PG 97Theodore Abu Qurrah
Theodore Abucara, Bishop of Caria
Printed pages · scan text
vision-corrected · Migne scan
Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.

NoticeNotitia

NoticeNotitia

col. 1447–1448page 1 of 82
Theodorus Abucara, Carum Episcopus
PG 97:14471. Ότι πέντε έχθροὺς ἔχομεν, ἐξ ὧν ἡμᾶς ὁ Σωτὴρ ἐλυτρώσατο. Πέντε θανατηφόρους ἐχθροὺς ἔχομεν. Ια 11. Διάκρισίς τε καὶ διασάφησις τῶν περὶ ἃς οἱ φιλόσοφοι καταγίνονται φωνῶν, καὶ ἔλεγχος τῆς τῶν διὰ φωνῆς Ἰωάννου Δαμασκη σόφου επισκόπου Καρών, Του Θεολόγου περὶ χρόνου, τοῦ αὐτοῦ ᾿Αβουκαρά πολις Θεόπολις), ένα
col. 1449–1450page 2 of 82
PG 97:1449Ακεφάλων, Σενηριανών ήτουν Ἰακωβιτών ψυχοφθόρου αἱρέσεως. 11. Διάλογος γενόμενος πρὸς τὸν τοῦ δρόμου Ἐμέσης (λογοθέτην) αιτησάμενον ἀποδοθῆναι αὐτῷ 17. Επιστολή περιέχουσα τὴν ὀρθὴν καὶ ἀμώμητον πίστιν. οι γεωργικοί. Περὶ τῆς πάλης τοῦ Χριστοῦ μετὰ διαβόλου. 7. Χ. Πρὸς Ἰουδαῖον. 386.: Ὁ Ἰουδαῖος, Εγώ σοι, φησίν. ΧΙΙ. Ερώτησις προς Νεστοριανόν. 389.: Τίς τὸ καθ᾿ ἡμῶν χειρόγραφον. ΧΙΙΙ. Ερώτησις. Τέσσαρά εἰσιν τὰ τοῦ Χριστοῦ. 12. ΧΙV. Διάλογος πρὸς Νεστοριανόν.: Διὰ τί Θεοτόκον τὴν Μαρίαν όνο Χν. Πρὸς Νεστοριανόν. 391.: Διὰ τί λέγεται ὁ Χριστὸς Χριστός; Ἠρωτήθη παρὰ πιστοῦ πῶς τοῦ Χριστοῦ τρανῶς ἀποφηναμένου, Φιλοσοφικὰ ὀνόματα κατηγορούμενα οὐσιωδῶς εἰ ἐπουσιωδῶς. δρόμου θρόνον, σύνη, δέκα, ἢ πεντήκοντα χρόνους.
col. 1451–1452page 3 of 82
PG 97:1451Ἐκ τῶν πρὸς τοὺς Σαῤῥακηνοὺς ἀντιῤῥήσεων, διὰ φωνῆς Ἰωάννου Δαμασκηνού. Επ Εἰπέ μοι, ᾧ ἐπίσκοπε, τοῖς τῶν Σαρακηνῶν ὑποκριταῖς. ΧΧ. "Οτι ὁ Μωάμεθ ἐχθρὸς ἦν τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπὸ δαίμονος ἠνωχλεῖτο. ΧΧΙ. Ερώτησις ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἐλαττόνων κηρύγματος βεβαιοῦται τὸ Χριστιανῶν δόγμα. Τῶν ἐλλογίμων Σαρακηνῶν. ΧΧΙΙ. Τὸν εὐλογούμενον ἄρτον εἶναι σῶμα Χριστοῦ. 10. ΧΧΙΙ. Ὅτι ὁ Χριστὸς γεγονώς ἄνθρωπος, Θεὸς ἀληθινός ἐστιν. Περὶ μονογαμίας. 401. Πόθεν ὑμῖν, ὦ ἐπίσκοπε, φαίνεται ἡ 5. ΧΧV. 'Απόδειξις ὅτι ἔχει ὁ Θεὸς Υἱὸν ὁμοούσιον, συνάναρχόν τε καὶ συναΐδιον. μηνῶν τὸ φρόνημα. Διάλεξις ἀποδεικνύουσα ὅτι ὁ Πατὴρ ἀεὶ γεννᾷ, ὁ δὲ Υἱὸς ἀεὶ γεννᾶται. Τὰ Θεὸς ὄνομα τίνος ἐνεργείας είρηται; τὸν ᾿Αβουχαρᾶν ἐν ΧΧΥΙΙ. Διάλεξις αἱρετικοῦ πρὸς ὀρθόδοξον περὶ Θεοῦ καὶ θεότητος. ΧΧΧ. Διάλεξις πρὸς Ιακωβίτην. 414. Πότερόν τοι δοκεῖ, ὁ Χριστὸς
col. 1453–1454page 4 of 82
PG 97:1453Ποία δικαιοσύνη, δέκα ή πεντήκοντα χρόνους ἁμαρτήσαντός τινος. 13. ΧΧΧΙΙΙ. Διάλογος προς Νεστοριανόν, 416. Ειπέ μοι, τὸ Χριστὸς Περὶ χρόνου. Ο χρόνος ἐν χρόνῳ ἢ οὐκ ἐν αἴτιον καλοῦ τε καὶ κακοῦ; παρά το μείζων. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ Θεοδώρου ἐπισκόπου Καρῶν περὶ τοῦ ᾿Αδάμ. Φωτίου. Τί ἐστι θάνατος; καὶ πῶς θανατοῦται ὁ θάνατος; (δοξάζει γὰρ καὶ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία,) καὶ ἰδοὺ Σύντομος διδασκαλία περὶ θείων ὀνομάτων, τῶν τε κοινῶν Τριάδος, καὶ τῶν ἰδικῶν ἑκάστου τῆς Περὶ ἑνώσεως καὶ σαρκώσεως, καὶ ὅτι ἡ μὲν ὑπόστασις ἐσαρκώθη, ἡ δὲ φύσις τῆς θεότητος ἡνώθη τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει ἐν ὑποστάσει τοῦ Θεοῦ Λόγου. Διὰ φωνῆς Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ.
col. 1455–1456page 5 of 82
PG 97:1455Ἐπιστολὴ περιέχουσα τὴν ὀρθὴν καὶ ἀμώμητον πίστιν, πεμφθεῖσα παρὰ τοῦ μακαριωτάτου πάπα Θωμᾶ πατριάρχου Ἱεροσολύμων πρὸς τοὺς κατὰ τὴν ᾿Αρμενίαν αἱρετίζοντας, Αραβιστὶ μὲν ὑπὸ Θεοδώρου τοῦ ἐπίκλην ᾿Αβουκαρά τοῦ Καρῶν ἐπισκόπου ὑπαγορευθείσα, διὰ δὲ Μιχαὴλ ἐμοῦ τοῦ ἐλαχίστου πρεσβυτέρου καὶ συγκέλλου τοῦ ἀποστολικοῦ θρόνου Ἱεροσολύμων μετα φρασθεῖσα, μεθ' οὗ καὶ ἀπέσταλται.
col. 1457–1458page 6 of 82

Dei. Quod semper generat. Ejusdem adversus Nestorianum, et Jacobitam. De differentia. De tempore. De Trinitate et proprietatibus personarum. Explicatio numerorum dubiorum. Interrogatio Origenistæ ad fidelem. Responsio ad infidelem. Musices opus. De condensatione. De analogiis seu proportionibus.. Synopticum Syntagma philosophiæ. Epitomatores Gesneriani, quod unius est, in tres dividunt. Theo duri episcopi contra Arabes, et contra Acephalos disputationes religiosæ, in 4. ms. In bibliotheca impe ratoris Vindobonæ Theodori episcopi Charran cognomento Abucare cum infideli (fortasse colloquium) de orthodoxa fide. Interrogatio Arabum ad Christianum, et aliorum ad eumdem, Græce exstant in Italia.. Theodori philosophi dialexis cum Nestoriano, et alia dialexis ejusdem, exstant in Italia. III. Ex GALLAND. Vet. Patrum Biblioth. 1. XIII, p. 10. Arabica, vel Syriaca voce sic dictus est Theodorus noster, quasi Abn Cara, hoc est, Pater sive episcopus Caræ, quæ ipsamet videtur civitas trans Jordanem posita in Palæstina, quam Scripturæ Charan sive Haran appellare censentur, cujus proinde Theodorus episcopus fuerit. Hoc tamen argu mentum Lequiemi tanti non est apud Fabricium Alii Charræ in Mesopotamia episcopum faciunt, ut Cotelerius, Turrianus, Itigius aliique. Discipulus et auditor fuit Joannis Damasceni. Quare et illud usurpat, a voce domini Joannis se accepisse ac sæpe etiam verba utriusque conveniunt. Floruit circa annum 770. Nonnulli Theodorum nostrum confundunt cum Theodoro Cariæ Photit amico qui in synodo vit, an. 869, Ignatii partes secutus est: alii cum Theodoro Rhaituensi, qui floruit circa an. 660, cum Antiocheno item sive Hagiopolitano. Sed ab his omnino esse distin guendum evincit Fabricius loco citato. Tria et xɩ ejus opuscula circumferuntur, a Gretsero edita ſere universa. Ex his delegimus tractatum De unione el incarnatione, quem primus edidit Græce et Latine ex MS. Bodleiano Andreas Arnoldus Norimbergensis qui idem in Cæsarea bibliotheca me moratur a Lambeccio. Consulendus etiam de nostro Theodoro Cotelerius Damasc. t. 1, p. 391. Bibl. Gr. tom. IX, p. 176. Theodor. Opusc. 18, 35, 37, etc. Confer. Cavæum ad an. 867. Parisiis an. 1685. Ad Homil. Clement. V, c. 23, n. 4. App. PP.. CATHEDRALIS ECCLESIÆ FRISINGENSIS CANONICO, PR.EPOSITO SPALTENSI, JACOBUS GRETSERUS SOCIETATIS JESU S. D. Mitto ad te, admodum Reverende et clarissime Domine Doctor, Theodorum cognomento Abuca rain, opus nec novum, neque antiquum; sed, si novato vocabulo uti licet, vɛonálatov, novantiquum. Antiquum est, quia jam olim doctissimus Genebrardus quindecim hujus auctoris Dissertationes La tinitate abs se donatas publici juris fecit; quæ etiam in tomum IV Bibliothecæ sanctorum Patrum relatæ sunt. Novum est, quia Græce, quod mihi liqueat, jam primum prodit. Novum, quia nova partim Turriani nostri, partim mea interpretatione vestitum, lucem aspicit. Novum, quia duplo pro pemodum auctius, quam antea dias sub luminis auras et oras sese effert; quod bibliothecæ Bava ricæ in acceptis referendum est, ex cujus duobus manuscriptis codicibus hactenus inedita edenda, Græca exscribenda, inque Latinum sermonem convertenda curavimus. lloc laboris, quodcunque id est, libenter cepi, præcipue, propter ipsum Abucaram, quia doctus est, argutus, elegans, invictusque monstrorum domitor, dignus legi, hoc potissimum ævo, similium portentorum feracissimo. Deinde adjungendus fuit Anastasio Sinaitæ comes, ne solus Latinum, ignotum sibi orbem, peragraret. Quis autem aptior comes, quam Abucaras, contra eosdem cum Anastasio hostes Christique osores viriliter dimicans, et brevia quidem, sed sanguinem elicere nata spicula in impiorum catervas spar gens? Tertio, dedi aliquid memoriæ Turriani, de Ecclesia Dei optime meriti, et in Græcorum mo numentis versatissimi, cujus vel solum nomen non modo vivi, sed et ad meliorem vitam evocati, animo meo semper venerabile fuit. Indignum mibi videbatur, ut, quæ tanto studio conquisierat, et in Latinam linguam transtulerat, cum mortuo intermorerentur, et denuo tenebris occulerentur. Itaque, Cujus "Odŋyov, Quæstiones et Orat. de S. Synaxi, inseruimus tomo XIV. naitæ jam edidimus hujus Patrologiæ t. LXXXIX, Opera Anastasii Si

col. 1459–1460page 7 of 82
PG 97:1459ἀπὸ φωνῆς Θεοδώρου τοῦ θεοφιλεστάτου ἀ, Οὐ βούλομαι πλουτοῦντι δωρεῖσθαι πένης, Μή μ' ἄφρονα κρίνης, ἢ διδοὺς αἰτεῖν δοκῶ.
col. 1461–1462page 8 of 82
PG 97:1461Θεοδώρου ἐπίκλην ᾿Αβουκαρᾷ τῶν Καρῶν ἐπι- 347 σκόπου γεγονότος, ὅτι πέντε ἐχθροὺς ἔχομεν ἐξ ὧν ἡμᾶς ὁ Σωτὴρ ἐλυτρώσατο. Κατὰ πεῦσιν, καὶ ἀπόκρισιν. Α. Πέντε θανατηφόρους ἐχθροὺς ἔχομεν, ἐξ ὧν ἡμᾶς ἐνανθρωπήσας ὁ Χριστὸς ἐλυτρώσατο. Β. Τίνες οὗτοι, καὶ τίς ὁ τρόπος τῆς ἐξ ἑκάστου λυτρώσεως, ἡδέως ἂν γνοίην, καί σου δυσωπητικώς πυνθανομένου, καὶ φράσαι παρακαλώ. Α. Εγώ σοι φιλοπευστοῦντι τὸ ζητούμενον, ὡς ἂν οἷός τε ὦ, τῷ λόγῳ διασαφήσω. Ἐκεῖνο δέ μοι ἐπερωτῶν ' σε, λέξον 5. Β. Ποίον; Α. Φῆς, τὸν ἐπὶ πᾶσι Θεὸν μάτην τι καὶ εἰκῆ πράτο τεῖν, ἢ ἀποφαίνεσθαι; Β. Πῶς τοῦτο ἐπὶ Θεοῦ λέγειν εὐαγὲς, ὅπου γε οὐδὲ ἐπὶ τὸν σώφρονα λογισμὸν ἐχόντων καὶ ἀπερίτ των ἀνθρώπων; Λ. Ηνίκα οὖν κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ παραβε σηκότος αὐτοῦ τὴν ἐντολὴν ἀπεφήνατο, ο Γῆ εἶ, καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ, ο κατὰ τὴν προτέραν αὐτοῦ πρὸς αὐτὸν διαμαρτυρίαν· Η δ' ἂν ἡμέρᾳ φαγῇ ἀπ' αὐτοῦ τοῦ ἀπηγορευμένου, δῆλον, ὅτι ξύλου, θανά τῳ ἀποθανῇ· ο πῶς ἂν τὴν ἰδίαν ἡκύρωσεν ἀπόφασιν, μηδενὸς ἑτέρου γεγονότος λόγου δικαίως αὐτὴν λύοντος; Εἰ γὰρ κριτὴν ἑώρακας κρίσιν τινὰ κρί νοντα σήμερον, εἶτα αὔριον αὐτὴν καταργοῦντα οὐκ ἂν αὐτὸν ὑπείληφας μαίνεσθαι; Πῶς οὖν ὁ Θεὸς τὴν πρώτην αὐτοῦ κρίσιν ἀνέτρεπεν καὶ ἀπόφασιν; Β. Εἶπε, πῶς. Συνιδείν γὰρ οὐκ ἔχω. Δ. Τίς ἡ αἰτία τῆς τοῦ θανάτου κατακρίσεως; Β. Η παρακοή δηλονότι. Α. Ὥσπερ διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου Β. ἐπερωτώντι. * λέξω. • ξύλου, δῆλον, ὅτι.

Minor WorksOpuscula

col. 1463–1464page 9 of 82
PG 97:1463'Αδάμ, ὁ θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ οὕτως Β. εἰς πάντας ἀνθρώπους διέβη, οὕτως καὶ διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου δευτέρου 'Αδάμ, Χρι στοῦ, ὁ θάνατος εὐλόγως καταργηθήσεται, καὶ ἡ ζωὴ ἀντεισαχθήσεται. Β. Πρὸ οὖν τοῦ Χριστοῦ ᾽Αβραὰμ, καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, καὶ Μωσῆς, καὶ Ενώχ, οὐχ ὑπήκουσαν τοῦ Θεοῦ, καὶ εὐηρέστησαν αὐτῶ; Α. Εἰ καὶ εὐηρεστηκέναι τῷ Θεῷ λέγονται, ἀλλὰ πρὸς σύγκρισιν τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων· ἄκρως δέ, καὶ τὸ παράπαν ἁμαρτίας άγευστος οὐδεὶς εἰ μὴ ὁ Χριστός. Πᾶσα δὲ ἁμαρτία, καὶ ἡ τυχούσα, θάνατον ἐπιφέρεται. "Οσον οὖν κατὰ τὸν τοῦ δικαίου λόγον, ἀφ' οὗ ὑπήκουσεν ὁ Χριστὸς ἄκραν ὑπακοὴν, καὶ τὰς τοῦ διαβόλου προσβολὰς ἀπεκρούσατο πάσας κατά τὴν ἐν τῇ ἐρήμῳ πάλην, τὸν θάνατον ἔλυσεν, καὶ τὴν ζωὴν διὰ τῆς ἰδίας ὑπακοῆς ἀντεισήγαγεν. Β. Τίς οὖν ἔτι ἦν χρεία τοῦ διὰ σταυροῦ θανάτου, λελυμένης τῆς τοῦ θανάτου κατακρίσεως; Α. 'Αλλ' ἔμενεν ἂν τοῦ διαβόλου τὸ ἔγκλημα καθ' ἡμῶν. "Η οὐκ οἶσθα, ὅτι γεγόναμεν αὐτοῦ ὑποχείριοι, τοῦ μὲν Θεοῦ παρακούσαντες, αὐτῷ δὲ ὑπακούσαντες; Τί οὖν, φέρε εἰπεῖν, ἔμελλεν αὐτῷ, εἰ ὁ μὲν θάνατος ἀνετράπη, ἡ δὲ αὐτοῦ τυραννὶς καὶ ἐξουσία διέμεινεν; ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἐγεγήθει ὡς ἀθανάτων βασιλεύων. Β. Αξιώ μαθεῖν, ποίῳ τρόπῳ γεγόναμεν δοῦλοι τοῦ διαβόλου. Α. Ὁ Θεὸς ἀπ' ἀρχῆς πλάσας τὸν ἄνθρωπον, ἰσχυρὸν καὶ ἀήττητον αὐτὸν ἀπέφηνεν. Ὁ γούν διάβολος, μὴ δυνάμενος αὐτοῦ περιγενέσθαι δυνάμει, σοφὸς δὲ ῶν τοῦ κακοποιῆσαι, ἐμηχανήσατο, καὶ ἐσο φίσατο αὐτὸν, ἕως ἂν ἀπεγύμνωσεν τῆς ἐνισχυούσης χάριτος διὰ τῆς ἑκουσίου παρακοῆς, δι' ἡδονῆς δελεάσας αὐτόν. Καὶ οὕτως ἀσθενήσαντος αὐτοῦ ἐπεκράτ τήσεν, καὶ εὐκόλως εἰς πᾶσαν ἡδονὴν, καὶ ἁμαρ τίαν, καὶ παρακοὴν αὐτὸν καὶ τοὺς ἐξ αὐτοῦ ἐνῆγεν. Καὶ λοιπὸν ὁ Θεὸς, ὡς τὴν αὐτοῦ ἐντολὴν ἐκφαυλίσαντα, τῷ ἐχθρῷ δὲ προσδραμόντα, καὶ πειθαρχήσαντα, παρεχώρησεν αὐτὸν δικαίως τυραννεῖσθαι ὑπ' ἐκείνου. «Ὦ γάρ τις ὑπακούει, τούτῳ καὶ δοῦλον ἑαυτὸν ἀποδείκνυσιν, ὥς φησιν ὁ ᾿Απόστολος δοῦλοι γάρ ἐστε, ᾧ ὑπακούετε. Πέπρακεν εν Ο ἑαυτὸν ἐλεύθερος ὢν ἄνθρωπος τῇ ἡδονῇ καὶ τῷ ἐχθρῷ. Β. Καὶ πῶς μετὰ τὴν ἁμαρτία, μετανοήσας ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἠδυνήθη ἑαυτὸν ἀνακαλέσασθαι, καὶ τὸν ζυγὸν τοῦ διαβόλου ἀποσείσασθαι; Α. Οτι τὸ μὲν πιπράσαι ἑαυτοὺς ἐν ἡμῖν ἐστι τὸ δὲ μετὰ τὴν πρᾶσιν καὶ τὴν δουλείαν, ἑαυτοὺς ἐλευθερῶσαι, οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν, καὶ οὐχ οὕτως λέ γομεν κύριον ἡμῶν γεγονέναι τὸν διάβολον, ὡς βία κρατοῦντα παντελῶς ἡμῶν, ἀλλ' ὅτι ἀσθενήσαντες διὰ τῆς ἁμαρτίας, λοιπὸν, ὡς νοσεροὶ, καὶ εὐχείρωτοι τῷ διαβόλῳ γεγόναμεν, ῥᾳδίως καὶ εὐχερῶς εἰς τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ καὶ ἡδονὰς ἐναγόμενοι. Ώσπερ
col. 1465–1466page 10 of 82
PG 97:1465γὰρ εἴ τις ἐχθρὸς τροπώσηται ποτίσαι δηλητήριον νοσοποιὸν τὸν ἑαυτοῦ δυσμενή, ἵν᾿ ὡς ἀσθενοῦς αὐτοῦ γεγονότος λοιπὸν ῥᾳδίως περιγένηται, οὕτως ἐδελέασεν ὁ διάβολος τὸν ἄνθρωπον διὰ τῆς ἐπηγορευμέ της βρώσεως, καὶ ἀσθενοῦς γεγονότος ἐπεδράξατο. Εἶχεν οὖν ἡμᾶς ὑποχειρίους· καὶ εἰ μὴ ὅτι ἐδελέασεν τὸν ἀντίπαλον ἡμῶν ὁ Χριστὸς, ἕως ἂν αὐτὸν ἀνεῖλεν ἀδίκως, καὶ διὰ τῆς ἀδίκου ἀναιρέσεως αὐτόν τε τὸν διάβολον, καὶ πάντας τοὺς ὑποχειρίους αὐτοῦ δούλους ἔλαβεν. Καὶ οὕτως ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἡ αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ δικαιοπραγία ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου δουλείας· κἂν φέρε εἰπεῖν, καὶ τὸν θάνατον ἀφ' ἡμῶν ἀπεσείσατο. Κατεῖχεν γὰρ ἡμᾶς ὡς ὑπο ακούσαντας ὁ Σατανᾶς. Β. Θέλω δ' ὑπόδειγμα τοῦτο μαθεῖν τηλαυγές στερον. Α. Εστω βασιλεὺς ἐν χώρᾳ τινὶ ἔχων δούλους. Περικυκλούτω δὲ τὴν χώραν ταύτην ποταμός. Επ έκεινα δὲ τοῦ ποταμοῦ ὑποκείσθω πεφυτευμένος κῆπος, καρποὺς ὡραίους καὶ εὐηδόνους κεκτημένος. Απαγορευέτω δὲ ὁ βασιλεὺς πᾶσιν τοῖς δούλοις αὐτ τοῦ τὴν ἐπὶ τὸν κῆπον ἐκεῖνον τοῦ ποταμοῦ παρα διάβασιν. Τις δὲ τῶν δούλων ἐκείνων θελχθεὶς τῇ θεωρίᾳ καὶ ἐπιθυμίᾳ τῶν καρπῶν ἐκείνων, καὶ τῇ ἰδίᾳ χαυνωθεὶς ὀρέξει, καὶ ἡττηθεὶς ἀλογίστως τὴν δεσποτικὴν ἐντολὴν, καὶ τὸν ποταμὸν διαβάτω ἐπὶ τὸ ἐμφορεῖσθαι τῆς ἐπιθυμίας· καὶ μὴ μόνον τοῦτο ποιείτω, ἀλλὰ καὶ τοὺς λοιποὺς συνδούλους ἐξαπατάτω δελεάζων διὰ τῆς τῶν ὑποδεικνυμένων καρπῶν Τονῆς τοῦ μὲν κοινοῦ δεσπότου παρακοῦσαι, καὶ τὸν ποταμὸν διαπεράσαι, καὶ ὑπὸ χεῖρα αὐτῷ γενέ σθαι. Εἶτα τούτους τους συνδούλους ὁ ἀρχέκακος ἐκεῖνος τυραννείτω καὶ καταπονείτω. Βοάτωσαν δὲ πρὸς οἰκεῖον δεσπότην οἱ τυραννούμενοι, καὶ ἐπι καλείτωσαν τὴν ἐκείνου ἐκ τῶν συνεχουσών κακώ σεων λύτρωσιν. Εἶτα τούτους οἰκτείρας ὁ ἱερώτατος βασιλεὺς τὸν ἴδιον υἱὸν ἀποστειλάτω ἀμφιασάμενον τὸ τῶν δούλων πρόσχημα κατὰ πάντα αὐτοῖς ὁμοιωθέντα· ὁ δὲ εἰς μέσον παρελθὼν παραπορευέσθω τὰς ὄχθας τοῦ ποταμοῦ. Ον θεασάμενος ὁ ἀρχέκακος τύραννος, καὶ ἕνα τῶν δούλων ὑπὸ τὸ πάσα; αὐτὸν εἶναι, παρακαλείτω συνήθως ταῖς καρπῶν ἡδοναῖς ἐπὶ τὸ διαπεράσαι τὸν ποταμὸν καὶ ὑπ' ἐκείνῳ γενέσθαι, μὴ ὑπακούσαντα δὲ, ἀλλὰ σφοδρώς τὰς ἐκείνου τροπὰς ἀποτρεπόμενον, ζήλῳ καὶ φθό νῳ πυρποληθεὶς ὁ τύραννος διαβάτω τὸν ποταμὸν, καὶ ἀναιρείτω τὸν τοῦ βασιλέως υἱόν. Τοῦτο δὲ δρα ξάμενον ὁ βασιλεὺς ἐταζέτω λέγων· Εἰπε, παμπόνηρε, ἡνίκα τοὺς ἄλλους δούλους ἀνέπειθες ἐμοῦ τοῦ φυσικοῦ δεσπότου αὐτῶν παρακοῦσαι, καὶ πρὸς σὲ διαδῆναι, μὴ τούτους ἀπέσπασα τῶν χειρῶν σου, καὶ τῆς δουλείας τῆς σῆς ἑκουσίως σοι ὑποταγέντας; καίπερ δυνάμενος καὶ ἰσχύων τοῦτο ποιῆσαι· ἀλλ' οὐκ ἠθέλησα παραχαράξαι τὸ δίκαιον. Τοῦτον δὲ ἐμὸν υἱὸν ὑπάρχοντα, καὶ ταῖς σαῖς παντάπασιν προτροπαῖς οὐχ ὑπείξαντα, τίνος ἔνεκεν ἀνεῖλες, ὑποτοπάσας.
col. 1467–1468page 11 of 82
PG 97:1467καὶ ἀδίκως ἀπέκτεινας; Ἐπειδὴ οὖν τοῦτο τελ μηκας, δικαίως καὶ σὲ καὶ πάντας τοὺς τοὺς ἀν λους λήψομαι, καὶ ὑποχειρίους αὐτῷ θήσομαι, καὶ εἰ μυρίους τοσούτους ἐκέκτητο, οὐδ᾽ οὕτως τὸ πολὺς στὸν τοῦ χρέους ἀπολήψομαι. Τί γὰρ ἂν ἰσχύσῃ καὶ μιᾶς τοῦ βασιλικοῦ αἵματος ρανίδος ἀντάξιον; Τούτῳ τῷ τρόπῳ τῆς τοῦ πονηροῦ τυραννίδος ἡμῖς ἐῤῥύσατο δικαίῳ λόγῳ, καὶ οὐχ ἁπλῶς κράτει καὶ δυναστεία χρησάμενος. Β. Αρκούντως περὶ τούτου εἴρηται. Φράση δὲ τοὺς πέντε ἐχθροὺς, ἐξ ὧν ἡμᾶς ὁ Χριστὸς είν τρώσατο. Α. Ο θάνατος, ὁ διάβολος, ἡ τοῦ νόμου κατάστ καὶ καταδίκη, ἡ ἁμαρτία, ὁ ᾅδης. Β. Περὶ μὲν τοῦ θανάτου, ὅτι διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ Χριστοῦ λέλυται, εἴρηκας. Ομοίως δὲ, καὶ ὅπως ἡμᾶς ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου ἐπικρατείας ἐξεῖωστ Φράσον δή, ὅπως ἐξηγόρασεν ἡμᾶς τῆς κατάρας τοῦ νόμου, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα. Α. Αναμνήσθητι τῶν ἐν τοῖς ἔμπροσθέν μα λί γων εἰρημένων, ὅτι μυριάκις τὸν τοῦ Θεοῦ νόμου παραβεβηκότες, μυριάκις ἀποθανεῖν ὀφείλομεν. Εἰπὲ γάρ μοι, ὅπερ σοι καὶ πρῶτος ᾑρώμην παρὶ τοῦ κατὰ τὸν Ἀδάμ, ποιεῖ ὁ Θεός τι ματαίως και ὡς ἔτυχεν; Β. Μὴ γένοιτο. Α. Εἰ γάρ τις ἐχρεώστει τινὶ χιλιάδες νομισμά των, ἂς ἀποδοῦναι οὐχ οἷός τε ἦν· οὐκ ἠβούλετο δὲ ἀπαιτῆσαι αὐτὸν ὁ τοῦ χρέους κύριος τὴν τοῦ χρυ σίου ποσότητα, έγραψεν δὲ τὴν ἄλλως κατ' αὐτοῦ χειρόγραφον, καὶ λαβὼν ἐν φυλακῇ ἔθετο, καὶ ἐλύ πησεν, καὶ ἐστένωσεν παντοίως, μὴ βουλόμενος, ὡς προέφην, παρ' αὐτοῦ τὸ ποσὸν λαβεῖν, ἀλλ᾽ ὕστερον, ἀπαιτῶν αὐτὸν ἀπολῦσαι, οὐχὶ μάταιον τὸν τοιοῦτον ὑπολαμβάνομεν; Β. Πῶς γὰρ οὗ; Α. Εἰ οὖν ὁ Θεὸς οὐκ ἠβούλετο παρ' ἡμῶν ἀπαι τῆσαι τὰ τοῦ νόμου δικαιώματα, τίνος χάριν τούτον καθ᾿ ἡμῶν ἔγραψεν; Αλλ' οὐχ οὕτως τοῦτο, μή γένοιτο. Οὐ γὰρ περίεργος, καὶ οἷα παίζων ὁ Θεὸς, ἀλλὰ τῇ αὐτοῦ δικαιοκρισίᾳ πάντα παρ' ἡμῶν τὰ ἐν τῷ νόμῳ γεγραμμένα ἀπήτει. Καὶ ἐπειδὴ οὐκ Ισχύομεν ἀποτῖσαι, τούτου χάριν ὑπὲρ ἡμῶν ὁ 15. σπότης ἡμῶν Χριστὸς ἀπέδωκεν, καὶ τὴν κατάραν καὶ καταδίκην τὴν καθ᾿ ἡμῶν χρεωστουμένην ἀν έλαβεν, καὶ ἑκουσίως ἀνεδέξατο. Καὶ ἅπερ ἡμᾶς ἐχουν παθεῖν, αὐτὸς πέπονθεν. Καὶ ἐμαστίχθη, καὶ ἐνεπτύσθη, καὶ ἐῤῥαπίσθη, καὶ ἐκολαφίσθη, καὶ ἐστι ρώθη, καὶ ἀπέθανεν ὑπὲρ ἡμῶν. Καίπερ, ὡς ἔφαμεν καὶ πρώην, διὰ τῆς ὑπακοῆς λῦσαι τὸν θάνατον ἐν νάμενος, ἀλλ᾽ ἐκ περιουσίας, ἵνα καὶ ἐκ τοῦ διαβόλο ἐκ περιουσίας, ἡμᾶς ἐξέληται, καὶ ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου, καὶ τοῦ Θεοῦ δικαιοκρισίας, ἀπέθανεν ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα ἐξῇ τῷ Θεῷ ἐλεῆσαι ἡμᾶς, καὶ μήτε τὴν ἰδίαν δι καιοσύνην ἀκυρῶσαι καὶ καταργῆσαι, ἀλλὰ ταύτης * Αρωτησάμην.
col. 1469–1470page 12 of 82
PG 97:1469Οι γράψει ἀπολαβοῦσαν τὰ ἴδια δικαιώματα, μήτε Ελεος αὐτοῦ ἄπρακτον παρεᾶσαι. Β. Καὶ περὶ τούτου ἀρκούντως λέλεκται. Φράσον [, πῶς ἡμᾶς ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἐῤῥύσατο; Α. Τί ἐστιν ἁμαρτία; οὐχὶ ἀποτυχία τις, καὶ ἀστο Τα τοῦ σκοποῦ; Ωσπερ γὰρ εἴ τις ὑγιὴς ὢν ἐν τῷ αδίζειν, ὅπου θέλει, τὸν πόδα τίθησιν, ἡνίκα δὲ ἐξ σθενείας τινὸς ἀῤῥωστήσας τρομικός γένηται, μὴ υνηθείη τὸν πόδα θεἶναι, ὅπου βούλεται, ἀλλὰ σχο τῆ σας εἰς τόπον τινὰ πῆξαι τὸ ἴχνος, ὑπὸ τῆς ἐνοι ούσης ἀγρωστίας ὠθούμενος, ἀλλαχοῦ τὸ βῆμα που αστρέψαιεν· οὕτω καὶ τῆς ἁμαρτίας ἐνοικησάσης τη μετέρα ψυχῇ, ἀσθενῆ αὐτὴν καὶ ἄῤῥωστον που ποίηκεν, ἀστοχοῦσαν καὶ ἁμαρτάνουσαν τῶν οἰ κείων σκοπῶν καὶ προθέσεων· ὁ δὲ Χριστὸς βαπτίζει ἡμᾶς ἐν ὕδατι, καὶ Πνεύματι, καὶ ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος ρώννυσιν ἡμᾶς, πᾶσαν τὴν ἁμαρτίαν, καὶ τὴν ἀῤῥωστίαν, καὶ νόσον ἀποξύει, καὶ ἀνανεοί, καὶ ἀνακαινίζει καὶ εἰς τὸ ἀρχαῖον σθένος, καὶ κάλλος, τὸ πρὸ τῆς παραβάσεως, ἀποκαθίστησιν. Β. Πέμπτον ὑπολέλειπται τὸ τοῦ ᾅδου. Α. Ἐπειδὴ ἀδύνατον μετὰ σαρκὸς ἐνδημῆσαι τοῖς ἐν ᾅδου, τῷ θανάτῳ διαιρεθείσης ἐκ τῆς σαρκὸς τῆς τοῦ Κυρίου ψυχῆς, γυμνὴ ταῖς ἐν σκότει ψυχαῖς ἐνδημήσασα, καὶ φῶς αὐτοῖς τὸ τῆς θεότητος ἀπὸ αστράψασα, καὶ εἰς αὐτὸν πιστευσάσας εἰς τὸν παρά δε σον μετατέθηκεν, καὶ τὸ τοῦ ᾅδου βασίλειον κατα λέλυκεν. Ὥσπερ γὰρ πύλη καὶ εἴσοδος τῆς εἰς τὸν κόσμον ἐπιδημίας τοῦ Θεοῦ Λόγου ή παναγία Παρ θένος γέγονεν, οὕτως καὶ ὁ θάνατος πύλη καὶ εἰσ υλος τῆς εἰς ᾅδην καταφοιτήσεως. Διακρισίς τε καὶ διασάφησις τῶν περὶ ἂς οἱ φιλόσοφοι καταγίνονται φωνῶν, καὶ ἔλεγχος τῆς τῶν ᾿Ακεφάλων Σενηριανών, ήγουν Ιακω βιτῶν ψυχοφθόρου αἱρέσεως, τοῦ αὐτοῦ ᾿Αβου καρᾶ. Τοῖς τῶν ἀληθινών δογμάτων ἐρασταῖς τε καὶ προασπισταῖς ἀναγκαία καθέστηκεν ἡ τῶν φωνῶν, περὶ ἂς οἱ φιλόσοφοι μάλιστα καταγίνονται, διάκρισις τε καὶ διασάφησις. Τὴν γὰρ τούτων ἀκριβῆ γνῶσιν πολλοὶ τῶν δοκούντων εἶναι σοφῶν ἀγνοήσαντες περὶ τὴν ἀλήθειαν ἡστόχησαν, καὶ εἰς ἀτο πίας καὶ βλασφημίας ἐξώκειλαν, καὶ τῆς εἰς τὸ Θεῖον ὀρθῆς πίστεως ἐξέπεσον ἡγνοηκότες μὲν, ἑκόντες δὲ τὰς τῆς διανοίας ὄψεις ἀποκλίναντες τοῦ τῆς σωτηρίας φωτός, καὶ πρὸς τὸ ὀλέθριον σκότος αυτο μολήσαντες, εἰς ἀπωλείας κατώλισθον βάραθρον. Διὸ περὶ μὲν ἀσήμων φωνῶν ἐνάρθρων, ἢ ἀνάρθρων περισημαντικῶν ἀνάρθρως, οὐδὲν εἰς ἀποδεικτικὴν συντελουσῶν μέθοδον λέγειν, τὰ νῦν ἐάσαντες, περὶ αὐτῶν, ὡς οἷοί τε τυγχάνομεν ὄντες, βραχέα διαληψόμεθα· τοὺς τῆς Ἐκκλησίας τροφίμους κατὰ τῶν φρενοβλαβῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀντιπάλων ᾿Ακεφάλων αἱρετικῶν καθοπλίζοντες, καὶ τὴν ἐκείνων ἄνοιάν τε καὶ ἀδρανίαν ἐλέγχοντές τε καὶ στηλιτεύοντες άπρακτος,
col. 1471–1472page 13 of 82
PG 97:1471* οίτε.· εἰσίν, Τῶν φωνῶν, περὶ ἂς οι φιλόσοφοι καταγίνονται αἱ μέν εἰσι φιλόσοφοι, οἷον οὐσία, ζῶον, ἄνθρωπος, Πέτρος· αἱ δὲ λογικαί, οἷον γενικώτατον γένος, είδος, φύσις, οὐσία, ἄτομον, ὑπόστασις, πρόσωπον. Δε οριστέον καὶ τὴν τούτων ἀπ' ἀλλήλων διαφοράν. Πέν κοινὸν ἐν μὲν ταῖς φιλοσόφοις φωναῖς μεταδίδωσι τοῖς ὑπ' αὐτὸ τοῦ τε ὀνόματος, καὶ τοῦ ὁρισμοῦ οἷον, τὸ ζῶον μεταδίδωσι τοῖς ὑπ' αὐτό, ἀνθρώπιν τε καὶ ἵππῳ, καὶ βοῖ, καὶ λέοντι, τοῦ τε ὀνόματος, καὶ τοῦ ὁρισμοῦ· ὅ τε γὰρ ἄνθρωπος, καὶ τῶν λων ἕκαστον, ζῶον ἂν λέγοιτο, καὶ οὐσία ἔμμαχος αἰσθητική, καὶ οἱ κατὰ μέρος άνθρωποι ὡσαύτως. Ἐν ταῖς λογικαῖς φωναῖς τὸ κοινὸν οὐ μεταδίδωσ παντάπασιν, οὔτε τοῦ ὁρισμοῦ· οὔτε γὰρ ἂν τὸ λε γόμενον γένος, τὸ αὐτὸ καὶ εἶδος υπάλληλον καλοντό ποτε γενικώτατον γένος, οὔτε τὸν ὁρισμὸν τοῦ γενι νωτάτου γένους παντελῶς ἐπιδέχοιτο, οὔτε τὸ ειδι χώτατον εἶδος ονομάζοιτο γένος, οὔτε τὸ ἄτομαι εἶδος, οὔτε μήν τι τὸ παράπαν ἐν ταῖς λογικεῖς φω ναῖς τῶν ὑποκάτω δέχεσθαι δύναται, ούτε τὴν προς ηγορίαν, οὔτε τὸν ὅρον τὸν ἐπάνω. Ετι τῶν ὀρε μενον· ἐν φιλοσόφοις φωναῖς, αὐτίκα δείχνυσιν ἐκ ἑαυτῷ τὸν αὐτὸν ὁρίσαντα ὁρισμὸν ἀληθεύοντα. Ο γὰρ ἄνθρωπος οριζόμενος ζώον λογικόν, θνητόν, νοῦ καὶ ἐπιστήμης δεκτικόν, παρίστησιν εὐθέως ἐν ἑαυτῷ τοῦτον τὸν ὁρισμὸν ἀληθῆ τυγχάνοντα· ἐν δὲ ταῖς λογικαῖς οὐχ οὕτως, ἀλλὰ πᾶν ἐν ταύται; οριζόμενον ἐφ' ἑαυτοῦ μὲν ψεύδεται· ἐπὶ δὲ τοῦ φι λοσοφικοῦ ἀληθεύει. Οἷον τὸ εἶδος όνομα, ήγουν ή δ σύλλαβος αὕτη λέξις, οριζόμενόν τι, κατά πλειόνων καὶ διαφερόντων τῷ ἀριθμῷ, ἐν τῷ τί ἐστι κατηγ ρούμενον, ἐφ' ἑαυτοῦ μὲν ψεύδεται· ἐπὶ δὲ τοῦ φιλο σοφικοῦ, καθ' οὗ τάττεται, σαφῶς ἀληθεύει, καθώς Εφημεν. Τὸ γὰρ εἶδος, τοῦτ' ἔστιν, ἡ δισύλλαβος αὕτη λέξις, οὐκ ἂν ἐν τῷ τί ἐστι κατηγοροῖτο κατά πλειόνων, καὶ διαφερόντων τῷ ἀριθμῷ, ὡς ὁ ἐρ σμὸς διαγορεύει· ἀλλ᾽ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ δειχθήσεται οὕτως ἀληθεύων. Ο γὰρ ἄνθρωπος κατά Σωκράτους, καὶ Πλάτωνος, καὶ ᾿Αριστάρχου, καὶ Φαίδωνος, καὶ τῶν κατὰ μέρος ἀνθρώπων, οἵτινες ἄπειροί τε καθ εστήκασιν, καὶ ἀριθμῷ διαφέρουσιν, κατηγ ρεῖται, καὶ τὸν ὅρον ὅλον ἐν ἑαυτῷ σώζει ἀληθεύοντα. Πᾶν πράγμα καθ᾽ οὗ τάττεται τὸ εἰδικώτατον ε δος, μετὰ τὸ λέγεσθαι εἶδος, φύσις τε ονομάζεται καὶ οὐσία. Διὸ καὶ πάντα ὅσα ἐπίσης αὐτοῦ μετ έχουσιν, ὁμοφυή τε λέγεται, καὶ ὁμοούσια, οἷον ὁ ἄν θρωπος· τάττεται γὰρ κατ' αὐτοῦ τὸ εἰδικώτατ εἶδος. Οθεν σὺν τῷ λέγεσθαι εἶδος, καὶ φύσις λέγε ται, καὶ οὐσία πᾶσιν τοῖς καθ' ὧν κατηγορείται· κατ ηγορεῖται γὰρ Πέτρου, καὶ Παύλου, καὶ Ἰωάννου, καὶ τῶν καθ᾽ ἕκαστα ἀνθρώπων, οἱ καὶ ἐπίσης αὐτοῦ μετα ἔχουσιν· ὅθεν ἅτε δ' κατ' αὐτοῦ ὄντες ἴσοι ὁμοφυείς το καὶ ὁμοούσιοι. Πάντα όσα κατὰ πραγμά ἐστιν καθ' ἃ τάττεται τὸ γένος, οὐ πάντως καὶ ὁμοφυἢ ὑπάρ
col. 1473–1474page 14 of 82
PG 97:1473τε, οὐδὲ ὁμοούσια. Τὰ δὲ ὄντα ἐκ τῶν καθ᾽ ὧν κατ γορείται, ὁμοφυῆ καὶ ὁμοούσια, οὐ διὰ τὸ εἶναι ατ' αὐτῶν ' ἴσα ὁμοφυῇ ἐστι καὶ ὁμοούσια· ἀλλὰ πειδὴ κατὰ τὸ ὑπ' αὐτῶν εἰδικώτατον εἶδος ἴσα, διδ Εν πράγμα, καθ' ὧν * τάττεται τὸ γένος, οὐκ ἔστιν ύσις, οὐδὲ οὐσία τὰς ὑπ' αὐτῷ, οἷον, κατὰ τὸ ζῶόν ἐσεν ἴσοι, ἄνθρωπος, ἵππος, βοῦς, λέων, εἴπερ ὄντες μογενείς, οὐκ εἰσὶν ὁμοφυεῖς, οὐδὲ ὁμοούσιοι. Οθεν > ζῶον ἔστι μὲν γένος, οὐκ ἔστι δὲ φύσις οὐδὲ Ασία. Ἡ οὐσία, ἡ μετὰ τῶν φιλοσόφων φωνῶν τα τ ομένη, ἧς, ὁ ὅρος πρᾶγμα αὐθύπαρκτον, μὴ δεό κενον ἑτέρου πρὸς σύστασιν, ἔστι μὲν γένος πᾶσιν οῖς ὑπ' αὐτὴν, ἐπειδήπερ ὅσα κατ' αὐτῆς ἐστιν ἴσα, μογενῆ πάντως ἐστὶ, καὶ λέγεται· οὐ μὴν αὐτή στιν οὐσία, ούτε φύσις· οὐ πάντα γὰρ τὰ κατ' αὐτ τὴν ἴσα καὶ ὁμοούσιά ἐστι, καὶ ὁμοφυῆ, ὡς πᾶσιν δηλον. Ἰδοὺ γὰρ ἄνθρωπος, καὶ ἡ ῥοὰ, καὶ ὁ λίθος, κατ' αὐτὴν τὴν οὐσίαν, εἰσὶν ἴσα· δέχεται γὰρ κα στον τούτων τό τε ὄνομα, καὶ τὸν δρον τῆς οὐσίας· οὐκ εἰσὶ δὲ ταῦτα ὁμοούσια, οὐδὲ ὁμοφυῇ. Διὸ ἡ προς εἰρη μένη ουσία γένος μέν ἐστι τούτων, μᾶλλον δὲ γενι χώτατον γένος· οὐκ ἔστι δὲ φύσις αὐτῶν, οὐδὲ οὐσία. Ομολόγηται τοίνυν διχῶς λέγεσθαι τὸ ὄνομα τῆς οὐσίας, λογικῶς ἅμα καὶ φιλοσοφικῶς· ἁπλῶς δὲ φάναι τἂν ὄνομα φιλοσοφικὸν ἅμα τὸ λέγεσθαι, παρ έχει τῷ ἀκούοντι τῶν ὄντων τι νοεῖν ὡρισμένως, ἀφαιρουμένης ἀπ' αὐτοῦ, δῆλον ὅτι τῆς ὁμωνυμίας, ὥστε μηδὲν ἕτερον ἐξ αὐτοῦ νοεῖσθαι δύνασθαι παρά τὸ πρᾶγμα τὸ ἐριζόμενον· οἷον, εἴ τις τὸ ἄνθρωπος όνομα φαίη, θᾶττον ὁ ἀκροώμενος ὁριστὸν πράγμα νοεῖ, τοῦτ᾽ ἔστι ζῶον λογικὸν θνητόν, νοῦ καὶ ἐπιστήμης δεκτικόν· οὐδὲν ἄλλο δυνάμενος ἐκ τοῦ ἄνθρωπος ονόματος καταλαβέσθαι, πλὴν τοῦ ὁρισθέντος πράγματος. Απαν δὲ λογικὸν ὄνομα λεγόμενον, οὐ δίδωσι τῷ ἀκούοντι νοεῖν τι τῶν ὄντων ἀορίστως, ἅτε δὴ ἐπὶ πολλῶν καὶ διαφόρων πραγ μάτων τιθέμενον. Οἷον, τὸ εἶδος ὄνομα λογικόν ὑπάρχον, πολλαχοῦ περιφερόμενον, καὶ ἐπιπίπτον ἐπὶ ἀνθρώπου, καὶ ἵππου, καὶ βοὸς, καὶ χρυσοῦ, καὶ κύκλου, καὶ γραμματικῆς, καὶ ἐπὶ πλείστων, καὶ διαφερόντων, οὐ συγχωρεῖ τὸν ἀκροατὴν ὡρισμένον τι κατανοεῖν. Ὡσαύτως εἰ μὲν λέγοι τις τὸ Παῦλος ὄνομα, τῆς ὁμωνυμίας εκκεκαθαρμένον, παραχρῆμα νοεῖσθαι δίδωσιν, ὡς φέρε εἰπεῖν, τὸν μέγαν Από στολον, τόν ποτε τῆς Ἐκκλησίας διώχτην, καὶ τὰς ἄλλας ιδιότητας, αἷς χαρακτηρίζεται περὶ οὗ ὁ σκοπός, αἵτινες οὐκ ἄν ποτε ἐπί τινος ἄλλου γέ νοιντο. Εἰ δέ τις άτομον εἴποι ὄνομα περιθέον, καὶ αὐτοῦ. καθ' οὗ τῶν.
col. 1475–1476page 15 of 82
PG 97:1475περιφερόμενον, ἀορίστως παραδείκνυται ἐπὶ Περ λου, καὶ Πέτρου, καὶ τοῦδε τοῦ ἵππου, καὶ πολ τοῦ λευκοῦ, καὶ τοῦδε τοῦ κύκλου, καὶ τῶν λεπ ὁμοίως, τῶν μὴ τεμνομένων παντάπασιν, ήγουν τῶν ἄλλων κατηγορουμένων. Εντεῦθεν τοίνυν τὰ φύσι ὄνομα, καὶ τὸ οὐσία, λογικῶς καμβανόμενον, και τ ὑπόστασις, ἐκ τῶν περιφερομένων καὶ ἐπὶ πολλῶν ἀορίστως τιθεμένων, ήγουν τῶν λογικῶν, ἐναργώς εἶναι φαίνεται· καθὼς καὶ τὸ εἶδος όνομα, καὶ τὰ ἄτομον, ὡς ἀπεδείξαμεν. Τὸ γὰρ φύσις δίκαια, και ἐπὶ ἀνθρώπου, καὶ ἵππου, καὶ χρυσοῦ, καὶ τῶν ίσω πῶν τάττεται, πολλαχοῦ περιφερόμενον παραπλησίως τὸ εἶδος ὀνόματι. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον, καὶ τ ὑπόστασις ὄνομα ἐπὶ Πέτρου, καὶ Παύλου, καὶ τοῦδε τοῦ ἵππου, καὶ τοῦδε τοῦ βοός τάττεται, ὡς καὶ τὸ ἄτομον. Εντεῦθεν τοιγαροῦν ἡ ἄγνοια του παράφρονα αἱρετικοῦ Σευήρου διαῤῥήδην ἐλέγχεται· ἐκεῖνες γὰρ ἐπειδή φησιν, Παῦλος μέν ἐστιν ὑπόστασις, ἐν θρωπος δὲ φύσις, ὥσπερ Παῦλος άνθρωπος είναι λέγεται, οὕτω λεγέσθω καὶ ὑπόστασις φύσις. Ἡμεῖς δὲ τὴν τοῦ ἀνοήτου κακόνοιαν ἀνατρέποντες ἀνδ ερούμεν· Κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον, ὃν παρήνεγκας, χαλίφρον, ἐπειδὴ Παῦλος μέν ἐστιν ἄτομον, ἄνθρωπος δὲ εἶδος, καθὼς τὸν Παῦλον ἄνθρωπον εἶναι φέρ λέγε καὶ τὸ ἄτομον εἶδος, καὶ τηνικαῦτα καθώς το ο Παύλῳ δίδως τὸν τοῦ ἀνθρώπου ὁρισμὸν καὶ τον νομα, δώσεις καὶ τῷ ἀτόμῳ τὸν τοῦ εἴδους ὁρισμέν όμοίως καὶ τοὔνομα, καὶ οὕτω φήσεις τὸ ἄτομον εἶναι τὸ κατὰ πλειόνων καὶ διαφερόντων τῷ ἀριθμ. ἐν τῷ τί ἐστι κατηγορούμενον, όπερ ἀκρότατην καθέστηκεν ἀφροσύνης, οι 10 παρά τοὺς δαίους αἱρετικοὺς ἐξαιρέτως ἁρμόζουσα. Εἶτα καθὼς τὸν Παῦλον εἶναι φὴς οὐσίαν, ἥτις ἐστὶ γενικώτατον για νος, καὶ δίδως τῷ Παύλῳ τὸν τῆς οὐσίας ορισμός, τοῦτ' ἔστι, τὸ εἶναι πράγμα αὐθύπαρκτον μὴ ἐν μενον ἑτέρου πρὸς σύστασιν, λέγεται καὶ τὸ ἄτομο εἶναι γενικώτατον γένος· καὶ δὸς τῷ ἀτόμῳ τὸν τοῦ γενικωτάτου γένους ὅρον καὶ τούνομα, τοῦτ' ἐστιν, ὑπὲρ δ οὐκ ἂν εἴη ἄλλο ἐπαναβεβηκὸς γένος, καὶ τὸ ἀεὶ γένος ἄν· τοῦτο δὲ τίνι φίλον ἂν εἴη. εἰ μὴ πάντη τῷ τῆς θείας ἀπηλλοτριωμένω χάριτος; Ἐκ τούτων οὖν ἁπάντων ἀναγκαστικώτατα συνάγεται τῷ νῦν ἔχοντι, μὴ εἶναι τὴν ὑπόστασιν φύσιν, μήτε μήν οὐσίαν τὴν κατὰ πάντα τρόπον φερομένην τε καὶ περιθέουσαν, ὡς ἡ φύσις, τοῦτ᾽ ἔστι, τὴν λογικήν ὁμοούσια, καὶ τούμπαλιν πάντα τὰ τῇ οὐσίᾳ δεν πάντα γὰρ ὅσα ἐστὶν ὁμοφυῆ, πάντως ἐστὶ καὶ νοχεν; ὥστε ταυτόν ἐστι φύσις καὶ οὐσία. Δέον δὲ εἰδέναι, ὡς τὰ πράγματα τοῖς ἑαυτῶν φιλοσοφικοῖς ὀνόμασιν οὐκ ἀριθμοῦνται κατά τον θεσιν, ἀλλά τινες ἐφαρμόζουσιν αὐτοῖς λογικές, οἱονεὶ βουλοίμεθα Πέτρον ἀριθμῆσαι, καὶ Παύλον. καὶ Ἰωάννην· οὐ φαμεν γὰρ ἀνθρώπους, ἐπειδὴ ἕκαστος μὲν αὐτῶν ἐστιν ἄνθρωπος· ἄνθρωπος δε οὐκ ἔστιν οὐδεὶς τούτων· τὰ γὰρ ἐλάττω τῶν μετ νων οὐ κατηγορεῖται, ἀλλὰ τὰ μείζω τῶν ἐλαττόνων. Οὐκ ἔτι γὰρ ἂν εἴποις τὸν ἄνθρωπον εἶναι Πέτριν ἀλλὰ τὸν Πέτρον εἴποις ἂν εἶναι ἄνθρωπον. Εἰ τοίνη
col. 1477–1478page 16 of 82
PG 97:1477Πέτρον, καὶ Παῦλον, καὶ Ἰωάννην εἴποις εἶναι τρεῖς ἀνθρώπους, Αριθμηκώς ἔσῃ ὁ μὴ προέθου καθυποβάλλειν ἀριθμῷ. Προέφημεν γὰρ " τὸν ἄν θρωπον μὴ εἶναι μηδένα τούτων. Εἰ δὲ καὶ αὐτοὺς τούτους εἶναι τρεῖς λέγοις, ἕκαστον αὐτῶν τρείς ἀριθμήσεις, ὥστε τοὺς τρεῖς εἰς ἐννέα πολυπλασιασθῆναι, ὅπερ ἀδύνατον. Ἐντεῦθεν ἀναγκαίως εἰσα φέρεται τὸ ἐφαρμόζον αὐτῶν ἑκάστῳ λογικὸν ὄνομα, ὅ ἐστιν, ὑπόστασις, άτομόν τε καὶ πρόσωπον, καθ' δ οἱ προτεθέντες ἀριθμηθῆναι ἀριθμῷ καθυποβλη θήσονται, τρεῖς ὑποστάσεις, ἢ ἄτομα, ἢ πρόσωπα λεγόμενοι. Κατὰ τοῦτον δὴ τὴν τρόπον ἀποδείκνυται, μὴ εἶναι τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα τρεῖς θεούς, εἰ καὶ τούτων έκαστος Θεός ἐστι τέλειος, ὥσπερ ἕκαστος εκείνων ἄνθρωπος τέ λειος, ἀλλ᾽ οὐ λέγονται τρεῖς ἄνθρωποι. Ὁ Πατήρ τοίνυν, καὶ ὁ Υἱὸς, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τρεῖς εἰσιν ὑποστάσεις, ὥσπερ κἀκεῖνοι. Ἐκ δὲ τούτου γνωσόμεθα σαφῶς, δεῖν ὁμολογεῖσθαι τὸν Χριστὸν εἶναι μίαν ὑπόστασιν ἐν δυσὶ φύσεσιν. Εστι γὰρ ὁ Χριστὸς ὁ τοῦ Θεοῦ ἀΐδιος Υἱὸς ὁ σαρκωθείς, τοῦτ' ἔστιν, ἡ μία τῆς ἁγίας Τριάδος ὑπόστασις σε σαρ κωμένη, καὶ αὕτη ἡ ὑπόστασις, ήγουν άΐδιος Υἱός ἐστιν ὁ αὐτὸς Θεὸς ὁμοῦ, καὶ ἄνθρωπος. βουλομένας τοίνυν ἀριθμῆσαι Θεὸν, καὶ ἄνθρωπον, ἅ ἐστιν αΐδιος Θεός, τοῦτ' ἔστιν ἡ μία ὑπόστασις, οὐ δύνασαι τούτους εἰπεῖν ὑποστάσεις εἶναι δύο. Οὔτε γὰρ ὁ Θεὸς ὄνομα, οὔτε τὸ, ἄνθρωπος, ὑπόστασιν σημαίνει. Η μὲν ὑπόστασις οὐδενὸς ὅλως κατηγορείται, ὥστε οὐκ ἔστιν οὐδὲν τούτων ὑπόστασις. Οὔτε μὴν ἔοικεν εἰπεῖν τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἄνθρωπον, δύο γένη, ἐπειδή- " περ ἕκαστον γένος ίδιον 18 κατηγορεῖται· τούτων δὲ οὐδὲν κατηγορεῖται ἴδιον. Ἀλλ᾿ οὐδὲ δύο είδη ἁρμό ζει αὐτοὺς λέγεσθαι. Εκαστον γὰρ αὐτῶν ὑπὸ γέ νος τάττεται. Θεὸς δὲ οὐχ εἰς γένος ὑποταχθήσεται, ὡς ἔχει άνθρωπος, διὸ κυριώτερόν ἐστιν ἀριθμῆσαι ταῦτα δύο φύσεις, καὶ δύο οὐσίας. Εκάτερον γὰρ αὐτῶν, καὶ φύσις ἐστὶν, καὶ οὐσία τοῖς ὧν κατηγορεῖται. Οὐκ ἔχει γὰρ οὐδὲν τῶν ὑφ᾽ ἑκατέρων τού των συστατικάς διαφοράς, ήγουν ουσιώδεις καὶ φυσικὰς, ὥστε φύσις καὶ οὐσία, τῶν 18 καθ᾽ ὧν κατ ηγορείται, ἑκάτερον εἶναι. Διὰ πολλῶν οὖν ἀποδέδεικται, μὴ εἶναι τὴν ὑπό στασιν φύσιν, μήτε μὴν οὐσίαν τὴν λογικήν, την κατά πάντα τρόπον περιθέουσαν, ὡς ἡ φύσις. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὀρθοδοξία φησίν, μὴ εἶναι τὴν φύσιν ὑπόστασιν μίαν τῶν καθ᾽ ὧν κατηγορείται, μήτε ὅλας τὰς ὑποστάσεις, ὅσαι ἂν ὑπ' αὐτὴν εἶεν, οἷον ἡ θεότης, ήγουν ὁ Θεὸς οὐκ ἔστι Πατήρ· εἰ γάρ ἐστι Πατήρ, πάντως οὐκ ἦν ὁ Υἱὸς Θεός. Οὐ γὰρ ἀντι 19 κατ' είδους. ἀρίστῃ γνώμη, 13 τό. πάντως, ὁλικῶς,
col. 1479–1480page 17 of 82
PG 97:1479στρέφει ἡ κατηγορία, ὡς πᾶσιν εὔδηλον. Ὅτι ὁ Πα. τὴρ μέν ἐστι Θεός· Θεὸς δὲ οὐ πάντως ἐστὶ Πατήν. Καὶ ὁ Υἱὸς Θεός ἐστιν, ὡσαύτως καὶ τὸ Πνεῦμα τ ἅγιον. Ὥστε Θεός οὐκ ἔστιν οὐδὲν τῶν τριῶν τοῦ των. 'Αλλ' οὐδὲ ὅλα τρία ἐστὶ Θεός. Εἰ γὰρ θελή Πατήρ ἐστιν, Υἱός τε καὶ ἅγιον Πνεῦμα, πάντως πᾶν ὃν Θεός ἐστι Πατὴρ, καὶ Υἱὸς, καὶ ἅγιον Πνεῦμα· ἀλλ᾽ ἕκαστος τούτων Θεὸς ὑπάρχων τέλειος, οὐκ ἔστιν, ἄλλα τὰ τρία, καὶ τοῦτο σαφές τε καὶ ἐναργὲς τοῖς γε νοῦν ἔχουσι. Προβάλλονται δὲ καθ᾿ ἡμῶν τῶν ὀρθοδόξων τ Σευηριανοί, οἱ λίαν άφρονες αἱρετικοί, αἱρετικά τινα προβλήματα, άτινα προσαγαγόντες εἰς μέσος, ἀνασκευάσωμεν σὺν Θεῷ ὡς σαθρὰ καὶ εὐδιάλυτα. Έροῦσιν οὖν ἡμῖν οἱ ματαιόφρονες· Εἰ τὸν Θεόν φατε μὴ εἶναι τὰ τρία ταῦτα, είπατε λοιπόν, θες πρᾶγμά ἐστιν, ἢ οὐκ ἔστιν; Αποκρινομένων ε ἡμῶν, τὸν Θεὸν εἶναι πράγμα, πάλιν ἐρωτῶσιν· δἱ τρεῖς ὑποστάσεις δὲ οὐ τρία πράγματα; συγκατατιθεμένων οὖν ἡμῶν, καὶ αὐτὰ εἶναι πράγματα, συνάγουσι καθ' ἡμῶν λέγοντες· Αρα καθ' ὑμᾶς Θεός, Πατήρ τε καὶ Υἱὸς, καὶ ἅγιον Πνεύμα, τέτ σαρα ἀριθμοῦνται πράγματα, καὶ οὕτως ἐλέγχεσθε, τὴν μὲν Τριάδα αρνούμενοι, τετράδα δὲ ἀντιφέρη τες. Ἡμεῖς δὲ τούτοις ἀνταποκρινόμεθα· Μὴ εἰδότες, ὦ οὗτοι, τὴν ἀληθινὴν τῆς ἀποδείξειος ὁδὸν, ἐμεῖτε τοὺς παραλογισμούς τούτους, ἀγνοοῦντες, ὡς τον πράγμα τελειωτικὸν ἑτέρου πράγματος οὐ συνα Ο αριθμεῖται τῷ 14 τελειοί πράγματι. Οἷον ὁ χρυσὸς τοῦ νομίσματος, οὐκ αὐτὸ τὸ νόμισμά ἐστιν. Ὁ γὰρ χρυσός, καθ' 8 χρυσός ἐστιν, οὐκ ἔχει τὸν τοῦ νομί σματος χαρακτήρα· καὶ ἰδοὺ πρᾶγμα καθέστηκεν ὁ χρυσὸς, καὶ τὸ νόμισμα πράγμα πάλιν ἐστὶν ἕτερον. Ο χρυσός τοίνυν πρᾶγμα πεφυκώς παρὰ τὸ νόμι σμα, οὐ συναριθμεῖται τῷ νομίσματι· ὅθεν οἱ δέν γονται ταῦτα δύο πράγματα, ἀλλ' οὐδὲ χρὴ ταύτα σὺν τῷ συμπλεκτικῷ συνδέσμῳ προφέρεσθαι. Σκαλ της γὰρ καὶ ἀμαθία πολλὴ τὸ λέγειν, νόμισμα, καὶ χρυσός. Ταυτὴ δὲ νοεῖν ἔστι περὶ Παύλου, καὶ τοῦ ἰδίου σώματος· οὔτε γὰρ Παῦλός ἐστι τὸ σῶμα αὐτ τοῦ, οὔτε τὸ σῶμα Παύλου ἐστὶν Παῦλος. Παύλος μέντοι πρᾶγμά ἐστι, καὶ τὸ σῶμα Παύλου πραγμα ἐστιν· ἀλλ᾽ οὐ συναριθμεῖται Παῦλος τῷ ἰδίῳ οποίο ΝΟΤΑ. όλικῶς, ὁλικῶς, ὁλικῶς ολικώς,
col. 1481–1482page 18 of 82
PG 97:1481ματι, ὥστε εἶναι τὰ δύο, δύο πράγματα. Τίνος Ένεκεν; Επειδὴ τὸν Παῦλον τὸ ἴδιον σῶμα τελειοι. Τῶν ὑποστάσεων καθ' ὧν κατηγορείται, οὐ συναριθμεῖται ταῖς τρισὶν ὑποστάσεσιν, ὥστε είναι αὐτὴν κἀκείνας τέσσαρα πράγματα, ὡς ὄνειρώττοντές φασιν οἱ αἱρετίζοντες. Καὶ ἄλλο δὲ προ[σ]φέρουσι κατὰ τῆς ὀρθοδοξίας οἱ αἱρετικοί πρόβλημα τοιοῦτο λέγοντες· Τὸν ἀΐδιον Υιόν φατε πράγμα εἶναι, ἢ οὐ; Εἶτα λεγόντων ἡμῶν, αὐτὸν εἶναι πράγμα, επερωτώσιν αὖθις· Καὶ τὸ τοῦ ἀἰδίου Υἱοῦ σῶμα τὸ ἔμψυχόν τε καὶ νοερόν, οὐ πράγμα είναι λέγετε; Συγκατατιθεμένων οὖν ἡμῶν εἶναι καὶ αὐτὸ πρᾶγμα, εὐθέως συμπεραίνουσιν καθ' ἡμῶν, Αρα συναριθμεῖτε τὸν ἄΐδιον Υἱὸν τῷ ἰδίῳ σώματι, λέγοντες, ὅπως ἡμᾶς ἑκατέρωθεν, ὡς οἷόν τε, δήσαντες ἀράχνοις ἱμᾶσιν, ἤτοι βάλοιεν εἰς βλασφημίας ατόπημα, ἢ εἰς τὸ ἴδιον ἐφελκύσωνται φρόνημα. Εἰ γὰρ δύο πράγματα, τὸν ἀΐδιον Υιόν, καὶ τὸ ἔμψυχον αὐτοῦ καὶ νοερὸν αὐτοῦ σῶμά φα μεν, αὐτίκα κατακρινοῦσιν ἡμᾶς ὡς τεσσάρων πρα γμάτων ἐφίδρυσιν ἐν τῷ τῆς θείας ὑψηλῷ θρόνῳ τις θέντας, ὅπερ ἐστὶ τῆς Τριάδος ἄρνησις. Εἰ δὲ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ ἴδιον αὐτοῦ σῶμα μὴ εἶναι δύο πράγματα λέγοιμεν, ἀνθυποφέρουσιν ἡμῖν φάσκοντες· Μὴ ὄντων τούτων δύο πραγμάτων, πῶς ὑμεῖς τὸν Χριστὸν λέ γετε δύο φύσεις; Οἷς ἐροῦμεν, ὡς Ἡμεῖς τὸν ἀΐδιον Τὸν οὐ συναριθμοῦμεν τῷ ἰδίῳ σώματι, ὥστε λέγειν ἐκεῖνα δύο πράγματα, ἐπειδὴ τὸ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ σῶμα ὑποστατικὸν αὐτοῦ, καθέστηκεν τρόπον τινὰ τελειοῦν αὐτὸν, καθώς ἐστιν ἄνθρωπος. "Απαν δὲ πράγμα τελειοῦν ἕτερον πράγμα, ἢ ὡς γένος, ἢ ὡς διαφορὰ, ἢ ὡς φύσις, ήγουν οὐσία, ἡ ὡς ὃν ὑπο στατικὸν τελειοῦν, καὶ ὑφιστάνον ἐκείνου ἐστίν. Ὑποστατικὸν οὖν ὑπάρχον τὸ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ σῶμα, εἰ καὶ μὴ τελειοῦν αὐτὸν ἁπλῶς, ήγουν κυρίως, λέγε ται, οὐδαμῶς αὐτῷ συναριθμεῖται παντάπασιν. Αλλ' οὐκ ἐντεῦθεν ἀναιρετέον ἐν τῷ Χριστῷ λέγεσθαι δύο φύσεις. Ἡμεῖς γὰρ οἱ ὀρθόδοξοι, οὐ τὸν ἀΐδιον ϊν τῷ ἑαυτοῦ συναριθμοῦντες ὑποστατικῷ σώματι, δύο φύσεις φαμὲν, ἀλλὰ τὴν θεότητά τε καὶ ἀνθρωπότητα δύο φύσεις ἀριθμοῦμεν. Τάχα δέ τις ἔνθεν ἐπισκέψας φήσειεν. Αρα οὖν καὶ ἡ τοῦ Δεσπότου ἀνθρωπότης οὐκ αὐτὸ πέφυκεν τὸ ἴδιον αὐτοῦ σῶμα τὸ ἔμψυχών τε καὶ νοερόν; πρὸς ἐν ἀντιφήσωμεν οὐκ εἶναι. Ἐπειδὴ ἡ τοῦ Χριστοῦ ἀνθρωπότης, πάντων ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων καθέστηκεν· τὸ δὲ ἔμψυχον αὐτοῦ, καὶ νοερόν σῶμα, αὐτοῦ μόνου διαφερόντως ἐστίν. Εἰ δέ τις πρὸς ταῦτα διαμάχοιτο, εἰς τὸ δυοῖν θάν τερα μέλλει ατοπίαν ὑποπεσεῖν· ἤτοι γὰρ εἰπεῖν ἀναγκασθήσεται, τὴν τοῦ Χριστοῦ ἀνθρωπότητα μη εἶναι τῶν πάντων ἡμῶν ἀνθρωπότητα· κἀντεῦθεν πολλὰς ἐπεισάγειν ἀνθρωπότητας, ἢ τὸ ἰδίου Υιού σῶμα, λέγειν ἑκάστου ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων εἶναι σῶ μα. Καὶ τηνικαῦτα φαγέτω ὁ τοιοῦτος ἐπίσης τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα, καὶ ληστοῦ τινος καὶ ἀθέου σῶμα. τοιγαρούν, ὅτι ἡ θεότης εκάστην τελειο
col. 1483–1484page 19 of 82
PG 97:1483μὴ εἶναι τὴν ἡμετέραν ἀνθρωπότητα, βιασθήσεται φάναι, μὴ εἶναι τὴν Χριστοῦ θεότητα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος· καὶ ἐκ τούτου τρεῖς ἐπο εισάγειν θεότητας, δ δὴ τοῦ Χριστιανισμού παντελώς ἐστι ἔκπτωσις. Εἰ δὲ αὐτὸ ἕτερον φαίη, ἀρκεῖται τῷ ἀποφαινομένῳ τὸ παναίσχιστον παρακολούθημα, όπερ φθάσαντες εἰρήκαμεν. Ἱστέον ὡς οἱ ἅγιοι Πατέρες πῆ μὲν τὸν ἀΐδιον Υἱὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς, πὴ δὲ ἐκ τῆς τοῦ Πατρὸς οὐσίας γεγενῆσθαί φασιν. Ημών εν τῶν ὀρθοδόξων, μὴ τὴν τοῦ Πατρὸς οὐσίαν απ τὸν εἶναι τὸν Πατέρα λεγόντων, ἀλλὰ, παρὰ τὴν Πατέρα, παραχρῆμα καθ᾿ ἡμῶν ἄλλονται δύο θρυλλοῦντες, ἡμᾶς πεφωρᾶσθαι τὸν Υἱὸν λέγοντας, ἐκ δύο γεννηθῆναι πραγμάτων· εἶτα τὸν Πατέρα συναριθμεῖσθαι τῇ ἑαυτοῦ οὐσία καθώς ἐν τοῖς προειρημένοις ήδη προαποδέδεικται. Προς αὐτοὺς ἡμῶν ἀποκρινομένων, ἐροῦσιν οἱ φρενοβλαβεῖς· Κἂν τοῦτο δῶμεν εἶναι, καθ' & προέφησε, τέως γοῦν ἀναγκάζεσθε τὸν Υἱὸν εἰπεῖν οὐκ ἐκ τοῦ αὐτοῦ φῦναι πράγματος. Πρὸς οὓς ἀποκρινούμεθα τοὺς ἀνοήτους ἐντρέποντες, Οντως πλανάσθε με ειδότες, ὦ τάλανες, τὰ τῶν λεγομένων αἰνίγματα. Οὐ γὰρ, ὅπερ ὑποτοπάζετε, λέγειν βιαζόμεθα. Εἰ γέρ καὶ ὁ Πατὴρ ἄλλο τί ἐστι, καὶ ἡ τοῦ Πατρὸς οὐσία ἄλλο ἀλλ᾽ οὖν ἡμεῖς τὸν Υἱὸν ἐκ τῆς τοῦ Πατρός οὐσίας, ἢ ἐκ τοῦ Πατρὸς γεγεννῆσθαι λέγοντες, ἐκ τοῦ αὐτοῦ φῦναι πράγματος σημαίνομεν, οὐκ ἐξ ἄλ λου, καὶ ἄλλου, μὴ γένοιτο. Ωσπερ γὰρ σὺ λέγων, Έστησα 18 τὸν τοῦ νομίσματος χρυσὸν, αὐτὸν ὑπαινίς τῇ τὸν χρυσὸν ἑστᾶναι σταθμῷ· καὶ πάλιν λέγων, Ἐστάθμισα τὸ νόμισμα, τὸν χρυσόν σταθμίζεσθαι φής· ὁ γὰρ τοῦ νομίσματος χαρακτήρ οὐ σταθμίζει ται, ὡς πᾶσιν εὔδηλον,· οὕτω, καὶ ἡμεῖς, κἂν εἶπα μεν, ἐκ τοῦ Πατρὸς οὐσίας γεγεννῆσθαι τὸν Υἱὸν, οὐκ ἀναγκαζόμεθα λέγειν αὐτὸν ἐκ δύο φύναι πραγμά Καὶ πάλιν εἰ τὴν τοῦ Χριστοῦ φασιν ἀνθρωπότητα ἀλλ᾽ ἐξ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος· ώστε τὴν ὀρθοδοξίαν ἀεὶ τροπαιοῦχον φαίνεσθαι· καὶ τὰ τῆς νίκης βραβεία καθ᾿ ἡμῶν τῶν αἱρετιζόντων κομίζεσθαι, Πάλιν ἐπιφύεται παρ' αὐτῶν ἡμῖν ἐρώτημα λε γόντων· Ὁ ἀΐδιος Υιός σαρκωθείς κοινὸν πραγμα προσείληφεν 1; εἰ εἴποιμεν αὐτὸν πράγμα προσε ληφέναι μερικόν, ἐναχθείημεν ἐν Χριστῷ δύο λέγειν ὑποστάσεις, δν τρόπον λέγομεν δύο φύσεις· κἀντεῦθεν τῷ βδελυρωτάτῳ τῶν Νεστοριανῶν συνεμπεσείν φρονήματι (παρ' ἐκείνοις γὰρ ὑπόστασίς ἐστι τὸ μετ ρικὸν πράγμα)· ἢ μηδαμῶς ἐν Χριστῷ δύο φύσεις ὁμολογεῖν, ὡς οὐδὲ δύο υποστάσεις· κἀκ τούτου 1. ἐστάθμισα. 16 ή μερικόν; των, ΝΟΤΑ.
col. 1485–1486page 20 of 82
PG 97:1485Σευηροί χρηματίσαι συνωσθείημεν, μίαν εἶναι φύσιν τὸν Χριστὸν λέγοντες, δν τρόπον μίαν αὐτόν φαμεν ὑπόστασιν, ὅπερ ἐστὶ ψυχολεθρίας ανάμεστον. Εἰ δὲ κοινὸν πρᾶγμα προσειληφέναι τὸν Υἱόν φαμεν, ἐπεμβαίνουσιν ἡμῖν αὐτίκα φάσκοντες· Πῶς ὁ Υἱὸς σαρκοῦται τοῦτο προσειληφώς; τῶν ἀδυνάτων γάρ ἐστιν ἀσώματόν τι σωματωθῆναι ἐνωθὲν ἀσωμάτῳ. Πρὸς οὓς ἀπαντήσωμεν· Οὐ νενοήκατε, λέγοντες, ὦ οὗτοι, τὸν τῶν φιλοσόφων σκοπὸν εἰρηκότων, ἀσώμα τον εἶναι τὸ κοινόν. Ἐκεῖνοι γὰρ λέγοντες ἀσώματον εἶναι πᾶν γένος, καὶ εἶδος, καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα, τὸ ἐκ τῆς οὐσίας τῆς ἀνωτάτω, ἥτις λέγεται γενικώτατον γένος διαιρούμενον, ἀσώματον εἶναι λέγουσι. Διὸ δέον ἐπίστασθαι, ὡς τὸ ἀσώματον ὄνομα κατὰ τοὺς φιλο σόφους ὁμωνύμως τε καὶ ἀορίστως λέγεται, μᾶλλον δὲ συλλήβδην φάναι, ἐκεῖνοι τὴν ὕλην· καὶ τὸ εἶδος ἐξ ὧν τὰ σώματα, καὶ χρῶμα, καὶ πᾶν σχῆμα, ήγουν πᾶσαν ποιότητα καλοῦσιν ἀσώματον τήν τε ψυχήν, καὶ τοὺς ἀγγέλους, καὶ αὐτὸ τὸ θεῖον, ὧν οὐ μία καὶ ἡ αὐτὴ τῶν ἁπάντων ἡ φύσις, ἀλλὰ πολλαὶ καὶ διά φοροι, ὡς ἐντεῦθεν πιστοῦσθαι σαφῶς ὁμωνύμως καὶ ἀορίστως λέγεσθαι τὸ ἀσώματον ὄνομα, κατὰ πολλῶν σημαινόμενον 18, καὶ τῇ φύσει διαφερόντων φερόμε τον. Τὸ σῶμα τοίνυν, καὶ ὅσα ὑπὸ τὸ σῶμά ἐστι κοινά, οἷον ἔμψυχον, ζῶον, ἄνθρωπος, ἀσώματα και λοῦνται Ἐπειδὴ τούτων ἔκαστον αἰσθήσει μὲν οὐχ ὑποπίπτει, ἀλλὰ νοῖ καταλαμβάνεται· οὐ γάρ εἰσιν αὐτοῖς ἰδιότητες ὁριστικαί, καθ᾽ ἃς αἰσθήσει καθυποβληθήσονται. Τὰ μέντοι ἄτομα, καθ' ὧν ταῦτα κατηγοροῦνται, σώματά ἐστιν, ὡς ὑπὸ τὴν αἴσθησιν πίπτοντα· ὁριστικὰ γὰρ ἔχουσιν ἰδιώματα. Πλὴν εἰ καὶ τὸ κοινὸν σῶμα, καὶ ὅσον ἐστὶν ὑπὸ τὸ κοινὸν διὰ τὸ μηδαμῶς αἰσθήσει, ἀλλὰ νῷ μόνον εἶναι ληπτόν, ἀσώματον λέγεται· ἀλλ᾽ οὖν φύσει σῶμα καθ. έστηκεν· παραπλήσιον δ' ἂν εἴη τοῦτο τῷ ἁπλῶς λε γομένῳ κύκλῳ, τῷ γραμμὰς ὁριστικὰς οὐκ ἔχοντι. Ο γὰρ τοιοῦτος κύκλος φύσει μὲν μετρητός, καθ' * δὲ γραμμὰς ὁριστικὰς οὐκ ἔχει, οὐδαμῶς ὑποπίπτει μετρήσει· οὐκ ἔχει γὰρ ὁριστικὸν σταυρὸν, δι' οὗ ποδός ἐστι γνωσθῆναι δυνήσηται. Ἐπὰν δὲ κύκλος γένηται μερικῶν, εἰδικῶς τε, καὶ ὁριστικῶς ἐν εὐ θέως ὁπόσον ἔχει μέγεθος μετρήσει και περιορισθήσεται. Οὐκοῦν ὁ λεγόμενος ἁπλῶς κύκλος φύσει μὲν ἀορίστως μετρεῖται. Οριστικῶς οὐχ ὑποπίπτει με τρήσει. Οὕτω τὸ παρὰ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ προσληφθέν ἀνθρώπινον σῶμα, σῶμα μέν ἐστι φύσει· καθ᾿ ὃ δὲ κοινὸν ὄν, οὐδαμῶς ὑπὸ τὴν αἴσθησιν πίπτει, ἀσώμα τον καλεῖται· ἐπ᾽ ἂν δὲ χαρακτηρίζεται ὁριστικοῖς ἰδιώμασιν, ὁριστικῶς αὐτίκα τῇ αἰσθήσει ὑποπίπτει χρηματίσαν αἰσθητόν τε καὶ ἄπτωτον. ὁριστικαὶ ὁριστικάς όριστικὸν σταυρόν, 17 Σευηριανοί. 10 σημαινομένων. 19 Γ. μερικός, εἰδικός τε καὶ ὁριστικός. ΚΟΤΑ. Τοῦ 'Αδου καρά,
col. 1487–1488page 21 of 82
PG 97:1487Οὐδὲ μὴν ὁ χαρακτὴρ τῶν ἰδιωμάτων μερικών πραγμά ἐστιν, ήγουν ὑπόστασις. Ο χαρακτήρ γὰρ οὐκ ἄλλου τινός ἐστιν, ήγουν οὐκ ἄλλης υποστάσεως ἐν Χριστῷ, εἰ μὴ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ· δν τρόπον ἡμῶν ἑκάστου τῶν ἰδιωμάτων ὁ χαρακτήρ, οὐκ ἄλλου τινός ἐστιν, ἢ ἐκείνου ο πέρ ἐστιν ὁ χαρακτήρ. "Οθεν ὁ ἀξ διος Υἱὸς, ὁ αὐτός ἐστι Θεός τε καὶ ἄνθρωπος, τους Εστιν ὁ αὐτός ἐστιν ὁ πρὸ πάντων αἰώνων ἐκ Πατρὸς γεγεννημένος, καὶ Ἰησοῦς, ὁ ἐκ Παρθένου Μαρίας ἐπὶ τέλει τῶν αἰώνων ἀσπόρως τεχθείς, ὑπόστασις μία τῆς Τριάδος ὑπάρχων. Διὸ κυρίως καὶ ἀληθῶς ἡ πάνω αγνος καὶ πανάμωμος Δαυϊδικὴ νεάνις Θεοτόκος όμοι λογεῖται. Αὐτὸν γὰρ τὸν ἀΐδιον τέτοκεν Υἱὸν ἄνθρα που γεγονότα καθ' ἡμᾶς, κατὰ πάντα, δίχα τῆς ἀμερο τίας, καὶ Ἰησοῦν προσαγορευθέντα καθὼς ἡμῶν & προσαγορεύεται Πέτρος τυχόν, ἢ Παῦλος, ἢ ὁτιοῦν κῶς ἐν ἑκάστῃ τῶν ἑαυτοῦ ὑποστάσεων. ολικώς, 10 Γ. ὁμολογήσας κύριον όνομα. Τηλαυγέστατα τοίνυν ἀποδέδεικτα, ότιπερ εἰ καὶ κοινὸν πρᾶγμα προσείληφεν ὁ ἄἴδιος Υἱός, ὅπερ ἐστὶν ἀσώματον, ήγουν τὴν ἀνθρωπίνην οὐσίαν, ἀλλ᾽ οὖν οὐκ ἀπαγορεύεται σωματωθῆνει, ήγουν σαρκωθῆναί τε καὶ ἐνανθρωπήσαι, καθώς με σιν ὁ παράφρων αἱρετικός. Καὶ τοῦτο δὲ πάλιν εἰδέ και χρή, ὡς οἱ αἱρετίζοντες τούτου δὴ χάριν σπεύ δουτί συστῆσαι τὴν φύσιν εἶναι κοινήν τε καὶ μερι κήν· τὴν μὲν κοινὴν πάσας εἶναι τὰς ὑποστάσεις τὴν δὲ μερικὴν μίαν ὑπόστασιν λέγοντες, όπως ὁμολογηθὲν τοῦτο καὶ ὀχυρωθὲν αὐτοῖς, ὅπλον γίνεται πρὸς καθαίρεσιν τοῦ ἀληθινοῦ καὶ ἀκαθαιρέτου ο γματος. Εἰ γὰρ τοῦτο τὸ παρ' ἐκείνοις ὡμολογημένον ἀληθείας είχετο, ἔμελλεν ἄν τις πρὸς τὴν ἐν Χαλκηδόνι συγκροτηθείσαν ἁγιωτάτην φάναι σύνοδον Ελπί μοι, αἱ δύο φύσεις αὗται, ἂς ἐν Χριστῷ κηρύττεις κοιναί εἰσιν, ή μερικαί; Εἰ μὲν οὖν ἀποκρίνοιτο, κοινὰς εἶναι, εὐθὺς συλλογίζεται κατ' αὐτῆς λίγων, Ὁ Χριστὸς ἄρα, κατὰ σὲ, πᾶσαι αἱ τῆς θεότητος υπου στάσεις ἐστὶν, ὅπερ ἄτοπον. Εἰ δὲ μερικὰς εἶναι φής σειεν, ἐμπετεῖται τῷ τοῦ Νεστορίου βλασφημήματα, ὡς δύο ἐν Χριστῷ ὑποστάσεις ὁμολογοῦσα 10. Διὸ τοῖς τῆς ἁγίας συνόδου προμάχοις, καὶ ὑπερασπιστείς, ἀναγκαῖον ἀποδεῖξαι τὴν φύσιν, μήτε κοινὴν, μήτε μερικὴν λέγεσθαι, ὡς ἐκεῖνοί φασιν· ἀλλὰ κοινὸν πρᾶγμα, φεῦγον τὴν ἀτοπίαν ἑκατέρων, ὅπερ οὐκ ἔστιν, οὔτε πᾶσαι αἱ ὑποστάσεις, οὔτε μία ὑπόστασις, ἀλλὰ τὸ θεωρούμενόν τε καὶ εὑρισκόμενον άλι Αποδείκνυται δὲ σὺν Θεῷ τῷ φωτολογούντι τοιαύταις ἀποδείξεσιν. Πάν πράγμα κοινὸν πολλῶν ἐστι κατηγορούμενον· εἰ μὲν οὖν ἡ φύσις κοινώς λεγομένη πᾶσαι αἱ ὑποστάσεις, ἄρα πάσαι πασών ἑαυτῶν κατηγορηθήσονται. Τὸ δὲ πολλῶν κατηγορούμενον, ὅλον ἐν ἑκάστῳ τῶν πολλῶν εὑρίσκεται, ὧν κατηγορείται. Καντεύθεν συναχθήσεται πάσας τὰς ὑποστάσεις καθ' ἑκάστην ἑαυτῶν ὑπόστασιν ευρίσκεσθαι, ὅπερ ἀδύνατον, ὥστε μὴ εἶναι τὴν φύσιν πάσας τὰς ὑποστάσεις. Τὴν γὰρ φύσιν κατ'
col. 1489–1490page 22 of 82
PG 97:1489ἐκείνους κοινῶς νοουμένην, δεῖ κατηγορεῖσθαι τῶν Οποστάσεων, μὴ λέγεσθαι τὴν φύσιν, ὡς ἐκεῖνοί φασιν, ὡς ἐντεῦθεν ἀποδειχθήσεται. Εἰ γὰρ ἡ φύσις μερική, κατ' ἐκείνους νοουμένη, ὑπόστασίς ἐστιν, ἀνάγκη πᾶσα κατ' αὐτοὺς τόν τε Πατέρα, καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τρεῖς μερικὲς ἀρισ Ο μεῖσθαι φύσεις, καὶ τρεῖς ὁμολογεῖσθαι θεούς, καὶ τρεῖς θεότητας, δ δὴ βλασφημιῶν ἐστιν ἀπασῶν ἀκροτάτη, μᾶλλον δὲ τοῦ Χριστιανισμοῦ παντελής ἄρνησις· ὥστε δῆλοι πεφήνασιν ἀνοήτως λέγοντες, μερικὴν εἶναι φύσιν, οἱ παράφρονες αἱρετικοί, καὶ πάντοθεν στεφανοῦται κατ' αὐτῶν βασιλικῷ διαδήματι τῶν ὀρθοδόξων ἡ πίστις, ἡ τὸν Χριστὸν, ἤγουν τὸν ἀΐδιον Υἱὸν ἐνηνθρωπηκότα μίαν ὑπόστασιν εἶναι, καὶ δύο φύσεις ὁμολογοῦσα τὸν αὐτὸν ὁμοῦ Θεόν τε καὶ ἄνθρωπον, ὑποκείμενον τὸν αὐτὸν ταῖς δύο φύ- 362 σεσιν πρὸς κατηγορίαν. Καὶ γὰρ ἑκατέρα τῶν δύο φύσεων κατηγορεῖται αὐτοῦ, καὶ μεταδίδωσιν αὐτῷ τοῦ τε ὀνόματος αὐτῆς, καὶ τοῦ ὁρισμοῦ. "Οθεν ὁ άΐδιος Υιός ἐστι Θεὸς, ὡς ὁ Πατήρ, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ τὸν τοῦ Θεοῦ ὁρισμὸν ἐπιδέχεται, δν τρόπον ἐκείνων ἕκαστος, καὶ ἔστιν ὁ αὐτὸς ἀΐδιος Υἱὸς ἄνθρωπος, ὡς καὶ ἔστιν ἡμῶν ἕκαστος· καὶ τὸν τοῦ ἀνθρώπου ὁρισμὸν ἐπιδέχεται, δν τρόπον εκείνων ἕκαστος, καὶ ἔστιν ὁ αὐτὸς ἀΐδιος Υἱὸς ἄν θρωπος, ὡς καὶ ἔστιν ἡμῶν ἕκαστος· καὶ τὸν τοῦ ἀνθρώπου ὁρισμὲν ἐπιδέχεται, τοῦτ' ἔστι τὸ εἶναι ζώον λογικόν, θνητὸν, καὶ ἐπιστήμης δεκτικόν, καθ' δν τρόπον ἡμῶν ἕκαστος. Ο δὲ λέγων τὸν Χριστὸν μίαν εἶναι σύνθετων φύ σιν, ὡς ἔστι μία σύνθετος ὑπόστασις, ὀνόματι φιλοσοφικῷ, τήν τε φύσιν ταύτην όνομάσαι, καὶ τὴν ὑπόστασιν, ὡσαύτως βιασθήσεται. Τὴν μέντοι ὑπό στασιν πάντως καλέσειεν ἀΐδιον Υιόν σεσαρκωμένον. Τῇ δὲ φύσει τίνα κλῆσιν ἄρα ἐφαρμόσειν δυνήσεται; Εἰ γὰρ Θεὸν ταύτην ὀνομάσειεν, ἀρνήσεται τὴν ἀν θρωπότητα. Εἰ δὲ ταύτην ἄνθρωπον προσαγορεύω σειεν, ἀνελεῖ τὴν Τριάδα. Εἰ δὲ μήτε Θεὸν μήτε ἄνθρωπον ταύτην ονομάσειεν, τὸν Χριστὸν ἄρα παραστήσεται, μήτε Θεὸν εἶναι, μήτε ἄνθρωπον· καὶ πρὸς τῇ αἰσχύνῃ, καὶ μεγίστῳ περιπεσείται βλασ φημήματι, καὶ ἀπωλείας χάσματι. Ποιον γὰρ ἐφεύροι ὁ δύστηνος τῇδε τῇ κενῇ καὶ νωθεί φύσει ἁρμόδιον ὄνομα, ὅτι μὴ σκινδαψός, ἢ τραγέλαφος, η ἄλλο τι τῶν τοιούτων; Τοῦτο δὲ μάλιστα δεν γινωσκειν ὑμᾶς, ὦ φιλομαθέστατοι, ὡς ἡμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι τὸν Χριστὸν εἶναι μίαν σύνθετον ὑπόστασιν λέγοντες, οὐχ ἑτέραν παρὰ τὴν τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ νοοῦμεν ὑπόστασιν, τὴν μίαν οὖσαν τῆς Τριάδος· οὐ γὰρ κοινήν τινα συνεισφέρειν ἀνεχόμεθα, μὴ γένοιτο! Ἀλλ᾿ οὖν ὁ τρόπος σαφηνιζέσθω τῆς ὑποστατικῆς συνθέσεως. Σύνθετον δὴ διχῶς εἶναι τὴν τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ λέγομεν ὑπό στασιν. Λέγεται γὰρ σύνθετος ἐκ θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος· λέγεται πάλιν σύνθετος, ὡς ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος τῶν ἀνθρώπων ἕκαστος. Ἀλλὰ ἐκ θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος οὐ λέγεται Κύριος σύνθετος, μεταφορικῶς δέ· πᾶν γὰρ κυρίως σύνθε τον ὂν, οὐκ ἦν παντάπασιν πρὶν ἢ συναφθῆναι ἐξ ὧν συντέθειται. Τὸν δὲ Χριστὸν οὐ φαμεν ἁπλῶς μὴ εἶναι παντελῶς πρὸ τῆς συνόδου τῆς θεότητός τε
col. 1491–1492page 23 of 82
PG 97:1491363 καὶ ἀνθρωπότητος ἐξ ὧν συνετέθη· ἀλλὰ τὸν Χρι στὸν λέγομεν μὴ εἶναι Χριστὸν μετὰ προσδιορισμού, πρὶν ἢ συνελθεῖν ἐν αὐτῷ τὴν θεότητά τε καὶ ἀν θρωπότητα· ὧν καθ᾽ ὑπόστασιν συνδραμουσῶν εἰς ἀσύγχυτόν τε καὶ ἄτρεπτον ἔνωσιν, μετενήνεκται ἐπ' αὐτὸν ἡ σύνθεσις ἀπὸ τῆς ἀληθῶς οὔσης συνθέσεως, καὶ μεταφορικῷ τρόπῳ κέκλητα: σύνθετος ἐκ θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος. Τὸ γὰρ κυρίως ἐκ πράγματος συντιθέμενον, ἄλλῳ τινὶ κατονομάζεται παρὰ τῶν πραγμάτων ὀνόματι, ἀφ᾽ ὧν συνετέθη, ἅτε τρίτον ἀποτέλεσμα γεγονώς, παρὰ τὰ ἀφ᾽ ὧν συντέθειται. Τοῦ γὰρ ἀνθρώπου συντεθέντος ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος, οὐ κατονομάζεται τῷ ἄνθρωπος ὀνόματι, οὔτε ἡ ψυχή, οὔτε τὸ σῶμα. Ο μέντο Χριστὸς τρόπῳ τινὶ συντεθειμένος ἐξ ἀϊδίου τε Υἱοῦ, καὶ τῆς ἀνθρωπότητος, αὐτὸς ὁ ἀΐδιος Υιός ἐστι ὁ Χριστὸς, εἰ καὶ μὴ Χριστός κέκληται πρ 318 τῆς αὐτοῦ σαρκώσεως. Εντεῦθεν αἱ ἅγιοι Γραφα! πᾶσαι, καὶ ἡ κατὰ Νίκαιαν τῶν ἁγίων τριακοσίων δεκαοκτώ Πατέρων θεόκλητος σύνοδος, τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν κηρύττουσιν ἐκ τοῦ Πατρός γεγενντ σθαι πρὸ πάντων τῶν αἰώνων, καὶ τοὺς αἰῶνας πο ποιηκέναι· καὶ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα προ[σ]ενηνοχέναι· σοφίαν τε τοῦ Πατρὸς εἶναι, καὶ λόγον, καὶ δύναμιν. Εἰ δὲ ἦν τὸ συντεθὲν ἐκ θεότητος τε καὶ ἀνθρωπότητος, τοῦτ' ἔστι ὁ Χριστὸς, ὑπό στασις καινή παρὰ τὴν ἀΐδιον, οὐκ ἂν εἴη ὁ Χριστός ἐκ Πατρὸς πρὸ πάντων τῶν αἰώνων γεγεννημένος, εύ δὲ ποιητὴς τῶν αἰώνων, οὔτε σοφία τοῦ Πατρὸς καὶ λόγος, καὶ δύναμις. Οὕτω τοίνυν λέγεται ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς, ἤγουν ἡ μία σύνθετος ὑπόστασις, ἐκ θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος συντεθεῖσθαι, οὐχ, ὥς φαμεν, πᾶν σύνθετον συγκεῖσθαι, ἐξ ὧν συνέστηκεν. Κατά δεύτερον δὲ τρόπον ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χρισ στὸς, τοῦτ' ἔστι ὁ σεσαρκωμένος άΐδιος μονογενής Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, λέγεται συντεθεῖσθαι ἐκ ψυχῆς τε καὶ σώματος, ὡς ἔφθημεν εἰπόντες· ἐπειδὴ γὰρ δ άΐδιος Υἱὸς θεὸς ὢν φύσει γέγονεν ἄνθρωπος, ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, μεμενηκώς Θεός οἷος καὶ πρώην, γεται κατ' αὐτοῦ πάντως, ὅσα καθ᾿ ἡμῶν ἑκάστου. Ως οὖν ἕκαστος ἡμῶν σύνθετός ἐστι ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως ἡμῖν κεχρημάτικ ἐκ ψυχῆς τε καὶ σώματος· διχῶς ἄρα σαφῶς ἀποδέδεκται τὸν Χριστὸν σύνθετον λέγεσθαι, καθ' ά προει καμεν, ἔκ τε θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος, καὶ ἐκ 364 ψυχῆς καὶ σώματος, τὸν ἀΐδιον Υἱὸν ὄντα, τοῦτ' παναγίῳ αὐτοῦ Πνεύματι, εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. πρὸς τὸν τοῦ δρόμου ἐμέσης ἔστι, τὴν μίαν τῆς Τριάδος ὑπόστασιν, ᾧ ἡ δεξα καὶ τὸ κράτος σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ, καὶ τὰ Διάλογος Θεοδώρου του γεγονότος ἐπισκόπου Καρῶν, τὸ ἐπίκλην Αβουκαρά, γενόμενος πρές τὸν τοῦ δρόμου Εμέσης, αιτησάμενον ἀπόδειξιν ἀποδοθῆναι αὐτῷ ἀπολογισμοῦ, ὅτι ἔστι θείς. Πρόσκειται οὖν τῷ μὲν προσώπῳ τοῦ ᾿Ορβελί ξου, Α, τῷ δὲ τοῦ ᾿Απίστου Β. Β. Απόδος, ὦ οὗτος, ἀπόδειξιν ὅτι ἔστι Θεός. λογοθέτην του δρόμου.
col. 1493–1494page 24 of 82
PG 97:14931. Απας αριθμός προσδεχόμενος προσθήκην, καὶ πέρας ἐπιδέχεται. Ο οὖν τῶν ἀνθρώπων ἀριθμὸς ἐπιδεχόμενος προσθήκην, πεπερασμένος ἐστὶν, εἰ καὶ ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν τὴν ποσότητα, ἀλλ' ὑποθώμεθα συντομίας καὶ σαφηνείας ἕνεκεν, εἶναι τοὺς πάντας ἀνθρώπους ἑκατόν. Αδύνατον δὲ τούτους ἅπαντας γεννητοὺς ὑπάρχειν· ἐξ ἀλλήλων μὲν γὰρ γενεαλογοῦνται· ἀλλὰ ἀναποδίζων ὁ νοῦς τὴν γενεαλογίαν ἐπὶ τὰ ἄνω, εἰς ἕνα καταντᾷ πάντως ἀγέν νητον. Οὐ γὰρ ἐνδέχεται ἐπὶ τὸν πρῶτον ἐλθόντας εἰπεῖν, αὐτὸν ἐξ ἄλλου γεγεννῆσθαι· ἐπεὶ κἀκεῖνος ἐξ ἑτέρου γεγεννημένος ἂν εἴη, μέχρις ἂν ἐπὶ τὸν πρῶτον ἀγέννητον τὸν νοῦν ἐπερείσωμεν. Ανάγκη τοίνυν τοῦτον, ἢ ἐκ τῆς γῆς φῦναι, καθάπερ τὰ βλα στήματα, ἢ ἀΐδιον εἶναι, ἢ ὑπό τινος δημιουργού πε ποιῆσθαι. 'Αλλ' εἰ μὲν ἐκ τῆς γῆς ἐβεβλαστήκει καὶ εἰς ὅτι ἂν ἄχρι τοῦ παρόντος ἑτέρους ἐβλάστανεν, ὥσπερ καὶ τῶν δένδρων καὶ βοτανῶν εἴδη. Ἐπειδὴ δὲ οὐχ ὁρῶμεν τοῦτο γινόμενον, δῆλον ὅτι οὐδὲ τὸν πρῶτον ἐβλάστησεν. Οὐδὲ μὴν άΐδιος ἦν. Εἰ γὰρ άναρχος καὶ αΐδιος ὑπῆρχεν, οὐκ ἂν ἐτεθνήκει, οὐδ᾽ ἂν ἀπώλετο. Τὸ γὰρ ἄναρχον, καὶ ἀτελεύτη τον. Λείπεται τοιγαροῦν αὐτὸν πεποιῆσθαι ε, τὸ δὲ πεποιημένον ἔχει ποιητήν. "Αρα τῶν ἀνθρώπων ἐστὶ Κτίστης τε καὶ ποιητής. Δέχου δὲ καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν εἰς θεογνωσίαν καθ οδηγοῦσαν. Εἰπέ μοι, εἰ βῶλον ἐκ τῆς γῆς λαβὼν ἐφ' ὑψηλὸν ἀναβαίην δωμάτιον, κἀκεῖθεν τοῦτον ἀφείην, οὐχὶ φύσει κατωφερής ὤν, ἐπὶ τὰ κάτω δι τνεχώς φέρεται, μέχρις ἂν ἐπὶ στερεώτερον καὶ ἀκίνητον ερεισθῇ; Β. Ναί. Α. Οὕτως καὶ ἡ γῆ· ἐκ γὰρ τοῦ μέρους τὸ πᾶν καταλαμβάνεται. Εἰ μὴ γὰρ κάτωθεν εἶχέν τι στερεώτερον ὑπερείδον αὐτὴν, οὐκ ἂν ἔληξεν κάτω φερ ρομένη. Νῦν δὲ ταύτην ὁρῶμεν ἀσάλευτον. Εστιν ἄρα δύναμίς τις ισχυροτέρα ή ταύτην ὑπερείδουσα καὶ βαστάζουσα, ἥτις ἐστὶν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος. Εἰ γὰρ ἕτερον ὑπεἶναι σῶμα φαίη τις ὑπερεῖδον αὐτὴν, τί τὸ κἀκεῖνο βαστάζον; καὶ οὕτω διατείνων τὴν Έρευναν ο λογισμός, οὐ παύεται ἄχρις ἂν ἐπί τι πέρας στῇ βασταζομένων. Οὐ γὰρ ἂν ἄπειρος κάτωθεν εἴη, ἄνωθεν περατουμένη. Τὸ γὰρ ἐξ ἑνὸς μέρους πεπερατωμένον, καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου δῆλον ὅτι πέρας ἕξει. Εἰ γὰρ σπαρτίον καθ᾽ ὑπόθεσιν ἦν ἐκ τοῦδε τοῦ μέρους τῆς γῆς, ἕως τοῦ ἑτέρου διῆκον μέρους, ἐπιλαβόμενος δὲ τοῦ ἐπιφαινομένου ἄκρου τοῦ σπαρτίου, ἐξείλκυσα δύο, ἢ τρεῖς πήχεις, οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου ἀφανοῦς μέρους, ἀνάγκη ἀποσπασθῆναι τὸ ἄκρον τοῦ σπαρτίου, ἐξελκόμενον ἐπὶ τὰ ἄνω τοσοῦτον, καθόσον ἐξείλκυσα μέτρον; Εντεῦθεν ἔστι σαφῶς εἰδέναι τὴν γῆν τὸ πέρας ἔχειν κάτω θεν. Ὥστε ἐκ τούτων ἀποδέδεικται, ὅτι τῶν ὄντων ἐστὶ ποιητής. κι αὐτὸ πεποίηται.
col. 1495–1496page 25 of 82
PG 97:1495μονομερέσι, Β. Καλῶς πάνυ απέδειξας. Και χάριν έχω σοι τῆς ὠφελείας. Πόθεν δὲ τοῦτον τὸν ποιητὴν ἀποδείξεις, Υἱὸν ἔχειν; Α. Οὐκ οἶσθα ὅτι ἄλλο ἐστὶ τὸ τύπτον, καὶ ἄλλο το τυπτόμενον, καὶ ἄλλο τὸ βλέπον, καὶ ἄλλο τὸ βλεπόμενον, καὶ ἄλλο τὸ γινώσκον, καὶ ἄλλο τὸ γινωσκόμενον; Β. Ναί, τοῦτο πάντως οὕτως ἔχει. Οὐ γὰρ δύνατα τὸ αὐτὸ εἶναι τὸ ἐνεργοῦν καὶ τὸ πάσχον. Α. Ὁ δὲ Θεὸς οὐχὶ ἁπλοῦν ἐστι, καὶ παντελώς ἄκρατον, καὶ ἀμιγές, καὶ ἀσύνθετον; Β. Οὕτως ώφειλεν εἶναι. Δ. Τὸ οὖν πάντη ἁπλοῦν, καὶ ἐν κατὰ πάντα, πώς ἑαυτὸ γινώσκει; Δέδοται γὰρ ἄλλο εἶναι τὸ γινώ σκον, καὶ ἄλλο τὸ γινωσκόμενον. Καὶ τοῦτο μάλιστα θεωρεῖται ἐπὶ τῶν μονομερῶν καὶ ἁπλῶν. Τῶν γὰρ ἐκ μέρων τα συγκειμένων τάχα δυνήσεται μέρος μὲν όρᾷν, μέρος δέ τι ὁρᾶσθαι, καί τι μὲν γινώσκειν, τ δὲ γινώσκεσθαι· τὸ τοιοῦτον δὲ σύνθεσιν ἐξ ἀνάγκης εἰσάγει. Ὁ δὲ Θεός, συνθέσεως πάσης ἀνεπίδεκτος, ὁ πάσης ἀθλίας καὶ ἁπλότητος ἐπέκεινα - Ανάγκη τοίνυν δυοῖν θάτερον εἰπεῖν, ἢ ὅτι ἑαυτὸν γινώσκει ὁ Θεὸς, καὶ οὕτως ἐστὶ σύνθετος, καὶ πάλιν, ἡ πρώτη σύνθεσις, καὶ ὁμολογία ανατραπήσεται, άλλο μέν τιθεμένη, τὸ γινώσκον εἶναι, ἄλλο δὲ τὸ γινωσκή μενον· ἢ ἐν ἀγνοίᾳ ἑαυτοῦ τὸν Θεὸν καθεστάναι, όπερ καὶ αὐτὸ λίαν ἄτοπον. Β. Αναντίρρητος ὁ λόγος. Α. Ἐπεὶ οὖν ἄμφω πεφύκασιν άτοπα, πῶς ἑαυτόν ὁ Θεὸς εἴσεται μένων ἐν τῇ ἁπλότητι; Β. Οὐ συνερῶ πῶς. Α. Πᾶσα γνῶσις καθ᾿ ἕνα τρόπον γίνεται. Η γὰρ ἐκ τῆς ἰδίας ὑπάρξεως γινώσκεται, ὡς ὅτ' ἂν ἴδω τινά, γινώσκω, εἰ λευκός ἐστιν ἡ μέλας. ἢ οὐλέθριξη ἁπλό θριξ, ἢ εὐειδής ή δυσειδής, μακρὸς ἢ κολοβός· ἡ ἐκ τοῦ ὁμοίου, ήγουν ὁμοουσίου καὶ ὁμοφυούς, οἷον πήθεν γινώσκεις, ὅτι καρδίαν ἔχεις, καὶ ἧπαρ, καὶ σπλήνα, καὶ τὴν ἔνδον λοιπὴν διάπλασιν, καὶ οἰκονομίαν, ἣν οὐχ εώρακας πώποτε· εἰ μὴ ἐξ ἄλλου ὁμοφυείς, ἐξ οὗ σε αὐτὸν τοιοῦτον ὑπάρχει ἐπέγνωκας. Ἐκ γάρ τῶν ὁμοίων τὰ ὅμοια καταλαμβάνεται. Τρίτον, ἐξ ἐκ τῆς ἰδίας ὑπάρ ξεως, ίχνους τινὸς πολλάκις γνωρίζεται τὸ πράγμα, οἷον, 1. Γ. μερών. Εἰ παρέλθοιμι διά τινος αρούρας ἠροτριασμένης, καὶ εἰργασμένης ὑπό τινος εἰργάσθαι ταύτην γινώσκω ἐκ τοῦ ἴχνους, εἰ καὶ τοὺς ἀρόσαντας οὐ τεθέαμαι. Καὶ πάλιν, εἰ ἀπό τινος πύργου τετειχισμένου πάνω τοθεν ἴδω βέλος ή λίθον εἰς ὕψος ἀκοντιζόμενον, ὑπό τινος ἐξηκοντίσθαι καταλαμβάνομαι. Τέταρτον ἐξ ινδάλματος πολλάκις γινώσκεται τις. Εἰ γὰρ κατέχων Έσοπτρον μορφήν τινος όπισθέν μου ἱσταμένου, ενατενίζοντος εἰκονισθεῖσαν ἐν αὐτῷ κατοπτρίσομαι. Γινώσκω, εἰ φαλακρός ἐστιν, ἢ σιμός, ἢ γρυπής, ή μεγαλόφθαλμος, ἀπὸ τοῦ ἐντυπωθέντος τῷ ἐσόπτρῳ
col. 1497–1498page 26 of 82
PG 97:1497δμοιώματος. Πέμπτον, ἐκ τῶν ἐναντίων τὰ ἐναντία γινώσκεται πολλάκις, ὡς, ὅτε τῷ ᾿Αδάμ εἶπεν ὁ Θεὸς, Η δ' ἂν ἡμέρᾳ φάγῃ ἀπὸ τοῦ ξύλου, θανάτῳ ἀπο θανή.» Πόθεν ᾔδει ὁ Ἀδάμ, τί ἐστι θάνατος, μηδέ ποτε αὐτὸν ἑωρακώς; οὐ γὰρ προεῖδεν ἀποθνήσκοντά τινα, εἰ μὴ ἐκ τοῦ ἐναντίου, ήγουν ἐκ τῆς ζωῆς. Η γὰρ στέρησις τῆς ζωῆς δῆλον ὅτι θάνατος. Οὕτως καὶ ὁ πλούσιος τὴν πενίαν, καὶ ὁ ὑγιὴς τὴν νόσον ἐπίσταται. Κατὰ ποῖον οὖν τῶν πέντε τρόπων τούτων ἑαυτὸν ὁ Θεὸς οἶδεν; ἐξ αὐτοῦ γινώσκειν ἑαυτὸν οὐ δύναται. Τοῦτο γὰρ δέδοται, ἄλλον εἶναι τὸν γινώσκοντα, καὶ ἄλλο τὸ γινωσκόμενον, οὐδὲ μὴν ἐξ ἴχνους τινός. Τὰ γὰρ ποιήματα πολλῷ δεύτερα καὶ κατώτερα· ἀλλ' οὔτε δι' ἐσόπτρου, οὔτε διά τινος τῶν τεσσάρων τρό πων· ἀνάγκη τοίνυν εἶναί τινα κατὰ πάντα ὅμοιον, Έχουν ὁμοούσιον, καὶ συναΐδιον τῷ Θεῷ ἐξ οὗ γνοίη ἑαυτόν, ἵνα μὴ ἀγνοῶν ἑαυτὸν καταλείποιτο· ὁρῶν γὰρ ὁ Θεὸς τὸν ἑαυτοῦ Υἱόν, ὅμοιον ἑαυτῷ, κατά πάντα, ἑαυτὸν ἐν ἐκείνῳ ὁρᾷ εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, ὑποστάσεως αὐτοῦ. αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ καὶ ὁ χαρακτήρ τῆς Β. Εστω δή, τὸν Θεὸν ἔχειν τινὰ συναΐδιον, ὅμοιον, ὅπως ἑαυτὸν ἀπ' ἐκείνου γινώσκοι. Πόθεν ἀποδείξεις ὅτι υἱός ἐστιν; Α. Εοικεν τοῖς τῆς δικαιοσύνης ἐρασταῖς τῷ αὐτῷ μέτρῳ καὶ ζυγῷ, ᾧ μετροῦνται τε καὶ στα ἡμῶνται, ἀντιμετρεῖν τε καὶ ἀντισταθμίζειν. Εἰ γὰρ εἴην εἰληφὼς παρὰ σοῦ χρυσίνους ἑκατὸν, ἐθέλοιμι δέ σαι τούτους ἀποδοῦναι, τῷ ζυγῷ, ᾧ σταθμισάμενος εἴληφα, ἐκείνῳ καὶ σὺ παρ᾿ ἐμοῦ οὐχ ἑτέρῳ ἀπολα δεῖν ὀφείλεις. Στάθμιον γὰρ μικρὸν, καὶ μέγα ἐμί σησεν ή ψυχή μου, φησὶν ὁ Θεός. Πόθεν ἐπιστάμεθα, ὅτι ἔστιν Θεὸς, καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ ἰδιώματα; οὐχὶ ἐκ τῶν παρ' ἡμῖν; Εἰ γὰρ αὐτὸν οὐχ έωράκαμεν πώποτε, οὐδ᾽ ἐκ τῶν αὐτοῦ ποιημάτων αὐτὸν κατα λαμβανόμεθα, ἀνάγκη πᾶσα ἐν παντελεί διαρκεῖν ἡμᾶς ἀγνωσίᾳ τοῦ Θεοῦ. Ἐκ τῶν οὖν παρ' ἡμῖν τι μιωτέρων τὸν Θεὸν διαγράφομεν, τὰ ἡμῖν ἐπισυμβαίνοντα συμπτώματα παντελῶς ὑπεξαιροῦντες ἀπὸ τῶν ὑπὸ Θεοῦ λεγομένων. Οἷόν ἐστι παρ' ἡμῖν ζωή, καὶ θάνατος. Τίνι πρέπει ἡμῖν τὸν Θεὸν χαρακτηρίσαι, τῇ ζωῇ, ἢ τῷ θανάτῳ; Β. Δηλονότι τῇ ζωῇ. Α. Λέγομεν οὖν, ὅτι ὁ Θεὸς ζωή, καὶ ζῶν ἐστιν. Αλλ' ἐπειδὴ παρ' ἡμῖν ἡ ζωὴ καὶ ἀρχὴν ἔχει, καὶ τέλος, καὶ ἐνδεής ἐστι· χρήζει γὰρ τῆς ἔξωθεν επιρ ῥῆς, βρώσεως τε, καὶ πόσεως, καὶ τῆς τοῦ ἀέρος ἀναπνοῆς, καὶ τῶν τοιούτων, ἐξ ὧν ἡ σύστασις τῆς ἡμετέρας ζωής. Ταῦτα πάντα τα συμπτώματα, καὶ ελαττώματα κάτω θέντες, καὶ ἀφελόντες, λέγομεν, τὸν Θεὸν ζην ζωήν, καὶ τοιαύτην ζωήν, την μήτε ἀρχὴν μήτε τέλος ἔχουσαν, μήτε τινὸς παντελῶς τῶν ἔξωθεν χρήζουσαν. Η οὐχ οὕτως ἔχειν σοι δοκεί; Β. Καὶ πάνυ θαυμασίως, καὶ εὐστοχώτατα ἐκ τῶν
col. 1499–1500page 27 of 82
PG 97:1499παρ' ἡμῖν τὸν Θεὸν διαγράφεις, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτὸν ἄλλοθεν εἰδέναι, ἢ ἄλλως εἰπεῖν. ἀπαθῶς, ἀπαθής, παθή ματα οι συμπτώματα Α. Οὕτως, ὦ φίλος, ἐπὶ τῶν λοιπῶν μοι νόει 28 Ἔστι παρ' ἡμῖν ὅρασις, καὶ τύφλωσις. Την τύφλωσιν ἀφέντες, τὸν Θεὸν λέγομεν ὁρατικὸν ἀπαθῶς, ήτοι, τὰ τῆς ὁράσεως ἐξορίζοντες πάθη ἀπ' αὐτοῦ. Ἐν πᾶσι γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς ἀπαθής. Ὡσαύτως ἀκοὴ καὶ κώφωσις παρ' ἡμῖν. ᾿Ακουστικόν, οὐ κωφόν ἐροῦμεν τὸν Θεόν. Ωσαύτως δὲ, καὶ τὰ λοιπά Β. Πάνυ γε καλῶς καὶ ἀποδέκτως είρηκας. Τῷ αὐτῷ οὖν ζυγῷ, ὦ δικαιότατε, τὴν τοῦ λόγου ἀπο λουθίαν ἀνταπόδος μοι. Α. Τί παρ' ἡμῖν τιμαλφέστερον, τὸ γόνιμον, ἢ τὸ ἄγονον; γένεσις, ή στείρωσις; εἰ γὰρ ἐν τούτῳ φιλονεικοίης, καὶ ἀδικοίης, φιλονεικήσω κἀγώ, ὅτι καὶ ὁ θάνατος τῆς ζωῆς κρείσσων, καὶ ἡ τύφλωσις, καὶ ἡ κώφωσις τῆς ὁράσεως καὶ ἀκοῆς τιμιωτέρα. Καὶ τί ἂν τῆσδε τῆς φιλονεικίας εκτοπώτερόν τε, ή καταγελαστότερον; Β. Οντως ἀπέδειξας ὅτι γόνιμος ὁ Θεὸς, και γεν νητικός· πάσης γὰρ ἀντιλογίας ἀργούσης τιμιώτερον τὸ γεννᾶν τῆς στειρώσεως καὶ ἀκαρπίας. ᾿Αλλὰ τῇ γεννήσει παρέπεται πάθη. Α. Αλλ', ἀγαθὲ καὶ σοφέ, προδιεστειλάμεθα τὸ Θεῖον κεκτῆσθαι τὰ παρ' ἡμῖν τιμιώτατα, ἄνευ τῆς ἐπακολουθούσης αὐτοῖς τῶν παθημάτων καὶ συμπτωμάτων συμβάσεως. Β. Αρκούντως περὶ τούτου, καὶ σαφῶς, καὶ ἀλη θῶς διεξῆλθες, ὅτι Θεός ἐστι, καὶ Υἱὸν ἔχει. Αλλά διὰ τί μὴ πλείους ὁ Θεὸς ἐγέννησεν, ἵνα πλειόνων ἄρχῃ, καὶ βασιλεύῃ; Α. Ἐπειδὴ ἀνάγκη ἐν τῶν τριῶν τούτων γενέσθαι ἢ ἀπείρους γεννῆσαι, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, καὶ ἀτελευτήτως, ἢ ὡρισμένον ἀριθμὸν, ἤτοι ἑκατὸν, ἡ ἕνα, φέρε εἰπεῖν. Εἰ μὲν οὖν ἀπείρους καὶ ἀνας θμήτους ἐγέννησεν, καὶ εἰς τὸ διηνεκὲς ἐγέννα, ούτ ἂν αὐτοῦ ἡ ἔφεσίς ἐστι, οὔτε ἡ εὐδοκία αὐτοῦ ποτε ἐπληροῦτο. Εἰ δὲ ὡρισμένους τινάς, οἷον ἑκατὸν, ἐγέν νησεν, ὅτου χάριν ἐποίει τοῦτο; πάντως ὡς μὴ οὐχ τοῦ ἑνὸς ἐπαρκοῦντος πᾶσαν αὐτοῦ πληρώσαι τὴν εὐδοκίαν καὶ ἔφεσιν. Διὰ τοῦτο γὰρ τῶν πλειόνων ἡ χρεία. Εἰ δὲ τοῦτο δοίημεν, ἀτελῆς ἄν, καὶ ἐνδες, καὶ οὐκ αὐτάρκης & Υιός. Εἰ δὲ ὁ Υἱὸς ἐνδεής, ίσος δὲ καὶ ὅμοιος τῷ Πατρὶ πέφυκεν εἶναι ἀποδέδεικται, ἔσται ἄρα καὶ ὁ Θεὸς, καὶ Πατὴρ ἀτελῆς τε καὶ ἐν δεής (ἵλεως γένοιο, Κύριε), καὶ οὐκ αὐτάρκης, ὅπερ ἄτοπον. Εἰ δὲ τέλειός ἐστιν ὁ Υἱὸς, καὶ ὁ Πατήρ, οὐκ ἔστιν ἑτέρων χρεία. Εἰπέ μοι, οὐχὶ φής; Β. Ναί. Α. Τὰ δὲ λοιπὰ ζῶα, λόγου τε καὶ αὐτεξουσια τητος ἄμοιρα; ὀφείλεις ἐπὶ τῶν λοιπῶν μοι νοεῖν.
col. 1501–1502page 28 of 82
PG 97:1501Β. Οὕτως ἔχει. Α. Εἰ οὖν ὁ Θεὸς ἠβουλήθη πρὸς ἡμᾶς, ήγουν εἰς τὸν κόσμον ἀπόστολον τινα πέμψαι, ποίου τάγματος ἀποστέλλειν ἔμελλε, ἐξ ἀγγέλων πάντως, ἢ ἀνθρώπων; οὐ γὰρ ἐκ τῶν ἀλόγων ζώων. Β. Οὕτως ἔχει. Α. Αὐτεξουσίων οὖν ὄντων, ἐν τῷ ἀποστελλομένῳ ἣν ὑπακοῦσαι τοῦ Θεοῦ, ἢ μὴ ὑπακοῦσαι εἰς τὴν ἀποστολὴν, καὶ εἰπεῖν, ὡς ἐκελεύσθη, παρατρέψαι τινὰ 8, ἢ οὐκ; Οἶσθα, ὅτι καὶ Μωσῆς, καὶ Ἱερεμίας, καὶ ἕτεροι ἀποστελλόμενοι παρὰ τοῦ Θεοῦ, τὰ πρῶτα παρητοῦντο, καὶ ἀνένευον, καὶ δέει τῆς λειτουργίας, ἢ ἑτέρῳ πάθει κρατούμενοι προεφασίζοντο, μέχρις ἂν αὐτὸς ὁ Θεὸς πλείοσι λόγοις, καὶ παραινέσεσιν ἀνέπειθεν. Εἰ δὲ καὶ ἕως τέλους είλοντο διαρκέσαι ἐπ' αὐτοῖς, ὡς μὴ αὐτεξουσίοις ἔκειτο τοῦτο. Β. Οὕτως ἔχει. Α. Ο δὲ Ἰωνᾶς καὶ φυγῇ ἐχρήσατο ἀπὸ προσώπου Κυρίου, εἰς Θαρσεῖς ἀποσταλεὶς παρ' αὐτοῦ εἰς Νη νευτ. Β. Οὕτως ἀναγινώσκομεν. Α. Εἰ τοίνυν ἀποστελλόμενοι ἢ παρητοῦντο την ἀποστολὴν, ἢ ἀνθ' ἑτέρων ἀπήγγελλον ἕτερα, ἀνάγκη πᾶσα τῶν δύο τὸ ἕτερον ἦν γενέσθαι, ἢ τὴν τοῦ Θεοῦ βουλὴν ἀργῆσαι τὸ μὴ εὑρίσκειν ἀπόστολον, ἢ αὐτὸν ἀπαναστάντα τοῦ βασιλικοῦ θρόνου ἀπόστολον ἑαυτοῦ, καὶ αὐτάγγελον χρηματίσαι, καὶ διάκονον τῆς ἑαυτοῦ βουλῆς, καὶ αὐτουργὸν, καὶ ὑπηρέτην, ὅπερ, ὡς ἀπέδειξεν ὁ λόγος, ἀλλότριον πάντη και ἀπεξενωμένον τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος, τὸ δι᾿ ἑαυ τοῦ αὐτουργικῶς περαιοῦντι τῶν οἰκείων βουλημά των τε καὶ προσταγμάτων, ἀποστεῖλαι δὲ πρὸς ἡμᾶς τι τῶν ἀλόγων ζώων, καὶ τὸ λέγειν ἠλίθιον. Οὐκοῦν ἀνάγκη πᾶσα τὸν Θεὸν ἔχειν τινὰ ὁμοούσιον ἑαυτοῦ τὸ αὐτεξούσιον ἔχοντα, καὶ τὸ θέλημα, οὐ παρηλλαγμένον, καὶ ἀπᾶδον παντελῶς τῆς ἰδίας βουλήσεως, εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν θείων αὐτοῦ ἐφέσεων, ὅς ἐστιν ὁ Υιός συναΐδιος, καὶ ταυτοτελής, καὶ ὁμόβουλος, ὁ καὶ ἐν ταῖς Γραφαῖς τῆς μεγάλης βουλῆς καλούμενος Αγγελος, 45 καὶ τοῖς πρώην χρηματίσας Πατράσιν ᾿Αβραάμ τε, καὶ Ἰσαάκ, καὶ Ἰακώβ, καὶ Μωϋσῇ, καὶ τοῖς λοιποῖς, ὡς καὶ ἐκ τῶν ἁγίων Γραφῶν ἀκρι βέστερον ἐντυγχάνων μαθήσῃ. αὐτάγγελον νο Β. Τί δὲ εἰπεῖν ἔχεις περὶ τοῦ Πνεύματος: τις τούτου χρεία ἦν, αὐτάρκους ὄντος τοῦ Υἱοῦ, ὡς εἴρηκας, εἰς τελείωσιν τῆς ἀρχῆς, καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Πατρός; Α. Ιδίωμά ἐστιν τῆς ἐννομωτάτης βασιλείας, τὸ μηδὲν δήποτε δι' ἑαυτοῦ τὸν βασιλέα ποιεῖν· ἀλλὰ, τὰ δοκοῦντα αὐτῷ διὰ κελεύσεως πληροῦν. Εἰ γάρ τι δι' ἑαυτοῦ ποιήσει, ἐλάττωμα, καὶ ὕφεσις, καὶ κατάπτωσίς ἐστι τῆς βασιλείας, καὶ οὐ βασιλικόν. Διὸ μεσιτεύει ὁ Υἱός. Πάλιν τῶν ἀναγκαιοτάτων, καὶ συμπληρωτικῶν τῆς βασιλείας ἐστὶ τὸ ἔχειν πλοῦτον ἀπέραντον, καὶ ἀδαπάνητον, καὶ θησαυρούς, καὶ τα
col. 1503–1504page 29 of 82
PG 97:1503μιεῖα. Ο γὰρ μὴ φιλοτιμούμενος, καὶ πλουτίζων. καὶ δωρεάς διανέμων, πένης, καὶ πτωχὸς βασιλεύς, μᾶλλον δὲ οὐδὲ βασιλεύς. Ο πλοῦτος τοίνυν ὁ βασι λικὲς τοῦ Πατρὸ;, ἔστι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ τὰ χαρίσματα βρύον. Ο Πατὴρ οὖν δι' Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ήγουν, τὰς ἐνεργείας, καὶ χάριτας του Πνεύματος δίδωσι. Β. Καὶ διὰ τί μὴ ὁ Υἱὸς εἴη ὁ διδοὺς ἑαυτὸν, ἵνα γένηται αὐτὸς ὁ πλοῦτος; Α. Οὐκοῦν ὁ Υἱὸς ἐγίνετο αὐτὸς ὢν ἐδιδοὺς, καὶ τὸ διδόμενον, ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ἀσύστατον, καὶ παρ' ἡμῶν ὡμολόγηται, ἡνίκα ἐλέγετο, ἄλλο τὴ γινώσκον, καὶ ἄλλο τὸ γινωσκόμενον, τὸ ἐνεργοῦν καὶ τὸ ἐνεργούμενον. Οὐκοῦν ὁ Πατήρ κελεύει βασιλικῶς· ὁ Υἱός περαίνει τὴν πατρικὴν εὐδοκίαν, καὶ δίδωσι τὸ Πνεῦ μα τὸ ἅγιον, ὅπερ ἐστὶν ὁ πλοῦτος, καὶ τὸ ταμιείον τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων δωρημάτων. Καὶ οὕτως ἀνελ λιπὴς, καὶ τελεία ἡ βασιλεία, καὶ εύτακτος εὑρεθήσεται. Β. ᾿Αλλὰ πρὸ τῶν κτισμάτων οὐκ ἦσαν οἱ πλουτιζόμενοι, καὶ φιλοτιμούμενοι· οὐκ ἔδει οὖν εἶναι τὸ Πνεῦμα. Τίς γὰρ αὐτοῦ ἦν χρεία; Α. 'Αλλ', ὦ βέλτιστε, τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ του λείαν ἐξ ἀἰδίου είναι χρή, ἵνα μὴ χρόνῳ καὶ ὕστερον τελειοῦται, κἂν μηδεὶς ὁ μετέχων ταύτης εἴη, ὥσπερ ὁ φιλόσοφος καὶ ἱατρός, ἔχειν θέλει τὴν τέχνην, καὶ τὴν γνῶσιν τελείαν, κἂν μὴ ὦσιν οι μανθάνοντες, η οἱ ἱατρευόμενοι. Καὶ σὺ γὰρ ὁρατικὸς εἶ, καὶ καθεύδων, καὶ ἐν νυκτὶ ἀνακείμενος, κἂν μὴ ὦσιν, οὓς ὁρᾷς, ἐπειδὴ καὶ τέλειος ἄνθρωπος εἶ, ἵν' όταν θελή σης ὁρᾷν, πάρεστί σοι ἡ ὅρασις, καὶ οὐχὶ τότε ἐπί κτητος προσέρχοιτο. Ερῶ γάρ σοι περὶ τοῦ Πνεύματος, ὅπερ καὶ περὶ τοῦ Υἱοῦ ἔλεγον, ὅτι ὁ πλοῦτος τοῦ Θεοῦ ἢ μείζων, ἢ ἴσος, ἢ ἐλάττων. Καὶ μείζων αὐτοῦ οὐκ ἔστιν· οὐδὲν γὰρ τοῦ Θεοῦ μείζον. Ελατ τον δὲ οὐκ αὐτοῦ. Ἐπιθήσεις τε αὐτὸν μετὰ τῶν κτι σμάτων. Τὸ γὰρ ἔλαττον τοῦ Θεοῦ, κτίσμα. Κα ἔσται ποτὲ οὕτως ὁ Θεὸς πένης, καὶ ἐνδεὴς, καὶ ἐλ λιπὴν, ὅπερ ἐστὶν ἀνεπίδεκτον καὶ ἄτοπον. Ανάγκη τοίνυν ἴσον εἶναι, καὶ συναΐδιον, ἵνα τέλειος ᾗ ὁ Θεὸς καὶ βασιλεὺς αἰώνιος, ᾧ ἡ δόξα, καὶ ἡ τιμή, καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. Επιστολὴ περιέχουσα τὴν ὀρθὴν καὶ ἀμώμητον πίστιν, πεμφθεῖσα παρὰ τοῦ μακαρίου πάππα Θωμᾶ πατριάρχου Ιεροσολύμων, πρὸς τοὺς κατὰ τὴν ᾿Αρμενίαν αἱρετίζοντας. Αραβιστί μὲν ὑπὸ Θεοδώρου τοῦ τὸ ἐπίκλην Αβουκαρά, τοῦ Καρῶν ἐπισκόπου γεγονότος, ὑπαγορευθεῖσα, διὰ δὲ Μιχαὴλ πρεσβυτέρου, καὶ συγγέλου ἀποστολικοῦ θρόνου μεταφρασθεῖσα, μεθ' ου καὶ ἀπέσταλται, μόνην, ἀληθινὴν, καὶ κατὰ τὸν ὅρον ἐν Χαλκηδόνι οὖσαν συγκεκροτημένης συνόδου τὸν περὶ τῆς εἰς Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν πίστεως ορισθέντα λόγον. Χριστὸς ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν, τῷ τῶν ἀποστόλων ἔφη κορυφαίῳ Πέτρων • Σύ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ
col. 1505–1506page 30 of 82
PG 97:1505άκλινοῦς, ταύτῃ τῇ πέτρα οικοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσί σε. Τοῦτον δὲ τὸν λόγον ὁ Κύριος ἔφησε τῷ Πέτρῳ, ηνίκα Πέτρο;[πρὸς] τὸν Κύριον, ἑαυτὸν Υἱὸν ἀνθρώπου κεκληκότα, είρηκεν Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος.» Καὶ συνήχθησαν ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἀμ φότεροι οἱ λόγοι, καὶ πεπίστωται, ὅτι Θεός ἐστι καὶ ἄνθρωπος. Χρὴ τοίνυν, ἀγαπητοί, πάντα τὸν χριστιανισμὸν οἰκειούμενον τὴν ἑαυτοῦ δοκιμάζειν, καὶ δια σκέπτεσθαι πίστιν· καὶ εἰ μὲν βεβαιοῦσαν αὐτὴν εὕροι, Χριστὸν εἶναι Θεόν τε καὶ ἄνθρωπον, ὀφείλει στέργειν, καὶ ἀντέχεσθαι, καὶ ὑπερμαχεῖν αὐτῆς, ἄχρις ἀποβιώσεως. Εἰ δὲ καὶ ἐκβαίη τὸ πέρας εἰς ἄλλο, δεῖ μυσάττεσθαι, καὶ φεύγειν, καὶ ἀπεχθάνεσθαι, τήν τε τραχύτητα, καὶ τὴν πρὸς τοὺς προγόνους, ἀφ᾽ ὧν ἐκείνην τὴν πίστιν ἐκληρονόμησεν, ἐξ. ορίζειν τῆς ἑαυτοῦ καρδίας, καὶ τὴν προσπάθειαν, οἷόν φησιν ὁ Δαυΐδ·. "Ακουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε, καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου, καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου, καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου· καὶ ἐπιθυμήσει ὁ βα σιλεὺς τοῦ κάλλους σου.» Τηνικαῦτα γὰρ ὁ ἄνθρωπος τὸ ὄντως ἐφετὸν ἐπισπᾶται κάλλος πρὸς Χριστοῦ ἀληθινοῦ νυμφίου τοῦ τῶν βασιλευόντων βασιλέως, ἡνίκα τὴν πρὸς τοὺς πατέρας προσπάθειαν ἀπορρίψειεν, καὶ τὴν εἰς τὸ διαρκεῖν ἐν τοῖς ἀπ' ἐκείνων παραδεδομένοις πλησμονὴν ἀποτινάξειεν. Ἐπεὶ οὖν, ὦ οὗτοι, οὕτως ἔχει ταῦτα, δεῦρο πάντες ἀμφότεροι προσδράμωμεν, τῇ προειρημένῃ πίστει τῆς ἀκλινοῦς ταύτης πέτρας τοῦ τῶν ἀποστόλων προηγήτορος, καὶ πιστεύσωμεν τὸν Χριστὸν εἶναι Θεόν τε καὶ ο άνθρωπον. Ἱστέον δὲ, ὅτι ἐπειδὴ ὁ αὐτὸς ὑπάρχει Θεός τε καὶ ἄνθρωπος, μία πάντως ἐστὶν ὑπόστασις· καὶ Θεὸς ῶν, καὶ ἄνθρωπος, δύο φύσεις έχει, θείαν τε καὶ ἀνθρωπίνην· διὰ δὲ τὸ κυρίως εἶναι Θεός, τὸ μὴ οὐχὶ θείαν ἐσχηκώς φύσιν ἀδύνατον, καὶ ἀληθῶς ἄνθρωπος εἶναι, τὸ μὴ πεφυχὼς ἔχειν ἀνθρωπίνην φύσιν, ἀδύ νατον. Εστι δὲ αὕτη ἡ μία ὑπόστασις αὐτὸς ὁ προ αιώνιος Υἱὸς, ὁ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἐκ Πατρὸς δ ἀχρόνως καὶ ἀπαθῶς γεγεννημένος, ὅς ἐστι Θεός, ἴσος τῷ Πατρὶ, κατὰ τὴν ἀϊδιότητα τὴν πατρικὴν οὐσίαν ἀἰδίως ἔχων· ἐπ' ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν ἐκ Πνεύ ματος ἁγίου, καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου, ἐσαρκώθη, καὶ ἐνηνθρώπησεν οὗτος ὁ ἀΐδιος Υἱὸς ἀτρέπτως, καὶ ἀναλλοιώτως γεγονώς, ὡ; εἷς τῶν ἀνθρώπων κατὰ πάντα, δίχα τῆς ἁμαρτίας, προσειληφὼς τὴν ἡμετέραν, ἣν οὐκ εἶχε, φύσιν, μεμενηκυίας αὐτῷ τῆς θείας, ἣν ἀϊδίως προείχε, φύσεως. Οὗτος ὁ ἀΐδιος Υἱὸς μετά τὴν ἑαυτήν σάρκωσιν, Θεὸς ὁ αὐτός ἐστι καὶ ἄνθρωπος, μία ὑπάρχων τῆς Τριάδος ὑπόστασις, τὴν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος φύσιν ἔχων, καὶ τὴν ἡμετέραν ἀνθρωπείαν φύσιν, τῆς Τριάδος προσ θήκην οὐκ εἰσδεξαμένης. Καὶ γὰρ, ὦ βέλτιστοι, σα φῶς ἐπ' αὐτῆς τῆς ἀληθείας τῶνδε τῶν ἡμῖν εἰρημένων, ὅτι ἡ Τριάς οὐ προσείληφεν αύξησιν· ἐπειδήπερ οὐδέ φαμεν μίαν ὑπόστασιν, ἥτις ἐστὶ Θεὸς, ταύτην ἐροῦμεν ὑπάρχειν ἄνθρωπον, οὐκ ἄλλην ὑπόστασιν.
col. 1507–1508page 31 of 82
PG 97:1507; Οὐκ ἀληθὲς δὲ φάναι τὸ, τὸν Χριστὸν εἶναι μίαν ὑπί στασιν, διὰ τοῦτο δεῖν μὴ ἔχειν εἰ μὴ μίαν φύσιν ἐπεὶ πάντως ἔψεται ταύτην τὴν μίαν εἰπεῖν φύσιν, ή θείαν ἄκρατον, ἢ ἀνθρωπίνην ἄκρατον, ἢ θείαν καὶ ἀνθρωπίνην ἅμα, ἢ μήτε θείαν, μήτε ἀνθρωπίνην. Εἰ μὲν γάρ ἐστιν ἡ μία φύσις αύτη θεία άκρα. τος '', ὁ Χριστὸς ἄρα ἄνθρωπος, καὶ οὐ θεός. Ε: δέ ἐστιν ἡ μία φύσις αὕτη, θεία καὶ ἀνθρωπίνη ἅμα, οὔτε τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ούτε μὴν τῶν ἀνθρώπων ἄρα φύσις ἐστὶν, καὶ ἀμφοτέρωθεν βλασφημίας Εγ κλημα τῷ τουτί φρονοῦντι προστριβήσεται, καὶ τῆς ἐρωμένης φύσεως ἐκστήσεται. Εἰ δέ ἐστιν ἡ μία φύ σις αὕτη, οὔτε θεία, οὔτε ἀνθρωπίνη, ὁ Χριστὸς ἄρα, οὔτε Θεός, οὔτε ἄνθρωπος. Όπου τοιγαρούν τους λόγους περιστρέφωμεν, εἰς τὸ λέγειν ἀπαγόμεθα, ὅτι ὁ Χριστὸς, μία ὑπόστασις ἐκ τῆς Τριάδος, δύο φύσεις ἔχων, φύσιν τε θείαν καὶ φύσιν ἀνθρωπίνην, καὶ τούτου χάριν ἐπ' αὐτοῦ συνῆλθον ὁμοῦ ἀμφότερα εί λόγοι αὐτοῦ τὰ περὶ ἑαυτοῦ εἰρηκότος, εἶναι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τοῦ Πέτρου περὶ αὐτοῦ, ὅτι αυτός ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Ὁ δὲ λέγων τὸν Χριστὸν ὑποστάσεις εἶναι δύο, τὸν ἅγιον Πέτρον ἀποκρινόμενον τῷ Χριστῷ καθίστησιν ἀσκόπως ἀπο κρίνεσθαι, περὶ οὗ ὁ Χριστὸς οὐκ ἠρώτησεν. Ὁ μὲν γὰρ ἠρώτησε περὶ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἑτέρα καθέστηκε παρὰ τὴν ὑπόστασιν, ἥτις ἐστὶν ὁ γιος τοῦ Θεοῦ, ἀπεπλανήθη τῆς κατανοήσεως ὁ Πέτρου νοῦς· καὶ γέγονεν αὐτοῦ ἡ ἀπόκρισις, ὑπὲρ οὗ οὐκ ἠρώτηται, ὡς ἔφημεν εἰπόντες. Εἰ δὲ τοῦτο οὕτως ἦν (ἵλεως ὁ Θεὸς), οὐκ ἂν ὁ Κύριος ἐπήνεσεν αὐτοῦ τον λόγον· οὔτ᾽ ἂν ἐμακάρισεν αὐτὸν τῆς ἀμοιβής, τῇ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀποκαλύψει αὐτὴν ἐπιγραψάμενος. ἀσκόπως, ἄνθρακας πυρίνους, εἶτα τὸν χρύσινον τὸν πυρα Οὐκοῦν τὸ τῆς εἰς Χριστὸν ὁμολογία; ἀληθινὸν δόγμα, ὁ τῆς ἐν Χαλκηδόνι συγκεκροτημένης θείας συνόδου τῶν ἁγίων Πατέρων ὄρος ὀρθοτομεί, τὸν Χριστὸν ὁρίζων μίαν ὑπόστασιν ἐκ τῆς Τριάδος είν ναι, δύο φύσεις ἔχοντα, φύσιν θείαν καὶ φύσιν ἀν θρωπίνην, ὡς ἤδη προείπομεν. Καὶ σαφὲς τούτου παράδειγμα - Προκείσθωσαν χρύσινοι τρεῖς, ὧν ὁ εἷς ἐμβληθεὶς πυρὶ, καὶ πυρωθείς, ἐγένετο πύρι μεμενηκώς χρυσός, οἷος ἦν· σὺ οὖν εἰ θείης ἐν μέρει μὲν τοὺς ἄλλους δύο χρυσίνους, εν μέρει δὲ πολλοὺς θέντα, καὶ πῦρ γενόμενον, μεταξύ τε τῶν ἄλλων δύο χρυσίνων καὶ τῶν ἀνθράκων, τὸν μέσον ἂν θεᾶσαι τὸν χρύσινον ἔχοντα τῶν ἄλλων δύο χρυσίνων των τελείων φύσιν, τουτέστιν ὄντα χρυσόν, ὡς την δυσίν ἐκείνοιν χρυσίνοιν ἑκατέροιν, καὶ τὴν τῶν ἀνθράκων φύσιν, ἐπειδὴ πῦρ ἐστιν ὥσπερ τῶν ἄλλων ἀνθράκων ἕκαστος. Ὁ δὲ μέσος χρύσινος, ὑπόστασίς ἐστι μία τῆς τῶν χρυσίνων Τριάδος, διότι τὴν τῶν ἀν θράκων φύσιν, τὴν οὖσαν πῦρ, οὐχ ἵνα προσείληφεν ἀπ' ἐκείνων τῶν ἀνθράκων ἄνθρακα· ἀλλὰ γέν γονεν αὐτὸς, ὡς εἷς τῶν ἀνθράκων. Τὸν αὐτὸν δὲ
col. 1509–1510page 32 of 82
PG 97:1509τρόπον ὁ ἀΐδιος Υἱὸς ἐξ οὐρανοῦ καταβεβηκώς (ἐν νοείτωσαν δὲ οἱ ἀκροαταὶ θεοπρεπῶς τὴν κατάβασιν), οὐχ ὑπόστασιν ἐξ ἡμῶν, ἀλλὰ τὴν ἡμετέραν φύσιν ª, προσέλαβεν, καὶ γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, δίχα τῆς ἁμαρτίας, ὡς αὐτὸς ὁ θεῖος Απόστολος· Πεπείρασται, φησί, κατὰ πάντα καθ' ὁμοιότητα, χωρίς ἁμαρτίας. Τοιγαροῦν ὁ ἀΐδιος Υἱὸς ἔχει τήν τε τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἣν ἀεὶ προεῖχε, φύσιν, καὶ τὴν ἡμετέραν ἀνθρωπίνην φύσιν μετὰ τὴν ἑαυ τῆς σάρκωσιν, μία ὑπάρχων ἐκ τῆς Τριάδος ὑπόστασις, προσθήκην οὐκ εἰσδεξάμενος, ώς προείρηται. Μὴ ποιητέον δὲ τὴν φύσιν ὑπόστασιν, ἢ τὴν ὑπό στασιν εἶναι φύσιν. Εἰ δὲ μή, πᾶσιν ἡμῖν τοῖς Χρι στιανοῖς συμβήσεται λέγειν τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τρεῖς φύσεις, ὥσπερ εἰσὶ τρεῖς ὑποστάσεις, ἢ μίαν αὐτοὺς ἔχειν ὑπόστα. σεν, δν τρόπον μίαν ἔχουσι φύσιν. Αμφότερα δὲ τῆς τῶν Χριστιανῶν ὁμολογίας ἀλλότρια, ἐπειδὴ τὸ μὲν Αρείου, τὸ δὲ Σαβελλίου πέφυκε φρόνημα. Ο μένε τοι τῆς ἀληθείας λόγος, ὡς ὁ Θεολόγος ἔφη Γρηγόριος, μονάς ἐστι ἐν Τριάδι, καὶ Τριὰς ἐν μονάδι προσηνουμένη 18. Εστιν μὲν οὖν μονὰς τῆς φύσεως μονάς, οὐ μονὰς τῆς ὑποστάσεως· ἡ δὲ Τριὰς τῶν ὑποστάσεων Τριάς, οὐ Τριὰς τῶν φύσεων· ὁ λέ γων δὲ τὴν φύσιν αὐτὸ τὸ τῶν ὑποστάσεων εἶναι σύ στημα, τὸν ἅγιον ψήσει Γρηγόριον, εἰρηκότα, μονάδα αινίττεσθαι τὴν Τριάδα, καὶ ἴσον αὐτοῦ κριθήσεται φάναι, μονάδα ἐν Τριάδι, κάντεῦθεν συνωθήσεται φάσκειν, ἑνάδα ἐν ἑνάδι. Οὗ τι ἂν ἐπείη διανοίᾳ τι νὰς αἰσχρότερον; διόπερ ἐπιτιμήσειεν τῷ ταῦτα δογματίζοντι λέγων, ὅτι ἀντιταττόμενόν ἐστί μοι κράτος οἷον καὶ σοὶ, καὶ τοῖς ῥήμασιν· καὶ καθάπερ ἀκη κοὼς πρὸς τοῦ Θεολόγου μονάδα νοεῖν αὐτὴν Τριά δα, οὕτω κἀγὼ μονάδα νοῦ ἀκούων παρ' αὐτοῦ τὴν Τριάδα. Καὶ συμπεραίνεται μοι τὸ δόγμα εἰς μονάδα ἐν μονάδι. Καὶ καθάπερ ὡς ἐκεῖνον σεαυτῷ τὸν λόγον ἐκύρωσας, τοῦτον εί μοι κυρώσεις πεφυρμένος ὄντως ὁ νοῦς φυραθήσεται, καὶ τῶν ἀντιθέσεων καὶ ἀνα τροπῶν ὁ νόμος ἀχρειωθήσεται, ὅπερ οὐκ ἐνδέχεται γενέσθαι. Εἰ δὲ μὴ κυρώσειας, ἐνδίκῳ κρίσει λεχθήσεται σοι, ὅτι τῶν λόγων οὐ τυγχάνεις ὢν ἐξεταστής, ὥστε θρασύτητι διαστρέφειν πρὸς τὸ σοὶ δοκοῦν ἀσχέτως. Ἐπεὶ οὖν ἀληθεῖς εἶναι οὗτοι οἱ λόγοι, οὓς περὶ φύσεως καὶ ὑποστάσεως εἴπομεν, ἡγνίηνται, τὸ ἡμέτερον πάντως εβαιώθη φρόνημα, ὅτι ἡ φυσική μονὰς ἄλλη παρὰ τὴν ὑποστατικὴν Τριάδα, καὶ ἡ πί στις ἀεὶ διαμένει ἐπὶ τῆς ὁμολογίας τῆς φυσικῆς μονάδος, ὡς ὁ θεῖος ἔφη Γρηγόριος, καὶ πᾶς ὁ τῶν ἁγίων καὶ θεολήπτων χορὸς Πατέρων. Εἰ δέ τις πάλιν εἴποι, τὴν φύσιν κοινὴν καὶ ἰδι κὴν εἶναι, καὶ ὅτι εἰ μὲν ἡ κοινή φύσις ἐστὶν αἱ ὑποστάσεις πᾶσαι, ἡ δὲ ἰδική ἐστι μία ὑπόστασις 18 προσκυνουμένη 33 νοεῖς ΝΟΤΕ.
col. 1511–1512page 33 of 82
PG 97:1511ἀναγγειλάτω ἡμῖν ἐρωτῶσιν Ο Πατὴρ, καὶ ὁ Υἱός ἐνδείξηται, ὅτι ὁ θεῖος αὐτοῦ περὶ αὐτῆς λόγος, εἰς τὸ οὐχ ἡττηθήσεται. ἴσοι κατὰ τὴν φύσιν εἰσὶ, τοῦτ' ἔστιν αὐτοφυείς, καὶ ὁμοούσιοι, ἢ οὐκ εἰσίν; Εἰ μὲν γὰρ μὴ συνθῆται ἴσους αὐτοὺς εἶναι κατὰ τὴν φύσιν, τοῦ Χριστιανισμού παντάπασιν ἀπεξένωται. Εἰ δὲ συνθῆται, συνθῆται δ' οὖν πάντως τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱὸν ἴσους εἶναικατὰ τὴν φύσιν· αὖθις ἡμῖν ἐρωτῶσιν ἀποκρινάσθω Η φύσις αὕτη, καθ' ην ίσοι πεφύκασιν ὁ Πατήρ, καὶ Υἱός, κοινή ἐστιν, ἢ ἰδική; Εἰ μὲν γὰρ αὐτὴν εἴποι, κοινὴν εἶναι, βιασθήσεται τον Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν λέγειν ἴσον ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν. Εἰ δὲ τὴν φύση, καθ᾽ ἦν εἰσιν ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς ἴσσι, ἰδικὴν εἶπος, ἀναγκασθήσεται τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱὸν λέγειν ἴσους εἶναι τῇ ὑποστάσει. Καὶ ἔσται τῷ τοῦτο λέγοντι, ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός μία ὑπόστασις. Αμφότερα δ τὰ ἐπακολουθήματα λίαν ἐστενωμένα, καὶ βλάσφημε Ο τῆς ἀληθείας τοίνυν λόγος ἂν ἡ τῶν ὁμοφρόνων τῆς ἐν Χαλκηδόνι συναθροισθείσης τῶν ἁγίων Πατέ ρων ὁμηγύρεως ὁμολογία καθέστηκεν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἡ φύσις αἱ ὑποστάσεις ὁμοῦ πᾶσαι, οὐδὲ μία υπό στασις· ἀλλ' ἡ φύσις ἔστηκεν ἀεὶ ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐνάδος, αἱ δὲ ὑποστάσεις ἐπὶ τῆς αὐτῆς Τριάδος, ὡς εἴρηκεν ὁ θεῖος Γρηγόριος Θεολογών. Διδάσκει γὰρ τοσοῦτον εἰδέναι μόνον, μονάδα ἐν Τριάδι, καὶ Τρι δὲ ἐν μονάδι προσκυνουμένην, παράδοξον ἔχουσαν καὶ τὴν διαίρεσιν καὶ τὴν ἔνωσιν. Οὐδέ τινι λέγειν έξεστιν, ὅτι εἴπερ ἄλλη πέφυκεν ή φυσική μονάς παρὰ τὴν τῶν ὑποστάσεων Τριάδα, ή φυσική μονάς, καὶ ἡ τῶν ὑποστάσεων Τριάς· ἄρα τέσταρα πρά γματα, διότι τῇ φύσει συμπληρούται ἑκάστη τῶν ὑπου στάσεων· οὐ συναριθμεῖται πράγματι· τῷ συμπληροῦται. Απορῶν οὖν ὁ νοῦς παντοίαν ἀπορίαν, ἀνάγ κῇ φέρεται τὴν ὀρθοτάτην, καὶ ἀμώμητον, ὁμολογεῖν ὁμολογίαν τῆς ἐν Χαλκηδόνι συγκροτηθείσης αγία; συνόδου, ὅτι ὁ Χριστὸς μία ὑπόστασις ἐκ τῆς Τριά δος, ἔχων δύο φύσεις, θείαν τε καὶ ἀνθρωπίνης. Καὶ οὐκ ἐξόν τινι λέγειν, ὅτι εἰ μία υπόστασις ἐ Χριστός, ἀπαραχώρητον ἔχειν αὐτὸν, καὶ μίαν φύσιν, καὶ ὅτι εἰ δύο φύσεις έχει, πάντως καὶ δύο ὑποστάσεις ἐστί· κεκύρωται δὲ, καὶ πεπαγίωται, ἡ τῶν ὁμογρά των τοῦ ἐν Χαλκηδόνι συγκεκροτημένου τῶν μαχα ρίων Πατέρων ὁμολογία, κατὰ τὴν τοῦ κορυφαίου τῶν ἀποστόλων πίστιν ἀπαράλλακτος οὖσα, ἣν προ οίμιον ἐθέμεθα. Καὶ ἡ ὁμολογία αὕτη ἐστὶν ἡ ΠΕ τρου, ἧς οὐ κατίσχυσαν αἱ τοῦ ᾅδου πύλαι. Καὶ εἰς αὐτὴν ἡ λῆξις παντὸς τοῦ τῶν Χριστιανῶν πληρώματος ἔσται ποτέ, εἰ καὶ πολλὰς ὁ τῆς ἡμετέρας ζωῆς, καὶ σωτηρίας αντίπαλος Βελίαρ ἐμβέβληκε αὐτῇ διαιρέσεις Χριστοῦ παρακεχωρηκότος, όπως διηνεκές ἥκιστα καταργηθήσεται, καὶ εἰς τὸ παντελές Ἔτι δὲ τοῦτο ρητέον, ὅτι ἐπείπερ ὁμοῦ συνήπται Υἱῷ φύσις θεία καὶ φύσις ἀνθρωπίνη, έχει δύο φυσι κὰς ἐνεργείας, καὶ δύο φυσικὰς θελήσεις· διότι της φύσεως κατάληψις οὐ πιστοῦται, εἰ μὴ πάντως σχοίη, ὅσα τῆς αὐτῆς ἐστι τελειώσεως. Κάλλιστα τὸν ἡμέτερον λόγον κατανοείτω ὁ ἀκροώμενος, ὅτι τοῦ αὐτοῦ ἀἰδίου Υἱοῦ εἰσιν αἱ δύο φυσικαὶ θελήσεις τε καὶ ἐνέργειαι τοῦ ὄντος μία ὑπόστασις ἐκ τῆς
col. 1513–1514page 34 of 82
PG 97:1513Τριάδος, ἂν ὁμοῦ δύο φύσεις ἐσχηκέναι σαφώς παρ εστήσαμεν, οὐκ ἄλλης ὑποστάσεως. Καὶ γὰρ τῶν δεχομένων ἐστὶν, ὦ οὗτοι, μίαν ὑπόστασιν διαφόρους ἔχειν ἐνεργείας, καὶ μένειν ἐπὶ τῆς ἑαυτῆς μονάδος. Ὥσπερ, παραδειγματικῶς εἰπεῖν, βλέπομεν τὸν Παῦ λον δυνάμενον ὁρᾷν, καὶ ἀκούειν, καὶ λαλεῖν, καὶ διαλογίζεσθαι· ἡ ὅρασις, καὶ ἡ ἀκοὴ, καὶ ἡ λαλιά, καὶ ὁ διαλογισμός, διάφοροι εἰσιν ἐνέργειαι, καὶ τούτων ἑκάστη ἄλλη παρὰ τὴν ἑτέραν· ἀλλ' ὁ Παῦλος μία ἐστὶν ὑπόστασις, ταύτας ἔχων ὅλας τὰς τέσσαρας ἐνεργείας· ἀλλ' ὀφθαλμῷ μὲν ὁρᾷ, καὶ οὐκ ἄλλῳ τῶν τοῦ σώματος μελῶν· ἀκούει δὲ τῷ ὠτίῳ, καὶ οὐκ ἄλλῳ, καὶ τῇ γλώττῃ λαλεῖ, καὶ οὐκ ἄλλῳ μορίῳ, καὶ διαλογίζεται τῷ νοῖ, καὶ οὐκ ἄλλῳ τινὶ· ἑκάστη δὲ τῶν ὑποστατικῶν ἐνεργειῶν ἔχει φυσικὴν ἐν τῇ ὑποστάσει δύναμιν, ὕλην ὑποκειμένην τῷ ἐνεργή ματι, ὅπερ ἡ ὑπόστασις ἐνεργεῖ, καὶ ἔστι τὸ ἐνερ γούμενον ἴδιον τῆς ὑποστάσεως. Ον τρόπον Παῦλος ὑπόστασις ὢν, δύναμιν ἔχει τῇ ἑαυτοῦ γνώμῃ λαλεῖν, ὡς ἔχουσιν οἱ πάντες άνθρωποι. Οι μέντοι λόγοι, οῦ; Παῦλος λαλεῖ, καθ' δν φθέγγεται καιρόν, τοῦ Παύλου εἰσὶν ἴδιοι. Οὕτω τοίνυν μὴ ἀπαγορευτέον, τὸν ἀΐδιον Υἱόν, τὸν ἐκ τῆς Τριάδος ἅπαντα ὑπόστασιν, ἔχειν μετὰ τὴν ἑαυτοῦ ἐνανθρώπησιν, τήν τε Θείαν φύσιν, ὡς ὁ Πατήρ, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, καὶ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ὥσπερ ἕκαστος τῶν κατὰ μέρος ἀνθρώπων, καθ᾿ ὃν προέφημεν τρό που. Τούτων οὕτως ἐχόντων, πέφυκεν εἰλικρινῶς ἡ θεία φύσις, ἐν τῇ αὐτοῦ ὑποστάσει, ὕλη τοῖς ἑαυτοῦ Θείοις ἔργοις, ἃ κατὰ τὴν ἐνανθρώπησιν αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ γῆς ἀναστροφὴν εἰργάσατο. Αληθῶς δὲ καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἔνεστι τῇ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ ὑποστάσει, ὕλη τοῖς ἑαυτοῦ ἀνθρωπίνοις ἔργοις, ἃ τοῖς ἀνω θρώποις συναναστρεφόμενος πεποίηκεν, καὶ ἔστιν αὐτοῦ ἴδια παρὰ πάντας ἀνθρώπους. Ὁ αὐτὸς δὲ λόγος ἐστὶν καὶ ἐπὶ τοῖς δυσὶν αὐτοῦ φυσικοῖς ἰδιώ μασίν τε καὶ θελήμασιν. ᾿Αναγκαῖον δὲ καὶ τοῦτο μὴ ἀσαφὲς καταλιπεῖν τῷ ἐντυγχάνοντι τῷδε τῷ ἡμετέρῳ γράμματι, ὅτι τὸν ἀΐδιον Υἱὸν ἄνθρωπον λέγοντες γεγενῆσθαι, τοῦ το φαμεν, ὅπερ ᾿Αθανάσιος τε καὶ Κύριλλος, οἱ τῆς Αλεξανδρείας εἰρήκασιν ἱεράρχαι, καὶ πάντες οἱ θεοφόροι Πατέρες, ὅτι κτίσας ἐκ τῆς Παρθένου παν άγνου Μαρίας ἑαυτῷ ἐψυχωμένην, λογικήν τε καὶ ἱερὰν ψυχήν, ἰδίαν τῆς ἑαυτοῦ ὑποστάσεως ἐποιήσατο, ὡς ἡ τοῦ δεῖνος σάρξ τε καὶ ψυχὴ, τῆς τοῦ δεῖνος αποστάσεως ίδία καθέστηκεν. "Ον οὖν τρόπον ὁ δεῖνα, ὁ σῶμα ἀνθρώπινον ἔχων καὶ ψυχὴν ἀνθρωπίνην, ἄνθρωπος ἐστιν· τὸν αὐτὸν τρόπον ὁ ἀΐδιος Υἱός, κτί σας τῇ ἑαυτοῦ ὑποστάσει σῶμα ἀνθρώπινον, καὶ ψυ χὴν ἀνθρωπίνην, καὶ ἴδια αὐτοῦ ἄμφω ποιησάμενος, γέγονεν ἀληθῶς ἄνθρωπος. "Ωσπερ δὲ τὸ τοῦ δεῖνος σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ ἀμφότερα τῆς ἑαυτοῦ ὑποστάσεως
col. 1515–1516page 35 of 82
PG 97:1515& ἴδια, οὐκ ἄλλης τῶν ἀνθρωπίνων ὑποστάσεων· τούτου ἰδικῶς, διαφερόντως, δὴ χάριν τὸν ἀΐδιον Υιόν φαμεν τὸν ἐκ τῆς Τριάδος ὄντα μίαν ὑπόστασιν, δύο φύσεις ἔχειν, οὐκ ἐδικῶς έκατέρας τῇ αὐτοῦ ὑποστάσει διαφερούσας, ἀλλὰ τῆς μὲν θείας φύσεως αὐτοῦ τε, καὶ Πατρὸς καὶ ἁγίου Πνεύματος ἦν· ἀνθρωπίνη δὲ, αὐτοῦ τε καὶ τῶν κατὰ μέρος ἀνθρώπων. Η μέντοι ὑπόστασις αὐτοῦ διαφερόντως αὐτῷ μόνῳ παρὰ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀφώρισται, καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ ἡ ψυχὴ ἰδικῶς ἀμφότερα τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ παρὰ πάντας ἀνθρώπους. Οσα δὲ ὑπέστη καὶ πέπονθεν ἡ τοῦ ἀἰδίου σὰρξ καὶ ἡ ἀνθρωπίνη αὐτοῦ ψυχή, αὐτὸς ὁ ἀἴδιος Υ ύφεστάναι τε λέγεται καὶ πεπονθέναι, καὶ αὐτῷ συμβέβηκε κατὰ ἀλήθειαν, καὶ αὐτῷ ἐπιγράφεται, δν τρόπον ὅσα πάσχει ἡ τοῦ δεῖνος σάρξ τε καὶ ψυχή, τῷ δεῖνι συμβαίνει, καὶ αὐτῷ κατὰ ἀλήθειαν ἐπιγράφεται. Διὰ τοῦτο τὴν ἀληθινὴν ὁμολογίαν ὁμολογοῦντες λέγομεν, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀΐδιος Υἱὸς ἐπείνασε, καὶ εδίψησε, καὶ ἐκοπίασε, καὶ ἡγωνίασε, καὶ τὸ πρόσο ωπον αὐτοῦ ἐῤῥαπίσθη καὶ ἐνεπτύσθη, καὶ ε τὸν νῶτον αὐτοῦ ἐμαστιγώθη, καὶ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ καθ ηλώθησαν αἱ χεῖρες, καὶ οἱ πόδες, καὶ αὐτὸς ἐπὶ σταυροῦ ἐκρεμάσθη, καὶ ἀπέθανε, καὶ ἐτάφη, καὶ ἀνέστη τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ. Ταῦτα πάντα, ὦ οὗτος, τῷ ἀϊδίῳ συμβέβηκε· ἀλλὰ ταῦτα πέπονθε, καθ᾽ ὁ δυνα τὸν ἦν παθεῖν, τουτέστι, τῇ ἑαυτοῦ ἀνθρωπίνῃ σερ κί τε καὶ ψυχῇ σὺν τῇ ἑαυτοῦ θείᾳ φύσει. Αλλ' εἰ μὲν ἀνὰ μέρος διασαφῆσαι πῶς ἔκαστον τῶν εἰρημένων ἐγένετο βουληθείημεν, μακράν ει ἂν εἴη το γράμμα και προσφορές. Εἰ δὲ τὴν τούτων ἁπάντων διασάφησιν καταλίποιμεν, σκόπει λοιπών, μή τι ἂν ἀποκλεισθεῖεν τῶν οὐκ ὄντων εἰς κατανόησιν οὐκ ἐχόντων ἀγχίνοιαν οἱ ἡμέτεροι λόγοι, ὅθεν τὸν θάνα τον ἀφορίζομεν, ὅς ἐστιν ὅσα τῷ ἀϊδίῳ Υἱῷ ἐπιγράφεται παθημάτων ἀπεχθέστερός τε καὶ εἰδεχθέστερος. Καὶ τοῦτο διαλευκάναντες γνωριοῦμεν ὑμῖν, πῶς αὐτῷ συμβέβηκέ τε καὶ λελόγισται, όπως έν τεῦθεν λεγομένου καὶ ἠχομένου 8, καὶ εἰς τὰ λοιπὰ καθοδηγηθείητε. Ο Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὦ οὗτοι, καθὼς ἐπίστασθε, επλήσθη Πνεύματος ἁγίου ἔτι κατὰ γαστέρα τῆς μη τρὸς αὐτοῦ κεκτημένος. Ην δὲ τῷ Ἰωάννη, ψυχή καὶ σῶμα. Μετὰ γοῦν τὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος επι φοίτησιν, ἡ τοῦ Ἰωάννου ψυχή, καὶ τὸ σῶμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἦν. Ὁ δὲ θάνατος ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων χωρισμός ἐστι τῆς οἰκείας ψυχῆς ἀπὸ τοῦ οἰκείου σώματος. Χωρισθείσης σύν τῆς τοῦ Ἰωάννου ψυχῆς ἀπὸ τοῦ ἰδίου σώματος, σ Ἰωάννης τέθνηκεν, οὐ τὸ ἐπιφοιτῆσαν ἐν αὐτῷ Πνεῦμα ἅγιον. Ο θάνατος τοίνυν Ἰωάννου ἦν, καὶ τὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐλεύθερον, ὥστε μὴ λογισύς και αὐτῷ τὸν τοῦ Ἰωάννου θάνατον, καθ᾽ ἂν ἀκτκόπτε το κατά. οι δε μακρόν. εἴσ. ηχουμένου. ΝΟΤΑ.
col. 1517–1518page 36 of 82
PG 97:1517τρόπον· ὁ μέντοι άΐδιος Υἱὸς οὐχ ὑποστάσει τινός τῶν ἀνθρώπων ἔχοντος σῶμα καὶ ψυχὴν ἐνηρμόσθη, ἀλλ᾽ ἑαυτῷ σάρκα καὶ ψυχὴν ἀνθρωπίνην προσειληφὼς, καὶ οἰκειωσάμενος ἀμφότερα τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ οὐκ ἄλλως παντάπασιν ἐποιήσατο, ὥσπερ τὸ τοῦ Ἰωάννου σῶμα, καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Ἰωάννου οὐκ ἄλλου ὑπῆρχεν, καὶ κατὰ τοῦτο γέγονε, καὶ ἀΐδιος Υἱὸς ὡς εἷς τῶν ἀνθρώπων. Καθάπερ δὲ τῆς τοῦ Ἰωάννου ψυχῆς ἀπὸ τοῦ ἰδίου σώματος χωρισθείσης, αὐτὸς ὁ Ἰωάννης ἐστὶν ὁ τεθνηκώς, οὗ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τὰ κεχωρισμένα ίδια· οὕτω τῆς ἀνθρωπίνης τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ ψυχῆς ἀπὸ τοῦ σώματος αὐτοῦ χωρισθείσης, αὐτὸς ὁ ἄΐδιος τέθνηκεν Υἱὸς, ἐπειδὴ ἐκεῖ οὐκ ἦν ὑπόστασις ἑτέρα παρεκτὸς τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ ἐσχηκυῖα σῶμα καὶ ψυχήν, ὧν ἐγένετο χωρισμός, ἵνα λογισθῇ τῆς ὑποστάσεως εκείνης ὁ θάνατος εἶναι. 'Αλλ' ὁ μὲν Ἰωάννης τῆς ψυχῆς αὐτοῦ χωρισθείσης ἀπὸ τοῦ ἰδίου σώματος τέθνηκεν καὶ ἀπόλωλεν· οὐ γὰρ παντελῶς ἦν, εἰ μὴ ἐκ συναφείας ψυχῆς καὶ σώματος· ὁ δὲ προαιώνιος καὶ τῷ Πατρὶ σύναρχος καὶ συναΐδιος Υἱὸς τῆς ἀνθρωπίνης ἑαυτοῦ ψυχῆς, ἀπὸ τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ σώματος χωρισθείσης, ἀπέθανε μὲν ἀληθείᾳ· διότι τὸ σῶμα, καὶ ἡ ψυχή, ἅπερ διεζεύχθησαν, αὐτὰ οὐκ ἄλλης ὑποστάσεως ἦσαν, ὡς ἔφθημεν εἰπόντες· οὐκ ἀπώλετο δὲ, ἐπειδήπερ ἦν ἀεὶ, πρὸ τοῦ εἰληφέναι ταύτην τὴν ψυχὴν, καὶ τὴν σάρκα. Κατὰ τοῦτον δὴ τὸν τρόπον ἀπέθανεν ὁ ἀΐδιος Υιος ὑπὲρ ἡμῶν ἀληθείᾳ, μεμενηκώς ζῶν, οἷος ἦν καὶ γέγονεν ἡ λύτρωσις ἡμῶν οὐκ ἐν θανάτῳ ὑποστάσεων τινὸς τῶν ἀνθρώπων, ὡς δῆθεν Ιωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἀλλ' ἐν τῷ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ θανάτῳ, οὐδεμιᾶς ἐντεῦθεν αὐτῷ ζημίας ἐπεισελθούσης οὕτω τοίνυν, ὦ οὗτοι, γέγονεν ὁ τοῦ ἀϊδίου θάνατος. Οστις οὖν ἐστιν νουνεχής, δύναται τὴν ἑαυτοῦ θεωρίαν ἐμβαθῆναι πᾶσι τοῖς εἰς ἃ κεχρημάτικεν αὐτῷ, ἀνθρώποις, καὶ γνῶναι πῶς ἐγένετο. Οσα γάρ ἐστι τοῦ θανάτου, τῶν ἀνθρωπίνων πως ήττω τυγχάνει. Εἰ γὰρ ὁ θάνατος ἁρμόζει ἐπὶ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ λέγεσθαι, καθ᾿ ὃν ἔφημεν τρόπον, πάθους οὐ προσπελάσαντος αὐτοῦ τῇ θεότητι, τὰ χωρὶς θανά του ἀπὸ τῶν ἀνθρωπίνων προσήκει μᾶλλον ἐπ' αὐτοῦ λέγεσθαι, μηδενὸς τῇ αὐτοῦ θεότητι προσαπτομένου παθήματος. Οὐκοῦν ταῦτα τὰ ἀνθρώπινα καθὰ προείρηται, τῷ ἀἰδίῳ Υἱῷ, ὅς ἐστιν ὁ Χριστὸς, συμβέβηκεν μετὰ τὴν ἑαυτοῦ ἐνανθρώπησιν, ὅτε θάνατος, καὶ τάλλα ὅσα τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγελίοις ἐγγέγραπται. ᾿Αλλὰ μηδαμῶς ὑποληπτέον, αὐτὸν ὑπομεμενηκέναι τι τούτων ἀνάγκη τὸ παράπαν, ἀλλ᾽ ἑκουσίῳ θελή ματι· πλὴν ὅτι ἡνίκα ταῦτα παθεῖν ἐδούλετο, συν έβαινεν αὐτῷ, καθ᾽ ἂν ἡμῖν συμβαίνει φυσικὸν τρό πον. Ὥστε μὴ νομισθῆναι τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ φαντασίαν, καὶ ὅπως ἡ κατὰ τοῦ διαβόλου ἀπόφασις δικαιωθῇ, ἐξ οὗ ταύτῃ τῇ οἰκονομίᾳ τὸ τῶν ἀνθρώπων ἐλυτρώσατο γένος. Εἶδος δ' οὖν τῶν αὐτῷ συμβάντων ἀνθρωπίνων κατάδηλον ποιήσομαι, ἵνα τὸ ῥηθὲν βεβαιώσω· ἔστω δὲ ἡ πείνα. Οτε δὴ γὰρ πεινἂν ὁ ἀΐδιος ἤθελεν Υιός, ἐφίε: τῇ ἑαυτοῦ σαρκὶ τὴν τοῦ ἀέρος εἰσδέχε 28 ἀνθρωπίνοις.
col. 1519–1520page 37 of 82
PG 97:1519σθαι δύναμιν, ὥστε τὸν ἀέρα κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν όμόθεον. αὐτῆς, ἐν τοῖς τῷ δέρματι πόροις ἀναμάττεσθαι. Εἶτα τὸ προσεχέστερον τῷ ἀέρι τῆς σαρκὸς μέρος, ἐκ τῶν μελῶν ἐπεσπᾶτο οἷς ἂν ἐμπελάζει μέρος, ἀφ' οὗ ὁ ἀὴρ ἀνιμᾶται, κἀκεῖνα τῶν κενῶν ἐξεῖακε χωρημάτων, οἷς ἀεὶ χορηγεῖται τις ἔνυλος ἐκ τῆς καταλλήλου τροφῆς ἀνάδοσις, ἥτις ἐκ τῶν ἐμπερι κυιῶν αὐτοῖς ἀπὸ τοῦ ἤπατος ἐξείλκετο φλεβῶν· αἱ δὲ φλέβες ἐκ τοῦ ἤπατος· τὸ δὲ ἦπαρ ἐκ τῶν δύο φλεβῶν τῶν ἀπὸ τοῦ στομάχου ἐκφυομένων δύο φλέβες αὗται ἐκ τοῦ στομάχου ἀφείλκοντα. Κε νούμενος οὖν ὁ στόμαχος τὴν ἔξωθεν τῆς τροφῆς επεζήτει χορηγίαν. Κατὰ τοῦτον οὖν ἀδελφοὶ τὸν τρό πον, τῷ ἀἰδίῳ Υἱῷ συμβέβηκεν ἡ πεῖνα. Αὐτεξουσί γὰρ βουλήσει, οὐκ ἀνάγκῃ φυσικῇ ἐπείνασεν, καὶ τούτου ἀπόδειξις ἐναργής, ὅτε τεσσαράκοντα ἡμέρας διαμείνας ἀπόσιτος, ὕστερον ἐπείνασεν. Εἰ γὰρ ὡς ἑκάστης τῶν ἡμετέρων σαρχῶν, καὶ τῆς αὐτοῦ σαρ κὸς ἐξουσίαζεν ὁ ἀὴρ, οὐκ ἂν ἡμέραν διεληλύθει μίαν, ἢ δύο, ή τρεῖς, ἄχρις ἂν πεινάσῃ, καθὼς ἐν αὐτῷ ὁρῶμεν γινόμενον. Ἀλλ' ὅτε ἐβούλετο, ἐνεδίδου τῇ φύσει καιρὸν τὰ ἑαυτῆς ἐνεργῆσαι καὶ ἐνα δείξασθαι, ὡσαύτως καὶ τὸν θάνατον ἑκὼν ὑπέμεινε, καὶ αὐτῆς τῆς ὄντως ἀληθείας περὶ αὐτῆς τοῦτο λε γούσης ἀκούετε· «Εξουσίαν ἔχω θεῖναι τὴν ψυχὴν μου, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν. Καὶ οὐ δεὶς αἱρει αὐτὴν ἀπ' ἐμοῦ. ο Ινα δὲ σαφέστερα τὰ λεγόμενα κατανοήσητε, ταῦτα προσθήσομαι. Ὅτι τοῦ ᾿Αδάμ τὸ σῶμα καθαρὸν ἀπὸ παντὸς μεν σματος ἔπλασεν ὁ Θεὸς, ὑπ᾽ οὐδενὸς τῶν φυσικῶν ίδια βλήτων παθῶν ἀναγκαστικῶς κυριευόμενον θανάτου της, καὶ τῶν πρὸ τοῦ θανάτου καὶ μετὰ θάνατον. Εκουσία δὲ γνώμῃ καὶ ἐκουσιότητι τοῦ ᾿Αδάμ τὴν θείαν του ραβάντος ἐντολὴν, ὑποπεσόντος τε τῇ ἁμαρτίᾳ, καὶ μολυνθέντος, τοῖς φυσικοῖς ἀδιαβλήτοις ἐδουλώθητε, καὶ κατεκυριεύθη πάθεσι, θανάτῳ τε, καὶ τῆς πρὸ θανάτου, καὶ μετὰ θάνατον. Οθεν ὁ ᾿Αδάμ πεινόν, καὶ διψᾶν, καὶ θνήσκειν ἀνάγκῃ κατεβιάζετο, καὶ θάνατον ἡ διαφθορὰ τοῦ σώματος αὐτοῦ κατεξουσίας, καὶ ὅσα τούτοις ἦσαν ὅμοια. Ο μέντοι άξοιο; Τις τὸ Ἀδαμιαῖον ἀνέλαβε σῶμα, τοῦτ' ἔστιν αὐτὸς ἑαυτῷ ἐκ τῶν ἀχράντων αἱμάτων τῆς παναγίας Παρθένου Μαρίας διεπλάσατο καθαρὸν, καὶ παντὸς μύσους ἁμαρτίας ἐλεύθερον. Ταύτῃ του τῷ θανάτῳ κατ' αὐτοῦ κράτος οὐκ ἦν, οὔτε πρὸ θανάτου πεῖνα δή φημι, καὶ τῶν ἄλλων φυσικῶν ἀδιαβλήτων παθών ἑσμός, ὡς ἀπεδείξαμεν· οὔτε μὴν τῇ μετὰ θάνατον τῶν σωμάτων διαφθορᾷ, ἣν Δαυΐδ ὁ θεοπάτωρ μελωδών προανεφώνησεν, ὅτι. Οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχὴν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν.» Τί δή μοι τὰ πεπερασμένα υποτάττειν, ἀλλὰ μὴ συλλήβδην ἐρεῖν; ὅτι τὸ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ σῶμα, ἀπαρ χῆς τῆς ἑαυτοῦ διαπλάσεως, καὶ τῆς καθ᾽ ὑπόστασιν τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ ἀσυγχύτου ἐνώσεως, τὴν τελειοτάτην ἐλεώθη θέωσιν, καὶ γέγονεν ἀτρέπτως ὑπερ τὸ χρίσαν, καὶ θαῤῥῶ λέγειν, ὁμόθεον. Αλλ' ὁ ἀΐδιος Υἱὸς ἐθέσ
col. 1521–1522page 38 of 82
PG 97:1521λοντι ἐνέδωκεν αὐτῷ διάγειν, κατὰ τὴν τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων διαγωγήν, ἵνα τὸν μὲν διάβολον λάθῃ, τῆς δὲ αὐτοῦ σωτηρίου οικονομίας γένηται πίστωσις καὶ πειραθείη τῶν σκυθρωπῶν, καὶ δέξηται τὰ πάθη, καὶ τὸν θάνατον ὑπὲρ ἡμῶν ὑπομείνῃ ἀληθείᾳ, οὐ φαντασία. Πληρώσας δὲ πᾶσαν αὐτοῦ τὴν οἰκονομίαν, ἀνέδειξε μετὰ τὴν ἑαυτοῦ ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν ἐν τῇ ἰδίᾳ σαρκὶ τὴν δόξαν τῆς ἑαυτοῦ θεότητος. Αλλ' ἵνα μὴ νομιστέον ταύτην τὴν δόξαν, τὴν ἐν τῇ σαρκὶ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ, μετὰ τὴν ἐκ τάφου ἔγερσιν ἀναδεδειγμένην ἔξωθεν ἐπεισελθεῖν, ἀλλὰ φανέρωσιν εἶναι τῆς ἐν αὐτῇ κεκρυμμένης ἀπ' ἀρχῆς τῆς καθ᾽ ὑπό στασιν ἀσυγχύτου ἐνώσεως· τούτου δὲ μαρτυρία σα φῆς, ὅτε πρὸ τοῦ σωτηρίου πάθους ἔμπροσθεν τριῶν τῶν αὐτοῦ μαθητῶν ἐν ὄρει Θαβώρ, τὴν ἐν τῇ αὐτοῦ σαρκὶ θεϊκὴν ἔδειξε δόξαν, ἦν καὶ μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀναφοίτησιν ἐξέφηνεν. Ἐτεθέωτο γάρ, ώς προείπου μεν, ἡ τοῦ ἀϊδίου σὰρξ, τὴν τελειοτάτην θέωσιν ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ἑαυτοῦ διαπλάσεως. Ἀλλ᾿ ὁ ἀΐδιος Υἱὸς ἀφῆκεν αὐτὴν διὰ τὴν αἰτίαν, ἧς ἐμνημονεύσα μεν, κατὰ τὴν τῶν ἡμετέρων σωμάτων ἀναστρέφεσθαι βίωσιν. Αὕτη τοίνυν, ὦ οὗτοι, τῆς ἡμετέρας ὁμολογίας ή διατύπωσις, καὶ πλατύτερον ἐδυνάμεθα περὶ αὐτῆς διεξιέναι, ἀλλὰ τὸ τοῦ λόγου παρῄτημα: μήκος. Διδ κατανοήσαντες τὰ πρὸς ἡμῖν σημανθέντα, καὶ τῇ κατὰ Χριστὸν ἀγάπῃ προσηκάμενοι, συναρμόσθητε ἡμῖν, καὶ ἐνώθητε, καὶ γενώμεθα πάντες ἐν διὰ τοῦ ἀϊδίου Πνεύματος ἐν τῇ θεοπνεύστῳ τοῦ μετ γάλου καὶ κορυφαίου τῶν ἀποστόλων Πέτρου ὁμολογία ταύτῃ, ᾗ συνετάξαμεν, ὅπως ἡμῖν ἐλασθῇ Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ πᾶσαν ἐναντίαν προσο βολὴν, καὶ ἀναρὰν ἐπαγωγὴν ἀπώσῃ τε, καὶ εἰς τὴν ὄντως ἡμᾶς μεταστήσῃ μακαριότητα, καὶ ἐν τῇ ἑαυτοῦ συνάψῃ, καὶ συναρμόσῃ βασιλείᾳ. "Ης γέ νοιτο πάντας ἐπιτυχεῖν, πρεσβείαις τῆς παναγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου Μαρίας, καὶ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου και Βαπτιστοῦ, Πέτρου τε τοῦ κοι ρυφαίου τῶν ἀποστόλων, καὶ Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, καὶ πάντων τοῦ τῶν ἁγίων συστήματος. Τοῦ αὐτοῦ Θεοδώρου τοῦ ᾿Αβουκαρᾶ ἐπισκόπου Καρών. Ερώτησις. Διὰ τί λέγομεν, ὅτι ἡ ἀνθρωπότης τοῦ Χριστοῦ αὕτη ἐστὶν ἡ ἀνθρωπότης Πέτρου, καὶ Παύλου, καὶ τῶν καθέκαστα ἀνθρώπων, οὐ λέγομεν δὲ, ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, οὗ καὶ μεταλαμβάνο μεν, αὐτό ἐστι τὸ σῶμα Πέτρου, καὶ Παύλου, καὶ ἑκάστου ἀνὰ μέρος ἀνθρώπων; Απόκρισις. Οτι τὸ κοινὸν τὸ ὁλικὸν δεχόμενον ἰδίωμα χαρακτηριστικὸν, ὑπόστασις γίνεται. Τὸ δὲ σῶμα τὸ κοινὸν, καὶ ἁπλῶς λεγόμενον δεχόμενον ἰδίωμα χαρακτηριστικών, οὐκέτι ὁ δεῖνα λέγεται, ἀλλὰ τοῦ δεῖνος, ήγουν οὐχ ὑπόστασις γίνεται, ἀλλὰ τῆς ὑποστάσεως· τὸ γὰρ σῶμα μέρος ἐστὶ τῆς Η Αμήν. ὁ δεῖνα,
col. 1523–1524page 39 of 82
PG 97:1523φύσεως, καὶ οὐχ ὅλον. Διὸ τὸ μέρος οὐκ ἰδίᾳ ὑφ ίσταται, ἀλλὰ τοῦ ὅλου λέγεται. Παράδειγμα, δι' οὗ ἀποδείκνυται, πως ο μολυ σμὸς τῆς ἁμαρτίας τοῦ ᾿Αδὰμ εἰς ἅπαν τὸ ἀνθρώπειον διέβη γένος. Φασὶν οἱ γεηπόνοι, ὅτι ἐὰν λαβὼν κλάδον ἀμπέ λου καὶ ἐμβάψας ἐλαίς φυτεύσης, ἡ ποιότης τοῦ ἐλαίου πᾶσα καὶ ἐν τῷ καρπῷ, ἤγουν ἐν τῇ σταφυλή, διαδίδοται, οὕτω καὶ ὁ ᾿Αδὰμ παραλαβὼν τὴν φύσιν καθαράν, ἔχρανεν αὐτὴν τῇ ἁμαρτίᾳ, καὶ τοῖς πάν θεσι, καὶ διεδόθη εἰς ἡμᾶς ἡ ποιότης. Πῶς δὲ διὰ τῆς ἐνσάρκου τοῦ Σωτῆρος οἰκονο μίως εἰς πάντας ἡμᾶς διέθη ἡ κάθαρσις. Φασὶ δὲ πάλιν· Εἰ λαβὼν σπέρμα πέπονος, καὶ ἐμβάψας μέλιτι σπείρεις, ἡ γλυκύτης τοῦ μέλιτος καὶ ἐν τῷ καρπῷ διαδίδοται. Οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς τὴν φύσιν ἐκ τῆς ἐλαιώδους ποιότητος, ήγουν ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἀποκαθάρας, διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσ σματος, ἀνέλαβεν αὐτὴν ἀκηλίδωτον καὶ ἄχραντον, οἷα καὶ ἦν, καὶ ἐκτίσθη τὸ πρότερον· καὶ ἐμβάψας αὐτὴν τῷ μέλιτι τῆς θεότητος, γλυκύτητι, ήτοι ε δυνάμει τοῦ Παρακλήτου, μετέδωκεν ἡμῖν τῆς γλυ κύτητος, ὡς οἱ κόκκοι τοῦ πέπονος τῷ ἀπ' αὐτῶν καρπῷ, καὶ κατὰ διαδοχήν. Τοῦ αὐτοῦ Θεοδώρου ἐπισκόπου Καρών, περί τῆς πάλης τοῦ Χριστοῦ μετὰ διαβόλου. Ερώτησις. Χριστὸς Θεὸς ὤν, καὶ πρὸς τὸν διά βολον παλαίσας, ἐνίκησεν, τί δὴ μέγα πεποίηκεν; Βρεῖ γὰρ ὁ διάβολος, ὅτι Ανθρωπον ἐνίκησα, καὶ ὑπὸ Θεοῦ ἐνικήθην, τί δὲ καὶ ὠφελήθη ἡ φύσις ἡμῶν τοῦ Θεοῦ νενικηκότος; Απόκρισις. Οἱ μὲν Ἰακωδῖται τὸν Θεὸν λόγον ἁπλῶς λέγουσι πεπαλαικέναι, καὶ νενικηκέναι· οἱ δὲ Νεστοριανοί τοὐναντίον, τὸν ἄνθρωπον ἁπλῶς καὶ μόνον. Ἡ δὲ Ἐκκλησία, την μέσην καὶ βασιλικὴν ἰδόν διανύουσα, τὸν Θεὸν Λόγον, σαρκὶ τὴν πάλην ποιή σασθαι μετὰ τοῦ διαβόλου διδάσκει. Καὶ εἰ μὲν, ὡς οἱ Νεστοριανοὶ λέγουσιν, ἦν ἄνθρωπος ὁ νενικηκώς καὶ ἀναιρεθείς, οὐθὲν ἡμᾶς ὠφέλησεν ἀνθρώπου θάνατος. Ἐῶ γὰρ λέγειν νῦν, ὅτι πολλά προσκόψουσιν, πρὶν ἢ ἀποδείξαι, δυνατὸν εἶναι, ἄνθρωπον ψιλόν νενικηκέναι. Εἰ δὲ, ὡς οἱ Ἰακωβίταί φασιν ἔστιν, οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ ἁπλῶς νενικηκότος, ᾿Αλλ᾽ ἐπειδὴ ἰδιορυθμία * τὸν Ἀδὰμ νέμειν, καὶ τοὺς μετέπειτα ἀνθρώπους, ὁρῶν ὁ διάβολος ὑπ' αὐτ τοῦ ἡττημένην, οὐ τῇ ὑποστάσει τοῦ Ἀδάμ, καὶ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων ἐλογίζετο τὴν ἧτταν, ἀλλ' αὐτῇ τῇ φύσει, λέγων· Οτι ἔπλασεν ὁ Θεὸς πλάσμα μὴ δυνάμενον πρός με καὶ τὴν ἁμαρτίαν ἀντιστῆναι, τούτου χάριν ὁ Θεὸς Λόγος, τὴν φύσιν τῆς ἀνθρωπότητος τελείαν ἀναλαβὼν, ἐχρήσατο τῷ αὐτῷ *: ἐπεὶ ἔδει ίδιορυθμίαν.
col. 1525–1526page 40 of 82
PG 97:1525εξουσίῳ αὐτῆς θελήματι, ταῖς τε αἰσθήσεσι, καὶ ταῖς νο φυσικαῖς δυνάμεσι πάσαις κατὰ φύσιν, καὶ κατὰ τὸ δέον, καὶ κατὰ τὸ βούλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ οὕτως ἐνίκησεν τὸν διάβολον, οὐ δύναμιν θεϊκὴν, καὶ περισσοτέραν τῆς φύσεως προσθεὶς, καὶ ἐπιχορηγήσας ἐν τῇ πάλῃ, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἁρμόζον καὶ τῷ Θεῷ νόμῳ συνάδον χρησάμενος τοῖς φυσικοῖς, καὶ ῥυθμίσας πάντα τὰ τῆς φύσεως μέρη, καὶ δυνάμεις, καὶ δρ γανα, κατὰ τὸ προσῆκον, κατὰ τὰ μέτρα τῆς ἀν θρωπότητος, καὶ οὕτως ἐνίκησεν, καὶ ἀπέδειξεν τὴν φύσιν νικηφόρον, καὶ τῇ φύσει λοιπὸν ἡ νίκη, καὶ ἡ δικαίωσις λογίζεται. Β. Εἰπέ μοι, ὁ ἀνθρώπινος νοῦς, αὐτὸς ἦν ὁ πα λαίων πρὸς τὸν διάβολον, ἢ ἁπλῶς εἰπεῖν, αὐτοκίνητος ἦν ἢ ἑτεροκίνητος; Α. Ὥσπερ οὐ λέγεται ὁ σας νοῦς, ἢ ποῖς, ἢ χεὶρ κινεῖσθαι· σὺ γὰρ ὁ τὸν σὸν νοῦν, καὶ τὰ μέλη, καὶ τὰς δυνάμεις κινῶν, καὶ ῥυθμίζων, ὡς βούλει· οὕτω καὶ ὁ Θεὸς Λόγος, αὐτὸς ἦν, ὁ τὸν ἴδιον ἀνθρώπινον νοῦν, καὶ τὰς αἰσθήσεις, καὶ φυσικὰς ἕξεις, καὶ δυνάμεις κινῶν, καὶ διακυβερνῶν, ὡς βούλεται, πρὸς τὸ εἰρημένον παρὰ σοῦ, ὅτι αὐτοκίνητος, ἢ ἑτεροκίνητος ὁ νοῦς τοῦ Χριστοῦ· τοῦτό φαμεν, ὡς ἔχει ἡ φύσις, ἤτοι καὶ ἡ ψυχὴ, καὶ τὸ σῶμα, καὶ τὰ τούτου μέρη, καὶ αἰσθητήρια, ἕκαστον ἰδίαν τινὰ ἁπλῆν καὶ φυσικὴν κίνησιν. Εἰ μὴ γὰρ ἔχουσι ταῦτα κατὰ φύσιν τινὰ κίνησιν, οὐκ ἂν ἡμεῖς δυνηθείημεν αὐτὰ κινῆσαι. Τὴν οὖν φυσικὴν καὶ ἁπλῆν κίνησιν ἡμεῖς παραλαμβάνοντες, κινοῦμεν καὶ ῥυθμίζομεν αὐτὴν, ὡς ἂν βουλοίμεθα, καλῶς, ἡ κακῶς. Οἷον ἔχουσι τὴν βαδιστικὴν κίνησιν φυσικῶς οἱ πόδες· ἐγὼ δὲ κέχρημαι τῇ βαδίσει, ὡς βούλομαι. Εχουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ τὸ ἁπλῶς ὁρᾷν· ἐγὼ δὲ, ὡς βούλομαι, κέχρημαι τῇ δράσει. Τὸ οὖν ὁρᾶν ἐκ τῆς φύσεως ἔχω· τὸ δὲ, πῶς ὁρᾷν, ἐξ ἐμαυτοῦ ἐστιν. Ὡσαύτως καὶ ἐπὶ τῆς θελήσεως, καὶ τῶν λοιπῶν τῆς φύσεως μερῶν, καὶ ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ νοῦ. * Εχει γὰρ καὶ αὐτὸς φυσικῶς τὸ ἁπλῶς λογίζεσθαι, καὶ τοῦτο, ἢ τοῦτο· ἐγὼ δὲ τῇ τοιαύτῃ φυσικῇ δυνάμει τοῦ νοῦ κέχρημαι, ὡς βούλομαι κατὰ γνώμην, ἤτοι καλά, ἢ κακὰ λογιζόμενος, καὶ κατεργαζόμενος τὴν τοῦ νοῦ δύναμιν, εἰς ὅπερ ἐφίεμαι. Τὸ γοῦν ἁπλῶς κινεῖσθαι, κατὰ τὴν ἰδιότητα ἑκάστου μέρους τῆς φύσεως ἐστι· τὸ δὲ πῶς κινεῖσθαι, τῆς ὑποστάσεως. Οὕτω καὶ ἐπὶ Χριστοῦ νόει. Ωσπερ λέγεται ὁ τέκτων τῇ ἰδίᾳ χειρὶ πεποιηκέναι τὸν θρόνον, καὶ λέγομεν, ὅτι ἡ χεὶρ τοῦ τέκτονος τὸν θρόνον πεποίηκεν· οὕτω φαμὲν, καὶ τὸν Θεὸν Λόγον νενικηκέναι τῇ σαρκί, τὴν φύσιν τῆς ἀνθρωπότητος. Β. Πῶς ὁ Ἀδὰμ ἡττήθη; οὐχὶ διστάσας, μᾶλλον δ᾽ ἀπιστήσας τῷ λόγῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ πιστεύσας τῷ διαβόλῳ; Α. Τὸ λεῖον τῆς ἡδονῆς ἔθελξεν αὐτὸν πρῶτον τῆς ἐπιθυμίας, εἶτα ἐδίστασεν. Εἰ γὰρ μὴ καλὸν ἦν, καὶ τὴν σάρκα λέγομεν πάλιν νενικηκέναι ήτοι ΝΟΤΑ. Ὁ νοῦς, καὶ ἡ ψυχή.
col. 1527–1528page 41 of 82
PG 97:1527μήτε ὡραῖον ἐφάνη αὐτῷ τὸ ἀπηγορευμένον φυτόν, οὐκ ἂν ἑαυτὸν ἐφρεναπάτησεν, καὶ τὸν λόγον του ἐχθροῦ παρεδέξατο. Καὶ πρόσχες ᾧ λέγω· εἰ ὑπο έδειξεν αὐτῷ ὁ διάβολος φωτὸν δυσώδες, ἀκανθῶδες, καὶ πικρὸν, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Εἰ φάγοις ἀπὸ τούτου, ἔσῃ Θεός· οὐκ ἂν ἀναποδείκτως καὶ ἀνεξετάστως παρεδέξατο τὴν ἀπάτην. Ἀλλ᾿ ἐπολυπραγμόνησεν ἂν ἀποκρινόμενος, καὶ λέγων· Πόθεν σοι τοῦτο τὸ εἰδέναι, ἢ πόθεν μοι παρέχεις τὴν τοιαύτην πληροφορίαν, καὶ ἀπόδειξιν; καὶ ἁπλῶς οὐκ ἂν ποτε ἐπείσθη ἄνευ ἀπαραλογίστου ἀποδείξεως τὸν λόγον αὐτοῦ παραδέξασθαι. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐπιθυμία έχει νωσε, τὸν ἑαυτοῦ λογισμὸν παρελογίσατο. Οὕτω καὶ οἱ τῷ ψευδοπροφήτῃ τῶν ᾿Αγαρηνῶν ἠκολουθηκότες πεπιστεύκασιν αὐτῷ, ταῖς δεδομέναις αὐτοῖς καὶ ἐπηγγελμέναις ἡδοναῖς φενακισθέντες· λάφυρα γὰρ πολλά, καὶ σκύλα, καὶ νόμον ἀνειμένον, καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις αὐτῶν καταθύμιον δεδωκότος αὐτοῖς. ἐμώραναν, καὶ ἐξηπάτησαν τὴν ἰδίαν συνείδησιν, καὶ ἐπίστευσαν, ὅτι προφήτης ἐστί, καὶ Θεοῦ ἀπό στολος. Ἐπεὶ εἰ μηδὲν προέτεινεν ἐκ τῶν ἐφέσεων αὐτῶν, ἀλλὰ λυπηρά τινα, καὶ ἐργώδη αὐτοῖς πρ εβάλετο, εὐθὺς ἂν αὐστηρῶς αὐτῷ, καὶ ἱταμῶς ἀπὸ εκρίναντο· Καὶ πόθεν ἡμᾶς πείθεις, ὅτι σε ὁ Θεὸς ἀπέσταλκεν; καὶ τίνα πίστωσιν δίδως; καὶ ἂν αὐτὴν εἰσε πράξαντο ἐναργείς, ὧν λέγῃ, τὰς ἀποδείξεις. Καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ἐπεὶ πάντως τὸ ἐπιθυμητικόν νοσεῖ, καὶ τότε τὸν νοῦν ἐπισπᾶται, καὶ δελεάζει προς συγκατάθεσιν. Β. Ηδύνατο ὁ ἡνωμένος καθ' ὑπόστασιν τῷ Θεῷ Λόγῳ καὶ ἡ σὰρξ ἐκείνη συναπαχθῆναι όλως ταῖς τοῦ πειράζοντος ἡδοναῖς, καὶ τοῦ κόσμου; Α. Τὸ μὴ δύνασθαι ὧδε οὐ κατὰ τὸ ἀσθενὲς, καὶ ἀνένδεκτον, καὶ ἀνεγχώρητον, ἀλλὰ κατὰ τὸ εὔλογον, καὶ εὐπρεπές, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ Θεοῦ φαμεν, ὅτι οὐ δύναται ἀδικῆσαι. Ερώτησις Αράβων πρὸς Χριστιανόν. Η Χριστιανός, Αραψ. Β. Εἰπέ μοι, ὁ Χριστὸς Θεός σου ἐστιν; Α. Ναί. Β. Εχεις οὖν ἕτερον Θεὸν πλὴν αὐτοῦ; Α. Οὐχι. Β. Οὐκοῦν ὁ Πατήρ καὶ τὸ Πνεῦμα διαπεπτώκα Ο σίν σο!. Α. Ακουε καὶ σὺ παρ᾿ ἐμοῦ. Παρέστω ἐνταῦθα καθ' ὑπόστασιν ἡ ὑμετέρα γραφή, ἡ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ὥς φατε, κατελθοῦσα· ἐρωτήσω δέ σε, ἔχεις ἄλλην γραφὴν πλὴν ταύτης; Β. Αποκρινοῦμαι σοι λοιπὸν μὴ ἔχειν. Α. Οὐκοῦν ἀρνῇ πᾶσαν ἑτέραν γραφήν; Β. Ναί. Α. Τί οὖν; Εἰ παρείη ἄλλη βίβλος, τὴν αὐτὴν γρα φὴν ἔχουσα, ἀρνῇ τὴν γραφὴν ἐκείνην; Β. Οὐκ ἔστιν ἄλλη, καὶ ἄλλη γραφή, ἀλλ᾽ ἡ αὐτή, εἰ καὶ ἐν ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ καθέστηκεν βίβλῳ. Α. Ἀλλὰ κἀγὼ λέγω, ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ Πατὴρ, καὶ τὸ Πνεῦμα ἄλλο, καὶ ἄλλο παρὰ τὸν δΐον, εἰ καὶ ἐν ἄλλῃ, καὶ ἄλλῃ ὑποστάσει εὑρίσκεται.
col. 1529–1530page 42 of 82
PG 97:1529Ερώτησις Αγαρηνοῦ πρὸς τὸν αὐτόν. Α. ὁ Χριστιανός. Β. ὁ Αγαρηνός. Β. Ειπέ μοι, οἱ Ἰουδαῖοι τὸν Χριστὸν, ὃν Θεὸν σὸν εἶναι λέγεις, σταυρώσαντες, βουλομένου αὐτοῦ, ἢ μὴ βουλομένου, τοῦτο πεποιήκασιν; Α. Βουλομένου. Β. Οὐκ οὖν μόνον εἰσὶν ἀνεύθυνοι, ἀλλὰ καὶ εὐχαριστηθῆναι παρ' ὑμῶν ὀφείλουσιν. Α. Απόκριναί μοι, ἀντερωτῶντί σε· ἐγὼ βλασ φημῶν καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν, ὡς σὺ λέγεις, εἰς τὸν Θεόν σου, ἄκοντος αὐτοῦ τοῦτο πράσσω, ἢ ἑκόντος;' εἰ μὲν γὰρ ἄκοντος, ἀσθενής ἐστιν· εἰ δὲ ἑκόντος, οὐ μόνον οὐκ ὤφειλεν τέλη, καὶ φόρους ἀπαιτεῖσθαι παρ' ἐμοῦ, ἀλλὰ δῶρα κομίζεσθαι, ἅτε βούλημα τοῦ Θεοῦ σου πληρῶν. Ἔτι μοι ἀπόκριναι· ἡνίκα ταῖς Ῥωμαϊκαῖς ἐπιβατεύσοιτε χώραις, εἴ τις ἐξ ὑμῶν αὐτόθι φονευθῇ, οὐκ εἰς τὸν παράδεισον πορεύεται πάντως ὡς ὑμεῖς δογματίζετε; Β. Ναὶ πάντως. Α. Εἰ οὖν σου ἅμα τῷ σῷ ε' γνησίῳ ἀδελφῷ περ πορευμένου, καὶ ἐπιστρατευσαμένου τοῖς τῶν Ῥω μαίων τὸν σὸν υἱὸν 38 ἀνεῖλεν, ἄρα τὸν αὐτὸν ἀνελόν τα ὡς ἐχθρὸν ἀμύνεσθαι, καὶ ἀνταναιρεῖν ἔμελλες, ἢ ὡς εὐεργέτην τιμᾷν, καὶ ἀσπάζεσθαι καὶ κατα φιλεῖν; Β. Πάντως ἂν ἀπέκτεινα αὐτὸν μυριάκις, καὶ μετ ληδόν κατέτεμον, είγε δυναίμην. Δ. Καὶ πῶς τὸν αἴτιον τῆς τοιαύτης σωτηρίας καὶ τρυφῆς τῷ σῷ γεγενημένον 80 ἀδελφῷ, δίκαιον κρίνεις ἀνελεῖν; Εἰπὲ δέ μοι καὶ ἕτερον πρᾶγμα· εἰ κατὰ τὸν σὸν ὀφθαλμὸν εἶχες μώλωπα λίαν ὀδυνηρὸν καὶ θανάσιμον· ἠθέλησε δέ τις τῶν σῶν ἐχθρῶν καιρίαν σοι δοῦναι πληγήν, καὶ θᾶττόν σε τῆς ζωῆς ἀπαλ λάξαι εὐκαιρίας δραξάμενος, ἐπήγαγεν δέ σοι τὴν πληγήν, οὐκ ἐν ἄλλῳ μέρει τοῦ σώματος, ἀλλ᾽ ἢ κατὰ τὸν τετραυματισμένον ὀφθαλμόν, ἵνα σε, καθὼς ἔφην, ταχύτατα τοῦ ζῆν ἀπαλλάξῃ ἐκ τοῦ συμβεβηκότος πληγεὶς ὀφθαλμός, ἔρευσε πύα, καὶ ἰχώρας, καὶ ὑγρὰν σηπεδόνα· σὺ δὲ τῆς ἀλγηδόνος ἀπαλλαγεὶς διὰ τῆς πληγῆς ἐκείνης τελείως υγίανας, ώς φίλον ἄρα καὶ εὐεργέτην, τὸν δεδωκότα σοι τὴν πλη γὴν ἑώρας ἐχθρὸν, οὐ πρὸς τὴν προαίρεσιν αὐτοῦ ἀποσκοπήσας, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἀπροαιρέσεως 60 αὐτοῦ μὴ θέλοντος συμβάν ἔστεργες, καὶ εὐηργέτεις; Β. Ἀλλὰ καὶ κατὰ μέλος αὐτὸν ἐτιμωρούμην, εἰ δύναμιν εἶχον, καὶ ὡς ἔχθιστον καὶ δυσμενέστατον Σταζον. 4. Οὕτω καὶ περὶ ὧν ἡμᾶς ἄκοντας οἱ Ἰουδαῖοι εὐεργέτησαν διανοοῦ. Πρὸς Ἰουδαῖον ὁ αὐτὸς διελέχθη. Χ. Α. ὁ Χριστιανός, Β. ὁ Ἰουδαῖος. Β. Εγώ σοι, φησίν, ἐκ τῶν Γραφών διαλέγομαι, οὐδὲν γὰρ ἕτερον οἶδα παρὰ ταύτας. 30 αδελφόν. 30 υἱῷ 7. 4 Γ. ἀπροαιρέτως. Η υἱῷ καί.
col. 1531–1532page 43 of 82
PG 97:15314. Ο'ὲ ἐγώ ταύτης ἀποδέλομαι. Αλλά δεν κα της πρώπν ἀκρατείς προδιαστείλει, πως να τὰς Γραφάς. Ὥσπερ εξ τις εἰσελθὼν ἐν αἰτία ἐξωγ φημένη Παύλου, εἰ τύχη, θεάσατο τὴν εἰκόνα, είπε δακτυλοδεικτών, ὅτι οὗτος ὁ Ταρσεύς Παύλος, ες την ενδοκών ειστήκει τῇ ἀναιρέσει Στεφάνου, ως το τῶν ἀρχιερέων επιστολές επηρώς εἰς Δημοτ ώρμησε, πορθῶν, καὶ φυλακίζων τους Χριστιανούς Οὗτός ἐστι ὁ θεία δυνάμει μετατεθεὶς ἐπὶ τὸν Ικ στιανισμὸν ὀπτασία, καὶ κήρυξ, και διδάσκαλος τη ἐθνῶν γενόμενος, καὶ τὰ τούτοις όμοις λέγα, ί τ εἰκόν Παῦλου ἐνατενίζων, ταῦτα δὴ κάνει ἐπὶ τ εἰκονιζόμενον Παῦλον, οὗ ἐστιν ἐκείνη εἰκῶν, ἀν φέρεται, οὐκ ἐπὶ τὴν ζωγραφίαν, ἢ τὰ χρώματα. δὲ εἶποι· Οὐ καλῶς ἑστόρησεν ὁ ζωγράφος τὸν Παύ λον· πλατεῖς γὰρ ὑπερβολικῶς τοὺς ὤμους επ πεποίηκεν, καὶ τὸν ὀφθαλμὸν αὐτοῦ οὐκ εὐπάρω; ἐζωγράφησεν, καὶ τὰ σκέλη λεπτὰ ἢ καλαδή εύρε γάσατο, καὶ ὅσα τοιαῦτα· οὐκ ἐπὶ τὸν ἐκτυπώμενον ἀναφέρονται, ἀλλ' ἐν μόνη περιγράφονται τῇ τίπίπ. Οὕτω καὶ ἐν τῇ Γραφῇ περὶ τῶν ἁγίων είρημένα τὰ μὲν εἰς τὸν δι' ἐκείνων εἰκονιζόμενον καὶ πρα πούμενον Χριστὸν ἀναφέρονται· τὰ δὲ εἰς αὐτοῖς, καὶ μόνους περιίστανται. Αρέσκει σοι, ὦ Ἰουδαία, ή τοιαύτη τῆς Γραφῆς ἀνάγνωσις, καὶ ἀνάπτυξις; Β. Οὐχι. Οὐ δέχομαι γὰρ τοῦτο, αλλά πάντα κατά τὸ γράμμα, οἷον τὰ εἰς Δαυὶδ λεγόμενα, εἰς ἐκείνη μόνον νοῦ· καὶ τὰ εἰς Ἀβραὰμ, καὶ εἰς Ἰσαάκ, καὶ Ἰακώβ, καὶ Ἰούδαν, καὶ τοὺς λοιποὺς ὡσαύτως. Δ. Βλέπε τί λέγεις, καὶ γίνωσκε, ὅτι μετά επί την τὴν φράσιν καὶ διάληψιν, ψεύστην ἐν πολλοῖς ποιεῖς τὸν Θεόν. Β. Πώς λέγεις; Α. Οὐκ εἶπεν ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αβραάμ, «Ταύτην είχαν τὴν γῆν ἦν ὁμος, σοὶ δώσω αὐτὴν, καὶ τῷ σπέρματό σου;» Β. Ναί. Α. Ἐκυρίευε δὲ τῆς γῆς ἐκείνης Αδριάς ποτε; Β. Πῶς γὰρ, ὁ μήτε βῆμα ποδὸς ἐσχηκὼς ἐκείσε θάψαι γὰρ τὴν Σάρβαν οὐκ ἐδυνήθη, ἕως οὗ τόπον ἠγόραχεν. Α. Οὐκοῦν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος διέπεσεν; Β. Μέλλει, φησὶν, δοῦναι αὐτοῖς τὴν γῆν. Α. Αλλ' οὐχ οὕτως εἶπεν ὁ Θεὸς, ὅτι Μέλλω τές τέκνοις σου δοῦναι αὐτὴν, ἀλλὰ, «Σοὶ καὶ τῷ υπέρο ματί σου.» Ὡσαύτως τῷ Ἰακὼβ εἶπεν, ὅτι • Ταύτην τὴν γῆν, ἣν ἔδωκα τοῖς πατράσιν σου, τῷ Ἀβραὰ καὶ Ἰσαὰκ, σοὶ δώσω αὐτὴν, καὶ τῷ σπέρματί σου μετὰ σέ.» Καὶ οὐδὲ Ἰακὼς ἔσχε βήμα ποδός· ἀλλὰ καὶ ἐν ἀλλοτρία γῇ ἐν Αἰγύπτῳ τετελεύτηκεν. Ορις, ὅτι ὁ οὕτως νοῶν τὰς Γραφές, τὸν Θεὸν ποιεῖς ψεύστην; και Τί ὅτι δὲ καὶ πρὸς τὸν Ἰακὼν εἶπεν· ο Εθνη και συναγωγὴ τῶν ἐθνῶν, ἐκ σοῦ ἐξελεύσονται;» Πο δὲ, ἢ πῶς ἐκ τοῦ Ἰακὼν τὰ ἔθνη ἐγεννήθησαν; * πάλιν εἶπεν αὐτῷ, ὅτι ο Προσκυνήσουσιν σοι νέοι του
col. 1533–1534page 44 of 82
PG 97:1533ρός σου. Καὶ αὐτὸς, καὶ τὸ σπέρμα σου κυριεύσει ῶν. › Πῶς εἶπεν, Οἱ ἀδελφοί σου, πληθυντικῶς; τοι γε οὐκ ἔσχεν εἰ μὴ ἕνα ἀδελφὸν τὸν Ἡσαῦ δὲ καὶ προσεκύνησεν ὁ Ἡσαῦ τῷ Ἰακώβ; τού τέον δὲ μᾶλλον ὁ Ἰακὼβ ἐπτάκις ἐπὶ τὴν γῆν σεκύνησεν τῷ Ἡσαῦ, καὶ δεσπότην ἐκάλεσεν δεδοικώς, καὶ τρέμων αὐτὸν διετέλεσεν ὅλον τὸν αὐτοῦ. ᾿Αλλὰ, καὶ μετὰ τοσαῦτα ἔτη ἐξελθόντων τῶν ἐξ Αἰγύπτου, ἐδήλωσεν Μωϋσῆς τῷ πρώτῳ ι ἄρχοντι τῶν υἱῶν Ἡσαῦ, ὅτι • Ἀδελφοὶ ὑμῶν μεν· μηνύσατε ἡμῖν διαβῆναι μόνον διὰ τῆς γῆς ῶν Εν· ὁδῷ βασιλική πορευσόμεθα· οὐκ ἐκκλινοῦμεν ξιὰ καὶ ἀριστερά· ἀλλὰ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν ἄρτον μῆς ἀγοράσομεν, ἕως ἂν διαδῶμεν εἰς τὴν γῆν, ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός.. Καὶ ἀντεδήλωσεν αὐτοῖς, Οὐχέ· ἐὰν διαβῆτε διὰ τῆς γῆς μου, ἐξελευσό Εθν, καὶ ἀποκτενοῦμεν ὑμᾶς.» Καὶ οὐκ ἀνέτρεψεν οῦτο ὁ Θεὸς, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ὑπεκύρωσεν, καὶ τέσχυρεν λέγων, ὅτι «Τὴν γῆν ταύτην, ἣν δέδωκα ο Ησαῦ, μὴ πλησιάσητε αὐτοῖς,» καὶ τὰ ἑξῆς. τοῦ οὖν ἐπλήρωσεν ὁ Θεὸς τῷ Ἰακώβ, ἃ εἶπεν, ὅτι Προσκυνήσουσί σοι υἱοὶ τοῦ πατρός σου, καὶ οἱ δελφοί του, καὶ σὺ, καὶ τὸ σπέρμα σου κυριεύσει ὐτῶν,» καὶ τὰ τοιαῦτα; Ορᾶς, ὦ Ἰουδαῖε, ὅτι τα ταχοῦ τὸν Θεὸν ψεύστην ποιεῖς διὰ τῆς κακῆς ρμηνείας σου καὶ ἀσυνεσίας; Οὐχὶ δὲ τῷ Ἰακὼβ ρανεὶς ὁ Θεὸς, ἡνίκα ἐπάλαισεν μετ' αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ, ὅτι ο Ἀπὸ τοῦ νῦν οὐκέτι κληθήσεται τὸ ὄνομά του Ἰακώβ, ἀλλὰ Ἰσραήλ;» καὶ μυριάκις μετὰ ταῦτα καὶ ὁ Θεὸς, καὶ ἡ Γραφὴ, καὶ αὐτὸς ἑαυτὸν Ἰακὼβ ἐκάλεσεν. Τί οὖν οὐ διαπεπτώκασιν, καὶ οὕ τως εἰσὶν ἀβέβαιοι οἱ λόγοι τοῦ Θεοῦ; Β. Αλλ' ἐγώ, φησὶν, εἰμὶ ὁ υἱὸς τοῦ Ἰσραὴλ, καὶ ἐμοὶ αἱ ἐπαγγελίαι. Δ. Οὐχί· ἀλλ' ἐγώ εἰμι ὁ τοῦ Ἰσραὴλ υἱός. Ἐν τίνι γὰρ ἐπὶ τῷ Ἰσραὴλ ἐγκαυχάσαι; ὅτι τὴν τρίχα ἔσχεν οὔλην, ἢ τὸ σῶμα μέγιστος παρὰ τοὺς ἄλλους ἦν, ἢ κράτιστος, ἢ παρηλλαγμένην ἔσχεν μορφήν; Β. Οὐχί - ἀλλ' ὅτι θεοσεβής ἦν. Δ. Πᾶς οὖν θεοσεβής, καὶ θεοφιλής, τους τρόπους Ἰσραὴλ σέβων καὶ ἀγαπῶν, λέγω, ὅτι Υιός είμι τοῦ Ἰσραὴλ ἐξομοιούμενος αὐτῷ τοῖς τρόποις καὶ τῇ πίσ στει. Ωσπερ γὰρ αἱ εὐλογίαι ἦσαν τοῦ Ἡσαῦ τοῦ πρω τοτόκου, ἐλθὼν δὲ Ἰακώβ, καὶ εἰπὼν τῷ πατρὶ αὐτοῦ· «Ἐγώ εἰμι Ησαύ, ο μὴ ὢν Ἡσαῦ, τὰς εὐλογίας ἔλαβεν, καὶ οὐ μετέτρεψεν αὐτὰς Ἰακώβ οὐδὲ μετὰ τὸ νοῆσαι τὴν ἀπάτην· οὕτω καγώ σοι λαμβάνω τὰς ἐπαγγελίας λέγων, υἱὸς ὑπάρχειν τοῦ Ἰσραήλ. ΧΙ. Θεοδώρου τοῦ ᾿Αβουκαρᾶ, πρὸς Νεστοριανόν. ό Ορθόδοξος, Νεστοριανός. Α. Τίς εἶπεν· Εδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐ
col. 1535–1536page 45 of 82
PG 97:1535ρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς; ὁ υἱὸς τῆς Παρθένου, έγινε ἄνθρωπος, ἢ ὁ Υἱὸς Θεοῦ; Β. Ο άνθρωπος. Α. Οὐκοῦν πάσης ἐξουσίας τῶν ἐπουρανίων και τῶν ἐπιγείων δεδομένης τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ, κατάφ καὶ παρὰ τὸ βούλημα τοῦ Θεοῦ ποιοῦσιν οἱ προσεκτι χόμενοι τῷ Θεῷ, ἢ αὐτοῦντές τι παρ' αὐτοῦ τί πο οὖν πάντα γὰρ τοῦ ἀνθρώπου τούτου εἰσίν. Καὶ ἐπ ἂν αιτησώμεθα, ἢ ἐπιγείου βασιλείας, ἢ ἐπουρανία ἐστὶ, ταῦτα δὲ πάντα τοῦ ἀνθρώπου εἰσίν. Η αν ἁμαρτάνουσιν οἱ παρὰ τοῦ Θεοῦ τι αιτοῦντες (ένας γὰρ ἔχει τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἀμεταμέλητα τοῦ θεοῦ τὰ χαρίσματα), ἢ εἴπερ δεῖ τῷ Θεῷ δι' εὐχῆς προσ ιέναι, ἠπάτησε 4 οὗτος καὶ ἀλαζονεύεται μάτην μέ γων, «Εδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία, ο άλλος διοικε τος καὶ κυριεύοντος, ἅπερ εἶπεν αὐτὸς ἔχειν. Ερώτησις πρὸς Νεστοριανός. Α. Τίς τὸ καθ᾿ ἡμῶν χειρόγραφον χρέος απέτισεν ἀποθανὼν ὑπὲρ ἡμῶν, δι' ἧς ἐκτίσεως τοῦ θανάται καὶ τῆς φθορᾶς, καὶ τῆς ἁμαρτίας ἠλευθέρωσεν, ὁ Θεός Λόγος, ἢ ὁ ἄνθρωπος; Β. Ο άνθρωπος. Α. Τούτῳ καὶ τὴν εὐχαριστίαν τῆς ἡμῶν σωτηρίας προσφέρειν ὀφείλομεν, ἐπειδὴ αὐτός ἐστιν ὁ εὐερ της τοῦ γένους ἡμῶν. Ὁρῶμεν γὰρ ὡς ἡνίκα του Θεοῦ τὸ χρέος ἦν καθ᾿ ἡμῶν ἔπνιγεν ἡμᾶς, καὶ ἀπώ λυεν. Οτε δὲ τούτου ἐλεύθεροι γεγόναμεν, σεσώσμεθα, καὶ ἀνεζήσαμεν. ψηφίδων, *Αλλη ερώτησις. Α. Τέσσαρά εἰσιν τὰ τοῦ Χριστοῦ. Φέρε εἰπεῖν ἡ γέννησις ἡ ἐκ γυναικὸς, τὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη· ὁ σταυρὸς καὶ τὰ κατ' αὐτὸν πάθη· ὁ θέτο τος. Ταῦτα τὰ τέσσαρα, τὰ τοῦ Χριστοῦ ίδια, μετά έθηκεν αὐτὰ, ἤ τι ἐξ αὐτῶν ὁ Θεὸς Λόγος ἐφ' εν τὸν, ἢ οὐδὲν αὐτῶν ἀνέλαβεν, καὶ ἀνεδέξατο, καὶ οἱ κειώσατο; Β. Ναὶ πάντα, οὐ φυσικῶς, ἀλλὰ τρόπον οἰκονομίας. Α. Καὶ ἔστω φυσικῶς “, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικῶς πλὴν ἀληθείᾳ, ἢ μόνον φαντασίᾳ καὶ ἀπάτη; Β. Οὐχὶ, ἀλλ' ἀληθῶς. Α. Οὐκοῦν λέγομεν, ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος έγει ἀληθῶς ἐκ γυναικὸς, καὶ ἐπείνησεν, καὶ ἐδίψησαν καὶ τὰ φυσικὰ ἔσχεν πάθη, καὶ ἐσταυρώθη, καὶ ἀπέθανεν. Ἐπὶ τούτοις δὲ θορυβούμενος καὶ φοβούμενος ὁ αἱρετικὸς ἀνέκραξεν. Ἔλεγεν δὲ ταῦτα καὶ ἐδογμάτιζεν ὁ Ἀβουκαράς, διὰ ψήφων. " ἀφορίζουν καὶ διασαφῶν τὰ πράγματα, καὶ τὰ πρόσωπα, καθώς οι Απάτητα. οὐ φυσικῶς. σε διὰ ψηφίδων. Β. ψήδων
col. 1537–1538page 46 of 82
PG 97:1537αὶ τῷ ᾿Αγαρηνῷ ὑποδεικνύων ἔλεγε, ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἔχει. Εἶτα πάλιν ἠρώτησε τον Νεστοριανὸν ὁ Ὀρθόδοξος" Ο Χριστός, ήτοι ὁ ἄνθρωπος, ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς Μητρός αὐτοῦ ἐγνώρισε τὸν Θεὸν Λόγον; Β. Οὐχι. Τότε οι συνόντες αὐτῷ Νεστοριανοί, Βλάσφημον ἡγησάμενοι τὸ ῥῆμα, ἐπετίμησαν τῷ τῆς αἱρέσεως αὐτῶν ὑπερασπίζοντι ἐξάρχῳ ἐπι στίχῳ τάξιν ἐπέχοντι, καὶ ἀπέστησαν ἀπ' αὐτοῦ. Αλλος διάλογος προς Νεστοριανόν. Β. Διὰ τί Θεοτόκον την Μαρίαν ονομάζετε, καὶ οὐχὶ μᾶλλον Χριστοτόκον; ἀπόδειξον ἐκ τῆς Γραφῆς τὴν Θεοτόκου φωνήν. Α. Απόδειξον δέ μοι σὺ τὴν, Χριστοτόκος. Β. Ναί τοῦ γὰρ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὔτ τως ήν ο Μνηστευθείσης γὰρ τῆς Μητρὸς αὐτοῦ, κ καὶ τὰ ἑξῆς. Οὐκοῦν ἡ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν γεννήσασα, δήλον, ὅτι Χριστοτόκος ὀνομασθήσεται. Α. Ἐγὼ τὴν φωνὴν αὐτὴν ῥητῶς λεγομένην ἀπὸ ήτησα, όπερ καὶ σὺ τὴν, Θεοτόκος, παρ' ἐμοῦ ἐζή τησας. Εἰ δὲ τούτῳ τῷ τρόπῳ τὴν ἀπόδειξιν ποιῇ, κἀγὼ διὰ μυρίων ἐκ τῆς Γραφῆς χρήσεων ἀποδεικνύων Θεὸν τὸν Χριστὸν, συναποδείκνυμι, ὅτι καὶ ἡ αὐτὸν τεκοῦσα, Θεοτόκος ὀφείλει ὀνομάζεσθαι· πῶς γὰρ οὐ Θεοτόκος ἡ Θεὸν υἱὸν ἔχουσα; ἢ εἰπὲ, εἴπερ τολμᾷς, τῇ τοῦ βασιλέως μητρί, ὅτι Οὐκ ἐγέννησας βασιλέα, καὶ ὅτι οὐκ εἶ μήτηρ τοῦ βασιλέως. Διὰ τί δὲ καλουμένου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὐ καλεῖς τὴν Μητέρα αὐτοῦ Ἰησουτόκον, ἀλλὰ ὑπερβὰς τοῦ Ἰη σοῦ ὄνομα, ὀνομάζεις αὐτὴν Χριστοτόκον, ὅπερ δὲ σὺ ἐποίησας ἐπὶ τοῦ Ἰησοῦ ὀνόματος παραδραμών αὐτό, καὶ τὸ Χριστὸς ἐκλεξάμενος, τοῦτο κἀγὼ πεποίηκα παραδραμὼν τὸ Χριστὸς ὄνομα, καὶ τὸ Θεὸς ἐκλεξάμενος τὸ πρῶτον, καὶ κύριον, καὶ ἐξαί ρετον. Ἐκ γὰρ τοῦ κρείττονος μέρους, οὐκ ἐκ τοῦ χείρονος, αἱ προσηγορίαι τίθενται, καὶ μάλιστα παρά τῶν ἐπαινούντων, καὶ τιμᾶν βουλομένων. Β. Ἀλλ᾽ ἐὰν εἴπω Θεοτόκος, ἐμφαίνω τὸν Πατέ ρα, καὶ τὸν Υἱόν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἐξ αὐτῆς γεν γεννῆσθαι. Ο γὰρ Θεὸς ἀπολύτως λεγόμενος, μή ἐπιφέρων τὸ ὑποστατικὸν ἰδίωμα τῆς πατρότητος, ἢ τοῦ Πνεύματος, τὴν ἁγίαν ὅλην Τριάδα ἐσή μανεν. Δ. Οὐκ εἴρηκας ἀληθὲς, ἀλλὰ προφασίζεις προ φάσεις ἐν ἁμαρτίαις· ἐπεὶ ἀνάγνωθι τὴν ἀρχὴν τῆς πρὸς Ρωμαίους Επιστολῆς Παύλου. Β. • Παῦλος δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ κλητὸς ἀπό στολος ἀφωρισμένος εἰς Εὐαγγέλιον Θεοῦ.» Α. Τί ἐστιν, οὗτος ὁ Θεὸς, ήγουν ποία ὑπό στασις; Β. Η Τριὰς όλη. Α. Ορθῶς ἐψεύσω κατὰ τῆς ἑαυτοῦ κεφαλῆς. Ανάγνωθι τὰ ἐχόμενα.
col. 1539–1540page 47 of 82
PG 97:1539Β. • Ο προεπηγγείλατο διὰ τῶν προφητών από ἐν Γραφαῖς ἁγίαις περὶ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ, τοῦ γενετ νου ἐκ σπέρματος Δαυίδ κατὰ σάρκα. Α. Τί ούν; Ὁ Χριστὸς Υιός ἐστι τῆς ἁγίας Τμή δος; ὁρᾷς τὴν σὴν κακουργίαν ἐλεγχομένην; Απ γνωθι καὶ τὴν πρὸς Ἑβραίους· καὶ αὐτὴ γὰρ ἐλέγχει σου τὴν κακόνοιαν. Καὶ πολλαχοῦ τῆς θείας Γραφής προφανὴς ὁ τῆς αἱρέσεως ἔλεγχος· πολλάσεις τις μονοῦ πόστατος τό, Θεὸς, ὄνομα, ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ λέγω ται. Ωσπερ, ο Καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος.» Καὶ πάλιν ὁ θεσπέσιος Παυλός φησιν περὶ τοῦ Υἱοῦ· κ Ὁ ὧν ἐπὶ πάντων Θεός, ο καὶ ἕτερα τοιαῦτα πλείστα. Απ' οὐ σχολή μοι νῦν ἐπισωρεύειν τὰς χρήσεις· πλήν με τοῖς τὴν ἀλήθειαν ἐκζητοῦσιν, καὶ οὐκ ἐριστικές ἀντιλέγουσιν, ἱκανούσθω ταῦτα. ἀνὰ μέρος Πάλιν πρὸς Νεστοριανίτ. Α'Ορθόδοξος, Η Νεστοριανός. Α. Διὰ τί λέγεται ὁ Χριστὸς Χριστός; * Β. "Οτι έχρισεν αὐτὸν ὁ Θεὸς Πνεύματι ἁγίῳ. Α. Τίς οὖν ἐστιν ὁ χρισθεὶς, ὁ Θεὸς λόγος, ἢ ὁ ἄνθρωπος; Β. Μη γένοιτο λέγειν ἡμᾶς, ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος έχε σθη, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος. Α. Ανθρωπος οὖν ἐστιν ὁ χριστός· Εἰ γὰρ ὁ χε σθεὶς, αὐτός ἐστιν ὁ Χριστὸς, ἄνθρωπος δὲ ὁ χρ σθεὶς, καὶ ἕτερός ἐστιν ὁ Θεὸς λόγος παρὰ τὸν ἄ θρωπον καθ᾽ ὑμᾶς, ὁ ἄνθρωπος ἄρα ἐστὶν ἀνὰ μέρος ὁ Χριστός. Τί οὖν ἑαυτοὺς καὶ ἄλλους ἀπατώντες λέγετε, ὅτι ὁ Χριστὸς Θεὸς καὶ ἄνθρωπός ἐστιν; 'Ερώτησις ἀπίστου πρὸς αὐτὸν γενομένη. Δ' ὁ Χριστιανός, ὁ ᾿Απιστος. Β. Οὐχὶ, φησί, ἐν πᾶσι, καὶ πανταχοῦ τὸν θεὸν εἶναι λέγετε; Α. Ναί. Β. Ὡσαύτως καὶ ἐν τῇ κοιλίᾳ ἦν Παρθένου, καὶ Μητρὸς αὐτοῦ. Τί οὖν τὸ περισσὸν ἐν ἐκεῖ 4. Ειπέ μοι· δ' ἂν ἐννοῆς καὶ ἀναλογίζη τ ήδη σοι γεγεννημένα σε πράγματα, πως αὐτὰ ἐ νοεῖς; τῶν πραγμάτων ἐκείνων ἐν τῷ σῷ τοῦ μεταχωρούντων, ἢ μᾶλλον τοῦ σοῦ νοὸς πρὸς ἐκείν διαφοιτώντος; Β. Τοῦ νοός μου διήκοντος εἰς ἐκεῖνα, καὶ τῇ πρὸ; νοερότητος θεωρία κατοπτεύοντος δηλονότι. Α. Λέγομεν οὖν τὸν σὸν νοῦν, καὶ ἐν τοῖς πρά γμασιν, ἐν οἷς ἀναστρέφεται καὶ ἀδολεσχε, εἶναι καὶ Αν [οτί. Ἐγνωσμένα εγνωρισμένα. ἀνὰ μέρος ἀνὰ μέρος
col. 1541–1542page 48 of 82
PG 97:1541ἐν σοὶ, ἀλλ᾽ οὐχ ὁμοίως ἐν σοὶ, καὶ ἐν ἐκείνοις. Εν σοὶ μὲν γὰρ οὐσιωδῶς ἡνωμένος ἐστὶν, ἐν ἐκείνοις δὲ οὐχ οὕτως. Οὕτω μοι ὡς ἐξ ὑποδείγματος νόει τὸν Θεὸν λόγον ἐν τῇ ἰδίᾳ σαρκὶ, καὶ ὁπηνίκα ἐν τῇ παρθενικῇ μήτρα ἦν, καὶ μετὰ τὸν τόκον οὐσιωδῶς καθ' ὑπόστασιν ἡνωμένον, καὶ σεσαρκωμένον, καὶ παγ ταχοῦ τῇ προνοίᾳ καὶ ἐνεργείᾳ τὸ πᾶν διέποντα καὶ διακρατοῦνται ἀλλ' οὐ τῷ αὐτῷ ἐν τῇ ἰδίᾳ σαρκὶ, καὶ ἐν τῷ παντί· καὶ γὰρ φέρει τὰ πάντα τῷ ῥήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. Ὁ Θεὸς δὲ, καὶ ὑπὲρ πᾶν ὑπό δειγμά ἐστι, καὶ ἐμφάσεις τινὰς νοήσεων ἐκ τῶν ὄντων λαμβάνομεν ἐπὶ τοῦ ὑπὲρ τὰ ὄντα καὶ ποιη τοῦ τῶν ὄντων. νοεροίς κατὰ ταὐτό, Ἐρωτήθη * Αβουκαρᾶς παρ' ἀπίστου 68. Β. Πῶς τοῦ Χριστοῦ τρανῶς ἀποφηναμένου, ὅτι Ο μὴ γεννηθεὶς ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ο δυνατόν ἐστι τοὺς πρὸ τῆς παρουσίας αὐτοῦ δικαίους μὴ βαπτισθέντας εἰσελθεῖν εἰς αὐτήν; Α. Καὶ ἀπεκρίθη· Ὁ Χριστὸς ὑπὲρ ἐκείνων ἐβαπτίσθη, ὥσπερ καὶ ἀπέθανεν ὑπὲρ πάντων· «Ἐγὼ γὰρ, φησίν, ἐμαυτὸν ἁγιάζω ὑπὲρ αὐτῶν.» Πλὴν ἀλλὰ καὶ σωματικῶς ἐβαπτίσθησαν. Β. Πῶς τοῦτο δυνατόν; Δ. Οὐκ οἶδας, ὅτι οὐ πάντη οἱ ἀποθνήσκοντες ἀπόλλυνται, ἀλλ' ἐν τοῖς στοιχείοις ἀναλύονται, ἐξ ὧν καὶ συνετέθησαν; Β. Οὕτως ἔχει. Α. Γέγραπται δὲ, ὅτι κεντηθεὶς τῇ λόγχῃ τὴν πλευρὰν, ἔρευσεν αἷμα καὶ ὕδωρ ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτοῦ. Β. Ναὶ οὕτως γέγραπται. Δ. Οὐκοῦν ἀναλυθέντος ἐν τοῖς στοιχείοις ἐκείνου τοῦ ὕδατος, ἡγίασεν τὰ πάντα, καὶ ἐβάπτισεν τοὺς μεμερισμένους καὶ ἀναλυθέντας εἰς τὰ στοιχεῖα. Β. Τούτῳ τῷ λόγῳ καὶ οἱ ἄπιστοι, καὶ πάντες ἁπλῶς ἐβαπτίσθησαν οἱ προαποθανόντες; Α. Οὐχί· ἀλλὰ μόνον τὰ σώματα τῶν πιστῶν, ὧν αἱ ψυχαὶ, ἐν τῷ ᾅδῃ κατελθόντος ἐκεῖσε τοῦ Χριστοῦ, ἢ τῆς ἁγίας αὐτοῦ ψυχῆς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. Ὥσπερ γὰρ εἴ τις ἀγωγὸς, καὶ ῥύαξ ὕδατος ζῶν τος δένδρα πολλὰ παραπεπηγότα, καὶ παραπεφυτευμένα ἔχων, τὰ μὲν παντελῶς νεκρὰ καὶ ξηρά, τὰ δὲ ἔτι ζῶντα, τί δοκεῖ σοι; πάντα τὰ δένδρα, ὧν ἅπτε ται τὸ ὕδωρ, ὠφελοῦνται, καὶ ἀνιμῶνται την πιότη τα 40 καὶ τὴν ζωήν, ἢ μόνα τὰ δεκτικὴν ἔχοντα σωματικῶς, ηρωτήθη. Β. παρὰ πιστοῦ. ποιότητα. ΝΟΤ.Ε. Ἐν τῷ αὐτῷ,
col. 1543–1544page 49 of 82
PG 97:1543δύναμιν, ήτοι ελκτικήν; τὰ γὰρ τελείως ξηρά, δεν παρὰ τοῦ ὕδατος ὠφελοῦνται. Οὕτως οὐδὲν ὠρεις. θησαν οἱ ἄπιστοι ἐκ τῆς τοῦ ὕδατος ἐκείνον εἰς τὰ στοιχεῖα ἀναλύσεως. ΧΙΧ. Ερώτησις, ὅτι ὁ Μωάμεθ οὐκ ἔστι ἐκ τοῦ Θεοῦ. ο Εθος τοῖς τῶν Σαρακηνῶν ὑποκριταῖς, εἰ συνεν τῶν τὸ Χριστιανὸν, μὴ χαιρετίζειν, ἀλλ᾽ εὐθέως λέο γειν· Χριστιανέ, μαρτύριον, ὅτι εἷς ὁ Θεὸς ἀχανώ νητος τὸν Μωάμεθ ἔχει δοῦλον καὶ ἀπόστολον. Καὶ ταῦτα τὰς τῶν τοιούτων ὑποκριτῶν τοῦ ᾿Αβουκαρά ἠρώτησεν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Οὐχ ὅλις στι τὸ Ο τῆς ψευδομαρτυρίας κατάκριμα, ἕως οὗ καὶ ἄλλοις ψευδομαρτυρεῖν ἐπιτρέπῃ; Βάρβαρος. Οὐ ψευδομαρτυρώ. Χριστιανός. Οὐκοῦν παρῷς, ὅτε δ' ὁ Θεὸς τὴν Μωάμεθ ἀπέστειλε. Βάρδ. Οὐχι. Αλλ' ὡς μαρτυρεῖ ὁ πατήρ μου, μαρτυρῶ κἀγώ. Χριστ. Εἰ πάντοτε ἀληθῆ τὰ ὑπὸ τῶν γονέων τας τέκνοις λαλούμενα, καὶ Σαμαρείται, καὶ Ἰουδαῖα, καὶ Σκύθαι, καὶ Χριστιανοὶ, καὶ Ἕλληνες καλῶς ἂν πιστεύωσι, ἐπειδὴ ἕκαστος μαρτυρεῖν ὡς οἱ γόνα ἐδιδάχθησαν. Καὶ τί ἐστι λοιπὸν τῆς θρησκείας σου θεμιστεύεται καὶ τὰ βοσκηματώδη έθνη. τὸ διάφορον, τῷ πατρί σου πιστεύσαντος; οὕτως γὰρ Βάρβ. Επειδή με εἰς ἀπορίαν περιέστησας, είπί μοι σύ· ἆρ' οὐχ ὅσα δεδίδαξαι ὑπὸ τοῦ πατρός σου, μαρτυρεῖς; Χριστ. 'Αληθῶς. ᾿Αλλ' ἐμὲ ὁ πατήρ μου άλλα εξα δαξε, καὶ σὲ ὁ πατήρ σου ἄλλα. Βάρβ. Τίνα οὖν ἐδίδαξέ σε ὁ πατήρ σου, καὶ εἶνα με ὁ πατήρ μου; Χριστ. Ο πατήρ μου ἐδίδαξέ με δέξασθαι ἀπό στολον ἐκ παλαιοτέρου προδηλωθέντα, ἢ διὰ σημείων ἑαυτὸν ἀξιόπιστον παραστήσαντα. 'Ο δὲ σὺς Μωάμεθ ἑκατέρων γεγύμνωται, καὶ ἀλλοτρίωται. Παλακή γὰρ αὐτὸν προφήτης, προφήτην οὐ προεμήνυσε, καὶ σημείοις ἑαυτὸν οὐκ ἐπιστώσατο. Βάρβ. Ναί, ὁ Χριστὸς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ γρα λέγων· Αποστέλλω ὑμῖν προφήτην Μωάμεθ λεγόμενον. Χριστ. Τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ τὸ Εὐαγγέλιον οὐκ ἔχει. Βάρδ. Εἶχεν, ἀλλ᾽ ὑμεῖς ἐξηλείψατε αὐτό. Χριστ. Ο φέρων πρὸς τὸν δικαστήν, κατὰ τοῦ συναντῶσι. πάρες ὅτι.
col. 1545–1546page 50 of 82
PG 97:1545ὀφείλοντος δανείου ", χειρόγραφον τὶ τῶν ζητουμένων, ἢ λαλουμένων μὴ ἔχον, τί κρίνει ὁ δικαστής, ἵνα λάσῃ Βάρβ. Οὐδέν. Χριστ. Οὐκοῦν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου έχετε οὐδέν. Βάρβ. Κἂν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου ἔχω οὐδὲν, ἀλλ' ἐκ τῶν σημείων, ὧν ἐποίησεν, ἀξιόπιστος δείκνυται προφήτης. Χριστ. Ποιον σημεῖον ἐποίησεν; Ο Βάρβαρος, εἰς ψευδή μυθολογίαν τραπεῖς, καὶ μηδὲν ἀληθὲς εἰπεῖν δυνηθεὶς, ἡσύχασεν. Ετέρα ερώτησις, ότι ο Μωάμεθ ἐχθρὸς ἦν τοῦ Θεοῦ, καὶ ὑπὸ δαίμονος ἡνωχλεῖτο, δι' ὑποδεί γιατος. Εἰ πάσης τῆς ὑπ᾽ οὐρανὸν κτίσεως δεσπόζων, κατά β χώρα; τινὸς οἰκήτορας ἔγνω λοιδοροῦντας αὐτῷ, καὶ παροινοῦντας αὐτοῦ τὸ κράτος, χολωθείς στρατοπεδάρχην τινὰ πρὸς αὐτοὺς ἀπέστειλεν, τὸν λοιδορεῖν παύσοντα, καὶ εὐφημεῖν διδάξοντα, ἢ μὴ προσθεμέ τους ξίφει τιμωρησόμενον, ὁ δὲ τὴν χώραν τῶν ὑβριστῶν καταλαβών, χρήμασι δωροδοκηθείς, τὸν βπ σιλέα μᾶλλον ὑβρίζειν αὐτοὺς προετρέψατο, ἀντὶ τῶν χρημάτων ἔγγραφον προτροπὴν ἰδιοχείρως αὐτοῖς χαράξας, ἆρ᾽ ἔστι τοῦ ταῦτα διαπράξασθαι τολμήσαντος τῷ βασιλεῖ δυσμενέστερος; Οἶμαι οὐδείς. Αλλ' ἴσως ἐρεῖ τις, Καὶ μέχρι τοσαύτης τίς ἐλά σειεν ἂν μανίας, ὥστε τὸν ἑαυτοῦ δεσπότην λοιδορεῖν τινας παρορμήσας, ἀντὶ τῆς λοιδορίας χρυσὸν λαβών; Ερῶ δ' ἂν ἐγὼ πρὸς αὐτὸν, ὅτι ὁ μεμηνώς τῶν Αγαρηνῶν ψευδοπροφήτης Μωάμεθ, καθὼς ἐν τοῖς ἑαυτοῦ ψεύσμασιν εὑρίσκεται κομπάζων. Έλεγε γὰρ δαιμονιῶν, ὅτι ς Ο Θεός με ἀπέστειλεν ἐκχύσαι τὸ αἷμα τῶν λεγόντων τὸ θεῖον, φύσιν τρισυπόστατον, καὶ πάντων τῶν μὴ οὕτω λεγόντων, «Ο Θεός, μου ναξ, ὁ Θεὸς σφυρόπηκτος, δ; οὐκ ἐγέννησεν, οὐδὲ ἐγεννήθη, οὐδὲ γέγονεν αὐτῷ ἀντιμεριστής τις. ο Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ θεολογία μεμηνότος, γεννήτορα φωτός, ἁγιασμοῦ προβολέα ἀρνούμενος εἶναι τὸν Θεὸν, καὶ ὡς λοιδόρους, καὶ τῆς θεότητος ὑβριστάς, ξίφει τιμωρήσασθαι, παρὰ Θεοῦ κεκελεῦσθαι τους Χριστιανοὺς ἐκομπάζετο, ἀλλὰ χρήμασιν ἐξαμελ σθεὶς 5, παρεχώρησεν αὐτοὺς τὸν ἀποστείλαντα αὐτ τὸν ὑβρίζειν, ὡς ᾤετο, ὁ δαιμονισθείς. Καὶ ἵνα μή τις ἡμᾶς ὑπολάβη ψευδηγορείν δαιμονῶντα αὐτὸν ὀνομάζοντας, ἀναγνώτω τὴν παρ' αὐτ τοῖς ἱστορίαν ἐπιγεγραμμένην, Συγγνώμη τῆς Σαΐσσα. Γυνὴ γὰρ αὐτοῦ αὕτη, καὶ ὑποπτευομένην αὐτὴν μοιχᾶσθαι, πρὸς τοὺς γονεῖς αὐτῆς αὐτὴν εξεδίωξε, καὶ μεθ' ἡμέρας συγκαθήμενος αὐτοῖς, σε δάνειον, και Γ. ἐκμειλισθείς. ΝΟΤ.Ε.
col. 1547–1548page 51 of 82
PG 97:15474 ἔπεσε δαιμονιζόμενος, καὶ στρεβλούμενος, ὥστε λέ γειν τοὺς παριόντας ", χρησμώδημα βαρύτατον ἐπ' αὐτὸν κατηνέχθαι, καὶ κατὰ βραχὺ ἀναντιψάμενος, ἠρωτήθη, τί τὸ ὅραμα; Ο δὲ ἔφη, Κατηνέχθη ἐπ' ἐμὲ συγγνώμη τῆς Σαΐτσα, καὶ ὡς ὑπ' ἀγγέλου πλη ροφορηθεὶς εἶναι αὐτὴν τῆς ὑποψίας καθαρὰν, ἀν έλαβον αὐτήν. Ερώτησις ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἐλαττόνων κηρύγματος βεβαιοῦται τὸ Χριστιανῶν δόγμα. Τῶν ἐλλογίμων Σαρακηνών τις θαβρῶν τῇ ἰδίᾳ τῶν λόγων εὐπρεπείς, συναγαγὼν τοὺς ὁμοθρήσκους, ἵνα 397: ὡς ἀνίκητον δογματιστὴν τοῦτον θαυμάσωσι, φησί πρὸς τὸν ἐπίσκοπον· "Ηκουσα, ότι καυχώμενος ἐπαγγέλλῃ βεβαιοῦν τὸν Χριστιανισμὸν, καὶ ἀπὸ τῶν δοκούντων εἶναι ἐν αὐτῷ ἐλαττωμάτων. Οι παρόντας. Θεόδωρος δὲ τὸ θάρσος αὐτοῦ γνούς, φησί. Αληθώς ἤκουσας. Σαρακ. Κἂν τοῦτο μὴ δύναιο, τί ἂν πάθοις; Θεόδ. Εξουσίαν μὴ ἔχειν με μετὰ Σαρακηνού δογματίσαι, Σαρακ. Καὶ εἰ τοῦτο δυνηθῇς, μηδὲ ἐγὼ ἔχουμε εν ἐξουσίαν μετὰ Χριστιανοῦ δογματίσαι. Θεόδ. Ετερον τί συγκατάθες παθεῖν; Σαρακ. Όπερ συγκατέθου, ταυτὸν κἀγώ. Θεόδ. Οὐ γὰρ ταυτόν. Εἰ ἐμὲ γὰρ παύσειας, ἐκ τῶν Σαρακηνῶν χάριν ἂν μεγίστην ἔσῃ αὐτοῖς χαρι ζόμενος. Σὲ δὲ, και πολλὰ λαλήσῃς, οὐδενὸς ἄξιον ἡγοῦνται οἱ Χριστιανοί. Ο Σαρακηνὸς δὲ πρὸς τοῦτο γελάσας, τὴν τοῦ ἐπισκόπου παρρησίαν θαυμάζων φησί· "Αγε, ὦ ἐπίσκοπε, λαλήσομεν. Θεόδ. Ερωτῶντί μοι ἀποκρίθητι. Σαρακ. Ερώτα, ὅσα βούλει. Θεόδ. Πόσαι εἰσὶ μοῖραι τῶν ἀνθρώπων; Σαρακ. Οὐκ οἶδα. Θεόδ. Πάντως, ότι τρεῖς· σοφοί, μέσοι, μικροί Σαρακ. Σύμφημε. Θεόδ. Ἔστιν ἐκ τούτων τῶν μοιρῶν τῶν τριῶν κἂν μία, καταδεχομένη ἐσταυρωμένον Θεὸν ἔχειν Ο δὲ Σαρακηνός, ἅτε δὴ ἀγχίθυρος τοῦ νικήν γεγι νώς, μηδὲν μελλήσας φησί, Ουδεμία. Θεόδ. Πρόσεχε ἀκριβῶς, μὴ συναρπασθῇς, καὶ νικῶν προσδοκῶν ἡττηθῇς. Σαρακ. Οὐ μεταμελοῦμαι, φησί, μὴ γένοιτο, ποτά φρονίμῳ, ἢ μέσῳ, ἢ μωρῷ καταδέχεσθαι Θεὸν ἔγειν ἐσταυρωμένον. Θεόδ. Οὐκοῦν οἱ Χριστιανοί, κατὰ σὲ, οὐκ εἰσὶν Συναρπαστης,
col. 1549–1550page 52 of 82
PG 97:1549ἄνθρωποι, ἐν οἷς πάντως εἰσὶ, καὶ σοφοί, καὶ μέσοι, καὶ μωροί. Ο δὲ Σαρακηνὸς ἀπορήσας, καὶ ἐν μεταμέλει τῷ τάχα οι τῆς ἀποφάσεως γεγονώς απηνεώθη ἐντραπεὶς. Θεόδ. Οἱ Χριστιανοὶ ἡμεῖς, τὸ τέταρτον τῶν ἀν θρώπων ἐσμὲν, ἢ καὶ πλεῖον· καὶ σὺ πῶς ἀποφάσκειν τολμάς, μηδένα τῶν ἀνθρώπων είναι καταδι χόμενον ἔχειν Θεὸν ἐσταυρωμένον; Σαρακ. Καὶ τίνι τρόπῳ φής, Αἱ τρεῖς τῶν ἀν θρώπων μοῖραι, Θεὸν ἱσταυρωμένον ἔχειν κατεδέξαντο; Διαποροῦμαι γὰρ ἀγνοῶν τῆς καταδοχῆς ταύ της τὸ ἀπόῤῥητον αἴτιον. Θεόδ. Ὡς ὑπεσχόμην προ βραχέως, δείκνυμι διὰ τῶν δοκούντων σοι παρ' ἡμῖν ἀτελών σε δογμά των, τὸ Χριστιανῶν δόγμα κυροῦσθαι καὶ βεβαιοῦσθαι. Σαρακ. Δείξον. Θεόδ. Ἵνα μὴ τὰ καθ᾿ ἕκαστον ἐπεξιών τῷ λόγῳ διατρίψω, σύντομον μεθοδεύσω σοι ποιεῖσθαι τὴν ὑπογραφήν. Θοῦ τοιγαροῦν εἶναι ὑμᾶς τοὺς δέκα τῶν ἐθνῶν ἄρχοντας, εἰδωλολατρῶν δηλονότι· ὁ μὲν Ελλήνων, ὁ δὲ Ῥωμαίων, ὁ δὲ Φράγκων, καὶ ἄλλος ἄλλων· ἐξαίφνης δὲ ὑμῖν ἐπέστη ἄνθρωπος, ξένος, πτωχὸς, καὶ ἀειδὴς τὸ φαινόμενον καὶ μετὰ πολλοῦ τῆς παρρησίας πᾶσιν ἐβόησε· Διὰ τί πλανάσθε, ὦ ἄνθρωποι, τῆς εὐσεβείας προτιμώντες τὴν ἀσέβειαν; ὓς ἔοικε δὲ ἀπεκρίθητε· Καὶ ποταπή ἐστι, ταλαί. πωρε, ἡ ἀσέβεια, ἧς τὴν ἀσέβειαν προτετιμήκαμεν; Ο δέ φησιν· Τὸ λατρεύειν Θεῷ ἐσταυρωμένῳ τοῦτο γάρ ἐστιν ἡ ὄντως εὐσέβεια. Ὑμεῖς δὲ ἀκούοντες, καὶ τοὺς ὀδόντας βρύχοντες, ώρμήθησαν σε φονεύειν αὐτ τὸν, οὐκ ἰσχύσατε δέ· καὶ πάλιν ἀναλαβόντες τὴν ἐρώτησιν, Εἰπὲ ἡμῖν, ἀπεκρίθητε, τοῦτο σαφῶς τὸ δυσπαράδεκτόν σου κήρυγμα· ὁ δέ φησιν Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ ἐκ γυναικός ἐσαρκώθη, καὶ γεγονώς ἄνθρωπος, ὡς βρέφος ἀν ετράφη, καὶ ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν ζητούμενος εἰς Αἴγυπτον φυγαδεύεται, κἀκεῖθεν ἀνελθών, κρατεῖται, ῥαπίζεται, ἐμπεύεται, καὶ τὴν κεφαλὴν καλάμῳ κολαφίζε ται. κοκκίνην χλαμύδα ἐμπαιζόμενο; ἐνδύεται, καὶ ἀκάνθινον στέφανον περιτίθεται, σταυροῦται, καὶ ὄξος ποτίζεται καὶ τὴν πλευρὰν τῇ λόγχῃ νύττεται, και· «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με εγκατέλιπες; ἐβόησε, καὶ τὴν ψυχὴν ἐξέπνευσε, καὶ τῷ τάφῳ νεκρός καλύπτεται, οὐκέτι εἶπε 88, καὶ τριήμερος ἐκ τάφου ἀνίσταται, ἵνα μὴ δόξῃ τοὺς ἀκούοντας φρεναπατήν, ὡς μεγαλορρήμων φενακιζόμενος. Ταῦτα οὖν ἀκού σαντες, ἀπεκρίθητε· Ω ξένε, ἄλλος πώποτε οὐ μή εν Ο το τάχει. " Γ. εὐτελῶν ἐλαττωμάτων. ὁρμήσατε τεὶ ὡρμήθητε. ΝΟΤ. Ημισυτέταρτον,
col. 1551–1552page 53 of 82
PG 97:1551ταῦτα παθόντος τοῖς εἰς αὐτὸν πιστεύουσιν; Ότι φησι· Σκληραγωγία, ἡδονῶν ἀποχή, πολυγαμία; ἀλλοτρίωσις, τῷ παίοντι τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἑτέραν παρέχειν, ἀγγαρευόμενον μίλιον ἐν δύο συνεπέρχε σθαι, τῷ τὸ ἱμάτιον ἀφαιρουμένῳ καὶ τὸν χιτῶνα προσεκδύσασθαι, τοὺς ἐχθροὺς ἀγαπῶν, τοὺς λοιο ροῦντας, καὶ καταρωμένους εὐλογεῖν, καὶ ὑπερεύχεσθαι. Καὶ ἀπεκρίθητε· Τίς ἐστι τοῖς ταῦτα καρ τερεῖν ἀνεχομένοις, παρ' αὐτοῦ ἀμοιβή; καὶ πρὸς ταῦτα εἶπεν· Ἐνταῦθα μὲν οὐδέν· ἀλλ' ἀφ' εξ έγερθήσεσθε ἀπὸ τῶν τάφων ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ, ἀμφιλαφής, καὶ δαψιλεστάτη γενήσεται τῶν ἀγαθῶν ἢ ἀπόλαυσις τῶν αἰωνίων παρ' αὐτοῦ τοῖς ταῦτα φυλάξουσι. Καὶ πρὸς ταῦτα ἀπεκρίθητε· "Ο άνθρωπος, τὸ μὲν ἀσθενὲς τοῦ διὰ σοῦ κηρυττομένου, προφανές, καὶ τὸ δυσκατόρθωτον τοῦ διαγγέλματος πρόδηλον. Ἡ δὲ ὑπὲρ τούτων ἀνταπόδοσις, καὶ λίαν μακρά, καὶ ἀμφίλεκτος. Καὶ τίς ἔσται, ὁ τὴν τοιαύτην θρησκείαν ὑπελθεῖν ἀνεχόμενος; Ο δέ φησι· Ε. πατέ μοι, ἑτέρῳ τινὶ ἀνέχεται ἡ κτίσις δουλεύειν, καὶ ὑποτάσσεσθαι μᾶλλον, ἢ τῷ Κτίσαντι; ἀπεκρίθητε δέ· Οὐδαμῶς, ἀλλὰ τῷ Κτίσαντι. Ο δέ φησι Φέρετέ μοι τυφλήν. Καὶ ἀχθέντος τυφλοῦ, ἐβόησεν ὁ κήρυξ· Σοὶ λέγω, τυφλέ, ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ Ναζαραίου, τοῦ τεχθέντος ἐκ Μαρίας ἐν Βηθλεέμ, καὶ φυγόντος εἰς Αἴγυπτον, τοῦ ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων κρατηθέντος, καὶ ἐπὶ ξύλου κρεμασθέντος, όξος τε, καὶ χολὴν ποτισθέντος, καὶ τὴν πλευρὰν τρωθέντος ἐν λόγχῃ, καὶ τῷ τάφῳ καλυφθέντος, ἀνάβλεψον. Ὁ δὲ παραυτίκα ἀνέβλεψε· καὶ τῇ αὐτοῦ ἐπικλήσει λεπρούς έκαθάρισε· καὶ πάντα τὰ θαύματα ἐποίησεν. Οθεν ἡμεῖς, καὶ πάντες οἱ θεασάμενοι σοφοί, καὶ μέσοι, καὶ μωροί, ἀναμφιβόλως ἔγνωσαν πᾶν γένος ἀνθρώπων,ὅτι Θεὸς, καὶ Θεοῦ Υἱός ἐστιν ὁ Ναζαραίος καὶ ταῦτα ἐκουσίως πέπονθε δι' αἰτίαν τινὰ τὰς τῶν δρώντων διανοίας λανθάνουσαν. Ιδού σοι δέδεικται κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν ἡμῶν, τὸ τῶν Χριστιανῶν δόγμα βεβαιούμενον, ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ δοκούντων ἐλατ τωμάτων. σου φανῇ ἀφρονέστερος. Εἶτα τί τὸ ἐπάγγελμα της 'Ετέρα ερώτησις δεικνύουσα εἶναι τὸν εὐλογούμενον ἄρτον σώμα Χριστοῦ. Σαρακ. Διὰ τί, ἐπίσκοπε, ἐμπαίζετε, ὑμεῖς οἱ ἱερεῖς, τοὺς Χριστιανούς, ἐξ ἑνὸς ἀλεύρου δύο άρτους προτιθέντες ὠπτημένους; καὶ τὸν μὲν εἰς κοινής ἐᾶτε βρῶσιν, τὸν δὲ τοῖς λαοῖς κατὰ βραχύ μερίζοντες, σῶμα Χριστοῦ ὀνομάζετε, καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν παρέχειν αὐτὸν τοῖς μεταλαμβάνουσι δυνάμενον δια βεβαιοῦτε; 'Αρα ὑμᾶς αὐτοὺς ἐμπαίζετε, ἢ τοὺς, ὧν ἄρχετε;
col. 1553–1554page 54 of 82
PG 97:1553Θεόδ. Οὔτε ἡμᾶς, οὔτε ἐκείνους ἐμπαίζομεν. Σαρακ. Πείσει με οὐκ ἐκ τῆς Γραφῆς σου, ἀλλ' ἐκ κοινῶν καὶ ὁμολογουμένων ἐννοιῶν. Θεόδ. Καὶ τί λέγεις; ἄρτο; οὐ γίνεται Θεοῦ σῶμα; Σαρακ. Εκάτερον ἀπορῶ μέρος τῆς ἀντιφάσεως ἀποκρίνασθαι. Θεόδ. Τοσοῦτόν σε ή μήτηρ σου γεγέννηκε; Σαρακ. Οὐχὶ, ἀλλὰ μικρόν. Θεόδ. Τίς σε ἐμεγέθυνε; Σαρακ. Θέλοντος τοῦ Θεοῦ, ἡ τροφή. Θεόδ. Οὐκοῦν ἄρτος σοι γέγονε σῶμα. Σαρακ. Σύμφημε. Θεόδ. Καὶ πῶς σοι ἄρτος γέγονε σῶμα; Σαρακ. Τον τρόπον ἀγνοῶ.. Θεόδ. Διὰ τοῦ λαιμοῦ ἡ βρῶσις καὶ ἡ πόσις εἰς τὸν στόμαχον κατέρχεται, ὡς εἰς χύτραν περικειμένου δὲ τῷ στομάχῳ τοῦ ἤπατος θερμοῦ ὄντος, ἐψονται ἡ τροφή, καὶ χυλοῦται, καὶ τὸ μὲν παχυμερὲς, κάτω χωρεῖ, τὸ δὲ λεπτομερὲς καὶ κεχυλωμέ νον, ἐπιπολάζει· ὡς θερμὸν δὲ τὸ ἦπαρ, καὶ συμφῶς δες ὑπάρχον, ἀνασπᾷ, καὶ αἱματοί, καὶ ὡς δι᾿ ὀχετῶν ἅπαν τὸ σῶμα διὰ τῶν φλεβών καταρδεύει, μερίζον τὴν ἐν τῷ στομάχῳ χυλωθεῖσαν τροφὴν, καὶ ἐν αὐτῷ αἱματωθεῖσαν, ἑκατέρῳ τῶν μερῶν συμμεταβαλλομένην, οἷόν ἐστιν ἐκεῖνο, ὀστέοις ὀστέον, μυελοῖς μυελόν, νεύροις νεύρον, ὀφθαλμοῖς ὀφθαλμόν, θριξὶ τρίχα, δέρματι δέρμα, ὄνυξιν ὄνυχα. Καὶ οὕτως γὰρ ἡ τοῦ βρέφους εἰς ἄνδρα αὔξησις, τοῦ ἄρτου αύ τοῦ γεγονότος σῶμα, καὶ τῆς πόσιος αἷμα. Σαρακ. Ἔοικε. Θεόδ. Τὸν αὐτὸν τρόπον γίνεσθαι τὸ ἡμέτερον νάει μυστήριον. Τίθησι γὰρ ἐπὶ τὴν ἁγίαν τράπε ξαν ὁ ἱερεὺς τὸν ἄρτον, ὁμοίως καὶ τὸν οἶνον, καὶ δεόμενος ἐπικλήσει ἁγίᾳ, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κάτο εισι, καὶ ἐπιφοιτᾷ τοῖς προκειμένοις· καὶ τῷ πυρί τῆς θεότητος αὐτοῦ, εἰς σῶμα, καὶ αἷμα Χριστοῦ τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἶνον μεταβάλλει, οὐχ ηττον, ἢ τὸ ἦπαρ τὴν τροφὴν, εἰς τὸ τοῦ τινος ἀνθρώπου σῶμα. “Η· οὐ δίδως, ὦ τᾶν, δύνασθαι τὸ πανάγιον Πνεῦμα, ὅπερ τὸ σὸν ἦπαρ δύναται ἐκτελεῖν; Σαρακ. Δίδωμι, φησίν. Καὶ στενάξας ἡσύχασεν. Ετέρα ἐρώτησις, ὅτι ὁ Χριστὸς γεγονώς ἄνθρωπος, Θεός αληθινός ἐστιν. ΧΧΙΙΙ. Σαρακ. Ὁ Χριστὸς εἶπεν, ὅτι ο Οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ποιεῖν ἀφ' ἑαυτοῦ οὐδὲν, ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν Πατέρα ποιοῦντα. › Πῶς οὖν Θεός ἐστιν, ὥς φατε, ὁ μὴ δυνάμενος ἀφ' ἑαυτοῦ τι; 'Λβουκ. Δύνασαι ίπτασθαι; Σαρακ. Οὐχι. ᾿Αβουκ. Ἐὰν ἴδῃς εἰς τὸ ὕψος ἀετὸν πετόμενον, καὶ δυνηθῇς ὁμοίως εἰς τὸ ὕψος αίρεσθαι, καὶ ὡς ἀε τὸς ἵπτασθαι, πότερος ὑμῶν ἔσται τοῖς ὁρῶσι θαν μαστότερος; σύ, ἢ ὁ ἀετός; ο
col. 1555–1556page 55 of 82
PG 97:1555Σαρακ. Εγώ. Αβουκ. Οὐκοῦν Θεοῦ σοῦ θαυμαστότερός ἐστιν ὁ Χριστός. 'Ετέρα ερώτησις, περὶ μονογαμίας. Σαρακ. Πόθεν ὑμῖν, ὦ ἐπίσκοπε, φαίνεται ή μονογαμία τῆς πολυγαμίας εννομώτερος; ἐχρῆν γὰρ ὑμᾶς τὴν πολυγαμίαν βδελυττομένους ἀρνεῖσθαι καὶ την μονογαμίαν. Οὗτινος γὰρ κακὸν τὸ καθόλου, καὶ τὸ μερικὸν κακὸν, καὶ οὗτινος τὸ μερικὸν καλόν, καὶ τὸ καθόλου καλόν· τῶν γὰρ καθ' ἕκαστον, τὸ καθ όλου ἐξ ἀνάγκης κατηγορείται. Θεόδ. Τοῦτο τὸ μερικόν, οὐκ ἐκ τοῦ καθόλου σου διαιρεῖται, ὡς ὁ δεῖνα ὁ ἄνθρωπος ἐκ τοῦ καθόλου ἀνθρώπου· ἀλλ᾽ ἔστι τοῦτο τὸ μερικὸν ἀντικείμενον τῷ καθόλου ὡς μέτρον πρὸς ἀμετρίαν, καὶ ὡς δίκαιον πρὸς πλεονεξίαν. Σαρακ. Πεῖσόν με, οὐκ ἐκ τῶν καθ᾽ ὑμᾶς Ἠσαΐου τε, καὶ Ματθαίου, οἷς οὐ πάνυ προσέχω, ἀλλ' ἐξ ἀναγκαστικῶν, καὶ ὁμολογουμένων κοινῶν ἐννοιῶν. Θεόδ. "Οθεν βούλει, εὐπορῶ σε κορέσασθαι. Τοῦ χάριν ή γυνή μνηστεύεται τῷ ἀνδρὶ;;. Σαρακ. Οὐκ οἶδα. Θεόδ. Δυοῖν ἔνεκα πραγμάτων· ἡδονῆς τε, καὶ τεκνοποιίας. Σαρακ. Πρόδηλον. Θεόδ. ᾿Απὸ τοῦ πρωτοπλάστου Αδάμ ἕως τοῦ νῦν ἔγνωσταί σοι άνθρωπος παντοίας ἀπολαύσεως παρὰ Θεοῦ τυχὼν ἐκείνου μάλιστα; Σαρακ. Οὐδείς. Θεόδ. Μὴ ἐνδεὴς ἐπεφύκει καν ἑνὸς μιᾶς ἡδονῆς είδους; Σαρακ. Μὴ δῆτα. Θεόδ. Καὶ πόσαι αὐτῷ πεπλαστούργηνται για ναῖκες; Σαρακ. Μία. Θεόδ. Δέδεικται ἄρα ἡ διὰ τῆς μιᾶς γυναικὸς ἡδο νή, τῆς διὰ τῶν πολλῶν τελειοτέρα. Σαρακ. Αναγκαία ἡ τῆς συγκαταθέσεως επαγωγή. 'Αλλ', ὡς ἔοικε, διὰ τῶν πολλῶν δαψιλεστέρα ἐστὶν ἡ παιδοποιία. Θεόδ. Ποῖος καιρὸς μᾶλλον ἐκείνου φαίνεται στι πολυτεχνίας ἐνδεέστερος; Σαρακ. Οὐδείς. Θεόδ. Οὐκοῦν ὑμῖν δέδεικται, καὶ κατὰ πολυτεκνίαν τῶν πολλῶν, δαψιλεστέρα. Καὶ οὐκ ἄδηλον, τὸ ἀντί θεον, καὶ φιλόσαρκον φρόνημα τῶν ἐν τῷ καιρῷ τῆς πολυανθρωπίας πολυγαμεῖν θεμιστευόντων, τοῦ Δη μιουργοῦ τῷ καιρῷ τῆς ὀλιγανθρωπίας μονογαμία θεσπίσαντος.
col. 1557–1558page 56 of 82
PG 97:1557Ὁ δὲ Σαρακηνὸς τὴν ἦταν ὁμολογεῖν ἐντρεπόμενος, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ δόγματος αὐτοῦ συσκιάσαι τεχναζόμενος, Πρόσθες μοι, φησί, καὶ ἕτερον ὑπό δειγμα. Θεόδ. Έστωσαν δοῦλοι δύο δεσπότου ἑνὸς, εἰς ἀποδημίαν στελλόμενοι μίαν, ὧν ὁ μὲν ὑπὸ τοῦ δε σπότου κελεύεται ἱμάτια περιβάλλεσθαι, ὅσα ἂν βού λεται· ὁ δὲ χιτῶνα ἕνα περιτίθεσθαι προστάττεται, καὶ ὁπότερος δ' ἂν βιγώσῃ, ὀγδοήκοντα μάστιγας μαστιχθῆναι. Ο οὖν οὕτως αὐτοῖς νομοθετήσας δεσπότης, ἄρα δίκαιος, ἢ ἀδικός σοι φαίνεται; καὶ μάλιστα εἰ ἀσθενέστερός ἐστιν ὁ μονοχιτωνεῖν κελευθεὶς; Σαρακ. Αδικος. Θεόδ. Οὐκοῦν ἀδικίας τοῦ Θεοῦ ὑμεῖς κατηγορείτε, λέγοντες, αὐτὸν νενομοθετηκέναι τὴν γυναῖκα εύολι σθοτέραν πρὸς τὸ πάθος οὖσαν, τέταρτον μόριον τοῦ ἀνδρὸς μόνον ἔχειν, τὸν δὲ ἄνδρα καρτερικώτατον ὄντα, τέσσαρας γυναίκας ἔχειν, δίχα τῆς τῶν παλ λακῶν ἀγέλης, καὶ ἑκάστης τῆς πορνείας εἶναι τὴν ποινὴν, ὀγδοήκοντα μάστιγας. Τί γὰρ ἂν γένοιτο τῆς ἀδίκου ταύτης νομοθεσίας ἀδικώτερον; Σαρακ. "Αγε δή μοι, καὶ ἄλλο πρόσθες ὑπόδειγμα. Θεόδ. Πότερον ὁρῶν ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἀνθρώποις που λιτευομένην εὐφραίνεται, εἰρήνην, ἢ μάχην; Σαρακ. Εἰρήνην. Θεόδ. Εἰ γυναίκας πολλὰς ὁ ἀνὴρ σχοίη, ειρηνεύειν σοι μᾶλλον ἢ τότε δοκεῖ, ἢ ὅταν ἔχῃ μίαν; Σαρακ. Π:τὲ μὲν οὕτως, ποτὲ δὲ οὕτως. Θεόδ. Ενδέχεται αὐτὰς πρὸς ἀλλήλας ἀγάπην ἔχειν ποτέ; Σαρακ. Οὐχι. Θεόδ. Φαρμακείαις πολλάκις οὐ χρώμεναι τὸν ἄν δρα καὶ ἑαυτὰς φθείρουσιν; ἐν δὲ ταῖς συγγενείαις αὐτῶν ἔριδες ἐπιφυεῖσαι, οὐκ ἀσπόνδους ἐξῆψαν μάτ χα;; ἡ δὲ μονογαμία τα πρώην διεστῶτα γένη τῶν δύο ἤνωσε, καὶ τὰ δοκοῦντα διαιρείσθαι, συνήψεν. Σαρακ. Εοικεν. Θεόδ. Εντεῦθεν ἡμῖν ἡ μονογαμία τῆς πολυγαμίας εντιμοτέρα, καὶ ἐννομωτέρα, ὡς Θεῷ προκριθώ σεως …. αλλ', εἰ βούλει, σοὶ ἕτερον προσθήσω ὑπό δειγμα. Σαρακ. Ἡ τῶν ὑποδειγμάτων ἀψευδὴς τῆς ἐρωτήσεως ἔκδοσις, τὰς ἀκοάς μου διαπετάσασα, μικρού με Χριστιανὸν πεποίηκεν. Ἀλλ᾽ ἅλις μοι. Απόδειξις ὅτι ἔχει ὁ Θεὸς Υἱὸν ὁμοούσιον, συν ἀναρχόν τε καὶ συναίδιον. Τῶν ᾿Αγαρηνῶν τὸ φρόνημα, καὶ πᾶσα αὐτῶν ἡ σπουδὴ πρὸς τὸ ἀθετεῖν τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου θεότητα ὡς Θεῷ προκριθεῖσα. ρ.
col. 1559–1560page 57 of 82
PG 97:1559βλέπει, καὶ πανταχόθεν ἐπ' αὐτῷ παρατάσσεται Ει δεικνύναι αὐτὸν σπουδάζοντες μὴ εἶναι Θεόν, μηδέ Θεοῦ Υἱόν. Ο γάρ τοι ψευδοπροφήτης αὐτῶν 'Ἀρειανοῦ ἀκροατὲς ἄτε γεγονώς, τοῦτο αὐτοῖς τὸ ἄθεον καὶ δυσσεβὲς 'παρέδωκε δόγμα, ὅθεν τις τῶν παρ' αὐτοῖς ἐπὶ λόγοις σεμνότητος κομψός, ἐν πανδήμαρ καθήμενος συλλόγῳ, τὸν ἐπίσκοπον ηρώτησε φήσις Τί λέγεις τὸν Χριστόν, ώ Θεόδωρε; ῾Ο ἐπίσκοπος. Θεόν, καὶ Θεοῦ Υἱόν. Ο Σαρακηνός. Καὶ ἐνδέχεται εἶναι τῷ θεῷ Υϊόν; Θεόδωρος. Οὐκ ἐνδέχεται μὴ εἶναι τῷ Θεῷ Υἱόν. Ο Σαρακ. Πῶς, καὶ τίνι τρόπῳ; Θεόδ. Ενδέχεται τῷ Θεῷ μὴ ἄρχειν; ὁ Σαρακ. Οἱ δῆτα. Θεόδ. Καὶ τίνων ἄρχει ὁ Θεός; Ο Σαρακ. Τῶν ἑαυτοῦ κτισμάτων. Θεόδ. Οὐκοῦν συμβεβηκός γέγονεν αὐτῷ τὸ ἄρχειν καὶ οὐ φυσικόν· καὶ τὴν ἀρχὴν λεχθείη ἂν ἔχειν ἐπείσακτον καὶ ἐπίκτητον, πρόσφατον, καὶ οὐ συν άναρχον. Πρὸ γὰρ τῶν κτισμάτων, ὡς σὺ φῆς, οὐκ ἦρχε γεγόνασι δὲ αὐτῷ τὰ κτίσματα αἰτία τῆς ἀρχῆς, κεχειροτονηκότα αὐτὸν ἐφ᾽ ἑαυτά, δηλονότι άρχοντα, τὸ πρὶν μὴ πεφυκότα· καὶ χάριν αὐτοῖς ἂν σχοίς, ὡς τῆς ἀρχοντικῆς τιμῆς δι' αὐτῶν ἠξιωμένος· καὶ εἰ δόξει αὐτῷ εἰς τὸ μὴ εἶναι αὐτὰ παλινδρομείν, ἀν ήκοα ἔσται, καὶ λοιπὸν τῆς ἀρχῆς τῶν ἀρχομένων, κατὰ σὲ γυμνωθήσεται ἄν. Καὶ πρὸς τοσούτοις ἀπο πήμασιν, ἕτερον ἐξ ἀνάγκης παρέψοιτο ἂν ἀτοπώτε μου. 'Ο Σαρακ. Ποίον δὴ τοῦτο; Θεόδ. Οτι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἐπιγείου βασιλέως, τῆς τοῦ Θεοῦ ἀρχῆς ἀσύγκριτος [Γ. ἀσυγκρίτως] νοηθείη ἂν, καὶ κατὰ πολὺ βελτίων καὶ τιμιωτέρα. Ο Σαρακ. Πῶς, καὶ διατί; Θεόδ. Ὅτι ὁ μὲν ἐπίγειος βασιλεὺς, ὁμοουσίων καὶ ὁμοχρόνων ἄρχει· ὁ δὲ Θεὸς, ἑτεροουσίων καὶ κατὰ πολὺ ἡττόνων καὶ ὑστερογενῶν. Ο Σαρακ. "Οπερ ἔφης οὐ συνίημι. Θεόδ. Ει προσιών τις προσαγορεύσοι σοι τὸν βα σιλέα, λέγων· Χαῖρε, ὦ βασιλεῦ τῶν ὄνων· τί δεῖν Ο αὐτὸν λέγεις παθεῖν; Ὁ Σαρακ. Τὴν ἐσχάτην τιμωρίαν. Θεόδ. Καὶ πότερα θατέρω συγγενέστερα, τῷ θεῷ τὰ κτίσματα, ἢ τῷ ἐπιγείῳ βασιλεῖ οἱ ὄνοι; Ο Σαρακ. Τῷ βασιλεῖ οἱ ὄνοι· κτίσματα γάρ άμφω, ὁμογενῆ τε καὶ σύνδουλα. Ἀλλ᾽ οὖν πείθοντί μοι, ἄγε δή, λέγε· Τίνων ὁ Θεὸς ἄρχει, ἐπειδή και σμάτων, ὡς σὺ φής, οὐκ ἄρχει; Θείδ. Οἱ ἀρχόμενοι τρισσοί· ἢ μείζονες ὄντες τοῦ ἄρχοντος, ἢ ήττονες, ἢ ἴσοι· μειζόνων δὲ ἐπειπεῖν τὸν Θεὸν ἄρχειν, βλάσφημον· Θεοῦ γὰρ μείζον οὐδέν. Ηττόνων δὲ, ἄτιμον, κατὰ τὰ προειρημένα ἄτοπα λείπεται δὲ εἰπεῖν ἴσων καὶ συνανάρχων.
col. 1561–1562page 58 of 82
PG 97:1561Ο Σαρακ. Καὶ τίς ἐστιν ὁ τῷ Θεῷ ἴσος άναρχος, ὃς καὶ ὑπ' αὐτοῦ ἄρχοιτο; καὶ συν Θεόδ. Οἱ ἀρχόμενοι τριττοί· ὁ μὲν γὰρ βουλόμενος ἀρχθήσεται· ὁ δὲ, τυραννούμενος· ὁ δὲ μήτε βου λόμενος, μήτε τυραννούμενος· ἀλλ᾽ ὁ Θεὸς, βουληθέντων οὐκ ἄρχει, ἵνα μὴ πάλιν βουληθέντες διαδέξωνται αὐτὸν, καὶ ποὸς τοῦτο οὐ συνάναρχον, οὐδὲ φυ σικὴν σχοίη τὴν ἀρχὴν μετὰ βούλησιν γὰρ, καὶ πρόσ φατον καὶ ἄτιμον, καθὰ εἴρηται· ἀλλ᾽ οὐδὲ τυραννουμένων ἄρχει· ἀπρεπές γάρ, σὺν τοῖς λοιποῖς ἀτοπήμασιν. Ὑπολέλειπται οὖν εἰπεῖν ὅτι ὁ Θεὸς ἀρχείου βουλομένοι, οὐδὲ τυραννουμένου, ἀλλὰ φυσική ἀρχῇ ἀρχομένου. Ο Σαρακ. Καὶ τίς ἐστιν ὁ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ φυσικῶς ἀρχόμενος Θεόδ. Οἱ ἄρχοντες τρισσοί· ὁ μὲν γὰρ, ψήφῳ τῶν ἀρχομένων ἄρχει· ὁ δὲ, τυραννίδι· ὁ δὲ, φύσει· ἀλλ᾽ ὁ μὲν Θεὸς ψήφῳ ἀρχομένων οὐκ ἄρχει, διὰ τὰ προειρημένα ἀνάρμοστα ἐπὶ Θεοῦ λεχθῆναι συμβεβηκότα· ἀλλὰ οὐδὲ τυραννίδι· τοῦ Θεοῦ γὰρ ἡ τυραννὶς μακρὰν ἀποῤῥαπίζεται· ὑπολέλειπται δὲ ἄρα ὁ τρίτος τρόπος, καθ' δν λέγεται ὁ Θεὸς ἄρχων πάσης ψήφου ἀνώτερος, καὶ πάσης τυραννίδος ἐλεύθερος, ὅ ἐστι φύσει. Ὁ Σαρακ. Καὶ τί ἐστιν ὁ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ φυσικῶς ἀρχόμενος; Θεόδ. Ὁ Υἱὸς αὐτοῦ, δι' οὗ ἄρχων καὶ Πατὴρ οὐκ Αργμένος ὁ Θεὸς γνωρίζεται· διότι φυσικὸν πραγμα πᾶν, τῆς κατὰ προαίρεσιν θελήσεως προτέθειται. Ὁ Σαρακ. Οἷον τί φής; Θεόδ. Πρὸ γὰρ τοῦ θέλειν ἀναπνεῖν, ἀναπνέομεν καὶ πρὸ τοῦ θέλειν ἀκούειν, ἀκούομεν· καὶ πρὸ τοῦ θέλειν ὁρᾷν, βλέπομεν. Ἰδοὺ γὰρ, σύ, ὦ ἀρνητὰ τῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου θεότητος, ἀποδέδεικται, ὅτι ἐστὶ τῷ Θεῷ Υἱὸς ὁμοούσιος, συνάναρχός τε καὶ συναΐδιος, ταῖς τῆς θεότητος ὑπεροχαῖς τῷ γεννήτορι συν εδρεύων, ὑπὸ πάσης ἀοράτου καὶ ὁρατῆς κτίσεως Δημιουργὸς καὶ Δεσπότης σὺν αὐτῷ λατρευόμενός τε καὶ προσκυνούμενος, τὸν οὐρανὸν ἔχων θρόνον, καὶ τὴν γῆν ὑποπόδιον· ἔτι δὲ καὶ προφητικῶς εἰπεῖν, σπιθαμῇ τὸν οὐρανὸν μετρῶν, καὶ τὴν γῆν δρακί, οὗ πάντα τὰ ἔθνη ἐνώπιον, ὡς ῥοπὴ ζυγοῦ, καὶ ὡς στα γὼν ἀπὸ κάδου. Τοῦ αὐτοῦ διάλεξις ἀποδεικνύουσα, ὅτι ὁ Πατήρ ἀεὶ γεννᾷ, ὁ δὲ Υἱὸς ἀεὶ γεννάται. Αιρετικός. Πότερον σοι δοκεί; πᾶν τὸ εἰς πέρας ἐλθοι, ἤρξατο, ἢ οὐ; ΝΟΤΕ. Θεοδώρου πρεσβυτέρου της Τοῦ αὐτοῦ διάλεξις ἀποδεικνύουσα,
col. 1563–1564page 59 of 82
PG 97:1563οίκοθεν, Ορθόδ. ήρξατο. Αίρετ. Οὐχὶ πᾶν τὸ ἀρξάμενον ἐκ τοῦ μὴ εἶναι ἦλθεν εἰς ὃ ἤρξατο; 'Ορθόδ. Πῶς γὰρ οὔ; Αίρετ. 'Αρα ἐγέννησεν ὁ Πατήρ, καὶ ὁ γῆς ἐγεννήθη; Ορθόδ. Πάνυ μὲν οὖν. Αίρετ. Εἰ οὖν ὁ μὲν ἐγέννησεν, ὁ δὲ ἐγεννή ταῦτα δὲ παρῆλθεν· ήγουν τὸ τὸν Πατέρα γεννάν, καὶ τὸν Υἱὸν γεννᾶσθαι, τὰ δὲ παρελθόντα είναι ἔλαβε τὴ δὲ τοιοῦτον ήρξατο, ὡς ὡμολόγηται ἤρξατο ἄρα τὸν Πατέρα γεννάν, καὶ τὸν Υἱόν γενιά σθαι. Ὥστε, καὶ τὸ εἶναι Πατέρα ήρξατο, ὁμοίως θα καὶ τὸ εἶναι Υἱόν. Η οὐ δοκεί σοι ταῦτα ούτω το λελογίσθαι; Ορθόδ. Οὐδαμῶς. Αίρετ. Πῶς γάρ; Ορθόδ. Εἰ μὲν γὰρ χρονικῶς ἐλέγετο ἐπὶ τοῦ Θεοῦ, Ἐγέννησε, καὶ Ἐγεννήθη, ἄπορον ἦν τὸ λεγό το νον. Ἐπεὶ δὲ ὁ εὐσεβὴς νοῦς αἰωνίως ὑποτίθησ ταῦτα, οὐκέτι ὡς παρελθόντα ληπτέον αὐτὰ, ἀλλ' ὡς ἀεὶ ὄντα· ὥσπερ γὰρ ἦν ὁ Θεός, οὐχ ὡς παρεί θοῦσαν ἔχων τὴν ὕπαρξιν· καὶ γὰρ ἐστιν ἀεὶ, οὕτως τὸν Ἐγέννησε, και, Εγεννήθη. Αίρετ. Ατελὴς ἄρα ἡ γέννησις, εἰ ὁ μὲν ἀεὶ γεν ὁ δὲ γεννᾶται. Η οὐχ οὕτως ἔχει; να, Ορθόδ. Οὐ μὲν οὖν. Καὶ γὰρ ὁ Πατὴρ ἀε! ἐστιν ὁμοίως δὲ καὶ ὁ Υἱός· ἀτελὴς ἄρα κατὰ σὲ ἡ ὕπαρ ξις τοῦ τε Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, ὅτι οὐ λαμβάνει πέρας· μᾶλλον δὲ τοῦτό ἐστι τὸ τελειότατον, το οἴκοθεν ἔχον τὸ τέλος καὶ ἀεὶ ἐν τέλει ὄν, καὶ οὐκ ἔξωθεν ἐπιγινόμενον. Ἔτι δὲ ἐπεὶ τὸ γεννᾶσθαι τὴν Υἱὸν οὐκ ἄλλο σημαίνει, ἢ τὸ ἔχειν τὴν ὑπαρξινἐκ τοῦ Πατρός· ἀεὶ δὲ πατρόθεν ἔχει τὴν ὕπαρξιν ἀεὶ ἄρα γεννᾶται· ἔδει γὰρ τὸν κυρίως Υἱὸν ἀεὶ ἔχειν τὴν ὑπερ ξιν ἐκ τοῦ Πατρὸς, καὶ οὐχ ὡς ἡμεῖς, οἱ τὴν ἀρχὴν μὲν νον. Τὸ γὰρ γεννᾶσθαι ὁμώνυμον· ἐπὶ μὲν γὰρ ἡμῶν ὁδός ἐστιν εἰς ὑπαρξιν· ἐπὶ δὲ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰ τὴν τὴν ὕπαρξιν σημαίνει, καὶ οὐχὶ ὁδὸν εἰς ὕπαρ ξιν· μόνῳ δὲ τῷ τρόπῳ διαφέρουσι· τὸ ψάρι είναι αὐτὸ καθ' αὐτὸ μὲν λαμβανόμενον, ὑπαρξῖς ἐστιν, ὡς δὲ ἐκ τοῦ Πατρὸς νοούμενον, γεννᾶσθαι λέγεται. Ότα ἐπεὶ δύο σημαινόμενα ἐδείχθη τοῦ γεννᾶσθαι, κατὰ μὲν τὸ πρῶτον, ἄτοπόν ἐστι τὸ γεννᾶσθαι ἀεί κατά δε τ δεύτερον οὐδαμῶς· τοῦ γὰρ γεννᾶσθαι, τὸ μὲν τὰ λος ἔχει τὴν ὕπαρξιν, ὅπερ εἰ οὐ λαμβάνει τὸ Πάν τέλος, ἀτελές ἐστιν· ἐπὶ δὲ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, είχ ΝΟΤΑ. Τοῦ αὐτοῦ Θεοδώρου φιλοσόφου ἐπισκόπου Καρῶν τοῦ ᾿Αβου χαρά,
col. 1565–1566page 60 of 82
PG 97:1565πως ἔχει. Οὐ γὰρ ἔχει τὸ τέλος τὴν ὕπαρξιν, τὸ 406 Υεν τοῦ Θεοῦ γεννᾶσθαι, ἀλλ᾽ ἔστι τέλος, καὶ ιειόν ἐστιν. Ἐπεὶ οὖν ἐδείχθη ἀεὶ γεννᾶσθαι τὴν ἀν. τοῦτ' ἔστιν, ἀεὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἔχειν τὸ εἶναι, 18 Πατὴρ ἄρα ἀεὶ γεννᾷ, ήγουν ἀεὶ αἴτιός ἐστι ὁ Υἱοῦ. Καὶ ταῦτα οὕτως διορίσθω. Σχόλιον τοῦ αὐτοῦ. Λέλυται ἄρα τὸ δοκοῦν ἄπορον πρόβλημα, λέγω δὲ », πότερον, όντα αὐτὸν γεγέννηκεν, ἢ οὐκ ὄντα. ἐπεὶ γὰρ οὐκ ἄλλο σημαίνει τοῦτο ἢ τὸ ὄντος αὐτοῦ, αἴτιο; τοῦ εἶναι αὐτὸν, ἢ μὴ ὄντος· οἶαν ἂν οὖν πόκρισιν ἁρμόζει προς ταύτην τὴν ἐρώτησιν ἀπο οῦναι, καὶ πρὸς τὴν ἰσοδυναμοῦσαν αὐτῇ προκει ένην ἐρώτησιν, τὴν ἰσοδυναμοῦσαν ἀπόκρισιν ομόση λέγεσθαι. Ἐπεὶ οὖν ὁ Πατὴρ ἀεὶ αἰτιός ἐστι οῦ εἶναι τὸν Υἱόν, δῆλον, ὅτι ἀεὶ τοῦ Υἱοῦ ὄντος στὶν αίτιος αὐτοῦ ὁ Πατήρ. Ωστε ὄντος αὐτοῦ ἦν εἴτιος αὐτοῦ ὁ Πατήρ· τοῦτο δὲ ταυτόν ἐστι τῷ, ντα αὐτὸν γεγέννηκεν· ὄντα αὐτὴν ἄρα γεγέν πκε. Καὶ οὐκ ἄτοπον. Ἐπὶ γὰρ Θεοῦ, οὐ 'σημαί. νει, τὸ γεγέννηκε, τὸ παράγειν τι ἐξ αὐτοῦ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι. Τότε γὰρ ἦν ἄτοπον τὸ, ὄντα αὐτὸν γεγέννηκεν· ὡς δὲ δίωρισαμεν, οὐδα μώς. Θεοδώρου φιλοσόφου ἐπισκόπου Καρῶν τοῦ Αβουκαρά, περὶ Θεοῦ ὀνομάτων. Τὸ Θεὸς ὄνομα, από τινος ενεργείας είρηται, οὐ μὴν τῆς ἐνεργείας ἐστὶ σημαντικόν, ἀλλὰ τῆς φύσ σεως τῆς ἐνεργούσης· εἰ γὰρ τὸ Θεὸς ὄνομα ἐνερ γείας δηλωτικόν, πᾶν δὲ ὄνομα, οὗτινός ἐστι δηλω τικὸν, ἐκείνου ἐστὶν ὄνομα, καὶ τὸ Θεὸς ἄρα ὄνομα ἐνεργείας ἐστὶν όνομα. Ὥστε τὸ ὠνομασμένον Θεὸς, ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐστι. Θεὸς ἄρα ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ Θεὸς ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἐστι. Ταυτὸν ἄρα Θεὸς, καὶ ἐνέργεια Θεοῦ, ὅπερ ἀδύνατον. Εἰ δέ τις ἐριστικῶς λέγοι, ὡς οὐκ ἀδύνατον τοῦτο τιθέναι, ἴστω, ὡς πολλὰ ἄτοπα συμβαίνει αὐτῷ ὁμο λογεῖν. Πρῶτον, τὸ πρὸς τὸ αὐτὸ λέγεσθαι. Τὰ γὰρ ταυτά, πρὸς τὸ αὐτὸ λέγεται ", είγε τὸν αὐτὸν δέχε ται; ἄλλη σε τοῦ Θεοῦ λέγεται ενέργεια· ὁ Θεὸς οὐ λέγεται τοῦ Θεοῦ εἶναι Θεός. Ετι ἡ ἐνέργεια ενερ γοῦντός ἐστιν ἐνέργεια, ὁ δὲ Θεὸς οὐκ ἐνεργοῦν τῆς ἐστι Θεός. Ετι, εἰ ταὐτὸν Θεὸς, καὶ ἐνέρ γεια Θεοῦ, κατηγοροῦντο ἂν ἀμφότερα κατὰ τῶν αὐτῶν. 'Αλλ' ὁ Θεὸς κατηγορείται κατὰ Πατρὸς, καὶ Υἱοῦ, καὶ Πνεύματος. Η δὲ ἐνέργεια οὐχ ὁμοίως· ὁ γὰρ Πατὴρ Θεός· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ Υἱὸς, καὶ τὸ ἀλλὰ ΝΟΤΕ. Τοῦ αὐτοῦ ὀνόμα
col. 1567–1568page 61 of 82
PG 97:1567Πνεῦμα. Οὐκέτι δὲ ὁ Πατὴρ ἐνέργεις, ή Υιός, τὸ Πνεῦμα, ἀλλ᾽ ἐνεργοῦντα τὴ δὲ μέγιστον, τ λέγειν μὴ εἶναι τὸν Θεὸν πρὸ τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, ἀλλ᾽ ἅμα· τὰ γὰρ ταυτὰ ἅμα ὁμολογεῖν ἀνάγει Εἰ οὖν ὁ Θεὸς αἴδιος, καὶ ἐνέρ: αὐτοῦ ἔχε άΐδιος. Ὥστε καὶ τὸ τῆς ἐνεργεία: αποτελεσμ ἀΐδιον, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα, ὁ κόσμος· άίδος Ερε κόσμος κατὰ τὴν προτεθεῖσαν ὑπό.... υπερ οὐ μόνον ἀδύνατον, ἀλλὰ καὶ ἀσεβές ἐστι λέγει. Ετι, πᾶν τὸ κυριώτατον, καὶ μάλιστα κατηγορώ μενον κατὰ πασῶν τῶν ὑποκειμένων ὑποστάσεων, φύσις ἐστὶν, ἢ μέρος φύσεως· ὁ δὲ θεὸς κυριώτατα, καὶ μάλιστα κατηγορείται κατὰ τριῶν ὑποστάσεων ὁ Θεὸς ἄρα ἡ φύσις ἐστὶν, ἢ μέρος φύσεως. Αλλ' ἐπεὶ τὸ μέρος ἐπὶ Θεοῦ ἀδύνατον, λείπεται είναι φύσις. Φύσις ἄρα ἐστὶν ὁ Θεὸς, καὶ τὸ θεὸς ὄνομα, τ σεώς ἐστί δηλωτικόν. Ωσπερ γὰρ τὸ ἄνθρωπος ένα μα, παρά τινο; ἐνεργεία; ἐστὶ “σημαντικών, αλλά τῆς φύσεως καὶ τῆς οὐσίας· ὁμοίως δὲ καὶ ψυχές καὶ ἄγγελος, καὶ σχεδόν πάντα ὀνόματα τῶν οὐσιῶν, ἀπὸ τῆς ἐνεργείας ἢ τοῦ πάθους εἴρηται, οὐ μὴν ἐνέργειαν, ἢ πάθος σημαίνει, ἀλλ' οὐσίαν, καὶ τ σιν· οὕτως μοι νόει καὶ ἐπὶ τοῦ Θεοῦ ὀνόματος. Καὶ μὴ πλανηθῆς ἀκολουθῶν ἐτυμολογίαις, καὶ νόμος γραμματικοῖς, παρορῶν τὸν τῆς ἀληθείας κανόνα, μ πολλοὶ μὲν ἐπαγγέλλονται χρῆσθαι, ὀλίγοι δέ είπν οἱ χρώμενοι· τοῦ δὲ τέλους εὐχόμεθα σὺν Θεῷ. Διάλεξις Αιρετικοῦ πρὸς Ορθόδοξον περὶ Θεοῦ, καὶ θεότητος. Αιρετικός. Πότερόν σοι δοκεῖ; ταυτόν έστι θεὸς καὶ θεότης, ἡ ἕτερον; Ορθόδοξος. Ταυτόν. Αίρετ. Οὐχὶ τὰ αὐτὰ καὶ τοῦ αὐτοῦ κατηγοροῦνται; Ορθόδ. Οὐκ ἀνάγκη. Αίρετ. Εἰ μὲν οὖν ταῦτά εἰσι τὰ αὐτὰ, πῶς οἱ κατηγορούνται κατὰ τοῦ αὐτοῦ; Εἰ δὲ οὐ κατηγοροῦνται, πῶς οὐχ ἕτερα τὰ αὐτά; ὅπερ ἀδύναται. Ὀρθόδ. Οὐκ ἀπόχρη εἰς τὸ κατηγορείσθαι τὰ τὰ κατὰ τοῦ αὐτοῦ, τὸ εἶναι ταυτὰ μόνον, ἀλλὰ δεῖ, συνδραμεῖν εἰς τοῦτο, καὶ τὸ ὡσαύτως νοεῖσθαι, καὶ λέγεσθαι. Ἐπεὶ οὖν Θεὸς, καὶ θεότης καθ' ἡμᾶς δεν τὸν, ὁ δὲ τρόπος διάφορος, τοῦτ' ἔστιν, οὐχ ὡκεύους νοεῖται Θεὸς, καὶ Θεότης· Θεὸν μὲν γὰρ νοοῦντες, καὶ λέγοντες, τὴν ἐν ὑποστάσει φύσιν νοοῦμεν καὶ λέγομεν. Θεότητα δὲ αὐτὴν τὴν φύσιν, ὡς γν μνὴν οὗταν, καὶ ἄνευ ὑποστάσεως θεωρουμένην' ἀπ λεγόμενον, ενεργείας οὐκ ἔστι.
col. 1569–1570page 62 of 82
PG 97:1569το, τον μὲν θεὸν κατηγορούμεν κατὰ τῆς ὑπο σεως. Ὡς ἐν ὑποστάσει θεωρούμενον, τὴν δὲ τητα οὐδαμῶν, ὡς καθ᾿ ἑαυτὴν οὖσαν, καὶ ἄνευ ιστάσεως θεωρούμενην. Ίστέον γάρ, ὅτι ἡ Θεότης οὐκ ἔστιν ἄνευ τῶν ῶν ὑποστάσεων. Θεωρουμένη δὲ καθ᾿ αὐτὴν, εν τῶν ὑποστάσεων θεωρεῖται. Καὶ γὰρ ἡ θεωρία, κ ἔστι κωλυτικὴ τῆς ὑπάρξεως· ἐπεὶ γὰρ ἡ Θεό ς καθ᾿ ἑαυτὴν νοουμένη, φύσις ἄνευ ιδιωμάτων εἶτα:, δῆλον ὅτι καὶ ἄνευ ὑποστάσεων. Εἰ γὰρ εἶται καθ' ἑαυτὴν, μετὰ ὑποστάσεων, δηλονότι, εὶ μετὰ ἰδιωμάτων, ὅπερ οὐχ ὑπέκειτο. Ετι, τὸ η δυνάμενον νοεῖσθαι ἄνευ ἄλλου, ἀνάγκη πρός τι ναι, καὶ οὐκ οὐσίαν. Η δὲ Θεότης οὐ πρός τί στιν, ἀλλ' ὑπερούσιος οὐσία· ὥστε δύναται θεω εἶσθαι καθ᾿ ἑαυτὴν μόνην, καὶ οὐ μετὰ ἄλλου· ἔτι, σπερ ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστιν ἄνευ τόπου, θεωρούμενος δὲ καθ' αὐτὸν, καὶ ὁριζόμενος, ἄνευ τόπου θεωρεῖται καὶ ὁρίζεται. Ετι μὴν καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ζῶντος αὐτοῦ, οὐκ ἔστιν ἄνευ σώματος, θεωρουμένη δὲ καθ᾿ ἑαυτὴν ἄνευ τούτου θεωρεῖται. Οὕτως καὶ ἡ Θεότης ἄνευ μὲν τῶν ὑποστάσεων οὐκ Επι· θεωρουμένη δὲ καθ᾿ ἑαυτὴν, ἄνευ τούτων θεωρεῖται. Αίρετ. "Αλλο σε γάρ ἐστιν οὐσία, καὶ ἄλλο ὑπό στασις; Ορθόδ. Αλλο καὶ ἄλλο, οὐχ ὡς πράγμα ἄλλο, καὶ άλλο, άλλο τι σημαινούσης τῆς ὑποστάσεως, καὶ ἄλλο τῆς οὐσία;, ὡς ὁ κόκκος τοῦ σίτου λέγεται σπέρμα, καὶ καρπὸς, οὐχ ὡς πρᾶγμα ἄλλο, καὶ ἄλλο. Αλλο δέ τι σημαίνει τὸ σπέρμα, καὶ ἄλλο ὁ καρπός, ὅτι, τὸ μὲν σπέρμα τοῦ μέλλοντός ἐστι γεωργίου σπέρμα, ὁ δὲ καρπὸς τοῦ παρελθόντος γεωργίου καρπός. Δίρετ. Τι σημαίνει ἡ οὐσία; καὶ τί ὑπόστασις; Ορθόδ. Η ουσία τὴν κοινότητα σημαίνει, καὶ εἴ τί ἐστιν ἴδιον τῆς οὐσίας, τοῦτο κοινὸν τῶν ὑπο στάσεων τῶν ὑπὸ τὴν οὐσίαν· ἡ δὲ ὑπόστασις ιδιό τητα ἔχει, ἥτις οὐκ ἔστι κοινὴ τῶν τῆς αὐτοῦ οὐσίας ὑποστάσεων, μετὰ καὶ τοῦ ἀριθμὸν ἐπιδέχεσθαι. Αίρετ. Η γὰρ οὐσία οὐκ ἔχει ιδιότητα; Ορθόδ. Ούτε ιδιότητος μετέχει, μὴ οὔσης κοινῆς τῶν τῆς οὐσίας ὑποστάσεων· οὔτε γὰρ ἀριθμὸν πλη θυντικὸν ἐπιδέχεται μία ουσία 68. Τὸ γὰρ ἀριθμὸν πληθυντικὸν ἐπιδεχόμενον, πάντως ιδιότητα ἔχει, καὶ τὸ ἔχον ιδιότητα, ἀριθμὸν ἐπιδέχεται· αὕτη γὰρ ἡ Ιδιότης τὸν ἀριθμὸν εἰσάγει. Αίρετ. Οὐ νοῦ, ὁ λέγεις. Εἰπὲ περισαρεστε ᾿Ορθόδ. Λέγεις τὴν τοῦ Πατρὸς οὐσίαν ἀθάνα ον άλλο τι σε εύτα.
col. 1571–1572page 63 of 82
PG 97:1571τον, καὶ ἀόρατον, καὶ ἄφθαρτον, καὶ δημιου καὶ Θεόν; Αίρετ. Ναί. Ορθόδ. " Καὶ τὸν Υἱὸν ὁμοίως; Αίρετ. Ναί. Ορθόδ. Τὸν δὲ Υιόν λέγεις Πατέρα; Αίρετ. Ο. Ορθόδ. Οὐκ ἄρα τῆς οὐσίας ίδιόν ἐστιν ὁ Πατέρα ἀλλὰ τῆς ὑποστάσεως. Αίρετ. Πῶς; Ορθόδ. Οτι τὰ μὲν τῆς οὐσίας ίδια κοινά έμενες εἰσὶ Πατρὸς, καὶ Υἱοῦ, καὶ Πνεύματος, τὸ δὲ Παι τὴρ οὐ κοινόν· εἰ δὲ ἄλλο τῆς οὐσίας τὸ ἰδίωμα, κα ἄλλο τῆς ὑποστάσεως, οὐ ταυτὸν σημαινόμενον α σία, καὶ ὑπόστασις. Αίρετ. Οὐκ ἔστιν ίδιον τοῦ Πατρὸς τὸ ἐγέννηση, καὶ τοῦ Υἱοῦ τὸ γεννητὸν, καὶ τοῦ Πνεύματος το ένα πορευτόν; διὰ τί μὴ καὶ τρεῖς οὐσίας εἴπωμεν; Ορθάδ. "Οτι “ἀνάγκη τῷ ἀριθμῷ ἰδιώματα κ θῆναι· ἡ δὲ ἰδιότης ἑτερότης. Ἡ δὲ ἑτερότης ουσίας ἑτερούσιον ποιεῖ. Τὸ δὲ ἑτερούσιον, οὐχ ὁμιλος 15 νατον, οὐχ ὁμοίως ἄφθαρτον ", καὶ τὰ λαεί. Με οὖν οὐσία Πατρὸς, καὶ Υἱοῦ, καὶ ἁγίου Πνεύματος, Οταν δὲ λέγωμεν τρεῖς ὑποστάσεις, Πατρίς, τε Υἱοῦ, καὶ ἁγίου Πνεύματος, τὰ ἀληθὲς εἶναι λέγο το των ιδιοτήτων τὴν διαφορὰν ἐν τῇ ὑποστάσεις, ούχι καὶ ἐν τῇ οὐσίᾳ. Αἱρετ. Εἰ μία θεότης, μία καὶ ὑπόσταση. Ορθόδ. " Η Θεύτης τὸ εἶναι κοινὴν ταῖς ὑποστή σεσι σημαίνει. Ὑπόστασις δὲ τὸ τὶ εἶναι· ἡ δὲ αὐτός ταυτότης. Οὐ γὰρ πᾶσα ὑπόστασις Θεότης, ενώ πᾶσα ὑπόστασις ἀνθρωπότης. Οὐδὲ πάνω ὑπε στασις Θεότης, οὐκέτι ταυτὸν σημαίνει ὑπόστασή Θεότητι, καὶ ἀνθρωπότητι. τὸ τὶ εἶναι, Αίρετ. Ἡ ἀνθρωπότης οὐχ ὑφέστηκεν; Ορθόδ. Να!. Αίρετ. Οὐκοῦν ὑπόστασίς ἐστιν. Ὀρθίδ. Ἐν ἀτόμοις θεωρουμένη. Αίρετ. Τί ἐστιν ἄτομον, καὶ τί ἐστιν ἄνθρα πότης; Ορθόδ. Ατομόν ἐστιν ἡ καθ᾿ ἕκαστον ἡμῶν ἐπι στασις. Ανθρωπότης δε, ἡ τῆς οὐσίας κοινότης. Αίρετ. Καὶ τίς ἡ διαφορὰ κοινότητος, καὶ ἐπ στάσεως; ὅτι οὐκ. ο τα
col. 1573–1574page 64 of 82
PG 97:1573Ορθόδ. Ότι σου μὲν ἡ ὑπόστασις, οὐκ ἔστι πάν των ἀνθρώπων, ἡ δὲ ἀνθρωπότης κοινή πάντωνἀνθρώπων. Αίρετ. Η ὑπόστασις τοῦ Πατρός, οὐκ ἔστι Θεό της; Ορθόδ. Ναί. 'Αλλ' ἡ Θεότης τὸ εἶναι σημαίνει ἡ δὲ ὑπόστασις τό, τί εἶναι. Αίμετ. Καὶ ἡ ὑπόστασις τοῦ Υἱοῦ οὐκ ἔστι Θεό της; Ορθόδ. Ναί. Αίρετ. Δύο οὖν Θεότητες. Ορθόδ. Οὐ· οὐ γὰρ ἄλλη, καὶ ἄλλη Θεότης ἐστίν. Αίρετ. "Αλλη, καὶ ἄλλη ὑπόστασίς ἐστιν. 'Ορθόδ. ᾿Αλλ' οὐ τὸ αὐτὸ σημαίνειν εἶπον θεότης τα, καὶ ὑπόστασιν. Ἡ γὰρ Θεότης τὸ εἶναι σημαίνει, ἡ δὲ ὑπόστασις τό, τὶ εἶναι. Ὡς γὰρ οὐκ εἰσὶν ἀνθρωπότητες δύο Παῦλος καὶ Πέτρος, οὕτως οὐδὲ δύο θεότητες Πατρὸς καὶ Υἱοῦ. Αίρετ. Οὐκοῦν οὐχὶ ἡ ὑπόστασις τοῦ Πατρὸς καὶ Θεότης; Ορθόδ. Ἡ μὲν ὑπόστασις τοῦ Πατρὸς, καὶ Θεό τῆς καὶ ἡ ὑπόστασις τοῦ Υἱοῦ, καὶ Θεότης. Οὐχὶ δὲ ἐπειδὴ δύο ὑποσάσεις εἰσὶ, διὰ τοῦτο καὶ δύο Θεό τητες. Αίρετ. Πῶς οὐχί; Ορθόδ. "Οτι ἀθανασία, ἡ ὑπόστασις τοῦ Πατρός καὶ ἡ ἀθανασία καὶ ἡ ὑπόστασις τοῦ Υἱοῦ· οὐ δύο δὲ ἀθανασίαι. Αἱρετ. Πῶς; Ορθόδ. Ὅτι μὲν οὐδεμία διαφορά ἐστιν ἀθανασίας· ἀθανασία γὰρ ἀθανασίας οὐδὲν διαφέρει, εἰ ἀθανασία ἐστίν. Αίρετ. Εἴπερ ἀληθῶς ἄλλη, καὶ ἄλλη ὑπό στασίς ἐστι, πῶς οὐχὶ καὶ ἄλλη, καὶ ἄλλη ἀθα νασία; Ορθόδ. Καὶ γὰρ ἡμεῖς ἄλλην, καὶ ἄλλην ἔχομεν ὑπόστασιν, οὐχὶ δὲ ἄλλην, καὶ ἄλλὴν ἀνθρωπότητα. Καὶ ἡ ὑπόστασις Πέτρου ἀνθρωπότης, καὶ ἡ ὑπό στασις Παύλου ἀνθρωπότης ἐστίν· ἀλλ᾽ οὐ διάφοροι ἀνθρωπότητες, καὶ ἄλλην, καὶ ἄλλην ὑπόστασιν ἔχε μεν· οὐχὶ δὲ καὶ ἄλλην, καὶ ἄλλην ἀθανασίαν, ἣν διὰ τοῦ ἑνὸς βαπτίσματος ἐλάβομεν. Η γὰρ ἄλλη, καὶ ἄλλη ἀθανασία, ἄλλο καὶ ἄλλο βάπτισμα, καὶ ἄλλη καὶ ἄλλη πίστις, καὶ οὐκέτι ἔσται εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα; Αίρετ. Αλλ' εἰ ἡ ἡμετέρα πίστις, ἄλλη ἐστὶ παρὰ τὴν ἀθανασίαν, καὶ τὸ βάπτισμα, ἄρα ἡ τοῦ Θεοῦ ὑπόστασις, ἄλλη ἐστὶ παρὰ τὴν ἀθανασίαν. Ορθόδ. Οὐδαμῶς, ἀλλ᾽ αὐτὴ ἡ ὑπόστασις, καὶ ἀθανασία ἐστὶ, καὶ οὐ μόνον ἀθανασία, ἀλλὰ καὶ ἀφθαρσία, καὶ δικαιοσύνη. Καὶ οὐκ ἔστι κατὰ σύν θεσιν ταῦτα ὁ Θεὸς, ἀλλὰ κατὰ διαφορὰν ἐπινοίας λεγόμενος. ᾿Αθανασία μὲν, διὰ τὸ ἀτελεύτητον, ἀφο θαρσία δὲ, διὰ τὸ ἄλυτον. Δικαιοσύνη δὲ, διὰ τὸ ἴσον· ἁγιασμὸς δὲ, διὰ τὸ φυλάσσειν ἀπὸ ἁμαρτίας,
col. 1575–1576page 65 of 82
PG 97:1575ἀπολύτρωσις, διὰ τὸ σώζειν ἐκ φθορᾶς τὴν ζωή ἡμῶν· κυριότης, διὰ τὸ πάντων κρατεῖν· δύναμι διὰ τὸ μηδὲν ἀντικεῖσθαι. Ταῦτα δὲ πάντα, καὶ περὶ τὴν ὑπόστασιν Υἱοῦ θεωρεῖται ὁμοίως τῷ Πατρὶ καὶ οὐ μεθεκτῶς, καὶ διὰ τοῦτο δύο μὲν ὑποστάσεις Πατρὸς καὶ Υἱοῦ λέγομεν, μίαν δὲ θεότητα, καὶ ἐξουσίαν καὶ δύναμιν. Αίρετ. Οὐχὶ πάντα τὰ κατηγορούμενα, ἡ ουσια δῶς, ἡ ἐπουσιωδῶς κατηγορείται; Ορθόδ. Ναί. Αίρετ. Πάντα δὲ τὰ οὐσιωδῶς τινι κατηγορούμεν οὐχὶ πᾶσι τοῖς ὁμοουσίοις προσεστιν; Ορθόδ. Ναι. Αίρετ. Τὰ δὲ ἐπουσιωδῶς κατηγορούμενα απλ χωριστά εἰσιν, εἴτε ἐπινοίς, εἴτε ἐνεργείς; Ορθόδ. Ναί. Αίρετ. Τὸ οὖν Πατὴρ ὄνομα πως πρόσεστι τῷ Πατρί; Εἰ μὲν οὐσιωδῶς, ἔσται καὶ τῷ Υἱῷ. Εἰ δὲ ἐπουσιωδῶς, ἔσται ἄρα ποτὲ ἐπινοούμενο; Πατέρ μὴ εἶναι. Καὶ πάλιν, εἰ τὰ ἐπουσιωδώς κατηγορούμενα, ὕστερα τῶν οὐσιῶν, φύσει ἔτι ἔσται τῷ Πατρὶ τὸ, Πατήρ. Καὶ ἔσται ὁ Υἱὸς Πατὴρ, ὁμοίως καὶ τὰ Πνεῦμα. Διάλεξις πρὸς Νεστοριανὸν τοῦ αὐτοῦ '.", ᾿Ορθόδ. Ἰδοὺ πάρεστιν ἀγὼν τῆς διαλέξεως. Πό θεν οὖν ἀρχτέον ἡμῖν τοῦ λόγου; ἀπὸ τῶν ἐπίστη. μονικῶν τεχνῶν, ἢ μᾶλλον πρῶτον ἀπὸ τοῦ τῶν ἄλ λων ζητημάτων ἀναγκαιοτάτου; ποῖον δὲ τοῦτο; τὰ τὰ ἀμφιβαλλόμενα περὶ τῆς πίστεως πολυπραγμονεῖν. Αἱρετ. Καὶ πάνυ ἀρκτέον ἀπὸ τῶν κατὰ τὴν πίστιν δογμάτων. Ορθόδ. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γεννηθείς εκ τ ναικὸς, τί ἂν ἔλαβεν ἐξ αὐτῆς; φύσιν, ἢ ὑπ στασιν; το
col. 1577–1578page 66 of 82
PG 97:1577Αίρετ. Φύσιν. Ορθόδ. Εἶτα, μετὰ ἰδιωμάτων, ἢ ἄνευ τού των; Αίρετ. Μόνην τὴν φύσιν ἀνέλαβεν χωρὶς τῶν ἴδιω μάτων. Ορθόδ. Λοιπόν, καὶ ἄνευ χρώματος, καὶ σχήματ τος, καὶ κράσεως τῶν στοιχείων ἦν, καὶ ἄνευ μεγέ. θους. Ὥστε οὔτε ἐγνωρίζετο, οὔτε ἑωράτο, οὔτε ἐκρατεῖτο, οὔτε ἐκ παιδὸς εἰς ἄνδρα ηὐξάνετο. Τί οὖν; ὁμολογεῖς ἐπὶ Χριστοῦ τὴν ἀναίρεσιν τοῦ χρώματος, καὶ σχήματος, καὶ τῶν ἑξῆς ἐκτε θέντων; Αίρετ. Μὴ γένοιτο. *Ορθόδ. Ομολογεῖς ἄρα τὴν ὑπαρξιν αὐτῶν; Αίρετ. Ομολογώ. *Ορθόδ. Τί δέ; οὐχὶ ταῦτά ἐστι δὲ ἰδιώματα; Αίρετ. Πῶς γὰρ ου; Ορθόδ. Μετὰ ἰδιωμάτων ἄρα εἶχε τὴν ἡμετέραν φύσιν ὁ Χριστός. Φύσις δὲ μετὰ ἰδιωμάτων ὑπόστασις ἐστιν, ἢ οὐ δοκεῖ σοι; Αίρετ. Πάνυ μὲν οὖν. Ορθόδ. Υπόστασιν ἄρα προσέλαβε, καὶ οὐ μόν την τὴν φύσιν, ὡς προέθηκας. Αίρετ. Οὕτως ἔχει. Ορθόδ. ᾿Αλλὰ καὶ τοῦτο ἀδύνατον. Αίρετ. Καὶ πόθεν ἔχεις δείξαι; Ορθόδ. Καὶ γὰρ ἤτοι ήνώθησαν αἱ ὑποστάσεις, * ἔμειναν κεχωρισμέναι· εἰ μὲν οὖν κεχωρισμέναι, δύο ἔσται, ὁ Χριστὸς, καὶ οὐχ οἷς. Εἰ οὖν σέβῃ τὸν Χριστὸν δύο ὄντα, σέβῃ δὲ τὸν Πατέρα, καὶ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ, τετράδος κινδυνεύσεις σεβαστής είναι. Εἰ δὲ ἡνώθησαν αἱ ὑποστάσεις εἰς μίαν ὑπόστασιν σύνθετον, ἔσται ἡ σύνθετος ὑπόστασις, οὔτε θεία καθαρῶς, οὐδὲ ἀνθρωπεία, ἀλλὰ μέσον τούτων. Εἰ δὲ σύνθετος ὑπόστασις Χριστός ἐστιν, ὁ Χριστὸς ἄρα κατὰ σὲ οὔτε θεία ὑπόστασίς ἐστιν, οὔτε ἀνθρωπείᾳ, ἀλλὰ μέσον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. ᾿Αλλὰ φευ κτέον τὴν ἀσέβειαν. Πῶς οὖν λύεις ἡμῖν τὸν λό γον; Αίρετ. Οὐδαμῶς ἱκανός εἰμι· χαριζόμενος οὖν ἡμῖν, δίδαξον, τί προσέλαβεν ὁ Χριστός, φύσιν, ή ὑπόστασιν; Ορθόδ. Φύσιν. Αίρετ. Μετὰ ἰδιωμάτων, ἢ ἄνευ τούτων; ᾿Ορθόδ. Μετὰ ἰδιωμάτων. Αίρετ. Υπόστασιν ἄρα προσέλαβεν; Ορθόδ. Οὐ δῆτα. Αίρετ Καὶ πόθεν δῆλον; Ορθόδ. Εγώ σοι φράσω. Ἔστι μὲν γάρ τι, δ λέγεται ὑπόστασις, ἔστι δέ τι, δ λέγεται υποστατικόν, ἤγουν τῆς ὑποστάσεως, καὶ κοινὸν ἀμφοτέρων ἐστὶ τὸ συγκεῖσθαι ἐκ φύσεως καὶ ἰδιωμάτων. Διαφέρουσι δὲ, ὅτι ἡ μὲν ὑπόστασις οὐκ ἔστι μέρος τινός, ὥστε 49 ὑπόστασίς ἐστι, τὸ δὲ σῶμα τοῦ Πέτρου μέρος έστί,
col. 1579–1580page 67 of 82
PG 97:1579Πέτρου γάρ ἐστιν, ὥστε ὑποστατικών, καὶ εὐχ ὑπό. συνταγή σε και στασίς ἐστι τὸ σῶμα τοῦ Πέτρου· καί τοι φύσις ἐστὶ μετὰ ἰδιωμάτων. Αλλ' οὐκ ἀρκεῖ τὸ συγκεῖσθαι τὴν φύσιν τοῖς ἰδιώμασιν εἰς γένεσιν ὑποστάσεως, ἀλλὰ δεῖ συνδραμεῖν εἰς τοῦτο καὶ τὸ μὴ εἶναι μέρος. Ἐπεὶ οὖν μέρος ἐστὶ τοῦ Χριστοῦ τὸ προσληφθέν ἔμψυχον σῶμα, διὰ τοῦτο οὐκ ἔστιν ὑπόστασις, ἀλλ' ὑποστατικόν. Ωσπερ οὖν οὐ συναρίθμεῖται τῷ Πέτρο τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἵνα ώσι δύο, θάτερον γὰρ θατέρω συνάγεται το, οὕτως οὐδὲ τῷ Γιῷ τοῦ Θεοῦ στρατ θέντι συναριθμεῖται τὸ προσληφθὲν ἔμψυχον σώμα, ἵνα ὦσι δύο. Καὶ ταῦτα δοκεῖ μοι ἱκανῶς εἰρήσθαι εἰς λύσιν τῆς ἀπορίας. ΧΧΧ. Αλλη διάλεξις τοῦ αὐτοῦ πρὸς Ιακωβίτης. Αίρετ. Πότεμόν σοι δοκεῖ, ὁ Χριστὸς Θεὸ;, Η Αγ. θρωπός ἐστιν; 'Ορθόδ. Αμφότερα, καὶ ἑκάτερος. Αίρετ. Πῶς; *Ορθόδ. Καὶ γὰρ Θεός ἐστι χωρίς, ὁμοίως δὲ καὶ ἄνθρωπος· καὶ ἅμα Θεὸς, καὶ ἄνθρωπος. Αίρετ. Εἶτα, φύσει ταῦτά ἐστιν, ἢ ἄλλως, οι χάριτι, ἢ ἀσκήσει τινὶ, καὶ προκοπῇ; ᾿Ορθόδ. Φύσει. Αίρετ. Μιᾶς ἄρα φύσεως ἐστι Θεὸς, καὶ ἄνθρωπος. Ορθόδ. Πεπλάνησαι. Οὐ γὰρ τῇ αὐτῇ τύχη, ἀλλ᾽ ἑτέρα. μέν ἐστιν ἄνθρωπος, ἑτέρᾳ δὲ θείς. Αἱρετ. Οὐκοῦν ἐπεὶ δὴ ἕτερόν ἐστι, Θεὸς, καὶ ἄν θρωπος φύσει· ταῦτα δὲ ἐστιν ὁ Χριστός· ἕτερον ἄρα ἑαυτοῦ ὁ Χριστός ἐστιν; Ορθόδ. Οὐδαμῶς· ἀλλ᾿ ἕτερον τῇ φύσει. Τούτο γάρ σε δεῖ συμπεραίνειν ἐξ ὧν ὡμολόγηται. Αλλά τι λέγεις, Ασαφὲς εἴρηκα; ἀλλὰ σας γίσω Ὁ Χριστὸς Θεὸς, καὶ ἄνθρωπος· Θεὸς δὲ, καὶ άνθρωπος, ἕτερον τῇ φύσει· ὁ Χριστὸς ἄρα ἕτερον τῇ φύσει· σεαυτὸν οὖν ἐσοφίσω· οὐ γὰρ εἰ ἔτερον τῇ φύσει, ἡ δὴ καὶ ἑαυτοῦ ἕτερον. Οὐ γὰρ φύσι ἐστὶν, ἀλλ' ἔχει φύσιν. Αίρετ. Εστω δὲ ταῦτα. Τί οὖν δοκεῖ σας; οὐχὶ ὁ Χριστὸς ἄνθρωπος, ὁ δὲ ἄνθρωπος έτερον Θεοῦ; 'Ορθόδ. Πάνυ μὲν οὖν. Αίρετ. Ο Χριστὸς ἄρα ἕτερον Θεοῦ. ᾿Ορθόδ. ᾿Αλλὰ προσδιόρισον τῇ ἀνθρωπεία φύσει τῇ γὰρ θείᾳ φύσει οὐχ ἕτερον. το συνταγήσεται. ΝΟΤ.Ε.
col. 1581–1582page 68 of 82
PG 97:1581Αίρετ. Θεὸς ἄρα, καὶ οὐ Θεός, ὅπερ ἀντίφασις. 'Ορθόδ. 'Αλλ' οὐκ ἀντίφασις τοῦτο. Οὐ γὰρ κατὰ τὸ αὐτό ἐστι καὶ Θεὸς, καὶ οὐ Θεός, ἵνα γένηται ἀντίφασις. Ωσπερ γὰρ ὁ ἄνθρωπος αἰσθητόν, καὶ οὐκ αἰσθητόν ἐστι κατ᾿ ἄλλο, καὶ ἄλλο· κατὰ μὲν τὸ σῶμα, αἰσθητόν, καὶ οὐκ αἰσθητὸν κατὰ τὴν ψυχήν καὶ οὐκ ἀντίφασις τοῦτο· κατὰ τὸν ἴσον τῆς ἀλη Θείας τρόπον ἐστὶν ὁ Χριστὸς Θεὸς, καὶ οὐ Θεὸς, κατ᾿ ἄλλο, καὶ ἄλλο, καὶ οὐκ ἀντίφασις τοῦτο· κατὰ μὲν γὰρ τὴν θεότητα Θεός, κατὰ δὲ τὴν ἀνθρωπότητα, οὐ Θεός. Καὶ ταῦτα οὕτως. Ερώτησις Ωριγενιαστοῦ, πρὸς πιστόν. ᾿Αβουκαράς. 'Ωριγενιαστής. ριγενιαστής. Ποία δικαιοσύνη, δέκα, ἢ πεν σήκοντα χρόνους ἁμαρτήσαντός τινος, μυριάδας, μᾶλλον δὲ ἀτελευτήτους αἰῶνας εἶναι τὴν κόλα σιν; ᾿Αβουκαράς. Καὶ τί ἐστιν ἡ δικαιοσύνη παρὰ τοί; Ωριγ. Τὸ κατὰ ἀναλογίαν τῆς ἁμαρτίας είναι καὶ τὴν κόλασιν, τοῦτ᾽ ἔστιν, εἴ τις ἥμαρτε χρόνους πεντήκοντα, τοῦτον κολασθῆναι τοσούτους πεντήκοντα. Αβουκ. Ἐκ τόσων τρόπων τὴν δικαιοσύνην μαν θάνομεν; καὶ πόθεν σύ ταύτην ἔμαθες; Ωριγ. Εἰπὲ σὺ, ἐκ πόσων; ᾿Αβουκ. Πᾶσαν δικαιοσύνην, ἢ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, ἢ ἐκ τῶν ἀνθρώπων τεθέντων νόμων, ἢ ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων γινώσκομεν. Οὐδεμίᾳ δὲ τού των δικαιοσύνη χρονικῶς τὴν κόλασιν ποιεί. Οίον, πορνεύει τις, ἢ κλέπτει, ή φονεύει, μίαν ώραν. Ο δὲ νόμος τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ τῶν ἀνθρώπων νόμοι φονεύοντες τὸν φονέα, καὶ κολάζοντες τὸν παρά νομον, οὐχὶ μίαν ὥραν κολάζουσιν αὐτὸν, ἀλλὰ φονεύοντες μὲν αὐτὸν εἰς τὸν αἰῶνα αὐτὸν ἐχόλασαν, ἢ τύπτοντες, πολὺν χρόνον ἀλγεῖν ἐκ τῶν τραυμάτων παρασκευάζουσιν. Καὶ σὺ δὲ, εἰ μοιχεύοντά τινα εἰς τὴν σὴν γυ ναῖκα, ἢ θυγατέρα κατέλαβες, οὐχὶ μίαν ὥραν ἔκρι νας ἂν κολασθῆναι, ἀλλὰ φόνῳ παραδοθῆναι; ὅπερ ἐστὶν αἰωνίᾳ κόλασις. ᾿Αλλὰ καὶ αἱ φύσεις τῶν πραγμάτων ὡσαύτως. Αποτρεπόμενοι γὰρ φέρε εἰπεῖν, ψυχρόν ὕδωρ πιεῖν, ἢ τινος ἅψασθαι τῶν βλαπτόντων, καὶ παραβαίνοντες πολυχρονίῳ κολάσει περιπίπτομεν. Εκ γὰρ ψυχροποσίας πολλάκις, ἢ ἐκ τοῦ ἅψασθαι πυρός, ἢ ὄξει χρήσασθαι, διηνεκώς ἐκολάσθημεν νόσῳ ἡ φύσις δὲ δικαιοτάτη ἐστί. Σὺ δὲ πόθεν ἔχεις, ἢ εὗρες τὴν δικαιοσύνην ταύτην, εἰπέ.
col. 1583–1584page 69 of 82
PG 97:1583"Αλλος διάλογος πρὸς Νεστοριανὸν τοῦ αὐτοῦ. Αβουκ. Εἰπέ μοι, τὸ Χριστόν ὄνομα ποίας φύσ σεώς ἐστι δηλωτικόν; τῆς θεότητος, ἢ ἀνθρωπότητας; ῾Ο Νεστορ. Οὐ μιᾶς ἀνὰ μέρος, ἀλλὰ τῶν δύο ὑποστάσεων, ἤγουν τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ ἀνθρώπου ὁμοῦ. ᾿Αβουκ. Καλῶς. Εἰπέ μοι, ὁ οὖν Χριστό, έγινα νήθη ἐκ γυναικός; Ο Νέστορ. Ναί. Αβουκ. Οὐκοῦν ὁ Θεὸς Λόγος, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐγεννήθη ἐκ γυναικός. Ὁ Χριστὸς γὰρ, ὡς ὡμολόγησας, ὁ Θεός ἐστι καὶ ὁ ἄνθρωπος. το Και πάλιν ἐρωτῶ σε, ὁ Χριστὸς ἀπέθανεν; Ο Νεστορ. Ναί. Αβουκ. Οὐκοῦν ὁ Θεὸς, καὶ ὁ ἄνθρωπος νεν· κατά σε γὰρ ὁ Χριστὸς ὁ Θεὸς, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐστιν.
col. 1585–1586page 70 of 82
PG 97:1585Τοῦ θεολόγου περὶ χρόνου, τοῦ αὐτοῦ ᾿Αβου καρά. Ερώτ. 'Ο χρόνος ἐν χρόνῳ, ἢ οὐκ ἐν χρόνῳ; Απόκ. Διχῶς ἔστι πρὸς τοῦτο ἀπολογήσασθαι ἤτοι γὰρ διαλεκτικῶς, καὶ ἐνδόξως, καὶ πιθανῶς, ἡ ἀποδεικτικῶς, καὶ ἀναγκαίως, καὶ ἀληθῶς· οὐ μένα τοι αδόξως. Ερώτ. Πῶς οὖν βούλει προβαίνειν τὸν λόγον; διαλεκτικῶς, ἢ ἀποδεικτικῶς; Απόκ. Διαλεκτικῶς. Ερώτ. το Ο χρόνος οὔτε ἐν χρόνῳ ἐστίν, οὔτε οὐκ ἐν χρόνῳ. Εἰ μὲν γὰρ οὐκ ἐν χρόνῳ, κεχώρισται ἑαυτοῦ· ὅπερ ἀδύνατον. Εἰ δὲ ἐν χρόνῳ, ἐν ἑαυτῷ ἔσται· τὸ δὲ ἔν τινι, περι έχεται ὑπ' αὐτοῦ. ᾿Αλλὰ μὴν, ἕτερόν ἐστι τὸ περι εχόμενον παρὰ τὸ περιέχον. Ἕτερον ἄρα ἑαυτοῦ ἐστιν ὁ χρόνος, ὅπερ ἀδύνατον. Εἰ οὖν, ὡς ἐδείχθη, ἀδύνατόν ἐστι τὸ τὸν χρόνον ἑαυτοῦ κεχωρίσθαι, ἀδυνατώτερον δὲ καὶ τὸ ἑαυτοῦ ἕτερον εἶναι. Ταῦτα δὲ συνέβη” ἐκ τοῦ ὑποτίθεσθαι τὸν χρόνον, ἤτοι οὐκ ἐν χρόνῳ, δῆλον, ὅτι ἀδύνατον, τὸν χρόνον εἶναι ἐν χρόνῳ, ἢ οὐκ ἐν χρόνῳ. Πάσα γὰρ ὑπόθεσις ἀπάγουσα εἰς ἀδύνατον, καὶ αὐτὴ ἀδύνατός ἐστι, καὶ ταῦτα διαλεκτικώς είρηται, καὶ ἐνδόξως. Εἰ δὲ θέλεις καὶ τὸ ἀποδεικτικῶς λέγειν, οὐκ ὀκνήσω. Ο χρόνος οὐκ ἐν χρόνῳ ἐστίν· ἔστι δὲ ἐκ τῶν ὁμοίων περὶ τούτου πιστώσασθαι. Ωσπερ γὰρ ὁ τόπος οὐκ ἔστιν ἐν τόπῳ· πᾶν γὰρ τὸ ἐν τόπῳ, σῶμα· ὁ δὲ τόπος οὐ σῶμά ἐστι· καὶ ἡ ψυχὴ οὐκ ἐν ψυχῇ ἐστιν, ἀλλ' ἐν τῷ σώματι· καὶ ἡ κίνησις οὐκ ἐν κινήσει, ἀλλ᾽ ἐν κινουμένῳ· καὶ τὰ χρώματα οὐκ ἐν χρώμασιν, ἀλλ' ἐν κεχρωσμένοις σώμασιν· οὕτως καὶ ὁ χρόνος οὐκ ἐν χρόνῳ ἐστὶν, ἀλλ᾽ ἐν χρονίοις. Ταῦτα δὲ ἐστι τὰ κινούμενα. Αριθμὸς γὰρ κινή σεώς ἐστιν ὁ χρόνος. Ὥστε κατὰ μὲν πρῶτον λόγον, ἐν κινήσει ἐστὶν ὁ χρόνος· ἐπειδὴ καὶ ἡ κίνησις ἐν τῷ κινουμένῳ ἐστὶ, καὶ ὁ χρόνος ἄρα ἐν τῷ κινουμένῳ ἐστὶ διὰ μέσου τῆς κινήσεως, ὥστε καὶ ἀλη θῶς ἔστιν εἰπεῖν, ὅτι· ὁ χρόνος οὐκ ἐν χρόνῳ ἐστὶν, ἀλλ' ἐν κινήσει, ἢ ἐν κινουμένῳ, ἀλλὰ πρῶτος μὲν ἐν κινήσει, δεύτερος δὲ ἐν κινουμένῳ, ὡς εἴρη και εἰ δὲ ταῦτα συνέβη. ΝΟΤ.Ε.
col. 1587–1588page 71 of 82
PG 97:1587Ετέρα ἐρώτησις τοῦ αὐτοῦ. Ο Χριστιανός. Ο Βάρβαρος. Βάρβαρος. Τίνα λέγεις αἴτιον καλοῦ τε καὶ και κου; Χριστιανός. Πάντων τῶν ἀγαθῶν τὸν Θεόν, και κοῦ δὲ οὔ. Βάρδ. Καὶ τοῦ κακοῦ τίνα λέγεις αἴτιον εἶναι; Χριστ. Τοῦτο ἐκ τῆς ἡμετέρας βαθυμίας εἶναι, καὶ τῆς τοῦ διαβόλου πανουργίας. Βάρβ. Χάριν τίνος; Χριστ. Διὰ τὸ αὐτεξούσιον. Βάρβ. Τί ούν; Αὐτεξούσιος εἶ, καὶ ὅσα θέλεις, δύνασαι, καὶ ποιεῖς; Χριστ. Εν δύο μόνοις· ἐν ἄλλῳ δὲ οὐ πέπλασμαι ὑπὸ Θεοῦ αὐτεξούσιος. Βάρβ. Ποια ταῦτα; Χριστ. Τὰ καλὰ μὲν πράττων, οὐ φοβούμαι τὸν νόμον· ἀλλὰ τιμῶμαι, καὶ ἐλεοῦμαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ομοίως καὶ ὁ διάβολος αὐτεξούσιος πέπλασται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡμάρτηκε. Καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἰδίας τά ξεως ἐξέωσεν αὐτόν. Ἀλλ᾽ ἴσως ἀντερεῖς μοι, Ποιά εἰσι καλὰ, καὶ κακά; Ἰδοὺ ὁ ἥλιος, καὶ ἡ σελήνη, καὶ οἱ ἀστέρες καλά εἰσ:. Ποίησον ἓν ἐκ τούτων. Λέγω οὖν σοι, ὅτι κατὰ τὸ ἀνθρώπινον ἐργάζομαι καλὰ καὶ κακά. Καλὰ μὲν, οἷόν ἐστι δοξολογία Θεοῦ, προσευχή. Κακὰ δὲ, πορνεία, κλεψία το Ἐπεὶ οὖν, ὡς λέγεις σύ, καλά, καὶ κακὰ ἐκ Θεοῦ ἐστιν, εὑρεθήσεται κατὰ σὲ ἄδικος ὁ Θεός, ὅπερ σίκ ἔστιν. Ἐπεὶ γὰρ ὁ Θεὸς προσέταξεν, ὡς σὺ λέγεις, τὸν πόρνον πορνεύειν, καὶ τὸν κλέπτην κλέπτειν, καὶ τὸν ἀνδροφόνον ἀνδροφονεῖν, ἄξιο! εἰσι τιμήν, ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐποίησαν. Εὑρεθήσονται δι καὶ οἱ νομοθέται του ψευδείς, καὶ τὰ βιβλία σου ψευδεπίγραφα. Προστάσσουσι γὰρ τὴν πόρνον καὶ τὸν κλέπτην δαίρεσθαι, ποιήσαντας τὸ θέλημα του Θεοῦ, καὶ τὸν ἀνδροφόνον ἀποκτανθῆναι, ὃν ἔδει τι μηθῆναι. Καὶ ὁ Σαρακ., θέλων δεῖξαι τὸν Θεὸν αἴτιον τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, καὶ ὅτι συνεργός ἐστι τῷ πόρνῳ καὶ τῷ μοιχῷ ὁ Θεὸς, φησί· Τις πλάττει τὰ βρέφη ἐν κοιλίαις τῶν μητρῶν '; δ Χριστ. Οὐδαμῶς εὑρίσκω μετὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τὴν Γραφὴν λέγουσαν, πλάττειν τὸν Θεὸν, ἢ κτίζειν τι. Καὶ τοῦτο οὐδαμῶς σὺ ἀποδείξεις, ὅτι μετὰ ταύτην ἔκτισταί τι, πλὴν τῆς ἔριδος, τοῦ ἐν τῇ 419 νεφέλη δηλαδή τόξου ἐπὶ τοῦ Νώε. Πλάσας γὰρ το κλοπεία. το μητέρων. τὸν ἄνθρωπον τῇ πρώτῃ ἑβδομάδι, εἶπεν· «Αὐξά νεσθε, καὶ πληθύνεσθε, καὶ πληρώσατε τὴν γῆν κ καὶ ἐπειδὴ ἔμψυχος ἦν ὁ ἄνθρωπος, ἔμψυχον σπέρμα
col. 1589–1590page 72 of 82
PG 97:1589ἔχων, ἐν τῇ ἰδίᾳ γυναικὶ σπέρμα ἀνέφυσεν. Ὥστε ἄνθρωπος γεννᾷ, καθ' & φησι καὶ ἡ θεία Γραφή Αδάμ ἐγέννησε τὸν Σήθ, καὶ ὁ Σήθ ἐγέννησε τὸν Ενώς, καὶ Ἐνὼς ἐγέννησε τὸν Καινᾶν.» Καὶ οὐκ εἶπεν, Ο θεὸς ἔπλασε τὸν Σήθ, ἢ τὸν Ἐνώς, ἢ ἄλλον τινά. Ο οὖν Ἀδὰμ ὑπὸ Θεοῦ μονώτατος πέπλασται· οἱ δὲ ἄλλοι γεννώνται καὶ γεννῶσιν. Οὕτω καὶ ἡ γῆ τῷ προστάγματι τοῦ Θεοῦ βλαστάνει· ο Βλαστησάτω γὰρ, φησίν, ἡ γῆ βοτάνην χόρτου, ο ἥτις ἐν τῇ γῇ πάλιν πίπτουσα, ἢ καὶ ὑπὸ ἄλλου σπειρομένη, βλαστάνει, μὴ πλαττομένη ὑπό τινος, ἀλλὰ τῷ πρώτῳπροστάγ ματι τοῦ Θεοῦ ὑπακούουσα. Ἰδοὺ γὰρ ἐγώ, ὡς καὶ πρῶτον ἔφην, αὐτεξούσιος ὢν ἔν τε καλοῖς, ἔν τε και κοῖς, ὅπου ἐὰν σπείρω κἂν εἰς ἰδίαν γυναῖκα, κἂν εἰς ἀλλοτρίαν, τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ χρώμενος, ἀναβλαστάνει, καὶ γίνεται τῷ πρώτῳ προστάγματι τοῦ Θεοῦ ὑπακούουσα, ὅτι τὸ καταβληθὲν ἔχει ἐν ἑαυτῷ σπερ ματικὴν δύναμιν· οὐχ ὅτι καὶ νῦν καθ' ἑκάστην ἡμέραν ὁ Θεὸς πλάττει καὶ ἐργάζεται, ἐπειδὴ ἐν τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ 80 τὰ πάντα πεποίηκε. Βάρδ. Καὶ πῶς φησιν ὁ Θεὸς πρὸς Ἱερεμίαν Πρὸ τοῦ μὲν πλάσαι σε ἐν κοιλίᾳ, ἐπίσταμαί σε, καὶ ἐκ μητρός οι ἡγίασά σε; ν Χριστ. Παντὸς ἀνδρὸς ἐκ κοιλίας τὴν σπερματικὴν ὁ Θεὸς ἔπλασε δύναμιν τὴν ἔμψυχον, ἀπὸ ᾿Αδάμ, καὶ καθεξῆς, καὶ ἕκαστος ἄνθρωπος προέχων ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτοῦ υἱὸν, τοῦτον καὶ γεννᾷ, καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ἕτερον γεννά. Τὸ δέ· «Ἐκ μήτρας ἡγιακά σε, ο τοιαύτην ἔχει τὴν ἔννοιαν· ὅτι, ὡς φησὶ τὸ Εὐαγγέλιον· «Οσοι δὲ ἔλαβον αὐτὸν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν, τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματ τος σαρκὸς, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς, ἀλλ' ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν, ο διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Βάρβ. Καὶ ἦν πρὸ τοῦ Χριστοῦ βάπτισμα; ὁ γὰρ Ἱερεμίας πρὸ τοῦ Χριστοῦ γεννᾶται. Χριστ. Ναὶ ἦν βάπτισμα τὸ διὰ θαλάσσης, καὶ νε φέλης· «Πάντες γάρ, φησίν, εἰς τὸν Μωϋσῆν ἐβαπτίσθησαν.» Εἰ δὲ εἶποις, Καὶ πῶς οἱ πρὸ τοῦ Μωσέως βαπτίζονται; ἐρῶ σοι, ὅτι φησὶνό Χριστός μου· «Πρὸ τοῦ Αβραὰμ ἐγώ εἰμι.» Καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ· Ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν.» * Γ. ἑβδομάδι. οι μήτρας. ΝΟΤ.Ε.
col. 1591–1592page 73 of 82
PG 97:1591Βάρβ. Τον ποιοῦντα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καλών λέγεις, ἢ κακόν; Καὶ εἰ μὲν καλόν, ἀποδέχου λοιπόν καὶ τοὺς Ἰουδαίους, ὡς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σου τοῦ Χριστοῦ, ὡς λέγεις, ποιήσαντας. Χριστ. Σὺ μὲν λέγεις, θέλημα εἶναι· ἐγὼ δὲ λέγω ἀνοχὴν καὶ μακροθυμίαν. Καὶ πῶς, ἄκους. Το Θεοῦ εἰπόντος·. Μη κλέψης, μὴ πορνεύσης, με τ νεύσῃς ", ἡμεῖς ἵνατίκλέψωμεν, καὶ πορνεύσωμεν, καὶ μοιχεύσωμεν, καὶ φονεύσωμεν; Βάρβ. Οὐχί· εἰ γὰρ ἤθελεν, οὐκ αὐτὰ ἀπέτρεψε. Χριστ. Καλῶς ἰδοὺ συνέθου μοι, ὅτι οὐ θέλει ὁ Θεός, ἵνα κλέπτωμεν, καὶ πορνεύσωμεν. Ἐὰν ἄρτι ἀναστὰς ἀπέλθω καὶ κλέψω, ἢ φονεύσω, τί αὐτὸν τ λέγεις θέλημα Θεοῦ; ἢ ἀνοχὴν καὶ μακροθυμίαν; Βάρβ. 'Ανοχήν καὶ μακροθυμίαν. Χριστ. Οὕτω τοῦ Θεοῦ δυναμένου πατάξαι αὐτός, συνεχώρησεν. "Οταν γὰρ θέλεις οι ἂν οὐ μετανοήσω, ἀποδίδωσί μοι. Βάρβ. Τί λέγεις εἶναι τὸν Χριστόν, Χριστ. Λόγον Θεοῦ, σοφίαν Θεοῦ, Υἱὸν Θεοῦ, βρα χίονα Θεοῦ, δύναμιν, καὶ ἄλλα μυρία. Σὺ δὲ τί λέ γεις εἶναι τὸν Χριστόν; Βάρβ. Πνεῦμα καὶ Λόγον Θεοῦ φημι τὸν Χρισ στόν. Χριστ. Ταῦτα δὲ, τὸ Πνεῦμα καὶ ὁ Λόγος ἄκτιστά εἰσιν, ἢ κτιστά; Βάρβ. Κτιστά. Χριστ. Καὶ τίς ἔκτισε τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα; πρὸ γὰρ τοῦ κτίσαι αὐτὰ τὸν Θεόν, πὼς ἦν αὐτὸς ὁ Θεός; Δρα χωρίς Λόγου καὶ Πνεύματος; Καὶ τίς εἴπῃ τὸν Θεὸν ἄλογον, ή δίχα Πνεύματος ἁγίου; - Βάρβαρος σεσιώπηται. Ετέρα ερώτησις. Τα λόγια Κυρίου κτιστά εἰσιν, ἢ ἄκτιστα; Τούτο δὲ προσβάλλετο, θέλων ἀποδεῖξαι κτιστὸν εἶναι τὴν Λόγον τοῦ Θεοῦ, ὅπερ οὐκ ἔστιν. Εἰ μὲν γὰρ εἰσιν Κτιστά εἰσιν, εἴπῃ σοι. Τὰ κτιστὰ θεοὶ οὐ λέγονται. Εἰ δὲ εἴπῃς, Ακτιστα, ἐρεῖ σοι, ὅτι Ἰδοὺ ταῦτα πάντα λόγια Θεοῦ ὑπάρχοντα, κτιστὰ μὲν εἰσι, θεοὶ δὲ οὐκ εἰσὶ, καὶ ἰδοὺ σὺ ὁμολογεῖς, ὅτι ὁ Χριστὸς ὢν Λόγο; λόγια, ῥή ματα. τοῦ Θεοῦ, οὐκ ἔστι Θεός. Διὸ μήτε κτιστά είπης, μέσα ἄκτιστα, ἀλλ' εἰπέ· Ἐγὼ ἕνα μόνον Λόγον τοῦ Θεοῦ ὁμολογῶ, ἐνυπόστατον, ἄκτιστον ὄντα· τὴν δὲ πάσαν Γραφήν μου οὐ λέγω λόγια, ἀλλὰ ῥήματα. Βάρδ. Καὶ πῶς λέγει ὁ Προφήτης· «Τα λόγια σε αυτή. τελείως.
col. 1593–1594page 74 of 82
PG 97:1593Κυρίου, λόγια ἁγνὰ, ν καὶ οὐχὶ, τὰ ῥήματα Κυρίου *?, λόγια ἁγνά; Χριστ. Ο προφήτης τροπολογικῶς ἐλάλησε, καὶ οἱ κυριολογικῶς. Βάρδ. Καὶ τί ἐστι τροπολογία, και κυριολογία; Χριστ. Κυριολογία μέν έστι βεβαία απόδειξις πράγματος· τροπολογία δὲ ἀβέβαιος ἀπόδειξις. Βάρβ. Οὐκ ἐνδέχεται Προφήτης εἰπεῖν ἀβέβαιον ἀπόδειξιν. Χριστ. Ἐν τοῖς προφήταις ἔθος ἐστί, τὰ ἄψυχα προσωποποιεῖν, καὶ σκοπῶν θεάσῃ αὐτοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ὄμματα τιθέντας αὐτοῖς· ὡς τό· Ἡ θάλασσαεἶδε, καὶ ἔφυγεν. Ὁ Ἰδοὺ ἡ θάλασσα ὀφθαλμοὺς οὐκ ἔχει, οὐ γάρ ἐστιν ἔμψυχος. Καὶ πάλιν· Τί σοί ἐστι, θάλασσα, ὅτι ἔφυγες;» καὶ τὰ ἑξῆς. Καί· «Ἡ μά χαιρά μου φάγεται κρέα.» Τὸ δὲ φαγεῖν ἐπὶ στόμα τῆς ἐστι τρώγοντος καὶ πίνοντος· ἡ δὲ μάχαιρα τέμνει μὲν, οὐ καταπίνει δέ. ᾿Αλλὰ καὶ ποταμούς κροτοῦντας χερσὶν εἰσάγουσι, καὶ βουνοὺς ἁλλομένους, καὶ ὄρη σκιρτώντα. Οὕτω καὶ τὰ βήματα προς πελογήσας, ἐκάλεσε λόγια, ἅπερ οὐκ εἰσὶ λόγια, ἀλλὰ βήματα. Ει βήματα λόγια, λόγια, βή ματα Ετέρα ἐρώτησις. Βάρβ. "Ην λέγετε Θεοτόκον, ἀπέθανεν, ἢ ζῇ; Χριστ. Οὐκ ἀπέθανε, καὶ τοῦτο λέγω θαῤῥῶν τῇ Γραφικῇ ἀποδείξει. Ὃς γὰρ φέρε εἰπεῖν, ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὕπνωσε, καὶ τὴν πλευρὰν ἀφηρέθη, οὕτω καὶ αὕτη τὴν ψυχὴν τὴν παναγίαν τῷ Θεῷ, ὡς ἐν ὕπνῳ παρέθετο. Βάρβ. Ἰδοὺ πέπληγμαι εν τινι τόπῳ τῆς σαρκός μου, καὶ ἡ σὰρξ πληγείσα μώλωπα ἀπετέλεσε, καὶ ἐν τῷ μώλωπι ἐγένετο σκώληξ. Τίς αὐτὸν ἔπλα σεν; Χριστ. Είπομεν, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην εβδομάδα τῆς κοσμοποιίας, οὐδαμῶς εὑρίσκομεν τὸν Θεὸν πλά σαντά τι· ἀλλὰ πάντα τὰ ὄντα ἐξαημέρῳ ποιήσας, ἐξ αὐτῶν τῶν ὄντων, ἕτερα γενέσθαι ηὐδόκησεν μόνῳ θελήματι αὐτοῦ· μετὰ γὰρ τὴν παράβασιν κατεκρίθη ἡ γῆ ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατέλλειν. Τότε οὖν καὶ ἡ σὰρξ ἡμῶν κατακριθεῖναι “, φθεῖρας καὶ σκώ ληκας ἀνατέλλει. Ετέρα ερώτησις. Σαρακ. Τίς ἐστι παρὰ σοὶ μείζων, ὁ ἁγιάζων, ἢ ὁ εν κατακριθεῖσα. λόγια οι ρήματα.
col. 1595–1596page 75 of 82
PG 97:1595ἁγιαζόμενο;; Τοῦτο δὲ ἠρώτησε περὶ τοῦ Βεπτικο καὶ τοῦ Χριστοῦ. Χριστ. Απερχομένου σου ἐν τῷ βαλανείω μετά τοῦ δούλου σου, λούσασθαι βουλόμενος ὑπ' αὐτοῦ, εἶνε λέγεις μείζονα; ἐκεῖνον τὸν οἰκτρὸν δοῦλον, καὶ ἀε γυρώνητον, ἢ σαυτὸν τὸν καθαρθέντα ὑπ' αὐτοῦ; 'Ο δὲ Σαρακηνὸς πρὸς ταῦτα οὐκ ἀπεκρίθη Τοῦ Ἀβουκαρᾶ, πρός τινα ἐρωτήσαντα αὐτόν. Εἰ ἀποχὴν ἀκαθάρτων, καὶ μετάληψιν καθαρών τοῖς ἐν τῇ παλαιᾷ ἡ διάταξις ἠνόμενον και διηγή ρευσε, πῶς ἐν τῇ Νέᾳ μετάληψιν καθαρῶν, καὶ ἀπο χὴν ἀκαθάρτων γινώσκουσιν, οὐδενὸς αὐτοῖς νόμου ταῦτα αὐτοῖς ἐκδιδάξαντος τὴν διαφορά»; ᾿Αλλ' εἰ μὲν τοῦτο ποιοῦσι κατὰ τὴν τοῦ νόμου παράδοσιν, ἐχρῆν αὐτοὺς πάντων μεταλαμβάνειν, καὶ ἀπέχει σθαι, ὧν ὁ νόμος ἐκήρυξε· προβάτων μὲν ἐσθίοντες κατὰ νόμον, οὐκ ἐσθίοντες δὲ καμήλου, καὶ παρά λεως. Εἰ δὲ μὴ τῷ νόμῳ δεδούλωνται, πῶς πάλιν τῶν ὑπ' αὐτοῦ ἀπαγορευθέντων ἀπέχονται, οἷον ίππου, καμήλου, ἢ μυός, ἤ τινος τῶν ἀκαθάρτων; Νυνὶ δὲ, λὲς ἀπειθοῦντες, πῶς οὐ δώσουσιν ἀπὸ μέρους τὴν μὴ καθόλου τῷ νόμῳ πειθόμενοι, μήτε εἰς τὸ παντε ἑκάστου ποιεῖσθαι φύσιν, καὶ παράκλησιν, λέγω δὴ τοῦ νόμου, καὶ τῆς χάριτος, καὶ τῇ ἀμφοτέρᾳ ἀπει θείᾳ, καὶ πεισμονῇ, ὑπὸ νόμον, καὶ χάριν, καὶ πάλιν μὴ ὑπ' αὐτοῦ σ' καθεστηκέναι; Απόκρισις. Ἐν τῇ Νέα Διαθήκῃ οὐδὲν τῶν εἰσερχομένων εἰς τὸ στόμα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. Απέχονται δὲ ὧν οὐ μεταλαμβάνουσιν, οὐ κατὰ διαγόρευσιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ κατὰ τὸ δυσάρεστον τῆς τῶν οὐ μεταλαμβανόν των εκουσίου συνειδήσεως. Τινὲς δὲ διὰ τὴν κατόρθωσιν ἐγκρατείας; κατὰ τὴν οἰκείαν ἀρέσκειαν και νῶς ἀπέχονται καθαρῶν τε καὶ μὴ καθαρῶν· καίτοι εἰδότες, ὅτι πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν· καὶ οὐδὲν ἀπό βλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον. Αλλ' όμως τὴν ἐπὶ τῇ κατορθώσει τῆς ἐγκρατείας εὐχαριστίαν, μείζονα τῆς ἐπὶ τῇ μεταλήψει βρωμάτων εὐχαριστίες θέμεθα. Διὰ ταῦτα οὖν οὐδέν ἐστι κοινὸν νόμου καὶ χάριτος, ἀλλὰ μέρος “, ἀλλὰ χάριτος μόνης τὸ εἶν ὑπάρχει, τῆς τε μετοχῆς καὶ τῆς ἀποχῆς τῶν μετα λαμβανομένων, κατὰ τὸν εἰρημένον τρόπον. "Αλλως. Αρέθα Οὐκ ἐν τοῖς βρώμασιν ἡ πίστις· ἀλλ' ἐν τῇ κεκρι ὑπ' αὐτὰ, νόμον χάριν, ο ἀπὸ μέρος. ΝΟΤΑ. ἄλλος ἀρεθ.
col. 1597–1598page 76 of 82
PG 97:1597ἐνῃ τῆς πίστεως διαμονῇ. Ἡ δὲ περὶ βρωμάτων ρῆσις ἐφεῖται τῇ συνηθείᾳ τῶν ἐσθιόντων, καὶ πρὶν γενέσθαι Χριστιανούς. Ἰουδαίοις δὲ διαστολὴ τῶν ρωμάτων οὐχ ὡς ἔτυχε, δέδοται, ἀλλ᾽ εἰς αἴνιγμα οὐ πῶς ρυθμίζειν αὐτοὺς χρὴ τὴν κατὰ τὸν βίον έξοδον αὐτῶν ἀπὸ τῆς διαίτης ὠφελουμένην· οἷον Ένα δια βραχέως ὑπομνήσωμεν) λαγωῶν καὶ συῶν πεῖρξε τὴν ἐδωδὴν σε Ἰουδαίους ὁ νόμος· ἵνα διὰ ούτου παραστήσῃ δειλίας αὐτοῖς, ἐν οἷς ἀνδρίζε και εὐσεβές, μηδὲν ίχνος προσεἶναι· μηδὲ συρφετού του και βδελυροῦ ἀντιποιεῖσθαι. Ὡσαύτως καὶ ἐπὶ των άλλων ζώων, ὧν ἀπείπεν τὴν μετάληψιν, ἐπισκοποῦντας τὴν ἐνυποῦσαν αὐτοῖς φυσικὴν ἰδιοτροπίαν, πρός ταύτην, καὶ ψυχικὴν ρυθμίζειν ὁρμήν. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ Θεοδώρου ἐπισκόπου Καρῶν περὶ τοῦ Ἀδάμ. Φωτίου. ΧΕ Χρὴ εἰδέναι, ὅτι δέον ἐννοεῖν, καὶ λέγειν, ὡς τὸ τοῦ ᾿Αδάμ σῶμα φύσει θνητὸν ἦν καὶ παθητόν· θείᾳ δε χάριτι, ἀθάνατον διεφυλάττετο καὶ ἀπαθές, μέσ χρις ἂν αὐτὸ ἡ παράβασις τῆς φυσικῆς ἀπεγύμνωσεν· οὕτω γὰρ καὶ ὁ τῶν ἁγίων χορὸς ἀποφαίνεται. Τί ἐστι θάνατος; καὶ πῶς θανατοῦται ὁ θάνατος; Δοξάζει γὰρ καὶ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία· ι Καὶ ἰδοὺ ἀποθνήσκομεν. Θάνατος οὔτε οὐσία ἐστὶν, οὔτε καθ' ἑαυτὸν ὑφω έστηκεν· ἀλλὰ πάθος περὶ οὐσίαν γινόμενον· καὶ μέν χρι τοῦ γίνεσθαι, τὸ εἶναι λεγόμενον 9. Ἐπειδὴ κατὰ πλειόνων, καὶ διαφόρως κατηγορεῖται ὁ θάνατος, δέον εἰδέναι, ὅτι θάνατος μὲν ἀγγέλῳ, ἡ τῆς ἐπουρανίου καὶ φωτοειδοῦς δόξης έκπτωσις, ἂν καὶ πρῶτος ὑπο έστη, ἄγγελος ὤν, ὁ Σατανᾶς. Θάνατος δὲ διαβόλια καὶ δαίμονι, ἡ τοῦ αἰωνίου πυρὸς ἀποκλήρωσις ἐπι ἐσχάτων. Θάνατος ἀνθρώπῳ, ἡ διάζευξις τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοῦ σώματος. Θάνατος ψυχῆς, ἡ ἀπὸ Θεοῦ ἀλλο τρίωσις. Θάνατος δὲ θανάτῳ, ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως, ὅς ἐστιν ὁ Χριστός· μέχρι γὰρ αὐτοῦ ὁ θάνατος τῇ διαφθορᾷ τῶν ἀνθρώπων ὑπούργει, καὶ ζωὴ αὐτῷ ἡ ἀνελπιστία τῆς ἀναστάσεως ἐνομίζετο. Αφ' οὗ δὲ Χριστὸς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, εἰς τούναν τον αὐτῷ τὰ τῆς ὑπουρῶς οι περιεστράφη. Οὐκέτι γὰρ διαφθορῇ ἀνελπίστῳ, ἀλλ' ἐλπιζομένῃ ἀναστάσει ὑπουργεῖ· καὶ τοῦτό ἐστιν αὐτῷ θάνατος. Τὸ γὰρ θανατούν θανατοῦται τῇ ἐλπίδι τῆς ἡμῶν ἀναστά απο τα τῆς ἐδωδής. το λεγομένην. οι υπουργίας. ΝΟΤΑ.
col. 1599–1600page 77 of 82
PG 97:1599σεω:. Οσάκις γὰρ ἴδῃ Χριστιανὸν ἐλπίδι τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως ἀποθνήσκοντα, καὶ κοίμησιν τὸ πράγμα ὀνομαζόμενον πίπτει, καὶ βάλλεται τῷ ἰσχυροτέρω. Ἰσχυρότερον δὲ τοῦ θανάτου ἡ ἀνάστασις. Τεθα τωται ἄρα τῇ τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσει ὁ θάνατος. Κε τοῦ 9 ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως ἀποθνήσκουσι Χριστι νοῖς 8. "Αρα ἀεὶ τῇ τοιαύτῃ ὑπουρῶς οι θανατούτα ὁ θάνατος μερικῶς· ὅταν δὲ τὸ πᾶν ἀναστῇ ἑπόμενον τῇ ἀπαρχῇ, καὶ αὐτὸς, κατὰ τὸν ᾿Απόστολον, με ἔχων, ᾧ υπουργήσει, καταργείται ὁλοτελῶς. Σύντομος διδασκαλία περὶ θείων ὀνομάτων, τῶν τε κοινῶν Τριάδος, καὶ τῶν ἰδικῶν ἑκάστου τῆς Τριάδος. Εστιν ὀνόματα κοινὰ διὰ τῆς ἁγίας Τριάδος δ ήκοντα, ὡς ἐπὶ τῆς θεϊκῆς οὐσίας λεγόμενα· οἷον τί Θεός, τὸ Κύριος, ἀγαθὸς, δίκαιος, σοφός, δυνατό, Βασιλεύς, Δεσπότης, Δημιουργός, προνοητής. Στ τὴρ, ἅγιος, καὶ ὅσα τοιαῦτα κοινῶς ἐπὶ τῆς κας φύσεως τιθέμενα, καὶ οὐκ ἔστι μιᾶς ιδιαζόντως να στάσεως. Εστι δὲ καὶ ἰδικὰ, ήγουν υποστατικά· οἷον ὁ Πε τὴρ, Υἱὸς, ἅγιον Πνεῦμα. Τούτων ὄντων κοινῶν ἀνα μάτων, τῶν ἐπὶ τῆς οὐσίας λεγομένων ἐλήφθη τὸ μὲν, Θεός, ἐπὶ τοῦ Πατρὸς, καὶ ἐγένετο αὐτῷ ὥσπερ εξαίρετον· διότι αἴτιος Υἱοῦ, καὶ Πνεύματος, καὶ εἰς αὐτὸν ἀναφέρονται. Τὸ δὲ, Κύριος, ἐπὶ τοῦ Υἱο ὡσαύτως· τὸ δὲ, ἅγιον Πνεῦμα, ἐπὶ τοῦ Πνεύματος. Οθεν οἱ ἀπόστολοι, καὶ πᾶσα σχεδόν ἡ θεία Γραφή, ὅτ' ἂν εἴπῃ ὁ Θεὸς, οὕτως ἀπολύτως, καὶ ἀπροσδιορίστως, καὶ ὡς ἐπίπαν σὺν ἄρθρῳ, καὶ χωρὶς ματος ὑποστατικοῦ, τὸν Πατέρα δηλοί. υἷον Παῦλος δούλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητὸς ἀπόστολος, ἀφωρισμένος εἰς Εὐαγγέλιον Θεοῦ, ἦτας του Πατρός. Καὶ πάλιν·. Πολυμερώς, καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν,» ήγουν ὁ τήρ. Καὶ τὸ σύμβολον τῆς πίστεως • [Πιστεύω] εἰς τ Θεόν,» ἤτοι τὸν Πατέρα, καὶ εἰς ἕνα Κύριον, ο ἤτοι τὸν Υἱόν. Καὶ ὁ ᾿Απόστολος • Είπερ γάρ εἰσι πολλοὶ θεοὶ Φ, ἀλλ' ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ Πατήρ.» Και ο Είπερ εἰσὶ κύριοι πολλοί, ἀλλ᾽ ἡμῖν εἷς Κύριος ο Υιός. Θεὸς δὲ ἐξαιρέτως λέγεται· ἐπειδὴ ἡ ἔνωσις, ήταν ἀνάπτυξις, καὶ ἀνακεφαλαίωσις τῆς Τριάδος, ο Πα * Γ. τούτου χάριν, ο Χριστιανοί. τήρ ἐστιν, ὡς εἶπεν ὁ Θεολόγος· «Ἡμῖν δὲ εἰς θεὶς ὁ Πατήρ, ὅτι μία θεότης.» Καὶ πάλιν·. Εἰς ἐν αἴτιον τοῦ Υἱοῦ, καὶ Πνεύματος ἀναφερομένων, οὐ συντιθεμένων, οὐδὲ συναλειφομένων.» Καὶ πάλιν Ενωσις ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ πρὸς ἐν ἀναφέρεται τὰ ἐξ αὐτοῦ· ἡ ἐπειδὴ ὁ Υἱὸς, καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατρός λέγονται, οὐχὶ ὁ Πατήρ αὐτῶν. Οἷον Ὁ Υἱὸς τοῦ Οι υπουργός. οι λεγόμενοι.
col. 1601–1602page 78 of 82
PG 97:1601εοῦ, Σοφία τοῦ Θεοῦ, Λόγος τοῦ Θεοῦ, Δύναμις τοῦ εοῦ, βραχίων τοῦ Θεοῦ, δεξιὰ τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ [νεῦμα ὡσαύτως· Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, δάκτυλος τοῦ Θεοῦ. Εἰς αὐτὸν οὖν τὸν Πατέρα ἀναφέρονται, οὐχὶ Πατὴρ εἰς αὐτά. Εἰ δὲ καὶ εὗρῃς τὸ Θεὸς· όνομα πὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τὸ Κύριος ἐπὶ τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Πνεύματος, καὶ τὸ Ἅγιος, καὶ τὸ Πνεῦμα ἐπὶ τοῦ Πατρός· ὡς τό· ο Αγιος ὁ Θεὸς, ο δῆλον ὁ Πατήρ καὶ τὸ «Πνεῦμα ὁ Θεός·. ταῦτα ονόματα τῆς φίλο σεως ὄντα κατηγοροῦνται ποτε καὶ τῶν ὑποστάσεων. Κατηγορικῶς οὖν ἐκ τῆς φύσεως λέγεται καὶ Υἱὸς ὁ Θεός· καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, χωρὶς ἄρθρου, εἰ μήπω πρόκειται περὶ αὐτοῦ ὁ λόγος εἰγοῦν ἡ φράσις. Καὶ τηνικαῦτα ἀναφορικὸν γένηται εἰς αὐτὸν, ὡς εἰς προεγνωσμένον πρόσωπον, τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει τὸ, Ἐξ ὧν ὁ Χριστὸς τὸ κατὰ σάρκα, ο καί·. Ο ὧν ἐπὶ πάντων Θεός. ι Καὶ τοῦτο δὲ χρὴ γινώσκειν, ὅτι οὐδὲν τῶν ὀνομάτων τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ δηλωτικόν ἐστιν· ὥσπερ καὶ τῶν λοιπῶν πραγμάτων. Ἐὰν γὰρ εἴπωμεν λίθον, ἢ χρυσόν, ἢ βοῦν, ἢ ἄνθρωπον, την οὐσίαν ἑκάστου διὰ τοῦ ὀνόματος δηλοῦμεν. Ἐὰν δὲ εἴπωμεν θεόν, ἢ καὶ Κύριον, ή Βασιλέα, ή Πατέρα, * Υἱόν, ἢ οἱονδηποτοῦν ὄνομα ἐπὶ Θεοῦ, ἐνέργειαν, Η σχέσιν σημαίνομεν. Θεὸς μὲν γὰρ ἡ ποιητής, ἐνεργείας· Βασιλεὺς δὲ, ἢ Δεσπότης, η Πατήρ, σχέ σεως 5 σχέσεων. Περὶ ἑνώσεως καὶ σαρκώσεως· καὶ ὅτι ἡ μὲν ὑπόστασις εσαρκώθη, ἡ δὲ φύσις τῆς θεότητος ηνώθη τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει ἐν ὑποστάσει τοῦ Θεοῦ λόγου. Η μὲν σάρκωσίς ἐστιν ἐνανθρώπησις, καὶ ἡ ἐναν θρώπησίς ἐστι τὴ τὸν ἐνανθρωπήσαντα ἄνθρωπον ἀπεργάσασθαι· τὸ δὲ ποιήσαντα τὸν ἐνανθρωπήσαντα ἄνθρωπον, ἐπὶ τῷ κατηγορεῖσθαι τὸν ἄνθρωπον τοῦ ἐνανθρωπήσαντος, καὶ δέχεσθαι τὸν ἐνανθρωπήσαντα τό τε τοῦ ἀνθρώπου ὄνομα καὶ τὸν ὁρισμὸν, ὥσπερ τῶν ἀνθρώπων ἔκαστος. Ο δὲ ἄνθρωπος ὁ κατηγο δ ρούμενος φύσεως ὑπάρχει όνομα, καὶ ἡ φύσις ἐστὶν ἡ κατηγορουμένη τῆς ὑποστάσεως, οὐχὶ δὲ φύσις κατὰ φύσεως. Εἰ τοῦτο τοίνυν ὁμολογοῦμεν, ὡσαύτως ἔχει δηλονότι ἡ ὑπόστασις ἡ ἐνανθρωπήσασα, ἢ ὁ ἀἱο Λόγου.
col. 1603–1604page 79 of 82
PG 97:1603γέγονεν ἄνθρωπος τροπῆς ἐκτὸς, καὶ ἔστιν ἐν ταυτο Θεὸς τέλειος καὶ ἄνθρωπος τέλειος, καὶ κατηγορεῖται αὐτοῦ τὸ Θεός όνομα, καθὼς καὶ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος, καὶ τὸ ἄνθρωπος πάλιν καθώς έχε στον τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἔστιν ὁ αὐτὸς τῆς καὶ σεσαρκωμένος· ἡ δὲ θεία φύσις διὰ τοῦτο σεταρ κῶσθαι οὐ λέγεται, ἐπειδὴ οὐκ ἐνδέχεται κατηγορεῖσθαι αὐτῆς τὸν ἄνθρωπον, εἴτ' οὖν τὴν ἀνθρωπία νην φύσιν, ὡς ἔφθημεν, είρηκότες, ότι φύσεως φύσις οὐ κατηγορείται παντελῶς, οὐδὲ καθ᾽ οἷον δήποτε τρόπον. διος Υιός. Ο γὰρ ἀΐδιος Υἱός. Θεὶς τέλειες υπάρχει, Γέγονεν οὖν, ὡς ἐν ὑποδείγματι φάναι, ἡ ὑπόπε σις τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ, καθάπερ τις χειμάρρους τα τινὰς ποταμοὺς δεχόμενος, καὶ λέγεται δεκτικὸς τῶν δύο ποταμών εἶναι ὁ χειμάρρους, ἑκατέρου ποταμού μὴ ἐπιδεχομένου τὸν ἕτερον. Τοῦτον δὴ τὸν τρόπον ὁ ἀΐδιος Υἱὸς δέχεται τὸ τοῦ Θεοῦ ὄνομά τε καὶ τὴν δρον, τοῦ Θεοῦ μηδαμῶς ἐπιδεχομένου τὸ ὄνομα ή τον ὅρον τοῦ ἀνθρώπου, μηδ' ἂν τοῦ ἀνθρώπου τὸ ὄνομα ἢ τὸν ὄρον τοῦ Θεοῦ ἐπιδεχομένου. Ἀλλ᾿ ἡ ὑπόστασις τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ ἐπιδέχεται τῶν δύο φύσεων, μετ τητός τέ φημι καὶ ἀνθρωπότητος, ἀνελλιπῶς τότε όνομα καὶ τὸν ὅρον· ὡς, εἰ καὶ λέγεται ὁ ἄνθρω τεθεῶσθαι, οὐχ ὡς τοῦ ἀνθρώπου τὸ ὄνομα καὶ τὸν ἐρισμὸν τοῦ Θεοῦ ἐπιδεξαμένου λέγεται τεθεώσθαι. Εἰ γὰρ ἦν οὕτως, ὁμοούσιος ἂν ὑπῆρχε τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι, καθὼς ὁ ἀΐδιος τις σαρκωθές γέγονεν ἡμῖν ὁμοούσιος. Καὶ τοῦτο οὐδὲ πλάσαι μήν διον, τὸ λέγειν ὅτι ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνί ματι ὁ ἄνθρωπος· ἄλλως τε, εἰ ἦν οὕτως, αὐτὸς ἐν ὁ ἄνθρωπος ὑπῆρχεν ἡ ὑπόστασις, καὶ ἦν ἡ θεία φύσ σις ἐνυπόστατος αὐτῷ καὶ κενουμένη ὑπ' αὐτοῦ, καὶ ἦν ὁ ἄνθρωπος ὁ κινῶν τὴν θεότητα. Ιστέον δὲ καὶ τοῦτο, ὡς οὐκ ἔστι τῆς θείας ἀπολύτως κατηγοροῦσαν φύσεως, δ μὴ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος επίσης κατηγορείται· εοι φέρε εἰπεῖν, ζωή, καὶ φῶς, καὶ ἄναρχος, καὶ ἐκεῖ. λοίωτος, καὶ τὰ τούτοις συγγενῆ, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος κατηγορείται. Εί οὖν ἡ σάρκωσις τῆς θείας φύσεως κατηγορεῖτο, καὶ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος κατηγορείτο, καθὼς καὶ τὰ προειρημένα. Ἀλλὰ τοῦτο πάσης ἀτοπίας ἀνάμεστον καὶ μόνον φανταζόμενον κατὰ ψιλὴν ἐπίνοιαν, μὴ ὅτι καὶ λεγόμενον, τους ἐστι, τὸ λέγειν σεσαρκῶσθαι τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Εἰ δέ τις φαίη, ὅτι πάντα τὰ κατηγορούμενα απο λύτως ἢ κυρίως τῆς ὑποστάσεως, ἀναφέρεται κατά δεύτερον λόγον καὶ ἐπὶ τὴν φύσιν, καὶ ἐπειδὴ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ, ὑποστάσεως ὄντος ἐκ τῆς πανσέπτον Τριάδος, κατηγορεῖται ἡ σάρκωσις, ἀναφερέσθεν ἀπὸ τῆς ὑποστάσεως ἐπὶ τὴν φύσιν κατὰ δεύτερη λόγον· ἴστω δ τοιοῦτος, ὅτι τὰ ἀναφερόμενα τους δεύτερον λόγον ἀπὸ τῆς ὑποστάσεως ἐπὶ τὴν φύσιν ταῦτα πολὺ πρότερον ἐν τῇ φύσει δυνάμει ὑπάρχει,
col. 1605–1606page 80 of 82
PG 97:1605Λόγου ἐξ ἧς ἐν ἡ ὑπόστασις ενεργείας κεκληρονόμηκεν ὅθεν εὐλόγως ἀπὸ τῆς ὑποστάσεως ἐπὶ τὴν φύσιν ἀναφέρεται, ἅτε προόντα μὲν δυνάμει ἐν τῇ φύσει, ἐνεργείᾳ δὲ ἐν τῇ ὑποστάσει ευρισκόμενα. "Ωσπερ ἡ διαίρεσις τῶν εἰδῶν δυνάμει οὖσα ἐν τῷ γένει, ἐν δὲ τοῖς εἴδεσιν ενεργεία, ευλόγως ἀπὸ τῶν εἰδῶν και τὰ δεύτερον λόγον ἐπὶ τὸ γένος ἀναφέρεται. Οἷον, τὸ λογικόν ἐστιν ἐν τῷ ζώῳ δυνάμει, ἐν δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐνεργείας· καὶ λέγεται τὸ ζῶον λογικὸν κατὰ δεύ τερον λόγον, διὰ τὸ τὸν ἄνθρωπον είναι λογικόν. Καὶ ὥσπερ αἱ ἰδίως διαφοραὶ χαρακτηριστικαὶ τῆς ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων ὑποστάσεως οὖσαι, δυνάμει μὲν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ θεωροῦνται, ἐν δὲ τῷ Σωκράτει καὶ Πλάτωνι ἐνεργείᾳ πεφύκασι· κἀντεῦθεν ἀπὸ τῆς ὑποστάσεως ἐπὶ τὴν φύσιν, ἢ ἀπὸ τοῦ Σωκράτους ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον ἀναφέρονται. Οἷον, τὸν Σω κράτην γρυπὸν εἶναί φαμεν, ή φαλακρὸν, κατὰ δεύ τερον δὲ λόγον καὶ τὸν ἄνθρωπον γρυπὸν ὡσαύ τως καὶ ὑπάρχειν, ἢ φαλακρὸν λέγομεν, διὰ τὸν Σω κράτην· ὥσπερ είπομεν ἐκ τοῦ ἀνθρώπου κεκληρονομηκέναι τὴν γρυπότητα καὶ τὴν φαλακρότητα. Τῶν τοίνυν τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου ὑπόστασιν ἀπὸ τοῦ ἀνθρωπείου φυράματος, διὰ τὴν καθ' ὑπόστασιν ἔνω σιν δεδραμηκότων, οὐδὲν παντάπασι οὔτε δυνάμει, οὔτε ἐνεργείᾳ ἐν τῇ ἀκτίστῳ καὶ ἀσωμάτῳ καὶ ἀπα θεῖ θεία φύσει ἦν. Τούτου δὲ εἵνεκεν ὁ μὲν ἀΐδιος σεσαρκῶσθαί τε καὶ ἐσταυρῶσθαι καὶ τεθνάναι λέ γεται. Η δὲ θεία φύσις οὐδαμῶς, εἰ καὶ ὑπόστασις αὐτῆς καθέστηκεν οὖσα. Εἰ δέ τι; ἑαυτὸν αἰτιῷ τὸ " βραδυ εἰς κατανόησιν εἶναι τῶν εἰρημένων, καὶ τὸν ἑκάστου νοῦν λέγοι μὴ παραδέχεσθαι, ὅπερ, ἡ θεία φύσις οὖσα ἐν τῇ ὑπο στάσει τοῦ Υἱοῦ ἀμετακίνητός τε καὶ ἀχώρητος, οὐ συμπάσχων αὐτῇ πασχούσῃ καὶ ἀπογινομένου τινὸς ἐν τῇ ὑποστάσει, οὐ λέγεται τοῦτο καὶ ἐν τῇ φύσει γεγονέναι, τῇ μὴ διισταμένῃ τῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ· ἡμεῖς τὸ ἄπορον ἐπιλύσαντες, ταχίστην αὐτῷ τὴν θεραπείαν ἐπάξομεν, ἐκ τῶν συν τρόφων καὶ τῶν ἐν χερσὶν ὁρωμένων τὴν ἀπόδειξιν ποιούμενοι. Οἶσθα πάντως, ὦ οὗτος, ὡς ἕκαστος τῶν ἀνθρώπων ἐκ ψυχής άλλου και σώματος ὑλικοῦ σύγκειται, Σωκράτης, φέρε εἰπεῖν, ἢ Πλάτων· καὶ ὡς ἔνεστιν αὐτῷ ἡ ψυχὴ τοῦ Σωκράτους, ἀπ' αὐτοῦ χωρισθεῖσα, τὸν Σωκράτην μένειν ἀδύνατον. Λέγε ται δὲ Σωκράτης, αὐξάνεσθαί τε ἐκ μικροῦ μέγας γίγνεσθαι, τέμνεσθαι ή καίεσθαι, τῆς αὐτῆς ψυχῆς μηδὲν τούτων ὑφισταμένης, ὡς πᾶσιν εὔδηλον. Τοῦ τον οὖν τὸν τρόπον κατηγορεῖ τοῦ ἀἰδίου Υἱοῦ τὸ προκόπτειν σαρκὶ καὶ αὐξάνεσθαι, καὶ εἴ τι ἄλλο τοιοῦτον ἀνθρώπειον, μηδενὸς τούτων τῇ θεϊκῇ φύ σει προσαπτομένου, ὥσπερ οὐδὲ τοῦ Σωκράτους. Πολλῷ μᾶλλον οὕτως οὐδὲ τῆς ἀκηράτου φύσεως κατα ηγορηθήσεται τὰ ὅσα σαρκικῶς τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ διὰ τὴν πρόσληψίν ἐστιν κατηγορούμενα. Ωσπερ δὲ λεγόντων ἡμῶν τετμῆσθαι Σωκράτην, οὐκ αὐτὴν τοῦ Σωκράτους ψυχὴν, ἀλλὰ τὸ σῶμα τετμημένον εἶναι έξης. " ενεργεία. " αἰτιῷτη. ' τε κα!. 3 1.6. κατηγορείται.
col. 1607–1608page 81 of 82
PG 97:1607Υἱὸν τετρῶσθαι τῇ λόγχῃ, οὐκ εἰς θεϊκὴν αὐτ [φύσιν], τὴν ἄφθαρτον καὶ ἀνόλεθρον, κεχωρηκέναι τὴν τρῶσιν, ἀλλ᾽ εἰς τὴν αὐτοῦ σάρκα, τὴν δυνα μένην τιτρώσκεσθαί τε καὶ τέμνεσθαι, νοούμεν. Καὶ ἄλλοθέν σοὶ παρέξομεν τῆς ἀπορίας ἀπολυπν. Ο ἡμέτερος νοῦς αὐτὸς ὢν, ὁ διὰ τῶν σωματικών ὀφθαλμῶν τῶν ὁρώντων ἀντιλαμβανόμενος, καὶ εἰ την όρασιν ἰδιάζουσαν ἔχει, παρὰ τὴν δι' ὀφθαλμών διαρθρούσαν, ἣν καὶ θεωρίαν καλοῦμεν. Εἰ οὖν συμβαίη πεπηρῶσθαι τὴν τοῦ σώματος ὀπτικὴν δύ ναμιν, οὐ φαμὲν τὸν νοῦν μὴ βλέπειν, σωζομένης αὐτῷ ἀπαρατρέπτου καὶ εὐλαβοῦς ' τῆς φυσικής νοερᾶς βλεπτικῆς διοπτασίας. Οὕτως δὴ καὶ ὁ ἀἴδιος Υἱὸς λέγεται πεπονθέναι τῇ σαρκί, τῆς θείας αὐτοῦ γινώσκομεν· οὕτως φασκόντων ἡμῶν τὸν ἀλλον φύσεως ἀπαθοῦς διαρκούσης. ᾿Αλλὰ τί δὴ ' ἐπὶ τούτοις ἄγεσθαι, ὅπου γε ἐν σ ματι καὶ πηλικότητι καὶ παχύτητι τοῦτο θεωρεῖται; Ισμεν γὰρ ἅπαντες, ὡς ὁ νοῦς διὰ τῶν ὀφθαλμῶν ὁρᾷ καὶ διὰ τῶν ὤτων ἀκούει· ἐνίδρυται δὲ τῷ εγκεφάλῳ ἥ τε ὁρατική. καὶ ἀκουστική αίσθησις, ἑκατέρα παρὰ τὴν ἑτέραν ὑπάρχουσα, μεθ' ὧν καὶ ὁ νοῦς αὐλίζεται. Τούτων οὖν ἀλλήλοι; ἐν ἑνὶ συν ημμένων καὶ διαιτωμένων τῷ ὑποκειμένων, συμ βαίνει πολλάκις, την σωματικής δρασιν ἢ τὴν ἀκοὴν, ἢ τὸν νοῦν αὐτὸν βλαβῆναι· καὶ ἡ τοῦ ἑνὸς βλάβη οὐ λυμαίνεται τὰ λειπόμενα, τῆς αὐτῶν φυ σικῆς δυνάμεως ἀβλαβούς τηρουμένης. Μή τοίνυν καταπληκτέον ἄγαν, εἰ τοῦ σώματος τοῦ ἀϊδίου Υιού πάσχοντος, οὐδὲν ἧττον ἡ ἀδιάσπαστος αὐτοῦ διετέλεσε φύσις ἀπαθής τε καὶ ἀπήμαντος, ή πάσης φύ σίας ὑπερηρμένη, καὶ πάντων δεσπόζουσα, καὶ πε θῶν παντελῶς ἀνεπίδεκτος· παρ' ᾖ, κατὰ τὸν κορυφαιότατον ἀπόστολον, οὐκ ἔστιν ἀλλοίωσις ἢ τροπής ἀποσκίασμα. Τετέξομαι δέ σοι καὶ ἕτερον ὑπό δειγμα, δι' οὗ κατοπτρίσεσθαι δυνήσῃ, πως το κά θος ή φθορὰ συμβῇ τινι ὑποστάσει, ἐπὶ τὴν φύσιν οἱ διαβαίνει, κἂν λάχῃ μὴ ἐχούση ὑπόστασιν, εἰ μὴ μίαν φύσιν. Ἀπὸ χρυσοῦ τυχόν, ὦ φιλότης. Η χαλκοῦ μορφωσάμενος ἀνδριάντα καὶ κατασκευάσας, εἰ πάλιν αὐτὸν ἀναχωνεύσῃς, τὸ μηδὲν, ἀνδρείκελον ἀπόλλυται μόρφωμα· ὁ δὲ χρυσὸς ἢ ὁ χαλκός, ὅστις τῷ ἀνδριάντι φύσις ὑπῆρχεν, ἀβλαβής τε μένει καὶ άφθορος. Αλλά μοι • λίαν τοῖς ὑποδείγμασι πρόσεχε, νουνεχῶς καὶ φυλάττου, μὴ πᾶσαν τὴν ἐξ αὐτῶν ἀνατέλλουσάν σοι οἰκεία' μετάγειν ἐπὶ τὰ θεῖα δόγ ματα, ἀλλὰ παχήματά τινα καὶ ἐμφάσεις, ὁρμαζού σας * εἰς θεωρίαν, ἧς είνεκεν παραλαμβάνονται μό νον ἀναλόγως. Πᾶς ἀπε πεμφαίνον καὶ ἀπεστές ἀποπεμπόμενος ὡς ἀποτάτω φρεσὶν εὐσεβέσι καὶ σταθεραῖς, διακρίνων ἀεὶ τοῦ ὁμοίου τὸ ἀνόμοιον, οἷά τις λικμήτωρ ἀκριβέστατος τοῦ σίτου τὸ ἀχυρῶδες ἐκλικμώμενος. ἀβλαβοῦς. * δεῖ. * ε!. ο αλλά μή. 1 δίαν. • αρμοζούσας. ἀποπεμπόμενον.
col. 1609–1610page 82 of 82
PG 97:1609Ἡ μέντοι τῶν δύο φύσεων ἔνωσις, τῆς θεότητός τε, φημὶ, καὶ ἀνθρωπότητος, οὕτως ἐν τῇ ὑποστάσει τοῦ μονογενοῦς τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ λέγεται γεγονέναι, δίχα τροπῆς καὶ φυρμοῦ καὶ συγχύσεως· ὡς ἦν μὲν ὁ συνάναρχος τῷ Πατρὶ καὶ συναΐδιος, μὴ ἔχων ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ φύσιν ἑτέραν κατηγορουμένην αὐτοῦ παρὰ τὴν θείαν πατρικὴν, τὴν ἄκτιστόν τε καὶ ἀπερίγραπτον· διὰ δὲ πλῆθος ἐλέους καὶ φιλανθρωπίαν ἄφατον, δι' ἡμετέραν σωτηρίαν ἐπ' ἐσχά των τῶν ἡμερῶν κατεληλυθὼς ἐξ οὐρανοῦ, ὅθεν οὐκ ἀπέστη τῇ πάντα πληρούσῃ θεότητι, καὶ σαρκωθείς ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ τῆς παναμώμου καὶ 'Αει παρθένου Μαρίας, ἔσχεν ἐν αὐτῷ τελείαν καὶ ἀνελ λιπῆ τὴν κτιστὴν καὶ παθητὴν καὶ ἀνθρώπειον οὐ σίαν, κατηγορουμένην αὐτοῦ, καθὼς καὶ ἡ θεία φύ σις. Ἐπεὶ οὖν ἐν αὐτῷ συνῆλθον αἱ δύο φύσεις, καὶ 5 μοῦ κατ' αὐτοῦ κατηγοροῦνται, μετὰ πάντων τῶν φυσικῶν αὐτῶν ἰδιωμάτων, διὰ τοῦτο λέγονται ἄμφω ἐν ἀλλήλαις ἐν αὐτῷ ἡνῶσθαι, ἀτρέπτως τε καὶ ἀσυγχύτως καὶ ἀναλλοιώτως· κατὰ μίαν γὰρ καὶ τὴν αὐτὴν τοῦ ἀἰδίου Υἱοῦ ὑπόστασιν ἡνώθησαν αἱ δύο φύσεις. Οθεν καὶ ὁ αὐτὸς ἀΐδιος Υἱὸς κεχρημά τιχεν ἀριθμούμενος κατὰ τὴν θείαν φύσιν μετὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος, καὶ μεθ᾿ ἡμῶν κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀνθρωπείαν φύσιν ὁ αὐτὸς ἀριθμούμενος, καὶ κατὰ τοῦτο ὁ αὐτὸς καὶ μετὰ τὴν αὐτοῦ ἐνανθρώπησιν, καὶ τὴν ἄφραστον τῶν ἑαυτοῦ συνδραμουσῶν δύο φύσεων ἄφυρόν τε καὶ ἀσύγχυτον γνωσιν, εἷς ἐστι τῶν ἀνθρώπων, οὐκ ἄλλο καὶ ἄλλο, δι᾿ οὗ σεσώσμεθα, καὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐκλήθημεν μακαριότητα, διὰ τῶν σωτηρίων αὐτοῦ παθημάτων, τοῦ τε ζωοποιοῦ θανάτου καὶ τῆς τριημέρου αὐτοῦ ταφῆς, καὶ νεκρῶν ἀναστάσεως, ἀθανατισθέντες, καὶ ἀφθαρτισθέντες, ᾧ δόξα, τιμὴ καὶ κράτος, σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. ΠΟΛ
Page scan enlarged

Notebook

Full View