλλειν εἰς τέλος καὶ
ἀφανίζειν τοὺς ἐπιόντας. Ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν εἰσβο
τὴν κινδυνώδη κρίνων Χριστιανικοῖς ἔθνεσιν οὐδ'
ὅλως ἡφίει, ἐνεδίδου δὲ μᾶλλον ἀναδάλλων τὰς ὁρμάς
[Ρ. 221] ἐμπιπλᾷν.
κι'. Περὶ τῶν κατὰ τὴν νῆσον Πριγκίπων τε
λεσθέντων τοῖς πειραταῖς.
'Αλλ' ἐκεῖνοι μὴ ἔχοντες πλέον ποιεῖν ὧν ἔπραξαν,
ὡς ὀργάνοις τῆς σφῶν μανίας ἐχρῶντο τοῖς πειρα
ταῖς, οἱ καὶ αὐτον χεὶ τῇ Πριγκίπων νήσῳ προς
ίσχουσι, καὶ οὐχ ὅπως τοὺς ἐν αὐτῇ πάλαι κατωκη
κότας, ἀλλὰ καὶ λαὸν ἱκανὸν ἐκ Πηλοπυθίων, ἄρτι
τὰς τῶν Περσῶν ἐκφυγόντα γεῖρας καὶ τῇδε κατα
φυγόντα, ἐξανδραποδίσαντες πράγματα μὲν σκυλεύ
ουσιν, ἀνθρώπους δὲ κατασχόντες ἐν ναυσὶν εἶχον,
καὶ ἀλ' ἔῳ δεινὰ ἐκείνους ἠπείλουν ποιεῖν, εἰ μὴ τὰ
τιμήματα ἄξια καταθεῖ το, κρεμαννύντε; καὶ αἰκι
ζόμενοι καὶ σφάττειν ἕτοιμοι ὄντες, ἐλεεινὴν θέαν
σιλέως κατ' ἔλεον ἀναγκαῖον λαβεῖν ἐλπίζοντες. Δια
τοῦτο καὶ πόνος οὐχ ὁ τυχών κρατοῦντι, εἰ φεύγοντες
Πέρσας οἱ δείλαιοι χερσὶ πειρατῶν ἐμπεπτώκεσαν,
οὐκ ἄλλως καιρὸν τοῦ θαῤῥεῖν ἐχόντων εἰ μὴ ἐξ ὧν
ὁμαιχμοῖεν σφίσιν ἑαυτοῖς, οἷς δὴ πολλάκις καὶ βα
σιλικαὶ συμβεβήκασι χάριτες. Ρωμαῖοι δὲ παρ' αι
γιαλούς ἱστάμενοι την δεινήν κατεστύγουν θέαν καὶ
τὸ πάθος ἀπωλοφύροντο. Οἱ δέ γε καὶ ἀκμῆτες εἰς
ὅπλα ᾔεσαν, καὶ Ὀδυσσείους, ὡς ἐκεῖνος ἐπὶ τὴν
Σκύλλαν, οὕτως οὗτοι τὰς ὁρμᾶς ἐπ' ἐκείνους προς
ἴσχοντο· πλην κατ᾽ ὄψιν καὶ μόνην τὸ ἀμυντικὸν
περιίστατο. Τοὺς μὲν γὰρ ὁ αἰγιαλὸς εἶχε σφαδάζον
τας τὰς ὁρμᾶς ἐφ᾽ ᾧπερ ἀμύνοιντο, οἱ δὲ παρὰ μόν
νην τὴν θάλασσαν ἁλώσιμοι ὄντες, καὶ τίνων οὐκ
– ἀσθενέστεροι; "Ομως ὡς ὀχυρώματι τῇ θαλάσσῃ
χρώμενοι, ἐς ὅ τι καὶ ἐδόκει σφίσι τοὺς ἐν χερσὶ διε
τίθουν, οἱ δὴ καὶ τὰ περὶ τῆς Σκύλλης εἰκόνιζον,
χεῖρας ὀρεγνύντες τοῖς ἔξωθεν καὶ θρήνους ἐλεεινούς
κλάζοντες. Οὔπω πᾶν ἦμαρ τετέλεστο, καὶ βασιλεῖ
ἀγγελλόμενα τὰ δεινὰ ἐνεποίουν οἶκτον· καὶ δὴ στή
σας τιμὴν τοῖς οἰκτροῖς τεσσάρων χιλιάδων χρυσών
καὶ δὴ τριήρεις μιᾷ πλείους τῶν δώδεκα ἡτοιμασμένοι, προσθεμένων καὶ πειρατικῶν ἑτέρων ἑπτά, τῇ Βυζαντίδι προσβάλλουσι, καὶ μεσημβρίας σαββάτου φανέντες μεθ’ ὅτι πλείστης κορύζης, καὶ τὴν ἀπὸ τῶν πειρατῶν ἀπήνειαν ἐπαγόμενοι, τὸν λιμένα τὸ Κέρας εἰσπλεύσαντες καὶ καταντικρὺ τῶν ἀνακτόρων ναυλοχησάμενοι δεινὰ τοὺς προσχώρους ἐποίουν, καί τινι θημωνίᾳ ἐκεῖ που ἱσταμένῃ πῦρ ἐνιᾶσιν, οὐ τόσον εἰς ζημίαν τῶν κεκτημένων ὅσον εἰς χλεύην. βασιλεὺς δὲ τὴν μὲν ἐξ ἰδίων τριήρεων ἀντιπαλάμησιν μὴ ἔχων ἀντικαθιστᾶν (τὸ ναυτικὸν γὰρ πρὸ χρόνων ἀπέσβεστο· κἄν πού τινες περιῆσαν ἔτι ὡς μὴ τοῦ παντὸς καθάπαξ ἐκλείψαντος, κατὰ χρείας ἄλλας ἔτυχον ἐσταλμέναι) ἐν ἀμφιβόλῳ ἦν τοῦ τί δεῖ ποιεῖν. ὅτε μὲν οὖν εἰς τὴν ἐκείνων ἀποβλέψειε τόλμαν καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὀλιγωρίαν, οὐ σύνηθες σφίσι τὸ τόλμημα ὄν, τηνίκα καὶ ἀνθίστασθαι ἐδικαίου καὶ κακῶς πράττειν πειρᾶσθαι τοὺς ἐπιόντας, ἐς ὃ καὶ μαθεῖν σφᾶς ὡς ὑπὲρ τὸ δέον ἐγχειροῦσιν· ὅτε δ’ αὖθις εἰς τοὺς ἀποβησομένους φόνους ἐντεῦθεν καὶ τὴν ἐν κενοῖς ἀντικατάστασιν καὶ τὸν ἀναγκαῖον κίνδυνον ἀφορῴη, παντὶ δικαίῳ μᾶλλον ἢ ἐκείνῳ συνωμολόγει.
συνεβούλευον. Καὶ τὸ βούλευμα ἄριστον κατεφαίνετο μέσον θαλάσσης ἱστῶντες, καὶ τὰς τιμὰς παρὰ βα
χωρὶς γὰρ τῶν παρ' ἑκάτερα τεταγμένων καὶ ὅσους
αἱ νῆες ἐχώρουν, οἱ ἀπὸ τῶν τειχέων ἱστάμενοι μόν
ναι αυτάρκεις εδόκουν τοῖς πεμπομένοις καὶ ταῖς
ἀπὸ τῶν τειχῶν πέτραις καταβάλλειν εἰς τέλος καὶ
ἀφανίζειν τοὺς ἐπιόντας. Ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν εἰσβο
τὴν κινδυνώδη κρίνων Χριστιανικοῖς ἔθνεσιν οὐδ'
ὅλως ἡφίει, ἐνεδίδου δὲ μᾶλλον ἀναδάλλων τὰς ὁρμάς
[Ρ. 221] ἐμπιπλᾷν.
κι'. Περὶ τῶν κατὰ τὴν νῆσον Πριγκίπων τε
λεσθέντων τοῖς πειραταῖς.
'Αλλ' ἐκεῖνοι μὴ ἔχοντες πλέον ποιεῖν ὧν ἔπραξαν,
ὡς ὀργάνοις τῆς σφῶν μανίας ἐχρῶντο τοῖς πειρα
ταῖς, οἱ καὶ αὐτον χεὶ τῇ Πριγκίπων νήσῳ προς
ίσχουσι, καὶ οὐχ ὅπως τοὺς ἐν αὐτῇ πάλαι κατωκη
κότας, ἀλλὰ καὶ λαὸν ἱκανὸν ἐκ Πηλοπυθίων, ἄρτι
τὰς τῶν Περσῶν ἐκφυγόντα γεῖρας καὶ τῇδε κατα
φυγόντα, ἐξανδραποδίσαντες πράγματα μὲν σκυλεύ
ουσιν, ἀνθρώπους δὲ κατασχόντες ἐν ναυσὶν εἶχον,
καὶ ἀλ' ἔῳ δεινὰ ἐκείνους ἠπείλουν ποιεῖν, εἰ μὴ τὰ
τιμήματα ἄξια καταθεῖ το, κρεμαννύντε; καὶ αἰκι
ζόμενοι καὶ σφάττειν ἕτοιμοι ὄντες, ἐλεεινὴν θέαν
σιλέως κατ' ἔλεον ἀναγκαῖον λαβεῖν ἐλπίζοντες. Δια
τοῦτο καὶ πόνος οὐχ ὁ τυχών κρατοῦντι, εἰ φεύγοντες
Πέρσας οἱ δείλαιοι χερσὶ πειρατῶν ἐμπεπτώκεσαν,
οὐκ ἄλλως καιρὸν τοῦ θαῤῥεῖν ἐχόντων εἰ μὴ ἐξ ὧν
ὁμαιχμοῖεν σφίσιν ἑαυτοῖς, οἷς δὴ πολλάκις καὶ βα
σιλικαὶ συμβεβήκασι χάριτες. Ρωμαῖοι δὲ παρ' αι
γιαλούς ἱστάμενοι την δεινήν κατεστύγουν θέαν καὶ
τὸ πάθος ἀπωλοφύροντο. Οἱ δέ γε καὶ ἀκμῆτες εἰς
ὅπλα ᾔεσαν, καὶ Ὀδυσσείους, ὡς ἐκεῖνος ἐπὶ τὴν
Σκύλλαν, οὕτως οὗτοι τὰς ὁρμᾶς ἐπ' ἐκείνους προς
ἴσχοντο· πλην κατ᾽ ὄψιν καὶ μόνην τὸ ἀμυντικὸν
περιίστατο. Τοὺς μὲν γὰρ ὁ αἰγιαλὸς εἶχε σφαδάζον
τας τὰς ὁρμᾶς ἐφ᾽ ᾧπερ ἀμύνοιντο, οἱ δὲ παρὰ μόν
νην τὴν θάλασσαν ἁλώσιμοι ὄντες, καὶ τίνων οὐκ
– ἀσθενέστεροι; "Ομως ὡς ὀχυρώματι τῇ θαλάσσῃ
χρώμενοι, ἐς ὅ τι καὶ ἐδόκει σφίσι τοὺς ἐν χερσὶ διε
τίθουν, οἱ δὴ καὶ τὰ περὶ τῆς Σκύλλης εἰκόνιζον,
χεῖρας ὀρεγνύντες τοῖς ἔξωθεν καὶ θρήνους ἐλεεινούς
κλάζοντες. Οὔπω πᾶν ἦμαρ τετέλεστο, καὶ βασιλεῖ
ἀγγελλόμενα τὰ δεινὰ ἐνεποίουν οἶκτον· καὶ δὴ στή
σας τιμὴν τοῖς οἰκτροῖς τεσσάρων χιλιάδων χρυσών
μηδὲ γὰρ εἰς μακρὰν καὶ τούτους γνωσιμαχήσαντας ἐπεστράφθαι καὶ ξυγγινώσκειν δέεσθαι. εἶναί τε καὶ ὀλίγου πόνου τε καὶ δαπάνης ναυπηγεῖσθαι Ῥωμαίους, εἰ μόνον αὐτὸς κελεύοι· κἂν ᾖρται δὲ σφίσι τὸ φρόνημα ἐκλειπουσῶν τῶν τριήρεων, αὐτὸν κελεύειν, καὶ συνεστηκυιῶν ἐν ὀλίγῳ καταπίπτειν αὖθις καὶ ταπεινοὺς γίνεσθαι. ταῦτ’ ἐννοούμενος ἀνέστελλε τὰς ὁρμὰς τῶν πολλῶν, οἳ δὴ καὶ ζηλοτυποῦντες οἷον εἰ οὗτοι κατὰ Ῥωμαίων οὕτως ἐπάρθησαν, καλὸν ἔλεγον γεφυροῦν ἁλιάσι καὶ φορτηγοῖς, ὥς τινας συνδέσμους ἐχούσαις καὶ τὰς καθευρεθείσας ἐνταῦθα μεγάλας ναῦς, τὸν τοῦ Γαλατᾶ πορθμόν, καὶ παρ’ ἑκάτερα τοξότας τε καὶ σφενδονήτας στήσαντας οὕτως ἐπιχειρεῖν τοῖς ἐντὸς συνεβούλευον. καὶ τὸ βούλευμα ἄριστον κατεφαίνετο· χωρὶς γὰρ τῶν παρ’ ἑκάτερα τεταγμένων καὶ ὅσους αἱ νῆες ἐχώρουν, οἱ ἀπὸ τῶν τειχέων ἱστάμενοι μόνοι αὐτάρκεις ἐδόκουν ἰοῖς πεμπομένοις καὶ ταῖς ἀπὸ τῶν τειχῶν πέτραις καταβάλλειν εἰς τέλος καὶ ἀφανίζειν τοὺς ἐπιόντας. ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν εἰσβολὴν κινδυνώδη κρίνων Χριστιανικοῖς ἔθνεσιν οὐδ’ ὅλως ἠφίει, ἐνεδίδου δὲ μᾶλλον ἀναβάλλων τὰς ὁρμὰς ἐμπιπλᾶν.
συνεβούλευον. Καὶ τὸ βούλευμα ἄριστον κατεφαίνετο μέσον θαλάσσης ἱστῶντες, καὶ τὰς τιμὰς παρὰ βα
χωρὶς γὰρ τῶν παρ' ἑκάτερα τεταγμένων καὶ ὅσους
αἱ νῆες ἐχώρουν, οἱ ἀπὸ τῶν τειχέων ἱστάμενοι μόν
ναι αυτάρκεις εδόκουν τοῖς πεμπομένοις καὶ ταῖς
ἀπὸ τῶν τειχῶν πέτραις καταβάλλειν εἰς τέλος καὶ
ἀφανίζειν τοὺς ἐπιόντας. Ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν εἰσβο
τὴν κινδυνώδη κρίνων Χριστιανικοῖς ἔθνεσιν οὐδ'
ὅλως ἡφίει, ἐνεδίδου δὲ μᾶλλον ἀναδάλλων τὰς ὁρμάς
[Ρ. 221] ἐμπιπλᾷν.
κι'. Περὶ τῶν κατὰ τὴν νῆσον Πριγκίπων τε
λεσθέντων τοῖς πειραταῖς.
'Αλλ' ἐκεῖνοι μὴ ἔχοντες πλέον ποιεῖν ὧν ἔπραξαν,
ὡς ὀργάνοις τῆς σφῶν μανίας ἐχρῶντο τοῖς πειρα
ταῖς, οἱ καὶ αὐτον χεὶ τῇ Πριγκίπων νήσῳ προς
ίσχουσι, καὶ οὐχ ὅπως τοὺς ἐν αὐτῇ πάλαι κατωκη
κότας, ἀλλὰ καὶ λαὸν ἱκανὸν ἐκ Πηλοπυθίων, ἄρτι
τὰς τῶν Περσῶν ἐκφυγόντα γεῖρας καὶ τῇδε κατα
φυγόντα, ἐξανδραποδίσαντες πράγματα μὲν σκυλεύ
ουσιν, ἀνθρώπους δὲ κατασχόντες ἐν ναυσὶν εἶχον,
καὶ ἀλ' ἔῳ δεινὰ ἐκείνους ἠπείλουν ποιεῖν, εἰ μὴ τὰ
τιμήματα ἄξια καταθεῖ το, κρεμαννύντε; καὶ αἰκι
ζόμενοι καὶ σφάττειν ἕτοιμοι ὄντες, ἐλεεινὴν θέαν
σιλέως κατ' ἔλεον ἀναγκαῖον λαβεῖν ἐλπίζοντες. Δια
τοῦτο καὶ πόνος οὐχ ὁ τυχών κρατοῦντι, εἰ φεύγοντες
Πέρσας οἱ δείλαιοι χερσὶ πειρατῶν ἐμπεπτώκεσαν,
οὐκ ἄλλως καιρὸν τοῦ θαῤῥεῖν ἐχόντων εἰ μὴ ἐξ ὧν
ὁμαιχμοῖεν σφίσιν ἑαυτοῖς, οἷς δὴ πολλάκις καὶ βα
σιλικαὶ συμβεβήκασι χάριτες. Ρωμαῖοι δὲ παρ' αι
γιαλούς ἱστάμενοι την δεινήν κατεστύγουν θέαν καὶ
τὸ πάθος ἀπωλοφύροντο. Οἱ δέ γε καὶ ἀκμῆτες εἰς
ὅπλα ᾔεσαν, καὶ Ὀδυσσείους, ὡς ἐκεῖνος ἐπὶ τὴν
Σκύλλαν, οὕτως οὗτοι τὰς ὁρμᾶς ἐπ' ἐκείνους προς
ἴσχοντο· πλην κατ᾽ ὄψιν καὶ μόνην τὸ ἀμυντικὸν
περιίστατο. Τοὺς μὲν γὰρ ὁ αἰγιαλὸς εἶχε σφαδάζον
τας τὰς ὁρμᾶς ἐφ᾽ ᾧπερ ἀμύνοιντο, οἱ δὲ παρὰ μόν
νην τὴν θάλασσαν ἁλώσιμοι ὄντες, καὶ τίνων οὐκ
– ἀσθενέστεροι; "Ομως ὡς ὀχυρώματι τῇ θαλάσσῃ
χρώμενοι, ἐς ὅ τι καὶ ἐδόκει σφίσι τοὺς ἐν χερσὶ διε
τίθουν, οἱ δὴ καὶ τὰ περὶ τῆς Σκύλλης εἰκόνιζον,
χεῖρας ὀρεγνύντες τοῖς ἔξωθεν καὶ θρήνους ἐλεεινούς
κλάζοντες. Οὔπω πᾶν ἦμαρ τετέλεστο, καὶ βασιλεῖ
ἀγγελλόμενα τὰ δεινὰ ἐνεποίουν οἶκτον· καὶ δὴ στή
σας τιμὴν τοῖς οἰκτροῖς τεσσάρων χιλιάδων χρυσών
[] ἀλλ’ ἐκεῖνοι μὴ ἔχοντες πλέον ποιεῖν ὧν ἔπραξαν, ὡς ὀργάνοις τῆς σφῶν μανίας ἐχρῶντο τοῖς πειραταῖς, οἳ καὶ αὐτονυχεὶ τῇ Πριγκίπων νήσῳ προσίσχουσι, καὶ οὐχ ὅπως τοὺς ἐν αὐτῇ πάλαι κατῳκηκότας, ἀλλὰ καὶ λαὸν ἱκανὸν ἐκ Πηλοπυθίων, ἄρτι τὰς τῶν Περσῶν ἐκφυγόντα χεῖρας καὶ τῇδε καταφυγόντα, ἐξανδραποδίσαντες πράγματα μὲν σκυλεύουσιν, ἀνθρώπους δὲ κατασχόντες ἐν ναυσὶν εἶχον, καὶ ἅμ’ ἕῳ δεινὰ ἐκείνους ἠπείλουν ποιεῖν, εἰ μὴ τὰ τιμήματα ἄξια καταθεῖντο, κρεμαννύντες καὶ αἰκιζόμενοι καὶ σφάττειν ἕτοιμοι ὄντες, ἐλεεινὴν θέαν μέσον θαλάσσης ἱστῶντες, καὶ τὰς τιμὰς παρὰ βασιλέως κατ’ ἔλεον ἀναγκαῖον λαβεῖν ἐλπίζοντες. διὰ τοῦτο καὶ πόνος οὐχ ὁ τυχὼν κρατοῦντι, εἰ φεύγοντες Πέρσας οἱ δείλαιοι χερσὶ πειρατῶν ἐμπεπτώκεσαν, οὐκ ἄλλως καιρὸν τοῦ θαρρεῖν ἐχόντων εἰ μὴ ἐξ ὧν ὁμαιχμοῖεν σφίσιν ἑαυτοῖς, οἷς δὴ πολλάκις καὶ βασιλικαὶ συμβεβήκασι χάριτες. Ῥωμαῖοι δὲ παρ’ αἰγιαλοὺς ἱστάμενοι τὴν δεινὴν κατεστύγουν θέαν καὶ τὸ πάθος ἀπωλοφύροντο. οἱ δέ γε καὶ ἀκμῆτες εἰς ὅπλα ᾔεσαν, καὶ Ὀδυσσείους, ὡς ἐκεῖνος ἐπὶ τὴν Σκύλλαν, οὕτως οὗτοι τὰς ὁρμὰς ἐπ’ ἐκείνους προί̈σχοντο·
συνεβούλευον. Καὶ τὸ βούλευμα ἄριστον κατεφαίνετο μέσον θαλάσσης ἱστῶντες, καὶ τὰς τιμὰς παρὰ βα
χωρὶς γὰρ τῶν παρ' ἑκάτερα τεταγμένων καὶ ὅσους
αἱ νῆες ἐχώρουν, οἱ ἀπὸ τῶν τειχέων ἱστάμενοι μόν
ναι αυτάρκεις εδόκουν τοῖς πεμπομένοις καὶ ταῖς
ἀπὸ τῶν τειχῶν πέτραις καταβάλλειν εἰς τέλος καὶ
ἀφανίζειν τοὺς ἐπιόντας. Ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν εἰσβο
τὴν κινδυνώδη κρίνων Χριστιανικοῖς ἔθνεσιν οὐδ'
ὅλως ἡφίει, ἐνεδίδου δὲ μᾶλλον ἀναδάλλων τὰς ὁρμάς
[Ρ. 221] ἐμπιπλᾷν.
κι'. Περὶ τῶν κατὰ τὴν νῆσον Πριγκίπων τε
λεσθέντων τοῖς πειραταῖς.
'Αλλ' ἐκεῖνοι μὴ ἔχοντες πλέον ποιεῖν ὧν ἔπραξαν,
ὡς ὀργάνοις τῆς σφῶν μανίας ἐχρῶντο τοῖς πειρα
ταῖς, οἱ καὶ αὐτον χεὶ τῇ Πριγκίπων νήσῳ προς
ίσχουσι, καὶ οὐχ ὅπως τοὺς ἐν αὐτῇ πάλαι κατωκη
κότας, ἀλλὰ καὶ λαὸν ἱκανὸν ἐκ Πηλοπυθίων, ἄρτι
τὰς τῶν Περσῶν ἐκφυγόντα γεῖρας καὶ τῇδε κατα
φυγόντα, ἐξανδραποδίσαντες πράγματα μὲν σκυλεύ
ουσιν, ἀνθρώπους δὲ κατασχόντες ἐν ναυσὶν εἶχον,
καὶ ἀλ' ἔῳ δεινὰ ἐκείνους ἠπείλουν ποιεῖν, εἰ μὴ τὰ
τιμήματα ἄξια καταθεῖ το, κρεμαννύντε; καὶ αἰκι
ζόμενοι καὶ σφάττειν ἕτοιμοι ὄντες, ἐλεεινὴν θέαν
σιλέως κατ' ἔλεον ἀναγκαῖον λαβεῖν ἐλπίζοντες. Δια
τοῦτο καὶ πόνος οὐχ ὁ τυχών κρατοῦντι, εἰ φεύγοντες
Πέρσας οἱ δείλαιοι χερσὶ πειρατῶν ἐμπεπτώκεσαν,
οὐκ ἄλλως καιρὸν τοῦ θαῤῥεῖν ἐχόντων εἰ μὴ ἐξ ὧν
ὁμαιχμοῖεν σφίσιν ἑαυτοῖς, οἷς δὴ πολλάκις καὶ βα
σιλικαὶ συμβεβήκασι χάριτες. Ρωμαῖοι δὲ παρ' αι
γιαλούς ἱστάμενοι την δεινήν κατεστύγουν θέαν καὶ
τὸ πάθος ἀπωλοφύροντο. Οἱ δέ γε καὶ ἀκμῆτες εἰς
ὅπλα ᾔεσαν, καὶ Ὀδυσσείους, ὡς ἐκεῖνος ἐπὶ τὴν
Σκύλλαν, οὕτως οὗτοι τὰς ὁρμᾶς ἐπ' ἐκείνους προς
ἴσχοντο· πλην κατ᾽ ὄψιν καὶ μόνην τὸ ἀμυντικὸν
περιίστατο. Τοὺς μὲν γὰρ ὁ αἰγιαλὸς εἶχε σφαδάζον
τας τὰς ὁρμᾶς ἐφ᾽ ᾧπερ ἀμύνοιντο, οἱ δὲ παρὰ μόν
νην τὴν θάλασσαν ἁλώσιμοι ὄντες, καὶ τίνων οὐκ
– ἀσθενέστεροι; "Ομως ὡς ὀχυρώματι τῇ θαλάσσῃ
χρώμενοι, ἐς ὅ τι καὶ ἐδόκει σφίσι τοὺς ἐν χερσὶ διε
τίθουν, οἱ δὴ καὶ τὰ περὶ τῆς Σκύλλης εἰκόνιζον,
χεῖρας ὀρεγνύντες τοῖς ἔξωθεν καὶ θρήνους ἐλεεινούς
κλάζοντες. Οὔπω πᾶν ἦμαρ τετέλεστο, καὶ βασιλεῖ
ἀγγελλόμενα τὰ δεινὰ ἐνεποίουν οἶκτον· καὶ δὴ στή
σας τιμὴν τοῖς οἰκτροῖς τεσσάρων χιλιάδων χρυσών
πλὴν κατ’ ὄψιν καὶ μόνην τὸ ἀμυντικὸν περιίστατο. τοὺς μὲν γὰρ ὁ αἰγιαλὸς εἶχε σφαδάζοντας τὰς ὁρμὰς ἐφ’ ᾧπερ ἀμύνοιντο, οἱ δὲ παρὰ μόνην τὴν θάλασσαν ἁλώσιμοι ὄντες, καὶ τίνων οὐκ ἀσθενέστεροι; ὅμως ὡς ὀχυρώματι τῇ θαλάσσῃ χρώμενοι, ἐς ὅ τι καὶ ἐδόκει σφίσι τοὺς ἐν χερσὶ διετίθουν, οἳ δὴ καὶ τὰ περὶ τῆς Σκύλλης εἰκόνιζον, χεῖρας ὀρεγνύντες τοῖς ἔξωθεν καὶ θρήνους ἐλεεινοὺς κλάζοντες. οὔπω πᾶν ἦμαρ τετέλεστο, καὶ βασιλεῖ ἀγγελλόμενα τὰ δεινὰ ἐνεποίουν οἶκτον· καὶ δὴ στήσας τιμὴν τοῖς οἰκτροῖς τεσσάρων χιλιάδων χρυσῶν νομισμάτων τοὺς πάντας εἰλήφει. καὶ τότ’ ἀποστείλας πρὸς τὸν τῶν νηῶν ἡγεμονεύοντα τὴν ἀπόνοιαν κατωνείδιζεν καὶ τὴν τόλμαν, οἷς ὅτι παρὸν πρεσβείαν πέμπειν καὶ πρὸς αὐτὸν εἰς λόγους καθίστασθαι, περὶ τῶν κατὰ σφᾶς δικαίων λέγοντας, οἱ δὲ πειραταῖς μιχθέντες τὰ λῃστῶν σὺν ἐκείνοις πράττοιεν. ταῦτα λέγων τοῖς μηδὲν ἄλλο προτείνουσιν ἢ τὴν τοῦ κοινοῦ σφῶν συνεδρίου πρόσταξιν, ἐπεὶ τοὐντεῦθεν καὶ τούτοις τῶν αἰσχίστων ἔργων μετέμελεν, ἱκέτας τοῦ λοιποῦ ἀντ’ ἀντιστατῶν εἶχε καὶ εὐπειθεῖς πρὸς εἰρήνην τοὺς πρὶν ἐχθίστους, εἰ λύοιντο τὰ ἐνέχυρα·
συνεβούλευον. Καὶ τὸ βούλευμα ἄριστον κατεφαίνετο μέσον θαλάσσης ἱστῶντες, καὶ τὰς τιμὰς παρὰ βα
χωρὶς γὰρ τῶν παρ' ἑκάτερα τεταγμένων καὶ ὅσους
αἱ νῆες ἐχώρουν, οἱ ἀπὸ τῶν τειχέων ἱστάμενοι μόν
ναι αυτάρκεις εδόκουν τοῖς πεμπομένοις καὶ ταῖς
ἀπὸ τῶν τειχῶν πέτραις καταβάλλειν εἰς τέλος καὶ
ἀφανίζειν τοὺς ἐπιόντας. Ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν εἰσβο
τὴν κινδυνώδη κρίνων Χριστιανικοῖς ἔθνεσιν οὐδ'
ὅλως ἡφίει, ἐνεδίδου δὲ μᾶλλον ἀναδάλλων τὰς ὁρμάς
[Ρ. 221] ἐμπιπλᾷν.
κι'. Περὶ τῶν κατὰ τὴν νῆσον Πριγκίπων τε
λεσθέντων τοῖς πειραταῖς.
'Αλλ' ἐκεῖνοι μὴ ἔχοντες πλέον ποιεῖν ὧν ἔπραξαν,
ὡς ὀργάνοις τῆς σφῶν μανίας ἐχρῶντο τοῖς πειρα
ταῖς, οἱ καὶ αὐτον χεὶ τῇ Πριγκίπων νήσῳ προς
ίσχουσι, καὶ οὐχ ὅπως τοὺς ἐν αὐτῇ πάλαι κατωκη
κότας, ἀλλὰ καὶ λαὸν ἱκανὸν ἐκ Πηλοπυθίων, ἄρτι
τὰς τῶν Περσῶν ἐκφυγόντα γεῖρας καὶ τῇδε κατα
φυγόντα, ἐξανδραποδίσαντες πράγματα μὲν σκυλεύ
ουσιν, ἀνθρώπους δὲ κατασχόντες ἐν ναυσὶν εἶχον,
καὶ ἀλ' ἔῳ δεινὰ ἐκείνους ἠπείλουν ποιεῖν, εἰ μὴ τὰ
τιμήματα ἄξια καταθεῖ το, κρεμαννύντε; καὶ αἰκι
ζόμενοι καὶ σφάττειν ἕτοιμοι ὄντες, ἐλεεινὴν θέαν
σιλέως κατ' ἔλεον ἀναγκαῖον λαβεῖν ἐλπίζοντες. Δια
τοῦτο καὶ πόνος οὐχ ὁ τυχών κρατοῦντι, εἰ φεύγοντες
Πέρσας οἱ δείλαιοι χερσὶ πειρατῶν ἐμπεπτώκεσαν,
οὐκ ἄλλως καιρὸν τοῦ θαῤῥεῖν ἐχόντων εἰ μὴ ἐξ ὧν
ὁμαιχμοῖεν σφίσιν ἑαυτοῖς, οἷς δὴ πολλάκις καὶ βα
σιλικαὶ συμβεβήκασι χάριτες. Ρωμαῖοι δὲ παρ' αι
γιαλούς ἱστάμενοι την δεινήν κατεστύγουν θέαν καὶ
τὸ πάθος ἀπωλοφύροντο. Οἱ δέ γε καὶ ἀκμῆτες εἰς
ὅπλα ᾔεσαν, καὶ Ὀδυσσείους, ὡς ἐκεῖνος ἐπὶ τὴν
Σκύλλαν, οὕτως οὗτοι τὰς ὁρμᾶς ἐπ' ἐκείνους προς
ἴσχοντο· πλην κατ᾽ ὄψιν καὶ μόνην τὸ ἀμυντικὸν
περιίστατο. Τοὺς μὲν γὰρ ὁ αἰγιαλὸς εἶχε σφαδάζον
τας τὰς ὁρμᾶς ἐφ᾽ ᾧπερ ἀμύνοιντο, οἱ δὲ παρὰ μόν
νην τὴν θάλασσαν ἁλώσιμοι ὄντες, καὶ τίνων οὐκ
– ἀσθενέστεροι; "Ομως ὡς ὀχυρώματι τῇ θαλάσσῃ
χρώμενοι, ἐς ὅ τι καὶ ἐδόκει σφίσι τοὺς ἐν χερσὶ διε
τίθουν, οἱ δὴ καὶ τὰ περὶ τῆς Σκύλλης εἰκόνιζον,
χεῖρας ὀρεγνύντες τοῖς ἔξωθεν καὶ θρήνους ἐλεεινούς
κλάζοντες. Οὔπω πᾶν ἦμαρ τετέλεστο, καὶ βασιλεῖ
ἀγγελλόμενα τὰ δεινὰ ἐνεποίουν οἶκτον· καὶ δὴ στή
σας τιμὴν τοῖς οἰκτροῖς τεσσάρων χιλιάδων χρυσών
PG 144:359τὰς γὰρ σπονδὰς καὶ αὐτοὺς θέλειν, καὶ ἀξιοῦν ἐπὶ ταύταις ἐπιταχθῆναι, λυομένων μόνον τῶν κατὰ τὰ ἐνέχυρα διαμφισβητήσεων. ταῦτ’ ἐκεῖνοι μεταβαλλόμενοι καθικέτευον, καὶ βασιλεὺς κατένευε τὰς ἐπὶ χρόνοις σπονδὰς προσιέμενος, καὶ οὕτω πρεσβείαν στειλάμενος τὰς εἰρηνικὰς ἐτάμετο. πόνος γὰρ ὁ τῶν Περσῶν ἤπειγεν ἄλλος, κυκλούντων ὥσπερ ἀπὸ θαλάσσης εἰς θάλασσαν τὴν ἀνατολὴν ἅπασαν. καὶ ἀλλαχοῦ μὲν ἄλλοι κίνδυνοι τοῖς ταλαιπώροις Ῥωμαίοις περιειστήκεισαν, τὰ δὲ κατὰ Μεσοθινίαν πᾶσαν καὶ ἀπανέστησαν σφαλέντος τὰ μεγάλα τοῦ εἰς ἡγεμόνα τούτων ταχθέντος Μουζάλωνος. 25. Μηνὸς γὰρ Ἀνθεστηριῶνος εἰκοστῇ καὶ ἑβδόμῃ περί που τὸν Βαφέα (χῶρος δ’ οὗτος περὶ τὴν θαυμαστὴν Νικομήδειαν) Ἀτμὰν συνάμα τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν εἰς χιλιάδας πλείστας ποσουμένοις ἐπιστὰς αἴφνης, μᾶλλον μὲν οὖνἀλλ’ ἀναληπτέον τὸν λόγον ἀρχῆθεν. Ἁλῆς γὰρ Ἀμούριος σὺν ἀδελφῷ Ναστρατίῳ τῷ παρὰ Ῥωμαίοις ἐπὶ χρόνοις ὁμηρεύσαντι, τοὺς περὶ τὴν Καστάμονα Πέρσας προσεταιρισάμενος, Ῥωμαίους κακῶς ἐποίει.
Νικομήδειαν.
νομισμάτων τοὺς πάντας ειλήφει. Καὶ τότ' 235] κα. 'Ήττα τοῦ ἑταιρειάρχου Μουζάλωνος κατὰ
ἀποστείλας πρὸς τὸν τῶν νεῶν ἡγεμονεύοντα τὴν
ἀπόνοιαν κατωνείδιζε καὶ τὴν τόλμαν, οἷς ὅτι παρὰν
πρεσβείαν πέμπειν καὶ πρὸς αὐτὸν εἰς λόγους καθ
ίστασθαι, περὶ τῶν κατὰ σφᾶς δικαίων λέγοντας, οι
δὲ πειραταῖς μεχθέντες τὰ λῃστῶν σὺν ἐκείνοις πράτ
τοιεν. Ταῦτα λέγων τοῖς μηδὲν ἄλλο προτείνουσιν ἢ
τὴν τοῦ κοινοῦ σφῶν συνεδρίου πρόσταξιν, ἐπεὶ τούν
τεῦθεν καὶ τούτοις τῶν αἰσχίστων ἔργων μετέμελεν,
ἱκέτας τοῦ λοιποῦ ἀντ᾿ ἀντιστατῶν εἶχε καὶ εὐπε
θεῖς πρὸς εἰρήνην τοὺς πρὶν ἐχθίστους, εἰ λύοιντο τα
ἐνέχυρα· τὰς γάρ σπονδὰς καὶ αὐτοὺς θέλειν, καὶ
ἀξιοῦν ἐπὶ ταύταις ἐπιταχθῆναι λυομένων μόνον τῶν
κατὰ τὰ ἐνέχωρα διαμφισβητήσεων. Ταῦτ' ἐκεῖνοι
μεταβαλλόμενοι καθικέτευον, καὶ βασιλεὺς κατένευε
τὰς ἐπὶ χρόνοις σπονδὰς προσιέμενος, καὶ οὕτω πρε
συείαν στειλάμενος τὰς εἰρηνικὰς ἑτάμενο. Πόνος
γὰρ ὁ τῶν Περσῶν ἔπειγεν ἄλλος, κυκλούντων ὥσπερ
ἀπὸ θαλάσσης εἰς θάλασσαν τὴν ἀνατολὴν ἅπασαν.
Καὶ ἀλλαχοῦ μὲν ἄλλοι κίνδυνοι τοῖς ταλαιπώροις
Ρωμαίοις περιειστήκεισαν, τὰ δὲ κατὰ Μεσοθενίαν
πᾶσαν καὶ ἀπανέστησαν σφαλέντος τὰ μεγάλα τοῦ
εἰς ἡγεμόνα τούτων ταχθέντος Μουζάλωνος.
Μηνὸς γὰρ Ανθεστηριώνος εἰκοστῇ καὶ ἑβδόμη
περί που τὸν Βαφέα (χώρος δ' οὗτος περὶ τὴν θαυ
μαστὴν Νικομήδειαν) 'Ατμὰν σύναμα τοῖς ἀμφ' αὐ
τὸν εἰς χιλιάδες πλείστας ποσουμένος ἐπιστὰς αίφνης,
μᾶλλον μὲν οὖν — ἀλλ᾽ ἀναληπτέον τὸν λόγον ἀρχῆ
θεν. 'Αλῆς γὰρ 'Αμούριος σὺν ἀδελφῷ Ναστρατίῳ
τῷ παρὰ Ρωμαίοις [Ρ. 296] ἐπὶ χρόνοις ὁμηρεύσαν
τι, τοὺς περὶ τὴν Κασταμόνα Πέρσας προσεταιρισά
μενος, Ρωμαίους κακῶς ἐποίει. Καὶ τέως περί που,
τὸν Πόντον καὶ ἐνδοτέρω, πέραν Σαγγάρεως, τὰ τῆς
ἀλαστορίας ἐπιδεικνύμενος τῇ καθ᾽ αὑτὸν ἀσφαλείᾳ
ἀπείχετο τῶν ἐπίταδε, ὠγκώθη δὲ τὰ πλεῖστα ἐκ
πλείονος καὶ τῶν ἡμετέρων καθυπερηφανεύετο ἐξ
ὅτου τὸν τοῦ ᾿Αζατίνη σουλτάν υἱὸν τὸν Μεληκ
Μασούρ ἀπεκτίνει προπολεμῶν, δς δὴ τῷ πατρὶ
συμπροφέρων ἐφ᾽ ἱκανὸν τὴν πλάνην κατὰ τὰ β
ρεια, ἐξ ὅτουπερ ἐκεῖνος Αἴνοθεν ἀπελύετο, καθώς
καὶ φθάσαντες εἴπομεν, ἐξ ἀνθρώπων ἐκείνου τη δε
γεγονότος περαιούται τὸν Εὔξεινον, καὶ θυμαίνῃ
προσσχών, μακρόθεν τὸν Τοχάρων Κάνιν, ὡς αὐτο
φαίεν, 'Αργάνην δώροις ὑποποιούμενος, ἐντεῦθεν
καὶ τέως περί που τὸν Πόντον καὶ ἐνδοτέρω, πέραν Σαγγάρεως, τὰ τῆς ἀλαστορίας ἐπιδεικνύμενος τῇ καθ’ αὑτὸν ἀσφαλείᾳ ἀπείχετο τῶν ἐπίταδε, ὠγκώθη δὲ τὰ πλεῖστα ἐκ πλείονος καὶ τῶν ἡμετέρων καθυπερηφανεύετο ἐξ ὅτου τὸν τοῦ Ἀζατίνη σουλτὰν υἱὸν τὸν Μελὴκ Μασοὺρ ἀπεκτόνει προπολεμῶν, ὃς δὴ τῷ πατρὶ συμπροφέρων ἐφ’ ἱκανὸν τὴν πλάνην κατὰ τὰ βόρεια, ἐξ ὅτουπερ ἐκεῖνος Αἴνοθεν ἀπελύετο, καθὼς καὶ φθάσαντες εἴπομεν, ἐξ ἀνθρώπων ἐκείνου τῇδε γεγονότος περαιοῦται τὸν Εὔξεινον, καὶ Θυμαίνῃ προσσχών, μακρόθεν τὸν Τοχάρων Κάνιν, ὡς αὐτοὶ φαῖεν, Ἀργάνην δώροις ὑποποιούμενος, ἐντεῦθεν δεσπόζει τῶν τόπων ὡς πατρικῶν κλήρων, καὶ καθυποκλίνει τοὺς προύχοντας τῶν τῇδε Περσῶν, οὓς δὴ σατράπας ἐκεῖνοι καλοῦσι. καὶ οἱ μὲν ἑκόντες ἄκοντες ἐδουλοῦντο, Ἀμούριος δὲ ὁ τοῦ Ἁλῆ πατὴρ ὑπελθὼν Τοχάρους καὶ οὐλαμὸν ἐξ αὐτῶν προσλαβόμενος ὅλαις ὁρμαῖς ἀντέπραττε τῷ Μελήκ. οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ πολέμους πρὸς αὐτὸν ἐκφέρων κατετροποῦτο, ὥστε καὶ ἀπηυδηκότα τοῖς ὅλοις συνάμα γυναικὶ καὶ ἰδίοις γνῶναι βασιλεῖ προσχωρεῖν. ὅθεν καὶ τὴν τοῦ Πόντου καταλαβεῖν Ἡράκλειαν.
Νικομήδειαν.
νομισμάτων τοὺς πάντας ειλήφει. Καὶ τότ' 235] κα. 'Ήττα τοῦ ἑταιρειάρχου Μουζάλωνος κατὰ
ἀποστείλας πρὸς τὸν τῶν νεῶν ἡγεμονεύοντα τὴν
ἀπόνοιαν κατωνείδιζε καὶ τὴν τόλμαν, οἷς ὅτι παρὰν
πρεσβείαν πέμπειν καὶ πρὸς αὐτὸν εἰς λόγους καθ
ίστασθαι, περὶ τῶν κατὰ σφᾶς δικαίων λέγοντας, οι
δὲ πειραταῖς μεχθέντες τὰ λῃστῶν σὺν ἐκείνοις πράτ
τοιεν. Ταῦτα λέγων τοῖς μηδὲν ἄλλο προτείνουσιν ἢ
τὴν τοῦ κοινοῦ σφῶν συνεδρίου πρόσταξιν, ἐπεὶ τούν
τεῦθεν καὶ τούτοις τῶν αἰσχίστων ἔργων μετέμελεν,
ἱκέτας τοῦ λοιποῦ ἀντ᾿ ἀντιστατῶν εἶχε καὶ εὐπε
θεῖς πρὸς εἰρήνην τοὺς πρὶν ἐχθίστους, εἰ λύοιντο τα
ἐνέχυρα· τὰς γάρ σπονδὰς καὶ αὐτοὺς θέλειν, καὶ
ἀξιοῦν ἐπὶ ταύταις ἐπιταχθῆναι λυομένων μόνον τῶν
κατὰ τὰ ἐνέχωρα διαμφισβητήσεων. Ταῦτ' ἐκεῖνοι
μεταβαλλόμενοι καθικέτευον, καὶ βασιλεὺς κατένευε
τὰς ἐπὶ χρόνοις σπονδὰς προσιέμενος, καὶ οὕτω πρε
συείαν στειλάμενος τὰς εἰρηνικὰς ἑτάμενο. Πόνος
γὰρ ὁ τῶν Περσῶν ἔπειγεν ἄλλος, κυκλούντων ὥσπερ
ἀπὸ θαλάσσης εἰς θάλασσαν τὴν ἀνατολὴν ἅπασαν.
Καὶ ἀλλαχοῦ μὲν ἄλλοι κίνδυνοι τοῖς ταλαιπώροις
Ρωμαίοις περιειστήκεισαν, τὰ δὲ κατὰ Μεσοθενίαν
πᾶσαν καὶ ἀπανέστησαν σφαλέντος τὰ μεγάλα τοῦ
εἰς ἡγεμόνα τούτων ταχθέντος Μουζάλωνος.
Μηνὸς γὰρ Ανθεστηριώνος εἰκοστῇ καὶ ἑβδόμη
περί που τὸν Βαφέα (χώρος δ' οὗτος περὶ τὴν θαυ
μαστὴν Νικομήδειαν) 'Ατμὰν σύναμα τοῖς ἀμφ' αὐ
τὸν εἰς χιλιάδες πλείστας ποσουμένος ἐπιστὰς αίφνης,
μᾶλλον μὲν οὖν — ἀλλ᾽ ἀναληπτέον τὸν λόγον ἀρχῆ
θεν. 'Αλῆς γὰρ 'Αμούριος σὺν ἀδελφῷ Ναστρατίῳ
τῷ παρὰ Ρωμαίοις [Ρ. 296] ἐπὶ χρόνοις ὁμηρεύσαν
τι, τοὺς περὶ τὴν Κασταμόνα Πέρσας προσεταιρισά
μενος, Ρωμαίους κακῶς ἐποίει. Καὶ τέως περί που,
τὸν Πόντον καὶ ἐνδοτέρω, πέραν Σαγγάρεως, τὰ τῆς
ἀλαστορίας ἐπιδεικνύμενος τῇ καθ᾽ αὑτὸν ἀσφαλείᾳ
ἀπείχετο τῶν ἐπίταδε, ὠγκώθη δὲ τὰ πλεῖστα ἐκ
πλείονος καὶ τῶν ἡμετέρων καθυπερηφανεύετο ἐξ
ὅτου τὸν τοῦ ᾿Αζατίνη σουλτάν υἱὸν τὸν Μεληκ
Μασούρ ἀπεκτίνει προπολεμῶν, δς δὴ τῷ πατρὶ
συμπροφέρων ἐφ᾽ ἱκανὸν τὴν πλάνην κατὰ τὰ β
ρεια, ἐξ ὅτουπερ ἐκεῖνος Αἴνοθεν ἀπελύετο, καθώς
καὶ φθάσαντες εἴπομεν, ἐξ ἀνθρώπων ἐκείνου τη δε
γεγονότος περαιούται τὸν Εὔξεινον, καὶ θυμαίνῃ
προσσχών, μακρόθεν τὸν Τοχάρων Κάνιν, ὡς αὐτο
φαίεν, 'Αργάνην δώροις ὑποποιούμενος, ἐντεῦθεν
PG 144:361κἀκεῖθεν τῇ Κωνσταντίνου ἐπιδημήσας, ἐπεὶ βασιλεὺς ἐς Νύμφαιον ἀπεδήμει, τὴν μὲν σύζυγον τῇδε καταλιμπάνει, αὐτὸς δὲ σὺν τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν ἐφ’ ἡμέραις ἀνεθεὶς τῶν ἐκ τῆς ὁδοῦ κόπων, ὑπὸ βασιλικῷ ποδηγέτῃ, βασιλέως προστάξαντος ἀκουσθέν, τῆς ἐπὶ τὸ Νύμφαιον ἵετο. ἀλλά που περὶ τὸ Ἀτραμύτιον γεγονώς, εἴτε παρ’ ἄλλου μαθὼν εἴτε μὴν καὶ αὐτὸς ὑποτοπήσας ὡς οὐκ εἰς καλὸν ἐσεῖταί οἱ ἡ πρὸς τὸν ἄνακτα ἄφιξις, γνωσιμαχεῖ τε αὐτίκα, καὶ καιροῦ λαβόμενος, τοῦ ποδηγέτου (ὁ δ’ ἦν ὁ Ἀβράμπαξ πρωθιερακάριος) τὰς πολυωρίας παρενεγκών, αὐτόθεν ἐκφεύγει νυκτός, πλὴν οὐ νυκτιλόχου τρόπον, παρὰ γνῶσιν τῶν ἐντυγχανόντων δῆθεν, ἀλλ’ ἐμφανῶς καὶ θαρρούντως, ὡς ἤν τις ἐπ’ αὐτὸν ἴοι, αὐτόθεν ἐπεξελευσόμενος. Πέρσαις τε αὖθις παραγίνεται, καὶ λαὸν συναγηοχὼς τῷ περιόντι τῆς φήμης τοῦ προτέρου κράτους καὶ μείζονος ἔχεται. καὶ τοσοῦτον κραταιούμενος ἐνισχύετο ὥστε καὶ αὐτὸν Ἀμούριον μὴ συνοίσουσαν ἔτι τοῖς καθ’ αὑτὸν πράγμασι τὴν ἀπ’ ἐκείνου ἀφηνίασιν δοκιμάσαντα γνῶναί οἱ ἑπτὰ συνάμα παισὶ καθ’ ἱκετείαν παραγενέσθαι, καὶ δώροις ἐκμειλιξάμενον, εἶτα δουλεύοντα ἀγαπᾶν.
δεσπόζει τῶν τόπων ὡς πατρικῶν κλήρων, καὶ καθυ- οὐ νυκτιλόχου τρόπου, παρά γνῶσιν τῶν ἐντυγχα
ποκλίνει τοὺς προύχοντας τῶν τῇδε Περσῶν, οὓς δὴ
σατράπας ἐκεῖνοι καλοῦσι. Καὶ οἱ μὲν ἑκόντες ἄχον
τες ἐδουλοῦντο, Αμούριος δὲ ὁ τοῦ ᾿Αλή πατὴρ ὑπελ
θὼν Τοχάρους καὶ οὐλαμὸν ἐξ αὐτῶν προσλαβόμενος
ὅλαις ὁρμαῖς ἀντέπραττε τῷ Μελήκ. Οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ
καὶ πολέμους πρὸς αὐτὸν ἐκφέρων κατετροποῦτο,
ὥστε καὶ ἀπηυδηκότα τοῖς ὅλοις σύναμα γυναικὶ καὶ
ἰδίοις γνῶναι βασιλεῖ προσχωρεῖν. "Οθεν καὶ τὴν τοῦ
Πόντου καταλαβεῖν Ηράκλειαν. Κἀκεῖθεν τῇ Κων
* σταντίνου ἐπιδημήσας, ἐπεὶ βασιλεὺς ἐς Νύμφαιον
ἀπεδήμει, τὴν μὲν σύζυγον τῇδε καταλιμπάνει, αν
τὰς δὲ σὺν τοῖς ἀμφ' αὐτὸν ἐφ' ἡμέραις ἀνεθεὶς τῶν
ἐκ τῆς ὁδοῦ κόπων, ὑπὸ βασιλικῷ ποδηγέτη, βασιλέως
προστάξαντος ἀκουσθέν, τῆς ἐπὶ τὸ Νύμφαιον ἴετο.
Αλλά που περὶ τὸ ᾿Ατραμύτιον γεγονώς, εἴτε παρ'
ἄλλου μαθὼν εἶτε μὴν καὶ αὐτὸς ὑποτοπήσας ὡς οὐκ
εἰς καλὸν ἐσεῖται οἱ ἡ πρὸς τὸν ἄνακτα ἄφιξις, γνω
σιμαχεί τε αὐτίκα, καὶ καιροῦ λαβόμενος, τοῦ πολη
γέτου (ὁ δ᾽ ἦν ὁ ᾿Αβράμπας πρωθιερακάριος) τάς που
λιωρία, παρενεγκών, αὐτόθεν ἐκφεύγει νυκτός, πλὴν
νόντων δῆθεν, ἀλλ' ἐμφανῶς καὶ θαρρούντως, ὡς ήν
τις ἐπ' αὐτὸν ἴοι, αὐτόθεν ἐπεξελευσόμενος. Πέρσαις
τε οὖθις παραγίνεται, καὶ λαὸν συναγηοχὼς τῷ περ
ριόντι τῆς φήμης του προτέρου κράτους καὶ μείζονος
ἔχεται. Καὶ τοσοῦτον κραταιούμενος ενισχύετο ὥστε
καὶ αὐτὸν ᾿Αμούριον μὴ συνοίσουσαν ἔτι τοῖς καθ'
αὐτὸν πράγμασι τὴν ἀπ' ἐκείνου ἀφηνίασιν δοκιμά
σαντα γνῶναι οἱ ἑπτὰ σύναμα παισὶ καθ᾽ ἱκετείαν
παραγενέσθαι, καὶ δώροῖς ἐκμειλιξάμενον, [Ρ. 227
εἶτα δουλεύοντα ἀγαπᾷν. Ταῦτα γνοὺς καὶ δοκιμάσας
ξυμφέροντά οἱ, λαβὼν τοὺς παῖδας σύναμα πλεί
στοις, ἱκέτου αὐτομολεί σχήματι. Ο δὲ τοῖς προτέ
ροις ἀπομηνίων καὶ μηδὲν καθυρεὶς τοῦ κότου δέκτη
μὲν δῶρα, πόνον δ' ἀμέγαρτον ὄφελλεν. ὡς γὰρ με
λις εισαχθεὶς μετὰ τῶν δώρων πρὸ ποδῶν ἐκαλεν
δεῖτο καὶ καθικέτευεν, ἐκεῖνος τὰ πάλαι προὔφερε
καὶ πικρῶ; ὠνείδιζε καὶ ἀπήλεγχε, καὶ τέλος σκύ
φον οίνου λαβὼν ὡς πιόμενος, τοῖς περὶ αὐτὸν
συγκείμενον ὂν αὐτοῦ τὸ ξύμβολον δείξαντος (τὸ δ᾽ ἦν
ὡς δῆθεν σκορδινιῶντος καὶ τὰς χεῖρας ἐκτείναντος)
PG 144:363ταῦτα γνοὺς καὶ δοκιμάσας ξυμφέροντά οἱ, λαβὼν τοὺς παῖδας συνάμα πλείστοις, ἱκέτου αὐτομολεῖ σχήματι. ὁ δὲ τοῖς προτέροις ἀπομηνίων καὶ μηδὲν καθυφεὶς τοῦ κότου δέκτο μὲν δῶρα, πόνον δ’ ἀμέγαρτον ὄφελλεν. ὡς γὰρ μόλις εἰσαχθεὶς μετὰ τῶν δώρων πρὸ ποδῶν ἐκαλινδεῖτο καὶ καθικέτευεν, ἐκεῖνος τὰ πάλαι προύφερε καὶ πικρῶς ὠνείδιζε καὶ ἀπήλεγχε, καὶ τέλος σκύφον οἴνου λαβὼν ὡς πιόμενος, τοῖς περὶ αὐτὸν συγκείμενον ὂν αὐτοῦ τὸ ξύμβολον δείξαντος (τὸ δ’ ἦν ὡς δῆθεν σκορδινιῶντος καὶ τὰς χεῖρας ἐκτείναντος) αὐτοὺς τὰς σπάθας γυμνώσαντας κατακόπτειν τοὺς ἱκέτας, ἐκείνου τὸ σύμβολον δόντος εἰσπηδῶσιν αὐτίκα καὶ ἀθλίαν θοίνην ἐκεῖνόν τε καὶ παῖδας δεικνῦσι. τοῦτο τῷ Ἁλῇ πόνος ἦν καὶ τῶν συμφορῶν ἡ ἐσχάτη, παιδί γε ὄντι τοῦ κρεουργηθέντος καὶ ἔκ τινος προνοίας περισωθέντι, καὶ τὸ τοῖς ὁμοίοις ἀμύνεσθαι πάσης ἀσχολίας ὑπέρτερον ἐλογίζετο. ἱκανοὺς δὲ διὰ ταῦτα προσεταιρίζεται τῶν Περσῶν, καὶ τρόπον ληί̈στορος περιθέει, ἐμφανὴς ὢν ἢ ἀμυνούμενος ἢ πεσούμενος.
αὐτοὺς τὰς σπάθας γυμνώσαντας κατακόπτειν τοὺς πλάτος ἄβατον καταστήσας, ὡς ἐν τοῖς πρώτοις λό
ικέτας, ἐκείνου τὸ σύμβολον δόντος εἰσπηδῶσιν αὐτ
τίκα καὶ ἀθλίαν θοίνην ἐκεῖνόν τε καὶ παῖδα: δει
κνῦσι. Τοῦτο τῷ ᾿Αλῇ πόνος ἦν καὶ τῶν συμφορῶν
ἡ ἐσχάτη, παιδί γε ὄντι τοῦ κρεουργηθέντος καὶ ἔκ
τινος προνοίας περισωθέντι, καὶ τὸ τοῖς ὁμοίοις ἀμύ
νεσθαι πάσης ἀσχολίας ὑπέρτερον ελογίζετο. Ικα
νοὺς δὲ διὰ ταῦτα προσεταιρίζεται τῶν Περσῶν, καὶ
τρόπον ληίστορος περιθέει, ἐμφανὴς ὢν ἢ ἀμυνού
μενος ἢ πεσούμενος. Ὡς δὲ κατατρέχων ᾑρήμου τὰς
χώρας καὶ τὴν ἀνταγώνισιν ἔσπευδε, τὸ τοῦ Μελήκ
Τῆμα τὸ μόρσιμον ἐρεθίζει, καὶ τοῦτον ἐκείνῳ συνί
στησι κατὰ πόλεμον. Οὗ δὴ συρραγέντος σφάλλει
τὸν Μελὴν ἡ τύχη, καὶ ὁ ἵππος ὅλῳ φυτήρι φερόμεν
νας συγκάμπτει τὰ πόδε, καὶ τὸν ἐπιβάτην μεθ' ὅτι
πλείστης τῆς ῥύμης ἐπὶ γόνυ συγκατασπα, καὶ ἔργον
αὐτίκα σπάθης ὁ πεσὼν γίνεται. Ταῦτα τὸν ᾿Αλῆν
ἐπῆραν εἰς ὄγκον Αμούριον, κἀντεῦθεν συνάγων
πλείστους κακῶς ἔδρα τὰ 'Ρωμαίων. Ούπω δὲ μάλα
δὴ καὶ ἐς τέλος, ἕως οὗ δαιμόνιόν τι μήνυμα (τί γὰρ
ἂν ἄλλο καὶ εἴποι τις;) κατὰ 'Ρωμαίων ἐφύσησεν, ὃ
δὴ καὶ λέξεται. Ως γὰρ πέραν Σαγγάρεως διατρί
των τοῖς ἀνὰ τοῦτον φρουρίοις ἰσχυρῶς ἀντικρούε
το, ἃ φθάσας ὁ βασιλεὺς συνώκισε Μιχαὴλ καὶ σταυ
ροῖς μηκίστοις ἐκ δένδρων ἀξινοκοπηθέντων μεταξύ
κατωχύρωσε, μέχρι καὶ ἐς ἑκατὸν πόδας τὸ ἐντὸς
γοις ἐλέγομεν, καὶ ἦν τῷ Πέρσῃ στεῤῥὸν ἐντεῦθεν τὸ
τῆς καταδρομῆς κώλυμα, Κρονίου μηνὸς ἐκ τοῦ παι
ραχρῆμα ὁ ποταμὸς μετοχετεύεται καὶ ζητεῖ τὴν
παλαιὰν κοίτην, καθ᾽ ἦν καὶ ἡ Ἰουστινιάνειος ποντο
γέφυρα. Ὕστερον δὲ μετοχετευθέντος τοῦ ποταμοῦ,
τὸν ἐξ ἐκείνου Μέλανα ὑπεδέχετο, [Ρ. 228] οὐ τόσον
ὄντα, ἀλλ᾽ ἱκανὸν τέως καὶ τοῦτον ἐκ βάθους αὐτάρ
κους τὴν τῶν ἐχθρῶν ἀποκωλύειν ἔφοδον. Τότε τοίνυν
ἐξ ὄμβρων ὁ Σαγγάριος πλημμυρήσας τῆς ἰδίας μετα
αἴρει καὶ αὖθις κοίτης, ἧς ἐκ παλαιοῦ ποτ' ἐκκοστι
σθεὶς ἐπελάβετο, καὶ πρὸς τὴν προτέραν ἀνέτρεχε,
καὶ οὗ μὲν ἀπέστη, περαιούσθαι καὶ τῷ τυχόντι
παρεῖχεν, οὗ δ᾽ ἐπελάβετο πλημμυρών, μὴ ὁ γ' ἐκ
τῆς πλημμύρας βάθος ἐδίδου τῷ ῥεύματι, ἀλλὰ καὶ
χοῦν ἐκ μιλτοπαρῄων ὀρέων κατάγων καὶ χέραδος
ἱκανὸν προσέχων καὶ πόρον ἐτίθει τῷ περᾷ, θέλοντι,
Τῷ τοι καὶ οἱ ἐν τοῖς πέραν φρουρίοις συνωκηκότες,
τὴν ξένην ἰδόντες μετάστασιν καὶ γνόντες ἐν χρῷ
κινδύνου γενόμενοι, ἀπανίσταντο. Οὐ μὴν δ' αυτις
ἐπὶ πολὺ τὸ σχῆμα τοῦτο τῷ ποταμῷ ἦν, ἀλλ' ἐς μήνα
προσχώσας μόνον ὑπέστρεφε. Καὶ ἦν ἡ ἐκ τοῦ παν
λαιοῦ ἀποχώρησις καὶ τῶν ἐν τοῖς φρουρίοις φυγής
καὶ τῆς τῶν ἐχθρῶν διαπεραιώσεως προφανής αιτία,
τῷ περὶν ἀνέδην τους βουλομένους· ἡ δ' ἐξ ὑπογύου
ἐσαύθις ἀνυποστροφὴ τοῖς κάν τούτῳ περῶσιν εὐ
ὡς δὲ κατατρέχων ἠρήμου τὰς χώρας καὶ τὴν ἀνταγώνισιν ἔσπευδε, τὸ τοῦ Μελὴκ λῆμα τὸ μόρσιμον ἐρεθίζει, καὶ τοῦτον ἐκείνῳ συνίστησι κατὰ πόλεμον. οὗ δὴ συρραγέντος σφάλλει τὸν Μελὴκ ἡ τύχη, καὶ ὁ ἵππος ὅλῳ ῥυτῆρι φερόμενος συγκάμπτει τὼ πόδε, καὶ τὸν ἐπιβάτην μεθ’ ὅτι πλείστης τῆς ῥύμης ἐπὶ γόνυ συγκατασπᾷ, καὶ ἔργον αὐτίκα σπάθης ὁ πεσὼν γίνεται. ταῦτα τὸν Ἁλῆν ἐπῇρεν εἰς ὄγκον Ἀμούριον, κἀντεῦθεν συνάγων πλείστους κακῶς ἔδρα τὰ Ῥωμαίων. οὔπω δὲ μάλα δὴ καὶ ἐς τέλος, ἕως οὗ δαιμόνιόν τι μήνιμα (τί γὰρ ἂν ἄλλο καὶ εἴποι τις;) κατὰ Ῥωμαίων ἐφύσησεν, ὃ δὴ καὶ λέξεται. ὡς γὰρ πέραν Σαγγάρεως διατρίβων τοῖς ἀνὰ τοῦτον φρουρίοις ἰσχυρῶς ἀντεκρούετο, ἃ φθάσας ὁ βασιλεὺς συνῴκισε Μιχαὴλ καὶ σταυροῖς μηκίστοις ἐκ δένδρων ἀξινοκοπηθέντων μεταξὺ κατωχύρωσε, μέχρι καὶ ἐς ἑκατὸν πόδας τὸ ἐντὸς πλάτος ἄβατον καταστήσας, ὡς ἐν τοῖς πρώτοις λόγοις ἐλέγομεν, καὶ ἦν τῷ Πέρσῃ στερρὸν ἐντεῦθεν τὸ τῆς καταδρομῆς κώλυμα, Κρονίου μηνὸς ἐκ τοῦ παραχρῆμα ὁ ποταμὸς μετοχετεύεται καὶ ζητεῖ τὴν παλαιὰν κοίτην, καθ’ ἣν καὶ ἡ Ἰουστινιάνειος ποντογέφυρα.
αὐτοὺς τὰς σπάθας γυμνώσαντας κατακόπτειν τοὺς πλάτος ἄβατον καταστήσας, ὡς ἐν τοῖς πρώτοις λό
ικέτας, ἐκείνου τὸ σύμβολον δόντος εἰσπηδῶσιν αὐτ
τίκα καὶ ἀθλίαν θοίνην ἐκεῖνόν τε καὶ παῖδα: δει
κνῦσι. Τοῦτο τῷ ᾿Αλῇ πόνος ἦν καὶ τῶν συμφορῶν
ἡ ἐσχάτη, παιδί γε ὄντι τοῦ κρεουργηθέντος καὶ ἔκ
τινος προνοίας περισωθέντι, καὶ τὸ τοῖς ὁμοίοις ἀμύ
νεσθαι πάσης ἀσχολίας ὑπέρτερον ελογίζετο. Ικα
νοὺς δὲ διὰ ταῦτα προσεταιρίζεται τῶν Περσῶν, καὶ
τρόπον ληίστορος περιθέει, ἐμφανὴς ὢν ἢ ἀμυνού
μενος ἢ πεσούμενος. Ὡς δὲ κατατρέχων ᾑρήμου τὰς
χώρας καὶ τὴν ἀνταγώνισιν ἔσπευδε, τὸ τοῦ Μελήκ
Τῆμα τὸ μόρσιμον ἐρεθίζει, καὶ τοῦτον ἐκείνῳ συνί
στησι κατὰ πόλεμον. Οὗ δὴ συρραγέντος σφάλλει
τὸν Μελὴν ἡ τύχη, καὶ ὁ ἵππος ὅλῳ φυτήρι φερόμεν
νας συγκάμπτει τὰ πόδε, καὶ τὸν ἐπιβάτην μεθ' ὅτι
πλείστης τῆς ῥύμης ἐπὶ γόνυ συγκατασπα, καὶ ἔργον
αὐτίκα σπάθης ὁ πεσὼν γίνεται. Ταῦτα τὸν ᾿Αλῆν
ἐπῆραν εἰς ὄγκον Αμούριον, κἀντεῦθεν συνάγων
πλείστους κακῶς ἔδρα τὰ 'Ρωμαίων. Ούπω δὲ μάλα
δὴ καὶ ἐς τέλος, ἕως οὗ δαιμόνιόν τι μήνυμα (τί γὰρ
ἂν ἄλλο καὶ εἴποι τις;) κατὰ 'Ρωμαίων ἐφύσησεν, ὃ
δὴ καὶ λέξεται. Ως γὰρ πέραν Σαγγάρεως διατρί
των τοῖς ἀνὰ τοῦτον φρουρίοις ἰσχυρῶς ἀντικρούε
το, ἃ φθάσας ὁ βασιλεὺς συνώκισε Μιχαὴλ καὶ σταυ
ροῖς μηκίστοις ἐκ δένδρων ἀξινοκοπηθέντων μεταξύ
κατωχύρωσε, μέχρι καὶ ἐς ἑκατὸν πόδας τὸ ἐντὸς
γοις ἐλέγομεν, καὶ ἦν τῷ Πέρσῃ στεῤῥὸν ἐντεῦθεν τὸ
τῆς καταδρομῆς κώλυμα, Κρονίου μηνὸς ἐκ τοῦ παι
ραχρῆμα ὁ ποταμὸς μετοχετεύεται καὶ ζητεῖ τὴν
παλαιὰν κοίτην, καθ᾽ ἦν καὶ ἡ Ἰουστινιάνειος ποντο
γέφυρα. Ὕστερον δὲ μετοχετευθέντος τοῦ ποταμοῦ,
τὸν ἐξ ἐκείνου Μέλανα ὑπεδέχετο, [Ρ. 228] οὐ τόσον
ὄντα, ἀλλ᾽ ἱκανὸν τέως καὶ τοῦτον ἐκ βάθους αὐτάρ
κους τὴν τῶν ἐχθρῶν ἀποκωλύειν ἔφοδον. Τότε τοίνυν
ἐξ ὄμβρων ὁ Σαγγάριος πλημμυρήσας τῆς ἰδίας μετα
αἴρει καὶ αὖθις κοίτης, ἧς ἐκ παλαιοῦ ποτ' ἐκκοστι
σθεὶς ἐπελάβετο, καὶ πρὸς τὴν προτέραν ἀνέτρεχε,
καὶ οὗ μὲν ἀπέστη, περαιούσθαι καὶ τῷ τυχόντι
παρεῖχεν, οὗ δ᾽ ἐπελάβετο πλημμυρών, μὴ ὁ γ' ἐκ
τῆς πλημμύρας βάθος ἐδίδου τῷ ῥεύματι, ἀλλὰ καὶ
χοῦν ἐκ μιλτοπαρῄων ὀρέων κατάγων καὶ χέραδος
ἱκανὸν προσέχων καὶ πόρον ἐτίθει τῷ περᾷ, θέλοντι,
Τῷ τοι καὶ οἱ ἐν τοῖς πέραν φρουρίοις συνωκηκότες,
τὴν ξένην ἰδόντες μετάστασιν καὶ γνόντες ἐν χρῷ
κινδύνου γενόμενοι, ἀπανίσταντο. Οὐ μὴν δ' αυτις
ἐπὶ πολὺ τὸ σχῆμα τοῦτο τῷ ποταμῷ ἦν, ἀλλ' ἐς μήνα
προσχώσας μόνον ὑπέστρεφε. Καὶ ἦν ἡ ἐκ τοῦ παν
λαιοῦ ἀποχώρησις καὶ τῶν ἐν τοῖς φρουρίοις φυγής
καὶ τῆς τῶν ἐχθρῶν διαπεραιώσεως προφανής αιτία,
τῷ περὶν ἀνέδην τους βουλομένους· ἡ δ' ἐξ ὑπογύου
ἐσαύθις ἀνυποστροφὴ τοῖς κάν τούτῳ περῶσιν εὐ
ὕστερον δὲ μετοχετευθέντος τοῦ ποταμοῦ, τὸν ἐξ ἐκείνου Μέλανα ὑπεδέχετο, οὐ τόσον ὄντα, ἀλλ’ ἱκανὸν τέως καὶ τοῦτον ἐκ βάθους αὐτάρκους τὴν τῶν ἐχθρῶν ἀποκωλύειν ἔφοδον. τότε τοίνυν ἐξ ὄμβρων ὁ Σαγγάριος πλημμυρήσας τῆς ἰδίας μεταίρει καὶ αὖθις κοίτης, ἧς ἐκ παλαιοῦ ποτ’ ἐκκοιτισθεὶς ἐπελάβετο, καὶ πρὸς τὴν προτέραν ἀνέτρεχε, καὶ οὗ μὲν ἀπέστη, περαιοῦσθαι καὶ τῷ τυχόντι παρεῖχεν, οὗ δ’ ἐπελάβετο πλημμυρῶν, μὴ ὅ γ’ ἐκ τῆς πλημμύρας βάθος ἐδίδου τῷ ῥεύματι, ἀλλὰ καὶ χοῦν ἐκ μιλτοπαρῄων ὀρέων κατάγων καὶ χέραδος ἱκανὸν προσέχων καὶ πόρον ἐτίθει τῷ περᾶν θέλοντι. τῷ τοι καὶ οἱ ἐν τοῖς πέραν φρουρίοις συνῳκηκότες, τὴν ξένην ἰδόντες μετάστασιν καὶ γνόντες ἐν χρῷ κινδύνου γενόμενοι, ἀπανίσταντο. οὐ μὴν δ’ αὖθις ἐπὶ πολὺ τὸ σχῆμα τοῦτο τῷ ποταμῷ ἦν, ἀλλ’ ἐς μῆνα προσχώσας μόνον ὑπέστρεφε. καὶ ἦν ἡ ἐκ τοῦ παλαιοῦ ἀποχώρησις καὶ τῶν ἐν τοῖς φρουρίοις φυγῆς καὶ τῆς τῶν ἐχθρῶν διαπεραιώσεως προφανὴς αἰτία, τῷ περᾶν ἀνέδην τοὺς βουλομένους· ἡ δ’ ἐξ ὑπογύου ἐσαῦθις ἀνυποστροφὴ τοῖς κἀν τούτῳ περῶσιν εὐθέτησε, τῷ περᾶν διὰ τῆς προσχώσεως.
αὐτοὺς τὰς σπάθας γυμνώσαντας κατακόπτειν τοὺς πλάτος ἄβατον καταστήσας, ὡς ἐν τοῖς πρώτοις λό
ικέτας, ἐκείνου τὸ σύμβολον δόντος εἰσπηδῶσιν αὐτ
τίκα καὶ ἀθλίαν θοίνην ἐκεῖνόν τε καὶ παῖδα: δει
κνῦσι. Τοῦτο τῷ ᾿Αλῇ πόνος ἦν καὶ τῶν συμφορῶν
ἡ ἐσχάτη, παιδί γε ὄντι τοῦ κρεουργηθέντος καὶ ἔκ
τινος προνοίας περισωθέντι, καὶ τὸ τοῖς ὁμοίοις ἀμύ
νεσθαι πάσης ἀσχολίας ὑπέρτερον ελογίζετο. Ικα
νοὺς δὲ διὰ ταῦτα προσεταιρίζεται τῶν Περσῶν, καὶ
τρόπον ληίστορος περιθέει, ἐμφανὴς ὢν ἢ ἀμυνού
μενος ἢ πεσούμενος. Ὡς δὲ κατατρέχων ᾑρήμου τὰς
χώρας καὶ τὴν ἀνταγώνισιν ἔσπευδε, τὸ τοῦ Μελήκ
Τῆμα τὸ μόρσιμον ἐρεθίζει, καὶ τοῦτον ἐκείνῳ συνί
στησι κατὰ πόλεμον. Οὗ δὴ συρραγέντος σφάλλει
τὸν Μελὴν ἡ τύχη, καὶ ὁ ἵππος ὅλῳ φυτήρι φερόμεν
νας συγκάμπτει τὰ πόδε, καὶ τὸν ἐπιβάτην μεθ' ὅτι
πλείστης τῆς ῥύμης ἐπὶ γόνυ συγκατασπα, καὶ ἔργον
αὐτίκα σπάθης ὁ πεσὼν γίνεται. Ταῦτα τὸν ᾿Αλῆν
ἐπῆραν εἰς ὄγκον Αμούριον, κἀντεῦθεν συνάγων
πλείστους κακῶς ἔδρα τὰ 'Ρωμαίων. Ούπω δὲ μάλα
δὴ καὶ ἐς τέλος, ἕως οὗ δαιμόνιόν τι μήνυμα (τί γὰρ
ἂν ἄλλο καὶ εἴποι τις;) κατὰ 'Ρωμαίων ἐφύσησεν, ὃ
δὴ καὶ λέξεται. Ως γὰρ πέραν Σαγγάρεως διατρί
των τοῖς ἀνὰ τοῦτον φρουρίοις ἰσχυρῶς ἀντικρούε
το, ἃ φθάσας ὁ βασιλεὺς συνώκισε Μιχαὴλ καὶ σταυ
ροῖς μηκίστοις ἐκ δένδρων ἀξινοκοπηθέντων μεταξύ
κατωχύρωσε, μέχρι καὶ ἐς ἑκατὸν πόδας τὸ ἐντὸς
γοις ἐλέγομεν, καὶ ἦν τῷ Πέρσῃ στεῤῥὸν ἐντεῦθεν τὸ
τῆς καταδρομῆς κώλυμα, Κρονίου μηνὸς ἐκ τοῦ παι
ραχρῆμα ὁ ποταμὸς μετοχετεύεται καὶ ζητεῖ τὴν
παλαιὰν κοίτην, καθ᾽ ἦν καὶ ἡ Ἰουστινιάνειος ποντο
γέφυρα. Ὕστερον δὲ μετοχετευθέντος τοῦ ποταμοῦ,
τὸν ἐξ ἐκείνου Μέλανα ὑπεδέχετο, [Ρ. 228] οὐ τόσον
ὄντα, ἀλλ᾽ ἱκανὸν τέως καὶ τοῦτον ἐκ βάθους αὐτάρ
κους τὴν τῶν ἐχθρῶν ἀποκωλύειν ἔφοδον. Τότε τοίνυν
ἐξ ὄμβρων ὁ Σαγγάριος πλημμυρήσας τῆς ἰδίας μετα
αἴρει καὶ αὖθις κοίτης, ἧς ἐκ παλαιοῦ ποτ' ἐκκοστι
σθεὶς ἐπελάβετο, καὶ πρὸς τὴν προτέραν ἀνέτρεχε,
καὶ οὗ μὲν ἀπέστη, περαιούσθαι καὶ τῷ τυχόντι
παρεῖχεν, οὗ δ᾽ ἐπελάβετο πλημμυρών, μὴ ὁ γ' ἐκ
τῆς πλημμύρας βάθος ἐδίδου τῷ ῥεύματι, ἀλλὰ καὶ
χοῦν ἐκ μιλτοπαρῄων ὀρέων κατάγων καὶ χέραδος
ἱκανὸν προσέχων καὶ πόρον ἐτίθει τῷ περᾷ, θέλοντι,
Τῷ τοι καὶ οἱ ἐν τοῖς πέραν φρουρίοις συνωκηκότες,
τὴν ξένην ἰδόντες μετάστασιν καὶ γνόντες ἐν χρῷ
κινδύνου γενόμενοι, ἀπανίσταντο. Οὐ μὴν δ' αυτις
ἐπὶ πολὺ τὸ σχῆμα τοῦτο τῷ ποταμῷ ἦν, ἀλλ' ἐς μήνα
προσχώσας μόνον ὑπέστρεφε. Καὶ ἦν ἡ ἐκ τοῦ παν
λαιοῦ ἀποχώρησις καὶ τῶν ἐν τοῖς φρουρίοις φυγής
καὶ τῆς τῶν ἐχθρῶν διαπεραιώσεως προφανής αιτία,
τῷ περὶν ἀνέδην τους βουλομένους· ἡ δ' ἐξ ὑπογύου
ἐσαύθις ἀνυποστροφὴ τοῖς κάν τούτῳ περῶσιν εὐ
PG 144:365ταῦτα γεγόνει ἐκ παραδόξου, καὶ βασιλεῖ ἠγγέλλετο ὅτι πλῆρες ἐχθρῶν τὸ μεσόγαιον, εἰ καὶ Ἁλῆς Ἀμούριος εἰρήνην καὶ ἐς τόδε σχηματιζόμενος ἐφησύχαζε τέως. ἀλλὰ τὰ τῷ Ἀτμὰν τὰ περὶ τὴν Νίκαιαν κατατρέχοντι ἐσύστερον ἀριστουργηθέντα καὶ τοῦτον ἐπῇρεν, ἱκανὴν φιλοφροσύνην δόξαντα καταπράττειν τῷ βασιλεῖ, εἴπερ εἰρηνεύοι μὴ εἰσβαλλόντων ἄλλων· εἰ δ’ οὖν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἁρπάζοι τὰ τοῖς πολλοῖς ἀπαγόμενα. Ἀτμὰν τοίνυν τῶν ἀμφὶ τὴν Νίκαιαν τόπων ἀπάρας (τὸ γὰρ συμβὰν πρότερον τῷ Μουζάλωνι σφάλμα καὶ πλέον ὤγκωσε τοῦτον), τοὺς ὀρεινοὺς διελθὼν σίφωνας ἕτοιμος ἦν καταθέειν Ἁλιζώνων. ἀλλὰ πρὶν αὐτὸν εἰσβαλεῖν, πλῆθος ἐχθρῶν συναχθέν, εἰς ἑκατὸν ποσωθὲν καὶ μόνους, περί που τὴν Τελεμαίαν καταδαρθεῖσι τοῖς περὶ τὸν Μουζάλωνα ἐπιστὰν ἐξ ἀπροόπτου, ἐκείνοις μὲν ὡς εἰκὸς ταραχὴν ἐμβάλλουσι τὴν μεγίστην, πολλὰ δὲ λαβόντες, καὶ αὐτοὺς ἐν σαυρωτῆρσιν ὑσσούς, ὑποστρέφουσιν.
θέτησε, τῷ περᾷν διὰ τῆς προσχώσεως. Ταῦτα γε- ἀσφαλὲς ἐντεῦθεν ἔχοντες, στάντες ἔβαλλον δϊ τοῖς
καὶ κυκλώσαντες ἐτοξάζοντο, καὶ τῶν διωκόντων
τοσοῦτον περιγεγόνεισαν ὥστε καὶ αὐτὸν κατασχεῖν
τὸν σφῶν ἐξηγούμενον· κἂν 229] ἀπήγαγον, ἣν
μή τις τῶν τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος λῆμα γενναῖον
φέρων, στεῤῥῶς ἐμπεσὼν καὶ περιγεγονώς τῶν
ἀγόντων, τοῦ ἵππου μόνου τρωθέντος ἐκεῖνον ἐξείλε
το. Τοῦτο γεγονός τε καὶ ἀκουσθὲν ἐπὶ πλέον παρο
ώτρυνε τὸν ᾿Ατμάν, καὶ ὑπερηφάνει ὁ βάρβαρος
ἐς τόσον γὰρ τὸ περὶ αὐτὸν στράτευμα ἐπληθύνετο,
ὥστε καὶ Πέρσας ἄλλους ἐκ τῶν περὶ Μαίανδρον πα
ραγεγονότας συμμάχους ἔχειν καὶ πρὸς τὴν κατα
δρομὴν συλλήπτορας ἱκανούς. Τοῦτο δ᾽ ἦν καὶ τὸ τὸν
Αμούριον ἐπηρκὸς καὶ πεῖσαν παρασπονδεϊν, ζη
λοτυποῦντα τέως εἰ ὧν αὐτὸς κατὰ τὴν πρὸς βασι
σιλέα χάριν ἀπέσχετο, ταῦτα μακρόθεν ἐσβάλλοντες
ἄλλοι παρακερδαίνοιεν. Ἀλλὰ τὰ μὲν τούτῳ πεπραγ
μένα μικρὸν ἦσαν, κἂν αὐτὸς οὐκ ἀνίστατο πράτ
των· τότε δ' Ατμὰν ἐπιστὰς, καὶ ἄγων μὲν τοὺς
ἰδίους, ἄγων δὲ καὶ πολλοὺς κατὰ συμμαχίαν ἑτέ
ρους ἐξωρμημένους κατὰ λύσσαν πάλαι τῶν κατὰ
γόνει ἐκ παραδόξου, καὶ βασιλεῖ ἡγγέλλετο ὅτι πλή
ρες ἐχθρῶν τὸ μεσόγαιον, εἰ καὶ Αλῆς ᾿Αμούριος
εἰρήνην καὶ ἐς τόδε σχηματιζόμενος ἐφησύχαζε τέως.
᾿Αλλὰ τὰ τῷ ᾿Ατμὰν τὰ περὶ τὴν Νίκαιαν κατατρέ
χοντι ἐσύστερον ἀριστουργηθέντα καὶ τοῦτον ἐπῆ
ρεν, ἱκανὴν φιλοφροσύνην δόξαντα καταπράττειν τῷ
βασιλεῖ, είπερ εἰρηνεύοι μὴ εἰσβαλλόντων ἄλλων
εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἁρπάζοι τὰ τοῖς πολλοῖς
ἀπαγόμενα. 'Ατμὲν τοίνυν τῶν ἀμφὶ τὴν Νίκαιαν
τόπων ἀπάρας (τὸ γὰρ συμβὰν πρότερον τῷ Μουζά
λωνι σφάλμα καὶ πλέον ὤγκωσε τοῦτον), τοὺς ὀρει
νοὺς διελθὼν σίφωνας, ἕτοιμος ἦν καταθέειν Αλι
ζώνων. Ἀλλὰ πρὶν αὐτὸν εἰσβαλεῖν, πλῆθος ἐχθρῶν
συναχθὲν, εἰς ἑκατὸν ποσωθὲν καὶ μόνους, περί που
τὴν Τελεμαίαν καταδαρθεῖσι τοῖς περὶ τὸν Μουζά
λωνα ἐπιστὰν ἐξ ἀπροόπτου, ἐκείνοις μὲν ὡς εἰκὸς
ταραχὴν ἐμβάλλουσι τὴν μεγίστην, πολλὰ δὲ λαβόν
τες, καὶ αὐτοὺς ἐν σαυρωτήρσιν ὑστους, ὑποστρέ
φουσιν. Ως δὲ συστάντες Ῥωμαῖοι τοὺς ἐπιόντας
ἐδίωκον, ἐκεῖνοι τὰ ὀρεινὰ προκαταλαβόντες καὶ τὸ
ὡς δὲ συστάντες Ῥωμαῖοι τοὺς ἐπιόντας ἐδίωκον, ἐκεῖνοι τὰ ὀρεινὰ προκαταλαβόντες καὶ τὸ ἀσφαλὲς ἐντεῦθεν ἔχοντες, στάντες ἔβαλλον ὀϊστοῖς καὶ κυκλώσαντες ἐτοξάζοντο, καὶ τῶν διωκόντων τοσοῦτον περιγεγόνεισαν ὥστε καὶ αὐτὸν κατασχεῖν τὸν σφῶν ἐξηγούμενον· κἂν ἀπήγαγον, ἢν μή τις τῶν τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος λῆμα γενναῖον φέρων, στερρῶς ἐμπεσὼν καὶ περιγεγονὼς τῶν ἀγόντων, τοῦ ἵππου μόνου τρωθέντος ἐκεῖνον ἐξείλετο. τοῦτο γεγονός τε καὶ ἀκουσθὲν ἐπὶ πλέον παρώτρυνε τὸν Ἀτμάν, καὶ ὑπερηφάνει ὁ βάρβαρος· ἐς τόσον γὰρ τὸ περὶ αὐτὸν στράτευμα ἐπληθύνετο, ὥστε καὶ Πέρσας ἄλλους ἐκ τῶν περὶ Μαίανδρον παραγεγονότας συμμάχους ἔχειν καὶ πρὸς τὴν καταδρομὴν συλλήπτορας ἱκανούς. τοῦτο δ’ ἦν καὶ τὸ τὸν Ἀμούριον ἐπῃρκὸς καὶ πεῖσαν παρασπονδεῖν, ζητολυποῦντα τέως εἰ ὧν αὐτὸς κατὰ τὴν πρὸς βασιλέα χάριν ἀπέσχετο, ταῦτα μακρόθεν ἐσβάλλοντες ἄλλοι παρακερδαίνοιεν. ἀλλὰ τὰ μὲν τούτῳ πεπραγμένα μικρὸν ἦσαν, κἂν αὐτὸς οὐκ ἀφίστατο πράττων·
θέτησε, τῷ περᾷν διὰ τῆς προσχώσεως. Ταῦτα γε- ἀσφαλὲς ἐντεῦθεν ἔχοντες, στάντες ἔβαλλον δϊ τοῖς
καὶ κυκλώσαντες ἐτοξάζοντο, καὶ τῶν διωκόντων
τοσοῦτον περιγεγόνεισαν ὥστε καὶ αὐτὸν κατασχεῖν
τὸν σφῶν ἐξηγούμενον· κἂν 229] ἀπήγαγον, ἣν
μή τις τῶν τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλαγγος λῆμα γενναῖον
φέρων, στεῤῥῶς ἐμπεσὼν καὶ περιγεγονώς τῶν
ἀγόντων, τοῦ ἵππου μόνου τρωθέντος ἐκεῖνον ἐξείλε
το. Τοῦτο γεγονός τε καὶ ἀκουσθὲν ἐπὶ πλέον παρο
ώτρυνε τὸν ᾿Ατμάν, καὶ ὑπερηφάνει ὁ βάρβαρος
ἐς τόσον γὰρ τὸ περὶ αὐτὸν στράτευμα ἐπληθύνετο,
ὥστε καὶ Πέρσας ἄλλους ἐκ τῶν περὶ Μαίανδρον πα
ραγεγονότας συμμάχους ἔχειν καὶ πρὸς τὴν κατα
δρομὴν συλλήπτορας ἱκανούς. Τοῦτο δ᾽ ἦν καὶ τὸ τὸν
Αμούριον ἐπηρκὸς καὶ πεῖσαν παρασπονδεϊν, ζη
λοτυποῦντα τέως εἰ ὧν αὐτὸς κατὰ τὴν πρὸς βασι
σιλέα χάριν ἀπέσχετο, ταῦτα μακρόθεν ἐσβάλλοντες
ἄλλοι παρακερδαίνοιεν. Ἀλλὰ τὰ μὲν τούτῳ πεπραγ
μένα μικρὸν ἦσαν, κἂν αὐτὸς οὐκ ἀνίστατο πράτ
των· τότε δ' Ατμὰν ἐπιστὰς, καὶ ἄγων μὲν τοὺς
ἰδίους, ἄγων δὲ καὶ πολλοὺς κατὰ συμμαχίαν ἑτέ
ρους ἐξωρμημένους κατὰ λύσσαν πάλαι τῶν κατὰ
γόνει ἐκ παραδόξου, καὶ βασιλεῖ ἡγγέλλετο ὅτι πλή
ρες ἐχθρῶν τὸ μεσόγαιον, εἰ καὶ Αλῆς ᾿Αμούριος
εἰρήνην καὶ ἐς τόδε σχηματιζόμενος ἐφησύχαζε τέως.
᾿Αλλὰ τὰ τῷ ᾿Ατμὰν τὰ περὶ τὴν Νίκαιαν κατατρέ
χοντι ἐσύστερον ἀριστουργηθέντα καὶ τοῦτον ἐπῆ
ρεν, ἱκανὴν φιλοφροσύνην δόξαντα καταπράττειν τῷ
βασιλεῖ, είπερ εἰρηνεύοι μὴ εἰσβαλλόντων ἄλλων
εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἁρπάζοι τὰ τοῖς πολλοῖς
ἀπαγόμενα. 'Ατμὲν τοίνυν τῶν ἀμφὶ τὴν Νίκαιαν
τόπων ἀπάρας (τὸ γὰρ συμβὰν πρότερον τῷ Μουζά
λωνι σφάλμα καὶ πλέον ὤγκωσε τοῦτον), τοὺς ὀρει
νοὺς διελθὼν σίφωνας, ἕτοιμος ἦν καταθέειν Αλι
ζώνων. Ἀλλὰ πρὶν αὐτὸν εἰσβαλεῖν, πλῆθος ἐχθρῶν
συναχθὲν, εἰς ἑκατὸν ποσωθὲν καὶ μόνους, περί που
τὴν Τελεμαίαν καταδαρθεῖσι τοῖς περὶ τὸν Μουζά
λωνα ἐπιστὰν ἐξ ἀπροόπτου, ἐκείνοις μὲν ὡς εἰκὸς
ταραχὴν ἐμβάλλουσι τὴν μεγίστην, πολλὰ δὲ λαβόν
τες, καὶ αὐτοὺς ἐν σαυρωτήρσιν ὑστους, ὑποστρέ
φουσιν. Ως δὲ συστάντες Ῥωμαῖοι τοὺς ἐπιόντας
ἐδίωκον, ἐκεῖνοι τὰ ὀρεινὰ προκαταλαβόντες καὶ τὸ
PG 144:367τότε δ’ Ἀτμὰν ἐπιστάς, καὶ ἄγων μὲν τοὺς ἰδίους, ἄγων δὲ καὶ πολλοὺς κατὰ συμμαχίαν ἑτέρους ἐξωρμημένους κατὰ λύσσαν πάλαι τῶν κατὰ Παφλαγονίαν μερῶν, ἑτοίμους ἐξαλείφειν τε καὶ ἀπάγειν τὰ πρὸς ποσὶν ἐκ πολλῆς ἰταμότητος, ἐκεῖ που πάντας συνῆγεν. οἱ δ’ ἀμφὶ τὸν Μουζάλωνα, ὅσον Ῥωμαϊκὸν καὶ ὅσον Ἀλανικόν, ὅσον ἰθαγενὲς καὶ ὅσον ἔξωθεν, μόλις που περὶ δύο χιλιάδας συνίστατο. ὅμως γε μέντοι τὸ ἐπὶ τῆς οἰκείας μάχεσθαι πολλὴν σφίσι ῥοπὴν ἐπὶ τῷ τολμᾶν πρὸς πλείστους ὀλίγοις ἐδίδου. κἂν καὶ περιγενέσθαι σφᾶς ξυμβεβήκοι, εἴπερ γνησίαις καρδίαις, ὡς πολλοῖς ἐλέγετο, ὥρμων καὶ τῆς μάχης ἀντελαμβάνοντο. νῦν δ’ ἀλλ’ ἐρραθυμηκότες οἷον καὶ νάρκην παθόντες, οὐχ ἧττον ἐκ δυσνοίας ἢ ἀβουλίας, ἀφῃρημένοι ἐξ ὑπογύου καὶ ἵππους καὶ χρήματα διὰ τὴν ἐπισυμβᾶσαν τῶν Ἀλανῶν ἕνεκα ἐξ ἁπάντων συντέλειαν, τὰς ὁρμάς τ’ ἐπεκλῶντο καὶ ἀτολμότερον συνερρήγνυντο. ὃ καὶ τοῖς Πέρσαις μεγάλην ῥοπὴν ἐνεποίει, καὶ μᾶλλον ἐτόλμων κατ’ ὀλίγων πλεῖστοι.
Παφλαγονίαν μερῶν, ἑτοίμους εξαλείφειν τε καὶ ἡ πολεμίους καὶ ὑπὸ πόδα χωρουντες καὶ λέχριοί πως
ἀπάγειν τὰ πρὸς ποσὶν ἐκ πολλῆς ἐταμάτητος, ἐκεῖ
που πάντας συνηγεν. Οἱ δ' ἀμφὶ τὸν Μουζάλωνα,
ὅσον 'Ρωμαϊκὸν καὶ ὅσον ᾿Αλανικὸν, ὅσον ἐθαγενές
καὶ ὅσον ἔξωθεν, μόλις που περὶ δύο χιλιάδας συνί
στατο. Όμως γε μέντοι τὸ ἐπὶ τῆς οἰκείας μάχε
σθαι πολλὴν σφίσι ῥοπὴν ἐπὶ τῷ τολμῶν πρὸς πλεί
στους ὀλίγοις ἐδίδου. Κἂν καὶ περιγενέσθαι σφᾶς
ξυμβεβήκοι, εἴπερ γνησίαις καρδίαις, ὡς πολλοῖς
ἐλέγετο, ὥρμων καὶ τῆς μάχης ἀντελαμβάνοντο. Νῦν
δ' ἀλλ' ἐῤῥαθυμηκότες οἷον καὶ νάρκην παθόντες,
οὐχ ἧττον ἐκ δυσνοίας ἢ ἀβουλίας, ἀφῃρημένοι ἐξ
ὑπογύου καὶ ἵππους καὶ χρήματα διὰ τὴν ἐπισυμ
Θᾶσαν τῶν ᾿Αλανῶν ἕνεκα ἐξ ἁπάντων συντέλειαν,
τὰς ἐρμάς τ' ἐπεκλῶντο καὶ ἀτολμότερον συνερ
ῥήγνυντο. Ο καὶ τοῖς Πέρσαις μεγάλην οπὴν ἐνε
ποίει, καὶ μᾶλλον ἐτόλμων κατ' ὀλίγων πλεῖστοι.
Οὕτω δὲ τῆς μάχης ἀνισουμένης καὶ πλήθει καὶ
γνώμῃ, πίπτουσι μὲν οὐκ ὀλίγοι, φεύγουσι δ' οἱ
πλείους, καὶ τῇ Νικομηδείᾳ ἐγγύθεν ούσῃ μετά περι
φανοῦς τῆς τροπῆς διεκπαίοντες συνεισβάλλουσιν
ἀκλεῶς. Εδοξαν δὲ τότε καὶ ἐς πολύ χρήσιμοι Αλα
νο! πεσόντες πλείους ὑπὲρ Ρωμαίων· τῷ γὰρ πεζῷ
πολλῷ γε ὄντι διδόντες ἄνεσιν εἰς τὸ φεύγειν κλινά
σης ἤδη της μάχης, αὐτοὶ μὲν περικυκλοῦντες τοὺς
ἐπιτιθέμενοι, περιαργοῦντες ἐπίτηδες, δϊστοῖς ἔβαλ
λον καὶ πεζοὺς τοὺς τέως ἱππότας ἐδείκνυον. Πεζών
δὲ νέφος ἐκείνων συνειλούμενον σφίσι καὶ διεκπαῖον
τα πρόσω ἀπεσώζετο. Ἐκεῖνοι δὲ τῆς αὐτῶν σωτη
ρίας 250] τοὺς καθ᾽ αὑτοὺς προβαλλόμενοι κιν
δύνους συνεχεῖς ἔπιπτον. Καὶ οὐδὲν ἦν τὸ λοιπὸν
καὶ τὸ νικᾶν Πέρσας καὶ διασπαρέντας ἄλλον αλλα
τοῦ κατατρέχειν τὰ πρόσχωρα, τῶν πολλῶν ἐντεῦθεν
εἰς ῥᾳδίαν προνομήν κειμένων κατὰ πολλὴν ἐρημίαν
τῶν κωλυόντων. 'Ήρξε τοίνυν ταῦτα μεγάλων και
κῶν ἁπάσῃ τῇ χώρᾳ, ἐπὶ καιροῖς ἀναγκαίοις, τοῖς
τῶν καρπῶν συλλογῆς, τῶν μὲν ἀπαγομένων, τῶν
δὲ σταττομένων, ἔστι δ' ὧν καὶ φευγόντων, εἴ τις
καὶ προαπανίστατο τῶν δεινῶν καὶ φρουρίῳ τινὶ τὰ
καθ' αὐτὸν ἐπίστευεν.
κς'. Καταφυγὴ τῶν ἔξω πανοικὶ πρὸς τὴν πόλιν.
231] Εἶδες δὲ τότε καὶ τοὺς ἐνδοτέρω σκευα
γωγοῦντας, καὶ οἰκτρὰν θέαν περαιουμένους εἰς πό
λιν, ἀπογνόντας ἤδη τὴν τῶν ἰδίων σωτηρίαν. Καὶ ὁ
πορθμὸς οὗτος ἑκάστης μυρμηκιὰν ἀνθρώπων καὶ
ζώων ἐδέχετο, οὐκ ἄνευ συμφορῶν τῶν μεγίστων
ἀπαλλαγέντων· οὐδὲ γὰρ ἦν ὅστις οὐ τῶν ἰδίων ἀπε
θρήνει την στέρησιν, τῆς μὲν ἀνακαλουμένης τὸν
ἄνδρα, τῆς δὲ τὸν υἱὸν ἢ μὴν τὴν θυγατέρα, ἄλλης
οὕτω δὲ τῆς μάχης ἀνισουμένης καὶ πλήθει καὶ γνώμῃ, πίπτουσι μὲν οὐκ ὀλίγοι, φεύγουσι δ’ οἱ πλείους, καὶ τῇ Νικομηδείᾳ ἐγγύθεν οὔσῃ μετὰ περιφανοῦς τῆς τροπῆς διεκπαίοντες συνεισβάλλουσιν ἀκλεῶς. ἔδοξαν δὲ τότε καὶ ἐς πολὺ χρήσιμοι Ἀλανοὶ πεσόντες πλείους ὑπὲρ Ῥωμαίων· τῷ γὰρ πεζῷ πολλῷ γε ὄντι διδόντες ἄνεσιν εἰς τὸ φεύγειν κλινάσης ἤδη τῆς μάχης, αὐτοὶ μὲν περικυκλοῦντες τοὺς πολεμίους καὶ ὑπὸ πόδα χωροῦντες καὶ λέχριοί πως ἐπιτιθέμενοι, περιαργοῦντες ἐπίτηδες, ὀϊστοῖς ἔβαλλον καὶ πεζοὺς τοὺς τέως ἱππότας ἐδείκνυον. πεζῶν δὲ νέφος ἐκείνων συνειλούμενον σφίσι καὶ διεκπαῖον τὰ πρόσω ἀπεσώζετο. ἐκεῖνοι δὲ τῆς αὐτῶν σωτηρίας τοὺς καθ’ αὑτοὺς προβαλλόμενοι κινδύνους συνεχεῖς ἔπιπτον. καὶ οὐδὲν ἦν τὸ λοιπὸν καὶ τὸ νικᾶν Πέρσας καὶ διασπαρέντας ἄλλον ἀλλαχοῦ κατατρέχειν τὰ πρόςχωρα, τῶν πολλῶν ἐντεῦθεν εἰς ῥᾳδίαν προνομὴν κειμένων κατὰ πολλὴν ἐρημίαν τῶν κωλυόντων.
Παφλαγονίαν μερῶν, ἑτοίμους εξαλείφειν τε καὶ ἡ πολεμίους καὶ ὑπὸ πόδα χωρουντες καὶ λέχριοί πως
ἀπάγειν τὰ πρὸς ποσὶν ἐκ πολλῆς ἐταμάτητος, ἐκεῖ
που πάντας συνηγεν. Οἱ δ' ἀμφὶ τὸν Μουζάλωνα,
ὅσον 'Ρωμαϊκὸν καὶ ὅσον ᾿Αλανικὸν, ὅσον ἐθαγενές
καὶ ὅσον ἔξωθεν, μόλις που περὶ δύο χιλιάδας συνί
στατο. Όμως γε μέντοι τὸ ἐπὶ τῆς οἰκείας μάχε
σθαι πολλὴν σφίσι ῥοπὴν ἐπὶ τῷ τολμῶν πρὸς πλεί
στους ὀλίγοις ἐδίδου. Κἂν καὶ περιγενέσθαι σφᾶς
ξυμβεβήκοι, εἴπερ γνησίαις καρδίαις, ὡς πολλοῖς
ἐλέγετο, ὥρμων καὶ τῆς μάχης ἀντελαμβάνοντο. Νῦν
δ' ἀλλ' ἐῤῥαθυμηκότες οἷον καὶ νάρκην παθόντες,
οὐχ ἧττον ἐκ δυσνοίας ἢ ἀβουλίας, ἀφῃρημένοι ἐξ
ὑπογύου καὶ ἵππους καὶ χρήματα διὰ τὴν ἐπισυμ
Θᾶσαν τῶν ᾿Αλανῶν ἕνεκα ἐξ ἁπάντων συντέλειαν,
τὰς ἐρμάς τ' ἐπεκλῶντο καὶ ἀτολμότερον συνερ
ῥήγνυντο. Ο καὶ τοῖς Πέρσαις μεγάλην οπὴν ἐνε
ποίει, καὶ μᾶλλον ἐτόλμων κατ' ὀλίγων πλεῖστοι.
Οὕτω δὲ τῆς μάχης ἀνισουμένης καὶ πλήθει καὶ
γνώμῃ, πίπτουσι μὲν οὐκ ὀλίγοι, φεύγουσι δ' οἱ
πλείους, καὶ τῇ Νικομηδείᾳ ἐγγύθεν ούσῃ μετά περι
φανοῦς τῆς τροπῆς διεκπαίοντες συνεισβάλλουσιν
ἀκλεῶς. Εδοξαν δὲ τότε καὶ ἐς πολύ χρήσιμοι Αλα
νο! πεσόντες πλείους ὑπὲρ Ρωμαίων· τῷ γὰρ πεζῷ
πολλῷ γε ὄντι διδόντες ἄνεσιν εἰς τὸ φεύγειν κλινά
σης ἤδη της μάχης, αὐτοὶ μὲν περικυκλοῦντες τοὺς
ἐπιτιθέμενοι, περιαργοῦντες ἐπίτηδες, δϊστοῖς ἔβαλ
λον καὶ πεζοὺς τοὺς τέως ἱππότας ἐδείκνυον. Πεζών
δὲ νέφος ἐκείνων συνειλούμενον σφίσι καὶ διεκπαῖον
τα πρόσω ἀπεσώζετο. Ἐκεῖνοι δὲ τῆς αὐτῶν σωτη
ρίας 250] τοὺς καθ᾽ αὑτοὺς προβαλλόμενοι κιν
δύνους συνεχεῖς ἔπιπτον. Καὶ οὐδὲν ἦν τὸ λοιπὸν
καὶ τὸ νικᾶν Πέρσας καὶ διασπαρέντας ἄλλον αλλα
τοῦ κατατρέχειν τὰ πρόσχωρα, τῶν πολλῶν ἐντεῦθεν
εἰς ῥᾳδίαν προνομήν κειμένων κατὰ πολλὴν ἐρημίαν
τῶν κωλυόντων. 'Ήρξε τοίνυν ταῦτα μεγάλων και
κῶν ἁπάσῃ τῇ χώρᾳ, ἐπὶ καιροῖς ἀναγκαίοις, τοῖς
τῶν καρπῶν συλλογῆς, τῶν μὲν ἀπαγομένων, τῶν
δὲ σταττομένων, ἔστι δ' ὧν καὶ φευγόντων, εἴ τις
καὶ προαπανίστατο τῶν δεινῶν καὶ φρουρίῳ τινὶ τὰ
καθ' αὐτὸν ἐπίστευεν.
κς'. Καταφυγὴ τῶν ἔξω πανοικὶ πρὸς τὴν πόλιν.
231] Εἶδες δὲ τότε καὶ τοὺς ἐνδοτέρω σκευα
γωγοῦντας, καὶ οἰκτρὰν θέαν περαιουμένους εἰς πό
λιν, ἀπογνόντας ἤδη τὴν τῶν ἰδίων σωτηρίαν. Καὶ ὁ
πορθμὸς οὗτος ἑκάστης μυρμηκιὰν ἀνθρώπων καὶ
ζώων ἐδέχετο, οὐκ ἄνευ συμφορῶν τῶν μεγίστων
ἀπαλλαγέντων· οὐδὲ γὰρ ἦν ὅστις οὐ τῶν ἰδίων ἀπε
θρήνει την στέρησιν, τῆς μὲν ἀνακαλουμένης τὸν
ἄνδρα, τῆς δὲ τὸν υἱὸν ἢ μὴν τὴν θυγατέρα, ἄλλης
ἦρξε τοίνυν ταῦτα μεγάλων κακῶν ἁπάσῃ τῇ χώρᾳ, ἐπὶ καιροῖς ἀναγκαίοις, τοῖς τῶν καρπῶν συλλογῆς, τῶν μὲν ἀπαγομένων τῶν δὲ σφαττομένων, ἔστι δ’ ὧν καὶ φευγόντων, εἴ τις καὶ προαπανίστατο τῶν δεινῶν καὶ φρουρίῳ τινὶ τὰ καθ’ αὑτὸν ἐπίστευεν. 26. Εἶδες δὲ τότε καὶ τοὺς ἐνδοτέρω σκευαγωγοῦντας, καὶ οἰκτρὰν θέαν περαιουμένους εἰς πόλιν, ἀπογνόντας ἤδη τὴν τῶν ἰδίων σωτηρίαν. καὶ ὁ πορθμὸς οὗτος ἑκάστης μυρμηκιὰν ἀνθρώπων καὶ ζώων ἐδέχετο, οὐκ ἄνευ συμφορῶν τῶν μεγίστων ἀπαλλαγέντων· οὐδὲ γὰρ ἦν ὅστις οὐ τῶν ἰδίων ἀπεθρήνει τὴν στέρησιν, τῆς μὲν ἀνακαλουμένης τὸν ἄνδρα, τῆς δὲ τὸν υἱὸν ἢ μὴν τὴν θυγατέρα, ἄλλης ἀδελφόν τε καὶ ἀδελφήν, καὶ ἄλλης ἄλλο τι συγγενείας ὄνομα, πάντων δὲ ἐλεεινῶς προκειμένων, τῶν μὲν ἐντὸς πόλεως, τῶν δὲ καὶ ἐκτὸς παρ’ αἰγιαλὸν εἰκαίως κατασποδουμένων, λείψανα φερόντων καὶ ζωῆς καὶ βίου. νήπια δὲ καὶ γυναῖκες καὶ οἰκτροὶ πρεσβῦται προκείμενοι ταῖς ὁδοῖς ἀλγεῖν ἐποίει καὶ τὸν μόνον ἀκούοντα.
Παφλαγονίαν μερῶν, ἑτοίμους εξαλείφειν τε καὶ ἡ πολεμίους καὶ ὑπὸ πόδα χωρουντες καὶ λέχριοί πως
ἀπάγειν τὰ πρὸς ποσὶν ἐκ πολλῆς ἐταμάτητος, ἐκεῖ
που πάντας συνηγεν. Οἱ δ' ἀμφὶ τὸν Μουζάλωνα,
ὅσον 'Ρωμαϊκὸν καὶ ὅσον ᾿Αλανικὸν, ὅσον ἐθαγενές
καὶ ὅσον ἔξωθεν, μόλις που περὶ δύο χιλιάδας συνί
στατο. Όμως γε μέντοι τὸ ἐπὶ τῆς οἰκείας μάχε
σθαι πολλὴν σφίσι ῥοπὴν ἐπὶ τῷ τολμῶν πρὸς πλεί
στους ὀλίγοις ἐδίδου. Κἂν καὶ περιγενέσθαι σφᾶς
ξυμβεβήκοι, εἴπερ γνησίαις καρδίαις, ὡς πολλοῖς
ἐλέγετο, ὥρμων καὶ τῆς μάχης ἀντελαμβάνοντο. Νῦν
δ' ἀλλ' ἐῤῥαθυμηκότες οἷον καὶ νάρκην παθόντες,
οὐχ ἧττον ἐκ δυσνοίας ἢ ἀβουλίας, ἀφῃρημένοι ἐξ
ὑπογύου καὶ ἵππους καὶ χρήματα διὰ τὴν ἐπισυμ
Θᾶσαν τῶν ᾿Αλανῶν ἕνεκα ἐξ ἁπάντων συντέλειαν,
τὰς ἐρμάς τ' ἐπεκλῶντο καὶ ἀτολμότερον συνερ
ῥήγνυντο. Ο καὶ τοῖς Πέρσαις μεγάλην οπὴν ἐνε
ποίει, καὶ μᾶλλον ἐτόλμων κατ' ὀλίγων πλεῖστοι.
Οὕτω δὲ τῆς μάχης ἀνισουμένης καὶ πλήθει καὶ
γνώμῃ, πίπτουσι μὲν οὐκ ὀλίγοι, φεύγουσι δ' οἱ
πλείους, καὶ τῇ Νικομηδείᾳ ἐγγύθεν ούσῃ μετά περι
φανοῦς τῆς τροπῆς διεκπαίοντες συνεισβάλλουσιν
ἀκλεῶς. Εδοξαν δὲ τότε καὶ ἐς πολύ χρήσιμοι Αλα
νο! πεσόντες πλείους ὑπὲρ Ρωμαίων· τῷ γὰρ πεζῷ
πολλῷ γε ὄντι διδόντες ἄνεσιν εἰς τὸ φεύγειν κλινά
σης ἤδη της μάχης, αὐτοὶ μὲν περικυκλοῦντες τοὺς
ἐπιτιθέμενοι, περιαργοῦντες ἐπίτηδες, δϊστοῖς ἔβαλ
λον καὶ πεζοὺς τοὺς τέως ἱππότας ἐδείκνυον. Πεζών
δὲ νέφος ἐκείνων συνειλούμενον σφίσι καὶ διεκπαῖον
τα πρόσω ἀπεσώζετο. Ἐκεῖνοι δὲ τῆς αὐτῶν σωτη
ρίας 250] τοὺς καθ᾽ αὑτοὺς προβαλλόμενοι κιν
δύνους συνεχεῖς ἔπιπτον. Καὶ οὐδὲν ἦν τὸ λοιπὸν
καὶ τὸ νικᾶν Πέρσας καὶ διασπαρέντας ἄλλον αλλα
τοῦ κατατρέχειν τὰ πρόσχωρα, τῶν πολλῶν ἐντεῦθεν
εἰς ῥᾳδίαν προνομήν κειμένων κατὰ πολλὴν ἐρημίαν
τῶν κωλυόντων. 'Ήρξε τοίνυν ταῦτα μεγάλων και
κῶν ἁπάσῃ τῇ χώρᾳ, ἐπὶ καιροῖς ἀναγκαίοις, τοῖς
τῶν καρπῶν συλλογῆς, τῶν μὲν ἀπαγομένων, τῶν
δὲ σταττομένων, ἔστι δ' ὧν καὶ φευγόντων, εἴ τις
καὶ προαπανίστατο τῶν δεινῶν καὶ φρουρίῳ τινὶ τὰ
καθ' αὐτὸν ἐπίστευεν.
κς'. Καταφυγὴ τῶν ἔξω πανοικὶ πρὸς τὴν πόλιν.
231] Εἶδες δὲ τότε καὶ τοὺς ἐνδοτέρω σκευα
γωγοῦντας, καὶ οἰκτρὰν θέαν περαιουμένους εἰς πό
λιν, ἀπογνόντας ἤδη τὴν τῶν ἰδίων σωτηρίαν. Καὶ ὁ
πορθμὸς οὗτος ἑκάστης μυρμηκιὰν ἀνθρώπων καὶ
ζώων ἐδέχετο, οὐκ ἄνευ συμφορῶν τῶν μεγίστων
ἀπαλλαγέντων· οὐδὲ γὰρ ἦν ὅστις οὐ τῶν ἰδίων ἀπε
θρήνει την στέρησιν, τῆς μὲν ἀνακαλουμένης τὸν
ἄνδρα, τῆς δὲ τὸν υἱὸν ἢ μὴν τὴν θυγατέρα, ἄλλης
PG 144:369πλὴν ἐντεῦθεν στρατὸς μὲν τὸ μὲν ξενικὸν περαιούμενον ἀκλεῶς ὑπέστρεφε, τὸ δ’ ἰθαγενὲς καὶ αὐτόχθον, καὶ αὐτῶν οἰκιῶν ἐκκεχωρηκὸς τοῖς ἐχθροῖς, ἐξ ἀναγκαίου ἐζήτει ὅπῃ γε καὶ ἀποφυγὸν σωθήσεται. ἐχθροὶ δὲ τέως πολλῶν ἐμπλησθέντες τῶν ἀνωτέρω ἀνέδην ἐκείνοις ἐνεσπατάλων, ἀπάγοντες μὲν αἰχμαλώτους, ἀπάγοντες δὲ καὶ ζῶα καὶ λείαν πᾶσαν καὶ αὐτὸν δὴ τὸν καρπὸν τῆς γῆς τὸν ἐπέτειον, ζώοις τοῖς ἐκ τῆς λείας διευθετούμενοι, καὶ ὅ τι καὶ ἔδοξεν ἀσφαλὲς μεταφέροντες. οὐ μὴν δὲ καὶ τῶν κατωτέρων Νικομηδείας ἥπτοντο, οὔπω θαρροῦντες ἴσως τὴν εἰσβολήν· ἐπῄει γὰρ ἐκείνοις φοβεῖσθαι τὴν ἐξ ἐγγίονος ἔφοδον, καὶ ὡς ἱερῶν ἀθίκτων ἔτι τῶν τῆς πόλεως προαστείων ἀπείχοντο, εἰ καὶ τοῖς τῇδε τῶν δεινῶν προςδοκωμένων ἀναστολῆς ἔδει, καὶ ὡς ἦν ἀνεστέλλοντο. οὐ γὰρ ἐνταῦθα μόνον ἦν τὸ δεινόν, ἀλλὰ τὰ μὲν κατ’ ἀνατολὴν μέχρι καὶ Ἀτραμυτίου, ὅπου καὶ βασιλεὺς ἐπεχωρίαζε, τὰ ἀνωτέρω πάντα δίχα τῶν ὀχυρωτάτων φρουρίων τοῖς ἐχθροῖς εἰς προνομὴν ἔκειντο, τὰ δὲ προσωτέρω περί που τὴν Ἀχυράους καὶ Κύζικον καὶ Πηγὰς καὶ Λοφάδιον ὀλίγῳ τινὶ διαστήματι τῷ ἀπὸ θαλάσσης ἐλεύθερον περιῆν.
ἀδελφόν τε καὶ ἀδελφὴν, καὶ ἄλλης ἄλλο τι συγγε- λὴν μέχρι καὶ ᾿Ατραμυτίου, ὅπου καὶ βασιλεὺς ἐπε
νείας όνομα, πάντων δὲ ἐλεεινῶς προκειμένων, τῶν
μὲν ἐντὸς πόλεως, τῶν δὲ καὶ ἐκτὸς παρ' αἰγιαλόν
εἰκαίως κατασποδουμένων, λείψανα φερόντων καὶ
ζωῆς καὶ βίου. Νήπια δὲ καὶ γυναῖκες καὶ οἰκτρο!
πρεσβύται προκείμενοι ταῖς ὁδοῖς ἀλγεῖν ἐποίει καὶ
τὸν μόνον ἀκούοντα. Πλὴν ἐντεῦθεν στρατὸς μὲν τὸ
μὲν ξενικὸν περαιούμενον ἀκλεῶς ὑπέστρεφε, τὸ δ'
Ιθαγενὲς καὶ αὐτόχθον, καὶ αὐτῶν οἰκιῶν ἐκκεχωρη
κλ; τοῖς ἐχθροῖς, ἐξ ἀναγκαίον ἐζήτει όπη γε καὶ
ἀποφυγὸν σωθήσεται. Εχθροὶ δὲ τέως πολλῶν ἐμπλη
σθέντες τῶν ἀνωτέρω ἀνέδην ἐκείνοις ενεσπατάλων,
ἀπάγοντες μὲν αἰχμαλώτους, ἀπάγοντες δὲ καὶ ζῶα
καὶ λείαν πᾶσαν καὶ αὐτὸν δὴ τὸν καρπὸν τῆς γῆς
τὸν ἐπέτειον, ζώοις τοῖς ἐκ τῆς λείας διευθετούμε
ναι, καὶ ὅ τι καὶ ἔδοξεν ἀσφαλὲς μεταφέροντες. Ο
μὴν δὲ καὶ τῶν κατωτέρων Νικομηδείας ήπτοντο,
οὔπω θαῤῥοῦντες ἴσως τὴν εἰσβολήν· ἐπῄει γὰρ
ἐκείνοις φοβεῖσθαι τὴν ἐξ ἐγγίονος ἔφοδον, καὶ ὡς
ἱερῶν ἀδίκτων ἔτι τῶν τῆς πόλεως προαστείων ἀπεί
χοντο, εἰ καὶ τοῖς τῇδε τῶν δεινῶν προσδοκωμένων
ἀναστολῆς ἔδει, καὶ ὡς ἦν ἀνεστέλλοντο. Οὐ γὰρ ἐν
ταῦθα μόνον ἦν τὸ δεινὸν, ἀλλὰ τὰ μὲν κατ' ἀνατο
χωρίαζε, τὰ ἀνωτέρω πάντα δίχα τῶν ὀχυρωτάτων
φρουρίων τοῖς ἐχθροῖς εἰς προνομὴν ἔκειντο, τὰ δὲ
προσωτέρω περί του τὴν ᾿Αχυράους καὶ Κύζικον και
Πηγὰς καὶ Λοφάδιον ὀλίγῳ τινὶ διαστήματι τῷ ἀπὸ
θαλάσσης ἐλεύθερον περιήν. Προύσῃ δὲ καὶ Νικαία
ταῖς πύλαις ἐπέχραε τὰ δεινά, ἁπάντων 232]
τῶν ἔξω προνομευθέντων, καὶ δεινὸν τὸ πάθος καὶ
ἀπαραμύθητον τὸ συμβάν, ἁπάντων ὀλίγων ἐξαπο
λωλότων μηνῶν. Καὶ ὥσπερ θείας ὀργῆς καὶ μην
ματος δαιμονίου τὸ πάσχειν,οὕτω καὶ θείας ἀντιλή
ψεως μόνης καὶ συμπαθείας τοῦ κρείττονος τὸ τὰ
δεινὰ στῆναι εἰκὸς ἦν ἐννοεῖν.
κζ'. Περὶ τῆς τῶν ἀρχιερέων ἐνοχλήσεως καὶ τοῦ
Σηλυβρίας.
᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον. Οὐκ ἦν δὲ ἄρα καὶ
ἀρχιερεῖς ἡσυχάζειν καὶ μὴ δι᾿ ὄχλου μεγίστου τῷ
πατριάρχῃ γίνεσθαι τοῦ τῆς Ἐφέσου καὶ πάλιν
Ιωάννου καὶ τῆς ἐκείνου ἀνορθώσεως ἕνεκα. Εἴς δὲ
τις αὐτῶν (ὁ Σηλυβρίας οὗτος ἦν Ἰλαρίων) καὶ μέγα
τι κατὰ τοῦ πατριαρχοῦντος ἐφθέγξατο, οὐ τότε
πρώτως, ἀλλ' ὅτε δὴ πατριάρχης ἐπὶ τῇ τῆς Παμ
μακαρίστου μονῇ ἀναχωρῶν τῶν φροντίδων καθῆστο,
Προύσῃ δὲ καὶ Νικαίᾳ ταῖς πύλαις ἐπέχραε τὰ δεινά, ἁπάντων τῶν ἔξω προνομευθέντων, καὶ δεινὸν τὸ πάθος καὶ ἀπαραμύθητον τὸ συμβάν, ἁπάντων ὀλίγων ἐξαπολωλότων μηνῶν. καὶ ὥσπερ θείας ὀργῆς καὶ μηνίματος δαιμονίου τὸ πάσχειν, οὕτω καὶ θείας ἀντιλήψεως μόνης καὶ συμπαθείας τοῦ κρείττονος τὸ τὰ δεινὰ στῆναι εἰκὸς ἦν ἐννοεῖν. 27. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον. οὐκ ἦν δὲ ἄρα καὶ ἀρχιερεῖς ἡσυχάζειν καὶ μὴ δι’ ὄχλου μεγίστου τῷ πατριάρχῃ γίνεσθαι τοῦ τῆς Ἐφέσου καὶ πάλιν Ἰωάννου καὶ τῆς ἐκείνου ἀνορθώσεως ἕνεκα. εἷς δέ τις αὐτῶν (ὁ Σηλυβρίας οὗτος ἦν Ἱλαρίων) καὶ μέγα τι κατὰ τοῦ πατριαρχοῦντος ἐφθέγξατο, οὐ τότε πρώτως, ἀλλ’ ὅτε δὴ πατριάρχης ἐπὶ τῇ τῆς Παμμακαρίστου μονῇ ἀναχωρῶν τῶν φροντίδων καθῆστο, οὐκ αὐτὸς ἰδὼν ἀλλὰ παρ’ ἰδόντος ἀκούσας, ὡς ἔλεγεν. ἀπῆν δὲ τῶν ζώντων ὁ φήσας, ἀνάγωγος καὶ ἄλλως ὢν ἐκεῖνος καὶ ἐπὶ διαβολαῖς γνώριμος. ἀλλὰ καὶ τὸ ἔγκλημα ἀπᾷδον ὅλως καὶ ψευδολόγημα ἄντικρυς. ὅμως ὁ Σηλυβρίας οὐ πάνυ τι καὶ αὐτὸς πιστεύων, ὡς ἐῴκει λέγων, τὸ τοῦ πράγματος ἄτοπον ἐν ἀπορρήτοις παραλαβών, βασιλεῖ πιστεύει τὸν λόγον.
ἀδελφόν τε καὶ ἀδελφὴν, καὶ ἄλλης ἄλλο τι συγγε- λὴν μέχρι καὶ ᾿Ατραμυτίου, ὅπου καὶ βασιλεὺς ἐπε
νείας όνομα, πάντων δὲ ἐλεεινῶς προκειμένων, τῶν
μὲν ἐντὸς πόλεως, τῶν δὲ καὶ ἐκτὸς παρ' αἰγιαλόν
εἰκαίως κατασποδουμένων, λείψανα φερόντων καὶ
ζωῆς καὶ βίου. Νήπια δὲ καὶ γυναῖκες καὶ οἰκτρο!
πρεσβύται προκείμενοι ταῖς ὁδοῖς ἀλγεῖν ἐποίει καὶ
τὸν μόνον ἀκούοντα. Πλὴν ἐντεῦθεν στρατὸς μὲν τὸ
μὲν ξενικὸν περαιούμενον ἀκλεῶς ὑπέστρεφε, τὸ δ'
Ιθαγενὲς καὶ αὐτόχθον, καὶ αὐτῶν οἰκιῶν ἐκκεχωρη
κλ; τοῖς ἐχθροῖς, ἐξ ἀναγκαίον ἐζήτει όπη γε καὶ
ἀποφυγὸν σωθήσεται. Εχθροὶ δὲ τέως πολλῶν ἐμπλη
σθέντες τῶν ἀνωτέρω ἀνέδην ἐκείνοις ενεσπατάλων,
ἀπάγοντες μὲν αἰχμαλώτους, ἀπάγοντες δὲ καὶ ζῶα
καὶ λείαν πᾶσαν καὶ αὐτὸν δὴ τὸν καρπὸν τῆς γῆς
τὸν ἐπέτειον, ζώοις τοῖς ἐκ τῆς λείας διευθετούμε
ναι, καὶ ὅ τι καὶ ἔδοξεν ἀσφαλὲς μεταφέροντες. Ο
μὴν δὲ καὶ τῶν κατωτέρων Νικομηδείας ήπτοντο,
οὔπω θαῤῥοῦντες ἴσως τὴν εἰσβολήν· ἐπῄει γὰρ
ἐκείνοις φοβεῖσθαι τὴν ἐξ ἐγγίονος ἔφοδον, καὶ ὡς
ἱερῶν ἀδίκτων ἔτι τῶν τῆς πόλεως προαστείων ἀπεί
χοντο, εἰ καὶ τοῖς τῇδε τῶν δεινῶν προσδοκωμένων
ἀναστολῆς ἔδει, καὶ ὡς ἦν ἀνεστέλλοντο. Οὐ γὰρ ἐν
ταῦθα μόνον ἦν τὸ δεινὸν, ἀλλὰ τὰ μὲν κατ' ἀνατο
χωρίαζε, τὰ ἀνωτέρω πάντα δίχα τῶν ὀχυρωτάτων
φρουρίων τοῖς ἐχθροῖς εἰς προνομὴν ἔκειντο, τὰ δὲ
προσωτέρω περί του τὴν ᾿Αχυράους καὶ Κύζικον και
Πηγὰς καὶ Λοφάδιον ὀλίγῳ τινὶ διαστήματι τῷ ἀπὸ
θαλάσσης ἐλεύθερον περιήν. Προύσῃ δὲ καὶ Νικαία
ταῖς πύλαις ἐπέχραε τὰ δεινά, ἁπάντων 232]
τῶν ἔξω προνομευθέντων, καὶ δεινὸν τὸ πάθος καὶ
ἀπαραμύθητον τὸ συμβάν, ἁπάντων ὀλίγων ἐξαπο
λωλότων μηνῶν. Καὶ ὥσπερ θείας ὀργῆς καὶ μην
ματος δαιμονίου τὸ πάσχειν,οὕτω καὶ θείας ἀντιλή
ψεως μόνης καὶ συμπαθείας τοῦ κρείττονος τὸ τὰ
δεινὰ στῆναι εἰκὸς ἦν ἐννοεῖν.
κζ'. Περὶ τῆς τῶν ἀρχιερέων ἐνοχλήσεως καὶ τοῦ
Σηλυβρίας.
᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον. Οὐκ ἦν δὲ ἄρα καὶ
ἀρχιερεῖς ἡσυχάζειν καὶ μὴ δι᾿ ὄχλου μεγίστου τῷ
πατριάρχῃ γίνεσθαι τοῦ τῆς Ἐφέσου καὶ πάλιν
Ιωάννου καὶ τῆς ἐκείνου ἀνορθώσεως ἕνεκα. Εἴς δὲ
τις αὐτῶν (ὁ Σηλυβρίας οὗτος ἦν Ἰλαρίων) καὶ μέγα
τι κατὰ τοῦ πατριαρχοῦντος ἐφθέγξατο, οὐ τότε
πρώτως, ἀλλ' ὅτε δὴ πατριάρχης ἐπὶ τῇ τῆς Παμ
μακαρίστου μονῇ ἀναχωρῶν τῶν φροντίδων καθῆστο,
τῷ δὲ μέγα μὲν ἀκούσαντι ἔδοξε, καὶ βαρέως ἤνεγκε τὸ λεχθέν· ὅμως δὲ μέντοι καὶ μὴ πιστεύσαντι ἐπῄει φροντίζειν τοῦ ἐν ἀπορρήτοις διακεῖσθαι τὸν λόγον, ὡς ἄλλως καὶ ἀπρεπῆ ὄντα οὐ μᾶλλον ἢ ψευδῆ. διαφυλάττεσθαι γὰρ καὶ τὰς τῶν πολλῶν ὑπονοίας ἄξιον ἐκεκρίκει. πλὴν καὶ τοῦ προσανενέγκαντος κατεγνώκει, ὡς τὸ τέλος ἔδειξεν, ὅτι καὶ ὅλως ἐπὶ τοιούτῳ καὶ παρὰ τοιούτου πιστεύσειε λέγοντος. ἦν ταῦτα, καὶ οἱ μὲν ἀρχιερεῖς καὶ αὖθις διὰ τὸ τοῦ πατριάρχου πρὸς αὐτοὺς ἀμφίγνωμον περὶ τῶν κατὰ τὸν Ἐφέσου πραγμάτων πατριάρχῃ ἐπεῖχον καὶ οὐ καθαρῶς εἰρήνευον. ἦσαν δ’ οἵτινες τούτων καὶ ὡμογνωμόνουν τῷ πατριάρχῃ καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς διεφέροντο. βασιλεῖ δὲ πάντα τρόπον τὰ τῆς εἰρήνης στέργοντι οὐκ ἦν ἠρεμεῖν, ἀλλὰ τὸ μὲν τὸν Ἐφέσου ἀποκαταστῆναι καὶ προσαπεδέχετο καὶ συνήργει τοῖς βουλομένοις, τὸ δ’ αὖθις ἐκείνου χάριν πατριάρχην προσαναγκάζειν οὔ οἱ τῶν δεόντων ἐδόκει. ὅθεν κἂν καὶ τοὺς ὑπὲρ τοῦ Ἐφέσου λέγοντας ἀπεδέχετο, ἀλλὰ τό γε σχίζεσθαι διὰ ταῦτα σφᾶς πατριάρχου καὶ λίαν διὰ βάρους ἦγε καὶ προσωνείδιζε, καί τισιν ἐμβριθέστερον προσεφέρετο.
ἀδελφόν τε καὶ ἀδελφὴν, καὶ ἄλλης ἄλλο τι συγγε- λὴν μέχρι καὶ ᾿Ατραμυτίου, ὅπου καὶ βασιλεὺς ἐπε
νείας όνομα, πάντων δὲ ἐλεεινῶς προκειμένων, τῶν
μὲν ἐντὸς πόλεως, τῶν δὲ καὶ ἐκτὸς παρ' αἰγιαλόν
εἰκαίως κατασποδουμένων, λείψανα φερόντων καὶ
ζωῆς καὶ βίου. Νήπια δὲ καὶ γυναῖκες καὶ οἰκτρο!
πρεσβύται προκείμενοι ταῖς ὁδοῖς ἀλγεῖν ἐποίει καὶ
τὸν μόνον ἀκούοντα. Πλὴν ἐντεῦθεν στρατὸς μὲν τὸ
μὲν ξενικὸν περαιούμενον ἀκλεῶς ὑπέστρεφε, τὸ δ'
Ιθαγενὲς καὶ αὐτόχθον, καὶ αὐτῶν οἰκιῶν ἐκκεχωρη
κλ; τοῖς ἐχθροῖς, ἐξ ἀναγκαίον ἐζήτει όπη γε καὶ
ἀποφυγὸν σωθήσεται. Εχθροὶ δὲ τέως πολλῶν ἐμπλη
σθέντες τῶν ἀνωτέρω ἀνέδην ἐκείνοις ενεσπατάλων,
ἀπάγοντες μὲν αἰχμαλώτους, ἀπάγοντες δὲ καὶ ζῶα
καὶ λείαν πᾶσαν καὶ αὐτὸν δὴ τὸν καρπὸν τῆς γῆς
τὸν ἐπέτειον, ζώοις τοῖς ἐκ τῆς λείας διευθετούμε
ναι, καὶ ὅ τι καὶ ἔδοξεν ἀσφαλὲς μεταφέροντες. Ο
μὴν δὲ καὶ τῶν κατωτέρων Νικομηδείας ήπτοντο,
οὔπω θαῤῥοῦντες ἴσως τὴν εἰσβολήν· ἐπῄει γὰρ
ἐκείνοις φοβεῖσθαι τὴν ἐξ ἐγγίονος ἔφοδον, καὶ ὡς
ἱερῶν ἀδίκτων ἔτι τῶν τῆς πόλεως προαστείων ἀπεί
χοντο, εἰ καὶ τοῖς τῇδε τῶν δεινῶν προσδοκωμένων
ἀναστολῆς ἔδει, καὶ ὡς ἦν ἀνεστέλλοντο. Οὐ γὰρ ἐν
ταῦθα μόνον ἦν τὸ δεινὸν, ἀλλὰ τὰ μὲν κατ' ἀνατο
χωρίαζε, τὰ ἀνωτέρω πάντα δίχα τῶν ὀχυρωτάτων
φρουρίων τοῖς ἐχθροῖς εἰς προνομὴν ἔκειντο, τὰ δὲ
προσωτέρω περί του τὴν ᾿Αχυράους καὶ Κύζικον και
Πηγὰς καὶ Λοφάδιον ὀλίγῳ τινὶ διαστήματι τῷ ἀπὸ
θαλάσσης ἐλεύθερον περιήν. Προύσῃ δὲ καὶ Νικαία
ταῖς πύλαις ἐπέχραε τὰ δεινά, ἁπάντων 232]
τῶν ἔξω προνομευθέντων, καὶ δεινὸν τὸ πάθος καὶ
ἀπαραμύθητον τὸ συμβάν, ἁπάντων ὀλίγων ἐξαπο
λωλότων μηνῶν. Καὶ ὥσπερ θείας ὀργῆς καὶ μην
ματος δαιμονίου τὸ πάσχειν,οὕτω καὶ θείας ἀντιλή
ψεως μόνης καὶ συμπαθείας τοῦ κρείττονος τὸ τὰ
δεινὰ στῆναι εἰκὸς ἦν ἐννοεῖν.
κζ'. Περὶ τῆς τῶν ἀρχιερέων ἐνοχλήσεως καὶ τοῦ
Σηλυβρίας.
᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον. Οὐκ ἦν δὲ ἄρα καὶ
ἀρχιερεῖς ἡσυχάζειν καὶ μὴ δι᾿ ὄχλου μεγίστου τῷ
πατριάρχῃ γίνεσθαι τοῦ τῆς Ἐφέσου καὶ πάλιν
Ιωάννου καὶ τῆς ἐκείνου ἀνορθώσεως ἕνεκα. Εἴς δὲ
τις αὐτῶν (ὁ Σηλυβρίας οὗτος ἦν Ἰλαρίων) καὶ μέγα
τι κατὰ τοῦ πατριαρχοῦντος ἐφθέγξατο, οὐ τότε
πρώτως, ἀλλ' ὅτε δὴ πατριάρχης ἐπὶ τῇ τῆς Παμ
μακαρίστου μονῇ ἀναχωρῶν τῶν φροντίδων καθῆστο,
PG 144:371σκοπῶ δὲ μὴ Πάτροκλος ἦν ὁ Ἐφέσου καὶ τὸ τοῦ Αἰνείου ἐσχεδιάζετο εἴδωλον, τῆς βασιλικῆς γνώμης ἤδη κλινούσης πρὸς Ἀθανάσιον τῷ τὸν Ἰωάννην ἀποπροσποιεῖσθαι, εἰ καὶ ἐν ἀφανεῖ ταῦτ’ ἦσαν ἔτι. ὡς δέ που καὶ τὸ ὑπ’ ὀδόντα κεῖσθαι δοκοῦν ἀνάπυστον ἤδη ἤρξατο γίνεσθαι, καί τινες ἀφωσιωμένως πως καὶ ἐπιπολαίως τὰ περὶ ἐκείνου ᾐνίσσοντο, τὸ ἐκείνου σχίζεσθαι ἑαυτοῖς εὐπροσωπότερον καθιστάντες, τότε βασιλεὺς τὸν πρώτως ὑπομνήσαντα περὶ τούτου ὑπώπτευεν, ὡς καὶ ἄλλοις εἴποι τὸν λόγον, κἂν αὐτὸν μὴ σκανδαλίσειεν ὑπειπών, ἄλλοις ἴσως εἰπὼν μῶμον προστρίψειε. διὰ τοῦτο, καὶ τῇ τοῦ πατριάρχου θαρρῶν σεμνότητι, ἐκφαυλίζει τὸν λόγον, καὶ τὸν πρώτως εἰπόντα δῆλον καθίστησιν. ἄρρητον μὲν γὰρ εἶναι καὶ ἄπιστον, καὶ λίαν ὠρέγετο, ὡς ἐῴκει· ὑπολαλουμένου δὲ καὶ παρ’ ἄλλων, αὐτὸς ἀναγκασθεὶς φανερὰν καθίστησι τὴν κατηγορίαν, καὶ ὡς ὑβριστὴν οὐκ αἰτίας ἀνίει τὸν φάμενον.
οὐκ αὐτὸς ἰδὼν, ἀλλὰ παρ' ἰδόντος ἀκούσας, ὡς ἔλε- τὸ μὲν τὸν Ἐφέσου ἀποκαταστῆναι καὶ προσαπεδέ
γεν. ᾿Απὴν δὲ τῶν ζώντων ὁ φήσας, ἀνάγωγος καὶ
ἄλλως ὧν ἐκεῖνος καὶ ἐπὶ διαβολαῖς γνώριμος. Αλλά
καὶ τὸ ἔγκλημα ἀποδον ὅλως καὶ ψευδολόγημα ἄντι
χρυς. Όμως ὁ Σηλυβρίας οὐ πάνυ τι καὶ αὐτὸς πιο
στεύων, ὡς ἐῴκει λέγων, τὸ τοῦ πράγματος ἄτοπον
ἐν ἀποῤῥήτοις παραλαβών, βασιλεῖ πιστεύει τὸν λό
γον. Τῷ δὲ μέγα μὲν ἀκούσαντι ἔδοξε, καὶ βαρέως
ἤνεγκε τὸ λεχθέν· ὅμως δὲ μέντοι καὶ μὴ πιστεύο
σαντι ἐπῄει φροντίζειν τοῦ ἐν ἀποῤῥήτοις διακεῖσθαι
τὸν λόγον, ὡς ἄλλως καὶ ἀπρεπῇ ὄντα οὐ μᾶλλον ἢ
ψευδή. Διαφυλάττεσθαι γὰρ καὶ τὰς τῶν πολλῶν
ὑπονοίας ἄξιον εκεκρίκει. Πλὴν καὶ τοῦ προσανενέγ
καντος κατεγνώκει, ὡς τὸ τέλος ἔδειξεν, ὅτι καὶ
ὅλως ἐπὶ τοιούτῳ καὶ παρὰ τοιούτου πιστεύσεις λέο
γοντος. Ην ταῦτα, καὶ οἱ μὲν ἀρχιερεῖς καὶ αὖθις
διὰ τὸ τοῦ πατριάρχου πρὸς αὐτοὺς [Ρ. 235] ἀμφίο
γνωμον περὶ τῶν κατὰ τὸν Ἐφέσου πραγμάτων πα
τριάρχῃ ἐπεῖχον, καὶ οὐ καθαρῶς εἰρήνευον. "Ησαν
δ' οἵτινες τούτων καὶ ὡμογνωμόνουν τῷ πατριάρχῃ
καὶ πρὸς τοὺς λοιπούς διεφέροντο. Βασιλεῖ δὲ πάντα
τρόπον τὰ τῆς εἰρήνης στέργοντι οὐκ ἦν ἠρεμεῖν, ἀλλὰ
χετο καὶ συνήργει τοῖς βουλομένοις, τὸ δ' αὖθις ἐκεί
νου χάριν πατριάρχην προσαναγκάζειν οὗ οἱ τῶν
δεόντων ἐδόκει. Οθεν κἂν καὶ τοὺς ὑπὲρ τοῦ Εφέ
σου λέγοντας ἀπεδέχετο, ἀλλὰ τό γε σχίζεσθαι διὰ
ταῦτα σφᾶς πατριάρχου καὶ λίαν διὰ βάρους ἦγε και
προσωνείδιζε, καί τισιν ἐμβριθέστε ρον προσεφέρετο.
Σκοπῶ δὲ μὴ Πάτροκλος ἦν ὁ Ἐφέσου καὶ τὸ τοῦ
Αἰνείου ἐσχεδιάζετο εἴδωλον, τῆς βασιλικῆς γνώμης
ἤδη κλινούσης προς ᾿Αθανάσιον τῷ τὸν Ἰωάννην
ἀποπροσποιεῖσθαι, εἰ καὶ ἐν ἀφανεῖ ταῦτ᾽ ἦσαν ἔτι.
Ως δέ που καὶ τὰ ὑπ' ὀδέντα κεῖσθαι δοκοῦν ἀνάπυ
στον ήδη ήρξατο γίνεσθαι, καί τινες ἀφωσιωμένος
πως καὶ ἐπιπολαίως τὰ περὶ ἐκείνου ᾐνίσσοντο, τὸ
ἐκείνου σχίζεσθαι ἑαυτοῖς εὐπροσωπότερον καθιστάν
τες, τότε βασιλεὺς τὸν πρώτως ὑπομνήσαντα περί
τούτου υπώπτευεν, ὡς καὶ ἄλλοις εἴποι τὸν λόγον,
κἂν αὐτὸν μὴ σκανδαλίσειεν υπειπών, ἄλλοις ἴσως
εἰπὼν μώμον προστρίψειε. Διὰ τοῦτο, καὶ τῇ τοῦ
πατριάρχου θαῤῥῶν σεμνότητι, ἐκφαυλίζει τὸν λό
γον, καὶ τὸν πρώτως εἰπόντα δῆλον καθίστησιν. "Αρ
ῥητον μὲν γὰρ εἶναι καὶ ἄπιστον, καὶ λίαν ὠρέγετο,
PG 144:373ἀκούει ταῦτα καὶ πατριάρχης, καὶ ὡς εἰκὸς δεινοπαθήσας, ἐπεὶ οὐ περιῆν ὁ πρώτως ἐπειπών, ὡς ἐλέγετο, αὐτῷ δὴ Σηλυβρίας τὴν συκοφαντίαν ἐπέτριβε, καὶ συνόδῳ ἐπεγκαλεῖ ζητῶν τὴν ἐκδίκησιν ἑαυτῷ, κἂν ἐκεῖνος ὡς εἶχεν ἐπειλύων τὸν λόγον ἄλλως ἔλεγεν ἐξειπεῖν. [] παρ’ ἣν αἰτίαν καὶ βασιλεὺς (οὐδὲ γὰρ ἦν ψεύδους γράφεσθαι βασιλέα γε ὄντα) ἐπὶ τοῖς τοιούτοις συκοφαντοῦντα διελέγχειν ἀναγκαζόμενος, ὃ τέως ἀνέκφορον ἠβούλετο μένειν, ἐπὶ πολλῶν ἐξέφερεν, ὅπως καὶ ὅτε καὶ τί προσελθὼν εἴπειεν ὁ εἰπών. τέως δὲ πολὺς προσετρίβετο ἐντεῦθεν μῶμος, ἀμφοτέρωθεν ἀντιδιατεινομένων. καὶ διὰ ταῦτα πατριάρχης δεινῶς ὑβριοπαθῶν ἦν, καὶ οὔτε βασιλέα προσαπεδέχετο κινοῦντα τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ τῷ πρώτως εἰπόντι κακῶς εἶχε, καὶ συνόδου ἐζήτει ἐκδίκησιν, εἰ πιστεύειν θέλοιεν ὡς καὶ αὐτοὶ συκοφαντίαν τὸν λόγον, ὡς λέγουσι, κρίνουσι. τῷ τοι καὶ τῷ μὲν ζητεῖν πατριάρχην δίκαια ξύμπαντες ὡμολόγουν, πρὸς δὲ τὸ καταδικάζειν τὸν λέξαντα διαμφιγνωμονοῦντες ἦσαν·
ὡς ἐῴκει· ὑπολαλουμένου δὲ καὶ παρ' ἄλλων, αὐτὸς πρώτως εἰπόντι κακῶς εἶχε, καὶ συνόδου ἐζήτει ἐκε
ἀναγκασθεὶς φανεράν καθίστησι τὴν κατηγορίαν, καὶ
ὡς ὑβριστὴν οὐκ αἰτίας ἀνίει τὸν φάμενον. ᾿Ακούει
ταῦτα καὶ πατριάρχης, καὶ ὡς εἰκὸς δεινοπαθήσας,
ἐπεὶ οὐ περιὴν ὁ πρώτως ἐπειπών, ὡς ἐλέγετο, αὐτῷ
δὴ Σηλυβρίας τὴν συκοφαντίαν ἐπέτριβε, καὶ συνόδῳ
ἐπεγκαλεί ζητῶν τὴν ἐκδίκησιν ἑαυτῷ, κἂν ἐκεῖνος
ὡς εἶχεν ἐπειλύων τὸν λόγον ἄλλως ἔλεγεν ἐξει
πεῖν.
κη'. Υβριοπάθησις πατριάρχου διὰ τὴν συκοφαν
τίαν καὶ ἀναχώρησις
Παρ' ἣν αἰτίαν καὶ 254] βασιλεὺς οὐδὲ γὰρ
ἣν ψεύδους γράφεσθαι βασιλέα γε ὄντα) ἐπὶ τοῖς
τοιούτοις συκοφαντοῦντα διελέγχειν ἀναγκαζόμενος,
8 τέως ἀνέκφορον ήβούλετο μένειν, ἐπὶ πολλῶν ἐξέ
φερεν, ὅπως καὶ ὅτε καὶ τί προσελθὼν εἰπειεν ὁ εἰ
πίν. Τέως δὲ πολὺς προσετρίβετο ἐντεῦθεν μῶμος,
ἀμφοτέρωθεν ἀντιδιατεινομένων. Καὶ διὰ ταῦτα πα
τριάρχης δεινῶς ὑβριοπαθῶν ἦν, καὶ οὔτε βασιλέα
προσαπεδέχετο κινοῦντα τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ τῷ
δίκησιν, εἰ πιστεύειν θέλοιεν ὡς καὶ αὐτοὶ συκοφαν
τίαν τὸν λόγον, ὡς λέγουσι, κρίνουσι. Τῷ τοι καὶ τῷ
μὲν ζητεῖν πατριάρχην δίκαια ξύμπαντες ὡμολόγουν,
πρὸς δὲ τὸ καταδικάζειν τὸν λέξοντα διαμφιγνωμο
νοῦντες ἦσαν· μηδὲ γὰρ κἀκεῖνον αὐτόθεν ἐκφῆναι
τὸν λόγον, μηδ᾽ ὡς κατηγορίαν συνθεῖναι, ἀλλὰ βλα
σιλεῖ πιστεῦσαι, ὥστε μεῖναι καὶ ἐν ἀποῤῥήτοις οι
εσθαι. ὡς δὲ πολλάκις ὁ μὲν πατριάρχης συνιστών
βουλόμενος σύνοδον ἐπὶ τούτοις τοὺς ἀρχιερεῖς μετε
πέμπετο, ἐκεῖνοι δὲ οἱ μὲν συνήγοντο καὶ ἕτοιμοι
ἦσαν κρῖναι καὶ καταδικάζειν τὸν φάμενον ὡς οὐκ
εὔσχημον δν οὐδ᾽ ἄλλως εὐπρεπές πρὸς βασιλέα λέ
γειν τοιαῦτα, οἱ δὲ αἰτίας τῆς ἀποφυγῆς πλαττόμε
νοι τὴν ἄφιξιν ὑπερετίθεντο καὶ τῷ Σηλυβρίας ἀγα
θὰς ὑπερέτεινον τὰς ἐλπίδας, ταῦτα δ' ἐποίουν
πολλάκις ἔννοιαν διδόντες ὡς ἐπαλγοῖεν καὶ οὗτοι μὴ
και πατριάρχου σφίσιν ὁμογνωμονοῦντος ἐπὶ τοῖς τοῦ
Ἐφέσου πράγμασιν, ὥστε καὶ κινδυνεύειν σχίζεσθαι,
τότε πατριάρχης ἀπαλγῶν τοῖς τελουμένοις, ἐπεί γε
μηδὲ γὰρ κἀκεῖνον αὐτόθεν ἐκφῆναι τὸν λόγον, μηδ’ ὡς κατηγορίαν συνθεῖναι, ἀλλὰ βασιλεῖ πιστεῦσαι, ὥστε μεῖναι καὶ ἐν ἀπορρήτοις οἴεσθαι. ὡς δὲ πολλάκις ὁ μὲν πατριάρχης συνιστᾶν βουλόμενος σύνοδον ἐπὶ τούτοις τοὺς ἀρχιερεῖς μετεπέμπετο, ἐκεῖνοι δὲ οἱ μὲν συνήγοντο καὶ ἕτοιμοι ἦσαν κρῖναι καὶ καταδικάζειν τὸν φάμενον ὡς οὐκ εὔσχημον ὂν οὐδ’ ἄλλως εὐπρεπὲς πρὸς βασιλέα λέγειν τοιαῦτα, οἱ δὲ αἰτίας τῆς ἀποφυγῆς πλαττόμενοι τὴν ἄφιξιν ὑπερετίθεντο καὶ τῷ Σηλυβρίας ἀγαθὰς ὑπερέτεινον τὰς ἐλπίδας, ταῦτα δ’ ἐποίουν πολλάκις ἔννοιαν διδόντες ὡς ἐπαλγοῖεν καὶ οὗτοι μὴ καὶ πατριάρχου σφίσιν ὁμογνωμονοῦντος ἐπὶ τοῖς τοῦ Ἐφέσου πράγμασιν, ὥστε καὶ κινδυνεύειν σχίζεσθαι, τότε πατριάρχης ἀπαλγῶν τοῖς τελουμένοις, ἐπεί γε συνοδικῶς προκαθήμενος μέχρις ὀψὲ τῆς ἡμέρας τὴν ἐκείνων περιέμενεν ἄφιξιν, αὐτίκα συντόνῳ ψυχῆς καταστήματι καὶ ἱκανῶς ἐνθέρμῳ ἐκ λύπης ἀποχωρεῖ, τελευταῖον εἰπὼν εἰς τοὺς τότ’ ἀρχιερεῖς ἦ μὴν τοῦ λοιποῦ μὴ εἶναι μέσον αὐτῶν, κἂν ὅ τι ποιοῖεν, καὶ ὅρκον ἐπιπροσθείς, ὥς τινες ἤκουσαν.
ὡς ἐῴκει· ὑπολαλουμένου δὲ καὶ παρ' ἄλλων, αὐτὸς πρώτως εἰπόντι κακῶς εἶχε, καὶ συνόδου ἐζήτει ἐκε
ἀναγκασθεὶς φανεράν καθίστησι τὴν κατηγορίαν, καὶ
ὡς ὑβριστὴν οὐκ αἰτίας ἀνίει τὸν φάμενον. ᾿Ακούει
ταῦτα καὶ πατριάρχης, καὶ ὡς εἰκὸς δεινοπαθήσας,
ἐπεὶ οὐ περιὴν ὁ πρώτως ἐπειπών, ὡς ἐλέγετο, αὐτῷ
δὴ Σηλυβρίας τὴν συκοφαντίαν ἐπέτριβε, καὶ συνόδῳ
ἐπεγκαλεί ζητῶν τὴν ἐκδίκησιν ἑαυτῷ, κἂν ἐκεῖνος
ὡς εἶχεν ἐπειλύων τὸν λόγον ἄλλως ἔλεγεν ἐξει
πεῖν.
κη'. Υβριοπάθησις πατριάρχου διὰ τὴν συκοφαν
τίαν καὶ ἀναχώρησις
Παρ' ἣν αἰτίαν καὶ 254] βασιλεὺς οὐδὲ γὰρ
ἣν ψεύδους γράφεσθαι βασιλέα γε ὄντα) ἐπὶ τοῖς
τοιούτοις συκοφαντοῦντα διελέγχειν ἀναγκαζόμενος,
8 τέως ἀνέκφορον ήβούλετο μένειν, ἐπὶ πολλῶν ἐξέ
φερεν, ὅπως καὶ ὅτε καὶ τί προσελθὼν εἰπειεν ὁ εἰ
πίν. Τέως δὲ πολὺς προσετρίβετο ἐντεῦθεν μῶμος,
ἀμφοτέρωθεν ἀντιδιατεινομένων. Καὶ διὰ ταῦτα πα
τριάρχης δεινῶς ὑβριοπαθῶν ἦν, καὶ οὔτε βασιλέα
προσαπεδέχετο κινοῦντα τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ τῷ
δίκησιν, εἰ πιστεύειν θέλοιεν ὡς καὶ αὐτοὶ συκοφαν
τίαν τὸν λόγον, ὡς λέγουσι, κρίνουσι. Τῷ τοι καὶ τῷ
μὲν ζητεῖν πατριάρχην δίκαια ξύμπαντες ὡμολόγουν,
πρὸς δὲ τὸ καταδικάζειν τὸν λέξοντα διαμφιγνωμο
νοῦντες ἦσαν· μηδὲ γὰρ κἀκεῖνον αὐτόθεν ἐκφῆναι
τὸν λόγον, μηδ᾽ ὡς κατηγορίαν συνθεῖναι, ἀλλὰ βλα
σιλεῖ πιστεῦσαι, ὥστε μεῖναι καὶ ἐν ἀποῤῥήτοις οι
εσθαι. ὡς δὲ πολλάκις ὁ μὲν πατριάρχης συνιστών
βουλόμενος σύνοδον ἐπὶ τούτοις τοὺς ἀρχιερεῖς μετε
πέμπετο, ἐκεῖνοι δὲ οἱ μὲν συνήγοντο καὶ ἕτοιμοι
ἦσαν κρῖναι καὶ καταδικάζειν τὸν φάμενον ὡς οὐκ
εὔσχημον δν οὐδ᾽ ἄλλως εὐπρεπές πρὸς βασιλέα λέ
γειν τοιαῦτα, οἱ δὲ αἰτίας τῆς ἀποφυγῆς πλαττόμε
νοι τὴν ἄφιξιν ὑπερετίθεντο καὶ τῷ Σηλυβρίας ἀγα
θὰς ὑπερέτεινον τὰς ἐλπίδας, ταῦτα δ' ἐποίουν
πολλάκις ἔννοιαν διδόντες ὡς ἐπαλγοῖεν καὶ οὗτοι μὴ
και πατριάρχου σφίσιν ὁμογνωμονοῦντος ἐπὶ τοῖς τοῦ
Ἐφέσου πράγμασιν, ὥστε καὶ κινδυνεύειν σχίζεσθαι,
τότε πατριάρχης ἀπαλγῶν τοῖς τελουμένοις, ἐπεί γε
PG 144:375ὁ δ’ ὅρκος ἰδιωτικῶς πως οὕτως ἐξενεχθεὶς νὰ ἦμαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ, οὐ μὴν εἰμὶ μεθ’ ὑμῶν, εἰ μὴ τὰ γένοιτο. τὸ δ’ ἦν, εἰ μὴ ὁ Σηλυβρίας κολάζοιτο. πέμπτην μὲν οὖν ἦγε τότε μὴν Ἀνθεστηριών, ἡμέρα δ’ ἦν ἡ πρὸ τοῦ σαββάτου παρασκευή, καὶ μικρὸν ἐφησυχάσας τῇ κέλλῃ πρὸς ἑσπέραν σὺν τοῖς ἰδίοις μεταχωρεῖ, καὶ πρὸς τὴν τῆς Παμμακαρίστου μονήν, ὅπου καὶ εἴθιστο καταμένειν, γίνεται, ἀφεὶς ἕνα τῶν αὐτοῦ ἢ καὶ δεύτερον τὰ τοῦ πατριαρχείου κατέχειν καὶ διοικεῖν. καὶ ταῦτα μὲν ἐκεῖνος ἔπραττεν, οὐ μὴν δ’ ὥστε οἱ καὶ καθάπαξ ἀπαλλάττειν ἔγνωστο, ἀλλ’ ὡς πολλάκις εἴθιστο πράττειν, οὕτω καὶ πάλιν ὑπελαμβάνετο. αὐτὸς δὲ μεθ’ ἡμέρας καὶ παραίτησιν σχεδιάσας πέμπει πρὸς βασιλέα οὕτως ἔχουσαν ἐπὶ λέξεων. 29. Δέσποτά μου ἅγιε βασιλεῦ, καὶ ὑμεῖς δεσπόται μου ἅγιοι ἀρχιερεῖς, ἐγὼ τὸ πρῶτον ἁμαρτωλὸν εἰδὼς ἐμαυτὸν πάντα ἔπραττον ὑπὲρ τοῦ τῆς ἁμαρτίας ῥυσθῆναί με. μᾶλλον δὲ ἔπραττον μὲν ὀλίγα, τὸ πλέον δ’ ἐθάρρουν εἰς τὸ ἀνεξάντλητον πέλαγος τῆς τοῦ θεοῦ φιλανθρωπίας, ὅπερ πλουσίως ἐξέχεέ τε καὶ διηνεκῶς ἐκχέει πρός τε δικαίους καὶ ἁμαρτωλοὺς καὶ πρὸς πᾶσαν τὴν ὑπ’ αὐτὸν κτίσιν.
συνοδικῶς προκαθήμενος μέχρις ὀψὲ τῆς ἡμέρας την
ἐκείνων περιέμενεν ἄφιξιν, αὐτίκα συντόνῳ ψυχής
καταστήματι καὶ ἱκανῶς ἐνθέρμῳ ἐκ λύπης ἀποχω
μεῖ, τελευταῖον εἰπὼν εἰς τοὺς τότ' ἀρχιερεῖς ἡ μὴν
τοῦ λοιποῦ μὴ εἶναι μέσον αὐτῶν, κἂν ὅ τι ποιοῖεν,
καὶ ὅρκον ἐπιπροσθεὶς, ὥς τινες ήκουσαν. Ο δ' όρο
κος [Ρ. 235] Ιδιωτικῶς πως οὕτως ἐξενεχθείς· ο Νά
ἶμαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ, οὐ μὴν εἰμὶ μεθ᾽ ὑμῶν, εἰ
μὴ τὰ γένοιτο.» Τὸ δ᾽ ἦν, εἰ μὴ ὁ Σηλυβρίας κολά
ζοιτο. Πέμπτην μὲν οὖν ἦγε τότε μὴν ᾿Ανθεστη
ριών, ἡμέρα δ' ἦν ἡ πρὸ τοῦ Σαββάτου Παρασκευή,
καὶ μικρὸν ἐφησυχάσας τῇ κέλλῃ πρὸς ἑσπέραν σὺν
τοῖς ἰδίοις μεταχωρεῖ, καὶ πρὸς τὴν τῆς Παμμακα
ρίστου μονὴν, ὅπου καὶ εἴθιστο καταμένειν, γίνεται,
ἀφεὶς ἕνα τῶν αὐτοῦ ἢ καὶ δεύτερον τὰ τοῦ πα
τριαρχείου κατέχειν καὶ διοικεῖν. Καὶ ταῦτα μὲν Ο
ἐκεῖνος ἔπραττεν, οὐ μὴν δ᾽ ὥστε οἱ καὶ καθάπαξ
ἀπαλλάττειν ἔγνωστο, ἀλλ' ὡς πολλάκις εἴθιστο πράτ
τειν, οὕτω καὶ πάλιν ὑπελαμβάνετο. Αὐτὸς δὲ μεθ'
ἡμέρας καὶ παραίτησιν σχεδιάσας πέμπει πρὸς βα
σιλέα οὕτως ἔχουσαν ἐπὶ λέξεων
κθ'. Παραίτησις τοῦ πατριάρχου Ιωάννου.
Δέσποτα μου ἅγιε βασιλεῦ, καὶ ὑμεῖς δεσπόται
μου ἅγιοι ἀρχιερεῖς, ἐγὼ τὸ πρῶτον ἁμαρτωλὸν εἰς
θὼς ἐμαυτὸν πάντα ἔπραττον ὑπὲρ τοῦ τῆς ἁμαρτ
τίας ῥυσθῆναι με. Μάλλον δὲ ἔπραττον μὲν ὀλίγα,
τὰ πλέον δ' ἐθάρξουν εἰς τὸ ἀνεξάντλητον πέλαγος
τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας, όπερ πλουσίως ἐξέχεε
τε καὶ διηνεκῶς ἐκχέει πρός τε δικαίους καὶ ἁμαρ
τωλούς καὶ πρὸς πᾶσαν τὴν ὑπ' αὐτὸν κτίσιν. Καὶ
τούτῳ μόνῳ θαῤῥῶν διήνυον ἡδέως τὸν ἐμὸν βίον.
(Ρ. 250] Εἶτα ἀναγκασθεὶς ὅσα εἶδε Θεός, κρίμασιν
οἷς οἶδεν αὐτὸς, ἀνήχθην εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρό
νον. Υβρίσθην μετὰ ταῦτα ὅσα εἶδε πᾶς ὁ ἐνταῦθα καὶ
ἐκτὸς λαός. Ελυπήθην διὰ ταῦτα πολλά, οὐχὶ διὰ
τὴν ἐμὴν ὑπόστασιν, οἶδε Θεὸς, ἀλλὰ διὰ τὸ τῆς Ἐκ
κλησίας ἅπαν πλήρωμα, ἧς Χριστὸς καὶ διὰ τῆς
χάριτος ἐκείνου ἐγὼ κεφαλή. Εἰδὼς τοίνυν ὡς οὐ
τῶν πρεπόντων, οὐ τῶν δικαίων ὂν. οὕτως ὑβρισμέ
νον ἀποφέρεσθαι πατριάρχου ἀξίωμα, ἀναγκασθείς
ὤμοσα τὴν αὐτοῦ ἀποβολήν. Καὶ ἵστημι τοῦ φυλάξαι
τοὺς λόγους μου, καὶ ἀποδίδωμι ἰδοὺ τὰς εὐχάς μου,
οριο,
καὶ τούτῳ μόνῳ θαρρῶν διήνυον ἡδέως τὸν ἐμὸν βίον. εἶτα ἀναγκασθεὶς ὅσα οἶδε θεός, κρίμασιν οἷς οἶδεν αὐτός, ἀνήχθην εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον. ὑβρίσθην μετὰ ταῦτα ὅσα οἶδε πᾶς ὁ ἐνταῦθα καὶ ἐκτὸς λαός. ἐλυπήθην διὰ ταῦτα πολλά, οὐχὶ διὰ τὴν ἐμὴν ὑπόστασιν, οἶδε θεός, ἀλλὰ διὰ τὸ τῆς ἐκκλησίας ἅπαν πλήρωμα, ἧς Χριστὸς καὶ διὰ τῆς χάριτος ἐκείνου ἐγὼ κεφαλή. εἰδὼς τοίνυν ὡς οὐ τῶν πρεπόντων, οὐ τῶν δικαίων ὄν, οὕτως ὑβρισμένον ἀποφέρεσθαι πατριάρχου ἀξίωμα, ἀναγκασθεὶς ὤμοσα τὴν αὐτοῦ ἀποβολήν. καὶ ἵστημι τοῦ φυλάξαι τοὺς λόγους μου, καὶ ἀποδίδωμι ἰδοὺ τὰς εὐχάς μου, ἃς διέστειλαν τὰ χείλη μου ἐν τῇ θλίψει μου. παραιτοῦμαι γὰρ τὸν πατριαρχικὸν θρόνον· ὡς ἂν δὲ καὶ μὴ πρόφασις εἰς τὸ ἑξῆς δόξω σκανδάλου, σὺν αὐτῷ καὶ τὴν ἐμὴν παραιτοῦμαι ἱερωσύνην, τὸ μέγα ὄντως ἐμοὶ χρῆμα καὶ τοῦ παντὸς ἀντάξιον. ταῦτα τίθημι γνώριμα τῇ ἐκ θεοῦ βασιλείᾳ σου καὶ τοῖς δεσπόταις μου τοῖς ἀρχιερεῦσι Χριστοῦ διὰ τῆς παραιτήσεως ταύτης, δι’ ἧς καὶ τελείαν νέμω συγχώρησιν τοῖς τε ὑβρίσασι τοῖς τε εἰς τοῦτο συνεργήσασι καὶ τοῖς προαχθεῖσι τούτοις πιστεῦσαι, καὶ ἵλεως αὐτοῖς εἴη διὰ τοῦτο θεός.
συνοδικῶς προκαθήμενος μέχρις ὀψὲ τῆς ἡμέρας την
ἐκείνων περιέμενεν ἄφιξιν, αὐτίκα συντόνῳ ψυχής
καταστήματι καὶ ἱκανῶς ἐνθέρμῳ ἐκ λύπης ἀποχω
μεῖ, τελευταῖον εἰπὼν εἰς τοὺς τότ' ἀρχιερεῖς ἡ μὴν
τοῦ λοιποῦ μὴ εἶναι μέσον αὐτῶν, κἂν ὅ τι ποιοῖεν,
καὶ ὅρκον ἐπιπροσθεὶς, ὥς τινες ήκουσαν. Ο δ' όρο
κος [Ρ. 235] Ιδιωτικῶς πως οὕτως ἐξενεχθείς· ο Νά
ἶμαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ, οὐ μὴν εἰμὶ μεθ᾽ ὑμῶν, εἰ
μὴ τὰ γένοιτο.» Τὸ δ᾽ ἦν, εἰ μὴ ὁ Σηλυβρίας κολά
ζοιτο. Πέμπτην μὲν οὖν ἦγε τότε μὴν ᾿Ανθεστη
ριών, ἡμέρα δ' ἦν ἡ πρὸ τοῦ Σαββάτου Παρασκευή,
καὶ μικρὸν ἐφησυχάσας τῇ κέλλῃ πρὸς ἑσπέραν σὺν
τοῖς ἰδίοις μεταχωρεῖ, καὶ πρὸς τὴν τῆς Παμμακα
ρίστου μονὴν, ὅπου καὶ εἴθιστο καταμένειν, γίνεται,
ἀφεὶς ἕνα τῶν αὐτοῦ ἢ καὶ δεύτερον τὰ τοῦ πα
τριαρχείου κατέχειν καὶ διοικεῖν. Καὶ ταῦτα μὲν Ο
ἐκεῖνος ἔπραττεν, οὐ μὴν δ᾽ ὥστε οἱ καὶ καθάπαξ
ἀπαλλάττειν ἔγνωστο, ἀλλ' ὡς πολλάκις εἴθιστο πράτ
τειν, οὕτω καὶ πάλιν ὑπελαμβάνετο. Αὐτὸς δὲ μεθ'
ἡμέρας καὶ παραίτησιν σχεδιάσας πέμπει πρὸς βα
σιλέα οὕτως ἔχουσαν ἐπὶ λέξεων
κθ'. Παραίτησις τοῦ πατριάρχου Ιωάννου.
Δέσποτα μου ἅγιε βασιλεῦ, καὶ ὑμεῖς δεσπόται
μου ἅγιοι ἀρχιερεῖς, ἐγὼ τὸ πρῶτον ἁμαρτωλὸν εἰς
θὼς ἐμαυτὸν πάντα ἔπραττον ὑπὲρ τοῦ τῆς ἁμαρτ
τίας ῥυσθῆναι με. Μάλλον δὲ ἔπραττον μὲν ὀλίγα,
τὰ πλέον δ' ἐθάρξουν εἰς τὸ ἀνεξάντλητον πέλαγος
τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας, όπερ πλουσίως ἐξέχεε
τε καὶ διηνεκῶς ἐκχέει πρός τε δικαίους καὶ ἁμαρ
τωλούς καὶ πρὸς πᾶσαν τὴν ὑπ' αὐτὸν κτίσιν. Καὶ
τούτῳ μόνῳ θαῤῥῶν διήνυον ἡδέως τὸν ἐμὸν βίον.
(Ρ. 250] Εἶτα ἀναγκασθεὶς ὅσα εἶδε Θεός, κρίμασιν
οἷς οἶδεν αὐτὸς, ἀνήχθην εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρό
νον. Υβρίσθην μετὰ ταῦτα ὅσα εἶδε πᾶς ὁ ἐνταῦθα καὶ
ἐκτὸς λαός. Ελυπήθην διὰ ταῦτα πολλά, οὐχὶ διὰ
τὴν ἐμὴν ὑπόστασιν, οἶδε Θεὸς, ἀλλὰ διὰ τὸ τῆς Ἐκ
κλησίας ἅπαν πλήρωμα, ἧς Χριστὸς καὶ διὰ τῆς
χάριτος ἐκείνου ἐγὼ κεφαλή. Εἰδὼς τοίνυν ὡς οὐ
τῶν πρεπόντων, οὐ τῶν δικαίων ὂν. οὕτως ὑβρισμέ
νον ἀποφέρεσθαι πατριάρχου ἀξίωμα, ἀναγκασθείς
ὤμοσα τὴν αὐτοῦ ἀποβολήν. Καὶ ἵστημι τοῦ φυλάξαι
τοὺς λόγους μου, καὶ ἀποδίδωμι ἰδοὺ τὰς εὐχάς μου,
οριο,
PG 144:377ἂν δέ τι συμβῇ εἰς τὰ ψυχικὰ καὶ εἰς τὰ σωματικὰ εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ θεοῦ ἐκκλησίαν ἢ εἰς τὸν λαὸν τοῦ θεοῦ, ἀθῶός εἰμι τῇ χάριτι τοῦ Χριστοῦ μου. εἶχε καὶ ὑπογραφὴν τήνδε Ἰωάννης μοναχὸς ὁ χρηματίσας πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ταῦτα γράψας τε καὶ ὑπογράψας καὶ τῷ βασιλεῖ ἀποστείλας, καὶ αὐτὰ τὰ τῆς ἀρχιερωσύνης ἀπαμφιασάμενος, ἀφησύχαζε τοῖς ἐγνωσμένοις ἐμμένων. βασιλεὺς δὲ δεξάμενος τὴν παραίτησιν οὐδ’ ἤθελεν ἀναπτύσσειν ἐξ εὐλαβείας ἀλλὰ πυρὶ διδόναι, ἐπεὶ καὶ ἄλλοτε ταῦτ’ ἔπραττεν. ἐπεὶ δ’ ἀναγνωσθέντος τὸν πατριάρχην ἤκουε λέγοντα ὡς ὀμόσοι, ἐν φροντίδι μεγίστῃ ἦν, καὶ ὅ τι περὶ τούτων ἀρχιερεῖς ἀποφήναιντο διεσκόπει. τὸ μὲν οὖν ἅμα δεικνύναι καὶ ἐξετάζειν ἐφιέναι τὰ ἐφεστῶτα τῇ Ῥωμαί̈δι κακὰ οὐ παρεῖχεν. ἡμέρας γὰρ ἑκάστης ἠγγέλλοντο τὰ δεινά, καὶ οὐ καθ’ ἕν τι μέρος ἀλλὰ πανταχόθεν καὶ πανταχῇ συρρέοντα, οὐ κατὰ γῆν μόνον ἀλλ’ ἤδη καὶ κατὰ θάλασσαν. πρότερον μὲν γὰρ πειραταὶ καταλαβόντες Τένεδον νῆσον ὡς ἰδίαν εἶχον, καὶ ὁρμητηρίῳ ἐχρῶντο, κἀκεῖθεν ἀναπλέοντες καὶ πόλλ’ ἄττα τῶν δεινῶν πράττοντες ἐν ταύτῃ καὶ αὖθις προσώκελλον ὑποστρέφοντες.
δεινὰ, καὶ οὐ καθ᾽ ἕν τι μέρος, ἀλλὰ πανταχόθεν καὶ
πανταχή συρρέοντα, οὐ κατὰ γῆν μόνον, ἀλλ' ήδη
καὶ κατὰ θάλασσαν. Πρότερον μὲν γὰρ πειρατα! και
ταλαβόντες Τένεδον νῆσον ὡς ἰδίαν εἶχον, καὶ ὁρμη
τηρίῳ ἐχρῶντο, κἀκεῖθεν ἀναπλέοντες καὶ πόλλ'
ἅττα τῶν δεινῶν πράττοντες ἐν ταύτῃ καὶ αὖθις
προσώκελλο, υποστρέφοντες. Τότε δ᾽ ἀλλ᾽ ἐκείνων
καὶ ἑκόντων κατὰ φόβον ἀπαλλαξάντων, τὸ Περσικών
ὅσον (Ρ. 257] ἦν ἐνδοτέρω ναυπηγησάμενον ταῖς
Κυκλάσιν ἐπέχραον καὶ κακῶς ἐποίουν, καὶ τοῦτο
μὲν Χίῳ, τοῦτο δὲ Σάμῳ καὶ Καρπάθῳ καὶ αὐτῇ
Ρόδι καὶ πολλαῖς σὺν αὐταῖς ἑτέραις οὐκ ὀλίγαις
προσβάλλοντες ταῖς ναυσὶ τὰς τέως ἐνῳκισμένας σχετ
δὲν ἀδική τους εἰργάζοντο. Οὐκ ἦν δ᾽ ὅλως οὐδὲ τοῖς
ἐν τῇ γῇ τε καὶ ἠπειρώταις ἀναπνέειν τῶν μόχθων
οὐδ᾽ ἐς βραχύ· ὅσον γὰρ ὅσον καὶ δίκη ἀγρίου που
ρὸς, τὰ ἐντὸς κατεβόσκοντο, καὶ καθ' ἡμέραν ναι
δύαι ἠγγέλλοντο καὶ βασιλέα πρὸς ἑαυτὰς ἀντέσπων,
καὶ ἀτελεῖς μετήλλαττον τὰς φροντίδας φροντίδες
ἕτεραι. Τὸ μὲν οὖν τὰ τοῦ πατριάρχου ζητεῖν αὐτό
Οεν δυσχερὲς ἦν, καὶ ὁ καιρὸς οὐκ ἐνεδίδου· τέως δὲ
καιρὸν ἐζήτει τὴν εὔθετον καὶ ἁρμόδιον.
ἃς διέστειλαν τὰ χείλη μου ἐν τῇ θλίψει μου. Παρ- οὐ παρείχεν. Ημέρας γὰρ ἑκάστης Αγγέλλοντο τὰ
αυτοῦμαι γὰρ τὸν πατριαρχικὸν θρόνον· ὡς ἂν δὲ
καὶ μὴ πρόφασις εἰς τὸ ἑξῆς δόξω σκανδάλου, σύν
αὐτῷ καὶ τὴν ἐμὴν παραιτούμαι ἱερωσύνην, τὸ μέγα
ὄντως ἐμοὶ χρῆμα καὶ τοῦ παντὸς ἀντάξιον. Ταῦτα
τμημα γνώριμα τῇ ἐκ Θεοῦ βασιλείᾳ σου καὶ τοῖς
δεσπόταις μου τοῖς ἀρχιερεύσι Χριστοῦ διὰ τῆς παρ
αιτήσεως ταύτης, δι' ἧς καὶ τελείαν νέμω συγχώ
ρησιν τοῖς τε ὑβρίσασι τοῖς τε εἰς τοῦτο συνεργήσωσι
καὶ τοῖς προαχθεῖσι τούτοις πιστεῦσαι, καὶ ἴλεως απ
τοῖς εἴη διὰ τοῦ το Θεός. "Αν δέ τι συμβῇ εἰς τὰ ψυχικά
καὶ εἰς τὰ σωματικὰ εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν
ἢ εἰς τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ, ἀθῶός εἰμι τῇ χάριτι τοῦ Χρ
στοῦ μου.» Εἶχε καὶ ὑπογραφὴν τήνδε ο Ιωάννης μου
ναχὸς ὁ χρηματίσας πατριάρχης Κωνσταντινουπό
λεως. Ταῦτα γράψας τε καὶ ὑπογράψας καὶ τῷ βασιλεῖ
ἀποστείλας, καὶ αὐτὰ τὰ τῆς ἀρχιερωσύνης ἀπαμφια
σάμενος, ἀφησύχαζε τοῖς ἐγνωσμένοις ἐμμένων. Βασι
λεὺς δὲ δεξάμενος τὴν παραίτησιν οὐδ᾽ ἤθελεν ανα
πτύσσειν ἐξ εὐλαβείας, ἀλλὰ πυρὶ διδόναι, ἐπεὶ καὶ
ἄλλοτε ταῦτ᾽ ἔπραττεν. Ἐπεὶ δ᾽ ἀναγνωσθέντος τὸν
πατριάρχην Έκους λέγοντα ὡς ὀμέσοι, ἐν φροντίδι
μεγίστῃ ἦν, καὶ ὅ τι περὶ τούτων ἀρχιερεῖς ἀποφή
και το διεσκέπει. Τὸ μὲν οὖν ἅμα δεικνύναι καὶ
ἐξετάζειν ἐφιέναι τὰ ἐφεστῶτα τῇ Ῥωμαῖδι κακά
κ. Περὶ τῶν κατὰ τὸν Κουξίμπαξιν Τόχαρον.
Ἐντεῦθεν καὶ τῶν κατὰ θύρας καὶ ἐγγυτέρω ἐπὶ
τότε δ’ ἀλλ’ ἐκείνων καὶ ἑκόντων κατὰ φόβον ἀπαλλαξάντων, τὸ Περσικὸν ὅσον ἦν ἐνδοτέρω ναυπηγησάμενον ταῖς Κυκλάσιν ἐπέχραον καὶ κακῶς ἐποίουν, καὶ τοῦτο μὲν Χίῳ τοῦτο δὲ Σάμῳ καὶ Καρπάθῳ καὶ αὐτῇ Ῥόδῳ καὶ πολλαῖς σὺν αὐταῖς ἑτέραις οὐκ ὀλίγαις προσβάλλοντες ταῖς ναυσὶ τὰς τέως ἐνῳκισμένας σχεδὸν ἀοικήτους εἰργάζοντο. οὐκ ἦν δ’ ὅλως οὐδὲ τοῖς ἐν τῇ γῇ τε καὶ ἠπειρώταις ἀναπνέειν τῶν μόχθων οὐδ’ ἐς βραχύ· ὅσον γὰρ ὅσον καὶ δίκην ἀγρίου πυρός, τὰ ἐντὸς κατεβόσκοντο, καὶ καθ’ ἡμέραν νέαι δύαι ἠγγέλλοντο καὶ βασιλέα πρὸς ἑαυτὰς ἀντέσπων, καὶ ἀτελεῖς μετήλλαττον τὰς φροντίδας φροντίδες ἕτεραι. τὸ μὲν οὖν τὰ τοῦ πατριάρχου ζητεῖν αὐτόθεν δυσχερὲς ἦν, καὶ ὁ καιρὸς οὐκ ἐνεδίδου· τέως δὲ καιρὸν ἐζήτει τὸν εὔθετον καὶ ἁρμόδιον. 30. Ἐντεῦθεν καὶ τῶν κατὰ θύρας καὶ ἐγγυτέρω ἐπὶ πλέον κακουμένων (τὰ δ’ ἦσαν τὰ ἐκ Νικομηδείας καὶ μέχρι πορθμοῦ Θρᾳκικοῦ) ἐπεὶ οὐκ ἦν μετελθεῖν πολέμῳ τὰς μάχας καὶ τῷ φανερῷ προσβάλλοντας, ἄλλως ἔγνω μεταχειριεῖσθαι τὰ κατὰ τοὺς ἐχθρούς.
δεινὰ, καὶ οὐ καθ᾽ ἕν τι μέρος, ἀλλὰ πανταχόθεν καὶ
πανταχή συρρέοντα, οὐ κατὰ γῆν μόνον, ἀλλ' ήδη
καὶ κατὰ θάλασσαν. Πρότερον μὲν γὰρ πειρατα! και
ταλαβόντες Τένεδον νῆσον ὡς ἰδίαν εἶχον, καὶ ὁρμη
τηρίῳ ἐχρῶντο, κἀκεῖθεν ἀναπλέοντες καὶ πόλλ'
ἅττα τῶν δεινῶν πράττοντες ἐν ταύτῃ καὶ αὖθις
προσώκελλο, υποστρέφοντες. Τότε δ᾽ ἀλλ᾽ ἐκείνων
καὶ ἑκόντων κατὰ φόβον ἀπαλλαξάντων, τὸ Περσικών
ὅσον (Ρ. 257] ἦν ἐνδοτέρω ναυπηγησάμενον ταῖς
Κυκλάσιν ἐπέχραον καὶ κακῶς ἐποίουν, καὶ τοῦτο
μὲν Χίῳ, τοῦτο δὲ Σάμῳ καὶ Καρπάθῳ καὶ αὐτῇ
Ρόδι καὶ πολλαῖς σὺν αὐταῖς ἑτέραις οὐκ ὀλίγαις
προσβάλλοντες ταῖς ναυσὶ τὰς τέως ἐνῳκισμένας σχετ
δὲν ἀδική τους εἰργάζοντο. Οὐκ ἦν δ᾽ ὅλως οὐδὲ τοῖς
ἐν τῇ γῇ τε καὶ ἠπειρώταις ἀναπνέειν τῶν μόχθων
οὐδ᾽ ἐς βραχύ· ὅσον γὰρ ὅσον καὶ δίκη ἀγρίου που
ρὸς, τὰ ἐντὸς κατεβόσκοντο, καὶ καθ' ἡμέραν ναι
δύαι ἠγγέλλοντο καὶ βασιλέα πρὸς ἑαυτὰς ἀντέσπων,
καὶ ἀτελεῖς μετήλλαττον τὰς φροντίδας φροντίδες
ἕτεραι. Τὸ μὲν οὖν τὰ τοῦ πατριάρχου ζητεῖν αὐτό
Οεν δυσχερὲς ἦν, καὶ ὁ καιρὸς οὐκ ἐνεδίδου· τέως δὲ
καιρὸν ἐζήτει τὴν εὔθετον καὶ ἁρμόδιον.
ἃς διέστειλαν τὰ χείλη μου ἐν τῇ θλίψει μου. Παρ- οὐ παρείχεν. Ημέρας γὰρ ἑκάστης Αγγέλλοντο τὰ
αυτοῦμαι γὰρ τὸν πατριαρχικὸν θρόνον· ὡς ἂν δὲ
καὶ μὴ πρόφασις εἰς τὸ ἑξῆς δόξω σκανδάλου, σύν
αὐτῷ καὶ τὴν ἐμὴν παραιτούμαι ἱερωσύνην, τὸ μέγα
ὄντως ἐμοὶ χρῆμα καὶ τοῦ παντὸς ἀντάξιον. Ταῦτα
τμημα γνώριμα τῇ ἐκ Θεοῦ βασιλείᾳ σου καὶ τοῖς
δεσπόταις μου τοῖς ἀρχιερεύσι Χριστοῦ διὰ τῆς παρ
αιτήσεως ταύτης, δι' ἧς καὶ τελείαν νέμω συγχώ
ρησιν τοῖς τε ὑβρίσασι τοῖς τε εἰς τοῦτο συνεργήσωσι
καὶ τοῖς προαχθεῖσι τούτοις πιστεῦσαι, καὶ ἴλεως απ
τοῖς εἴη διὰ τοῦ το Θεός. "Αν δέ τι συμβῇ εἰς τὰ ψυχικά
καὶ εἰς τὰ σωματικὰ εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν
ἢ εἰς τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ, ἀθῶός εἰμι τῇ χάριτι τοῦ Χρ
στοῦ μου.» Εἶχε καὶ ὑπογραφὴν τήνδε ο Ιωάννης μου
ναχὸς ὁ χρηματίσας πατριάρχης Κωνσταντινουπό
λεως. Ταῦτα γράψας τε καὶ ὑπογράψας καὶ τῷ βασιλεῖ
ἀποστείλας, καὶ αὐτὰ τὰ τῆς ἀρχιερωσύνης ἀπαμφια
σάμενος, ἀφησύχαζε τοῖς ἐγνωσμένοις ἐμμένων. Βασι
λεὺς δὲ δεξάμενος τὴν παραίτησιν οὐδ᾽ ἤθελεν ανα
πτύσσειν ἐξ εὐλαβείας, ἀλλὰ πυρὶ διδόναι, ἐπεὶ καὶ
ἄλλοτε ταῦτ᾽ ἔπραττεν. Ἐπεὶ δ᾽ ἀναγνωσθέντος τὸν
πατριάρχην Έκους λέγοντα ὡς ὀμέσοι, ἐν φροντίδι
μεγίστῃ ἦν, καὶ ὅ τι περὶ τούτων ἀρχιερεῖς ἀποφή
και το διεσκέπει. Τὸ μὲν οὖν ἅμα δεικνύναι καὶ
ἐξετάζειν ἐφιέναι τὰ ἐφεστῶτα τῇ Ῥωμαῖδι κακά
κ. Περὶ τῶν κατὰ τὸν Κουξίμπαξιν Τόχαρον.
Ἐντεῦθεν καὶ τῶν κατὰ θύρας καὶ ἐγγυτέρω ἐπὶ
PG 144:379καὶ τὸν Κουξίμπαξιν Τόχαρον, ὃς Νογᾷ μὲν ᾠκείωτο πάλαι, τὰ Περσῶν δ’ ἔσεβε καὶ τῶν περὶ ἐκεῖνον Μάγων τὰ κράτιστα ἦν, ὕστερον δ’ ἐκείνου ἀπολωλότος τῷ ἐκεῖθεν πλῷ πρὸς τοὺς κατ’ ἀνατολὴν Πέρσας χρώμενος ὅσα γυναικὶ καὶ παισὶν ἐξ ἀντιπνοίας περιπίπτει τοῖς κατὰ τὴν Ποντικὴν Ἡράκλειαν Ῥωμαίοις, καὶ βασιλέα ἐπικαλεσάμενος σώζεταί τε καὶ τὰ Χριστιανῶν αἱρεῖται καὶ πανοικὶ βαπτίζεται, κἀντεῦθεν ᾠκείωτο βασιλεῖ. τότε τοίνυν βασιλεὺς κρυπτόν τι καὶ συνετὸν πειρώμενος ἐννοεῖν, κηδεύειν τοῦτον ἐπὶ θυγατρὶ τὸν Σολυμάμπαξιν ἐγχωρεῖ, ὃς δὴ καὶ τῶν πλησίον ἐχθρῶν ἡγεμόνευε, καὶ μετὰ τοῦ τὸ κῆδος προβῆναι καὶ αὐτὸν ἡγεμόνα τῶν κατὰ τὴν Νικομήδειαν καθιστᾷ, ἐφ’ ᾧπερ ἐξ ἀγάπης καὶ συγγενείας ὄνησίς τις τοῖς Ῥωμαίων πράγμασι γίνοιτο, κἂν οὐδὲν ἐς τόσον ἡ ἐπίνοια ὤνησεν. ὁ μὲν γὰρ τὰς ἐπιγαμίας πρὸς τὸ συμφέρον ἐποίει, καὶ ἐπὶ βεβαίαις ταῖς ἐλπίσιν ὥρμει, εἴγε κατὰ συγγένειαν συνεγγίζοντες, ταὐτὸ δὲ τοῦτο καὶ τοῖς τόποις, ὁ μὲν βασιλεῖ δουλεύων προνοοῖτο Ῥωμαίων, ὁ δὲ τὸ κῆδος καὶ τὰς συνθεσίας αἰδούμενος ἀνακόπτοιτο τὰς ὁρμάς.
πλέον κακουμένων (τὰ δ᾽ ἦσαν τὰ ἐκ Νικομηδείας νοια ὤνησεν. Ο μὲν γὰρ τὰς ἐπιγαμίας πρὸς τὸ
συμφέρον ἐποίει, καὶ ἐπὶ βεβαίαις ταῖς ἐλπίσιν ὥρα
με:, είγε κατὰ συγγένειαν συνεγγίζοντες, ταυτὸ δὲ
τοῦτο καὶ τοῖς τόποις, ὁ μὲν βασιλεῖ δουλεύων προ
νοοῖτο Ρωμαίων, ὁ δὲ τὸ κῆδος καὶ τὰς συνθεσίας
αιδούμενος ἀνακόπτοιτο τὰς ὁρμάς. Οἱ δὲ, ὁ μὲν εἰς
εἰρήνην ἐνάγων, ὁ δὲ σπενδόμενος, ὅμως τὸ τῶν
προσχώρων συμφέρον οὐκ ἤνυτον. Μᾶλλον μὲν οὖν
διὰ ταῦτα αἰτίαν καὶ ἀμφότεροι ἀπηνέγκαντο, ὁ μὲν
παρασπονδήσεως τῆς πρὸς βασιλέα, ὁ δὲ δυσνοίας
τῆς πρὸς Ρωμαίους. Περιέρχεται γὰρ ἄλλοθεν τὴ
κακόν· τὸ δ᾽ ἦν τὸ ἐκ τοῦ ᾿Αμούρη, ἄλλου Περτών
στρατηγοῦ, ὃς καὶ καταθέων Μεσοθενίας συχνάκις
την Σολυμάμπαξι χάριν ὡς οὐδὲν ἐνοῦσαν ἀπήμα
βλυνε. Τὸ γὰρ κατὰ συστάσεις καὶ ἰδίως καθ᾿ ἕνα
μάχεσθαι ἐκ τοῦ μὴ ἕνα εἶναι τὸν κυριεύοντα ἦν
πάντως. Παρ' ἣν αἰτίαν καὶ δυσχερής τῷ βασιλεί
καὶ σχεδὸν ἀδύνατος ἡ τῶν ἐπισυμβαινόντων διόρθω
σις ἐνομίζετο, τοῦ μὲν ἔνθεν, τοῦ δ᾽ ἐκεῖθεν δομών.
των, καὶ κατὰ γνώμας διαφερόντων, καὶ λαὸν ἀγόνο
καὶ μέχρι πορθμοῦ Θρακικού), ἐπεὶ οὐκ ἦν μετελ
θεῖν πολέμῳ τὰς μάχας καὶ τῷ φανερῷ προσβάλλον
τας, ἄλλως ἔγνω μεταχειριεῖσθαι τὰ κατὰ τοὺς
ἐχθρούς. Καὶ τὸν Κουξίμπαξιν Τόχαρον, ὃς λογα
μὲν ὠκείωτο πάλαι, τὰ Περσῶν δ' ἔσεβε καὶ τῶν
περὶ ἐκεῖνον μάγων τὰ κράτιστα ἦν, ὕστερον δ' ἐκεί
νου ἀπολωλότος τῷ ἐκεῖθεν πλῷ πρὸς τοὺς κατ' ἀνα
τολὴν Πέρσας χρώμενος ὅσα γυναικὶ καὶ παισὶν ἐξ
ἀντιπνοίας περιπίπτει τοῖς κατὰ τὴν Ποντικὴν Ηρά
κλειον Ῥωμαίοις, καὶ βασιλέα ἐπικαλεσάμενος σώ
ζεταί τε καὶ τὰ Χριστιανῶν αἱρεῖται καὶ πανοικί
βαπτίζεται, κἀντεῖθεν ᾠκείωτο βασιλεῖ. Τότε τοίνυν
βασιλεὺς κρυπτόν τι καὶ συνετὸν πειρώμενος ἐννοεῖν,
κηδεύειν τοῦτον ἐπὶ θυγατρὶ τὸν Σολυμάμπαξιν ἐγε
χωρεῖ, ὅς δὴ καὶ τῶν πλησίον ἐχθρῶν ἡγεμόνευε,”
καὶ μετὰ τοῦ τὸ κῆδος προβῆναι καὶ αὐτὸν ἡγεμόνα
τῶν κατὰ τὴν Νικομήδειαν καθιστᾷ, ἐφ᾽ ᾧπερ ἐξ
ἀγάπης [Ρ. 238] καὶ συγγενείας όνησίς τις τοῖς Ρω
μαίων πράγματι γίνοιτο, κἂν οὐδὲν ἐς τόπον ἡ ἐπίσ
οἱ δέ, ὁ μὲν εἰς εἰρήνην ἐνάγων ὁ δὲ σπενδόμενος, ὅμως τὸ τῶν προσχώρων συμφέρον οὐκ ἤνυτον. μᾶλλον μὲν οὖν διὰ ταῦτα αἰτίαν καὶ ἀμφότεροι ἀπηνέγκαντο, ὁ μὲν παρασπονδήσεως τῆς πρὸς βασιλέα, ὁ δὲ δυσνοίας τῆς πρὸς Ῥωμαίους. περιέρχεται γὰρ ἄλλοθεν τὸ κακόν· τὸ δ’ ἦν τὸ ἐκ τοῦ Ἀμούρη, ἄλλου Περσῶν στρατηγοῦ, ὃς καὶ καταθέων Μεσοθινίας συχνάκις τὴν Σολυμάμπαξι χάριν ὡς οὐδὲν ὀνοῦσαν ἀπήμβλυνε. τὸ γὰρ κατὰ συστάσεις καὶ ἰδίως καθ’ ἕνα μάχεσθαι ἐκ τοῦ μὴ ἕνα εἶναι τὸν κυριεύοντα ἦν πάντως. παρ’ ἣν αἰτίαν καὶ δυσχερὴς τῷ βασιλεῖ καὶ σχεδὸν ἀδύνατος ἡ τῶν ἐπισυμβαινόντων διόρθωσις ἐνομίζετο, τοῦ μὲν ἔνθεν τοῦ δ’ ἐκεῖθεν ὁρμώντων, καὶ κατὰ γνώμας διαφερόντων, καὶ λαὸν ἀγόντων ἑκάστου ἐπὶ τοσοῦτον ἀγόμενον ἐφ’ ὅσον καὶ τὸ κερδαίνειν σφίσιν ἐκ τοῦ πολεμεῖν ἔσοιτο, εἰ δὲ μὴ θέλοιεν πολεμεῖν οἱ προάγοντες, ἑτέρους ζητοῦντα τοὺς ἄξοντας, ὧν καὶ μαχομένων αὐτοὶ κερδαίνοιεν πολεμοῦντες.
πλέον κακουμένων (τὰ δ᾽ ἦσαν τὰ ἐκ Νικομηδείας νοια ὤνησεν. Ο μὲν γὰρ τὰς ἐπιγαμίας πρὸς τὸ
συμφέρον ἐποίει, καὶ ἐπὶ βεβαίαις ταῖς ἐλπίσιν ὥρα
με:, είγε κατὰ συγγένειαν συνεγγίζοντες, ταυτὸ δὲ
τοῦτο καὶ τοῖς τόποις, ὁ μὲν βασιλεῖ δουλεύων προ
νοοῖτο Ρωμαίων, ὁ δὲ τὸ κῆδος καὶ τὰς συνθεσίας
αιδούμενος ἀνακόπτοιτο τὰς ὁρμάς. Οἱ δὲ, ὁ μὲν εἰς
εἰρήνην ἐνάγων, ὁ δὲ σπενδόμενος, ὅμως τὸ τῶν
προσχώρων συμφέρον οὐκ ἤνυτον. Μᾶλλον μὲν οὖν
διὰ ταῦτα αἰτίαν καὶ ἀμφότεροι ἀπηνέγκαντο, ὁ μὲν
παρασπονδήσεως τῆς πρὸς βασιλέα, ὁ δὲ δυσνοίας
τῆς πρὸς Ρωμαίους. Περιέρχεται γὰρ ἄλλοθεν τὴ
κακόν· τὸ δ᾽ ἦν τὸ ἐκ τοῦ ᾿Αμούρη, ἄλλου Περτών
στρατηγοῦ, ὃς καὶ καταθέων Μεσοθενίας συχνάκις
την Σολυμάμπαξι χάριν ὡς οὐδὲν ἐνοῦσαν ἀπήμα
βλυνε. Τὸ γὰρ κατὰ συστάσεις καὶ ἰδίως καθ᾿ ἕνα
μάχεσθαι ἐκ τοῦ μὴ ἕνα εἶναι τὸν κυριεύοντα ἦν
πάντως. Παρ' ἣν αἰτίαν καὶ δυσχερής τῷ βασιλεί
καὶ σχεδὸν ἀδύνατος ἡ τῶν ἐπισυμβαινόντων διόρθω
σις ἐνομίζετο, τοῦ μὲν ἔνθεν, τοῦ δ᾽ ἐκεῖθεν δομών.
των, καὶ κατὰ γνώμας διαφερόντων, καὶ λαὸν ἀγόνο
καὶ μέχρι πορθμοῦ Θρακικού), ἐπεὶ οὐκ ἦν μετελ
θεῖν πολέμῳ τὰς μάχας καὶ τῷ φανερῷ προσβάλλον
τας, ἄλλως ἔγνω μεταχειριεῖσθαι τὰ κατὰ τοὺς
ἐχθρούς. Καὶ τὸν Κουξίμπαξιν Τόχαρον, ὃς λογα
μὲν ὠκείωτο πάλαι, τὰ Περσῶν δ' ἔσεβε καὶ τῶν
περὶ ἐκεῖνον μάγων τὰ κράτιστα ἦν, ὕστερον δ' ἐκεί
νου ἀπολωλότος τῷ ἐκεῖθεν πλῷ πρὸς τοὺς κατ' ἀνα
τολὴν Πέρσας χρώμενος ὅσα γυναικὶ καὶ παισὶν ἐξ
ἀντιπνοίας περιπίπτει τοῖς κατὰ τὴν Ποντικὴν Ηρά
κλειον Ῥωμαίοις, καὶ βασιλέα ἐπικαλεσάμενος σώ
ζεταί τε καὶ τὰ Χριστιανῶν αἱρεῖται καὶ πανοικί
βαπτίζεται, κἀντεῖθεν ᾠκείωτο βασιλεῖ. Τότε τοίνυν
βασιλεὺς κρυπτόν τι καὶ συνετὸν πειρώμενος ἐννοεῖν,
κηδεύειν τοῦτον ἐπὶ θυγατρὶ τὸν Σολυμάμπαξιν ἐγε
χωρεῖ, ὅς δὴ καὶ τῶν πλησίον ἐχθρῶν ἡγεμόνευε,”
καὶ μετὰ τοῦ τὸ κῆδος προβῆναι καὶ αὐτὸν ἡγεμόνα
τῶν κατὰ τὴν Νικομήδειαν καθιστᾷ, ἐφ᾽ ᾧπερ ἐξ
ἀγάπης [Ρ. 238] καὶ συγγενείας όνησίς τις τοῖς Ρω
μαίων πράγματι γίνοιτο, κἂν οὐδὲν ἐς τόπον ἡ ἐπίσ
PG 144:381τοῦτο συμβεβηκὸς καὶ τῷ Σολυμάμπαξι ἀχρείαν ἐποίει Ῥωμαίοις τὴν τῆς ἀνακωχῆς χάριν, τῶν ὑπ’ αὐτῷ στρατηγουμένων τέως ἑτέροις συνιόντων, καὶ τὰ αὐτὰ Ῥωμαίους δρώντων ὅς’ ἂν κἂν ὑπ’ αὐτῷ τὸ πρὶν ἐστρατήγηντο ἔπραττον. ἀλλὰ τὰ ἐντεῦθεν ἐπισυμβάντα εἰρήσεται κατὰ τόπον ἐσαῦθις. 31. Τότε δὲ βασιλεὺς δεινὸν οἰηθεὶς εἰ καὶ πλέον ἀφέξοιτο τοῦ τὴν ἐκκλησίαν καθιστᾶν (μηδὲ γὰρ ἐπ’ ἀγαθῷ εἶναι τοῖς Ῥωμαίων πράγμασι τὸ μὴ ἐν καταστάσει τὴν ἐκκλησίαν εἶναι), μικρὸν ἀφέμενος τῶν ἔξω φροντίδων ἐδίδου καὶ ταῖς ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας μερίμναις, ἤδη καὶ πάλιν ἀρχομένης κραδαίνεσθαι. καὶ δὴ συνόδους συνῆγε, καὶ ἱερῶν ἀνδρῶν σύνταγμα, ὅσον ἦν ἐξ ἀρχιερέων καὶ ὅσον ἐκ κληρικῶν τε καὶ μοναχῶν, εἰς ταὐτὸν καθίστα, καὶ συνδιημέρευε τούτοις, τὰ περὶ τῆς παραιτήσεως κατὰ κανόνας διερευνώμενος. τότ’ ἐφ’ ἡμέραις συναγομένων σχίσμα γεγόνει. καὶ οἱ μὲν πατριάρχῃ προσκείμενοι τὰ τῆς παραιτήσεως οὐκ ἐδέχοντο·
τὴν ἑκάστου ἐπὶ τοσοῦτον ἀγόμενον ἐφ' ὅσον καὶ τὸ ἢ κατὰ κανόνας διερευνώμενος. Τότ' ἐφ' ἡμέραις συν
κερδαίνειν σφίσιν ἐκ τοῦ πολεμεῖν ἔσοιτο, εἰ δὲ μή
θέλειεν πολεμεῖν οἱ προάγοντες, ἑτέρους ζητοῦντα
τοὺς ἄξοντας, ὧν καὶ μαχομένων αὐτοὶ κερδαίνειεν
πολεμοῦντες. Τοῦτο συμβεβηκός καὶ τῷ Σ λυμάμπαξι
ἀχρείαν ἐποίει Ρωμαίοις τὴν τῆς ἀνακωχῆς χάριν,
τῶν ὑπ' αὐτῷ στρατηγουμένων τέως ἑτέροις συνιόν
των, καὶ τὰ αὐτὰ Ῥωμαίους δρώντων ὅτ' ἂν κἂν
ὑπ' αὐτῷ τὸ πρὶν ἐστρατήγηντο ἔπραττον. ᾿Αλλὰ
τὰ ἐντεῦθεν ἐπισυμβάντα εἰρήσεται κατά τόπον
ἐταύθις.
1. Συνοδικαὶ σκέψεις περὶ τῆς τοῦ πατριάρχου
παραιτήσεως.
Τότε δὲ βασιλεὺς δεινὸν οἰηθεὶς εἰ καὶ πλέον ἀφέ
ξατο [Ρ. 239] τοῦ τὴν Ἐκκλησίαν καθιστᾶν (μη δὲ
αγομένων σχίσμα γεγόνει. Καὶ οἱ μὲν πατριάρχη
προσκείμενοι τὰ τῆς παραιτήσεως οὐκ ἐδέχοντο.
ὑβρίσθαι γὰρ ἔλεγον τοῦτον, καὶ ἀνάγκην εἶναι μὴ
ἐκδικούμενον, ὑβριοπαθήσαντα, ἐκχωρεῖν αἱρεῖσθαι»
ὥστε καὶ τῆς ἐκδικίας κατὰ τρόπον προβάσης αὐτὸν
καὶ αὖθις ἐπανήκειν καὶ τὴν τιμὴν λαμβάνειν ἔτσι.
μον γίνεσθαι. "Ορκον δὲ μηδ' εἶναι τὸ παράπαν, δ
δὴ καὶ ἀπὸ θλίψεως διεφθέγξατο, ταραχὴν δὲ μᾶλλον
λογισμῶν ἐκ ζήλου τινὸς ἀνοιδουμένην, ἐξ ὀλίσβου
προαχθεῖσαν γνώμης καὶ οὐκ ἔκ τινος εὐσταθείας καὶ
με μεριμνημένου σκοποῦ τε καὶ καταστάσεως. Οἱ δὲ
ἀπεναντίας καὶ τὴν παραίτησιν ὡς λελογισμένην ἐδέ
χοντο καὶ τὸν λόγον ὡς ὅρκον ἄφυκτον ἔκρινον· καὶ
γὰρ καὶ αὐτὸν δὴ ἐπὶ τῇ τῆς παραιτήσεως ἐκθέτει
γὰρ ἐπ' ἀγαθῷ εἶναι τοῖς Ῥωμαίων πράγμασι τὸ ὁμολογεῖν, καὶ εὐχὴν πρὸς Θεὸν ὀνομάζειν τὸ προς
μὴ ἐν καταστάσει τὴν Ἐκκλησίαν εἶναι), μικρὸν
ἀφέμενος τῶν ἔξω φροντίδων ἐδίδου καὶ ταῖς ὑπὲρ
τῆς Ἐκκλησίας μερίμναις, ἤδη καὶ πάλιν ἀρχομένης
κραδαίνεσθαι. Καὶ δὴ συνόδους συνῆγε, καὶ ἱερῶν
ἀνδρῶν σύνταγμα, ὅσον ἦν ἐξ ἀρχιερέων καὶ ὅσον
ἐκ κληρικῶν τε καὶ μοναχῶν, εἰς ταυτὸν καθίστα,
καὶ συνδιημέρευε τούτοις, τὰ περὶ τῆς παραιτήσεως
χθὲν, διεσταλμένην τοῖς αὐτοῦ χείλεσι. Καὶ διεφιλο
νείκουν ἐντεῦθεν, οἱ μὲν ἔνθεν, οἱ δ' ἐκεῖθεν τὰ τῆς
γνώμης ἔχοντες. Καὶ οὐ τοσοῦτον περὶ τῆς παραι
τήσεως σφίσιν ὁ λόγος ἦν ὅσον περὶ τοῦ ὅρκου, εἰ
Έξεστι τέως παριδόντας αὐτὸν ἀναγκάζειν καὶ αὖθις
πατριάρχην τὴν ἀρχὴν δέχεσθαι. Καὶ τοῖς μὲν ἀπών
μετον ὅλως ἐδόκει τὸν ψευδορκίας ἁλόντα πατριάρ
ὑβρίσθαι γὰρ ἔλεγον τοῦτον, καὶ ἀνάγκην εἶναι μὴ ἐκδικούμενον, ὑβριοπαθήσαντα, ἐκχωρεῖν αἱρεῖσθαι, ὥστε καὶ τῆς ἐκδικίας κατὰ τρόπον προβάσης αὐτὸν καὶ αὖθις ἐπανήκειν καὶ τὴν τιμὴν λαμβάνειν ἕτοιμον γίνεσθαι. ὅρκον δὲ μηδ’ εἶναι τὸ παράπαν, ὃ δὴ καὶ ἀπὸ θλίψεως διεφθέγξατο, ταραχὴν δὲ μᾶλλον λογισμῶν ἐκ ζήλου τινὸς ἀνοιδουμένην, ἐξ ὀλίσθου προαχθεῖσαν γνώμης καὶ οὐκ ἔκ τινος εὐσταθείας καὶ μεμεριμνημένου σκοποῦ τε καὶ καταστάσεως. οἱ δὲ ἀπεναντίας καὶ τὴν παραίτησιν ὡς λελογισμένην ἐδέχοντο καὶ τὸν λόγον ὡς ὅρκον ἄφυκτον ἔκρινον· καὶ γὰρ καὶ αὐτὸν δὴ ἐπὶ τῇ τῆς παραιτήσεως ἐκθέσει ὁμολογεῖν, καὶ εὐχὴν πρὸς θεὸν ὀνομάζειν τὸ προαχθέν, διεσταλμένην τοῖς αὐτοῦ χείλεσι. καὶ διεφιλονείκουν ἐντεῦθεν, οἱ μὲν ἔνθεν οἱ δ’ ἐκεῖθεν τὰ τῆς γνώμης ἔχοντες. καὶ οὐ τοσοῦτον περὶ τῆς παραιτήσεως σφίσιν ὁ λόγος ἦν ὅσον περὶ τοῦ ὅρκου, εἰ ἔξεστι τέως παριδόντας αὐτὸν ἀναγκάζειν καὶ αὖθις πατριάρχην τὴν ἀρχὴν δέχεσθαι. καὶ τοῖς μὲν ἀπώμοτον ὅλως ἐδόκει τὸν ψευδορκίας ἁλόντα πατριάρχην τοὐντεῦθεν καὶ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι·
τὴν ἑκάστου ἐπὶ τοσοῦτον ἀγόμενον ἐφ' ὅσον καὶ τὸ ἢ κατὰ κανόνας διερευνώμενος. Τότ' ἐφ' ἡμέραις συν
κερδαίνειν σφίσιν ἐκ τοῦ πολεμεῖν ἔσοιτο, εἰ δὲ μή
θέλειεν πολεμεῖν οἱ προάγοντες, ἑτέρους ζητοῦντα
τοὺς ἄξοντας, ὧν καὶ μαχομένων αὐτοὶ κερδαίνειεν
πολεμοῦντες. Τοῦτο συμβεβηκός καὶ τῷ Σ λυμάμπαξι
ἀχρείαν ἐποίει Ρωμαίοις τὴν τῆς ἀνακωχῆς χάριν,
τῶν ὑπ' αὐτῷ στρατηγουμένων τέως ἑτέροις συνιόν
των, καὶ τὰ αὐτὰ Ῥωμαίους δρώντων ὅτ' ἂν κἂν
ὑπ' αὐτῷ τὸ πρὶν ἐστρατήγηντο ἔπραττον. ᾿Αλλὰ
τὰ ἐντεῦθεν ἐπισυμβάντα εἰρήσεται κατά τόπον
ἐταύθις.
1. Συνοδικαὶ σκέψεις περὶ τῆς τοῦ πατριάρχου
παραιτήσεως.
Τότε δὲ βασιλεὺς δεινὸν οἰηθεὶς εἰ καὶ πλέον ἀφέ
ξατο [Ρ. 239] τοῦ τὴν Ἐκκλησίαν καθιστᾶν (μη δὲ
αγομένων σχίσμα γεγόνει. Καὶ οἱ μὲν πατριάρχη
προσκείμενοι τὰ τῆς παραιτήσεως οὐκ ἐδέχοντο.
ὑβρίσθαι γὰρ ἔλεγον τοῦτον, καὶ ἀνάγκην εἶναι μὴ
ἐκδικούμενον, ὑβριοπαθήσαντα, ἐκχωρεῖν αἱρεῖσθαι»
ὥστε καὶ τῆς ἐκδικίας κατὰ τρόπον προβάσης αὐτὸν
καὶ αὖθις ἐπανήκειν καὶ τὴν τιμὴν λαμβάνειν ἔτσι.
μον γίνεσθαι. "Ορκον δὲ μηδ' εἶναι τὸ παράπαν, δ
δὴ καὶ ἀπὸ θλίψεως διεφθέγξατο, ταραχὴν δὲ μᾶλλον
λογισμῶν ἐκ ζήλου τινὸς ἀνοιδουμένην, ἐξ ὀλίσβου
προαχθεῖσαν γνώμης καὶ οὐκ ἔκ τινος εὐσταθείας καὶ
με μεριμνημένου σκοποῦ τε καὶ καταστάσεως. Οἱ δὲ
ἀπεναντίας καὶ τὴν παραίτησιν ὡς λελογισμένην ἐδέ
χοντο καὶ τὸν λόγον ὡς ὅρκον ἄφυκτον ἔκρινον· καὶ
γὰρ καὶ αὐτὸν δὴ ἐπὶ τῇ τῆς παραιτήσεως ἐκθέτει
γὰρ ἐπ' ἀγαθῷ εἶναι τοῖς Ῥωμαίων πράγμασι τὸ ὁμολογεῖν, καὶ εὐχὴν πρὸς Θεὸν ὀνομάζειν τὸ προς
μὴ ἐν καταστάσει τὴν Ἐκκλησίαν εἶναι), μικρὸν
ἀφέμενος τῶν ἔξω φροντίδων ἐδίδου καὶ ταῖς ὑπὲρ
τῆς Ἐκκλησίας μερίμναις, ἤδη καὶ πάλιν ἀρχομένης
κραδαίνεσθαι. Καὶ δὴ συνόδους συνῆγε, καὶ ἱερῶν
ἀνδρῶν σύνταγμα, ὅσον ἦν ἐξ ἀρχιερέων καὶ ὅσον
ἐκ κληρικῶν τε καὶ μοναχῶν, εἰς ταυτὸν καθίστα,
καὶ συνδιημέρευε τούτοις, τὰ περὶ τῆς παραιτήσεως
χθὲν, διεσταλμένην τοῖς αὐτοῦ χείλεσι. Καὶ διεφιλο
νείκουν ἐντεῦθεν, οἱ μὲν ἔνθεν, οἱ δ' ἐκεῖθεν τὰ τῆς
γνώμης ἔχοντες. Καὶ οὐ τοσοῦτον περὶ τῆς παραι
τήσεως σφίσιν ὁ λόγος ἦν ὅσον περὶ τοῦ ὅρκου, εἰ
Έξεστι τέως παριδόντας αὐτὸν ἀναγκάζειν καὶ αὖθις
πατριάρχην τὴν ἀρχὴν δέχεσθαι. Καὶ τοῖς μὲν ἀπών
μετον ὅλως ἐδόκει τὸν ψευδορκίας ἁλόντα πατριάρ
PG 144:383οἱ δὲ βίβλους ἀνέπτυσσον καὶ ἱστορίας προέτεινον, καὶ ποῦ μὲν Φλαβιανὸν προσῆγον ὀμόσαντα τὴν χειροτονίαν μὴ δέχεσθαι καὶ δεξάμενον ὕστερον, ποῦ δὲ τὸν ἐπὶ τοῦ μεγάλου Βασιλείου Βιάνορα, θεραπευσάντων τῶν ἁγίων τοὺς ἐκείνων ὅρκους τρόποις οἰκονομίας καὶ πνευματικῆς καταστάσεως. ταῦτ’ ἔλεγον διαγνωμονοῦντες, καὶ ἐπὶ τούτοις ὁ χρόνος ἐτρίβετο. μόλις μετὰ τὴν πολλὴν διαφιλονεικίαν καὶ τὴν ὑπὸ βασιλεῖ ἀκροατῇ γε καὶ διαγνώμονι συνδιάσκεψιν, ἐπεὶ οὐκ ἦν συμβαίνειν τὰς γνώμας αὐτῶν, εἰς πολὺ τοῦ καιροῦ κατατεινομένου, ἔγνωσαν ἅμα πέμπειν καὶ ἐρωτᾶν ἐκεῖνον αὐτὸν πατριάρχην, ὅπως ἔχοι γνώμης καὶ ὅ τι λέγει ἐπί τε τῇ παραιτήσει καὶ ἐπὶ τῷ φημιζομένῳ ὅρκῳ· τὸ γὰρ εὐλαβὲς καὶ ἁπλοῦν τοῦ ἀνδρὸς ἐχέγγυον εἶχον λέγειν ἐκεῖνον τὰ πάσης ἀποδείξεως κρείττω, ἐφ’ οἷς ἄρα διημφισβήτουν ἀλλήλοις. καὶ δὴ ἠξίουν μὲν πατριάρχην Ἀλεξανδρείας, ἐκεῖ καὶ αὐτὸν προκαθεζόμενον, τῆς παρ’ ἐκεῖνον ἀφίξεως ἕνεκα, συνέπεμπον δέ οἱ τοὺς συνεροῦντας καὶ δύο ἀρχιερεῖς, τόν τε Κρήτης Νικηφόρον καὶ τὸν Περγάμου Ἀρσένιον.
συνεροῦντας καὶ δύο ἀρχιερεῖς, τόν τε Κρήτης Νι
κηφόρον καὶ τὸν Περγάμου Αρσένιον. Οἱ καὶ ἐπι
στάντες περὶ τῆς παραιτήσεως καὶ τοῦ λόγου ὡς ἐκ
συνόδου πάσης καὶ βασιλέως διεπυνθάνοντο.
λβ'. Περὶ τῆς πρὸς Ἰωάννην τοῦ Ἀλεξανδρείας
ἀφίξεως καὶ τῆς ἀπολογίας ἐκείνου.
χην τοἐντεῦθεν καὶ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι· οἱ δὲ παρ' ἐκεῖνον ἀφίξεως ενεκα, συνέπεμπον δέ οἱ τοὺ;
βίβλους ἀνέπτυσσον καὶ ἱστορίας προέτεινον, καὶ ποῦ
μὲν Φλαβιανὸν 240] προσήγον ομόσαντα τὴν
χειροτονίαν μὴ δέχεσθαι καὶ δεξάμενον ὕστερον, ποῦ
δὲ τὸν ἐπὶ τοῦ μεγάλου Βασιλείου Βιάνορα, θερα
πευσάντων τῶν ἁγίων τοὺς ἐκείνων όρκους τρόποις
οικονομίας καὶ πνευματικῆς καταστάσεως. Ταῦτ'
ἔλεγον διαγνωμονοῦντες, καὶ ἐπὶ τούτοις ὁ χρόνος
ἐτρίβετο. Μόλις μετὰ τὴν πολλὴν διαφιλονεικίαν καὶ
τὴν ὑπὸ βασιλεῖ ἀκροατῇ γε καὶ διαγνώμονι συνδιά
σκεψιν, ἐπεὶ οὐκ ἦν συμβαίνειν τὰς γνώμας αὐτῶν,
εἰς πολὺ τοῦ καιροῦ κατατεινομένου, ἔγνωσαν ἅμα
πέμπειν καὶ ἐρωτᾷν ἐκεῖνον αὐτὸν πατριάρχην,
ὅπως ἔχοι γνώμης καὶ ὅ τι λέγει ἐπί τε τῇ παραι
τήσει καὶ ἐπὶ τῷ φημιζομένῳ ὅρκῳ· τὸ γὰρ εὐλαθὲς
καὶ ἁπλοῦν τοῦ ἀνδρὸς ἐχέγγυον εἶχον λέγειν ἐκεῖνον
τὰ πάσης ἀποδείξεως κρείττω, ἐφ' οἷς ἄρα διημφιτ
βήσουν ἀλλήλοις. Καὶ δὴ ἠξίουν μὲν πατριάρχην
Αλεξανδρείας, ἐκεῖ καὶ αὐτὸν προκαθεζόμενον, τῆς
η
Ο δὲ τὸν ἀπόλογον ὅσον ἦν συντεμών, γραφή ση
μήνας ἀπέστειλεν. Ην δ' ἐπ' αὐτῆς εἰπεῖν τῆς λέ
ξεως ἔχουσα οὕτως· ε Δέσποτά μου, ἅγιε βασιλεύ,
διεμηνύσατό μοι ἡ κραταιὰ καὶ ἁγία βασιλεία σου
καὶ ἡ θεία καὶ ἱερὰ σύνοδος, μετὰ τοῦ ἁγιωτάτου
πάππα και πατριάρχου Αλεξανδρείας καὶ μετὰ τῶν
δύο ἀρχιερέων, ἵνα παραδηλώσω τῇ κραταιᾷ καὶ ἁγίᾳ
βασιλείᾳ 21] σου ὅπως ἔχω γνώμης περὶ τοῦ
συμβάντος εἰς ἐμὲ λόγον, ἔτι δὲ καὶ περὶ τῆς παραι
τήσεώς μου. Καὶ ἔδει μὴ τὸ παράπαν ἀποκρίνασθαί
με, τῆς ἐμῆς παραιτήσεως σαφῶς παριστώσης την
ἐμὴν βούλησιν· ἐπεὶ δὲ μόλις νῦν ἐρωτῶμαι, ὡς ἐν
οἳ καὶ ἐπιστάντες περὶ τῆς παραιτήσεως καὶ τοῦ λόγου ὡς ἐκ συνόδου πάσης καὶ βασιλέως διεπυνθάνοντο. [] ὁ δὲ τὸν ἀπόλογον ὅσον ἦν συντεμών, γραφῇ σημήνας ἀπέστειλεν. ἦν δ’ ἐπ’ αὐτῆς εἰπεῖν τῆς λέξεως ἔχουσα οὕτως. δέσποτά μου ἅγιε βασιλεῦ, διεμηνύσατό μοι ἡ κραταιὰ καὶ ἁγία βασιλεία σου καὶ ἡ θεία καὶ ἱερὰ σύνοδος, μετὰ τοῦ ἁγιωτάτου πάπα καὶ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας καὶ μετὰ τῶν δύο ἀρχιερέων, ἵνα παραδηλώσω τῇ κραταιᾷ καὶ ἁγίᾳ βασιλείᾳ σου ὅπως ἔχω γνώμης περὶ τοῦ συμβάντος εἰς ἐμὲ λόγου, ἔτι δὲ καὶ περὶ τῆς παραιτήσεώς μου. καὶ ἔδει μὴ τὸ παράπαν ἀποκρίνασθαί με, τῆς ἐμῆς παραιτήσεως σαφῶς παριστώσης τὴν ἐμὴν βούλησιν· ἐπεὶ δὲ μόλις νῦν ἐρωτῶμαι, ὡς ἐν βραχεῖ τοῦτο ἀποκρίνομαι πρὸς τὴν ἁγίαν καὶ κραταιὰν βασιλείαν σου, ὅτι ἐγὼ ἐκ πολλῶν ἤδη τῶν χρόνων ἐθέμην ἐν ἐμαυτῷ μήτε ὀμόσαι μήθ’ ἕτερον ὅρκον ζητῆσαι, μηδὲ ὕβριν μέμψεως ἀξίαν τοῦ στόματος προενεγκεῖν, ἀλλὰ μηδέ τινι καταράσασθαι. καὶ ἐφυλασσόμην μέχρι τῆς δεῦρο Χριστοῦ μου χάριτι.
συνεροῦντας καὶ δύο ἀρχιερεῖς, τόν τε Κρήτης Νι
κηφόρον καὶ τὸν Περγάμου Αρσένιον. Οἱ καὶ ἐπι
στάντες περὶ τῆς παραιτήσεως καὶ τοῦ λόγου ὡς ἐκ
συνόδου πάσης καὶ βασιλέως διεπυνθάνοντο.
λβ'. Περὶ τῆς πρὸς Ἰωάννην τοῦ Ἀλεξανδρείας
ἀφίξεως καὶ τῆς ἀπολογίας ἐκείνου.
χην τοἐντεῦθεν καὶ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι· οἱ δὲ παρ' ἐκεῖνον ἀφίξεως ενεκα, συνέπεμπον δέ οἱ τοὺ;
βίβλους ἀνέπτυσσον καὶ ἱστορίας προέτεινον, καὶ ποῦ
μὲν Φλαβιανὸν 240] προσήγον ομόσαντα τὴν
χειροτονίαν μὴ δέχεσθαι καὶ δεξάμενον ὕστερον, ποῦ
δὲ τὸν ἐπὶ τοῦ μεγάλου Βασιλείου Βιάνορα, θερα
πευσάντων τῶν ἁγίων τοὺς ἐκείνων όρκους τρόποις
οικονομίας καὶ πνευματικῆς καταστάσεως. Ταῦτ'
ἔλεγον διαγνωμονοῦντες, καὶ ἐπὶ τούτοις ὁ χρόνος
ἐτρίβετο. Μόλις μετὰ τὴν πολλὴν διαφιλονεικίαν καὶ
τὴν ὑπὸ βασιλεῖ ἀκροατῇ γε καὶ διαγνώμονι συνδιά
σκεψιν, ἐπεὶ οὐκ ἦν συμβαίνειν τὰς γνώμας αὐτῶν,
εἰς πολὺ τοῦ καιροῦ κατατεινομένου, ἔγνωσαν ἅμα
πέμπειν καὶ ἐρωτᾷν ἐκεῖνον αὐτὸν πατριάρχην,
ὅπως ἔχοι γνώμης καὶ ὅ τι λέγει ἐπί τε τῇ παραι
τήσει καὶ ἐπὶ τῷ φημιζομένῳ ὅρκῳ· τὸ γὰρ εὐλαθὲς
καὶ ἁπλοῦν τοῦ ἀνδρὸς ἐχέγγυον εἶχον λέγειν ἐκεῖνον
τὰ πάσης ἀποδείξεως κρείττω, ἐφ' οἷς ἄρα διημφιτ
βήσουν ἀλλήλοις. Καὶ δὴ ἠξίουν μὲν πατριάρχην
Αλεξανδρείας, ἐκεῖ καὶ αὐτὸν προκαθεζόμενον, τῆς
η
Ο δὲ τὸν ἀπόλογον ὅσον ἦν συντεμών, γραφή ση
μήνας ἀπέστειλεν. Ην δ' ἐπ' αὐτῆς εἰπεῖν τῆς λέ
ξεως ἔχουσα οὕτως· ε Δέσποτά μου, ἅγιε βασιλεύ,
διεμηνύσατό μοι ἡ κραταιὰ καὶ ἁγία βασιλεία σου
καὶ ἡ θεία καὶ ἱερὰ σύνοδος, μετὰ τοῦ ἁγιωτάτου
πάππα και πατριάρχου Αλεξανδρείας καὶ μετὰ τῶν
δύο ἀρχιερέων, ἵνα παραδηλώσω τῇ κραταιᾷ καὶ ἁγίᾳ
βασιλείᾳ 21] σου ὅπως ἔχω γνώμης περὶ τοῦ
συμβάντος εἰς ἐμὲ λόγον, ἔτι δὲ καὶ περὶ τῆς παραι
τήσεώς μου. Καὶ ἔδει μὴ τὸ παράπαν ἀποκρίνασθαί
με, τῆς ἐμῆς παραιτήσεως σαφῶς παριστώσης την
ἐμὴν βούλησιν· ἐπεὶ δὲ μόλις νῦν ἐρωτῶμαι, ὡς ἐν
PG 144:385πλὴν εἶχον εἰς πληροφορίαν τῶν λόγων μου καὶ παράστασιν ἁπλᾶ καὶ μὴ βλάπτοντα, μηδὲ εἰς ὅρκον λογιζόμενα ταῦτα, νὰ ἔχω τὸ ἔλεος τοῦ θεοῦ, νὰ ἦμαι δοῦλος τοῦ θεοῦ, καὶ νὰ ἀποθάνω ἐν μετανοίᾳ. ὥστε καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐφθεγξάμην ἀπὸ παραλυπήσεως τῶν ἀδελφῶν μου, οὐχ ὡς ὅρκον λογιζόμενος εἶπον, ἀλλ’ ἁπλῶς ἔχων ἐκ συνηθείας τοῦτο λέγειν. τὸ δὲ ἦν· νὰ ἦμαι δοῦλος τοῦ θεοῦ, οὐ μὴ εἰ μὴ μεθ’ ὑμῶν ὑπάγω δηλονότι τό γε νῦν ἔχον, ἀφίσταμαι ἐξ ὑμῶν. οὐχ ὅρκον δὲ τοῦτο ἐλογιζόμην, μαθὼν καὶ ταῦτα παρὰ τοῦ μεγάλου πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου, λέγοντος ἐν τοῖς ἠθικοῖς αὐτοῦ λόγοις ὅτι ἔνθα τὸ νὰ τίθεμεν, οὐχ ὅρκον παραδηλοῦμεν, ἀλλ’ ἔνθα τὸ μά. εἰ δέ τις ἐπιλαμβάνεταί μου τῆς παραιτήσεως ὡς κἀκεῖσε γράψαντος διὰ τὸν ὅρκον ἐξέρχεσθαι, πρῶτον μὲν λογιζέσθω ὅτι ἀπὸ ἄκρας παραλυπήσεως γέγραπται, ὡς κἀκεῖ παρεδήλωσα. ἄλλως τε καὶ ἐδόκουν ἀπαλλαγῆναι τῆς ἐκκλησίας εἰρηνικῶς.
βραχεῖ τοῦτο ἀποκρίνομαι πρὸς τὴν ἁγίαν καὶ κρα- 4 ἀριθμὸν ὄντες καὶ δέξαιντο την παραίτησίν μου ὅ οι,
την βασιλείαν σου, ὅτι ἐγὼ ἐκ πολλῶν ἤδη τῶν
χρόνων ἐθέμην ἐν ἐμαυτῷ μήτε ὁμόσαι μήθ' ἕτερον
ἔρχον ζητῆσαι, μηδὲ ὕβριν μέμψεως ἀξίαν τοῦ στό
ματος προενεγκεῖν, ἀλλὰ μηδέ τινι καταράσασθαι.
Καὶ ἐφυλασσόμην μέχρι τῆς δεῦρο Χριστοῦ μου χά
ριτι. Πλὴν εἶχον εἰς πληροφορίαν τῶν λόγων μου
καὶ παράστασιν ἁπλᾶ καὶ μὴ βλάπτοντα, μηδὲ εἰς
ὅρκον λογιζόμενα ταῦτα, νὰ ἔχω τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ,
νὰ ἡμαι δοῦλος τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ἀποθάνω ἐν μετα
νοία. Ὥστε καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐφθεγξάμην ἀπὸ παρα
λυπήσεως τῶν ἀδελφῶν μου, οὐχ ὡς ὅρκον λογιζό
μενος εἶπον, ἀλλ᾽ ἁπλῶς ἔχων ἐκ συνηθείας τοῦτο
λέγειν. Τὸ δὲ ἦν· Νὰ ἦμαι δοῦλος τοῦ Θεοῦ, οὐ μὴ
εἰ μὴ μεθ' ὑμῶν ὑπάγω, δηλονότι τό γε νῦν ἔχον,
ἀφίσταμαι ἐξ ὑμῶν. Οὐχ ὅρκον δὲ τοῦτο ἐλογιζόμην,
μαθὼν καὶ ταῦτα παρὰ τοῦ μεγάλου Πατρὸς ἡμῶν
Βασιλείου, λέγοντος ἐν τοῖς ἡθικοῖς αὐτοῦ λόγοις ὅτι
ἔνθα τὸ νὰ τίθεμεν, οὐχ ὅρκον παραδηλοῦμεν, ἀλλ᾽
ἔνθα τὸ μά. Εἰ δέ τις ἐπιλαμβάνεταί μου τῆς παρ
αιτήσεως ὡς κἀκεῖσε γράψαντος διὰ τὸν ὅρκον
ἐξέρχεσθαι, πρῶτον μὲν λογιζέσθω ὅτι ἀπὸ ἄκρας
παραλυπήσεως γέγραπται, ὡς κἀκεῖ παρεδήλωσα.
᾿Αλλως τε καὶ ἐδόκουν ἀπαλλαγῆναι τῆς Ἐκκλησίας
εἰρηνικῶς. Ἐπεὶ δὲ συμβαίνει σκανδαλίζεσθαι τοὺς
ἀρχιερεῖς διὰ ταύτην ὡς μὴ κανονικῶς προβεβηκυίαν,
εἰ μὲν ὁμοῦ γένοιντο ἅπαντες τεσσαράκοντα τὸν
μά.
εὖ ἂν ἔχοι, κἀγὼ τότε τὸ τυχὸν οὐκ ἐρῶ, ἀλλὰ τῆς
Εκκλησίας ἐκστήσομαι, καὶ ὄψεται Κύριος ἑαυτῷ
ποιμένα, καμοῦ, εἶχε βούλοιντο, μετ' αὐτῶν συνδια
σκεψαμένου περὶ τοῦ νεύσει Θεοῦ τὴν αὐτοῦ κυβερ
νήσοντος Ἐκκλησίαν. Εἰ δ᾽ ἀπολειφθεῖέν τινες τῶν
ἀρχιερέων, ἄχρι καὶ τριῶν λέγω, μὴ δεχόμενοι τὴν
ἐμὴν παραίτησιν, μηδ' ὡς κανονικῶς προβάσης ἀπο
δεχόμενοι, κἀγὼ μετ' αὐτῶν δηλονότι ἔτομα: καὶ τῆς
δεδομένης μοι παρὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἐξου
σίας οὐκ ἀποστήσομαι, ἅμα μὲν φειδόμενος τῶν ψυ
χῶν τῶν ἀδίκως καὶ παραλόγως κατειπόντων μου.
ἅμα δὲ καὶ τῶν ἐκκλησιῶν 242] προμηθούμενος,
Δἵνα μὴ τέλεον ἀπόλωνται τῇ τῶν ὑπερμαχούντων τῆς
ἀληθείας ἀποχωρήσει. Οτι δὲ καὶ ἠδικήθην παρά τε
τῆς ἁγίας βασιλείας σου καὶ παρὰ τῶν ἀρχιερέων,
εὔδηλον· ὀκτὼ γὰρ παραδραμόντων μηνῶν ἐν οἷς
ὑβριζόμην, οὐδεμίαν ἐποίησεν ἐκδίκησιν ἡ ἁγία βα
σιλεία σου εἰς ἐμὲ, οὔτε ἡ σύνοδος. Ὅτον δ' ἐντεῦ.
θεν ἐπισυμβῇ τῇ Ἐκκλησίᾳ, πάντως οὐκ ἐγὼ τὸν
ὑπὲρ τούτου ἀποδώσω λόγον. Ταῦτα διὰ τὸ ἀσφαλὲς
γεγραφώς τῇ κραταιᾷ καὶ ἁγίᾳ βασιλείᾳ σου πέμ
πω. Γένοιτο δὲ αὐτῇ Θεοῦ κυβερνωμένη χειρί, ὅσον
ἀσφαλὲς καὶ ἀτάραχον, τῇ αὐτοῦ πραγματεύσασθαι
Ἐκκλησίᾳ. ο Ταῦτα δεξαμένῳ τα γράμματα βασι
λεῖ ὑπονοεῖν ἐπῄει ὡς οὐ γνησίας φρενός καὶ γνώσ
μης τοῦ πατριάρχου ταῦτα, ἀλλά τινων ἄλλων ὑπο
ἐπεὶ δὲ συμβαίνει σκανδαλίζεσθαι τοὺς ἀρχιερεῖς διὰ ταύτην ὡς μὴ κανονικῶς προβεβηκυῖαν, εἰ μὲν ὁμοῦ γένοιντο ἅπαντες τεσσαράκοντα τὸν ἀριθμὸν ὄντες καὶ δέξαιντο τὴν παραίτησίν μου ὅλοι, εὖ ἂν ἔχοι, κἀγὼ τότε τὸ τυχὸν οὐκ ἐρῶ, ἀλλὰ τῆς ἐκκλησίας ἐκστήσομαι, καὶ ὄψεται κύριος ἑαυτῷ ποιμένα, κἀμοῦ, εἴγε βούλοιντο, μετ’ αὐτῶν συνδιασκεψαμένου περὶ τοῦ νεύσει θεοῦ τὴν αὐτοῦ κυβερνήσοντος ἐκκλησίαν. εἰ δ’ ἀπολειφθεῖέν τινες τῶν ἀρχιερέων, ἄχρι καὶ τριῶν λέγω, μὴ δεχόμενοι τὴν ἐμὴν παραίτησιν, μηδ’ ὡς κανονικῶς προβάσης ἀποδεχόμενοι, κἀγὼ μετ’ αὐτῶν δηλονότι ἔσομαι καὶ τῆς δεδομένης μοι παρὰ τοῦ πνεύματος τοῦ ἁγίου ἐξουσίας οὐκ ἀποστήσομαι, ἅμα μὲν φειδόμενος τῶν ψυχῶν τῶν ἀδίκως καὶ παραλόγως κατειπόντων μου, ἅμα δὲ καὶ τῶν ἐκκλησιῶν προμηθούμενος, ἵνα μὴ τέλεον ἀπόλωνται τῇ τῶν ὑπερμαχούντων τῆς ἀληθείας ἀποχωρήσει. ὅτι δὲ καὶ ἠδικήθην παρά τε τῆς ἁγίας βασιλείας σου καὶ παρὰ τῶν ἀρχιερέων, εὔδηλον· ὀκτὼ γὰρ παραδραμόντων μηνῶν ἐν οἷς ὑβριζόμην, οὐδεμίαν ἐποίησεν ἐκδίκησιν ἡ ἁγία βασιλεία σου εἰς ἐμέ, οὔτε ἡ σύνοδος.
βραχεῖ τοῦτο ἀποκρίνομαι πρὸς τὴν ἁγίαν καὶ κρα- 4 ἀριθμὸν ὄντες καὶ δέξαιντο την παραίτησίν μου ὅ οι,
την βασιλείαν σου, ὅτι ἐγὼ ἐκ πολλῶν ἤδη τῶν
χρόνων ἐθέμην ἐν ἐμαυτῷ μήτε ὁμόσαι μήθ' ἕτερον
ἔρχον ζητῆσαι, μηδὲ ὕβριν μέμψεως ἀξίαν τοῦ στό
ματος προενεγκεῖν, ἀλλὰ μηδέ τινι καταράσασθαι.
Καὶ ἐφυλασσόμην μέχρι τῆς δεῦρο Χριστοῦ μου χά
ριτι. Πλὴν εἶχον εἰς πληροφορίαν τῶν λόγων μου
καὶ παράστασιν ἁπλᾶ καὶ μὴ βλάπτοντα, μηδὲ εἰς
ὅρκον λογιζόμενα ταῦτα, νὰ ἔχω τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ,
νὰ ἡμαι δοῦλος τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ἀποθάνω ἐν μετα
νοία. Ὥστε καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐφθεγξάμην ἀπὸ παρα
λυπήσεως τῶν ἀδελφῶν μου, οὐχ ὡς ὅρκον λογιζό
μενος εἶπον, ἀλλ᾽ ἁπλῶς ἔχων ἐκ συνηθείας τοῦτο
λέγειν. Τὸ δὲ ἦν· Νὰ ἦμαι δοῦλος τοῦ Θεοῦ, οὐ μὴ
εἰ μὴ μεθ' ὑμῶν ὑπάγω, δηλονότι τό γε νῦν ἔχον,
ἀφίσταμαι ἐξ ὑμῶν. Οὐχ ὅρκον δὲ τοῦτο ἐλογιζόμην,
μαθὼν καὶ ταῦτα παρὰ τοῦ μεγάλου Πατρὸς ἡμῶν
Βασιλείου, λέγοντος ἐν τοῖς ἡθικοῖς αὐτοῦ λόγοις ὅτι
ἔνθα τὸ νὰ τίθεμεν, οὐχ ὅρκον παραδηλοῦμεν, ἀλλ᾽
ἔνθα τὸ μά. Εἰ δέ τις ἐπιλαμβάνεταί μου τῆς παρ
αιτήσεως ὡς κἀκεῖσε γράψαντος διὰ τὸν ὅρκον
ἐξέρχεσθαι, πρῶτον μὲν λογιζέσθω ὅτι ἀπὸ ἄκρας
παραλυπήσεως γέγραπται, ὡς κἀκεῖ παρεδήλωσα.
᾿Αλλως τε καὶ ἐδόκουν ἀπαλλαγῆναι τῆς Ἐκκλησίας
εἰρηνικῶς. Ἐπεὶ δὲ συμβαίνει σκανδαλίζεσθαι τοὺς
ἀρχιερεῖς διὰ ταύτην ὡς μὴ κανονικῶς προβεβηκυίαν,
εἰ μὲν ὁμοῦ γένοιντο ἅπαντες τεσσαράκοντα τὸν
μά.
εὖ ἂν ἔχοι, κἀγὼ τότε τὸ τυχὸν οὐκ ἐρῶ, ἀλλὰ τῆς
Εκκλησίας ἐκστήσομαι, καὶ ὄψεται Κύριος ἑαυτῷ
ποιμένα, καμοῦ, εἶχε βούλοιντο, μετ' αὐτῶν συνδια
σκεψαμένου περὶ τοῦ νεύσει Θεοῦ τὴν αὐτοῦ κυβερ
νήσοντος Ἐκκλησίαν. Εἰ δ᾽ ἀπολειφθεῖέν τινες τῶν
ἀρχιερέων, ἄχρι καὶ τριῶν λέγω, μὴ δεχόμενοι τὴν
ἐμὴν παραίτησιν, μηδ' ὡς κανονικῶς προβάσης ἀπο
δεχόμενοι, κἀγὼ μετ' αὐτῶν δηλονότι ἔτομα: καὶ τῆς
δεδομένης μοι παρὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἐξου
σίας οὐκ ἀποστήσομαι, ἅμα μὲν φειδόμενος τῶν ψυ
χῶν τῶν ἀδίκως καὶ παραλόγως κατειπόντων μου.
ἅμα δὲ καὶ τῶν ἐκκλησιῶν 242] προμηθούμενος,
Δἵνα μὴ τέλεον ἀπόλωνται τῇ τῶν ὑπερμαχούντων τῆς
ἀληθείας ἀποχωρήσει. Οτι δὲ καὶ ἠδικήθην παρά τε
τῆς ἁγίας βασιλείας σου καὶ παρὰ τῶν ἀρχιερέων,
εὔδηλον· ὀκτὼ γὰρ παραδραμόντων μηνῶν ἐν οἷς
ὑβριζόμην, οὐδεμίαν ἐποίησεν ἐκδίκησιν ἡ ἁγία βα
σιλεία σου εἰς ἐμὲ, οὔτε ἡ σύνοδος. Ὅτον δ' ἐντεῦ.
θεν ἐπισυμβῇ τῇ Ἐκκλησίᾳ, πάντως οὐκ ἐγὼ τὸν
ὑπὲρ τούτου ἀποδώσω λόγον. Ταῦτα διὰ τὸ ἀσφαλὲς
γεγραφώς τῇ κραταιᾷ καὶ ἁγίᾳ βασιλείᾳ σου πέμ
πω. Γένοιτο δὲ αὐτῇ Θεοῦ κυβερνωμένη χειρί, ὅσον
ἀσφαλὲς καὶ ἀτάραχον, τῇ αὐτοῦ πραγματεύσασθαι
Ἐκκλησίᾳ. ο Ταῦτα δεξαμένῳ τα γράμματα βασι
λεῖ ὑπονοεῖν ἐπῄει ὡς οὐ γνησίας φρενός καὶ γνώσ
μης τοῦ πατριάρχου ταῦτα, ἀλλά τινων ἄλλων ὑπο
ὅσον δ’ ἐντεῦθεν ἐπισυμβῇ τῇ ἐκκλησίᾳ, πάντως οὐκ ἐγὼ τὸν ὑπὲρ τούτου ἀποδώσω λόγον. ταῦτα διὰ τὸ ἀσφαλὲς γεγραφὼς τῇ κραταιᾷ καὶ ἁγίᾳ βασιλείᾳ σου πέμπω. γένοιτο δὲ αὐτῇ θεοῦ κυβερνωμένῃ χειρί, ὅσον ἀσφαλὲς καὶ ἀτάραχον, τῇ αὐτοῦ πραγματεύσασθαι ἐκκλησίᾳ. Ταῦτα δεξαμένῳ τὰ γράμματα βασιλεῖ ὑπονοεῖν ἐπῄει ὡς οὐ γνησίας φρενὸς καὶ γνώμης τοῦ πατριάρχου ταῦτα, ἀλλά τινων ἄλλων ὑποβαλλομένων, οἷς ἦν ἀμφισβητεῖν ἀρχιερεῦσιν οὖσιν πρὸς τοὺς κατ’ ἐκείνου σπουδάζοντας· ὅμως δὲ καὶ αὖθις ξύναξιν καθιστὰς τῇ συνόδῳ τὰ τῆς ἀπολογίας κοινοῦται, καὶ ὅτι μεταμέλειν δοκεῖ τῷ παραιτουμένῳ τῆς παραιτήσεως, συνδιασκέπτεσθαι ἀξιοῖ. τότε τοίνυν στερρά τις φιλονεικία καὶ ἑκατέροις τοῖς μέρεσι γίνεται, τῶν μὲν ὑπὲρ ἐκείνου λεγόντων καὶ μᾶλλον ἰσχυριζομένων, ὡς παραλυπήσεως, οὐ προαιρέσεως ἡ παραίτησις, καὶ ὅτι εἰ καὶ ἐπὶ τρισὶν ἀρχιερεῦσι καὶ μόνοις ἵστασθαι βούλεται, τόσων προσκειμένων ἐκείνῳ πολλῷ γε δικαιότερον ἵστασθαι, τῶν δὲ τούτοις ἀνθισταμένων ὅρκον εἶναι διατεινομένων τὸν λόγον, καὶ ὅρκον φρίκης μεστόν, καὶ ἱκανὸν κωλύειν ἱερωσύνης παραβαινόμενον.
βραχεῖ τοῦτο ἀποκρίνομαι πρὸς τὴν ἁγίαν καὶ κρα- 4 ἀριθμὸν ὄντες καὶ δέξαιντο την παραίτησίν μου ὅ οι,
την βασιλείαν σου, ὅτι ἐγὼ ἐκ πολλῶν ἤδη τῶν
χρόνων ἐθέμην ἐν ἐμαυτῷ μήτε ὁμόσαι μήθ' ἕτερον
ἔρχον ζητῆσαι, μηδὲ ὕβριν μέμψεως ἀξίαν τοῦ στό
ματος προενεγκεῖν, ἀλλὰ μηδέ τινι καταράσασθαι.
Καὶ ἐφυλασσόμην μέχρι τῆς δεῦρο Χριστοῦ μου χά
ριτι. Πλὴν εἶχον εἰς πληροφορίαν τῶν λόγων μου
καὶ παράστασιν ἁπλᾶ καὶ μὴ βλάπτοντα, μηδὲ εἰς
ὅρκον λογιζόμενα ταῦτα, νὰ ἔχω τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ,
νὰ ἡμαι δοῦλος τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ἀποθάνω ἐν μετα
νοία. Ὥστε καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐφθεγξάμην ἀπὸ παρα
λυπήσεως τῶν ἀδελφῶν μου, οὐχ ὡς ὅρκον λογιζό
μενος εἶπον, ἀλλ᾽ ἁπλῶς ἔχων ἐκ συνηθείας τοῦτο
λέγειν. Τὸ δὲ ἦν· Νὰ ἦμαι δοῦλος τοῦ Θεοῦ, οὐ μὴ
εἰ μὴ μεθ' ὑμῶν ὑπάγω, δηλονότι τό γε νῦν ἔχον,
ἀφίσταμαι ἐξ ὑμῶν. Οὐχ ὅρκον δὲ τοῦτο ἐλογιζόμην,
μαθὼν καὶ ταῦτα παρὰ τοῦ μεγάλου Πατρὸς ἡμῶν
Βασιλείου, λέγοντος ἐν τοῖς ἡθικοῖς αὐτοῦ λόγοις ὅτι
ἔνθα τὸ νὰ τίθεμεν, οὐχ ὅρκον παραδηλοῦμεν, ἀλλ᾽
ἔνθα τὸ μά. Εἰ δέ τις ἐπιλαμβάνεταί μου τῆς παρ
αιτήσεως ὡς κἀκεῖσε γράψαντος διὰ τὸν ὅρκον
ἐξέρχεσθαι, πρῶτον μὲν λογιζέσθω ὅτι ἀπὸ ἄκρας
παραλυπήσεως γέγραπται, ὡς κἀκεῖ παρεδήλωσα.
᾿Αλλως τε καὶ ἐδόκουν ἀπαλλαγῆναι τῆς Ἐκκλησίας
εἰρηνικῶς. Ἐπεὶ δὲ συμβαίνει σκανδαλίζεσθαι τοὺς
ἀρχιερεῖς διὰ ταύτην ὡς μὴ κανονικῶς προβεβηκυίαν,
εἰ μὲν ὁμοῦ γένοιντο ἅπαντες τεσσαράκοντα τὸν
μά.
εὖ ἂν ἔχοι, κἀγὼ τότε τὸ τυχὸν οὐκ ἐρῶ, ἀλλὰ τῆς
Εκκλησίας ἐκστήσομαι, καὶ ὄψεται Κύριος ἑαυτῷ
ποιμένα, καμοῦ, εἶχε βούλοιντο, μετ' αὐτῶν συνδια
σκεψαμένου περὶ τοῦ νεύσει Θεοῦ τὴν αὐτοῦ κυβερ
νήσοντος Ἐκκλησίαν. Εἰ δ᾽ ἀπολειφθεῖέν τινες τῶν
ἀρχιερέων, ἄχρι καὶ τριῶν λέγω, μὴ δεχόμενοι τὴν
ἐμὴν παραίτησιν, μηδ' ὡς κανονικῶς προβάσης ἀπο
δεχόμενοι, κἀγὼ μετ' αὐτῶν δηλονότι ἔτομα: καὶ τῆς
δεδομένης μοι παρὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἐξου
σίας οὐκ ἀποστήσομαι, ἅμα μὲν φειδόμενος τῶν ψυ
χῶν τῶν ἀδίκως καὶ παραλόγως κατειπόντων μου.
ἅμα δὲ καὶ τῶν ἐκκλησιῶν 242] προμηθούμενος,
Δἵνα μὴ τέλεον ἀπόλωνται τῇ τῶν ὑπερμαχούντων τῆς
ἀληθείας ἀποχωρήσει. Οτι δὲ καὶ ἠδικήθην παρά τε
τῆς ἁγίας βασιλείας σου καὶ παρὰ τῶν ἀρχιερέων,
εὔδηλον· ὀκτὼ γὰρ παραδραμόντων μηνῶν ἐν οἷς
ὑβριζόμην, οὐδεμίαν ἐποίησεν ἐκδίκησιν ἡ ἁγία βα
σιλεία σου εἰς ἐμὲ, οὔτε ἡ σύνοδος. Ὅτον δ' ἐντεῦ.
θεν ἐπισυμβῇ τῇ Ἐκκλησίᾳ, πάντως οὐκ ἐγὼ τὸν
ὑπὲρ τούτου ἀποδώσω λόγον. Ταῦτα διὰ τὸ ἀσφαλὲς
γεγραφώς τῇ κραταιᾷ καὶ ἁγίᾳ βασιλείᾳ σου πέμ
πω. Γένοιτο δὲ αὐτῇ Θεοῦ κυβερνωμένη χειρί, ὅσον
ἀσφαλὲς καὶ ἀτάραχον, τῇ αὐτοῦ πραγματεύσασθαι
Ἐκκλησίᾳ. ο Ταῦτα δεξαμένῳ τα γράμματα βασι
λεῖ ὑπονοεῖν ἐπῄει ὡς οὐ γνησίας φρενός καὶ γνώσ
μης τοῦ πατριάρχου ταῦτα, ἀλλά τινων ἄλλων ὑπο
PG 144:387οἷς δὴ καὶ ὁ βασιλεὺς ἐπιεικῶς ὁμογνωμονῶν ἦν, τῷ μὲν πλείονι, ὡς ἐῴκει, δι’ ἄκραν εὐλάβειαν τὴν ἐπὶ τὸν ὅρκον, τῷ δ’ ἀδήλῳ, οἶμαι, καὶ σκοπὸν ἔχων τοὺς Ἀρσενιάτας, εἰ εἰρηνεύειν δύναιτο, (οὐδὲ γὰρ μικρὸν ὠδύνα τὸν βασιλέα τὸ ἐκείνων σχίσμα, ὡς ἔδειξε) προσλαβέσθαι. ἢ μὴν ἄλλως καὶ δι’ Ἀθανάσιον, ἄδηλον ὂν ἐς τότε. τούτων ἐπὶ πολὺ τριβομένων καὶ τῶν ἀρχιερέων μὴ συμβαινόντων ἀλλήλοις μετέωρα τὰ τῆς ἀποφάσεως ἦσαν, καὶ οὐδὲν ἤνυτον συνερχόμενοι. διὰ τοῦτο καὶ ἔτι ἐμνημονεύετο μὲν Ἰωάννης, οἱ αὐτοῦ δὲ τὸ πατριαρχεῖον διῴκουν κατέχοντες, καίτοι γε καὶ πρὸ τοῦ ταῦτα κινεῖσθαι πέμποντος μὲν εἰς μονὰς τοῦ ἔτι πατριαρχοῦντος, πέμποντος δὲ καὶ εἰς τὴν αὐτὴν ἐκκλησίαν, καὶ παύειν τὸ ἑαυτοῦ μνημόσυνον ἐπιτρέποντος ὡς δῆθεν παραιτησαμένου καὶ ἀποβεβληκότος τὸν ἱερέα παντάπασιν. ἀλλ’ ἐκεῖνοι τὴν ἀπό τε συνόδου καὶ βασιλέως ἀποκατάστασιν ἐκδεχόμενοι κατασιγᾶν οὐδ’ ὅλως ἐπείθοντο τὸ Ἰωάννου ὄνομα. 33.
βαλλομένων, οἷς ἦν ἀμφισβητεῖν ἀρχιερεύσιν οὖσι & γε καὶ πρὸ τοῦ ταῦτα κινεῖσθαι πέμποντος μὲν εἰ
πρὸς τοὺς κατ' ἐκείνου σπουδάζοντας· ὅμως δὲ καὶ
αὖθις ξύναξιν καθιστάς τῇ συνόδῳ τὰ τῆς ἀπολογίας
κοινοῦται, καὶ ὅτι μεταμέλειν δοκεῖ τῷ παραιτου
μένῳ τῆς παραιτήσεως, συνδιασκέπτεσθαι ἀξιοῖ.
Τότε τοίνυν στερρά τις φιλονεικία καὶ ἑκατέροις τοῖς
μέρεσι γίνεται, τῶν μὲν ὑπὲρ ἐκείνου λεγόντων καὶ
μᾶλλον ἰσχυριζομένων, ὡς παραλυπήσεως, οὐ προ
αιρέσεως ή παραίτησις, καὶ ὅτι εἰ καὶ ἐπὶ τρισὶν
ἀρχιερεῦσι καὶ μένοις ἵστασθαι βούλεται, τόσων
προσκειμένων ἐκείνῳ πολλῷ γε δικαιότερον ἴστασθαι,
τῶν δὲ τούτοις ἀνθισταμένων ὅρκον εἶναι διατεινομέ
νων τὸν λόγον, καὶ ὅρκον φρίκης μεστὸν, καὶ ἱκανὸν
κωλύειν ἱερωσύνης παραβαινόμενον. Οἶ; δὴ καὶ ὁ
βασιλεὺς ἐπιεικῶς ὁμογνωμονῶν ἦν, τῷ μὲν πλείονι,
ὡς ἐῴκει, δι' ἄκραν εὐλάβειαν τὴν ἐπὶ τὸν ὅρκον, 5
τῷ δ' ἐδήλῳ, οἶμαι, καὶ σκοπὸν ἔχων τοὺς ᾿Αρσε
νιάτας, εἰ εἰρηνεύειν δύναιτο (οὐδὲ γὰρ μικρὸν ὠδύνα
τὸν βασιλέα τὸ ἐκείνων σχίσμα, ὡς ἔδειξε), προσλα
βέσθαι. Η μὴν ἄλλως καὶ δι' ᾿Αθανάσιον, ἄδηλον δι
ἐς τότε. Τούτων ἐπὶ πολὺ τριβομένων καὶ τῶν ἀρε
χιερέων μὴ συμβαινόντων ἀλλήλοις μετέωρα τὰ τῆς
ἀποφάσεως ἦσαν, καὶ οὐδὲν ἤνυτον συνερχόμενοι.
Διὰ τοῦτο καὶ ἔτι ἐμνημονεύετο μὲν Ἰωάννης, οἱ αὐ
τοῦ δὲ τὸ πατριαρχεῖον διώκουν κατέχοντες, καίτοι
μονὰς τοῦ ἔτι πατριαρχοῦντος, πέμποντος δὲ κι
εἰς τὴν αὐτὴν Ἐκκλησίαν, καὶ παύειν τὸ ἑαυτο
μνημόσυνον ἐπιτρέποντος ὡς δῆθεν παραιτησαμένο
καὶ ἀποβεβληκότος τὸν ἱερέα παντάπασιν. [Ρ. 243
'Αλλ' ἐκεῖνοι τὴν ἀπό τε συνόδου καὶ βασιλέως ἀπα
κατάστασιν ἐκδεχόμενοι κατασιγᾷν οὐδ᾽ ὅλως ἐπεί
θοντο τὸ Ἰωάννου όνομα.
λγ΄. Περὶ τῆς δοκιμασίας τῶν ᾿Αρσενιατών.
Τῷ μέντοι γε βασιλεῖ ἔνθεν μὲν ὁρῶντι τὴν ἐπ
τῷ παραιτεῖσθαι πολλάκις εὐκολίαν τοῦ Ἰωάνν
ἔνθεν δ' αὖθις ὑπονοουμένῳ τὴν τῶν ᾿Αρσενιατῶν ἐ
ἔσχατον ἀντοχὴν, ὡς οὐδ' ἂν εἰρηνευσόντων ἄλλως
εἰ μή γε καθ᾿ αὐτοὺς τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράγματι
γένοιντο (καὶ γὰρ καὶ τοῦ Υακίνθου ἐξ ἀνθρώπων
γεγονότος ἐκεῖνοι τῇ τοῦ Μωσελὲ μονῇ προσκαθήσ
μενοι πολλοὺς εἶχον ἐξωτέρω τους σπουδαστές, καὶ
τοὺς αὐτῶν νεκροὺς ἴσα καὶ ὁμολογητὰς ἐτίμων, καὶ
πολλοὺς ἐντεῦθεν ἐπήγοντο), ἔννοιά τις ἐπῄει, ήδη
καὶ τοῖς λογισμοῖς αὐτοῦ προκαθίσασα, μήπως θεῷ
δοκοῦν τὰ τούτων, ὁ δὲ τὰ πόῤῥω διώκοι, καὶ ὧν ἴσως
τελέσθεντων οὐδὲν ὀνήϊστον γένοιτο, καὶ διὰ ταῦθ'
ὁδηγοῦν τὸ θεῖον τὴν τοῦ Ἰωάννου πρὸς τὸ πατρί
αρχεύειν ἐμποιεῖ νάρκην, εὐχερῶς παραιτουμένου
κἀκ τῆς τυχούσης προφάσεως. Τῷ τοι καὶ γνωσιμα
τη
Τῷ μέντοι γε βασιλεῖ ἔνθεν μὲν ὁρῶντι τὴν ἐπὶ τῷ παραιτεῖσθαι πολλάκις εὐκολίαν τοῦ Ἰωάννου, ἔνθεν δ’ αὖθις ὑπονοουμένῳ τὴν τῶν Ἀρσενιατῶν ἐς ἔσχατον ἀντοχήν, ὡς οὐδ’ ἂν εἰρηνευσόντων ἄλλως εἰ μή γε καθ’ αὑτοὺς τὰ τῆς ἐκκλησίας πράγματα γένοιντο (καὶ γὰρ καὶ τοῦ Ὑακίνθου ἐξ ἀνθρώπων γεγονότος ἐκεῖνοι τῇ τοῦ Μωσελὲ μονῇ προσκαθήμενοι πολλοὺς εἶχον ἐξωτέρω τοὺς σπουδαστάς, καὶ τοὺς αὐτῶν νεκροὺς ἴσα καὶ ὁμολογητὰς ἐτίμων, καὶ πολλοὺς ἐντεῦθεν ἐπήγοντο), ἔννοιά τις ἐπῄει, ἤδη καὶ τοῖς λογισμοῖς αὐτοῦ προκαθίσασα, μήπως θεῷ δοκοῦν τὰ τούτων ὁ δὲ τὰ πόρρω διώκοι, καὶ ὧν ἴσως τελεσθέντων οὐδὲν ὀνήϊστον γένοιτο, καὶ διὰ ταῦθ’ ὁδηγοῦν τὸ θεῖον τὴν τοῦ Ἰωάννου πρὸς τὸ πατριαρχεύειν ἐμποιεῖ νάρκην, εὐχερῶς παραιτουμένου κἀκ τῆς τυχούσης προφάσεως.
βαλλομένων, οἷς ἦν ἀμφισβητεῖν ἀρχιερεύσιν οὖσι & γε καὶ πρὸ τοῦ ταῦτα κινεῖσθαι πέμποντος μὲν εἰ
πρὸς τοὺς κατ' ἐκείνου σπουδάζοντας· ὅμως δὲ καὶ
αὖθις ξύναξιν καθιστάς τῇ συνόδῳ τὰ τῆς ἀπολογίας
κοινοῦται, καὶ ὅτι μεταμέλειν δοκεῖ τῷ παραιτου
μένῳ τῆς παραιτήσεως, συνδιασκέπτεσθαι ἀξιοῖ.
Τότε τοίνυν στερρά τις φιλονεικία καὶ ἑκατέροις τοῖς
μέρεσι γίνεται, τῶν μὲν ὑπὲρ ἐκείνου λεγόντων καὶ
μᾶλλον ἰσχυριζομένων, ὡς παραλυπήσεως, οὐ προ
αιρέσεως ή παραίτησις, καὶ ὅτι εἰ καὶ ἐπὶ τρισὶν
ἀρχιερεῦσι καὶ μένοις ἵστασθαι βούλεται, τόσων
προσκειμένων ἐκείνῳ πολλῷ γε δικαιότερον ἴστασθαι,
τῶν δὲ τούτοις ἀνθισταμένων ὅρκον εἶναι διατεινομέ
νων τὸν λόγον, καὶ ὅρκον φρίκης μεστὸν, καὶ ἱκανὸν
κωλύειν ἱερωσύνης παραβαινόμενον. Οἶ; δὴ καὶ ὁ
βασιλεὺς ἐπιεικῶς ὁμογνωμονῶν ἦν, τῷ μὲν πλείονι,
ὡς ἐῴκει, δι' ἄκραν εὐλάβειαν τὴν ἐπὶ τὸν ὅρκον, 5
τῷ δ' ἐδήλῳ, οἶμαι, καὶ σκοπὸν ἔχων τοὺς ᾿Αρσε
νιάτας, εἰ εἰρηνεύειν δύναιτο (οὐδὲ γὰρ μικρὸν ὠδύνα
τὸν βασιλέα τὸ ἐκείνων σχίσμα, ὡς ἔδειξε), προσλα
βέσθαι. Η μὴν ἄλλως καὶ δι' ᾿Αθανάσιον, ἄδηλον δι
ἐς τότε. Τούτων ἐπὶ πολὺ τριβομένων καὶ τῶν ἀρε
χιερέων μὴ συμβαινόντων ἀλλήλοις μετέωρα τὰ τῆς
ἀποφάσεως ἦσαν, καὶ οὐδὲν ἤνυτον συνερχόμενοι.
Διὰ τοῦτο καὶ ἔτι ἐμνημονεύετο μὲν Ἰωάννης, οἱ αὐ
τοῦ δὲ τὸ πατριαρχεῖον διώκουν κατέχοντες, καίτοι
μονὰς τοῦ ἔτι πατριαρχοῦντος, πέμποντος δὲ κι
εἰς τὴν αὐτὴν Ἐκκλησίαν, καὶ παύειν τὸ ἑαυτο
μνημόσυνον ἐπιτρέποντος ὡς δῆθεν παραιτησαμένο
καὶ ἀποβεβληκότος τὸν ἱερέα παντάπασιν. [Ρ. 243
'Αλλ' ἐκεῖνοι τὴν ἀπό τε συνόδου καὶ βασιλέως ἀπα
κατάστασιν ἐκδεχόμενοι κατασιγᾷν οὐδ᾽ ὅλως ἐπεί
θοντο τὸ Ἰωάννου όνομα.
λγ΄. Περὶ τῆς δοκιμασίας τῶν ᾿Αρσενιατών.
Τῷ μέντοι γε βασιλεῖ ἔνθεν μὲν ὁρῶντι τὴν ἐπ
τῷ παραιτεῖσθαι πολλάκις εὐκολίαν τοῦ Ἰωάνν
ἔνθεν δ' αὖθις ὑπονοουμένῳ τὴν τῶν ᾿Αρσενιατῶν ἐ
ἔσχατον ἀντοχὴν, ὡς οὐδ' ἂν εἰρηνευσόντων ἄλλως
εἰ μή γε καθ᾿ αὐτοὺς τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράγματι
γένοιντο (καὶ γὰρ καὶ τοῦ Υακίνθου ἐξ ἀνθρώπων
γεγονότος ἐκεῖνοι τῇ τοῦ Μωσελὲ μονῇ προσκαθήσ
μενοι πολλοὺς εἶχον ἐξωτέρω τους σπουδαστές, καὶ
τοὺς αὐτῶν νεκροὺς ἴσα καὶ ὁμολογητὰς ἐτίμων, καὶ
πολλοὺς ἐντεῦθεν ἐπήγοντο), ἔννοιά τις ἐπῄει, ήδη
καὶ τοῖς λογισμοῖς αὐτοῦ προκαθίσασα, μήπως θεῷ
δοκοῦν τὰ τούτων, ὁ δὲ τὰ πόῤῥω διώκοι, καὶ ὧν ἴσως
τελέσθεντων οὐδὲν ὀνήϊστον γένοιτο, καὶ διὰ ταῦθ'
ὁδηγοῦν τὸ θεῖον τὴν τοῦ Ἰωάννου πρὸς τὸ πατρί
αρχεύειν ἐμποιεῖ νάρκην, εὐχερῶς παραιτουμένου
κἀκ τῆς τυχούσης προφάσεως. Τῷ τοι καὶ γνωσιμα
τη
PG 144:389τῷ τοι καὶ γνωσιμαχῶν ὑπὲρ τούτων, καὶ ὅτι ἄλλως ἀνάγκη ἦν καὶ τρίτον ἐπὶ δυσὶ πατριάρχην ἐπικηρύττεσθαι αὐτοῦ γε παραιτουμένου ἤδη, καὶ τὸ ἀπρεπὲς δυσωπούμενος, ἔγνω προκαταλαμβάνειν ἐκείνους, καὶ πέμψας ἐν ἀπορρήτοις τὴν ἐκ Νοστόγγων Ταρχανειώτισσαν ὁμαιμονοῦσαν τῷ Κομνηνῷ Ἰωάννῃ καὶ τὰ ἐκείνων ἐξ ἀρχῆς φρονοῦσαν ἄγει παρ’ ἑαυτῷ, καὶ κοινοῦται ταύτῃ τὸ σκέμμα, καὶ πρὸς ἐκείνους διὰ ταύτης πρεσβεύεται, καὶ ζητεῖ τοὺς ἐκείνων πρώτους, καὶ μάλιστα τοὺς τυφλούς, Λάζαρόν τε τὸν Γοριανίτην καὶ τὸν Περιστέρην Μακάριον, ἐφ’ ᾧ καὶ περὶ τούτων σφίσι συνδιασκέψασθαι. καὶ δὴ ἐφίσταται μὲν ἡ μοναχὴ γραῦς ἀσμένοις τοῖς μοναχοῖς, ἐκλέγονται δὲ παρ’ αὐτῶν τοῖς τυφλοῖς συνάμα οἱ τῶν ἄλλων προέχοντες, καὶ εἰς πέντε ποσωθέντες ἐξαποστέλλονται. ὧν δὴ καὶ τῶν νυκτῶν ἀωρὶ μηδενὸς ἄλλου συνειδότος προσόδου πρὸς βασιλέα τυγχανόντων, οἱ περὶ τούτων κινοῦνται λόγοι·
Νὰ ἔχω τὸ ἔλεος τοῦ
Θεοῦ, νὰ εἰμὶ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποθάνω ἐν με
μονήν ἀγορὰν νέαν
Να', Ρ. 341. Ο δ' ὅρκο; ἰδιωτικῶς πως οὕτως ἐξ
νεχθεὶς, «Νὰ ἡμαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ, οὐ μὴν
εἰμὶ μεθ' ὑμῶν, εἰ μὴ τὰ γένοιτο.»
Ρ. 550: Οπερ έφθεγξάμην ἀπὸ παραλυπήσεως τῶν
ἀδελφῶν μου, οὐχ ὡς ἔρχον λογιζόμενος εἶπον,
Φίλ᾽ ἁπλῶς ἐκ συνηθείας τοῦτο λέγειν, νὰ ἡμα
συνήθη νομίσματα
Καὶ τὰ συνήθη τοῦ ξενῶνος νομίσματα
πέμπων· ἐποίει γὰρ κατ᾽ ἔτος βασιλεὺς ἐλεημο
σύνην κρυφίως, εἰδότος τοῦ πατριάρχου, 707 εἰς
χιλιάδας πολλάς ποτουμένην.
καὶ βασιλεὺς οὐδὲν ἄλλο προυργιαίτερον ἔχων ἢ ὅπως μὲν τὸ ἐπὶ ταῖς πράξεσιν ἀμώμητον σχοῖεν, ἐπί τε χειροτονίᾳ δηλαδὴ πατριάρχου καὶ τοῖς λοιποῖς, ὅπως δὲ καὶ ἀρχιερεῖς περιποιοῖντο ἐν ταῖς τιμαῖς (τὸ γὰρ τοῦ Ἰωσὴφ μνημόσυνον καὶ προπέποτο), πολὺς ἦν ἀξιῶν πρὸς ταῦτα, μή πως, φησί, καταστορεθέντος μέρους μέρος αὖθις ἀνασοβοῖτο καὶ πάλιν ἀναζῷεν τὰ σκάνδαλα, ἀλλ’ ὅλη τις καὶ ἐφ’ ὅλοις εἰρήνη ἐπισχεθείη τοῖς πράγμασι· τοῦτο γάρ, φησί, καὶ τὸ σπουδαζόμενον. οἱ μέντοι γε μοναχοὶ τὰ μὲν περὶ τοῦ γενησομένου πατριάρχου, ὅπως ἂν ψηφισθείη καὶ ὅπως χειροτονοῖτο καὶ τίς οὗτος δὴ καὶ ὁποῖος, τὸν μὲν ἔχειν ἔλεγον καὶ ἐπιεικῶς ἐπὶ τῷ πράγματι ἄξιον, τὴν ψῆφον δ’ αὐτοῦ καὶ τὴν χειροτονίαν μὴ πράττειν ὅλως ἀπέλεγον τοὺς ἀρχιερεῖς· μηδὲ γὰρ ὅσιον εἶναι κατασεσεισμένον ἐξ ἀρχῆς ὑποτιθέναι τὸν θέμεθλον. ἀλλ’ ἐκείνους μὲν ἀπρακτεῖν τὸ πάμπαν καὶ ἡσυχάζειν, ἔστ’ ἂν καταστάντος πατριάρχου νομίμου τὰ κατ’ αὐτοὺς ἐξετάζοιντο, αὐτοὺς δὲ καὶ οὓς κοινωνοὺς εἶχον ἑτέρους ψηφίζεσθαι·
Νὰ ἔχω τὸ ἔλεος τοῦ
Θεοῦ, νὰ εἰμὶ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποθάνω ἐν με
μονήν ἀγορὰν νέαν
Να', Ρ. 341. Ο δ' ὅρκο; ἰδιωτικῶς πως οὕτως ἐξ
νεχθεὶς, «Νὰ ἡμαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ, οὐ μὴν
εἰμὶ μεθ' ὑμῶν, εἰ μὴ τὰ γένοιτο.»
Ρ. 550: Οπερ έφθεγξάμην ἀπὸ παραλυπήσεως τῶν
ἀδελφῶν μου, οὐχ ὡς ἔρχον λογιζόμενος εἶπον,
Φίλ᾽ ἁπλῶς ἐκ συνηθείας τοῦτο λέγειν, νὰ ἡμα
συνήθη νομίσματα
Καὶ τὰ συνήθη τοῦ ξενῶνος νομίσματα
πέμπων· ἐποίει γὰρ κατ᾽ ἔτος βασιλεὺς ἐλεημο
σύνην κρυφίως, εἰδότος τοῦ πατριάρχου, 707 εἰς
χιλιάδας πολλάς ποτουμένην.
PG 144:391χειροτονεῖν δὲ τὸν τῶν Μαρμαριτζίων ἐπίσκοπον προσκληθέντα ἐκ δύσεως, ἄνδρα γηραιὸν μὲν ἤδη καὶ τῆς παλαιᾶς ἐκείνης χειροτονίας, οὐδ’ ὅλως δὲ τοῖς μεταξὺ πραχθεῖσι κεκοινωνηκέναι δόξαντα. ὑπέτεινον δὲ καὶ χρηστὰς ἐλπίδας ἀρχιερεῦσι, λέγοντες μὴ τελέως αὐτῶν ἀφειδεῖν ἐς ὃ καὶ ἀργοῖεν, ἀλλὰ κατὰ τὴν τοῦ θείου Ταρασίου πρᾶξιν περιποιεῖσθαι, πλὴν ἐκείνων ὅσον ἐκ τοῦ γενησομένου πατριάρχου κανονικὴ ἐξέτασις, ὡς εἰκός, ἀποδοκιμάσειεν. ὡς δὲ καὶ περὶ τοῦ Μαρμαριτζίων ἐζήτησεν ὁ κρατῶν, καὶ πολλὴν ἐν πολλοῖς ἀδιαφορίαν τοῦ ἀνδρὸς κατεμάνθανεν, ὅτι τε χρημάτων ὤνιον τὴν ἱερωσύνην ποιοίη, καὶ ὅτι συνάμα πολλοὺς χειροτονοίη ἐν μιᾷ ἱερᾷ τελετῇ τῆς αὐτῆς ἐπὶ τῇ ἱερωσύνῃ τάξεως, καὶ ἄλλ’ ἄττα τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἀπᾴδοντα πράττοι, καὶ μᾶλλον ὅτι ἐκλελοιπότων κατὰ δύσιν καὶ τῶν ἀπὸ τῆς μεγάλης συνόδου ἀρχιερέων διὰ τὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν σκανδάλων ἐπάλληλα. ὡς γοῦν ταῦτ’ ἀκούων τοῖς μοναχοῖς προέτεινεν ὁ κρατῶν, τὴν τοῦ καιροῦ ἐκεῖνοι προβαλλόμενοι δυσκολίαν καὶ τὸ τῶν φυλαχθέντων σπάνιον ἐπὶ τοιούτοις καιροῖς, παρέλκειν ἔλεγον ταῦτα ὡς ἄξια συγγινώσκεσθαι·
χρηστὰς ἐλπίδας ἀρχιερεῦσι, λέγοντες μὴ τελέως αυ- Εκκλησίας σκάνδαλον ἐς τέλος περιποιεῖν δύνασθαι.
τῶν ἀφειδεῖν ἐς ὅ καὶ ἀργοῖεν, ἀλλὰ κατὰ τὴν τοῦ
θείου Ταρασίου πρᾶξιν περιποιεῖσθαι, πλὴν ἐκείνων
ὅσον ἐκ τοῦ γενησομένου πατριάρχου κανονικὴ ἐξ
έτασις, ὡς εἰκὸς, ἀποδοκιμάσειεν. Ως δὲ καὶ περὶ
τοῦ Μαρμαριτζίων ἐζήτησεν ὁ κρατῶν, καὶ πολλὴν
ἐν πολλοῖς ἀδιαφορίαν τοῦ ἀνδρὸς κατεμάνθανεν, ὅτι
τε χρημάτων ὤνιον τὴν ἱερωσύνην ποιοίη, καὶ ὅτι
σύναμα πολλούς χειροτονοίη ἐν μιᾷ ἱερᾷ τελετῇ τῆς
αὐτῆς ἐπὶ τῇ ἱερωσύνῃ τάξεως, καὶ ἄλλ᾽ ἅττα τῶν
ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἀπάδοντα πράττοι, καὶ μᾶλ
λον ὅτι ἐκλελοιπότων κατὰ δύσιν καὶ τῶν ἀπὸ τῆς
μεγάλης συνόδου ἀρχιερέων διὰ τὰ τῶν ἐκκλησιαστι
κῶν σκανδάλων ἐπάλληλα. Ως γοῦν ταῦτ᾽ ἀκούων
τοῖς μοναχοῖς προέτεινεν ὁ κρατῶν, τὴν τοῦ καιροῦ
ἐκεῖνοι προβαλλόμενοι δυσκολίαν καὶ τὸ τῶν φυλα
χθέντων σπάνιον ἐπὶ τοιούτοις καιροῖς, παρέλκειν
ἔλεγον ταῦτα ὡς ἄξια συγγινώσκεσθαι· ἐκεῖνον γάρ,
κἂν πάντ᾽ ἔχοι τὰ φημιζόμενα, ἀλλ᾽ οὖν τὴν ἐκ πιο
λαιοῦ [245] χειροτονίαν καὶ τὸ μὴ συγκεκοινωνηκέ
ναι δόξαι τοῖς χθὲς τελεσθεῖσι καὶ πρώην εἰς τὸ τῆς
Ταῦτα λέγοντες δῆλος ἦσαν ἀκριβείας καθυφικότες,
ἵνα ἄρα τὰ τῆς ἀκριβείας πράττειν ἐβούλοντο. Βασι
λεὺς δ' ὅμως ἅπαξ διὰ σκοποῦ θέμενος αὐτοὺς προς
λαβέσθαι, οὐδὲν ἐφιλοκρίνει πρὸς ταῦτα, ἀπεθάδει
δὲ τὴν ἐγχείρησιν, ἀκριβῶς εἰδὼς, ὅπερ καὶ φανε
ρὸν ἦν, ὡς παρ' αὐτοῖς ἂν εἴη καὶ μόνοις καὶ τὸ
ἐπίμωμον δοκοῦν ἐξιᾶσθαι, ἀκριβείας δόξασιν ἐπει
λήφθαι ὡς καὶ διὰ ταύτην ἀρχῆθεν πιστευομένοις
κακοπαθεῖν. Τῷ τοι καὶ ὑπὸ πολλῇ πληροφορίᾳ ἐπ'
αὐτοῖς τὸ πᾶν ἐτίθει, καὶ δῆλος ἦν ἐκείνοις προσέξων
ὅ τι καὶ πράττοιεν. Γράμματί τε τὰ συντεθειμένα
ἡσφαλίζοντο. Καὶ μόνον ἦν τὸ ἀρχιερεῖς ὁμοφωνεῖν
ἐπὶ τῇ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ἰωάννου παραδοχῇ, εἰ
δ' οὖν, ἀλλ' ἔρχον τὸ λεχθὲν τιθεμένους αποπροσ
ποιεῖσθαι τὴν ἑκείνου ποιμαντικήν, κἂν αὐτὸς ἀνακα
λῆται ἱερωσύνην ἐκ μεταγνώσεως. Οἱ μὲν οὖν συνα
γόμενοι ἐφ' ἡμέραις ἀπάσαις διημφισβήτουν ἀλλή
λοις καὶ ἀμφιγνωμόνουν περὶ τοῦ Ἰωάννου. Οἱ
πλείους δὲ καὶ περιφανέστεροι, ὅρκον τιθέμενοι τὸ
λεχθέν, παραιτήσεως μὲν ἐκείνης ἠλόγουν πάμπαν,
ἐκεῖνον γάρ, κἂν πάντ’ ἔχοι τὰ φημιζόμενα, ἀλλ’ οὖν τὴν ἐκ παλαιοῦ χειροτονίαν καὶ τὸ μὴ συγκεκοινωνηκέναι δόξαι τοῖς χθὲς τελεσθεῖσι καὶ πρώην εἰς τὸ τῆς ἐκκλησίας σκάνδαλον ἐς τέλος περιποιεῖν δύνασθαι. ταῦτα λέγοντες δῆλοι ἦσαν ἀκριβείας καθυφεικότες, ἵνα ἄρα τὰ τῆς ἀκριβείας πράττειν ἐβούλοντο. βασιλεὺς δ’ ὅμως ἅπαξ διὰ σκοποῦ θέμενος αὐτοὺς προσλαβέσθαι, οὐδὲν ἐφυλοκρίνει πρὸς ταῦτα, ἀπεθάρρει δὲ τὴν ἐγχείρησιν, ἀκριβῶς εἰδώς, ὅπερ καὶ φανερὸν ἦν, ὡς παρ’ αὐτοῖς ἂν εἴη καὶ μόνοις καὶ τὸ ἐπίμωμον δοκοῦν ἐξιᾶσθαι, ἀκριβείας δόξασιν ἐπειλῆφθαι ὡς καὶ διὰ ταύτην ἀρχῆθεν πιστευομένοις κακοπαθεῖν. τῷ τοι καὶ ὑπὸ πολλῇ πληροφορίᾳ ἐπ’ αὐτοῖς τὸ πᾶν ἐτίθει, καὶ δῆλος ἦν ἐκείνοις προσέξων ὅ τι καὶ πράττοιεν. γράμμασί τε τὰ συντεθειμένα ἠσφαλίζοντο. καὶ μόνον ἦν τὸ ἀρχιερεῖς ὁμοφωνεῖν ἐπὶ τῇ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ἰωάννου παραδοχῇ, εἰ δ’ οὖν ἀλλ’ ὅρκον τὸ λεχθὲν τιθεμένους ἀποπροσποιεῖσθαι τὴν ἐκείνου ποιμαντικήν, κἂν αὐτὸς ἀνακαλῆται ἱερωσύνην ἐκ μεταγνώσεως. οἱ μὲν οὖν συναγόμενοι ἐφ’ ἡμέραις ἁπάσαις διημφισβήτουν ἀλλήλοις καὶ ἀμφεγνωμόνουν περὶ τοῦ Ἰωάννου.
χρηστὰς ἐλπίδας ἀρχιερεῦσι, λέγοντες μὴ τελέως αυ- Εκκλησίας σκάνδαλον ἐς τέλος περιποιεῖν δύνασθαι.
τῶν ἀφειδεῖν ἐς ὅ καὶ ἀργοῖεν, ἀλλὰ κατὰ τὴν τοῦ
θείου Ταρασίου πρᾶξιν περιποιεῖσθαι, πλὴν ἐκείνων
ὅσον ἐκ τοῦ γενησομένου πατριάρχου κανονικὴ ἐξ
έτασις, ὡς εἰκὸς, ἀποδοκιμάσειεν. Ως δὲ καὶ περὶ
τοῦ Μαρμαριτζίων ἐζήτησεν ὁ κρατῶν, καὶ πολλὴν
ἐν πολλοῖς ἀδιαφορίαν τοῦ ἀνδρὸς κατεμάνθανεν, ὅτι
τε χρημάτων ὤνιον τὴν ἱερωσύνην ποιοίη, καὶ ὅτι
σύναμα πολλούς χειροτονοίη ἐν μιᾷ ἱερᾷ τελετῇ τῆς
αὐτῆς ἐπὶ τῇ ἱερωσύνῃ τάξεως, καὶ ἄλλ᾽ ἅττα τῶν
ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἀπάδοντα πράττοι, καὶ μᾶλ
λον ὅτι ἐκλελοιπότων κατὰ δύσιν καὶ τῶν ἀπὸ τῆς
μεγάλης συνόδου ἀρχιερέων διὰ τὰ τῶν ἐκκλησιαστι
κῶν σκανδάλων ἐπάλληλα. Ως γοῦν ταῦτ᾽ ἀκούων
τοῖς μοναχοῖς προέτεινεν ὁ κρατῶν, τὴν τοῦ καιροῦ
ἐκεῖνοι προβαλλόμενοι δυσκολίαν καὶ τὸ τῶν φυλα
χθέντων σπάνιον ἐπὶ τοιούτοις καιροῖς, παρέλκειν
ἔλεγον ταῦτα ὡς ἄξια συγγινώσκεσθαι· ἐκεῖνον γάρ,
κἂν πάντ᾽ ἔχοι τὰ φημιζόμενα, ἀλλ᾽ οὖν τὴν ἐκ πιο
λαιοῦ [245] χειροτονίαν καὶ τὸ μὴ συγκεκοινωνηκέ
ναι δόξαι τοῖς χθὲς τελεσθεῖσι καὶ πρώην εἰς τὸ τῆς
Ταῦτα λέγοντες δῆλος ἦσαν ἀκριβείας καθυφικότες,
ἵνα ἄρα τὰ τῆς ἀκριβείας πράττειν ἐβούλοντο. Βασι
λεὺς δ' ὅμως ἅπαξ διὰ σκοποῦ θέμενος αὐτοὺς προς
λαβέσθαι, οὐδὲν ἐφιλοκρίνει πρὸς ταῦτα, ἀπεθάδει
δὲ τὴν ἐγχείρησιν, ἀκριβῶς εἰδὼς, ὅπερ καὶ φανε
ρὸν ἦν, ὡς παρ' αὐτοῖς ἂν εἴη καὶ μόνοις καὶ τὸ
ἐπίμωμον δοκοῦν ἐξιᾶσθαι, ἀκριβείας δόξασιν ἐπει
λήφθαι ὡς καὶ διὰ ταύτην ἀρχῆθεν πιστευομένοις
κακοπαθεῖν. Τῷ τοι καὶ ὑπὸ πολλῇ πληροφορίᾳ ἐπ'
αὐτοῖς τὸ πᾶν ἐτίθει, καὶ δῆλος ἦν ἐκείνοις προσέξων
ὅ τι καὶ πράττοιεν. Γράμματί τε τὰ συντεθειμένα
ἡσφαλίζοντο. Καὶ μόνον ἦν τὸ ἀρχιερεῖς ὁμοφωνεῖν
ἐπὶ τῇ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ἰωάννου παραδοχῇ, εἰ
δ' οὖν, ἀλλ' ἔρχον τὸ λεχθὲν τιθεμένους αποπροσ
ποιεῖσθαι τὴν ἑκείνου ποιμαντικήν, κἂν αὐτὸς ἀνακα
λῆται ἱερωσύνην ἐκ μεταγνώσεως. Οἱ μὲν οὖν συνα
γόμενοι ἐφ' ἡμέραις ἀπάσαις διημφισβήτουν ἀλλή
λοις καὶ ἀμφιγνωμόνουν περὶ τοῦ Ἰωάννου. Οἱ
πλείους δὲ καὶ περιφανέστεροι, ὅρκον τιθέμενοι τὸ
λεχθέν, παραιτήσεως μὲν ἐκείνης ἠλόγουν πάμπαν,
PG 144:393οἱ πλείους δὲ καὶ περιφανέστεροι, ὅρκον τιθέμενοι τὸ λεχθέν, παραιτήσεως μὲν ἐκείνης ἠλόγουν πάμπαν, κἂν ἐμμένῃ ταύτῃ κἂν μὴ ἐκθέμενος, μὴ δυνατὸν δ’ εἶναι αὐτὸν ἱερᾶσθαι τὸ ἀπὸ τοῦδε, μὴ δόντος δηλαδὴ τὰς δίκας τοῦ Σηλυβρίας τῆς εἰς αὐτὸν ὕβρεως· μηδὲ γὰρ δυνατὸν εἶναι δίκας ὑπέχειν τὸν μὴ τρόπον κατηγόρου σταθέντα μηδὲ προδήλως ὑβρίσαντα. ὁ μέντοι γε Φιλαδελφείας Θεόληπτος πρὸς τὴν τοῦ Ἐφέσου Ἰωάννου κατάστασιν συνόδῳ πάσῃ διαμφισβητῶν, τὸ ἐκποδὼν γενέσθαι τὸν πατριάρχην ὁμογνωμονοῦντά οἱ περὶ τούτου τῆς οἰκείας γνώμης κατάλυσιν τὸ σύμπαν οἰόμενος, ἀπρίξ τε εἴχετο τούτου, καὶ τῷ Σηλυβρίας ἐτίθει δικαίας τὰς δίκας τῆς καθαιρέσεως, δι’ ἃς ἀπρακτεῖν καὶ τὸ δοκοῦν εἰς ὅρκον ἐξ ἀναγκαίων ᾤετο. ἀντέλεγον δὲ πλεῖστοι, καὶ μάλιστα ταύτης γε καὶ αὐτοὶ τῆς αἰτίας ἕνεκα, σὺν οἷς καὶ βασιλεὺς ὅρκον ἔκρινε μέγιστον τὸ λεχθέν. πλὴν δ’ ἀλλ’ εἰ βούλοιτο, φησί, πατριάρχης ἀναλαμβάνειν καὶ οὕτως τὸν θρόνον καὶ τὴν τιμήν, ἕτοιμος εἶναι καὶ πάλιν ἐκεῖνον δέχεσθαι, πιστεύων, οἶμαι, τῷ τέλει, ὡς οὐδὲν ἂν καταδεξομένου τοῦ γέροντος ἀντέχεσθαι μωμητῶς οὗπερ προθύμως ἐξίστατο. 34.
κἂν ἐμμένῃ ταύτῃ κἂν μὴ ἐκθέμενος, μὴ δυνατόν νου τοῦ γέροντος ἀντέχεσθαι μωμητῶς οὐπερ προθύ
δ' εἶναι αὐτὸν ἱερᾶσθαι τὸ ἀπὸ τοῦδε, μὴ δόντος δη
λαδὴ τὰς δίκας του Σηλυβρίας τῆς εἰς αὐτὸν ὕβρεως
μηδὲ γὰρ δυνατὸν εἶναι δίκας ὑπέχειν τὸν μὴ τρόπον
κατηγόρου σταθέντα μηδὲ προδήλως ὑβρίσαντα. Ο
μέντοι γε Φιλαδελφείας Θεόληπτος πρὸς τὴν τοῦ
Εφέσου Ιωάννου κατάστασιν συνόδῳ πάσῃ διαμφι
σθητῶν, τὸ ἐκποδὼν γενέσθαι τὸν πατριάρχην ὁμοι
γνωμονοῦντά οἱ περὶ τούτου τῆς οἰκείας γνώμης
κατάλυσιν τὸ σύμπαν οιόμενος, ἀπρίς τε εἴχετο
τούτου, καὶ τῷ Σηλυβρίας ετίθει δικαίας τὰς δίκας
τῆς καθαιρέσεως, δι᾿ ἂς ἀπρακτεῖν καὶ τὸ δοκοῦν
εἰς ὅρκον ἐξ ἀναγκαίων ᾤετο. Αντέλεγον δὲ πλεῖ
στοι, και μάλιστα ταύτης γε καὶ αὐτοὶ τῆς αἰτίας
ἕνεκα, σὺν οἷς καὶ βασιλεὺς ὅρκον ἔκρινε μέγιστον
τὸ λεχθέν. Πλὴν δ᾽ ἀλλ᾽ εἰ βούλοιτο, φησί, πατριάρ
χῆς ἀναλαμβάνειν καὶ οὕτω τὸν θρόνον καὶ τὴν τι
μὴν, ἕτοιμος εἶναι καὶ πάλιν ἐκεῖνον δέχεσθαι,
πιστεύων, οἶμαι, τῷ τέλει, ὡς οὐδὲν ἂν καταδεξομέ
μως ἐξίστατο.
λδ'. Περὶ τοῦ διαμηνύματος καὶ τοῦ λόγου τῆς
συμβουλῆς τοῦ ᾿Αθανασίου.
[Ρ. 246] 'Αλλ' ἐν τούτοις τῶν πραγμάτων ὄντων
(Θεὸς δ' εἰδείη πῶς ταῦτα καὶ πέπρακτο) μοναχός
τις τῶν εὐλαβῶν δοκούντων καὶ ἐλλογίμων, Μηνάς
τούνομα, Σκωλήκης τοὐπίκλην, γνώριμος μὲν Εχε
κλησία, γνώριμος δέ γε καὶ βασιλεῖ, προσόδους εἰς
Αθανάσιον τὸν πάλαι πατριαρχούσαντα ἐκ συνηθείας
ποιούμενος, οὗτος, ὡς βασιλεὺς ἔλεγε καὶ πάντες ὡς
εἰκὸς ἐπίστευον, μηνὸς Εκατομβαιώνος πεντεκαιδε
κάτῃ, ἡμέρας ληγούσης προσελθὼν βασιλεῖ τοὺς ἐπὶ
τῶν ἀγγελιῶν ἠξίου αναφέρειν περὶ αὐτοῦ ὡς ἐρεῖν
τι ἔχοντος ἀναγκαῖον. Καὶ οἱ μὲν ἀνέφερον, βασιλεύς
δὲ σχολάζων ἐπ' ἀναγκαίοις τότε μὲν ὑπερετίθετο
τὴν εἰσαγωγὴν, πέμπων δὲ προσέταττε Ρ. 247] μέσ
νειν ἐφ᾽ ᾧπερ κατὰ σχολὴν εἰσαχθείη. Καὶ ὃς ἔξω
μένων, ὡς ἤδη νὺξ ἦν καὶ περιαρχῶν καθῆστο,
Ἀλλ’ ἐν τούτοις τῶν πραγμάτων ὄντων (θεὸς δ’ εἰδείη πῶς ταῦτα καὶ πέπρακτο) μοναχός τις τῶν εὐλαβῶν δοκούντων καὶ ἐλλογίμων, Μηνᾶς τοὔνομα, Σκωλήκης τοὐπίκλην, γνώριμος μὲν ἐκκλησίᾳ γνώριμος δέ γε καὶ βασιλεῖ, προσόδους εἰς Ἀθανάσιον τὸν πάλαι πατριαρχεύσαντα ἐκ συνηθείας ποιούμενος, οὗτος, ὡς βασιλεὺς ἔλεγε καὶ πάντες ὡς εἰκὸς ἐπίστευον, μηνὸς Ἑκατομβαιῶνος πεντεκαιδεκάτῃ, ἡμέρας ληγούσης προσελθὼν βασιλεῖ τοὺς ἐπὶ τῶν ἀγγελιῶν ἠξίου ἀναφέρειν περὶ αὐτοῦ ὡς ἐρεῖν τι ἔχοντος ἀναγκαῖον. καὶ οἱ μὲν ἀνέφερον, βασιλεὺς δὲ σχολάζων ἐπ’ ἀναγκαίοις τότε μὲν ὑπερετίθετο τὴν εἰσαγωγήν, πέμπων δὲ προσέταττε μένειν ἐφ’ ᾧπερ κατὰ σχολὴν εἰσαχθείη. καὶ ὃς ἔξω μένων, ὡς ἤδη νὺξ ἦν καὶ περιαργῶν καθῆστο, μηνύει καὶ πάλιν καὶ τὴν εἰσέλευσιν ἐπισπεύδει. ὡς δὲ καὶ αὖθις ὑπερετίθετο βασιλεὺς καὶ μετὰ μικρὸν εἰσιέναι κελεύσοντος ὑπισχνεῖτο, ἐκεῖνος καὶ τί γε μηνίων φησὶν ἀνύσομεν διερχομένης τῆς ὥρας, ἀναγκαῖον ὂν λέγειν περὶ ὧν ἀφίγμεθα, πρὶν καὶ ὀψὲ γενέσθαι νυκτός. ταῦτ’ εἰπὼν ἔπειθεν ἐκ τοῦ παραχρῆμα, δόξαν τῷ βασιλεῖ αὐτόθεν καινόν τι ἀκούειν καὶ σπουδῆς ἄξιον.
κἂν ἐμμένῃ ταύτῃ κἂν μὴ ἐκθέμενος, μὴ δυνατόν νου τοῦ γέροντος ἀντέχεσθαι μωμητῶς οὐπερ προθύ
δ' εἶναι αὐτὸν ἱερᾶσθαι τὸ ἀπὸ τοῦδε, μὴ δόντος δη
λαδὴ τὰς δίκας του Σηλυβρίας τῆς εἰς αὐτὸν ὕβρεως
μηδὲ γὰρ δυνατὸν εἶναι δίκας ὑπέχειν τὸν μὴ τρόπον
κατηγόρου σταθέντα μηδὲ προδήλως ὑβρίσαντα. Ο
μέντοι γε Φιλαδελφείας Θεόληπτος πρὸς τὴν τοῦ
Εφέσου Ιωάννου κατάστασιν συνόδῳ πάσῃ διαμφι
σθητῶν, τὸ ἐκποδὼν γενέσθαι τὸν πατριάρχην ὁμοι
γνωμονοῦντά οἱ περὶ τούτου τῆς οἰκείας γνώμης
κατάλυσιν τὸ σύμπαν οιόμενος, ἀπρίς τε εἴχετο
τούτου, καὶ τῷ Σηλυβρίας ετίθει δικαίας τὰς δίκας
τῆς καθαιρέσεως, δι᾿ ἂς ἀπρακτεῖν καὶ τὸ δοκοῦν
εἰς ὅρκον ἐξ ἀναγκαίων ᾤετο. Αντέλεγον δὲ πλεῖ
στοι, και μάλιστα ταύτης γε καὶ αὐτοὶ τῆς αἰτίας
ἕνεκα, σὺν οἷς καὶ βασιλεὺς ὅρκον ἔκρινε μέγιστον
τὸ λεχθέν. Πλὴν δ᾽ ἀλλ᾽ εἰ βούλοιτο, φησί, πατριάρ
χῆς ἀναλαμβάνειν καὶ οὕτω τὸν θρόνον καὶ τὴν τι
μὴν, ἕτοιμος εἶναι καὶ πάλιν ἐκεῖνον δέχεσθαι,
πιστεύων, οἶμαι, τῷ τέλει, ὡς οὐδὲν ἂν καταδεξομέ
μως ἐξίστατο.
λδ'. Περὶ τοῦ διαμηνύματος καὶ τοῦ λόγου τῆς
συμβουλῆς τοῦ ᾿Αθανασίου.
[Ρ. 246] 'Αλλ' ἐν τούτοις τῶν πραγμάτων ὄντων
(Θεὸς δ' εἰδείη πῶς ταῦτα καὶ πέπρακτο) μοναχός
τις τῶν εὐλαβῶν δοκούντων καὶ ἐλλογίμων, Μηνάς
τούνομα, Σκωλήκης τοὐπίκλην, γνώριμος μὲν Εχε
κλησία, γνώριμος δέ γε καὶ βασιλεῖ, προσόδους εἰς
Αθανάσιον τὸν πάλαι πατριαρχούσαντα ἐκ συνηθείας
ποιούμενος, οὗτος, ὡς βασιλεὺς ἔλεγε καὶ πάντες ὡς
εἰκὸς ἐπίστευον, μηνὸς Εκατομβαιώνος πεντεκαιδε
κάτῃ, ἡμέρας ληγούσης προσελθὼν βασιλεῖ τοὺς ἐπὶ
τῶν ἀγγελιῶν ἠξίου αναφέρειν περὶ αὐτοῦ ὡς ἐρεῖν
τι ἔχοντος ἀναγκαῖον. Καὶ οἱ μὲν ἀνέφερον, βασιλεύς
δὲ σχολάζων ἐπ' ἀναγκαίοις τότε μὲν ὑπερετίθετο
τὴν εἰσαγωγὴν, πέμπων δὲ προσέταττε Ρ. 247] μέσ
νειν ἐφ᾽ ᾧπερ κατὰ σχολὴν εἰσαχθείη. Καὶ ὃς ἔξω
μένων, ὡς ἤδη νὺξ ἦν καὶ περιαρχῶν καθῆστο,
PG 144:395καὶ εἰσαχθεὶς μόνος μόνῳ τῷ βασιλεῖ δέσποτά μου ἔφη καὶ βασιλεῦ, ἐμοὶ μὲν σύνηθες πρὸς τὸν κύριον Ἀθανάσιον ἐκ διαλειμμάτων τινῶν καιριακῶν παραγίνεσθαι. καὶ δὴ καὶ παραγεγονὼς τὴν σήμερον κατηφείας εὗρον τὸν ἄνδρα μεστὸν καὶ πλήρη συννοίας ὅσον εἰκάσαι. ὅθεν καὶ πρός με λέγων τὸ ποιοῦν τὴν κατήφειαν ἐκ θάρρους οὗ πρὸς ἐκεῖνον ἔχω, ὀργήν φησι θείαν ἐφειμένην τοῖς ἐνθάδε κατανοῶ καὶ αἴθ’ εἴ τις ἴοι καὶ βασιλεῖ ἀγγείλειε τὴν ἐμὴν συμβουλήν, μοναῖς ἁπάσαις προστάξαι, πλὴν ἐκ τῆς σήμερον, παννύχους τοὺς ἐν αὐταῖς καὶ ἐκτενεῖς ἱκετείας ἐπιτελεῖν, λέγοντας καὶ αὐτὴν τὴν ἐκτενῆ δέησιν, ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν ἀπὸ λιμοῦ λοιμοῦ σεισμοῦ καταποντισμοῦ, καὶ ταῦτα πράττειν καὶ τὴν σήμερον καὶ τὴν αὔριον καὶ τὴν μετ’ ἐκείνην, καὶ ἐς ἀεὶ σχεδὸν ἐξιλεουμένους τὸ θεῖον διὰ τῆς συνεχοῦς παρακλήσεως. οὕτω γάρ, οἶμαι, καὶ θεὸς ἀνεὶς τὴν ὀργὴν εὐμενὴς ἡμῖν γένοιτο. ταῦτ’ ἀκούσας ἐγὼ ἐλθὼν τῷ Ἡρακλείας μητροπολίτῃ τὸν λόγον ἐκοινωσάμην, καὶ ὃς παρευθὺς ἐπείγει μοι τὴν πρὸς τὴν βασιλείαν σου ἄφιξιν ἐφ’ ᾧπερ ἀνενεγκεῖν ὅσον παρὰ τοῦ ἀνδρὸς ἤκουσα.
μηνύει καὶ πάλιν καὶ τὴν εἰσέλευσιν ἐπισπεύδει. Ὡς σας ἐγὼ ἐλθὼν τῷ Ηρακλείας μητροπολίτῃ τὸν λό
δὲ καὶ αὖθις ὑπερετίθετο βασιλεὺς καὶ μετὰ μικρὸν
εἰσιέναι κελεύσοντος ὑπισχνείτο, ἐκεῖνος, «Καὶ τί
γε, ο μηνίων φησίν, ο ἀνύσομεν διερχομένης τῆς
ὥρας, ἀναγκαῖον δν λέγειν περὶ ὧν ἀφίγμεθα, πρὶν
καὶ ὀψὲ γενέσθαι νυκτός;» Ταῦτ᾽ εἰπὼν ἔπειθεν ἐκ
τοῦ παραχρήμα, δόξαν τῷ βασιλεῖ αὐτόθεν καινόν τι
ἀκούειν καὶ σπουδῆς ἄξιον. Καὶ εἰσαχθεὶς μόνος μόνῳ
τῷ βασιλεῖ, «Δέσποτα μου, ο ἔφη, ο καὶ βασιλεῦ,
ἐμοὶ μὲν σύνηθες πρὸς τὸν κύριον ᾿Αθανάσιον ἐκ
διαλειμμάτων τινῶν καιριακῶν παραγίνεσθαι. Καὶ δὴ
καὶ παραγεγονώς τὴν σήμερον κατηφείας εὗρον τὸν
ἄνδρα μεστὸν καὶ πλήρη συννοίας ὅσον εἰκάσαι. "Οθεν
καὶ πρός με λέγων τὸ ποιοῦν τὴν κατήφειαν ἐκ θάρ
φους οὗ πρὸς ἐκεῖνον ἔχω, ὀργὴν, φησί, θείαν ἐφει
μένην τοῖς ἐνθάδε κατανοῶ· καὶ εἴθ᾽ εἴ τις ἴοι και
βασιλεῖ ἀγγείλειε τὴν ἐμὴν συμβουλὴν, μοναῖς ἀπά
σαις προστάξαι, πλὴν ἐκ τῆς σήμερον, παννύχους
τοὺς ἐν αὐταῖς καὶ ἐκτενεῖς ἱκετείας ἐπιτελεῖν, λέ
γοντας καὶ αὐτὴν τὴν ἐκτενή δέησιν, ὑπὲρ τοῦ δια
φυλαχθῆναι πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν ἀπὸ λιμοῦ, λοι
μοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, καὶ ταῦτα πράττειν
καὶ τὴν σήμερον καὶ τὴν αὔριον καὶ τὴν μετ' ἐκεί
νην, καὶ ἐς ἀεὶ σχεδὸν ἐξιλεουμένους τὸ θεῖον διὰ τῆς
συνεχούς παρακλήσεως. Οὕτω γὰρ, οἶμαι, καὶ Θεὸς
ἀνεὶς τὴν ὀργὴν εὐμενὴς ἡμῖν γένοιτο. Ταῦτ᾽ ἀκούσ
γον ἐκοινωσάμην, καὶ ὅς παρευθὺς ἐπείγει μοι τὴν
πρὸς τὴν βασιλείαν σου ἄφιξιν ἐφ᾽ ᾧπερ ἀνενεγκεῖν
ὅσον παρὰ τοῦ ἀνδρὸς ἤκουσα. Πάρειμι τοίνυν και
λέγω, καὶ ὡς δόξει τῇ ἐκ Θεοῦ βασιλεία σου, κελευ
έτω τε καὶ πραττέτω. Πλὴν εἰ ἐν φροντίδι ποιεῖς τὸν
λόγον τῇ προσηκούσῃ, αὐτόθεν ἄρχεσθαι τὸ ἔργον κέ
λευε γίνεσθαι κατὰ τὴν τοῦ εἰπόντος παραγγελίαν.
Καμοὶ γὰρ προσέταττε Θεοῦ δέεσθαι, καὶ ἄλλους εἰς
τοῦτο παρακαλεῖν εὐλαβεῖς ἄνδρας, ὅσους ἂν καὶ
συνήθεις εἰδείην.» Δέχεται τὸν λόγον ἀσμένως & βα
σιλεύς. Καὶ ὁ μὲν μοναχὸς εἰπὼν ἀπηλλάττετο, βα
σιλεὺς δ᾽ εἰς νοῦν στρέφων τὸ ἀγγελθέν, καὶ περὶ τῶν
φρικωδῶν ἀπειλῶν τοῦ Θεοῦ ἐννοούμενος ὧν ῥυσθῆ.
ναι κατὰ τὸ σύνηθες λέγοντας προσέταττεν ὁ εἰπὼν
Θεοῦ δέεσθαι, λιμὸν μὲν καὶ λοιμὸν ὡς ἐν χρόνῳ καὶ
διὰ μακροῦ ξυμβαίνοντας τῆς φροντίδος ἐξῆρε (μηδὲ
γὰρ ἐν τρισὶν ἡμέραις (Ρ. 248] ταῦτ' ἐνσκήψα: οἷα
τ' εἶναι), σεισμοῦ δὲ καὶ καταποντισμού αναλαμβά
νων ἔννοιαν δι' ἐννοίας εἶχε τὸν λόγον. Ὑπώπτευε δὲ
καὶ τὸ τοῦ μοναχοῦ μήνυμα, τὴν τοῦ καιροῦ αἰτιω
μένου παραδρομήν, ὡς μηδὲ οἷόν τ' ἐσομένου, ὡς
ἔλεγεν, ἐντεῦθεν ἀνύσαι, μή πως ἐκεῖνος εἰδώς τι
τῶν ἤδη γενησομένων ἔλεγε. Καὶ ταῦτα μὲν βασι
λεύς· ἐβούλετο δ', οἶμαι, ὁ λόγος καὶ ἄλλο τι δηλοῦν,
τὸ κατὰ καιρὸν δηλαδὴ τὰς ἀποστολάς εἰς τὰς μονάς
PG 144:398πάρειμι τοίνυν καὶ λέγω, καὶ ὡς δόξει τῇ ἐκ θεοῦ βασιλείᾳ σου, κελευέτω τε καὶ πραττέτω. πλὴν εἰ ἐν φροντίδι ποιεῖς τὸν λόγον τῇ προσηκούσῃ, αὐτόθεν ἄρχεσθαι τὸ ἔργον κέλευε γίνεσθαι κατὰ τὴν τοῦ εἰπόντος παραγγελίαν. κἀμοὶ γὰρ προσέταττε θεοῦ δέεσθαι, καὶ ἄλλους εἰς τοῦτο παρακαλεῖν εὐλαβεῖς ἄνδρας, ὅσους ἂν καὶ συνήθεις εἰδείην. δέχεται τὸν λόγον ἀσμένως ὁ βασιλεύς. καὶ ὁ μὲν μοναχὸς εἰπὼν ἀπηλλάττετο, βασιλεὺς δ’ εἰς νοῦν στρέφων τὸ ἀγγελθέν, καὶ περὶ τῶν φρικωδῶν ἀπειλῶν τοῦ θεοῦ ἐννοούμενος ὧν ῥυσθῆναι κατὰ τὸ σύνηθες λέγοντας προσέταττεν ὁ εἰπὼν θεοῦ δέεσθαι, λιμὸν μὲν καὶ λοιμὸν ὡς ἐν χρόνῳ καὶ διὰ μακροῦ ξυμβαίνοντας τῆς φροντίδος ἐξῇρε (μηδὲ γὰρ ἐν τρισὶν ἡμέραις ταῦτ’ ἐνσκῆψαι οἷά τ’ εἶναι), σεισμοῦ δὲ καὶ καταποντισμοῦ ἀναλαμβάνων ἔννοιαν δι’ ἐννοίας εἶχε τὸν λόγον. ὑπώπτευε δὲ καὶ τὸ τοῦ μοναχοῦ μήνυμα, τὴν τοῦ καιροῦ αἰτιωμένου παραδρομήν, ὡς μηδὲ οἷόν τ’ ἐσομένου, ὡς ἔλεγεν, ἐντεῦθεν ἀνύσαι, μή πως ἐκεῖνος εἰδώς τι τῶν ἤδη γενησομένων ἔλεγε. καὶ ταῦτα μὲν βασιλεύς·
PG 144:400ἐβούλετο δ’, οἶμαι, ὁ λόγος καὶ ἄλλο τι δηλοῦν, τὸ κατὰ καιρὸν δηλαδὴ τὰς ἀποστολὰς εἰς τὰς μονὰς γίνεσθαι, καὶ μὴ ἐξώρους ἐς ἅπαν ὀψὲ τῶν νυκτῶν τῶν ἀποστόλων ἐφισταμένων. τέως δ’ ὅμως ὑπέκνιζε τὸν κρατοῦντα καὶ ἄλλο τι βαθύτερον ἐννοούμενον, ὡς αὐτὸς δημηγορῶν ὕστερον ἔλεγε. καὶ τῷ μὲν λογοθέτῃ προστάςσει τῶν γενικῶν πέμπειν ἐπὶ μονὰς τοὺς ἐροῦντας τὴν τοῦ βασιλέως πρόσταξιν, ἐφ’ ᾧπερ αὐτόθεν παννύχους ἱκεσίας ποιεῖν. τὸ μέντοι γε καὶ τὴν ἐκτενῆ ὅπως ποιοῖεν, καὶ τί λέγοιεν ἂν προδηλοῦν, πρῶτον μὲν περιττὸν οἷον κρίνων ἠφίει· εὐθὺς δ’ ἐκ μεταμελείας τὸν λογοθέτην ἀνακαλούμενος, ὡς καὶ αὐτὸς δημηγορῶν ἔλεγε, παράγων κἀκεῖνον ἐπὶ τούτοις μάρτυρα, καὶ τοῦτο προσέτασσε παραγγέλλειν τοῖς πεμπομένοις παραδηλοῦν τοῖς μοναχοῖς. αὐτὸς δὲ διανυκτερεύων καὶ γρηγορῶν, εἰωθὸς ὂν ἐκείνῳ τὸ ταῦτα ποιεῖν, ὅμως καὶ ἐν ἐννοίᾳ σεισμοῦ ἦν, ὡς ἔλεγεν. ὡς δὲ χρόνος παρῆλθε καὶ αὐτὸς πρὸς τὴν ἰδίαν μητέρα τὴν πρόσοδον ποιεῖν κατὰ τὸ σύνηθες ἔμελλεν, ἐπισημαίνει παραχρῆμα, ὡς ἐκεῖνον καὶ γνῶναι καὶ λέγειν, σεισμὸς μαλακός, ἐπὶ τοσοῦτον δῆλος ὥστε καὶ γνωσθῆναι μόλις τῷ γρηγοροῦντι.
ἦν οὖν τοῦτο τῷ βασιλεῖ εἰς δόξαν ἀληθείας τῶν λεχθέντων προοίμιον· ὅμως ἐχεμυθῶν, ὡς ἔλεγε, καὶ πλέον τι τοῦ συμβάντος παρετήρει καὶ ὑπεσκέπτετο. νὺξ μὲν οὖν ἐκείνη παρῴχετο, καὶ ἡ μετ’ αὐτὴν αὖθις, καὶ τῇ ἑπτακαιδεκάτῃ πρωί̈ας σεισμὸς προσήραξε κραταιότερος, οὐ μὴν δὲ ὥστε καί τι τῶν ἐς κίνδυνον ἐκ τούτου γενέσθαι. καὶ εὐθὺς ὁ βασιλεὺς ἐν πληροφορίᾳ ὥρμα γενέσθαι τοῦ ἐκεῖνα λέγοντος, καὶ καθεκτὸς οὐκ ἦν θαύματος καὶ ἐπαίνου ἐκεῖνον τιθέμενος, κἂν τέως τοὔνομα ὑπεκρύπτετο. 35. Διαλαλεῖται τοίνυν πρωί̈ας πᾶς ἀνὴρ ἱερός, ἀρχιερεὺς καὶ κλῆρος καὶ μοναχῶν οἱ κράτιστοι, καὶ εἰς κοινὴν ὁ κρατῶν τὸν λόγον τιθεὶς μετ’ ἐπιμελείας πάσης διεπυνθάνετο τί ἂν καὶ δοκοίη τούτοις ὁ μοναχὸς (οὔπω γὰρ ἔλεγε τοὔνομα) ὃς περὶ τοιούτων φθάσας ἐδήλωσεν, οὕτω πως διαμηνυσάμενος. καὶ τοῖς μὲν οὕτως τοῖς δ’ ἐκείνως, ἐπεὶ οὐκ ἦν εἰδέναι τὸ πρόσωπον, ἐδόκει τὰ περὶ τούτων ξυμβῆναι. πλὴν ὅ τι τις εἴποι, οὔπω γε ἔλεγε, καὶ διηπίστει ἑαυτῷ λέγοντι, μὴ ἔχων ὅπῃ στῇ καὶ ἀπερείσεται πρὸς ἀλήθειαν.
οἱ μὲν γὰρ μοναχὸν τῷ τέως τὸν εἰπόντα μανθάνοντες θείαν τὸ πρᾶγμα πρόρρησιν ὡμολόγουν, εἰ τέως προδήλως καὶ ὡς ἠκούετο εἴπειεν· εἰ γάρ τινα τῶν τῆς σαρκὸς δεσμίων τὸ θεῖον χαρισμάτων ἀξιοῦν βούλοιτο, μοναχὸν ὑπὲρ ἄλλους ἂν ἀξιῶσαι. οἱ δὲ καὶ ἐναντίου πνεύματος ἀπεκάλουν ἐνέργημα, κλέπτοντος τὴν τοῦ θεοῦ δόξαν ἐκ τοῦ τὰ τῷ θεῷ πρέποντα προαρπάζειν, ὡς τὸν μέγαν λέγειν Ἀντώνιον. τοῖς δὲ καὶ ἐγχωροῦν εἶναι ἔκ τινων μαθημάτων εἰδέναι τὰ τοιαῦτα ὑπελαμβάνετο. πάντες δὲ ὡς ἐπ’ ἀσφαλεῖ θεμελίῳ τῷ τοῦ ἀνδρὸς προσώπῳ ἤθελον ἐποικοδομεῖν τὴν διάγνωσιν, ὡς αὐτοῦ γε ἀδήλου ὄντος ἁπάσας ὑπονοίας ἁρμόζειν. πλὴν τὸ μὲν κήδε’ ἐφῆφθαι Ῥωμαίοις, ἔλεγον, καὶ ταῦτα τὰ μέγιστα ὧν ἀκοῇ παρειλήφαμεν, οὔτε μάντεως οὔτε μὴν προφήτου εἰπεῖν χρῄζοιεν. τὸ δὲ καὶ θεόθεν ὀργιζομένου, καὶ ἃς εἴπῃ τις ἂν αἰτίας, πολλῶν γε οὐσῶν, ἐξαίρομεν μέντοι καὶ ἁμαρτίας τὰς τοῦ καθ’ ἕκαστον, Χριστιανούς γε ὄντας καὶ πρεσβεύοντας πρόνοιαν εἰκὸς ἐννοεῖν, καὶ εἴ γ’ ἐπὶ τούτοις ἡ ἐπὶ τοῦ λιπαρῶς θεοῦ δέεσθαι συμβουλὴ ὡς εὐμενίζοιτό τε καὶ ἐλεῴη ἵσταται, θαυμαστὸν οὐδέν.
τοὐναντίον μὲν οὖν ἂν θαυμαστὸν εἰ εὐθηνοῦσιν ἐς ἅπαν καὶ οὐδὲν ἔχουσι λυπηρὸν προέλεγέ τις τὰ φοβερά, ἂν τέως ἀπέβαινον, ὅπου γε καὶ Ἰωνᾶς ὑπωπτεύετο Νινευί̈ταις τρυφῶσι μέχρι καὶ ἀκοῆς, ἀλλ’ οὐ πείρας, σταθέντων τῶν λυπηρῶν. εἰ δὲ καὶ προφητείας ἀξιῷτό τις ἐπὶ τῷ πλέονι τῶν κακῶν, θαυμαστὸς μὲν ἐκεῖνος δόξειεν ἄν, μακαριστοὶ δὲ καὶ ἡμεῖς λογιζοίμεθα ὡς οὐκ ἐκείνου ἀλλ’ ἡμῶν γε χάριν τῆς προρρήσεως γεγονυίας. κρύπτεσθαι μὲν οὖν ἐκεῖνον καὶ μὴ φανερούμενον ἐκφανεροῦν τὰ θεῖα μυστήρια, πρὸς τῷ μὴ ἔνδοξον εἶναι κατὰ τὴν γραφήν, καὶ κινδυνῶδες καθίσταται. καὶ ὅσον ἡμᾶς δίκαι περιελεύσονται κατωλιγωρηκότας δίκαιαι, εἰ τὰς αἰτίας ἐκεῖνος λέγει τοῦ δαιμονίου μηνίματος, οὕτως ἐκείνῳ σιγήσαντι τὸ διὰ κηδεμονίαν προοραθὲν κίνδυνος περιστήσεται. τὸ δ’ ἐπὶ τούτοις ἱστᾶν τὸ θαῦμα μὴ τὰς αἰτίας λέγοντα, καὶ ταύτας οὐ κοινὰς καὶ συνήθεις τῷ κόσμῳ ἀλλ’ ἴσως ἰδίας καὶ καινοφανεῖς ἄντικρυς, μὴ καὶ ἑαυτῷ τις λέγων τοιαῦτα περιποιοίη τὸν θαυμασμὸν συναρπάζων μόνον καὶ δόξαν θηρώμενος.
PG 144:401ταῦτα λέγοντες δῆλοι μὲν ἦσαν παρακινοῦντες καὶ βασιλέα τὸ πρόσωπον ἐμφανίζειν, ἐμφανεῖς δὲ καὶ χαίροντες εἰ κριθείη τῶν τοιούτων ἐκεῖνος ἄξιος, θεοῦ φιλανθρωπίας ἐντεῦθεν δεχόμενοι σύμβολα. ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς πολὺς ἐφαίνετο τὴν ἐχεμυθίαν, τὴν τῶν πολλῶν ὑπόνοιαν φυλαττόμενος. ἤθελε δ’ ἐνεχυράζειν τὰς γνώμας τῶν ἀκουόντων καὶ ἔτι καθαρὰς γενομένας πάθους, ἵν’ οὕτω τὸ πρᾶγμα θαυμάσαντες, ὡς εἰκός, παραλλάττειν μὴ ἔχοιεν τὰς ὁμολογίας αἰδούμενοι, ἤν τις ἐν ὑστέρῳ γνωσιμαχεῖν αἱροῖτο μαθὼν τὸ πρόσωπον. κἀν τούτοις ἡμέρα μὲν ἕως ὀψὲ διηνύετο, νὺξ δ’ ἐπελθοῦσα καλὸν ἡγεῖσθαι καὶ τὸ νυκτὶ πείθεσθαι καὶ βασιλέα καὶ τοὺς ἀμφ’ ἐκεῖνον ἔπειθε· λύσαν δ’ αἰψηρὴν ἀγορὴν μηδὲν πλέον τῶν ἀκουσθέντων ἔχοντες. 36. Ἅμα δ’ ἕῳ συγκαλέσας καὶ αὖθις ὁ βασιλεὺς οὐ τούτους μόνον, ἀλλ’ ἤδη καὶ ὅσον ἦν τῆς πολιτείας καθαρόν τε καὶ ἔκκριτον, καὶ μοναχοὺς σχεδὸν πάντας, ἔγνω καὶ πάλιν ἐν κοινῷ τὰ περὶ τούτου δημηγορεῖν.
ἦταν παρακινούντες καὶ βασιλέα τὸ πρόσωπον ἐμφα- τούτου δημηγορείν. Ὡς τοίνυν τὸ πλῆθος ὁ χρυσ
νίζειν, ἐμφανεῖς δὲ καὶ χαίροντες εἰ κριθείη τῶν τοι
ούτων ἐκεῖνος ἄξιος, Θεοῦ φιλανθρωπίας ἐντεῦθεν
δεχόμενοι σύμβολα. Αλλ' ὁ βασιλεὺς πολὺς ἐφαίνετο
τὴν ἐχεμυθίαν, τὴν τῶν πολλῶν ὑπόνοιαν φυλαττό.
μενος. Ηθελε δ' ἐνεχυράζειν τὰς γνώμας τῶν ἀκου
όντων καὶ ἔτι καθαρὰς γενομένας πάθους, ἵν' οὕτω
τὸ πρᾶγμα θαυμάσαντες, ὡς εἰκὸς, παραλλάττειν μή
ἔχοιεν τὰς ὁμολογίας αιδούμενοι, ήν τις ἐν ὑστέρῳ
γνωσιμαχεῖν αἱρεῖτο μαθὼν τὸ πρόσωπον. Κάν τού
τοῖς ἡμέρα μὲν ἕως ὀψὲ διηνύετο, νὺξ δ᾽ ἐπελθοῦσα
καλὸν ἡγεῖσθαι καὶ τὸ νυκτὶ πείθεσθαι καὶ βασιλέα
καὶ τοὺς ἀμφ' ἐκεῖνον ἔπειθε· λύσαν δ' αἰψηρὴν
ἀγορὴν, μηδὲν πλέον τῶν ἀκουσθέντων ἔχοντες.
λς'. Περὶ τῆς δημηγορίας τοῦ βασιλέως καὶ τῆς
πρὸς τὸν ᾿Αθανάσιον ἀφίξεως.
[Ρ. 251] "Αμα δ' ἔῳ συγκαλέσας καὶ αὖθις ή βασι
λεὺς οὐ τούτους μόνον, ἀλλ᾽ ἤδη καὶ ὅσον ἦν τῆς
πολιτείας καθαρόν τε καὶ ἔκκριτον, καὶ μοναχοὺς
σχεδόν πάντας, ἔγνω καὶ πάλιν ἐν κοινῷ τὰ περὶ
τρίκλινος οὐκ ἐχώρει, πολύ γε ὂν, ἐξελθὼν ἀπὸ τοῦ
περιπάτου σφίσι κάτωθεν ἱσταμένοις, περὶ ἐκεῖνον
τῶν ἱερῶν ἀνδρῶν ὄντων καὶ ὅσον βασίλειον, πόλλ'
ἄττα διεξιών, καὶ ὅπως ἐλέχθη τε καὶ ἐπράχθη ἕκα
στον πάντα κατὰ μέρος διειληφώς, τέλος ὑπερθαυ
μάσας μὲν τὸν ἄνδρα, κρύπτων ἔτι τοὔνομα, ὑπερ
θαυμάζειν δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς ἐργασάμενος, ἐντεῦ
θεν ἐξ αὐτοῦ λόγου (καὶ γὰρ ήτοίμαστο καὶ στολή
καὶ ζώνῃ καὶ καλύπτρᾳ καὶ ὑποδήμασιν) ἐξορμᾷ μὲν
ἐκεῖνος πεζῇ πρὸς τὸν τέως ἄγνωστον, ἐξορμἂν δὲ
πείθει καὶ τοὺς ἐθέλοντας, οὐ προστάσσων βασιλικῶς,
ἀλλ' ἀφιεὶς ἑκάστῳ τὸ αὐτεξούσιον, πλὴν τῷ εἰς τέ
λος κεκοπιακότι μεγάλην καὶ ἀγαθὴν ἐγγυώμενος
τὴν ἀπὸ τοῦ ἀνδρὸς εὐλογίαν. Οσοις δὲ καὶ γέρουσιν
οὖσι πεζοπορεῖν οὐκ ἦν, ἐπὶ πηλοῖς καὶ ταῦτα καὶ
τέλμασι χειμῶνος ὄντος, τούτοις καὶ ἵππων ἐπιβαί
νειν ἠφίει. Καί γε προῆγε σημείοις τισὶ τεκμαιρο
μένους τὰ τῆς ὁδοῦ. Ταῦτα καί τινες μὲν τῶν ἀρχιε
ρέων καὶ τῶν μοναχῶν ἔπραττον, ἄλλοι δὲ πεζοὶ πεζῷ
ὡς τοίνυν τὸ πλῆθος ὁ χρυσοτρίκλινος οὐκ ἐχώρει πολύ γε ὄν, ἐξελθὼν ἀπὸ τοῦ περιπάτου σφίσι κάτωθεν ἱσταμένοις, περὶ ἐκεῖνον τῶν ἱερῶν ἀνδρῶν ὄντων καὶ ὅσον βασίλειον, πόλλ’ ἄττα διεξιών, καὶ ὅπως ἐλέχθη τε καὶ ἐπράχθη ἕκαστον πάντα κατὰ μέρος διειληφώς, τέλος ὑπερθαυμάσας μὲν τὸν ἄνδρα, κρύπτων ἔτι τοὔνομα, ὑπερθαυμάζειν δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς ἐργασάμενος, ἐντεῦθεν ἐξ αὐτοῦ λόγου (καὶ γὰρ ἡτοίμαστο καὶ στολῇ καὶ ζώνῃ καὶ καλύπτρᾳ καὶ ὑποδήμασιν) ἐξορμᾷ μὲν ἐκεῖνος πεζῇ πρὸς τὸν τέως ἄγνωστον, ἐξορμᾶν δὲ πείθει καὶ τοὺς ἐθέλοντας, οὐ προστάσσων βασιλικῶς ἀλλ’ ἀφιεὶς ἑκάστῳ τὸ αὐτεξούσιον, πλὴν τῷ εἰς τέλος κεκοπιακότι μεγάλην καὶ ἀγαθὴν ἐγγυώμενος τὴν ἀπὸ τοῦ ἀνδρὸς εὐλογίαν. ὅσοις δὲ καὶ γέρουσιν οὖσι πεζοπορεῖν οὐκ ἦν, ἐπὶ πηλοῖς καὶ ταῦτα καὶ τέλμασι χειμῶνος ὄντος, τούτοις καὶ ἵππων ἐπιβαίνειν ἠφίει. καί γε προῆγε σημείοις τισὶ τεκμαιρομένους τὰ τῆς ὁδοῦ. ταῦτα καί τινες μὲν τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν μοναχῶν ἔπραττον, ἄλλοι δὲ πεζοὶ πεζῷ συνωπήδουν τῷ βασιλεῖ. τῷ μέντοι γ’ Ἀλεξανδρείας καὶ ἱππεύειν προστέτακτο καὶ τὸ πρόσωπον ἔγνωστο καὶ τὰ τῆς ἀξιώσεως λελιπάρητο.
ἦταν παρακινούντες καὶ βασιλέα τὸ πρόσωπον ἐμφα- τούτου δημηγορείν. Ὡς τοίνυν τὸ πλῆθος ὁ χρυσ
νίζειν, ἐμφανεῖς δὲ καὶ χαίροντες εἰ κριθείη τῶν τοι
ούτων ἐκεῖνος ἄξιος, Θεοῦ φιλανθρωπίας ἐντεῦθεν
δεχόμενοι σύμβολα. Αλλ' ὁ βασιλεὺς πολὺς ἐφαίνετο
τὴν ἐχεμυθίαν, τὴν τῶν πολλῶν ὑπόνοιαν φυλαττό.
μενος. Ηθελε δ' ἐνεχυράζειν τὰς γνώμας τῶν ἀκου
όντων καὶ ἔτι καθαρὰς γενομένας πάθους, ἵν' οὕτω
τὸ πρᾶγμα θαυμάσαντες, ὡς εἰκὸς, παραλλάττειν μή
ἔχοιεν τὰς ὁμολογίας αιδούμενοι, ήν τις ἐν ὑστέρῳ
γνωσιμαχεῖν αἱρεῖτο μαθὼν τὸ πρόσωπον. Κάν τού
τοῖς ἡμέρα μὲν ἕως ὀψὲ διηνύετο, νὺξ δ᾽ ἐπελθοῦσα
καλὸν ἡγεῖσθαι καὶ τὸ νυκτὶ πείθεσθαι καὶ βασιλέα
καὶ τοὺς ἀμφ' ἐκεῖνον ἔπειθε· λύσαν δ' αἰψηρὴν
ἀγορὴν, μηδὲν πλέον τῶν ἀκουσθέντων ἔχοντες.
λς'. Περὶ τῆς δημηγορίας τοῦ βασιλέως καὶ τῆς
πρὸς τὸν ᾿Αθανάσιον ἀφίξεως.
[Ρ. 251] "Αμα δ' ἔῳ συγκαλέσας καὶ αὖθις ή βασι
λεὺς οὐ τούτους μόνον, ἀλλ᾽ ἤδη καὶ ὅσον ἦν τῆς
πολιτείας καθαρόν τε καὶ ἔκκριτον, καὶ μοναχοὺς
σχεδόν πάντας, ἔγνω καὶ πάλιν ἐν κοινῷ τὰ περὶ
τρίκλινος οὐκ ἐχώρει, πολύ γε ὂν, ἐξελθὼν ἀπὸ τοῦ
περιπάτου σφίσι κάτωθεν ἱσταμένοις, περὶ ἐκεῖνον
τῶν ἱερῶν ἀνδρῶν ὄντων καὶ ὅσον βασίλειον, πόλλ'
ἄττα διεξιών, καὶ ὅπως ἐλέχθη τε καὶ ἐπράχθη ἕκα
στον πάντα κατὰ μέρος διειληφώς, τέλος ὑπερθαυ
μάσας μὲν τὸν ἄνδρα, κρύπτων ἔτι τοὔνομα, ὑπερ
θαυμάζειν δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς ἐργασάμενος, ἐντεῦ
θεν ἐξ αὐτοῦ λόγου (καὶ γὰρ ήτοίμαστο καὶ στολή
καὶ ζώνῃ καὶ καλύπτρᾳ καὶ ὑποδήμασιν) ἐξορμᾷ μὲν
ἐκεῖνος πεζῇ πρὸς τὸν τέως ἄγνωστον, ἐξορμἂν δὲ
πείθει καὶ τοὺς ἐθέλοντας, οὐ προστάσσων βασιλικῶς,
ἀλλ' ἀφιεὶς ἑκάστῳ τὸ αὐτεξούσιον, πλὴν τῷ εἰς τέ
λος κεκοπιακότι μεγάλην καὶ ἀγαθὴν ἐγγυώμενος
τὴν ἀπὸ τοῦ ἀνδρὸς εὐλογίαν. Οσοις δὲ καὶ γέρουσιν
οὖσι πεζοπορεῖν οὐκ ἦν, ἐπὶ πηλοῖς καὶ ταῦτα καὶ
τέλμασι χειμῶνος ὄντος, τούτοις καὶ ἵππων ἐπιβαί
νειν ἠφίει. Καί γε προῆγε σημείοις τισὶ τεκμαιρο
μένους τὰ τῆς ὁδοῦ. Ταῦτα καί τινες μὲν τῶν ἀρχιε
ρέων καὶ τῶν μοναχῶν ἔπραττον, ἄλλοι δὲ πεζοὶ πεζῷ
PG 144:403καὶ βασιλεὺς μὲν ἤλπιζεν ἐκεῖ τὸν ἄνδρα καταλαβεῖν, ἐκεῖνος δὲ τὴν τοῦ μεγάλου πατρὸς Ἀθανασίου λειτουργίαν σκεψάμενος ἐπορεύετο ἐπ’ οἴκου. καὶ ἦν ἐντεῦθεν ὁρᾶν ἄπειρον πλῆθος περὶ τὸν ἄνακτα, ῥύακας μιμούμενον ποταμοῦ, εἰς ἓν συνιόντων καὶ προθυμίαις ἁπάσαις ἐπεισρεόντων, ὅπου γε προστάξειε βασιλεύς, καρτερικῶς καὶ τοῦ βασιλέως τὴν ὁδὸν διανύοντος, ἕως οὗ τὴν τῆς ὁδοῦ μόλις διενεγκόντες δυσχέρειαν ταῖς πύλαις ἐπέστησαν τῆς μονῆς, καὶ ἀνεῳγμέναις κατὰ πρόνοιαν ταῖς ἐπὶ χρόνοις κεκλεισμέναις ἐνέτυχον. Ε. Τῷ μὲν οὖν πατριαρχεύσαντι Ἀθανασίῳ ἡ πύλη τῆς καθ’ αὑτὸν μονῆς ἐπ’ ἔτη δέκα κεκλεισμένη, μηνῶν δεόντων ἐννέα, ἀπροί̈τῳ καὶ αὐτῷ μένοντι ἐς τοσοῦτον, ἤνοικτο τότε, πλὴν οὐ πεφεισμένως καὶ ὥς τινας πλήθους ὄντος τὰ τῆς εἰσόδου παραβιάσασθαι, ἀλλὰ ποιητοῦ τινὸς ἦν εἰπεῖν, πᾶσαι δ’ ἀνεῴγνυντο πύλαι. καὶ ἅμα μὲν βασιλεὺς ἐπέστη καὶ ἀρχιερεῖς καὶ τῶν μοναχῶν ὅσον ἔκκριτον, καὶ ἅμ’ ἐκεῖνος τῆς κέλλης ὑπεξιὼν χλαῖνάν τ’ ἐνειμένος καὶ καλύπτραν ἐκ καλάμης ἔχων καὶ ξύλῳ ἐπερειδόμενος νάρθηκι ὑπήντα ἐκείνοις κατὰ τὰ πρόθυρα, πολλῆς τινὸς μοίρας συνεκπαιούσης καὶ τοῦ λαοῦ.
καὶ τότε πρώτως μανθάνουσιν ἅπαντες ὅστις ποτ’ ἦν ἐκεῖνος ὁ ἐπὶ μεγίστοις καὶ μυστηρίοις θεοῦ παρὰ τοῦ ἄνακτος φημιζόμενος. καὶ αὐτίκα πάντες ὑπέκυπτον καὶ ἀταμιεύτους τὰς ὁρμὰς εἶχον, καὶ μᾶλλον ἀρχιερεῖς, ἐπὶ τῷ καλεῖν πατριάρχην καὶ προσκαλεῖσθαι ἐπ’ ἐκκλησίαν καὶ τὰς προτέρας τιμάς. καὶ γὰρ ἦν παρ’ ἑκάστῳ μνήμη τῶν πάλαι ξυμβεβηκότων, τοῦ χρόνου τὰ πολλὰ ἐκεῖνα τραχέων καλύψαντος, καὶ ὡς δῆθεν ἐν κενοῖς συμβᾶσιν ἐκείνοις ἐπήλγουν. καὶ δὴ ταῖς καλύπτραις τὸ πλέον τῆς κεφαλῆς ἀποκαλυπτόμενοι μέρος τῆς παρ’ ἐκείνου εὐλογίας ἀπολαύειν ἠξίουν. ἀλλ’ οὐκ ἔπειθον ταῦτα πράττοντες· ἐκεῖνος γὰρ καὶ γῆρας καὶ ταλαιπωρίαν καὶ τὸ μὴ ἐπὶ τοιούτοις δύνασθαι παραιτούμενος προεβάλλετο. ὅμως θεόν τε ἱκετεύειν καθ’ αὑτούς τε ἰδίᾳ καὶ ἅμα παρήγγελλεν, ὡς τὸ δόξαν ἐκείνῳ τοῦτο γίνεσθαι πάντως ἀνάγκην εἶναι. οὔτε δ’ ἐκείνους οὔτε τινὰς τοῦ λαοῦ προσιόντας εὐλόγει, μόνον δ’ ἐδίδου τὴν χεῖρα, καὶ ἐν πληροφορίᾳ τῆς εὐλογίας ἠσπάζοντο. τότε τοιγαροῦν τὰ εἰκότα διαλαλήσας καὶ ἐπευξάμενος ἀπέλυε τὸν λαόν.
PG 144:405Πλὴν καὶ ἀπολυθέντων τὰ πολλὰ ἐῴκει φροντίζειν, προδιοικῶν ἐντεῦθεν τὰ κατὰ θέλησιν βαθέως καὶ ὡς οὐκ ἄν τις ᾤετο τῶν ἄλλως ἐκείνῳ προσεχόντων. πρόφασις δὲ τῆς φροντίδος ἡ πρὸς ἀλλήλους δῆθεν ἀδικία καὶ τὸ τῶν μικροτέρων τοὺς μείζους κατωφρυῶσθαι καὶ ἡ τῶν κρειττόνων πρὸς ἀδικίαν ῥοπή, μὴ ὄντος τοῦ τοῖς μικροῖς παρισταμένου καὶ πολυωροῦντος τοὺς καταπονουμένους δυνάμει κρείττονι. ἔνθεν τοι καὶ βασιλεὺς ἐνδοὺς τούτῳ ἀξιωτέρῳ τε φαινομένῳ τῶν ἄλλων τοῦ ἐπαρήγειν ἀδικουμένοις, ἀνοιγνύναι τοῦ λοιποῦ τὰς πύλας κελεύει καὶ προσιόντας δέχεσθαι, εἴτε κατά τινα κρίσιν προσίοι τις εἴτε καὶ κατὰ μεσιτείαν τὴν πρὸς αὐτόν· τὸν γὰρ ἐπαλγοῦντα γνησίως ταῖς συμφοραῖς, ἐκεῖνον καὶ γνησίως φροντίζειν εἰκὸς εἶναι καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν συνασπίζειν τῷ πάσχοντι. ἦν δ’ ἐντεῦθεν ἐξ ἀνάγκης καὶ προοδοποίησις σφίσι πρὸς ὅπερ ἄρα καὶ πράττειν ἠβούλοντο, ἃ τότε μὲν ἐπειλύοντο, ὕστερον δὲ καὶ διεφαίνοντο, ὅτε οὐκ ἦν ἀναλαμβάνειν τὰ δεδομένα τινάς.
γίνεσθαι πάντως ἀνάγκην εἶναι. Οὔτε δ᾽ ἐκείνου; τίζειν εἰκὸς εἶναι καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν συνασπίζειν
ούτε τινὰς τοῦ λαοῦ προσιόντας εὐλόγει, μόνον δ'
ἐδίδου τὴν χεῖρα, καὶ ἐν πληροφορία τῆς εὐλογίας
Εσπάζοντο. Τότε τοιγαροῦν τὰ εἰκότα διαλαλήσας
καὶ ἐπευξάμενος ἀπέλυε τὸν λαόν. Πλὴν καὶ ἀπολυ
θέντων τὰ πολλὰ ἐῴκει φροντίζειν, προδιοικῶν ἐνα
τεῦθεν τὰ κατὰ θέλησιν βαθέως καὶ ὡς οὐκ ἄν τις
ᾤετο τῶν ἄλλως ἐκείνῳ προσεχόντων. Πρόφασις δὲ
τῆς φροντίδος ἡ πρὸς ἀλλήλους δῆθεν ἀδικία καὶ τὸ
τῶν μικροτέρων τοὺς μείζους κατωφρυῶσθαι καὶ ἡ
τῶν κρειττόνων [Ρ. 257] πρὸς ἀδικίαν ῥοπή, μὴ δι
τος τοῦ τοῖς μικροῖς παρισταμένου καὶ πολυωροῦντος
τοὺς καταπονουμένους δυνάμει κρείττονι. Ενθεν του
καὶ βασιλεὺς ἐνδοὺς τούτῳ ἀξιωτέρῳ τε φαινομένῳ
τῶν ἄλλων τοῦ ἐπαρήγειν ἀδικουμένοις, ἀνοιγνύναι
τοῦ λοιποῦ τὰς πύλας κελεύει καὶ προσιόντας δέχε
σθαι, είτε κατά τινα κρίσιν προσίοι τις εἴτε καὶ
κατά μεσιτείαν τὴν πρὸς αὐτόν· τὸν γὰρ ἐπαλγοῦντα
γνησίως ταῖς συμφοραῖς, ἐκεῖνον καὶ γνησίως φρον
τῷ πάσχοντι. Ην δ' ἐντεῦθεν ἐξ ἀνάγκης καὶ προ
οδοποίησις σφίσι πρὸς ὅπερ ἄρα καὶ πράττειν ἡκού
λοντο, ἃ τότε μὲν ἐπειλύοντο, ὕστερον δὲ καὶ διεφαί
νοντο, ὅτε οὐκ ἦν ἀναλαμβάνειν τὰ δεδομένα τινάς.
"Οθεν καὶ ἡμέρας ἑκάστης ἐξ ἑωθινοῦ καὶ ἐς νύκτα
ἀνέδην τὰ πρὸς ἐκεῖνα ποιούμενοι ἄνθρωποι, οἱ μὲν
κατὰ χρείαν ἐγκλητεύοντες κρίσεως, μετακαλουμέ
νου καὶ τοῦ ἀντιδικήσοντος ἐπ' αὐτοῦ, συνόντων και
τινων ἀρχιερέων ἐκρίνοντο, οἱ δὲ μεσιτείας τῆς πρὸς
βασιλέα χάριν ποτνιώμενοι φακέλλους γραμμάτων
ἐδίδουν, καὶ ἡ ἑκάστου ἀναφορὰ τῷ κρατοῦντι ένα
χειρίζετο. "Ην δὲ καὶ φροντὶς βασιλεῖ τοὐντεῦθεν,
ἐπεὶ τὰ τοῦ Ἰωάννου καθυφεῖντο τὸ ἀπὸ τοῦδε καὶ οἱ
τέως δοκοῦντες παρίστασθαί οἱ ἔκλινον ἤδη πρὸς
Αθανάσιον, συμπείθειν ἀρχιερεῖς καὶ ἀνάγειν πει
ρᾶσθαι ἤδη τῆς προστασίας ἐπειλημμένον ἀναδοχῆς
χάριν τῆς ἐπ' ἀνθρώποις καὶ κρίσεως. Μετελάμβανε
γὰρ αὐτὸν καὶ ἡ τῶν λοιπῶν πραγμάτων ἐλπὶς
PG 144:409ὅθεν καὶ ἡμέρας ἑκάστης ἐξ ἑωθινοῦ καὶ ἐς νύκτα ἀνέδην τὰ πρὸς ἐκεῖνα ποιούμενοι ἄνθρωποι, οἱ μὲν κατὰ χρείαν ἐγκλητεύοντες κρίσεως, μετακαλουμένου καὶ τοῦ ἀντιδικήσοντος ἐπ’ αὐτοῦ, συνόντων καί τινων ἀρχιερέων ἐκρίνοντο, οἱ δὲ μεσιτείας τῆς πρὸς βασιλέα χάριν ποτνιώμενοι φακέλλους γραμμάτων ἐδίδουν, καὶ ἡ ἑκάστου ἀναφορὰ τῷ κρατοῦντι ἐνεχειρίζετο. Ἦν δὲ καὶ φροντὶς βασιλεῖ τοὐντεῦθεν, ἐπεὶ τὰ τοῦ Ἰωάννου καθυφεῖντο τὸ ἀπὸ τοῦδε καὶ οἱ τέως δοκοῦντες παρίστασθαί οἱ ἔκλινον ἤδη πρὸς Ἀθανάσιον, συμπείθειν ἀρχιερεῖς καὶ ἀνάγειν πειρᾶσθαι ἤδη τῆς προστασίας ἐπειλημμένον ἀναδοχῆς χάριν τῆς ἐπ’ ἀνθρώποις καὶ κρίσεως. μετελάμβανε γὰρ αὐτὸν καὶ ἡ τῶν λοιπῶν πραγμάτων ἐλπὶς ἀγαθή, ὡς αὐτίκα εὖ σχησόντων εἰ ἀποκαθιστῷτο τῷ θρόνῳ ὁ Ἀθανάσιος. καὶ ἀρχιερεῖς συνῆγε καὶ κλῆρον καὶ μοναχούς, καὶ τὰς μὲν συσκέψεις, εἰ ἀνελθεῖν δέοι, παρὰ φαῦλον οἷον ἐτίθετο, πιστεύων τοῖς πρότριτα· οὐδεὶς γὰρ τῶν ἀρχιερέων ἦν ὅστις ἅμ’ ἰδὼν καὶ μαθὼν τὴν πρώτην ἐκείνην ἡμέραν, οὐχ ὑποκλίνων τὴν κεφαλὴν ὡς πατριάρχην ἐδέχετο καὶ ἤπειγε τὴν ἀνάβασιν·
δὲ καὶ ἐπ᾿ αἰτίαις σκληρότητος καὶ τοῦ πολλοὺς ἢ ἀπ' ἀρετῆς ἴσως, τὸ δὲ καὶ πλέον καὶ ἀπὸ γνώμης
αἰκίζεσθαί τε καὶ ἀποκλείειν αἰτίας ἀνακυπτούσης
καὶ τῆς τυχούσης, ὧν ἕνεκα ἦν, εἰ μὴ μεταβάλλοιτο,
καὶ κατὰ κανόνας εὐθύνεσθαι, συνίσταται τις ἐν
τούτοις καὶ τρίτη μοίρα, οἳ δὴ τὴν μὲν τῆς γνώμης
μετάθεσιν αἰσχυνόμενοι, εὐπρόσωπον δ' ἐπὶ ταύτῃ
πρόφασιν προϊσχόμενοι ἐδέχοντο μὲν, ὡς καὶ πρὶν,
τὸν ἄνδρα καὶ πατριάρχην, πλὴν ἐπ' ἀσφαλείᾳ μεγί
στῇ τοῦ μή τι τοιοῦτον τὸ ἀπὸ τοῦδε παρ' αὐτοῦ γί
νεσθαι, ὡς ἐκείνων ολεθρίων ὄντων καὶ δυναμένων
ἀρχιερεῖς καθαιρεῖν, ήν τις ἄρα καὶ τοῖς κανόσι πιο
στεύσεις. Ταῦτα λέγοντες διεφιλονείκουν ἡμέρας
ὅλας, καὶ τὰς γνώμας οὔμενουν οὐ ξυνέβαινον. Βασια
λεὺς δὲ γνοὺς ὡς τὸ ἀτηρὸν τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἀμάλα
κτον καὶ ἐπὶ τοῖς τυχοῦσιν ἀσυγκατάβατον, ὃ δὴ καὶ
εἰκάζειν ἦν, τῆς μὲν τὸ ἀκριβὲς ζητούσης ἐφ᾽ ἅπασι,
τῆς δὲ φυσικῶς πειθούσης ἔχειν καὶ τὸ μὴ χρήσιμου
χρήσιμον, ἀλλοῖον γενέσθαι τοῦτον, ὅσον εἰκάσαι καὶ
ἐκ πολλῶν, διετείνετο. Μηδὲ γὰρ αὐτὸν τόσον, ἀλλὰ
τοὺς περὶ αὐτὸν ἀμαθίᾳ γνώμης τὸ μὴ δέον ἐργάζε
σθαι καταναγκάζεσθαι. Εἰ δέ γε καὶ αὐτὸς ἀκρι
βείας ἐπειλημμένος πολλοῖς γινομένης παρὰ τὸ δέον
ἐμποδὼν ὑφορῷτο στήσεσθαι, βασιλεῖ γε μᾶλλον
ἀτηρὴν φανεῖσθαι, πολλὰ καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς ἐξ
ἀνάγκης πράττειν παραγομένῳ. Πλην καταδέχεσθαι
μάλα πολλῷ ἀναξαίνοντος τούτου τὰ ἕλκη ἢ ἄλλως
μαλάσσοντος. ὁ Ἐμοὶ μὲν οὖν, ο ἔλεγεν, «ἐν ἀναγ
καῖον καὶ αὐτῆς πνοῆς προτιμότερον, τὸ Θεοῦ θέ
λημα γίνεσθαι, κἂν λυπῇ κἂν μή. Πλὴν καὶ χαρᾶς
PG 144:411περὶ δὲ τοῦ πῶς ἀνέλθοι καὶ πότε, εἰ τέως θελήσει, ὡς ἔλεγε (τὸν γὰρ Ἰωάννην ὑπερεώρων καὶ οἱ τέως προσκείμενοι), συνάγων ἠρώτα. [] ἀρχιερεῖς δὲ μέχρι μὲν ἐκείνης τῆς πρώτης ἡμέρας θερμῶς εἶχον, καὶ μηδεμιᾶς προσπαιούσης ἐννοίας οἱ ἀπεναντίας τοῖς λογισμοῖς ἐκείνῳ καλῶς προσεφέροντο. εἶτα δὲ καὶ λογισμῶν βασάνῳ διδόντες τὸ πρᾶγμα, οἱ μὲν καὶ αὖθις ἐνέμενον τοῖς προτέροις καὶ τὰς ἐπ’ ἐκείνῳ ῥοπὰς ἀνεπάλαιον, καὶ προῆγον μὲν παραιτήσεις ἐφ’ οἷς ἐποίει τότε ἀπᾴδουσι, προέτεινον δὲ καὶ τὴν ἐπὶ τοσούτοις χρόνοις ἀργίαν, καθ’ οὓς καὶ ἄλλος κανονικῶς καταστὰς ὡς αὐτοῦ γε παραιτησαμένου τὰ τῆς ἐκκλησίας διί̈θυνεν, ὃν οὐδὲ δίκαιον εἶναι ἐν τοῖς μισθωτοῖς παρεγγράφεσθαι καὶ ὡς μὴ γνήσιον ὀβελίζεσθαι, ἐπὶ τοσούτοις ἔτεσι τὴν ἐκκλησίαν κατέχοντα καί γε καὶ πλείστας χειροτονίας τελέσαντα· δυοῖν γὰρ θάτερον ξυμβαίνειν, ἢ αὐτὸν μὲν δικαιοῦσθαι κἀκεῖνον ἐν τοῖς νόθοις εἶναι, ἢ μὴν κανονικῶς καταστάντος ἐκείνου καὶ κανονικῶς ἐνεργοῦντος αὐτὸν ἐν ἱερεῦσι καὶ πατριάρχαις μηδὲ τὸ παράπαν λογίζεσθαι.
διεφέρετο, - ήκους γοῦν τούτους καὶ ἄλλους πλείου
νας καὶ μεγίστους τῇ πράξει προσισταμένους καὶ
ἀντιβαίνοντας.
ὑπέρτερον πασης τὸ κατὰ λύπην ἐκεῖνο, εἰ Θεὸς ἡ νεύσας ἐν τούτῳ, ἤδη καὶ πάλιν διὰ τὰ προβαίνοντα
κελεύει, γιγνόμενον. Διὰ ταῦτα καὶ εἴ τι μὲν πρεύθη
ἀκριβείας τῆς κατὰ νόμους, ἄνετον δόξαν, ἄνετον
μὲν, προτενεῖν τὰς αἰτίας ἀνάγκη, αὐτὸς δὲ δοκι
μαζέτω, καὶ τὸ δόξαν δέξομαι. Εἴ τι δ᾽ ἐσαὖθις δυ
κοῦν συνοῖσον πράττειν ἀναγκαζοίμεθα, αὐτὸς καὶ
τότε ἂν δοκιμάσειε, καν πολλοῖς οἶδα μή συγχωρού
μενος, λυπηθήσομαι. Οὕτω τὸ ἀτηρὸν παρὰ πάντας
ἐμοί, ο φησί, ο περιστήσεται.» Ταῦτ' ἔλεγε βασι
λεύς, ἐνάγων ὡς δ᾽ θεν αὐτοὺς ἐς ὁμόνοιαν. Αλλ
οὐκ ἔπειθε· πολλῷ γὰρ ἥκιστα τοῦτο, ὅτῳ καὶ δοκῶν
δουλεύειν ἰδίῳ θελήματι ἀντέχειν παρείχε καὶ ἀντι
σπαν σφίσι πρὸς ὅ τι καὶ λέγοι. Μακρύτεροι μὲν οὖν
διὰ ταῦτα λόγοι τῆς χρείας ἐγίνοντο, καὶ βασιλεὺς
τὸ ποιητέον διενοείτο. [Ρ. 260] "Ηκουε γὰρ καὶ πολ
λοὺς καὶ τοὺς μεγίστους, τοῦτο μὲν τοὺς ἀμφὶ τὸν
πατριαρχεύσαντα Ἰωάννην, τοῦτο δὲ τοὺς ἀμφὶ τὸν
πατριάρχην Αλεξανδρείας, καὶ ὅσους εἶχε μεθ' ἑαυ
τοῦ ὁ Ραούλ Ἰσκάκιος, ὃς δὴ καὶ τὰ ὄμματα πηρω
θεὶς διὰ τὰ συμβάντα πρότερον καὶ μέχρι καὶ Ἰωάν
νου ἐν τῷ τῆς Ἐκκλησίας σχίσματι διαμείνας, είρη
γ'. Περὶ τῆς εἰς τὸν Ιωάννην τοῦ βασιλέως ἀφί
ξεως καὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος ἀφορισμοῦ.
Καὶ [Ρ. 261] διὰ ταῦτα δόξαν ἀπελθεῖν πρὸς τὸν
Ἰωάννην, ὅπως ὑποποιήσαιτο, ἐπεὶ κἀκεῖνος βαθύ
τι σκεπτόμενος, ὡς ἔδειξεν ὕστερον, βασιλέα ήθελε
βλέπειν καὶ πέμπων προσελθεῖν ἠξίου (ἅμα δέ γε
καὶ ὁ καιρὸς ἐκάλει· τὰ γὰρ τῆς τεσσαρακοστής
ἐφειστήκει εἰσόδια και τυροφαγίας ἦσαν ἡμέραι),
ὅλαις προθυμίαις παρ' Ιωάννην γίνεται. Καὶ δὴ ἐπισ
στάντα, παρευρεθέντων καὶ ἀρχιερέων ἐκεῖ, ἡ δυσω
πία σφάλλει τὸν ἄνακτα. Ἡ δ' ἦν, πρόσεισι μὲν
Ιωάννῃ, καὶ εὐλαβείας ἡττᾶται τῆς πρὸς αὐτὸν, καὶ
ἕτοιμον ἑαυτὴν παρέχει, εἰ ἐκεῖνος εὐλογεῖν βούλοιτο.
Ο δέ, ο 'Αλλα Θεός εὐλογήσαι σε καὶ οὐκ ἐγώ, ο
ἔψη. Τέως δὲ καὶ εἰ πατριάρχην αὐτὸν λογίζοιτο
ἐρωτᾷ. Καὶ ὃς εἴτε τὴν εὐλογίαν λαμβάνειν θέλων,
εἴτε μὴν καὶ διὰ τὸν καιρὸν δυσωπούμενος, ὡς μὴ
ἐρρᾳδιουργημένην δὲ καὶ τὴν ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων ἀξίωσιν ὑπετόπαζον, ὡς αὐτίκ’ ἂν καὶ τοὺς συντρέχοντας πολλοὺς εἶναι βοηθείας ἕνεκα τῆς πρὸς τὸν κρατοῦντα, καὶ τὴν τῆς προστασίας τιμὴν ἐρριζῶσθαι ἐξ ἀναγκαίου συμβαίνειν, κἂν μὴ σφίσι δοκοίη. διχῇ οὖν διαιρουμένων τῶν ἀρχιερέων, καὶ τῶν ἠδικῆσθαι καὶ τότε τῶν ἱερέα κρινόντων καὶ αὖθις δικαιούντων ἀνάγεσθαι, ὧν τινὲς εἰ καὶ τῆς ἐκείνου χειροτονίας ἦσαν, ἀλλ’ οὖν ὑποσχεῖν εὐθύνας, εἰ κἀκεῖνος θέλοι, ἑαυτοὺς ἐδικαίουν, τῶν δὲ μηδ’ ὅλως ἀνεχομένων δέχεσθαι ἅμα μὲν παραιτησάμενον, ἅμα δὲ καὶ ἐπ’ αἰτίαις σκληρότητος καὶ τοῦ πολλοὺς αἰκίζεσθαί τε καὶ ἀποκλείειν αἰτίας ἀνακυπτούσης καὶ τῆς τυχούσης, ὧν ἕνεκα ἦν, εἰ μὴ μεταβάλλοιτο, καὶ κατὰ κανόνας εὐθύνεσθαι, συνίσταταί τις ἐν τούτοις καὶ τρίτη μοῖρα, οἳ δὴ τὴν μὲν τῆς γνώμης μετάθεσιν αἰσχυνόμενοι, εὐπρόσωπον δ’ ἐπὶ ταύτῃ πρόφασιν προϊσχόμενοι ἐδέχοντο μέν, ὡς καὶ πρίν, τὸν ἄνδρα καὶ πατριάρχην, πλὴν ἐπ’ ἀσφαλείᾳ μεγίστῃ τοῦ μή τι τοιοῦτον τὸ ἀπὸ τοῦδε παρ’ αὐτοῦ γίνεσθαι, ὡς ἐκείνων ὀλεθρίων ὄντων καὶ δυναμένων ἀρχιερεῖς καθαιρεῖν, ἤν τις ἄρα καὶ τοῖς κανόσι πιστεύσειε.
διεφέρετο, - ήκους γοῦν τούτους καὶ ἄλλους πλείου
νας καὶ μεγίστους τῇ πράξει προσισταμένους καὶ
ἀντιβαίνοντας.
ὑπέρτερον πασης τὸ κατὰ λύπην ἐκεῖνο, εἰ Θεὸς ἡ νεύσας ἐν τούτῳ, ἤδη καὶ πάλιν διὰ τὰ προβαίνοντα
κελεύει, γιγνόμενον. Διὰ ταῦτα καὶ εἴ τι μὲν πρεύθη
ἀκριβείας τῆς κατὰ νόμους, ἄνετον δόξαν, ἄνετον
μὲν, προτενεῖν τὰς αἰτίας ἀνάγκη, αὐτὸς δὲ δοκι
μαζέτω, καὶ τὸ δόξαν δέξομαι. Εἴ τι δ᾽ ἐσαὖθις δυ
κοῦν συνοῖσον πράττειν ἀναγκαζοίμεθα, αὐτὸς καὶ
τότε ἂν δοκιμάσειε, καν πολλοῖς οἶδα μή συγχωρού
μενος, λυπηθήσομαι. Οὕτω τὸ ἀτηρὸν παρὰ πάντας
ἐμοί, ο φησί, ο περιστήσεται.» Ταῦτ' ἔλεγε βασι
λεύς, ἐνάγων ὡς δ᾽ θεν αὐτοὺς ἐς ὁμόνοιαν. Αλλ
οὐκ ἔπειθε· πολλῷ γὰρ ἥκιστα τοῦτο, ὅτῳ καὶ δοκῶν
δουλεύειν ἰδίῳ θελήματι ἀντέχειν παρείχε καὶ ἀντι
σπαν σφίσι πρὸς ὅ τι καὶ λέγοι. Μακρύτεροι μὲν οὖν
διὰ ταῦτα λόγοι τῆς χρείας ἐγίνοντο, καὶ βασιλεὺς
τὸ ποιητέον διενοείτο. [Ρ. 260] "Ηκουε γὰρ καὶ πολ
λοὺς καὶ τοὺς μεγίστους, τοῦτο μὲν τοὺς ἀμφὶ τὸν
πατριαρχεύσαντα Ἰωάννην, τοῦτο δὲ τοὺς ἀμφὶ τὸν
πατριάρχην Αλεξανδρείας, καὶ ὅσους εἶχε μεθ' ἑαυ
τοῦ ὁ Ραούλ Ἰσκάκιος, ὃς δὴ καὶ τὰ ὄμματα πηρω
θεὶς διὰ τὰ συμβάντα πρότερον καὶ μέχρι καὶ Ἰωάν
νου ἐν τῷ τῆς Ἐκκλησίας σχίσματι διαμείνας, είρη
γ'. Περὶ τῆς εἰς τὸν Ιωάννην τοῦ βασιλέως ἀφί
ξεως καὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος ἀφορισμοῦ.
Καὶ [Ρ. 261] διὰ ταῦτα δόξαν ἀπελθεῖν πρὸς τὸν
Ἰωάννην, ὅπως ὑποποιήσαιτο, ἐπεὶ κἀκεῖνος βαθύ
τι σκεπτόμενος, ὡς ἔδειξεν ὕστερον, βασιλέα ήθελε
βλέπειν καὶ πέμπων προσελθεῖν ἠξίου (ἅμα δέ γε
καὶ ὁ καιρὸς ἐκάλει· τὰ γὰρ τῆς τεσσαρακοστής
ἐφειστήκει εἰσόδια και τυροφαγίας ἦσαν ἡμέραι),
ὅλαις προθυμίαις παρ' Ιωάννην γίνεται. Καὶ δὴ ἐπισ
στάντα, παρευρεθέντων καὶ ἀρχιερέων ἐκεῖ, ἡ δυσω
πία σφάλλει τὸν ἄνακτα. Ἡ δ' ἦν, πρόσεισι μὲν
Ιωάννῃ, καὶ εὐλαβείας ἡττᾶται τῆς πρὸς αὐτὸν, καὶ
ἕτοιμον ἑαυτὴν παρέχει, εἰ ἐκεῖνος εὐλογεῖν βούλοιτο.
Ο δέ, ο 'Αλλα Θεός εὐλογήσαι σε καὶ οὐκ ἐγώ, ο
ἔψη. Τέως δὲ καὶ εἰ πατριάρχην αὐτὸν λογίζοιτο
ἐρωτᾷ. Καὶ ὃς εἴτε τὴν εὐλογίαν λαμβάνειν θέλων,
εἴτε μὴν καὶ διὰ τὸν καιρὸν δυσωπούμενος, ὡς μὴ
ταῦτα λέγοντες διεφιλονείκουν ἡμέρας ὅλας, καὶ τὰς γνώμας οὔμενουν οὐ ξυνέβαινον. βασιλεὺς δὲ γνοὺς ὡς τὸ ἀτηρὸν τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἀμάλακτον καὶ ἐπὶ τοῖς τυχοῦσιν ἀσυγκατάβατον, ὃ δὴ καὶ ἀπ’ ἀρετῆς ἴσως, τὸ δὲ καὶ πλέον καὶ ἀπὸ γνώμης εἰκάζειν ἦν, τῆς μὲν τὸ ἀκριβὲς ζητούσης ἐφ’ ἅπασι, τῆς δὲ φυσικῶς πειθούσης ἔχειν καὶ τὸ μὴ χρήσιμον χρήσιμον, ἀλλοῖον γενέσθαι τοῦτον, ὅσον εἰκάσαι καὶ ἐκ πολλῶν, διετείνετο. μηδὲ γὰρ αὐτὸν τόσον, ἀλλὰ τοὺς περὶ αὐτὸν ἀμαθίᾳ γνώμης τὸ μὴ δέον ἐργάζεσθαι καταναγκάζεσθαι. εἰ δέ γε καὶ αὐτὸς ἀκριβείας ἐπειλημμένος πολλοῖς γινομένης παρὰ τὸ δέον ἐμποδὼν ὑφορῷτο στήσεσθαι, βασιλεῖ γε μᾶλλον ἀτηρὸν φανεῖσθαι, πολλὰ καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς ἐξ ἀνάγκης πράττειν παραγομένῳ. πλὴν καταδέχεσθαι μάλα πολλῷ ἀναξαίνοντος τούτου τὰ ἕλκη ἢ ἄλλως μαλάσσοντος. ἐμοὶ μὲν οὖν ἔλεγεν ἓν ἀναγκαῖον καὶ αὐτῆς πνοῆς προτιμότερον, τὸ θεοῦ θέλημα γίνεσθαι, κἂν λυπῇ κἂν μή. πλὴν καὶ χαρᾶς ὑπέρτερον πάσης τὸ κατὰ λύπην ἐκεῖνο, εἰ θεὸς κελεύοι, γιγνόμενον.
διεφέρετο, - ήκους γοῦν τούτους καὶ ἄλλους πλείου
νας καὶ μεγίστους τῇ πράξει προσισταμένους καὶ
ἀντιβαίνοντας.
ὑπέρτερον πασης τὸ κατὰ λύπην ἐκεῖνο, εἰ Θεὸς ἡ νεύσας ἐν τούτῳ, ἤδη καὶ πάλιν διὰ τὰ προβαίνοντα
κελεύει, γιγνόμενον. Διὰ ταῦτα καὶ εἴ τι μὲν πρεύθη
ἀκριβείας τῆς κατὰ νόμους, ἄνετον δόξαν, ἄνετον
μὲν, προτενεῖν τὰς αἰτίας ἀνάγκη, αὐτὸς δὲ δοκι
μαζέτω, καὶ τὸ δόξαν δέξομαι. Εἴ τι δ᾽ ἐσαὖθις δυ
κοῦν συνοῖσον πράττειν ἀναγκαζοίμεθα, αὐτὸς καὶ
τότε ἂν δοκιμάσειε, καν πολλοῖς οἶδα μή συγχωρού
μενος, λυπηθήσομαι. Οὕτω τὸ ἀτηρὸν παρὰ πάντας
ἐμοί, ο φησί, ο περιστήσεται.» Ταῦτ' ἔλεγε βασι
λεύς, ἐνάγων ὡς δ᾽ θεν αὐτοὺς ἐς ὁμόνοιαν. Αλλ
οὐκ ἔπειθε· πολλῷ γὰρ ἥκιστα τοῦτο, ὅτῳ καὶ δοκῶν
δουλεύειν ἰδίῳ θελήματι ἀντέχειν παρείχε καὶ ἀντι
σπαν σφίσι πρὸς ὅ τι καὶ λέγοι. Μακρύτεροι μὲν οὖν
διὰ ταῦτα λόγοι τῆς χρείας ἐγίνοντο, καὶ βασιλεὺς
τὸ ποιητέον διενοείτο. [Ρ. 260] "Ηκουε γὰρ καὶ πολ
λοὺς καὶ τοὺς μεγίστους, τοῦτο μὲν τοὺς ἀμφὶ τὸν
πατριαρχεύσαντα Ἰωάννην, τοῦτο δὲ τοὺς ἀμφὶ τὸν
πατριάρχην Αλεξανδρείας, καὶ ὅσους εἶχε μεθ' ἑαυ
τοῦ ὁ Ραούλ Ἰσκάκιος, ὃς δὴ καὶ τὰ ὄμματα πηρω
θεὶς διὰ τὰ συμβάντα πρότερον καὶ μέχρι καὶ Ἰωάν
νου ἐν τῷ τῆς Ἐκκλησίας σχίσματι διαμείνας, είρη
γ'. Περὶ τῆς εἰς τὸν Ιωάννην τοῦ βασιλέως ἀφί
ξεως καὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος ἀφορισμοῦ.
Καὶ [Ρ. 261] διὰ ταῦτα δόξαν ἀπελθεῖν πρὸς τὸν
Ἰωάννην, ὅπως ὑποποιήσαιτο, ἐπεὶ κἀκεῖνος βαθύ
τι σκεπτόμενος, ὡς ἔδειξεν ὕστερον, βασιλέα ήθελε
βλέπειν καὶ πέμπων προσελθεῖν ἠξίου (ἅμα δέ γε
καὶ ὁ καιρὸς ἐκάλει· τὰ γὰρ τῆς τεσσαρακοστής
ἐφειστήκει εἰσόδια και τυροφαγίας ἦσαν ἡμέραι),
ὅλαις προθυμίαις παρ' Ιωάννην γίνεται. Καὶ δὴ ἐπισ
στάντα, παρευρεθέντων καὶ ἀρχιερέων ἐκεῖ, ἡ δυσω
πία σφάλλει τὸν ἄνακτα. Ἡ δ' ἦν, πρόσεισι μὲν
Ιωάννῃ, καὶ εὐλαβείας ἡττᾶται τῆς πρὸς αὐτὸν, καὶ
ἕτοιμον ἑαυτὴν παρέχει, εἰ ἐκεῖνος εὐλογεῖν βούλοιτο.
Ο δέ, ο 'Αλλα Θεός εὐλογήσαι σε καὶ οὐκ ἐγώ, ο
ἔψη. Τέως δὲ καὶ εἰ πατριάρχην αὐτὸν λογίζοιτο
ἐρωτᾷ. Καὶ ὃς εἴτε τὴν εὐλογίαν λαμβάνειν θέλων,
εἴτε μὴν καὶ διὰ τὸν καιρὸν δυσωπούμενος, ὡς μὴ
διὰ ταῦτα καὶ εἴ τι μὲν προύβη ἀκριβείας τῆς κατὰ νόμους, ἄνετον δόξαν, ἄνετον μέν, προτενεῖν τὰς αἰτίας ἀνάγκη, αὐτὸς δὲ δοκιμαζέτω, καὶ τὸ δόξαν δέξομαι. εἴ τι δ’ ἐσαῦθις δοκοῦν συνοῖσον πράττειν ἀναγκαζοίμεθα, αὐτὸς καὶ τότε ἂν δοκιμάσειε, κἂν πολλοῖς οἶδα μὴ συγχωρούμενος λυπηθήσομαι. οὕτω τὸ ἀτηρὸν παρὰ πάντας ἐμοί φησί περιστήσεται. ταῦτ’ ἔλεγε βασιλεύς, ἐνάγων ὡς δῆθεν αὐτοὺς ἐς ὁμόνοιαν. ἀλλ’ οὐκ ἔπειθε· πολλῷ γὰρ ἥκιστα τοῦτο, ὅσῳ καὶ δοκῶν δουλεύειν ἰδίῳ θελήματι ἀντέχειν παρεῖχε καὶ ἀντισπᾶν σφίσι πρὸς ὅ τι καὶ λέγοι. Μακρότεροι μὲν οὖν διὰ ταῦτα λόγοι τῆς χρείας ἐγίνοντο, καὶ βασιλεὺς τὸ ποιητέον διενοεῖτο. ἤκουε γὰρ καὶ πολλοὺς καὶ τοὺς μεγίστους, τοῦτο μὲν τοὺς ἀμφὶ τὸν πατριαρχεύσαντα Ἰωάννην, τοῦτο δὲ τοὺς ἀμφὶ τὸν πατριάρχην Ἀλεξανδρείας, καὶ ὅσους εἶχε μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ Ῥαοὺλ Ἰσαάκιος, ὃς δὴ καὶ τὰ ὄμματα πηρωθεὶς διὰ τὰ συμβάντα πρότερον καὶ μέχρι καὶ Ἰωάννου ἐν τῷ τῆς ἐκκλησίας σχίσματι διαμείνας, εἰρηνεύσας ἐν τούτῳ, ἤδη καὶ πάλιν διὰ τὰ προβαίνοντα διεφέρετο, ἤκουε γοῦν τούτους καὶ ἄλλους πλείονας καὶ μεγίστους τῇ πράξει προσισταμένους καὶ ἀντιβαίνοντας.
διεφέρετο, - ήκους γοῦν τούτους καὶ ἄλλους πλείου
νας καὶ μεγίστους τῇ πράξει προσισταμένους καὶ
ἀντιβαίνοντας.
ὑπέρτερον πασης τὸ κατὰ λύπην ἐκεῖνο, εἰ Θεὸς ἡ νεύσας ἐν τούτῳ, ἤδη καὶ πάλιν διὰ τὰ προβαίνοντα
κελεύει, γιγνόμενον. Διὰ ταῦτα καὶ εἴ τι μὲν πρεύθη
ἀκριβείας τῆς κατὰ νόμους, ἄνετον δόξαν, ἄνετον
μὲν, προτενεῖν τὰς αἰτίας ἀνάγκη, αὐτὸς δὲ δοκι
μαζέτω, καὶ τὸ δόξαν δέξομαι. Εἴ τι δ᾽ ἐσαὖθις δυ
κοῦν συνοῖσον πράττειν ἀναγκαζοίμεθα, αὐτὸς καὶ
τότε ἂν δοκιμάσειε, καν πολλοῖς οἶδα μή συγχωρού
μενος, λυπηθήσομαι. Οὕτω τὸ ἀτηρὸν παρὰ πάντας
ἐμοί, ο φησί, ο περιστήσεται.» Ταῦτ' ἔλεγε βασι
λεύς, ἐνάγων ὡς δ᾽ θεν αὐτοὺς ἐς ὁμόνοιαν. Αλλ
οὐκ ἔπειθε· πολλῷ γὰρ ἥκιστα τοῦτο, ὅτῳ καὶ δοκῶν
δουλεύειν ἰδίῳ θελήματι ἀντέχειν παρείχε καὶ ἀντι
σπαν σφίσι πρὸς ὅ τι καὶ λέγοι. Μακρύτεροι μὲν οὖν
διὰ ταῦτα λόγοι τῆς χρείας ἐγίνοντο, καὶ βασιλεὺς
τὸ ποιητέον διενοείτο. [Ρ. 260] "Ηκουε γὰρ καὶ πολ
λοὺς καὶ τοὺς μεγίστους, τοῦτο μὲν τοὺς ἀμφὶ τὸν
πατριαρχεύσαντα Ἰωάννην, τοῦτο δὲ τοὺς ἀμφὶ τὸν
πατριάρχην Αλεξανδρείας, καὶ ὅσους εἶχε μεθ' ἑαυ
τοῦ ὁ Ραούλ Ἰσκάκιος, ὃς δὴ καὶ τὰ ὄμματα πηρω
θεὶς διὰ τὰ συμβάντα πρότερον καὶ μέχρι καὶ Ἰωάν
νου ἐν τῷ τῆς Ἐκκλησίας σχίσματι διαμείνας, είρη
γ'. Περὶ τῆς εἰς τὸν Ιωάννην τοῦ βασιλέως ἀφί
ξεως καὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος ἀφορισμοῦ.
Καὶ [Ρ. 261] διὰ ταῦτα δόξαν ἀπελθεῖν πρὸς τὸν
Ἰωάννην, ὅπως ὑποποιήσαιτο, ἐπεὶ κἀκεῖνος βαθύ
τι σκεπτόμενος, ὡς ἔδειξεν ὕστερον, βασιλέα ήθελε
βλέπειν καὶ πέμπων προσελθεῖν ἠξίου (ἅμα δέ γε
καὶ ὁ καιρὸς ἐκάλει· τὰ γὰρ τῆς τεσσαρακοστής
ἐφειστήκει εἰσόδια και τυροφαγίας ἦσαν ἡμέραι),
ὅλαις προθυμίαις παρ' Ιωάννην γίνεται. Καὶ δὴ ἐπισ
στάντα, παρευρεθέντων καὶ ἀρχιερέων ἐκεῖ, ἡ δυσω
πία σφάλλει τὸν ἄνακτα. Ἡ δ' ἦν, πρόσεισι μὲν
Ιωάννῃ, καὶ εὐλαβείας ἡττᾶται τῆς πρὸς αὐτὸν, καὶ
ἕτοιμον ἑαυτὴν παρέχει, εἰ ἐκεῖνος εὐλογεῖν βούλοιτο.
Ο δέ, ο 'Αλλα Θεός εὐλογήσαι σε καὶ οὐκ ἐγώ, ο
ἔψη. Τέως δὲ καὶ εἰ πατριάρχην αὐτὸν λογίζοιτο
ἐρωτᾷ. Καὶ ὃς εἴτε τὴν εὐλογίαν λαμβάνειν θέλων,
εἴτε μὴν καὶ διὰ τὸν καιρὸν δυσωπούμενος, ὡς μὴ
[] καὶ διὰ ταῦτα δόξαν ἀπελθεῖν πρὸς τὸν Ἰωάννην, ὅπως ὑποποιήσαιτο, ἐπεὶ κἀκεῖνος βαθύ τι σκεπτόμενος, ὡς ἔδειξεν ὕστερον, βασιλέα ἤθελε βλέπειν καὶ πέμπων προσελθεῖν ἠξίου (ἅμα δέ γε καὶ ὁ καιρὸς ἐκάλει· τὰ γὰρ τῆς τεσσαρακοστῆς ἐφειστήκει εἰσόδια καὶ τυροφαγίας ἦσαν ἡμέραι), ὅλαις προθυμίαις παρ’ Ἰωάννην γίνεται. καὶ δὴ ἐπιστάντα, παρευρεθέντων καὶ ἀρχιερέων ἐκεῖ, ἡ δυσωπία σφάλλει τὸν ἄνακτα. ἡ δ’ ἦν, πρόσεισι μὲν Ἰωάννῃ, καὶ εὐλαβείας ἡττᾶται τῆς πρὸς αὐτόν, καὶ ἕτοιμον ἑαυτὸν παρέχει, εἰ ἐκεῖνος εὐλογεῖν βούλοιτο. ὁ δὲ ἀλλὰ θεὸς εὐλογήσαι σε καὶ οὐκ ἐγὼ ἔφη. τέως δὲ καὶ εἰ πατριάρχην αὐτὸν λογίζοιτο ἐρωτᾷ. καὶ ὃς εἴτε τὴν εὐλογίαν λαμβάνειν θέλων, εἴτε μὴν καὶ διὰ τὸν καιρὸν δυσωπούμενος, ὡς μὴ λυπήσειεν ἀρνησάμενος, εἴτε καὶ τρίτον τὴν ἀπ’ ἐκείνου πρὸς ὅ τι πράττοι ὑποποιούμενος εὔνοιαν, τὸ ἱλαρὸν καθιστὰς (ἀρχιερέων γάρ, οὐ βασιλέως εἶναι τὴν ἐπὶ τούτοις ἀπόφασιν) ὁμολογεῖ πατριάρχην ἡγεῖσθαι τὸν Ἰωάννην.
διεφέρετο, - ήκους γοῦν τούτους καὶ ἄλλους πλείου
νας καὶ μεγίστους τῇ πράξει προσισταμένους καὶ
ἀντιβαίνοντας.
ὑπέρτερον πασης τὸ κατὰ λύπην ἐκεῖνο, εἰ Θεὸς ἡ νεύσας ἐν τούτῳ, ἤδη καὶ πάλιν διὰ τὰ προβαίνοντα
κελεύει, γιγνόμενον. Διὰ ταῦτα καὶ εἴ τι μὲν πρεύθη
ἀκριβείας τῆς κατὰ νόμους, ἄνετον δόξαν, ἄνετον
μὲν, προτενεῖν τὰς αἰτίας ἀνάγκη, αὐτὸς δὲ δοκι
μαζέτω, καὶ τὸ δόξαν δέξομαι. Εἴ τι δ᾽ ἐσαὖθις δυ
κοῦν συνοῖσον πράττειν ἀναγκαζοίμεθα, αὐτὸς καὶ
τότε ἂν δοκιμάσειε, καν πολλοῖς οἶδα μή συγχωρού
μενος, λυπηθήσομαι. Οὕτω τὸ ἀτηρὸν παρὰ πάντας
ἐμοί, ο φησί, ο περιστήσεται.» Ταῦτ' ἔλεγε βασι
λεύς, ἐνάγων ὡς δ᾽ θεν αὐτοὺς ἐς ὁμόνοιαν. Αλλ
οὐκ ἔπειθε· πολλῷ γὰρ ἥκιστα τοῦτο, ὅτῳ καὶ δοκῶν
δουλεύειν ἰδίῳ θελήματι ἀντέχειν παρείχε καὶ ἀντι
σπαν σφίσι πρὸς ὅ τι καὶ λέγοι. Μακρύτεροι μὲν οὖν
διὰ ταῦτα λόγοι τῆς χρείας ἐγίνοντο, καὶ βασιλεὺς
τὸ ποιητέον διενοείτο. [Ρ. 260] "Ηκουε γὰρ καὶ πολ
λοὺς καὶ τοὺς μεγίστους, τοῦτο μὲν τοὺς ἀμφὶ τὸν
πατριαρχεύσαντα Ἰωάννην, τοῦτο δὲ τοὺς ἀμφὶ τὸν
πατριάρχην Αλεξανδρείας, καὶ ὅσους εἶχε μεθ' ἑαυ
τοῦ ὁ Ραούλ Ἰσκάκιος, ὃς δὴ καὶ τὰ ὄμματα πηρω
θεὶς διὰ τὰ συμβάντα πρότερον καὶ μέχρι καὶ Ἰωάν
νου ἐν τῷ τῆς Ἐκκλησίας σχίσματι διαμείνας, είρη
γ'. Περὶ τῆς εἰς τὸν Ιωάννην τοῦ βασιλέως ἀφί
ξεως καὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος ἀφορισμοῦ.
Καὶ [Ρ. 261] διὰ ταῦτα δόξαν ἀπελθεῖν πρὸς τὸν
Ἰωάννην, ὅπως ὑποποιήσαιτο, ἐπεὶ κἀκεῖνος βαθύ
τι σκεπτόμενος, ὡς ἔδειξεν ὕστερον, βασιλέα ήθελε
βλέπειν καὶ πέμπων προσελθεῖν ἠξίου (ἅμα δέ γε
καὶ ὁ καιρὸς ἐκάλει· τὰ γὰρ τῆς τεσσαρακοστής
ἐφειστήκει εἰσόδια και τυροφαγίας ἦσαν ἡμέραι),
ὅλαις προθυμίαις παρ' Ιωάννην γίνεται. Καὶ δὴ ἐπισ
στάντα, παρευρεθέντων καὶ ἀρχιερέων ἐκεῖ, ἡ δυσω
πία σφάλλει τὸν ἄνακτα. Ἡ δ' ἦν, πρόσεισι μὲν
Ιωάννῃ, καὶ εὐλαβείας ἡττᾶται τῆς πρὸς αὐτὸν, καὶ
ἕτοιμον ἑαυτὴν παρέχει, εἰ ἐκεῖνος εὐλογεῖν βούλοιτο.
Ο δέ, ο 'Αλλα Θεός εὐλογήσαι σε καὶ οὐκ ἐγώ, ο
ἔψη. Τέως δὲ καὶ εἰ πατριάρχην αὐτὸν λογίζοιτο
ἐρωτᾷ. Καὶ ὃς εἴτε τὴν εὐλογίαν λαμβάνειν θέλων,
εἴτε μὴν καὶ διὰ τὸν καιρὸν δυσωπούμενος, ὡς μὴ
PG 144:413καὶ ὃς ἐν δεσμοῖς εὐθὺς ἐπισχὼν τὸν λέοντα, καὶ εἰ πατριάρχης ἐγώ φησίν, ὅτι καὶ οὔπω τελέως τὰ τῆς ἐμῆς παραιτήσεως οὐκ ἐδοκιμάσθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν πολλαῖς μοναῖς μνημονεύομαι, ὑπ’ ἀφορισμὸν τὸν ἀπὸ τῆς ἁγίας τριάδος ἄγω τὸν βουληθησόμενον πατριάρχην τὸν κύριν Ἀθανάσιον καθιστᾶν. ταῦτ’ εἶπε, καὶ προφανῶς κατεγίνωσκεν, ὥσπερ ἐκείνου σκαιότητα, οὕτως ἀπάτην καὶ εὐκολίαν τοῦ ἄνακτος, οἷς ὅτι τῶν προτέρων ἀμνημονήσας καὶ τοῖς δευτέροις ἐσαῦθις ἐπιχειροίη. βασιλεὺς δὲ τοῦτο μὲν αἰδεσθεὶς τὴν φενάκην, καὶ ταῦτα τὴν ἐξ ἁπλότητος, τοῦτο δὲ καὶ τὰς ὑπὲρ τοῦ διαφευξεῖσθαι τὴν χλεύην προνοίας οἰκονομῶν, ἐκεῖνον μὲν οὐδὲν εἰπὼν ἀποστρέφεται, τοῖς δ’ ἀρχιερεῦσι τοῖς τῇδε ὡς συμπράττειν ὑποπτευθεῖσι καὶ λίαν ἐπεῖχε καὶ προσωργίζετο. ἦσαν δὲ ἐκ προκλήσεως τότε παρευρεθέντες τῷ πατριάρχῃ ὅ τε Ἀγκύρας Βαβύλας, ὁ Κρήτης Νικηφόρος καὶ ὁ Βιτζίνης Λουκᾶς.
λυπήσειεν ἀρνησάμενος, εἴτε καὶ τρίτον τὴν ἀπ' παρευρεθέντες τῷ πατριάρχῃ ὅ τε Αγκύρας Βαθύς
ἐκείνου πρὸς ὅ τι πράττοι ὑποποιούμενος εύνοιαν,
τὸ ἱλαρὸν καθιστάς (ἀρχιερέων γάρ, οὐ βασιλέως
εἶναι τὴν ἐπὶ τούτοις ἀπόφασιν ) ὁμολογεῖ πατριάρ
χὴν ἡγεῖσθαι τὸν Ἰωάννην. Καὶ ὃς ἐν δεσμοῖς εὐθὺς
ἐπισχὼν τὸν λέοντα, ο Καὶ εἰ πατριάρχης ἐγώ, ο
φησίν, «ὅτι καὶ οὔπω τελέως τὰ τῆς ἐμῆς παραι
τήσεως οὐκ ἐδοκιμάσθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ
Ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν πολλαῖς μοναῖς μνημονεύομαι,
ὑπ' ἀφορισμὸν τὸν ἀπὸ τῆς ἁγίας Τριάδος ἄγω τὸν
βουληθησόμενον πατριάρχην τὸν κύριν ᾿Αθανάσιον
καθιστάν.» Ταῦτ' εἶπε, καὶ προφανώς κατεγίνωσκεν,
ὥσπερ ἐκείνου σκαιότητα, οὕτως ἀπάτην καὶ εὐκο
λίαν τοῦ ἄνακτος, οἷς ὅτι τῶν προτέρων αμνημονή
σας καὶ τοῖς δευτέροις ἐσαύθις ἐπιχειροίη. Βασιλεὺς
δὲ τοῦτο μὲν αἰδεσθεὶς τὴν φενάκην, καὶ ταῦτα τὴν
ἐξ ἁπλότητος, τοῦτο δὲ καὶ τὰς ὑπὲρ τοῦ διαφευξεί
σθαι τὴν χλεύην προνοίας οἰκονομῶν, ἐκεῖνον μὲν
οὐδὲν εἰπὼν ἀποστρέφεται, τοῖς δ' ἀρχιερεῦσι τοῖς
τῇδε ὡς συμπράττειν ὑποπτευθεῖσι καὶ λίαν ἐπεῖχε
καὶ προσωργίζετο. Ησαν δὲ ἐκ προκλήσεως τότε
λας, ὁ Κρήτης Νικηφόρος καὶ ὁ Βιτζίνης Λουκᾶς.
Όμως δὲ τὴν φήμην θέλων ἐπανορθοῦν, [Ρ. 262]
μήπως δόξοι καὶ ἀδιαστάλτως ἀφορισθείς, συγκαλέ
σας καὶ αὖθις τῇ ὑστεραίᾳ οὓς συγκαλεῖν εἴθιστο,
ἐπεγκαλεῖ μὲν τὴν ἀπάτην, ἀπογυμνοῖ δὲ τὸ δράμα,
ὑποχαλᾷ δὲ καὶ τῆς ἐπὶ τῷ ᾿Αθανασίῳ προθυμίας, εἰ
κἀκεῖνος ἀκούσας Σαπφείρας καὶ 'Ανανίου τρόπον τῷ
Ιωάννῃ προσέτριβε, δόντι Θεῷ τὴν ἱερωσύνην, ὡς
αὐτὸς παραιτούμενος ἔγραφε, καὶ πάλιν ἀναλαμβά
νοντι.
δ'. Περὶ τοῦ θανάτου τῆς δεσποίνης Θεοδώρας.
Τῷ μὲν οὖν βασιλεῖ ἡ μήτηρ ἐνύσει δεινῶς καὶ
πρὸς ἀναπνοαῖς ἦν ταῖς ἐσχάταις· καὶ ἡ δευτέρα τῆς
δευτέρας τῶν νηστειῶν ἑβδομάδος νεκρὰν τὴν ἄνασ
σαν εἶδε, γυναῖκα πολλαῖς κατακώχιμον χάρισε. Συνε
τέθαπτο δέ οἱ καὶ ἐνδεῶν πλῆθος ἄπειρον, οἷς καθ'
ἡμέραν ἐπήρκει. Καί οἱ τὰ τῆς ὁσίας πρὸς τὸ μεγα
λειότερον ἐξασκούμενα πρὸς ἑαυτὰ ἐφεῖκε τὸν ἄνα
κτα. Καὶ τὰ μὲν τῶν κινουμένων ἠπράκτει τέως
ὅμως δὲ τὴν φήμην θέλων ἐπανορθοῦν, μήπως δόξοι καὶ ἀδιαστάλτως ἀφορισθείς, συγκαλέσας καὶ αὖθις τῇ ὑστεραίᾳ οὓς συγκαλεῖν εἴθιστο, ἐπεγκαλεῖ μὲν τὴν ἀπάτην, ἀπογυμνοῖ δὲ τὸ δρᾶμα, ὑποχαλᾷ δὲ καὶ τῆς ἐπὶ τῷ Ἀθανασίῳ προθυμίας, εἰ κἀκεῖνος ἀκούσας Σαπφείρας καὶ Ἀνανίου τρόπον τῷ Ἰωάννῃ προσέτριβε, δόντι θεῷ τὴν ἱερωσύνην, ὡς αὐτὸς παραιτούμενος ἔγραφε, καὶ πάλιν ἀναλαμβάνοντι. 4. Τῷ μὲν οὖν βασιλεῖ ἡ μήτηρ ἐνόσει δεινῶς καὶ πρὸς ἀναπνοαῖς ἦν ταῖς ἐσχάταις· καὶ ἡ δευτέρα τῆς δευτέρας τῶν νηστειῶν ἑβδομάδος νεκρὰν τὴν ἄνασσαν εἶδε, γυναῖκα πολλαῖς κατακώχιμον χάρισι. συντέθαπτο δέ οἱ καὶ ἐνδεῶν πλῆθος ἄπειρον, οἷς καθ’ ἡμέραν ἐπήρκει. καί οἱ τὰ τῆς ὁσίας πρὸς τὸ μεγαλειότερον ἐξασκούμενα πρὸς ἑαυτὰ ἐφεῖλκε τὸν ἄνακτα. καὶ τὰ μὲν τῶν κινουμένων ἠπράκτει τέως·
λυπήσειεν ἀρνησάμενος, εἴτε καὶ τρίτον τὴν ἀπ' παρευρεθέντες τῷ πατριάρχῃ ὅ τε Αγκύρας Βαθύς
ἐκείνου πρὸς ὅ τι πράττοι ὑποποιούμενος εύνοιαν,
τὸ ἱλαρὸν καθιστάς (ἀρχιερέων γάρ, οὐ βασιλέως
εἶναι τὴν ἐπὶ τούτοις ἀπόφασιν ) ὁμολογεῖ πατριάρ
χὴν ἡγεῖσθαι τὸν Ἰωάννην. Καὶ ὃς ἐν δεσμοῖς εὐθὺς
ἐπισχὼν τὸν λέοντα, ο Καὶ εἰ πατριάρχης ἐγώ, ο
φησίν, «ὅτι καὶ οὔπω τελέως τὰ τῆς ἐμῆς παραι
τήσεως οὐκ ἐδοκιμάσθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ
Ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν πολλαῖς μοναῖς μνημονεύομαι,
ὑπ' ἀφορισμὸν τὸν ἀπὸ τῆς ἁγίας Τριάδος ἄγω τὸν
βουληθησόμενον πατριάρχην τὸν κύριν ᾿Αθανάσιον
καθιστάν.» Ταῦτ' εἶπε, καὶ προφανώς κατεγίνωσκεν,
ὥσπερ ἐκείνου σκαιότητα, οὕτως ἀπάτην καὶ εὐκο
λίαν τοῦ ἄνακτος, οἷς ὅτι τῶν προτέρων αμνημονή
σας καὶ τοῖς δευτέροις ἐσαύθις ἐπιχειροίη. Βασιλεὺς
δὲ τοῦτο μὲν αἰδεσθεὶς τὴν φενάκην, καὶ ταῦτα τὴν
ἐξ ἁπλότητος, τοῦτο δὲ καὶ τὰς ὑπὲρ τοῦ διαφευξεί
σθαι τὴν χλεύην προνοίας οἰκονομῶν, ἐκεῖνον μὲν
οὐδὲν εἰπὼν ἀποστρέφεται, τοῖς δ' ἀρχιερεῦσι τοῖς
τῇδε ὡς συμπράττειν ὑποπτευθεῖσι καὶ λίαν ἐπεῖχε
καὶ προσωργίζετο. Ησαν δὲ ἐκ προκλήσεως τότε
λας, ὁ Κρήτης Νικηφόρος καὶ ὁ Βιτζίνης Λουκᾶς.
Όμως δὲ τὴν φήμην θέλων ἐπανορθοῦν, [Ρ. 262]
μήπως δόξοι καὶ ἀδιαστάλτως ἀφορισθείς, συγκαλέ
σας καὶ αὖθις τῇ ὑστεραίᾳ οὓς συγκαλεῖν εἴθιστο,
ἐπεγκαλεῖ μὲν τὴν ἀπάτην, ἀπογυμνοῖ δὲ τὸ δράμα,
ὑποχαλᾷ δὲ καὶ τῆς ἐπὶ τῷ ᾿Αθανασίῳ προθυμίας, εἰ
κἀκεῖνος ἀκούσας Σαπφείρας καὶ 'Ανανίου τρόπον τῷ
Ιωάννῃ προσέτριβε, δόντι Θεῷ τὴν ἱερωσύνην, ὡς
αὐτὸς παραιτούμενος ἔγραφε, καὶ πάλιν ἀναλαμβά
νοντι.
δ'. Περὶ τοῦ θανάτου τῆς δεσποίνης Θεοδώρας.
Τῷ μὲν οὖν βασιλεῖ ἡ μήτηρ ἐνύσει δεινῶς καὶ
πρὸς ἀναπνοαῖς ἦν ταῖς ἐσχάταις· καὶ ἡ δευτέρα τῆς
δευτέρας τῶν νηστειῶν ἑβδομάδος νεκρὰν τὴν ἄνασ
σαν εἶδε, γυναῖκα πολλαῖς κατακώχιμον χάρισε. Συνε
τέθαπτο δέ οἱ καὶ ἐνδεῶν πλῆθος ἄπειρον, οἷς καθ'
ἡμέραν ἐπήρκει. Καί οἱ τὰ τῆς ὁσίας πρὸς τὸ μεγα
λειότερον ἐξασκούμενα πρὸς ἑαυτὰ ἐφεῖκε τὸν ἄνα
κτα. Καὶ τὰ μὲν τῶν κινουμένων ἠπράκτει τέως
PG 144:415ὁ δὲ τὴν ἐκφορὰν μεγαλοπρεπῶς ἐξαρτυόμενος τῇ δεσποίνῃ, αὐτὸς καὶ μεγιστᾶνες καὶ κλῆρος ἅπας καὶ μοναχοί, καὶ ὅσον ἦν τὸ τῆς πολιτείας, συνελθόντες ὑπὸ πολλῷ μὲν καὶ δαψιλεῖ τῷ φωτὶ καί γε ποικίλαις ταῖς μελῳδίαις, ἀντηχούντων τῶν γοερῶν θρηνητηρίων τοῖς ᾄσμασι, πολλῇ δὲ τῇ δορυφορίᾳ καὶ τῇ λαμπρότητι, ὡς τὴν πόλιν ἅπασαν γέμειν ὁμοῦ μὲν θυμιαμάτων ὁμοῦ δὲ παιάνων τε καὶ στεναγμάτων, ἐν καιρῷ νιφάδων τε καὶ βορβόρου ἐξέφερον τὸν νεκρόν, οὐδ’ αὐτοῦ βασιλέως τὰ ἐς τιμὴν ἐλλείποντος, ἀλλὰ σοροῦ μὲν ἐκείνης ἡμμένου, διὰ βορβόρου δὲ πλείστου καὶ ὀλισθηροῦ βαίνοντος, μέχρι καὶ τὴν Λείψη καταλαβόντες μονὴν ἐφ’ ἡμέραις ὡς εἰκὸς ἐτέλουν τὰ τῆς ὁσίας, ἀναγκαίαν ἀσχολίαν ἐπὶ ταύτῃ καὶ βασιλέως ἔχοντος. 5. Ἀλλ’ ἐπέστησαν αἱ πασχάλιοι, καὶ δόξαν δεσποίνῃ ἐπὶ Θεσσαλονίκης ἀποδημεῖν, ἐν φροντίσι καὶ διὰ ταῦτα ταῖς ἀναγκαίαις ὁ κρατῶν γίνεται.
ὁ δὲ τὴν ἐκφορὰν μεγαλοπρεπῶς ἐξαρτυόμενος τῇ καὶ τῇ ἐπὶ τοῦ κανικλείου θυγατρὶ τοῦ Χούμνου,
δεσποίνῃ, αὐτὸς καὶ μεγιστάνες καὶ κλῆρος ἅπας
καὶ μοναχοί, καὶ ὅσον ἦν τὸ τῆς πολιτείας, συνελ
θόντες ὑπὸ πολλῷ μὲν καὶ δαψιλεῖ τῷ φωτὶ καί γε
ποικίλαις ταῖς μελωδίαις, ἀντηχούντων τῶν γοερῶν
θρηνητηρίων τοῖς ᾄσματι, πολλῇ δὲ τῇ δορυφορίᾳ
καὶ τῇ λαμπρότητι, ὡς τὴν πόλιν ἅπασαν γέμειν
ὁμοῦ μὲν θυμιαμάτων, ὁμοῦ δὲ παιάνων τε καὶ στε
ναγμάτων, ἐν καιρῷ νιφάδων τε καὶ βορβόρου ἐξέφε
ρον τὸν νεκρόν, οὐδ' αὐτοῦ βασιλέως 263] τὰ ἐς
τιμὴν ἐλλείποντος, ἀλλὰ σοροῦ μὲν ἐκείνης ἡμμένου,
διὰ βορβόρου δὲ πλείστου καὶ ὀλισθηροῦ βαίνοντος,
μέχρι καὶ τὴν λείψη καταλαβόντες μονὴν ἐφ' ἡμέ
ραις ὡς εἰκὸς ἐτέλουν τὰ τῆς ὁσίας, ἀναγκαίαν ἀσχο
λίαν ἐπὶ ταύτῃ καὶ βασιλέως ἔχοντος.
ε'. Τὰ περὶ τῆς ἐξελεύσεως τῆς δεσποίνης Ειρή.
της καὶ τῶν γάμων τῶν παίδων αὐτῆς.
᾿Αλλ᾽ ἐπέστησαν αἱ πασχάλιοι, καὶ δόξαν δεσποίνῃ
ἐπὶ Θεσσαλονίκης ἀποδημεῖν, ἐν φροντίσι καὶ διὰ
ταῦτα ταῖς ἀναγκαίαις ὁ κρατῶν γίνεται. Καὶ πρῶτα
μὲν τῷ υἱῷ Ἰωάννῃ καὶ δεσπότῃ τελεῖ τοὺς γάμους,
ἀνδρὸς σοφοῦ τε καὶ εὐνοϊκοῦ τῷ κρατοῦντι διαφε
ρόντως δόξαντος, πρὸ καιροῦ μνηστῇ τῷ Ἰωάννῃ ἐξ
ἱερολογίας οὔσῃ, βασίλισσα δεσπότην εἰς ταυτὸν τὸν
υἱὸν ἄγει καὶ διὰ γάμων· ἐδόκει γὰρ ξυνεκδη μεῖν τῇ
δεσποίνῃ κἀκεῖνον. Καὶ διὰ τοῦτο ἔνθεν μὲν τὸ ἐπὶ
Αὐγούστῃ πένθος, ἐκεῖθεν δὲ διὰ τὸν υἱὸν καὶ οἱ γά
μοι ἐσχεδιάζοντο. Ως δ' ἐπ' ἐξόδοις ἡ δέσποινα ἦν
ήπειγε γὰρ αὐτὴν ἡ ἐπὶ θυγατρὶ στοργή, ὡς ἐλ
θοῦσαν ἴδοι καὶ περιπτύξαιτο), ἐφ' ἡμέραις καὶ ὁ
κρατῶν συνεξέρχεται, καὶ κατὰ τρόπον ἐξετοιματά
μενος τὰ ἐξιτήρια υποστρέφει.
ς'. Συσκέψεις περὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος παρ' Ιωάν
του ἀφορισμοῦ.
Καὶ τότε τῶν πολλῶν ἀνεθεὶς φροντίδων ὁμότε
χωρεῖ ταῖς τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὖθις μερίμναις.
264] Καὶ πάλιν συνάξεις, καὶ πάλιν σύνοδοι και
συνδιασκέψεις καὶ λόγοι καὶ συζητήσεις, προηγουμέν
νως περὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος παρ' Ἰωάννου ἀφορ
σμοῦ, εἰ δίκαιον εἶχεν ἀφορίζειν ἐκεῖνος. Καὶ ταῖς
μὲν ἐδόκει· μέχρι γὰρ καὶ τότε αὐτὸν ἐπὶ τῶν ἐκ
καὶ πρῶτα μὲν τῷ υἱῷ Ἰωάννῃ καὶ δεσπότῃ τελεῖ τοὺς γάμους, καὶ τῇ ἐπὶ τοῦ κανικλείου θυγατρὶ τοῦ Χούμνου, ἀνδρὸς σοφοῦ τε καὶ εὐνοϊκοῦ τῷ κρατοῦντι διαφερόντως δόξαντος, πρὸ καιροῦ μνηστῇ τῷ Ἰωάννῃ ἐξ ἱερολογίας οὔσῃ, βασίλισσα δεσπότην εἰς ταὐτὸν τὸν υἱὸν ἄγει καὶ διὰ γάμων· ἐδόκει γὰρ ξυνεκδημεῖν τῇ δεσποίνῃ κἀκεῖνον. καὶ διὰ τοῦτο ἔνθεν μὲν τὸ ἐπὶ Αὐγούστῃ πένθος, ἐκεῖθεν δὲ διὰ τὸν υἱὸν καὶ οἱ γάμοι ἐσχεδιάζοντο. ὡς δ’ ἐπ’ ἐξόδοις ἡ δέσποινα ἦν (ἤπειγε γὰρ αὐτὴν ἡ ἐπὶ θυγατρὶ στοργή, ὡς ἐλθοῦσαν ἴδοι καὶ περιπτύξαιτο), ἐφ’ ἡμέραις καὶ ὁ κρατῶν συνεξέρχεται, καὶ κατὰ τρόπον ἐξετοιμασάμενος τὰ ἐξιτήρια ὑποστρέφει. 6. Καὶ τότε τῶν πολλῶν ἀνεθεὶς φροντίδων ὁμόσε χωρεῖ ταῖς τῆς ἐκκλησίας καὶ αὖθις μερίμναις. καὶ πάλιν συνάξεις, καὶ πάλιν σύνοδοι καὶ συνδιασκέψεις καὶ λόγοι καὶ συζητήσεις, προηγουμένως περὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος παρ’ Ἰωάννου ἀφορισμοῦ, εἰ δίκαιον εἶχεν ἀφορίζειν ἐκεῖνος. καὶ τοῖς μὲν ἐδόκει· μέχρι γὰρ καὶ τότε αὐτὸν ἐπὶ τῶν ἐκκλησιῶν μνημονύεσθαι, ἰσχυρὸν δ’ εἶναι καὶ ἄλλως τὸ ἐπιτίμιον, πατριάρχην ἐκεῖνον βασιλέως ὁμολογήσαντος.
ὁ δὲ τὴν ἐκφορὰν μεγαλοπρεπῶς ἐξαρτυόμενος τῇ καὶ τῇ ἐπὶ τοῦ κανικλείου θυγατρὶ τοῦ Χούμνου,
δεσποίνῃ, αὐτὸς καὶ μεγιστάνες καὶ κλῆρος ἅπας
καὶ μοναχοί, καὶ ὅσον ἦν τὸ τῆς πολιτείας, συνελ
θόντες ὑπὸ πολλῷ μὲν καὶ δαψιλεῖ τῷ φωτὶ καί γε
ποικίλαις ταῖς μελωδίαις, ἀντηχούντων τῶν γοερῶν
θρηνητηρίων τοῖς ᾄσματι, πολλῇ δὲ τῇ δορυφορίᾳ
καὶ τῇ λαμπρότητι, ὡς τὴν πόλιν ἅπασαν γέμειν
ὁμοῦ μὲν θυμιαμάτων, ὁμοῦ δὲ παιάνων τε καὶ στε
ναγμάτων, ἐν καιρῷ νιφάδων τε καὶ βορβόρου ἐξέφε
ρον τὸν νεκρόν, οὐδ' αὐτοῦ βασιλέως 263] τὰ ἐς
τιμὴν ἐλλείποντος, ἀλλὰ σοροῦ μὲν ἐκείνης ἡμμένου,
διὰ βορβόρου δὲ πλείστου καὶ ὀλισθηροῦ βαίνοντος,
μέχρι καὶ τὴν λείψη καταλαβόντες μονὴν ἐφ' ἡμέ
ραις ὡς εἰκὸς ἐτέλουν τὰ τῆς ὁσίας, ἀναγκαίαν ἀσχο
λίαν ἐπὶ ταύτῃ καὶ βασιλέως ἔχοντος.
ε'. Τὰ περὶ τῆς ἐξελεύσεως τῆς δεσποίνης Ειρή.
της καὶ τῶν γάμων τῶν παίδων αὐτῆς.
᾿Αλλ᾽ ἐπέστησαν αἱ πασχάλιοι, καὶ δόξαν δεσποίνῃ
ἐπὶ Θεσσαλονίκης ἀποδημεῖν, ἐν φροντίσι καὶ διὰ
ταῦτα ταῖς ἀναγκαίαις ὁ κρατῶν γίνεται. Καὶ πρῶτα
μὲν τῷ υἱῷ Ἰωάννῃ καὶ δεσπότῃ τελεῖ τοὺς γάμους,
ἀνδρὸς σοφοῦ τε καὶ εὐνοϊκοῦ τῷ κρατοῦντι διαφε
ρόντως δόξαντος, πρὸ καιροῦ μνηστῇ τῷ Ἰωάννῃ ἐξ
ἱερολογίας οὔσῃ, βασίλισσα δεσπότην εἰς ταυτὸν τὸν
υἱὸν ἄγει καὶ διὰ γάμων· ἐδόκει γὰρ ξυνεκδη μεῖν τῇ
δεσποίνῃ κἀκεῖνον. Καὶ διὰ τοῦτο ἔνθεν μὲν τὸ ἐπὶ
Αὐγούστῃ πένθος, ἐκεῖθεν δὲ διὰ τὸν υἱὸν καὶ οἱ γά
μοι ἐσχεδιάζοντο. Ως δ' ἐπ' ἐξόδοις ἡ δέσποινα ἦν
ήπειγε γὰρ αὐτὴν ἡ ἐπὶ θυγατρὶ στοργή, ὡς ἐλ
θοῦσαν ἴδοι καὶ περιπτύξαιτο), ἐφ' ἡμέραις καὶ ὁ
κρατῶν συνεξέρχεται, καὶ κατὰ τρόπον ἐξετοιματά
μενος τὰ ἐξιτήρια υποστρέφει.
ς'. Συσκέψεις περὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος παρ' Ιωάν
του ἀφορισμοῦ.
Καὶ τότε τῶν πολλῶν ἀνεθεὶς φροντίδων ὁμότε
χωρεῖ ταῖς τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὖθις μερίμναις.
264] Καὶ πάλιν συνάξεις, καὶ πάλιν σύνοδοι και
συνδιασκέψεις καὶ λόγοι καὶ συζητήσεις, προηγουμέν
νως περὶ τοῦ ἐκφωνηθέντος παρ' Ἰωάννου ἀφορ
σμοῦ, εἰ δίκαιον εἶχεν ἀφορίζειν ἐκεῖνος. Καὶ ταῖς
μὲν ἐδόκει· μέχρι γὰρ καὶ τότε αὐτὸν ἐπὶ τῶν ἐκ
PG 144:417καὶ οἱ μὲν οὕτως, οἱ δέ, οἳ δὴ καὶ πρὶν ἐκείνῳ διὰ τὸν ὅρκον προσίσταντο, ὁμόλογα ἑαυτοῖς δρᾶν ἐθέλοντες μήτ’ ἔχειν ἐκεῖνον πατριάρχην καὶ πρότερον ἢ ὅτ’ ἀφώριζε, μήτε τὸν ἀφορισμὸν ἰσχύειν διισχυρίζοντο, ὥστε καὶ ἐν μιᾷ τῶν συνάξεων βασιλέα μανθάνειν αἱρούμενον οἵ τινες τῆσδε τῆς γνώμης καὶ τίνες θατέρας καὶ πόσοι, ἐρωτᾶν ἕκαστον, καὶ τοὺς τῆς αὐτῆς καὶ μιᾶς γνώμης εἰς μέρος ἑκατέρους καθίζειν. ἐκείνοις μὲν οὖν μετὰ τὰς πολλὰς ἐκείνας συνάξεις, συναγομένοις καὶ καθ’ αὑτοὺς ἐπὶ τῷ περιωνύμῳ τῶν ἁγίων ἀποστόλων ναῷ, ἐκέλευε διασκέπτεσθαι ὡς ἄν γε καὶ συνελθόντες ἐπὶ τῷ Ἀθανασίῳ τὸ δοκοῦν πράξαιεν· δοκιμάζειν γὰρ καὶ μᾶλλον ἐκεῖνον, εἴτε καὶ βούλοιτο τέως. αὐτὸς δὲ συχνάκις ὑπήρχετο διὰ μηνυμάτων τὸν Ἰωάννην.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
Ι.
κλησιῶν μνημονεύεσθαι, ἰσχυρὸν δ' εἶναι καὶ ἄλλως Λ τὴν αὐτοῦ τιμὴν, ἅμα δὲ καὶ τὴν ἑαυτῶν ἀσφάλειαν,
τὸ ἐπιτίμιον, πατριάρχην ἐκεῖνον βασιλέως ὁμολογή
σαντος. Καὶ οἱ μὲν οὕτως, οἱ δὲ, οἱ δὴ καὶ πρὶν ἐκεί
νῳ διὰ τὸν ὅρκον προσίσταντο, ὁμόλογα ἑαυτοῖς ὁρᾷν
ἐθέλοντες μήτ' ἔχειν ἐκεῖνον πατριάρχην και πρό
τερον ἢ ὅτ' ἀφώριζε, μήτε τὸν ἀφορισμὸν ἰσχύειν
διισχυρίζοντο, ὥστε καὶ ἐν μιᾷ τῶν συνάξεων βασιλέα
μανθάνειν αἱρούμενον οἵτινες τῆσδε της γνώμης καὶ
τίνες θατέρας καὶ πόσοι, ἐρωτᾷν ἕκαστον, καὶ τοὺς
τῆς αὐτῆς καὶ μιᾶς γνώμης εἰς μέρος ἑκατέρους
καθίζειν. Εκείνοις μὲν οὖν μετὰ τὰς πολλὰς ἐκείνας
συνάξεις, συναγομένοις καὶ καθ' αὐτοὺς ἐπὶ τῷ πε
ριωνύμῳ τῶν ἁγίων ἀποστόλων ναῷ, ἐκέλευε διασκέ
πτεσθαι ὡς ἄν γε καὶ συνελθόντες ἐπὶ τῷ ᾿Αθανασίῳ
τὸ δοκοῦν πράξαιεν· δοκιμάζειν γὰρ καὶ μᾶλλον
ἐκεῖνον, εἴτε καὶ βούλοιτο τέως. Αὐτὸς δὲ συχνάκις
υπήρχετο διὰ μηνυμάτων τὸν Ἰωάννην. Ο μέντοι
γὲ Ἰωάννης τοῦτο μὲν καὶ ταῖς τοῦ βασιλέως ἱκε
τείαις θηλυνθείς τέως, ὑβριοπαθῶν δὲ τὸ πλέον ἐπὶ
τοῖς ἀρχιερεῦσιν, ὡς αὐτὸς μὲν συναίροιτο σφίσι τῆς
γνώμης καὶ τὸν ἀφορισμὸν ἱσταίη ὡς ἔρυμα, έκεί
νας δὲ ἐξ ἐθελοκάκου γνώμης προδιδοῦσι τὸ ἔρυμα
ἀτιμοῦν καὶ αὐτὸν ἐπίοι, καταπροϊσαμένοις ἅμα μὲν
βασιλεῖ διὰ ταῦτα κατανεύει καὶ τὸ αἴτημα ἐκπληροί,
ἐγγράφως ἐξαποστείλας τάδε· «Δέσποτά μου ἅγιε
βασιλεῦ, καὶ ὑμεῖς θεία καὶ ἱερὰ σύνοδος, ἥ τε σύγκ
κλητος, καὶ ὁ παρεστὼς καὶ ἀκούων τοῦ Κυρίου
λαός, ὅσοι τε ἐν κλήρῳ καταλέγεσθε, οἱ μοναχικῷ
διαπρέποντες σχήματι, καὶ ὁ λοιπές ὄχλος· ἐγὼ παρ'
ὀρθοδόξων γονέων γεννηθεὶς καὶ εὐσεβεία τραφείς
πρῶτον μὲν τῆς ἱερατικῆς ἠξιώθην τιμῆς, εἶτα καὶ
τὰ μοναχῶν τελεσθείς, κρίμασιν οἷς οἶδε Θεός, εἰς
τὸν θρόνον ἀνήχθην τὸν πατριαρχικόν, εὐδοκίᾳ μὲν
Θεοῦ πρῶτον, ἔπειτα δὲ βουλῇ καὶ θελήσει καὶ γνώμῃ
ἐξετασμοῦ πάντων ὑμῶν τῶν προεχόντων ἐν ἀξιώ
μασι. Καὶ ὡς διέπρεψα εὐσεβῶς καὶ ὀρθῶς, οἶδε μό
νος Θεός· καυχάσθαι γάρ μοι οὐ συμφέρει, κατὰ τὴν
θεῖον “Απόστολον. Συνέβησαν οὖν ἐν τῷ μεταξὺ σκάν
δαλα, ὅσα καὶ ὑμεῖς οἴδατε, [Ρ. 265] καὶ διὰ τὸ μὴ
παραβλαβήναι ψυχήν τινος Χριστιανοῦ καὶ διὰ τὸ ἐν
εἰρήνῃ καὶ καταστάσει εἶναι τὴν ἁγίαν τοῦ Θεοῦ
Ἐκκλησίαν ὑπεχώρησα καιρὸν τοῦ θρόνου καὶ ἐν
τῷ κελλίῳ μου περικλεισθεὶς ἐκαθήμην. 'Αμφιβάλο
λοντι δὲ καὶ δεομένῳ Θεοῦ περὶ τούτων ἐμφάνειά τις
θεία ἐπέστη μοι λέγουσα, ο Εἰ φιλεῖς με, Πέτρε,
ὁ μέντοι γε Ἰωάννης τοῦτο μὲν καὶ ταῖς τοῦ βασιλέως ἱκετείαις θηλυνθεὶς τέως, ὑβριοπαθῶν δὲ τὸ πλέον ἐπὶ τοῖς ἀρχιερεῦσιν, ὡς αὐτὸς μὲν συναίροιτο σφίσι τῆς γνώμης καὶ τὸν ἀφορισμὸν ἱσταίη ὡς ἔρυμα, ἐκείνοις δὲ ἐξ ἐθελοκάκου γνώμης προδιδοῦσι τὸ ἔρυμα ἀτιμοῦν καὶ αὐτὸν ἐπίοι, καταπροϊσαμένοις ἅμα μὲν τὴν αὐτοῦ τιμὴν ἅμα δὲ καὶ τὴν ἑαυτῶν ἀσφάλειαν, βασιλεῖ διὰ ταῦτα κατανεύει καὶ τὸ αἴτημα ἐκπληροῖ, ἐγγράφως ἐξαποστείλας τάδε. Δέσποτά μου ἅγιε βασιλεῦ, καὶ ὑμεῖς θεία καὶ ἱερὰ σύνοδος, ἥ τε σύγκλητος, καὶ ὁ παρεστὼς καὶ ἀκούων τοῦ κυρίου λαός, ὅσοι τε ἐν κλήρῳ καταλέγεσθε, οἱ μοναχικῷ διαπρέποντες σχήματι, καὶ ὁ λοιπὸς ὄχλος. ἐγὼ παρ’ ὀρθοδόξων γονέων γεννηθεὶς καὶ εὐσεβείᾳ τραφεὶς πρῶτον μὲν τῆς ἱερατικῆς ἠξιώθην τιμῆς, εἶτα καὶ τὰ μοναχῶν τελεσθείς, κρίμασιν οἷς οἶδε θεός, εἰς τὸν θρόνον ἀνήχθην τὸν πατριαρχικόν, εὐδοκίᾳ μὲν θεοῦ πρῶτον, ἔπειτα δὲ βουλῇ καὶ θελήσει καὶ γνώμῃ ἐξετασμοῦ πάντων ὑμῶν τῶν προεχόντων ἐν ἀξιώμασι. καὶ ὡς διέπρεψα εὐσεβῶς καὶ ὀρθῶς, οἶδε μόνος θεός· καυχᾶσθαι γάρ μοι οὐ συμφέρει κατὰ τὸν θεῖον ἀπόστολον.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
Ι.
κλησιῶν μνημονεύεσθαι, ἰσχυρὸν δ' εἶναι καὶ ἄλλως Λ τὴν αὐτοῦ τιμὴν, ἅμα δὲ καὶ τὴν ἑαυτῶν ἀσφάλειαν,
τὸ ἐπιτίμιον, πατριάρχην ἐκεῖνον βασιλέως ὁμολογή
σαντος. Καὶ οἱ μὲν οὕτως, οἱ δὲ, οἱ δὴ καὶ πρὶν ἐκεί
νῳ διὰ τὸν ὅρκον προσίσταντο, ὁμόλογα ἑαυτοῖς ὁρᾷν
ἐθέλοντες μήτ' ἔχειν ἐκεῖνον πατριάρχην και πρό
τερον ἢ ὅτ' ἀφώριζε, μήτε τὸν ἀφορισμὸν ἰσχύειν
διισχυρίζοντο, ὥστε καὶ ἐν μιᾷ τῶν συνάξεων βασιλέα
μανθάνειν αἱρούμενον οἵτινες τῆσδε της γνώμης καὶ
τίνες θατέρας καὶ πόσοι, ἐρωτᾷν ἕκαστον, καὶ τοὺς
τῆς αὐτῆς καὶ μιᾶς γνώμης εἰς μέρος ἑκατέρους
καθίζειν. Εκείνοις μὲν οὖν μετὰ τὰς πολλὰς ἐκείνας
συνάξεις, συναγομένοις καὶ καθ' αὐτοὺς ἐπὶ τῷ πε
ριωνύμῳ τῶν ἁγίων ἀποστόλων ναῷ, ἐκέλευε διασκέ
πτεσθαι ὡς ἄν γε καὶ συνελθόντες ἐπὶ τῷ ᾿Αθανασίῳ
τὸ δοκοῦν πράξαιεν· δοκιμάζειν γὰρ καὶ μᾶλλον
ἐκεῖνον, εἴτε καὶ βούλοιτο τέως. Αὐτὸς δὲ συχνάκις
υπήρχετο διὰ μηνυμάτων τὸν Ἰωάννην. Ο μέντοι
γὲ Ἰωάννης τοῦτο μὲν καὶ ταῖς τοῦ βασιλέως ἱκε
τείαις θηλυνθείς τέως, ὑβριοπαθῶν δὲ τὸ πλέον ἐπὶ
τοῖς ἀρχιερεῦσιν, ὡς αὐτὸς μὲν συναίροιτο σφίσι τῆς
γνώμης καὶ τὸν ἀφορισμὸν ἱσταίη ὡς ἔρυμα, έκεί
νας δὲ ἐξ ἐθελοκάκου γνώμης προδιδοῦσι τὸ ἔρυμα
ἀτιμοῦν καὶ αὐτὸν ἐπίοι, καταπροϊσαμένοις ἅμα μὲν
βασιλεῖ διὰ ταῦτα κατανεύει καὶ τὸ αἴτημα ἐκπληροί,
ἐγγράφως ἐξαποστείλας τάδε· «Δέσποτά μου ἅγιε
βασιλεῦ, καὶ ὑμεῖς θεία καὶ ἱερὰ σύνοδος, ἥ τε σύγκ
κλητος, καὶ ὁ παρεστὼς καὶ ἀκούων τοῦ Κυρίου
λαός, ὅσοι τε ἐν κλήρῳ καταλέγεσθε, οἱ μοναχικῷ
διαπρέποντες σχήματι, καὶ ὁ λοιπές ὄχλος· ἐγὼ παρ'
ὀρθοδόξων γονέων γεννηθεὶς καὶ εὐσεβεία τραφείς
πρῶτον μὲν τῆς ἱερατικῆς ἠξιώθην τιμῆς, εἶτα καὶ
τὰ μοναχῶν τελεσθείς, κρίμασιν οἷς οἶδε Θεός, εἰς
τὸν θρόνον ἀνήχθην τὸν πατριαρχικόν, εὐδοκίᾳ μὲν
Θεοῦ πρῶτον, ἔπειτα δὲ βουλῇ καὶ θελήσει καὶ γνώμῃ
ἐξετασμοῦ πάντων ὑμῶν τῶν προεχόντων ἐν ἀξιώ
μασι. Καὶ ὡς διέπρεψα εὐσεβῶς καὶ ὀρθῶς, οἶδε μό
νος Θεός· καυχάσθαι γάρ μοι οὐ συμφέρει, κατὰ τὴν
θεῖον “Απόστολον. Συνέβησαν οὖν ἐν τῷ μεταξὺ σκάν
δαλα, ὅσα καὶ ὑμεῖς οἴδατε, [Ρ. 265] καὶ διὰ τὸ μὴ
παραβλαβήναι ψυχήν τινος Χριστιανοῦ καὶ διὰ τὸ ἐν
εἰρήνῃ καὶ καταστάσει εἶναι τὴν ἁγίαν τοῦ Θεοῦ
Ἐκκλησίαν ὑπεχώρησα καιρὸν τοῦ θρόνου καὶ ἐν
τῷ κελλίῳ μου περικλεισθεὶς ἐκαθήμην. 'Αμφιβάλο
λοντι δὲ καὶ δεομένῳ Θεοῦ περὶ τούτων ἐμφάνειά τις
θεία ἐπέστη μοι λέγουσα, ο Εἰ φιλεῖς με, Πέτρε,
συνέβησαν οὖν ἐν τῷ μεταξὺ σκάνδαλα, ὅσα καὶ ὑμεῖς οἴδατε, καὶ διὰ τὸ μὴ παραβλαβῆναι ψυχήν τινος Χριστιανοῦ καὶ διὰ τὸ ἐν εἰρήνῃ καὶ καταστάσει εἶναι τὴν ἁγίαν τοῦ θεοῦ ἐκκλησίαν ὑπεχώρησα καιρὸν τοῦ θρόνου καὶ ἐν τῷ κελλίῳ μου περικλεισθεὶς ἐκαθήμην. ἀμφιβάλλοντι δὲ καὶ δεομένῳ θεοῦ περὶ τούτων ἐμφάνειά τις θεία ἐπέστη μοι λέγουσα εἰ φιλεῖς με, Πέτρε, ποίμαινε τὰ πρόβατά μου.3 πάλιν οὖν διὰ τοῦτο ἀνῆλθον εἰς τὸν θρόνον. ἐπεὶ δὲ καὶ αὖθις ἐκινοῦντο μειζόνως τὰ σκάνδαλα καὶ ἡ ἐκκλησία διὰ τοῦτο ὑβρίζετο, πάλιν τῆς καθέδρας ἐξέστην τῆς πατριαρχικῆς διὰ τὴν εἰρήνην αὐτήν. ἐπεὶ δὲ καὶ αὖθις ἐγένετο ὅσον γινώσκετε, καὶ ἀφορισμὸς ἐξεφωνήθη μοι κατὰ τοῦ ἀναβιβάσοντος ἐπὶ τὸν πατριαρχικὸν θρόνον τὸν κύριν Ἀθανάσιον διὰ τὸ δοκεῖν τὴν αὐτοῦ ἀνάβασιν βαρεῖαν πᾶσι καὶ ἐπαχθῆ, ὑμεῖς δὲ ἀρτίως οὐ δέχεσθε τοῦτον δηλαδὴ τὸν ἀφορισμὸν ὡς μὴ ἐκφωνηθέντα κανονικῶς, ὡς λέγετε, ἰδοὺ καὶ αὐτὸς ὅσον τὸ τοῦ ἀφορισμοῦ ἀπολύω, καὶ παντάπασι λελυμένον ἔχω αὐτόν, οὐ μέντοι τὴν ἀνάβασιν αὐτοῦ εὐδοκῶ.
DE ANDRONICO PALEOLOGO LIB.
Ι.
κλησιῶν μνημονεύεσθαι, ἰσχυρὸν δ' εἶναι καὶ ἄλλως Λ τὴν αὐτοῦ τιμὴν, ἅμα δὲ καὶ τὴν ἑαυτῶν ἀσφάλειαν,
τὸ ἐπιτίμιον, πατριάρχην ἐκεῖνον βασιλέως ὁμολογή
σαντος. Καὶ οἱ μὲν οὕτως, οἱ δὲ, οἱ δὴ καὶ πρὶν ἐκεί
νῳ διὰ τὸν ὅρκον προσίσταντο, ὁμόλογα ἑαυτοῖς ὁρᾷν
ἐθέλοντες μήτ' ἔχειν ἐκεῖνον πατριάρχην και πρό
τερον ἢ ὅτ' ἀφώριζε, μήτε τὸν ἀφορισμὸν ἰσχύειν
διισχυρίζοντο, ὥστε καὶ ἐν μιᾷ τῶν συνάξεων βασιλέα
μανθάνειν αἱρούμενον οἵτινες τῆσδε της γνώμης καὶ
τίνες θατέρας καὶ πόσοι, ἐρωτᾷν ἕκαστον, καὶ τοὺς
τῆς αὐτῆς καὶ μιᾶς γνώμης εἰς μέρος ἑκατέρους
καθίζειν. Εκείνοις μὲν οὖν μετὰ τὰς πολλὰς ἐκείνας
συνάξεις, συναγομένοις καὶ καθ' αὐτοὺς ἐπὶ τῷ πε
ριωνύμῳ τῶν ἁγίων ἀποστόλων ναῷ, ἐκέλευε διασκέ
πτεσθαι ὡς ἄν γε καὶ συνελθόντες ἐπὶ τῷ ᾿Αθανασίῳ
τὸ δοκοῦν πράξαιεν· δοκιμάζειν γὰρ καὶ μᾶλλον
ἐκεῖνον, εἴτε καὶ βούλοιτο τέως. Αὐτὸς δὲ συχνάκις
υπήρχετο διὰ μηνυμάτων τὸν Ἰωάννην. Ο μέντοι
γὲ Ἰωάννης τοῦτο μὲν καὶ ταῖς τοῦ βασιλέως ἱκε
τείαις θηλυνθείς τέως, ὑβριοπαθῶν δὲ τὸ πλέον ἐπὶ
τοῖς ἀρχιερεῦσιν, ὡς αὐτὸς μὲν συναίροιτο σφίσι τῆς
γνώμης καὶ τὸν ἀφορισμὸν ἱσταίη ὡς ἔρυμα, έκεί
νας δὲ ἐξ ἐθελοκάκου γνώμης προδιδοῦσι τὸ ἔρυμα
ἀτιμοῦν καὶ αὐτὸν ἐπίοι, καταπροϊσαμένοις ἅμα μὲν
βασιλεῖ διὰ ταῦτα κατανεύει καὶ τὸ αἴτημα ἐκπληροί,
ἐγγράφως ἐξαποστείλας τάδε· «Δέσποτά μου ἅγιε
βασιλεῦ, καὶ ὑμεῖς θεία καὶ ἱερὰ σύνοδος, ἥ τε σύγκ
κλητος, καὶ ὁ παρεστὼς καὶ ἀκούων τοῦ Κυρίου
λαός, ὅσοι τε ἐν κλήρῳ καταλέγεσθε, οἱ μοναχικῷ
διαπρέποντες σχήματι, καὶ ὁ λοιπές ὄχλος· ἐγὼ παρ'
ὀρθοδόξων γονέων γεννηθεὶς καὶ εὐσεβεία τραφείς
πρῶτον μὲν τῆς ἱερατικῆς ἠξιώθην τιμῆς, εἶτα καὶ
τὰ μοναχῶν τελεσθείς, κρίμασιν οἷς οἶδε Θεός, εἰς
τὸν θρόνον ἀνήχθην τὸν πατριαρχικόν, εὐδοκίᾳ μὲν
Θεοῦ πρῶτον, ἔπειτα δὲ βουλῇ καὶ θελήσει καὶ γνώμῃ
ἐξετασμοῦ πάντων ὑμῶν τῶν προεχόντων ἐν ἀξιώ
μασι. Καὶ ὡς διέπρεψα εὐσεβῶς καὶ ὀρθῶς, οἶδε μό
νος Θεός· καυχάσθαι γάρ μοι οὐ συμφέρει, κατὰ τὴν
θεῖον “Απόστολον. Συνέβησαν οὖν ἐν τῷ μεταξὺ σκάν
δαλα, ὅσα καὶ ὑμεῖς οἴδατε, [Ρ. 265] καὶ διὰ τὸ μὴ
παραβλαβήναι ψυχήν τινος Χριστιανοῦ καὶ διὰ τὸ ἐν
εἰρήνῃ καὶ καταστάσει εἶναι τὴν ἁγίαν τοῦ Θεοῦ
Ἐκκλησίαν ὑπεχώρησα καιρὸν τοῦ θρόνου καὶ ἐν
τῷ κελλίῳ μου περικλεισθεὶς ἐκαθήμην. 'Αμφιβάλο
λοντι δὲ καὶ δεομένῳ Θεοῦ περὶ τούτων ἐμφάνειά τις
θεία ἐπέστη μοι λέγουσα, ο Εἰ φιλεῖς με, Πέτρε,
PG 144:419πῶς γὰρ ἂν αὐτὸν καὶ δέξομαι ὡς ἀρχιερέα, ἄνθρωπον κατηγορηθέντα καὶ ὑβρισθέντα καὶ χείρονα ἢ ἐγὼ μικροῦ δεῖν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν εὐσέβειαν αὐτοῦ, ἄλλως τε καὶ παραιτησάμενον ἐκκλησιαστικῶς καὶ κανονικῶς; ταῦτα λέγω πᾶσι καὶ διαμαρτύρομαι. εἴ τι δὲ συμβῇ μετὰ ταῦτα, ὑμεῖς ὄψεσθε· τὸ γὰρ ἡμέτερον ἅπαν δεδήλωκα. ὁ δὲ θεὸς τῆς εἰρήνης, ὁ τὸ ἴδιον αἷμα δοὺς ὑπὲρ τῆς ἁγίας αὐτοῦ ἐκκλησίας, αὐτὸς ταύτης ποιήσοι τὸ συμφέρον καὶ εἰρηναῖον καὶ ἀστασίαστον. ἡ ὑπογραφὴ ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης. 7. Ἡμέρα μὲν οὖν παρασκευὴ ἦν, πρώτην δὲ μετ’ εἰκάδα ὁ κατ’ Ἀθηναίους Μαιμακτηριὼν μὴν ἦγε, καὶ ὁ βασιλεὺς τὸ γράμμα ἐδέχετο. ὃ δὴ καὶ εἰς προῦπτον μὲν καὶ πασίδηλον οὐκ ἐδείκνυ. τέως συλλέξας ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοὺς τὴν λύσιν ἐδήλου τοῦ ἀφορισμοῦ, παρεμφαίνων καί τισιν ἐξ αὐτῶν τὸ γράμμα.
ποίμαινε τὰ πρόβατά μου.» Πάλιν οὖν διὰ τοῦτο ζ'. Περὶ τῆς τῶν ἀρχιερέων ἐν τῷ τῶν ἁγίων
ἀνῆλθον εἰς τὸν θρόνον. Ἐπεὶ δὲ καὶ αὖθις ἐκινοῦντο
μειζόνως τὰ σκάνδαλα καὶ ἡ Ἐκκλησία διὰ τοῦτο
ὑβρίζετο, πάλιν τῆς καθέδρας ἐξέστην τῆς πατριαρ
χικῆς διὰ τὴν εἰρήνην αὐτήν. Ἐπεὶ δὲ καὶ αὖθις
ἐγένετο ὅσον γινώσκετε, καὶ ἀφορισμός ἐξεφωνήθη
μοι κατὰ τοῦ ἀναβιβάσοντος ἐπὶ τὸν πατριαρχικών
θρόνον τὸν κύριν ᾿Αθανάσιον διὰ τὸ δοκεῖν τὴν αὐτοῦ
ἀνάβασιν βαρείαν πᾶσι καὶ ἐπαχθῆ, ὑμεῖς δὲ ἀρτίως
οὐ δέχεσθε τοῦτον δηλαδὴ τὸν ἀφορισμὸν ὡς μὴ ἐκε
φωνηθέντα κανονικῶς, ὡς λέγετε, ἰδοὺ καὶ αὐτὸς
ὅσον τὸ τοῦ ἀφορισμοῦ ἀπολύω, καὶ παντάπασι λελυ
μένον ἔχω αὐτὸν, οὐ μέντοι τὴν ἀνάβασιν αὐτοῦ εὐ
δοκῶ. Πῶς γὰρ ἂν αὐτὸν καὶ δέξομαι ὡς ἀρχιερέα,
ἄνθρωπον κατηγορηθέντα καὶ ὑβρισθέντα καὶ χείρονα
ἢ ἐγὼ μικροῦ δεῖν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν εὐσέβειαν αὐ
τοῦ, ἄλλως τε καὶ παραιτησάμενον ἐκκλησιαστικῶς
καὶ κανονικῶς; Ταῦτα λέγω πᾶσι καὶ διαμαρτύρο
μα:. Εἴ τι δὲ συμβῇ μετὰ ταῦτα, ὑμεῖς ὄψεσθε· τὸ
γὰρ ἡμέτερον ἅπαν δεδήλωκα. Ο δὲ Θεὸς τῆς εἰρή
νης, ὁ τὸ ἴδιον αἷμα δοὺς ὑπὲρ τῆς ἁγίας αὐτοῦ
Ἐκκλησίας, αὐτὸς ταύτης ποιήτοι τὸ συμφέρον καὶ
εἰρηναῖον καὶ ἀστασίαστον. 'Η ὑπογραφή, «Ο 166ος
Ιωάννης. Ο
ἀποστόλων ναῷ συνάξεως διὰ ταῦτα.
266] 'Ημέρα μὲν οὖν Παρασκευή ἦν, πρώτην
δὲ μετ' εἰκάδα ὁ κατ' Αθηναίους Μαιμακτηριών μὴν
ἦγε, καὶ ὁ βασιλεὺς τὸ γράμμα ἐδέχετο. “Ο δὴ καὶ
εἰς προΰπτον μὲν καὶ πασίδηλον οὐκ ἐδείκνυ. Τέως
συλλέξας ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοὺς τὴν λύσιν ἐδήλου
τοῦ ἀφορισμοῦ, παρεμφαίνων και τισιν ἐξ αὐτῶν τὸ
γράμμα. Καὶ τῷ ἐντεῦθεν, ἐπεὶ οὐκ ἦν ἄλλο ἐφέξον,
ὡς ἐδόκει, τὴν πρᾶξιν, πολλῶν ὑπονοουμένων καὶ
ἄλλων κατὰ τὸ λεληθὸς, ὅμως ὡς δῆθεν περιαιρεθεί
σης τοῖς ἀρχιερεῦσι τῆς ἐκεῖθεν προφάσεως, 21551
του τοῦ ἐπιόντος καὶ Κυριακῆς ἐπὶ τούτῳ ἐν τῷ
θείῳ δὴ πάλιν τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ περιωνύμο
ναῷ προσέταττε συνάγεσθαι πάντας, καὶ μηδὲν κύ
κλης περιβαλλομένους ὁμονοίας τρίβους ποιεῖν καὶ
τούτων ἅπτεσθαι, ὡς οὐ τριβὰς τοῦ καιροῦ χωροῦν
τος. Γέγονε τοῦτο κατὰ τὴν πρόσταξιν, καὶ τῷ τόπῳ
συναγόμενοι ἀπεῖχον πολλῷ τὰς γνώμας καὶ ὁμου είν
οὐκ ἐδύναντο. Ἐπεὶ οὖν πέμπων ὁ βασιλεὺς ὅ τι
λέγοιεν ἐπυνθάνετο, εἰκοστῇ τρίτῃ μηνὸς τοῦ αὐτοῦ,
περὶ τὸ τῆς μεσημβρίας μεσαίτατον, ἐπιβὰς ἵππου
τὸν θεῖον καταλαμβάνει τῶν ἀποστόλων ναόν. Καὶ τὰ
πολλὰ συγγεγονώς σφίσιν, ἐπεὶ οὐκ ἦν τὸ παράπαν
καὶ τῷ ἐντεῦθεν, ἐπεὶ οὐκ ἦν ἄλλο ἐφέξον, ὡς ἐδόκει, τὴν πρᾶξιν, πολλῶν ὑπονοουμένων καὶ ἄλλων κατὰ τὸ λεληθός, ὅμως ὡς δῆθεν περιαιρεθείσης τοῖς ἀρχιερεῦσι τῆς ἐκεῖθεν προφάσεως, σαββάτου τοῦ ἐπιόντος καὶ κυριακῆς ἐπὶ τούτῳ ἐν τῷ θείῳ δὴ πάλιν τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ περιωνύμῳ ναῷ προσέταττε συνάγεσθαι πάντας, καὶ μηδὲν κύκλῳ περιβαλλομένους ὁμονοίας τρίβους ποιεῖν καὶ τούτων ἅπτεσθαι, ὡς οὐ τριβὰς τοῦ καιροῦ χωροῦντος. γέγονε τοῦτο κατὰ τὴν πρόσταξιν, καὶ τῷ τόπῳ συναγόμενοι ἀπεῖχον πολλῷ τὰς γνώμας καὶ ὁμονοεῖν οὐκ ἐδύναντο. ἐπεὶ οὖν πέμπων ὁ βασιλεὺς ὅ τι λέγοιεν ἐπυνθάνετο, εἰκοστῇ τρίτῃ μηνὸς τοῦ αὐτοῦ, περὶ τὸ τῆς μεσημβρίας μεσαίτατον, ἐπιβὰς ἵππου τὸν θεῖον καταλαμβάνει τῶν ἀποστόλων ναόν.
ποίμαινε τὰ πρόβατά μου.» Πάλιν οὖν διὰ τοῦτο ζ'. Περὶ τῆς τῶν ἀρχιερέων ἐν τῷ τῶν ἁγίων
ἀνῆλθον εἰς τὸν θρόνον. Ἐπεὶ δὲ καὶ αὖθις ἐκινοῦντο
μειζόνως τὰ σκάνδαλα καὶ ἡ Ἐκκλησία διὰ τοῦτο
ὑβρίζετο, πάλιν τῆς καθέδρας ἐξέστην τῆς πατριαρ
χικῆς διὰ τὴν εἰρήνην αὐτήν. Ἐπεὶ δὲ καὶ αὖθις
ἐγένετο ὅσον γινώσκετε, καὶ ἀφορισμός ἐξεφωνήθη
μοι κατὰ τοῦ ἀναβιβάσοντος ἐπὶ τὸν πατριαρχικών
θρόνον τὸν κύριν ᾿Αθανάσιον διὰ τὸ δοκεῖν τὴν αὐτοῦ
ἀνάβασιν βαρείαν πᾶσι καὶ ἐπαχθῆ, ὑμεῖς δὲ ἀρτίως
οὐ δέχεσθε τοῦτον δηλαδὴ τὸν ἀφορισμὸν ὡς μὴ ἐκε
φωνηθέντα κανονικῶς, ὡς λέγετε, ἰδοὺ καὶ αὐτὸς
ὅσον τὸ τοῦ ἀφορισμοῦ ἀπολύω, καὶ παντάπασι λελυ
μένον ἔχω αὐτὸν, οὐ μέντοι τὴν ἀνάβασιν αὐτοῦ εὐ
δοκῶ. Πῶς γὰρ ἂν αὐτὸν καὶ δέξομαι ὡς ἀρχιερέα,
ἄνθρωπον κατηγορηθέντα καὶ ὑβρισθέντα καὶ χείρονα
ἢ ἐγὼ μικροῦ δεῖν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν εὐσέβειαν αὐ
τοῦ, ἄλλως τε καὶ παραιτησάμενον ἐκκλησιαστικῶς
καὶ κανονικῶς; Ταῦτα λέγω πᾶσι καὶ διαμαρτύρο
μα:. Εἴ τι δὲ συμβῇ μετὰ ταῦτα, ὑμεῖς ὄψεσθε· τὸ
γὰρ ἡμέτερον ἅπαν δεδήλωκα. Ο δὲ Θεὸς τῆς εἰρή
νης, ὁ τὸ ἴδιον αἷμα δοὺς ὑπὲρ τῆς ἁγίας αὐτοῦ
Ἐκκλησίας, αὐτὸς ταύτης ποιήτοι τὸ συμφέρον καὶ
εἰρηναῖον καὶ ἀστασίαστον. 'Η ὑπογραφή, «Ο 166ος
Ιωάννης. Ο
ἀποστόλων ναῷ συνάξεως διὰ ταῦτα.
266] 'Ημέρα μὲν οὖν Παρασκευή ἦν, πρώτην
δὲ μετ' εἰκάδα ὁ κατ' Αθηναίους Μαιμακτηριών μὴν
ἦγε, καὶ ὁ βασιλεὺς τὸ γράμμα ἐδέχετο. “Ο δὴ καὶ
εἰς προΰπτον μὲν καὶ πασίδηλον οὐκ ἐδείκνυ. Τέως
συλλέξας ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοὺς τὴν λύσιν ἐδήλου
τοῦ ἀφορισμοῦ, παρεμφαίνων και τισιν ἐξ αὐτῶν τὸ
γράμμα. Καὶ τῷ ἐντεῦθεν, ἐπεὶ οὐκ ἦν ἄλλο ἐφέξον,
ὡς ἐδόκει, τὴν πρᾶξιν, πολλῶν ὑπονοουμένων καὶ
ἄλλων κατὰ τὸ λεληθὸς, ὅμως ὡς δῆθεν περιαιρεθεί
σης τοῖς ἀρχιερεῦσι τῆς ἐκεῖθεν προφάσεως, 21551
του τοῦ ἐπιόντος καὶ Κυριακῆς ἐπὶ τούτῳ ἐν τῷ
θείῳ δὴ πάλιν τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ περιωνύμο
ναῷ προσέταττε συνάγεσθαι πάντας, καὶ μηδὲν κύ
κλης περιβαλλομένους ὁμονοίας τρίβους ποιεῖν καὶ
τούτων ἅπτεσθαι, ὡς οὐ τριβὰς τοῦ καιροῦ χωροῦν
τος. Γέγονε τοῦτο κατὰ τὴν πρόσταξιν, καὶ τῷ τόπῳ
συναγόμενοι ἀπεῖχον πολλῷ τὰς γνώμας καὶ ὁμου είν
οὐκ ἐδύναντο. Ἐπεὶ οὖν πέμπων ὁ βασιλεὺς ὅ τι
λέγοιεν ἐπυνθάνετο, εἰκοστῇ τρίτῃ μηνὸς τοῦ αὐτοῦ,
περὶ τὸ τῆς μεσημβρίας μεσαίτατον, ἐπιβὰς ἵππου
τὸν θεῖον καταλαμβάνει τῶν ἀποστόλων ναόν. Καὶ τὰ
πολλὰ συγγεγονώς σφίσιν, ἐπεὶ οὐκ ἦν τὸ παράπαν
PG 144:421καὶ τὰ πολλὰ συγγεγονὼς σφίσιν, ἐπεὶ οὐκ ἦν τὸ παράπαν ὁμονοεῖν, λαβὼν ἐκεῖνος τοὺς δεχομένους τὸν Ἀθανάσιον, ἀφεὶς τοὺς μὴ δεχομένους, εὐθὺ τῆς μονῆς ἐκείνου γίνεται, καὶ ὡς οἷόν τ’ ἦν ἐκεῖνον ἀρχιερατικῶς ἐπισκευασάμενοι, πεζῇ καὶ βάδην ὑπ’ ἀέρι πῦρ πνέοντι καὶ καιρικῷ πνίγει, ἅμα κληρικῶν τοῖς παρατυχοῦσι καὶ τῷ λαῷ ὅσος συνείλεκτο, τὴν ἐκκλησίαν καταλαμβάνουσι, καὶ πάλιν ἐπίσκοπος, ὥσπερ ἐκ μαγγάνου τινὸς τῆς ἐπὶ τῷ σεισμῷ δοξάσης προγνώσεως εἰς τὸ μέσον ῥιφείς, ἀναφαίνεται ὁ μηδ’ οἷός τε εἶναι τὴν ἱερὰν ἀρχὴν ἀναλαβεῖν προαιρούμενος. καὶ ὁ μὲν τυχὼν οὗπερ χάριν καὶ τὰ πολλὰ ἐκεῖνα τῶν καθ’ ἡμέραν βουλῶν ἐξυφαίνοντο, σπουδαιοτριβῶν ἐς τέλος τά οἱ προσήκοντα καὶ ὑπὲρ δύναμιν οὐκ ἀνίει· οἱ δέ γε τῶν ἀρχιερέων ἡμίσεις, σὺν οἷς καὶ τῶν ἐν μοναχοῖς δοκούντων τινὲς καὶ τῶν κληρικῶν ἔνιοι, καρτερῶς διέγνωσαν σχίζεσθαι. τῆς δ’ ἐπιγενομένης ἡμέρας ὁ πατριάρχης Ἰωάννης τὰ καθ’ αὑτὸν πρὸς τὸ ἀδηλότερον μετασκευασάμενος ἐφ’ ᾧ τῆς πόλεως ἐξελθεῖν, μηδ’ αὐτῷ βασιλεῖ συνταξάμενος, ἅμα τοῖς αὐτοῦ ἀπαίρει τῶν τῇδε καὶ πρὸς Σωζόπολιν γίνεται.
ὁμονοεῖν, λαβὼν ἐκεῖνος τοὺς δεχομένους τὸν ᾿Αθανά· ἡ ἐκκλησίας καὶ ὡς τὸ καὶ τὸ πάθοι, καὶ πάντων κατά
στον, ἀφεὶς τοὺς μὴ δεχομένους, εὐθὺ τῆς μονῆς
ἐκείνου γίνεται, καὶ ὡς οἷόν τ' ἦν ἐκεῖνον ἀρχιερα
τικῶς ἐπισκευασάμενοι, πεζῇ καὶ βάδην ὑπ' ἀέρι
πῦρ πνέοντι καὶ καιρικῷ πνίγει,, ἅμα κληρικῶν
τοῖς παρατυχοῦσι καὶ τῷ λαῷ ἔπος συνείλεκτο, τὴν
ἐκκλησίαν καταλαμβάνουσι, καὶ πάλιν ἐπίσκοπος,
ὥσπερ ἐκ μαγγάνου τινὸς τῆς ἐπὶ τῷ σεισμῷ δοξά.
σης προγνώσεως εἰς τὸ μέσον ῥιφεὶς, ἀναφαίνεται
ὁ μηδ' οἷός τε εἶναι τὴν ἱερὰν ἀρχὴν ἀναλαβεῖν
προαιρούμενος. Καὶ ὁ μὲν τυχών οὗπερ χάριν καὶ
τὰ πολλὰ ἐκεῖνα τῶν καθ᾿ ἡμέραν βουλῶν ἐξυφα.
νητο, σπουδαιοτριβῶν ἐς τέλος τα οἱ προσήκοντα
καὶ ὑπὲρ δύναμιν οὐκ ἀνίει· οἱ δέ γε τῶν ἀρχιερέων
ἡμίσεις, (Ρ. 207] σὺν οἷς καὶ τῶν ἐν μοναχοῖς δο
κούντων τινὲς καὶ τῶν κληρικῶν ἔνιοι, καρτερώς
διέγνωσαν σχίζεσθαι. Τῆς δ' ἐπιγενομένης ημέρας
ὁ πατριάρχης Ιωάννης τὰ καθ᾿ αὐτὸν πρὸς τὸ ἀδηλό
τερον μετασκευασάμενος ἐφ᾽ ᾧ τῆς πόλεως ἐξελθεῖν,
μηδ' αὐτῷ βασιλεῖ συνταξάμενος, ἅμα τοῖς αὐτοῦ
ἀπείρει τῶν τῇδε καὶ πρὸς Σωζόπολιν γίνεται. Τῷ
δ' ήν ἑκάστης διαλαλεῖν ἐμφανῶς ὡς διωχθείη τῆς
κόσμου δυσχερῶν τὴν αὐτοῦ ἀπουσίαν ἐπαιτιάσθαι,
καὶ τοῖς κληρικοῖς ἐξονειδίζεσθαι ὡς αἰτίοις, εἴ που
τι καὶ ξυμβὰν ἔτυχε, καὶ ἐπὶ λιτανείαις κοιναῖς θαλ
ῥεῖν ἐντεῦθεν διορθοῦν τὰ σφαλέντα ὡς δῆθεν καὶ
ἀπ' ἀμελείας καὶ τρυφῆς ξυμβάντα, ὡς καί τινα
διορθοῦν δῆθεν πειρᾶσθαι πρὸς τὸ δοκοῦν αὐτῷ εὐο
λαβέστερον, ἃ δὴ τὸ πρότερον κατ' ἀρχαῖον τύπον
εία γίνεσθαι.
η'. Περὶ τοῦ Μελιτά.
᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον, ἐγὼ δ' εἶμ: δώτων
τῷ βίῳ διήγημα φρικτὸν μὲν εἰπεῖν, φοβερὸν δ'
ἀκοῦσαι· καὶ παρέλιπον τὴν συμφορὰν ὡ; μὴ ἄλ
λαθέν ποθεν ἔχουσαν τὸ ἀποχρῶν εἰς τὸ ἱστορίαις
τοῖς ἄλλοις συνανατάττεσθαι, εἰ μὴ αὐτόθεν ὡς συμ
φορὰν μόνην ἡγούμην. Καν γοῦν καθαρεί μεν τὸν
λίγον, εἰ μὴ τὸ ἔργον φρικτῆς ἐγκαταλήψεως τοῦ
Θεοῦ σύμβολον ἀποφέρεται, καὶ ἅμα του παθόντος
φέροντος οἶκτον διά τε τὸ νεαρὸν τῆς ἡλικίας καὶ
τὸ ἑλλόγιμόν τε καὶ ἐν πολλοῖς ἐπιτήδειον. Νεανίας
τις ήδη παραγγείλας εἰς ἄνδρας, Μελιτᾶς τοὺπίκλην
τῷ πατριαρχεύσαντι Γρηγορίῳ ἐν παισὶ δουλεύσας
τῷ δ’ ἦν ἑκάστης διαλαλεῖν ἐμφανῶς ὡς διωχθείη τῆς ἐκκλησίας καὶ ὡς τὸ καὶ τὸ πάθοι, καὶ πάντων κατὰ κόσμου δυσχερῶν τὴν αὐτοῦ ἀπουσίαν ἐπαιτιᾶσθαι, καὶ τοῖς κληρικοῖς ἐξονειδίζεσθαι ὡς αἰτίοις, εἴ πού τι καὶ ξυμβὰν ἔτυχε, καὶ ἐπὶ λιτανείαις κοιναῖς θαρρεῖν ἐντεῦθεν διορθοῦν τὰ σφαλέντα ὡς δῆθεν καὶ ἀπ’ ἀμελείας καὶ τρυφῆς ξυμβάντα, ὡς καί τινα διορθοῦν δῆθεν πειρᾶσθαι πρὸς τὸ δοκοῦν αὐτῷ εὐλαβέστερον, ἃ δὴ τὸ πρότερον κατ’ ἀρχαῖον τύπον εἴα γίνεσθαι. 8. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον, ἐγὼ δ’ εἶμι δώσων τῷ βίῳ διήγημα φρικτὸν μὲν εἰπεῖν φοβερὸν δ’ ἀκοῦσαι· καὶ παρέλιπον τὴν συμφορὰν ὡς μὴ ἄλλοθέν ποθεν ἔχουσαν τὸ ἀποχρῶν εἰς τὸ ἱστορίαις τοῖς ἄλλοις συνανατάττεσθαι, εἰ μὴ αὐτόθεν ὡς συμφορὰν μόνην ἡγούμην. κἂν γοῦν καθυφείμην τὸν λόγον, εἰ μὴ τὸ ἔργον φρικτῆς ἐγκαταλήψεως τοῦ θεοῦ σύμβολον ἀποφέρεται, καὶ ἅμα τοῦ παθόντος φέροντος οἶκτον διά τε τὸ νεαρὸν τῆς ἡλικίας καὶ τὸ ἐλλόγιμόν τε καὶ ἐν πολλοῖς ἐπιτήδειον.
ὁμονοεῖν, λαβὼν ἐκεῖνος τοὺς δεχομένους τὸν ᾿Αθανά· ἡ ἐκκλησίας καὶ ὡς τὸ καὶ τὸ πάθοι, καὶ πάντων κατά
στον, ἀφεὶς τοὺς μὴ δεχομένους, εὐθὺ τῆς μονῆς
ἐκείνου γίνεται, καὶ ὡς οἷόν τ' ἦν ἐκεῖνον ἀρχιερα
τικῶς ἐπισκευασάμενοι, πεζῇ καὶ βάδην ὑπ' ἀέρι
πῦρ πνέοντι καὶ καιρικῷ πνίγει,, ἅμα κληρικῶν
τοῖς παρατυχοῦσι καὶ τῷ λαῷ ἔπος συνείλεκτο, τὴν
ἐκκλησίαν καταλαμβάνουσι, καὶ πάλιν ἐπίσκοπος,
ὥσπερ ἐκ μαγγάνου τινὸς τῆς ἐπὶ τῷ σεισμῷ δοξά.
σης προγνώσεως εἰς τὸ μέσον ῥιφεὶς, ἀναφαίνεται
ὁ μηδ' οἷός τε εἶναι τὴν ἱερὰν ἀρχὴν ἀναλαβεῖν
προαιρούμενος. Καὶ ὁ μὲν τυχών οὗπερ χάριν καὶ
τὰ πολλὰ ἐκεῖνα τῶν καθ᾿ ἡμέραν βουλῶν ἐξυφα.
νητο, σπουδαιοτριβῶν ἐς τέλος τα οἱ προσήκοντα
καὶ ὑπὲρ δύναμιν οὐκ ἀνίει· οἱ δέ γε τῶν ἀρχιερέων
ἡμίσεις, (Ρ. 207] σὺν οἷς καὶ τῶν ἐν μοναχοῖς δο
κούντων τινὲς καὶ τῶν κληρικῶν ἔνιοι, καρτερώς
διέγνωσαν σχίζεσθαι. Τῆς δ' ἐπιγενομένης ημέρας
ὁ πατριάρχης Ιωάννης τὰ καθ᾿ αὐτὸν πρὸς τὸ ἀδηλό
τερον μετασκευασάμενος ἐφ᾽ ᾧ τῆς πόλεως ἐξελθεῖν,
μηδ' αὐτῷ βασιλεῖ συνταξάμενος, ἅμα τοῖς αὐτοῦ
ἀπείρει τῶν τῇδε καὶ πρὸς Σωζόπολιν γίνεται. Τῷ
δ' ήν ἑκάστης διαλαλεῖν ἐμφανῶς ὡς διωχθείη τῆς
κόσμου δυσχερῶν τὴν αὐτοῦ ἀπουσίαν ἐπαιτιάσθαι,
καὶ τοῖς κληρικοῖς ἐξονειδίζεσθαι ὡς αἰτίοις, εἴ που
τι καὶ ξυμβὰν ἔτυχε, καὶ ἐπὶ λιτανείαις κοιναῖς θαλ
ῥεῖν ἐντεῦθεν διορθοῦν τὰ σφαλέντα ὡς δῆθεν καὶ
ἀπ' ἀμελείας καὶ τρυφῆς ξυμβάντα, ὡς καί τινα
διορθοῦν δῆθεν πειρᾶσθαι πρὸς τὸ δοκοῦν αὐτῷ εὐο
λαβέστερον, ἃ δὴ τὸ πρότερον κατ' ἀρχαῖον τύπον
εία γίνεσθαι.
η'. Περὶ τοῦ Μελιτά.
᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον, ἐγὼ δ' εἶμ: δώτων
τῷ βίῳ διήγημα φρικτὸν μὲν εἰπεῖν, φοβερὸν δ'
ἀκοῦσαι· καὶ παρέλιπον τὴν συμφορὰν ὡ; μὴ ἄλ
λαθέν ποθεν ἔχουσαν τὸ ἀποχρῶν εἰς τὸ ἱστορίαις
τοῖς ἄλλοις συνανατάττεσθαι, εἰ μὴ αὐτόθεν ὡς συμ
φορὰν μόνην ἡγούμην. Καν γοῦν καθαρεί μεν τὸν
λίγον, εἰ μὴ τὸ ἔργον φρικτῆς ἐγκαταλήψεως τοῦ
Θεοῦ σύμβολον ἀποφέρεται, καὶ ἅμα του παθόντος
φέροντος οἶκτον διά τε τὸ νεαρὸν τῆς ἡλικίας καὶ
τὸ ἑλλόγιμόν τε καὶ ἐν πολλοῖς ἐπιτήδειον. Νεανίας
τις ήδη παραγγείλας εἰς ἄνδρας, Μελιτᾶς τοὺπίκλην
τῷ πατριαρχεύσαντι Γρηγορίῳ ἐν παισὶ δουλεύσας
PG 144:423Νεανίας τις ἤδη παραγγείλας εἰς ἄνδρας, Μελιτᾶς τοὐπίκλην, τῷ πατριαρχεύσαντι Γρηγορίῳ ἐν παισὶ δουλεύσας καὶ παιδευθεὶς τὰ εἰκότα, ἐν διακόνοις τῆς ἐκκλησίας ταχθεὶς μετὰ τῶν λοιπῶν ἐλλογίμων ταῖς χρείαις διηκονεῖτο τῆς ἐκκλησίας μεθ’ ὅτι πλείστης τῆς ἐπιτηδειότητος. οὗτος τὰ μὲν ἄλλα μέτριος ἦν, καὶ παρθενίαν ἤσκει, καὶ εὐλαβείας μετεποιεῖτο, καὶ γλῶσσα πολλοῖς ἦν ἐπὶ δικαστηρίοις συνοδικοῖς, καὶ βασιλεῖ γνώριμος καὶ κλήρῳ περίβλεπτος, καὶ τοῖς εἰδόσι ψῆφον φέρων περὶ ἑαυτοῦ ἐκ πολλῶν ὡς προκόψειεν· ἑνὸς δ’ ἡττᾶτο φιλοτιμίας, δι’ ἣν καὶ παρ’ ἰσχὺν ἐπιτρέχων τοῖς μὴ καθ’ αὑτὸν ἔτι πράγμασι συλλέγων ἐξήντλει. καὶ ἦν ἐκείνῳ τὸ μὲν συλλέγειν λίαν ἐπίμωμον, τὸ δ’ ἐξαντλεῖν ἱκανὸν ἀποκρύπτειν καὶ τὸ τῆς συλλογῆς αἴσχιστον οὐ μᾶλλον κατανοουμένῳ διὰ τὸν τρόπον τοῦ πορισμοῦ ὅσον ἐπαινουμένῳ διὰ τὸ τῆς προαιρέσεως εὐμετάδοτον. τοῦτο πολὺ προβαῖνον ἐξῇρε τὴν γνώμην εἰς ἀλλόκοτον ἔπαρσιν, καὶ οἰκίαις ἤθελεν ἐλλαμπρύνεσθαι καὶ ναῷ κατ’ ἰδίαν χρᾶσθαι καὶ λειτουργοὺς ἔχειν καὶ φιλοτιμότερον ἐνεορτάζειν ταῖς περιφανέσι τῶν πανηγύρεων.
καὶ παιδευθεὶς τὰ εἰκότα, ἐν διακόνοις [Ρ. 968] τῆς ἡ ἐξόδων, ταῖς δ᾽ αὖθις ἐχρῆν πορισμῶν ἄλλοθεν. Οἱ
Ἐκκλησίας ταχθεὶς μετὰ τῶν λοιπῶν ἐλλογίμων ταῖς
χρείαις διηκονεῖτο τῆς Ἐκκλησίας μεθ᾿ ὅτι πλείστης
τῆς ἐπιτηδειότητος. Οὗτος τὰ μὲν ἄλλα μέτριος ἦν,
καὶ παρθενίαν ἤσκει, καὶ εὐλαβείας μετεποιεῖτο,
καὶ γλῶσσα πολλοῖς ἦν ἐπὶ δικαστηρίοις συνοδικοῖς,
καὶ βασιλεῖ γνώριμος και κλήρῳ περίβλεπτος, καὶ
τοῖς εἰδόσι ψῆφον φέρων περὶ ἑαυτοῦ ἐκ πολλῶν ὡς
προκόψειεν· ἑνὸς δ᾽ ἡττᾶτο φιλοτιμίας, δι᾿ ἣν καὶ
παρ' ἰσχὺν ἐπιτρέχων τοῖς μὴ καθ᾽ αὐτὸν ἔτι πράγ
ματι συλλέγων ἐξήντλει. Καὶ ἦν ἐκείνῳ τὸ μὲν συλ
λέγειν λίαν ἐπίμωμον, τὸ δ' ἐξαντλεῖν ἱκανὸν ἀπο
κρύπτειν καὶ τὸ τῆς συλλογῆς αἴσχιστον οὐ μᾶλλον
κατανοουμένῳ διὰ τὸν τρόπον τοῦ πορισμοῦ ὅσον
ἐπαινουμένῳ διὰ τὸ τῆς προαιρέσεως εὐμετάδοτον.
Τοῦτο πολύ προβαῖνον ἐξῆρε τὴν γνώμην εἰς ἀλ.
λόκοτον ἔπαρσιν, καὶ οἰκίαις ἤθελεν ἐλλαμπρύνεσθαι
καὶ ναῷ κατ' ἰδίαν χρῆσθαι καὶ λειτουργοὺς ἔχειν
καὶ φιλοτιμότερον ἐνεορτάζειν ταῖς περιφανέσι τῶν
πανηγύρεων. Τούτοις δ' ἔδει πάντως καὶ ἀναλόγων
δ᾽ οὐκ ἦσαν· εἰ δ᾽ ἦσαν, ἀλλ' οὐκ ηὐτάρκουν ἐν ταῖς
χρείαις. Γίνεται γοῦν ἀγύρτης φιλότιμος καὶ πορι
στις ἀνελεύθερος. Καὶ τῷ πρὸς πολλοὺς οἰκείως ἔχειν
καὶ φιλικῶς ἐξ ὧν ἔπραττε, σφίσιν ἐπιφυόμενος
ἐκιχρᾶτο ὡς αὐτίκ᾽ ἀφέξουσι τὰ διδόμενα. Καὶ ὁ μὲν
ἐν ἐλπισμοῖς ἦν ματαίοις ἔκ τινων οδημάτων χειρί.
στων ὡς εὐπορήσων πρὸς τὴν ἀπότισιν, τοῖς δ᾽ ἐν
ἀνέσει αἱ ἐπ' αὐτῷ φροντίδες χώρηντο. Οπερ γοῦν
ἰδεῖν ἔστιν ἐπὶ ποταμῶν, κατ' ὀλίγον μὲν τῶν ῥυάκων
ἐπερεόντων ἀδήλως, εἰς ἐν δὲ συναγομένων καὶ
τὸν πληθυσμὸν παρεχόντων τῷ ῥεύματι, καὶ τέλος
ἐπισχεθέντων ἐκ λειψυδρίας ξηρὸς ὁ τέως μετεωρού
μενος καταφαίνεται, οὕτως ἐκείνῳ τῶν πολλῶν συν
ελθόντων τῶν μιτωμάτων, δ δὴ λέγεται, κακὸν
ὑφαίνεται φάρος ἐντάριον. Καὶ τῶν δανείων τέω;
ἐπεισρεόντων προνοίᾳ μεγίστη καὶ τοῦ λανθάνειν,
πρὸς καιρὸν ἐντρυφῶν ἐμετεωρίζετο· ἐκλελοιπότων
δ᾽ ἐκείνων ἔκπυστον ἤδη τὸ κατ᾽ ἐκεῖνον γεγονὸς τὸ
δράμα, οὐχ ὅπως ἑτέρων ηὐπάρει, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀρε
τούτοις δ’ ἔδει πάντως καὶ ἀναλόγων ἐξόδων, ταῖς δ’ αὖθις ἐχρῆν πορισμῶν ἄλλοθεν. οἱ δ’ οὐκ ἦσαν· εἰ δ’ ἦσαν, ἀλλ’ οὐκ ηὐτάρκουν ἐν ταῖς χρείαις. γίνεται γοῦν ἀγύρτης φιλότιμος καὶ ποριστὴς ἀνελεύθερος. καὶ τῷ πρὸς πολλοὺς οἰκείως ἔχειν καὶ φιλικῶς ἐξ ὧν ἔπραττε, σφίσιν ἐπιφυόμενος ἐκιχρᾶτο ὡς αὐτίκ’ ἀφέξουσι τὰ διδόμενα. καὶ ὁ μὲν ἐν ἐλπισμοῖς ἦν ματαίοις ἔκ τινων οἰημάτων χειρίστων ὡς εὐπορήσων πρὸς τὴν ἀπότισιν, τοῖς δ’ ἐν ἀνέσει αἱ ἐπ’ αὐτῷ φροντίδες ᾐώρηντο. ὅπερ γοῦν ἰδεῖν ἔστιν ἐπὶ ποταμῶν, κατ’ ὀλίγον μὲν τῶν ῥυάκων ἐπεισρεόντων ἀδήλως, εἰς ἓν δὲ συναγομένων καὶ τὸν πληθυσμὸν παρεχόντων τῷ ῥεύματι, καὶ τέλος ἐπισχεθέντων ἐκ λειψυδρίας ξηρὸς ὁ τέως μετεωρούμενος καταφαίνεται, οὕτως ἐκείνῳ τῶν πολλῶν συνελθόντων τῶν μιτωμάτων, ὃ δὴ λέγεται, κακὸν ὑφαίνεται φᾶρος ἐντάφιον. καὶ τῶν δανείων τέως ἐπειςρεόντων προνοίᾳ μεγίστῃ καὶ τοῦ λανθάνειν, πρὸς καιρὸν ἐντρυφῶν ἐμετεωρίζετο·
καὶ παιδευθεὶς τὰ εἰκότα, ἐν διακόνοις [Ρ. 968] τῆς ἡ ἐξόδων, ταῖς δ᾽ αὖθις ἐχρῆν πορισμῶν ἄλλοθεν. Οἱ
Ἐκκλησίας ταχθεὶς μετὰ τῶν λοιπῶν ἐλλογίμων ταῖς
χρείαις διηκονεῖτο τῆς Ἐκκλησίας μεθ᾿ ὅτι πλείστης
τῆς ἐπιτηδειότητος. Οὗτος τὰ μὲν ἄλλα μέτριος ἦν,
καὶ παρθενίαν ἤσκει, καὶ εὐλαβείας μετεποιεῖτο,
καὶ γλῶσσα πολλοῖς ἦν ἐπὶ δικαστηρίοις συνοδικοῖς,
καὶ βασιλεῖ γνώριμος και κλήρῳ περίβλεπτος, καὶ
τοῖς εἰδόσι ψῆφον φέρων περὶ ἑαυτοῦ ἐκ πολλῶν ὡς
προκόψειεν· ἑνὸς δ᾽ ἡττᾶτο φιλοτιμίας, δι᾿ ἣν καὶ
παρ' ἰσχὺν ἐπιτρέχων τοῖς μὴ καθ᾽ αὐτὸν ἔτι πράγ
ματι συλλέγων ἐξήντλει. Καὶ ἦν ἐκείνῳ τὸ μὲν συλ
λέγειν λίαν ἐπίμωμον, τὸ δ' ἐξαντλεῖν ἱκανὸν ἀπο
κρύπτειν καὶ τὸ τῆς συλλογῆς αἴσχιστον οὐ μᾶλλον
κατανοουμένῳ διὰ τὸν τρόπον τοῦ πορισμοῦ ὅσον
ἐπαινουμένῳ διὰ τὸ τῆς προαιρέσεως εὐμετάδοτον.
Τοῦτο πολύ προβαῖνον ἐξῆρε τὴν γνώμην εἰς ἀλ.
λόκοτον ἔπαρσιν, καὶ οἰκίαις ἤθελεν ἐλλαμπρύνεσθαι
καὶ ναῷ κατ' ἰδίαν χρῆσθαι καὶ λειτουργοὺς ἔχειν
καὶ φιλοτιμότερον ἐνεορτάζειν ταῖς περιφανέσι τῶν
πανηγύρεων. Τούτοις δ' ἔδει πάντως καὶ ἀναλόγων
δ᾽ οὐκ ἦσαν· εἰ δ᾽ ἦσαν, ἀλλ' οὐκ ηὐτάρκουν ἐν ταῖς
χρείαις. Γίνεται γοῦν ἀγύρτης φιλότιμος καὶ πορι
στις ἀνελεύθερος. Καὶ τῷ πρὸς πολλοὺς οἰκείως ἔχειν
καὶ φιλικῶς ἐξ ὧν ἔπραττε, σφίσιν ἐπιφυόμενος
ἐκιχρᾶτο ὡς αὐτίκ᾽ ἀφέξουσι τὰ διδόμενα. Καὶ ὁ μὲν
ἐν ἐλπισμοῖς ἦν ματαίοις ἔκ τινων οδημάτων χειρί.
στων ὡς εὐπορήσων πρὸς τὴν ἀπότισιν, τοῖς δ᾽ ἐν
ἀνέσει αἱ ἐπ' αὐτῷ φροντίδες χώρηντο. Οπερ γοῦν
ἰδεῖν ἔστιν ἐπὶ ποταμῶν, κατ' ὀλίγον μὲν τῶν ῥυάκων
ἐπερεόντων ἀδήλως, εἰς ἐν δὲ συναγομένων καὶ
τὸν πληθυσμὸν παρεχόντων τῷ ῥεύματι, καὶ τέλος
ἐπισχεθέντων ἐκ λειψυδρίας ξηρὸς ὁ τέως μετεωρού
μενος καταφαίνεται, οὕτως ἐκείνῳ τῶν πολλῶν συν
ελθόντων τῶν μιτωμάτων, δ δὴ λέγεται, κακὸν
ὑφαίνεται φάρος ἐντάριον. Καὶ τῶν δανείων τέω;
ἐπεισρεόντων προνοίᾳ μεγίστη καὶ τοῦ λανθάνειν,
πρὸς καιρὸν ἐντρυφῶν ἐμετεωρίζετο· ἐκλελοιπότων
δ᾽ ἐκείνων ἔκπυστον ἤδη τὸ κατ᾽ ἐκεῖνον γεγονὸς τὸ
δράμα, οὐχ ὅπως ἑτέρων ηὐπάρει, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀρε
ἐκλελοιπότων δ’ ἐκείνων ἔκπυστον ἤδη τὸ κατ’ ἐκεῖνον γεγονὸς τὸ δρᾶμα, οὐχ ὅπως ἑτέρων ηὐπόρει, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀρχαῖα προσαπῃτεῖτο, καὶ ὁ τέως ἐν ἐλπισμοῖς ὢν τοῖς μεγίστοις παρὰ πολλῶν ἐξαπαιτούμενος καθυβρίζετο. καὶ τὸ πρᾶγμα ὄνειρός τις ἐδόκει σφίσι τὸ κατ’ ἐκεῖνον, καὶ τῆς ἀπατηλῆς μετέμελεν ὑπολήψεως. ἐντεῦθεν καὶ τί δεῖ τὰ πολλὰ συνείρειν; καθελκόμενος ἀπεδίδρασκεν, ἀπαιτούμενος ἠνιᾶτο, ὁμολογεῖν τὴν ἀπορίαν ᾐδεῖτο, ἠναξιοπάθει παραδειγματιζόμενος, ἀπολλύων τὴν δόξαν οὐκ εἶχε φέρειν, καὶ τέλος ὑπὸ μεσίταις δεόμενος πατριάρχου ἐφ’ ᾧπερ δουλεύοι πάλιν, καὶ μὴ τυγχάνων τῶν κατ’ αἴτησιν, διὰ ταῦτα διαπορεῖ τε τελέως ἐξ ἀθυμίας, καὶ μεσημβρινὸν ἐκείνῳ δαιμόνιόν τι ἐπιπηδᾷ, καὶ τριακοστῇ Ἀνθεστηριῶνος μηνὸς ἐπ’ οἰκίας ἁψάμενος βρόχον διαπεφώνηκε. τὰ μὲν οὖν κατ’ ἐκεῖνον τοιαῦτα, ἡμῖν δὲ καὶ τὰ λοιπὰ προσθετέον, ἀναλαβοῦσι μικρὸν ἄνωθεν. 9. Ὑπέρρει μὲν τὰ κατ’ ἀνατολὰς ἐσαεὶ καὶ ἐπὶ τὸ χεῖρον προέκοπτεν, ὥστε καὶ ὁσημέραι ἀγγελίας ἐπ’ ἀγγελίαις χειρίστας ἐπὶ δειναῖς ἀφικνεῖσθαι πρὸς βασιλέα.
καὶ παιδευθεὶς τὰ εἰκότα, ἐν διακόνοις [Ρ. 968] τῆς ἡ ἐξόδων, ταῖς δ᾽ αὖθις ἐχρῆν πορισμῶν ἄλλοθεν. Οἱ
Ἐκκλησίας ταχθεὶς μετὰ τῶν λοιπῶν ἐλλογίμων ταῖς
χρείαις διηκονεῖτο τῆς Ἐκκλησίας μεθ᾿ ὅτι πλείστης
τῆς ἐπιτηδειότητος. Οὗτος τὰ μὲν ἄλλα μέτριος ἦν,
καὶ παρθενίαν ἤσκει, καὶ εὐλαβείας μετεποιεῖτο,
καὶ γλῶσσα πολλοῖς ἦν ἐπὶ δικαστηρίοις συνοδικοῖς,
καὶ βασιλεῖ γνώριμος και κλήρῳ περίβλεπτος, καὶ
τοῖς εἰδόσι ψῆφον φέρων περὶ ἑαυτοῦ ἐκ πολλῶν ὡς
προκόψειεν· ἑνὸς δ᾽ ἡττᾶτο φιλοτιμίας, δι᾿ ἣν καὶ
παρ' ἰσχὺν ἐπιτρέχων τοῖς μὴ καθ᾽ αὐτὸν ἔτι πράγ
ματι συλλέγων ἐξήντλει. Καὶ ἦν ἐκείνῳ τὸ μὲν συλ
λέγειν λίαν ἐπίμωμον, τὸ δ' ἐξαντλεῖν ἱκανὸν ἀπο
κρύπτειν καὶ τὸ τῆς συλλογῆς αἴσχιστον οὐ μᾶλλον
κατανοουμένῳ διὰ τὸν τρόπον τοῦ πορισμοῦ ὅσον
ἐπαινουμένῳ διὰ τὸ τῆς προαιρέσεως εὐμετάδοτον.
Τοῦτο πολύ προβαῖνον ἐξῆρε τὴν γνώμην εἰς ἀλ.
λόκοτον ἔπαρσιν, καὶ οἰκίαις ἤθελεν ἐλλαμπρύνεσθαι
καὶ ναῷ κατ' ἰδίαν χρῆσθαι καὶ λειτουργοὺς ἔχειν
καὶ φιλοτιμότερον ἐνεορτάζειν ταῖς περιφανέσι τῶν
πανηγύρεων. Τούτοις δ' ἔδει πάντως καὶ ἀναλόγων
δ᾽ οὐκ ἦσαν· εἰ δ᾽ ἦσαν, ἀλλ' οὐκ ηὐτάρκουν ἐν ταῖς
χρείαις. Γίνεται γοῦν ἀγύρτης φιλότιμος καὶ πορι
στις ἀνελεύθερος. Καὶ τῷ πρὸς πολλοὺς οἰκείως ἔχειν
καὶ φιλικῶς ἐξ ὧν ἔπραττε, σφίσιν ἐπιφυόμενος
ἐκιχρᾶτο ὡς αὐτίκ᾽ ἀφέξουσι τὰ διδόμενα. Καὶ ὁ μὲν
ἐν ἐλπισμοῖς ἦν ματαίοις ἔκ τινων οδημάτων χειρί.
στων ὡς εὐπορήσων πρὸς τὴν ἀπότισιν, τοῖς δ᾽ ἐν
ἀνέσει αἱ ἐπ' αὐτῷ φροντίδες χώρηντο. Οπερ γοῦν
ἰδεῖν ἔστιν ἐπὶ ποταμῶν, κατ' ὀλίγον μὲν τῶν ῥυάκων
ἐπερεόντων ἀδήλως, εἰς ἐν δὲ συναγομένων καὶ
τὸν πληθυσμὸν παρεχόντων τῷ ῥεύματι, καὶ τέλος
ἐπισχεθέντων ἐκ λειψυδρίας ξηρὸς ὁ τέως μετεωρού
μενος καταφαίνεται, οὕτως ἐκείνῳ τῶν πολλῶν συν
ελθόντων τῶν μιτωμάτων, δ δὴ λέγεται, κακὸν
ὑφαίνεται φάρος ἐντάριον. Καὶ τῶν δανείων τέω;
ἐπεισρεόντων προνοίᾳ μεγίστη καὶ τοῦ λανθάνειν,
πρὸς καιρὸν ἐντρυφῶν ἐμετεωρίζετο· ἐκλελοιπότων
δ᾽ ἐκείνων ἔκπυστον ἤδη τὸ κατ᾽ ἐκεῖνον γεγονὸς τὸ
δράμα, οὐχ ὅπως ἑτέρων ηὐπάρει, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀρε
PG 144:425τὰ μὲν οὖν καθ’ ἡμᾶς ταῦτα καὶ ὀφθαλμοῖς ἑωρῶμεν, καὶ τῶν ἑωρακότων ἢ μᾶλλον δὴ τῶν παθόντων, ἤν τις καὶ λαθὼν διέφυγε τὸ δεινόν, ἐκτραγῳδούντων τὰ πάθη ἠκούομεν, καὶ ἦν μέσον ἐχθρῶν καὶ ἡμῶν ὁ πορθμὸς οὗτος διέχων καὶ μόνος, ἀνέδην ἐπεμβαινόντων καὶ χώρας ἁπάσας καὶ ναοὺς καὶ μονὰς καλλίστας καί τινα τῶν φρουρίων κακῶς ποιούντων, καὶ πυρπολούντων τὰ κάλλιστα, καθημερινοῖς τε φόνοις τρυφώντων καὶ ἀπαγωγαῖς πολὺ τὸ δεινὸν ἐχούσαις καὶ οἷον οὐκ ἤκουσται πώποτε. τὰ δ’ ἀνώτερα Βιθυνίας τε καὶ Μυσίας Φρυγίας τε καὶ Λυδίας καὶ τῆς ὑμνουμένης Ἀσίας, πλήν γε τῶν πολισμάτων καὶ μόνων, εἰς τέλος διαπεπράχει. Ἀμούριοι ταῦτα καὶ Ἀτμᾶνες Ἀτῖναί τε καὶ Ἀλισύραι καὶ Μανταχίαι καὶ Σαλαμπάξιδες καὶ Ἀλαί̈δες καὶ Ἀμηραμάναι καὶ Λαμίσαι Σφονδύλαι τε καὶ Παγδῖναι καὶ πᾶν ἄλλο χείριστον καὶ ἐπίρρητον ὄνομα. οἳ δὴ καὶ προαχθέντες ταῖς τόλμαις ἔκ τινος ἀλλοκότου καὶ Πανικοῦ φρονήματος δίκην πυρὸς ἀγρίου ἐπελάβοντο πάντων καὶ κατενέμοντο, αὐτῇ δὴ θαλάσσῃ καὶ μόνῃ τοῦ μὴ πρόσω καὶ αὖθις προβαίνειν εἰργόμενοι. βασιλεῖ δὲ οὐδὲ διωρίαν βουλῆς παρεῖχον ἀγγελλόμενα τὰ δεινά.
χαῖα προσαπητεῖτο, καὶ ὁ τέως ἐν ἐλπισμοῖς ὢν τοῖς ἡ βασιλέα. Τὰ μὲν οὖν καθ' ἡμᾶς ταῦτα καὶ ὀφθαλ
μεγίστοις παρά πολλῶν ἐξαπαιτούμενος καθυβρίζετο.
Καὶ τὸ πρᾶγμα ὄνειρός τις ἐδόκει σφίσι τὸ κατ' ἐκεῖ
νον, καὶ τῆς ἀπατηλή, μετέμελεν υπολήψεως. Εν
τεῦθεν καὶ τί δεῖ τὰ πολλὰ συνείρειν; Καθελκόμενος
ἀπεδίδρασκεν, [Ρ. 269] ἀπαιτούμενος ήνιᾶτο, ὁμοι
λογεῖν τὴν ἀπορίαν ᾐδεῖτο, Αναξιοπάθει παραδειγμα
τιζόμενος, ἀπολλύων τὴν δόξαν οὐκ εἶχε φέρειν, καὶ
τέλος ὑπὸ μεσίταις δεόμενος πατριάρχου ἐφ᾽ ᾧπερ
δουλεύοι πάλιν, καὶ μὴ τυγχάνων τῶν κατ' αἴτησιν,
διὰ ταῦτα διαπορεῖ τε τελέως ἐξ ἀθυμίας, καὶ
μεσημβρινὸν ἐκείνῳ δαιμόνιόν τι ἐπιπεδᾷ, καὶ τρια
κοστῇ ᾿Ανθεστηριώνος μηνὸς ἐπ᾽ οἰκίας ἁψάμενος
βρόχον διαπεφώνηκε. Τὰ μὲν οὖν κατ᾽ ἐκεῖνον τοιαῦ
τα, ἡμῖν δὲ καὶ τὰ λοιπὰ προσθετέον, ἀναλαβοῦσι
μικρὸν ἄνωθεν.
θ. Περὶ τῆς τῶν ὅλων διαφθορᾶς καὶ ἐπαναστά
σεως.
Υπέῤῥει μὲν τὰ κατ᾿ ἀνατολὰς ἐσπεὶ καὶ ἐπὶ τὸ
χεῖρον προέκοπτεν, ὥστε καὶ ὁσημέραι ἀγγελίας
ἐπ' ἀγγελίαις χειρίστας ἐπὶ δειναῖς ἀφικνεῖσθαι πρὸς
Οι
μοῖς ἑωρῶμεν, καὶ τῶν ἑωρακότων ἢ μᾶλλον δὴ τῶν
παθόντων, ἤν τις καὶ λαθών διέφυγε τὸ δεινὸν, ἐκτρα
γῳδούντων τὰ πάθη ἡκούομεν, καὶ ἦν μέσον ἐχθρῶν
καὶ ἡμῶν ὁ πορθμὸς οὗτος διέχων καὶ μόνος, ἀνέδην
ἐπεμβαινόντων καὶ χώρας ἁπάσας καὶ ναοὺς καὶ
μονας καλλίστας και τινα τῶν φρουρίων κακῶς
ποιούντων (Ρ. 270] καὶ πυρπολούντων τὰ κάλλιστα,
καθημερινοῖς τε φόνοις τρυφώντων καὶ ἀπαγωγαῖ,
πολὺ τὸ δεινὸν ἐχούσαις καὶ οἷον οὐκ ἤκουσται πώς
ποτε. Τὰ δ᾽ ἀνώτερα Βιθυνίας τε καὶ Μυσίας, Φρυγίας
τε καὶ Λυδίας καὶ τῆς ὑμνουμένης Ασίας, πλήν γε
τῶν πολισμάτων καὶ μόνων, εἰς τέλος διαπεπράχει.
Αμούριοι ταῦτα καὶ Ἀτμᾶνες Ατιναί τε καὶ Αλι
σύραι καὶ Μανταχίαι καὶ Σαλαμπάξιδες καὶ ᾿Αλαΐδες
καὶ Ἀμηραμάναι καὶ Λαμίσαι Σφονδύλαι τε καὶ
Παγδἶναι καὶ πᾶν ἄλλο χείριστον καὶ ἐπίῤῥητον
όνομα. Οἱ δὴ καὶ προαχθέντες ταῖς τόλμαις ἔκ τινος
ἀλλοκότου καὶ Πανικού φρονήματος δίκην πυρὸς
ἀγρίου ἐπελάβοντο πάντων καὶ κατενέμοντο, αὐτῇ
δὴ θαλάσσῃ καὶ μόνῃ τοῦ μὴ πρόσω καὶ αὖθις προ
PG 144:427καὶ τὸ μὲν γὰρ ἀνθίστασθαι καὶ ἀντιπαράγειν ἐκείνοις στρατεύματα ἄπορον ἦν. αἱ μὲν γὰρ Ῥωμαϊκαὶ δυνάμεις οὐχ ὅπως ἐξησθένουν, ἀλλὰ καὶ προνοίας ἀπολωλεκότες, ἀνατολὴν φεύγοντες ἐπὶ δύσεως ὥρμων, περιποιούμενοι ἑαυτοῖς μόνον τὸ ζῆν· ἑτέρους δ’ ἐγκαθιστᾶν ἐπὶ ῥητοῖς γέρασιν ἀμήχανον ἦν. θεραπεύειν δ’ αὖθις ὁμολογίαις τὸ Περσικὸν οὔτε τὸ πρέπον ἐδίδου, καὶ ἄλλως ἄπορον ἦν τόσων ὄντων καὶ διαφόρων τὰς γνώμας, καί γ’ ἐπὶ τοσοῦτον ἡγεμόνων ἐγνωσμένων τοῖς ἄλλοις ἐφ’ ὅσον σκυλεύειν τε καὶ κερδαίνειν τοῖς ὑποτεταγμένοις ἐξῆν, ἢν δέ που καὶ καθυφοῖτο ὁ ἄγων ἢ δώροις ἢ χάρισι, ζητούντων ἕτερον τὸν αὐτοὺς ἄξοντα ἐπὶ σκυλευμοῖς τε καὶ κέρδεσι. καὶ διὰ ταῦτα ἓν τῶν ἀναγκαίων ἔδοξε τῷ καιρῷ καὶ τοῖς ἐφεστῶσι πράγμασι, τὸ περιλειφθὲν τέως, ὅσον ἐν προνοίαις ἐτάττετο μοναῖς τε καὶ ἐκκλησίαις καὶ τοῖς βασιλεῖ παρασπίζουσιν, ἀφεικότας τῶν δεσποτῶν, τάττειν εἰς στρατιωτικόν, πλὴν καὶ μονοκελλικόν, ξύμπαντας, ὡς ἐντεῦθεν αὐτοὺς ἐκείνοις ὑπὲρ τῶν ἰδίων προσμένοντας μάχεσθαι.
τῶν δεσποτῶν, τάττειν εἰς στρατιωτικών, πλὴν καὶ
μονοκελλικών, ξύμπαντας, ὡς ἐντεῦθεν αὐτοὺς ἐκεί
νοις ὑπὲρ τῶν ἰδίων προσμένοντας μάχεσθαι. Εστέλ
λετο τοιγαροῦν καὶ παρὰ πατριάρχου θαλλὸς ἐλαία;
ἀναυδήτως τῷ ἄνακτι, ὅθεν καί τι θαῤῥεῖν εἶχε τῶν
ἀγαθῶν ἐκ τῆς περὶ αὐτόν οἱ μεγίστης πληροφορίας.
Τὰ δ' ἦσαν ἐν μόναις βουλαῖς· οὔπω γὰρ ἐφίσταντο
οἷς ἦν ἐπιτεταγμένον ταῦτα πράττειν, καὶ τὸ Περ
σικὸν πολλαχόθεν ἐπεισβαλόντες τοὺς μὲν ἔργον
καθιστᾶτι μαχαίρας, ὅσοι δέ γε καὶ ἴσχυσαν έκρυ
γεῖν, τῷ τῆς Κυζίκου ἐπιτειχισμῷ ἄρτι τότε συστάντι
παρὰ τοῦ ἐν αὐτῇ προέδρου Νίφωνος, ἀνδρὸς δραστ
ρίου καὶ γνώσεως ἐπηβόλου καὶ οὐ μᾶλλον πνευ
ματικοῖς ἢ κοσμικοῖς τρίβωνος 271] πράγματι,
βαίνειν εἰργόμενοι. Βασιλεῖ δὲ οὐδὲ διωρίαν βουλῆς Η κλησίαις καὶ τοῖς βασιλεῖ παρασπίζουσιν, ἀφεικότας
παρεῖχον ἀγγελλόμενα τὰ δεινά. Καὶ τὸ μὲν γὰρ
ἀνθίστασθαι καὶ ἀντιπαράγειν ἐκείνοις στρατεύ
ματα ἄπορον ἦν. Αἱ μὲν γὰρ Ῥωμαϊκαὶ δυνάμεις
οὐχ ὅπως ἐξησθένουν, ἀλλὰ καὶ προνοίας ἀπολω
λεκότες, ἀνατολὴν φεύγοντες ἐπὶ δύσεως ὥρμων,
περιποιούμενοι ἑαυτοῖς μόνον τὸ ζῆν· ἑτέρους δ'
ἐγκαθιστᾶν ἐπὶ ῥητοῖς γέρασιν ἀμήχανον ἦν. Θερα
πεύειν δ' αὖθις ὁμολογίαις τὸ Περσικὸν οὔτε τὸ πρέ
πον ἐδίδου, καὶ ἄλλως ἄπορον ἦν τόσων ὄντων καὶ
διαφόρων τὰς γνώμας, και γ' ἐπὶ τοσοῦτον ἡγεμό
νων ἐγνωσμένων τοῖς ἄλλοις ἐφ' ὅσον σκυλεύειν τε
καὶ κερδαίνειν τοῖς ὑποτεταγμένοις ἐξῆν, ἣν δέ που
καὶ καθυφοῖτο ὁ ἄγων ἢ δώροις ἢ χάρισε, ζητούντων
ἕτερον τὸν αὐτοὺς ἄξοντα ἐπὶ σκυλευμοῖς τε καὶ
κέρδεσι. Καὶ διὰ ταῦτα ἐν τῶν ἀναγκαίων ἔδοξε τῷ 1 φέροντες ἑαυτοὺς καὶ γυναῖκας καὶ τέκνα καὶ ζῶα
καιρῷ καὶ τοῖς ἐφεστῶσι πράγματι, τὸ περιλειφθὲν καὶ ὕπαρξιν ἐγκατέκλεισαν.
τέως, ὅσον ἐν προνοίαις ετάττετο μοναῖς τε καὶ ἐκε
ἐστέλλετο τοιγαροῦν καὶ παρὰ πατριάρχου θαλλὸς ἐλαίας ἀναυδήτως τῷ ἄνακτι, ὅθεν καί τι θαρρεῖν εἶχε τῶν ἀγαθῶν ἐκ τῆς περὶ αὐτόν οἱ μεγίστης πληροφορίας. τὰ δ’ ἦσαν ἐν μόναις βουλαῖς· οὔπω γὰρ ἐφίσταντο οἷς ἦν ἐπιτεταγμένον ταῦτα πράττειν, καὶ τὸ Περσικὸν πολλαχόθεν ἐπεισβαλόντες τοὺς μὲν ἔργον καθιστᾶσι μαχαίρας, ὅσοι δέ γε καὶ ἴσχυσαν ἐκφυγεῖν, τῷ τῆς Κυζίκου ἐπιτειχισμῷ ἄρτι τότε συστάντι παρὰ τοῦ ἐν αὐτῇ προέδρου Νίφωνος, ἀνδρὸς δραστηρίου καὶ γνώσεως ἐπηβόλου καὶ οὐ μᾶλλον πνευματικοῖς ἢ κοσμικοῖς τρίβωνος πράγμασι, φέροντες ἑαυτοὺς καὶ γυναῖκας καὶ τέκνα καὶ ζῶα καὶ ὕπαρξιν ἐγκατέκλεισαν. 10. Διὰ ταῦτα καὶ βασιλεὺς Μιχαὴλ οὐχ οἷός τ’ ὢν ἐν Περγάμῳ διάγειν, ἀπάρας ἐκεῖθεν συνάμα καὶ ταῖς περὶ αὐτὸν δυνάμεσι Κυζίκῳ ἐπιφοιτᾷ. ἀλλ’ οὐδ’ ἐκεῖ βραδύνει δέει προςδοκωμένης τῶν Περσῶν δι’ αὐτὸν προσβολῆς. ὅθεν κἀκεῖθεν ἀπαναστὰς ἐν Πηγαῖς παραθαλασσιδίῳ γίνεται πόλει, ὅπῃ δὴ καὶ ἐς ὕστερον λύπῃ καὶ ἀθυμίᾳ συσχεθεὶς διὰ τὰ συμβάντα νόσῳ περιπίπτει βαρείᾳ.
τῶν δεσποτῶν, τάττειν εἰς στρατιωτικών, πλὴν καὶ
μονοκελλικών, ξύμπαντας, ὡς ἐντεῦθεν αὐτοὺς ἐκεί
νοις ὑπὲρ τῶν ἰδίων προσμένοντας μάχεσθαι. Εστέλ
λετο τοιγαροῦν καὶ παρὰ πατριάρχου θαλλὸς ἐλαία;
ἀναυδήτως τῷ ἄνακτι, ὅθεν καί τι θαῤῥεῖν εἶχε τῶν
ἀγαθῶν ἐκ τῆς περὶ αὐτόν οἱ μεγίστης πληροφορίας.
Τὰ δ' ἦσαν ἐν μόναις βουλαῖς· οὔπω γὰρ ἐφίσταντο
οἷς ἦν ἐπιτεταγμένον ταῦτα πράττειν, καὶ τὸ Περ
σικὸν πολλαχόθεν ἐπεισβαλόντες τοὺς μὲν ἔργον
καθιστᾶτι μαχαίρας, ὅσοι δέ γε καὶ ἴσχυσαν έκρυ
γεῖν, τῷ τῆς Κυζίκου ἐπιτειχισμῷ ἄρτι τότε συστάντι
παρὰ τοῦ ἐν αὐτῇ προέδρου Νίφωνος, ἀνδρὸς δραστ
ρίου καὶ γνώσεως ἐπηβόλου καὶ οὐ μᾶλλον πνευ
ματικοῖς ἢ κοσμικοῖς τρίβωνος 271] πράγματι,
βαίνειν εἰργόμενοι. Βασιλεῖ δὲ οὐδὲ διωρίαν βουλῆς Η κλησίαις καὶ τοῖς βασιλεῖ παρασπίζουσιν, ἀφεικότας
παρεῖχον ἀγγελλόμενα τὰ δεινά. Καὶ τὸ μὲν γὰρ
ἀνθίστασθαι καὶ ἀντιπαράγειν ἐκείνοις στρατεύ
ματα ἄπορον ἦν. Αἱ μὲν γὰρ Ῥωμαϊκαὶ δυνάμεις
οὐχ ὅπως ἐξησθένουν, ἀλλὰ καὶ προνοίας ἀπολω
λεκότες, ἀνατολὴν φεύγοντες ἐπὶ δύσεως ὥρμων,
περιποιούμενοι ἑαυτοῖς μόνον τὸ ζῆν· ἑτέρους δ'
ἐγκαθιστᾶν ἐπὶ ῥητοῖς γέρασιν ἀμήχανον ἦν. Θερα
πεύειν δ' αὖθις ὁμολογίαις τὸ Περσικὸν οὔτε τὸ πρέ
πον ἐδίδου, καὶ ἄλλως ἄπορον ἦν τόσων ὄντων καὶ
διαφόρων τὰς γνώμας, και γ' ἐπὶ τοσοῦτον ἡγεμό
νων ἐγνωσμένων τοῖς ἄλλοις ἐφ' ὅσον σκυλεύειν τε
καὶ κερδαίνειν τοῖς ὑποτεταγμένοις ἐξῆν, ἣν δέ που
καὶ καθυφοῖτο ὁ ἄγων ἢ δώροις ἢ χάρισε, ζητούντων
ἕτερον τὸν αὐτοὺς ἄξοντα ἐπὶ σκυλευμοῖς τε καὶ
κέρδεσι. Καὶ διὰ ταῦτα ἐν τῶν ἀναγκαίων ἔδοξε τῷ 1 φέροντες ἑαυτοὺς καὶ γυναῖκας καὶ τέκνα καὶ ζῶα
καιρῷ καὶ τοῖς ἐφεστῶσι πράγματι, τὸ περιλειφθὲν καὶ ὕπαρξιν ἐγκατέκλεισαν.
τέως, ὅσον ἐν προνοίαις ετάττετο μοναῖς τε καὶ ἐκε
PG 144:429καὶ ἐγγὺς ἦλθε τοῦ κινδυνεῦσαι, κἂν ἐκινδύνευε (τοῖς γὰρ ἰατροῖς ἀπέγνωστο), εἰ μή γε προπεφθάκει τῆς παρθένου καὶ θεοτόκου προφανὲς ἔλεος. οὐ χεῖρον δὲ καὶ τοῦτο καθ’ εἱρμὸν συνάψαι. ἔκειτο μὲν οὖν βασιλεὺς τὰ λοίσθια πνέων, εἶπέ τις· ἐπείληπτο γὰρ καὶ ἀναισθήτως εἶχε πρὸς ὅ τι καὶ ἰατροὶ ἔγνων ἐκεῖνον. μηνύματα δὲ πρὸς τὸν πατέρα καὶ βασιλέα ἡ μὲν χρεία καὶ ταχύτατα προσαπῄτει, ὁ δὲ καιρὸς ἀντέβαινεν ἀντιβαινούσης θαλάσσης, καὶ ὁ πλοῦς ἐπείχετο. τέως δὲ δυσχερῶς μεθ’ ἡμέρας φθάνουσι. καὶ τὰ πεμφθέντα ἐκεῖθεν γράμματα δάκρυα μᾶλλον ἦσαν ἢ γράμματα. ἐδήλουν μὲν οὖν τὴν νόσον, ὁποία καὶ ἐπὶ ποίοις σημείοις ὅσαι ἡμέραι καὶ ὅσαι νύκτες ἡ νόσος ἀκμάζει, καὶ τίσι φαρμάκοις παρ’ αὐτῶν νοσηλεύεται, καὶ τέλος ὅπως ἔχων κυρεῖ· κἂν εἴ τι βοηθεῖν ἰατροὶ ἔχοιεν, ἀπαντᾶν ἤπειγον τὴν ταχίστην, ἂν τέως καὶ ἐν ζῶσι τὸν κείμενον καταλήψαιντο. βασιλεὺς δὲ μαθὼν τὰ πάνδεινα ταῦτα περὶ τῇ τοῦ βασιλέως ἐδυσελπίστει αὐτίκα ζωῇ, καὶ μετέωρος ἦν ἀκούειν τὸ χαλεπώτατον. ὅμως πέμπει μὲν αὐτίκα καὶ ἰατρούς, πέμπει δὲ καὶ τῶν οἰκείων τὰ κράτιστα.
6. Περὶ τῆς τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ εἰς Κύζικον, εἴ τι βοηθεῖν ἰατροὶ ἔχοιεν, ἀπαντᾶν ἔπειγον τὴν
εἶτα εἰς Πηγὰς ἀναχωρήσεως.
Διὰ ταῦτα καὶ βασιλεύς Μιχαήλ οὐχ οἷός τ' ὢν
ἐν Περγάμῳ διάγειν, ἀπάρα; ἐκεῖθεν σύναμα καὶ
ταῖς περὶ αὐτὸν δυνάμεσι Κυζίκῳ ἐπιφοιτᾷ. ᾿Αλλ'
οὐδ᾽ ἐκεῖ βραδύνει δέει προσδοκωμένης τῶν Περσῶν
δι' αὐτὸν προσβολῆς. "Οθεν κἀκεῖθεν ἀπαναστὰς ἐν
Πηγαίς παραθαλασσιδίῳ γίνεται πόλει, ὅπη δὴ καὶ
ἐς ὕστερον λύπῃ καὶ ἀθυμίᾳ συσχεθείς διὰ τὰ συμ
βάντα νόσῳ περιπίπτει βαρείᾳ. Καὶ ἐγγὺς ἦλθε τοῦ
κινδυνεῦσαι, κἂν ἐκινδύνευε (τοῖς γὰρ ἰατροῖς
ἀπέγνωστο), εἰ μή γε προπεφθάνει τῆς Παρθένου
καὶ Θεοτόκου προφανὲς ἔλεος. Οὐ χεῖρον δὲ καὶ
τοῦτο καθ' εἱρμὸν συνάψαι. Εκειτο μὲν οὖν βασιλεύς
τα λοίσθια πνέων, εἶπέ τις· ἐπείληπτο γὰρ 272]
καὶ ἀναισθήτως εἶχε πρὸς ὅ τι καὶ ἰατροὶ ἔγνων –
ἐκεῖνον. Μηνύματα δὲ πρὸς τὸν πατέρα καὶ βασιλέα
ἡ μὲν χρεία καὶ ταχύτατα προσαπήτει, ὁ δὲ καιρὸς
ἀντέβαινεν ἀντιβαινούσης θαλάσσης, καὶ ὁ πλοῦς
ἐπείχετο. Τέως δὲ δυσχερῶς μεθ' ἡμέρας φθάνους
Καὶ τὰ πεμφθέντα ἐκεῖθεν γράμματα δάκρυα μᾶλλον
ἦσαν ἢ γράμματα. Ἐδήλουν μὲν οὖν τὴν νόσον,
ὁποία καὶ ἐπὶ ποίοις σημείοις ὅταν ἡμέραι καὶ ὅσαι
νύχτες ἡ νόσος ἀκμάζει, καὶ τίσι φαρμάκοις παρ'
αὐτῶν νοσηλεύεται, καὶ τέλος ὅπως ἔχων κυρεῖ καν
ταχίστην, ἂν τέως καὶ ἐν ζῶσι τὸν κείμενον καταλή
ψαιντο. Βασιλεὺς δὲ μαθὼν τὰ πάνδεινα ταῦτα περὶ
τῇ τοῦ βασιλέως ἐδυσελπίστει αὐτίκα ζωῇ, καὶ
μετέωρος ἦν ἀκούειν τὸ χαλεπώτατον. Όμως πέμπει
μὲν αὐτίκα καὶ ἰατρούς, πέμπει δὲ καὶ τῶν οἰκείων
τὰ κράτιστα. Τὸ πλέον δὲ ἢ μᾶλλον, εἰπεῖν τἀληθὲς,
τὸ ὅλον, ἐθάρξει τῷ ἐκ Θεοῦ καὶ τῆς Πανυμνήτου
ἐλέει, οἷος αὐτὸς ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἐῴκει, ὥστε καὶ
ἀραρότως ἐπ' αὐτῇ πεποιθέναι καὶ τὰ εὐχαριστήρια
ταύτης ἐπαγγέλλειν ψάλλεσθαι, κἂν αὐτὴ ἐφιστῷτο
ἡ ἀναστάσιμος. Τότε γοῦν καὶ ἐπὶ πλέον ἐποινιᾶτο,
καὶ τῷ ἐκ τῆς φωταγωγοῦ ἐλαίῳ, πέμπων και μου
ναχὸν ἐκ τῆς μονῆς, φιλοτίμως ἐδωρεῖτο τὸν κε!
μενον. *Ην δὲ ἄρα ὁ μοναχὸς ἀποβὰς τῆς νεώς
ανάνηψις τῷ κειμένῳ, καὶ περὶ αὐτοῦ μήπω φανέν
τος ὁ ἤδη νεκρὸς ἐπυνθάνετο ἐξ ὀνείρων αὐτίκα
χρηστῶν, καθ' οὓς εὐσταλής τις γυνὴ ἦλον τοῦ που
νοῦντος μέρους ἀποτπᾶν ἐῴκει, ο Ιδετε, λέγων,
εἰ μοναχὸς ἐπ' αἰγιαλοῦ ἀποβὰς ἵσταται φέρων καὶ
δῶρα τῆς Θεομήτορος.» Οἱ δ᾽ ἐπιστάντες εὐθέως τὸ
ἀκουόμενον καθεώρων, καὶ ἡ ἐπιδημία τοῦ μονα, οὗ
σὺν ἁγίῳ ἐλαίῳ ἐπανάκλησις ἦν τῷ νοσοῦντι, ἐν
ὅτι πλείστῳ τῷ θειασμῷ γενομένη μετά θαύματος.
PG 144:432τὸ πλέον δὲ ἢ μᾶλλον, εἰπεῖν τἀληθές, τὸ ὅλον, ἐθάρρει τῷ ἐκ θεοῦ καὶ τῆς πανυμνήτου ἐλέει, οἷος αὐτὸς ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἐῴκει, ὥστε καὶ ἀραρότως ἐπ’ αὐτῇ πεποιθέναι καὶ τὰ εὐχαριστήρια ταύτης ἐπαγγέλλειν ψάλλεσθαι, κἂν αὐτὴ ἐφιστῷτο ἡ ἀναστάσιμος. τότε γοῦν καὶ ἐπὶ πλέον ἐποτνιᾶτο, καὶ τῷ ἐκ τῆς φωταγωγοῦ ἐλαίῳ, πέμπων καὶ μοναχὸν ἐκ τῆς μονῆς, φιλοτίμως ἐδωρεῖτο τὸν κείμενον. ἦν δὲ ἄρα ὁ μοναχὸς ἀποβὰς τῆς νεὸς ἀνάνηψις τῷ κειμένῳ, καὶ περὶ αὐτοῦ μήπω φανέντος ὁ ἤδη νεκρὸς ἐπυνθάνετο ἐξ ὀνείρων αὐτίκα χρηστῶν, καθ’ οὓς εὐσταλής τις γυνὴ ἧλον τοῦ πονοῦντος μέρους ἀποσπᾶν ἐῴκει, ἴδετε λέγων, εἰ μοναχὸς ἐπ’ αἰγιαλοῦ ἀποβὰς ἵσταται φέρων καὶ δῶρα τῆς θεομήτορος. οἱ δ’ ἐπιστάντες εὐθέως τὸ ἀκουόμενον καθεώρων, καὶ ἡ ἐπιδημία τοῦ μοναχοῦ σὺν ἁγίῳ ἐλαίῳ ἐπανάκλησις ἦν τῷ νοσοῦντι, ἐν ὅτι πλείστῳ τῷ θειασμῷ γενομένη μετὰ θαύματος. 11. Ὀλίγον δὲ πρὶν ἢ ταῦτα γενέσθαι, Ποσειδεῶνος μηνὸς ὀγδόῃ, σεισμὸς ἐνσκήπτει, κατὰ μὲν τὰ ἐνταῦθα μέρη ἄγνωστος τοῖς πολλοῖς, ὥστε μηδὲ σημῆναι τὸν κλόνον, κατὰ δὲ τὸ διὰ Ῥόδου κλίμα καὶ πρόσω λαμπρὸς καὶ τῶν πώποτε μνημονευομένων ὁ χαλεπώτατος.
PG 144:434ὅθεν καὶ Ῥόδος μὲν αὐτὴ πᾶσα ἐς τὸ παντελὲς ἀνατέτραπται, ἤκουστο δέ γε καὶ περὶ Ἀλεξανδρείας καὶ τῶν ἐξ ἴσου ταύτῃ τὰ πάνδεινα. Κορώνη δὲ καὶ Μεθώνη καὶ τὰ πολλὰ τῆς Πελοποννήσου, οὐκ ἐλάχιστον δὲ μέρος καὶ Κρήτης, σεισμοῦ γεγόνασι παρανάλωμα. 12. Κατὰ τὸν ἐπὶ τούτῳ Γαμηλιῶνα τῆς δευτέρας ἐπινεμήσεως εἶδεν ἡ Κωνσταντίνου καὶ τὸν Λατῖνον Ῥοντζέριον, ὡς μὴ ὄφελεν, ἅμα ναυσὶν ἰδίαις ἑπτὰ καὶ συμμαχικῷ στόλῳ ἐκ Κατελάνων καὶ Ἀμογαβάρων πλείστῳ, εἰς χιλιοστύας ὀκτὼ ποσουμένῳ, προλαβόντος ἐκεῖνον καὶ τοῦ Φαρέντα Τζιμῆ καὶ συμποσοῦντος τὸ στράτευμα. ἀλλ’ ὁ μὲν Τζιμῆ εὐγενὴς ἦν, καὶ οὓς ἦγεν ἰδίους εἶχε, καὶ ἀκλητὶ παραγέγονε, συμμαχήσων ἐπὶ τοὺς Πέρσας, εἰ βούλοιτο βασιλεύς, πλὴν ἐπὶ ῥητῷ τῷ μισθῷ· ὁ δέ γε Ῥοντζέριος ἐκ προσκλήσεως ἄνεισιν, ἀνὴρ νέος τὴν ἡλικίαν, γοργωπός, ταχὺς εἰς ὃ ῥέψοι, καὶ τὰς πράξεις θερμός. περὶ οὗ βραχέα βούλομαι προειπεῖν ὡς πέπυσμαι· εἰ δέ γε τῆς ἀληθείας ὁ λόγος ἐκκλίνειεν, οὐχ ὁ γράφων ἀλλ’ ἡ φήμη τὴν μέμψιν φερέτω. οὗτος τῇ κατὰ Συρίαν Πτολεμαί̈δι, ὅτ’ ἐν τοῖς οὖσιν ἦν καὶ τὸ περίπυστον ἐν πόλεσιν εἶχε, τῷ Τέμπλῳ κατὰ φρερίους ἐνήσκητο.
ὡς δ’ ἐκείνη παρ’ Αἰθιόπων ἡλίσκετο, ὡς ἐν τοῖς ἄνωθι λόγοις ἐλέγομεν, καὶ τἀκεῖ κατέστραπτο, χρήματα νοσφισάμενος τῆς μονῆς καὶ μακρὰς συσκευασάμενος νῆας ἐπεῖχεν Ἀγαρηνοῖς, καὶ πειρατὴς βιαιότατος πολλούς τ’ ἔχων αἱρετιστὰς νεωτέρων πραγμάτων ἀντείχετο. πλούτῳ δὲ καὶ τρυφῇ σὺν τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν ὑπερηφανῶν ἐκ τῶν σκυλευμάτων τῶν κατὰ θάλαςσαν τάξιν ἐκείνην τῶν φρερίων καὶ σχῆμα χαίρειν ἐᾷ, καὶ ἐπὶ ναυσὶ κραταιωθεὶς πλείοσι τῷ ἐκ τοῦ Μαφρὲ ἀνέκαθεν Θευδερίχῳ Σικελίαν κατέχοντι, κατά τινα γονικὴν ἀποστασίαν τῆς ἐκκλησίας ἀποστατοῦντι καὶ διὰ τοῦτο εἰς πολέμους καὶ μάχας πρὸς τὸν Κάρουλον καταστάντι, πρόσεισι ῥόγαις τακταῖς βοηθήσων σὺν οἰκείῳ λαῷ. καὶ ἐπὶ χρόνῳ κατά γε συμμαχίαν συνὼν Θευδερίχῳ μετὰ τῶν οἰκείων προσεβοήθει.
ἐπεὶ δ’ ὁ πόλεμος παῦλαν ἔσχε καὶ σπονδαῖς ἐπιγαμίοις οἱ τέως πολεμοῦντες εἰρήνευον (τὴν γὰρ Ἐκατερίναν ὁ τοῦ ῥηγὸς ἀδελφὸς εἰς γάμον λαμβάνει, ὃν καὶ εἰς βασιλέα στέψας ὁ πάπας, καὶ δίχα τέρας, εἴτ’ οὖν γῆς, ἐπικηρύξας κράτορα, περὶ τῆς πόλεως ἐκείνῳ τὰς ἐλπίδας ἀνήρτα διὰ τὴν νύμφην οὖσαν τοῦ Βαλδουί̈νου ἐγγόνην), ἐπὶ τούτοις καὶ τῆς ἐκκλησίας ἱλεουμένης πέμψας ὁ πάπας ζητεῖ τὸν Ῥοντζέριον. ὁ μέντοι Θευδέριχος οὐ πρέπον γνοὺς οὐδ’ ἄλλως δίκαιον προδιδόναι τὸν ἐπὶ καιροῖς ἀναγκαίοις φανέντα χρήσιμον (ἐφῆπται γὰρ αὐτόθεν οἱ καὶ τὰ δεινὰ ὡς τὸ σχῆμα καταπατήσαντι), ἱκανὴν μὲν αὐτῷ φιλοφροσύνην τῷ πάπᾳ δὲ πρὸς τὰ ζητούμενα ὕπειξιν ἡγησάμενος ἀπολύειν καὶ μὴ κατέχειν μήτε μὴν περιέπειν τὸν ἄνθρωπον, ἐκποδὼν ἐπήγγελε γίνεσθαι καὶ ζητεῖν ὅπου σωθήσεται. διὰ ταῦτα τοῖς ὅλοις ἀπορηθεὶς ἐκεῖνος πέμπει πρὸς βασιλέα καὶ ἱκετεύει δέχεσθαι· ἔχειν γὰρ καὶ λαὸν ἱκανὸν συμμαχεῖν ὅπου βούλοιτο βασιλεύς.
ἦν γὰρ ταῖς ἀληθείαις, ὡς ἔδοξε, καὶ λῆμα ἔχων γενναῖον καὶ πλέως Ἀρεϊκοῦ φρονήματος, πολλῷ δὲ μᾶλλον καὶ τῷ τῆς γνώμης σπουδαίῳ καὶ βαθυσκόπῳ λαὸν δουλαγωγῶν ἀτάσθαλον καὶ τούτῳ κατορθοῦν τὰ μέγιστα φημιζόμενος. ὁ μέντοι γε βασιλεὺς διὰ τὴν ἀνάγκην ἀρξάμενος ἤδη ξενοτροφεῖν ὡς ἕρμαιον ἁρπάζει τὸ σύμβαμα, καὶ πέμπων πίστεις ἐκ χρυσοβούλλων αὐτὸν ἀνεδέχετο καὶ λαὸν προσεδέχετο, ὥστ’ ἐκεῖνον μὲν τῷ τοῦ μεγάλου δουκὸς τιμᾶν ἀξιώματι καί γε καὶ γαμβρὸν ἐπ’ ἀδελφιδῇ Μαρίᾳ τῇ τοῦ Ἀσὰν θυγατρὶ καθιστᾶν, τοὺς δέ γε περὶ αὐτὸν ῥόγαις ταῖς προσηκούσαις ἐξικανοῦν ὑπηρετοῦντας τὰ κατὰ πόλεμον. τὸ γὰρ Ῥωμαϊκόν, ὡς εἴρηται, ἐξησθενηκὸς καὶ κατὰ δύσιν διασπαρὲν παρεώρατο, ζητοῦν τοὐντεῦθεν ὅπου δουλεύσειε καὶ τραφήσαιτο. [] παρ’ ἣν αἰτίαν καὶ Μιχαὴλ ὁ δεσπότης αἰτίαις ὑποβληθεὶς κεκινδύνευκεν.
ἐπεὶ γὰρ ὁ μὲν βασιλεὺς ἤπειγε τοῦτον εἰς Νίκαιαν συνάμα τῷ ὑπ’ αὐτὸν λαῷ στρατηγήσοντα, ἐκεῖνος δὲ πολλάκις γράψας μετεκαλεῖτο τὸν ἴδιον, κἀκεῖνοι κατερραθύμουν, διὰ ταῦτα ἔδοξε χρῆσθαι τοῖς βασιλέως ὡς ὑπηρέταις, ἤδη ἀπολέμοις ἐκ τῆς ἀνάγκης γεγενημένοις, καὶ πέμψας συνῆγε, πλὴν οὔτε βασιλέως εἰδότος, καὶ ὅρκους ἀπαιτῶν ἐκείνους ὡς περὶ ἑκατὸν ὄντας, καὶ κρυφηδὸν λαμβάνων καὶ μέρει διδοὺς πρὸς ἐκείνους. ἦν δ’ ὁ ὅρκος βασιλεῖ πρέπων, οἶμαι, καὶ μόνῳ· εἶναι γὰρ τῶν ἐχθρῶν ἐχθροὶ καὶ τῶν φίλων φίλοι τοῦ τέως δεσπότου ἐπώμνυον. ὃ δὴ προσαγγελθέν, βασιλεὺς καὶ ταῦτα καὶ ἄλλα πλεῖστα συνηθροικώς, συνοικοῦντος καὶ τῇ τοῦ Τερτερῆ θυγατρί, λιπαρῶς ὑπώπτευε κατ’ αὐτοῦ ἀπιστίας μελέτημα, καὶ τὸ γεγονὸς εἰς κρίσιν ἐτίθει, καὶ τὸν προσαγγελλόμενον κατεδίκαζεν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν μικρὸν ὕστερον καὶ ῥηθήσεται· τότε δὲ βασιλεὺς τοιαύτας ἐδίδου τὰς πίστεις τῷ Ῥοντζερίῳ.
PG 144:435ὁ δὲ λαβὼν τὰ γράμματα, ὡς ἂν καὶ μέγας τις δόξοι, οὐχ ὅσους ἀνὰ χεῖρας καὶ μόνους εἶχε τοσούτους καὶ ἄγειν ἠβούλετο, ἀλλὰ προσφιλοτιμούμενος καὶ ἄλλους συνῆγε, ταῖς ἀπὸ βασιλέως ἐλπίσιν ἀναπτερῶν, ὥστε μηδ’ ἔχειν αὐτάρκεις ναῦς συνεκφέρειν τὸ στρατολόγημα, μηδέ γε χρήματα τόσα ὥστε καὶ προκαταρκτικὰ διδόναι ἐπὶ βασιλεῖ ἐχεγγύῳ τὰ πλεῖστα παρέξοντι. διά τοι ταῦτα καὶ Γεννουί̈ταις προσσχὼν ἐπὶ πίστεσιν ἐκιχρᾶτο ταῖς βασιλέως ὡσεὶ χιλιάδας εἴκοσι νομισμάτων, τὰ μὲν καὶ λαμβάνων, τὰ δὲ καὶ διὰ τὴν τῶν νηῶν χρείαν ἐκείνων εἰς τὴν τοῦ λαοῦ διαπλώϊσιν προσδεχόμενος. Γαμηλιῶνος μὲν οὖν, ὡς εἴρηται, τῇ Κωνσταντίνου ἐφίστανται. καὶ βασιλεὺς τοσοῦτον λαὸν παρ’ ἐλπίδα δεξάμενος, ὅμως τῇ τῆς συμμαχίας ἐλπίδι ἀναθαρρῶν τοὺς λογισμοὺς κραταιότερον ἵστη καὶ ἀμφοτέραις ἐξήντλει σφίσι τὰ χρήματα, καὶ θησαυροὺς πάντας οὓς ἀνεπίμπλων οἱ πανταχόθεν δασμοί, ἐπισχεθέντων πάλαι καὶ αὐτῶν ῥογῶν καὶ προσοδίων τοῖς ἐν ἀνακτόρων δουλεύουσιν, ἃ δὴ καὶ βασιλεῖς ἐξ ἀρχαίου εἰς μισθοὺς ἐτίθουν ἀναγκαίους τοῖς ὑπηρετουμένοις, ἐκείνοις ἐξεκενοῦντο.
κρυφηδὸν λαμβάνων καὶ μέρει διδοὺς πρὸς ἐκείνους. σμάτων, τὰ μὲν καὶ λαμβάνων, τὰ δὲ καὶ διὰ τὴν
*Ην δ' ὁ ὅρκος βασιλεῖ πρέπων, οἶμαι, καὶ μόνῳ
εἶναι γὰρ τῶν ἐχθρῶν ἐχθροὶ καὶ τῶν φίλων φίλοι
τοῦ τέως δεσπότου ἐπώμνυον. “Ο δὴ προσαγγελθέν,
βασιλεὺς καὶ ταῦτα καὶ ἄλλα πλεῖστα συνηθροικώς,
συνοικοῦντος καὶ τῇ τοῦ Τερτερῆ θυγατρί, λιπαρῶς
ὑπώπτευε κατ' αὐτοῦ ἀπιστίας μελέτημα, καὶ τὸ
γεγονὸς εἰς κρίσιν ἐτίθει, καὶ τὸν προσαγγελλόμενον
κατεδίκαζεν. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν μικρὸν ὕστερον καὶ
βηθήσεται· τότε δὲ βασιλεὺς τοιαύτας ἐδίδου τὰς
πίστεις τῷ Ροντζερίῳ. Ο δὲ λαβὼν τὰ γράμματα,
ὡς ἂν καὶ μέγας τις δόξοι, οὐχ ὅσους ἀνὰ χεῖρας
καὶ μόνους εἶχε τοσούτους καὶ ἄγειν ἡ δούλετο, ἀλλὰ
προσφιλοτιμούμενος καὶ ἄλλους συνῆγε, ταῖς ἀπὸ
βασιλέως ἐλπίσιν ἀναπτερῶν, ὥστε μηδ' ἔχειν αὐτ
άρκεις ναῦς συνεκφέρειν τὸ στρατολόγημα, μηδέ γε
χρήματα τόσα ὥστε καὶ προκαταρκτικὰ διδόναι ἐπὶ
βασιλεῖ ἐχεγγύῳ τὰ πλεῖστα παρέξοντι. Διά τοι ταῦτα
καὶ Γεννουίταις προσσχὼν ἐπὶ πίστεσιν ἐκιχρῦτο
[Ρ. 276] ταῖς βασιλέως ὡσεὶ χιλιάδας εἴκοσι νομι
τῶν νηῶν χρείαν ἐκείνων εἰς τὴν τοῦ λαοῦ διαπλώσιν
προσδεχόμενος. Γαμηλιώνος μὲν οὖν, ὡς εἴρηται,
τῇ Κωνσταντίνου ἐφίστανται. Καὶ βασιλεὺς τοσοῦτον
λαὸν παρ' ἐλπίδα δεξάμενος, όμως τῇ τῆς συμμαχίας
ἐλπίδι ἀναθαῤῥῶν τοὺς λογισμούς κραταιότερον ἴστη
καὶ ἀμφοτέραις ἐξήντλει σφίσι τὰ χρήματα, καὶ
θησαυρούς πάντας οὓς ἀνεπίμπλων οι πανταχόθεν
δασμοί, ἐπισχεθέντων πάλαι καὶ αὐτῶν ῥογῶν καὶ
προσοδίων τοῖς ἐν ἀνακτόρων δουλεύουσιν, ο δή
καὶ βασιλεῖς ἐξ ἀρχαίου εἰς μισθούς ἐτίθουν ἀναγ
καίους τοῖς ὑπηρετουμένοις, ἐκείνοις ἐξεκενοῦντο,
᾿Αλλὰ τὸν μὲν Ροντζέριον εἰς μέγα τιμήσας δούκα,
καὶ τοὺς παρ' αὐτοῦ καὶ ἰδίοις μεγαλύνας ονόμασι,
γαμβρόν κατὰ τὰς ὁμολογίας καθίστη. "Ην δὲ ἄρα
καὶ τοῖς ἐπιστᾶσι πολλῶν φιλοτιμιών απολαύειν
δεικνύειν τὴν χρῆσιν, ὡς ἂν μὴ ἐν κενοῖς ἐπιστῆναι
δόξωσιν. Ἐτάχθησαν οὖν ἐς Κύζικον ἀπελθεῖν· πως
γὰρ τὸ ἔχον τὸν φθόνον ἕρπειν, μᾶλλον δὲ τὴν ἐπίθεσ
σιν ὡς οἷόν τε διενόουν, κἀκεῖ πολύ τι συναχι εν
ἀλλὰ τὸν μὲν Ῥοντζέριον εἰς μέγα τιμήσας δούκα, καὶ τοὺς παρ’ αὐτοῦ καὶ ἰδίοις μεγαλύνας ὀνόμασι, γαμβρὸν κατὰ τὰς ὁμολογίας καθίστη. ἦν δὲ ἄρα καὶ τοῖς ἐπιστᾶσι πολλῶν φιλοτιμιῶν ἀπολαύειν δεικνύειν τὴν χρῆσιν, ὡς ἂν μὴ ἐν κενοῖς ἐπιστῆναι δόξωσιν. ἐτάχθησαν οὖν ἐς Κύζικον ἀπελθεῖν· πρὸς γὰρ τὸ ἔχον τὸν φθόνον ἕρπειν, μᾶλλον δὲ τὴν ἐπίθεσιν ὡς οἷόν τε διενόουν, κἀκεῖ πολύ τι συναχθὲν πλῆθος, καὶ χρήμασι καὶ σώμασιν ἱκανούμενον, ἐφέλκειν τοὺς Πέρσας ἀνάγκῃ, οἷς καὶ δεῖν διὰ ταῦτα κατακεκλεισμένοις συμμαχίας ᾤοντο. 14. Ὡς γοῦν ἐξηρτύοντο καὶ ἤδη πρὸς ἐξόδοις ἦσαν, ἐπισυνίστανται Γεννουῖ̈ται οἱ κατὰ πόλιν τέως ζητοῦντες τὸ χρέος· βασιλέα γὰρ ἀπαιτεῖν ἑτέροις δανείσαντας οὐκ ᾤοντο δεῖν. οἱ δὲ τὰ τοῦ χρέους βάρη προσανετίθουν τῷ βασιλεῖ ὡς αὐτοῦ γε χρησάμενοι ἕνεκα. καὶ βασιλεὺς τέως οὐκ ἀνεχόμενος ἀλλ’ οὖν πρὸς τὸ ἀποδιδόναι κατένευε, καὶ διὰ τοῦτο καὶ φιλονεικίαν πᾶσαν ὑποτεμνόμενος ἔπεμπε τὸν Μουζάλωνα Στέφανον, μέγαν δρουγγάριον τοῦ πλωί̈μου ὄντα, καταστελοῦντα τὸν θόρυβον. ὁ δὲ τοσοῦτον ἐδέησε τοῦ ταῦτα ποιεῖν ὥστε καὶ κατεκόπη σπάθαις αὐτῷ γε ἵππῳ.
κρυφηδὸν λαμβάνων καὶ μέρει διδοὺς πρὸς ἐκείνους. σμάτων, τὰ μὲν καὶ λαμβάνων, τὰ δὲ καὶ διὰ τὴν
*Ην δ' ὁ ὅρκος βασιλεῖ πρέπων, οἶμαι, καὶ μόνῳ
εἶναι γὰρ τῶν ἐχθρῶν ἐχθροὶ καὶ τῶν φίλων φίλοι
τοῦ τέως δεσπότου ἐπώμνυον. “Ο δὴ προσαγγελθέν,
βασιλεὺς καὶ ταῦτα καὶ ἄλλα πλεῖστα συνηθροικώς,
συνοικοῦντος καὶ τῇ τοῦ Τερτερῆ θυγατρί, λιπαρῶς
ὑπώπτευε κατ' αὐτοῦ ἀπιστίας μελέτημα, καὶ τὸ
γεγονὸς εἰς κρίσιν ἐτίθει, καὶ τὸν προσαγγελλόμενον
κατεδίκαζεν. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν μικρὸν ὕστερον καὶ
βηθήσεται· τότε δὲ βασιλεὺς τοιαύτας ἐδίδου τὰς
πίστεις τῷ Ροντζερίῳ. Ο δὲ λαβὼν τὰ γράμματα,
ὡς ἂν καὶ μέγας τις δόξοι, οὐχ ὅσους ἀνὰ χεῖρας
καὶ μόνους εἶχε τοσούτους καὶ ἄγειν ἡ δούλετο, ἀλλὰ
προσφιλοτιμούμενος καὶ ἄλλους συνῆγε, ταῖς ἀπὸ
βασιλέως ἐλπίσιν ἀναπτερῶν, ὥστε μηδ' ἔχειν αὐτ
άρκεις ναῦς συνεκφέρειν τὸ στρατολόγημα, μηδέ γε
χρήματα τόσα ὥστε καὶ προκαταρκτικὰ διδόναι ἐπὶ
βασιλεῖ ἐχεγγύῳ τὰ πλεῖστα παρέξοντι. Διά τοι ταῦτα
καὶ Γεννουίταις προσσχὼν ἐπὶ πίστεσιν ἐκιχρῦτο
[Ρ. 276] ταῖς βασιλέως ὡσεὶ χιλιάδας εἴκοσι νομι
τῶν νηῶν χρείαν ἐκείνων εἰς τὴν τοῦ λαοῦ διαπλώσιν
προσδεχόμενος. Γαμηλιώνος μὲν οὖν, ὡς εἴρηται,
τῇ Κωνσταντίνου ἐφίστανται. Καὶ βασιλεὺς τοσοῦτον
λαὸν παρ' ἐλπίδα δεξάμενος, όμως τῇ τῆς συμμαχίας
ἐλπίδι ἀναθαῤῥῶν τοὺς λογισμούς κραταιότερον ἴστη
καὶ ἀμφοτέραις ἐξήντλει σφίσι τὰ χρήματα, καὶ
θησαυρούς πάντας οὓς ἀνεπίμπλων οι πανταχόθεν
δασμοί, ἐπισχεθέντων πάλαι καὶ αὐτῶν ῥογῶν καὶ
προσοδίων τοῖς ἐν ἀνακτόρων δουλεύουσιν, ο δή
καὶ βασιλεῖς ἐξ ἀρχαίου εἰς μισθούς ἐτίθουν ἀναγ
καίους τοῖς ὑπηρετουμένοις, ἐκείνοις ἐξεκενοῦντο,
᾿Αλλὰ τὸν μὲν Ροντζέριον εἰς μέγα τιμήσας δούκα,
καὶ τοὺς παρ' αὐτοῦ καὶ ἰδίοις μεγαλύνας ονόμασι,
γαμβρόν κατὰ τὰς ὁμολογίας καθίστη. "Ην δὲ ἄρα
καὶ τοῖς ἐπιστᾶσι πολλῶν φιλοτιμιών απολαύειν
δεικνύειν τὴν χρῆσιν, ὡς ἂν μὴ ἐν κενοῖς ἐπιστῆναι
δόξωσιν. Ἐτάχθησαν οὖν ἐς Κύζικον ἀπελθεῖν· πως
γὰρ τὸ ἔχον τὸν φθόνον ἕρπειν, μᾶλλον δὲ τὴν ἐπίθεσ
σιν ὡς οἷόν τε διενόουν, κἀκεῖ πολύ τι συναχι εν
PG 144:437καὶ ἔρις ἐντεῦθεν μεγάλη μεταξὺ σφῶν ὠροθύνετο, τῶν μὲν ξενικῶν τὴν τοῦ Κοσμιδίου καταλαβόντων μονήν, κἀκείνῃ ὡς ὁρμητηρίῳ χρωμένων καὶ μαχομένων, Γεννουϊτῶν δὲ αὐτόθεν κατ’ αἰγιαλοὺς βούτζοις καὶ τάρπαις καὶ σανίσιν ἀσφαλισθέντων κύκλῳ, κἀντεῦθεν ὡς ἀπὸ τείχους βαλλόντων τε καὶ βαλλομένων, ὡς καὶ πολλοὺς πεσεῖν ἀμφοτέρωθεν. μόλις τὸν θόρυβον βασιλέως καταστορέσαντος, ἐπὶ Κυζίκου εἰς παραχειμασίαν ἀπέπλεον. ἐκεῖσε δ’ ἐπιστάντες πόλλ’ ἄττα τῶν χαλεπῶν κατεπράττοντο, ἐντὸς τοῦ τείχους καθήμενοι, χρήματα ἐκλέγοντες, βίους ἁρπάζοντες, γυναιξὶν ἀνθρώπων ἐπιχειροῦντες, καὶ τῶν ἐποίκων ὅσα καὶ ὠνητῶν κατακυριεύοντες δούλων. τέως ὁ μὲν Φαρέντα Τζιμῆς, αἰσχυνθεὶς οἷον τὰ δρώμενα, καὶ πολλάκις ἐλέγξας οἵων μὲν ἀπήλαυσαν βασιλέως οἷα δὲ πράττουσι, καὶ μὴ πείσας βαρβάρους ὄντας, καὶ αὐτοῦ κατεξανισταμένου τοῦ ἄγοντος ἀπαίρειν ἔγνω. ὅθεν καὶ συσκευασάμενος ἅμα ναυσὶν ἰδίαις καὶ οἰκείῳ λαῷ ἐπ’ οἴκου πορεύεται. ἐκεῖνοι δὲ καὶ ἔτι τῷ κατὰ Κύζικον προσκαθήμενοι τείχει καὶ ταῖς σφῶν αὐτῶν ἐντρυφῶντες ἀτασθαλίαις, ὅπῃ καὶ λήξειαν τοιαῦτα πράττοντες, ἦν οὐδεὶς ἀγνοῶν·
πλῆθος, καὶ χρήμασι καὶ σώμασιν ἱκανούμενον, τηρίῳ χρωμένων, Γεννουίτῶν δὲ αὐτόθεν κατ' αἰγια
ἐφέλκειν τοὺς Πέρσας ἀνάγκῃ, οἷς καὶ δεῖν διὰ ταῦτα
κατακεκλεισμένοις συμμαχίας ᾤοντο.
ιδ'. Μάχη Κατελάνων καὶ Γεννουϊτῶν, καὶ μόνος
τοῦ μεγάλου δρουγγαρίου.
[Ρ 977] Ως γοῦν ἐξηρτύοντο καὶ ἤδη πρὸς ἐξόδοις
ἦταν, ἐπισυνίστανται Γεννουίται οἱ κατὰ πόλιν τέως
ζητοῦντες τὸ χρέος βασιλέα γὰρ ἀπαιτεῖν ἑτέροις
δανείσαντας οὐκ ᾤοντο δεῖν. Οἱ δὲ τὰ τοῦ χρέους
βάση προσανετίθουν τῷ βασιλεῖ ὡς αὐτοῦ γε χρησ
σάμενοι ἕνεκα. Καὶ βασιλεὺς τέως οὐκ ἀνεχόμενος,
ἀλλ᾽ οὖν πρὸς τὸ ἀποδιδόναι κατένευε, καὶ διὰ τοῦτο
καὶ φιλονεικίαν πᾶσαν ὑποτεμνόμενος ἔπεμπε την
Μουζάλωνα Στέφανον, μέγαν δρουγγάριον τοῦ πλωτ
μου όντα, καταστελοῦντα τὸν θόρυβον. Ο δὲ του
σοῦτον ἐδέησε τοῦ ταῦτα ποιεῖν ὥστε καὶ κατεκόπη
σπάθαις αὐτῷ γε ἵππῳ. Καὶ ἔρις ἐντεῦθεν μεγάλη
μεταξύ σφῶν ὠροθύνετο, τῶν μὲν ξενικῶν τὴν τοῦ
Κοσμιδίου καταλαβόντων μονὴν, κἀκείνῃ ὡς ὁρμη
λοὺς βούτζοις καὶ τάρπαις καὶ σανίσιν ἀσφαλισθένο
των κύκλῳ, κάντεῦθεν ὡς ἀπὸ τείχους βαλλόντων τε
καὶ βαλλομένων, ὡς καὶ πολλοὺς πεσεῖν ἀμφοτέρω
θεν. Μόλις τὸν θόρυβον βασιλέως καταστορέσαντος,
ἐπὶ Κυζίκου εἰς παραχειμασίαν ἀπέπλεον. Ἐκεῖσε
δ' ἐπιστάντες πολλ᾽ ἅττα τῶν χαλεπῶν κατεπράτ
τοντο, ἐντὸς τοῦ τείχους καθήμενοι, χρήματα ἐκλέ
γοντες, βίους ἁρπάζοντες, γυναιξὶν ἀνθρώπων ἐπι
χειροῦντες, καὶ τῶν ἐποίκων ὅσα καὶ ὠνητῶν κατα
κυριεύοντες δούλων. Τέως ὁ μὲν Φαρέντα Τζιμης,
αἰσχυνθείς οἷον τὰ δρώμενα, καὶ πολλάκις ἐλέγξας
οἴων μὲν ἀπήλαυσαν βασιλέως, οἷα δὲ πράττουσι, καὶ
μὴ πείσας βαρβάρους ὄντας, καὶ αὐτοῦ κατεξανίστα
μένου τοῦ ἄγοντος ἀπαίρειν ἔγνω. "Οθεν καὶ συσκευα
σάμενος ἅμα ναυσὶν ἰδίαις καὶ οἰκείῳ λαῷ ἐπ' οἴκου
πορεύεται. Ἐκεῖνοι δὲ καὶ ἔτι τῷ κατὰ Κύζικον
προσκαθήμενοι τείχει καὶ ταῖς σφῶν αὐτῶν ἐντρυ
φῶντες ατασθαλίαις, ὅπη καὶ λήξειαν τοιαῦτα
πράττοντες, ἦν οὐδεὶς ἀγνοῶν· Ῥωμαίους γὰρ
PG 144:439Ῥωμαίους γὰρ πανταχόθεν τὰ δεινὰ περιέστη, καὶ διεφώνουν πάσχοντες. Ἐμοὶ δὲ λοιπὸν καί τι τῶν θαυμαστῶν καθ’ ἡμᾶς τελεσθὲν ἐξειπεῖν, [] φοβερὸν μὲν εἰπεῖν ἄπιστον δ’ ἀκοῦσαι, ᾧ δὴ καὶ αὐτὸς διηπίστησα ἄν, κἂν δι’ αὐτὸ καὶ παρέλιπον, εἰ μή γε πολλοὶ μὲν οἱ εἰπόντες καὶ ἀξιόπιστοι, δεῖγμα δὲ προνοίας ἔχει θεοῦ καὶ τῆς περὶ τὸ ἀνθρώπινον ἔτι γένος κηδεμονίας, κἂν ἄλλως βαθέως καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς ἐνεργῶνται τὰ θεῖα βουλήματα, καὶ ἅμα καὶ βασιλέως χρηστοῦ δόξαντος δόξαν, θεοῦ κρίνοντος πάντως μετὰ τῶν ἐπιτετηδευμένων, καὶ ἐφ’ οἷς καὶ μόνοις ἐπιτηδεύουσι, τὸ τῶν ἀνθρώπων σφάλμα ἢ καὶ κατόρθωμα. ἤδη μὲν οὖν φθάσαντες ἐδηλώσαμεν πῶς Μαγνησίας τῆς κατὰ Ἕρμον βασιλεὺς ἀπαίρει. ταύτης μὲν προέστησαν ἕτεροι βασιλέως ἀπῃρκότος ἐκεῖθεν, ἦν δὲ καὶ ὁ ἐπὶ τραπέζης Φιλανθρωπηνός, ἀνὴρ εὐγενείᾳ καὶ γήρᾳ συνέσει τε καὶ ἐμπειρίαις στρατηγικαῖς ἐς ἅπαν κοσμούμενος. ὡς γοῦν τὸ πόλισμα καστροφύλακι ἐπετέτραπτο καὶ ἤδη ἐν φυλακαῖς ἐκεῖνος διαγρυπνῶν ἦν ὀψὲ τῶν νυκτῶν, πολλάκις ἡμμένην λαμπάδα καὶ περιερχομένην τὸ πόλισμα καθεώρα. τοῦτο δὶς καὶ τρὶς γεγονὸς ἐννοίας ἐπῆγε τὸν καστροφύλακα.
πανταχόθεν τὰ δεινὰ περιέστη, καὶ διεφώνουν πά· ἡμμένην λαμπάδα και περιερχομένην τὸ πόλισμα
σχοντες.
ιε'. Περὶ τοῦ κατὰ τὴν Μαγνησίαν τεραστικοῦ
θαύματος.
Ἐμοὶ δὲ λοιπὸν καί τι τῶν θαυμαστῶν καθ' ἡμᾶς
τελεσθὲν ἐξειπείν, φοβερὸν μεν εἰπεῖν, [Ρ 278] άπι
στον δ' ἀκοῦσαι, ᾧ δὴ καὶ αὐτὸς διηπίστησα ἂν, καν
δι' αὐτὸ καὶ παρέλιπον, εἰ μή γε πολλοὶ μὲν οἱ εἰ
πόντες καὶ ἀξιόπιστοι, δεῖγμα δὲ προνοίας ἔχει Θεοῦ
καὶ τῆς περὶ τὸ ἀνθρώπινον ἔτι γένος κηδεμονίας,
κἂν ἄλλως βαθέως καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς ἐνεργῶνται τὰ
θεία βουλήματα, καὶ ἅμα καὶ βασιλέως χρηστοῦ
δόξαντος δόξαν, Θεοῦ κρίνοντος πάντως μετὰ τῶν
ἐπιτετηδευμένων, καὶ ἐφ᾽ οἷς καὶ μόνοις ἐπιτηδεύ
ουσι, τὸ τῶν ἀνθρώπων σφάλμα ἢ καὶ κατόρθωμα.
Ηδη μὲν οὖν φθάσαντες ἐδηλώσαμεν πῶς Μαγνη
σίας τῆς κατὰ Ερμον βασιλεὺς ἀπαίρει. Ταύτης
μὲν προέστησαν ἕτεροι βασιλέως ἀπηρκότος ἐκεῖθεν,
ἦν δὲ καὶ ὁ ἐπὶ τραπέζης Φιλανθρωπηνός, ἀνὴρ εὐ
γενείᾳ καὶ γήρᾳ συνέσει τε καὶ ἐμπειρίαις στρατη
γικοῖς ἐς ἅπαν κοσμούμενος. Ὡς γοῦν τὸ πόλισμα
καστροφύλακι ἐπετέτραπτο καὶ ἤδη ἐν φυλακαῖς
ἐκεῖνος διαγρυπνῶν ἦν ὀψὲ τῶν νυκτῶν, πολλάκις
καθεώρα. Τοῦτο δὲς καὶ τρὶς γεγονὸς ἐννοίας ἐπῆγε
τὸν καστροφύλακα. “Ο δὴ καὶ τοῖς προέχουσι κατὰ
τὸ εἰκὸς κοινωσάμενος κἀκείνους εἰς τὴν ὁμοίαν
ἐνῆγεν ἔκπληξιν. Τέως μαθεῖν ἡβούλοντο τί ἂν καὶ
εἴη τοῦτο. Καὶ πέμπονται μὲν καὶ ἄλλοι κατασιο
πήσοντες, οὐδὲν δὲ πλέον τοῦ πραττομένου ἐκείνοις
ἀπεκαλύπτετο. Σὺν πολλοῖς δὲ τοῖς ἄλλοις ἀπέρχεται
καὶ ὁ τοῦ καστροφύλακος ἀδελφὸς, δν καὶ ἐκκελων
φευμένον ἐκ γενετής οἱ πάντες ᾔδεσαν. Καὶ τοῖς
μὲν τοῦ συνήθους πλέον οὐκ ἦν μανθάνειν, τῷ δὲ τὸ
θαυμαστὸν ἐκεῖνο καὶ ἀπέῤῥητον θέαμα ἐκκαλύπτε
ται. Καὶ ἡ πίστις προσετέθη τῷ κατ᾿ αὐτὸν θαύο
ματι· ὁ γὰρ λαλῶν ἐξ ἑννεοῦ καὶ χωροῦ πιστόν [Ρ.
279] τε καὶ ἀναντίῤῥητον ὅ τι ἂν εἶπει καθίστα.
Βλέπει οὖν ἐκεῖνος προσμένων οὐ λαμπάδα ἡμμένην,
ἀλλ᾽ ἄνδρα βασιλικῶς ἐσταλμένον, τὰς μὲν αὐτῶν
φυλακάς οἷον ἐξουθενοῦντα, αὐτὸν δὲ τὴν τῆς φυλα
κῆς ἐπιτροπὴν ἔχειν λέγοντα. Καὶ ἅμα εἰπόντα ὡς
πρὸς ἀκούοντα λέγειν· καὶ γὰρ ὁ κωφὸς ἤκους πα
ραυτίκα. Προστάσσειν δὲ τὴν φωνὴν μεγάλη φωνῇ
τοῖς φύλαξιν ἐπαγγέλλειν ἐγρηγορότας ὡς ἔνι μάλι
στα τῆς σωτηρίας ἐπιμελεῖσθαι. Καὶ θαῦμα παραν
ὃ δὴ καὶ τοῖς προέχουσι κατὰ τὸ εἰκὸς κοινωσάμενος κἀκείνους εἰς τὴν ὁμοίαν ἐνῆγεν ἔκπληξιν. τέως μαθεῖν ἠβούλοντο τί ἂν καὶ εἴη τοῦτο. καὶ πέμπονται μὲν καὶ ἄλλοι κατασκοπήσοντες, οὐδὲν δὲ πλέον τοῦ πραττομένου ἐκείνοις ἀπεκαλύπτετο. σὺν πολλοῖς δὲ τοῖς ἄλλοις ἀπέρχεται καὶ ὁ τοῦ καστροφύλακος ἀδελφός, ὃν καὶ ἐκκεκωφευμένον ἐκ γενετῆς οἱ πάντες ᾔδεσαν. καὶ τοῖς μὲν τοῦ συνήθους πλέον οὐκ ἦν μανθάνειν, τῷ δὲ τὸ θαυμαστὸν ἐκεῖνο καὶ ἀπόρρητον θέαμα ἐκκαλύπτεται. καὶ ἡ πίστις προσετέθη τῷ κατ’ αὐτὸν θαύματι· ὁ γὰρ λαλῶν ἐξ ἐννεοῦ καὶ κωφοῦ πιστόν τε καὶ ἀναντίρρητον ὅ τι ἂν εἴποι καθίστα. βλέπει οὖν ἐκεῖνος προσμένων οὐ λαμπάδα ἡμμένην ἀλλ’ ἄνδρα βασιλικῶς ἐσταλμένον, τὰς μὲν αὐτῶν φυλακὰς οἷον ἐξουθενοῦντα, αὐτὸν δὲ τὴν τῆς φυλακῆς ἐπιτροπὴν ἔχειν λέγοντα. καὶ ἅμα εἰπόντα ὡς πρὸς ἀκούοντα λέγειν· καὶ γὰρ ὁ κωφὸς ἤκουε παραυτίκα. προστάσσειν δὲ τὴν φωνὴν μεγάλῃ φωνῇ τοῖς φύλαξιν ἐπαγγέλλειν ἐγρηγορότας ὡς ἔνι μάλιστα τῆς σωτηρίας ἐπιμελεῖσθαι. καὶ θαῦμα παραυτίκα ἐπηκολούθει τῷ θαύματι·
πανταχόθεν τὰ δεινὰ περιέστη, καὶ διεφώνουν πά· ἡμμένην λαμπάδα και περιερχομένην τὸ πόλισμα
σχοντες.
ιε'. Περὶ τοῦ κατὰ τὴν Μαγνησίαν τεραστικοῦ
θαύματος.
Ἐμοὶ δὲ λοιπὸν καί τι τῶν θαυμαστῶν καθ' ἡμᾶς
τελεσθὲν ἐξειπείν, φοβερὸν μεν εἰπεῖν, [Ρ 278] άπι
στον δ' ἀκοῦσαι, ᾧ δὴ καὶ αὐτὸς διηπίστησα ἂν, καν
δι' αὐτὸ καὶ παρέλιπον, εἰ μή γε πολλοὶ μὲν οἱ εἰ
πόντες καὶ ἀξιόπιστοι, δεῖγμα δὲ προνοίας ἔχει Θεοῦ
καὶ τῆς περὶ τὸ ἀνθρώπινον ἔτι γένος κηδεμονίας,
κἂν ἄλλως βαθέως καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς ἐνεργῶνται τὰ
θεία βουλήματα, καὶ ἅμα καὶ βασιλέως χρηστοῦ
δόξαντος δόξαν, Θεοῦ κρίνοντος πάντως μετὰ τῶν
ἐπιτετηδευμένων, καὶ ἐφ᾽ οἷς καὶ μόνοις ἐπιτηδεύ
ουσι, τὸ τῶν ἀνθρώπων σφάλμα ἢ καὶ κατόρθωμα.
Ηδη μὲν οὖν φθάσαντες ἐδηλώσαμεν πῶς Μαγνη
σίας τῆς κατὰ Ερμον βασιλεὺς ἀπαίρει. Ταύτης
μὲν προέστησαν ἕτεροι βασιλέως ἀπηρκότος ἐκεῖθεν,
ἦν δὲ καὶ ὁ ἐπὶ τραπέζης Φιλανθρωπηνός, ἀνὴρ εὐ
γενείᾳ καὶ γήρᾳ συνέσει τε καὶ ἐμπειρίαις στρατη
γικοῖς ἐς ἅπαν κοσμούμενος. Ὡς γοῦν τὸ πόλισμα
καστροφύλακι ἐπετέτραπτο καὶ ἤδη ἐν φυλακαῖς
ἐκεῖνος διαγρυπνῶν ἦν ὀψὲ τῶν νυκτῶν, πολλάκις
καθεώρα. Τοῦτο δὲς καὶ τρὶς γεγονὸς ἐννοίας ἐπῆγε
τὸν καστροφύλακα. “Ο δὴ καὶ τοῖς προέχουσι κατὰ
τὸ εἰκὸς κοινωσάμενος κἀκείνους εἰς τὴν ὁμοίαν
ἐνῆγεν ἔκπληξιν. Τέως μαθεῖν ἡβούλοντο τί ἂν καὶ
εἴη τοῦτο. Καὶ πέμπονται μὲν καὶ ἄλλοι κατασιο
πήσοντες, οὐδὲν δὲ πλέον τοῦ πραττομένου ἐκείνοις
ἀπεκαλύπτετο. Σὺν πολλοῖς δὲ τοῖς ἄλλοις ἀπέρχεται
καὶ ὁ τοῦ καστροφύλακος ἀδελφὸς, δν καὶ ἐκκελων
φευμένον ἐκ γενετής οἱ πάντες ᾔδεσαν. Καὶ τοῖς
μὲν τοῦ συνήθους πλέον οὐκ ἦν μανθάνειν, τῷ δὲ τὸ
θαυμαστὸν ἐκεῖνο καὶ ἀπέῤῥητον θέαμα ἐκκαλύπτε
ται. Καὶ ἡ πίστις προσετέθη τῷ κατ᾿ αὐτὸν θαύο
ματι· ὁ γὰρ λαλῶν ἐξ ἑννεοῦ καὶ χωροῦ πιστόν [Ρ.
279] τε καὶ ἀναντίῤῥητον ὅ τι ἂν εἶπει καθίστα.
Βλέπει οὖν ἐκεῖνος προσμένων οὐ λαμπάδα ἡμμένην,
ἀλλ᾽ ἄνδρα βασιλικῶς ἐσταλμένον, τὰς μὲν αὐτῶν
φυλακάς οἷον ἐξουθενοῦντα, αὐτὸν δὲ τὴν τῆς φυλα
κῆς ἐπιτροπὴν ἔχειν λέγοντα. Καὶ ἅμα εἰπόντα ὡς
πρὸς ἀκούοντα λέγειν· καὶ γὰρ ὁ κωφὸς ἤκους πα
ραυτίκα. Προστάσσειν δὲ τὴν φωνὴν μεγάλη φωνῇ
τοῖς φύλαξιν ἐπαγγέλλειν ἐγρηγορότας ὡς ἔνι μάλι
στα τῆς σωτηρίας ἐπιμελεῖσθαι. Καὶ θαῦμα παραν
ὁ γὰρ ἀκούων ἐφ’ ὅ τι πράξοι ἤδη καὶ φωνῶν ἠκούετο, καὶ ἔδειξεν ἐκεῖνος λαλῶν τε λόγους πιστούς. προσπαίει δὲ πᾶσιν, ὅπερ καὶ ἀληθὲς ἦν, ἡ τοῦ βασιλέως ἐκείνου τοῦ ἐλεήμονος Ἰωάννου, καθὼς ἂν ὁ Λυδὸς εἴποι, ἐπιστασία, ἐν ᾗ παρὰ θεοῦ φυλάττεσθαι ἐπιστεύοντο. 16. Ἦν μὲν οὖν τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ λίαν δεινά, τῶν μὲν ἐκτὸς πόλεως οὐδὲν ὑποστάντων τὴν τῶν Περσῶν ἀνυπόστατον ῥύμην, καὶ διὰ τοῦτο τῶν μὲν φονευομένων τῶν δ’ ἀπανισταμένων, τῶν μὲν εἰς πόλεις καὶ φρούρια τῶν δ’ εἰς νήσους, ἄλλων δὲ καὶ εἰς τὰ κατ’ ἀντιπεραίαν ἀσφαλῆ, ὅπου ἂν καὶ σωθεῖεν, βλεπόντων καὶ ὁρμώντων, τῶν δ’ ἐντὸς καὶ λίαν ἐνδεῶς ἐχόντων τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν τῶν ἐξωτερικῶν ἐξαπώλειαν. βασιλεὺς μὲν οὖν διὰ ταῦτα ὡς οἷόν τ’ ἦν ἀντιπαλαμώμενος πρὸς τὰς τῶν δεινῶν ἐπιρροίας, Ἀλανῶν μὲν ἐκείνων καὶ τῶν ἰδίων ἀπεγνωκώς, ἐπὶ σαθροῖς δὲ σαλεύων τοῖς ξενικοῖς, πέμπει καὶ πρὸς Καζάνην τὸν τῶν ἀνατολικῶν Τοχάρων, ὡς αὐτοὶ φαῖεν ἄν, Κάνιν, καὶ γαμικὰς ἐπιμιξίας προτείνει, καὶ ἐπαμύνειν προσαξιοῖ τοῖς τῶν Ῥωμαίων ἐσχάτως ἔχουσι πράγμασιν.
πανταχόθεν τὰ δεινὰ περιέστη, καὶ διεφώνουν πά· ἡμμένην λαμπάδα και περιερχομένην τὸ πόλισμα
σχοντες.
ιε'. Περὶ τοῦ κατὰ τὴν Μαγνησίαν τεραστικοῦ
θαύματος.
Ἐμοὶ δὲ λοιπὸν καί τι τῶν θαυμαστῶν καθ' ἡμᾶς
τελεσθὲν ἐξειπείν, φοβερὸν μεν εἰπεῖν, [Ρ 278] άπι
στον δ' ἀκοῦσαι, ᾧ δὴ καὶ αὐτὸς διηπίστησα ἂν, καν
δι' αὐτὸ καὶ παρέλιπον, εἰ μή γε πολλοὶ μὲν οἱ εἰ
πόντες καὶ ἀξιόπιστοι, δεῖγμα δὲ προνοίας ἔχει Θεοῦ
καὶ τῆς περὶ τὸ ἀνθρώπινον ἔτι γένος κηδεμονίας,
κἂν ἄλλως βαθέως καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς ἐνεργῶνται τὰ
θεία βουλήματα, καὶ ἅμα καὶ βασιλέως χρηστοῦ
δόξαντος δόξαν, Θεοῦ κρίνοντος πάντως μετὰ τῶν
ἐπιτετηδευμένων, καὶ ἐφ᾽ οἷς καὶ μόνοις ἐπιτηδεύ
ουσι, τὸ τῶν ἀνθρώπων σφάλμα ἢ καὶ κατόρθωμα.
Ηδη μὲν οὖν φθάσαντες ἐδηλώσαμεν πῶς Μαγνη
σίας τῆς κατὰ Ερμον βασιλεὺς ἀπαίρει. Ταύτης
μὲν προέστησαν ἕτεροι βασιλέως ἀπηρκότος ἐκεῖθεν,
ἦν δὲ καὶ ὁ ἐπὶ τραπέζης Φιλανθρωπηνός, ἀνὴρ εὐ
γενείᾳ καὶ γήρᾳ συνέσει τε καὶ ἐμπειρίαις στρατη
γικοῖς ἐς ἅπαν κοσμούμενος. Ὡς γοῦν τὸ πόλισμα
καστροφύλακι ἐπετέτραπτο καὶ ἤδη ἐν φυλακαῖς
ἐκεῖνος διαγρυπνῶν ἦν ὀψὲ τῶν νυκτῶν, πολλάκις
καθεώρα. Τοῦτο δὲς καὶ τρὶς γεγονὸς ἐννοίας ἐπῆγε
τὸν καστροφύλακα. “Ο δὴ καὶ τοῖς προέχουσι κατὰ
τὸ εἰκὸς κοινωσάμενος κἀκείνους εἰς τὴν ὁμοίαν
ἐνῆγεν ἔκπληξιν. Τέως μαθεῖν ἡβούλοντο τί ἂν καὶ
εἴη τοῦτο. Καὶ πέμπονται μὲν καὶ ἄλλοι κατασιο
πήσοντες, οὐδὲν δὲ πλέον τοῦ πραττομένου ἐκείνοις
ἀπεκαλύπτετο. Σὺν πολλοῖς δὲ τοῖς ἄλλοις ἀπέρχεται
καὶ ὁ τοῦ καστροφύλακος ἀδελφὸς, δν καὶ ἐκκελων
φευμένον ἐκ γενετής οἱ πάντες ᾔδεσαν. Καὶ τοῖς
μὲν τοῦ συνήθους πλέον οὐκ ἦν μανθάνειν, τῷ δὲ τὸ
θαυμαστὸν ἐκεῖνο καὶ ἀπέῤῥητον θέαμα ἐκκαλύπτε
ται. Καὶ ἡ πίστις προσετέθη τῷ κατ᾿ αὐτὸν θαύο
ματι· ὁ γὰρ λαλῶν ἐξ ἑννεοῦ καὶ χωροῦ πιστόν [Ρ.
279] τε καὶ ἀναντίῤῥητον ὅ τι ἂν εἶπει καθίστα.
Βλέπει οὖν ἐκεῖνος προσμένων οὐ λαμπάδα ἡμμένην,
ἀλλ᾽ ἄνδρα βασιλικῶς ἐσταλμένον, τὰς μὲν αὐτῶν
φυλακάς οἷον ἐξουθενοῦντα, αὐτὸν δὲ τὴν τῆς φυλα
κῆς ἐπιτροπὴν ἔχειν λέγοντα. Καὶ ἅμα εἰπόντα ὡς
πρὸς ἀκούοντα λέγειν· καὶ γὰρ ὁ κωφὸς ἤκους πα
ραυτίκα. Προστάσσειν δὲ τὴν φωνὴν μεγάλη φωνῇ
τοῖς φύλαξιν ἐπαγγέλλειν ἐγρηγορότας ὡς ἔνι μάλι
στα τῆς σωτηρίας ἐπιμελεῖσθαι. Καὶ θαῦμα παραν
PG 144:441ὁ δὲ καὶ τὴν ἀξίωσιν δέχεται, καὶ τὸ κῆδος (ἐπὶ γὰρ φυσικῇ θυγατρί, ἧς αὐτὸς βασιλεὺς πατὴρ ἐνομίζετο, συνεφώνει) προσαπεδέχετο, καὶ ὑποσχέσεις ἀσφαλῶς ἐδίδου μετελεύσεσθαι τοὺς ἀλάστορας. τοῦτο φημισθέν, ὡς εἰκός, τοῖς μὲν λοιποῖς ἄλλως ᾠκονομεῖτο ἡ περὶ τὰς συστολὰς σπουδή, κἂν ἠφροντίστουν τὸ τέως· ἑνὶ δὲ τούτων τῷ Ἀλάϊδι τὰ κατὰ τὴν Λυδίαν καταδραμόντι, ὥστε καὶ λείαν Μυσῶν, οὐ Λυδῶν φανῆναι τἀκεῖ, κατασεισθέντι τῇ φήμῃ τοὺς λογισμοὺς ἔδοξε προνοεῖν ἑαυτῷ τε καὶ τοῖς ἰδίοις τῶν ἐκ φυλακῆς συμφερόντων.
τίκα ἐπηκολούθει τῷ θαύματι· ὁ γὰρ ἀκούων ἐφ' χάρων, ὡς αὐτοὶ φαῖεν ἂν, Κάνιν, καὶ γαμικὰς
ὅ τι πράξει ἤδη καὶ φωνῶν ἡκούετο, καὶ ἔδειξεν ἐπιμιξίας προτείνει, καὶ ἐπαμύνειν προσαξιοί τοῖς
ἐκεῖνος λαλῶν τε λόγους πιστούς. Προσπαίει δὲ
πᾶσιν, ὅπερ καὶ ἀληθὲς ἦν, ἡ τοῦ βασιλέως ἐκείνου
τοῦ ἐλεήμονος Ἰωάννου, καθώς ἂν ὁ Λυδός εἴποι,
ἐπιστασία, ἐν ᾗ παρὰ Θεοῦ φυλάττεσθαι ἐπιστεύοντο.
ις. Περὶ τοῦ κατὰ τὰς Σάρδεις. τῶν ἡμετέρων ἐκ
περινοίας ανδραγαθήματος.
*Ην μὲν οὖν τὰ καθ' ἡμᾶς καὶ λίαν δεινὰ, τῶν μὲν
ἐκτὸς πόλεως οὐδὲν ὑποστάντων τὴν τῶν Περσῶν
ἀνυπόστατον φύμην, καὶ διὰ τοῦτο τῶν μὲν φονευο
μένων, τῶν δ' ἀπανισταμένων, τῶν μὲν εἰς πόλεις
καὶ φρούρια, τῶν δ' εἰς νήσους, ἄλλων δὲ καὶ εἰς τὰ
κατ᾿ ἀντιπεραίαν ἀσφαλῆ, ὅπου ἂν καὶ σωθείεν,
βλεπόντων καὶ ὁρμώντων, τῶν δ᾽ ἐντὸς καὶ λίαν
ἐνδεῶς ἐχόντων τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν τῶν ἐξωτερι
κῶν ἐξαπώλειαν. Βασιλεὺς μὲν οὖν διὰ ταῦτα ὡς
οἷόν τ᾽ ἦν ἀντιπαλαμώμενος πρὸς τὰς τῶν δεινῶν
ἐπιῤῥοίας, Αλανῶν μὲν ἐκείνων καὶ τῶν ἰδίων
ἀπεγνωκώς, ἐπὶ σαθροῖς δὲ σαλεύων τοῖς ξενικοίς,
πέμπει καὶ πρὸς Καζάνην τὸν τῶν ἀνατολικῶν Το
ἐπιστασίαν
τῶν Ῥωμαίων [Ρ 280] ἐσχάτως ἔχουσι πράγμασιν.
Ὁ δὲ καὶ τὴν ἀξίωσιν δέχεται, καὶ τὸ κῆπος (ἐπὶ
γὰρ φυσικῇ θυγατρί, ἧς αὐτὸς βασιλεύς πατὴρ ἐνο
μίζετο, συνεφώνει) προσαπεδέχετο, καὶ ὑποσχέσεις
ἀσφαλῶς ἐδίδου μετελεύσεσθαι τοὺς ἀλάστορας.
Τοῦτο φημισθέν, ὡς εἰκὸς, τοῖς μὲν λοιποῖς ἄλλως
ᾠκονομεῖτο ἡ περὶ τὰς συστολὰς σπουδή, κἂν ἡφρον
τίστουν τὸ τέως· ἑνὶ δὲ τούτων τῷ ᾿Αλάϊδι τὰ κατὰ
τὴν Λυδίαν καταδραμόντι, ὥστε καὶ λείαν Μυσῶν,
οὐ Λυδῶν φανῆναι τἀκεῖ, κατασεισθέντι τῇ φήμη
τοὺς λογισμοὺς ἔδοξε προνοεῖν ἑαυτῷ τε καὶ τοῖς
ἰδίοις τῶν ἐκ φυλακῆς συμφερόντων. Αμέλει τοι καὶ
τοῖς κατὰ τὸ τῶν Σάρδεων φρούριον ὀχυρὸν ἄλλως ὂν
ὡς παλαιᾶς ἀκρόπολιν πόλεως, καθ' ἓν ἄβατον μέρος
καὶ τὸ λοιπὸν ἀπόκρημνον, διὰ τὴν παρ' ἐκείνων
ἐγκεκλεισμένην ἐπίθεσιν πέμπων ἐπὶ ῥηταῖς ὁμολο
γίαις συνέπραττεν, ἐφ᾽ ᾧ τοῦ φρουρίου διαμεμερι
σμένου μακρῷ τινι τείχει καὶ ἀσφαλεῖ ἥμισυ μὲν
ἐκείνους, ἥμισυ δ' αὐτοὺς ἔχειν, κάντεῦθεν δεσμοῖς
PG 144:443ἀμέλει τοι καὶ τοῖς κατὰ τὸ τῶν Σάρδεων φρούριον ὀχυρὸν ἄλλως ὂν ὡς παλαιᾶς ἀκρόπολιν πόλεως, καθ’ ἓν ἄβατον μέρος καὶ τὸ λοιπὸν ἀπόκρημνον, διὰ τὴν παρ’ ἐκείνων ἐγκεκλεισμένην ἐπίθεσιν πέμπων ἐπὶ ῥηταῖς ὁμολογίαις συνέπραττεν, ἐφ’ ᾧ τοῦ φρουρίου διαμεμερισμένου μακρῷ τινὶ τείχει καὶ ἀσφαλεῖ ἥμισυ μὲν ἐκείνους ἥμισυ δ’ αὐτοὺς ἔχειν, κἀντεῦθεν δεσμοῖς ὁμονοίας συνδεῖσθαι, καὶ ἀνέδην ἐξιόντας ἐκείνους μὲν τοῖς ἰδίοις ἔργοις προσανέχειν ἐξ ὧν τραφήσονται, αὐτοὺς δὲ τὰ οἰκεῖα πάντως ποιεῖν, αὐτῶν μέν, ὡς εἰκός, ἀπέχοντας, ἄλλοις δ’ ἐπιτιθεμένους ἐξ ὧν κερδανοῦσι τὸν οἰκεῖον τρόπον καὶ λῃστρικόν. ἐκεῖνοι μὲν οὖν τοιαῦτ’ ἠξίουν, καὶ λιπαρῶς ἀντείχοντο τοῦ φρουρίου· τοῖς δὲ τὸ μὲν ἀνθίστασθαι μάταιον ἐνομίζετο, τὸ δ’ εὐπειθεῖν, εἰ καὶ μὴ σφίσιν αὐτοῖς ἀσφαλὲς διὰ τὴν τῶν ἐχθρῶν γειτνίασιν (οὐδὲ γὰρ ἦν ἀρνειοῖς καὶ λύκοις κοινὰ ταμέσθαι τὰ ὅρκια), ὅμως διὰ τὴν ἐφεστῶσαν ἀνάγκην καὶ τοῦ ὑδρεύεσθαί τε καὶ κατασπείρειν ἕνεκα ἀνεκτὸν ἐδόκει, καὶ συγκατέβαινον.
καὶ δὴ πολλούς τινας τῶν Περσῶν ὑποδέχονται (σωροὺς δὲ χρημάτων αὐτῶν, ὡς εἰκός, σὺν αὐτοῖς εἶδέ τις ἄν), παρὰ τοσοῦτον οὐ συνοικοῦντες τοῖς εἰσαχθεῖσι παρ’ ὅσον τὸ μεταξὺ τεῖχος σφᾶς ἀπ’ ἀλλήλων διεῖργε. κατά τινα δὲ πυλίδα καὶ συμμετεῖχον ἀλλήλοις ἔνιοι, ὡς ἐλέγετο. ταῦτα γοῦν ἦσαν ἐπὶ χρόνον, καὶ ἀνακωχὴν τῶν κακῶν κατὰ τὸ φρούριον εἶχον. ἐπεὶ δὲ τὰ μὲν τῆς φήμης τῶν Τοχάρων κατ’ ὀλίγον ἠσθένουν καὶ ἤδη θάρρος εἶχον ἐκεῖνοι καὶ τῶν φόβων ἑαυτοὺς ἀνελάμβανον, οἱ τέως ἱκέται ἑαυτῶν γίνονται καὶ τῶν προτέρων ἀναμιμνήσκονται καὶ ἐπιχειρεῖν τοῖς γειτονοῦσι βουλεύονται. ἦν δὲ ἄρα τὸ σόφισμα καθ’ αὑτῶν· ἐξ ἴσου γὰρ καὶ Ῥωμαῖοι ἀντεπιβουλεύειν ἐκείνοις ἔχοντες πρὸς τοῦτο καὶ διυπνίζοντο παρ’ ἐκείνων, τὸ φθῆναι πρᾶξαι παρὰ τὸ παθεῖν κερδαλεώτερον ἡγησάμενοι. καὶ δὴ προλαβόντες τὴν ἐπιβουλὴν πέμπουσι πρὸς τὸν τηνικάδε τῶν Ῥωμαϊκῶν ταγμάτων ἄρχοντα πριμικήριον ἐξ ἀξιώματος τῆς αὐλῆς. καὶ νυκτὸς ἐκεῖνος λαὸν ἱκανὸν ἐξετοιμασάμενος προσβάλλει τῷ φρουρίῳ, καὶ ἐμφανὴς ἦν τοῖς μὲν προσδοκώμενος τοῖς δ’ ἀπροσδόκητος.
ὅθεν καὶ οἱ μὲν ἀσμένως δέχονται τοῦτον, τοῖς δ’ ἐφίσταται κοιμωμένοις δεινὸς ὄνειρος, καὶ ἐντεῦθεν διατεθείκει σφᾶς τὰ παγχάλεπα. 17. Ὁ μέντοι γε βασιλεὺς Μιχαὴλ ῥαί̈σας τῆς νόσου ἔτι μὲν παρὰ ταῖς Πηγαῖς ἦν, καὶ τῷ μεγάλῳ δουκὶ προσελθόντι ἐκ τοῦ κατὰ τὴν Κύζικον τῶν ἀμφ’ αὑτὸν κυδοιμοῦ, ἐφ’ ᾧπερ κατὰ τὸ εἰκὸς ἀπονείμαι μὲν τὴν προσκύνησιν, ἀπολαύοι δέ γε τῆς θέας δεσπότου δοῦλος, ἄβατος ἦν ἡ πόλις τὸ παράπαν ἐξ ἐπιτάγματος· τὰ γὰρ ἐξ ὑπογύου πραχθέντα παρ’ Ἰταλοῖς κατὰ Κύζικον καὶ λίαν ὠδύνα τὸν βασιλέα ἀνάπυστά οἱ γεγονότα, καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὴν πρὸς ἐκεῖνον ὁμιλίαν ἀπέστραπται. ἤδη δὲ καὶ τελείας ἐπιβὰς ὑγείας, συνάμα τῇ Αὐγούστῃ τῇ ἑαυτοῦ, ἐπεὶ καὶ αὕτη συνῆν ἐκείνῳ κατὰ τὰς Πηγὰς ἀπαντήσασα, διαπεραιοῦται κατὰ δύσιν.
καὶ ἐφ’ ἡμέραις τοῖς κατὰ δύσιν χωρίοις ἐναυλισάμενος, ἐπεὶ ἔδει καὶ ἐπανήκειν ἐς πόλιν καὶ ὁ πατὴρ καὶ βασιλεὺς ἤπειγε τὴν ἐπιδημίαν, ἡμέρᾳ μὲν εἰκοστῇ τρίτῃ Ἑκατομβαιῶνος μηνὸς καταλαμβάνει τὴν Δρίπειαν, τῇ δ’ ἑξῆς ἐξέρχεται μὲν βασιλεύς, συνεξέρχεται δὲ καὶ ἅπαν τὸ περὶ τὸν βασιλέα, καὶ μοναχοὶ καὶ οἱ τῆς ἐκκλησίας ἅπαντες συνεξίασιν, οὐδὲ τὸ τῆς πολιτείας ὅσον ἦν ἔκκριτον, ἐκεῖθεν λείποντος. καὶ τότε κατὰ τὸ μέσον τῆς ὁδοῦ βασιλεὺς βασιλεῖ συναντᾷ, καὶ χρόνιος φαίνεται, καὶ ὥσπερ τις τροπαιοῦχος ὑπὸ πολλαῖς ταῖς εὐφημίαις τὴν πόλιν εἰσέρχεται. 18. Ἐν τούτῳ δὲ καὶ Ὀσφεντίσθλαβος τῶν Βουλγάρων, ὡς εἴπῃ τις, βασιλεύς, εἴτε διὰ τὴν ἐκ τοῦ κράλη Σερβίας τῆς ἰδίας ἀδελφῆς διὰ τὸ τοῦ βασιλέως κῆδος παρόρασιν, εἴτε δι’ αὐτὴν αὖθις καὶ τὸν ἐπ’ αὐτῇ γαμβρὸν τὸν δεσπότην ἐπεσχημένον ἐξ αἰτιῶν ὧν ἐλέχθησαν παρακεκνισμένος, εἴτε καὶ διὰ τὴν τῶν ἡμετέρων δυνάμεων ἐξασθένησιν τῶν βασιλικῶν καταφρονήσας πραγμάτων καὶ οἷον τῆς τύχης τῶν Ῥωμαίων κατεπαρθείς, ἐξ αὐτῆς ὡς εἶχε κατατρέχει τὰ κατὰ τὸν Αἷμον φρούρια. καὶ πλὴν ὀλίγων τὰ μὲν κατὰ κράτος ᾕρει, τὰ δὲ καὶ δι’ ὁμολογίας προσήγετο.
PG 144:445προσδόκιμος δ’ ἦν καὶ τοῖς λοιποῖς προσβαλεῖν, εὐκολίᾳ καιροῦ βαρβαρικὴν συμμίξας αὐθάδειαν. ὁ μέντοι γε βασιλεὺς ἐπιθήκην καὶ τοῦτο δεξάμενος τῶν δεινῶν, καλὸν ἡγούμενος καὶ σωτήριον τοῖς ἐκεῖ τόποις τοῦ βαρβάρου τὰς ὀργὰς προκαταλαβεῖν, ἐκείνοις μὲν ὡς εἶχε βοήθειαν πέμπειν ἠπείγετο, ὅμως γε μέντοι καὶ τὸν ἐξ αὐτοῦ βασιλέα πρὸς δύσιν ὥρμα, καὶ τέως αὐτόθεν ὑπονοῶν καὶ τὸν κατὰ τὸν Κρουνὸν ἐξάρχοντα τὸν τοῦ Σμίλτζου γαμβρὸν Ἐλτιμηρῆν, ὃς θεῖος μὲν ἦν πρὸς πατρὸς Ὀσφεντισθλάβῳ (τῷ γὰρ Τερτερῇ ὡμαιμόνει), δεσπότου δ’ εἶχε παρὰ Βουλγάροις ἀξίαν. καὶ διὰ ταῦτα τὴν ὁμαιχμίαν βασιλεὺς ἀποκρουόμενος, τοῦ μὴ κἀκεῖνον συνεισβαλεῖν Ὀσφεντισθλάβῳ, ἀλλά γε καὶ προσεπαμύνειν Ῥωμαίοις, εἰ δυνατόν, ἐκεῖνον μὲν πέμψας δώροις ἱκανοῖς ἐπειρᾶτο διεκμειλίσσεσθαι, καὶ προνοίαις ἐκ τῆς Ῥωμαίων ἀγάλλειν κατεπηγγέλλετο, τῇ δὲ πενθερᾷ τούτου τῇ τοῦ Σμίλτζου συζύγῳ, αὐτανεψίᾳ οὔσῃ (τοῦ γὰρ σεβαστοκράτορος Κωνσταντίνου θυγάτηρ ἦν) τὰ μέγιστα προσθαρρῶν, ὡς τὸν γαμβρὸν παραπείσοι καὶ ἐκμειλίξαιτο, πέμψας τὸν αὐτῆς ἀδελφὸν τὸν Παλαιολόγον Μιχαὴλ τοῖς ἐκεῖσε τόποις ᾠκονόμει τὰ πρόσφορα.
αὐτὸν κυδοιμοῦ, ἐφ᾽ ᾧπερ κατὰ τὸ εἰκὸς ἀπονείμαι η κράλη Σερβίας τῆς ἰδίας ἀδελφῆς διὰ τὸ τοῦ βασι
μὲν τὴν προσκύνησιν, ἀπολαύοι δέ γε τῆς θέας
δεσπότου δοῦλος, ἄδατος ἦν ἡ πόλις τὸ παράπαν ἐξ
ἐπιτάγματος· τὰ γὰρ ἐξ ὑπογύου πραχθέντα παρ'
Ἰταλοῖς κατὰ Κύζικον καὶ λίαν ὠδύνα τὸν βασιλέα
ἀνάπυστά οἱ γεγονότα, καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὴν πρὸς
ἐκεῖνον ὁμιλίαν ἀπέστραπται. "Ηδη δὲ καὶ τελείας
ἐπιβὰς ὑγείας, σύναμα τῇ Αὐγούστῃ [Ρ 282] τῇ
ἑαυτοῦ, ἐπεὶ καὶ αὕτη συνῆν ἐκείνῳ κατὰ τὰς Πη
γὰς ἀπαντήσασα, διαπεραιούται κατὰ δύσιν. Καὶ
ἐφ' ἡμέραις τοῖς κατὰ δύσιν χωρίοις ἐναυλισάμενος,
ἐπεὶ ἔδει καὶ ἐπανήκειν ἐς πόλιν καὶ ὁ πατὴρ και
βασιλεὺς ἤπειγε τὴν ἐπιδημίαν, ἡμέρᾳ μὲν εἰκοστῇ
τρίτῃ Εκατομβαιώνος μηνός καταλαμβάνει τὴν
Δρέπειαν, τῇ δ' ἑξῆς ἐξέρχεται μὲν βασιλεὺς, συν
εξέρχεται δὲ καὶ ἅπαν τὸ περὶ τὸν βασιλέα, καὶ
μοναχοὶ καὶ οἱ τῆς Ἐκκλησίας ἅπαντες συνεξίασιν,
οὐδὲ τὸ τῆς πολιτείας ὅσον ἦν ἔκκριτον, ἐκεῖθεν
λείποντος. Καὶ τότε κατὰ τὸ μέσον τῆς ὁδοῦ βασι
λεὺς βασιλεῖ συναντᾷ, καὶ χρόνιος φαίνεται, καὶ
ὥσπερ τις τροπαιούχος ὑπὸ πολλαῖς ταῖς εὐφημίαις
τὴν πόλιν εἰσέρχεται.
ιη. Περὶ τῆς καταδρομῆς κατὰ τὸν Αἰμον τοῦ
Σφεντισθλάδου.
Ἐν τούτῳ δὲ καὶ Ὀσφεντίσθλαθος τῶν Βουλγ
ρων, ὡς εἴπῃ τις, βασιλεὺς, εἴτε διὰ τὴν ἐκ τοῦ
λέως κήδος παρόρασιν, εἴτε δι' αὐτὴν αὖθις καὶ τὸν
ἐπ' αὐ ᾗ γαμβρὸν τὸν δεσπότην ἐπεσχημένων ἐξ
αἰτιῶν ὧν ἐλέχθησαν παρακεκνισμένος, εἴτε καὶ διὰ
τὴν τῶν ἡμετέρων δυνάμεων ἐξασθένησιν τῶν βα
σιλικῶν καταφρονήσας πραγμάτων καὶ οἷον τῆς
τύχης τῶν Ρωμαίων κατεπαρθείς, ἐξ αὐτῆς ὡς
εἶχε κατατρέχει τὰ κατὰ τὸν Αίμον φρούρια. Καὶ
πλὴν ὀλίγων τὰ μὲν κατὰ κράτος ᾔρει, τὰ δὲ καὶ δι'
ὁμολογίας προσήγετο. Προσδόκιμος δ' ἦν καὶ τοῖς
λοιποῖς προσβαλεῖν, εὐκολία καιροῦ βαρβαρικὴν
συμμίξας αυθάδειαν. Ο μέντοι γε βασιλεὺς ἐπιθή
κην καὶ τοῦτο δεξάμενος τῶν δεινῶν, καλὸν ἡγούμε
νος καὶ σωτήριον τοῖς ἐκεῖ τόποις τοῦ βαρβάρου τὰς
ἐργὶς προκαταλαβεῖν, ἐκείνοις μὲν ὡς εἶχε βοήθειαν
πέμπειν ἠπείγετο, ὅμως γε μέντο: καὶ τὸν ἐξ αὐτοῦ
βασιλέα πρὸς δύσιν ὥρμα, καὶ τέως αὐτόθεν ὑπο
νοῶν καὶ τὸν κατὰ τὸν Κρουνὸν ἐξάρχοντα τὸν τοῦ
Σμίλτζου γαμβρὸν Ἑλτιμηρῆν, ὃς θεῖος μὲν ἦν πρὸς
πατρὸς Ὀσφεντισλάβῳ τῷ γὰρ Τερτερῇ ὡμαιμό
νει), δεσπότου δ᾽ εἶχε παρὰ Βουλγάροις ἀξίαν. Καὶ
διὰ ταῦτα τὴν ὁμαιχμίαν βασιλεὺς ἀποκρουόμε
νος, [Ρ 283] τοῦ μὴ κἀκεῖνον συνεισβαλεῖν σφεν
τισλάβῳ, ἀλλά γε καὶ προσεπαμύνειν Ρωμαίοις,
εἰ δυνατὸν, ἐκεῖνον μὲν πέμψας δώροις ικανοῖς
ἐπειρᾶτο διεκμειλίσσεσθαι, καὶ προνοίαις ἐκ τῆς
PG 144:447ἦν δὲ βασιλεὺς Μιχαὴλ ἐπὶ τούτοις προσδόκιμος ἐξελθεῖν, ἐπεὶ καὶ ἐξηρτύετο κατ’ ἰδίαν τὰ οἴκοι καὶ βασιλικῶς ᾠκονομεῖτο· ἀποβαλόντι γὰρ τὰ ἀποτεταγμένα οἱ τῶν προνοιῶν κατ’ ἀνατολὴν ἐκ τῆς τῶν Ἀγαρηνῶν ἐπιθέσεως προσεκυροῦντο παρὰ πατρὸς τὰ κατὰ δύσιν κτήματα τοῦ δεσπότου Μιχαήλ, ὅσοι ἄρα καὶ ὁ πενθερὸς ἐκείνου βασιλεὺς Μιχαὴλ ἐκ δύσεως ἀγαγὼν ὑπὸ φρικταῖς ὁμολογίαις καὶ τῇ θυγατρὶ συνοικίσας μεγαλοπρεπῶς ἐπολυώρει καὶ ὡς γαμβρὸν ἤγαλλε. [] τὸ δ’ αἴτιον τῆς ἐκείνου ταλαιπωρίας καὶ ἐπισχέσεως ἤδη μὲν καὶ προανατέτακτο, πλὴν ῥητέον καὶ ἐντελέστερον ὅτι στρατιώτας βασιλικῶν ἀλλαγίων, οἳ δὴ καὶ ἀντολίηθεν ἀποικισθέντες ἐξ ὑπογύου διὰ τὴν καταδρομὴν τῶν Περσῶν αὐταῖς γυναιξὶ καὶ τέκνοις ἤλυον κατὰ δύσιν, διά τινος ἑνὸς ἐκείνων τοῦ Κοτέρτζη μέχρι καὶ ἐς ἑκατὸν προσεκαλεῖτο, καὶ προσιόντας δεχόμενος κατὰ πόλιν ὢν ὅρκους ἀπῄτει πιστῆς προσεδρίας καὶ ξυναυλίσεως, ὡς σφᾶς εἶναι ἐχθροὺς ἐχθρῶν τῶν ἐκείνου καὶ φίλους φίλων, καὶ ἀντεδίδου τὰ ὅμοια πρὸς ἐκείνους, τὴν ὁμαιχμίαν προκαθιστάς, πόλλ’ ἄττα διδοὺς καὶ μεγάλα καθυπισχνούμενος.
Ῥωμαίων ἀγάλλειν κατεπηγγέλλετο, τῇ δὲ πενθερᾷ ἡ ἀπήτει πιστῆς προσεδρίας και ξυναυλίσεως, ὡς
τούτου τῇ τοῦ Σμίλτζου συζύγῳ, αὐτανεψίᾳ οὔσῃ
(τοῦ γὰρ σεβαστοκράτορος Κωνσταντίνου θυγάτηρ
ἦν) τὰ μέγιστα προσθαῤῥῶν, ὡς τὸν γαμβρόν παρα
πείσοι καὶ ἐκμειλίξαιτο, πέμψας τὸν αὐτῆς ἀδελφὸν
τὸν Παλαιολόγον Μιχαὴλ τοῖς ἐκεῖσε τόποις ᾠκονόμει
τὰ πρόσφορα. "Ην δὲ βασιλεὺς Μιχαὴλ ἐπὶ τούτοις
προσδόκιμο; ἐξελθεῖν, ἐπεὶ καὶ ἐξηρτύετο κατ' ἰδίαν
τὰ οἴκοι καὶ βασιλικῶς ᾠκονομεῖτο· ἀποβαλόντι γὰρ
τὰ ἀποτεταγμένα οἱ τῶν προνοιῶν κατ' ἀνατολὴν ἐκ
τῆς τῶν ᾿Αγαρηνῶν ἐπιθέσεως προσεχωροῦντο παρά
πατρὸς τὰ κατὰ δύσιν κτήματα του δεσπότου Μιχαήλ,
ὅσοις ἄρα καὶ ὁ πενθερὸς ἐκείνου βασιλεύς Μιχαήλ
ἐκ δύσεως ἀγαγὼν ὑπὸ φρικταῖς ὁμολογίαις καὶ τῇ
θυγατρὶ συνοικίσας μεγαλοπρεπῶς ἐπολυώσει και
ὡς γαμβρὸν ἡγαλλε.
13. Περὶ τῆς καταδίκης τοῦ δεσπότου Μιχαήλ
τοῦ Ἀγγέλου.
Τὸ δ' αἴτιον τῆς ἐκείνου ταλαιπωρίας καὶ ἐπισχέ
σεως ἤδη μὲν καὶ προανατέτακτο, πλὴν ῥητέον καὶ
ἐντελέστερον ὅτι στρατιώτας βασιλικῶν ἀλλαγίων,
οἱ δὴ καὶ ἀντολίηθεν ἀποικισθέντες ἐξ ὑπογύου διὰ
τὴν καταδρομὴν τῶν Περσῶν αὐταῖς γυναιξὶ καὶ
τέκνοις ήλυον κατὰ δύσιν, διά τινος ἑνὸς ἐκείνων
τοῦ Κοτέρτζη μέχρι καὶ ἐς ἑκατὸν προσεκαλεῖτο,
καὶ προσιόντας δεχόμενος κατὰ πόλιν ὢν ὅρκους
σφᾶς εἶναι ἐχθροὺς ἐχθρῶν τῶν ἐκείνου καὶ φίλους
φίλων, καὶ ἀντεδίδου τὰ ὅμοια πρὸς ἐκείνους, τὴν
ὁμαιχμίαν προκαθιστάς, πόλλ' ἅττα διδοὺς καὶ με
γάλα καθυπισχνούμενος. Καὶ ταῦτ᾽ ἐπράττετο παρ'
αἴσθησιν πᾶσαν, μὴ ὅτι γε βασιλέως, ἀλλὰ αὐτῶν
δὴ τῶν συνήθων καὶ ᾠκειωμένων αὐτῷ. ᾿Αλλὰ προσ
αγγελθέν παρὰ τῶν ἀμφὶ τὸν Κοτέρτζην, δεινήν
βασιλεὺς ὑπενόει μελέτην [Ρ 284] καὶ ἀπιστίας ὠδῖνα
ὑπώπτευε, καὶ μᾶλλον ὅτι τῆς ἀδελφῆς τελευτησάσης
τῇ τοῦ Τερτερή συνοικών, ἥτις καὶ ἀλλότριον εἶχε
πρὸς τὸν κρατοῦντα τὸ γένος. Διά τοι ταῦτα καὶ
μηνός Εκατομβαιώνος μια προσκαλεῖ μὲν πατριάρ
χην, προσκαλεῖται δ' ἀρχιερεῖς καὶ κλήρον, παρόν
των καὶ τῶν τῆς συγκλήτου, συνελθόντων τε και
μοναχῶν καὶ τῶν τῆς πολιτείας, καὶ εἰς κρίσιν α
σιλεὺς καθιστᾷ τὸν δεσπότην· πρὸς ὢν καὶ εἰς ἀπο
λογίαν καταστὰς ἐκεῖνος, πολλὰ λέγων καὶ κατὰ τῆς
κατηγορίας ἀποδιδράσκειν πειρώμενος, τέλος κατα
δικασθεὶς τῷ μεγάλῳ παλατίῳ ἐγκλείεται τρισκαι
δεκάτη Κρονίου αὐτὸς καὶ γυνὴ καὶ τὰ τέκνα, ἃ δὴ
ἀπὸ τῆς τοῦ Τερτερῆ ἀπεγέννησεν. ᾿Αγέλας δ' ἵπε
πων καὶ πᾶσαν ὕπαρξιν τὴν ἐκείνου καὶ κτήματα
τῷ υἱῷ καὶ βασιλεῖ δίδωσιν. Οὐ μὴν δ᾽ ἀλλὰ καὶ
αὐτὴν τὴν ἐκείνου οἰκίαν τῷ δεσπότῃ Ιωάννη
προσνέμει. Ὕστερον δ' ἐκεῖθεν ἀποδρᾶναι πειρα
καὶ ταῦτ’ ἐπράττετο παρ’ αἴσθησιν πᾶσαν, μὴ ὅτι γε βασιλέως, ἀλλὰ αὐτῶν δὴ τῶν συνήθων καὶ ᾠκειωμένων αὐτῷ. ἀλλὰ προσαγγελθὲν παρὰ τῶν ἀμφὶ τὸν Κοτέρτζην, δεινὴν βασιλεὺς ὑπενόει μελέτην καὶ ἀπιστίας ὠδῖνα ὑπώπτευε, καὶ μᾶλλον ὅτι τῆς ἀδελφῆς τελευτησάσης τῇ τοῦ Τερτερῆ συνοικῶν, ἥτις καὶ ἀλλότριον εἶχε πρὸς τὸν κρατοῦντα τὸ γένος. διά τοι ταῦτα καὶ μηνὸς Ἑκατομβαιῶνος μιᾷ προσκαλεῖ μὲν πατριάρχην προσκαλεῖται δ’ ἀρχιερεῖς καὶ κλῆρον, παρόντων καὶ τῶν τῆς συγκλήτου, συνελθόντων τε καὶ μοναχῶν καὶ τῶν τῆς πολιτείας, καὶ εἰς κρίσιν βασιλεὺς καθιστᾷ τὸν δεσπότην· πρὸς ὃν καὶ εἰς ἀπολογίαν καταστὰς ἐκεῖνος, πολλὰ λέγων καὶ κατὰ τῆς κατηγορίας ἀποδιδράσκειν πειρώμενος, τέλος καταδικασθεὶς τῷ μεγάλῳ παλατίῳ ἐγκλείεται τρισκαιδεκάτῃ Κρονίου αὐτὸς καὶ γυνὴ καὶ τὰ τέκνα, ἃ δὴ ἀπὸ τῆς τοῦ Τερτερῆ ἀπεγέννησεν. ἀγέλας δ’ ἵππων καὶ πᾶσαν ὕπαρξιν τὴν ἐκείνου καὶ κτήματα τῷ υἱῷ καὶ βασιλεῖ δίδωσιν. οὐ μὴν δ’ ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐκείνου οἰκίαν τῷ δεσπότῃ Ἰωάννῃ προσνέμει. ὕστερον δ’ ἐκεῖθεν ἀποδρᾶναι πειραθείς, γνωσθέν, ταῖς κατὰ τὰς Βλαχέρνας εἱρκταῖς ἐγκλείεται. 20.
Ῥωμαίων ἀγάλλειν κατεπηγγέλλετο, τῇ δὲ πενθερᾷ ἡ ἀπήτει πιστῆς προσεδρίας και ξυναυλίσεως, ὡς
τούτου τῇ τοῦ Σμίλτζου συζύγῳ, αὐτανεψίᾳ οὔσῃ
(τοῦ γὰρ σεβαστοκράτορος Κωνσταντίνου θυγάτηρ
ἦν) τὰ μέγιστα προσθαῤῥῶν, ὡς τὸν γαμβρόν παρα
πείσοι καὶ ἐκμειλίξαιτο, πέμψας τὸν αὐτῆς ἀδελφὸν
τὸν Παλαιολόγον Μιχαὴλ τοῖς ἐκεῖσε τόποις ᾠκονόμει
τὰ πρόσφορα. "Ην δὲ βασιλεὺς Μιχαὴλ ἐπὶ τούτοις
προσδόκιμο; ἐξελθεῖν, ἐπεὶ καὶ ἐξηρτύετο κατ' ἰδίαν
τὰ οἴκοι καὶ βασιλικῶς ᾠκονομεῖτο· ἀποβαλόντι γὰρ
τὰ ἀποτεταγμένα οἱ τῶν προνοιῶν κατ' ἀνατολὴν ἐκ
τῆς τῶν ᾿Αγαρηνῶν ἐπιθέσεως προσεχωροῦντο παρά
πατρὸς τὰ κατὰ δύσιν κτήματα του δεσπότου Μιχαήλ,
ὅσοις ἄρα καὶ ὁ πενθερὸς ἐκείνου βασιλεύς Μιχαήλ
ἐκ δύσεως ἀγαγὼν ὑπὸ φρικταῖς ὁμολογίαις καὶ τῇ
θυγατρὶ συνοικίσας μεγαλοπρεπῶς ἐπολυώσει και
ὡς γαμβρὸν ἡγαλλε.
13. Περὶ τῆς καταδίκης τοῦ δεσπότου Μιχαήλ
τοῦ Ἀγγέλου.
Τὸ δ' αἴτιον τῆς ἐκείνου ταλαιπωρίας καὶ ἐπισχέ
σεως ἤδη μὲν καὶ προανατέτακτο, πλὴν ῥητέον καὶ
ἐντελέστερον ὅτι στρατιώτας βασιλικῶν ἀλλαγίων,
οἱ δὴ καὶ ἀντολίηθεν ἀποικισθέντες ἐξ ὑπογύου διὰ
τὴν καταδρομὴν τῶν Περσῶν αὐταῖς γυναιξὶ καὶ
τέκνοις ήλυον κατὰ δύσιν, διά τινος ἑνὸς ἐκείνων
τοῦ Κοτέρτζη μέχρι καὶ ἐς ἑκατὸν προσεκαλεῖτο,
καὶ προσιόντας δεχόμενος κατὰ πόλιν ὢν ὅρκους
σφᾶς εἶναι ἐχθροὺς ἐχθρῶν τῶν ἐκείνου καὶ φίλους
φίλων, καὶ ἀντεδίδου τὰ ὅμοια πρὸς ἐκείνους, τὴν
ὁμαιχμίαν προκαθιστάς, πόλλ' ἅττα διδοὺς καὶ με
γάλα καθυπισχνούμενος. Καὶ ταῦτ᾽ ἐπράττετο παρ'
αἴσθησιν πᾶσαν, μὴ ὅτι γε βασιλέως, ἀλλὰ αὐτῶν
δὴ τῶν συνήθων καὶ ᾠκειωμένων αὐτῷ. ᾿Αλλὰ προσ
αγγελθέν παρὰ τῶν ἀμφὶ τὸν Κοτέρτζην, δεινήν
βασιλεὺς ὑπενόει μελέτην [Ρ 284] καὶ ἀπιστίας ὠδῖνα
ὑπώπτευε, καὶ μᾶλλον ὅτι τῆς ἀδελφῆς τελευτησάσης
τῇ τοῦ Τερτερή συνοικών, ἥτις καὶ ἀλλότριον εἶχε
πρὸς τὸν κρατοῦντα τὸ γένος. Διά τοι ταῦτα καὶ
μηνός Εκατομβαιώνος μια προσκαλεῖ μὲν πατριάρ
χην, προσκαλεῖται δ' ἀρχιερεῖς καὶ κλήρον, παρόν
των καὶ τῶν τῆς συγκλήτου, συνελθόντων τε και
μοναχῶν καὶ τῶν τῆς πολιτείας, καὶ εἰς κρίσιν α
σιλεὺς καθιστᾷ τὸν δεσπότην· πρὸς ὢν καὶ εἰς ἀπο
λογίαν καταστὰς ἐκεῖνος, πολλὰ λέγων καὶ κατὰ τῆς
κατηγορίας ἀποδιδράσκειν πειρώμενος, τέλος κατα
δικασθεὶς τῷ μεγάλῳ παλατίῳ ἐγκλείεται τρισκαι
δεκάτη Κρονίου αὐτὸς καὶ γυνὴ καὶ τὰ τέκνα, ἃ δὴ
ἀπὸ τῆς τοῦ Τερτερῆ ἀπεγέννησεν. ᾿Αγέλας δ' ἵπε
πων καὶ πᾶσαν ὕπαρξιν τὴν ἐκείνου καὶ κτήματα
τῷ υἱῷ καὶ βασιλεῖ δίδωσιν. Οὐ μὴν δ᾽ ἀλλὰ καὶ
αὐτὴν τὴν ἐκείνου οἰκίαν τῷ δεσπότῃ Ιωάννη
προσνέμει. Ὕστερον δ' ἐκεῖθεν ἀποδρᾶναι πειρα
PG 144:449Κἀντεῦθεν μηνὸς τοῦ αὐτοῦ Κρονίου καὶ οἱ σχιζόμενοι τῶν ἀρχιερέων ἀπηυδηκότες οἷον καὶ πείσαντες ἑαυτούς, μόλις καταμαλακισθέντες τὰς γνώμας βασιλέως ὡς δυνατὸν κατεπείγοντος, ἐν τῇ τῶν βαί̈ων ἑορτῇ τῇ μετὰ τοῦ Ἀθανασίου εἰρήνῃ ἀφωσιώσαντο. ὁ δέ γ’ Ἀλεξανδρείας Ἀθανάσιος πολλάκις καὶ αὐτὸς παρὰ βασιλέως παρακινούμενος ἀπρὶξ τῆς γνώμης εἴχετο καὶ οὐκ ἐνεδίδου ὅλως οὐδὲ κατένευε τὴν ὁμόνοιαν. παρ’ ἣν αἰτίαν, καὶ τοῦ δόξαι τοῦτον μηδὲ βασιλέως αὐτοῦ μνημονεύειν διὰ ταῦτα, ἤθελον μὲν καὶ αὐτοὶ τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας ἐκκόπτειν τῶν διπτύχων μνημόσυνον, δεινὸν ἡγούμενοι ἢν ἐκεῖνος μὲν οὐδ’ ἴκταρ, τὸ τοῦ λόγου, σφᾶς γε προσδέχοιτο, ἐκεῖνοι δὲ καὶ οὕτως ἀξιοῖεν ἐκεῖνον καὶ μνημονεύοιεν. τέως δὲ καὶ πόλλ’ ἄττα κατ’ ἐπήρειαν αἰτιώμενοι, καραδοκοῦντες καὶ οὕτως τὴν τῆς γνώμης μετάθεσιν, τὸ μὲν ἀποθαρρῆσαι αὐτίκα τὴν τοῦ ὀνόματος ἐκκοπὴν ὡς ἄλλως ἄτοπον ὄν, μὴ φανείσης ἀξιολόγου αἰτίας καὶ ἄντικρυς ἐπὶ δόγματι, πατριάρχου ἀποβάλλεσθαι ὄνομα, μὴ καὶ μᾶλλον θήρα τις ἀνασοβηθείη καὶ ἀντιλαβὰς δοῖεν τοῖς σχιζομένοις εἰς κατάγνωσιν·
θείς, γνωσθέν, ταῖς κατὰ τὰς Βλαχέρνας εἱρκταῖς ἡ θήρα τις ἀναποβηθείη καὶ ἀντιλαβὰς δοῖεν τοῖς σχι
ἐγκλείεται.
κ. Περὶ τῆς εἰρήνης τῶν ἀποσχισθέντων ἀρχιε
ρέων διὰ τὸν Ἀθανάσιον.
Κἀντεῦθεν μηνὸς τοῦ αὐτοῦ Κρονίου καὶ οἱ σχι
ζόμενοι τῶν ἀρχιερέων απηυδηκότες οἷον καὶ
πείσαντες ἑαυτούς, μόλις καταμαλακισθέντες
τὰς γνώμας βασιλέως ὡς δυνατόν κατεπεί
γοντος, ἐν τῇ τῶν Βαΐων ἑορτῇ τῇ μετὰ τοῦ
Αθανασίου εἰρήνῃ ἀφωσιώσαντο. Ο δέ γ' Αλε
ξανδρείας ᾿Αθανάσιος πολλάκις καὶ αὐτὸς παρὰ βα
σιλέως παρακινούμενος ἀπρὸς τῆς γνώμης είχετο
καὶ οὐκ ἐνεδίδου ὅλως οὐδὲ κατένευε τὴν ὁμόνοιαν.
Παρ' ἣν αἰτίαν, καὶ τοῦ δόξαι τοῦτον μηδὲ βασιλέως
αὐτοῦ μνημονεύειν διὰ ταῦτα, ἤθελον μὲν καὶ αὐτοὶ
τοῦ πατριάρχου Αλεξανδρείας ἐκκόπτειν τῶν διπτύ
χων μνημόσυνον, δεινὸν ἡγούμενοι ἣν ἐκεῖνος μὲν
οὐδ᾽ ἔκταρ, τὸ τοῦ λόγου, σφᾶς γε προσδέχοιτο,
ἐκεῖνοι δὲ καὶ οὕτως ἀξιοῖεν ἐκεῖνον καὶ μνημο
νεύοιεν. Τέως δὲ καὶ πόλλ᾽ ἄττα κατ' ἐπήρειαν αἰ
τιώμενοι, καραδοκοῦντες καὶ οὕτω τὴν τῆς γνώμης
μετάθεσιν, [Ρ 285] τὸ μὲν ἀποθαῤῥῆσαι αὐτίκα τὴν
τοῦ ὀνόματος ἐκκοπὴν ὡς ἄλλως ἄτοπον ὅν, μὴ
φανείσης ἀξιολόγου αἰτίας καὶ ἄντικρυς ἐπὶ δόγματι,
πατριάρχου ἀποβάλλεσθαι ὄνομα, μὴ καὶ μᾶλλον
ζομένοις εἰς κατάγνωσιν· σοφώτερον δὲ ποιεῖν ἐδό
κουν καὶ εἰσέτι διευθετεῖν, ὡς αὐτίκα ἐκκόψοντες,
εἰ καὶ ἔτι ἀντέχοι καὶ τὴν ἐπὶ τῷ ᾿Αθανασίῳ μὴ
δέχοιτο πρᾶξιν. Η δ' οἰκονομία οὕτω πως ἦν, παρ
τριάρχην μὲν αὐτὸν μὴ λειτουργεῖν ὅλως, ὡς ἂν μὴ
συλλειτουργούντων κατὰ τὸ εἰκὸς διακόνων ὁ 'Αλε
ξανδρείας ἐπὶ τῶν διπτύχων συμμνημονεύοιτο, ἱερεῖς
δὲ μόνους ἅτερ διακόνων Ιερουργεῖν. Καὶ τοῦτο
ἐπράττετο μὲν καὶ ἐν ἀνακτόρων, ἐπράττετο δὲ καὶ
ἐπὶ τῷ μεγίστῳ ναῷ, καὶ ἄλλαις μὲν ἡμέραις, μάτ
λιστα δὲ δημοτελέσι καὶ ἑορτασίμοις, ὡς κάν τῇ τῆς
ὀρθοδοξίας κοινοπληθεῖ, ὅτε βασιλέως ἐνδημήσαντος
καὶ πλήθους ἱκανοῦ συναχθέντος ὁ μὲν πατριάρχης
ἠπράκτες, ἱερεὺς δὲ μόνος ἀπερικτυπήτως πάντη
καὶ ἀνηκούστως, μηδὲν ἐπαϊόντων διὰ τὸν θόρυβον,
τὰ τῆς ἱερουργίας ἐξέπραττεν. Ὡσαύτως δὲ καὶ ἐν
τοῖς πασχαλίοις ἐγένετο. Ὕστερον δ' ἐσαὖθις κατά
τὴν μνήμην τοῦ ἐν μάρτυσι περιφανούς Γεωργίου
ἐκκόπτουσι καὶ μνημόσυνον, κατὰ τὸν ἐν τοῖς μαγ
γάνοις νεὼν λειτουργήσαντες, ὃς ἀνεῖται τῷ μάρτυρι.
κα'. Περὶ τῶν καταλαβόντων τὴν περαίαν δεινῶν.
καὶ ἔτι τῶν ὁπηδήποτε, ἐξαγγελία.
Ηὔξανε δ' ὁσημέραι καὶ αὖθις τὸ ἀπὸ τῶν Περσῶν
δεινὸν, ὥστ᾽ ἀποκεκλείσθαι πανταχοῦ τὰς τῆς σω
σοφώτερον δὲ ποιεῖν ἐδόκουν καὶ εἰσέτι διευθετεῖν, ὡς αὐτίκα ἐκκόψοντες, εἰ καὶ ἔτι ἀντέχοι καὶ τὴν ἐπὶ τῷ Ἀθανασίῳ μὴ δέχοιτο πρᾶξιν. ἡ δ’ οἰκονομία οὕτω πως ἦν, πατριάρχην μὲν αὐτὸν μὴ λειτουργεῖν ὅλως, ὡς ἂν μὴ συλλειτουργούντων κατὰ τὸ εἰκὸς διακόνων ὁ Ἀλεξανδρείας ἐπὶ τῶν διπτύχων συμμνημονεύοιτο, ἱερεῖς δὲ μόνους ἄτερ διακόνων ἱερουργεῖν. καὶ τοῦτο ἐπράττετο μὲν καὶ ἐν ἀνακτόρων, ἐπράττετο δὲ καὶ ἐπὶ τῷ μεγίστῳ ναῷ, καὶ ἄλλαις μὲν ἡμέραις, μάλιστα δὲ δημοτελέσι καὶ ἑορτασίμοις, ὡς κἀν τῇ τῆς ὀρθοδοξίας κοινοπληθεῖ, ὅτε βασιλέως ἐνδημήσαντος καὶ πλήθους ἱκανοῦ συναχθέντος ὁ μὲν πατριάρχης ἠπράκτει, ἱερεὺς δὲ μόνος ἀπερικτυπήτως πάντῃ καὶ ἀνηκούστως, μηδὲν ἐπαϊόντων διὰ τὸν θόρυβον, τὰ τῆς ἱερουργίας ἐξέπραττεν. ὡσαύτως δὲ καὶ ἐν ταῖς πασχαλίοις ἐγένετο. ὕστερον δ’ ἐσαῦθις κατὰ τὴν μνήμην τοῦ ἐν μάρτυσι περιφανοῦς Γεωργίου ἐκκόπτουσι καὶ μνημόσυνον, κατὰ τὸν ἐν τοῖς μαγγάνοις νεὼν λειτουργήσαντες, ὃς ἀνεῖται τῷ μάρτυρι. 21. Ηὔξανε δ’ ὁσημέραι καὶ αὖθις τὸ ἀπὸ τῶν Περσῶν δεινόν, ὥστ’ ἀποκεκλεῖσθαι πανταχοῦ τὰς τῆς σωτηρίας ἐλπίδας. τί γὰρ τῶν δυσχερῶν ἀπῆν;
θείς, γνωσθέν, ταῖς κατὰ τὰς Βλαχέρνας εἱρκταῖς ἡ θήρα τις ἀναποβηθείη καὶ ἀντιλαβὰς δοῖεν τοῖς σχι
ἐγκλείεται.
κ. Περὶ τῆς εἰρήνης τῶν ἀποσχισθέντων ἀρχιε
ρέων διὰ τὸν Ἀθανάσιον.
Κἀντεῦθεν μηνὸς τοῦ αὐτοῦ Κρονίου καὶ οἱ σχι
ζόμενοι τῶν ἀρχιερέων απηυδηκότες οἷον καὶ
πείσαντες ἑαυτούς, μόλις καταμαλακισθέντες
τὰς γνώμας βασιλέως ὡς δυνατόν κατεπεί
γοντος, ἐν τῇ τῶν Βαΐων ἑορτῇ τῇ μετὰ τοῦ
Αθανασίου εἰρήνῃ ἀφωσιώσαντο. Ο δέ γ' Αλε
ξανδρείας ᾿Αθανάσιος πολλάκις καὶ αὐτὸς παρὰ βα
σιλέως παρακινούμενος ἀπρὸς τῆς γνώμης είχετο
καὶ οὐκ ἐνεδίδου ὅλως οὐδὲ κατένευε τὴν ὁμόνοιαν.
Παρ' ἣν αἰτίαν, καὶ τοῦ δόξαι τοῦτον μηδὲ βασιλέως
αὐτοῦ μνημονεύειν διὰ ταῦτα, ἤθελον μὲν καὶ αὐτοὶ
τοῦ πατριάρχου Αλεξανδρείας ἐκκόπτειν τῶν διπτύ
χων μνημόσυνον, δεινὸν ἡγούμενοι ἣν ἐκεῖνος μὲν
οὐδ᾽ ἔκταρ, τὸ τοῦ λόγου, σφᾶς γε προσδέχοιτο,
ἐκεῖνοι δὲ καὶ οὕτως ἀξιοῖεν ἐκεῖνον καὶ μνημο
νεύοιεν. Τέως δὲ καὶ πόλλ᾽ ἄττα κατ' ἐπήρειαν αἰ
τιώμενοι, καραδοκοῦντες καὶ οὕτω τὴν τῆς γνώμης
μετάθεσιν, [Ρ 285] τὸ μὲν ἀποθαῤῥῆσαι αὐτίκα τὴν
τοῦ ὀνόματος ἐκκοπὴν ὡς ἄλλως ἄτοπον ὅν, μὴ
φανείσης ἀξιολόγου αἰτίας καὶ ἄντικρυς ἐπὶ δόγματι,
πατριάρχου ἀποβάλλεσθαι ὄνομα, μὴ καὶ μᾶλλον
ζομένοις εἰς κατάγνωσιν· σοφώτερον δὲ ποιεῖν ἐδό
κουν καὶ εἰσέτι διευθετεῖν, ὡς αὐτίκα ἐκκόψοντες,
εἰ καὶ ἔτι ἀντέχοι καὶ τὴν ἐπὶ τῷ ᾿Αθανασίῳ μὴ
δέχοιτο πρᾶξιν. Η δ' οἰκονομία οὕτω πως ἦν, παρ
τριάρχην μὲν αὐτὸν μὴ λειτουργεῖν ὅλως, ὡς ἂν μὴ
συλλειτουργούντων κατὰ τὸ εἰκὸς διακόνων ὁ 'Αλε
ξανδρείας ἐπὶ τῶν διπτύχων συμμνημονεύοιτο, ἱερεῖς
δὲ μόνους ἅτερ διακόνων Ιερουργεῖν. Καὶ τοῦτο
ἐπράττετο μὲν καὶ ἐν ἀνακτόρων, ἐπράττετο δὲ καὶ
ἐπὶ τῷ μεγίστῳ ναῷ, καὶ ἄλλαις μὲν ἡμέραις, μάτ
λιστα δὲ δημοτελέσι καὶ ἑορτασίμοις, ὡς κάν τῇ τῆς
ὀρθοδοξίας κοινοπληθεῖ, ὅτε βασιλέως ἐνδημήσαντος
καὶ πλήθους ἱκανοῦ συναχθέντος ὁ μὲν πατριάρχης
ἠπράκτες, ἱερεὺς δὲ μόνος ἀπερικτυπήτως πάντη
καὶ ἀνηκούστως, μηδὲν ἐπαϊόντων διὰ τὸν θόρυβον,
τὰ τῆς ἱερουργίας ἐξέπραττεν. Ὡσαύτως δὲ καὶ ἐν
τοῖς πασχαλίοις ἐγένετο. Ὕστερον δ' ἐσαὖθις κατά
τὴν μνήμην τοῦ ἐν μάρτυσι περιφανούς Γεωργίου
ἐκκόπτουσι καὶ μνημόσυνον, κατὰ τὸν ἐν τοῖς μαγ
γάνοις νεὼν λειτουργήσαντες, ὃς ἀνεῖται τῷ μάρτυρι.
κα'. Περὶ τῶν καταλαβόντων τὴν περαίαν δεινῶν.
καὶ ἔτι τῶν ὁπηδήποτε, ἐξαγγελία.
Ηὔξανε δ' ὁσημέραι καὶ αὖθις τὸ ἀπὸ τῶν Περσῶν
δεινὸν, ὥστ᾽ ἀποκεκλείσθαι πανταχοῦ τὰς τῆς σω
PG 144:451καὶ ἐῶ τὰ μακράν. ἀλλὰ τὰ κατὰ θύραν ταῦτα καὶ τῆς βασιλίδος προαύλια. τὰ δ’ ἦν εὐθὺς νηὸς ἀποβαίνοντι τῷ τὰ στενὰ τοῦ Βοσπόρου περαιουμένῳ, ὥστ’ ἀφεμένῳ θαλάσσης λαμβάνειν κίνδυνον. ἀνέδην γὰρ διέτρεχον πανταχοῦ τῆς περαίας, καὶ κατεσκήνουν ὅπου ἦν βουλομένοις αὐτοῖς, καὶ ταῦτ’ οὐκ ἰλαδὸν στρατεύουσιν ἀλλ’ ἀσυντάκτως καὶ κατ’ ὀλίγους, ὥστε κεῖσθαι τὴν περαίαν τῆς Βυζαντίδος Σκυθῶν, ὃ δὴ λέγεται, ἐρημίαν, μηδενὸς τολμῶντος φανῆναι, ὅτε συνέβαινε καὶ παραβολώτερόν τινες διαπράττεσθαι καὶ ἐκθέειν τολμῶντας, ζήλου τινὸς πείθοντος ἢ καὶ μᾶλλον ἐνδείας πιεζούσης, τριβομένου τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἐφοδίων σφίσι καταναλωμένων, ἅπερ οἴκοθεν ἀπεφέροντο. τὰ δ’ ἦσαν μᾶλλον εἰς κίνδυνον. ὅθεν καὶ οἱ μὲν ἐκωλύοντο ἀπειλαῖς τῶν κρατούντων καὶ φόβῳ σωφρονιζόμενοι· οἱ δὲ τολμῶντες, ἤν πού τις προεξέδραμε ἱκανὸς δοκῶν ἄγειν σύντομον (λοχαγὸν τὸν τοιοῦτον εἴπῃ τις ἂν) καὶ ἐπὶ τὸ παρὰ πᾶσαν αἴσθησιν ἐξήρχοντο, ὥστε καὶ συνέβαινε ποτὲ μὲν εὐστοχεῖν ὀλίγοις πρὸς πολλοὺς γυμνοῖς καὶ ἀνόπλοις, πολλάκις δὲ καὶ σφάλλεσθαι.
τηρίας ἐλπίδας. Τί γὰρ τῶν δυσχερῶν ἀπῆν; Καὶ σθαι. Καὶ οὐκ ἦν σχεδόν ἡμέρα καθ᾿ ἣν ἢ μὴ τοῖς
ἐῶ τὰ μακράν. ᾿Αλλὰ τὰ κατὰ θύραν ταῦτα καὶ τῆς
βασιλίδος προαύλια. Τὰ δ᾽ ἦν εὐθὺς νηὸς ἀποβαί
νοντι τῷ τὰ στενά του Βοσπόρου περατουμένῳ, ὥστ'
ἀφεμένῳ θαλάσσης λαμβάνειν κίνδυνον. Ανέδην γάρ
διέτρεχον πανταχοῦ τῆς περαίας, καὶ κατεσκήνουν
ὅπου ἦν ἐβουλομένοις αὐτοῖς, καὶ ταῦτ᾽ οὐκ ἐλαδὸν
στρατεύουσιν, [Ρ 286] ἀλλ' ἀσυντάκτως καὶ κατ'
ὀλίγους, ὥστε κεῖσθαι τὴν περαίαν τῆς Βυζαντίδος
Σκυθῶν, ὃ δὴ λέγεται, ἐρημίαν, μηδενός τολμῶντος
φανῆναι, ὅτε συνέβαινε και παραβολώτερόν τινες
διαπράττεσθαι καὶ ἐκθέειν τολμῶντας, ζήλου τις
πείθοντος ἢ καὶ μᾶλλον ἐνδείας πιεζούσης, τριβομέ
νου τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἐφοδίων σφίσι καταναλωμέ
νων, ἅπερ οἴκοθεν ἀπεφέροντο. Τὰ δ᾽ ἦταν μᾶλλον
εἰς κίνδυνον. "Οθεν καὶ οἱ μὲν ἐκωλύοντο ἀπειλαῖς ἢ
τῶν κρατούντων και φόβω σωφρονιζόμενοι· οἱ δὲ
τολμῶντες, ἤν που τις προεξέδραμε ἱκανὸς δοκῶν
ἄγειν σύντομον (λοχαγὸν τὸν τοιοῦτον εἴπῃ τις ἂν)
καὶ ἐπὶ τὸ παρὰ πᾶσαν αἴσθησιν ἐξήρχοντο, ὥστε
καὶ συνέβαινε ποτὲ μὲν εἰστοχῶ ἐν ὀλίγοις πρὸς πολ
λοὺς γυμνοῖς καὶ ἀνόπλοις, πολλάκις δὲ καὶ σφάλλα
κατὰ θάλασσαν φρουρίοις προσβάλλοντες ηκούοντο ἢ
μὴ ἀπάγοντες αἰχμαλώτους ἢ μὴ φονεύοντες, καὶ
μᾶλλον ἔτε καὶ ἱκεσίαις ἐχρώμεθα πρὸς Θεὸν, τὸ
οίκτιστον. Διεῖχε δὲ μόνος ὁ πορθμὸς οὗτος. Και
πολλάκις μὲν μεθ' ἡμέραν ἐφαίνοντο τοῖς ἐντεῦθεν
ἀφορῶσι καὶ πεζοὶ καὶ ἱππεῖς· κἄν που δέ τις ἢ ἐν
δείᾳ ἐξαπορούμενος κἀντεῦθεν ἐλπίζων κερδαίνε.ν
ἐκ τῶν ὑπολελειμμένων ἄλλοις, ἢ μὴν καὶ κατά
χρείαν ἑτέραν ἢ τοῦ σφετέρου κτήματος ἐπιμέλεια,
ἐξορμᾷν ἐτόλμα, αὐτίκα ἢ ἡλίσκετο ἢ ἐκτείνετο. Καὶ
πολλοὺς ἂν εἶδες ἐσφαγμένους, ἢ τετρωμένους εἰς
θάνατον, ἔστι δ' οὗ καὶ κεφαλῆς ἄνευ καὶ κόρσας
ἀναύχενας. Πεπλήθει δὲ τῶν ἀγρομένων ἡ πόλις,
καὶ ἑστενοχωρεῖτο τοῖς πανταχοῦ κειμένοις εἰκῇ τε
καὶ ὑπαιθρίοις, πνοῇ ζῆν καὶ μόνῃ πιστευομένοις
λιμὸς γὰρ ἐντεῦθεν καί γε λοιμὸς τοὺς ἀθλίους διε
μεριζέτην. Καὶ οἱ ἀστικοὶ τοῦ κακοῦ παραπήλαυον,
καὶ οἱ μὲν αὐτίκα τοῖς δεινοῖς συνείχοντο καὶ ἄπαροι
διῄεσαν καὶ ἀμήχανοι, οἱ δὲ ὅσον οὔπω τὰ τοῖς πλη
στον συμβάντα καὶ ἑαυτοῖς ἐπ᾽ ἴσης ἤλπιζον. Οἱ δὲ
μὴ μόνον Χηλῇ τε καὶ Αστραβητῇ, ἀλλὰ καὶ Ἱεροῦ
νίκ
καὶ οὐκ ἦν σχεδὸν ἡμέρα καθ’ ἣν ἢ μὴ τοῖς κατὰ θάλασσαν φρουρίοις προσβάλλοντες ἠκούοντο ἢ μὴ ἀπάγοντες αἰχμαλώτους ἢ μὴ φονεύοντες, καὶ μᾶλλον ὅτε καὶ ἱκεσίαις ἐχρώμεθα πρὸς θεόν, τὸ οἴκτιστον. διεῖχε δὲ μόνος ὁ πορθμὸς οὗτος. καὶ πολλάκις μὲν μεθ’ ἡμέραν ἐφαίνοντο τοῖς ἐντεῦθεν ἀφορῶσι καὶ πεζοὶ καὶ ἱππεῖς· κἄν που δέ τις ἢ ἐνδείᾳ ἐξαπορούμενος κἀντεῦθεν ἐλπίζων κερδαίνειν ἐκ τῶν ὑπολελειμμένων ἄλλοις, ἢ μὴν καὶ κατὰ χρείαν ἑτέραν ἢ τοῦ σφετέρου κτήματος ἐπιμέλειαν ἐξορμᾶν ἐτόλμα, αὐτίκα ἢ ἡλίσκετο ἢ ἐκτείνετο. καὶ πολλοὺς ἂν εἶδες ἐσφαγμένους ἢ τετρωμένους εἰς θάνατον, ἔστι δ’ οὗ καὶ κεφαλῆς ἄνευ καὶ κόρσας ἀναύχενας. πεπλήθει δὲ τῶν ἀγρομένων ἡ πόλις, καὶ ἐστενοχωρεῖτο τοῖς πανταχοῦ κειμένοις εἰκῇ τε καὶ ὑπαιθρίοις, πνοῇ ζῆν καὶ μόνῃ πιστευομένοις· λιμὸς γὰρ ἐντεῦθεν καί γε λοιμὸς τοὺς ἀθλίους διεμεριζέτην. καὶ οἱ ἀστικοὶ τοῦ κακοῦ παραπήλαυον, καὶ οἱ μὲν αὐτίκα τοῖς δεινοῖς συνείχοντο καὶ ἄποροι διῄεσαν καὶ ἀμήχανοι, οἱ δὲ ὅσον οὔπω τὰ τοῖς πλησίον συμβάντα καὶ ἑαυτοῖς ἐπ’ ἴσης ἤλπιζον.
τηρίας ἐλπίδας. Τί γὰρ τῶν δυσχερῶν ἀπῆν; Καὶ σθαι. Καὶ οὐκ ἦν σχεδόν ἡμέρα καθ᾿ ἣν ἢ μὴ τοῖς
ἐῶ τὰ μακράν. ᾿Αλλὰ τὰ κατὰ θύραν ταῦτα καὶ τῆς
βασιλίδος προαύλια. Τὰ δ᾽ ἦν εὐθὺς νηὸς ἀποβαί
νοντι τῷ τὰ στενά του Βοσπόρου περατουμένῳ, ὥστ'
ἀφεμένῳ θαλάσσης λαμβάνειν κίνδυνον. Ανέδην γάρ
διέτρεχον πανταχοῦ τῆς περαίας, καὶ κατεσκήνουν
ὅπου ἦν ἐβουλομένοις αὐτοῖς, καὶ ταῦτ᾽ οὐκ ἐλαδὸν
στρατεύουσιν, [Ρ 286] ἀλλ' ἀσυντάκτως καὶ κατ'
ὀλίγους, ὥστε κεῖσθαι τὴν περαίαν τῆς Βυζαντίδος
Σκυθῶν, ὃ δὴ λέγεται, ἐρημίαν, μηδενός τολμῶντος
φανῆναι, ὅτε συνέβαινε και παραβολώτερόν τινες
διαπράττεσθαι καὶ ἐκθέειν τολμῶντας, ζήλου τις
πείθοντος ἢ καὶ μᾶλλον ἐνδείας πιεζούσης, τριβομέ
νου τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἐφοδίων σφίσι καταναλωμέ
νων, ἅπερ οἴκοθεν ἀπεφέροντο. Τὰ δ᾽ ἦταν μᾶλλον
εἰς κίνδυνον. "Οθεν καὶ οἱ μὲν ἐκωλύοντο ἀπειλαῖς ἢ
τῶν κρατούντων και φόβω σωφρονιζόμενοι· οἱ δὲ
τολμῶντες, ἤν που τις προεξέδραμε ἱκανὸς δοκῶν
ἄγειν σύντομον (λοχαγὸν τὸν τοιοῦτον εἴπῃ τις ἂν)
καὶ ἐπὶ τὸ παρὰ πᾶσαν αἴσθησιν ἐξήρχοντο, ὥστε
καὶ συνέβαινε ποτὲ μὲν εἰστοχῶ ἐν ὀλίγοις πρὸς πολ
λοὺς γυμνοῖς καὶ ἀνόπλοις, πολλάκις δὲ καὶ σφάλλα
κατὰ θάλασσαν φρουρίοις προσβάλλοντες ηκούοντο ἢ
μὴ ἀπάγοντες αἰχμαλώτους ἢ μὴ φονεύοντες, καὶ
μᾶλλον ἔτε καὶ ἱκεσίαις ἐχρώμεθα πρὸς Θεὸν, τὸ
οίκτιστον. Διεῖχε δὲ μόνος ὁ πορθμὸς οὗτος. Και
πολλάκις μὲν μεθ' ἡμέραν ἐφαίνοντο τοῖς ἐντεῦθεν
ἀφορῶσι καὶ πεζοὶ καὶ ἱππεῖς· κἄν που δέ τις ἢ ἐν
δείᾳ ἐξαπορούμενος κἀντεῦθεν ἐλπίζων κερδαίνε.ν
ἐκ τῶν ὑπολελειμμένων ἄλλοις, ἢ μὴν καὶ κατά
χρείαν ἑτέραν ἢ τοῦ σφετέρου κτήματος ἐπιμέλεια,
ἐξορμᾷν ἐτόλμα, αὐτίκα ἢ ἡλίσκετο ἢ ἐκτείνετο. Καὶ
πολλοὺς ἂν εἶδες ἐσφαγμένους, ἢ τετρωμένους εἰς
θάνατον, ἔστι δ' οὗ καὶ κεφαλῆς ἄνευ καὶ κόρσας
ἀναύχενας. Πεπλήθει δὲ τῶν ἀγρομένων ἡ πόλις,
καὶ ἑστενοχωρεῖτο τοῖς πανταχοῦ κειμένοις εἰκῇ τε
καὶ ὑπαιθρίοις, πνοῇ ζῆν καὶ μόνῃ πιστευομένοις
λιμὸς γὰρ ἐντεῦθεν καί γε λοιμὸς τοὺς ἀθλίους διε
μεριζέτην. Καὶ οἱ ἀστικοὶ τοῦ κακοῦ παραπήλαυον,
καὶ οἱ μὲν αὐτίκα τοῖς δεινοῖς συνείχοντο καὶ ἄπαροι
διῄεσαν καὶ ἀμήχανοι, οἱ δὲ ὅσον οὔπω τὰ τοῖς πλη
στον συμβάντα καὶ ἑαυτοῖς ἐπ᾽ ἴσης ἤλπιζον. Οἱ δὲ
μὴ μόνον Χηλῇ τε καὶ Αστραβητῇ, ἀλλὰ καὶ Ἱεροῦ
νίκ
PG 144:453οἱ δὲ μὴ μόνον Χηλῇ τε καὶ Ἀστραβητῇ, ἀλλὰ καὶ Ἱεροῦ φρουρίῳ προσβάλλοντες τὰ πάνδεινα διεπράττοντο, ὥσπερ ὑπνώττοντος βασιλέως ἢ μὴ ζῶντος. Νικομήδεια δ’ ἐξησθένει, λιμῷ τε καὶ ἐνδείᾳ ὕδατος πρὸς τὸ ἀμηχανώτερον μετεβάλλετο. ἡ δέ γε περίπυστος Νίκαια ἀποκέκλειστο, καὶ τὰς πέριξ χάριτας ἀποκειραμένη ἐνδείᾳ καὶ αὕτη ἐστενοχώρητο. καὶ νῦν μὲν Βηλόκωμα, νῦν δ’ Ἀγγελόκωμα, νῦν δ’ Ἀναγουρδὴς καὶ Πλατανέα καὶ τὰ Μελάγγεια καὶ τὰ πέριξ πάντα τῶν ἐνοικούντων ἔρημα γεγονότα θρήνους ἐφείλκοντο τῶν εἰδότων. ταῦτα Κρούλλα καὶ Κατοικία πεπόνθει καὶ χείριστα. ὡς γὰρ ἀποκέκλειστο μὲν ἡ ἐξ Ἡρακλείου καὶ Νεμικώμεως πρὸς τὴν Νίκαιαν, καὶ αἱ παλαιαὶ καὶ συνήθεις δίοδοι εἰς δεινὴν ὑποψίαν καὶ πεῖραν ἦσαν πολλάκις κινδυνευσάντων, ἡ δὲ κατὰ Κίον κατάσκιος καὶ συνηρεφὴς εἰκαίως πως πολισθεῖσα διεκδρομὴ πρὸς Νίκαιαν ἤνοικτο, οὕτω ἐν φόβῳ καὶ τότε μεγίστῳ καὶ ὑποψίᾳ· τὰ γὰρ αὐτὰ τοῖς Χαλκιδεῦσι καὶ Ἁλιζῶσι καὶ οἱ Βέβρυκες ἐκ Πυλῶν καὶ Πυθίων παρωνυμούμενοι ἔπασχον.
τοῦσι τὸ ἐκεῖσε παράλιον τῷ περὶ τὴν ᾿Ασκανίαν
πλῷ χρῆσθαι, καὶ οὕτω κατὰ τὴν τοῦ αἰγιαλοῦ
πύλην τῆς πόλεως ἀποβαίνουσι διεκπαίειν εἰ. Νί
καιαν, ἐπεὶ οὐκ ἦν τότε τὰς πύλας ἀνοίγεσθαι ἐπισ
κειμένων τῶν ἐχθρῶν, καὶ τὰ μέγιστα Νικαείς
ἐκινδύνευον. Διὰ ταῦτα τὸ ὅλον ὁ κρατῶν ἀναστέλ
λειν οὐκ ἔχων τῆς συμφορᾶς πέμπει τινὰ Σιοῦρου
στρατοπεδάρχην τῶν τζαγκρατόρων τετιμημένον,
σύναμά τισι καὶ μερικαῖς ἐξόδοις χρημάτων, ἐφ ᾧ καὶ
ἄλλους ἐκεῖθεν πρὸς τὸ στρατεύεσθαι ικανώσεις.
Τῶν δὲ τοῖς κατὰ τὴν Κατοικίαν μέρεσι φανέντων
ανατεθαρσήκσιν οἱ λαοὶ, καὶ ἐμφανεῖς ἦσαν τὸ
ἀσφαλὲς ἐλπίζοντες. Τὸ δ' ἦν συμφορὰ τούτοι; καὶ
ὄλεθρος. Ἐπιτίθενται γὰρ παμπληθεί νυκτὸς ὡσεὶ πεν
φρουρίων προσβάλλοντες τὰ πάνδεινα διεπράττοντο, ρήσασι, νυκτὶ πιστεύειν τὴν σωτηρίαν, καὶ καταλα
ὥσπερ ὑπνώττοντος βασιλέως ἢ μὴ ζῶντος. Νικό
μήδεια δ' ἐξησθένει, λιμῷ τε καὶ ἐνδείᾳ ὕδατος πρὸς
τὸ ἀμηχανώτερον μετεβάλλετο. Ή δέ γε περίπυστος
Νίκαια ἀποκέκλειστο, καὶ τὰς πέριξ χάριτας ἀπο
κειραμένη ἐνδείᾳ καὶ αὕτη ἐστενοχώρητο. Καὶ νῦν
μὲν Βηλόχωμα, νῦν δ' ᾿Αγγελόκωμα, νῦν δ' 'Αν
γουρδής και Πλατανέα καὶ τὰ Μελάγγεια καὶ τὰ
πέριξ πάντα τῶν ἐνοικούντων ἔρημα [Ρ 287] γεγονότα
θρήνους ἐφείλκοντο τῶν εἰδότων. Ταῦτα Κρούλλα
καὶ Κατοικία πεπόνθει καὶ χείριστα. Ως γὰρ ἀπο
κέκλειστο μὲν ἡ ἐξ Ηρακλείου καὶ Νεμικώμεω;
πρὸς τὴν Νίκαιαν, καὶ αἱ παλαιαὶ καὶ συνήθεις δίο
δοι εἰς δεινὴν ὑποψίαν καὶ πεῖραν ἦταν πολλάκις
κινδυνευσάντων, ἡ δὲ κατὰ Κίον κατάσκιος καὶ
συντρεφής εἰκαίως πως πολισθεῖσα διεκδρομὴ πρὸς τακισχίλιοι τῶν ἐχθρῶν, καὶ τὰς πρὸς τὸ φρούριον
Νίκαια, ἤνοικτο, οὕτω ἐν φόβῳ καὶ τότε μεγίστῳ
καὶ ὑποψία· τὰ γὰρ αὐτὰ τοῖς Χαλκιδιῦσι καὶ
Αλιζῶσι καὶ οἱ Βέβρυχες ἐκ Πυλῶν καὶ Πυθίων
παρωνυμούμενοι ἔπασχον. Καὶ ἦν τοῖς ἀποβᾶσι
θαλάσσης κατὰ τὴν Κίον, τὴν ἡμέραν προσκαρτε
ὁδοὺς, λαθόντες πᾶσαν αἴσθησιν, προκαταλαμβά
νουσιν. Οἱ δ' ἐπεισπεσόντες ἑτέρωθεν ἑτοίμην ἐδί
δουν δῆθεν πρὸς τὸ φρούριον τὴν φυγὴν κατὰ νώτου
φεύγουσιν· οὐδὲ γὰρ ἦν ὑπεδέσθαι τὴν πεῖραν, ὅπου
γε καὶ ὑπειδομένοις οὐκ ἦν ἱκανὰ πρὸς τὸ σώζεσθαι.
καὶ ἦν τοῖς ἀποβᾶσι θαλάσσης κατὰ τὴν Κίον, τὴν ἡμέραν προσκαρτερήσασι, νυκτὶ πιστεύειν τὴν σωτηρίαν, καὶ καταλαβοῦσι τὸ ἐκεῖσε παράλιον τῷ περὶ τὴν Ἀσκανίαν πλῷ χρῆσθαι, καὶ οὕτω κατὰ τὴν τοῦ αἰγιαλοῦ πύλην τῆς πόλεως ἀποβαίνουσι διεκπαίειν εἰς Νίκαιαν, ἐπεὶ οὐκ ἦν τότε τὰς πύλας ἀνοίγεσθαι ἐπικειμένων τῶν ἐχθρῶν, καὶ τὰ μέγιστα Νικαεῖς ἐκινδύνευον. διὰ ταῦτα τὸ ὅλον ὁ κρατῶν ἀναστέλλειν οὐκ ἔχων τῆς συμφορᾶς πέμπει τινὰ Σιοῦρον στρατοπεδάρχην τῶν τζαγκρατόρων τετιμημένον, συνάμα τισὶ καὶ μερικαῖς ἐξόδοις χρημάτων, ἐφ’ ᾧ καὶ ἄλλους ἐκεῖθεν πρὸς τὸ στρατεύεσθαι ἱκανώσειε. τῶν δὲ τοῖς κατὰ τὴν Κατοικίαν μέρεσι φανέντων ἀνατεθαρσήκασιν οἱ λαοί, καὶ ἐμφανεῖς ἦσαν τὸ ἀσφαλὲς ἐλπίζοντες. τὸ δ’ ἦν συμφορὰ τούτοις καὶ ὄλεθρος. ἐπιτίθενται γὰρ παμπληθεὶ νυκτὸς ὡσεὶ πεντακισχίλιοι τῶν ἐχθρῶν, καὶ τὰς πρὸς τὸ φρούριον ὁδούς, λαθόντες πᾶσαν αἴσθησιν, προκαταλαμβάνουσιν. οἱ δ’ ἐπεισπεσόντες ἑτέρωθεν ἑτοίμην ἐδίδουν δῆθεν πρὸς τὸ φρούριον τὴν φυγὴν κατὰ νώτου φεύγουσιν· οὐδὲ γὰρ ἦν ὑπιδέσθαι τὴν πεῖραν, ὅπου γε καὶ ὑπειδομένοις οὐκ ἦν ἱκανὰ πρὸς τὸ σώζεσθαι.
τοῦσι τὸ ἐκεῖσε παράλιον τῷ περὶ τὴν ᾿Ασκανίαν
πλῷ χρῆσθαι, καὶ οὕτω κατὰ τὴν τοῦ αἰγιαλοῦ
πύλην τῆς πόλεως ἀποβαίνουσι διεκπαίειν εἰ. Νί
καιαν, ἐπεὶ οὐκ ἦν τότε τὰς πύλας ἀνοίγεσθαι ἐπισ
κειμένων τῶν ἐχθρῶν, καὶ τὰ μέγιστα Νικαείς
ἐκινδύνευον. Διὰ ταῦτα τὸ ὅλον ὁ κρατῶν ἀναστέλ
λειν οὐκ ἔχων τῆς συμφορᾶς πέμπει τινὰ Σιοῦρου
στρατοπεδάρχην τῶν τζαγκρατόρων τετιμημένον,
σύναμά τισι καὶ μερικαῖς ἐξόδοις χρημάτων, ἐφ ᾧ καὶ
ἄλλους ἐκεῖθεν πρὸς τὸ στρατεύεσθαι ικανώσεις.
Τῶν δὲ τοῖς κατὰ τὴν Κατοικίαν μέρεσι φανέντων
ανατεθαρσήκσιν οἱ λαοὶ, καὶ ἐμφανεῖς ἦσαν τὸ
ἀσφαλὲς ἐλπίζοντες. Τὸ δ' ἦν συμφορὰ τούτοι; καὶ
ὄλεθρος. Ἐπιτίθενται γὰρ παμπληθεί νυκτὸς ὡσεὶ πεν
φρουρίων προσβάλλοντες τὰ πάνδεινα διεπράττοντο, ρήσασι, νυκτὶ πιστεύειν τὴν σωτηρίαν, καὶ καταλα
ὥσπερ ὑπνώττοντος βασιλέως ἢ μὴ ζῶντος. Νικό
μήδεια δ' ἐξησθένει, λιμῷ τε καὶ ἐνδείᾳ ὕδατος πρὸς
τὸ ἀμηχανώτερον μετεβάλλετο. Ή δέ γε περίπυστος
Νίκαια ἀποκέκλειστο, καὶ τὰς πέριξ χάριτας ἀπο
κειραμένη ἐνδείᾳ καὶ αὕτη ἐστενοχώρητο. Καὶ νῦν
μὲν Βηλόχωμα, νῦν δ' ᾿Αγγελόκωμα, νῦν δ' 'Αν
γουρδής και Πλατανέα καὶ τὰ Μελάγγεια καὶ τὰ
πέριξ πάντα τῶν ἐνοικούντων ἔρημα [Ρ 287] γεγονότα
θρήνους ἐφείλκοντο τῶν εἰδότων. Ταῦτα Κρούλλα
καὶ Κατοικία πεπόνθει καὶ χείριστα. Ως γὰρ ἀπο
κέκλειστο μὲν ἡ ἐξ Ηρακλείου καὶ Νεμικώμεω;
πρὸς τὴν Νίκαιαν, καὶ αἱ παλαιαὶ καὶ συνήθεις δίο
δοι εἰς δεινὴν ὑποψίαν καὶ πεῖραν ἦταν πολλάκις
κινδυνευσάντων, ἡ δὲ κατὰ Κίον κατάσκιος καὶ
συντρεφής εἰκαίως πως πολισθεῖσα διεκδρομὴ πρὸς τακισχίλιοι τῶν ἐχθρῶν, καὶ τὰς πρὸς τὸ φρούριον
Νίκαια, ἤνοικτο, οὕτω ἐν φόβῳ καὶ τότε μεγίστῳ
καὶ ὑποψία· τὰ γὰρ αὐτὰ τοῖς Χαλκιδιῦσι καὶ
Αλιζῶσι καὶ οἱ Βέβρυχες ἐκ Πυλῶν καὶ Πυθίων
παρωνυμούμενοι ἔπασχον. Καὶ ἦν τοῖς ἀποβᾶσι
θαλάσσης κατὰ τὴν Κίον, τὴν ἡμέραν προσκαρτε
ὁδοὺς, λαθόντες πᾶσαν αἴσθησιν, προκαταλαμβά
νουσιν. Οἱ δ' ἐπεισπεσόντες ἑτέρωθεν ἑτοίμην ἐδί
δουν δῆθεν πρὸς τὸ φρούριον τὴν φυγὴν κατὰ νώτου
φεύγουσιν· οὐδὲ γὰρ ἦν ὑπεδέσθαι τὴν πεῖραν, ὅπου
γε καὶ ὑπειδομένοις οὐκ ἦν ἱκανὰ πρὸς τὸ σώζεσθαι.
PG 144:455καὶ τότε οἱ μὲν ὑποστάντες ἐσφάττοντο, γύναια δὲ καὶ παιδάρια πλῆθος μυρίον πρὸς τὸ φρούριον φεύγοντα ἄγρα ἦν ἑτοίμη τοῖς προκαταλαβοῦσι. καὶ τέλος οἱ τέως τοῖς ἄλλοις προσεπαμύνειν ἀποστελλόμενοι δρασμῷ μηχανῶνται τὴν σωτηρίαν, καὶ αὐτὰ προσαποβαλόντες τὰ βασιλικὰ χρήματα· ἔπειτα πῦρ ἐναύσαντες οἱ ἐχθροὶ τὰ ἐκεῖ κάλλη εἰς τέλος ἠμάθυναν. τότε καὶ Ἀτμὰν ὑποστρέφων σὺν τοῖς ἀμφ’ αὑτόν, ἐπεὶ συνῆσαν σφίσι κατὰ συμμαχίαν καὶ Βηλοκωμῖται, προσλαβὼν ἐκείνους κενῇ τῶν ἐποίκων Βηλοκώμῃ προσβάλλει καὶ κατὰ κράτος αἱρεῖ, καὶ τοὺς μὲν κτείνει, αὐτὸς δὲ μυρίον πλοῦτον εὑρὼν ἐξολβίζεται, καὶ τὰ πιστά οἱ τῆς ἀσφαλείας ἐκ τῶν ὀχυρωμάτων περιποιεῖ. τούτων ἀπώνατο τῶν δεινῶν καὶ Προῦσα, μόνη περιλειφθεῖσα τῶν ἔξωθεν καλλονῶν. τούτων καὶ Πηγαὶ παραθαλασσία πόλις τῶν δυσχερῶν ἐπειράθη. τῶν γὰρ ἔξω πάντων συγκλεισθέντων ἐντός, ὅσοι καὶ τὸ ξίφος ἔφυγον, ἐντίκτει νόσον λοιμώδη τὸ συνεπτύχθαι λιμῷ καὶ κακοπαθείαις. ἔτι δὲ καὶ τῇ νόσῳ ἐς ἑκατοστύας ἔπιπτον.
παρὰ βασιλέως ζημίας εἰς χιλιάδας ἐπ' αἰτίᾳ τοῦ μὴ
τὸν μέγαν δέξασθαι δοῦκα, οὕτω του βασιλέως Μι
χαὴλ μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἐπάνοδον ἐπαγγείλαντος, και
δέει τοῦ μὴ παθεῖν κἀκείνους τὰ τοῖς Κυζικηνοῖς
ξυμβάντα. Οὐδὲ γὰρ ἀνεκτὰ οὐδ᾽ ὅσον καὶ ὑποσχεῖν
δυνατὰ τἀκεῖ τολμηθέντα Αγγέλλοντο. Βίο: γὰρ ήρ
πάζοντο, καὶ γυναῖκες ὑβρίζοντο, καὶ κόρια διεφθεί
ροντο. Καὶ ὁ μὲν ἔχων εὐθὺς ἐσκυλεύετο, ἀγαπητόν
ἔχων εἰ διδοὺς σώζοιτο· ὁ δὲ μὴ ἔχων τῇ τοῦ ἔχειν
ὑποψίᾳ κατεδικάζετο, καὶ αἰώραις δειναῖς καὶ βα
σάνοις ἡτάζετο, ἔγκλημα φέρων τὸ μὴ χρημάτων
θέλειν τὴν σωτηρίαν πορίζεσθαι. Πᾶσα δ' ἐκείνων
περιουσία οὐ μᾶλλον τοῦ κεκτημένου ἢ τοῦ καταλα
Καὶ τότε οἱ μὲν ὑποστάντες ἐσφάττοντο, γύναια δὲ ἡ ἑκατοστύας ἔπιπτον. Τοῖς δὲ καὶ πρόστιμον ἐτέθη
καὶ παιδάρια πλῆθος μυρίον πρὸς τὸ φρούριον φεύ
γοντα Άγρα ἦν ἑτοίμη τοῖς προκαταλαβοῦσι. Και
τέλος οἱ τέως τοῖς ἄλλοις προσεπαμύνειν ἀποστελλό
μενοι δρασμῷ μηχανώνται τὴν σωτηρίαν, καὶ αὐτὰ
προσαποβαλόντες τὸ βασιλικά χρήματα· ἔπειτα
πῦρ ἐναύσαντες οἱ ἐχθροὶ τὰ ἐκεῖ κάλλη εἰς τέλος
ἡμάθυναν. Τότε καὶ ᾿Ατμὰν ὑποστρέφων σὺν τοῖς
ἀμφ' αὐτὸν, ἐπεὶ συνῆσαν σφίσι κατὰ συμμαχίαν
καὶ Βηλοκωμῖται, προσλαβὼν ἐκείνους κενῇ τῶν
ἐποίκων Βηλοκώμη προσβάλλει καὶ κατὰ κράτος
αἱρεῖ, καὶ τοὺς μὲν κτείνει, αὐτὸς δὲ μυρίον πλοῦ
τον εὑρὼν ἐξολβίζεται, καὶ τὰ πιστά οἱ τῆς [Ρ 288]
ἀσφαλείας ἐκ τῶν ὀχυρωμάτων περιποιεῖ. Τούτων
ἀπώνατο τῶν δεινῶν καὶ Προῦσα, μόνη περιλει- το βόντος τῶν ᾿Αμογαβάρων ἐφαίνετο· οὕτω γὰρ ἰδια
φθεῖσα τῶν ἔξωθεν καλλονῶν. Τούτων καὶ Πηγαὶ "
παραθαλασσία πόλις τῶν δυσχερῶν ἐπειράθη. Τῶν
γὰρ ἔξω πάντων συγκλεισθέντων ἐντὸς, ὅσοι καὶ τὸ
ξίφος ἔφυγον, ἐντίκτει νόσον λοιμώδη τὸ συνεπτύ.
χθαι λιμῷ καὶ κακοπαθείαις. Ἔτι δὲ καὶ τῇ νόσῳ ἐς
νυμεῖτο τὸ ἔθνος, τῷ ἐξ ᾿Αβάρων, οἶμαι, κατάγε
σθαι. Οὐ μόνον δ' αὐτόχθονες ταῦτ' ἔπεσχον, ἀλλ' ὡς
εἰπεῖν ἀνατολὴ πᾶσα Ῥωμαίων, ὅτι καὶ ὡς προς
φυγίω χρησάμενοι τῷ ἐπιτειχίσματι πάντες ἐκεῖ
κατέδραμον, καὶ καινή τις ἅλωσις ἦν παρὰ τῶν
τοῖς δὲ καὶ πρόστιμον ἐτέθη παρὰ βασιλέως ζημίας εἰς χιλιάδας ἐπ’ αἰτίᾳ τοῦ μὴ τὸν μέγαν δέξασθαι δοῦκα, οὕτω τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἐπάνοδον ἐπαγγείλαντος, καὶ δέει τοῦ μὴ παθεῖν κἀκείνους τὰ τοῖς Κυζικηνοῖς ξυμβάντα. οὐδὲ γὰρ ἀνεκτὰ οὐδ’ ὅσον καὶ ὑποσχεῖν δυνατὰ τἀκεῖ τολμηθέντα ἠγγέλλοντο. βίοι γὰρ ἡρπάζοντο καὶ γυναῖκες ὑβρίζοντο καὶ κόρια διεφθείροντο. καὶ ὁ μὲν ἔχων εὐθὺς ἐσκυλεύετο, ἀγαπητὸν ἔχων εἰ διδοὺς σώζοιτο· ὁ δὲ μὴ ἔχων τῇ τοῦ ἔχειν ὑποψίᾳ κατεδικάζετο, καὶ αἰώραις δειναῖς καὶ βασάνοις ἠτάζετο, ἔγκλημα φέρων τὸ μὴ χρημάτων θέλειν τὴν σωτηρίαν πορίζεσθαι. πᾶσα δ’ ἐκείνων περιουσία οὐ μᾶλλον τοῦ κεκτημένου ἢ τοῦ καταλαβόντος τῶν Ἀμογαβάρων ἐφαίνετο· οὕτω γὰρ ἰδιωνυμεῖτο τὸ ἔθνος, τῷ ἐξ Ἀβάρων, οἶμαι, κατάγεσθαι. οὐ μόνον δ’ αὐτόχθονες ταῦτ’ ἔπασχον, ἀλλ’ ὡς εἰπεῖν ἀνατολὴ πᾶσα Ῥωμαίων, ὅτι καὶ ὡς προσφυγίῳ χρησάμενοι τῷ ἐπιτειχίσματι πάντες ἐκεῖ κατέδραμον, καὶ καινή τις ἅλωσις ἦν παρὰ τῶν οἰκείων τοῖς ἀπ’ ἐχθρῶν φεύγουσιν.
παρὰ βασιλέως ζημίας εἰς χιλιάδας ἐπ' αἰτίᾳ τοῦ μὴ
τὸν μέγαν δέξασθαι δοῦκα, οὕτω του βασιλέως Μι
χαὴλ μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἐπάνοδον ἐπαγγείλαντος, και
δέει τοῦ μὴ παθεῖν κἀκείνους τὰ τοῖς Κυζικηνοῖς
ξυμβάντα. Οὐδὲ γὰρ ἀνεκτὰ οὐδ᾽ ὅσον καὶ ὑποσχεῖν
δυνατὰ τἀκεῖ τολμηθέντα Αγγέλλοντο. Βίο: γὰρ ήρ
πάζοντο, καὶ γυναῖκες ὑβρίζοντο, καὶ κόρια διεφθεί
ροντο. Καὶ ὁ μὲν ἔχων εὐθὺς ἐσκυλεύετο, ἀγαπητόν
ἔχων εἰ διδοὺς σώζοιτο· ὁ δὲ μὴ ἔχων τῇ τοῦ ἔχειν
ὑποψίᾳ κατεδικάζετο, καὶ αἰώραις δειναῖς καὶ βα
σάνοις ἡτάζετο, ἔγκλημα φέρων τὸ μὴ χρημάτων
θέλειν τὴν σωτηρίαν πορίζεσθαι. Πᾶσα δ' ἐκείνων
περιουσία οὐ μᾶλλον τοῦ κεκτημένου ἢ τοῦ καταλα
Καὶ τότε οἱ μὲν ὑποστάντες ἐσφάττοντο, γύναια δὲ ἡ ἑκατοστύας ἔπιπτον. Τοῖς δὲ καὶ πρόστιμον ἐτέθη
καὶ παιδάρια πλῆθος μυρίον πρὸς τὸ φρούριον φεύ
γοντα Άγρα ἦν ἑτοίμη τοῖς προκαταλαβοῦσι. Και
τέλος οἱ τέως τοῖς ἄλλοις προσεπαμύνειν ἀποστελλό
μενοι δρασμῷ μηχανώνται τὴν σωτηρίαν, καὶ αὐτὰ
προσαποβαλόντες τὸ βασιλικά χρήματα· ἔπειτα
πῦρ ἐναύσαντες οἱ ἐχθροὶ τὰ ἐκεῖ κάλλη εἰς τέλος
ἡμάθυναν. Τότε καὶ ᾿Ατμὰν ὑποστρέφων σὺν τοῖς
ἀμφ' αὐτὸν, ἐπεὶ συνῆσαν σφίσι κατὰ συμμαχίαν
καὶ Βηλοκωμῖται, προσλαβὼν ἐκείνους κενῇ τῶν
ἐποίκων Βηλοκώμη προσβάλλει καὶ κατὰ κράτος
αἱρεῖ, καὶ τοὺς μὲν κτείνει, αὐτὸς δὲ μυρίον πλοῦ
τον εὑρὼν ἐξολβίζεται, καὶ τὰ πιστά οἱ τῆς [Ρ 288]
ἀσφαλείας ἐκ τῶν ὀχυρωμάτων περιποιεῖ. Τούτων
ἀπώνατο τῶν δεινῶν καὶ Προῦσα, μόνη περιλει- το βόντος τῶν ᾿Αμογαβάρων ἐφαίνετο· οὕτω γὰρ ἰδια
φθεῖσα τῶν ἔξωθεν καλλονῶν. Τούτων καὶ Πηγαὶ "
παραθαλασσία πόλις τῶν δυσχερῶν ἐπειράθη. Τῶν
γὰρ ἔξω πάντων συγκλεισθέντων ἐντὸς, ὅσοι καὶ τὸ
ξίφος ἔφυγον, ἐντίκτει νόσον λοιμώδη τὸ συνεπτύ.
χθαι λιμῷ καὶ κακοπαθείαις. Ἔτι δὲ καὶ τῇ νόσῳ ἐς
νυμεῖτο τὸ ἔθνος, τῷ ἐξ ᾿Αβάρων, οἶμαι, κατάγε
σθαι. Οὐ μόνον δ' αὐτόχθονες ταῦτ' ἔπεσχον, ἀλλ' ὡς
εἰπεῖν ἀνατολὴ πᾶσα Ῥωμαίων, ὅτι καὶ ὡς προς
φυγίω χρησάμενοι τῷ ἐπιτειχίσματι πάντες ἐκεῖ
κατέδραμον, καὶ καινή τις ἅλωσις ἦν παρὰ τῶν
PG 144:457ἐῶ σωμάτων ἀκρωτηριασμοὺς καὶ φόνους καὶ μιασμάτων φορυτὸν ἄλλως, οἷς οἱ ἀμύνειν ἐπιστάντες τοὺς ἀθλίους πυργηρουμένους ἐκ πάσης περιέβαλον ἀπηνείας. ὁ γὰρ σφᾶς ἄγων, τὸ μὲν προσθεραπεύειν θέλων ἐκείνους ὡς τὴν ἀρχὴν ἐκείνῳ πεπιστευκότας, τὸ δὲ δεδιὼς τὸν παρ’ αὐτῶν κίνδυνον, εἰ αὐτοῦ ἱκανῶς τὰ κατὰ χρείαν εὑρόντος ὑστέρησαν ἐκεῖνοι τῶν ἠλπισμένων, οὐδ’ ὁπωσοῦν ἀναστέλλειν εἶχεν, ἀλλ’ ἐνεδίδου σφίσι τὰ κατὰ νοῦν πράττειν, καὶ ταῦθ’ ἱκανουμένοις καὶ τοῖς ἐκ βασιλέως σιτηρεσίοις, κἂν οὐδὲν ἔτι κατώρθουν οὐδ’ ὅλως ἔπραττον. ἀλλ’ ἀναληπτέον τὸν λόγον πρὸς τὸ εὐσύνοπτον. Στρατηγὸς ἦν τῇδε Μαρούλης, καὶ μέγας ἄρχων ἐξ ἀξιώματος ἐκλεί̈ζετο. οὗτος τὰ μὲν πλεῖστα ἐκείνῳ προσεῖχε καὶ ἐθεράπευεν ὑποκείμενος (οὕτω γὰρ καὶ τὸ βασιλικὸν ἐβούλετο πρόςταγμα), τέως δ’ οὖν καὶ τοὺς οἰκείους κακῶς παρ’ ἐκείνων πάσχοντας κατῳκτίζετο, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ συνίστα καὶ περιέθαλπεν.
οἰκείων τοῖς ἀπ' ἐχθρῶν φεύγουσιν. Ἐῶ σωμάτων ἢ ἐμπειροπολέμους πεζοὺς καὶ ἀνόπλους καθίστων καὶ
ἀκρωτηριασμούς και φόνους καὶ μιασμάτων φορυ
τὸν ἄλλως, οἷς οἱ ἀμύνειν ἐπιστάντες τοὺς ἀθλίους
πυργηρουμένους ἐκ πάσης περιέβαλον ἀπηνείας. Ο
γὰρ στᾶς ἄγων, τὸ μὲν προσθεραπεύειν θέλων
ἐκείνους ὡς τὴν ἀρχὴν ἐκείνῳ πεπιστευκότας, τὸ δὲ
δεδιὼς τὸν παρ' αὐτῶν κίνδυνον, εἰ αὐτοῦ ἱκανῶς τὰ
κατὰ χρείαν εὑρόντος ὑστέρησαν ἐκεῖνοι τῶν ἠλπι
σμένων, οὐδ᾽ ἐπωσοῦν ἀναστέλλειν εἶχεν, ἀλλ' ἐνα
εξόδου σφίσι τὰ κατὰ νοῦν πράττειν, καὶ ταῦθ᾽ ἱκα
νουμένοις καὶ τοῖς ἐκ βασιλέως σιτηρεσίοις, καν
οὐδὲν ἔτι κατώρθουν οὐδ' όλως ἔπραττον. Αλλ' ἀνα
ληπτέον τὸν λόγον πρὸς τὸ εὐσύνοπτον. Στρατηγός
ἦν τῇδε Μαρούλης, καὶ μέγας ἄρχων ἐξ ἀξιώματος
ἐκλείζετο. Οὗτος τὰ μὲν πλεῖστα ἐκείνῳ προσεῖχε
καὶ ἐθεράπευεν ὑποκείμενες (οὕτω γὰρ καὶ τὸ βασι
λικὴν ἐβούλετο πρόσταγμα), τέως δ᾽ οὖν καὶ τοὺς
οἰκείους κακῶς παρ' ἐκείνων πάσχοντας κατῳκτίζετο,
μᾶλλον μὲν οὖν καὶ συνίστα καὶ περιέθαλπεν. Ηπτο
γὰρ κἀκείνων τὸ κοινὸν ἐκεῖνο δεινόν, καὶ εἰς στρα
τιώτας [Ρ 289] τεταγμένους ἔτι καὶ ταῖς ἀληθείαις
τῶν κατ' οίκον ἐστέρουν ὡς εἴ τινας ἀγρότας καὶ
μετανάστης, ενθρυπτόμενοι σφίσιν. Οἱ δὲ τῷ τοῦ
κρατοῦντος δέει καὶ τῷ ἐξ ἐμφυλίων πολέμων νομι
ζομένῳ κινδύνῳ ὑποστελλόμενοι, ὡς μή τι νεωτερι
σθείη τῶν ἀνηκέστων, τέως ἐκ βίας ὥρμων καὶ
πολλάκις ἐσφάδαζον ἀμυνούμενοι. Τέλος τῶν ἐχθρῶν
ἐγγὺς ἀγγελθέντων κατὰ τὸν τοῦ Γουλιέλμου πύρο
γον, οἱ μὲν ἀπαντόθεν σύναμα τῷ σφῶν στρατηγῷ
τῷ Μαρούλῃ χωρεῖν οὐκ ἀπώκνουν ὁμόσε τοῖς πολε
μίοις, οἱ δ᾽ ἐλπισμὸν μὲν παρείχον φανῆναι καὶ
συμμαχεῖν, ἀλλὰ τῶν συνήθων οὔμενουν οὐκ ἐλή
θοντο· βραδέως γὰρ ἐζώννυντο, καὶ μόλις εκόσμουν
τοὺς ἵππους, καὶ προμηθεῖς ἦσαν τοῦ ἀκινδύνου
σφίσιν, ὡς φαίνεσθαι. Καὶ τὸ βράδος ἐδίδου μεσούν
των αὐτῶν τὴν ὁδὸν κατορθούν τους προτέρους καὶ
μόνους τὴν μάχην. Ὡς δ' οἱ μὲν ὑστέρουν, οἱ δὲ
κατωρθωκότες ὑπέστρεφον, ἐνταῦθά τις εἶδε τὸ τῶν
συμμάχων κακόηθες, καὶ ὅτι οὐχ ὡς φίλοις, ὡς εἰκὸς
ἦν, ἀλλ' ὡς ἐχθροῖς τοῖς ἡμετέροις προσεφέροντο.
Συνίασι γὰρ ἐξ ὑποστροφῆς ἐκείνοις οἱ κατωρθω
ἧπτο γὰρ κἀκείνων τὸ κοινὸν ἐκεῖνο δεινόν, καὶ εἰς στρατιώτας τεταγμένους ἔτι καὶ ταῖς ἀληθείαις ἐμπειροπολέμους πεζοὺς καὶ ἀνόπλους καθίστων καὶ τῶν κατ’ οἶκον ἐστέρουν ὡς εἴ τινας ἀγρότας καὶ μετανάστας, ἐνθρυπτόμενοι σφίσιν. οἱ δὲ τῷ τοῦ κρατοῦντος δέει καὶ τῷ ἐξ ἐμφυλίων πολέμων νομιζομένῳ κινδύνῳ ὑποστελλόμενοι, ὡς μή τι νεωτερισθείη τῶν ἀνηκέστων, τέως ἐκ βίας ὥρμων καὶ πολλάκις ἐσφάδαζον ἀμυνούμενοι. τέλος τῶν ἐχθρῶν ἐγγὺς ἀγγελθέντων κατὰ τὸν τοῦ Γουλιέλμου πύργον, οἱ μὲν ἁπαντόθεν συνάμα τῷ σφῶν στρατηγῷ τῷ Μαρούλῃ χωρεῖν οὐκ ἀπώκνουν ὁμόσε τοῖς πολεμίοις, οἱ δ’ ἐλπισμὸν μὲν παρεῖχον φανῆναι καὶ συμμαχεῖν, ἀλλὰ τῶν συνήθων οὔμενουν οὐκ ἐλήθοντο· βραδέως γὰρ ἐζώννυντο, καὶ μόλις ἐκόσμουν τοὺς ἵππους, καὶ προμηθεῖς ἦσαν τοῦ ἀκινδύνου σφίσιν, ὡς φαίνεσθαι. καὶ τὸ βράδος ἐδίδου μεσούντων αὐτῶν τὴν ὁδὸν κατορθοῦν τοὺς προτέρους καὶ μόνους τὴν μάχην. ὡς δ’ οἱ μὲν ὑστέρουν οἱ δὲ κατωρθωκότες ὑπέστρεφον, ἐνταῦθά τις εἶδε τὸ τῶν συμμάχων κακόηθες, καὶ ὅτι οὐχ ὡς φίλοις, ὡς εἰκὸς ἦν, ἀλλ’ ὡς ἐχθροῖς τοῖς ἡμετέροις προσεφέροντο.
οἰκείων τοῖς ἀπ' ἐχθρῶν φεύγουσιν. Ἐῶ σωμάτων ἢ ἐμπειροπολέμους πεζοὺς καὶ ἀνόπλους καθίστων καὶ
ἀκρωτηριασμούς και φόνους καὶ μιασμάτων φορυ
τὸν ἄλλως, οἷς οἱ ἀμύνειν ἐπιστάντες τοὺς ἀθλίους
πυργηρουμένους ἐκ πάσης περιέβαλον ἀπηνείας. Ο
γὰρ στᾶς ἄγων, τὸ μὲν προσθεραπεύειν θέλων
ἐκείνους ὡς τὴν ἀρχὴν ἐκείνῳ πεπιστευκότας, τὸ δὲ
δεδιὼς τὸν παρ' αὐτῶν κίνδυνον, εἰ αὐτοῦ ἱκανῶς τὰ
κατὰ χρείαν εὑρόντος ὑστέρησαν ἐκεῖνοι τῶν ἠλπι
σμένων, οὐδ᾽ ἐπωσοῦν ἀναστέλλειν εἶχεν, ἀλλ' ἐνα
εξόδου σφίσι τὰ κατὰ νοῦν πράττειν, καὶ ταῦθ᾽ ἱκα
νουμένοις καὶ τοῖς ἐκ βασιλέως σιτηρεσίοις, καν
οὐδὲν ἔτι κατώρθουν οὐδ' όλως ἔπραττον. Αλλ' ἀνα
ληπτέον τὸν λόγον πρὸς τὸ εὐσύνοπτον. Στρατηγός
ἦν τῇδε Μαρούλης, καὶ μέγας ἄρχων ἐξ ἀξιώματος
ἐκλείζετο. Οὗτος τὰ μὲν πλεῖστα ἐκείνῳ προσεῖχε
καὶ ἐθεράπευεν ὑποκείμενες (οὕτω γὰρ καὶ τὸ βασι
λικὴν ἐβούλετο πρόσταγμα), τέως δ᾽ οὖν καὶ τοὺς
οἰκείους κακῶς παρ' ἐκείνων πάσχοντας κατῳκτίζετο,
μᾶλλον μὲν οὖν καὶ συνίστα καὶ περιέθαλπεν. Ηπτο
γὰρ κἀκείνων τὸ κοινὸν ἐκεῖνο δεινόν, καὶ εἰς στρα
τιώτας [Ρ 289] τεταγμένους ἔτι καὶ ταῖς ἀληθείαις
τῶν κατ' οίκον ἐστέρουν ὡς εἴ τινας ἀγρότας καὶ
μετανάστης, ενθρυπτόμενοι σφίσιν. Οἱ δὲ τῷ τοῦ
κρατοῦντος δέει καὶ τῷ ἐξ ἐμφυλίων πολέμων νομι
ζομένῳ κινδύνῳ ὑποστελλόμενοι, ὡς μή τι νεωτερι
σθείη τῶν ἀνηκέστων, τέως ἐκ βίας ὥρμων καὶ
πολλάκις ἐσφάδαζον ἀμυνούμενοι. Τέλος τῶν ἐχθρῶν
ἐγγὺς ἀγγελθέντων κατὰ τὸν τοῦ Γουλιέλμου πύρο
γον, οἱ μὲν ἀπαντόθεν σύναμα τῷ σφῶν στρατηγῷ
τῷ Μαρούλῃ χωρεῖν οὐκ ἀπώκνουν ὁμόσε τοῖς πολε
μίοις, οἱ δ᾽ ἐλπισμὸν μὲν παρείχον φανῆναι καὶ
συμμαχεῖν, ἀλλὰ τῶν συνήθων οὔμενουν οὐκ ἐλή
θοντο· βραδέως γὰρ ἐζώννυντο, καὶ μόλις εκόσμουν
τοὺς ἵππους, καὶ προμηθεῖς ἦσαν τοῦ ἀκινδύνου
σφίσιν, ὡς φαίνεσθαι. Καὶ τὸ βράδος ἐδίδου μεσούν
των αὐτῶν τὴν ὁδὸν κατορθούν τους προτέρους καὶ
μόνους τὴν μάχην. Ὡς δ' οἱ μὲν ὑστέρουν, οἱ δὲ
κατωρθωκότες ὑπέστρεφον, ἐνταῦθά τις εἶδε τὸ τῶν
συμμάχων κακόηθες, καὶ ὅτι οὐχ ὡς φίλοις, ὡς εἰκὸς
ἦν, ἀλλ' ὡς ἐχθροῖς τοῖς ἡμετέροις προσεφέροντο.
Συνίασι γὰρ ἐξ ὑποστροφῆς ἐκείνοις οἱ κατωρθω
PG 144:459συνίασι γὰρ ἐξ ὑποστροφῆς ἐκείνοις οἱ κατωρθωκότες, καὶ δέον ὀνειδίζειν σφίσι τὸ κατεβλακευμένον καὶ ἀμελές, οἱ δὲ καὶ δεινῶν ἐπειρῶντο, καὶ ὡς ἄλλοις πολεμίοις τοῖς ἰδίοις ἔγνωσαν προσβαλεῖν. ἦν δ’ ἐκείνοις τὸ τῆς πείρας σοφόν, ὡς ἔδειξε, παρακερδαίνειν ἐκ τούτων τὰ λάφυρα. καὶ ὁ μὲν ὑπείκων διδοὺς τὸ ἐκ τοῦ πολέμου κέρδος ἐσώζετο· ὁ δ’ ὁπωσοῦν ἀνθιστάμενος, οὐχ ἧττον φιλοκερδὴς ἢ φιλελεύθερος ὤν, εἰ ἀφαιρεθείη ἀνάνδρως τὸ νίκης σύμβολον οἰκείῳ αἵματι διακινδυνεύσας πρὸς τοὺς ἐχθρούς, οὗτος καιρίαν δεχόμενος ἀπηλλάττετο, τὸ πεσεῖν εὐκλεῶς τοῦ ἀκλεῶς στερηθῆναι τῶν ἐνάρων, ὡς εἰκός, ἀνθαιρούμενος. Καὶ ταῦτ’ ἦσαν σφίσι τὰ κατορθούμενα εἰς ἦρος ἐξ Ἀρκτούρου, ὅτε καί τινες ἐξ αὐτῶν, οὐκ ὀλίγη τις μοῖρα τῶν ὅλων, οὐκ ἔχοντες πλέον ἐκεῖ ποιεῖν ὧν πρὶν ἔπραξαν, τῶν αὐτοχθόνων φυγῇ χρησαμένων διὰ τὴν ἐξ ἐκείνων καιρικὴν ἄδειαν, ἱκανὸν ναυσὶ φόρτον νηήσαντες, καὶ μᾶλλον ἐκ σίτου καὶ τῶν ἐς τροφὴν ἀναγκαίων, κατὰ πόδας τῶν περὶ Τζιμῆν καὶ οὗτοι ἐξώρμων, ὀλίγα τῶν πρὸς τὸν μέγαν δοῦκα συνθεσιῶν φροντίσαντες.
κότες, καὶ δέον ὀνειδίζειν σφίσι τὸ κατεβλακευμένον ἡ ὀλίγα τῶν πρὸς τὸν μέγαν δοῦκα συνθεσιών φροντί
καὶ ἀμελὲς, οἱ δὲ καὶ δεινῶν ἐπειρῶντο, καὶ ὡς ἄλ
λοις πολεμίοις τοῖς ἰδίοις ἔγνωσαν προσβαλεῖν. "Ην
δ' ἐκείνοις τὸ τῆς πείρας σοφόν, ὡς ἔδειξε, παρακερα
εαίνειν ἐκ τούτων τὰ λάφυρα. Καὶ ὁ μὲν ὑπείκων
διδοὺς τὸ ἐκ τοῦ πολέμου κέρδος ἐσώζετο· ὁ δ᾽
οπωσοῦν ἀνθιστάμενος, οὐχ ἧττον φιλοκερδή; ἢ φιλ
ελεύθερος ῶν, εἰ ἀφαιρεθείη ἀνάνδρως τὸ νίκης σύμ
Φιλον οἰκείῳ αἵματι διακινδυνεύσας πρὸς τοὺς ἔχω
τρούς, οὗτος και μίαν δεχόμενος ἀπηλλάττετο, τὸ
πεσεῖν εὐκλεῶς τοῦ ἀκλεῶς στερηθῆναι τῶν ἐνάρων,
ὡς εἰκός, ἀνθαιρούμενος. Καὶ ταῦτ᾽ ἦταν σφίσι τὰ
κατορθούμενα εἰ; ἦρο; ἐξ ᾿Αρκτούρου, ὅτε καί τινες
ἐξ αὐτῶν, οὐκ ὀλίγη τις μοῖρα τῶν ὅλων, οὐκ ἔχον
τες πλέον ἐκεῖ ποιεῖν ὧν πρὶν ἔπραξαν, τῶν αὐτο
χθόνων φυγῇ χρησαμένων διὰ τὴν ἐξ ἐκείνων καιρι
κὴν ἄδειαν, ἱκανὸν ναυσὶ φόρτον νηήσαντες, καὶ
μᾶλλον ἐκ σίτου καὶ τῶν ἐς τροφὴν ἀναγκαίων,
κατὰ πόδας τῶν περὶ Τζιμὴν καὶ οὗτοι ἐξώρμων,
σαντες. Τῶν δ' ἄλλων ἀργούντων διὰ παντὸς χει
μῶνος περὶ τὴν Κύζικον, πρόφασις ἦν αὐτοῖ; τῆς
ἀργίας τὸ τοῦ τριμήνου πληρωθέντος ἐφ᾽ ᾧπερ ἔλα
Τον τοὺς μισθούς μὴ καὶ αὖθις ἐξ ἑτοίμου [Ρ 200
πέμπεσθαι ρόγας τῆς ἐς νέωτα ξυμμαχίας κατὰ τὰ
σφᾶς συμφωνηθέντα πρὸς βασιλέως. Διά τοι ταῦτα
ερυθριών οἷον διὰ τὸ σφῶν ἁπρακτον ὁ αὐτῶν ἐξη
γούμενος προς βασιλέα ταχυναυτεῖ. Καὶ τὰ μὲν
ἐκείνων ὡς οἷόν τε ἐπειλύων, μόνα δὲ τὰ περὶ τῶν
μισθῶν ἀνενέγκας καὶ δεηθείς, ἔτι δὲ καὶ ᾿Αλανεῖ;
ἱκανοῦσθαι θέλων ὡς ἀρεῖκοῖς τὰ ἐς πόλεμον (ἐῴχει
γὰρ ἐκείνοις τῷ μηδὲ τοῖς ἰδίοις πιστεύοντα), τὰ μὲν
ἐντεῦθεν λαβὼν, τὰ δὲ καὶ ἐρισθεὶς ἐκ νήσων εκλέ
ξαι, διὰ ταχέων ὑπέστρεφεν ὡς ἑτοίμως δεξόμενος
καὶ ἵππους σταλέντας τοῖς Ἀλανοῖς, ὡς ἐζήτητο.
Γέγονε ταῦτα. Καὶ ὁ μὲν δι' ὅλης τῆς τεσσαρακοστῆς
πεῖραν διδοὺς καὶ λαμβάνων ἐπὶ τῷ παραμένειν
και προθυμεῖσθαι τὸν τὴν ῥόγαν λαβόντα, οὕτω διέσ
τῶν δ’ ἄλλων ἀργούντων διὰ παντὸς χειμῶνος περὶ τὴν Κύζικον, πρόφασις ἦν αὐτοῖς τῆς ἀργίας τὸ τοῦ τριμήνου πληρωθέντος ἐφ’ ᾧπερ ἔλαβον τοὺς μισθούς, μὴ καὶ αὖθις ἐξ ἑτοίμου πέμπεσθαι ῥόγας τῆς ἐς νέωτα ξυμμαχίας κατὰ τὰ σφᾶς συμφωνηθέντα πρὸς βασιλέως. διά τοι ταῦτα ἐρυθριῶν οἷον διὰ τὸ σφῶν ἄπρακτον ὁ αὐτῶν ἐξηγούμενος πρὸς βασιλέα ταχυναυτεῖ. καὶ τὰ μὲν ἐκείνων ὡς οἷόν τε ἐπειλύων, μόνα δὲ τὰ περὶ τῶν μισθῶν ἀνενέγκας καὶ δεηθείς, ἔτι δὲ καὶ Ἀλανοῖς ἱκανοῦσθαι θέλων ὡς ἀρεϊκοῖς τὰ ἐς πόλεμον (ἐῴκει γὰρ ἐκείνοις τῷ μηδὲ τοῖς ἰδίοις πιστεύοντι), τὰ μὲν ἐντεῦθεν λαβὼν τὰ δὲ καὶ ὁρισθεὶς ἐκ νήσων ἐκλέξαι, διὰ ταχέων ὑπέστρεφεν ὡς ἑτοίμως δεξόμενος καὶ ἵππους σταλέντας τοῖς Ἀλανοῖς, ὡς ἐζήτητο. γέγονε ταῦτα. καὶ ὁ μὲν δι’ ὅλης τῆς τεσσαρακοστῆς πεῖραν διδοὺς καὶ λαμβάνων ἐπὶ τῷ παραμένειν καὶ προθυμεῖσθαι τὸν τὴν ῥόγαν λαβόντα, οὕτω διένεμε τὰ τοῦ μισθοῦ χρήματα. καὶ τοῖς μὲν Ἰταλοῖς διούγγια χρυσοῦ καὶ τριούγγια μηνὸς ἑκάστου ἐπλήρου, Ἀλανοὺς δ’ ἕκαστον τρισὶ καὶ μόνοις τοῦ μηνὸς ἐνικάνου νομίσμασι, πρὸς τῷ καὶ ἵππους τισὶ δοθῆναι οὓς ἀπεξεδέχετο κατὰ τὰ συνθήματα.
κότες, καὶ δέον ὀνειδίζειν σφίσι τὸ κατεβλακευμένον ἡ ὀλίγα τῶν πρὸς τὸν μέγαν δοῦκα συνθεσιών φροντί
καὶ ἀμελὲς, οἱ δὲ καὶ δεινῶν ἐπειρῶντο, καὶ ὡς ἄλ
λοις πολεμίοις τοῖς ἰδίοις ἔγνωσαν προσβαλεῖν. "Ην
δ' ἐκείνοις τὸ τῆς πείρας σοφόν, ὡς ἔδειξε, παρακερα
εαίνειν ἐκ τούτων τὰ λάφυρα. Καὶ ὁ μὲν ὑπείκων
διδοὺς τὸ ἐκ τοῦ πολέμου κέρδος ἐσώζετο· ὁ δ᾽
οπωσοῦν ἀνθιστάμενος, οὐχ ἧττον φιλοκερδή; ἢ φιλ
ελεύθερος ῶν, εἰ ἀφαιρεθείη ἀνάνδρως τὸ νίκης σύμ
Φιλον οἰκείῳ αἵματι διακινδυνεύσας πρὸς τοὺς ἔχω
τρούς, οὗτος και μίαν δεχόμενος ἀπηλλάττετο, τὸ
πεσεῖν εὐκλεῶς τοῦ ἀκλεῶς στερηθῆναι τῶν ἐνάρων,
ὡς εἰκός, ἀνθαιρούμενος. Καὶ ταῦτ᾽ ἦταν σφίσι τὰ
κατορθούμενα εἰ; ἦρο; ἐξ ᾿Αρκτούρου, ὅτε καί τινες
ἐξ αὐτῶν, οὐκ ὀλίγη τις μοῖρα τῶν ὅλων, οὐκ ἔχον
τες πλέον ἐκεῖ ποιεῖν ὧν πρὶν ἔπραξαν, τῶν αὐτο
χθόνων φυγῇ χρησαμένων διὰ τὴν ἐξ ἐκείνων καιρι
κὴν ἄδειαν, ἱκανὸν ναυσὶ φόρτον νηήσαντες, καὶ
μᾶλλον ἐκ σίτου καὶ τῶν ἐς τροφὴν ἀναγκαίων,
κατὰ πόδας τῶν περὶ Τζιμὴν καὶ οὗτοι ἐξώρμων,
σαντες. Τῶν δ' ἄλλων ἀργούντων διὰ παντὸς χει
μῶνος περὶ τὴν Κύζικον, πρόφασις ἦν αὐτοῖ; τῆς
ἀργίας τὸ τοῦ τριμήνου πληρωθέντος ἐφ᾽ ᾧπερ ἔλα
Τον τοὺς μισθούς μὴ καὶ αὖθις ἐξ ἑτοίμου [Ρ 200
πέμπεσθαι ρόγας τῆς ἐς νέωτα ξυμμαχίας κατὰ τὰ
σφᾶς συμφωνηθέντα πρὸς βασιλέως. Διά τοι ταῦτα
ερυθριών οἷον διὰ τὸ σφῶν ἁπρακτον ὁ αὐτῶν ἐξη
γούμενος προς βασιλέα ταχυναυτεῖ. Καὶ τὰ μὲν
ἐκείνων ὡς οἷόν τε ἐπειλύων, μόνα δὲ τὰ περὶ τῶν
μισθῶν ἀνενέγκας καὶ δεηθείς, ἔτι δὲ καὶ ᾿Αλανεῖ;
ἱκανοῦσθαι θέλων ὡς ἀρεῖκοῖς τὰ ἐς πόλεμον (ἐῴχει
γὰρ ἐκείνοις τῷ μηδὲ τοῖς ἰδίοις πιστεύοντα), τὰ μὲν
ἐντεῦθεν λαβὼν, τὰ δὲ καὶ ἐρισθεὶς ἐκ νήσων εκλέ
ξαι, διὰ ταχέων ὑπέστρεφεν ὡς ἑτοίμως δεξόμενος
καὶ ἵππους σταλέντας τοῖς Ἀλανοῖς, ὡς ἐζήτητο.
Γέγονε ταῦτα. Καὶ ὁ μὲν δι' ὅλης τῆς τεσσαρακοστῆς
πεῖραν διδοὺς καὶ λαμβάνων ἐπὶ τῷ παραμένειν
και προθυμεῖσθαι τὸν τὴν ῥόγαν λαβόντα, οὕτω διέσ
PG 144:461ὃ δὴ καὶ μέγαν μεταξὺ τούτων ἀνήγειρε κυδοιμὸν ἐκ φιλαυτίας ἀναρριπισθέντα, ὡς μετ’ ὀλίγον ῥηθήσεται. ἐκεῖνος μὲν οὖν ἔξαρχον τῶν καθ’ αὑτὸν καταστήσας νεῶν οὐσῶν ὡσεὶ δώδεκα, ὃν ἀμηραλὴν ἡ ἐκείνων διάλεκτος ἐξυμνεῖ. ὁρισμῷ πρὸς τοῦτο καὶ τοῦ κρατοῦντος, στόλον ἐξαρτύσας ἐξ Ἰταλῶν, ἅμα παλλακαῖς αὐτῶν καὶ παντοδαποῖς πραγμάτων εἴδεσιν ἐκ τῆς χώρας, ὧν ἕκαστος ἐγκρατὴς ἦν καὶ ὧν ἐξ αὐτῆς λαβεῖν ηὐπόρησεν, ἀνὰ τὰς νήσους ἐκπέμπει, σύνθημα δοὺς ἐκείνοις τὴν σφετέραν αὐτοῦ κατὰ τὴν Ἀσίαν ἄφιξιν, τοῦ καὶ σφᾶς ἅμα προςσχεῖν Ἀναίᾳ καὶ τοῖς ἐκεῖ μέρεσι συμμαχήσοντας. τῶν δ’ ὑπολειφθέντων ἀπεπειρᾶτο ἐς ὃ καὶ κινήσειεν ἐκ Κυζίκου τέως δυσαπαλλάκτως διὰ τὴν ἐκεῖ βλακείαν τῆς χώρας ἔχοντας.
νεμε τὰ τοῦ μισθού χρήματα. Καὶ τοῖς μὲν Ιταλοῖς παννυχίσι καὶ λιτανείαι;, ὧν οὐδ᾽ αὐτὸς βασιλεὺς
διού για χρυσοῦ καὶ τριύγγια μηνὸς ἑκάστου
ἐπλήρου, Αλανούς, δ᾽ ἕκαστον τρισὶ καὶ μόνοις τοῦ
μηνὸς ἐνικάνου νομίσματι πρὸς τῷ καὶ ἵππους τισὶ
δοθῆναι οὓς ἀπεξεδέχετο γεια τὰ συνθήματα. "Ο δὴ
καὶ μέγαν μεταξὺ τούτων ἀνήγειρε κυδοιμὴν ἐκ
φιλαυτίας ἀναῤῥιπισθέντα, ὡς μετ' ὀλίγον ῥηθήσει
ται. Ἐκεῖνος μὲν οὖν ἔξαρχον τῶν καθ᾽ αὑτὸν κατα
στήσας νεῶν οὐτῶν ὡσεὶ δώδεκα, δν ἀμηραλὴν ἡ
ἐκείνων διάλεκτος ἐξυμνεῖ, ὁρισμῷ πρὸς τοῦτο καὶ
τοῦ κρατοῦντος, στόλον ἐξαρτύσας ἐξ Ἰταλῶν, ἅμα
παλλακαῖς αὐτῶν καὶ παντοδαποῖς πραγμάτων εἶδε
σιν ἐκ τῆς χώρας, ὧν ἕκαστος ἐγκρατὴς ἦν καὶ ὧν
ἐξ αὐτῆς λαβεῖν ηπόρησεν, ἀνὰ τὰς νήσου, ἐκπέμ
πει, σύνθημα δοὺς ἐκείνοις τὴν σφετέραν αὐτοῦ
κατὰ τὴν ᾿Ασίαν ἄφιξιν, τοῦ καὶ σφᾶς ἅμα προσ
σχεῖν Αναίᾳ καὶ τοῖς ἐκεῖ μέρεσι συμμαχήσοντας.
Τῶν δ' ὑπολειφθέντων ἀπεπειρᾶτο ἐς ὅ καὶ κινήσειεν
ἐκ Κυζίκου τέως δυσαπαλλάκτως διὰ τὴν ἐκεῖ βλα
χείαν τῆς χώρας ἔχοντας. Καὶ ὁ μὲν ταῦτα, βασι
λεὺς δὲ καὶ τὴν τοῦ ἀκούειν τακείνοις πεπραγμένα
θέλησιν παραιτούμενος ὡς οὐδὲν ὑγιὲς ἔχοντα,
μόνην δ' ὀργὴν Θεοῦ τῶν ἁπάντων ἐκείνων ἐπαιτιώ
μενο;, εἶχε μὲν καὶ τὸν τότε πατριαρχοῦντα συχναῖς
Β
πολλάκις ἀπελιμπάνετο, αὐταῖς ἰδίαις εὐχαῖς καὶ
κανόσι τὰ τῆς πρὸς Θεὸν ἱκεσίας καὶ παρὰ δύναμιν
ἐξανύοντα τῷ ἤδη θαῤῥεῖν ἐξανύτειν χρηστόν τι
ἐντεῦθεν. Ομως δὲ τὸ πᾶν ἐπ' ἐκείνοις σαλεύων ἦν
καὶ μόνοις, ὡς αὐτίκα εἰ κινηθεῖεν πράξειεν. Ἤκους
γὰρ καὶ περὶ Φιλαδελφείας τὰ πάνδεινα, καὶ ὡς
Αλισύρας [Ρ 291]σὺν Καρμανοῖς περιστάς τὴν πό
λιν, τὰ περὶ αὐτὴν πρότερον χειρωσάμενος φρούρια,
λιμῷ καὶ ἐνδείᾳ τῶν ἀναγκαίων ἐν ἐλπισμοῖς ἐστι
παρατήσασθαι· ὁ γὰρ λιμὸς ἔπειγε, καὶ ἔνου
μὲν κεφαλὴ τόσων σίκλων ἐξωνουμένη ηκούετο, αἷμα
δὲ σφαγῆς προβάτου καὶ χοίρου εἰς χρυσοῦν τιμώ
μενον νόμισμα, πρὸς μικρὰν ἐνδείας παραμυθίαν
ἀρκέσον τοῖς ληψομένοις. Διὰ ταῦτα καὶ τῆς μεγά
λης Εβδομάδος καταλαβούσης, Κρονίου μηνός λήγον.
της, τὴν ἰδίαν αὐταδέλφην τὴν τοῦ ᾿Ασάν Εἰρήνην
ὡς πενθερὰν πλῷ χρησομένην Κυζίκωσε ἀπολύει,
οὐδενὸς χάριν ἄλλου ἢ τοῦ τὸν γαμβρὸν ἐκμειλίξα
μένην ὁρμῆσαι· εἶναι γὰρ καὶ τὸν καιρὸν εἰς ἐκε
στρατείαν εὔθετον, ἀκμὴν δὲ ἀλλὰ καὶ στρατιωτικών
ἐξ ὑπογύου λαβόντας ἔχειν τὰς ῥόγας καὶ ἐντελομί
σθους εἶναι. Ως γοῦν μεθ᾿ ἡμέρας ἐπέστη, ἐκείνη
μὲν οὐδὲν ἦν τῶν ἐς ἐξόρμησιν συντεινόντων ὅπερ
καὶ ὁ μὲν ταῦτα, βασιλεὺς δὲ καὶ τὴν τοῦ ἀκούειν τἀκείνοις πεπραγμένα θέλησιν παραιτούμενος ὡς οὐδὲν ὑγιὲς ἔχοντα, μόνην δ’ ὀργὴν θεοῦ τῶν ἁπάντων ἐκείνων ἐπαιτιώμενος, εἶχε μὲν καὶ τὸν τότε πατριαρχοῦντα συχναῖς παννυχίσι καὶ λιτανείαις, ὧν οὐδ’ αὐτὸς βασιλεὺς πολλάκις ἀπελιμπάνετο, αὐταῖς ἰδίαις εὐχαῖς καὶ κανόσι τὰ τῆς πρὸς θεὸν ἱκεσίας καὶ παρὰ δύναμιν ἐξανύοντα τῷ ἤδη θαρρεῖν ἐξανύτειν χρηστόν τι ἐντεῦθεν. ὅμως δὲ τὸ πᾶν ἐπ’ ἐκείνοις σαλεύων ἦν καὶ μόνοις, ὡς αὐτίκα εἰ κινηθεῖεν πράξειεν. ἤκουε γὰρ καὶ περὶ Φιλαδελφείας τὰ πάνδεινα, καὶ ὡς Ἀλισύρας σὺν Καρμανοῖς περιστὰς τὴν πόλιν, τὰ περὶ αὐτὴν πρότερον χειρωσάμενος φρούρια, λιμῷ καὶ ἐνδείᾳ τῶν ἀναγκαίων ἐν ἐλπισμοῖς ἐστὶ παραστήσασθαι· ὁ γὰρ λιμὸς ἤπειγε, καὶ ὄνου μὲν κεφαλὴ τόσων σίκλων ἐξωνουμένη ἠκούετο, αἷμα δὲ σφαγῆς προβάτου καὶ χοίρου εἰς χρυσοῦν τιμώμενον νόμισμα, πρὸς μικρὰν ἐνδείας παραμυθίαν ἀρκέσον τοῖς ληψομένοις.
νεμε τὰ τοῦ μισθού χρήματα. Καὶ τοῖς μὲν Ιταλοῖς παννυχίσι καὶ λιτανείαι;, ὧν οὐδ᾽ αὐτὸς βασιλεὺς
διού για χρυσοῦ καὶ τριύγγια μηνὸς ἑκάστου
ἐπλήρου, Αλανούς, δ᾽ ἕκαστον τρισὶ καὶ μόνοις τοῦ
μηνὸς ἐνικάνου νομίσματι πρὸς τῷ καὶ ἵππους τισὶ
δοθῆναι οὓς ἀπεξεδέχετο γεια τὰ συνθήματα. "Ο δὴ
καὶ μέγαν μεταξὺ τούτων ἀνήγειρε κυδοιμὴν ἐκ
φιλαυτίας ἀναῤῥιπισθέντα, ὡς μετ' ὀλίγον ῥηθήσει
ται. Ἐκεῖνος μὲν οὖν ἔξαρχον τῶν καθ᾽ αὑτὸν κατα
στήσας νεῶν οὐτῶν ὡσεὶ δώδεκα, δν ἀμηραλὴν ἡ
ἐκείνων διάλεκτος ἐξυμνεῖ, ὁρισμῷ πρὸς τοῦτο καὶ
τοῦ κρατοῦντος, στόλον ἐξαρτύσας ἐξ Ἰταλῶν, ἅμα
παλλακαῖς αὐτῶν καὶ παντοδαποῖς πραγμάτων εἶδε
σιν ἐκ τῆς χώρας, ὧν ἕκαστος ἐγκρατὴς ἦν καὶ ὧν
ἐξ αὐτῆς λαβεῖν ηπόρησεν, ἀνὰ τὰς νήσου, ἐκπέμ
πει, σύνθημα δοὺς ἐκείνοις τὴν σφετέραν αὐτοῦ
κατὰ τὴν ᾿Ασίαν ἄφιξιν, τοῦ καὶ σφᾶς ἅμα προσ
σχεῖν Αναίᾳ καὶ τοῖς ἐκεῖ μέρεσι συμμαχήσοντας.
Τῶν δ' ὑπολειφθέντων ἀπεπειρᾶτο ἐς ὅ καὶ κινήσειεν
ἐκ Κυζίκου τέως δυσαπαλλάκτως διὰ τὴν ἐκεῖ βλα
χείαν τῆς χώρας ἔχοντας. Καὶ ὁ μὲν ταῦτα, βασι
λεὺς δὲ καὶ τὴν τοῦ ἀκούειν τακείνοις πεπραγμένα
θέλησιν παραιτούμενος ὡς οὐδὲν ὑγιὲς ἔχοντα,
μόνην δ' ὀργὴν Θεοῦ τῶν ἁπάντων ἐκείνων ἐπαιτιώ
μενο;, εἶχε μὲν καὶ τὸν τότε πατριαρχοῦντα συχναῖς
Β
πολλάκις ἀπελιμπάνετο, αὐταῖς ἰδίαις εὐχαῖς καὶ
κανόσι τὰ τῆς πρὸς Θεὸν ἱκεσίας καὶ παρὰ δύναμιν
ἐξανύοντα τῷ ἤδη θαῤῥεῖν ἐξανύτειν χρηστόν τι
ἐντεῦθεν. Ομως δὲ τὸ πᾶν ἐπ' ἐκείνοις σαλεύων ἦν
καὶ μόνοις, ὡς αὐτίκα εἰ κινηθεῖεν πράξειεν. Ἤκους
γὰρ καὶ περὶ Φιλαδελφείας τὰ πάνδεινα, καὶ ὡς
Αλισύρας [Ρ 291]σὺν Καρμανοῖς περιστάς τὴν πό
λιν, τὰ περὶ αὐτὴν πρότερον χειρωσάμενος φρούρια,
λιμῷ καὶ ἐνδείᾳ τῶν ἀναγκαίων ἐν ἐλπισμοῖς ἐστι
παρατήσασθαι· ὁ γὰρ λιμὸς ἔπειγε, καὶ ἔνου
μὲν κεφαλὴ τόσων σίκλων ἐξωνουμένη ηκούετο, αἷμα
δὲ σφαγῆς προβάτου καὶ χοίρου εἰς χρυσοῦν τιμώ
μενον νόμισμα, πρὸς μικρὰν ἐνδείας παραμυθίαν
ἀρκέσον τοῖς ληψομένοις. Διὰ ταῦτα καὶ τῆς μεγά
λης Εβδομάδος καταλαβούσης, Κρονίου μηνός λήγον.
της, τὴν ἰδίαν αὐταδέλφην τὴν τοῦ ᾿Ασάν Εἰρήνην
ὡς πενθερὰν πλῷ χρησομένην Κυζίκωσε ἀπολύει,
οὐδενὸς χάριν ἄλλου ἢ τοῦ τὸν γαμβρὸν ἐκμειλίξα
μένην ὁρμῆσαι· εἶναι γὰρ καὶ τὸν καιρὸν εἰς ἐκε
στρατείαν εὔθετον, ἀκμὴν δὲ ἀλλὰ καὶ στρατιωτικών
ἐξ ὑπογύου λαβόντας ἔχειν τὰς ῥόγας καὶ ἐντελομί
σθους εἶναι. Ως γοῦν μεθ᾿ ἡμέρας ἐπέστη, ἐκείνη
μὲν οὐδὲν ἦν τῶν ἐς ἐξόρμησιν συντεινόντων ὅπερ
διὰ ταῦτα καὶ τῆς μεγάλης ἑβδομάδος καταλαβούσης, Κρονίου μηνὸς λήγοντος, τὴν ἰδίαν αὐταδέλφην τὴν τοῦ Ἀσὰν Εἰρήνην ὡς πενθερὰν πλῷ χρησομένην Κυζίκωσε ἀπολύει, οὐδενὸς χάριν ἄλλου ἢ τοῦ τὸν γαμβρὸν ἐκμειλιξαμένην ὁρμῆσαι· εἶναι γὰρ καὶ τὸν καιρὸν εἰς ἐκστρατείαν εὔθετον, ἀκμὴν δὲ ἀλλὰ καὶ στρατιωτικὸν ἐξ ὑπογύου λαβόντας ἔχειν τὰς ῥόγας καὶ ἐντελομίσθους εἶναι. ὡς γοῦν μεθ’ ἡμέρας ἐπέστη, ἐκείνη μὲν οὐδὲν ἦν τῶν ἐς ἐξόρμησιν συντεινόντων ὅπερ οὐκ ἔλεγέ τε καὶ ἔπραττε, Ἰταλοὶ δὲ καὶ αὖθις ἐν ὑπερημερίαις τρίβειν θέλοντες τὸν καιρὸν μάχας ἐμφυλίους ἐκ πολλῆς τῆς ὑπερηφανίας καθίστων, καὶ πρὸς Ἀλανοὺς εἰς διενέξεις ἀκαίρους ἐχώρουν. παρώτρυνε γὰρ ὁ ζῆλος καὶ Ἀλανούς, ὅτ’ ἐκείνων τριουγγίοις καὶ διουγγίοις μηνὸς ἑκάστου ἱκανουμένων αὐτοὶ ἐν ὀλίγῳ τινὶ ἐμισθοῦντο καὶ τῶν ἀπερριμμένων παρ’ ἐκείνοις ἐδόκουν. καὶ πρὸς ταῦτα διαφοραῖς τισὶ καὶ ἀπεχθείαις τὰς γνώμας ἐκείνων ἠλλοτριοῦντο.
νεμε τὰ τοῦ μισθού χρήματα. Καὶ τοῖς μὲν Ιταλοῖς παννυχίσι καὶ λιτανείαι;, ὧν οὐδ᾽ αὐτὸς βασιλεὺς
διού για χρυσοῦ καὶ τριύγγια μηνὸς ἑκάστου
ἐπλήρου, Αλανούς, δ᾽ ἕκαστον τρισὶ καὶ μόνοις τοῦ
μηνὸς ἐνικάνου νομίσματι πρὸς τῷ καὶ ἵππους τισὶ
δοθῆναι οὓς ἀπεξεδέχετο γεια τὰ συνθήματα. "Ο δὴ
καὶ μέγαν μεταξὺ τούτων ἀνήγειρε κυδοιμὴν ἐκ
φιλαυτίας ἀναῤῥιπισθέντα, ὡς μετ' ὀλίγον ῥηθήσει
ται. Ἐκεῖνος μὲν οὖν ἔξαρχον τῶν καθ᾽ αὑτὸν κατα
στήσας νεῶν οὐτῶν ὡσεὶ δώδεκα, δν ἀμηραλὴν ἡ
ἐκείνων διάλεκτος ἐξυμνεῖ, ὁρισμῷ πρὸς τοῦτο καὶ
τοῦ κρατοῦντος, στόλον ἐξαρτύσας ἐξ Ἰταλῶν, ἅμα
παλλακαῖς αὐτῶν καὶ παντοδαποῖς πραγμάτων εἶδε
σιν ἐκ τῆς χώρας, ὧν ἕκαστος ἐγκρατὴς ἦν καὶ ὧν
ἐξ αὐτῆς λαβεῖν ηπόρησεν, ἀνὰ τὰς νήσου, ἐκπέμ
πει, σύνθημα δοὺς ἐκείνοις τὴν σφετέραν αὐτοῦ
κατὰ τὴν ᾿Ασίαν ἄφιξιν, τοῦ καὶ σφᾶς ἅμα προσ
σχεῖν Αναίᾳ καὶ τοῖς ἐκεῖ μέρεσι συμμαχήσοντας.
Τῶν δ' ὑπολειφθέντων ἀπεπειρᾶτο ἐς ὅ καὶ κινήσειεν
ἐκ Κυζίκου τέως δυσαπαλλάκτως διὰ τὴν ἐκεῖ βλα
χείαν τῆς χώρας ἔχοντας. Καὶ ὁ μὲν ταῦτα, βασι
λεὺς δὲ καὶ τὴν τοῦ ἀκούειν τακείνοις πεπραγμένα
θέλησιν παραιτούμενος ὡς οὐδὲν ὑγιὲς ἔχοντα,
μόνην δ' ὀργὴν Θεοῦ τῶν ἁπάντων ἐκείνων ἐπαιτιώ
μενο;, εἶχε μὲν καὶ τὸν τότε πατριαρχοῦντα συχναῖς
Β
πολλάκις ἀπελιμπάνετο, αὐταῖς ἰδίαις εὐχαῖς καὶ
κανόσι τὰ τῆς πρὸς Θεὸν ἱκεσίας καὶ παρὰ δύναμιν
ἐξανύοντα τῷ ἤδη θαῤῥεῖν ἐξανύτειν χρηστόν τι
ἐντεῦθεν. Ομως δὲ τὸ πᾶν ἐπ' ἐκείνοις σαλεύων ἦν
καὶ μόνοις, ὡς αὐτίκα εἰ κινηθεῖεν πράξειεν. Ἤκους
γὰρ καὶ περὶ Φιλαδελφείας τὰ πάνδεινα, καὶ ὡς
Αλισύρας [Ρ 291]σὺν Καρμανοῖς περιστάς τὴν πό
λιν, τὰ περὶ αὐτὴν πρότερον χειρωσάμενος φρούρια,
λιμῷ καὶ ἐνδείᾳ τῶν ἀναγκαίων ἐν ἐλπισμοῖς ἐστι
παρατήσασθαι· ὁ γὰρ λιμὸς ἔπειγε, καὶ ἔνου
μὲν κεφαλὴ τόσων σίκλων ἐξωνουμένη ηκούετο, αἷμα
δὲ σφαγῆς προβάτου καὶ χοίρου εἰς χρυσοῦν τιμώ
μενον νόμισμα, πρὸς μικρὰν ἐνδείας παραμυθίαν
ἀρκέσον τοῖς ληψομένοις. Διὰ ταῦτα καὶ τῆς μεγά
λης Εβδομάδος καταλαβούσης, Κρονίου μηνός λήγον.
της, τὴν ἰδίαν αὐταδέλφην τὴν τοῦ ᾿Ασάν Εἰρήνην
ὡς πενθερὰν πλῷ χρησομένην Κυζίκωσε ἀπολύει,
οὐδενὸς χάριν ἄλλου ἢ τοῦ τὸν γαμβρὸν ἐκμειλίξα
μένην ὁρμῆσαι· εἶναι γὰρ καὶ τὸν καιρὸν εἰς ἐκε
στρατείαν εὔθετον, ἀκμὴν δὲ ἀλλὰ καὶ στρατιωτικών
ἐξ ὑπογύου λαβόντας ἔχειν τὰς ῥόγας καὶ ἐντελομί
σθους εἶναι. Ως γοῦν μεθ᾿ ἡμέρας ἐπέστη, ἐκείνη
μὲν οὐδὲν ἦν τῶν ἐς ἐξόρμησιν συντεινόντων ὅπερ
ὡς γοῦν ἔτυχον μέν τινες τῶν Ἀλανῶν ἀλήθοντες κατὰ μύλωνα, ἔτυχον δὲ κἀκ τῶν Ἀμογαβάρων ἐξ ἀλαστορίας ὄντι ῥητῆς τῇ ἀλετρίδι ἐπιχειροῦντες, ἐπέβαλον δὲ τὰς χεῖρας καὶ τοῖς ἀλεύροις, ἔρις ἐντεῦθεν καὶ φιλονεικία διὰ λόγων τέως συνίσταται, καὶ Ἀλανός τις, ὡς λέγεται, πρὸς ἐκείνους ἠπείλει ταῦτα σφᾶς ὅσον οὐκ ἤδη καὶ τὸν μέγαν διαθεῖναι δοῦκα ἅττα καὶ τὸν μέγαν δομέστικον ἔδρασαν. τοῦτο ῥηθὲν εἰκαίως οὐκ ἔλαθε, καὶ ἡ ὑποψία τοῦ λόγου δεινὴν ἐνέτεινε μῆνιν, καὶ ὡς ἤδη παθὼν ἀκούσας ἐκεῖνος ἠμύνετο. ἐμπίπτουσι τοίνυν νυκτὸς Ἀλανοῖς ὀλίγοις πολλοὶ καὶ εὐτρεπεῖς ἀνετοίμοις. οἳ δὴ καὶ ἐξ αὐτῆς τὴν μάχην ἀναρριπίσαντες, πεφραγμένοι πελταῖς, τῷ καθ’ αὑτοὺς ἀσφαλεῖ πίσυνοι, οἱ μὲν κατὰ θύρας τῶν οἰκιῶν, οἱ δὲ καὶ ἀποστεγοῦντες τοὺς οἴκους, στερρῶς κατηκόντιζον Ἀλανῶν. οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ τῷ ἀναγκαίῳ ἑαυτοὺς ἀρτύναντες ὑφιστάμενοι ἐτοξάζοντο, καὶ ἔπιπτον ἑκατέρωθεν. ἀλλ’ Ἰταλοὶ περιῆσαν, καὶ ὁ τοῦ τῶν Ἀλανῶν ἐξηγουμένου Γεωργοῦς παῖς, ἀνὴρ μεγιστὰν καὶ τὰς μάχας ἀρεϊκός, σὺν πολλοῖς ἄλλοις πίπτει κατακοντισθείς.
νεμε τὰ τοῦ μισθού χρήματα. Καὶ τοῖς μὲν Ιταλοῖς παννυχίσι καὶ λιτανείαι;, ὧν οὐδ᾽ αὐτὸς βασιλεὺς
διού για χρυσοῦ καὶ τριύγγια μηνὸς ἑκάστου
ἐπλήρου, Αλανούς, δ᾽ ἕκαστον τρισὶ καὶ μόνοις τοῦ
μηνὸς ἐνικάνου νομίσματι πρὸς τῷ καὶ ἵππους τισὶ
δοθῆναι οὓς ἀπεξεδέχετο γεια τὰ συνθήματα. "Ο δὴ
καὶ μέγαν μεταξὺ τούτων ἀνήγειρε κυδοιμὴν ἐκ
φιλαυτίας ἀναῤῥιπισθέντα, ὡς μετ' ὀλίγον ῥηθήσει
ται. Ἐκεῖνος μὲν οὖν ἔξαρχον τῶν καθ᾽ αὑτὸν κατα
στήσας νεῶν οὐτῶν ὡσεὶ δώδεκα, δν ἀμηραλὴν ἡ
ἐκείνων διάλεκτος ἐξυμνεῖ, ὁρισμῷ πρὸς τοῦτο καὶ
τοῦ κρατοῦντος, στόλον ἐξαρτύσας ἐξ Ἰταλῶν, ἅμα
παλλακαῖς αὐτῶν καὶ παντοδαποῖς πραγμάτων εἶδε
σιν ἐκ τῆς χώρας, ὧν ἕκαστος ἐγκρατὴς ἦν καὶ ὧν
ἐξ αὐτῆς λαβεῖν ηπόρησεν, ἀνὰ τὰς νήσου, ἐκπέμ
πει, σύνθημα δοὺς ἐκείνοις τὴν σφετέραν αὐτοῦ
κατὰ τὴν ᾿Ασίαν ἄφιξιν, τοῦ καὶ σφᾶς ἅμα προσ
σχεῖν Αναίᾳ καὶ τοῖς ἐκεῖ μέρεσι συμμαχήσοντας.
Τῶν δ' ὑπολειφθέντων ἀπεπειρᾶτο ἐς ὅ καὶ κινήσειεν
ἐκ Κυζίκου τέως δυσαπαλλάκτως διὰ τὴν ἐκεῖ βλα
χείαν τῆς χώρας ἔχοντας. Καὶ ὁ μὲν ταῦτα, βασι
λεὺς δὲ καὶ τὴν τοῦ ἀκούειν τακείνοις πεπραγμένα
θέλησιν παραιτούμενος ὡς οὐδὲν ὑγιὲς ἔχοντα,
μόνην δ' ὀργὴν Θεοῦ τῶν ἁπάντων ἐκείνων ἐπαιτιώ
μενο;, εἶχε μὲν καὶ τὸν τότε πατριαρχοῦντα συχναῖς
Β
πολλάκις ἀπελιμπάνετο, αὐταῖς ἰδίαις εὐχαῖς καὶ
κανόσι τὰ τῆς πρὸς Θεὸν ἱκεσίας καὶ παρὰ δύναμιν
ἐξανύοντα τῷ ἤδη θαῤῥεῖν ἐξανύτειν χρηστόν τι
ἐντεῦθεν. Ομως δὲ τὸ πᾶν ἐπ' ἐκείνοις σαλεύων ἦν
καὶ μόνοις, ὡς αὐτίκα εἰ κινηθεῖεν πράξειεν. Ἤκους
γὰρ καὶ περὶ Φιλαδελφείας τὰ πάνδεινα, καὶ ὡς
Αλισύρας [Ρ 291]σὺν Καρμανοῖς περιστάς τὴν πό
λιν, τὰ περὶ αὐτὴν πρότερον χειρωσάμενος φρούρια,
λιμῷ καὶ ἐνδείᾳ τῶν ἀναγκαίων ἐν ἐλπισμοῖς ἐστι
παρατήσασθαι· ὁ γὰρ λιμὸς ἔπειγε, καὶ ἔνου
μὲν κεφαλὴ τόσων σίκλων ἐξωνουμένη ηκούετο, αἷμα
δὲ σφαγῆς προβάτου καὶ χοίρου εἰς χρυσοῦν τιμώ
μενον νόμισμα, πρὸς μικρὰν ἐνδείας παραμυθίαν
ἀρκέσον τοῖς ληψομένοις. Διὰ ταῦτα καὶ τῆς μεγά
λης Εβδομάδος καταλαβούσης, Κρονίου μηνός λήγον.
της, τὴν ἰδίαν αὐταδέλφην τὴν τοῦ ᾿Ασάν Εἰρήνην
ὡς πενθερὰν πλῷ χρησομένην Κυζίκωσε ἀπολύει,
οὐδενὸς χάριν ἄλλου ἢ τοῦ τὸν γαμβρὸν ἐκμειλίξα
μένην ὁρμῆσαι· εἶναι γὰρ καὶ τὸν καιρὸν εἰς ἐκε
στρατείαν εὔθετον, ἀκμὴν δὲ ἀλλὰ καὶ στρατιωτικών
ἐξ ὑπογύου λαβόντας ἔχειν τὰς ῥόγας καὶ ἐντελομί
σθους εἶναι. Ως γοῦν μεθ᾿ ἡμέρας ἐπέστη, ἐκείνη
μὲν οὐδὲν ἦν τῶν ἐς ἐξόρμησιν συντεινόντων ὅπερ
PG 144:463καὶ τότε πολλοὶ μὲν τρωθέντες πολλοὶ δὲ καὶ πεσόντες, καὶ ἄκοντες διελύοντο. τῇ δ’ ὑστεραίᾳ καὶ αὖθις καρτερὰ συνίσταται μάχη, τῶν μὲν ὑπερηφανούντων, Ἀλανῶν δ’ οὐκ ἀνεκτῶς ἐχόντων τὸν τοῦ πεσόντος οἴκτιστον θάνατον. καὶ τότ’ ἀμυνομένοις τοῖς Ἀλανοῖς εἰς τριακοσίους πεσεῖν ὑπῆρξεν, ὡς λέγεται. καὶ ταῦτ’ ἐπράττετο Βοηδρομιῶνος ἐνάτῃ, ὅτε οὐδ’ αὐτὸς μέγας δοὺξ οἷός τ’ ἦν ἀμωσγέπως μεταξὺ τῶν μαχομένων φαινόμενος ἀναστέλλειν τὸν πόλεμον. ὅμως ῥαί̈σαντος τοῦ κακοῦ, πολλῶν καὶ περὶ αὑτοῖς δεδοικότων τῶν ἐγχωρίων, τοῦ Γεωργοῦς μεθ’ ἡμέρας ἐπιστάντος ἐπὶ διαπεπραγμένοις τοῖς Ἀλανοῖς πολὺς ἦν ὁ τῶν Ἰταλῶν ἐξηγούμενος δώροις ἐκμειλίσσων τὸν βάρβαρον, εἰ κἀκεῖνος υἱοῦ ποινὴν κατατεθνειῶτος οὕτως ἀκόσμως οὐκ ἤθελε δέχεσθαι, ἀλλά γε καὶ μετόπισθεν κότον εἶχεν ὄφρα τελέσσοι. ἐπέστη Πυαντιών, κἀκείνους μὲν ἡ Ἀχυράους εἶχε ποσουμένους εἰς χιλιάδας, ὧν τὸ Ἰταλικὸν ἓξ ἦσαν, ἦσαν δὲ καὶ τὸ περιλειφθὲν Ἀλανῶν πλῆθος ὡς εἰς χιλίους. τὸ δὲ λοιπὸν Ῥωμαϊκὸν ἦν ὑπὸ τὸν μέγαν ἄρχοντα τὸν Μαρούλην.
οὐκ ἔλεγέ τε καὶ ἔπραττε, Ἰταλοὶ δὲ καὶ αὖθις ἐν
ὑπερημεμίαις τρίδειν θέλοντες τὸν καιρὸν μάχας
ἐμφυλίους ἐκ πολλῆς τῆς ὑπερηφανίας καθίστων,
καὶ πρὸς ᾿Αλανοὺς εἰς διενέξεις ἀκαίρους ἐχώρουν,
Παρώτρυνε γὰρ ὁ ζῆλος καὶ ᾿Αλανοὺς, ὅτ᾽ ἐχείνων
πριουγγίοις καὶ διουγγίοις μηνὸς ἑκάστου ἱκανουμέ-
νῶν αὐτοὶ ἐν ὀλίγῳ τινὶ ἐμισθοῦντο καὶ τῶν ἀπεῤ-
ῥινμένων παρ᾽ ἐκείνοις ἐδόκουν. Καὶ πρὸς ταῦτα
διαφυραῖ; τισι καὶ ἀπεχϑείαις τὰς γνώμας ἐκείνων
φλλοτριοῦντο, “Ὡς γοῦν ἔτυχον μέν τινες τῶν ᾿Αλα-
νῶν ἀλήθοντες κατὰ μύλωνα, ἔτυχον δὲ κἀκ τῶν
᾿Αμογαδάρων ἐξ ἀλαστορίας δντι ῥητῆς τῇ ἀλετρίϑι
ἐπιχειροῦντες, ἐπέδαλον δὲ τὰς χεῖρας καὶ τοῖς
ἀλεύροις, ἔρις ἐντεῦθεν καὶ φιλονεικία διὰ λόγων
πέως συνίσταται, καὶ ᾿Αλανός τις, λέγεται, πρὸς
ἐχείνους ἠπείλει ταῦτα σφᾶς ὅσον οὐκ ἤδη καὶ τὸν
μέγαν διαθεῖναι δοῦχα ἅττα καὶ τὸν μέγαν δομέστε-
κὸν ἔδρασαν. Τοῦτο ῥηδὲν εἰκαίως οὐκ ἔλαθε, καὶ
ἡ ὑποψία τοῦ λόγου δεινὴν ἐνέτεινε μῆνιν, καὶ ὡς
ἤδη παθὼν ἀχούσας ἐκεῖνος ἡμύγετο, ᾿Ἐμπέπτουσι
ποίνυν νυκτὸς ᾿Αλαγοῖς ὀλίγοις πολλοὶ καὶ εὐτρεπεῖς
ἀνετοίμοις, Οἱ δὴ καὶ ἐξ αὐτῆ: τὴν μάχην ἀναῤῥιπί-
ψαντες, πεφραγμένοι πέλταις, τῷ καθ᾽ αὐτοὺς
ἀσφαλεῖ πίσυνοι, οἱ μὲν κατὰ θύρας τῶν οἰχιῶν, οἱ
δὲ χαὶ ἀποστεγοῦντες τοὺς οἴχους, στεῤῥῶς κατη-
ΞΈΜΕΗΝ. ὡμμμω μ
οὐκ ἔλεγέ τε καὶ ἔπραττε, Ἰταλοὶ δὲ καὶ αὖθις ἐν
ὑπερημεμίαις τρίδειν θέλοντες τὸν καιρὸν μάχας
ἐμφυλίους ἐκ πολλῆς τῆς ὑπερηφανίας καθίστων,
καὶ πρὸς ᾿Αλανοὺς εἰς διενέξεις ἀκαίρους ἐχώρουν,
Παρώτρυνς γὰρ ὁ ζῆλος καὶ ᾿Αλανοὺς, ὅτ᾽ ἐχείνων
πριουγγίοις καὶ διουγγίοις μηνὸς ἑκάστου ἱκανουμέ-
νῶν αὐτοὶ ἐν ὀλίγῳ τινὶ ἐμισθοῦντο καὶ τῶν ἀπεῤ-
ῥινμένων παρ᾽ ἐκείνοις ἐδόκουν. Καὶ πρὸς ταῦτα
διαφυραῖ; τισι καὶ ἀπεχϑείαις τὰς γνώμας ἐκείνων
φλλοτριοῦντο, "Ὡς γοῦν ἔτυχον μέν τινες τῶν ᾿Αλα-
νῶν ἀλήθοντες κατὰ μύλωνα, ἔτυχον δὲ κἂκ τῶν
᾿Αμογαδάρων ἐξ ἀλαστορίας δντι ῥητῆς τῇ ἀλετρίϑι
ἐπιχειροῦντες, ἐπέδαλον δὲ τὰς χεῖρας καὶ τοῖς
ἀλεύροις, ἔρις ἐντεῦθεν καὶ φιλονεικία διὰ λόγων
πέως συνίσταται, καὶ ᾿Αλανός τις, λέγεται, πρὸς
ἐχείνους ἠπείλει ταῦτα σφᾶς ὅσον οὐκ ἤδη καὶ τὸν
μέγαν διαθεῖναι δοῦχα ἅττα καὶ τὸν μέγαν δομέστι-
κὸν ἔδρασαν. Τοῦτο ῥηθὲν εἰκαίως οὐκ ἔλαθε, καὶ
ἡ ὑποψία τοῦ λόγου δεινὴν ἐνέτειυς μῆνιν, καὶ ὡς
ἤδη παρὼν ἀκούσας ἐκεῖνος ἠμύγετο, Ἐμπέπτουσι
ποΐνυν νυκτὸς ᾿Αλαγοῖς ὀλίγοις πολλοὶ καὶ εὐτρεπεῖς
ἀνετοίμοις, ΟἹ δὴ καὶ ἐξ αὐτῆς τὴν μάχην ἀναῤῥιπί-
ψαντες, πεφραγμένοι πέλταις, τῷ κγαθ᾽ αὐτοὺς
ἀσφαλεῖ πίσυνοι, οἱ μὲν κατὰ θύρας τῶν οἰκιῶν, οἱ
δὲ καὶ ἀποστεγοῦντες τυὺς οἴκους, στεῤῥῶς κατη-
φεφυϊθψπϑπὶ Ἀάνογραβ ΠροΙθ8 ΠΟΙΙρΑΓαὶϑ8, Εταπὶ
Ῥοῖτο Αἰδηὶ ργανογ οφίεγαπι ἐπι ρϑεεπι απ ἰπ)υ-
αἰαναια ἐμαί δην ἄγηνάιας σόν! οιΐαπῦ εἰΐεγαι! [.πὲ
Πνυγα μάνογβιιβ Πιοοθ. ον ἱπίφαυπι ὐϊβογίπιει
πο ᾿μθὶ8 [ἀσγαδὶ ἴπ δεϊροπάϊοτυπι ἀϊδιτὶ νυϊίοπα
Ῥϑοι δαί, ΟΟνογβαθδηιον ηΐαν ᾿ οταπι δηϊιπῖβ
ἡΠι5 φυννῖ μϑο. ἔγεϑγς ὑποῖηβ τποιιρίγιι τππδγορά
αὐ σνα δῖαν ἤῃ 1 8108, ἄππι ᾿ρ818 Δ η10 πιο ΓαυΓαΐ
Ῥδμβῖο ἐαχϑία, ἕ. ρεπὶ γαυΐε Ἰσηρα βοϊοοὶ δογῖαβ
ΒΘ ἸΟΙναπιν αὐμα ᾽π οαναΐ ὁσοαγου μαι πογυιῆ 10 ]-
θεῖα Ἀ0 [18 δὲ σιρογο ον ἀεορεσῖπ φίβμιδ ἐαρα-
φιοδαιίαν, ὙᾺΠ τόγοιπ ἀτγιίουίο ἐσπιΐ!! ΑἸλποβ
“ημσθμίαπι ἀείοτσθ {πιωθηιαθν δὰ. πποϊοιγίπαπι
ἀυλμηθαπι εἰ πιοίογε ; ἐν ηυ0. ὄμπι ευπὶ, ἕυρεγνα-
ἈΐΣ ΑἸδορα μα σΌγαηι αἰϊαμ!, δὲ ἐοπβυεία δυρογυΐα
ἀοῳ πευπὶ Κἰ δὲ ψηδίςαπι, φυ!η οἱ [τίμα ΑἸδπο-
τα ἱπρο!ομε ξεῖν. πιϑηϑ᾽ ἐπ είαιι. Ζυγρέντα
ϑῖπο ρείμιυ νογιρὶς σοιημιβθειιη, (0 ργοοοεπια
ἀθϑηις Αἰλπογμ πὐΐπα βυμὶ, ἰβονατος 66 Ὀγευί
πλλση ἀποὶ τάδε φυοι πλάμειο ἀοπνοδέίου ἐσοϊβεσιξ,
Ἐκερρία οἱ ναϊσαϊα 68 νὸχ ΠιλμΉ88 5050 [οἴουθδῳ
τὐῦδηά, οὐἶα, σοπμνονι, Μάγας, ργοίριο ἄπχ,
ἐπβάνασα μὲμ ον! ᾿νε δηϊαθδίαν, βοηι τὸ τρίβϑοι
γναθα, ἔγᾷ οἱ αἰ οἰκοφηθ! δεβίοτίο Πλχγαθαῖ, ἔσρο
φθοτασο ἴθ Δἰλνον πούδτθο οοινραναῖα ἔδοϊα. ἰη}-
ῬΡΒΒ10 ἐϑὲ Αιιοραθάτογαι, αὐ μὲ ράσςυμ ρΙαγί πη,
ἦν ΠΗρΡΑΥΆΤΟΒ οἰΐοβα ἐπβεγιοιί, ἀδηίφυδ πα η}}} ρο 5
ΠΝ
ἀποσαθν ψααπιαοημηα νἱ ἰμογααδπάογιμν ἴηπον
ἴων [νὴ (ον βείοι. ογθάουδηι, ρογριθήρογο 8. 3
πραγρίαηειγ οβεία ἀοπιογαπν ἧδν ψυΐνε5. ΔΙαθΐ ἰ-
χόντιζον ᾿Αλανῶν. Οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ τῷ ἀναγκαίῳ
ἑαυτοὺς ἀρτύναντες ὑφιστάμενοι ἐτοξάζοντο, καὶ
ἔπιπτον ἑκατέρωθεν, ᾽Αλλ᾽ Ἰταλοὶ περιῆσαν, χαὶ ὁ
ποῦ τῶν ᾿Αλανῶν ἐξηγουμένου Γεωργοῦς παῖς, ἀνὴρ
μεγιστὰν καὶ τὰς μάχας ἀρεϊκὸς, σὺν πολλοῖς ἄλλοις
πίπτει καταχοντεαθείς. [}Ρ 393] Καὶ τότε πολλοὶ μὲν
πρωθέντες, πολλοὶ δὲ καὶ πεσόντες, χαὶ ἄχοντες
διαλύοντο, Τῇ δ᾽ ὑστεραίᾳ καὶ αὖθις χαρτερὰ συν-
ἰσταται μάχη, τῶν μὲν ὑπερηφανούντων, ᾿Αλανῶν
δ᾽ οὐκ ἀνεκτῶς ἐχόντων τὸν τοῦ πεσόντος οἴχτιστον
θάνατόν. Καὶ τότ᾽ ἀμυνομένοις τοῖς ᾿Αλανοῖς εἰς
τριακοσίους πεσεῖν ὑπῆρξεν, ὡς λέγεται. Καὶ ταῦτ'
ἐπράττετο Βοηδρομιῶνος ἐνάτῃ, ὅτε οὐδ᾽ αὐτὸς μέ-
γας δοὺξ οἷάς τ᾽ ἦν ἀμωσγέπως μεταξὺ τῶν μαχο-
μένων φαινόμενος ἀναστέλλειν τὸν πόλεμον, “Ὅμως;
ῥαΐσαντος τοῦ καχοῦ, πολλῶν χαὶ περὶ αὐτοῖς; δεδτι-
χότων τῶν ἐγχωρίων, τοῦ Γεωργοῦς μεῦ᾽ ἡμέρας
ἐπιστάντος ἐπὶ διαπεπραγμένοις τοῖς ᾿Αλανεῖς πολὺς
ἦν ὁ τῶν Ἰταλῶν ἐξηγούμενος δώροις ἐχμειλίσσων
πὸν βάρδαρον, εἰ χἀκεῖνος υἱοῦ ποινὴν κατατεθνειῶ»-
τος΄ οὕτως ἀκόσμως οὐκ ἤθελε δέχεσθαι, ἀλλά γε
παὶ μετόπισθεν χότον εἶχεν δρρα τελέσσοι. ᾿Ἐπέστη
Πυαντιὼν, κἀκείνους μὲν ἡ ᾿Αχυράους εἶχε ποσον-
ψένους εἰς χιλιάδα;, ὧν τὸ Ἰταλικὸν ξξ ἦσαν, ἧσαν
δὲ καὶ τὸ περιλειφθὲν ᾿Αλανῶν πλῆθος ὡς εἰς χιλίους, "
τορα! βαθ ἀο ϑοιία 6 οὐ ναί νει ἐράίειπν, οἱ ἈΠς
4πι5 ἴ0τ Οδε ιν, ἐσ ϑάνεγαο βμευϊαπῖιγ, Ὑο της
αἰγίπαυνο, κεῖ8, ποηπυῆ!φ δΐπο δίψιιθ ἐπίία ἐδάθη-
τῆπιδ. [{4}} ἐεπίφιθ απροτίοτος δναβογαηί, Πιο
δυργοιμΐ ΑΙ πογαηι ἀποίς, σευγεὶ τοσαι!, γινοπο ἰῃ
ΤΠ βϑιῖο πίον μερίδι ἐβίδιοθ ἰναῦ 1 εἰ θο εἶν
Τμοῖγεο (οἰ ποτ θεΒ, δδρίμία ἰδεῖν, ἐσ ἡτ8 τπονὶ νην
φορεῖς. Ουλγθ υναλεΐς φυσηυα 8 6 5πὰ ρϑγίδ
χοϊπογϑεὶς, πρὸ ρϑυσίοτηνυα οοοίβἰθ, ΑἸμηΐ ταδὰ
διξσαιηθθι!65. διμιξ δίεγθ σοηοεὶ, Βυβιτ!ῖο γοά]ῆ-
ἀξ γΑ ΓΑ ἰπΐεϑε! υἱγίπα, Ἀπίπιΐδ ρυρηα δβί, ἰημε!-
ἀπισηδσ ΓΑΙ Οσαιπὶ δα ρον Ὀἰ βδ μμηρ ἔργγο ἤθη ναϊει-
αἰθοθ ΑἸαπίς, ργβεγεῖηι ἰρυε τοι! οανάδ γευδι πο-
Ἰη):βδί μα! φδυεῖὶς ἰρβοόταπὶ ἀἀυϊοβεδοτίβ, Πυηιθ {10
δία ἱρὰ γυξῆῖθν οἰγείιος ἱτεροπίος Παΐογαμα ἐπα
ἀϊσυμῖαν ρογεπιῖμϑθ. Εαἱι 165 αυ θῶο δοία βυηΐ,
μιοπᾶ θϑηϑὶϑ ΑΡΓΙ 5, απο πρησα ἰρϑέ τρλφηηβ
ἀἰικ ἱπίδγ βυβπαπιον ἀρράγθηδ, ἐοββογοσιθ αὖ ἀγα
θυ η65 [δ η5, 5818 ἀυοιον τα 19. Πναΐμι!ς ὡ{ τοσία-
τπὲν ἀἰτίππριάση, Ταπιθη ἔρεημοθίηο Ἀμΐ Βα πὶ
βοψίίο ρϑηϊο φοθε παἰουμεμιθ εἰποίθίο, ἐγοπιθαῖθῖν
θέμις μαίδαν οἵ {ΠῚ φοΐ ΑἸδηυνιιθνημα το ηπογαιῃ
ΘΒάΘΙἢ 59 Ἰυζα ον! ἔπ Χμ φαμν. μαἸπαρίθιη φηοινία
ΠῚ
ἀοιὶς ὀεἰ ἑεῖγο. βίη δ γορονοΐαγο ἄχ Πρ νιν
τοναϊναεινν ἐπ φυΐρμε Τα Πον ΒΠΠ8 ας οννδία. ρογ-
δἰαναι οἰναίνη5. ἐν ρτοραβίτο θα] ἐπα Πίαιεν οἰποιιϑῖ
ἀῶμε ἐμε βηνομν ἐς Ἰυγιμθιο πσρομὶ θῆρα οἰατίεομν
αἰμὶ 4, βοενϑνίταη ἰκέσμι φανίοιη ροπί τα πείνης,