PG 113:422Κωνσταντίνου ἐν Χριστῷ βασιλεῖ αἰωνίῳ βασιλέως Ῥωμαίων διήγησις ἀπὸ διαφόρων ἀθροισθεῖσα ἱστοριῶν περὶ τῆς πρὸς Αὔγαρον ἀποσταλείσης ἀχειροποιήτου θείας εἰκόνος Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ἡμῶν, καὶ ὡς ἐξ Ἐδέσης μετεκομίσθη πρὸς τὴν πανευδαίμονα ταύτην καὶ βασιλίδα τῶν πόλεων Κωνσταντινούπολιν. Οὐκ ἄρα μόνος αὐτὸς ἀκατάληπτος ἦν ὁ συναί̈διος τῷ πατρὶ θεὸς λόγος, ἀλλὰ καὶ τὰ πλείω σχεδὸν ἢ καὶ πάντα τῶν ἔργων αὐτοῦ τῷ αὐτῷ τῆς ἀκαταληψίας γνόφῳ περικαλύπτεται· οὐ μόνον ὅσα τὸ πᾶν τοῦτο δημιουργῶν ὑπεστήσατο, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐν τῷ δι’ οἰκονομίαν προσλήμματι τοῦ ἡμετέρου φυράματος ὁμιλήσας ἡμῖν κατὰ τὴν πρώτην καὶ μίαν ἐκείνην ἐνήργει τῆς αὐτοῦ θεότητος δύναμιν. καὶ χρὴ πάντως τὸν ἑαυτὸν μὴ ἀγνοοῦντα καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτὸν μὴ εἰδέναι γινώσκοντα μὴ εἰς τὰ ἄμετρα καυχᾶσθαι μηδὲ κενεμβατεῖν ἀμαθῶς καὶ ἢ πάντα εἰδέναι φιλονεικεῖν ἢ μηδὲ εἶναι ἅπερ αὐτὸς οὐ κατείληφε.421 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. 422 πάντα τὰ Χερσωνιτικὰ καράβια κρατῶσι, καὶ τὸν A cum frumento, vino, aut aliis denique rebus neces- μὲν γόμον καὶ τὰ καράβια εἰσκομίζωσι, τοὺς δὲ ἀν- Ορώπους δεσμεύωσι καὶ ἐναποκλείωσιν εἰς δημο- στους φυλακάς, καὶ ἀναγάγωσι περὶ τούτων καὶ ὡς ἂν δόξωνται (95). Πρὸς τούτοις ἵνα οἱ τοιοῦτοι βασι- λικοὶ κωλύωσι καὶ τὰ Παφλαγονικὰ καὶ Βουκελλαρικά πλοῖα, καὶ πλαγιτικὰ τοῦ Πόντου, τοῦ μὴ διαπερᾷν ἐν Χερσῶνι μετὰ σίτου, ἢ οίνου, ἢ οἵας δήποτε χρείας, ἢ πράγματος. Εἶθ' οὕτως ὀφείλει δέξασθαι καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ κόψαι καὶ τὰς δέκα λίτρας τὰς διδομένας ἀπὸ τοῦ δημοσίου εἰς τὸ κάστρον Χερσώ sariis. Deinde rescindet quoque prætor decem li- bras quæ e fisco Chersonitis penduntur, et alias duas quæ ex pacto dantur, et tunc Chersone disce- dens in aliam se ur bem conferet, illicque commo- rabitur. Chersonitæ enim, nisi in Romania præsidia agant, coriaque ac ceram vendant, quorum com- mercia cun Patzinacitis habent; item nisi ab Aminso, Paphlagonia, Buccellariis, atque ab iis qui Armeniacis objacent, commeatum advehant, vitam tolerare nequeunt. νος, καὶ τὰς δύο τοῦ πάκτου, καὶ τηνικαῦτα ἀναχωρῆσαι ἀπὸ Χερσῶνος τὸν στρατηγὸν, καὶ ἀπελθεῖν ἐν ἑτέρῳ κάστρῳ, καὶ καθεσθῆναι ἐκεῖσε. Ὅτι ἐὰν οὐ ταξιδεύσωσιν οἱ Χερσωνῖται εἰς Ῥωμανίαν, κ. πιπράσκωσι τὰ βυρσάρια, καὶ τὰ κηρία (94) ἅπερ ἀπὸ τῶν Πατζινακιτῶν πραγματεύονται, οὐ δύνανται ζῆσαι. Ὅτι ἐὰν μὴ ἀπὸ Ἀμινσοῦ καὶ ἀπὸ Παφλαγονίας, καὶ τῶν Βουκελλαρίων, καὶ ἀπὸ τῶν πλαγίων τῶν Ἀρμενιακῶν περάσωσι γεννήματα, οὐ δύνανται ζῆσαι οἱ Χερσωνίται. ANSELMI BANDURII NOTÆ δέξωνται. cangii Gloss. Græc. Constantini Porphyrogeniti Vita Basilii Macedonis et Leonis Sapientis exstat in tomo CIX Patrologia nostra, col 226 sqq. ; ejusdem preces liturgico, inter opera Leonis, tom. CVII, col. 299. IN SUBSEQUENTEM NARRATIONEM DE IMAGINE EDESSENA CP. TRANSLATA MONITUM. (GALLAND. et. Patr. Biblioth. XIV, Proleg. p. v, et p. 120.) Varia Constantino scripta accepta feruntur, quæ recensent bibliographi. Nos repræsentandam censuimus Narrationem ejus de imagine Christi Edessena, quam edidit Combefisius in Originibus CPtanis, pag. 75. De ejus tamen auctore ac parente non una est eruditorum sententia. Lipomannus et Baronius (a) Constantino Romano, filio ejus, attribuunt: quos tamen refellunt Combefisius in sua ad illam præfa- Lione, lanckius (6), et Pagius (c). Caleri plerique omnes Constantino patri ferunt acceptam. Quid ipse \sentiam ex scquentibus animadversionibus meis planum fiet. Auctor num. 22 scribit, anno 6452, amiram Edessenum statuisse tandem certis conditionibus ims- ginem illam ad imperatorem CPlim transmittere. Erat is annus Christi 944, quo jam pridem Porphyrogen- netes ex fide historiæ imperitabat. At numero 27 legimus, adventante jam imagine exclamasse energume- num quendam : Recipe, Constantini urbs, claritatem et latitiam : alque tu, Constantine Porphyrogennela, tuum imperium. Quæ verba satis ostendunt, id accidisse ante annum 919, neque ita intelligi possunt, quasi sensus sit, tollendum esse e medio Lecapenum, solunique debere imperitare Constantinum. Namque num. 31 auctor ait, imaginem illam imperatorem in avitum et paternum solium extulisse. Quinimo num. 28 asserit, in occursum imaginis juniores tantum exiisse inperatores : senior enim, quod eum (α) Ad ann. 944, num. 14. (c) Ad ann. 944, num. 5. 1 (93) Sic in Editis. Ms. codex habet, καὶ ὡς ἂν (94) Κηρίο, Græcis recentioribus Cera. Vide Du- (6) De Script. Byzant., p. 475.
PG 113:423τοίνυν καὶ περὶ τοῦ ἐκτυπώματος τῆς θεανδρικῆς τούτου μορφῆς, ὃ ἀγράφως ἀνετυπώθη τῷ ὑπερφυεῖ τοῦ δρῶντος βουλήματι εἰς τὸ ὑποδεξάμενον ὕφασμα, καὶ τότε μὲν τῷ Αὐγάρῳ ἀπεστάλη πρὸς ἴασιν, νῦν δὲ ἐξ Ἐδέσης πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ταύτην τῶν πόλεων οἰκονομίᾳ πάντως θεοῦ πρὸς σωτηρίαν αὐτῆς καὶ φυλακὴν μετενήνεκται, ὡς ἂν μηδενὸς τῶν καλῶν ἐνδεὴς δοκῇ, ἐν πᾶσιν ὀφείλουσα πάντων κρατεῖν, οἶμαι δεῖν τὸν εὐσεβῆ καὶ δίκαιον ἀκροατήν τε καὶ θεατὴν τὴν ἱστορίαν μὲν τῶν καθ’ ἕκαστα ἀκριβῶς μαθεῖν ἀπαιτεῖν καὶ τῆς ἀρχαιολογίας ἐθέλειν ἀπαραποίητον τὴν γνῶσιν λαβεῖν, τὴν δὲ αἰτίαν τοῦ πῶς ἐξ ἰκμάδος ὑγρᾶς δίχα χρωμάτων καὶ τέχνης τῆς γραφικῆς ἐναπεμορφώθη τὸ τοῦ προσώπου εἶδος ἐν τῷ ἐκ λίνου ὑφάσματι καὶ πῶς τὸ ἐξ ὕλης οὕτως εὐφθάρτου τῷ χρόνῳ διαφθορὰν οὐκ ἐδέξατο καὶ ὅσα ἄλλα ὁ φυσικῶς δῆθεν ἐπιβάλλων τοῖς πράγμασι φιλεῖ πολυπραγμόνως διερευνᾶν τῷ ἀνεφίκτῳ τῆς τοῦ θεοῦ σοφίας παραχωρεῖν εἰδώς, ὡς εἴ τις πάντα φιλονεικήσει τῷ νῷ διαλαβεῖν ἀκριβῶς, εἰς τὴν παντελῆ ἀγνωσίαν ὠσθεὶς καὶ εἰς ἄβυσσον ἀκαταληψίας ἀποπεσὼν κινδυνεύσει περὶ τὰ καίρια ζημιωθεὶς τὰ μεγάλα, ἵνα μὴ δόξῃ τὰ μικρὰ συγχωρεῖν.423 CONSTANTINI PORPHYROGENITI 424 vires deficerent, domi relictus fuerat. Itemque num. 27 ait, vaticinia energumeni brevi post eventum fuisse sortita. Hæc porro abunde ostendunt contradictionem in ea narratione inextricabilem inveniri, nisi dixerimus, in anno 6452 mendum cubare. Quod si asseruerimus, jam non sub Constantino ipso in:perium administrante per sese, sed sub patruo ejus Alexandro translatio contigerit: quamvis auctor certe scri- pserit sub Porphyrogenneta imperitante, ut patet ex eo quod num. 27 asserat, dictorum energumeni multos exsistere testes, et quod brevi post eventum fuerint sortita. Ex quo etiam infertur alium ab imperatore ipso esse narrationis auctorem: quod ex fine narrationis liquidius apparet : Custodi eum, qui pie ac mansuete nobis imperat, tuique adventus memoriam celebrat. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΒΑΣΙΛΕΙ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΡΩΜΑΙΩΝ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΥ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ἀπὸ διαφόρων ἀθροισθεῖσα ἱστοριῶν, περὶ τῆς πρὸς Αὔγαρον ἀποσταλείσης άχειρο ποιη- του θείας εἰκόνος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Καὶ ὡς Ἐδέσσης μετεκομίσθη πρὸς τὴν πανευδαί μονα ταύτην καὶ βασιλίδα τῶν πόλεων Κωνσταντινούπολιν. CONSTANTINI PORPHYROGENITI CHRISTI GRATIA ROMANORUM IMPERATORIS NARRATIO diversis ex historiis collecta de divina Christi Dei nostrı ımagine non manufacta ad Augarum missa; exque Edessa in beatissimam hanc augustamque urbem Constantinopolim translata (1). Α'. Οὐκ ἄρα μόνος αὐτὸς ἀκατάληπτος ἦν ὁ συν- αἴδιος τῷ Πατρὶ Θεὸς Λόγος, ἀλλὰ καὶ τὰ πλείω σχεδόν, ἢ καὶ πάντα τῶν ἔργων αὐτοῦ, τῷ αὐτῷ τῆς ἀκαταληψίας γνόφῳ περικαλύπτεται· οὐ μόνον ὅσα ὁ τὸ πᾶν τοῦτο δημιουργῶν ὑπεστήσατο, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐν τῷ δι' οἰκονομίαν προσλήμματι τοῦ ἡμε τέρου φυράματος ὁμιλήσας ἡμῖν, κατὰ τὴν πρώτην καὶ μίαν ἐκείνην ἐνήργει τῆς αὐτοῦ θεότητος δύνα - μιν. Καὶ χρὴ πάντως τὸν ἑαυτὸν μὴ ἀγνοοῦντα, καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτὸν μὴ εἰδέναι γινώσκοντα, μὴ εἰς τὰ ἄμετρα καυχάσθαι, μηδὲ κενεμβατεῖν ἀμαθῶς, καὶ ἢ πάντα εἰδέναι φιλονεικεῖν, ἢ μὴ εἶναι ἅπερ αὐτὸς οὐ κατείληφε. Τοίνυν καὶ περὶ τοῦ ἐκτυπώματος τῆς θεανδρικῆς τούτου μορφῆς, ὁ ἀγράπτως ἐνετυ- πώθη τῷ ὑπερφυεῖ τοῦ ὁρῶντος βουλήματι, ἧς τὸ hum omni major comprehensione erat : verum etiam ejus pleraque ſere, vel etiam omnia opera, cadem incomprehensionis caligine sunt contecta. Neque ea solum, quæ rerum hujus universitatis opificio condidit; sed et quæ assumpta dispensa- tionis munere nostræ concretionis massa, pro pri- ma illa ac singulari suæ deitatis potentia præsta- bat. Ac plane operæ pretium sit, ut qui se ipse non ignorat, ac scit se nescire quæ pro illius altiora sunt facultate, non in immensum glorietur, nec stolide per inane gradiatur, ac vel omnia se scire conten- dat, aut non esse quæ ejus vim comprehensionis effugiant. Ad hanc igitur expressam Dei Hominis formam quod attinet, quæ nullis coloribus nullo- que penicillo, ejus qui edidit admirabili voluntate, Β ὑποδεξάμενον ύφασμα, και τότε μὲν τῷ Αὐγάρῳ eo in linteo eluxit, quod tunc quidem ad Augarum ad sanitatem illi conciliandam missum, nunc au- tem ex Edessa ad augustam hanc urbem, singulari prorsus Dei indulgentia, ut ipsa incolumis tutaque ἀπεστάλη προς ἴασιν, νῦν δὲ ἐξ Εδέσσης πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ταύτην τῶν πόλεων οικονομία πάντως Θεοῦ, πρὸς σωτηρίαν αὐτῆς καὶ φυλακήν μετενήν. εκται, ὡς ἂν μηδενὸς τῶν καλῶν ἐνδεὴς δοκῇ, ἐν NOTÆ. niri docet in Annalibus. 1. Non solum ipse Patri coalernus Deus Ver- Α (1) Baronius et Surius hanc imaginem Romam translatam ibi asservari docent; Bzovius Genuæ inve-
PG 113:424ὅσοι οὖν τῶν περὶ τὴν πίστιν ὀρθῶν καὶ θερμοτέρων περὶ τὸν ζῆλον ἐνταῦθα συνεληλύθατε, δεῦτε ἀκούσατε καὶ διηγήσομαι ὑμῖν, ἅπερ τῇ δεούσῃ βασάνῳ ἕκαστα πολυπραγμονήσας καὶ οὐκ ἀταλαιπώρως περὶ τὴν τῆς ἀληθείας διαγενόμενος ζήτησιν, ἀπό τε τῶν ἱστορίας γραψάντων καὶ ἀπὸ τῶν ἐκεῖθεν ὡς ἡμᾶς ἐλθόντων, ἃ ὡς δι’ ἀπορρήτων τῇ μνήμῃ παρ’ αὐτοῖς διασώζεσθαι ἔλεγον, ἀκριβῶσαι ἐξίσχυσα. τοῦ κυρίου καὶ θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῇ τοῦ γένους ἡμῶν ἀνορθώσει πρὸς ἡμᾶς ἐκδημήσαντος, ἦν κατὰ τὴν τοῦ προφήτου φωνὴν πλῆθος εἰρήνης ἐπὶ τῆς γῆς καὶ τὸ πολύαρχον διεσκέδαστο, ὥσπερ ὑπὸ μιᾶς ζώνης τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς ἁπάσης διαζωσθείσης τῆς οἰκουμένης καὶ ὑφ’ ἑνὶ ταττομένης σημάντορι, καὶ διὰ τοῦτο πᾶσαι πάντων καὶ πρὸς πάντας ἐπιμιξίαι ἐγίνοντο ἀδεῶς καὶ οὐ μεμερισμένως τὴν γῆν οἰκεῖν ἐδόκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλ’ ὡς ἑνὸς δεσπότου κτῆμα τυγχάνουσαν ὡς καὶ ἑνὸς τὴν πᾶσαν οὖσαν δημιουργοῦ, τῷ πρώτῳ τὸν αὐχένα δοῦλον ὑποκλίναντες πρὸς ἀλλήλους εἰρήνευον.423 CONSTANTINI PORPHYROGENITI 424 vires deficerent, domi relictus fuerat. Itemque num. 27 ait, vaticinia energumeni brevi post eventum fuisse sortita. Hæc porro abunde ostendunt contradictionem in ea narratione inextricabilem inveniri, nisi dixerimus, in anno 6452 mendum cubare. Quod si asseruerimus, jam non sub Constantino ipso in:perium administrante per sese, sed sub patruo ejus Alexandro translatio contigerit: quamvis auctor certe scri- pserit sub Porphyrogenneta imperitante, ut patet ex eo quod num. 27 asserat, dictorum energumeni multos exsistere testes, et quod brevi post eventum fuerint sortita. Ex quo etiam infertur alium ab imperatore ipso esse narrationis auctorem: quod ex fine narrationis liquidius apparet : Custodi eum, qui pie ac mansuete nobis imperat, tuique adventus memoriam celebrat. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΒΑΣΙΛΕΙ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΡΩΜΑΙΩΝ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΥ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ἀπὸ διαφόρων ἀθροισθεῖσα ἱστοριῶν, περὶ τῆς πρὸς Αὔγαρον ἀποσταλείσης άχειρο ποιη- του θείας εἰκόνος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Καὶ ὡς Ἐδέσσης μετεκομίσθη πρὸς τὴν πανευδαί μονα ταύτην καὶ βασιλίδα τῶν πόλεων Κωνσταντινούπολιν. CONSTANTINI PORPHYROGENITI CHRISTI GRATIA ROMANORUM IMPERATORIS NARRATIO diversis ex historiis collecta de divina Christi Dei nostrı ımagine non manufacta ad Augarum missa; exque Edessa in beatissimam hanc augustamque urbem Constantinopolim translata (1). Α'. Οὐκ ἄρα μόνος αὐτὸς ἀκατάληπτος ἦν ὁ συν- αἴδιος τῷ Πατρὶ Θεὸς Λόγος, ἀλλὰ καὶ τὰ πλείω σχεδόν, ἢ καὶ πάντα τῶν ἔργων αὐτοῦ, τῷ αὐτῷ τῆς ἀκαταληψίας γνόφῳ περικαλύπτεται· οὐ μόνον ὅσα ὁ τὸ πᾶν τοῦτο δημιουργῶν ὑπεστήσατο, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐν τῷ δι' οἰκονομίαν προσλήμματι τοῦ ἡμε τέρου φυράματος ὁμιλήσας ἡμῖν, κατὰ τὴν πρώτην καὶ μίαν ἐκείνην ἐνήργει τῆς αὐτοῦ θεότητος δύνα - μιν. Καὶ χρὴ πάντως τὸν ἑαυτὸν μὴ ἀγνοοῦντα, καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτὸν μὴ εἰδέναι γινώσκοντα, μὴ εἰς τὰ ἄμετρα καυχάσθαι, μηδὲ κενεμβατεῖν ἀμαθῶς, καὶ ἢ πάντα εἰδέναι φιλονεικεῖν, ἢ μὴ εἶναι ἅπερ αὐτὸς οὐ κατείληφε. Τοίνυν καὶ περὶ τοῦ ἐκτυπώματος τῆς θεανδρικῆς τούτου μορφῆς, ὁ ἀγράπτως ἐνετυ- πώθη τῷ ὑπερφυεῖ τοῦ ὁρῶντος βουλήματι, ἧς τὸ hum omni major comprehensione erat : verum etiam ejus pleraque ſere, vel etiam omnia opera, cadem incomprehensionis caligine sunt contecta. Neque ea solum, quæ rerum hujus universitatis opificio condidit; sed et quæ assumpta dispensa- tionis munere nostræ concretionis massa, pro pri- ma illa ac singulari suæ deitatis potentia præsta- bat. Ac plane operæ pretium sit, ut qui se ipse non ignorat, ac scit se nescire quæ pro illius altiora sunt facultate, non in immensum glorietur, nec stolide per inane gradiatur, ac vel omnia se scire conten- dat, aut non esse quæ ejus vim comprehensionis effugiant. Ad hanc igitur expressam Dei Hominis formam quod attinet, quæ nullis coloribus nullo- que penicillo, ejus qui edidit admirabili voluntate, Β ὑποδεξάμενον ύφασμα, και τότε μὲν τῷ Αὐγάρῳ eo in linteo eluxit, quod tunc quidem ad Augarum ad sanitatem illi conciliandam missum, nunc au- tem ex Edessa ad augustam hanc urbem, singulari prorsus Dei indulgentia, ut ipsa incolumis tutaque ἀπεστάλη προς ἴασιν, νῦν δὲ ἐξ Εδέσσης πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ταύτην τῶν πόλεων οικονομία πάντως Θεοῦ, πρὸς σωτηρίαν αὐτῆς καὶ φυλακήν μετενήν. εκται, ὡς ἂν μηδενὸς τῶν καλῶν ἐνδεὴς δοκῇ, ἐν NOTÆ. niri docet in Annalibus. 1. Non solum ipse Patri coalernus Deus Ver- Α (1) Baronius et Surius hanc imaginem Romam translatam ibi asservari docent; Bzovius Genuæ inve-
διὸ καὶ ὁ τῆς Ἐδέσης τὸ τηνικαῦτα τοπάρχης Αὔγαρος τῷ τῆς Αἰγύπτου ἐξηγουμένῳ φίλος καὶ γνώριμος ἦν καὶ παρ’ ἀλλήλους οἱ ἑκατέρων ἐφοίτων διάκονοι. ὅθεν καὶ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καθ’ ὃν ὁ κύριος ἡμῶν καὶ θεὸς τὸ πατρικὸν βούλημα πληρῶν τὴν σωτήριον διδασκαλίαν τοῖς ἀνθρώποις προὐτίθετο καὶ διὰ τῶν ὑπερφυῶν καὶ παραδόξων θαυμάτων εἰς τὴν περὶ αὐτὸν πίστιν τοὺς ἀνθρώπους ἐπέστρεφε, συνέβη τῶν τοῦ Αὐγάρου ὑπηρετῶν τινα Ἀνανίαν ὀνομαζόμενον πρὸς τὴν Αἴγυπτον διὰ τῆς Παλαιστίνης ἰόντα, περιτυχεῖν καὶ θεάσασθαι πόρρωθεν τὸν Χριστὸν τὰ πλήθη τοῖς λόγοις τῆς πλάνης ἐξέλκοντα καὶ τὰ τῶν θαυμάτων ἐπιτελοῦντα παράδοξα. ὡς οὖν τὴν ἐπ’ Αἴγυπτον πορείαν διήνυσε καὶ περὶ ὧν ἐπετέτραπτο διαλαβὼν ἀνθυπέστρεφεν, ἐπεὶ τὸν κύριον αὐτοῦ καὶ ἀρθρίτιδι χρονίῳ τυραννούμενον ᾔδει καὶ μελαίνῃ λέπρᾳ ἐκδαπανώμενον καὶ διπλῆν συμφοράν, μᾶλλον δὲ πολλαπλῆν τὴν νόσον ποιούμενον·423 CONSTANTINI PORPHYROGENITI 424 vires deficerent, domi relictus fuerat. Itemque num. 27 ait, vaticinia energumeni brevi post eventum fuisse sortita. Hæc porro abunde ostendunt contradictionem in ea narratione inextricabilem inveniri, nisi dixerimus, in anno 6452 mendum cubare. Quod si asseruerimus, jam non sub Constantino ipso in:perium administrante per sese, sed sub patruo ejus Alexandro translatio contigerit: quamvis auctor certe scri- pserit sub Porphyrogenneta imperitante, ut patet ex eo quod num. 27 asserat, dictorum energumeni multos exsistere testes, et quod brevi post eventum fuerint sortita. Ex quo etiam infertur alium ab imperatore ipso esse narrationis auctorem: quod ex fine narrationis liquidius apparet : Custodi eum, qui pie ac mansuete nobis imperat, tuique adventus memoriam celebrat. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΒΑΣΙΛΕΙ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΡΩΜΑΙΩΝ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΥ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ἀπὸ διαφόρων ἀθροισθεῖσα ἱστοριῶν, περὶ τῆς πρὸς Αὔγαρον ἀποσταλείσης άχειρο ποιη- του θείας εἰκόνος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Καὶ ὡς Ἐδέσσης μετεκομίσθη πρὸς τὴν πανευδαί μονα ταύτην καὶ βασιλίδα τῶν πόλεων Κωνσταντινούπολιν. CONSTANTINI PORPHYROGENITI CHRISTI GRATIA ROMANORUM IMPERATORIS NARRATIO diversis ex historiis collecta de divina Christi Dei nostrı ımagine non manufacta ad Augarum missa; exque Edessa in beatissimam hanc augustamque urbem Constantinopolim translata (1). Α'. Οὐκ ἄρα μόνος αὐτὸς ἀκατάληπτος ἦν ὁ συν- αἴδιος τῷ Πατρὶ Θεὸς Λόγος, ἀλλὰ καὶ τὰ πλείω σχεδόν, ἢ καὶ πάντα τῶν ἔργων αὐτοῦ, τῷ αὐτῷ τῆς ἀκαταληψίας γνόφῳ περικαλύπτεται· οὐ μόνον ὅσα ὁ τὸ πᾶν τοῦτο δημιουργῶν ὑπεστήσατο, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐν τῷ δι' οἰκονομίαν προσλήμματι τοῦ ἡμε τέρου φυράματος ὁμιλήσας ἡμῖν, κατὰ τὴν πρώτην καὶ μίαν ἐκείνην ἐνήργει τῆς αὐτοῦ θεότητος δύνα - μιν. Καὶ χρὴ πάντως τὸν ἑαυτὸν μὴ ἀγνοοῦντα, καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτὸν μὴ εἰδέναι γινώσκοντα, μὴ εἰς τὰ ἄμετρα καυχάσθαι, μηδὲ κενεμβατεῖν ἀμαθῶς, καὶ ἢ πάντα εἰδέναι φιλονεικεῖν, ἢ μὴ εἶναι ἅπερ αὐτὸς οὐ κατείληφε. Τοίνυν καὶ περὶ τοῦ ἐκτυπώματος τῆς θεανδρικῆς τούτου μορφῆς, ὁ ἀγράπτως ἐνετυ- πώθη τῷ ὑπερφυεῖ τοῦ ὁρῶντος βουλήματι, ἧς τὸ hum omni major comprehensione erat : verum etiam ejus pleraque ſere, vel etiam omnia opera, cadem incomprehensionis caligine sunt contecta. Neque ea solum, quæ rerum hujus universitatis opificio condidit; sed et quæ assumpta dispensa- tionis munere nostræ concretionis massa, pro pri- ma illa ac singulari suæ deitatis potentia præsta- bat. Ac plane operæ pretium sit, ut qui se ipse non ignorat, ac scit se nescire quæ pro illius altiora sunt facultate, non in immensum glorietur, nec stolide per inane gradiatur, ac vel omnia se scire conten- dat, aut non esse quæ ejus vim comprehensionis effugiant. Ad hanc igitur expressam Dei Hominis formam quod attinet, quæ nullis coloribus nullo- que penicillo, ejus qui edidit admirabili voluntate, Β ὑποδεξάμενον ύφασμα, και τότε μὲν τῷ Αὐγάρῳ eo in linteo eluxit, quod tunc quidem ad Augarum ad sanitatem illi conciliandam missum, nunc au- tem ex Edessa ad augustam hanc urbem, singulari prorsus Dei indulgentia, ut ipsa incolumis tutaque ἀπεστάλη προς ἴασιν, νῦν δὲ ἐξ Εδέσσης πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ταύτην τῶν πόλεων οικονομία πάντως Θεοῦ, πρὸς σωτηρίαν αὐτῆς καὶ φυλακήν μετενήν. εκται, ὡς ἂν μηδενὸς τῶν καλῶν ἐνδεὴς δοκῇ, ἐν NOTÆ. niri docet in Annalibus. 1. Non solum ipse Patri coalernus Deus Ver- Α (1) Baronius et Surius hanc imaginem Romam translatam ibi asservari docent; Bzovius Genuæ inve-
PG 113:425ὃς καὶ ταῖς ἀπὸ τῶν ἄρθρων ὀδύναις συνείχετο καὶ τοῖς τῆς λέπρας ἐταλαιπώρει κακοῖς, προσῆν δὲ καὶ ἡ τῆς ἀμορφίας αἰσχύνη, δι’ ἣν οὐδὲ θεατὸς τοῖς ἀνθρώποις σχεδὸν ἦν, ἀλλ’ οὐδὲ μόνον κλινήρης τὰ πολλὰ διετέλει, ἀλλὰ καὶ τοὺς κατ’ ἐπίσκεψιν ἐρχομένους τῶν φίλων ὑπ’ αἰσχύνης ἐναπεκρύπτετο· διὰ τοῦτο πάλιν ἐν τῷ ὑποστρέφειν ἀκριβέστερον περὶ τῶν αὐτῶν διαγνῶναι ἐσπούδασεν, ἵν’ ἔχοι βεβαίως ἀπαγγεῖλαι τῷ κυρίῳ αὐτοῦ, ὡς ἂν ἴσως κἀκεῖνος τῆς δι’ αὐτοῦ ἰατρείας ἀξιωθῇ. εὗρεν οὖν πάλιν τὸν κύριον ἐπὶ τῶν αὐτῶν νεκροὺς ἀνιστῶντα, τυφλοῖς τὸ βλέπειν δωρούμενον, χωλοὺς ἀρτίους δεικνῦντα καὶ πάντας τοὺς ὁτιοῦν ἀσθενοῦντας ῥωννύοντα. ὡς οὖν ἐπιστώθη καὶ ἔγνω ταῦτα φανερῶς ὑπὸ τοῦ κυρίου τελούμενα, τῷ Αὐγάρῳ ὑποστρέψας ἐγνώρισε καὶ διὰ πλειόνων ἅτε εἶδεν ἅτε ἤκουσεν ἀνεδίδαξεν. ὅθεν ὡς μεῖζον τοῦ ἔργου τὸ πάρεργον παρεμπορευσάμενος καὶ ὡς εὐαγγελίων αὐτῷ καταγγελεὺς δεξιῶν τῆς προσηκούσης ἀποδοχῆς κατηξίωτο καὶ τῶν εὐνουστάτων εἷς ἐγνωρίζετο.425 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. 426 πᾶσιν ὀφείλουσαν πάντων κρατεῖν. Οἶμαι δεῖν τὸν A consistal, translatum est; quo scilicet eorum qu εὐσεβῆ καὶ δίκαιον ἀκροατήν τε καὶ θεατὴν, τὴν ἱστορίαν μὲν τῶν καθ' ἕκαστα ἀκριβῶς μαθεῖν καὶ τῆς ἀρχαιολογίας ἐλθεῖν ἀπαραποίητον τὴν γνῶσιν λαβεῖν. Τὴν δὲ αἰτίαν τοῦ, πῶς ἐξ ἐκμάδος ὑγρᾶς δίχα χρωμάτων καὶ τέχνης τῆς γραφικῆς ἐναπε μορ- φώθη τὸ τοῦ προσώπου ἐν τῷ ἐκ λίνου ὑφάσματι · καὶ πῶς τὸ ἐξ ὕλης οὕτως εὐφθάρτου, τῷ χρόνῳ διαφθορὰν οὐκ ἐδέξατο· καὶ ὅσα ἄλλα ὁ φυσικῶς δῆθεν ἐπιβάλλων τοῖς πράγμασιν, ἐπιστημόνως διερευνάν εἴωθε, τῷ ἀνεφίκτῳ τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας παρα- χωρεῖν εἰδὼς, ὡς εἴ τις πάντα φιλονεικήσῃ τῷ νῷ διαλαβεῖν ἀκριβῶς, εἰς τὴν παντελῆ ἀγνωσίαν ὠσθείς, καὶ εἰς ἄβυσσον ἀκαταληψίας ἀποπεσών, κινδυ νεύσει περὶ τὰ καίρια, ζημιωθεὶς τὰ μεγάλα, ἵνα μὴ δοξη (2) τὰ μικρὰ συγχωρεῖν. Ὅσοι οὖν τῶν περὶ Β τὴν πίστιν ὀρθῶν, καὶ θερμοτέρων περὶ τὸν ζῆλον ἐνταῦθα συνεληλύθατε, Δεῦτε, ἀκούσατε, καὶ διηγή σομαι ὑμῖν, ἅπερ τῇ δεούσῃ βασάνω ἕκαστα πολυ πραγμονήσας, καὶ οὐκ ἀταλαιπώρως περὶ τὴν τῆς ἀληθείας διαγενόμενος ζήτησιν, ἀπό τε τῶν ἱστορίας γραψάντων, καὶ ἀπὸ τῶν ἐκεῖθεν εἰς ἡμᾶς ἐλθόντων. "Α ὡς δι' ἀποῤῥήτων τῇ μνήμῃ παρ' αὐτοῖς διασώ ζεσθαι ἔλεγον, ἀκριβῶσαι ἐξίσχυσα. pulchra sunt ac praclara, nullo deficiatur, quam in omnibus dominari primasque obtinere condeceat; operæ pretiuni existimo, ut religiosus ac justi tenax auditor spectatorque, singularum rerum historianı diligenter condiscat, et ut antiqua narrationis sin- ceram omnique fuco vacantem cognitionem acci- pere studeat causam autem cur ex humenti gutta, nullo colorum pigmento et artis pictura, impressa fuit in linteo vultus forma ; quaque ni- bilominus ratione fragilis adeo materia tanto tem- pore nulli ſuit interitioni labique obnoxia; ac quæ- cuuque denique alia, quisquis res naturaliter ag- greditur, diligenter scrutari solet, Dei sapientiæ relinquat, quam nemo satis assequi queat : qui nimirum sciat, si quis omnia mentis acie perfecte complecti counitatur, fore ut ignorantiæ omnis mersus barathro, abyssoque incomprehensionis obrutus ac stuporis,eorum quæ principaliora sunt no- mine jacturam patiatur, ne in his quæ sunt minora videatur aliquid concedere. Quotquot igitur £de recti zeloque ferventiores huc convenistis, Veniče, audite, et narrabo vobis ea quæ convenienti exami- ne singula quæque scrutanti, nec sine labore in veritate inquirenda versato, tam ex iis qui historiarum monumenta scripserunt, quain qui illinc ac Syriæ partibus ad nos accesserunt, cum apud ipsos arcana hæc memoria exstare profiterentur, nancisci demum licuit ac doceri. . C II. Cum Dominus et Deus ac Salvator noster Je- sus Christus, ad genus nostrum erigendum ad nos venisset, erat juxta prophetæ vocem abundantia pacis in terra, dissipatusque erat plurium princi- patus, cum imperium Romanum totum late orbem velut zona una constringeret, unusque gubernator ac rector subjecta quæque teneret. Ideo erat oni- nium vicissim libera congressio, sicque homines sibi terram colere videbantur, ut non divise, sed tanquam unius rem domini ac possessionem cole- rent, quippe cum etiam uno ipso auctore condita esset primoque servorum cervicem inclinantes, inter se pacem agitabant. Quamobrem etiam Edes- sæ id temporis regulus Augarus, cum Ægypti præ- tori amicus notusque esset, eorum utrinque mi- nistri confluebant. Quocirca etiam quo tempore Dominus noster ac Deus Paternam implens volun- tatem, salutarem hominibus proponebat doctri- nam, eximiisque ac stupendis miraculis in suana Β. Τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπὶ τῇ τοῦ γένους ἡμῶν ἀνορθώσει πρὸς ἡμᾶς ἐκδημήσαντος, ἦν κατὰ τοῦ προφήτου φωνὴν, πλῆθος εἰρήνης ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ τὸ πολύαρ. χον διεσκέδαστο, ὥσπερ ὑπό μιας ζώνης, της Ρω- μαίων ἀρχῆς, ἀπάσης διαζωσθείσης τῆς οἰκουμένης, καὶ ὑφ᾽ ἑνὶ ταττομένης σημάντορι. Καὶ διὰ τοῦτο πᾶσαι πάντων καὶ πρὸς πάντας ἐπιμιξίαι ἐγίνοντο ἀδεῶς, καὶ οὐ μεμερισμένως τὴν γῆν οἰκεῖν ἐδόκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλ' ὡς ἑνὸς Δεσπότου κτῆμα τυγχά νουσαν, ὡς καὶ ἑνὸς τὴν πᾶσαν οὖσαν δημιουργοῦ, τῷ πρώτῳ τὸν αὐχένα δούλῳ ὑποκλίναντες, πρὸς ἀλλήλους εἰρήνευσαν. Διὸ καὶ ὁ τῆς Ἐδέσσης τὸ τηνικαῦτα τοπάρχης Αὔγαρος, τῷ τῆς Αἰγύπτου ἐξηγουμένῳ φίλος καὶ γνώριμος ἦν· καὶ γὰρ ἀλλή λοι; οἱ ἑκατέρων ἐφοίτων διάκονοι. Οθεν καὶ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καθ᾽ ἂν ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεὸς τὸ Πατρικὴν βούλημα πληρῶν, τὴν σωτήριον διδα σκαλίαν τοῖς ἀνθρώποις προτίθετο, καὶ διὰ τῶν ὑπερφυῶν, καὶ παραδόξων θαυμάτων εἰς τὴν περὶ D fidem hominum corda cogebat, accidit, ut Augari αὐτὸν πίστιν τοὺς ἀνθρώπους ἐπέστρεφε, συνέβη τῶν τοῦ Αὐγάρου ὑπηρετῶν τινα Ανανίαν ὀνομαζό- μενον, πρὸς τὴν Αἴγυπτον διὰ τῆς Παλαιστίνης ἰόντα περιτυχεῖν, καὶ πόῤῥωθεν θεάσασθαι τὸν Χριστὸν, τὰ πλήθη τοῖς λόγοις τῆς πλάνης ἐξέλκοντα, καὶ τὰ τῶν θαυμάτων ἐπιτελοῦντα παράδοξα. Ὡς οὖν τὴν ἐπ' Αίγυπτον πορείαν διήνυσε, καὶ περὶ ὧν ἐπετέ- τραπτο διαλαβών, ἀνθυπέστρεφεν ἐπὶ τὸν Κύριον ministrorum quidam Ananias nomine, dum in Ægyptum per Palestinam iter haberet, in Christum incideret, eumque eminus doctrinæ vi ab errore turbas revocantem, ac insolita omnique ſide majo- ra miracula patrantem conspiceret. Postquam ergo iter in Ægyptum confecerat, iisque perfunctus quæ in mandatis acceperat, ad herum reverteba- tur. Cum longa cum morbi articularis tabe exe ΝΟΤΑ. emendavimus, cum certo hujusmodi essent. PATROL. GR. CXIII. 14 (2) Polius doxñ. Quæ hic notamus, sphalmata videntur typographica, quorum tamen nonnulla ipsi
PG 113:426καὶ ἐπεὶ τὸ κάμνον ἀεὶ ὡς ἅρπαγμα ποιεῖται τὴν ἐπαγγελίαν τῆς ἰατρείας καὶ τῆς ἐλπίδος περισαινούσης τὸν ἄνθρωπον σπουδαίως περὶ τὴν θήραν τοῦ μηνυθέντος πείθει ὁρμᾶν, καὶ ὁ Αὔγαρος πρὸς τὸ διὰ γραφῆς μετακαλέσασθαι διανέστη τὸν ἰᾶσθαι τὰ τοιαῦτα λεγόμενον δύνασθαι καὶ παραχρῆμα τὴν πανταχοῦ περιφερομένην ταύτην ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κύριον ἔγραψεν οὑτωσὶ περιέχουσαν· Αὔγαρος τοπάρχης Ἐδέσης Ἰησοῦ σωτῆρι ἀναφανέντι ἀγαθῷ ἰατρῷ ἐν πόλει Ἱεροσολύμων χαίρειν. ἤκουσταί μοι τὰ περὶ σοῦ καὶ τῶν σῶν ἰαμάτων, ὡς ἄνευ φαρμάκων καὶ βοτανῶν ὑπὸ σοῦ γινομένων. ὡς λόγος, τυφλοὺς ἀναβλέπειν ποιεῖς, χωλοὺς περιπατεῖν, λεπροὺς καθαρίζεις καὶ ἀκάθαρτα πνεύματα καὶ δαίμονας ἐλαύνεις καὶ τοὺς ἐν μακρονοσίᾳ βασανιζομένους θεραπεύεις καὶ νεκροὺς ἐγείρεις. καὶ ταῦτα πάντα ἀκούσας περὶ σοῦ, κατὰ νοῦν ἐθέμην τὸ ἕτερον τῶν δύο, ἢ ὅτι σὺ εἶ ὁ θεὸς καὶ καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ ποιεῖς ταῦτα ἢ ὅτι υἱὸς εἶ τοῦ θεοῦ ποιῶν ταῦτα. διὰ τοῦτο τοίνυν γράψας ἐδεήθην σου σκυλῆναι καὶ ἐλθεῖν πρός με καὶ τὸ πάθος ὃ ἔχω θεραπεῦσαι. καὶ γὰρ ἤκουσα, ὅτι καὶ Ἰουδαῖοι καταγογγύζουσί σου καὶ βούλονται κακῶσαί σε.425 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. 426 πᾶσιν ὀφείλουσαν πάντων κρατεῖν. Οἶμαι δεῖν τὸν A consistal, translatum est; quo scilicet eorum qu εὐσεβῆ καὶ δίκαιον ἀκροατήν τε καὶ θεατὴν, τὴν ἱστορίαν μὲν τῶν καθ' ἕκαστα ἀκριβῶς μαθεῖν καὶ τῆς ἀρχαιολογίας ἐλθεῖν ἀπαραποίητον τὴν γνῶσιν λαβεῖν. Τὴν δὲ αἰτίαν τοῦ, πῶς ἐξ ἐκμάδος ὑγρᾶς δίχα χρωμάτων καὶ τέχνης τῆς γραφικῆς ἐναπε μορ- φώθη τὸ τοῦ προσώπου ἐν τῷ ἐκ λίνου ὑφάσματι · καὶ πῶς τὸ ἐξ ὕλης οὕτως εὐφθάρτου, τῷ χρόνῳ διαφθορὰν οὐκ ἐδέξατο· καὶ ὅσα ἄλλα ὁ φυσικῶς δῆθεν ἐπιβάλλων τοῖς πράγμασιν, ἐπιστημόνως διερευνάν εἴωθε, τῷ ἀνεφίκτῳ τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας παρα- χωρεῖν εἰδὼς, ὡς εἴ τις πάντα φιλονεικήσῃ τῷ νῷ διαλαβεῖν ἀκριβῶς, εἰς τὴν παντελῆ ἀγνωσίαν ὠσθείς, καὶ εἰς ἄβυσσον ἀκαταληψίας ἀποπεσών, κινδυ νεύσει περὶ τὰ καίρια, ζημιωθεὶς τὰ μεγάλα, ἵνα μὴ δοξη (2) τὰ μικρὰ συγχωρεῖν. Ὅσοι οὖν τῶν περὶ Β τὴν πίστιν ὀρθῶν, καὶ θερμοτέρων περὶ τὸν ζῆλον ἐνταῦθα συνεληλύθατε, Δεῦτε, ἀκούσατε, καὶ διηγή σομαι ὑμῖν, ἅπερ τῇ δεούσῃ βασάνω ἕκαστα πολυ πραγμονήσας, καὶ οὐκ ἀταλαιπώρως περὶ τὴν τῆς ἀληθείας διαγενόμενος ζήτησιν, ἀπό τε τῶν ἱστορίας γραψάντων, καὶ ἀπὸ τῶν ἐκεῖθεν εἰς ἡμᾶς ἐλθόντων. "Α ὡς δι' ἀποῤῥήτων τῇ μνήμῃ παρ' αὐτοῖς διασώ ζεσθαι ἔλεγον, ἀκριβῶσαι ἐξίσχυσα. pulchra sunt ac praclara, nullo deficiatur, quam in omnibus dominari primasque obtinere condeceat; operæ pretiuni existimo, ut religiosus ac justi tenax auditor spectatorque, singularum rerum historianı diligenter condiscat, et ut antiqua narrationis sin- ceram omnique fuco vacantem cognitionem acci- pere studeat causam autem cur ex humenti gutta, nullo colorum pigmento et artis pictura, impressa fuit in linteo vultus forma ; quaque ni- bilominus ratione fragilis adeo materia tanto tem- pore nulli ſuit interitioni labique obnoxia; ac quæ- cuuque denique alia, quisquis res naturaliter ag- greditur, diligenter scrutari solet, Dei sapientiæ relinquat, quam nemo satis assequi queat : qui nimirum sciat, si quis omnia mentis acie perfecte complecti counitatur, fore ut ignorantiæ omnis mersus barathro, abyssoque incomprehensionis obrutus ac stuporis,eorum quæ principaliora sunt no- mine jacturam patiatur, ne in his quæ sunt minora videatur aliquid concedere. Quotquot igitur £de recti zeloque ferventiores huc convenistis, Veniče, audite, et narrabo vobis ea quæ convenienti exami- ne singula quæque scrutanti, nec sine labore in veritate inquirenda versato, tam ex iis qui historiarum monumenta scripserunt, quain qui illinc ac Syriæ partibus ad nos accesserunt, cum apud ipsos arcana hæc memoria exstare profiterentur, nancisci demum licuit ac doceri. . C II. Cum Dominus et Deus ac Salvator noster Je- sus Christus, ad genus nostrum erigendum ad nos venisset, erat juxta prophetæ vocem abundantia pacis in terra, dissipatusque erat plurium princi- patus, cum imperium Romanum totum late orbem velut zona una constringeret, unusque gubernator ac rector subjecta quæque teneret. Ideo erat oni- nium vicissim libera congressio, sicque homines sibi terram colere videbantur, ut non divise, sed tanquam unius rem domini ac possessionem cole- rent, quippe cum etiam uno ipso auctore condita esset primoque servorum cervicem inclinantes, inter se pacem agitabant. Quamobrem etiam Edes- sæ id temporis regulus Augarus, cum Ægypti præ- tori amicus notusque esset, eorum utrinque mi- nistri confluebant. Quocirca etiam quo tempore Dominus noster ac Deus Paternam implens volun- tatem, salutarem hominibus proponebat doctri- nam, eximiisque ac stupendis miraculis in suana Β. Τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπὶ τῇ τοῦ γένους ἡμῶν ἀνορθώσει πρὸς ἡμᾶς ἐκδημήσαντος, ἦν κατὰ τοῦ προφήτου φωνὴν, πλῆθος εἰρήνης ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ τὸ πολύαρ. χον διεσκέδαστο, ὥσπερ ὑπό μιας ζώνης, της Ρω- μαίων ἀρχῆς, ἀπάσης διαζωσθείσης τῆς οἰκουμένης, καὶ ὑφ᾽ ἑνὶ ταττομένης σημάντορι. Καὶ διὰ τοῦτο πᾶσαι πάντων καὶ πρὸς πάντας ἐπιμιξίαι ἐγίνοντο ἀδεῶς, καὶ οὐ μεμερισμένως τὴν γῆν οἰκεῖν ἐδόκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλ' ὡς ἑνὸς Δεσπότου κτῆμα τυγχά νουσαν, ὡς καὶ ἑνὸς τὴν πᾶσαν οὖσαν δημιουργοῦ, τῷ πρώτῳ τὸν αὐχένα δούλῳ ὑποκλίναντες, πρὸς ἀλλήλους εἰρήνευσαν. Διὸ καὶ ὁ τῆς Ἐδέσσης τὸ τηνικαῦτα τοπάρχης Αὔγαρος, τῷ τῆς Αἰγύπτου ἐξηγουμένῳ φίλος καὶ γνώριμος ἦν· καὶ γὰρ ἀλλή λοι; οἱ ἑκατέρων ἐφοίτων διάκονοι. Οθεν καὶ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καθ᾽ ἂν ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεὸς τὸ Πατρικὴν βούλημα πληρῶν, τὴν σωτήριον διδα σκαλίαν τοῖς ἀνθρώποις προτίθετο, καὶ διὰ τῶν ὑπερφυῶν, καὶ παραδόξων θαυμάτων εἰς τὴν περὶ D fidem hominum corda cogebat, accidit, ut Augari αὐτὸν πίστιν τοὺς ἀνθρώπους ἐπέστρεφε, συνέβη τῶν τοῦ Αὐγάρου ὑπηρετῶν τινα Ανανίαν ὀνομαζό- μενον, πρὸς τὴν Αἴγυπτον διὰ τῆς Παλαιστίνης ἰόντα περιτυχεῖν, καὶ πόῤῥωθεν θεάσασθαι τὸν Χριστὸν, τὰ πλήθη τοῖς λόγοις τῆς πλάνης ἐξέλκοντα, καὶ τὰ τῶν θαυμάτων ἐπιτελοῦντα παράδοξα. Ὡς οὖν τὴν ἐπ' Αίγυπτον πορείαν διήνυσε, καὶ περὶ ὧν ἐπετέ- τραπτο διαλαβών, ἀνθυπέστρεφεν ἐπὶ τὸν Κύριον ministrorum quidam Ananias nomine, dum in Ægyptum per Palestinam iter haberet, in Christum incideret, eumque eminus doctrinæ vi ab errore turbas revocantem, ac insolita omnique ſide majo- ra miracula patrantem conspiceret. Postquam ergo iter in Ægyptum confecerat, iisque perfunctus quæ in mandatis acceperat, ad herum reverteba- tur. Cum longa cum morbi articularis tabe exe ΝΟΤΑ. emendavimus, cum certo hujusmodi essent. PATROL. GR. CXIII. 14 (2) Polius doxñ. Quæ hic notamus, sphalmata videntur typographica, quorum tamen nonnulla ipsi
PG 113:427πόλις δὲ σμικροτάτη μοί ἐστι καὶ σεμνή, ἥτις ἐξαρκέσει ἀμφοτέροις ἡμῖν τοῦ κατοικεῖν ἐν εἰρήνῃ ἐν αὐτῇ. Ἐπεὶ οὖν ὁ Ἀνανίας τῆς τε πρὸς τὸν κύριον αὐτοῦ εὐνοίας σαφῆ παρεῖχε τεκμήρια καὶ τῆς ὁδοῦ ἐτύγχανεν ἔμπειρος καὶ τὴν γραφικὴν τέχνην ἠπίστατο, δι’ αὐτοῦ τὴν τοιαύτην ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Ἰησοῦν ἐξαπέστειλεν ἐπισκήψας αὐτῷ, ὡς εἰ μὴ δυνηθείη πεῖσαι διὰ τοῦ γράμματος πρὸς αὐτὸν ἐλθεῖν τὸν Χριστόν, κἂν τὸ ὁμοίωμα τῆς μορφῆς αὐτοῦ μεταγραψάμενος ἀκριβῶς ἀγαγεῖν πρὸς αὐτόν, ἵν’ ὡς ἐν σκιᾷ γοῦν διδαχθείη μὴ δι’ ἀκοῆς μόνον ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ὄψεως, οἷός ἐστιν ὁ τῶν μεγάλων τούτων τεραστίων δημιουργός. καὶ δὴ τὴν Ἰουδαίαν καταλαβὼν ὁ ἀποσταλεὶς εὗρε τὸν Χριστὸν ἐν ὑπαίθρῳ τῷ συρρεύσαντι δήμῳ διαλεγόμενον καὶ τερατουργοῦντα τὰ τῶν θαυμάτων ἐξαίσια.427 CONSTANTINI PORPHYROGENITI - cruciari, ac nigra lepra absumi intellexisset, du- Α αὐτοῦ, καὶ ἀρθρίτιδι χρονίῳ τυραννούμενον ᾔδει, plicique affligi calamitate, seu potius multiplici ægritudine divexari, quod et articulorum doloribus teneretur, et lepræ malis miserabilem vitam age- ret. Accedebat et deforinitatis pudor, cujus gratia ne vix quídem se in conspectu dabat; ac nedum lecto plerumque affixus desidebat, sed et invisenti- bus amicis præsentiam sui studio subducebat. Id- circo rursus cum essel reversurus, majori rem diligentia exquirit, quo certius hero nuntiet, ne et ille ejus forte curari medicina valeat. In iisdem Igitur rursus Dominum offendit, nempe mortuos suscitantem, cæcos lucis usura donantem, claudis præstantem ut recta incederent: omnes denique quavis laborantes ægritudine, ad sanitatem robur- que traducentem. καὶ μελαίνῃ λέπρα ἐκδαπανώμενον, καὶ διπλῆν συμ- φοράν, μᾶλλον δὲ πολλαπλῆν τὴν νόσον πονούμενον, οἷς καὶ ταῖς ἀπὸ τῶν ἄρθρων ἐδύναις συνείχετο, καὶ τοῖς (3) τῆς λέπρας εταλαιπώρει κακοῖς. Προσῆν δὲ καὶ ἡ τῆς ἀμορφίας αἰσχύνη, δι' ἣν οὐδὲ θεατὸς τοῖς ἀνθρώποις σχεδὸν ἦν. Αλλ' οὐδὲ μόνον κλινήρης τὰ πολλὰ διετέλει, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπισκέψειν ἐρχομέν νους τῶν φίλων ὑπ᾽ αἰσχύνης ἐναπεκρύπτετο. Διὰ τοῦτο πάλιν ἐν τῷ ὑποστρέφειν, ἀκριβέστερον περί τῶν αὐτῶν διαγνῶναι ἐσπούδασεν, ἵν᾿ ἔχοι βεβαίως ἐπαγγεῖλαι τῷ κυρίῳ αὐτοῦ, ὡς ἂν ἴσως κἀκεῖνος τῆς δι' αὐτοῦ ἰατρείας ἀξιωθῇ. Εὗρεν οὖν πάλιν τὸν Κύριον ἐπὶ τῶν αὐτῶν, νεκροὺς ἀνιστῶντα, τυφλοίς τὸ βλέπειν δωρούμενον, χωλοὺς ἀρτίου; δεικνύντα, Β καὶ πάντας τοὺς ὁτιοῦν ἀσθενοῦντας ῥωννύοντα. III. Certior ergo factus perspectoque, hæc palam Domini virtutum esse opera, ut patriam domum- que se recepit, Augaro nuntiavit, ac pluribus quæ viderat omnia ac audierat, indicavit. Quocirca velut majus quid ipso negotii capite per ejus occa- ¯sionem nactus, bonusque ac lætus hero adveniens nuntius, humanissime accipitur, inter servos longe benevolentissimos habitus. Quandoque ægra ali- quis afflictaque valetudine, quidquid audiat, actu- tumn semper rapit : exstimulante nuntio ac spe incitante, in rem Augarus venandam sibique au- cupandam cito citius incumbit, atque ad se talium auctorem sanitatum datis litteris accersit : nec mo- ‹ra, celebri ſama ubique vulgatam illam Domino epistolam, in hac fere se verba habentem, scri- C τὸν Κύριον ἔγραψεν, ούτωσι περιέχουσαν· · bit: Γ'. Ὡς οὖν ἐπιστώθη, καὶ ἔγνω ταῦτα φανερῶς ὑπὸ τοῦ Κυρίου τελούμενα, τῷ Αὐγάρῳ ὑποστρέψας ἐγνώρισε, καὶ διὰ πλειόνων & τε εἶδεν ἄ τε ήκουσεν ἀνεδίδαξεν. "Οθεν ὡς μεῖζον τοῦ ἔργου τὸ πάρ- εργον παρεμπορευσάμενος, καὶ ὡς εὐαγγελίων αὐτῷ καταγγελεὺς δεξιῶν, τῆς προσηκούσης ἀποδοχῆς κατηξίωτο, καὶ τῶν εὐνουστάτων εἷς ἐγνωρίζετο. Καὶ ἐπεὶ τὸ κάμνον ἀεὶ ὡς ἁρπαγμα ποιεῖται τὴν ἐπαγγελίαν, τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἐλπίδος περίσα:- νούσης τὸν ἄνθρωπον, σπουδαίως περὶ τὴν θήραν τοῦ μνησθέντος πείθει ὁρμᾶν. Καὶ ὁ Αὔγαρος πρὸς τῷ διὰ γραφῆς μετακαλέσασθαι διανέστη τὸν ἰᾶσθαι τὰ τοιαῦτα λεγόμενον δύνασθαι. Καὶ παραχρῆμα τὴν πανταχοῦ περιφερομένην ταύτην ἐπιστολὴν πρὸς IV. Augarus Edessa princeps, Jesu Salvatori, qui bonus Hierosolymis medicus apparuit, salutem. Nuntiatum est mihi de te, et de curationibus, quas absque medicamentis et herbis operaris. Fama enim est, cacis visum, claudis gressum abs te restitui, leprosos mundari, damonas et immundos spiritus expelli, diuturnis morbis oppressos sanari, mortuos ~denique suscitari. Quæ cum omnia de te audirem, ssic in animum meum induxi: aut revera Deum esse, qui e cœlo delapsus hæc efficias, aut certe Dei Filium. Proinde ad te scripsi, orans ut nos invisere, mor- bumque nostrum sanare non graveris. Audio enim Judaos tibi obtrectare, et insidias in caput tuum struere. Est mihi civitas, parva quidem illa, sed ornata, quæ nostrum utrique, ut tranquille in ea degamus, sufficial. D Δ'. Αὔγαρος τοπάρχης Εδέσσης (4), Ἰησοῦ Σωτῆρι ἀναφανέντι ἀγαθῷ ἰατρῷ ἐν πόλει ῾Ιερο- σολύμων, χαίρειν. "Ηκουσταί μοι τὰ περὶ σοῦ, καὶ τῶν σῶν ἱαμάτων, ὡς ἄνευ φαρμάκων καὶ βοτανῶν ὑπὸ σοῦ γινομένων. ὡς γὰρ ὁ λόγος, τυφλοὺς ἀναβλέπειν ποιεῖς, χωλοὺς περιπατεῖν, λεπρούς καθαρίζεις, καὶ ἀκάθαρτα πνεύματα καὶ δαίμονας ἀπελαύνεις, καὶ τοὺς ἐν μακρινοσία βασανιζομένους θεραπεύεις, καὶ νεκροὺς ἐγείρεις. Καὶ ταῦτα πάντα ἀκούσας περὶ σοῦ, κατὰ νοῦν ἐθέμην τὸ ἕτερον τῶν δύο ἢ ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός, καὶ καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ ποιεῖς ταῦτα, ἢ ὅτι Υιός εἶ τοῦ Θεοῦ ποιῶν ταῦτα. Διὰ τοῦτο τοίνυν γρά- ψας, ἐδεήθην σου σκυλῆναι, καὶ ἐλθεῖν πρός με, καὶ τὸ πάθος δ ἔχω θεραπεῦσαι. Καὶ γὰρ ἤκουσα, ὅτι καὶ Ἰουδαῖοι καταγογγύζουσί σου, • καὶ βούλονται κακῶσαί σε. Πόλις δὲ σμικροτάτη μοί ἐστι καὶ σεμνὴ, ἥτις εξαρκέσει ἀμφοτέροις, · τοῦ κατοικεῖν ἐν εἰρήνῃ ἐν αὐτῇ. V. Quod ergo Ananias suæ in herum benevolen - tiæ manifesta indicia dederat, ac viæ peritus erat, pingendique artem callebat: per eum talem ad Jesum misit epistolam, etiam atque etiam man- dans, ut si litteris a Christo obtinere non posset. us se ad ipsum conferret, ejus quidem certe for- Ε'. Ἐπεὶ οὖν Ανανίας τῆς τε πρὸς τὸν κύριον αὐτοῦ εὐνοίας σαφή παρείχε τεκμήρια, καὶ τῆς ὁδοῦ ἐτύγχανεν ἔμπειρος, καὶ τὴν γραφικὴν τέχνην ἐπί- στατο, δι' αὐτοῦ τὴν τοιαύτην ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Ἰησοῦν ἐξαπέστειλεν, ἐπισκήψας αὐτῷ, ὡς εἰ μὴ δυνηθείη πεῖσαι διὰ τοῦ γράμματος πρὸς αὐτὸν NOTÆ. H. E. lib. 1. cap. 13. Baronium ad ann. 31 § 58. et Gelasium Dist. xv. cap. 3. Sancta Romana. (3) Puto oἷς. (4) De hac et sequenti epistola confersis Eusebium
PG 113:428διὰ δὲ τὸ πλῆθος τῶν ἄλλου κατ’ ἄλλην χρείαν ἐληλυθότων μὴ οἷός τε ὢν ὁ Ἀνανίας πλησιάσαι τῷ Ἰησοῦ, ἐπί τινα πέτραν μικρὸν ἀνεστηκυῖαν τῆς γῆς οὐ πόρρω τῆς τοῦ κυρίου διατριβῆς ἀπελθὼν ἐκαθέζετο καὶ, ὡς ἦν αὐτῷ καταφανὴς ὁ σωτὴρ τοῦ πλήθους ἀποκεκριμένος καὶ ὑπερανέχων τῶν πολλῶν, εὐθὺς ἐκείνῳ μὲν τοὺς ὀφθαλμούς, τῷ δὲ χάρτῃ τὴν χεῖρα προσήρειδε καὶ τὴν τοῦ φαινομένου μετέγραφεν ὁμοιότητα. ἔγνω οὖν ταῦτα τῷ πνεύματι ὁ Χριστὸς καὶ τὸν Θωμᾶν μετακαλεσάμενος· ἄπελθέ φησι πρὸς τόνδε τὸν τόπον καὶ τὸν ἐπὶ τῆς πέτρας καθεζόμενον ἄνθρωπον καὶ τὴν ἐμὴν μορφὴν μεταγράφοντα ἄγαγε πρός με, ἐπιφερόμενον καὶ ἣν οἴκοθεν ἦλθεν ἔχων ἐπιστολήν, ἵνα τὴν τοῦ ἀποστείλαντος αὐτὸν ἐκπληρώσῃ διαταγήν. ἀπελθὼν οὖν ὁ Θωμᾶς καὶ τὸν Ἀνανίαν ἀπὸ τοῦ ἃ ἤκουσεν εὑρεῖν διαπραττόμενον ἐπιγνοὺς ἤγαγε πρὸς τὸν Ἰησοῦν. πρὸ δὲ τοῦ λαβεῖν τὴν ἐπιστολὴν παρ’ αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ ὁ Χριστὸς καὶ τὴν αἰτίαν τῆς παρουσίας τῆς πρὸς αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἐπιστολῆς, εἶτα λαβὼν ταύτην καὶ διελθὼν ἑτέραν ἐπιστολὴν πρὸς Αὔγαρον ἀντεπέθηκεν ἐπὶ λέξεως οὕτως ἔχουσαν· Μακάριος εἶ Αὔγαρε πιστεύσας ἐν ἐμοὶ μὴ ἑωρακώς με.427 CONSTANTINI PORPHYROGENITI - cruciari, ac nigra lepra absumi intellexisset, du- Α αὐτοῦ, καὶ ἀρθρίτιδι χρονίῳ τυραννούμενον ᾔδει, plicique affligi calamitate, seu potius multiplici ægritudine divexari, quod et articulorum doloribus teneretur, et lepræ malis miserabilem vitam age- ret. Accedebat et deforinitatis pudor, cujus gratia ne vix quídem se in conspectu dabat; ac nedum lecto plerumque affixus desidebat, sed et invisenti- bus amicis præsentiam sui studio subducebat. Id- circo rursus cum essel reversurus, majori rem diligentia exquirit, quo certius hero nuntiet, ne et ille ejus forte curari medicina valeat. In iisdem Igitur rursus Dominum offendit, nempe mortuos suscitantem, cæcos lucis usura donantem, claudis præstantem ut recta incederent: omnes denique quavis laborantes ægritudine, ad sanitatem robur- que traducentem. καὶ μελαίνῃ λέπρα ἐκδαπανώμενον, καὶ διπλῆν συμ- φοράν, μᾶλλον δὲ πολλαπλῆν τὴν νόσον πονούμενον, οἷς καὶ ταῖς ἀπὸ τῶν ἄρθρων ἐδύναις συνείχετο, καὶ τοῖς (3) τῆς λέπρας εταλαιπώρει κακοῖς. Προσῆν δὲ καὶ ἡ τῆς ἀμορφίας αἰσχύνη, δι' ἣν οὐδὲ θεατὸς τοῖς ἀνθρώποις σχεδὸν ἦν. Αλλ' οὐδὲ μόνον κλινήρης τὰ πολλὰ διετέλει, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπισκέψειν ἐρχομέν νους τῶν φίλων ὑπ᾽ αἰσχύνης ἐναπεκρύπτετο. Διὰ τοῦτο πάλιν ἐν τῷ ὑποστρέφειν, ἀκριβέστερον περί τῶν αὐτῶν διαγνῶναι ἐσπούδασεν, ἵν᾿ ἔχοι βεβαίως ἐπαγγεῖλαι τῷ κυρίῳ αὐτοῦ, ὡς ἂν ἴσως κἀκεῖνος τῆς δι' αὐτοῦ ἰατρείας ἀξιωθῇ. Εὗρεν οὖν πάλιν τὸν Κύριον ἐπὶ τῶν αὐτῶν, νεκροὺς ἀνιστῶντα, τυφλοίς τὸ βλέπειν δωρούμενον, χωλοὺς ἀρτίου; δεικνύντα, Β καὶ πάντας τοὺς ὁτιοῦν ἀσθενοῦντας ῥωννύοντα. III. Certior ergo factus perspectoque, hæc palam Domini virtutum esse opera, ut patriam domum- que se recepit, Augaro nuntiavit, ac pluribus quæ viderat omnia ac audierat, indicavit. Quocirca velut majus quid ipso negotii capite per ejus occa- ¯sionem nactus, bonusque ac lætus hero adveniens nuntius, humanissime accipitur, inter servos longe benevolentissimos habitus. Quandoque ægra ali- quis afflictaque valetudine, quidquid audiat, actu- tumn semper rapit : exstimulante nuntio ac spe incitante, in rem Augarus venandam sibique au- cupandam cito citius incumbit, atque ad se talium auctorem sanitatum datis litteris accersit : nec mo- ‹ra, celebri ſama ubique vulgatam illam Domino epistolam, in hac fere se verba habentem, scri- C τὸν Κύριον ἔγραψεν, ούτωσι περιέχουσαν· · bit: Γ'. Ὡς οὖν ἐπιστώθη, καὶ ἔγνω ταῦτα φανερῶς ὑπὸ τοῦ Κυρίου τελούμενα, τῷ Αὐγάρῳ ὑποστρέψας ἐγνώρισε, καὶ διὰ πλειόνων & τε εἶδεν ἄ τε ήκουσεν ἀνεδίδαξεν. "Οθεν ὡς μεῖζον τοῦ ἔργου τὸ πάρ- εργον παρεμπορευσάμενος, καὶ ὡς εὐαγγελίων αὐτῷ καταγγελεὺς δεξιῶν, τῆς προσηκούσης ἀποδοχῆς κατηξίωτο, καὶ τῶν εὐνουστάτων εἷς ἐγνωρίζετο. Καὶ ἐπεὶ τὸ κάμνον ἀεὶ ὡς ἁρπαγμα ποιεῖται τὴν ἐπαγγελίαν, τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἐλπίδος περίσα:- νούσης τὸν ἄνθρωπον, σπουδαίως περὶ τὴν θήραν τοῦ μνησθέντος πείθει ὁρμᾶν. Καὶ ὁ Αὔγαρος πρὸς τῷ διὰ γραφῆς μετακαλέσασθαι διανέστη τὸν ἰᾶσθαι τὰ τοιαῦτα λεγόμενον δύνασθαι. Καὶ παραχρῆμα τὴν πανταχοῦ περιφερομένην ταύτην ἐπιστολὴν πρὸς IV. Augarus Edessa princeps, Jesu Salvatori, qui bonus Hierosolymis medicus apparuit, salutem. Nuntiatum est mihi de te, et de curationibus, quas absque medicamentis et herbis operaris. Fama enim est, cacis visum, claudis gressum abs te restitui, leprosos mundari, damonas et immundos spiritus expelli, diuturnis morbis oppressos sanari, mortuos ~denique suscitari. Quæ cum omnia de te audirem, ssic in animum meum induxi: aut revera Deum esse, qui e cœlo delapsus hæc efficias, aut certe Dei Filium. Proinde ad te scripsi, orans ut nos invisere, mor- bumque nostrum sanare non graveris. Audio enim Judaos tibi obtrectare, et insidias in caput tuum struere. Est mihi civitas, parva quidem illa, sed ornata, quæ nostrum utrique, ut tranquille in ea degamus, sufficial. D Δ'. Αὔγαρος τοπάρχης Εδέσσης (4), Ἰησοῦ Σωτῆρι ἀναφανέντι ἀγαθῷ ἰατρῷ ἐν πόλει ῾Ιερο- σολύμων, χαίρειν. "Ηκουσταί μοι τὰ περὶ σοῦ, καὶ τῶν σῶν ἱαμάτων, ὡς ἄνευ φαρμάκων καὶ βοτανῶν ὑπὸ σοῦ γινομένων. ὡς γὰρ ὁ λόγος, τυφλοὺς ἀναβλέπειν ποιεῖς, χωλοὺς περιπατεῖν, λεπρούς καθαρίζεις, καὶ ἀκάθαρτα πνεύματα καὶ δαίμονας ἀπελαύνεις, καὶ τοὺς ἐν μακρινοσία βασανιζομένους θεραπεύεις, καὶ νεκροὺς ἐγείρεις. Καὶ ταῦτα πάντα ἀκούσας περὶ σοῦ, κατὰ νοῦν ἐθέμην τὸ ἕτερον τῶν δύο ἢ ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός, καὶ καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ ποιεῖς ταῦτα, ἢ ὅτι Υιός εἶ τοῦ Θεοῦ ποιῶν ταῦτα. Διὰ τοῦτο τοίνυν γρά- ψας, ἐδεήθην σου σκυλῆναι, καὶ ἐλθεῖν πρός με, καὶ τὸ πάθος δ ἔχω θεραπεῦσαι. Καὶ γὰρ ἤκουσα, ὅτι καὶ Ἰουδαῖοι καταγογγύζουσί σου, • καὶ βούλονται κακῶσαί σε. Πόλις δὲ σμικροτάτη μοί ἐστι καὶ σεμνὴ, ἥτις εξαρκέσει ἀμφοτέροις, · τοῦ κατοικεῖν ἐν εἰρήνῃ ἐν αὐτῇ. V. Quod ergo Ananias suæ in herum benevolen - tiæ manifesta indicia dederat, ac viæ peritus erat, pingendique artem callebat: per eum talem ad Jesum misit epistolam, etiam atque etiam man- dans, ut si litteris a Christo obtinere non posset. us se ad ipsum conferret, ejus quidem certe for- Ε'. Ἐπεὶ οὖν Ανανίας τῆς τε πρὸς τὸν κύριον αὐτοῦ εὐνοίας σαφή παρείχε τεκμήρια, καὶ τῆς ὁδοῦ ἐτύγχανεν ἔμπειρος, καὶ τὴν γραφικὴν τέχνην ἐπί- στατο, δι' αὐτοῦ τὴν τοιαύτην ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Ἰησοῦν ἐξαπέστειλεν, ἐπισκήψας αὐτῷ, ὡς εἰ μὴ δυνηθείη πεῖσαι διὰ τοῦ γράμματος πρὸς αὐτὸν NOTÆ. H. E. lib. 1. cap. 13. Baronium ad ann. 31 § 58. et Gelasium Dist. xv. cap. 3. Sancta Romana. (3) Puto oἷς. (4) De hac et sequenti epistola confersis Eusebium
PG 113:429γέγραπται γὰρ περὶ ἐμοῦ τοὺς ἑωρακότας με μὴ πιστεύειν ἐν ἐμοὶ καὶ ἵνα οἱ μὴ ἑωρακότες με αὐτοὶ πιστεύσωσι καὶ ζήσωνται. περὶ δὲ οὗ ἔγραψάς μοι ἐλθεῖν πρὸς σέ, δέον ἐστὶ πάντα δι’ ἃ ἀπεστάλην ἐνταῦθα πληρῶσαί με καὶ μετὰ τὸ πληρῶσαι ἀναληφθῆναι πρὸς τὸν ἀποστείλαντά με πατέρα. καὶ ἐπειδὰν ἀναληφθῶ, ἀποστελῶ σοι ἕνα τῶν μαθητῶν μου, ὅστις τὸ πάθος σου θεραπεύσει καὶ ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰρήνην σοὶ καὶ τοῖς σὺν σοὶ παράσχοι καὶ ποιήσει τῇ πόλει σου τὸ ἱκανὸν πρὸς τὸ μηδένα τῶν ἐχθρῶν κατισχῦσαι αὐτῆς. ἐπιδοὺς οὖν τῷ Ἀνανίᾳ τὴν τοιαύτην ἐπιστολὴν ὁ Χριστός, ἐπεὶ καὶ περὶ τοῦ τὴν ἑτέραν ἐντολὴν τοῦ κυρίου αὐτοῦ εἰς πέρας ἀγαγεῖν ἔγνω διαμεριμνῶντα αὐτὸν καὶ φροντίζοντα, τουτέστι τὴν τοῦ εἴδους αὐτοῦ ὁμοιότητα πρὸς ἐκεῖνον ἀπενεγκεῖν, νιψάμενος ὕδατι τὸ πρόσωπον ὁ σωτήρ, εἶτα τὴν ἀπὸ τούτου ἰκμάδα ἐν τῷ ἐπιδοθέντι αὐτῷ χειρομάκτρῳ ἀπομαξάμενος ἐντυπωθῆναι τὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα ἐν αὐτῷ ᾠκονόμησε θείως καὶ ὑπὲρ λόγον, καὶ τοῦτο τῷ Ἀνανίᾳ ἐπιδοὺς τῷ Αὐγάρῳ ἐπιδοῦναι προσέταξεν, ὡς ἂν τοῦ τε πόθου παραμύθιον καὶ τῆς νόσου αὐτὸ σχῇ.429 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. 430 ἐλθεῖν τὸν Χριστὸν, κἂν τὸ ὁμοίωμα της μορφής A ma similitudinem accurate in tabella depictam, αὐτοῦ μεταγραψάμενον ἀκριβῶς, ἀγαγεῖν πρὸς αὐτὸν, ἵν᾿ ὡς ἐν σκιᾷ γοῦν διδαχθείη, μὴ δι᾿ ἀκοῆς μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ὄψεως, οἷός ἐστιν ὁ τῶν μεγάλων τούτων τεραστίων δημιουργός. Καὶ δὴ τὴν Ἰουδαίαν καταλαβὼν ὁ ἀποσταλείς, εὗρε τὸν Κύριον ἐν ὑπὸ αίθρῳ τῷ συῤῥεύσαντι δήμῳ διαλεγόμενον, καὶ τερατουργοῦντα τὰ τῶν θαυμάτων ἐξαίσια. Διὰ δὲ τὸ πλῆθος τῶν ἄλλου κατ᾿ ἄλλην χρείαν ἐληλυθότων, μὴ οἷός τε ὧν ὁ ᾿Ανανίας πλησιάσαι τῷ Ἰησοῦ, ἐπί τινα πέτραν μικρὸν ἀνεστηκυίαν τῆς γῆς, οὐ πόρρω τῆς τοῦ Κυρίου διατριβῆς ἀπελθὼν ἐκαθέζετο. Καὶ ὡς ἦν αὐτῷ καταφανής ὁ Σωτὴρ τοῦ πλήθους ἀποκε κριμένος, καὶ ὑπερανέχων τῶν πολλῶν, εὐθὺς ἐκείνῳ μὲν τοὺς ὀφθαλμούς, τῷ δὲ χάρτῃ τὴν χεῖρα προσήρειδε, καὶ τὴν τοῦ φαινομένου μετέγραφεν Β ὁμοιότητα. Γ. Εγνω οὖν ταῦτα τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς, καὶ τὸν Θωμᾶν μετακαλεσάμενος, "Απελθε, φησίν, πρὸς τόνδε τὸν τόπον, καὶ τὸν ἐπὶ τῆς πέτρας καθεζόμενον ἄνθρωπον, καὶ τὴν ἐμὴν μορφὴν μετα γράφοντα, ἄγαγε πρός με, ἐπιφερόμενος καὶ ἦν οίκοθεν ἦλθεν ἔχων ἐπιστολὴν, ἵνα τὴν τοῦ ἀποστεί λαντος αὐτὸν ἐκπληρώσῃ (5) διαταγήν. Απελθὼν οὖν ὁ Θωμᾶς, καὶ τὸν ᾿Ανανίαν ἀπὸ τοῦ, ὅ ἤκουσεν εὑρεῖν διαπραττόμενον, ἐπιγνούς, ἤγαγε πρὸς τὸν Ἰησοῦν. Πρὸ δὲ τοῦ λαβεῖν τὴν ἐπιστολὴν παρ' αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ ὁ Χριστὸς καὶ τὴν αἰτίαν τῆς παρουσίας, τῆς πρὸς αὐτὸν, καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἐπιστολῆς. Εἶτα λαβὼν ταύτην, καὶ διελθών, ἑτέραν ἐπιστολὴν σαν B ad se afferret, ut velut in umbra saltem, non solo auditu, sed et visu, quisnam sit tantorum auctor miraculorum, condisceret. Cumque adeo qui mis- sus erat in Judæam venisset, Dominum invenit in subdialibus cum populo qui confluxerat disseren- tem, eximiaque ac stuporis plena miracula patran- tem : quodque ex conferta, aliorum alia necessaria ex causa, adeuntium multitudine, haud satis libe- rum esset Ananiæ propius ad Jesum accedere, in petram paulo a terra editiorem ascendens, band procul a loco in quo Jesus versabatur, conse- dit jamque seorsim a turba Christo illi conspi- cno ipsique eminente, confestim defixis in eumn oculis, ac manu chartæ adhibita, ejus quem coranı cernebat similitudinem penicillo ducere occcepit. VI. Cognovit itaque Jesus spiritu, ac Thomam accersens: Vade, inquit, in eum locum, inque pe- tra sedentem hominem, ac meam penicillo du- centein formam, ad me adducito, unaque quam áð me affert epistolam; ut quod a mittente manda- tum accepit, adimpleam. Abiit Thomas, exque είν gno operis quod audierat, agnitum hominem ad Jesum adduxit. Necdumque ab eo accepta epistola adventus causam ad ipsum vimque epistolæ ei Christus edixit. Tumque ab eo ea accepta ac lesta, aliam vicissim ad Augarum ita se ad verbum ha- beutem misil : πρὸς Αὐγαρον ἀντεπέθηκεν ἐπὶ λέξεως οὕτως ἔχου· VII. Beatus es, Augare, qui in me credideris, quem non vidisti. De me enim scriptum est, eos qui me viderunt non credituros in me, ut ii qui non vi… derant credant ac vivant. Quod vero ad me scribis, ut ad te proficiscar, hic necesse habeo omnia im- plere propter quæ sum missus; iisque demum abso- tutis, ad Patrem qui me misit, reverti. Caterum cum primum ad eum me recepero, unum ex meis discipu - lis ad te mittam, qui et morbum tuum curet, et vi- tam æternam ac pacem tibi tuisque præstet; luæ- que cautionem civitati præbebit, ut adversus eam nulli hostes prævalere possint. Ζ΄. Μακάριος εἶ, Αὔγαρο, πιστεύσας ἐν ἐμοὶ, μὴ ἑωρακώς με. Γέγραπται γάρ περὶ ἐμοῦ, τοὺς ἑωρακότας μὲν μὴ πιστεύειν ἐν ἐμοί· καὶ ἵνα οἱ μὴ ἑωρακότες με, αὐτοὶ πιστεύσωσι, καὶ ζή- σωνται. Περὶ δὲ οὗ ἔγραψάς μοι ἐλθεῖν πρὸς σὲ, δέον ἐπὶ (6) πάντα, δι' ἃ ἀπεστάλην ἐνταῦθα, πληρῶσαι με, καὶ μετὰ τὸ πληρῶσαι αναληφθῆ ναι πρὸς τὸν ἀποστείλαντά με Πατέρα. Καὶ ἐπε ειδὰν ἀναληφθῶ, ἀποστελῶ σοι ἕνα τῶν μαθητῶν μου, ὅστις τὸ πάθος σου θεραπεύσει, καὶ ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰρήνην σοι, καὶ τοῖς σὺν σοί, παρά- σχοι, καὶ ποιήσει τῇ πόλει σου τὸ ἱκανὸν, πρὸς τὸ μηδένα τῶν ἐχθρῶν κατισχύσαι αὐτῆς. Η'. Ἐπιδοὺς οὖν τῷ Ἀνανίᾳ τὴν τοιαύτην ἐπι- στολὴν ὁ Χριστὸς, ἐπεὶ καὶ περὶ τοῦ τὴν ἑτέραν ἐντολὴν τοῦ κυρίου αὐτοῦ εἰς πέρας ἀγαγεῖν ἔγνω D præceptum impleret, nempe ut formae ipsius simi διαμεριμνῶντα αὐτὸν, καὶ φροντίζοντα· τουτέστι τὴν τοῦ εἴδους αὐτοῦ ὁμοιότητα πρὸς ἐκεῖνον ἀπεν- εγκεῖν, νιψάμενος ὕδατι τὸ πρόσωπον ὁ Σωτὴρ, εἶτα τὴν ἀπὸ τούτου ἰκμάδα ἐν τῷ ἐπιδοθέντι αὐτῷ χειρο μάκτρῳ ἀπομαξάμενος, ἐντυπωθῆναι τὸν αὐτῷ (7) χαρακτῆρα ἐν αὐτῷ ᾠκονόμησε θείως καὶ ὑπὲρ λό γον, καὶ τοῦτο τῷ ᾿Ανανίᾳ ἐπιδοῦς, τῷ Αὐγάρω ἐπιδοθῆναι προσέταξεν, ὡς ἂν τοῦ τε πόθου παραμύ- VIII. Hanc ubi Ananiæ Christus dedit epistolam, quod animi anxium sciret, ut et alterum heri sui litudinem ad ipsum deferret: ipse aqua faciem lavans, tumque manantem inde humorem obdato mantili abstergens, divino vimque omnem rationis ac dicendi facultatem superante consilio, suam in co figuram expressit, tradensque Ananiæ, Augaro ut daret præcepit, ut et amoris solatium haberet et morbi remedium. Ilis onustus Ananias, ubi ad Hierapolitanum oppidum pervenit, quod Saraceno- ΝΟΤΑ. (3) Combefisius legit εκπληρώσω. (6) ἐστί. (7) Forte, αὐτοῦ.
ὡς οὖν ὑποστρέφων μετὰ τούτων ὁ Ἀνανίας εἰς τὸ κάστρον Ἱεραπόλεως ἔφθασεν, ὃ τῇ μὲν τῶν Σαρακηνῶν φωνῇ Μεμβὶχ λέγεται, τῇ δὲ τῶν Σύρων Μαβούκ, ἔξωθεν τοῦ τοιούτου καταλύσας πολίσματος σωρείας κεράμων νεωστὶ κατασκευασθέντων ἐκεῖσε κειμένης, ἐνταῦθα τὸ ἱερὸν ἐκεῖνο ῥάκος ὁ Ἀνανίας ἀπέκρυψε. καὶ περὶ μέσας νύκτας πῦρ ἐφάνη πολὺ τὸ τοιοῦτον χωρίον κυκλοῦν ὡς ἐντὸς τοῦ ἄστεος δοκεῖν πάντα τὰ πέριξ πυρὶ καταφλέγεσθαι καὶ περὶ ἑαυτῶν ἤδη δείσαντας ὑπεξελθεῖν καὶ διερευνᾶσθαι περὶ τῆς ὁρωμένης πυρκαϊᾶς. ἐκεῖσε δὲ τὸν Ἀνανίαν εὑρεθέντα συνεῖχον ὡς αὐτουργὸν τοῦ τολμήματος καὶ διερευνῶντο περὶ τοῦ πράγματος, καὶ τίς τε εἴη αὐτὸς καὶ ποῖ βαδίζει καὶ ὅθεν, διεπυνθάνοντο.429 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. 430 ἐλθεῖν τὸν Χριστὸν, κἂν τὸ ὁμοίωμα της μορφής A ma similitudinem accurate in tabella depictam, αὐτοῦ μεταγραψάμενον ἀκριβῶς, ἀγαγεῖν πρὸς αὐτὸν, ἵν᾿ ὡς ἐν σκιᾷ γοῦν διδαχθείη, μὴ δι᾿ ἀκοῆς μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ὄψεως, οἷός ἐστιν ὁ τῶν μεγάλων τούτων τεραστίων δημιουργός. Καὶ δὴ τὴν Ἰουδαίαν καταλαβὼν ὁ ἀποσταλείς, εὗρε τὸν Κύριον ἐν ὑπὸ αίθρῳ τῷ συῤῥεύσαντι δήμῳ διαλεγόμενον, καὶ τερατουργοῦντα τὰ τῶν θαυμάτων ἐξαίσια. Διὰ δὲ τὸ πλῆθος τῶν ἄλλου κατ᾿ ἄλλην χρείαν ἐληλυθότων, μὴ οἷός τε ὧν ὁ ᾿Ανανίας πλησιάσαι τῷ Ἰησοῦ, ἐπί τινα πέτραν μικρὸν ἀνεστηκυίαν τῆς γῆς, οὐ πόρρω τῆς τοῦ Κυρίου διατριβῆς ἀπελθὼν ἐκαθέζετο. Καὶ ὡς ἦν αὐτῷ καταφανής ὁ Σωτὴρ τοῦ πλήθους ἀποκε κριμένος, καὶ ὑπερανέχων τῶν πολλῶν, εὐθὺς ἐκείνῳ μὲν τοὺς ὀφθαλμούς, τῷ δὲ χάρτῃ τὴν χεῖρα προσήρειδε, καὶ τὴν τοῦ φαινομένου μετέγραφεν Β ὁμοιότητα. Γ. Εγνω οὖν ταῦτα τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς, καὶ τὸν Θωμᾶν μετακαλεσάμενος, "Απελθε, φησίν, πρὸς τόνδε τὸν τόπον, καὶ τὸν ἐπὶ τῆς πέτρας καθεζόμενον ἄνθρωπον, καὶ τὴν ἐμὴν μορφὴν μετα γράφοντα, ἄγαγε πρός με, ἐπιφερόμενος καὶ ἦν οίκοθεν ἦλθεν ἔχων ἐπιστολὴν, ἵνα τὴν τοῦ ἀποστεί λαντος αὐτὸν ἐκπληρώσῃ (5) διαταγήν. Απελθὼν οὖν ὁ Θωμᾶς, καὶ τὸν ᾿Ανανίαν ἀπὸ τοῦ, ὅ ἤκουσεν εὑρεῖν διαπραττόμενον, ἐπιγνούς, ἤγαγε πρὸς τὸν Ἰησοῦν. Πρὸ δὲ τοῦ λαβεῖν τὴν ἐπιστολὴν παρ' αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ ὁ Χριστὸς καὶ τὴν αἰτίαν τῆς παρουσίας, τῆς πρὸς αὐτὸν, καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἐπιστολῆς. Εἶτα λαβὼν ταύτην, καὶ διελθών, ἑτέραν ἐπιστολὴν σαν B ad se afferret, ut velut in umbra saltem, non solo auditu, sed et visu, quisnam sit tantorum auctor miraculorum, condisceret. Cumque adeo qui mis- sus erat in Judæam venisset, Dominum invenit in subdialibus cum populo qui confluxerat disseren- tem, eximiaque ac stuporis plena miracula patran- tem : quodque ex conferta, aliorum alia necessaria ex causa, adeuntium multitudine, haud satis libe- rum esset Ananiæ propius ad Jesum accedere, in petram paulo a terra editiorem ascendens, band procul a loco in quo Jesus versabatur, conse- dit jamque seorsim a turba Christo illi conspi- cno ipsique eminente, confestim defixis in eumn oculis, ac manu chartæ adhibita, ejus quem coranı cernebat similitudinem penicillo ducere occcepit. VI. Cognovit itaque Jesus spiritu, ac Thomam accersens: Vade, inquit, in eum locum, inque pe- tra sedentem hominem, ac meam penicillo du- centein formam, ad me adducito, unaque quam áð me affert epistolam; ut quod a mittente manda- tum accepit, adimpleam. Abiit Thomas, exque είν gno operis quod audierat, agnitum hominem ad Jesum adduxit. Necdumque ab eo accepta epistola adventus causam ad ipsum vimque epistolæ ei Christus edixit. Tumque ab eo ea accepta ac lesta, aliam vicissim ad Augarum ita se ad verbum ha- beutem misil : πρὸς Αὐγαρον ἀντεπέθηκεν ἐπὶ λέξεως οὕτως ἔχου· VII. Beatus es, Augare, qui in me credideris, quem non vidisti. De me enim scriptum est, eos qui me viderunt non credituros in me, ut ii qui non vi… derant credant ac vivant. Quod vero ad me scribis, ut ad te proficiscar, hic necesse habeo omnia im- plere propter quæ sum missus; iisque demum abso- tutis, ad Patrem qui me misit, reverti. Caterum cum primum ad eum me recepero, unum ex meis discipu - lis ad te mittam, qui et morbum tuum curet, et vi- tam æternam ac pacem tibi tuisque præstet; luæ- que cautionem civitati præbebit, ut adversus eam nulli hostes prævalere possint. Ζ΄. Μακάριος εἶ, Αὔγαρο, πιστεύσας ἐν ἐμοὶ, μὴ ἑωρακώς με. Γέγραπται γάρ περὶ ἐμοῦ, τοὺς ἑωρακότας μὲν μὴ πιστεύειν ἐν ἐμοί· καὶ ἵνα οἱ μὴ ἑωρακότες με, αὐτοὶ πιστεύσωσι, καὶ ζή- σωνται. Περὶ δὲ οὗ ἔγραψάς μοι ἐλθεῖν πρὸς σὲ, δέον ἐπὶ (6) πάντα, δι' ἃ ἀπεστάλην ἐνταῦθα, πληρῶσαι με, καὶ μετὰ τὸ πληρῶσαι αναληφθῆ ναι πρὸς τὸν ἀποστείλαντά με Πατέρα. Καὶ ἐπε ειδὰν ἀναληφθῶ, ἀποστελῶ σοι ἕνα τῶν μαθητῶν μου, ὅστις τὸ πάθος σου θεραπεύσει, καὶ ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰρήνην σοι, καὶ τοῖς σὺν σοί, παρά- σχοι, καὶ ποιήσει τῇ πόλει σου τὸ ἱκανὸν, πρὸς τὸ μηδένα τῶν ἐχθρῶν κατισχύσαι αὐτῆς. Η'. Ἐπιδοὺς οὖν τῷ Ἀνανίᾳ τὴν τοιαύτην ἐπι- στολὴν ὁ Χριστὸς, ἐπεὶ καὶ περὶ τοῦ τὴν ἑτέραν ἐντολὴν τοῦ κυρίου αὐτοῦ εἰς πέρας ἀγαγεῖν ἔγνω D præceptum impleret, nempe ut formae ipsius simi διαμεριμνῶντα αὐτὸν, καὶ φροντίζοντα· τουτέστι τὴν τοῦ εἴδους αὐτοῦ ὁμοιότητα πρὸς ἐκεῖνον ἀπεν- εγκεῖν, νιψάμενος ὕδατι τὸ πρόσωπον ὁ Σωτὴρ, εἶτα τὴν ἀπὸ τούτου ἰκμάδα ἐν τῷ ἐπιδοθέντι αὐτῷ χειρο μάκτρῳ ἀπομαξάμενος, ἐντυπωθῆναι τὸν αὐτῷ (7) χαρακτῆρα ἐν αὐτῷ ᾠκονόμησε θείως καὶ ὑπὲρ λό γον, καὶ τοῦτο τῷ ᾿Ανανίᾳ ἐπιδοῦς, τῷ Αὐγάρω ἐπιδοθῆναι προσέταξεν, ὡς ἂν τοῦ τε πόθου παραμύ- VIII. Hanc ubi Ananiæ Christus dedit epistolam, quod animi anxium sciret, ut et alterum heri sui litudinem ad ipsum deferret: ipse aqua faciem lavans, tumque manantem inde humorem obdato mantili abstergens, divino vimque omnem rationis ac dicendi facultatem superante consilio, suam in co figuram expressit, tradensque Ananiæ, Augaro ut daret præcepit, ut et amoris solatium haberet et morbi remedium. Ilis onustus Ananias, ubi ad Hierapolitanum oppidum pervenit, quod Saraceno- ΝΟΤΑ. (3) Combefisius legit εκπληρώσω. (6) ἐστί. (7) Forte, αὐτοῦ.
PG 113:430ὡς δὲ τῷ ἀλλοκότῳ τῆς αἰτιάσεως ὁ Ἀνανίας διηπορεῖτο, τέως τε ὅθεν εἴη καὶ πόθεν ἔρχεται καὶ τί ἐπιφέρεται διεσάφησε, καὶ ἀποθέσθαι ἐν τοῖς κεράμοις ἐδήλωσε τὸ ἐπιφερόμενον, ὅθεν ἐδόκει ἀνάπτεσθαι καὶ ἡ φλόξ, εὐθὺς δὲ ἐκεῖνοι τὴν τῶν λεγομένων διαγνῶναι βουληθέντες ἀλήθειαν καὶ τὸν τόπον διερευνησάμενοι εὗρον οὐ μόνον τὸ ὑπὸ τοῦ Ἀνανίου ἐκεῖσε ἀποτεθέν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ πλησιάζοντι τῶν κεράμων ἑνὶ ἕτερον ἐκτύπωμα τοῦ θείου ἀπεικονίσματος παραδόξως καὶ ὑπὲρ νοῦν ἐπὶ τὸ ὄστρακον ἀπὸ τοῦ ὑφάσματος τῆς ἀγράφου μεταγραφείσης μορφῆς, ὃ καὶ θεασάμενοι καὶ θάμβους ὁμοῦ καὶ ἐκπλήξεως γενόμενοι ἔμπλεω διά τε τοῦτο καὶ διὰ τὸ μηδαμοῦ πῦρ εὑρεθῆναι καιόμενον, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐν τῇ μορφῇ λαμπηδόνος δόξαι τὴν φλόγα ἐκπέμπεσθαι τὸν μὲν κέραμον τὸν ἀπομαξάμενον ἐν ἑαυτῷ τὸ θεῖον ἐκτύπωμα κατέσχον παρ’ ἑαυτοῖς ὥσπερ τι κειμήλιον ἱερὸν καὶ πολύτιμον θησαυρὸν ἀπὸ τοῦ ὁραθέντος τὴν περὶ αὐτὸ στοχασάμενοι θείαν ἐνέργειαν, τὸ πρωτότυπον δὲ καὶ τὸν τούτου διάκονον δείσαντες κατασχεῖν ἀπέστειλαν πρὸς τὸν Αὔγαρον.429 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. 430 ἐλθεῖν τὸν Χριστὸν, κἂν τὸ ὁμοίωμα της μορφής A ma similitudinem accurate in tabella depictam, αὐτοῦ μεταγραψάμενον ἀκριβῶς, ἀγαγεῖν πρὸς αὐτὸν, ἵν᾿ ὡς ἐν σκιᾷ γοῦν διδαχθείη, μὴ δι᾿ ἀκοῆς μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ὄψεως, οἷός ἐστιν ὁ τῶν μεγάλων τούτων τεραστίων δημιουργός. Καὶ δὴ τὴν Ἰουδαίαν καταλαβὼν ὁ ἀποσταλείς, εὗρε τὸν Κύριον ἐν ὑπὸ αίθρῳ τῷ συῤῥεύσαντι δήμῳ διαλεγόμενον, καὶ τερατουργοῦντα τὰ τῶν θαυμάτων ἐξαίσια. Διὰ δὲ τὸ πλῆθος τῶν ἄλλου κατ᾿ ἄλλην χρείαν ἐληλυθότων, μὴ οἷός τε ὧν ὁ ᾿Ανανίας πλησιάσαι τῷ Ἰησοῦ, ἐπί τινα πέτραν μικρὸν ἀνεστηκυίαν τῆς γῆς, οὐ πόρρω τῆς τοῦ Κυρίου διατριβῆς ἀπελθὼν ἐκαθέζετο. Καὶ ὡς ἦν αὐτῷ καταφανής ὁ Σωτὴρ τοῦ πλήθους ἀποκε κριμένος, καὶ ὑπερανέχων τῶν πολλῶν, εὐθὺς ἐκείνῳ μὲν τοὺς ὀφθαλμούς, τῷ δὲ χάρτῃ τὴν χεῖρα προσήρειδε, καὶ τὴν τοῦ φαινομένου μετέγραφεν Β ὁμοιότητα. Γ. Εγνω οὖν ταῦτα τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς, καὶ τὸν Θωμᾶν μετακαλεσάμενος, "Απελθε, φησίν, πρὸς τόνδε τὸν τόπον, καὶ τὸν ἐπὶ τῆς πέτρας καθεζόμενον ἄνθρωπον, καὶ τὴν ἐμὴν μορφὴν μετα γράφοντα, ἄγαγε πρός με, ἐπιφερόμενος καὶ ἦν οίκοθεν ἦλθεν ἔχων ἐπιστολὴν, ἵνα τὴν τοῦ ἀποστεί λαντος αὐτὸν ἐκπληρώσῃ (5) διαταγήν. Απελθὼν οὖν ὁ Θωμᾶς, καὶ τὸν ᾿Ανανίαν ἀπὸ τοῦ, ὅ ἤκουσεν εὑρεῖν διαπραττόμενον, ἐπιγνούς, ἤγαγε πρὸς τὸν Ἰησοῦν. Πρὸ δὲ τοῦ λαβεῖν τὴν ἐπιστολὴν παρ' αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ ὁ Χριστὸς καὶ τὴν αἰτίαν τῆς παρουσίας, τῆς πρὸς αὐτὸν, καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἐπιστολῆς. Εἶτα λαβὼν ταύτην, καὶ διελθών, ἑτέραν ἐπιστολὴν σαν B ad se afferret, ut velut in umbra saltem, non solo auditu, sed et visu, quisnam sit tantorum auctor miraculorum, condisceret. Cumque adeo qui mis- sus erat in Judæam venisset, Dominum invenit in subdialibus cum populo qui confluxerat disseren- tem, eximiaque ac stuporis plena miracula patran- tem : quodque ex conferta, aliorum alia necessaria ex causa, adeuntium multitudine, haud satis libe- rum esset Ananiæ propius ad Jesum accedere, in petram paulo a terra editiorem ascendens, band procul a loco in quo Jesus versabatur, conse- dit jamque seorsim a turba Christo illi conspi- cno ipsique eminente, confestim defixis in eumn oculis, ac manu chartæ adhibita, ejus quem coranı cernebat similitudinem penicillo ducere occcepit. VI. Cognovit itaque Jesus spiritu, ac Thomam accersens: Vade, inquit, in eum locum, inque pe- tra sedentem hominem, ac meam penicillo du- centein formam, ad me adducito, unaque quam áð me affert epistolam; ut quod a mittente manda- tum accepit, adimpleam. Abiit Thomas, exque είν gno operis quod audierat, agnitum hominem ad Jesum adduxit. Necdumque ab eo accepta epistola adventus causam ad ipsum vimque epistolæ ei Christus edixit. Tumque ab eo ea accepta ac lesta, aliam vicissim ad Augarum ita se ad verbum ha- beutem misil : πρὸς Αὐγαρον ἀντεπέθηκεν ἐπὶ λέξεως οὕτως ἔχου· VII. Beatus es, Augare, qui in me credideris, quem non vidisti. De me enim scriptum est, eos qui me viderunt non credituros in me, ut ii qui non vi… derant credant ac vivant. Quod vero ad me scribis, ut ad te proficiscar, hic necesse habeo omnia im- plere propter quæ sum missus; iisque demum abso- tutis, ad Patrem qui me misit, reverti. Caterum cum primum ad eum me recepero, unum ex meis discipu - lis ad te mittam, qui et morbum tuum curet, et vi- tam æternam ac pacem tibi tuisque præstet; luæ- que cautionem civitati præbebit, ut adversus eam nulli hostes prævalere possint. Ζ΄. Μακάριος εἶ, Αὔγαρο, πιστεύσας ἐν ἐμοὶ, μὴ ἑωρακώς με. Γέγραπται γάρ περὶ ἐμοῦ, τοὺς ἑωρακότας μὲν μὴ πιστεύειν ἐν ἐμοί· καὶ ἵνα οἱ μὴ ἑωρακότες με, αὐτοὶ πιστεύσωσι, καὶ ζή- σωνται. Περὶ δὲ οὗ ἔγραψάς μοι ἐλθεῖν πρὸς σὲ, δέον ἐπὶ (6) πάντα, δι' ἃ ἀπεστάλην ἐνταῦθα, πληρῶσαι με, καὶ μετὰ τὸ πληρῶσαι αναληφθῆ ναι πρὸς τὸν ἀποστείλαντά με Πατέρα. Καὶ ἐπε ειδὰν ἀναληφθῶ, ἀποστελῶ σοι ἕνα τῶν μαθητῶν μου, ὅστις τὸ πάθος σου θεραπεύσει, καὶ ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰρήνην σοι, καὶ τοῖς σὺν σοί, παρά- σχοι, καὶ ποιήσει τῇ πόλει σου τὸ ἱκανὸν, πρὸς τὸ μηδένα τῶν ἐχθρῶν κατισχύσαι αὐτῆς. Η'. Ἐπιδοὺς οὖν τῷ Ἀνανίᾳ τὴν τοιαύτην ἐπι- στολὴν ὁ Χριστὸς, ἐπεὶ καὶ περὶ τοῦ τὴν ἑτέραν ἐντολὴν τοῦ κυρίου αὐτοῦ εἰς πέρας ἀγαγεῖν ἔγνω D præceptum impleret, nempe ut formae ipsius simi διαμεριμνῶντα αὐτὸν, καὶ φροντίζοντα· τουτέστι τὴν τοῦ εἴδους αὐτοῦ ὁμοιότητα πρὸς ἐκεῖνον ἀπεν- εγκεῖν, νιψάμενος ὕδατι τὸ πρόσωπον ὁ Σωτὴρ, εἶτα τὴν ἀπὸ τούτου ἰκμάδα ἐν τῷ ἐπιδοθέντι αὐτῷ χειρο μάκτρῳ ἀπομαξάμενος, ἐντυπωθῆναι τὸν αὐτῷ (7) χαρακτῆρα ἐν αὐτῷ ᾠκονόμησε θείως καὶ ὑπὲρ λό γον, καὶ τοῦτο τῷ ᾿Ανανίᾳ ἐπιδοῦς, τῷ Αὐγάρω ἐπιδοθῆναι προσέταξεν, ὡς ἂν τοῦ τε πόθου παραμύ- VIII. Hanc ubi Ananiæ Christus dedit epistolam, quod animi anxium sciret, ut et alterum heri sui litudinem ad ipsum deferret: ipse aqua faciem lavans, tumque manantem inde humorem obdato mantili abstergens, divino vimque omnem rationis ac dicendi facultatem superante consilio, suam in co figuram expressit, tradensque Ananiæ, Augaro ut daret præcepit, ut et amoris solatium haberet et morbi remedium. Ilis onustus Ananias, ubi ad Hierapolitanum oppidum pervenit, quod Saraceno- ΝΟΤΑ. (3) Combefisius legit εκπληρώσω. (6) ἐστί. (7) Forte, αὐτοῦ.
PG 113:431καὶ νῦν ἐστι σωζομένη καὶ τιμωμένη παρὰ τοῖς τῆς τοιαύτης πολίχνης οἰκήτορσιν ἡ ἐν τῷ κεράμῳ μορφή, τῆς μορφῆς τῆς ἀγράφου ἡ ἄγραφος καὶ τῆς ἀχειροτεύκτου ἡ ἀχειρότευκτος. ὁ δὲ Ἀνανίας τὴν προκειμένην αὐτῷ πορείαν διηνυκὼς τῷ κυρίῳ αὐτοῦ τὰ μεταξὺ διετράνωσεν, ἀποδοὺς καὶ ἃ ἐπεφέρετο σωτήρια σύμβολα. καὶ οὗτος μὲν ὁ παρὰ τῶν πλειόνων λεγόμενος λόγος περὶ τῆς ἐν τῷ ὑφάσματι ταύτης ἀγράφου μορφῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν. λέγεται δέ τις καὶ ἕτερος περὶ τούτου λόγος οὔτε τὸ πιθανὸν ἐκφεύγων οὔτε μαρτύρων χρηστῶν ἀπορῶν. διὸ καὶ τοῦτον ἐκθήσομαι, ἵνα μή τις ὑποτοπάσῃ ἐν τῷ ἀγνοεῖν με τοῦτον κρατύνειν τὸν ἕτερον. καὶ πάντως οὐδὲν θαυμαστὸν ἐν τοσούτῳ χρόνῳ πλανᾶσθαι πολλάκις τὴν ἱστορίαν. περὶ μὲν γὰρ τὸ καίριον τῆς ὑποθέσεως ὁμοίως πάντες συμφέρονται, καὶ ὁμολογοῦσιν ἀπὸ τοῦ κυριακοῦ προσώπου τὴν ἐν τῷ ὑφάςματι ἐκτυπωθῆναι παραδόξως μορφήν. περί τι δὲ τῶν τοῦ πράγματος ἤτοι τὸν καιρὸν διαφέρονται, ὃ οὐδὲν τῇ ἀληθείᾳ λυμαίνεται εἴτε πρότερον εἴτε ὕστερον γέγονεν. ἔχει δὲ οὕτως καὶ τῶν λόγων ὁ ἕτερος.καὶ νῦν ἐστι σωζομένη καὶ τιμωμένη παρὰ τοῖς τῆς τοιαύτης πολίχνης οἰκήτορσιν ἡ ἐν τῷ κεράμῳ μορφή, τῆς μορφῆς τῆς ἀγράφου ἡ ἄγραφος καὶ τῆς ἀχειροτεύκτου ἡ ἀχειρότευκτος. ὁ δὲ Ἀνανίας τὴν προκειμένην αὐτῷ πορείαν διηνυκὼς τῷ κυρίῳ αὐτοῦ τὰ μεταξὺ διετράνωσεν, ἀποδοὺς καὶ ἃ ἐπεφέρετο σωτήρια σύμβολα. καὶ οὗτος μὲν ὁ παρὰ τῶν πλειόνων λεγόμενος λόγος περὶ τῆς ἐν τῷ ὑφάσματι ταύτης ἀγράφου μορφῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν. λέγεται δέ τις καὶ ἕτερος περὶ τούτου λόγος οὔτε τὸ πιθανὸν ἐκφεύγων οὔτε μαρτύρων χρηστῶν ἀπορῶν. διὸ καὶ τοῦτον ἐκθήσομαι, ἵνα μή τις ὑποτοπάσῃ ἐν τῷ ἀγνοεῖν με τοῦτον κρατύνειν τὸν ἕτερον. καὶ πάντως οὐδὲν θαυμαστὸν ἐν τοσούτῳ χρόνῳ πλανᾶσθαι πολλάκις τὴν ἱστορίαν. περὶ μὲν γὰρ τὸ καίριον τῆς ὑποθέσεως ὁμοίως πάντες συμφέρονται, καὶ ὁμολογοῦσιν ἀπὸ τοῦ κυριακοῦ προσώπου τὴν ἐν τῷ ὑφάςματι ἐκτυπωθῆναι παραδόξως μορφήν. περί τι δὲ τῶν τοῦ πράγματος ἤτοι τὸν καιρὸν διαφέρονται, ὃ οὐδὲν τῇ ἀληθείᾳ λυμαίνεται εἴτε πρότερον εἴτε ὕστερον γέγονεν. ἔχει δὲ οὕτως καὶ τῶν λόγων ὁ ἕτερος. ἐν τῷ μέλλειν, φασί, τὸν Χριστὸν ἐπὶ τὸ ἑκούσιον πάθος ἐλθεῖν, ἡνίκα τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ἐνδεικνύμενος ἀγωνιῶν ὡρᾶτο καὶ προσευχόμενος, ὅτε καὶ τοὺς ἱδρῶτας αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβους σταλάσσειν αἵματος ὁ τοῦ εὐαγγελίου λόγος ὑποσημαίνεται, τηνικαῦτα, φησίν, ἀπό τινος τῶν μαθητῶν λαβόντα τὸ νῦν βλεπόμενον τοῦτο τεμάχιον τοῦ ὑφάσματος τὰς τῶν ἱδρώτων λιβάδας ἐν αὐτῷ ἀπομάξασθαι καὶ εὐθέως ἐντυπωθῆναι τὴν ὁρωμένην ταύτην τοῦ θεοειδοῦς ἐκείνου εἴδους ἐκτύπωσιν· ὃ τῷ Θωμᾷ παραθέμενος μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς αὐτοῦ ἄνοδον διὰ Θαδδαίου τῷ Αὐγάρῳ ἀποστεῖλαι προσέταξε τὴν διὰ τῶν γραμμάτων ὑπόσχεσιν ἐκπληρῶν. μετὰ οὖν τὸ ἀναληφθῆναι τὸν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν εἰς τοὺς οὐρανοὺς δοὺς ὁ Θωμᾶς τῷ Θαδδαίῳ τὴν ἀχειρόγραφον τοῦ κυριακοῦ προσώπου ἐκμόρφωσιν πρὸς τὸν Αὔγαρον ἐξαπέστειλε. καταλαβὼν τοίνυν ὁ Θαδδαῖος τὴν Ἔδεσαν, ἔμεινε πρῶτον παρά τινι τῶν αὐτόθι Ἰουδαίων, Τωβίας οὗτος ὠνόμαστο. καὶ δὴ πρὸ τῶν λόγων ἀπὸ τῶν ἔργων θέλων ἑαυτὸν γνωρίσαι τῷ Αὐγάρῳ ὁ τοῦ Χριστοῦ μαθητὴς τοὺς ἀσθενοῦντας τῆς πόλεως ἐπικλήσει μόνῃ Χριστοῦ ἐθεράπευσεν.
PG 113:432ἐν τῷ μέλλειν, φασί, τὸν Χριστὸν ἐπὶ τὸ ἑκούσιον πάθος ἐλθεῖν, ἡνίκα τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ἐνδεικνύμενος ἀγωνιῶν ὡρᾶτο καὶ προσευχόμενος, ὅτε καὶ τοὺς ἱδρῶτας αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβους σταλάσσειν αἵματος ὁ τοῦ εὐαγγελίου λόγος ὑποσημαίνεται, τηνικαῦτα, φησίν, ἀπό τινος τῶν μαθητῶν λαβόντα τὸ νῦν βλεπόμενον τοῦτο τεμάχιον τοῦ ὑφάσματος τὰς τῶν ἱδρώτων λιβάδας ἐν αὐτῷ ἀπομάξασθαι καὶ εὐθέως ἐντυπωθῆναι τὴν ὁρωμένην ταύτην τοῦ θεοειδοῦς ἐκείνου εἴδους ἐκτύπωσιν· ὃ τῷ Θωμᾷ παραθέμενος μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς αὐτοῦ ἄνοδον διὰ Θαδδαίου τῷ Αὐγάρῳ ἀποστεῖλαι προσέταξε τὴν διὰ τῶν γραμμάτων ὑπόσχεσιν ἐκπληρῶν. μετὰ οὖν τὸ ἀναληφθῆναι τὸν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν εἰς τοὺς οὐρανοὺς δοὺς ὁ Θωμᾶς τῷ Θαδδαίῳ τὴν ἀχειρόγραφον τοῦ κυριακοῦ προσώπου ἐκμόρφωσιν πρὸς τὸν Αὔγαρον ἐξαπέστειλε. καταλαβὼν τοίνυν ὁ Θαδδαῖος τὴν Ἔδεσαν, ἔμεινε πρῶτον παρά τινι τῶν αὐτόθι Ἰουδαίων, Τωβίας οὗτος ὠνόμαστο. καὶ δὴ πρὸ τῶν λόγων ἀπὸ τῶν ἔργων θέλων ἑαυτὸν γνωρίσαι τῷ Αὐγάρῳ ὁ τοῦ Χριστοῦ μαθητὴς τοὺς ἀσθενοῦντας τῆς πόλεως ἐπικλήσει μόνῃ Χριστοῦ ἐθεράπευσεν.καὶ νῦν ἐστι σωζομένη καὶ τιμωμένη παρὰ τοῖς τῆς τοιαύτης πολίχνης οἰκήτορσιν ἡ ἐν τῷ κεράμῳ μορφή, τῆς μορφῆς τῆς ἀγράφου ἡ ἄγραφος καὶ τῆς ἀχειροτεύκτου ἡ ἀχειρότευκτος. ὁ δὲ Ἀνανίας τὴν προκειμένην αὐτῷ πορείαν διηνυκὼς τῷ κυρίῳ αὐτοῦ τὰ μεταξὺ διετράνωσεν, ἀποδοὺς καὶ ἃ ἐπεφέρετο σωτήρια σύμβολα. καὶ οὗτος μὲν ὁ παρὰ τῶν πλειόνων λεγόμενος λόγος περὶ τῆς ἐν τῷ ὑφάσματι ταύτης ἀγράφου μορφῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν. λέγεται δέ τις καὶ ἕτερος περὶ τούτου λόγος οὔτε τὸ πιθανὸν ἐκφεύγων οὔτε μαρτύρων χρηστῶν ἀπορῶν. διὸ καὶ τοῦτον ἐκθήσομαι, ἵνα μή τις ὑποτοπάσῃ ἐν τῷ ἀγνοεῖν με τοῦτον κρατύνειν τὸν ἕτερον. καὶ πάντως οὐδὲν θαυμαστὸν ἐν τοσούτῳ χρόνῳ πλανᾶσθαι πολλάκις τὴν ἱστορίαν. περὶ μὲν γὰρ τὸ καίριον τῆς ὑποθέσεως ὁμοίως πάντες συμφέρονται, καὶ ὁμολογοῦσιν ἀπὸ τοῦ κυριακοῦ προσώπου τὴν ἐν τῷ ὑφάςματι ἐκτυπωθῆναι παραδόξως μορφήν. περί τι δὲ τῶν τοῦ πράγματος ἤτοι τὸν καιρὸν διαφέρονται, ὃ οὐδὲν τῇ ἀληθείᾳ λυμαίνεται εἴτε πρότερον εἴτε ὕστερον γέγονεν. ἔχει δὲ οὕτως καὶ τῶν λόγων ὁ ἕτερος. ἐν τῷ μέλλειν, φασί, τὸν Χριστὸν ἐπὶ τὸ ἑκούσιον πάθος ἐλθεῖν, ἡνίκα τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ἐνδεικνύμενος ἀγωνιῶν ὡρᾶτο καὶ προσευχόμενος, ὅτε καὶ τοὺς ἱδρῶτας αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβους σταλάσσειν αἵματος ὁ τοῦ εὐαγγελίου λόγος ὑποσημαίνεται, τηνικαῦτα, φησίν, ἀπό τινος τῶν μαθητῶν λαβόντα τὸ νῦν βλεπόμενον τοῦτο τεμάχιον τοῦ ὑφάσματος τὰς τῶν ἱδρώτων λιβάδας ἐν αὐτῷ ἀπομάξασθαι καὶ εὐθέως ἐντυπωθῆναι τὴν ὁρωμένην ταύτην τοῦ θεοειδοῦς ἐκείνου εἴδους ἐκτύπωσιν· ὃ τῷ Θωμᾷ παραθέμενος μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς αὐτοῦ ἄνοδον διὰ Θαδδαίου τῷ Αὐγάρῳ ἀποστεῖλαι προσέταξε τὴν διὰ τῶν γραμμάτων ὑπόσχεσιν ἐκπληρῶν. μετὰ οὖν τὸ ἀναληφθῆναι τὸν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν εἰς τοὺς οὐρανοὺς δοὺς ὁ Θωμᾶς τῷ Θαδδαίῳ τὴν ἀχειρόγραφον τοῦ κυριακοῦ προσώπου ἐκμόρφωσιν πρὸς τὸν Αὔγαρον ἐξαπέστειλε. καταλαβὼν τοίνυν ὁ Θαδδαῖος τὴν Ἔδεσαν, ἔμεινε πρῶτον παρά τινι τῶν αὐτόθι Ἰουδαίων, Τωβίας οὗτος ὠνόμαστο. καὶ δὴ πρὸ τῶν λόγων ἀπὸ τῶν ἔργων θέλων ἑαυτὸν γνωρίσαι τῷ Αὐγάρῳ ὁ τοῦ Χριστοῦ μαθητὴς τοὺς ἀσθενοῦντας τῆς πόλεως ἐπικλήσει μόνῃ Χριστοῦ ἐθεράπευσεν.
PG 113:433ὅθεν ταχὺ τῆς φήμης διαδοθείσης, ὅπερ ἐπὶ τῶν τοιούτων συμβαίνειν φιλεῖτὰ γὰρ παράδοξα τῶν πραγμάτων πολλοὺς ἔχει τοὺς περὶ αὐτῶν ἀπαγγέλλονταςἔφθασε καὶ πρὸς τὸν Αὔγαρον διά τινος τῶν αὐτοῦ δυναστῶν Ἄβδου καλουμένου ἡ περὶ τῆς ἐνδημίας τοῦ ἀποστόλου Χριστοῦ ἀκοή. λογισάμενος οὖν εὐθέως ἐκ τῆς ὑποικουρούσης ἐν αὐτῷ ἐλπίδος, τοῦτον ἐκεῖνον εἶναι, ὃν ἀποστεῖλαι πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς διὰ τῆς γραφῆς ἐπηγγείλατο, καὶ παρ’ αὐτοῦ τελεώτερον τὰ περὶ τοῦ Θαδδαίου μαθὼν ἀγαγεῖν αὐτὸν πρὸς αὐτὸν διωρίσατο. ὁ οὖν Τωβίας ἐλθὼν ἐγνώρισε ταῦτα τῷ ἀποστόλῳ κἀκεῖνος ἐν δυνάμει πρὸς αὐτὸν ἀπεστάλθαι εἰπὼν τὸ ἑξῆς πρὸς τὸν Αὔγαρον παρεγένετο. ἐν δὲ τῷ μέλλειν κατὰ πρόςωπον αὐτῷ ἐμφανίζεσθαι, ἐπὶ τοῦ ἰδίου μετώπου οἷον ἀναστηλώσας τὴν τοιαύτην ἐμφέρειαν, οὕτως εἰσῄει πρὸς Αὔγαρον. ὁ δὲ πόρρωθεν αὐτὸν προσιόντα ἰδὼν κρεῖττον ὄψεως φῶς ἀκτινοβολοῦν ἀπὸ τῆς ὄψεως αὐτοῦ ἐξαλλόμενον ἐδόκει ὁρᾶν, ὃ τὸ ἐπικείμενον ἠφίει ὁμοίωμα.433 NARRATIO DE. IMAGINE EDESSENA. 434 οὐδὲν τῇ ἀληθείᾳ λυμαίνεται, είτε πρότερον, είτε A prius sive postea factum est. Sic vero altera quo- ὕστερον γέγονεν. Ἔχει δὲ οὕτως καὶ τῶν λόγων que se narratio habet. ἕτερος. ΙΑ΄. Ἐν τῷ μέλλειν φασὶ τὸν Χριστὸν ἐπὶ τὸ ἐκού- στον πάθος ἐλθεῖν, ἡνίκα τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ἐνδεικνύμενος, ἀγωνιῶν ὡρᾶτο καὶ προσευχόμενος, ὅτε καὶ τοὺς ἱδρῶτας αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβους σταλάσ σειν αἵματος ὁ τοῦ Εὐαγγελίου λόγος υποσημαίνε ται· τηνικαῦτά φασιν ἀπό τινος τῶν μαθητῶν λαβόντα τὸ νῦν βλεπόμενον τοῦτο τεμάχιον τοῦ ὑφάσματος, τὰς τῶν ἱδρώτων λιβάδας ἐν αὐτῷ ἀπομάξασθαι· καὶ εὐθέως ἐντυπωθῆναι τὴν ὁρωμένην ταύτην τοῦ θεο ειδοῦς ἐκείνου είδους ἐκτύπωσιν, ὅ τῷ Θωμᾷ παρα- θέμενος, μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς αὐτοῦ ἄνοδον, διὰ Θαδδαίου Αὐγάρῳ ἀποστεῖλαι προσέταξε, τὴν διὰ τῶν γραμμάτων ὑπόσχεσιν ἐκπληρῶν. Μετά οὖν τὸ ἀνα- ληφθῆναι τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν εἰς τοὺς οὐρανοὺς, δοὺς ὁ Θωμᾶς τῷ Θαδδαίῳ τὴν ἀχειρή γραφον τοῦ Κυριακοῦ προσώπου ἐκμόρφωσιν, πρὸς τὸν Δύγαρον ἐξαπέστειλε. B XI. Cum Christus ad mortem sponte subeundam profecturus, humanam in se naturam, timoris an.. gustia mortis conite, exhiberet, atque in preces effusus esset; quando etiam evangelicus sermo su- dorem ejus velut guttas sanguinis notat defluxisse . tunc aiunt lintei rescissam partem quam nunc vi- demnus, cum ex quodam discipulorum accepisset, stillantes imbres co abstersisse : moxque quam oculis usurpamus divinam hanc imaginem illi im- pressam effulsisse. Pignus Thomæ depositum; ac in mandatis datum, ut post Jesu in coelos ascen- sum, per Thaddæum, quo sic scripta promissio impleretur, mitteret ad Augarum. Igitur Christo. Domino in cœlos recepto, dans Thomas Thaddæo non manufactam Dominici vultus effigiem, Augaro. deferendam jussit. ΙΒ'. Καταλαβών τοίνυν ὁ Θαδδαῖος τὴν Ἔδεσσαν, ἔμεινε πρῶτον παρά τινι τῶν αὐτόθι Ἰουδαίων. Τωδίας οὗτος ὠνόμαστο. Καὶ δὴ πρὸ τῶν λόγων, ἀπὸ τῶν ἔργων θέλων ἑαυτὸν γνωρίσαι τῷ Αὐγάρῳ δ τοῦ Χριστοῦ μαθητής, τοὺς ἀσθενοῦντας τῆς πόλεως ἐπικλήσει μόνῃ Χριστοῦ ἐθεράπευσεν. "Οθεν τοι τοῦ Χριστοῦ τῆς φήμης διαδοθείσης (ὅπερ ἐπὶ τῶν τοι ούτων συμβαίνειν φιλεῖ· τὰ γὰρ παράδοξα τῶν πρα γμάτων πολλοὺς ἔχει τοὺς περὶ αὐτῶν ἀπαγγέλλον τας), ἔφθασε καὶ πρὸς τὸν Αὔγαρον διά τινος τῶν αὐτοῦ δυναστῶν ᾿Αμδοῦ καλουμένου, ἡ περὶ τῆς ἐνδημίας τοῦ ἀποστόλου Χριστοῦ ἀκοή. Λογισάμενος οὖν εὐθέως ἐκ τῆς ὑποικουρούσης ἐν αὐτῷ ἐλπί δος, τοῦτον ἐκεῖνον εἶναι, ὅν ἀποστεῖλαι πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς διὰ τῆς γραφῆς ἐπηγγείλατο· καὶ παρ' αὐτ τοῦ τελειότερον τὰ περὶ τοῦ Θαδδαίου μαθών, ἀγα γεῖν αὐτὸν διωρίσατο. Ο οὖν Τωβίας ἐλθὼν, ἐγνώ- ρισε ταῦτα τῷ ᾿Αποστόλῳ· κακεῖνος ἐν δυνάμει πρὸς αὐτὸν ἀπεστάλθαι· εἰπὼν, τὸ ἑξῆς πρὸς τὸν Αὔγαρον παρεγένετο. Ἐν δὲ τῷ μέλλειν κατὰ πρόσωπον αὐτῷ ἐμφανίζεσθαι, ἐπὶ τοῦ ἰδίου μετώπου οἷον ἀναστη λώσας τὴν τοιαύτην ἐμφέρειαν, οὕτως εἰσῄει πρὸς Αὔγαρον. Ὁ δὲ πόῤῥωθεν αὐτὸν προσιόντα ἰδὼν, κρεῖττον ὄψεως φῶς ἀκτινοβολοῦν ἀπὸ τῆς ὄψεως αὐτοῦ ἐξαλλόμενον ἐδόκει ὁρᾷν, ὁ τὸ ἐπικείμε- D ipsa eligie, cemere visus est. Effulguramtis itaque νον ἀφίει ὁμοίωμα. Οθεν τῷ ὑπερβάλλοντι τῆς ἀστραπτούσης λαμπηδόνος καταπλαγείς, καὶ ὥσπερ ἐν λήθῃ τῶν περὶ αὐτὸν συμπτωμάτων γενόμενος, καὶ τῆς πολυχρονίου παρέσεως τῶν μελῶν, τῆς κλίνης ἀθρόως ἀνέθορε (9), τρέχειν ἐξεβιάζετο. Ταυτό πάθος κα. πρὸς ὑπαντὴν τὰ παρειμένα μέλη παθὼν τρόπον ἕτερον τοῖς ἐν τῷ ὄρει Θαβώρ τὴν ἀστράψασαν μορφήν θεασαμένοις. XII. Veniens itaque Thaddeus Edessain, mansit primum apud quemdam ejus loci Judaeum, Tobiam nomine. Necdum eum regulo conserto sermone, quippe cum is animo constitutum haberet, ut ex operibus Augaro innalesceret; quos civium agro- tos offendit, actutum curavit solo Christi invocato nomine. Quocirca percrebrescente Christi fama, uti quidem in talibus solet accidere; res enim mi- rabiles et inauditæ, plures sui nuntios habent ; act Augarum quoque per unum quendam ex proceri- C bus, Amdu nomine, advenisse Christi apostolum rumor pertatus est. Mox itaque, ea spe quam aniş mo alebat, in mentem venit eum ipsum esse, quem ei se missurum per literas Jesus promisisset, Igitur de Thaddæo plenius sciscitatus, cum didicisset, ad se virum adduci jubet. Tobias veniens, id quod jussus erat apostolo significavit, tum ile cum se ad illum,in virtute missum dixisset, postridie ad eum profectus est. Itaque in procinctu ut se ejus coram oculis sisteret, eam sibi effigiem velut si- gnum in fronte ponens atque erigens, in hunc mo- dum ad Augarum ingressus est. Videns ille eminus venientem, lucem sibi ex ejus facie emicantem, quam nulla vis oculorum ferre posset ejaculante ΙΓ΄. Λαβὼν τοίνυν ἀπὸ τοῦ ἀποστόλου τὸ τοιοῦτον ἐμοίωμα, καὶ σεβασμίως αὐτὸ τῇ κεφαλῇ περιθεὶς, καὶ τοῖς χείλεσι, καὶ οὐδὲ τ' ἄλλα τῶν τοῦ σώματος "ερῶν στερήσας τῆς τοιαύτης προσψαύσεως, ἔγνω lucis importabili radio attonitus ac stupens, mor bique casuum ac diuting membrorum resolutionis velut oblitus, repente lecto excussus, resoluta membra in occursum cogit festinare. Eodem scili- cet affectu, haud tamen eadem ratione ac ii, qui in monte Thabor lucis fulgoribus micantem format. conspexerc. XIII. Accepta itaque ab apostolo effigie, ac ve- nerantis specie capiti imposita, oculisque et mani- bus et labiis, ac corporis membris reliquis, nullo ejus muneris experte, adhibita, statim membra ΝΟΤΑ. (9) Forte deest καί.
ὅθεν τῷ ὑπερβάλλοντι τῆς ἀστραπτούσης λαμπηδόνος καταπλαγεὶς καὶ ὥσπερ ἐν λήθῃ τῶν περὶ αὐτὸν συμπτωμάτων γενόμενος καὶ τῆς πολυχρονίου παρέσεως τῶν μελῶν τῆς κλίνης ἀθρόως ἀνέθορε καὶ πρὸς ὑπαντὴν τὰ παρειμένα μέλη τρέχειν ἐξεβιάζετο, ταὐτὸ πάθος παθὼν τρόπον ἕτερον τοῖς ἐν τῷ ὄρει Θαβὼρ τὴν ἀστράψασαν μορφὴν θεασαμένοις. λαβὼν τοίνυν ἀπὸ τοῦ ἀποστόλου τὸ τοιοῦτον ὁμοίωμα καὶ σεβασμίως αὐτὸ τῇ τε κεφαλῇ περιθεὶς καὶ τοῖς ὄμμασι καὶ τοῖς χείλεσι καὶ οὐδὲ τἄλλα τῶν τοῦ σώματος μερῶν στερήσας τῆς τοιαύτης προσψαύσεως, ἔγνω παρευθὺ τὰ μέλη πάντα θαυμασίως ἀναρρωννύμενα καὶ τὴν εἰς τὸ κρεῖττον μεταβολὴν εἰσδεχόμενα καὶ τὴν λέπραν ἐκκαθαιρομένην καὶ ὑποφεύγουσαν, εἰ καὶ ἔτι ἐν τῷ μετώπῳ λείψανόν τι ταύτης μικρὸν ὑπελείπετο.433 NARRATIO DE. IMAGINE EDESSENA. 434 οὐδὲν τῇ ἀληθείᾳ λυμαίνεται, είτε πρότερον, είτε A prius sive postea factum est. Sic vero altera quo- ὕστερον γέγονεν. Ἔχει δὲ οὕτως καὶ τῶν λόγων que se narratio habet. ἕτερος. ΙΑ΄. Ἐν τῷ μέλλειν φασὶ τὸν Χριστὸν ἐπὶ τὸ ἐκού- στον πάθος ἐλθεῖν, ἡνίκα τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ἐνδεικνύμενος, ἀγωνιῶν ὡρᾶτο καὶ προσευχόμενος, ὅτε καὶ τοὺς ἱδρῶτας αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβους σταλάσ σειν αἵματος ὁ τοῦ Εὐαγγελίου λόγος υποσημαίνε ται· τηνικαῦτά φασιν ἀπό τινος τῶν μαθητῶν λαβόντα τὸ νῦν βλεπόμενον τοῦτο τεμάχιον τοῦ ὑφάσματος, τὰς τῶν ἱδρώτων λιβάδας ἐν αὐτῷ ἀπομάξασθαι· καὶ εὐθέως ἐντυπωθῆναι τὴν ὁρωμένην ταύτην τοῦ θεο ειδοῦς ἐκείνου είδους ἐκτύπωσιν, ὅ τῷ Θωμᾷ παρα- θέμενος, μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς αὐτοῦ ἄνοδον, διὰ Θαδδαίου Αὐγάρῳ ἀποστεῖλαι προσέταξε, τὴν διὰ τῶν γραμμάτων ὑπόσχεσιν ἐκπληρῶν. Μετά οὖν τὸ ἀνα- ληφθῆναι τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν εἰς τοὺς οὐρανοὺς, δοὺς ὁ Θωμᾶς τῷ Θαδδαίῳ τὴν ἀχειρή γραφον τοῦ Κυριακοῦ προσώπου ἐκμόρφωσιν, πρὸς τὸν Δύγαρον ἐξαπέστειλε. B XI. Cum Christus ad mortem sponte subeundam profecturus, humanam in se naturam, timoris an.. gustia mortis conite, exhiberet, atque in preces effusus esset; quando etiam evangelicus sermo su- dorem ejus velut guttas sanguinis notat defluxisse . tunc aiunt lintei rescissam partem quam nunc vi- demnus, cum ex quodam discipulorum accepisset, stillantes imbres co abstersisse : moxque quam oculis usurpamus divinam hanc imaginem illi im- pressam effulsisse. Pignus Thomæ depositum; ac in mandatis datum, ut post Jesu in coelos ascen- sum, per Thaddæum, quo sic scripta promissio impleretur, mitteret ad Augarum. Igitur Christo. Domino in cœlos recepto, dans Thomas Thaddæo non manufactam Dominici vultus effigiem, Augaro. deferendam jussit. ΙΒ'. Καταλαβών τοίνυν ὁ Θαδδαῖος τὴν Ἔδεσσαν, ἔμεινε πρῶτον παρά τινι τῶν αὐτόθι Ἰουδαίων. Τωδίας οὗτος ὠνόμαστο. Καὶ δὴ πρὸ τῶν λόγων, ἀπὸ τῶν ἔργων θέλων ἑαυτὸν γνωρίσαι τῷ Αὐγάρῳ δ τοῦ Χριστοῦ μαθητής, τοὺς ἀσθενοῦντας τῆς πόλεως ἐπικλήσει μόνῃ Χριστοῦ ἐθεράπευσεν. "Οθεν τοι τοῦ Χριστοῦ τῆς φήμης διαδοθείσης (ὅπερ ἐπὶ τῶν τοι ούτων συμβαίνειν φιλεῖ· τὰ γὰρ παράδοξα τῶν πρα γμάτων πολλοὺς ἔχει τοὺς περὶ αὐτῶν ἀπαγγέλλον τας), ἔφθασε καὶ πρὸς τὸν Αὔγαρον διά τινος τῶν αὐτοῦ δυναστῶν ᾿Αμδοῦ καλουμένου, ἡ περὶ τῆς ἐνδημίας τοῦ ἀποστόλου Χριστοῦ ἀκοή. Λογισάμενος οὖν εὐθέως ἐκ τῆς ὑποικουρούσης ἐν αὐτῷ ἐλπί δος, τοῦτον ἐκεῖνον εἶναι, ὅν ἀποστεῖλαι πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς διὰ τῆς γραφῆς ἐπηγγείλατο· καὶ παρ' αὐτ τοῦ τελειότερον τὰ περὶ τοῦ Θαδδαίου μαθών, ἀγα γεῖν αὐτὸν διωρίσατο. Ο οὖν Τωβίας ἐλθὼν, ἐγνώ- ρισε ταῦτα τῷ ᾿Αποστόλῳ· κακεῖνος ἐν δυνάμει πρὸς αὐτὸν ἀπεστάλθαι· εἰπὼν, τὸ ἑξῆς πρὸς τὸν Αὔγαρον παρεγένετο. Ἐν δὲ τῷ μέλλειν κατὰ πρόσωπον αὐτῷ ἐμφανίζεσθαι, ἐπὶ τοῦ ἰδίου μετώπου οἷον ἀναστη λώσας τὴν τοιαύτην ἐμφέρειαν, οὕτως εἰσῄει πρὸς Αὔγαρον. Ὁ δὲ πόῤῥωθεν αὐτὸν προσιόντα ἰδὼν, κρεῖττον ὄψεως φῶς ἀκτινοβολοῦν ἀπὸ τῆς ὄψεως αὐτοῦ ἐξαλλόμενον ἐδόκει ὁρᾷν, ὁ τὸ ἐπικείμε- D ipsa eligie, cemere visus est. Effulguramtis itaque νον ἀφίει ὁμοίωμα. Οθεν τῷ ὑπερβάλλοντι τῆς ἀστραπτούσης λαμπηδόνος καταπλαγείς, καὶ ὥσπερ ἐν λήθῃ τῶν περὶ αὐτὸν συμπτωμάτων γενόμενος, καὶ τῆς πολυχρονίου παρέσεως τῶν μελῶν, τῆς κλίνης ἀθρόως ἀνέθορε (9), τρέχειν ἐξεβιάζετο. Ταυτό πάθος κα. πρὸς ὑπαντὴν τὰ παρειμένα μέλη παθὼν τρόπον ἕτερον τοῖς ἐν τῷ ὄρει Θαβώρ τὴν ἀστράψασαν μορφήν θεασαμένοις. XII. Veniens itaque Thaddeus Edessain, mansit primum apud quemdam ejus loci Judaeum, Tobiam nomine. Necdum eum regulo conserto sermone, quippe cum is animo constitutum haberet, ut ex operibus Augaro innalesceret; quos civium agro- tos offendit, actutum curavit solo Christi invocato nomine. Quocirca percrebrescente Christi fama, uti quidem in talibus solet accidere; res enim mi- rabiles et inauditæ, plures sui nuntios habent ; act Augarum quoque per unum quendam ex proceri- C bus, Amdu nomine, advenisse Christi apostolum rumor pertatus est. Mox itaque, ea spe quam aniş mo alebat, in mentem venit eum ipsum esse, quem ei se missurum per literas Jesus promisisset, Igitur de Thaddæo plenius sciscitatus, cum didicisset, ad se virum adduci jubet. Tobias veniens, id quod jussus erat apostolo significavit, tum ile cum se ad illum,in virtute missum dixisset, postridie ad eum profectus est. Itaque in procinctu ut se ejus coram oculis sisteret, eam sibi effigiem velut si- gnum in fronte ponens atque erigens, in hunc mo- dum ad Augarum ingressus est. Videns ille eminus venientem, lucem sibi ex ejus facie emicantem, quam nulla vis oculorum ferre posset ejaculante ΙΓ΄. Λαβὼν τοίνυν ἀπὸ τοῦ ἀποστόλου τὸ τοιοῦτον ἐμοίωμα, καὶ σεβασμίως αὐτὸ τῇ κεφαλῇ περιθεὶς, καὶ τοῖς χείλεσι, καὶ οὐδὲ τ' ἄλλα τῶν τοῦ σώματος "ερῶν στερήσας τῆς τοιαύτης προσψαύσεως, ἔγνω lucis importabili radio attonitus ac stupens, mor bique casuum ac diuting membrorum resolutionis velut oblitus, repente lecto excussus, resoluta membra in occursum cogit festinare. Eodem scili- cet affectu, haud tamen eadem ratione ac ii, qui in monte Thabor lucis fulgoribus micantem format. conspexerc. XIII. Accepta itaque ab apostolo effigie, ac ve- nerantis specie capiti imposita, oculisque et mani- bus et labiis, ac corporis membris reliquis, nullo ejus muneris experte, adhibita, statim membra ΝΟΤΑ. (9) Forte deest καί.
PG 113:434διδαχθεὶς οὖν τὸν τῆς ἀληθείας λόγον τότε πρὸς τοῦ ἀποστόλου τρανότερον καὶ περὶ τῶν παραδόξων τοῦ Χριστοῦ θαυμάτων, τῶν τε θείων παθῶν καὶ ταφῆς καὶ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως καὶ τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναλήψεως καὶ ὁμολογήσας ἀληθῆ θεὸν τὸν Χριστόν, περὶ τῆς ἐν τῇ ὀθόνῃ ἐκτυπώσεως τῆς μορφῆς ἐπυνθάνετο, ἐπείπερ αὐτὴν ἀκριβέστερον ἐφιστὰς ἐπεγίνωσκεν διὰ χρωμάτων ὑλικῶν τὴν σύστασιν ἔχουσαν καὶ τὴν ἐν αὐτῇ κατεπλήττετο δύναμιν, ὑφ’ ἧς παραδόξως ἐξανέστη τῆς κλίνης καὶ συνηριθμεῖτο τοῖς ὑγιαίνουσι. πρὸς ταῦτα ὁ Θαδδαῖος τὸν καιρὸν τῆς ἀγωνίας ἐδήλου καὶ τὴν ἐκ τῶν ἱδρώτων ἀχρωμάτιστον μόρφωσιν καὶ τὴν τῆς ἀφίξεως τῆς πρὸς αὐτὸν τοῦ κυρίου εἰσήγησιν καὶ τἄλλα ὅσα τὸ φθάσαν τῆς ἱστορίας ἐδήλωσεν. ὡς οὖν ἀπό τε τούτων ἀπό τε τῆς ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ Θαδδαίου τὰ λυποῦντά τε ὑπεξίστατο καὶ τὰ παρειμένα οἱονεὶ συνεσφίγγετο, καὶ ἡ ἀμορφία διεσκεδάννυτο, καὶ πάντα πρὸς ὑγείαν ἔτρεχε, τῷ πανταχόθεν θάμβει ὁ Αὔγαρος συνεχόμενος· ἐπ’ ἀληθείας, ἔφη, γνήσιος εἶ μαθητὴς Ἰησοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ τοῦ δίχα φαρμάκων καὶ βοτανῶν θεραπεύοντος.433 NARRATIO DE. IMAGINE EDESSENA. 434 οὐδὲν τῇ ἀληθείᾳ λυμαίνεται, είτε πρότερον, είτε A prius sive postea factum est. Sic vero altera quo- ὕστερον γέγονεν. Ἔχει δὲ οὕτως καὶ τῶν λόγων que se narratio habet. ἕτερος. ΙΑ΄. Ἐν τῷ μέλλειν φασὶ τὸν Χριστὸν ἐπὶ τὸ ἐκού- στον πάθος ἐλθεῖν, ἡνίκα τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ἐνδεικνύμενος, ἀγωνιῶν ὡρᾶτο καὶ προσευχόμενος, ὅτε καὶ τοὺς ἱδρῶτας αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβους σταλάσ σειν αἵματος ὁ τοῦ Εὐαγγελίου λόγος υποσημαίνε ται· τηνικαῦτά φασιν ἀπό τινος τῶν μαθητῶν λαβόντα τὸ νῦν βλεπόμενον τοῦτο τεμάχιον τοῦ ὑφάσματος, τὰς τῶν ἱδρώτων λιβάδας ἐν αὐτῷ ἀπομάξασθαι· καὶ εὐθέως ἐντυπωθῆναι τὴν ὁρωμένην ταύτην τοῦ θεο ειδοῦς ἐκείνου είδους ἐκτύπωσιν, ὅ τῷ Θωμᾷ παρα- θέμενος, μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς αὐτοῦ ἄνοδον, διὰ Θαδδαίου Αὐγάρῳ ἀποστεῖλαι προσέταξε, τὴν διὰ τῶν γραμμάτων ὑπόσχεσιν ἐκπληρῶν. Μετά οὖν τὸ ἀνα- ληφθῆναι τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν εἰς τοὺς οὐρανοὺς, δοὺς ὁ Θωμᾶς τῷ Θαδδαίῳ τὴν ἀχειρή γραφον τοῦ Κυριακοῦ προσώπου ἐκμόρφωσιν, πρὸς τὸν Δύγαρον ἐξαπέστειλε. B XI. Cum Christus ad mortem sponte subeundam profecturus, humanam in se naturam, timoris an.. gustia mortis conite, exhiberet, atque in preces effusus esset; quando etiam evangelicus sermo su- dorem ejus velut guttas sanguinis notat defluxisse . tunc aiunt lintei rescissam partem quam nunc vi- demnus, cum ex quodam discipulorum accepisset, stillantes imbres co abstersisse : moxque quam oculis usurpamus divinam hanc imaginem illi im- pressam effulsisse. Pignus Thomæ depositum; ac in mandatis datum, ut post Jesu in coelos ascen- sum, per Thaddæum, quo sic scripta promissio impleretur, mitteret ad Augarum. Igitur Christo. Domino in cœlos recepto, dans Thomas Thaddæo non manufactam Dominici vultus effigiem, Augaro. deferendam jussit. ΙΒ'. Καταλαβών τοίνυν ὁ Θαδδαῖος τὴν Ἔδεσσαν, ἔμεινε πρῶτον παρά τινι τῶν αὐτόθι Ἰουδαίων. Τωδίας οὗτος ὠνόμαστο. Καὶ δὴ πρὸ τῶν λόγων, ἀπὸ τῶν ἔργων θέλων ἑαυτὸν γνωρίσαι τῷ Αὐγάρῳ δ τοῦ Χριστοῦ μαθητής, τοὺς ἀσθενοῦντας τῆς πόλεως ἐπικλήσει μόνῃ Χριστοῦ ἐθεράπευσεν. "Οθεν τοι τοῦ Χριστοῦ τῆς φήμης διαδοθείσης (ὅπερ ἐπὶ τῶν τοι ούτων συμβαίνειν φιλεῖ· τὰ γὰρ παράδοξα τῶν πρα γμάτων πολλοὺς ἔχει τοὺς περὶ αὐτῶν ἀπαγγέλλον τας), ἔφθασε καὶ πρὸς τὸν Αὔγαρον διά τινος τῶν αὐτοῦ δυναστῶν ᾿Αμδοῦ καλουμένου, ἡ περὶ τῆς ἐνδημίας τοῦ ἀποστόλου Χριστοῦ ἀκοή. Λογισάμενος οὖν εὐθέως ἐκ τῆς ὑποικουρούσης ἐν αὐτῷ ἐλπί δος, τοῦτον ἐκεῖνον εἶναι, ὅν ἀποστεῖλαι πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς διὰ τῆς γραφῆς ἐπηγγείλατο· καὶ παρ' αὐτ τοῦ τελειότερον τὰ περὶ τοῦ Θαδδαίου μαθών, ἀγα γεῖν αὐτὸν διωρίσατο. Ο οὖν Τωβίας ἐλθὼν, ἐγνώ- ρισε ταῦτα τῷ ᾿Αποστόλῳ· κακεῖνος ἐν δυνάμει πρὸς αὐτὸν ἀπεστάλθαι· εἰπὼν, τὸ ἑξῆς πρὸς τὸν Αὔγαρον παρεγένετο. Ἐν δὲ τῷ μέλλειν κατὰ πρόσωπον αὐτῷ ἐμφανίζεσθαι, ἐπὶ τοῦ ἰδίου μετώπου οἷον ἀναστη λώσας τὴν τοιαύτην ἐμφέρειαν, οὕτως εἰσῄει πρὸς Αὔγαρον. Ὁ δὲ πόῤῥωθεν αὐτὸν προσιόντα ἰδὼν, κρεῖττον ὄψεως φῶς ἀκτινοβολοῦν ἀπὸ τῆς ὄψεως αὐτοῦ ἐξαλλόμενον ἐδόκει ὁρᾷν, ὁ τὸ ἐπικείμε- D ipsa eligie, cemere visus est. Effulguramtis itaque νον ἀφίει ὁμοίωμα. Οθεν τῷ ὑπερβάλλοντι τῆς ἀστραπτούσης λαμπηδόνος καταπλαγείς, καὶ ὥσπερ ἐν λήθῃ τῶν περὶ αὐτὸν συμπτωμάτων γενόμενος, καὶ τῆς πολυχρονίου παρέσεως τῶν μελῶν, τῆς κλίνης ἀθρόως ἀνέθορε (9), τρέχειν ἐξεβιάζετο. Ταυτό πάθος κα. πρὸς ὑπαντὴν τὰ παρειμένα μέλη παθὼν τρόπον ἕτερον τοῖς ἐν τῷ ὄρει Θαβώρ τὴν ἀστράψασαν μορφήν θεασαμένοις. XII. Veniens itaque Thaddeus Edessain, mansit primum apud quemdam ejus loci Judaeum, Tobiam nomine. Necdum eum regulo conserto sermone, quippe cum is animo constitutum haberet, ut ex operibus Augaro innalesceret; quos civium agro- tos offendit, actutum curavit solo Christi invocato nomine. Quocirca percrebrescente Christi fama, uti quidem in talibus solet accidere; res enim mi- rabiles et inauditæ, plures sui nuntios habent ; act Augarum quoque per unum quendam ex proceri- C bus, Amdu nomine, advenisse Christi apostolum rumor pertatus est. Mox itaque, ea spe quam aniş mo alebat, in mentem venit eum ipsum esse, quem ei se missurum per literas Jesus promisisset, Igitur de Thaddæo plenius sciscitatus, cum didicisset, ad se virum adduci jubet. Tobias veniens, id quod jussus erat apostolo significavit, tum ile cum se ad illum,in virtute missum dixisset, postridie ad eum profectus est. Itaque in procinctu ut se ejus coram oculis sisteret, eam sibi effigiem velut si- gnum in fronte ponens atque erigens, in hunc mo- dum ad Augarum ingressus est. Videns ille eminus venientem, lucem sibi ex ejus facie emicantem, quam nulla vis oculorum ferre posset ejaculante ΙΓ΄. Λαβὼν τοίνυν ἀπὸ τοῦ ἀποστόλου τὸ τοιοῦτον ἐμοίωμα, καὶ σεβασμίως αὐτὸ τῇ κεφαλῇ περιθεὶς, καὶ τοῖς χείλεσι, καὶ οὐδὲ τ' ἄλλα τῶν τοῦ σώματος "ερῶν στερήσας τῆς τοιαύτης προσψαύσεως, ἔγνω lucis importabili radio attonitus ac stupens, mor bique casuum ac diuting membrorum resolutionis velut oblitus, repente lecto excussus, resoluta membra in occursum cogit festinare. Eodem scili- cet affectu, haud tamen eadem ratione ac ii, qui in monte Thabor lucis fulgoribus micantem format. conspexerc. XIII. Accepta itaque ab apostolo effigie, ac ve- nerantis specie capiti imposita, oculisque et mani- bus et labiis, ac corporis membris reliquis, nullo ejus muneris experte, adhibita, statim membra ΝΟΤΑ. (9) Forte deest καί.
PG 113:435καὶ ἐγὼ τοσοῦτον τῇ περὶ αὐτὸν στοργῇ καὶ πίστει συνδέδεμαι, ὥστε εἰ μὴ ἐδεδίειν τὸ ὑπερέχον τῆς τῶν Ῥωμαίων δυνάμεως, οἳ τοῖς ὑπὸ σφὰς οὐκ ἀνέχονται κατ’ ἀλλήλων ὁπλίζεσθαι, τάχα ἂν κατὰ τῶν σταυρωσάντων τὸν κύριον Ἰουδαίων ὅπλα ἐκίνησα καὶ παρεστησάμην καὶ ἠνδραποδισάμην αὐτούς. νῦν δὲ ἐπεὶ καὶ τὸ πάθος αὐτοῦ ἐδιδάχθην ἑκούσιον καὶ πέπεισμαι, ὡς οὐκ ἂν μὴ βουληθέντος αὐτοῦ κατίσχυσαν οἱ ἀγνώμονες κατ’ αὐτοῦ, οὐδὲν προσπεριεργάζομαι. δέομαι δὲ καὶ τοῦ θείου βαπτίσματος ἀξιωθῆναι καὶ πανοικὶ προσοικειωθῆναι καὶ ἀνατεθῆναι τῷ δεσπότῃ Χριστῷ. πολλὰ τοίνυν ἐπιτελέσας πρότερον θαύματα ὁ τοῦ κυρίου ἀπόστολος καὶ πάντας ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν ἰασάμενος, ἐν οἷς ἦν καὶ ὁ πρῶτος τὴν περὶ αὐτοῦ φήμην τῷ Αὐγάρῳ ἀνενεγκών, ὃν ποδαλγικοῦ παθήματος ἠλευθέρωσε, προσήγαγε τῇ θείᾳ κολυμβήθρᾳ τὸν Αὔγαρον καὶ τὰ νενομισμένα ἐπ’ αὐτῷ τελέσας, ἐβάπτισεν αὐτόν τε καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντας τοὺς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ· καὶ ἐξῆλθεν ἀπὸ τοῦ θείου τούτου τῆς καθάρσεως ὕδατος καθαρὸς ὅλος καὶ ὑγιής, ἀφανισθέντος ἀθρόως καὶ τοῦ ὑπολειφθέντος μικροῦ λειψάνου τῆς λέπρας ἐν τῷ μετώπῳ αὐτοῦ.435 CONSTANTINI PORPHYROGENIT 436 omnia roborari cognovit, ac meliore statu mutari : Α παρευθὺ τὰ μέλη πάντα θαυμασίως ἀναῤῥωννύμενα, mundari lepram ac cedere, tametsi ejus quoddam vestigium ac residuum mansit in fronte. Doctus igitur ab apostolo paulo clarius veritatis doctri- nam, deque inauditis Christi miraculis, divinisque passionibus, et sepultura, et resurrectione a mor- tuis, atque in cœlos receptione institutus; cum Deum verum Christum confessus esset, de forma linteo expressa sciscitabatur; quod nimirum ea diligentius inspecta, nullis terrenis conflatam co- loribus cognoverat, ejusque stupebat virtutem, quod sic grandi miraculo ac insolito, lectulo exsilierat, ac incolumi sanitate gaudebat. Ad hæc Thaddæus, mortis timorem et angustias declarare, exque su- doribus nullo colorun pigmento expressam eligiem docere : Domini jussu ad eum accessisse, et alia quæcunque jam superior decurrit historia. XIV. Postquam igitur es his pariter, manuum- que apostoli in nomine Jesu Christi impositione, dolorum vis sensusque aufugerat, membraque re- soluta velut astringebantur, atque oris deformitas evanescebat, cunctaque ad sanitatem currebant : rei tantæ compendio undique Augarus admiratione defixus : Vere, inquit, Jesu Filii Dei discipulus es, qui curabat absque medicamentis et herbis. Ac ego tanta illi amoris vi ac fide devinctus sum, ut si per eininentem Romani imperii potestatem, per quam subditis nefas bello invicem lacessere, bellum mo- vere liceret, in Judæos forte, qui Domino crucem posuerunt, arma movissem, mihique subegissen. Nunc autem quod et mortem sponte subiisse do- ceor, ac certus sum fore ut, nisi voluisset, nun- quam sibi improba turba subjiceret, nihit ultra quæro ac disputo. Sotum divino baptismate lustrari rogo, ac cum tota familia Christi necessitudinis jura obire, meque illi addicere. Multis itaque ante patratis miraculis, cunctisque quibus laborabant ægritudinibus saṇatis, in quibus, qui proxime Au- garum claritate ac potentia attinebat (10), ipse quoque podagra qua laborabat, sanatus, muneris præco erat; cum curasset Christi apostolus, divinæ Augarum piscina admovit : legitimisque in eo per- actis, ipsum ac uxorem liberosque cum tota fami- lia cinxit; exiitque e divina hac expiationis uuda rundus tofus ac sanus, lepra repente abolita, iisque ipsis paucis reliquiis, quibus viri frons inusta perstiteral. XV. Hine factum ut regulus, qui ejus Dominicæ effigiei ac formæ modis omnibus venerator cultor- que exsisteret, hoc quoque ad aliam ejus religio - nem adjiceret. Nempe, antiquis Edessa civibus dei cujusdam Græcanica superstitionis statua, pro pu- blica urbis porta erecta erat, cui necesse cultum Β καὶ τὴν εἰς τὸ κρείττον μεταβολὴν εἰσδεχόμενα. Καὶ τὴν λέπραν ἐκκαθαιρομένην καὶ ἀποφεύγουσαν, εἰ καὶ ἔτι ἐν τῷ μετώπῳ λείψανόν τι ταύτης μικρόν ὑπελείπετο. Διδαχθεὶς οὖν τὸν τῆς ἀληθείας λόγον τότε πρὸς τοῦ ᾿Αποστόλου τρανότερον, καὶ περὶ τῶν παραδόξων τοῦ Χριστοῦ θαυμάτων, τῶν καὶ θείων παθῶν, καὶ ταφῆς, καὶ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως, καὶ τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναλήψεως· καὶ ὁμολογήσας ἀληθῆ Θεὸν τὸν Χριστὸν, περὶ τῆς ἐν ἐθόνῃ ἐκτυπώ σεως τῆς μορφῆς ἐπυνθάνετο, ἐπείπερ αὐτὴν, ἀκρι δέστερον ἐπιστὰς, ἐπεγίνωσκεν οὐ διὰ χρωμάτων ὑλικῶν τὴν σύστασιν ἔχουσαν, καὶ τὴν ἐν αὐτῇ κατ- επλήττετο δύναμιν, ὑφ' ἧς παραδόξως ἐξανέστη τῆς κλίνης, καὶ συνηριθμεῖτο τοῖς ὑγιαίνουσι. Πρὸς ταῦτα ὁ Θαδδαῖος τὸν καιρὸν τῆς ἀγωνίας ἐδήλου, καὶ τὴν ἐκ τῶν ἱδρώτων ἀχρωμάτιστον μόρφωσιν. Καὶ τὴν τῆς ἀφίξεως πρὸς αὐτὸν Κυρίου εἰσήγησιν, καὶ τὰ ἄλλα ὅσα τὸ φθάσαν τῆς ἱστορίας εδήλωσεν. ΙΔ΄. Ὡς οὖν ἀπό τε τῆς ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ Θαδδαίου τὰ λυ- ποῦντά τε ὑπεξίστατο, καὶ τὰ παρειμένα οlove! συνεσφίγγετο, καὶ ἡ ἀμορφία διεσκεδάννυτο, καὶ πάντα πρὸς ὑγείαν ἔτρεχε, τῷ πανταχόθεν θάμβει ὁ Αύγαρο; συνεχόμενος, Επ' ἀληθείας, Ενη, γνήσιος εξ μαθητῆς Ἰησοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ δίχα φαρμά κων καὶ βοτανῶν θεραπεύοντος. Καὶ ἐγὼ τοσοῦτον τῇ περὶ αὐτὸν στοργῇ καὶ πίστει συνδέδεμαι, ὥστε εἰ μὴ ἐδεδίειν τὸ ὑπερέχον τῆς τῶν Ῥωμαίων δυνά- C μεως, οἳ τοὺς ὑπὸ σφᾶς οὐκ ἀνέχονται κατ' ἀλλήλων ὁπλίζεσθαι, τάχα ἂν κατὰ τῶν σταυρωσάντων τὸν Κύριον Ἰουδαίων ὅπλα ἐκίνησα, καὶ παρεστησάμην αὐτούς. Νῦν δὲ ἐπεὶ καὶ τὸ πάθος αὐτοῦ ἐδιδάχθην ἑκούσιον, καὶ πέπεισμαι ὡς οὐκ ἂν, μὴ βουληθέντος αὐτοῦ, κατίσχυσαν οἱ ἀγνώμονες κατ᾿ αὐτοῦ, οὐδὲν προσπεριεργάζομαι. Δέομαι δὲ καὶ τοῦ θείου βαπτί σματος ἀξιωθῆναι, καὶ πανοικί προσοικειωθῆναι, καὶ ἀναθεῖναι τῷ Δεσπότῃ Χριστῷ. Πολλὰ τοίνυν ἐπιτελέσας θαύματα πρότερον ὁ τοῦ Κυρίου ἀπόστο λος, καὶ πάντας ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν ἰασάμενος, ἐν οἷς ἦν καὶ ὁ πρῶτος τὴν περὶ αὐτοῦ φήμην τῷ Αὐ γάρῳ ἀνενεγκών, ὃν ποδαλγικοῦ παθήματος ἠλευθέ ρωσε, προσήγαγε τῇ θείᾳ κολυμβήθρα τον Αύγαρον. Καὶ τὰ νενομισμένα ἐπ' αὐτῷ τελέσας, ἐβάπτισεν αὐτ τόν τε καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα, καὶ πάντας τοὺς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ ἐξῆλθεν ἀπὸ τοῦ θείου τούτου τῆς καθάρσεως ὕδατος, καθαρὸς ὅλος καὶ ὑγιὴς, ἀφανισθέντος ἀθρόως καὶ τοῦ ὑπολειφθέντος μικρού λειψάνου τῆς λέπρας ἐν τῷ μετώπῳ αὐτοῦ. D ΙΕ΄. Εντεῦθεν πάντως τιμῶν καὶ σεβόμενος τὸ τοιοῦτον ὁμοίωμα τῆς τοῦ Κυρίου μορφῆς, καὶ τοῦτο τοῖς ἄλλοις ὁ τοπάρχης προσέθηκεν. Ἐκ τῶν παλαιῶν τῆς Ἐδέσσης πολιτῶν τε καὶ οἰκιστῶν τῶν ἐπισή. μων τινὸς [δὲ] Ἑλληνικῶν θεῶν ἄγαλμα πρὸ τῆς δημοσίας πύλης τῆς πόλεως ἀναστήλωτο, ᾧ πάντα ΝΟΤΕ. (10) Polius, qui primus famam de illo ad Augarum attuleral
PG 113:436ἐντεῦθεν παντοίως τιμῶν καὶ σεβόμενος τὸ τοιοῦτον ὁμοίωμα τῆς τοῦ κυρίου μορφῆς καὶ τοῦτο τοῖς ἄλλοις ὁ τοπάρχης προσέθηκεν· ἐκ τῶν παλαιῶν τῆς Ἐδέσης πολιστῶν τε καὶ οἰκιστῶν τῶν ἐπισήμων τινὸς ἑλληνικῶν θεῶν ἄγαλμα πρὸ τῆς δημοσίας πύλης τῆς πόλεως ἀνεστήλωτο, ᾧ πάντα τὸν ἐντὸς τοῦ ἄστεος γενέσθαι βουλόμενον ἀναγκαῖον ἦν προσκυνῆσαι καὶ νενομισμένας εὐχάς τινας ἀποδοῦναι καὶ οὕτως ἔχεσθαι τῶν ἐν τῇ πόλει ὁδῶν τε καὶ ἀγυῶν. τοῦτο οὖν τότε ὁ Αὔγαρος καθελὼν καὶ ἀφανισμῷ παραδοὺς εἰς τὸν τῆς ἐκείνου στάσεως τόπον τὴν ἀχειροποίητον ταύτην εἰκόνα τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπὶ σανίδος κολλήσας καὶ διὰ τοῦ νῦν φαινομένου χρυσοῦ καλλωπίσας ἀνέστησεν ἐπιγράψας ἐν τῷ χρυσῷ ταῦτα τὰ ῥήματα· Χριστὲ ὁ θεός, ὁ εἰς σὲ ἐλπίζων οὐκ ἀποτυγχάνει.3 ἐθέσπισέ τε πάντα τὸν διὰ τῆς πύλης ἐκείνης διέρχεσθαι μέλλοντα, ἀντὶ τῆς παλαιᾶς ἐκείνης στήλης τῆς ἀχρήστου καὶ ἀνωφελοῦς τὸ προσῆκον σέβας καὶ τὴν ὀφειλομένην προσκύνησιν καὶ τιμὴν ἀπονέμειν τῇ πολυθαυμάστῳ θαυματουργῷ τοῦ Χριστοῦ εἰκόνι καὶ οὕτως εἰς τὴν πόλιν Ἐδέσης εἰσέρχεσθαι.435 CONSTANTINI PORPHYROGENIT 436 omnia roborari cognovit, ac meliore statu mutari : Α παρευθὺ τὰ μέλη πάντα θαυμασίως ἀναῤῥωννύμενα, mundari lepram ac cedere, tametsi ejus quoddam vestigium ac residuum mansit in fronte. Doctus igitur ab apostolo paulo clarius veritatis doctri- nam, deque inauditis Christi miraculis, divinisque passionibus, et sepultura, et resurrectione a mor- tuis, atque in cœlos receptione institutus; cum Deum verum Christum confessus esset, de forma linteo expressa sciscitabatur; quod nimirum ea diligentius inspecta, nullis terrenis conflatam co- loribus cognoverat, ejusque stupebat virtutem, quod sic grandi miraculo ac insolito, lectulo exsilierat, ac incolumi sanitate gaudebat. Ad hæc Thaddæus, mortis timorem et angustias declarare, exque su- doribus nullo colorun pigmento expressam eligiem docere : Domini jussu ad eum accessisse, et alia quæcunque jam superior decurrit historia. XIV. Postquam igitur es his pariter, manuum- que apostoli in nomine Jesu Christi impositione, dolorum vis sensusque aufugerat, membraque re- soluta velut astringebantur, atque oris deformitas evanescebat, cunctaque ad sanitatem currebant : rei tantæ compendio undique Augarus admiratione defixus : Vere, inquit, Jesu Filii Dei discipulus es, qui curabat absque medicamentis et herbis. Ac ego tanta illi amoris vi ac fide devinctus sum, ut si per eininentem Romani imperii potestatem, per quam subditis nefas bello invicem lacessere, bellum mo- vere liceret, in Judæos forte, qui Domino crucem posuerunt, arma movissem, mihique subegissen. Nunc autem quod et mortem sponte subiisse do- ceor, ac certus sum fore ut, nisi voluisset, nun- quam sibi improba turba subjiceret, nihit ultra quæro ac disputo. Sotum divino baptismate lustrari rogo, ac cum tota familia Christi necessitudinis jura obire, meque illi addicere. Multis itaque ante patratis miraculis, cunctisque quibus laborabant ægritudinibus saṇatis, in quibus, qui proxime Au- garum claritate ac potentia attinebat (10), ipse quoque podagra qua laborabat, sanatus, muneris præco erat; cum curasset Christi apostolus, divinæ Augarum piscina admovit : legitimisque in eo per- actis, ipsum ac uxorem liberosque cum tota fami- lia cinxit; exiitque e divina hac expiationis uuda rundus tofus ac sanus, lepra repente abolita, iisque ipsis paucis reliquiis, quibus viri frons inusta perstiteral. XV. Hine factum ut regulus, qui ejus Dominicæ effigiei ac formæ modis omnibus venerator cultor- que exsisteret, hoc quoque ad aliam ejus religio - nem adjiceret. Nempe, antiquis Edessa civibus dei cujusdam Græcanica superstitionis statua, pro pu- blica urbis porta erecta erat, cui necesse cultum Β καὶ τὴν εἰς τὸ κρείττον μεταβολὴν εἰσδεχόμενα. Καὶ τὴν λέπραν ἐκκαθαιρομένην καὶ ἀποφεύγουσαν, εἰ καὶ ἔτι ἐν τῷ μετώπῳ λείψανόν τι ταύτης μικρόν ὑπελείπετο. Διδαχθεὶς οὖν τὸν τῆς ἀληθείας λόγον τότε πρὸς τοῦ ᾿Αποστόλου τρανότερον, καὶ περὶ τῶν παραδόξων τοῦ Χριστοῦ θαυμάτων, τῶν καὶ θείων παθῶν, καὶ ταφῆς, καὶ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως, καὶ τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναλήψεως· καὶ ὁμολογήσας ἀληθῆ Θεὸν τὸν Χριστὸν, περὶ τῆς ἐν ἐθόνῃ ἐκτυπώ σεως τῆς μορφῆς ἐπυνθάνετο, ἐπείπερ αὐτὴν, ἀκρι δέστερον ἐπιστὰς, ἐπεγίνωσκεν οὐ διὰ χρωμάτων ὑλικῶν τὴν σύστασιν ἔχουσαν, καὶ τὴν ἐν αὐτῇ κατ- επλήττετο δύναμιν, ὑφ' ἧς παραδόξως ἐξανέστη τῆς κλίνης, καὶ συνηριθμεῖτο τοῖς ὑγιαίνουσι. Πρὸς ταῦτα ὁ Θαδδαῖος τὸν καιρὸν τῆς ἀγωνίας ἐδήλου, καὶ τὴν ἐκ τῶν ἱδρώτων ἀχρωμάτιστον μόρφωσιν. Καὶ τὴν τῆς ἀφίξεως πρὸς αὐτὸν Κυρίου εἰσήγησιν, καὶ τὰ ἄλλα ὅσα τὸ φθάσαν τῆς ἱστορίας εδήλωσεν. ΙΔ΄. Ὡς οὖν ἀπό τε τῆς ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ Θαδδαίου τὰ λυ- ποῦντά τε ὑπεξίστατο, καὶ τὰ παρειμένα οlove! συνεσφίγγετο, καὶ ἡ ἀμορφία διεσκεδάννυτο, καὶ πάντα πρὸς ὑγείαν ἔτρεχε, τῷ πανταχόθεν θάμβει ὁ Αύγαρο; συνεχόμενος, Επ' ἀληθείας, Ενη, γνήσιος εξ μαθητῆς Ἰησοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ δίχα φαρμά κων καὶ βοτανῶν θεραπεύοντος. Καὶ ἐγὼ τοσοῦτον τῇ περὶ αὐτὸν στοργῇ καὶ πίστει συνδέδεμαι, ὥστε εἰ μὴ ἐδεδίειν τὸ ὑπερέχον τῆς τῶν Ῥωμαίων δυνά- C μεως, οἳ τοὺς ὑπὸ σφᾶς οὐκ ἀνέχονται κατ' ἀλλήλων ὁπλίζεσθαι, τάχα ἂν κατὰ τῶν σταυρωσάντων τὸν Κύριον Ἰουδαίων ὅπλα ἐκίνησα, καὶ παρεστησάμην αὐτούς. Νῦν δὲ ἐπεὶ καὶ τὸ πάθος αὐτοῦ ἐδιδάχθην ἑκούσιον, καὶ πέπεισμαι ὡς οὐκ ἂν, μὴ βουληθέντος αὐτοῦ, κατίσχυσαν οἱ ἀγνώμονες κατ᾿ αὐτοῦ, οὐδὲν προσπεριεργάζομαι. Δέομαι δὲ καὶ τοῦ θείου βαπτί σματος ἀξιωθῆναι, καὶ πανοικί προσοικειωθῆναι, καὶ ἀναθεῖναι τῷ Δεσπότῃ Χριστῷ. Πολλὰ τοίνυν ἐπιτελέσας θαύματα πρότερον ὁ τοῦ Κυρίου ἀπόστο λος, καὶ πάντας ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν ἰασάμενος, ἐν οἷς ἦν καὶ ὁ πρῶτος τὴν περὶ αὐτοῦ φήμην τῷ Αὐ γάρῳ ἀνενεγκών, ὃν ποδαλγικοῦ παθήματος ἠλευθέ ρωσε, προσήγαγε τῇ θείᾳ κολυμβήθρα τον Αύγαρον. Καὶ τὰ νενομισμένα ἐπ' αὐτῷ τελέσας, ἐβάπτισεν αὐτ τόν τε καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα, καὶ πάντας τοὺς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ ἐξῆλθεν ἀπὸ τοῦ θείου τούτου τῆς καθάρσεως ὕδατος, καθαρὸς ὅλος καὶ ὑγιὴς, ἀφανισθέντος ἀθρόως καὶ τοῦ ὑπολειφθέντος μικρού λειψάνου τῆς λέπρας ἐν τῷ μετώπῳ αὐτοῦ. D ΙΕ΄. Εντεῦθεν πάντως τιμῶν καὶ σεβόμενος τὸ τοιοῦτον ὁμοίωμα τῆς τοῦ Κυρίου μορφῆς, καὶ τοῦτο τοῖς ἄλλοις ὁ τοπάρχης προσέθηκεν. Ἐκ τῶν παλαιῶν τῆς Ἐδέσσης πολιτῶν τε καὶ οἰκιστῶν τῶν ἐπισή. μων τινὸς [δὲ] Ἑλληνικῶν θεῶν ἄγαλμα πρὸ τῆς δημοσίας πύλης τῆς πόλεως ἀναστήλωτο, ᾧ πάντα ΝΟΤΕ. (10) Polius, qui primus famam de illo ad Augarum attuleral
PG 113:437καὶ διετηρήθη τὸ τοιοῦτον τῆς τοῦ ἀνδρὸς εὐσεβείας οἷον προχάραγμα καὶ ἀνάθημα μέχρι τῆς ἐν τῷ βίῳ παροικίας αὐτοῦ τε τοῦ Αὐγάρου καὶ τοῦ τούτου υἱοῦ, ὃς τῆς βασιλείας καὶ τῆς εὐσεβείας τῆς πατρικῆς κατέστη διάδοχος. ἀλλ’ ὁ τούτων υἱός τε καὶ υἱωνὸς τῆς μὲν πατρῴας καὶ παππῴας ἀρχῆς διάδοχος γέγονεν, οὐ μὴν καὶ τῆς εὐσεβείας κληρονόμος ἐγένετο. ἀλλ’ ἀπελάκτισεν ὡς εἰπεῖν τὴν εὐσέβειαν καὶ πρὸς τοὺς δαίμονας καὶ τὰ εἴδωλα ηὐτομόλησε. διὸ καὶ οἱονεὶ τὸ ἀνταπόδομα τοῖς δαίμοσιν ἀνταποδιδοὺς ἐβουλήθη, ἐπεὶ ὁ πάππος αὐτοῦ τὴν εἰδωλικὴν ἐκείνην στήλην ἀφανισμῷ παραδέδωκε, τὴν αὐτὴν καταδίκην καὶ τῇ τοῦ κυρίου εἰκόνι προσαγαγεῖν. ἀλλ’ οὐκ ἐπέτυχε τῆς θήρας ὁ δόλιος. ὁ γὰρ ἐπίσκοπος τοῦ τόπου τοῦτο προγνοὺς τὴν ἐνδεχομένην ἔθετο πρόνοιαν. καὶ ἐπεὶ ὁ τόπος, καθ’ ὃν ἀνέκειτο ἡ εἰκών, κυλινδροειδοῦς ἡμισφαιρίου σχῆμα διέσωζεν, θρυαλίδα πρὸ τῆς εἰκόνος ἅψας καὶ κέραμον ἐπιθεὶς εἶτα ἔξωθεν τιτάνῳ καὶ πλίνθοις ὀπταῖς ἀποφράξας τὸ ἐμβαδὸν εἰς ὁμαλὴν ἐπιφάνειαν τὸ τεῖχος ἀπηύθυνε· καὶ ἐν τῷ μὴ ὁρᾶσθαι τὴν φθονουμένην μορφὴν ἀπέστη τῆς ἐγχειρήσεως ἐκεῖνος ὁ δυσσεβής.437 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. B 438 certaque simulacro vota reddere, ac tum libero aditu urbis vicos plateasque percurrere. Sustulit itaque eam Augarus ac abolevit, inque ejus basis loco ad asserem glutino compactam hancce non manufactam Domini nostri Jesu Christi imaginem, quo nunc auro conspicua est egregie ornatam, sta- Luit, his illi auro inscriptis verbis: Christe Deus, qui in te sperat, nunquam voto frustratus abit : sanxitque, ut quisquis per eam portanı transilurus esset, pro veteri illo nullius frugis simulacro pror- susque inutili, convenientem cultum atque debitam adorationem honoremque, multiplici titulo adıni- randæ miraculorum effectrici Christi imagini redde- ret, sicque Edessam urbem amicus hospes intraret. Duravitque pietatis viri monumentum hoc ac sacra devotio, quamdiu tum ipse Augarus, tum filius vita superstes fuit; quippe qui paterni regui pari- terque pietatis successor exstitit. Horum nihilomi- mus filius neposque, fuit is quidem patris arique principatus successor, at nihil horum pietatis hæ- res. Quin in pietatem, ut sic dicam, calcibus insul tavit, atque ad demnones ac simulacra descivit. Ve- Jut itaque dæmonibus vicem redditurus, hoc secum. statuit, ut sicut avus superstitiosum simulacrum illud aboleverat, sic ipse Dominicam imaginem eidem noxæ subjiceret. Haud tamen vir dolo con- fertus, prædæ compos effectus est. Loci namque episcopus, rei praescius, quantam licuit ipse curam adhibuit. Quodque locus ubi imago collocata erat, cylindri speciem referentis hemisplærii Aguram retinebat; accensa ante imaginem lucerna, tegula- que imposita, ac tum deforis calce coctisque late- ribus obstructo loci ambitu, quidquid ejus erat in planam superficiens redegit, ereptaque oculis forma invidiæ habita, consilio ac molitione impius ho- mo abstitit. Ideo autem, ut arbitror, ante imaginem testa sacerdoti collocata est, no ex situ ædificii et calcis humore, cui impressa imago linteum putre- dinis aliquid contraheret, ac per longiores tempo- ris moras damnum acciperet. τὸν ἐντὸς τοῦ ἄστεως γενέσθαι βουλόμενον, ἀναγκαῖον Α adhibere, quisquis demum in urbem ingredi vellet, ἦν προσκυνῆσαι, καὶ νενομισμένας τινὰς εὐχὰς ἀπο- δοῦναι, καὶ οὕτως ἔχεσθαι τῶν ἐν τῇ πόλει ἐδῶν τε καὶ ἀγυιῶν. Τοῦτο οὖν τότε ὁ Αὐγαρος καθελών, καὶ ἀφανισμῷ παραδούς, εἰς τὸν τῆς ἐκείνου στάσεως τόπον, τὴν ἀχειροποίητον ταύτην εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπὶ σανίδες κολλήσας, καὶ διὰ τοῦ νῦν φαινομένου χρυσοῦ καλλωπίσας, ἀνέστησεν, ἐπιγράψας ἐν τῷ χρυσῷ ταῦτα τὰ βήματα· Χριστὲ ὁ Θεὸς, ὁεὶς σὲ ἐλπίζων οὐκ ἀποτυγχάνει ποτέ. Εθέ σπισέ τε πάντα τὸν διὰ τῆς πύλης ἐκείνης διέρχε- σθαι μέλλοντα, ἀντὶ τῆς παλαιᾶς ἐκείνης στήλης τῆς ἀχρήστου καὶ ἀνωφελούς, τὸ προσῆκον σέβας, καὶ τὴν ὀφειλομένην προσκύνησιν καὶ τὴν τιμὴν ἀπονέ- μειν τῇ πολυθαυμάστῳ θαυματουργῷ τοῦ Χριστοῦ εἰκόνι, καὶ οὕτως εἰς τὴν πόλιν Ἐδέσσης εἰσέρχε- ο σθαι. Καὶ διετηρήθη τοιοῦτον τῆς τοῦ ἀνδρὸς εὐσε Γείας οἷον προχάραγμα καὶ ἀνάθημα, μέχρι τῆς ἐν τῷ βίῳ παροικίας αὐτοῦ τε τοῦ Αὐγάρου, καὶ τοῦ τούτου υἱοῦ, ὅς τῆς βασιλείας καὶ τῆς εὐσεβείας τῆς πατρικῆς κατέστη διάδοχος. 'Αλλ' ὁ τούτων υἱός το καὶ οἰωνὸς, τῆς μὲν πατρῴας καὶ παππώας ἀρχῆς Διάδοχος γέγονεν, οὐ μὴν καὶ τῆς εὐσεβείας κληρο. νόμο; ἐγένετο· ἀλλ᾿ ἀπελάκτισεν, ὡς εἰπεῖν, τὴν εὐσέβειαν, καὶ πρὸς τοὺς δαίμονας, καὶ τὰ εἴδωλα, αυτομόλησε. Διὸ καὶ οἱονεὶ τὸ ἀνταπόδομα τοῖς δαί μοσιν ἀνταποδιδοὺς, ἐβουλήθη, ἐπεὶ ὁ πάππος αὐτοῦ τὴν εἰδωλικὴν ἐκείνην στήλην ἀφανισμῷ παραδέδωκε, τὴν αὐτὴν καταδίκην καὶ τῇ τοῦ Κυρίου εἰκόνι προσ- αγαγειν. Αλλ' οὐκ ἐπέτυχε τῆς θήρας ὁ δόλιος. C Ο γὰρ ἐπίσκοπος τοῦ τόπου τοῦτο προγνούς, την ἐνδεχομένην ἔθετο πρόνοιαν, καὶ ἐπεὶ ὁ τόπος, καθ᾿ ὄν ἀνέκειτο ἡ εἰκών, κυλινδροειδοῦς ἡμισφαιρίου σχῆμα διέσωσεν, θρυαλίδα πρὸ τῆς εἰκόνος ἅψας, καὶ κέρα μον ἐπιθεὶς, εἶτα ἔξωθεν τιτάνῳ καὶ πλίνθοις ὀπταῖς ἀποφράξας τὸ ἐμβαδόν, εἰς ὁμαλὸν ἐπιφάνειαν τὸ τεῖχος ἐπηύθυνε. Καὶ ἐν τῷ μὴ ὁρᾶσθαι τὴν φθο νουμένην μορφήν, ἀπέστη τῆς ἐγχειρήσεως ἐκεῖνος ὁ δυσσεβής. Ὁ δὲ κέραμος διὰ τοῦτο, οἶμαι, πρὸ τῆς εἰκόνος τεθῆναι πρὸς τοῦ ἱερέως διώριστο, ὡς ἂν μή τινα σῆψιν ἐκ τοῦ ἀπὸ τῆς οἰκοδομῆς εὐρῶτος, καὶ τῆς ἐκ τοῦ τιτάνου νοτίδος ἐγγενέσθαι ἐν τῷ ὑποδοχεῖ τῆς εἰκόνος, καὶ τὴν ἐκ τοῦ χρόνου βλάβην προσ δέξηται. 14'. Εῤῥει τοίνυν ὁ χρόνος διὰ μέσου πολὺς, καὶ D XVI. Multum interim temporis annorum longa τῆς ἐξ ἀνθρώπων μνήμης ἀπερβύη καὶ ἡ ἀναστήλως serie fluxerat, exque memoria hominum et quod σις τῆς ἱερᾶς ταύτης εἰκόνος, καὶ ἡ ἀπόκρυψις. Ως erecta sacra hæc imago, et quod occultata, effluxe- οὖν ἐν τοῖς οἰκείοις καιροίς Χοσρόης ὁ τῶν Περσῶν rat. Ubi itaque suis Chosroes Persarum rex tom- βασιλεὺς τὰς τῆς Ασίας πόλεις πορθῶν, καὶ πρὸς poribus, Asiæ civitates diripiens, Edessam quoque. τὴν ᾿Εδεσσαν ἔφθασε, καὶ πρὸ ταύτης πηξάμενος petierat, valloque posito nullam non movebat ma- χάρακα, πᾶσαν μηχανὴν ἐκίνει, καὶ πᾶν τὸ πρὸς chinam, ac quidquid expugnandæ civitati videba+. ἅλωσιν πόλεως ἐπιτήδειον ὄργανον ἐξηρτύετο, έτε- tur, diligenter instruxerat; constructis nimirum. κταίνετο δὲ πάντα τὰ πρὸς ἀφέσεις βελῶν, κατασεί- omnis generis tormentis, quibus tela jaceret, mures. σεις τείχων, διατραύσεις (11) πυλῶν. Ἐν τοσούτῳ quateret, portas efringeret; Edesseni in tantum, κινδύνῳ οἱ Εδεσσηνοί γεγονότες, ἐπενόουν μὲν τὰ addueti periculum, ipsi quoque qua se via tueren - δυνατὰ καὶ αὐτοὶ πρὸς τὴν ἀντιπαράταξιν, διεπρε Lur acienique opponerent, serio cogitare. Missi le- σβεύοντο δὲ περὶ βοηθείας καὶ πρὸς τοὺς ῾Ρωμαίων gati et ad Romanorum duces, a quibus sociati NOTE (11) διαθραύσεις.
PG 113:438ὁ δὲ κέραμος διὰ τοῦτο οἶμαι πρὸ τῆς εἰκόνος τεθῆναι πρὸς τοῦ ἱερέως διώριστο, ὡς ἂν μή τινα σῆψιν ἐκ τοῦ ἀπὸ τῆς οἰκοδομῆς εὐρῶτος καὶ τῆς ἐκ τοῦ τιτάνου νοτίδος ἐγγενέσθαι ἐν τῷ ὑποδοχεῖ τῆς εἰκόνος ὑφάςματι καὶ τὴν ἐκ τοῦ χρόνου βλάβην προσδέξηται. ἔρρει τοίνυν ὁ χρόνος διὰ μέσου πολὺς καὶ τῆς ἐξ ἀνθρώπων μνήμης ἀπερρύη καὶ ἡ ἀναστήλωσις τῆς ἱερᾶς ταύτης εἰκόνος καὶ ἡ ἀπόκρυψις. ὡς οὖν ἐν τοῖς οἰκείοις καιροῖς Χοσρόης ὁ τῶν Περσῶν βασιλεὺς τὰς τῆς Ἀσίας πόλεις πορθῶν καὶ πρὸς τὴν Ἔδεσαν ἔφθασε καὶ πρὸ ταύτης πηξάμενος χάρακα πᾶσαν μηχανὴν ἐκίνει καὶ πᾶν τὸ πρὸς ἅλωσιν πόλεως ἐπιτήδειον ὄργανον ἐξηρτύετο, ἐτεκταίνετο δὲ πάντα τὰ πρὸς ἀφέσεις βελῶν, κατασείσεις τειχῶν, διαθραύσεις πυλῶν· ἐν τοσούτῳ κινδύνῳ οἱ Ἐδεσηνοὶ γεγονότες ἐπενόουν μὲν τὰ δυνατὰ καὶ αὐτοὶ πρὸς ἀντιπαράταξιν, διεπρεσβεύοντο δὲ περὶ βοηθείας καὶ πρὸς τοὺς Ῥωμαίων στρατηγούς.437 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. B 438 certaque simulacro vota reddere, ac tum libero aditu urbis vicos plateasque percurrere. Sustulit itaque eam Augarus ac abolevit, inque ejus basis loco ad asserem glutino compactam hancce non manufactam Domini nostri Jesu Christi imaginem, quo nunc auro conspicua est egregie ornatam, sta- Luit, his illi auro inscriptis verbis: Christe Deus, qui in te sperat, nunquam voto frustratus abit : sanxitque, ut quisquis per eam portanı transilurus esset, pro veteri illo nullius frugis simulacro pror- susque inutili, convenientem cultum atque debitam adorationem honoremque, multiplici titulo adıni- randæ miraculorum effectrici Christi imagini redde- ret, sicque Edessam urbem amicus hospes intraret. Duravitque pietatis viri monumentum hoc ac sacra devotio, quamdiu tum ipse Augarus, tum filius vita superstes fuit; quippe qui paterni regui pari- terque pietatis successor exstitit. Horum nihilomi- mus filius neposque, fuit is quidem patris arique principatus successor, at nihil horum pietatis hæ- res. Quin in pietatem, ut sic dicam, calcibus insul tavit, atque ad demnones ac simulacra descivit. Ve- Jut itaque dæmonibus vicem redditurus, hoc secum. statuit, ut sicut avus superstitiosum simulacrum illud aboleverat, sic ipse Dominicam imaginem eidem noxæ subjiceret. Haud tamen vir dolo con- fertus, prædæ compos effectus est. Loci namque episcopus, rei praescius, quantam licuit ipse curam adhibuit. Quodque locus ubi imago collocata erat, cylindri speciem referentis hemisplærii Aguram retinebat; accensa ante imaginem lucerna, tegula- que imposita, ac tum deforis calce coctisque late- ribus obstructo loci ambitu, quidquid ejus erat in planam superficiens redegit, ereptaque oculis forma invidiæ habita, consilio ac molitione impius ho- mo abstitit. Ideo autem, ut arbitror, ante imaginem testa sacerdoti collocata est, no ex situ ædificii et calcis humore, cui impressa imago linteum putre- dinis aliquid contraheret, ac per longiores tempo- ris moras damnum acciperet. τὸν ἐντὸς τοῦ ἄστεως γενέσθαι βουλόμενον, ἀναγκαῖον Α adhibere, quisquis demum in urbem ingredi vellet, ἦν προσκυνῆσαι, καὶ νενομισμένας τινὰς εὐχὰς ἀπο- δοῦναι, καὶ οὕτως ἔχεσθαι τῶν ἐν τῇ πόλει ἐδῶν τε καὶ ἀγυιῶν. Τοῦτο οὖν τότε ὁ Αὐγαρος καθελών, καὶ ἀφανισμῷ παραδούς, εἰς τὸν τῆς ἐκείνου στάσεως τόπον, τὴν ἀχειροποίητον ταύτην εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπὶ σανίδες κολλήσας, καὶ διὰ τοῦ νῦν φαινομένου χρυσοῦ καλλωπίσας, ἀνέστησεν, ἐπιγράψας ἐν τῷ χρυσῷ ταῦτα τὰ βήματα· Χριστὲ ὁ Θεὸς, ὁεὶς σὲ ἐλπίζων οὐκ ἀποτυγχάνει ποτέ. Εθέ σπισέ τε πάντα τὸν διὰ τῆς πύλης ἐκείνης διέρχε- σθαι μέλλοντα, ἀντὶ τῆς παλαιᾶς ἐκείνης στήλης τῆς ἀχρήστου καὶ ἀνωφελούς, τὸ προσῆκον σέβας, καὶ τὴν ὀφειλομένην προσκύνησιν καὶ τὴν τιμὴν ἀπονέ- μειν τῇ πολυθαυμάστῳ θαυματουργῷ τοῦ Χριστοῦ εἰκόνι, καὶ οὕτως εἰς τὴν πόλιν Ἐδέσσης εἰσέρχε- ο σθαι. Καὶ διετηρήθη τοιοῦτον τῆς τοῦ ἀνδρὸς εὐσε Γείας οἷον προχάραγμα καὶ ἀνάθημα, μέχρι τῆς ἐν τῷ βίῳ παροικίας αὐτοῦ τε τοῦ Αὐγάρου, καὶ τοῦ τούτου υἱοῦ, ὅς τῆς βασιλείας καὶ τῆς εὐσεβείας τῆς πατρικῆς κατέστη διάδοχος. 'Αλλ' ὁ τούτων υἱός το καὶ οἰωνὸς, τῆς μὲν πατρῴας καὶ παππώας ἀρχῆς Διάδοχος γέγονεν, οὐ μὴν καὶ τῆς εὐσεβείας κληρο. νόμο; ἐγένετο· ἀλλ᾿ ἀπελάκτισεν, ὡς εἰπεῖν, τὴν εὐσέβειαν, καὶ πρὸς τοὺς δαίμονας, καὶ τὰ εἴδωλα, αυτομόλησε. Διὸ καὶ οἱονεὶ τὸ ἀνταπόδομα τοῖς δαί μοσιν ἀνταποδιδοὺς, ἐβουλήθη, ἐπεὶ ὁ πάππος αὐτοῦ τὴν εἰδωλικὴν ἐκείνην στήλην ἀφανισμῷ παραδέδωκε, τὴν αὐτὴν καταδίκην καὶ τῇ τοῦ Κυρίου εἰκόνι προσ- αγαγειν. Αλλ' οὐκ ἐπέτυχε τῆς θήρας ὁ δόλιος. C Ο γὰρ ἐπίσκοπος τοῦ τόπου τοῦτο προγνούς, την ἐνδεχομένην ἔθετο πρόνοιαν, καὶ ἐπεὶ ὁ τόπος, καθ᾿ ὄν ἀνέκειτο ἡ εἰκών, κυλινδροειδοῦς ἡμισφαιρίου σχῆμα διέσωσεν, θρυαλίδα πρὸ τῆς εἰκόνος ἅψας, καὶ κέρα μον ἐπιθεὶς, εἶτα ἔξωθεν τιτάνῳ καὶ πλίνθοις ὀπταῖς ἀποφράξας τὸ ἐμβαδόν, εἰς ὁμαλὸν ἐπιφάνειαν τὸ τεῖχος ἐπηύθυνε. Καὶ ἐν τῷ μὴ ὁρᾶσθαι τὴν φθο νουμένην μορφήν, ἀπέστη τῆς ἐγχειρήσεως ἐκεῖνος ὁ δυσσεβής. Ὁ δὲ κέραμος διὰ τοῦτο, οἶμαι, πρὸ τῆς εἰκόνος τεθῆναι πρὸς τοῦ ἱερέως διώριστο, ὡς ἂν μή τινα σῆψιν ἐκ τοῦ ἀπὸ τῆς οἰκοδομῆς εὐρῶτος, καὶ τῆς ἐκ τοῦ τιτάνου νοτίδος ἐγγενέσθαι ἐν τῷ ὑποδοχεῖ τῆς εἰκόνος, καὶ τὴν ἐκ τοῦ χρόνου βλάβην προσ δέξηται. 14'. Εῤῥει τοίνυν ὁ χρόνος διὰ μέσου πολὺς, καὶ D XVI. Multum interim temporis annorum longa τῆς ἐξ ἀνθρώπων μνήμης ἀπερβύη καὶ ἡ ἀναστήλως serie fluxerat, exque memoria hominum et quod σις τῆς ἱερᾶς ταύτης εἰκόνος, καὶ ἡ ἀπόκρυψις. Ως erecta sacra hæc imago, et quod occultata, effluxe- οὖν ἐν τοῖς οἰκείοις καιροίς Χοσρόης ὁ τῶν Περσῶν rat. Ubi itaque suis Chosroes Persarum rex tom- βασιλεὺς τὰς τῆς Ασίας πόλεις πορθῶν, καὶ πρὸς poribus, Asiæ civitates diripiens, Edessam quoque. τὴν ᾿Εδεσσαν ἔφθασε, καὶ πρὸ ταύτης πηξάμενος petierat, valloque posito nullam non movebat ma- χάρακα, πᾶσαν μηχανὴν ἐκίνει, καὶ πᾶν τὸ πρὸς chinam, ac quidquid expugnandæ civitati videba+. ἅλωσιν πόλεως ἐπιτήδειον ὄργανον ἐξηρτύετο, έτε- tur, diligenter instruxerat; constructis nimirum. κταίνετο δὲ πάντα τὰ πρὸς ἀφέσεις βελῶν, κατασεί- omnis generis tormentis, quibus tela jaceret, mures. σεις τείχων, διατραύσεις (11) πυλῶν. Ἐν τοσούτῳ quateret, portas efringeret; Edesseni in tantum, κινδύνῳ οἱ Εδεσσηνοί γεγονότες, ἐπενόουν μὲν τὰ addueti periculum, ipsi quoque qua se via tueren - δυνατὰ καὶ αὐτοὶ πρὸς τὴν ἀντιπαράταξιν, διεπρε Lur acienique opponerent, serio cogitare. Missi le- σβεύοντο δὲ περὶ βοηθείας καὶ πρὸς τοὺς ῾Ρωμαίων gati et ad Romanorum duces, a quibus sociati NOTE (11) διαθραύσεις.
Ἰλίων δὲ ὁ τότε τῶν Ῥωμαϊκῶν στρατευμάτων ἡγούμενος, καὶ καθ’ ἑαυτὸν ὑπὸ τῶν πολεμίων πονούμενος, τοῖς ἐν Ἐδέσῃ συμμαχίαν πέμψαι οὐχ οἷός τε ἦν, διὰ γραμμάτων δὲ παρεθάρρυνε τῆς τοῦ κυρίου ἀναμιμνήσκων ἐπιστολῆς καὶ τῆς ἀψευδοῦς ἐν αὐτῇ ἀποφάσεως, δι’ ἧς ἀπόρθητον τηρεῖσθαι τὴν πόλιν καὶ λέγεται καὶ πιστεύεται. οἱ δὲ Πέρσαι μετὰ τῆς ἐμφανοῦς ἐπιθέσεως καὶ τὰ ἀφανῶς ἐπενόουν ἐπιβουλεύοντα καὶ πόρρωθεν ὀρύττειν ἀρξάμενοι δι’ ὑπονόμων ἔνδον γενέσθαι τῆς πόλεως ἐτεχνάζοντο. ὡς δὲ ἦσαν οἷον ὕφυδροι κολυμβηταὶ τοῦ τείχους ἐντὸς ὑπὸ γῆν ἐκ τοιαύτης αἰτίας καταφανὴς τοῖς ἔνδον γέγονεν ἡ ἐπιβουλή· συνέβη κατ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος ἔνδον τοῦ τείχους χαλκέα οἰκεῖν, οὗ τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν αἰωρούμενα σκεύη χαλκᾶ ἦχον ἀπετέλει, τῶν Περσῶν ὑπὸ γῆν κοπτόντων καὶ ἐκφορούντων τὸν χοῦν. ἐν ἀμηχανίᾳ οὖν καὶ τῇ ἐσχάτῃ ἀπογνώσει οἱ τῆς πόλεως καταστάντες πρὸς τὸν θεὸν καταφεύγουσι καὶ μετ’ ὀδύνης καρδίας καὶ δακρύων ἐξεζήτουν αὐτόν.437 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. B 438 certaque simulacro vota reddere, ac tum libero aditu urbis vicos plateasque percurrere. Sustulit itaque eam Augarus ac abolevit, inque ejus basis loco ad asserem glutino compactam hancce non manufactam Domini nostri Jesu Christi imaginem, quo nunc auro conspicua est egregie ornatam, sta- Luit, his illi auro inscriptis verbis: Christe Deus, qui in te sperat, nunquam voto frustratus abit : sanxitque, ut quisquis per eam portanı transilurus esset, pro veteri illo nullius frugis simulacro pror- susque inutili, convenientem cultum atque debitam adorationem honoremque, multiplici titulo adıni- randæ miraculorum effectrici Christi imagini redde- ret, sicque Edessam urbem amicus hospes intraret. Duravitque pietatis viri monumentum hoc ac sacra devotio, quamdiu tum ipse Augarus, tum filius vita superstes fuit; quippe qui paterni regui pari- terque pietatis successor exstitit. Horum nihilomi- mus filius neposque, fuit is quidem patris arique principatus successor, at nihil horum pietatis hæ- res. Quin in pietatem, ut sic dicam, calcibus insul tavit, atque ad demnones ac simulacra descivit. Ve- Jut itaque dæmonibus vicem redditurus, hoc secum. statuit, ut sicut avus superstitiosum simulacrum illud aboleverat, sic ipse Dominicam imaginem eidem noxæ subjiceret. Haud tamen vir dolo con- fertus, prædæ compos effectus est. Loci namque episcopus, rei praescius, quantam licuit ipse curam adhibuit. Quodque locus ubi imago collocata erat, cylindri speciem referentis hemisplærii Aguram retinebat; accensa ante imaginem lucerna, tegula- que imposita, ac tum deforis calce coctisque late- ribus obstructo loci ambitu, quidquid ejus erat in planam superficiens redegit, ereptaque oculis forma invidiæ habita, consilio ac molitione impius ho- mo abstitit. Ideo autem, ut arbitror, ante imaginem testa sacerdoti collocata est, no ex situ ædificii et calcis humore, cui impressa imago linteum putre- dinis aliquid contraheret, ac per longiores tempo- ris moras damnum acciperet. τὸν ἐντὸς τοῦ ἄστεως γενέσθαι βουλόμενον, ἀναγκαῖον Α adhibere, quisquis demum in urbem ingredi vellet, ἦν προσκυνῆσαι, καὶ νενομισμένας τινὰς εὐχὰς ἀπο- δοῦναι, καὶ οὕτως ἔχεσθαι τῶν ἐν τῇ πόλει ἐδῶν τε καὶ ἀγυιῶν. Τοῦτο οὖν τότε ὁ Αὐγαρος καθελών, καὶ ἀφανισμῷ παραδούς, εἰς τὸν τῆς ἐκείνου στάσεως τόπον, τὴν ἀχειροποίητον ταύτην εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπὶ σανίδες κολλήσας, καὶ διὰ τοῦ νῦν φαινομένου χρυσοῦ καλλωπίσας, ἀνέστησεν, ἐπιγράψας ἐν τῷ χρυσῷ ταῦτα τὰ βήματα· Χριστὲ ὁ Θεὸς, ὁεὶς σὲ ἐλπίζων οὐκ ἀποτυγχάνει ποτέ. Εθέ σπισέ τε πάντα τὸν διὰ τῆς πύλης ἐκείνης διέρχε- σθαι μέλλοντα, ἀντὶ τῆς παλαιᾶς ἐκείνης στήλης τῆς ἀχρήστου καὶ ἀνωφελούς, τὸ προσῆκον σέβας, καὶ τὴν ὀφειλομένην προσκύνησιν καὶ τὴν τιμὴν ἀπονέ- μειν τῇ πολυθαυμάστῳ θαυματουργῷ τοῦ Χριστοῦ εἰκόνι, καὶ οὕτως εἰς τὴν πόλιν Ἐδέσσης εἰσέρχε- ο σθαι. Καὶ διετηρήθη τοιοῦτον τῆς τοῦ ἀνδρὸς εὐσε Γείας οἷον προχάραγμα καὶ ἀνάθημα, μέχρι τῆς ἐν τῷ βίῳ παροικίας αὐτοῦ τε τοῦ Αὐγάρου, καὶ τοῦ τούτου υἱοῦ, ὅς τῆς βασιλείας καὶ τῆς εὐσεβείας τῆς πατρικῆς κατέστη διάδοχος. 'Αλλ' ὁ τούτων υἱός το καὶ οἰωνὸς, τῆς μὲν πατρῴας καὶ παππώας ἀρχῆς Διάδοχος γέγονεν, οὐ μὴν καὶ τῆς εὐσεβείας κληρο. νόμο; ἐγένετο· ἀλλ᾿ ἀπελάκτισεν, ὡς εἰπεῖν, τὴν εὐσέβειαν, καὶ πρὸς τοὺς δαίμονας, καὶ τὰ εἴδωλα, αυτομόλησε. Διὸ καὶ οἱονεὶ τὸ ἀνταπόδομα τοῖς δαί μοσιν ἀνταποδιδοὺς, ἐβουλήθη, ἐπεὶ ὁ πάππος αὐτοῦ τὴν εἰδωλικὴν ἐκείνην στήλην ἀφανισμῷ παραδέδωκε, τὴν αὐτὴν καταδίκην καὶ τῇ τοῦ Κυρίου εἰκόνι προσ- αγαγειν. Αλλ' οὐκ ἐπέτυχε τῆς θήρας ὁ δόλιος. C Ο γὰρ ἐπίσκοπος τοῦ τόπου τοῦτο προγνούς, την ἐνδεχομένην ἔθετο πρόνοιαν, καὶ ἐπεὶ ὁ τόπος, καθ᾿ ὄν ἀνέκειτο ἡ εἰκών, κυλινδροειδοῦς ἡμισφαιρίου σχῆμα διέσωσεν, θρυαλίδα πρὸ τῆς εἰκόνος ἅψας, καὶ κέρα μον ἐπιθεὶς, εἶτα ἔξωθεν τιτάνῳ καὶ πλίνθοις ὀπταῖς ἀποφράξας τὸ ἐμβαδόν, εἰς ὁμαλὸν ἐπιφάνειαν τὸ τεῖχος ἐπηύθυνε. Καὶ ἐν τῷ μὴ ὁρᾶσθαι τὴν φθο νουμένην μορφήν, ἀπέστη τῆς ἐγχειρήσεως ἐκεῖνος ὁ δυσσεβής. Ὁ δὲ κέραμος διὰ τοῦτο, οἶμαι, πρὸ τῆς εἰκόνος τεθῆναι πρὸς τοῦ ἱερέως διώριστο, ὡς ἂν μή τινα σῆψιν ἐκ τοῦ ἀπὸ τῆς οἰκοδομῆς εὐρῶτος, καὶ τῆς ἐκ τοῦ τιτάνου νοτίδος ἐγγενέσθαι ἐν τῷ ὑποδοχεῖ τῆς εἰκόνος, καὶ τὴν ἐκ τοῦ χρόνου βλάβην προσ δέξηται. 14'. Εῤῥει τοίνυν ὁ χρόνος διὰ μέσου πολὺς, καὶ D XVI. Multum interim temporis annorum longa τῆς ἐξ ἀνθρώπων μνήμης ἀπερβύη καὶ ἡ ἀναστήλως serie fluxerat, exque memoria hominum et quod σις τῆς ἱερᾶς ταύτης εἰκόνος, καὶ ἡ ἀπόκρυψις. Ως erecta sacra hæc imago, et quod occultata, effluxe- οὖν ἐν τοῖς οἰκείοις καιροίς Χοσρόης ὁ τῶν Περσῶν rat. Ubi itaque suis Chosroes Persarum rex tom- βασιλεὺς τὰς τῆς Ασίας πόλεις πορθῶν, καὶ πρὸς poribus, Asiæ civitates diripiens, Edessam quoque. τὴν ᾿Εδεσσαν ἔφθασε, καὶ πρὸ ταύτης πηξάμενος petierat, valloque posito nullam non movebat ma- χάρακα, πᾶσαν μηχανὴν ἐκίνει, καὶ πᾶν τὸ πρὸς chinam, ac quidquid expugnandæ civitati videba+. ἅλωσιν πόλεως ἐπιτήδειον ὄργανον ἐξηρτύετο, έτε- tur, diligenter instruxerat; constructis nimirum. κταίνετο δὲ πάντα τὰ πρὸς ἀφέσεις βελῶν, κατασεί- omnis generis tormentis, quibus tela jaceret, mures. σεις τείχων, διατραύσεις (11) πυλῶν. Ἐν τοσούτῳ quateret, portas efringeret; Edesseni in tantum, κινδύνῳ οἱ Εδεσσηνοί γεγονότες, ἐπενόουν μὲν τὰ addueti periculum, ipsi quoque qua se via tueren - δυνατὰ καὶ αὐτοὶ πρὸς τὴν ἀντιπαράταξιν, διεπρε Lur acienique opponerent, serio cogitare. Missi le- σβεύοντο δὲ περὶ βοηθείας καὶ πρὸς τοὺς ῾Ρωμαίων gati et ad Romanorum duces, a quibus sociati NOTE (11) διαθραύσεις.
PG 113:439φαίνεται τοίνυν διὰ νυκτὸς τῷ ἐπισκόπῳ, Εὐλάλιος δὲ οὗτος ἦν, γυνή τις εὐσταλὴς καὶ κοσμία κρεῖττον ἢ κατὰ ἄνθρωπον ὑποτιθεμένη αὐτῷ τὴν ἀχειροποίητον εἰκόνα λαβεῖν τοῦ Χριστοῦ καὶ λιτανείαν μετ’ αὐτῆς ποιήσασθαι· καὶ πάντως δεῖξαι τὸν κύριον τὰ θαυμάσια αὐτοῦ. ὁ δὲ ἐπίσκοπος παντελῶς ἀγνοεῖν ἔλεγεν, εἰ ἔστιν ὅλως εἴτε παρ’ αὐτοῖς εἴτε παρ’ ἄλλοις τισὶν ἡ τοιαύτη εἰκών. τότε λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ ἐν γυναικείῳ φαινομένη τῷ σχήματι, ὅτι ἐπάνω τῆς πύλης τῆς πόλεως ἐν τῷδε τῷ τόπῳ διὰ τόνδε τὸν τρόπον ἡ τοιαύτη εἰκὼν ἀποκέκρυπται. ἕωθεν οὖν ὁ ἐπίσκοπος τῷ ἐναργεῖ τῆς ὄψεως πεποιθὼς μετὰ λιτῆς πρὸς τὸν τόπον ἐλθὼν καὶ διερευνησάμενος εὗρε τὴν θείαν ταύτην εἰκόνα ἀδιαλώβητον καὶ τὴν θρυαλίδα ἐν τοῖς τοσούτοις μὴ ἀποσβεσθεῖσαν ἔτεσιν καὶ ἐν τῷ πρὸς φυλακὴν ἐπιτεθέντι πρὸ τοῦ λύχνου κεράμῳ ἐπεκτυπωθὲν ἕτερον ὁμοίωμα τοῦ ὁμοιώματος, ὃ καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἐν Ἐδέσῃ τυγχάνει σωζόμενον.439 CONSTANTINI PORPHYROGENITI B 440 τευμάτων ἡγούμενος, καὶ καθ' ἑαυτὸν ὑπὸ τῶν πολε- μίων πονούμενος, τοῖς ἐν Ἐδέσσῃ συμμαχίαν πέμ- ψαι οὐχ οἷός τε ἦν. Διὰ γραμμάτων δὲ διεθάρρυνε, τῆς τοῦ Κυρίου ἀναμιμνήσκων ἐπιστολῆς, καὶ τῆς ἀψευδοῦς ἐν αὐτῇ ἀποφάσεως, δι' ἧς ἀπόρθητον τη ρεῖσθαι τὴν πόλιν καὶ λέγεται καὶ πιστεύεται. Οἱ δὲ Πέρσαι μετὰ τῆς ἐμφανοῦς ἐπιθέσεως, καὶ τὰ ἀφα- νῶς ἐπενόουν ἐπιβουλεύματα. Καὶ πόρρωθεν ὀρύτ τειν ἀρξάμενοι, δι᾿ ὑπονόμων ἔνδον γενέσθαι τῆς πόλεως ἐτεχνάζοντο. Ως δὲ ἦσαν οἷον ὕφυδροι και λυμβηταὶ τοῦ τείχους ἐντὸς ὑπὸ γῆν, ἐκ τοιαύτης αἰτίας καταφανεῖς τοῖς ἔνδον τοῦ τείχους........ χαλ- κέα οἰκεῖν, οὗ τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν αιωρούμενα σκεύη χαλκὰ ἦχον ἀπετέλει, τῶν Περσῶν ὑπὸ γῆν κοπτόν. των καὶ ἐκφορούντων τὸν χοῦν. Ἐν ἀμηχανίᾳ οὖν καὶ τῇ ἐσχάτῃ ἀπογνώσει οἱ τῆς πόλεως καταστάντες" πρὸς τὸν Θεὸν καταφεύγουσι, καὶ μετ' ὀδύνης καρ δίας καὶ δακρύων ἐξεζήτουν αὐτόν. Φαίνεται τοίνυν διὰ νυκτὸς τῷ ἐπισκόπῳ (Ευλάλιος δὲ οὗτος ἦν) γυνή τις εύσταλὴς καὶ σεβασμία, κρείττων ἢ κατ' ἄνθρωπον, ὑποτιθεμένη αὐτῷ τὴν ἀχειροποίητον εἰκόνα λαβεῖν τοῦ Χριστοῦ, καὶ λιτανείαν μετ' αὐτῆς ποιήσασθαι· πάντως δεῖξαι τὸν Κύριον τὰ θαυμάσια αὐτοῦ. Ὁ δὲ ἐπίσκοπος παντελῶς ἀγνοεῖν ἔλεγεν εἰ ἔστιν ὅλως, εἴτε παρ' αὐτοῖς, εἴτε παρ᾽ ἄλλοις τισὶν ἡ εἰκών. Τότε λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ ἐν γυναικείῳ φαινομένη τῷ σχήματι, ὅτι ἐπάνω τῆς πύλης τῆς πόλεως ἐν τῷ τόπῳ διὰ τόνδε τὸν τρόπον ἡ τοιαύτη εἰκὼν κέκρυ munere auxilia impetrarent. Romani tunc exercitus A στρατηγούς. Ἡλίων δὲ, ὁ τότε τῶν Ῥωμαϊκῶν στρα- prætor Ilelio erat, ipseque a se, Persarum vi acie laborans, auxiliares copias sufficere Edessa civibus non valebat, animos tamen scriptis litteris addebat, Dominique epistolam ac veram in ea sententiam, qua incolumis futura, nullaque hostium vi expu- gnanda civitas et ferretur et crederetur, in memo- riam revocabat. Porro Persæ cum palam adorie- bantur, tum ex insidiis structisque cuniculis civi- tatem tenebant. Procul igitur occepta scrobe, per subterraneos meatus sibi in urbem aditum struc- hant. Cumque jam perinde ac quidam urinatores intra muros ex cuniculis successissent, contigit in- sidias detegi per talem occasionem. Nimirum illa in urbis parte faber quidam ærarius intra muros ædes habebat, cujus vasa ænca in domo sublimia, Persis sub terra tundentibus ac pulverem egerentibus, sonitum emiserunt. Itaque consilii inopes, et ad extremam cives desperationem redacti, ad Deum confugiunt, ipsumque cordis dolore ac lacrymis, exquirunt. Porro noctu mulier quædam ornato la- Litu, gravique ac modesta specie, praestantior de- nique quam ut homo videretur, episcopo, Eulalio huic nomen erat, apparet, monetque arrepta non manufacta Christi imagine, cum ipsa supplicatio- nem habeat; foreque omnino ut Dominus portenta sua ac miracula ostendat. Aiebat episcopus, nesci- re se prorsus, an omnino talis imago apud cives aliosve ullos exstaret. Tunc ad illum quæ muliebri habitu se conspicuam fecerat, super portam urbis tali loco per talem modum imaginem absconsam subjecit. C πται. ΙΖ΄. Εωθεν οὖν ὁ ἐπίσκοπος τῷ ἐναργεί τῆς ὄψεως πεποιθώς, μετὰ λιτῆς πρὸς τὸν τόπον ἐλθὼν, καὶ διερευνησάμενος εὗρε τὴν θείαν ταύτην εἰκόνα ἀδια- λώβητον, καὶ τὴν θρυαλλίδα ἐν τοῖς τοσούτοις μὴ ἀποσβεσθεῖσαν ἔτεσι. Καὶ ἐν τῷ πρὸς φυλακὴν ἐπι- τεθέντι πρὸ τοῦ λύχνου κεράμῳ ἐπεκτυπωθὲν ἕτερον ὁμοίωμα τοῦ ὁμοιώματος, ὅ καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἐν Εδέσσῃ τυγχάνει σωζόμενον. Λαβὼν οὖν κατά χεῖ ρας τὸ θεῖον τοῦτο θεανθρώπου Χριστοῦ ἀπεικόνι- σμα, καὶ ἐπὶ κρείττονος ἐλπίδος γενόμενος, έρχεται κατ' ἐκεῖνον τὸν τόπον, καθ᾽ ἂν οἱ Πέρσαι διορύτο τοντες ἀπὸ τοῦ τῶν χαλκωμάτων ήχου κατάφωραι XVII. Mane igitur episcopus, aperta visione fre- tus, cum supplicatione ad locum conveniens, scru- tansque, integram ac incolumem divinam offendit imaginem, lucernam quoque tot retro annis inex- stinctam : inque testa ante lucernam ejus conser- vandæ causa imposita, alteram imaginis expres- sam eligiem, quæ ipsa hactenus Edessa incolumis est. Sumpta igitur in manus divina Christi Dei ho- minis effigie, præfidentior episcopus ad locum per- git, ubi Persæ ex vasorum ære sonantium tinnitu cuniculum struentes deprehensi erant : cumque cives et ipsi intus aggressi in alios alii incurrissent, in ignem ipsis in hostes paratum ex lucerna oleum D καθεστήκεσαν. Καὶ ἀρξάμενοι ἔνδοθεν ὀρύττειν (12) stillantes, inque Persas in cuniculo repertos mitten- tes, omnes perdiderunt. lisque demum liberati insi- diis eodem molimine etiam machinas extra muros positas adorsi, bas quoque repente combusserunt, pluresque in eis militares viros sustulerunt. Jam- que adeo aucti fiducia, crebros etiam e muris mit… tentes lapides, eorum jactu ac rotatione, impuri exercitus duci aliisque non paucis necem consci- verunt. Neque id modo, sed et extrinsecus a Persis adversus cives accensam pyram, quam olearum multarumque aliarum, quas immiserant arborum τῶν τῆς πόλεως, ὡς ἐγγὺς ἀλλήλων ἐγένοντο, ἀπὸ τῆς λυχνίας ἐκείνης ἔλαιον ἐπιστάξαντες, εἰς τὸ κατὰ τῶν πολεμίων αὐτοῖς εὐτρεπισμένον πῦρ, καὶ κατὰ τῶν ἐν τῷ ὑπονόμῳ Περσῶν ἀφέντες, πάντας ἀπο ώλεσαν. Καὶ τῆς ἐντεῦθεν ῥυσθέντες ἐπιβουλῆς, πρὸς τὰ ἐκτὸς τοῦ τείχους μηχανάς τὴν ὅμοιον πεῖραν προήνεγκαν, καὶ ταύτας ἀθρόως κατέφλεξαν. Καὶ πολλοὺς τῶν ἐν αὐταῖς πολεμίων ἀνάλωσαν. Ηδη δὲ ἀνατεθαρρηκότες, καὶ λίθων ἀφέσεις συχνῶν ἀπὸ τῶν τειχῶν ἐπεποίηντο, ὑφ' ὧν καὶ τὸν στρατοπεδ ἀρχὴν τοῦ μικροῦ στρατεύματος συνέβη πεσεῖν καὶ NOTÆ. (12) Locus fortasse non sanus.
PG 113:440λαβὼν οὖν μετὰ χεῖρας τὸ θεῖον τοῦτο τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ ἀπεικόνισμα καὶ ἐπὶ κρείττονος ἐλπίδος γενόμενος ἔρχεται κατ’ ἐκεῖνον τὸν τόπον, καθ’ ὃν οἱ Πέρσαι διορύττοντες ἀπὸ τοῦ τῶν χαλκωμάτων ἤχου κατάφωροι καθεστήκεσαν. καὶ ἀρξαμένων ἔνδοθεν ὀρύττειν τῶν τῆς πόλεως, ὡς ἐγγὺς ἀλλήλων ἐγένοντο ἀπὸ τῆς λυχνίας ἐκείνης ἔλαιον ἐπιστάξαντες εἰς τὸ κατὰ τῶν πολεμίων αὐτοῖς εὐτρεπισμένον πῦρ καὶ κατὰ τῶν ἐν τῷ ὑπονόμῳ Περσῶν ἀφέντες πάντας ἀπώλεσαν καὶ τῆς ἐντεῦθεν ῥυσθέντες ἐπιβουλῆς πρὸς τὰς ἐκτὸς τοῦ τείχους μηχανὰς τὴν ὁμοίαν πεῖραν προήνεγκαν καὶ ταύτας ἀθρόως κατέφλεξαν καὶ πολλοὺς τῶν ἐν αὐταῖς πολεμίων ἀνάλωσαν. ἤδη δὲ ἀνατεθαρρηκότες καὶ λίθων ἀφέσεις συχνῶν ἀπὸ τῶν τειχῶν ἐπεποίηντο, ὑφ’ ὧν καὶ τὸν στρατοπεδάρχην τοῦ πολεμίου στρατεύματος συνέβη πεσεῖν καὶ ἄλλους πολλοὺς σὺν αὐτῷ· οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔξωθεν ὑπὸ τῶν Περσῶν ἀναφθεῖσαν κατὰ τῶν ἔνδον πυράν, ἣν ἄπειρος ὕλη ἐλαιῶν τε καὶ ἄλλων συχνῶν κατακοπέντων δένδρων ὑπέτρεφε, κατ’ αὐτῶν γενέσθαι ἡ τῆς συμμάχου θείας εἰκόνος πεποίηκε δύναμις·439 CONSTANTINI PORPHYROGENITI B 440 τευμάτων ἡγούμενος, καὶ καθ' ἑαυτὸν ὑπὸ τῶν πολε- μίων πονούμενος, τοῖς ἐν Ἐδέσσῃ συμμαχίαν πέμ- ψαι οὐχ οἷός τε ἦν. Διὰ γραμμάτων δὲ διεθάρρυνε, τῆς τοῦ Κυρίου ἀναμιμνήσκων ἐπιστολῆς, καὶ τῆς ἀψευδοῦς ἐν αὐτῇ ἀποφάσεως, δι' ἧς ἀπόρθητον τη ρεῖσθαι τὴν πόλιν καὶ λέγεται καὶ πιστεύεται. Οἱ δὲ Πέρσαι μετὰ τῆς ἐμφανοῦς ἐπιθέσεως, καὶ τὰ ἀφα- νῶς ἐπενόουν ἐπιβουλεύματα. Καὶ πόρρωθεν ὀρύτ τειν ἀρξάμενοι, δι᾿ ὑπονόμων ἔνδον γενέσθαι τῆς πόλεως ἐτεχνάζοντο. Ως δὲ ἦσαν οἷον ὕφυδροι και λυμβηταὶ τοῦ τείχους ἐντὸς ὑπὸ γῆν, ἐκ τοιαύτης αἰτίας καταφανεῖς τοῖς ἔνδον τοῦ τείχους........ χαλ- κέα οἰκεῖν, οὗ τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν αιωρούμενα σκεύη χαλκὰ ἦχον ἀπετέλει, τῶν Περσῶν ὑπὸ γῆν κοπτόν. των καὶ ἐκφορούντων τὸν χοῦν. Ἐν ἀμηχανίᾳ οὖν καὶ τῇ ἐσχάτῃ ἀπογνώσει οἱ τῆς πόλεως καταστάντες" πρὸς τὸν Θεὸν καταφεύγουσι, καὶ μετ' ὀδύνης καρ δίας καὶ δακρύων ἐξεζήτουν αὐτόν. Φαίνεται τοίνυν διὰ νυκτὸς τῷ ἐπισκόπῳ (Ευλάλιος δὲ οὗτος ἦν) γυνή τις εύσταλὴς καὶ σεβασμία, κρείττων ἢ κατ' ἄνθρωπον, ὑποτιθεμένη αὐτῷ τὴν ἀχειροποίητον εἰκόνα λαβεῖν τοῦ Χριστοῦ, καὶ λιτανείαν μετ' αὐτῆς ποιήσασθαι· πάντως δεῖξαι τὸν Κύριον τὰ θαυμάσια αὐτοῦ. Ὁ δὲ ἐπίσκοπος παντελῶς ἀγνοεῖν ἔλεγεν εἰ ἔστιν ὅλως, εἴτε παρ' αὐτοῖς, εἴτε παρ᾽ ἄλλοις τισὶν ἡ εἰκών. Τότε λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ ἐν γυναικείῳ φαινομένη τῷ σχήματι, ὅτι ἐπάνω τῆς πύλης τῆς πόλεως ἐν τῷ τόπῳ διὰ τόνδε τὸν τρόπον ἡ τοιαύτη εἰκὼν κέκρυ munere auxilia impetrarent. Romani tunc exercitus A στρατηγούς. Ἡλίων δὲ, ὁ τότε τῶν Ῥωμαϊκῶν στρα- prætor Ilelio erat, ipseque a se, Persarum vi acie laborans, auxiliares copias sufficere Edessa civibus non valebat, animos tamen scriptis litteris addebat, Dominique epistolam ac veram in ea sententiam, qua incolumis futura, nullaque hostium vi expu- gnanda civitas et ferretur et crederetur, in memo- riam revocabat. Porro Persæ cum palam adorie- bantur, tum ex insidiis structisque cuniculis civi- tatem tenebant. Procul igitur occepta scrobe, per subterraneos meatus sibi in urbem aditum struc- hant. Cumque jam perinde ac quidam urinatores intra muros ex cuniculis successissent, contigit in- sidias detegi per talem occasionem. Nimirum illa in urbis parte faber quidam ærarius intra muros ædes habebat, cujus vasa ænca in domo sublimia, Persis sub terra tundentibus ac pulverem egerentibus, sonitum emiserunt. Itaque consilii inopes, et ad extremam cives desperationem redacti, ad Deum confugiunt, ipsumque cordis dolore ac lacrymis, exquirunt. Porro noctu mulier quædam ornato la- Litu, gravique ac modesta specie, praestantior de- nique quam ut homo videretur, episcopo, Eulalio huic nomen erat, apparet, monetque arrepta non manufacta Christi imagine, cum ipsa supplicatio- nem habeat; foreque omnino ut Dominus portenta sua ac miracula ostendat. Aiebat episcopus, nesci- re se prorsus, an omnino talis imago apud cives aliosve ullos exstaret. Tunc ad illum quæ muliebri habitu se conspicuam fecerat, super portam urbis tali loco per talem modum imaginem absconsam subjecit. C πται. ΙΖ΄. Εωθεν οὖν ὁ ἐπίσκοπος τῷ ἐναργεί τῆς ὄψεως πεποιθώς, μετὰ λιτῆς πρὸς τὸν τόπον ἐλθὼν, καὶ διερευνησάμενος εὗρε τὴν θείαν ταύτην εἰκόνα ἀδια- λώβητον, καὶ τὴν θρυαλλίδα ἐν τοῖς τοσούτοις μὴ ἀποσβεσθεῖσαν ἔτεσι. Καὶ ἐν τῷ πρὸς φυλακὴν ἐπι- τεθέντι πρὸ τοῦ λύχνου κεράμῳ ἐπεκτυπωθὲν ἕτερον ὁμοίωμα τοῦ ὁμοιώματος, ὅ καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἐν Εδέσσῃ τυγχάνει σωζόμενον. Λαβὼν οὖν κατά χεῖ ρας τὸ θεῖον τοῦτο θεανθρώπου Χριστοῦ ἀπεικόνι- σμα, καὶ ἐπὶ κρείττονος ἐλπίδος γενόμενος, έρχεται κατ' ἐκεῖνον τὸν τόπον, καθ᾽ ἂν οἱ Πέρσαι διορύτο τοντες ἀπὸ τοῦ τῶν χαλκωμάτων ήχου κατάφωραι XVII. Mane igitur episcopus, aperta visione fre- tus, cum supplicatione ad locum conveniens, scru- tansque, integram ac incolumem divinam offendit imaginem, lucernam quoque tot retro annis inex- stinctam : inque testa ante lucernam ejus conser- vandæ causa imposita, alteram imaginis expres- sam eligiem, quæ ipsa hactenus Edessa incolumis est. Sumpta igitur in manus divina Christi Dei ho- minis effigie, præfidentior episcopus ad locum per- git, ubi Persæ ex vasorum ære sonantium tinnitu cuniculum struentes deprehensi erant : cumque cives et ipsi intus aggressi in alios alii incurrissent, in ignem ipsis in hostes paratum ex lucerna oleum D καθεστήκεσαν. Καὶ ἀρξάμενοι ἔνδοθεν ὀρύττειν (12) stillantes, inque Persas in cuniculo repertos mitten- tes, omnes perdiderunt. lisque demum liberati insi- diis eodem molimine etiam machinas extra muros positas adorsi, bas quoque repente combusserunt, pluresque in eis militares viros sustulerunt. Jam- que adeo aucti fiducia, crebros etiam e muris mit… tentes lapides, eorum jactu ac rotatione, impuri exercitus duci aliisque non paucis necem consci- verunt. Neque id modo, sed et extrinsecus a Persis adversus cives accensam pyram, quam olearum multarumque aliarum, quas immiserant arborum τῶν τῆς πόλεως, ὡς ἐγγὺς ἀλλήλων ἐγένοντο, ἀπὸ τῆς λυχνίας ἐκείνης ἔλαιον ἐπιστάξαντες, εἰς τὸ κατὰ τῶν πολεμίων αὐτοῖς εὐτρεπισμένον πῦρ, καὶ κατὰ τῶν ἐν τῷ ὑπονόμῳ Περσῶν ἀφέντες, πάντας ἀπο ώλεσαν. Καὶ τῆς ἐντεῦθεν ῥυσθέντες ἐπιβουλῆς, πρὸς τὰ ἐκτὸς τοῦ τείχους μηχανάς τὴν ὅμοιον πεῖραν προήνεγκαν, καὶ ταύτας ἀθρόως κατέφλεξαν. Καὶ πολλοὺς τῶν ἐν αὐταῖς πολεμίων ἀνάλωσαν. Ηδη δὲ ἀνατεθαρρηκότες, καὶ λίθων ἀφέσεις συχνῶν ἀπὸ τῶν τειχῶν ἐπεποίηντο, ὑφ' ὧν καὶ τὸν στρατοπεδ ἀρχὴν τοῦ μικροῦ στρατεύματος συνέβη πεσεῖν καὶ NOTÆ. (12) Locus fortasse non sanus.
PG 113:441ὡς γὰρ ἄνωθεν ὁ Εὐλάλιος ταῖς οἰκείαις τοῦ τείχους ἐφαπλώσας ταύτην παλάμαις τὴν πόλιν διώδευεν, ἐξαίφνης ὡς κατὰ τὸν τόπον τοῦτον ἐγένετο, βίαιος ἄνεμος ἐγερθεὶς κατὰ τῶν ἀναφλεγόντων τὴν τοιαύτην πυρκαϊὰν τὴν φλόγα ἐπέστρεψε καὶ ἐδίωκε τούτους καὶ ἐνεπύριζεν ὡς τοὺς Χαλδαίους τὸ πρίν. ταῦτα οὐκ ἀμάρτυρός ἐστι λόγος εἰς ἡδονὴν ἀκοῆς ἢ ἀπάτην παρ’ ἡμῶν συμπλασθείς, ἀλλὰ τρεῖς ὁμοῦ πατριάρχαι, Ἰὼβ Ἀλεξανδρείας, Χριστοφόρος Ἀντιοχείας καὶ Βασίλειος Ἱεροσολύμων ἀνέγραψαν καὶ οὕτως ἔχειν ταῦτα ἐγνώρισαν Θεοφίλῳ γράφοντες τῷ βασιλεῖ τὰς ἱερὰς εἰκόνας ἐξυβρικότι, ὅτε διὰ πολλῶν ἀποδεικνύντες τὸ τῶν θείων εἰκόνων ἱερὸν καὶ σεβάσμιον καὶ περὶ τούτου διέλαβον, καὶ ἔξεστι τῷ βουλομένῳ τὴν πολύστιχον ἐκείνην ἐπιστολὴν ἀναλέξασθαι καὶ περὶ τούτου μαθεῖν. ἀλλὰ καὶ τῇ Εὐαγρίου ἐκκλησιαστικῇ ἱστορίᾳ εἴ τις φιλοπόνως ἐνέτυχεν, ἔγνω πάντως οἷα περὶ τῆς ἱερᾶς ταύτης εἰκόνος κατὰ τὸν τέταρτον λόγον φησίν. ἀναγράφει γὰρ ὡς μετὰ τῶν ἄλλων ὁ Χοσρόης καὶ τοῦτο πεποίηκε θέλων περιφανῶς ἐλέγξαι ψευδῆ τὸν παρὰ Χριστιανοῖς θρυλούμενον περὶ τῆς τοιαύτης πόλεως λόγον, ὡς εἴη ἀπόρθητος.441 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. 412 ἄλλους πολλούς σὺν αὐτῷ. Οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ καὶ τὴν A infinita aggesta materia alebat, in ipsos qui accen- ἔξωθεν ὑπὸ τῶν Περσῶν ἀναφθεῖσαν κατὰ τῶν ἔνδον πυράν, ἣν ἄπειρος ὕλη ἐλαιῶν τε καὶ ἄλλων συχνών καταπεσόντων δένδρων ὑπέτρεφε, κατ' αὐτῶν γενέ- σθαι ἡ τῆς συμμάχου θείας εἰκόνος....... ὡς γὰρ ἄνωθεν Ευλάλιος ταῖς οἰκείαις τοῦ τείχους εφαπλώ- σας ταύτην παλάμαις τὴν πόλιν διώδευεν ἐξαίφνης, ὡς κατὰ τὸν τόπον τοῦτον ἐγένετο, βίαιος άνεμος ἐξεγερθεὶς, κατὰ τῶν ἀναφλεγόντων τὴν τοιαύτην καὶ ἐνεπύριζεν, ὡς τοὺς Χαλδαίους τὸ πρίν. derant, divinæ virtus imaginis benigne opitulantis convertit. Cum enim eam e muro desuper suis ipse manibus Eulalius explicans civitatem obiret, ut ad eum locum successit, obortus repente ventus vali- dus, in eos qui rogum accendebant, flammam con- vertit; læc illos persecuta, haud secus ae olim Chaldæos, incendit. πυρκαϊὰν τὴν φλόγα επέστρεψε· καὶ ἐδίωξε τούτους, ΙΗ΄. Ταῦτα οὐκ ἀμάρτυρός ἐστι λόγος, εἰς ἡδονὴν ἀκοῆς ἢ ἀπάτην παρ' ἡμῶν συμπλασθείς, ἀλλὰ τρεῖς ὁμοῦ πατριάρχαι, Ἰὼβ ᾿Αλεξανδρείας, Χριστοφόρος Αντιοχείας, καὶ Βασίλειος Ἱεροσολύμων ἀνέγραψαν, καὶ οὕτως ἔχειν ταῦτα ἐγνώρισαν, Θεοφίλῳ γράψαν τες τῷ βασιλεῖ τὰς ἱερὰς εἰκόνας εξυβρικότι. "Οτε Β διὰ πολλῶν ἀποδεικνύοντες τὸ τῶν θείων εἰκόνων ἱερὸν καὶ σεβάσμιον, καὶ περὶ τούτου διέλαβον. Καὶ Έξεστι βουλομένῳ τὴν πολύστιχον ἐκείνην ἐπιστολὴν ἀναλέξασθαι, καὶ περὶ τούτου μαθεῖν. ᾿Αλλὰ καὶ τῇ Εὐαγρίου ἐκκλησιαστική Ιστορίᾳ εἴ τις φιλοπόνως ἐνέτυχεν, ἔγνω πάντως οἷα περὶ τῆς ἱερᾶς ταύτης εἰκόνος κατὰ τὸν τέταρτον λόγον φησί. καὶ τοῦτο πεποίηκε, θέλων περιφανῶς ἐλέγξαι ψευδή τὸν παρὰ Χριστιανοῖς θρυλλούμενον περὶ τῆς τοιαύ της πόλεως λόγον, ὡς εἴη ἀπόρθητος. Ξύλων γάρ τι μέγα χρήμα, καὶ πλῆθος ἄπειρον, ἐν βραχεῖ τῇ τοῦ στρατεύματος πολυχειρίᾳ συναθροίσας ἐξ ἐπιτά- C γματος, καὶ ταῦτα κατὰ δύο τείχους πηξάμενος κύσ κλῳ τῆς πόλεως· εἶτα χοῦν κατὰ τὸ μέσον ἐπεμβα- λων, καὶ ἀντιμέτωπον ἄλλο τεῖχος οἰκοδομών, ύψη- λότερος ἐγίνετο τῶν τῆς Ἐδέσσης τειχῶν, καὶ ὡς ἐξ ὑπερδεξίων τὰ βέλη κατὰ τῶν ὑπὲρ τῆς πόλεως προ- κινδυνευόντων ὅσον οὔπω ἀφίεσθαι ἔμελλεν. Οπερ οἱ Εδεσσηνοὶ ὡς ὄρος ἀντικρὺ τῶν τειχῶν ὁρῶντες ἐξεγειρόμενον, δι᾿ οὗ ὡς ἐκ τοῦ ἰσοπέδου τοὺς πολε μίους ἐπιβῆναι τοῦ ἄστεος ἤλπιζον· ἐν ἀμηχανίᾳ καίπερ όντες, ἀντιμηχανώμενοι δὲ ὅμως τὰ δυνατά καὶ αὐτοὶ, διόρυγμα ἐπεχείρουν πρὸ τοῦ νεοστάτου ἐκείνου τείχους ὀρύξασθαι, ὡς ἂν εἰ δυνηθείεν τὰ πρὸ τοῦ χώματος υφάψαι σταυρώματα, πρὸς τὴν διώρυχα τὸν χοῦν ὑποσπάσωνται, καὶ οὕτως τὸ μέγα τεῖχος ἐκεῖνο οἷον ἐξ ὀνείρου ἀναπλασθὲν, θάττον κατενεχθῇ καὶ διαῤῥυῇ. Ἐπεὶ δὲ τὸ μὲν ὄρυγμα δια ήνυστο, πῦρ δὲ τοῖς ξύλοις ἔνιέντες τοῦ σκοποῦ δι ἡμαρτον, καὶ δυναμένου τοῦ πυρὸς διὰ τὸ συμπεπι- λημένον ἔνδον εἶναι τὸν χοῦν, καὶ τὰ ξύλα ἔτι χλωρά, καινοῦ τινος δίχα τῆς ὕλης ἐμπεριδράξασθαι, την ἱερὰν ταύτην εἰκόνα εἰς τὴν νεότευκτον ἐκείνην τά φρον εἰσαγαγόντες, καὶ ὕδωρ ἐκ ταύτης καθαγιάσαν- τες, καὶ τοῦτο τῇ πυρᾷ καὶ τοῖς ξύλοις προσεπιρρά- ναντες, ἐνεργὸν γενέσθα: τὸ πῦρ κατεπράξαντο. Καὶ τῇ πίστει τῶν δεδρακότων τῆς θείας συνεπιλαβομέν νης δυνάμεως, ὡς ἔλαιον τὸ ὕδωρ ἐγένετο τῷ πυρί, καὶ ἐξῆψε τὴν φλόγα, καὶ κατανάλωσεν ἅπαν τὸ προστυχόν. Τότε οὖν ὁ Περσῶν βασιλεὺς τὴν ἅλωσιν D XVIII. Non hæc aures mulcendi causa, aut ve- ritati fucum faciendi, nullis testibus a nobis con- ficta narratio: quinimo tres simul patriarchæ, Job Alexandrinus, Christophorus Antiochenus, et Basilius Hierosolymitanus, ipsi scripserunt, atque læc sic se habere, datis Theophilo imperatori litte ris, qui sacrarum violator imaginum esset, pałam fecerunt : tum nimirum cum longa dissertatione divinas imagines sancias astruentes ac veneratione habendas, istud quoque tractarunt : ac licet nosse, si quis in multos versus fusam eam epistolam ut legat in animum incluserit. Sed et Evagrii eccle- siasticam Historiam si quis attentius legerit, plane novit quanta ille de hac sacra imagine libro quarto scribit. XIX. Refert enim, quod cum aliis de causis, tum ob eam potissimum rationem Chosroes exerci- tum duxerit, ut aperte ostenderet esse falsum, quod de Edessa civitate Christiani jactabant, eam nulla vi expugnari posse ac diripi. Cdm enim ingentem lignorum struem et pene infinitam conferta militum manu succedanea ope opus maturantium brevi coegisset, atque his @zo vallo duplici quasi muro civitaten cinxisset, tumque mediam aream ingesta humo opplevisset, inde surgens oppositus murus alius, civitatis manibus altior electus est, moxque futurum erat, ut e superioribus in præsidiarios jaculorum inber deplueret. Vident itaque cives es adverso murorum velut montem assurgere, per quem hostes, quasi ex plano haud incerto eventu in urbem ingressuri essent. Quanquam igitur vix non consilii inopes, ipsi quoque quanta facultas, adverso molimine objectam novo illi muro fossam ducere; in cujus voraginem, si modo liceret com- munientes vallos succendere, detracto aggere, ca ratione velut insomnio repente enatum ingentem illum murum pessumidarent ac solo æquarent. At ubi absoluta quidem fossa est, ignisque lignis im- missus, nec ex voto res succedebat, quod humo constipata, ac cum ligna adhuc viridia essent, non poterat ignis absque novo pabulo vallum corripere ; in fossam recenter ductam sacra hæc adducta imago, exque illa sanctificata aqua asperso rogu effectum est, ut flamma vivax atque efficax exiret, fuitque igni olei loco aqua, divina virtute his qui rem moliti erant propitia: indeque succensa flamma alsumptum quidquid obvium crat. Tunc ergo Persarum rex urbis expugnandæ spe omissa, ac cum non lateret unde civibus corrogata auxi-. 16. Αναγράφει γὰρ, ὡς μετὰ τῶν ἄλλων ὁ Χοσρόης
PG 113:442ξύλων γάρ τι μέγα χρῆμα καὶ πλῆθος ἄπειρον ἐν βραχεῖ τῇ τοῦ στρατεύματος πολυχειρίᾳ συναθροίσας ἐξ ἐπιτάγματος καὶ ταῦτα κατὰ δύο τοίχους πηξάμενος κύκλῳ τῆς πόλεως, εἶτα χοῦν κατὰ τὸ μέσον ἐπεμβαλὼν καὶ ἀντιμέτωπον ἄλλο τεῖχος οἰκοδομῶν ὑψηλότερος ἐγίνετο τῶν τῆς Ἐδέσης τειχῶν καὶ ὡς ἐξ ὑπερδεξίων τὰ βέλη κατὰ τῶν ὑπὲρ τῆς πόλεως προκινδυνευόντων ὅσον οὔπω ἀφίεσθαι ἔμελλεν. ὅπερ οἱ Ἐδεσηνοὶ ὥσπερ ὄρος ἀντικρὺ τῶν τειχῶν ὁρῶντες ἐξεγειρόμενον δι’ οὗ ὡς ἐκ τοῦ ἰσοπέδου τοὺς πολεμίους ἐπιβῆναι τοῦ ἄστεος ἤλπιζον ἐν ἀμηχανίᾳ καίπερ ὄντες, ἀντιμηχανώμενοι δὲ ὅμως τὰ δυνατὰ καὶ αὐτοὶ διώρυγα ἐπεχείρουν πρὸ τοῦ νεοσυστάτου ἐκείνου τείχους ὀρύξασθαι, ὡς ἂν εἰ δυνηθεῖεν τὰ πρὸ τοῦ χώματος ὑφάψαι σταυρώματα πρὸς τὴν διώρυγα τὸν χοῦν ὑποσπάσωνται καὶ οὕτως τὸ μέγα τεῖχος ἐκεῖνο οἷον ἐξ ὀνείρου ἀναπλασθὲν θᾶττον κατενεχθῇ καὶ διαρρυῇ.441 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. 412 ἄλλους πολλούς σὺν αὐτῷ. Οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ καὶ τὴν A infinita aggesta materia alebat, in ipsos qui accen- ἔξωθεν ὑπὸ τῶν Περσῶν ἀναφθεῖσαν κατὰ τῶν ἔνδον πυράν, ἣν ἄπειρος ὕλη ἐλαιῶν τε καὶ ἄλλων συχνών καταπεσόντων δένδρων ὑπέτρεφε, κατ' αὐτῶν γενέ- σθαι ἡ τῆς συμμάχου θείας εἰκόνος....... ὡς γὰρ ἄνωθεν Ευλάλιος ταῖς οἰκείαις τοῦ τείχους εφαπλώ- σας ταύτην παλάμαις τὴν πόλιν διώδευεν ἐξαίφνης, ὡς κατὰ τὸν τόπον τοῦτον ἐγένετο, βίαιος άνεμος ἐξεγερθεὶς, κατὰ τῶν ἀναφλεγόντων τὴν τοιαύτην καὶ ἐνεπύριζεν, ὡς τοὺς Χαλδαίους τὸ πρίν. derant, divinæ virtus imaginis benigne opitulantis convertit. Cum enim eam e muro desuper suis ipse manibus Eulalius explicans civitatem obiret, ut ad eum locum successit, obortus repente ventus vali- dus, in eos qui rogum accendebant, flammam con- vertit; læc illos persecuta, haud secus ae olim Chaldæos, incendit. πυρκαϊὰν τὴν φλόγα επέστρεψε· καὶ ἐδίωξε τούτους, ΙΗ΄. Ταῦτα οὐκ ἀμάρτυρός ἐστι λόγος, εἰς ἡδονὴν ἀκοῆς ἢ ἀπάτην παρ' ἡμῶν συμπλασθείς, ἀλλὰ τρεῖς ὁμοῦ πατριάρχαι, Ἰὼβ ᾿Αλεξανδρείας, Χριστοφόρος Αντιοχείας, καὶ Βασίλειος Ἱεροσολύμων ἀνέγραψαν, καὶ οὕτως ἔχειν ταῦτα ἐγνώρισαν, Θεοφίλῳ γράψαν τες τῷ βασιλεῖ τὰς ἱερὰς εἰκόνας εξυβρικότι. "Οτε Β διὰ πολλῶν ἀποδεικνύοντες τὸ τῶν θείων εἰκόνων ἱερὸν καὶ σεβάσμιον, καὶ περὶ τούτου διέλαβον. Καὶ Έξεστι βουλομένῳ τὴν πολύστιχον ἐκείνην ἐπιστολὴν ἀναλέξασθαι, καὶ περὶ τούτου μαθεῖν. ᾿Αλλὰ καὶ τῇ Εὐαγρίου ἐκκλησιαστική Ιστορίᾳ εἴ τις φιλοπόνως ἐνέτυχεν, ἔγνω πάντως οἷα περὶ τῆς ἱερᾶς ταύτης εἰκόνος κατὰ τὸν τέταρτον λόγον φησί. καὶ τοῦτο πεποίηκε, θέλων περιφανῶς ἐλέγξαι ψευδή τὸν παρὰ Χριστιανοῖς θρυλλούμενον περὶ τῆς τοιαύ της πόλεως λόγον, ὡς εἴη ἀπόρθητος. Ξύλων γάρ τι μέγα χρήμα, καὶ πλῆθος ἄπειρον, ἐν βραχεῖ τῇ τοῦ στρατεύματος πολυχειρίᾳ συναθροίσας ἐξ ἐπιτά- C γματος, καὶ ταῦτα κατὰ δύο τείχους πηξάμενος κύσ κλῳ τῆς πόλεως· εἶτα χοῦν κατὰ τὸ μέσον ἐπεμβα- λων, καὶ ἀντιμέτωπον ἄλλο τεῖχος οἰκοδομών, ύψη- λότερος ἐγίνετο τῶν τῆς Ἐδέσσης τειχῶν, καὶ ὡς ἐξ ὑπερδεξίων τὰ βέλη κατὰ τῶν ὑπὲρ τῆς πόλεως προ- κινδυνευόντων ὅσον οὔπω ἀφίεσθαι ἔμελλεν. Οπερ οἱ Εδεσσηνοὶ ὡς ὄρος ἀντικρὺ τῶν τειχῶν ὁρῶντες ἐξεγειρόμενον, δι᾿ οὗ ὡς ἐκ τοῦ ἰσοπέδου τοὺς πολε μίους ἐπιβῆναι τοῦ ἄστεος ἤλπιζον· ἐν ἀμηχανίᾳ καίπερ όντες, ἀντιμηχανώμενοι δὲ ὅμως τὰ δυνατά καὶ αὐτοὶ, διόρυγμα ἐπεχείρουν πρὸ τοῦ νεοστάτου ἐκείνου τείχους ὀρύξασθαι, ὡς ἂν εἰ δυνηθείεν τὰ πρὸ τοῦ χώματος υφάψαι σταυρώματα, πρὸς τὴν διώρυχα τὸν χοῦν ὑποσπάσωνται, καὶ οὕτως τὸ μέγα τεῖχος ἐκεῖνο οἷον ἐξ ὀνείρου ἀναπλασθὲν, θάττον κατενεχθῇ καὶ διαῤῥυῇ. Ἐπεὶ δὲ τὸ μὲν ὄρυγμα δια ήνυστο, πῦρ δὲ τοῖς ξύλοις ἔνιέντες τοῦ σκοποῦ δι ἡμαρτον, καὶ δυναμένου τοῦ πυρὸς διὰ τὸ συμπεπι- λημένον ἔνδον εἶναι τὸν χοῦν, καὶ τὰ ξύλα ἔτι χλωρά, καινοῦ τινος δίχα τῆς ὕλης ἐμπεριδράξασθαι, την ἱερὰν ταύτην εἰκόνα εἰς τὴν νεότευκτον ἐκείνην τά φρον εἰσαγαγόντες, καὶ ὕδωρ ἐκ ταύτης καθαγιάσαν- τες, καὶ τοῦτο τῇ πυρᾷ καὶ τοῖς ξύλοις προσεπιρρά- ναντες, ἐνεργὸν γενέσθα: τὸ πῦρ κατεπράξαντο. Καὶ τῇ πίστει τῶν δεδρακότων τῆς θείας συνεπιλαβομέν νης δυνάμεως, ὡς ἔλαιον τὸ ὕδωρ ἐγένετο τῷ πυρί, καὶ ἐξῆψε τὴν φλόγα, καὶ κατανάλωσεν ἅπαν τὸ προστυχόν. Τότε οὖν ὁ Περσῶν βασιλεὺς τὴν ἅλωσιν D XVIII. Non hæc aures mulcendi causa, aut ve- ritati fucum faciendi, nullis testibus a nobis con- ficta narratio: quinimo tres simul patriarchæ, Job Alexandrinus, Christophorus Antiochenus, et Basilius Hierosolymitanus, ipsi scripserunt, atque læc sic se habere, datis Theophilo imperatori litte ris, qui sacrarum violator imaginum esset, pałam fecerunt : tum nimirum cum longa dissertatione divinas imagines sancias astruentes ac veneratione habendas, istud quoque tractarunt : ac licet nosse, si quis in multos versus fusam eam epistolam ut legat in animum incluserit. Sed et Evagrii eccle- siasticam Historiam si quis attentius legerit, plane novit quanta ille de hac sacra imagine libro quarto scribit. XIX. Refert enim, quod cum aliis de causis, tum ob eam potissimum rationem Chosroes exerci- tum duxerit, ut aperte ostenderet esse falsum, quod de Edessa civitate Christiani jactabant, eam nulla vi expugnari posse ac diripi. Cdm enim ingentem lignorum struem et pene infinitam conferta militum manu succedanea ope opus maturantium brevi coegisset, atque his @zo vallo duplici quasi muro civitaten cinxisset, tumque mediam aream ingesta humo opplevisset, inde surgens oppositus murus alius, civitatis manibus altior electus est, moxque futurum erat, ut e superioribus in præsidiarios jaculorum inber deplueret. Vident itaque cives es adverso murorum velut montem assurgere, per quem hostes, quasi ex plano haud incerto eventu in urbem ingressuri essent. Quanquam igitur vix non consilii inopes, ipsi quoque quanta facultas, adverso molimine objectam novo illi muro fossam ducere; in cujus voraginem, si modo liceret com- munientes vallos succendere, detracto aggere, ca ratione velut insomnio repente enatum ingentem illum murum pessumidarent ac solo æquarent. At ubi absoluta quidem fossa est, ignisque lignis im- missus, nec ex voto res succedebat, quod humo constipata, ac cum ligna adhuc viridia essent, non poterat ignis absque novo pabulo vallum corripere ; in fossam recenter ductam sacra hæc adducta imago, exque illa sanctificata aqua asperso rogu effectum est, ut flamma vivax atque efficax exiret, fuitque igni olei loco aqua, divina virtute his qui rem moliti erant propitia: indeque succensa flamma alsumptum quidquid obvium crat. Tunc ergo Persarum rex urbis expugnandæ spe omissa, ac cum non lateret unde civibus corrogata auxi-. 16. Αναγράφει γὰρ, ὡς μετὰ τῶν ἄλλων ὁ Χοσρόης
ἐπεὶ δὲ τὸ μὲν ὄρυγμα διήνυστο, πῦρ δὲ τοῖς ξύλοις ἐνιέντες τοῦ σκοποῦ διημάρτανον μὴ δυναμένου τοῦ πυρὸς διὰ τὸ συμπεπιλημένον ἔνδον εἶναι τὸν χοῦν καὶ τὰ ξύλα ἔτι χλωρὰ κενοῦ τινος δίχα τῆς ὕλης ἐμπεριδράξασθαι, τὴν ἱερὰν ταύτην εἰκόνα εἰς τὴν νεότευκτον ἐκείνην τάφρον εἰσαγαγόντες καὶ ὕδωρ ἐκ ταύτης καθαγιάσαντες καὶ τοῦτο τῇ πυρᾷ καὶ τοῖς ξύλοις προσεπιρράναντες ἐνεργὸν γενέσθαι τὸ πῦρ κατεπράξαντο· καὶ τῇ πίστει τῶν δεδρακότων τῆς θείας συνεπιλαβομένης δυνάμεως, ὡς ἔλαιον τὸ ὕδωρ ἐγένετο τῷ πυρὶ καὶ ἐξῆψε τὴν φλόγα καὶ κατανάλωσεν ἅπαν τὸ προστυχόν. τότε οὖν ὁ τῶν Περσῶν βασιλεὺς τὴν ἅλωσιν τῆς πόλεως ἀπογνοὺς καὶ τὴν βοήθειαν ὅθεν ἔσχον μαθὼν πρὸς συμβιβάσεις ἐχώρησε καὶ σπονδὰς εἰρηνικὰς ποιησάμενος πρὸς τὰ οἰκεῖα ἀνθυπενόστησεν. ἔμελλε δὲ ἄρα καὶ οὗτος οὐκ εἰς μακρὰν εὐεργεσίας τυχεῖν ἀπὸ τῆς ἱερᾶς ταύτης εἰκόνος, τῆς τῶν πολεμίων αὐτοῦ εὐεργέτιδος καὶ τῶν ἑαυτοῦ ἀναιρέτιδος. τὸ γὰρ τούτου θυγάτριον ὑπὸ δαιμονίου πνεύματος συσχεθὲν καὶ τῆς κατὰ φύσιν ἐκστὰν καταστάσεως ἐβόα συνεχῶς δι’ αὐτοῦ ἐνεργούμενον·441 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. 412 ἄλλους πολλούς σὺν αὐτῷ. Οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ καὶ τὴν A infinita aggesta materia alebat, in ipsos qui accen- ἔξωθεν ὑπὸ τῶν Περσῶν ἀναφθεῖσαν κατὰ τῶν ἔνδον πυράν, ἣν ἄπειρος ὕλη ἐλαιῶν τε καὶ ἄλλων συχνών καταπεσόντων δένδρων ὑπέτρεφε, κατ' αὐτῶν γενέ- σθαι ἡ τῆς συμμάχου θείας εἰκόνος....... ὡς γὰρ ἄνωθεν Ευλάλιος ταῖς οἰκείαις τοῦ τείχους εφαπλώ- σας ταύτην παλάμαις τὴν πόλιν διώδευεν ἐξαίφνης, ὡς κατὰ τὸν τόπον τοῦτον ἐγένετο, βίαιος άνεμος ἐξεγερθεὶς, κατὰ τῶν ἀναφλεγόντων τὴν τοιαύτην καὶ ἐνεπύριζεν, ὡς τοὺς Χαλδαίους τὸ πρίν. derant, divinæ virtus imaginis benigne opitulantis convertit. Cum enim eam e muro desuper suis ipse manibus Eulalius explicans civitatem obiret, ut ad eum locum successit, obortus repente ventus vali- dus, in eos qui rogum accendebant, flammam con- vertit; læc illos persecuta, haud secus ae olim Chaldæos, incendit. πυρκαϊὰν τὴν φλόγα επέστρεψε· καὶ ἐδίωξε τούτους, ΙΗ΄. Ταῦτα οὐκ ἀμάρτυρός ἐστι λόγος, εἰς ἡδονὴν ἀκοῆς ἢ ἀπάτην παρ' ἡμῶν συμπλασθείς, ἀλλὰ τρεῖς ὁμοῦ πατριάρχαι, Ἰὼβ ᾿Αλεξανδρείας, Χριστοφόρος Αντιοχείας, καὶ Βασίλειος Ἱεροσολύμων ἀνέγραψαν, καὶ οὕτως ἔχειν ταῦτα ἐγνώρισαν, Θεοφίλῳ γράψαν τες τῷ βασιλεῖ τὰς ἱερὰς εἰκόνας εξυβρικότι. "Οτε Β διὰ πολλῶν ἀποδεικνύοντες τὸ τῶν θείων εἰκόνων ἱερὸν καὶ σεβάσμιον, καὶ περὶ τούτου διέλαβον. Καὶ Έξεστι βουλομένῳ τὴν πολύστιχον ἐκείνην ἐπιστολὴν ἀναλέξασθαι, καὶ περὶ τούτου μαθεῖν. ᾿Αλλὰ καὶ τῇ Εὐαγρίου ἐκκλησιαστική Ιστορίᾳ εἴ τις φιλοπόνως ἐνέτυχεν, ἔγνω πάντως οἷα περὶ τῆς ἱερᾶς ταύτης εἰκόνος κατὰ τὸν τέταρτον λόγον φησί. καὶ τοῦτο πεποίηκε, θέλων περιφανῶς ἐλέγξαι ψευδή τὸν παρὰ Χριστιανοῖς θρυλλούμενον περὶ τῆς τοιαύ της πόλεως λόγον, ὡς εἴη ἀπόρθητος. Ξύλων γάρ τι μέγα χρήμα, καὶ πλῆθος ἄπειρον, ἐν βραχεῖ τῇ τοῦ στρατεύματος πολυχειρίᾳ συναθροίσας ἐξ ἐπιτά- C γματος, καὶ ταῦτα κατὰ δύο τείχους πηξάμενος κύσ κλῳ τῆς πόλεως· εἶτα χοῦν κατὰ τὸ μέσον ἐπεμβα- λων, καὶ ἀντιμέτωπον ἄλλο τεῖχος οἰκοδομών, ύψη- λότερος ἐγίνετο τῶν τῆς Ἐδέσσης τειχῶν, καὶ ὡς ἐξ ὑπερδεξίων τὰ βέλη κατὰ τῶν ὑπὲρ τῆς πόλεως προ- κινδυνευόντων ὅσον οὔπω ἀφίεσθαι ἔμελλεν. Οπερ οἱ Εδεσσηνοὶ ὡς ὄρος ἀντικρὺ τῶν τειχῶν ὁρῶντες ἐξεγειρόμενον, δι᾿ οὗ ὡς ἐκ τοῦ ἰσοπέδου τοὺς πολε μίους ἐπιβῆναι τοῦ ἄστεος ἤλπιζον· ἐν ἀμηχανίᾳ καίπερ όντες, ἀντιμηχανώμενοι δὲ ὅμως τὰ δυνατά καὶ αὐτοὶ, διόρυγμα ἐπεχείρουν πρὸ τοῦ νεοστάτου ἐκείνου τείχους ὀρύξασθαι, ὡς ἂν εἰ δυνηθείεν τὰ πρὸ τοῦ χώματος υφάψαι σταυρώματα, πρὸς τὴν διώρυχα τὸν χοῦν ὑποσπάσωνται, καὶ οὕτως τὸ μέγα τεῖχος ἐκεῖνο οἷον ἐξ ὀνείρου ἀναπλασθὲν, θάττον κατενεχθῇ καὶ διαῤῥυῇ. Ἐπεὶ δὲ τὸ μὲν ὄρυγμα δια ήνυστο, πῦρ δὲ τοῖς ξύλοις ἔνιέντες τοῦ σκοποῦ δι ἡμαρτον, καὶ δυναμένου τοῦ πυρὸς διὰ τὸ συμπεπι- λημένον ἔνδον εἶναι τὸν χοῦν, καὶ τὰ ξύλα ἔτι χλωρά, καινοῦ τινος δίχα τῆς ὕλης ἐμπεριδράξασθαι, την ἱερὰν ταύτην εἰκόνα εἰς τὴν νεότευκτον ἐκείνην τά φρον εἰσαγαγόντες, καὶ ὕδωρ ἐκ ταύτης καθαγιάσαν- τες, καὶ τοῦτο τῇ πυρᾷ καὶ τοῖς ξύλοις προσεπιρρά- ναντες, ἐνεργὸν γενέσθα: τὸ πῦρ κατεπράξαντο. Καὶ τῇ πίστει τῶν δεδρακότων τῆς θείας συνεπιλαβομέν νης δυνάμεως, ὡς ἔλαιον τὸ ὕδωρ ἐγένετο τῷ πυρί, καὶ ἐξῆψε τὴν φλόγα, καὶ κατανάλωσεν ἅπαν τὸ προστυχόν. Τότε οὖν ὁ Περσῶν βασιλεὺς τὴν ἅλωσιν D XVIII. Non hæc aures mulcendi causa, aut ve- ritati fucum faciendi, nullis testibus a nobis con- ficta narratio: quinimo tres simul patriarchæ, Job Alexandrinus, Christophorus Antiochenus, et Basilius Hierosolymitanus, ipsi scripserunt, atque læc sic se habere, datis Theophilo imperatori litte ris, qui sacrarum violator imaginum esset, pałam fecerunt : tum nimirum cum longa dissertatione divinas imagines sancias astruentes ac veneratione habendas, istud quoque tractarunt : ac licet nosse, si quis in multos versus fusam eam epistolam ut legat in animum incluserit. Sed et Evagrii eccle- siasticam Historiam si quis attentius legerit, plane novit quanta ille de hac sacra imagine libro quarto scribit. XIX. Refert enim, quod cum aliis de causis, tum ob eam potissimum rationem Chosroes exerci- tum duxerit, ut aperte ostenderet esse falsum, quod de Edessa civitate Christiani jactabant, eam nulla vi expugnari posse ac diripi. Cdm enim ingentem lignorum struem et pene infinitam conferta militum manu succedanea ope opus maturantium brevi coegisset, atque his @zo vallo duplici quasi muro civitaten cinxisset, tumque mediam aream ingesta humo opplevisset, inde surgens oppositus murus alius, civitatis manibus altior electus est, moxque futurum erat, ut e superioribus in præsidiarios jaculorum inber deplueret. Vident itaque cives es adverso murorum velut montem assurgere, per quem hostes, quasi ex plano haud incerto eventu in urbem ingressuri essent. Quanquam igitur vix non consilii inopes, ipsi quoque quanta facultas, adverso molimine objectam novo illi muro fossam ducere; in cujus voraginem, si modo liceret com- munientes vallos succendere, detracto aggere, ca ratione velut insomnio repente enatum ingentem illum murum pessumidarent ac solo æquarent. At ubi absoluta quidem fossa est, ignisque lignis im- missus, nec ex voto res succedebat, quod humo constipata, ac cum ligna adhuc viridia essent, non poterat ignis absque novo pabulo vallum corripere ; in fossam recenter ductam sacra hæc adducta imago, exque illa sanctificata aqua asperso rogu effectum est, ut flamma vivax atque efficax exiret, fuitque igni olei loco aqua, divina virtute his qui rem moliti erant propitia: indeque succensa flamma alsumptum quidquid obvium crat. Tunc ergo Persarum rex urbis expugnandæ spe omissa, ac cum non lateret unde civibus corrogata auxi-. 16. Αναγράφει γὰρ, ὡς μετὰ τῶν ἄλλων ὁ Χοσρόης
PG 113:443εἰ μὴ ἐξ Ἐδέσης ἡ ἀχειροποίητος ἔλθῃ εἰκών, ἐντεῦθεν τὸν ἔνοικον τούτου μὴ ἐξελεύσεσθαι. ὅπερ ἀκούσας ὁ βασιλεὺς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς πολιορκίας ἀναλογισάμενοςοὐδὲ γὰρ οὐδ’ αὐτὸν ἡ παράδοξος ἐξαίφνης ἰσχὺς καὶ τὸ θάρσος διέλαθε τῶν Ἐδεσηνῶν γράφει παραχρῆμα πρός τε τὸν τῆς πόλεως προεξάρχοντα καὶ πρὸς τὸν μητροπολίτην Εὐλάλιον καὶ πρὸς τὸ κοινὸν τῆς πόλεως ἀποσταλῆναι θᾶττον αὐτῷ τὸ θεῖον καὶ πανσθενὲς ἀπεικόνισμα, προσθεὶς καὶ τὴν αἰτίαν τὴν τῆς θυγατρὸς συμφορὰν καὶ παντοίως ἀξιῶν τε καὶ βιαζόμενος μὴ ἀποτυχεῖν τῆς αἰτήσεως. οἱ δὲ τό τε τοῦ Περσικοῦ ἤθους ἄπιστον ὑπονοοῦντες καὶ ὑποπτεύοντες δόλῳ βούλεσθαι τὸν Πέρσην τὴν αὐτῶν ὑφελέσθαι ἰσχὺν καὶ μὴ προέσθαι τὴν προστάτιν καὶ εὐεργέτιδα προνοούμενοι, ἀλλὰ μηδὲ τὴν εἰρήνην λῦσαι τῆς τοιαύτης προφάσεως ἕνεκα βουλὴν βουλεύονται συνετὴν καὶ λυσιτελοῦσαν αὐτοῖς. μεταγράψαντες γὰρ ἴσην κατὰ πάντα καὶ ὁμοίαν ὡς ἐνῆν εἰκόνα τῆς ἀγράφου γραπτὴν καὶ πρὸς τὸ ἐμφερὲς κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπεικάσαντες πρὸς τὸν αἰτησάμενον ἀποστέλλουσιν.Α τῆς πόλεως ἀπογνους, καὶ τὴν βοήθειαν ὅθεν ἔσχον μαθών, πρὸς συμβιβάσεις ἐχώρησε, καὶ σπονδὰς εἰρηνικὰς ποιησάμενος, πρὸς τὰ οἰκεῖα ἀνθυπενόστη σεν. Κ'. Εμελλε δὲ ἄρα καὶ οὗτος οὐκ εἰς μακρὰν εὐεργεσίας τυχεῖν ἀπὸ τῆς ἱερᾶς ταύτης εἰκόνος, τῆς τῶν πολεμίων αὐτοῦ εὐεργέτιδος, καὶ τῶν ἑαυ τοῦ ἀναιρέτίδος. Τὸ γὰρ τούτου θυγάτριον ὑπὸ δαι- μονίου πνεύματος συσχεθέν, καὶ τῆς κατὰ φύσιν ἐκστὰν καταστάσεως, ἐβόα συνεχῶς δι' αὐτοῦ ἐνερ γούμενον· Εἰ μὴ ἐξ Εδέσσης ἡ ἀχειροποίητος ἔλθῃ εἰκὼν, ἐντεῦθεν τὸ ἔνοικον τούτου μὴ ἐξελεύσεται. Οπερ ἀκούσας ὁ βασιλεὺς, καὶ τὰ ἐπὶ τῆς πολιορκίας λογισάμενος (οὐδὲ γὰρ οὐδ᾽ αὐτὸν ἡ παράδοξος ἐξα! φνης ἰσχὺς, καὶ τὸ θάρσος διέλαθε τῶν Εδεσσηνῶν), γράφει παραχρήμα πρός τε τὸν τῆς πόλεως προεξάρ- χοντα, καὶ πρὸς τὸν μητροπολίτην Ευλάλιον, καὶ πρὸς τὸ κοινὸν τῆς πόλεως, ἀποστολῆναι θάττον αὐτῷ τὸ θεῖον καὶ πανσθενὲς ἀπεικόνισμα, προσθεὶς καὶ τὴν αἰτίαν, τὴν τῆς θυγατρὸς συμφοράν. Καὶ παν· τοίως ἀξιῶν τε καὶ βιαζόμενος, μὴ ἀποτυχεῖν τῆς αἰτήσεως. Οἱ δὲ τό τε τοῦ Περσικοῦ ἤθους ἄπιστον ὑπονοοῦντες, καὶ ὑποπτεύοντες δόλῳ βούλεσθαι τὸν Πέρσην τὴν ἑαυτῶν ὑφελέσθαι ἰσχύν, καὶ μὴ προ- ἐσθαι τὴν προστάτιν καὶ εὐεργέτιδα προνοούμενοι, ἀλλὰ μηδὲ τὴν εἰρήνην λύσαι τῆς τοιαύτης προφά σεως ἕνεκα, βουλήν βουλεύονται συνετὴν, καὶ λυσι τελοῦσαν αὐτοῖς. Μεταγράψαντες γὰρ ἴσην κατὰ πάντα καὶ ὁμοίαν, ὡς ἐνῆν, εἰκόνα τῆς ἀγράπτου γραπτὴν, καὶ πρὸς τὸ ἐμφερές κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπει- χάσαντες, πρὸς τὸν αἰτησάμενον ἀποστέλλουσιν. Ως δὲ ἐντὸς τῶν τῆς Περσίδος ὁρίων ἐγένοντο οἱ τὴν εἰκόνα διακομίζοντες, ἐνθέως διὰ τῆς τοῦ βασιλέως θυγατρὸς ὁ δαίμων ἀνέκραξε, θᾶττον ἐξέρχεσθαι, καὶ διαμείβειν τὴν οἴκησιν τῆς τοῦ ἐρχομένου δυνάμεως ἕνεκα, μόνον εἰ τὸ μετακληθὲν ἀποστραφείη ὁμοίως μα, καὶ μὴ τοῖς βασιλείοις, μηδὲ τῇ πόλει Περσῶν προσπελάσει. Καὶ πρὸς τοῦτο πολλὰ τοῦ βασιλέως ἐδεῖτο καὶ καθικέτευεν. Υποσχομένου δὲ βασιλέως, έξελθόντος ἀπὸ τῆς κόρης τοῦ δαίμονος, καὶ ἐν ὑγειεῖ καταστάσει γεγονυίας τῆς βασιλείου παιδὸς, ὁ Χοσρόης, εἴτε τὴν τοῦ αἰτησαμένου δαίμονος ἀξίωσιν ἐκπληρῶν, καὶ τὴν ὑπόσχεσιν ἐμπεδῶν, εἴτε τὴν τοῦ ἐρχομένου δύναμιν δεδιὼς, διὰ τὸ φαῦλον αὐτοῦ τῶν ἔργων καὶ μυσαρόν, ἀποστείλας ὑποστρέψαι πρὸς τὴν, ἀφ᾿ ἧς ἐξῆλθε, πόλιν τὴν τοιαύτην εἰκόνα ἐκέλευσε. Καὶ δῶρα προσθεὶς παρ' ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς ταύτην ἐκπέμψαντας. ΚΑ'. Ην οὖν παρὰ τοῖς Εδεσσηνοῖς ὁ πολύτιμος όλβος οὗτος, ὁ ἀκένωτος θησαυρός, ἡ εἰκὼν ἡ πρω- τότυπός τε καὶ ἄγραφος, τιμωμένη ἀεὶ πρὸς αὐτῶν, καὶ ἀντιφρουροῦσα αὐτούς. Ἐπεὶ δὲ πρὸς τὴν βασι λεύουσαν ταύτην τῶν πόλεων τὰ πανταχόθεν συνερ ῥύηκεν ἀγαθώτατά τε καὶ κάλλιστα· ἦν δὲ ἄρα θεῖόν τε βούλημα καὶ τὴν ἱερὰν ταύτην εἰκόνα ἐνταῦθα μετὰ τῶν ἄλλων ἀποθησαυρισθῆναι καλῶν· ὁ τῆς Ρωμαίων κυριεύων ἀρχῆς Ρωμανός, σπούδασμα ποιεῖται δι' ἑαυτοῦ ταύτης κατευμοιρῆσαι καὶ κατα πλουτῆσαι τὴν βασιλεύουσαν. Καὶ δὴ κατὰ διαφόρους καιροὺς ἀποστείλας πρὸς Εδεσσαν, ᾐτεῖτο ταύτην αὐτῷ μετὰ τῆς αὐτογράφου τοῦ Κυρίου ἐκπεμφθῆναι CONSTANTINI PORPHYROGENITI lia, ad conventiones adjecit animum, percussoque pacis fœdere, in suami regionem reversus est. XX. Erat autem hic quoque haud ita post ab hac sacra imagine bereficium accepturus, hostes demerente, ejusque necessariorum hostibus exi- tium parante. Regis enim filia quam malus dæmon invaserat, mentisque statu qui ex natura est deje cerat, obsidentis amatu dæmonis continue clama- bat Qui in puella domicilium habet spiritus, non egressurum, nisi imaginis non manufactæ Edessa adventu ac præsentia. Audivit rex, ac secum ani- mo reputans quæ in obsidione gesta acciderant; nec enim inaudita repente Edessenorum fortitudo audaciaque cum latuerat; missi statim ad civitatis B præsidem Eulaliumque metropolitam, ac civitatis ipsum commune litteris, divinam ad se citius sum- maque vi pollentem mitti petit imaginem, omnino rogans, ne preces cassæ eant. Illi autem, tum gentis infidos mores suspectos habentes, tum veriti ne Persarum rex hoc moliretur, ut ipsorum eis robur ac præsidium auferret serioque cogitantes ne te- miere proderent, qua res illis in tuto positæ essent, ac unde beneficia affluerent; cumque nihilominus ea occasione pacem dissolvere nollent, solers atque oppido utile consilium ineunt. Ex primo scilicet exemplari, aliam omnino æqualem, ac quam licuit similem ducentes imaginem, ex non picta, artis, opera pictam, summa quadam possibili illius imi- tatione, ad regem qui poposcerat, ablegant. Vixque adeo sacræ sarcinæ bajuli Persarum Gines intravc- rant, cum statim dæmon puellæ ore clamat, mox se adventantis virtute, cxiturumn ac hospitio migra- turum, modo solum accersita imago reverteretur, ac neque ad regiam, neque ad Persarum civitatem accederet. Id dæmon a rege magnopere contende- bat supplexque efflagitabat. Pollicetur rex: egres- soque dæmone ac filia sanitati reddita, fidem Cho- sroes liberaturus quam obstrinxerat damoni, atque promissum servaturus, sive etiam propter mala opera et impura, venientis potentiam veritus, ut in urbem unde exieral imago referatur jubet, ac prae- terea eos qui miserant, muneribus donat. C – XXI. Erant ergo apud Edessenos pretiosæ hæc D reliqui, inexhaustus thesaurus, imago illa pri- maria nullaque picture arte efficta, jugem illic ve- nerationem habens, suosque vicissim clientes ser- vans ac tueus. Postquam autem ad augustam hane urben. aptima quæque ac pulcherrima confluxe- rant, divinæque voluntatis erat, ut et hoc sacrum´ pignus cum reliquis ejus præclaris ornamentis in ea reconderetur; qui imperii Romani clavum Ro- manus tencret ac rerum summa potiretur, in eam rem incumbit ac navat operam, suis ut curis urbs angusta felicitatis cumulo, id quoque nanciscatur. Sæpius enim aliis aliisque temporibus missis nun-
PG 113:444ὡς δὲ ἐντὸς τῶν τῆς Περσίδος ὁρίων ἐγένοντο οἱ τὴν εἰκόνα διακομίζοντες, εὐθέως διὰ τῆς τοῦ βασιλέως θυγατρὸς ὁ δαίμων ἀνέκραξε θᾶττον ἐξέρχεσθαι καὶ διαμείβειν τὴν οἴκησιν τῆς τοῦ ἐρχομένου δυνάμεως ἕνεκα, μόνον εἰ τὸ μετακληθὲν ἀποστραφείη ὁμοίωμα καὶ μὴ τοῖς βασιλείοις μηδὲ τῇ πόλει Περσῶν προσπελάσῃ, καὶ πρὸς τοῦτο πολλὰ τοῦ βασιλέως ἐδεῖτο καὶ καθικέτευεν. ὑποσχομένου δὲ τοῦ βασιλέως ἐξελθόντος ἀπὸ τῆς κόρης τοῦ δαίμονος καὶ ἐν ὑγιεῖ καταστάσει γεγονυίας τῆς βασιλείου παιδός, ὁ Χοσρόης εἴτε τὴν τοῦ αἰτησαμένου δαίμονος ἀξίωσιν ἐκπληρῶν καὶ τὴν ὑπόσχεσιν ἐμπεδῶν εἴτε τὴν τοῦ ἐρχομένου δύναμιν δεδιὼς διὰ τὸ φαῦλον αὐτοῦ τῶν ἔργων καὶ μυσαρὸν ἀποστείλας ὑποστρέψαι πρὸς τὴν ἀφ’ ἧς ἐξῆλθε πόλιν τὴν τοιαύτην εἰκόνα ἐκέλευσε καὶ δῶρα προσθεὶς παρ’ ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς ταύτην ἐκπέμψαντας. ἦν οὖν παρὰ τοῖς Ἐδεσηνοῖς ὁ πολύτιμος ὄλβος οὗτος, ὁ ἀκένωτος θησαυρός, ἡ εἰκὼν ἡ πρωτότυπός τε καὶ ἄγραφος, τιμωμένη ἀεὶ πρὸς αὐτῶν καὶ ἀντιφρουροῦσα αὐτούς. ἐπεὶ δὲ πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ταύτην τῶν πόλεων τὰ πανταχόθεν συνερρύηκεν ἀγαθώτατά τε καὶ κάλλιστα·Α τῆς πόλεως ἀπογνους, καὶ τὴν βοήθειαν ὅθεν ἔσχον μαθών, πρὸς συμβιβάσεις ἐχώρησε, καὶ σπονδὰς εἰρηνικὰς ποιησάμενος, πρὸς τὰ οἰκεῖα ἀνθυπενόστη σεν. Κ'. Εμελλε δὲ ἄρα καὶ οὗτος οὐκ εἰς μακρὰν εὐεργεσίας τυχεῖν ἀπὸ τῆς ἱερᾶς ταύτης εἰκόνος, τῆς τῶν πολεμίων αὐτοῦ εὐεργέτιδος, καὶ τῶν ἑαυ τοῦ ἀναιρέτίδος. Τὸ γὰρ τούτου θυγάτριον ὑπὸ δαι- μονίου πνεύματος συσχεθέν, καὶ τῆς κατὰ φύσιν ἐκστὰν καταστάσεως, ἐβόα συνεχῶς δι' αὐτοῦ ἐνερ γούμενον· Εἰ μὴ ἐξ Εδέσσης ἡ ἀχειροποίητος ἔλθῃ εἰκὼν, ἐντεῦθεν τὸ ἔνοικον τούτου μὴ ἐξελεύσεται. Οπερ ἀκούσας ὁ βασιλεὺς, καὶ τὰ ἐπὶ τῆς πολιορκίας λογισάμενος (οὐδὲ γὰρ οὐδ᾽ αὐτὸν ἡ παράδοξος ἐξα! φνης ἰσχὺς, καὶ τὸ θάρσος διέλαθε τῶν Εδεσσηνῶν), γράφει παραχρήμα πρός τε τὸν τῆς πόλεως προεξάρ- χοντα, καὶ πρὸς τὸν μητροπολίτην Ευλάλιον, καὶ πρὸς τὸ κοινὸν τῆς πόλεως, ἀποστολῆναι θάττον αὐτῷ τὸ θεῖον καὶ πανσθενὲς ἀπεικόνισμα, προσθεὶς καὶ τὴν αἰτίαν, τὴν τῆς θυγατρὸς συμφοράν. Καὶ παν· τοίως ἀξιῶν τε καὶ βιαζόμενος, μὴ ἀποτυχεῖν τῆς αἰτήσεως. Οἱ δὲ τό τε τοῦ Περσικοῦ ἤθους ἄπιστον ὑπονοοῦντες, καὶ ὑποπτεύοντες δόλῳ βούλεσθαι τὸν Πέρσην τὴν ἑαυτῶν ὑφελέσθαι ἰσχύν, καὶ μὴ προ- ἐσθαι τὴν προστάτιν καὶ εὐεργέτιδα προνοούμενοι, ἀλλὰ μηδὲ τὴν εἰρήνην λύσαι τῆς τοιαύτης προφά σεως ἕνεκα, βουλήν βουλεύονται συνετὴν, καὶ λυσι τελοῦσαν αὐτοῖς. Μεταγράψαντες γὰρ ἴσην κατὰ πάντα καὶ ὁμοίαν, ὡς ἐνῆν, εἰκόνα τῆς ἀγράπτου γραπτὴν, καὶ πρὸς τὸ ἐμφερές κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπει- χάσαντες, πρὸς τὸν αἰτησάμενον ἀποστέλλουσιν. Ως δὲ ἐντὸς τῶν τῆς Περσίδος ὁρίων ἐγένοντο οἱ τὴν εἰκόνα διακομίζοντες, ἐνθέως διὰ τῆς τοῦ βασιλέως θυγατρὸς ὁ δαίμων ἀνέκραξε, θᾶττον ἐξέρχεσθαι, καὶ διαμείβειν τὴν οἴκησιν τῆς τοῦ ἐρχομένου δυνάμεως ἕνεκα, μόνον εἰ τὸ μετακληθὲν ἀποστραφείη ὁμοίως μα, καὶ μὴ τοῖς βασιλείοις, μηδὲ τῇ πόλει Περσῶν προσπελάσει. Καὶ πρὸς τοῦτο πολλὰ τοῦ βασιλέως ἐδεῖτο καὶ καθικέτευεν. Υποσχομένου δὲ βασιλέως, έξελθόντος ἀπὸ τῆς κόρης τοῦ δαίμονος, καὶ ἐν ὑγειεῖ καταστάσει γεγονυίας τῆς βασιλείου παιδὸς, ὁ Χοσρόης, εἴτε τὴν τοῦ αἰτησαμένου δαίμονος ἀξίωσιν ἐκπληρῶν, καὶ τὴν ὑπόσχεσιν ἐμπεδῶν, εἴτε τὴν τοῦ ἐρχομένου δύναμιν δεδιὼς, διὰ τὸ φαῦλον αὐτοῦ τῶν ἔργων καὶ μυσαρόν, ἀποστείλας ὑποστρέψαι πρὸς τὴν, ἀφ᾿ ἧς ἐξῆλθε, πόλιν τὴν τοιαύτην εἰκόνα ἐκέλευσε. Καὶ δῶρα προσθεὶς παρ' ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς ταύτην ἐκπέμψαντας. ΚΑ'. Ην οὖν παρὰ τοῖς Εδεσσηνοῖς ὁ πολύτιμος όλβος οὗτος, ὁ ἀκένωτος θησαυρός, ἡ εἰκὼν ἡ πρω- τότυπός τε καὶ ἄγραφος, τιμωμένη ἀεὶ πρὸς αὐτῶν, καὶ ἀντιφρουροῦσα αὐτούς. Ἐπεὶ δὲ πρὸς τὴν βασι λεύουσαν ταύτην τῶν πόλεων τὰ πανταχόθεν συνερ ῥύηκεν ἀγαθώτατά τε καὶ κάλλιστα· ἦν δὲ ἄρα θεῖόν τε βούλημα καὶ τὴν ἱερὰν ταύτην εἰκόνα ἐνταῦθα μετὰ τῶν ἄλλων ἀποθησαυρισθῆναι καλῶν· ὁ τῆς Ρωμαίων κυριεύων ἀρχῆς Ρωμανός, σπούδασμα ποιεῖται δι' ἑαυτοῦ ταύτης κατευμοιρῆσαι καὶ κατα πλουτῆσαι τὴν βασιλεύουσαν. Καὶ δὴ κατὰ διαφόρους καιροὺς ἀποστείλας πρὸς Εδεσσαν, ᾐτεῖτο ταύτην αὐτῷ μετὰ τῆς αὐτογράφου τοῦ Κυρίου ἐκπεμφθῆναι CONSTANTINI PORPHYROGENITI lia, ad conventiones adjecit animum, percussoque pacis fœdere, in suami regionem reversus est. XX. Erat autem hic quoque haud ita post ab hac sacra imagine bereficium accepturus, hostes demerente, ejusque necessariorum hostibus exi- tium parante. Regis enim filia quam malus dæmon invaserat, mentisque statu qui ex natura est deje cerat, obsidentis amatu dæmonis continue clama- bat Qui in puella domicilium habet spiritus, non egressurum, nisi imaginis non manufactæ Edessa adventu ac præsentia. Audivit rex, ac secum ani- mo reputans quæ in obsidione gesta acciderant; nec enim inaudita repente Edessenorum fortitudo audaciaque cum latuerat; missi statim ad civitatis B præsidem Eulaliumque metropolitam, ac civitatis ipsum commune litteris, divinam ad se citius sum- maque vi pollentem mitti petit imaginem, omnino rogans, ne preces cassæ eant. Illi autem, tum gentis infidos mores suspectos habentes, tum veriti ne Persarum rex hoc moliretur, ut ipsorum eis robur ac præsidium auferret serioque cogitantes ne te- miere proderent, qua res illis in tuto positæ essent, ac unde beneficia affluerent; cumque nihilominus ea occasione pacem dissolvere nollent, solers atque oppido utile consilium ineunt. Ex primo scilicet exemplari, aliam omnino æqualem, ac quam licuit similem ducentes imaginem, ex non picta, artis, opera pictam, summa quadam possibili illius imi- tatione, ad regem qui poposcerat, ablegant. Vixque adeo sacræ sarcinæ bajuli Persarum Gines intravc- rant, cum statim dæmon puellæ ore clamat, mox se adventantis virtute, cxiturumn ac hospitio migra- turum, modo solum accersita imago reverteretur, ac neque ad regiam, neque ad Persarum civitatem accederet. Id dæmon a rege magnopere contende- bat supplexque efflagitabat. Pollicetur rex: egres- soque dæmone ac filia sanitati reddita, fidem Cho- sroes liberaturus quam obstrinxerat damoni, atque promissum servaturus, sive etiam propter mala opera et impura, venientis potentiam veritus, ut in urbem unde exieral imago referatur jubet, ac prae- terea eos qui miserant, muneribus donat. C – XXI. Erant ergo apud Edessenos pretiosæ hæc D reliqui, inexhaustus thesaurus, imago illa pri- maria nullaque picture arte efficta, jugem illic ve- nerationem habens, suosque vicissim clientes ser- vans ac tueus. Postquam autem ad augustam hane urben. aptima quæque ac pulcherrima confluxe- rant, divinæque voluntatis erat, ut et hoc sacrum´ pignus cum reliquis ejus præclaris ornamentis in ea reconderetur; qui imperii Romani clavum Ro- manus tencret ac rerum summa potiretur, in eam rem incumbit ac navat operam, suis ut curis urbs angusta felicitatis cumulo, id quoque nanciscatur. Sæpius enim aliis aliisque temporibus missis nun-
PG 113:445ἦν δὲ ἄρα θεῖόν τε βούλημα καὶ τὴν ἱερὰν ταύτην εἰκόνα ἐνταῦθα μετὰ τῶν ἄλλων ἀποθησαυρισθῆναι καλῶν ὁ τῆς Ῥωμαίων κυριεύων ἀρχῆς Ῥωμανὸς σπούδασμα ποιεῖται δι’ ἑαυτοῦ ταύτης κατευμοιρῆσαι καὶ καταπλουτῆσαι τὴν βασιλεύουσαν. καὶ δὴ κατὰ διαφόρους καιροὺς ἀποστείλας πρὸς Ἔδεσαν ᾐτεῖτο ταύτην αὐτῷ μετὰ τῆς αὐτογράφου τοῦ κυρίου ἐκπεμφθῆναι ἐπιστολῆς καὶ ἀντιδιδόναι καθυπισχνεῖτο αὐτοῖς εἰς ἀντάλλαγμα Σαρακηνούς τε μέχρι διπλῆς ἑκατοντάδος τὸν ἀριθμὸν καὶ ἀργύρου ἐπισήμου χιλιάδας δύο πρὸς μυριάδι μιᾷ. οἱ δὲ τῆς Ἐδέσης μὴ λυσιτελεῖν αὐτοῖς ἔλεγον τὴν φύλακα καὶ φρουρὸν τῆς οἰκείας πόλεως ἀργυρίου καὶ θνητῶν ἀνθρώπων ἀλλάξασθαι. ὡς δὲ ὁ μὲν ἐπέκειτο καὶ αὖθις αἰτῶν, οἱ δὲ πολλάκις τὴν δέησιν παρεκρούοντο, τέλος κατὰ τοῦ ἑξακισχιλιοστοῦ τετρακοσιοστοῦ πεντηκοστοῦ δευτέρου ἔτους τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως ( ξφ. 21 24 ) ὁ τῆς Ἐδέσης ἀπέστειλεν ἀμηρᾶς, ἀξιῶν ἐγγράφῳ ἀσφαλείᾳ διὰ σφραγῖδος χρυσῆς ἐχούσης τὸ βέβαιον τὸν βασιλέα κατεγγυήσασθαι τοῦ μὴ πολεμίως ἐπέρχεσθαι τὰ τῶν Ῥωμαίων στρατεύματα κατὰ τῶν τεσσάρων τούτων πόλεων·ἐπιστολῆς, καὶ ἀντιδιδόναι καθυπισχνεῖτο αὐτοῖς εἰς ἀντάλλαγμα, Σαρακηνούς τε μέχρι διπλῆς ἑκατοντά δος τὸν ἀριθμὸν, καὶ ἀργύρου ἐπισήμου χιλιάδας δύο πρὸς μυριάδι μιᾷ. Οἱ δὲ τῆς Ἐδέσσης, μὴ λυσιτελεῖν αὐτοῖς ἔλεγον τὴν φύλακα καὶ φρουρὸν τῆς οἰκείας πόλεως ἀργυρίου καὶ θνητῶν ἀνθρώπων ἀλλάξασθαι. . ΚΒ'. ὡς δὲ ὁ μὲν ἐπείκειτο (13) καὶ αὖθις αὐτῶν, οἱ δὲ πολλάκις τὴν δέησιν παρεκρούοντο τέλος κατὰ τοῦ ἐξακισχιλιοστοῦ τετρακοσιοστοῦ πεντηκοστοῦ δευτέρου τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως ἔτους, ὁ τῆς Εδέσσης ἀπέστειλεν ἀμηρᾶς, ἀξιῶν ἐγγράφῳ ἀσφαλείᾳ διὰ σφραγίδος χρυσῆς ἐχούσης τὸ βέβαιον, τὸν βασιλέα κατεγγυήσασθαι, τοῦ μὴ πολεμίους ἐπέρχεσθαι τὰ τῶν Ῥωμαίων στρατεύματα κατὰ τῶν Β τεσσάρων τούτων πόλεων, φημὶ δὴ, τοῦ 'Ροχάν, ὅπερ τὴν Ἔδεσσαν ἡ βάρβαρος ὀνομάζει φωνή· τοῦ Χα- ρᾶν, τοῦ Σαράτους, καὶ τῶν Σαμοσάτων. Μηδὲ ληΐ- ζεσθαι τοὺς τούτων ἀγροὺς, ἢ τοὺς ἐν αὐτοῖς κατοι- κοῦντας ἀνδραποδίζεσθαι· ἀπολυθῆναι δὲ αὐτῷ καὶ τοὺς διακοσίους ἀπὸ τῶν ὁμοφύλων Σαρακηνούς, μετὰ τῆς προϋπεσχημένης τοῦ ἀργυρίου ποσότητος, καὶ ἀνταποδοῦναι αὐτὸν τὴν ἐπιζητουμένην εἰκόνα, καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Χριστοῦ. ΚΓ'. 'Ο δὲ βασιλεὺς τῇ ἐφέσει τοῦ τοιούτου καλοῦ πρὸς πάντα ὑπείξας τὰ προβαλλόμενα, Αβράμιον τὸν θεοφιλῆ τοῦ Σαμοσάτου ἐπίσκοπον, ἐνταῦθα κατ' ἐκεῖνο καιροῦ ἐπιχωριάζοντα, ἐπὶ τῇ ἀναλήψει τῆς θείας εἰκόνος, καὶ τῆς ἐπιστολῆς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐξαπέστειλε. Σκοπῶν δὲ καὶ ὁ ἀποστείλας, καὶ ὁ διακονούμενος μὴ κατασοφισθῇ περὶ τὴν ἀπόδοσιν, καὶ ἀντὶ τῆς ἀγράφου καὶ ἀληθοῦς, μεταγραφείσα τότε διὰ τὴν Περσικήν περίστασιν τούτῳ ἐπιδοθῇ, ἀμφοτέρας ταύτας μετὰ καὶ ἑτέρας τῆς ἐν τῇ τῶν Νεστοριανῶν Ἐκκλησίᾳ τιμωμένης, πάλαι καὶ αὐτ τῆς, ὡς ἔοικεν, ἀπὸ τῆς πρωτοτύπου μεταληφθεί- σης, ἐπιζητήσας, πρὸς πίστωσιν ἔλαβεν. Αἳ καὶ αὖθις ἀνταπεδόθησαν, μόνης ἐγκρατηθείσης τῆς κυρίας καὶ ἀληθοῦς. ΚΔ'. Τοῦτο μὲν ὕστερον. Καὶ τότε δὲ στάσι; παρά τῶν ἐν Ἐδέσσῃ πιστῶν διηγείρετο, καὶ θόρυβος τὴν πόλιν κατεῖχε συχνός, μὴ μεθιέντων ἀφαιρεθῆναι τὰ τιμιώτατα τῶν παρ' αὐτοῖς, καὶ τῆς ἐνεγκαμένης αὐτῶν φυλακτήρια, ἕως ὁ τῶν Σαρακηνῶν ἀφηγούμε νος, τοὺς μὲν πείσας, τοὺς δὲ βιασάμενος, τοὺς δὲ καὶ ἀπειλαῖς σφαγής δεδιξάμενος, ἐπιδοθῆναι αὐτὴν κατεπράξατο. Βροντῶν δὲ καὶ ἀστραπῶν μεθ᾽ ὑετοῦ λαβροτάτου κατά τινα τέχνην ἢ πρόνοιαν αιφνιδίως καταῤῥαγειτῶν ἐν τῷ μέλλειν ἐξέρχεσθαι τῆς Ἐδέσ σης τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Χριστοῦ, τ λιν οἱ καὶ πρότερον ἀντεχόμενοι τούτων ἀνεκινοῦντο, καὶ τὸ θεῖον ἐπισημαίνεσθαι τὴν (15) τοῖς πραττο- μένοις διεβεβαίουν, μὴ κατὰ θείαν βούλησιν γίνεσθα: τὴν ἐντεῦθεν τῶν ἁγιωτάτων τούτων μετάστασιν. ΝΟΤΕ. NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. A tiis. Edessa mittendam una cum epistola quam sus C D Dominus manu conscripserat, sacram imaginem rogaverat, ac vicissim ducentos Saracenos, argen tique signati duodecim millia commutationis jure daturum se pollicitus erat. Haud tamen Edesseni ex suis rationibus esse dicebant, quod suæ civitatis custodem ac conservatricem pecunia, ac mortalibus capitibus commutarent. XXII. Repetitæ sæpius preces, sæpius repulsam passæ donec tandem a mundi conditu sexies mil- lesimo quadringentesimo quinquagesimo secun- do (14), missis ameras Edessenus nuntiis, ut scri- pla cautione aureo signaculo frmala imperator fidejuberet, fore scilicet ut deinceps hostiles Ro- manorum copiæ hasce quatuor civitates non inva- derent : Rochan, quam vox barbara Edessain vo- cat ; Claraun, Sarale, et Samosata : neque eorum agros diriperent, aut ex incolis captivos abigerent; ducentos quoque Saracenos ex contribulibus libe- ros abire sineret, ac quam ante promiserat, peen- niæ vim dependeret: llæc si præstarentur, redditu- rum se quam flagitabat imaginem ae Christi epł» stolam. XXIII. At imperator ejus boni desiderio ad om- nia hæc proposita facilis, atque ea quæ petebantur munifice tribuens, religiosissimum Samosati episco- pum Abramium tunc temporis Byzantii agentem, ad divinam imaginem, Christique Dei nostri episto- łam recipiendam misit. Cavens autem tum qui miserat, tuin qui ministerio defungebatur, ne quid fraudis sacro pignore consignando obreperet, ac pro imagine non manufacta veraque, ea traderetur quæ ob ingruentem Persicam necessitatem ex illa tunc ducta fuerat; ambas has necnon et tertiam aliam, quæ in Ecclesia Nestorianorum colebatur, quæ ipsa quoque, ut est verisimile, ex primo illo ducta exemplari fuerat, cum quæsiisset accepit, ad fdem rei astruendam, quæ rursus redditæ sunt, ea solum retenta, quæ propria veraque erat. - XXIV. Sed hæc quidem postea. Tunc autem fid lium Edessæ excitata seditio, frequensque erat civitatis commotio, cum sibi pretiosissimua pignora, et quibus patriae salus constabat ac incolumitas auferri non ferrent : donec Saracenorum dux alios suasionibus adducens, alios vi cogens, atque alios necis metu subigens, ut sibi illa traderentur effecit. Cum autem tonitrua et fulgura cum imbrium im- miensa vi, quadam sive arte sive providentia re- pente erupissent, quo ipso momento exportanda Edessa esset sacra imago et Christi epistola, rursus eorum orta commotio qui prius obsistebant, ejus - que rei portento aiebant significare Numen, hand. divinæ voluntatis esse, quod sanctissima hæc pi- gnora inde commigrabant. Verum Saracenorum (13) Forte ἐπέκειτο. (14) Calculo nostro, Christi 914. (15) τὴν videtur redundare.
PG 113:446φημὶ δὴ τοῦ Ῥοχάν, ὅπερ τὴν Ἔδεσαν ἡ βάρβαρος ὀνομάζει φωνή, τοῦ Χαράν, τοῦ Σαρότζι καὶ τῶν Σαμοσάτων, μηδὲ ληί̈ζεσθαι τοὺς τούτων ἀγροὺς ἢ τοὺς ἐν αὐτοῖς κατοικοῦντας ἀνδραποδίζεσθαι, ἀπολυθῆναι δὲ αὐτῷ καὶ τοὺς διακοσίους ἀπὸ τῶν ὁμοφύλων Σαρακηνοὺς μετὰ τῆς προϋπεσχημένης τοῦ ἀργυρίου ποσότητος καὶ ἀνταποδοῦναι αὐτὸν τὴν ἐπιζητουμένην εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Χριστοῦ. ὁ δὲ βασιλεὺς τῇ ἐφέσει τοῦ τοιούτου καλοῦ πρὸς πάντα ὑπείξας τὰ προβαλλόμενα καὶ δοὺς τὰ αἰτούμενα, Ἀβράμιον τὸν θεοφιλῆ τοῦ Σαμοσάτου ἐπίσκοπον ἐνταῦθα κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ ἐπιχωριάζοντα ἐπὶ τῇ ἀναλήψει τῆς θείας εἰκόνος καὶ τῆς ἐπιστολῆς Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ἡμῶν ἐξαπέστειλε. σκοπῶν δὲ καὶ ὁ ἀποστείλας καὶ ὁ διακονούμενος μὴ κατασοφισθῇ περὶ τὴν ἀπόδοσιν καὶ ἀντὶ τῆς ἀγράφου καὶ ἀληθοῦς ἡ μεταγραφεῖσα τότε διὰ τὴν Περσικὴν περίστασιν τούτῳ ἐπιδοθῇ ἀμφοτέρας ταύτας μετὰ καὶ ἑτέρας τῆς ἐν τῇ τῶν Νεστοριανῶν ἐκκλησίᾳ τιμωμένης, πάλαι καὶ αὐτῆς, ὡς ἔοικεν, ἀπὸ τῆς πρωτοτύπου μεταληφθείσης, ἐπιζητήσας, πρὸς πίστωσιν ἔλαβεν· αἳ καὶ αὖθις ἀνταπεδόθησαν μόνης ἐγκρατηθείσης τῆς κυρίας καὶ ἀληθοῦς. ἀλλὰ τοῦτο μὲν ὕστερον.ἐπιστολῆς, καὶ ἀντιδιδόναι καθυπισχνεῖτο αὐτοῖς εἰς ἀντάλλαγμα, Σαρακηνούς τε μέχρι διπλῆς ἑκατοντά δος τὸν ἀριθμὸν, καὶ ἀργύρου ἐπισήμου χιλιάδας δύο πρὸς μυριάδι μιᾷ. Οἱ δὲ τῆς Ἐδέσσης, μὴ λυσιτελεῖν αὐτοῖς ἔλεγον τὴν φύλακα καὶ φρουρὸν τῆς οἰκείας πόλεως ἀργυρίου καὶ θνητῶν ἀνθρώπων ἀλλάξασθαι. . ΚΒ'. ὡς δὲ ὁ μὲν ἐπείκειτο (13) καὶ αὖθις αὐτῶν, οἱ δὲ πολλάκις τὴν δέησιν παρεκρούοντο τέλος κατὰ τοῦ ἐξακισχιλιοστοῦ τετρακοσιοστοῦ πεντηκοστοῦ δευτέρου τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως ἔτους, ὁ τῆς Εδέσσης ἀπέστειλεν ἀμηρᾶς, ἀξιῶν ἐγγράφῳ ἀσφαλείᾳ διὰ σφραγίδος χρυσῆς ἐχούσης τὸ βέβαιον, τὸν βασιλέα κατεγγυήσασθαι, τοῦ μὴ πολεμίους ἐπέρχεσθαι τὰ τῶν Ῥωμαίων στρατεύματα κατὰ τῶν Β τεσσάρων τούτων πόλεων, φημὶ δὴ, τοῦ 'Ροχάν, ὅπερ τὴν Ἔδεσσαν ἡ βάρβαρος ὀνομάζει φωνή· τοῦ Χα- ρᾶν, τοῦ Σαράτους, καὶ τῶν Σαμοσάτων. Μηδὲ ληΐ- ζεσθαι τοὺς τούτων ἀγροὺς, ἢ τοὺς ἐν αὐτοῖς κατοι- κοῦντας ἀνδραποδίζεσθαι· ἀπολυθῆναι δὲ αὐτῷ καὶ τοὺς διακοσίους ἀπὸ τῶν ὁμοφύλων Σαρακηνούς, μετὰ τῆς προϋπεσχημένης τοῦ ἀργυρίου ποσότητος, καὶ ἀνταποδοῦναι αὐτὸν τὴν ἐπιζητουμένην εἰκόνα, καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Χριστοῦ. ΚΓ'. 'Ο δὲ βασιλεὺς τῇ ἐφέσει τοῦ τοιούτου καλοῦ πρὸς πάντα ὑπείξας τὰ προβαλλόμενα, Αβράμιον τὸν θεοφιλῆ τοῦ Σαμοσάτου ἐπίσκοπον, ἐνταῦθα κατ' ἐκεῖνο καιροῦ ἐπιχωριάζοντα, ἐπὶ τῇ ἀναλήψει τῆς θείας εἰκόνος, καὶ τῆς ἐπιστολῆς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐξαπέστειλε. Σκοπῶν δὲ καὶ ὁ ἀποστείλας, καὶ ὁ διακονούμενος μὴ κατασοφισθῇ περὶ τὴν ἀπόδοσιν, καὶ ἀντὶ τῆς ἀγράφου καὶ ἀληθοῦς, μεταγραφείσα τότε διὰ τὴν Περσικήν περίστασιν τούτῳ ἐπιδοθῇ, ἀμφοτέρας ταύτας μετὰ καὶ ἑτέρας τῆς ἐν τῇ τῶν Νεστοριανῶν Ἐκκλησίᾳ τιμωμένης, πάλαι καὶ αὐτ τῆς, ὡς ἔοικεν, ἀπὸ τῆς πρωτοτύπου μεταληφθεί- σης, ἐπιζητήσας, πρὸς πίστωσιν ἔλαβεν. Αἳ καὶ αὖθις ἀνταπεδόθησαν, μόνης ἐγκρατηθείσης τῆς κυρίας καὶ ἀληθοῦς. ΚΔ'. Τοῦτο μὲν ὕστερον. Καὶ τότε δὲ στάσι; παρά τῶν ἐν Ἐδέσσῃ πιστῶν διηγείρετο, καὶ θόρυβος τὴν πόλιν κατεῖχε συχνός, μὴ μεθιέντων ἀφαιρεθῆναι τὰ τιμιώτατα τῶν παρ' αὐτοῖς, καὶ τῆς ἐνεγκαμένης αὐτῶν φυλακτήρια, ἕως ὁ τῶν Σαρακηνῶν ἀφηγούμε νος, τοὺς μὲν πείσας, τοὺς δὲ βιασάμενος, τοὺς δὲ καὶ ἀπειλαῖς σφαγής δεδιξάμενος, ἐπιδοθῆναι αὐτὴν κατεπράξατο. Βροντῶν δὲ καὶ ἀστραπῶν μεθ᾽ ὑετοῦ λαβροτάτου κατά τινα τέχνην ἢ πρόνοιαν αιφνιδίως καταῤῥαγειτῶν ἐν τῷ μέλλειν ἐξέρχεσθαι τῆς Ἐδέσ σης τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Χριστοῦ, τ λιν οἱ καὶ πρότερον ἀντεχόμενοι τούτων ἀνεκινοῦντο, καὶ τὸ θεῖον ἐπισημαίνεσθαι τὴν (15) τοῖς πραττο- μένοις διεβεβαίουν, μὴ κατὰ θείαν βούλησιν γίνεσθα: τὴν ἐντεῦθεν τῶν ἁγιωτάτων τούτων μετάστασιν. ΝΟΤΕ. NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. A tiis. Edessa mittendam una cum epistola quam sus C D Dominus manu conscripserat, sacram imaginem rogaverat, ac vicissim ducentos Saracenos, argen tique signati duodecim millia commutationis jure daturum se pollicitus erat. Haud tamen Edesseni ex suis rationibus esse dicebant, quod suæ civitatis custodem ac conservatricem pecunia, ac mortalibus capitibus commutarent. XXII. Repetitæ sæpius preces, sæpius repulsam passæ donec tandem a mundi conditu sexies mil- lesimo quadringentesimo quinquagesimo secun- do (14), missis ameras Edessenus nuntiis, ut scri- pla cautione aureo signaculo frmala imperator fidejuberet, fore scilicet ut deinceps hostiles Ro- manorum copiæ hasce quatuor civitates non inva- derent : Rochan, quam vox barbara Edessain vo- cat ; Claraun, Sarale, et Samosata : neque eorum agros diriperent, aut ex incolis captivos abigerent; ducentos quoque Saracenos ex contribulibus libe- ros abire sineret, ac quam ante promiserat, peen- niæ vim dependeret: llæc si præstarentur, redditu- rum se quam flagitabat imaginem ae Christi epł» stolam. XXIII. At imperator ejus boni desiderio ad om- nia hæc proposita facilis, atque ea quæ petebantur munifice tribuens, religiosissimum Samosati episco- pum Abramium tunc temporis Byzantii agentem, ad divinam imaginem, Christique Dei nostri episto- łam recipiendam misit. Cavens autem tum qui miserat, tuin qui ministerio defungebatur, ne quid fraudis sacro pignore consignando obreperet, ac pro imagine non manufacta veraque, ea traderetur quæ ob ingruentem Persicam necessitatem ex illa tunc ducta fuerat; ambas has necnon et tertiam aliam, quæ in Ecclesia Nestorianorum colebatur, quæ ipsa quoque, ut est verisimile, ex primo illo ducta exemplari fuerat, cum quæsiisset accepit, ad fdem rei astruendam, quæ rursus redditæ sunt, ea solum retenta, quæ propria veraque erat. - XXIV. Sed hæc quidem postea. Tunc autem fid lium Edessæ excitata seditio, frequensque erat civitatis commotio, cum sibi pretiosissimua pignora, et quibus patriae salus constabat ac incolumitas auferri non ferrent : donec Saracenorum dux alios suasionibus adducens, alios vi cogens, atque alios necis metu subigens, ut sibi illa traderentur effecit. Cum autem tonitrua et fulgura cum imbrium im- miensa vi, quadam sive arte sive providentia re- pente erupissent, quo ipso momento exportanda Edessa esset sacra imago et Christi epistola, rursus eorum orta commotio qui prius obsistebant, ejus - que rei portento aiebant significare Numen, hand. divinæ voluntatis esse, quod sanctissima hæc pi- gnora inde commigrabant. Verum Saracenorum (13) Forte ἐπέκειτο. (14) Calculo nostro, Christi 914. (15) τὴν videtur redundare.
τότε δὲ στάσις παρὰ τῶν ἐν Ἐδέσῃ πιστῶν διηγείρετο καὶ θόρυβος τὴν πόλιν κατεῖχε συχνός, μὴ μεθιέντων ἀφαιρεθῆναι τὰ τιμιώτατα τῶν παρ’ αὐτοῖς καὶ τῆς ἐνεγκαμένης αὐτῶν φυλακτήρια, ἕως ὁ τῶν Σαρακηνῶν ἀφηγούμενος τοὺς μὲν πείσας, τοὺς δὲ βιασάμενος, τοὺς δὲ καὶ ἀπειλαῖς σφαγῆς δεδιξάμενος ἐπιδοθῆναι αὐτὴν κατεπράξατο. βροντῶν δὲ καὶ ἀστραπῶν μεθ’ ὑετοῦ λαβροτάτου κατά τινα τύχην ἢ πρόνοιαν αἰφνιδίως καταρραγεισῶν ἐν τῷ μέλλειν ἐξέρχεσθαι τῆς Ἐδέσης τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Χριστοῦ, πάλιν οἱ καὶ πρότερον ἀντεχόμενοι τούτων ἀνεκινοῦντο καὶ τὸ θεῖον ἐπισημαίνεσθαι τοῖς πραττομένοις διεβεβαίουν μὴ κατὰ θείαν βούλησιν γίνεσθαι τὴν ἐντεῦθεν τῶν ἁγιωτάτων τούτων μετάστασιν· ἀλλὰ τοῦ τῶν Σαρακηνῶν ἀρχηγοῦ, ὑφ’ ᾧ τὸ πᾶν τῆς ἐξουσίας ἀνέκειτο, ἐμμένειν τοῖς ὡμολογημένοις κρίνοντος δεῖν καὶ ἐκπληροῦν τὴν ὑπόσχεσιν, ἐξῄει τῆς πόλεως τὸ τιμαλφέστατον ἀπεικόνισμα καὶ τὸ χριστόγραφον ἐπιστόλιον καὶ πρὸς τὰ ἐνταῦθα διεκομίζετο. καὶ δὴ τὴν ὁδὸν διανύοντες οἱ ταῦτα ἐπιφερόμενοι τὸν Εὐφράτην κατέλαβον.ἐπιστολῆς, καὶ ἀντιδιδόναι καθυπισχνεῖτο αὐτοῖς εἰς ἀντάλλαγμα, Σαρακηνούς τε μέχρι διπλῆς ἑκατοντά δος τὸν ἀριθμὸν, καὶ ἀργύρου ἐπισήμου χιλιάδας δύο πρὸς μυριάδι μιᾷ. Οἱ δὲ τῆς Ἐδέσσης, μὴ λυσιτελεῖν αὐτοῖς ἔλεγον τὴν φύλακα καὶ φρουρὸν τῆς οἰκείας πόλεως ἀργυρίου καὶ θνητῶν ἀνθρώπων ἀλλάξασθαι. . ΚΒ'. ὡς δὲ ὁ μὲν ἐπείκειτο (13) καὶ αὖθις αὐτῶν, οἱ δὲ πολλάκις τὴν δέησιν παρεκρούοντο τέλος κατὰ τοῦ ἐξακισχιλιοστοῦ τετρακοσιοστοῦ πεντηκοστοῦ δευτέρου τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως ἔτους, ὁ τῆς Εδέσσης ἀπέστειλεν ἀμηρᾶς, ἀξιῶν ἐγγράφῳ ἀσφαλείᾳ διὰ σφραγίδος χρυσῆς ἐχούσης τὸ βέβαιον, τὸν βασιλέα κατεγγυήσασθαι, τοῦ μὴ πολεμίους ἐπέρχεσθαι τὰ τῶν Ῥωμαίων στρατεύματα κατὰ τῶν Β τεσσάρων τούτων πόλεων, φημὶ δὴ, τοῦ 'Ροχάν, ὅπερ τὴν Ἔδεσσαν ἡ βάρβαρος ὀνομάζει φωνή· τοῦ Χα- ρᾶν, τοῦ Σαράτους, καὶ τῶν Σαμοσάτων. Μηδὲ ληΐ- ζεσθαι τοὺς τούτων ἀγροὺς, ἢ τοὺς ἐν αὐτοῖς κατοι- κοῦντας ἀνδραποδίζεσθαι· ἀπολυθῆναι δὲ αὐτῷ καὶ τοὺς διακοσίους ἀπὸ τῶν ὁμοφύλων Σαρακηνούς, μετὰ τῆς προϋπεσχημένης τοῦ ἀργυρίου ποσότητος, καὶ ἀνταποδοῦναι αὐτὸν τὴν ἐπιζητουμένην εἰκόνα, καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Χριστοῦ. ΚΓ'. 'Ο δὲ βασιλεὺς τῇ ἐφέσει τοῦ τοιούτου καλοῦ πρὸς πάντα ὑπείξας τὰ προβαλλόμενα, Αβράμιον τὸν θεοφιλῆ τοῦ Σαμοσάτου ἐπίσκοπον, ἐνταῦθα κατ' ἐκεῖνο καιροῦ ἐπιχωριάζοντα, ἐπὶ τῇ ἀναλήψει τῆς θείας εἰκόνος, καὶ τῆς ἐπιστολῆς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐξαπέστειλε. Σκοπῶν δὲ καὶ ὁ ἀποστείλας, καὶ ὁ διακονούμενος μὴ κατασοφισθῇ περὶ τὴν ἀπόδοσιν, καὶ ἀντὶ τῆς ἀγράφου καὶ ἀληθοῦς, μεταγραφείσα τότε διὰ τὴν Περσικήν περίστασιν τούτῳ ἐπιδοθῇ, ἀμφοτέρας ταύτας μετὰ καὶ ἑτέρας τῆς ἐν τῇ τῶν Νεστοριανῶν Ἐκκλησίᾳ τιμωμένης, πάλαι καὶ αὐτ τῆς, ὡς ἔοικεν, ἀπὸ τῆς πρωτοτύπου μεταληφθεί- σης, ἐπιζητήσας, πρὸς πίστωσιν ἔλαβεν. Αἳ καὶ αὖθις ἀνταπεδόθησαν, μόνης ἐγκρατηθείσης τῆς κυρίας καὶ ἀληθοῦς. ΚΔ'. Τοῦτο μὲν ὕστερον. Καὶ τότε δὲ στάσι; παρά τῶν ἐν Ἐδέσσῃ πιστῶν διηγείρετο, καὶ θόρυβος τὴν πόλιν κατεῖχε συχνός, μὴ μεθιέντων ἀφαιρεθῆναι τὰ τιμιώτατα τῶν παρ' αὐτοῖς, καὶ τῆς ἐνεγκαμένης αὐτῶν φυλακτήρια, ἕως ὁ τῶν Σαρακηνῶν ἀφηγούμε νος, τοὺς μὲν πείσας, τοὺς δὲ βιασάμενος, τοὺς δὲ καὶ ἀπειλαῖς σφαγής δεδιξάμενος, ἐπιδοθῆναι αὐτὴν κατεπράξατο. Βροντῶν δὲ καὶ ἀστραπῶν μεθ᾽ ὑετοῦ λαβροτάτου κατά τινα τέχνην ἢ πρόνοιαν αιφνιδίως καταῤῥαγειτῶν ἐν τῷ μέλλειν ἐξέρχεσθαι τῆς Ἐδέσ σης τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Χριστοῦ, τ λιν οἱ καὶ πρότερον ἀντεχόμενοι τούτων ἀνεκινοῦντο, καὶ τὸ θεῖον ἐπισημαίνεσθαι τὴν (15) τοῖς πραττο- μένοις διεβεβαίουν, μὴ κατὰ θείαν βούλησιν γίνεσθα: τὴν ἐντεῦθεν τῶν ἁγιωτάτων τούτων μετάστασιν. ΝΟΤΕ. NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. A tiis. Edessa mittendam una cum epistola quam sus C D Dominus manu conscripserat, sacram imaginem rogaverat, ac vicissim ducentos Saracenos, argen tique signati duodecim millia commutationis jure daturum se pollicitus erat. Haud tamen Edesseni ex suis rationibus esse dicebant, quod suæ civitatis custodem ac conservatricem pecunia, ac mortalibus capitibus commutarent. XXII. Repetitæ sæpius preces, sæpius repulsam passæ donec tandem a mundi conditu sexies mil- lesimo quadringentesimo quinquagesimo secun- do (14), missis ameras Edessenus nuntiis, ut scri- pla cautione aureo signaculo frmala imperator fidejuberet, fore scilicet ut deinceps hostiles Ro- manorum copiæ hasce quatuor civitates non inva- derent : Rochan, quam vox barbara Edessain vo- cat ; Claraun, Sarale, et Samosata : neque eorum agros diriperent, aut ex incolis captivos abigerent; ducentos quoque Saracenos ex contribulibus libe- ros abire sineret, ac quam ante promiserat, peen- niæ vim dependeret: llæc si præstarentur, redditu- rum se quam flagitabat imaginem ae Christi epł» stolam. XXIII. At imperator ejus boni desiderio ad om- nia hæc proposita facilis, atque ea quæ petebantur munifice tribuens, religiosissimum Samosati episco- pum Abramium tunc temporis Byzantii agentem, ad divinam imaginem, Christique Dei nostri episto- łam recipiendam misit. Cavens autem tum qui miserat, tuin qui ministerio defungebatur, ne quid fraudis sacro pignore consignando obreperet, ac pro imagine non manufacta veraque, ea traderetur quæ ob ingruentem Persicam necessitatem ex illa tunc ducta fuerat; ambas has necnon et tertiam aliam, quæ in Ecclesia Nestorianorum colebatur, quæ ipsa quoque, ut est verisimile, ex primo illo ducta exemplari fuerat, cum quæsiisset accepit, ad fdem rei astruendam, quæ rursus redditæ sunt, ea solum retenta, quæ propria veraque erat. - XXIV. Sed hæc quidem postea. Tunc autem fid lium Edessæ excitata seditio, frequensque erat civitatis commotio, cum sibi pretiosissimua pignora, et quibus patriae salus constabat ac incolumitas auferri non ferrent : donec Saracenorum dux alios suasionibus adducens, alios vi cogens, atque alios necis metu subigens, ut sibi illa traderentur effecit. Cum autem tonitrua et fulgura cum imbrium im- miensa vi, quadam sive arte sive providentia re- pente erupissent, quo ipso momento exportanda Edessa esset sacra imago et Christi epistola, rursus eorum orta commotio qui prius obsistebant, ejus - que rei portento aiebant significare Numen, hand. divinæ voluntatis esse, quod sanctissima hæc pi- gnora inde commigrabant. Verum Saracenorum (13) Forte ἐπέκειτο. (14) Calculo nostro, Christi 914. (15) τὴν videtur redundare.
PG 113:447καὶ πάλιν θόρυβος οὐδενὸς τῶν προτέρων ἐλάττων ἐγείρεται, ὡς εἰ μή τι σημεῖον θεόθεν δειχθῇ, οὐδ’ ἂν εἴ τι γένηται, προί̈σοιντο τὰ συνεκτικὰ τῆς ἀσφαλείας αὐτῶν. δίδοται τοίνυν σημεῖον αὐτοῖς ἀπίστοις οὖσι καὶ ἐκπειράζουσιν. ἡ γὰρ ναῦς, μεθ’ ἧς τὸν Εὐφράτην περαιωθῆναι αὐτοῖς προὔκειτο, ἔτι πρὸς τὰ τῆς Συρίας ὁρμιζομένη μέρη, ὡς μόνον εἰσῆλθον ἐν αὐτῇ οἱ ἐπίσκοποι τὴν θείαν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν ἐπικομιζόμενοι, ἔτι τοῦ σάλου τοὺς στασιώτας κατέχοντος, ἐξαίφνης χωρὶς ἐρετῶν χωρὶς τοῦ κυβερνῶντος ἢ ἕλκοντος πρὸς τὴν ἀντιπέρας κατῇρε γῆν μόνῳ τῷ θείῳ κυβερνωμένη βουλήματι, ὃ δὴ τοὺς προστυχόντας καὶ ἰδόντας ἅπαντας θάμβους ἐπλήρωσε καὶ ἐκπλήξεως καὶ ἑκόντας παραχωρῆσαι τὴν ἔκπεμψιν ἔπεισεν. ἐντεῦθεν καταλαμβάνουσι τὰ Σαμόσατα οἱ τῶν φερομένων διάκονοι· ἦσαν δὲ ὁ τῶν Σαμοσάτων καὶ ὁ τῆς Ἐδέσης ἀρχιερεὺς καὶ ὁ τούτου πρωτοπρεσβύτερος καὶ ἕτεροί τινες τῶν εὐλαβεστέρων Χριστιανῶν, οἷς καὶ ὁ τοῦ ἀμηρᾶ ὑπηρέτης συνῆν, ὃς ἀπὸ Ῥώμης κατωνομάζετο. ἐνταῦθα ἐπί τινας ἡμέρας χρονοτριβήσαντες πολλῶν ἐκεῖσε θαυμάτων γεγονότων εἴχοντο τῆς ὁδοῦ.447 CONSTANTINI PORPHYROGENITI 443 duce, penes quem omne arbitrium erat, standum A ᾿Αλλὰ τοῦ τῶν Σαρακηνῶν στρατηγοῦ, ὑφ᾽ ᾧ τὸ πᾶν esse conventis statuente, ac explenda promissa, egreditur e civitate effigies pretiosissima ac Christi manu scripta brevis epistola, hucque trans- feruntur. XXV. Denique iter conficientes, ad Euphratis oram sacræ sarcinæ vectores advenerant ; rursusque nullo priorum minor excitatus tumultus, concla- mantibus Edessenis, nisi calitus signum aliquod exhibeatur, quidquid accidat, non dimissuros qui- bus corum tuta salus esset et incolumitas. Datur itaque eis signum, qui infideles essent et tentarent. Navis enim cum qua constitutum ut Ephratem transirent, dum adhuc ad partes Syriæ in littore staret, ubi solum ingressi in cam episcopi divinam deferentes imaginem ac epistolam, cum adhuc sc- ditiosos tempestas detineret, repente nullo remige aut gubernatore, seu etiam trahente, ad alteram ripam, divina duntaxat voluntate gurbernante, pro fecta est appulitque. Quæ res quotquot aderant et viderant, stupore implevit et admiratione, fe- citque ut sponte mittenda sacra pignora permitte- rent. [ XXVI. Hinc Samosata perveniunt qui piæ sar- cinæ ministri erant. Erant autem Samosatorum at- que Edessa episcopus, ejusque presbyterorum pri- mus, aliique quidam religiosi Christiani, iisque comes una aderat Ameræ minister cognomento a Roma. Ibi dies aliquot cum egissent, multis ad sacra pignora miraculis editis, iter prosequuntur. C Rursus in procinctu itineris per sacram imaginem ac Christi epistolam innumera patrata miracula : cci ex improviso visus facultate donati, claudi sani atque membris integris redditi ; saliebant quos olim morbus lecto affixerat, ac quorum erant ma- nus aridæ, vegeto robore exibant. Et ut semel di- cam, morbus omnis et languor fugabatur : ac qui sani evaserant, Deum glorificabant, atque ejus mi- rabilia laudabant. XXVII. Jam pene confecta via, ad sanctae Dei- paræ monasterium veniunt, quod Eusebii ædes vo- cant, ac in Themate situm est, quod Optimatum appellant. In ejus monasterii templo pie religiose- que deposita capsa est, quæ prodigiorum effectri- cem imaginem contegebat, multique sincere ex D animo accedentes morbis curati. Quo etiam venit quidam obsessus a dæmone, quo ut organo usus spiritus nequam, in laudem imaginis ac epistolæ plura proloquebatur; quippe cum ejusdem generis vlim spiritus Domino dicerent: Scimus te quis sis, sanctus Israel. Hic postremo illud vaticinio edidit ; Recipe, Constantini urbs, claritatem et latitiam ; αι- que tu, Constantine Porphyrogenneta,tuum imperium. Quo dicto, homo curatus est, ac statim daemonis vexatione solutus. Horum autem verborum multi τῆς ἐξουσίας ἀνέκειτο, ἐμμένειν τοῖς ὡμολογημένοις κρίναντος δεῖν, καὶ ἐκπληροῦν τὴν ὑπόσχεσιν, ἐξῄει τῆς πόλεως τὸ τιμαλφέστατον ἀπεικόνισμα, καὶ τὸ Χριστόγραφον ἐπιστόλιον, καὶ πρὸς τὰ ἐνταῦθα δι- εκομίζετο. ΚΕ'. Καὶ δὴ τὴν ὁδὸν διανύοντες οἱ ταῦτα ἐπιφε ρόμενοι, τὸν Εὐφράτην κατέλαβον, καὶ πάλιν θόρυ 6ος μηδενὸς τῶν προτέρων ἐλάττων ἐγείρεται, τῶν τῆς Ἐδέσσης λεγόντων, ὡς εἰ μή τι σημείον θεόθεν δειχθῇ, οὐδ' ἂν εἴ τι γένηται, προῖσοντο (16) τὰ συνεκτικὰ τῆς ἀσφαλείας αὐτῶν. Δέδοται τοίνυν ση- μεῖον αὐτοῖς ἀπίστοις οὖσι, καὶ ἐκπειράζουσιν. Η γὰρ ναῦς, μεθ' ἧς τὸν Εὐφράτην περαιωθῆναι αὐτοῖς προύκειτο, ἔτι πρὸς τὰ τῆς Συρίας ὁρμιζομένη μέρη, ὡς μόνον εἰσῆλθον ἐν αὐτῇ οἱ ἐπίσκοποι τὴν θείαν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν ἐπικομιζόμενοι, ἔτι του σάλου τοὺς στασιώτας κατέχοντος, ἐξαίφνης χως ρὶς ἐρετῶν, χωρίς τοῦ κυβερνῶντος ἢ ἕλκοντος, πρὸς τὴν ἀντιπέραν κατῆρε γῆν, μόνῳ τῷ θείῳ κυβερνω- μένη βουλήματι. Ο δὴ τοὺς προστυχόντας καὶ ἰδόν τας ἅπαντας, θάμβους ἐπλήρωσε καὶ ἐκπλήξεως, καὶ ἑκόντας παραχωρῆσαι τὴν ἔκπεμψιν ἔπεισεν. Κα'. Ἐντεῦθεν καταλαμβάνουσι τὰ Σαμόσατα οἱ τῶν φερομένων διάκονοι. Ησαν δὲ, ὁ τῶν Σαμοσά- των καὶ τῆς Ἐδέσσης ἀρχιερεὺς, καὶ ὁ τούτου πρωτ τοπρεσβύτερος, καὶ ἕτεροί τινες τῶν εὐλαβεστέρων Χριστιανῶν, οἷς καὶ ὁ τοῦ ἀμηρᾶ ὑπηρέτης συνήν, ὃς ἀπὸ Ῥώμης κατωνομάζετο. Ενταῦθα ἔτι τινὰς ἡμέρας χρονοτριβήσαντες, πολλῶν ἐκεῖσε θαυμάτων γεγονότων, είχοντο τῆς ὁδοῦ. Καὶ πάλιν ἄπειρα θαύ ματα ἐτελεῖτο ἐν τῇ ὁδῷ ὑπὸ τῆς ἱερᾶς εἰκόνος καὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Χριστοῦ. Τυφλοὶ γὰρ ἀπροόπτως ἀνέβλεπον, καὶ χωλοὶ ἐδείκνυντο ἄρτιοι. Κλινήρεις τε πολυχρόνιοι ήλαντο, καὶ οἱ ξηρὰς ἔχοντες τὰς χεῖ ρας ὑγιοῦντο. Καὶ συνελόντι φάναι, πᾶσα νόσος καὶ μαλακία εδραπετεύετο, καὶ ἐδόξαζον ὑγιαζόμενοι τὸν Θεὸν, καὶ ἀνύμνουν αὐτοῦ τὰ θαυμάσια. ΚΖ'. Ηδη οὖν τὸ πολὺ τῆς ὁδοῦ διανύσαντες, φθά νουσιν εἰς τὴν τῆς ῾Αγίας Θεοτόκου μονὴν, ἢ τὰ Εὐ- σεβίου κατονομάζεται, ἐν τῷ τῶν Ὀπτιμάτων λεγο μένῳ τυγχάνουσαν θέματι. Ἐν τῷ ναῷ δὲ τοιούτου φροντιστηρίου ἁγιοπρεπῶς ἡ τὴν τερατουργὸν εἰκόνα κρύπτουσα θήκη έναποτίθεται. Καὶ πολλοὶ προσελ θόντες ἐξ εἰλικρινοῦς διαθέσεως, ἀπὸ τῶν οἰκείων νήσων ἰάθησαν. "Ενθα και τις προσῆλθεν ὑπὸ δαίμο νος ἐνοχλούμενος, ᾧ καθάπερ ὀργάνῳ τὸ πονηρὸν αποχρώμενον πνεῦμα, καὶ πολλὰ τῶν εἰς ἔπαινον ἡκόντων τῆς εἰκόνος καὶ τῆς ἐπιστολῆς δι' αὐτοῦ ἐκφωνοῦν. Ἐπεὶ καὶ πάλα:· Οἴδαμέν σε τίς εἷς, ἅγιος τοῦ Ἰσραὴλ, πρὸς τὸν Κύριον ἔλεγον, οἱ τῆς ὁμοίας μερίδος αὐτῷ. Τέλος, τάδε οἱονεὶ ἀπεφνίδι ζεν, Απόλαβε, λέγων, ἡ Κωνσταντινούπολις, δόξαν καὶ χαράν καὶ σὺ, Κωνσταντῖνε Πορφυρο ΝΟΤΑ. (16) Forte προίσονται, vel προείσονται,
PG 113:448καὶ πάλιν ἄπειρα θαύματα ἐτελεῖτο ἐν τῇ ὁδῷ ὑπὸ τῆς ἱερᾶς εἰκόνος καὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Χριστοῦ. τυφλοὶ γὰρ ἀπροόπτως ἀνέβλεπον καὶ χωλοὶ ἐδείκνυντο ἄρτιοι, κλινήρεις τε πολυχρόνιοι ἥλαντο καὶ οἱ ξηρὰς ἔχοντας τὰς χεῖρας ὑγιοῦντο καὶ συνελόντι φάναι πᾶσα νόσος καὶ μαλακία ἐδραπετεύετο καὶ ἐδόξαζον οἱ ἁγιαζόμενοι τὸν θεὸν καὶ ἀνύμνουν αὐτοῦ τὰ θαυμάσια. ἤδη οὖν τὸ πολὺ τῆς ὁδοῦ διανύσαντες φθάνουσι καὶ εἰς τὴν τῆς ὑπεραγίας θεοτόκου μονήν, ἣ τὰ Εὐσεβίου κατονομάζεται ἐν τῷ τῶν Ὀπτιμάτων λεγομένῳ τυγχάνουσαν θέματι. ἐν τῷ ναῷ δὲ τοῦ τοιούτου φροντιστηρίου ἁγιοπρεπῶς ἡ τὴν τερατουργὸν εἰκόνα κρύπτουσα θήκη ἐναποτίθεται καὶ πολλοὶ προσελθόντες ἐξ εἰλικρινοῦς διαθέσεως ἀπὸ τῶν οἰκείων νόσων ἰάθησαν. ἔνθα καί τις προσῆλθεν ὑπὸ δαίμονος ἐνοχλούμενος, ᾧ καθάπερ ὀργάνῳ τὸ πονηρὸν ἀποχρώμενον πνεῦμα καὶ πολλὰ τῶν εἰς ἔπαινον ἡκόντων τῆς εἰκόνος καὶ τῆς ἐπιστολῆς δι’ αὐτοῦ ἐκφωνοῦν, ἐπεὶ καὶ πάλαι· οἴδαμέν σε τίς εἶ, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ, πρὸς τὸν κύριον ἔλεγον οἱ τῆς ὁμοίας μερίδος αὐτῷ· τέλος καὶ τάδε οἱονεὶ ἀπεφοίβαζεν·447 CONSTANTINI PORPHYROGENITI 443 duce, penes quem omne arbitrium erat, standum A ᾿Αλλὰ τοῦ τῶν Σαρακηνῶν στρατηγοῦ, ὑφ᾽ ᾧ τὸ πᾶν esse conventis statuente, ac explenda promissa, egreditur e civitate effigies pretiosissima ac Christi manu scripta brevis epistola, hucque trans- feruntur. XXV. Denique iter conficientes, ad Euphratis oram sacræ sarcinæ vectores advenerant ; rursusque nullo priorum minor excitatus tumultus, concla- mantibus Edessenis, nisi calitus signum aliquod exhibeatur, quidquid accidat, non dimissuros qui- bus corum tuta salus esset et incolumitas. Datur itaque eis signum, qui infideles essent et tentarent. Navis enim cum qua constitutum ut Ephratem transirent, dum adhuc ad partes Syriæ in littore staret, ubi solum ingressi in cam episcopi divinam deferentes imaginem ac epistolam, cum adhuc sc- ditiosos tempestas detineret, repente nullo remige aut gubernatore, seu etiam trahente, ad alteram ripam, divina duntaxat voluntate gurbernante, pro fecta est appulitque. Quæ res quotquot aderant et viderant, stupore implevit et admiratione, fe- citque ut sponte mittenda sacra pignora permitte- rent. [ XXVI. Hinc Samosata perveniunt qui piæ sar- cinæ ministri erant. Erant autem Samosatorum at- que Edessa episcopus, ejusque presbyterorum pri- mus, aliique quidam religiosi Christiani, iisque comes una aderat Ameræ minister cognomento a Roma. Ibi dies aliquot cum egissent, multis ad sacra pignora miraculis editis, iter prosequuntur. C Rursus in procinctu itineris per sacram imaginem ac Christi epistolam innumera patrata miracula : cci ex improviso visus facultate donati, claudi sani atque membris integris redditi ; saliebant quos olim morbus lecto affixerat, ac quorum erant ma- nus aridæ, vegeto robore exibant. Et ut semel di- cam, morbus omnis et languor fugabatur : ac qui sani evaserant, Deum glorificabant, atque ejus mi- rabilia laudabant. XXVII. Jam pene confecta via, ad sanctae Dei- paræ monasterium veniunt, quod Eusebii ædes vo- cant, ac in Themate situm est, quod Optimatum appellant. In ejus monasterii templo pie religiose- que deposita capsa est, quæ prodigiorum effectri- cem imaginem contegebat, multique sincere ex D animo accedentes morbis curati. Quo etiam venit quidam obsessus a dæmone, quo ut organo usus spiritus nequam, in laudem imaginis ac epistolæ plura proloquebatur; quippe cum ejusdem generis vlim spiritus Domino dicerent: Scimus te quis sis, sanctus Israel. Hic postremo illud vaticinio edidit ; Recipe, Constantini urbs, claritatem et latitiam ; αι- que tu, Constantine Porphyrogenneta,tuum imperium. Quo dicto, homo curatus est, ac statim daemonis vexatione solutus. Horum autem verborum multi τῆς ἐξουσίας ἀνέκειτο, ἐμμένειν τοῖς ὡμολογημένοις κρίναντος δεῖν, καὶ ἐκπληροῦν τὴν ὑπόσχεσιν, ἐξῄει τῆς πόλεως τὸ τιμαλφέστατον ἀπεικόνισμα, καὶ τὸ Χριστόγραφον ἐπιστόλιον, καὶ πρὸς τὰ ἐνταῦθα δι- εκομίζετο. ΚΕ'. Καὶ δὴ τὴν ὁδὸν διανύοντες οἱ ταῦτα ἐπιφε ρόμενοι, τὸν Εὐφράτην κατέλαβον, καὶ πάλιν θόρυ 6ος μηδενὸς τῶν προτέρων ἐλάττων ἐγείρεται, τῶν τῆς Ἐδέσσης λεγόντων, ὡς εἰ μή τι σημείον θεόθεν δειχθῇ, οὐδ' ἂν εἴ τι γένηται, προῖσοντο (16) τὰ συνεκτικὰ τῆς ἀσφαλείας αὐτῶν. Δέδοται τοίνυν ση- μεῖον αὐτοῖς ἀπίστοις οὖσι, καὶ ἐκπειράζουσιν. Η γὰρ ναῦς, μεθ' ἧς τὸν Εὐφράτην περαιωθῆναι αὐτοῖς προύκειτο, ἔτι πρὸς τὰ τῆς Συρίας ὁρμιζομένη μέρη, ὡς μόνον εἰσῆλθον ἐν αὐτῇ οἱ ἐπίσκοποι τὴν θείαν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν ἐπικομιζόμενοι, ἔτι του σάλου τοὺς στασιώτας κατέχοντος, ἐξαίφνης χως ρὶς ἐρετῶν, χωρίς τοῦ κυβερνῶντος ἢ ἕλκοντος, πρὸς τὴν ἀντιπέραν κατῆρε γῆν, μόνῳ τῷ θείῳ κυβερνω- μένη βουλήματι. Ο δὴ τοὺς προστυχόντας καὶ ἰδόν τας ἅπαντας, θάμβους ἐπλήρωσε καὶ ἐκπλήξεως, καὶ ἑκόντας παραχωρῆσαι τὴν ἔκπεμψιν ἔπεισεν. Κα'. Ἐντεῦθεν καταλαμβάνουσι τὰ Σαμόσατα οἱ τῶν φερομένων διάκονοι. Ησαν δὲ, ὁ τῶν Σαμοσά- των καὶ τῆς Ἐδέσσης ἀρχιερεὺς, καὶ ὁ τούτου πρωτ τοπρεσβύτερος, καὶ ἕτεροί τινες τῶν εὐλαβεστέρων Χριστιανῶν, οἷς καὶ ὁ τοῦ ἀμηρᾶ ὑπηρέτης συνήν, ὃς ἀπὸ Ῥώμης κατωνομάζετο. Ενταῦθα ἔτι τινὰς ἡμέρας χρονοτριβήσαντες, πολλῶν ἐκεῖσε θαυμάτων γεγονότων, είχοντο τῆς ὁδοῦ. Καὶ πάλιν ἄπειρα θαύ ματα ἐτελεῖτο ἐν τῇ ὁδῷ ὑπὸ τῆς ἱερᾶς εἰκόνος καὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Χριστοῦ. Τυφλοὶ γὰρ ἀπροόπτως ἀνέβλεπον, καὶ χωλοὶ ἐδείκνυντο ἄρτιοι. Κλινήρεις τε πολυχρόνιοι ήλαντο, καὶ οἱ ξηρὰς ἔχοντες τὰς χεῖ ρας ὑγιοῦντο. Καὶ συνελόντι φάναι, πᾶσα νόσος καὶ μαλακία εδραπετεύετο, καὶ ἐδόξαζον ὑγιαζόμενοι τὸν Θεὸν, καὶ ἀνύμνουν αὐτοῦ τὰ θαυμάσια. ΚΖ'. Ηδη οὖν τὸ πολὺ τῆς ὁδοῦ διανύσαντες, φθά νουσιν εἰς τὴν τῆς ῾Αγίας Θεοτόκου μονὴν, ἢ τὰ Εὐ- σεβίου κατονομάζεται, ἐν τῷ τῶν Ὀπτιμάτων λεγο μένῳ τυγχάνουσαν θέματι. Ἐν τῷ ναῷ δὲ τοιούτου φροντιστηρίου ἁγιοπρεπῶς ἡ τὴν τερατουργὸν εἰκόνα κρύπτουσα θήκη έναποτίθεται. Καὶ πολλοὶ προσελ θόντες ἐξ εἰλικρινοῦς διαθέσεως, ἀπὸ τῶν οἰκείων νήσων ἰάθησαν. "Ενθα και τις προσῆλθεν ὑπὸ δαίμο νος ἐνοχλούμενος, ᾧ καθάπερ ὀργάνῳ τὸ πονηρὸν αποχρώμενον πνεῦμα, καὶ πολλὰ τῶν εἰς ἔπαινον ἡκόντων τῆς εἰκόνος καὶ τῆς ἐπιστολῆς δι' αὐτοῦ ἐκφωνοῦν. Ἐπεὶ καὶ πάλα:· Οἴδαμέν σε τίς εἷς, ἅγιος τοῦ Ἰσραὴλ, πρὸς τὸν Κύριον ἔλεγον, οἱ τῆς ὁμοίας μερίδος αὐτῷ. Τέλος, τάδε οἱονεὶ ἀπεφνίδι ζεν, Απόλαβε, λέγων, ἡ Κωνσταντινούπολις, δόξαν καὶ χαράν καὶ σὺ, Κωνσταντῖνε Πορφυρο ΝΟΤΑ. (16) Forte προίσονται, vel προείσονται,
PG 113:449ἀπόλαβε, λέγον Κωνσταντινούπολις δόξαν καὶ χαρὰν καὶ σύ, Κωνσταντῖνε Πορφυρογέννητε, τὴν βασιλείαν σου. καὶ τούτων ῥηθέντων ἰάθη ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀπελύθη παραχρῆμα τῆς τοῦ δαίμονος ἐπιθέσεως. τούτων δὲ πολλοὶ καθεστήκασι μάρτυρες τῶν ῥημάτων. τοῦ γὰρ βασιλέως εἰς τιμὴν καὶ ὑπάντησιν τοῦ ποθουμένου τοὺς πρώτους σχεδὸν τῆς ἐν τέλει βουλῆς ἀποστείλαντος καὶ τούτοις τῶν ἐκ τῆς δορυφόρου τάξεως συνεξελθόντων πολλῶν συνέβη μαγίστρους καὶ πατρικίους μετὰ τῶν ἐκ τῶν ὑποβεβηκυιῶν τάξεως εἶναι τοὺς ἀκουστάς τε καὶ μάρτυρας. καὶ ἐπεὶ τὰ ῥηθέντα τὴν ἔκβασιν θᾶττον ἐδέξαντο, ἀπορῆσαι ἄξιον πόθεν ἡ πρόγνωσις τῷ δαίμονι προσεγένετο. οὐ γὰρ ἔχειν πιστεύονται ταύτην οἴκοθεν τῆς θείας δόξης ἀπολισθήσαντες καὶ σκότος ἀντὶ φωτὸς χρηματίσαντες. ἢ δῆλον ὅτι καθάπερ τῷ Βαλαὰμ ἡ θεία δύναμις ἐχρῆτο διακόνῳ τοῦ τότε προαγορεύματος καὶ ἄλλοτε ἄλλοις οὐκ ἀξίοις πολλάκις τοῦ πράγματος κατ’ οἰκονομίαν πάντως τινὰ σοφὴν καὶ εὐμήχανον, οὕτω καὶ νῦν ἡ ἐν τῷ θείῳ ἀπεικονίσματι δύναμις τῷ δαίμονι ἀπεχρήσατο καὶ δι’ αὐτοῦ τὰ μετ’ ὀλίγον ἐκβησόμενα προεδήλωσεν.419 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. B 450 que fere senatus ac magistratus in desiderati pi- gnoris occursum obsequio misisset, unaque cum illis stipantium turba ingens exivisset, contigit ut Magistri et Patricii, ac qui inferioris ordinis erant, audirent ac testes essent. Cumque vaticinio dicta brevi post eventumn sortita sint, jure merito dubita- ri possit, undenam præscientia dæmoni accessisset. Non enim a se creduntur illa præditi, qui a divina claritate prolapsi sunt, ac pro luce tenebræ effecti. Nam palam sicut divina virtus Balaam rei tum præ- dicandæ ministrum adhibuit, aliasque alios ea re sæpe indignos, prorsus sapienti quodam solertique consilio; ita nunc quoque in divina vis exsistens effigie, dæmone usa est, et ideo per eum quæ brevi post erant eventura ante manifestavit. Sed cum hoc interim evenisset, ejus meminisse baud forte importunum. Ad ea vero perganus, quæ narranda sequuntur. Ἀλλὰ τούτου μὲν οὕτως συμβάντος μεταξύ, μνησθῆ. βαδιούμεθα. γέννητε, τὴν βασιλείαν σου. Καὶ τούτων ῥηθέντων, Α testes exsistunt. Nam cum imperator primnos quos- ἰάθη ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἀπελύθη παραχρῆμα τῆς τοῦ δαίμονος ἐπιθέσεως. Τούτων δὲ πολλοὶ καθεστήκασι μάρτυρες τῶν ῥημάτων. Τοῦ γὰρ βασιλέως εἰς τιμὴν καὶ ὑπάντησιν τοῦ ποθουμένου τους πρώτους τῆς ἐν τέλει βουλῆς ἀποστείλαντος, καὶ τούτοις τῶν ἐκ τῆς δορυφόρου τάξεως συνεξελθόντων πολλῶν, συνέβη μαγίστρους καὶ πατρικίους μετὰ τῶν ὑποβεβηκυιῶν τάξεων εἶναι τοὺς ἀκουστά; τε καὶ μάρτυρας. Καὶ ἐπεὶ τὰ ῥηθέντα τὴν ἔκβασιν θάττον ἐδέξαντο, ἀπο- ρῆσαι ἄξιον πόθεν ἡ πρόγνωσις τῷ δαίμονι προσ- εγένετο. Οὐ γὰρ ἔχειν πιστεύονται ταύτην οίκοθεν, τῆς θείας δόξης ἀπολισθήσαντες, καὶ σκότος ἀντὶ φωτὸς χρηματίσαντες. Η δῆλον, ὅτι καθάπερ τῷ Βαλαάμ ή θεία δύναμις ἐχρῆτο διακόνῳ τοῦ τότε προαγορεύματος, καὶ ἄλλοτε ἄλλοις οὐκ ἀξίοις πολυ λάκις τοῦ πράγματος, κατ' οίκονομίαν πάντως τινὰ σοφὴν καὶ εὐμήχανον· οὕτω καὶ νῦν ἡ ἐν τῷ θείῳ ἀπεικονίσματι δύναμις, τῷ δαίμονι ἀπεχρήσατο. Καὶ διὰ τοῦτο τὰ μετ' ολίγον ἐκβησόμενα προεδήλωσεν. ναι ἴσως οὐκ ἄκαιρον. Ἐπὶ δὲ τὰ ἐχόμενα τῆς διηγήσεως ΚΗ'. Τῇ πέμπτῃ καὶ δεκάτῃ τοῦ Αὐγούστου μηνός συνήθως τῶν βασιλέων τὴν ἑορτὴν ἀγόντων τῆς μεταστάσεως τῆς ᾿Αειπαρθένου καὶ Θεομήτορος ἐν τῷ πανσέπτῳ ταύτης κατὰ Βλαχέρναις ναῷ, περί δεί λης οψίας κατέλαβον ἐκεῖσε οἱ τῶν τιμίων τούτων διάκονοι, καὶ ἀπετέθη ἐν τῷ ὑπερῴῳ εὐκτηρίῳ τοῦ τοιούτου θείου ναοῦ ἡ ἔνδον ἔχουσα τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν κιβωτός. Και προσελθόντες οἱ βασι- λεῖς, ἔξωθεν ταύτην σεβασμίως ἡσπάσαντο προσκυ- C νήσαντες. Εἶτα μετὰ τιμῆς καὶ δορυφορίας καὶ λαμ- πάδων συχνῶν πρὸς τὴν βασίλειον τρίηριν ταύτην διακομίσαντες, σὺν αὐτῇ κατέλαβον τὰ βασίλεια. Καὶ ἐν τῷ θείῳ ἐκεῖσε ναῷ, ὃς Φάρος ὠνόμασται (ἴσως διὰ τὸ οἷον ἱμάτιον λαμπρὸν κεκαλλωπίσθαι αὐτὸ περιττῶς) ταύτην ἀπέθεντο. Τῇ ἰκνευμένῃ τῶν ἡμερῶν, ἥτις εκκαιδεκάτη τοῦ μηνὸς ἦν, μετ' αἰδοῦς καὶ εὐλαβείας πάλιν τὸν ἀσπασμὸν καὶ τὴν προσκύ νησιν ποιησάμενοι, καὶ λαβόντες αὐτὴν ἐκεῖθεν οἱ τε ἱερεῖς καὶ οἱ νεάζοντες βασιλεῖς (ὁ γὰρ γέρων οἰκουρός δι' ἀσθένειαν κατελείπετο), μετὰ ψαλμών καὶ ὕμνων, καὶ δαψιλοῦς τοῦ φωτός, διὰ τῆς πρὸς θάλασσαν καθόδου εἰς τὴν βασίλειον τρίηριν αὖθις ἐνθέμενοι, τῆς πόλεως ἐν χρῷ σχεδόν τὴν είρε σίαν (17) ποιούμενοι, ἵνα τρόπον τινὰ διασώσῃ το ἄστυ διὰ τῆς ἐν θαλάσσῃ πορείας αὐτῆς, ἐκτὸς τοῦ πρὸς δύσιν τείχους τῆς πόλεως προσωρμίσθησαν, ἔνθα τῆς νεὼς ἐκβάντες, πεζοποροῦντες οἵ τε βασι λεῖς, καὶ πάντες οἱ τῆς γερουσίας βουλῆς, καὶ ὁ τῶν ἱερῶν κατάρχων μετὰ παντὸς τοῦ τῆς ἐκκλησίας πληρώματος, τῇ προσηκούσῃ δορυφορίᾳ, ὡς ἄλλην κιβωτόν, μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ ταύτην, τὸ τῶν ἁγιω- τάτων καὶ τιμίων φρουρὸν σκεῦος παρέπεμπον. Καὶ τὰ ἐκτὸς τοῦ τείχους μέχρι τῆς Χρυσῆς διελθόντες πύλης, εἶτα ἐκεῖθεν ἐντὸς γεγονότες τοῦ ἄστεος, μετὰ μετεώρων ψαλμῳδιῶν καὶ ὕμνων καὶ ᾠδῶν πνευμα- XXVIII. Quintadecima die Augusti mensis, cum ex more festum migrationis semper virginis ac Dei matris Mariæ in ejus venerabili templo quod est in Blachernis, imperatoribus solemne ageretur: alto crepusculo sacrorum pignorum ministri illuc adve- nerunt, atque in ejusdem templi superiore Orato- rio, arcam in qua reposita imago ac epistola, collo carunt. Accedentesque imperatores eam reverenter a foris fixo oculo adoravere. Deinde honorifce fre- quentique obsequis, ac luminum gestatione ad præ- toriam (18) detulerunt, eaque in regiam venerunt, atque in divino templo quod illic est, nc Plorus appellatur (propterea forte quod sicut vestis splen- dida id sit egregie ornatum) ipsam exposuerunt. Alteroque statim die, mensis scilicet sexto decimo, pie iterum ac reverenter oscula libantes, adora. tione perfuncti, atque inde tollentes, sacerdotes pariter atque juniores imperatores; senior enim, quod eum vires deficerent, domi relictus fuerat ; cum psalmis et canticis ac copioso lumine, per descensum ad mare, ea rursus in pratoria impo- sita, ad ipsam civitatis oram citimam navigantes, quo scilicet maris ipso itinere urbi incolumitatem D praestaret, extra ejus murum, qui est ad occiden- tem appulerunt. Quo loco nave egressi, pedibus tum ipsi imperatores, tum senatus omnis atque sacrorum autistes, omnisque ecclesiæ cœtus, eo quo par erat comitatu prosecuti, tanquam arcam aliam, seu potius rem arca superiorem, vas illud quo sanctissima ac venerabilia recondita pignora, deducebant. Emensoque extra muros ad Auream usque portam itinere, tumque inde in urbem sub- euntes, alto psalmorum et canticorum laudumque spiritalium sono atque tripudio, infinitoque lampa- dum lumine, plebis universæ concursu deductionem ΝΟΤΑ. (17) ἐρεσίαν. (18) Triremem.
PG 113:450ἀλλὰ τούτου μὲν οὕτως συμβάντος μεταξὺ μνησθῆναι ἴσως οὐκ ἄκαιρον· ἐπὶ δὲ τὰ ἐχόμενα τῆς διηγήσεως βαδιούμεθα. τῇ πέμπτῃ ἐπὶ δεκάτῃ τοῦ Αὐγούστου μηνὸς συνήθως τῶν βασιλέων τὴν ἑορτὴν ἀγόντων τῆς μεταστάσεως τῆς ἀειπαρθένου καὶ θεομήτορος ἐν τῷ πανσέπτῳ ταύτης κατὰ Βλαχέρνας ναῷ, περὶ δείλης ὀψίας κατέλαβον ἐκεῖσε οἱ τῶν τιμίων τούτων διάκονοι καὶ ἀπετέθη ἐν τῷ ὑπερώῳ εὐκτηρίῳ τοῦ τοιούτου θείου ναοῦ ἡ ἔνδον ἔχουσα τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν κιβωτός. καὶ προσελθόντες οἱ βασιλεῖς ἔξωθεν ταύτην σεβασμίως ἠσπάσαντο προσκυνήσαντες, εἶτα μετὰ τιμῆς καὶ δορυφορίας καὶ λαμπάδων συχνῶν πρὸς τὴν βασίλειον τριήρην ταύτην διακομίσαντες σὺν αὐτῇ κατέλαβον τὰ βασίλεια καὶ ἐν τῷ ἐκεῖσε θείῳ ναῷ, ὃς Φάρος ὠνόμασται ἴσως διὰ τὸ οἷον ἱμάτιον λαμπρὸν κεκαλλωπίσθαι, αὐτὸν περιττῶς ταύτην ἀπέθεντο. τῇ δὲ ἱκνουμένῃ τῶν ἡμερῶν, ἥτις ἑξκαιδεκάτη τοῦ μηνὸς ἦν, μετ’ αἰδοῦς καὶ εὐλαβείας πάλιν τὸν ἀσπασμὸν καὶ τὴν προσκύνησιν ποιησάμενοι καὶ λαβόντες αὐτὴν ἐκεῖθεν οἵ τε ἱερεῖς καὶ οἱ νεάζοντες βασιλεῖς·419 NARRATIO DE IMAGINE EDESSENA. B 450 que fere senatus ac magistratus in desiderati pi- gnoris occursum obsequio misisset, unaque cum illis stipantium turba ingens exivisset, contigit ut Magistri et Patricii, ac qui inferioris ordinis erant, audirent ac testes essent. Cumque vaticinio dicta brevi post eventumn sortita sint, jure merito dubita- ri possit, undenam præscientia dæmoni accessisset. Non enim a se creduntur illa præditi, qui a divina claritate prolapsi sunt, ac pro luce tenebræ effecti. Nam palam sicut divina virtus Balaam rei tum præ- dicandæ ministrum adhibuit, aliasque alios ea re sæpe indignos, prorsus sapienti quodam solertique consilio; ita nunc quoque in divina vis exsistens effigie, dæmone usa est, et ideo per eum quæ brevi post erant eventura ante manifestavit. Sed cum hoc interim evenisset, ejus meminisse baud forte importunum. Ad ea vero perganus, quæ narranda sequuntur. Ἀλλὰ τούτου μὲν οὕτως συμβάντος μεταξύ, μνησθῆ. βαδιούμεθα. γέννητε, τὴν βασιλείαν σου. Καὶ τούτων ῥηθέντων, Α testes exsistunt. Nam cum imperator primnos quos- ἰάθη ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἀπελύθη παραχρῆμα τῆς τοῦ δαίμονος ἐπιθέσεως. Τούτων δὲ πολλοὶ καθεστήκασι μάρτυρες τῶν ῥημάτων. Τοῦ γὰρ βασιλέως εἰς τιμὴν καὶ ὑπάντησιν τοῦ ποθουμένου τους πρώτους τῆς ἐν τέλει βουλῆς ἀποστείλαντος, καὶ τούτοις τῶν ἐκ τῆς δορυφόρου τάξεως συνεξελθόντων πολλῶν, συνέβη μαγίστρους καὶ πατρικίους μετὰ τῶν ὑποβεβηκυιῶν τάξεων εἶναι τοὺς ἀκουστά; τε καὶ μάρτυρας. Καὶ ἐπεὶ τὰ ῥηθέντα τὴν ἔκβασιν θάττον ἐδέξαντο, ἀπο- ρῆσαι ἄξιον πόθεν ἡ πρόγνωσις τῷ δαίμονι προσ- εγένετο. Οὐ γὰρ ἔχειν πιστεύονται ταύτην οίκοθεν, τῆς θείας δόξης ἀπολισθήσαντες, καὶ σκότος ἀντὶ φωτὸς χρηματίσαντες. Η δῆλον, ὅτι καθάπερ τῷ Βαλαάμ ή θεία δύναμις ἐχρῆτο διακόνῳ τοῦ τότε προαγορεύματος, καὶ ἄλλοτε ἄλλοις οὐκ ἀξίοις πολυ λάκις τοῦ πράγματος, κατ' οίκονομίαν πάντως τινὰ σοφὴν καὶ εὐμήχανον· οὕτω καὶ νῦν ἡ ἐν τῷ θείῳ ἀπεικονίσματι δύναμις, τῷ δαίμονι ἀπεχρήσατο. Καὶ διὰ τοῦτο τὰ μετ' ολίγον ἐκβησόμενα προεδήλωσεν. ναι ἴσως οὐκ ἄκαιρον. Ἐπὶ δὲ τὰ ἐχόμενα τῆς διηγήσεως ΚΗ'. Τῇ πέμπτῃ καὶ δεκάτῃ τοῦ Αὐγούστου μηνός συνήθως τῶν βασιλέων τὴν ἑορτὴν ἀγόντων τῆς μεταστάσεως τῆς ᾿Αειπαρθένου καὶ Θεομήτορος ἐν τῷ πανσέπτῳ ταύτης κατὰ Βλαχέρναις ναῷ, περί δεί λης οψίας κατέλαβον ἐκεῖσε οἱ τῶν τιμίων τούτων διάκονοι, καὶ ἀπετέθη ἐν τῷ ὑπερῴῳ εὐκτηρίῳ τοῦ τοιούτου θείου ναοῦ ἡ ἔνδον ἔχουσα τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν κιβωτός. Και προσελθόντες οἱ βασι- λεῖς, ἔξωθεν ταύτην σεβασμίως ἡσπάσαντο προσκυ- C νήσαντες. Εἶτα μετὰ τιμῆς καὶ δορυφορίας καὶ λαμ- πάδων συχνῶν πρὸς τὴν βασίλειον τρίηριν ταύτην διακομίσαντες, σὺν αὐτῇ κατέλαβον τὰ βασίλεια. Καὶ ἐν τῷ θείῳ ἐκεῖσε ναῷ, ὃς Φάρος ὠνόμασται (ἴσως διὰ τὸ οἷον ἱμάτιον λαμπρὸν κεκαλλωπίσθαι αὐτὸ περιττῶς) ταύτην ἀπέθεντο. Τῇ ἰκνευμένῃ τῶν ἡμερῶν, ἥτις εκκαιδεκάτη τοῦ μηνὸς ἦν, μετ' αἰδοῦς καὶ εὐλαβείας πάλιν τὸν ἀσπασμὸν καὶ τὴν προσκύ νησιν ποιησάμενοι, καὶ λαβόντες αὐτὴν ἐκεῖθεν οἱ τε ἱερεῖς καὶ οἱ νεάζοντες βασιλεῖς (ὁ γὰρ γέρων οἰκουρός δι' ἀσθένειαν κατελείπετο), μετὰ ψαλμών καὶ ὕμνων, καὶ δαψιλοῦς τοῦ φωτός, διὰ τῆς πρὸς θάλασσαν καθόδου εἰς τὴν βασίλειον τρίηριν αὖθις ἐνθέμενοι, τῆς πόλεως ἐν χρῷ σχεδόν τὴν είρε σίαν (17) ποιούμενοι, ἵνα τρόπον τινὰ διασώσῃ το ἄστυ διὰ τῆς ἐν θαλάσσῃ πορείας αὐτῆς, ἐκτὸς τοῦ πρὸς δύσιν τείχους τῆς πόλεως προσωρμίσθησαν, ἔνθα τῆς νεὼς ἐκβάντες, πεζοποροῦντες οἵ τε βασι λεῖς, καὶ πάντες οἱ τῆς γερουσίας βουλῆς, καὶ ὁ τῶν ἱερῶν κατάρχων μετὰ παντὸς τοῦ τῆς ἐκκλησίας πληρώματος, τῇ προσηκούσῃ δορυφορίᾳ, ὡς ἄλλην κιβωτόν, μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ ταύτην, τὸ τῶν ἁγιω- τάτων καὶ τιμίων φρουρὸν σκεῦος παρέπεμπον. Καὶ τὰ ἐκτὸς τοῦ τείχους μέχρι τῆς Χρυσῆς διελθόντες πύλης, εἶτα ἐκεῖθεν ἐντὸς γεγονότες τοῦ ἄστεος, μετὰ μετεώρων ψαλμῳδιῶν καὶ ὕμνων καὶ ᾠδῶν πνευμα- XXVIII. Quintadecima die Augusti mensis, cum ex more festum migrationis semper virginis ac Dei matris Mariæ in ejus venerabili templo quod est in Blachernis, imperatoribus solemne ageretur: alto crepusculo sacrorum pignorum ministri illuc adve- nerunt, atque in ejusdem templi superiore Orato- rio, arcam in qua reposita imago ac epistola, collo carunt. Accedentesque imperatores eam reverenter a foris fixo oculo adoravere. Deinde honorifce fre- quentique obsequis, ac luminum gestatione ad præ- toriam (18) detulerunt, eaque in regiam venerunt, atque in divino templo quod illic est, nc Plorus appellatur (propterea forte quod sicut vestis splen- dida id sit egregie ornatum) ipsam exposuerunt. Alteroque statim die, mensis scilicet sexto decimo, pie iterum ac reverenter oscula libantes, adora. tione perfuncti, atque inde tollentes, sacerdotes pariter atque juniores imperatores; senior enim, quod eum vires deficerent, domi relictus fuerat ; cum psalmis et canticis ac copioso lumine, per descensum ad mare, ea rursus in pratoria impo- sita, ad ipsam civitatis oram citimam navigantes, quo scilicet maris ipso itinere urbi incolumitatem D praestaret, extra ejus murum, qui est ad occiden- tem appulerunt. Quo loco nave egressi, pedibus tum ipsi imperatores, tum senatus omnis atque sacrorum autistes, omnisque ecclesiæ cœtus, eo quo par erat comitatu prosecuti, tanquam arcam aliam, seu potius rem arca superiorem, vas illud quo sanctissima ac venerabilia recondita pignora, deducebant. Emensoque extra muros ad Auream usque portam itinere, tumque inde in urbem sub- euntes, alto psalmorum et canticorum laudumque spiritalium sono atque tripudio, infinitoque lampa- dum lumine, plebis universæ concursu deductionem ΝΟΤΑ. (17) ἐρεσίαν. (18) Triremem.
PG 113:451ὁ γὰρ γέρων οἰκουρὸς δι’ ἀσθένειαν κατελείπετο, μετὰ ψαλμῶν καὶ ὕμνων καὶ δαψιλοῦς τοῦ φωτὸς διὰ τῆς πρὸς θάλασσαν καθόδου εἰς τὴν βασίλειον τριήρην αὖθις ἐνθέμενοι, τῆς πόλεως ἐν χρῷ σχεδὸν τὴν εἰρεσίαν ποιούμενοι, ἵνα τρόπον τινὰ διαζώσῃ τὸ ἄστυ διὰ τῆς ἐν θαλάσσῃ πορείας αὐτῆς, ἐκτὸς τοῦ πρὸς δύσιν τείχους τῆς πόλεως προσωρμίσθησαν. ἔνθα τῆς νεὼς ἐκβάντες πεζοποροῦντες οἵ τε βασιλεῖς καὶ πάντες οἱ τῆς γερουσίας βουλῆς καὶ ὁ τῶν ἱερῶν κατάρχων μετὰ παντὸς τοῦ τῆς ἐκκλησίας πληρώματος τῇ προσηκούσῃ δορυφορίᾳ ὡς ἄλλην κιβωτόν, μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ ταύτην, τὸ τῶν ἁγιωτάτων καὶ τιμίων φρουρὸν σκεῦος παρέπεμπον καὶ τὰ ἐκτὸς τοῦ τείχους μέχρι τῆς Χρυσῆς διελθόντες Πύλης. εἶτα ἐκεῖθεν ἐντὸς γεγονότες τοῦ ἄστεος μετὰ μετεώρων ψαλμῳδιῶν καὶ ὕμνων καὶ ᾠδῶν πνευματικῶν καὶ ἀπείρου λαμπάδων φωτὸς τὴν πάνδημον συγκροτοῦντες παραπομπὴν διὰ μέσης τῆς πόλεως τῆν πορείαν διήνυον, ἁγιασμοῦ μεταλαβεῖν καὶ κρείττονος σθένους τὴν πόλιν διὰ τοῦτο πιστεύοντες καὶ ἀβλαβῆ καὶ ἀπόρθητον εἰς τὸν αἰῶνα συντηρηθήσεσθαι.451 CONSTANTINI PORPHYROGENITI 452 celebrantes, per mediam civitatem iter tenuerunt, Α τικῶν, καὶ ἀπείρου λαμπάδων φωτὸς τὴν πάνδημον cum eo videlicet cultu impertiendam civitatem san- etitate ac præstantiore robore, incolumemque in vum et inexpugnabilem servandam arbitrarentur. Plebe autem urbana per lucis ferias ad spectacul- lum concurrente, populoque undique ingentium fluctuum more glomerante ac confluente, homo quidam jam olim paralyticus atque infirmus, suo- rum lacertis nixus servorum, videndæ causa divi- næ imaginis assurrexit; moxque ejus aspectu, uovo inauditoque miraculo sanus effectus, ac pedum suorum bases consolidatas intelligens, ipse pedi- bus ambulans accurrit, atque imaginis cistellam exosculans, magnifice Deum prædicavit, narrans quod in se factum fuerat miraculum : eumque qui aderant omnes conspicati, ejusque auditis sermoni - bus, Deo qui est super omnia semperque mirabilia fecit ac stupenda, laudem submiserunt. XXIX. Tanta porro præ gaudii magnitudine fusa lacrymarum vis, tam multæ ad Deum preces et gratiarum actiones, vota tanta ab omni civitate cum ipsa media (19) divina imago et vēnerabilis epistola transirent, ut nulla verborum vi repræsen- tari possint; quod nimirum ipso longe aspectu au- ditus inferior sit. Res enim eximias videre quam audire præstat, quod oratio minoris quam pro re- rum dignitate esse soleat. Cum ergo ad forum quod ante Augusteum est, venissent qui hujus duces pompe erant, atque a recta paululum ad sinistram declinassent, ad celeberrimum Dei Sapientiæ sa- crum delubrum veniunt, atque intra adytorum pro- pitiatorium venerabilem imaginem ac epistolam de- ponunt. B συγκροτοῦντες προπομπήν, διὰ μέσης τῆς πόλεως τὴν πορείαν διήνυον· ἁγιασμοῦ μεταλαβεῖν καὶ κρείτ τονος σθένους τὴν πόλιν διὰ τοῦτο πιστεύοντες, καὶ ἀβλαβῆ καὶ ἀπόρθητον εἰς τὸν αἰῶνα συντηρηθήσε σθαι. Τοῦ δὲ σχολάζοντος ὄχλου πρὸς τὴν θέαν συν- τρέχοντος, καὶ ὥσπερ κύματα μακρὰ, τοῦ δήμου πανταχόθεν κινουμένου τε καὶ συῤῥέοντος, ἄνθρωπός τις τὰς βάσεις παρειμένος, καὶ ἀσθενὴς ἀπὸ χρόνου μακροῦ, τοῖς οἰκείοις διακόνοις επερειδόμενος διαν ἐστη πρὸς τὸ τὴν θείαν εἰκόνα διερχομένην ἰδεῖν. Και ἅμα τῇ θέᾳ παραδόξως ὑγιασθεὶς, καὶ γνοὺς ἰσχυρο ποιηθέντα τῶν βάσεων αὐτοῦ τὰ σφυρά, προσέδρα - μεν αὐτο ποδί βαδίζων, καὶ κατησπάζετο τὴν τῆς εἰκόνος σορόν, καὶ ἐμεγάλυνε τὸν Θεὸν, τὸ θαῦμα τὸ ἐπ' αὐτῷ διηγούμενος, ἂν οἱ συμπαρόντες ἅπαντες θεασάμενοι, καὶ τῶν ῥημάτων αὐτοῦ ἐπακούσαντες, δόξαν ἀπέπεμψαν τῷ ἐπὶ πάντων Θεῷ, τῷ ποιούντι ἀεὶ θαυμάσια καὶ ἐξαίσια, ΚΘ. Τοσαύτη δὲ χύσις δακρύων ὑφ' ἡδονῆς, καὶ πρεσβεία καὶ δέησις πρὸς Θεὸν καὶ εὐχαριστία παρά πάσης τῆς πόλεως γέγονε, τῆς θείας εἰκόνος καὶ τῆς σεβασμίας ἐπιστολῆς διὰ μέσου διερχομένων του ἄστεος, ὅσην οὐκ ἔνι λόγῳ ἐνδείξασθαι, ὡς ἡττωμένου τοῦ λόγου τῆς ὄψεως. Τὰ γὰρ ὑπερβολὴν ἔχοντα τῶν πραγμάτων, ὁρᾶν ἔστιν μᾶλλον ἢ ἀκούειν, ἐπεὶ κατ όπιν ὁ λόγος τῶν πραγμάτων εξωθεν ἔρχεσθαι. Την πρὸ τοῦ Αὐγουστείου τοίνυν φθάσαντες ἀγορὰν οἱ τῆς πανηγύρεως Εξαρχοι, καὶ τῆς εὐθείας ὁδοῦ μικρὸν πρὸς τὰ λαιὰ παρεκνεύσαντες, τὸ τῆς Σοφίας Θεοῦ ἐπώνυμον ἱερὸν καταλαμβάνουσι τέμενος, καὶ τῶν ἀδύτων τοῦ ἱλαστηρίου ἐντὸς τὴν τιμίαν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν ἀποτίθενται. Α΄. Ενταῦθα δὲ παντὸς τοῦ τῆς ἐκκλησίας πληρώ ματος προσκυνήσαντος, καὶ τὰ εἰκότα τιμήσαντος, ἐξῆλθον πάλιν ἐκεῖθεν μετὰ τοῦ φόρτου τοῦ ἱεροῦ οἱ τελοῦντες τὴν πρόοδον, καὶ τὰ τῶν βασιλείων κατα- λαβόντες ἀνάκτορα, ἐν τῷ κατ' ἐπωνυμίαν τρικλίνῳ χρυσῷ ἐπὶ τοῦ βασιλείου θρόνου, ἐν ᾧ περὶ τῶν μετ γίστων χρηματίζειν ειώθασι, τὴν θείαν εἰκόνα τέως ἱδρύουσιν· ἀγιασθῆναι πάντως καὶ τὴν ἀνακτορικὴν καθέδραν, καὶ δικαιοσύνης ὁμοῦ καὶ χρηστότητος ἐπιεικῶς μεταδοῦναι τοῖς ἐπὶ ταύτης ἐφεζομένοις, XXX. Hic ubi adorasset ecclesiæ omnis cœtus, ac quem par erat honorem cultumque adhibuissent; inde rursus egressi qui sacræ sarcinæ gestatione processum habebant, atque ad regiam venientes, in aureo quod vocant Triclinio, in throno regio, in quo de rebus maximis respondere consueverunt, divinam) hactenus imaginem collocant: hoc nempe non immerito existimantes, imperatoris ipsum 80- lium omnino ex ea sanctitate imbuendum, ac fore ut in co sessuris justitiam simul et lenitatem abunde præstaret. Intensa vero prolixaque ex more ora- D οὐκ ἀπεικότως πιστεύσαντες. Εκτενοῦς δὲ συνήθως tione habita, atque ea completa, hinc rursus sub- lata divina imago, atque in eo quod diximus Phori templo, in dextera parte quæ vergit ad orientem, consecrata fuit ac reposita ad fidelium gloriam, ad custodiam imperatorum, totiusque civitatis ac Christianæ reipublicæ securitatem ac tutamen. XXXI. Sed, o divina invariabilis Patris similitu- dinis similitudo ac effigies; o figura ejus qui fi- gura est Paternæ substantiæ; o venerabile omnique honore prosequendum principis decoris Christi Dei nostri signaculum : velut enim cum re ani- - γεγονυίας δεήσεως, ἤρθη μετὰ τὴν ταύτης συμπλή ρωσιν ἐντεῦθεν πάλιν ἡ θεία εἰκὼν, καὶ ἐν τῷ προβο ῥηθέντι τοῦ Φάρου ναῷ, ἐν τῷ δεξιῷ πρὸς ἀνατολὰς ἀφιερώθη καὶ ἀνετέθη μέρει, εἰς δόξαν πιστῶν, εἰς φυλακὴν βασιλέων, καὶ εἰς ἀσφάλειαν ὅλης τῆς πόλ λεως, καὶ τῆς τῶν Χριστιανῶν καταστάσεως. ΛΑ'. 'Αλλ᾽, ὦ θεῖον ὁμοίωμα τοῦ ἀπαραλλάκτου Πατρὸς ὁμοιώματος! ὦ χαρακτήρ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Πατρικῆς ὑποστάσεως! ὦ σεπτὴ καὶ πάντιμε σφραγὶς τοῦ ἀρχετύπου κάλλους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν! (ὡς γὰρ ἐμψύχῳ σοι πιστῶς διαλέγομαι) σώζε NOTÆ. (19) Per mediam urbem.
τοῦ δὲ σχολάζοντος ὄχλου πρὸς τὴν θέαν συντρέχοντος καὶ ὥσπερ κύματα μακρὰ τοῦ δήμου πολλαχόθεν κινουμένου τε καὶ συρρέοντος ἄνθρωπός τις τὰς βάσεις παρειμένος καὶ ἀσθενὴς ἀπὸ χρόνου μακροῦ τοῖς οἰκείοις διακόνοις ἐπερειδόμενος διανέστη πρὸς τὸ τὴν θείαν εἰκόνα διερχομένην ἰδεῖν καὶ ἅμα τῇ θέᾳ παραδόξως ὑγιωθεὶς καὶ γνοὺς ἰσχυροποιηθέντα τῶν βάσεων αὐτοῦ τὰ σφυρὰ προσέδραμεν αὐτοποδὶ βαδίζων καὶ κατησπάζετο τὴν τῆς εἰκόνος σορὸν καὶ ἐμεγάλυνε τὸν θεὸν τὸ θαῦμα τὸ ἐπ’ αὐτῷ διηγούμενος. ὃν οἱ συμπαρόντες ἅπαντες θεασάμενοι καὶ τῶν ῥημάτων αὐτοῦ ἐπακούσαντες δόξαν ἀνέπεμψαν τῷ ἐπὶ πάντων θεῷ τῷ ποιοῦντι ἀεὶ θαυμάσια καὶ ἐξαίσια. τοσαύτη δὲ χύσις δακρύων ὑφ’ ἡδονῆς καὶ πρεςβεία καὶ δέησις πρὸς θεὸν καὶ εὐχαριστία παρὰ πάσης τῆς πόλεως γέγονεν τῆς θείας εἰκόνος καὶ τῆς σεβασμίας ἐπιστολῆς διὰ μέσου διερχομένων τοῦ ἄστεος, ὅσην οὐκ ἔνι λόγῳ ἐνδείξασθαι, ὡς ἡττωμένου τοῦ λόγου τῆς ὄψεως. τὰ γὰρ ὑπερβολὴν ἔχοντα τῶν πραγμάτων ὁρᾶν ἐστι μᾶλλον ἢ ἀκούειν καλόν, ἐπεὶ κατόπιν ὁ λόγος τῶν πραγμάτων εἴωθεν ἔρχεσθαι.451 CONSTANTINI PORPHYROGENITI 452 celebrantes, per mediam civitatem iter tenuerunt, Α τικῶν, καὶ ἀπείρου λαμπάδων φωτὸς τὴν πάνδημον cum eo videlicet cultu impertiendam civitatem san- etitate ac præstantiore robore, incolumemque in vum et inexpugnabilem servandam arbitrarentur. Plebe autem urbana per lucis ferias ad spectacul- lum concurrente, populoque undique ingentium fluctuum more glomerante ac confluente, homo quidam jam olim paralyticus atque infirmus, suo- rum lacertis nixus servorum, videndæ causa divi- næ imaginis assurrexit; moxque ejus aspectu, uovo inauditoque miraculo sanus effectus, ac pedum suorum bases consolidatas intelligens, ipse pedi- bus ambulans accurrit, atque imaginis cistellam exosculans, magnifice Deum prædicavit, narrans quod in se factum fuerat miraculum : eumque qui aderant omnes conspicati, ejusque auditis sermoni - bus, Deo qui est super omnia semperque mirabilia fecit ac stupenda, laudem submiserunt. XXIX. Tanta porro præ gaudii magnitudine fusa lacrymarum vis, tam multæ ad Deum preces et gratiarum actiones, vota tanta ab omni civitate cum ipsa media (19) divina imago et vēnerabilis epistola transirent, ut nulla verborum vi repræsen- tari possint; quod nimirum ipso longe aspectu au- ditus inferior sit. Res enim eximias videre quam audire præstat, quod oratio minoris quam pro re- rum dignitate esse soleat. Cum ergo ad forum quod ante Augusteum est, venissent qui hujus duces pompe erant, atque a recta paululum ad sinistram declinassent, ad celeberrimum Dei Sapientiæ sa- crum delubrum veniunt, atque intra adytorum pro- pitiatorium venerabilem imaginem ac epistolam de- ponunt. B συγκροτοῦντες προπομπήν, διὰ μέσης τῆς πόλεως τὴν πορείαν διήνυον· ἁγιασμοῦ μεταλαβεῖν καὶ κρείτ τονος σθένους τὴν πόλιν διὰ τοῦτο πιστεύοντες, καὶ ἀβλαβῆ καὶ ἀπόρθητον εἰς τὸν αἰῶνα συντηρηθήσε σθαι. Τοῦ δὲ σχολάζοντος ὄχλου πρὸς τὴν θέαν συν- τρέχοντος, καὶ ὥσπερ κύματα μακρὰ, τοῦ δήμου πανταχόθεν κινουμένου τε καὶ συῤῥέοντος, ἄνθρωπός τις τὰς βάσεις παρειμένος, καὶ ἀσθενὴς ἀπὸ χρόνου μακροῦ, τοῖς οἰκείοις διακόνοις επερειδόμενος διαν ἐστη πρὸς τὸ τὴν θείαν εἰκόνα διερχομένην ἰδεῖν. Και ἅμα τῇ θέᾳ παραδόξως ὑγιασθεὶς, καὶ γνοὺς ἰσχυρο ποιηθέντα τῶν βάσεων αὐτοῦ τὰ σφυρά, προσέδρα - μεν αὐτο ποδί βαδίζων, καὶ κατησπάζετο τὴν τῆς εἰκόνος σορόν, καὶ ἐμεγάλυνε τὸν Θεὸν, τὸ θαῦμα τὸ ἐπ' αὐτῷ διηγούμενος, ἂν οἱ συμπαρόντες ἅπαντες θεασάμενοι, καὶ τῶν ῥημάτων αὐτοῦ ἐπακούσαντες, δόξαν ἀπέπεμψαν τῷ ἐπὶ πάντων Θεῷ, τῷ ποιούντι ἀεὶ θαυμάσια καὶ ἐξαίσια, ΚΘ. Τοσαύτη δὲ χύσις δακρύων ὑφ' ἡδονῆς, καὶ πρεσβεία καὶ δέησις πρὸς Θεὸν καὶ εὐχαριστία παρά πάσης τῆς πόλεως γέγονε, τῆς θείας εἰκόνος καὶ τῆς σεβασμίας ἐπιστολῆς διὰ μέσου διερχομένων του ἄστεος, ὅσην οὐκ ἔνι λόγῳ ἐνδείξασθαι, ὡς ἡττωμένου τοῦ λόγου τῆς ὄψεως. Τὰ γὰρ ὑπερβολὴν ἔχοντα τῶν πραγμάτων, ὁρᾶν ἔστιν μᾶλλον ἢ ἀκούειν, ἐπεὶ κατ όπιν ὁ λόγος τῶν πραγμάτων εξωθεν ἔρχεσθαι. Την πρὸ τοῦ Αὐγουστείου τοίνυν φθάσαντες ἀγορὰν οἱ τῆς πανηγύρεως Εξαρχοι, καὶ τῆς εὐθείας ὁδοῦ μικρὸν πρὸς τὰ λαιὰ παρεκνεύσαντες, τὸ τῆς Σοφίας Θεοῦ ἐπώνυμον ἱερὸν καταλαμβάνουσι τέμενος, καὶ τῶν ἀδύτων τοῦ ἱλαστηρίου ἐντὸς τὴν τιμίαν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν ἀποτίθενται. Α΄. Ενταῦθα δὲ παντὸς τοῦ τῆς ἐκκλησίας πληρώ ματος προσκυνήσαντος, καὶ τὰ εἰκότα τιμήσαντος, ἐξῆλθον πάλιν ἐκεῖθεν μετὰ τοῦ φόρτου τοῦ ἱεροῦ οἱ τελοῦντες τὴν πρόοδον, καὶ τὰ τῶν βασιλείων κατα- λαβόντες ἀνάκτορα, ἐν τῷ κατ' ἐπωνυμίαν τρικλίνῳ χρυσῷ ἐπὶ τοῦ βασιλείου θρόνου, ἐν ᾧ περὶ τῶν μετ γίστων χρηματίζειν ειώθασι, τὴν θείαν εἰκόνα τέως ἱδρύουσιν· ἀγιασθῆναι πάντως καὶ τὴν ἀνακτορικὴν καθέδραν, καὶ δικαιοσύνης ὁμοῦ καὶ χρηστότητος ἐπιεικῶς μεταδοῦναι τοῖς ἐπὶ ταύτης ἐφεζομένοις, XXX. Hic ubi adorasset ecclesiæ omnis cœtus, ac quem par erat honorem cultumque adhibuissent; inde rursus egressi qui sacræ sarcinæ gestatione processum habebant, atque ad regiam venientes, in aureo quod vocant Triclinio, in throno regio, in quo de rebus maximis respondere consueverunt, divinam) hactenus imaginem collocant: hoc nempe non immerito existimantes, imperatoris ipsum 80- lium omnino ex ea sanctitate imbuendum, ac fore ut in co sessuris justitiam simul et lenitatem abunde præstaret. Intensa vero prolixaque ex more ora- D οὐκ ἀπεικότως πιστεύσαντες. Εκτενοῦς δὲ συνήθως tione habita, atque ea completa, hinc rursus sub- lata divina imago, atque in eo quod diximus Phori templo, in dextera parte quæ vergit ad orientem, consecrata fuit ac reposita ad fidelium gloriam, ad custodiam imperatorum, totiusque civitatis ac Christianæ reipublicæ securitatem ac tutamen. XXXI. Sed, o divina invariabilis Patris similitu- dinis similitudo ac effigies; o figura ejus qui fi- gura est Paternæ substantiæ; o venerabile omnique honore prosequendum principis decoris Christi Dei nostri signaculum : velut enim cum re ani- - γεγονυίας δεήσεως, ἤρθη μετὰ τὴν ταύτης συμπλή ρωσιν ἐντεῦθεν πάλιν ἡ θεία εἰκὼν, καὶ ἐν τῷ προβο ῥηθέντι τοῦ Φάρου ναῷ, ἐν τῷ δεξιῷ πρὸς ἀνατολὰς ἀφιερώθη καὶ ἀνετέθη μέρει, εἰς δόξαν πιστῶν, εἰς φυλακὴν βασιλέων, καὶ εἰς ἀσφάλειαν ὅλης τῆς πόλ λεως, καὶ τῆς τῶν Χριστιανῶν καταστάσεως. ΛΑ'. 'Αλλ᾽, ὦ θεῖον ὁμοίωμα τοῦ ἀπαραλλάκτου Πατρὸς ὁμοιώματος! ὦ χαρακτήρ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Πατρικῆς ὑποστάσεως! ὦ σεπτὴ καὶ πάντιμε σφραγὶς τοῦ ἀρχετύπου κάλλους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν! (ὡς γὰρ ἐμψύχῳ σοι πιστῶς διαλέγομαι) σώζε NOTÆ. (19) Per mediam urbem.
PG 113:452τὴν πρὸ τοῦ Αὐγουστείου τοίνυν φθάσαντες ἀγορὰν οἱ τῆς πανηγύρεως ἔξαρχοι καὶ τῆς εὐθείας ὁδοῦ μικρὸν πρὸς τὰ λαιὰ παρεκνεύσαντες τὸ τῆς θείας Σοφίας θεοῦ ἐπώνυμον ἱερὸν καταλαμβάνουσι τέμενος καὶ τῶν ἀδύτων τοῦ ἱλαστηρίου ἐντὸς τὴν τιμίαν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν ἀποτίθενται. ἐνταῦθα δὲ παντὸς τοῦ τῆς ἐκκλησίας πληρώματος προσκυνήσαντος καὶ τὰ εἰκότα τιμήσαντος ἐξῆλθον πάλιν ἐκεῖθεν μετὰ τοῦ φόρτου τοῦ ἱεροῦ οἱ τελοῦντες τὴν πρόοδον καὶ τὰ τῶν βασιλείων καταλαβόντες ἀνάκτορα ἐν τῷ κατ’ ἐπωνυμίαν Τρικλίνῳ Χρυσῷ ἐπὶ τοῦ βασιλείου θρόνου, ἐν ᾧ περὶ τῶν μεγίστων χρηματίζειν εἰώθασι, τὴν θείαν εἰκόνα τέως ἱδρύουσιν ἁγιασθῆναι πάντως καὶ τὴν ἀνακτορικὴν καθέδραν καὶ δικαιοσύνης ὁμοῦ καὶ χρηστότητος ἐπιεικῶς μεταδοῦναι τοῖς ἐπὶ ταύτης ἐφεζομένοις οὐκ ἀπεικότως πιστεύσαντες. ἐκτενοῦς δὲ συνήθως γεγονυίας δεήσεως ᾔρθη μετὰ τὴν ταύτης συμπλήρωσιν ἐντεῦθεν πάλιν ἡ θεία εἰκὼν καὶ ἐν τῷ προρηθέντι τοῦ Φάρου ναῷ ἐν τῷ δεξιῷ πρὸς ἀνατολὰς ἀνιερώθη καὶ ἀνετέθη μέρει εἰς δόξαν πιστῶν, εἰς φυλακὴν βασιλέων καὶ εἰς ἀσφάλειαν ὅλης τῆς πόλεως καὶ τῆς τῶν Χριστιανῶν καταστάσεως.451 CONSTANTINI PORPHYROGENITI 452 celebrantes, per mediam civitatem iter tenuerunt, Α τικῶν, καὶ ἀπείρου λαμπάδων φωτὸς τὴν πάνδημον cum eo videlicet cultu impertiendam civitatem san- etitate ac præstantiore robore, incolumemque in vum et inexpugnabilem servandam arbitrarentur. Plebe autem urbana per lucis ferias ad spectacul- lum concurrente, populoque undique ingentium fluctuum more glomerante ac confluente, homo quidam jam olim paralyticus atque infirmus, suo- rum lacertis nixus servorum, videndæ causa divi- næ imaginis assurrexit; moxque ejus aspectu, uovo inauditoque miraculo sanus effectus, ac pedum suorum bases consolidatas intelligens, ipse pedi- bus ambulans accurrit, atque imaginis cistellam exosculans, magnifice Deum prædicavit, narrans quod in se factum fuerat miraculum : eumque qui aderant omnes conspicati, ejusque auditis sermoni - bus, Deo qui est super omnia semperque mirabilia fecit ac stupenda, laudem submiserunt. XXIX. Tanta porro præ gaudii magnitudine fusa lacrymarum vis, tam multæ ad Deum preces et gratiarum actiones, vota tanta ab omni civitate cum ipsa media (19) divina imago et vēnerabilis epistola transirent, ut nulla verborum vi repræsen- tari possint; quod nimirum ipso longe aspectu au- ditus inferior sit. Res enim eximias videre quam audire præstat, quod oratio minoris quam pro re- rum dignitate esse soleat. Cum ergo ad forum quod ante Augusteum est, venissent qui hujus duces pompe erant, atque a recta paululum ad sinistram declinassent, ad celeberrimum Dei Sapientiæ sa- crum delubrum veniunt, atque intra adytorum pro- pitiatorium venerabilem imaginem ac epistolam de- ponunt. B συγκροτοῦντες προπομπήν, διὰ μέσης τῆς πόλεως τὴν πορείαν διήνυον· ἁγιασμοῦ μεταλαβεῖν καὶ κρείτ τονος σθένους τὴν πόλιν διὰ τοῦτο πιστεύοντες, καὶ ἀβλαβῆ καὶ ἀπόρθητον εἰς τὸν αἰῶνα συντηρηθήσε σθαι. Τοῦ δὲ σχολάζοντος ὄχλου πρὸς τὴν θέαν συν- τρέχοντος, καὶ ὥσπερ κύματα μακρὰ, τοῦ δήμου πανταχόθεν κινουμένου τε καὶ συῤῥέοντος, ἄνθρωπός τις τὰς βάσεις παρειμένος, καὶ ἀσθενὴς ἀπὸ χρόνου μακροῦ, τοῖς οἰκείοις διακόνοις επερειδόμενος διαν ἐστη πρὸς τὸ τὴν θείαν εἰκόνα διερχομένην ἰδεῖν. Και ἅμα τῇ θέᾳ παραδόξως ὑγιασθεὶς, καὶ γνοὺς ἰσχυρο ποιηθέντα τῶν βάσεων αὐτοῦ τὰ σφυρά, προσέδρα - μεν αὐτο ποδί βαδίζων, καὶ κατησπάζετο τὴν τῆς εἰκόνος σορόν, καὶ ἐμεγάλυνε τὸν Θεὸν, τὸ θαῦμα τὸ ἐπ' αὐτῷ διηγούμενος, ἂν οἱ συμπαρόντες ἅπαντες θεασάμενοι, καὶ τῶν ῥημάτων αὐτοῦ ἐπακούσαντες, δόξαν ἀπέπεμψαν τῷ ἐπὶ πάντων Θεῷ, τῷ ποιούντι ἀεὶ θαυμάσια καὶ ἐξαίσια, ΚΘ. Τοσαύτη δὲ χύσις δακρύων ὑφ' ἡδονῆς, καὶ πρεσβεία καὶ δέησις πρὸς Θεὸν καὶ εὐχαριστία παρά πάσης τῆς πόλεως γέγονε, τῆς θείας εἰκόνος καὶ τῆς σεβασμίας ἐπιστολῆς διὰ μέσου διερχομένων του ἄστεος, ὅσην οὐκ ἔνι λόγῳ ἐνδείξασθαι, ὡς ἡττωμένου τοῦ λόγου τῆς ὄψεως. Τὰ γὰρ ὑπερβολὴν ἔχοντα τῶν πραγμάτων, ὁρᾶν ἔστιν μᾶλλον ἢ ἀκούειν, ἐπεὶ κατ όπιν ὁ λόγος τῶν πραγμάτων εξωθεν ἔρχεσθαι. Την πρὸ τοῦ Αὐγουστείου τοίνυν φθάσαντες ἀγορὰν οἱ τῆς πανηγύρεως Εξαρχοι, καὶ τῆς εὐθείας ὁδοῦ μικρὸν πρὸς τὰ λαιὰ παρεκνεύσαντες, τὸ τῆς Σοφίας Θεοῦ ἐπώνυμον ἱερὸν καταλαμβάνουσι τέμενος, καὶ τῶν ἀδύτων τοῦ ἱλαστηρίου ἐντὸς τὴν τιμίαν εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν ἀποτίθενται. Α΄. Ενταῦθα δὲ παντὸς τοῦ τῆς ἐκκλησίας πληρώ ματος προσκυνήσαντος, καὶ τὰ εἰκότα τιμήσαντος, ἐξῆλθον πάλιν ἐκεῖθεν μετὰ τοῦ φόρτου τοῦ ἱεροῦ οἱ τελοῦντες τὴν πρόοδον, καὶ τὰ τῶν βασιλείων κατα- λαβόντες ἀνάκτορα, ἐν τῷ κατ' ἐπωνυμίαν τρικλίνῳ χρυσῷ ἐπὶ τοῦ βασιλείου θρόνου, ἐν ᾧ περὶ τῶν μετ γίστων χρηματίζειν ειώθασι, τὴν θείαν εἰκόνα τέως ἱδρύουσιν· ἀγιασθῆναι πάντως καὶ τὴν ἀνακτορικὴν καθέδραν, καὶ δικαιοσύνης ὁμοῦ καὶ χρηστότητος ἐπιεικῶς μεταδοῦναι τοῖς ἐπὶ ταύτης ἐφεζομένοις, XXX. Hic ubi adorasset ecclesiæ omnis cœtus, ac quem par erat honorem cultumque adhibuissent; inde rursus egressi qui sacræ sarcinæ gestatione processum habebant, atque ad regiam venientes, in aureo quod vocant Triclinio, in throno regio, in quo de rebus maximis respondere consueverunt, divinam) hactenus imaginem collocant: hoc nempe non immerito existimantes, imperatoris ipsum 80- lium omnino ex ea sanctitate imbuendum, ac fore ut in co sessuris justitiam simul et lenitatem abunde præstaret. Intensa vero prolixaque ex more ora- D οὐκ ἀπεικότως πιστεύσαντες. Εκτενοῦς δὲ συνήθως tione habita, atque ea completa, hinc rursus sub- lata divina imago, atque in eo quod diximus Phori templo, in dextera parte quæ vergit ad orientem, consecrata fuit ac reposita ad fidelium gloriam, ad custodiam imperatorum, totiusque civitatis ac Christianæ reipublicæ securitatem ac tutamen. XXXI. Sed, o divina invariabilis Patris similitu- dinis similitudo ac effigies; o figura ejus qui fi- gura est Paternæ substantiæ; o venerabile omnique honore prosequendum principis decoris Christi Dei nostri signaculum : velut enim cum re ani- - γεγονυίας δεήσεως, ἤρθη μετὰ τὴν ταύτης συμπλή ρωσιν ἐντεῦθεν πάλιν ἡ θεία εἰκὼν, καὶ ἐν τῷ προβο ῥηθέντι τοῦ Φάρου ναῷ, ἐν τῷ δεξιῷ πρὸς ἀνατολὰς ἀφιερώθη καὶ ἀνετέθη μέρει, εἰς δόξαν πιστῶν, εἰς φυλακὴν βασιλέων, καὶ εἰς ἀσφάλειαν ὅλης τῆς πόλ λεως, καὶ τῆς τῶν Χριστιανῶν καταστάσεως. ΛΑ'. 'Αλλ᾽, ὦ θεῖον ὁμοίωμα τοῦ ἀπαραλλάκτου Πατρὸς ὁμοιώματος! ὦ χαρακτήρ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Πατρικῆς ὑποστάσεως! ὦ σεπτὴ καὶ πάντιμε σφραγὶς τοῦ ἀρχετύπου κάλλους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν! (ὡς γὰρ ἐμψύχῳ σοι πιστῶς διαλέγομαι) σώζε NOTÆ. (19) Per mediam urbem.
PG 113:453Ἀλλ’ ὦ θεῖον ὁμοίωμα τοῦ ἀπαραλλάκτου πατρὸς ὁμοιώματος, ὦ χαρακτὴρ τοῦ χαρακτῆρος τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως, ὦ σεπτὴ καὶ πάντιμε σφραγὶς τοῦ ἀρχετύπου κάλλους Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ἡμῶνὡς γὰρ ἐμψύχῳ σοὶ πιστῶς διαλέγομαισῶζε καὶ φρούρει ἀεὶ τὸν εὐσεβῶς καὶ πρᾴως ἡμῶν βασιλεύοντα καὶ τὴν τῆς σῆς ἐπιδημίας ἀνάμνησιν λαμπρῶς ἑορτάζοντα, ὃν τῇ παρουσίᾳ σου ἐπὶ τὸν παππῷον καὶ πατρῷον θρόνον ἀνύψωσας· φύλαττε τὸν τούτου βλαστὸν εἰς διαδοχὴν τοῦ γένους καὶ τῶν σκήπτρων ἀνώλεθρον. βράβευε τῇ πολιτείᾳ εἰρηναίαν κατάστασιν. τὴν βασιλίδα ταύτην τῶν πόλεων ἀπολιόρκητον διατήρησον καὶ δὸς ἡμᾶς εὐαρεστοῦντας τῷ ἀρχετύπῳ σου Χριστῷ τῷ θεῷ ἡμῶν ἐν τῇ ἐπουρανίῳ εἰσδεχθῆναι βασιλείᾳ αὐτοῦ δοξολογοῦντας καὶ ἀνυμνοῦντας αὐτόν, ὅτι αὐτῷ πρέπει δόξα καὶ ἡ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ἀμήν.καὶ φρούρει ἀεὶ τὴν εὐσεβῶς καὶ πραως ἡμῶν βασι- Λ λεύοντα, καὶ τὴν τῆς σῆς ἐπιδημίας ἀνάμνησιν λαμ- πρῶς ἑορτάζοντα· ὃν τῇ παρουσίᾳ σου ἐπὶ τὴν πατ πῷον καὶ πατρῷον θρόνον ἀνύψωσας. Φύλαττε τὸν τούτου βλαστὸν εἰς διαδοχὴν τοῦ γένους, καὶ τῶν σκήπτρων ἀνώλεθρον. Βράβευε τῇ πολιτεία εἰρηναίαν κατάστασιν. Τὴν βασιλίδα ταύτην τῶν πόλεων ἀπο- λιόρκητον διατήρησον. Καὶ δὸς ἡμᾶς εὐαρεστοῦντας τῷ ἀρχετύπῳ σου Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, ἐν τῇ ἐπου- ρανίῳ εἰσδεχθῆναι βασιλείᾳ αὐτοῦ, δοξολογοῦντας καὶ ἀνυμνοῦντας αὐτὸν, ὅτι αὐτῷ πρέπει δόξα καὶ ἡ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΩ Γενομένη παρὰ Λέοντος καὶ Κωνσταντίνου τῶν σοφῶν βασιλέων, ἀπὸ τῶν Ινστιτούτων, καὶ τῶν Διγέστων, καὶ τοῦ Κώδικος, καὶ τῶν Νεα- ρῶν τοῦ μεγάλου Ιουστινιανοῦ διατάξεων· καὶ ἐπιδιόρθωσις εἰς τὸ φιλανθρωπότερον· ἐκτιθεῖσα μηνὶ Μαρτίῳ, ινδικτιώνος θ', ἀπὸ κτίσεως κόσμου ἔτει στμζ'. ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ. - Δεσπότης καὶ ποιητὴς τῶν ἁπάντων Θεὸς ἡ μῶν, ὁ κτίσας τὸν ἄνθρωπον, καὶ τιμήσας αὐτὸν τῇ αὐτεξουσιότητι, νόμον αὐτῷ, κατὰ τὸν προφητικῶς εἰρημένον, δεδωκώς εἰς βοήθειαν, πάντα αὐτῷ τά τε πρακτέα καὶ οὐ πρακτέα δι' αὐτοῦ κατέστησε γνώριμα καὶ τὰ μὲν ἐφίεσθαι, ὡς σωτηρίας ὑπάρχοντα πρόξε- να· τὰ δὲ ἀπωθεῖσθαι, ὡς κολάσεως αίτια. Καὶ οὐδεὶς τῶν τὰ αὐτοῦ φυλασσόντων, ἢ ὅπερ ἀπέστω) άθε τούντων αὐτοῦ τὰ δικαιώματα, τῆς καταλλήλου τῶν * Β DELECTUS LEGUM. mala, fideli tecum mente loquor : serva et in ævum custodi eum, qui pie ac mansuete nobis imperat, tuique adventus memoriam splendide co- lebrat; quem tui præsentia in avitum ac paternum solium extulisti. Ejus prolem custodi incolumeni ad generis successionem, ac sceptrorum perpetui- tatem. Pacem reipublicæ præbe et tranquillitatem. Urbem augustam serva inexpugnabilem: ac præ- sta, ut nos exemplari tuo Christo Deo nostro pla- centes, in ejus cœleste regnum admittamur, ipsi gloriam concinentes atque laudantes; quoniam eum decet gloria et adoratio in sæcula sæculorum. Amen. LEONIS ET CONSTANTINI ROMANORUM IMPP. DELECTUS LEGUM COMPENDIARIUS. (Apud Joan. Leunclavium in Jure Græco-Romano, II, 79.) MONITUM EDITORUM. Delectus ille dicitur confectus anno mundi æræ Constantinopolitanæ, indictione nona. At error est manifestus. Ille annus respondet anno æræ vulgaris 859, quo neque Leo neque Constantinus nati erant, et indictioni secundæ. Anno Theophilus Constantinopoli imperabat. Annus mundi æræ Constan- tinopolitanæ respondet anno æræ vulgaris 939, indictione duodecima, quo Constantinus Porphyrogenitus regnabat ; sed indictio non concordat. Sufficiat nobis mendum codicis indicasse. Christi 839. A DELECTUS legum comPEN- DIARIUS. Facius ab Leone, et Constantino, sapientibus A- gustis, ex Institutionibus, et Digestis, et Codice, et novellis magni illius Justiniani constitutionibus : at- que etiam correctio in id, quod æquius melius est : edila mense Martio, indictione 1x, anno ab orbe condito viciɔ. CCCXLVII *. PRAEFATIO. Dominus et conditor ille omnium, Deus noster, qui creavit hominem, et libertate plena decoravit, eidem lege, quemadmodum propheta locutus est, in auxilium data, per hanc tam agenda, quam non agenda omnia patefecit; ut appeteret illa, veluti salutem conciliantia ; repelleret hæc, tanquam sup- plicio causam præbentia. Nec quisquam eorum, qu¡ ab eo præcepta servant, aut (quod absit) ipsius jura violant, conveniente quoque modo factis retribu-