Day 2Die 2
col. 9–10page 1 of 146
PG 116:9ΑΘΛΗΣΙΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΩΝ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΠΗΓΑΣΙΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ ΑΦΘΟΝΙΟΥ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΕΦΟΡΟΥ. Α'. Εξ καὶ πρῶτο: Πέρσαι Χριστὸν ἐκ Παρθένου 1. γεννώμενο, προσεκύνησαν, δώροις τε τοῦτον ἐτι μησαν, ἀλλ᾽ εἰς ὕστερον ούτοι τοὺς Χριστοῦ δού λους δι᾽ αὐτὸν ἀπανθρώπως ἐκόλασαν. Καὶ τοῦτο δῆλον ἐξ ἄλλων τε πολλῶν, καὶ τῆς νῦν προκειμένης ἐστὶν ὑποθέσεως. Του γάρ σοβαρού Στόω ρίου τὰ Περσικά σκήπτρα διέποντος, καὶ πρὸς τὸ τυραννικώτερον ἀποκλίναντος, τοὺς ὑπὸ χεῖρά το Χριστιανούς ὁμόσε διώκειν ὁρμήσαντος, πολλή τις σκοτόμαινα τὴν Ἐκκλησίαν κατείχε Χριστού, και ταραχῆς πεπλήρωτο καὶ συγχύσεως. Οὐκ ἦν δὲ ὅστις ἡμέλει Περσῶν, τὸ μὴ τὸ οἰκεῖον σεβα; ἐκ θύμως διεκδικεῖν, "Οθεν τοὺς τοῦ Χριστόν θερα πεντὰς ὁσημέραι διαβάλλοντες, τη βασιλικῇ χειρὶ παρεδίδοσαν· μεθ' ὧν καὶ τοὺς μακαρίους Ακίν ενον, Πηγάσιόν τε καὶ ᾿Ανεμπόδιστον ἐν δωματίῳ τινὶ κρυπτομένους, τῷ βασιλεῖ κατεμήνυσαν, ἄτε τὰ Χριστιανῶν πρεσβεύοντας καὶ πολλοὺς τῶν ὡς αὐτοὺς φοιτώντων τὰ τοῦ δόγματος ἐκπαιδεύοντας καὶ βασιλικών πείθοντας θεσπισμάτων καταφρονεῖν. Καὶ ὃς αὐτίκα καὶ συλληφθῆναι καὶ παρα στῆναι αὐτῷ τοὺς ἁγίους πολλῷ τῷ θυμῷ προς έταττεν. Β'. 'Ως δὲ παρῆσαν, τὸ θυμούμενον εὐθὺς ἐπιεικείας πλάσματι περιχρώσας· Τεκνία, φησὶ (ούς μετ᾿ οὐ πολὺ κρεουργεῖν ἔμελλεν) εἴπατέ μοι τις ὑμῖν ἡ πατρίς, τὸ γένος, πόθεν, τὸ ἐπιτήδευμα τί; Πατρίς, οἱ ἅγιοι ἀπεκρίναντο, καὶ γένος, καὶ ἐπιSTANFORD LIBKAPY
ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΩΝ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΠΗΓΑΣΙΟΥ,
ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ ΑΦΘΟΝΙΟΥ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΕΦΟΡΟΥ.
CERTAMEN
SANCTORUM ET GLORIOSORUM CHRISTI MARTYRUM
ACINDYNI, PEGASII,
ANEMPODISTI APHTONII ET ELPIDEPHORI.
(Latine apud Surium ad diem 2 Novembris, Græce ex cod. ms. n. 1487.)
Α'. Εξ καὶ πρῶτο: Πέρσαι Χριστὸν ἐκ Παρθένου 1. Etiamsi Persæ primi Christum natum ex Virγεννώμενο, προσεκύνησαν, δώροις τε τοῦτον ἐτιμησαν, ἀλλ᾽ εἰς ὕστερον ούτοι τοὺς Χριστοῦ δούλους δι᾽ αὐτὸν ἀπανθρώπως ἐκόλασαν. Καὶ τοῦτο
δῆλον ἐξ ἄλλων τε πολλῶν, καὶ τῆς νῦν προκειμένης
ἐστὶν ὑποθέσεως. Του γάρ σοβαρού Στόωρίου τὰ Περσικά σκήπτρα διέποντος, καὶ πρὸς τὸ
τυραννικώτερον ἀποκλίναντος, τοὺς ὑπὸ χεῖρά το
Χριστιανούς ὁμόσε διώκειν ὁρμήσαντος, πολλή τις
σκοτόμαινα τὴν Ἐκκλησίαν κατείχε Χριστού, και
ταραχῆς πεπλήρωτο καὶ συγχύσεως. Οὐκ ἦν δὲ
ὅστις ἡμέλει Περσῶν, τὸ μὴ τὸ οἰκεῖον σεβα; ἐκ
θύμως διεκδικεῖν, "Οθεν τοὺς τοῦ Χριστόν θεραπεντὰς ὁσημέραι διαβάλλοντες, τη βασιλικῇ χειρὶ
παρεδίδοσαν· μεθ' ὧν καὶ τοὺς μακαρίους Ακίν
ενον, Πηγάσιόν τε καὶ ᾿Ανεμπόδιστον ἐν δωματίῳ
τινὶ κρυπτομένους, τῷ βασιλεῖ κατεμήνυσαν, ἄτε
τὰ Χριστιανῶν πρεσβεύοντας καὶ πολλοὺς τῶν ὡς
αὐτοὺς φοιτώντων τὰ τοῦ δόγματος ἐκπαιδεύοντας
καὶ βασιλικών πείθοντας θεσπισμάτων καταφρο
νεῖν. Καὶ ὃς αὐτίκα καὶ συλληφθῆναι καὶ παραστῆναι αὐτῷ τοὺς ἁγίους πολλῷ τῷ θυμῷ προς
έταττεν.
gine adurarunt, et donis eum honorarunt, tainen
postea Christi servos propter ipsum inhumane putnierunt. Hoc auten cum ex multis aliis est evidens,
tum ex argumenta, quod nunc est propositum.Nam
cum superbus ille Sapores sceptra teneret Persica,
et leclinasset ad tyrannidem,et ad Christianos,qui
erant in ejus potestate, persequendos fuisset incilatus, magna quælam caligo Christi fuit offusa Ecclesiam, et ea repleta fuit tumultu et confusione.
Nullus autem ex Persis erat negligens in acriter
defendenda sua religione. Quamobrem eos, qui
Christun colebant, quotidie criminantes, manui
regime tra liderunt. Inter quas beatum quoque Arindynumn, Pegasium et Anempodistum, qui latebant
in quadam do:nuncula, regi indicaverunt, ut qui et
Christianorum tenerent opinionem,et multos ex iis,
qui ad ipsos ventilabant, Christi dogma docerent,
et persuaderent, ut regia despicerunt decrela. Ille
autem valde iratus, jussit statim sanctos comprehendi, et coramn se sisti.
Β'. 'Ως δὲ παρῆσαν, τὸ θυμούμενον εὐθὺς ἐπιεικείας πλάσματι περιχρώσας· Τεκνία, φησὶ (ούς
μετ᾿ οὐ πολὺ κρεουργεῖν ἔμελλεν) εἴπατέ μοι τις
ὑμῖν ἡ πατρίς, τὸ γένος, πόθεν, τὸ ἐπιτήδευμα τί;
Πατρίς, οἱ ἅγιοι ἀπεκρίναντο, καὶ γένος, καὶ ἐπιPATROL. GR. CXVI.
II. Cum vero adfuissent, iram statim i̇line
ficta moderatione: Filioli, inquit quos paulo pe
erat excarnificaturus) dicite mihi qurna n est vobis
patria, unde genus ducitis, quodnam est vobis st
dium.Sancti autem responderunt: Et patria, tri
col. 11–12page 2 of 146
PG 116:117:00 Ορασεῖς διέθηκε μεν μὴ προσεκόντως ἀπολογήσασθαι "Οτι, φησί, μεπελεύσεσθε. Ο άγιος Ανεμπόδιστος, ἀνεμπο αποκρίνεσθαί του μην βραχύ, αλλά σιγή τα τε γὰρ παντα ὡς ἔφθημεν εἰπόντες, ἡ Τριάς Ξενώνας καὶ ψυχασθένως αὐτοὺς ἐπιστάμεθα. Οἱ δεξάμενα, Μόλις επέγνως τὸ συμφέρον ἡμῖν καὶ σωτήριον, ἀπεκρίναντο. Γ΄. Τότε τοίνον, ἐκ τεσσάρων κελεύει διαταθέντας Αθλητών καρτερίας εξηγηθῆναι τω θυμῷ νικώμενος καὶ κελεύει σχοινίας εἰς τὸν ὥσπερ πρὸς τὴν καρτερίαν, καὶ οὐκ ἐν σώματι ζῶντι καὶ ὀδύνης'Expāv
ร
sòv Evz
nus, et stuðium est fides in Trinitatem. quæ est a týdµz, ʼn się cày Tháòa zion; in:
unus Deus, a quo ad omnes, qui sunt. essentia: et où zo'c dio não! tò ɛ!♥x zzi coïç
ad eos qui vivunt, vita, tanquama fonte aliqué pe- & Ex = gs.
renni, derivatur. Hæc cum audivisset graanas. Up:
EV
videtur,inquit, mea lenitas, et quod dob sìm pro- pāv, xzì µà mộc tà: Pasivo: RṢóclivis ad supplicia, vos reddidit contumaces et au7:00 22:1555vci; ¿pā: zzi Ορασεῖς διέθηκε
daces ad respondendam. Dixit vero statim Acindy-impse:;. '; 'Azivòno; ilma'
nus: Quænam responsio facta fuit secus, quam Kaię z čiov ámóxpisic, & ti soi bozoú.
oportet, quid tibi videmur non respondere ut μεν μὴ προσεκόντως ἀπολογήσασθαι; "Οτι, φησί,
penn? Quoniam, inquit,alia respondistis,quam z pomp wtwopiva
de quibus fuistis interrogati, sed nisi accedentes en
EE, ávórn:z
cito sacrificaveritis, penitentia ducti frustra debi- μεπελεύσεσθε. Ο άγιος Ανεμπόδιστος, ἀνεμπο
tis.Sanctos Anempodistus libero verborum fluento y
dixit tyranno: Oportebat quidem, o rex, nos de
pìv úµží, & fishes, mapi moöde zoj þúhoc verbo ne minimum qui em respondere, seit
αποκρίνεσθαί του μην βραχύ, αλλά σιγή
ferre silentio tuam in nos contumeliam: sed quokuž; ¿veyxelu rapoıvízvo imel dì tò [dov
niam fervor fidei in Christum non sinit nos tacere, misses; obx dxɩpimat ayğ
audi nos hæc tibi dicentes: Cur de patria genere izrez; sì dɛyóv. "Ivz ti zzet stadio curiose inquiris? Hæc enim omnia, atida xzi yim; zz! izstòarız mıhuzpzypowłę;
pries diximus, est nobis Trinitas omnium architec- τα τε γὰρ παντα ὡς ἔφθημεν εἰπόντες, ἡ Τριάς
tatrix; deos autem, quibus nos jubes sacrificare,
nec nɔvimus,nec sunt omnino.Oportet enim amare i impi 59; eisty.
veritatem,dæmones vero scimus ease deceptores, 'A pidety, zinov; ȧzzet animis afferre interitum. Qui cum a Deo creati Ξενώνας καὶ ψυχασθένως αὐτοὺς ἐπιστάμεθα. Οἱ
essent, et ab eo qui fecerat defecissent, igni æterno zis 05:, zzi toj z820:7,xò:0; ¿ñosant damnati. Tyrannus autem his ad iram accen-szne Szóba mpzziesz, ziw śp. 'Eri
sus, ens mortem minatur acerbissimam. Cui sancti sú súpos
perinde ac si bona esset pollicitus, non autem formenta minatus, responderunt: Vix tandem agnovisti id, quod est nobis utile et salutare.
Ġv si;
ELV
ovo imeshɛt. llph; öv då ày:o: xxázap żyłku, kzzyyɛdiav, àલ obz àmày
δεξάμενα, Μόλις επέγνως τὸ συμφέρον ἡμῖν καὶ
σωτήριον, ἀπεκρίναντο.
Γ΄. Τότε τοίνον, ἐκ τεσσάρων κελεύει διαταθέντας
'. Oi ô tô y ÕÀÐV
II.Tunc ergo jubet eos a quatuor viris extensos
per totum corpus virgis cædi. Illi autem cum totam mentem ad Deum sustulissent. ita affectierant,; deò àviventi, Gizmo $55quecam virgis cæderentur, perinde ac si patientibus
aíiis ipsi alessent spectatores. Propterea plagas,
quidem negligebant: conveniens autem canticum
ei
ai Deux psallebant, dicentes: «Vidisti Domine, xxii
a
y è cày &
bahor Elds;, Küpie, hiyovteS
;ys, Kúpis, pò àmmy; à?'
se sideas, et ne discedas a nɔbist.» Deinde qui eosuši. Eitz mi; axov; quo exutxitz;
trebant lictores, defessos jam, quod diutius
preincerentur tormenta, alii recentes excipiunt.
Cam autem hanc, quæ erat supra hominem,vidis- és
set tyrannus martyrum tulerastiam.et eos tanquam
iname quipiam ferre plagas citra dolorem, in
maximam adductus admirationem et correptus ver
tigine, statim cadit supinus, adeo ut, qui aderant,
palarent eum esse mortuum.Deinde cum adsered-D¾;=
iisset, licet non ad id, quod oportebat, et verita- post v x = Up
tem, cum ex athletarum, quæ superabat hominem,
zapas i sipamo iežto, zzi Osmɛp
w żvzkyysw; sż; manyà; pípovtaę,
abou; malhas são,
Sans:, 6; Soob; zapovce; inchzvɛiv, Elz'àvzvý–
zzi in du, a zal u sou
Αθλητών καρτερίας εξηγηθῆναι
tolerantia oporteret eum deduci ad pietatem, ap- & x²²±à¸” épáv
paruit ille magis abira superatus, et jubet marty- τω θυμῷ
res funibus extendi in aere, et ignem subter eis àí
accendi,ut duplicitormento eorum animæ celerius
erumperent. Illi autem quovis ferro et quovis adamante fortiores, tanquain ad tormentum recentius
etiam recontiorem ostentantes tolerantiam,et non
in vivente corpore et dolorem sentiente, sed in
1 Psal. xxxiv, 22.
νικώμενος καὶ κελεύει σχοινίας εἰς τὸν
ñ: où pristop, xitwy
xxw; pàstē tā; Szsávou,
iá; yuxác. O! dizi spo
ìàðáµzvto; irzupórepo! ὥσπερ πρὸς
Bizov, ápsvet zal
τὴν καρτερίαν, καὶ οὐκ ἐν σώματι ζῶντι καὶ ὀδύνης
mò
xxivo
col. 13–14page 3 of 146
PG 116:13αἰσθανομένῳ· ἀλλ᾽ ἐν τινι τῶν ἀψύχον τὴν κόλασιν ὑπομένοντες, αὐτῆς μὲν ἡμέλουν, πρὸς εὐχὴν δὲ καὶ γλῶσσαν ἔτρεπον καὶ διάνοιαν Ο φωτισμός ἡμῶν, λέγοντες, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν· ὁ ὕβρεις δι' ἡμᾶς ἐνεγκών, ἐν ξύλῳ τε τανυσθείς, καὶ ὑπὲρ τῶν ἀναιρούντων σε προσευξάμενος, μακροθυμίας ἡμῖν καὶ ἀνοχῆς ὅρους ὑποτιθεὶς, ἔπιδε ἐπὶ τὴν ἡμῶν ταπείνωσίν τε καὶ κάκωσιν, καὶ ἐξελοῦ ἡμᾶς τῶν ἐπινοιῶν τῆς κακοτέχνου ταύτης του τυράννου ψυ χή:. Γνῷτῶσαν πάντες, ότι σε ἔχομεν Θεὸν ἐν οὐρα νας πάντα δυνάμενον, καὶ τὸν ἄναρχόν σου πατέρα, καὶ τὸ προσκυνητὸν καὶ πανάγιον Πνευμά σου εἰς τοὺς αἰῶνας. Αμήν. Δ'. Ταῦτα αὐτοῖς εὐξαμένοις, ὁ Κύριος ἐν τῷ καθ᾿ ἡμᾶς εἴδει ἐπιφανείς, λύει μὲν τὰ δεσμὰ τὸ δὲ πύρ δροσίζει, ὥσπερ ποτὲ τοῖς ἐν ᾿Ασσυρίᾳ παισί· καὶ οὕτως οἱ ἅγιοι ἀπαθεῖς καὶ σῶοι, κατ' ὄψιν τῷ βασι» λεῖ παρέστησαν, Ὁ δὲ παχὺς ὢν κομιδῆ καὶ ἀσύνε ετος, οὔτε τῷ παραδόξῳ καταπλαγείς τοῦ θεάματος, οὔτε τῶν μαρτύρων τὴν ἄμαχον καρτερίαν δυσωπης θείς· Τί ὑμῖν, ἔφη, δοκεῖ, πρὸς ὄνομα τούτους και λέσας; ἆρ᾽ ἐπεισαν ὑμᾶς αἱ μικραί αὗται βάσανοι, ἀποστῆναι μὲν τῆς πανωλέθρου πλάνης ὑμῶν, είξαι δὲ τοῖς ἡμετέροις θεσπίσμασιν Η ἔτι ἐμμένειν βούλεσθε τῇ ἀπάτη, ταῖς ὑμῶν γοητείαις ἐπιθαῤῥειν? ἔχοντες; Ὁ μακάριος ᾿Ακίνδυνος ἀπεκρίνετο, Γοη τείας μὲν οὔτε ἴσμεν, οὔτε ποτὲ μεμαθήκαμεν, οὔτε φενακισμοῖς τοιούτοις ἡμεῖς ἐχρησάμεθα. Αλλ' ἐπεὶ τὴν ἀνυπέρβλητον τοῦ Θεοῦ δύναμιν, καὶ τὰς ὑπὲρ φύσιν θεοσημείας, γοητείαν εἶναι ὑπολαμβάνεις, φαντασία τε, καὶ οὐκ ἀληθείᾳ ταῦτα ὑπονοεῖς, γίνεσθαι, ἄλαλος τὸ λοιπὸν ἔσῃ, καὶ τὴν γλώτταν πεπεδημένος, ἵν' οἴκοθεν τὸ μαρτύριον ἔχης τῆς τοῦ Θεοῦ δυνάμεως. Εἴπερ οὖν λέγειν δεδύνηται, εἰπὲ, ποίοις ἡμᾶς κελεύεις θύσαι θεοῖς; Καὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις· ἀλλ᾽ ἐπίσης τοῖς αὐτοῦ θεοῖς, ἄφωνος διετέλει, νεύματι μόνῳ τὸ τῆς ψυχῆς βούς λημα παραφαίνων. Οὐ τὴν ἄνοιαν οἱ τοῦ Χριστοῦ ἐλέγχοντές τε καὶ διαχλευάζοντες ἔφασαν, ᾿Αποχωρούν μεν· αὐτὸς δὲ οὐδὲν οὐδ᾽ ὅλως λέγεις ἡμῖν. Ε΄. Προσποιησαμένων δὲ τῶν ἁγίων τὴν ἀναχώς ρησιν, ἄφωνος ἦν ὁμοίως ὁ βασιλεύς· θαμὰ τοῖς περιεστῶσιν ἐνατενίζων, καὶ νεύμασι τὴν τῶν ἁγίων σύλληψιν διακελευόμενος. Είτα τῶν ὑπηρετῶν ὁ βούλεται συνείναι μὴ δυναμένων, ἡμιμανής ὥσπερ ὑπ' ἀπορίας καὶ θυμοῦ γενόμενος, την χλαμύδα τε περιέλθηκε, καὶ 3 λέγεται βιβλατώριον εἰς τὴν 2 ἀπέρριψε, καὶ οὕτω τοὺς παρόντας εἰς οἶκτον ἐξε καλεῖτο. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ στρατιώται, αὐτοὺς τε καὶ τὸν τύραννον τῆς ἀνοίας κατοικτισάμενοι, "Ω πη ρώσεως ἀνθρώπων, ἔφησιν· ὅτι ἐκόντες τοὺς ὀφθαλμοὺς καταμύοντες, οὐ βούλονται πρὸς τὸ φέγγος ἀτενίσαι τῆς ἀληθείας. ᾿Αλλὰ διάνοιξον, Κύριε, τὰ ὄμματα τῆς καρδίας αὐτῶν, ὥστε φωτὶ τῆς σῆς γνώσεως περιαυγασθῆναι, καὶ κατανοήσαι τὰ σὰ θαυμάσια, καὶ τὸ προσκύνητον σου δοξάσαι καὶ πανάγιον όνομα. Ταῦτα δὲ αὐτῶν εὐκαμένων, στρα τὸς αὐτοῖς ἀγγελικὸς ἐπιφαίνεται, ὧν τὴν λαμπρότητα οἱ τὰς κόρας τῆς ψυχῆς ἀμβλυώττοντες μὴMARTYRIUM S. ACINDYNI ET SOCIORUM.
αἰσθανομένῳ· ἀλλ᾽ ἐν τινι τῶν ἀψύχον τὴν κόλασιν quodam inanimo supplicium sustinentes, ipsum
· ὑπομένοντες, αὐτῆς μὲν ἡμέλουν, πρὸς εὐχὴν δὲ quidem negligebant: al preces vero linguam et
καὶ γλῶσσαν ἔτρεπον καὶ διάνοιαν Ο φωτισμός mentem convertebant, dicentes: Qui es illuminaἡμῶν, λέγοντες, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν· ὁ ὕβρεις δι' tis nostra, Christe Deus noster, qui propter nos
ἡμᾶς ἐνεγκών, ἐν ξύλῳ τε τανυσθείς, καὶ ὑπὲρ τῶν passus es injurias, et in ligno fuisti extensus, et
ἀναιρούντων σε προσευξάμενος, μακροθυμίας ἡμῖν precatus es pro iis, qui te interimebant, patientiæ
καὶ ἀνοχῆς ὅρους ὑποτιθεὶς, ἔπιδε ἐπὶ τὴν ἡμῶν et tolerantiæ decreta nobis proponens, aspice ad
ταπείνωσίν τε καὶ κάκωσιν, καὶ ἐξελοῦ ἡμᾶς τῶν humilit item nostram et afflictionem, et libera nos
ἐπινοιῶν τῆς κακοτέχνου ταύτης του τυράννου ψυ- machinationibus scelerati animi hujus tyranni.
χή:. Γνῷτῶσαν πάντες, ότι σε ἔχομεν Θεὸν ἐν οὐρα- Sciant omnes nos te habere Deum in cœlis,qui poνας πάντα δυνάμενον, καὶ τὸν ἄναρχόν σου πατέρα, test omnia, et qui est sine principio, tuum Paκαὶ τὸ προσκυνητὸν καὶ πανάγιον Πνευμά σου εἰς trem, et adlorandum tuum et sanctissimum Spiriτοὺς αἰῶνας. Αμήν.
tum in sæcula. Amen.
င်
Δ'. Ταῦτα αὐτοῖς εὐξαμένοις, ὁ Κύριος ἐν τῷ καθ᾿ IV. Cum sic essent precati, in nostra forma apἡμᾶς εἴδει ἐπιφανείς, λύει μὲν τὰ δεσμὰ τὸ δὲ πύρ parens Dominus, solvit quidem vincula: ignem auδροσίζει, ὥσπερ ποτὲ τοῖς ἐν ᾿Ασσυρίᾳ παισί· καὶ tem irrorat,quomodo pueris olim in Assyria; et sic
οὕτως οἱ ἅγιοι ἀπαθεῖς καὶ σῶοι, κατ' ὄψιν τῷ βασι» sancti illæst et salvi producti sunt in conspectum
λεῖ παρέστησαν, Ὁ δὲ παχὺς ὢν κομιδῆ καὶ ἀσύνε regis. Ille autem cum esset valde crassus et insiετος, οὔτε τῷ παραδόξῳ καταπλαγείς τοῦ θεάματος, piens,neque admirabili spectaculo obstupefactus,
οὔτε τῶν μαρτύρων τὴν ἄμαχον καρτερίαν δυσωπης neque martyrum invicta motus patientia: Quid,
θείς· Τί ὑμῖν, ἔφη, δοκεῖ, πρὸς ὄνομα τούτους και inquit, vobis videretur, eos appellans nominatim,
λέσας; ἆρ᾽ ἐπεισαν ὑμᾶς αἱ μικραί αὗται βάσανοι, num hæc vobis parva persuaserunt tormenta ut a
ἀποστῆναι μὲν τῆς πανωλέθρου πλάνης ὑμῶν, είξαι pretioso quidem vestro errore discedatis, nostris
δὲ τοῖς ἡμετέροις θεσπίσμασιν; Η ἔτι ἐμμένειν autem edictis cedatis? an adhuc vultis permanere
βούλεσθε τῇ ἀπάτη, ταῖς ὑμῶν γοητείαις ἐπιθαῤῥειν in errore, vestris freti præstigiis? Respondit beaἔχοντες; Ὁ μακάριος ᾿Ακίνδυνος ἀπεκρίνετο, Γοη- tus Acindynus: Præesligias quidem neque scimus,
τείας μὲν οὔτε ἴσμεν, οὔτε ποτὲ μεμαθήκαμεν, neque unquam didicimus, neque unquam laliοὔτε φενακισμοῖς τοιούτοις ἡμεῖς ἐχρησάμεθα. Αλλ' bus usi sumus imposturis. Sed quoniam Dei
ἐπεὶ τὴν ἀνυπέρβλητον τοῦ Θεοῦ δύναμιν, καὶ τὰς vires insuperabiles, et quæ sunt supra naturam
ὑπὲρ φύσιν θεοσημείας, γοητείαν εἶναι ὑπολαμβά- signa divina, pulas esse præstigias, visioneque et
νεις, φαντασία τε, καὶ οὐκ ἀληθείᾳ ταῦτα ὑπονοεῖς, non revera liæc fieri suspicaris,eris deinceps mutus
γίνεσθαι, ἄλαλος τὸ λοιπὸν ἔσῃ, καὶ τὴν γλώτταν Get lingua impeditus, ut ex teipso testimonium feras
πεπεδημένος, ἵν' οἴκοθεν τὸ μαρτύριον ἔχης τῆς τοῦ
Θεοῦ δυνάμεως. Εἴπερ οὖν λέγειν δεδύνηται, εἰπὲ,
ποίοις ἡμᾶς κελεύεις θύσαι θεοῖς; Καὶ οὐκ ἦν φωνὴ
καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις· ἀλλ᾽ ἐπίσης τοῖς αὐτοῦ θεοῖς,
ἄφωνος διετέλει, νεύματι μόνῳ τὸ τῆς ψυχῆς βούς
λημα παραφαίνων. Οὐ τὴν ἄνοιαν οἱ τοῦ Χριστοῦ
ἐλέγχοντές τε καὶ διαχλευάζοντες ἔφασαν, ᾿Αποχωρούν
μεν· αὐτὸς δὲ οὐδὲν οὐδ᾽ ὅλως λέγεις ἡμῖν.
Ε΄. Προσποιησαμένων δὲ τῶν ἁγίων τὴν ἀναχώς
ρησιν, ἄφωνος ἦν ὁμοίως ὁ βασιλεύς· θαμὰ τοῖς
περιεστῶσιν ἐνατενίζων, καὶ νεύμασι τὴν τῶν ἁγίων
σύλληψιν διακελευόμενος. Είτα τῶν ὑπηρετῶν ὁ
βούλεται συνείναι μὴ δυναμένων, ἡμιμανής ὥσπερ
ὑπ' ἀπορίας καὶ θυμοῦ γενόμενος, την χλαμύδα τε
περιέλθηκε, καὶ 3 λέγεται βιβλατώριον εἰς τὴν 2
ἀπέρριψε, καὶ οὕτω τοὺς παρόντας εἰς οἶκτον ἐξεκαλεῖτο. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ στρατιώται, αὐτοὺς τε
καὶ τὸν τύραννον τῆς ἀνοίας κατοικτισάμενοι, "Ω πηρώσεως ἀνθρώπων, ἔφησιν· ὅτι ἐκόντες τοὺς ὀφθαλ
μούς καταμύοντες, οὐ βούλονται πρὸς τὸ φέγγος
ἀτενίσαι τῆς ἀληθείας. ᾿Αλλὰ διάνοιξον, Κύριε, τὰ
ὄμματα τῆς καρδίας αὐτῶν, ὥστε φωτὶ τῆς σῆς
γνώσεως περιαυγασθῆναι, καὶ κατανοήσαι τὰ σὰ
θαυμάσια, καὶ τὸ προσκύνητον σου δοξάσαι καὶ
πανάγιον όνομα. Ταῦτα δὲ αὐτῶν εὐκαμένων, στρα
τὸς αὐτοῖς ἀγγελικὸς ἐπιφαίνεται, ὧν τὴν λαμπρότητα οἱ τὰς κόρας τῆς ψυχῆς ἀμβλυώττοντες μὴ
Dei virtutis. Si potes ergo dicere, dic, quibusnam
diis nos jules sacrificare? Non erat autem vox,
neque auditio,sed erat mutus, non secus atque dii
ejus, solo nut: indicans anini voluntatem. Cujus
amentiam Christi servi arguentes et irridentes,dicebant: Recedimus, tu autem nihil nobis omnino
dicis.
V. Cum autem finxissent sancti se recedere,erat
rex mutus similiter,crebro defigens oculos in eos,
qui circumsistebant, et nutu jubens,ut sancti comprehenderentur. Deindle cum ministri quod volebat,
non possent intelligere, pre ira el dubitatione er
fectus semiinsanus, rupit chlamydem, et id quod
Gbulatorium dic:tur, humi disjecit, et sic eos, qui
aderint, vocabat art misericordiam.Christi autem
milites et ipsos et tyrannum miserati propter
amentiam, hominum cæcitatem! dixerunt, quod
sua sponte claa:lentes oculos,intueri nolunt lucem
veritatis. Sed aperi, Domine, oculus cordis eorum.
ut illuminentur lace Dei cognitionis, et tua considerent miracula, et adorandum et sanctum tuum
nomen significent. Cum hæc autem essent precati,
eis apparet exercitus angelorum, quorum splendorem ferre non valentes, qui ocu.s animæ caligabant, humi ceciderunt. Sancti vero cum Dei
suetum sensissent auxilium, ei obtuleraul
er
col. 15–16page 4 of 146
PG 116:15θεοῦ ἀντιλήψεως αἰσθόμενοι, τὴν ἀχαριστίαν προσήγον αὐτῷ Ο Θεὸς ἡμῶν, λέγοντες, καταφυγὴ καὶ δύναμις, βοηθὸς ἐν θλ ψεσι ταῖς εὐρούσαις ἡμᾶς σφόδρα· ο ἀλλ' ἀνάστα, καὶ ἔτι βοήθησον ἡμῖν, καὶ τῶν περιεχουσῶν ῥῦσαι κακώσεων, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου. Γ'. Ο μέντοι τῆς ἀπωλείας υἱὸς, οὐδὲν ἐντεῦθεν συνείς, οὐδὲ βελτίων ἑαυτοῦ γενόμενος, ἀλλ᾽ οἷον έκστὰς τῶν φρενών, στεναγμούς σε ἀνέπεμπε, καὶ τὸ πρόσωπον ἔτυπτε, καὶ ἀμηχανοῦντι έχει, δ του φιλανθρώπου Χριστού φιλάνθρωπος μαθητής Ακίνδυνος οὕτως ἔχοντα θεασάμενος, λύπη τε σχεθείς, καὶ δάκρυα ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς αὐτοῦ Επεί τὴν αὐτοῦ πεποίηκε δύναμιν, ἀλλ' ούτως ἐθελοκακῶν μὲν εἰς τῷ σκότῳ χαίρων τῆς ἀπεδείας καὶ τὴν ἄγνοιαν ἀσπαζόμενος, κἄν γοῦν ἀπολύτως ἔχε πρὸς τὸ λαλεῖν, καὶ μηδὲν ἔστω τῇ γλώττη, στο προσιστάμενον· τῷ δὲ λύονται μὲν τὰ τῆς γλώττης των Ξύ"
uarum actionem, dicenter: Deus noster, refu- váµеvo xaópy, in yň: ERITOV. Oi & ǎɲa
gium et virtus, adjutor in afflictionibus, que inve- THE BUS TOU θεοῦ ἀντιλήψεως αἰσθόμενοι,
nerunt nos valdesin sed surge, et nobis fer adhuc τὴν ἀχαριστίαν προσήγον αὐτῷ·. Ο Θεὸς ἡμῶν,
auxilium, et libera ab iis, quas nos circumdant λέγοντες, καταφυγὴ καὶ δύναμις, βοηθὸς ἐν θλ
vexationibus propter nomen tuum,
ψεσι ταῖς εὐρούσαις ἡμᾶς σφόδρα· ο ἀλλ' ἀνάστα,
καὶ ἔτι βοήθησον ἡμῖν, καὶ τῶν περιεχουσῶν ῥῦσαι
κακώσεων, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
"Ov
Γ'. Ο μέντοι τῆς ἀπωλείας υἱὸς, οὐδὲν ἐντεῦθεν
συνείς, οὐδὲ βελτίων ἑαυτοῦ γενόμενος, ἀλλ᾽ οἷον
έκστὰς τῶν φρενών, στεναγμούς σε ἀνέπεμπε, καὶ
τὸ πρόσωπον ἔτυπτε, καὶ ἀμηχανοῦντι έχει,
δ του φιλανθρώπου Χριστού φιλάνθρωπος μαθητής
Ακίνδυνος οὕτως ἔχοντα θεασάμενος, λύπη τε
σχεθείς, καὶ δάκρυα ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς αὐτοῦ
xxpôixs xateveyxwv, ¿miotpapsíc Επεί σt
Opwne, strev, oude à tou sou maıdıla omīvu
τὴν αὐτοῦ πεποίηκε δύναμιν, ἀλλ' ούτως έθελο
κακῶν μὲν εἰς τῷ σκότῳ χαίρων τῆς ἀπεδείας
καὶ τὴν ἄγνοιαν ἀσπαζόμενος, κἄν γοῦν ἀπολύτως
ἔχε πρὸς τὸ λαλεῖν, καὶ μηδὲν ἔστω τῇ γλώττη, στο
προσιστάμενον· τῷ δὲ λύονται μὲν τὰ τῆς γλώττης
ðù; yzdívá. Ol ôš oplzluni the fuxāc mò ia.
posbouvro; altore vipov; vidzµá; dúoviz,
Savox evopivos, d III Bois,
desivo; ojdie, the mpw xola; ciyeza,
xxixto in' implac p
yoz yoöv ziszówz; cày” toxà mànɔɔjava; cà µšv Karà tòv "Axivdover, ban,
à
ין
VI. Filius autem interitus ne tunc quidem intelligens,nec se effectus inelior, sed quasi a se disces.
klmnet, gemitur et suspiria emiticbat, et faciem
pulsabat, et similis oral oi, qui est animo perplexo,
el nearit quid agat. Quem cum benigni ChristibeniSmum cincipulus sic affectum aspexisset Acyndlinus,
dolore oppressus, oluris propter ejus cordis cmcieffusis
tatem lacrymis,conversus: Quoniam, inquit,neque
Dei disciplina,ohomo, fecit te ejus virtutem intelligere, sed tua sponte sic manes improbus,gaudens
tenebris impietatis, et amplectens ignorantiam sit
tibi potestas loquendi citra impedimentum, et nihil
sit, quod tum lingum obsistat. Illi autem protinus
quidem solvuntur frena lingua, oculi vero animum
minimesolvuntur a nube, quæ eos obstruebat, sed
perinde ac at nihil novi accidisset, neque quidquam
esset passus,pergebat ea,quæ prius, exsequi,et in
con, cul circumsistebant, præ animi dubitatione
fram volens immittere, ut cujus animus esset plenus
dedecore: Acindynus quidem, inquit, et ejus socii,
et Pegasius et Anempodistus eum quem par est,
Ruem jam accipient; porro autem vos quoque, o
pessimi omnium ministri, nequaquan sinin, et
sumam pœnas quas vesira meretur inobedientia, E, & zÄRISTÄ zivow, impetur, vbizam;
Jubet ergo grabatos afferri ferreas, et ignis multum Càìà° àà; mposht si pena, in in.
substernt, qu aspergatur a lipe et pice et rasina,
S. Di
el sanctos récumbere super has cadentes grabatos,
image
Illi autom verando ac si ia quoda wrascido el florilo
prata essent recabat iru,constant, vidia magangae
et exselso asumo insilierant in grabatas Deiade
cam se malus horas extend ssens, caneban, psalmam te noun onve a cale mu i prates; digne prn -
Pas is alive-
farti anime tot huis pas ¦
T
pr{% \beta • #ipz, ki bi
mips; bylin xi,
them all, 2
Savebatvov, zal zobt by'ua; izáva των
XAV zoutmy àvzrÌ:bē vai
dome 12 mpate vz poruby, zzi ávinjpów zz
abyszek pochovat kapiten zuLWED KR: TH
bh mi zztv.azTU DUTE KOCÚÉKTU; İnanıl E17. Zulia; 7: 6925, 30
* Enja digo, Inc qu
Ξύ
eannu
ܘsz u
LEW
VIčnu i duasson, andit; es veti ralis, de
"
77179) 20
W
PANS
MPATE THEours deða matura fun..hanar
es
er massentiousdan kininhit, qui sait qundan ammavin
Laus s
IN WIN DED H H
AISINGUlis, e mi.. **:.. 1. H 5.
testas, A. STANLEYPUS (111893.& mr-
་་་་
I ka
**.::.
15 annile. I briq
ump mini, zł; poán
&
c. MATINDI, Bźnoussi, 27;
za Tipy a o
laxazon to a Y
"
col. 17–18page 5 of 146
PG 116:17πόθεν τὰς ψυχὰς εἰς θάνατον παραδόντες, θάνατον, ζωὴν αἰώνιον μνηστευόμενον. Πλὴν ἀλλὰ καὶ ἡμῖν χεῖρα δρέξαι, καὶ τοῦ τῆς ἀπωλείας ἀνελονται βυ. που παρακλήθητε. Οι μάρτυρες δὲ λόγον αὐτῶν τῆς δεήσεως ποιησάμενοι, καὶ ὅμμα εἰς οὐρανούς ἄραν τες· ὁ Θεὸς ὁ ὕψιστος, εἶπον, ἐπὶ τοὺς δούλους ἔπιδε τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομα σου ἐν ἀληθείᾳ καὶ βροχὴν έκούσιον ἀφόρισον τῇ νέα κληρονομία σου, ὅπως εἴη αὐτοῖς ἡ παρὰ σοῦ δρόσος, ἴμα τὸ νοτῶν δες τῆς ἁμαρτίας αποκαθαίρουσα, καὶ εἴδωσι πάν τες, ὅτι σὺ εἴ μόνος Θεός, καὶ τῷ σῷ κράτει πάντα πείθεται, βασιλεῦ. "Αμα δὲ τῷ τέλει τῆς προσευο χῆς, ἀστραπαί τε ἀθρόως ἐκτριβονται και βρονταί καταῤῥήγνυνται, καὶ ῥαγδατος ὄμβρος ἐκχεῖται, ὡς συσχεθέντας φόδῳ τοὺς ἐναντίους, τηλε κἀκεῖσε διασκεδάννυσθαι, τῶν πεπιστευκότων Χριστῷ μόνον, τοῖς ἁγίοις μάρτυσι συμπεριλειφθέντων. Πρὸς οὓς οἱ ἅγιοι· Μὴ φοβεῖσθε, εἶπον, ὑμεῖς, οἱ Χριστῷ ἐχυ τοὺς ἀναθέμενοι, ἐπεὶ καὶ δι᾽ ὑμᾶς ταῦτα γέγονε. Β΄. Σύμφωνον οὖν τῷ Θεῷ τὴν δοξολογίαν ἀνα περιπόντων, ἀγγέλων ἐπέστη πληθὺς, λευκὰς αὐτοὺς ἀμφιεννύσα στολὰς, τὸ κεκαθαρμένον τάχα τῆς ψυχῆς παρεμφαινούσας, τῇ πίστει τε καὶ τῷ ὕδατί, Ο δὲ τὴν μανίαν άσχετος βασιλεὺς ὡς ἔοικεν, εἶπε πρὸς τοὺς ἁγίους Τὸ φείδεσθαί με τῆς ὑμῶν νεότης τος καὶ τῆς ὥρας καταφρονήσαί μου του κράτους πεποίηκεν. ᾿Αλλὰ διὰ τῶν ἔργων εἴσεθε πάντως, αλυσιτελῆ καὶ ἀσύμφορα ἑαυτοῖς ποιοῦντες, πλην ἐπείπερ οὐχ ἧττον του δύνασθαι καὶ το μακροθυμεῖν ἡμῖν πρόσεστιν ἀνεχόμενοι καὶ ἔτι τῆς σύνης ὑμῶν συμβουλεύομεν πεισθῆναι, καὶ τὸν γλυκὺν τοῦτον κερδῆσαι ἡλιον, καὶ μὴ πρόωρόν τε καὶ πικρὸν ἐπισπάσασθαι θάνατον· ἀλλὰ προσελο θόντας, θύσαι τοῖς δεσπόταις θεοῖς. Ὁ ἅγιος Ακίν δυνος· Εμείς, εἶπεν, ἵνα Θεὸν οἴδαμεν τὸν ἐν οὐ ρανοῖς, καὶ αὐτῷ μένῳ λατρεύομεν, τῷ δυναμένῳ σῶμά τε καὶ ψυχὴν αἰωνίῳ πυρὶ κατακρίναι. Πρὸς ταύτα ὁ βασιλεύς· Καὶ αὐτὸς ἐγώ, ἔφη, ἑνὶ Θεῷ προσκυνεῖν ὑμᾶς βούλομαι. Καὶ πῶς τούτῳ, εἶπεν δ' μέρους, θύειν κελεύεις; Ἐμοὶ ἀκολουθοῦντες. φησίν, ὅπερ ἂν ἐμὲ ἴδητε ποιοῦντα, καὶ ὑμεῖς ποι εἴτε. ᾿Αλλὰ σὺ μὲν, οι μάρτυρες έφησαν, ώσπερ ἐπίστασαι καὶ ποιήσεις· ἡμεῖς δ᾽ αὖ πάλιν ὡς ἐδι δάχθημεν, ἀκολούθως δράσομεν. Θ', Τούτοις ἡσθεὶς ὁ βασιλεὺς· Καὶ διατί, ἔφη, μὴ πρὸ πολλοῦ τοῦτο πεποιήκαμε, ἀλλὰ με πρὸς τὸ παρὰ φύσιν ἐξεδιάσασθε, ὥστε προσενεχθῆναι τοῖς φιλτάτοις ὑμῖν ὡς μὴ έδει; ὅμως ὥς τε πατρὶ σύγ γνωτο, δια παιδείας ὑμᾶς ἐπιστρέψαι, καὶ παρὰ γνώμην ἀναγκασθέντι. Ταῦτα εἰπὼν τοῦ σχήματος ἐπέδη, καὶ συνεδριάζειν αὐτῷ τοὺς ἁγίους προσ εκαλείτο οἱ δ:, Μὴ γένοιτο ἡμῖν, ὦ βασιλεῦ, εἰς τοῦτο παροινίας ἐλάσει ὡς συνέδρους σοι γενέσθαι κατατολμήσαι, καὶ τὸ σὸν κράτος οὕτω καθυβρίσαι, ᾿Αλλ' ἐμοί, σησιν ὁ βασιλεὺς, ἡ παρ' ὑμῶν ὕβρις, τῆς τῶν ἄλλων υπηκόων αἱρετωτέρα τιμῆς. Ἐπεὶ δὲ πρὸς τῷ ναῷ ἦσαν, ἑνὸς τῶν ἁγίων λαβόμενοςMARTYRIUM S. ACINDYNI ET SOCIORUM.
πόθεν τὰς ψυχὰς εἰς θάνατον παραδόντες, θάνατον, tem tradidistis, mortem,quæ vitam æternam conci.
ζωὴν αἰώνιον μνηστευόμενον. Πλὴν ἀλλὰ καὶ ἡμῖν liat. Caeterum ut nobis quoque manum præbeat, et
χεῖρα δρέξαι, καὶ τοῦ τῆς ἀπωλείας ἀνελονται βυ. nos extrahat ex profundo interitus, eum rogate.
που παρακλήθητε. Οι μάρτυρες δὲ λόγον αὐτῶν τῆς Martyres autem cum eorum precum duxissent raδεήσεως ποιησάμενοι, καὶ ὅμμα εἰς οὐρανούς ἄραν- tionem, et oculos in coelum sustulissent: Altissimne
τες· ὁ Θεὸς ὁ ὕψιστος, εἶπον, ἐπὶ τοὺς δούλους ἔπιδε Deus, dixerunt, aspice ad servos tuos, qui nomen
τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομα σου ἐν ἀληθείᾳ καὶ tuum invocant in veritate, et voluntariam irrigaβροχὴν έκούσιον ἀφόρισον τῇ νέα κληρονομία σου, tionem attribue novæ tuæ hereditati, iis inquam,
ὅπως εἴη αὐτοῖς ἡ παρὰ σοῦ δρόσος, ἴμα τὸ νοτῶν qui nunc crediderunt in nomen tuum, ut sit eis
δες τῆς ἁμαρτίας αποκαθαίρουσα, καὶ εἴδωσι πάν- melicina ros, qui a te proficiscitur, id quod peccati
τες, ὅτι σὺ εἴ μόνος Θεός, καὶ τῷ σῷ κράτει πάντα ert, morbosum expurgans, et sciant te solum esse
πείθεται, βασιλεῦ. "Αμα δὲ τῷ τέλει τῆς προσευ- Deum,et omnia, ο Rex,tuæ obelire potentim.Simul
χῆς, ἀστραπαί τε ἀθρόως ἐκτριβονται και βρονταί autem cum fine orationis et repente emicant fulguκαταῤῥήγνυνται, καὶ ῥαγδατος ὄμβρος ἐκχεῖται, ὡς ra, et erumpunt fulmina, et vehemens cadit pluvia,
συσχεθέντας φόδῳ τοὺς ἐναντίους, τηλε κἀκεῖσε adeo ut nietu correpti adversarii, huc et illuc diδιασκεδάννυσθαι, τῶν πεπιστευκότων Χριστῷ μόνον, spergerentur, iis solis, qui Christo crediderant,
τοῖς ἁγίοις μάρτυσι συμπεριλειφθέντων. Πρὸς οὓς relictis solis cum sanctis martyribus, ad quos sanοἱ ἅγιοι· Μὴ φοβεῖσθε, εἶπον, ὑμεῖς, οἱ Χριστῷ ἐχυ- cli: Ne timealis, dixerunt, qui vos Christo dediτοὺς ἀναθέμενοι, ἐπεὶ καὶ δι᾽ ὑμᾶς ταῦτα γέγονε. castis. nam hæc propter vos exstiterunt.
Β΄. Σύμφωνον οὖν τῷ Θεῷ τὴν δοξολογίαν ἀναπεριπόντων, ἀγγέλων ἐπέστη πληθὺς, λευκὰς αὐτοὺς
ἀμφιεννύσα στολὰς, τὸ κεκαθαρμένον τάχα τῆς
ψυχῆς παρεμφαινούσας, τῇ πίστει τε καὶ τῷ ὕδατί,
Ο δὲ τὴν μανίαν άσχετος βασιλεὺς ὡς ἔοικεν, εἶπε
πρὸς τοὺς ἁγίους Τὸ φείδεσθαί με τῆς ὑμῶν νεότης
τος καὶ τῆς ὥρας καταφρονήσαί μου του κράτους
πεποίηκεν. ᾿Αλλὰ διὰ τῶν ἔργων εἴσεθε πάντως,
αλυσιτελῆ καὶ ἀσύμφορα ἑαυτοῖς ποιοῦντες, πλην
ἐπείπερ οὐχ ἧττον του δύνασθαι καὶ το μακροθυμεῖν ἡμῖν πρόσεστιν ἀνεχόμενοι καὶ ἔτι τῆς ἀppoσύνης ὑμῶν συμβουλεύομεν πεισθῆναι, καὶ τὸν
γλυκὺν τοῦτον κερδῆσαι ἡλιον, καὶ μὴ πρόωρόν τε
καὶ πικρὸν ἐπισπάσασθαι θάνατον· ἀλλὰ προσελο
θόντας, θύσαι τοῖς δεσπόταις θεοῖς. Ὁ ἅγιος Ακίνδυνος· Εμείς, εἶπεν, ἵνα Θεὸν οἴδαμεν τὸν ἐν οὐ
ρανοῖς, καὶ αὐτῷ μένῳ λατρεύομεν, τῷ δυναμένῳ
σῶμά τε καὶ ψυχὴν αἰωνίῳ πυρὶ κατακρίναι. Πρὸς
ταύτα ὁ βασιλεύς· Καὶ αὐτὸς ἐγώ, ἔφη, ἑνὶ Θεῷ
προσκυνεῖν ὑμᾶς βούλομαι. Καὶ πῶς τούτῳ, εἶπεν
δ' μέρους, θύειν κελεύεις; Ἐμοὶ ἀκολουθοῦντες.
φησίν, ὅπερ ἂν ἐμὲ ἴδητε ποιοῦντα, καὶ ὑμεῖς ποιεἴτε. ᾿Αλλὰ σὺ μὲν, οι μάρτυρες έφησαν, ώσπερ
ἐπίστασαι καὶ ποιήσεις· ἡμεῖς δ᾽ αὖ πάλιν ὡς ἐδιδάχθημεν, ἀκολούθως δράσομεν.
Θ', Τούτοις ἡσθεὶς ὁ βασιλεὺς· Καὶ διατί, ἔφη,
μὴ πρὸ πολλοῦ τοῦτο πεποιήκαμε, ἀλλὰ με πρὸς τὸ
παρὰ φύσιν ἐξεδιάσασθε, ὥστε προσενεχθῆναι τοῖς
φιλτάτοις ὑμῖν ὡς μὴ έδει; ὅμως ὥς τε πατρὶ σύγγνωτο, δια παιδείας ὑμᾶς ἐπιστρέψαι, καὶ παρὰ
γνώμην ἀναγκασθέντι. Ταῦτα εἰπὼν τοῦ σχήματος
ἐπέδη, καὶ συνεδριάζειν αὐτῷ τοὺς ἁγίους προσεκαλείτο οἱ δ:, Μὴ γένοιτο ἡμῖν, ὦ βασιλεῦ, εἰς
τοῦτο παροινίας ἐλάσει ὡς συνέδρους σοι γενέσθαι
κατατολμήσαι, καὶ τὸ σὸν κράτος οὕτω καθυβρίσαι,
᾿Αλλ' ἐμοί, σησιν ὁ βασιλεὺς, ἡ παρ' ὑμῶν ὕβρις,
τῆς τῶν ἄλλων υπηκόων αἱρετωτέρα τιμῆς. Ἐπεὶ
δὲ πρὸς τῷ ναῷ ἦσαν, ἑνὸς τῶν ἁγίων λαβόμενος
4 Matth. x, 28.
VIII.Cum ergo una voce Deo emitterent glorificalionem, accessit multitudo angelorum, candidis
eos induens vestibus,quæ forte ostendebant purgatam esse animam fide et aqua. Rex autem, cujus
cohiberi non poterat insania, ut par erat, dixit sanctis: Quod vestra juventuti parcerem et specici,id
vos fecit meam contemnere potentiam, sed reipsa
omnino scietis vos ea facere, quæ sunt inutilia et
vobis non expediunt. Sed quoniam non inast nobis
minor patientia, quain potentia,adhuc vestram tolerantes stultitiam, consulimus ut pareatis, et hunc
dulcem solem lucrifaciatis,et non mortem præma
turam et acerbam attrahatis, sed accedentes dominis diis sacrifcetis. Sanctus autem dicit Acindynus; Nos unum novimus Deum, qui est in cœlis,
et ei soli servimus, qui potest corpus et animam
damnare igne æterns. Ail hæc rex: Ego quoque,
inquit, volo vos unum solum Deum adorare. Et
quomodo, dixerunt martyres, nos jubes ei sacrifcare? Me, inquit, sequentes facite, quomodo me
videritis facientem. Sed tu quillemn, dixerunt martyres, facies sicut scis: nos aulem rursus consequenter faciemus, ut didicimus.
IX. His lætatus rex: Et cur hoc, inquit, non diu
ante fecistis, sed me coegistis ad hoc, quod est
praeter naturam, ut in vos inveherer, qui estis
mihi charissimi? quod utinam non fecissemn! Vos
tamen tanquam patri alii ignoscite, qui vos castigando convertere coactus sum etiam praeter sententium. His dictis, currum conscendit: et accersivil sanctos, ut cum ipso considerent. Illi autem,
Absit! dixerunt, o rex, ut nos eo procedamus deinenti, ut tecum auleamus considere, et tuam
potentiam tanta afficere contumelia.Sed qua a vobis, inquit afficior coutumelia: ea est milii optabilior et pluris facienda, quarn honor aliorum. Cam
col. 19–20page 6 of 146
PG 116:19τῆς χειρὸς συνεισῄει. Υπὸ πολλῆς δὲ τῆς περιχε ρείας διαχυθείς τὴν ψυχὴν μεγάλη ἡ τοῦ Θεοῦ Διὸς αήττητος δύναμις γεγονώτερον ἐξεβόησεν. Εἶτα προς τοὺς ἁγίους ἐπιστραφείς: Πῶς ὑμῖν δοκεῖ αὐτοὺς πρώτους κατάρξαι τῆς θυσίας ή ήμεν ταύτης παραχωρήσαι; Οπῶς ἂν βούλοιτο τὸ κράτος ὑμῶν, εἰ ἅγιοι ἀπεκρίναντο, καὶ ὁ βασιλεὺς, τοὺς ἁγίους πρώτους κατάρξασθαι τῆς εὐχῆς ἐπιτρέπει. Κλι νάντων τοίνων αὐτῶν τὰ γόνατα, καὶ τῷ Θεῷ τὴν εὐχὴν προσφερόντων, σεισμῷ τὸ τέμενος ἅπαν δε κλονεῖτο, καὶ τὸ ἐν αὐτῷ ξόανον πεπτωκὸς κατερράγη. Εντεῦθεν ὁ βασιλεὺς κατάφοβος γεγονώς, ἐξήλατο τοῦ ναοῦ· εἶτα τῶν ἁγίων ἀναστάντων τῆς προσευχῆς, ἔτι τε τῷ προσωπῷ ἴχνη δακρύων τύ ? τοῖς ὑποφαινομένων· Αὗται ὑμῶν αἱ θεομισεῖς ἐπιγε γελίαι; ὁ βασιλεὺς εἴρηκεν· ἐπὶ τοιαύταις ὑμᾶς ταῖς ἐλπίσι τῷ τῶν θεῶν τεμένει προσήγαγον; Ο δὲ ἅγιοι· Οὐδὲν ἡμᾶς ψευσαμένους πεφώρακας, εἶν πον, ὦ βασιλεῦ, ἀλλ' ὅπερ ημεν ἐπαγγειλάμενα, καὶ πεποιήκαμεν Ὁ δὲ Εἰ πρὸς τοιοῦτον πέρας ἐκδῆναι τὰς ἀληθεῖς, ὡς ὑμεῖς φατε, προσεδοκώμεν ἔπαγγελίας, οὐδ' ἂν τὴν ἀρχὴν ὅλως τοῖς λεγομένοις παρ' ὑμῶν προσέσχομεν λείπεται γοῦν ἀξίας ὑγεία τῶν ἔργων τὰς ἀμοιβὰς ἀποδοῦναι, Ο Εἶπε, καὶ παραχρῆμα κελεύει τρεῖς ἐνεχθήνα λέβητας, δἐν οἷς μόλιοῖον ἐμβληθῆναι, καὶ πύρ ότι συχνὸν αὐτοῖς ὑποκαίεσθαι· στύλους δὲ παρ᾽ ἑκά τερα τῶν λεβήτων ἐγκαταπήξαι, διττὰς ἄνω τάς κεφαλὰς ἔχοντας, καὶ ταύτας διηρημένας· δι᾽ ἂν αλύσεις καθέντας, καὶ τὰς τῶν ἁγίων περιλαβόντες τοις, χαλήν τε αὐτοὺς εἰς τοὺς λέβητας καὶ πάλιν ἀνέλκειν. Τὴν οὖν φρικώδη ταύτην βάσανον ὑπελθόντες, ᾠδὴν ἕκαστος τῶν ἁγίων τῇ κλήσει τε καὶ τῇ κολάσει κατάλληλον ήδεν. Ὁ μὲν γὰρ μακάριος Πηγάσιος Ότι παρὰ σοὶ πηγὴ ζωῆς, ἔλεγεν, ἐν τῇ φωτί σου, Κύριε, οψόμεθα φύς. Ο ἀοίδιμος δὲ 'Ανεμπόδιστος, Οἱ πόδες μου ἐν εὐθύτητι ἔστησαν, καὶ λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου, καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου. ᾿Ακίνδυνος δὲ ὁ θεῖος Περιέσχον ἡμᾶς » ωδίνες θανάτου, κίνδυνοι ἄδου εὔροσαν ἡμᾶς· ἀλλὰ καν διὰ πυρὸς ἤλθομεν, αὐτὸς, Κύριε, εξήγαγε; ἡμᾶς εἰς ἀναψυχὴν. Ὁ δὲ γε πεπυρωμένος τὴν ψυ χην βασιλεὺς ὡς οὐδὲν δεινὸν ὑπὸ τοῦ μολιβδου τους ἁγίους ἑώρα πάσχοντας, ἐγγύτερον αὐτοῖς περι στάς. Εγνων, ἔφη, τὰς γοητείας ὑμῶν, καὶ δὴ ταῖς έαυτοῦ χερσί τῶν ἀλύσεων καθαψάμενος, καθήκεν ρ Τα εἰς τοὺς λέβητας τοὺς ἁγίους ἄχρι καὶ τοῦ τραχήλου. ἐν τῇ καταλύσει τῶν λεβήτων ὁ μολιβδος ὑπερ εκγηθείς, κενούς ὀλίγον τούτους ἀπέλιπεν. Ε; οὖν οἱ ἅγιοι τῷ τυράννῳ. Σὺ μὲν αὐτῷ τ, εἶπον, τοῦ καθ᾿ ἡμῶν θανάτου γενέσθαι βουλόμενος, ε μαρτες του σκοπού τοῦ Θεοῦ πάντως ἡμᾶς περισώσαντος· ὁ δὲ πόνος σου εἰς κεφαλήν σου ἐπιστροφής σεται, καὶ ἀξίους τῶν ἔργων σου τοὺς καρπού; τρυγήσεις. Ταῦτα δὲ αὐτῶν λεγόντων, αἱ μὲν ἐλύ σεις ἐξέπιπτόν τε καὶ διελύοντο. ΙΑ. Εἴς δὲ τῶν ὑπηρετῶν, τῷ παραδόξῳ τοῦ θεάωautem fuissent in templo, uno ex sanctis manu a τῆς χειρὸς συνεισῄει. Υπὸ πολλῆς δὲ τῆς περιχεapprehensu, simul cum eo est ingressus. Ejus vero ρείας διαχυθείς τὴν ψυχὴν μεγάλη ἡ τοῦ Θεοῦ Διὸς
animo magna diffuso laetitia: Magna est Jovis invicti αήττητος δύναμις γεγονώτερον ἐξεβόησεν. Εἶτα προς
potentia,clara voce exclamavit. Deinde all sanctos τοὺς ἁγίους ἐπιστραφείς: Πῶς ὑμῖν δοκεῖ; αὐτοὺς
conversus: Quid inquit, vobis videtur, an ut ipsi πρώτους κατάρξαι τῆς θυσίας; ή ήμεν ταύτης
primi inchemus sacrificium: an nos id vobis con- παραχωρήσαι; Οπῶς ἂν βούλοιτο τὸ κράτος ὑμῶν, εἰ
cedanus facere? Quomodo vestra voluerit potentia, ἅγιοι ἀπεκρίναντο, καὶ ὁ βασιλεὺς, τοὺς ἁγίους
sancti responderunt. Rex autem permittit sanctis πρώτους κατάρξασθαι τῆς εὐχῆς ἐπιτρέπει. Κλι
primum precari. Cum ipsi ergo genua inclinassent, νάντων τοίνων αὐτῶν τὰ γόνατα, καὶ τῷ Θεῷ τὴν
et preces Deo afferrent,totum templum fuit terra- εὐχὴν προσφερόντων, σεισμῷ τὸ τέμενος ἅπαν δε
motu concussum, et quæ in eo erat slatur, cadens κλονεῖτο, καὶ τὸ ἐν αὐτῷ ξόανον πεπτωκὸς κατερfuit coufracia. Rex ilaque territus, e templo exsi- ῥάγη. Εντεῦθεν ὁ βασιλεὺς κατάφοβος γεγονώς,
iit. Deinde cum surrexissent sancti ab oratione, et ἐξήλατο τοῦ ναοῦ· εἶτα τῶν ἁγίων ἀναστάντων τῆς
vestigia lacrymarum adhuc apparerent in eorum προσευχῆς, ἔτι τε τῷ προσωπῷ ἴχνη δακρύων τύ
valtibus: Hæc sunt vestra Deo iuvisa promissa? τοῖς ὑποφαινομένων· Αὗται ὑμῶν αἱ θεομισεῖς ἐπιγε
dixit rex, lacne spe vos adduxi in templum deo- γελίαι; ὁ βασιλεὺς εἴρηκεν· ἐπὶ τοιαύταις ὑμᾶς
ram? Sancti autem: Nus, dixerunt in nullo men- ταῖς ἐλπίσι τῷ τῶν θεῶν τεμένει προσήγαγον; Ο
dacio deprehendisli, o rex, sed quod polliciti fui- δὲ ἅγιοι· Οὐδὲν ἡμᾶς ψευσαμένους πεφώρακας, εἶν
mus, hoc fecimus. Ille vero: Si all talem deduci πον, ὦ βασιλεῦ, ἀλλ' ὅπερ ημεν ἐπαγγειλάμενα,
finem vestra,ut vos dicitis, promissa putassemus, καὶ πεποιήκαμεν Ὁ δὲ; Εἰ πρὸς τοιοῦτον πέρας
nec ominino quidem altendissemus ea, quæ a vobis ἐκδῆναι τὰς ἀληθεῖς, ὡς ὑμεῖς φατε, προσεδοκώμεν
dicebantur. Restat ergo, ut vos pro meritis facto- ἔπαγγελίας, οὐδ' ἂν τὴν ἀρχὴν ὅλως τοῖς λεγομένοις
παρ' ὑμῶν προσέσχομεν λείπεται γοῦν ἀξίας ὑγεία
τῶν ἔργων τὰς ἀμοιβὰς ἀποδοῦναι,
rum remuneremur.
et
Ο
X. Dixit, et statim jussit tres afferri lebetes, 1. Εἶπε, καὶ παραχρῆμα κελεύει τρεῖς ἐνεχθήνα:
in eos injici plumbum, et maximum ignem in eis λέβητας, δἐν οἷς μόλιοῖον ἐμβληθῆναι, καὶ πύρ ότι
accendi: ex utraque autem parte leuetu:n stylos συχνὸν αὐτοῖς ὑποκαίεσθαι· στύλους δὲ παρ᾽ ἑκάinagi,qui duo capita et ea divisa habebant superne, τερα τῶν λεβήτων ἐγκαταπήξαι, διττὰς ἄνω τάς
per quæ dimissis calenis, et lumnbis sanctorum κεφαλὰς ἔχοντας, καὶ ταύτας διηρημένας· δι᾽ ἂν
comprehensis, eos in lebetes demittere, et rursus αλύσεις καθέντας, καὶ τὰς τῶν ἁγίων περιλαβόντες
sursum trahere. Hoc ergo harribile supplicium su- τοις, χαλήν τε αὐτοὺς εἰς τοὺς λέβητας καὶ πάλιν
beuntes,canticum canebat unusquisque sanctus, et " ἀνέλκειν. Τὴν οὖν φρικώδη ταύτην βάσανον ὑπελsuo nomini et panæ conveniens.Nain beatus qui- θόντες, ᾠδὴν ἕκαστος τῶν ἁγίων τῇ κλήσει τε καὶ
dem legasius: «Quoniam ad te est fons vitæ, di- τῇ κολάσει κατάλληλον ήδεν. Ὁ μὲν γὰρ μακάριος
cehat: In lumine tuo videbimus luneus.» Insignis Πηγάσιος - Ότι παρὰ σοὶ πηγὴ ζωῆς, ἔλεγεν, ἐν
autem Anempodislus: «Pedes mei steterunt recti- τῇ φωτί σου, Κύριε, οψόμεθα φύς. Ο ἀοίδιμος δὲ
tudine, et lucerna pedibus meis lex tua, et lumen 'Ανεμπόδιστος, Οἱ πόδες μου ἐν εὐθύτητι ἔστησαν,
semitis meis.» Divinus vero Acindynus: «Compre- καὶ λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου, καὶ φῶς ταῖς
henderunt nos, dolores mortis, pericula inferni in- τρίβοις μου. ᾿Ακίνδυνος δὲ ὁ θεῖος Περιέσχον ἡμᾶς
venerunt nos,» sed etiamsi per ignem transivi- ωδίνες θανάτου, κίνδυνοι ἄδου εὔροσαν ἡμᾶς· ἀλλὰ
mus, ipse, Domine, educes nos in refrigerium.» καν διὰ πυρὸς ἤλθομεν, αὐτὸς, Κύριε, εξήγαγε;
Qui erat autem anima obcæcatus imperator, cum ἡμᾶς εἰς ἀναψυχὴν. Ὁ δὲ γε πεπυρωμένος τὴν ψυ
vidit sanctos a plumbo nihil pati, propius ad illos χην βασιλεὺς ὡς οὐδὲν δεινὸν ὑπὸ τοῦ μολιβδου τους
accedens: Novi, inquit, vestras praestigias, et cum ἁγίους ἑώρα πάσχοντας, ἐγγύτερον αὐτοῖς περιcalenas suis tetigisset manibus,demisit sanctos in στάς. Εγνων, ἔφη, τὰς γοητείας ὑμῶν, καὶ δὴ ταῖς
lebetes usque ad column. Quorum submersione έαυτοῦ χερσί τῶν ἀλύσεων καθαψάμενος, καθήκεν
plumbum effusum supra lebetes, eos prope reliquit ρ
vacuos. Statim ergo dixerunt sancti tyranno: Τα
quidem cum tua manu velles nobis inortem afferre,
scopo excidisti, Deo nos omnino conservante:
labor autem tuus in caput tuum convertetur, et
colliges fructus dignos tuis operibus. Ilis autem
hæc dicentibus, ceciderunt quidem et dissoluta
sunt calene.
XI. Unus autem ex ninistris, admirabili obstaεἰς τοὺς λέβητας τοὺς ἁγίους ἄχρι καὶ τοῦ τραχή
λου. ἐν τῇ καταλύσει τῶν λεβήτων ὁ μολιβδος ὑπερ
εκγηθείς, κενούς ὀλίγον τούτους ἀπέλιπεν. Ε;
οὖν οἱ ἅγιοι τῷ τυράννῳ. Σὺ μὲν αὐτῷ τ, εἶπον,
τοῦ καθ᾿ ἡμῶν θανάτου γενέσθαι βουλόμενος, ε
μαρτες του σκοπού τοῦ Θεοῦ πάντως ἡμᾶς περισώ
σαντος· ὁ δὲ πόνος σου εἰς κεφαλήν σου ἐπιστροφής
σεται, καὶ ἀξίους τῶν ἔργων σου τοὺς καρπού;
τρυγήσεις. Ταῦτα δὲ αὐτῶν λεγόντων, αἱ μὲν ἐλύσεις ἐξέπιπτόν τε καὶ διελύοντο.
ΙΑ. Εἴς δὲ τῶν ὑπηρετῶν, τῷ παραδόξῳ τοῦ θεάω
5 Psal. xxxν, 10. 6 Psal. xvi, 105. 7 Psal. XVII, 5, 7; LXV. 12.
col. 21–22page 7 of 146
PG 116:21και ματος ἐκπλαγείς, Μέγας ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, ἡ ἀνεβόησε Χριστιανόν τε ἑαυτὸν ἀνεκήρυξε, καὶ πρὸς τὸν τύραννον· Ωμότατε, εἴρηκεν, ἕως τίνος της προστάγμασί σου κατατρύχεις ἡμᾶς, ἀνηνύτοις? ἐπιχειρεῖν διακελευόμενος; Ημᾶς γὰρ μᾶλλον τοὺς σοὶ εἴχοντας ἢ τοὺς τοῦ Χριστοῦ μάρτυρας πάσχον της ὁρῶμεν. Ο δὲ τύραννος τῷ ἀθρόῳ τῆς μεταβολῆς αὐτοῦ διαταραχθείς, κρύπτει μὲν παρ' ἑαυτῷ τὴν ὀργὴν πραότητα ως υποκριθείς, πρὸς τὸν Αφθόνιον (τοῦτο γὰρ ἦν ὄνομα τῷ πιστεύσαντι) Φώνησιν αὐτούς, ἔφη, τάχιον τῶν λεβήτων ἐπεξελθεῖν. Οἱ δὲ σῶοι καθάπερ ἐκ χωνεία; χρυσὸς εὐθὺς ἀναδύντες, τῷ βασιλεῖ παράστησαν. Ο μέντοι γεν νατο; Αφθόνιος, τὸ περὶ τὴν ἀσέβειαν νεοπαγές ὥσπερ ἐπικρατύνων. Γνωστὸν ἔστω συι, βασιλεύ, ἔφη, ὅτι τὸν Θεὸν ὅν Χριστιανοι σέβουσι, προσκυνῶ, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύω, καὶ τούτοις ἐμαυτόν προς τίθημι τοῖς ἁγίοις. Ὁ δὲ τὸ λίαν εὔτολμον αὐτοῦ πεπαῤῥησιασμένον καταπλαγείς, θεραπείᾳ καὶ τιμῶν ὑποσχέσεσιν ἐπαγαγέσθαι μαλλον αὐτὸν ἐπει ράτο, Εγω σοι, λέγων, τῆς τοιαύτης μεταβολῆς κατέστην αἴτιος, ἐπὶ πολύν ἤδη τὸν χρόνον ἐν ᾗ τέταξαι στρατεία, καταλιπών, καὶ μη μειζόνων ἐξιώσης τιμών· ἀλλ᾽ εἴ τι καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἐλλελοίπαμεν, ἀναπληρώσαι σπουδάσομεν. Μηδὲν γοῦν ὑποστειλάμενος, εἰπὲ τίνος τῶν ἀξιωμάτων ὀρέγῃ, σ δὲν γὰρ τὸ παράπαν πρὸς τὴν αἴτησιν ἀνανεύσον μεν. Ο δὲ τοῦ Χριστοῦ νεόλεκτος στρατιώτης, Ἐμοὶ πάθος, εἶπεν, ὦ βασιλεῦ, στρατείαν λαβεῖν, ἦν οὐκ αὐτὸς εἰ δυνατός παρασχεῖν, ἀλλ᾽ ὁ μόνος ἀθάνατος βασιλεὺς, ὃς ἀθανάτους οἶδε καὶ τὰς δι ρεάς χαρίζεσθαι. Καταματων οὖν τῆς αὐτοῦ γνώ. μης, τὸ ἀῤῥαγές τε καὶ ἀπετάθετον, εὐθὺς αὐτῷ τὸν διὰ ξίφως ἐπιψηφίζεται θάνατον, ἐν τιμωρίας μέρει, τὰ εὐκταιότητα χαρισάμενος. ὃς ἡδέως σφόδρα δεξάμενος τὴν ἀπόφασιν· Εὐχαριστῶ σοι, εἶπεν, Κύριε, ὅτι ἀνάξιον ὄντα σώζεις με, διὰ τὸ πολύ σου καὶ ἀδιήγητον ἔλεος. Διὰ τοῦτο καὶ ἅγιον, νῦν καὶ εἰς τὸν ἔπειτα αἰῶνα. Αμήν. ἡ ψυχή μου πινέσε σε, καὶ τὸ ὄνομά σου δικάσει τὸ ΙΒ΄. Εἶτε πρὸς τοὺς ἁγίους ἐπιστραφείς, Εγώ μὲν ἤδη, κύριοί μου ποθούμενοι καἰδεσπόται, φη σὶν, τὴν προκειμένην ὁδεύσων ἄπειμι. Δέομαι δὲ τῆς συμπαθούς ὑμῶν καὶ φιλανθρώπου ψυχῇς, μή μισικακήσαί μοι, τῶν εἰς ὑμᾶς ἔπραξα κελευόμενος, δεηθῆναι δὲ μᾶλλον ὑπὲρ ἐμοῦ τοῦ κοινοῦ δε σπότου, εὐμενῶς μοι καὶ ἱλέως προσχεῖν, καὶ μὴ χωρίσαι με τῆς ὑμῶν μερίους. Πρὸς ὃν οἱ ἅγιοι μάρτυρες, Εὐθυμῶν, εἶπον, ἀδελφέ, τὴν μακαρίαν ολόν πορεύουν μακάριος γὰρ εἰ τῆς ἀποδημίας, ἀνθ' ὧν καὶ πρῶτος ἡμῶν τῇ ποθουμένῃ παραστήσῃ Τριάδι, καὶ τοῦ σοῦ καμάτου λήψῃ τὰς ἀμοιβάς, φωτὸς αἰωνίου καὶ ἀϊδίου δόξης καταξιούμενος. Οθεν αὐτὸς μᾶλλον μέμνησο τῶν συνέθλων, καὶ ὑπερεύχου τὸ λείπον τοῦ ἀγῶνος ἀνεμποδίστως ἡμᾶς ἀνύσαντας, των αὐτῶν σοι βραβείων, καὶ τῆς ἴσης ἀξιωθῆναι λήξεως. Ταῦτι τῶν ἁγίων εἰπόντων περιχυθεῖς αὐτοῖς ὁ θεῖος ᾿Αφθόνιος, καὶ τοῖς αὐτῶν τραχήλοις τό του πόθου δάκρυον ἐπιστάξας, ἠλέως τὰ ἐκείνων μέλη κατασπασάμενος, τὴν ἐπὶ θάνατον οκαι
MARTYRIUM S. ACINDYNI ET SOCIORUM.
ματος ἐκπλαγείς, Μέγας ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, ἡ pefactus spectaculo, exclamavit: Magnus est Deus
ἀνεβόησε Χριστιανόν τε ἑαυτὸν ἀνεκήρυξε, καὶ Christianorum. Et tyranno dixit: O crudelissime
πρὸς τὸν τύραννον· Ωμότατε, εἴρηκεν, ἕως τίνος quousque tuis jussis nos vexas,jubens nos aggredi
της προστάγμασί σου κατατρύχεις ἡμᾶς, ἀνηνύτοις ea, quæ sunt inutilia? Nos enim, qui tibi cedimus,
ἐπιχειρεῖν διακελευόμενος; Ημᾶς γὰρ μᾶλλον τοὺς videmus pati potius, quam Christi martyres. Tyranσοὶ εἴχοντας ἢ τοὺς τοῦ Χριστοῦ μάρτυρας πάσχον nus autem conturbatus repentina ejus mutatione,
της ὁρῶμεν. Ο δὲ τύραννος τῷ ἀθρόῳ τῆς μεταβο- iram quidem apud se celat, sed mansuetudinem
λῆς αὐτοῦ διαταραχθείς, κρύπτει μὲν παρ' ἑαυτῷ simulans apud Aphthonium (hoc enim erat nomen
τὴν ὀργὴν πραότητα ως υποκριθείς, πρὸς τὸν ei, qui crediderat): Jube eos, inquit, cito egredi ex
Αφθόνιον (τοῦτο γὰρ ἦν ὄνομα τῷ πιστεύσαντι) lebetibus. Illi vero salvi, non secus atque aurum ex
Φώνησιν αὐτούς, ἔφη, τάχιον τῶν λεβήτων ἐπεξελ- fornace, repente emergentes accesseruntad impeθεῖν. Οἱ δὲ σῶοι καθάπερ ἐκ χωνεία; χρυσὸς εὐθὺς ralorem. Egregius autem Aphthonius, recenter
ἀναδύντες, τῷ βασιλεῖ παράστησαν. Ο μέντοι γεν- compactam fidem veluti confirmans: Notum tibi
νατο; Αφθόνιος, τὸ περὶ τὴν ἀσέβειαν νεοπαγές sit, inquit, o rex, quod Deum adoro, quem colunt
ὥσπερ ἐπικρατύνων. Γνωστὸν ἔστω συι, βασιλεύ, Christiani, et ei soli servio, et me his sanctis adἔφη, ὅτι τὸν Θεὸν ὅν Χριστιανοι σέβουσι, προσκυνῶ, jungo. Ille autem magna ejus audacia et fiducia obκαὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύω, καὶ τούτοις ἐμαυτόν προς- stupefactus, bonis verbis et honorum promissis
τίθημι τοῖς ἁγίοις. Ὁ δὲ τὸ λίαν εὔτολμον αὐτοῦ eum conabatur potius inducere, dicens: Ego tibi
πεπαῤῥησιασμένον καταπλαγείς, θεραπείᾳ καὶ causa fui hujus mutationis, qui te tandiu reliqui in
τιμῶν ὑποσχέσεσιν ἐπαγαγέσθαι μαλλον αὐτὸν ἐπει- ea, in qua fuisti collocatus, militia, et non sum te
ράτο, Εγω σοι, λέγων, τῆς τοιαύτης μεταβολῆς majoribus dignatus honoribus; sed si quid bucusκατέστην αἴτιος, ἐπὶ πολύν ἤδη τὸν χρόνον ἐν ᾗ que defecimus, id jam implere studebimus. Nihil
τέταξαι στρατεία, καταλιπών, καὶ μη μειζόνων ergo veritus, dic libere, quasnam cupias dignitates,
ἐξιώσης τιμών· ἀλλ᾽ εἴ τι καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἐλλε- tuam enim petitionem nequaquam omnino renueλοίπαμεν, ἀναπληρώσαι σπουδάσομεν. Μηδὲν γοῦν mus. Christo autem recens electus miles, Desiὑποστειλάμενος, εἰπὲ τίνος τῶν ἀξιωμάτων ὀρέγῃ, dero, inquit, o rex, eam accipere militiam, quam
σ δὲν γὰρ τὸ παράπαν πρὸς τὴν αἴτησιν ἀνανεύσον ipse non potes præbere: sed solus rex immortalis,
μεν. Ο δὲ τοῦ Χριστοῦ νεόλεκτος στρατιώτης, qui scit etiam dona largiri immortalia. Cum ergo
Ἐμοὶ πάθος, εἶπεν, ὦ βασιλεῦ, στρατείαν λαβεῖν, ejus firmam et stabilem didicisset sententiam, eum
ἦν οὐκ αὐτὸς εἰ δυνατός παρασχεῖν, ἀλλ᾽ ὁ μόνος statim condamnat ut ei caput feriatur gladio, pro
ἀθάνατος βασιλεὺς, ὃς ἀθανάτους οἶδε καὶ τὰς δι- supplicio ea largitus, quæ erant ei maxime optanρεάς χαρίζεσθαι. Καταματων οὖν τῆς αὐτοῦ γνώ. “da. Qui cum lubenter eam accepisset sententiam:
μης, τὸ ἀῤῥαγές τε καὶ ἀπετάθετον, εὐθὺς αὐτῷ Ago tibi gratias, inquit, Domine, quod me servas,
τὸν διὰ ξίφως ἐπιψηφίζεται θάνατον, ἐν τιμωρίας qui sum indignus,propter magnam tuam et ineffaμέρει, τὰ εὐκταιότητα χαρισάμενος. ὃς ἡδέως bile:n misericordiam. Propterea anima mea te lauσφόδρα δεξάμενος τὴν ἀπόφασιν· Εὐχαριστῶ σοι, dabit, et nomnen sanctum tuum glorifcabit, nunc
εἶπεν, Κύριε, ὅτι ἀνάξιον ὄντα σώζεις με, διὰ τὸ el in sæcula. Amen.
πολύ σου καὶ ἀδιήγητον ἔλεος. Διὰ τοῦτο καὶ
ἅγιον, νῦν καὶ εἰς τὸν ἔπειτα αἰῶνα. Αμήν.
ἡ ψυχή μου πινέσε σε, καὶ τὸ ὄνομά σου δικάσει τὸ
ΙΒ΄. Εἶτε πρὸς τοὺς ἁγίους ἐπιστραφείς, Εγώ
μὲν ἤδη, κύριοί μου ποθούμενοι καἰδεσπόται, φησὶν, τὴν προκειμένην ὁδεύσων ἄπειμι. Δέομαι δὲ
τῆς συμπαθούς ὑμῶν καὶ φιλανθρώπου ψυχῇς, μή
μισικακήσαί μοι, τῶν εἰς ὑμᾶς ἔπραξα κελευόμενος, δεηθῆναι δὲ μᾶλλον ὑπὲρ ἐμοῦ τοῦ κοινοῦ δε
σπότου, εὐμενῶς μοι καὶ ἱλέως προσχεῖν, καὶ μὴ
χωρίσαι με τῆς ὑμῶν μερίους. Πρὸς ὃν οἱ ἅγιοι
μάρτυρες, Εὐθυμῶν, εἶπον, ἀδελφέ, τὴν μακαρίαν
ολόν πορεύουν μακάριος γὰρ εἰ τῆς ἀποδημίας,
ἀνθ' ὧν καὶ πρῶτος ἡμῶν τῇ ποθουμένῃ παραστήσῃ
Τριάδι, καὶ τοῦ σοῦ καμάτου λήψῃ τὰς ἀμοιβάς,
φωτὸς αἰωνίου καὶ ἀϊδίου δόξης καταξιούμενος.
Οθεν αὐτὸς μᾶλλον μέμνησο τῶν συνέθλων, καὶ
ὑπερεύχου τὸ λείπον τοῦ ἀγῶνος ἀνεμποδίστως
ἡμᾶς ἀνύσαντας, των αὐτῶν σοι βραβείων, καὶ τῆς
ἴσης ἀξιωθῆναι λήξεως. Ταῦτι τῶν ἁγίων εἰπόντων
περιχυθεῖς αὐτοῖς ὁ θεῖος ᾿Αφθόνιος, καὶ τοῖς αὐτῶν
τραχήλοις τό του πόθου δάκρυον ἐπιστάξας, ἠλέως
τὰ ἐκείνων μέλη κατασπασάμενος, τὴν ἐπὶ θάνατον
XII. Deinde ad sanctos conversus: Ego quidem.
inquit, ο domini mei dilecti, ingredior vitam mihi
propositam. Rogo autem vestram benignam et misericordem animam, ne recordemini eorum quæ
jussus in vos feci: potius vero pro me rogetis
communem Dominum, ut sit mihi clemens et propitius, et ne me separet a vestra portione. Cui
sancti martyres: Bono animo, dixerunt, o frater,
beatam vitain ingredere. Beatus eniin es propter
tuun decessum, quod primus nostrum sisteris corain oplala Trinitate, et tui laboris accipies remunerationes, aternam lucem consequens et gloriam sempiternam. Quocirca tu potius memento
tuoram sociorun, et præcare, ut cum quod superest certaminis perfecerimus, absque ullo impe
dimento eadem, quæ tu, præmia et eandem adipiscamur hæreditaten. Haec cum sancti dixissent,
eis divinus circumfusus Apthonius, cum et in
eorum colla desiderii efundisset lacrymas, et
jucunde illorum membra esset amplexus, duceba-
col. 23–24page 8 of 146
PG 116:23ἤγετο: Εἶτα τὸν ὡρισμένον τόπον καταλαβὼν τὴν μακαρίαν ἀποτέμνεται κεφαλὴν, καὶ τῷ Θεῷ τὴν ψυχήν παρατίθησιν. Οἱ δὲ παρατυχόντες Χριστιαν καθάπερ τινὶ θησαυρῷ προσδραμόντες, καὶ καθαραίς σινδόσι τὸ τίμιον αὐτοῦ λείψανον ἐνειλήσαντες, ἐν γλωσσοκόμῳ κατέθεντο, ἔτι καὶ τὴν τῶν συναθλητών αὐτοῦ τελείωσιν ἐκδεχόμενοι, ἵνα μείζονα τὸν πλού τον οὕτως έαυτοις θησαυρίσωσι. ΙΓ΄. Μετὰ ταῦτα, πρὸς τοὺς ἁγίους ὁ βασιλεὺς, Μὴ νομίσητε, φησίν, ὅτι καὶ ὑμῖν οὕτω σχεδιάσω τὸν θάνατον, οἷα δὴ καὶ τῷ κακῶς ἀπολομένῳ γέγον νεν ᾿Αφθονίῳ κατ' ολίγον γὰρ βασάνοις πικροτάταις, τὰς ὑμῶν ἀναλώσας σάρκας, οὕτω τὸν οἴκτιστον ὑμῖν ἐποίσω θάνατον. Ταῦτα εἰπὼν, κελεύει βοείας ένεχθῆναι θυλάκους, ἐν αὐτοῖ; τε τοὺς ἁγίους ἐμ βληθῆναι μάρτυρας, εἶτα τῷ ὕδατι ἀφεθῆναι. του τάχει πολλῷ γενομένων, ο μακάριος αὐτοῖς Αφθόνιος ἅμα λευχειμωνοῦσιν τρισὶν ἐπιφαίνεται, ὧν καὶ δυνάμει θείᾳ οἱ θύλακοι διαῤῥήγνυντι, τῇ χέρσῷ τε ὑπ' αὐτῶν ἀβλαβεῖς οἱ ἅγιοι παραδίδονται Επεὶ οὖν οὕτως ὤφθησαν τῷ τυράννω, δόξας ἐκεῖτα νος αὐτὸ κεκελευσμένον ὑπ' αὐτοῦ τελεσθῆναι, προς τὴν κατὰ τῶν δημίων εὐθὺς ἀνίστατο τιμωρίαν, καὶ ξίφει τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐκκοπῆναι διεκελεύσατυ τέσσαρες δὲ τὸν ἀριθμὸν ἦσαν· Εἶθ' οὕτως ἀντὶ τῶν ἁγίων αὐτοὺς τῷ βιθῷ τῆς θαλάσσης ἐναφεθῆναι. οὗ δὴ γενομένου τῇ θαλάσσῃ παραδιδόμενοι, Κύριε, τὰ πνεύματα ἡμῶν πρόσδεξαι, ἀνεβόων, καὶ τοῖς ἁγίοις σου μάρτυσι καὶ ἀναξίους ὄντας ἡμᾶς συναρίθμησον. Ο μέντοι θεομισὴς, καὶ αὐτόχρημα δεί μων Σαπώριος, τοὺς μακαρίους ἄνδρας, ᾿Ακίνδυνον φημί, Πηγάσιον καὶ τὸν ᾿Ανεμπόδιστον το δεσμωτηρίῳ κατακλεισθῆναι κελεύσας, αὐτὸς ἑαυτοῦ και λαστὴς ἦν βαρύτατος, ἀλύων ἐπὶ τοῖς παροῦσι καὶ πολλῷ ταράχῳ τὴν ψυχὴν κυμαινόμενος, καὶ μηδέ τροφῆς ὅλως μετασχεῖν ἀνεχόμενος. ΙΔ΄. Τούς οὖν ὑπ᾽ ἐκείνῳ τὰ πρῶτα φέροντας την καλάσας, Διατί με μόνον, εἶπε, καταλελοίπαπ κάμνειν ἐπὶ τοῖς προσκειμένοις: αὐτοὶ δὲ τὴν ἄπρα στον ἡσυχίαν ἔλεσθε, μηδὲν μήτε λόγῳ μήτε ἔργῳ ? μοι συναιρόμενοι; 'Αλλ᾽ εἰ μὲν καινόν τι καὶ ἀσύνηθες εἰσενεγκεῖν βουληθείην, εὐθὺς ὑμᾶς προσισταμένους ἔχω καὶ ἀντιπίπτοντας. Νυνί δὲ οὐχὶ κοινώ τινος παρεισαγομέςου, ἀλλὰ τοῦ πατρίου ἡμῶν δόγματος περιφρονουμένου καὶ καὶ διαπεσεῖν 217630 νεύοντος, και μηδεν ὑμῶν μηδὲ μέχει σχήματος ἀλγεῖν ἐκιόντος, ἀπορῶ τοῖς ὅλοι; καὶ Ἀποπνίγομαι. Πρὸς ταῦτα ᾿Ελπιδιφόρος πρώτως ὢν τό συγκλήτου βουλῆς, καὶ τῆς Ἰησοῦ πίστεως διάπυρος ἐραστὴς, καὶ τὸ ὅλον Νικόδημος τις καὶ μαθη της Χριστοῦ κεκρυμμένος, Καὶ τί φησὶ, ἡμεῖς ἐπὶ τούτους συναράσσειν σοι δυνάμεθα, βασιλεῦ; οὐ ? γὰρ δεῖταί σου το κράτος ἡμῶν, πείρᾳ τε τῶν πάντ των διαφέρον, καὶ τῇ βουλήσει τὴν δύναμιν ἀκό λουθον ἔχον. Τὸ δὲ τῶν τιμωρητικών οργάδων εὐπόριστον, ἑτοίμην σοι καὶ τὴν περὶ τῶν πρα κτέων σκήψιν σαφῶς ὑποστίθησιν. Ο τύραννος αὖθις φησί, Τί δαὶ καὶ μόνος ἐγὼ τῶν ἀνοσίων τούτω,tur ad mortem. Deinde cum ad locum pervenisset a ἤγετο: Εἶτα τὸν ὡρισμένον τόπον καταλαβὼν τὴν
definitum, beatum caput ei amputatur, et apud
Deum beatam deponit animam. Qui autem forte
aderant Christiani, cum veluti ad quemdam thesaurum accurrissent, et mundis sindonibus pretiosas ejus reliquias involvissent, in loculo deposuerunt, consummationem sociorum ejus adhuc exspectantes, ut majores divitias sic sibi reconderent.
XIII. Post hac sanctis dicit rex: Ne existimetis,
inquit, me vobis æque levem ac facilem mortem
allaturum, alque male perdendo Aphthonio. Nam
paulatim acerbissimis tormentis carnes vestras
consumens, miserabilem vobis mortem afferam.
Hæc cum dixisset, bubulos jubet afferri culeos,
et sanctos in eos injici martyres, deinde in aquam g
immitti. Hoc autem cum factum esset maxima celeritate, eis beatus apparet Aphthonius simul cum
tribus, indulis candidis vestibus, quorum divina
virtute disrumpuntur culei, et terre illaesi redduntur ab eis martyres. Cumn sic ergo conspecti
fuissent a tyranno, arbitrans ille non fuisse factum, quod ipse jusserat, statim surrexit ad sunplicium sumendum de lictoribus, et statim jussit
eorum manus amputari gladio; erant autem quatuor numero. Deinde eos sic pro sanctis immitti
in profundum maris. Quod quidem cum fieret, et
mari traderentur, exclamabant: Domine, excipe
nostros spiritus, et cum sanctis tuis martyribus
nos etsi simus indigni, connumera. Deo autem
invisus et plane dæmon Saporius, cum statim
beatos viros, Acindynum, inquam, et Pegasium, et "
Anempodistum jussisset includi in carcere, ipse
seipsum gravissime cruciabal, anxius propter res
prasentes, et magnis animi fluctibus agilatus et
nec cibum quidem omnino sumere sustinens.
μακαρίαν ἀποτέμνεται κεφαλὴν, καὶ τῷ Θεῷ τὴν
ψυχήν παρατίθησιν. Οἱ δὲ παρατυχόντες Χριστιαν
καθάπερ τινὶ θησαυρῷ προσδραμόντες, καὶ καθαραίς
σινδόσι τὸ τίμιον αὐτοῦ λείψανον ἐνειλήσαντες, ἐν
γλωσσοκόμῳ κατέθεντο, ἔτι καὶ τὴν τῶν συναθλητών
αὐτοῦ τελείωσιν ἐκδεχόμενοι, ἵνα μείζονα τὸν πλού
τον οὕτως έαυτοις θησαυρίσωσι.
ΙΓ΄. Μετὰ ταῦτα, πρὸς τοὺς ἁγίους ὁ βασιλεὺς,
Μὴ νομίσητε, φησίν, ὅτι καὶ ὑμῖν οὕτω σχεδιάσω
τὸν θάνατον, οἷα δὴ καὶ τῷ κακῶς ἀπολομένῳ γέγον
νεν ᾿Αφθονίῳ κατ' ολίγον γὰρ βασάνοις πικροτάταις,
τὰς ὑμῶν ἀναλώσας σάρκας, οὕτω τὸν οἴκτιστον
ὑμῖν ἐποίσω θάνατον. Ταῦτα εἰπὼν, κελεύει βοείας
ένεχθῆναι θυλάκους, ἐν αὐτοῖ; τε τοὺς ἁγίους ἐμβληθῆναι μάρτυρας, εἶτα τῷ ὕδατι ἀφεθῆναι. T:úτου τάχει πολλῷ γενομένων, ο μακάριος αὐτοῖς
Αφθόνιος ἅμα λευχειμωνοῦσιν τρισὶν ἐπιφαίνεται,
ὧν καὶ δυνάμει θείᾳ οἱ θύλακοι διαῤῥήγνυντι, τῇ
χέρσῷ τε ὑπ' αὐτῶν ἀβλαβεῖς οἱ ἅγιοι παραδίδονται·
Επεὶ οὖν οὕτως ὤφθησαν τῷ τυράννω, δόξας ἐκεῖτα
νος αὐτὸ κεκελευσμένον ὑπ' αὐτοῦ τελεσθῆναι, προς
τὴν κατὰ τῶν δημίων εὐθὺς ἀνίστατο τιμωρίαν, καὶ
ξίφει τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐκκοπῆναι διεκελεύσατυ·
τέσσαρες δὲ τὸν ἀριθμὸν ἦσαν· Εἶθ' οὕτως ἀντὶ τῶν
ἁγίων αὐτοὺς τῷ βιθῷ τῆς θαλάσσης ἐναφεθῆναι.
οὗ δὴ γενομένου τῇ θαλάσσῃ παραδιδόμενοι, Κύριε,
τὰ πνεύματα ἡμῶν πρόσδεξαι, ἀνεβόων, καὶ τοῖς
ἁγίοις σου μάρτυσι καὶ ἀναξίους ὄντας ἡμᾶς συνα
ρίθμησον. Ο μέντοι θεομισὴς, καὶ αὐτόχρημα δεί
μων Σαπώριος, τοὺς μακαρίους ἄνδρας, ᾿Ακίνδυνον
φημί, Πηγάσιον καὶ τὸν ᾿Ανεμπόδιστον το δεσμω
τηρίῳ κατακλεισθῆναι κελεύσας, αὐτὸς ἑαυτοῦ και
λαστὴς ἦν βαρύτατος, ἀλύων ἐπὶ τοῖς παροῦσι καὶ
πολλῷ ταράχῳ τὴν ψυχὴν κυμαινόμενος, καὶ μηδέ
τροφῆς ὅλως μετασχεῖν ἀνεχόμενος.
XIV. Iis ergo, qui primas partes apud eum obΙΔ΄. Τούς οὖν ὑπ᾽ ἐκείνῳ τὰ πρῶτα φέροντας την
tinebant, convocatis: Cur me solum inquit, reli- καλάσας, Διατί με μόνον, εἶπε, καταλελοίπαπ
quistis in liis, quæ sunt proposita, laborare: ipsi κάμνειν ἐπὶ τοῖς προσκειμένοις: αὐτοὶ δὲ τὴν ἄπραautem otiosum delegistis silentium, nec verbo, στον ἡσυχίαν ἔλεσθε, μηδὲν μήτε λόγῳ μήτε ἔργῳ
nec facto ullam opem mihi ferentes? Sed si μοι συναιρόμενοι; 'Αλλ᾽ εἰ μὲν καινόν τι καὶ ἀσύaliquid quidem novi et insoliti velim afferre, vos νηθες εἰσενεγκεῖν βουληθείην, εὐθὺς ὑμᾶς προσισταstatim habeo resistentes et reluctantes. Nunc au- μένους ἔχω καὶ ἀντιπίπτοντας. Νυνί δὲ οὐχὶ κοινώ
tem cum nihil novi introducatur, sed patrium no- τινος παρεισαγομέςου, ἀλλὰ τοῦ πατρίου ἡμῶν
strum dogma despiciatur et ne cadat veniat in δόγματος περιφρονουμένου καὶ
καὶ διαπεσεῖν 217630
periculum, et nulli vestrum veniat in inenten, ne – νεύοντος, και μηδεν ὑμῶν μηδὲ μέχει σχήματος
vultu quidem dolorem præ se ferre, de sumnia rei ἀλγεῖν ἐκιόντος, ἀπορῶ τοῖς ὅλοι; καὶ ἀποπνίγοplane venio in dubium, et merore enecor. Ad hæc μαι. Πρὸς ταῦτα ᾿Ελπιδιφόρος πρώτως ὢν τό
Elpidephorus, qui tunc erat primnus senatus, et συγκλήτου βουλῆς, καὶ τῆς Ἰησοῦ πίστεως διάπυ
fidei Christi ardens amator, et ad summam qui- ρος ἐραστὴς, καὶ τὸ ὅλον Νικόδημος τις καὶ μαθη
dam Nicodemus, et Christi occultus discipulus: Εt της Χριστοῦ κεκρυμμένος, Καὶ τί φησὶ, ἡμεῖς ἐπὶ
quam tibi, inquit, o rex, hac in re opem ferre τούτους συναράσσειν σοι δυνάμεθα, βασιλεῦ; οὐ
possumus? Neque enim potentia tua nobis in- γὰρ δεῖταί σου το κράτος ἡμῶν, πείρᾳ τε τῶν πάντ
digel, quæ rerum experientia omnibus antecellit, των διαφέρον, καὶ τῇ βουλήσει τὴν δύναμιν ἀκόet habes potestatemn voluntati consequentem. λουθον ἔχον. Τὸ δὲ τῶν τιμωρητικών οργάδων
Copia autem instrumentorum, quæ sunt compa- εὐπόριστον, ἑτοίμην σοι καὶ τὴν περὶ τῶν πραrata ad torquendum, eorum quæ sunt facienda, κτέων σκήψιν σαφῶς ὑποστίθησιν. Ο τύραννος αὖθις
aperte suggerit tibi deliberationem. Rursus dicit φησί, Τί δαὶ καὶ μόνος ἐγὼ τῶν ἀνοσίων τούτω,
col. 25–26page 9 of 146
PG 116:25καθυλακτεῖν δύναται; Καὶ ὁ ἅγιος Εἴπερ οὖν ἐργῶ-:? δές σοι τοῦτο δοκεῖ, ἀπεκρίνατο, ἔκ πορεύεσθαι τούτους, τῷ θελήματι τῷ οἰκείῳ. Ο δέ γε πάντα δεινὸς Σαπώριος" Αλλ' ὅσον ἐκ τῶν λόγων τῶν τῶν ὑπονοεῖν δίδως, φησὶν, ἐκείνοις μᾶλλον φαίνει προσκείμενος, ήπερ ἡμῖν. Κοινῇ γάρ μοι πρός πάντας ποιουμένῳ τοὺς λόγους, αὐτοὺς μόνος ἀποδίδως τὰς ἀποκρίσεις, καὶ ἀτιμωρήτους ἀφιένοι τοὺς ἀνοσίους ὑπος θης. Ως ΙΕ΄. Τούνων οὕτως μεθ᾽ ὑπονοίας ῥηθέντων τῷ Σαπαρίμ, ὁ μακαριος Ελπιδεφόρος, Επειδή πρώ τῆς εἰμι τῆς συγκλήτου βουλῆς, ἔφη, εἰκότως μοι καὶ τῶν ἀποκρίσεων οὗτοι παραχωρούσι, Πλὴν ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ λεγέτωσαν ὅπερ ἂν ἑκάστῳ παριστάμενον ᾖ, ἐπεὶ καὶ τ᾿ ἀληθῆ βούλει πάντως ἀκούειν, ὦ βασιλεῦ. Εἰς δέ τις τῶν συγκλητικών, θεία χάριτι τὴν ψυχὴν διαφωτισθείς, καὶ τί τοῖς ἀληθείαις θαυμαστόν, εἶπεν, ὦ βασιλεῦ, εἰ καὶ τῆς συγκλήτου πρωτευόντι τῷ Ελπιδιφόρου, καὶ μηδ' ἀσύνετόν τι, μηδ' ἀπρεπὲς ἀποκρινομένῳ τοῦ λέγειν παραχωροῦμεν ἡμεῖς; Ὁ δὲ βασιλεύς φωράσας τὸ πρὸς ἀλήθειαν δι, Οὐκ ὀρθῶς ἔχουσαν, εἶπε, τὴν ὑμῶν διάνοιαν, περὶ τὸ ἡμέτερον κράτος ὁρῶ, Φιλόλογος δέ τις ὄνομα, τὴν ἡλικίαν νεώτερος, τον νουν οξύ τατος, τὸν ζῆλον θερμότατος βασιλεῦ, ἔφησεν, ἡ μάτην ενσκήψατα πονηρὰ καθ᾿ ἡμῶν ὑπόνοια τῇ ψυχῇ σου, οὐκ εἰς ἀγαθὸν ἡμῖν καταλήξει πέρας. Πλήρης γὰρ ὑποψίας εἰ ἀπώλειαν καταγνώναι παν των διανοούμενος. Ὁ δὲ τύραννος ἐπὶ τῇ ἀθρόᾳ τοῦ Φιλολόγου παρρησίᾳ θυμου τὴν ψυχὴν ἀναπλησθεὶς Τίς γάρ σε καὶ ἤρετο, φησίν, ἵν᾿ οὕτως ἀπό τομον τὴν ἀπόκρισιν τῷς; Πρὸς ταῦτα ὁ γεννάδας ἐκεῖνος, μὴ τὸν τοῦ τυράννου θυμὸν ὑπολογισάμs νος, μὴ τῆς ἐξουσίας φροντίδα θέμενος· Τί δὲ ἡνίκα τ᾿ ἀληθὲς ἐξείποι τις, βασιλεῦ, εἴρηκε, καὶ σὲ δεήσει παραυτίκα χολᾷν; Εἶτα καὶ πρὸς τοὺς παρεστηκός της συγκλητικοὺς ἀπιδών, Μὲ τὴν σωτηρίαν, ἔφη, πάντων ὑμῶν, οὐδὲν δεῖ τοιούτῳ ἀνδρὶ ἀποκρίνεσθαι. Ποῦ γὰρ ἂν καὶ ὕληθῆ λόγον μανίας δέξαιτο μεπληρωμένη ψυχή; Ἐπὶ τούτοις ὁ τύραννος θυμοῦ κατὰ τὴν ὁμοίωσιν, ὡς Δαυί ὁ θεῖος φησί, τοῦ ὄφεως, στρατιώτας στῆναι πρὸ τῶν θυρῶν ἐρκελεύεται, ὥστε τοὺς ἀντιλέγοντας αὐτῷ, καὶ πρῶτον γε πάνε των Ελπιδιφόρον ξίφει διαχειρίσασθαι. Καλλίστρατος δὲ τις φίλος ὢν τῷ βασιλεῖ ἐς τὰ μάλιστα τῷ αὐτῷ περιφὺς τραχήλῳ, τὴν ὀργὴν ἐπισχεῖν ἐλιπάρει, και σύμπαντες δὲ παῤῥησιοσάμενοι Αθλιώ τατε βασιλέων, εἶπον, εἴσή νῦν ἀκριβῶ:, ὡς οὐχ όμοιά του φρονοῦμεν ἡμεῖς οὐδὲ ἀσεβείας ἐπίσης ἀντιποιούμεθα· καὶ ταῦτα εἰπόντες ἐξήεσαν οὕτω καταλιπόντες αὐτόν. Αλλ' ἐκεῖνος νὺξ ὧν καὶ τὸ σύμπαν σκότους υἱὸς τὴν νύκτα ἔσχε πρὸς τὰ πονη ρότατα συνεργούσαν, καὶ ἅμα φωτί, καθίσας ἐπὶ του βήματος, τρεῖς κελεύει βάθρους διορυγήναι, θηρία τε καὶ ἑρπετὰ τούτοις ἐναρεθῆναι καὶ τοὺς περὶ τὸν ἅγιον ᾿Ακίνδυνον ἐμβληθῆναι. 15΄. Ἐπεὶ οὖν ἐκεῖσε τοὺς ἁγίους καθήκαν, ο Θεός, ὁ Θεός ἡμῶν οἱ μάρτυρες πρός σε ορθρίζομεν, ἔψαλλον· ἐδίψησε σε ἡ ψυχὴ ἡμῶν, εδίψησε σε τὸν οMARTYRIUM S ACINDYNI ET SOCIORUM.
καθυλακτεῖν δύναται; Καὶ ὁ ἅγιος Εἴπερ οὖν ἐργῶ- tyrannus: Quid vero? Egore solus possum laδές σοι
τοῦτο δοκεῖ, ἀπεκρίνατο, ἔκ πορεύεσθαι trare adversus hos impios? Sanctus vero responτούτους, τῷ θελήματι τῷ οἰκείῳ. Ο δέ γε πάντα dit: Si hoc tibi videtur operosum ac difficile, sine,
δεινὸς Σαπώριος" Αλλ' ὅσον ἐκ τῶν λόγων τῶν inquit eos sua abire voluntate. Inmanissimus
τῶν ὑπονοεῖν δίδως, φησὶν, ἐκείνοις μᾶλλον φαίνει vero Sapores: Sed quantum, inquit, das ex tuis
προσκείμενος, ήπερ ἡμῖν. Κοινῇ γάρ μοι πρός verbis conjiciendum, videris illis potius, quam noπάντας ποιουμένῳ τοὺς λόγους, αὐτοὺς μόνος ἀποδί- bis, adhaerere. Nam mihi verba communiter adl
δως τὰς ἀποκρίσεις, καὶ ἀτιμωρήτους ἀφιένοι τοὺς omnes facienti, ipse solus das responsa, et sugἀνοσίους ὑπος θης.
geris, ut impios relinquam impunitos.
Ως
ΙΕ΄. Τούνων οὕτως μεθ᾽ ὑπονοίας ῥηθέντων τῷ
Σαπαρίμ, ὁ μακαριος Ελπιδεφόρος, Επειδή πρώτῆς εἰμι τῆς συγκλήτου βουλῆς, ἔφη, εἰκότως μοι
καὶ τῶν ἀποκρίσεων οὗτοι παραχωρούσι, Πλὴν ἀλλὰ
καὶ αὐτοὶ λεγέτωσαν ὅπερ ἂν ἑκάστῳ παριστάμενον ᾖ, ἐπεὶ καὶ τ᾿ ἀληθῆ βούλει πάντως ἀκούειν, ὦ
βασιλεῦ. Εἰς δέ τις τῶν συγκλητικών, θεία χάριτι
τὴν ψυχὴν διαφωτισθείς, καὶ τί τοῖς ἀληθείαις
θαυμαστόν, εἶπεν, ὦ βασιλεῦ, εἰ καὶ τῆς συγκλήτου
πρωτευόντι τῷ Ελπιδιφόρου, καὶ μηδ' ἀσύνετόν τι,
μηδ' ἀπρεπὲς ἀποκρινομένῳ τοῦ λέγειν παραχω·
ροῦμεν ἡμεῖς; Ὁ δὲ βασιλεύς φωράσας τὸ πρὸς
ἀλήθειαν δι, Οὐκ ὀρθῶς ἔχουσαν, εἶπε, τὴν ὑμῶν
διάνοιαν, περὶ τὸ ἡμέτερον κράτος ὁρῶ, Φιλόλογος
δέ τις ὄνομα, τὴν ἡλικίαν νεώτερος, τον νουν οξύτατος, τὸν ζῆλον θερμότατος βασιλεῦ, ἔφησεν,
ἡ μάτην ενσκήψατα πονηρὰ καθ᾿ ἡμῶν ὑπόνοια τῇ
ψυχῇ σου, οὐκ εἰς ἀγαθὸν ἡμῖν καταλήξει πέρας.
Πλήρης γὰρ ὑποψίας εἰ ἀπώλειαν καταγνώναι παν
των διανοούμενος. Ὁ δὲ τύραννος ἐπὶ τῇ ἀθρόᾳ
τοῦ Φιλολόγου παρρησίᾳ θυμου τὴν ψυχὴν ἀναπλησθείς Τίς γάρ σε καὶ ἤρετο, φησίν, ἵν᾿ οὕτως ἀπότομον τὴν ἀπόκρισιν τῷς; Πρὸς ταῦτα ὁ γεννάδας
ἐκεῖνος, μὴ τὸν τοῦ τυράννου θυμὸν ὑπολογισάμsνος, μὴ τῆς ἐξουσίας φροντίδα θέμενος· Τί δὲ ἡνίκα
τ᾿ ἀληθὲς ἐξείποι τις, βασιλεῦ, εἴρηκε, καὶ σὲ δεήσει
παραυτίκα χολᾷν; Εἶτα καὶ πρὸς τοὺς παρεστηκός
της συγκλητικοὺς ἀπιδών, Μὲ τὴν σωτηρίαν, ἔφη,
πάντων ὑμῶν, οὐδὲν δεῖ τοιούτῳ ἀνδρὶ ἀποκρίνεσθαι. Ποῦ γὰρ ἂν καὶ ὕληθῆ λόγον μανίας δέξαιτο
μεπληρωμένη ψυχή; Ἐπὶ τούτοις ὁ τύραννος θυμοῦ
κατὰ τὴν ὁμοίωσιν, ὡς Δαυί ὁ θεῖος φησί, τοῦ ὄφεως,
στρατιώτας στῆναι πρὸ τῶν θυρῶν ἐρκελεύεται,
ὥστε τοὺς ἀντιλέγοντας αὐτῷ, καὶ πρῶτον γε πάνε
των Ελπιδιφόρον ξίφει διαχειρίσασθαι. Καλλίστρατος δὲ τις φίλος ὢν τῷ βασιλεῖ ἐς τὰ μάλιστα τῷ
αὐτῷ περιφὺς τραχήλῳ, τὴν ὀργὴν ἐπισχεῖν ἐλιπάρει, και σύμπαντες δὲ παῤῥησιοσάμενοι Αθλιώτατε βασιλέων, εἶπον, εἴσή νῦν ἀκριβῶ:, ὡς οὐχ
όμοιά του φρονοῦμεν ἡμεῖς οὐδὲ ἀσεβείας ἐπίσης
ἀντιποιούμεθα· καὶ ταῦτα εἰπόντες ἐξήεσαν οὕτω
καταλιπόντες αὐτόν. Αλλ' ἐκεῖνος νὺξ ὧν καὶ τὸ
σύμπαν σκότους υἱὸς τὴν νύκτα ἔσχε πρὸς τὰ πονηρότατα συνεργούσαν, καὶ ἅμα φωτί, καθίσας ἐπὶ
του βήματος, τρεῖς κελεύει βάθρους διορυγήναι,
θηρία τε καὶ ἑρπετὰ τούτοις ἐναρεθῆναι καὶ τοὺς
περὶ τὸν ἅγιον ᾿Ακίνδυνον ἐμβληθῆναι.
15΄. Ἐπεὶ οὖν ἐκεῖσε τοὺς ἁγίους καθήκαν, ο
Θεός, ὁ Θεός ἡμῶν οἱ μάρτυρες πρός σε ορθρίζομεν,
ἔψαλλον· ἐδίψησε σε ἡ ψυχὴ ἡμῶν, εδίψησε σε τὸν
XV. His sic a Saporio dictis cam suspicione,
beatus Elpidephorus: Quoniam sum, inquit, princeps senatus, hi mihi merito concedunt primum
dicendi locum. Sel ii quoque dicant, quod videtur
unicuique, quoniam vis, o rex, omnino verum
audire Quidam autem unus ex senatoribus, habens animam divina gratia illuminatamn: Quid
revera mirum est, inquit, o rex, si Elpidephoro,
qui est princeps senatus, et nihil insipiens respondet aut in lecorum, nos discere concedimus?
Rex autem cum id, quod erat, revera deprehendisset: Video, inquit, vestram mentem non recte
affectam in nostram potentiam. Quidam vero,
nomine Philologus, ætale junior, ingenio acutissimo. zelo arulentissimus: O rex, inquit, mala,
quæ tuum animum de nobis invasit, conjectura
non nobis in bonum exitum desinet. Es enim pienus suspicione, ut qui cogites omnibus tua condamnatione afferre exitium. Tyrannus autem ira
repletus propter repentinam Philologi loquenti
libertatem: Quis, inquit, te delegit ut dares lam
αduram et asperam sententiam? Ad hac vir ille
egregius, non iram tyranni reveritus, nec de ejus
potestate sollicitus: Quid vero, quando verum
dixerit quispiam, o rex, tene oportebit illico
irasci? Deinde etiam intuens? I omnes qui aderant, senatores: Per salutem, inquit, vestrum
omnium, tali viro nihil oportet respondere. Quomodo enim veram acciet ora'ionem, quae furore
re lela est, anima? Propter hac lyraunus ira repletus, ira, inquam. ad similitudinem serpentis,
ut dicit divinus Davidl, milites jubet stare pro
foribus, ut eos, qui ei repugnabant, et primum
omnium Elpidephorum ense conficerent. Quidam
aulem Callistratus, cum esset regi amicissimus,
eum collo amplexus, orabat ut iram reprimeret.
Οmnes vero simnul libere loquentes: Miserrime regum, dicebant, pulchre scies nos non calem, quæ
tu, sentire, neque similiter tueri impietatein. Εt
hæc cum dixissent, exierunt eo sic relicto. Sed
ille, cum esset nex, et ad summar filius tenebra
rum, habuit no tem opem ferentem rebus pessimis, et cum primum ilixisset, sedens pro tribunali jubet tres fussas effodi, et in eas immiti
bestias et serpentes, et sanctum Acindynum cum
suis in eas injici.
XVI. Postquam ergo sanctos eo imnississent:
ο Deus, Deus noster, adl te de luce vigilamus, psal
lebant martyres. Sitivit te anima nostra, sitivit
col. 27–28page 10 of 146
PG 116:27Θεὸν ζῶντα καὶ ξεχυρον. ᾿Αλλὰ σὺ ποίησον μεθ' ἡμῶν κατὰ τὴν σὴν ἐπιείκειαν, καὶ ἀνάγαγε ἡμᾶς ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας· ὅτι τὸ ἔλεός σου χρηστόν, καὶ ἡ ἀγαθότης ἀνείκαστος. Αμα δὲ τῇ εὐχῆ, λαμπροφοροῦντες ἐπέστησαν ἄγγελοι, οἷα τισι σιδηρας ῥάβδοις τοὺς θῆρας ἀποτοβοῦντες, ἑκάστου τε τῶν ἁγίων λαβόμενοι τῆς χειρὸς ἀβλαβεῖς τῶν βόθρων ἐξῆγον. ᾿Αλλ' ὁ βασιλεὺς, δέον πάλιν συνεῖναι τὴν Χριστοῦ δύναμιν καὶ παύσασθαι ποτε ἀνηνύτοις ἐπιχειρεῖν, ὁ δὲ ἐκέλευσε τοὺς ἁγίους αὖθις κρε μασθέντας ξέεσθαι. ὡς δὲ ἐπὶ πολλαῖς ταῖς ὥραις της σάρκας τεμνομένας έωρα, καὶ ψυχῇ γενναία πρὸς τοὺς ἀγῶνας ἀντέχοντας, καθαιρεθῆναι τῶν ξύλων κελεύει, καὶ τὰς κεφαλὰς ἐκτμηθῆναι, "Εκαμνε γὰρ αὐτὸς μᾶλλον ἐπάγων τὰς τιμωρίας, ἡ οἱ μάρ τυρες υπομένειν τὰ ἐπαγόμενα, καὶ νενίκηκεν ὑπο ερβελη γενναιότητος, ωμότητος ἀμετρίαν. ᾿Απαγο μένον δὲ ἤδη τὴν ἐπὶ θάνατον οἱ παρ' αὐτῶν φω τισθέντες εἰς θεοσέβειαν σὺν ἀμα καὶ τῇ συγκλήτῳ, ; ᾿Αφίετε ἡμᾶς, ἔλεγον, οἱ τῆς εὐσεβείας διδάσκαλοι, ἐπὶ καθέδρα λοιμῶν ἐν μέσῳ Ἐκκλησίας μονηρευο μένων, μηπω πρὸς μέτρον τῆς ἐν Χριστῷ φθάσαντας ηλικίας. Οἱ δὲ μακάριοι πρὸς αὐτοὺς ἀπεκρίναντο, Ο διδάσκων ἄνθρωπον··νῶσιν Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ φωτισμὸς τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, αὐτός ὑμᾶς φωτιες τε καὶ συνετιες, καὶ τῷ θεμελίῳ ἑδρά σει τῆς αὐτοῦ πίστεως ο ᾿Ανηνέχθη ταῦτα τῷ βασιλεῖ, καὶ ὡς ὄχλος ἱκανὸ; ἔποιτο τοῖς ἁγίοις ἀπείργων αὐτῶν τὴν σφαγήν. Ο δὲ στίφος στρατιωτῶν ἐξαυτῆς, κατὰ τῶν ἑπομέν νων, τοῖς ἁγίοις ἐκπέμπει, ἀποσοβῆσαι τούτους κεκελευσμένον. Αλλ' οἱ γενναῖοι ἐκεῖνοι καὶ μέχριτέλους πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἐγνωκότες ἀντικαθίστασθαι, παρ᾽ οὐδὲν τοῦτο θέμενοι, τοῖς ἁγίοις; μᾶλλον είλοντο συναποθανείν. ἂν τὴν ἔνστασιν ὁ τύραννος αὖθις αναμαθών, ἐκέλευσε τοῖς ἁγίοις ἅπαντες συγκατασφαγήναι, προφασιν τῆς πρὸς τὸ ἀναιρεῖ, ανθρώπους ἐπιθυμίας, τὸ φιλευσεβὲς αὐτῶν ποιη σάμενος. Υποβληθεὶς δὲ ὑπό τινων οἷς ζῆλος περὶ τὰ εἴδωλα ἦν ὡς ἡ σύκλητος αἰτία γένοιτο τῶν τοσούτων κακῶν, τὸν μακάριον Ελπιδιφόρων ἀχθῆναι προστάττει ἅτε τὰς πρώτας φέροντα παρὰ ταύτῃ τιμάς. Ο δὲ πρὸς τοὺς ἀηττήτους ἐπιστραφείς μάρτυρας, οπω τελειωθέντας, εὔξασθε εἶπεν ὑπὲρ ἐμου Πατέρες ἐν πνεύματι, οἱ ἐμοὶ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως οδηγοί ὥστε κἀμὲ τῆς ὑμῶν συνοδίας μὴ έκπεσεῖν. Πρὸς ὃν οἱ ἅγιοι· Θάρσει, ἔφησαν, ἀδελφὲ, θάρσει, καὶ μὴ ἀθύμει· προηγήσῃ γὰρ ἡμῶν πρώτ τος τῷ οὐρανίῳ Δεσπότῃ παραστησάμενος. Ασπασά. μενος οὖν αὐτοὺς, πρὸς τὸν τύραννον ἤγετο, συνείποντο δὲ αὐτῷ καὶ ἔτεροι τρεῖς τῆς αὐτῆς ἐχόμενοι γνώμης καὶ προαιρέσεως. ΙΒ'. Ο δὲ τύραννος Τί πεπόνθατε, φησίν, ἀνόητοι, τῆς μὲν πατρώας τῶν θεών θρησκείας ἀφέμενοι τοῖς ἀπατεῶσι δὲ τούτοις προσκολληθέντες; ἀλλ᾽ εἰ μὴ τάχιον ἀνανήψαντες ἐπιλάβοισθε τῶν προτέρων,Deum vivum et fortem. Sed tu fac nobiscum Θεὸν ζῶντα καὶ ξεχυρον. ᾿Αλλὰ σὺ ποίησον μεθ'
convenienter tuæ mansuetudini, et educ nos de ἡμῶν κατὰ τὴν σὴν ἐπιείκειαν, καὶ ἀνάγαγε ἡμᾶς
lacu miseris. Quoniam benigna est misericordia ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας· ὅτι τὸ ἔλεός σου χρηστόν,
tua, et bonitas quæ non potest expriri 8.» Interim καὶ ἡ ἀγαθότης ἀνείκαστος. Αμα δὲ τῇ εὐχῆ, λαμautem dum precarentur, splendidi accesserunt προφοροῦντες ἐπέστησαν ἄγγελοι, οἷα τισι σιδηρας
angeli, veluti quibusdam virgis ferreis bestias ῥάβδοις τοὺς θῆρας ἀποτοβοῦντες, ἑκάστου τε τῶν
abigentes, et unumquemque e sanctis manu acci- ἁγίων λαβόμενοι τῆς χειρὸς ἀβλαβεῖς τῶν βόθρων
pientes, eos illaesos e fossis eduxerunt. Sed rex ἐξῆγον. ᾿Αλλ' ὁ βασιλεὺς, δέον πάλιν συνεῖναι τὴν
cum oporteret rursus Christi intelligere poten- Χριστοῦ δύναμιν καὶ παύσασθαι ποτε ἀνηνύτοις
tiam, et cessare aliquando aggredi, quæ non pos- ἐπιχειρεῖν, ὁ δὲ ἐκέλευσε τοὺς ἁγίους αὖθις κρε
sunt elici, ille jussit sanctos rursus suspensos μασθέντας ξέεσθαι. ὡς δὲ ἐπὶ πολλαῖς ταῖς ὥραις
cadi. Cum autem vidisset eorum carnes multis της σάρκας τεμνομένας έωρα, καὶ ψυχῇ γενναία
horis conscindi, fortique et generoso animo resi- πρὸς τοὺς ἀγῶνας ἀντέχοντας, καθαιρεθῆναι τῶν
stere certaminibus, jubet eos e lignis deponi, et ξύλων κελεύει, καὶ τὰς κεφαλὰς ἐκτμηθῆναι, "Εκαμνε
eis capita amputari. Ipse enim magis erat defessus γὰρ αὐτὸς μᾶλλον ἐπάγων τὰς τιμωρίας, ἡ οἱ μάρ
intentans supplicia, quam martyres sustinentes g τυρες υπομένειν τὰ ἐπαγόμενα, καὶ νενίκηκεν ὑπο
ea, quæ intentabantur: et summa fortitudine vi- ερβελη γενναιότητος, ωμότητος ἀμετρίαν. ᾿Απαγοcerunt illi infinitam crudelitatem. Cum jam autem μένον δὲ ἤδη τὴν ἐπὶ θάνατον οἱ παρ' αὐτῶν φω
ad mortem abducerentur, qui ab eis illuminati τισθέντες εἰς θεοσέβειαν σὺν ἀμα καὶ τῇ συγκλήτῳ,
fuerant ad pietatem, simul cum senatu; Dimittitis ᾿Αφίετε ἡμᾶς, ἔλεγον, οἱ τῆς εὐσεβείας διδάσκαλοι,
nos, dicebant, o doctores pietatis, super cathedram ἐπὶ καθέδρα λοιμῶν ἐν μέσῳ Ἐκκλησίας μονηρευο·
pestilentia, in medio Ecclesiæ malignantium, cum μένων, μηπω πρὸς μέτρον τῆς ἐν Χριστῷ φθάσανad mensuram alatis in Christo nondum pervene- τας ηλικίας. Οἱ δὲ μακάριοι πρὸς αὐτοὺς ἀπεκρί
rimus. Beati autem illi eis responderunt: Qui do ναντο, Ο διδάσκων ἄνθρωπον··νῶσιν Χριστὸς ὁ Θεὸς
cet hominem scientiam Christus Deus noster, qui ἡμῶν ὁ φωτισμὸς τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, αὐτός
est illuminatio animnarum nostrarum, ipse vos il- ὑμᾶς φωτιες τε καὶ συνετιες, καὶ τῷ θεμελίῳ ἑδρά
luminabit et reddet intelligentes, firmosque faciet σει τῆς αὐτοῦ πίστεως;
et stabiles fundamento suæ fidei.
XVII. Relata sunt hæc regi: et quod magna
multitudo sequeretur sanctos, eorum cædes prohibens. Ille autem statim emittit catervam militum in eos, qui sequebantur sanctos, cui jussum &
fuerat ut eos expelleret, sed egregii illi viri, qui
ad finem usque statuerant resistere peccato, hoc
nihil facientes, maluerunt potius mori cum sanctis. Quorum constantiam cum tyrannus rursus
intellexisset, jussit omnes simul cum sanctis interfci, suæ occideni homines cupiditatis praetextum accipiens eorum amorem pietatis. Cum
autem ei suggessissent quidam, quorum erat magnus zelus in simulacra, quod fuisset senatus causa
horum malorum, jubet beatum adduci Elpidephorum, ut qui apud eum ferret primos honores.
Ille autem conversus ad invictos martyres, qui
nonlumn erant consummati: Rogate, dixit, pro me,
Patres in spiritu, duces meæ in Christum fidei,
ut ego quoque a vestro coetu non excidamn. Cui
sancti: Esto bono aniino, dixerunt, ο frater, esto
bono animo, et ne sis animo anxius, nos enim
præcedes, primus sistendus coram coelesti Domino.
Cur eus ergo esset amplexus, ducebatur ad tyrannum: eum autem tres quoque alii consequebantur, qui erant ejusdem animi et instituti.
Xvill. Tyrannus autern: Quid vobis, inquit,
accidit, o stulti, ut deorum quidem patriam dinitteretis religionem, adhæreretis vero his impostoribus? Sed nisi cito resipiscentes, ad priura
8 Psal. LXII, 2, sqq.
"
᾿Ανηνέχθη ταῦτα τῷ βασιλεῖ, καὶ ὡς ὄχλος ἱκανὸ;
ἔποιτο τοῖς ἁγίοις ἀπείργων αὐτῶν τὴν σφαγήν. Ο
δὲ στίφος στρατιωτῶν ἐξαυτῆς, κατὰ τῶν ἑπομέν
νων, τοῖς ἁγίοις ἐκπέμπει, ἀποσοβῆσαι τούτους
κεκελευσμένον. Αλλ' οἱ γενναῖοι ἐκεῖνοι καὶ μέχρι
τέλους πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἐγνωκότες ἀντικαθίστα
σθαι, παρ᾽ οὐδὲν τοῦτο θέμενοι, τοῖς ἁγίοις; μᾶλλον
είλοντο συναποθανείν. ἂν τὴν ἔνστασιν ὁ τύραννος
αὖθις αναμαθών, ἐκέλευσε τοῖς ἁγίοις ἅπαντες
συγκατασφαγήναι, προφασιν τῆς πρὸς τὸ ἀναιρεῖ,
ανθρώπους ἐπιθυμίας, τὸ φιλευσεβὲς αὐτῶν ποιησάμενος. Υποβληθεὶς δὲ ὑπό τινων οἷς ζῆλος περὶ
τὰ εἴδωλα ἦν ὡς ἡ σύκλητος αἰτία γένοιτο τῶν
τοσούτων κακῶν, τὸν μακάριον Ελπιδιφόρων ἀχθῆναι
προστάττει ἅτε τὰς πρώτας φέροντα παρὰ ταύτῃ
τιμάς. Ο δὲ πρὸς τοὺς ἀηττήτους ἐπιστραφείς
μάρτυρας, οπω τελειωθέντας, εὔξασθε εἶπεν ὑπὲρ
ἐμου Πατέρες ἐν πνεύματι, οἱ ἐμοὶ τῆς εἰς Χριστὸν
πίστεως οδηγοί ὥστε κἀμὲ τῆς ὑμῶν συνοδίας μὴ
έκπεσεῖν. Πρὸς ὃν οἱ ἅγιοι· Θάρσει, ἔφησαν, ἀδελφὲ,
θάρσει, καὶ μὴ ἀθύμει· προηγήσῃ γὰρ ἡμῶν πρώτ
τος τῷ οὐρανίῳ Δεσπότῃ παραστησάμενος. Ασπασά.
μενος οὖν αὐτοὺς, πρὸς τὸν τύραννον ἤγετο, συνεί
ποντο δὲ αὐτῷ καὶ ἔτεροι τρεῖς τῆς αὐτῆς ἐχόμενοι
γνώμης καὶ προαιρέσεως.
ΙΒ'. Ο δὲ τύραννος Τί πεπόνθατε, φησίν, ἀνόητοι,
τῆς μὲν πατρώας τῶν θεών θρησκείας ἀφέμενοι
τοῖς ἀπατεῶσι δὲ τούτοις προσκολληθέντες; ἀλλ᾽ εἰ
μὴ τάχιον ἀνανήψαντες ἐπιλάβοισθε τῶν προτέρων,
col. 29–30page 11 of 146
PG 116:29πικρὸν ὑμᾶς τὸ τῆς ζωῆς ἐκδέξεται πέρας. Προς δν Ἐλπιδιφόρος ἀπτοήτῳ φρονήματι, Γνωστὸν ἔστω σοι, βασιλεῦ, ἔφη, ὅτι τοῖς μὴ οὔτι θεοῖς οὐ λατρεύομεν, καὶ τῷ δόγματί σου ἀντιτασσόμεθα· ὅπερ οὖν σοι δοκοῦν, ἐπιτέλει. Ἐπεὶ τοῦτο ἀρέσκον ὑμῖν, ὁ τύραννος; ἔφη, τὸ τοῖς ἀπεβέσι τούτοις επομένους τοῦ ἴσου κοινωνήσαι τέλους, ούκουν ἀποστερήσομεν ὑμᾶς τῆς ἐφέσεως, ἀλλὰ καὶ τὰς ὑμῶν ξίφει κεφα λὰς ἐκκοπῆναι κελεύω. ὡς δὲ ταύτης οἱ ἅγιοι τῆς ἀπαφάσεως ἤκουσαν, χαίροντές τε καὶ ἀγαλλόμενοι πρὸς τὸν θάνατον ἤγοντο συνεπομένων αὐτοῖς καὶ τῶν στρατιωτῶν, εἰς τριακοσίους ἀριθμουμένων, οἱ σὺν τῷ θείῳ φημὶ ᾿Ακινδύνῳ καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ θανεῖν ἀγαπήσαντες, καὶ οὕτω προς Χριστὸν οὗ κρεῖττον ὑπὲρ ζωὰς τὸ ἔλεος ἀπελθεῖν, τὸν διὰ ξ φους δέχονται θάνατον, πολλὴν τοῦ μακαρίου Ακιν δύνου την προθυμίαν αὐτοῖς ἐμποιοῦντος, καὶ πρὸς τὸ μαρτύριον ὑπαλείφοντος. 10'. ᾿Αναιρεθέντων δὲ τῶν στρατιωτῶν ἤδη και τῶν συγκλητικών, μεταπέμπεται διὰ ταχέων ὁ τύραννος τὸν μακάριον ᾿Ακίνδυνον, Πηγάσιόν τε καὶ ᾿Ανεμπόδιστον· εἶτα τὴν ἀλωπεκήν ὑποδὺς τὸν ἡμερόν τε καὶ πρᾶον ὑποκριθεὶς σκολιώτατα· Τίς ἡ τοιαύτη ὑμῶν ἔνστασις, ἔλεγεν, ὡς τῆς παρούσης ἀφειδῆσαι ζωῆς, καὶ θάνατον μαλλον ἀλλάξασθαι ταύτης; Μάρτυς μου ὁ ἡδὺς πᾶσιν ἥλιος, ὅτι τὰ σπλάγχνα καὶ τὴν ψυχὴν, ἐπὶ τῷ ὑμῶν διακοπτομαι θανάτῳ· οἰκτείρω γὰρ ὑμᾶς καὶ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς νεότητος, πρὸς δὲ καὶ τῆς τοῦ σώματος ὥρας, ἧς καὶ θηρίον ἠλέησεν, ἂν καὶ ἐρείσατο. Πείσθητε οὖν μοι λίαν ὑμῶν κηδομένῳ καὶ τὰ λυσιτελή συμ βουλεύοντι· ὁρᾶτε γὰρ ὡς τῶν συγκλητικών ού δενὸς ἢ τῶν στρατιωτών έφεισάμην, ὑμῶν δὲ πχ. τρικώς κήδομαί τε καὶ περιέχομαι, μάλιστα τὸ ἐν δρῶδες ὑμῶν καὶ γενναίον, ἐκ τοῦ περὶ τὰς βασάνους ἀνενδάτου καταμαθών. Εἰ γὰρ πεισθείητέ μου, τῶν πρώτων ὑμᾶς ἀξιώσω τιμῶν, καὶ δώρα χαριοῦμαι τῆς ὑμῶν ἀρετῆς ἄξια. Οἱ δὲ ἅγιοι· Μήτε σεαυτῷ κόπους, ἔφησάν, μήτε ἡμῶν εἰκῆ θέλε παρέχειν, ἀλλὰ μηδὲ φειδώς σέ τις ἢ ἔλεος ἡμῶν λαμβανέτω, κάμψεις γὰρ οὐδέποτε τὸν ἡμέτερον λογισμόν, ἢ ἀγαθῶν ἐπαγγελίαις ἢ κακῶν ἀπειλεῖς, ἢ θανάτου δέει, τοῦ σοὶ φοβερού. Πώς γὰρ ἂν θάνατον φοβη θεῖεν, ους τοῦτο μᾶλλον λυπεῖ, τὸ ἅπαξ, καὶ μή μυριάκις δύνασθαι θνήσκειν ὑπὲρ Χριστοῦ; Τάχιον οὖν τὸ ἤδη σοι κριθή" ποίησον. Εκδέχεται γὰρ ἡμᾶς ὁ τῶν ἁγίων χορός, ἵνα σοι καὶ χάριτας μᾶλλον τῆς ταχεί.; ὁμο τήσαιμεν τελειώσεως. Κ΄. Ὁ δὲ τὴν σκηνὴν λύσας, καὶ τὴν προσποίητον ἡμερότητα, Μὰ τοὺς θεοὺς, εἶπεν, ἀλλ' οὐκ ἂν ἐπι τεύξησθε τῆς ἐπιθυμίας. Κελεύει τοίνυν σιδηρο νους αυτούς γενομένους, ἐν ἀσφαλεστάτῃ τῇ φρουρά τηρεῖσθαι. Αὐτὸς δὲ παρ᾽ ὅλην διασκεψάμενος την νύχτα, ποίῳ ἂν αὐτοὺς διολέσῃ θανάτῳ, πρωίας ἤδη γενομένης, κελεύει κάμινον ἐξαφθεῖσαν ὅτι πολλήν ενός θείους υπολαβειν μάρτυρας, ὥστε τῶν ἁγίων αὐτῶν σωμάτων τέλεον ἐκδαπανηθέντων, μηδὲ χουν υπολειφθῆναι Χριστιανούς, πόθου τοῖ πρὸς αὐτοὺς ΗMARTYRIUM S. ACINDYNI ET SOCIORUM.
πικρὸν ὑμᾶς τὸ τῆς ζωῆς ἐκδέξεται πέρας. Προς δν
Ἐλπιδιφόρος ἀπτοήτῳ φρονήματι, Γνωστὸν ἔστω
σοι, βασιλεῦ, ἔφη, ὅτι τοῖς μὴ οὔτι θεοῖς οὐ λατρεύομεν, καὶ τῷ δόγματί σου ἀντιτασσόμεθα· ὅπερ
οὖν σοι δοκοῦν, ἐπιτέλει. Ἐπεὶ τοῦτο ἀρέσκον ὑμῖν,
ὁ τύραννος; ἔφη, τὸ τοῖς ἀπεβέσι τούτοις επομένους
τοῦ ἴσου κοινωνήσαι τέλους, ούκουν ἀποστερήσομεν
ὑμᾶς τῆς ἐφέσεως, ἀλλὰ καὶ τὰς ὑμῶν ξίφει κεφαλὰς ἐκκοπῆναι κελεύω. ὡς δὲ ταύτης οἱ ἅγιοι τῆς
ἀπαφάσεως ἤκουσαν, χαίροντές τε καὶ ἀγαλλόμενοι
πρὸς τὸν θάνατον ἤγοντο συνεπομένων αὐτοῖς καὶ
τῶν στρατιωτῶν, εἰς τριακοσίους ἀριθμουμένων,
οἱ σὺν τῷ θείῳ φημὶ ᾿Ακινδύνῳ καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ
θανεῖν ἀγαπήσαντες, καὶ οὕτω προς Χριστὸν οὗ
κρεῖττον ὑπὲρ ζωὰς τὸ ἔλεος ἀπελθεῖν, τὸν διὰ ξ
φους δέχονται θάνατον, πολλὴν τοῦ μακαρίου Ακινδύνου την προθυμίαν αὐτοῖς ἐμποιοῦντος, καὶ πρὸς
τὸ μαρτύριον ὑπαλείφοντος.
10'. ᾿Αναιρεθέντων δὲ τῶν στρατιωτῶν ἤδη και
τῶν συγκλητικών, μεταπέμπεται διὰ ταχέων ὁ
τύραννος τὸν μακάριον ᾿Ακίνδυνον, Πηγάσιόν τε καὶ
᾿Ανεμπόδιστον· εἶτα τὴν ἀλωπεκήν ὑποδὺς τὸν
ἡμερόν τε καὶ πρᾶον ὑποκριθεὶς σκολιώτατα· Τίς
ἡ τοιαύτη ὑμῶν ἔνστασις, ἔλεγεν, ὡς τῆς παρούσης
ἀφειδῆσαι ζωῆς, καὶ θάνατον μαλλον ἀλλάξασθαι
ταύτης; Μάρτυς μου ὁ ἡδὺς πᾶσιν ἥλιος, ὅτι τὰ
σπλάγχνα καὶ τὴν ψυχὴν, ἐπὶ τῷ ὑμῶν διακοπτομαι
θανάτῳ· οἰκτείρω γὰρ ὑμᾶς καὶ τῆς ἡλικίας καὶ
τῆς νεότητος, πρὸς δὲ καὶ τῆς τοῦ σώματος ὥρας,
ἧς καὶ θηρίον ἠλέησεν, ἂν καὶ ἐρείσατο. Πείσθητε
οὖν μοι λίαν ὑμῶν κηδομένῳ καὶ τὰ λυσιτελή συμβουλεύοντι· ὁρᾶτε γὰρ ὡς τῶν συγκλητικών ούδενὸς ἢ τῶν στρατιωτών έφεισάμην, ὑμῶν δὲ πχ.
τρικώς κήδομαί τε καὶ περιέχομαι, μάλιστα τὸ ἐνδρῶδες ὑμῶν καὶ γενναίον, ἐκ τοῦ περὶ τὰς βασάνους
ἀνενδάτου καταμαθών. Εἰ γὰρ πεισθείητέ μου, τῶν
πρώτων ὑμᾶς ἀξιώσω τιμῶν, καὶ δώρα χαριοῦμαι
τῆς ὑμῶν ἀρετῆς ἄξια. Οἱ δὲ ἅγιοι· Μήτε σεαυτῷ
κόπους, ἔφησάν, μήτε ἡμῶν εἰκῆ θέλε παρέχειν,
ἀλλὰ μηδὲ φειδώς σέ τις ἢ ἔλεος ἡμῶν λαμβανέτω,
κάμψεις γὰρ οὐδέποτε τὸν ἡμέτερον λογισμόν, ἢ
ἀγαθῶν ἐπαγγελίαις ἢ κακῶν ἀπειλεῖς, ἢ θανάτου
δέει, τοῦ σοὶ φοβερού. Πώς γὰρ ἂν θάνατον φοβη
θεῖεν, ους τοῦτο μᾶλλον λυπεῖ, τὸ ἅπαξ, καὶ μή
μυριάκις δύνασθαι θνήσκειν ὑπὲρ Χριστοῦ; Τάχιον
οὖν τὸ ἤδη σοι κριθή" ποίησον. Εκδέχεται γὰρ ἡμᾶς
ὁ τῶν ἁγίων χορός, ἵνα σοι καὶ χάριτας μᾶλλον τῆς
ταχεί.; ὁμο τήσαιμεν τελειώσεως.
Κ΄. Ὁ δὲ τὴν σκηνὴν λύσας, καὶ τὴν προσποίητον
ἡμερότητα, Μὰ τοὺς θεοὺς, εἶπεν, ἀλλ' οὐκ ἂν ἐπιτεύξησθε τῆς ἐπιθυμίας. Κελεύει τοίνυν σιδηρονους αυτούς γενομένους, ἐν ἀσφαλεστάτῃ τῇ φρουρά
τηρεῖσθαι. Αὐτὸς δὲ παρ᾽ ὅλην διασκεψάμενος την
νύχτα, ποίῳ ἂν αὐτοὺς διολέσῃ θανάτῳ, πρωίας ἤδη
γενομένης, κελεύει κάμινον ἐξαφθεῖσαν ὅτι πολλήν
ενός θείους υπολαβειν μάρτυρας, ὥστε τῶν ἁγίων
αὐτῶν σωμάτων τέλεον ἐκδαπανηθέντων, μηδὲ χουν
υπολειφθῆναι Χριστιανούς, πόθου τοῖ πρὸς αὐτοὺς
Η
redieritis, vos excipiet acerbus vilæ finis. Cui Elpidephorus interrito et constanti animo: Notum tibi
sit, inquit, o rex, quod deos, qui non sunt, non
colimus, et tuo dogmati repugnamus. Fac ergo id,
quod tibi viletur. Quoniamn hoc vobis placet, inquit tyrannus, sequendo hos impios ejusdem
quoque esse finis socios, neque nos vos vestro
frustrabimus desiderio, sed vestra capita jubeo
B'adio amputari. Cum autem sancti hanc audivissent sententiamn, latique et exsultantes ducerentur
ad mortem, eos quoque consequentibus militibus,
qui erant numero circiter trecenti, qui cum divino, inquam, Acindyno et ejus sociis mori maluerunt, et sic venire adl Christum, cujus misericordia est supra vitas, mortem gladio accipiunt,
tnagnam animi alacritatem eis afferente Acindyno,
et excitante, animosque addente ad martyrium.
XIX Jam autem interfectis militibus et senatoribus, quamprimum accersit tyrannus beatum
Aciudynumn, Pegasiumque et Anempodistum. Deindie vulpina pelle indutus, clementiamque et man
suetudinem simulans per versissime, Quænam est,
dicebat, talis vestra constantia, ut vitæ præsentis
sitis prodigi, et eam morte commutelis? Testis
sit mihi sul, qui est jucundus omnibus, quod
propter vestram morteur mihi scinduntur viscera
et anima. Misereor enim vestra m'alis et juventutis, et corporis quoque pulchritudinis, cujus
vel misereretur bestia, et ei parceret. Credite
ergo mihi, qui vestri magnam curam gero, et consulo quæ sunt utilia. Videtis enim, quomodo nulli
pepercerin senatori, nec militi. Vestri autem paterne curam gero, et vos amplector,ut qui vestram
didicerim virtutem et fortitudinem ex constantia
in tormentis. Si enim mihi parueritis, vos primis
dignabor honoribus, et concedlam dona digna
vestra virtute. Sancti autem: Nec tibi, dixerunt,
nec nobis frustra labores exhibe. Sed nec tu nobis parcas, nec te nostri ulla moveat misericordia,
mentem enimn nostram nunquam fectes, aut bonoruin promissis aut minis malorum intentatis,
aut metu mortis, quæ est tibi terribilis. Quomodo
enim mortem timuerint, quos hoc magis afficit
mci.ctia quod semel et non millies possint mori
pro Christo? Fac ergo cila id, quod a le jamn
Dest judicatumn. Nos enim exspectat chorus sanclorum ut etiam magis tibi agamus gratias propter celerein con:mmationem.
XX. Ille autem deposita persona, et ficta ablata
mansuetudine: Non per deos, inquit, non assequemini id, quod desideratis. Jubel ergo eos, cum
fuerint ferro vincti, in tulissima serrari custodia.
Ipse autem cum tota nocte consilerasset, quanam
morte eos afficeret, mane jubet in fornacem ignis
ardentem divinos jacere inartyres, ut omnino con
sumptis sanctis eorum corporibus, ne cinis qui
dem relinqueretur Christianis desiderii sui
tam. Qui cum mos educti fuissent e cus
col. 31–32page 12 of 146
PG 116:31ελα πήρα και ο: παραμύθιον. Των κατὰ τάχος ενεχθέντων ἀπὸ τῆς φυλακῆς, ἐπειρώνει τούτοις τύραννος, Ἰδοὺ τῆς σα, ήταν πολλα ἐπειθείας ὑμῶν τὰ ἐπίχειρα, τὴν κάμινον τῇ χειρὶ δειανός ἣν οὐδεὶς ἕτερος, ἀλλ᾽ ὑμεῖς ἑαυτοῖς ἐξε μέρος, τὸ τοῦ τυράννου κακότεχνον καὶ ποικίλον 81- καταμαθών, Τάχα προφητικώς σοι, φησί, τοὔνομα σὺ δὲ οἱ πατὴρ δαιμόνων, ἀλλ᾽ οἷς του ψηλος άμασιν ἀνθρώπων χείρον ὥσπερווי
=
ελα πήρα και ο πlanvit tyrannus: here pra- παραμύθιον. Των κατὰ τάχος ενεχθέντων ἀπὸ τῆς
tin spaltas mollientia, estendens muntu forma - φυλακῆς, ἐπειρώνει τούτοις 5 τύραννος, Ἰδοὺ τῆς
σα, ήταν πολλα alum, not you vobus ipsis aerem. ἐπειθείας ὑμῶν τὰ ἐπίχειρα, τὴν κάμινον τῇ χειρὶ
cam, quam nullus ned accen -
distis. Artmdymus ergo beatur. Chrish martyr ew'n δειανός ἣν οὐδεὶς ἕτερος, ἀλλ᾽ ὑμεῖς ἑαυτοῖς ἐξεintellexisset, quam esset malitsus et versipellis
op
Tyrannon Forte, inquit, prophetice tibi nomen μέρος, τὸ τοῦ τυράννου κακότεχνον καὶ ποικίλον
kumparanit målet, id enim patrem, damomum 81- καταμαθών, Τάχα προφητικώς σοι, φησί, τοὔνομα
noithat. Tu autem man pater damon im, sed es v Omero ¿ 75.40), - ya? Szyśywy Toŭ:0
aperto, then eros, qui fuit homicida ab initio: ' ulb; áverups;
σὺ δὲ οἱ πατὴρ δαιμόνων, ἀλλ᾽ οἷς
py
1 lixoyā; àvopuii zà špyz
του ψηλος άμασιν ἀνθρώπων χείρον ὥσπερ
' só með sum Syai siju
'
quontam epis epera sortat, ut qui hominum
KAM, ubte, went sple delecteres. Me veto, cum
vorbi accorbitas epis, ami na w/mamordisset, maHarita wapisita. Daid wvili, in quit, o mater, §
4ch the fami
namen viby volt? It's intem Scio, inquit, hoping -
exxa tiba prateranen. Quidu ta voro possit signiti -
omy, memory. Saporevatten. Sed 18/1, inquit, ea R Bass,
an selv baletqua: allzust. Kan 6 Szmóping, 'AMA'
vodda vontos dicunt, hoë significars pa'rem dæma.
mmm. dusd se babeant verhalen in họp sibi suť- kas malta kuus, xa
Bagantes, semi allos, sod to príus trałam morti
Die vera su braders Oumino, na ga i
ww hoe gaarse Hassoont, Isa Haasterent legal
12 Miyası Sayı
va à
balanı, baz
fie un est ut ira, que, ai i ⠀⠀⠀⠀ si
cebiber, nospotere zivile or Nansenseerandum, millele ale muresia ayım: is
salmgre
་་་
KWANZ..
་་:
1. N
Stent"
Wi
པ་'、 འད་ ་ང་ ན་་་"
་་་
'
"
Bhim. 1.:
PHMS
CLIN
ד חירום
ས་
zia di:
Huu
=
TA
k =
==
a.
col. 33–34page 13 of 146
PG 116:33πάντα βλέποντα οφθαλμὸν, καὶ τὸ ἔνδικον ἐκείνω. κρίμα οὐ διαφεύξη. ΚΒ΄. Οὕτως αὐτῆς ἀποκρινομένης, ἀφωνία κατά ἔσχε τὸν μικρόν. υψὲ καὶ μόλις τοῖς παριστώσιν, ᾿Αρθέντες, εἶπεν, ἐντεῦθεν οἱ δυσσεβεῖς, τὴ ἐκκαυ θείσῃ καμίνῳ ἐμβληθήτωσαν, ἐπεὶ μὴ πεισθῆναι τοῖς ἡμετέροις φιλονεικοῦσι προστάγμασι ταύτην δὲ τὸ εἶναι μητέρα ἐμὴν ἐξομοσαμένην, καὶ τοὺς φυσικούς θεσμούς ἀθετήσασαν, τῷ ἰδίῳ πορεύεσθαι θελήματι καταλίπετε. Ἡ δὲ μακάρια, Θεοῦ ἐπόμνυμι, φησίν, ἢ μὴν τῇ μαρτυρικῇ ταύτῃ Τριάδι συναποθα νεῖσθαι, καὶ μήτε τινί ἄλλῃ μηδέποτε ταύτης διπο ζευχθῆναι. Ὁ δὲ τύραννος τὸ τῆς ἀγαθῆς γῆς πονηρὸν ἐν τοῦ παραδόξου βλάσφημα, Οὐ πολύς μοι λόγος τους, φησί, πρᾶττε κατὰ τὸ βούλημα. Επεί οὖν οἱ μάρτυρες προσήγγισαν τῇ καμίνῳ, τὸ ὄμια εἰς οὐρανὸν ἄραντες, Κύριε, εἶπον, Ἰησοῦ Χριστέ, τὸ ἀληθινὸν φῶς, τὸ πρὸ τῶν αἰώνων τῆς πατρικῆς δόξης ἐκλάμψιν, εὐχαριστοῦμεν σοι, ὅτι ἐνίσχυσης ἡμᾶς τὸν ὑπὲρ σοῦ ἀγῶνα διενεγκεῖν, καὶ οὐκ ἀφῆ καὶ ἐν τῇ παγίδι συλληφθῆναι τῶν θηρευόντων, ἀλλ' ὡς στρουθίον τὴν ψυχὴν ἡμῶν ἐκ ταύτης ἐῤῥύσω, καὶ νῦν, Δέσποτα, νεύρωσον ἡμῶν τὰ φρονήματα, τοῦ δυνηθήναι γενναίως τοῦ παρόντος κατατολμήσαι πυρός. Παράστηθι δὲ ἡμῖν ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐκ τοῦ ταπεινοῦ σώματος ἐκδημίας, καὶ πρόστηθι τῶν ἡμετέρων ψυχών. Σοὶ γὰρ καὶ τῇ σῇ δυνάμει θαρ ῥήσαντες, τῆς φλογὸς ἐπ.καίνομεν. ΚΓ΄. Τῶν οὖν στρατιωτῶν ἐγγύς που περὶ τὸ τῆς καμινου στόμα γενομένων, καὶ τὴν ἀνύποιστον αὐτῆς ἐκπύρωσιν στέγειν εν δυναμένων, οἱ ἅγιοι περρι κότας ἰδόντες αὐτοὺς, Τί ἑστήκατε οὕτως, ἔλεγον, τὸ κελευσθὲν μὴ ποιοῦντες; Εἰ τὸ ὁμόδουλο, τοῦτο καὶ πρόσκαιρον πύρ οὕτω φοβερὸν ὑμῖν ἔδοξε, τὸ ἀτελεύτητον ἐκεῖνο τῆς γεέννης καὶ ἄστεκτον άλη θως πῶς ὑποίσετε; Οἱ δὲ, Καὶ πῶς ἂν γένοιτο ἡμῖν, εἶπον, ἣν ὑμεῖς λέγετε κόλασιν ἐκφυγεῖν; Εἰ μὴ τὴν τῶν εἰδώλων ἀρνηθέντες θρησκείαν, οἱ ἅγιοι ἔφησαν, Χριστῷ τῷ ἀληθεῖ Θεῷ σὺν ἀληθείᾳ πιστεύσετε, οὐκ ἂν δυνατοὶ γένοισθε τὰς κολάσεις ἐκείνας διαφυγείν, Πρὸς ταῦτα οἱ στρατιῶται· Ότε τῇ τοῦ βασιλέως, Εφήσαν, ὑπηρετούμενοι προστάξει, τὰς τιμωρίας ὑμῖν ἐπήγομεν, ἔντρομοι τινες καὶ περιδεείς ήμεν, Δες τι πείσεσθαι χαλεπὸν ἐκδεχόμενοι· νυνὶ δὲ διδα σκαλίας και παραινέσεως τῆς παρ' ὑμῶν ἀπολαύσαντες γαλήνιοι κατέστημεν τὰς ψυχὰς, ἐλπίδα τινὰ σωτηρίας ὡς εἰκὸς ἀναμένοντες, ὑμεῖς δὲ ἀλλὰ ποιήσαντες εἰς ἡμᾶς ὅσα δεῖ, καὶ ἡ πίστις ὑμῶν βούλεται, τῷ αἰωνίῳ προσάθετε βασιλεῖ τὸν γὰρ επρτὴν ἤδη τοῦτον ἐβδελυξάμεθα εὐφροσύνης. Οι πέρτυρες ἐπὶ τούτοις ὑποπλησθέντες, Αἰνέσωμεν συμφώνως, εἶπον, τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸς, καὶ ἡδυν Πλεξη τούτῳ μᾶλλον ἡ αἴνεσις, τῷ οἰκοδομοῦντι τὰς ψυχὰς τῶν αὐτῷ πίστει προσερχομένων, καὶ χαρᾶς καὶ τῇ ἑαυτῶν σωτηρίᾳ πληροῦντι τὰ ἐπουράνια. Πρόσδεξαι, Δέσποτα, οὓς περὶ τὴν ἑνδεκάτην ώραν, τὸν τοῦ μαρτυρίου ἀμπελῶνα συνεκαλέσω, καὶ αὐτοῖς τὸν μισθὸν ἄξιον τῆς ἀγαθότητος τοῖς παλαβοῦσι σου αθλοφόροις συναριθμών. ΤοMARTYRIUM S. ACINDYNI ET SOCIORUM.
πάντα βλέποντα οφθαλμὸν, καὶ τὸ ἔνδικον ἐκείνω. omnia aspicit, oculum et justum illius judicium
κρίμα οὐ διαφεύξη.
nou effugies.
ΚΒ΄. Οὕτως αὐτῆς ἀποκρινομένης, ἀφωνία κατά
ἔσχε τὸν μικρόν. υψὲ καὶ μόλις τοῖς παριστώσιν,
᾿Αρθέντες, εἶπεν, ἐντεῦθεν οἱ δυσσεβεῖς, τὴ ἐκκαυθείσῃ καμίνῳ ἐμβληθήτωσαν, ἐπεὶ μὴ πεισθῆναι
τοῖς ἡμετέροις φιλονεικοῦσι προστάγμασι ταύτην
δὲ τὸ εἶναι μητέρα ἐμὴν ἐξομοσαμένην, καὶ τοὺς
φυσικούς θεσμούς ἀθετήσασαν, τῷ ἰδίῳ πορεύεσθαι
θελήματι καταλίπετε. Ἡ δὲ μακάρια, Θεοῦ ἐπόμνυμι,
φησίν, ἢ μὴν τῇ μαρτυρικῇ ταύτῃ Τριάδι συναποθανεῖσθαι, καὶ μήτε τινί ἄλλῃ μηδέποτε ταύτης διπο
ζευχθῆναι. Ὁ δὲ τύραννος τὸ τῆς ἀγαθῆς γῆς
πονηρὸν ἐν τοῦ παραδόξου βλάσφημα, Οὐ πολύς μοι
λόγος τους, φησί, πρᾶττε κατὰ τὸ βούλημα. Επεί
οὖν οἱ μάρτυρες προσήγγισαν τῇ καμίνῳ, τὸ ὄμια
εἰς οὐρανὸν ἄραντες, Κύριε, εἶπον, Ἰησοῦ Χριστέ,
τὸ ἀληθινὸν φῶς, τὸ πρὸ τῶν αἰώνων τῆς πατρικῆς
δόξης ἐκλάμψιν, εὐχαριστοῦμεν σοι, ὅτι ἐνίσχυσης
ἡμᾶς τὸν ὑπὲρ σοῦ ἀγῶνα διενεγκεῖν, καὶ οὐκ ἀφῆκαὶ ἐν τῇ παγίδι συλληφθῆναι τῶν θηρευόντων, ἀλλ'
ὡς στρουθίον τὴν ψυχὴν ἡμῶν ἐκ ταύτης ἐῤῥύσω,
καὶ νῦν, Δέσποτα, νεύρωσον ἡμῶν τὰ φρονήματα,
τοῦ δυνηθήναι γενναίως τοῦ παρόντος κατατολμήσαι
πυρός. Παράστηθι δὲ ἡμῖν ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐκ
τοῦ ταπεινοῦ σώματος ἐκδημίας, καὶ πρόστηθι τῶν
ἡμετέρων ψυχών. Σοὶ γὰρ καὶ τῇ σῇ δυνάμει θαρῥήσαντες, τῆς φλογὸς ἐπ.καίνομεν.
ΚΓ΄. Τῶν οὖν στρατιωτῶν ἐγγύς που περὶ τὸ τῆς
καμινου στόμα γενομένων, καὶ τὴν ἀνύποιστον αὐτῆς
ἐκπύρωσιν στέγειν εν δυναμένων, οἱ ἅγιοι περρι- c
κότας ἰδόντες αὐτοὺς, Τί ἑστήκατε οὕτως, ἔλεγον,
τὸ κελευσθὲν μὴ ποιοῦντες; Εἰ τὸ ὁμόδουλο, τοῦτο
καὶ πρόσκαιρον πύρ οὕτω φοβερὸν ὑμῖν ἔδοξε, τὸ
ἀτελεύτητον ἐκεῖνο τῆς γεέννης καὶ ἄστεκτον άληθως πῶς ὑποίσετε; Οἱ δὲ, Καὶ πῶς ἂν γένοιτο ἡμῖν,
εἶπον, ἣν ὑμεῖς λέγετε κόλασιν ἐκφυγεῖν; Εἰ μὴ τὴν
τῶν εἰδώλων ἀρνηθέντες θρησκείαν, οἱ ἅγιοι ἔφησαν,
Χριστῷ τῷ ἀληθεῖ Θεῷ σὺν ἀληθείᾳ πιστεύσετε, οὐκ
ἂν δυνατοὶ γένοισθε τὰς κολάσεις ἐκείνας διαφυγείν,
Πρὸς ταῦτα οἱ στρατιῶται· Ότε τῇ τοῦ βασιλέως,
Εφήσαν, ὑπηρετούμενοι προστάξει, τὰς τιμωρίας
ὑμῖν ἐπήγομεν, ἔντρομοι τινες καὶ περιδεείς ήμεν,
Δες τι πείσεσθαι χαλεπὸν ἐκδεχόμενοι· νυνὶ δὲ διδασκαλίας και παραινέσεως τῆς παρ' ὑμῶν ἀπολαύσαντες γαλήνιοι κατέστημεν τὰς ψυχὰς, ἐλπίδα τινὰ
σωτηρίας ὡς εἰκὸς ἀναμένοντες, ὑμεῖς δὲ ἀλλὰ
ποιήσαντες εἰς ἡμᾶς ὅσα δεῖ, καὶ ἡ πίστις ὑμῶν
βούλεται, τῷ αἰωνίῳ προσάθετε βασιλεῖ τὸν γὰρ
επρτὴν ἤδη τοῦτον ἐβδελυξάμεθα εὐφροσύνης. Οι
πέρτυρες ἐπὶ τούτοις ὑποπλησθέντες, Αἰνέσωμεν
συμφώνως, εἶπον, τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸς, καὶ ἡδυνΠλεξη τούτῳ μᾶλλον ἡ αἴνεσις, τῷ οἰκοδομοῦντι τὰς
ψυχὰς τῶν αὐτῷ πίστει προσερχομένων, καὶ χαρᾶς
καὶ τῇ ἑαυτῶν σωτηρίᾳ πληροῦντι τὰ ἐπουράνια.
Πρόσδεξαι, Δέσποτα, οὓς περὶ τὴν ἑνδεκάτην ώραν,
τὸν τοῦ μαρτυρίου ἀμπελῶνα συνεκαλέσω, καὶ
αὐτοῖς τὸν μισθὸν ἄξιον τῆς ἀγαθότητος τοῖς
παλαβοῦσι σου αθλοφόροις συναριθμών.
XXII. Cum ea sic respondisset, mutus evasit
sceleratus, vix laudem autem dixit iis, qui aderant: Hinc tollantur inpii, et in ardentem fornacemn injiciantur, quoniam contendunt non parere
nostris jussis. Hanc vero, quæ abjuravit se meam
esse matrem, ut violavit jus natura, relinquite
eam sua voluntate ambulare. Illa autem beata:
Deum, inquit, juro, me esse morituram cum hac
trinitate martyrum, et neque morte, neque ulla
re alia me unquam ab his esse sejungendam.
Tyrannus vero, bonæ terra malumn germen præter
exspectationen: Hic res, inquit, non est mihi
Hæc
magna cura: fac ut tu volueris. Cum ergo martyres fornaci appropinquassent, tollentes in colum oculos, dixerunt: Domine Jesu Christe, vera
lux, quæ ante sæcula e paterna effulsit gloria,
agimus tibi gratias, quol nos corroborasli, ut
ferremus pro te certamen, et non permisisti ut
comprehenderemur a laqueo venantium: sed lanquam passerem animnam nostram ex eo liberasti.
Εt nunc confirma nostros animos, ut possimus
Et
adversus hunc ignem nos furtiter gerere. Nobis
quoque adsis in tempore excessus ex hoc abjecto corpore, et defende nostras animas. Το
enim freti et tua virtute, hanc flammain ascendimus.
XXIII. Cum itaque fuissent milites prope os
furnacis,etintolerabilem ejus ardorem non possent
sustinere, sancti qui eos viderant territos: Quid
statis, dicebant, quod ju-si estis, non facientes?
Si hic, qui est conservus et est ad tempus ignis,
vobis visus est terribilis: ignis ille gel nnæ, qui
nunquam desinit, et nunquam exstinguitur, quemadmodum a vobis tolerabitur? Et quomodo, dixerunt illi, potuerimus effugere, quod vos dicitis,
suppliciumn? Nisi abnegat cultu idolorum,dixerunt
sancti, Christo vero Deo vere credideritis, non
poteritis illa effugere supplicia. Ad hoc milites:
Quando, dixerunt, regis jussui servientes, vobis
inferebamus supplicia, contremiscebamus et timore aficiebamur, ut qui exspectaremus nos
aliquid grave esse passurus. Nunc autem vestram
consecuti doctrinamn et admonitionem, sumus
tranquillis animis, aliquam spem salutis, ut par
est, exspectantes: sed vos cum in nos feceritis,
quæ oportet et vult vestra fides, ad Regem!ernum adducite, hunc enim, in quem cadit interitus,
jam sumnus abominati. Propter hæc martyres
repleti laetitia: Dominum, dixerunt, una voce laudemus, quoniam bonus et suavis evadat ei nostra
laudatio, qui adificat animas eorum, qui ad ipsum
file accedunt, gaudio propter eorum salutem
implet colestia. Excipe, Domine, eos, quos hora
undecima convocasui ad vineam tui martyrii, et
da eis mercedem dignam tua bonitate, eos referens
in numerum priorum tuoruin decertatorum.
Day 4Die 4
col. 35–36page 14 of 146
PG 116:35ΚΔ'. Οἱ τοίνυν στρατιώται καθάπερ ὁπλῷ τινὶ τῷ παντι ἀχειρώτῳ τῇ σφραγίδι Χριστού σφραξάμενοι, τύμα τοῖς ἁγίοις, 'Ακιδόνῳ, Πηγασίῳ καὶ ᾿Ανεμο πολίειν, τὴν κάμινον ἐπεισῆλθον, ὀκτὼ πρὸς τοῖς εἴκοσι τὸν ἀριθμὸν ὄντες, μηδὲ αὐτῆς ἀπολειφθείσης τῆς τοῦ τυράννου μητρός, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς ἔμα συνεπεισελθούσης, Χορός δὲ ἀγγέλων περὶ τὴν κάμινον ἔωράτο τους κάμινον ἕωράτο τοὺς ἁγίους υποδεχόμενοι, καὶ ον σὺν αὐτοῖς ἀναμέλπων. Οἱ μάρτυρες μέντοι τὰς ἱερὰς ψυχὰς τῷ Θεῷ διὰ πυρὸς παραθέμενοι κατά τὴν δευτέραν τοῦ Νοεμβρίου μηνός, εὐωδίας ήτον τὸν τόπον ἐπλήρωσαν, ὡς τοὺς ἐκεῖσε παρ όντας Χριστιανούς ἡδονῆς αἰσθέσθαι, λεχθῆναι μὴ δυναμένης, αἰνείν τε τὸν ἔργῷ τὰ τοῦ θείου Δαυίδ πληροῦντα, καὶ θαυμαστὸν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ ότι κνύμενον, ἂν τὰ ἱερὰ καὶ τίμια λείψανα ἐν τῇ εἰρη μένη Ειρηνησιῷ κατετέθη, πολλῆς ὅλην τὴν χάριν τοῖς προσιούσι πηγάζονται εἰς δόξαν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει μεγαλωσύνη αἴνεσις σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ ζω ποιῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Αμήν. ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΥ Α΄. Τὴν πρὸς ἀρετὴν ὁδὸν φέρουσαν, τραχείαν οι εἶναι καὶ ἀνάντη καὶ δυσχερή, πάντες ἴσασι, καὶ τα πείρα σαφῶς μανθάνουσι· διὰ τοῦτο καὶ πολύ λον δέονται τῶν πρὸς ταύτην παρακαλούντων, τοῦτο μὲν παραινέσεων, τοῦτο δὲ καὶ βίων Ιστορίας τῶν ἐκείνην προωδευκότων, ὃ καὶ μᾶλλον ἀκωλύτως εφέλκεται πρὸς αὐτὴν καὶ μὴ ἀπογινώσκειν παρα σκευάζει τῆς πορείας τὸ δύσκολον, ἐπεὶ καὶ τῷ μέλλοντι βαδίζειν ὁδὸν δύσκολον καὶ τραχείαν, παραινών τις, καὶ προτρεπόμενος, ἧττον πείσειεν, ὑποδεικνύων δὲ πολλοὺς αὐτὴν ἤδη διελθόντας, εἶτα κὰν τῷ τέλει καλῶς καταλύσαντας, ούτω πείσει μᾶλλον καὶ αὐτὸν ἂν προθύμως τῆς πορείας άψασθαι. Τοιοῦτον οἶμαι εἶναι καὶ τὴν τοῦ μεγάλου Πατρός Ιωαννικίου βίον, μάλα μὲν χαριέστατον, μάλα δὲ ὠφελιμώτατον, καὶ δυνάμενον ἱκανῶς καὶΚΔ'. Οἱ τοίνυν στρατιώται καθάπερ ὁπλῷ τινὶ τῷ
παντι ἀχειρώτῳ τῇ σφραγίδι Χριστού σφραξάμενοι,
τύμα τοῖς ἁγίοις, 'Ακιδόνῳ, Πηγασίῳ καὶ ᾿Ανεμο
πολίειν, τὴν κάμινον ἐπεισῆλθον, ὀκτὼ πρὸς τοῖς
εἴκοσι τὸν ἀριθμὸν ὄντες, μηδὲ αὐτῆς ἀπολειφθεί
σης τῆς τοῦ τυράννου μητρός, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς ἔμα
συνεπεισελθούσης, Χορός δὲ ἀγγέλων περὶ τὴν
κάμινον ἔωράτο τους
κάμινον ἕωράτο τοὺς ἁγίους υποδεχόμενοι, καὶ
3ον σὺν αὐτοῖς ἀναμέλπων. Οἱ μάρτυρες μέντοι
τὰς ἱερὰς ψυχὰς τῷ Θεῷ διὰ πυρὸς παραθέμενοι
κατά τὴν δευτέραν τοῦ Νοεμβρίου μηνός, εὐωδίας
XXIV. Milites ergo veluti quibusdam ar.nis inexpugnabilibus, Christi muniti signaculo, sinul cam
sanctis Acindyno. Pegasio et Anempodisto forna.
cem ingressi sunt, cu:n essent numero viginti et
octo, ne ipsa quidem tyranni matre relicta, sed
cum eis simul ingressa. Chorus autem augelorum circa furnacem sancios videbatur excipiens,
et cum eis hymnum canens. Marlyres autem cum
sacras animas,apud Deum per ignem deposuissent
secundo dlie Novembris, locum repleverunt odore
ineffabili, adeo ut qui illic a lerunt Christiani, quæ
dici non potest, voluptatein senserint, et eum lau- ήτον τὸν τόπον ἐπλήρωσαν, ὡς τοὺς ἐκεῖσε παρdarint, qui reipsa inplet quæ dicit divinus David, όντας Χριστιανούς ἡδονῆς αἰσθέσθαι, λεχθῆναι μὴ
et in sanctis suis se ostendit mirabilem. Quorum δυναμένης, αἰνείν τε τὸν ἔργῷ τὰ τοῦ θείου Δαυίδ
facra et pretiusæ reliquiæ deposita sunt in loco, πληροῦντα, καὶ θαυμαστὸν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ ότι
qui dicitur Irenessus, ex quibus manat gratia ad κνύμενον, ἂν τὰ ἱερὰ καὶ τίμια λείψανα ἐν τῇ εἰρηeos, qui accedunt: al gloriam Domini nostri Jesu μένη Ειρηνησιῷ κατετέθη, πολλῆς ὅλην τὴν χάριν
Christi, quem decet najestas et laudatio cum ejus τοῖς προσιούσι πηγάζονται εἰς δόξαν τοῦ Κυρίου
principio carente Patre, et vivifico Spiritu, nunc ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει μεγαλωσύνη
et semper, et in sæcula sæculorum. Amen. αἴνεσις σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ ζω
ποιῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες
τῶν αἰώνων. Αμήν.
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΑΓΩΝΕΣ
ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΥ
VITA RES GESTÆ ET CERTAMINA
JOANNICII ABBATIS
(Latine apud Surium ad diem 4 Nov., Græce ex cod. ms. n. 1481.)
I. Viam quæ ducit ad virtutem, sciunt omnes Α΄. Τὴν πρὸς ἀρετὴν ὁδὸν φέρουσαν, τραχείαν
esse asperam, arduam et difcilem, idque aperte
ipsa discunt experientia. Et ideo multis quoque
indigent, quae aut ipsam excitent, partim quidem
exhortationibus, partim auten vitæ quoque historia eorum, qui in illa prius sunt ingressi, quod
etiam magis ad eam allralit sine molestia, et
eficit ut non despondeant animum propter dificultatem itineris Ei enim, qui viam est ingres
surus asperam et difficilem, suadens et adhortans
quispiam minus persuaserit, ostendens autem
multos eam jam confecisse, et ad optatum tandem Gnem pervenisse, sic magis persuaserit ut
prompto et alacri animno iter aggrediatur. Tolem
esse existimo magni quoque Patris Joannicii vitam,
et longe jucundissimam, et longe utilissimam, οι
εἶναι καὶ ἀνάντη καὶ δυσχερή, πάντες ἴσασι, καὶ
τα πείρα σαφῶς μανθάνουσι· διὰ τοῦτο καὶ πολύ
λον δέονται τῶν πρὸς ταύτην παρακαλούντων,
τοῦτο μὲν παραινέσεων, τοῦτο δὲ καὶ βίων Ιστορίας
τῶν ἐκείνην προωδευκότων, ὃ καὶ μᾶλλον ἀκωλύτως
εφέλκεται πρὸς αὐτὴν καὶ μὴ ἀπογινώσκειν παρα
σκευάζει τῆς πορείας τὸ δύσκολον, ἐπεὶ καὶ τῷ
μέλλοντι βαδίζειν ὁδὸν δύσκολον καὶ τραχείαν,
παραινών τις, καὶ προτρεπόμενος, ἧττον πείσειεν,
ὑποδεικνύων δὲ πολλοὺς αὐτὴν ἤδη διελθόντας,
εἶτα κὰν τῷ τέλει καλῶς καταλύσαντας, ούτω
πείσει μᾶλλον καὶ αὐτὸν ἂν προθύμως τῆς πορείας
άψασθαι. Τοιοῦτον οἶμαι εἶναι καὶ τὴν τοῦ μεγάλου
Πατρός Ιωαννικίου βίον, μάλα μὲν χαριέστατον,
μάλα δὲ ὠφελιμώτατον, καὶ δυνάμενον ἱκανῶς καὶ
col. 37–38page 15 of 146
PG 116:37αὑτὸν τὸν κομιδή ράθυμον διεγείραι πρὸς τὴν τῆς ἀρετῆς ἐπιμέλειαν. Λεγέσθω τοιγαροῦν τὰ ἐκείνου καθ᾽ ὅσον οἷόν τε, καὶ εἰς μέσον ὑμῖν προτιθεσθω τοῖς φιλοθέοις, ὅθεν τε ἤρξαντο, καὶ εἰς οἷον ἄρα καὶ κατέληξαν πέρας. 'Εχει δὲ οὕτως. Τεσσαρεσκαιο κατα έτει τῆς τυραννίδος Λέοντος του Κωνσταντίνου παιδὸς, τοῦ καὶ ἐξ Ισαύρων ἕλκοντος τὴν τοῦ γένους σειράς, ὁ θαυ μαστός Ιωαννίκιος τῶν μητρικών θαλάμων προ έρχεται· ᾧ πατρὶς μὲν ἡ Βιθυνῶν ἐπαρχία, κώμη δὲ Μπρυκάτου καλουμένη πρὸς τοῖς βορειτέροις τῆς ᾿Απολλωνιάδος κειμένη, γεννήτορες ἐπαληθεύον. τες τοῖς ἔργοις τὴν κλήσιν, Μυριτζίκιος καὶ ᾿Ανα στασώ. Επελλον γὰρ οἷον χάριεν ῥόδον τὸν δίκαιον ἀναδούναι τῇ εὐσεβείς, ἀπὸ ζωῆς εἰς ζωὴν κατὰ τὸν θεῖον ᾿Απόστολον, τοῖς τῆς ἀρετῆς μύροις ἐκ. καλούμενον τοὺς πολλοὺς καὶ τοῦ τῆς ἁμαρτίας πτώματος ἀνιστῶντα, καὶ ὁδὸν ὑποδεικνύντα σωτή ρον, ὡς ὁ λόγος δηλώσει. Εὐθὺς γὰρ ἐκ πρώτης τριχος αἰσθητοῖς βρώμασι παιδοτριβούμενος; τε καὶ εναγόμενος, οἷα παῖς, οὐ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην καὶ κοσμικὴν εἴλετο σοφίαν, ἀλλὰ τὴν προσάσάν τε καὶ εἰκειοῦσαν θεῷ, ήτις καὶ ἀρχὴ σοφίας ἐστίν εἶθ, ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος, καὶ τὸ κατ᾽ ἴχνος αὐτοῦ τῶν ἐντολῶν ἕπεσθαι, Προέκοπτε τοίνυν ἐπ᾿ ἀρετῇ, καὶ θείᾳ παιδεία, οπόσαι ἡμέραι, καὶ ἐπεδίδου τὴν και λὴν ὄντως ἐπίδοσιν. Τί δὲ ὁ ταχὺς εἰς ἀντίδοσιν τῶν ἀγαθῶν Κύριος; Οὔπω τὴν πρώτην ὁ μέγα; ἤμειβεν ἡλικίαν, καὶ ἦν παρὰ τῶν γονέων ετάχθη λειτουργίαν τελῶν ταῖς τελῶν ταῖς συνήθεσι νομαῖς συνήθεσι νομαῖς τοὺς χάρους ἐπαφιείς, ὁ μὲν τῷ τοῦ σταυροῦ τύπῳ τού τους ἐσημειοῦτο, καὶ τὰς συνήθεις αὐτὸς εὐχὰς ἀπεδίδον θεῶ· οἱ δὲ ἔμένον ἀδιάσπαστοι λύμης άνω θρώπων ὁμοῦ καὶ θηρῶν ἀνώτεροι, ἕως ὀψὲ τῆς ἡμέρας ἀναστρέψας ὁ ἅγιος, ἐπὶ τὴν οἰκίαν πάλιν αὐτοὺς εἰσελάσειεν, δ Γ', Ἐπεὶ δὲ ὁ μὲν τὸν ἔφηβον ἤμεινε, τό τε σῶμα οὐκ ἀφυής ὧν καὶ τὴν ὄψιν οὐκ ἀγεννεῖ ἀνδρὶ ἐοικώς· ἐκλογὴ δὲ πρὸς ἀκρίβειαν στρατιωτών προστάξει του τηνικαῦτα κρατοῦντος ἐγένετο· τότε δη καὶ ὁ θαυμαστὸς οὗτος τῷ τῶν ἐξκουδιτόρων έναπογράφεται τάγματι. Ἦν οὖν ποθεινὸς μὲν τῇ στρατιᾷ δι' ἐπιείκειαν, φοβερὸς δὲ τοῖς ἐχθροῖς διὰ γενναιότητα, τὰ πολλὰ τούτους καὶ μόνῃ θέα τρο τούμενος. Οὕτω τοιγαροῦν ἔχων, καὶ οὕτω περὶ πολλοῦ τῷ στρατεύματι ὢν περὶ πλείονος ὑπῆρχε θεῷ, καθ᾿ ὁ τῶν αὐτοῦ ἐντολῶν φύλαξ ἦν ἀκριβε πιάτως. Ταύτ' οὖν ὁ πονηρὸς ὁρῶν, τῆς τε ἄλλης ἀρετῆς, καὶ δὴ καὶ τῆς πρὸς τὸ θεῖον νεύσεώς τε καὶ οἰκειώσεως βασκαίνων αὐτῷ, ἐνήδρευε τε ἀρχ τῆς, καὶ λόχους ἐκάθιζε κατὰ τοῦ ἀνδρός. "Οθεν και κοινήν ποτε κατασκεδάσας τῶν ἀνθρώπων ἐχουν, ὡς ἂν μὴ ταῖς θείαις εἰκόσι τὸ προσῆκον απονέμοιεν σέβας, φθάνει και πέχρις Ιωαννικίου, καὶ τοῦτον δὴ τὸν καλὸν ἐν ἀσκηταις ἄνδρα αἱρεῖ, καὶ πρὸς τὴν ὀλεθρίαν αἵρεσιν τῶν Εἰκονομάχων ...α οιαὑτὸν τὸν κομιδή ράθυμον διεγείραι πρὸς τὴν τῆς quæ ipsa quoque potest vel valde socordem exciἀρετῆς ἐπιμέλειαν. Λεγέσθω τοιγαροῦν τὰ ἐκείνου
καθ᾽ ὅσον οἷόν τε, καὶ εἰς μέσον ὑμῖν προτιθεσθω
τοῖς φιλοθέοις, ὅθεν τε ἤρξαντο, καὶ εἰς οἷον ἄρα καὶ
κατέληξαν πέρας. 'Εχει δὲ οὕτως.
B'.
tare ad studium virtutis. Dicantur ergo res illius,
quoad ejus fieri poterit, et vobis piis ac religiosis
in medium proferantur, unde scilicet ceperit, et
ad quem finem tandem pervenerit. Sic autem
habet.
II. Quartodecimo anno tyrannidis Leonis filii
Constantini, qui etiam generis seriem traxit ex
Isauria, admirabilis Joannicius procedit ex maternis thalamis. Cai patria quidem fuit provincia
Bithynorum: virus autem, qui vocatur Margcati,
silus ad borealem partem Apolloniadis: parentes,
qui facus ipsis veram reddebant appellationem,
Myritzicius et Anastas». Erant enim tanquam pulchram rosam justum Joannicium edituri pietati,
qui a vita ad vitam, ut dicit Apostolus, evocabat
multos unguento pietatis, et a lapsu peccati faciebat surgere, et viam ostendebat salutarem, ut jam
ostendet oratio. Statim ergo ab ineunte ælate,
cum sensilibus cibis aleretur et educaretur ut
puer, non disciplinarum orbem et mundanam elegit sapientiam, sed eam, quæ ad Deum adducit, et
ei reddit familiarem, quæ est initium sapientiæ,
nempe Dei timorem 1, et ejus inandatorum insistere vigiliis. Proficiebat ergo in dies in virtute et
divina disciplina, et pulchro augebatur incremento.
Quid autem Dominus, qui est velox ad bonorum
remunerationen? Nondum magnus Joannicius e
prima ætate excesserat, et munus obiens, quod ei
fuerat nandatum a parentibus, in consuela pascua
porcos immittens, ille quidem eos signabat figura
crucis, et ipse consuetas preces Deo reddebat:
illi autem permanebant indivulsi, nullo nec homninum nec bestiarum damno omnino affecti, donec
vespere reversus sanctus eos domum rursus
ageret.
Τεσσαρεσκαιο κατα έτει τῆς τυραννίδος
Λέοντος του Κωνσταντίνου παιδὸς, τοῦ καὶ ἐξ
Ισαύρων ἕλκοντος τὴν τοῦ γένους σειράς, ὁ θαυμαστός Ιωαννίκιος τῶν μητρικών θαλάμων προέρχεται· ᾧ πατρὶς μὲν ἡ Βιθυνῶν ἐπαρχία, κώμη
δὲ Μπρυκάτου καλουμένη πρὸς τοῖς βορειτέροις
τῆς ᾿Απολλωνιάδος κειμένη, γεννήτορες ἐπαληθεύον.
τες τοῖς ἔργοις τὴν κλήσιν, Μυριτζίκιος καὶ ᾿Αναστασώ. Επελλον γὰρ οἷον χάριεν ῥόδον τὸν δίκαιον
ἀναδούναι τῇ εὐσεβείς, ἀπὸ ζωῆς εἰς ζωὴν κατὰ
τὸν θεῖον ᾿Απόστολον, τοῖς τῆς ἀρετῆς μύροις ἐκ.
καλούμενον τοὺς πολλοὺς καὶ τοῦ τῆς ἁμαρτίας
πτώματος ἀνιστῶντα, καὶ ὁδὸν ὑποδεικνύντα σωτή
ρον, ὡς ὁ λόγος δηλώσει. Εὐθὺς γὰρ ἐκ πρώτης
τριχος αἰσθητοῖς βρώμασι παιδοτριβούμενος; τε καὶ
εναγόμενος, οἷα παῖς, οὐ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην καὶ
κοσμικὴν εἴλετο σοφίαν, ἀλλὰ τὴν προσάσάν τε
καὶ εἰκειοῦσαν θεῷ, ήτις καὶ ἀρχὴ σοφίας ἐστίν·
εἶθ, ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος, καὶ τὸ κατ᾽ ἴχνος αὐτοῦ τῶν
ἐντολῶν ἕπεσθαι, Προέκοπτε τοίνυν ἐπ᾿ ἀρετῇ, καὶ
θείᾳ παιδεία, οπόσαι ἡμέραι, καὶ ἐπεδίδου τὴν και
λὴν ὄντως ἐπίδοσιν. Τί δὲ ὁ ταχὺς εἰς ἀντίδοσιν
τῶν ἀγαθῶν Κύριος; Οὔπω τὴν πρώτην ὁ μέγα;
ἤμειβεν ἡλικίαν, καὶ ἦν παρὰ τῶν γονέων ετάχθη
λειτουργίαν τελῶν ταῖς
τελῶν ταῖς συνήθεσι νομαῖς
συνήθεσι νομαῖς τοὺς
χάρους ἐπαφιείς, ὁ μὲν τῷ τοῦ σταυροῦ τύπῳ τούτους ἐσημειοῦτο, καὶ τὰς συνήθεις αὐτὸς εὐχὰς
ἀπεδίδον θεῶ· οἱ δὲ ἔμένον ἀδιάσπαστοι λύμης άνω
θρώπων ὁμοῦ καὶ θηρῶν ἀνώτεροι, ἕως ὀψὲ τῆς
ἡμέρας ἀναστρέψας ὁ ἅγιος, ἐπὶ τὴν οἰκίαν πάλιν
αὐτοὺς εἰσελάσειεν,
δ
Γ', Ἐπεὶ δὲ ὁ μὲν τὸν ἔφηβον ἤμεινε, τό τε σῶμα
οὐκ ἀφυής ὧν καὶ τὴν ὄψιν οὐκ ἀγεννεῖ ἀνδρὶ
ἐοικώς· ἐκλογὴ δὲ πρὸς ἀκρίβειαν στρατιωτών
προστάξει του τηνικαῦτα κρατοῦντος ἐγένετο· τότε
δη καὶ ὁ θαυμαστὸς οὗτος τῷ τῶν ἐξκουδιτόρων
έναπογράφεται τάγματι. Ἦν οὖν ποθεινὸς μὲν τῇ
στρατιᾷ δι' ἐπιείκειαν, φοβερὸς δὲ τοῖς ἐχθροῖς διὰ
γενναιότητα, τὰ πολλὰ τούτους καὶ μόνῃ θέα τρο
τούμενος. Οὕτω τοιγαροῦν ἔχων, καὶ οὕτω περὶ
πολλοῦ τῷ στρατεύματι ὢν περὶ πλείονος ὑπῆρχε
θεῷ, καθ᾿ ὁ τῶν αὐτοῦ ἐντολῶν φύλαξ ἦν ἀκριβε
πιάτως. Ταύτ' οὖν ὁ πονηρὸς ὁρῶν, τῆς τε ἄλλης
ἀρετῆς, καὶ δὴ καὶ τῆς πρὸς τὸ θεῖον νεύσεώς τε
καὶ οἰκειώσεως βασκαίνων αὐτῷ, ἐνήδρευε τε ἀρχτῆς, καὶ λόχους ἐκάθιζε κατὰ τοῦ ἀνδρός. "Οθεν
και κοινήν ποτε κατασκεδάσας τῶν ἀνθρώπων
ἐχουν, ὡς ἂν μὴ ταῖς θείαις εἰκόσι τὸ προσῆκον
απονέμοιεν σέβας, φθάνει και πέχρις Ιωαννικίου,
καὶ τοῦτον δὴ τὸν καλὸν ἐν ἀσκηταις ἄνδρα αἱρεῖ,
καὶ πρὸς τὴν ὀλεθρίαν αἵρεσιν τῶν Εἰκονομάχων
4 Peel. cx, 10; Prov. 1, X1, 10....α
III. Cum autem ille quidem jam excessisset ex
ephebis, tunc cum esset et corpore agilis, et
aspectu præ se ferret speciem hominis non ignavi
haberetur vero accuratus militum delectus jussu
ejus, qui tunc rerum potiebatur: tunc hic quo
que vir admirandus relatus fuit in nunerum
excubitorum. Erat autem exercitui quidem jucun
dus propter inoderationem: inimicis vero terribilis propter fortitudinem, ut qui eos sape vel solo
aspectu in fugam verteret. Cum se ergo sic gereret, et tanti fieret ab exercitu, apud Deum
adhuc pluris fiebat, quatenus ejus præcepta ad
unguem observabat. Hoc ergo videns malignus,
οι cum alian virtutemn, tum ejus cumn Deo fami
liaritatem et conjunctionem ei invideret, in eum
latenter comparabat insidias. Quamobrem cuin
aliquando hominibus communem offudisset caliginem, ut non divinis imaginibus eum, quem par
erat, honorem tribuerent, pervenit etiam usque
ad Joannicium capitque et expugnat hunc virumn
col. 39–40page 16 of 146
PG 116:39ἡ ο ἐπάγεται. Τὸ ἀπ' ἐκείνου τοίνυν τοῖς θείαις εἰκόσιν οὐχ ὅτι μή, ὡς προσῆκεν, ἀπονεμον οἱ πολλοὶ σέβας, ἀλλ' οὐδὲ τὴν τούτου ἀκοὴν ὅλως τοῖς ὡτι παρεδέχοντο. Εν ἑπτὰ δὲ καὶ ὅλοις πεντήκοντα έτεσιν ὁ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ τύπος, διεβάλλετο τε παρὰ τῶν τῶν εἰκονομαχούντων κα ήτιμάζετς· οἱ δὴ καὶ ὁ θαυμάσιος οὗτος συναπήχθη καὶ τῶν ἀλόντων γέγονεν, ὀλίγων μόλις την πάγην του ποτηρού διαδράντων. Είχε μὲν οὕτω ταύτα, καὶ ὁ καθ' ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ χαρακτήρ παρωρᾶτο, οἴμοι, καὶ ἐν οὐδενὸς μέρει παντάπασιν ελογίζετο. Δ΄. Ἐπεὶ δὲ οἱ τῆς κακίας ταύτης ἐργάται τῇ ἀσεβείᾳ ἐλεεινῶς συναπώλοντο, καὶ ἡ Ῥωμαίωνἀρχῇ ἐπὶ τὴν τοῦ Λέοντος σύζυγον Εἰρήνην μετέ πιπτεν, ἥτις ἐπρέσβευε τε τὰ Χριστιανῶν, καὶ ἐντίο μως ἦγεν, εἰ καὶ τῇ περὶ τὴν ἀνδρα φειδοῖ οὐκ εἶχεν ὅπως ἐκείνου περιόντος ἔτι παῤῥησιάσεται τὴν εὐσέβειαν, ὡς οὖν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτὴ κατέ στη, τότε καὶ Χριστὸς αὐτὸς ὁ τὴν ἡμετέραν σάρκα δι' ἡμᾶς ἐνδυσάμενος ἐτιμᾶτο πάλιν τοῖς χαρι κτῆραι, καὶ οἱ περιπόθητοι τῶν ἁγίων τύποι ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, ταῖς ἀγοραῖς κατὰ πλῆθος ἐφαί νοντο. αλλ' οὐδὲ οὕτως οἱ πολλοὶ τὴν πικρίαν τῆς τοιαύτης τῶν Εἰκονομάχων αἱρέσεως, τῶν ψυχῶν ἀπενίψαντο, ἀλλὰ τῷ τοῦ χρόνου μήκει, καθάπερ ἐν έξει του καλού γεγονότες, πρὸς τὴν ἀπαλλαγὴν έδυσχέραινον· ὡς εἰς καὶ ὁ περιφανής ἐτύγχανεν Ιωαννίκιος. Οὐδὲ ταχὺς οὗτος ἦν εἰς μεταβολήν, οὐδὲ πρόχειρος, οὐδὲ παντὶ ἀνέμη περιτρεπόμενος ἢ φερόμενος, ἀλλ᾽ ἤθους βάρος δεικνὺς εἰ καὶ μὴ επαίνεται πράγματι, ἐνέμενε τοῖς ὡς ᾤετο καλώς αὐτῷ δεδογμένοις, καὶ ταῖς θείαις εἰκόσιν, οὐδ᾽ ότιούν σέλας ἀπένεμον. Εἶτα τι γίνεται; θηρᾶται παρὰ τοῦ καλοῦ Γεωργοῦ τοῦ τὴν ἑκάστου γῆν τῆς ψυχῆς εἰδότος, καὶ τὰ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως σπέρ ματατα δέχεται. Καὶ ὁ τρόπος, ὅπως; Ε΄. Στέλλεται ὑπὸ τοῦ κρατοῦντος σὺν τῇ στρατιᾷ πάσῃ κατὰ τὴν Ἐφαν· ἐκεῖθεν δὲ ἐπανήκων, ἔν τῶν τοῦ Ολύμπου δίχει μερών, πλησίον τέ τινος τῶν κατὰ τὸ τοιοῦτον ὄρος ἀσκουμένων μονα χῶν, νεύσει τινὶ παρώδευε θειοτέρα. "Επειτα δικα φανεῖς ἐκ τοῦ ἔλτου; ἐκεῖνος, το τέκνον, εἶπεν, Ἰωαννίκιε, εἰ μέγα σκ τὸ Χριστιανὸν καὶ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι, ἵνα τῇ τὴν τοῦ Χριστοῦ εἰκόνα περιφρονών, μάτην σοι διαπεπονῆσθαι τὸν τῆς ἀρετῆς κόπον παρασκευάζεις; "Ηκουσεν ὁ θεῖος ανήρ, καὶ όπως αὐτῷ διορατικώτατα περὶ πάντων ἐξεῖπεν ἐθαύμασεν. Εἰς ἔδαφος οὖν πεσών, συγγνώμην ᾔτει περὶ ὧν ἀγνοῶν ἐκεῖνος εἰς Χριστὸν ἠγνωμόνει, καὶ διεβεβαιοῦτο, ἢ μὴν τὸ λοιπὸν τὴν εἰκόνα Χριστοῦ καὶ τῶν εὐηρεστηκότων αὐτῷ πάν των, συν προθέσει τῷ πάσῃ τιμῆν· Τὸ ἀπεκείνου οὖν ὁ μακάριος σωματοφυλακῶν εἰς τὰ τῶν βασι λείων προαύλια, ἐπὶ ψιλοῦ τοῦ ἐδάφους ἀνακλινόμε νας ἦν, προσέκειτο δὲ χαμευνίᾳ καὶ προσευχῇ καὶ νηστεία· Εἰ γὰρ καὶ τοῖς ἑταίροις συνειστιᾶτο,praclarum inter exercitatores, et inducit eum ad ἡ
perniciosam sectam fconomachorum. Ab illo autem
tempore divinis imaginibus non modo quem par
erat, multi honorem non tribuebant, sed nec earum
quidem auditionem auribus omnino admittebant.
Tolis vero quinquaginta septem annis, Gigura a
Christo suscepta humanitatis, crimini dabatur et
contemptui habebatur ab iis, qui pugnabant adversus imagines. Cum quibus fuit abductus et caplus hic quoque vir admirandus, et pauci fuerunt,
qui maligni laqueum effugerint. Atque hæc quidem
sic se habebant: et Christi figura nostra similis,
proh dolor! despiciebatur, et nihil omnino putabatur.
IV. Postquam autem hujus sceleris operatores
cum impietate miserabiliter perierunt, et Roma
norumimperium transiit ad conjugem ejus Irenem,
quæ res Christianorum tuebatur et habebat in honore, etiamnsi, propter metum mariti, non poterat
eo superstite libere eloqui veram religionem. Cum
ea vero in imperio fuisset constituta, tunc ipse
quoque Christus, qui propter nos carnem induit,
rursus honorabatur figuris, et exoplatæ sanctorum
imagines, in ecclesiis, in foro, in populo cernebantur. Sed ne sic quidem multi hujus Iconomachorum hæresis acerbitatem eluerunt ex animnis,
sed cum temporis diuturnitate ad mali habitum
pervenissent, agre ferebant sed ab eo liberari.
Quorum unus erat hic quoque praeclarus Joannicius, qui non erat promptus nec velox ad mulationem, neque omni vento convertebatur aut circumferebatur, sed morum ostendens gravitatem,
etsi in re non laudabili, permanebat in iis, quæ
sibi recte opinari vilebatur, et divinis inaginibus
nullum cultum tribuebat. Deinde quid fit? Eum
venatur egregius agricola, qui n vit terram animi
uniuscujusque, et is accipit semina fidei orthodoxae. Quomodo autem?
V. Mittitur ab imperatore ad Occidentem cum
toto exercitu. Illinc auten revertens, transiit per
quamdam partem Olympi, et nutu divino iter fecit
prope quemdam ex monachis, qui in eo monte
exercebantur. Demde ille apparens ex silva: O fili,
inquit, Joannici, si magnum tibi est, inquit, Chri
stianum esse et nominari, cur Christi maginem
despiciens, eflicis ut labor virtunis a le frustra
suscipiatur? Hac audivit vir divinus, et miratus ο
est, quod ei evidentissime dixisset de omnibus.
Humi itaque cadens, petit veniam, quod ille ignorans fuisset ingratus in Dominum, et aflirmavitse
deinceps Christi imaginem et omnium, qui ei placuerunt, honoraturum cum omni proposito. Ab
illo ergo tempore, beatus ille satellitis officio fungens in vestibulo regia, recubabat in nudo solo,
eratque orationi intentus in jejunio. Nam etsi convivia inibal_cum aliis, cibum tamen non sumnebat
usque ad satietatem, sed calenus, ut illis quidem
non videretur jejunare; corpus autem ei consiste40
ἐπάγεται. Τὸ ἀπ' ἐκείνου τοίνυν τοῖς θείαις εἰκόσιν
οὐχ ὅτι μή, ὡς προσῆκεν, ἀπονεμον οἱ πολλοὶ
σέβας, ἀλλ' οὐδὲ τὴν τούτου ἀκοὴν ὅλως τοῖς ὡτι
παρεδέχοντο. Εν ἑπτὰ δὲ καὶ ὅλοις πεντήκοντα
έτεσιν ὁ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ τύπος,
διεβάλλετο τε παρὰ τῶν
τῶν εἰκονομαχούντων κα
ήτιμάζετς· οἱ δὴ καὶ ὁ θαυμάσιος οὗτος συνα
πήχθη καὶ τῶν ἀλόντων γέγονεν, ὀλίγων μόλις την
πάγην του ποτηρού διαδράντων. Είχε μὲν οὕτω
ταύτα, καὶ ὁ καθ' ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ χαρακτήρ
παρωρᾶτο, οἴμοι, καὶ ἐν οὐδενὸς μέρει παντάπασιν
ελογίζετο.
Δ΄. Ἐπεὶ δὲ οἱ τῆς κακίας ταύτης ἐργάται τῇ
ἀσεβείᾳ ἐλεεινῶς συναπώλοντο, καὶ ἡ Ῥωμαίων
ἀρχὴ ἐπὶ τὴν τοῦ Λέοντος σύζυγον Εἰρήνην μετέ
πιπτεν, ἥτις ἐπρέσβευε τε τὰ Χριστιανῶν, καὶ ἐντίο
μως ἦγεν, εἰ καὶ τῇ περὶ τὴν ἀνδρα φειδοῖ οὐκ
εἶχεν ὅπως ἐκείνου περιόντος ἔτι παῤῥησιάσεται
τὴν εὐσέβειαν, ὡς οὖν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτὴ κατέ
στη, τότε καὶ Χριστὸς αὐτὸς ὁ τὴν ἡμετέραν σάρκα
δι' ἡμᾶς ἐνδυσάμενος ἐτιμᾶτο πάλιν τοῖς χαρικτῆραι, καὶ οἱ περιπόθητοι τῶν ἁγίων τύποι ἐν
ταῖς ἐκκλησίαις, ταῖς ἀγοραῖς κατὰ πλῆθος ἐφαίνοντο. αλλ' οὐδὲ οὕτως οἱ πολλοὶ τὴν πικρίαν τῆς
τοιαύτης τῶν Εἰκονομάχων αἱρέσεως, τῶν ψυχῶν
ἀπενίψαντο, ἀλλὰ τῷ τοῦ χρόνου μήκει, καθάπερ
ἐν έξει του καλού γεγονότες, πρὸς τὴν ἀπαλλαγὴν
έδυσχέραινον· ὡς εἰς καὶ ὁ περιφανής ἐτύγχανεν
Ιωαννίκιος. Οὐδὲ ταχὺς οὗτος ἦν εἰς μεταβολήν,
οὐδὲ πρόχειρος, οὐδὲ παντὶ ἀνέμη περιτρεπόμενος
ἢ φερόμενος, ἀλλ᾽ ἤθους βάρος δεικνὺς εἰ καὶ μὴ
επαίνεται πράγματι, ἐνέμενε τοῖς ὡς ᾤετο καλώς
αὐτῷ δεδογμένοις, καὶ ταῖς θείαις εἰκόσιν, οὐδ᾽
ότιούν σέλας ἀπένεμον. Εἶτα τι γίνεται; θηρᾶται
παρὰ τοῦ καλοῦ Γεωργοῦ τοῦ τὴν ἑκάστου γῆν τῆς
ψυχῆς εἰδότος, καὶ τὰ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως σπέρ
ματατα δέχεται. Καὶ ὁ τρόπος, ὅπως;
Ε΄. Στέλλεται ὑπὸ τοῦ κρατοῦντος σὺν τῇ στρατιᾷ
πάσῃ κατὰ τὴν Ἐφαν· ἐκεῖθεν δὲ ἐπανήκων, ἔν
τῶν τοῦ Ολύμπου δίχει μερών, πλησίον τέ
τινος τῶν κατὰ τὸ τοιοῦτον ὄρος ἀσκουμένων μονα
χῶν, νεύσει τινὶ παρώδευε θειοτέρα. "Επειτα δικα
φανεῖς ἐκ τοῦ ἔλτου; ἐκεῖνος, το τέκνον, εἶπεν,
Ἰωαννίκιε, εἰ μέγα σκ τὸ Χριστιανὸν καὶ εἶναι
καὶ ὀνομάζεσθαι, ἵνα τῇ τὴν τοῦ Χριστοῦ εἰκόνα
περιφρονών, μάτην σοι διαπεπονῆσθαι τὸν τῆς
ἀρετῆς κόπον παρασκευάζεις; "Ηκουσεν ὁ θεῖος
ανήρ, καὶ όπως αὐτῷ διορατικώτατα περὶ πάντων
ἐξεῖπεν ἐθαύμασεν. Εἰς ἔδαφος οὖν πεσών, συγγνώ
μην ᾔτει περὶ ὧν ἀγνοῶν ἐκεῖνος εἰς Χριστὸν
ἠγνωμόνει, καὶ διεβεβαιοῦτο, ἢ μὴν τὸ λοιπὸν τὴν
εἰκόνα Χριστοῦ καὶ τῶν εὐηρεστηκότων αὐτῷ πάν
των, συν προθέσει τῷ πάσῃ τιμῆν· Τὸ ἀπεκείνου
οὖν ὁ μακάριος σωματοφυλακῶν εἰς τὰ τῶν βασι
λείων προαύλια, ἐπὶ ψιλοῦ τοῦ ἐδάφους ἀνακλινόμενας ἦν, προσέκειτο δὲ χαμευνίᾳ καὶ προσευχῇ καὶ
νηστεία· Εἰ γὰρ καὶ τοῖς ἑταίροις συνειστιᾶτο,
col. 41–42page 17 of 146
PG 116:41πλὴν ἀλλ᾽ οὐ μέχρι κόρος μετελαμβανε της τροφής, ἀλλὰ τοσοῦτον, ὅσῳ τοῖς μὲν μὴ φαίνεσθαι νησ στεύων, τὸ σῶμα δὲ αὐτῷ συνεστάναι, καὶ πρὸς τὴν πάννυχον ἐκείνην στάσιν ὑπηρετεῖν. 5'. Εν τούτοις οὖν ἐκείνου σχολάζοντος ἐφ' ὅλοις ἔτεσιν ξ, τὸ τῶν Βουλγάρων έξεισιν ἔθνος τὴν τῶν Θρακών ληζόμενον. Αντιστρατοπεδεύεται τοίνυν αὐτοῖς ὁ τῆς Ῥωμαίων τότε κρατῶν, χειρι πολλὴν καὶ μάχιμον συναθροίσας, οἷς δήπου συνεξητάζετο καὶ ὁ νεανικὸς τὴν ευσέβειαν οὗτος· πόλε μός τε μέγας αὐτοῖς συνεῤῥάγη, καὶ κατὰ πλῆθος αἱ φάλαγγες πίπτουσι τῶν Ῥωμαίων. Τί οὖν ὁ μέγας ἐν ἀριστεῦσι, καὶ μείζων ἐν ἀσκηταῖς ατος Ἰωαννίκιος: Οία Δαυΐδ άλλος ἦν διακόπτων μὲν τοὺς ἀλλοφύλους σὺν μυριάσι, πλείστους δε ρυός μενος τῶν ὁμογενῶν, ὥστε καὶ τινα τῶν ἐπιφανῶν Ρωμαίων, μηχανῇ μὲν ὑπὸ τῶν Βουλγάρων ίμπν τώδει ληφθῆναι, τὸν δὲ ταύτην τῷ ξίφει διατεμόντα τῆς πολεμίας χειρὸς τὸν ἄνθρωπον ρίσασθαι. Ταῦτα δι, τότε καὶ αὐτὸς ὁ βασιλεὺς θεασάμενος, καὶ τὸ γενναῖον τοῦ ἀνδρὸς ἐκπλαγείς, τὴν πατρίδα καὶ τὴν τοῦ ὀνόματος κλῆσιν ἐζήτει μαθεῖν. Ὁ δὲ πρὸς τούτοις καὶ τὴν τῆς στρατείας ἐδίδασκε τάξιν. Καὶ ὁ βασιλεὺς πάντα εὐθὺς, ὡς ἂν μὴ τὴν μνήμην αὐτ τοῦ διαφύγοι, γράμμασιν ἐκτίθεσθαι τῷ ὑπογραφεί κελεύει, καὶ τῇ φιλοτιμίᾳ τῶν ἀντιδόσεων τὴν τοῦ καλοῦ τούτου στρατιώτου χεῖρα καμοῦσαν ἐπέρρωσεν. Εντεύθεν καὶ πλείονι τῇ ῥοπῇ χρησάμενος, ένα τινά τῶν ἐχθρῶν ἐπὶ στενῆς ἑστηκότα ὁδοῦ, καὶ πολλοὺς ἀναιροῦντα Ῥωμαίων ὁ γενναίος οὗτος ἐπεισπεσών, κεφαλῆς ἱστέρει τὸν πολλῶν ἑτέρων κεφαλὰς ἀφελόμενον. Οὕτως αἱ κατὰ τῶν δρωμένων ἐχθρῶν ἀριστεῖται σύμβολον ἦσαν αὐτῷ τῶν μελλόντων κατὰ τῶν οὐ φαινομένων δυσμενών τροπαίων. Ζ΄. Καί ὅρα, πῶς ἐντεῦθεν καὶ πρὸς τὴν ἐκείνων ἅμιλλαν ὁδηγεῖτο, καὶ ἤδη πάλης ἤπτετο, καὶ τὸν ὁπλίτην νοῦν ἀποχῇ σιτίων καὶ προσευχῇ καλῶς πλιζε. Τῆς γὰρ πρὸς τοὺς δρωμένους τούτους ἐχθροὺς μάχης ἡρέμα καὶ κατὰ βραχύ διαστάς, καὶ ἐν ἑαυτῷ λοιπόν γεγονώς, ἔστρεφέ τε τῶν ἀ δυνάμει Θεοῦ κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἠρίστευσε γενναίως, καὶ ζημιωθῆναι πιεκρὰν ἐκείνην ζημίαν τὸν ὄπισθεν ἔλεγε χρόνον, ἐν ὅσῳ μὴ διὰ τιμῆς αὐτῷ ἡ τοῦ Χριστοῦ εἰκὼν ἔγετο, καὶ τοῖς τῆς μεταμελείας βέλεσιν ἐβάλλετο τὴν ψυχήν, καὶ ὥσπερεί τοιαῦτα πρὸς ἑαυτὸν διελέγετο. Τοιούτῃ με δουλεύειν προσέηκε Δεσπότῃ, καὶ μὴ κατὰ τῶν ὁρωμένων τούτων μόνον ἐχθρῶν, ἀλλὰ δὲ καὶ κατὰ τῶν ἀοράτων ὁπλί ζεσθαι· ὃ καὶ δι᾿ εὐχῆς ἐγὼ μάλιστα τίθεμαι, δοθῆναι μοι καιρὸν, καθ᾿ ὃν ἔσται μοι δυνατὸν ὑποτάξαι τὴν σάρκα τῷ πνεύματι, καὶ μόνῳ προσ ανέχειν Θεῷ. Εντεῦθεν καὶ τῆς συνήθους ὅλως ἐγένετο προσευχῆς, καὶ τὸ ὑπερκείμενον ἐν δεξιᾷ τῆς Βιθυνίας ὄρος 8 παρ᾽ ἡμῖν Ολυμπος καλεῖται, ὠδίνησε τὸν ἥσυχον καὶ φιλέρημον βίον. Η΄. Ενδημήσας οὖν βασιλευούσῃ, καὶ τοῖς ἐν αὐτῇ εὐκτηρίοις συνταξάμενος οἴκοις, καὶ τὴν τεDom.
πλὴν ἀλλ᾽ οὐ μέχρι κόρος μετελαμβανε της τροφής, ret, et ad pernoctem illam inservired statioἀλλὰ τοσοῦτον, ὅσῳ τοῖς μὲν μὴ φαίνεσθαι νησ
στεύων, τὸ σῶμα δὲ αὐτῷ συνεστάναι, καὶ πρὸς τὴν
πάννυχον ἐκείνην στάσιν ὑπηρετεῖν.
5'. Εν τούτοις οὖν ἐκείνου σχολάζοντος ἐφ'
ὅλοις ἔτεσιν 2ξ, τὸ τῶν Βουλγάρων έξεισιν ἔθνος
τὴν τῶν Θρακών ληζόμενον. Αντιστρατοπεδεύεται
τοίνυν αὐτοῖς ὁ τῆς Ῥωμαίων τότε κρατῶν, χειρι
πολλὴν καὶ μάχιμον συναθροίσας, οἷς δήπου συνεξητάζετο καὶ ὁ νεανικὸς τὴν ευσέβειαν οὗτος· πόλεμός τε μέγας αὐτοῖς συνεῤῥάγη, καὶ κατὰ πλῆθος
αἱ φάλαγγες πίπτουσι τῶν Ῥωμαίων. Τί οὖν ὁ
μέγας ἐν ἀριστεῦσι, καὶ μείζων ἐν ἀσκηταῖς ατος
Ἰωαννίκιος: Οία Δαυΐδ άλλος ἦν διακόπτων μὲν
τοὺς ἀλλοφύλους σὺν μυριάσι, πλείστους δε ρυός
μενος τῶν ὁμογενῶν, ὥστε καὶ τινα τῶν ἐπιφανῶν
Ρωμαίων, μηχανῇ μὲν ὑπὸ τῶν Βουλγάρων ίμπντώδει ληφθῆναι, τὸν δὲ ταύτην τῷ ξίφει διατεμόντα
τῆς πολεμίας χειρὸς τὸν ἄνθρωπον ρίσασθαι. Ταῦτα
δι, τότε καὶ αὐτὸς ὁ βασιλεὺς θεασάμενος, καὶ τὸ
γενναῖον τοῦ ἀνδρὸς ἐκπλαγείς, τὴν πατρίδα καὶ
τὴν τοῦ ὀνόματος κλῆσιν ἐζήτει μαθεῖν. Ὁ δὲ πρὸς
τούτοις καὶ τὴν τῆς στρατείας ἐδίδασκε τάξιν. Καὶ
ὁ βασιλεὺς πάντα εὐθὺς, ὡς ἂν μὴ τὴν μνήμην αὐτ
τοῦ διαφύγοι, γράμμασιν ἐκτίθεσθαι τῷ ὑπογραφεί
κελεύει, καὶ τῇ φιλοτιμίᾳ τῶν ἀντιδόσεων τὴν τοῦ
καλοῦ τούτου στρατιώτου χεῖρα καμοῦσαν ἐπέῤῥωσεν. Εντεύθεν καὶ πλείονι τῇ ῥοπῇ χρησάμενος,
ένα τινά τῶν ἐχθρῶν ἐπὶ στενῆς ἑστηκότα
ὁδοῦ, καὶ πολλοὺς ἀναιροῦντα Ῥωμαίων ὁ γενναίος
οὗτος ἐπεισπεσών, κεφαλῆς ἱστέρει τὸν πολλῶν
ἑτέρων κεφαλὰς ἀφελόμενον. Οὕτως αἱ κατὰ τῶν
δρωμένων ἐχθρῶν ἀριστεῖται σύμβολον ἦσαν αὐτῷ
τῶν μελλόντων κατὰ τῶν οὐ φαινομένων δυσμενών
τροπαίων.
Ζ΄. Καί ὅρα, πῶς ἐντεῦθεν καὶ πρὸς τὴν ἐκείνων
ἅμιλλαν ὁδηγεῖτο, καὶ ἤδη πάλης ἤπτετο, καὶ τὸν
ὁπλίτην νοῦν ἀποχῇ σιτίων καὶ προσευχῇ καλῶς
πλιζε. Τῆς γὰρ πρὸς τοὺς δρωμένους τούτους
ἐχθροὺς μάχης ἡρέμα καὶ κατὰ βραχύ διαστάς,
καὶ ἐν ἑαυτῷ λοιπόν γεγονώς, ἔστρεφέ τε τῶν ἀ
δυνάμει Θεοῦ κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἠρίστευσε γενναίως,
καὶ ζημιωθῆναι πιεκρὰν ἐκείνην ζημίαν τὸν ὄπισθεν
ἔλεγε χρόνον, ἐν ὅσῳ μὴ διὰ τιμῆς αὐτῷ ἡ τοῦ
Χριστοῦ εἰκὼν ἔγετο, καὶ τοῖς τῆς μεταμελείας
βέλεσιν ἐβάλλετο τὴν ψυχήν, καὶ ὥσπερεί τοιαῦτα
πρὸς ἑαυτὸν διελέγετο. Τοιούτῃ με δουλεύειν προσε
ῆκε Δεσπότῃ, καὶ μὴ κατὰ τῶν ὁρωμένων τούτων
μόνον ἐχθρῶν, ἀλλὰ δὲ καὶ κατὰ τῶν ἀοράτων ὁπλίζεσθαι· ὃ καὶ δι᾿ εὐχῆς ἐγὼ μάλιστα τίθεμαι,
δοθῆναι μοι καιρὸν, καθ᾿ ὃν ἔσται μοι δυνατὸν
ὑποτάξαι τὴν σάρκα τῷ πνεύματι, καὶ μόνῳ προσανέχειν Θεῷ. Εντεῦθεν καὶ τῆς συνήθους ὅλως
ἐγένετο προσευχῆς, καὶ τὸ ὑπερκείμενον ἐν δεξιᾷ
τῆς Βιθυνίας ὄρος 8 παρ᾽ ἡμῖν Ολυμπος καλεῖται,
ὠδίνησε τὸν ἥσυχον καὶ φιλέρημον βίον.
Η΄. Ενδημήσας οὖν βασιλευούσῃ, καὶ τοῖς ἐν
αὐτῇ εὐκτηρίοις συνταξάμενος οἴκοις, καὶ τὴν τε
PATROL. GR. CXVI.
VI. Cum ille ergo totos sex annos his vacaret,
egreditur gens Bulgarorum, Thraciam depopulans.
Adversus eos autem ducit exercitum, qui tunc
erat imperator Romanorum, magna et valida manu
coacta, in quorum numero erat hic quoque pietate
plane juvenis. Magnum itaque prælium fuit inter
eos commissum, et ex exercitu Romanorum cadit
magnus numerus. Quid ergo ille inter viros fortes
magnus, et inter exercitatores pietatis major JoanDicius? Erat tanquam alius David, alienigenas quidem perrumpens cum multis millibus, plurimos
autem liberans ex iis, qui erant ejusdem generis,
adeo ut quidam ex illustribus Romanis machina
quidem ex loris contexta caperetur a Bulgaris, is
vero ea gladio dissecta, a manu hostili hominem
liberaverit. Hæc cum tunc ipse aspexisset imperator, et ejus esset virtutem admiratus, cupiebat scire
patriam, et quod esset ei nomen.Ille autem præter
hac docuit etiam ordinem militiæ Imperaler vero
omnia statim,ne memoria exciderent,scribæ jubet
mandare scriptis, et magnificentia remunerationum, confirmavit defessam manum hujus egregii
militis. Hinc magis incitatus, unum quemdam ex
inimicis, qui stelerat in via angusta, et multos
occidebat ex Romanis, vir ille strenuus, facto in
eum impetu, illum privavit capite, qui multis aliis
capita abstulerat. Sic adversus hostes qui vidientur, praclara facinora, erant signum tropæorum,
quæ erat erecturus contra inimicos, qui non apparent.
VII. Vide autem quomodo hinc fuit deductus ad
suscipiendum contra illos certamen: et jam ad
luctandum est aggressus, et gravis armatura
mentem, abstinentia a cibis et oratione pulchre
armavit. Nam cum a pugna adversus eos,qui cernuntur, hostes se sensim et paulatim dimovisset,
et se deinceps collegisset, versabat animo ea qua
Dei virtute adversus hostes fortiter gesserat, et se
posteriore tempore dicebat acerbum illud damnum
accepisse, quo Christi sui imago in honore ab eo
non habebatur, et telis poenitentiæ sauciabatur ejus
animus, et in hunc modum secum loquebatur;
oportuit me tali Domino servire, et non solum
adversus hos, qui cernuntur, inimicos, sed etiam
armari in eos qui non cadunt sub aspectum.
Quod quidem ergo habeo maxime in votis, nempe
dari mihi tempus, in quo possim carnem subjicere
spiritui, et soli Deo animum adhibere. Hinc se dedit totum solitæ orationi, et cum vidisset montem,
qui supereminet a dextera Bithynim, qui apud nos
vocatur Olympus, concepit animo vitam quietam
et amantem solitudinis.
VIII. Cum venisset ergo in urbem regiam, et
valere jussisset ea, quæ sunt in ipsa, oratoria et
col. 43–44page 18 of 146
PG 116:43ὑπερορᾷ μὲν τοῦ παρὰ βασιλεῖ τάττεσθαι, ὑπερορᾷ δὲ τοῦ τῶν μεγίστων καὶ ὑπὲρ τοὺς πολλοὺς ἀξιοῦσθαι καταφρονετ στοργής πατρικῆς, ἐν δευτέρῳ τὰ μητρός τίθεται σπλάγχνα, καὶ τοῖς τεκοῦσι μικρὸν συγγενόμενος ἐπὶ τὴν φίλην ὥρμησεν ἡσυχίαν τὴν καλὴν ὄντως σύνοικον, τέσσαρας μόνους ἐπὶ τοῖς εἴκοσι χρόνους τῇ κάτω ταύτῃ καὶ κοσμικῇ διαπρέψας στρατεία. Κατὰ γοῦν τὴν πάροδον τῇ τῶν Αὐγάρων μονῇ παραβεβληκώς, ὑπὸ τῶν έκεῖσε μοναχῶν δεξιοῦται, καὶ τῷ τῆς μονῆς προεστῶτι Πατρὶ Γρηγορίῳ τὰ τῆς ἑαυτοῦ γνώμης δήλα ποιεῖ, ότι τε τοῦ καθ᾿ ἡσυχίαν ὁρᾷ βίου, καὶ ὅτι βούλεται μόνος ὑπὸ Θεῷ ζῇν, ἀνθρωπίνην πᾶσαν διαφυγών παράκλησιν. Ο δὲ τὴν μὲν πρόθεσιν ἐπαινεῖ, ἀλλὰ ταῦτά γε προσήκειν ἔφη τοῖς τὴν ἄσκησιν χρονώ τερον ἐκπονήσασι, καὶ ὥσπερ ἐν ἕξει ταύτης γενο μένοις. Σοὶ δὲ συμβουλεύσαιμι ἂν ἔγωγε, μή τον άμικτον ἐκ πρώτης ὀλέσθαι βίον, ἀλλ᾽ εὐλαβέσι προ τερον ἀνδράσι καὶ μοναχοῖς ἑαυτὸν συνάψαι, και ρόν τε καὶ τάξιν μαθεῖν προσευχῆς· εἶτα ὑπακοὴν καὶ τὸ μέτριον τοῦ φρονήματος παιδευθῆναι, καὶ οὕτω τῇ ἀναχωρητική προσχωρήσει διαγωγή, μήπως ἀδιδάκτως ὁρμήσας ἀντὶ τοῦ βαλεῖν βλη θῇς, καὶ ἀντὶ νοῦ ἡττῆσαι ἐλεεινότητα ἡττηθῆς. λευταίαν τῆς ἀποδημίας προσκύνησιν ἀποδοῦς, Θ΄. Τούτων ἐκεῖνος τῶν εἰσηγήσεων ἀκούσας, ἀνεχώρησε μὲν ἐκεῖθεν· ἑσπέρας δ᾽ ἐπικαταλαβούσης, ἐπιξενοῦται τινι τῶν θεοφιλῶν, οἷος ἐκεῖνος ἦν τὰς τοιαύτας καταγωγὰς ἀκριβοῦν, ὡς μὴ ἐν ἑτεροδόξω καταλῦσαι μηδέποτε. ᾧ καὶ τὰ τῆς γνώμης ανα καλύψας ο επείπερ ἔτι γραμμάτων παντάπασιν ἀνοι μίλητος ἦν, ἔν τινι τῶν ἐκεῖ φροντιστηρίων ἀπάγε και παρ' αὐτοῦ, ἐν γειτόνων τε ὄντι, καὶ ούτωτε λάω καλουμένῳ, καν τούτῳ τὴν τῶν στοιχείων μόνην εἰσαγωγὴν παιδευθείς, ἐπεὶ θορύβου μεστόν τὸ τοιοῦτον ἐμάνθανε φροντιστήριον, ἐφ᾽ ἕτερον σεμνείον ᾿Αντιδίου λεγόμενον ἄνεισι, καὶ τὴν ταυ τοῦ πρόθεσιν τῷ προεστῶτι τούτου παραγυμνώσας, Εκπαιδεύεται παρ' αὐτοῦ τὴν περὶ τούς θείους ἀλῶνας παλαίστραν, καθαιρείν λογισμούς δηλαδή, καὶ πᾶν ὕψωμα κατὰ τῆς γνώσεως επαιρόμενον τοῦ Θεοῦ. Ἐπὶ χρόνοις δὲ δυσὶ τούτῳ ἐγκαρτερήσ σας, καὶ τῶν τοῦ Θεοπάτορος Δαυϊδ ὕμνων τριά κοντα ψαλμοὺς ἐκμαθών, οὐκ ἀγεννεῖς τε τὰς τού των λαβὰς κατά πάσης τοῦ ἀντικειμένου προσβο Ολῆς ἐνδειξάμενος ὀλίγῳ ὕστερον ἐπιθυμίαν ἴσχει πρὸς τὸ ὑπερκείμενον μεταβῆναι δρος. Ἐπὶ ἑπτὰ οὖν ὅλαις ἡμέραις εὐχῇ προσανέχων ὁδηγὸν ἀπλεο νῆ φανῆναι αὐτῷ τῆς ἐπιθυμουμένης ὁδοῦ ἐξήτει, Κατὰ δὲ τὴν ἑβδόμην φωνῆς ἄνωθεν οὗτος ὁ καθ' ἡμᾶς νέος Μωσῆς ἀκούει, προσταττούσης μικρόν προσβήναι τῷ ὄρει, καὶ τοῦ ποθουμένου τυχεῖν. 1. Ταύτης ἐκεῖνος τῆς φωνῆς ἀκούσας προσ ἐβαινέ τε κῷ ὄρει, καὶ τίνα εἰς κατοικίαν ἑαυτοῦ εὕροι τόπον, πανταχόσε περιεσκόπει. ᾿Ανὼν τοίνυν κατὰ τὸ ὄρος, δυσὶ μονασταῖς ἐντυγχάνει, οἷς χιτῶνες μὲν ἐκ τριχῶν ἦσαν πεποτημένοι, δίαιτα δὲὑπερορᾷ μὲν τοῦ παρὰ βασιλεῖ τάττεσθαι, ὑπερορᾷ
δὲ τοῦ τῶν μεγίστων καὶ ὑπὲρ τοὺς πολλοὺς ἀξιοῦ
σθαι καταφρονετ στοργής πατρικῆς, ἐν δευτέρῳ τὰ
μητρός τίθεται σπλάγχνα, καὶ τοῖς τεκοῦσι μικρὸν
συγγενόμενος ἐπὶ τὴν φίλην ὥρμησεν ἡσυχίαν
τὴν καλὴν ὄντως σύνοικον, τέσσαρας μόνους ἐπὶ
τοῖς εἴκοσι χρόνους τῇ κάτω ταύτῃ καὶ κοσμικῇ
διαπρέψας στρατεία. Κατὰ γοῦν τὴν πάροδον τῇ
τῶν Αὐγάρων μονῇ παραβεβληκώς, ὑπὸ τῶν έκεῖσε
μοναχῶν δεξιοῦται, καὶ τῷ τῆς μονῆς προεστῶτι
Πατρὶ Γρηγορίῳ τὰ τῆς ἑαυτοῦ γνώμης δήλα ποιεῖ,
ότι τε τοῦ καθ᾿ ἡσυχίαν ὁρᾷ βίου, καὶ ὅτι βούλεται
μόνος ὑπὸ Θεῷ ζῇν, ἀνθρωπίνην πᾶσαν διαφυγών
παράκλησιν. Ο δὲ τὴν μὲν πρόθεσιν ἐπαινεῖ, ἀλλὰ
ταῦτά γε προσήκειν ἔφη τοῖς τὴν ἄσκησιν χρονώ
τερον ἐκπονήσασι, καὶ ὥσπερ ἐν ἕξει ταύτης γενομένοις. Σοὶ δὲ συμβουλεύσαιμι ἂν ἔγωγε, μή τον
άμικτον ἐκ πρώτης ὀλέσθαι βίον, ἀλλ᾽ εὐλαβέσι προτερον ἀνδράσι καὶ μοναχοῖς ἑαυτὸν συνάψαι, καιρόν τε καὶ τάξιν μαθεῖν προσευχῆς· εἶτα ὑπακοὴν
καὶ τὸ μέτριον τοῦ φρονήματος παιδευθῆναι, καὶ
οὕτω τῇ ἀναχωρητική προσχωρήσει διαγωγή,
μήπως ἀδιδάκτως ὁρμήσας ἀντὶ τοῦ βαλεῖν βλη
θῇς, καὶ ἀντὶ νοῦ ἡττῆσαι ἐλεεινότητα ἡττηθῆς.
emigrationis postremam reddidisset adorationem, λευταίαν τῆς ἀποδημίας προσκύνησιν ἀποδοῦς,
despicit quidem referri in numerum procerum
imperatoris; despicit autem maxima adipisci, et
pluris Geri, quam vulgus. Despicit paternam affectionem, postponit viscera matris, et cum parum
congressus esset cum parentibus, profectus est ad
jucundam quietem et silentium, cum solos vigin
ti quatuor annos se pulchre gessisset in hac inferiori et mundana militia. In transitu vero cum
accessisset ad Agaurorum monasterium, accipitur
ab iis, qui illic erant, monachis: et monasterii
praefecto Patri Gregorio aperit suum animum,
quod scilicet amet vitam quietam, et quod velit
solus sub Deo vivere, omnem humanam vitans
consolationem. Ille autem laudat quidem propositum, sed hac dicebat convenire iis, qui versati p
sunt in diuturniori exercitatione, et ad ejus habitum quodammodo pervenerunt. Ego vero tibi consuluerim non eam primo vitam eligere, quæ est
remota ab omni hominum societale,sed cum viris
piis et monachis te prius conjungere, et discere
tempus et ordinem orationis. Deinde obedientiam
doceri et modestiam, et sic ad vitam accedere
anachoreticam, ne, si ad eam irruperis priusquam
didiceris, cum te oporteret ferire, feriaris, et cum
superare, supereris miserabiliter.
IX. Hæc cum ille monita audivisset, illinc quidem recessit: cum venisset autem vespera, hospitio excipitur a quodam viro pio et religioso, ut qui
pulchre cognosceret hujusmodi habitacula, et caveret, ne unquam diversaretur in aedibus alicujus,
qui esset diversa a recta sententia. Cui cum
animum aperuisset,quoniam erat adhuc omnino
ignarus litterarum, adducitur ab eo in quoddam
propinquum monasterium quod vocabatur Utoleias: et cum in eo didicisset solam elementorum
institutionem, cum intellexisset hoc monasterium
esse tumultu plenum, ascendit ad aliud monasterium, quod dicitur Antidii: et cum illius præfecto suum declarasset propositum, docetur ab eo,
cujusmodi sit palaestra in divinis certaminibus, deprimere scilicet cogitationes, et omnem altitudinem, qum extollitur adversus Dei cognitionem.
Cum duos autem annos in eo perseverasset, et
Dei patris David hymnorum triginta psalmos didicisset et ostendisset satis validas esse eorum ansas
adversus omnem insultum adversarii, paulo post
incessit eum desiderium transeundi ad montem,
qui superemninebat. Totos ergo septem dies
vacans orationi, petebat ut sibi appareret certus
dux vim, quam desiderabat. Septimo autem die,
audit hic novus noster Moses vocem desuper jubestem ut parum accedat ad montem, et asse·
quatur id quod desiderat.
X. Cum ergo ille hanc audivisset, accessit ad
montem, et quemnam locum inveniret aptum ad
suam habitationem, undique circumspiciebat.
Ascendens ergo in montem, incidit in duos monachos, quibus tunica quidem erant confecta ex
Θ΄. Τούτων ἐκεῖνος τῶν εἰσηγήσεων ἀκούσας,
ἀνεχώρησε μὲν ἐκεῖθεν· ἑσπέρας δ᾽ ἐπικαταλαβούσης,
ἐπιξενοῦται τινι τῶν θεοφιλῶν, οἷος ἐκεῖνος ἦν τὰς
τοιαύτας καταγωγὰς ἀκριβοῦν, ὡς μὴ ἐν ἑτεροδόξω
καταλῦσαι μηδέποτε. ᾧ καὶ τὰ τῆς γνώμης ανα
καλύψας ο επείπερ ἔτι γραμμάτων παντάπασιν ἀνοι
μίλητος ἦν, ἔν τινι τῶν ἐκεῖ φροντιστηρίων ἀπάγε
και παρ' αὐτοῦ, ἐν γειτόνων τε ὄντι, καὶ ούτωτε
λάω καλουμένῳ, καν τούτῳ τὴν τῶν στοιχείων
μόνην εἰσαγωγὴν παιδευθείς, ἐπεὶ θορύβου μεστόν
τὸ τοιοῦτον ἐμάνθανε φροντιστήριον, ἐφ᾽ ἕτερον
σεμνείον ᾿Αντιδίου λεγόμενον ἄνεισι, καὶ τὴν ταυ
τοῦ πρόθεσιν τῷ προεστῶτι τούτου παραγυμνώσας,
Εκπαιδεύεται παρ' αὐτοῦ τὴν περὶ τούς θείους
ἀλῶνας παλαίστραν, καθαιρείν λογισμούς δηλαδή,
καὶ πᾶν ὕψωμα κατὰ τῆς γνώσεως επαιρόμενον
τοῦ Θεοῦ. Ἐπὶ χρόνοις δὲ δυσὶ τούτῳ ἐγκαρτερήσ
σας, καὶ τῶν τοῦ Θεοπάτορος Δαυϊδ ὕμνων τριά
κοντα ψαλμοὺς ἐκμαθών, οὐκ ἀγεννεῖς τε τὰς τού
των λαβὰς κατά πάσης τοῦ ἀντικειμένου προσβο
Ολῆς ἐνδειξάμενος ὀλίγῳ ὕστερον ἐπιθυμίαν ἴσχει
πρὸς τὸ ὑπερκείμενον μεταβῆναι δρος. Ἐπὶ ἑπτὰ
οὖν ὅλαις ἡμέραις εὐχῇ προσανέχων ὁδηγὸν ἀπλεο
νῆ φανῆναι αὐτῷ τῆς ἐπιθυμουμένης ὁδοῦ ἐξήτει,
Κατὰ δὲ τὴν ἑβδόμην φωνῆς ἄνωθεν οὗτος ὁ καθ'
ἡμᾶς νέος Μωσῆς ἀκούει, προσταττούσης μικρόν
προσβήναι τῷ ὄρει, καὶ τοῦ ποθουμένου τυχεῖν.
1. Ταύτης ἐκεῖνος τῆς φωνῆς ἀκούσας προσ
ἐβαινέ τε κῷ ὄρει, καὶ τίνα εἰς κατοικίαν ἑαυτοῦ
εὕροι τόπον, πανταχόσε περιεσκόπει. ᾿Ανὼν τοίνυν
κατὰ τὸ ὄρος, δυσὶ μονασταῖς ἐντυγχάνει, οἷς
χιτῶνες μὲν ἐκ τριχῶν ἦσαν πεποτημένοι, δίαιτα δὲ
col. 45–46page 19 of 146
PG 116:45ἐκ βοτανῶν τῶν ἐκεῖ φυομένων, καὶ τοσαύτη, ὡς ἀμοζῆν δύσασθαι μόνον, καὶ ὡς ἀγγέλους ἐν γῇ βιοτεύειν μετὰ τοῦ σώματος. Ἐκοινοῦτο τοίνυν αὐτοῖς, περὶ τῶν κατὰ νοῦν ἔστρεφέ τε καὶ ἐμελέτα, Οἱ δὲ, μετὰ τὸ προσενεγκεῖν ὑπὲρ τούτου τὰς συνήθεις εὐχὰς τῷ Θεῷ, κατὰ μέρος ἕκαστα διη γοῦντο περὶ ὧν ἐπυνθάνετο, προσθέντες ὡς μετὰ τὸ πεντηκοστὸν τῆς ἀσκήσεως ἔτος καὶ περὶ αὐτὸ τὸ πέρας τοῦ βίου πειρασμὸς αὐτῷ ἐπενεχθήσεται βασκάνους δὲ τοὺς ἐπάξοντας εἶναι καὶ πονη μούς. Αλλ' ἐκείνοις μὲν ὁ μόνος εἰς κεφαλὴν ἐπι στρέψει· Σὺ δὲ οὐδὲν, εἶπον, πείσῃ δεινόν. γε καὶ ὕστερον εἰς ἔργον ἐξέβη, καθὰ καὶ περὶ αὐτοῦ ὁ λόγος δηλώσει κατὰ καιρόν. Ταῦτα προαγορεύσαντες οὗτοι, και χιτῶνα (λεβητωνάριον αὐτὸν οἶδεν ἡ ἐγχώριος γλῶττα καλεῖν, ἐκ τριχῶν δὲ αὐτ τῷ ἡ σύνθεσις) τῷ ἀνδρὶ ἐγχειρίσαντες, ἀπηλλάτ ΤΟΥΤΟ τοῦτο πρὸς πᾶσαν ἦν αὐτῷ ἐπιβουλήν, ὅπλον ἅμαχόν τε καὶ ἰσχυρότατον, ὡς ἐκεῖνος ὕστε ρον διηγήσατο. Είτα τῶν ἐκεῖθεν ἀπαναστὰς ἐν τῷ ὄρει ὁ δὲ Τριχάλιξ καλεῖται, ύπαιθρον ὁμοῦ καὶ ἄσκηνον τὴν διαγωγὴν ἐποιεῖτο. ΙΑ'. Τοῦ Γρηγορίου δὲ, ὃν ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν, αὐτοσχέδιον ἀνεγείραντος οἴκημα τῷ ἁγίῳ, μικράν τινα σκέπην ἐξ ὄμβρων καὶ νιφετῶν, ἐν τούτῳ κατακλείων ἦν ἐαυτόν. ᾿Αλλ᾽ ἐπεὶ παρέβαλλον ἐκεῖσε πολλοὶ εἰς ὁμιλίαν ἥκειν αὐτῷ γλιχόμενοι, καὶ τὴν φίλην ἐκείνῳ καὶ σύνοικον διέκοπτον ἡσυ χίαν, ἐκεῖθεν ἀπάρας, ἐπί τινα Ἑλλησπόντου κώμην ἐν ὄρει τινὶ καταλσει τε καὶ δυσβάτα, φέρων ἑαυ τὸν ἀποικίζει, ἐν ᾧπερ ἀπήν τινα στενήν καὶ βαθείαν ὑπὸ γῆν ὀρύξας, ἀπρόϊτος ἔμενεν ἐν αὐτῇ, οὐ κόρακα σιτοδότην ἔχων, ὥσπερ Ηλίας, ἀλλ᾽ ἐνὶ αἰπόλῳ τοῦτο ἐπίστευσε, ἵνα καὶ ἀντιδῷ τὰ μείζονα. ὑφ᾽ οὗ δὴ καὶ εἰς ἔκαστον μῆνα ἄρτον ἐκεῖνος καὶ ὕδωρ ὡς καινὴν ὄντως πανδαισίαν ἐδέχετο. Τρία οὖν ἔτη ὅλα ἡσύχως διαγαγὼν ἐν αὐτῷ, προσευχῆς μὲν ἐπεμελεῖτο, καὶ τῶν εἰς Θεὸν ὕμνων, νύκτα καὶ μεθ᾿ ἡμέραν. Επὶ τοῦτο ἔργον αὐτῷ, καὶ τροφὴ καὶ παράκλησις· ταυτὶ δὲ τὰ ῥήματα οἷον ἔδυσμά τι ἐπὶ γλώσσης είχε διηνεκῶς ὑπαδομένα, Η ἐλπίς μου ὁ Θεός, καταφυγή μου, ὁ Χριστός· ἡ σκέπη μου, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Διὸ καὶ πολλοὺς ἔστιν ἐξ ἐκείνου παραλαβόντα δραν τὴν καλὴν ταύτην ῥῆσιν ἀνὰ στόμα διὰ παντὸς φέροντας. ΙΒ΄. Οὕτως οὖν ἔχων, καὶ τοιαύταις ταῖς καρδίας ὑψούμενος ἀναβάσεσιν, ἐπείπερ ἐν τινί ποτε τῶν ἐκεῖ εὐκτηρίων οίκων προσευχῆς χάριν ἠθέλησεν ἀφικέσθαι, ἐν ᾧ πολλοὶ καὶ ἕτεροί τῶν πέριξ χωρίων ἠθροίζοντο, συνῆλθε τις καὶ τῶν πρότερον αὐτῷ συστρατευομένων, οὕτω συμβάν, καὶ τὸν μέγαν τοῦτον ἐν ἀσκηταῖς θεασάμενος, αὐτόν τε μὴ εἶναι ὑπολαβών, εἰς μνήμην ἦλθεν εὐθὺς τοῦ παλαιοῦ αὐτῷ ἑταίρου καὶ συνήθους Ιωαννικίου, τόν τε τῆς ὄψεως χαρακτήρα καὶ τὸ τῆς ἡλικίας μέγεθος εἰς ἐκεῖνον ἀναφέρων, κἂν ἡ μακρὰ ἐκείνη ασιτία καὶ ἡ ἑκούσιος ἐν τῷ λάκκῳ κάθειρξις παρείλε τὰ πολλὰ τῶν τοῦ ἀνδρὸς γνωρισμάτων, "στατα οὖνVITA S. JOANNICII ABATTIS.
ἐκ βοτανῶν τῶν ἐκεῖ φυομένων, καὶ τοσαύτη, ὡς pilis, victus autem erat ex herbis, quæ illic naἀμοζῆν δύσασθαι μόνον, καὶ ὡς ἀγγέλους ἐν γῇ scebantur, et tantus, ut solum possent vivere, et
βιοτεύειν μετὰ τοῦ σώματος. Ἐκοινοῦτο τοίνυν ut tanquam angeli in terra viverent cum corpore.
αὐτοῖς, περὶ τῶν κατὰ νοῦν ἔστρεφέ τε καὶ ἐμελέτα, Eis ergo communicavit ea, quæ animo versabat et
Οἱ δὲ, μετὰ τὸ προσενεγκεῖν ὑπὲρ τούτου τὰς meditabatur. Illi autem, postquam preces solitas
συνήθεις εὐχὰς τῷ Θεῷ, κατὰ μέρος ἕκαστα διη- Deo pro eo obtulissent, sigillatim narrarunt de
γοῦντο περὶ ὧν ἐπυνθάνετο, προσθέντες ὡς μετὰ omnibus, quæ interrogat, adjicientes quod post
τὸ πεντηκοστὸν τῆς ἀσκήσεως ἔτος καὶ περὶ αὐτὸ quinquagesimum annum exercitationis, et circa
τὸ πέρας τοῦ βίου πειρασμὸς αὐτῷ ἐπενεχθήσε ipsum Ginem vitæ el inferetur tentatio: esse auται βασκάνους δὲ τοὺς ἐπάξοντας εἶναι καὶ πονη- tem invidos et malignos eos, qui eam sunt illaturi.
μούς. Αλλ' ἐκείνοις μὲν ὁ μόνος εἰς κεφαλὴν ἐπι· Sed illis quidem labor in caput eorum converte
στρέψει· Σὺ δὲ οὐδὲν, εἶπον, πείσῃ δεινόν. " γε tur: Tu aulem, dicebant, nihil grave patieris.
καὶ ὕστερον εἰς ἔργον ἐξέβη, καθὰ καὶ περὶ αὐτοῦ Quod etiam postea deductum est ad effectum, quoὁ λόγος δηλώσει κατὰ καιρόν. Ταῦτα προαγορεύ- modo eliam suo tempore declarabit oratio. Sed
σαντες οὗτοι, και χιτῶνα (λεβητωνάριον αὐτὸν cum hac prædixissent, et tunicam (eam lebetonaοἶδεν ἡ ἐγχώριος γλῶττα καλεῖν, ἐκ τριχῶν δὲ αὐτ rimm (vocal lingua illius regionis: est autem ex
τῷ ἡ σύνθεσις) τῷ ἀνδρὶ ἐγχειρίσαντες, ἀπηλλάτ- pilis contexta) ei tradidissent, recesserunt, hoc
ΤΟΥΤΟ τοῦτο πρὸς πᾶσαν ἦν αὐτῷ ἐπιβουλήν, adversus omnes insidias et insultus fuit ei arma
ὅπλον ἅμαχόν τε καὶ ἰσχυρότατον, ὡς ἐκεῖνος ὕστε- inexpugnabilia et fortissima, ut ille narravit
ρον διηγήσατο. Είτα τῶν ἐκεῖθεν ἀπαναστὰς ἐν τῷ postea. Deinde cum illinc emigrasset in montem,
ὄρει ὁ δὲ Τριχάλιξ καλεῖται, ύπαιθρον ὁμοῦ καὶ qni vocatur Trichalis, degebat sub dio et absque
ἄσκηνον τὴν διαγωγὴν ἐποιεῖτο.
ullo tabernaculo.
ΙΑ'. Τοῦ Γρηγορίου δὲ, ὃν ὁ λόγος φθάσας ἐδήλω XI. Cum Gregorius autem, de quo prius diximus,
σεν, αὐτοσχέδιον ἀνεγείραντος οἴκημα τῷ ἁγίῳ, sancto rude excitasset habitaculum, ut esset ei
μικράν τινα σκέπην ἐξ ὄμβρων καὶ νιφετῶν, ἐν parvum tegumentum ab iinbribus et nivibus, se
τούτῳ κατακλείων ἦν ἐαυτόν. ᾿Αλλ᾽ ἐπεὶ παρέβαλλον in eo inclusit. Sed quoniam multi illuc accedebant,
ἐκεῖσε πολλοὶ εἰς ὁμιλίαν ἥκειν αὐτῷ γλιχόμενοι, eum convenire cupientes, et illi gratum et fami
καὶ τὴν φίλην ἐκείνῳ καὶ σύνοικον διέκοπτον ἡσυ- liare silentium interrumpentes, illinc discedens
χίαν, ἐκεῖθεν ἀπάρας, ἐπί τινα Ἑλλησπόντου κώμην in quemdam vicum Hellesponti, in quodam monte
ἐν ὄρει τινὶ καταλσει τε καὶ δυσβάτα, φέρων ἑαυ nemoroso et aditu difficili se collocat: in quo cum
τὸν ἀποικίζει, ἐν ᾧπερ ἀπήν τινα στενήν καὶ foramen quoddam angustain et profundum sub
βαθείαν ὑπὸ γῆν ὀρύξας, ἀπρόϊτος ἔμενεν ἐν αὐτῇ, terra fodisset, in eo manebat, nusquam progrediens,
οὐ κόρακα σιτοδότην ἔχων, ὥσπερ Ηλίας, ἀλλ᾽ ἐνὶ non habens corvum cibi suppeditatorem, sicut
αἰπόλῳ τοῦτο ἐπίστευσε, ἵνα καὶ ἀντιδῷ τὰ μείζονα. Elias, sed cuidam caprarum pastori hoc commitὑφ᾽ οὗ δὴ καὶ εἰς ἔκαστον μῆνα ἄρτον ἐκεῖνος καὶ tens, ut ille vicissim ab eo majora acciperet. quo
ὕδωρ ὡς καινὴν ὄντως πανδαισίαν ἐδέχετο. Τρία quidem pastore ipse singulis mensibus panem et
οὖν ἔτη ὅλα ἡσύχως διαγαγὼν ἐν αὐτῷ, προσευ- aquam tanquam quoddam plane novum accipiebat
χῆς μὲν ἐπεμελεῖτο, καὶ τῶν εἰς Θεὸν ὕμνων, νύκτα epulum. Tres totos annos silentio in eo transigens
καὶ μεθ᾿ ἡμέραν. Επὶ τοῦτο ἔργον αὐτῷ, καὶ precationis quidem curam gerebat et hymnorum
τροφὴ καὶ παράκλησις· ταυτὶ δὲ τὰ ῥήματα οἷον ad Deum noctu et interdiu. Erat autem hoc ejus
ἔδυσμά τι ἐπὶ γλώσσης είχε διηνεκῶς ὑπαδομένα, Η opus, deliciæque et consolatio. Hæc verba in ore
ἐλπίς μου ὁ Θεός, καταφυγή μου, ὁ Χριστός· ἡ habebat veluti quoddam condimentum, quæ assi
σκέπη μου, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Διὸ καὶ πολλοὺς due ab ipso canebantur: Spes mea Deus, refuἔστιν ἐξ ἐκείνου παραλαβόντα δραν τὴν καλὴν gium meum Christus, protectio mea Spiritus sanταύτην ῥῆσιν ἀνὰ στόμα διὰ παντὸς φέροντας.
ctus. Quocirca licet videre multos hoc pulchrum
dictum ab illo acceptum, in ore ferre perpetuo.
ΙΒ΄. Οὕτως οὖν ἔχων, καὶ τοιαύταις ταῖς καρδίας
ὑψούμενος ἀναβάσεσιν, ἐπείπερ ἐν τινί ποτε τῶν
ἐκεῖ εὐκτηρίων οίκων προσευχῆς χάριν ἠθέλησεν
ἀφικέσθαι, ἐν ᾧ πολλοὶ καὶ ἕτεροί τῶν πέριξ χωρίων
ἠθροίζοντο, συνῆλθε τις καὶ τῶν πρότερον αὐτῷ
συστρατευομένων, οὕτω συμβάν, καὶ τὸν μέγαν
τοῦτον ἐν ἀσκηταῖς θεασάμενος, αὐτόν τε μὴ εἶναι
ὑπολαβών, εἰς μνήμην ἦλθεν εὐθὺς τοῦ παλαιοῦ
αὐτῷ ἑταίρου καὶ συνήθους Ιωαννικίου, τόν τε τῆς
ὄψεως χαρακτήρα καὶ τὸ τῆς ἡλικίας μέγεθος
εἰς ἐκεῖνον ἀναφέρων, κἂν ἡ μακρὰ ἐκείνη ασιτία
καὶ ἡ ἑκούσιος ἐν τῷ λάκκῳ κάθειρξις παρείλε τὰ
πολλὰ τῶν τοῦ ἀνδρὸς γνωρισμάτων, "στατα οὖν
XII. Cum sic ergo se haberet, et extolleretur talibus cordis ascensionibus, voluisset autem aliquando venire in quamdam domum oratoriam
p ex iis, quæ illic erant, in qua multi erant congregali ex prædiis, quæ erant circumcirca, accidit ut
conveniret etiam quidam ex ejus commilitonibus,
qui cum hunc magnum vidisset inter exercitatores,
et ipsum non amplius esse existimasset, statim est
recordatus veteris illius sui familiaris et amici
Joannicii, illius vultus effigiem et statur magnitudinem reputans, eliamsi longa illa i media, et s
luntaria in lucu inclusio, multa destrusis
iis, quibus poterat cognosci. Stabat erga.
col. 47–48page 20 of 146
PG 116:47τελεώτερον ἀναλαμβάνων τῇ μνήμῃ τὸν ἄνδρα, καὶ ἐπὶ πλέον οὗτος ἐκεῖνος εἶναι τούτῳ ἐδόκει. Ως οὖν περιεργοτέραν αὐτῷ τὴν ὄψιν ἐπιβαλῶν, ἔγνω τῇ ἀληθείᾳ τοῦτον ἐκεῖνον εἶναι τὸν φίλτατον αὐτῷ τῶν ἑταίρων Ἰωαννίκιον, εὐθὺς αὐτοῦ τῷ τραχήλῳ περιφύς, περιεπτύσσετο, θερμώς περιέβαλλε, δῆλος ἦν τῆς ἐκείνου ψυχῆς ἐκκρεμάμενος, δάκρυον ἐπ' αὐτῷ χαρᾶς ἔσταξε, τῆς παλαιᾶς αὐτὸν ἀνεμίμνη σχε συνηθείας. Εἶτα ὁ μὲν ἀποτρέχει, καὶ τῇ λοιπῇ εταιρία βουλόμενος τὸ πρᾶγμα μηνύσαι· ὁ δὲ λανθάνειν μᾶλλον ἐθέλων, διῄει ἐπὶ τὰ θηροτρόφο τῆς Κοντουρίας ὄρη, καταμόνας συγγενόμενος τῷ Θεῷ. η (Ο ΙΓ΄. Ἐν εὐκτηρίῳ δὲ τότε οἴκῳ κατά τύχην πα ραλαβών, ευτυγχάνει ἀνδρί τε καὶ γυναικί, κατὰ χρείαν συνελθοῦσι τοῦ πάτριον ἑορτὴν ἐκτελέσαι. Ο.περ ὡς εἶδον τὸν ἅγιον, ἐκ πρώτης ἐντεύξεως τῷ ἀσυνήθει καὶ καταφόβῳ τούτου τῆς θέας καταπλαγέντες, οὐδὲ πυθέσθαί ὅστις οὗτος, εἴη, οὐδὲ εἰς λόγους ὅλως αὐτῷ ἐλθεῖν ἴσχυσαν. Εν γὰρ ὁ ἀνὴρ ἱκανῶς μὲν ἔχων μεγέθους, περικείμενος δὲ ῥάκη, και γυμνοποδῶν, ὅλως τε κατάκομος ταῖς θριξί, τους βοστρύχους περιττότατα καθειμένος. Οἱ μὲν οὖν οὕτως ἔχοντα τὸν ἅγιον ἰδόντες, δειλίας συνεί χεντο. Ὁ δὲ πραεία τούτους καὶ ἡμέρᾳ τῇ φωνῇ θαῤῥεῖν ἐκέλευε, καὶ τῆς δειλίας ἐκείνης ἀνελάμβανε τε καὶ ἀνεκτᾶτο. Εἶτα καὶ ποία τῶν ὁδῶν ἐστιν ἡ πρὸς τὸ εὐθὺ φέρουσα, διηρώτα. Οἱ δὲ ποταμὸν αὐτῷ ἐπὶ τὰ πρόσω ῥεῖν ἔφησαν, μὴ εὐχερῆ μηδὲ ῥᾳδίαν ἔχοντα τὴν περαίωσιν, καὶ μάλιστα τό γε νῦν ἔχοι, ὄμβρων αὐτῷ τοσούτων ἐπιῤῥυέντων έτυχε γὰρ κατ᾽ ἐκεῖνο τῆς ὥρας ἴσαι ραγδαίως, κάντεῦθεν πλημμυρῆσαι τὸν ποταμόν. Ταῦτα μὲν οὖν ἐκεῖνοι· ὁ δὲ περὶ μέσας νύκτας διαναστὰς (ε ποδῶν ὡραίων! ᾧ θαυμαστῆς ἐκείνης πορείας!) ἐπι βαίνει ἀβρόχως τῷ ὕδατι, καὶ εἰς τὴν ἀντιπέρας ἤπειρον διαβαίνει, ΙΔ΄. Ἐκεῖ δεν δὲ ἐν Ἐφέσῳ ναὸν τοῦ ἀγαπης τοῦ τῷ διδασκάλῳ Χριστῷ μαθητοῦ καταλαμβάνει, καὶ τούτῳ αὐτομάτως αἱ τοῦ νεώ ἀνοίγονται πύλαι. Καὶ ὃς εἴσω γενόμενος, καὶ τὰς εὐχὰς αὐτοῦ τῷ Κυρίῳ ἀποδιδούς, έξεισιν αὖθις· καὶ μετὰ τὴν ἐξέλευσιν, αἱ πύλαι εὐθὺς ἐπικλείονται, καὶ οὕτω τῆς ἐπὶ Κοντουρίαν ἅπτεται πάλιν καὶ τισι μονα ζούσαις ἐντυγχάνει, μητρί, φημι, μετά θυγατρίου, τῇ μὲν ἀπειρηκυία ήδη πρὸς τὰς ἀκολαστους ὁρμᾶς, τῇ μητρὶ δὲ διὰ παραινέσεως σπευδούσῃ τὰ τῆς σαρκὸς αὐτῇ κινήματα καταστέλλειν. Ταύταις οὖν ὁ ἅγιος ἐντυχών, καὶ τι καὶ πρὸς τὸ πάθος τῆς κόρης παθὼν τὴν ψυχὴν, τὴν παιδα πρὸς ἑαυτὸν καλέσας, ἐπιθεῖναι τῷ ἐκείνου αὐχένι τὴν αὐτῆς προτρέπεται χείρα. "Ο δὴ καὶ ὡς ἐκέλευσε γεγονός, ἀπαλλαγῆναι μὲν ηύχετο τὴν κόρην τοῦ ἐνοχλούντος κακοῦ, αὐτῷ δὲ τὸ δεινὸν ἐκεῖνο ἐπιπεσείν. Η μεν οὖν, τοῦ τῆς σαρκὸς πολέμου ἀπαλλαγεῖσα, τῷ τῶν μοναζουσῶν τάγματι, καθὰ δὴ καὶ πρότερον εἶχεν, ἑαυτὴν ἀποδίδωσι· τῷ ἁγίῳ δὲ ὁ δεινὸς ἐκεῖνος ἀνηγείρετο πόλεμος. Συνεὶς οὖν λογισμοὺς ἀτόπους ἐπὶ πράξεις αὐτὸν τὰς οὐ καλὰς συνωθοῦντας,NENSIS NOVEMBER.
perfectius memoris repetens: is autem ei magis τελεώτερον ἀναλαμβάνων τῇ μνήμῃ τὸν ἄνδρα, καὶ
magisque ille esse videbatur. Postquam vero in ἐπὶ πλέον οὗτος ἐκεῖνος εἶναι τούτῳ ἐδόκει. Ως
eum oculis curiosius conjectis, revera cogncvit οὖν περιεργοτέραν αὐτῷ τὴν ὄψιν ἐπιβαλῶν, ἔγνω
hunc illum esse amicorum et familiarium amicis- τῇ ἀληθείᾳ τοῦτον ἐκεῖνον εἶναι τὸν φίλτατον αὐτῷ
simum Joannicium, ejus statim collum circum- τῶν ἑταίρων Ἰωαννίκιον, εὐθὺς αὐτοῦ τῷ τραχήλῳ
dans ardenter complectebatur: aperte ostendebat, περιφύς, περιεπτύσσετο, θερμώς περιέβαλλε, δῆλος
se pendere ab illius anima, ci lacrymæ distillabant ἦν τῆς ἐκείνου ψυχῆς ἐκκρεμάμενος, δάκρυον ἐπ'
præ gaudio, et in memoriam revocabat veterem αὐτῷ χαρᾶς ἔσταξε, τῆς παλαιᾶς αὐτὸν ἀνεμίμνη
consuetudinem. Deinde ille quidem excurrit, reli- σχε συνηθείας. Εἶτα ὁ μὲν ἀποτρέχει, καὶ τῇ λοιπῇ
quis sociis rem volens signifcare: Joannicius au- εταιρία βουλόμενος τὸ πρᾶγμα μηνύσαι· ὁ δὲ
tem volens magis latere, pervasit in montes Cen- λανθάνειν μᾶλλον ἐθέλων, διῄει ἐπὶ τὰ θηροτρόφο
turis, in quibus degebant fera, seorsum cum Deo τῆς Κοντουρίας ὄρη, καταμόνας συγγενόμενος τῷ
congrediens.
Θεῷ.
XIII. Cum tunc autem forte fortuna venisset in
edem oratoriam, incidit in virum quemdam et mulierem, qui convenerant ut festum patrium per- η
agerent. Qui cum sanctum vidissent, in primo occursu, illo insolito et terribili ejus spectaculo obstupefacti, ne potuerunt quidem interrogare quisnam esset, nec omnino cum eo conferre sermonem.
Erat enim vir satis quidem justæ magnitudinis:
pannis autem obsitus, et nudis incedens pedibus,
et totus capillatus, et coma mirandum in modum
promissa. Illi ergo cum sanctum sic vidissent
affectum, affecti sunt timore. Ille autem placida et
mili voce jussit eos esse bono animo, et ab illo
Limore recreavit. Deinde eos rogavit, quænam esset
via, quæ recta ferret. Illi vero dixerunt ante duvium fuere, qui non erat transitu facilis, et tunc
maxime, cum tam multi imbres ad eum afluxissent. Tunc enim acciderat, ut vehementer plueret
et ideo restagnaret fluvius. Ille autem cum circa
mediam noctem surrexisset (Ο pedes speciosos,
o ingressum illum admirabilem l) aquam ascendit nec fuit madefactus, et transmittit in continen.
tem quæ erat ex adverso.
XIV. Illinc autem venit in templum magistro
Christo dilecti discipuli, quod erat Ephesi: ei autem statim sua sponte aperta sunt porta illius
templi. Ille vero ingressus, cum Domino suas
preces reddidisset, rursus egreditur: et cum esset
egressus, protinus clauduntur portæ, et rursus
convertitur in Conturiam, et convenit quasdam
monachias, matrem, inquam, cum filia. Quarum
filia quidem jam erat defessa libidine: mater autem studebat admonitionibus motus ejus carnis
comprimere. Cum in eas incidisset sanctus, et
propter puellae vitium esset animo perturbatus,
puella ad se vocals, jubet eam manum suam collo
illius imponere. Quod quidem cum factum fuisset
ut jusseral, rogavit ut puella quidem liberaretur
a malo, quod eam vexabat, in se autem grave
illud malum recideret. Atque illa quidem liberata
a bello carnis, ordini monacharum se, ut prius,
restituit. In sanctum autem grave illud bellum
excitabatur. Cum autem intelligeret turpes cogitaLiones cum ad facta non honesta impellere, invenit draconem quemdam ex serpentibus in quadam
'
ΙΓ΄. Ἐν εὐκτηρίῳ δὲ τότε οἴκῳ κατά τύχην πα
ραλαβών, ευτυγχάνει ἀνδρί τε καὶ γυναικί, κατὰ
χρείαν συνελθοῦσι τοῦ πάτριον ἑορτὴν ἐκτελέσαι.
Ο.περ ὡς εἶδον τὸν ἅγιον, ἐκ πρώτης ἐντεύξεως τῷ
ἀσυνήθει καὶ καταφόβῳ τούτου τῆς θέας καταπλαγέντες, οὐδὲ πυθέσθαί ὅστις οὗτος, εἴη, οὐδὲ εἰς
λόγους ὅλως αὐτῷ ἐλθεῖν ἴσχυσαν. Εν γὰρ ὁ ἀνὴρ
ἱκανῶς μὲν ἔχων μεγέθους, περικείμενος δὲ ῥάκη,
και γυμνοποδῶν, ὅλως τε κατάκομος ταῖς θριξί,
τους βοστρύχους περιττότατα καθειμένος. Οἱ μὲν
οὖν οὕτως ἔχοντα τὸν ἅγιον ἰδόντες, δειλίας συνεί
χεντο. Ὁ δὲ πραεία τούτους καὶ ἡμέρᾳ τῇ φωνῇ
θαῤῥεῖν ἐκέλευε, καὶ τῆς δειλίας ἐκείνης ἀνελάμβανέ τε καὶ ἀνεκτᾶτο. Εἶτα καὶ ποία τῶν ὁδῶν ἐστιν
ἡ πρὸς τὸ εὐθὺ φέρουσα, διηρώτα. Οἱ δὲ ποταμὸν
αὐτῷ ἐπὶ τὰ πρόσω ῥεῖν ἔφησαν, μὴ εὐχερῆ μηδὲ
ῥᾳδίαν ἔχοντα τὴν περαίωσιν, καὶ μάλιστα τό γε
νῦν ἔχοι, ὄμβρων αὐτῷ τοσούτων ἐπιῤῥυέντων·
έτυχε γὰρ κατ᾽ ἐκεῖνο τῆς ὥρας ἴσαι ραγδαίως,
κάντεῦθεν πλημμυρῆσαι τὸν ποταμόν. Ταῦτα μὲν
οὖν ἐκεῖνοι· ὁ δὲ περὶ μέσας νύκτας διαναστὰς (ε
ποδῶν ὡραίων! ᾧ θαυμαστῆς ἐκείνης πορείας!) ἐπιβαίνει ἀβρόχως τῷ ὕδατι, καὶ εἰς τὴν ἀντιπέρας
ἤπειρον διαβαίνει,
ΙΔ΄. Ἐκεῖ δεν δὲ ἐν Ἐφέσῳ ναὸν τοῦ ἀγαπης
τοῦ τῷ διδασκάλῳ Χριστῷ μαθητοῦ καταλαμβάνει,
καὶ τούτῳ αὐτομάτως αἱ τοῦ νεώ ἀνοίγονται πύλαι.
Καὶ ὃς εἴσω γενόμενος, καὶ τὰς εὐχὰς αὐτοῦ τῷ
Κυρίῳ ἀποδιδούς, έξεισιν αὖθις· καὶ μετὰ τὴν
ἐξέλευσιν, αἱ πύλαι εὐθὺς ἐπικλείονται, καὶ οὕτω
τῆς ἐπὶ Κοντουρίαν ἅπτεται πάλιν καὶ τισι μονα
ζούσαις ἐντυγχάνει, μητρί, φημι, μετά θυγατρίου,
τῇ μὲν ἀπειρηκυία ήδη πρὸς τὰς ἀκολαστους
ὁρμᾶς, τῇ μητρὶ δὲ διὰ παραινέσεως σπευδούσῃ τὰ
τῆς σαρκὸς αὐτῇ κινήματα καταστέλλειν. Ταύταις
οὖν ὁ ἅγιος ἐντυχών, καὶ τι καὶ πρὸς τὸ πάθος τῆς
κόρης παθὼν τὴν ψυχὴν, τὴν παιδα πρὸς ἑαυτὸν
καλέσας, ἐπιθεῖναι τῷ ἐκείνου αὐχένι τὴν αὐτῆς
προτρέπεται χείρα. "Ο δὴ καὶ ὡς ἐκέλευσε γεγονός,
ἀπαλλαγῆναι μὲν ηύχετο τὴν κόρην τοῦ ἐνοχλούντος
κακοῦ, αὐτῷ δὲ τὸ δεινὸν ἐκεῖνο ἐπιπεσείν. Η μεν
οὖν, τοῦ τῆς σαρκὸς πολέμου ἀπαλλαγεῖσα, τῷ τῶν
μοναζουσῶν τάγματι, καθὰ δὴ καὶ πρότερον εἶχεν,
ἑαυτὴν ἀποδίδωσι· τῷ ἁγίῳ δὲ ὁ δεινὸς ἐκεῖνος
ἀνηγείρετο πόλεμος. Συνεὶς οὖν λογισμοὺς ἀτόπους
ἐπὶ πράξεις αὐτὸν τὰς οὐ καλὰς συνωθοῦντας,
col. 49–50page 21 of 146
PG 116:49δράκοντά τινα τῶν ἑρπυστικῶν ἔν τινι τῶν ἐκεῖσε σπηλαίων ευρίσκει, επί τούτῳ κατάβρωμα ἑαυτὸν εὐθὺς ἐμπαρέχει, πρὸς βίας παρασκευάζων καὶ ἔχοντα τοῦ σώματος, αὐτοῦ ἅψασθαι. Τεθνάναι γὰρ μᾶλλον ᾑρεῖτο ἢ τὸ τῆς ψυχῆς εὐγενὲς τοῖς τῆς σαρκὸς θελήματι δουλωθῆναι. Ο μὲν οὖν τῷ δρά κοντι ἑαυτὸν ἐμπαρεῖχεν· οἱ πονηροί δὲ λογισμοί, τὰ τοῦ νοητοῦ δρακοντος σπέρματα, εὐθὺς ἀπηλάτα τούτο, καὶ πᾶν εἴ τι θέλημα σαρκὸς ἡνώχλει αὐτῷ, καὶ τούτο οἷον ἐμπραίνετό τε καί ἐνεκροῦτο· συνο από εκροῦτο δὲ καὶ αὐτὸ τὸ ζῶον αὐτίκα, καὶ τὸ ἀπ᾿ ἐκείνου ἡ κατὰ παντοίων θηρῶν ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων δύναμις παρείχετο τῷ ἀγωνιστή. ΙΕ. "Αλλοτε γὰρ ὁ μὲν τοὺς τοῦ Δαυΐδ ἐπῄει τῇ μνήμη ψαλμούς· σωρεία δὲ τις λίθων ὑπεκινείτο, καὶ τοὺς τοῦ ἁγίου ὀφθαλμοὺς ἐφ' ἑαυτὴν ἐπεσπάτο. Οριν οὖν τινα φοινικοειδή μέγιστον ἐκ ταύτης ὑποφαινόμενον ἰδὼν, καὶ ἢ κατὰ χεῖρα είχε ῥάβδῳ πλήξας αὐτὸν ἄπνοῦν ἐξ αὐτῆς δεικνύει νεκρόν. Εἶτα καὶ αύθις χειμώνος ὥρα ὁ μὲν ὑπόγειόν τι σπήλαιον ὑπέρχεται καὶ σκοτεινόν· τῷ δὲ ἄρα δέ δράκων ἐνῴκει, ὅσα καὶ φωλεῷ τῷ σπηλαίῳ χρω μενος. Υπέλαμπον ουν οἱ τοῦ δράκοντος ὀφθαλμοί, καὶ τῷ μακαρίῳ τούτῳ Πατρὶ πῦρ ἐδόκει ὁρᾷν οὐδὲ γὰρ ἄν ποτε πρὸ τῆς πείρας ψήθη δράκοντα τῷ σπηλαίῳ ἐνεῖναι. Πύρ τοίνυν ἀνάπτεσθαι τοῦ σπηλαίου δικών, ξύλα τε συνελέξατο, καὶ τοῖς δρά κοντος φέρων έφθαλμοῖς ἐπετίθει, ὑπανάψει ταῦτα ἐθέλων διὰ τὸ τῆς ὥρας χειμέριον. Τοῦ δὲ ἀποσεισαμένου τὰ ἐντεθέντα, συνεὶς ὁ Πατήρ ότι θηρίον εἴη, οὐδὲν φαύλον, οὐδὲν ἀγεννές, δειλίας οὐδὲν ἔπαθεν, ἀλλὰ βραχύ τι παρεκκλίνας ἐν δεξιᾷ τοῦ σπηλαίου, ἀπαθὴς κακῶν τῷ δράκοντι συνδιῃτᾶτο. 15'· "Ετος δὲ ἤδη δωδέκατον τῆς ἐν τῇ ἐρήμῳ διατριβής τῷ τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπῳ ἡνύετο· καὶ πρόβδησις αὐτῷ ἄνωθεν ἥκει, ἐκεῖθεν μὲν ἀναζεύξαι, ἐν δὲ τῷ ᾿Εριστῇ καλουμένῳ ἀσκητηρίῳ σκηνῶσαι, καὶ τὸ τῶν μοναχῶν ἐνδύσασθαι σχῆμα· οὔπω γάρ ἦν ὁ τοσούτος τὴν ἀρετὴν τὸ των μοναχῶν ἔνδυμα περιθέμενος, ἀλλ' ἔτι τῶν μεγάλων ἀγώνων τοῦ μου νιχικού σχήματος τὰ εἰρημένα ἦν προγυμνάσματα. θέρους τοίνυν τὸ προῤῥηθὲν ἀσκητήριον καταλαμβάνει, καὶ τὰ τῆς ἀποκαλύψεως Στεφάνῳ τῷ τῶν ἐν αὐτῷ μοναχῶν ἀφηγουμένῳ πιστεύει. Ο δὲ τῇ ὑστεραίᾳ, μηδὲν μελλήσας, εὐχὰς τε αὐτῷ καὶ Ιερολογίας τὰς συνήθεις επιλέγει, καὶ στολὴν τὴν μοναχικὴν ἀμφιέννυσι. Τὸ τοιοῦτον τοιγαροῦν των μοναζόντων σχῆμα ενδὺς ὁ μονάζων καὶ πρὸ τοῦ σχήματος ἢ καὶ ὑπὲρ μονάζοντας ὧν, ὡς εἰπεῖν, ἐξ ἀγώνων τε πρὸς ἀγῶνες ἀποδυόμενος, καὶ εἰς πόνους ἐκ πόνων προβιβαζόμενος, ἐν τόπῳ Κρίτα με καλουμένῳ ἑαυτὸν καθειργνύει, καὶ ἁλύσεως δεσμεῖ ἐξ ὀργῶν ούσῃ τὸ μῆκος. ΙΖ΄. "Ετος οὖν αὐτῷ τρίτον ἦν τῆς ἐν τούτῳ διαγωγῆς, καὶ δόξαν αὐτῷ ἐπὶ Χελιδόνα τόπον ηδράκοντά τινα τῶν ἑρπυστικῶν ἔν τινι τῶν ἐκεῖσε quæ illic erat, spelunca, et seipsum statim præbet
σπηλαίων ευρίσκει, επί τούτῳ κατάβρωμα ἑαυτὸν
εὐθὺς ἐμπαρέχει, πρὸς βίας παρασκευάζων καὶ
ἔχοντα τοῦ σώματος, αὐτοῦ ἅψασθαι. Τεθνάναι γὰρ
μᾶλλον ᾑρεῖτο ἢ τὸ τῆς ψυχῆς εὐγενὲς τοῖς τῆς
σαρκὸς θελήματι δουλωθῆναι. Ο μὲν οὖν τῷ δράκοντι ἑαυτὸν ἐμπαρεῖχεν· οἱ πονηροί δὲ λογισμοί,
τὰ τοῦ νοητοῦ δρακοντος σπέρματα, εὐθὺς ἀπηλάτα
τούτο, καὶ πᾶν εἴ τι θέλημα σαρκὸς ἡνώχλει αὐτῷ,
καὶ τούτο οἷον ἐμπραίνετό τε καί ἐνεκροῦτο· συνο
από εκροῦτο δὲ καὶ αὐτὸ τὸ ζῶον αὐτίκα, καὶ τὸ
ἀπ᾿ ἐκείνου ἡ κατὰ παντοίων θηρῶν ὁρατῶν τε καὶ
ἀοράτων δύναμις παρείχετο τῷ ἀγωνιστή.
'
ΙΕ. "Αλλοτε γὰρ ὁ μὲν τοὺς τοῦ Δαυΐδ ἐπῄει
τῇ μνήμη ψαλμούς· σωρεία δὲ τις λίθων ὑπεκινείτο,
καὶ τοὺς τοῦ ἁγίου ὀφθαλμοὺς ἐφ' ἑαυτὴν ἐπεσπάτο.
Οριν οὖν τινα φοινικοειδή μέγιστον ἐκ ταύτης
ὑποφαινόμενον ἰδὼν, καὶ ἢ κατὰ χεῖρα είχε ῥάβδῳ
πλήξας αὐτὸν ἄπνοῦν ἐξ αὐτῆς δεικνύει νεκρόν.
Εἶτα καὶ αύθις χειμώνος ὥρα ὁ μὲν ὑπόγειόν τι
σπήλαιον ὑπέρχεται καὶ σκοτεινόν· τῷ δὲ ἄρα
δέ
δράκων ἐνῴκει, ὅσα καὶ φωλεῷ τῷ σπηλαίῳ χρωμενος. Υπέλαμπον ουν οἱ τοῦ δράκοντος ὀφθαλμοί,
καὶ τῷ μακαρίῳ τούτῳ Πατρὶ πῦρ ἐδόκει ὁρᾷν·
οὐδὲ γὰρ ἄν ποτε πρὸ τῆς πείρας ψήθη δράκοντα
τῷ σπηλαίῳ ἐνεῖναι. Πύρ τοίνυν ἀνάπτεσθαι τοῦ
σπηλαίου δικών, ξύλα τε συνελέξατο, καὶ τοῖς δράκοντος φέρων έφθαλμοῖς ἐπετίθει, ὑπανάψει ταῦτα
ἐθέλων διὰ τὸ τῆς ὥρας χειμέριον. Τοῦ δὲ ἀποσεισαμένου τὰ ἐντεθέντα, συνεὶς ὁ Πατήρ ότι θηρίον
εἴη, οὐδὲν φαύλον, οὐδὲν ἀγεννές, δειλίας οὐδὲν
ἔπαθεν, ἀλλὰ βραχύ τι παρεκκλίνας ἐν δεξιᾷ τοῦ
σπηλαίου, ἀπαθὴς κακῶν τῷ δράκοντι συνδιητᾶτο.
15'· "Ετος δὲ ἤδη δωδέκατον τῆς ἐν τῇ ἐρήμῳ
διατριβής τῷ τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπῳ ἡνύετο· καὶ
πρόβδησις αὐτῷ ἄνωθεν ἥκει, ἐκεῖθεν μὲν ἀναζεύξαι,
ἐν δὲ τῷ ᾿Εριστῇ καλουμένῳ ἀσκητηρίῳ σκηνῶσαι,
καὶ τὸ τῶν μοναχῶν ἐνδύσασθαι σχῆμα· οὔπω γάρ
ἦν ὁ τοσούτος τὴν ἀρετὴν τὸ των μοναχῶν ἔνδυμα
περιθέμενος, ἀλλ' ἔτι τῶν μεγάλων ἀγώνων τοῦ μου
νιχικού σχήματος τὰ εἰρημένα ἦν προγυμνάσματα.
θέρους τοίνυν τὸ προῤῥηθὲν ἀσκητήριον καταλαμβάνει, καὶ τὰ τῆς ἀποκαλύψεως Στεφάνῳ τῷ τῶν ἐν
αὐτῷ μοναχῶν ἀφηγουμένῳ πιστεύει. Ο δὲ τῇ
ὑστεραίᾳ, μηδὲν μελλήσας, εὐχὰς τε αὐτῷ καὶ
Ιερολογίας τὰς συνήθεις επιλέγει, καὶ στολὴν τὴν
μοναχικὴν ἀμφιέννυσι. Τὸ τοιοῦτον τοιγαροῦν των
μοναζόντων σχῆμα ενδὺς ὁ μονάζων καὶ πρὸ τοῦ
σχήματος ἢ καὶ ὑπὲρ μονάζοντας ὧν, ὡς εἰπεῖν,
ἐξ ἀγώνων τε πρὸς ἀγῶνες ἀποδυόμενος, καὶ εἰς
πόνους ἐκ πόνων προβιβαζόμενος, ἐν τόπῳ Κρίταμε καλουμένῳ ἑαυτὸν καθειργνύει, καὶ ἁλύσεως δεσμεῖ
ἐξ ὀργῶν ούσῃ τὸ μῆκος.
ΙΖ΄. "Ετος οὖν αὐτῷ τρίτον ἦν τῆς ἐν τούτῳ
διαγωγῆς, καὶ δόξαν αὐτῷ ἐπὶ Χελιδόνα τόπον
η
ab eo exsedendum, vel per vim cogens invitum
ejus corpus tangère. Malebat enim mori, quam
animi sui nobilitatem voluntati carnis esse mancipatam. Atque ille quidem se præbuit draconi;
mala autem cogitationes, quæ sunt semina draconis, qui cadit in intelligentiam, protinus recesserunt: et si qua voluntas carnis ei exhibebat molestiam, ea quodammodo tola flaccescebat et morte
afficiebatur. Simul autem morte quoque affectum
fuit statim ipsum animal et exhinc adversus omne
genus feras, tam quæ sub aspectum cadunt,
quam quæ non cadunt, data est potestas decertatori.
XV. Aliquando enim ille quidem Davidis psalmos dicebat memoriter: movebatur autem quidam acervus lapidum, et sancti ad se attrahebal
oculos. Cum ergo quemdam maximum serpentem
punicei coloris ex eo vidisset apparentem, et quam
in manu habebat, virga eum percussisset, eum nihil aspirantem reddidit, et morte affecit. Deinde
rursus quoque tempore hiberno ille quidem
subterraneam quamdam et obscuram subit
speluncam. In ea autem habitabat draco, ut
qui spelunca uteretur pro caverna. Lucebant vero
draconis oculi, et videbatur beatus Pater ignem
intueri. Neque enim priusquam esset expertus, patassel unquam draconem inesse in spelunca.Cum
ergo visum sibi esset ignem in spelunca accendere,
ligna collegit, et draconis oculis imposuit, ea volens accendere propter tempus hibernum. Cum is
autem excussisset ea,quæ fuerant imposita, intelligens Pater esse bestiam,non fuit ignavo nec abjecto animo, nec ullo timore est affectus,sed paululum declinans ad dexteram spelunca, nullum
malum passus, versabatur simul cum dæmone
[f. dracone).
XVI.Agebatur vero jam duodecimus annus, ex
quo morabatur in solitudine homo Dei: venit autem ad eum a superis prædictio, ut illinc quidem
migraret, habitaret autem in monasterio,quod vocatur Eriste, et habitum induceret monasticum.
Nam cum tanta esset virtute, nondum vestem induerat monasticam, sed adhuc magnorum monastici habitus certaminum erant ea,quæ dicta sunt,
præ exercitationes. Venit itaque æstale ad prædictum monasterium, et Stephano præfecto monachorum, qui in eo erant, aperit revelationem. Ille
autem postridie nihil cunctatus, solitas fundit preces, et sacras dicit orationes, et eum veste induit
monastica. Tali ergo habitu monastico indutus,
qui erat monachus vel ante habitum, aut etiam
supra monachos, et a certaminibus se parabat ad
certamina, et a laboribus procedebat ad labores,
se includit in loco, qui vocatur Critama, et se ligat calena, quæ erat longa sex ulnas.
XVII. Jam autem erat tertius annus, ex quo in
eo degebat, et cum ei visum esset ire ad Chelido
col. 51–52page 22 of 146
PG 116:51χεῖν (ὁ μέγας δὲ οὗτος ὑπῆρχε Γεώργιος), ἐπεὶ κατὰ τὸν Γοράντην ἐγένετο ποταμόν, δράκοντι ἐντυγχάνει ἀναχαιτίζοντί τε τὸ τοῦ ποταμοῦ ῥεῦμα, καὶ τὸν πόρον αὐτῷ διακόπτοντα. Καὶ τὸν μὲν, εὐχῇ καὶ σφραγίδι νεκρὸν αὐτίκα τοῖς ὕδασι παραδίδωσι· τῷ μεγάλῳ δὲ παρ᾽ ὅλοις τρεῖς χρόνους συγγενόμενος Γεωργίῳ, παρ᾽ αὐτοῦ δὲ καὶ ὅλον τὸ Ψαλτήριον διδαχθείς, ἔπεισι πάλιν παρὰ τὸν ποιμένα τῆς Ἀντιδίου ἅμα Παχωμίῳ τῷ μαθητῇ. Κἀκεῖθεν ἐν τῇ μονῇ τῶν Ἀγκύρων γενόμενος αὖθις ἐπὶ τὸ παρακείμενον αὐτῇ μετὰ καὶ ἄλλων μοναχῶν ἄνεισιν ὄρος, ὡς ἂν τῆς ἐν αὐτῷ οἰκοδομουμένης οἰκίας θεαταὶ γένωνται (κατεσκευάζετο γάρ τι πρὸς τῷ τοιούτῳ ὄρει οἴκημα τοῖς ἐν τῇ μονῇ, πλείονός τε τοῖς βουλομένοις πρόξενον ἡσυχίας καὶ τελεωτέρας πρὸς τὸν Θεὸν οἰκειώσεως). Ἐπεὶ οὖν πρὸς τῷ ὄρει γένοιντο ἤδη, τράγος ποθὲν τὸ μέγεθος ὑπερφυής, τοῦ αἰπολίου ὑπερεφάνη. Οἱ σὺν τῷ μακαρίῳ τοίνυν τούτῳ Πατρὶ μοναχοί, τὸν τράγον ἰδόντες καὶ τισιν ἀνθρωπίνοις κατάσχετοι γενόμενοι λογισμοῖς, ὅπως τε τοῦτον ζωγρήσειαν, κατὰ νοῦν ἔστρεφον, καὶ ὅπως τὴν ἐκείνου δορὰν εἰς ἀσκὸν μετασκευάσειαν περὶ πλείονος ἐποιοῦντο. Γνοὺς οὖν, τῷ ἐνοικοῦντι αὐτῷ πνεύματι τὰ κατὰ νοῦν ὄντα τοῖς μοναχοῖς ὁ Πατήρ, ἕνα τούτων ᾧ Σάβας ἡ κλῆσις ἦν, πρὸς ἑαυτὸν καλέσας, ὡς αὐτὸν ἀγαγεῖν τὸν τράγον κελεύει. Ἐκείνου δὲ διερωτῶντος, ὡς, εἴπερ εἰς φυγὴν τραπείη, πῶς ἂν αὐτὸν καταλάβοι. Ὅρμησον, ἀδελφέ, μόνον ὁ μέγας ἔφη· ὁ δὲ καὶ ἑκὼν ἐλεύσεται. Πρὸς δὲ τοὺς ἄλλους ἐπιστραφεὶς μοναχοὺς ἠρώτα, εἰ ἡ τοῦ τράγου δορὰ ἐπιτηδείως ἔχοι πρὸς ἀσκὸν μετασκευασθῆναι. Οἱ δέ, Καὶ μάλα, φασί, καὶ τοῦτό γε πρὸ τῶν σῶν λόγων, καὶ αὐτοὶ κατὰ διάνοιαν εἴχομεν. Ἤχθη οὖν ἐν τοσούτῳ ὑπὸ τοῦ μοναχοῦ Σάβα ὁ τράγος, καὶ ὁ Πατὴρ κἀν τοῖς ἀλόγοις ὥσπερ ἐπιδεικνὺς τὸ φιλάγαθον, ἐπὶ τὰς οἰκείας πάλιν νομὰς τὸ βόσκημα παραπέμπει, οὐ συμπάθειαν μόνον ἐντεῦθεν, ἀλλὰ καὶ ἐκκοπὴν διδάσκων τῶν οἰκείων θελήσεων. ΙΗ΄. Ἐν τούτῳ δὲ διατρίβων τῷ ὄρει, καὶ τοῖς τοῦ γένους κοινωνοῦσι τῷ βασιλεῖ (Νικηφόρος δὲ τότε τὴν Ῥωμαίων διεῖπεν ἀρχήν) τὴν αὐτοῦ τελευτὴν μικρῷ ὕστερον ἥξειν προαγορεύει. Ἐνάτῳ τοίνυν ἔτει τῆς αὐτοῦ ἀρχῆς τὸ Οὐννικὸν ἐξορμῆσαν τὴν Θρᾳκῶν ἐληίζετο. Στράτευμα οὖν λόγουἄξιον ὁ κρατῶν συνεγείρας, πρότερον μὲν αὐτοὺς ἥττησε· μετὰ δὲ ταῦτα κατὰ συστάσεις οἱ Οὖννοι γενόμενοι, κακῶς ἐποίουν Ῥωμαίους, ἔνθα δὴ καὶ αὐτὸς ὁ βασιλεὺς τραυματίας γενόμενος σὺν τῇ ἀρχῇ καὶ αὐτὸν καταλύει τὸν βίον· κληρονόμον δὲ τῶν τε σκήπτρων καὶ τῆς ἐξουσίας τὸν υἱὸν Σταυράκιον καταλείπει. Τοῦ γοῦν Σταυρακίου ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καταστάντος, οἷς τὰ περὶ τῆς τελευτῆς τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου παρὰ τοῦ θαυμαστοῦ Ἰωαννικίου προήγγελτο, οὗτοι, ὡς μετὰ βραχὺ ὁ βασιλεὺς ἐτελεύτησεν, εἰς μνήμην τῶν προαγορευθέντων ἐλθόντες, τῷ μεγάλῳ τούτῳ καὶ αὖθις Πατρὶ προσἦλθον, καὶ περὶ τοῦ παιδὸς Σταυρακίου ἀνεπυνθέν-nem, ut conveniret virum quemdam virtute insi- ξέναι, ὥστε τινὶ ἐπιφανεῖ τὴν ἀρετὴν ἀνδρὶ ἐντυgnem erat autern is magnus Georgius), venisset
autem ad fluvium Goram, incidit in draconem,
qui cohibebat aquæ fluentum, et transitum ei
irrumpebat. Εt eum quidem precatione et signo
crucis mortuum statim tradit aquis. Tres autem
annos cum magno versatus Georgio, eum ab eo
totum didicisset Psalterium, abit rursus ad pastorem Antidii cum Pachomio discipulo. Et cum
illinc rursus venisset in monasterium Agaurorum,
ascendit cum aliis monacbis in montem prope
situm, ut essent spectatores domus, quæ in eo
dificabitur. Construebatur enim in eo monte
quoddam habitaculum iis, qui erantin monasterio,
quod et volentibus majorem conciliabat quietem
et silentium, et perfectiorem cum Deo conjunctionem. Cum ergo venissent in montem, hircus insignis magnitudine, alicunde e grege apparuit.
Itaque qui cum hoc beato Patre erant monachi,
cum vidissent hircum, et eos invasissent humana
quædam cogitationes, animo versabant, quonam
modo eum caperent. et ut illius pellem in utrem
transmutarent, maximi faciebant. Cum in eo ergo
inhabitante spiritu cognovisset Pater ea, quæ
erant in mente monachorum, unum ex iis, cui
nomen erat Sabas, ad se vocans jubet hircum ad
se adducere. Illo vero interrogante, si in fugam
fuerit conversus, quomodo eum comprehenderet:
Vade solum, o frater, inquit ille magnus: ille autem libens veniet et te sequetur. Conversos vero
ad alios monachos, rogavit an hirci pellis esset,
apla ad utrem componendum.Illi autem: Maxime,
inquiunt: et antequam hoc diceres, nos id cogita.
bamus. Interim autem ductus fuit hircus a monacho Saba, et Pater vel in verbis ostendens benignitatem, transmittit rursus pecudem ad sua
pascua, non solum hinc commiserationem, sed
etiam amputationem docens suarum volunatum.
XVIII. In hoc autem monte versans, iis etiam,
qui genere attinebant ad imperatoren (Nicephorus vero tunc Romanum administrabat imperium
prædicit ejus mortem paulo post esse venturam.
Nono ergo anno ejus imperii erumpentes Hunni,
Thraciam populabantur. Satis autem magno coacto
exercitu, imperator quidem eos prius vicit: post
hæc vero, coactis copiis, Hunni vexavere Romanos. Quo tempore ipse quoque imperator sauciatus, cum imperio ipsam quoque finit vitam:
sceptrorum autem et imperii bæredem filium relinquit Stauracium. Cum esset ergo Stauracius imperio constitutus, ii, quibus de morte imperatoris
Nicephori ab admirabili Joannicio prius fuerat
significatum,paulo postquam imperator decesseral
recordati eorum, quæ prædicta fuerant, accesserunt rursus ad hunc magnum Patrem, et rogarunt
de filio ejus Stauracio, an sit longo tempore victurus in imperio. Ille autem prædixit rursus
χεῖν (ὁ μέγας δὲ ούτος ὑπῆρχε Γεώργιος), ἐπεὶ
κατὰ τὸν γοράντην ἐγένετο ποταμόν, δράκοντι ἐν
τυγχάνει ἀναχαιτίζοντί τε τὸ τοῦ ποταμοῦ ῥεῦμα,
καὶ τὸν πόρον αὐτῷ διακόπτοντα. Καὶ τὸν μὲν, εν
χή και σφραγίδι νεκρὸν αὐτικα τοῖς ἔδασι παραδίδωσι τῷ μεγάλῳ δὲ παρ᾽ ὅλοις τρεῖς χρόνους
συγγενόμενος Γεωργίς, παρ' αὐτοῦ δὲ καὶ ὅλον τὸ
Ψαλτήριον διδαχθείς, έπεισι πάλιν παρὰ τὸν ποιμέν
να τῆς ᾿Αντιδίου ἅμα Παχωμίν τῷ μαθητῇ. Κάκείθεν ἐν τῇ μονῇ τῶν ᾿Αγκύρων γενόμενος αὖθις
ἐπὶ τὸ παρακείμενον αὐτῇ μετὰ καὶ ἄλλων μοντ
χῶν ἄνεισιν ὄρος, ὡς ἂν τῆς ἐν αὐτῷ οἰκοδομουμέ
της οικίας θεαταί γενωνται (κατεσκευάζετο γάρ τε
πρὸς τῷ τοιούτῳ ὄρει οἴκημα τοῖς ἐν τῇ μονῇ,
πλείονός τε τοῖς βουλομένοις πρόξενον ἡσυχίας καὶ
τελεωτέρας πρὸς τὸν Θεὸν οἰκειώσεως). Επεὶ οὖν
πρὸς τῷ ὄρει γένοιντο ήδη, τράγος ποθὲν τὸ μέγεθος
ὑπερφυής, του αιπολίου ὑπερεφάνη. Οἱ σὺν τῷ
μακαρίῳ τοίνυν τούτῳ Πατρὶ μοναχοί, τὸν τράγον
ἰδόντες και τισιν ἀνθρωπίνοις κατάσχετοι γενόμε
νοι λογισμοῖς, ὅπως τε τοῦτον ζωγρήσειαν, κατά
νοῦν ἔστρεφον, καὶ ὅπως τὴν ἐκείνου δορὰν
εἰς ἀσκὸν μετασκευάσειαν περὶ πλείονος ἐποιοῦντο.
Γνούς οὔ, τῷ ἐνοικοῦντι αὐτῷ πνεύματι τὰ κατὰ
νοῦν ὄντα τοῖς μοναχοῖς ὁ Πατήρ, ἔνα τούτων ὦ Σάδας
ἡ κλήσις ἦν, πρὸς ἑαυτὸν καλέσας, ὡς αὐτὸν ἀγα
γεῖν τὸν τράγον κελεύει. Εκείνου δὲ διερωτῶντος
ὡς, εἴπερ εἰς φυγὴν τραπείη, πῶς ἂν αὐτὸν καταλάθοι. Ορμησον, ἀδελφέ, μόνον ὁ μέγας ἔφη, ὁ δὲ
καὶ ἐκὼν ἐλεύσεται. Πρὸς δὲ τοὺς ἄλλους ἐπιστραφείς
μοναχούς ἡρώτε, εἰ ἡ τοῦ τράγου δορὰ ἐπιτηδείως
ἔχοι πρὸς ἀσκὸν μεταταευασθῆναι. Οἱ δὲ, Καὶ μέλα,
φασὶ, καὶ τοῦτό γε πρό των σῶν λόγων, καὶ αὐτοὶ
κατὰ διάνοιαν εἴχομεν. "Ηχθη οὖν ἐν τοσούτῳ ὑπὸ
τοῦ μοναχοῦ Σάβα ὁ τράγος, καὶ ὁ Πατὴρ κάν τοῖς
αλόγοις ὥσπερ ἐπιδεικνὺς τὸ φιλάγαθον, ἐπὶ τὰς -
κείας πάλιν νεμά; τὸ βόσκημα παραπέμπει, οὐ
συμπάθειαν μόνον ἐντεῦθεν, ἀλλὰ καὶ ἐκκοπὴν διδάσκων
τῶν οἰκείων θελήσεων.
ΙΗ'. Ἐν τούτῳ δὲ διατρίβωνι τῷ ὄρει, καὶ τοῖς
τοῦ γένους κοινωνοῦσι τῷ βασιλεῖ (Νικηφόρος δε
τότε τὴν Ῥωμαίων διεῖπεν ἀρχὴν) τὴν αὐτοῦ το
λευτὴν μικρῷ ὕστερον ήξειν προαγορεύει. Ενάτη
τοίνυν ἔτει τῆς αὐτοῦ ἀρχῆς τὸ Οὐννικόν ἐξορμή
σαν την Ορακῶν ἐληίζετο. Στράτευμα οὖν λόγου
ἄξιον ὁ κρατῶν συνεγείρας, πρότερον μὲν αὐτοὺς
ἥττησε μετὰ δὲ ταῦτα κατὰ συστάσεις οἱ Οϋν κο
γενόμενοι, κακῶς ἐποίουν Ρωμαίους, ἔνθα δὴ καὶ
αὐτὸς ὁ βασιλεὺς τραυματίας γενόμενος σὺν τῇ ἀρχῇ
καὶ αὐτὸν καταλύει τὸν βίον κληρονόμον δὲ τῶν τε
σκήπτρων καὶ τῆς ἐξουσίας τὴν υἱὸν Σταυρακιον
καταλείπει. Τοῦ γοῦν Σταυρακίου ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
καταστάντος, οἷς τὰ περὶ τῆς τελευτης τοῦ αὐτο
κράτορος Νικηφόρου παρὰ τοῦ θαυμαστοῦ Ἰωαννι
κίου προήγγελτο, οὗτοι, ὡς μετὰ βραχὺ ὁ βασιλεὺς
ετελεύτησεν, εἰς μνήμην των προσαγορευθέντων
ἐλθόντες, τῷ μεγάλῳ τούτῳ καὶ αὖθις Πατρὶ προσἦλθον, καὶ περὶ τοῦ παιδὸς Σταυρακίου ἀνεπονθέν
col. 53–54page 23 of 146
PG 116:53νοντο, εἰ πολύν τίνα χρόνον τῇ ἀρχῇ ἐπιβιώσει. Ὁ δὲ ταχείαν ἔσεσθαι καὶ πάλιν τὴν μεταβολήν προηγόρευε, καὶ ὡς φασιν, ἐπὶ ξυροῦ ἐστάναι τὰ πράγματα. Βραχύ τὸ μεταξύ, καὶ τῆς ἀρχῆς ἐπὶ Μιχαήλ τὸν γαμβρὸν τοῦ βασιλέως μεταπεσούσης, ἐξέβαινε τὰ προηγγελμένα. Ὁ δὲ Μιχαήλ οὗτος πρὸ τῶν σκήπτρων τὸ τοῦ κουροπαλάτου ἦν ἀξίωμα ἔχων. Οὐ πολλῷ τοίνυν ὕστερον καὶ Οὖννοι τὰ Θρᾳκῶν αὖθις πεδία κατέτρεχον· φροντὶς δὲ τὸν βασιλέα εἶχε πολλή, ὅπως τε τούτοις βαρεῖ ἐπέλθοι στρατῷ, καὶ ὅπως αὐτοὺς κακῶς διαθείη. Ἐν τοσούτῳ δὲ καὶ Λέοντα τὸν Ἀρμένιον ἐκεῖνος μὲν τοῖς τῆς Ἕως τάγμασιν ἀρχηγόν ἐφιστᾷ· ὁ δὲ περὶ τὴν βασιλείαν ἐκ πολλοῦ ἐρωτικῶς ἔχων, μόνον τοῦτο ἔστρεφε κατὰ νοῦν, ὅπως ἐγκρατής γένηται ταύτης, καὶ πᾶν ὃ μὴ πρὸς τοῦτο ἔφερε, πάρεργον ἐλογίζετο. ΙΘ΄. Πολέμου τοίνυν μετὰ τῶν Οὔννων αὐτοῖς συρραγέντος, οὐδὲ τὴν πρώτην ὁ Ἀρμένιος προσβολὴν ἐνεγκών, ἑκοντὶ νῶτα δούς, αἰσχύνῃ περιέβαλε τὰ Ῥωμαίων, ὡς ἂν τῷ Μιχαὴλ ἅμα μὲν μώμον προστρίψῃ, ἅμα δὲ καὶ ἀθυμίᾳ τοῦτον περιβάλοι δεινῇ. Οὕτως οὖν καὶ βουλευσάμενος ὁ Λέων, καὶ δράσας, τῇ τε τοῦ ἤθους ὑπούλῳ καὶ δολερᾷ, τὰς τῶν στρατιωτῶν γνώμας οἰκειωσάμενος, αὐτῷ τε προσενέχειν, καὶ μόνῳ σαλεύειν τὰς ἐλπίδας τῆς σωτηρίας παρέπεισεν, οἷα περὶ ταῦτα διακειμένους ἀσκεπτότερόν πως καὶ ἀβουλότερον, καὶ τῶν ἐν χερσὶν ἀγαθῶν ἀνοήτως τὰ προσδοκώμενα προτιμώντας. Εὐνοίας οὖν ὁ Λέων τῆς περὶ τὸν βασιλέα προσωπεῖον ὑπελθών, περὶ παντός τε ποιεῖσθαι καὶ θεραπεύειν ὑπεκρίνετο τοῦτον. Μετὰ οὖν τὴν ὑπ᾽ αὐτοῦ γεγενημένην ἧτταν τὴν ἐθελούσιον, τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ πρὸς τὸ Βυζάντιον ὑποστρέψαντος, κατὰ καιρὸν ἐκεῖνος τὴν ὠδῖνα τῆς καρδίας ἐκφήνας, καὶ τὸν ἐντὸς ἀνακαλύψας λέοντα, τοὺς τὰ Ῥωμαίων ληϊζομένους καταλιπών, εὐθύς, ὡς εἶχε τάχους, ὁπλίζεται κατὰ τῶν οἰκείων, καὶ βασιλεὺς ὑπὸ τῶν παρόντων ἀναγορεύεται, καὶ τὴν περιώνυμον τῶν πόλεων καταλαμβάνει. Ὁ Μιχαὴλ δὲ καὶ ἄκων αὐτῷ παραχώρει τῆς βασιλείας, ὅρκοις πολλοῖς καὶ ἀσφαλέσιν, ὡς ᾤετο, πίστεσιν ἑαυτὸν οἷον εἰπεῖν, ἐμπεδώσας καὶ βεβαίως ἀσφαλισάμενος, ἐφ᾽ ᾧ συγχωρῆσαι τοῦτον αὐτῷ γυναικὶ καὶ τοῖς τέκνοις ἰδιωτικῶς ζήν. Κ΄. Ὁ δὲ ὁμοῦ τῷ τῆς ἀρχῆς ἐπιβῆναι, εὐθὺς ὥσπερ εἰς λήθην πάντων ἐλθὼν, καὶ μηδενὸς φροντίσας ὧν ὑπὸ μάρτυρι τῷ Θεῷ ἐπωμότατο, πρῶτα μὲν ὑπερορίαν τὸν Μιχαήλ καὶ τῆς συζύγου τοῦδε κατακρίνει· μετὰ βραχύ δὲ τὸ τῶν μοναχῶν σχήμα καὶ ἄκοντας αὐτοὺς μετενδύει. Οὐ μέχρι δὲ τούτων ἱστᾷ, ἀλλὰ καὶ ὀλίγαις ὕστερον ἡμέραις ἀλλήλων διέζευξε, καὶ μένειν ὁμοῦ κατὰ χώραν αὐτοὺς οὐκ εἴασεν, ἀλλὰ τὸν μὲν ἀλλαχόθι, τὴν δὲ ἑτέρωθι φέρων ἀπώκισε. Καὶ ὅρα μέχρι πότου πρόεισι μοχθηρία δυνάμεως ἐπιλαβομένη. Εὐθὺς γὰρ ὁ καὶ τὴν κλῆσιν καὶ τὸν τρόπον θήρ, καὶ κατ᾽ αὐτοῦ, οἴμοι, Χριστοῦ, καὶ τῆς αὐτοῦ ἁγίας εἰκόνος λυττήσας, πολλαῖς αἰκίαις περιβάλλει τοὺς τῆς εὐσεβείας προσκυνητάς, τῶν προσόντων τε ἀλλοτριῶν,νοντο, εἰ πολύν τίνα χρόνον τῇ ἀρχῇ ἐπιβιώσει. Ο quoque celerem mulationem,et,ut aiunt,rem esse
δὲ ταχείαν ἔσεσθαι καὶ πάλιν τὴν μεταβολήν προς
ηγόρευε, καὶ 5 φασιν, ἐπὶ ξυροῦ ἐστάναι τὰ πράγματα. Βραχύ το μεταξύ, καὶ τῆς ἀρχῆς ἐπὶ Μιχαήλ
τὸν γαμβρὸν τοῦ βασιλέως μεταπεσούσης, ἐξέβαινε
τὰ προηγγελμένα. Ο δὲ Μιχαήλ οὗτος πρὸ τῶν
σκήπτρων τὸ τοῦ κουροπαλάτου ἦν ἀξίωμα ἔχων.
Οὐ πολλῷ τοίνυν ὕστερον καὶ Ούννοι τὰ θρᾷκῶν
αὖθις πεδία κατέτρεχον φροντις δὲ τὸν βασιλέα
είχε πολλή, όπως τε τούτοις βαρεῖ ἐπέλθοι στρατῷ, καὶ ὅπως αὐτοὺς κακῶς διαθείη. Εν τοσούτῳ δὲ
καὶ Λέοντα τὸν ᾿Αρμένιον ἐκεῖνος μὲν τοῖς τῆς Εὔας
τάγμασιν ἀρχηγόν ἐφιστῷ· ὁ δὲ περὶ τὴν βασιλείαν
ἐκ πολλοῦ ἐρωτικῶς ἔχων, μόνον τοῦτο ἔστρεφε κατὰ
νοῦν, ὅπως ἐγκρατής γενηται ταύτης, καὶ πᾶν δ μὴ
πρὸς τοῦτο ἔφερε, πάρεργον ελογίζετο.
10'. Πολέμου τοίνυν μετὰ τῶν Ούννων αὐτοῖς
συρραγέντος, οὐδὲ τὴν πρώτην ὁ ᾿Αρμένιος προσβολὴν ἐνεγκών, έκοντὶ νῶτα δεὺς, αἰσχύνῃ περιέβαλε
τὰ Ῥωμαίων, ὡς ἂν τὸ Μιχαὴλ ἅμα μὲν μώμον
προστρίψῃ, ἅμα δὲ καὶ ἀθυμίᾳ τοῦτον περιβάλοι
δεινῇ. Οὕτως οὖν καὶ βουλευσάμενος ὁ Λέων, καὶ
δράσης, την τε τοῦ ἤθους ὑπούλῳ καὶ δολερῶ, τὰς
τῶν στρατιωτῶν γνώμης οικειωσαμενος, αὐτῷ τε
προσενέχειν, καὶ μόνῳ σαλεύειν τὰς ἐλπίδας τῆς
σωτηρίας παρέπεισεν, οἷα περὶ ταῦτα διακειμένους
ἀσκεπτότερόν πως καὶ ἀβουλότερον, καὶ τῶν ἐν
χερσὶν ἀγαθῶν ἀνοήτως τὰ προσδοκώμενα προτιμώντας. Εὐνοίας οὖν ὁ Λέων τῆς περὶ τὸν βασιλές
προσωπεῖον ὑπελθών, περὶ παντός τε ποιεῖσθαι καὶ
θεραπεύειν ὑπεκρίνετο τούτον. Μετὰ οὖν τὴν ὑπ᾽
αὐτοῦ γεγενημένην ήτταν τὴν ἐθελούσιον, του βασι- "
λέως Μιχαήλ πρὸς τὸ Βυζάντιον ὑποστρέψαντος,
κατὰ καιρὸν ἐκεῖνος τὴν ὡδινα τῆς καρδίας ἐκφήνας, καὶ τὸν ἐντὸς ἀνακαλύψας λέοντα, τοὺς τὰ 'Ρω
μπίων ληϊζομένους καταλιπών, εὐθὺς, ὡς εἶχε τάχους, ὁπλίζεται κατά τῶν οἰκείων, καὶ βασιλεὺς ὑπὸ
τῶν παρόντων ἀναγορεύεται, καὶ τὴν περιώνυμον
τῶν πόλεων καταλαμβάνει. Ο Μιχαὴλ δὲ καὶ ἄκων
αὐτῷ παραχώρει τῆς βασιλείας, ὅρκοις πολλοῖς καὶ
ἀσφαλέσιν, ὡς ὤστο, πίστεσιν ἑαυτὸν οἷον εἰπεῖν,
ἐμπεδώσας καὶ βεβαίως ἀσφαλισάμενος, ἐφ᾽ ᾧ συγχωρῆσαι τοῦτον ἄμπ γυναικὶ καὶ τοῖς τέκνοις ἰδιωτικῶς
ζήν.
in acie novacula.Breve tempus intercessit, et imperio translato ad Michaelem generum,evenerunt
ea, quæ prædicta fuerant. Hic autem Michael ante
quam perveniret ad imperium, dignitatem habebat
procuratoris palatii. Non multo itaque post tempore Hunni rursus in Thraciam faciebant incursiones. Itaque imperator erat valde sollicitus,quonami modo et eos gravi invaderet exercitu, et
quemadmodum eos male haberet. Interim autem
ille quidem Leonem Armenium præfeclt Orienti:
Leo vero, qui jam diu maximo amore tenebatur
imperii, hoc solum anima versabat, quomode eo
poliretur: et quidquid non ad id tendebat, id
parvum existimabat et non magni momenti.
XIX. Cum ergo rursus bellum exortum esset
adversus Hunnos, et nec primo quidem cum eis
confixisset Armenius, sua sponte lergis dalis,
Romanos affecit dedecore, ut simul quidem et
Michael maculam inureret, et cum gravi affceret
animi agritudine. Cum ergo Leo hoc consilium
cepisset, et id fecisset, fraudeque et simulatione
conciliasset animos militum, persuasit ut eum 80lum spectarent, et in eo solo spem salutis collocarent, ut qui imprudentius et inconsideratius in
his rebus se gererent, et bonis, quæ habebant in
manibus, stulto præferrent ea, quæ exspectabantur.Leo ergo cum induisset personam benevolenLiæ in imperatorem, simulabat se eum maximi
facere et colere. Post illam autem cladem ab ipso
de industria et voluntarie conceptam, cum reversus esset Michael Bysantium, illo tempore proferens, quandia parturierat, et qui intus erat, Leonem aperiens, iis relictis, qui Romanorum agros
populabantur, quam maxima potuit celeritate armatur adversus suos et ab iis, qui aderant, renuntiatur imperator, et ad omnium clarissimam
pervenit civitatem.Michael vero vel invitus et cedit
imperio,cum jurejurando ab eo accepto sibi prius
cavisset, et fide dignis, ut putabat, promissis se
muniisset, quod ei cum uxore etliberis permilleret agere vitam privatam.
Κ'. Ὁ δὲ ὁμοῦ τῷ τῆς ἀρχῆς ἐπιβῆναι, εὐθὺς ὥστ XX. Ille autem cum primum ascendit ad impeπερ εἰς λήθην πάντων ἐλθὼν, καὶ μηδενὸς φροντίσας rium,veluti omnium oblitus,et nihil curans eorum,
ῶν ὑπὸ μάρτυρι τῷ Θεῷ ἐπωμότατο, πρῶτα μὲν quae Deo teste juraverat primum quidem Michaeὑπερορίαν του το Μιχαήλ καὶ τῆς συζύγου τοῦδε lem et ejus conjugem condemnal exsilio: paulo
κατακρίνει μετά βραχύ δὲ τὸ τῶν μοναχῶν σχήμα post vero, habitu monachorum vel invitos induit.
καὶ ἄχοντας αὐτοὺς μετενδύει. Οὐ μέχρι δὲ τούς Non eousque autem constitit; sed etiam paucis
των ἱστῆ, ἀλλὰ καὶ ὀλίγαις ὕστερον ἡμέραις άλα post diebus eos a se invicem reparavit, nec e08
λήλων διέζευξε, καὶ μένειν ὁμοῦ κατὰ χώραν αὐτοὺς simul habitare sivit in regione, sed illum quidem
οὐκ εἶπσεν, ἀλλὰ τὸν μὲν ἀλλαχόθι, τὴν δὲ ἐτέρωθι in unum locum,hunc vero in alium relegavit. Vide
φέρων ἀπώκισε. Καὶ όρα μέχρι πότου πρόεισι autem, quo procedal improbitas potestatem conμοχθηρία δυνάμεως επιλαβομένη. Εὐθὺς γὰρ ὁ καὶ secula: statim enim qui et nomine et moribus
τὴν κλῆσιν καὶ τὸν τρόπον θήρ, καὶ κατ' αὐτοῦ, erat bellua, in ipsum, pro dolor! Christum et ejus
οι μοι | Χριστοῦ, καὶ τῆς αὐτοῦ ἁγίας εἰκόνος λυτ imaginem rabie exagitatus,multis afficit suppliciis
τήσας, πολλαῖς αἰκίαις περιβάλλει τοὺς τῆς εὐς vera pietatis adoratores, ab iis, quæ habebant,
σεβείας προσκυνητές, τῶν προσόντων τε ἀλλοτριῶν, alienans of exterminans quod non Christi et ej
col. 55–56page 24 of 146
PG 116:55καὶ ὑπερορίους ποιῶν, ὅτι μὴ τὴν τοῦ Χριστοῦ εἰκόνα καὶ τῶν αὐτοῦ ἁγίων προήρηντο σὺν ἐκείνῳ πατεῖν. Ὥστε καὶ Νικηφόρον τὸν ἀγιώτατον πατριἀρχὴν, εἰ μὴ τῆς ἱερατικῆς ἀρχῆς μεταναστήσαι, δεινόν τε ἡγεῖτο, καὶ τῆς τῶν αὐτοῦ φρενῶν ἀνάξιον παρακοῆς καὶ σκαιότητος. Διὰ ταῦτα γοῦν καὶ τοῦ θρόνου μετακινεῖ τὸν ἀληθῶς ἄρχειν ἄξιον, ἐπεὶ μηδὲ συνέβαινε τῷ φωτὶ τὸ σκότος. Θεόδοτον δὲ τὸν ἐκ Νατωλείας, ᾧ Μελισσηνὸς ἦν ἐπίκλησις, ὡς ὁμόφρονα καὶ ὁμότροπον ἀντεισαγαγών, πολλῆς ἀναπίμπλησι βδελυρίας τὴν Ἐκκλησίαν. ΚΑ΄. Κατ᾽ ἐκεῖνο δὲ καιροῦ ἀνὰ τὰ Προυσαέων ὄρη τῷ μεγάλῳ τούτῳ Πατρὶ τὴν ἄσκησιν διανύοντι, Γουρίας τις τῶν τὸ ἀναχωρητικὸν βίον ἀνῄρημένων καὶ αὐτὸς ὤν, προέχειν τε τῶν ἄλλων δοκῶν ἐν τοῖς τῶν μοναχῶν ἀγῶσιν, ἀσκητὴς καὶ ἀρετῆς ἄκρος ἐραστὴς ἐνομίζετό τε παρὰ πάντων καὶ ὠνομάζετο· καὶ τις Γουρίαν εἰπὼν καὶ τὸν ἀσκητὴν προσετίθει, ὡς ἐντεῦθεν μᾶλλον γινωσκομένου τοῦ ἀνδρὸς ἢ ἀπὸ τοῦ κυρίου ὀνόματος. Οὗτος ὁρῶν ἑαυτὸν πολλῷ τῆς ἀληθοῦς ἀρετῆς τοῦ Ἰωαννικίου λειπόμενον, καὶ τὴν σεμνὴν ἐκείνην τοῦ ἀσκητοῦ κλῆσιν εἰς αὐτὸν μεταβαίνουσαν, διεπρίετό τε τῷ φθόνῳ καὶ ὑπεσμύχετο τὴν ψυχήν· φθόνον δὲ ὠδίνων, φόνον ἀποκυίσκει· καὶ ὅπως, ὁ λόγος δηλώσει. Καὶ γὰρ τοιαῦτα στρέφων ἐν τῇ ψυχῇ, καὶ ζητῶν εἰς πέρας τὸ μελετώμενον ἀγαγεῖν, τὴν ἅμα τῷ ἁγίῳ ἐπιτηδεύει διαγωγήν, τοῦ μεγάλου διὰ πολλὴν ἁπλότητα τῆς ψυχῆς ὑπτίαις, ὃ δὴ λέγεται, ταῖς χερσίν, τὸν Γουρίαν καὶ δεξαμένου καὶ περιθάλποντος. Ἐκεῖνος δὲ τὴν μὲν ἀρχὴν, καὶ πολλὴν ὅτι εὐλάβειαν προσποιεῖται, καὶ τῆς ἀρετῆς ἦν ὑποκριτὴς δοκιμώτατος· οὐκ ἄλλως δὲ ἔχων ἢ λάθρα τῷ φθόνῳ χαρίσσασθαι, ἐν σχήματι προπόσεως, δηλητήριον ἐρέψει τῷ ἁγίῳ πολλῷ πικρότερον αὐτὸς πρότερον τὸ τοῦ φθόνου καὶ τῆς κακίας πιών. Τὸ μὲν οὖν τῆς ἐπιβουλῆς ποτήριον οὕτω ποθὲν πολλαῖς τὸν ἅγιον ἔβαλλε ταῖς ὀδύναις, πλὴν ἀλλ᾽ οὐκ ἐπὶ πολὺ τοῦτον ὁ δι᾽ αὐτοῦ θεραπευόμενος Κύριος τοῖς πόνοις κάμνειν ἠνέσχετο, ἵνα μὴ καὶ εἰς ἄμετρον ἔχῃ μοχθηρία κατακαυχήσασθαι ἀρετῆς. Ἀλλ᾽ ὄναρ τὸν λαμπρὸν ἐν μάρτυσιν Εὐστάθιον ἐπιπέμψας, τὴν προτέραν ἕξιν τε καὶ ὑγείαν αὐτῷ χαρίζεται. Ὁ δὲ εἰς τιμὴν τοῦ παραδόξως τότε γεγενημένου εὐκτήριόν τε ὁμοῦ καὶ ἀσκητήριον ἐδείματο οἶκον, ὅστις δὴ καὶ εἰς δεῦρο ἱδρυμένος ἐστίν. Οὐδὲ γὰρ εἰς ἀπαλλαγὴν μόνον τῶν ὀδυνῶν ὅ τε γλυκὺς ὕπνος ἐκεῖνος ἥ τε φαιδρὰ ἐκείνη τοῦ μάρτυρος γέγονεν ἐπιστασία, ἀλλ᾽ εἰς μειζόνων θαυμάτων τε ὁμοῦ καὶ πραγμάτων ἀρχὴν καὶ θεμέλιον. ΚΒ΄. Ἐν μιᾷ γὰρ καὶ ἄλλοτε ποτε τῶν νυκτῶν ὁ μὲν ἀναγκαίως τὸ σῶμα διαναπαύσειν ἐβούλετο, ὡς ἂν ἑαυτὸν ἀνακτήσηται, καὶ προθυμίᾳ νεαρωτέρᾳ τῶν πόνων πάλιν ἀπάρξηται· ἐν τινι δὲ τῶν πρὸς Ἀνατολὰς ἐκεῖσε τόπων οὐκ ὄναρ, ἀλλ᾽ ὕπαρ ὁρᾷ ὕδωρ ἀναδιδόμενον ἄφθονόν τε καὶ διειδές, θρέμματα τυφλὰ κατὰ πλῆθος ἱστάμενα ἐπὶ πίνοντα τούτου. Καὶ ὁ μὲν ἐζήτησε μαθεῖν, τί τὰ τοῦ δράματος αὐτῷ βούλονται· τοῦτο δὲ μόνον παρὰ τὸνsanctorum imaginem cum ipso conculcare in ani- καὶ ὑπερορίους ποιῶν, ὅτι μὴ τὴν τοῦ Χριστοῦ
mum induxissent. Quamobrem Nicephorum quoque
sanctissimum patriarcham, si non a sacerdotali
deponeret reclione, grave esse putabat, et sua
amentia indignum et importunitate. Propterea
ergo tum a sede dimovet, qui vere erat dignus
qui regere, quoniam nec luci quidem conveniebant tenebra. Theodoto autem ex Natolia, cui
erat cognomen Melissenus, ut qui esset ejusdem
sententiae et moribus similis, introducto, replet
Ecclesiam magna abominatione.
XXI.Illo autem tempore cum per montes Prusensium magnus hic Pater se exerceret, Gurias
quidam, qui ipse quoque erat unus ex iis, qui
vitam susceperant anachoretica:n, et videbatur
praestare aliis in monachorum certaminibus, et p
summus exercitator et amalor virtutis ab omnibus existimabatur et nominabatur, et cum quis
dixisset Guriam, adjiciebat etiam exercitatorein,
utpote quod hinc magis agnosceretur, quam ex
nomine proprio. Is cum videret se longe abesse a
vera virtute Joannicii, et venerandam illam exercitatoris appellationem ad eum transire, ei dissecabatur et laniabatur animus invidia. Dum autem
invidiam parturiret, cadem peperit. Quomodo
autem, declarabit oratio. Ea enim versans in
animo, et quærens ad effectum deducere id, quod
meditabatur, cum sancto de industria studet vitam agere, cum magnus Joannicius propter maximam animi simplicitatem, Gurism supinis,ut clicitur,manibus accepisset et foveret. Ille in principio
quidem magnam simulat pietatem,et erat virtutis "
histrio praestantissimus. Cum non alio autem speraret, quam ut latenter invidiæ gratificaretur, sub
specie propinandi, sancto venenum porrigit, cum
ipse prius bibisset longe acerbius invidia et maliliæ. Insidiosum autem sic epotum poculum, sanctum multis affecit doloribus, sed qui per eum
colebatur Dominus,non passus est eum diu vexari,
nimis gloriaretur vitium adversus virtutem. Sed in
somnis misso praeclaro inter martyres Eustathio,
ei donat priorem habitum et sanitatem. Ille autem
in honorem ejus, quod tunc factum fuerat admirabiliter et præter opinionem, ædem oratoriam
exstruxit et monasterium, quod quidem exstat
usque in hodiernum diem. Neque enim ad liberationem solum a doloribus fuit ille dulcis s00
nus, et latus ille adventus martyris, sed ad majorum miraculorum simul et rerum principium et
fundamentum.
XXII. Aliquando enim in quadam nocte ille
quidem volebat necessario dare corpus quieti, ut
se recrearet, promptiorique et alacriori animo
rursus labores aggrederetur. In quodam autem
loco, qui illic vergebat ad Orientem, non in somnis, sed revera videt aquam emitti copiosam et
perspicuam, et multas cæcas pecudes illic stare
et ex ea bibere. Et ille quidem desideravit scire,
quidnam sibi vellet visio. Huc vero solum rescivit
εἰκόνα καὶ τῶν αὐτοῦ ἁγίων προήρηντο σὺν ἐκείνῳ
πατεῖν. Ωστε καί Νικηφόρον τὸν ἀγιώτατον πατριἀρχὴν, εἰ μὴ τῆς ἱερατικῆς ἀρχῆς μεταναστήσαι,
δεινόν τε ἡγεῖτο, καὶ τῆς τῶν αὐτοῦ φρενῶν ἀνάξιον
παρακοῆς καὶ σκαιότητος. Διὰ ταῦτα γοῦν καὶ τοῦ
θρόνου μετακινεῖ τὸν ἀληθῶς ἄρχειν άξιον, ἐπεὶ μηδὲ
συνέβαινε τῷ φωτὶ τὸ σκότος. Θεόδοτον δὲ τὸν ἐκ Νατωλείας, ᾧ Μελισσηνὸς ἦν ἐπίκλησις, ὡς ὁμόφρονα καὶ
ομότροπον ἀντεισαγαγών, πολλῆς ἀναπίμπλησι βδελυρίας τὴν Ἐκκλησίαν.
ΚΑ'. Κατ᾽ ἐκεῖνο δὲ καιροῦ ἀνὰ τὰ Προυσαέων
Έρη τῷ μεγαλῳ τούτῳ Πατρὶ τὴν ἄσκησιν διανύοντι,
Γουρίας τις τῶν τὸ ἀναχωρητικὸν βίον ἀνῄρημένων
καὶ αὐτὸς ὧν, προέχειν τε τῶν ἄλλων δοκῶν ἐν τοῖς
των μοναχῶν ἀγώσιν, ἀσκητὴς καὶ ἀρετῆς ἄκους
ἐραστὴς ἐνομίζετό τε παρά πάντων καὶ ὠνομάζετοι
και τις Γουρίαν εἰπὼν καὶ τὸν ἀσκητὴν προσετίθει,
ὡς ἐντεῦθεν μᾶλλον γινωσκομένου τοῦ ἀνδρὸς ἤ ἀπὸ
τοῦ κυρίου ονόματος. Οὗτος ὁρῶν ἐαυτόν πολλῷ
τῆς ἀληθοῦς ἀρετῆς τοῦ Ἰωαννικίου λειπόμενον,
καὶ τὴν σεμνήν ἐκείνην τοῦ ἀσκητοῦ κλῆσιν εἰς
αὐτὸν μεταβαίνουσαν, διεπρίετό τε τῷ φθόνῳ καὶ
υπεσμύχετο τὴν ψυχήν, φθόνον δὲ ὠδίνων, φόνον
ἀποκυίσκει· καὶ ὅπως, ὁ λόγος δηλώσει. Καὶ γὰρ
τοιαυτα στρέφων ἐν τῇ ψυχῇ, καὶ ζητῶν εἰς πέρας
τὸ μελετώμενον ἀγαγεῖν, τὴν ἅμα τῷ ἁγίῳ ἐπιτηδεύει διαγωγήν, τοῦ μεγάλου διά πολλὴν ἁπλότητα
τῆς ψυχῆς ὑπτίαις, δ δὴ λέγεται, ταῖς χερσὶν, τὸν
Γουρίαν καὶ δεξαμένου καὶ περιθάλποντος. Εκεῖνος
δὲ τὴν μὲν ἀρχὴν, καὶ πολλὴν ὅτι εὐλάβειαν πρεσοιεῖται, καὶ τῆς ἀρετῆς ἦν ὑποκριτής δοκιμώτα
τος· οὐκ ἄλλως δὲ ἔχων ἤ λάθρα τῷ οθόνης χαρίσ
σασθαι, ἐν σχήματι προπόσεως, δηλητήριον ἐρέψει
τῷ ἁγίῳ πολλῷ πικρότερον αὐτὸς πρότερον τὸ τοῦ
φθόνου καὶ τῆς κακίας πιών. Τὸ μὲν οὖν τῆς ἐπιβουλῆς ποτήριον οὕτω ποθὲν πολλαῖς τὸν ἅγιον
ἔβαλλε ταῖς οδύναις, πλὴν ἀλλ᾽ οὐκ ἐπὶ πολὺ τοῦτον
& δι' αὐτοῦ θεραπευόμενος Κύριος τους πόνοις κάτ
μνειν ἡνέσχετο, ἵνα μὴ καὶ εἰς ἄμετρον ἔχη μοχθηρία
κατακαυχήσασθαι ἀρετῆς. 'Αλλ' όναρ τὸν λαμπρὸν
ἐν μάρτυσιν Εὐστάθιον ἐπιπέμψας, την προτέραν
ἕξιν τε καὶ ὑγείαν αὐτῷ χαρίζεται. Ο δὲ εἰς τιμὴν
τοῦ παραδόξως τότε γεγενημένου εὐκτήριόν τε ὁμοῦ
καὶ ἀσκητήριον ἐδείματο οἶνον, ὅστις δή καὶ εἰς
δεῦρο ιδρυμένος ἐστίν. Οὐδὲ γὰρ εἰς ἀπαλλαγὴν
μόνον τῶν ὀδυνῶν ὅ τε γλυκὺς ὕπνος ἐκεῖνος ἢ τε
φαιδρά εκείνη του μάρτυρος γέγονεν ἐπιστασία,
ἀλλ᾽ εἰς μειζόνων θαυμάτων τε ὁμοῦ καὶ πραγμάτων
ἀρχὴν καὶ θεμέλιον,
ΚΒ΄. Εν μιᾷ γὰρ καὶ ἄλλοτε ποτε τῶν νυκτών
ὁ μὲν ἀναγκαίως τὸ σῶμα διαναπαύσειν ἡβούλετο,
ὡς ἂν ἑαυτὸν ἀνακτήσηται, και προθυμία νεαρωτέρα
τῶν πόνων πάλιν ἀπάρξηται· ἐν τινι δὲ τῶν πρὸς
Ανατολὰς ἐκεῖσε τόπων ὐκ ὄνας, ἀλλ᾽ ὕπαρ ὁρᾷ
ὕδωρ αναδιδόμενον ἄφθονόν τε καὶ διειδές, θρέμα
μετά τα τυφλά κατὰ πλῆθος ἱστάμενα επί πίνοντα
τούτου. Καὶ ὁ μὲν ἐζήτησε μαθεῖν, τί τὰ τοῦ
δράματος αὐτῷ βούλονται· τοῦτο δὲ μόνον παρὰ τὸν
col. 57–58page 25 of 146
PG 116:57ἡμεδαπών τε καὶ ἐγχωρίων μανθάνει, ὡς ἐν τῷ τοιούτῳ τόπῳ ναὸς τῇ Θεοτόκῳ πρότερον ᾠκοδόμητο. Ἐπὶ γοῦν τὸν αὐτῷ φανέντα τόπον ἐλθών, ὕδατος μὲν οὐχ εὗρε πηγήν· θέσεως δὲ τοῦτον εὖ ἔχοντα καὶ ὥρας ἰδών, καὶ ἄλλως εἰς οἴκου Κυρίου οἰκοδομὴν ἐπιτήδειον, ναὸν ἐν αὐτῷ περικαλλῆ ἐγείρει, καὶ φροντιστήριον συνιστᾷ, οὐκ ὀλίγων ἐκεῖσε κειραμένων, καὶ πρὸς ἀγῶνα τὸν πνευματικὸν κομιδῆ προθύμως ἀπολυταμένων, καὶ ὑπ᾽ ἐκείνῳ παιδαγωγουμένων τὴν ἀρετήν. Οὐκ ἐψεύσατο δὲ ἄρα τῷ ἁγίῳ τὸ ὅραμα· οὐ γὰρ τὸ γεγενημένον, ἀλλὰ καὶ τὰ γενησόμενα παρεδήλωσεν. Ὅτι μὲν γὰρ ἐν τῷ φανέντι τόπῳ κατοικητήριον τῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν ὑπῆρχε Μητρὸς ἀπὸ πολλῶν τῶν καὶ αὐταῖς ὄψεσι τοῦτο θεασαμένων ἐμαρτυρεῖτο· τὰ δὲ πρόβατα καὶ τὸ κλύζον ὕδωρ, τὰ μὲν τοὺς προσεδρεύοντας τῷ ἁγίῳ ναῷ ἐμήνυε, τὸ δὲ τὸ ἥδιστον ἐκεῖνο νάμα τῆς τοῦ ἀνδρὸς διδασκαλίας, τὸ δὲ καὶ πεπηρῶσθαι ταῦτα τοὺς ὀφθαλμοὺς τὴν ψυχικὴν τούτων ὑπέφαινε πήρωσιν. Κγ΄. Ἐν ὅσῳ δὲ τοῦ Θεοῦ ἠγείρετο οἰκητήριον, ὑετὸς μὲν κατεβράγη, ἑρπετὰ δὲ τῆς γῆς ἀναδοθέντα τοῖς δήγμασι τοὺς περὶ τοῦτο διαπονομένους ἐκώλυον. Ἀλλ᾽ εὐθὺς ὁ μὲν πρὸς οὐρανὸν αἴρει τὰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ δεόμενος· ἡ δὲ τῶν νεφελῶν παχύτης εἰς ἀκριβῆ τὴν αἰθρίαν μετέβαλε, καὶ οἱ τοῦ ἔργου ἐχόμενοι τῆς ἀπὸ τῶν δηγμάτων βλάβης ἀπαθεῖς ἔμενον. Ὅτε καὶ τοῦ ἁγίου τὰ δυνατὰ τοῖς οἰκοδομοῦσι συναιρομένου, καὶ πρὸς τὸ λίθον ἄρτι προτείναντος τὴν χεῖρα, ἔχις τοῦ λίθου ὑπεκδῦσα, καὶ τῆς χειρὸς ἁψαμένη, ἐπὶ πολύ τε ταύτης ἐξήρτητο καὶ ὅλην ἐναφῆκεν αὐτῇ τοῦ ἰοῦ τὴν πικρίαν. Ἀλλ᾽ ἕτερος ἡμῖν ὤρθη Παῦλος, εἰ καὶ μὴ τοῦ χοροῦ πρῶτος τῶν ἀποστόλων, ἀλλὰ τοῖς αὐτοῖς ἐκείνῳ χαρίσμασι δυναμούμενος. Ὁ μὲν γὰρ διασείει τὴν χεῖρα, ἡ δὲ πικρὰ ἔχις ἐκείνη κατὰ γῆς τε βάλλεται, καὶ ἡ χεὶρ αὐτῷ ἀπαθὴς ἦν, οὕτω καθαρῶς, ὡς ἄδηλον εἶναι, εἰ καὶ τὴν ἀρχὴν ὅλως ἐπλήγη. Ἀλλ᾽ οὐ μέχρι τούτου τὸ πρὸς τὰς οἰκοδομὰς τῶν εὐκτηρίων οἴκων φιλότιμον ἔστησεν, ἀλλὰ καὶ συνεργὸς τοῖς οἰκοδομοῦσιν ὑπῆρχε καὶ μετὰ τὴν οἰκοδομὴν ὅλως ἀβλαβεῖς οὓς ᾠκοδομήσατο οἴκους εὐχαῖς ταῖς ἑαυτοῦ συνετήρει, τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχων διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον, ὃς τῶν φοβουμένων αὐτὸν ἰσχύς ἐστι καὶ κραταίωμα, ἐκσπῶν μὲν ἀπὸ παγίδος τοὺς πόδας αὐτῶν, εἰς χεῖρας δὲ θλιβόντων οὐ παραδιδούς, οὐδὲ καταισχύνων τοὺς αὐτὸν ὑπομένοντας, ὥσπερ δὴ καὶ ἐν τῷ νῦν εἰς διήγησιν προκειμένῳ ἔστιν ὁρᾶν. Εἰς τοσοῦτον γὰρ ἐξήγαγεν αὐτὸν πλατυσμὸν ἀποθλίψεως, καὶ οὕτω τοῦ σωματικοῦ βάρους ἐκούφισεν, ὡς κατά τινα καιρὸν τῆς αὐτοῦ προσευχῆς, ἐν ναῷ ἁγίῳ τὸν νοῦν πρὸς ὑψηλοτέραν ὅλως συντείναντα θεωρίαν, μετέωρον ὁραθῆναι καὶ διηρμένον, καὶ τῆς γῆς οὐδὲ τὸ παράπαν ἀπτόμενον, ὡσανεὶ καὶ πρὸς τὴν ἄνω πολιτείαν ἣν ἐκείνος ἐπόθει, καλούμενον.ab iis, qui in ea regione habitabant, quod in eo
loco prius medicatum fuerat templum Dei Genitricis. Cum itaque venisset ad locum, qui sibi
apparuerat, aquæ quidem fontem non invenit:
cum eum autem vidisset bene esse situm et pulchrum, et alioqui aptum ad Domini domum medidicandum, in eo pulchrum templum excitat, et
construit monasterium, cum non pauci illic se
totondissent, et ad certamen spiritale se prompto
et alacri animo præparassent, et ab illo erudirentur ad virtutem. Sanctum ergo non fefellit
visio. Non enim ostendit id, quod factum fuerat,
sed id quod erat futuruin, Nam quo in loco quidem, qui apparuerat, fuerit habitaculum Matris
Domini nostri, testabantur multi, qui ipsis hoc
viderant oculis. Uves autem et aqua scaturiens,
illæ quidem significabant sanctos, qui templo assi
debant; hæc autem suavissimum illud duentum
ejus doctrina. Quod ea vero essent orbata oculis,
id ostendebat animæ eorum cæcitatem.
ἡμεδαπών τε καὶ ἐγχωρίων μανθάνει, ὡς ἐν τῷ
τοιούτῳ τόπῳ ναὸς τῇ Θεοτόκῳ πρότερον ᾠκοδός
μητο. Ἐπὶ γοῦν τὸν αὐτῷ φανέντα τόπον ἐλθών,
ὕδατος μὲν οὐχ εύρε πηγήν· θέσεως δὲ τοῦτον εὖ
ἔχοντα καὶ ὥρας ἰδῶν, καὶ ἄλλος εἰς οἴκου Κυρίου
οἰκοδομὴν ἐπιτήδειον, νπὸν ἐν αὐτῷ περικαλλή
κ εγείρει, καὶ φροντιστήριον συνιστα, οὐκ ὀλίγων
Εκεῖσε κειραμένων, καὶ πρὸς ἀγῶνα τὸν πνευματικὸν
κομιδῆ προθύμως ἀπολυταμένων, καὶ ὑπ' ἐκείνῳ
παιδαγωγουμένων τὴν ἀρετήν. Οὐκ ἐψεύσατο δὲ
ἐψεύσατο δὲ
ἄρα τῷ ἁγίῳ τὸ δραμα· οὐ γὰρ τὸ γεγενημένον,
ἀλλὰ καὶ τὰ γενησόμενα παρεδήλωσεν. "Οτι μὲν γὰρ
ἐν τῷ φανέντι τόπῳ κατοικητήριον τῆς τοῦ Κυρίου
ἡμῶν ὑπῆρχε Μητρὸς ἀπὸ πολλῶν τῶν καὶ αὐταῖς
ὄψεσι τοῦτο θεασαμένων ἐμπρτυρεῖτο· τὰ δὲ πρόβατα καὶ τὸ κλύζον ὕδωρ, τὰ μὲν τοὺς προσεδρεύοντης τῷ ἁγίῳ ναῷ ἐμήνυε, τὸ δὲ τὸ ἥδιστον ἐκεῖνο
νάμα τῆς τοῦ ἀνδρὸς διδασκαλίας, τὸ δὲ καὶ πεπηρώσθαι ταῦτα τοὺς ὀφθαλμοὺς τὴν ψυχικὴν τούτων
ὑπέφαινε πήρωσιν,
Κι'. Ἐν ὅσῳ δὲ τοῦ Θεοῦ ἡγείρετο οἰκητήριον,
δετὸς μὲν κατεββάγη, ἑρπετὰ δὲ τῆς γῆς ἀναδοθέντα τοῖς δήγμασι τοὺς περὶ τοῦτο διαπονομένους
ἐκώλυον. 'Αλλ᾽ εὐθὺς ὁ μὲν πρὸς οὐρανὸν αἴρει
τὰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ δεόμενος· ἡ δὲ τῶν νεφελών
παχύτης εἰς ἀκριβῆ τὴν αἰθρίαν μετέβαλε, καὶ οἱ
τοῦ ἔργου εχόμενοι τῆς ἀπὸ τῶν δηγμάτων βλάβης
ἀπαθεῖς ἔμενον, Οτε καὶ τοῦ ἁγίου τὰ δυνατὰ τοῖς
οἰκοδομούσι συναιρομένου, καὶ πρὸς τὸ λίθον ἄρτι
προτείναντος τὴν χεῖρα, ἔχις του λίθου ὑπεκδύσα,
καὶ τῆς χειρὸς ἀψαμένη, ἐπὶ πολύ τε ταυτῆς ἐξήρτητο καὶ ὅλην ἐναφῆκεν αὐτῇ τοῦ ἱοῦ τὴν πικρίαν.
Αλλ᾿ ἕτερος ἡμῖν ὤρθη Παύλος, εἰ καὶ μὴ τοῦ
χορού πρώτος τῶν ἀποστόλων, ἀλλὰ τοῖς αὐτοῖς
ἐκείνῳ χαρίσμασι δυναμούμενος. Ὁ μὲν γὰρ διασείει τὴν χεῖρα, ἡ δὲ πικρά ἔχις ἐκείνη κατὰ γῆς
τε βάλλεται, καὶ ἡ χεὶρ αὐτῷ ἀπαθὴς ἦν, οὕτω
καθαρῶς, ὡς ἄδηλον εἶναι, εἰ καὶ τὴν ἀρχὴν ὅλως
ἐπλήγη. 'Αλλ' οὗ μέχρι τούτου τὸ πρὸς τὰς οἶνοδομὰς τῶν εὐκτηρίων οἴκων φιλότιμον ἔστησεν, ἀλλὰ
καὶ συνεργός τοῖς οἰκοδομούσιν ὑπῆρχε καὶ μετὰ
τὴν οἰκοδομὴν ὅλως ἀβλαβεῖς οὐς ᾠκοδομήσατο οἴτους εὐχαῖς ταῖς ἑαυτοῦ συνετήρει, τοὺς ὀφθαλμοὺς
ἔχων διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον, ὃς τῶν φοβουμένων αὐτὸν ἰσχὺς ἐστι καὶ κραταίωμα, ἐκσπῶν μὲν
ἀπὸ παγίδος τους πόδας αὐτῶν, εἰς χεῖρας δὲ βλιβάντων οὐ παραδιδούς, οὐδὲ καταισχύνων τοὺς αὐτὸν
ὑπομένοντας, ὥσπερ δὴ καὶ ἐν τῷ νῦν εἰς διήγησιν
προκειμένῳ ἔστιν δραν. Εἰς τοσοῦτον γὰρ ἐξήγαγεν
αὐτὸν πλατυσμὸν ἀποθλίψεως, καὶ οὕτω τοῦ σωματικού βάρους ἐκούφισεν, ὡς κατὰ τινα καιρὸν τῆς
αὐτοῦ προσευχῆς, ἐν ναῷ ἁγίῳ τὸν νοῦν πρὸς ὑψηλοτέραν όλως συντείναντα θεωρίαν, μετέωρον δρο
θῆναι καὶ διηρμένον, καὶ τῆς γῆς οὐδὲ τὸ παράπαν
ἀπτόμενον, ὡσανεὶ καὶ πρὸς τὴν ἄνω πολιτείαν ἣν ἐκεί
νος ἐπάθει, καλούμενον.
* xxviii,
Act. xxvIII, 4, 5. 5 Psal. xxiv, 14.
XXIII. Interim autem dum Dei excitabatur habitaculum, erupit quidem pluvia; serpentes autem emissi e terra, morsibus prohibebant eos, qui
in illo laborabant. Sed ille quidem statim manus
tollit ad column, Deum rogans; nubium autem
crassitudo mutata est in sumnmam serenitatem, et
qui operi erant intenti, manebant illasi a nocumento morsuum. Quo quidem tempore, sancto
quoque pro viribus opem ferente iis, qui difcabant, et ad tollendum lapidem manum porrigente,
vipera emersit e lapide,et manum apprehendens,
ab ea diu pependit, et immisit ei totam veneni
acerbitalem. Sed nobis apparuit alter Paulus,
etiamsi non primus chori apostolorum,sed eorumdem; quibus ille, donorum potestate praditus.
Namille quidem manum concutit: acerba vero illa
vipera humi cadit, et erat ei manus illaesa, adeo
ut non appareret, an fuisset omnino percussus 9.
S. d non eousque constitit vehemens ejus contentio
et studium, in ædifcaulis ædibus oratoriis, sed
eliam opem tulit iis, qui ælifcabant, et post ædi
fcationem coservabat omuino suis precibus
illaesas ædes quas adificaverat, habens perpetuo
oculos ad Dominum, qui est eorum, qui ipsum
timent, vires et firmamentum 3, evellens quidem
e laqueo pedes eorum, non tradens autem in mnanus eorum qui alligunt, neque dedecore alliciens
108, qui sustinebant: quomodo licet videre in eo
quo est nobis propositum adl narrandumn. Ipsum
enim eduxit in tantam latitudinem ab aflictione,
et ita levavit gravitate corporis, ut quodam tempore suæ orationis, in sancto templo mentem
suam omniuo intendens ad sublimiorem contemplationem,sublimis cerneretur et elalus,et ne terram quidem omnino tangens, tanquam qui ad supernam vocaretur conversationem, quam ille desiderabat.
col. 59–60page 26 of 146
PG 116:59ΚΔ΄. Εὐστράτιος γὰρ τις ὄνομα, ἀνὴρ τὸν αὐτὸν κἀκεῖνος μετιὼν βίον τῷ μακαρίτῃ, ἐζήλου τε τὰ αὐτοῦ, καὶ πρὸς μίμησιν διανίστατο, καὶ ὅπερ αὐτὰ τὰ παρὰ τοῦ ἁγίου τελούμενα θεᾶτο περὶ παντός ἐποιεῖτο. Ἀκολουθήσας οὖν ποτε αὐτῷ, τὰς συνήθεις ἀποδοῦναι μέλλοντι τῷ Κυρίῳ εὐχὰς, ἑαυτὸν τε ὡς ἐνῆν ὑποκρύψας, ὅπως μὴ ὑπ᾽ ἐκείνου ὁρῷτο, καὶ παρ᾽ ὅλην αὐτῷ προσκαρτερήσας τὴν προσευχὴν κατεπλάγη μὲν οἷς οὗτος ἐποίει, θερμῶς ἄγαν καὶ περικχῶς προσκείμενος τῇ δεήσει· κατέπλαγη δὲ καὶ οἷς τὸ θεῖον ἐπεδείκνυτο εἰς αὐτὸν, καὶ ὅπως οὐ πνεύματι μόνον, ἀλλὰ καὶ σώματι μετέωρος αὐτῷ ἐθεάθη, καὶ τῶν γηίνων ἀπανιστάμενος. Τοῦτο τοίνυν ὁ μακάριος γνούς, τοσοῦτον ἐδέησε τὸν ἄνδρα τοῦ πράγματος ἐπαινέσαι, ὅσῳ καὶ περίεργόν τι ποιεῖν ὑπέλαβε, καὶ βαρέως αὐτῷ ἐπετίμησεν, οὐ παροικήσει σοι πονηρευόμενος, εἰπών. Οὕτω καταμόνας ἐσπούδαζεν ἐπικαλεῖσθαι τὸν Κύριον. Τίνα δὲ καὶ τὰ ἐντεῦθεν τοῦ ἀνδρὸς κατορθώματα, καὶ ἐπὶ τίνα τὰ τοῦ λόγου ἔρχεται μεταβῆναι.
ΚΕ΄. Γύναιόν τι κύκλῳ συνεπιθεμένων δαιμόνων πολλῶν, καὶ πρὸς ἀτόπους ἐκμαινόντων ὁρμᾶς, ἐπεὶ οὐκ εἶχεν ὅπως τὸν κίνδυνον διαδράσει, ἐπὶ τὸν ἔτοιμον ἀμύνειν Ἰωαννίκιον καταφεύγει, τούτων τε τὰ τῆς τῶν δαιμόνων ἐπιβουλῆς ἐξαγγέλει, καὶ αὐτῷ βοηθῷ χρῆται κατὰ τῶν ἐναντίων. Ὁ δὲ τῷ Κυρίῳ προσηύξατο, μηκέτι μὲν τὴν γυναῖκα ὑπὸ δαιμόνων ἐνοχληθῆναι, ἐπ᾿ αὐτὸν δὲ τὸν πόλεμον μεταπεσεῖν κἀκείνην τοῦ πάθους ἀπαλλαγῆναι. Ἐθάρρει γὰρ τὴν αὐτῶν προσβολὴν ἀνέχεσθαι, διοπτεύθεὶς ὑπὸ Θεοῦ, τὰς χεῖρας εἰς πόλεμον καὶ εἰς τόξον χαλκοῦν συναρμοσθεὶς τοὺς βραχίονας. Εὐθὺς οὖν ὁ μὲν οἷα βέλεσι ταῖς προσευχαῖς τοὺς δαίμονας κατετόξευσε, μηδὲ τὴν πρώτην προσβολὴν ἐνεγκόντας· ἡ γυνὴ δὲ τοῦ πάθους ἀφείθη, καὶ ἀναστρέψασα οἴκοι, τῷ ἐπὶ πάντων Θεῷ, καὶ τῷ αὐτοῦ θεράποντι ὡς ἐν εἴδει τὰ τῆς σωτηρίας ὑπέγραφε.
ΚϚ΄. Τί οὖν οἱ τὰ πάντα τολμῶντες κακότεχνοι δαίμονες; Οὐκ ἠγάπησαν ἅπαξ αἰσχυνθέντες, οὐδ᾽ ἐπὶ τῆς πρώτης ἔμειναν ἥττης· ἀλλ᾽ ἀφέμενοι τῆς κατὰ τοῦ γυναίου ἐπιβουλῆς, προσκαλοῦσι τῷ ἁγίῳ, καὶ ἃ κατ᾽ ἐκείνης ἐτέκταινον, ταῦτα διὰ λογισμῶν ἀτόπων ἀντεπαγαγεῖν αὐτῷ ἐπειρῶντο· ὧν ἐξ ἀρχῆς κυριεύειν οὗτος, οὐ δουλεύειν μεμαθηκώς, οἷα πανοπλίᾳ πεφραγμένος ἀγωνισμάτων νεανικῶν ἐνακράτος τε τούτους καὶ αὖθις ἥττᾳ, καὶ εἰς τὸ μηδὲν αὐτοῖς τὰς ἀμηχανὰς περιίστησιν. Οὐκ ἐνταῦθα δὲ μόνον, οὐδὲ ἐφ᾽ οἷς εἰρήκαμεν πρότερον, τὸ πονηρὸν τῶν δαιμόνων φῦλον καταπαλαίει, ἀλλὰ καὶ παῖδά ποτε ὑπὸ τούτων παροδηγούμενόν τε καὶ παρελκόμενον ἀωρὶ τῶν νυκτῶν ἐν ὄρεσι κατάλσεσι καὶ οἳ ὀρθίαν ἔχουσι τὴν πορείαν, καὶ μόνον οὐ κατὰ κρημνοῦ ὠσθῆναι μέλλοντα ὑπ᾽ αὐτῶν ἀπιφανεὶς ὁ ἅγιος (ἦν γὰρ καὶ μόνῳ τῷ φανῆναι φοβερὸς ἐκείνοις) ἐξείλετό τε τῆς ἐπιβουλῆς, καὶ πρὸς τὴν εὐθεῖαν ἐξήγαγεν.$9
XXIV. Quidam enim Bustralius nomine, qui a ΚΔ'. Εὐστράτιος, γὰρ τις ὄνομα, ἀνὴρ τὸν αὐτὸν
eamdem vitam quam beatus exercebat, magno in κἀκεῖνος μετιών βίον τῷ μακαρίτῇ, ἐζήλου τε τὰ
eum erat zelo affectus, et incitabatur ad ejus imi. αὐτοῦ, καὶ πρὸς μίμησιν διανίστατο, καὶ ὅπερ αὐτὰ
lationem, et maximi faciebat videre ea, quæ fee τὰ παρὰ τοῦ ἁγίου τελούμενα θεῷτο περί παντός
bant a sancto. Eam ergo aliquando secutus cum ἐποιεῖτο. ᾿Ακολουθήσεις οὖν ποτε αὐτῷ, τὰς συνή
essel, proces consuetas Domino redditurus, cum θεις ἀποδοῦναι μέλλοντι τῷ Κυρίῳ εὐχὰς, ἑαυτὸν
se, ut potuit, abscondisset, ne ab illo videretur, τε ὡς ἐνῆν ὑποκρύψας, ὅπερ μὴ ὑπ᾽ ἐκείνου δρῷτο,
el ibi permansisset toto tempore precationis, καὶ παρ' ὅλην αὐτῷ προσκαρτερήσας τὴν προσευχὴν
stupuit quidem, quod adeo ardenter et vehemen- κατεπλάγη μὲν οἷς οὗτος ἐποίει, θερμώς ἄγαν καὶ
ter esset intentus orationi: stupuit autem etiam περικχώς προσκείμενος τῇ δεήσει· κατέπλαγη δὲ
quod res divina in eum ostenderetur, et quod καὶ οἰς τὸ θεῖον ἐπεδείκνυτο εἰς αὐτὸν, καὶ ὅπως
non solum spiritu, sed etiam corpore sublimis οἱ πνεύματι μόνον, ἀλλὰ καὶ σώματι μετέωρος
ab eo cerneretur, et assurgens a rebus terrestribus. αὐτῷ ἐθεάθη, καὶ τῶν γηίνων ἀπανιστάμενος. Τοῦτο
Hoc ergo cum cognovisset ille, beatus, tantum τοίνυν ὁ μακάριος γνούς, τοσοῦτον ἐδέησε τὸν ἀνδρα
abfuit ut cum propterea laudaverit, ut eum eliam τοῦ πράγματος ἐπαινέσαι, ὅσῳ καὶ περίεργόν τι
curiosum aliquid fecisse sit suspicatus, et graviter η ποιεῖν ὑπέλαβε, καὶ βαρέως αὐτῷ ἐπετίμησεν, οὐ
increpaverit, dicens: «Non habitabit juxta t παροικήσει σοι πονηρευόμενος, εἰπών. Οὕτω καταmalignus 4. Ita studebat seorsum invocare Domi- μόνας ἐσπούδαζεν ἐπικαλεῖσθαι τὸν Κύριον. Τίνα δὲ
num. Quænam antem fuerint deinceps praclara καὶ τὰ ἐντεῦθεν τοῦ ἀνδρὸς κατορθώματα, καὶ ἐπὶ τίνα
ab eo gesta, ad ea jam transit oratio.
τὰ τοῦ λόγου ἔρχεται μεταβῆναι.
XXV. Mulier quædam cum eam in orbem
multi circumdedissent et invasissent damones, et
cam ad turpis irritarent desideria, cum nesciret
quanam ratione vitaret periculum, confugit ad
Joannicium, qui erat promptus ac paratus ad eam
defendendam, et ei enuntiat damomum insidias,
et eo utilur adjutore contra adversarios. Ille autem precatus est Dominum ne mulier amplius vecaretur a damonibus: bellum vero in se converLoretur, et illa liberaretur ab animi perturbatione.
Confdebat enim se posse eorum sustinere impetum, cum haberet manus doctas ad bellum, et ad
arcum æneum composita brachia. Ille ergo statim
quidem precibus tanquam telis drmones confixit,
cum nec primum quidem ejus impetum sustinuissent. Mulier autem fuit liberata ab animi pertur·
batione, et domum reversa, Deo universorum, et
ejus servo Joannicio, acceptam ascribebat salutem.
ΚΕ΄. Γύναιόν τι κύκλῳ συνεπιθεμένων δαιμόνων
πολλῶν, καὶ πρὸς ἀτόπους ἐκμαινόντων ὁρμᾶς,
ἐπεὶ οὐκ εἶχεν ὅπως τὸν κίνδυνον διαδράσει, ἐπὶ
τὸν ἔτοιμον ἀμύνειν Ἰωαννίκιον καταφεύγει, τούτων
τα τὰ τῆς τῶν δαιμόνων ἐπιβωλῆς ἐξαγγέλει, καὶ
αὐτῷ βοηθῷ χρῆται κατὰ τῶν ἐναντίων. Ὁ δὲ τῷ
Κυρίῳ προσηύξατο, μηκέτι μὲν τὴν γυναῖκα ὑπὸ
δαιμόνων ἐνοχληθῆναι, ἐπ᾿ αὐτὸν δὲ τὸν πόλεμον
μεταπεσεῖν κἀκείνην τοῦ πάθους ἀπαλλαγῆναι
Εθαῤῥει γὰρ τὴν αὐτῶν προσβολὴν ἀνέχεσθαι, διόπ
χθεὶς ὑπὸ Θεοῦ, τὰς χεῖρας εἰς πόλεμον καὶ εἰς τοξον
χαλκοῦν συναρμοσθείς τοὺς βραχίονας. Εὐθὺς οὖν ὁ
μὲν οἷα βέλεσι ταῖς προσευχαῖς τοὺς δαίμονας κατετόξευσε, μηδὲ τὴν πρώτην προσβολὴν ἐνεγκόντας· ἡ γυνὴ
δὲ τοῦ πάθους ἀφείθη, καὶ ἀναστρέψασα οἴκοι, τον
ἐπὶ πάντων Θεῳ, καὶ τῷ αὐτοῦ θεράποντι ως ενιαί
τὰ τῆς σωτηρίας υπέγραφε.
ΚϚ'. Τί ουν οἱ τὰ πάντα τολμῶντες κακότεχνο
δαίμονες; Οὐκ ἡγάπησαν ἅπαξ αἰσχυνθέντες, οὐδ'
ἐπὶ τῆς πρώτης ἔμειναν ἥττης· ἀλλ᾽ ἀφέμενοι τῆς
κατὰ τοῦ γυναίου ἐπιβουλῆς, προσκάλλουσι τῷ ἁγίῳ,
καὶ £ κατ' ἐκείνης ἐτέκταινον, ταῦτα διὰ λογισμών
ἀτόπων ἀντεπαγαγεῖν αὐτῷ ἐπειρῶντο· ῶν ἐξ ἀρχῆς
κυριεύειν οὗτος, οὐ δουλεύειν μεμαθηκώς, οἷα πανο-
XXVI. Quid ergo, qui omnia audent, improbi
et malitiosi daemones? Non satis duxerunt se fuisse
semel affectos ignominia, nec eis suffecit semel
fuisse victos; sed missis insidiis, quæ strucla
fuerant in feminam, sanctum aggrediuntur, et quæ
adversus illam fabricantur, ea per turpea cogitationes ei contra inferre conabantur. Quibus cum
is ab initio dominari, non servire, didicisset, ut Ο πλία πεφραγμένος αγωνισμάτων νεανικών Zvá
qui esset undique munitus armatura juvenilium
certaminum,eos rursus vincit, et eorum machinas
ad nihilum redigit. Non hic autem solum, neque
propter ea, quæ prius diximus, decertat adversus malignum genus dæmonum;sed etiam puerum,
qui aliquando ab iis intempesta nocte in montibus nemorosis et inviis deducebatur, et jamjam
eras ab eis e præcipitio delurbandus, apparens
sanctus erat enim, si vel solum eis apparuisset,
terribilis) liberavit ab insidiis, et deduxit in viam
reclam.
4Psal. v, 6.
κράτος τε τούτους καὶ αὐθις ἥττα, καὶ εἰς τὸ μηδὲν
αὐτοῖς τὰς αμηχανὰς περιίστησιν. Οὐκ ἐνταῦθα δὲ
μόνον, οὐδὲ ἐφ᾽ οἷς εἰρήκαμεν πρότερον, τὸ πονηρὸν
τῶν δαιμόνων φύλον καταπαλαίει, ἀλλὰ καὶ παϊδά
ποτε ὑπὸ τούτων παροδηγούμενόν τε καὶ παρελκόμενον
ἀωρὶ τῶν νυκτῶν ἐν ὄρεσι κατάλσεσι καὶ οἱ ὀφθίαν
ἔχουσι τὴν πορείαν, καὶ μόνον οὐ κατὰ κρημνού
ὠσθῆναι μέλλοντα ὑπ' αὐτῶν ἀπιφανεὶς ὁ ἅγιος (ήν
γὰρ καὶ μόνῳ τῷ φανῆναι φοβερὸς ἐκείνοις) εξείο
λετό τε τῆς ἐπιβουλῆς, καὶ πρὸς τὴν εὐθεῖαν ἐξήγαγεν.
col. 61–62page 27 of 146
PG 116:61ΚΕ'. Ὡς οὖν οὕτω τὴν ἄσκησιν διανύων, καὶ οὕτω τοὺς νοητούς ῥάστα καταβάλλων ἐχθροὺς, ἐν τοῖς ἁπάντων ἔκειτο στόμασι, τοῦ μὲν τὸ ἀσκητικὸν τοῦ ἀνδρὸς καὶ φιλόπονον διηγευμένου, τοῦ δὲ τὸ ἁπλοῦν καὶ περὶ τὰς ὁμιλίας οὐκ ἀφελὲς μὲν, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπωφελές, περὶ δὲ τὴν ἄσκησιν ἐμβριθές τε καὶ σύντονον, ἑτέρων δὲ τὴν κατὰ τῶν δαιμόνων ἐξουσίαν ἀπαγγελλόντων. Πολλὰ γὰρ ἐκεῖνος καὶ λέγων ἐνήργει, καὶ προσευχόμενος ἴσχυεν. Ἐπεὶ οὖν οὕτω ταῦτα, καὶ τοσοῦτος ὁ περὶ αὐτοῦ λόγος ἐχώρει, πολλοὺς εἶχε τοὺς ἐκεῖ παραβάλλοντας καὶ τὴν ἄσκησιν ἐπικόπτοντας· ἔθετο γὰρ αὐτὸν ὁ Θεὸς εἰς περιποίησιν σωτηρίας, κατὰ τὸν μέγαν Ἀπόστολον, ὡς ἐν αὐτῷ ζῶντα, ἐγρηγοροῦντά τε καὶ σπεύδοντα, ἀνθ' ὧν ποτὲ μὲν ὄφεων καὶ θηρίων λύμης τοὺς περιοικοῦντας ἀπήλλαττεν, ἀναιρῶν ταῦτα καὶ καταβάλλων, τοῦτο μὲν τῇ ἑαυτοῦ ῥάβδῳ, τοῦτο δὲ τῷ τοῦ σταυροῦ σημείῳ, ποτὲ δὲ δαιμονικῆς ἐπιβουλῆς τε καὶ τυραννίδος τοὺς ἐντυγχάνοντας ἐλευθέρου, συνδρομὴν εἰληφὼς τῇ βουλήσει παρὰ Θεοῦ τὸ δύνασθαι. Καταμαθὼν τοίνυν ὡς καὶ τὸ ἐν ἐρήμοις ὀχληρὸν μικρὸν ἢ οὐδὲν τῶν ἀστικῶν διαφέρει θορύβων, ἐπιμελῶς κατὰ τὸν διδάσκαλον διώκων τὸ ἀγαθὸν, πάλιν μεταναστεύει πρὸς τὸ τοῦ Τριχάλικος ὅρος θερμότερον εἰς ἔτι καὶ ἀνδρικώτερον αὐτὸς ἑαυτὸν ἐπαναλαμβάνων, καὶ ὥσπερ σπουδαιότερον αὐτὸς ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας γινόμενος. ΚΗ'. Καὶ μὴ τις, τὰ κατὰ τὸν μέγαν ἐν ἀσκηταῖς τοῦτον ἀκούων, εἰς ἔννοιαν οὕτω ματαίαν ἔλθοι, ὡς οὐ τῶν εἰκότων ἐστὶ τοσοῦτο πανταχοῦ διαλάμψαι τὸν τῇ ψυχῇ προειληφότα τὴν περὶ τὰς ἁγίας εἰκόνας ἀσέβειαν, καὶ μὴ ταύτας ἐπὶ χρόνον τινὰ τιμῆσαι ἐθελήσαντα. Εἴ πού τις ὡς παράδοξον ἐκπλαγῇ, μῦθον ἄρα καὶ τὰ τῆς οἰκουμένης ἁλιέων τεράστιά τε καὶ μεγαλεῖα νομίσοι, καὶ πρό γε τῶν ἄλλων Παύλου τοῦ θερμοῦ πρότερον διώκτου τῆς Ἐκκλησίας. Πρὸς χάριν δὲ καὶ τῷ Κυρίῳ εἰρῆσθαι δόξει τό· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ, κἀκεῖνος ποιήσει. Ποῦ δὲ θήσεις καὶ τοῦ Εἰ ἔχετε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, Μεταβηθι, καὶ μεταβήσεται; Εἰ ταῦτα οὖν προφανής καὶ ὁμολογουμένη ἀλήθεια, καὶ τὰ τῷ θαυμασίῳ πάντως διαπεπραγμένα ψεύδους ἐλεύθερα. Ἀλλὰ γὰρ ἐπανέλθωμεν ὅθεν ἐξέβημεν. Κατὰ δὲ τὸ τοῦ Τριχάλικος ὄρος γεγονώς, οὐ σκηνὴν ἐξέτεινεν, οὐ καλύβην ἐπήξατο, ἀλλὰ τὴν ὑπαίθρόν τε καὶ ἄοικον εἵλετο διαγωγήν, ὡς φιλοτίμῳ στέγῃ, τῷ οὐρανῷ χρώμενος. Πλὴν ἀλλ' οὐδὲ οὕτως ἔλαθε βιώσας, ἀλλὰ τις Εὐστράτιος ἐκ τῆς Ἀγαύρων μονῆς, ἔρωτι τοῦ ἀνδρὸς ἁλούς, ἐπεὶ μὴ κατὰ χώραν μένειν οἷός τε ἦν (ἀνάγκαζε γὰρ αὐτὸν ὁ θεῖος ἐκεῖνος ἔρως καὶ τὸ τῶν ἁγίων εἰκόνων ἀτεχνῶς περικαίεσθαι), ὡς αὐτὸν παραγεγονώς, καὶ μηδὲν πλέον ἢ τὴν ἐξ ἔθους εὐχὴν ἀναμείνας, εὐθὺς τὰ τοῦ τυράννου Λέοντος, εἰ ἐπὶ μήκιστον ἔσονται διηρώτα.ΚΕ'. Ὡς οὖν οὕτω τὴν ἄσκησιν διανύων, καὶ
οὕτω τοὺς νοητούς ῥάστα καταβάλλων ἐχθροὺς, ἐν
τοῖς ἁπάντων ἔκειτο στόμασι, τοῦ μὲν τὸ ἀσκητικὸν
τοῦ ἀνδρὸς καὶ φιλόπονον διηγευμένου, τοῦ δὲ τὸ
ἁπλοῦν καὶ περὶ τὰς ὁμιλίας οὐκ ἀφελὲς μὲν, ἀλλὰ
καὶ λίαν ἐπωφελές, περὶ δὲ τὴν ἄσκησιν εμβριθές
τε καὶ σύντονον, ἑτέρων δὲ τὴν κατὰ τῶν δαιμόνων
ἐξουσίαν ἀπαγγελλόντων. Πολλὰ γὰρ ἐκεῖνος καὶ
λέγων ενήργει, καὶ προσευχόμενος ἴσχυεν. Ἐπεὶ
οὖν οὕτω ταῦτα, καὶ τοσοῦτος ὁ περὶ αὐτοῦ λόγος
ἐχώρει, πολλοὺς εἶχε τοὺς ἐκεῖ παραβάλλοντας και
τὴν ἄσκησιν ἐπικόπτοντας· ἔθετο γὰρ αὐτὸν ὁ Θεὸς
εἰς περιποίησιν σωτηρίας, κατὰ τὸν μέγαν 'Από
στολον, ὡς ἐν αὐτῷ ζῶντα, ἐγρηγοροῦντά τε
καὶ σπεύδοντα, ἀνθ' ὧν ποτὲ μὲν ὄφεων καὶ
θηρίων λύμης τοὺς περιοικοῦντας ἀπήλλαττεν, ἀν- ο
πιρῶν ταῦτα καὶ καταβάλλων, τοῦτο μὲν τῇ ἑαυτοῦ ῥαβέν, τοῦτο δὲ τῷ τοῦ στατροῦ σημείῳ,
ποτὲ δὲ δαιμονικῇ; ἐπιβουλής το καὶ τυραννίδος
τοὺς ἐντυγχάνοντας ελευθέρου, συνδρομον εἰληφώς
τῇ βουλήσει παρά Θεοῦ τὸ δύνασθαι. Καταμαθών
τοίνυν ὡς καὶ τὸ ἐν ἐρήμοις οχληρόν μικρὸν ἢ οὐδὲν
τῶν ἀστικών διαφέρει θορύβων, επιμελώς κατά
τὸν διδάσκαλον διώκων τὸ ἀγαθὸν, πάλιν μεταναστεύει πρὸς τὸ τοῦ Τριχάλικος ὅρος θερμότερον εἰς
ἔτι καὶ ἀνδρικώτερον αὐτὸς ἑαυτὸν ἐπαναλαμβάνων, καὶ
ὥσπερ σπουδαιότερον αὐτὸς ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας γινόμενος.
XXVII. Cum ergo sic perageret exercitationem
et inimicos, qui intelligentis apprehenduntur,
facillime prosterneret, erat in ore omnium, alio
quidem narrante ejus, quæ in exercitatione versabatur, vitam laboriosam; slio autem simplicitatem, et in sermonibus soliditatem, et magnam
utilitatem; in exercitalione vero gravitatem et constantiam: aliis autem enuntiantibus eam, quam
in damones habebat potestatem. Ille enim et verbis multa elicicbat, et valebat precibus. Cum
ergo hac se sic haberent,et lam multa de eo dicerentur, multos habebat illuc accedentes et interrumpentes exercitationem. Deus enim eum posueral ad acquisitionem salutis, ut magnus dicit Apostolus, ut qui in ipso viveret, et vigilaret el dore
miret 5. Quamobrem aliquando quidem liberabat
accolas a nocumento serpentum et ferarum, eas
interimens et de medio tollens, partim quidem
virga sua, partim autem signo crucis: aliquando
vero a dæmonum insidiis et tyrannide liberab.t
00s, qui in eos incidebant, ut qui a Deo accepisset concurrentem curn voluntate potentiam. Cumn
crgo didicisset, quod quæ est in solitudinibus molestia, parum aut nihil differt ab urbium tumultibus, diligenter convenienter Domino, bonum persequens rursus migrat in montem Trichalcis, ardentius et fortius adhuc seipsum recreans, et ipse
seipso quodammodo effectus magis strenuus ad
certamina spiritalia.
ΚΗ'. Καὶ μὴ τις, τὰ κατὰ τὸν μέγαν ἐν ἀσκηταῖς XXVIII. Nemo autem hæc audiens de magno
τοῦτον ἀκούων, εἰς ἔννοιαν οὕτω ματαίαν ἔλθοι, ὡς inter exercitatores, inaniter cogitet, quod non est
οὐ τῶν εἰκότων ἐστὶ τοσοῦτο πανταχού διαλάμψει verisimile eum ubique adeo refulsisse, qui animo
τὸν τῇ ψυχῇ προειληφότα τὴν περὶ τὰς ἁγίας εἰκό- præceperat in sanctas imagines inpietatem, et
νας ἀσέβειαν, καὶ μὴ ταύτας ἐπὶ χρόνον τινὰ τιμήν eas aliquo tempore noluerat honorare. Si quis hoc
ἐθελήσαντα. Ε' πού τις ὡς παράδοξον ἐκπλαγῇ, admiralua fuerit tanquam incredibile et contra
μύθον ἄρα καὶ τὰ τῆς οἰκουμένης αλιεων τεράστια opinionem, is quoque proligiosa existimaverit,
τε καὶ μεγαλεία νομίσοι, καὶ πρό γε τῶν ἄλλων quæ facta sunt a piscatoribus orbis terra, et præs
Παύλου του θερμού πρότερον διώκτου τῆς Ἐκκλη- celeris a Paulo, qui prius fuit persecutor Eccleσίας. Πρὸς χάριν δὲ καὶ τῷ Κυρίῳ εἰρῆσθαι δόξει siæ. Ad gratiam autem videbitur etiam dictum
τό· ο ο πιστεύων εἰς ἐμὲ τὰ ἔργα & εγώ ποιώ,
esse a Domino illud: «Qui credit in me, opera
κἀκεῖνος ποιήσει, ο Ποῦ δὲ θήσεις καὶ τοῦ Εἰ ἔχετε quæ ego facio, ille quoque faciet 6.. Ubi autem
πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, pones illud quoque: «Si habetis fidem, sicut
Μεταβηθι, καὶ μεταβήσεται;»Εἰ ταῦτα οὖν προφανής granum sinapis, dicetis huic monti: Transi, et
καὶ ὁμολογουμένη ἀλήθεια, καὶ τὰ τῷ θαυμασίῳ transibit 7.» Si hæc ergo sunt evidens et certa
πάντως διαπεπραγμένα ψεύδους ἐλεύθερα. ᾿Αλλὰ veritas; en eliam, quae sunt omnino facta ab hoc
γὰρ ἐπανέλθωμεν ὅθεν ἐξέβημεν. Κατὰ δὲ τὸ τοῦ viro admirabili, sunt aliena a mendacio. Sed enim
Τριχάλικος όρος γεγονώς, οι σκηνὴν ἐξέτεινεν, οὐ redeamus, unde digressi sumus. Cum fuisset in
καλύβην ἐπήξατο, ἀλλὰ τὴν ὑπαιθρόν τε καὶ ἄοικον hoc in nte Trichalicis,non extenditt. bernaculum,
είλετο διαγωγήν, ὡς φιλοτίμυ στέγη, τῷ οὐρανῷ non finxit tug iriumn,se sub dio et sine domo vitam
χρώμενος. Πλὴν ἀλλ' οὐδὲ οὕτως ἔλαθε βιώσας ἀλλὰ agere constituit, ut qui magnifico tecto uteretur
τις Ευστράτιος ἐκ τῆς ᾿Αγαύρων μονῆς, ἔρωτι τοῦ cœlo. Sed ne sic quidem vivens latuit, sed Eustra
ἀνδρὸς ἀλοὺς, ἐπεὶ μὴ κατὰ χώραν μένειν οἷος τε tius quidam ex monasterio Agaurorun,ejus amore
ἦν (Ανάγκαζε γὰρ αὐτὸν ὁ θεῖος ἐκεῖνος ἔρως καὶ captus, cum non possit manere in regione (eum
τὸ τῶν ἁγίων εἰκόνων ἀτεχνῶς περικαίεσθαι, ὡς enim cogebat amor ille divinus, et quod valde
αὐτὸν παραγεγονώς, καὶ μηδὲν πλέον ἢ τὴν ἐξ eum inflammaret studium sanctarumn imaginum),
ἔθους εὐχὴν ἀναμείνας, εὐθὺς τὰ τοῦ τυράννου cum ad eum accessisset, et nihil amplius exspeΛέοντος, εἰ ἐπὶ μήκιστον ἔσονται διηρώτα. Ο classel, quam consuetam precationem, statim est
5 Thess. v, 9,. 10. 6 Joan. xiv, 12. 7 Matth. xvi, 19.
col. 63–64page 28 of 146
PG 116:63ὑπεραλγεῖν (ἀσεβὴς γὰρ περὶ ταύτας καὶ οὗτος ὁ Λέων εἴπερ τις ἄλλος), καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὴν ἐρώτησιν ἐπισπεύσαντα, οὐκ ἐπέσχεν, οὐδὲ πρὸς τὴν ἀπόκρισιν διεσκέψατο, ἀλλ᾽ οἷα τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐρευνῶν, καὶ τὴν καταστροφὴν οὐ μακρὰν ἔσεσθαι διεσήμαινε, καὶ τὰ μέλλοντα προηγόρευσεν. Οὐ πολλῷ γὰρ αὐτὸν ὕστερον ὁ Μιχαὴλ ἀνελών, ἀφείλετο τὴν ἀρχήν· ὃς τὸν μὲν κατὰ Χριστιανῶν διωγμὸν οὐκ ἐπηύξηκε, τὰ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τοῖς αἱρετικοῖς κεῖσθαι παρῆκεν, οὔτε τῇ τῶν Εἰκονομάχων αἱρέσει παντάπασι προστεθεὶς, ἀλλὰ μαλακώτερος περὶ τὸν αὐτῆς γενόμενον ζῆλον, ὡς ἂν δόξῃ τοῖς πολλοῖς καὶ φιλάνθρωπος, οὔτε τινὸς ὀρθοδόξου δόγματος πρῶτος ἀρξάμενος, δὲ περιπαθῆ τοῦτον ἰδὼν τὸ τῶν θείων εἰκόνων μήτε τῆς σωτηρίας ἀντέχεσθαι, περινενοημένως δὲ μᾶλλον τὰ μὲν τῆς αἱρέσεως προκόπτειν ἀφῆκε, τὰ δὲ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως μειοῦσθαι καὶ ὑπορρεῖν. Καὶ τοῦτο μὲν δὴ οὕτως εἶχεν. ΚΘ΄. Ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ Λέων ἀναιρεθείη, ἧκε πάλιν μεθ᾽ ἑτέρου τινὸς ὁ Εὐστράτιος, ἀπαγγέλλων τῷ θείῳ τούτῳ ἀνδρὶ τὴν ἔκβασιν τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ προσηγορευμένων. Καιρὸς τοίνυν αὐτοῖς ἐν τῇ ὁμιλίᾳ ἐτρίβη, καὶ τις, Ἠλίας ὄνομα, ἐν γειτόνων ἀσκούμενος τῷ ἁγίῳ, αὐτόν τε μέγαν καὶ τοὺς ἀνεληλυθότας σὺν Εὐστρατίῳ εἱστία. Ὁ δέ γε θεῖος Ἰωαννίκιος μεταιότητα τοῦ βίου κατηγορῶν, καὶ τοῖς λόγοις ὑποφαίνων τὸ ἄστατον αὐτοῦ καὶ ἄπιστον, κοινῶς μακρύνειν ἐκέλευε τῶν πόλεων καὶ χωρίων. Ἠλίᾳ δὲ μᾶλλον τῶν ἄλλων τοῦτό γε προσῆκε, εἶπε, ποιεῖν. Καὶ οὗτος, θάῤῥει, ἔφη, τὸ ἐπὶ τούτῳ, Πάτερ Ἰωαννίκιε· καὶ πλείονα γε πρὸς τοῦτο πίστιν παρεῖχε τὸ ἐν τοῖς προλαβοῦσιν ἔτεσιν ὅλοις ἐρημικόν τε καὶ ἀμίκτον. Μία τοιγαροῦν ἡμέρα ἐπὶ τῇ ἑτέρᾳ ἤγετο, ἀφ᾽ οὗ ταῦτα τῷ ἁγίῳ ἐλέχθη, καὶ ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος Ἠλίας αὐτῷ προσελθών, εὐχῆς ἐξῃτεῖτο, ἐφ᾽ ᾧ διὰ νόσον αὐτῷ ἐπισκήψασαν ἔν τινι τῶν ἀναδιδόντων θερμὰ ὕδατα χωρίων παραγενέσθαι. Ἐπεὶ δὲ ὁ μὲν οὐκ ἐβούλετο, ὁ δὲ ἐπέκειτο, καὶ τέλος τῇ τοῦ ἀδελφοῦ ἀσθενείᾳ συγκαταβὰς ὁ ἅγιος, ἐξέπεμπε τοῦτον, σχεδὸν οὐδὲ τῇ τῶν θερμῶν ὑδάτων ἐπιφανείᾳ ὑπέμεινε πλησιάσαι. Λειποψυχήσας δὲ καὶ παρὰ τῶν ἐκεῖ τυχόντων ἀρθεὶς, ἔν τινί τε τῶν πρὸς τῷ ὄρει κελλίων κατακλιθείς, περὶ μέσας νύκτας τὴν ἐντεῦθεν ἐστείλατο ἐκδημίαν, τοσοῦτο τοῖς προτέροις αὐτοῦ τῆς ἀσκήσεως πόνοις χάριν εἰδώς, ὅσον ἐπὶ τῷ τελευταίῳ τούτῳ καὶ μετεμέλετο λογισμῷ, ὅτι περ ὅλως ὑπῆρξε θεραπεία τοῦ σώματος. Ἀλλ᾽ ἐπανιτέον καὶ πάλιν ἡμῖν ἐπὶ τὸν μέγαν Ἰωαννίκιον. Λ΄. Οὗτος ἡ θεία κεφαλὴ μετὰ ῥάβδου εἴωθε περιιέναι, καίτοι τὰ πολλὰ λόγου μᾶλλον ἢ ῥάβδου πρὸς τὴν ἑαυτοῦ ποίμνην δεόμενος. Ἐπεὶ οὖν ἀνὰ δυσβάτους τόπους διήρχετο ποτε, συμβὰν αὐτὴν τῆς χειρὸς ἐκπεσεῖν, ἐνιᾶτο τε τῇ ἀπωλείᾳ τῆς ῥάβδου καὶ ἀμη-υπεραλγειν (ασεβής γάρ περὶ ταύτας καὶ οὗτος ὁ
Λέων εἴπερ τις ἄλλος), καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὴν
ερώτησιν ἐπισπεύσαντα, οὐκ ἐπέσχεν, οὐδὲ πρὸς
τὴν ἀποκρισιν διεσκέψατο, ἀλλ᾽ οἷα τὰ βάθη τοῦ
Πνεύματος ἐρευνῶν, καὶ τὴν καταστροφὴν οὐ μα
κρὰν ἔσεσθαι διεσήμαινε, καὶ τὰ μέλλοντα προηγός
ρευσεν. Οὐ πολλῷ γὰρ αὐτὸν ὕστερον ὁ Μιχαηλ
ἀνελών, ἀφείλετο τὴν ἀρχὴν· ὅς τὸν μὲν κατὰ
Χριστιανών διωγμὸν οὐκ ἐπηύξηκε, τὰ δὲ τῆς Ἐχε
κλησίας ὑπὸ τοῖς αἱρετικοῖς κεῖσθαι παρῆκεν, οὔτε
τῇ τῶν Εἰκονομάχων αἱρέσει παντάπασι προστε
θεὶς, ἀλλὰ μαλακώτερος περὶ τὸν αὐτῆς γενόμενον
ζῆλον, ὡς ἄν δόξῃ τοῖς πολλοῖς καὶ φιλάνθρωπος
οὔτε τινὸς ὀρθοδόξου δόγματος πρῶτος ἀρξάμενος,
sciscitatus, an din duraturum esset imperium δὲ περιπαθῆ τοῦτον ἰδὼν τὸ τῶν θείων εικόνων
Leonis. Ille autem videns oum magna animi adfectione commotum, quod pro divinis imaginibus
maximum caperet dolorem in eas enim erat
impius hic Leo, ut si quis alius) et ideo properasse
ad interrogationem, non substitit, neque responsionem est meditatus, sed ut Spiritus profunda
scrutaretur, et haud ita diu ab hinc futuram præsignificavit ejus eversionem, et praedixit futura.
Nam non multo post eo de medio sublato, Michael
arripuitimperium, qui non auxit quidem persecutionem adversus Christianos, sivit, aulem Ecclesiam
esse sub haereticis, ut qui neque leonomachorum
haeresi omnino accesserit, sed in ejus zelum effectus
sit mollior, ut etiam multis videretur benignus,
neque ullum orthodoxum dogma prior inceperit, 3 ὡς συμβαίνειν μήτε τῆς κακίας ἀπέχεσθαι τοῦτον,
adeo ut contingeret neque ipsum & vitio abstinere,
neque salutem defendere, sed malitiose potius
hæresim quidem scivil crescere, Gdem autem orthodoxam minui et diffuere. Et hoc quidem ita
se habebat.
XXIX. Postquam autem Leo fuit interfectus,
venit rursus cum quodam alio Eustratius, divino
huic viro renuntians eventum eorum, quæ ipse
prædixerat. Contritum est autem ab eis aliquantum temporis in sermone. Quidam vero Elias nomine, qui exercebatur non procul a sancto, ipsum
magnum Joannicium excepit convivio, et eos qui
venerant simul cum Eustratio. Divinus autem Joannicius hujus vilm accusans vanitatem, et verbis
ostendens,quam esset instabilis et infida,commu- c
niter jubebat, ut se procul removerent ab urbibus et vicis. Eliæ autem dicebat hoc magis convenire,quam aliis. Is vero: De hoc, inquit, ο Pater
Jeoannici, esto bono animo. Ut majorem autem hujus rei fidem faceret, dicebat, quod in totis annis
procedentibus fuisset solitarius, et se removisset
ab hominum congressione. Unus ilaque et aller
dies preteriorat, ex quo hæc dicta fuerant. Ille
vero monachus Elias ad eum accedens, postulabat
ejus preces, ut propter morbum, qui eum invaserat, iret ad quoddam prædium, quod emittebat
aquas calidas. Cum autem ille quidem nollet, hic
vero instaret; et postremo ad imbecillitatem fratris se demittens sanctus eum emisisset, vix potuit ad aquas calidas accedere. Cum eum autem
liquisset animus, et ab iis qui illic erant sublatus,
in quadam cella, quæ erat ad montem, fuisset
locatus,circa mediam noctem excessit ex hac vita,
prioribus bonis sum exercitationis lianc solam habens gratiam, quod in hac extrema cogitatione
ductus esset penitentia, quod omnino cessisset
curationi corporis. Sed nobis revertendum est ad
magnum Joannicium.
XXX. Hic vir divinus solebat obire cum virga,
stel sermone potius, quam virga, opus haberet
adversus suum gregen. Cum is ergo aliquando
transiret per loca quædam transitu difficilia,accifloset autem ut ea illi e manu excideret, angebatur
μήτε τῆς σωτηρίας· ἀντέχεσθαι, περινενοημένως δὲ
μᾶλλον τὰ μὲν τῆς αἱρέσεως προκόπτειν ἀφῆκε,
τὰ δὲ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως μειοῦσθαι καὶ ὑπο
ῥεῖν. Καὶ τοῦτο μὲν δὴ οὕτως εἶχεν,
τε καὶ
ΚΘ'. Επεὶ δὲ καὶ ὁ Λέων ἀναιρεθείη, ἧκε πάλιν
μεθ' ἑτέρου τινὸς ὁ Εὐστράτιος, ἀπαγγέλλων των
θείῳ τούτῳ ἀνδρὶ την έκβασιν τῶν ὑπ' αὐτοῦ προς
ηγορευμένων. Καιρὸς τοίνυν αὐτοῖς ἐν τῇ ὁμιλίᾳ
ἐτρίβη, καὶ τις, Ηλίας ὄνομα, ἐν γειτόνων ἀσκού
μενος τῳ ἁγίω, αὐτὸν τε μέγαν καὶ τοὺς ἀνελη
λυθότας συν Ευστρατίῳ εἰστία. Ο δέ γε θετος
Ιωαννίκιος μεταιότητα τοῦ βίου κατηγορῶν, καὶ
τοῖς λόγοις ὑποφαίνων τὸ ἄστατον αὐτοῦ
ἄπιστον, κοινῶς μακρύνειν ἐκέλευε τῶν πόλεων καὶ
χωρίων. Ελίᾳ δὲ μᾶλλον τῶν ἄλλων τοῦτό γε προστ
ἧκε, εἶπε, ποιεῖν. Καὶ οὗτος, θαῤῥει, ἔφη, τὸ ἐπὶ
τούτῳ, Πάτερ Ιωαννίκιο· καὶ πλείονα γε προς
τοῦτο πίστιν παρείχε τὸ ἐν τοῖς προλαβοῦσιν έτεσιν
όλοις ἐρημικόν τε καὶ ἀμικιον. Μία τοιγαρούν
ἡμέρα ἐπὶ τῇ ἑτέρα ἤγετο, ἀφ᾿ οὗ ταῦτα τῷ ἁγίῳ
ελέχθη, καὶ ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος Ηλίας αὐτῷ προσελθών, εὐχὴς ἐξητεῖτο, ἐφ᾽ ᾧ διὰ νόσον αὐτῷ ἐπισ
σκήψασαν ἔν τινι τῶν ἀναδιδόντων θερμά ύδατα
χωρίων παραγενέσθαι. Ἐπεὶ δέ δ μὲν οὐκ ἐβούλετο,
ὅ δὲ ἐπέκειτο, καὶ τέλος τῇ τοῦ ἀδελφοῦ ἀσθενείᾳ
συγκαταβὰς ὁ ἅγιος, ἐξέπεμπε τούτιν, σχεδόν οὐδὲ
τῇ τῶν θερμῶν ὑδάτων ἐπιφανείς ὑπέμεινε πλησιάσαι. λειποψυχήσας δὲ καὶ παρὰ τῶν ἐκεῖ τυχόν
των ἀρθεὶς, ἓν τινί τε τῶν πρὸς τῷ ὄρει κελλίων κατακλιθείς, περὶ μέσας νύκτας τὴν ἐντεῦθεν ἐστείλατο ἐκδημίων, τοσοῦτο τοῖς προτέροις αὐτοῦ τῆς ἀσκήσεως
πόνοις χάριν εἰδως, ὅσον ἐπὶ τῷ τελευταίῳ τούτῳ καὶ
μετεμέλετο λογισμῷ, ὅτι περ όλως υπήρξε θεραπεία
του σώματος. Αλλ' ἐπανιτέον καὶ πάλιν ἡμῖν ἐπὶ
τὸν μέγαν Ιωαννίκιον.
Α΄. Οὗτος ἡ θεῖα κεφαλὴ μετὰ ῥέοίου εἴωθε περιιέναι,
καίτοι τὰ πολλὰ λόγου μᾶλλον ἢ ῥάβδου πρὸς τὴν
εαυτού ποίμνην δεόμενος. Ἐπεὶ οὖν ἀνά δυσβάτους
τόπους διήρχετο ποτε, συμβὰν αὐτὴν τῆς χειρὸς
ἐκπεσεῖν, ἐνιᾶτο τε τῇ ἀπωλεία της ῥάβδου καὶ ἀμη
col. 65–66page 29 of 146
PG 116:65χάνως εἶχε περὶ τὴν εὕρεσιν. Εἶτα πρὸς τὴν ζήτησιν αὐτῆς ἀπογνούς, τὰ γόνατα κάμψας, τὰς συνήθεις εὐχὰς τῷ Κυρίῳ ἀπελίδου. Ἡ δὲ πάλιν ἀέριος ἧκε, καὶ τῇ τοῦ ἁγίου χειρὶ φερομένη ἐνετίθετο. καὶ ἡ μὲν εὐθὺς κατά τινα λόχμιον ἄντρον εἰσέδυ, ὥσπερ τινὰ φίλην ἑαυτῷ κατοικίαν ἁρπάσασα. τὸ δὲ ἄρα βραχύ τε ἦν κομιδῇ καὶ ἀπὸ δαιμόνων ᾠκεῖτο, οἵτινες, ὡς εἶδον τὸν ἅγιον ἀοράτῳ δυνάμει τινὶ δυναμούμενον, καὶ κατὰ Παῦλον ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ δικαιοσύνης θώρακι καὶ θυρεῷ καταυχώμενον πίστεως, ὅλῳ θυμῷ ἐξεκαύθησαν, καί τι καὶ παθόντες ὑπ' αὐτοῦ ἀντιδρῶσι τι καὶ οὗτοι. Ἐπεὶ δὲ ταῖς ἀφανέσι πάσαις προσβολαῖς ἀπεκρούσθησαν ἰσχυρῶς, τούτου περιτετειχισμένου ταῖς προσευχαῖς, τέλος τῶν κατὰ τῆς ψυχῆς ἀφέμενοι μηχανῶν ἐπετίθεντο, ἐγέλων, ἐβόων, ἔπαιον, ἔφευγον, καταθαμβεῖν προσδοκῶντες ἔβρυχον, ἐπήρχοντο κατὰ πρόσωπον, κλονεῖν ἐδόκουν τὸ σπήλειον. ὡς δὲ ὁ μὲν φαῦλον οὐδὲν, οὐδ᾽ ἀγενὲς ἐπεδείκνυτο, οἱ δὲ πάντα τῆς ἑαυτῶν κακοτεχνίας κάλων κινήσαντες, τέλος πρὸς τὸ γενναῖον τοῦ ἀνδρὸς καὶ σταθερὸν ἀπειρήκασιν, ἐλεεινῶς εἰς φυγὴν τραπέντες, Τί ἡμῖν καὶ σοί; Ἦλθες πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; καὶ οὗτοι πρὸς αὐτὸν ἐβόων, ὥσπερ δὴ καὶ πρὸς τὸν ἐμὸν Ἰησοῦν οἱ τὴν ἐκείνου παρουσίαν ὑπομένοντες. Ἐπεὶ δὲ τὸ σπήλαιον καὶ ἄκοντες ἀπελίμπανον, ἕτερον οὐκ εἶχον εὑρεῖν, ὅ τι ποτέ οἰκήσουσι. Πανταχοῦ γὰρ παρεῖναι τὸν ἅγιον ἐφαντάζοντο μεταδιώκοντα καὶ τροπούμενον, καὶ αὐτοῖς ὥσπερ τισὶ θαλάμου θηρίοις ἐπιτιμώντα. Οὕτως ἄνευ ἀνομίας τρέχων ηὐθύνετο, καὶ εἰς συνάντησιν ἐχθρῶν ἐγειρόμενος Θεὸν προφθάνοντα εὕρισκεν, αὐτὸν μὲν ἐλέει περικυκλοῦντα, κακῶς δὲ τοὺς κακῶς ἀπολλύοντα. Ὅσης μὲν οὖν ἀηδίας καὶ ταραχῆς τῇ τῶν δαιμόνων φυγαδείᾳ τοὺς ἐν τῷ ὄρει ἀπήλλαξεν, ὃ κατοικεῖν αὐτὸν κατὰ τὸν Ψαλμῳδὸν εὐδόκησεν ὁ Θεὸς, ἐκείνοις κηρύττειν, καὶ οἷον ἀνέγραπτα τὰ τῆς εὐεργεσίας ποιεῖν καταλείπομεν. Ἡμεῖς δὲ πρὸς τὰ ἑξῆς τοῦ λόγου τρεψώμεθα. ΛΔ΄. Ἐνόσει μέν τινι τῶν συγκλητικῶν μία τῶν θυγατέρων, καὶ τὰ μέλη παρεῖτο, εὐσεβὴς τε οὖσα καὶ τὰ Χριστιανῶν πρεσβεύουσα. Ὁ δ' ἐπ' ἀδελφῇ τῷ ἁγίῳ γαμβρὸς δεινῶς κατὰ τῶν τοῦ Χριστοῦ εἰκόνων ἐλύσσα τε καὶ ἐφέρετο. Φθάσας οὖν ὁ μακάριος, τὴν μὲν εὐχῇ καὶ τύπῳ σταυροῦ τῆς χαλεπῆς ἐξείλετο νόσου, τὸν δέ, ἐπεὶ μὴ πείθειν οἷός τε ἦν νουθετῶν τῆς δεινῆς ἀποσχέσθαι μανίας, ἐπὶ τὴν παιδόν ἧκε, καὶ σπλάγχνων συγγενείας ὑπεριδών, οἰκείου δὲ διὰ τὴν εὐσέβειαν ἐπιλαθόμενος αἵματος, πηροῖ τούτῳ τοὺς ὀφθαλμοὺς δι' εὐχῆς. Οὕτω ζῆλος θεοσεβείας κατακαυχᾶται καὶ φύσεως, καὶ πόθος ἀληθὴς πρὸς Θεὸν καὶ συγγενικῆς ἀνάγκης ἐπικρατέστερος. Τὴν μὲν γάρ, εἰ καὶ μὴ κατὰ γένος αὐτῷ προσῆκεν, ἀλλ' ὅτι τὰ Χριστιανῶνθετο
χάνως είχε περὶ τὴν εὕρεσιν. Εἶτα πρὸς τὴν ζήτησιν αὐτῆς ἀπογνούς, τα γόνατα κάμψας, τὰς συνο
ήθοις εὐχὰς τῷ Κυρίῳ ἀπελίδου. Ἡ δὲ πάλιν
ἀέριος ἧκε, καὶ τῇ τοῦ ἁγίου χειρὶ φερομένη ἐνετίκαὶ ἡ μὲν εὐθὺς κατά τινα λόχμιον ἄντρον
εἰσέδο, ώσπερ τινὰ φίλην ἑαυτῷ κατοικίαν ἀρπάτὸ δὲ ἄρα βραχύ τε ἦν κομιδῇ καὶ ἀπὸ δαιμόνων ᾤκεῖτο, οἵτινες, ὡς εἶδον τὸν ἅγιον ἀοράτῳ
δυνάμει τινὶ δυναμούμενον, καὶ κατὰ Παῦλον ἐν
ἡμέρᾳ πονηρᾷ δικαιοσύνης θώρακι καὶ θυρεῷ κατακαυχώμενον πίστεως, ὅλῳ θυμῷ ἐξεκαύθησαν, και
τι καὶ παθόντες ὑπ' αὐτοῦ ἀντιδρῶσι τι καὶ οὗτοι,
Ἐπεὶ δὲ ταῖς ἀφανέσι πάσεις προσβολαῖς ἀπεκρούσθησαν ἰσχυρῶς, τούτου περιτετειχισμένου ταῖς
προσευχαίς, τέλος τῶν κατὰ τῆς ψυχῆς ἀφέμενοι
μηχανῶν ἐπετίθεντο, ἐχ᾽ εὐχζον, ἐβόων, ἔπληστον,
ἔφευγον, καταθαμβεῖν προσδοκῶντες ἔβρυχον, ἐπήρχοντο κατά πρόσοπον, κλονεῖν ἐδόκουν τὸ σπήλειον. ὡς δὲ ὁ μὲν φαύλον οὐδὲν, οὐδ᾽ ἀγενές
ἐπεδείκνυτο, οἱ δὲ πάντα τῆς ἑαυτῶν κακοτεχνίας
κάλων κινήσαντες, τέλος πρὸς τὸ γενναῖον τοῦ
ἀνδρὸς καὶ σταθερὸν ἀπειρήκασιν, ἐλεεινῶς εἰς
ήταν τραπέντες, Τί ἡμῖν καὶ σοί; Ἦλθες πρό και
ρού βασανίσαι ἡμᾶς; καὶ οὗτοι πρὸς αὐτὸν ἐβόων,
ὥσπερ δὴ καὶ πρὸς τὸν ἐμὸν Ἰησουν οἱ τὴν ἐκείνου
παρουσίαν ὑπομένοντες. Ἐπεὶ δὲ τὸ σπήλαιον καὶ
ἔχοντες ἐπελίμπανον, ἕτερον οὐκ εἶχον εὐρεῖν, ὅ τι
ποτέ οἰκήσουσι. Πανταχοῦ γὰρ παρεῖναι τὸν ἅγιον
ἐφανοίζοντο μεταδιώκοντα καὶ τροπούμενον, καὶ
αὐτοῖς ὥσπερ τισὶ ταλάμου θηρίσις ἐπιτιμώντα.
Οὕτως ἄνευ ἀνομίας τρέχων ηὐθύνετο, καὶ εἰς συνέπεσιν ἐχθρῶν ἐγειρόμενος Θεὸν προφθάνοντα
εύρισκεν, αὐτὸν μὲν ἐλέει περικυκλοῦντα, κακῶς
δὲ τοὺς κακῶς ἀπολλύοντα. Οσης μὲν οὖν ἀτιδίας
καὶ ταραχῆς τῇ τῶν δαιμόνων φυγαδείᾳ τοὺς ἐν τῷ
ὄρει ἀπήλλαξεν, ὃ κατοικεῖν αὐτὸν κατὰ τὸν Ψαλμῳδὸν εὐδόκησεν ὁ Θεὸς, ἐκείνοις κηρύττειν, καὶ οἷον
ἀνέγραπτα τὰ τῆς εὐεργεσίας ποιεῖν καταλείπομεν. Ἡμεῖς δὲ πρὸς τὰ ἑξῆς τοῦ λόγου τρεψώμεθα.
animo, quod virga periisset, nec ejus inveniends
ullam inveniebat rationem.Deinde cum in ea quærenda despondisset animum, flexis genibus consuelas preces reddebat Domino. Illa autem rursus venit per aerem, et in sancti manum fuit
imposita: et ille quidem statim per quoddam arbustum antrum subiit, ut qui sibi quoddam gratum arripuisset habitaculum. Id autem erat breve
admodum, et habitabatur a demonibus; qui posquam viderunt sanctum virtute quadam, quæ sub
aspectum non cadebat, roboratum, et, ut dicit
Paulus, in die malo thorace justitiæ et fidei
clypeo gloriantem 7, fuerunt ira omnino accensi, et ab ipso aliquid passi, et quoque par pari
referunt. Cum vero obscuris omnibus insultibus
fuissent propulsati, eo valde munito precibus, landem missis adversus animam machinationibus,
aperte aggrediebantur, irridebaut, vociferabantur,
pulsabant, fugiebant, exspectantes fore ut ei alferrent terrorem: rugiebaut, in faciem invadebant,
movere videbantur speluncam. Cum autem ille
nihil ostendisset, quod esset pusilli et abjecti
animi; illi vero modo omni rudente suæ calliditatis
et malitia, postremo omnem spem abjecissent adversus tanti viri virtutem et constantiam, miserabiliter victi et in fugam conversi. Quid nobis et
tibi? Venisti ad nos torquendos ante tempus? ii
quoque ad ipsum clamabant, quomodo etiam meo
Jesu ii, qui adventum illius non sustinebant. Cum
autem speluncam vel inviti reliquissent, non poterant invenire aliam quam habitarent. Ubique
enim adesse sanctum visione apprehendebant,
persequentem et fugantem, et eos increpentem,
tanquam feras aliquas arundinis. Sic siue iniquilate currens dirigebatur, et excitatus ad occurrendum inimicis, inveniebat Deum prævenientem,
ipsum quidem circundantem misericordia, malos
autem male perdentem. Et a quanta quidem turba
et molestia, dæmonum fuga liberaverit eos, qui
erant in monte, in quo habitare, ut dicit Psalmobeneficium litteris mandandum relinquamus. Nos
graphus, ipsi Deo complacuit, illis scribendum et
autem convertamur ad ea, quæ deinceps sequuntur.
ΑΔ΄. Ενοσεί μέν τιν τῶν συγκλητικών μία τῶν
θυγατέρων, καὶ τὰ μέλη παρεῖτο, εὐσεβὴς τε οὖσα
καὶ τὰ Χριστιανων πρεσβεύουσα. Ο δ' ἐπ᾽ ἀδελφή
τῷ ἁγίῳ γαμβρός δεινῶς κατὰ τῶν τοῦ Χριστοῦ
εἰκόνων ἐλύσσα τε καὶ ἀφέρετο. Φθάσας οὖν ὁ μακέριος, τὴν μὲν εὐχῆ καὶ τύπῳ σταυροῦ τῆς χαλετῆς ἐξείλετο νόσου, τὸν δὲ, ἐπεὶ μὴ πείθειν οἷός τε
ἦν νουθετῶν τῆς δεινῆς ἀποσχέσθαι μανίας, ἐπὶ
τὴν παῖόν ήκε, και οπλάγχνων συγγενείας ύπερενών, οἰκείου δὲ διὰ τὴν εὐσέβειαν ἐπιλαθόμενος
είματος, πηροί τούτῳ τοὺς ὀφθαλμοὺς δι' εὐχῆς.
Οντω ζῆλος θεοσεβείας κατακαυχάται καὶ φύσεως,
καὶ πόθος ἀληθῆς πρὸς Θεὸν καὶ συγγενικῆς
ἐνέγκης ἐπικρατέστερος. Τὴν κὲν γὰρ, εἰ καὶ μὴ
κατά γένος αὐτῷ προσῆκεν, ἀλλ᾽ ὅτι τὰ Χριστιατῶν
7 Ephes. vi, 14.
XXXI. Cuidam senatori ægrotabat una ex suis
Gliabus, membraque erant ei soluta, cum esset
pia, et Christianam servaret religionem. Qui autem
sancti sororem duxerat uxorem, adversus Christi
imagines graviter furebat, et in eas invehebatur.
Accedens autem beatus, illam quidem precibus et
signo crucis a gravi morbo liberavit: hunc vero,
cum admonens non posset persuadere ut a gravi
illa abstineret insania, tradidit disciplinæ, et viscerum despecta cognatione, et sui sanguinis oblitus propter veram religionem, precibus eum
orbat oculis. Ita zelus pietatis et veri Dei cullus
gloriatur etiam contra ipsam naturam: et verum
in Deum desiderium est validius necessitate cognationis. Nam illam quidem, etiamsi genere ad
col. 67–68page 30 of 146
PG 116:67ἡ ἐτίμα, τοῦ πάθους ἀπήλλαξε, τὸν δὲ, καίτοι γαμ βρὸν ὄντα, ὅτι ταῖς θείαις εἰκόσιν ἐμάχετο, τὸ βλέπειν ἀφείλετο, καὶ παιδείαν ἔχειν τῶν ἀφανῶν ὀφθαλμῶν τοὺς φανεροὺς ἐδικαίωσε. ΑΒ΄. Τούτῳ ἄξιον ἐκεῖνο προσθεῖναι. Διὰ σπου δῆς ἦν τῷ μεγάλῳ τούτῳ Πατρί, εἴπερ τινὰς ἐπύθετο πρὸς αὐτὸν ἀνιόντας, κατιέναι τε τοῦ ὄρους καὶ τούτους προϋπαντᾷν. Τί τοῦτο ποιῶν; Τὸ πολὺ τῆς ἐν τῇ ἀνόδῳ ταλαιπωρίας ὑποτεμνόμενος τῶν ὡς αὐτὸν ἀνιόντων. Τραχεία γὰρ ἡ πρὸς τὸ ὄρος ἄνοδος καὶ ἀνάντης, καὶ μὴ ῥᾳδίαν τοῖς ἀνιοῦσι μηδ' εὐχερῆ παρέχουσα τὴν πορείαν. Ποτὲ γοῦν ὁ τὴν Καλχηδόνα λαχὼν καὶ τὴν Νίκαιαν Πέτρος, Θεόδωρός τε ὁ τῆς ἐπισήμου τοῦ Στουδίου ποίμνης ἀφηγούμενος μετὰ Ἰωσὴφ καὶ Κλήμεντος, πρὸς αὐτὸν τὴν ἄνοδον ἐποιοῦντο. Τὸ δὲ ὡς γνώριμον γέγονε τῷ ἁγίῳ, τὴν πολλήν αὐτῶν ὑποτεμεῖν ἐθέλων ταλαιπωρίαν, ἄνωθεν μᾶλλον αὐτὸς ἐκ τοῦ ὄρους πρὸς αὐτοὺς κάτεισιν. Ἐπεὶ δὲ τῷ τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπῳ καὶ πράττειν ἦν ἔργον καὶ λέγειν τὰ φίλα Θεῷ, ἐν τῇ πρὸς αὐτοὺς ὁμιλίᾳ πασῶν ἀρετῶν προτιμητέαν εἶναι τὴν ταπείνωσιν ἐδικαίου. ὡς δὲ καὶ σιτίων ἅπτοιντο ἤδη, Μὴ παραχθῇς, εἶπε τῷ ἀδελφῷ Ἰωσήφ, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἔξοδον ἑτοιμάσθητι. Τοῦτο μὲν δή, τότε οὕτω λεχθέν, ὅ τι ποτὲ βούλοιτο ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων διηπορεῖτο. Ἐπεὶ δὲ μετὰ δέκα καὶ ὀκτὼ ἡμέρας ὁ Ἰωσὴφ τὸν βίον ἀπέλιπε, συνῆκαν ἀκριβῶς ὅ τι ποτὲ τῷ μεγάλῳ τὸ λεχθὲν ἠβούλετο. Ὁ μὲν οὖν θεῖος οὗτος Πατὴρ οὕτως εἶχε, καὶ τοσούτῳ τῆς τῶν ἀδελφῶν ἐφρόντιζεν ὠφελείας, ὅσῳ καὶ πᾶν μικρὸν αὐτῷ ἐδόκει καὶ τοῦ μηδενὸς ἄξιον, εἰ μὴ καὶ τὴν αὐτοῦ ψυχὴν ὑπὲρ ἀδελφοῦ τιθέμενος εἴη, τὸν ἐμὸν κἀν τούτῳ Δεσπότην μιμούμενος, ὃς, ποιμὴν ὢν καὶ οὐ μισ θωτός, ἐτίθει τὴν ψυχὴν ὑπὲρ προβάτων. ΑΓ΄. Αὐτίκα ὁ μὲν Μιχαὴλ πέμπτον ἐπὶ τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς ἔτος ἦγε, τεσσαρεσκαιδέκατον δὲ ἀπὸ τῆς κατὰ Βουλγάρων ἐκστρατείας καὶ τε λευτῶντι τῷ Νικηφόρῳ ἐνύετο, ἐξ ὅσου Ῥωμαίων πολλοὶ μετὰ τῆς πατρίδος καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἀπο βαλόντες, αἰχμάλωτοι Βουλγάρων χερσὶ κατείχοντο. Εἰσῄει τοιγαροῦν ἔννοια τὴν φιλάνθρωπον ἐκείνην ψυχήν, εἴπως αὐτοὺς τῆς ἐπιπόνου καὶ μοχθηρᾶς ἐκείνης διαγωγῆς ἐξενεγκεῖν δυνηθείη. Καὶ συνεχ νόμενος ἐμάνθανε τὴν εἱρκτὴν ἣ τοὺς ἄνδρας κατεῖχε, ζοφώδη τε εἶναι καὶ πνιγηράν, ὡς συμ βαίνει αὐτοὺς ὅτι μὴ θᾶττον συναποβάλλουσι τῇ πατρίδι καὶ τὰς ψυχὰς ἀνιᾶσθαι· ὃ καὶ μᾶλλον τὸν ἄνδρα ὑπέθραττεν. Εὐθὺς οὖν δεύτερα πάντα τοῦ προκειμένου σκοποῦ θέμενος, καταλείπει μὲν τὸν φίλην ἐκείνην καὶ συνήθη διατριβήν, ἀφειδεῖ δὲ σφαλερᾶς καὶ κινδυνώδους πορείας καὶ τὴν ἐν μέσῳ τρίβον διανύσας, τῶν περικαθημένων αὐτοὺς φρου ρῶν οὐκ ἐφρόντισεν, ἀλλ' οὕτως ἀφανῶς ἐπιστὰς τοῖς ἀνδράσιν, εὐθέως ἀντὶ πάσης δυνάμεως τῷ τοῦeum non attineret, quoniam tamen Christianam ἡ ἐτίμα, του πάθους ἀπήλλαξε, τὸν δὲ, καίτοι γαμ
observabat religionem, a morbo liberavit: hunc βρον όντα, ὅτι ταῖς θείαις εἰκόσιν ἐμάχετο, τὸ
autem, etsi sororem duxisset in matrimonium, βλέπειν ἀφείλετο, καὶ παιδείαν ἔχειν τῶν ἀρανών
quoniam cum divinis pugnabat imaginibus, visu ὀφθαλμῶν τοὺς φανεροὺς ἐδικαίωσε.
privavit, et sequum censuit, ut oculi qui crant manifesti, castigarentur pro iis, qui non cernebantur oculis. Ilis par est illud adɗlere.
XXXII. Huic magno Patri erat studio, si quos ΑΒ΄. Τούτῳ ἄξιον ἐκεῖνο προσθεῖναι. Διὰ σπου
ad se audiebat ascendere, e monte descendere, et δῆς ἦν τῷ μεγάλῳ τούτῳ Πατρί, εἴπερ τινὰς ἐπύ
eis obviam procedere. Cur hoc faciens? Magnam θετο πρὸς αὐτὸν ἀνιόντας, κατιέναι τε τοῦ ὄρους
in ascensu resecans vexationem eorum, qui ad καὶ τούτους προϋπαντᾷ». Τί τοῦτο ποιῶν; Τὸ πολὺ
ipsum ascendebant. Est enim asper et acclivis ad τῆς ἐν τῇ ἀνόδω ταλαιπωρίας ὑποτεμνόμενος τῶν
montem ascensus,et non facile nec expeditum iter ὡς αὐτόν ἀνιόντων. Τραχεία γὰρ ἡ πρὸς τὸ ὄρος
præbens ascendentibus. Aliquando itaque is, cui ἄνοδος καὶ ἀνάντης, καὶ μὴ ῥᾳδίαν τοῖς ἀνιοῦσι
obtigerat Chalcedonis pontifcatus, et, cui Nicem, μηδ' εὐχερῆ παρέχουσα τὴν πορείαν. Ποτὲ γοῦν ὁ
Petrus, et Theodorus, præfectus insignis gregis τὴν Καλχηδόνα λαχὼν καὶ τὴν Νίκαιαν Πέτρος,
Studii, cum Joseph et Clemente ad ipsum ascende- Θεόδωρὸς τε ὁ τῆς ἐπισήμου τοῦ Στουδίου ποίμνης
bant.Hoc autem cum cognovisset sanctus, volens ἀφηγούμενος μετὰ Ἰωσὴφ καὶ Κλήμεντος, πρὸς
eorum magnam levare viæ molestiam,ad eos de- αὐτὸν τὴν ἄνοδον ἐποιοῦντα. Τὸ δὲ ὡς γνώριμον
scendit e monte. Cum vero hominis Dei essent γέγονε τῷ ἁγίῳ, την πολλήν αὐτῶν ὑποτεμεῖν
partes et facere ea, quæ essent Deo grata, in ser- ἐθέλων ταλαιπωρίαν, άνωθεν μᾶλλον αὐτὸς ἐκ τοῦ
mone,quem ad ipsos habuit,censebat humilitatem ὄρους προς αὐτοὺς κάτεισιν. Ἐπεὶ δὲ τῷ τοῦ Θεοῦ
esse praeferendam omnibus virtutibus. Postquum ἀνθρώπῳ καὶ πράττειν ἦν ἔργον καὶ λέγειν τὰ φίλε
autem ad cibum sumendum jam accessissent: Θεῷ, ἐν τῇ πρὸς αὐτοὺς ὁμιλίᾳ πασῶν ἀρετῶν προNe conturberis, inquit, frater Joseph, sed sis para- τιμητέαν εἶναι τὴν ταπείνωσιν ἐδικαίου. ὡς δὲ καὶ
tus ad exitum. Hoc quidem tunc sic dictum, quid σιτίων ἅπτοιντο ἤδη, Πὴ παραχθῇς, εἶπε τῷ ἀδελφῷ
nam sibi vellet dubitabitur ab iis, qui audiverant. Ἰωσήφ, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἔξοδον ἑτοιμάσθητι.
Cum autem post decem et octo dies Joseph e vita Τοῦτο μὲν δὴ, τότε οὕτω λεχθέν, ὅ τι ποτὲ βούλοιτο
excessisset, recte intellexerunt quid sibi vellet, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων διηπορεῖτο. Ἐπεὶ δὲ πετά
quod magnus dixerat. Divinus ergo hic Pater sic δέκα καὶ ὀκτὼ ἡμέρας ὁ Ἰωσὴφ τὸν βίον ἀπέλιπε,
se habebat, et tantam gerebat curam fratrum uli- συνῆκαν ἀκριβῶς ὁ τι ποτὲ τῷ μεγαλῳ τὸ λεχθέν
lilatis, ut omnia ei parva viderentur et nullius Cἠβούλετο. Ὁ μὲν οὖν θεῖος οὗτος Πατήρ οὕτως
pretii nisi etiam suam animam poneret pro fratri είχε, καὶ τοσούτῳ τῆς τῶν ἀδελφῶν ἐφρόντιζεν
bus: in hoc quoque meum imitans Dominum, ὠφελείας, ὅσῳ καὶ πᾶν μικρὸν αὐτῷ ἐδόκει καὶ
qui, cum esset pastor, et non mercenarius, animam τοῦ μηδενὸς ἄξιον, εἰ μὴ καὶ τὴν αὐτοῦ ψυχὴν
ponebat pro ovibus 8.
ὑπὲρ ἀδελφοῦ τιθέμενος εἴη, τὸν ἐμὸν κὰν τούτῳ
Δεσπότην μιμούμενος, ὃς, ποιμὴν ὢν καὶ οὐ μια
σθωτός, ἐτίθει τὴν ψυχὴν ὑπὲρ προβάτων.
XXXIII. Jam agebatur quidem quintus annus ΑΓ. Αὐτίκα ὁ μὲν Μιχαήλ πέμπτον ἐπὶ τῆς
imperii Michaelis; quartusdecimus autem, ex quo 'Ρωμαίων ἀρχῆς ἔτος ἦγε, τεσσαρεσκαιδέκατον
Bulgari fecerant expeditionem et decessert Nice- δὲ ἀπὸ τῆς κατὴ Βουλγάρων ἐκστρατείας καὶ τιο
phorus; a quo tempore multi Romanorum, cum λευτῶντι τῷ Νικηφόρῳ ἐνύετο, ἐξ ὅσου Ρωμαίων
patria libertate amissa, detinebantur captivi ma- πολλοὶ μετὰ τῆς πατρίδος καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἀπου
nibus Bulgarorum. Venit itaque in mentem illi βαλόντες, αιχμάλωτοι Βουλγάρων χερσὶ κατείχοντο.
benigna et clementi anima, si quo modo eos pos- Εἰσῄει τοιγαροῦν ἔννοια τὴν φιλάνθρωπον ἐκείνην
set educere a laboriosa illa et afflicta vita. Inter- ψυχήν, εἴπως αὐτοὺς τῆς ἐπιπόνου και μοχθηρᾶς
rogans autem,accepit carcerem illum,in quem illi ἐκείνης διαγωγής εξενεγκεῖν δυνηθείη. Καὶ συνέχ
erant conjecii, esse obscurum et tenebricosum, νόμενος ἐμάνθανε τὴν εἰρητὴν ἢ τοὺς ἄνδρας
adeo ut eis usuveniret agre ferre, quod non cum κατείχε, ζοφώδη τε εἶναι καὶ πνιγηράν, ὡς συμ
patria vitam quoque amnisissent; quod quidem eum βαίνει αὐτοὺς ὅτι μὲ θάττον συναποβάλλουσι τῇ
magis angebat. Huic ergo proposito omnibus post- πατρίδι καὶ τὰς ψυχὰς ἀνιᾶσθαι· δ καὶ μᾶλλον τον
positis, relinquit quidem illam gratam et solitam ἄνδρα ὑπέθραττεν. Εὐθὺς οὖν δεύτερα πάντα τοῦ
vivendi rationem: et vis, quæ intercedit, con- προκειμένου σκοπού θέμενος, καταλείπει μὲν τὸν
fecla, non curavit custodes, qui es circumside- φίλην ἐκείνην καὶ συνήθη διατριβήν, ἀφειδεῖ δὲ
bant; sed non visus ad eos accedens, statim pro σφαλερᾶς καὶ κινδυνώδους πορείας καὶ τὴν ἐν μέσῳ
omnibus copiis usus est agura crucis, et ea per- τρίβον διηνυχώς, τῶν περικαθημένων αὐτοὺς φρου
fractis vinculis et claustris portarum, tanquam ab ρῶν οὐκ ἐφρόντισεν, ἀλλ' οὕτως ἀφανῶς ἐπιστές
inferis et umbra mortis, quomodo meus Jesus τοῖς ἀνδράσιν, εὐθέως ἀντὶ πάσης δυνάμεως τῷ τοῦ
8 Joan. x, 15.
col. 69–70page 31 of 146
PG 116:69σταυροῦ κέχρηται τύπῳ, καὶ τούτῳ δεσμούς καὶ κλείθρα τῶν θυρῶν διαρρήξης ὥσπερ ἐξ ᾅδου καὶ σκιᾶς θανάτου κατὰ τὸν ἐμὸν Ἰησοῦν τοὺς ἐκεῖσε καθημένους ἀνακαλεῖται, ποτίζει τε, οὐχ ὕδασιν, ἀλλὰ λόγοις σωτηρίοις νάμα τῆς διδασκαλίας, μὴ γενέσθαι κατὰ τοὺς αὐτῶν πατέρας νουθετῶν, γενεὰν σχολιὰν καὶ παραπικραίνουσαν, ἀλλὰ τὸ ἀπ' ἐκείνου ἐπὶ τὸν Θεὸν τὴν ἐλπίδα θέσθαι, καὶ τῶν αὐτοῦ ἀνταποδόσεων μὴ ἐπιλανθάνεσθαι· πρὸς δὲ γνωρίσει καὶ τοῖς υἱοῖς τὰ ἐκείνου μυστήρια. Εἶτα ἐν φωτί, καθὰ Μωσῆς, τὴν νύκτα τούτους διαγαγών, μέχρι καὶ τῶν ἡμετέρων ὁρίων παραπέμπων ἦν καὶ διασωζόμενος. Ἐκβιασθεὶς οὖν παρὰ τῶν σωθέντων, καὶ, Τίς εἶ, ὦ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπε; πολλάκις ἐρωτηθείς, τὴν κλῆσιν μὲν οὐκ ἀπέκρυψε, τὴν χάριν δὲ μόνῳ ἐπιγράφειν εἶπε Θεῷ. ΛΔ΄. Τοῦτο οὐκ οἶδα εἴ τι τῶν ἐξ Αἰγύπτου φυγόντων οὐ λογισθήσεται ὅποιον. Τῶν μὲν γὰρ τοὺς ἐχθροὺς ἐκάλυψε θάλασσα· οἱ δὲ τυχόντες οὐ τυχεῖν ἐπεθύμουν, οὐδενὶ συμφορᾶς γεγόνασιν αἴτιοι, ἀλλ' ἐπανήκουσί τε οἴκοι οὗτοι, καὶ τὸν ἅγιον ἡ φιλήσυχος ἐκείνη πάλι εἶχε διαγωγὴ τοῦ Τριχαλίκου ὄρους. Κατ' ἐκεῖνο τοίνυν καιροῦ Ἴγγερ ἐκεῖνος ὥσπερ ἄνθεσιν ἐαρινοῖς τοῖς ἀσκητικοῖς πόνοις ἤκμα. Ἐντεῦθεν καὶ πρόεδρος τῆς τῶν Νικαέων Ἐκκλησίας ἀνεδείχθη. Πλὴν ἀλλὰ τὸν καρπὸν τῆς ὀρθῆς πίστεως οὐκ εἶχε. Τούτου προγνοὺς τὴν τελευτὴν ὁ Πατήρ, τῶν μοναχῶν τινα τῶν τοῦ Ἠλίου βωμῶν, Βασίλειος οὗτος ἦν, πρὸς αὐτὸν ἐκπέμψας ἀφέμενον τοῦ ψεύδους καὶ τῆς σκιᾶς, γενέσθαι τε καὶ τῆς ἀληθείας ἐκέλευε, κἂν ὁ πάντα ἀνόητος Ἴγγερ ἐκεῖνος τῇ πονηρᾷ τῶν Εἰκονομάχων αἱρέσει ἐλεεινῶς συναποθανεῖν εἵλετο. ΛΕ΄. Ἀλλ' ὧδέ με τοῦ λόγου γενόμενον ἐκεῖνο εἰσέρχεται. Ἐξέπλευσε ποτε προσκυνήσων ὁ ἅγιος τῷ ἐν τῇ Σιγριανῇ τοῦ ἁγίου Θεοφάνους σκηνώματι. Ἐπεὶ δὲ ἀναστρέφων καὶ τῇ πρὸς βορέαν τῆς Ἀπολλωνιάδος λίμνῃ παραπλέων, τῇ Θάσῳ προσώρμησεν. Οἱ ἐν ἐκείνῃ τοίνυν τὸν μονήρη βίον ἀνῃρημένοι, καὶ οἱ πρόσοικοι πάντες δεινῶς τῷ πλήθει τῶν ἐν αὐτῇ ὄφεων ἠνωχλοῦντο. Ἐπεπλήστο γὰρ τούτων ἡ νῆσος, οὐ μικράν τινα τοῖς οἰκήτορσι τὴν ἐξ αὐτῶν βλάβην παρεχομένη. Ἐπεὶ οὖν ὁ ἅγιος αὐτῇ ἐπεδήμει, ἥκουσι πρὸς αὐτὸν πᾶν ὅσον ᾤκει τὴν νῆσον, καὶ ἱκέται προσπίπτουσι, καὶ βοηθὸν αὐτοῖς αἰτοῦνται γενέσθαι, καὶ δέονται ἀπαλλάξαι τούτους ὡς δυνατὸν τῆς ἀπὸ τῶν ὄφεων λύπης. Καὶ ὁ μὲν ἔλεον αὐτῶν λαμβάνει τῆς συμφορᾶς, καὶ ὥσπερ τινὰ κατὰ τῶν ὄφεων ἐπαιρόμενα βέλη ἀφίησι τὰς εὐχάς. Οἱ δὲ εὐθὺς τῶν ἰδίων ἐξέρπουσι χηραμῶν, καὶ τὴν νῆσον ἀπολιπόντες κατὰ τοῦ βυθοῦ τῆς θαλάσσης ἑαυτοὺς βάλλουσιν. Ὁ μὲν οὖν ἡμέτερος Ἰησοῦς ἐν τοῖς ὕδασι τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων συνέτριψεν. Ὁ δὲ μαθητὴς ἐκείνου καὶ ὡς οἷόν τε μιμητὴς δι' αὐτῶν ἐκείνων τούτους ἀπέπνιξεν. ΛΣΤ΄. Ἐκ τούτου πρὸς ἕτερον ἡσυχίας ἀνήγετο χωρίον· συνήγετο τούτῳ καὶ Δανιήλ, ὃς τῶν ἐν τῇ Θάσῳ μοναχῶν ἀφηγεῖτο. Τῷ δὲ ἦν ἀδελφός, καὶ αὐτῷ Εὐθύμιος ὄνομα, ᾧ δὴ καὶ προειπεῖν λέγεται τὸν Πατέρα τὴν μετὰ μικρὸν τελευτὴν οὕτωsed sermonibus salutaribus vividcæ doctrina,
admonens,ne essent sicut patres eorum, generatio
perversa et exasperans, sed deinceps spem in Deo
ponerent, et non obliviscerentur ejus remuneralionum,præterea autem aliis quoque nota facerent
illius mirabilia. Deinde cum in luce, sicut Moses,
tota nocte eos traduxisset, usque ad nostros fines
eos transmisit et conservavit. Cum autem vim
afferent et urgerent ii, qui servati fuerant, et
Quis es, o homo Dei, sape rogarent, non celavit
quidem nomen, dixit autem se hanc graliain soli
Deo ascribere.
σταυροῦ κέχρηται τύπῳ, καὶ τούτῳ δεσμούς καὶ revocal eos, qui illic sedebant; et potat non aquis,
κλείθρα τῶν θυρῶν φιαῤῥήξης ὥσπερ ἐξ ᾅδου καὶ
σκιᾶς θανάτου κατὰ τὸν ἐμὸν Ἰησοῦν τοὺς ἐκεῖσε
καθημένους ανακαλεῖται, ποτίζει τε, ούχ ύδασιν,
ἀλλὰ λόγοις σωτηρίοις νάμα τῆς διδασκαλίας, μὴ
γενέσθαι κατὰ τοὺς αὐτῶν πατέρας νουθενών, γενεὰν σχολιὰν καὶ παραπικραίνουσαν, ἀλλὰ τὸ ἀπ'
ἐκείνου ἐπὶ τὸν Θεὸν τὴν ἐλπίδα θέσθαι, καὶ τῶν
αὐτοῦ ἀνταποδόσεων μὴ ἐπιλανθάνεσθαι· πρὸς δὲ
γνωρίσει καὶ τοῖς υἱοῖς τὰ ἐκείνου μυστήρια. Εἶτα
ἐν φωτί, καθὰ Μωσῆς, τὴν νύκτα τούτους διαγαγών,
μέχρι καὶ τῶν ἡμετέρων ορίων παραπέμπων ἦν
καὶ διασωζόμενος. Εκβιασθείς οὖν παρὰ τῶν σως
θέντων, καὶ, Τίς εἶ, ὦ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπε; πολλάκις ερωτηθείς, τὴν κλῆσιν μὲν οὐκ ἀπέκρυψε,
τήν χάριν δὲ μόνῳ ἐπιγράφειν εἶπε θεῷ.
ΑΔ΄ Τοῦτο οὐκ οἶδα εἴ τι τῶν ἐξ Αἰγύπτου φυγόντων οὐ λογισθήσεται ὅποιον. Τῶν μὲν γὰρ τοὺ;
ἐχθροὺς ἐκάλυψε θάλαστά· οἱ δὲ τυχόντες οὐ τυχεῖν
ἐπεθύμουν, οὐδενὶ συμφορᾶς γεγόνασιν αἴτιοι, αλλ'
ἐπανήκουσί τε οἴκοι οὗτοι, καὶ τὸν ἅγιον ἡ φιλήσυχος ἐκείνη πάλι είχε διαγωγή του Τριγάλικος
ὄρους. Κατ' ἐκεῖνο τοίνυν καιροῦ Ἴγγερ ἐκεῖνος
ὥσπερ ἄνθεσιν ἐκρινοῖς τοῖς ἀσκητικούς πόνοις
ἀκόμα. Εντεῦθεν καὶ πρόεδρος τῆς τῶν Νικλέων
Εκκλησίας ἀνεδείχθη, Πλὴν ἀλλὰ τὸν καρπὸν τῆς
ὀρθῆς πίστεως οὐκ εἶχε. Τεύτου προγνοὺς τὴν τε
λευτὴν ὁ Πατήρ, τῶν μοναχῶν τινα τῶν τοῦ Ηλίου
βωμών, Βασίλειος οὗτος ἦν, πρὸς αὐτὸν ἐκπέμψας
ἀφέμενον τοῦ ψεύδους καὶ τῆς σκιᾶς, γενέσθαι τε
καὶ τῆς ἀληθείας ἐκέλευε, κὰν ὁ πάντα ἀνόητος
Αγγερ ἐκεῖνος τῇ πονηρᾷ τῶν Εἰκονομάχων αιρέσει G
ἐλεεινῶς συναποθανεῖν εἵλετο.
ΑΕ'. 'Αλλ' ώδέ με τοῦ λόγου γενόμενον ἐκεῖνο
εἰσέρχεται. Εξέπλευσε ποτε προσκυνήσων ὁ ἅγιος
τῷ ἐν τῇ Σιγριανῇ τοῦ ἁγίου Θεοφάνους σκηνώματι,
Επε δεν ἀναστρέφων καὶ τῇ πρὸς βορέαν τῆς ᾿Απολλωνιάδος λίμνη παραπλέων, τῇ θέσῳ προσώρμησεν,
Οἱ ἐν ἐκείνῃ τοίνυν τὸν μονήρη βίον ἀνῃρημένοι,
καὶ οἱ πρόσοικοι πάντες δεινῶς τῷ πλήθει τῶν ἐν
αὐτῇ έφεων Ανωχλοῦντο. Επέπληστο γὰρ τούτων
ἡ νῆσος, οὐ μικράν τινα τοῖς οἰκήτορσι τὴν ἐξ αὐτῶν βλάβην παρεχομένη. Ἐπεὶ οὖν ὁ ἅγιος αὐτῇ,
ἐπεδεήμει, ήκουσι πρὸς αὐτὸν πᾶν ὅσον ᾤχει τὴν
νήσον, καὶ ἱκεται προσπίπτουσι, καὶ βοηθὸν αὐτοῖς
αιτούνται γενέσθαι, καὶ δέονται ἀπαλλάξαι τούτους
ὡς δυνατὸν τῆς ἀπὸ τῶν ὄφεων λύπης. Καὶ ὁ μὲν
Όλεον αὐτῶν λαμβάνει τῆς συμφορᾶς, καὶ ὥσπερ
τινὰ κατὰ τῶν ὅρεων επαιρόμενα βέλη ἀφίησι τὰς
εχάς. Οἱ δὲ εὐθὺς τῶν ἰδίων ἐξέρπουσι χηραμών,
καὶ τὴν νῆσον ἀπολιπόντες κατὰ τοῦ βυθοῦ τῆς
θαλάσσης εαυτούς βάλλουσιν. Ὁ μὲν οὖν ἡμέτερος
Ἰησοῦς ἐν τοῖς ὕδασι τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων
συνέτριψεν. Ὁ δὲ μαθητὴς ἐκείνου καὶ ὡς οἷόν τε
μιμητής δι' αὐτῶν ἐκείνων τούτους ἀπέπνιξεν.
15. Εκ τούτου πρὸς ἕτερον ἡσυχίας ἀνήγετο
χωρίον συνήγετο τούτῳ καὶ Δανιήλ, ὅς τῶν ἐν τῇ
θέσῳ μοναχῶν ἀφηγεῖτο. Τῷ δὲ ἦν ἀδελφὸς, καὶ
αὐτῷ Ευθύμιος ὄνομα, ᾧ δὴ καὶ προειπείν λέγε.
και τον Πατέρα την μετὰ μικρὸν τελευτὴν οὕτω
XXXIV. Cum hoc nescio an sit conferendum id
quod usuvenit iis, qui fugiebant ex Ægypto. Nam
illorum quidem inimicos aqua orbuit; hi autem
consecuti quod optabant consequi, nulli fuerunt
causa calamitatis, sed ea hi dumuin redeunt, et
sanctum rursus excepit grata illa quies et silentium
in monte Trichalicis. Illo autein tempore Inger
ille, non secus ac vernis foribus, forebat laboribus exercitationis. Hinc factum est, ut crearetur
antistes Nicenæ Ecclesia.Gæterumn is non habebat
fructum rectæ fidei. Hujus decessum cum præscivisset Pater, quodam monacho ex Elias alraribus
(is erat Basilius) and ipsum emissio, mendacio et
umbra dimissa, jussit eum tandem adhaerere veritati, etiamsi stultissimus ille Inger, in improba
Icononachorum hæresi commorati statuerit miserabiliter.
XXXV.Sed cum ad hunc locum pervenit oratio,
illud mihi venit in mentem. Navigavit aliquando
sanctus, adoraturus sancti Theophanis labernaculum, quod est in Sigriana. Illinc revertens, et
lacum præternavigans, qui est ad borealem partem Apolloniadis, appulit Thaso. Qui in illa autem
vitam susceperant monasticamn, et omnes accola
graviter vexabantur a serpentum,qui in ea erant,
multitudine.lis enim repleta erat iusula, non parvum afferens damnumn habitatoribus. Cum ergo
sarclus in ea esset, veniunt ad eum omnes, qui
habitabantinsulam, etsupplices el procidunt, postu
lanique et rogant ut eis open ferat, ut eos, quoad
Dejus fieri poterit, liberet a nocumento serpentum.
Et ille quidem miseretur eorum calamitatis,et ves
luli quædam tela, quæ torquentur in serpentes,
emittit preces: illi autem protinus proserpunt e
suis cavernis, et relicta insula, se in maris profundum projiciunt. Atque noster quidem Jesus in
aquis contrivit capita draconum: illius autem
discipulus, et quoad ei fieri poterat imitator, per
illas ipsas eos suffocavit.
XXXVI. Ab hoc tempore profectus est ad alium
locum quietis ac silentii: simul autem cum eo profectus quoque est Daniel, qui præerat monachis,
qui erant in Thaso. Ei vero erat frater monachus,
cui erat nomen Euthymius, cui etiam dicitur
col. 71–72page 32 of 146
PG 116:71ὅσον οὔπω τὴν πρὸς τὸν ἄνω Δεσπότην ἀποδημίαν. Καὶ τῷ Εὐθυμίῳ μὲν οὕτως ἔφη. Ἄντρον τι βραχύτατον, καὶ μηδὲ πρὸς οἴκησιν σχεδὸν ἀρκοῦν οἰκῆσαι προθυμηθείς, ἐπίμονι ἐν αὐτῷ πολὺ τῶν προτέρων περιτυγχάνει· τοπάρχης γὰρ ἀπ᾿ ἐκείνου καὶ τὸ σπήλαιον ἐκαλεῖτο. Ὃς ἐπεὶ μὴ συνοικεῖν ἔφερε τῷ Ἰωαννικίῳ, τῷ Δανιὴλ μέλας ἐπῆλθε καὶ φοβερός, ὡς ἂν τοῦτον μὲν καταπλήξῃ, ὁ δὲ καὶ τὸν Ἰωαννίκιον παραλαβών, ὀπίσω πάλιν χωρήσει. Ἀλλ᾿ οὗτοι καθάπερ ἐπιθαῤῥοῦντες ἄπτοητοι ὦσαν τὴν ἐκείνου μᾶλλον φυγὴν ἀναμένοντες. Ἐπεὶ οὖν ἀτρέπτους οὕτως ὁ πονηρὸς καὶ γενναίους ἑώρα, τοῦ μὲν Δανιὴλ τοῖς ποσὶ περιειληθείς, τοῦ θαυμασίου δὲ Ἰωαννικίου τῇ πλευρᾷ πληγὴν ἐνθεὶς περιωδυνίᾳ μὲν περιβάλλει τὸν ἄνδρα, καὶ τοσοῦτον, ὡς ἐπὶ ἑπτὰ ὅλας ἡμέρας ἄφωνον εἶναι· ὁ δὲ ἀφανὴς αὐτίκα γίνεται. Ἀλλὰ τὸν ἅγιον καὶ αὖθις τὸ τοῦ Τριχάλικος ὄρος λαμβάνει. ΛΖ΄. Εἰ δέ τι μετὰ τὴν ἐκεῖθεν τοῦ ἀνδρὸς ἀποδημίαν τοῖς ἐν τῷ ὄρει λυπηρὸν ἐγένετο, τοῦτο πᾶν ἐκ τοῦ μέσου ᾑρετο τῇ ἐπιδημίᾳ πάλιν. Καὶ νῦν μὲν κάμπη τοῖς λαχάνοις διαλυμαινομένη, εὐχῇ καὶ σημείῳ σταυροῦ τῶν περιπόλων ἀπεδιώκετο· νῦν δὲ τοῖς ἐκεῖ παραβάλλουσιν ἡ τελευτὴ ἐδηλοῦτο. Καὶ οἱ μὲν τὰ κατ᾿ αὐτοὺς εὖ ἐτίθεντο καὶ πρὸς τὴν ἐκδημίαν παρεσκευάζοντο· ὁ δὲ πονηρὸς καὶ τῷ τῶν ἀνθρώπων γένει πολέμιος λύκος ἦν, τὸ τοῦ λόγου, μάτην χανών. Οὕτω καί τινι Ἰσαακίῳ ἀνδρί, μοναζούσῃ γυναικὶ ὑπηρετουμένῳ, ἐπειδὴ ἡ τελευτὴ ἥξειν αὐτῷ ὅσον οὐδέπω ὑπὸ τοῦ ἁγίου προείρητο, κἀντεῦθεν δέον πρὸς τὴν ἐκδημίαν εὐτρεπίζεσθαι, ὁ δὲ ἀμελῶς ἔζη καὶ ἀνειμένως, εἶτα καὶ πρὸς αὐτὸν πάλιν τὸν τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον ἀνεληλύθει, ἵνα τί, φησί, κοσμικαῖς ἔτι φροντίσιν ἐνασχολούμενος οὐδεμίαν τοῦ μέλλοντος φροντίδα ποιεῖς; Ἀλλ᾿ ἐκεῖνος καὶ ἑκὼν ὑπαχθείς (περὶ γὰρ τὴν τῶν κτημάτων ἐπιμέλειαν εὔχρηστος ἦν), πρὸς οὐδὲν τῶν δεόντων διανέστη, οὐδ᾿ ἔτι ἑαυτῷ ἡτοίμασε τελευταῖον ἐφόδιον. Οὐ πολλῷ γοῦν ὕστερον νόσος αὐτῷ καὶ ἀνάγκη ἐπιπεσοῦσα μετ᾿ ἀμφιάσασθαί τε τὸ τῶν μοναχῶν ἐποίησε σχῆμα, καὶ θάνατον, οἴμοι! καταπόδας ὑπήνεγκεν. Ἀλλὰ τὸ μὲν ἐπὶ τῷ Ἰσαακίῳ τῇ ἀνάγκῃ ἄν τις, οὐ τῇ προαιρέσει χάριν εἰδείη· τῷ δὲ μεγάλῳ τούτῳ Πατρὶ πατρικὴν ὡς ἀληθῶς τὴν διάθεσιν ἐπιγράφοι, ὅτι τὰ τῆς τελευτῆς αὐτῷ προηγόρευσεν, εἰ κἀκεῖνος, μηδέν τι μεταβαλών, τῇ προτέρᾳ ἐναπέθανε ῥᾳθυμίᾳ. ΛΗ΄. Ἀλλὰ γὰρ ἐντεῦθεν γνώριμα πάντως καὶ τὰ πάρεργα τοῦ δικαίου· ἡ τοῦ Ἰσαακίου κυρία μοναχή τε οὖσα, ὥσπερ μοι εἴρηται, καὶ γηραιά, καὶ δὴ καὶ τῆς τῶν Κλουβίων ἀφηγουμένη μονῆς, ἀνῆλθέ ποτε παρ᾿ αὐτὸν ἅμα τῇ θυγατρὶ προσευχῆς χάριν καὶ εὐλογίας. Ὁ δὲ ἣν ἡ μήτηρ κατὰ χεῖρα εἶχεν βακτηρίαν λαβὼν τῇ θυγατρὶ ἐνεχείρισε. Διαταραχθεῖσα οὖν ἡ τῆς παιδὸς μήτηρ· Ἐμοί, πάτερ, ἡ βακτηρία μᾶλλον προσῆκεν ὑποστηρίζουσα τὰ πολλὰ τὸ σῶμα διὰ τὸ γῆρας. Ὁ δὲ μηδὲν αὐτῇPater prædixisse non multo post futurum deces- φάμενον Αδελφὶ Εὐθύμιο, ετοιμάζουν στελῇ γὰρ
sum,sic dicens: Frater Euthymi, sis paratus, mox
enim ad supernam profcisceris peregrinationem.
Et sic quidem dixit Euthymio. Ipse autem cum voluisset ingredi antrum quoddam brevissimum. et
quod vix sufficiebat ad habitandum;incidit in damonem, qui erat prioribus longe sceleratior. Ab illo
enim spelunca appellabatur Tuparcha. Qui cum non
ferret habitare cum Joannicio,niger et terribilis
accessit ad Danielem, ut eum quidem terreret:
ille autem acceplo quoque Juannicio recederet.
Sed ii, ut qui sibi conβderent, erant interriti, et
illius fugam potius exspectabant. Cum ergo vidisset
malignus eos adeo fortes et constantes, Danielis
quidem pedibus circunivolutus, admirabilis autem
Joannicii lateri plaga imposita, ei quidem tantum
dolorem attulit, ut esset mulus tolos septemn dies:
ille vero station evanuit. Sed sanctum quidem rursus accipit mons Trichalicis.
XXXVII.Si quid autem, postquam illinc abierat,
molest aliquid acciderat iis, qui erant in monte,
id rursus totum de medio ablatum est ejus adventu. Et nunc quidem eruca, quæ nocumentum
afferebat oleribus, precibus et siguo crucis fugabatur a circuit, nunc autem iis qui illuc accede.
bant,mors præsignificabatur. Et illi quidem rebus
suis providebant, et se parabant ad excessum:
malignus autem et hostis humani generis, lupus
erat, ut ducitur, frustra hians. Ila etiam cuidam
viro Isacio, qui feminæ inserviebat monachæ,
quoniam prædictum fuerat a sancto, fore ut mox
ad eum veniret vitæ finis, et ideo oporteret eum
se parare ad decessum,ille autem negligenter vive-C
ret et remisse, deinde eliam rursus ad ipsum Dei
hominem ascendisset: Cur,inquit, adhuc mundanis occupatus sollicitudinibus, nullam futuri curam
geris? Sed ille quidem partim a domina coactus;
partim autem etiam sua sponte inductus (in pos
sessionum enim cura gerenda erat valde utilis), ad
nihil est excitatus eorum, quæ oportebat, neque
sibi ultimum paravit vialicum. Non mallo post
aulem morbus et necessitas,quæ eum invasit, fecit
ut et monasticum indueret habitum, et ei, proh
dolor! mortem attulit e vestigio. Sed quod aliinet
quidem ad Isacium, necessitati, non voluntati,
quispiam id acceptum tulerit: huic autem magno
Patri vere paternam ascripserit afectionem, quod
ei mortem praedixerat, etiamsi ille nihil mulatus,
in priori socordia sit mortuus.
XXXVIII. Sed enim hinc quoque nota fiunt
omnino ea, quæ justus faciebat vel Isacii domina, cum esset et monacha, sicut a me dictum
est, et vetula, et præfecta monasterii Clubiorum,
ad ipsum aliquando ascendit simul cum filia precationis gratia et benedictionis.Ille aulem,accepto
baculo, quem maler manu tenebat, tradidit in
manum Glim. Conturbata ergo mater puella, dixit:
Mihi, pater, magis conveniebat baculus, qui corpas meum fulcit ac sustinet magnaex parte propter
ὅσον ούπω τὴν πρὸς τὸν ἄνω Δεσπότην ἀποδημίαν.
Καὶ τῷ Εὐθυμίῳ μὲν οὕτως ἔφη. "Αντρον τι βρα
χυτάτον, καὶ μηδὲ πρὸς οἰκησιν σχεδόν ἀρκοῦν ο
κῆσαι προθυμηθείς, επίμονι ἐν αὐτῷ πολὺ τῶν
προτέρων περιτυγχάνει τοπάρχης γὰρ ἀπ᾿ ἐκείνου
καὶ τὸ σπήλαιον ἐκαλεῖτο. Ὃς ἐπεὶ μὴ συνοικεῖν
ἔφερε τῷ Ἰωαννικίῳ, τῷ Δανιήλ μέλας ἐπῆλθε καὶ
φοβερός, ὡς ἂν τοῦτον μὲν καταπλήξῃ, ὁ δὲ καὶ τὸν
Ιωαννίκιον παραλαβών, οπίσω πάλιν χωρήσει.
Αλλ' ούτοι καθάπερ ἐπιθάῤῥοῦντες ἀπτόητοι ὦσαν
τὴν ἐκείνου μᾶλλον φυγὴν ἀναμένοντες. Ἐπεὶ οὖν
ἀτρέπτου; οὕτως ὁ πονηρὸς καὶ γενναίους ἑώρα, τοῦ
μὲν Δανιήλ τοῖς ποσὶ περιειληθείς, τοῦ θαυμασίου
δὲ Ἰωαννικίου τῇ πλευρᾷ πληγὴν ἐνθεὶς περιωδυνία
μὲν περιβάλλει τὸν ἄνδρα, καὶ τοσοῦτον, ὡς ἐπὶ
επτὰ ὅλας ἡμέρας ἄφωνον εἶναι· ὁ δὲ ἀφανὴς αὐτίας
γίνεται. ᾿Αλλὰ τὸν ἅγιον καὶ αὖθις τὸ τοῦ Τριχάλικος
ὄρος λαμβάνει.
ΛΖ΄. Εἰ δὲ τι μετὰ τὴν ἐκεῖθεν τοῦ ἀνδρὸς ἀπου
δημίαν τοῖς ἐν τῷ ὄρει λυπηρὸν ἐγένετο, τοῦτο πᾶν
ἐκ τοῦ μέσου ἥρετο τῇ ἐπιδημία πάλιν. Καὶ νῦν
μὲν κάμπη τοῖς λαχάνοις διαλυμαινομένη, εὐχῇ καὶ
σημείῳ σταυροῦ τῶν περιπόλων ἀπεδιώκετο· νῦν
δὲ τοῖς ἐκεῖ παραβάλλουσιν ἡ τελευτὴ ἐδηλοῦνο.
Καὶ οἱ μὲν τὰ κατ' αὐτοὺς εὖ ἐτίθεντο καὶ πρὸς
τὴν ἐκδημίαν παρεσκευάζοντο ὁ δὲ πονηρὸς καὶ
τῷ τῶν ἀνθρώπων γένει πολέμιος λύκος ἦν, τὸ τοῦ
λόγου, μάτην χανών. Οὕτω καί τινι Ισαακίῳ ἀνδρὶ,
μοναζούσῃ γυναικὶ υπηρετουμένῳ, ἐπειδὴ ἡ τελευτή
ἥξειν αὐτῷ ὅσον οὐδέπω ὑπὸ τοῦ ἁγίου προείρητο,
κάντεῦθεν δέον πρὸς τὴν ἐκδημίαν εὐτρεπίζεσθαι,
ὁ δὲ ἀμελῶς ἔζη καὶ ἀνειμένως, εἶτα καὶ πρὸς αὐτ
τὸν πάλιν τὸν τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπων ἀνεληλύθει, ἵνα
τί, φησί, κοσμικαῖς ἔτι φροντίσιν ἐνασχολούμενος
οὐδεμίαν τοῦ μέλλοντος φροντίδα ποιεῖς; 'Αλλ'
ἐκεῖνος καὶ ἑκὼν ὑπαχθείς (περί γὰρ τὴν τῶν
κτημάτων ἐπιμέλειαν εὔχρηστος ή), πρὸς οὐδὲν
τῶν δεόντων διανέστη, οὐδ᾽ ἔτι ἑαυτῷ ἑτοίμασε
τελευταῖον ἐφόδιον. Οὐ πολλῷ γοῦν ὕστερον νόσος
αὐτῷ καὶ ἀνάρκη ἐπιπεσοῦσα μετ᾿ ἀμφιάσασθαί τε
τὸ τῶν μοναχῶν ἐποίησε σχῆμα, καὶ θάνατον, οἱ
μοι! καταπόδης ὑπήνεγκεν. ᾿Αλλὰ τὸ μὲν ἐπὶ τῷ
Ισαακίῳ τῇ ἀνάρχῃ ἄν τις, οὐ τῇ προαιρέσι χάριν
εἰδείη, τῷ δὲ μεγάλῳ τούτῳ Πατρὶ πατρικὴν ὡς
ἀληθῶς τὴν διάθεσιν ἐπιγράφει, ὅτι τὰ τῆς τελευτῆς
αὐτῷ προηγόρευσεν, εἰ κἀκεῖνος, μηδέν τι μεταβα
λών, τῇ προτέρᾳ ἐναπέθανε ῥαθυμία.
ΑΗ'. ᾿Αλλὰ γὰρ ἐντεῦθεν γνώριμα πάντως καὶ
τα πάρεργα τοῦ δικαίου, ἡ τοῦ Ἰσαακίου κυρία
μοναχή τε ούσα, ὥσπερ μοι εἴρηται, καὶ γηραιά,
καὶ δὴ καὶ τῆς τῶν Κλουβίων ἀφηγουμένη μονῆς,
ἀνῆλθέ ποτε παρ᾽ αὐτὸν ἅμα τῇ θυγατρί προσευχῆς
χάριν καὶ εὐλογίας. Ὁ δὲ ἦν ἡ μήτηρ κατὰ χειρα
εἶχεν βακτηρίαν λαβὼν τῇ θυγατρὶ ἐνεχείρισε.
Διαταραχθεῖσα οὖν ἡ τῆς παιδὸς μήτηρ. Εμοί,
πάτερ, ἡ βακτηρία μᾶλλον προσῆκεν ὑποστηρίζουσα
τὰ πολλὰ τὸ σῶμα διὰ τὸ γῆρας. Ὁ δὲ μηδὲν αὐτῇ
col. 73–74page 33 of 146
PG 116:73ἀποκρινάμενος ὅλως, ἔργῳ τὸ μέλλον ἐσήμαινεν. Ὀλίγῳ γὰρ ὕστερον ἡ μὲν ἀπεβίω, ἡ δὲ ἐπέβη τῆς τοῦ φροντιστηρίου προστασίας. Τὸ ἀπὸ τοῦδε οὖν ὁ θαυμαστὸς μὲν οὗτος Ἰωαννίκιος πρὸς τραχύ τε καὶ ἄναντες ὄρος μετῴκησεν, ὃ τοῦ Κόρακος ἐκαλεῖτο, ἅτε προειρημένον τῷ ἁγίῳ ὑπὸ τῶν συντυχόντων αὐτῷ κατὰ τὴν ἔρημον μοναχῶν, καὶ τὸ λεβητωνάριον δόντων, ἀφικέσθαι ποτὲ καὶ παρὰ ταπὶ τὸ ὄρος. Ἀλλά τίνα τά ὑπ᾽ αὐτοῦ, μᾶλλον δὲ τοῦ ἐνοικοῦντος αὐτῷ Πνεύματος καὶ ἐν τῷ τοιούτῳ ὄρει θαυμαστῶς διαπεπραγμένα;
ΛΘ΄. Ἐποίμαινόν τινες ἐν αὐτῷ πρόβατα, καὶ τινα τούτων ἀπολέσαντες, κατὰ ζήτησιν αὐτῶν τοῦ ὄρους πανταχῇ περιῄεσαν. Τούτους ὁ ἅγιος οὔτε ἀκοῇ ποτε παρειλήφει, οὔτε ἀπὸ τῆς ὄψεως ἐγίνωσκε. Περιτυχὼν οὖν αὐτοῖς ἐξ ὀνόματός τε ἕκαστον ἐκάλει, καὶ τὴν ὁδὸν ἀμφιγνοηθεῖσαν αὐτῷ (οὐδὲ γὰρ ἁπλῶς τὰ πάντα εἰδέναι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον δίδωσι) διδάσκειν ἐκέλευε. Καὶ οἱ μὲν ὑπεδείκνυον τὴν ὁδόν· ὁ δὲ χάριν αὐτοῖς τὴν τῶν θρεμμάτων εὕρεσιν ἀντιδίδωσι, καὶ προτρέπεται τοὺς ἄνδρας ἐν τῇ ἐρήμῳ γενέσθαι, κἀκεῖ τὰ πρόβατα εὑρήσειν. Ἐν αὐτῇ τοίνυν κατὰ τὰ ὑπ᾽ ἐκείνου εἰρημένα γενόμενοι, περιτυγχάνουσι πλανωμένοις τοῖς θρέμμασιν ὡς γε μή ποτε προσεδόκησαν, καὶ ταῦτα πολλὰ περὶ τὴν τούτων ἔρευναν πρότερον καμόντες, εἰ καὶ μὴ ἐντυχεῖν τότε αὐτοῖς ἐδυνήθησαν. Ὥστε χάριν ἐγίνωσκον τῇ περὶ τὴν ὁδὸν τοῦ ἀνδρὸς ἀγνοίᾳ, ὅτι συνενεχθῆναι αὐτῷ καὶ εἰς λόγους ὅλως ἐλθεῖν ἠξιώθησαν. Οὐδὲ γὰρ αὐτὸν οἱ περιτυγχάνοντες ἑώρων, εἴ γε μὴ ἐκεῖνος ἠβούλετο· καὶ ἵνα μὲ ταπεινώσεως τύπος τῷ ἀκολουθοῦντι Εὐστρατίῳ εἴη, ὑπὸ τῶν ἐντυγχανόντων τε οὐχ ἑωράτο, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐπιστρεφόμενος ἔλεγεν· Τῇ εὐχῇ σου, ἀδελφὲ Εὐστράτιε, οὐδὲ ὑπὸ τούτων τεθέαμαι.
Μ΄. Ἀναβὰς δὲ ἐν τοῖς ὄρεσι τῆς Ἀντιδίου μονῆς, ὁ καθ᾿ ἑκάστην ἐν τοῖς θείοις ὑψούμενος, καὶ κελλίον οἰκοδομήσας στενότατόν τε καὶ κομιδῇ βραχύστον, μείζονας τε τῶν προτέρων τῆς ἀρετῆς ἤσκει τόνους, καὶ μείζονος ἠξιοῦτο τῆς θεωρίας. Ἀμέλει καὶ τὴν τοῦ σώματος ταλαιπωρίαν τῆς ψυχῆς τροφὴν ἐνόμιζεν εἶναι. Ἐντεῦθεν καὶ πολλοῖς ἐν ὀλίγῳ δῆλος ἐγένετο, ὥσπερ δὲ καὶ πολλοὺς τοῦ βίου τοὺς ἐραστὰς κεκτημένος. Ἤρκει γὰρ καὶ μόνον ὁρώμενος, θερμόν μέν τινα πόθον ἐνστάξαι ταῖς ψυχαῖς, ζήλου δὲ κέντρον εἶναι, ὑποθῆξαι τε πρὸς ἀρετὴν ἄγαν νωθέστατον. Ἑνὸς γοῦν τῶν εἴτε μαγίστρων ἡ σύζυγος (Στέφανος δὲ, οἶμαι, οὗτος ἦν) θεραπαινίδων τε μοχθηρίᾳ καὶ μαγγανείᾳ περιέργῳ τὰς φρένας βλαβεῖσα, ἰατροῖς ἐξεδίδου. Πολλαὶ μὲν δὴ χεῖρες ἰατρῶν, μυρία δὲ φάρμακα, πλείω δὲ τὰ ἀπὸ τῆς τέχνης. Ἐπεὶ δὲ ἀνήνυτα ἔγνω τοῦτο, τὰ μὲν ἄλλα ἔδοξε χαίρειν ἐᾷν, ἐπὶ δὲ τὸν μέγαν Ἰωαννίκιον καταφεύγει. Ὁ δὲ προσευχῇ μὲν δίδωσι τῇ γυναικὶ τὴν ὑγείαν, μισθὸν δὲ τοῦτον ᾔτει παρ᾽ αὐτῆς, τὴν εἰς τὰς τοῦ Θεοῦ πύλαςἀποκρινάμενος ὅλως, ἔργῳ τὸ μέλλον ἐσήμαινεν. senectutem. Ille aulem nihil ipsi omnino responΟλίγῳ γὰρ ὕστερον ἡ μὲν ἀπεβίω, ἡ δὲ ἐπέβη τῆς
τοῦ φροντιστηρίου προστασίας. Τὸ ἀπὸ τοῦδε οὖν
ὁ θαυμαστὸς μὲν οὗτος Ιωαννίκιος πρὸς τραχύ τε
καὶ ἄναντες ὅρος μετῴκησεν, ὃ τοῦ Κόρακος έκαλεῖτο, άτε προειρημένον τῷ ἁγίω ὑπὸ τῶν συντυ
χόντων αὐτῷ κατὰ τὴν ἔρημον μοναχῶν, καὶ τὸ
λεβητωνάριον ζόντων, ἀφικέσθαι ποτὲ καὶ παρὰ
ταπὶ τὸ ὄρος. ᾿Αλλά τίνα τά ὑπ᾽ αὐτοῦ, μᾶλλον δὲ
τοῦ ἐνοικοῦντος αὐτῷ Πνεύματος καὶ ἐν τῷ τοιούτῳ
ὄρει θαυμαστώς διαπεπραγμένα;
ΔΘ'. Εποίμαινόν τινες ἐν αὐτῷ πρόβατα, και
τινα τούτων ἀπολέσαντες, κατὰ ζήτησιν αὐτῶν
τοῦ ὄρους πανταχή περιῄεσαν. Τούτους ὁ ἅγιος
οτε ἀκοῇ ποτε παρειλήφει, οὔτε ἀπὸ τῆς ὄψεως η
ἐγίνωσκε. Περιτυχών οὖν αὐτοῖς ἐξ ὀνόματός τε
ἕκαστον ἐκαλεῖ, καὶ τὴν ὁδὸν ἀμφιγνοηθεῖσαν αὐτῷ
(οὐδὲ γὰρ ἁπλῶς τὰ πάντα εἰδέναι τὸ Πνεῦμα τὸ
ἅγιον δίδωσι) διδάσκειν ἐκέλευε. Καὶ οἱ μὲν ὑπεδείκνυον τὴν ὁδόν· ὁ δὲ χάριν αὐτοῖς τὴν τῶν
θρεμμάτων εὕρεσιν ἀντιδίδωσι, καὶ προτρέπεται
τοὺς ἄνδρας ἐν τῇ ἐρήμῳ γενέσθαι, κἀκεῖ τὰ πρός
βπτε ευρήσειν. Εν αὐτῇ τοίνυν κατὰ τὰ ὑπ᾽ ἐκείτου ειρημένα γενόμενοι, περιτυγχάνουσι πλανωμέκαὶ τοῖς θρέμμασιν ως γε μή ποτε προσεδόκησαν,
καὶ ταῦτα πολλὰ περὶ τὴν τούτων ἔρευναν πρότεμεν καμόντες, εἰ καὶ μὴ ἐντυχεῖν τότε αὐτοῖς ἐδυο
νήθησαν. Ὥστε χάριν ἐγίνωσκον τῇ περὶ τὴν ὁδὸν
τοῦ ἀνδρὸς ἀγνοίᾳ, ὅτι συνενεχθῆναι αὐτῷ καὶ εἰς
λόγως ὅλως ἐλθεῖν ἡξιώθησαν. Οὐδὲ γὰρ αὐτὸν οἱ
περιτυγχάνοντες ἑώρων, εἴ γε μὴ ἐκεινος ἠβούλετο, &
καὶ ἵνα με ταπεινώσεως τύπος τῷ ἀκολουθοῦντι
Ευστρατί εἴη, ὑπὸ τῶν ἐντυγχανόντων τε ούχ έως
ράτο, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐπιστρεφόμενος ἔλεγεν Τῇ
εὐχῇ σου, ἀδελφὲ Εὐστράτιε, οὐδὲ ὑπὸ τούτων τε
θέαμα,
Η'. Αναβὰς δὲ ἐν τοῖς ὄρεσι τῆς ᾿Αντιδίου μονῆς,
ὁ καθ᾿ ἑκάστην ἐν τοῖς θείοις ὑψούμενος, καὶ κελλίον οικοδομήσας στενότατόν τε καὶ κομιδή βραχύστον, μείζονας τε τῶν προτέρων τῆς ἀρετῆς ἤσκει
τόνους, καὶ μείζονος ἠξιοῦτο τῆς θεωρίας. 'Αμέλει
καὶ τὴν τοῦ σώματος ταλαιπωρίαν τῆς ψυχῆς
τροφὴν ἐνόμιζεν εἶναι. Εντεῦθεν καὶ πολλοῖς ἐν
ὀλίγῳ δῆλος ἐγένετο, ὥσπερ δὲ καὶ πολλοὺς τοῦ
βίου τους εραστάς κεκτημένος. Ἔρχει γὰρ καὶ
μόνον δρώμενος, θερμον μέν τινα πόθον ἐνστάξαι
τοῖς ψυχαῖς, ζήλου δὲ κέντρον εἶναι, ὑποθῆξαι τε
πρὸς ἀρετὴν ἄγαν νωθέστατον. Ενὸς γοῦν τῶν
είτε μαγίστρων ή σύζυγος (Στέφανος δὲ, οίμαι,
οὗτος ἦν) θεραπαινίδων το μοχθηρία και μαγγανεία
περιέργῷ τὰς φρένες βλαβεῖσα, ἰατροῖς ἐξεδίδου,
Πολλαὶ μὲν δὴ χεῖρες ἰατρῶν, μυρία δὲ φάρμακα,
πλείω δὲ τὰ ἀπὸ τῆς τέχνης. Ἐπεὶ δὲ ἀνήνυτα ἔγνω
τονοῦσε, τὰ μὲν ἄλλα ἔδοξε χαίρειν ἐᾷν, ἐπὶ δὲ
τὸν μέγαν Ιωαννίκιον καταφεύρει. Ο δὲ προσευχῇ
μὲν δίδωσι τῇ γυναικὶ τὴν ὑγείαν, μισθὸν δὲ τοῦτον
επει παρ' αὐτῆς, τὴν εἰς τὰς τοῦ Θεοῦ πύλας
PATROL. GR. CXVI.
dens, reipsa significavit futurum. Paulo post enim
illa quidem e vita excessit: hæc vero provecta
fuit ad præfecturam monasterii. Abhinc autem hic
admirabilis Joannicius migravit ad montem asperum et arduum, qui appellabatur mons Corvi,utpote quod sancto prælictum fuisset ab iis, qui in
solitudine ei occurrerant, monachis, et dederant
lebitonarium, eum aliquando venturum ad eum
montem. Sed quænam sunt, quæ ab ipso, vel ab eo
potius, qui in ipso habitabat Spirita, in eo monte
facta sunt admirabiliter?
XXXIX. Pascebant quidam in ipso oves, et cum
quasdam ex eis amisissent, ad eas querendas montem obibant in omnein partem. Eos sanctus neque
unquam auditione acceperat, neque visu cognoscebat. Cum ergo in eos incidisset, et nomine unum
quemque vocabat, et viam, quam ipse ignorabat
(neque enim omnia sancto omnino concedit Spirilus sanctus), jubebat docere. Et illi quidem viam
ostenderunt: ille autem refert gratiam, nempe
pecudum inventionem, et jubet eos ire in solitudinem, et oves illic esse inventuros. Cum in eam
ergo venissent, sicut ille jusseral, offendunt oves
errantes, præter omnem eorum exspectationem,
idque cum sape in eis quærendis laborassent,
eliamsi tunc non potuerant in eas incidere. Quocirca id acceptum ferebant illius viri viæ ignorationi, quod digni essent habiti, qui eum convenirent, et cum eo colloquerentur. Neque enim, qui
in eum incidebant, ipsum videbant, nisi ille vofuisset, et ut sequenti Eustratio esset exemplar
humilitatis, si non videretur ab iis, qui incidebant, ad ipsum conversus, dicebat: Precibus
tuis, ο frater Eustrati, ne ab iis quidem sum conspectus.
XL. Cum autem ascendisset in montes Antidii
monasterii, qui quotidie in rebus divinis extollebatur, et cellam adificasset angustissimam et brevissimam, prioribus majores suscipiebat labores virtutis, et dignus habebatur majori contemplatione,
Corporis quidem certe aflictionem existimabat
esse alimentum animæ.Hinc factum est,ut multis
raro fuerit manifestus, quomodo etiam habuit
multos ejus vitæ amatores. Salis enim erat, si vol
solum videretur, ad acre quidem desiderium
eorum, qui videbant, animis instillandum, et immittendum zelum æmulationis, et ad virtutem excitandum eum, qui esset vel hebetissimus. Porro
autem cum unius ex iis, qui tunc erant magistri,
conjunx (erat vero is, ut opinor, Stephanus) ancillarum improbitate, et curiosis ac malefcis artibus
esset emotæ mentis, seipsam tradit medicis. Mults
quidem manus medicorum,medicamenta innume
rabilia, plura artis adjumenta. Postquam autem
cognovit se inutiliter laborare, statuit quidem
aliis vale dicere: ad magnum vero confugit Joan3
col. 75–76page 34 of 146
PG 116:75εἰσελευσιν ταύτης ἐν ἐσομολογήσει καὶ ὕμνοις, καὶ τὸ τοῖς πταίσασιν ἀφεῖναι τὴν ἁμαρτίαν.
ΜΑ'. Οὗτος ὁ πάντα χρηστὸς, ἵνα πρὸς ἕτερον μεταβῷ, καὶ Στεφάνῳ τινὶ ὄνομα, ἀνδρὶ, ἀρετὴν μὲν ἀσκοῦντι, καὶ δικαίῳ ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ, τὰ δὲ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς ἐκ πολλοῦ τοῦτο ἀναθεμένῳ, εἰς ἐπισκοπὴν αὐτοῦ διὰ μακροῦ παραγεγονότι· Ἑτοιμάζου, φησί, ἀδελφὲ, πρὸς τὴν ἔξοδον. Ὁ δὲ συμβαλὼν τὸ λεχθὲν ὅ τί ποτε εἴη, ἐπεὶ τὰ γε εἰς αὐτὸν καὶ προητοίμαστο ἤδη τῷ φθάσαντι θεομελίῳ τῆς ἀρετῆς φιλοπονώτερον ἐποικοδομήσας, μετὰ βραχύ προθύμως ἅμα καὶ περιχαρῶς ἐξεδήμησε, μυρίοις μετὰ τὴν ἐκδημίαν τοῖς θαύμασι διαλάμψας. Οὕτω καὶ Θωμᾷ, ὃς αὐτοῦ τε καὶ τοῖς αὐτοῦ πρὸς ἀρετὴν εἵπετο πόνοις, καὶ τῇ ταπεινώσει τῶν ἄλλων ἐπλεονέκτει, ὅτι νόσῳ ἀπροόπτως περιπέσοι ἐσήμαινε, καὶ ὡς ἀκολουθήσει τῇ νόσῳ καὶ θάνατος. Τῇ γοῦν τοιαύτῃ οὗτος προβλήσει ἅμα τε πρὸς τὴν ἄσκησιν ἐπιπλέον τὴν ψυχὴν διανέστη, καὶ ἅμα τὸ τοῦ βίου τέλος ὑπέρχεται. Οὕτω καὶ τὸν τῇ μονῇ τῶν Ἀγαύρων ἐπιστατοῦντα, τοῖς αἱρετικοῖς προστιθέμενον γνούς (ἐξέστη γὰρ τῆς ἐπιστασίας ὁ Εὐστράτιος ἤδη, ἅτε καὶ ὁδὸν ἀσεβῶν ἐκκλίνων) ἐπεὶ μετὰ μίαν καὶ δευτέραν παραίνεσιν, μὴ τῆς αἱρέσεως ἀφιστάμενον εἶδεν, Ἐπειδή, φησί, πολλάκις σε πρὸς τὴν ὀρθόδοξον πίστιν χειραγωγήσας, Ἀντώνιε (τοῦτο γὰρ ὁ ἀντιρρ- ἐκαλεῖτο), δυσανάκλητον εὗρον, τοῦτό σοι τελευταῖόν φημι· Εἰ μηκέτι τοῦ ἁμαρτάνειν προσθῇς στοιχῶν τοῖς ἑτεροδόξοις, ἀλλὰ καὶ τὴν παρὰ Κυρίου μέλλουσαν ἐπενεχθῆναι σοι παιδείαν εὐχαρίστως ὑπομείνῃς, οὐκ ἐλάχιστος ἀποκείσεται σοι μισθός. Ταῦτά τε ὁ δίκαιος εἶπε, καὶ θάτερον αὐτίκα τοῦ σώματος μέρος τῷ Ἀντωνίῳ ἀπενεκρώθη, ὡς εἰπεῖν, μαρανθὲν καὶ ἀπέθανεν. Ἐπὶ γοῦν τεσσαράκοντα ὅλας ἡμέρας μεγαλοψύχως ἐνεγκὼν τὴν τοιαύτην παιδείαν, καὶ μήτε βραχύ τι τοῦ στόματος ὀλιγωρίας προέμενος ῥῆμα, μή τε μὴν αἱρετικούς τὸ ἀπὸ τοῦδε συνθέμενος, ἀπεβίω, τὰ τοῦ πονηροῦ τεχνάσματά τε καὶ μηχανήματα διαδράς, σμικρᾷ τέ τινι παιδεύσει τὴν κατ᾿ αὐτοῦ νίκην ἀπενεγκάμενος, καὶ στεφανίτης ἀναγορευθείς. Οὕτως ἐκεῖνος τὴν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν ὑπέτεινεν, οὕτως ἀψευδῶς τὴν συγχώρησιν ἠγγυᾶτο, οἷς ἦν τι καὶ μικρὰν ἐμπόρευμα μετανοίας· τῷ δὲ καὶ τὸν τοῦ σώματος θάνατον ἥκοντα προσημαίνειν τὸ μὴ θνήσκειν τὸν τῆς ψυχῆς θάνατον σαφῶς τοῖς ἀνθρώποις περιεποίει.
ΜΒ'. Ἀλλ' ἕτερα μετὰ τοῦ λόγου παρακαλεῖ· ἐπὶ ταῦτα εἶμι. Κωνσταντινός τις ὕπατος χειροτονηθεὶς εἶχε μὲν συνήθως παρὰ τὸν θαυμαστὸν τοῦτον ἄνδρα ἥκειν· εἶχε δὲ παρ᾽ ἐκείνου πάλιν ἀντιδιδόμενον τὸ ταῖς αὐτοῦ εὐχαῖς ἀόργητός τε συντηρεῖσθαι, καὶ πρὸς μηδὲν ἄρα τῶν συμπιπτόντων ἀκροσφαλὴς εἶναι μηδὲ ὀξύχολος. Οὗτος ἔμελλέ ποτε πρὸς τὸν μέγαν Ἰωαννίκιον ἀνιέναι. Συμβὰν δὲ αὐτῷ πρὸς τὸν ὑπηρετούμενον ὀξυχολωθῆναι, ὑπάγεται ὅλως τῷnicium. Ille autem precatione quidem dat mulieri εἰσελευσιν ταύτης ἐν ἐσομολογήσει καὶ ὕμνοις, καὶ
sanitalem: hanc autem ab ea petit mercedem, τὸ τοῖς πταίσασιν ἀφεῖναι τὴν ἁμαρτίαν.
ut ea in Dei portas ingrederetur in confessione et hymnis, et iis qui offenderant, peccatum remitteret.
XLI. Hic omni ex parte bonus, ut ad alium
ΜΑ'. Οὗτος ὁ πάντα χρηστὸς, ἵνα πρὸς ἕτερον
transeam, cuidam nomine Stephano, viro quidern μεταβῷ, καὶ Στεφάνῳ τινὶ ὄνομα, ἀνδρὶ, ἀρετὴν
exercenti virtutem et justo in omnibus viis suis, μὲν ἀσκοῦντι, καὶ δικαίῳ ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτ
qui, quæ erant in anima, ei multo ante dedicarat, τοῦ, τὰ δὲ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς ἐκ πολλοῦ τοῦτο ἀναcum post longum tempus venisset ad eum visitan- θεμένῳ, εἰς ἐπισκοπὴν αὐτοῦ διὰ μακροῦ μεράγε
dum: Esto, inquit, ο frater, paratus ad exitum. γονότι· Ετοιμάζου, φησί, ἀδελφὲ, πρὸς τὴν ἔξοδον,
Is autem cum conjecisset, quidnam sibi vellet Ὁ δὲ συμβαλὼν τὸ λεχθὲν ὅ τί ποτε εἴη, ἐπεὶ τὰ γε
quod dictum fuerat,quoniam quod ad eum quidem εἰς αὐτὸν καὶ προητοίμαστο ἤδη τῷ φθάσαντι θεο
attinebat, jam erat paratus, ut qui super funda- μελίῳ τῆς ἀρετῆς φιλοπονώτερον ἐποικοδομήσας,
mentum virtutis, quod præcesserat, diligentius μετά βραχύ προθύπως ἅμα καὶ περιχαρῶς ἐξεδή
superadificaverat, paulo post prompto et alacri μησε, μυρίοις μετὰ τὴν ἐκδημίαν τοῖς θαύμασι
animo hinc excessit, post excessum innumerabi- διαλάμψης. Οὕτω καὶ Θωμά, ὃς αὐτοῦ τε καὶ τοῖς
libus resplendens miraculis. Ila eliam Thomæ, qui αὐτοῦ πρὸς ἀρετὴν εἶπετο πόνοις, καὶ τῇ ταπεινώeum sequebatur, et ejus labores ad virtutem,et hu- σει τῶν ἄλλων ἐπλεονέκτει, ὅτι νόσῳ ἀπροόπτως
militate superabat alios, significavit, quod ex in- περιπέσοι ἐσήμαινε, καὶ ὡς ἀκολουθήσει τῇ νόσο
proviso esset in morbum casurus,et quod morbum καὶ θάνατος. Τῇ γοῦν τοιαύτῃ οὗτος προβλήσει
mors quoque esset consecutura. Ilac ergo prædi- ἅμα τε πρὸς τὴν ἄσκησιν ἐπιπλέον τὴν ψυχὴν
clione is simul et animo magis fuit excitatus ad διανέστη, καὶ ἅμα τὸ τοῦ βίου τέλος ὑπέρχεται.
exercitationem, et subit finem vitæ. Ita etiam cum Οὕτω καὶ τὸν τῇ μονῇ τῶν ᾿Αγαύρων ἐπιστατοῦντα,
eum, qui præerat monasterio Agaurorum, cogno- τους αἱρετικοῖς προστιθέμενον γνούς (ἐξέττη γὰρ
visset se adjunxisse hæreticis (jam autem a præ- τῆς ἐπιστασίας ὁ Εὐστράτιος ἤδη, ἅτε καὶ ὁδὸν
fectura excesseral Eustratius, ut qui viam declina- ἀσεβῶν ἐκκλίνων) ἐπεὶ μετὰ μίαν καὶ δευτέραν
ret impiorum) cum post unam et alteram admoni- παραίνεσιν, μὲ τῆς αἱρέσεως ἀφιστάμενον εἶδεν,
tionem vidisset eum non desistere ab hæresi, Επειδή, φησί, πολλάκις σε πρὸς τὴν ὀρθόδοξον
Quoniam. inquit, te sæpe ad fidem orthodoxam πίστιν χειραγωγήσας. Αντώνιο (τοῦτο γὰρ ὁ ἀντιρ
deducens, ο Antoni (ita enim vocabatur), invenite ἐκαλεῖτο), δυσανάκλητον εὗρον, τοῦτό σοι τελευτατόν
revocatu difficilem, hoc tibi dico postremum: Si φημι· Εἰ μηκέτι τοῦ ἁμαρτάνειν προσθῇς στοιχῶν
non amplius peccare perrexeris, sequens eos, qui c τοῖς ἑτεροδόξοις, ἀλλὰ καὶ τὴν παρὰ Τυρίου μέλο
sunt diversa opinionis, sed eam etiam,quæa Domi. λουσαν ἐπενεχθῆναι σοι παιδείαν εὐχαρίστως όπου
no tibi afferenda est,disciplinam grato anim susti- μείνῃς, οὐκ ἐλάχιστος ἀποκείσεται σοι μισθός,
nueris, non minima merces tibi reponetur. Hæc Ταῦτά τε ὁ δικαιος εἶπε, καὶ θάτερον αὐτίκα τοῦ
dixit justus,et statim altera pars corporis Antonio σώματος μέρος τῷ ᾿Αντωνίῳ ἀπενεκρώθη,
flaccescens fuit quasi morte affecta. Quadraginta εἰπεῖν, μαρανθὲν καὶ ἀπέθανεν. Ἐπὶ γοῦν τεσσαρά
itaque totos dies cum magno anino eam tulisset dis- κοντα ὅλας ἡμέρας μεγαλοψύχως ένεγκὼς τὴν τοιαύ
ciplinam, et nec minimum quidem verbum contem την παιδείαν, και μήτε βραχύ τι τοῦ στόματος
ptus ex ore emisisset, et nec hæreticis deinceps ολιγωρίας προέμενος ῥῆμα, μή τε μὴν αἱρετικούς
esset assensus, e vila excessit, maligni effugiens τὸ ἀπὸ τοῦδε συνθέμενος, ἀπεβίω, τὰ τοῦ πονηροῦ
artes et machinationes, et parva castigatione ad- τεχνάσματά τε καὶ μηχανήματα διαδρας σμικρό τέ
versus eum referens victoriam, et victor fuit re- τινι παιδες, τὴν κατ᾿ αὐτοῦ νίκην ἀπενεγκάμενος,
nuntiatus, et corona redimitus. Sic ille Dei ex- καὶ στεφανίτης ἀναγορευθείς. Οὕτως ἐκεῖνος τὴν
tendit benignitatem et clementiam; tam certo τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν ὑπέτεινεν, οὕτως ἀψευδώς
spopondit veniam iis, quibus erat quidam parvus τὴν συγχώρησιν ἠγγυάτο, οἷς ἦν τι
καὶ μικρὰν
fomes penitentia; eo autem, quod venientem εμπόρευμα μετανοίας· τῷ δὲ καὶ τὸν τοῦ σώματος
corporis mortem præsignificabat, aperte efficiebat, θάνατον ήκοντα προσημαίνειν τὸ μὴ θνήσκειν τὸν
ne homines morte animæ morerentur.
τῆς ψυχῆς θάνατον σαφῶς τοῖς ἀνθρώποις πιο
ριεποίει.
XLII. Sed ad alia me vocat oratio, et ad ea
accedo Constantinus quidam creatus consul solebat
quidem venire ad hunc virum admirabilem.Isautem
illi rursus hoc vicissim reddebat, quod ejus orationibus conservabatur ab ira alienus, neque
propter aliquid, quod accidebat, facile movebatur
aut excandescebat. Is erat aliquando ascensurus ad
magnum Joannicium. Cum autem accidisset ut ministro acriter irasceretur, eum ira abripit,et manu
Ο
ΜΒ'. 'Αλλ' ἕτερα μετὰ τοῦ λόγου παρακαλετ᾽ ἐπὶ
ταῦτα εἶμι. Κωνσταντινός τις ὕπατος χειροτονηθείς
εἶχε μὲν συνήθως παρὰ τὸν θαυμαστὸν τοῦτον ἄνδρα
ἥκειν' εἶχε δὲ παρ᾽ ἐκείνου πάλιν ἀντιδιδόμενον τὸ
ταῖς αὐτοῦ εὐχαῖς ἀόργητός τε συντηρεῖσθαι, καὶ
πρὸς μηδὲν ἄρα τῶν συμπιπτόντων ἀκροσφαλής
είναι μηδὲ ὀξύχολος. Οὗτος ἔμελλέ ποτε πρὸς τὸν
μέγαν Ἰωαννίκιον ἀνιέναι. Συμβὰν δὲ αὕτω πρὸς
τὸν ὑπηρετούμενον ὀξυχολωθῆναι, ὑπάγεται ὅλως τῷ
col. 77–78page 35 of 146
PG 116:77θυμῷ καὶ τοῦτον ἀθρόως τῇ χειρὶ πλήττει. Εἶτα ὥσπερ εἰς ἑαυτὸν ὁ Κωνσταντῖνος ἐλθὼν, ἠνιᾶτό τε σφόδρα δε θυμοῦ ἥττων γέγονε, καὶ ὡς εἶχεν εὐθὺς τῷ μεγάλῳ τούτῳ Πατρὶ προσελθών, ἀπαγγέλλει τὸ πράγμα. Ο δὲ ἀνάλογόν τε αὐτῷ καὶ διεσπουδασμένην τὴν ἐπιτίμησιν ἐπιτιθεῖ. Καὶ ὁ ὕπατος οἷα πεῖς παρὰ πατρὸς λαβὼν ἐντολὴν, τὸ ἀπ' ἐκείνου εἴ ποτε συνῆκεν ἐκφερόμενον ἢ προσῆκε, Παῦσαι ἀπὸ ὀργῆς, ἔλεγε, καὶ ἐγκατάλιπε θυμόν· καὶ αὐτίκα τῷ ῥήματι τὸ ἔργον ἐπηκολούθει. Τοῦ θυμοῦ το γὰρ κρέμα ὑπέληγε, καὶ ἐν ἑαυτῷ πάλιν ἐγίνετο. Τὸ μὲν οὖν εἰς τὸν Κωνσταντῖνον ὑπὸ τοῦ ἁγίου γεγονὸς, τοιοῦτον· τὸ δὲ εἰς τὸν τούτου υἱὸν, ἤδη φράσω. Ἀνῆλθε καὶ οὗτός ποτε παρὰ τὴν τοῦ Θεοῦ θεράποντα τοῦτον, ὑπὸ τοῦ πατρὸς τοῦτο προστεταγμένος. Η γλώσσα δὲ αὐτῷ σφαλερῶς εἶχε καὶ ὑπετραύλιζεν. Ἐπειδὴ τοίνυν εἰς λόγους ἔλθοι τῷ ἁγίῳ, συνεὶς ἐκεῖνος προσπταίων ἦν, προτείνειν ἐκέλευε τὴν γλῶτταν. Τοῦτο δὲ, ὡς ἐκέλευσεν γεγονὸς, ὁ δὲ τὴν τοῦ τρανώσαι ταύτην δυνάμενον μόνου θεῷ βοησάμενος, ἅμα μὲν τῷ νεανίσκῳ τὸ ὄργανον μετράνωσεν, ἅμα δὲ τὴν τούτου ψυχὴν πρὸς τὰς τοῦ Θεοῦ ἐντολὰς ἀκμαιοτέραν οἷον ἐποίησε καὶ ζῆλον αὐτῇ ἐνῆκε τῶν ἀγαθῶν. ΜΙ. Ἀλλὰ τὸν μὲν ὅτι τοιούτων ἦν ἄξιος, τοιούτους ημείψατο· ἑτέροις δὲ καὶ εἰς ὄψιν ἥκων, ὅμως οχ ἑωρᾶτο παρ' αὐτῶν. Ωκοδομεῖτο γὰρ τις ἐν τῷ ὄρει τῷ Προδρόμῳ ναός, οὗ τὸν βίον οὗτος ἐζήλου. Τὸ δὲ τῆς οἰκοδομῆς σχῆμα ὑπὸ τοῦ μεγάλου δνώριστο τοῖς οἰκοδομούσι. Δόξαν οὖν ποτε τῷ ἁγίῳ κατὰ θέαν τῆς οἰκοδομῆς ἐλθεῖν, ὅτι ἰδεῖν εἰ κατὰ τὰ ὑπ᾽ ἐκείνου διατεταγμένα τὸ ἔργον προκαίνοι, ἐπειδὴ τῷ τοιούτῳ ἐπισταίη τόπῳ, παραβάλλουσι τινες ἐν αὐτῷ καὶ ἕτεροι, ὡς ἂν τὸν θαυμαστὸν τοῦτον ἄνδρα θεασοίντο, ἅμα καὶ τινος παρ᾽ αὐτοῦ τῆς ὁμιλίας ἀξιωθῶσιν. Ἐπεὶ οὖν ἐκεῖσε αὐτός τε ὁ τὴν ἄσκησιν νεανικός, κἀκεῖνοι γεγόνασιν, ὁ μὲν περ᾽ αὐτοῖς ἵστατο, τὰ τῆς οἰκοδομῆς ὅπως προβαίνοι διασκοπών. Οἱ δὲ καὶ ὁρῶντες, ὅμως οὐχ ἑώρων αὐτόν. Εἶτα ἐκεῖνος μὲν τὴν οἰκοδομὴν ἰδὼν, τὴν ἐπὶ τὸ σπήλαιον αὖθις ἐτράπη· οἱ δὲ τῷ τόπῳ προσεδρεύον, ἀναμένοντες πότε ἥξοι. Τῶν σὺν αὐτῷ τοίνυν τις μοναχῶν, (Ἰωάννης δὲ οὗτος ἦν), τὸ πρᾶγμα γνούς, λυπηρόν τε τοῦτο δόξαι τοῖς ἀνδράσιν ἡγεῖται, καὶ πρὸς τὸν ἅγιον. Οὐ χρὴ, φησί, τοὺς ἐπὶ σὲ τοσαύτην ὁδὸν ἥκοντας, ἀθεάτους ἐπανιέναι πάλιν τῆς σῆς ἀρετῆς· λυπηρὸν οἶδας τὸ πρᾶγμα, καὶ μέσης αὐτῆς ἀπτόμενον τῆς καρδίας. Ὁ δὲ ἅγιος ἐπήνεσε μὲν ἐκείνους τῆς προαιρέσεως, καὶ ὑπερηύξατο αὐτῶν, πρὸς δὲ τὸν μοναχὸν ἐπιστραφείς, Πῶς ἂν ὁ μὴ τῷ Θεῷ δοκοῦν ὑφ' ἡμῶν γένοιτο ; εἶπεν. Ἐγὼ μὲν γὰρ ἐν μέσῳ τῶν ὀφθαλμῶν ἐκείνων ἀπαρακαλύπτως ὢν ἐστηκώς, οἱ δὲ εἰ καὶ Θεὸν εἶχον συνευδοκοῦντα, πάντως ἂν με καὶ ἀποκρυπτόμενον εἶδον. Ταῦτα ὡς παρὰ τοῦ ἁγίου ὁ μοναχὸς ἤκουσε, τοῖς ἀνδράσι μηνύει, οἱ δὲ ἀναστρέφουσι μηδὲν δυσχεραίνοντες. Καὶ τοῦτο μὲν δὴ τοιοῦτον, ἀλλ' ἐκεῖνό γε πῶς οὐ διηγητέον ;θυμῷ καὶ τοῦτον ἀθρόως τῇ χειρὶ πλήττει. Εἶτα repente famulum percutit. Deinde cum ad se
ὥσπερ εἰς ἑαυτὸν ὁ Κωνσταντῖνος ἐλθὼν, ἠνιᾶτό τε reddidisset Constantinus, valde cruciabatur animo,
σφόδρα δε θυμοῦ ἥττων γέγονε, καὶ ὡς εἶχεν εὐθὺς quod ab ira fuisset superatus,et ad magnum hunc
τῷ μεγάλῳ τούτῳ Πατρὶ προσελθών, ἀπαγγέλλει τὸ Patrem accedens, rem ei renuntiat. Ille vero
πράγμα. Ο δὲ ἀνάλογόν τε αὐτῷ καὶ διεσπουδασμέ- seriam et convenientem ei infert increpationem.
την τὴν ἐπιτίμησιν ἐπιτιθεῖ. Καὶ ὁ ὕπατος οἷα Consul vero tanquam filius, qui a patre mandatum
πεῖς παρὰ πατρὸς λαβὼν ἐντολὴν, τὸ ἀπ' ἐκείνου acceperat, ab illo tempore, si quando sensisset se
εἴ ποτε συνῆκεν ἐκφερόμενον ἢ προσῆκε, Παῦσαι longius efferri, quam conveniebat,apud se dicebat:
ἀπὸ ὀργῆς, ἔλεγε, καὶ ἐγκατάλιπε θυμόν· καὶ αὐ- Cessa ab ira,et vince animum. Statimque verbum
τίκα τῷ ῥήματι τὸ ἔργον ἐπηκολούθει. Τοῦ θυμοῦ res ipsa sequebatur. Nam et sensim ab ira desiit,
το γὰρ κρέμα ὑπέληγε, καὶ ἐν ἑαυτῷ πάλιν ἐγί- et rursus ad se rediit. Atque quod a sancto
πετο. Τὸ μὲν οὖν εἰς τὸν Κωνσταντῖνον ὑπὸ τοῦ ἁγίου quidem factum est in Constantinum, fuit hujusγεγονος, τοιοῦτον· τὸ δὲ εἰς τὸν τούτου υἱὸν, ἤδη modi, quod autem in filium ejus,jam dicam.Ascen
φράσω. Ανῆλθε καὶ οὗτός ποτε παρὰ τὴν τοῦ Θεοῦ dit is quoque aliquando ad hunc Dei servum,cum
θεράποντα τοῦτον, ὑπὸ τοῦ πατρὸς τοῦτο προστε- pater id ei jussisset. Lingua autem ei lababat, et
ταγμένος. Η γλώσσα δὲ αὐτῷ σφαλερῶς εἶχε καὶ balbutiebat. Cum ergo cum sancto sermones conὑπετραύλιζεν. Επειδὴ τοίνυν εἰς λόγους ἔλθοι τῷ tulisset, intelligens ille, quod in dicendo titubaret,
ἁγίῳ, συνεὶς ἐκεῖνος προσπταίων ἦν, προτείνειν jussit ei linguam porrigere. Hoc autem factum fuit
ἐκέλευε τὴν γλῶτταν. Τοῦτο δὲ, ὡς ἐκέλευσεν γεγο- sicut jussit. Ilie vero implorato auxilio ejus, qui
νὸς, ὁ δὲ τὴν τοῦ τρανώσαι ταύτην δυνάμενου μόνου potest facere ut aperte et distincte loquatur,simul
θεώ βοησάμενος, ἅμα μὲν τῷ νεανίσκῳ τὸ ὄργανον quidem effecit ut adolescenti esset linguæ instru
μετράνωσεν, ἅμα δὲ τὴν τούτου ψυχὴν πρὸς τὰς mentum promptum et expeditum, et effecit ejus
τοῦ Θεοῦ ἐντολὰς ἀκμαιοτέραν οἷον ἐποίησε καὶ animam ad Dei exsequenda præcepta vividiorem,
ζῆλον αὐτῇ ἐνῆκε τῶν ἀγαθῶν.
et ei immisit bonorum æmulationem.
ΜΙ. ᾿Αλλὰ τὸν μὲν ὅτι τοιούτων ἦν ἄξιος, τοιού
τους ημείψατο· ἑτέροις δὲ καὶ εἰς ὄψιν ἥκων, ὅμως
οχ ἑωρᾶτο παρ' αὐτῶν. Ωκοδομεῖτο γὰρ τις ἐν
τῷ ὄρει τῷ Προδρόμῳ ναός, οὗ τὸν βίον οὗτος ἐζήλου. Τὸ δὲ τῆς οἰκοδομῆς σχῆμα ὑπὸ τοῦ μεγάλου
δνώριστο τοῖς οἰκοδομούσι. Δόξαν οὖν ποτε τῷ ἁγίῳ
κατὰ θέαν τῆς οἰκοδομῆς ἐλθεῖν, ὅτι ἰδεῖν εἰ κατὰ
τὰ ὑπ᾽ ἐκείνου διατεταγμένα τὸ ἔργον προκαίνοι,
ἐπειδὴ τῷ τοιούτῷ ἐπισταίη τόπῳ, παραβάλλουσι
τινες ἐν αὐτῷ καὶ ἕτεροι, ὡς ἂν τὸν θαυμαστὸν τοῦ
τον άνδρα θεασοίντο, ἅμα καὶ τινος παρ᾽ αὐτοῦ
τῆς ὁμιλίας ἀιξωθῶσιν. Ἐπεὶ οὖν ἐκεῖσε αυτός τε ὁ
τὴν ἄσκησιν νεανικός, κακεῖνοι γεγόνασιν, ὁ μὲν
περ᾽ εὐτοῖς ἵστατο, τὰ τῆς οἰκοδομῆς ὅπως προβαίνα διασκοπών. Οἱ δὲ καὶ ὁρῶντες, ὅμως οὐχ ἑώρων
στόν. Εἶτα ἐκεῖνος μὲν τὴν οἰκοδομὴν ἰδὼν, τὴν
ἐπὶ τὸ σπήλαιον αὖθις έτραπη· οἱ δὲ τῷ τόπῳ προστ
ξόρευον, ἀναμένοντες πότε ἥξοι. Τῶν σὺν αὐτῷ
τοίνυν τις μοναχῶν, (Ιωάννης δὲ οὗτος ἦν), τὸ
Σίγμα γνούς, λυπηρόν τε τοῦτο δόξαι τοῖς ἀνδράσιν
ἡγεῖται, καὶ πρὸς τὸν ἅγιον. Οὐ χρὴ, φησί, τους
ἂν σὲ τοσαύτὴν ὁδὸν ἥκοντας, ἀθεάτους ἐπανιέναι
τίλιν τῆς σῆς ἀρετῆς· λυπηρὸν οἶδας τὸ πρᾶγμα,
καὶ μέσης αὐτῆς ἀπτόμενον τῆς καρδίας. Ὁ δὲ
ἔγιος ἐπήνεσε μὲν ἐκείνους τῆς προαιρέσεως, καὶ
ὑπερηύξατο αὐτῶν, πρὸς δὲ τὸν μοναχὸν ἐπιστραφείς, Πῶς ἂν ὁ μὴ τῷ Θεῷ δοκοῦν ὑφ' ἡμῶν γέποτο; εἶπεν. Ἐγὼ μὲν γὰρ ἐν μέσῳ τῶν ὀφθαλΕκείνων ἀπαρακαλύπτως ὧν ἐστηκώς, οἱ δὲ εἰ
καὶ Θεὸν εἶχον συνευδοκοῦντα, πάντως ἂν με καὶ
αποκρυπτόμενον εἶδον. Ταύτα ὡς παρὰ τοῦ ἁγίου ὁ
μοναχὸς ἤκουσε, τοῖς ἀνδράσι μηνύει, οἱ δὲ ἀναστρέφουσι μηδὲν δυσχεραίνοντες. Καὶ τοῦτο μὲν δὴ
τιούτον, ἀλλ' ἐκείνό γε πῶς οὐ διηγητέον;
revertantur, nihil ægre ferentes. Et hoc quidem
merrandum?
XLIII. Sed eum quidem, quod talibus esset
dignus,talibus est remuneratus: in aliorum autem
cum venisset conspectum,ab eis tamen non cernebatur. Ædifcabatur enim in monte Baptistæ et
Præcursori quoddam templum, cujus vitam hic
@nulabatur. Forma autem ædificii a magno Joannicio fuerat descripta iis, qui adificabant. Cum
ergo sancto visum esset aliquando venire ad contemplandum adificium, ut videret an opus procederet, ut constituerat: cum ad eum locum venisset, accedunt etiam ad eum quidam alii, ut
virum admirabilem simul et viderent, et aliquo
ejus sermone fruerentur. Cum ergo illuc venisset
Joannicius, qui juvenili erat exercitatione, et illi
etiam venissent, ille quidem stabat juxta ipsos,
considerans quomodo procederet adificium. Illi
vero videntes eum, tamen non videbant. Deinde
ille quidem cum vidisset aedificium,rursus conversus est ad speluncam.Illi autem in loco assidebant,
exspectantes quando esset venturus.Quidam ergo
ex iis, qui erant cum ipso, monachis (is autem
erat Joannes) cum rem cognovisset, existimat hoc
eis visum esse molestum, et sancto dicit: Non
oportet eos qui propter te tantum iter confecerunt, reverti tua non conspecta virtute. Scis rem
esse molestam,et quæ cor ipsum tangit medium.
Sanctus vero laudavit quidem illorum institutum,
et pro eis est precatus: conversus autem ad monachum: Quomodo a nobis,inquit, Geri possit, quod
Deo non videtur? Nam ego quidem stabam sine
ullo legumento in medio oculorum illorum; illi
autem, si Deo id ita visum esset, me omnino vidissent, etiamsi me abscondissem. Postquam haca
sancto audivit monachus, eis significat. Illi vero
est ejusmodi. Sed illud quidem quomodo non est
col. 79–80page 36 of 146
PG 116:79ΜΔ'. Θεόδωρός τις ἄρτι τὸν μονήρη βίον ἀνηρημένος, ἐποθεῖ τὰ τοῦ ἁγίου παρὰ τῶν ὡς αὐτὸν φοιτώντων μανθάνειν, ἥτις τε αὐτῷ ἡ διαγωγή καὶ ὁποῖος ὁρᾶται, καὶ ὅ τι πράττοι ἢ φθέγγοιτο, ὅπως εἰ μή τι ἄλλο, ἀλλὰ τά γε τοῦ Ἰωαννικίου διηγεῖσθαι ἔχοι, κἀντεῦθεν μνήμην ἑαυτοῦ τοῖς εἰς ὕστερον καταλίποι, τῶν ὑπ' ἐκείνου ταῦτα πυθομένων, τοῖς μετ' αὐτοὺς πάλιν διηγουμένων, ὡς τάδε τυχὸν παρὰ τοῦ δεῖνος ἐπύθοντο. Ἐπεὶ δὲ τισιν ὅσα ἤκουσε διηγεῖτο οὐκ ἀβασανίστως μὲν ἐκεῖνοί φασι ταῦτα χρῆναι προσδέχεσθαι, ἀλλὰ τὸν ἐργάτην τούτων, εἰ βούλει, ὀψόμεθα. Ὁ δὲ ὁδηγὸς αὐτοῖς εὐθὺς γίνεται, ἀνέρχονται τε παρὰ τὸν ἅγιον καὶ εἰς ὁμιλίαν αὐτῷ ἥκουσιν. Ἔτι γοῦν αὐτοῖς τριβομένης τῆς ὁμιλίας, ἄρκτος ποθὲν τοῦ ἄλσους ἐπιφανεῖσα, τὰς τούτων διαταράττει ψυχάς. Ὁ δὲ ἄρτον αὐτῇ ὀρέγειν προστάττει, καὶ τούτοις προτρέπεται τῆς πολλῆς ἐκείνης ἀναφέρειν δειλίας, μεμνημένους τοῦ λέοντα καὶ δράκοντα καταπατεῖν δεδωκότος, οἵ τινες περὶ τῆς ἄρκτου μακρῷ φοβερώτεροι, καὶ τῶν μὲν τὰς ψυχὰς ἀπαλλάττει τῆς δειλίας, τὴν δὲ χωρεῖν ἐπὶ τὰ οἰκεῖα ἤθη κελεύει. Τοῦτο μὲν δὴ οὕτως ἐγεγόνει, καὶ τῆς ὁμιλίας διαλυθείσης, ἀπῄεσαν οἱ ἄνδρες, ἕτερον ἀνὰ στόμα φέροντες οὐδέν, ὅτι μὴ τὸν μέγαν Ἰωαννίκιον. Ἐντεῦθεν θεσμοί τινες ἦσαν εἰς ἀρετήν, καὶ πρὸς τὸν ὅμοιον διανίσταντο ζῆλον, καὶ πρὸς τὸν μοναχὸν Θεόδωρον ἔλεγον, ὡς οὐκ ἀπὸ τῶν σῶν πιστεύομεν λόγων, ἀλλ' ἀφ' ὧν, κατὰ τὸν εὐαγγελιστήν, αὐτοὶ ἠκούσαμέν τε καὶ εἴδομεν. Ἀπόχρη ταῦτα, ἢ καὶ ἕτερα βούλεσθε τῶν τοῦ ἁγίου προσθεῖναι; Ἀλλὰ πῶς ἂν σιωπῇ ταῦτα δόντες, μὴ τὰ κάλλιστα ὦμεν ζημιοῦντες τοὺς φιλοθέους; ΜΕ'. Ἐπαρκέσαι ποτὲ τοῖς ἐνδεέσιν ἔλαιον τὸ εἰς βρῶσιν ἐθέλων (πολλοὶ γὰρ πολλάκις παρέβαλλον ἐκεῖ πένητες, οἷς δή που καὶ πᾶν ὃ ἐτύγχανεν ἔχων παρεῖχε)· διαδοῦναί ποτε τοίνυν ἔλαιον ἐθέλων αὐτοῖς (τοῦτο γὰρ αὐτῷ τότε ἦν) τῷ ὑπηρετουμένῳ μοναχῷ, πλῆρές τε καὶ κενόν, δύο ταῦτα πρὸς αὐτὸν ἀγγεῖα κομίσαι κελεύει. Ὁ δὲ περιττὴν μὲν ἄλλως τηνικαῦτα ᾠήθη τὴν τοῦ κενοῦ ἀγγείου μετακομιδήν. Τίς γάρ, πρὸς ἑαυτὸν ἔλεγε, τοῦ κενοῦ χρεία, ὅπου γε τὸ πλῆρες ὑπάρχει; Ὅμως ἐπεὶ μὴ τὴν τοῦ Πατρὸς εἶχεν ἐντολὴν παραβῆναι, δύο ταῦτα, τὸ πλῆρές τε καὶ κενόν, ἄρας, ἐκόμιζε πρὸς αὐτόν. Συμβὰν οὖν τύχῃ τινὶ τὸ πλῆρες διατρηθῆναι, τοῦ ἐλαίου ἐκχυνομένου, εἰς ἀμηχανίαν ὁ μοναχὸς περιίστατο. Ἐλθὸν τοίνυν αὐτῷ ἐπὶ νοῦν, τὸ ἔλαιον ἀπὸ τοῦ πλήρους εἰς τὸ κενὸν μεταβάλλει, καὶ τοῖς δεομένοις οὕτως εἰς ἔλεον ἐδόθη. Καὶ κατὰ καιρὸν ἄρα ὁ μοναχὸς ὑπὸ τοῦ Πατρὸς ἔγνω εἰρῆσθαι, τὸ τῷ πλήρει ἀγγείῳ καὶ κενόν τι συγκομίσαι. Ἐντεῦθεν καὶ συνεχύθη αὐτῷ τὸ πρόσωπον, ὅτι καὶ μικρόν τι τὴν τοῦ Πατρὸς ἐντολὴν διαμφισβητήσας· ἀλλ' οὐδὲ ἐκεῖνο παραδραμεῖν δίκαιον. ΜϚ'. Ὁ μέγας οὗτος ἀστὴρ παρ' ὅλον τὸν τῆςXLIV. Theodorus quidam,qui modo vitam susce.
perat monasticam, cupiebat de rebus sancti discere
ab iis, qui ad ipsum ventitabant, et quænam esset
ejus vitæ ratio, et cujusnammodi. aspiceretur; et
quidnam faceret aut diceret, ut si nihil aliud, at
de Joannicii quidem certe rebus posset narrare,et
hinc memoriam suis relinqueret posteris, cum ii,
qui hæc ab illo audiverant, suis rursus narrarent
posteris, quod hæc et hæc ab hoc aut illo audivissent.Cum autem narraret aliquibus,quæcunque audiverat,illi autem dicerent hæc non esse adinillen.
da citra examinationem; Sed horum, dicebant,effeclorem, si velis, videbimus. Ille autem statim fit
eis dux itineris,et rursus ascendunt ad sanctum et
eum alloquuntur.Com vero sermo ab eis produceretur, ursa, quæ alicunde e sylva eis apparuit, η
conturbat eorum animos. Ille aulem jubet eis
ipsi panem porrigere, et hortatur, ut ab illo
magno timore recreentur, recordantes ejus, qui
dedit potestatem conculcandi leonem et draconem 9, qni quidem sunt urso longe terribiliores,
et illorum quidem animos liberat a metu, ursam
autem jubet reverti ad sua latibula. Hoc quidem
sic factum fuerat, et finito sermone,illi recesserunt,
nihil aliud habentes in ore, nisi magnum Joannicium. Hinc factum est, ut essent acres ad virtutem et ad similem zelum incitarentur, et dicerent
monacho Theodoro: Non ex tuis verbis crediinus,
sed ex iis, quæ ipsi audivimus et vidimus 10, ut
dicit Evangelista. Hacne sufficiunt, an ex rebus
sancti vullis alias adjiciamus? Sed quomodo, si hæc
silentio dederimus, non pulcherrimarum rerumn
detrimento pios affecerimus?
XLV. Cum vellet aliquando pauperibus oleum
suppeditare ad cibum (multi enim pauperes sape
illuc accedebant,quibus etiam præbebat quidquid
habebat);cum ergo vellet aliquando eis dare leum
(hoc enim tunc habebat), jubet monacho, qui ei
inserviebat, afferre duo vasa, unum plenum, et
alteroum inane. Ille autem alioqui quidem existimabat supervacuaneum afferre vas inane. Quid
enim, apud se dicebat, opus est inani, ubi est
plenum? tamen cum non posset transgredi Patris
mandatum, hæc duo ad ipsum attulit, nempe
plenum et inane. Cum autem forte fortuna contigisset, ut vas plenum es et perforatumn, oleum
vero effunderetur, erat perplex animo monachus.
Cum autem id ei venisset in mentem, transmutat
oleum ex pleno in inane, et sic indigentibus datum
est ad misericordiam. Tune cognovit monachus
prophetice dictum fuisse a Patre, ut simul cum
vase pleno afferret alterum inane. Hinc erat ei
vultus confusus, quod sciret se aliquantulum dubitasse de mandato Patris. Ne illud quidem æquum
est praetermittere.
XLVI.Magnus hic Pater cum toto vitæ tempore
9 Psal. xc, 13. 10 Joan. IV, 42.
–
ΜΔ'. Θεόδωρός τις ἄρτι τὸν μονήρη βίου άνηρη
μένος, ἐποθεῖ τὰ τοῦ ἁγίου παρὰ τῶν ὡς αὐτὸν
φοιτώντων μανθάνειν, ἥτις τε αὐτῷ ἡ διαγωγή και
ὁποῖος ὁρᾶται, καὶ ὅ τι πράττοι ἢ φθέγγοιτο, ὅπως
εἰ μή τι ἄλλο, ἀλλὰ τά γε τοῦ Ἰωαννικίου διηγεῖ
σθαι ἔχοι, καντεῦθεν μνήμην ἑαυτοῦ τοῖς εἰς ὕστερον
καταλίποι, τῶν ὑπ' ἐκείνου ταῦτα πυθομένων, τοῖς
μετ' αυτούς πάλιν διηγουμένων, ὡς τάξε τυχών
παρὰ τοῦ δεῖνος ἐπύθοντο. Ἐπεὶ δὲ τισιν ὅσα ἤκουσε
διηγεῖτο οὐκ αβασανίστως μὲν ἐκεῖνοί φασι ταῦτε
χρῆναι προσδέχεσθαι, ἀλλὰ τὸν ἐργάτην τούτων, εἰ
βούλει, ὀψόμεθα. Ο δὲ ὁδηγὸς αὐτοῖς εὐθὺς γίνεται,
ανέρχονται τα παρὰ τὸν ἅγιον καὶ εἰς ὁμιλίαν αὐτῷ
ήκουσιν. "Ετι γοῦν αὐτοῖς τριβομένης τῆς ομιλίας,
ἄρκτος ποθὲν τοῦ ἄλσους ἐπιφανεῖσα, τὰς τούτων
διαταράττει ψυχάς. Ο δὲ ἄρτον αὐτῇ ὀρέγειν προσ
ταττει, καὶ τούτοις προτρέπεται τῆς πολλῆς ἐκεί
νης ἀναφέρειν δειλίας, μεμνημένους τοῦ λέοντά τι
καὶ δράκοντα καταπατεῖ, δεδωκότος, οἵ τινες περί
τῆς ἄρκτου μακρῇ φοβερώτεροι, καὶ τῶν μὲν τὰς
ψυχὰς ἀπαλλάττει τῆς δειλίας, τὴν δὲ χωρεῖν ἐπὶ
τὰ οἰκεῖα ἤθη, κελεύει. Τοῦτο μέν δὲ οὕτως ἐγεγό
νει, καὶ τῆς ὁμιλίας διαλυθείσης, ἀπῄεσαν οἱ ἄν
δρες, ἕτερον ἀνὰ στόμα φέροντες οὐδὲν, ὅτι μὲ τὸν
μέγαν Ἰωαννίκιον. Εντεῦθεν θεςμοί τινες ἦσαν εἰς
ἀρετὴν, καὶ πρὸς τὸν ὅμοιον διανίσταντο ζῆλον, καὶ
προς τὸν μοναχὸν Θεόδωρον ἔλεγον, ὡς οὐκ ἀπὸ τῶν
σῶν πιστεύομεν λόγων, ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ὤν, κατὰ τὸν εὐαγ
γελιστήν, αὐτοὶ ἠκούσαμέν τε καὶ εἴδομεν. ᾿Απόχρη
ταῦτα, ἢ καὶ ἕτερα βούλεσθε τῶν τοῦ ἁγίου προσθε
μεν; ᾿Αλλὰ πῶς ἂν σιωπῇ ταῦτα δόντες, μὴ τὰ
κάλλιστα ὦμεν ζημιοῦντες τοὺς φιλοθέουν;
ΜΕ΄. Επαρκέσαι ποτὲ τοῖς ἐνδεέσιν ἔλαιον τὸ εἰς
βρώσιν ἐθέλων (πολλοὶ γὰρ πολλάκις παρέβαλλον ἐκεῖ
πένητες, οἷς δή που καὶ πᾶν ἢ ἐτύγχανεν ἔχων παρείχε
διαδοῦναί ποτε τοίνυν ἔλαιον ἐθέλων αὐτοῖς
(τοῦτο γὰρ αὐτῷ τότε ἦν) τῷ ὑπηρετουμένῳ μοναχή,
πλῆρές τε καὶ κενὸν, δύο ταῦτα πρὸς αὐτὸν ἀγγεῖα
κομίσαι κελεύει. Ο δὲ περιττὴν μὲν ἄλλως τηνικαύτα
ᾠήθη τὴν τοῦ κενοῦ ἀγγείου μετακομιδήν. Τις γάρ,
πρὸς ἑαυτὸν ἔλεγε, τοῦ κενοῦ χρεία, ὅπου γε τὸ
πλῆρες υπάρχει; Ὅμως ἐπεὶ μὴ τὴν τοῦ Πατρὸς
εἶχεν ἐντολὴν παραβῆναι, δύο ταῦτα, τὸ πλῆρές τι
καὶ κενὸν ἄρας, ἐκόμιζε πρὸς αὐτόν. Συμβὲν οὖν
τύχῃ τινὶ τὸ πλῆρες διατρηθῆναι, τοῦ ἐλπίου ἐκαίνου, εἰς ἀμηχανίαν ὁ μοναχὸς περιίστατο. Ελθών
τοίνυν αὐτῷ ἐπὶ νοῦν, τὸ ἔλαιον ἀπὸ τοῦ πλήρους
εἰς τὸ κενὸν μεταβάλλει, καὶ τοῖς δεομένοις οὕτως
εἰς ἔλεον ἐδόθη. Καὶ κατὰ καιρὸν ἄρα ὁ μοναχός
ὑπὸ τοῦ Πατρὸς ἔγνω εἰρῆσθαι, τὸ τῷ πλήρει ἀγ
γείῳ καὶ κενόν τι συγκομίσαι. Εντεῦθεν καὶ συνε
χύθη αὐτῷ τὸ πρόσωπον, ὅτι καὶ μικρόν τι
τὴν τοῦ Πατρὸς ἐντολὴν διαμφισβητήσας αλλ
οὐδὲ ἐκεῖνο παραδραμεῖν δίκαιον.
ΗϚ'. Ο μέγας ουτος αστήρ παρ' ὅλον τὸν τῆς
col. 81–82page 37 of 146
PG 116:81ζωῆς χρόνου φιλοτίμως καὶ ὑπερφυῶς ἀσκήσας, οὐ μετὰ τὸν βίον μόνον, ἀλλ' ἔτι καὶ μετὰ σώματος ὤν, πολλὰ τὰ παράδοξά τε καὶ θαυμαστὰ διετέλει. Οἱ γὰρ δαίμονες αὐτὸν ὑπέστησαν μόνοι, τὴν τούτου μὴ στέγοντες παρουσίαν, ἀλλὰ καὶ νόσοι θάνατον ἀπειλοῦσαι, εὐχῇ τῇ παρ' αὐτοῦ καὶ σφραγῖδι ἐλύοντο. Ἀμέλει καὶ ὁ ἕτερος μὲν αὐτῷ καὶ φίλος Εὐστράτιος νόσῳ τινὶ ἐπιέζετο χαλεπῇ ἀπὸ τῶν ἐγκάτων αἷμα ἐμῶν. Ὁ δὲ μηνυθὲν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Εὐστρατίου, φθάσας τὸ μὲν αἷμα ἐπέσχεν, τῷ δὲ θαῤῥεῖν ἐκέλευσεν. Ὁ γοῦν Εὐστράτιος τῇ τοῦ ἀνδρὸς παρουσίᾳ τῆς νόσου ῥαίσας, εἰς τὴν τῶν Λευκάδων καταγωγήν, ὃ Μετόχιον καλεῖν σύνηθες μεταβαίνει, ἀναλαβεῖν οἷον ἑαυτὸν πεπονηκότα ἐθέλων, καὶ τινος καὶ ψυχαγωγίας τυχεῖν. Τῷ δὲ ἄρα εἰς τὸ ἐναντίον τὸ πρᾶγμα χωρεῖ. Καὶ συμφορᾷ πάλιν χρῆται πολὺ τῆς προτέρας χαλεπωτέρᾳ. Πυρετός γὰρ αὐτὸν λαῦρος παραλαβών, σφοδρῶς τε ὑπέσμυχε, καὶ ἄφωνον εἶχεν, ἕως εἰς μνήμην τοῦ λαμπρὸν ἐν ἀσκηταῖς διαφαίνοντος Ἰωαννικίου ἐλθὼν, ἱκέτης τε αὐτῷ καθάπερ παρόντι προσέπιπτε καὶ ἀντιβόλει τῆς παρούσης ἐξαιρεθῆναι νόσου. Ἐν τοσούτῳ γοῦν εἰς ὕπνον τραπεὶς καὶ τὸν μέγαν Ἰωαννίκιον δόξας ὁρῶν παρεστηκότα, συλλαλοῦντα καὶ οἷον ἐπιρρωννύοντα, ὑπέσχε τῆς νόσου, καὶ εἰς ἐκεῖνον ἀνέφερε τὰ τῆς σωτηρίας, ὅνπερ δὴ καὶ εὐφραίνοντα εἶχε, καὶ εὐκαίρως ἐξ ἀναγκῶν ἐξαιρούμενον. ΜΖ'. Παραδραμεῖν με τὸν λόγον ἐθελόντα, τὰ ἑξεχόμενα οὐκ ἐᾷ. Εἶχε μὲν γὰρ τὰ Ῥωμαίων σκῆπτρα Θεόφιλος· ὁ δὲ ἐπτόητό τε περὶ τὸν χρυσὸν ὅλος, καὶ τούτου ἡττᾶτο, ἄλλως τε Χριστιανὸς εἶναι μὴ φέρων, περὶ τὰς θείας τε ἀσεβῶν εἰκόνας, καὶ ὥσπερ τῇ ἐξουσίᾳ οὕτω καὶ τῷ τῶν Εἰκονομάχων δόγματι τοὺς ἄλλους πλεονεκτῶν, παγίδα τοιαύτην πᾶσι κρύπτει Χριστιανούς. Ὑπογραφεῦσι καὶ πράκτορσι πᾶσιν ὁμοῦ κώμην διαλαμβάνει, δύο τὰ χείριστα πρᾶξαι βουλόμενος· καὶ τοῦτο μὲν τῇ φιλοχρημάτῳ ψυχῇ χαρίσασθαι τὰ μεγάλα ταῖς εἰσπράξεσι τῶν φόρων, τοῦτο δὲ καὶ δῆλον αὐτῷ γενέσθαι πάντα, τὸν τοῦ ὀρθοδόξου μεταποιούμενον, ὅπως ὅλῃ τε αὐτοὺς τῇ βίᾳ, καὶ τῇ τῶν Εἰκονομάχων αἱρέσει προστεθῆναι παρασκευάσοι. Ἑνί γοῦν ὁ θεῖος οὗτος ἀνὴρ τῶν πρακτόρων περιτυχών, Τί ταῦτα, φησὶ, ἀδελφέ; μετακαλεῖται σε ἤδη ὁ βασιλεὺς εὐθύνας τῶν ἔργων ὑφέξοντα, καὶ οὐδὲ οὕτως συνίετε; παρὰ πόδας γὰρ προσχωρεῖ ἡ δίκη, καὶ εἴγε μὴ τῆς πονηρᾶς ταύτης μεταβάλοιο γνώμης, αἰχήσῃ μὲν ἐλεεινῶς, ἐλεεινότατα δὲ κολασθήσῃ. Ὁ μὲν οὖν τὸν ἐν οὐρανοῖς εἶπεν, ὁ δὲ τὸν οἰκεῖον βασιλέα Θεόφιλον μετακαλεῖν αὐτὸν ᾤετο. Ἀμέλει καὶ περιχαρής ἦν ἤδη καὶ εὔελπις, εὖ εἰδὼς ὡς τῇ περὶ τοὺς φόρους ἀκριβείᾳ, καὶ μειζόνων παρὰ τῷ βασιλεῖ ἀξιωθήσεται. Ἐπεγέλα δὲ ἄρα ταῖς ἐλπίσι τὸ μέλλον, καὶ τοῖς ὑπὸ τοῦ ἁγίου λεχθεῖσι τὸ πέρας ἐπηκολούθει, καὶ ξυγὸς αὐτίκα ὀργῆς Θεοῦ ὁ μεθυσμένος ἐκτένει τὸν πράκτορα τὰς ἀθανάτους ἐκείνας καὶ μετὰ θάνατον εἰσπραχθησόμενον δίκας. ΜΗ'. Ἀνελίττων τοίνυν τις τὰ ὑπὸ τοῦ ἁγίουζωής χρόνου φιλοτίμως καὶ ὑπερφικῶς ἀσκήσας, οὐ
μετα τὸν βίον μόνον, ἀλλ' ἔτι καὶ μετα σώματος ὤν,
πολλὰ τὰ παράδοξά τε καὶ θαυμαστὰ διετέλει. Οι
γὰρ δαίμονες αὐτὸν ὑπέστησαν μόνοι, τὴν τούτου
μὴ στέγοντες παρουσίαν, ἀλλὰ καὶ νόσοι θάνατον
ἀπειλοῦσαι, εὐχῇ τῇ παρ' αὐτοῦ καὶ σφραγιά ἐλύοντο, ᾿Αμέλει καὶ ὁ ἕτερος μὲν αὐτῷ καὶ φίλος Εὐσε
τράτιος νόσῳ τινὶ ἐπιέζετο χαλεπῇ ἀπὸ τῶν ἐγκάτων αἷμα ἐμῶν. Ὁ δὲ μην θὲν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Εὐστρατίου, φθάσας τὸ μὲν αἷμα επέσχεν, τῷ δὲ
θαῤῥεῖν ἐκεῖλευσεν. Ο γοῦν Εὐστράτιος τῇ τοῦ ἀνδρὸς
παρουσίᾳ τῆς νόσου ῥαίσας, εἰς τὴν τῶν Λευκάδων
καταγωγήν, ο Μετόχιον καλεῖν σύνηθες μεταβαίνει,
ἀναλαβεῖν οἷον ἑαυτον πεπονηκότα ἐθέλων, καὶ τινος
καὶ ψυχαγωγίας τυχεῖν. Τῷ δὲ ἄρα εἰς τὸ ἐναντίον
τὸ πρᾶγμα χωρεῖ. Καὶ συμφορᾷ πάλιν χρῆται πολὺ
τῆς προτέρας χαλεπωτέρα. Πυρετός γὰρ αὐτὸν λαϊρος παραλαβών, σφοδρώς τε ὑπέσμυχε, καὶ ἄφωνον
εἶχεν, ἕως εἰς μνήμην τοῦ λαμπρὸν ἐν ἀσκηταῖς
διαφαίνοντος Ιωαννικίων ἐλθὼν, ἱκέτης τε αὐτῷ
καθάπερ παρόντι προσέπιπτε καὶ ἡντιβόλει τῆς
παρούτης ἐξαιρεθῆναι νόσου. Εν τοσούτῳ γοῦν εἰς
ὕπνον τραπεὶς καὶ τὸν μέγαν ᾿Ιωαννίκιον δόξας ὁρῶν
παρεστηκότα, συλλαλοῦντα καὶ οἷον ἐπιρρωννύοντα,
ὑπέσχε τῆς νόσου, καὶ εἰς ἐκεῖνον ἀνέφερε τὰ τῆς
σωτηρίας, όνπερ δὴ καὶ εὐφραίνοντα εἶχε, καὶ εὐκαίρως ἐξ ἀναγκῶν ἐξαιρούμενον.
ΜΙΖ'. Παραδραμείν με τὸν λόγον ἐθελόντα, τὰ ἐκω
δεχόμενα οὐκ ἐᾷ. Εἶχε μὲν γὰρ τὰ Ρωμαίων σκηπτρα Θεόφιλος ὁ δὲ ἐπτύητό τε περὶ τὸν χρυσὸν
ὅλος, καὶ τούτου ἡττᾶτο, ἄλλως τε Χριστιανὸς εἶναι
μὴ φέρων, περὶ τὰς θείας τε ἀσεβῶν εἰκόνας, καὶ
ὥσπερ τῇ ἐξουσίᾳ οὕτω καὶ τὰ τῶν Εἰκονομάχων
δόγματι τοὺς ἄλλους πλεονεκτών, παγίδα τοιαύτην
πᾶσι κρύπτει Χριστιανούς. Υπογραφεῦσι καὶ πράκτορσι πᾶσιν ὁμοῦ κώμην διαλαμβάνει, δύο τὰ
χείριστα πρᾶξαι βουλόμενος; καὶ τοῦτο μὲν τῇ
φιλοχρημάτῳ ψυχῇ χαρίσασθαι τὰ μεγάλα ταῖς εἰσπράξεσι τῶν φόρων, τοῦτο δὲ καὶ δῆλον αὐτῷ γενέσθαι πάντα, τὸν του ορθοδόξου μεταποιούμενον,
ὅπως ὅλῃ τε αὐτοὺς τῇ βίᾳ, καὶ τῇ τῶν Εἰκονομάχων αἱρέσει προστεθῆναι παρασκευάσοι. Ενὶ γοῦν
ὁ θεῖος οὗτος ἀνὴρ τῶν πρακτόρων περιτυχών, Τί
ταῦτα, φησὶ, ἀδελφέ; μετακαλεῖται σε ἤδη ὁ βασιλεὺς εὐθύνας τῶν ἔργων ὑφέξοντα, καὶ οὐδὲ οὕτως
συνίετε; παρὰ πόδας γὰρ προσχωρεί ή δίκη, καὶ
εἴγε μὴ τῆς πονηράς ταύτης μεταβάλοιο γνώμης,
αἰχήσῃ μὲν ἐλεεινῶς, ἐλεεινότατα δὲ κολασθήσῃ. Ο
μὲν οὖν τὸν ἐν οὐρανοῖς εἶπεν, ὁ δὲ τὸν οἰκεῖον βασιλέα Θεόφιλον μετακαλεῖν αὐτὸν ᾤετο. Αμελει και
περιχαρής ἦν ἤδη καὶ εὔελπις, εὖ εἰδώς ὡς τῇ περὶ
τοὺς φόρους ἀκριβείᾳ, καὶ μειζόνων παρὰ τῷ βασιλεῖ ἀξιωθήσεται. Επεγέλα δὲ ἄρα ταῖς ἐλπίσι τὸ
μέλλον, καὶ τοῖς ὑπὸ τοῦ ἁγίου λεχθεῖσι τὸ πέρας
ἐπηκολούθει, καὶ ξυγὸς αὐτίκα ὀργῆς Θεοῦ ὁ με
θυσμένος ἐκτένει τον πράκτορα τὰς ἀθανάτους
ἐκείνας καὶ μετὰ θάνατον εἰσπραχθησόμενον δικας.
ΜΗ'. Ανελίττων τοίνυν τις τὰ ὑπὸ τοῦ ἁγίου
80 praclare et admirabiliter exercuisset, non
solum post vitam, sed etiam cum esset in corpore,
fecit multa admirabilia, et quæ erant præter opinionem. Non enim damones solum eum formidabant,
ejus non ferentes prasentiam, sed morbi quoque,
qui mortem minabantur, ejus precibus et signo
crucis solvebantur. Ejus quidem certe familiaris
et amicus Eustratius gravi morbo afligebatur,
sanguinem vomens ex intestinis. Ille vero, cum id
οi prius significa-set Eustratius, veniens stitit
quidem sanguinem, ipsum autem jussit esse bono
animo. Eustralius ergo cum viri adventu a
morbo canvaluisset, transit ad Leucadum habitaculum, quod solent vocare Metochium, se volens
defessum aflictumque recreare, et aliquod adipiscl
solatium. Res autem ei contra cessit, et incidit in
calamitatem longe priori graviorem. Vehemens
enim eum adorta febris, acriter laniabat, et vocem
ei adimebat, donec recordatus praclart inter eos,
qui se exercebant, Joannicii, ei tanquam præsenti
supplex procidit, et rogavit ut a morbo præsenti
liberaretur. Interim autem ad dormiendum conversus, cum visus esset videre magnum Joannicium, adstantem, colloquentem, confirmantem,
morbum superavit, et salutem illi acceptam tulit,
quem habuit eum lælificantem a juventute, et
tunc liberavit calamitate.
XLVII. Me jampridem volentem oratione prætercurrere, non sinunt quæ sequuntur. Nam sceptra
quidem Romanorum tenebat Theophilus. Ille
autem in congerendo auro totus inhiabat, et ab
eo superabatur, et alioqui non ferens esse Christianus, et se impie gerens in divinas imagines, et
quomodo potestate, ita etiam Iconomachorum
dogmate alios superans, talem laqueum abscondit
omnibus Christiania. Scribis et exactoribus omnem simul vicum occupat, volens facere duo, quae
sunt pessima: nempe et avaro suo gratificari animo tributorum exactionibus, et sibi feri manifestum unumquemque, qui doctrinam sequebatur
orthodoram, ut et eos vi caperet, et efficeret ut
vel inviti adjungerentur hæresi Iconomachorum.
Cum ergo hic vir divinus incidisset in quemdam
exactorem: Quid hac sibi volunt, inquit, o frater?
Rex to jam accersit factorum tuorum redditurum
rationem, et ne sic quidem intelligis? Jam enim
Dimminet et urget, ut vides, justitia, et nisi improbam hanc mentem mutaveris, peribis quidem miserabiliter, miserrime autem punieris. Alque ille
quidem dicebat eum, qui est in coelis; exactor
autem putabat suum regem eum accersere. Letus
itaque jam erat et bona spe præditus,ut qui sciret,
quod propter tribula diligenter exacta, esset apud
imperatorem magna consecuturus. Ejus autem
spem irrisit futurum, et ea, quæ & sancto dicta
fuerant, finis est consecutus, et slalim novaculairæ Dei inebriata, exscindit exactorem, utimmortales illæ post mortem pœna de eo sumantur.
XLVIII. Revolvens itaque aliquis ea,quæ a sancir
col. 83–84page 38 of 146
PG 116:83προηγορευμένα, καὶ ὡς ἔνι μάλιστα πολυπραγμονών οὐκ ἄν ποτέ σφαλέντα εὕροι τῆς ἀληθείας. Ενίοτε γὰρ δύο κατὰ ταυτὸν παρὰ τὸ δωμάτιο, τοῦτον εἶχεν ἐλθόντων, ἐφ᾽ ᾧ τῷ μεγάλῳ διετυχεῖν (Πέτρος καὶ Πλάτων ἦν αὐτοῖς ὀνόματα), ἐπεὶ ἐκεῖνος ἱκανῶς ἤλειψε τούτους πρὸς ἀρετὴν, ὁ ἕτερος ἐδεῖτο τοῦ ἁγίου, παρ᾽ αὐτόν τε εἰς ἕκαστον ἔτος ἥκειν τῆς ἑαυτοῦ τε θέας ἀξιοῦσθαι, καὶ ὁμιλίας ἐκείνης τῆς παραῤῥεούσης τι καὶ μέλιτος ἀπολαβείν. Ὁ δὲ, Οὐκ ἔτι με τὸ ἀπὸ τοῦδε, φησὶ, καὶ βουλόμενος ὄψει. Διηπορεῖτο οὖν καθ᾿ ἑαυτὸν ὁ ἀνὴρ, ὡς τί ἄρα ἔσται τὸ καθέξον αὐτὸν μὴ παρὰ τὸν ἅγιον ἀνιέναι, καὶ διασκοπούμενος οὐδὲ ἓν εὕρισκεν, ὁ τῆς ὡς ἐκεῖνον ἀφίξεως προτιμότερον αὐτῷ λογισθείη. Οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον ἀνῄεσάν τινες πρὸς αὐτόν. Συνανελθεῖν οὖν αὑτοῖς καὶ οὗτος ἐθέλων, ἐπεὶ τὰ μὲν ἐκ ποδὸς, τοῖς δὲ δι᾿ ἵππων ἦν ἡ πορεία, ἀπαγορεύσας ἀνέστρεφεν οἴκοι. Εντεῦθεν δεινῶς ἐπληροῦτο ἀθυμίας, ὅτι περ ἁμαρτεῖν αὐτῷ τῆς προθέσεως συνέβη. Μετ' οὐ πολὺ γοῦν ἀνενεγκών, πάλιν ἀνελθεῖν ἐπεχείρει, καὶ πάλιν εἴργετο τῆς ἀνόδου. Εἶτα ὡς πολλάκις ἄλλοτε ἄλλης δυσχερείας παραπιπτούσης, ἀποκρούμενος ἔγνω, εἰς μνήμην τε τῶν ὑπὸ τοῦ ἁγίου λεχθέντων ἦλθεν, ἔμεινε καθ᾽ ἑαυτὸν, Θεῷ καὶ Ἰωαννικίῳ τὰ τοῦ πράγματος ἀνατιθείς, προνοίᾳ τινὶ θειοτέρᾳ πάντα πρὸς τὸ συμφέρον οἰκονομούντι. ΜΘ΄. Ποτὲ πάλιν ὁ πάντα χρηστὸς Ἰωαννίκιος ἐπὶ σχολῆς ὤν, καὶ ὅλον ἑαυτὸν τῇ προσευχῇ δεδωκώς, ὁρᾶν ἔφη τινὰ Πέτρον ἀναγόμενόν τε εἰς οὐρανούς, καὶ φωτὶ ἀῤῥήτῳ κυκλούμενον. Ὁ δὲ ἄρα προστασίαν ἀσκητορίου τινὸς ὁ Πέτρος ἦν ἐγκεχειρισμένος. Κατ' ἐκεῖνο δὲ τῆς ὥρας, ἡνίκα τῆς θεωρίας ὁ θαυμάσιος ἠξιοῦτο, ἔτυχε τοῦτον τοῦ σώματος διαζευχθέντα, τῷ πνεύματι πρὸς οὐρανοὺς ἀναφέρεσθαι, καὶ τὴν ἐντεῦθεν στέλλεσθαι ἀποδημίαν. Οὐδὲν δὲ ἧττον καὶ τὸ πρὸς τοὺς κρατοῦντας μετὰ παῤῥησίας ἐλεύθερον τοῦ ἀνδρὸς ἄξιόν ἐστι θαυμάσαι. Οὐδὲ γὰρ ὀνειδιζόμενος ὑπὲρ Χριστοῦ μόνον ἢ διωκόμενος ἔχαιρεν, ἀλλὰ καὶ μείζονα παθεῖν ἐζήτει, ἀκριβῶς εἰδὼς ὡς διὰ τοῦτο καὶ μειζόνων ἀξιωθήσεσθαι. Εντεύθεν καὶ τὴν τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ παρρησίαν καὶ τὰς ὑπὲρ τοῦ Διδασκάλου πληγὰς ἐμακάριζε, τετελειωμένην χάριν ἐκείνην ὀνομάζων ἧς οὗτοι μετέσχεν. Ν΄. Δύο γοῦν τῶν ἐν δόξῃ τινὰς καὶ οὓς τῶν ἄλλων μᾶλλον λέγειν δυναμένους ᾔδει πρὸς αὐτὸν ὁ βασιλεὺς ἀποστείλας, ἠρώτα εἰ δέον ἐστὶ τὸν τοῦ Χριστοῦ χαρακτῆρα τιμᾷν. Τοῦ δὲ θείως, ὡς ἄν τις εἴποι, πρὸς τοῦτο καὶ οὐ μετὰ κοσμικῆς πειθοῦς τε καὶ σοφίας ἀποκριναμένου τοσοῦτον, οἱ παρὰ βασιλέως ἀπεσταλμένοι ἐδέησαν ἀντεπαγαγεῖν τι τοῖς ὑπ᾽ ἐκείνου λεχθεῖσιν, ὅσῳ καὶ ἃ πρότερον ἐπρέσβευον ἀπολιπόντες, ὀρθῶς καὶ ὡς οὗτός γε διεξῄει τὴν εὐσέβειαν μετεμάνθανον. Παραλαβὼν δὲ πρὸς τὸν ἅγιον πάλιν ὁ τῆς Ἀγαύρων μονῆς προεστὼς ὁ Εὐαστράτιος, ἐπείπερ ἐτύγχανε τότε τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ τῶν Ἐκκλησιῶν κοσμικαῖς διαταρασσόμενα τριpredicta fuerunt, et quam maxime perscrutans, προηγορευμένα, καὶ ὡς ἔνι μάλιστα πολυπραγμο
ea nunquam invenerit excidisse a veritate. Nam νών οὐκ ἄν ποτέ σφαλέντα εὕροι τῆς ἀληθείας.
cum aliquando duo simul venissent in domuncu- Ενίοτε γὰρ δύο κατὰ ταυτὸν παρὰ τὸ δωμάτιο, 8
lam,in qua ille erat, ut magnum convenirent Joan- τοῦτον εἶχεν ἐλθόντων, ἐφ᾽ ᾧ τῷ μεγάλῳ διετυχεῖν
nicium (Petrus et Plato erant eorum nomina), (Πέτρος καὶ Πλάτων ἦν αὐτοῖς ὀνόματα), ἐπεὶ ἐκεῖ.
postquam ille eos satis instruxit ad virtutem, alter νος ἱκανῶς ἤλειψε τούτους πρὸς ἀρετὴν, ὁ ἕτερος
rogavit sanctum, ut ad ipsum veniret singulis ἐδεῖτο τοῦ ἁγίου, παρ᾽ αὐτόν τε εἰς ἕκαστον ἔτος
annis, et ejus aspectum dignus esset qui conseque- ἥκειν τῆς ἑαυτοῦ τε θέας ἀξιοῦσθαι, καὶ ὁμιλίας
retur, et illo, qui fuit instar mellis, frueretur serm ἐκείνης τῆς παραῤῥεούσης τι καὶ μέλιτος ἀπολαβείν.
mone. Ille autem. De cætero, inquit, etiamsi Ὁ δὲ, Οὐκ ἔτι με τὸ ἀπὸ τοῦδε, φησὶ, καὶ βουλόμεvelles, non me videbis amplius. Is ergo apud se νος ὄψει. Διηπορεῖτο οὖν καθ᾿ ἑαυτὸν ὁ ἀνὴρ, ὡς
dubitabat, quidnam obstaret, quominus ad san- τί ἄρα ἔσται τὸ καθέξον αὐτὸν μὴ παρὰ τὸν ἅγιον
ctumn ascenderet, et considerans, nihil inveniebat, ἀνιέναι, καὶ διασκοπούμενος οὐδὲ ἓν εὕρισκεν, ὁ
quod ad illum adventu reputaretur praestantius. τῆς ὡς ἐκεῖνον ἀφίξεως προτιμότερον αὐτῷ λογι
Non multo post autem quidem ad eum ascende- σθείη. Οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον ἀνῄεσάν τινες προς
runt. Volens ergo ipse quoque cum eis ascendere, αὐτόν. Συνανελθεῖν οὖν αὑτοῖς καὶ οὗτος ἐθέλων,
quoniam ille quidem pedibus, illi autem equis iter ἐπεὶ τὰ μὲν ἐκ ποδὸς, τοῖς δὲ δι᾿ ἵππων ἦν ἡ πορείς,
ingrediebantur, defessus donum rediit. Hinc ἀπαγορεύσας ἀνέστρεφεν οἴκοι. Εντεῦθεν δεινῶς
factum est, ut graviter animo angeretur, quod ei ἐπληροῦτο ἀθυμίας, ὅτι περ ἁμαρτεῖν αὐτῷ τῆς
accidisset, ut frustraretur proposito. Cum itaque προθέσεως συνέβη. Μετ' οὐ πολὺ γοῦν ἀνενεγκών,
non multo post ad se rediisset, rursus conatus est πάλιν ἀνελθεῖν ἐπεχείρει, καὶ πάλιν εἴργετο της
ad eum ascendere, et rursus fuit prohibitus ab ανόδου. Εἶτα ὡς πολλάκις ἄλλοτε άλλης δυσχερείας
ascensu. Deinde cum sape, alias alia incidente παραπιπτούσης, ἀποκρούμενος ἔγνω, εἰς μνήμην
difficultate, se repulsum esse cognovisset, et recor- τε τῶν ὑπὸ τοῦ ἁγίου λεχθέντων ἦλθεν, ἔμεινε καθ'
datus esset eorum, quæ a sancto ei dicta fuerant, ἑαυτὸν, Θεῷ καὶ Ἰωαννικών τὰ τοῦ πράγματος ἀναmansit apud se rem ascribens Joannicio divina τιθείς, προνοίᾳ τινὶ θειοτέρα πάντα πρὸς τὸ συμφέ
quadam providentia, ad utilitatem omnia dispen- ρον οἰκονομούντι.
sante.
XLIX. Aliquando rursus qui omni ex parte bonus
erat Joannicius, cum esset in otio, et se totum de·
disset orationi, dixit se videre quemdam Petrum,
qui tollebatur in coelos, et circumdatum gloria
quadam et luce ineffabili. Illi autem Petro fuerat
commissa præfectura cujusdam monasterii. Illo
vero tempore, quo vir admirabilis dignatus fuit
hac contemplatione, contigit ut is a corpore disjunctus, spiritu ad calos ascenderet, et ex hac
vita migraret. Nihilominus autem admiranda quoque est ejus loquendi libertas ad imperatores.
Neque enim solum lætabatur probris pro Christo
affectus, aut patiens persecutionem, sed cupiebat
etiam pati majora, recte sciens, quod per ea, majora consequeretur. Hinc discipulorum Christi loquendi libertatem, et pro Magistro acceptas plagas
ducebat esse beatas, perfectum gaudium illud nominans, cujus ii fuerunt participes.
L. Duos itaque viros illustres, et quos sciebat
esse praditos majore dicendi facultate,quam alios,
cum ad ipsum misisset imperator, rogavit an
oporteret Christi honorare figuram. Cum is autem
ad hoc divine et non cum mundana respondisset
persuasione et sapientia, tantum abfuit, ut qui
missi fuerant ab imperatore, aliquid adducerent
contra ea, quæ ab ipso dicta fuerant, ut relictis
iis, quæ prius tenebant, recte ut eis exposuerat, pietatem et veram didicerint religionem.
Cum ad sanctum autem rursus venisset Bustratius,
præfectus monasterii Agaurorum, quoniam res
Dei et ecclesiarum erant tunc mundanis pertorΜΘ΄. Ποτὲ πάλιν ὁ πάντα χρηστὸς Ιωαννίκιος
ἐπὶ σχολῆς ὤν, καὶ ὅλον ἑαυτὸν τῇ προσευχῆ δεδο
κώς, ὁρᾶν ἔφη τινὰ Πέτρον ἀναγόμενόν τε εἰς οὐσ
ρανούς, καὶ φωτὶ ἀῤῥήτῳ κυκλούμενον. Ὁ δὲ άρα
προστασίαν ἀσκητορίου τινὸς ὁ Πέτρος ἦν ἐγκεχει
ρισμένος. Κατ' ἐκεῖνο δὲ τῆς ὥρας, ἡνίκα τῆς θεω
ρίας ὁ θαυμάσιος ἠξιοῦτο, ἔτυχε τοῦτον τοῦ σώματος
διαζευχθέντα, τῷ πνεύματι πρὸς οὐρανοὺς ἀναφέ
ρεσθαι, καὶ τὴν ἐντεῦθεν στέλλεσθαι ἀποδημίαν. Ο
δὲν δὲ ἧττον καὶ τὸ πρὸς τοὺς κρατοῦντας μετά
παῤῥησίας ἐλεύθερον τοῦ ἀνδρὸς ἄξιόν ἐστι θεομά
σπι. Οὐδὲ γὰρ ὀνειδιζόμενος ὑπὲρ Χριστοῦ μόνον ἢ
διωκόμενος ἔχαιρεν, ἀλλὰ καὶ μείζονα παθεῖν ἐζήτει, ἀκριβῶς εἰδὼς ὡς διὰ τοῦτο καὶ μειζόνων άξιω
θήσεσθαι. Εντεύθεν καὶ τὴν τῶν μαθητῶν τοῦ Χρισ
στοῦ παρρησίαν καὶ τὰς ὑπὲρ τοῦ Διδασκάλου πλησ
γὰς ἐμακάριζε, τετελτεωμένην χάριν ἐκείνην όνο
μάζων ἧς οὗτοι πετέσχεν.
N'. Δύο γοῦν τῶν ἐν δόξῃ τινὰς καὶ οὓς τῶν ἄλλων
μᾶλλον λέγειν δυναμένους ᾔδει πρὸς αὐτὸν ὁ βασι
λεὺς ἀποστείλας, ἠρώτα εἰ δέον ἐστὶ τὸν τοῦ Χριστοῦ
χαρακτῆρα τιμᾷν. Τοῦ δὲ θείως, ὡς ἄν τις εἴποι,
πρὸς τοῦτο καὶ οὐ μετὰ κοσμικῆς πειθούς τε καὶ
σοφίας ἀποκριναμένου τοσοῦτον, οἱ παρὰ βασιλέως
ἀπεσταλμένοι ἐδέησαν ἀντεπαγαγεῖν τι τοῖς ὑπ'
ἐκείνου λεχθεῖσιν, ὅσῳ καὶ ἃ πρότερον ἐπρέσβευον
άπολιπόντες, ὀρθῶς καὶ ὡς οὗτός γε διεξῄει τὴν εὐν
σέβειαν μετεμάνθανον. Παραλαβὼν δὲ πρὸς τὸν
ἅγιον πάλιν ὁ τῆς ᾿Αγαύρων μονῆς προεστὼς ὁ Εὐα
στράτιος, ἐπείπερ ἐτύγχανε τότε τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ
τὰ τῶν ᾿Εκκλησιῶν κοσμικαῖς διαταρασσόμενα τρι
col. 85–86page 39 of 146
PG 116:85κυμίαις, Ἕως πότε τὰ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔλεγεν, οὐκ ἀποδοθήσεται ταῖς Ἐκκλησίαις; ἕως τίνος αὐξηθήσεται τὰ τῶν διωκτῶν; ἕως τίνος τὴν τοῦ Θεοῦ ποίμνην ἄγριοι διασπαράξουσι θῆρες; Ὁ δὲ, Μικρὸν ἐπίσχες, ἀδελφέ, καὶ συνήσεις τὴν τοῦ Θεοῦ δυναστείαν· ἔσται γάρ τις Μεθόδιος, ὃς ἐπὶ τῶν οἱάκων αὐτῆς καθιεῖται, καὶ ταύτην τῷ θείῳ Πνεύματι κυβερνήσει· ὅστις διαίρεσιν μὲν θεότητος καὶ κατατομήν ἀνέλῃ, δογματίσει δὲ τὸ ὀρθόδοξον, ἐν εἰρήνῃ τε βαθείᾳ καὶ ὁμονοίᾳ τὰ στασιάζοντα καταστήσει, καὶ τοὺς ἀνθεστηκότας τῇ τοῦ Ὑψίστου δεξιᾷ παραστήσεται. Ν´. Βραχὺς ὁ μεταξὺ χρόνος, καὶ Θεόφιλος μὲν τῶν τῆδε μεταχωρεῖ, Μιχαὴλ δὲ καὶ Θεοδώρα τὴν ἀρχὴν διαδέχονται, Μεθόδιος δὲ τοῖς ἱεροῖς ὡς ἱερὸς τῷ ὄντι καὶ Θεοῦ ἄνθρωπος ἐνιδρύεται θρόνοις, καὶ συνελόντα φάναι, πάντων αὐτῷ πρὸς τὴν ὀρθόδοξον πίστιν μεταθεμένων, κλύδωνος τε παντὸς καὶ τρικυμίας κατευνασθείσης, καὶ τῶν πραγμάτων ἠρεμούντων, ἑτέρα τις παρὰ τῶν εὐσεβῶν ἀγείρεται στάσις, καὶ τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐμερίζετο πάλιν καὶ εἰς διττὰς δόξας ἐχώρει. Οἱ μὲν γὰρ συλλειτουργούς ἔχειν ἠξίουν τοὺς παρὰ τῶν Εἰκονομάχων τὸ τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα λαβόντας, ὡς οὐδὲν τούτου τῇ εὐσεβείᾳ λυμαινομένου· οἱ δὲ βεβήλοις χερσὶν ἐκδιδόναι, ἀνόσιον ὅλως ἡγοῦντο καὶ οὐ Θεῷ φίλον οὐδὲ ἀπόδεκτον. Καὶ ὁ μὲν ὡς ἀληθῶς τῷ Θεῷ ζῶν Μεθόδιος, ἤσχαλλεν, ἤλγει τὴν καρδίαν, ἐκόπτετο, τὸν μέγαν τοῖς ὠσὶν ἐνηχεῖν ἐδόκει Παῦλον, μονονουχὶ τοιαῦτα φθεγγόμενον, Ὡς εὔξαιτο καὶ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου τῶν κατὰ σάρκα, μόνον εἰ σταίητε μεθ᾿ ἡμῶν, καὶ κοινῇ τὴν Τριάδα δοξάσωμεν. Καὶ ὁ μὲν οὕτως εἶχεν, οἱ δὲ πάντα παθεῖν μᾶλλον ἕτοιμοι ἦσαν, ἢ τὰ δόξαντα προέσθαι, ὡς ἐντεῦθεν, εἰς μέρη πάλιν τὸ τῆς Ἐκκλησίας πλήρωμα τέμνεσθαι, καὶ τοὺς μὲν, ὡς αὐτοὺς, τοὺς δὲ ὡς ἐκείνους τάσσεσθαι. Ὁ γοῦν τῷ Θεῷ φίλος Ἰωαννίκιος τεταγμένοις οὕτω τοῖς πράγμασιν ἐντυγχάνων τὰ μὲν δι᾿ ἑαυτοῦ, τὰ δὲ δι᾽ ἐπιστολῶν, οἷα σύριγγι τὴν διασπασθεῖσαν τῆς ποίμνης μοίραν ἀνεκαλεῖτο, καὶ τῷ μόνῳ Θεῷ, τῷ μόνῳ καλῷ ποιμένι καὶ οὐ μισθωτῷ προσῴκειου, μάλιστα δὲ τοῦ ἀρχιερέως Μεθοδίου ὀκλάζουσαν ἤδη τὴν ψυχὴν ἀνεκτᾶτο, πολλὰ μὲν καὶ ἕτερα γράφων, πρὸ δὲ πάντων, τοῖς τὸ μὲν ὁμοούσιον ἐκφύλους ἀλλοτριότητας τέμνουσι, διαιρέσεις δὲ, οἴμοι, ἀτόπους δοξάζουσι, τούτους μηδὲ τὸ παράπαν οὔτ᾽ ὑποκλίνειν αὐτῷ παρήνει, μὴ ὅλων, μὴ στέγης κοινωνεῖν, μὴ προσφθέγγεσθαι, ἀλλ᾽ ὡς ἔνι μάλιστα, τὴν τούτων συντυχίαν ἐκκλίνειν. ὑπετίθει γάρ μηδὲ ἱερουργόν ὁσίως λογισθῆναί ποτε δύνασθαι τοῦτον, τὸν τὸν ἱερουργούμενον ἀθετοῦντα, ἐκείνους δὲ μᾶλλον περὶ τὴν θείαν ἱερουργίαν ἔγραφεν ἔχειν τῷ Μεθοδίῳ, οἷς ἂν εἰδείη καὶ περὶ τὸ τῆς ὀρθοδοξίας δόγμα συμφρονοῦντας αὐτῷ. Ἐπὶ τέλει δὲ τῆς ἐπιστολῆς καὶ ἐῤῥῶσθαι αὐτὸν ὑγιαίνοντα περὶ τὸν ὑγιῆ λόγον ὁ μέγας Ἰωαννίκιος ηὔξατο.non reddentur Ecclesiis? quousque augeluntur res
persecutorum, et immanes eas lacerabunt bestia?
Ille vero, Parum, inquit, sustine, ο frater, et intelliges Dei potentiam; erit enim quidam Methodius,
qui tenebit ejus clavum, et eam divino Spiritu
gubernabit, qui tollet quidem divisionem et dissectionem divinitatis; decretis autem fidem constituel orthodoxam, et ad summam pacem et concordiam redigetseditionem,eteos, qui restituerunt,
dextra Altissimi subjunget.
κυμίαις, Εως πότε τὰ τῶν ᾿Εκκλησιῶν, ἔλεγεν, οὐκ batæ fluctibus: Quousque, dixit, res Ecclesiarum
ἀποδοθήσεται ταῖς ᾿Εκκλησίαις; ἕως τίνος αυξηθή
σεται τὰ τῶν διωκτῶν; ἕως τίνος τὴν τοῦ Θεοῦ ποίμνην ἄγριοι διασπαράξουσι θῆρες; Ὁ δὲ, Μικρὸν
Επίσχες, ἀδελφὶ, καὶ συνήσεις τὴν τοῦ Θεοῦ δυναστείαν· ἔσται γάρ τις Μεθόδιος, ὃς ἐπὶ τῶν οἱάκων
αὐτῆς καθιεῖται, καὶ ταύτην τῷ θείῳ Πνεύματι κυβερνήσει· ὅστις διαίρεσιν μὲν θεότητος καὶ κατατομήν
ἀνέλῃ, δογματίσει δὲ τὸ ὀρθόδοξον, ἐν εἰρήνῃ τε βαθείᾳ
καὶ ὁμονοίᾳ τὰ στασιάζοντα καταστήσει, καὶ τοὺς
ἀνθεστηκότας τῇ τοῦ Ὑψίστου δεξιᾷ παραστήσεται.
Ν.Δ. Βραχὺς ὁ μεταξὺ χρόνος, καὶ Θεόφιλος μὲν
τῶν τῆδε μεταχωρει, Μιχαήλ δὲ καὶ Θεοδώρα την
ἀρχὴν διαδέχονται, Μεθόδιος δὲ τοῖς ἱεροῖς ὡς ἱερὸς
τῷ ὄντι καὶ Θεοῦ ἄνθρωπος ἐνιδρύεται θρόνοις, καὶ
συνελόντα φάναι, πάντων αὐτῷ πρὸς τὴν ὀρθόδοξον
πίστιν μεταθεμένων, κλύδωνος τε παντὸς καὶ τρικυμίας κατευνασθείσης, καὶ τῶν πραγμάτων ήρεμούντων, ἑτέρα τις παρὰ τῶν εὐσεβῶν ἀγείρεται
στάσις, καὶ τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐμερίζετο πάλιν καὶ
εἰς διττὰς δόξας ἐχώρει. Οἱ μὲν γαρ συλλειτουργούς
ἔχειν ἠξίουν τοὺς παρὰ τῶν Εἰκονομάχων τὸ τῆς
ἱερωσύνη; ἀξίωμα λαβόντας, ὡς οὐδὲν τούτου τῇ
εὐσεβεία λυμαινομένου· οἱ δὲ βεβήλοις χερσὶν ἐκδιδόναι, ἀνόσιον ὅλως ἡγοῦντο καὶ οὐ Θεῷ φίλον οὐδὲ
ἀπόδεκτον. Καὶ ὁ μὲν ὡς ἀληθῶς τῷ Θεῷ ζῶν Με
θόδιος, ἤσχαλλεν, ἡμᾶτο, τὴν καρδίαν ἐκόπτετο, τὸν
μέγαν τοῖς ὡσὶν ἐνηχεῖν ἐδόκει Παῦλον, μονονουχί
τοιαύτα φθεγγόμενον, "Ως τε καὶ ἀνάθεμα εἶνα ἀπὸ
Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου τῶν κατὰ σάρκα,
μόνον εἰ σταίητε μεθ᾿ ἡμῶν, καὶ κοινῇ τὴν Τριάδα
δοξάσωμεν. Καὶ ὁ μὲν οὕτως εἶχεν, οἱ δὲ πάντα
παθεῖν μᾶλλον ἔτοιμοι ἦσαν, ἢ τὰ δόξαντα προέσθαι, ὡς ἐντεῦθεν, εἰς μέρη πάλιν τὸ τῆς Ἐκκλησίας πλήρωμα τέμνεσθαι, καὶ τοὺς μὲν, ὡς αὐτοὺς,
τοὺς δὲ ὡς ἐκείνους τάσσεσθαι. Ο γοῦν τῷ Θεῷ
φίλος Ιωαννίκιος τεταγμένοις οὕτω τοῖς πράγμασιν
ἐντυγχάνων τὰ μὲν δι᾿ ἑαυτοῦ, τὰ δὲ δι᾽ ἐπιστολῶν,
οἷα σύριγγι τὴν διασπασθεῖσαν τῆς ποίμνης μοίραν
ἀνεκολεῖτο, καὶ τῷ μόνῳ Θεῷ, τῷ μόνῳ καλῷ ποιμένι καὶ οὐ μισθωτῷ προσιμκείου, μάλιστα δὲ τοῦ
ἀρχιερέως Μεθοδίου ὀκλάζουσαν ἤδη τὴν ψυχήν
ἀνεκτᾶτο, πολλὰ μὲν καὶ ἕτερα γράφων, πρὸ δὲ
πάντων, τοῖς τὸ μὲν ὁμοούσιον ἐκφύλους αλλοτριότητας τέμνουσι, διαιρέσεις δὲ, οἴμοι, ἀτόπους διξάζουσι, τούτους μηδὲ τὸ παράπαν οὗτ ὑποκλίνειν
αὐτῷ παρήνει, μὴ ὅλων, μὴ στέγης κοινωνεῖν, μὴ
προσφθέγγεσθαι, ἀλλ' ὡς ἕνι μάλιστα, τὴν τούτων
συντυχίαν ἐκκλίνειν. υπετίθει γάρ μηδὲ ἱερουργόν
ὁσίως λογισθῆναί ποτε δύνασθαι τοῦτον, τὸν τὸν ἴερουργούμενον ἀθετοῦντα, ἐκείνους δὲ μᾶλλον περὶ
τὴν θείαν ἱερουργίαν ἔγραφεν ἔχειν τῷ Μεθοδίῳ,
οἷς ἂν εἰδείη καὶ περὶ τὸ τῆς ὀρθοδοξίας δόγμα συμφρονοῦντας αὐτῷ. Επὶ τέλει δὲ τῆς ἐπιστολῆς καὶ
ἐῤῥῶσθαι αὐτὸν ὑγιαίνοντα περὶ τὸν ὑγιῆ λόγον δ
μέγας Ιωαννίκιος ηύξατο,
11 Rom. 15, 3.
LI. Breve tempus intercessit, et Teophilus quidlem ex hac vita excedit: Michael vero et Theodora imperium suscipiunt: Methodius autem
vir revera sacrosanctus, et homo Dei, in sacris
collocatur: edibus, et ut semel dicam, cum omnia
ab eo fuissent traducta ad fidem orthodoxam, et
sopitus esset omnis luctus et sedata tempestas, et
res essent quietæ, quædam alia seditio excitatur a
piis, et ras Ecclesia rursus erant divisæ, et redacla
erant in duas opiuiones. Nam alii quidem volebant habere in ministerio, eos qui dignitatem sacerdotii acceperant ab Iconomachis, utpote quod
hoc nihil pietali officeret: illi autem profanis
sancta tradere manibus, putabant omnino esse
impium, et minime Deo gratum, nec admittendum. Et qui Deo quidem vere vivebat Methodius,
ægre ferebat, angebatur, corde lacerabatur, putabat
magnum Paulum resonare in auribus propemodum hæc loquentem: Utimam sim a Christo anathema pro fratribus meis secundum carnem, si
modo steteritis nobiscum, et communiter Trinitalemn glorificaverimus 11. Et ille quidem sic se
habebat. Illi autem parati erant omnia pati potius,
quam dimittere ea, quæ visa fuerant, adeo ut hinc
in partes rursus scinderetur coetus Ecclesia,
et alii quidem se cum his, alii vero cum illis se
conjungerent. Dei itaque amicus Joannicius, incidens in res adeo turbatas, partim quidem per se,
partim vero per litteras, veluti fistula revocabat
divulsam partem gregis, et el qui est solus Deus,
qui est solus bonus pastor, et non mercenarius,
conciliabat. Maxime autem archiepiscopi Methodii
jam labantem recreabat animum, mulla quidem
etiam alia scribens, ante omnia autem iis, qui
homousion absurde et alieno modo scindunt, novasque et absurdas opinatur divisiones, eis ne
aurem quidem on nino adhibere suadebat, non sal,
non lectum cum his habere commune, non eos
alloqui, sed quam maxime declinare corum congressionem. Admonebat enim ne posse quidem
eum sancte reputari sacrificum, qui eum, qui
sacrifcatur, contemnit et vilipendit. Scribebat
autem Methodio, ut illos potius haberet circa divinum sacrificium, quos nosset cum eo sentire in
dogmate orthodoxiæ. In fine vero epistolæ, valere
cum circa sanam rationem optavit magnus Joanpicius,
col. 87–88page 40 of 146
PG 116:87ΝΒ΄. Ταῦτα ἐπειδὴ τὰ γράμματα ἧκον, ὁ μὲν θεῖος Μεθόδιος εἰς τὴν ἑαυτοῦ μνήμην ἀνελάμβαν τὰ γεγραμμένα· τά γε μὴν μοχθηρὰ ἀνθρώπια γέλωτά τε καὶ παιδιὰν τὸ πρᾶγμα ἐτίθουν, καὶ κακῶς ὁ καλὸς Ἰωαννίκιος παρ' αὐτῶν ἤκουσεν. Ὁ δὲ γνοὺς ὡς ἐνδιαβάλλοιτο παρ' αὐτῶν, εἰς ἐπήκοον ἁπάντων στὰς, διεξελθὼν οὕτω κατάκρας αὐτοὺς εἷλε καὶ παρεστήσατο, ὡς μὴ μόνον τῆς κατ' αὐτοῦ μανίας ἀποσχέσθαι, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ βέλτιον τὰς γνώμας μεταβαλεῖν, καὶ τῶν περιδεδογμένων ἀφεμένους τὸ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως δόγμα ὡς οὗτός γε εἰσηγεῖτο, μέταμαθεῖν. Οὕτως ὁ μυριάνθρωπος δῆμος ἐκεῖνος, τῆς ἑνὸς τούτου ἀρετῆς ἡττᾶτο, καὶ πόλεις ὅλαι μιᾶς τῆς ἐκείνου γνώμης ἐξήρτηντο, τὰ ἐκ μακροῦ τοῦ χρόνου μελετηθέντα, ἐν βραχεῖ ἀποτιθέμενοι. Τούτῳ μὲν δὴ οὕτω τῆς κοινῆς ἔμελλεν ὠφελείας, καὶ οὕτω τῶν ἀδελφῶν περιείχετο. ΝΓ΄. Ἐπεὶ δὲ καὶ ὧν ἐδείματο εὐκτηρίων οἴκων τὰ ἐγκαίνια ἐτελεῖτο, πολλὰ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον τὰ θαύματα ὑπ' αὐτοῦ, καὶ μὴ παρόντος, ἐνεργεῖται· φάλαγξ γὰρ δαιμόνων ἀθρόον τοῦ λόγου ὑπερφανεῖσα ὥσπερ ἐκ σώματος εἰς ἀπορίαν τοὺς ἐκεῖ παρατυχόντας καθίστη. Τῷ ἐνοικοῦντι οὖν αὐτῷ πνεύματι τὸ πρᾶγμα γνοὺς ὁ μέγας Ἰωαννίκιος, καὶ τῷ ἀνσιμωτάτῳ χρησάμενος τῆς προσευχῆς φαρμάκῳ, τῶν μὲν τὸν φόβον ἀφεῖλε, τὴν δὲ τῶν δαιμόνων πληθὺν φυγάδας τε οἴχεσθαι πεποίηκε, καὶ ὥσπερ κηρὸν ἀπὸ προσώπου τακῆναι πυρός. Ὅσοι δὲ καὶ χαλεπαῖς τισι πιεζόμενοι νόσοις ἐπὶ τοὺς σεπτοὺς ναοὺς ἐκείνους κατέφυγον, καὶ τούτους τῶν ἐνοχλούντων ἀπαλλάξας, ὑγιεῖς οἴκαδε ἀπιέναι παρεῖχε. Τί οὖν ἐνταῦθα μὴ τοῦ ἀνδρὸς θαυμαστέον; Ὅτι καὶ μὴ παρόντα τοῦτον οἱ δαίμονες ἔφυγον; ἢ ὅτι τοὺς ὑπὸ τούτων πιεζομένους τῶν ἀλγεινῶν τοῦ πάθους ἀπήλλαττε; Τὸ μὲν γὰρ καὶ μόνην τὴν τούτου εὐχὴν τὰς ἐναντίας φάλαγγας δεδιέναι, παῤῥησίας δεῖγμα τῆς πρὸς τὸν Δεσπότην Θεόν, τὸ δὲ καὶ κακῶν τοὺς ἐκεῖ παραβάλλοντας ἀπαλλάττειν, θερμότητός τε καὶ συμπαθείας. Ἀλλὰ τοῦτο μὲν δὴ τοσοῦτον· ἐκεῖνο δὲ τίς ἂν σιωπῇ παρέλθοι; ΝΔ΄. Ἀνῆλθόν ποτε πρὸς αὐτὸν οἱ τὴν προστασίαν ὧν οὗτος ἐδείματο ναῶν ἐγκεχειρισμένοι. Ἐπειδὴ δὲ εἰς λόγους ἔλθοιεν τῷ ἁγίῳ, καί τις τούτων ἀτενὲς αὐτῷ ἐνορῶν, ἔννοια τούτῳ γίνεται, ὡς· Εἰ ὁ θεῖος οὗτος Πατὴρ Ἰωαννίκιος τοὺς ἀσκητικούς τῶν πόνων ἄκρως μετῄει, καὶ πολυημέροις ἑαυτὸν ἐκδέδωκε ταῖς νηστείαις, τί δῆτα μὴ τοῦ τῶν σαρκῶν ἐκράτησε πλήθους, ἀλλ' ἔτι τοῖς εὐσωματοῦσι καὶ πιαίνουσιν ἑαυτοὺς τὰς κνήμας ἐστὶν ὅμοιος; Ἐν ὅσῳ δὲ οὗτος ταῦτα ἔστρεφε κατὰ νοῦν, ὁ θαυμάσιος οὗτος, ὁ Μάκαρ, ἔφη (τοῦτο γὰρ ἦν ὄνομα τῷ ἀνδρί), ἵνα τί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν τῇ καρδίᾳ σου; οὐκ ἐμοὶ πλήθουσιν αἱ κνῆμαι σαρκῶν, ἀλλ' ὁρᾷς ὡς διοιδοῦσιν, ὑπόκενοί τε οὖσαι καὶ πνευματώδεις, ὃ στομάχου οἶδε κακοσιτία ποιεῖν. Τῷ δὲ μετέμελέ τε αὐτίκα, καὶ πολλὰ τὴν τῶν λογισμῶν ἐμέμφετο ματαιοφροσύνην, καὶ συγγνώμην ᾔτει τῆς ἐνθυμήσεως.LII. Cum hæ venissent litteræ, divinus quidem
Methodius memoriæ mandavit ea, quæ scripta fue -
rant: improbi autem homines eam remirridebant,
et habebant ludibrio, et male ab ipsis bonus audiebal Joannicius. Ille vero cum cognovisset, qucd
ipsi eum calumniarentur, ita stans, ut omnes eumn
possent exaudire,de Deo et rebus divinis disserens,
ita eos vi cepit, et in suam redegit potestatem, ut
non solum abstinuerint a sua in eum insania, sed
etiam eorum mentes ad id, quod est melius, converterit, et iis dimissis, quæ prius eis visa fuerant, orthodoxa Gdei dogma dedicerint, ut ipse
exponebat. Sic frequentissimus ille populus victus
fuit ab unius hujus virtute,et tolæ civitates dependebant ab una illius sententia, iis quæ longo tempore meditata fuerant, brevi depositis. Ei quidem
sic cura fuit communis utilitas, et sic fratres est
complexus.
ΝΒ΄. Ταῦτα ἐπειδὴ τὰ γράμματα ἧκον, ὁ μὲν
θεῖος Μεθόδιος εἰς τὴν ἑαυτοῦ μνήμην ἀνελάμβαν
τὰ γεγραμμένα τά γε μὴν μοχθηρὰ ἀνθρώπια γέλωτά τε καὶ παιδιὰν τὸ πρᾶγμα ἐτίθουν, καὶ κακῶς
ὁ καλὸς Ιωαννίκιος παρ' αὐτῶν ἤκουσεν. Ο δε
γνοὺς ὡς ἐνδιαβάλλοιτο παρ' αὐτῶν, εἰς ἐπήκοον άπάντων στὰς, διεξελθὼν οὕτω κατάκρας αὐτοὺς
εἷλε καὶ παρεστήσατο, ὡς μὴ μόνον τῆς κατ' αὐτοῦ
μανίας ἀποσχέσθαι, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ βέλτιον τὰς
γνόμας μεταβαλεῖν, καὶ τῶν περιδεδογμένων ἀφεμένους τὸ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως δόγμα ὡς οὗτός
γε εἰσηγεῖτο, μέταμαθεῖν. Οὕτως ὁ μυριάνθρωπος
δῆμος ἐκεῖνος, τῆς ἑνὸς τούτου ἀρετῆς ἡττᾶτο, καὶ
πόλεις ὅλαι μιᾶς τῆς ἐκείνου γνώμης ἐξήρτηντο, τὰ
ἐκ μακροῦ τοῦ χρόνου μελετηθέντα, ἐν βραχεῖ ἀπου
τιθέμενοι. Τούτῳ μὲν δὴ οὕτω τῆς κοινῆς ἔμελλεν
ὠφελείας, καὶ οὕτω τῶν ἀδελφῶν περιείχετο.
LIII. Cum autem oratoriarum ædium, quas ædifi- ΝΓ. Ἐπεὶ δὲ καὶ ὧν ἐδείματο εὐκτηρίων οἴκων
caverat, fieret dedicatio, multa ab illo eo tempore τὰ ἐγκαίνια ἐτελεῖτο, πολλὰ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον
facta sunt miracula, eliamsi non adessel. Phalanx τὰ θαύματα ὑπ' αὐτοῦ, καὶ μὴ παρόντος, ἐνεργεῖται
enim demonum repente apparens super tumulum φάλα; γὰρ δαιμόνων ἀθρόον τοῦ λόγου ὑπερφανείσα
veluti corporata, eos qui illic aderant redegit ad ὥσπερ ἐκ σώματος εἰς ἀπορίαν τοὺς ἐκεῖ παρατυ
dubitationem. Cum ergo spiritu, qui in eo babita- χόντας καθίστη. Τῷ ἐνοικοῦντι οὖν αὐτῷ πνεύματι
bat, rem cognovisset magnus Joannicius, et utilis- τὸ πρᾶγμα γνοὺς ὁ μέγας Ιωαννίκιος, καὶ τῷ ἀνsimo usus esset medicamento precationis, eorum σιμωτάτῳ χρησαμενος τῆς προσευχῆς φαρμάκῳ,
quidem metum abstulit; dæmonum autem multi- τῶν μέν τὸν φόβον ἀφειλε, τὴν δὲ τῶν δαιμόνων
tudinem vertit in fugam, et fecit eos liquescere πληθύν φυγάδας τε οἴχεσθαι πεποίηκε, καὶ ὡσε
tanquam ceram a facie ignis. Quicunque vero κηρὸν ἀπὸ προσώπου τακῆναι πυρός. Οσοι δὲ καὶ
aliquibus gravibus afflicti morbis, ad veneranda χαλεπαῖς, τισι πιεζόμενοι νόσοις ἐπὶ τοὺς σεπτούς
illa templa confugerunt, eos iis, quæ ipsos vexa- ναοὺς ἐκείνους κατέφυγον, καὶ τούτους τῶν ἐνοbant, liberalos, fecit domum abire sanos. Quid χλούντων ἀπαλλάξας, ὑγιεῖς οἴκαδε ἀπιέναι παρείχε.
ergo non est hic viri illius admirandum? An quod Τί οὖν ἐνταῦθα μὴ τοῦ ἀνδρὸς θαυμαστέον; "Ότι
eum etiam non præsentem fugerent dwmones? An καὶ μὴ παρόντα τοῦτον οἱ δαίμονες ἔφυγον; ἢ ὅτι
quod eos, qui a malo aliquo premebantur, libera- τοὺς ὑπὸ τούτων πιεζομένους τῶν ἀλγεινῶν τοῦ
vit a dolore? Nam vel solam ejus precationem ad- πάθους ἀπήλλαττε; Τὸ μὲν γὰρ καὶ μόνην τὴν τούτου
versas timuisse phalanges, est indicium fiducia ad εὐχὴν τὰς ἐναντίας φάλαγγας δεδιέναι, παῤῥησίας
Deum, a malis autem liberare eos, qui illuc acce- δεῖγμα τῆς πρὸς τὸν Δεσπότην Θεὸν, τὸ δὲ καὶ και
debant, est et fervoris, et commiserationis. Sed κῶν τοὺς ἐκεῖ παραβάλλοντας ἀπαλλάττειν, θερμό
hoc quidem est ejusmodi: illud autem quisnam si- τητός ΤΕ καὶ συμπθείας. ᾿Αλλὰ τοῦτο μὲν δὴ
lentio præterierit?
τοσοῦτον· ἐκεῖνο δὲ τίς ἂν σιωπῇ παρέλθοι;
LIV. Ad eum aliquando ascenderunt ii, quibus
fuerat commissa prefectura templorum, quæ ipse
exstruxerat. Cum autem sanctum convenissent,
et eum fixis oculis adspexisset quidam ex eis, ei
venit in mentem cogitare: Si hic divinus Pater
Joannicius summæ subiit labores exercitationis, et
se multorum dierum affixit jejuniis, cur non carnis vicit multitudinem, sed est adhuc similis iis,
qui sunt bona habitudinis corporis, et seipsos in
tibiis pinguefaciunt? Cum autem is hæc mente
versaret, dixit hic vir admirabilis: O Macar erat
enim ei hoc nomen), cur cogitationes ascendunt in
cor tuum? Non sunt mihi titiæ plenæ carnibus,
sed rides quemadmodum tumescant, cum sint ina -
nes et faluos, quod quidem solet facere malus
cibus stomacho susceptus. Illum autem statim
subiit penitentia, et multum reprehendit vanam
sum mentis cogitationem, et petit veniam ejus,
quod ei in mentem venerat.
ΝΔ'. ᾿Ανῆλθόν ποτε πρὸς αὐτὸν οἱ τὴν προστασ
σίαν ὧν οὗτος ἐδείματο ναῶν ἐγκεχειρισμένοι,
Επειδὴ δὲ εἰς λόγους ἔλθοιεν τῷ ἁγίῳ, καί τις τού
των ἀτενὲς αὐτῷ ἐνορῶν, ἔννοια τούτῳ γίνεται, ὡς Εἰ
ὁ θεῖος οὗτος Πατήρ Ιωαννίκιος τοὺς ἀσκητικούς
τῶν πόνων ἄκρως μετῄει, καὶ πολυημέροις ἑαυτὸν
εκδέδωκε ταῖς νηστείαις, τί δῆτα μὴ τοῦ τῶν στρο
κῶν ἐκράτησε πλήθους, ἀλλ᾽ ἔτι τοῖς εὐσωματοῦσι
καὶ πιαίνουσιν ἑαυτοὺς τὰς κνήμας ἐστὶν ὅμοιος;
Εν ὅσῳ δὲ οὗτος ταῦτα ἔστρεφε κατὰ νοῦν, ὁ θα
μάσιος οὗτος, ο Μάκαρ, ἔφη (τοῦτο γὰρ ἦν ὄνομα
τῷ ἀνδρι), ἵνα τί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν τῇ
καρδίᾳ σου; οὐκ ἐμοὶ πλήθουσιν αἱ κνῆμαι σαρκών,
ἀλλ' ὁρᾷς ὡς διοιδοῦσιν, ὑπόκενοί τε οὖσαι καὶ
πνευματώδεις, 8 στομάχου οίδε κακοσιτία ποιεῖν,
Τῷ δὲ μετέμελέ τε αὐτίκα, καὶ πολλὰ τὴν τῶν λου
γισμῶν ἐμέμφετο ματαιοφροσύνην, και συγγνώμην
ήτει τῆς ἐνθυμήσεως.
col. 89–90page 41 of 146
PG 116:89ΝΕ'. Υπὸ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον μάχην συμβάλλουσιν Ἰσμαηλίται Ῥωμαίοις, καὶ πολλοὶ μὲν ἀναιροῦνται Ῥωμαίων, πολλοὶ δὲ τῷ πολέμω ἀπολειφθέντες, αἰχμάλωτοι ἄγοντας. Τούτων εἷς, νεανίας ὤν, συγγενῆς ἐτύγχανε τῷ μεγάλῳ· εἰς βοήθειαν οἱ προσήκεντης τὸν ἅγιον ἐκάλουν εἴ πως τὸν νεανίσκον ἐξέληται τῆς αἰχμαλωσίας. Ὁ δὲ καὶ πρὸ τοῦ κληθῆναι ταχὺς ἧκε, καὶ περὶ μέσας νύκτας γενόμενος ἐπὶ τοῦ δεσμωτηρίου ἑνί τε τῶν μετ᾿ ἐκείνου κατεχομένων ἐπιφανείς, Ἀναστὰς, φησί, τὸν ἕτερον διαναστησον, κἀκεῖνος τὸν ἕτερον πάλιν, καὶ οὗτος τὸν μετ' αὐτὸν. Τούτου δὲ ὡς ἐπέσκηψε γενομένου, δεσμά μὲν εὐθὺς αὐταῖς ἀλύσεσι ἐλύοντο τούτοιν, ὡς μηδὲ τὴν ἀρχὴν δεδέσθαι δοκεῖν, αἱ πύλαι δὲ αὐτόματοι διηνοίγοντο, καὶ οἱ ἄνδρες ἐν τῇ ἐξόδῳ ἦσαν οἱ μηδὲ τῆς ἑτέρων πρὸς αὐτοὺς εἰσόδου συγχωρούμενοι πρότερον ἀπολαύειν. Ἐπειδὴ δὲ πρὸς τὴν οἰκίαν ἐπανήεσαν ἤδη, ἐντυγχάνουσι κυσὶ παρὰ τὴν ὁδὸν, ἀπηκαὶ μὲν τοῖς παριοῦσι καὶ ἀνημέροις, φοβεροῖς δὲ καὶ αὐτὸ τὸ ἰδεῖν. Καὶ οἱ μὲν ἐν ἀπόρῳ ἦσαν ὅ τι χρὴ δρᾷν, ὁ μέγας δὲ καὶ τούτῳ φθάσας Ἰωαννίκιος, καὶ βαθεῖαν ὥσπερ ἀχλὺν τῆς ὄψεως τῶν κυνῶν καὶ ταχέας, ἀπαθεῖς κακῶν τοὺς ἄνδρας διαβιβάζει, καὶ φέρων ἀποκαθιστᾷ τοῖς οἰκείοις. Οἱ δὲ καὶ διὰ πάστις αὐτῶν τῆς ζωῆς τὴν εὐχαριστίαν εἶχον, καὶ χρόνος τις αὐτοὺς εἰς λήθην οὐκ ἤγαγε τῆς ἐνεργεσίας. ΝϚ'. Ἐπεὶ δὲ ἔδει καὶ τὸ πρὸς τὰς ἔξωθεν παρὰ τοῦ πονηροῦ πείρας τοῦ ἀνδρὸς γενναῖον πολλαχοῦ διεξείκνυσθαι, οὕτω τῆς Προνοίας οἰκονομούσης καὶ τοὺς δικαίους εἰς χεῖρας θλιβόντων αὐτοὺς παραδιδούσης, οὐχ ἵνα πειράσῃ τούτους, ἀλλ᾽ ἵνα ἐπιπλέον λαμπρύνη, Ἐπιφάνιόν τινα μοναχὸν ὁ πονηρὸς ὑπο-, ὡς ἐπιφανή τε τὴν ἀρετὴν δοκοῦντα, καὶ πρὸς τῷ ὄρει ἐκεῖνο ἀσκοῦντα ὑποκινεῖ κατὰ τοῦ ἁγίου. Τί τοῦτο τεχνώμενος; Ἀντιπερισπάσαι ἀμφοτέρους τῶν τῆς ἀρετῆς πόνων ἐθέλων, ὅπως τὸν μὲν μὴ σχολὴν ἔγειν ἐᾶν τὸ ἐπιβουλεύειν, τὸν δὲ τὸ ἐπιβουλεύεσθαι. Ἀλλὰ τοῦ μὲν Ἐπιφανίου τῇ ψυχῇ ἐνίησι βασκανίαν, τῷ δὲ οὐδὲ τὸ παράπαν τὸ τῆς ἀσκήσεως ἐπικόψαι σύντονον ἡδυνήθη. Καὶ ὁ μὲν τὸ κατάκομον ἐκεῖνο καὶ συνερεφές ὄρος ἐπυρπόλει, ὡς ἂν μετὰ τῆς ὕλης ἡ φλόξ καὶ τὸν ἅγιον ἐπινεμήθείη. Ὁ δὲ τῇ ἐν αὐτῷ τοῦ Πνεύματος χάριτι τοῦτο προγνούς, ἐφ᾽ ἕτερον μετέβαινε τόπον, καὶ Ἐπιφάνιος κακὸς τε εἶναι ἠλέγχετο καὶ ἑαυτοῦ χείρων. Τί οὖν ὁ θαυμαστὸς πρὸς τοῦτο Ἰωαννίκιος; Οὐ πρὸς ἄμυναν διανέστη, οὐ τὸν ἐπιβουλεύοντα κακῶς εἶπεν, ἀλλ᾽ οἷς πράος τοῦ πράου μαθητὴς, καὶ προσεφέρετο φιλικώς καὶ ταπεινῶς προσεφθέγγετο, καὶ τὴν τῆς φιλεχθρίας αἰτίαν ἐζήτει μαθεῖν. Ὁ δὲ ἁμάξεις αὐτὸν ὕβρεως ἔπλυνε, τὸ τοῦ λόγου, καὶ τέλος ὁ μοναχὸς Ἐπιφάνιος μεθ᾿ ἧς κατὰ χεῖρα εἶχε ράβδου, ὀξὺν πρὸς τῷ ἄκρῳ σίδηρον ἐχούσης, κατὰ μέσην πλήττει τὸν ἅγιον τὴν γαστέρα, εἰ καὶ ἀπαθὴς ἐκεῖνος ὁ συμπαθής διέμεινε, καὶ πρὸς διαλλαγάς τὸν Ἐπιφάνιον παρεκάλει. Ἀλλ' ἐκεῖνος μηδὲν τι τῆς ὀλεθρίας γνώμης ἐκείνης μεταβαλών, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἔμενε δυσμενείας. Τοῦτο δὲ ἄρα ὑπὸ τῶν τὴνΝΕ'. Υπὸ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον μάχην συμβάλλου- LV. Sub id autem tempus Ismaelitae praelio conσιν Ισμαηλίται Ρωμαίοις, καὶ πολλοὶ μὲν ἀναι figunt cum Romanis, et multi quidem Romani
ροῦνται Ρωμαίων, πολλοὶ δὲ τῷ πολέμω ἀπολει- interficiuntur: multi vero bello capti abducuntur
φθέντες, αἰχμάλωτοι ἄγοντας. Τούτων εἷς, νεανίας captivi. Horum unus, qui erat adolescens, erat
ὤν, συγγενῆς ἐτύγχανε τῷ μεγάλῳ· εἰς βοήθειαν οἱ magni Joannicii cognatus. Itaque qui genere ad
προσήκεντης τὸν ἅγιον ἐκάλουν εἴ πως τὸν νεανίσκον eum attinebant, sancti invocabant auxilium, ut
ἐξέληται τῆς αἰχμαλωσίας. Ὁ δὲ καὶ πρὸ τοῦ κληθῆναι adolescentem liberaret a captivitate. Is autem
ταχὺς ἧκε, καὶ περὶ μέσας νύκτας γενόμενος ἐπὶ etiam priusquam vocaretur, cito venit, et cum
τοῦ δεσμωτηρίου ἑνί τε τῶν μετ᾿ ἐκείνου κατεχομέ- circa mediam noctem fuisset in carcere, et appaνων επιφανείς, ᾿Αναστὰς, φησί, τὸν ἕτερον διανά- ruisset uni ex iis, qui cum illo detinebantur;
στησον, κἀκεῖνος τὸν ἕτερον πάλιν, καὶ οὗτος τὸν Surge inquit, et alterum excita, et is eum, qui est
μετ' αὐτὸν. Τούτου δὲ ὡς ἐπέσκηψε γενομένου, δεσμά post illum. Hoc autem facto, ut jusserat, eis quiμὲν εὐθὺς αὐταῖς ἀλύσεσι ἐλύοντο τούτοιν, ώς μηδὲ dem protinus sunt soluta vincula cum catenis, ut
τὴν ἀρχὴν δεδέσθαι δοκεῖν, αἱ πύλαι δὲ αὐτόματοι nec omnino quidem viderentur fuisse vincti: porδιηνοίγοντο, καὶ οἱ ἄνδρες ἐν τῇ ἐξόδῳ ἦσαν οἱ μηδὲ ta vero sua sponte sunt apertæ, et sunt egressi ii,
τῆς ἑτέρων πρὸς αὐτοὺς εἰσόδου συγχωρούμενοι πρό- ad quos prius ne licuit quidem ingredi. Cum
τερον ἀπολαύειν. Ἐπειδὴ δὲ πρὸς τὴν οἰκίαν ἐπαν- autem jamn in suam rediissent regionem, in via
ήεσαν ἤδη, ἐντυγχάνουσι κυσὶ παρὰ τὴν ὁδὸν, ἀπή- incidunt in quosdam canes, feroces quidem et
και μὲν τοῖς παριοῦσι καὶ ἀνημέροις, φοβεροῖς δὲ immites iis, qui præteribant, vel ipso autem
καὶ αὐτὸ τὸ ἰδεῖν. Καὶ οἱ μὲν ἐν ἀπόρῳ ἦσαν ὅ τι aspectu terribiles. Et illi quidem nesciebant, quid
χρὴ δρᾷν, ὁ μέγας δὲ και τούτῳ φθάσας Ιωαννίκιος, agerent: magnus autem tunc quoque accedens
καὶ βαθεῖαν ὥσπερ ἀχλὺν τῆς ὄψεως τῶν κυνῶν καὶ Joannicius, densa caligine offusa canum oculis,
ταχέας, ἀπαθεῖς κακῶν τοὺς ἄνδρας διαβιβάζει, και illasos et nullo malo affectos eos transmittit, et
φέρων ἀποκαθιστᾷ τοῖς οἰκείοις. Οἱ δὲ καὶ διὰ πά- suis eos restituit. Illi vero toto tempore vitæ sum
στις αὐτῶν τῆς ζωῆς τὴν εὐχαριστίαν εἶχον, καὶ in ore habebant gratiarum actionem, nec ullum
χρόνος τις αὐτοὺς εἰς λήθην οὐκ ἤγαγε της ενεργε- tempus eis oblivionem induxit benefcii.
σίας.
ΝϚ'. Ἐπεὶ δὲ ἔδει καὶ τὸ πρὸς τὰς ἔξωθεν παρὰ LVI. Cum autem oporteret etiam adversus exτοῦ πονηροῦ πείρας τοῦ ἀνδρὸς γενναῖον πολλαχοῦ trinsecus illatas a maligno tentationes, illius egreδιεξείκνυσθαι, οὕτω τῆς Προνοίας οἰκονομούσης καὶ gii viri in multis ostendi fortitudinem, ita dispenτοὺς δικαίους εἰς χεῖρας θλιβόντων αὐτοὺς παραδι- sante Providentia, et tradente justos in manus
δούσης, οὐχ ἵνα πειράσῃ τούτους, ἀλλ᾽ ἵνα ἐπιπλέον eorum, qui ipsos afligunt, non ut eos tentel, sed
λαμπρύνη, Επιφάνιόν τινα μοναχὸν ὁ πονηρὸς ὑπο- utreddat illustriores, Epiphanium quemdam monaὡς ἐπιφανή τε τὴν ἀρετὴν δοκοῦντα, καὶ πρὸς τῷ chun malignus subiens, qui et virtute videbatur inὄρει ἐκεῖνο ἀσκοῦντα ὑποκινεῖ κατὰ τοῦ ἁγίου. Τί signis,et in illo monte se exercebat,movet adversus
τοῦτο τεχνώμενος; ᾿Αντιπερισπάσαι ἀμφοτέρους τῶν sanctum. Cur hoc machinans?Ambos volensavellere
τῆς ἀρετῆς πόνων ἐθέλων, ὅπως τὸν μὲν μὴ σχο- a laboribus virtutis,ut illi ne daretur quidem ad inλὴν ἔγειν ἐᾶν τὸ ἐπιβουλεύειν, τὸν δὲ τὸ ἐπιβου- sidiandum otium, hunc autem fastidirent ipse insi
λεύεσθαι. ᾿Αλλὰ τοῦ μὲν Επιφανίου τῇ ψυχῇ ἐνίησι dim. Sed Epiphanii quidem animæ immittit invidiam,
βασκανίαν, τῷ δὲ οὐδὲ τὸ παράπαν τὸ τῆς ἀσκή- Joannicio autem ne potuit quidem omnino interσεως ἐπικόψαι σύντονον ἡδυνήθη. Καὶ ὁ μὲν τὸ κα- rumpere intensam exercitationem. Et ille quidem
τάκομον ἐκεῖνο καὶ συνερεφές ὄρος ἐπυρπόλει, ὡς comatum et frondorum illum montem exussit, ut
ἂν μετὰ τῆς ὕλης ἡ φλόξ καὶ τὸν ἅγιον ἐπινεμῇ- simul cum silva flamma sanctum quoque depasceθείη. Ὁ δὲ τῇ ἐν αὐτῷ τοῦ Πνεύματος χάριτι τοῦτο ret: ille autem cum spiritus, quæ in eo erat,gratia
προγνούς, ἐφ᾽ ἕτερον μετέβαινε τόπον, καὶ Ἐπιφά- id præscivisset, transiit ad alium, et malus fuit
πος, κακὸς τε εἶναι ἠλέγχετο καὶ ἑαυτοῦ χείρων. deprehensus Epiphanius, et seipso deterior. Quid
Τί οὖν ὁ θαυμαστὸς πρὸς τοῦτο Ἰωαννίκιος; Οὐ πρὸς ergo admirabilis ad hoc Joannicius? Non fuit exἄμυναν διανέστη, οὐ τὸν ἐπιβουλεύοντα κακῶς εἶπεν, citatus ad vindictam, non ei maledixit, qui parabat
ἀλλ᾽ οἷς πράος τοῦ πράου μαθητὴς, καὶ προσε- insidias, sed ut milis ejus, qui est mitis, discipulus,
φέρετο φιλικώς καὶ ταπεινῶς προσεφθέγγετο, καὶ et amice eum adiit, et humiliter est allocutus, et
τὴν τῆς φιλεχθρίας αἰτίαν ἐζήτει μαθεῖν. Ὁ δὲ rogavit ut diceret causam cur ei vellet esse inimiἁμάξεις αὐτὸν ὕβρεως ἔπλυνε, τὸ τοῦ λόγου, καὶ τέ- cus. Ille autem plaustris proborum, ut dicitur, et
λος ὁ μοναχὸς Ἐπιφάνιος μεθ᾿ ἧς κατὰ χεῖρα είχε contumeliarum eum est insectatus, et tandem
ράβδου, ὀξὺν πρὸς τῷ ἄκρῳ σίδηρον ἐχούσης, κατὰ egregius ille Epiphanius virga, quam habebat in
μέσην πλήττει τὸν ἅγιον τὴν γαστέρα, εἰ καὶ ἀπαθὴς manu, quæ in extremo ferrum habebat acutum,
ἐκεῖνος ὁ συμπαθής διέμεινε, καὶ πρὸς διαλλαγάς in medio ventre percutit sanctum, etiamsi illæsus
τὸν ᾿Επιφάνιον παρεκάλει. 'Αλλ' ἐκεῖνος μηδὲν τι permanserit vir misericors, et ad reconciliationem
τῆς ὀλεθρίας γνώμης εκείνης μεταβαλών, ἐπὶ τῆς hortatus sit Epiphanium. Sed ille, pernicioso illo
αὐτῆς ἔμενε δυσμενείας. Τοῦτο δὲ ἄρα ὑπὸ τῶν τὴν animo nihil mutato, permansit in eadem malevo
col. 91–92page 42 of 146
PG 116:91ἀρχὴν τὸν τρίχινον χιτώνα δεδωκότων μοναχῶν τῷ ἁγίῳ προείρητο. Πειρασμὸς γὰρ εἶπον ἐκεῖνοι, πρὸς τῇ τελευτῇ ἐπελεύσεταί σοι, ἀλλ᾽ εἰς κενὸν καὶ αὐτὸς προχωρήσει.
ΝΖ΄. Εἰς βαθὺ δὲ γῆρας ὁ ἅγιος ἐλάσας, καὶ τοῖς διαπερφυέσιν ἐκείνοις περὶ τὴν ἄσκησιν πόνοις ἦτονηκώς, παρὰ τῇ Δίου μονῇ κελλίον δειμάμενος ἐκεῖ ἑαυτὸν κατακλείει. Εἰ δέ ποτε τοῦτον καιρὸς ἐξελθεῖν ἐκάλει, διῄει ἀνὰ μέσην τὴν λεωφόρον, μὴ ὁρώμενος τὰ πολλὰ ὑπ᾽ ἐκείνων, ὑφ᾽ ὧν πάντως μηδὲ ὁρᾶσθαι ἠβούλετο. Πέμπτῳ δὲ ἔτει τῆς Μιχαὴλ ἀρχῆς ὁ τὴν Ἐκκλησίας ἰθύνων Μεθόδιος, τὴν τοῦ μεγάλου Ἰωαννικίου πρὸς Κύριον ἐκδημίαν ἐγγίζουσαν ἤδη προεγνωκώς, πρὸς αὐτὸν τε ἥκει, καὶ παρ᾽ αὐτοῦ εὐχὰς τὰς τελευταίας ἐζήτει. Ὁ δὲ περὶ παντός τε τὴν τοῦ Μεθοδίου ποιησάμενος ἔντευξιν, καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὁμιλίαν ἐπὶ πολὺ παρατείνας, εἶτα τῷ ἱερατικῷ τε πληρώματι καὶ τῇ νεολέκτῳ ποίμνῃ τὰ δέοντα πρὸς εὐσέβειαν παραινέσας, ἀμετακινήτως τῇ ὀρθοδόξῳ πίστει καὶ παγίως ἐμμένειν, μηδὲ ταῖς τῶν αἱρετικῶν παρατρέπεσθαι βεβήλοις κενοφωνίαις, ὁμόνοιαν τε πρὸς ἀλλήλους φυλάττειν εἰπών, μηδὲ βλάσφημον κατὰ τοῦ ἀρχιερέως γλῶσσαν κινεῖν· ἐπεῖπεν ὡς οὐδὲν πολύν τινα χρόνον μετὰ τὴν αὐτοῦ τελευτὴν ὁ Μεθόδιος ἐπιβιώσει, ὅπερ οὐδὲ τοῦτο ἐσφάλη. Τρίτῃ τε γὰρ μετὰ τούσδε τοὺς λόγους ἡμέρᾳ ἡνύετο, καὶ τρίτην ὁ Νοέμβριος ἦγε. Καὶ ὁ μὲν θεῖος Ἰωαννίκιος τῷ πνεύματι μέν, πρὸς ὅν ἠγάπα μεταφοιτᾷ, χοροῖς ἀγγέλων παραπεμπόμενος, τῷ σώματι δὲ σορῷ κατατίθεται. Μεθόδιος δὲ ὁ λαμπρὸν λάμψας ἐν πατριάρχαις, μετὰ μῆνας καὶ οὗτος ὀκτὼ τῆς ἐκείνου τελευτῆς ἀπεβίω, τέσσαρεσκαιδεκάτης ἐνισταμένης τῷ Ἰουνίῳ.
ΝΗ΄. Τίνα γοῦν τὰ κατὰ τὴν τελευτήν τε καὶ μετὰ τὴν τελευτὴν τοῦ θαυμαστοῦ τούτου Ἰωαννικίου γεγενημένα; Παρειμένων συσφίγξεις μελῶν, ἄνθρωποι πονηρῶν ἀπαλλαττόμενοι πνευμάτων, μόνον εἰ τῇ ἐκείνου σορῷ προσέλθοιεν. Καὶ πῶς γὰρ οὐκ ἔμελλεν Ἰωαννίκιος τοιούτοις καὶ μετὰ θάνατον ἐνδοξασθῆναι, οὗ τὴν ἐκδημίαν στύλος πυρὸς τοῖς ἐν τῷ κατ᾽ Ὄλυμπον ὄρει ἐδήλου, οἷς προεπορεύοντο ἄγγελοι πύλας διανοίγοντες αὐτῷ τὰς τοῦ παραδείσου, καὶ πρὸς τὴν ἐκεῖθεν μακαριότητα διαβιβάζοντες καθαρῶς ἐμφανισθησόμενον τῷ προσώπῳ Κυρίου, καὶ ἀγγελικαῖς συνεσόμενον τάξεσιν; ὑφ᾽ ὧν ἡ μακαρία Τριὰς δοξάζεται καὶ μεγαλύνεται, νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.lentia. Hoc autem sancto predictum fuerat ab illis
monachis, qui ei ab initio dederant illam tunicam
pilis contextam. Tentatio enim, dixerunt illi, ad te
veniet in fine, sed ipsa quoque irrita.
ἀρχὴν τὸν τρίχινον χιτώνα δεδωκότων μοναχῶν τῷ
ἁγίῳ προείρητο. Πειρασμὸς γὰρ εἶπον ἐκεῖνοι, πρὸς
τῇ τελευτῇ ἐπελεύσεταί σοι, ἀλλ᾽ εἰς κενὸν καὶ αὐτ
τὸς προχωρήσει.
LVII. Cum autem sanctus jam ad profundam ΝΖ'. Εἰς βαθὺ δὲ γῆρας ὁ ἅγιος ἐλάσας, καὶ τοῖς δα
δ
processisset senectutem, et illis admirabilibus labo- περφυέσιν ἐκείνοις περὶ τὴν ἄσκησιν πόνοις ἦτονηκώς,
ribus exercitationis evasisset infirmus, in monaste. παρὰ τῇ Δίου μονή κελλίον δειμάμενος ἐκεῖ ἑαυτὸν
rio Antidii exstructa cellula, illic se includit. Si κατακλείει. Εἰ δέ ποτε τοῦτον καιρὸς ἐξελθεῖν ἐκάσ
quando autem eum vocaret tempus, ut illinc egre- λει, διῄει ἀνὰ μέσην τὴν λεωφόρον, μὴ ὀρώμενος
deretur, transibat per viam publicam, ne ab illis τὰ πολλὰ ὑπ' ἐκείνων, ὑφ᾽ ὧν πάντως μηδὴ ὁρᾶσθαι
quidem visus magna ex parte, a quibus ne volebat ἠβούλετο. Πέμπτῳ δὲ ἔτει τῆς Μιχαὴλ ἀρχῆς ὁ τὸ
quidem omnino aspici. Quinto vero anno imperii της Εκκλησίας ιθύνων Μεθόδιος, τὴν τοῦ μεγάλου
Michaelis, qui Ecclesiam regebat Methodius, cum προς Κύριον ἐκδημίαν ἐγγίζουσαν ἤδη προεγνωκώς,
magni Joannicii ad Dominum excessum præscivis πρὸς αὐτὸν τε ἥκει, καὶ παρ᾽ αὐτοῦ εὐχὰς τὰς τελευ
set jam appropinquare, ad eum venit, et ultimas ταίας ἐζήτει. Ὁ δὲ περὶ παντός τε τὴν τοῦ Μεθοδίου
preces ab eo petiit. Ille autem cum maximi fecis- ποιησάμενος ἔντευξιν, καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὁμιλίαν
set convenire Methodium, et in longum tempus
cum eo produxisset sermonem, et deinde sacro
colui et recens electo gregi ea, quæ ad pietatem
opus erant, suasisset, dicens ut immobiliter et stabiliter permanerent in Gde orthodoxa, neque everterentur a profanis vocibus hæreticorum, et inter
se conservarent concordiam, neque blasphemam
et maledicam linguam moverent in pontificem,
subjunxit, quod nec multum tempus post suum
decessum viveret Methodius, qua quidem in re non
fuit falsus. Tertio enim die, postquam hæc dixisset (erat vero tertius for. quartus] Novembris,
D. Joannicius spiritu qui dem migrat ad eum,quein
diligit, deductus a choris angelorum:corpus autem
deponitur in loculo. Methodius autem, qui clarissime refulsit inter patriarchas, ipse quoque octavo
mense post illius decessum, excessit ex hac vita
quarto decimo Junii.
LVIII. Quænam autem sunt ea, quæ facta sunt
in morte et post mortem admirabilis hujus Joannicii? Dissolutorum membrorum confirmationes,homines liberati a malignis spiritibus, si solum ad
capsam illius arcessissent. Quidni enim erat Joannicius iis rebus vel post moriem glorificandus,
cujus decessum columna ignis significavii iis, qui
erantin monte Olympo? quem præcesserunt angeli,
paradisi portas ei aperientes, et transmittentes ad
eam, quæ est illic, beatitudinem, pure appariturum ante faciem Domini, et simul versaturum cum
angelicis ordinibus? a quibus beata Trinitas laudatur et glorificatur nunc, et in nunquam desitura
sscula vaculorum. Amen
ἐπὶ πολὺ παρατείνας, εἶτα τῷ ἱερατικῷ τε πληρώσ
ματι καὶ τῇ νεολέκτῳ ποίμνῃ τὰ δέοντα πρὸς εὐσέβειαν παραινέτας, ἀμετακινήτως τῇ ὀρθοδόξῳ πιο
στει καί παγίως ἐμμένειν, μηδὲ ταῖς τῶν αἱρετικῶν
παρατρέπεσθαι βεβήλοις κενοφωνίαις, ὁμόνοιαν τε
πρὸς ἀλλήλους φυλάττειν εἰπὼν, μηδὲ βλάσφημον
κατὰ τοῦ ἀρχιερέως γλῶσσαν κινεῖν· ἐπεῖπεν ὡς
οὐδὲν πολύν τινα χρόνον μετὰ τὴν αὐτοῦ τελευτὴν ὁ Μεσ
θόδιος ἐπιβιώσει, ὅπερ οὐδὲ τοῦτο ἐσφάλη. Τρίτη τε
γὰρ μετὰ τούσδε τους λόγους ἡμέρᾳ ἡνύετο, καὶ
τρίτην 5 Νοέμβριος ἦγε. Καὶ ὁ μὲν θεῖος Ιωαννί
κιο; τῷ πνεύματι μὲν, πρὸς ὅν ἠγάπα μεταφοιτά,
χοροῖς ἀγγέλων παραπεμπόμενος, τῷ σώματι δὲ
σορῷ κατατίθεται. Μεθόδιος δὲ ὁ λαμπρὸν λάμψας
έν πατριάρχαις, μετὰ μῆνας καὶ οὗτος ὀκτὼ τῆς
ἐκείνου τελευτῆς ἀπεβίω, τέσσαρεσκαιδεκάτης ἐνισταμένης τῷ Ἰουνίῳ.
ΝΗʹ. Τίνα γοῦν τὰ κατὰ τὴν τελευτήν τε καὶ μετὰ
τὴν τελευτὴν τοῦ θαυμαστοῦ τούτου Ιωαννικίου
γεγενημένα; Παρειμένων συσφίγξεις μελών, ἄνθρω
ποι πονηρῶν ἀπαλλαττόμενοι πνευμάτων, μόνον εἰ
τῇ ἐκείνου σορῷ προσέλθοιεν. Καὶ πῶς γὰρ οὐκ
ἔμελλεν Ἰωαννίκιος τοιούτοις καὶ μετὰ θάνατον ἐνα
δοξασθῆναι, οὗ τὴν ἐκδημίαν στύλος πυρὸς τοῖς ἐν
τῷ κατ' Ολυμπον ὄρει ἐδήλου, οι προεπορεύοντο
ἄγγελοι πύλας διανοίγοντες αὐτῷ τὰς τοῦ παρκο
δείσου, καὶ πρὸς τὴν ἐκεῖθεν μακαριότητα διαβιο
βάζοντες καθαρῶς ἐμφανισθησόμενον τῷ προσώπων
Κυρίου, καὶ ἀγγελικαίς συνεσόμενον τάξεσιν; ὑφ'
ὧν ἡ μακαρία Τριας δοξάζεται και μεγαλύνεται,
νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Αμήν.
Exstat ad sanctum Joannicium epistola 116, lib. Il cod. Colum. Theodori Studite, quam recitat
Baronius tom. IX Annal. an. 825.
Day 15Die 15
col. 127–128page 60 of 146
PG 116:127Ἐμηνύθη δὲ παραχρήμα καὶ ὅτι ὁ Χριστιανὸς Ὀρέστης ἐπέδωσε τὸ λείψανον αὐτοῦ. Καὶ ἀκούσας ταῦτα ὁ ἡγεμών, τὸ τίμιον λείψανον αὐτοῦ ῥιφῆναι ἐν Βάθει τινί, ἄντικρυς τοῦ ὄρους. Καὶ τούτου γενομένου, εἴδομεθα ἄνθρωπόν τινα, ὃς τὴν ἰδέαν εἶχεν ὡς ὁ ἥλιος, δεξάμενον τὸ τίμιον λείψανον τοῦ ἁγίου μάρτυρος· ὅστις καὶ κατέθετο αὐτὸ ἐν τῷ πλησιάζοντι τῇ πόλει Τυάνων. Ταῦτα δὲ πράξας ὁ ἀσεβέστατος καὶ παράνομος ἡγεμών, ἐπέστειλεν τὰ ὑπομνήματα τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ὀρέστου ἐν Ἀντιοχείᾳ, ὥσπερ τι μέγα ἄθλον καὶ κατόρθωμα πρὸς Διοκλητιανὸν τὸν βασιλέα. Ἐτελειώθη δὲ ἡ ἄθλησις Ὀρέστου, μηνὶ Νοεμβρίῳ θʹ, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ ΓΟΥΡΙΑ, ΣΑΜΩΝΑ ΚΑΙ ΑΒΙΒΟΥ.
Αʹ. Ἔτος μὲν ἀπὸ τῆς Ἀλεξάνδρου τοῦ Μακεδόνος ἀρχῆς ἐξακοσιοστὸν ἦν, ἔνατον δὲ Διοκλητιανῷ τὰ Ῥωμαίων τε σκήπτρα ἠνύετο, καὶ πρὸς τὴν ὑπατείαν ἕκτον ἐτελεῖτο τῷ Μαξιμιανῷ. Αὔγαρος δὲ ἐπὶ τῶν τότε καιρῶν τοῦ Ζωάρα ἐστρατήγει, Κογνᾶτος τε τὴν Ἐδεσσηνῶν ἐπεσκόπει. Καὶ διωγμὸς κατὰ τῶν ἐκκλησιῶν μέγας πᾶσι τοῖς ὑπὸ χεῖρα Ῥωμαίοις ἠγείρετο. Καὶ τὸ μὲν τῶν Χριστιανῶν ὄνομα ὡς ἄθεσμον διεσύρετο, ἱερεῖς δὲ καὶ μονάζοντες, διὰ τὸ τῆς πίστεως ἀκλινὲς καὶ ἀνάλωτον, βασάνοις οἰκτρῶς παρεδίδοντο, πόθος τε καὶ φόβος τοὺς εὐσεβεῖς ἐμέριζεν· παρρησιάσασθαι γὰρ τὴν ἀλήθειαν διὰ τὸν τοῦ Χριστοῦ βουλόμενοι πόθον, τῷ φόβῳ πάλιν τῶν κολάσεων ἀνεδύοντο· τοῖς μὲν γὰρ κατὰ τῆς εὐσεβείας ὁπλιζομένοις ἐξομνύναι Χριστιανοὺς τὰ Χριστιανῶν ἡ σπουδή, καὶ τῷ Κρόνῳ καὶ Ῥέᾳ προστίθεσθαι· τοῖς πιστοῖς δὲ τοὐναντίον ἅπαν, καὶ τὸ μηδὲν εἶναι δεικνύειν τὰ ἐκείνοις τιμώμενα.
Βʹ. Κατ' ἐκεῖνο τοίνυν καιροῦ Γουρίας καὶ Σαμω-I. Hoc audito, praeses jussit martyris reliquias 1. Ἐμηνύθη δὲ παραχρήμα κα
in femen quoddam, Phibum nomine, quod est e ὅτι ὁ Χριστιανός Ορέστης επέδωσα
regione montis, statim demergi. Eo aulem loco vi- τοῦ. Καὶ ἀκούσας ταῦτα ὁ ἡγεμών, πλειστ
sus est homo quidam aspectu, instar solis, efful- μιον λείψανον αὐτοῦ ῥιφῆναι ἐν Βάρη
gens, qui cum sancti martyris reliquias collegisset, ἄντικρυς τοῦ ὄρους. Καὶ τούτου γενομέ
in monte, qui est prope urbem 1 yanamn, eas depo- μεθα ἄνθρωπόν τινα, ὃς τὴν ἰδέαν εἶχε
suit. Haec autem cum præses Maximnus fecisset, ὁ ἥλιος, δεξάμενον τὸ τίμιον λείψανον το
sancti martyris Oreste acta misit in urbem An- μάρτυρος· ὅστις καὶ κατέθετο αὐτὸ ἐν
tiochiam ad imperatorem Diocletianum. Comple- μένῳ ὄρει τῇ πόλει Τυάνων. Ταύτα δε τρίς
tum fuit Orestæ martyris certamen alque marly- ἀσεβέστατος καὶ παράνομος ἡγεμών, επέσταλε
rium die nono mensis Novembris, in Christo Jesu ὑπομνήματα τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ορέστου ἐν
Domino nostro, cui gloria est imperium in sæcula τιοχεία, ὥσπερ τι μέγα ἄθλον καὶ κατόρθωσε τις
sæculorum. Amen.
Διοκλητιανὸν τὸν βασιλέα. Ετελειώθη δὲ ἡ
Ορέστου, μηνὶ Νοεμβρίῳ ι, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τ
ρία τοῦ ἁγίου αθλοφόρου Χριστοῦ καὶ μάρτυρος
Κυρίω ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.
ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ
ΓΟΥΡΙΑ. ΣΑΜΩΝΑ ΚΑΙ ΑΒΙΒΟΥ.
MARTYRIUM SANCTORUM CHRISTI MARTYRUM
ET CONFESSORUM
GURIÆ. SAMONÆ ET ABIBI.
(Latine apud Surium ad diem 15 Novembris, Grace ex codd. 1522 et 1549.)
I. Agebatur quidem sexcentesimus annus ab imperio Alexandri Macedonis, novem aulem annos
jam transegerat Diocletianus, sceptra tenens Romanorum, et sextum jam consulatum obtinebat
Maximianus Augarus autem, Zoare filius, his
temporibus erat prator,et Cognatus erat episcopus
Edessenorum, et magna excitahatur persecutio
adversus ecclesias omnibus, qui erant sub ditione
Romanorum et nomen quidem Christianorum,
tanquam nefarium, probris appetebatur et exagitabatur; sacerdotes autem et monachi, propter
Armam fdem et inexpugnabilem, niserabilibus
tradebantur suppliciis, desiderioque et metu distrahebantur pii. Nam cum libere eloqui veritatem
propter Christi vellent desiderium, refugiebant
rursus metu suppliciorum. Nam ii quidem, qui se
armabant adversus pietatem, studebant ut Chrisliani Christianismum abjurarent, Saturnoque et
Rhem se adjungerent: contra autein fideles, ut
nihil esse ostenderent ea quæ ab illis colebantur.
II. Illo ergo tempore Gurias et Samonas apud
Α΄. Ετος μὲν ἀπὸ τῆς ᾿Αλεξάνδρου τοῦ Μαχαλίας
ἀρχῆς ἐξακοσιοστὸν ἦν, ἔνατον δὲ Δεοκλητική τέ
Ῥωμαίων τε σκήπτρα ηνύετο, καὶ πρὸς τὴν ὅτι
τείαν ἕκτον ἐτελεῖτο τῷ Μαξιμιανό. Αύγαρος δὲ ἐπὶ
τῶν τότε καιρῶν τοῦ Ζωάρα ἐστρατήγει, Κογιστές
τε τὴν Εδεσσηνῶν ἐπεσκόπει. Καὶ διωγμός κατά
τῶν ἐκκλησιῶν μέγας πᾶσι τοῖς ὑπὸ χεῖρα Ρωμαίος
ηγείρετο. Καὶ τὸ μὲν τῶν Χριστιανών ὄνομα ὡς
ἄθεσμον διεσύρετο, ἱερεῖς δὲ καὶ μονάζοντες, δὲ τὸ
τῆς πίστεως ἀκλινὲς καὶ ἀνάλωτον, βασάνοις είνα
νῶς παρεδίδοντο, πόθος τε καὶ ψύχος τοὺς εὐσεβεῖς
ἐμερίζονται παρρησιάσασθαι γὰρ τὴν ἀλήθειαν διὰ
τὸν τοῦ Χριστοῦ βουλόμενοι πύθον τῷ φόβῳ πάλιν
τῶν κολάσεων ἀνεδύοντος τοῖς μὲν γὰρ κατὰ τῆς
εὐσεβείας οπλιζομενοις εξόμνυ και Χριστιανοὺς τὰ
Χριστιανῶν ἡ σπουδή, καὶ τῷ Κρόνου καὶ Ῥέας
G προστίθεσθαι τοῖς πιστοῖς δὲ τοὐναντίον ἅπαν, καὶ
τὸ μηδὲν εἶναι δεικνύειν τὰ ἐκείνοις τιμώμενα.
Β'· Κατ' ἐκεῖνο τοίνυν καιροῦ Γουρία καὶ ΣαμωEst hic annus consulari nota notatus 299 apud Baronium.
col. 129–130page 61 of 146
PG 116:129τῆς διαβάλλονται τῷ δικάζοντ', ὧν ἡ μὲν Σαρκιγιτνᾶς, ὁ δὲ Γάναδος ὥρμηντο κώμης, ἡμεδαποί Εδέσσης ἄμφω καὶ τρόφιμοι, ἦν δὴ καὶ Μεσοποτα μίαν καλοῦσι, διὰ τὸ Εὐφράτου καὶ Τίγριδος μέσην εἶναι, καὶ πρὸ τοῦ μὲν ὀλιγοις ὑπὸ τῆς φήμης παρα αδομένην, μετὰ δὲ τοὺς τῶν μαρτύρων ἄθλους παντεχῆ διποοωμένην. Οἱ μὲν οὖν ἅγιοι οὐκ ἐν τῇ πόλει τὰς διατριβὰς ἐποιοῦντο, πόρξω δὲ ταύτης γενόμενοι, ἅτε τῶν ἐξ αὐτῆς θορύβων μακρὰν εἶναι βουλόμενοι· καταφανεῖς ὑπάρχειν τῷ Θεῷ μόνῳ διὰ σπου τῆς εἶχον. Καὶ Γουρίᾳ μὲν ἐγκράτεια καὶ ἀγάπη καλόν τε καὶ ἀγαθὸν κτῆμα ἦν, καὶ τὸ ἐπιτήδευμα κλῆσις ἐγίνετο, ὥστε οὐκ ἂν ἐγνώρισας τὸν ἄνδρα τῇ κλήσει, μὴ τὸν ἐγκρατῆ πρότερον εἰρηκώς· Σαμωνὰς δὲ τὴν τε ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα ἐσφρίγα Θεῷ, καὶ τῷ Γουρίᾳ τὴν ἀρετὴν παράμιλλος ἦν. Διαβάλλονται τίνων οὗτοι τῷ δικαστῇ ὡς μὴ μόνον τὴν Ἐδέσσης πρόσοικον πᾶσαν ταῖς ἑαυτῶν διδασκαλίαις ἐπιστηρίζοντες, καὶ τῆς οἰκείας ἔχεσθαι πίστεως ὑπαλείφοντες, ἀλλὰ καὶ ὑπερορᾷν τῶν διωκόντων παραπαίζοντες, καὶ τὴν ἐκείνων ἀσέβειαν ἐν μηδενὶ ἕπεσθαι τὸ παράπαν διδάσκοντες κατὰ τὸ γεγραμμένον. «Μή πεποίθετε ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία.» Οἷς ἐπὶ πολὺ τὴν μανίαν ἀναφλεγείς ὁ δικάζων, κελεύει πάντας ὅσοι τὰ Χριστιανῶν ἐτίμων, ταῖς Γουρία καὶ Σαμωνά διδασκαλίαις ἑπόμενοι, ἅμα τοῖς εἰς τοῦτο προηγαγόντας συλληφθέντας κατακλείστους ἐν ἀσφαλεῖ γενέσθαι φρουρᾷ. Καὶ ἡ πρόσταξις ἔργον ἦν καὶ δῆτα καιροῦ λαβόμενος, καὶ τοῖς μὲν αὐτῶν πληγὰς ἐπιθεὶς, τοὺς δὲ βασάτας ἑτέραις ὑποβαλών, καὶ τῷ τοῦ βασιλέως δόγματι πείθεσθαι παραινέσας, οἷα ἥμερόν τι ποιῶν καὶ φιλάνθρωπον, τοὺς μὲν λοιποὺς ἀπιέναι οἴκαδε ἀπολύει, τοὺς δὲ ἁγίους ὥσπερ καὶ πρώτους τὸ τῆς ἀληθείας κήρυγμα σπείροντας, καὶ τοῖς ἄλλοις τῆς εὐσεβείας μεταδιδόντας, τῷ δεσμωτηρίῳ καὶ ἔτι ἐκέλευε προσταλαιπωρεῖν, τῇ κοινωνίᾳ τῆς μαρτυρίας καὶ αὐτοὺς χαίροντας· ἡκηκόεσαν γὰρ κἀν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις πολλοὺς τὸν ἴσον αὐτοῖς θέειν ἀγώνα· ὧν Ἐπιφάνιός τε καὶ Πέτρος ἦν, Πάμφιλος ὁ ἱερὸς μετὰ πολλῶν καὶ ἄλλων ἐν Καισαρείᾳ τῆς Παλαιστίνης, Τιμόθεος ἐν Γάζῃ, ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῇ μεγάλη Παύλος, Ἀγαπητὸς ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐν Νικομηδείᾳ Ἡσύχιος, Φίλιππος ἐν Ἀδριανοῦ πόλει, ἐν Μελιτηνῇ Πέτρος, Ἑρμῆς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἐν τοῖς τῆς Μαρτυροπόλεως μεθορίοις, οἳ καὶ τὸν τοῦ μαρτιρίου στέφανον ὑπὸ Ἡρακλειανοῦ τοῦ δουκός μεθ' ἑτέρων ὁμολογητῶν ἀνεδήσαντο, ὧν ὁ ἀριθμὸς κρείττων ἢ κατὰ τὴν ἡμετέραν γνῶσιν ἐστιν. Ἀλλ' ἐπεκτέον ἐπὶ τὰ πρότερον.
Γ'. Ἀντώνιος τοιγαροῦν ὁ τῆς Ἐδέσσης ἡγεμονείων, ἐπειδὴ τοῖς ἄλλοις τὴν εἰς τὰ οἰκεῖα ἐπάνοδον χαρίσατο, βήματος αὐτῷ ἀρθέντος, ἀγωγίμους τοὺς μάρτυρας γενέσθαι προστάττει. Καὶ τῆς τάξεως τὸ κελευσθὲν ποιησάσης, φησὶ πρὸς τοὺς ἁγίους ὁ ἡγεμών· Ὁ θειότατος ἡμῶν βασιλεὺς τάδε κελεύει, ἐπιστῆναι τε οὐ πρεσβεύετε Χριστιανισμοῦ, καὶ τῇMARTYRIUM S. GURIE ET SOCIORUM.
τῆς διαβάλλονται τῷ δικάζοντ', ὧν ἡ μὲν Σαρκιγι- judicem accusantur, quorum ille quidem ex Sarτνᾶς, ὁ δὲ Γάναδος ὥρμηντο κώμης, ἡμεδαποί cigitua, hic autem ex vico Ganade erat ortus,
Εδέσσης ἄμφω καὶ τρόφιμοι, ἦν δὴ καὶ Μεσοποτα- ambo educati Edessæ, quam vocant Mesopotamiam,
μίαν καλοῦσι, διὰ τὸ Εὐφράτου καὶ Τίγριδος μέσην quod sit media inter Euphratem et Tigridem, et
εἶναι, καὶ πρὸ τοῦ μὲν ὀλιγοις ὑπὸ τῆς φήμης παρα- antea quidam ejus fama ad paucos pervaserat;
αδομένην, μετὰ δὲ τοὺς τῶν μαρτύρων ἄθλους παν- post martyrum autem certamina erat omnium será
τεχῆ διποοωμένην. Οἱ μὲν οὖν ἅγιοι οὐκ ἐν τῇ πόλει mone celebrata. Atque sancti quidem nequaquam
τὰς διατριβὰς ἐποιοῦντο, πόρξω δὲ ταύτης γενόμε- versabantur in civitate; sed procul ab ea remoti,
νοι, ἅτε τῶν ἐξ αὐτῆς θορύβων μακρὰν εἶναι βουλό- ut qui vellent procul abesse ab ejus tumultibus,
μενοι; καταφανεῖς ὑπάρχειν τῷ Θεῷ μόνῳ διὰ σπου studebant esse Deo soli manifesti. Et Guriæ quidem
τῆς εἶχον. Καὶ Γουρίᾳ μὲν ἐγκράτεια καὶ ἀγάπη continentia et charilas erat bona et honesta posκαλόν τε καὶ ἀγαθὸν κτῆμα ἦν, καὶ τὸ ἐπιτήδευμα sessio, et ex illius studio cognomen est ei imposi
κλῆσις ἐγίνετο, ὥστε οὐκ ἂν ἐγνώρισας τὸν ἄνδρα τῇ tum adeo ut ex nomine eum non cognoveris,
κλήσει, μὴ τὸν ἐγκρατῆ πρότερον εἰρηκώς· Σαμω- nisi prius dixeris continentem. Samonm autem
νὰς δὲ τὴν τε ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα ἐσφρίγα Θεῷ, καὶ erat in Deum corpus et animus juvenilis et alacris,
τῷ Γουρίᾳ τὴν ἀρετὴν παράμιλλος ἦν. Διαβάλλονται et cum Guria virtute contendebat. Ii ergo accuτίνων οὗτοι τῷ δικαστῇ ὡς μὴ μόνον τὴν ᾿Εδέσσης santur ad judicem, quod non solum omnem. Ginitiπρόσοικον πᾶσαν ταῖς ἑαυτῶν διδασκαλίαις ἐπιστη- mam Edessæ regionem sua doctrina confirmarent,
ρίζοντες, καὶ τῆς οἰκείας ἔχεσθαι πίστεως ὑπαλεί et ut sum adlarerent fidei, animum adherent, sed
φοντες, ἀλλὰ καὶ ὑπερορᾷν τῶν διωκόντων παρα- etiam efficerent, ut despicerent persecutores, et
παίζοντες, καὶ τὴν ἐκείνων ἀσέβειαν ἐν μηδενὶ ut illorum impietatem omnino nihil facerent, doεπεσθαι τὸ παράπαν διδάσκοντες κατὰ τὸ γεγραμ- cerent,convenienter et quod scriptum est: «Nolite
μένον. «Μή πεποίθετε ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων σἷς οὐκ confidere in principibus, in filiis hominum, in
ἔστι σωτηρία.» Οἷς ἐπὶ πολὺ τὴν μανίαν ἀναφλεγείς quibus non est salus.» Quibus judex ad magnam
ἱ δικάζων, κελεύει πάντας ὅσοι τὰ Χριστιανῶν ἐτί accensus insaniam, jubet omnes, qui habent in
μων, ταῖς Γουρία καὶ Σαμωνά διδασκαλίαις ἑπόμε- honore religionem Christianam, sequentes doctriτοι, ἅμα τοῖς εἰς τοῦτο προηγουγένοις συλληφθένα nam Guriæ et Samonæ, simul cum iis qui eos ad
της κατακλείστους ἐν ἀσφαλεῖ γενέσθαι φρουρᾷ. Καὶ id inducebant, comprehensos, in tuta includi cuἡ πρόσταξις ἔργον ἦν καὶ δῆτα καιροῦ λαβόμενος, stodia. Jussus autem ad effectum est deductus, et
καὶ τοῖς μὲν αὐτῶν πληγὰς ἐπιθεὶς, τοὺς δὲ βασά- capta occasione, cum aliis quidem ex his plagas
τας ἑτέραις ὑποβαλών, καὶ τῷ τοῦ βασιλέως δο- imposuisset, alios aulemn aliis tormentis subjecisγάζει πείθεσθαι παραινέσας, οια ἤμερόν τι ποιῶν set, et ut imperatoris decreto parerent, suasisκαὶ φιλάνθρωπον, τοὺς μὲν λοιποὺς ἀπιέναι οἴκαδε set: tanquam qui benigne et clementer se gereἀπολύει, τοὺς δὲ ἁγίους ὥσπερ καὶ πρώτους τὸ τῆς ret, alios quidem sinit domum abire, sanctos
ἀληθείας κήρυγμα σπείροντας, καὶ τοῖς ἄλλοις τῆς autem ut primos, et qui pietatem aliis impertiisεὐσεβείας μεταδιδόντας, τῷ δεσμωτηρίῳ καὶ ἔτι sent,jussit adhuc afligi in carcere,qui ipsi quoque
ἐκέλευε προσταλαιπωρεῖν, τῇ κοινωνίᾳ τῆς μαρτυ- martyrii gaudebant societate. Audiebant enim in
ρίας καὶ αὐτοὺς χαίροντας· ἡκηκόεσαν γὰρ καν ταῖς aliis provinciis multos idemn, quod ipsi, certamen
Ελλεις επαρχίαις πολλοὺς τὸν ἴσον αὐτοῖς θέειν suscepisse: ex quibus erat Epiphanius et Petrus,
ἐγώνα· ῶν Ἐπιφάνιός τε καὶ Πέτρος ἦν, Πάμφιλος et sacrosanctus Pamphilus cum multis aliis in
ὁ ἱερὸς μετὰ πολλῶν καὶ ἄλλον ἐν Καισαρεία της Caesarea Palestinæ, Thimotheus Gasæ, in magna
Παλαιστίνης, Τιμόθεος ἂν Γάζῃ, ἐν ᾿Αλεξανδρείᾳ τῇ Alexandria Thimotheus, Agapelus Tessalonica,
μεγάλη Παύλος, ᾿Αγαπητὸς ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐν Νι- Hesychius Nicomediæ, Philippus Adrianopoli, Meκομηδείᾳ Ησύχιος, Φίλιππος ἐν ᾿Αδριανοῦ πόλει, ἐν lilinæ Petrus, Hermes, et ejus socii in confiniis
Μελιτηνή Πέτρος, Ἑρμῆς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἐν τοῖς Martyropolis: qui fuerunt etiam redimiti corona
τῆς Μαρτυροπόλεως μεθορίοις, οἳ καὶ τὸν τοῦ μαρ· martyriia duce Heracliano cum aliis confessoribus,
τιρίου στέρνον ὑπὸ Ηρακλειανοῦ τοῦ δουκός μεθ' quorum est major numerus, quam ut possit ad
ἱτέρων ὁμολογητῶν ἀνεδήσαντο, ὧν ὁ ἀριθμὸς κρείτ. nostram venire cognitionem. Sed redeundum est
των ἢ κατὰ τὴν ἡμετέραν γνῶσιν ἐστιν. Αλλ' ἐπ- ad ea, de quibus primus dicebamus.
εκτέον ἐπὶ τὰ πρότερον.
Γ'. 'Αντώνιος τοιγαροῦν ὁ τῆς ᾿Εδέσσης ἡγεμο
νείων, ἐπειδὴ τοῖς ἄλλοις τὴν εἰς τὰ οἰκεῖα ἐπάνοδον
χαρίσατο, βήματος αὐτῷ ἀρθέντος, ἀγωγίμους τους
μάρτυρας γενέσθαι προστάττει. Καὶ τῆς τάξεως τὸ
κελευσθεν ποιησάσης, φησὶ πρὸς τοὺς ἁγίους ὁ ἡγεμών· Ο θειότατος ἡμῶν βασιλεὺς τάδε κελεύει,
ἐπιστῆναι τε οὐ πρεσβεύετε Χριστιανισμοῦ, καὶ τῇ
1 Psal. CXLV, 2.
III. Antonius ergo prases Edessa, cum concessisset aliis ut domum reverterentur, ei in allum
erecto tribunali,jubet ad se adduci martyres; et cam
fecissent, quod jussi fuerant apparitores, sanctis
dicit præses: Divinissimus noster imperator hac
jubet, ut et a Christianismo deficiatis, quem sequimini, et imagini Jovis cultum divinum tribuatis,
col. 131–132page 62 of 146
PG 116:131τοῦ Διός εἰκόνι τὸ σέβας προσενεγκείν, λιβανωτὸν τῷ βωμῷ ἐπιθύοντας. Πρὸς ταῦτα ὁ Σαμωνᾶς, Μὴ γένοιτο, ἔφη, τὴν ἀληθῆ πίστιν ἐγκαταλιπόντας, δι' ἧς καὶ ἀθανάτου προσδοκώμεν ἀξιωθῆναι ζωῆς, χειρῶν ἔργῳ προστεθῆναι καὶ πλάσματι. Καὶ ὁ ἡγεμών, Τὰς βασιλικάς μᾶλλον προστάξεις δέον, εἶπε, πληροῦν ἐκ παντός. Ο Γουρίας ημείβετο· Ἔξαρνοι τῆς καθαρᾶς ἡμῶν καὶ θείας οὐκ ἄν ποτε γενοίμεθα πίστεως, θελήματι φθαρτῶν ἀνθρώπων ἀκολουθοῦντες· ἔχομεν γὰρ Πατέρα ἐν οὐρανοῖς, οἷ ἑπόμεθα τῷ θελήματι, « Ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί, λέγοντος, « ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρὸς μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὃς δ᾽ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγὼ αὐτὸν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου καὶ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ. » Καὶ ὁ δικαστής· Οὐκ οὖν αὐτὸ τοῦ βασιλέως αἱρεῖσθε θέλημα; Καὶ πῶς οὐκ ἂν εἴη τῶν ἀτόπων, τὰ μὲν ἀνθρώποις, καὶ ταῦτα μὴ μέγα τι καθ᾽ ὑμᾶς δυναμένοις, δόξαντα, ἐπὶ τῶν ἔργων ἐκβαίνειν, τὰς δὲ τῶν κρατούντων προστάξεις ἀργεῖν; Οἱ τὸ τοῦ βασιλέως τῶν βασιλευόντων, εἶπον οἱ ἅγιοι, θέλημα ποιούντες θελημάτων τῶν τῆς σαρκὸς καταπτύουσιν. Εἶτα τοῦ ἡγεμόνος, εἰ μὴ πεισθεῖεν, θάνατον ἀπειλήσαντος, ὁ Σαμωνάς, Οὐκ ἀποθανούμεθα, εἶπεν, ὦ τύραννε, τῇ τοῦ Δημιουργοῦ θελήσει ἑπόμενοι· μᾶλλον μὲν οὖν καὶ ζησόμεθα. Εἰ δὲ τὰ τοῦ βασιλέως ὑμῶν ἑλοίμεθα, εὖ ἴσθι ὡς, εἰ μὴ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς ἀνέλοις, ἀλλ᾽ ἡμεῖς κακῶς ἀπολούμεθα. Δ΄. Ἐπειδὴ τούτων ὁ ἡγεμὼν ἤκουσεν, Ἀνουίτῳ ἐπιτρέπει τῷ κομενταρησίῳ ἀσφαλῶς αὐτοὺς τῷ δεσμωτηρίῳ καθείρξει· δυσχεραίνει γὰρ πρὸς ἀλήθειαν ἐθελοκακοῦσα ψυχή, ὡς ὀφθαλμοὶ νοσούντες περὶ τὴν τοῦ ἡλίου λαμπρότητα. ὡς δὲ τὸ κελευσθέν οὗτος ἐποίει καὶ τοὺς μάρτυρας εἰλήφει τὸ δεσμωτήριον, ἐν ᾧ δὴ καὶ πληθὺς ἑτέρων ἁγίων ὑπὸ στρατιώταις ἀσφαλῶς προκαθείρκτο, ὁ βασιλεὺς Διοκλητιανός, Μουσούνιον ἐν Ἀντιοχείᾳ τὸν ἡγεμόνα μεταστειλάμενος, ἐντέλλεται πρὸς Ἐδέσσῃ γενέσθαι, καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ κατακλείστους Χριστιανούς, ἄν τε τοῦ κοινοῦ τάγματος εἶεν, ἄν τε τοῦ ἱερωμένου, περὶ θρησκείας ἀνακρίνει τῆς ἑαυτῶν, καὶ τὸ κατάλληλον ἀπονείμαι τέλος. Τὴν Ἐδεσσαν τοίνυν οὗτος καταλαβών, καὶ Σαμωνᾶν καὶ Γουρίαν πρώτους τῷ δικαστικῷ παραστησάμενος βήματι, φησὶ πρὸς αὐτοὺς· Τοῦ τῆς οἰκουμένης δεσπόζοντος αὕτη πρόσταξις, οἶνον τῷ τοῦ Διὸς ὑμᾶς σπεῖσαι βωμῷ, καὶ λιβανωτὸν ἐπιθεῖναι· εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ ποικίλαις ὑμᾶς ἀναλώσω βασάνοις· μάστιξι γὰρ τὸ σῶμα καταξανῶ, μέχρις ἂν καὶ τῶν σπλάγχνων αὐτῶν καθίκωμαι. Μόλυβδον δὲ ζέοντα οὐ πρότερον ἀφέξομαι ταῖς μασχάλαις ὑμῶν ἐγχέων πρὶν ἂν καὶ αὐτὸς χωρήσῃ κατὰ τῶν ἐνδοσθίων. Εἶτα νῦν μὲν χειρῶν εἰς τοσοῦτον, νῦν δὲ ποδῶν ἀναρτήσω, ὅσῳ καὶ τὰς ἁρμονίας παρεθῆναι τῶν ἄρθρων, καινοτέρας τε καὶ μείζους ἐπιτεχνάσομαι τιμωρίας, ἃς οὐδὲ ὑπενεγκεῖν ὅλως δυνατοὶ ἔσεσθε.thus in ara sacrifcantes. Ad hæc Samonas: Absit, τοῦ Διός εἰκόνι τὸ σέβας προσενεγκείν, λιβανωτὸν
inquit, ut vera Gde relicta, propter quam speramus τῷ βωμῷ ἐπιθύοντας. Πρὸς ταῦτα ὁ Σαμωνᾶς, Μὴ
fore, ut vitam assequamur immortalem, manuum γένοιτο, ἔφη, τὴν ἀληθῆ πίστιν ἐγκαταλιπόντας, δι'
opus et figmentum colamus. Præsex autem: Impe- ἧς καὶ ἀθανάτου προσδοκώμεν ἀξιωθῆναι ζωῆς,
ratoris, inquit, jussa omnino sunt implenda. Re- χειρῶν ἔργῳ προστεθῆναι καὶ πλάσματι. Καὶ ὁ
spondit Gurias: Puram et divinam nostram ddem ἡγεμών, Τὰς βασιλικάς μᾶλλον προστάξεις δέον,
nunquam infciabimur, sequentes voluntatem ho- εἶπε, πληροῦν ἐκ παντός. Ο Γουρίας ημείβετο·
minum, in quos cadit interitus. Habemus enim "Εξαρνοι τῆς καθαρᾶς ἡμῶν καὶ θείας οὐκ ἄν ποτε
Patrem in coelis, cujus sequimur voluntatem, qui γενοίμεθα πίστεως, θελήματι φθαρτῶν ἀνθρώπων
dicit: «Qui me confessus fuerit coram homini- ἀκολουθοῦντες· ἔχομεν γὰρ Πατέρα ἐν οὐρανοῖς, οἱ
bus, ego quoque eum confitebor coram Patre meo, επόμεθα τῷ θελήματι, «Οστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ, κ
qui est in calis. Qui me autem negaverit coram λέγοντος, «ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω
ho:ninibus, ego quoque eum negabo coram Patre κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρὸς μου τοῦ ἐν
meo, et angelis ejus s.. Judes autem: Non vultis οὐρανοῖς· ὃς δ᾽ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνergo, inquit, parere voluntati imperatoris? Quo- θρώπων, ἀρνήσομαι κἀγὼ αὐτὸν ἔμπροσθεν τοῦ Πα
modo vero non fuerit absurdum, ea quidem, quæ τρός μου καὶ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ.» Καὶ ὁ δικαστής·
visa fuerint hominibus, iisque qui non multum et ° οὐκ οὖν αὐτὸ τοῦ βασιλέως αἱρεῖσθε θέλημα; Καὶ
quantum vos, possunt, reipsa ad effectum deduci, πῶς οὐκ ἂν εἴη τῶν ἀτόπων, τὰ μὲν ἀνθρώποις, καὶ
corum autem, qui rerum potiuntur, jussa feri ταῦτα μὴ μέγα τι καθ᾽ ὑμᾶς δυναμένοις, δόξαντα,
irrita? Qui Regis regum, inquiunt sancti, faciunt ἐπὶ τῶν ἔργων ἐκβαίνειν, τὰς δὲ τῶν κρατούντων
voluntatem, carnis voluntatem respuunt ac reji- προστάξεις ἀργεῖν; Οἱ τὸ τοῦ βασιλέως τῶν βασι
ciunt. Deinde cum præses minatus esset mortem, λευόντων, εἶπον οἱ ἅγιοι, θέλημα ποιούντες θελημά
nisi parerent, Samonas, Non moriemur, inquit, ο των τῶν τῆς σαρκὸς καταπτύουσιν. Εἶτα τοῦ ἡγεμός
tyranne, si Creatoris sequamur voluntatem, iino νoς, εἰ μὴ πεισθεῖεν, θάνατον ἀπειλήσαντος, ὁ Σαvero vivemus potius. Sed si ea secuti fuerimus, μωνάς, Οὐκ ἀποθανούμεθα, εἶπεν, ὦ τύραννε, τῇ
quæ jubet vesler imperator, scias, quod eliamsi του Δημιουργοῦ θελήσει ἑπόμενοι· μαλλον μὲν οὖν
tu nos non interemeris,nos tamen male peribimus. καὶ ζησόμεθα. Εἰ δὲ τὰ τοῦ βασιλέως ὑμῶν ἑλοίμεθα,
εὖ ἴσθι ὡς, εἰ μὴ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς ἀνέλοις, ἀλλ᾽ ἡμεῖς
κακῶς ἀπολούμεθα.
IV. Postquam hæc audivit præses, jubet Anovito Δ΄. Επειδὴ τούτων ὁ ἡγεμὼν ἤκουσεν, ᾿Ανουίτῳ
commentariensi eos in tutissimam conjicere custo- Επιτρέπει τῷ κομενταρησίῳ ἀσφαλῶς αὐτοὺς τῷ
diam. Veritatem enim ægre fert animnus, qui sua c δεσμωτηρίῳ καθείρξει· δυσχεραίνει γὰρ πρὸς ἀλή
sponte est ad malum propensus: ut qui ægrolant θειαν ἐθελοκακοῦσα ψυχή, ὡς ὀφθαλμοὶ νοσούντες
oculi, splendorem solis. Postquam autem ille fecit περὶ τὴν τοῦ ἡλίου λαμπρότητα. ὡς δὲ τὸ κελευσθέν
quod ei fuerat imperatum, et martyres fuerunt in οὗτος ἐποίει καὶ τοὺς μάρτυρας εἰλήφει τὸ δεσμωτή
carcere, in quo etiain multi alii sancti prius inclusi ριον, ἐν ᾧ δὴ καὶ πληθὺς ἑτέρων ἁγίῶν ὑπὸ στρα
fuerant a militibus, imperator quidem Diocletia τιώταις ἀσφαλῶς προκαθείρκτο, ὁ βασιλεὺς Διοκλη
nus, accersito Musonio præside Antiochiæ, jubet τιανός, Μουσούνιον ἐν ᾿Αντιοχείᾳ τὸν ἡγεμόνα μετα
eum venire Edessam, et Christianos, qui in ea στειλάμενος, ἐντέλλεται πρὸς Εδέσσῃ γενέσθαι, καὶ
erant inclusi, sive erant communis, sive sacrati τοὺς ἐν αὐτῇ κατακλείστους Χριστιανούς, ἄν τε τοῦ
ordinis, de sua interrogare religione, et eis finem κοινοῦ τάγματος εἶεν, ἄν τε τοῦ ἱερωμένου, περί
dare convenientem. Cum is ergo venisset Edessan, θρησκείας ανακρίνει τῆς ἑαυτῶν, καὶ τὸ κατάλληλον
et Samonam et Guriam primos curassel sistendos ἀπονείμαι τέλος. Τὴν ᾿Εδεσσαν τοίνυν οὗτος κατα
ad tribunal judiciale, dicit eis: Domini orbis λαβών, καὶ Σαμωνᾶν καὶ Γουρίαν πρώτους τῷ δικα
terra hic est jussus, ut ves ara Jovis vinum στικῷ παραστησάμενος βήματι, φησὶ πρὸς αὐτοὺς
libetis, et thus imponatis. Sin minus, ego vos Τοῦ τῆς οἰκουμένης δεσπόζοντος αὕτη πρόσταξις,
variis consumam suppliciis. Corpus enim fagris οἶνον τῷ τοῦ Διὸς ὑμᾶς σπεῖσαι βωμῷ, καὶ λιβανω
lacerabo, donec perveniam usque ad ipsa viscera: τὸν ἐπιθεῖναι· εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ ποικίλαις ὑμᾶς ἀνα
plumbum autem fervens non prius cessabo vestris λώσω βασάνοις· μάστιξι γὰρ τὸ σῶμα καταξανω,
axilis infundere, quam id pervaserit usque ad μέχρις ἂν καὶ τῶν σπλάγχνων αὐτῶν καθίκωμαι. Μό
intestina. Deinde nunc quidem manibus, nunc λυβδον δὲ ζέοντα οὐ πρότερον ἀφέξομαι ταῖς μασχά
vero pedibus suspendam, et eficiam, ut solvan- λαις ὑμῶν ἐγχέων πρὶν ἂν καὶ αὐτὸς χωρήσῃ κατά
tur compages articulorum: novaque et inaudita τῶν ἐνδοσθίων. Εἶτα νῦν μὲν χειρῶν εἰς τοσοῦτον,
excogitabo supplicia, quæ nec omnino quidem νῦν δὲ ποδῶν ἀνπατήσω, ὅσῳ καὶ τὰς ἁρμονίας παρ
ferre poteritis.
εθῆναι τῶν ἄρθρων, καινοτέρας τε καὶ μείζους ἐπι
τεχνάσομαι τιμωρίας, ἂς οὐδὲ ὑπενεγκεῖν ὅλως δυο
κατοὶ ἔσεσθε,
3 Matth. x, 32, 33.
col. 133–134page 63 of 146
PG 116:133Καὶ ὁ Σαμωνάς, Τὸν ἠπειλημένον σκώληκα τοῖς ἀρνουμένοις τὸν Κύριον, καὶ τὸ μὴ σβεννύμενον πῦρ, ἄλλον ὧν ἀπηριθμήσω βασάνων καὶ πτοούμεθα μᾶλλον· αὐτὸς γὰρ ᾧ τὴν λογικὴν λατρείαν προσφέρομεν, πρῶτα μὲν πρὸς τὰς πολυειδεῖς ταύτας δυναμώτας βασάνους τῶν σῶν ἀφαρπάσει χειρῶν· εἴθ' οὕτω καὶ ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καταστήσει, ἔνθα εὐφραινομένων πάντων ἡ κατοικία. Ἄλλως τε δὲ καὶ τοῦ σώματος πάντως ὁπλίζῃ· τί γὰρ ἂν τὴν ψυχὴν βλάψαι δύναιο, ἤ ἕως μὲν ἂν τῷ σώματι παροικῇ λαμπρύνεσθαι πέφυκε ταῖς βασάνοις· ἀπαλλαττομένης δὲ οὐδεμία πάντως οὐδὲ τῷ σώματι αἴσθησις; Ὅσῳ γὰρ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, τοσοῦτον ὁ ἔσω ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καθ' ἡμέρᾳ· δι᾽ ὑπομονῆς γὰρ τὸν προκείμενον ἀγῶνα τοῦτον ἀνύομεν. Ὁ δὲ ἡγεμὼν καὶ αὖθις, οἷον προδιαμαρτυρόμενος αὐτοῖς, ἵνα καὶ μὴ πειθαρχήσαντας τιμωρήσηται δικαιότερον, Ἀπόστητε τῆς πλάνης, ἔφη, συμβουλεύω, καὶ τῷ τοῦ βασιλέως προστάγματι εἴξατε· οὐ γὰρ ἂν δυνήσεσθε τὰς βασάνους ὑπενεγκεῖν. Πρὸς ὃν ὁ ἱερὸς Γουρίας, Οὔτε πλάνῃ δουλεύομεν, ὡς σὺ φῂς, ἀπεκρίνατο, οὔτ᾽ ἂν τῇ τοῦ κρατοῦντος προστάξει πεισθείημεν μή ποτε· σχοίημεν ἀγεννώς τε καὶ ἀνοήτως· ἐκείνου γάρ ἐσμεν μαθηταί, ὃς τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ὑπὲρ ἡμῶν θεὶς τὸ πλούσιον τῆς χρηστότητος καὶ τὴν πρὸς ἡμᾶς ἀγάπην δεικνύων. Ἀντικαταστησόμεθα οὖν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν μέχρι θανάτου, καὶ οὐδ᾽ ἂν, εἴ τι γένοιτο, ταῖς τοῦ ἀντικειμένου μηχαναῖς ὑποσκελισθείημεν, αἷς καὶ ὁ πρῶτος ἀλοὺς ἄνθρωπος θάνατον διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ξύλου ἐδρέψατο, καὶ Κάϊν πεισθεὶς αἵματι μὲν ἀδελφοῦ τὰς χεῖρας ἐμόλυνε, στένειν δὲ καὶ τρέμειν τὰ ἐπίχειρα τῆς ἁμαρτίας εὗρεν. Ἀλλ' ἡμεῖς, τὸν νοῦν τοῖς τοῦ Χριστοῦ λόγοις προσέχοντες, οὐ φοβηθησόμεθα ἀπὸ τῶν ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν ἀποκτεῖναι μὴ δυναμένων. Ἐκεῖνον δὲ φοβηθησόμεθα μᾶλλον, τὸν καὶ τὴν ψυχὴν ἡμῶν καὶ τὸ σῶμα δυνάμενον ἀπολέσαι. Καὶ ὁ τύραννος· Οὐχ ἵνα, φησί, γραφὰς ἐπάγων τὰς ὑμετέρας ἀνασκευάζειν, ἔχητε τὰ παρ' ἡμῶν προτεινόμενα, οὐ τούτου γε ἕνεκεν ἀόργητος ἐγὼ καὶ μακρόθυμος, ἀλλ' ὅπως τὰς τοῦ κρατοῦντος προστάξεις ἑλόμενοι μετ᾽ εἰρήνης οἴκαδε ἐπανίοιτε. Οὐδὲν ὁ λόγος οὗτος τοὺς μάρτυρας ἐδυσώπει· ἀλλὰ προσιόντες, Τί δὲ παρὰ τοῦτο ἡμῖν, ἔλεγον, εἰ χολᾷς καὶ πρὸς ὀργὴν εὔκολος εἶ, καὶ ὡς νιφετὸς βρέχεις τὰς τιμωρίας; Τότε γὰρ ἂν καὶ μᾶλλον εὐεργετήσῃς ἡμᾶς, λαμπρότερον ἡμῶν τὸ δοκίμιον τῆς ὑπομονῆς ἐργαζόμενος, καὶ τὰς ἀντιδόσεις μείζονας προξενῶν· ὡς ἡμῖν γε τοῦτο τῆς ἐλπίδος ἐστὶ τὸ κεφάλαιον, τὴν πρόσκαιρον πανοικίαν τήνδε καταλιπεῖν, καὶ πρὸς τὴν αἰωνίαν μεταφοιτῆσαι. Ἔχομεν γὰρ σκηνὴν ἀχειροποίητον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἣν καὶ κόλπον Ἀβραὰμ ἡ Γραφὴ διὰ τὸ τῷ Θεῷ οἰκειωμένον οἶδε καλεῖν. Ὡς οὖν τῆς ἐνστάσεως αὐτῶν ὁ ἡγεμὼν τὸ ἀμετάθετον ἐθεάσατο, εὐθὺς τοῦ λέγειν ἐφέμενος πρὸς τὸ κολάζειν ἐχώρει· καὶ κελεύει Ἀνουίνῳ τῷ κομενταρησίῳ τῆς μιᾶς ἑκατέ-MARTYRIUM S. GURIÆ ET SOCIORUM.
Καὶ ὁ Σαμωνάς, Τὸν ἠπειλημένον σκώληκα V. Respondit aulem Samonas: Vermem, cujus
ἱρνουμένοις τὸν Κύριον, καὶ τὸ μὴ σβεννύμενον minæ sunt intentatæ iis qui negant Dominum, et
ἄλλον ὧν ἀπηριθμήσω βασάνων καὶ πτοούμεθα ignem, qui non exstinguitur 5, magis, quam es,
δείκαμεν· αὐτὸς γὰρ ᾧ τὴν λογικὴν λατρείαν quæ tu enumerasti, tormenta, formidamus. Ipse
ίρομεν, πρῶτα μὲν πρὸς τὰς πολυειδεῖς ταύ- enim, cui cultum offerrimus rationalem, primum
δυναμώτας βασάνους τῶν σῶν ἀφαρπάσει χει- quidem nos corroboratos adversus varia haec torεἴθ' οὕτω καὶ ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καταστήσει, ἔνθα menta eripiel tuis manibus. Deinde eliam in
νομένων πάντων ἡ κατοικία, "Αλλως τε δὲ καὶ tuto collocabit, ubi est habitaculum omnium læμονου πάντως όπλιζῃ τοῦ σώματος· τί γὰρ ἂν tantium. Alioqui autem omnino adversus solum
αν ψυχὴν βλάψαι δύναιο, ἤ ἕως μὲν ἂν τῷ corpus armaris. Quid enim aniinam potueris lgη παροικῇ λαμπρύνεσθαι πέφυκε ταῖς βασά- dere? Quæ quandiu quidem habitat in corpore,
ἀπαλλαττομένης δὲ οὐδεμία πάντως οὐδὲ τῷ ormentia evadit præclarior, ea autem recedente,
: αἴσθησις; Όσῳ γὰρ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος nullus est omnino sensus corpori. Quo magis enim
ίρεται, τοσοῦτον ὁ ἔσω ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ homo noster externus corrumpitur, eo magis inἡ ἡμέρᾳ· δι᾽ ὑπομονῆς γὰρ τὸν προκείμενον lernus renovatur in dies; per patientiam enim hoc
τοῦτον ἀνύομεν. Ο δὲ ἡγεμὼν καὶ αὖθις, propositum certamen peragimus 4. Præses autem
προδιαμαρτυρόμενος αὐτοῖς, ἵνα καὶ μὲ πει. rursus veluti protestans, ut si non parerent,puniως τιμωρήσηται δικαιότερον, ᾿Απόστητε τῆς rel justius: Discedite ab errore, inquit, vobis con6, ἔφη, συμβουλεύω, καὶ τῷ τοῦ βασιλέως sulo, et cedite jussui imperatoris. Non poteritis
γματι εἴξατε· οὐ γὰρ ἂν δυνήσεσθε τας βα- enim ferre tormenta. Cui sanctus Gurias: Neque
; ὑπενεγκεῖν. Πρὸς ἐν ὁ ἱερὸς Γουρίας, Οὔτε errori, ut tu dicis, servimus, respondit, nec imδουλεύομεν, ὡς σὺ φῂς, ἀπεκρίνατο, οὔτ᾽ ἂν peratoris jussui unquam paruerimus. Absit ut tam
τῇ τοῦ κρατοῦντος προστάξει πεισθείημεν μή pusilli animi simus,et tam amentes. Sumus enim
σχοίημεν ἀγεννώς τε καὶ ἀνοήτως· ἐκείνου illius discipuli, qui animam suam pro nobis posuit,
μεν μαθηταί, ὃς την ἑαυτοῦ ψυχὴν ὑπὲρ ἡμῶν divitias benignitatis et suam in nus ostendens chaτὸ πλούσιον τῆς χρηστότητος καὶ τὴν πρὸς ritatem. Resistemus ergo peccato usque ad mortem,
ἀγάπην δεικνύων, Αντικαταστησόμεθα οὖν neque quidquid acciderit, supplantabimur a maτὴν ἁμαρτίαν μέχρι θανάτου, καὶ οὐδ᾽ ἂν, εἴ chinis adversarii, quibus primus homo captus, deγένοιτο, ταῖς τοῦ ἀντικειμένου μηχαναίς υπο- cerpsit mortem per ligni inobedientiam; el Cain
θείημεν, αἷς καὶ ὁ πρῶτος ἀλοὺς ἄνθρωπος persuasus, fratris quidem sanguine manus polluit,
· διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ξύλου ἐδρέψατο, και gemere autem et tremere iuvenit præmia peccati.
πισθεὶς αἵματι μὲν ἀδελφοῦ, τὰς χεῖρας ἐμό - Sed nos Christi verbis mentem adhibentes 5, ΠΟΔ
στένειν δὲ καὶ τρέμειν τὰ ἐπίχειρα τῆς ἀμαρ- tiinebimus eos, qui occidunt corpus,animam autem
ἱφεύρον. Αλλ' ἡμεῖς, τὸν νοῦν τοῖς τοῦ Χρι- non pussunt occidere: illum polins timebimus,
λόγοις προσέχοντες, οὐ φοβηθησόμεθα ἀπὸ τῶν qui nostram animnam et corpus polest perdere.
ανόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν ἀποκτεῖναι Tyrannus autem: Non ut, inquit, vestras per curναμένων. Εκείνον δὲ φοβηθησόμεθα μάλλον, rentes Scripturas, possitis refellere, quæ a nobis
εἰ τὴν ψυχὴν ἡμῶν καὶ τὸ σῶμα δυνάμενον objiciuntur. ideo ira non unoveor, et me præbeo
πι. Καὶ ὁ τύραννος· Οὐχ ἵνα, φησί, γραφές patientem, sed ut jussum imperatoris exsequenἰς τὰς ὑμετέρα; ἀνασκευάζειν, ἔχητε τὰ παρ' les, cum pace domum revertamini.
προτεινόμενα, οὐ τούτου γε ἕνεκεν ἀύργηνος ἐγὼ καὶ μακρόθυμος, ἀλλ' ὅπως τὰς τοῦ κρατοῦντος
ίξεις ἑλόμενοι μετ᾽ εἰρήνης οἴκαδε έπανίοιτε.
Οὐδὲν ὁ λόγος οὗτος τοὺς μάρτυρας ἐδυσώπη· VI. Hæc oratio nihil flexit martyres, sed propius
λλὰ προσιόντες, Τί δὲ παρὰ τοῦτο ἡμῖν, ἔλε - accedentes: Quid nostra, aiunt, refert, si irasceris,
εἰ χολᾷς καὶ πρὸς ὀργὴν εὔκολος εἰ, καὶ ὡς el es ad iram propensus et tanquam nives pluis
ς ὅεις τὰς τιμωρίας; Τότε γὰρ ἂν καὶ μᾶλλον torrnenta? Tunc enim nobis magis benefacies, clam
σῃς ἡμᾶς, λαμπρότερον ἡμῶν τὸ δοκίμιον riorem reddens nostram probationen patientia, et
εομονῆς ἐργαζόμενος, καὶ τὰς ἀντιδόσει; μεί. concilians najores remunerationes. Hac est enim
προξενῶν· ὡς ἡμῖν γε τοῦτο τῆς ἐλπίδος ἐστὶ summa nostra spei, hunc incolatum, qui est ad
φάλαιον, τὴν πρόσκαιρον πανοικίαν τήνδε και tempus, relinquere, et migrare ad æternum. Haῖν, καὶ πρὸς τὴν αἰωνίαν μεταφοιτῆσαι. "Εχο- bemus enim tabernaculum non manu factum in
ἐρ σκηνὴν ἀχειροποίητον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἢν coelis,quod etiam sinum Abrahe Scriptura 7, proΟ κόλπον ᾽Αβραὰμ ἡ Γραφὴ διὰ τὸ τῷ Θεῷ pterea quod iis esset familiaritate Deo conjunctusμένον οἶδε καλεῖν. Ως οὖν τῆς ἐνστάσεως solet vocare. Cum itaque vidisset præses immutaὁ ἡγεμὼν τὸ ἀμετάθετον ἐθεάσατο, εὐθὺς τοῦ bilem eorum constantiam, statim mittens dicere,
ἐφέμενος πρὸς τὸ κολάζειν ἐχώρει· καὶ κε- processit ad castigandum, et jubet Anuimo comΑνουίνῳ τῷ κομενταρησίῳ τῆς μιᾶς ἐκατέ- mentariensi utrumque una manu suspendi, et eis
¡a. Lxvi, 24. 4 II Cor. iv. 16. ₺ Matth. x, 28, 29. 6 II Cor. v, 1. 7 Luc. xv), 22.
col. 135–136page 64 of 146
PG 116:135ρους ἀναρτῆσαι χειρὸς, καὶ ὅλῳ τῷ τοῦ λοιποῦ σώματος βάρει διασπωμένων αὐτῶν, ἔτι καὶ τοῖς περὶ λίθου βαρύ τι προσαρτῆσαι χρῆμα εἰς ὀδύνης αἴσθησιν δριμυτέρας. Τοῦτο μὲν δὴ οὕτως εἶχε, καὶ ἀπὸ τρίτης ὥρας μέχρις ὀγδόης τῇ τοιάδε βασάνῳ καρτεροῦντες ἦσαν, οὐ φωνὴν ἀφιέντες, οὐ στεναγμόν, οὐκ ἄλλο τι τῶν ἀγεννῶν ἐπιδεικνύντες οὐδέν· εἶπες ἂν αὐτοὺς ἐν ἀλλοτρίῳ πάσχειν τῷ σώματι, ἢ ἑτέρων πασχόντων αὐτοὺς θεατὰς μόνον εἶναι τῶν γινομένων. Ζ'. Ἐν ὅσῳ δὲ τῶν χειρῶν ἀνήρτηντο οὗτοι, πρὸς ἑτέρας ὁ ἡγεμὼν ἀκροάσεις ἠσχόλητο. Εἶτα σχολὴν ἀπὸ τούτων δοὺς ἑαυτῷ προστάττει τῷ κομεντάρησίῳ πυνθάνεσθαι τῶν ἁγίων εἰ τῷ τοῦ βασιλέως προστάγματι εἴκουσιν, ὥστε ἀνεθῆναι καὶ τῆς βασάνου. Καὶ τοῦ μὲν διαπυνθανομένου, τῶν δὲ μὴ ἀποκρίνασθαι δυναμένων, ἢ μηδὲ βουλομένων κατεναχθέντας τῇ ἐνδοτέρᾳ φυλακῇ κατακλεισθῆναι κελεύει, σκοτεινῷ λάκκῳ καὶ τὴν ἐπωνυμίαν οὔσῃ καὶ τὴν ἐνέργειαν, καὶ τοὺς πόδας ἕως τῆς ἐπιγινομένης διασφαλισθῆναι τῷ ξύλῳ. Τῆς δὲ ἡμέρας ἄρτι διαφαινούσης, τῶν ἀπὸ τοῦ ξύλου μὲν δεσμῶν οἱ πόδες ἀνεῖντο, τῇ δὲ τῆς εἰρκτῆς εἰσόδῳ φραγμὸς ἐπετέθειτο, ὡς μηδὲ ἀκτῖνα ἡλιακὴν ὑπεισδύεσθαι. Παρήγγελτο δὲ καὶ τοῖς φύλαξι μηδὲ ἄρτου τι τρύφος, μὴ σταγόνα μικρὰν ὕδατος ἐπὶ τρεῖς ὅλας ἡμέρας αὐτοῖς ἐπιδοῦναι, ὥστε τὸ ἀπὸ τοῦδε εἰρκτὴ ζοφώδης καὶ ἀσιτία μακρὰ ἡ καταδίκη τοῖς μάρτυσιν. Ἐπεὶ δὲ ἡ τρίτη παρῆν, περὶ που τὰς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου ἀρχὰς ἡ μὲν τῆς φυλακῆς εἴσοδος διηνοίγετο, οἱ δὲ εἴχοντο ἐν αὐτῇ ἕως δεκάτης τοῦ Νοεμβρίου. Εἶτα τῷ ἑαυτοῦ βήματι παρίστησι τούτους ὁ δικαστής· καὶ, οὐδὲ ὁ τοσοῦτος, φησί, χρόνος παρέσχεν ὑμῖν μεταβουλεύσασθαί τι σωτήριον; Οἱ δέ, Τὸ μὲν δοκοῦν ἡμῖν, εἶπον, ἤδη πολλάκις σοι παρεστήσαμεν· σὺ δὲ τὰ προστεταγμένα σοι ποίει. Καὶ ὁ ἡγεμὼν θατέρῳ τοῖν ποδοῖν εὐθὺς κατὰ γόνυ τὸν Σαμωνᾶν κλιθῆναι προστάττει, καὶ σιδηροῦν δεσμὸν ἐμβληθῆναι τῷ γόνατι· οὗ δὲ γεγονότος τοῦτον μὲν κατὰ κεφαλῆς τοῦ κεκλιμένου ποδὸς ἀναρτᾷ, ἕλκει τὸν ἕτερον ἀμυθήτου σιδήρου καθέλκων, καὶ διασπαράξαι ταύτῃ τὸν ἀθλητὴν μηχανώμενος· ὅτε καὶ τῆς κοτύλης τῇ βίᾳ ἑαυτῆς ἕδραν ἀπολιπούσης χωλεύειν, οὕτω τῷ Σαμωνᾷ περιίστατο. Τὸν δὲ Γουρίαν διὰ τὸ ἀσθενικὸν εἶναι καὶ ὕπωχρον, ἀτιμώρητον εἴα, οὐκ εὐμενὲς προσβλέψας, οὐκ οἶκτον τῆς ἀσθενείας λαβών, ἀλλὰ τιμωρίας μᾶλλον ἐπιθυμίᾳ τὴν φειδὼ ποιησάμενος· μὴ λάθῃ γάρ, φησί, προαναλωθεὶς τῶν κολάσεων. Η'. Ὥρα μὲν δὴ τῆς ἡμέρας ἀναρτωμένῳ δευτέρα τῷ Σαμωνᾷ· πέμπτη δὲ ἤδη παρῆν, καὶ μετέωρος οὗτος ἦν. Οἵ τε περιεστηκότες στρατιῶται συμπαθείᾳ τὰ σπλάγχνα ἐβάλλοντο καὶ πεισθῆναι τῷ τοῦ βασιλέως προστάγματι παρεκάλουν. Ἀλλ' ὁ τῶν ἁμαρτωλῶν ἔλεος τὴν κεφαλὴν οὐκ ἐλίπαινεtolo pondere corporis divulsis, adhuc eorum pe- ρους αναρτῆσαι χειρὸς, καὶ ὅλῳ τῷ τοῦ λοιπον σώο
dibus gravem suspendere lapidem, ad sensuni ματος βάρει διασπωμένων αὐτῶν, ἔτι καὶ τοῖς περὶ
acrioris doloris. Atque hoc quidem ita se habebat,
et ab hora tertia usque ad octavam tale tormentum
forti animo tolerabant, non vocem emittentes, non
gemitum, non aliquid aliud ostendentes, quod
esset pusilli et abjecti animni. Dixisses eos pati in
alieno corpore, aut aliis palientibus, ipsos solum
esse spectatores eorum quæ fiebant.
λίθου βαρύ τι προσαρτῆσαι χρῆμα εἰς οδύνης αἴσθησ
σιν δριμυτέρας. Τοῦτο μὲν δὴ οὕτως εἶχε, καὶ ἀπὸ
τρίτης ώρας μέχρις ογδόης τῇ τοιάδε βασάνω καρτεροῦντες ἦσαν, οὐ φωνὴν ἀφιέντες, οὐ στεναγμόν,
οὐκ ἄλλο τι τῶν ἀγεννῶν ἐπιδεικνύντες οὐδέν· εἶπες
ἂν αὐτοὺς ἐν ἀλλοτρίῳ πάσχειν τῷ σωματι, ἢ ἑτέ
ρων πασχόντων αὐτοὺς θεατὰς μόνον εἶναι τῶν για
νομένων.
VII. Interim autem, dum ii penderent manibus, Ζ'. Ἐν ὅσῳ δὲ τῶν χειρῶν ἀνήρτηντο οὗτοι, πρὸς
occupatus erat præses in aliis audiendis. Deinde ἑτέρας ὁ ἡγεμὼν ἀκροάσεις ἠσχόλητο. Εἶτα σχολὴν
cum ab eis quievisset, jubet commentariensem ἀπὸ τούτων δοὺς ἑαυτῷ προστάττει τῷ κομεντάρησ
interrogare fauctos, an jussui imperatoris vellent σίῳ πυνθάνεσθαι τῶν ἁγίων εἰ τῷ τοῦ βασιλέως
parere, ut liberarentur a tormento: et cum ille προστάγματι εἴκουσιν, ὥστε ἀνεθῆναι καὶ τῆς βασάς
quidem interrogaret, hi vero non possent, aut non νου. Καὶ τοῦ μὲν διαπυνθανομένου, τῶν δὲ μὴ ἀποvellent respondere, jubet eos includi in interiore κρίνασθαι δυναμένων, ἢ μηδὲ βουλομένων κατενα
custodia,in lacu tenebroso et nomine et reipsa, et χθέντας τῇ ἐνδοτέρᾳ φυλακῇ κατακλεισθῆναι και
pedes usque ad diem sequentem affixos esse ligno. λεύι, σκοτεινῷ λάκκῳ καὶ τὴν ἐπωνυμίαν οὔσῃ καὶ
Die autem jam apparente, a ligni quidem vinculis τὴν ἐνέργειαν, καὶ τοὺς πόδας ἕως τῆς ἐπιγινομέν
pedes sunt relaxati: carceris autem aditus fuit της διασφαλισθῆναι τῷ ξύλῳ. Τῆς δὲ ἡμέρας ἄρτι
obstructus, ut nec solaris quidem radius posset διαφαινούσης, τῶν ἀπὸ τὸ ξύλου μὲν δεσμῶν οἱ
subire; edictum autem fuit custodibus, non fru- πόδες ἀνεῖντο, τῇ δὲ τῆς εἰρκτῆς εἰσόδῳ φραγμὸς ἐπισ
stum panis, nec parvam quidem gultam aquæ tres τέθειτο, ὡς μηδὲ ἀκτῖνα ἡλιακὴν ὑπεισδύεσθαι.
tolos dies eis praebere. Quamobrem de cætero lene. Παρήγγελτο δὲ καὶ τοῖς φύλαξι μηδὲ ἄρτου τι τρύ
brosus carcer et longa inedia erat condemnatio τος, μὴ σταγόνα μικρὰν ὕδατος ἐπὶ τρεῖς ὅλας ἡμέ
martyribus. Cum autem adesset tertius dies, circa ρας αὐτοῖς ἐπιδοῦναι, ὥστε τὸ ἀπὸ τοῦδε εἰρκτή ζα
principium mensis Augusti, apertus quidem fuit φώδης καὶ ἀσιτία μακρὰ ἡ καταδίκη τοῖς μάρτυσιν,
aditos carceris; illi autem in eo relenti sunt usque. Ἐπεὶ δὲ ἡ τρίτη παρῆν, περὶ που τὰς τοῦ μηνός
ad decimum Novembris. Deinde judex eos curat Αὐγούστου ἀρχὰς ἡ μὲν τῆς φυλακῆς εἴσοδος διηνοίς
sistendos pro suo tribunali, et Nec tantum, inquit, γετο, οἱ δὲ εἶχοντο ἐν αὐτῇ ἕως δεκάτης τοῦ Νοεμ
tempus vobis præbuit, ut mutali aliquod salutare βρίου. Εἶτα τῷ ἑαυτού βήματι παρίστησε τούτους δ
caperetis consilium? Illi autem respondent: Quod δικαστής· καὶ, οὐδὲ ὁ τοσοῦτος, φησί, χρόνος παρ
nobis videtur, tibi jam sapius ostendimus; tu έσχεν ὑμῖν μεταβουλεύσασθαί τι σωτήριον; Οἱ δὲ,
autem fac ea quæ tibi fuerunt imperata. Præses Τὸ μὲν δοκοῦν ἡμῖν, εἶπον, ήδη πολλάκις σοι παρautem statim jubet Samonam altero pede in genu εστήσαμεν· σὺ δὲ τὰ προστεταγμένα σοι ποίει. Καὶ
inclinari, et ferreum vinculum injici ejus genui. ὁ ἡγεμὼν θατέρῳ τοῖν ποδοῖν εὐθὺς κατὰ γόνω τὸν
Quod cum factum esset, cum quidem suspendit Σαμωνᾶν κλιθῆναι προστάττει, καὶ σιδηροῦν δεσμὸν
præcipitem, a pede, quem inclinaverat, alterum έμβληθῆναι τῷ γόνατι· οὐ δὲ γεγονότος τοῦτον μὲν
deorsum trahens pondere ferri, quod verbis non κατὰ κεφαλῆς τοῦ κεκλιμένου ποδὸς ἀναρτᾷ, ἔχθει
potest explicari: et sic athletam moliens discer- τὸν ἕτερον ἀμυθήτου σιδήρου καθέλκων, καὶ δια
pere. Quo quidem tempore cum coxæ acetabulum σπαράξαι ταύτῃ τὸν ἀθλητὴν μηχανώμεος· ὅτε καὶ
per vim sedem suarn reliquisset, effectum est, ut τῆς κοτύνης τῇ βίᾳ ἑαυτῆς ἱδραν ἀπολιπούσης για
Damonas claudicaret: Guriam autem, quod esset λεύειν, οὕτω τῷ Σαμονᾷ περιίστατο. Τὸν δὲ Γουρίαν
imbecillus et subpallidus sinebat impunitum, non διὰ τὸ ἀσθενικὸν εἶναι καὶ ὕπωχρον, ἀτιμώρητον
quod eum benignis aspexisset oculis, non quod εἴα, οὐκ εὐμενὲς προσβλέψας, οὐκ οἶκτον τῆς ἀσθε
esset miserlus ejus imbecillitatis; sed ut qui, νείας λαβὼν, ἀλλὰ τιμωρίας μᾶλλον ἐπιθυμία τὴν
quod eum punire cuperet, potius pepercisset. Νe φειδώ ποιησάμενος· μὴ λάθη γάρ, φησί, προαναλω
forte, aiebat, nobis imprudentibus consumeretur θεὶς τῶν κολάσεων.
ante cruciatus
VIII. Et jam erant quidem duæ horæ diei, ex
quo suspensus erat Samonas; hora autem quinta
jam aderat, et is adhuc pendebat sublime: et qui
circumsistebant milites, movebantur misericordia,
et hortabantur ut imperatoris pareret imperio. Sed
peccatorum misericrodia caput sancti non pingueTormento occidere quempiam lege vetitum
fuisse est l. Aut damnum, § Nec ea, fr De penis:
hinc præses Guriam, cum imbecillioris esset naΗ'. Ὥρα μὲν δὴ τῆς ἡμέρας ἀναρτωμένῳ δεν
τέρα τῷ Σαμωνᾷ· πέμπτη, δὲ ἤδη παρῆν, καὶ μέσα
τέωρος οὗτος ἦν. Οἵ τε περιεστηκότες στρατιῶται
συμπαθείᾳ τὰ σπλάγχνα ἐβάλλοντο καὶ πεισθῆναι
τῷ τοῦ βασιλέως προστάγματι παρεκάλουν. Αλλ'
ὁ τῶν ἁμαρτωλῶν ἔλεος τὴν κεφαλὴν οὐκ ἐλίπαινε
turæ, gravioribus tormentis aggredi ausus non
fuit, ne in tormentis ellaret animam.
col. 137–138page 65 of 146
PG 116:137νος γάρ, καίτοι πικρῶς πιεζόμενος ἀλλ᾽ οὖν αὐτούς μὲν οὐδὲ ἀποκρίνεσθαι, οιμώζειν ἐῶν, καὶ ἑαυτοὺς μᾶλλον ἐκεῖνον ἡγεῖσθαι ἄξιον· εἰς οὐρανὸν δὲ ἀνατείνων τοὺς ὀφθαλμοὺς εὐχόμενος τῷ Θεῷ ἐκ βάθους τῆς καρδίας τὰ θαύματα τῶν ἐξ αἰῶνος αὐτὸν ἐμίμνησκε τετελεσμένων· ὁ Θεός, λέγων, οὐ καρδίαν πλατύνας τοῦ Δαυίδ ἐν ταῖς θλίψεσιν, ὁ τῷ προφήτῃ κατὰ τῶν λεόντων ἰσχὺν δεδωκώς, ὁ τοὺς παῖδας τυράννου νικητὰς καὶ φλογός ἀποφήνας· καὶ νῦν, Κύριε, τὸν καθ᾿ ἡμῶν βλέψον πόλεμον, ὁ τῆς ἡμετέρας εἰδὼς φύσεως τήν ἀσθένειαν· πειρᾶται γὰρ ὁ ἐχθρὸς τὸ τῆς σῆς δεξιᾶς πλάσμα δόξης ἀποστῆσαι τῆς παρὰ σοί. ἀλλὰ σύ, φιλανθρώπῳ σου ὄμματι εὐμενὲς ἡμῖν ἐπιβλέψας, ζωγρεῖ μὲν τὸν λύχνον τῶν σῶν ἐντολῶν ἐν ἡμῖν ἄσβεστον, τῷ σῷ δὲ φωτὶ τὰς τρίβους ἡμῶν εὔθυνον, καὶ τῆς ἐν σοὶ ἀπολαύσαι μακαριότητος ἡμᾶς ἀξίωσον· ὅτι εὐλογητὸς εἰ εἰς τοὺς αἰῶνας. Ταῦτα μὲν οὖν ἐκεῖνος τῷ ἀγωνοθέτῃ Θεῷ ἐν εὐχαριστίαις ἀνέπεμπε. Τῶν ὑπογραφέων δέ τις παρὼν γράμμασι κατέττε τὰ λεγόμενα.
Ἐκέλευσε δὲ ὁ ἡγεμὼν ἀνεῖναι τῆς τιμωρίας αὐτὸν τῷ κομεντησίῳ· ὁ δὲ οὕτω πεποιηκώς, καὶ μετὰ τῶν συνόντων διαβασταζόμενος ἀπειρηκότα ἤδη τοῖς πόνοις, ἐν τῇ προτέρα φυλακῇ φέρονται, καὶ παρὰ τὸν Γουρίαν παρατίθεται. Καὶ δὴ πεντεκαιδεκάτης οὔσης τοῦ Νοεμβρίου νυκτὸς οὔσης ἤδη περὶ ἀλεκτρυόνων ᾠδας, ἀνέστη ὁ ἡγεμών, λαμπάδες δὲ καὶ δορυφόροι τούτου προήεσαν. Καὶ τὴν βασιλικήν καταλαβὼν, ὅπουπερ αὐτῷ τὸ διkαστήριον ἦν, μετὰ πολλῆς ἀλαζονεύτητα, ἐπὶ τοῦ βήματος καθίσας, τοὺς ἀθλητὰς Γουρίαν καὶ Σαμωνᾶν μετακαλεῖται. Καὶ ὁ μὲν ἥκει μέσος δύο βαδίζων, καὶ ταῖς ἑκατέρου χερσὶν ὑποστηριζόμενος· ἥ τε γὰρ ἀσιτία ἐπίεζε, καὶ τὸ γῆρας ἐβάρυνε, μόνη δὲ αὐτὸν τῆς ἀγαθῆς ἐλπίδος ἀναψύχουσα. Ὁ δὲ Γουρίας καὶ αὐτὸς διαβασταζόμενος ἄγεται, οὐδὲ βαδίζειν ὅλως δυνάμενος, ἅτε χαλεπῶς τοῦ ποδὸς αὐτῷ ὑπὸ τοῦ δεσμοῦ πληγέντος. Πρὸς οὓς ὁ τῆς ἀσεβείας ὑπασπιστής, ᾿Αδείας, ἔφη, λαβόντες βουλεύσασθε περὶ τοῦ λυσιτελοῦς ὑμῖν, συνδιεσκέψασθε τοιγαροῦν· εἴ τι καινότερον ὑμῖν ἔσκεπται, εἴπατε, καὶ εἴ τις εἰσῆλθεν ὑμᾶς ἐπὶ τοῖς προτέροις μεταμέλεια· τοῦ θειοτάτου βασιλέως προστάξει πείθεσθε· οὕτω γὰρ ἂν τῶν τε οἰκείων κτημάτων ἀπολαύσαιτε, ἀλλὰ καὶ τοῦ γλυκυτάτου τοῦδε φωτός. Πρὸς ταῦτα οἱ μάρτυρες, Οὐδεὶς, εἶπον, ὁ φρονῶν σωφρόνως ἀσπάσαιτο τῶν ῥεόντων τὴν παραμονήν. Ἱκανός γὰρ ἡμῖν καὶ ὁ παρελθὼν χρόνος πρὸς τὴν χρῆσιν αὐτῶν καὶ θέαν, καὶ οὐδὲν αὐτῶν ἐσμὲν ἐν ἐπιθυμίᾳ. Ὃν δὲ νῦν θάνατον ἡμῖν ἐπισείεις, πρὸς ἀθανάτους οὗτος ἡμᾶς μεταπέμψεται σκηνάς, καὶ τῆς ἐκεῖθεν μετασχεῖν ἡμᾶς ποιήσει μακαριότητος.MARTYRIUM S. GURIE ET SOCIORUM.
νος γάρ, καίτοι πικρῶς πιεζόμενος fecit 8. Ille enim etsi acerbe præmeretur a torἀλλ᾽ οὖν αὐτούς μὲν οὐδὲ ἀποκρί- mento, ipsos ne ullo quidem dignabatur responso,
, οιμώζειν ἐῶν, καὶ ἑαυτοὺς μᾶλλον sinens eos lugere, et se potius, non illum dignum
ον ἡγεῖσθαι ἄξιον· εἰς οὐρανὸν δὲ censere misecordia. In cœlum autem tollens ocuτῷ Θεῷ ἐκ βάθους τῆς καρδίας los precabatur Deum ex profundo cordis, et ei
τῶν ἐξ αἰῶνος αὐτὸν ἐμίμνησκε revocabat in memoriam miracula, quæ a sæculo
· ὁ Θεός, λέγων, οὐ καρδίαν πλα- facta sunt; Domine Deus, dicens, sine quo nec
} ἐν ταῖς θλίψεσιν, ὁ τῷ προφήτῃ passerculus quidem cadet in laqueum 9: qui Davidi
εόντων ἰσχὺν δεδωκώς, ὁ τοὺς dilalasti cor in afflictionibus 10; qui prophetæ,
δας τυράννου νικητὰς καὶ φλογός Danieli vim dedisti etiam contra leones 11: qui
καὶ νῦν, Κύριε, τὸν καθ᾿ ἡμῶν pueros Abramimos et tyranni et flammæ victores
ὁ τῆς ἡμετέρας εἰδὼς φύσεως τήν effecisti 13; tu quoque nunc, Domine, aspice ad
εται γὰρ ὁ ἐχθρὸς τὸ τῆς σῆς bellum, quod contra nos geritur, qui nostra
δόξης ἀποστῆσαι τῆς παρὰ σοί. natura nosti imbecillitatem. Conatur enim iniανθρώπῳ σου ὄμματι εὐμενὲς ἡμῖν micus figmentum tuæ dextera avertere ab ea quæ
τον μὲν τὸν λύχνον τῶν σῶν ἐντολῶν est apud te gloria. Sed tu benignis tuis nos inτον, τῷ σῷ δὲ φωτὶ τὰς τρίβους tuens oculis, conserva in nobis, quæ extingui
καὶ τῆς ἐν σοὶ ἀπολαύσαι μακα- non potest lucernam tuorum mandatorum: tua
τον· ὅτι εὐλογητὸς εἰ εἰς τοὺς autem luce dirige nostras semitas, et dignare nos
ἐν οὖν ἐκεῖνος τῷ ἀγωνοθέτῃ Θεῷ frui ea, quæ est in te, beatitudine: quoniam es
ινέπεμπε. Τῶν ὑπογραφέων δέ τις benedictus in sæcula saculorum. Atque ille quidem
ττε τὰ λεγόμενα.
agonothetæ Deo emittebat hanc gratiarum aetionem: quidam autem scriba, qui aderat, litteris
mandavit quæ dicta sunt.
τῶν ἀνεῖναι τῆς τιμωρίας αὐτὸν τῷ
έλευεν. Ὁ δὲ οὕτω πεποιηκώς,
συνόντων διαβαστάσας ἀπειρηκότα
τιν, ἐν τῇ προτέρα φυλακή φέρονμία παρατιθεται. Καὶ δὴ πεντεκαιντος τοῦ Νοεμβρίου νυκτὸς οὔσης
ᾠδας, ἀνέστη ὁ ἡγεμών λαμπάδες
τούτου προήεσαν. Καὶ τὴν βασικαταλαβὼν ὅποιπερ αὐτῷ τὸ διφρότητα, ἐπὶ τοῦ βήματος σου-
· καὶ τοὺς ἀθλητάς Γουρίαν καὶ
έλλεται. Καὶ ὁ μὲν ἥκει μέσος
καὶ ταῖς ἑκατέρου χερσὶν ὑποστηγὰρ ἀσιτία ἐπίεζε, καὶ τὸ γῆρας
αὐτὸν τῆς ἀγαθῆς ἐλπίδος ἀναψυΓουρίας καὶ αὐτὸς διαβασταζόμενος
ζειν ὅλως δυνάμενος, ἅτε χαλεπῶς
ὑπὸ τοῦ δεσμοῦ πληγέντος. Πρὸς
ίας ὑπασπιστής, ᾿Αδείας, ἔφη, λαΟ λυσιτελοῦς ὑμῖν συνδιεσκέψασθε
· εἴ τι καινότερον ὑμῖν ἔσκεπται,
τις εἰσῆλθεν ὑμᾶς ἐπὶ τοῖς προτέοῦ θειοτάτου βασιλέως προστάξει
γὰρ ἂν τῶν τε οἰκείων κτημάτων
ιν, ἀλλὰ καὶ τοῦ γλυκυτάτου τοῦδε
8. Πρὸς ταῦτα οἱ μάρτυρες, Οὐδεὶς,
ρονούντων ἀσπάσαιτο τῶν ῥεόντων
αραμονήν. Ικανός γὰρ ἡμῖν καὶ ὁ
πρὸς τὴν χρῆσιν αὐτῶν καὶ θέαν,
ων ἐσμὲν ἐν ἐπιθυμίᾳ. Ὃν δὲ νῦν
Επισείεις, πρὸς ἀθανάτους οὗτος
κηνάς, καὶ τῆς ἐκεῖθεν μετασχειν
αριότητος.
IX. Jussit autem præses commentariensi eum
solvere a supplicio. ille vero cum sic fecisset, et
portasset cum iis qui aderant jam doloribus defessum et confectum, in priorem ferentes custodiamn,deponuntjuxta sanctum Guriam. Cum autem
esset Novembris decimus quintus, noctu circiter
galli cantum surrexit judex: eum vero præcedebant lampades et satellites: et cum ad basilicam
venisset, quæ dicitur, ubi erat judicium, cum magno fastu sedel pro tribunali, et accersil athletas
Guriam et Samonam. Et hic quidem venit ambulaus in medio duorum et fultus utriusque manibus.
Namn el premebat inedia, et gravabat senectus,
bona spe solummodo eum refrigerante. Gurias autem ipse quoque portatus ducitur, ut qui nec posset oinnino ingredi, utpote quod pes ei fuisset
graviter a vinculo sauciatus. Ad quos defensor inpietatis: Cum dala, inquit, fuerit vobis potestas,
de eo quod est vobis conducibile, simul deliberastis. Dicite ergo, an novi aliquid sit a vobis consideratum, et an priorum vos aliqua subierit panitentia: et parete jussui divinissimi. Sic enim
vestris opibus et possessionibus, quin etiam hac
suavissima quoque luce fruemini. Ad hæc marLyres: Nemo, inquiunt, qui sapit, magnifecerit
parum manere in iis, quæ fuunt. Sufficit enim
nobis tempus, quod præcessit, ad usus eorum et
aspectum: nec eorum aliquid desideramus. Quam
autem mortem nunc nobis intentas, ea nos ad
immortalia transmittel tabernacula, et efficiel, ut
sinus participes ejus, quæ est illic, beatitu
dinis.
[:
1. 9 Matth. x, 29, 10 Psal. IV, 2. 11 Dan. vi et zIV.
L. GR. CXVI.
19 Dan. II, 1 seqq.
col. 139–140page 66 of 146
PG 116:139Ὁ δὲ ἡγεμών, Τὰ παρ' ὑμῶν, ἔφη, λεχθέντα πολλὴν τῆς ἡμετέρας ἀκοῆς τὴν ἀηδίαν κατέχειν. Ἐγὼ δὲ τὸ δοκοῦν ἐν βραχεῖ παραστήσω. Εἰ μὲν γὰρ ἐπιτίθετε τῷ βωμῷ λιβανωτὸν, καὶ θύετε τῇ τοῦ Διὸς εἰκόνι, εὖ ἂν ἔχοι, καὶ ἕκαστος οἴκαδε ἀπελεύσεται· εἰ δὲ καὶ ἕνα περὶ τὴν τοῦ κρατοῦντος πρόσταξιν ἀπειθεῖτε, τὰς κεφαλὰς πάντως ἀποτμηθήσεσθε· τοῦτο γὰρ καὶ βασιλεὺς ὁ μέγας βούλεται καὶ νομοθετεῖ. Πρὸς ἅπερ ὁ γενναιότατος ὑπολαβὼν Σαμωνάς· Εἰ τοιαῦτα, εἶπεν, εὐεργετήσεις ἡμᾶς, ὡς ἀπαλλαγῆναι μὲν τῶν ἐνταῦθα λυπηρών, πρὸς δὲ τὴν ἐκεῖθεν διαβῆναι μακαριότητα, ἀποκείσεται σοι τό γε ἐφ' ἡμῖν καὶ μισθὸς παρὰ τοῦ τὰ ἡμέτερα πρὸς τὸ συμφέρον οἰκονομῶντος. Πρὸς ταῦτα τοῦ ἡγεμόνος φιλανθρωπότερόν τι τῷ δοκεῖν ἀποκρινομένου, καὶ εἰρηκότος, ὡς Ἐγὼ διὰ τοῦτο μέλλον μακροθύμως ἤνεγκα μέχρι καὶ νῦν τῶν μικρῶν ἐκείνων ἀνεχόμενος λόγων, ὡς ἂν τῇ τοῦ χρόνου παρατάσει πρὸς τὸ λυσιτελὲς μεταβάλητε, καὶ μὴ τὴν τοῦ θανάτου ὑπόσχητε τιμωρίαν. Οἱ τῷ προσγείῳ θανάτῳ, φησὶν ὁ Σαμωνάς, ἑαυτοὺς παραδιδόντες διὰ Χριστόν, εἴδηλον ὡς τοῦ αἰωνίου ῥυσθήσονται· οἱ γὰρ τῷ κόσμῳ θνήσκοντες ἐν Χριστῷ ζώσιν. Ἐπεὶ καὶ Πέτρος ὁ τοῦ τῶν μαθητῶν ἐκλάμπων χοροῦ σταυρὸν κατεκρίθη καὶ θάνατον· ὅ τε τῆς βροντῆς υἱὸς Ἰάκωβος, μαχαίρᾳ ὑπὸ Ἡρώδου ἀνηρέθη τοῦ καὶ Ἀγρίππα· καὶ Στέφανος δὲ τοῖς λίθοις, πρῶτος διαδραμὼν τοῦ μαρτυρίου τὸ στάδιον. Τί δ' ἂν εἴποις περὶ Ἰωάννου; ἢ μηδὲ τοῦτον τῆς καλῆς ἐκείνης ἐνστάσεως καὶ παῤῥησίας ἀποδέχῃ, ὅτι θανεῖν εἴλετο μᾶλλον ἢ σιωπᾶν ἐπὶ κοίτης ἀκολασίᾳ, μοιχαλὶς δὲ τὴν αὐτοῦ κεφαλὴν ἄθλον τῆς ὀρχήσεως εἴληφε; ΙΑ΄. Καὶ ὁ ἡγεμὼν αὖθις, οὐχ ἵνα τοὺς καθ' ὑμᾶς, ὡς φατε, ἁγίους ἀπαριθμήσησθε τοῦτο ὑμῶν ἀνέχομαι μακροθύμως, ἀλλ' ὅπως μεταβουλευσάμενοι, καὶ τῇ βασιλικῇ ῥοπῇ εἴξαντες, τοῦ πικροτάτου τέλους ἀπαλλαγῆτε. Θρασυνομένους γὰρ ὑμᾶς τί γε ἄλλο ἢ μείζονες παραλήψονται κολάσεις, αἷς δήπουθεν πιεζόμενοι καὶ ἔχοντες τὸ παρ' ἡμῶν ἀπαιτούμενον ἔσεσθε ποιοῦντες, ἡνίκα πάντως οὐδὲ καταφυγεῖν πρὸς οἶκτον δυνήσεσθε; τὸ γὰρ ἐν τούτοις βίᾳ γινόμενον οὐδὲ τὸν ἔλεον ἔσχε λεῖσθαι δύναται, ὥσπερ τοὐναντίον ἐλέους ἄξιον τὸ αὐθαίρετον. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ ὁμολογηταὶ καὶ μάρτυρες, Οὐ χρεία πολλῶν, ἔφησαν, λόγων. Ἰδοὺ γὰρ σοι πρὸς πᾶσαν αἰκίαν ἡμεῖς ἕτοιμοι. Ὃ προσετάγης πράττειν μὴ ἀναβάλλῃ. Χριστοῦ γάρ ἐσμεν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ προσκυνηταί, καὶ πάλιν φαμέν, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος, ὃς καὶ ἀντιδοξάζειν δύναται μόνος τοὺς τὸ αὐτοῦ δοξάζοντας ὄνομα. Ἐν ὅσῳ δὲ ταῦτα παρὰ τῶν ἁγίων ἐλέγετο, ὁ ἡγεμὼν τὴν κατ' αὐτῶν ἐξῆγεν ἀπόφασιν, ὥστε τὸν διὰ ξίφους θάνατον ὑποστήναι. Οἱ δὲ ἡδονῇ ἀφράστῳ ληφθέντες· Σοὶ δόξα πρέπει ὄντως καὶ αἴνεσις τῷ τῶν ὅλων, ἐβόων, Θεῷ, ὅτι τὸν προκείμενον ἡμᾶς ἀγῶνα τελέσαι ηὐδόκησας, ὡςX. Præses aulem: Quæ a vobis, inquit, dicta 1. Ὁ δὲ ἡγεμών, Τὰ παρ' ὑμῶν, ἔφη, λεχθέντα
sunt, nostras aures magna affecerunt tristitia. Ego πολλὴν τῆς ἡμετέρας ἀκοῆς τὴν ἀηδίαν κατέχειν,
autem paucis exponam id, quod videtur. Namsi aræ Εγὼ δὲ τὸ δοκοῦν ἐν βραχεῖ παραστήσω. Εἰ μὲ
quidem thus imponitis, et imagini Jovis sacrifi- γὰρ ἐπιτίθετε τῷ βωμῷ λιβανωτὸν, καὶ θύετε τῇ τοῦ
calis, recte se habuerit, et unusquisque vestrum Διὸς εἰκόνι, εὖ ἂν ἔχοι, καὶ ἕκαστος οἴκαδε ἀπε
domum abibit. Sin vero adhuc pergitis imperato- λεύσεται· εἰ δὲ καὶ ἕνα περὶ τὴν τοῦ κρατοῦντος
ris jussui non parere, amputabuntur vobis om- πρόσταξιν ἀπειθεῖτε, τὰς κεφαλὰς πάντως ἀποτμη
nino capila; hoc enim vult et statuit magnus θήσεσθε· τοῦτο γὰρ καὶ βασιλεὺς ὁ μέγας βούλεται
imperator. Ad quæ respondens generosissimus και νομοθετεῖ. Πρὸς ἅπερ ὁ γενναιότατος ὑπολαβὼν
Samonas: Si nos, inquit, tanto affeceris benefi- Σαμώνας· Εἰ τοιαῦτα, εἶπεν, εὐεργετήσεις ἡμᾶς,
cio, ut liberemur quidem ab iis quæ hic sunt mo- ὡς ἀπαλλαγῆναι μὲν τῶν ἐνταῦθα λυπηρών, πρὸς
lestiis, transmittamur autem ad eam, quæ est illic, δὲ τὴν ἐκεῖθεν διαβῆναι μακαριότητα, αποκείσεται
beatitudinem, quantum in nobis quidem si- σοι τό γε ἐφ' ἡμῖν καὶ μισθὸς παρὰ τοῦ τὰ ἡμέτερα
tum est, tibi reddetur merces ab eo qui nostra πρὸς τὸ συμφέρον οἰκονομῶντος. Πρὸς ταῦτα τοῦ
dispensat ad id, quod est utile. Ad hac cum re- ἡγεμόνος φιλανθρωπότερόν τι τῷ δοκεῖν ἀποκρινα
spondisset præses, ut videbatur, benignius, et di- μένου, καὶ εἰρηκότος, ὡς Ἐγὼ διὰ τοῦτο μέλλον
sisset: Ego toleranter hucusque tuli, longas illas μακροθύμως ἤνεγκα μέχρι καὶ νῦν τῶν μικρῶν
sustinens orationes, ut mora temporis mutali, εκείνων ἀνεχόμενος λόγων, ὡς ἂν τῇ τοῦ χρόνου
traduceremini ad id quod est utile, et supplicium παρατάσει πρὸς τὸ λυσιτελὲς μεταβάλητε, καὶ μὴ τὴν
mortis non subirelis. Qui morti, quæ est ad tempus, του θανάτου ὑπόσχητε τιμωρίαν. Οἱ τῷ προσγείρα
inquit Samonas,se tradunt propter Christum, cla- θανάτῳ, φησὶν ὁ Σαμωνάς, ἑαυτοὺς παραδιδόντες διὰ
rum est fore ut ii liberentur ab æterna. Qui enim Χριστόν, εἴδηλον ὡς τοῦ αἰωνίου ῥυσθήσονται· οἱ γὰρ
mundo moriuntur, vivunt in Christo. Nam Petrus τῷ κόσμῳ θρήσχοντες ἐν Χριστῷ ζώσιν. Επε
quoque, qui resplendet in choro apostolorum, καὶ Πέτρος ὁ τοῦ τῶν μαθητῶν ἐκλάμτων χοροί
cruce fuit condemnatus et morte; et filius toni- σταυρὸν κατεκρίθη καὶ θάνατον· ὅ τε τῆς βροντῆς
trui Jacobus, ab Herode Agrippa fuit interfcctus υἱὸς Ιάκωβος, μαχαίρα ὑπὸ Ηρώδου ἀνηρέθη το
gladio 13. Quinetiam Sthephanus quoque fuit appe- καὶ ᾿Αγρίππα· καὶ Στέφανος δὲ τοῖς λίθοις, πρώτος
tilus lapidibus, qui priinus percurrit stadium mar- διαδραμὼν τοῦ μαρτυρίου τὸ στάδιον. Τί δ᾽ ἂν
tyrii 14. Quid autem dixeris de Joanne? an ne ejus εἴποις περὶ Ἰωάννου; ἢ μηδὲ τοῦτον τῆς καλῆς
quidem admittes egregiam illam constantiam, et εκείνης ἐνστάσεως καὶ παῤῥησίας ἀποδέχῃ, ὅτι
loquendi libertatem, quod nori maluerit, quam θανεῖν εἴλετο μᾶλλον ἢ σιωπᾶν ἐπὶ κοίτης ἀκολασία,
cubilis tacere impudicitiam: adultera vero ejus ca- μοιχαλὶς δὲ τὴν αὐτοῦ κεφαλὴν ἄθλον τῆς ὀρχήσεως
put acceperit præmnium saltationis 15?
εἴληφε;
XI. Rursus autem præses: Non ut vestros, ΙΑ΄. Καὶ ὁ ἡγεμὼν αὖθις, οὐχ ἵνα τοὺς καθ᾿
quos dicitis, sanctos enumeretis, vos fero tole- ὑμᾶς, ὡς φατε, ἁγίους ἀπαριθμήσησθε
ranter, sed ut, mutato consilio, jussis cedentes τοῦτο ὑμῶν ἀνέχομαι μακροθύμως, ἀλλ' ὅπως με
imperatoris, ab acerbissima morte liberemini. Si ταβουλευσάμενοι, καὶ τῇ βασιλική ροπή είξαντες,
enim sitis nimium audaces et insolentes, quid aliud, τοῦ πικροτάτου τέλους ἀπαλλαγῆτε. Θρασυνομένους
quam vos majora excipient supplicia, quibus ep- γὰρ ὑμᾶς τί γε ἄλλο ή μείζονες παραλήψονται
pressi, vel inviti facietis id quod nos exigimus? κολάσεις, αἷς δήπουθεν πιεζόμενοι καὶ ἔχοντες
quo tempore nec omnino quidem poteritis re- τὸ παρ' ἡμῶν ἀπαιτούμενον ἔσεσθε ποιοῦντες, ἡνίτε
fugium habere ad misericordiam? Nam quod ut πάντως οὐδὲ καταφυγεῖν πρὸς οἰκτον δυνήσεσθε; τὸ
per vim, ne potest quidem provocare ad commi- γὰρ ἐν τούτοι; βία γινόμενον οὐδὲ τὸν ἔλεον ἔσχε
serationem, quomodo contra quod sponte fit, est λεῖσθαι δύναται, ὥσπερ τούναντίον ἐλέους ἄξιον τὸ
dignum misericordia. Christi autem confessores et αὐθαίρετον. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ ὁμολογηταὶ καὶ
martyres dixerunt: Non opus est multis verbis. μάρτυρες, Οὐ χρεία πολλῶν, ἔφησαν, λόγων Ιδού
Ecce enim nos sumus tibi præsto ad omnia sub- γὰρ σοι πρὸς πᾶσαν αἰκίαν ἡμεῖς ἕτοιμοι. Ο
eunda supplicia. Quod ergo tibi fuit imperatum, προσετάγης πράττειν μὴ ἀναβάλλῃ. Χριστού γάρ
ne differas exsequi. Nos enim Christi veri Dei su ἐσμεν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ προσκυνηταί, καὶ πάλιν
mus adoratores, et rursus dicimus: Cujus regni φαμέν, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος, ὃς καὶ
non erit finis. Qui etiam potest solus vicissim ἀντιδοξάζειν δύναται μόνος τοὺς τὸ αὐτοῦ δοξάζον
glorificare eus, qui ejus nomen glorificant 46. Inte- τας ὄνομα. Ἐν ὅσῳ δὲ ταῦτα παρὰ τῶν ἁγίων
rim autem dum hæc dicerentur a sanctis, prases ἐλέγετο, ὁ ἡγεμὼν τὴν κατ' αὐτῶν ἐξῆγεν ἀπό
tulit in eos sententiam, ut mortem subirent gla- φασιν, ὥστε τὸν διὰ ξίφους θάνατον ὑποστήναι, Οι
dio. Illi vero latitia, quæ verbis non potest expli- δὲ ἡδονῇ ἀφράστῳ ληφθέντες· Σοὶ δόξα πρέπει ὄνα
cari, all cui: Te vere decet gloria et laudatio, qui τως καὶ αἴνεσις τῷ τῶν ὅλων, ἐβόων, Θεῷ, ὅτι τὸν
es Deus uaiversorum, clamabant: quod tibi pla- προκείμενον ἡμᾶς ἀγῶνα τελέσαι ηυδόκησας, ὡς
Εν
15 Act. xit, 2. 14 Act. vii, 4 seqq. 45 Matth. πιν. 1-12. 16 1 Reg. I, 30.
] 11,
col. 141–142page 67 of 146
PG 116:141ἀθανάτου παρὰ σοὶ λαμπρότητος καταεἰ οὖν τὸ ἀμετάθετον τοῦ φρονήματος γεμῶν ἐθεάσατο, καὶ ὅπως ἐν ἀγαλλιάσει τελευταίαν ψῆφον ἐδέξαντο, πρὸς μὲν Ὁ Θεὸς τῶν γινομένων ἐπόπτης, ο, ὡς οὐ δι᾿ ἐμοῦ τὴν ὑμῶν τελείωσιν γενεσθαι, ἀλλὰ τὸ ἀπαραίτητον τῆς τοῦ ἐπιταγῆς πρὸς τοῦτο μὲ καὶ ἄκοντα Τῷ δὲ σπεκουλάτωρι κελεύει τοὺς παραλαβεῖν, ἐπ' ὀχήματός τινος ἀναβιβάσαι, βρω τοῦ ἄστεως μετὰ στρατιωτῶν ἀπακεῖσε τὸ διὰ ξίφους αὐτοῖς τέλος ἐπεεἰ ὃς διὰ τῆς Ῥωμανησίας πύλης τοὺς ωρ ἐξαγαγών, ἡνίκα μάλιστα τοὺς κατά ὕπνος εἶχε, κατὰ τὸ πρὸς ἄρκτον τῆς τὸ Βιθελακικλᾶ ὄρος ἀπάγει. Οἱ δὲ ἐν ενόμενοι ἐν εὐφροσύνῃ καρδίας καὶ ἀνιᾳ παραστήματι, τοῦ ὀχήματος ἀποβάντεκουλάτωρα καὶ τοὺς ὑπ' αὐτὸν καιρὸν προσευχὴν, καὶ ἐλάμβανον. Ὥσπερ γὰρ ὄντων τῶν βασάνων καὶ τοῦ αἵματος πρεσβεύειν, διὰ μετριοφροσύνης ὑπερκαὶ προσευχῆς ἐδέοντο. Τὸ ὄμμα τοίνυν ς ἀνατείναντες, καὶ ἐκτενῶς προσευξάΘεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ μετ᾽ εἰρήνης δέξαι τὰ πνεύματα ἡμῶν, ἐπεῖπον. Καὶ ὁ Σαμωνᾶς, ἐπιστραφείς πεκουλάτωρα. Τὸ κελευσθέν, εἴπε, πλήτὸ γόνυ κλίνας ἅμα Γουρίᾳ τὰς κεφανονται, πεντεκαιδεκάτην τότε τοῦ Νοεμς ἄγοντος. Τὰ μὲν δὴ τῶν μαρτύρων εἰ δὲ καὶ τὸν τρίτον ὁ ἀριθμὸς ἐζήτει, τούτοις ἡ Τριὰς δοξασθῇ, εὗρεν, εὐγενοῦς προνοίας· τῷ χρόνῳ μὲν ὕστερον ν αὐτὴν δὲ τοῖς προλαβοῦσιν ὁδὸν ἀνῦσαι καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐκείνοις ἡμέραν ρίου τελειωθέντα. Ὁ μέγας τοίνυν ἐν Ἄβιβος, τῆς αὐτῆς μὲν ἐκείνοις πατρίδος, τῆς τῆς κώμης ὥρματο, τῷ ἱερῷ δὲ ίας κεκόσμητο χρίσματι. Λικινίου δὲ ρων τῆς Ῥωμαίων ἐπειλημμένου καὶ ὴν τῆς Ἐδέσσης ἡγεμονίαν ἐγχειρισθέν ως κατὰ Χριστιανῶν καὶ αὖθις ἠγείρετο, Ἄβιβον ὁ πᾶς κίνδυνος περιίστατο. οὗτος τὴν πόλιν τὰς θείας ἅπαντας Γραφὰς καὶ πρὸς εὐσέβειαν ἐκθύμως Ἐπεὶ δὲ ταῦτα εἰς τὰς ἀκοὰς ἦκε τῷ Λυσανίᾳ, τῷ βασιλεῖ παρ' αὐτοῦ γνωρίζεται. γὰρ ὅπως τὴν κατὰ Χριστιανῶν καὶ μέλιδίδου τιμωρίαν ὑπ᾽ ἐκείνου ἐπιτραπείη· ἦν αὐτῷ πρότερον, ἐπιτετραμμένον, ὃς τούτῳ τὴν Ἀβίβου θάνατον ἐπιτρέπει. γραμμάτων τῷ Λυσανίᾳ, ζήτησις πανταχοῦ γίνεται. Καὶ αὐτὸς κατά τιMARTYRIUM S. GURIE ET SOCIORUM.
ἀθανάτου παρὰ σοὶ λαμπρότητος κατα- cuerit, ut susceptum certamen perageremus, ut
a te quoque immortalem splendorem assequaεἰ οὖν τὸ ἀμετάθετον τοῦ φρονήματος
γεμῶν ἐθεάσατο, καὶ ὅπως ἐν ἀγαλλιάσει
τελευταίαν ψῆφον ἐδέξαντο, πρὸς μὲν
Ὁ Θεὸς τῶν γινομένων επόπτης,
ο, ὡς οὐ δι᾿ ἐμοῦ τὴν ὑμῶν τελείωσιν
γενεσθαι, ἀλλὰ τὸ ἀπαραίτητον τῆς τοῦ
επιταγῆς πρὸς τοῦτο μὲ καὶ ἄκοντα
Τῷ δὲ σπεκουλάτωρι κελεύει τους
αραλαβεῖν, ἐπ' ὀχήματός τινος ἀναβιβάβρω τοῦ ἄστεως μετὰ στρατιωτῶν ἀπακεῖσε τὸ διὰ ξίφους αὐτοῖς τέλος ἐπεεὶ ὃς διὰ τῆς Ῥωμανησίας πύλης τους
ωρ ἐξαγαγών, ἡνίκα μάλιστα τοὺς κατά
ὕπνος εἶχε, κατὰ τὸ πρὸς ἄρκτον τῆς
τὸ Βιθελακικλᾶ ὄρος ἀπάγει. Οἱ δὲ ἐν
ενόμενοι ἐν εὐφροσύνῃ καρδίας καὶ ἀν-.
ἰς παραστήματι, τοῦ ὀχήματος ἀποβάντεκουλάτωρα καὶ τοὺς ὑπ' αὐτὸν καιρὸν
προσευχὴν, καὶ ἐλάμβανον. Ὥσπερ γὰρ
ὄντων τῶν βασάνων καὶ τοῦ αἵματος
πρεσβεύειν, διὰ μετριοφροσύνης υπερκαὶ προσευχῆς ἐδέοντο. Τὸ ὄμμα τοίνυν
ς ἀνατείναντες, καὶ ἐκτενῶς προσευξάΘεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ
ετ᾽ εἰρήνης δέξαι τὰ πνεύματα ἡμῶν,
ἐπεῖπον. Καὶ ὁ Σαμωνᾶς, ἐπιστραφείς
ιπεκουλάτωρα. Τὸ κελευσθέν, εἴπε, πλήτὸ γόνυ κλίνας ἅμα Γουρίᾳ τὰς κεφανονται, πεντεκαιδεκάτην τότε τοῦ Νοεμς ἄγοντος. Τὰ μὲν δὴ τῶν μαρτύρων
♥,
εἰ δὲ καὶ τὸν τρίτον ὁ ἀριθμὸς ἐζήτει,
τούτοις ἡ Τριὰς δοξασθῇ, εύρεν, εὐγε6 προνοίας! τῷ χρόνῳ μὲν ὕστερον
ν αὐτὴν δὲ τοῖς προλαβοῦσιν ὁδὸν ἀνῦσαι
καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐκείνοις ἡμέραν
ρίου τελειωθέντα. Ο μέγας τοίνυν ἐν
Αβιβος, τῆς αὐτῆς μὲν ἐκείνοις πατρίδες,
της τῆς κώμης ώρματο, τῷ ἱερῷ δὲ
(ας κεκόσμητο χρίσματι. Λικινίου δὲ
ρων τῆς Ῥωμαίων ἐπειλημμένου καὶ
ὴν τῆς Ἐδέσσης ἡγεμονίαν ἐγχειρισθέν
ως κατὰ Χριστιανῶν καὶ αὖθις ἠγείρετο,
Αβιβον ὁ πᾶς κίνδυνος περιίστατο.
φ οὗτος τὴν πόλιν τὰς θείας ἅπαντας
Γραφὲς καὶ
πρὸς εὐσέβειαν ἐκθύμως
'. Ἐπεὶ δὲ ταῦτα εἰς……... ᾗκε τῷ Δυσχμε τον βασιλεί παρ' αὐτοῦ γνωρίζεται.
γὰρ ὅπως τὴν κατὰ Χριστιανῶν καὶ μέλιδίδου τιμωρίαν ὑπ᾽ ἐκείνου ἐπιτραπείη·
ἦν αὐτῷ πρότερον, ἐπιτετραμμένον, ὃς
τούτῳ τὴν ᾿Αβίβου θάνατον ἐπιτρέπει.
γραμμάτων τῷ Δυσανία, ζήτησις
', πανταχού γίνεται. Καὶ αὐτὸς κατὰ τι
"
N
mur.
XII. Cum ergo vidisset præses immutabilem eorum constantiam, et quemadmodum in animæ exsultatione extremam accepissent sententiam,sanclis quidem, Deus, inquit, eorum, quæ funt, sit
inspector, quod non per me volebam vos vitae
finem accipere, sed inexorabilis jussus me ad id
cogit imperatoris. Spiculatori autern jubet accipere
martyres, et in curru imponere, et procul a civitale abducere cum militibus, et eis illic finem
afferre gladio. Ille autem cum per portam Romanensem sanctos noctu eduxisset, cum altus sopor
teneret cive, ad septentrionalem partem civitatis abduxit in montem Bethelabicla. Illi vero cum
fuissent in eo loco, et in laetitia cordis et magna
animni constantia e vehiculo descendissent, a spiculatore et iis qui sub eo erant tempus ad orationem petierunt, et acceperunt. Perinde enim
ac si non sufficerent tormenta et sanguis ad intercedendum pro eis, propter summan modestiam
adhuc etiain opus habebant precatione. Cum ilaque oculos in cœlum sustulissent, ei intense precati essent: Deus et Paler Domini nostri Jesu
Christi:Suscipe in pace spiritus nostros, postremo
dixerunt Samonas autem conversus ad spiculatoren: Exsequere, inquit,id quod est tibi imperatum, cumque genu simul inclinasset cum Guria,
eis amputatur capila decimo quinto Novembris,
Atque hoc modo quidem se habuerunt res martyrum.
XIII. Cum autem tertium quoque quæreret numerus, ut in his glorificaretur Trinitas, invenit
(ο optiinam providentiam!) tempore quidem postea Abibum, qui autem idem cum iis qui præcesserant, iter ingredi constituerat, et illo ipso martyrii
die fuit consummatus Magnus ergo inter martyres
Abibus, ex eadem quidem, ex qua illi patria,
nempe ex Thelsta vico erat ortus: sacro autem
diaconatus fuerat honoratus chrismate. Cum vero
Licinius teneret sceptra imperii Romanorum, et
Lyranias creatus fuisset præses Edessa, excilala
rursus erat persecutio adversus Christianos, et
Abibo universum imminebat periculum. Is enim
obibat civitatem, divinas cunctos docens Scripturas, et magno animo confrmans ad pietatem
Cum autem hac venissent ad aures Lysaniæ, ea
Licinio iinperatori ab eo significantur. Studebat
enim ut ipse el committeret questionem habendam de Christianis, et maxime de Abibo. Neque
enim fuerat ei prius commissa. Ille vero, litteris
datis, jubet ut morte Abibum afficiat. Litteris ergo
redditis Lysanis, quæritur ubique Abibus. Ipse
autem degebat in quadam parte civitatis, propter
luneris diaconi incubuisse testatur S. Cyprian. epist. ut edit Pamel, vide Bar, en, 316,
col. 143–144page 68 of 146
PG 116:143μέρος διῆγε τῆς πόλεως ἐκκλησιαστικῆς ἕνεκεν καταστάσεως, ἡ μήτηρ τε καί τινες τῶν προσηνκόντων συνῆσαν αὐτῷ. Ὁ δὲ, τὸ πράγμα πυθόμενος, ὡς ἂν μὴ λειποταξίου τοῦ ἐπὶ τῷ μαρτυρίᾳ δίκην ἀπαιτηθῆ, πρός τινα τῶν τῆς τάξεως πρώτων γενόμενος, Θεότεχνος δὲ οὗτος ἐκαλεῖτο, τῷ ἀνδρὶ γνωρίζει τὰ κατ' αὐτόν, καὶ τέλος, Ὃν ζητεῖτε Ἄβιβον, αὐτὸς εἰμι, λέγει. Καὶ ὃς πρὸς αὑτὸν φιλανθρωπότερον ἀποδών· Οὐδεὶς ἔγνω, φησίν, ἄρτι πρὸς ἡμᾶς σε παραγενόμενον, ἄνθρωπε· ἀπότρεχε τοιγαροῦν, καὶ σώζου. Μηδὲ περὶ τῆς μητρός ἔστω σοι μηδὲ τῶν προσηκόντων φροντίς· οὐδεὶς γὰρ ἂν αὐτοὺς τὸ παράπαν λυπήσει δύναιτο. Καὶ ταῦτα μὲν ὁ Θεότεχνος. ΙΔ΄. Ἄβιβος δὲ, τοῦ καιροῦ καλοῦντος εἰς τὸ μαρτύριον, οὐκ ἠγάπα κλέπτειν ἀγεννῶς τὸ σώζεσθαι. Φησὶ γοῦν πρὸς αὐτόν· Οὐ τῆς φίλης μητρός, οὐδὲ τῶν συγγενῶν ἕνεκεν ἐμαυτὸν ἐμφανίζω, ἀλλὰ διὰ τὴν ὁμολογίαν τὴν εἰς τὸν Χριστὸν πάρειμι· ἰδοὺ γὰρ, καὶ σοῦ τοῦτο μὴ βουλομένου, αὐτὸς τῷ ἡγεμόνι ἐμφανισθήσομαι, καὶ τὸν ἐμὸν Χριστὸν ἐναντίον ἀρχόντων κηρύξω καὶ βασιλέων. Ὁ Θεότεκνος τοίνυν δείσας μὴ αὐθαίρετος ἥξῃ τῷ ἡγεμόνι, κἀντεῦθεν κίνδυνος αὐτῷ τις ἐπενεχθείη, ὡς μὴ δῆλον τὸν ἄνδρα πεποιηκότι, τὸν Ἄβιβον παραλαβών, τῷ ἡγεμόνι παρίστησιν· Οὗτος ἐκεῖνος, εἰπὼν, ὁ ζητούμενος Ἄβιβος. Ὡς δὲ τὸ τοῦ Ἀβίβου πρὸς τοὺς ἀγῶνας αὐτόμολον ὁ Λυσανίας ἐπύθετο, καταφρόνησίν τε καὶ θράσος εἶναι τὸ πράγμα νομίσας, ἅτε παρὰ φαύλον τὸ αὐστηρὸν τοῦ βήματος θεμένου, ἀγώγιμον αὐτὸν τῷ δικαστηρίῳ παραχρῆμα ποιεῖται, τύχην τε καὶ ὄνομα καὶ τὴν ἐνεγκαμένην ἀπῄτει. Ἐπεὶ δὲ Θελσαίης μὲν ὁρμᾶσθαι τῆς κώμης ἀπεκρίνατο, Χριστοῦ δὲ διάκονον ἑαυτὸν ἐγνώριζεν, εὐθὺς ὁ ἡγεμὼν τὴν τῶν βασιλικῶν προσταγμάτων ἀθέτησιν ἔγκλημα τῷ μάρτυρι περιῆπτε· καὶ δεῖγμα τούτου σαφὲς ἔλεγε, τὸ μὴ τῷ Διὶ λιβανωτὸν ἐπιθύσαι. Πρὸς ταῦτα Χριστιανὸν μὲν ἑαυτὸν ὁ Ἄβιβος ἔλεγε, καὶ μὴ ἂν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καταλιπεῖν δύνασθαι, ἀψύχοις δὲ θῦσαι καὶ ἀναισθήτοις ἔργοις χειρῶν. Ὁ ἡγεμὼν δὲ σχοινίοις τοῦτον τοὺς βραχίονας διειλημμένον ἀπὸ ξύλου μετεωρισθῆναι προσέταττε, καὶ σιδηροῖς ὄνυξι καταξαίνεσθαι. Καὶ ἦν τὸ κρεμάσθαι τοῦ ἐπίνεσθαι πολὺ βιαιότερον· ἐκινδύνευε γὰρ διασπαραχθῆναι, τῶν βραχιόνων αὐτῷ διασπωμένων τῇ βίᾳ τῆς τάσεως. ΙΕ΄. Εἶτα, ἐν ὅσῳ μετέωρος οὗτος ἦν, ὁ ἡγεμὼν ἐπὶ θωπείας ἐτράπετο καὶ μακροθυμεῖν ὑπεκρίνετο. Ἠπείλει δὲ καὶ τὰ χαλεπώτερα, εἰ μὴ μεταβάλοι τοῦ προκειμένου σκοποῦ. Ὁ δὲ, Οὐδεὶς, ἔφη, τῆς ἐπὶ Χριστὸν ἀποστήσει με πίστεως, οὐδὲ προσκυνεῖν δαίμοσι μεταπείσει, κἂν εἰ πλείους βασάνους καὶ μείζονας ἐπαγάγοι. Ὡς δὲ καὶ μαθεῖν ἐζήτει ὁ ἡγεμών, τίνα τὴν ὠφέλειαν αὐτῷ προξενοῦσιν αἱ βάσανοι τὸ σῶμα καταδαπανῶσαι μόνον, ὁ τοῦ Χριστοῦ μάρτυς Ἄβιβος· Οὐ μέχρι τοῦ παρόντος, εἶπε, τὰ ἡμέτερα ἵσταται, οὐδὲ τῶν ὁρωμένων ἁπλῶς γινόμεθα. Εἰ δὲ καὶ αὐτὸς πρὸς τὴν ἐλπίδα καὶ τὴνstatum ecclesiasticum: mater vero et quidam ex μέρος διῆγε τῆς πόλεως ἐκκλησιαστικῆς ἕνεκεν
iis, qui ad eum genere attinebant, cum co ver- καταστάσεως, ἡ μήτηρ τε καί τινες τῶν προσην
sabantur. Ille autem cum rem rescivissel, ne da- κόντων συνῆσαν αὐτῷ. Ὁ δὲ, τὸ πράγμα πυθόμε
ret panas, quod martyrii deseruisset ordines, cui- νος, ὡς ἂν μὴ λειποταξίου τοῦ ἐπὶ τῷ μαρτυρία
dam qui erat ex primis colortis (is autem voca- δίκην ἀπαιτηθῆ, πρός τινα τῶν τῆς τάξεως πρώτων
batur Theotecnus) seipsum indicat; et tandem, γενόμενος, Θεότεχνος δὲ οὗτος ἐκαλεῖτο, τῷ ἀνδρὶ
Quem quæritis, inquit, Abibum, ipse sum, in- γνωρίζει τὰ κατ' αὐτόν, καὶ τέλος, "Ον ζητεῖτε
quit. llie vero benigne eum intuens: Nemo, in- "Αβιβον, αὐτὸς εἰμι, λέγει. Καὶ ὃς πρὸς αὑτὸν φιquit, adhuc novit te ad nos venisse, o homo. Abi λανθρωπότερον ἀποδών· Οὐδεὶς ἔγνω, φησίν, ἄρτι
ergo, et servare: nec sis sollicitus de malre, nec πρὸς ἡμᾶς σε παραγενόμενον, ἄνθρωπο ἀπότρεχε
de iis qui genere ad te attinent. Nullus enim eos τοιγαροῦν, καὶ σώζου. Μηδὲ περὶ τῆς μητρός ἔστω
potuerit omnino afficere molestia. Et hæc quidem σοι μηδὲ τῶν προσηκόντων φροντίς· οὐδεὶς γὰρ ἂν
αὐτοὺς τὸ παράπαν λυπήσει δύναιτο. Καὶ ταῦτα
μὲν ὁ θεότεχνος.
Theotecnus.
XIV. Abibus autem, cum tempus vocaret al mar-B
tyrium, nolebat pusillo et abjecto animo suffurari
salutem. Ei itaque dicit: Non propter charam matren,nec propter cognatos me reddo manifestum:
sed adsum propter Christi Confessionem.Ecce enim
vel te nolente apparebo coram præside, et meum
Christum prædicabo coram principibus et regibus,
Theotecnus itaque veritus, ne sua sponte veniret ad
prasidem,et ea de causa ei afferretur periculum,ut
qui euni non fecisset manifestum, assumit Abibum
et eum adducit ad præsiden. Hic ille est, inquit,
qui quæritur, Abibus. Cum autem Lysanias audiisset Abibum sua sponte adiisse ad certamina,
arbitratus eam rem esse contemptus et audacia,
ut qui parvifecisset austeritatem tribunalis, eum
slaliin curat ducendum in judicium, conditionemque ab eo petit, et nomen, et patriam. Cum
vero respondisset se quidem esse ortumn e vico
Thelsæa, significasset autem se esse Christi ministrum, statin martyrem est criminatus præses,
quod non obtemperasset jussis imperatoris. Hujus aulem rei apertum esse dicebat indicium,
quod Jovi thus non sacrificaret. Adhæc, se quidem Christianum esse, dicebat Abibus, et non
posse verum Deum relinquere, sacrificare autem
inanimis et sensu nullo præditis operibus manuum.
Prases vero, eum brachia vinctum funibus, jussit
in ligno sublimem extolli, et ferreis unguibus lacerari. Erat autem suspensio longe violentior,
quam laceratio. Veniebat enim in periculum, ne
discerperetur, cuin violenta extensione ei divellerentur brachia.
XV. Interim dum is penderet sublimis, conversus est prases ad blanditias, et Gngebat se esse
patientem. Minabatur autem etiam graviora, si
non mutaret propositum. Ille autem: Nemo, inquit, me abducet a fide; neque persuadebit ut
adorem dæmones, etiamsi plura tormenta inferat et majora. Cum autem vellet scire præses,
quamnam ei utilitatem torinenta conciliarent,
quæ corpus solum consummunt, Christi martyr
Abibus: Non ad præsens usque tempus, inquit,
nostra consistunt: nec ea solum sequimur, quæ
cernuntur. Quod si tu quoque volueris aspicere ad
ΙΔ'. "Αβιβος δὲ, τοῦ καιροῦ καλοῦντος εἰς τὸ
μαρτύριον, οὐκ ἠγάπα κλέπτειν ἀγεννῶς τὸ σουζε
σθαι. Φησὶ γοῦν πρὸς αὐτόν· Οὐ τῆς φίλης μητρός,
οὐδὲ τῶν συγγενῶν ἕνεκεν ἐμαυτὸν ἐμφανίζω, ἀλλὰ
διὰ τὴν ὁμολογίαν τὴν εἰς τὸν Χριστὸν πάρειμι·
ἰδοὺ γὰρ, καὶ σοῦ τοῦτο μὴ βουλομένου, αὐτὸς τῷ
ἡγεμόνι ἐμφανισθήσομαι, καὶ τὸν ἐμὸν Χριστὸν
ἐναντίον ἀρχόντων κηρύξω καὶ βασιλέων. Ο Θεός
τεκνος τοίνυν δείσας μὴ αὐθαίρετος ἥξῃ τῷ ἡγε
μόνι, κάντεῦθεν κίνδυνος αὐτῷ τις επενεχθείη, ὡς
μὴ δῆλον τὸν ἄνδρα πεποιηκότι, τὴν ᾿Αβιβον παρα
λαβών, τῷ ἡγεμόνι παρίστησιν· Οὗτος ἐκεῖνος,
εἰπὼν, ὁ ζητούμενος "Αβιβος, ὡς δὲ τὸ τοῦ
Ως
'Αβίβου πρὸς τοὺς ἀγῶνας αυτόμολον ὁ Λυσανίας
επίθετο, καταφρόνησίν τε καὶ θράσος εἶναι τὸ
πράγμα νομίσας, ἅτε παρὰ φαύλον τὸ αὐστηρὸν
του βήματος θεμένου, ἀγώγιμον αὐτὸν τῷ δικαστη
ρίῳ παραχρῆμα ποιεῖται, τύχην τε καὶ ὄνομα καὶ
τὴν ἐνεγκαμένην ἀπῄτει. Επεὶ δὲ Θελσαίης μὲν
ὁρμᾶσθαι τῆς κώμης ἀπεκρίνατο, Χριστοῦ δὲ
διάκον ἑαυτὸν ἐγνώριζεν, εὐθὺς ὁ ἡγεμὼν τὴν
τῶν βασιλικών προσταγμάτων ἀθήτησιν ἔγκλημε
τῷ μάρτυρι περιῆπτε· καὶ δεῖγμα τούτου στρες
ἔλεγε, τὸ μὴ τῷ Διὶ λιβανωτὸν ἐπιθύσαι. Προς
ταῦτα Χριστιανὸν μὲν ἑαυτὸν ὁ "Αβιδος ἔλεγε, καὶ
μή ἂν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καταλιπεῖν δύνασθαι,
ἀψύχοις δὲ θῦσαι καὶ ἀναισθήτοις ἔργοις χειρῶν. Ο
ἡγεμὼν δὲ σχοινίοις τοῦτον τοὺς βραχίονας διειλημε
μένον ἀπὶ ξύλῳ μετεωρισθῆναι προσέταττε, καὶ
σιδηροῖς ὄνυξι καταξαίνεσθαι. Καὶ ἦν τὸ κρίσ
μασθαι τοῦ ἐπίνεσθαι πολύ βιαιότερον· ἐκινδύνευε
γὰρ διασπαραχθῆναι, τῶν βραχιόνων αὐτῷ διασπο
μένων τῇ βίᾳ τῆς τάσεως.
ΙΕ΄. Εἶτα, ἐν ὅσῳ μετέωρος οὗτος ἦν, ὁ ἡγεμὼν
ἐπὶ θωπείας ἐτράπετο καὶ μακροθυμεῖν ὑπεκρίνετο.
Ηπείλει δὲ καὶ τὰ χαλεπώτερα, εἰ μὴ μεταβαλοι τοῦ
προκειμένου σκοποῦ. Ὁ δὲ, Οὐδεὶς, ἔφη, τῆς ἐπὶ
Χριστὸν ἀποστήσει με πίστεως, οὐδὲ προσκυνεῖν
δαίμοσι μεταπείσει, κἂν εἰ πλείους βασάνους καὶ
μείζονας ἐπαγάγοι. Ως δὲ καὶ μαθεῖν ἐζητει ὁ ἡγε
μῶν, τίνα τὴν ὠφέλειαν αὐτῷ προξενοῦσιν αἱ βάσας
και τὸ σῶμα καταδαπανώσαι μόνοι, ὁ τοῦ Χριστοῦ
μάρτυρος "Αβιβος· Οὐ μέχρι τοῦ παρόντος, εἶπε, τὰ
ἡμέτερα ἵσταται, οὐδὲ τῶν ὁρωμένων ἁπλώς γινός
μεθα. Εἰ δὲ καὶ αὐτὸς πρὸς τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν
col. 145–146page 69 of 146
PG 116:145ἐπηγγελμένην ἡμῖν ἀντίδοσιν ἐπιδεῖν βουληθείης, τάχα ἂν μετὰ Παύλου ἐρεῖς, ὅτι· Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς. Ἐπεὶ δὲ μωρίαν τῶν παρ' αὐτοῦ λεγομένων ὁ ἡγεμὼν κατεγίνωσκε, καὶ νῦν μὲν θωπεύων καὶ μακροθυμίας προσωπεῖον ὑποδυόμενος, νῦν δὲ ἀπειλῶν καὶ πικρὸν αὐτῷ θάνατον ἐπισείων, πρὸς οὐδέτερον τούτων ὑποδιδόντα ἑώρα· Οὐκ ἀθρόον σοι τὸ τέλος ἐπάξω, πρὸς αὐτὸν ἀπεφήνατο, ἀλλὰ μαλθακῷ πυρί κατὰ βραχύ σε διαταχέντα τὴν ἀμείλικτον ἀποθέσθαι παρασκευάσω ψυχήν. Εἶπε, καὶ δὴ κατὰ τὸ ἀρκτῷον ἔξω τοῦ ἄστεως τῆς ὕλης συλλεγείσης, ἐπὶ τὴν πυρὰν ἤγετο, ἑπομένης μὲν τῆς μητρός, ἑπομένων δὲ καὶ τῶν ἄλλως αὐτῷ προσηκόντων κατὰ συγγένειαν. Ὁ δὲ μετὰ τὸ προσεύξασθαι καὶ πάντας εὐλογῆσαι, μεταδοῦναι δὲ καὶ τοῦ ἐν Κυρίῳ φιλήματος, ἐπειδὴ τὴν ὕλην οἱ πρὸς τὰ τοιαῦτα ὑπηρετοῦντες ἀνῆψαν, ἐμβάλλεται τῷ πυρί, διάρας τε τὸ στόμα καὶ τὴν φλόγα δεξάμενος τῷ δεδωκότι τὸ πνεῦμα παρέθετο. Εἶτα τοῦ πυρὸς οἷον ῥχίσαντος, οἱ προσήκοντες ὀθόνην αὐτῷ πολυτελῆ περιέβαλον, μύροις τε ἔλειψαν καὶ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους ὡς προσῆκον ἦν σαντες παρὰ Σαμωνᾶν καὶ Γουρίαν κατέθεντο, εἰς δόξαν Πατρός, Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος, τῆς θείας καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, ᾗ πρέπει τιμὴ καὶ προσκύνησις νῦν καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. [Τὸ περὶ τὴν Κέρνη, θαῦμα τῶν ἁγίων.] Τοιοῦτον μὲν δὴ καὶ ὁ μάρτυς Ἄβιβος ἐπὶ τῶν Λικιννίου καιρῶν εὗρε τὸ τέλος, καὶ τοιαύτης τῆς μετὰ τῶν ἁγίων ἔτυχε καταθέσεως, καὶ οὕτω κατάπαυσιν τῶν διωγμῶν τοῖς εὐσεβέσι διέθετο. Τὸ γὰρ ἀπὸ τοῦδε Λικίννιος μὲν ἐλικμᾶτο τὴν ἐξουσίαν, Κωνσταντίνῳ δὲ τὸ κράτος ἐπήνθει, καὶ τὰ Ῥωμαίων αὐτῷ σκήπτρα ηὐξάνετο, ὃς πρῶτος ἐν βασιλεῦσιν ἐπαρρησιάσατο τὴν εὐσέβειαν, καὶ Χριστιανοῖς τὸ ζῆν ὡς Χριστιανὸς ἐχαρίσατο. Ἀλλ' ὅπως ἂν ἔχοιτε γνώναι οἵας τῆς χάριτος οἱ μάρτυρες παρὰ Θεοῦ ἔτυχον, διεξελθεῖν ἄνωθεν ἀναγκαῖον. ΙΕ. Οὔννοι μὲν οἱ Ἐφθαλῖται Περσῶν ὄμοροι, καὶ πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον οἰκοῦντες· τὸ σκαιὸν ἔθνος τουτὶ καὶ βάρβαρον χρόνοις οὐκ ὀλίγοις ὕστερον μετὰ τὴν τῶν μαρτύρων τελείωσιν εἰς τοσοῦτον ἐπέθεντο Ῥωμαίοις, ὡς καὶ μέχρις αὐτῆς Ἐδέσσης ἐλάσαι, καὶ τὰ πέριξ ληίσασθαι. Οἱ δὲ Ῥωμαίων βασιλεῖς σφόδρα τε ἤμυνον τῇ πόλει, καὶ τὴν στρατιὰν ἐν βραχεῖ πᾶσαν συνέλεξαν, ὥστε ὑπερμαχέσασθαι τῆς Ἐδέσσης, ἀνάλωτον αὐτὴν φυλάξαι βουλήμενοι, καὶ μάλιστα τοῖς τοῦ Χριστοῦ λόγοις θαρροῦντες οἷς ἐπέστειλεν Αὐγάρῃ, ὡς οὐδὲ ἡ πόλις ποτὲ βαρβάροις ἔσται ἀλώσιμος, καὶ τῷ ἐν αὐτῇ πρώτῃ τὸ τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Χριστοῦ ἐκμαγεῖον τῷ Αὐγάρῳ πεμφθῆναι. Ἐπλάσαν μὲν οὖν παρὰ τὴν πόλιν τὸ Οὐννικόν, ἑλεῖν αὐτὴν ῥᾳδίως οἰόμενοι· Ῥωμαῖοι δὲ συμμαχίαν Ἐδεσσηνοῖς πέμπουσιν, ὡςMARTYRIUM S. GURIE ET SOCIORUM.
ἐπηγγελμένην ἡμῖν ἀντίδοσιν ἐπιδεῖν βουληθείης, spem et promissam nobis remunerationem, forte
τάχα ἂν μετὰ Παύλου ἐρεῖς, ὅτι ο Οὐκ ἄξια τὰ παθή- eliam dices cum Paulo: «Non sunt condignæ pasμετα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν siones hujus temporis ad gloriam, quæ est reveἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς.» Επεὶ δὲ μωρίαν τῶν παρ' landa in nobis 17.» Cum autem præses ea quæ
αὐτοῦ λεγομένων ὁ ἡγεμὼν κατεγίνωσκε, καὶ νῦν dicebantur damnarel stultitia, et nunc quidem
μὲν θωπεύων καὶ μακροθυμίας προσωπεῖον ὁπου blandiens et subiens personam patientiæ, nunc
δυόμενος, νῦν δὲ ἀπειλῶν καὶ πικρὸν αὐτῷ θάνατον vero minans et acerbam ei mortem intentans,
Επισείων, πρὸς οὐδέτερον τούτων ὑποδιδόντα neutri eorum eum videret cedere: Non tibi
ἑώρα· Οὐκ ἀθρόον σοι τὸ τέλος επάξω,
τὸ τέλος επάξω, προς repentinum et totum simul vitæ finem afferam,
αὐτὸν ἀπεφήνατο, ἀλλὰ μαλθακῷ πυρί κατά βραχύ sententiam ei pronuntiavit: sed te lento igne pauσε διαταχέντα τὴν ἀμείλικτον ἀποθέσθαι παρασκευ- latim liquefactum, efficiam immitem et implacabiάσω ψυχήν. Εἶπε, καὶ δὴ κατὰ τὸ ἀρκτῷον ἔξω lem animam deponere. Dixit, et cum versus sepτοῦ ἄστεως τῆς ὕλης συλλεγείσης, ἐπὶ τὴν πυρὰν tentrionem extra civitatem collecta fuisset materia,
ἤγετο, ἑπομένης μὲν τῆς μητρός, επομένων δὲ καὶ ducebatur ad rogum, sequente quidem matre, seτῶν ἄλλως αὐτῷ προσηκόντων κατά συγγένειαν. Ὁ quentibus autem iis quoque, qui alias cognatione
δὲ μετὰ τὸ προσεύξασθαι καὶ πάντας εὐλογῆσαι, ad eum attinebant. Ille vero postquam esset preμεταδοῦναι δὲ καὶ τοῦ ἐν Κυρίῳ φιλήματος, ἐπειδὴ calus, et benedixisset omnibus, et eis osculum
τὴν ὕλην οἱ πρὸς τὰ τοιαῦτα ὑπηρετοῦντες ἀνῆψαν, dedisset in Domino, accensa aulem esset materia
ἐμβάλλεται τῷ πυρί, διάρας τε τὸ στόμα καὶ τὴν ab iis qui ad id serviebant, in ignem injicitur:
φλόγα δεξάμενος τῷ δεδωκότι τὸ πνεῦμα παρέθετο, et cum aperto ore f mmam accepisset,apud eum,
Εἶτα τοῦ πυρὸς οἷον ῥχίσαντος, οι προσήκοντες qui dederat, spiritum deposuit. Deinde cum ignis
οθόνην αὐτῷ πολυτελή περιέβαλον, μύροις τε ἔλει- esset sedatus, qui ad eum attinebant, pretioso
ψαν καὶ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους ὡς προσῆκον ἦν σαν- linteo cum circumdederunt, et unguentis unxerunt:
τες παρὰ Σαμωνἂν καὶ Γουρίαν κατέθεντο, εἰς cumque psalmos el lymnos, ut par erat, cecinisδόξαν Πατρός, Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος, της sent, prope Camonam et Guriam eum deposuerunt,
θείας καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, ᾗ πρέπει τιμὴ καὶ ad gloriam Paris et Filii et Spiritus sancti, quæ
προσκύνησις νῦν καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. est divina Trinitas, et in quam non cadit divisio.
᾿Αμήν. [(1) Τὸ περὶ τὴν Κέρνη, θαῦμα τῶν ἁγίων.] Quam decet honor et adoratio nunc et semper, et
Τοιοῦτον μὲν δὴ καὶ ὁ μάρτυς "Αβιβος ἐπὶ τῶν in sæcula sæculorum. Amen. Talem quidem vilæ
Λικιννίου καιρῶν εὗρε τὸ τέλος, καὶ τοιαύτης τῆς linem invenit martyr Abibus tempore Licinii, et
μετὰ τῶν ἁγίων ἔτυχε καταθέσεως, καὶ οὕτω κατά- talem cum sanctis nactus fuit depositionem, et sic
παυσιν τῶν διωγμῶν τοῖς εὐσεβέσι διέθετο. Τὸ γὰρ piis attulit requiem a persecutionibus. Nam deinἀπὸ τοῦδε Λικίννιος μὲν ἐλικμᾶτο τὴν ἐξουσίαν, ceps quidem Licinio fuit diminuta potentia; ConΚωνσταντίνῳ δὲ τὸ κράτος ἐπήνθει, καὶ τὰ 'Ρω- slantino autem floruit dominatio, et creverunt ei
μείων αὐτῷ σκήπτρα ηὐξάνετο, ὃς πρῶτος ἐν βα- sceptra Romanorum: qui primus inter imperatoσιλεῦσιν ἐπαρρησιάσατο τὴν εὐσέβειαν, καὶ Χρι- res libere professus est pietatem, et Christianis
στιανοῖς τὸ ζῆν ὡς Χριστιανὸς ἐχαρίσατο. 'Αλλ' concessit vivere ut Christianos. Sed ut possi
ὅπως ἂν ἔχοιτε γνώναι οἵας τῆς χάριτος οι μάρτυ- tis cognoscere, qualem gralian martyres apud
ρες παρὰ Θεοῦ ἔτυχον, διεξελθεῖν ἄνωθεν ἀναγκαῖον. Deum sunt assecuti, necesse est rem ab alto
repetere.
15. Ούννοι μὲν οἱ Εφθαλῖται Περσῶν ὄμοροι,
καὶ πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον οἰκοῦντε;· τὸ σκαιόν
Εθνος τουτί καὶ βάρβαρον χρόνοις οὐκ ὀλίγοις ὕστε -
ρον μετὰ τὴν τῶν μαρτύρων τελείωσιν εἰς τοσοῦτον p
ἐπέθεντο Ρωμαίοις, ὡς καὶ μέχρις αὐτῆς Ἐδέσσης
ἐλάσαι, καὶ τὰ πέριξ ληίσασθαι. οἱ δὲ Ῥωμαίων
βασιλεῖς σφόδρα τε ἄμυνον τῇ πόλει, καὶ τὴν στρατιὰν ἐν βραχεῖ πᾶσαν συνέλεξαν, ὥστε ὑπερμαχέσασθαι τῆς Ἐδέσσης, ἀνάλωτον αὐτὴν φυλάξαι βουλήμενοι, καὶ μάλιστα τοῖς τοῦ Χριστοῦ λόγοις θαδοῦντες οἷς ἐπέστειλεν Αγάρη, ὡς οὐδὲ ἡ πόλις
ποτὲ βαρβάροις ἔσται ἀλώσιμος, καὶ τῷ ἐν αὐτῇ
πρώτῃ τὸ τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Χριστοῦ ἐκμα γε τον
τῷ Αὐγάρω πεμφθῆναι. Πλασαν μὲν οὖν παρὰ τὴν
πόλιν τὸ Οὐννικόν, ελεῖν αὐτὴν ῥᾳδίως οιόμενοι"
Ρωμαίοι 28 συμμαχίαν Εδεσσηνοῖς πέμπουσιν, ὡς
12 Rom. viu, 18.
XVI Hunn: quidem Ephtalita, Persarum finitimi,
et qui ad solem habitabant orientem: hæc gens,
inquam, importuna et barbara, non paucis annis
post martyrum consummationem, usque adeo
invaserunt Romanos, ut facerent incursiones usque
ad ipsam Edessam,et prædas agerent ex agris,qui
circa ipsam siti sunt. Romanorum autem imperatores acriter defendlerunt civitatem, et brevi totum colligerant exercitum,ut opem ferrent Edessa,
volentes eficere, ne ea caperetur: et maxime
verbis Christi confidentes, quæ scripserat ad Augarum, quod civitas nunquam esset capienda
barbaris: et quod in eam primam Domini nostri et
Christi effigies missa sit Ad Augarum. Itaque ad
civitatem castra moverunt Hunni, putantes se facile eam esse capturos; Romani autem mittunt auInclusa rubris litteris exarata sunt in mss. 1522 et 1549 et in capite sequentium posita.
col. 147–148page 70 of 146
PG 116:147μὴ ὑπὸ Οὔννων χειρωθῆναι τὴν πόλιν. Ἐπεὶ δὲ οἱ πρὸς Ῥωμαίων σταλέντες, τὴν Ἔλισσαν ἤδη κατά ἔλαβον, ἔτυχέ τινα Γότθον ἐν αὐτοῖς, βάρβαρον τε τὸν τρόπον καὶ τὴν γνώμην ὀλέθριον, ἔν τινος οἴκῳ καταλύσαι Σοφίας ὄνομα γυναικός. Τῇ δὲ ἦν θυγά τηρ μονογενής Εὐφημία, χηρείᾳ τε συζώσῃ, καὶ ἐπὶ μόνῃ τῇ θυγατρί σαλευούσῃ. Ἀνήγετο οὖν, ὡς τι νεοθαλὲς ἔρνος ἡ παῖς τῇ μητρί, σωφροσύνην τε ἀσκοῦσα καὶ παρθενίαν, καὶ τὸ μὴ ἀρρένων ὄμμασι θεαθῆναι διὰ σπουδῆς ἔχουσα. Ἦν δὲ ἡ παῖς ἄρα τὴν ὄψιν εὐπρεπὴς καὶ τὸ κάλλος ἀμήχανος. Ἐπειδὴτοίνυν συχνὸς ἐν τῇ καταγωγῇ τῷ Γότθῳ χρόνος τρίβετο, οὐκ οἶδ' ὅπως θεᾶται τὴν κόρην, καὶ οὕτως αὐτῆς ἑάλω τῷ ἔρωτι, ὡς μηδὲν κατὰ νοῦν ἕτερον στρέφειν ἢ τὴν παρθένον. Προσωπεῖον τοιγαροῦν χρηστότητος ὑπελθὼν καὶ φίλος εἶναι ὑποκρινάμενος, ἔπεισι παρὰ τὴν μητέρα, κολακείαις τε αὐτὴν ἐπιχειρῶν πείσαι, καὶ ἀγαθῶν ἐπαγγελίαις πρὸς γάμον αὐτῷ ἐκδοῦναι τὴν θυγατέρα. Ἡ δὲ βαρέως τε ἔφερε, καὶ τοῖς παρ' αὐτοῦ λεγομένοις ἥκιστα προσεῖχε τὸν νοῦν. Τοῦ δὲ θρασυνομένου καὶ μεγάλα διαπειλοῦντος, ἐκείνη, Τὴν μόνην ἐμοὶ θυγατέρα, ἔφη, βαρβάρῳ συζεῦξαι ἀνδρὶ οὐκ ἂν ἀνασχούμην ποτέ· μὴ κολάκευε τοίνυν, μηδὲ ἀπείλει· οὔτε γὰρ χαυνώσεις ταῖς κολακείαις, οὔτε φοβήσεις ἀπειλαῖς. Ὁ δὲ τῶν ὁμοίων καὶ πάλιν ἔχετο, καὶ πάλιν τὸ ἀναιδὲς ἐπεδείκνυτο, καὶ περὶ τῶν αὐτῶν ὁπόσαι ὧραι τῇ μητρὶ διελέγετο, εἶτα καὶ κόσμους αὐτῇ πολυτελεῖς προσεκόμιζε, καὶ πολλῶν ἄλλων ἔσεσθαι κυρίαν διεβεβαίου. Ἡ δὲ τῆς παιδὸς μήτηρ οὐδὲ οὕτω τοῖς παρ' αὐτοῦ λεγομένοις παρείχε τὸ οὖς. ΙΖ΄. Εἶτα, ἐκείνου τοῖς προτέροις ἐμμένοντος, αὖθις ἡ Σοφία, οὐδ' οἶδ' ὅθεν μαθοῦσα, Ἔστι σοι καὶ τέκνα καὶ γυνή, πρὸς αὐτὸν ἀπεκρίνατο, οὐκ ἂν ἐγώ σοι πρὸς γάμον τὴν ἐμὴν παῖδα ἐκ δοίην. Ὁ δὲ τοῦτο μὲν τῷ ἔρωτι τῆς κόρης νικώ μενος, τοῦτο δὲ καὶ θείου φόβου μὴ φροντίδα ποιούμενος, ἐμαρτύρετο τὸν Θεὸν μηδέ ποτε γυναῖκα μηδὲ τέκνα σχεῖν, ἀλλὰ καὶ εἰς σύζυγον ἀγαγέσθαι τὴν κόρην βούλεσθαι, καὶ τῶν αὐτοῦ πάντων κυ ρίαν αὐτὴν ποιήσασθαι. Ἡττᾶται τοιγαροῦν ἡ τῆς παιδὸς μήτηρ τῶν τοῦ Γότθου ῥημάτων. Καὶ τί γὰρ ἔμελλε δρᾶν καὶ γυνὴ οὖσα τὸ εὔκολον εἰς ἀπάτην, καὶ ὅρκων ἐσμοὺς ἀκούουσα, καὶ μέρι τὴν ψυχὴν βαλλομένη; Τὰς χεῖρας οὖν εἰς οὐρανὸν ἀνατείνασα· Ὁ Πατὴρ τῶν ὀρφανῶν, καὶ προστάτης τῶν χηρῶν, Δέσποτα καὶ θεέ, ἔφη, μὴ τὴν ὀρφανὴν τήνδε περιίδῃς ἀγνώστῳ συζευγνυμένην ἀνδρί. Σὲ γὰρ τῶν αὐτοῦ ὑποσχέσεων ἔφορον δέχομαι, καὶ σοὶ πεποιθυῖα, τὴν μόνην ἐμοὶ παιδὸς τῷ ξένῳ τούτῳ ἐκδίδωμι. Οὕτως ἔφη, καὶ μεταξὺ συμβόλαια γράφονται. Καὶ δὴ τινα χρόνον τοῖς παρὰ τὴν Ἔδεσσαν τόποις τῶν Οὔννων στρατοπεδευσαμένων, καὶ τῶν συμμάχων τῇ πόλει προσ εδρευόντων, καὶ τὴν τῶν πολεμίων ἔφοδον ἀπο κρουομένων, ἐγκύμων ἡ κόρη τῇ τοῦ Γότθου γίνε ται συναφείᾳ. Οὔπω οὖν ὁ καιρὸς αὐτῇ τῶν ὠδίνων ἐπέστη, καὶ τὸ μὲν Οὐννικόν, οὐδὲν ὧν ἤλπισανxilium Edessenis, ne in manus Hunnorum veniret 4 μὴ ὑπὸ Ούννων χειρωθῆναι τὴν πόλιν. Ἐπεὶ δὲ οἱ
civilas. Cum vero, qui missi fuerant a Romanis, πρὸς Ρωμαίων σταλέντες, τὴν "Ελισσαν ἤδη κατά
jam venissent Edessam, accidit ut quidam Gouthus
inter eos, et moribus barbarus, et mente perni
ciosus, diversaretur in domo cujusdam mulieris,
nomine Sophia. Ei autem erat unica filia, nomine
Euphemia, viventi in viduitate, et de sola filia sollicita. Educabatur ergo matri filia, tanquam germen recens pullulans, temperantiam exercens et
virginitatem, et studiumn adhibens, ne cerneretur
a masculorum oculis. Erat autem puella facie decora, et insigni pulchritudine. Cum ergo in ea habitatione diu versatus esset Gotthus, nescio quomodo aspexit puellam,et ita captus fuit ejus anore,
ut nusquam mentem alio converteret, quam ad
virginem. Personam ilaque induens bonilatis, et
se amicum esse simulans, abiit ad matrem, et assentationibus conans ei persuadere, et bonorum
promissis, ut ei daret filiamn in matrimonium.llla
autem graviter ferebat, et animum non adhibebat
iis quæ ab ipso dicebantur. Eo vero se insolenter
jactante, et valde minitante, illa: Unicam,inquit,
quæ mihi est, filiam viro conjungere barbaro nunquam sustinuerim. Ne ergo assenteris, nec mineris. Nam nec me emollies adulationibus, neque
minis terrebis. Ille autem pergebat eadem rursus facere, et rursus suam ostendebat impudentiam, et de iisden assidue cum matreloquebatur.
Deinde etiam pretiosa afferebat ad eam ornamenta,
et affirmabat eam fore dominam multorum alio-C
rum.Mater autem puellæ ne sic quidem præbebat
aurem iis quæ ab ipso dicebantur.
έλαβον, ἔτυχέ τινα Γότθον ἐν αὐτοῖς, βάρβαρον τε
τὸν τρόπον καὶ τὴν γνώμην ὀλέθριον, ἔν τινος οἴκῳ
καταλύσαι Σοφίας ὄνομα γυναικός. Τῇ δὲ ἦν θυγά
τηρ μονογενής Εὐφημία, χημεία το συζώση, καὶ
ἐπὶ μόνῃ τῇ θυγατρί σαλευούση. Ανήγετο οὖν, ὡς
τι νεοθαλὲς ἔρνος ἡ παῖς τῇ μητρί, σωφροσύνην τε
ἀσκοῦτα καὶ παρθενίαν, καὶ τὸ μὴ ἀββένων όμμασι
θεαθῆναι διά σπουδῆς ἔχουσα. Ἦν δὲ ἡ παῖς άρα
τὴν ὄψιν εὐπρεπὴς καὶ τὸ κάλλος ἀμήχανος. Επειδή
τοίνυν συχνὸς ἐν τῇ καταγωγῇ τῷ Γότθῳ χρόνος
τρίβετο, οὐκ οἶδ' ὅπως θεᾶται τὴν κόρην, καὶ οὕτως
αὐτῆς ἑάλω τῷ ἔρωτι, ὡς μηδὲν κατὰ νοῦν ἕτερον
στρέφειν ἢ τὴν παρθένον. Προσωπείον τοιγαρούν
χρηστότητος ὑπελθὼν καὶ φίλος εἶναι ὑποκρινάμενος,
ἔπεισι παρὰ τὴν μητέρα, κολακείπες τε αὐτὴν
ἐπιχειρῶν πείσαι, καὶ ἀγαθῶν ἐπαγγελίαις πρὸς
γάμον αὐτῷ ἐκδοῦναι τὴν θυγατέρα. Η δὲ βαρέως
τε ἔφερε, καὶ τοῖς παρ' αὐτοῦ λεγομένοις ήκιστε
προσεῖχε τὸν νοῦν. Τοῦ δὲ θρασυνομένου και μεγάλα
διαπειλοῦντος, ἐκείνη, Τὴν μόνην ἐμοὶ θυγατέρα,
ἔφη, βαρβάρω συζεύξαι ἀνδρὶ οὐκ ἂν ἀνασχούμην
ποτέ· μὴ κολάκευε τοίνυν, μηδὲ ἀπείλει· οὔτε γὰρ
χαυνώσεις ταῖς κολακείαις, οὔτε φοβήσεις
ἀπειλαῖς. Ὁ δὲ τῶν ὁμοίων καὶ πάλιν ἔχετο, καὶ
πάλιν τὸ ἀναιδὲς ἐπεδείκνυτο, καὶ περὶ τῶν αὐτῶν
οπόσαι ὧραι τῇ μητρὶ διελέγετο, εἶτα καὶ κόσμους
αὐτῇ πολυτελείς προσεκόμιζε, καὶ πολλῶν ἄλλων
ἔσεσθαι κυρίαν διεβεβαίου. Η δὲ τῆς παιδὸς μήτηρ
οὐδὲ οὕτω τοῖς παρ' αὐτοῦ λεγομένοις παρείχε
τὸ οὖς.
XVII. Deinde illo perseverante, rursus Sophia ΙΖ΄. Εἶτα, ἐκείνου τοῖς προτέροις ἐμμένοντας,
(cum nescio unde didicisset;: Sunt libi et filii et αὖθις ἡ Σοφία, οὐδ᾽ οἶδ' ὅθεν μαθοῦσε, "Εστι σκ
uxor, ei respondit: nec ego tibi meam filiam καὶ τέκνα καὶ γυνή, πρὸς αὐτὸν ἀπεκρίνατο,
dederimin matrimonium. Ille vero partim quidem οὐκ ἂν ἐγώ σοι πρὸς γάμον τὴν ἐμὴν παῖδα ἐχε
amore puelle victus, partim aulem timoris Dei δοίην. Ὁ δὲ τοῦτο μὲν τῷ ἔρωτι τῆς κόρης νικών
nullam ducens rationem, Deum testatur se nun- μενος, τοῦτο δὲ καὶ θείου φόβου μὴ φροντίδα ποιητό
quam habuisse uxorem, nec Glios, sed se ejus μενος, ἐμαρτύρετο τὸν Θεὸν μηδὲ ποτε γυναίκα
filiam velle ducere uxorem, et omnium suorum μηδὲ τέκνα σχεῖν, ἀλλὰ καὶ εἰς σύζυγον ἀγαγέσθα
bonorum eam facere dominam. Vincitur itaque τὴν κόρην βούλεσθαι, καὶ τῶν αὐτοῦ πάντων το
mater puelle a Gotthi verbis. Quid enim erat ρίαν αὐτὴν ποιήσασθαι. Ηττᾶται τοιγαροῦν ἡ τῆς
factura, cum esset femina, quae facile decipitur, παιδὸς μήτηρ τῶν τοῦ Γότθου βημάτων. Καὶ τ
et sacramentorum audiret examina, et ei inetu γὰρ ἔμελλε δρᾶν καὶ γυνή οὖσα τὸ εὔκολον εἰς
qualerctur animus? Itaque manus in calum tole ἀπάτην, καὶ ὅρκων ἐσμοὺς ἀκούουσα, καὶ μέρ
lens: Pater orphanorum, et defensor viduarum, τὴν ψυχὴν βαλλομένη; Τὰς χεῖρας οὖν εἰς οφ
Domine et Deus, inquit, ne dexpexeris hanc pul- ἀνατείνασα. Ο Πατὴρ τῶν ὀρφανῶν, καὶ προστάτης
lam, quæ viro ignoto conjungitur. Te enim ejus τῶν χηρῶν, Δέσποτα καὶ θεὲ, ἔφη, μὴ τὴν ὀρφανὴν
promissorum accipio inspectorem; et te freta, τήνδε περιίδης ἀγνώστῳ συζευθνυμένην ἀνδρί. Σε
unicam meam filiam trado huic peregrino. Et in- γὰρ τῶν αὐτοῦ ὑποσχέσεων ἔφορον δέχομαι, ε
terim scribitur contractus matrimonii, et cum σοι πεποιθυία, τὴν μόνην ἐμοὶ πατὸς τῷ ξένη
aliquantum temporis Hunni Edessam circumse- τούτῳ ἐκδίδωμι. Οὕτως ἔφη, καὶ μεταξύ
dissent, socii autem et adjutores urbem defendis- συμβόλαια γράφονται. Καὶ δὴ τινα χρόνον της
sent, hostiumque impetumn propulsasent, fit puella παρὰ τὴν Ἔδεσσαν τόποις τῶν Ούννων στρατοπε
prægnans ex Golihi conjunctione. Nundum vero δευσαμένων, καὶ τῶν συμμάχων τῇ πόλει προσ
tempus parienli advenerat, et Hunni quilem, cum δρευόντων, καὶ τὴν τῶν πολεμίων έφοδον ἀπο
nihil potuissent facere eorum quæ speraverant, χρονομένων, ἐγκύμων ἡ κόρη τῇ τοῦ Γότθου γίνε
jam in animo habebant proficissi in patriam socii της συναφεία. Οὔπω οὖν ὁ καιρὸς αὐτῇ τῶν ὠδίνων
autem et adjutores volebant redire Romam. Cum ἐπέστη, καὶ τὸ μὲν Οὐννικόν, οὐδέν ὧν ἤλπισαν
col. 149–150page 71 of 146
PG 116:149ἐργάσασθαι δυνηθέν, ἀπαίρειν ἤδη πρὸς τὴν οἰκείαν διενοοῦτο· οἱ σύμμαχοι δὲ ἀπιέναι πάλιν πρὸς Ῥώμην ἐβούλοντο. Ἐπεὶ οὖν καὶ ὁ Γότθος συνεπιένα Ῥωμαίοις ἡτοίμαστο, ἠνιατό τε ἡ μήτηρ τῷ τῆς παιδὸς χωρισμῷ, καὶ τὰ σπλάγχνα ἐκόπτετο. Ἐντεῦθεν εἴχετο τῆς παιδὸς καὶ συναποδημεῖν τῷ Γότθῳ οὐκ εἴα, κἂν οὐχὶ καὶ κατασχεῖν αὐτὴν ἠδυνήθη νόμῳ γάμου καὶ φύσεως τῷ ἀνδρὶ ἕπεσθαι τῆς γυναικὸς βουλομένης.
ΙΒ΄. Ἄρτι τοίνυν ἀποδημοῦντας ἡ μήτηρ παραλαβοῦσα, τὴν τῶν ὁμολογητῶν καταλαμβάνει σορόν, καὶ πρὸς τὸν Γότθον· Οὐκ ἂν ἐγώ σοι τὴν ἐμὴν παῖδα πιστεύσω, φησί, εἰ μή, τῆς τιμίας σοροῦ τῆσδε τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ παθόντων ἁψάμενος, ἐγγυητάς μοι τούτους παράσχεις μή μόνον μηδέν τι πρὸς τὴν παῖδα λυπηρὸν διαπράξασθαι, ἀλλὰ καὶ πάσης αὐτὴν ἀξιῶσαι τῆς θεραπείας. Καὶ ὁ Γότθος εὐθύς, ὥσπερ τὸ πάντων εὐκολώτατόν τε καὶ ἀφοβώτατον δράσειν ἐπιτραπείς. Ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν, ἅγιοι, τὴν κόρην, εἶπε, παραλαμβάνω, τῇ μητρὶ ἐγγυητὰς ὑμᾶς δίδωμι ὡς οὐδ᾽ ὁτιοῦν ἐπῇ παρ᾽ ἐμοῦ γενήσεται λυπηρόν, ἀλλὰ μᾶλλον καὶ πρὸς πᾶν ὅ τι βούλοιτο, ἕτοιμον ἕξει με πληροῦντα ταύτῃ τὰ καταθύμια. Οὐ ταῦτα μόνον ὁ ἀλιτήριος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μεγάλην τοῦ Θεοῦ δύναμιν ὄμνυσι τὰς ὑποσχέσεις ἐπὶ τῶν ἔργων φυλάξαι. Δεξαμένη τοίνυν ἡ μήτηρ τὸν ὅρκον· ἡμῖν, ἅγιοι, τὴν παῖδα μετὰ Θεὸν ἀνατίθεμαι, καὶ δι᾽ ὑμῶν τῷ Γότθῳ, τοῖς μάρτυσιν ἐπεβόησεν. Ἐπὶ τούτοις εὐξάμενοι τῷ Θεῷ, καὶ ἡ μήτηρ τὴν παῖδα περιβαλοῦσα καὶ περιπτυξαμένη τὰ ποθεινότατα, αὐτὴ μὲν οἴκαδε ἐπανῄει, ὁ δὲ Γότθος τῆς ὁδοῦ μετὰ τῆς παιδὸς εἴχετο. Εἶτα τὴν χώραν ἧς ὁ Γότθος ὥρμητο καταλαβόντες, ἐπεὶ ἤδη πρὸς τὴν τοῦ ἀνδρὸς ἤγγιζον εἰκίαν, ἐπιλαθόμενος μὲν ὁ δεινὸς ἐκεῖνος τῆς πρὸς τὴν γυναῖκα στοργῆς, καταφρονήσας δὲ ὅρκων καὶ συνθηκῶν, τὸν τοῦ Θεοῦ τε φόβον ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ποιησάμενος, ὢ μέχρι πόσου προήκει κακία ! ἀφαιρεῖ μὲν αὐτῆς τὰ ἱμάτια, προσαφαιρεῖται δὲ καὶ τὸν χρυσόν, ῥάκος τε αὐτὴν οἷα δούλην ἀτίμως περιβαλών· Ἐμοί, εἶπεν, ὦ γύναι, καὶ τέκνα εἰσὶ καὶ γυνή· διὸ καὶ δούλην αἰχμάλωτον σε αὐτὴν κάλει, καὶ πρὸς τὴν ἐμὴν γυναῖκα, πᾶσαν ἔσο φυλάττουσα τὴν ὑποταγήν, ὡς κυρίαν αὐτὴν καὶ τιμῶσα καὶ ὀνομάζουσα. Εἰ γὰρ ἔκφορα τὰ ἡμέτερα θήσεις, ἢ καὶ τῷ τῆς ἐμῆς συζύγου θελήματι ἀπειθήσεις, θάνατον ἕξεις τὴν τιμωρίαν.
ΙΘ΄. Τί πρὸς ταῦτα παθεῖν οἴεσθε γυναῖκα γυμνωθεῖσαν μὲν μητρός, γυμνωθεῖσαν δὲ πατρίδος, φίλων πάντων καὶ συγγενῶν, καὶ πρὸς μόνην τὴν ἐκείνου ψυχὴν βλέπουσαν, τοιοῦτόν τε τὸ πέρας τῶν μακρῶν ἐκείνων ἐλπίδων ἰδοῦσαν; Πάντως, εἰ μὴ λίθος ἦν, εἰ μὴ σίδηρος, ἢ ἄλλο τι τῶν ἀψύχων, πληγεῖσαν τῷ ἀνελπίστῳ τῆς ἀκοῆς, εὐθὺς τὴν ψυχὴν ἀφεῖναι· ἀλλ᾽ οἱ τῆς μητρὸς ἐγγυηταὶ ταύτην ἔσωζον, οὓς εἴληφεν ἐκείνη παρὰ τοῦ Γότθου ἐπὶ κακῷ μὲν τῆς μικρᾶς αὐτοῦ κεφαλῆς, δείγματι δὲ εἰς μεγίστης αὐτῶν χάριτος. Μέγα τοίνυν στενάγμα καὶ βύθιον ἀπὸ τῆς ψυχῆς· Σοί, Κύριε, εἶπε, καὶ τῷ σῷ ἀφάτῳ ἐλέει ἐπὶ πᾶσι τούτοις εὐχαριστῶ. Εἶτα καὶ πρὸς τὸν Γότθον ἐπιστραφεῖσα· Εὖγέ σοι,MARTYRIUM S. GURIE ET SOCIORUM.
ἐργάσασθαι δυνηθέν, ἀπαίρειν ἤδη πρὸς τὴν οἰκείαν ergo Gotthus quoque paratus esset simul abire
διενοοῦτο· οἱ σύμμαχοι δὲ ἀπιέναι πάλιν πρὸς cum Romanis, et cruciaretur mater filiæ separaῬώμην ἐβούλοντο. Ἐπεὶ οὖν καὶ ὁ Γότθος συν- tione, eique scinderentur viscera, apprehendit
επιένα, Ρωμαίοις ἡτοίμαστο, ἠνιατό τε ἡ μήτηρ puellam, nec sinebat eam cum Gottho discedere,
τῷ τῆς παιδὸς χωρισμῷ, καὶ τὰ σπλάγχνα ἐκόπτε- etiamsi eam non poterat retinere, cum lege maτου Εντεῦθεν εἴχετο τῆς παιδὸς καὶ συναποδημεῖν trimonii et naturæ vellet sequi inaritum.
τῷ Γότθῳ οὐκ εἴα, κἂν οὐχὶ καὶ κατασχεῖν αὐτὴν ηδυνήθη νόμῳ γάμου καὶ φύσεως τῷ ἀνδρὶ ἕπεσθαι
τῆς γυναικός βουλομένης.
ο
ΙΒ΄ "Αρτι τοίνυν ἀποδημοῦντας ἡ μήτηρ παρα- XVIII. Cum jam ergo abirent, mater eos assuλεβοῦσε, τὴν τῶν ὁμολογητών καταλαμβάνει σορό, mens, accedit ad capsam confessorum, et dicit
καὶ πρὸς τὸν Γότθον· Οὐκ ἂν ἐγώ σοι τὴν ἐμὴν Gottho: Ego tuae fidei meam filiam non committam,
παῖδα πιστεύσω, φησί, εἰ μή, τῆς τιμίας σορού nisi tangens hanc pretiosam capsam eorum qui
τῆσδε τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ παθόντων αψάμενος, pro Christo passi sunt, eos dederis mihi fidejusΕγγυητές μοι τούτους παράσχεις μή μόνον μηδέν sores, quod non solum ei nihil sis molesti facturus,
τι πρὸς τὴν πατρα λυπηρόν διαπράξασθαι, ἀλλά sed etiam ejus, quam par est, curam sis gesturus.
καὶ πάσης αὐτὴν ἀξιῶσαι τῆς θεραπείας. Καὶ ὁ Gotthus autem protinus tanquam jussus facere
Γότθος εὐθὺς, ὥσπερ τὸ πάντων εὐκολώτατόν τε g id, quod esset omnium facillimum, et omni penitus
καὶ ἀφοβώτατον δράσειν ἐπιτραπείς. Ἐκ τῶν χει- metu vacuum: manibus vestris, inquit, o sancti,
ὑμῶν, ἅγιοι, τὴν κόρην, εἶπε, παραλαμβάνω, accipio puellam: et vos do matri filejussores,
τῇ μητρὶ ἐγγυητὰς ὑμᾶς δίδωμι ὡς οὐδ᾽ ὁτιοῦν quod ei a me nihil fet molesti, sed me potius
επῇ παρ' ἐμοῦ γενήσεται λυπηρόν, ἀλλὰ μᾶλλον habebit paratum ei implere, quæcunque volenti
αὶ πρὸς πᾶν ὅ τι βούλοιτο, ἕτοιμον ἕξει με πλη- erunt cordi. Nec hæc solum sceleratus, sed magnas
μύντα ταύτῃ τὰ καταθύμια. Οὐ ταῦτα μόνον ὁ ἀλι- quoque jural Dei vires, se promissa reipsa conserτέριος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μεγάλην τοῦ Θεου δύναμιν vaturum. Mater ergo, accepto jurejurando, sanctis
ἱμνεσι τὰς ὑποσχέσεις ἐπὶ τῶν ἔργων φυλάξαι, acclamavit martyribus: Vobis, o sancti, meam
Δεξαμένη τοίνυν ἡ μήτηρ τὸν ὅρκον· ἡμῖν, ἅγιοι, filiam post Deum commillo, et per vos Gollho.
τὴν παῖδα μετὰ Θεὸν ἀνατίθεμαι, καὶ δι᾽ ὑμῶν τῷ Post hæc Deum precati, mater quidem amantisΓίτση, τους μάρτυσιν, ἐπεβόησεν. Ἐπὶ τούτοις εὐ- sime filiarn, amplexa, domum revertitur; Gotthus
ξάμενοι τῷ Θεῷ, καὶ ἡ μήτηρ τὴν παῖδα περιβα- aulem iter init cum puella. Deinde cum venissent
λοῦσε καὶ περιπτυξαμένη τὰ ποθεινότατα, αὐτὴ in regionem, ex qua ortus erat Gotthus, et jam
μεν οἴκαδε ἐπανῄει, ὁ δὲ Γότθος τῆς ὁδοῦ μετὰ τῆς G essent prope ejus domum, oblitus quidem vir iste
παιδός είχετο. Εἶτα τὴν χώρας ἧς ὁ Γότθος ώρμητο inhumanus amoris in uxorem, contempto vero
καταλαβόντες, ἐπεὶ ἤδη πρὸς τὴν τοῦ ἀνδρὸς ἤγγι- jurejurando et pactis conventis, et Dei metu procul
τον εἰκίαν, ἐπιλαθόμενος μὲν ὁ δεινὸς ἐκεῖνος τῆς a se amandalo, (o, quousque procedit vitium!)
πρὸς τὴν γυναῖκα στοργής, καταφρονήσας δὲ ὅρκων ei quidem aufert vestes, aurum quoque ei aufert:
καὶ συνθηκῶν, τὸν τοῦ Θεοῦ τε φόβον ἀφ' ἑαυτοῦ eaque tanguam serva pannis turpiter induta: Mihi,
ποιησάμενος, ω μέχρι πόσου προήκει κακία! inquit, o mulier, sunt liberi et uxor. Quamobrem
ἐφαιρεῖ μὲν αὐτῆς τὰ ἱμάτια, προσαφαιρεῖται δὲ voca te ancillam bello captam, et te meæ uxori
καὶ τὸν χρυσόν, ῥάκος τε αὐτὴν οἷς δούλην ἀτίμως omnibus modis submitte, et ei morem gere, eam
περιβαλών, Εμοί, εἶπεν, ώ γύναι, καὶ τέκνα εἰσὶ tanquam dominam honorans et nominans. Si enim,
καὶ γυνή διὸ καὶ δούλην αἰχμάλωτον σε αὐτὴν quomodo se habeant res nostræ, enuntiaveris, aut
κάλει, καὶ πρὸς τὴν ἐμὴν γυναῖκα, πᾶσαν ἔσο φως etiam meæ uxoris voluntati non parueris, erit tibi
λάττουσα τὴν ὑποταγήν, ὡς κυρίαν αὐτὴν καὶ mors supplicium.
τιμῶσι καὶ ὀνομάζουσα. Εἰ γὰρ ἔκφορα τὰ ἡμέτερα
θήσεις, θάνατον ἕξεις τὴν τιμωρίαν,
ΙΘ'. Τί πρὸς ταῦτα παθεῖν οἴεσθε γυναίκα γυμνω-D
θεῖσαν μὲν μητρός, γυμνωθεῖσαν δὲ πατρίδος, φ!-
λων πάντων καὶ συγγενῶν, καὶ πρὸς μόνην τὴν
ἐκείνου ψυχὴν βλέπουσαν, τοιοῦτόν τε τὸ πέρας τῶν
μπαρῶν ἐκείνων ἐλπίδων ἰδοῦσαν; Πάντως, εἰ μὴ
λάθος ἦν, εἰ μὴ σίδηρος, ἢ ἄλλο τι τῶν ἀψύχων,
πληγεῖσαν τῷ ἀνελπίστῳ τῆς ἀκοῆς, εὐθὺς τὴν ψυχήν ἀφεναι, ἀλλ᾽ οἱ τῆς μητρὸς ἐγγυηταὶ ταύτην
ἔσωζον, οὓς εἴληφεν ἐκείνη παρὰ τοῦ Γότθου ἐπὶ
κακῷ μὲν τῆς μικρᾶς αὐτοῦ κεφαλῆς, δείγματι δὲ
εἰς μεγίστης αὐτῶν χάριτος. Μέγα τοίνυν στενά
Έτος καὶ βύθιον ἀπὸ τῆς ψυχῆς· Σοι, Κύριε, εἶπε,
καὶ τῷ σῷ ἀφάτῳ ἐλέει ἐπὶ πᾶσι τούτοις εὐχαριστώ.
Εἶτε καὶ πρὸς τὸν Γότθον ἐπιστραφεῖσα, Ευγέ σοι,
θήσεις, ἢ καὶ τῷ τῆς ἡμῆς συζύγου θελήματι ἀπει
XIX. Quomodo his affectam censetis fuisse mulierem, quæ matre quidem erat privata, privata autem
patria omnibusque anicis et cognatis, et ad illius solam aspiciebat animam, etquæ longæ illius spei talem viderat exitum? Omnino si non esset lapis, si non
ferrum,autaliqui aliud inanimum,iis quæ præter spem
acciderant, auditis perculsa, protinus emisset animami,sed eam conservabant matris fjejussores, quos
illa a Gottho acceperat, ad malum quidem exsecrandi
ejus capitis,ad ostendendam autem maximam eorum
gratiam.Valde ergo ingemiscens, et suspirans ex profun locordis: Tibi, aiebat, ο Domine, et ineffabilitum
misericordiæ propter haec omnia ago gratias. Deinde
elia:n ad Gotthum conversa: Bene tibi sit, inquit,
col. 151–152page 72 of 146
PG 116:151φησί, γένοιτο, ὅτι καὶ δυνάμενος ἡμᾶς ἀνελεῖν ἠρκέσθης τούτῳ μόνῳ, τῷ δούλην ἀντ᾽ ἐλευθέρας ποιήσασθαι. Τὰς ἐπαγγελίας ἐπὶ τῶν ἔργων ἐξήνεγκας· τοὺς ὅρκους ἐπιστώσω τοῖς πράγμασι. Τί δήτε λοιπὸν ἐμοί, ἢ ἐκείνους πάντως ἐφόρους τοῖς πραττομένοις ἐπικαλεῖν, οὓς τότε μάρτυρας αὐτὸς τοῖς παρὰ σοῦ λεγομένοις ἐπῄεις ; Αὐτοῖς γὰρ, καὶ οὐκ ἄλλῳ, θαῤῥήσασα, τῆς τεκούσης διαζυγοῦσα τὴν ἐνεγκαμένην ἀπολιπεῖν, καὶ σοὶ μόνῳ εἱλόμην ἀκολουθεῖν. Ταῦτα εἰποῦσα τοὺς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοὺς ἅμα τοῖς αἰσθητοῖς πρὸς οὐρανὸν ἄρασα, Ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μου, σὺν οἰμωγαῖς καὶ δάκρυσιν ἔλεγε, παράστηθι μοι τῇ ἀθλίῳ, καὶ ἴδε τί μὲν οὗτος ὑπὸ σοὶ μάρτυρι καὶ τοῖς σοῖς ἁγίοις καὶ ὁμολογηταῖς ἐπηγγείλατο, τί δὲ νῦν ἐπὶ τῶν ἔργων ποιεῖ· καὶ τῶν δεινῶν τούτων ἡμᾶς ἐξελοῦ, πρέσβεις ὑπὲρ ἡμῶν τοὺς μάρτυράς σου δεχόμενος, ὅτι τούτοις θαῤῥήσασα μετὰ σὲ τὰ παρόντα ὑφίσταμαι. Τοιαῦτα τῆς κόρης ἡσυχῆ τοῦ Θεοῦ δεηθείσης, ἐπειδὴ τὸν τοῦ Γότθου οἶκον εἰσῄεσαν, ἡ τοῦ ἀνδρὸς σύζυγος τὴν κόρην θεασαμένη, καὶ τὸ κάλλος οἷον ἐν ταύτῃ κατανοήσασα, ζήλου καὶ ὑπονοίας πίμπλαται τὴν ψυχήν. Ὅθεν καὶ ἐπυνθάνετο τοῦ ἀνδρὸς τίς αὕτη εἴη καὶ ὅθεν ὁρμᾶται, καὶ ἐφ᾽ ὅτῳ μεθ᾿ ἑαυτοῦ ταύτην ἀγάγει. Ὁ δὲ αἰχμάλωτόν τε εἶναι καὶ τῆς Ἐδέσσης ἀχθεῖσαν, ἀχθῆναι δὲ ἐφ᾽ ᾧ βουλεύσειεν αὐτῇ, ἀπεκρίνατο. Ἡ δὲ, τῇ μορφῇ μᾶλλον ἢ τοῖς αὐτοῦ λόγοις προσέχουσα, ὁ τῆς ὄψεως, φησί, χαρακτήρ οὐ δουλείαν κατηγορεῖ τῆς γυναικός. Καὶ ὁ Γότθος, Σὺ δὲ ἀλλὰ χρῆσαι αὐτῇ ὅσα καὶ οἰκέτιδι. Κ΄. Ἐντεῦθεν ἡ κόρη σιωπήν τε ἤσκει τῷ φόβῳ καὶ κατὰ τάχος ἐποίει τὰ προσταττόμενα· οὐ γὰρ εἶχεν ὅ τι καὶ δράσειε, τῶν παρόντων αὐτὴν κακῶν δυνάμενον ἀπαλλάξαι. Πρὸς δὲ τοὺς ἁγίους διαπαντὸς ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς ἔλεγε· Σπεύσατε πρὸς τὴν βοήθειαν τῆς δούλης ὑμῶν, ἅγιοι, σπεύσατε· μηδὲ τὸν κατ᾿ ἐμοῦ παρίδητε δόλον. Ἡ δὲ τῆς κόρης μὴ κατὰ νόμους κυρία ζηλοτύπως ἔχουσα πρὸς αὐτὴν βαρέως τε τῇ κόρῃ ἐχρῆτο, καὶ βαρυτέρας αὐτῇ τῆς ἐργασίας ἐπέταττεν, ὥσπερ τοὺς ἐκείνης πόνους τοῦ ταύτην διακαίοντος φθόνου ἴδιαν αὐτῇ παραμύθιον ἔχουσα. Τὸ δὲ γε μεῖζον δεινὸν ὅτι μηδὲ λόγου αὐτῇ κοινωνεῖν ἠξίου. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἐγκυμονεῖν τῷ χρόνῳ τὴν κόρην ἐμάνθανε, τὴν τῆς ζηλοτυπίας φλόγα ἐπιπλέον ἐκκαύσασα βαρυτάτην ἐξ αὐτῆς ἀπῄτει τὴν ἐργασίαν. Τί τοῦτο ; σπουδάζουσα θάνατον τῆς κόρης ἰδεῖν ἐκτρωθέντος αὐτῇ μὴ κατὰ καιρὸν τοῦ ἐμβρύου. Ἀλλ᾽ ἡ τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν διὰ Χριστὸν παθόντων ἰσχὺς ἄμαχος ἦν, δι' ἧς κρείττων τε ἡ κόρη τῶν ἀλγεινῶν, καὶ ἀπαθὴς κακῶν ἔμενεν. Ἐπεὶ δὲ ὁ τῶν ὠδίνων αὐτῇ ἐπέστη καιρός, τίκτει παιδίον ἄῤῥεν, τὸν χαρακτῆρά τε τοῦ πατρὸς ἐφ᾽ ἑαυτοῦ διασώζον καὶ τῷ Γότθῳ τὰ πάντα προσεοικός. Τοῦτο ἡ τοῦ Γότθου σύζυγος θεασαμένη, καὶ αὐτὴν ἐννοήσασα τῆς ὁμοιότητος τὴν ἀκρίβειαν, οὐδὲν ἦν ἕτερον στρέφουσα κατὰ νοῦν ἢ ὅπως τὸ παιδίον ἀνέλῃ. Πρὸς δὲ τὸν ἄνδρα, Οὐκ ἂν ἐγώ σοι πιστεύσαιμι, ἔφη, τῇ κόρῃ μὴ συνελθεῖν· τὸ γὰρ ἐξ αὐτῆς τεχθὲν σαφῶς διομολογεῖ τὸν πατέρα, καθάπερ γλώττῃ, τῇ μορφῇ χρώμενον. Ὁ δὲquod cum nos posses tollere de medio, hoc solo fuisti φησί, γένοιτο, ὅτι καὶ δυνάμενος ἡμᾶς ἀνελεῖν ήρε
contentus, ut me servam faceres pro libera. Promissa κέσθης τούτῳ μόνῳ, τῷ δούλην ἀντ᾽ ἐλευθέρας ποιήreipsa præstilisti; jusjurandum revera confirmasti. σασθαι. Τὰς ἐπαγγελίας ἐπὶ τῶν ἔργων ἐξήνεγκας·
Quid ergo restat aliud, nisi ut omnino invocem eos, τοὺς ὅρκους ἐπιστώσω τοῖς πράγμασι. Τί δήτε λοι
qui ea quæ fiebant inspexerunt, quos tu tunc addu- πὸν ἐμοί, ἢ ἐκείνους πάντως εφόρους τοῖς πραττο
xisti testes iis quæ a te dicebantur? Eis enim,et non μένοις ἐπικαλεῖν, οὓς τότε μάρτυρας αὐτὸς τοῖς
alii,confisa,mea sponte constitui disjungia parente, παρὰ σοῦ λεγομένοις ἐπῄεις; Αὐτοῖς γὰρ, καὶ οὐκ
ean quæ nos tulerat, relinquere, et te solum sequi, ἄλλῳ, θαῤῥήσασα, τῆς τεκούσης διαζυγώνει την
Haec cum dixisset, animæ oculos ad calum tollens fi- ἐνεγκαμένην ἀπολιπεῖν, καὶ σοὶ μόνῳ εἰλόμην ἀκοmul cum sensilibus: Deus patrum meorum,cum eju- λουθεῖν. Ταῦτα εἰποῦσα τοὺς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμούς
latu dicebat et lacrymis,adsis mihi misera:et vide, ἅμα τοῖς αἰσθητοῖς πρὸς οὐρανὸν ἄρασα, Ο Θεός
quid iste quidem te teste et tuis sanctis et confesso• τῶν πατέρων μου, σὺν οιμωγαῖς καὶ δάκρυσιν ἔλε
ribus est pollicitus, quid autem nunc reipsa facit, ut γε, παράστηθι μοι τῇ ἀθλίῳ, καὶ ἴδε τί μὲν οὗτος
nos libera ab iis malis, pro nobis intercessores tuos ὑπὸ σοὶ μάρτυρι καὶ τοῖς σοῖς ἁγίοις καὶ ὁμολογη
sanctos accipiens: quoniam his post te confisa, ταῖς ἐπηγγείλατο, τί δὲ νῦν ἐπὶ τῶν ἔργων ποιεῖο
praesentia haec mala sustineo. Cum sic puella tacite καὶ τῶν δεινῶν τούτων ἡμᾶς ἐξελου, πρέσβεις ὑπὲρ
Deum rogasset, in Gotthi autem ædes essent in- ἡμῶν τοὺς μάρτυράς σου δεχόμενος, ὅτι τούτοις
gressi, aspexisset vero ejus conjux puellam, et θαββήσασα μετὰ σὲ τὰ παρόντα ὑφίσταμαι. Τοιαῦτα
animadvertisset ejus pulchritudinem, zelotypia της κόρης ἡσυχῆ τοῦ Θεοῦ δεηθείσῆς, ἐπειδὴ τὸν
el suspicione in animo statim repletur. Rogat του Γότθου οἶκον εἰσῄεσαν, ἡ τοῦ ἀνδρὸς σύζυγος
itaque maritum, quænam ipsa esset, et undersset τὴν κόρην θεασαμένη, καὶ τὸ κάλλος οἷον ἐν ταύτῃ
orta,et quare eam secum nunc duceret. Ille autem κατανοήσασα, ζήλου καὶ ὑπονοίας πίμπλαται τὴν
eam esse captivam, ab Edessa abluctam, ductam ψυχήν. Οθεν καὶ ἐπυνθάνετο τοῦ ἀνδρὸς τις
vero esse, ut ei serviret, respondit. Illa autem αὕτη εἴη καὶ ὅθεν ὁρμᾶται, καὶ ἐφ᾽ ὅτῳ μεθ᾿ ἑαυτοῦ
formam magis allendens, quam ejus verba: Ejus, ταύτην ἀγάγει. Ο δὲ αἰχμάλωτόν τε εἶναι καὶ τῆς
inquit, vultus nequaquam eam arguit esse serva. Εδέσσης ἀχθεῖσαν, ἀχθῆναι δὲ ἐφ᾽ ᾧ βουλεύσειεν
Gotthus autem: At tu ea ulere tanquam ancilla. αὐτῇ, ἀπεκρίνατο. Η δὲ, τῇ μορφῇ μᾶλλον ἢ τοῖς
αὐτοῦ λόγοις προσέχουσα, ο τῆς ὄψεως, φησί, χαρακτήρ οὐ δουλείαν κατηγορεῖ τῆς γυναικός. Καὶ ὁ
Γότθος, Σὺ δὲ ἀλλὰ χρῆσαι αὐτῇ ὅσα καὶ οἰκέτιδι.
XX. Exhinc itaque puella metu agebatsilentium,
et quæ imperabantur, faciebat ocissime. Nesciebat
enim, quidnam posset facere, quod eam liberaret
a malis presentibus. Sanctis autem assidue dicebat in corde suo: Festinale ad auxilium ancilla
vestre, o sancti, festinale, nequm fraudem mihi
factam despicile. Puellæ vero domina non legitima,
in eam mota zelotypia, puella graviter utebatur,
et ei graviora opera imperabat, perinde ac si illius
labores, invidiæ qua utebatur, ipsa proprium haberet solatium. Quod autem erat omnium maxi.
mum, ne eam quiden volebat alloqui. Postquam
autem procedente tempore puellam rescivit esse
gravidam,zelotypiæ flamma magis accensa, gravis
simum opus ab ea exigebat. Cur hoc? Studens
videre mortem puellam, fetus facta abortione. Sed
invicta erant Christi vires, et eorum qui propter
Christum passi sunt: per quas puella et superavit
molestias, et mansit minime læsa a malis. Postquam autem accessit tempus partus, parit filiuin
masculum, qui patris effigiem in seipso conservabat et erat Gottho omni ex parte similis. Hoc
cum aspexisset Gotthi conjux, et animadvertisset
quam esset expressa similitudo, nihil aliud versabat in animo, quam quomodo puerum interimeret; marito autem dicebat: Ego tibi non crediderim, quod cum puella non coiveris. Nam quod
ex ea natum est, patremn aperte confitetur, forma
perinde utens, ac lingua. Ille vero affirmabat eam
non verum dicere; jubebat autem ea uti tanquam
Κ΄. Εντεῦθεν ἡ κόρη σιωπήν τε ἤσκει τῷ φόβῳ
καὶ κατὰ τάχος ἐποίει τὰ προσταττόμενα· οὐ γὰρ
εἶχεν ὅ τι και δράσειε, τῶν παρόντων αὐτὴν κακῶν
δυνάμενον ἀπαλλάξαι. Πρὸς δὲ τοὺς ἁγίους διαπαν
τὸς ἐν τῇ κορδίᾳ αὐτῆς ἔλεγε· Σπεύσατε πρὸς τὴν
βοήθειαν τῆς δούλης ὑμῶν, ἅγιοι, σπεύσατε· μηδε
τὸν κατ᾿ ἐμοῦ παρίδητε δόλον. Η δὲ τῆς κόρης μὴ
κατά νόμους κυρία ζηλοτύπως ἔχουσα πρὸς αὐτὴν
βαρέως τε τῇ κόρῃ ἐχρῆτο, καὶ βαρυτέρας αὐτῇ τῆς
έργασίας ἐπέταττεν, ὥσπερ τοὺς ἐκείνης πόνος
τοῦ ταύτήν διακαίοντος φθόνου ἴδιαν αὐτῇ, παραμύ
θιον ἔχουσα. Τὸ δὲ γε μείζον δεινὸν ὅτι μηδὲ λόγου
αὐτῇ κοινωνεῖν ἡξίου. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἐγκυμονεῖν τῷ
χρόνῳ τὴν κόρην ἐμάνθανε, τὴν τῆς ζηλοτυπίας
φλόγα ἐπιπλέον ἐκκαύσασα βαρυτάτην ἐξ αὐτῆς
ἀπῄτει τὴν ἐργασίαν. Τί τοῦτο; σπουδάζουσα θάνατου τῆς κόρης ἰδεῖν ἐκτρωθέντος αὐτῇ μὴ κατὰ
καιρὸν τοῦ ἐμβρύου. ᾿Αλλ᾽ ἡ τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν
διὰ Χριστὸν παθόντων ἰσχὺς ἄμαχος ἦν, δι' ἧς
κρείττων τε ἡ κόρη τῶν ἀλγεινῶν, καὶ ἀπαθὴς και
κῶν ἔμενεν. Επεὶ δὲ ὁ τῶν ὠδίνων αὐτῇ ἐπέστη,
καιρός, τίκτει παιδίον ἄῤῥεν, τὸν χαρακτῆρά τε τοῦ
πατρὸς ἐφ᾽ ἑαυτοῦ διασώζον καὶ τῷ Γότθῳ τὰ πάντε
προσεοικός. Τοῦτο ἡ τοῦ Γότθου σύζυγος θεσσα
μένη, καὶ αὐτὴν ἐννοήσασα τῆς ὁμοιότητος τὴν
ἀκρίβειαν, οὐδὲν ἦν ἕτερον στρέφουσα κατὰ νοῦν ἡ
ὅπως τὸ παιδίον ἀνέλῃ. Πρὸς δὲ τὸν ἄνδρα, Οὐκ ἂν
Εγώ σοι πιστεύσαιμι, ἔφη, τῇ κόρῃ μη συνελθείν
τὸ γὰρ ἐξ αὐτῆς τεχθὲν σαφῶς διομολογεῖ τὸν παρ
τέρα, καθάπερ γλώττη, τῇ μορφῇ χρώμενον. Ο δὲ
col. 153–154page 73 of 146
PG 116:153μὴ ἀληθῆν λέγειν αὐτὴν ἰσχυρίζετο· προετρέπετο δὲ ὡς δούλῃ κεχρῆσθαι, Τοῦτό σε πισιώσεται, λέγων, μηδέποτε ταύτῃ συνελθεῖν ἐμέ. Οὐδὲ γὰρ ἂν σου πάντως εἰς ἐξουσίαν οὕτως ἐδέδοτο· κιρνώσι γὰρ φιλίας, οὐ δειστῶσιν οἱ ἔρωτες. ΚΑ΄. Τότε τοίνυν ὁ ἐκ πολλού τῷ ἀνθρωπείῳ γένει πολέμιος, τὴν τοῦ Γότθου σύζυγον ὑπελθὼν, ἐξἐμηνε κατὰ τοῦ παιδὸς, καὶ διὰ τοῦτο πόνον τε συνελάμβανε, καὶ ἀνομίαν ἀπέτικτε, καὶ τι δηλητήριον ὑπὸ κόλπον αὐτῆς ἐνθεμένη τὴν μὲν τοῦ παιδὸς μητέρα κατά τινα δῆθεν χρείαν τῆς οἰκίας ἐμπέμπει Καὶ ἡ μὲν ἔξεισιν ἀνῦσαι τὸ προσταχθέν· ἡ δὲ τῷ τοῦ παιδὸς στόματι ἐμβάλλει τὸ δηλητήριον, καὶ τῷ δηλητηρίῳ θάνατος εὐθὺς ἀκολούθει. Ἐπανελθοῦσα τοίνυν μετ' ὀλίγον ἡ μήτηρ, καί νεκρὸν μὲν τὸ παιδίον εὑροῦσα, περικεχυμένον δὲ τοῖς χείλεσιν ἐκείνου τὸ δηλητήριον, πλήτλεται μὴν τὴν καρδίαν, καὶ πάσχει τὴν ψυχὴν ἰσχυρῶς· κρύπτει δέ ὅμως τὸ πάθος ἐν ἀποῤῥήτη, τὸ μὲν ὡς μήτηρ παθοῦσα, τὸ δὲ ὡς νουνεχής φυλάξασα. Εἶτα κώδιον ἐρέας λαβοῦσα, καὶ τὸ στόμα τοῦ βρέφους ἐκμαξασα παρ' ἑαυτῆ κατεῖχε τὸ ἔριον, γνῶναι διὰ τῆς πείρας τάς ληθὲς βουλαμένη. Μετά γοῦν ἡμέρας ολίγας τῶν φίλων καὶ συγγενῶν τινας ἐπὶ δεῖπνον τοῦ Γότθου παραλαβόντος, ἁρπάζει τὸν καιρὸν ἡ κόρη καὶ τῇ κύλικι ἐναποπλύνει τὸ ἔριον, τοῦ Γότθου τὸ τῆ γυναικὶ ἀναδίδωσι, τάληθες, ὥσπερ ἔφην, μαθεῖν βουλομένη εἴτε φαρμάκῳ τὸν παῖδα ἐζημιώθη, εἴτε καὶ καιρίῳ θανάτῳ τοῦτον ἀπέβαλεν. ᾤετο μὲν γὰρ ὡς, εἰ πιοῦσα τοῦ φαρμάκου ζήσοι, εύδηλον ὅτι μηδὲ ὁ παῖς φαρμάκῳ ἀνήρητο· εἰ δὲ καὶ τοῦτο αὐτὴν ἀνέλοι, ἐκεῖνο πείσεται πάντως, ὅπερ αὐτὴ δέδρακεν. Ἐπεὶ οὖν ἡ τοῦ Γότθου γυνὴ μηδὲν πονηρὸν ὑφεώρα μηδὲ ὑπώπτευε δεξαμένη, πίνει τὴν κύλικα, καὶ εὐθὺς ἐπέστρεφεν ὁ πόνος εἰς κεφαλήν, καὶ ἐπὶ κορυφὴν ἡ ἀδικία αὐτῆς κατέβαινεν, εἰς βόθρον τε ἐνέπιπτεν ἂν εἰργάσατο, καὶ ἐν παγίδι ἣν ἔκρυψε δικαίως συνελαμβάνετο. Ἔκειτο μὲν οὖν ἐκτάδην νεκρά, τοὺς καρποὺς ἀξίους τῶν πόνων κομισαμένη· ἀθυμία δὲ τὸν Γότθον, τοὺς προσήκοντας, τοὺς ἐπιτηδείους κατεῖχεν· ὅλων ἐπλήρου τὸν οἶκον ἀηδία, στυγνότης, κατήφεια ἐπὶ τῇ ἀώρῳ ταύτῃ τῆς γυναικὸς τελευτή. Ἀλλ᾽ ὅμως καὶ θρηνεῖται παρ' αὐτῶν τὰ εἰκότα, ταφῆς τε λαμπράς ἀξιοῦται, καὶ πολυτελώς κατατίθεται. ΚΒ΄. Ἐπεὶ δὲ μετὰ τὴν ταφὴν ἑπτὰ παρῆλθον ἡμέραι, καὶ ἱκανῶς περὶ τὸ πάθος ἠσχόληντο, ἕννοιά τις αὐτοῖς γίνεται τῇ τῆς αἰχμαλώτιδος ἐπιβουλῇ τεθνάναι τούτοις τὴν συγγενή. Ἐντεῦθεν ἐβούλοντο μὲν αὐτὴν παραδούναι τῷ ἡγεμόνι, ὅπως ὑπ' ἐκείνου ἀναιρεθείη· οὐ γὰρ ἐξῆν αὐτοῖς ἀνθρώπου σίδηρον ἐπιτρέπειν· ἐπεὶ δὲ ἀποδημῶν οὗτος ἔτύχεν, αὐτοὶ καθ᾿ ἑαυτοὺς συνδιασκεψάμενοι, ἐν ᾧπερ ἡ τοῦ Γότθου σύζυγος ἐντέθαπτο μνήματι τό γε νῦν ἔχον αὐτὴν κατακλείουσι, λίθω τε τραχεῖ τὸν τάφον διασφαλίζονται, καὶ φύλακας αὐτῷ ἐφιστάσι. Προσβαλούσης δὲ αὐτῇ τῆς τοῦ νεκροῦ δυσωδίας, πολλῆς ἀναπλησθεῖσα τῆς ἀηδίας· Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἡ παῖς ἔλεγεν, ὁ τὰ τῶν σῶνMARTYRIUM S. GURIÆ ET SOCIORUM.
μὴ ἀληθῆν λέγειν αὐτὴν ἰσχυρίζετο· προετρέπετο δὲ
ὡς δούλῃ κεχρῆσθαι, Τοῦτό σε πισιώσεται, λέγων,
μηδέποτε ταύτῃ συνελθεῖν ἐμέ. Οὐδὲ γὰρ ἂν σου
πάντως εἰς ἐξουσίαν οὕτως ἐδέδοτο· κιρνώσι γὰρ
φιλίας, οὐ δειστῶσιν οἱ ἔρωτες.
ancilla, dicens: Hoc fidem faciat, me nunquam
cum ea esse congressum. Neque enim a me unquam omnino in tuam tradita fuisset potestatem.
Amicitias enim conjungunt amores, non disjungunt.
ΚΑ΄. Τότε τοίνυν ὁ ἐκ πολλού τῷ ἀνθρωπείῳ γέXXI. Tunc autem qui longo abhinc tempore
νει πολέμιος, τὴν τοῦ Γότθου σύζυγον ὑπελθὼν, ἐξ- humano generi est inimicus, Gotthi uxorem subἐμηνε κατὰ τοῦ παιδὸς, καὶ διὰ τοῦτο πόνον τε συν- iens, eam adversus infantem furare concitavit, et
ελάμβανε, καὶ ἀνομίαν ἀπέτικτε, καὶ τι δηλητήριον propterea concepit laborem,et peperit iniquitatem,
ὑπὸ κόλπον αὐτῆς ἐνθεμένη τὴν μὲν τοῦ παιδὸς μηel cum quoddam venenum in sinum immisisset,
τέρα κατά τινα δῆθεν χρείαν τῆς οἰκίας ἐμπέμπει pueri quidem matrem emittit ad faciendum aliΚαὶ ἡ μὲν ἔξεισιν ἀνῦσαι τὸ προσταχθέν· ἡ δὲ τῷ quid, quod erat opus. Et ea quidem egreditur
τοῦ παιδὸς στόματι ἐμβάλλει τὸ δηλητήριον, καὶ ad exsequendumn id quod fuerat imperatum; illa
τῷ δηλητηρίῳ θάνατος εὐθὺς ἀκολούθει. Επανελ- autem venenum immittit in os pueri, et venenum
θοῦσα τοίνυν μετ' ὀλίγον ἡ μήτηρ, καί νεκρὸν μὲν mors statin est consecuta. Paulo post ergo reversa
τὸ παιδίον εὑροῦσα, περικεχυμένον δὲ τοῖς χείλεσιν maler, cum infantem quidem invenisset mortuum,
ἐκείνου τὸ δηλητήριον, πλήτλεται μὴν τὴν καρδίαν, illius vero labris infusum venenum, in corde quiκαὶ πάσχει τὴν ψυχὴν ἰσχυρῶς· κρύπτει δέ ὅμως dem sauciatur,el gravi animi dolore afficitur, eum
τὸ πάθος ἐν ἀποῤῥήτη, το μὲν ὡς μήτηρ παθοῦσα, tamen celat, et tenet in abdito: dolore quidem
τὸ δὲ ὡς νουνεχής φυλάξασα. Εἶτα κώδιον ἐρέας affecta, ut mater, secretum autem tenens, ut pruλαβοῦσα, καὶ τὸ στόμα τοῦ βρέφους ἐκμαξασα παρ'
dens et cordata. Deinde cum vellus sumpsisset, et
ἑαυτῆ κατεῖχε τὸ ἔριον, γνῶναι διὰ τῆς πείρας τάς os infantis abstersisset, lanam apud se detinuit,
ληθὲς βουλαμένη. Μετά γοῦν ἡμέρας ολίγας τῶν experientia volens scire veritatem. Paucis certe
φίλων καὶ συγγενῶν τινας ἐπὶ δεῖπνον τοῦ Γότθου post diebus, cum ex amicis et cognatis Gotthus
παραλαβόντος, ἁρπάζει τὸν καιρὸν ἡ κόρη καὶ τῇ invitassel aliquos, puella arripit occasionem, et
κύλικι ἐναποπλύνει τὸ ἔριον, τοῦ Γότθου τὸ τῆ γυ- lanam intingit in calice, et Gotthi tradit uxori,
ναικὶ ἀναδίδωσι, τάληθες, ὥσπερ ἔφην, μαθεῖν volens, ut dixi, verum scire, venenone privata sit
βουλομένη εἴτε φαρμάκῳ τὸν παῖδα ἐζημιώθη, εἴτε infante, an communi morte eum amiserit. Nam
καὶ καιρίῳ θανάτῳ τοῦτον ἀπέβαλεν. "μετο μὲν γὰρ existimabat quidem, quod si epoto medicamento
ὡς, εἰ πιοῦσα του φαρμάκου ζήσοι, εύδηλον ὅτι vixisset, evidens esset,quod nec flius ejus fuisset
μηδὲ ὁ παῖς φαρμάκῳ ἀνήρητο· εἰ δὲ καὶ τοῦτο αὐ- necalus veneno. Quod si id eam interfecisset, illud
τὴν ἀνέλοι, ἐκεῖνο πείσεται πάντως, ὅπερ αὐτὴ δέ- omnino passura esset, quod ipsa fecit. Cum ergo
δρακεν. Ἐπεὶ οὖν ἡ τοῦ Γοτίου φυνὴ μηδὲν πονη
Gotthi uxor nihil mali suspicaretur, accipiens
ρὸν ὑφεώρα μηδὲ ὑπώπτευε δεξαμένη, πίνει την ebibit calicem, slatimque labor conversus est in
κύλικα, καὶ εὐθὺς ἐπέστηρεφεν ὁ πόνος εἰς κεφαλήν, caput, et in ejus verticem descendit iniquitas, et
καὶ ἐπὶ κορυφὴν ἢ ἀδικία αὐτῆς κατέβαινεν, εἰς cecidit in foveam quam fecit: et juste compreβόθρον τε ἐνέπιπτεν ἂν εἰργάσατο, καὶ ἐν παγίδι hensa fuit in laqueo, quem absconderat. Alque
* έκρυψε δικαίως συνελαμβάνετο. "Εκειτο μὲν οὖν illa quidem jacebat mortua, extenso corpore, fruἐκτάδην νεκρά, τοὺς καρποὺς ἀξίους τῶν πόνων ctus ferens dignos laboribus. Animi autem agri
κομισαμένη· ἀθυμία δὲ τὸν Γότθον, τοὺς προσήκονα tudo invaserat Gotthum, ejusque nesessarios, et
τας, τοὺς ἐπιτηδείους κατεῖχεν· ὅλων ἐπλήρου τὸν qui genere ad eum altinebant: totam implebat
οἶκον ἀηδία, στυγνότης, κατήφεια ἐπὶ τῇ ἀώρῳ domum mceror el tristitia ob immaturam ejus
ταύτῃ τῆς γυναικὸς τελευτή. ᾿Αλλ᾽ ὅμως καὶ θρη- uxoris anortem. Ab eis tamen lugetur, ut erat
νεῖται παρ' αὐτῶν τὰ εἰκότα, ταφῆς τε λαμπράς consentaneum, et præclaram consequitur sepul
ἀξιοῦται, καὶ πολυτελώς κατατίθεται.
turam, et magnifice deponitur.
ΚΒ΄. Ἐπεὶ δὲ μετὰ τὴν ταφὴν ἑπτὰ παρῆλθον
ἡμέραι, καὶ ἱκανῶς περὶ τὸ πάθος ἠσχόληντο, ἕνα
νοιά τις αὐτοῖς γίνεται τῇ τῆς αἰχμαλώτιδος ἐπι·
βουλῇ τεθνάναι τούτοις τὴν συγγενή. Εντεῦθεν
Ιβούλοντο μὲν αὐτην παραδούναι τῷ ἡγεμόνι, ὅπως
ὑπ' ἐκείνου ἀναιρεθείη· οὐ γὰρ ἐξῆν αὐτοῖς ἀνθρώς
που σίδηρον ἐπιτρέπειν· ἐπεὶ δὲ ἀποδημῶν οὗτος
ἔτύχεν, αὐτοὶ καθ᾿ ἑαυτοὺς συνδιασκεψάμενοι, ἐν
περ ἡ τοῦ Γότθου σύζυγος ἐντέθαπτο μνήματι το
γε νῦν ἔχον αὐτὴν κατακλείουσι, λίθω τε τραχεί
τὸν τάφον διασφαλίζονται, καὶ φύλακας αὐτῷ ἐφιστάσι. Προσβαλούσης δὲ αὐτῇ τῆς τοῦ νεκροῦ δυσωδίας, πολλῆς ἀναπλησθεῖσα τῆς ἀηδίας· Κύριε ὁ
Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἡ παῖς ἔλεγεν, ὁ τὰ τῶν σῶν
XXII.Cum autem septem dies præteriissent post
sepulturam, et satis temporis consumpsissent in
moerore, venit eis in mentem,captivæ insidiis mor
tuamn esse eorum cognatam. Hinc factum est, ut
eam quidem vellent tradere præsidi, ut ab illo
tolleretur de medio; non enim licebat eis ferro
illam invadere. Cum autem is abesset, ipsi cum
inter se consultassent, in monumento,in quo fuerat
sepulta uxor Gotthi, eain includunt in presentia,
et sepulcrum muniunt aspero lapide, et ei adhibent
custodes. Cum vero ad eam veniret odor cadaveris, magna repleta molestia: Domine Deus virtutum, dicebat puella, qui tuoruin martyrum ef
confessorum pro te fusum sanguinem, tange
col. 155–156page 74 of 146
PG 116:155μαρτύρων καὶ ὁμολογητῶν ὑπὲρ σοῦ αἵματα ὡς δῶσαν προσδεξάμενος θυσίαν, ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ, τὴν ἐπὶ τῷ σῷ τε καὶ τῷ τῶν διὰ σὲ παθέντων ἁγίων ὀνόματι, ἀγνώστῳ ἀνδρὶ καὶ ἀλλοφύλῳ ἑαυτὴν ἐμπιστεύσασαν, καὶ διὰ τοῦτο ταύτην κατακριθείσαν τὴν βάσανον, αὐτός μοι τὴν παρὰ σοῦ παράσχου βοήθειαν, καὶ τοῦ παρόντος ἐξελοῦ κινδύνου. Καὶ ὑμεῖς δὲ, οἱ τοῦ Χριστοῦ ἅγιοι, οἱ τοὺς μυρίους ἐκείνους ἄθλους δι' αὐτὸν ὑποστάντες καὶ τοῦτον ζῶντα Θεὸν ἐναντίον βασιλέων ὁμολογήσαντες, οὕς τε ἐμῇ μητρὶ παρέσχεν ὁ Γότθος ἐγγυητὰς ἐπ᾿ ἐμοί, αὐτοί μοι νῦν πρὸς τὰ δεινὰ παράστητε βοηθοί, μηδὲ τὴν ὑμῖν ἀναθεμένην τὰ κατ' αὐτὴν περιόψεσθε. Ταῦτα προσευξαμένης, οὐκ ἔμελλον οἱ ἐγγυηταί, οὐδὲ πρὸς τὴν αὐτῆς βοήθειαν ἀνεβάλλοντο, ἀλλὰ τρεῖς ἄνδρας φῶς ἀπρόσιτον περικειμένους ὁρᾷ καὶ τὰ τῆς δυσωδίας εὐθὺς εἰς εὐωδίαν μετέβαλλεν, ὥστε θαυμαστήν τινα καὶ ἡδεῖαν προσβάλλειν αὐτῇ τὴν ὀσμήν. Καὶ θάρσει, γύναι, φασὶ πρὸς αὐτὴν ἐκεῖνοι, καὶ μὴ φοβοῦ· ταχείας γὰρ τεύξει τῆς σωτηρίας, δεινὸν οὐδὲν, οὐδὲ ἄχαρι ὑπομείνασα· οὔτε γὰρ τὴν ἐγγύην ψευσόμεθα, οὔτε ἀναβολῇ περὶ τὴν σωτηρίαν χρησόμεθα. Κγ΄. Ταῦτα τοίνυν τῶν ἁγίων αὐτῇ διαλεχθέντων, αὕτη ὥσπερ ἐν ἐκστάσει γενομένη ὑπνοῖ τῇ τοῦ Θεοῦ τε ἀμάχῳ καὶ τῶν αὐτὸν ὁμολογησάντων δυνάμει, ὦ θαύματος ἀξίου τῆς τοῦ Θεοῦ χρηστότητός τε καὶ δυνάμεως· καθάπερ τις ἄλλος Ἀμβακοὺμ προφήτης ἐν μιᾷ καιροῦ ῥοπῇ ἀπὸ τῶν Ἱεροσολύμων πρὸς τὴν Βαβυλῶνα μετετέθη· ἢ ὡς ὁ μαθητὴς Φίλιππος ἀπὸ προσώπου τοῦ εὐνούχου ἡρπάγη ὑπὸ τοῦ Πνεύματος, τὸν αὐτὸν δήπου καὶ αὐτῇ τρόπον τοῦ μνήματος καθεύδουσα μετατίθεται, καὶ τῷ ναῷ τῶν ὁμολογητῶν ὁμοῦ καὶ μαρτύρων ἀποκαθίσταται. Τῷ τῶνδε οὖν ἀποκατασταθείσῃ τῶν μαρτύρων ναῷ, κατὰ τὸ περίορθρον τοῦ ὕπνου αὐτὴν ὑπανέντος, παρεστώτας αὐτῇ τοὺς τοῦ Χριστοῦ μάρτυρας καὶ αὖθις ὁρᾷ, καί, Οἶσθα ποῦ ἄρτι εἶ; λέγοντας. Περιβλεψαμένη οὖν τῇδε κἀκεῖσε καὶ ὥσπερ ἐν ἑαυτῇ γενομένη καὶ τὸν εὐκτήριον τῶν μαρτύρων οἶκον ἀναγνωρίσασα, πάσης τε ἡδονῆς πεπλήρωτο, καὶ πολλῷ τῷ θαύματι κατεπλήττετο, ἔχαιρεν ὁρῶσα, ἐξίστατο ἐννοοῦσα, ἑαυτῇ διηπίστει, οὐκ εἶχεν ὅ τι καὶ γένοιτο. Τέλος, τοῖς τῶν ἁγίων προσπίπτει ποσί, καὶ τὰς εὐχαριστηρίους εὐχὰς ἀποδίδωσιν. Οἱ δὲ πρὸς αὐτήν, Τὰ τῆς ἡμετέρας ἰδοὺ, φασίν, ἐγγύης πεπλήρωται. Πορεύου παρὰ τὴν μητέρα τὴν σὴν ἐν εἰρήνῃ. Καὶ οἱ μὲν εὐθὺς τῶν ὀφθαλμῶν ἐκείνης διέστησαν· ἡ δὲ τῇ τούτων προσελθοῦσα σορῷ, θερμῶς τε περιπτυξαμένη καὶ δάκρυα ἡδονῆς ὁμοῦ καὶ φόβου συμμιγῆ καταχέασα, Ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἔλεγεν, ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα ὅσα ἠθέλησεν ἐποίησεν, ἐξαπέστειλεν ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἔσωσέ με· Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ σώζων τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σοί. Τὸ ἑσπέρας ηὐλίσθη κλαυθμός, καὶ εἰς τὸ πρωὶ ἀγαλλίασις. Κδ΄. Ἐφ᾿ ἱκανὴν οὖν τῆς ὥρας τὰς εὐχὰς δάκρυσιν παρατείνασαν, ὁ ἐν τῷ ναῷ ἱερεὺς τὴν κόρην ὁρῶν, καὶ τῶν εὐχαριστηρίων ἀκούων διαπορῶνvivum accepisti sccrifcium, ad me aspice, quae μαρτύρων καὶ ὁμολογητῶν ὑπὲρ σοῦ αἵματα ὡς δῶ
propter tuum et eorum qui propter te passi sunt,
sanctorum nomen, viro ignoto et alienigenæ meipsam credidi, et sum propterea damnata ad hoc
tormentum;tu mihi tuum da auxilium, et me libera
a prasenti periculo. Vos quoque, sancti Christi,
qui illa innumerabilia certamina propter ipsum
sustinuistis, et eum esse virum Deum coram regibus confessi estis, quos matri meæ praebuit Gotthus
propter me fidejussores, ipsi nunc adeste mihi in
malis adjutores: nec eam despiciatis, quæ se vobis
dedicavit. Cum ita esset præcata, non tardarunt
Gidejnssores, neque distulerunt ei ferre auxilium.
Sed videt tres viros luce circumdatos, ad quam non
palet aditus, et fator ille mox conversus fuit in g
bonum odorem, adeo ut mirabilis quidam et suavis
odor ad eam accederet. Et, Bono animo esto, ei
dicunt,o mulier,nec time; cito enim salutem assequeris, nihil omnino grave passa, nec ingratum.
Neque enim fallemus fide jussionem, neque dilatione utemur in salute.
XXIII. Cum hæc ergo sancti ei dixissent, ea statim tanquam a se discessisset. resolvitur in sonorem,Deique invicta, eorumque qui ipsum confessi
fuerant,virtute,(ο miraculum dignum Dei benignitate et potentia!) quomodo alius quidam Habacuc
propheta momento temporis Hierosolymiis translatus fuit Babylonem 18: aut ut discipulus Philippus a G
facie eunuchi Athiopis rapius a Spiritu!9: eodem
modo ipsa quoque dormiens transfertur a monumento el restituitur in templum confessorum simul
et martyrum.Reddita ergo huic templo martyrum,
cum mane eam somnus remisisset videt ei rursus
astantes Christi confessores, et dicentes: Scisnam
modo ubi sis? Cum huc ergo et illuc circumspexisset, et veluti ad se rediisset, et ædem agnovisset
oratoriam, impleta fuit omni gaudio, et magna
affecta fuitadmiratione. Lælabatur videns,stupebat
animo cogitans, sili (iffidebat, nesciebat quid ageret: postremno procidit ad pedes sanctorum, et eis
agit gratias Illi autem ei dixerunt: Nostra impleta
est Adejussio. Vade in pace ad matrem tuam. Et
illi quidem ex oculis statim evanuerunt. Illa autem
ad eorum capsam accedens,et ardenter amplectens,
et lacrymas voluptate et timore simul mistas elfundens: Deus noster, dicebat, in coelo et in terra,
omnia quæcunque voluit, fecit: emisit e caelo, et
me servavit. Benelictus es, Domine, qui servas eos
qui sperant in te. Vespere liabitavit mecum luctus,
et mane exsultatio 20.
σαν προσδεξάμενος θυσίαν, ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ, τὴν
ἐπὶ τῷ σῷ τε καὶ τῷ τῶν διὰ σὲ παθέντων ἁγίων
ὀνόματι, ἀγνώστῳ ἀνδρὶ καὶ ἀλλοφύλῃ ἑαυτὴν ἐμπισ
στεύσασαν, καὶ διὰ τοῦτο ταύτην κατακριθείσαν
τήν βάσανον, αὐτός μοι τὴν παρὰ σοῦ παράσχω
βοήθειαν, καὶ τοῦ παρόντος ἐξελοῦ κινδύνου. Καὶ
ύμεῖς δὲ, οἱ τοῦ Χριστοῦ ἅγιοι, οἱ τοὺς μυρίους ἐκεί
νους ἄθλους δι' αὐτὸν ὑποστάντες καὶ τοῦτον ζῶντα
Θεὸν ἐναντίον βασιλέων ὁμολογήσαντες, οὔ; τε ἐμῇ
μητρί παρέσχεν ὁ Γότθος ἐγγυητὰς ἐπ᾿ ἐμοί, αὐτοί
μοι νῦν μρὸς τὰ δεινὰ παράστησε βοηθοί, μηδὲ τὴ
ὑμῖε ἀναθεμένην τά κατ' αὐτὴν περιόψεσθε. Ταῦτα
προσευξαμένης, οὐκ ἔμελλον οἱ ἐγγυηταί, οὐδὲ τρὸς
τὴν αὐτῆς βοήθειαν ἀνεβάλλοντο, ἀλλὰ τρεῖς ἄνδρα;
φως ἀπρόσιτον περικειμένους ὁρᾷ καὶ τὰ τῆς δυσ
ωδίας εὐθὺς εἰς εὐωδίαν μετέβαλλεν, ὥστε θαυμα
στήν τινα καὶ ἡδεῖαν προσβάλλειν αὐτῇ τὴν ὀσμήν.
Καὶ θάρσει, γύναι, φασὶ πρὸς αὐτὴν ἐκεῖνοι, καὶ
μὴ φοβον ταχείας γὰρ τεύξει τῆς σωτηρίας, δεινὸν
οὐδὲν, οὐδὲ ἄχαρι ὑπομείνασα· οὔτε γὰρ τὴν ἐγγύην
ψευτόμεθα, οὔτε ἀνατολῇ περὶ τὴν σωτηρίαν χρησόμεθα.
Κι. Ταῦτα τοίνυν τῶν ἁγίων αὐτῇ διαλεχθέντων,
αἰτίνα ὥσπερ ἐν ἐκστάσει γενομένη ὑπνοῖ τῇ τοῦ
Θεοῦ τε ἀμάχῳ καὶ τῶν αὐτὸν ὁμολογησάντων δυ
νάμει, ὦ θαύματος ἀξίου τῆς τοῦ Θεοῦ χρηστότητός
τε καὶ δυνάμεως! καθάπερ τις άλλος ᾿Αμβακούμ
προφήτης ἐν μιᾷ καιροῦ ῥοπῇ ἀπὸ τῶν Ἱεροσολύ
μων πρὸς τὴν Βαβυλῶνα μετετέθη· ἢ ὡς ὁ μαθητής
Φίλιππος ἀπὸ προσώπου τοῦ εὐνούχου ἡρπάγη ὑπὸ
τοῦ Πνεύματος, τὸν αὐτὸν δήπου καὶ αὐτῇ τρόπον
του μνήματος καθεύδουσα μετατίθεται, καὶ τῷ ναῷ
τῶν ὁμολογητῶν ὁμοῦ καὶ μαρτύρων ἀποκαθίστα
ται. Τῷ ταδε οὖν ἀποκατασταση των μαρτύρων
νε, κατὰ τὸ περίορθρον τοῦ ὕπνον αὐτὴν ὑπανένω
τος, παρεστώτας αὐτῇ τοὺς τοῦ Χριστοῦ μάρτυρας
καὶ αὖθις ὁρᾷ, και, οἴαθα που ἄρτι εἶ; λέγοντας.
Περίβλεψαμένη οὖν τῇδε κἀκεῖσε καὶ ὥσπερ ἐν
ἑαυτὴ γενομένη καὶ τὸν εὐκτήριον τῶν μαρτύρων
οἶκον αναγνωρίσασα, πάσης τε ἡδονῆς πεπλήρωτη,
καὶ πολλῷ τῷ θαύματι κατεπλήττετο, ἔχαιρεν ὁρῶ
σα, ἐξίστατο ἐννοῦσα, ἑαυτῇ διηπίστει, οὐκ εἶχεν
ὅ τι καὶ γένοιτο. Τέλος, τοῖς τῶν ἁγίων προσπίπτει
ποσί, καὶ τὰς εὐχαριστηρίους εὐχὰς ἀποδίδωσιν. Οἱ
δὲ πρὸς αὐτὴν, Τὰ τῆς ἡμετέρας ἰδοὺ, φασίν, έγω
γύης πεπλήρωται. Πορεύου παρὰ τὴν μητέρα τὴν
σὴν ἐν εἰρήνῃ. Καὶ οἱ μὲν εὐθὺς τῶν ὀφθαλμῶν
ἐκείνης διέστησαν· ἡ δὲ τῇ τούτων προσελθούσε
σορῷ, θερμώς τε περιπτυξαμένη καὶ δάκρυς ἡδο
τῆς ὁμοῦ καὶ φόβου συμμιγή καταχέαση, Ὁ Θεὸς
ἡμῶν, ἔλεγεν, ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα
ὅσα ἡθέλησεν ἐποίησεν, ἐξαπέστειλειν ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἔσωτέ με, Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ σώζων τους
ἐλπίζοντας ἐπὶ σοι. Τὸ ἑσπέρας μάλισθη και κλασθμός, καὶ εἰς το πρωὶ ἀγαλλίασις.
&
XXIV.Cum ergo satis longo tempore præcescum ΚΔ΄. Ερ᾽ ἱκανὴν οὖν τῆς ὥρας τὰς εὐψας δάκρυ
lacrymis producentem puellam videret sacerdos, σιν παρατείνασαν, ὁ ἐν τῷ ναῷ ἱερεὺς τὴν κόρην
qui erat in templo, et audiret gratiarum actionen, ἐρῶν, καὶ τῶν εὐχαριστηρίων, ἀκούον διαπορῶν
18 Dan. xiv, 35. 19 Act. VIII, 39. 30 Psal. CXXXIV, 6.
col. 157–158page 75 of 146
PG 116:157ἦν. Εἶτα ἤρετο προσελθὼν τὴν αἰτίαν, δι' ἣν οὕτω τι προσευχομένη ὠδύρετο, καὶ τοσαῦτα ἐκχέοι τα δάκρυα, καὶ ὑπὲρ ὅτου τὰς εὐχαριστίας προσφέρει. Ἡ δὲ αὐτῷ πάντα διεξήει τὰ κατ' αὐτήν, ὅπως τε τῷ Γότθῳ παρὰ τῆς μητρός συναφθείη, καὶ ὡς τούτην συναποδημήσαι τοῖς ὅρκοις πιστεύσασα, ὅπως τε τὸ τεχθὲν αὐτῇ ὑπὸ τῷ Γότθῳ φαρμάκι ζημιωθείη, καὶ ὅπως τῷ τάφῳ κατακλεισθείη, καὶ οἵας τῆς τύχης πειράσαιτο, καὶ οἵας τῆς ἀπαλλαγῆς παρὰ τῶν ἁγίων τύχοι. Τούτων ὁ ἱερεὺς ἀκούσας, ἐξίστατο ἑαυτοῦ, διηπορεῖτο τῷ μεγέθει τοῦ θαύματος, πρὸς ἀπιστίαν καὶ πίστιν τὴν ψυχὴν ἐμερίζετο. Ὅθεν καὶ τελειότερον τὰ κατ' αὐτὴν πιστωθῆναι βουλόμενος τίς τε ἡ μήτηρ τῆς κόρης ἐπυνθάνετο, καὶ ἧστινος ὥρμητο τῆς οἰκίας. Τῆς δὲ ταῦτα τῷ ἱερεῖ ἀποκριναμένης τὴν μὲν κόρην οὕτως ἐν τῷ ναῷ κατέχει, μεταστέλλεται δὲ τὴν μητέρα πρὸς ἑαυτόν. Ἡ δὲ τὸν εὐκτήριον οἶκον καταλαβοῦσα, καὶ τὴν θυγατέρα τῷ ἱερεῖ παρεστῶσαν ἐξαίφνης θεασαμένη, πρῶτα μὲν περιβάλλει ταύτην καὶ θερμῶς προσπτύσσεται, τοῦ φίλτρου πάντως ἁπλῶς ποιοῦντος τὸ ἴδιον· εἶτα ἐπὶ πολὺ καὶ ἀλλήλεις ἐφησυχάζουσαι, τῆς οἰμωγῆς αὐταῖς τὴν φωνὴν ἐπεχούσης, καὶ τῶν δακρύων τὴν ὁμιλίαν διακοπτόντων· τῆς μὲν γὰρ ὑπέθραττε τὴν ψυχὴν ἡ παῖς ὁρωμένη ἐν δουλικοῖς ἐνδύμασι καὶ προσχήμασι, ἡ θυγάτηρ δὲ πάλιν ἐπλήττετο τὴν καρδίαν ὅτι ἐπὶ χρησταῖς ἐλπίσι τῆς μητρός διαζυγεῖσα, οὕτως ἐπανῆκεν ἀτίμως, ὡς ἐκκαλεῖσθαι καὶ ἀπὸ μόνης τῆς θέας τὸν ἔλεον. Μόλις γοῦν ἡ μήτηρ τῆς πικρᾶς ἐκείνης ἀνενεγκοῦσα συγχύσεως ἀνεπυνθάνετο τῆς παιδὸς τίνα τε αὐτῇ τὰ συμβεβηκότα, καὶ ὅπως ἐπανῆκε, καὶ τί τὸ δουλικῶς αὐτὴν οὕτω περιβεβλῆσθαι ποιῆσαν. Ἡ δὲ πάντα τὰ κατ᾽ αὐτὴν ὡς εἶχε τῇ μητρὶ διεξήει, ἡδέα μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν ὄντα καὶ λέγεσθαι, καὶ ἀκούεσθαι. Ἐπεὶ οὖν καὶ ἡ μήτηρ, τὰ τοῦ Θεοῦ τε καὶ τῶν ὁμολογητῶν αὐτοῦ καὶ μαρτύρων εἰς τὴν θυγατέρα γεγονότα τεράστια ἐπύθετο παρ' αὐτῆς, πάσαν ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὁ σωτήριος τῶν μαρτύρων οἶκος ἀμφοτέρας εἶχε μεγαλυνούσας τὸν Κύριον· ἑσπέρας δὲ ἄρτι καταλαβούσης ἐξίασι τοῦ νεώ, καὶ τῷ οἴκῳ μὲν ἑαυτῶν ἀποδίδονται· τῇ ἐπιούσῃ δὲ πανταχῆ τε τὸ γεγονὸς διεδίδοτο, καὶ τὸ πλῆθος ἐπὶ τὴν κόρην καὶ τῶν ἄλλως προσηκόντων συνέρρεον, τὸν Θεόν τε ἅμα αὐτῇ καὶ τοὺς δι᾿ αὐτόν παθόντας ἁγίους ἐδόξαζον. ΚΕ΄. Χρόνῳ δὲ ὕστερον, Θεὸς ὁ τῶν ἐκδικήσεων Κύριος, ἐπαρρησιάσατο, ὑψώθη ὁ κρίνων τὴν γῆν, ἀπέδωκεν ἀνταπόδωσιν τοῖς ὑπερηφάνοις. Πέρσαις γὰρ Οὕννων προσθεμένων, καὶ τοὺς περὶ τὴν Ἔδεσσαν τόπους ἔτι κατατρεχόντων, στέλλεται μὲν καὶ αὖθις Ἐδεσσηνοῖς εἰς συμμαχίαν παρὰ Ῥωμαίων στρατός, ἐφ᾽ ᾧ τῶν δὲ εἷς ἦν καὶ ὁ πολὺς τὴν μοχθηρίαν Γότθος, καὶ τῇ τῆς γυναικὸς οἰκίᾳ πάλιν ἐπιδημεῖ· ἐπιδημεῖ δὲ πεποιθότως ἅτε γαμβρὸς ἑστίᾳ πενθερικῇ καὶ μηδὲν ὧν ἐν τῷ ἀφανεῖ ἐπεβούλευσε φανερόν γενέσθαι ὑπονοῶν. Γνοῦσα τοίνυν ἡ τῆς παιδὸς μήτηρ τὴν τοῦ ἀνδρὸς παρουσίαν, τὴν μὲν θυγατέρα τῇMARTYRIUM 8. GURIE ET SOCIORUM.
ἦν. Εἶτα ἤρετο προσελθὼν τὴν αἰτίαν, δι' ήν οὕτω dubitabat. Deinde accedens, rogabat causam, cal
τι προσευχομένη ὠδύρετο, καὶ τοσαῦτα ἐκχέοι τα sic orans lamentaretur, et tam multas effunderet
δάκρυα, καὶ ὑπὲρ ὅτου τὰς εὐχαριστίας προσφέρει. lacrymas, et pro quo efferet gratiarum actionem.
Ἡ δὲ αὐτῷ πάντα διεξήει τὰ κατ' αὐτήν, ὅπως τε Illa autem ei narravitrem omnem, quemadmodum
τῷ Γότθῳ παρὰ τῆς μητρός συναφθείη, καὶ ὡς et Gottho a matre juncta fuissot matrimonio, et
τούτην συναποδημήσαι τοῖς ὅρκοις πιστεύσασα, ὅπως quemadmodum cum eo abiisset, fidem habens dato
πε τὸ τεχθὲν αὐτῇ ὑπὸ τῷ Γότθῳ φαρμάκι ζημιω- ab eo jurejurando: et quemadmodum folus, qui
θείη, καὶ ὅπως τῷ τάφῳ κατακλεισθείη, καὶ οἶας Gottho ex ea arat nalus, veneno periisset: et quemτῆς τύχης πειράσαιτο, καὶ οἵας τῆς ἀπαλλαγῆς admodum fuisset inclusa in sepulcro, et qualem
παρὰ τῶν ἁγίων τύχοι. Τούτων ὁ ἱερεὺς ἀκούσας, experta esset fortunam, et qualem a sanctis asseἐξίστατο εαυτού, διηπορεῖτο τῷ μεγέθει τοῦ θαύ- cuta esset liberationem. Hæc cum audiisset sacerματος, πρὸς ἀπιστίαν καὶ πίστιν τὴν ψυχὴν ἐμερί- dos, a se plane discedebat, dubitabat propter maζετο. Οθεν καὶ τελειότερον τὰ κατ' αὐτὴν πιστω- gnitudinem ejus, quod narrabatur: incredulitate
θῆναι βουλόμενος τίς τε ἡ μήτηρ τῆς κόρης ἐπυν- et fide ejus dividebatur animus. Unde etiam volens
θάνετο, καὶ ἧστινος ώρμητο τῆς οἰκίας. Τῆς δὲ de ea certior fieri, rogabat quænam esset mater
ταῦθα τῷ ἱερεῖ ἀποκριναμένης τὴν μὲν κόρην οὕτως puellæ, et e qua domo esset orta. Cum ea autem
ἐν τῷ ναῷ κατέχει, μεταστέλλεται δὲ τὴν μητέρα respondisset sacerdoti, is quidem puellam in temπρὸς ἑαυτόν. Ἡ δὲ τὸν εὐκτήριον οἶκον καταλα- plo detinet, matrem autem ad se accersit. Illa
βούσα, καὶ τὴν θυγατέρα, τῷ ἱερεῖ παρεστῶσαν vero cum ad ædem venisset oratoriam, et filiam
ἐξαίφνης θεασαμένῃ, πρώτα μὲν περιβάλλει ταύτην sacerdoti assistentem repente aspexisset, primum
καὶ θερμῶς προσπτύσσεται, του φίλτρου πάντως quidem eam ardenter amplectitur, amore omnino
ἁπλῶς ποιοῦντος τὸ ἴδιον εἶτα ἐπὶ πολὺ καὶ ἀλλή- suo fungente officio. Deinde diu inter se silent,
λεις ἐφησυχάζουσαι, τῆς οἰμωγῆς αὐταῖς τὴν φω- inclu vocem reprimente, et lacrymis sermonem
τὴν ἐπεχούσης, καὶ τῶν δακρύων τὴν ὁμιλίαν δια- interrumpentibus. Nam matris quidem frangebat
κοπτόντων τῆς μὲν γὰρ ὑπέθράττε τὴν ψυχὴν ἡ animum filia, quæ cernebatur in servili vestitu et
παῖς ἡρωμένη ἐν δουλικοῖς ἐνδύμασι καὶ προσχής habitu. Filia aulem rursus animo sauciabatur,
μασι, ἡ θυγάτηρ δὲ πάλιν ἐπλήττετο τὴν καρδίαν quod liona spe, a matre disjuncta, tam turpiter
ὅτι ἐπὶ χρησταῖς ἐλπίσι τῆς μητρός διαζυγεῖσα, rediisset, ut vel solo aspectu provocaret ad miseοὕτως ἐπανῆκεν ἀτίμως, ὡς ἐκκαλεῖσθαι καὶ ἀπὸ ricordiam. Cum ergo vix tandem mater se colleμόνης τῆς θέας τὸν ἔλεον. Μόλις γοῦν ἡ μήτηρ τῆς gisset ab acerba illa confusione, rogavit filiam,
πικρᾶς ἐκείνης ἀνενεγκούσε συγχύσεως ἀνεπυνθά- quænam ei accidissent, et quemadmodum rediisset,
απο τῆς παιδὸς τίνα τε αὐτῇ τὰ συμβεβηκότα, καὶ et quidnam fecerit eam indui tam serviliter. Illa
ὅπως ἐπανῆκε, καὶ τί τὸ δοολικῶς αὐτὴν οὕτω περι- autem narravit omnia matri, ut se habebant, quæ
βεβλήσθαι ποιῆσαν. Ἡ δὲ πάντα τὰ κατ᾽ αὐτὴν ὡς post liberationem erant jucunda et dictu et auditu.
εἶχε τῇ μητρὶ διεξήει, ἡδέα μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν Cum ergo mater, quæ a Deo et ejus confessoribus
ὄντα καὶ λέγεσθαι, καὶ ἀκούεσθαι. Ἐπεὶ οὖν καὶ ἡ et martyribus facta fuerunt in fliam miracula, ab
μήτηρ, τὰ τοῦ Θεοῦ τε καὶ τῶν ὁμολογητῶν αὐτοῦ ea audivisset, totum illum diem oratoria æles
καὶ μαρτύρων εἰς τὴν θυγατέρα γεγονότα τεράστια martyrum ambas habuit Dominum laudantes.Cam
ἐπύθετο παρ' αὐτῆς, πάσαν ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὁ venisset autem vespera, egrediuntur e templo et
σατήριος των μαρτύρων οἶκος ἀμφοτέρας εἶχε με- domum revertuntur. Die vero sequenti, et quod
γαλυνούσες τὸν Κύριον· ἑσπέρας δὲ ἄρτι καταλα- factum fuerat,in omnem partem fuit disseminatum:
βούσης εξίασι τοῦ νεώ, καὶ τῷ οἴκῳ μὲν ἑαυτῶν et multitudo confluebat ad puellam eorum qui alioἀποδίδονται· τῇ ἐπιούσῃ δὲ πανταχῆ τε τὸ γεγονὸς qui ad eam attinebant, Deumque simul cum ea, et
διεδίδοτο, καὶ τὸ πλῆθος ἐπὶ τὴν κόρην καὶ τῶν ἄλ- eos, qui propter ipsum passi fuerant, glorificantes.
λως προσηκόντων συνέβῥεον, τὸν Θεόν τε ἅμα αὐτῇ καὶ τοὺς δι᾿ αὐτόν παθόντας ἁγίους ἐδό
ξαζον.
των
ΕΕ'. Χρόνῳ δὲ ὕστερον, Θεὸς ὁ τῶν ἐκδική-D XXV. Aliquando autem post tempore Deus DoΚύριος, ἐπαρρησιάσατο, ὑψώθη ὁ κρίνων
την γῆν, ἀπέδωκεν ἀνταπόδωσιν τοῖς ὑπερηφάτους. Πέρσαις γὰρ Ούννων προσθεμένων, καὶ τοὺς
περί την “Ελασσαν τόπους ἔτι κατατρεχόντων,
στέλλεται μὲν καὶ αὖθις Εδεσσινοῖς εἰς συμμαχίαν παρά Ρωμαίων στρατός, ἐφ᾽ ᾧ τῶν δὲ
εἰς ἦν καὶ ὁ πολὺς τὴν μοχθηρίαν Γότθος, καὶ τῇ
τῆς γυναικὸς οἰκίᾳ παλιν ἐπιδημετ᾽ ἐπιδημεῖ δὲ
πεποιθέτως ἅτε γαμβρὸς ἐστίᾳ πενθερικῇ καὶ
μηδὲν ὧν ἐν τῷ ἀφανεῖ ἐπεβούλευσε φανερόν γενέσθαι ὑπονοών. Γνοῦσα τοίνυν ἡ τῆς παιδὸς μήτηρ
τὴν τοῦ ἀνδρὸς παρουσίαν, τὴν μὲν θυγατέρα τῇ
minus ultionum libere egit, in altum elatus est
qui judicat terram, reddidit superbis remunerationem. Nam cum Hunni Persis se adjunxissent, et in
loca, quæ erant circa Edessam, adhuc facerent incursiones, rursus quidem ad Edessenosin auxilium
a Romanis mittitur exercitus. Unus autem ex iis
erat etiam sceleratissimus Gotthus; et venit rursus
in domum mulieris. Venit autem confidenter,tanquam genor in domum socrus, nihil eorum, qu
occulte perpetrarat, manifestum evasisse suspicans.
Cum ergo cognovisset mater ejus adventum,aliam
quidem includit in domo interiore, cogitans rem
col. 159–160page 76 of 146
PG 116:159ἐνδοτέρα οἰκίᾳ εγκατακλείεί, σοφώτερον ή κατά για ναίκα πράγμα δράσει διανοουμένη. Ἡ δὲ μετὰ περιχαρείας αὐτὸν ὑποδέχαται, ὅπως μὲν οὕτως ἔχει διερωτῶσι, όπως δὲ τὴν ἐπὶ τὰ οἰκεῖα τούτου ὁδὸν ή θυγάτηρ διήνυσεν, όπως τε διεσώθη, καὶ ἐγχύ μων οὖσα τέτοις, καὶ ὅ τι τὸ τεχθέν, ἄῤῥεν ή θηλύ ἐστιν. Εγώ γάρ, φησί, πολλὴν τὴν περὶ ὑμῶν εποιούμην φροντίδα, μή πού τι κατὰ τὴν ὁδα πορίζι ὑμῖν καὶ μάλιστα τῇ ἐμῇ θυγατρὶ συνενεχθῇ δυσχερὲς, ἐγκύμονί τε καὶ ἤδη πρὸς τὸ τίκτειν καθιστι μένῃ. Καὶ ὁ Γότθος ὥσπερ οὐκ ἀφ᾽ ὧν αὐτὸς ἕδρα. σεν, ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ὧν ἡ ἄῤῥητος ᾠνονόμησεν ἀγαθότης τάς ἀποκρίσεις ποιούμενος· Ἐν καλοίς, Έλεγε, πάντα ταῖς σαῖς προσῆλθον εὐχαῖς. ᾿Αλύπως δὲ καὶ τὴν ὁδὸν ἅμα τῇ σῇ θυγατρὶ διηνύσαμεν, καὶ τοῖς ἐμοῖς εὐθύμως ἀπεσώθη, καὶ ὅτι τέκοι παιδίον ἄρ ρεν, καὶ νῦν ἐν ὑγείᾳ οὔτε καὶ εὐθυμία, πολλά σε δι᾿ ἐμοῦ προσαγορεύει τε καὶ ἀσπάζεται. Εἰ δὲ μή ἐκ τοῦ ἀραδίου προς συμμαχίαν ἐστάληκεν, ἐπεν ἤνεν ἄν τοι καὶ αὐτὴ τὸν ἐμο!. Κα'. Τούτων ἡ μήτηρ ἀπούτατα, ὀργῆς τε έπλησ τοῦτο καὶ τὰ σπλάγχνα εστρέφετο, ἔργων ἀδίκων επίπλαστον μοσαττομένη χρηστολογίαν. Εἶτα μηκέτι δυναμένη διενεγκείν θυμὸν δίκαιον εἰς άττοντα παρανομίαν, ενεβριμήσατό τε τῷ τὰ πάντα ἀδίκῳ ἀνδρὶ καί, Δόλιε, φησί, καὶ φονεῦ, τί με τὰ τῆς ἐμῆς πεποίηκας θυγατρός; Τοιαύτά μοι μεθ' όρκων ἐπηγγείλω, ἐπὶ τούτοις ἐγγυητές ἐμοὶ καὶ μάρτυρας τοὺς διὰ Χριστὸν παθόντες παρέσχες; 'Αλλ' αὐτοί σε πάντως, οὓς ἐγγυητὰς δέδωκας, αὐτο! σε τῆς πονηρᾶς τιμωρήσονται γνώμης, καὶ τῆς ἀδίκου ταύτης ἐπιβουλῆς εἰσπράξονται δίκας αὐτοὺς εἰς ἄμυναν ἐγὼ καλέσω, οὓς εἰς ἐγγύην σύ τοτε παρείληφας. Ταῦτα ἡ μήτηρ είπουσα εξέγει τῆς οἰκίας τὴν θυγατέρα, καὶ, οἶδας τις αὕτη, φησίν, ἀνόσιε; τῷ Γότθῳ δείξασα· οἶδας ταύτην καὶ ὅπου ταύτην κατέκλεισας, καὶ οἵῳ ἠβουλήθης παραδού και θανάτῳ, μὴ φύσιν, μὴ νόμους, μή ἔρχους τους μακρὰν ἐκείνους εὐλαβηθείς; Αλλ' οἱ τοῦ Χριστοῦ ὁμολογηταὶ καὶ μάρτυρες Σαμωνάς, Γορίας καὶ "Αβιβος, ἐφ᾽ οἷς ἐγὼ θαββήσασε τῇ βαρβάρων που ταύτην ἐπίστευον δεξιᾷ, ἐκεῖνοί μοι παρ' ἐλπίδα πᾶσαν αὐτὴν διεσώσαντο καὶ τοῖς ἐμοῖς ἐπέδωκεν κόλποις. ΚΖ'. Τούτων ἐπειδὴ ὁ Γότθος ἤκουσε, καὶ περι στῶσαν εἶδε τὴν κόρην, ὁπότε τῆς αἰσχύνης αυτή αὐτῷ καὶ τοῦ φόβον τὸ φθέγμα ἐσβέσθη, καὶ ἄφωνος ἦν μὴ ἀναπτύξαι τὸ στόμα δυνάμενος, εἶτα ἐπειδὴ ἔλεγχος ἦν ἀκριβὴς, καὶ φανερὸς ὑπῆρχε τοιαύτε κατὰ τῆς κόρης διαπραξάμενος, μηδὲ λόγου μετα δόντες αὐτῷ οἱ παρόντες, ἀσφαλῶς κατακλείουσιν, Ἡ δὲ μήτηρ σὺν τῇ θυγατρὶ τὸν ὑπογραφία παραστησάμεναι, καὶ τὰ συμβεβηκότα πάντα διαχειρά ξεσαι, τῷ τὰ πάντα ὁσίῳ τῆς Ἐδέσσης ἐπισκόπῳ, Εὐλόγιος δὲ οὗτος ἦν, ἐγχειρίζουσι. Καὶ ὅς, ταύτα διεξελθών, σύναμα τῷ κλήρῳ παντὶ παρὰ τὸν τῆς πόλεως ἔπεισι στρατηλάτην, καὶ τὸ γραμματεῖον αὐτῷ ἀναδίδωσιν. Ὁ δὲ καὶ αὐτὸς τὰ γεγραμμένα ἐπιλεξάμενος, πρῶτα μὲν ἐν θαύματος λόγῳ τὰ τοῦGaeere capientiorem, quam qum videatur posse a ἐνδοτέρα οἰκίᾳ εγκατακλείεί, σοφώτερον ή κατά για
cadere ta mulierem. Illa autem eum excipit cum ναίκα πράγμα δράσει διανοουμένη. Ἡ δὲ μετὰ πε
gaudio, quomodo ipse se habeat.interrogans:quo- ριχαρείας αὐτὸν ὑποδέχαται, ὅπως μὲν οὕτως ἔχει
modo vero alia iter in ejus domum confecerit; et
quomodo sit conservata; et quemadmodum, cum
esset gravida, pepererit: et quod pepererat, essetne masculus, an femina. Ego enim, inquit, de
vobis eram valde sollicita, ne vobis in via, et
maxime filiæ meæ grave aliquid accideret, ut quæ
esset praegnans, et pariendi tempus jam ei appeteret. Gotthus autem, ut qui non ex iis quæ ipse
fecerat, sed ex iis quæ ineffabilis dispensaverat
bonitas, responderel: Omnia. dicebat, recte luis
successere precibus. Sine ulla autem molestia viam
cum tua alia peregimus, et arl mdes meas alacriter
pervenimus; peperit autem filium masculum, et °
nunc sana et laeta tibi plurimam per me dicit salulem. Quod nisi repente missi essenius all ferendum auxilium,ipsa quoque ad te mecum rediisset.
XXVI. Hae cum water audiret, ira replebantur
et versabantur ejus viscera, utque abominaretur
bona verba, factis injustis illita. Deinde cum non
posset amplius ferre justam iram, quæ in manifestam insultabat iniquitatein, infremuit tunc in
virum, omni ex parte longe injustissimum; et,
O fraudulente, inquit, et parricida,quidfecisti cum
mea filia? Hacne mihi jurejurando dato es pollicitus? Propter haecne flrjussores et martyres mihi
dedisti eos, qui passi sunt propter Christum? Sed
ipsi omnino, quos dedisti fidejussores, ipsi te
punient propter malam tuam mentein, et penas
sument de his injustis insidiis: eos ergo invocabo
ad vindictam, quos tunc accepisti fidejussores.
Hæc cum dixisset, educit e domo filiam; et: Nostine
quænam hac sit,o impie, nosti? dixit, eam Gottho
ostendens, et ubi eam incluseris, et quali morte
eam tradere volueris,non leges, inquit, non inaximum illud a te datum jusjurandum reveritus. Sed
Christi confessores et martyres, Samonas, Gurias
et Abibus, quibus ero confidens eam barbara tuæ
commisi dextera, illi nihi præter spem omnem
cam conservarunt et in meum sinum restituerunt.
XXVII. Hæc postquam audiit Gotthus et astan-D
tem vidit puellam, præ pudore et metu ei vox
exstincta est: eratque mutus, ne os quidem valens
aperire. Deinde cum res esset aperta et convicius
esset hac fecisse puella, ne ei quidem loquendi
potestatem facientes, qui aderant, eum tuto includunt. Mater autem cum filia, adducto scriptore,
cum quæ evenerant omnia recensuissent, sanctissimo Badesse episcopo (is autem erat Eulogius) ea
tradunt. Ille vero cum ea perlegisset, simul cum
universo clero, vadit ad prætorem civilalis, et ei
tradit, quae scripta fuerant. Qui cum ea legisset,
primum quidem affectus fuit admiratione, et ean
rem habuit pro miraculo: et laudavit Deum universorum, qui per suos martyres hoc novum, et
διερωτῶσι, όπως δὲ τὴν ἐπὶ τὰ οἰκεῖα τούτου ὁδὸν
ή θυγάτηρ διήνυσεν, όπως τε διεσώθη, καὶ ἐγχύ
μων οὖσα τέτοις, καὶ ὅ τι τὸ τεχθέν, ἄῤῥεν ή θηλύ
ἐστιν. Εγώ γάρ, φησί, πολλὴν τὴν περὶ ὑμῶν
εποιούμην φροντίδα, μή πού τι κατὰ τὴν ὁδα πορίζι
ὑμῖν καὶ μάλιστα τῇ ἐμῇ θυγατρὶ συνενεχθῇ δυσχε
ρές, ἐγκύμονί τε καὶ ἤδη πρὸς τὸ τίκτειν καθιστι
μένῃ. Καὶ ὁ Γότθος ὥσπερ οὐκ ἀφ᾽ ὧν αὐτὸς ἕδρα.
σεν, ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ὧν ἡ ἄῤῥητος ᾠνονόμησεν ἀγαθότης
τάς ἀποκρίσεις ποιούμενος· Ἐν καλοίς, Έλεγε,
πάντα ταῖς σαῖς προσῆλθον εὐχαῖς. ᾿Αλύπως δὲ καὶ
τὴν ὁδὸν ἅμα τῇ σῇ θυγατρὶ διηνύσαμεν, καὶ τοῖς
ἐμοῖς εὐθύμως ἀπεσώθη, καὶ ὅτι τέκοι παιδίον ἄρ
ρεν, καὶ νῦν ἐν ὑγείᾳ οὔτε καὶ εὐθυμία, πολλά σε
δι᾿ ἐμοῦ προσαγορεύει τε καὶ ἀσπάζεται. Εἰ δὲ μή
ἐκ τοῦ ἀραδίου προς συμμαχίαν ἐστάληκεν, ἐπενἤνεν ἄν τοι καὶ αὐτὴ τὸν ἐμο!.
Κα'. Τούτων ἡ μήτηρ ἀπούτατα, ὀργῆς τε έπλησ
τοῦτο καὶ τὰ σπλάγχνα εστρέφετο, ἔργων ἀδίκων
επίπλαστον μοσαττομένη χρηστολογίαν. Εἶτα μηκέτι
δυναμένη διενεγκείν θυμὸν δίκαιον εἰς pan gay
άττοντα παρανομίαν, ενεβριμήσατό τε τῷ τὰ πάντα
ἀδίκῳ ἀνδρὶ καί, Δόλιε, φησί, καὶ φονεῦ, τί με τὰ
τῆς ἐμῆς πεποίηκας θυγατρός; Τοιαύτά μοι μεθ'
όρκων ἐπηγγείλω, ἐπὶ τούτοις ἐγγυητές ἐμοὶ καὶ
μάρτυρας τοὺς διὰ Χριστὸν παθόντες παρέσχες;
'Αλλ' αὐτοί σε πάντως, οὓς ἐγγυητὰς δέδωκας, αὐτο!
σε τῆς πονηρᾶς τιμωρήσονται γνώμης, καὶ τῆς
ἀδίκου ταύτης ἐπιβουλῆς εἰσπράξονται δίκας
αὐτοὺς εἰς ἄμυναν ἐγὼ καλέσω, οὓς εἰς ἐγγύην σύ
τοτε παρείληφας. Ταῦτα ἡ μήτηρ είπουσα εξέγει
τῆς οἰκίας τὴν θυγατέρα, καὶ, οἶδας τις αὕτη, φησίν,
ἀνόσιε; τῷ Γότθῳ δείξασα· οἶδας ταύτην καὶ ὅπου
ταύτην κατέκλεισας, καὶ οἵῳ ἠβουλήθης παραδού
και θανάτῳ, μὴ φύσιν, μὴ νόμους, μή ἔρχους τους
μακρὰν ἐκείνους εὐλαβηθείς; Αλλ' οἱ τοῦ Χριστοῦ
ὁμολογηταὶ καὶ μάρτυρες Σαμωνάς, Γορίας καὶ
"Αβιβος, ἐφ᾽ οἷς ἐγὼ θαββήσασε τῇ βαρβάρων που
ταύτην ἐπίστευον δεξιᾷ, ἐκεῖνοί μοι παρ' ἐλπίδα
πᾶσαν αὐτὴν διεσώσαντο καὶ τοῖς ἐμοῖς ἐπέδωκεν
κόλποις.
ΚΖ'. Τούτων ἐπειδὴ ὁ Γότθος ἤκουσε, καὶ περι
στῶσαν εἶδε τὴν κόρην, ὁπότε τῆς αἰσχύνης αυτή
αὐτῷ
καὶ τοῦ φόβον τὸ φθέγμα ἐσβέσθη, καὶ ἄφωνος ἦν
μὴ ἀναπτύξαι τὸ στόμα δυνάμενος, εἶτα ἐπειδὴ
ἔλεγχος ἦν ἀκριβὴς, καὶ φανερὸς ὑπῆρχε τοιαύτε
κατὰ τῆς κόρης διαπραξάμενος, μηδὲ λόγου μετα
δόντες αὐτῷ οἱ παρόντες, ἀσφαλῶς κατακλείουσιν,
Ἡ δὲ μήτηρ σὺν τῇ θυγατρὶ τὸν ὑπογραφία παραστησάμεναι, καὶ τὰ συμβεβηκότα πάντα διαχειράξεσαι, τῷ τὰ πάντα ὁσίῳ τῆς Ἐδέσσης ἐπισκόπῳ,
Εὐλόγιος δὲ οὗτος ἦν, ἐγχειρίζουσι. Καὶ ὅς, ταύτα
διεξελθών, σύναμα τῷ κλήρῳ παντὶ παρὰ τὸν τῆς
πόλεως ἔπεισι στρατηλάτην, καὶ τὸ γραμματεῖον
αὐτῷ ἀναδίδωσιν. Ὁ δὲ καὶ αὐτὸς τὰ γεγραμμένα
ἐπιλεξάμενος, πρῶτα μὲν ἐν θαύματος λόγῳ τὰ τοῦ
col. 161–162page 77 of 146
PG 116:161πράγματος ἐποιεῖτο, καὶ τὸν ἐπὶ πάντων ὕμνει Θεόν, ὡς διὰ τῶν αὐτοῦ μαρτύρων τὸ καινὸν τοῦτο καὶ πᾶσιν ὑπερεκπλήττον ἀκοὴν θαύμα πεποίηκεν· ἔπειτα πολὺς ἦν κατὰ τοῦ Γότθου φερόμενος, τοιούτῳ ἑαυτὸν τολμήματι ἐπιδόντος. Χαλεπήνας τοίνυν ὁ στρατηλάτης, συγκαθεδρον μὲν ἑαυτοῦ τὸν ἐπίσκοπον ποιεῖται, ἔπειτα τὸν Γότθον καὶ τὴν κόρην παρίστησι, καὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ ὄχλου παντός, πολὺς δὲ ἄρα συνδεδραμήκει, τὰ κατὰ τοῦ Γότθου ἀναγνωσθῆναι διακελεύεται. Ἀναγνωσθέντων οὖν, εἰ ἀληθῆ ταῦτα εἶεν τοῦ Γότθου ἀνεπυνθάνετο. Ὁ δὲ (τί γὰρ ἄν καὶ δράσειέ τις ὑφ᾽ ἑαυτοῦ καὶ τῆς ἀληθείας φανερῶς ἐλεγχόμενος ; μηδὲν τούτων ψευδὲς εἶναι) διωμολόγει, καὶ τὴν ὑπὲρ αὐτῶν ᾔτει συμπάθειαν. Καὶ ὁ στρατηλάτης, Ἄδικε, φησὶ, καὶ φονεῦ, τί δήτα μηδὲ τὴν κρίσιν ἔδεισας τοῦ Θεοῦ, μηδὲ τὸν ὀφθαλμόν ; εἴ τε καὶ ἀνθρώπους λανθάνειν ἐξῆν, τί μὴ τοὺς ὅρκους ἐδυσωπήθης, τί μὴ τοὺς Ῥωμαίων ᾐδέσθης νόμους, οὕτως ἀνοσιωτάτῳ ἐπιχειρήσας τολμήματι ; Ἐπεὶ οὖν πάντων τούτων ἐλέγχθης καταφρονῶν, βαρυτέραν καὶ τὴν κόλασιν εἰσπραχθήσῃ. Εἶπε, καὶ ξίφει τὴν αὐτοῦ κεφαλὴν ἀποκοπῆναι προστάττει, καὶ κατὰ πυρὸς αὐτοῦ τὸ σῶμα ἀφῆναι, ὡς ἂν μηδὲ ὁ χοῦς αὐτοῦ κοινωνήσοι χοῦς, μηδὲ τῇ κοινῇ πάντων δοθείη μητρὶ τοιαῦτα περὶ τὸ συγγενὲς ἐνδειξάμενος. ΚΒ'. Ἐν ὅτῳ δὲ οἱ στρατιῶται τοῦ προστάγματος εἴχοντο, ὁ τῷ Θεῷ φίλος ἐπίσκοπος ἐδεῖτο τοῦ στρατηλάτου φιλανθρωπίας ὅσον εἰκὸς τὸν ἄνδρα τυχεῖν, μηδὲ τῇ ἑαυτοῦ ἀπονοίᾳ συναπολέσθαι. Ὁ δὲ, Τοὺς τοῦ Χριστοῦ, φησὶ, δέδοικα μάρτυρας, οὓς οὗτός ἐγγυητὰς αὐτοῦ δέδωκε. Οὗτοι γάρ οἷα παρ᾽ αὐτοῦ ψευσθέντες, εἰ μὴ δίκας ὑπ᾿ ἐμοῦ τῶν τετολμημένων οὗτος ἐκτίσει δικαίας ἐμοὶ πάντως, οὐκ αὐτῷ τὴν ὀφειλομένην ἐπάξουσι τιμωρίαν, ἄλλως τε καὶ πολλοὺς ἑτέρους ὁμοίους γενέσθαι παρασκευάσει, μὴ δικαίαν τὴν δίκην ἐπὶ τοῖς φθάσασι δεδωκώς. Ἐπεὶ δὲ ὁ ἐπίσκοπος προσέκειτο πλέον καὶ θερμοτέραν τὴν ὑπὲρ τοῦ ἀνδρὸς ἐποιεῖτο πρεσβείαν, ἀφαιρεῖ μὲν τῆς τιμωρίας ὁ στρατηλάτης τὸ πῦρ, τὴν δὲ διὰ τοῦ ξίφους ἐκκοπὴν τῆς κεφαλῆς ἐπιτείνει. Παραλαβόντες οὖν τὸν Γότθον οἱ στρατιῶται, καὶ τῆς πόλεως ἐξαγαγόντες ξίφει κατὰ τὸ κελευσθὲν αὐτοῖς ἀφαιροῦσι τούτου τὴν κεφαλήν. Ἐφ᾽ ᾧ παρὰ πάντων αἶνος τῷ σωτῆρι Χριστῷ καὶ τοῖς δι᾽ αὐτὸν παθοῦσιν, ὡς τὸ εἰκὸς, ἀνεπέμπετο μάρτυσιν· ὅτι τοῖς ὑπερηφάνοις ἀπέδωκεν ἀνταπόδοσιν εἰς δόξαν Πατρὸς, Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.MARTYRIUM S. GURIE ET SOCIORUM.
πράγματος ἐποιεῖτο, καὶ τὸν ἐπὶ πάντων ὕμνει quod omnium aures obstupefacit, fecit miraculum.
Θεόν, ὡς διὰ τῶν αὐτοῦ μαρτύρων τὸ καινὸν τοῦτο Deinde vero vehementer in Gotthum est invectus,
καὶ πᾶσιν ὑπερεκπλήττον ἀκοὴν θαύμα πεποίηκεν· qui tale ausus fuerat facinus. Agre ferens ergo
ἔπειτα πολὺς ἦν κατὰ τοῦ Γότθου φερόμενος, τοιούτῳ prætor, secum quidem facit considere episcoἑαυτὸν τολμήματι ἐπιδόντος. Χαλεπήνας τοίων ὁ pum. Deinde Gotthum et puellam, jubet sisti: et
στρατηλάτης, συγκαθεδρον μὲν ἑαυτοῦ τὸν ἐπίσκο- audiente tota multitudine (concurrerat aulem maπου ποιεῖται, έπειτα τὸν Γότθον καὶ τὴν κόρην xima), jubet ea legi, quæ scripta erant de Gottho.
παρίστησι, καὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ ὄχλου παντός, πολὺς Cum ea ergo lecta essent, an hæc vera essent,
δὲ ἄρα συνδεδραμήκει, τὰ κατὰ τοῦ Γότθου ἀναγνω- Gotthum interrogat. Ille autem (quid enim faσθῆναι διακελεύεται. ᾿Αναγνωσθέντων οὖν, εἰ ἀληθῆ ceret, qui a seipso et a veritate aperte convinταῦτα εἶεν τοῦ Γότθου ἀνεπυνθάνετο. Ὁ δὲ (τί γαρ cebatur?) nigil horum esse falsum confitebatur,
ἄν καὶ δράσειέ τις ὑφ᾽ ἑαυτοῦ καὶ τῆς ἀληθείας et pro his petebat misericordiam. Prætor auφανερῶς ἐλεγχόμενος; μηδὲν τούτων ψευδὲς εἶναι) tem: Scelerate, inquit, et parricida, cur ne Dei
διωμολόγει, καὶ τὴν ὑπὲρ αὐτῶν ἔτει συμπάθειαν. quidem limnuisti judicium, nec ejus, quem nihil
Καὶ ὁ στρατηλάτης, "Αδικε, φησὶ, καὶ φονεύ, τί δήτα η latet, oculum, etiamsi homines latere liceat? Cur
μηδὲ τὴν κρίσιν ἔδεισας τοῦ Θεοῦ, μηδὲ τὸν ὀφθαλ- " non timuisti jusjurandum? cur non leges Romanoμόν; εἴ τε καὶ ἀνθρώπους λανθάνειν ἐξῆν, τί μὴ
τοὺς ὅρκους ἐδυσωπήθης, τί μη τους Ρωμαίων
Αδέσθης νόμους, οὕτως ἀνοσιωτάτῳ ἐπιχειρήσας
τολμήματι; Ἐπεὶ οὖν πάντων τούτων ἐλέγχθης
καταφρονών, βαρυτέραν καὶ τὴν κόλασιν είσπρηχθήση. Εἶπε, καὶ ξίφει τὴν αὐτοῦ κεφαλὴν ἀποκοπῆναι προστήττει, καὶ κατὰ πυρὸς αὐτοῦ τὸ σῶμα
Αφῆναι, ὡς ἂν μηδὲ ὁ χους αὐτοῦ κοινωνήσοι χους, μηδὲ τῇ κοινῇ πάντων δοθείη μητρὶ τοιαῦτο περι
τὸ συγγενὲς ἐνδειξάμενος.
"
rum es veritus, tam impium egressus facinus?
Quoniam ergo convictus es hac omnia despicere,
a te eliam gravius exigetur supplicium. Dixit, et
jubet gladio caput ejus amputari, et corpus ejus in
ignem projici, ut ne pulvis quidem sit ejus pulveris particeps, nec tradatur commuui omnium
matri, qui se ila gesserit in cognalos.
ΚΒ'. Ἐν ὅτῳ δὲ οἱ στρατιῶται του προστάγμα.
XXVIII. Cum autem ad rem exsequendam se
τος εἶχοντο, ὁ τῷ Θεῷ φίλος ἐπίσκοπος ἐδεῖτο τοῦ pararent milites, Dei amicus episcopus oravit preστρατηλάτου φιλανθρωπίας ὅσον εἰκὸς τὸν ἄνδρα lorem ut, quantum fieri posset, in eum uteretur
τυχεῖν, μηδὲ τῇ ἑαυτοῦ ἀπονοία συναπολέσθαι, o clementia: neque is sua periret amentia. Ille
δὲ, Τεὺς τοῦ Χριστοῦ, φησὶ; δέδοικα μάρτυρας, οὓς vero: Timeo, inquit, Christi martyres, quus is
οὗτός ἐγγυητὰς αὐτοῦ δέδωκε. Οὗτοι γάρ οἷα παρ' dedit sui fidejussores. li enim, ut quos ipse fefelαὐτοῦ ψευσθέντες, εἰ μὴ δίκας ὑπ᾿ ἐμοῦ τῶν τετοι- lerit, nisi eorum, quæ adinisit, ego justas de eo
μημένων οὗτος ἐκτίσει δικαίας ἐμοὶ πάντως, οὐκ sumpsero penas, mihi omnino, non ipsi, quod
αὐτῷ τὴν ὀφειλομένην ἐπάξουσι τιμωρίαν, άλλως debetur, inferent supplicium: et alioqui eficiet,
τι καὶ πολλοὺς ἑτέρους ὁμοίους γενέσθαι παρασκευ- ut multi se gerant similiter, nisi pro iis, quæ feάσει, μὴ δικαίαν τὴν δίκην ἐπὶ τοῖς φθάσασι δε- cit, justas poenas luerit. Cum autem magis instaδικώς. Ἐπεὶ δὲ ὁ ἐπίσκοπος προσέκειτο πλέον καὶ ret episcopus, et vehementius pro eo intercederet,
θερμοτέραν τὴν ὑπὲρ τοῦ ἀνδρὸς ἐποιεῖτο πρεστ a supplicio quidem præ or aufert igném: perseveβείαν, ἀφαιρεῖ μὲν τῆς τιμωρίας ὁ στρατηλάτης rat autem in eo, quod ejus caput gladio ampute
τὸ πῦρ, τὴν δὲ διὰ τοῦ ξίφους ἐκκοπὴν τῆς κεφαλῆς tur. Cum ergo Gotthium accepissent milites, et
ἐπιτείνει. Παραλαβόντες οὖν τὸν Γότθον οι στρα- extra civitatem eduxissent, gladio, ut eis jussum
τιῶται, καὶ τῆς πόλεως ἐξαγαγόντες ξίφει κατὰ fuerat, illi caput adiinunt. Propter quod Servatori
τὸ κελευσθὲν αὐτοῖς ἀφαιροῦτι τούτου τὴν κεφαλήν. Ο Christo,et iis, qui propter ipsumpassi sunt, marΕφ᾽ ᾧ παρὰ πάντων αἶνος τῷ σωτῆρι Χριστῷ καὶ tyribus enillebatur laudatio ab omnibus, quod
τοῖς δι' αὐτὸν παθοῦσιν, ὡς τὸ εἰκὸς, ἀνεπέμπετο superbis reddiderit remunerationem, ad gloriam
μάρτυσιν· ὅτι τοῖς ὑπερηφάνοις ἀπέδωκεν ἀνταπό- Patris et Fill et Spiritus sancti, nunc et semper,
δωσεν εἰς δόξαν Πατρὸς, Γιοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος, et in sæcula sæculorum. Amen.
νῦν καὶ ἀεὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.
Day 22Die 22
col. 163–164page 78 of 146
(Latine apud Surium ad diem 22 Novembris; Græce non exstat in mss. Paris.)
mino præcibus: angelos Domini invocabat, łacry
mis precabatur apostolos, et orabat omnes sanc
tas Christi ancillas, ut eam confirmarent suis
supplicationibus, castitatem suam commendans
Domino.
1. Servatoris nostri et Dei e cœlis descensus nans autem et orans, seipsam commendabal Do
conciliavit magna bona generi hominum. Nam
cum esset Deus ex Deo, et esset in forma Dei, qui
ipsum genuit impatibiliter, «non rapinam arbi
tratus est se esse Deo æqualem: sed seipsum exi.
nanivit, servi formam accipiens, in similitudine
hominum factus, et habitu inventus ut homo; hu
miliavit seipsum, factus obediens usque ad mor
tem, mortem autem crucis 1, ut eum deleret, qui
mortis habebat imperium, hoc est, diabolum 2;
et omnem manuducens humanitatem, eveheret ad
coelos per prætiosum et diviuam suam doctrinam.
Primi itaque omnium eum secuti sunt sancti
apostuli; post apostolos, martyres; post martyres,
confessores; post confessores, sacerdotes; post sa
cerdotes, virgines; post virgines, viduæ; post vi
duas, misericordes. Et ut semel dicam, omnibus
accedentibus aperta fuit Chr.sti medicinæ officina.
Propterea quotidie clamat per sanclos suos evan
gelistas: Venite ad me, omnes qui laboratis et
onerati estis, et ego reficiam vos 3.»
II. Hujus venerandam et suavissimam vocem
cum audiisset etiam Cæcilia clarissima virgo et
gloriosa, et in eum credidisset, absconsum Christi
Evangelium semper circumferebat in pectore, et
nec noclu, nec interdiu intermittebat divina legere
eloquia, et Deum orare. Hæc ergo beata Cæcilia
Valerianum quemdam habebat juvenem sponsum
qui quidem juvenis accensus amore virginis, diem
statuerat nuptiarum. Cæcilia autem in carne in
duta cilicio, extrinsecus aureis induta erat vesti
bus. Nam cum parentes et sponsus ejus hæc vel
lent, ipsa corpore adeo erat eliquata, ut non pos
set celare cordis sui desiderium, et quod solius
Christi Servatoris capta erat amore, significabat
proprie ænigmatibus. Non multo post autem venit
dies, in quo paratus erat thalamus: et cum esset
symphonia instrumentorum, illa in corde suo soli
Deo psallebat, dicens: «Fiat, Domine,cor meum
et corpus meum immaculatum in tuis justificatio
nibus, ut non pudore afficiar 4.» Manens autem
jejuna, duos aut tres dies a cibo abstinuit jeju
III. Postquam autem hæc facta sunt, nox venit
in qua cum suo sponso in separato cubiculo quie
tem nacta et silentium, sic eum est allucuta: Dul
cissime adolescens, est mihi arcanum, quod tibi
aperiam, si tu jurejurando mihi affirmaveris, te
omnia celaturum. Ei autem juravit ejus sponsus
Valerianus, se id, quod dicebatur, nullis omnino
insidiis proditurum, neque id esse aperturum,
quacunque cogeretur necessitate. Tunc illa respon
dit, dicens: Volo te scire, me angelum Dei habere
amicum, qui summo zelo corpus meum custodit.
Is, si vel minimum fuerit suspicatus, quod tu in
cesto me amore polluas, iram suam protinus in te
accendet, et elegantis tuæ juventutis florem per
det. Sin autem cognoverit, quod tu simplici et im
maculato mei amore tenearis, et virginitatem meam
integram et impollutam custodias, te sicut me
diliget, et ostendet tibi suam gratiam. Tunc Vale
rianus, Dei nutu, timore affectus, dicit: Si vis, o
charissima, ut credam iis quæ dicis, ostende mihi
ipsum angelum; et si intellexero eum esse vers
angelum, faciam quæ hortaris; sin autem slinm
virum amas, et te et illum ense occidam. Tunc
dicit ei beata Cæcilia: Si vis meis parere consi
liis, o charissime adolescens, et polliceris esse
in
expiaturum æterno lavacro regenerationis, et cre
dis in unum verum Deum, qui vivit in cœlis, potes
eum contemplari. Dicit ei Valerianus: Et quis
est, qui me expiabit, ut ego videam angelum?
Respondit Cæcilia, et dixit: Est senex in quodam
loco, qui pulchre scit purgare homines, ut effi
ciantur digni, qui intueantur angelos. Dixit ei
Valerianus: Et ubi quæram ego eum senem?
Respondit Cæcilia: Vade ad tertium lapidem a
civitate via, quæ dicitur Appia: ibi invenies pau
peres, qui victum petunt a transeuntibus, ab iis
1 Philipp. 11, 6, 7. 2 Heb. 11, 14. 3 Matth. xi, 28. Psal. CXVIII, 80.
col. 165–166page 79 of 146
enim sum curata, qui quidem sunt hujus mei ar- gentes, rosisque et liliis splendentes. Quarum
cani participes. Eos tu quando videris, dabis eis
meam benedictionem, dicens: Cecilia me misit ad
vos, ut ostendatis mihi sanctum senem Urbanum,
quoniam ad ipsum habeo secreta ab ea responsa,
quæ ei reddam. Eum quando videris, narra quæ
cunque tibi dixi, et quando te lustraverit, induet
te indumentis novis et splendidis, cum quibus
illico veniens in hoc cubiculum, videbis sanctum
angelum, qui tuus evadel amicus, et quæcunque
peles ab ipso, invenies.
unam quidem dedit Cæciliæ, alteram vero Vale
riano, dicens: Has coronas corde immaculato et
puro corpore custodite; eas enim ex paradiso Dei
ad vos attuli. Hoc autem erit vobis signum: Nun
quain marcessent a vobis, neque unquam amittent
suavitatem odoris, neque unquam poterunt ab
aliis aspici, nisi ab illis quibus sic placebit casti
tas, quomodo probatum est eam vobis placere. Et
quoniam tu, o Valeriane, assensus es consilio
castitatis, me ad te misit Dominus Jesus Christus,
ut eam accipias quam voles petitionem. Ille au
tem cum audiisset, adoravit et dixit: Nihil mihi
est in hac vita dulcius, quam charissimi et unici
fratris præsentia. Quamobrem merito arguar im
pietatis, si me liberato ab errore simulacrorum,
fratrem ineum majorem despexero in periculo in
teritus. Hanc unam ex omnibus propono petitio
nem, et supplex contendo, ut fratrem meum Ti
burtium, sicut n.e, dignetur liberare, et faciat nos
ambos perfectos in confessione ejus nominis.Cum
hæc autem auliisset angelus, læto vultu ei dixit
Quandoquidem a Christo petiisti, quod est hone
stius, is Deum, sicut tu, colet. Quomodo enim te
per ancillam Cæciliam lucrifecit Dominus, ita per
te fratrem quoque tuum lucrifaciet, et cum ipso
venies ad certamen martyrii.
Tunc profectus est Valerianus, et convenienter
signis, quæ accepit ab ipsa sancta Cæcilia, invenit
sanctum Urbanum episcopum qui, cum secundo
fuisset confessor, latebat occultus in sanctorum
martyrum monumentis. Cui quidem postquam dixit
omnia, quæ dixerat Cæcilia, magno gaudio est
affectus, et genibus humi flexis, et manibus in cœ
lum extensis, dixit cum lacrymis: Domine Jesu
Christe, pastor sancte et bone, Cæcilia tua ancilla,
tanquam multis laboribus exercita agna, tibi est
dedicata, quandoquidem sponsum suum, qui per
inde ac leo cohiberi non poterat, accepit, et erga
te tanquam agnum reddidit mansuetissimum. Is
enim nisi credidisset, ad nos non venisset. Aperi,
Domine, ostium cordis ejus verbis tuis, ut cuin te
cognoverit esse ejus effectorem et Dominum, re
nuntiet diabolo et operibus ejus, et dolis ejus. Hæc et
VI. His ergo finitis sermonibus, forma visionis
bis similia orante sancto Urbano episcopo, senex angelicæ assumpta est in cœlis, illisque in Christo
ante eum repente apparuit, indutus candidis vesti- lætantibus, et in ædificatione sancta loquentibus,
mentis sicut nix, tenens in manibus tabellan, accessit Tiburtius frater Valeriani, et ingressus,
aureis inscriptam litteris. Quem cum vidisset Va- tanquam suam sponsam osculatus est caput
lerianus, stupefactus et cadens in terram, factus sanctæ Cæciliae, et dixit: Valde miror, hoc tem
est tanquam mortuus. Tunc senex eum erexit, di- pore hic rosas et lilia olfaciens. Nam si ipsas ro
cens: Lege, o fili, contextum hujus libri, ut di- sas et lilia tenerem in manibus, ne sic quidem
gnus babearis, qui purgeris et videas angelum, mihi possent præbere tain suavem odorem. Fateor
cujus conspectum tibi virgo Cæcilia cum prompto vobis, o charissimi, ita ego ad me redii, ut putem
animi studio est pollicita. Tunc Valerianus, defixis me totuin repente esse renovatum. Dicit ei Vale
oculis, cœpit in eo legere. Erat autem hæc scri- rianus: Bonum odorem accepisti, o frater, cum
ptura, quæ erat in tabella: «Unus Deus, una ego rogarim Deum, ut acciperes. Te autem jam
fides, unum baptisma; unus Deus et Pater om- credente, accipies etiam amaranthinam coronam
nium, qui est super omnia, et in omnibus Amen.» incorruptionis, et lætari in ipsa rosea, et mente
V. Postquam ergo hæc apud se legit. dixit ei eum percipere, cujus in rosis sanguis florescit, et
sacerdos: Credis, fili, hæc ita esse, an adhuc du- Din liliis cujus corpus albescit et anima. Habeinus
bitas? Tunc Valerianus clamavit magna voce:, enim coronas, quas tui oculi non possunt perci
Non est revera aliud sub cœlo, cui verius credi¨pere, igneo rosæ rubore et nivis candore reful
possit. Postquam ergo hæc dixit Valerianus, ille
senex ex ejus oculis evanuit. Tunc sanctus Urba
nus, cum eum admonuisset, et catechismo insti
tuisset, baptizavit eum in nomine Patris et Filii
et Spiritus sancti, et cum eum docuisset omnem
regulam Adei, dimisit ad Cæciliam, ei jactis opti
me fundamentis. Cum autem venisset Valerianus
in indumentis candidis, invenit Cæciliam orantem
in cubiculo, et angelum Domini stantem prope
eam, fulgentem pennis flammeis, et scintillanti
specie, duas coronas habentem in manibus reful
Ephes. v, 6.
gentes. Dicit ei Tiburtius: In somnis hæc audio,
an veritate hæc dicis, o frater Valeriane? Respon
dit Valerianus: In somnis hucusque viximus, o
frater charissime. Nam jam Dei gratia et volun
tate, sumus in omni veritate, et non est in nobis
mendacium. Dii enim, quos hucusque coluimus,
revera sunt mali dæmones et immundi. Dicit ei
Tiburtius: Quomodo hoc cognovisti, o frater?
Respondit Valerianus: Angelus Dei me docuit,
quei tu quoque poteris intue: i, si fueris mundus
ab omnibus sordibus idolorum. Dicit ei Tiburtius
col. 167–168page 80 of 146
Si fieri potest, ut ego quoque angelum Dei intuear, et dum divinitatem quærimus, quæ latet in cœlis,
quænam est mora purificationis? Respondit vale- incidemus in iram, quæ accenditur in terra. Dicit
rianus: Nulla; hoc autem solum mihi pollicere, ei sancta Cecilia: Si hæc vita esset sola, et non
quod omnia exsecranda et abominanda simulacra esset alia, jure quæ hic sunt, timeremus perdere.
abnegans, credis, unum esse Deum in cœlis.Dicit Cum autem sit alia vita, quæ est hac multo melior
Tiburtius: Non intelligo, quonam scopo hæc mihi et sublimior, et nunquam potest finiri, cur time
proponis.
mus hanc perdere, quando per hujus amissionem
VII. Dicit sancta Cæcilia: Ut intelligas esse ad illam accedimus? Respondit Tiburtius: Nun
formas testaceas, et gypseas, et ligneas, et æneas, quam antea audivi esse aliam vitam, præter hanc.
et cujusvis metalli; et non dicas eos esse deos, in Dicit ei Cæcilia: Nunc hoc certo scias, o charissi
quibus vivunt araneæ, et volucres stercora ege- me, quod quandiu in hoc mundo vivimus, vitam
runt: in quorum capitibus solent nidificare cico- laboriosam et dolore plenam agimus, in angustiis
niæ, quos faciunt condemnati, quando damnati et afflictionibus: quandoquidem inflammant bumo
propter maleficia mittuntur in metallum. Cum res, minuunt labores, valde exsiccant febres,
ergo initium accipiant ex condemnatis, quomodo rheuma assidue inducit aer, cibi inflant, molesta
existimari possunt aut credi dii? Inter mortuos sunt jejunia, ludi dissolvunt, curæ contrahunt,per
enim et simulacra nulla est differentia. Quomodo, dit negligentia, divitiæ abjiciunt, expellit pauper
enim mortuus habet quidem omnia membra, spi- tas, elatos reddit juventus, incurvat senectus,
ritum autem et vocem non potest habere, nec deprimit imbecillitas, perturbat ira, et inter hæc
sensum, ita etiam hæc vana simulacra, deorum omnia mors exscindit cum minis, et sic imponit
quidem habent nomina, cognoscuntur autem esse finem oinnibus corporeis lætitiis, ut ab eo, quod
infelicia, malaque et terrestria. Quæ quidem est esse, recedens, ne fuisse quidem putetur. Pro
ostenduntur esse homines mortui, quoniam suut nihilo euim de cætero habetur, quidquid non est.
eis etiam membra, sicut hominum. Quandiu enim Illa autem'vita æterna, hanc vitam caducam mise
vixerunt, oculis aspexerunt, et auribus audive ramque et brevem excipiens,cum æternis afflictio.
runt, et pedibus ambularunt, et ore locuti sunt, et nibus et tormentis datur malis et injustis: lætitia
manibus palpaverunt, et naribus olfecerunt: cœ- vero æterna et exsultatio præbetur justis.
perunt tamen a morte, et in mortem æternam IX. Ad hæc respondit Tiburtius, et dixit: Et
permanent, quod estendantur nunquam vixisse, quis est, qui illic fuit, et illinc huc veniens, hæc
vel potuisse vivere. Tunc dixit Tiburtius cum potuit nobis annuntiare, ut hæc possimus vera
omni compunctione: Qui sic non credit, est bru- esse credere? Tunc surgens beata Cæcilia, consti
tum, et non venit in judicium. Quamobrem ego tit, et cum magna sic dixit audacia: Cœli et terræ
quoque dico cum omni veritate, non esse alium et maris et omnium volucrum, quæ volant in aere,
Deum, nisi Deum Christ anorum, et me deinceps quadrupedumque et reptilium Creator, ex se,
eum solum colere et adorare. Hæc cum diceret priusquam omnia faceret, genuit Filium, et pro
Tiburtius, sancta Cæcilia deusculata est ejus pe- duxit ex sua potentia Spiritum sanctum: Filium,
ctus, et dixit: Revera hodie confiteor te esse ut faceret omnia; Spiritum sanctum, ut vivificaret
plane incum fratrem. Quomodo enim Dei amor universa. Omnia autem quæ facta sunt,construxit
tuum fratrem fecit esse meum conjugem: ita Filius ex Patre genitus, et omnia quæ fuerantcon
etiam simulacrorum contemplio fecit te meuin structa, ex Patre procedens Spiritus sanctus ani
esse fratrem. Quamobrem quoniam es paratus mavit. Dicit ei Tiburtius: Hlucusque dictum est,
credere in Dominum nostrumi Jesum Christum, credioportere unum Deum esse in cœlis. Quomodo
vade cito cum tuo fratre, ut ipsam accipias puri- autem nunc tres testaris esse deos? Respondit
ficationem per sanctum baptismum: per quen sancta Cæcilia, et dixit: Unus est Deus in sua vir
etiam dignus habeberis angelicas personas intueri, tute, quem sic in sancta Trinitate partimur, quo
et omnium delictorum tuorum veniam invenire. modo in uno hcmine inesse dicimusartem,memo
VIII. Tunc dicit fratri suo Tiburtius: Rogo te, riam, et intelligentiam; quoniam arte invenimus,
frater, ut mihi dicas, ad quem me es deducturus. id quod non didicimus, memoria et intelligentia
Valerianus respondit: Ad virum perfectum, no- comprehendimus, si quid nos unquam contemplari
mine Urbanum, in quo est species angelica,ornata contigerit aut audire. Quidnam ergo faciemus?
canitie, verus sermo, et insignis prudentia. Dicit Num hæc tria in homine una possidet intelligentia?
ei Tiburtius: Tu illum dicis Urbanum, quem Si ergo homo in una intelligentia possidet noman
Christiani dicunt esse suum papan? Eum audio bis trium significatorum, quomodo non Deus omnipo
jam fuisse condemnatum, et rursus propter eam tens, in una et eadem divinitate vim obtinet
ipsum actionem, propter quam fuit condemnatus, Trinitatis? Tunc Tiburtius, cum in terram ceci- |
suam religiouem cum metu latenter prædicare. disset, cœpit clamare et dicere: Revera, o chari
Eum si contigerit inveniri, citra dubitationem sima, non mihi videtur lingua humana dare
ullam igni mandabitur, et nos quoque cum eo responsum, sed conjicio Dei angelum per os tuum
puniemur,si inventi fuerimus ad eum ambulantes; esse locutum et magnas egit gratias, quod cito
col. 169–170page 81 of 146
unum esse Deum in tribus personis, ei aperte derunt, vocantes eum magum et impium: et se
probaverit.
ditionem excitarunt in populo ut eum cruci affi
gerent. Hoc autem ille præsciens, pro mundi
salute permisit se apprehendi et illudi, injuriis
affici, flagris cædi et occidi. Sciebat enim ut Deus,
quod non aliter nisi per pretiosam et intemeratam
suam passionem, esset captivum redditurus dia
bolum, malisque et immundis spiritibus malas
inferret pœnas.
✗. Conversus itaque ad fratrem suum dixit
De uno Deo mihi fuisse satisfactum confiteor, sed
meam quæstionem, sicut prius inceperam, vel
lem scire. Dixit sancta Cæcilia; De ea mecum
loquere, quoniam brevitas temporis est fratri tuo
impedimento, quominus reddat responsum. Me
autem, quam Christi sapientia docuit a teneris
unguiculis, de quacunque re me volueris interro- XII. Propterea ergo ille fuit comprehensus, qui
gare, non poteris invenire imparatam. Dicit ei peccatum non fecit, ut liberaretur genus huma
Tiburtius: Hoc nuper quæsivi, et nunc quoque num, quod detinebatur vinctum in vinculo peccati.
quaro: Quisnam ex iis qui illic sunt, huc veniens, Qui est benedictus, fuit sub maledicto ut nos a
ostendit nobis aliam vitam, quam vos prædicatis? maledicto eximeret; sustinuit illusiones, ut nos
Sancta dixit Cæcilia: Unigenitum suum Filium liberaret ab illusione dæmonum, qui versantur in
Pater per sanctam Virginem Mariam misit in hoc mundo. Spineam coronam accepit in capite,
terram, qui stans in sancto monte, magna voce ut capitalem tolleret sententiam, quæ ex spinis
clamavit, dicens: Venite ad me,omnes populi, et peccatorum in nos lata fuerat. Fel in cibo acce
ego dabo vobis vitam eternam.» Concurrit autem pit, ut dulcem primi hominis gustum, unde mors
ad eum omnis caro, omnis ætas, omne genus in mundum fuit ingressa, commutaret. Potatus
hominum tunc dixit omnibus: Pœnitentiam est aceto, ut acrimoniam, qua noster sanguis
agile propter vestram ignorantiam: quoniam ebulliit, in se susciperet, et hunc bibit calicem
appropinquavit regnum Dei, quod tollet regnum passionis, qui nostris debebatur vitiis. Nudatus
hominum 5. Suum autem regnum vult Deus di- est, ut nostrorum parentum nuditatem, quam
videre iis qui credunt,in quo ille exsistit sublimior. passi sunt consilio serpentis, nivets tegeret indu
Illic ergo peccatores quidem consummabuntur mentis. In ligno fuit suspensus, ut ligni transgres
æternis doloribus, et igne, qui nunquam termina- sionem, per passionem ligni crucis suæ aboleret.
bitur: justi autem accipient lucem æternæ gloriæ Mortem ad se venire admisit, ut secum luctantem
et gaudii, quæ nullum unquam finem accipit. De sauciaret, et regnum quod invenit per serpentem,
cætero nolite, o filii hominum, hujus vitæ fugien- amitteret, et cum ipso serpente sauciata, per
tem quærere lætitiam, ut lætitiam illius vitæ c Christum fieret captiva. Quamobrem omnia ele
æternam possideatis, quæ hanc vitam excipit. In menta cum vidissent suum effectorem sublime,
hac enim vita breve tempus vivitis; in illa vero, actum in crucem magno metu contremuerunt.
in omne ævum.
Nam ex una parte mota est terra, et ex altera
fracta sunt templa et petræ, fugit dies; sol fuit
conterritus, et obscuratus texit tenebris univer
sum mundum; luna suæ lucis splendorem nube
cruenta operuit; astra cœli luce resplendentia,
omnia simul sunt mutata. Stridet terra, et velati
pariens, cæpit multos sanctos reddere ex sepul
cris: qui quidem hoc dabant testimonium, quod
Servatoris descensus ad inferos dissolvit regnum
diaboli, et mortuus mortem affecit ignominia, et
percussam vinxit, et subjecit pedibus servorum
suorum. Illinc clarum est, quod pro nomine ejus
puniti gaudemus et gloriamur in persecutionibus,
quod hanc nostram vitam, quæ ad tempus et in
quam cadit interitus, æterna et quæ nunquam
desinit vita excipit: quam Dei Filius, cum sur
rexisset a mortuis, suis ostendit apostolis, quibus
aspicientibus, assumptus fuit in cœlos.
XI. Cum hæc autem audiissent omnes populi
infideles, una voce dixerunt: Et quis illic fuit, et
cum illinc huc venisset, potuit docere vera esse,
quæ dicis? Tunc Dei Filius dixit eis: Si ostendero
vobis surrexisse mortuos, non creditis veritati? Ut
autem dubitationis et suspicionis nullum remane
ret vestigium, cum populis profectus est ad se
pulera, et triduanis et quatriduanis et jam fœten
tibus mortuis quam amiserant vitam, ut Deus
reddidit. Transmisit mare super fluctus ambulans
non madefactis pedibus. Imperabat ventis, casti
gabat fluctus, et quæ excitabantur tempestates et
tumultus sedabat. Cæcis visum reddebat, aridas
manus reddebat sanas, claudis ingressum, mutis
vocem reddebat, et surdis auditum. Paralyticos
verbo curabat, leproso dicto mundabat, infirmis
medebatur, lunaticos restituebat, et dæmones fu
gabat. Sed cum mente capti et impii Pharisæi et
Pontifices ei invidissent, propterea quod populi,
eis relictis, ejus sequebantur vestigia, sternentes
vestes suas ante pedes ejus, et clamantes: Bene
dictus qui venit in nomine Domini 6: in eum ira
perciti Pharisæi, cuidam Pilato præsidi eum tradi
5 Matth. v, 17. 6 Matth. xx1, 9.
XIII. Hoc ergo si in trium conventu ostendis
set, intelligentium cogitationes non possent du
bitare. Quanto autem magis, quod non solum
duodecim discipulis, sed plus quam quingintis
simul seipsum dignatus est ostendere, ne vesti
gium quidem relinquens ullius dubitationis? Illi
col. 171–172page 82 of 146
autem, qui in his rebus erant initiati, et in omnem ergo in eis versarentur, quomode solent boni
mundum missi ad prædicandum, signis et magnis
prodigiis confirmabant suam prædicationem. Nam
et omnes infirmitates curarunt in ejus nomine,
fugarunt dæmones, et vitam reddiderunt mortuis.
Nullam tibi arbitror remanere quæstionem, nisi ut
hanc vitam animo et corpore despicias, et illam
vehementer et constanter inquiras.Nam qui credit
in Dei Filium, et ejus adhæret præceptis, quando
morietur, ejus corpus a morte nulla afficietur in
juria, sed a sanctis angelis in ulnis excipietur, et
in locum paradisi abducetur. Hinc mors cum dia
bolo efficit, ut diversis pravitatibus mentes homi
num colliget, et in variis non animadversis
necessitatibus occupet et nunc quidem damni
terrore afficit, nunc autem ad gulam excitat, ex a
diversis abstrahens studiis, de hac sola vita facit
miseros homines esse sollicitos, ut ex corpore
egredientes inveniat miseros et nudos, et nihil
secum portantes præter peccata. Hoc tibi paucis
exposui, o charissime. Si quid autem tibi deesse
existimas, rursus quære.
odio haberi ab improbis, eos mali criminantur
apud Almachium, præfectum urbis, omnia refe
rentes, quæ per ipsos Dominus faciebat in ege
nos: et quod improbe ac malitiose, quos ille
jubebat occidi, isti mandabant sepulturæ. Itaque
a militari cohorte comprehensi, adducuntur ad
Almachium præfectum. Quos quidem Almachius
his verbis est allocutus: Cum vos character nobi
litatis gloria insignes reddiderit, cur propter
nescio quam religionem, vos ignobiles redditis et
infelices? Nam vestras facultates in nescio quas
abjectas personas audio vos erogantes consam
psisse, et eos qui castigati fuerunt propter sua
scelera,cum omni gloria mandare sepulturæ. Quo
circa licet suspicari, vos esse initiatos iisdem
mysteriis, quibus ii, quos propter conjurationem
mandatis sepulturæ. Respondit Tiburtius, et dicit
præfecto: Utinam nos dignentur referre in nume
rum suorum servorum, quorum tu nos conjicis
esse socios, qui quidem respuerunt id esse quod
videtur et non est, et invenerunt illud, quod
videtur non esse et est.
XIV. Tunc Tiburtius ad ejus pedes provolutus,
XVI. Almachius præfectus dixit: Et quid est,
dixit cum gemitibus fletuque et lacrymis: De hac
vita de cætero si vel cogitatione exquisiero, vel quod videtur esse est non et? Dixit Tiburtius
animo agitavero, in illa vita nunquam inveniar. Omnia quæ sunt in mundo, quæ animas vocant ad
Habeant ergo insipientes lucrum præsentis tempo- mortem æternam per brevis temporis lætitiam.
Habeant ergo insipientes lucrum præsentis tempo- Dixit Almachius præfectus: Et quid est, quod
ris. Ego autem, qui in hodiernum usque diem vixi Dixit Almachius præfectus: Et quid est, quod
sine ratione, absit ut sine ratione de cætero vitam
non videtur esse est et? Tiburtius dixit: Vita,
agam! Et hæc cum dixisset, ad suum fratrem con- quæ futura est justis, et supplicium, quod dabitur
versus, dixit: Miserere mei, frater dilecte, et c injustis; ex utraque enim parte cognovimus ve
abrumpe tarditatem, quam transegi in ignorantia. rum esse ea ventura: et in fausta distributione,
Quocirca vereor moras; pondus ferre non possum; quod oculis cordis nostri cognoscimus, id cor
rogo te, duc me ad hominem Dei, ut me perfecte poris nostri oculis spectandum referimus, ut in
purificatum, illius vitæ faciat participem. Tunc nostra conscientia quæ sunt bona, malis obum
Valerianus deduxit fratrem suum ad sanctissimum bremus rationibus. Dixit præfectus Almachius
Non puto te mente tua loqui. Dixit Tiburtius
papam Urbanum. Cui postquam narravit omnia,
quæ dicta et facta fuerant, benigno Deo egit gra- Non loquor mente mea, sed illius, quem accept in
tias. Acceptum autem cum omni gaudio et exsul- visceribus mentis meæ. Dixit Almachius præfectus.
tatione Tiburtium, cum admonuisset, catechismo Numquid nosti quod dicis? Dixit Tiburtius
instituisset, baptizasset in nomine Patris et Filii Et novi, et didici, et credo, quod omnia, que a
et Spiritus sancti, jussit secum esse, donec ea
me dicta sunt, permanent. Almachius præfectus
deponeret, quæ recentis sunt illuminationis. Quæ dixit: Et ego cur non intelligo, quod ago, a quo
quidem cuni perfecta fuisset ejus doctrina, post belluinus non sentit, quæ sunt spiritus. Spiritalis
hæc sunt condita? Tiburtius dixit: Quoniam homo
septem dies Christi militem restituit. Tantam au
tem gratium a Christo est consecutus, ut etiam Dautem dijudicat omnia ipse vero a nullo dijudi
Dei angelos videret quotidie; et quæcunque a Deo catur. Tunc ridens præfectus, jussit auferri qui
petebat, facile impetrabat. Sed quoniam longum Cui etiam dixit: Quoniam non est frater tuus sani
dem Tiburtium; coram eo autem sisti Valerianum.
esset omnia ordine exponere, qualia et quam cerebri, tu poteris respondere sapientius? Dicit ei
multa fecit Dominus per eos admirabilia, con
vertamur ad gloriosas eorum perpessiones.
XV. Turcius, qui etiam Almachius, cum esset
præfectus urbis, et sanctos Dei martyres occideret
quotidie, jubebat eorum corpora relinqui inse
pulta. Tiburtius autem et Valerianus ad hoc ope
ram quotidie adhibebant, ut sanctorum corpora
ad sepeliendum componerent et humi mandarent,
eleemosynis vacantes et divino cultui. Cum ii
Valerianus Falluntur aures tuæ,quoniam scopum
nostræ orationis non potes intelligere. Dixit præ
fectus: Nemo ita errat, ut vos erratis, qui relictis
necessariis numeris et responsis,malos sequimini
quæ sunt jucunda respuentes, lætitiam nihili fa
cientes, et ea despicienter, quæ data sunt ad vita
alimentum, maxima benevolentia illud complecti
mini, quod saluti invenitis contrarium, et iis qua
sunt jucunda, inimicum.
col. 173–174page 83 of 146
XVII. Ad hæc respondit Valerianus: Ludentes et nostræ afflictionis, et nobis lætantibus flebunt
ridentes, et in variis deliciis luxuriose vitam illi, qui nunc efferuntur lætitiis; est enim nunc
agentes, vidi hiemis tempore per campos trans- tempus seminandi. Qui ergo in hac vita seminant,
euntes. In quibus campis stabant agricolæ plan- quæ sunt ad tempus, lacrymas, in illa beata et
tantes, palmites infigentes, et spinosos rosarum æterna vita metent gaudium sempiternum 8. Dixit
ramos ingeniose toto animo componentes. Alii au- præfectus: Ergo et nos, et invicti imperatores
tem oliveta inserentes: alii vero radicitus imbe- luctum æternam habebimus; vos autem æternum
cilla exscindentes, et quæ sunt opera convenientia, gaudium possidebitis? Respondit Valerianus: Quid
magno labore peragentes. Tunc illi, qui deliciis enim estis vos, aut vestri imperatores? Impleto
fruebantur et lætabantur, cœperunt eos qui labo- enim vestro tempore morientes, eo majorem Deo
rabant, ludificari et dicere: Miseri et miserabiles, estis reddituri rationem, quo vobis ab eo major
hunc qui vos affligit laborem deponite, et no- data fuit potestas. Dixit præfectus Almachius
biscum lætantes, vos deliciis explete et libidinibus, Quid in verbis volvendis immoramur? Aut diis
et cor tanquam insipientes duro labore dissolvi- thus offerte, et illæsi recedite: aut male estis et
mini, et vestræ vitæ tempora in negotiis, quæ vos acerbe morituri. Ambo responderunt et dixerunt
affigunt, consumitis? Hæc dicentes, solvebantur 3 Nos non diis,sed Deo quotidie offerimus sacrificia.
in risum, et dabant plausum manibus, magnoque Dixit præfectus: Quis est Deus, cui dicitis vos
sono ens cachinnantes irridebant. Hæc autem illis vestrum offerre sacrificium? Sancti responderunt
facientibus, pluvios hiemis menses, tranquillissima et dixerunt: Et quis est alius Deus præter ipsum?
tempora exceperunt et ecce pulchroruin et va- Cur de Deo nos interrogas? Est enim alius Deus,
riorum florum fragantibus omne genus odoribus præter unum? Dixit præfectus: Quem unuin esse
prata exornabantur, et molles botrorum series dicitis, ejus nomen requiro. Dixit Valerianus
producebant palmites; et e vario genere arborum Dei nomen non inveneris, etiamsi possis volare
rami stillantes melle fructus producebant, in qui- pennis. Dixit præfectus: Jovis ergo nomen non
bus animadvertimus usque in hodiernum diem est Deus? Dixit Valerianus: Est nomen corrupto
abundare simul et gratiam, et fructum, et decorem. ris et adulteri, quem fuisse occcisorem vestri au
Tunc cum lætarentur illi, qui existimabantur esse ctores memorant, et accusatorem nostræ osten
insipientes,cœperunt lugere i,qui existimabantur dunt Scripturæ. Hanc tu Deum miror quanam
esse cives et qui erant gloriosi in sua intelligen- impudentia nominasti, cum Deus dici non possit,
tia, perieront in acri ratiocinatione: et tandem nisi qui est ab omni peccato alienus, qui est etiam
ducti pœnitentia, inter se murmurantes et gemen- plenus omnipotentia. Dixit præfectus: Ergo errat
tes dicebant: Illi sunt, quos habuimus ludibrio; omnis mundus, et tu cum tuo fratre Deum verum
eorum laborem probrum existimabamus: eorum cognovisti? Dixit Valerianus: Innumerabilis mul
vitam nihili faciebamus, tanquam miserabilem; titudo Christianismi accepit sanctitatem. Imo vero
eorum figuram judicabamus esse indignam, et in- vos pauci estis, qui remansistis tanquam scissæ e
telligentiam eorum sine honore. Ii autem inventi naufragio tabulæ, ad nihil aliud proficientes, nisi
sunt intelligentes: et nos quidem probamur tunc ut in igne jaciamini.
fuisse miserabiles, insipientes et stulti, quando
neque nobisipsis operabamur, neque iis qui opera
bantur, dedimus in opere auxilium: qui quidem
cum essemus in deliciis, eos valde irrisimus, et
ipsos credidimus esse insipientes, quos quidem
nunc resplendentes animadvertimus et florentes7.
XVIII. Ad hæc dixit præfectus: Te quidem video
ease sapienter hæc persecutum: sed ad meum
responsum non videris respondere. Valerianus
dixit: Dixisti nos esse stultos et insipientes, qui
facultates nostras damus egentibus, proselytos ex
cipimus,viduis suppeditamus quæ sunt nesessaria,
orphanis subvenimus, corpora insepulta tegimus,
et cum maximo honore celebramus martyrum de
positiones. Nos autem insipientes judicasti et de
lirantes, qui cum iis qui lætantur, non lætamur,
nec in deliciis vivimus; nec nostras explemus libi
dines, nec illiberaliter sumus lascivis et impudicis
oculis, ostendentes nos esse liberos et ingenuos.
Veniel tempus,quo accipiemus mille cuplos fructus
7 Sap. v, i seqq. 8 Psal. cxxv, 5.
XIX. Tunc iratus præfectus, jussit eum cædi
virgis. Ille autem confestim dum verberaretur,
lætus cœpit dicere: Ecce hora, quam valde desi
derabam, et ecce dies omni festo mihi jucundior.
Dom beatus verberaretur, præco magna voce
clamabat: Deos et deas noli naledictis incessere.
Ille autem ad populum clamabat, dicens: Viri cives
Romanorum, videte, ne hæc plaga vos a veritate
avertat, sed state fortiter, et deos lapideos et li
gneos, quos colit Almachius præfectus, in calcem
convertite. Nam omnes, qui eos colunt, erunt in
afflictione et supplicio æterno. Tunc qui cum præ
fecto considebat Tarquinius, qui etiam dictus est
Laccas, præfecto dicit in secreto: Invenisti occa
sionem, domine mi, tolle eos quamprimum a
terra. Nam si tardaveris, et de die in diem traxe
ris, omnes suas facultates distribuent pauperibus,
et eis supplicio affectis, tu nihil invenies. Tunc
præfectus, cum ei placuisset illius consilium,jus
sit lictoribus, ut eos abducerent, ubi erat Jovis
col. 175–176page 84 of 146
proficiscimini ad coronam justitiæ, quam reddet
vobis justus Judex: non solum autem vobis, sed
etiam omnibus, qui diligunt adventum ejus 10,
Locus autem, qui dicitur Pagus, erat situs quarto
lapide ab urbe Roma, ad quem erat transeundum
prope portam templi,ut quicunque illac transibat,
nisi Jovis simulacro thus offerret, puniretur. Cum
in eum autem locum venissent sancti Tiburtius et
Valerianus, pretiosum thus obtulerant, Deo offe
rentes suos accusatores: et sic flexis genibus,
fuere cæsi gladio, et amisso hoc caduco et mortali
corpore, æternam et quæ non potest marcescere,
martyrii coronam accepere.
XXI. Tunc Maximus jurans dicebat: Vidi ange
los Dei tanquam solem resplendentes,ca hora qua
gladio sunt percussi, et exeuntes eorum animas
statua, et jussit ut, nisi ambo vellent imagini
Jovis sacrificare, simul subirent supplicium ca
pitis. Tunc venerandi et gloriosi Christi martyres
Valerianus et Tiburtius abducti sunt a Maximo
præfecti cubiculario in locum, qui dicitur Pagus.
Qui quidem Maximus cœpit eos deflere, et dicere
O pretiosa et florens juventus! 0 vinculum magnæ
fraternitatis 10 par pulcherrimum et generosum!
Cur vos in malum et impium finem volentes vos
ipsos projicere, et ad maximum tendere exitium,
ita festinatis tanquam qui ad lætitiam, et magni
ficam et lautam cœnam vocemini? Tunc dixit Ti
burtius: Nos si non vere didicissemus aliam esse
vitam æternam, quæ vitam præsentem sequitur,
non gauderemus eam amittere.Dicit eis Maximus
Et quænam potest esse alia vita? Respondit Ti-R
burtius, et dixit: Quomodo corpus induitur indu-e corporibus, tanquam virgines e thalamo. Quas
mentis, ita etiam anima induitur corpore. Et cor
pus quidem tanquam semen terrestre, per libi
dinem in terrenam matricem immittitur: genitum
autem el nutritum, et lapsum in mortis interitum,
el in pulverem conversum, tanquam phanix fu
turæ lucis specie excitabitur. Anima vero si sit
sancta, feretur in paradisi delicias, ut florens in
deliciis, exspectet tempus suæ resurrectionis.
Dicit eis Maximus: Vellem ego quoque hanc vitam
respuere, si de iis quæ dicis possem fieri certior.
Dicit ei Valerianus: Quoniam dicis tibi nihil su
peresse, nisi ut probes vera esse, quæ tibi dixi
mus: ea hora, qua faciet Dominus nos corporis
tunicam exuere in gloriosa nominis ejus confes
sione, aperiet dominus oculos tuos, et faciet te
aspicere, com quanta gloria illa vita redditur, si
tamen promittas nobis, quod ex toto animo
venies ad lui erroris pœnitentiam.
XX.Tunc Maximus anathemate seipsum devovit,
dicens: Flammis ignis consumar, nisi ab hac hora
illum solum Deum confitebor, qui facit, ut post
hanc vitam alia vita sequatur, hoc mihi solum vos
ostendite, quod estis polliciti. Ei dicunt sancti
martyres Tiburtius et Valerianus: Jube lictoribus,
ut nos in domum tuam abducant, et faciemus, ut
illuc ad te veniat purificator, qui hac nocte,
postquam fueris purificatus, faciet ut videas id,
quod tibi promisimus. Cum autem Maximus jus
sisset lictoribus, abduxerunt eos in domum ejus.
Quorum prædicatione ipse Maximus cum tota sua
familia et ipsis lictoribus crediderunt in Dominum
nostrum Jesum Christum. Tunc sancta Cæcilia
venit ad ipsos noctu cum sacerdotibus, et fuerunt
omnes baptizati in nomine Patris et Filii et Spi
ritus sancti. Cum autem exoriens matutinum,
nocti finem dedisset, magno silentio facto, dixit
sancta Cæcilia: Estote forti et magno animo, o
Dei milites; abjicite opcra tenebrarum, et indui
mini arma lucis 9. Pulchrum certamen certavistis,
cursum peregistis, fidem conservavistis. De cætero
9 Rom. XIII, 12. 10 II Tim. iv, 7.
cum ulnis excepissent angeli, strepentious alis
ferebantur in cœlum. Hæc Maximo narrante cum
lacrymis, multi crediderunt in Dominum nostrum
Jesum Christum, et conversi ab errore simulacro
rum, seipsos tradiderunt sancto Vibano suo ma
gistro. Cum autem ad Almachium urbis præfectum
venisset fama, quod Maximus cubicularius eum
omnibus suis factus esset Christianos, jussit eum
tandiu verberari globis plumbeis, donec spiritum
emitteret. Quem sancta Christi martyr Caecilia
cum posuisset proxime sanctos Dei martyres Ti
burtium et Valerianum, deposuit in arca, et jussit
ut in arca ejus insculperetur phoenix, ad osten
dendam ejus fidem, qui se inventurum esse resur
rectionem phœnicis exemplo admiserat. Facta est
autem post hæc inquisitio. Cœpit enim Almachius
præfectus amborum fratrum quærere facultates,
propter quas volebat etiam quærere sanctam Ca
ciliam, ut Valeriani conjugem, et jussit eam apud
se sisti. Quæ quidem postquam omnia, quæ SU
perfuerant ex eorum facultatibus, fideliter distri
buisset pauperibus, coepit ille urgere, ut ea thus
offerret. Tunc dixit ministris, qui eam urgebant,
ut hoc faceret
XXII. Audite me, cives et fratres: Vos estis
ministri vestri præsidis, et videtur vobis, quod
desideratis esse alieni ab ejus impietate. Mikian
tem est gloriosum et valde desiderandum, omnia
pati gravia pro Christi confessione. Nam cum hac
vita nunquam statui ullam habere amicitiam. Sed
ne sitis de nostra solliciti juventute, quam omnis
curæ estis expertem reddituri. Facite ergo, quod
ab iniquo præside est vobis imperatum. Tunc illi
cœperunt lamentari et conqueri quod tam electa
puella, et tam intelligens et nobilis, cuperet inter
fici: et eam rogabant, dicentes, ne talem decorem
amitteret, neque talem speciem converteret ad
mortem. Quibus flentibus et dolore vexatis sie
sancta respondit Cæcilia: Hoc, o fratres, non es
perdere juventutem, sed commutare; dare lutum
col. 177–178page 85 of 146
et aurum accipere; dare tabernaculum breve et quænam sit mibi potestas? Dixit sancta Cæcilia
miserabile, et magnam speciosamque et amplam
domum accipere, ex lapidibus pretiosis et auro
ædificatam: dare angulum tenebrosum, et locum
accipere lucidum, margaritis resplendentem cœ
lestibus: dare possessionem quæ perit, et acci
pere possessionem quæ non cognoscit finem, et
ignorat mortem; dare lapidem miserabilem,quem
pedibus conculcatis, et accipere lapidem pretio
sum, qui forma resplendet in regio diademate.
Hodie si quis sic offerat aureos, ut minimam num
morum quantitatem ex iis alacri animo proventum
accipiat: num vos quoque lubenter curreretis ad
talem negotiationem, et omnes parentes, et notos,
et cognatos,dilectosque, et propinquos, et amicos
vobiscum faceretis currere? Si quis autem vos
currentes averteret, dicendo vos inutiliter omnes
vestros nummos esse daturos, num eos essetis
irrisuri ut ignorantes, et qui nihil cognoscerent
vos autem læti curreretis, quod cum pretioso auro
essetis permutaturi æs miserabile, et non magni
pretii? Et vos quidem pondas pro pondere gau
detis accipere; Deus autem non dat pondus pro
pondere, sed accipit simplum, et reddit centu
plum; præterea vero vitam quoque æternam.
Ignoras tu, quænam sit mihi potestas? Nam si tu
me rogaveris de tua potestate, veris verbis tibi
aperiam. Dicit ei præfectus: Dic, si quid nosti.
Sancta dixit Cæcilia: Omnis hominis potestas est
perinde ac uter vento plenus: quem si una acu
pupugeris, omnis tumor ejus colli flaccescit. Quin
etiam si invenietur in ipso aliquid portare, infle
ctitur. Dixit præfectus: Cœpisti a contumelia, et
perseveras in contumeliis. Dixit sancta Cæcilia
Non dicitur contumelia, nisi in eos qui pauca pec
cant, non teneatur moderatio. Quamobrem vel
doce contumeliam, si falsum sum locuta; vel
teipsum castiga, subeuntem judicium. Dixit Alma
chius præfectus: Ignoras, quod domini invicti
imperatores jusserunt ut qui non negaverint se
esse Christianos, puniantur: qui autem negaverint,
dimittantur. Dixit sancta Cæcilia: Sic vestri sem
per erantimperatores, sicut etiam vestra celsitudo.
Nam quæ ab ipsis processit sententia, vos quidem
testata est esse impios, nos autem esse ostendit
innocentes. Si enim malum esset hoc nomen, nos
quidem negavissemus. Vos autem, ut nos confi
temur, omnino coegissetis. Dixit præfectus: Pro
pietate sua hoc valuerunt statuere, ut sua beni
gnitate vitam donando, vobis gratificentur. Dixit
sancta Cæcilia: Nihil est æque impium, nihil vero
tam innocentiæ inimicum, quam reis omnia inferre
supplicia ad hoc, ut suam iniquam testentur qua
litatem, et de eorum in mysterio sociis gravissi
mam habere quæstionem. Nos autem quos inno
centes cognoscitis, nominis solum accusatis. Sed
nos, qui sanctum nomen Christi cognoscimus, id
omnino negare non possumus. Est enim melius
mori feliciter, quam vivere infeliciter. Nos enim
vera dicentes, vos punimus, quibus est persuasum,
ut falsum audiatis.
XXIII.Cum hæc autem dicta essent a beata Cæ
cilia, ascendit supra petram, quæ erat prope pedes
ejus, et dicit omnibus: Creditis ea, quæ dixi
vobis? Illi autem una voce dixerunt omnes: Certe
credimus in Christum Filium Dei, eum esse verum
Deum qui te talem habet ancillam. Dicit eis sancta
Cæcilia Ite de cætero, et dicite infelicissimo
Almachio, quod ego unum donum peto, ne nimis
acceleret is meam decertationem. Ego autem fa
ciam,ut in domum meam veniat sanctissimus papa
Urbanus, ut faciat vos omnes vitæ æternæ partici
pes, et sic Dei providentia ego quoque consumma
bor. Tunc cum in ejus domum venisset sanctissimus
papa Urbanus, baptizavit plusquain quadringen
tos, diversi sexus, fortunæ et ætatis. Inter quos erat
vir clarissimus, nomine Gordianus. Is cum papæ
precibus domum sanctæ Cæciliæ vocavit ex suo no
mine,utin occulto ex illo die,ex quo illic Christi per
actum est baptisma, fleret Ecclesia Dominica; adeo
ut sanctissimus quoque papa Urbanus illic occulte ha-D
bitaret;in dies autem Christi redemptionis lucra illic
crescerent,et diaboli essent damna innumerabilia.
XXIV. Cum hæc autem fierent, Almachius urbis
præfectus jubet coram se sisti Cæciliam; quam
interrogans, ei dicit: Quod est nomen tuum, o
puella? Respondit sancta: Cæcilia. Dixit præfectus
Almachius: Cujus es conditionis? Dixit Cæcilia
Ingenua ex clarissimis. Dixit præfectus: Ego te
rogo de religione, non autem de genere. Sancta
dixit Cæcilia: Interrogatio tua stultum cepit prin
cipium, quæ duo responsa videtur elicere ex una
quæstione.Dixit præfectus: Undemam est tibi hæc
Aducia? Respondit sancta: Ex bona conscientia,
et fide non simulata. Dixit præfectus: Ignoras
XXV. Dixit Almachius præfectus: Elige tu unum
ex duobus: aut sacrifica, aut nega te esse Christia
nam, at delicti tibi detur venia. Tunc dixit ridens
sancta Cæcilia: 0 judicem pudore necessario af
fectum? Vult me negare, et esse me innocentem,
ut ipse me facial crimini obnoxiam. Si vis accu
sare, cur me adhortatis, ut negem? Sin autem vis
absolvere, cur non vis inquirere? Dixit præfectus
Almachius: Adsunt accusatores, qui testantur te
esse Christianam. Si ergo quamprimum negave
ris, impones finem eorum accusationibus. Sin
autem nolueris negare, hoc tuæ imputabis
amentiæ quando in te lata fuerit sententia. Dixit
sancta Cæcilia: Eorum accusatio est mihi deside
randa, et punitio tua est victoria. Noli me ergo
corrigere tanquam errautem:sed teipsum increpa,
qui existimas fore ut Christum negem. Dixit
præfectus: Misera, nescis vitæ et necis potestatem
mihi datam esse ab imperatoribus? Cur loqueris
cum tanta superbia? Dixit sancta: Alio modo
licet dicere superbum, et alio conâdentem. Ego
confidenter, non autem superbe, sum locuta.Nam
Day 23Die 23
col. 189–190page 91 of 146
PG 116:189ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΡΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΕΝΟΜΕΝΟΥ ΑΚΡΑΓΑΝΤΟΣ Α'. Κάλλιστόν τι χρῆμα ἡ ἀρετή, καὶ δόξαν ὅτην ἐγκόσμιον τε καὶ ὑπερκόσμιον προξενούσα τοῖς ἐρα σταῖς. Οὐδὲ γὰρ ἐν τῷ μέλλοντι μόνον τὰς ἀμοιβας ἀποδίδωσιν, ἀλλά γε καὶ κατὰ τὴν παρόντα βίον τοὺς μετιόντας περιφανεῖς ἐργάζεται. Ταύτην οὖν καὶ Γρηγόριος ὁ πάντα καλῶς εἰς ἄκρον ἀσκήσας οὐ κληρονόμος μόνον τῆς ἀλήκτου ζωῆς, ἀλλὰ καὶ περιὼν ἔτι τῷ βίῳ θαυμαστός κατέστη καὶ περιβ ητος, ὃν εἰ Σικελῶν μὲν ἐβλάστησε γῇ, Σικελῶν γὰρ ἡ ᾿Ακραγαντίνων, ὡς πάντες ἴσασι, Σιὼν δὲ ἁγία ἐκεῖθεν ἐκδεξαμένη, καθαπερ τι αυτόν εὐτενές θρέψατό τε καὶ τὰ κάλλιστα ἐκδιδάξασα, τῇ πα τρίδι πάλιν περιφανῶς ἀποδίδωσιν. Ἐμοὶ μὲν οὖν ήδιστόν τι πράγμα δοκεῖ καὶ σπουδῆς ἄξιον τὸν αὐτοῦ βίον ἄνωθεν αναγράψασθαι καὶ τοῖς ἔπειτα καλοῦ παντὸς θέσθαι παράδειγμα καὶ ἀρχέτυπον ὑμῖν δὲ οἶδ' ὅτι καὶ αὐτοῖς τὰ καλὰ καὶ ἀκούειν καὶ ζηλούν βουλομένοις εὐκτατον τὸ πρᾶγμα φανείται, καὶ μεθ᾽ ἡδονῆς ἄγαν τὰς ἀκοὰς εἰσδυομενον. ᾿Αρχὴν τοίνυν τοῦ λόγου ταύτην θετέον, ἢν δὴ κἀκεῖνος τοῦ βίου ἔσχεν ἀρχήν. Β΄. Κώμη τις ἤνεγκε τὸν μακάριον, ἢ Πραιτώ ρις μὲν καλέτται, ἔγγιστα δὲ κεῖται τῆς ᾿Ακρα γεντίνων πόλεως, τὸ πρότερον δὲ ἀφανής οὖσαAlii vitam prætulit misericordiæ 11.Ne excusationes solum cibo et polu repleta, sed etiam auro et arquæramus in peccatis, «Deus non irridetur 19,
Penaria nostra mente intueamur. Videamus an
quotidiani alimenti nihil nobis redundet. Ne mensium circulos metiamur, et annorum ambitus, est
enim alius qui providet, et eorum curam gerit,
etiamsi nos ignoremus. Nosipsos constituamus nostrarum rerum examinatores: etsi, ut prius quidem diximus, quotidiani alimenti nostri nihil supersit, scit Deus misereri eorum, qui premuntur
inopia. Sin autem viderimus nostra penaria non
11 III Reg. XVII, 1 seqq. 191 Galat. vI, 7.
gento, et aliis, quæ eos consequuntur, qui divitiis
delectantur et possessionibus, esurientibus aliis et
frigore enectis, sciamus quod æternum ei qui nunquam desiit ignem nobis recondimus. Ut eum ergo
effugiamus, in Dei mandatis pro viribus ambulemus, ut et sancti martyris froamur intercessionibus, et ineffabilia et alerna Dei bona consequamur, gratia et benignitate Domini nostri Jesu
Christi: cui gloria, potentia, nunc et semper, el
in saecula saeculorum. Amen.
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΡΟΛΙΤΕΙΑ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΕΝΟΜΕΝΟΥ ΑΚΡΑΓΑΝΤΟΣ
S. P. N.
GREGORII, EPISCOPI AGRIGENTINI
(Latine apud Surium ad diein 23 Novembris; Græce ex codd. mss. Reg. 1525, 1549 et 1554 )
Α'. Κάλλιστόν τι χρῆμα ἡ ἀρετή, καὶ δόξαν ὅτην
ἐγκόσμιον τε καὶ ὑπερκόσμιον προξενούσα τοῖς ἐρασταῖς. Οὐδὲ γὰρ ἐν τῷ μέλλοντι μόνον τὰς ἀμοιβας
ἀποδίδωσιν, ἀλλά γε καὶ κατὰ τὴν παρόντα βίον
τοὺς μετιόντας περιφανεῖς ἐργάζεται. Ταύτην οὖν
καὶ Γρηγόριος ὁ πάντα καλῶς εἰς ἄκρον ἀσκήσας οὐ
κληρονόμος μόνον τῆς ἀλήκτου ζωῆς, ἀλλὰ καὶ
περιὼν ἔτι τῷ βίῳ θαυμαστός κατέστη καὶ περιβητος, ὃν εἰ Σικελῶν μὲν ἐβλάστησε γῇ, Σικελῶν γὰρ
ἡ ᾿Ακραγαντίνων, ὡς πάντες ἴσασι, Σιὼν δὲ ἁγία
ἐκεῖθεν ἐκδεξαμένη, καθαπερ τι αυτόν εὐτενές
θρέψατό τε καὶ τὰ κάλλιστα ἐκδιδάξασα, τῇ πα
τρίδι πάλιν περιφανῶς ἀποδίδωσιν. Ἐμοὶ μὲν οὖν
ήδιστόν τι πράγμα δοκεῖ καὶ σπουδῆς ἄξιον τὸν
αὐτοῦ βίον ἄνωθεν αναγράψασθαι καὶ τοῖς ἔπειτα
καλοῦ παντὸς θέσθαι παράδειγμα καὶ ἀρχέτυπον
ὑμῖν δὲ οἶδ' ὅτι καὶ αὐτοῖς τὰ καλὰ καὶ ἀκούειν καὶ
ζηλούν βουλομένοις εὐκτατον τὸ πρᾶγμα φανείται,
καὶ μεθ᾽ ἡδονῆς ἄγαν τὰς ἀκοὰς εἰσδυομενον. ᾿Αρχὴν
τοίνυν τοῦ λόγου ταύτην θετέον, ἢν δὴ κἀκεῖνος τοῦ
βίου ἔσχεν ἀρχήν.
Β΄. Κώμη τις ἤνεγκε τὸν μακάριον, ἢ Πραιτώ
ρις μὲν καλέτται, ἔγγιστα δὲ κεῖται τῆς ᾿Ακραγεντίνων πόλεως, τὸ πρότερον δὲ ἀφανής οὖσα
1. Pulcherrima res est virtus, quæ maximam gloriam, et altissimum ornatis cumulum sui amaloribus affert. Si quidem non illos solum post mortem remuneratur, sed vivos utque presentes illustres efficit. Hanc cum Gregorius omnibus in rebus
egregie ad extremuin usque tempus exercuisset,
non solum hæres vilæ perpetum est institutus, sed
cum adhuc etiam viveret, admirabilem se ac celebrem præstitit. Sicilia quidem oriundus. Siculis
enim finibus, ut omnes norunt, Agrigentum continetur; cæterum cum sancta illi:m Sion suscepisset,
ac uti plantain quamdam apprime nobilem enutritum, dissertissime erudivisset, patriæ rursus conspicuum reddidit. Et quidem jucundissimun mihi
ac æstimabile valde videtur, ejus vitam altius repetitam describere, tanquam specimen quoddam,
et omnis virtutis exemplar, litterarum monumentis posteris consignare: vobis vero, quibustam
splendida audire libet ac imitari, res isthæc optabilis
esse, vestrasque ingenti cum voluptate aures subiro
debet.Quod igitur ille vitæ principium habuit, hoc
ipsum nostræ orationis exordium statuendum est.
II. Vicus quidam, qui Prætoria nomine dicitur,
Agrigento civitati proximus, sanctum virum edidit. Prius quidem ille obscurus et incognitus
col. 191–192page 92 of 146
PG 116:191καὶ ἄγνωστος, νῦν δι᾽ αὐτὸν ἐπίσημος τε καὶ περιφανής δείκνυται. Οἱ φύντες δὲ Χαρίτων καὶ Θεοδότη, ἄνθρωποι, πλούτῳ λαμπρῷ κομώντες, καὶ βίῳ χρηστῷ θάλλοντες, καὶ τῶν προσόντων τὰ πλεῖστα τοῖς πένησιν ἀπονέμοντες, οὗτοι δι' εὐχῆς ποιούμενοι παῖδα σχεῖν ἄῤῥενα τυγχάνουσι τῆς εὐχῆς, οὐ τὴν φύσιν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχὴν ἄῤῥενα κληρωσάμενον· ὥσπερ οὖν ὁ τῶν πειρασμῶν καιρὸς ἔδειξε, καὶ ἡ πρὸς τὰς τῶν κακῶν ἐπιφορὰς γενναιότης, ἃ δὴ καὶ προϊὼν ὁ λόγος δήλωσει. Τοῦτον γοῦν ἀπὸ τοῦ θείου βαπτίσματος ἀναδέχεται ὁ πολὺς τὴν ἀρετὴν Ποταμίων, ὁ τότε τῆς Ἀκραγαντίνων πόλεως τὰς ἱερᾶς ἀνέχων φροντίδας. Ἐπειδὴ δὲ τὸν ὄγδοον χρόνον ὁ παῖς τῆς ἡλικίας περήμεινε, Ποταμίωνι τὸν θεῖον τοῦτον προσάγουσιν οἱ γεννήτορές, εὐλογίας τε ἀξιῶσαι, καὶ παιδευτῇ παραδούναι βουλόμενοι. Καὶ ὃς αὐτῷ κατὰ τὸ εἰκὸς ἐπευξάμενος, γραμματιστῇ τινι παραδίδωσιν ᾧ Δαμιανὸς ὄνομα, σπουδαίως αὐτὸν καὶ φιλοπόνως ἐκπαιδεύειν τὰ τῶν μαθημάτων ἐγκελευσάμενος. Ὁ δὲ δὴ παῖς τὸ τῆς ψυχῆς μεγαλοφυὲς ἐξ αὐτῆς, ὡς ὁ λόγος, γραμμῆς ὑποφαίνων, ἅτε δὴ φύσεως ὀξύτητι καὶ προθυμίᾳ συντόνῳ χρώμενος, δι' ὀλίγου τὰ πολλὰ τῶν μαθημάτων διῄει, ὡς ἐν δυσὶ μόνοις ἔτεσι τήν τε τῶν πρώτων στοιχείων παράδοσιν, τούς τε Δαυϊδικοὺς ψαλμούς, καὶ τὰς τῶν ἀριθμῶν ἀναλογίας, προσέτι δὲ καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους ἐκμαθεῖν. Ἀμέλει καὶ παρὰ πᾶσιν ἀξιοθαύμαστος ἐπὶ τῷ τάχει τῆς τούτων περιλήψεως ἐνομίζετο. Ὡς δὲ καὶ τοῦ δωδεκάτου ἔτους προβαίνων ἥπτετο, προσίασιν οἱ τεκόντες αὖθις τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τῷ κλήρῳ τοῦτον ἐγκαταλεγῆναι τῆς ἐκκλησίας ἀντιβολοῦσι. Καὶ ὅς, ἀσμένως τὸν λόγον δεξάμενος, ἑώρα γὰρ ἤδη τῷ διορατικῷ τῆς ψυχῆς ὀφθαλμῷ οἷον περικαλλῆ καὶ φωτεινὸν ὀφθαλμὸν τῇ ἐκκλησίᾳ μέλλοι χαρίζεσθαι, τῇ ποίμνῃ τοῦτον συναριθμεῖ, σκεῦος ἐκλογῆς αὐτὸν προσφωνῶν ἀποβήσεσθαι, καὶ ὅσα ὕστερον ἐκείνῳ ἔμελλον ἕπεσθαι. Οὕτως ὁ ἱερὸς Γρηγόριος τῷ τῶν κληρικῶν χορῷ συγκαταλεχθείς, Δονάτῳ παραδίδοται τῷ ἀρχιδιακόνῳ τῆς ἐκκλησίας, ὃς δὴ καὶ τῶν ἱερῶν βιβλίων τηνικαῦτα τὴν φυλακὴν ἐπιτέτραπτο, καὶ εἰς τεὶ διάγων ἑαυτὸν τρανότερον παρελείκαὶ δῆλος ἦν ἀπὸ τοῦ κρυπτομένου παρ' αὐτῷ τῆς ἀρετῆς μύρου, σπουδαίως μὲν τὰ μαθήματα διών, ἤθους δὲ σεμνοτέρου μεταποιούμενος, προσωπικώτερον δὲ καὶ περὶ τὰς θείας ἔχων Γραφάς, ἐξ ὧν δὴ καὶ μάλιστα τὴν ψυχὴν φωτισθεὶς καὶ τῷ ἡδεστέρῳ τούτων θελχθεὶς κάλλει, ὅλως τῷ Θεῷ προσενέγκων ἦν, καὶ ὁδὸν ἐζήτει, δι' ἧς αὐτῷ καὶ τελεώτερον συναφθείη, καὶ ἐγγίσαι τάχιον τῷ ἐγγίζοντι. Γ΄. Λογισμὸς τοίνυν αὐτὸν θεόθεν λαμβάνει τοὺς ἁγίους τόπους ἰδεῖν, καὶ τοῦ ἐξ αὐτῶν ἁγιασμοῦ μετασχεῖν. Καὶ δεῖ πρὸς τοῦτο λίαν ἐρωτικῶς ἔχων, ἐδεῖτο λοιπὸν τοῦ Θεοῦ μὴ διαμαρτεῖν τοῦ σκοποῦ. Καὶ χρόνον μὲν ὀκτωκαιδέκατον ἤδη γεγονὼς ἦν, ἐν μιᾷ δὲ τῶν νυκτῶν τὸν ῥηθέντα ἐπτακοιμίνας ἀρχιδιάκονον, αὐτὸς εἴσω τοῦ ναοῦ γίνεται, καὶ πολλὰ τοῦ Θεοῦ δεηθείς, συνάρξασθαι τούτῳ τοῦnune vero tanto allumno clarus et illustris emicat. καὶ ἄγνωστος, νῦν δι᾽ αὐτὸν ἐπίσημος τε καὶ και
Parentes vero (qus Dei gratia ac benignitas fuit) ριφανής δείκνυται. Οι φύντες δὲ Χαρίτων και
viri luculentis ornali divitiis, ac probata vita fo- Θεοδότη, ἄνθρωποι, πλούτῳ λαμπρῷ κομώντες,
rentes, plurima sua pauperibus erogabant. Hi quo καὶ Βίῳ χρηστῷ θάλλοντες, καὶ τῶν προσόν
marem filium procrearent precibus insistentes, των τὰ πλεῖστε τοῖς πένησιν ἀπονέμοντες, οὗτοι
voli tandem sui compotes fiunt, fliumque non na- δι' εὐχῆς ποιούμενοι παῖδα σχεῖν ἄῤῥενα τυγχάνουσι
tura tantum, sed animo, marem suscepere: quem τῆς εὐχῆς, οὐ τὴν φύσιν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχὴν
admodum et tempus, quo ille perturbationis άββενα κληρωσάμενον· ὥσπερ οὖν ὁ τῶν πειρασμών
est impetitus, et contra malorum impressiones al- καιρος ἔδειξε, καὶ ἡ πρὸς τὰς τῶν κακῶν ἐπιφορὰς
titudo animi postulabat: quæ sane omnia sermo γενναιότης, ἃ δὴ καὶ προϊὼν ὁ λόγος δήλωσει. Τοῦτον
quoque, subsequens indicabit. Hunc igitur a sacro γοῦν ἀπὸ τοῦ θείου βαπτίσματος ἀναδέχεται ὁ πολὺς
baptismale vir virtute clarus Potamion, qui tum τὴν ἀρετὴν Ποταμίων, ὁ τότε τῆς ᾿Ακραγαντίνων
sacris ac religioni Agrigenti civitatis præerat, susπόλεως τὰς ἱερᾶς ἀνέχων φροντίδας. Επειδὴ δὲ τὸν
cipit. Postea vero quam puer octavum lalis an- ὄγδοον χρόνον ὁ παῖς τῆς ἡλικίας περήμεινε, Ποταnum attigit, hunc ad divum Potamionem parentes μίωνι τὸν θεῖον τοῦτον προσάγουσιν οἱ γεννήτορές,
adducunt, ut puero ille prospera omnia precaretur, εὐλογίας τε ἀξιῶσαι, καὶ παιδευτή παραδούναι
et praeterea ipsum præceptori traderet erudien- βουλόμενοι. Καὶ ὃς αὐτῷ κατὰ τὸ εἰκὸς επευξάμενος,
dum. Qui cum pro pueri salute Dominum (ut par γραμματιστῇ τινι παραδίδωσιν ᾧ Δαμιανός ὄνομα,
era) orasset, grammatici cujusdam, cui Damiano σπουδαίως αὐτὸν καὶ φιλοπόνως ἐκπαιδεύεν τὰ τῶν
nomen erat, fidei illum conmisit, disciplinisque μαθημάτων ἐγκελευσάμενος. Ὁ δὲ δὴ παῖς τὸ τῆς
accurate ac sedulo incumbere præcepit. At puer ab ψυχῆς μεγαλοφυες ἐξ αὐτῆς, ὡς ὁ λόγος, γραμμής
ipsis litterarum elementis, ut aiunt, præstantiam ani- ὑποφαίνων, ἅτε δὴ φύσεως οξύτητι καὶ προθυμία συν
mi præ se ferens, utpote qui ingenii acumine, et acri τόνῳ χρώμενος, δι' ὀλίγου τὰ πολλὰ τῶν μαθημάτων
promptituiine usus est, plures breviter disciplinas διῄει, ὡς ἐν δυσὶ μόνοις ἔτεσι τήν τε τῶν πρώτων
percurrit. Nam prima ipsa elementa,odasque Davi- στοιχείων παράδοσιν, τούς τε Δαυϊδικούς ψαλμούς,
dicas, rationem ilem ac convenientiam numerorum, καὶ τὰς τῶν ἀριθμῶν ἀναλογίας, προέτι δὲ καὶ τοὺς
adde etiam ecclesiasticos hymnos, biennii tantum Εκκλησιαστικούς ὕμνους ἐκμαθεῖν, ᾿Αμέλει καὶ παρέ
spatio didicit. Proinde ob celeritatem, qua tot di- πᾶσιν ἀξιύθαύμαστος ἐπὶ τῷ τάχει τῆς τούτων
sciplinis excultus est, omnibus admirationi fuit. περιλήψεως Ενομίζετο. ὡς δὲ καὶ τοῦ δωδεκάτω
Ubi vero duodecimum annum prætergressus est, ἔτους προβαίνων ἥπτετο, προσίασιν οἱ τεκόντες
episcopum rursus ac cæleios Ecclesiæ ministros αὖθις τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τῷ κλήρῳ τοῦτον ἔγκετε
parentes adeunt, nultisque hunc ipsum in eorum λεγῆναι τῆς ἐκκλησίας ἀντιβολοῦσι. Καὶ ὅς, ασμένως
collegium cooptari precibus orant. Cumque ille τὸν λόγον δεξάμενος, ἑώρα γὰρ ἤδη τῷ διορατική
æquo animo sermonem audisset jam enim in teriori τῆς ψυχῆς ὀφθαλμῷ οἷον περικαλλῆ καὶ φωτεινὸν
mentis oculo cernebat, quam splendidum ac luci ὀφθαλμῷ τῇ Ἐκκλησία μέλλοι χαρίζεσθαι, τῇ ποίμη
dum oculum regenda Ecclesia esset admolurus),in τοῦτον συναριθμεῖ, σκεῦος ἐκλογῆς αὐτὸν προσπών
sacrum coetum ascivit, et illum οι ganum selectis- ἀποβήσεσθαι, καὶ ὅσα ὕστερον ἐκεῖνος ἔμελλον
simum fore, ac quidquid in posterum futurus esset, ἔπεσθαι. Οὕτως ὁ ἱερός Γρηγόριος τῷ τῶν κληρικών
prolatus est. Ita divus Gregorius clericorum ca- χορῷ συγκαταλεχθείς, Δονάτῳ παραδίδοται τῷ δρο
tui additus, Donato Ecclesiarchidiacono traditur, χιδιακόνῳ τῆς ἐκκλησίας, ὃς δὴ καὶ τῶν ἱερῶν
qui tum sacrorum voluminum curam agebat: cu- βιβλίων τηνικαῦτα τὴν φυλακὴν ἐπιτέτραπτο,
jas cum familiari convictu ac ccnsuetudine ule- καὶ εἰστεί διάγων ἑαυτὸν τρανότερον παρελεί
retur, longe disertior evasit: perspicuumque fail καὶ δῆλος ἦν ἀπὸ τοῦ κρυπτομένου παρ' αὐτῷ τῆς
post delilescentem apud ipsum virtulis odorem, ἀρετῆς μύρου, σπουδαίως μὲν τὰ μαθήματα διών,
disciplinas quidem perlustrare, mores vero in gra- ἤθους δὲ σεμνοτέρου μεταποιούμενος, προσωπικώ
viores ac venustiores permutasse, atque adeo sese τερον δὲ καὶ περὶ τὰς θείας ἔχων Γραφάς, ἐξ ὧν δ
divinis scriptis altentiorem præstitisse, a quibus και μάλιστα τὴν ψυχὴν φωτισθεὶς καὶ τῷ ἡλέστερ
et animo imprimis illuminatus, et illarum incredi- τούτων θελχθεὶς κέλιτι, ὅλως τῷ Θεῷ προσενέγων
bili adfectus dulcedine, totum Deo se ipse dedit, ἦν, καὶ ὁδὸν ἐζήτει, δι' ἧς αὐτῷ καὶ τελεώτερον
viamque, qua illi propius Inhæreret, celeriusque συναφθείη, καὶ ἐγγίσαι τάχιον τῷ ἐγγίζοντι,
ocurrenti sibi appropinquaret, inire studebat.
III. Illum igitur sacra invisendi loca, eorumque
sanctitudinis esse participem, cogitatio incessit.
Cumque magno bujusce rei desiderio flagrarel,
exinde Deum obsecrabat, ne votum suum frustraretur. Jamque duodevicesimum ætatis annum agebat. Quadam vero nocte cum in archidiaconi, cujus mentionem fecimus, contubernio degeret, ipse
templum ingressus, Deum, ut ejusmodi se propoΓ΄. Λογισμὸς τοίνυν αὐτὸν θεόθεν λαμβάνει τους
ἁγίους τόπους ἰδεῖν, καὶ τοῦ ἐξ αὐτῶν ἁγιασμο
μετασχεῖν. Καὶ δεῖ πρὸς τοῦτο λίαν ἐρωτικῶς ἔχων,
ἐδεῖτο λοιπον τοῦ Θεοῦ μή διαμαρτείν τοῦ σκοποί
Καὶ χρόνον μὲν ὀκτωκαιδέκατον ἤδη γεγονώς ἦν,
ἐν μιᾷ δὲ τῶν νυκτῶν τὸν βηθέντα επτακοιμίνας
αρχιδιάκονον, αὐτὸς εἴσω τοῦ ναοῦ γίνεται, κ
πολλὰ τοῦ Θεοῦ δεηθείς, συνάρχσθαι τούτῳ τοῦ
col. 193–194page 93 of 146
PG 116:193προκειμένου καὶ εἰς πέρας ἀγαγεῖν τὴν ἐπιθυμίαν πρὸ τῆς τοῦ Δονάτου κλίνης τῇ γῇ προκατακλιθείς, τῷ ὕπνῳ ἑαυτὸν δίδωσι. Παραστὰς δὲ τις αὐτῷ, Γρηγόριε, λέγει. Ὁ δὲ εὐθὺς, Ἰδοὺ ἐγώ, κύριε, καὶ στὰς τοῦ ἀρχιδιακόνου ἐπίπροσθεν, Τί με κέκληκας, ἔφη, κύριε ; Καὶ αὐτὸς, Οὐ κέκληκά σε, τέκνον, φησίν. Αὖθις οὖν ὑποστρέψας, τῇ στρωμνῇ κατεκλίνετο. Εἶτα πάλιν ὁ καλῶν τὸ δεύτερον παραστάς, Γρηγόριε, ἔφη. Ὁ δὲ καὶ οὕτως ἀναπηδήσας σπουδῇ, πρὸ τῆς κλίνης ἵσταται τοῦ ἀρχιδιακόνου, καὶ Ἰδοὺ ἐγώ, κύριε· τί κέκληκάς με, φησίν. Ὁ ἀρχιδιάκονος οὖν ἐπὶ τῷ πράγματι διαταραχθείς, εἶτα καὶ τὴν κλῆσιν ἄνωθεν εἶναι μὴ ἀγνοήσας, Ἐγὼ μὲν, εἴρηκε πρὸς αὐτὸν, οὐδὲ νῦν κέκληκά σε, τέκνον, πλὴν ἀλλ᾽ εἰ αὖθις οὕτω κληθείης, ἀπόκριναι τῷ καλοῦντί σε, Τί ἐστι, Κύριε, τί προστάττεις τῷ σῷ οἰκέτῃ ; Ὡς οὖν καὶ τρίτον ὁ καλῶν ἐπίστη προφωνῶν τὸ Γρηγόριε, ἀποκρίνεται οὗτος ὥσπερ ἄρα καὶ ἐδεχθεὶς ἔτυχεν. Εὐθὺς δὲ ὁ καλῶν, ἄγγελος δὲ τοῦ Θεοῦ ἦν οὗτος, Ἐκουσταί σου, ἔφη, ἡ δέησις. Δεῖ οὖν σε τὸ τάχος παρὰ τὴν αἰγιαλὸν γενέσθαι, καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τόπους τοῖς ἀπάξουσιν ἐντυχεῖν. Δ΄. Ἐπὶ τούτοις ὁ Γρηγόριος εὐχαριστήσας τῷ Θεῷ καὶ οἷς ἤκουσεν εὐπειθήσας ἔξεισιν ἔτι κατεχόμενον ὕπνῳ καταλιπὼν τὸν ἀρχιδιάκονον, καὶ πλοίῳ περιτυχών, ἠρώτα πότε καὶ ὅπου μέλλοιεν τὸν ἀπόπλουν ποιεῖν. Ἐπεὶ δὲ ἤκουσεν ὡς ἤδη πλεῖν μὲν εἰσιν εὐτρεπεῖς, εἰς Καρθαγένην δὲ τὸν ἀπόπλουν ποιεῖσθαι βούλοιντο, σύμπλουν καὶ αὐτὸν ἠξίου παραλαβεῖν. Ὁ τοῦ πλοίου τοίνυν προεστηκώς, ἅμα μὲν τὸ κατεσπουδασμένον αὐτοῦ τῆς ὁρμῆς ὑποπτεύσας, ἅμα δὲ καὶ πρὸς τὸ ταπεινὸν τοῦ σχήματος ἀπιδών, Μή τί γε ἄρα δοῦλός τε εἶ, καὶ τὸν Δεσπότην ἀποδιδράσκεις τὸν ἑαυτοῦ; ἤρετο. Ὡς δὲ ἐκεῖνος Χριστοῦ μὲν δοῦλος εἶναι ἔλεγεν, ἀνθρώπου δὲ οὐδενός, ἐμβῆναι μὲν εἰς τὸ πλοῖον εἴασεν, οὐδὲν φιλάνθρωπον οὐδὲ δίκαιον ἐπ᾿ αὐτῷ δράσειν ἐσκόπει, ἀποδόσθαι τοῦτον εἰς δουλείαν ἀπανθρώπως διανοούμενος. Ἡ μὲν οὖν ναῦς, ἐπιφόρῳ χρησαμένη τῷ πνεύματι, ἐν τρισὶν ἡμέραις τὴν Καρθαγέναν κατειλήφει· ὁ δὲ δὴ ναύκληρος ἐκεῖνος, συνεχῶς τὸν παῖδα παρατηρῶν, ὅτι προσευχαῖς τε καὶ ἀγρυπνίαις παρ' ὅλην νύκτα προσκείμενος ἦν, ἠρέμα τοῦ ὄντος ἐγίνετο, καὶ ἔννοιαν περὶ αὐτοῦ τὴν προσήκουσαν κατὰ μικρὸν ὑπεδέχετο, ὡς ἄρα οὐκ ἀνθρώπων τινὸς, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς πρώτοις μάλιστα τῶν τοῦ Θεοῦ δούλων ἐστίν. Ὅθεν λύπη τε αὐτὸν ἰσχυρὰ καὶ δεινὴ μεταμέλεια ἐπὶ τοῖς προλαβοῦσιν εἰσῄει, εἰ δάκρυσι τοιούτοις φαρμάκοις τὴν ἄδικον ὥσπερ ἐνθύμησιν τῆς ψυχῆς ἐξιάσασθαι βουλόμενος. Ε΄. Ἐπεὶ δὲ καὶ ὁρμισάμενοι τῆς πόλεως ἔνδον γεγόνασιν, ὁ ναύκληρος εἰς τὰ ἑαυτοῦ ξενίζει τὸν πατέρα, καὶ ἰδιαζούσῃ τοῦτον οἰκίᾳ σχολάζειν δίδωσι· καὶ δὴ καὶ τὸν ἄτοπον αὐτῷ λογισμὸν ἐκκαλύψας (οὐ γὰρ ἀνῆκε πλῆττον τὸ συνειδὸς διὰ τὴν τοῦ πρὸς ὃν ἡμάρτανεν ἁγιότητα), ἐδεῖτο καὶ συγγνώμης ἀξιωθῆναι, ἧς δὴ καὶ τυγχάνει παρὰ τῆς συμπαθοῦς ἐκείνης καὶ φιλανθρώπου ψυχῆς. Καὶ ὁ μὲν οὕτως· ὁ δὲ δὴ Γρηγόριος ἐπικλεισάμενος ἑαυτὸν ἐν ᾧ ᾤκειπροκειμένου καὶ εἰς πέρας ἀγαγεῖν τὴν ἐπιθυμίαν silo liberaret, et ad exitum optata perduceret, preπρὸ τῆς τοῦ Δονάτου κλίνης τῇ γῇ προκατακλιθείς,
τῷ ὕπνῳ ἑαυτὸν δίδωσι. Παραστὰς δὲ τις αὐτῷ,
Γρηγόριε, λέγει. Ὁ δὲ εὐθὺς, Ἰδοὺ ἐγώ, κύριε, καὶ
στὰς τοῦ ἀρχιδιακόνου ἐπίπροσθεν, Τί με κέκληκας,
ἔφη, κύριε; Καὶ αὐτὸς, Οὐ κέκληκά σε, τέκνον,
φησίν. Αὖθις οὖν ὑποστρέψας, τῇ στρωμνῇ κατε
κλίνετο. Εἶτα πάλιν ὁ καλῶν τὸ δεύτερον παραστάς,
Γρηγόριε, ἔφη. Ὁ δὲ καὶ οὖθις ἀναπηδήσας σπουδῇ,
πρὸ τῆς κλίνης ἵσταται τοῦ ἀρχιδιακόνου, καὶ Ἰδοὺ
ἐγώ, κύριε· τί κέκληκάς με, φησίν. Ὁ ἀρχιδιάκονος οὖν ἐπὶ τῷ πράγματι διαταραχθείς, εἶτα καὶ
τὴν κλῆσιν ἄνωθεν εἶναι μὴ ἀγνοήσας, Ἐγὼ μὲν,
εἴρηκε πρὸς αὐτὸν, οὐδὲ νῦν κέκληκά σε, τέκνον,
πλὴν ἀλλ᾽ εἰ αὖθις οὕτω κληθείης, ἀπόκριναι τῷ καλοῦτί σε, Τί ἐστι, Κύριε, τί προστάττεις τῷ σῷ
οἰκέτη; Ὡς οὖν καὶ τρίτων ὁ καλῶν ἐπίστη προφωνῶν τὸ Γρηγόριε, ἀποκρίνεται οὗτος ὥσπερ ἄρα καὶ
αδεχθεὶς ἔτυχεν. Εὐθὺς δὲ ὁ καλῶν, ἄγγελος δὲ τοῦ
Θεοῦ ἦν οὗτος, Εκουσταί σου, ἔφη, ἡ δέησις. Δετ
οὖν σε τὸ τάχος παρὰ τὴν αἰγιαλόν γενέσθαι, καὶ
πρὸς τοὺς ἁγίους τόπους τοῖς ἀπάξουσιν ἐντυχεῖν.
Δ'. Ἐπὶ τούτοις ὁ Γρηγόριος εὐχαριστήσας τῷ
Θεῷ καὶ οἷς ἤκουσεν εὐπειθήσας ἔξεισιν ἔτι κατε
χόμενον ὕπνῳ καταλιπών τὸν ἀρχιδιάκονον, καὶ
πλοίῳ περιτυχών, ἠρώτα πότε καὶ ὅπου μέλλοιεν
τὸν ἀπόπλουν ποιεῖν. Ἐπεὶ δὲ ἤκουσεν ὡς ἤδη
πλεῖν μὲν εἰσιν εὐτρεπεῖς, εἰς Καρθαγένην δὲ τὸν
απόπλουν ποιεῖσθαι βούλοιντο, σύμπλουν καὶ αὐτὸν
Αξίου παραλαβεῖν. Ὁ τοῦ πλείου τοίνυν προεστηκώς,
ἅμα μὲν τὸ κατεσπουδασμένον αὐτοῦ τῆς ὁρμῆς
υποπτεύσας, ἅμα δὲ καὶ πρὸς τὸ ταπεινὸν τοῦ σχή- "
ματος ἀπιδών, Μή τί γε ἄρα δοῦλός τε εἶ, καὶ τὸν
Δεσπότην ἀποδιδράσκεις τὸν ἑαυτοῦ; ἢρετο. ὡς δὲ
Ἐκεῖνος Χριστοῦ μὲν δοῦλος εἶναι ἔλεγεν, ἀνθρώπου
δὲ εὐδενὸς, ἐμβῆναι μὲν εἰς τὸ πλοῖον ἐτῆκεν, οὐδὲν
Ο φιλάνθρωπον οὐδὲ δικαιον ἐπ᾿ αὐτῷ δράσειν
ἐσκόπει, ἀποδόσθαι τοῦτον εἰς δουλείαν ἀπανθρώπως διανοούμενος. Η μὲν οὖν ναῦς, ἐπιφόρῳ χρησεμένη τῷ πνεύματι, ἐν τρισὶν ἡμέραις τὴν Καρθαγέναν κατειλήφει ὁ δὲ δὴ ναύκληρος ἐκεῖνος,
συνεχῶς τὴν παῖδα παρατηρῶν, ὅτι προσευχαῖς το
καὶ ἀγρυπνίαις παρ' ὅλην νύκτα προσκείμενος ἦν,
ἠθέμα τοῦ ὄντος ἐγίνετο, καὶ ἔννοιαν περὶ αὐτοῦ τὴν
προσήκουσαν κατὰ μικρὸν ὑπεδέχετο, ὡς ἄρα οὐκ
ἀνθρώπων τινὸς, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς πρώτοις μάλιστα τῶν
τοῦ Θεοῦ δούλων ἐστίν. "Οθεν λύπη τε αὐτὸν ἰσχυρὰ
καὶ δεινὴ μεταμέλεια ἐπὶ τοῖς προλαβοῦσιν εἰσῄει,
ει δάκρυσι τοιούτοις φαρμάκοις τὴν ἄδικον ὥσπερ
ἐνθύμησιν τῆς ψυχῆς ἐξιάσασθαι βουλόμενος.
cibus obtestabatur:ac mox humi prope a lecto Donati procumbens,somno se dedit. Assistens autem
quidam illum proprio nomine, Gregori, appellavit. Is vero cenfestim: Ecce ego, domine; et stans
coram archidiaconu; Quid me (inquit),domine, vocasti? Cui ille: Non te, ait, fili, vocavi. Cumque
ille rursus lecto stratus recumberet, mox qui vocarat, secundo assistens: Gregori, dixit. Αd ille denuo festinanter resiliens, archidiaconi lecto præsto fuit: Ecce, inquiens,ego, domine; quid me vocasti? Quamobremn archidiaconus sub hæc perierritus, vocationem illam coelitus illapsain esse non
ignorans, sic illum allatur: Neque sane nunc to,
fili, vocavi. Verumenim rursuın si vocere, perconΒlanti respondeas velin: Quid me vis, Domine?
quid præcipis servo tuo? Postquam igitur tertio,
Gregori, advocans astitisset, ille uti edoctus fue
ral, respondit. Porro statim qui vocarat (angelus
enim is Dei fuerat): Exaudita est, inquit, precatio tua.Quocirca ad littus concedas oportet, ut ad
loca sancta tendentibus obvius fias.
Ε΄. Επεὶ δὲ καὶ ὁρμισάμενοι τῆς πόλεως ἔνδον
γεγόνασιν, ὁ ναύκληρος εἰς τὰ ἑαυτοῦ ξενίζει τὸν
πατάα, καὶ ἰδιαζούσῃ τοῦτον οἰκίᾳ σχολάζειν δίδωσι·
καὶ δὴ καὶ τὸν ἄτοπον αὐτῷ λογισμὸν ἐκκαλύψας (οὐ
γὰρ ἀνῆκε πλῆττον τὸ συνειδὸς διὰ τὴν τοῦ πρὸς ὃν
ἡμάρτανεν ἁγιότητα), ἐδεῖτο καὶ συγγνώμης άξιωΕίναι, ἧς δὴ καὶ τυγχάνει παρὰ τῆς συμπαθούς
Εκείνης καὶ φιλανθρώπου ψυχῆς. Καὶ ὁ μὲν οὕτως·
ὁ δὲ δὴ Γρηγόριος ἐπικλεισάμενος ἑαυτὸν ἐν ᾧ οἰκής
IV. In his Gregorius Deo gratias egit, alque
ejusmodi verbis fidem habens, egreditur, et archidiaconum necdum somno solutum reliquit, navigioque occurrens, unde illi advecti, et quo naviga
turi essent, percontabatur. Αt ubi navigationi accintos quidem illos, verum Carthaginem esse navigaturos audivit, cum iis pariter navigationem
subire decrevit. Atque navis præfectus, acrem
ejus cupiditatem et affectum suspectum habens,
simulque ad humile vestimenti genus oculos adjiciens, nunquinam ille servus esset, dominumque
refugeret suum, interrogavit. Is vero Christi se
servum dixit esse, non hominis. Ceterum liberale
aut justum in ipsum nihil molitus, eumdein in
εervitutem tradere flagitiosissimo cogitavit. Atque
navis quidemn prospera usa navigatione, Carthagini triduo appulsa est. Nauclero vero ille sedulo
juvenem observans precibus ac vigiliis tolam noclem insomnem ducere, veritatem sensin edoclus est, atque opinionem de illo consentaneam
paulatim induit: nimirum cujusvis hominum servum non esse, sed inter primos atque præcipuos
Dei ministros numerandum. Hinc illum ingens
dolor accepit, ejusque animum præsumpta opiPnionis subiit penitentia. Lacrymis item,ac amaris
ejusmodi remediis virum sanctum propitium sibi
reddere studebat, injustæ illi quasi humanæ cogitationi mederi cupiens.
V. Postea vero, quam civitatem ingressi sunt,
nauclerus hospitio domi suæ juvenem excipit, oία
eique familiariter pro arbitrio vitain agendi facultatem impertit. Cumque illi absurdam sane cogitationem palam fecisset (neque enim perculsa conscientia, ejus ipsius,in quem offenderat, permotus sanclitate, secus facere poterat), obtestabatur sibi voniam dari, quam ab animo illo benigno, et ad
promerendos homines nato facile consequitur.
col. 195–196page 94 of 146
PG 116:195ψαλμοῖς τε καὶ ἀναγνώσεσι προσέχων, καὶ διὰ δύο ἤ καὶ τριῶν ἡμερῶν τροφῆς ἅπαξ μεταλαμβάνων, πολλάκις δὲ καὶ παρ' ὅλας ἑπτὰ διατελῶν ἄσιτος. Ο τοίνυν τοῦ οἴκου κύριος τὸ ἐπιτεταμμένον τοῦτο τῆς ἀσκήσεως ἐκπληττόμενος, δῆλον αὐτὸν τῷ τῆς πόλεως Ἐπισκόπῳ ποιεῖ. Καὶ ὃς μετάκλητον τὸν μέγαν εὐθὺς θέμενος, Πόθεν ἥκεις, ἔλεγε, τέκνον, καὶ ποῦ πορεύει; Ο δὲ τῆς Ἀκραγαντίνων μὲν ὁρμᾶσθαι πόλεως ἔφησεν, ἐπὶ τὴν ἁγίαν δὲ Σιὼν ἀφικνεῖσθαι. Τούτων ἐκεῖνος ἀκούσας ὁ μὲν αὐτῷ τὰ ἀγαθὰ ἐπηύχετο, Καταρτίσαι σου Κύριος τὰ διαβήματα, λέγων, καὶ αὐτὸς ἔσται σοι τὴν ὁδὸν διευθύνων· ὁ δὲ καὶ συνδειπνεῖν αὐτὸν ὁ ἐπίσκοπος καὶ συνεῖναι μέχρι τῶν ἱερῶν ἑορτῶν, οὐ πόῤῥω γὰρ ἦσαν, ἠξίου. Ο δὲ, ὑπακούσας καὶ τροφῆς αὐτῷ κοινωνήσας, αὖθις ἐφ' ὧν ἡσύχαζε τόπον ἀφίκετο, καὶ τῆς συνήθους ἀγωγῆς εἴχετο.
ΣΤ. Μετὰ δὲ τινας ἡμέρας καθημένῳ αὐτῷ καὶ ἀναγινώσκοντι ἐν τῷ ἱερῷ τοῦ μεγάλου μάρτυρος Ἰουλιανοῦ, τρεῖς τινες μοναχοὶ ἐπιφαίνονται, σεμνοί τε τῷ ἔθει, καὶ τῇ ἐκτὸς καταστάσει τὴν ἔνδον ὑποφαίνοντες ὡραιότητα. Οὓς ὁ Γρηγόριος θεασάμενος περιχαρής τε γενόμενος οἷα τῆς ψυχῆς αὐτῷ ἀνασκιρτησάσης ἐπὶ τῇ τῶν ἀνδρῶν παρουσίᾳ συνῆκε μὲν μὴ ἄνευ μεγάλου τινὸς ἀγαθοῦ παρ' αὐτὸν ἐκείνους ἐλθεῖν. Ἐπεὶ δὲ καὶ προσηύξαντο, καὶ ὁ μὲν αὐτῶν ἐκαθέσθη, οἱ δὲ δύο σὺν φόβῳ πολλῷ καὶ τινι ἀῤῥήτῳ αἰδοῖ παρειστήκεισαν, προσκυνήσας τούτῳ καὶ ὁ Γρηγόριος, καὶ αὐτὸς τοῖς ἄλλοις συμπαρειστήκει. Πρὸς ὃν ἐμβλέψας ὁ καθήμενος μοναχός, Τί σοι τὰ ἐνταῦθα, φησὶ, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, Γρηγόριε, τῷ τὴν ἀγαθὴν ἐκλεξαμένῳ μερίδα, ἥτις, εὐαγγελικῶς εἰπεῖν, οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπὸ σοῦ; Καὶ ὅς, θαυμάσας αὐτὸν ἐκ πρώτης τῆς τοῦ ὀνόματος γνώσεως, βάλλει μὲν αὐτὸν εὐθέως πρὸ τῶν ἐκείνου ποδῶν, δάκρυά τε τῶν ὀφθαλμῶν ἀποστάζων, εὐχῆς ἠξίου τῆς παρ' ἐκείνου τυχεῖν. Ο δὲ ἀναστήσας αὑτὸν, καὶ μηδὲν οἴεσθαι μέγα περὶ αὐτοῦ εἰρηκώς, ἐκέλευε τε καθέζεσθαι, καὶ τοῖς δυσὶν ὁμοίως σὺν αὑτῷ μοναχοῖς. Εἶτα προσεχὼν ἐκείνῳ, Τέκνον, ἴσθι, φησίν, γινώσκων ὅτι τὰ κατὰ σὲ ἅπαντα δῆλα ἡμῖν κατέστη παρὰ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἡμῖν χαίρων χαίρουσιν ἡμῖν ἔπου. Καὶ γὰρ ὁ ταῦτα γνωρίσας Θεὸς μεθ' ἑαυτῶν ἐκέλευσε καὶ σὲ συμπαραλαβεῖν, καὶ κοινῇ τοὺς Ἱεροὺς ὄψεσθαι τόπους, ἐφ' οἷς καὶ ἡμεῖς ἤδη τὴν ὁρμὴν πεποιήμεθα. Θαύματος οὖν καὶ χαρᾶς ἐπὶ τούτοις πληρωθεὶς ὁ Γρηγόριος, οὐκ οἷός τε ἦν ἐπὶ τὸν κατέχειν, ἀλλὰ καὶ αὖθις ἐξαναστὰς καὶ τοῖς τοῦ μοναχοῦ ποσὶ συμπλακείς, δάκρυά τε ὑφ' ἡδονῆς ἔῤῥει τῶν προτέρων πλείονα καὶ παντοῖος ἦν, χάριν ὅσην ἐν τούτοις ὁμολογῶν τῷ Θεῷ. Μετὰ δὲ πρὸς καταγωγὴν ᾖσαν, καὶ ὁ τοῦ οἴκου κύριος πολλὴν ἐνδεικνύμενος τὴν φιλοφροσύνην ἀφθόνως πάντα τὰψαλμοῖς τε καὶ ἀναγνώσεσι προσέχων, καὶ διὰ δύο ἤ
καὶ τριῶν ἡμερῶν τροφῆς ἅπαξ ἑπτόπενος, πολλέ
κις δὲ καὶ παρ' ὅλας ἑπτὰ διατελῶν ἄσιτος. Ο
τοίνυν τοῦ οἴκου κύριος τὸ ἐπιτεταμμένον τοῦτο τῆς
ἀσκήσεως ἐκπληττόμενος, δῆλον αὐτὸν τῷ τῆς πό
λεως Επισκόπῳ ποιεῖ. Καὶ ὃς μετάκλητον τὸν μέγαν
εὐθὺς θέμενος, Ποθεν ἥκεις, ἔλεγε, τέκνον, καὶ ποὺ
πορεύει; Ο δὲ τῆς ᾿Ακραγαντίνων μὲν ὁρμᾶσθαι
πόλεως ἔφησεν, ἐπὶ τὴν ἁγίαν δὲ Σιὼν ἀφικνεῖσθαι.
Τούτων ἐκεῖνος ἀκούσας ὁ μὲν αὐτῷ τὰ ἀγαθὰ ἐπτύ
χετο, Καταρτίσαι του Κύριος τὰ διαβήματα, λέγων,
καὶ αὐτὸς ἔσται σοι τὴν ὁδὸν διευθύνων ὁ δὲ καὶ
συνδειπνεῖν αὐτὸν ὁ ἐπίσκοπος καὶ συνεῖναι μέχρι
τῶν ἱερῶν ἑορτῶν, οὐ πόῤῥω γὰρ ἦσαν, ἠξίου. Ο δὲ,
ὑπακούσας καὶ τροφῆς αὐτῷ κοινωνήσας, αὖθις ἐφ᾽ ἂν
ἡσύχαζε τόπον ἀφίκετο, καὶ τῆς συνήθως ἀγωγῆς
sic quidem ille: Gregorius vero in eo quod di- ματι λέλεκται, τῆς προτέρας ἀσκήσεως εἴχετο,
ctum est,domicilio celesti gloriæintentus, priorem
vitæ rationem ac institutum servabat, psalmis innocenter vacans, biduo ac triduo cibum semel capiens, plerumque eliam lutamn hebdomadam jejunus transigebat. Proinde hospitii Dominus ejusmodi, quod ipse sibi imperasset, vivendi studium
admiratus, hunc ipsum urbis episcopo manifestum fecit: confestimque coram magno et inclyto
viro sistitur. Cui episcopus: Unde venis, inquit,
fili, et quo tendis? ille, Agrigento civitate illuc se
advectuin, caterum sanctam Sion petere, dixit.
His auditis, episcopus bona illi precatus: Dominus, inquit, perficiat gressus tuos, ac iter tuum
dirigal. Ille vero pedibus ejus non sine lacrymis
provolutus: Mihi utinam (respondit) ex sententia β
tua contingal. Interea vero episcopus convivii illum participem adinisit, tandiuque secum versari είχετο.
voluit, donec festi dies sacrique (neque enim procul aberant) advenirent. Cujus ille dicto cum paruisset, esselque ejus convictu familiariter usus, domicilium, in quo prius diversabatur, repetit, e
consuetum vivendi institutum capessit.
VI. Porro non multis post diebus, cum in sacroillustris martyris Juliani templo sederet ac legeret,
tres quidam monachi, cum moribus venerandi,
tum decenti atque ornato corporis habitu animi
præ se speciem ac pulchritudinem ferentes, illi apparuere, quos Gregorius intuitus, mirifice hilaris
factus est: quippe cujus animus ob illorum præsentiam exsiliret: siquidem non absque magno
aliquo bono ad se illos venisse sensit. Cum vero
Deum adorassent, unus illorum sedit; reliqui vero
duo magno cum timore,reverentia item admirabili,
illi assistebant. Hunc Gregorius pariter veneratus,
sese aliis adjunxit. In quem monachus, qui sederat, conjectis oculis: Quid hæc, inquit, ad te, Gregori serve Dei, qui bonam partem elegisti, quæ
abs te (ut de sententia Evangelii loquart) non auferetur. Hunc ille ob primam nominis cognitionem
admiratus, pedibus ejus confestim advolvitur, ac
lacrymas ab oculis distillans,emagitabat,ut suis se
precibus dignum faceret. llle vero hunc erexit,
nihilque circa se magni quidquam existimare
jussit, ac ipsum, aliosque itidem duos monachos
secum sedere curavit. Mox blande illum affatur:
Scito, inquit, Gli, consilia tua nobis omnia a Deo
prodita esse. Verum latus nos lalos sequere:
quandoquidem horum index Deus, te quoque in
comitatu nostro ad se adducere, et sacrosancta
nobiscum loca,ad quæ jampridem nos navigatione
contendimus, conspicere præcepit. Ob hæc Gregorius
admiratione ac gaudio perfusus,se ipso continuere
nequibat: sed rursus assurgens, ac pedes monachi complexatus, lacrymas plures prioribus præ gaudio effundebat,ac latitia totus gestiens,quas majores
poterat,in bis Deo gratias agebat. Postea vero ad domicilium concessere, ac hospitii Dominus multam in
illos hilaritatem ac cognitatem ostendens, omnia ad
1 Luc, x, 43.
5. Μετὰ δὲ τινας ἡμέρας καθημένῳ αὐτῷ καὶ
ἀναγινώσκοντι ἐν τῷ ἱερῷ τοῦ μεγάλου μάρτυρος
Ἰουλιανοῦ, τρεῖς τινες μοναχοὶ ἐπιφαίνονται, σεμνοί
τε τῷ ἔθει, καὶ τῇ ἐκτὸς καταστάσει τὴν ἔνδον
ὑποφαίνοντες ὡραιότητα. Οὓς ὁ Γρηγόριος θεασάμενος περιχαρής τε γενόμενος οἷα τῆς ψυχῆς αὐτῷ
ανασκιρτησάσης ἐπὶ τῇ τῶν ἀνδρῶν παρουσία συνῆκε
μὲν μὴ ἄνευ μεγάλου τινὸς ἀγαθοῦ παρ' αὐτὸν ἐκεί
νους ἐλθεῖν. Επεὶ δὲ καὶ προσηύξαντο, καὶ ὁ μὲν
αὐτῶν ἐκαθέσθη, οἱ δὲ δύο σὺν φόβῳ πολλῷ καὶ τιν
ἀῤῥήταν αἰδοῖ παρειστήκεισαν, προσκυνήσεις τούτῳ
καὶ ὁ Γρηγόριος, καὶ αὐτὸς τοῖς ἄλλοις συμπορεί
στήκει. Πρὸς ὃν ἐμβλέψας ὁ καθήμενος μοναχός,
Τί σοι τὰ ἐνταῦθα, φησὶ δοῦλε τοῦ Θεοῦ, Γρηγόριε,
τῷ τὴν ἀγαθὴν ἐκλεξαμένῳ μερίδα, ήτις, εύαγγε
λικῶς εἰπεῖν, οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπὸ σοῦ; Καὶ ὅς,
θαυμάσας αὐτὸν ἐκ πρώτης τῆς τοῦ ὀνόματος γνώ
σεως, βάλλει μὲν αὐτὸν εὐθέως πρὸ τῶν ἐκείνου
ποδῶν, δάκρυά τε τῶν ὀφθαλμῶν ἀποστάζων, εὐχῆς
ἠξίον τῆς παρ᾽ ἐκείνου τυχεῖν. Ο δὲ ἀναστήσας
αὑτὸν, καὶ μηδὲν οἴεσθαι μέγα περὶ αὐτοῦ εἰρηκώς,
ἐκέλευε τε καθέζεσθαι, καὶ τοῖς δυσὶν ὁμοίως σὺν
αὑτῷ μοναχοῖς. Εἶτα προσεχὼν ἐκείνῳ, Τέκνον ίσο,
φησίν, γινώσκων ὅτι τὰ κατὰ σὲ ἅπαντα δῆλα ἡμῖν
κατέστη παρὰ Θεοῦ. ᾿Αλλὰ ἡμῖν χαίρων χαίρουσιν
ἡμῖν ἔπου. Καὶ γὰρ ὁ ταῦτα γνωρίσας Θεὸς μεθ'
ἑαυτῶν ἐκέλευσε καὶ σὲ συμπαραλαβεῖν, καὶ κοινῇ
τοὺς Ἱεροὺς ὄψεσθαι τόπους, ἐφ᾽ οἷς καὶ ἡμεῖς ἤδη
τὴν ὁρμὴν πεποιήμεθα. θαύματος οὖν καὶ χαρᾶς ἐπὶ
τούτοις πληρωθεὶς ὁ Γρηγόριος, οὐκ οἷός τε ἦν ἐπισ
τὸν κατέχειν, ἀλλὰ καὶ αὖθις ἐξαναστὰς καὶ τοῖς
τοῦ μοναχοῦ ποσὶ συμπλακείς, δάκρυά τε ὑφ᾽ ἡδονῆς
ἔῤῥει τῶν προτέρων πλείονα καὶ παντοῖος ἦν, χάριν
ὅσην ἐν τούτοις ὁμολογῶν τῷ Θεῷ. Μετὰ δὲ πρὸς
καταγωγήν ξεσαν, καί ὁ τοῦ οἴκου κύριος πολλὴν
ένδεικνύμενος τὴν φιλοφροσύνην ἀφθόνως πάντα τὰ
δ
col. 197–198page 95 of 146
PG 116:197πρὸς τροφήν παρετίθει, καὶ γευσαμένους αὔπνους αὐτοὺς ἄχρις ὄρθρου εἶχεν ἡ νύξ, τούς τε ἱερούς ὕμνους ᾄδοντας καὶ τοὺς θείους λόγους ἀναγινώσκοντας. Ἔνθα δὴ καὶ οἱ μοναχοὶ τὴν τοῦ παιδὸς σύνεσιν, καὶ λίαν ὑπερηγάσθησαν οὕτως εὐρύθμως πάντα καὶ ἀσφαλῶς αὐτοῦ διιόντος.
Ζ΄. Τετάρτης οὖν ἐπὶ τούτοις αὐτοῖς ἐπιγενομένης ἡμέρας, ὁδοῦ τῶν μοναχῶν ὁ πρῶτος ἐμέμνητο, καὶ τῆς ἑσπέρας καταλαβούσης, ἐξίασι τοῖς πόλεως ἅμα. Εἴκοσι δὲ ἡμέρας ὁδεύσαντες, εἰς Τρίπολιν ἀφικνοῦνται, καὶ πρὸς τὸν τοῦ ἁγίου Λεοντίου ναὸν ἀπέρχονται· ὅθεν δὴ καὶ πρεσβύτερος τις τῶν σεμνῶν καὶ κοσμίων, ἐκείνους παραλαβὼν, εἰς τὸν αὐτοῦ οἶκον ξενίζει. Διακονῶν δὲ ἦν αὐτοῖς ὁ Γρηγόριος, ὁ καὶ διὰ θαύματος οἱ βλέποντες εἶχον ὁποίαν ἦν ποιούμενος τὴν ὑπηρεσίαν, οὐ σπουδαίαν μόνον καὶ καρτερικὴν καὶ φιλόπονον, ἀλλά τι καὶ οὕτω καταπονῶν ἑαυτὸν, διὰ δύο τε καὶ τριῶν ἡμερῶν μόλις πρὸς τροφὴν ἑώρα, καὶ οὐδ᾽ ἂν οὐδὲ τότε, εἰ μὴ πολὺς ἦν ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος ἐγκείμενός τε καὶ τροφῆς αὐτὸν ἅψασθαι βιαζόμενος, λόγους περὶ τῶν τεκόντων ἐκείνῃ ἐφῆκε, Εἰπέ μοι, λέγων, Γρηγόριε, ἄρά σε λυπεῖ τὰ φίλτατα, γονεῖς τε καὶ συγγενεῖς καὶ πατρίς, ὑπὸ μνήμην ἰόντα; Ὁ δὲ, θείας συνέσεως καὶ μετριοφροσύνης ὑπόπλεως ὤν, Τοὐναντίον μὲν οὖν, ἔφη, ὦ Πάτερ, καὶ λίαν λυπεῖ, ὅτι τοῦ Κυρίου διαρρήδην βοῶντος, « Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος, » καί, « Ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτῷ, οὐ δύναταί μου εἶναι μαθητής, » ἐμοὶ τούτων ἄξιον οὐδὲν πέπρακται. Πλὴν ἀλλὰ παράσχοι ἄνωθεν ὁ τῶν ἀγαθῶν χορηγός, ἐμοί τε τῆς ἀσθενείας ἐπικουρίαν, ἐκείνοις δὲ τῆς ἀθυμίας παράκλησιν. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως.
Η΄. Ἡμέρας δὲ τριάκοντα ἐν Τριπόλει διενεγκόντες, καὶ μηδενὶ πρὸς γνῶσιν ἐλθόντες, ἔξιασι ταύτης, τῆς ὁδοῦ καὶ αὖθις καὶ τοῦ οἰκείου σκοποῦ ἐχόμενοι. Μηνῶν οὖν τεσσάρων ἤδη παρωχηκότων κατέλαβον τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ περιῆλθον τὰ ἐκεῖσε, πᾶν ὅτιπερ ἀγαθὸν τῶν αὐτόθι φροντιστηρίων ἀπανθιζόμενοι, καὶ τῶν ἐν αὐτοῖς ἀσκουμένων τοῖς ἐπισημοτέροις τὴν ἀρετὴν συγγινόμενοι. Ἑνὶ δὲ τῶν φροντιστηρίων τούτων, οὐ μακρὰν ἀπέχοντι τῆς Ἁγίας πόλεως, τὰς ἱερὰς τῆς Τεσσαρακοστῆς ἡμέρας διήγαγον, ἐν οἷς καὶ ὑπερφυεῖς ἀγῶνας ἐπιδειξάμενος ὁ Γρηγόριος, θαύματος τὰς τῶν μοναχῶν ἐνέπλησε διανοίας. Διορατικώτατον δὲ τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα καὶ προφητικὸν ἔχων ὁ τῆς μονῆς προεστὼς τὰ τῷ Γρηγορίῳ συμβήσεσθαι μέλλοντα καθαρῶς αὐτῷ προδιαγορεύει, τήν τε πρὸς τὸν ἱεραρχικόν, φημὶ, θρόνον ἀνάβασιν, καὶ τοὺς ἐκδεξαμένους αὐτὸν βαρεῖς τε καὶ πολυειδεῖς πειρασμούς, εἶτα καὶ τὴν εἰς ὕστερον οὐκ ἀπαλλαγὴν αὐτῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐκείνου λαμπρὰν ἀνακήρυξιν. Ὑπετίθει δὲ αὐτῷ καὶ τὰ δέοντα, διδάσκων τῷ τοῦ Θεοῦ φόβῳ στοιχειοῦσθαι διαπαντὸς, καὶ μὴ τῇ ἑαυτοῦ γνώσειπρὸς τροφήν παρετίθει, και γευσαμένους αύπνους victum necessaria abunde illis apposuit. Qui cum guαὐτοὺς ἄχρις ὄρθρου εἶχεν ἡ νύξ, τούς τε ἱερούς
ὕμνους ᾄδοντας καὶ τοὺς θείους λόγους αναγινώσκοντης. "Ενθα δὴ καὶ οἱ μοναχοὶ τὴν τοῦ παιδὸς σύνεσι,
καί λίαν ὑπερη γάσθησαν οὕτως εὐρύθμως πάντα καὶ
ἀσφαλῶς αὐτοῦ διιόντος.
Ζ΄. Τετάρτης οὖν ἐπὶ τούτοις αὐτοῖς ἐπιγενομένης
ἡμέρας, ὁδοῦ τῶν μοναχῶν ὁ πρῶτος ἐμέμνητο, καὶ
τῆς ἑσπέρας καταλαβούσης, εξίασι τοῖς πόλεως ἅμα,
Εἴκοσι δὲ ἡμέρας οδεύσαντες, εἰς Τρίπολιν ἀφικνοῦνται, καὶ πρὸς τὸν τοῦ ἁγίου Λεοντίου ναὸν
ἀπέρχονται· ὅθεν δὴ καὶ πρεσβύτερος τις τῶν σε
μνῶν καὶ κοσμίων, εκείνους παραλαβὼν, εἰς τὸν
αὐτοῦ οἶνον ξενίζει. Διακονῶν δὲ ἦν αὐτοῖς ὁ Γρηγόριος, ὁ καὶ διὰ θαύματος οἱ βλέποντες εἶχον ὁποίαν
ἦν ποιούμενος τὴν ὑπηρεσίαν, οὐ σπουδαίαν μόνον β
καὶ καρτερικὴν καὶ φιλόπονον, ἀλλά τι καὶ οὕτω και
ταπονῶν ἑαυτὸν, διὰ δύο τε καὶ τριῶν ἡμερῶν μόλις
πρός τροφὴν ἑώρα, καὶ οὐδ᾽ ἂν οὐδὲ τότε, εἰ μὴ
πολὺς ἦν ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος εγκείμενός τε καὶ τροφῆς
αὐτὸν ἅψασθαι βίαζόμενος, λόγους περὶ τῶν τεκόντων
ἐκείνῃ, ἐφῆκε, Εἰπέ μοι, λέγων, Γρηγόριε, ἄρά σε
λυπεῖ τὰ φίλτατα, γονεῖς τε καὶ συγγενεῖς καὶ ματρίς,
ὑπὸ μνήμην ἰόντα; 'Ο δὲ, θείας συνέσεως καὶ μετριοφροσύνης ὑπόλεως ὤν, Τουναντίον μὲν οὖν,
ἔφη, ὦ Πάτερ, καὶ λίαν λυπεῖ, ὅτι τοῦ Κυρίου διαρῥήδην βοῶντος, «Ο φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ
ἐμὲ οὐκ ἔστι μου άξιος, ο καί,» Ὃς οὐκ ἀποτάσσεται
πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτῷ, οὐ δύναταί μου είναι
μαθητής,» ἐμοὶ τούτων ἄξιον οὐδὲν πέπρακται,
Πλὴν ἀλλὰ παράσχοι ἄνωθεν ὁ τῶν ἀγαθῶν χορηγός,
ἐμοί τε τῆς ἀσθενείας Επικουρίαν, ἐκείνοις δὲ τῆς
αθυμίας παρακλήσιν. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως.
slass. nt, totam noctem cum divinas laudes canendo,
tum sacrus sermones lectitando, ad diluculum usque
duxerunt insomnem. Ubi monachi prudentiam juvenis quod tamn concinne tuloque sua omnia
enarrasset, vehementer quidem admirati sunt.
VII. Quartus igitur cum esset dies; quo apud
illos erat, monachorum primus vitæ mentionem
fecit, ac appetente vespera, civitate una egrediuntur. Cumque viginti dies iter fecissent, Tripolim
perveniunt, atque ad D. Leontii templum proficiscuntur. Proinde venerandus ac ornatus quidam
presbyter domi suæ hospitio illos suscepit, quibus Gregorius ministrabat, quod aspicientes, uti
miraculum censedant, nimirum quam bona fide
illis præstaret obsequium, idque non sedulo solum
ac patienter, sed cum usque adeo binis atque
eliam trinis diebus labore se confecisset, vix ad
cibum respicere: ac ne tum quidem, nisi monachus
ille, saueque molestus, hunc ipsum cibum capere
compulisset. Hic generosam ejus mentem pertenlans, sermonem illi de parentibus injecit: Age fare
(inquiens), Gregori, num dulcissimi tum parentes,
tum affines, tum etiam patria memoriam subeuntes tuain, molestia te afficiunt? At ille divina
prudentia et singulari modestia præditus, Valde
illa quidem, ο Paler, inquit, sed aliter atque lu
opinaris alliciunt. Siquidem Domino luculenter
clamante: «Qui amal patrem aut matrem supra
me, non est me dignus ";» et: «Qui non valedixerit omnibus, quæ possidet, non potest meus esse
discipulus 5; necdum horum a me quidquam est
egregie præstitum. Verumtamen bonoruni suppeditator imbecillitatis mihi auxilium, illis vero doloris consolationem utinam cœlitus afferat. Hæ
itaque se habent.
Β'. Ημέρας δὲ τριάκοντα ἐν Τριπόλει διενεγκόν
τες, καὶ μηδενὶ πρὸς γνῶσιν ἐλθόντες, ἔξιασι ταύτης,
τῆς ὁδοῦ καὶ αὖθις καὶ τοῦ οἰκείου σκοποῦ ἐχόμενοι.
Μηνῶν οὖν τεσσάρων ἤδη παρωχηκότων κατέλαβον
τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ περιῆλθον τὰ ἐκεῖσε, πᾶν
ότιπερ ἀγαθὸν τῶν αὐτόθι φροντιστηρίων ἀπανθιζόμενοι, καὶ τῶν ἐν αὐτοῖς ἀσκουμένων τοῖς ἐπισημοτέροις τὴν ἀρετὴν συγγινόμενοι. Ενὶ δὲ τῶν
φροντιστηρίων τούτων, οὐ μακρὰν ἀπέχοντι τῆς
Ἁγίας πόλεως, τὰς ἱερὰς τῆς Τεσσαρακοστῆς ἡμέρας
διήγαγον, ἐν οἷς καὶ ὑπερφυεῖς ἀγῶνας ἐπιδειξάμενος ὁ Γρηγόριος, θαύματος τὰς τῶν μοναχῶν ἐνέπλησε διανοίας. Διορατικώτατον δὲ τὸ τῆς ψυχῆς
ὄμμα καὶ προφητικὸν ἔχων ὁ τῆς μονῆς προεστώς
τὰ τῷ Γρηγορίῳ συμβήσεσθαι μέλλοντα καθαρῶς
αὐτῶ προδιαγορεύει, τήν τε πρὸς τὸν ἱεραρχικόν
φημὶ θρόνον ἀνάβασιν, καὶ τοὺς ἐκδεξαμένους αὐτὸν
βαρεῖς τε καὶ πολυειδεῖς πειρασμούς, εἶτα καὶ τὴν
εἰς ὕστερον οὐκ ἀπαλλαγὴν αὐτῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ
τὴν ἐκείνου λαμπρὰν ἀνακήρυξιν. Υπετίθει δὲ αὐτῷ
καὶ τὰ δέοντα, διδάσκων τῷ τοῦ Θεοῦ φόβῳ στοιχειοῦσθαι διαπαντὸς, καὶ μὴ τῇ ἑαυτοῦ γνώσει
Matth. x, 37. 3 Luc. xiv, 33.
Porro triginta dies Tripoli commorati, nemini
noli facti, illinc egrediuntur, denuoque iter capessunt,ac ad proprium se propositam accingunt.
Quamobrem cum quatuor jam mensibus peregrinati fuissent, Hierosolymam pervenerunt. Locisque ibidem omnibus perlustralis, quidquid in monasteriis ac monachis illic degentibus erat præclarum, id totum assumentes, cum illustrioribus virtule viris consuetudinem habuere. In quodam vero
ex illis monasterio, quod a sancta civilate non procul aberat, sacros Quadragesimæ observationis dies
egere, in quibus eximius juvenis Gregorius tale
sui meditatione ac exercitationementis documentum
præbuit, ut stupor monachorum mentes opprimeret. Atque hospilii præses, cum esset oculis animi
perspicax, itemque fatidicus, ea omnia quæ Gre
gorio usuventura erant, longe ante illi manifesto
prædixit, nempe ad sacram illam pontifciain sedem provectum, ac multis insultibus, variisque
impressionibus impetitum iri, cæterum non modo
iis liberandum esse, sed luculentum ac insigne futurum ejus præconium. Mox consentanea quædam
col. 199–200page 96 of 146
PG 116:199φυσᾶσθαι, μήτε μὴν περιορᾷν πένητα, ή τινος τῶν εὐτελῶν κατεπαίρεσθαι, ἀλλὰ καὶ τὸ μεθ᾽ ὑπομονῆς δέχεσθαι τοὺς μέλλοντας ὑπέρχεσθαι πειρασμούς· οἷς ὁ Γρηγόριος ὥσπερ τις εὔφορος γῆ λίαν ἀρδόμενοι, καὶ τὰ καλὰ τῶν σπερμάτων ἡδέως δεχόμενος, τῆς ἀρετῆς πολύχουν ἐκαρποφόρει τὸν ἄσταχυν. Θ'. Τῆς δὲ τοῦ σωτηρίου πάθους εβδομάδος κατα λαβούσης, ἐν ᾗ διῆγε μονῇ εἶδεν υπερφυή τελούμενα πράγματα, εἶδεν ἀνθρώπους ἀπὸ γῆς εἰς οὐρανὸν αἱρομένους, εἶδος πολιτείαν οὐδὲν τῶν ἀγγέλων ἀπεοικυίαν, εἶδεν ἀσιτίαν ἐν σώματι τῶν σωμάτων σχεδὸν οὐκ ἀπέχουσαν, ἑώρακε δακρύων ρεύματα, μικροῦ τοῖς ῥείθροις τῶν πηγών περιτούμενα. θέμα δει γοῦν συσχεθεὶς ἑαυτὸν ἀπεκλαίετο, καὶ τὴν ψυ χήν συνετρίβετο, Οἴμοι, λέγων, τίς γένωμαι ; πῶς μετὰ τούτων τῶν ἀνδρῶν ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως παρα στήσομαι ; Αὖθις δὲ μὴ θέλων ἑαυτὸν τῷ τῆς ἀπογνώσεως ἐπαφείναι βυθῷ, μεταβαλών, Εγγύς Κύριος, ἔλεγε, τοῖς συντετριμμένοις τῇ καρδίᾳ, καὶ τοὺς ταπεινοὺς τῷ πνεύματι σώσει. Δυνατός ἐστιν ὁ Θεὸς σῶσαι καμὲ καὶ δοῦναι μισθὸν ὡς τοῖς περὶ τὴν ἐνδεκάτην ὥραν οὐδὲν ὅλως έργασαμένοις. Οὕτως οὖν ὁρῶντες αὐτὸν κατηφῆ καὶ περίλυπον ὅ τε τῆς ποίμνης ταύτης ποιμὴν ὅ τε μὴν ἀγαγὼν αὐτὸν ἐκεῖ μοναχός, τὴν ἀπόλειψιν τῶν οἰκείων αἰτίαν εἶναι καὶ τῆς λύπης υπώπτευον. ὡς δὲ δὴ καὶ λόγους προσήγον αὐτῷ παρακλήσεως, Μὴ λυποῦ, λέγοντες, τέκνον πιστεύομεν γὰρ τῷ Θεῷ ὡς οὐ μετὰ πολὺ τούς τε οἰκείους ἀπολήψῃ, καὶ παραμυθήσει τὸν ἔρωτα. Αλλ᾽ ὑμεῖς γε, εἶπεν ἐκεῖνος, ὦ Πατέρες, καὶ πάνυ μοι δοκεῖτε τῆς ἐμῆς γνώμης καὶ διανοίας πόρρω βαδίζιν. Οὐδὲ γὰρ διὰ ταῦτα βαρέως εγώ φέρω, ὅτι μοι μὴ τοὺς τεκόντας μηδὲ τὸ τῆς πατρία δος ἔδαφος ἔξεστι βλέπειν ἔστι γάρ μοι προ πάντ ων, μᾶλλον δὲ ἀντὶ πάντων τούτων, ὁ τοῦ Θεοῦ οφθαλμός, πρὸς ὃν ἐγώ βλέπων, καὶ ὑφ᾽ οὗ πάλιν βλεπόμενος, τὴν ὀδυνωμένῳ μοι παραμυθούμαι ψυ χήν. ᾿Αλλ' ἐκεῖνό μοι καὶ μόνον τῆς λύπης αἴτιον, ότι μηδὲν ἐμαυτὸν σύνοιδα κατὰ τὸ ἐκείνου θέλημα δράσας, ἐπεὶ τοί γε ὅτι τόπῳ τῶν κατὰ σάρκα γεν νητύρων διείργομαι, μικροῦ δέω λέγειν ὅτι καὶ ἡδο μαι μᾶλλον, οὕτω πεπλούτηκὼς ὡς τὸν θεὸν μόνον εὐτυχῆσαι πατέρα. Αλλ' εὔχεσθαι μόνον δέομαι τῆς ὑμῶν ἁγιότητος ὑπὲρ τῆς ἐμῆς ἀσθενείας καὶ μετ τριότητος. Οὕτως εἰπόντος τοῦ Γρηγορίου μετὰ πολ λῆς τῆς κατὰ πνεῦμα συνέσεως, οὐκ ἔτι προσέθεσαν αὐτοὶ παραινεῖν, τῷ καὶ ἄλλοις παραινεῖν μᾶλ λον ἱκανῶς ἔχοντι. Ι'. Τῆς δὲ κυρίας καὶ πρώτης καταλαβούσης τῶν ἡμερῶν ἅμα καὶ ἑορτῶν, ἡ ζωηφόρος αὕτη τῆς Χρισ τοῦ ἀναστάσεως, εὐθὺς οἵ τε μοναχοὶ πάντες σὺν ἅμα τῷ προεστῶτι Γρηγορίῳ τε καὶ τοῖς τρισὶν ἐκεί νοις ἀνδράσιν, εἰς τὴν ἁγίαν ἀνήρχοντο πόλιν. Ἐπεὶ δὲ καὶ εἰς τὴν ἁγίαν εἰσῆλθον ἀνάστασιν, καὶ τοὺςsubdidit,docens oportere omnino illum Dei timore φυσᾶσθαι, μήτε μὴν περιορᾷν πένητα, ή τινος τῶν
institui ac informari, non proprio sensu intume- εὐτελῶν κατεπαίρεσθαι, ἀλλὰ καὶ τὸ μεθ᾽ ὑπομονῆς
scere, non paupertatem despicere, non vilem δέχεσθαι τοὺς μέλλοντας ὑπέρχεσθαι πειρασμούς·
quemlibet aul abjectum deprimere, sed afflictiones οἷς ὁ Γρηγόριος ὥσπερ τις εὔφορος γῆ λίαν ἀρδόμε
sc futuras petitiones æquo animo perferre. Tali- νοι, καὶ τὰ καλὰ τῶν σπερμάτων ἡδέως δεχόμενος,
bus nonitis Gregorius, non secus ac terra fertilis τῆς ἀρετῆς πολύχουν ἐκαρποφόρει τὸν ἄσταχυν.
irrigata, ac pulchra semina jucunde suscipiens,
fecundam virtutis aristam producit.
IX. Cum vero hebdomada qua Servator crucis
supplicio est affectus. advenisset, ipsa duce res
admirandas peragi vidit, nempe homines in colo
a terra tolli: alios quidem instituto ac ratione
vivendi nihilo angelis inferiores: alios item in corpere exsistentes, perinde ac sine corpore essent,
cibi expertes degere. Fluxus vidit lacrymarum,
fontium fere flumina superantes. Atque ita stupore
detentus, ipse se deplorabat, et animo vehementer angebatur. Hei mihi, inquiens, quis suin ego?
Quonam ego pacto cum his viris Dei judicio sistan?
Rursus nolens desperationis prcfundo demergi:
Si Dominus, aiebat, prope adest iis qui confracto
sunt corde, et eos, qui dejecto sunt animo, salvos
facit; potest itidem Deus me servare ac mercedem, non aliter atque iis, qui undecima hora conducti sunt 5, qui cmnino nihil operis egerunt,
impertire. Hunc igitur cum etiam monachus, qui
hunc ipsum illuc adduxerat, sic graviter angi atque tristari cernentes, separationem a rebus domesticis, doloris eam ingentis causam illi præbere
suspicati sunt. Itaque consolatoriis illum verbis
sic alloquuntur: Ne tristere, dicentes, filii confidimus enim Deo, uon multo post domesticos te invisurum, satisque voto facturum esse. Quam procui mihi videmini, Patres illis inquit), a consiliis meis aberrare.Neque enim iis de causis afligor
animo, nempe non licere mihi non parentes, non
affines, non denique patrium solum intueri, est
enim mihi instar horum omnium, atque adeo pluris caeteris omnibus,oculus Dei in quem aspiciens,
et ab ipso inspectus, tristem ac afflictum consolor
animum, sed nihil de illius sententia egisse conscium esse, hoc mihi, idque totum,inceroris causam affert. Nam quod ab humanis parentibus absim (parum dicere vereor), his ad consequendum
patrem Deum divitiis cumulatus, magis etiam lætor. Verumenim necesse habeo, ut vos (quæ vestra est sanctitas (pro imbecillitate ac humilitate
mea orelis. Hæc Grægorius cum exanimo intimaque
conscientia dixisset, non eum amplius illi consolar sunt agressi, quando ipse abunde quidem
alios consolari posse videretur.
X. Cum vero dies illa dierum omnium ac celebritatum facile princeps, qua Christus ad inferis
excitatus, humano generi vitam dedit, advenisset,
confestim omnes una cum præside monachi, Gregorio item, ac tribus illis viris comitibus, in
sanctam civitatem ascenderunt. Porro cum illum
4 Psal. xxxv, 11. 5 Matth. xx, 19.
Θ'. Τῆς δὲ τοῦ σωτηρίου πάθους εβδομάδος καταλαβούσης, ἐν ᾗ διῆγε μονῇ εἶδεν υπερφυή τελούμενα
πράγματα, εἶδεν ἀνθρώπους ἀπὸ γῆς εἰς οὐρανὸν
αἱρομένους, εἶός πολιτείαν οὐδὲν τῶν ἀγγέλων
ἀπεοικυίαν, εἶδεν ἀσιτίαν ἐν σώματι τῶν σωμάτων
σχεδὸν οὐκ ἀπέχουσαν, ἑώρακε δακρύων ρεύματα,
μικροῦ τοῖς ῥείθροις τῶν πηγών περιτούμενα. θέμα
δει γοῦν συσχεθεὶς ἑαυτὴν ἀπεκλαίετο, καὶ τὴν ψυ
χήν συνετρίβετο, Οἴμοι, λέγων, τίς γένωμαι; πῶς
μετὰ τούτων τῶν ἀνδρῶν ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως παραστήσομαι; Αὖθις δὲ μὴ θέλων ἑαυτὸν τῷ τῆς ἀπογνώ
σεως ἐπαφείναι βυθῷ, μεταβαλών, Εγγύς Κύριος,
ἔλεγε, τοῖς συντετριμμένοις τῇ καρδίᾳ, καὶ τοὺς
ταπεινοὺς τῷ πνεύματι σώσει. Δυνατός ἐστιν ὁ Θεὸς
σῶσαι καμὲ καὶ δοῦναι μισθὸν ὡς τοῖς περὶ τὴν
ἐνδεκάτην ὥραν οὐδὲν ὅλως έργασαμένοις. Οὕτως
οὖν ὁρῶντες αὐτὸν κατηφῆ καὶ περίλυπον 8 τε τῆς
ποίμνης ταύτης ποιμὴν ὅ τε μήν ἀγαγὼν αὐτὸν
έχει μοναχός, τὴν ἀπόλειψιν τῶν οἰκείων αἰτίαν εἶναι
καὶ τῆς λύπης υπώπτευον. ὡς δὲ δὴ καὶ λόγους
προσήγον αὐτῷ παρακλήσεως, Μὴ λυποῦ, λέγοντες,
τέκνον πιστεύομεν γὰρ τῷ Θεῷ ὡς οὐ μετὰ πολὺ
τούς τε οἰκείους ἀπολήψῃ, καὶ παραμυθήσει τὸν
ἔρωτα. Αλλ᾽ ὑμεῖς γε, εἶπεν ἐκεῖνος, ὦ Πατέρες,
καὶ πάνυ μοι δοκεῖτε τῆς ἐμῆς γνώμης και διανοίας
πόρρω βαδίζιν. Οὐδὲ γὰρ διὰ ταῦτα βαρέως εγώ
φέρω, ὅτι μοι μὴ τοὺς τεκόντας μηδὲ τὸ της πετρία
δος ἔδαφος ἔξεστι βλέπειν ἔστι γάρ μοι προ πάνω
των, μᾶλλον δὲ ἀντὶ πάντων τούτων, ὁ τοῦ Θεοῦ
οφθαλμός, πρὸς ὃν ἐγώ βλέπων, καὶ ὑφ᾽ οὗ πάλιν
βλεπόμενος, τὴν οδυνωμένῳ μοι παραμυθούμαι μ
χήν. ᾿Αλλ' ἐκεῖνό μοι καὶ μόνον τῆς λύπης αἴτιον,
ότι μηδὲν ἐμαυτὸν σύνοιδα κατὰ τὸ ἐκείνου θέλημα
δράσας, ἐπεὶ τοί γε ὅτι τόπῳ τῶν κατὰ σάρκα γεν
νητύρων διείργομα, μικροῦ δέω λέγειν ὅτι καὶ ἡδο
μαι μᾶλλον, οὕτω πεπλούτηκώς ὡς τὸν θεὸν μόνον
εὐτυχῆσαι πατέρα. Αλλ' εὔχεσθαι μόνον δέομαι τῆς
ὑμῶν ἁγιότητος ὑπὲρ τῆς ἐμῆς ἀσθενείας καὶ μετ
τριότητος. Οὕτως εἰπόντος τοῦ Γρηγορίου μετά πολύ
λῆς τῆς κατὰ πνεῦμα συνέσεως, οὐκ ἔτι προσέθε
σαν αὐτοὶ παραινεῖν, τῷ καὶ ἄλλοις παραινεῖν μᾶλο
λον ἱκανῶς ἔχοντι.
1. Τῆς δὲ κυρίας και πρώτης καταλαβούσης των
ἡμερῶν ἅμα καὶ ἑορτῶν, ἡ ζωηφόρος αὕτη τῆς Χρισ
στοῦ ἀναστάσεως, εὐθὺς οἵ τε μοναχοὶ πάντες σὺν
ἅμα τῷ προεστῶτι Γρηγορίῳ τε καὶ τοῖς τρισὶν ἐκείν
νοις ἀνδράσιν, εἰς τὴν ἁγίαν ἀνήρχοντο πόλιν. Ἐπεὶ
δὲ καὶ εἰς τὴν ἁγίαν εἰσῆλθον ἀνάστασιν, καὶ τοὺς
col. 201–202page 97 of 146
PG 116:201ἄλλους τῶν ἱερῶν περιῆλθον τόπους καὶ προσεκύνησαν, ἠγαλλιάσατο τὴν ψυχὴν ὁ θεῖος Γρηγόριος, πλήρης τε θαύματος κατέστη καὶ ἡδονῆς τὴν περὶ τοὺς ὕμνους καὶ τὰς θείας ᾠδὰς τῶν ἐκεῖσε κατάστασιν θεασάμενος, καὶ οὐδὲν ἀγγέλων ἀπᾴδουσαν εἶναι νομίσας. Τῷ ἀρχιεπισκόπῳ εἰς ὁμιλίαν ἐλθόντες ξενίζονται παρ' αὐτῷ, καὶ τῆς ὀρθρινῆς αὐτοῖς τελεσθείσης δοξολογίας, ὡς εἰθισμένον ἐστὶ, προκαθίσας, τούτους ἐκάλει, πρώτους ἀσπασομένους, εἶθ' ἑξῆς, τοὺς ἐπισκόπους καὶ κληρικοὺς καὶ τοὺς ἄλλους τῶν συμπαρόντων, ἐκεῖνά τε συλλαλήσας αὐτοῖς, ὅσα τὸ κέρδος οἶδε φέρειν εἰς τὴν ψυχὴν, τὸ μὲν λοιπὸν ἄθρισμα λύει, τὸν ἀγαγόντα δὲ τὸν Γρηγόριον προσκαλεσάμενος μοναχὸν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, Χαίροις, Κύριε Μάρκε, φησί· πόθεν ἄρα σοι καὶ πρὸς ἡμᾶς ἧκται ὁ τοῦ Θεοῦ δοῦλος Γρηγόριος καὶ πάλιν θερμοτάτῳ, τοὺς σωτηρίους ἄρτι τόπους κατειληφώς; Καὶ ὁ μοναχός, οὐχ ἡμεῖς τοῦτον, εἶπεν, ἀλλ' ὁ Χριστὸς ἤγαγε, δέσποτα, καὶ ἡ σὴ τιμία εὐχή. Ἐκπλαγείς δὲ ὁ Γρηγόριος ἐπὶ τοῦ ὀνόματος κλήσει αὐτοῦ τε καὶ τοῦ μοναχοῦ Μάρκου, οὐδέπω γὰρ οὐδενὶ τῶν τῆς ἁγίας πόλεως ἐδηλώθησαν, τῇ ἄκρα αἰδοῖ τε καὶ συστολῇ μὴ τολμήσας ἔρεσθαί τι, ἐντὸς εἱστήκει. Εἶτα καὶ τοὺς ἑτέρους δύο τῶν ἀδελφῶν φωνήσας ὁ πατριάρχης, Κύριε ἀββᾶ Σεραπίων, λέγει, καὶ σὺ, Κύριε Λεόντιε, χάριν ἔχω Θεῷ τῷ διαφωτίσαντι τὰς ἡμετέρας ψυχάς, τοιοῦτον ἄνδρα μεθ᾽ ὑμῶν, εἰς τοὺς ἁγίους τούσδε συμπαραλαβεῖν, τόπους, οὕτω μὲν, ἀποστολικῶς φάναι, τῷ πνεύματι ξέοντα, καὶ τῷ κυρίῳ δουλεύοντα, οὕτω δὲ πρόσεχῆς ἀμώμου καὶ μετριοφροσύνης ἐπιμελούμενον· οὐδὲ γὰρ ἀποκρύψεται ἀφ᾿ ἡμῶν τὰ κατ' αὐτόν· δῆλα δὲ καὶ ὑμῖν ἔσται· ἐροῦμεν γὰρ περὶ αὐτῶν, εὐθέτου τυχόντες καιροῦ. Ὥρα δὲ νῦν τὴν θείαν καὶ μυστικὴν ἱερουργίαν τῷ Κυρίῳ προσαγαγεῖν. ΙΑ΄. Ταῦτα εἰπὼν πρὸς τὸν ἱερὸν ἀπῄει ναὸν, τὴν ἱερὰν λειτουργίαν ἐπιτελέσων. Ἔστη δὲ καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος ἐν δεξιᾷ τοῦ ἄμβωνος, κελεύσαντος οὕτω τοῦ πατριάρχου. Πολλῆς δὲ αὐτὸν κατανύξεως καὶ τότε διαλαβούσης ἵστατο κάτω νεύων καὶ ποταμοὺς δακρύων τῶν ὀφθαλμῶν ἀφιείς. Οὕτως οὖν ἔχοντι Γρηγορίῳ, καὶ πνεύματι ταπεινώσεως ἀκριβοῦς θαλπομένῳ, δῆλα καὶ τοῦ πατριάρχου γίνεται καὶ τὴν ἐπισκιάζουσαν αὐτὸν χάριν τοῦ ἀγαθοῦ Πνεύματος ἐναργῶς ἐθεάσατο, ὡς καὶ πολλοῖς εἰς ὕστερον διηγήσατο. Εἰς γοῦν τὴν ἐπιοῦσαν, ὁ μοναχὸς Μάρκος ἐδεῖτο τοῦ ἀρχιεπισκόπου αὐτόν τε καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ μοναχοὺς ἀποπέμψαι, ὥστε τοῖς ἐκεῖσε συντάξασθαι ἀδελφοῖς, καὶ οὕτω τῆς οἴκαδε φερούσης ἐπιλαβέσθαι. Καὶ γίνεται τοῦτο κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν προσεπισκήψαντος τοῦ ἀρχιεπισκόπου, μέχρι τῆς κοινῆς Κυριακῆς αὖθις ἐπανελθεῖν ὡς αὐτόν. Καὶ οὕτω, φησίν, οἴκαδε πορευθήσεσθε· ταῦτα δὲ δῆλα τῷ Γρηγορίῳ ἥκιστα ἦν· οὐδὲ γὰρ συμπαρῆν τηνικαῦτα τοῖς μοναχοῖς. Ὡς οὖν ἐκεῖνοι τῆς ὁδοῦἄλλους τῶν ἱερῶν περιῆλθον τόπους καὶ προσεκύνη- locum, ubi Christus a morte suscitatus est, introisσαν, ἠγαλλιάσατο τὴν ψυχὴν ὁ θεῖος Γρηγόριος,
πλήρης τε θαύματος κατέστη καὶ ἡδονῆς τὴν περὶ
τοὺς ὕμνους καὶ τὰς θείας ᾠδὰς τῶν ἐκεῖσε κατάστασιν θεασάμενος, καὶ οὐδὲν ἀγγέλων ἀπᾴδουσαν
εἶναι νομίσας. Τῷ ἀρχιεπισκόπῳ εἰς ὁμιλίαν ἐλθόντες ξενίζονται παρ' αὐτῷ, καὶ τῆς ὀρθρινῆς αὐτοῖς
τελεσθείσης δοξολογίας, ὡς εἰθισμένον ἐστὶ, προκαθίσας, τούτους ἐκάλει, πρώτους ἀσπασομένους, είθ'
ἑξῆς, τοὺς ἐπισκόπους καὶ κληρικοὺς καὶ τοὺς ἄλ
λους τῶν συμπαρόντων, ἐκεῖνά τε συλλαλήσας αυτοῖς, ὅσα τὸ κέρδος οἶδε φέρειν εἰς τὴν ψυχὴν, τὸ
μὲν λοιπὸν ἄθρισμα λύει, τὸν ἀγαγόντα δὲ τὸν Γρηγύριον προσκαλεσάμενος μοναχὸν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ,
Χαίροις, Κύριε Μάρκε, φησί πόθεν ἄρα σοι καὶ
πρὸς ἡμᾶς ἧκται ὁ τοῦ Θεοῦ δοῦλος Γρηγόριος καὶ
πάλιν θερμοτάτῳ, τοὺς σωτηρίους ἄρτ: τόπους κατο
ειληφώς; Καὶ ὁ μοναχός, οὐχ ἡμεῖς τοῦτον, εἶπεν,
ἀλλ' ὁ Χριστὸς ἤγαγε, δέσποτα, καὶ ἡ σὴ τιμία εὐχή. Εκπλαγείς δὲ ὁ Γρηγόριος ἐπὶ τοῦ ὀνόματος
κλήσει αὐτοῦ τε καὶ τοῦ μοναχοῦ Μάρκου, οὐδέπω
γὰρ οὐδενὶ τῶν τῆς ἁγίας πόλεως ἐδηλώθησαν, τῆ
ἄκρα αἰδοῖ τε καὶ συστολῇ μὴ τολμήσας ἔρεσθαί τι,
ἐντὸς εἱστήκει. Εἶτα καὶ τοὺς ἑτέρους δύο τῶν ἀδελφῶν φωνήσας ὁ πατριάρχης, Κύριε ἀββᾶ Σεραπίων,
λέγει, καὶ σὺ, Κύριε Λεόντιε, χάριν ἔχω Θεῷ τῷ
διαφωτίσαντι τὰς ἡμετέρας ψυχάς, τοιοῦτον ἄνδρα
μεθ᾽ ὑμῶν, εἰς τοὺς ἁγίους τούσδε συμπαραλαβειν,
τόπους, οὕτω μὲν, ἀποστολικῶς φάναι, τῷ πνεύματι
ξέοντα, καὶ τῷ κυρίῳ δουλεύοντα, οὕτω δὲ πρόσειχῆς ἀμώμου καὶ μετριοφροσύνης ἐπιμελούμενον
οὐδὲ γὰρ ἀποκρύψεται ἀφ᾿ ἡμῶν τὰ κατ' αὐτόν· δῆλα δὲ καὶ ὑμῖν ἔσται· ἐροῦμεν γὰρ περὶ αὐτῶν, εὐθέτου τυχόντες καιρού. Ὥρα δὲ νῦν τὴν θείαν καὶ
μυστικὴν ἱερουργίαν τῷ Κυρίῳ προσαγαγεῖν.
sent, cateraque loca perlustrassent ac adorassent,
D. Gregorius animo gloriabatur, ac tum admiratione, tum voluptate plenus, summum illum in
hymnis ac divinis cantibus ordinem atque concentum intuitus, nihil illum ab angelis discre
pare credidit. Proinde cum in D. Macarii episcopi congressum atque colloquium venissent,
apud illum diversantur. Cumque illi summo mane Deum qui perpetuus est illis mos) illustri
laude cumulassent, hos residens accersivit, primumque illos,deinceps episcopos ac clericos, alios
item,qui præscntes aderant, osculatos communiter
ea est allocutus, quæ animo novit utilitatem afferre: ac mox reliqua dimissa multitudine,accersitoque monacho, ac iis qui illum adduxerant:Si perpetuo lætere, inquit, Marce Pater, undenam tecum
ad nos Gregorius Dei servus ivit, qui loca isthæc
salutaria nuper adivit? Cui monachus: Non nos,
inquit, istum, sed Christus, ο Pater, luaque advexit precatio. Verum Gregorius timore perculsus ob
sui ac Marci monachi appellationem necdum
enim cuipiam sanctæ civitatis innotuerant), rubore sane ac moderatione quadam animi nihil quidquam ausus loqui, stupefactus manebat. Deinde
duos alios fratres patriarcha ille appellans, Domiue,
ait, abba Serapion, ac tu Leonti Pater, gratias ago
Deo, qui vestros animos illuminavit, talem virum
ad sancta isthæc loca vobiscum assumere, spiritu
quidem (ut Apostoli more loquar ferventem,
6)
temporique servientem, emaculatis præterea precibus ac vitæ innocentiæ sedulo studentem. Neque
enim nos ejus vitæ rationem diu celavit Dominus,
ut hæc vobis pariter manifesta fierent, de quibus
opportuno fortasse tempore dicemus. Instat autem
nunc, ut divinum et arcanum sacrificium Domino
celebremus.
ΙΑ΄. Ταῦτα εἰπὼν πρὸς τὸν ἱερὸν ἀπῄει ναὸν, τὴν XI. Hæc ille locutus, templum sacrum, rem diἱερὰν λειτουργείαν ἐπιτελέσων. Ἔστη δὲ καὶ ὁ θεῖος vinam facturus,petit. Porro ipse quoque divus GreΓρηγόριος ἐν δεξιᾷ τοῦ ἄμβωνος, κελεύσαντος οὕτω gorius in dextro altaris latere, patriarcha sic præτοῦ παριάρχου. Πολλῆς δὲ αὐτὸν κατανύξεως καὶ cipiente, astabat. Pleraque vero ejus animum perτότε διαλαβούσης ἵστατο κάτω νεύων καὶ ποταμούς turbatione subeunte commotus, infra positus miδακρύων τῶν ὀφθαλμῶν ἀφιείς. Οὕτως οὖν ἔχοντι nistrabat, flumina interim lacrymarum ab oculis
Γρηγορίῳ, καὶ πνεύματι ταπεινώσεως ἀκριβούς θαλ. effundens. Cumque ita sese Gregorius haberet,
πομένῳ, δῆλα καὶ τοῦ πατριάρχου γίνεται καὶ τὴν ingentis animi humilitatis spiritu inflammatus,omἐπισκιάζουσαν αὐτὸν χάριν τοῦ ἀγαθοῦ Πνεύματος nia patriarcha consilia habuit explorata et Spiriἐναργῶς ἐθεάσατο, ὡς καὶ πολλοῖς εἰς ὕστερον διη- tus sancti gratiam ipsum adumbrantem, ut pleris
γήσατο. Εἰς γοῦν τὴν ἐπιοῦσαν, ὁ μοναχὸς Μάρκος que ille secutis temporibus enarravit, evidenter
ἐδεῖτου τοῦ ἀρχιεπισκόπου αυτόν τε καὶ τοὺς σὺν vidit. Postridie igitur ejus diei Marcus monachus
αὐτῷ μοναχοὺς ἀποπέμψαι, ὥστε τοῖς ἐκεῖσε συν- archiepiscopum precabatur, ut se, ac qui cum ipso
τάξασθαι ἀδελφοῖς, καὶ οὕτω τῆς οἴκαδε φερούσης erant, monachos missos faceret, quo cum cateris
ἐπιλαβέσθαι. Καὶ γίνεται τοῦτο κατὰ τὴν αὐτοῦ θέ- illic agentibus fratribus institutam vitam sequereλησιν προσεπισκήψαντος του ἀρχιεπισκόπου, μέχρι tur, et ita recta domum abiret, cum il nihilo seτῆς κοινῆς Κυριακῆς αὖθις ἐπανελθεῖν ὡς αὐτόν. cius ne sententia ac voluntate illius fieri vellet. Hoc
Καὶ οὕτω, φησίν, οἴκαδε πορευθήσεσθε· ταῦτα δὲ δῆλα illis cum archiepiscopus petentibus annuisset, ad
τῷ Γρηγορίῳ ἥκιστα ἦν· οὐδὲ γὰρ συμπαρῆν τηνι novum sese Dominicum diem reversuros pollicenκαῦτα τοῖς μοναχοῖς. Ὡς οὖν ἐκεῖνοι τῆς ὁδοῦ tibus, proficisci domum imperavit. Verum cum
6 Rom. III, 11.
PATROL. GR. CXVI.
col. 203–204page 98 of 146
PG 116:203ριον, ταῦτά τε αὐτὸν φράζει, καὶ μηδὲν ἐπὶ τούτοις ἀνισθῆναι λέγει, ταχεία γὰρ καὶ ὅσον οὔπω τοῖς ἀδελφοῖς ἡ ἐπάνοδος. Τῷ δὲ ἀκούσαντι πικρὸν μὲν ἐδόκει τὸ ἐκείνων ὅλως ἀποληφθῆναι, ποδῶν δὲ καὶ γονάτων αὐτοῦ ἁπτόμενος ἔνδακρυς παρεκάλει, καὶ ἅμα μαθεῖν ἐδεῖτο ποδαπούς εἶναι τοὺς ἄνδρας ᾤετο γὰρ αὐτοὺς ἐκ τῶν ἁγίων ὁρμῆσθαι τόπων. Ὁ δὲ τῆς Ῥωμαίων μὲν ἔφησιν εἶναι, ἐκ κώμης οὐ πλέον ἢ σταδίους εἴκοσι τῆς πόλεως ἀπεχούσης, ἐφ' ἣν ὅσον οὔπω καὶ μέλλειν αὐτοὺς ἀφικέσθαι. Μηδεν δὴ παρήνει περὶ αὐτὸν δεδοικέναι, μηδὲ τῶν εὐχῶν αὐτῶν ἐλπίζειν ἀπολειφθήσεσθαι· ἐβεβαίου γὰρ ὡς οὐ πρότερον ἅψονται τῆς ὁδοῦ ταύτης πρὶν ἂν καὶ αὖθις πρὸς αὐτὸν ἐπανέλθωσιν. Ταῦτα εἰπὼν, τὸ πολὺ τῆς λύπης παρείλετο, καὶ ἦν τὸ μετὰ τοῦτο παρεδρεύων τῷ ἀρχιεπισκόπῳ ἔν τε ταῖς προσευχαῖς καὶ ταῖς συνάξεσι, καὶ ὡς εἰς ἀρχέτυπον τὸν ἐκείνου βίον ὁρῶν, καὶ ὅλον παρ' ἑαυτῷ φιλοπόνως ἐξακριβούμενος. ἤψαντο, μετακαλεσάμενος ὁ Μακάριος τὸν ΓρηγόΙΒ'. Τῆς δὲ καινῆς καταλαβούσης Κυριακῆς, καὶ οἱ μοναχοὶ κατὰ τὸ ἐπιταχθὲν παρῆσαν· οὓς ἐπεὶ ὁ θεῖος εἶδε Γρηγόριος, πάσης τε ἡδονῆς ἐπλήσθη, καὶ παρ' ὅλην ἐκείνην τὴν νύκτα συνῆν αὐτοῖς διακαρτερῶν ἄϋπνος καὶ δεήσεις μετὰ θερμοῦ πνεύματος καὶ δακρύων προσάγων ὑπερεύχεσθαί τε αὐτοῦ, καλῶς τὸν τῆς ἀσκήσεως διανύσαι δρόμον καὶ τοῦ κλήρου καὶ τῆς μερίδος αὐτοῖς κοινωνῆσαι. Εἶθ' οὕτως ἅμα πρωί πρόσεισι τῷ ἀρχιεπισκόπῳ ὁ Μάρκος, ἠξίου τε πρὸ τῶν ἐκείνου ποδῶν κείμενος ταῖς ἰδίαις εὐχαῖς ὥσπερ ἀγαθοῖς ἐφοδίοις αὐτοὺς ἱκανώσαντα παραπέμψαι. Ὁ δὲ ἑκάστῳ τούτων τὴν χεῖρα ἐπιθείς, εἶτα καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς διάρας εἰς οὐρανόν, Ὁ Θεὸς, εἶπεν, ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς, ὁ πρὶν γενέσεως αὐτῶν ἅπαντα ἐπιστάμενος, αὐτὸς τοὺς δούλους σου τούτους τοὺς διὰ τὸ σὸν ἅγιον ὄνομα εἰς τούσδε τοὺς ἁγίους τόπους πεφοίτηκότας καὶ καρπὸν ἄξιον τῷ σῷ κράτει προσαγαγόντας, τὸν δοῦλόν σου φημι Γρηγόριον τὸν συμπαρεστηκότα ἡμῖν, διάσωσον καὶ συμπορεύθητι τούτοις ἐν τῇ ὁδῷ αὐτῶν· ὅτι ἅγιος εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Καὶ πάντων τὸ ἀμὴν ἐπειπόντων ἀσπασάμενος αὐτοὺς, ἐν εἰρήνῃ ἔπεμψε. Τούτους ἀπιόντας ἰδὼν ὁ Γρηγόριος, ἤλγησε τὸ ἰσχυρῶς, καὶ προσδραμὼν ἐν σπουδῇ, ποδῶν τε ἥπτετο, καὶ τὴν μόνωσιν ἀπωδύρετο, οἴμοι, λέγων, τίς γένωμαι; ποῖ τράπωμαι; πῶς ὑμῶν ἐγώ, πατέρες καὶ σωτῆρες, ἀπολειφθήσομαι; Αὐτοὶ μετὰ Θεὸν τῆς ἐμῆς σωτηρίας πρόξενοι, αὐτοί μοι τῆς ἀγαθῆς πολιτείας ἀγαθοὶ διδάσκαλοι, αὐτοί με καὶ πλανώμενον εὕρετε, καὶ εὑρόντες εἰς ὁδὸν εὐθεῖαν καθωδηγήσατε, καὶ ἐν πολλῷ κλύδωνι ναυαγοῦντα καὶ βαπτιζόμενον εἰς γαληνὸν λιμένα καὶ ἀκύμαντον προσωρμήσατε. Νυνὶ δὲ πῶς ὑμῶν ἐλεεινῶς χωρισθήσομαι; πῶς τὴν ἀφ' ὑμῶν ἐνέγκω διάζευξιν; Ταῦτα τοῦ Γρηγορίου περιπαθέστατα λέγοντος, καὶ τὴν τῆς ψυχῆς σύγχυσιν τοῖς δάκρυσι διαγγέλλοντος,ριον, ταῦτά τε αὐτὸν φράζει, καὶ μηδὲν ἐπὶ τούτοις
ἀνισθῆναι λέγει, ταχεία γὰρ καὶ ὅσον οὔπω τοῖς
ἀδελφοῖς ἡ ἐπάνοδος. Τῷ δὲ ἀκούσαντι πικρὸν μὲν
ἐδόκει τὸ ἐκείνων ὅλως ἀποληφθῆναι, ποδῶν δὲ καὶ
γονάτων αὐτοῦ ἁπτόμενος ἔνδακρυς παρεκάλει, καὶ
ἅμα μαθεῖν ἐδεῖτο ποδαπούς εἶναι τοὺς ἄνδρας
ᾤετο γὰρ αὐτοὺς ἐκ τῶν ἁγίων ὁρμῆσθαι τόπων. Ὁ
δὲ τῆς Ῥωμαίων μὲν ἔφησιν εἶναι, ἐκ κώμης οὐ
πλέον ἢ σταδίους εἴκοσι τῆς πόλεως ἀπεχούσης, ἐφ'
ἢν ὅσοι οὔπω καὶ μέλλειν αὐτοὺς ἀφικέσθαι. Μηδεν
δὴ παρήνει περὶ αὐτὸν δεδοικέναι, μηδὲ τῶν εὐχῶν
αὐτῶν ἐλπίζειν ἀπολειφθήσεσθαι· ἐβεβαίου γὰρ ὡς
οὐ πρότερον άψονται τῆς ὁδοῦ ταύτης πρὶν ἂν καὶ
αὖθις πρὸς αὐτὸν ἐπανέλθωσιν. Ταῦτα εἰπὼν, τὸ
πολὺ τῆς λύπης παρείλετο, καὶ ἦν τὸ μετὰ τοῦτο
παρεδρεύων τῷ ἀρχιεπισκόπῳ ἔν τε ταῖς προσευχαίς
καὶ ταῖς συνάξεσι, καὶ ὡς εἰς ἀρχέτυπον τὸν ἐκείνου βίον ὁρῶν, καὶ ὅλον παρ' ἑαυτῷ φιλοπόνως ἐξα.
κριβούμενος.
hæc haudquaquam Gregorio perspecta essent, ήψαντο, μετακαλεσάμενος ὁ Μακάριος τὸν Γρηγό
quod is tum monachis prasens non ad fuisset, cum
illi sese viæ dedissent, Macarius Gregorium accersivit, eique, quæ gesta essent, edisserit; addit
eliam, nulla ipsum ob id molestia affici oportere;
maturam enim fratrum reditionem ac propediem
fore. Quod ubi se illis destitutum iri rescivit, molestissime tulit. At tum sese, lacrymans, illius ad
pedes ac genua projecit, illumque hortabatur ac
orabat, se ubinam illi terrarum essent, edoceret.
(Existimabat enim, illos procul a locis sanctis
abiisse. Ille vero non plus viginti stadiis Romanorum, vicum a civitate dixit, distare quo non ita
pridem illos pervenisse simile veri erat: propterea
nihil de illis sollicitum esse, neque vererises illorum
precibus cariturum, monebat. Quamobrem bono
animo illum esse jussit, spoponditque non se illos
prius huic itineri dedituros, quam ad se denuo
revertantur. Qui cum esset hunc in modum locutus, multum ille de dolore remisit, et exinde archiepiscopo tum in precibus, tum in sacris cœtibus adhærescebat: cernensque ejus vitam, uti quoddam virtutis exemplar, illam apud se sedulo ac diligenter observabat.
XII. Cum vero dies Domini proximus advenisset,
monachi, ut imperatum illis fuerat, præsto fuere:
quos cum D. Gregorius vidit, omni voluptate refertus est, ac totam illam noctem una cum illis
insomnem pertulit, precibus item ac lacrymis in
fervore spiritus insistens, pro se sancte Dominum
obtestabatur, uti exercitationis ac meditationis
istius cursum perficeret, ipsisque hæreditatem ac
partem communicaret. Deinde ita simul summo
mane archiepiscopum Marcus adlit, ejusque pedibus provolutus orabat ut suis se precibus tanquam
viatico quodam bene instructo communitos dimit
teret. Horum vero ille singulis imposita manu, ac
sublatis in coelum oculis: Deus, inquit, qui calum,
terram ac mare, et quidquid in eis est, condidisti,
qui oinnia ante ortum illorum probe nosti, ipse
hos servos tuos, qui sacrosancti tui nominis causa,
sancta isthæc loca inviserunt, fructumque tua dignum majestate, Gregorium, inquam, qui praesens
nobis adest, servum tuum attulerunt, conserva,
ac in via illorum dirige, siquidem sanctus es in
sæcula. Ac cum omnes, Amnen, subdidissent, complexatus illos in pace dimisit. Hos abeuntes Gregorius conspicatus, acriter animo doluit, ac præpropere festinans, illorum ad pedes projectus,
solum se ibi relinqui lamentabatur. Heu mihi
(inquiens) quis sum, et quo me vertam? Quonam
ego pacto vobis, Patres ac servatores, destituar?
Vos secundum Deum salutis mem auctores, ipsi
boni probatæ mihi vitæ magistri fuistis, ipsi errantem invenistis invenientes rectæ viæ reddidistis, multis item fluctibus naufragum ac pene demersum, in tranquillum ac securum portum advexistis. Nunc porro quomodo tam miserabiliter
divellar a vobis? Quomodo separationem hanc a
vobis feram? Hac cum Gregorius gemebundus diceret, præ seque maximam animi turbationem
ΙΒ'. Τῆς δὲ καινῆς καταλαβούσης Κυριακῆς, καὶ
οἱ μοναχοὶ κατὰ τὸ ἐπιταχθὲν παρῆσαν· οὓς ἐπεὶ ὁ
θεῖος εἶδε Γρηγόριος, πάσης τε ἡδονῆς ἐπλήσθη, καὶ
παρ' ὅλην ἐκείνην τὴν νύκτα συνῆν αὐτοῖς διακηρ
τερῶν ἄϋπνος καὶ δεήσεις μετὰ θερμοῦ πνεύματος
καὶ δακρύων προσάγων ὑπερεύχεσθαί τε αὐτοῦ, και
λῶς τὸν τῆς ἀσκήσεως διανύσαι δρόμον καὶ τοῦ
κλήρου καὶ τῆς μερίδος αὐτοῖς κοινωνῆσαι. Εἶθ' οὕτως
ἅμα πρωί πρόσεισι τῷ ἀρχιεπισκόπῳ ὁ Μάρκος,
ἠξίου τε πρὸ τῶν ἐκείνου ποδῶν κείμενος ταῖς ἰδίαις
εὐχαῖς ὥσπερ ἀγαθοῖς ἐφοδίοις αὐτοὺς ἱκανώσαντα
παραπέμψαι. Ο δὲ ἑκάστῳ τούτων τὴν χεῖρα επι
θείς, εἶτα καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς διάρης εἰς οὐρανόν,
Ὁ Θεὸς, εἶπεν, ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν
καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς, ὁ πρίν
γενέσεως αὐτῶν ἅπαντα ἐπιστάμενος, αὐτὸς τοὺς
δούλους σου τούτους τοὺς διὰ τὸ σὸν ἅγιον ὄνομα εἰς
τούσδε τοὺς ἁγίους τόπους πεφοίτηκότας καὶ καρπὸν
ἄξιον τῷ σῷ κράτει προσαγαγόντας, τὸν δουλόν τού
φημι Γρηγόριον τὸν συμπαρεστηκότα ἡμῖν, διάσωσον
και συμπορεύθητι τούτοις ἐν τῇ ὁδῷ αὑτῶν ὅτι
ἅγιος εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Καὶ πάντων τὸ ἀμὴν ἐπειπόντων ἀσπασάμενος αὐτοὺς, ἐν εἰρήνῃ ἔπεμψε.
Τούτους ἀπιόντας ἰδὼν ὁ Γρηγόριος, Αλγησε το
ἰσχυρῶς, καὶ προσδραμὼν ἐν σπουδῇ, ποδῶν τε
ήπτετο, καὶ τὴν μόνωσιν ἀπωδύρετο, οἴμοι, λέγων,
τις γένωμαι; ποῖ τράπωμαι; πῶς ὑμῶν ἐγώ, πατέ
ρες καὶ σωτῆρες, ἀπολειφθήσομαι; Αὐτοὶ μετὰ Θεὸν
τῆς ἐμῆς σωτηρίας πρόξενοι, αυτοί μοι τῆς ἀγαθῆς
πολιτείας ἀγαθοὶ διδάσκαλοι, αυτοί με καὶ πλανώ
μενον εὕρετε, καὶ εὑρόντες εἰς ὁδὸν εὐθεῖαν καθώς
δηγήσατε, καὶ ἐν πολλῷ κλύδωνι ναυαγοῦντα καὶ
βαπτιζόμενον εἰς γαληνόν λιμένα καὶ ἀκύμαντον
προσωρμήσατε. Νυνὶ δὲ πῶς ὑμῶν ἐλεεινῶς χωριο
σθήσομαι; πῶς τὴν ἀφ᾽ ὑμῶν ἐνέγκω διάζευξιν;
Ταῦτα τοῦ Γρηγορίου περιπαθέστατα λέγοντος, καὶ
τὴν τῆς ψυχῆς σύγχυσιν τοῖς δάρκυσι διαγγέλλοντος,
"
col. 205–206page 99 of 146
PG 116:205ὁ προορᾷν ὥσπερ οὕτω καὶ παρακαλεῖν ψυχὰς δυνάμενος, ὁ θαυμασιος Μάρκος ἀνελάμβανε τε αὐτὸν πατρικῶς. ΙΓ΄. Καὶ, Μὴ οὕτως, ἔλεγε, τέκνον πνευματικόν οὐδὲ γὰρ μόνον ἐῶμεν, ἀλλὰ Χριστῷ μὲν προηγουμένως, τῷ κλήσει ἁγίᾳ καλέσαντί σε καὶ συναρίθμιον ἔχοντι τῷ τῶν Πατέρων χορῷ, ἔπειτα δὲ καὶ τῷ κοινῷ τούτῳ καὶ πνευματικῷ Πατρὶ παρατίθεμεν, ὃς καὶ καλῶς οἰκονομήσει τὰ κατὰ σὲ, καὶ δεξιῶς ὡς οἷόν τε συναντιλήψεται. Οὕτως εἶπε καὶ τοῖς χειρὸς ἐκείνου λαβόμενος, πρὸ τῶν ποδῶν αὐτὸν βάλλει τοῦ πατριάρχου, Πάτερ τίμιε, λέγων, καὶ οὗτος τῆς τοῦ Χριστοῦ ποίμνης ἐστὶ, καὶ μέλλει καὶ αὐτὸς Ἐκκλησίαν πιστεύεσθαι, καί τῷ τῆς διδασκαλίας λόγῳ ὥσπερ οἴκαι πνευματικώς διακυβερνήσαι. Φρόντισον οὖν καὶ τῆς τούτου ψυχῆς, ὑποστηρίζων αὐτὴν ταῖς διδασκαλίαις σου, καὶ πείθων τοῖς τῆς ἀσκήσεως πόνοις ἐγκαρτερεῖν, ἀειλαμπῆ τε διαφυλαχθῆναι καὶ μὴ τοῖς τῆς νεότητος λογισμοῖς, οἷς τινα λευκοτάτὴν ὄψιν καὶ ὥρᾳ θάλλουσαν, σπίλοις τισὶ διαμολυνθῆναι. Ταῦτα τοῦ μοναχοῦ λέγοντος, ὅ τε Γρηγόριος ἔτι καὶ μάλιστα τὴν ψυχὴν ἐπαθαίνετο, καὶ δέκουτι θερμοῖς ἐῤῥαντίζετο· ἐφ᾽ ᾧ δὴ καὶ οἱ παρεστώτες, ὁρῶντες ταῦτα, συνέπασχεν. Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ πατριάρχης εἰς οἰκτον κατήγετο, καὶ τὸν Γρηγόριον ἔτι κείμενον ἀναστήσας, Ὁρῶ σε, ὦ τέκνον, λίαν περιαλγουντα τῷ χωρισμῷ τῶν ἀνδρῶν. Εἰ μὲν οὖν ἀρεστόν σοι σὺν ἡμῖν εἶναι, μεθ᾿ ἡμῶν ἴσο, καὶ πάντα τὰ κατὰ σὲ θέσει καλῶς ὁ Χριστός, ὥσπερ ἂν καὶ αὐτὸς βούλοις· εἰ δὲ τὸ ἀπιέναι σε μᾶλλον κατὰ γνώμην ἐστὶν, ἐν εἰρήνῃ δὲ σὺν αὐτοῖς καὶ πορεύου. Ο δὲ Γρηγόριος, Τοὔτε μὲν οὔ, φησί, μηδὲ γένοιτό μοί ποτε, δέσποτα, τοὺς ἐντοῦθα τόπους ἀπολιπεῖν, οὓς καὶ δι' εὐχῆς ἐποιούμην ἰδεῖν καὶ ὑπὲρ ὧν τὴν μακρὰν ταύτην ἀποδημίαν εἰλόμην. Πλὴν ἀλλὰ τί πάθω ; λίαν μὲν γὰρ καὶ τούτων ἐρωτικῶς περιέχομαι· ἐπεὶ δὲ τὸ ἀπιέναι τούτους ἀναγκαῖον ὁρῶ, ἀξιῶ γοῦν ἀντ᾿ αὐτῶν ὥσπερ τι φυλακτήριον καὶ κλῆρον ζωῆς τὰς ἱερὰς αὐτῶν εὐχάς μοι καταλιπεῖν· πέποιθα γὰρ τῷ Θεῷ καὶ πάλιν αὐτοὺς ὄψεσθαι ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ. Ταῦτα αὐτοῦ εἰρηκότος, περιχυθέντες αὐτῷ οἱ μοναχοὶ καὶ θερμῶς περιφύντες, σύμβολά τε σαφῆ τῆς ἐπὶ τῷ χωρισμῷ λύπης τὰ δάκρυα παρασχόντες, βία καὶ μόλις ἀποσπασθέντες καὶ συνταξάμενοι ἀνεχώρησαν. ΙΔ΄. Ὁ δὲ, ὑπομείνας ἐν Ἱεροσολύμοις, τους σεπεοὺς τόπους καὶ ἱερούς περιήρχετο, τά τε μοναστήρια καὶ τὰ τῶν ἀσκητῶν καταγώγια, την φιλεργὸν μέλιτταν ζηλῶν ἀτεχνῶς κατὰ τῶν ἀρετῶν ἄνθη φιλοπόνως ἀπανθιζόμενος. Καὶ ὁ μὲν ἐν τούτοις ἦν. Οἱ δὲ μοναχοί, καταλαβόντες τὴν Τρίπολιν, καὶ εἰς πλοῖον ἐμβάντες, τῇ Σικελία προσορμισάμενοι, κατέχθησαν εἰς ᾿Ακράγαντα. "Εν τινι δὲ μοναστηρίῳ ἐν γειτόνων ὄντι παραγενόμενοι τῷ ἡγουμένῳ ξενίζονται, ὃν ὁ προφητικώτατος Μάρκος καὶ μὴ πω ἰδὼν, Παῦλον ἐξ ὀνόματος αὐτόθι καλέσας, εἰς θάμβος ἐνέβαλε καὶ περὶ τοῦ προβληθέντος δὲὁ προορᾷν ὥσπερ οὕτω καὶ παρακαλεῖν ψυχὰς δυνά- lacrymis ferret, Marcus vir admirandus, tam fuμενος, ὁ θαυμασιος Μάρκος ἀνελάμβανε τε αὐτὸν taris prædicendis, quam solandis amicis potens,
πατρικῶς.
hunc paterne excepit.
ΙΓ΄. Καὶ, Μὴ οὕτως, ἔλεγε, τέκνον πνευματικόν XIII. Ac, Non sic tu quidem, fili mi,dixeris (ait),
οὐδὲ γὰρ μόνον ἐῶμεν, ἀλλὰ Χριστῷ μὲν προηγου non. Neque enim solum te esse putabamus, quando
μένως, τῷ κλήσει ἁγίᾳ καλέσαντί σε καὶ συναρίθμιον praesertim Christus sua te vocatione sancta dignaἔχοντι τῷ τῶν Πατέρων χορῷ, ἔπειτα δὲ καὶ τῷ κοινῷ tus, in Patrum chorum cooptarit. Atque huic le
τούτῳ καὶ πνεῦματικῷ Πατρὶ παρατίθεμεν, ὃς καὶ quoque communi et optimo Patri, qui, quæ ad
καλῶς οἰκονομήσει τὰ κατὰ σὲ, καὶ δεξιῶς ὡς οἷόν te spectant, recte administrabit, et quam fieri
τε συναντιλήψεται. Οὕτως εἶπε καὶ τοῖς χειρὸς ἐκεί poterit, feliciter suscipiet, ipse commendo. Sic
νου λαβόμενος, πρὸ τῶν ποδῶν αὐτὸν βάλλει τοῦ πα ille locutus, manum apprehendes, ad patriarchæ
τριάρχου, Πάτερ τίμιε, λέγων, καὶ οὗτος τῆς τοῦ pedes illum statuit, Pater venerande (inquiens),
Χριστοῦ ποίμνης ἐστὶ, καὶ μέλλει καὶ αὐτὸς Ἐκκλή- et hic est ex grege Christi, isque fide Ecclesiam
σίαν πιστεύεσθαι, καί τῷ τῆς διδασκαλίας λόγῳ ὥσπερ fundaturus, ac eam doctrinæ calestis prædicatioοἴκαι πνευματικώς διακυβερνήσαι. Φρόντισον οὖν ne, uti clavo, divine gubernaturus est. Quamκαὶ τῆς τούτου ψυχῆς, ὑποστηρίζων αὐτὴν ταῖς δι- obrem ejus animæ curam habeas, illamque tua
δασκαλίαις σου, καὶ πείθων τοῖς τῆς ἀσκήσεως πό- sustentes doctrina oportet, persuadeasque meditaνοις ἐγκαρτερεῖν, ἀειλαμπῆ τε διαφυλαχθῆναι καὶ tionis ac exercitationis laboribus insistere splenμὴ τοῖς τῆς νεότητος λογισμοῖς, οἷς τινα λευκοτά- dentem se conservare, non pulcherrimum, ac uti
τὴν ὄψιν καὶ ὥρᾳ θάλλουσαν, σπίλοις τισὶ διαμολυν- veris tempore florentem aspectum,juvenilibus coθῆναι. Ταῦτα τοῦ μοναχοῦ λέγοντος, ὅ τε Γρηγόριος gitationibus quasi maculis quibusdam inquinare.
ἔτι καὶ μάλιστα τὴν ψυχὴν ἐπαθαίνετο, καὶ δέ- Hæc tum dicebat monachus, cum Gregorius gravis
κουτι θερμοῖς ἐῤῥαντίζετο· ἐφ᾽ ᾧ δὴ καὶ οἱ παρ- animo tristaretur,ac lacrymas abundantiores effiunεστώτες, ὁρῶντες ταῦτα, συνέπασχεν. Οὐ μὴν ἀλλὰ deret. In quo quidem et qui præsentes aderant,
καὶ αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ πατριάρχης εἰς οἰκτον κατήγετο, haec cernentes condolescebant: quin et ille ipse
καὶ τὸν Γρηγόριον ἔτι κείμενον ἀναστήσας, Ὁρῶ patriarcha misericordia permotus est, Gregoriumσε, ὦ τέκνον, λίαν περιαλγουντα τῷ χωρισμῷ τῶν que adhuc jacentem erigens: Video te, inquit, fili,
ἀνδρῶν. Εἰ μὲν οὖν ἀρεστόν σοι σὺν ἡμῖν εἶναι, horum virorum separatione graviter affectum.
μεθ᾿ ἡμῶν ἴσο, καὶ πάντα τὰ κατὰ σὲ θέσει καλῶς ὁ Quare, si placet, ut hac nostra utaris consuetuΧριστός, ὥσπερ ἂν καὶ αὐτὸς βούλοις· εἰ δὲ τὸ ἀπιέ- dine, nobiscum esto, tuaque omnia Christus, ut
και σε μᾶλλον κατὰ γνώμην ἐστὶν, ἐν εἰρήνῃ δὲ σὺν ς velle ipse videris, recte constituel; at vero si
αὐτοῖς καὶ πορεύου. Ο δὲ Γρηγόριος, Τοὔτε μὲν οὔ, discedere magis libet, in pace cum illis abi. Atφησί, μηδὲ γένοιτό μοί ποτε, δέσποτα, τοὺς ἐντοῦθα qui Gregorius: Non hoc quidem (inquit), domine,
τόπους ἀπολιπεῖν, οὓς καὶ δι' εὐχῆς ἐποιούμην ἰδεῖν accidat, averseturque Deus, ut hæc loca, quæ
καὶ ὑπὲρ ὧν τὴν μακρὰν ταύτην ἀποδημίαν εἰλό- videre precatus sum, et pro quibus hanc tam
μην. Πλὴν ἀλλὰ τί πάθω; λίαν μὲν γὰρ καὶ τούτων longam peregrinationem conjeci, derelinquam.
ἐρωτικῶς περιέχομαι· ἐπεὶ δὲ τὸ ἀπιέναι τούτους Verum facere non possum, cum vehementer ilἀναγκαῖον ὁρῶ, ἀξιῶ γοῦν ἀντ᾿ αὐτῶν ὥσπερ τι φυ- los diligam, quin aliquantulum afficiar. Quoniam
λακτήριον καὶ κλῆρον ζωῆς τὰς ἱερὰς αὐτῶν εὐχάς vero illos abire necessarium fuit, existimo sacras
μοι καταλιπεῖν· πέποιθα γὰρ τῷ Θεῷ καὶ πάλιν αὐ- illorum preces uti tutelam quamdam ac eventum
τοὺς ὄψεσθαι ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ. Ταῦτα αὐτοῦ εἰ- vitæ instar ipsorum, mihi non defore. Confido
ρηκότος, περιχυθέντες αὐτῷ οἱ μοναχοὶ καὶ θερμῶς enim Deo, hac ipsa etiam præsenti vita illos iterum
περιφύντες, σύμβολά τε σαφῆ τῆς ἐπὶ τῷ χωρισμῷ me conspecturum.Talia locutum monachi circumλύπης τὰ δάκρυα παρασχόντες, βία καὶ μόλις ἀπο- astantes, ac ardenter circumplexi, lacrymis maniσπασθέντες καὶ συνταξάμενοι ἀνεχώρησαν.
festam procul dubio significationem fecerunt
quam egre ab illo separarentur: a quo vix tandem avulsi, ac in ordinein compositi, inviti abl
ierunt.
ΙΔ΄. Ὁ δὲ, ὑπομείνας ἐν Ἱεροσολύμοις, τους σε
πεοὺς τόπους καὶ ἱερούς περιήρχετο, τά τε μοναστήρια καὶ τὰ τῶν ἀσκητῶν καταγώγια, την φιλεργὸν μέλιτταν ζηλῶν ἀτεχνῶς κατὰ τῶν ἀρετῶν ἄνθη
φιλοπόνως ἀπανθιζόμενος. Καὶ ὁ μὲν ἐν τούτοις ἦν.
Οἱ δὲ μοναχοί, καταλαβόντες τὴν Τρίπολιν, καὶ εἰς
· πλοῖον ἐμβάντες, τῇ Σικελία προσορμισάμενοι, κατέχθησαν εἰς ᾿Ακράγαντα. "Εν τινι δὲ μοναστηρίῳ
ἐν γειτόνων ὄντι παραγενόμενοι τῷ ἡγουμένῳ ξενίζονται, ὃν ὁ προφητικώτατος Μάρκος καὶ μὴ πω
ἰδὼν, Παῦλον ἐξ ὀνόματος αὐτόθι καλέσας, εἰς
θάμβος ἐνέβαλε καὶ περὶ τοῦ προβληθέντος δὲ
XIV. Porro cum Hierosolymis hic permansisset,
veneranda illa ac sacra loca, nec non monasteria
ac monachorum domicilia perlustravit, et operosam apim sedulo imitatus, virtutum fores diligenter excerpsit. Atque iis sese studiis Gregorius continebat. Verum monachi cum Tripolim
pervenissent, navi conscensa in Siciliam navigantes, Agrigentum sunt advecti; monasterium vero,
quod ibi proximum erat, adeuntes, apud præsidem diversantur; quem quidem Marcus futurorum præscius cum nunquam vidisset, proprio nomine Paulum appellans, in stuporem conjecit. Δε
col. 207–208page 100 of 146
PG 116:207δοκοῦντος πυθόμενος, οὐδὲν ἧττον εξέπληξεν. Επεί δὲ καὶ τράπεζα παρετέθη αὐτοῖς, καὶ ὧν ἔθος εἶχον μετέσχον, ἄρτου καὶ ὕδατος, μηνύει τῷ ἐπισκόπῳ τοὺς ἄνδρας, καὶ ὅπως ὁ Μάρκος ὃν οὐδέπω τεθένται, ὀνομαστὶ τοῦτον ἐκάλει. Ὁ δὲ πάνυ τε ἤσθη τῷ λόγῳ, καὶ τούτους ἕρμαιν ποιησάμενος, αὐτίκα μεταπέμπεται παρ' αὐτόν· παραγεγονότας δὲ ἀσπασάμενος, καὶ δι' αὐτῶν τὰ κατ᾿ αὐτοὺς γνούς, τίνες τε εἶεν, καὶ τίνα τὴν ἀποδημίαν ἐστάλησαν, καὶ οὗ πάλιν τὸν ἀπόπλουν ποιοῦνται, συνεδριάσας αὐτοῖς πρὸς βραχὺ καὶ τινα θεοφιλή συνωμιληκώς, πρὸς τὴν ἐκκλησίαν ἀπῄει, τὴν ἱερὰν τελέσων μυσταγωγίαν· ἦν γὰρ καὶ ἡ τῶν κορυφαίων ἀποστόλων ἑορτὴ Πέτρου καὶ Παύλου. ὁσίου Ποταμίωνος, μήπω πρότερα αὐτῷ γνωσθήναι ΙΕ. Τῇ ἐπαύριον δὲ μετὰ τὰς ἑωθινὰς ᾠδὰς τοῦ ἐπισκόπου συνόντος αὐτοῖς καὶ συνομιλοῦντος τὰ θεοφιλῆ καὶ σωτήρια, αὐτίκα καὶ οἱ τοῦ Γρηγορίου γονεῖς τὴν πόλιν εἰσῄεσαν, ὡς ἐπὶ νεκρῷ τὰ ἐκείνου τελέσαι μνημόσυνα· κατὰ ταύτην γὰρ τὴν ἡμέραν ἀφανὴς αὐτοῖς ἐγεγόνει. Τοὺς ἤλικας οὖν τῷ Γρη γορίῳ παῖδας θεωμένη ἡ μήτηρ εἰς ὑπόμνησιν τοῦ αὐτοῦ ἰοῦσα, καὶ τὰ σπλάγχνα δεινῶς κοπτομένη, ἀφορμὴν θρήνων τὴν ἐκείνων ὅρασίν ἐποιεῖτο, Ο μοι, λέγουσα, τέκνον φίλτατον, τέκνον, τοσοῦτον ἐν ἥλιξι διαλάμπον, ὅσον ἐν ἀστράσιν ἥλιος, τούτους μὲν τοὺς κατὰ σὲ πάντας ὅρων, τὸ δὲ μοι μονογενές ποῦ νῦν ἄρα τυγχάνεις ; τί γέγονας ; Εἴθε σου τὸν τρόπον ἐγίνωσκον τοῦ θανάτου· εἴθε καὶ τὸν τόπον, οὐ πέπτωκας· εἴθε καὶ εἴ τινές σοι τοῦ θανάτου γεγόνασιν αἴτιοι. Αύξει μοι τὸ πάθος τῆς συμφοράς ἡ ἄγνοια, καὶ θρηνεῖν ἀναγκαζομένῃ, μηδὲ ἐφ᾽ ᾧ θρηνεῖν εἰδέναι καλῶς δίδωσι· πάντα μὲν γὰρ θανάτου τρόπον ὑποπτεύειν ποιεῖ, πᾶσι δὲ πάλιν ἀπιστεῖν αναγκάζει. Αρά σε θηρίον τι τῶν ἀγρίων ἥρπασε ; ἀλλὰ θηρίων ὁ τόπος ἔρημος. Αρά σε λησταί διε χρήσαντο; ἀλλὰ τίς οὕτω μιαιφόνος ψυχὴ καὶ τῆς ανθρωπίνης ἔξω φύσεως, κἂν αὐτόχρημα λίθος ἦν εἰς ἡμότητα, ἥτις σου μὴ τὸ νέον ἐδυσωπήθη τῆς ἡλικίας, ἥτις σου μὴ τὸ κάλλος ηλέησε τῆς μορφῆς ; ᾿Αλλὰ τί μάτην ταῦτα θρηνῶ ; Θεὸς ἂν εἰδείη μόνος οὐ τυγχάνεις αὐτὸς, καὶ παρ' ου μόνου τὴν παρά κλησιν ἡ δυστυχής ευροιμι. Τοιαῦτα τῆς μητρὸς ὅλο φυρομένης συνήεσαν σχεδὸν οἱ τῆς πόλεως άπαντες, καὶ τὸν θρῆνον αὐτῇ συνέπλεκον. ΙϚ. Ωσ δὲ ἐπὶ μεῖζον ὁ κωκυτὸς ᾔρετο, καὶ ὁ Μάρκος τοῦ πένθους αἰσθόμενος τοῦ ἐπισκόπου διεπυνθάνετο, καὶ τῆς ολολυγῆς τὴν αἰτίαν ἐζήτει μαθείν, μέγα καὶ πικρὸν ἀνοιμωξας ἐκεῖνος καὶ δάκρυσι συμμίξας τοὺς λόγους, Εγώ σοι τὸ συμβὰν ὅπερ ἐνταῦθα δεινόν, ἔφη, καὶ διηγήσομαι. ᾿Ανήρ τις τῶν εὖ γεγονότων ἀπὸ τῆς ἐν γειτόνων τῇ πόλει ἡμῶν κώμης ὁρμώμενος, πλούτῳ τε θάλλων, καὶ γνώμῃ πλουσιώτερα χρώμενος, καὶ τὰ αὐτοῦ πάντα τῶν πενήτων ποιῶν, γυναικά με λίαν ἔχων εὐσεβῆ καὶ κοσμίαν, παιδος ἂῤῥενος δι' εὐχῆς ἐγεγόνει πατὴρ, ὃν αὐτὸς ἐκ τοῦ θείου βαπτίσματος ἀναδέχομαι. Ἰδὼν οὖν ὁ πατὴρδοκοῦντος πυθόμενος, οὐδὲν ἧττον εξέπληξεν. Επεί
δὲ καὶ τράπεζα παρετέθη οὐτοῖς, καὶ ὧν ἔθος εἶχον
μετέσχον, ἄρτου καὶ ὕδατος, μηνύει τῷ ἐπισκόπῳ
τοὺς ἄνδρας, καὶ ὅπως ὁ Μάρκος ὃν οὐδέπω τεθένται,
ὀνομαστὶ τοῦτον ἐκάλει. Ὁ δὲ πάνυ τε ἤσθη τῷ λόγῳ,
καὶ τούτους ἕρμαιν ποιησάμενος, αὐτίκα μεταπέμπε
ται παρ' αὐτόν· παραγεγονότας δὲ ἀσπασάμενος, καὶ
δι' αὐτῶν τὰ κατ᾿ αὐτοὺς γνούς, τίνες τε εἶεν, καὶ τίνα
τὴν ἀποδημίαν ἐστάλησαν, καὶ οὗ πάλιν τὸν ἀπόπλουν
ποιοῦνται, συνεδριάσας αὐτοῖς πρὸς βραχὺ καὶ τινα
θεοφιλή συνωμιληκώς, πρὸς τὴν ἐκκλησίαν ἀπῄει,
τὴν ἱερὰν τελέσων μυσταγωγίαν· ἦν γὰρ καὶ ἡ των
κορυφαίων ἀποστόλων ἑορτὴ Πέτρου καὶ Παύλου.
de prædicto sancto Potamione, quem nunquam ὁσίου Ποταμίωνος, μήπω πρότερα αὐτῷ γνωσθήναι
antea illi cognitum esse existimarat, percontatus,
nihilo minorem admirationem injecit. Itaque cum
mensa illis esset apposita, ac panis et aquæ (uti
illis moris est mutue participem fecissent, viros episcopo manifestat, et ut Marcus hominem
quem nunquam viderat, nominatim appellarit,
quo ille nuntio mirifice gravisus est, idque inexspectato lucro apponens, ad ipsum confestim
properat. Porro cum illos obvios habuisset, com.
plexatus, et per illos quidnam apud eos ageretur,
quinam essent, quove hac peregrinatione contenderent, cognoscens, et rursus cujus rei causa navigationem facerent, cum illis brevi commoratus,
ac divina quædam commentatus, ad ecclesiam, mysticum sacrificium celebraturus, proficiscitur. Is
enim Petri et Pauli summorum apostolorum dies festus erat.
XV. Postera autem die post matutinas laudes,cum ΙΕ, Τῇ ἐπαύριον δὲ μετὰ τὰς ἑωθινὰς ᾠδὰς τοῦ
episcopus illis adesset, deque rebus divinis ac
salutaribus cum illis familiariter loqueretur,statim
Gregorii parentes in urbem ingressi sunt, ut illi
tanquam mortuo parentarent; eodem namque die
mortuus illis visus fuerat. Atqui cum mater Gregorii æquævos pueros vidisset, filii memoriam
subiens, visceribus est graviter intercisa, quippe
horum aspectus fetus illi causam ministravit:
Hei mihi (dicens), fili dilectissime, fili tam ingens
inter æquales splendor, quam sol inter astra. Hos
quidem tui causa omnes intueor; tu vero ubi es
terrarum? Cur es (oro) in lucem editus? Utinam
mortis tuæ genus agnoscerem! utinam locum, ubi
occubuisti atque utinam scirem, si qui tibi fuerunt
mortis auctores! Tuæ namque calamitatis ignoratio
mihi dolorem augel, facitque ut, cum sic lugere
cogar, ignorem, in quo mihi jure sitlamentandum.
Alias enim omne mortis genus suspectum facit,
alias omnibus compellit diffidere. Num quæ silvestris te fera rapuit? At ferarum tecta sunt silva.
Num quite latrones interfecere?Sed quis tam dirus
alque cruentus animus, et humana tam expers
natura, ac ut reipsa ad crudelitatem lapis esset,
qui non tuam (obsecro) juvenilem ætatem vereredur? qui non ob formæ speciem misericordia
flecteretur? Sed quid hæc frustra lamentor? Deus,
a quo consolationem infelix invenio, ubinam ipse
sis scire solus potest. Talia cum mater lamentaretur, plerique omnes cives illuc convenerant,
ejusque luctu commovebantur.
XVI. Verum cum ululatus in altum tolleretur,et
Marcus ejulantem sensisset, ejus causam ab episcopo
siscitabatur,multum et ipse amareque ingemiscens,
lacrymas verbis commiscebat. Ego, Pater, inquit
episcopus, gravem tibi casum edisseram, Vir quidam honesto genere, ex vico nostra civitati proximo oriundus, cum divitiis furens, tum mente
locupletiore praestans,sua omnia pauperibus communicabat. At uxorem piain admodum et ornalam ducens, filium ex ea precum ergo genuit,
quem a sacro baptismate ipse suscepi. Videns
igitur pater prolis susceptionem, et preces voto
ἐπισκόπου συνόντος αὐτοῖς καὶ συνομιλοῦντος τὰ
θεοφιλῆ καὶ σωτήρια, αὐτίκα καὶ οἱ τοῦ Γρηγορίου
γονεῖς τὴν πόλιν εἰσῄεσαν, ὡς ἐπὶ νεκρῷ τὰ ἐκείνου
τελέσαι μνημόσυνα· κατὰ ταύτην γὰρ τὴν ἡμέραν
ἀφανὴς αὐτοῖς ἐγεγόνει. Τοὺς ἤλικας οὖν τῷ Γρη
γορίῳ παῖδας θεωμένη ἡ μήτηρ εἰς ὑπόμνησιν τ
αὐτοῦ ἰοῦσα, καὶ τὰ σπλάγχνα δεινῶς κοπτομένη,
ἀφορμὴν θρήνων τὴν ἐκείνων ὅρασίν ἐποιεῖτο, Ο
μοι, λέγουσα, τέκνον φίλτατον, τέκνον, τοσοῦτον ἐν
ἥλιξι διαλάμπον, ὅσον ἐν ἀστράσιν ἥλιος, τούτους
μὲν τοὺς κατὰ σὲ πάντας ὅρων, τὸ δὲ μοι μονογενές
ποῦ νῦν ἄρα τυγχάνεις; τί γέγονας; Εἴθε σου τὸν
τρόπον ἐγίνωσκον τοῦ θανάτου· εἴθε καὶ τὸν τόπον,
οὐ πέπτωκας· εἴθε καὶ εἴ τινές σοι τοῦ θανάτου
γεγόνασιν αἴτιοι. Αύξει μοι τὸ πάθος τῆς συμφοράς
ἡ ἄγνοια, καὶ θρηνεῖν ἀναγκαζομένῃ, μηδὲ ἐφ᾽ ᾧ
θρηνεῖν εἰδέναι καλῶς δίδωσι πάντα μὲν γὰρ θανά.
του τρόπον ὑποπτεύειν ποιεῖ, πᾶσι δὲ πάλιν ἀπιστεῖν
αναγκάζει. Αρά σε θηρίον τι τῶν ἀγρίων ἥρπασε;
ἀλλὰ θηρίων ὁ τόπος ἔρημος. Αρά σε λησταί δ
χρήσαντο; ἀλλὰ τίς οὕτω μιαιφόνος ψυχὴ καὶ τῆς
ανθρωπίνης ἔξω φύσεως, κἂν αὐτόχρημα λίθος ἦν
εἰς ἡμότητα, ἥτις σου μὴ τὸ νέον ἐδυσωπήθη τῆς
ἡλικίας, ἥτις σου μὴ τὸ κάλλος ηλέησε τῆς μορφῆς;
᾿Αλλὰ τί μάτην ταῦτα θρηνῶ; Θεὸς ἂν εἰδείη μόνος
οὐ τυγχάνεις αὐτὸς, καὶ παρ' ου μόνου τὴν παρά
κλησιν ἡ δυστυχής ευροιμι. Τοιαῦτα τῆς μητρὸς ὅλο
φυρομένης συνήεσαν σχεδὸν οἱ τῆς πόλεως άπαντες,
καὶ τὸν θρῆνον αὐτῇ συνέπλεκον.
15'. Ωσ δὲ ἐπὶ μεῖζον ὁ κωκυτὸς ᾔρετο, καὶ ὁ Μάρκος
τοῦ πένθους αἰσθόμενος τοῦ ἐπισκόπου διεπυνθάνετο,
καὶ τῆς ολολυγῆς τὴν αἰτίαν ἐζήτει μαθείν, μέγα
καὶ πικρὸν ἀνοιμωξας ἐκεῖνος καὶ δάκρυσι συμμίξας
τοὺς λόγους, Εγώ σοι τὸ συμβὰν ὅπερ ἐνταῦθα δεινόν,
ἔφη, καὶ διηγήσομαι. ᾿Ανήρ τις τῶν εὖ γεγονότων ἀπὸ
τῆς ἐν γειτόνων τῇ πόλει ἡμῶν κώμης ὁρμώμενος,
πλούτῳ τε θάλλων, καὶ γνώμῃ πλουσιώτερα χρώμενος, καὶ τὰ αὐτοῦ πάντα τῶν πενήτων ποιῶν,
γυναικά με λίαν ἔχων εὐσεβῆ καὶ κοσμίαν, παιδος
ἂῤῥενος δι' εὐχῆς ἐγεγόνει πατὴρ, ὃν αὐτὸς ἐκ του
θείου βαπτίσματος ἀναδέχομαι. Ἰδὼν οὖν ὁ πατὴρ
col. 209–210page 101 of 146
PG 116:209τοῦ γένους διαδοχήν, καὶ τὴν εὐχὴν εἰς ἔργον ἐκβᾶσαν, τὸ ἐπὶ τούτοις τῆς γυναικὸς μὲν ἀπέσχετο, τὸν παῖδι δὲ ἤδη γεγονότα ἔτη ὀκτὼ λαβόντες ἄγουσι παρ' ἐμοί. Κἀγω πρῶτα μὲν παραδίδωμι τοῦτον διδασκάλῳ γραμματιστῇ· ἔπειτα κείρας αὐτὸν καὶ τῷ ὑπ᾿ ἐμὲ κλήρῳ ἐγκαταλέξας τῷ ἀρχιδιακόνῳ μου παρατίθημι, ἄκρως αὐτὸν τὰ τῆς Γραφῆς ἐκπονῆσαι διὰ ταχέων ἐγκελευσάμενος· ὃς οὕτω φύσει τε καὶ σπουδῇ διὰ πάντων ἐξέλαμψεν ἐν βραχεῖ, ὡς μηδένα παράμιλλον αὐτῷ καθ᾿ ὅλην τὴν Σικελῶν εὑρίσκεσθαι. Οὗτος οὖν ὁ παῖς εἴτε δαίμονος βασκανία, ἢ οὐκ οἷς ὁποίᾳ τύχῃ χρησάμενος, αἰφνίδιον ἀφανὴς γίνεται, μηδενὸς αὐτῷ τὸ συμβάν συνειδότος, μή τε μὴν ἄχρι καὶ τήμερον εἰς γνῶσιν ἀφικομένου· πολλὰ δὲ καὶ τὴν νῆσον πᾶσαν περιελθόντες οὐδέν τι πλέον εὑρεῖν ἢ μαθεῖν ὅλως ἰσχύσαμεν. Ἔχομεν οὖν καὶ ἡμεῖς τὴν περὶ αὐτοῦ λύπην ἀπαρηγόρητον μηδὲν ἡμῖν δηλῶσαι μέχρι καὶ νῦν τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ εὐδοκήσαντος. Ἐπεὶ δὲ μᾶλλον τῶν ἄλλων αἱ τῶν αὐτοῦ πατέρων ψυχαὶ τοῦ πάθους ᾔσθοντο, πάρεισι νῦν πενθοῦντες καὶ τὴν ἐκείνου μνήμην ἐπιτελέσοντες, κατὰ ταύτην δήπου τὴν ἡμέραν καθ᾽ ἦν καὶ τὸ πατέρες καλεῖσθαι ἀπώλεσαν, ἀφανοῦς αὐτοῦ γενομένου. ΙΖ΄. Ταῦτα ὁ Μάρκος ἀκούσας ἐννεὸς ἐγεγόνει ἐπὶ πολὺ, καὶ μετὰ ταῦτα δακρύων ὑποπλησθεὶς, τοὺς τοῦ παιδὸς γονεῖς παράγειν εἰς τὸ μέσον ἠξίου· τῶν δὲ εἰσεληλυθότων τίς ἡ πολλὴ αὕτη τῶν θρήνων σύγχυσις, ἤρετο, καὶ ὅτου ἕνεκα δεινῶς οὕτω κάπτοιντο. Τῶν δὲ ὑπὸ τῆς ἄγαν συνεχούσης αὐτοὺς ἀθυμίας καὶ τὴν φωνὴν ὥσπερ ἐγκοπτομένων, καὶ μηδὲ τὴν αἰτίαν φράζειν αὐτῷ δυναμένων, ὁρῶν ἐκεῖνος τὴν τοῦ πάθους ὑπερβολὴν καὶ ἅμα τὰς ὄψεις ἀκριβέστερον ἐπιβαλὼν τῷ Χαρίτωνι καὶ τινας ὑποφαινομένας ἰδὼν ὁμοιότητας· ἦν γὰρ δὴ κἀκεῖνος τήν τε ὄψιν μάλα καλὸς, καὶ τὴν κόμην ξανθός· καί, συνελόντα, φάναι, ἀκριβῆ σώζοντα τὸν χαρακτῆρα κατανοήσας καὶ ὡς οὐκ ἂν εἴη τὸ λοιπὸ ἐνδοιάσιμα πρὸς ἑαυτὸν εἰρηκώς· Ἔδει φησίν, ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ πάντως χάριν ὁμολογεῖν, ὅ τι ποτὲ ἂν ᾖ τὸ συμβάν, τῷ τοῖς ἀῤῥήτοις αὐτοῦ καὶ ἀκατανοήτοις κρίμασιν οὕτω πάντα οἰκονομοῦντι καλῶς· ἀλλὰ μὴ οὕτως ἀκρίτως πενθεῖν ὡς ἂν ἀπολωλότος ὑμῖν ἤδη τοῦ παιδός. Εἰ γὰρ καὶ ὑμῖν ἀποκέκρυπται πάντως, ἀλλὰ γε τῷ Θεῷ δῆλός ἐστι. Τούτων ὁ Χαρίτων ἀκούσας καὶ ἄλλως παραμυθίας ἕνεκα τὸν λόγον εἰρῆσθαι νομίζων. Τοῦτο μὲν οὖν, ἔφη, πανάληθες· εἰ γὰρ κατὰ Γραφὴν ᾄδης καὶ ἀπώλεια φανερὰ παρὰ Κυρίῳ, πῶς οὐχὶ καὶ αἱ καρδίαι τῶν ἀνθρώπων; εἰ τοίνυν καὶ πεφόνευται τὸ τέκνον ἡμῶν, ἀλλ᾽ οὖν ἡ τούτου ψυχὴ ἐν χερσὶ πάντως ἐστί τοῦ Θεοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν ὁ Χαρίτων. ΙΕ΄. Ἡ δὲ τοῦ Γρηγορίου μήτηρ, τῷ τοῦ Μάρκου στόματι τὸν ὀφθαλμὸν ἀπερείσασα, ἀτενὲς ἑώρα, καὶ τὸν λόγον προσδεχομένη τὴν καρδίαν ἐπάλλετο καὶ μετέωρος ἦν. Εἶτα πάλιν ὁ μοναχὸς, εἰπὼν, ὡςτοῦ γένους διαδοχήν, καὶ τὴν εὐχὴν εἰς ἔργον ἐκ- Astelisse, ex eo tempore ab uxore abstinuit. Porro
βᾶσαν, τὸ ἐπὶ τούτοις τῆς γυναικὸς μὲν ἀπέσχετο,
τὸν παῖδι δὲ ἤδη γεγονότα ἔτη ὀκτὼ λαβόντες
ἄγουσι παρ' ἐμοί. Καγω πρῶτα μὲν παραδίδομι
τοῦτον διδασκάλῳ γραμματιστῇ· ἔπειτα κείρας αὐτὸν καὶ τῷ ὑπ᾿ ἐμὲ κλήρῳ ἐγκαταλέξας τῷ ἀρχιδιακόνῳ μου παρατίθημι, ἄκρως αὐτὸν τὰ τῆς Γραφῆς ἐκπονῆσαι διὰ ταχέων έγκελευσάμενος· ὃς
οὕτω φύσει τε καὶ σπουδῇ διὰ πάντων ἐξέλαμψεν ἐν
βραχεῖ, ὡς μηδένα παράμιλλον αὐτῷ καθ᾿ ὅλη τὴν
Σικελῶν εὑρίσκεσθαι. Οὗτος οὖν ὁ παῖς εἴτε δαίμονος βασκανία, ἢ οὐκ οἷς ὁποίᾳ τύχῃ χρησάμενος,
αἰφνίδιον ἀφανὴς γίνεται, μηδενὸς αὐτῷ τὸ συμβάν
συνειδότος, μή τε μὴν ἄχρι καὶ τήμερον εἰς γνῶσιν
ἀφικομένου· πολλὰ δὲ καὶ τὴν νῆσον πᾶσαν περι
ελθόντες οὐδέν τι πλέον εὑρεῖν ἢ μαθεῖν ὅλως ισχύσαμεν. Ἔχομεν οὖν καὶ ἡμεῖς τὴν περὶ αὐτοῦ λύπην
ἀπαρηγόρητον μηδὲν ἡμῖν δηλῶσαι μέχρι καὶ νῦν
τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ εὐδοκήσαντος. Ἐπεὶ δὲ μᾶλλον
τῶν ἄλλων αἱ τῶν αὐτοῦ πατέρων ψυχαὶ τοῦ πάθους
ᾔσθοντο, πάρεισι νῦν πενθοῦντες καὶ τὴν ἐκείνου
μνήμην ἐπιτελέσοντες, κατὰ ταύτην δήπου την
ἡμέραν καθ᾽ ἦν καὶ τὸ πατέρες καλεῖσθαι ἀπώλεσαν,
ἀφανοῦς αὐτοῦ γενομένου.
и
filium octo jam annos natum accipientes, ad me
adducunt, quem ego magistro primum grammaticis instituendum trado: deinde ipsum tandens
ac in Ecclesiae collegium, cui presum, asciscens,
in archidiaconi mei fidem committo, mandans
ut quam celeriter fieri posset, in divinam legem
accurate incumberet. Qui ita tum natura adjutus, tum studio, brevi in omnibus erasit conspicuus, ut nemo per universam Siciliam illi
comparandus inveniretur. Itaque puer vel dæmonis invidia, vel nescio qua sortis malignitate
usus, oculis nostris repente tollitur, nec postea
tanta ejus calamitas cuivis innotuit, neque sane
quidquam de illo in hunc usque diem nobis est
proditum; ulcumque universam Siciliam diu multumque obierimus, nihilo plus invenire aut discere quivimus. Quocirca nos itidem inconsolabili prope illius causa dolore cruciamur, nihil
nobis hactenus (quæ Dei Opt. Max. voluntas fuit)
exploratum esse. Sed cum cateris multo vehementius parentum ejus animi dolore confictentur,
nunc lugentes adsunt, ejus memoriam hodierno
die celebraturi, in quo patres, amisso filio, appellari desierunt.
ΙΖ΄. Ταῦτα ὁ Μάρκος ἀκούσας ἐννεὸς ἐγεγόνει
ἐπὶ πολὺ, καὶ μετὰ ταῦτα δακρύων ὑποπλησθεὶς,
τοὺς τοῦ παιδὸς γονεῖς παράγειν εἰς τὸ μέσον ἠξίου·
τῶν δὲ εἰσεληλυθότων τίς ἡ πολλὴ αὕτη τῶν θρήνων
σύγχυσις, ἤρετο, καὶ ὅτου ἕνεκα δεινῶς οὕτω κάπτοιντο. Τῶν δὲ ὑπὸ τῆς ἄγαν συνεχούσης αὐτοὺς
ἀθυμίας καὶ τὴν φωνὴν ὥσπερ ἐγκοπτομένων, καὶ “
μηδὲ τὴν αἰτίαν φράζειν αὐτῷ δυναμένων, ὁρῶν
ἐκεῖνος τὴν τοῦ πάθους ὑπερβολὴν καὶ ἅμα τὰς
ὄψεις ἀκριβέστερον ἐπιβάλὼν τῷ Χαρίτωνι και τινας
υποφαινομένας ἰδὼν ὁμοιότητας· ἦν γὰρ δὴ κἀκεῖ
νος τήν τε ὄψιν μάλα καλὸς, καὶ τὴν κώμην ξανθός·
και, συνελόντα, φάναι, ἀκριβῆ σώζοντα τὸν χαρακτήρα κατανοήσας καὶ ὡς οὐκ ἂν εἴη τὸ λοιπὸ ἐνδοιάσιμα πρὸς ἑαυτὸν εἰρηκώς· “Εδει φησίν, ὑμᾶς,
ἀδελφοί, τῷ Θεῷ πάντως χάριν ὁμολογεῖν, ὅ τι ποτὲ
ἂν ᾖ τὸ συμβάν, τῷ τοῖς ἀῤῥήτοις αὐτοῦ καὶ ἀκατανοήτοις κρίμασιν οὕτω πάντα οἰκονομοῦντι καλῶς·
ἀλλὰ μὴ οὕτως ἀκρίτως πενθεῖς ὡς ἂν ἀπολωλότος
ὑμῖν ἤδη τοῦ παιδός. Εἰ γὰρ καὶ ὑμῖν ἀποκέκρυπται πάντως, ἀλλὰ γε τῷ Θεῷ δῆλός ἐστι. Τούτων
ὁ Χαρίτων ἀκουσας καὶ ἄλλως παραμυθίας ἕνεκα
τὸν λόγον εἰρῆσθαι νομίζων. Τοῦτο μὲν οὖν, ἔφη,
πανάληθες· εἰ γὰρ κατὰ Γραφὴν ᾄδης καὶ ἀπώλεια
φανερὰ παρὰ Κυρίῳ, πῶς οὐχὶ καὶ αἱ καρδίαι τῶν
ἀνθρώπων; εἰ τοίνυν καὶ πεφόνευται τὸ τέκνον
ἡμῶν, ἀλλ' ουν ἡ τούτου ψυχὴ ἐν χερσὶ πάντως εστί
τοῦ Θεοῦ. Ταὶ ταῦτα μὲν ὁ Χαρίτων.
ΙΕ΄. Η δὲ τοῦ Γρηγορίου μήτηρ, τῷ τοῦ Μάρκου
στόματι τὸν δφθαλμὸν ἀπερείσασα, ἀτενὲς ἑώρα,
καὶ τὸν λόγον προσδομένη την καρδίαν ἐπάλλετο
καὶ μετέωρος ἦν. Εἶτα πάλιν ὁ μοναχὸς, εἰπὼν, ὡς
XVII. His auditis, ille diu elinguis ac post
lacrymis plenus, in medium illos prodire petiit,
et quænam hæc esset, cur tam graviter cæderentur, interrogavit. Cumque ii, præ tristitia quam
plurimum illos opprimente, intercisam ac impe
ditam vocem haberent, neque causam ipsi fari
possent, cernens ille affectus vehementiam, simulque aspectus (oculis in Charitonem conjectis)
accuratius perpendens, quasdam non obscuras
similitudines ac veluti characteres agnovit: siquidem ipse quoque valde decorus erat aspectu,
el coma flavus, ac (ut paucis expediam) certa
servantem signa perspiciens, nihilque reliquum
esse, quod non optime quadraret, secum ipse
colligens: præstat, inquit, vos, fratres, omnino
Deo gratias agere, quandoquidem quidquid unquam accidit, ad abdita illius et incognita judicia ipso probe omnia gubernante) est refe
rendum: non aulem sic inconsulto lugere, non
secus sane, ac si filius vester vobis jampridem
pessum abiisset; licet enim is vos lateat, nihilo
tamen minus Deo est manifestus. Hæc cum Chariton audisset, ac ejusmodi verba sui consolandi gratia fieri incassum arbitraretur: Hoc,
Pater (ait), verum esse omnino fateor: si enim
ex divinis Scriptis inferi et interitus Deum non
latent, quomodo non etiam hominum corda illi
erunt manifesta? Proinde si et filius noster interiit, ejus animam saltem Dei manibus contineri
credendum est. Atque hactenus quidem Chariton.
XVIII. Porro Gregorii mater ad os Marci oculos
adjiciens, fixius intuebatur: ac ejusmodi sermonem audiens, animo suspensa, corde nutabat.
Deinde cum monachus dixisset recte cum illorum
col. 211–212page 102 of 146
PG 116:211Ἐν ἀγαθοῖς ἄρα ἐστὶν ὁ υἱὸς ὑμῶν, καὶ τὸν θρῆνον αὐτοῖς ἐπισχεῖν κελεύσας, τὸν ἀρχιδιάκονον Δονάτον αὐτίκα μετακαλεῖται. Τῷ δὲ παραστάντι τὴν σιωπὴν πρότερον πικρῶς ὀνειδίζει. Καὶ τίνος ἕνεκεν, φησίν, ὦ ἄνθρωπε, τὸν πονηρὸν ἐμιμήσω δοῦλον ἐκεῖνον ὥσπερ τάλαντον τὸ τοῦ Θεοῦ μεγαλεῖον καταχωννύς, ἀλλὰ μὴ φανερὸν αὐτὸ καθιστῶν, ἵν' οὕτω μᾶλλον ἡδονῆς, ἀλλ' οὐκ ἀθυμίας, τοῖς τε τοῦ παιδὸς πατράσι καὶ τῷ κοινῷ ἡμῶν Πατρὶ τῷδε καὶ ἀρχιερεῖ κατέστης παραίτιος. Νῦν οὖν ὀφλήσει; τὸ ἐπιτίμιον, τοσαύτης μὲν τούτοις ὀδύνης πρόξενος γεγονώς, καὶ τὴν τοῦ Θεοῦ δὲ χάριν τή γε σὸν μέρος συγκρύψας. Ταῦτα λεγόμενα τὸν ἀρχιδιάκονον ὠχριᾷν ἐποίει, καὶ ἠλλοιοῦτο τὴν ὄψιν, καὶ τρόμῳ τὰ μέλη συνείχετο· ἐπὶ πρόσωπον δὲ πεσὼν ἀνέκλαυσέ τε πικρῶς καὶ μέγα ἀνώμωξε, ταῦτα δὴ τὰ τοῦ Δαυΐδ ἑαυτοῦ καταψηφιζόμενος. Ἡμάρτηκε τῷ Κυρίῳ μου καὶ πᾶσιν ὑμῖν. Δόντες οὖν αὐτῷ συγγνώμην, καὶ τῷ ἐδάφει κείμενον ἀναστήσαντες λέγειν ἀκριβῶς τὰ περὶ Γρηγορίου, μηδ' ὁτιοῦν παραλείποντα ἐκέλευον. Ὁ δὲ ἀρξάμενος πάντα κατὰ μέρος ἐπῄει, ὅπως τε, κοιμωμένου αὐτοῦ φωνή τις ἀοράτως τὸν παῖδα ἐκάλει, καὶ ὅπως ἐκεῖνος αὐτῷ παρασταίη, ποσάκις τε πρὸς αὐτὸν ἡ φωνὴ γένοιτο, καὶ τέλος οἷα παρ' αὐτοῦ διδαχθείη, θεόθεν εἶναι συμβαλομένου τὴν κλήσιν, καὶ οἷα τὴν ἐσχάτην φάναι φωνήν, λεπτῆς πως καὶ αὐτοῦ τούτου περιηχούσης τὰ ὦτα, ὅτι τε Πορεύθητι παρὰ τὸν αἰγιαλὸν, καὶ ὡς Ἐκεῖ εὑρήσεις, ὑφ' ὧν ἄρα τὸ τάχος περαιωθήσει. Ταῦτα εἰπὼν, εἰς παραιτήσεις ἐτελεύτα καὶ δάκρυα, ταύτην αἰτίαν τῆς σιωπῆς εἶναι φάμενος τοῦ μή ποτε, φησί, καὶ ἀπιστεῖσθαι δόξω, μᾶλλον δὲ καὶ ὕποπτος ἔσομαι, οὐκ ἀγαθόν τι περὶ τὸν παῖδα διαπραξάμενος. Καὶ οὕτω μὲν ὁ ἀρχιδιάκονος. Ὁ δὲ Μάρκος, τὰ παρ' ἐκείνου τοῖς παρ' αὐτοῦ βεβαιῶν, καὶ αὐτὸς προστίθησιν ὅπως αὐτῷ πάντα σαφῶς ἐδηλώθη τὰ κατὰ τὸν Γρηγόριον, καὶ ἤρξατο λέγειν ὡδί· Ἐν τῇ πατρίδι Ῥώμη διατρίβοντων ἡμῶν, καὶ τῷ τῶν κορυφαίων ἀποστόλων ναῷ τὰς εὐχὰς ποιουμένων, ἄνδρες ἡμῖν δύο κατεφίστανται φοβεροί, Ἀνάστα, Μάρκε ταχέως, λέγοντες, μετὰ τῶν σὺν σοὶ δύο μοναχῶν, καὶ ὡς εἰς Καρχηδόνα τὸν ἀπόπλουν ποιεῖσθε, εἶτα ἐν Καρθαγένῃ γενόμενοι, Γρηγόριόν τινα Σικελιώτην ἐπιζητήσετε, τῆς Ἀκραγαντίνων μὲν ἐκκλησίας ὁρμώμενον, ἐν οἴκῳ δέ τινος ναυκλήρου καλουμένου Οὐάρου τὴν διαγωγὴν ἔχοντα καὶ τῷ Θεῷ προσανέχοντα. Τοῦτον ὑμεῖς συμπαραλαβόντες ἄχρις Ἱεροσολύμων ἕπεσθε διασώζοντες· ἐκεῖσε δὲ γενόμενοι τῷ Πατριάρχῃ τοῦτον συστήσατε· κἀκείνῳ γὰρ περὶ τοῦδε, ἃ προσῆκον ἐνετειλάμεθα. Ταῦτα οἱ μὲν εἰπόντες, ἐξ ὀφθαλμῶν μοι κατέστησαν· ἐγὼ δὲ τοῦ ὕπνου ἡμᾶς ὑπανέντος, αὐτίκα παρὰ τὸν ποταμὸν ἀπεῖμι τοῖν δυοῖν τούτοιν μοναχοῖν παραγίνομαι, καὶ τοῦ Θεοῦ ταῦτα οὕτω τιθέντος πλοῖον καταλαμβάνομεν τὸ ἱστίον αἷρον ἤδη καὶ εὐθὺς Καρχηδόνος τὸν ἀπόπλουν ποιούμενον· οὗ δὴ ἐπιβάντες, εἰς Καρθαγένηνfilio agi,illisque fetum reprimere præcepisset, Dona- Λ Ἐν ἀγαθοῖς ἄρα ἐστὶν ὁ υἱὸς ὑμῶν, καὶ τὸν θρῆνον
tum archidiaconum confestim accersit, et assistenti αὐτοῖς ἐπισχεῖν κελεύσας, τὸν ἀρχιδιάκονον Δονάτον
silentium ut vitium acriter objicit: Quid causa
(inquit) est, o homo, cur nequam illum servum
imitatus, talentum Dei magnum in terram abdideris 7, non illud potius palam feceris, ut sic voluptatis, non maestitia, tun parentibus pueri, tum
communi huic Patri et archiprasuli auctor Geres?
Nunc ergo cujus criminis reus es, et qua pena
plectendus? quippe qui tam ingentis illis mæroris
anctor factus, Dei gratiam, quantum in te fuit,
occultaveris? His verbis archidiaconus pallore infectus est, ac artus ejus omnes tremor invadlens,
illius faciem mutavit: seseque in terram abjiciens,
amare fere ac ingemiscere coepit,ac Davidis verba
contra se pronuntians:. Peccavi in Dominum g
meum, et in vos omnes 8,» aiebat. Data igitur illi
venia, humi jacentem erexerunt, ac omnia Gregorii acta accurate illum dicere,mihi omnino prætermittentem, imperarunt. Sed ille exorsus, rem
sigillatim omnem edisserit, et quemadmodum cum
se somnio dedisset, quædam vox per quietem puerum inclamaverit, et ut ille assurgens sibi præsto
fuerit, quotiesque illi voxinsonuerit, et demum quæ
abs se, qualiave didicerit nempe qui vocarat, e
coelo advenisse, ac quemadmodum postrema vox
apparuerit, ejus ipsius aures percellens littus sibi
protinus petendum: futurum enim ut illic inveniret quibuscum mare celeriter trajiceret. His in
excusationem dictis,finem lacrymis fecit, hanc silentii causam fuisse afferens, veritumn se, ne quando
fide indignus inveniretur, neve insimularetur in
adolescentem mali aliquid fuisse molitum. Atque
archidiaconus in hunc est modum locutus.
αὐτίκα μετακαλεῖται. Τῷ δὲ παραστάντι τὴν σιωπὴν
πρότερον πικρῶς ὀνειδίζει. Καὶ τίνος ἕνεκεν, φησίν, ὦ
ἄνθρωπε, τὸν πονηρὸν ἐμιμήσω δοῦλον ἐκεῖνον ὥσπερ
τάλαντον τὸ τοῦ Θεοῦ μεγαλεῖον καταχωννύς, ἀλλὰ μὴ
φανερὸν αὐτὸ καθιστῶν, ἵν' οὕτω μᾶλλον ἡδονῆς, ἀλλ'
οὐκ ἀθυμίας, τοῖς τε τοῦ παιδὸς πατράσι καὶ τῷ κοινῷ
ἡμῶν Πατρὶ τῷδε καὶ ἀρχιερεῖ κατέστης παραίτιος.
Νῦν οὖν ὀφλήσει; τὸ ἐπιτίμιον, τοσαύτης μὲν τούτοις
οδύνης πρόξενος γεγονώς, καὶ τὴν τοῦ Θεοῦ δὲ χάριν τή γε σὸν μέρος συγκρύψας. Ταῦτα λεγόμενα
τὸν ἀρχιδιάκονον ὠχριᾷν ἐποίει, καὶ ἠλλοιοῦτο τὴν
ὄψιν, καὶ τρόμῳ τὰ μέλη συνείχετο· ἐπὶ πρόσωπον
δὲ πεσὼν ἀνέκλαυσέ τε πικρῶς καὶ μέγα ἀνώμωξε,
ταῦτα δὴ τὰ τοῦ Δαυΐδ ἑαυτοῦ καταψηφιζόμενος. ο Η.
μάρτηκε τῷ Κυρίῳ μου καὶ πᾶσιν ὑμῖν, Δόντες
οὖν αὐτῷ συγγνώμην, καὶ τῷ ἐδάφει κείμενον ἀντο
στήσαντες λέγειν ἀκριβῶς τὰ περὶ Γρηγορίου,
μηδ' ὁτιοῦν παραλείποντα ἐκέλειον. Ὁ δὲ ἀρξάμε
νος πάντα κατὰ μέρος ἐπῄει, ὅπως τε, κοιμωμένου
αὐτοῦ φωνή τις ἀοράτως τὸν παῖδα ἐκάλει, καὶ
ὅπως ἐκεῖνος αὐτῷ παρασταίη, ποσάκις τε πρὸς
αὐτὸν ἡ φωνὴ γένοιτο, καὶ τέλος οἷα παρ' αὐτοῦ
διδαχθείη, θεόθεν είναι συμβαλομένου τὴν κλήσιν,
καὶ οἷα τὴν ἐσχάτην φάναι φωνήν, λεπτῆς πως
καὶ αὐτοῦ τούτου περιηχούσης τὰ ὦτα, ὅτι τε Που
ρεύθητι παρὰ τὸν αἰγιαλὸν, καὶ ὡς Ἐκεῖ εὐρήσεις,
ὑφ᾽ ὧν ἄρα τὸ τάχος περαιωθήσει. Ταῦτα εἰπὼν,
εἰς παραιτήσεις ἐτελεύτα καὶ δάκρυα, ταύτην αιτίαν
τῆς σιωπῆς εἶναι φάμενος του μή ποτε, φησί, καὶ
άπιστεῖσθαι δόξω, μᾶλλον δὲ καὶ ὕποπτος ἔσομα,
οὐκ ἀγαθόν τι περὶ τὸν παῖδα διαπραξάμενος. Καὶ
οὕτω μὲν ὁ ἀρχιδιάκονος.
XIX. At Marcus quæ ab illo de puero dicta fue- 10'. Ὁ δὲ Μάρκος, τὰ πάρ᾽ ἐκείνου τοῖς παρ'
rant, affirmans, ipse quoque adjecit, Gregorii vi- αὐτοῦ βεβαιῶν, καὶ αὐτὸς προστίθησιν ὅπως αὐτῷ
tam sibi esse perspectam ac exploratam, isque ita πάντα σαφῶς ἐδηλώθη τὰ κατὰ τὸν Γρηγόριον, καὶ
loqui capit: Cum essemus Romæ, inque templo ἤρξατο λέγειν ὡδί· Ἐν τῇ πατρίδι Ῥώμη διστ
summorum Apostolorum oraremus, duo nobis for- βόντων ἡμῶν, καὶ τῷ τῶν κορυφαίων ἀποστόλων
midabiles viri astiterunt, qui mihi, Surge, in- ναῷ τὰς εὐχὰς ποιουμένων, ἄνδρες ἡμῖν δύο κατές
quiunt, Marce, repente cum duobus, qui tecum ἐφίστανται φοβεροί, ᾿Ανάστα, Μάρκε ταχέως, λέγον
sunt monachis, et Carthaginem navigatione con- τες, μετὰ τῶν σὺν σοὶ δύο μοναχῶν, καὶ ὡς εἰς Καρχη
tendite, ibique Gregorium quemdam Siculum ab δόνα τὸν ἀπόπλουν ποιεῖσθε, εἶτα ἐν Καρθαγένη γε
Agrigenti Ecclesia illuc advectum inquirite, is νόμενοι, Γρηγόριόν τινα Σικελιώτην ἐπιζητήσετε,
enim naucleri cujusdam, qui Varus dicitur, con- τῆς ᾿Ακραγαντίνων μὲν ἐκκλησίας ὁρμώμενον, ἐν
victu familiari utitur, eique totus hæret. Hunc οἴκῳ δέ τινος ναυκλήρου καλουμένου Ουάρου την
vobiscum assumentes, Hierosolyma usque perdu- Ο διαγωγὴν ἔχοντα καὶ τῷ Θεῷ προσανέχοντα. Τούτον
calis: quo appulsi patriarchæ, cui, quæ illo facere ὑμεῖς συμπαραλαβόντες ἄχρις Ἱεροσολύμων ἔπ
oporteat, injunximus, illum sistite. His diclis, ab σθε διασώζοντες· ἐκεῖσε δὲ γενόμενοι τῷ Σ
aspectu atque oculis mihi sublati sunt. Proinde τριάρχῃ τοῦτον συστήσατε· κἀκείνῳ γὰρ περὶ τοῦδί,
ego cum a somno solutus essem, ad flumen cum ή προσῆκον ἐνετειλάμεθα, Ταῦτα οἱ μὲν εἰπόντες,
his duobus monachis maturo proficisci, ubi navem ἐξ ὀφθαλμῶν μοι κατέστησαν· ἐγὼ δὲ τοῦ ὕπνο
velis passis (Deo sic annuente) velificari Cartha- ἡμᾶς ὑπανέντος, αὐτίκα παρὰ τὸν ποταμὸν ἀπε ε
ginem, comperi: quam conscendentes, Charthagi- τοῖν δυοῖν τούτοιν μοναχοῖν παραγίνομαι, καὶ τοῦ
nem trajicimus, eamque obeuntes, adolescentem Θεοῦ ταῦτα οὕτω τιθέντος πλοῖον καταλαμβάνομεν ε
ad ædem divi martyris Juliani, lectioni vacantem, τὸ ἱστίον αἷρον ἤδη καὶ εὐθὺς Καρχηδόνος τὸν ἀπόoffendimus: quem complexi et allocuti, quæ se πλουν ποιούμενον οὗ δὴ ἐπιβάντες, εἰς Καρθαγένην
7 Matth. xxv, 25 seqq. 8 II Reg. XI, 13.
col. 213–214page 103 of 146
PG 116:213περαιούμεθα· καὶ ταύτην περιελθόντες, τὸν παῖδα πρὸς τὸ τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ἰουλιανοῦ ναῷ τῇ ἀναγνώσει προσείμενον εὗρομεν, καὶ προσειπόντες καὶ ἀσπασάμενοι, διδάξαντες τε τὰ φανέντα ἡμῖν πάντα καὶ παρ' ἐκείνου πάλιν τὰ ἐκείνου μεμαθηκότες, χαίροντες χαίροντα παραλαβόντες, μέχρι τῶν ἱερῶν ἀπηνέγκαμεν τόπων, λόγου τε δεξιότητι καὶ βίου λαμπρότητι καθ' οὓς ἂν γένοιτο, πάντας πρὸς ἑαυτὸν ἐπισπώμενον. Ταῦτα τοῦ Μάρκου διεξελθόντος γίνεταί τι λόγου καὶ μνήμης ἄξιον. Τὸ μὲν γὰρ πλῆθος ἅπαν οἷά τινι βακχείᾳ τῇ διηγήσει κεκινημένοι, λίαν τε σκιρτῶσιν ἡδὺ καὶ μέγα κροτοῦσι καὶ τὴν φωνὴν αἴρουσι, βοῆς τε τὸν ἀέρα πληροῦντες καὶ τῷ παραδόξῳ τοῦ πράγματος εὐχαριστοῦντες ἅμα, καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ δοξάζοντες ὄνομα. Καὶ οὗτοι μὲν τὸ πλῆθος κοινὴν εὐφροσύνην τὸ πρᾶγμα ποιούμενοι· οἱ δὲ γε τοῦ Γρηγορίου πατέρες μικροῦ καὶ εἰς ἔκστασιν τῇ ὑπερβολῇ τῆς ἡδονῆς ἧκον, καὶ ἡμιθνῆτες εἰς γῆν κατέπιπτον. Ἐκστατικὸν γὰρ ὥσπερ ἀμετρία λύπης, οὕτως οὐδὲν ἧττον καὶ ἡδονή, καὶ κίνδυνος πολλάκις ἐξ ἀμφοτέρων ἐπῆλθεν. Γ΄. Εἶτα πρὸς τοῦ Μάρκου διαναστάντες καὶ μόλις ἑαυτῶν γενόμενοι, διηπίστουν, καὶ τοῦτο δὲ ἀπὸ τῆς χαρᾶς ἴσως κατὰ τὸ ἱερὸν λόγιον τό, Ἔτι διαπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς, ὅθεν καὶ πίστιν ᾔτουν τῶν λεγομένων, ὥσπερεὶ δεδιότες μὴ καὶ ὄναρ ᾖ τὰ λεγόμενα· καὶ, Ὄντως ὁ παῖς, φασί, ζῇ ὁ ἡμέτερος, ὁ μονογενής, ὁ φίλτατος; Ὁ δὲ, καὶ ζῆν καὶ καλῶς ἐν Θεῷ ζῆν ἔφασκεν. Ἵνα δὲ μηδὲν ἀμφίβολον αὐτοῖς ᾖ καὶ τὴν μορφὴν ὑπέγραφεν, ὅτι νεανίας ἐστὶ σφόδρα καλός, καὶ τῷ πατρὶ πάνυ παρεοικώς, πυρρὸς τὸ χρώμα, τοὺς ὀφθαλμοὺς χαροπός, τὴν φωνὴν λίαν ἠδυμελής, καὶ τὴν ἀκοὴν ὀξύς. Εἶτα καὶ τὰ τοῦ ἤθους καθόσον ἐνῆν διεξῄει, ὡς ἀεὶ μὲν σύννους ἐστὶ καὶ συνεσταλμένος καὶ κάτω νεύων, τοὺς δὲ τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοὺς ἄνω τείνων καὶ πάντοθεν συγκεκροτημένος, περὶ τὰς θείας δὲ Γραφὰς ἐσπουδακὼς ἀεὶ καὶ ταχὺς μὲν τὰ χρηστὰ καὶ εἰπεῖν καὶ ἀκοῦσαι, βραδὺς δὲ προέσθαι ῥῆμα· φαῦλον δέ τι εἰπεῖν ἢ ἀκοῦσαι τὸ παρ᾽ ἅπαν οὐκ ἀνεκτός, γέλωτος εἴπερ τις κρατῶν, πρὸς δὲ καὶ πόνοις συντόνοις ἀσκήσει προσκείμενος τραχυτάτῃ. Ταῦτα καὶ τὰ τούτων ἔτι πλείω τοῦ μοναχοῦ περὶ τοῦ Γρηγορίου διεξιόντος, ἡδονῆς ὁ σύλλογος ἐπληροῦτο, καὶ τοῖς γονεῦσιν ὁ τοῦ παιδὸς ἔπαινος ἀντὶ τοῦ παιδὸς εἰς παραμυθίαν καθίστατο. Ἐδόκουν γὰρ αὐτὸν ἐκεῖνον ὁρᾶν, οὕτω σαφῆ τῆς ἐκείνου ψυχῆς ἀκούοντες ἴχνη τε καὶ γνωρίσματα. Καὶ τὰ μὲν κατ᾽ αὐτοὺς ὧδέ πη εἶχεν· οἱ δὲ μοναχοὶ ἡμέρας ἐκεῖ διαγαγόντες τρεῖς, τὴν ἑαυτῶν πορεύεσθαι διεγνώκεισαν, καὶ εἰς πλοῖον ἐμβάντες, ἐπιφόρου τυχόντες πνεύματος, διὰ ταχέων, ἐν Πανόρμῳ τε προσορμίζονται, κἀκεῖθεν τὴν πατρίδα Ρώμην καὶ τὸ ἑαυτῶν καταλαμβάνουσι φροντιστήριον. Καὶ τούτοις μὲν τοιοῦτον τὸ τῆς ἀποδημίας πέρας. ΚΑ΄. Ὁ δὲ γε Γρηγόριος, ὑπομείνας ἐν Ἱεροσολύμοις, ὡς προλαβὼν ὁ λόγος ἐδήλωσε, καὶ τὸν ἑαυτοῦ δρόμον τρέχων, μᾶλλον δὲ ἀεὶ νικῶν ἑαυτὸν καὶπεραιούμεθα· καὶ ταύτην περιελθόντες, τὸν παῖδα
πρὸς τὸ τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ιουλιανοῦ ναῷ τῇ
ἀναγνώσει προσείμενων εὗρομεν, καὶ προσειπόντες καὶ ἀσπασάμενοι, διδάξαντες τε τὰ φανέντα
ἡμῖν παντα καὶ παρ' ἐκείνου πάλιν τὰ ἐκείνου με
μαθηκότες, χαίροντες χαίροντα παραλαβόντες, μέχρι τῶν ἱερῶν ἀπηνέγασμεν τόπων, λόγου τε δεξιότητι καὶ βίου λαμπρότητι καθ' οὓς ἂν γένοιτο,
πάντας πρὸς ἑαυτὸν ἐπισπώμενον. Ταῦτα τοῦ Μάρκαι διεξελθόντος γίνεταί τι λόγου καὶ μνήμης ἄξιον.
Τὸ μὲν γὰρ πλῆθος ἅπαν οἷά τινι βακχείᾳ τῇ διηγήσει κεκινημένοι, λίαν τε σκιρτῶσιν ἡδὺ καὶ
μέγα κροτοῦσι καὶ τὴν φωνὴν αἴρουσι, βοῆς τε τὸν
αέρα πληροῦντες καὶ τῷ παραδόξῳ τοῦ πράγματος
εὐχαριστοῦντες ἅμα, καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ δοξάζοντες
ὄνομα. Καὶ οὗτο μὲν τὸ πλῆθος κοινὴν εὐφροσύνην
τὸ πρᾶγμα ποιούμενοι· οἱ δὲ γε τοῦ Γρηγορίου πατέρες μικροῦ καὶ εἰς ἔκστασιν τῇ ὑπερβολῇ τῆς
ἡδονῆς ἧκον, καὶ ἡμιθνήτες εἰς γῆν κατέπιπτον.
Εκστατικἐν γὰρ ὥσπερ ἀμετρία λύπης, οὕτως οὐδὲν ἧττον καὶ ἡδονὴ, καὶ κίνδυνος πολλάκις ἐξ ἀμφος
τέρων ἐπῆλθεν.
nostro oculorum sensui obtulerant, edicimus, et
quæ ad illum contra pertinerent, omnia cognoscimus. Tum lati, lætum ipsum accipientes,ad sacra
loca deduximus, tam verborum dexteritate, quam
splendore morum, omnes ad se trahentem. Cum
hæc Marcus percurrisset,res quædam contigit cognitione atque memoria digna. Siquidem universa
multitudo, hoc sermone tanquam insania quadam
percita, exsilire valde ac jucunde admodum plaudere capit; sublata item voce aerem clamore implentes, Deo ob rem tam admirandam gratias agebant, ejusque nomen miris laudibus cumulabant.
Atque hinc quidem multitudo magna communiter
perfusa latitia, tum præsertim parentes Gregorii,
præ voluptatis ubertate a constantia mentis descivere,in terramque semimortui ceciderunt. Ut enim
immoderatus dolor plerumque in stuporem agil,
sic nihilominus voluptatis magnitudo homines a
mente discedere compellit, ut utrinque grave periculum impendere constet.
Γ'. Εἶτα πρὸς τοῦ Μάρκου διαναστάντες καὶ μόλις
XX. Mox coram Marco assurgentes, vixque sui
ἑαυτῶν γενόμενοι, διηπίστουν, καὶ τοῦτο δὲ ἀπὸ τῆς compotes facti, dictis fidem, idque fortasse prae
χαρᾶς ἴσως κατὰ τὸ ἱερὸν λόγιον τό, Ἔτι διαπιστούν gaudio (juxta divina scripta): Adhuc autem illis
των αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς, ὅθεν καὶ πίστιν ᾔτουν τῶν non credentibus prægaudio, non habebant. Proinde
λεγομένων, ώσπερεὶ δεδιότες μὴ καὶ ὄναρ ἢ τὰ λεγό- dictorum fidem, perinde atque isthæc verba somμενα· καὶ, Οντως ὁ παῖς, φασί, ζῇ ὁ ἡμέτερος, ὁ nium essent, fieri sibi postulabant. Numquidnam
μονογενῆς, ὁ φίλτατος; Ὁ δὲ, καὶ ζῆν καὶ καλῶς ἐν filius noster unigenitus,dilectissimus vivit? At ille
Θεῷ ζῆν ἔφασκεν. Ἵνα δὲ μηδὲν ἀμφίβολον αὐτοῖς hunc bene beateque in Deo vivere dixit. Ut vero
ἦν καὶ τὴν μορφὴν ὑπέγραφεν, ὅτι νεανίας ἐστὶ nihil illis, de quo ambigerent, relinqueretur, furσφόδρα καλὸς, καὶ τῷ πατρὶ πάνυ παρεοικώς, πυῤῥὸς nam ejus cfinxit, adolescentem illum sane quam
τὸ χρώμα, τοὺς ὀφθαλμοὺς χαροπός, τὴν φωνὴν decorum patrem valde referre suum, colore fulλίαν ἠδυμελής, καὶ τὴν ἀκοὴν ὀξύς. Εἶτα καὶ τὰ vum, pulchrum oculos, prædulci voce, acutis auτοῦ ἤθους καθόσον ἐνῆν διεξῄει, ὡς ἀεὶ μὲν σύννους ribus esse: ac demum mores ejusdem per omnia
ἐστὶ καὶ συνεσταλμένος καὶ κάτω νεύων, τοὺς δὲ τῆς recensebat. Quam ille prudens, quam sciens, buψυχῆς ὀφθαλμοὺς ἄνω τείνων καὶ πάντοθεν συγκε mili loco positus, mentis oculos in coelos tolleret,
κροτημένος, περὶ τὰς θείας δὲ Γραφὰς ἐσπουδακώς ac undique favorabili exceptus plausu, in divina
ἀει καὶ ταχὺς μὲν τὰ χρηστὰ καὶ εἰπεῖν καὶ ἀκοῦ- scripta semper incumberet. Ac velox quidem optiσαι, βραδὺς δὲ προέσθαι ῥῆμα· φαύλον δέ τι εἰπεῖν mis quibusque tum loquendis,tum audiendis, cum
ἤ ἀκοῦσαι τὸ παρ᾽ ἅπαν οὐκ ἀνεκτός, γέλωτος εἴπερ alioqui tardus ad loquendum foret: levitatis vero
τις κρατών, πρὸς δὲ καὶ πόνοις συντόνοις ἀσκήσει quamlibet minimum, nec dicere nec audire nunπροσκείμενος τραχυτάτῃ. Ταῦτα καὶ τὰ τούτων ἔτι quam omnino sustinuit. Risus, quam qui maxime,
πλείω τοῦ μοναχοῦ περὶ τοῦ Γρηγορίου διεξιόντος, continens erat. Assiduis præterea laboribus,asperἡδονῆς ὁ σύλλογος ἐπληροῦτο, καὶ τοῖς γονεῖσιν ὁ rimæque exercitationi hærebat. Cum hæc atque his
τοῦ παιδὸς ἔπαινος ἀντὶ τοῦ παιδὸς εἰς παραμυθίαν longe majora monachus loqueretur,illa hominum
καθίστατο. Εδόκουν γὰρ αὐτὸν ἐκεῖνον ὁρᾷν, οὕτω frequentia latitiis omnibus incessit, puerique laus
σαφῆ τῆς ἐκείνου ψυχῆς ἀκούοντες ἴχνη τε καὶ γνω- parentibus pro filio in consolationem stetit. Illum
ρισματα. Καὶ τὰ μὲν κατ᾿ αὐτοὺς ὧδέ πη εἶχεν. οἱ ipsum enin intueri videbantur, sic ejus indicia
δὲ μοναχοὶ ἡμέρας ἐκεῖ διαγαγόντες τρεῖς, τὴν animi atque vestigia manifesta percipiebant. Ac de
ἑαυτῶν πορεύεσθαι διεγνώκεισαν, καὶ εἰς πλοῖον his quidem hactenus. Porro monachi triduo illic
ἐμβάντες, ἐπιφόρου τυχόντες πνεύματος, διὰ τα
commorati, iter suum persequi instituerunt. Quoχέων, ἐν Πανόρμῳ τε προσορμίζονται, κἀκεῖθεν τὴν circa navim subeuntes, Panormo secundissimo
πατρίδα Ρώμην καὶ τὸ ἑαυτῶν καταλαμβάνουσι vento celeriter applicuerunt. Illine Romam patrium
φροντιστήριον. Καὶ τούτοις μὲν τοιοῦτον τὸ τῆς solum suum suumque ipsorum monasterium petunt.
ἀποδημίας πέρας.
Et is quidem eorum peregrinationem finis excepit.
ΚΑ΄. Ὁ δὲ γε Γρηγόριος, ὑπομείνας ἐν Ιροσολύ
μοις, ὡς προλαβὼν ὁ λόγος ἐδήλωσε, καὶ τὸν ἑαυτοῦ
δρόμον τρέχων, μᾶλλον δὲ ἀεὶ νικῶν ἑαυτὸν καὶ
ΧΧΙ. Gregorius vcro Hierosolymis (ut sermo superius indicavit) exsistens, cursumque suum confciens, quin potius seipsum vincens,secumque
col. 215–216page 104 of 146
PG 116:215πρὸς ἑαυτὸν ἁμιλλώμενος, διάκονος παρὰ τοῦ πατριάρχου Μακαρίου χειροτονεῖται, ὃν δὴ ἀξιώσας δ θεῖος Γρηγόριος, τό τε ὄρος τῶν ἐλαιῶν ἰδεῖν καὶ τοὺς κατὰ τὴν ἔρημον τῆς ἁγίας πόλεως Πατέρας περιελθεῖν, καὶ ἐπιτραπεὶς ἄρχεται τῆς ὁδοῦ τῆς ἐπὶ τὴν ἐνδοτέραν φερούσης ἔρημον. Ἡμέρας δὲ τῇ ὁδοιπορίᾳ τρεῖς διανύσας, σχεδόν που περὶ τὴν ἕκτην ὥραν καταλαμβάνει τινὰ μοναχὸν τὰς συνήθεις εὐχὰς ποιούμενον. Τούτῳ δὴ συγγενὼς καὶ εἰς λόγους ἐλθὼν ἐπεὶ κἀκεῖνος αὐτὸν ἔγνω ἀρετῆς ἄκρως μεταποιούμενον, μεθ᾿ ἑαυτοῦ παραλαμβάνει. Ἐν ἡμέραις δὲ εἴκοσι τὴν αὐτὴν ὀδεύσας τῷ Γρηγορίῳ, δείκνυσι τόπον αὐτῷ τινα ἐν ᾧ σκηνή τε μοναχοῦ ἦν, καὶ δύο φοίνικες ἐπεφύκεσαν. Τοῦτον αὐτῷ τῷ δακτύλῳ δείξας καὶ εἰπών, Ἐνταῦθα, φησί, ὦ παι, μέγας ἐγκέκρυπται θησαυρός, μέγας ἐν ἀσκήσει πατὴρ καὶ σός, εἰ θέλῃς, σωτήρ. Ἀλλὰ πρόσιθι καὶ κόψας τὴν θύραν, ἕξεις αὐτὸν ὑπακούοντα. Ἂν δέ γε ψάλλων τυγχάνῃ, πλήρου σὺν αὐτῷ τὴν ᾠδὴν ἑστὼς ἔξωθεν· καὶ μετὰ τὸ παύσασθαι, σοὶ τὸ ἐντεῦθεν μελέτω ὅπως τῆς θήρας μὴ διαμάρτῃς. Ὁ μέν, τοσαῦτα εἰπὼν καὶ τὸν Γρηγόριον ἀσπασάμενος, ἀνεχώρει. ΚΒ΄. Ὁ δὲ τὰ γόνατα κλίνας, τοὺς δὲ ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας ἄνω πρὸς οὐρανὸν τείνας καὶ προσευξάμενος, τῷ τύπῳ τε τοῦ σταυροῦ σφραγισάμενος, ἐχώρει θαῤῥῶν, καὶ πλησίον τοῦ τόπου γενόμενος, ἤκουσεν ὥσπερ ὄχλου τινὸς ᾄδοντος. Ἐγγίσας δὲ πλησιέστερον, οὐχὶ πλήθους τότε, ἀλλ᾿ ὅσον τριῶν ψαλλόντων ἀκήκοε· Τὸν μὲν οὖν δέος εἶχε, καὶ παρὰ τὴν θύραν σιωπῶν εἱστήκει. Ὁ δέ, ἐπειδὴ τὴν ᾠδὴν ἔνδον τελέσας, παρακύπτει τῆς θύρας, καὶ φωνεῖ λέγων· Γρηγόριε. Ὁ δὲ καὶ μᾶλλον ἐπὶ τῇ τοῦ ὀνόματος κλήσει καταπλαγεὶς καὶ τῷ καλοῦντι πεισθείς, εἰσελθὼν προσπίπτει τοῖς τούτου ποσί, δάκρυσί τε καὶ ἱδρῶσι περιῤῥεόμενος, καὶ εὐχὴν ἐξαιτούμενος. Τυχὼν δὲ τῆς εὐχῆς μένει παρὰ τῷ γέροντι, καὶ παρ᾿ αὐτῷ διὰ τεττάρων ἐτῶν γραμματικήν τε παιδεύεται, καὶ ὅσα τῶν ποιητῶν, ῥητορικήν τε καὶ φιλοσοφίας ὅσον τὸ θεωρητικόν· τὸ γὰρ πρακτικὸν ἤδη καὶ προλαβὸν ἐξήσκητο, πεπαίδευτο δὲ καὶ τὰ τοιαῦτα ὁ γέρων ἱκανῶς, καὶ λόγων Ἑλληνικῶν ἄκρως διδάσκαλος ἦν. Τοσαῦτα παρὰ τούτου Γρηγόριος περὶ τὸν λόγον κερδάνας, οὐκ ὀλίγα δὲ καὶ βίου καὶ τῆς ἀρετῆς ἀπονάμενος, συνταξάμενος αὐτῷ μετὰ ταῦτα, καὶ τοὺς ἐκδεξομένους αὐτὸν πειρασμοὺς παρ᾿ αὐτοῦ διδαχθείς· ἦν γὰρ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ προφητικὸς ὁ θεῖος ἀνήρ· ἐπὶ τοὺς ἱεροὺς τόπους καὶ αὖθις φοιτᾷ, καὶ τούτοις ἐνδιατρίψας ἐνιαυτόν, ἐκεῖθεν εἰς Ἀντιόχειαν ἔπεισι· καὶ παρ᾿ αὐτῇ πάλιν ἐνιαυτὸν ἕνα διαγενόμενος σχολῆς τε λαβόμενος, καὶ τῶν δογματικῶν λόγων πολλοὺς μὲν ἀναγνούς, οὐκ ὀλίγους δὲ καὶ αὐτὸς ἐκθέμενος, καὶ θαῦμα πᾶσιν ἀπολιπών, εἰς τὴν μεγάλην πόλιν καὶ βασιλίδα τὴν Κωνσταντίνου χωρεῖ, τῆς ἄνω πάντως Προνοίας αὐτὸν ἀπαγούσης, εἰς ἣν δὴ ἐκλήθη τάξιν ὥσπερ προβιβαζούσης.certans, diaconus & patriarcha Macario deligitur: 4 πρὸς ἑαυτὸν ἁμιλλώμενος, διάκονος παρὰ τοῦ πα
a quo divus Gregorius commeatum Olivarum montis, Patrumque in illa sancta civitatis solitudine
degentium visendorum gratia petiit, cujus cum arbitrio hoc ipsum permitteretur, iter, quo fertur in
interiorem eremum, aggreditur. Cumque tres dies
iter fecisset, ad sextain fere horam monachum
consuetis vacantem precibus reperit: quem cum
convenisset,in sermonemque familiarem incidisset,
quando ille nihil minus hanc ipsum virtutis deprehenderat amatorem, in vitæ secum contubernium
accepit. Verum cum post viginti dies una cum Gregorio illac iter faceret, locum, in quo monachi domicilium duæque palmæ erant, indicavit: Ingens
hic, o fili(locum digito signans, subdidit ille), thesaurus est abditus, nempe exercitationis laude pater eminentissimus, tuusque,id nisi ipse detrecles,
servator futurus. Proinde accede, et pulsans fores,
obviam tibi prodeuntem habebis; quodsi psallendo
distinebitur, cantum cum illo,foris alioquin stans,
prosequere; cum vero canendi finem fecerit, hinc
tibi curæ sit, quominus hac ipsa frustreris indagine.
Hæc sane cum ille dixisset, essetque Gregorium
amplexatus, discessit.
τριάρχου Μακαρίου χειροτονεῖται, ὃν δὴ ἀξιώσες δ
θεῖος Γρηγόριος, τό τε ὄρος τῶν ἐλαιῶν ἰδεῖν καὶ
τοὺς κατὰ τὴν ἔρημον τῆς ἁγίας πόλεως Πατέρας
περιελθεῖν, καὶ ἐπιτραπεὶς ἄρχεται τῆς ὁδοῦ τῆς
ἐπὶ τὴν ἐνδοτέραν φερούσης ἔρημον. Ημέρας δὲ
τῇ ὁδοιπορίᾳ τρεις διανύσας, σχεδόν που περὶ τὴν
έκτην ὥραν καταλαμβάνει τινὰ μοναχὸν τὰς συνής
θεις εὐχὰς ποιούμενον. Τούτῳ δὴ συγγενός καὶ
εἰς λόγους ἐλθὼν ἐπεὶ κἀκεῖνος αὐτὸν ἔγνω ἀρετῆς
ἄχρως μεταποιούμενον, μεθ᾿ ἑαυτοῦ παραλαμβάνει.
Ἐν ἡμέραις δὲ εἴκοσι τὴν αὐτὴν ὀδεύσας τῷ Γρηγορίω, δείκνυσι τόπον αὐτῷ τινα ἐνῷ σκηνή τε μου
ναχοῦ ἦν, καὶ δύο φοίνικες ἐπεφύκεσαν. Τοῦτον αὐτ
τῷ τῷ δακτύλῳ δείξας καὶ εἰπὼν, Ενταῦθα, φησί,
Βὦ παι, μέγας ἐγκέκρυπται θησαυρός, μέγας ἐν
ἀσκήσει πατήρ καὶ σός, εἰ θέλης, σωτήρ. Αλλά
πρόσιθι καὶ κόψας τὴν θύραν, ἕξεις αὐτὸν ὑπακούοντα.
"Αν δε γε ψάλλων τυγχάνῃ, πλήρου σὺν αὐτῷ τὴν
ᾠδὴν ἑστὼς ἔξωθεν· καὶ μετὰ τὸ παύσασθαι, σοὶ τὸ
ἐντεῦθεν μελέτω ὅπως τῆς θήρας μὴ διαμάρτης. Ο
μὲν, τοσαῦτα εἰπὼν καὶ τὸν Γρηγόριον ἀσπετάμε
νος, ἀνεχώρει.
XXII. At vero cum hic flexis genibus, oculos.
sursum in cœlum tollens, orasset, seseque crucis
signo præmuniisset, fidenter gradiebatur. Cunque
ad locum pertingeret, canentem quasi turbam audivit: sed cum propius accessisset, non tum multitudinem, seul veluti tres canentes audire, sibi visus est. Quare timore perculsus, ad januam silens
appropinquabal; sed ille cum cantum intusexples
set, per transennam aspiciens, voce Gregorium inclamavit. Hic vero multo magis ob nominis appellationem pertimescere cupit, et vocanti parens,
ingreditur, seseque lacrymis ac sudoribus circumfusus, illius ad pedes projecit. Cumque ab eo,
Deum ut pro se oraret,petiisset, sibique illud ipsum
praestitum esset, apud senem commoratur, grammaticamque et quidquid poetarum libris continetur, rhetoricam item, ac philosophiam illam, quæ
animo et contemplatione cernitur (nam quæ in rerum actione versatur, jam pridem didicerat, edocetur. Siquidem senex ab his omnibus belle paratus erat, litterarumque Græcarum doctorem se
præstabat eximium. Tam alfabre Gregorius litterarum divitiis auctus,nec minori morum atque virtutis, accessione facta, illi adhaerescebat: a quo,
quænam se vexationes invasuræ essent, edoctus
(erat enim divinus ille vir inter calera venturi
præscius), rursus ad sacra loca pergit: in quibus
cum per annum vixisset, illinc in Antiochiam abit:
apud quam moram trahens,annum itidem commoratus es'. Cumque esset plures eruditos sermones
interpretatus, nec paucos ipse composuisset, omnibus sui admiratione injecta ad magnam ac regiam Constantini civitatem concessit: quando divina illum omnino providentia eo compelleret, et a
cæteris quidem mundi curis abstractum, ad munus illud,ad quod obeundum vocatus fuerat, bortaretur.
ΚΒ΄. Ο δὲ τὰ γόνατα κλίνας, τοὺς δὲ ὀφθαλμοὺς
τῆς διανοίας ἄνω πρὸς οὐρανὸν τείνας καὶ προσευ
ξάμενος, τῷ τύπω τε ποῦ σταυροῦ σφραγισάμενος,
εχώρει θαῤῥῶν, καὶ πλησίον τοῦ τόπου γενόμενος,
ἤκουσεν ὥσπερ ὄχλου τινὸς ᾄδοντος. Ἐγγίσας δὲ
πλησιέστερον, οὐχὶ πλήθους τότε, ἀλλ' ὅσον τριῶν
ψαλλόντων ἀκήκοε· Τὸν μὲν οὖν δέος εἶχε, καὶ παρὰ
τὴν θύραν σιωπῶν εἰστήκει. Ὁ δὲ, ἐπειδὴ τὴν
ᾠδὴν ἔνδον τελέσεις, παρακύπτει τῆς θύρας, καὶ φω
νετ λέγων· Γρηγόριε. Ὁ δὲ καὶ μᾶλλον ἐπὶ τῇ τοῦ
ὀνόματος κλήσει καταπλαγεὶς καὶ τῷ καλοῦντι πει
σθείς, εἰσελθὼν προσπίπτει τοῖς τούτου ποσί, όπ
χρυσί τε καὶ ἱδρῶσι περιῤῥεόμενος, καὶ εὐχὴν ἐξαιτούμενος. Τυχὼν δὲ τῆς εὐχῆς μένει παρὰ τῷ γέν
ροντι, καὶ παρ' αὐτῷ διὰ τεττάρων ἐτῶν γραμματι
κήν τε παιδεύεται, καὶ ὅσα τῶν ποιητῶν, ῥητορικὴν
τε καὶ φιλοσοφίας ὅσον τὸ θεωρητικόν· τὸ γὰρ δι
πρακτικὸν ἤδη καὶ προλαβον ἐξήσκητο, πεπαίδευτο δὲ
καὶ τὰ τοιαῦτα ὁ γέρων ἱκανῶς, καὶ λόγων Ἑλληνικῶν
ἄκρως διδάσκαλος ἦν. Τοσαῦτα παρὰ τούτου Γρηγόριος
περὶ τὸν λόγον κερδάνας, οὐκ ὀλίγα δὲ καὶ βίου καὶ
τῆς ἀρετῆς ἀπονάμενος, συνταξάμενος αὐτῷ μετά
ταῦτα, καὶ τοὺς ἐκδεξομένους αὐτὸν πειρασμούς παρ'
αὐτοῦ διδαχθείς· ἦν γὰρ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ προσ
οητικός ὁ θεῖος ἀνὴρ· ἐπὶ τοὺς ἱερούς τόπους καὶ
αὖθις φοιτᾷ, καὶ τούτοις ἐνδιατρίψας ἐνιαυτὸν,
ἐκεῖθεν εἰς ᾿Αντιόχειαν ἔπεισι· καὶ παρ' αὐτῇ πάλιν
ἐνιαυτὸν ἕνα διαγενόμενος σχολῆς τε λαβόμενος,
καὶ τῶν δογματικῶν λόγων πολλοὺς μὲν ἀναγνούς,
οὐκ ὀλίγους δὲ καὶ αὐτὸς ἐκθέμενος, καὶ θαῦμα πάν
σιν ἀπολιπών, εἰς τὴν μεγάλην πόλιν καὶ βασιλία
τὴν Κωνσταντίνου χωρεῖ, τῆς ἄνω πάντως Προνοίας
αὐτὸν ἀπαγούσης, εἰς ἢν δὴ ἐκλήθη τάξιν ὥσπερ
προβιβαζούσης.
col. 217–218page 105 of 146
PG 116:217ΚΓ. Ταύτην καταλαβὼν καὶ παρὰ τοῦ φιλαρέτου μοναχοῦ ξενίας τυχών, ὃς ἤδη καὶ τῆς τῶν ἁγίων μαρτύρων Σεργίου καὶ Βάκχου καθηγεῖτο μονῆς, ἔργον μὲν ἐν πρώτοις οὐ μικρὸν ἐποιεῖτο Ἰωάννου τοῦ χρυσοῦ τὴν γλῶτταν τοὺς χρυσοῦς ἐπιέναι λόγους· εἷλκε γὰρ καὶ τοῦτον ἡ ἐκείνου σειρὴν καὶ τό τε πλῆθος τῶν νοημάτων, καὶ τὸ κάλλος τῶν ὀνομάτων, καὶ τὴν καινὴν ἐκείνην καὶ σφόδρα θελγούσαν συνθήκην ὁρῶν, καὶ ὅτι δὴ τὰ ἐκείνου πάντα χαρίτων μεστά. Κἀντεῦθεν πάλιν τὸ ἐκείνου τῆς ψυχῆς μέγεθος ὡς οἷόν τε ἦν ἀναδιδασκόμενος διεθερμαίνετο τὴν ψυχὴν, καὶ ὡς πρὸς ἀρχέτυπον τι κομιδῇ κάλλιστον τὸν ἐκείνον βίον ὁρῶν, καθ᾽ ὅσον δύναμις ζηλοῦν ἔσπευδεν. Ἐντεῦθεν καὶ συντονωτέραις ἑαυτὸν νηστείαις ἐκδέδωκε, καὶ ἀγρυπνίαις ἐξέθηκε καὶ προσευχαῖς ἀδιαλείπτοις ἐχρῆτο. Ἃ δὲ αὐτὸς πρὸς τὸν μέγαν Ἰωάννην ἔπασχε, ταῦτα δὲ πρὸς αὐτὸν καὶ ὁ τῆς μάνδρας ἐκείνης προεστὼς ἐπεπόνθει· ὁρῶν γὰρ κἀκεῖνος τό τε ὑπερβάλλον τῆς ἀσιτίας· οὐδὲ γὰρ ὅτι μή, δι᾽ ὅλων ἑπτὰ ἡμερῶν ἐσιτεῖτο, λάχανα δὲ καὶ τότε μόνοις ἁλσὶν ἡπτόμενα· ταῦτά τε οὖν ὁρῶν, καὶ τὸ τῆς ἀγρυπνίας σχεδὸν ὑπὲρ ἄνθρωπον, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸ ἐν πόνοις ἀήττητον, καὶ τὸ περὶ τὴν προσευχὴν ἔμμενόν τε καὶ θεωρητικόν, ὅλως ἐκπλήξεως μεστὸς ἦν, καὶ σιγῇ ταῦτα κρύπτειν οὐχ οἷός τε ὤν, καὶ τὸν πατριάρχην κοινωνὸν ἐποιεῖτο, καὶ πάντα ἐξαγγέλλει τὰ κατ᾽ αὐτόν. Καὶ ὃς ἀκούσας, λίαν τε ἥσθη, καὶ βουλεύεται τὴν μὲν πρώτην σοφούς τινας ἀποστεῖλαι, καὶ δι᾽ αὐτῶν τούτων ἀπόπειραν ἐκείνου λαβεῖν· ἔπειτα δὲ καὶ τὸν Γρηγόριον μετακλητὸν θέσθαι παρ᾽ ἑαυτόν. Ὁρίζεται δὲ καὶ καιρὸς τῆς προσελεύσεως τῶν σοφῶν ὁ τῆς νυκτὸς ὄρθρος, ἐν ἡμέρᾳ γὰρ ἀθέατος ἦν τὰ πολλὰ καὶ ἀπρόϊτος, καὶ πέμπεται πρὸς αὐτὸν Μάξιμος τε φιλόσοφος καὶ Κωνσταντῖνος ὁ τηνικαῦτα χαρτοφύλαξ τῆς Ἐκκλησίας, ἄνδρες λέγειν τε δεινοί, καὶ κρίνειν πῶς λέγοντας ἱκανοί, καὶ φιλοσοφίαν ἄκρως ἐξησκημένοι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἦθος ἀνθρώπου καὶ γνώμην καταμαθεῖν λίθος ἀτεχνῶς ἡ Λυδία. Οὗτοι δὴ αὐτῷ συγγενόμενοι, καὶ ἰδόντες φρόνημά τε ψυχῆς εὐγενὲς καὶ ἦθος ἐπιτερπές, λόγον τε μέλιτος ἥδιω ῥέοντα, καὶ γλῶτταν πάσης προβαλλομένης ἀπορίας κρείττονα· οὐδὲν γὰρ ὅ τι τῶν περὶ θεολογίας καὶ τῶν σφόδρα δυσλύτων εἶναι δοκούντων, Γρηγόρᾳ, φημί, τῆς θεολόγου γλώττης καὶ οὐρανίου προτείνοντες, εὗρον ἐφ᾽ ᾧ μὴ μᾶλλον ἐκεῖνος αὐτὰς τῇ ἐπιλύσει κατέπληττε καὶ κομιδῇ θαυμάζειν ἦπτει· ταῦτα δὴ πείρᾳ μαθόντες, ὑπέστρεφον οὐ φθόνοι τὰ καλὰ κρύπτοντες, ἄγγελοι δὲ μᾶλλον καὶ λαμπροὶ κήρυκες πρὸς τοὺς ἄλλους πάντας καὶ αὐτὸν τὸν πατριάρχην γινόμενοι, καὶ δὴ μόνος ἐν ἀνθρώποις Γρηγόριος λέγοντες, τήν τε γνώμην καὶ τὴν γλῶτταν ἄζητος.
ΚΔ'. Ὡς δὲ μὴ παροπτέος ὁ τηλικοῦτος ἐδόκει, ἀντίκα πρὸς τὸν πατριάρχην μετακαλεῖται. Καὶ ὃς ἄγεται μὲν ἄκων, δεινῶς τῆς ἡσυχίας ἐρῶν, καὶ ἤδη πρὸς τὴν ὑποστροφὴν ἤδη βλέπων, καὶ τὴν ἀνα-ΕΓ. Ταύτην καταλαβὼν καὶ παρὰ τοῦ φιλαρέτου XXIII. Hanc subiens, apud monachum sapienμοναχού ξενίας τυχών, ὃς ἤδη καὶ τῆς τῶν ἁγίων tiæ studiosum, qui Sergii et Bachii martyrum doμαρτύρων Σεργίου και Βάκχου καθηγεῖτο μονῆς, mui olim præfuerat, diversatus, rem non parvam
ἔργον μὲν ἐν πρώτοις οὐ μικρὸν ἐποιεῖτο Ιωάννου quidem effecit, dum Joannis Chrysostomi sermones
τοῦ χρυσοῦ τὴν γλῶτταν τοὺς χρυσοῦς ἐπιέναι aureos percurrit. Nam sententiarum illius dulcedo
λόγους είλκε γὰρ καὶ τοῦτον ἡ ἐκείνου σειρὴν καὶ ac ubertas, nec non verborum pulchritudo ipsum
τό τε πλῆγος τῶν νοημάτων, καὶ τὸ κάλλος τῶν illexerat: tum novam illam subinde structuram
ὀνομάτων, καὶ τὴν καινὴν ἐκείνην καὶ σφόδρα θέλω mire aflicientem, omniaque ejus scripta, donis
γούσαν συνθήκην ὁρῶν, καὶ ὅτι δὴ τὰ ἐκείνου πάντα plena coelestibus, contuitus, hinc illius animi celsiχαρίτων μεστά. Κἀντεῦθεν πάλιν τὸ ἐκείνου τῆς tudinem, prout poterat, non segniter edoctus, arψυχῆς μέγεθος ὡς οἷόν τε ἦν ἀναδιδασκόμενος διε- dore quodam animi erat accensus, et ad ejus viθερμαίνετο τὴν ψυχὴν, καὶ ὡς πρὸς ἀρχέτυπον τι tam, uti exemplar quoddam longe pulcherrimum,
κομιδή κάλλιστον τὸν ἐκείνον βίον ὁρῶν, καθ᾽ ὅσον oculos intendens, imitari illam sedulo nitebatur.
δύναμις ζηλοῦν ἔσπευδεν. Εντεῦθεν καὶ συντόνω Hinc crebrioribus se jejuniis dedidit, vigiliis inτέραις ἑαυτὸν νηστείαις ἐκδέδωκε, καὶ ἀγρυπνίαις sistebat, precibus vacabat assiduis. Quæ vero illi
εξέθηκε καὶ προσευχαῖς ἀδιαλείπτοις ἐχρῆτο. δὲ circa Joannem contigere, eadem domus ejusdem
εὐτὸς πρὸς τὸν μέγαν Ιωάννην ἔπασχε, ταῦτα δὲ præses sibi circa illum usu venisse comperit.Cum
πρὸς αὐτὸν καὶ ὁ τῆς μάνδρας ἐκείνης προεστώς enim et is jejunium admirabile cerneret (neque
ἱπεπόνθει· ὁρῶν γὰρ κἀκεῖνος τό τε ὑπερβάλλον enim cibum nisi septem singulis diebus, ac tum
τῆς ἀσιτίας· οὐδὲ γὰρ ὅτι με, δι᾿ ὅλων ἑπτὰ ἡμε- quidem olera modico condita sale accipiebat) ac
τῶν ἐσιτεῖτο, λάχανα δὲ καὶ τότε μόνοις ἁλσὶν ἡ- vigilias naturam humanam egredi, nihilo secius laἀπόμενα· ταύτά τε οὖν ὁρῶν, καὶ τὸ τῆς ἀγρυ- boribus invictum,præcibus ac contemplationi conενες σχεδὸν ὑπὲρ ἄνθρωπον, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸ stantissime inhærere, stupore magno affectus, non
ἐν πόνοις αήττητον, καὶ τὸ περὶ τὴν προσευχὴν ἔμ- continuit, quin hæc ipsa a silentio vindicaret, et
μενόν τε καὶ θεωρητικόν, ὅλως ἐκπλήξεως μεστός patriarcham, cui acta illius omnia manifestat, reἦν, καὶ σιγῇ ταῦτα κρύπτειν οὐχ οἷός τε ὤν, καὶ rum omnium participem faceret. Ille his auditis,
τον πατριάρχην κοινωνὸν ἔπιεττο, καὶ πάντα gavisus est vehementer, ac sapientes quosdam viεξαγγέλλει τὰ κατ' αὐτόν. Καὶ ὃς ἀκούσας, λίαν τε ros per quos aliquod illius periculum faceret, ad
ἦσθη, καὶ βουλεύεται τὴν μὲν πρώτην σοφοὺς αὐτῷ illum legare,ac mox Gregorium ipsum accersitum
τινες ἀποστείλαι, καὶ δι' αὐτῶν τούτων ἀπόπειραν apud se continere decrevit. Tum enim splendor
εκείνου λαβεῖν· ἔπειτα δὲ καὶ τὸν Γρηγόριον μετά- noctis, nempe sapientes, interire ceperant, ac uno
ελπτον θέσθαι παρ' ἑαυτὸν. Ορίζεται δὲ καὶ καιρὸς die periisse omnes, et ab aspectu hominum proτῆς προσελεύσεως τῶν σοφῶν ὁ τῆς νυκτὸς ὄρθρος, cul visi sunt exsulasse. Mittuntur igitur ad illum
ἐν ἡμέρᾳ γὰρ ἀθέατος ἦν τὰ πολλὰ καὶ ἀπρόϊτος, Maximus quidam philosophus, ac Constantinus,
καὶ πέμπεται πρὸς αὐτὸν Μάξιμος τε φιλοσοφος tum Ecclesiæ librorum custos, viri non modo ipsi
καὶ Κωνσταντῖνος ὁ τηνικαῦτα χαρτοφύλαξ τῆς eloquentes, sed qui alios etiam loquentes judicare
Εκκλησίας, ἄνδρες λέγειν τε δεινοί, καὶ κρίνειν possent: philosophia quidem plurimum exculti,
πώς λέγοντας ἱκανοὶ, καὶ φιλοσοφίαν ἄκρως ἐξησκη- atque etiam ad sententiam ac mores hominum ri
μέτα, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἦθος ἀνθρώπου καὶ γνώμην mandos instar Lydii lapides indices. Qui cum ad
καταμαθεῖν λίθος ἀτεχνῶς ἡ Λυδία. Οὗτοι δὴ αὐτῷ illum profecti essent, ac sensus generositatemque
συγγενόμενοι, καὶ ἰδόντες φρόνημά τε ψυχῆς εὐγε- animi perspexissent, itemque delectabiles mores,
νέες καὶ ἦθος ἐπιτερπές, λόγον τε μέλιτος ήδίω ac sermonem melle suaviorem fuere, linguam
μέοντα, καὶ γλώτταν πάσης προβαλλομένης ἀπο- longe præstantiorem quam ut dubitatione aliqua
μας κρείττονα· οὐδὲν γὰρ ὅ τι τῶν περὶ θεολογίας sibi proposita vinceretur (nihil enim ex his, quæ
καὶ τῶν σφόδρα δυσλύτων εἶναι δοκούντων, Γρηγο- ad theologiam pertinent, eorunque quæ indissoρα, φημί, τῆς θεολόγου γλώττης καὶ οὐρανίου lubilia esse putantur, disertæ atque cclesti ejus
προτείνοντες, εὗρον ἐφ᾽ ᾧ μὴ μᾶλλον ἐκεῖνος αὐ- linguæ in quaestionem revocantes, reperire potue
τὰς τῇ ἐπιλύσει κατέπληττε καὶ κομιδή θαυμάζειν runt, in quo non hos magis ille solutione percelἱπτει· ταῦτα δὴ πείρα μαθόντες, ὑπέστρεφον οὐ leret, in maximamque traheret admirationem):
οθόνες τὰ καλὰ κρύπτοντες, ἄγγελοι δὲ μᾶλλον καὶ hæc cum experientia didicissent, non invidia quæ
λαμπροί κήρυκες πρὸς τοὺς ἄλλους πάντας καὶ honesta essent occultarunt: quin potius nuntii atαὐτὸν τὸν πατριάρχην γινόμενοι, καὶ δις μόνος ἐν que præcones apud omnes, et ipsum in primis paἀνθρώποις Γρηγόριος λέγοντες, τήν τε γνώμην triarcham illustres facti, Gregorium solum inter
καὶ τὴν γλώτταν ζήττητος.
homines cum ingenio, tum lingua invictum asserentes, reversi sunt.
ΚΔ'. Ως δὲ μὴ παροπτέος ὁ τηλικοῦτος ἐδόκει,
αντίκα πρὸς τὸν πατριάρχην μετακαλεῖται. Καὶ
ἷς ἔγεται μὲν ἄκων, δεινῶς τῆς ἡσυχίας ἐρῶν, καὶ
με πρὸς τὴν ὑποστροφὴν ἤδη βλέπων, καὶ τὴν ἀνα-
"
"
XXIV. Ubi vero eximius ille vir haudquaquam
spernendus visus est, confestim ad se patriarcha
illum accersivit: qui invitus quidem ducitur erat
enim quietis apprime studiosus, simulque postli
col. 219–220page 106 of 146
PG 116:219χώρησιν ἐπισπεύδων. Πείθεται δ' οὖν ὅμως καὶ κατ᾿ ὄψιν παραστὰς τῷ ἀρχιερεῖ τὸ ἦθος γαληνός, τὸ σχῆμα σεμνὸς, τοῖς λόγοις τὰ σειρήνων τὸ μὴ μῦθον εἶναι νικῶν, οὕτω κατάκρας αὐτὸν εἷλε καὶ ὅλον ἑαυτοῦ ἐποιήσατο, ὡς μηδ' ἂν εἴ τι καὶ γένοιτο τούτου ποτέ χωρὶς αὐτόν καθεστάναι βούλεσθαι· καὶ μάλλισθ᾽ ὅτι μηδὲν τῶν προβαλλομένων παρὰ τῶν ἐπὶ σοφίᾳ θαυμαζομένων ἦν, ὁ μὴ μετὰ πάσης αὐτὸς ἐπέλυε σαφηνείας καὶ πιθανότητος· Οὕτως οὖν ἐκεῖσε ὅλας ἡμέρας διαγαγών εἴκοσι, θαυμαζόμενος ὑπὸ πάντων τῆς τε σοφίας καὶ τῆς ἄγαν ἐπιεικείας καὶ μετριότητος, ὁδοῦ πάλιν ἐμέμνητο. Ἐπεὶ δὲ μή ἐφεῖνα, ἀλλὰ πάσῃ μηχανῇ κατέχειν αὐτὸν ὁ πατριάρχης ἠβούλετο, ἄλλας τε λέγων αἰτίας καὶ ὅτι τότε πολλὴ τῶν Μονοθελητῶν ἡ αἵρεσις, μόνος δὲ οὗτος εὐχερῶς ῥηγνύειν τὰς ἐκείνων πλοκὰς ἱκανὸς τότε καὶ ἔχων ἐπείθετο. Καὶ συνεκροτεῖτο μὲν ἤδη πανταχόθεν ὁ πόλεμος τῶν μὲν Σεργίου τε καὶ Πύρρου, Παύλου τε καὶ Κύρου τῶν δόξων ἀφηγουμένων, τῶν ὀρθοδόξων δὲ πάλιν ὅσοι τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας ἀντείχοντο. Αὐτὸς δὲ καὶ πόῤῥωθεν ἔτι τοὺς κακοδόξους ὑπάρχοντας τοῖς ἀκροβολισμοῖς ἐτρέπετο, λόγους περὶ τὸ δόγμα συνθείς, καὶ γέλωτα πάντα τὰ ἐκείνων ἀποδείξας καὶ ἀκριβῆ φλήναφον. ΚΕ΄. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ μάχη φανερῶς ἐῤῥήγνυτο, καὶ ἀπήντων μὲν οἱ αἱρεσιάρχαι, συνέῤῥεον δὲ καὶ οἱ τῶν ὀρθοδόξων πρόμαχοι, παρῆν μὲν ὁ τῆς Ἀντιοχείας, παρῆν δὲ ὁ τῆς Ἀλεξανδρείας, παρῆν καὶ ὁ τῶν Ἱεροσολύμων πρόεδρος, ὁμοῦ τῆς Ἑσπέρας πάντες τῆς Ἑσπέρας καὶ οὗτοι πάντες ἄνω τῶν τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης, καὶ τοῦ τὸν ἐν Σαρδοῖ θρόνον ἔχοντος· τούτους γάρ νόσος βαρεία τῶν ὁρίων εἴσω κατεῖχεν. Ἀλλ' ὁ μὲν τῆς Ῥώμης τὸν ἀντ᾿ αὐτοῦ συνεροῦντα τοῖς ὀρθοῖς λόγοις ἔπεμψε, Γρηγόριος δὲ τὸν τοῦ Σαρδώου τόπον ἐπλήρου. Πολλῆς οὖν λόγων πάλης κατὰ ταύτην δὴ τὴν ἡμέραν ὡς εἰ κινουμένης, καὶ τῶν μὲν τοῖς πράγμασι τὸ θαῤῥεῖν ἐχόντων, τῶν δὲ τοῖς ῥήμασι καὶ δεινῇ τῶν αἱρετικῶν τῇ πιθανολογίᾳ χρωμένων, καὶ ταύτῃ βλάπτειν τὴν ἀλήθειαν οἰομένων, ὁ γενναῖος ὄντως ἐκεῖνος καὶ τὴν γλῶτταν ἀπρόσμαχος, τότε δὴ καὶ μᾶλλον αὐτὴν στομωθεὶς τῇ συνεργίᾳ τῆς χάριτος, οὕτω τὰς ἐκείνων συμπλοκὰς διελύσατο δυνάμει λόγου καὶ πνεύματος καὶ οὕτως ἀφώνους αὐτοὺς τοὺς σφόδρα περὶ τὸ λέγειν ἑτοίμους εἰργάσατο, ὡς καὶ αὐτὰς δόξαι σχεδόν αὐτῶν καὶ τὰς γλώττας περιελεῖν, καὶ τῷ σιωπᾶν αὐτοὺς ἐκείνους τὴν ἧτταν ὁμολογεῖν. Ἡ μὲν οὖν σύνοδος τῶν Πατέρων ἐκρότουν, ἡ δὲ τῶν αἱρετικῶν πληθὺς οἱ μὲν τῆς πλάνης μεταβαλλόμενοι προσεχώρουν τοῖς ἡμετέροις, καὶ τῶν ἐπισημοτέρων πολλοί· οἱ δὲ πολλῇ τῇ αἰσχύνῃ συνεκαλύπτοντο. Τοιοῦτον δὴ τὸ πέρας τῆς συνόδου, βούσης μόνος Γρηγόριος ἐν τοῖς ἁπάντων στόμασιν ἦν καὶ πολλὰ δὴ τῶν Πατέρων μὲν ὑπερεκπληττομένων. ΚϚ΄. Τῶν δὲ καὶ ὑπερευχομένων αὐτοῦ, ὁ ἀρχιερεὺς μεθ' ἑαυτοῦ λαβὼν πρὸς τὸν κρατοῦντα εἰσάγει· Οὗτος, λέγων, ὁ ἀριστεύς, βασιλεῦ, οὗτος ὁxaxo220
minio redire, illincque profcisci maturabat. Paret χώρησιν ἐπισπεύδων. Πείθεται δ' οὖν ὅμως καὶ κατ᾿
nihilo secius, et coram archipræsule positus, cum ὄψιν παραστὰς τῷ ἀρχιερεῖ τὸ ἦθος γαληνός, τὸ σχῆμα
moribus esset tranquillus, aspectu venerandus, et σεμνὸς, τοῖς λόγοις τὰ σειρήνων τὸ μὴ μῦθον εἶναι
alloquii suavitate Sirenas haud fabulose loquendo νικῶν, οὕτω κατάκρας αὐτὸν εἷλε καὶ ὅλον ἑαυτοῦ
vinceret: ita illum vehementer devinxit, sibique έποιήσατο, ὡς μηδ' ἂν εἴ τι καὶ γένοιτο τούτου
totum obstrinxit, ut sine illo nullo pacto con- ποτέ χωρὶς αὐτόν καθεστάναι βούλεσθαι· καὶ μάτ
sistere vellet, idque in primis, quia nihil a sapien- λισθ᾽ ὅτι μηδὲν τῶν προβαλλομένων παρὰ τῶν επί
tibus proponebatur, quod non ille magna cum σοφίᾳ θαυμαζομένων ἦν, ὁ μὴ μετὰ πάσης αὐτὸς
perspicuitate ac ad persuadendum aptitudine in- έπελνε σαφηνείας καὶ πιθανότητος· Οὕτως οὖν
terpretatur. Proinde viginti illic dies commo- ἐκεῖσε ὅλας ἡμέρας διαγαγών εἴκοσι, θαυμαζόμενος
ratus, interimnque cum sapientia, tum singulari ὑπὸ πάντων τῆς τε σοφίας καὶ τῆς ἄγαν ἐπιεικείας
mansuetudine ac modestia admirabilis omnibus και μετριότητος, ὁδοῦ πάλιν ἐμέμνητο. Επεὶ δὲ μή
habitus, abeundi rursus verba fecit. Sed cum pa- ἐφεῖνα, ἀλλὰ πάσῃ μηχανῇ κατέχειν αὐτὸν ὁ πατριάρ
triarcha nollet ipsum dimittere, quin omni illum χης ἠβούλετο, ἄλλας τε λέγων αἰτίας καὶ ὅτι τότε
studio retinere niteretur, alias causas afferens, πολλὴ τῶν Μονοθελητῶν ἡ αἵρεσις, μόνος δὲ οὗτος
quibus illi remanendum esset (Monothelitarum " εὐχερῶς ῥηγνύειν τὰς ἐκείνων πλοκὰς ἱκανὸς τότε
enim hæresis plurimum tum serpebat, et hic solus & xxl
καὶ ἔχων ἐπείθετο. Και συνεκροτεῖτο μὲν
nexus illorum facile perfringere poterat), tum sane, ἤδη πανταχόθεν ὁ πόλεμος τῶν μὲν Σεργίου το
licet invitus, remanere est persuasus. Jam vero καὶ Πύρρου, Παύλου τε καὶ Κύρου τῶν
ubique ad bellum conclamatum erat, ab una qui- δόξων ἀφηγουμένων, τῶν ὀρθοδόξων δὲ πάλιν ὅσοι τῆς
dem parte Sergius, Pyrrhus, Paulus, et Cyrus, qui ἀληθοῦς εὐσεβείας ἀντείχοντο. Αὐτὸς δὲ καὶ πόῤῥωθεν
jam hæretici declarati fuerant: ab altera quicun- ἔτι τοὺς κακοδόξους ὑπάρχοντας τοῖς ἀκροβολισμοίς
que hæresim detestantes, pro vera pietate slabant. ετρέπετο, λόγους περὶ τὸ δόγμα συνθείς, καὶ γέλωτα
Ipse vero prave sentientes, licet procul adhuc po- πάντα τὰ ἐκείνων ἀποδείξας καὶ ἀκριβῆ φλήναφον.
sitos, intortis vibratisque jaculis fugabat, variis circa dogma sermonibus editis, quibus omnes illorum opiniones risus et meras esse nugas evidentissime demonstrabat.
XXV.Postea vero quam bellum erumpere palam
capit, tum hæreseos viri principes occurrerunt,
tum ex his, qui recta dogmata sectabantur, præstantiores illuc confuserunt. Aderant Antiochia,
Alexandriæ ac Hierosolymorum, simulque omnes
Orientis prasides, itemque ab Occidente omnes,
preter Roma antiquioris, et Sardiniæ præsules.
(Hos enim gravis morbus intra fines continuerat.)
At Romanus hominem sacris litteris eruditum,
qui suas vices impleret, destinavit. Gregorius vero
in Sardonii locum suffectus est. Quocirca cum magnum illo die (ut par erat) de sacris Litteris cerlamen ortum esset, aliis quidem rerum, aliis vero
verborum fiducia fretis, dum hæretici acri ac suasorio quodam sermone, quo veritatem occultare
opinabantur, utuntur; ille vere generosus ac inexpugnabilis lingua,qua tum divina opitulante gralia
plurimum roboratus est, sic eorum nexus tanta vi
orationis et ardore spiritus regit, ut eos qui dicendi laude plurimum præstabant, mutos omnino
redderet, et eorum linguas penitus auferre videretur, ac ii praeterea ipsi silentes, sese victos esse
faterentur. Itaque Patrum quidem synodus plaudebat, hæreticorum vero multitudo, alii, et ii quidem illustriores, deposito errore, nostris adbærescebant; alii vero plurimi propter verecundiam
in medium prodire non audebant. Hunc exitum
synodus habuit, solusque Gregorius per omnium
ora, et præsertim Patrum, volitabat.
XXVI. At aliis tum admirantibus, tum vota pro
illo facientibus,archiprasul secum illum accipiens,
ad regem adducit: Hic, rex optime (dicens), bic,
ΚΕ΄. Επεὶ δὲ καὶ ἡ μάχη φανερως ἐῤῥήγνυτο, καὶ
ἀπήντων μὲν οἱ αἱρεσιάρχαι, συνέῤῥεον δὲ καὶ οἱ
τῶν ὀρθοδόξων πρόμαχοι, παρῆν μὲν ὁ τῆς ᾿Αντιο
χείας, παρῆν δὲ ὁ τῆς ᾿Αλεξανδρείας, παρῆν καὶ ὁ
τῶν Ἱεροσολύμων πρόεδρος, ὁμοῦ τῆς Ἐφας
πάντες τῆς Ἑσπέρας καὶ οὗτοι πάντες ἄνω τῶ
τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, καὶ τοῦ τὸν ἐν Σαρδοί
θρόνον ἔχοντος τούτους γάρ νόσος βαρεία των
ὁρίων εἴσω κατεῖχεν. Αλλ' ὁ μὲν τῆς Ῥώμης τὸν
ἀντ᾿ αὐτοῦ συνεροῦντα τοῖς ὀρθῖς λόγος ἔπεμπ,
Γρηγόριος δὲ τὸν τοῦ Σαρδώου τόπον ἐπλήρου.
Πολλής οὖν λόγων πάλης κατὰ ταύτην δὴ τὴν
ἡμέραν ὡς εἰ κινουμένης, καὶ τῶν μὲν τοῖς πριν
γμασι τὸ θαῤῥεῖν ἐχόντων, τῶν δὲ τοῖς δήμασι καὶ
δεινῇ τῶν αἱρετικῶν τῇ πιθανολογία χρωμένων,
καὶ ταύτῃ βλάπτει τὴν ἀλήθειαν οἰομένων, ὁ γεν
ναῖος ὄντως ἐκεῖνος καὶ τὴν γλῶτταν ἀπρόσμαχος,
τότε δὴ καὶ μᾶλλον αὐτὴν στομωθεὶς τῇ συνεργία
τῆς χάριτος, οὕτω τὰς ἐκείνων συμπλοκες διελύ
σατο δυνάμει λόγοῦ καὶ πνεύματος καὶ οὕτως ἀφώς
νους αὐτοὺς τοὺς σφόδρα περὶ τὸ λέγειν ἑτοίμους
εἰργάσατο, ὡς καὶ αὐτὰς δόξαι σχεδόν αὐτῶν καὶ τὰς
γλώττας περιελεῖν, καὶ τῷ σιωπᾶν αὐτοὺς ἐκείνους
τήν ἧτταν ὁμολογεῖν. Η μὲν οὖν σύνοδος τῶν Πατί.
ρων ἐκρότουν, ἡ δὲ τῶν αἱρετικῶν πληθὺς οἱ μὲν τῆς
πλάνης μεταβαλλόμενοι προσεχώρουν τοῖς ἡμετέροις,
καὶ τῶν ἐπισημοτέρων πολλοί· οἱ δὲ πολλῇ τῇ αἰσχύ
συνεκαλύπτοντο Τοιοῦτον δὴ τὸ πέρας τῆς συνόδου λε
βούσης μόνος. Γρηγόριος ἐν τοῖς ἁπάντων στόμεν
ἦν καὶ πολλὰ δὴ τῶν Πατέρων μὲν ὑπερεκπληττομένων,
ΚϚ΄. Τῶν δὲ καὶ ὑπερευχομένων αὐτοῦ, ὁ ἄρα
χιερεὺς μεθ' ἑαυτοῦ λαβὼν πρὸς τὸν κρατούντ
εἰσάγει, Οὗτος, λέγων, ὁ ἀριστεύς βασιλεῦ, οὗτος ὁ
col. 221–222page 107 of 146
PG 116:221νικητής, οὗτος τὸ τεῖχος τῆς ἡμετέρας πίστεως. Τότε μὲν οὖν τοῦ θαύματος μόνο, καὶ τῶν ἐπαίνων ὅ τε βασιλεὺς καὶ ἡ περὶ αὐτὸν πᾶσα βουλή γενόμενοι, καὶ θεῷ τὴν χάριν ὁμολογοῦντες, σὺν αἰδοῖ τοῦτον ἐσθεὶ καὶ τιμῇ παρέπεμπον· ὕστερον δὲ καὶ ἰδιαζόντως αὐτὸν ὁ κρατῶν μετακαλεσάμενος καὶ εἰς λόγους ἐλθὼν, καὶ γνοὺς τίς τε εἴη καὶ ὅθεν ἔχει, καὶ πόσην ἐπῆλθε γῆν, τίς τε ἡ αἰτία τῆς ἀποδημίας αὐτῷ, καὶ τίνα τὸν μετὰ ταῦτα σκοπὸν τίθεται, σφόδρα τῆς γνώμης αὐτὸν ἀγάμενος, ὡς κρείττονά τε, ἤ κατὰ ἄνθρωπον ἑώρα καὶ τοῦ αὐτῷ ἐς ὄψιν ἐλθεῖν πολλὰς τῷ Θεῷ καὶ τῷ ἀρχιερεῖ αὐτοῦ χάριτας ὀφείλειν διωμολόγει. Ὁ δὲ Γρηγόριος, τῆς προτέρας γνώμης ἐχόμενος, τὴν μὲν ἐκεῖσε διατριβὴν καὶ τιμὴν λίαν δυσχεραίνων ἦν, παντὶ δὲ τρόπῳ τὴν ἀναχώρησιν πραγματευόμενος. Ἀμέλει καὶ διὰ τινος Μαρκιανοῦ ὡς ἦν ᾠκειωμένος τῷ βασιλεῖ ταύτην εὕρετο, καὶ ἐπὶ ῥητοῖς τισιν ἀποστέλλεται ἐφ᾽ ᾧ εἰς Ῥώμην τε κατελθεῖν, καὶ τὰ ἐκεῖσε κάλλη περισκεψάμενος, καὶ δὴ καὶ τῶν κορυφαίων προσκυνητής γενόμενος ἀποστόλων, αὖθις ὑποστρέψας διὰ ταχέων, καὶ τοῦ λοιποῦ συνεῖναι τῷ βασιλεῖ. Πρότερον δὲ ἡ ἐκεῖνον τὴν Ῥώμην καταλαβεῖν φθάσαντες οἱ πρὸς τοῦ πάππα παρὰ τὴν σύνοδον σταλέντες ἐπίσκοποι, αὐτόν τε τὸν πάππαν, καὶ πάντας τοὺς ἐν τῇ χώρα τοῦ περί αὐτὸν ἐμπιπλῶσι θαύματος. Ἀσμένοις οὖν καὶ αὐτοῖς ἐκεῖνος ἐπιφανείς, μᾶλλον ὁρώμενος εἰς ἔκπληξιν ἦγεν ἢ ἀκουόμενος. Φεύγων δὲ τὰς ὀχλήσεις παρὰ τῇ μονῇ τοῦ ἁγίου Σάβα ἡσυχάζειν διέγνω, τὰς συνεχεῖς ἐκκλίνων προόδους, καὶ πρὸς μηδένα μηδαμῶς παῤῥησιαζόμενος. ΚΖ'. Ἐν τούτοις δὲ διατρίβοντος Γρηγορίου, καὶ ὁ Ἀκραγαντίνων ἐπίσκοπος Θεόδωρος οὕτω καλούμενος ὃς ἤδη κεχειροτόνειτο μετὰ Ποταμίωνα, καὶ αὐτὸς ἀπολείπει τὸν βίον. Φύεται δὴ στάσις ἐν τῷ λαῷ καὶ ἄλλων ἄλλον προβαλλομένων, οἷα φιλεῖ τοῖς τοιούτοις συμβαίνειν, ταραχὴ τὸ πλῆθος κατείχεν. Οἱ μὲν γὰρ Σαβίνον τινὰ πρεσβύτερον, οἱ δὲ Κρισκεντῖνον, οἱ δὲ τὸν ἀρχιδιάκονον Εὔπλον, καὶ ἕτερος ἕτερον εἰς τὸν θρόνον καθίζειν ἔσπευδε. Τὸ κῦρος οὖν ἑκάστου παρὰ τοῦ πάππα ζητοῦντος, εἰς Ῥώμην διαπερῶσι, καὶ τῷ πάππα ταῦτα κατὰ τὸ ἔθος ἀνατιθέασι. Συνῆν δὲ αὐτοῖς καὶ Χαρίτων ὁ τοῦ Γρηγορίου πατήρ. Εἰσελθόντων οὖν πρὸς αὐτὸν οἱ μὲν περὶ Σαβίνον ἐν ἑνὶ μέρει ἔστησαν, οἱ δὲ περὶ Κρισκεντῖνον ἑτέρωθι, οἱ δὲ περὶ Εὔπλον καὶ τοὺς λοιποὺς ὀπίσω τούτων ἔταξαν ἑαυτοὺς· ὡς δὲ καὶ ἐρωτηθέντες τίνα βούλοιντο χειροτονηθῆναι αὐτοῖς ἐπίσκοπον, οἱ μὲν Σαβίνον, οἱ δὲ Κρισκεντῖνον ᾔτοῦντο. Τμῖν δὲ, φησὶν τοῖς περὶ Εὔπλον ἐπιστραφεὶς ὁ πάππας, τί ποτε ἄρα δοκεῖ; Οἱ δὲ διὰ Χαρίτωνος ἀπεκρίναντο· Ὃ δοκεῖ τῷ Θεῷ μᾶλλον καὶ τῇ σῇ διακρίσει, τοῦτο δὴ καὶ εὐκταῖον ἡμῖν γενέσθαι. Ὃ γὰρ ἂν αὐτῇ δοκιμάσεις, τοῦτο πάντως καὶ ὡς θεῷ δοκοῦν λογιούμεθα. Εἶτα ὁ πάππας τοῖς περὶ Σαβίνον καὶ Κρισκεντῖνον, Συμφρονήσαντες,νικητής, οὗτος τὸ τεῖχος τῆς ἡμετέρας πίστεως.
Τότε μὲν οὖν τοῦ θαύματος μόνο, καὶ τῶν ἐπαίνων 8 τε βασιλεὺς καὶ ἡ περὶ αὐτὸν πᾶσα βουλή
γενόμενοι, καὶ θεῷ τὴν χάριν ὁμολογοῦντες, σὺν
αἰδοῖ τοῦτον ἔσῃ καὶ τιμῇ παρέπεμπον· ὕστερον
δὲ καὶ ἰδιαζόντως αὐτὸν ὁ κρατιόν μετακαλεσάμενος καὶ εἰς λόγους ἐλθὼν, καὶ γνοὺς τίς τε εἴη καὶ
ὅθεν ἔχει, καὶ πόσην ἐπῆλθε γῆν, τίς τε ἡ αἰτία
τῆς ἀποδημίας αὐτῷ, καὶ τίνα τὸν μετὰ ταῦτα
σκοπὸν τίθεται, σφόδρα τῆς γνώμης αὐτὸν ἀγάμενος, ὡς κρείττονά τε, ἤ κατὰ ἄνθρωπον ἑώρα καὶ τοῦ
αὐτῷ ἐς ὄψιν ἐλθεῖν πολλὰς τῷ Θεῷ καὶ τῷ ἀρχιερεῖ
αὐτοῦ χάριτας ὀφείλειν διωμολόγει. Ὁ δὲ Γρηγόριος, τῆς προτέρας γνώμης ἐχόμενος, τὴν μὲν ἐκεῖσε
διατριβὴν καὶ τιμὴν λίαν δυσχεραίνων ἦν, παντὶ δὲ
τρόπῳ τὴν ἀναχώρησιν πραγματευόμενος. ᾿Αμέλει
καὶ διὰ τινος Μαρκιανοῦ ὡς ἦν ᾠκειωμένος τῷ
βασιλεῖ ταύτην εὕρετο, καὶ ἐπὶ ῥητοῖς τισιν ἀποστέλλεται ἐφ᾽ ᾧ εἰς Ῥώμην τε κατελθεῖν, καὶ τὰ
ἐκεῖσε κάλλη περισκεψάμενος, καὶ δὴ καὶ τῶν κορυφαίων προσκυνητής γενόμενος ἀποστόλων, αὖθις
ὑποστρέψας διὰ ταχέων, καὶ τοῦ λοιποῦ συνεῖναι
τῷ βασιλεῖ. Πρότερον δὲ ἡ ἐκεῖνον τὴν Ῥώμην
καταλαβεῖν φθάσαντες οἱ πρὸς τοῦ πάππα παρὰ
τὴν σύνοδον σταλέντες ἐπίσκοποι, αὐτόν τε τὸν
πάππαν, καὶ πάντας τοὺς ἐν τῇ χώρα τοῦ περί
αὐτὸν ἐμπὶπλῶσι θαύματος. ᾿Ασμένοι; οὖν καὶ αὐτοῖς ἐκεῖνος ἐπιφανείς, μᾶλλον ὑρώμενος εἰς ἔχπληξιν ἦ γεν ἢ ἀκουόμενος. Φεύγων σὲ τὰς ὀχλήσεις
παρὰ τῇ μονῇ τοῦ ἁγίου Σάβα ἡσυχάζειν διέγνω,
τὰς συνεχεῖς ἐκκλίνων προόδους, καὶ πρὸς μηδένα
μηδαμώς παῤῥησιαζόμενος.
“
inquam, est ille victor, ac nostra fidei propugnaculum. Tum rex ac universus circumstans senatus
admiratione ac laudibus hunc exceperunt. Mox Deo
gratias agentes, malta cum reverentia et honore
deduxerunt. Deinde rex ipsum arcersivit, simulque
cum illo locutus, quisnam esset, ac unde gentium
veniret, et quas orbis regiones peragrasset, qua
illi demum lantæ peregrinationis causa, quae pra
lerea mens fuisset,agnovit. Quo factum est, ut illum
ex animo vehementer admirans, homine multo
majorem æstimaret, quodque in ejus conspectum
venisset, multas hoc nomine Deo et archiprasuli
gratias debere fateatur. At vero Gregorius priori
proposito incisus, consuetudinem illam ac honorem ægre admodum ferebat quin abitum illinc
modis omnibus meditabatur. Hunc denique Marciani cujusdam, qui regi perquam familiaris erat,
opera consecutus, cautionibus ac legibus quibusdam dimissus est, nimirum inviseret Romam:
cumque urbis illius pulchritudinem ac magnificentiam vidisset, essetque summos apostolos veneratus, rursus quam celerrime posset, reverteretur,
rcgis contubernio in posterum adhmsurus. Porro
antequam ille Romam adiret, episcopi quos Pontifex Maximus ad concilium miserat, ejus adventum
anteverterant, pontificemque ipsum, ac omnes regni ejusdem præsules in maximam illius admirationem evexerant. Quamobrem illustris ille vir
exspectatus advenit, et majorem illis sua præsentia,quam cujusvis sui prædicatione,stuporem induxit. Calerum turbam vitans, frequentesque hominum congressus declinans, neque temere sese,
nec inconsulto cujusvis colloquium dans, juxta
divi Sabæ domicilium commorari decrevit.
ΚΖ'. Εν τούτοις δὲ διατρίβοντος Γρηγορίου,
KZ'.
XXVII. Cum hæc interim apud Gregorium ageκαὶ ὁ ᾿Ακραγαντίνων ἐπίσκοπος Θεόδωρος οὕτω rentur, Theodorus Agrigenti episcopus, qui jam
καλούμενος ὃς ἤδη κεχειροτόνειτο μετὰ Ποταμίωνα, Potamioni successerat, vita ipse pariter defunctus
καὶ αὐτὸς ἀπολείπει τὸν βίον. Φύεται δὴ στάσις ἐν τῷ est. Inde dum alii alium proponerent (ut usu fero
λαῷ καὶ ἄλλων ἄλλον προβαλλομένων, οἷα φιλεῖ τοῖς in ejusmodi suffragiis evenire solet) seditio in poτοιούτοις συμβαίνειν, ταραχὴ τὸ πλῆθος κατείχεν, pulo nascitur, et tumnullus a multitudine conflatur.
Οἱ μὲν γὰρ Σχοινόν τινα πρεσβύτερον, οἱ δὲ Κρι- Alii enim Sabinum quemdam presbyterum, alii
σκεντῖνον, οἱ δὲ τὴν ἀρχιδιάκονον Εὔπλον, καὶ ἕτερος Crescentinum, alii archidiaconum Euplum, et alii
ἕτερον εἰς τὸν θρόνον καθίζειν ἔσπευδε. Τὸ κῦρος alios in sede collocare studebant. Cumque unusοὖν ἑκάστου παρὰ τοῦ πάππα ζητοῦντος, εἰς Ρω- quisque designatum a se auctoritate pontificis frμην διαπερώσι, καὶ τῷ πέππα ταῦτα κατὰ τὸ ἔθος mari, ratumque fieri vellet, Romam ire perrexeἀνατιθέασι, Συνῆν δὲ αὐτοῖς καὶ Χαρίτων ὁ τοῦ runt, rem (ui moris est) pontificis max. arbitrio
Γρηγορίου πατήρ. Εἰσελθόντων οὖν πρὸς αὐτὸν of permissuri. Horum in comitatu Chariton Gregorii
μὲν περὶ Σαβίνον ἐν ἑνὶ μέρει ἔστησαν, οἱ δὲ περὶ paler aderat. Atqui illis Romam accedentibus,
Κρισκεντῖνον ἑτέρωθι, οἱ δὲ περὶ Εὔπλον καὶ τοὺς cum hinc Sabinus, inde Crescentinus consisteret,
λοιποὺς ὀπίσω τούτων ἔταξαν ἑαυτοὺς· ὡς δὲ και Euplus ac reliqui illos ordine sequebantur. Qμοερωτηθέντες τίνα βούλοιντο χειροτονηθῆναι αὐτοῖς circa interrogati, quemnam sibi vellent episcopum
ἐπίσκοπον, οἱ μὲν Σαβίνον, οἱ δὲ Κρισκεντῖνον præfici, aliis Sabinum, aliis Crescentinum petentiχτοῦντο. Τμῖν δὲ, φησὶν τοῖς περὶ Εὔπλον ἐπιστρα- bus, pontifex conversus ad eos, qui erant ab
φεὶς ὁ πάππας, τί ποτε ἄρα δοκεῖ; Οἱ δὲ διὰ Χα- Euplo: Quid vobis,inquit, videtur? Ii per Charitoμίτωνος ἀπεκρίναντο· “Ο δοκεῖ τῷ Θεῷ μᾶλλον καὶ nem responderunt, se illum qui Deo in primis,et
τῇ σῇ διακρίσει, τοῦτο δὴ καὶ εὐκταῖον ἡμῖν γενέ- illius judicio videretur, suscepturos. Hoc sane
σθαι. Ο γὰρ ἂν αὐτῇ δοκιμάσεις, τοῦτο πάντως nobis (aiunt) erit optabile; quod enim tuo judicio
καὶ ὡς θεῷ δοκοῦν λογιούμεθα. Εἶτα ὁ πάππας τοῖς probaveris,idipsum quoque Deo placere omnino ext
περὶ Σαβίνον καὶ Κρισκεντίνον, Συμφρονήσαντες, stimamus. Deinde pontifex iis qui a Sabine
col. 223–224page 108 of 146
PG 116:223ἔφη, ἕνα τῶν πάντων ὃς ὑμῖν εἰς ἀρέσκειαν ἀφορίσατε. ὡς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίναντο συνετόν, ἀλλ᾽ ἐθορύβουν μᾶλλον καὶ ἀσχημόνως ἀλλήλοις ἐλοιδόρουν, πρὸς τὴν ἀναιδῆ στάσιν αὐτῶν χαλεπήνας ὁ πάππας, τούτους ἀπελαθῆναι κελεύει. Μεθ᾿ ἡμέρας δὲ τρεῖς τοὺς περὶ Εὔπλον καὶ Χαρίτωνα συγκαλέσας, κοινωνοὺς αὐτῷ τῆς γνώμης ἐποίει. οἱ δὲ τὴν τοῦ Θεοῦ ψῆφον καὶ αὖθις κρατεῖν ἔφησαν, καὶ ὃν ἐκεῖνος ἐμφανῶς δοκιμάσειε, τοῦτον δὴ καὶ χειροτονεῖν. ΚΕ'. Ἐν ἀπόρῳ τοίνυν ὁ πάππας γενόμενος καὶ τοῦ Θεοῦ συντόνως δεόμενος, ἐξ οὐρανοῦ δῆλον γενέσθαι τὸν αὐτῷ δόκιμον, ὄναρ ὁρᾷ, δύο τινὰς ἄνδρας ἐπιστάντας αὐτῷ· ἀποστολικὸν δὲ ἦν τὸ σχῆμα τούτοις καὶ ἡ ἀναβολή· οἳ καὶ πρὸς αὐτόν ἐῴκεσαν λέγειν, Τί δῆτα λύπῃ τὴν ψυχὴν ἐπλήγεις τῆς τῶν στασιαζόντων ἕνεκε φιλονεικίας. Οὗτοι δέ σοι οἱ παρ' αὐτῶν προσαγόμενοι πρὸς χειροτονίαν ἥκιστα τοῦ ἐγχειρήματος ἄξιοι· ἄλλος δέ τίς ἐστιν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ξένος ἀνήρ, τὸν τρόπον κόσμιος καὶ τῷ Θεῷ φίλος· ἡ κλῆσις αὐτῷ Γρηγόριος. Οὗτος μέχρι μέν τινος τῷ τοῦ ἁγίου Σάβα μοναστηρίῳ ἐπιξενούμενος ἦν· ἐπεὶ δὲ τοὺς ἄνδρας τούτους ἥκοντας ἔμαθεν, ἔτι καὶ μᾶλλον ἀπέκρυψεν ἑαυτόν, καὶ νῦν τὸ τοῦ ἁγίου Ἑρμοῦ σεμνεῖον ἔχει τοῦτον παρ' ἑαυτῷ κρυπτόμενον· ὅνπερ δὴ μετακαλεσάμενος καὶ τῆς Ἀκραγαντίνων ἐγχείρας τὴν προεδρίαν ἐς Σικελίαν ὅτι τάχιστα πέμπε· ἔστι γάρ καὶ ἱερωσύνης ἄξιος ὁ ἀνήρ, καὶ τῷ τοιῷδε τόπῳ μάλιστα προσαρμόζων. Ταῦτα εἰπόντες καὶ ἅμα τὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα τῆς μορφῆς παραδείξαντες, ἀφανεῖς ἐγεγόνεισαν. ὡς δὲ τοῦ ὕπνου λέλυτο, φόβου καὶ χαρᾶς πλήρης ὤν, τῷ μοναχῷ Μάρκῳ κοινοῦται τὴν ὄψιν. Ὁ Μάρκος δὲ οὗτος ἦν ὃν ἤδη φθάσας ὁ λόγος τῷ Γρηγορίῳ συνοδοιπόρον ἐγνώρισε πεμφθῆναι παρὰ Θεοῦ, καὶ πρὸς τὴν πατρίδα Ῥώμην αὖθις ἀνασωθῆναι. Καὶ ὃς συνησθεὶς τῆς ὄψεως τῷ ἀρχιερεῖ, ὅτι τάχος παρήνει κατὰ τὰ ὁραθέντα ποιεῖν. Καὶ πέμπονται δὴ κατὰ ζήτησιν ἄνδρες ἔκκριτοι, καὶ ἅμα τοῦτον καλῶς εἰδότες, δύο τε τῶν ἐπισκόπων, οἱ ἀπὸ τῆς συνόδου πρότερον ἀφικόμενοι, καὶ τις ἕτερος ὁ ἱερεὺς καὶ αὐτὸς αὐτῷ γνώριμος. Οὗτοι πρῶτον ἐν τῷ τοῦ ἁγίου Σάβα μοναστηρίῳ γενόμενοι, καὶ μαθόντες ὅτι δυσὶ πρότερον ἡμέραις ἐξελθὼν εἰς τὴν τοῦ ἁγίου Ἑρμοῦ μετέβη μονήν, ἐκεῖ καὶ οὗτοι σπουδῇ παραγεγονότες, εὑρίσκουσιν ἤδη κἀκεῖθεν ἐκχωρεῖν μέλλοντα· ὃς καὶ μακρόθεν αὐτοὺς θεασάμενος καὶ οἵτινες εἶεν ἐκ τῆς ὄψεως ἀναγνούς, καὶ συμβαλὼν ὅ τι βούλοιντο, τοῦ κήπου δραμὼν ἐνδοτέρω μέσον τῶν φυτῶν ὑπεκρύπτετο. ΚΘ'. Ἐπεὶ δὲ οὗτοι τῷ προεστῶτι τῆς μονῆς προσελθόντες τὸν Γρηγόριον ἰσχυρῶς ἀπῄτουν, καὶ οὐδ᾽ ἂν εἴ τι γένοιτο μεθήσειν αὐτὸν ἔλεγον, ἐν ἀμηχάνῳ καταστὰς ἐκεῖνος, καὶ μικρὸν ὑφεῖναι τοὺς ἐπισκόπους ἐξαιτησάμενος, οὐκ ἀνίει, πάντα τόπον τῆς μονῆς περιιὼν καὶ διερευνώμενος. Ὡς δὲ καὶ περὶ τὸν κῆπον ἐγένετο, καὶ περιεργότερον τὸν ὀφθαλμὸν τοῖς αὐτοῖς ἐπέβαλλεν, ὁρᾷ μέσον αὐτῶνCrescentino stabant, ait: Unum aliquem ex omni. ἔφη, ἕνα τῶν πάντων ὃς ὑμῖν εἰς ἀρέσκειαν ἀφορί
bus, qui vobis cordi magis sit, unanimes desi- σατε. ὡς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίναντο συνετόν, ἀλλ᾽ 19οgnate. Caeterum prudenter illi nihifresponderunt, ρύβουν μᾶλλον καὶ ἀσχημόνως ἀλλήλοις ελοιδόρουν,
quin tumultuose agentes; ipsi mter se conviciis πρὸς τὴν ἀναιδῆ στάσιν αὐτῶν χαλεπήνας ὁ πάππας,
δ
turpiter lacessebant. Propter imprudentem illorum τούτους ἀπελαθῆναι κελεύει. Μεθ᾿ ἡμέρας δὲ τρεῖς
seditionem Sndignatus pontifex, illorum postulata τοὺς περὶ Εὔπλον καὶ Χαρίτωνα συγκαλέσας, κοινωirrita Sci. Verum post triduum Euplum ac Cha- νοὺς αὐτῷ τῆς γνώμης εποίει. οἱ δὲ τὴν τοῦ Θεοῦ
ritoset accersens illos consilii sui participes facit. ψῆφον καὶ αὖθις κρατεῖν ἔρησαν, καὶ ὃν ἐκεῖνος
Rursis illi Dei placitum exspectare, et quem ille εμφανῶς δοκιμάσειε, τοῦτον δὴ καὶ χειροτονεῖν.
manifeste approbasset, hunc itidem sese dixerunt
eligere.
XXVIII. Quamobrem cum pontifex penderet ΚΕ'. Ἐν ἀπόρῳ τοίνυν ὁ πάππας γενόμενος καὶ
animi, Deumque assiduis precibus oraret, ut quem τοῦ Θεοῦ συντόνως δεόμενος, ἐξ οὐρανοῦ δῆλον για
is probaret, eumdem perspicuum coelitus faceret, νέσθαι τὸν αὐτῷ δόκιμον, ὄναρ ὁρᾷ, δύο τινὰς ἄνduos homines per quietem sibi vidit assistere, δρας ἐπιστάντας αὐτῷ· ἀποστολικὸν δὲ ἦν τὸ σχῆμα
specie ac cultu corporis apostolos referentes, qui τούτοις καὶ ἡ ἀναβολή· οἳ καὶ πρὸς αὐτόν ἐῴκεσεν
se in hunc modum visi sunt alloqui: Cur ob invi- λέγειν, Τί δῆτα λύπῃ τὴν ψυχὴν ἐπλήγεις τῆς τῶν
cem dissidentium contentionem animo cruciaris? στασιαζόντων ἕνεκε φιλονεικίας. Οὗτοι δέ σοι ο!
Nain qui ad te, ut eligantur, ab iisdem adducti
sunt, hoc onere atque conatu haudquaquam sunt
digni. At quidam alius est in urbe hospes,vir moribus ornatus ac Deo charus; Gregori nomen est
illi.Hinc aliquando in divi Sabæ monasterio hospes
egit; sed cum hosce viros adventare ad urbem intellexit,multo magis se occultavit,ac nunc in sacra
divi Mercurii æde latet occullus. Hunc accerse, et
Agrigenti Ecclesiæ præfectura insignitum, in Siciliam primo quoque tempore transmittito; est enim
vir cum sacerdotio dignus, tum regendæ illi Ecclesiæ maxime idoneus. His dictis, simulque cum
lineamentis illum corporis indicassent, ab oculis
elapsi sunt. Simul ac vero somno ille solutus eat,
timore ac gaudio perfusus, cum Marco monacho, G
quæ sibi per visum apparuerant, communicat.
Porro hic erat Marcus ille, quem Gregorio comitem
itineris missum,ac deinde Romam in patrium solum
reversum fuisse, superior sermo demonstravit. Hic
pontifici hoc visum gratulatus, monuit oportere
illum justa visionem agere. Tum quidam exploratum mittuntur viri selecti, quique illum probe
norant, ac duo præterea episcopi, qui a concilio
antea reversi fuerant, quibus alter quidam sacerdos
illi cognitus comes additur. Hi simul monasterium
divi Sabæ quamprimum adeunt: ubi intelligentes
illum biduo antea egressum, ad templum sese divi
Mercurii contulisse, illuc maturant proficisci,eumque inde mox digressurum inveniunt. Qui illos
eminus conspicatus, et quinam essent, de facie
agnoscens, ac demum, quid a se vellent, conjectans, in hortum se in mediis plantis, fugiens,
abdidit.
XXIX. Cum vero illi a præposito domicilii
ejusdem Gregorium acriter repeterent, hunc si
dimitteret, graviter interminali, ille animo atque
cogitatione suspensus, ab episcopis inoræ paululum
impetravit, nec prius acquievit, donec universam
domum accuratissime scrutatus perlustrasset. Hortum itidem obiens, et oculos arboribus adjiciens,
medium illis obrutum ac latitantem cernit. Accurη
παρ' αὐτῶν προσαγόμενοι πρὸς χειροτονίαν ἥκιστα
τοῦ ἐγχειρήματος ἄξιοι· ἄλλος δέ τίς ἐστιν ἐν τῇ
πόλει ταύτῃ ξένος ἀνὴρ, τὸν πρόπον κόσμιος καὶ
τῷ Θεῷ φίλος· ἡ κλῆσις αὐτῷ Γρηγόριος. Ούτος
μέχρι μέν τινος τῷ τοῦ ἁγίου Σάβα μοναστηρίῳ
ἐπιξενούμενος ἦν· ἐπεὶ δὲ τοὺς ἄνδρας τούτους
ήκοντας ἔμαθεν, ἔτι καὶ μᾶλλον ἀπέκρυψεν ἑαυτὸν,
καὶ νῦν τὸ τοῦ ἁγίου Ἑρμοῦ σεμνεῖον ἔχει τοῦτον
παρ' ἑαυτῷ κρυπτόμενον ὅνπερ δὴ μετακαλεσά
μενος καὶ τῆς ᾿Ακραγαντίνων ἐγχείσας την προε
δρίαν ἐς Σικελίαν ὅτι τάχιστα πέμπε· ἔστι γάρ
καὶ ἱερωσύνης ἄξιος ὁ ἀνὴρ, καὶ τῷ τοιῷδε τόπῳ
μάλιστα προσαρμόζων. Ταῦτα εἰπόντες καὶ ἄμε
τὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα τῆς μορφῆς παραδείξαντες,
άφανεῖς ἐγεγόνεισαν. ὡς δὲ τοῦ ὕπνου λέλυτο,
φόβου καὶ χαρᾶς πλήρης ὤν, τῷ μοναχῷ Μάρκῳ
κοινοῦται τὴν ὄψιν. Ο Μάρκος δὲ οὗτος ἦν ἂν ἤδη
φθάσας ὁ λόγος τῷ Γρηγορίῳ συνοδοιπόρον ἐγνώ
ρισε πεμφθῆναι παρὰ Θεοῦ, καὶ πρὸς τὴν πατρίδα
Ῥώμην αὖθις ανασωθῆναι. Καὶ ὃς συνησθεὶς τῆς
ὄψεως τῷ ἀρχιερεῖ, ὅτι τάχος παρήνει κατὰ τὰ
δραθέντα ποιεῖν. Καὶ πέμπονται δὴ κατὰ ζήτησιν
ἄνδρες ἔκκριτοι, καὶ ἅμα τοῦτον καλῶς εἰδότες,
δύο τε τῶν ἐπισκότων, οἱ ἀπὸ τῆς συνόδου προ
τερον ἀφικόμενοι, καὶ τις ἕτερος ὁ ἱερεὺς καὶ αὐ
τὸς αὐτῷ γνώριμος. Οὗτοι πρῶτον ἐν τῷ τοῦ ἁγίου
Σάδα μοναστηρίῳ γενόμενοι, καὶ μαθόντες ὅτι δυσὶ
πρότερον ἡμέραις ἐξελθὼν εἰς τὴν τοῦ ἁγίου Ερμού
μετέβη μονὴν, ἐκεῖ καὶ οὗτοι σπουδῇ παραγεγονότες,
ευρίσκουσιν ἤδη κάκεῖθεν ἐκχωρεῖν μέλλοντα· ὃς καὶ
μακρόθεν αὐτοὺς θεσάμενος καὶ οἵτινες εἶεν ἐκ τῆς
ὄψεως ἀναγνούς, καὶ συμβαλὼν ὅ τι βούλοιντο, τοῦ κήπου δραμὼν ἐνδοτέρω μέσον τῶν φυτῶν ὑπεκρύπτετο.
ΚΘ'. Ἐπεὶ δὲ οὗτοι τῷ προεστῶτι τῆς μονῆς
προσελθόντες τὸν Γρηγόριον ἰσχυρῶς ἀπῄτουν, καὶ
οὐδ᾽ ἂν εἴ τι γένοιτο μεθήσειν αὐτὸν ἔλεγον, ἐν ἀμηχάνω καταστὰς ἐκεῖνος, καὶ μικρὸν ὑφεῖναι τοὺς
ἐπισκόπους ἐξαιτησάμενος, οὐκ ἀνίει, πάντα τόπον
τῆς μονῆς περιιὼν καὶ διερευνώμενος. Ως δὲ καὶ
περι τὸν κῆπον ἐγένετο, καὶ περιεργότερον τὴν
ὀφθαλμὸν τοῖς αὐτοῖς ἐπέβαλλεν, ὁρᾷ μέσον αὐτῶν
col. 225–226page 109 of 146
PG 116:225ὑποδεδυκότα καὶ κρυπτόμενον τὸν Γρηγόριον. Ἐπιδραμὼν οὖν καὶ τῆς χειρὸς ἐκείνου λαβόμενος πρὸς τοὺς ζητοῦντας ἐξῆγε, χαλεπαίνων ἅμα καὶ κεκραγὼς ὅτι μεγάλοις, ὡς ἔοικεν, ἐγκλήμασιν ἔνοχος ὤν, καὶ διὰ ταῦτα καὶ παρὰ ἀνδρῶν τοιούτων ζητούμενος, φυγάς τε πρὸς τὴν μονὴν ἔλθοι καὶ κίνδυνον αὐτοῖς οὐ μικρὸν ἐπαγάγοι κρυπτόμενος. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς ἐκεῖνος ᾤετο· ὁ δὲ μηδὲν εἰρηκώς, ἐπεὶ μηδ' εἶχε τι πρὸς αὐτὸν ὁ λόγος, σιωπῶν ἐξήει. ὡς δὲ καὶ εἶδον αὐτὸν οἱ ἐπίσκοποι καὶ ἐπέγνωσαν, τῇ περὶ αὐτῶν αἰδοῖ νικηθέντες, πίπτουσί τε εὐθὺς εἰς γόνατα, καὶ πᾶν ἐκείνου περιεπτύσσοντο μέλος, οὐδὲν μέγα ποιεῖν νομίζοντες, εἰ τὸν τιμῆς τοσαύτης παρά τε τοῖς πρώτοις τῶν ἐν τῇ συνόδῳ Πατέρων καὶ αὐτοῦ βασιλέως ἠξιωμένον καὶ αὐτοὶ τιμὴν ἔγνωσαν. Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος, σφόδρα τοῦ μετρίου γινόμενος, οὐδὲν αὐτοῖς ἔλαττον τὰ τῆς τιμῆς ἀντεδίδου· εἶτα καὶ τίς αὐτὸν ὁ καλῶν εἴη ἀκηκοώς, τῷ ταῦτα οὕτως οἰκονομοῦντι Θεῷ πειθόμενος εἵπετο. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ τὸν ἐκ παιδὸς ἐκείνου βίον ὁ Μάρκος διεξήει τῷ πάππᾳ τά τε τοῦ τρόπου κατέλεγεν ἀγαθὰ, καὶ ὅπως αὐτὸν ἐκ θείας ὄψεως ἐκ Σικελίας παραλαβὼν εἰς τοὺς ἱεροὺς ἀπήνεγκε τόπους. Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ πάππας ἃ παρὰ τῶν ἐκ τῆς συνόδου κατεληλυθότων ἀκούσοι, κοινοῦται τῷ Μάρκῳ, καὶ ὅπως κἀκεῖ τοῖς λόγοις ἀστράψας τὰ τῶν αἱρετικῶν ἐνέφραξε στόματα. Δ΄. Ἐν ᾧ δὲ οὗτοι ταῦτα πρὸς ἀλλήλους διωμιλοῦντο, ἧκον καὶ οἱ ἐπίσκοποι μεθ' ἑαυτῶν ἔχοντες τὸν Γρηγόριον. Ἐπεὶ δὲ καὶ πλησίον ἦν, τὰ τῆς μορφῆς αὐτῷ ἴχνη πρὸς τὴν ὁραθεῖσαν ὄψιν ἀντιπαραβάλλων ὁ πάππας αὐτὸν ἐκεῖνον ἐπέπειστο βλέπειν τὸν ἐν τοῖς ὕπνοις αὐτῷ ὑποδεδειγμένον. Σφόδρα οὖν φιλοφρόνως αὐτὸν ἀσπασάμενος, καὶ τοὺς τῷ καιρῷ προσήκοντας χαριστηρίους λόγους ἐπιφθεγξάμενος, ἐν τινι θρόνῳ καθεσθῆναι κελεύει. Παρῆν δὲ καὶ ὁ Μάρκος αὐτοῖς συμπάρεδρος, ὃν θεασάμενος ὁ Γρηγόριος καὶ ὑφ' ἡδονῆς δακρύων τοὺς ὀφθαλμοὺς πληρωθείς, τοῦ τε θρόνου ὡς εἶχεν ἀναπηδᾷ καὶ τῶν ποδῶν ἐκείνου λαβόμενος, μυρίας πρὸς Θεὸν εὐχαριστῶν ἠφίει φωνάς· Δόξα σοι, λέγων, Κύριε βασιλεῦ, δόξα σοι. Ἰδοὺ καὶ πάλιν ὁ ἐμὸς οὗτος σωτὴρ ὁ ἐμὸς ὁδηγός, ἡ τῆς ἐμῆς ἐλπίδος ἀρχή. Εἶτα καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Μάρκον, Ἰδού, φησίν, ὦ Πάτερ, τὸ παρὰ σοῦ μοι προῤῥηθὲν τέλος εἴληφε νῦν, καὶ πάλιν ἀλλήλους κατά γε τὴν παροῦσαν ὁρῶμεν ζωήν. Ταῦτα τοῦ Γρηγορίου πρὸς τὸν Μάρκον οὐκ ἄδακρυτί λέγοντος, ἐθαύμαζόν τε οἱ παρόντες, καὶ τῆς χαρᾶς κοινωνοῦντες συνεκοινώνουν καὶ τῶν δακρύων. Ὁ δὲ δὴ πάππας τοὺς μὲν παρεστῶτας ἅπαντας ἐκ μέσου ποιήσας, δύο δὲ μόνους τῶν ἐπισκόπων καὶ τὸν Γρηγόριον μένειν κελεύσας, πάντα, ὡς εἶχε τὰ τοῦ δράματος ἀπαγγέλλει, τά τε τῆς τῶν ὄχλων στάσεως, καὶ τὰ τῆς κατασχεθείσης αὐτὸν ἀπορίας, εἶτα καὶ τὰ τῆς ἐπιφανείσης αὐτῷ θείας ὄψεως· καὶ ὅτι ἄνωθεν ἤδη ἐπίσκοπος τῆς Ἀκραγαντίνων Ἐκκλησίας κεχειροτόνηται. Οὕτως εἰπόντος τοῦ πάππα ὁ Γρηγόριος τὴν ἱερωσύνην ὀκνῶν ἦν καὶυποδεδυκότα καὶ κρυπτόμενου
τὸν Γρηγόριο». rens ergo,manu illius apprehensa, se quærentibus
Επιδραμὼν οὖν καὶ τῆς χειρὸς ἐκείνου λαβόμενος educebat,in illum sæviens, clamabat magnis illum
πρὸς τοὺς ζητοῦντας ἐξῆγε, χαλεπαίνων ἅμα καὶ (ut apparebat) obnoxium et obstrictum esse crimiκεκραγώς ότι μεγάλοις, ὡς ἔοικεν, ἐγκλήμασιν nibus,et propterea ab ejusmodi viris inquiri: itemἔνοχος ὤν, καὶ διὰ ταῦτα καὶ παρὰ ἀνδρῶν τοιού- que exulem ac profugum, templum illud, ut ibi
των ζητούμενος, φυγάς τε πρὸ τὴν μονὴν ἔλθοι lateret,petiisse, ac grave sibi hoc numine periculum
καὶ κίνδυνον αὐτοῖ; οὐ μικρὸν ἐπαγάγοι κρυπτόμε- attulisse. Et ille quidem hæc ita se habere arbitraνος. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς ἐκεῖνος ᾤετο· ὁ δὲ μηδὲν batur; ille contra nihil locutus, quasi nulla subεἰρηκώς, ἐπεὶ μηδ' εἶχε τι πρὸς αὐτὸν ὁ λόγος, σιω- esset sibi ratio ad respondendum silens egredieπῶν ἐξήει. ὡς δὲ καὶ εἶδον αὐτὸν οἱ ἐπίσκοποι καὶ batur. Ubi vero viderunt illum episcopi et agnoἐπέγνωσαν, τῇ περὶ αὐτῶν αἰδοῖ νικηθέντες, πί- verunt, pudore erga illum, affecti, ejusque genibus
πτουσί τε
εὐθὺς εἰς γόνατα, καὶ πᾶν ἐκείνου advoluti, complexuntur, magni se nihil agere opiπεριεπτύσσοντο μέλος, οὐδὲν μέγα ποιεῖν νομίζον- nantes, si quem a concilii Patribus, atque adeo a
τες, εἰ τὸν τιμῆς τοσαύτης παρά τε τοῖς πρώτοις rege ipso honorifice exceptum viderant, ipsi quoτῶν ἐν τῇ συνόδῳ Πατέρων καὶ οὐτοῦ βασιλέως que summo honore complecterentur. Verum enimἠξιωμένον καὶ αὐτοὶ τιμὴν ἔγνωσαν. Οὐ μὴν ἀλλὰ vero divus Gregorius, non segnius se demittens, hoκαὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος, σφόδρα τοῦ μετρίου γινό- norem illis nihilo minorem rependebat. Sub hæc
μενος, οὐδὲν αὐτοῖς ἔλαττον τὰ τῆς τιμῆς ἀντεδίδου audiens is qui Gregorium accersierat, talia nutu
εἶτὰ καὶ τίς αὐτὸν ὁ καλῶν εἴη ἀκηκοώς, τῷ ταῦτα Dci regi et administrari persuasus, illos sequebaοὕτως οἰκονομοῦντι Θεῷ πειθόμενος εἴπετο. Ἐν δὲ tur. Dum hæc aguntur, Marcus, qui ejus ipsius a
τῷ μεταξὺ τὸν ἐκ παιδὸς ἐκείνου βίον ὁ Μάρκος puero vila, quive innocentes mores fuissent, ponδιεξήει τῷ πάππα τά τε τοῦ τρόπου κατέλεγεν tifici max, narrabat, quemadmodum ex divina viἀγαθὰ, καὶ ὅπως αὐτὸν ἐκ θείας ὄψεως ἐκ Σικελίας sione assumptum ex Sicilia ad sancta eum loca
παραλαβὼν εἰς τοὺς Ἱεροὺς ἀπήνεγκε τόπους. advexisset. Identidem pontifex, quæ a synodo proΟμοίως δὲ καὶ ὁ πάππας ἃ παρὰ τῶν ἐκ τῆς συν fectis audierat, Marco communicat, nimirum ut
όδου κατεληλυθότων ἀκούσοι, κοινοῦται τῷ Μάρκῳ, litterarum præstantia coruscans hæreticorum ora
καὶ ὅπως κἀκεῖ τοῖς λόγοις ἀστράψας τὰ τῶν αἱρε- illic obstruxerit.
τικῶν ἐνέφραξε στόματα.
Δ΄. Ἐν ᾧ δὲ οὗτοι ταῦτα πρὸς ἀλλήλους διωμι- XXX. Interim vero dum hæc illi mutuo comλοῦντο, ἧκόν καὶ οἱ ἐπίσκοποι μεθ' ἑαυτῶν ἔχοντες mentantur,episcopi Gregorium secum adducentes
τὸν Γρηγόριον Ἐπεὶ δὲ καὶ πλησίον ἦν, τὰ τῆς redierunt: qui cum propius accessissent, forma
μορφῆς αὐτῷ ἴχνη πρὸς τὴν ὁραθεῖσαν ὄψιν ἀντι- c illius lineamenta ad visionem, quam in somnnis
παραβάλλων ὁ πάππας αὐτὸν ἐκεῖνον ἐπέπειστο viderat, conferens pontifex, eumdem ipsum, qui
βλέπειν τὸν ἔν τοῖς ὕπνοις αὐτῷ ὑποδεδειγμένον. sibi in quiele visus fuerat, intueri est persuasus.
Σφόδρα οὖν φιλοφρόνως αὐτὸν ἀσπασάμενος, καὶ Quare hilariter illum admodum complexatus,
τοὺς τῷ καιρῷ προσήκοντας χαριστηρίους λόγους Deoque quemadmodum tempus postulabat, gratias
ἐπιφθεγξάμενος, ἐν τινι θρόνῳ καθεσθῆναι κελεύει. agens, in sede locandum præcipit. Aderat et Mar
Παρῆν δὲ καὶ ὁ Μάρκος αὐτοῖς συμπαρεδρος, ὃν cus cæteris assidens. Quem Gregorius conspicatus,
θεασάμενος ὁ Γρηγόριος καὶ ὑφ᾽ ἡδονῆς δακρύων ejus sunt elicita gaudio lacryma, ac a sede, cum
τοὺς ὀφθαλμοὺς πληρωθεὶς, τοῦ τε θρόνου ὡς εἶχεν primum potuit, exsiliens,sese ad illius pedes proἀναπηδᾷ καὶ τῶν ποδῶν ἐκείνου λαβόμενος, μυρίας jecit, Deoque multiplices et immortales gratias
πρὸς Θεὸν εὐχαριστῶν ἠφίει φωνάς, Δόξα σοι, λέγων, egit: Te gloria, Christe Rex (inquiens), te gloria
Κύριε βασιλεῦ, δόξα σοι. Ἰδοὺ καὶ πάλιν ὁ ἐμὸς οὔ decet. En tibi rursus servator meus, dux meus,
τος σωτὴρ ὁ ἐμὸς ὁδηγὸς, ἡ τῆς ἐμῆς ἐλπίδος ἀρχή. spei meæ principium. Deinde Marcum ipsum alloΕἶτα καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Μάρκον, Ἰδού, φησίν, ὦ quitur: Ecce tuum, Pater, jam pridem prædictum
Πέτερ, τὸ παρὰ σοῦ μοι προῤῥηθὲν τέλος εἴληφε νῦν, vaticinium nunc finem accepit, fore ut nos denuo,
καὶ πάλιν ἀλλήλους κατά γε τὴν παροῦσαν ὁρῶμεν p hac etiam præsenti vita, mutuo videremus. His
ζωήν. Ταῦτα του Γρηγορίου πρὸς τὸν Μάρκον οὐκ non sine lacrymisa Gregorio dictis, præsentes omἄδακρυτί λέγοντος, ἐθαύμαζόν τε οἱ παρόντες, καὶ nes mirabatur, gaudiique participes facti, lacryτῆς χαρᾶς κοινωνοῦντες συνεκοινώνουν καὶ τῶν δα mas cum illis communicabant. At vero Pontifex
κρύων. Ο δὲ δὴ πάππας τοὺς μὲν παρεστώτας Max. prasentes omnes dimittit, solos episcopos
ἅπαντας ἐκ μέσου ποιήσας, δύο δὲ μόνους τῶν ἐπι- duos atque Gregorium retinet, omnia illis (ut se
σκόπων καὶ τὸν Γρηγόριον μένειν κελεύσας, πάντα, habent) acta, tum turbæ seditionem, tum dubitaὡς εἶχε τὰ τοῦ δράματος ἀπαγγέλλει, τά τε τῆς τῶν tionem, quam habuerat, edisserit; eaque addit
ὄχλων στάσεως, καὶ τὰ τῆς κατασχευσης αὐτὸν quæ sibi in somniis divinitus apparuerant, asseἀπορίας, εἶτα καὶ τὰ τῆς ἐπιφανείσης αὐτῷ θείας rens illum Agrigentiorum Ecclesia episcopum
ὄψεως· καὶ ὅτι ἄνωθεν ἤδη ἐπίσκοπος τῆς ᾿Ακρα- colitus electum esse. Hæc cum pontifex locutus
γαντίνων Εκκλησίας κεχειροτόνηται. Οὕτως εἰπόντος esset, Gregorius sacerdotium detrectare ac recuτοῦ πάππα ὁ Γρηγόριος τὴν ἱερωσύνην ὀκνῶν ἦν καὶ sare, indignum se minusque tanto fastigio idonea
col. 227–228page 110 of 146
PG 116:227ἀναβαλλόμενος, ἀνάξιον ἑαυτὸν εἶναι πράγματος τοσούτου διατεινόμενος. Ἐπεὶ δὲ καὶ αὖθις ὁ πάπας οὐκ ἀνίει, παρακαλῶν καὶ ἅμα φοβῶν, δείσας ὁ ἱερὸς Γρηγόριος μὴ καθ᾿ ἕτερόν τινα τρόπον θρασύνεσθαι δόξῃ καὶ Θεοῦ νεύμασιν ἐπὶ κακῷ τῷ ἑαυτοῦ ἀντιλέγειν, αἰτεῖται τινα χρόνον βραχὺν εἰς διάσκεψιν. Εἶτα τῷ μοναχῷ Μάρκῳ συνδιανυκτερεύσας, εὐχῇ ἑαυτὸν ἐκδίδωσι, μηδὲ βραχὺ τῷ ὕπνῳ παρ᾿ ὅλην αὐτὴν χρησάμενος. ΛΑ'. Ἀκούσας δὲ ὅτι καὶ ὁ πατὴρ Χαρίτων συνῆν ἅμα τοῖς ἄλλοις Ἀκραγαντίνοις παρήν, οὐκέτι λοιπὸν ἐπιδοιάζων ἦν ἐν τῷ προκειμένῳ, ἀλλ᾿ ὅλος εἰς φυγὴν ἔβλεψεν. Ὁ δὲ δὴ Μάρκος, θείᾳ προνοίᾳ συγγνοὺς αὐτῷ τὸν δρασμόν, Θεῷ πάντως τὴν γλώτταν ὑποκινοῦντος, πολλὰ πρὸς αὐτὸν περὶ τοῦ δεῖν μένειν διεξήει, καὶ τελευταῖον καὶ τῆς προβλήσεως αὐτὸν τοῦ γέροντος ἀνεμίμνησκε, παρ᾿ ᾧ τέσσαρας ὅλους χρόνους ἐκεῖνος προσφιλοσοφήσας ἐτύγχανεν, ὡς ἤδη φθάσας ὁ λόγος ἐδήλωσεν. Οὐ ταῦτά σοι κἀκεῖνος ὁ παλαιὸς ἡμερῶν καὶ πλήρης ἀρετῶν, ὁ μεστὸς θεϊκῆς σοφίας, παρ᾿ ᾧ τὸν τοσοῦτον ἐφοίτησας χρόνον, οὐ ταῦτά σοι κἀκεῖνος ἐκ πολλοῦ προεθέσπισε; Μὴ σύ γε, μὴ οὕτω κακῶς περὶ σεαυτοῦ, μὴ καὶ μᾶλλον ἐποίσῃ ἀντὶ μὲν ἀμοιβῆς τοσούτων πόνων ὀργήν, ἀντὶ δὲ εὐλογίας κατάραν. Ταῦτα καὶ πολλὰ τοιαῦτα πρὸς αὐτὸν ὁ Μάρκος συνείρων, μόλις ἔστησε τῆς ὁρμῆς. Οὐ πολλαὶ παρῆλθον ἡμέραι, καὶ παρεῖναι κατ᾿ ὄψιν αὐτῷ τοὺς Σικελοὺς ἅπαντας προστάσσει. Μαθὼν δὲ διὰ Μάρκος, ὅτι πατὴρ ὁ Χαρίτων τοῦ Γρηγορίου, βαρέως ὑπεβλέπετο καὶ ἀνεσκόπει τὸν ἄνδρα, καὶ τὰς μορφὰς εἰκάζων ὡς λίαν παρεικυίας ἐθαύμαζεν. Ἀλλὰ τοῦτο μὲν ὡς οἷόν τε λανθάνων, πρὸς δὲ τὸ λοιπὸν πλῆθος, ἐπεὶ παρῆσαν, Ἄγε, φησίν, ἅπαντες, σὺν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις πρὸς τὸν ἱερὸν τῶν κορυφαίων ναὸν ἀφικώμεθα, μιᾷ γνώμῃ, μιᾷ φωνῇ τοῦ Θεοῦ δεησόμενοι, καὶ ἐφ᾿ ᾧ ἂν σημεῖόν τι τῶν παραδόξων ἐπιφανῇ, ἐκεῖνος ἔσται πάντως καὶ ὁ τοῦ λαοῦ τοῦδε τὴν προστασίαν ἀναδεξόμενος. Ταῦτα εἶπε, καὶ εὐθὺς ἡ πόλις ἐκινεῖτο πᾶσα, καὶ πάντες ἐξῄεσαν, ὅσον τε ἐν ἀνδράσι καὶ γυναιξί, καὶ ὅσον ἄρχον τε καὶ ἀρχόμενον. ΛΒ'. Ἐπεὶ δὲ καὶ τῆς θείας ἤρχοντο λειτουργίας, ὁ Γρηγόριος ἐπιτραπὲν αὐτῷ τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον ὑπαναγινώσκει, οὕτως εὐφώνως, οὕτως ἐντέχνως, ὡς χαρίτων καὶ ἡδονῆς τὰς τῶν ἀκροατῶν πληρῶσαι ψυχάς. Ἅμα δὲ τὸ Εὐαγγέλιον ἐπληροῦτο, καὶ περιστερὰ τοῦ θυσιαστηρίου ἐκπετασθεῖσα τῇ τούτου ἐπεκάθισε κεφαλῇ. Θαμβηθεὶς οὖν πᾶς ὁ λαὸς ὡς εἰκὸς ἐπὶ τούτῳ, καὶ χαρᾶς ἅμα καὶ θαύματος πληρωθείς, οὐκ ἐδεῖτο μαθεῖν ὅτι Θεῷ ἀρέσκων ὁ πρὸς χειροτονίαν νῦν εἰσαγόμενος. Χειροτονεῖται τοιγαροῦν εἰς τὴν αὔριον καὶ παραδίδοται τοῖς Ἀκραγαντίνοις, μᾶλλον δὲ ἐκείνῳ οὗτοι παρὰ τοῦ πάππα ὡς καλῷ ποιμένι λογικὰ πιστεύονται πρόβατα. Ἐν ᾧ δὲ Γρηγόριος ἐν τῇ Ῥώμῃ διέτρεψε ταῦτά οἱ συμβαίνει. Συνῆν μὲν αὐτῷ Μάρκοςobnize asseverans. Porro cum pontifex nihil ob ἀναβαλλόμενος, ἀνάξιον ἑαυτὸν εἶναι πράγματος
id hortari rursus ac minitari desisteret, Gregorius
vir sanctus, veritus ne quodammodo insolenter
videretur intunescere, ac suo damno Dei nulibus
adversari, exigui temporis, quo rem accuratius
perpenderet, inducias petit. Interim cum Marco
monacho pernoctans, precibus insistebat, neque
multo post eidem per totam noctem somnus
obrepsit.
τοσούτου διατεινόμενος. Ἐπεὶ δὲ καὶ οὖθις ὁ πάπα
πας οὐκ ἀνίει, παρακαλῶν καὶ ἅμα φοβῶν, δείσας ὁ
ἱερὸς Γρηγόριος μὴ καθ᾿ ἕτερόν τινα τρόπον θρα
σύνεσθαι δόξῃ καὶ Θεοῦ νεύμασιν ἐπὶ κακῶ τῷ ἑαυ
τοῦ ἀντιλέγειν, αἰτεῖται τινα χρόνον βραχὺν εἰς διάσκεψιν. Εἶτα τῷ μοναχῷ Μάρκῳ συνδιανυκτερεύσας,
εὐχῇ ἑαυτὸν ἐκδίδωσι, μηδε βραχὺ τῷ ὕπνῳ παρ'
ὅλην αὐτὴν χρησάμενος.
XXXI. Audiens autem, quod Chariton pater ΛΑ'. ᾿Ακούσας δὲ ὅτι καὶ ὁ πατὴρ Χαρίτων συνε
una cumn illis Agrigentinis adesset, non amplius αμα τοῖς ἄλλοις ᾿Ακραγαντίνοις παρήν, οὐκέτι λοιsibi in reliquum de negocio contendendum ratus τὸν ἐπιδοιάζων ἦν ἐν τῷ προκειμένῳ, ἀλλ᾿ ὅλος εἰς
est, sed ad fugam capiendam sese lotus convertit. φυγὴν ἔβλεψεν. Ὁ δὲ δὴ Μάρκος, θείᾳ προνοία
Caeterum Marcus, ejus abcessu divina providentia συγγνοὺς αὐτῷ τὸν δρασμόν, Θεώ πάντως τὴν
perspecto, pleraque illi, Deo procul dubio linguam γλώτταν ὑποκινοῦντος, πολλὰ πρὸς αὐτὸν περὶ τοῦ
ejus moderante, de morandi necessitate disseruit. δεῖν μένειν διεξήει, καὶ τελευταῖον καὶ τῆς προβλή
Demum divini senis vaticinium in memoriam illi
σεως αὐτὸν τοῦ γέροντος ἀνεμίμνησκε, παρ' ᾧ τέτο
revocavit, apud quem continuos quatuor annos σαρας ὅλους χρόνους ἐκεῖνος προσφιλοσοφήσας
(ut superius sermone perstrinximus) philosophiæ ἐτύγχανεν, ὡς ἤδη φθάσας ὁ λόγος ἐδήλωσεν. Οὐ
perdiscenda causa commoratus est. Annon hæc ταῦτά σοι κακεῖνος ὁ παλαιὸς ἡμερῶν καὶ πλήρης
tibi vir ille dierum antiquus, virtutum plenus, ἀρετῶν, ὁ μεστὸς θεϊκῆς σοφίας, παρ' ᾧ τὸν τοσού
divinaque sapientia præditus, ad quem jamdiu τον ἐφοίτησας χρόνον, οὐ ταῦτά σοι κἀκεῖνος ἐκ
disciplina causa accessisti: non hoc, inquam, tibi πολλοῦ προεθέσπισε; Μὴ σύ γε, μὴ οὕτω κακῶς
jam pridem ille vaticinatus est? Tune, lune (oro) περί σεαυτοῦ, μὴ καὶ μᾶλλον ἐποίσῃ ἀντὶ μὲν
ila rationibus tuis male prospectum volueris? ἀμοιβής τοσούτων πόνων ὀργὴν, ἀντὶ δὲ εὐλογίας
Scilicet pro tantorum laborum repositis in colo κατάραν, Ταῦτα καὶ πολλὰ τοιαῦτα πρὸς αὐτὸν ὁ
præmiis iram, et pro beneficentia exsecrationem Μάρκος συνείρων, μόλις ἔστησε τῆς ὁρμῆς. Οὐ πολreferes! Hæc et alia id genus multa Marcus illi λαὶ παρῆλθον ἡμέραι, καὶ παρεῖναι κατ᾿ ὄψιν αὐτῷ
locutus, vix a proposito compescuit. Hinc non multi τους Σικελούς ἅπαντας προστάσσει. Μαθὼν δὲ διὰ
præteriere dies, cumn pontifex Siculos omnes adesse – Μάρκος, ὅτι πατὴρ ὁ Χαρίτων τοῦ Γρέγορίου, βαριο
imperavit: qui cum per Marcum cognovisset, Cha- 6ως ὑπεβλέπετο καὶ ἀνεσκόπει τὸν ἄνδρα, καὶ τὰς
ritonem Gregorfi patrem esse, hominem fxis oculis, πορφὰς εἰκάζων ὡς λίαν παρεικυίας εθαύμαζεν.
idque quam occultius fieri poterat, intuebatur, et ᾿Αλλὰ τοῦτο μὲν ὡς οἷόν τε λανθήνων, πρὸς δὲ τὸ
accuratissime considerabat, figuramque et formam λοιπὸν πλῆθος, ἐπεὶ παρῆσαν, "Αγε, φησίν, Επανα
conferens mirabatur, quam valde ipsi inter se si- τες, σὺν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις πρὸς τὸν ἱερὸν τῶν
miles essent. Reliquæ vero multitudini (siquidem κορυφαίων ναὸν ἀφικώμεθα, μια γνώμη, μια φωνή
frequens aderat): Eia (inquit) cantibus ac lau- τοῦ Θεοῦ δεησόμενοι, καὶ ἐφ᾽ ᾧ ἂν σημεῖόν τι τῶν
dibus ad sacrum summorumn Apostolorum templum παραδόξων ἐπιφανῇ, ἐκεῖνος ἔσται πάντως καὶ ὁ
adeamus omnes unanimes, una voce supplicatio- τοῦ λαοῦ τοῦδε τὴν προστασίαν ἀναδεξόμενος·
nes Deo peracturi, et super quem admirabile ali- Ταῦτα εἶπε, καὶ εὐθὺς ἡ πόλις ἐκινεῖτο πᾶνε, καὶ
quod signum illuxerit,procul dubioerit, qui hujusce πάντες ἐξῄεσαν, ὅσον τε ἐν ἀνδράσι καὶ γυναιξὶ, καὶ
populi præfecturam suscipiet. Hæc dixit, protinus- ὅσον ἄρχον τε καὶ ἀρχόμενον.
que universa civitas commota est, aç omnes cum
cedebant.
XXXII. Postea vero quam rem divinam facere
coeperunt, Gregorius Evangelium sibi in hoc tradilum ita concinne et apte legit, ut Charitonis
caterorumque suditorum animos voluptate perfunderet. Simul ac vero Evangelium impletum est,
columba ab allari advolans, capiti illius insedit.
Quamobrem universus populus stupore (ut par
erat) afectus, gaudio et admiratione plenus, non
amplius orabat exploratum sibi Geri, utrum qui
designatus pontifex fuerat, nunc Deo creandus videretur. Itaque crastino die pontifex creatur, traditurque Agrigentinis, imo vero huic isti,uti probo
pastori, rationales oves a pontifice Maximo creduntur, eique priorem vitæ rationem, ac institutum
suggerebat, et illum ad casus, a quibus impelenviri, tum mulieres, tam domini, quam servi proΛΒ'. Ἐπεὶ δὲ καὶ τῆς θείας ἤρχοντο λειτουργίας,
ὁ Γρηγόριος ἐπιτραπὲν αὐτῷ τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον
ύπαναγινώσκει, οὕτως εὐφώνως, οὕτως εντέχνως,
ὡς χαρίτων καὶ ἡδονῆς τὰς τῶν ἀκροπτῶν πληρώ
σαι ψυχάς. "Αμπ δὲ τὸ Εὐαγγέλιον ἐπληροῦτο, καὶ
περιστερὰ τοῦ θυσιαστηρίου ἐκπετασθείσα τῇ το
του ἐπεκάθισε κεφαλῇ. Θαμβηθεὶς οὖν πᾶς ὁ λαὸς
ὡς εἰκὸς ἐπὶ τούτῳ, καὶ χαρᾶς ἅμα καὶ θαύματος
πληρωθείς, οὐκ ἐδεῖτο μαθεῖν ὅτι Θεῷ ἀρέσκων δ
πρὸς χειροτονίαν νῦν εἰσαγόμενος. Χειροτονείται
τοιγαρούν εἰς τὴν αὔριον καὶ παραδίδοται τοῖς
᾿Ακραγαντίνοις, μᾶλλον δὲ ἐκείνῳ οὗτοι παρὰ τ
πάππα ὡς καλῷ ποιμένι λογικὰ πιστεύονται πρό
βατα. Εν ᾧ δὲ Γρηγόριος ἐν τῇ Ῥώμῃ διέτρεξε
ταῦτά οἱ συμβαίνει, Συνῆν μὲν αὐτῷ Μάρκος
col. 229–230page 111 of 146
PG 116:229προῤῥηθείς, τῆς τε προτέρας αὐτὸν ἀναμιμνήσκων ἀσκήσεως, καὶ ὑπαλείφων γενναίως φέρειν τοὺς ἐπελευσομένους αὐτῷ πειρασμούς. Ἐν μιᾷ δὲ τῶν νυκτῶν Χαρίτων ἐξαναστὰς ὁ τοῦ Γρηγορίου πατήρ, οὐδὲ γὰρ λήθην ἐλάμβανε τοῦ παιδὸς, οὐδὲ ὁ χρόνος τὴν ὀδύνην ἐμάρανεν, ἀλλ᾽ ἐκόπτετο τὰ σπλάγχνα καὶ τὴν καρδίαν ἐστρέφετο, τότε δὲ καὶ μάλιστα τοῦ φιλτάτου τέκνοῦ μνήμην λαβὼν, ἀναστὰς ὥσπερ καὶ τῷ πάθει μεθύων, ἀωρὶ τῶν νυκτών παραγίνεται πρὸς αὐτοὺς. Εἶτα δάκρυσί τε καὶ στεναγμοῖς ἀνεκαλεῖτο τὸν παῖδα, καὶ ὡς πρὸς εἰδότα τὸν Μάρκον ἐξετραγώδει τὴν συμφορὰν, καὶ ἅμα τῇ τούτων εὐχῇ παραψυχὴν ᾐτεῖτο τοῦ πάθους λαβεῖν. Ὁ δὲ Μάρκος ἀνίστη τε αὐτὸν καὶ ἀνεμίμνησκεν ἃ τε περὶ τοῦ παιδὸς πάλαι προεῖπεν αὐτῷ, ὅτι αὐτὸν ὄψεται, καὶ ὅτι, Εὔελπις ἔσο, φησίν, ὡς οὐ ψεύσομαι τὴν ὑπόσχεσιν. ΑΓ. Ἤκουσε Χαρίτων ταῦτα, καὶ τὴν καρδίαν εὐθὺς ἐπαλλετο καὶ ταῖς ἐλπίσιν ᾐρτητο καὶ ἀγωνίᾳ τότε καὶ μᾶλλον κατείληπτο. Πόθεν δὲ ἂν καὶ ἐπέγνω τὸν Γρηγόριον, διὰ τοσούτου μὲν αὐτὸν ὁρῶν χρόνου, ἡλικίαν δὲ ἅμα καὶ σχῆμα μεταβαλόντα, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐγκρατείᾳ τοσαύτῃ, πρὸς δὲ καὶ κακοπαθείᾳ τὴν ὥραν ἐκτρίψαντα. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνος ἐγίνωσκέ τε μὴ γινώσκοντα, καὶ τῶν τοῦ πατρὸς λόγων ἀκούων, ἐπαθαίνετο μὲν ἔνδον καὶ συνεστρέφετο τὴν ψυχὴν, ἐπεῖχε δὲ ὅμως ἑαυτὸν καὶ τῶν δακρύων ἐκράτει. Εἶτα πρὸς τὸν Χαρίτωνα πυνθανόμενος, Ἡ δὲ τοῦ παιδὸς τοῦδε μήτηρ, ὦ ἄνθρωπε, ποῦ, φησίν, ἄρτι, ποῦ; Ὁ δὲ χρόνος ἐξ οὗπερ οὗτος ἀπώλετο, πόσος; Ὁ δὲ τὴν μητέρα μὲν ζῶσαν καὶ πενθοῦσαν οἴκοι καταλιπεῖν, τρισκαιδέκατον δὲ τῷ παιδὶ ἀπολωλότι διηνύσθαι χρόνον. Ἐνταῦθα Γρηγόριος (τί γὰρ καὶ παθεῖν ἔδει); τὰ μὲν τῆς μητρὸς δάκρυα ἐπὶ νοῦν λαβὼν, τὰ δὲ τοῦ πατρὸς ἤδη καὶ καθορῶν, καὶ μὴ φέρων οὕτω δεινῶς κοπτόμενον, ἅμα δὲ καὶ αὐτὸς φίλτρῳ συγγενικῷ νικηθείς, δακρύων τε πληροῦται τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ καθέδρας ἐξαναστὰς τοῖς ποσὶ περιπλέκεται τοῦ πατρός, ο πάτερ, λέγων, ἐγὼ σὸς υἱὸς, ἐγώ, πάτερ φιλόπαις, ὃν σφόδρα ἐπιζητεῖς, τῆς εὐχῆς ὁ βλαστὸς τῆς ὑμετέρας ἐγώ, ὁ κατά γε τὸ σὸν βούλημα ἐξ αὐτῶν ὠδίνων Θεῷ καθιερωθεὶς ὁ Γρηγόριος. Πλὴν ἀλλ᾽ ἔμοιγέ ἵλεος εἴης τοῦ δράματος, πάτερ, καὶ μηδὲν μοι τοῦ πάθους μηνίσῃς ὡς πολλῶν δακρύων αἰτίῳ σοι γενομένῳ. Ταῦτά τε ἔλεγε, καὶ ἅμα περιφὺς ἠσπάζετο τὸν πατέρα. Τοῦ δὲ χαρὰ μὲν ἄῤῥητος ἐλάμβανε τὴν καρδίαν, καὶ τῷ περιόντι τῆς εὐφροσύνης ἡ γλώσσα πεπέδητο. Εἶτα τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀτενέστερον ἐπιβάλλων τῷ Γρηγορίῳ, τὴν ἅψιν τε περιεργότερον ἀνιχνεύων, καὶ ὡς ἂν τις εἴποι σὺν ἀκριβείᾳ τοῦτον ρινηλατών, καὶ πιστωθεὶς αὐτὸν εἶναι τὸν φίλτατον, αὐτὸν ἀτεχνῶς τὸν ποθεινότατον Γρηγόριον, ἀντιπεριφὺς καὶ αὐτὸς, ἐφίλει καὶ ὡς ἥδιστα κατησπάζετο, καὶ ὑφ᾽ ἡδονῆς δακρύοντι συνεδάκρυς. Μόλις οὖν τῶν δακρύων αὐτοῖς παυσαμένων, ὁ Μάρκος ἀμφοτέρους παραλαβών οὕτως εἶχε παρ᾽ ὅλην τὴν νύκτα, πολλὰς σὺν ἐκείνῳ διομολογοῦντας τῷ Κυρίῳ χάριτας.nocte cum Chariton Gregorii pater lecto surrexisset (neque enim filii oblivio illum ceperat, nec dolorem tempus absterserat, sed corde atque animo
fractus vitam agebat) ac tum maxime ejus animum
charissimi filii memoria subiisset, perinde ac dolore furens,ad illos intempesta nocte properat, ac
tum lacrymis, tum suspiriis filium appellabat, et
apud Marcum virum prudentem suam ipsius deplorabat calamitatem, simulque illorum precibus
doloris consolationem sibi suppetere precabatur.
Porro Marcus erecto animo illum esse jussit, addiditque oportere se reminisci, quæ olim ipse de
filio eidem dixerat, nimirum se filium visurum
esse, propterea ut speraret, aiebat, se promissionem suam neutiquam frustraturum.
προῤῥηθείς, τῆς τε προτέρας αὐτὸν ἀναμιμνήσκων dus erat,generose perferendos animabat.Quadam
ἀσκήσεως, καὶ ὑπαλείφων γενναίως φέρειν τοὺς
ἐπελευσομένους αὐτῷ πειρασμούς. Ἐν μιᾷ δὲ τῶν
νυκτῶν Χαρίτων ἐξαναστὰς ὁ τοῦ Γρηγορίου πατήρ,
οὐδὲ γὰρ λήθην ἐλάμβανε τοῦ παιδὸς, οὐδὲ ὁ χρόνος
τὴν ὀδύνην ἐμάρανεν, ἀλλ᾽ ἐκόπτετο τὰ σπλάγχνα
καὶ τὴν καρδίαν ἐστρέφετο, τότε δὲ καὶ μάλιστα
τοῦ φιλτάτου τέκνοῦ μνήμην λαβὼν, ἀναστὰς ὥσπερ
καὶ τῷ πάθει μεθύων, ἀωρὶ τῶν νυκτών παραγίνεται
πρὸς αὐτοὺς. Εἶτα δάκρυσί τε καὶ στεναγμοῖς ἀνεκαλεῖτο τὸν παῖδα, καὶ ὡς πρὸς εἰδότα τὸν Μάρκον
εξετραγώδει την συμφορὰν, καὶ ἅμα τῇ τούτων
εὐχῇ παραψυχὴν ᾐτεῖτο τοῦ πάθους λαβεῖν. Ὁ δὲ
Μάρκος ἀνίστη τε αὐτὸν καὶ ἀνεμίμνησκεν 2 τε
περὶ τοῦ παιδὸς πάλαι προεῖπεν αὐτῷ, ὅτι αὐτὸν
δίψεται, καὶ ὅτι, Εὔελπις ἔσο, φησίν, ὡς οὐ ψεύσομαι g
τὴν ὑπόσχεσιν.
ΑΓ. Ἤκουσε Χαρίτων ταῦτα, καὶ τὴν καρδίαν
XXXIII. Audivit hæc Chariton confestimque
εὐθὺς ἐπαλλετο καὶ ταῖς ἐλπίσιν ἤρτητο καὶ ἀγωνίᾳ corde prosilit, speque animo ductuabat, ac tum
τότε καὶ μᾶλλον κατείληπτο. Πόθεν δε ἂν καὶ ἐτ- multo magis angore detinebatur; neque vero Greἔγνω τὸν Γρηγόριον, διὰ τοσούτου μὲν αὐτὸν ὁρῶν gorium,quanquam toties viderat, agnoscere potuit,
χρόνου, ἡλικίαν δὲ ἅμα καὶ σχῆμα μεταβαλόντα, usque adeo qua alate, qua figura et cultu corporis
οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐγκρατείς τοσαύτῃ, πρὸς δὲ καὶ immutatus erat; ingens enim in omni re continenκακοπαθείᾳ τὴν ὥραν ἐκτρίψαντα. Αλλ' ἐκεῖνος tia,addo etiam malorum tolerantia,omnem absum.
Εγίνωσκέ τε μή γινώσκοντα, καὶ τῶν τοῦ πατρὸ; pserat pulchritudinem. At ille non agnoscentem
λόγων ἀκούων, ἐπαθαίνετο μὲν ἔνδον καὶ συνεστρές agnovit, sermonemque patris audiens, acriter inρετο τὴν ψυχὴν, ἐπεῖχε δὲ ὅμως ἑαυτὸν καὶ τῶν tus affectus animo incalescebat, se nihilominus
δακρύων ἐκράτει. Εἶτα πρὸς τὸν Χαρίτωνα πυνθα- ipse continebat, sibique temperabat a lacrymis.
νόμενος, Ἡ δὲ τοῦ παιδὸς τοῦδε μήτηρ, ὦ ἄνθρωπε, Deinde quærit a Charitone, Hujusce pueri mater,
που, φησίν, ἄρτι, ποῦ; Ὁ δὲ χρόνος ἐξ οὔπερ bone vir (inquiens), ubi interim, ubi agit? Ex quo
οὗτος ἀπώλετο, πόσος; Ο δὲ τὴν μητέρα μέν ζῶσαν vero hic periit, quantum interest temporis? Ille
ἔφη καὶ πενθοῦσαν οἴκοι καταλιπεῖν, τρισκαιδέκα- matrem quidem vivere, ac lugentem domi reliτον δὲ τῷ παιδὶ ἀπολωλότι διηνύσθαι χρόνον. Ενω quisse, cælerum ab amisso Glio tredecim annos
ταῦθα Γρηγόριος (τί γὰρ καὶ παθεῖν ἔδει); τὰ μὲν interesse dixit. Hic Gregorius (aliquid enim comτῆς μητρὸς δάκρυα ἐπὶ νοῦν λαβὼν, τὰ δὲ τοῦ παmoveri illum consentaneum fuit) matris lacrymas
τρὸς ἤδη καὶ καθορῶν, καὶ μὴ φέρων οὕτω δεινῶς animo complectens, qui patrem paulo ante lacryκοπτόμενον, ἅμα δὲ καὶ αὐτὸς φίλτρῳ συγγενικῷ mantem viderat, neque diutius ferens illam lam
νικηθείς, δακρύων τε πληροῦται τοὺς ὀφθαλμούς, graviter angi (pari enim et ipse naturali charitatis
καὶ καθέδρας ἐξαναστὰς τοῖς ποσὶ περιπλέκεται του ardore commotus est), subilo suffusus oculos lacryπερτός, ο πάτερ, λέγων, ἐγὼ σὸς υἱὸς, ἐγώ, πάτερ mis, sede exiliens, pedibus patris advolvitur:
φιλόπαις, ὃν σφόδρα ἐπιζητεῖς, τῆς εὐχῆς ὁ βλα- Pater (inquiens), ego tuus filius; ego,inquam,sum,
στὸς τῆς ὑμετέρας ἐγώ, ὁ κατά γε τὸ σὸν βούλημα pater amantissime, Gregorius, quem tantopere in-
* ἐξ αὐτῶν ὠδίνων Θεῷ καθιερωθεὶς ὁ Γρηγόριος. quiris, vestris precibus in lucem editus, ac, ut voΠλὴν ἀλλ᾽ ἔμοιγέ ἵλεος εἴης τοῦ δράματος, πάτερ, luisti, ab ipsis cunabulis Deo sacratus. Verumtaκαὶ μηδὲν μοι τοῦ πάθους μηνίσῃς ὡς πολλῶν δχ- men, mi pater (obsecro), miserere, mihique, quod
κρύων αἰτίῳ σοι γενομένῳ. Ταῦτά τε ἔλεγε, καὶ ἅμα admissum est condona, nec me uti multarum laπεριφύς ήσπάζετο τὸν πατέρα. Τοῦ δὲ χαρὰ μὲν crymarum auctorem præ dolore amplius insectare.
ἄῤῥητος ἐλάμβανε τὴν καρδίαν, καὶ τῷ περιόντι τῆς Hæc dixit, simulque complexu patrem tenebat.
εὐφροσύνης ή γλώσσα πεπέδητο. Εἶτα τοὺς ὀφθαλ- Quocirca latitia quædam admirabilis cor illius
μοὺς ἀτενέστερον ἐπιβάλλων τῷ Γρηγορίῳ, τὴν subill, ac incredibili gaudio ejus ipsius lingua imἅψιν τε περιεργότερον ἀνιχνεύων, καὶ ὡς ἂν τις pediebatur. Deinde ad Gregorium oculos fxius
· εἴποι σὺν ἀκριβείᾳ τοῦτον ρινηλατών, καὶ πιστω- adjiciens, aspectum ejus accuratius vestigabat, et
θεὶς αὐτὸν εἶναι τὸν φίλτατον, αὐτὸν ἀτεχνῶς τὸν sagaciter (ut ita dicam) venabatur. Tum ipsum diΜε τον Γρηγόριον, ἀντιπεριφὺς καὶ αὐτὸς, ἐφίλει καὶ vom Gregorium dilectissimum filium esse certisὡς ήδιστα κατησπάζετο, καὶ ὑφ᾽ ἡδονῆς δακρύοντι sime persuasus, hunc vicissim complexus,suavisσυνεδέκρυς. Μόλις οὖν τῶν δακρύων αὐτοῖς παυσα- sime osculabatur, ac cum lacrymante filio ipse
μένων, ὁ Μάρκος ἀμφοτέρους παραλαβών οὕτως pariter præ latitia lacrymabatur. Cumque a laεἶχε παρ' ὅλην τὴν νύκτα, πολλὰς σὺν ἐκείνῳ διομο- crymis paulisper temperatum esset, Marcus utrumλογοῦντας τῷ Κυρίῳ χάριτας.
que suscipiens, magno Deo gratias egit, illor
tota nocte secum habuit.
col. 231–232page 112 of 146
PG 116:231Πρωΐας δὲ γενομένης κατ' ὄψιν πάλιν οἱ Ἀκραγαντῖνοι τῷ ἱερεῖ περιίστανται· σὺν αὐτοῖς δὲ καὶ Χαρίτων, καὶ αὐτὸς ὁ θεῖος Γρηγόριος, ἣς ἀπήλαυον τῆς χλήσεως ἀναγνωρίσαντες, σαφῶς τῷ τε σχήματι καὶ τῷ προσώπου καταμηνύοντες, τῷ λαῷ. Τοίνων ὁ πάππας, τὰ καθήκοντα παραινέσας, καὶ ὅπως χρὴ πάντα τῷ Γρηγορίῳ πείθεσθαι καὶ ποιμαίνεσθαι τῷ Χαρίτωνι δὲ τῆς εὐφροσύνης συγκοινωνήσας, καὶ τὸν υἱὸν παραδοὺς δεδωκώς τε αὐτοῖς καὶ Φιλικᾶτον ἐπίσκοπον, ᾧ ἐπετέτραπτο τὸν Γρηγόριον ἐνιδρύσαι, εὐφραινομένους αὐτοὺς εὐφραινόμενος ἀποστέλλει. Καταλαβόντων δὲ αὐτῶν τὴν Πανορμιτῶν πόλιν, ἀνήρ τις, τὸ σχῆμα μοναχός, τὸ σῶμα λεπρός, δραμὼν καὶ λαβόμενος τῶν τοῦ Γρηγορίου ποδῶν, ἐβόα κράζων, καὶ ἀπαλλαγὴν ᾐτεῖτο τοῦ πάθους. Ὁ δέ, Εἰ πιστεύεις, φησίν, ὅτι μηδὲν ἀδύνατον τῷ Θεῷ, ἰδοὺ ὑγιὴς ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔσο. Ταῦτα ἔφη, καὶ ὁ λεπρὸς ἐκαθαίρετο, καὶ οἱ ὁρῶντες ἐξίσταντο, καὶ σὺν θαύματι χεῖρας αἴροντες, τὸν ἐν ἁγίοις οὕτω θαυμαστὸν ἐδόξαζον. Ἐντεῦθεν εἰς τὸν ποταμὸν καταίρουσιν, ἔνθα δὴ καὶ τὸ ἐμπόριον ἦν, τὸ οὕτω καλούμενον Περιπόλαιον. Γνωσθὲν δὲ τοῖς τῆς πόλεως ὅτι μετὰ Γρηγορίου τινὸς οὐδὲ τὸ παράπαν αὐτοῖς γνωρίμου, οὔπω γὰρ ἐπύθοντο τὰ περὶ τὴν Χαρίτωνα, οἱ αὐτῶν ἐπίσκοποι ἐπανήκουσι, σφόδρα διαταραχθέντες καὶ ἀπορίας ἀναπλησθέντες, ἕνα γὰρ προσεδόκων τῶν ὑπ' αὐτῶν προβαλλομένων τὴν ψῆφον λαβεῖν, ὅμως προσυπαντῶντες θέουσι πανδημεί· μεθ' ὧν ἀπήντα καὶ ὁ τῆς ἐκεῖσε μονῆς ἀφηγούμενος, ἣν τῆς παναγίου Παρθένου καὶ Θεομήτορος ἐπωνόμαζον. Οὕτω σὺν ὄχλῳ ἐξιόντι τοῦ πλοίου τῷ Γρηγορίῳ τὴν ὑπάντησιν ἐποιοῦντο. Ὁ δέ, σιωπὴν τῷ λαῷ τῇ χειρὶ σημήνας, θεὶς τὰ γόνατα προσηύχετο, καὶ μετὰ τὴν εὐχὴν ἐπὶ τὸν ναὸν ἐπορεύετο. ΛΕ΄. Ἐν ᾧ δὲ τὴν πορείαν ἐποιεῖτο, μοναχός τις παράφορος, μήτε λέγειν δυνάμενος μήτε τῆς ὅλως ἀκούειν, προσυπαντήσας, τοῖς ἐκείνου ποσὶ προσέπιπτεν. Ὁ μὲν οὖν ἡγούμενος διωθεῖτο προσπίπτοντα καὶ οὐκ εἴα τῶν ποδῶν ἅπτεσθαι· ὁ ἱερὸς δὲ Γρηγόριος, μηδαμῶς ἀπείργειν ἐγκελευσάμενος, μέγα τε στενάξας, καὶ συμπαθὲς ἐπαφεὶς δάκρυον, τὰς χεῖρας τε ἄρας εἰς οὐρανόν, Κύριε, φησίν, Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, ὁ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ σου τῇ ἁγίᾳ τοὺς λεπρούς ἰασάμενος καὶ ὦτα κωφεύοντα διανοίξας, καὶ γλώσσης δεσμοὺς διαλύσας, αὐτὸς καὶ τὸν δοῦλόν σου τοῦτον, ἀοράτῳ δυνάμει τῇ σῇ θεράπευσον, ἵνα δοξάζηταί σου ἀεὶ τὸ πανάγιον ὄνομα. Οὕτως ἔφη, καὶ τοῦ μοναχοῦ λαβόμενος, ἀνίστησί τε αὐτόν, καὶ, Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ, λέγει, τοῦ ἐπιτάξαντος τῷ κωφῷ καὶ ἀλάλῳ δαίμονι τοῦ ἰδίου πλάσματος ἐξελθεῖν, λάλει ὀρθῶς, ἄκουέ τε καὶ αἴνει καὶ τὸν ποιήσαντά σε Θεόν. Οὔπω τέλος εἶχεν ὁ λόγος, καὶ εἰς ἔργον ἐξεβαίνετο, καὶ ὁ χωρὶς βοῆς πρώην κατηχῶν, Μεγάλα σου τὰ ἔργα, Χριστέ, τὰ δὲ διὰ τοῦ δικαίου τοῦδε τελούμενα. Εἶτα προσθεὶς ὁ μακάριος, Πόσον ἔτος, φησίν, ἐφ' οὗ πεπίδηται ἡ φωνή; δεικνὺς καθεξῆς μεμνῆσθαι ἔτη μετέπειτα ἢ ἀκοῦσαι φωνῆςXXXIV. Bene autem mane Agrigentini, quibos- a 11. Προίκας Σε γενόμενης κατ' όψιν πάλιν οι
cum Chariton ac divus Gregorius erant, pontifici 'Ακραγαντα τῷ τέττη περίπτανται· σὺν αὐτοῖς
rursus assistunt, ac mutuam voluptatem, quam δὲ καὶ Χαρίτων, καὶ αὐτός ὁ θεῖος Γρηγόριος, ἧς
acceperant, repetentes, magnam ejusdem tum ἀπήματι της κλήίως αναγνωρίσαντες, σαφώς
vultu, tum habitu significationem faciebant. Ponti- τῷ τε σχήματι καὶ τῷ προσώπου καταμηνύοντες, τῷ
fox ad ea, qua: consentanea essent, populum hor- λαῷ. Τοίνων ἡ πάππας, τα καθήκοντα παραινέτας,
Catus, docuit, ut Gregorio in omnibus illos parere, καὶ ὅπως χρὴ πάντα τῷ Γρηγορίῳ μείθεσθαι καὶ
et ab ipso all oporteat; Charitoni vero laetitiam ποιμαίνεσθαι τῷ Χαρίτων δὲ τῆς εὐφροσύνης συγ
gratulatus, filium illi tradidit. Cumque Felicem κοινωνήσας, καὶ τὸν υἱὸν παραθώς, δεδωκώς τε
ecopum, cujus opera Gregorius in sede locare-αὐτοῖς καὶ Φιλικᾶτον επίσκοπον, ᾧ ἐπετέτραπτο
tur, socium illis adjunxisset, laetas latus ipse di- τον Γρηγόριον ἐνιδρύσαι, εὐφραινομένους αυτούς
tmisit. Verum cum Panormoun urbem appulissent, εύφραινόμενος ἀποστέλλει. Καταλαβόντων δὲ αὐτων
vir quidam monachus habitu, leprosus corpore, την Πανορμιτών πόλιν, ἀνήρ τις, το σχήμα μονα
currens ad Gregorii pedes complexus, multis cumn χός, τὸ σῶμα λεπρός, δραμὼν καὶ λαβόμενος, τῶν
lacrymis ac cjulatu morbi levationem obsecrabat. του Γρηγορίου πουν, ἐβόα κράζων, καὶ ἀπαλλαγὴν
Ille: Si credis (inquit) nihil esse quod Deo non ττετο του πάθους. Ο δὲ, Εἰ πιστεύεις, φησὶν ὅτι
hit factu per facile, ecce in nomine ejus sanus μηδέν ἀδύνατον τῷ Θεῷ, ἰδοὺ ὑγιὴς ἐπι τῷ ὀνόματι
colo. llae dixit, leprosusque purgatus est. Viden- αὐτοῦ ἔσο. Ταῦτα ἔφη, καὶ ὁ λεπρὸς ἐκαθαίρετο, καὶ
tes autem obstupuerunt, ac sublatis manibus, οἱ ὁρῶντες ἐξίσταντο, καὶ σὺν θαύματι χείρας αἴDeum tam admirabilem in sanctis ac gloriosumn ροντες, τὸν ἐν ἁγίοις οὕτω θαυμαστὸν ἐδόξαζον.
celebrabant. Hunc ad flumen, ubi Peripolum em- Εντεῦθεν εἰς τὸν ποταμὸν καταίρουσιν, ἔνθα δὴ καὶ
porium erat, proprio nomine sic appellatum, de- τὸ ἐμπόριον ἦν, τὸ οὕτω καλούμενον Περιπόλαιον.
scendunt. Atubi cives episcopos suos cum Gregorio Γνωσθὲν δὲ τοῖς τῆς πόλεως ὅτι μετά Γρηγορίου
quodam sibi prorsus incognito (necdum enim au- τινὸς οὐδὲ τὸ παράπαν αὐτοῖς γνωρίμου, οὔπω γὰρ
dierant, quum circa Charitonem acta essent, rever- επύθοντο τὰ περὶ τὴν Χαρίτωνα, οἱ αὐτῶν ἐπίσκοποι
ΜΩΝ GRNO Fekcivero,turbali vehementer, ac dubita- ἐπανήκουσε, σφύρα διαταραχθέντες καὶ ἀπορίας
Cione pleni (existimarant enim unum ex iis quos αναπλησθέντες, ἕνα γὰρ προσεδόκων τῶν ὑπ' αὐτῶν
ipoi designorant, electum iri), currunt nihilominus προβαλλομένων τὴν ψῆφον λαβεῖν, ὅμως προσυπανomnes,obviamque passim illis prodeunt,quibuscum τῶντες θέουσι πανδημεί μεθ' ὧν ἀπήντα καὶ ὁ τῆς
occurrit etiam prases ille, qui monasterium inno· ἐκεῖσε μονῆς ἀφηγούμενος, ἣν τῆς παναγίου Παρο
centi Virgini Dei Matri primus illic nuncuparat. θένου καὶ Θεομήτορος ἐπωνόμαζον. Οὕτω σὺν ὄχλῳ
Itaque Gregorio navim egredienti obvii cum turba έξιοττι τοῦ πλοίου τῷ Γρηγορίῳ τὴν ὑπάντησιν
funt. Ille populo silentium manu indicens, posi- ἐποιοῦντο. Ο δὲ, σιωπὴν τῷ λαῷ τῇ χειρὶ σημήνας,
timque in terram genibus,oravit, ac mox templum θεῖς τὰ γόνατα προσηύχετο, καὶ μετὰ τὴν εὐχὴν
protinus petit.
ἐπὶ τὸν ναὸν ἐπορεύετο.
esno
XXXV. Cæterum inter ambulandum monachus
quidam errore mentis affectus, qui nec loqui poterut, nec aurium omnino sensus particeps erat,
obviam illi profectus, ejus ad pedes procubuit. Αἱ
praeses procumbentem propellebat, nec sinebat
pedes illius contingere. Verum cum Gregorius hunc
nequaquam arcere a se pracepisset, vehementer
suspirans, commiserationis lacrymas profudit,manusque in calum attollens: Domine Jesu Christe
(inquit, Deus noster, cali terraque creator, qui
leprosos coram divina praesentia tua sanasti, surdas aures aperuisti, mutos lingua restituisti, ipse
hunc servum tuum incredibili tua potentia sana,
ut momen tuum sanctum laudibus perpetuo celebeet. Sic dixit, et apprehensum monachum contestum erexit, ac, ln nomine Jesu Christi ait, qui
demon sunio ac mute, ut proprio nigmento eprederetur, imperavit, perfecte et loquere et audi,
Deumque conditorem tuum laudla. Secdum loqui
desierat, cum quod petebat effectum est; nam
cui antea logua vincia, et auditus v.diatus fuerat,
clamare capit: Magna sunt, Christe, opera tua,
quæ per huac virum justum elidisi. Deinde addidit
vir saucius: Quantum interwet temporis, ex quo
ΛΕ΄. Εν ᾧ δὲ τὴν πορείαν ἐποιεῖτο, μοναχός τις
παράφορος, μήτε λέγειν δυνάμενος μήτε μῆς ὅλως
ἀκούειν, προσυπαντήσας, τοῖς ἐκείνου ποτί προστ
ἐπιπτεν. Ο μὲν οὖν ἡγούμενος διωθεῖτο προσω
πίπτοντα καὶ οὐκ εἴς τῶν ποδῶν ἅπτεσθαι· ὁ ἱερὸς
δὲ Γρηγόριος, μηδαμῶς ἀπείργειν ἐγκελευσάμενος,
μέγα τε στενάξας, καὶ συμπαθὲς ἐπαφεὶς δάκρυον,
τὰς χεῖρας τε ἄρας εἰς οὐρανόν, Κύριε, φησίν. Της
σοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν
καὶ τὴν γῆν, ὁ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ σου τῇ ἁγίᾳ τοὺς
λεπρούς Ικσάμενος καὶ ὦτα χωρεύοντα διανοίξας,
και γλώσσης δεσμούς διάλυσης, αὐτὸς καὶ τὸν δοῦ
λόν σου τοῦτον, ἀοράτῳ δυνάμει τῇ σῇ θεράπευσον,
να δοξαζηταί σου ἀεὶ τὸ πανάγιον ὄνομα. Οὕτως
έφη, καὶ τοῦ μοναχοῦ λαβόμενος, ἀνίστησί τε εύoς, καὶ, Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ, λέγει, τοῦ
επιτάξαντος τῷ χωρῷ καὶ ἀλέλῳ δαίμονι του ιδίου
πλάσματος ἐξελθεῖν, λάλει ὀρθῶς, ἔκους τε καὶ εἶκαὶ τὸν ποιήσαντά σε θεόν. Ούπω τέλος εἶχεν ὁ λόγος, καὶ εἰς ἔργον ἐξεβαινε, καὶ ὁ χωρίς βοήν πρα
κατη, Μεγάλα σου τὰ ἔργα, Χριστέ, τὰ δὲ διὰ τοῦ
Είκοσι τούδε τελούμενα. Εἶτα προσθεὶς ὁ μακάριος,
1:σον ἔτος, φησίν, ἐφ᾽ οὐ πεπίδητο ή φωνή; δεί
καθείς μεμνήσθαι ἔτη μετέποτε ἡ ἀκοῦσες φωνῆς
col. 233–234page 113 of 146
PG 116:233Α5. Εἰσιόντι δὲ τὴν πόλιν τῷ μακαρίῳ, πολύ τι πλῆθος αὐτῷ προσυπήντα, οὐ τῶν ἐπιτυχόντων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀξιώματι τὸ διαφέρειν ἐχόντων. Ἑτέρου γὰρ οἷον αὐτοὺς καὶ ἀνεκίνει, καὶ διάπυρον ἐποίει τὸν πρὸς Γρηγόριον ἔρωτα ὁ χωρὶς καὶ ἄλαλος, ὃς προπορευόμενος καθ' οὓς γένοιτο ἐδόκει ἀεί, καὶ κήρυξ λαμπρὸς τοῦ τελεσθέντος ὑπῆρχε θαύματος. Τοσούτων οὖν τῶν ἄλλων προσυπαντώντων, ἡ ἱερὰ τοῦ Γρηγορίου μήτηρ μετὰ καὶ τῶν λοιπῶν πρεσβυτίδων ἐντὸς εἱστήκει τῆς πύλης τῆς πόλεως, ἤδη μέν τινα τρόπον ἀκηκοῦσα τὰ κατὰ τὸν υἱόν· οὐδὲ γὰρ οὕτως ἀμελὴς Χαρίτων ὁ ταύτης ἀνήρ, ὡς μὴ τοσαύτης ἡδονῆς κοινωνὸν θέσθαι καὶ τὴν γυναῖκα καὶ πόῤῥωθεν οὖσαν, ἀλλ' οὖν καὶ ἔτι ὥσπερ τῷ παραδόξῳ τοῦ πράγματος μετέωρος οὖσα τὴν φρένα, καὶ οὐκ ἔχουσα τοῖς λεγομένοις συντίθεσθαι. Ἐπεὶ δὲ καὶ πόῤῥωθεν ἥκοντα τὸν υἱὸν εἶδε καὶ τὴν ὄψιν ἀνέγνω, σφόδρα γὰρ καὶ παῖς ὢν ἔτι τῷ πατρὶ παρομοίως ἦν, ὡς ἤδη καὶ προδεδήλωται, καὶ ἀνὴρ δὲ πάλιν γενόμενος τὰ τῆς ἐμφερείας ἴχνη διέσωζε· τό τε οὖν καλῶς αὐτὸν ἐπιγνοῦσα, ἐπεὶ μηδὲν ἀμφίβολον ὑπελείπετο, ἀλλὰ καθαρῶς ὁ Γρηγόριος υἱὸς αὐτῆς ἐγνωρίζετο, δακρύων μὲν τοὺς ὀφθαλμούς, χαρᾶς δὲ τὴν καρδίαν πλήρης ἐγίνετο, καὶ ὄντως πρὸς ἑαυτὴν φησίν· Οὐ ψευδής, ἔλεγεν, «ψευδὴς ἔφυς ὁ ταῦτά μοι πρὸ πολλοῦ εἰρηκώς, ὅτι κἂν τῇ παρούσῃ ζωῇ καὶ ζῶντα καὶ μετὰ δόξης τὸν ἐμὸν παῖδα θεάσομαι.» Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἡ μήτηρ τὸν Μάρκον αἰνιττομένη· ὁ δὲ κατὰ πνεύμα ταύτῃ τότε πατήρ, ἐπείπερ ἤγγισε, καὶ τὴν μητέρα γινώσκουσαν ἔγνω, περιβάλλει τε πάνυ ἡδέως καὶ ἀσπασάμενος μόνον, οὐδὲ γὰρ ἐνδιατρίβειν ὁ καιρὸς περὶ ταῦτα ἐδίδου, μετὰ παντὸς τοῦ πλήθους τὸ ἱερὸν εἰσῄει. Τῆς δὲ θείας τελουμένης μυσταγωγίας, ὁ καθιδρῦσαι αὐτὸν ἐληλυθὼς ἐπίσκοπος, καὶ τινες τῶν ἀξίων ἄλλοι, τὴν ὁμοίαν τῇ πάλαι περιστερᾷ ἄνωθεν καθορῶσι καὶ πάλιν ἐπικαταπτᾶσαν καὶ περισκιάσασαν τὸν Γρηγόριον.
ΑΖ΄. Ταῦτα ἐπειδὴ φανερὰ γεγόνει, τοῖς μὲν ἰδοῦσι, τοῖς δὲ καὶ παρὰ ἰδόντων ἀκούσασιν, οὐκέτι μέλλειν ἡ πόλις ἔγνωσαν, ἀλλ' οἷός ἐστιν ἐκεῖνος καλῶς εἰδότες, εὐθὺς οὓς εἶχον δαιμονῶντας ἢ παρειμένους ἢ ἄλλως νοσήμασι χρονίοις κατεσχημένους πάντας ἦγον διαβαστάζοντες παρ' αὐτόν. Οὓς ὁ μέγας Γρηγόριος εὐχῇ μόνῃ καὶ ἁφῇ χειρῶν ἑτοίμως ἰᾶτο. Καὶ τῶν μὲν σωμάτων αὐτοῖς οὕτως ἐπεμελεῖτο, τὰς δὲ γε ψυχὰς καὶ διὰ τούτων μὲν ἱκανῶς ἐθεράπευε, διδάσκων αὐτοὺς καὶ δεικνὺς ὡς τούτων τὰ πλεῖστα ψυχικῆς αἰτίας ἐξῆπται, κἀκείνης ἐπὶ τὸ βέλτιον μεταβαλλομένης, καὶ ταῦτα θάττον τὴν ἴασιντινα γοῦν συνηθῆναι. Ο μέντοι
ὄγδοον ἔτος αὐτὸν ἄγειν ὁπότε,
εἴκοσι δὲ ἤδη χρόνους ἐν τῇ
ἐπὶ τοῦτο πολὺς εἴληφε, τοὺς
ὑπὸ πάντων ἐμεγαλύνετο,
προεστώς τῆς μονῆς
ἔφη, καὶ ἀπεκείρατο,
μονῇ διαρέψαι. Φόβος
παρόντας, καὶ Θεὸς
ἀνθρωπίνης, ἢ καὶ βραχύ τι φθέγξασθαι πρὸς ὄν- vox tibi est impedita? Ille nunquam se vel vocem
hominis audisse dixit, vel quemlibet paululum
allari potuisse. Tum monasterii prases octo annos
illum agere, cum tonsus est: cæterum viginti annos in monasterio commoratum dixit. In hoc ingens
præsentes omnes timor incessit, Deusque ab
omnibus magnifice celebrabatur.
Α5. Εἰσιόντι δὲ τὴν πόλιν τῷ μακαρίῳ, πολὺ τι
πλῆθος αὐτῷ προσυπήντα, οὐ τῶν ἐπιτυχόντων,
ἀλλὰ καὶ τῶν ἀξιώματι τὸ διαφέρειν ἐχόντων,
Επτέρου γὰρ οἷον αὐτοὺς καὶ ἀνεκίνει, καὶ διάπν
ρον ἐποίει τὸν πρὸς Γρηγόριον ἔρωτα ὁ χωρίς
καὶ ἔλαλος, ὃς προπορευόμενος καθ' οὓς γένοιτο
ἐδόκ ἀεὶ, καὶ κήρυξ λαμπρὸς τοῦ τελεσθέντος ὑπ.
ἦρχε θαύματος. Τοσούτων οὖν τῶν ἄλλων προσυπανο
τώντων, ἡ ἱερὰ τοῦ Γρηγορίου μήτηρ μετὰ καὶ τῶν
λοιπῶν πρεσβυτίδων ἐντὸς εἰστήκει τῆς πύλης τῆς
πόλεως, ἤδη μέν τινα τρόπον ἀκηκοντα τὰ κατὰ τὸν
υἱόν· οὐδὲ γὰρ οὕτως ἀμελής Χαρίτων ὁ ταύτης
ἀνήρ, ὡς μὴ τοσαύτης ἡδονῆς κοινωνὸν θέσθαι καὶ
τὴν γυναῖκα καὶ πόῤῥωθεν οὖσαν, ἀλλ᾽ οὖν καὶ ἔτι
ὥσπερ τῷ παραδόξῳ τοῦ πράγματος μετέωρος οὖσε
τὴν φρένα, καὶ οὐκ ἔχουσα τοῖς λεγομένοις συντίΘεσθαι. Επεὶ δὲ καὶ πόῤῥωθεν ήκοντα τὸν υἱὸν εἶδε
καὶ τὴν ὄψιν ἀνέγνω σφόδρα γὰρ καὶ παῖς ὢν ἔτι
τῷ πατρὶ παρομοίως ἦν, ὡς ἤδη καὶ προδεδήλωται,
καὶ ἀνὴρ δὲ πάλιν γενόμενος τὰ τῆς ἐμφερείας
ἴχνη διέταζε τό τε οὖν καλὼς αὐτὸν ἐπιγνοῦσα,
ἐπεὶ μηδὲν ἀμφίβολον ὑπελείπετο, ἀλλὰ καθαρῶς ὁ
Γρηγόριος υἱὸς αὐτῆς ἐγνωρίζετο, δακρύων μὲν τοὺς
ὀφθαλμούς, χαρᾶς δὲ τὴν καρδίαν πλήρης ἐγίνετο,
καὶ ὄντως πρὸς ἑαυτὴν φησίν, Οὐ ψευδής, ἔλεγεν,
«ψευδῆς ἔφυς ὁ ταῦτά μοι πρὸ πολλοῦ εἰρηχώς,
ὅτι κάν τῇ παρούσῃ ζωῇ καὶ ζῶντα καὶ μετὰ δόξης
τον ἐμὸν παῖδα θεάσομαι. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἡ μήτηρ
τὸν Μάρκον αίνιττομένη· ὁ δὲ κατὰ πνεύμα ταύτῃ
τότε πατήρ, ἐπείπερ ἤγγισε, καὶ τὴν μητέρα για
νώσκουσαν ἔγνω, περιβάλλει τε πάνυ ἡδέως και
ἀσπασάμενος μόνον, οὐδὲ γὰρ ἐνδιατρίβειν ὁ καιρός
περὶ ταῦτα ἐδιδου, μετὰ παντὸς τοῦ πλήθους τὸ ἱερὸν
εἰσῄει. Τῆς δὲ θείας τελουμένης μυσταγωγίας, &
καθιδρῦσαι αὐτὸν ἐληλυθὼς ἐπίσκοπος, καὶ τινες
τῶν ἀξίων ἄλλοι, τὴν ὁμοίαν τῇ πάλαι περιστερᾷ
ἄνωθεν καθορώσι καὶ πάλιν ἐπικαταπτᾶσαν καὶ
περισκιάσασαν τὸν Γρηγόριον.
p
ac alii præterea viri digni columbam, illi quæ olim
volantem, Gregorium adumbrare conspiciunt.
ΑΖ΄. Ταῦτα ἐπειδὴ φανερά γεγόνει, τοῖς μὲν
ἰδοῦσι, τοῖς δὲ καὶ παρὰ ἰδόντων ἀκούσασιν, οὐκέτι
μέλλειν ἡ πόλις ἔγνωσαν, ἀλλ᾽ οἷός ἐστιν ἐκεῖνος
καλῶς εἰδότες, εὐθὺς οὓς εἶχον δαιμονῶντας ἤ παρειμένους ἤ ἄλλως νοσήμασι χρονίοις κατεσχημένους
πάντας ήγον διαβαστάζοντες παρ' αὐτόν. Οΰς ὁ
μέγας Γρηγόριος εὐχῇ μόνῃ καὶ ἀφῇ χειρῶν ἑτοίμως
Ιστο. Καὶ τῶν μὲν σωμάτων αὐτοῖς οὕτως ἐπεμελεῖτο, τὰς δὲ γε ψυψὰς καὶ διὰ τούτων μὲν ἱκανῶς
ἐθεράπευε, διδάσκων αὐτοὺς καὶ δεικνὺς ὡς τούτων
τὰ πλεῖστα ψυχικῆς αἰτίας ἐξῆπται, κἀκείνης ἐπὶ τὸ
βέλτιον μεταβαλλομένης, καὶ ταῦτα θάττον τὴν ἴασιν
PATROL. GR. CXVI.
XXXVI. Ingredienti civitatem, magna quædam
multitudo, non gregariorum quidem, sed illorum qui
honoribus ac dignitate cateris antestabant, occurrit. Eorum enim animos in sublime evexerat, commoverat, inque Gregorii amorem vehementer inflaninarat surdus ille, idemque mutus: qui antevertens, apud omnes, quos habebat obvios,semper
clamabat, seque præconem patrati miraculi præstabacillustrem. Cum igitur Gregorii mater, nulier
sancta, aliis filio obviam prodeuntibus, ipsa cum
reliquis senioribus feminis intra portam civitatis
substitisset (nec enim quæ filio olim contigerant,
aliquatenus illam latebant, siquidem Chariton vir
ejus non usque adeo segnis fuit, quin uxorem
quanquam longe positam, tam ingentis latitis participem faceret) proinde repentino hoc et admirabili nuntio suspensis adhuc et erectis animis erat,
neque dictis acquiescere poterat. Αt ubi filium ve
nientem eminus conspicata est, faciem agnovit,
patri enim puer adhuc exsistens per oinnia (ut non
ita pridem perspicuum factum est) similis erat:
quin et vir factus, vestigia similitudinis conservavit. Quamobrem cum filium probe agnosceret, et
anceps nihil sibi quidquam relinqueretur, quominus Gregorius sui ipsius filius manifestus appareret: tum in lacrymas et cordis gaudium effusa, ita
plane secum ipsa loquebatur: Non tu mendax,non
tu (inquam) mnendax fuisti, qui jam pridem hac
mihi dixeras, me hac etiam praesenti vita filium
meum cum gloria visuram: quibus verbis Marcum
lalenter designabat. Porro filius secundum carnem,
qui tunc eidem juxta spiritum pater erat, ubi cominus appropinquavit,malremque se agnoscentem
agnovit,eam suavissime ambiens, tantuinque complexalas (nam quominus in his diutius immorarentur, tempore excludebantur una cum multitudine
templum ingreditur: ubi peraclis divinis myste
riis,episcopus qui hunc in sedem locatum venerat,
cœlitus advolarat, persimilem rursus e coelo deXXXVII. Hæc ubi tum ab iis qui viderunt, tum
qui videntes audierunt, indicata sunt, civilas non
diutius cunctata est, sed qualis esset ille, probe
perspiciens, quos a dæmone percitos, languidos,
vel diuturno morbo detentos habuit ad illum confestim omnes adduxit: quos Gregorius magnus
sola precatione ac contactu manuum incunctanter
sanabat. Atque corpora quidem ita curabat; animas
vero per hæc affatim sanabal, nimirum dum doceret illos atque ostenderet, pleraque ex his animi
culpa oriri: quo in melius constituto, corpora
quoque celerius curationem suscipiunt. Imprimis
col. 235–236page 114 of 146
PG 116:235δέχεται. Πρὸ δὲ τούτων αὐτὸς ἦν αὐτοῖς παράδειγμα κάλλιστον, οὕτω βιοὺς ὡς προλαβὼν ἔδειξε λόγος, μᾶλλον δὲ τοσοῦτον ὑπερβαλὼν ἑαυτὸν καὶ τοσοῦτον δείξας ἑκατέρου βίου τὸ μέσον ὅσον ἦν καὶ τὸ τῆς ἀξίας διάφορον. Μετὰ δὲ τούτων καὶ ἄνδρας αὐτοῖς ἐφίστη, ἱερέας τε καὶ διακόνους, καὶ οἷς τὰ θεῖα καὶ ὑπέρ ἡμᾶς ἀνεῖται, πρὸς οὓς κἀκεῖνοι βλέποντες καὶ ζηλοῦντες, ἄκροι τὴν ἀρετὴν ἔμελλον ἀποβήσεσθαι. Τούτων τῶν ἱερῶν ἀνδρῶν καὶ ἄλλοι μὲν ἐπιφανεῖς κατέστησαν, ἐν αὐτοῖς δὲ τούτοις μάλιστα διαφανῶς ἐξέλαμψαν, Ἔρασμός τε καὶ Πλατώνικος καὶ Φιλάδελφος, οἵ γε αὐτῷ καὶ τὰ πλεῖστα συνόντες καὶ εἴς ὅσον ἐνῆν τὸν ἐκείνου βίον ἀποματτόμενοι, ἐπισημότατοι παρὰ πάσῃ πολιτεία γεγόνασι. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως ἐπράττετο. ΛΒ'. Μεθ' ἡμέρας δέ τινας τὴν πόλιν τοῦ μακαρίου περιιόντος, ἐφ᾽ ᾧ τοὺς ἐν νόσοις σπλάγχνοις πατρικοῖς ἐπισκέψασθαι, καὶ ἄλλα μὲν τετέλεστο μεγαλεία κρείττω λόγω τῷ τε πλήθει καὶ τῷ μεγέθει, ἓν δὲ δὴ καὶ τόδε, ὃ ταῖς ὑμετέραις ἀκοαῖς χαρίσομαι. Σαβινᾶς τις πρεσβύτερος, θυγάτριον ἔχων τὴν μὲν ὥραν καὶ πάνυ λαμπρὰν, νόσῳ δὲ ἤδη παρειμένην χρονίᾳ, καὶ ἐφ' ὅλοις ἐννέα χρόνοις τὸ παράπαν κινηθῆναι μὴ δυναμένην, ἐπειδὴ περιιόντα ἐπύθετο τὸν μακάριον, ἐξαγαγών, ἅμα τῇ γυναικὶ ὡς φόρτον ἄψυχον ταύτην πρὸ τοῦ πυλῶνος ἐτίθει· ἐκεῖθεν γὰρ ἔμελλε καὶ ὁ μέγας διέρχεσθαι. Ὡς δὲ δὴ καὶ τῷ τόπῳ ἤγγιζον, ἡ μήτηρ τῆς κόρης, οἷα δὲ τὰ μητέρων καὶ ταῦτα θυγατρὸς τοιαύτης ἀνθούσης ὥρᾳ τε καὶ νεότητι πάνυ περιπαθὲς ἀνακλαύσασα, καὶ δραμοῦσα, ἑαυτὴν τοῖς τούτου προσερρίπτει ποσίν. Ὁ δὲ ἐρωτήσας οὗ δέοιτο, καὶ τὴν αἰτίαν μαθών κατοικτείρας τε ταύτην καὶ Σαβῖνον τῆς συμφορᾶς, θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο λέγων· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἔπιδε καὶ νῦν ἐπὶ τὴν προσευχὴν τοῦ δούλου σου, καὶ ἐπάκουσόν μου τοῦ ταπεινοῦ σήμερον, καὶ ἐπίσκεψαι τὴν παῖδα ταύτην ἀναστήσας αὐτὴν τῇ χάριτι καὶ δυνάμει τοῦ παναγίου σου Πνεύματος. Ταῦτα εἰπὼν καὶ διαναστὰς τῷ σημείῳ τοῦ σταυροῦ σφραγίζει τὴν κόρην, καὶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ λέγει· «Ἔγειρε καὶ στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου.» Οὕτως ὁ μὲν εἶπεν· ἡ δὲ ἀνίστατο, καὶ εὐχαριστία πᾶσα τῷ Θεῷ ἀνεπέμπετο. Ἦν γὰρ τὸ πλῆθος ἅπαν τῆς πόλεως ἑπόμενον τῷ ἁγίῳ, καὶ τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γινομένοις, ὡς εἰκὸς, ἐκπληττόμενον. Πᾶσαν δὲ τὴν πόλιν περιελθών, καὶ πᾶσι τὰ πρὸς τὴν χρείαν παρεσχηκώς, εἰς τὴν ἐκκλησίαν αὖθις, σὺν ἅμα τῷ κλήρῳ παντὶ ἐπάνεισι, καὶ τὴν θείαν λειτουργίαν ἐπιτελέσας, τῷ ἐκκλησιαστικῷ τε κληρώματι, καὶ χήραις πάσαις καὶ ὀρφανοῖς τραπέζας παραθείς, αὐτὸς διηκόνει ράκος διεζωσμένος ἅμα τοῖς μνημονευθεῖσι τρισὶ διακόνοις, Ἐράσμῳ, Φιλαδέλφῳ καὶ τῷ Πλατωνίκῳ. Οὐ μὴν οὐδὲ ἡ μήτηρ αὐτοῦ τῆς τοιαύτης ἐργασίας ἀπελιμπάνετο, ἀλλὰ σὺν αὐτῇ καὶ ὅσαι τῶν θεραπαινίδων ὑπῆρχον ταῖς χήραις ἐξυπηρετοῦντο νίπτουσαί τε τοὺς πόδας αὐτῶν, καὶ τὴν ἄλλην πᾶσαν θεραπείαν προσφέρουσαι. Ἔργον δὲ ἦν τῷ Γρηγορίᾳvero exemplar sese illis vitæ recta constituendæ δέχεται. Πρὸ δὲ τούτων αὐτὸς ἦν αὐτοῖς παράδειγμα
pulcherrimum ipse præstabat, sic vivens, ut oratio
superius indicavit, seipsum tantum supereminens,
tantumque utriusque vitæ medium agens,quantum
sibi per dignitatis excellentiam licebat. Post hæc
eliam viros illis tum sacerdotes, tum diaconos, a
quibus divina et quæ ultra nos sunt, peragerentur
constituit,quos illi intuentes imitantesque, in viros
virtute clarissimos evaderent. Inter hos sacros
viros complures viri prastantes fuerunt, in quibus
Erasmus, Platonicus ac Philadelphus præcipue
illustres nituere, qui cum illo plurimnum versantes,
ac ejus vitam, quoad Geri poterat, elfingentes ac
exprimentes, insignes ut qui maxime apud omnem
rempublicam facti sunt. Hæc sane quemadmodum
exposuimus, ita se habebant.
XXXVIII. Nonnullis post diebus cum D. Gregorius civitatem obiret, quo miseratione paterna
ægrolos inviseret, alia quidem cum numero, tum
magnitudine majora, quam ut oratio complectatur,
edila sunt. Sed unum, quod auribus vestris est
gratum futurum, largiemur. Sabinus quidamn presbyter fliolam pulchram quidem ac valde gratiosam habuit, calerum morbo diuturno jam oppres.
sam,quæ novem annis movere se nanquam omnino
potuerat. Is cum beatum virum ea transeuntem
audisset, illam una cum uxore uti inanimatum
quoddam pondus ante vestibulum exposuit. (Illac
enim vir magnus iter facturus erat). Quo illuc
appetente, puella mater (ut mos est matribus)
filiæ pulchritudine ac ætate florentis casum miserata,
tum vehementer fere ac currere,seseque hujusce
patris ad pedes projicere. Ille quid opus haberet
percontatus, causam didicit, ejusque ac Sabini
calamitatem miseratus, positis genibus oravit,
dicens: Domine Jesu Christe, Deus noster, ne,
quaso, avertas oculos a precibus seri tui, meque
hodie humilem exaudi, atque hanc puellam gratia
ac potentia tui sancti Spiritus erigens invise. His
dictis,surrexit, ac signo crucis puellam obsignans,
In nomine Jesu Christi (ait) exsurge, et sta super
pedes tuos. Hæc ille dixit, et puella protinus surrexit, atque singulares immortali Deo universi
gratias egerunt, aderat enim cuncta civitatis mullim
tudo, quæ virum sanctum ob ea quæ ab ipso fiebant, admiratione, ut par erat, perculsa, sequebatur. Cumque universamn civitatem pertransisset,
omnibusque, quæ illis usui essent, prospexisset,
ad ecclesiam, cum ecclesiastico cœlu revertitur:
divinisque peractis sacrificiis, ecclesiastico cotui,
viduis ac pupillis omnibus mensam apposuit;
quibus ipse, vili accintus panno, una cum tribus
diaconis, de quibus mentionem fecimus, Erasmo,
Philadelpho et Platonico, ministrabat. Neque vero
illius water ab ejusmodi ministerio aberal; quin
ipsa una cum ancillis, quotquot aderant, viduis
pedes illarum lavando,ac omne pietatis obsequium
præstando, ministrabant. In hoc autem Gregorius
incumbebat, ut sacris initiatos tum ad virtuD.
κάλλιστον, οὕτω βιοὺς ὡς προλαβὼν ἔδειξε λόγος,
μᾶλλον δὲ τοσοῦτον ὑπερβαλὼν ἑαυτὸν καὶ τοσοῦτον
δείξας ἑκατέρου βίου τὸ μέσον ὅσον ἦν καὶ τὸ τῆς
ἀξίας διάφορον. Μετὰ δὲ τούτων καὶ ἄνδρας αὐτοῖς
ἐφίστη, ἱερέας τε καὶ διακόνους, καὶ οἷς τὰ θετά το
καὶ ὑπέρ ἡμᾶς ἀνεῖται, πρὸς οὓς κἀκεῖνοι βλέποντες
καὶ ζηλοῦντες, ἄκροι τὴν ἀρετὴν ἔμελλον ἀποβήσε
σθαι. Τούτων τῶν ἱερῶν ἀνδρῶν καὶ ἄλλοι μὲν ἐπισ
φανεῖς κατέστησαν, ἐν αὐτοῖς δὲ τούτοις μάλιστα
διαφανῶς ἐξέλαμψαν, Ἔρασμός τε καὶ Πλατώνικος
καὶ Φιλάδελφος, οἵ γε αὐτῷ καὶ τὰ πλεῖστα συνόντες
καὶ εἴς ὅσον ἐνῆν τὸν ἐκείνου βίον ἀποματτόμενοι,
επισημότατοι παρὰ πάσῃ πολιτεία γεγόνασι. Καὶ
ταῦτα μὲν οὕτως ἐπράττετο.
ΛΒ'. Μεθ' ἡμέρας δέ τινας τὴν πόλιν τοῦ μακα
ρίου περιιόντος, ἐφ᾽ ᾧ τοὺς ἐν νόσοις σπλάγχνοις
πατρικοῖς ἐπισκέψασθαι, καὶ ἄλλα μὲν τετέλεστο
μεγαλεία κρείττω λόγω τῷ τε πλήθει καὶ τῷ μετ
γέθει, ἓν δὲ δὴ καὶ τόδε, ὃ ταῖς ὑμετέραις ἀκοπῖς
χαρίσομαι. Σαβινάς τις πρεσβύτερος, θυγάτριον
ἔχων τὴν μὲν ὥραν καὶ πάνυ λαμπρὰν, νόσῳ δὲ ἤδη
παρειμένην χρονία, καὶ ἐφ' ὅλοις ἐννέα χρόνοις τὸ
παράπαν κινηθῆναι μή δυναμένην, ἐπειδὴ περιιόντα
ἐπύθετο τὸν μακάριον, ἐξαγαγών, ἅμα τῇ γυναικὶ
ὡς φόρτον ἄψυχον ταύτην πρὸ τοῦ πυλῶνος ἐτίθει·
έκεῖθεν γὰρ ἔμελλε καὶ ὁ μέγας διέρχεθαι. Ὡς δὲ
δὴ καὶ τῷ τοπῷ ἤγγιζον, ἡ μήτηρ τῆς κόρης, οἷα
δὲ τὰ μητέρων καὶ ταῦτα θυγατρός τοιαύτης ἀνα
θούσης ὥρᾳ τε καὶ νεοτητι πάνω περιπαθὲς ἀνα
κλαύσασα, καὶ δραμοῦσα, ἑαυτὴν τοῖς τούτου προσω
ρίπτει ποσίν. Ὁ δὲ ἐρωτήσας οὗ δέοιτο, καὶ τὴν αἰα
τίαν μαθών κατοικτείρας τε ταύτην καὶ Σαβίνον
τῆς συμφορᾶς, θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο λέγων·
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἔπιδε καὶ νῦν
ἐπὶ τὴν προσευχὴν τοῦ δούλου σου, καὶ ἐπάκουσὸν
μου τοῦ ταπεινοῦ σήμερον, καὶ ἐπίσκεψαι τὴν παῖδα
ταύτην ἀναστήσας αὐτὴν τῇ χάριτι καὶ δυνάμει τοῦ
παναγίου σου Πνεύματος. Ταῦτα εἰπὼν καὶ διαναστὰς τῷ σημείῳ τοῦ σταυροῦ σφραγίζει την κόρην,
καὶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ λέγει· «Εγειρε καὶ
στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου.» Οὕτως ὁ μὲν εἶπεν· ἡ
δὲ ἀνίστατο, καὶ εὐχαριστία πᾶσα τῷ θεῷ ἀνεπέμε
πετο. Ἦν γὰρ τὸ πλῆθος ἅπαν τῆς πόλεως επόμενον
τῷ ἁγίῳ, καὶ τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γινομένοις, ὡς εἰκὸς,
έκπληττόμενον. Πᾶσαν δὲ τὴν πολιν περιελθών, καὶ
πᾶσι τὰ πρὸς τὴν χρείαν παρεσχηκώς, εἰς τὴν ἔχε
κλησίαν αὖθις, σύναμα τῷ κλήρῳ παντὶ ἱπάνεισι,
καὶ τὴν θείαν λειτουργίαν ἐπιτελέσας, τῷ ἐκκλησ
σιαστικῷ τε κληρώματι, καὶ χήραις πάσαις καὶ
ὀρφανοῖς τραπέζας παραθείς, αὐτὸς διηκόνει ράκος
διεζωσμένος ἅμα τοῖς μνημονευθείσι τρισὶ διακόvous, Εράσμῳ, Φιλαδέλφω καὶ τῷ Πλατωνίκῳ. Οἱ
μὴν οὐδὲ ἡ μήτηρ αὐτοῦ τῆς τοιαύτης εργασίας
ἀπελιμπάνετο, ἀλλὰ σὺν αὐτῇ καὶ ὅσαι τῶν θερα
παινίδων ὑπῆρχον ταῖς χήραις ἐξυπηρετοῦντο νια
πτουσαί τε τοὺς πόδας αὐτῶν, καὶ τὴν ἄλλην πᾶσαν
θεραπείαν προσφέρουσαι. Ἔργον δὲ ἦν τῷ Γρηγορία
col. 237–238page 115 of 146
PG 116:237τοὺς τοῦ κλήρου ρυθμίζειν πρὸς ἀρετὴν τὰ θετά τε παρασκευάζειν ἐκμελετᾷν λόγια, καὶ ὡς οἷόν τε τὸν νοῦν αὐτῶν ἀναπτύσσειν. ΑΘ'. Ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἀδύνατον ἦν οὕτω φιλοπόνως μετιόντα τὴν ἀρετὴν, τὸν τοῦ πονηροῦ δαίμονος φθόνον διαφυγεῖν, ὥρα νῦν ἐξειπεῖν οἵοις περιπίπτει πειρασμούς. Ζαβίνος γὰρ καὶ Κρισκεντῖνος, οὓς καὶ ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν ὑπὸ τοῦ πλήθους εἰς τὴν ἐπισκοπὴν προβιβάζεσθαι, οὗτοι ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνελθόντες, καὶ εἰς συμβάσεις χωρήσαντες, πάλαι γὰρ διάφοροι καθειστήκεσαν, ἕως πότε ἡμεῖς, ἔλεγον, ὑποταγησόμεθα τῷ γόητι τούτῳ καὶ φαρμακῷ, ὃς μαγείαις ἅμα καὶ θεατρείαις ἐξιστᾷ τοὺς εὐηθεστέρους τῶν ξένων, ὅπως διαπεφευγὼς τῶν ἐνθένδε μάγῳ τινὶ παρέμεινε, κἀκεῖθεν πᾶσαν κακοτεχνίαν ἐξήντλησε, πλανῶν τοὺς ἀνθρώπους, οἷα δὲ καὶ Σίμων ἐκεῖνος δαίμων ἐξ ἀνθρώπων γενόμενος. Ὁρᾷς γὰρ ὡς οὔθ᾽ ὅλως ἐσθίει οὔτε πίνει, ὃ καὶ οἱ δαίμονες κομιδῆ ποιοῦσι; Ταῦτα πρὸς ἀλλήλους εἰπόντες φιλαμβάνονται μεθ᾽ ἑαυτῶν καὶ τοῦ κλήρου τινές· ὑποσπώνται δὲ καὶ τοῦ λαοῦ μέρος οὐκ ὀλίγον, καὶ ὅρκοις ἀλλήλους κατεμπεδώσαντες, δρᾶμά τι σχεδιάζονται τῆς τοῦ κεκινηκότος αὐτοὺς πρὸς ταῦτα κακοτεχνίας ἐπάξιον. Ἀκολάστῳ γάρ τινι γυναικὶ προσελθόντες, τὴν ὥραν περικαλλεῖ, τοὔνομα Εὐδοκίαν, καὶ ταύτην χρήμασιν ἀναπείσαντες, φεῦ τῆς ἀπαιδείας! τοῦ ἐπισκόπου κατειπεῖν ἀναγκάζουσιν ὡς ἄρα εἴη αὐτὴν ἐγνωκώς. Ὡς οὖν ἤρτυσαν τὴν ἐπιβουλήν, ἐζήτουν καιρὸν καθ᾽ ὃν ἂν εἴσω ταύτην παραδώσει τοῦ ἐπισκοπείου δυνήσονται. Ὥραν οὖν φυλάξαντες καθ᾽ ἣν ὁ μέγας μέσων νύκτων ἅμα τοῖς τρισὶν ἐκείνοις οἰκειοτάτοις τῶν διακόνων εἰς τὸν ναὸν κατῄει, τὰς συνήθεις ἐπιτελέσων εὐχάς. Ἐν ταύτῃ δέ, χρήμασιν οἱ ἐπίβουλοι τοὺς θυρωροὺς ὑποφθείραντες εἰσάγουσιν εἰς τὸν τοῦ μεγάλου κατωνίσκον τὴν κόρην, καὶ ἐν γωνίᾳ ἱστῶσι μιᾷ. Ὁ δέ, ἐπεὶ τὰς εὐχὰς ἤδη τελέσειεν, ἀνῄει τε εἰς αὐτὸν καὶ βιβλίον ἐπὶ χεῖρας λαβὼν τὸν βίον προσεχόντως διήκει τοῦ πολλοῦ τόν τε λόγον καὶ τρόπον, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου φημί. Ἡ δὲ δὴ κόρη εἰς ὕπνον ἄρτι κατενεχθεῖσα βαθύν, οὔτ᾽ ἐκείνη τὸν μέγαν ἀνελθόντα συνῆκεν. Οὔτε πάλιν αὐτὸς τὴν κόρην ἑώρα. Πόθεν ἂν καὶ ὑπώπτευσε καθαρὰ τοιαύτῃ ψυχῇ καὶ παρθένος, κεκρυμμένην ὡς οἷόν τε καὶ διαλαθεῖν βουλομένην. Ὁ μὲν οὖν οὕτω μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἐπὶ τὰς ἑωθινὰς καθῄει πάλιν ᾠδάς· ἐπεὶ δὲ καὶ ταύτας πληρώσας ἀνῆλθε σὺν ἅμα τῷ κλήρῳ παντὶ καὶ τοῖς συνελθοῦσι τοῦ πλήθους, εἶτα καὶ παραινεῖν αὐτοῖς τρόπο τὰ σωτήρια, καὶ ἕτοιμος ἦν καὶ θείων λογίων ἀναγνώσει τὰς ἐκείνων θρέψαι ψυχάς, ὥσπερ εἴθιστο καθ᾽ ἑκάστην ποιεῖν, αὐτίκα οἱ περὶ Κρισκεντῖνον, θηρίων δίκην ἀγρίων ἔνδον συνεισπεσόντες τῆς τε κόρης ἐπιλαμβάνονται, καὶ εἰς τὸ πλῆθος ἐξάγουσι, βοῆς ἅμα καὶ θορύβου καὶ ταραχῆς τὰ πάντα πληροῦντες. Ὁ ἀσελγής, ὁ ἐναγής, ὁ ἀνάξιος, ἄνθρωποι μικροὶ τῷ ὄντι, κατὰ τοῦ σφόδρα καθαροῦ κράζοντες, καὶ ἅμα τῷ πλήθει τὴν ἑταίραν παραδεικνύντες.τοὺς τοῦ κλήρου ρυθμίζειν πρὸς ἀρετὴν τὰ θετά τε tem, tumn ad eloquia divina meditanda, inforπαρασκευάζειν ἐκμελετᾷν λόγια, καὶ ὡς οἷόν τε τὸν maret, eorumque sensus, quam commodissime
τοῦν αὐτῶν ἀναπτύσσειν.
ΑΘ'. Αλλ᾽ ἐπεὶ ἀδύνατον ἦν οὕτω φιλοπόνως
μετιόντα τὴν ἀρετὴν, τὸν τοῦ πονηροῦ δαίμονος
φθόνον διαφυγεῖν, ὥρα νῦν ἐξειπεῖν οἷοις περιπίπτει
πειρασμούς. Ζαβίνος γὰρ καὶ Κρισκεντῖνος, οὓς καὶ
ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν ὑπὸ τοῦ πλήθους εἰς τὴν
Επισκοπὴν προβιβάζεσθαι, οὗτοι ἐπὶ τὸ αὐτὸ συν
ἐλθόντες, καὶ εἰς συμβάσεις χωρήσαντες, πάλαι γὰρ
διάφοροι καθειστήκεσαν, έως πότε ἡμεῖς, ἔλεγον,
ὑποταγησόμεθα τῷ γόητι τούτῳ καὶ φαρμακῷ, ὃς
μαγείεις ἅμα καὶ τεθτρείας ἐξιστῷ τοὺς εὐηθεστές
ρος των ξένων, όπως διαπεφευγώς τῶν ἐνθένδε
μέγῳ τινὶ παρέμεινε, κἀκεῖθεν πᾶσαν κακοτεχνία»
ἐξήντλησε, πλανῶν τοὺς ἀνθρώπους, οἶκ δὲ καὶ
Σίμων ἐκεῖνος δαίμων ἐξανθρώπων γενόμενος. Ορας "
γὰρ ὡς οὔθ᾽ ὅλως ἐσθίει οὔτε πίνει, ὃ καὶ οἱ δείμος
ως κομιδῆ ποιοῦσι; Ταῦτα πρὸς ἀλλήλους εἰπόντες
φισλαμβάνονται μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τοῦ κλήρου τι
τές· ὑποσπώνται δὲ καὶ τοῦ λαοῦ μέρος οὐκ ὀλίγον,
καὶ ὅρκοις ἀλλήλους κατεμπεδώσαντες, δραμά τι
ασιάζονται τῆς τοῦ κεκινηκοτος αὐτοὺς πρὸς ταῦτα
πιοτεχνίας επάξιον. ᾿Ακολαστῳ γάρ τινι γυναικι
προσελθόντες, τὴν ὥραν περικαλλεῖ, τοὔνομα Εὐδοτίτν, καὶ ταύτην χρήμασιν ἀναπείσαντες, φεῦ τῆς
ἐπαιδείας! τοῦ ἐπισκόπου κατειπεῖν ἀναγκάζουσιν
ὡς ἄρα εἴη αὐτὴν ἐγνωκώς. Ὡς οὖν ἤρτυσαν τὴν
ἐπιβουλήν, ἐζήτουν καιρὸν καθ᾿ ὃν ἂν εἴσω ταύτην
παραδώσει τοῦ ἐπισκοπείου δυνήσονται. Ὥραν οὖν
φυλάξαντες καθ᾿ ἣν ὁ μέγας μέσων νύκτων ἅμα
τοῖς τρισὶν ἐκείνοις οἰκειοτάτοις τῶν διακόνων εἰς
τὸν ναὸν κατῄει, τὰς συνήθεις ἐπιτελέσων εὐχάς.
Ἐν ταύτη δέ, χρήμασιν οἱ ἐπίβουλοι τοὺς θυρωρούς
υποφθείραντες εἰσάγουσιν εἰς τὸν τοῦ μεγάλου
κατωνίσκον τὴν κόρην, καὶ ἐν γωνίᾳ ἱστῶσι μιᾷ.
Ὁ δέ, ἐπεὶ τὰς εὐχὰς ἤδη τελέσειεν, ἀνῄει τε εἰς
αὐτὸν καὶ βιβλίον ἐπὶ χεῖρας λαβὼν τὸν βίον προσεχόντως διήκει τοῦ πολλοῦ τόν τε λόγον καὶ τρόπον,
Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου φημί.
posset, explicaret.
XXXIX. Sed quando fieri non potest, quemquam
tam sedulo virtutem consectari,ut hostis dæmonis
declinet invidiam, instal nunc, ut, quæ illum tentationes invaserint, persequamur. Sabinus ac
Crescentinus, quos superius a multitudine episcopos designatos fuisse demonstravimus, ambo,inito
federe, conspirant (diu enim mutuas simultates
gesserant). Quousque nos (dicentes) huic impostori atque venefico subjicienur, qui ignaris ac
simplicioribus hominibus admirationem præstigiis ac imposturis excitat? An ignoramus quemadmodum hinc effugerit, et cum quodam mago nanserit, a quo nefariam hanc et maleficam artem
hausit, qua hominibus instar Simnonis illius,
demon ex hominibus factus, imponit? Non cernis,
ut neque omnino comedat, neque bibat, quod d
mones subinde faciunt? Hæc inter se commentati,
secum etiam clericos quosdam asciscunt, et non
exiguam populi partem convellunt, fidem inter se
jusjurandum danl,captiosum figmentum,arte,quæ
ad hoc illos impellebat, insidiosa dignum commi
niscuntur. Nam mulierem quamdam impudicam,
alioquin pulchritudine insignem, Eudociam nomi
ne,conveniunt:quam pecunia corruptam inducunt
contra episcopum (proh pudorf)palam sese cum illo
concubuisse testimonium dicere; qui cum perfidia
et plena subdoli ac versuli animi consilia instituerunt, quatenus in episcopum illam insinuarent.
Quare tempus observant, quo vir magnus mediis
noclibus una cum diaconis illis tribus sibi famliarissimis in templum ad consuetas preces descendere solebat. Insidiatores interim pecunia, cum
janitoribus pasciscuntur ut puellam in lectum viri
magni submittere liceat, et ipse in angulo considunt. Ille, solutis precibus, cubiculum petit, librumque manu prehendens, vitam Joannis Chrysostomi, ut clari litteris, ita moribus et ingenio
masimi, allendissime percurrit.
XL. Porro puella arctissimo paulo ante somno
detenta, neque ipsa virum magnum ascendentem
sensit, neque rursus ipse puellam vidit. Unde,
obsecro, isthæc innocens et immaculata anima
suspicari habuit puellam prout poterat occultari,
. Ἡ δὲ δὴ κόρη εἰς ὕπνον ἄρτι κατενεχ
θεῖσα βαθὺν, οὔτ᾽ ἐκείνη τὸν μέγαν ἀνελθόντα συνῆπν. Οὔτε πάλιν αὐτὸς τὴν κόρην ἑώρα. Πόθεν ἂν
καὶ ὑπώπτευσε καθαρά τοιαύτῇ ψυχῇ καὶ παρθένος,
ευπτομένην ὡς οἷόν τε καὶ διαλαθεῖν βουλομένην,
Ὁ μὲν οὖν οὕτω μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἐπὶ τὰς ἑωθι et libenteın illic latenter conjectam se voluisse?
τές καθήει πάλιν ᾠδάς· ἐπεὶ δὲ καὶ ταύτας πλήρώσες ἀνει σύναμα τῷ κλήρῳ παντὶ καὶ τοῖς συνελθοῦσι τοῦ πλήθους, εἶτα καὶ παραινεῖν αὐτοῖς
τρόπο τα σωτήρια, καὶ ἕτοιμος ἦν καὶ θείων λογίων ἀναγνώσει τὰς ἐκείνων θρέψαι ψυχάς, ὥσπερ
εστο καθ' έκαστην ποιεῖν, αὐτίκα οἱ περὶ ΚρισΕντῖνον, θηρίων δίκην ἀγρίων ἔνδον συνεισπεσόντες
της τε κόρης ἐπιλαμβάνονται, καὶ εἰς τὸ πλῆθος
ἐξέγουσι, βοῆς ἅμα καὶ θορύβου καὶ ταραχῆς τὰ
τάνος πληροῦντες. Ὁ ἀσελγής, ὁ ἐναγής, ὁ ἀνάξιος,
Η μικροὶ τῷ ὄντι, κατὰ τοῦ σφόδρα καθαρού κράζοντες, καὶ ἅμα τῷ πλήθει τὴν ἑταίραν παραδειIlle igitur post lectionem ad matutinas laudes ire
contendit, quibus expletis, una cum omni sacro
ordine, ac aliis ex populo comitantibus revertitur.
Tum hortari illos, ac salutaria monere coepit,
illudque laborabat, ut, quod singulis fere diebus
agere consueverat, eorum animos divinarum Litterarum lectione reficeret. Tum Crescentiniani instar
ferarum agrestium irruentes, puellam arripiunt,
eamque coram populo statuunt, clamore,turbatione, ac tumultu omnia implent: improbe, sceleste
ac exsecrabilis,qui vere nefarii erant,contra virum
omnino sanctum vociferantes, nihil minus sese
col. 239–240page 116 of 146
PG 116:239κνύντες. Οι δὲ ταῦτα ὁρῶντες ἐκπλήξει τε εἴχοντο, τὴν μὲν φαύλην ἐκείνην γυναίκα εἴσω τοῦ κοιτωνίσκου παροῦσαν βλέποντες, τὸν τοῦ μεγάλου δὲ βίον ἀκριβῶς εἰδότες πρὸς τοιαύτας ὑπονοίας ἀντι φθεγγόμενον. Οἱ δὲ δὴ συκοφάνται, χείρας τῷ ἁγίῳ ἐπιβαλόντες μέσον τοῦ ἐπισκοπίου, ὦ μανίας δαιμονικῆς ! ἕλκουσιν, ἐνταῦθα καὶ τὸ πλῆθος μικρόν τι μετά δακρύων κοινῶς ὠλόλυξαν, καὶ ὥσπερ αὐτὸς ὢν ἕκαστος ὁ ταῦτα πάσχων. Οὕτως ὑπὲρ ἐκείνου πάντες δεινῶς ἐκόπτοντο, πλὴν ὀλίγων τῶν σφόδρα πονηροτάτων, καὶ ὅσον ἐκοινώνησε τῆς συνωμοσίας τοῖς ἀνιέροις· οἱ μέντοι γε τῆς ἀγαθῆς μερίδος, ὅπερ ἦν τὰ τοῦ δράματος ὑποπτεύσαντες, τὸν και ρὸν ἠρώτων καθ᾽ ἓν ταύτῃ φησὶ συνέλθοι. Ἡ δέ, καθώς προεδεδίδακτο, Μετὰ τοὺς ἑσπερίους, ἔλεγεν ὕμνους, κατὰ πρώτην μάλιστα τῆς νυκτὸς φυλα κήν. Φιλάδελφον δὲ τοῦ διακόνου πρὸς ταῦτα τὸ προφητικὸν ἐκείνῳ εἰπόντος· « Ἄλαλα γενηθήτω τὰ χείλη τὰ δόλια τὰ λαλοῦντα κατὰ τοῦ δικαίου ἀνομίαν », δραμὼν ὁ ἀνίερος Κρισκεντῖνος παίει κατὰ κόῤῥης αὐτόν. Ἐπὶ τούτῳ καταστασιάζουσι αὐτοῦ πᾶν τὸ πλῆθος, καὶ μικροῦ ἂν τοῦτον καὶ διεσπάσαντο, εἰ μὴ ὁ μέγας, ἐπιστραφείς, αὐτοὺς μὲν παραινέσει κατέσχεν, ἑαυτὸν δὲ παρέσχεν ἑτοίμως ἄγειν τοῖς ἕλκουσι. Τοῦτο δὲ δὴ καὶ μάλιστα τὸ παρέχειν ἑαυτὸν ὡς ὑπεύθυνον ὑποψίας χώραν ἐδίδου τῷ δήμῳ, καί, Μήτι γε ἄρα καὶ ἀληθῆ ἦ τὰ παρὰ τῶν κατηγόρων εἰσαγόμενα, ἔλεγον, καὶ διὰ τοῦτο τὸ συνειδὸς ἔνδον κατηγοροῦν ἔχων οὐκ ἀντι πρᾶξαι μόνον, ἀλλ' οὐδὲ ἀντειπεῖν πρὸς αὐτοὺς δύναται. Καὶ τοὺς μὲν ταῦτα ἐκλόνει. ΜΑ'. Ἐν τοσούτῳ δὲ τῶν ἀνιέρων ἐκείνων ὑπερ σχυσαν τὸ σύστημα, τοῦ ἐπισκοπείου τε τὸν ἅγιον ἔξω θοῦσι, καὶ εἱρκτὴ τοῦτον παραδιδόασι, τοὺς πόδας τῷ ξύλῳ ἀσφαλισάμενοι· εἱρκτὴ δὲ ἦν ἐκείνη ἡ καὶ τὸν πάνυ Γρηγόριον τὸν Λίβυν τὸ μαρτυρικὸν τέλος ὑπὲρ Χριστοῦ δεξάμενον εἶδε. Τῆς φήμης τοίνυν πάντας διαδραμούσης, πολύ τι πλῆθος πρὸς τοῖς θύραις συνηνέχθη τῆς φυλακῆς· καὶ τούτων οἱ μὲν χερσὶ καὶ ποσὶν ἰδίοις τὰς πύλας ἐναράσσειν, οἱ δὲ καὶ μοχλοῖς σιδηροῖς ἀναῤῥήσειν αὐτὰς ἐπεχείρουν, εἰσὶ δὲ οἱ καὶ κατὰ συμμορίας συστάντες ἐνελεῖν Σαβινόν τε καὶ Κρισκεντῖνον ἐβούλοντο. Ἀλλ' ὁ Χριστοῦ μαθητής τε καὶ ζηλωτὴς τῶν μελετωμένων τούτων αἰσθόμενος, ἔνδοθεν αὐτοὺς παρεκάλει λέγων· Μὴ ὑμεῖς γε, ὦ τέκνα, μηδὲν τοιοῦτον περὶ αὐτοὺς βουλεύσησθε, μηδὲ γένοιτό τινι ἐξ ὑμῶν χεῖρα ἐμὲ καὶ ψυχήν μολύναι· μὴ εἰς τοσοῦτον ἤχθητε, τέκνα, δυστυχίας, μᾶλλον δὲ ἀπωλείας ἐγὼ ἄπο ταῦτα μὲν πτέον ἀνθρώπου ἵνεκα, καὶ ταῦτα ἀπὸ τήνου ποιεῖν. Τοῦ τὰς θύρας δὲ ἀράσσειν καὶ θυμ βεῖν ὑποσχομένοις εὐχῆς ἔχεσθε, καὶ παρὰ Κυρίω μένετε τὴν ἐκδίκησιν, κἂν μηδεὶς ἔκνος ὑμῖν ἐνοχλῇ καὶ αὐτόθι προσκαρτερεῖτέ μοι φυλακῆς, μὴ τό τι χεῖρον οἱ θῆρες περὶ ἐμὲ βουλεύσονται. Ταύτῃmultitudini ostendebant. Caeteri talia videntes,ad. κνύντες. Οι δὲ ταῦτα ὁρῶντες ἐκπλήξει το είχοντο,
miratione ac dubitatione percellebantur. Nam mu- τὴν μὲν φαύλην ἐκείνην γυναίκα εἴσω τοῦ κοιτω
lierem illam vitiosam intra cubiculum præsentem νίσκου παροῦσαν βλέποντες, τὸν τοῦ μεγάλου δὲ
cernebant: vitam vero ac mores viri præclari βίον ἀκριβῶς εἰδότες πρὸς τοιαύτας ὑπονοίας ἀντιhujusmodi suspicionibus maxime adversari ac re- φθεγγόμενον. Οἱ δὲ δὴ συκοφάνται, χείρας τῷ ἁγίῳ
pugnare noverant. At vero sycophantæ, injectis in ἐπιβαλόντες μέσον τοῦ ἐπισκοπίου, ὦ μανίας δαιμοvirum sanctum mauibus(o insaniam detestabileml), νικῆς! Έλκαυσιν, ἐνταῦθα καὶ τὸ πλῆθος μικρόν τι
per omnia loca trabebant. Hic multitudo amaris μετά δακρύων κοινῶς ὠλόλυξαν, καὶ ὥσπερ αὐτὸς
cum lacrymis pariter lugebat, perinde ac si quisque ὢν ἕκαστος ὁ ταῦτα πάσχων. Οὕτως ὑπὲρ ἐκείνου
illorum, idem, qui hæc pateretur, exsisteret. Ita πάντες δεινῶς ἐκόπτοντο, πλὴν ὀλίγων τῶν σφόδρα
hæc omnes, extra paucos longe flagitiosissimos, πονηροτάτων, καὶ ὅσον ἐκοινώνησε τῆς συνωμοσίας
iisque exceptis, qui impuri atque profani conjura- τοῖς ἀνιέροις, οἱ μέντοι γε τῆς ἀγαθῆς μερίδος,
tioni consenserant, de illo graviter perferebant. ὅπερ ἦν τὰ τοῦ δράματος ὑποπτεύσαντες, τὸν και
Isti enim meliora secuti, figmentum, ut sese habe- ρὸν ἠρώτων καθ᾽ ἐν ταύτῃ φησὶ συνέλθοι. Η &,
bat, suspicati, tempus ab ea quo esset in domum καθώς προεδεδίδακτο, Μετὰ τοὺς ἰσπερίους, έλεγεν
introducta, sciscitabantur. Illa (ut edocta fuerat) ὕμνους, κατὰ πρώτην μάλιστα τῆς νυκτός φυλαa vespertinis laudibus sub primam fere noctis vigi- κήν. Φιλάδελφον δὲ τοῦ διακόνου πρὸς ταῦτα τὸ
liam, dixit. Ad hæc cum Philadelphus diaconus προφητικὸν ἐκείνῳ εἰπόντος, • Αλαλα γενηθήτω
propheticum illud respondisset:«Obmutescant labia τὰ χείλη τὰ δόλια τὰ λαλοῦντα κατά τοῦ δικαίου
mendacia, quæ veteratorie injustum loquuntur 9,» ἀνομίαν», δραμὼν ὁ ἀνίερος Κρισκεντίνος παίει
Crescentimus improbus illum invadens percussit. κατὰ κόῤῥης αὐτόν. Ἐπὶ τούτῳ καταστασιάζουσι,
Tum multitudine contra illum confestim insur- αὐτοῦ πᾶν τὸ πλῆθος, καὶ μικροῦ ἂν τοῦτον καὶ
gente, parum abfuit,quin crudelissirne necaretur, διεσπάσαντο, εἰ μὴ ὁ μέγας, ἐπιστραφείς, αὐτοὺς
nisi vir magnus conversus eos adhortatione com- μὲν παραινέσει κατέσχεν, ἑαυτὸν δὲ παρέσχεν
pescuisset. Se vero tortoribus prompte trahendum ἑτοίμως ἄγειν τοῖς ἕλκουσι. Τοῦτο δὲ δὴ καὶ μάλιστα
exhibuit. At hæc præcipua causa fuit, ut dum se τὸ παρέχειν ἑαυτὸν ὡς ὑπεύθυνον ὑποψίας χώραν
ipse uti reum criminatoribus offert, magnam po- ἐδίδου τῷ δήμῳ, καὶ, Μήτι γε ἄρα καὶ ἀληθῆ η τὰ
pulo suspicionis occasionem dederit,ne crimen in παρὰ τῶν κατηγόρων εἰσαγόμενα, ἔλεγον, καὶ διὰ
se recipere videret, illaque omnino vera essent, τοῦτο τὸ συνειδὸς ἔνδον κατηγοροῦν ἔχων οὐκ ἀντιquæ contra se accusatores intenderant, et pro- πρᾶξαι μόνον, ἀλλ' οὐδὲ ἀντειπεῖν πρὸς αὐτοὺς
pterea conscientia illum interior evinceret, ut non c δύναται. Καὶ τοὺς μὲν ταῦτα ἐκλόνει.
solum pro se aliquid agere, sed ne loqui quidem contra quidquam auderet. His sane cogitationibus
illorum animi torquebantur.
XLI. Interea vero improbi homines seditione ΜΑ'. Εν τοσούτῳ δὲ τῶν ἀνιέρων ἐκείνων ὑπερ
prævalentes virum sanctum domo exturbant, σχυσαν το σύστημα, τοῦ ἐπισκοπείου τε τὸν ἅγιον ἔξω
eumque in custodiam tradunt, lignoque pedibus θοῦσι, καὶ εἱρκτὴ τοῦτον παραδιδόασι, τοὺς πόδας τῷ
illius injecto communiunt. Erat autem illa custo- ξύλῳ ἀσφαλισάμενοι, εἰρκτὴ δὲ ἦν ἐκείνη ἡ καὶ τὸν
dia, qua magnus ille Gregorius Lybis, qui pro πάνυ Γρηγόριον τὸν Λίβυν τὸ μαρτυρικόν τέλος
Christo mortem oppetiit, detentus fuerat. Cum ὑπὲρ Χριστοῦ δεξάμενον εἶδε. Τῆς φήμης τοίνυν
igitur fama apud omnes crebresceret, frequens πάντας δισδραμούσης, πολύ τι πλῆθος πρὸς τοῖς
quædam multitudo pro foribus carceris hærebat; θύραις συνηνέχθη τῆς φυλακῆς· καὶ τούτων οἱ μὲν
quorum alii manibus, alii pedibus portas perfrin- χερσὶ καὶ ποσὶν ἰδίοις τὰς πύλας ἐναράσσειν, οἱ δὲ
gebant, nonnulli ferreis vectibus demoliri ac ever- καὶ μοχλοῖς σιδηροῖς ἀναῤῥήσειν αὐτὰς ἐπεχείρουν,
tere illas agrediebantur. Non deerant etiam, qui se- εἰσὶ δὲ οἱ καὶ κατὰ συμμορίας συστάντες ἐνελεῖν
ditione in populo facta, Sabinum ac Crescentinum Σαβινόν τε καὶ Κρισκεντῖνον ἐβούλοντο. 'Αλλ' ὁ
interficere cogitabant. Verum cum Christi disci- Χριστοῦ μαθητής τε καὶ ζηλωτὴς τῶν μελετωμένων
pulus ac imitator hæc illos meditari sensisset, ex τούτων αισθόμενος, ἔνδοθεν αὐτοὺς παρεκάλει λέγων
carcere ipsos hortabatur: Nequaquam vos, filii, Μὴ ὑμεῖς γε, ὦ τέκνα, μηδὲν τοιοῦτον περὶ αὐτοὺς
(aiebat) lale quidquam in illos deliberaverilis. βουλεύσησθε, μηδὲ γένοιτό τινι ἐξ ὑμῶν χείρα
Aversetur hoc Deus, ut vestrum aliquis manus et ἐμὲ καὶ ψυχήν μολύναι· μὴ εἰς τοσοῦτον ήχορη
animam propter me tam fœde consparcel. Non τέκνα, δυστυχίας, μᾶλλον δὲ ἀπωλείας εγώ, από
eousque, filii, quisquam infelicitatis deveniat. ταῦτα μὲν ἐπτέον ἀνθρώπου ἵνεκα, καὶ ταῦτα ἀπὸ
Praestat enim me magis esse perdendum:ideo per- τήνου ποιεῖν. Τοῦ τὰς θύρας δὲ ἀράσσειν καὶ θυμ
mittendi sunt, ut in hominem miserum sævire βεϊν ὑποσχομένοις εὐχῆς ἔχεσθε, καὶ παρὰ Κυρίω
possint. Ab infringendis vero furibus,ab omni tu- μένετε τὴν ἐκδίκησιν, κἂν μηδεὶς ἔκνος ὑμῖν ἐνοχλή
multa abstinentes, orate, ultionemque a Domino καὶ αὐτοθι προσκαρτερεῖτέ μοι φυλακῆς, μὴ τὸ
exspectate. Quod si quis vobis negotium facesseτι χεῖρον οἱ θῆρες περὶ ἐμὲ βουλεύσονται. Ταύτε 1
9 Psal. LXXII, 8.
col. 241–242page 117 of 146
PG 116:241λέγων δῆλος ἦν οὐ τὸν θάνατον δεδοικὼς ἀλλ' ἀσχολίᾳ τῇ περὶ τὴν φυλακὴν τῆς προτέρας ὁρμῆς ἁπάγων αὐτοὺς καὶ ἅμα τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι μεγαλείου θεατάς γενέσθαι βουλόμενος, ὃ δὴ καὶ εὐθὺς ἠκολούθει. Τοῦ γὰρ δὴ πλήθους ἔξω κατὰ τὸν τοῦ ἁγίου λόγον προσκαρτεροῦντος ἔνδον ἐκεῖνος τὰ γόνατα ταθεὶς προσηύχετο, καὶ πάντων ἕνεκεν ηὐχαρίστει Θεῷ, μέσον δὲ νυκτῶν φαιδρὸν αὐτῷ φῶς ὁ Θεὸς ἄνωθεν εἰς παράκλησιν ἐπιλάμπει, ὃ καὶ τὴν φυλακὴν ὅλην κατήστραψεν. Ἄγγελος δὲ αὐτῷ ἐπιστὰς διαῤῥήγνυσι τὰ δεσμά, καὶ λόγοις ἐπιστηρίξας, καὶ τό γε πλείονα τὴν οἰκείωσιν δηλοῦν ἀσπασάμενος ἐκεῖνος μὲν ἀφανὴς ἦν, αἱ δὲ τῆς φυλακῆς πύλαι αὐτόματοι διηνοίγοντο. Καὶ ὁ λαὸς ταῦτα καθορῶν ἐξεπλήττοντο. Δάκρυα δὲ προσετίθεντο δάκρυσι, τοῖς ἐπὶ τῇ προτέρᾳ λύπῃ τὰ τῆς ὕστερον χαρᾶς καὶ θαυματουργίας, θάμβους οὖν καὶ εὐθυμίας μεστοὶ τοῖς ποσὶ τοῦ μεγάλου προσέπιπτον, Νῦν, λέγοντες, ἔγνωμεν ὅτι ὁ Θεὸς μετὰ σοῦ, καὶ ἅμα καὶ πρὸς τὸ πράττειν ἑτοιμότερον ηὐτρεπίζοντο, πάντα ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ παθεῖν καὶ δρᾶσαι, σὺν ὅσῃ σπουδῇ βουλόμενοι. Β΄. Καὶ ἀνήρπαστο ἂν αὐτίκα Σαβινός τε καὶ Κρισκεντῖνος οἱ κακοδαίμονες, εἰ μὴ ἄρα πολλὰ μὲν αὐτῶν καὶ αὖθις δεηθεὶς ὁ θεῖος ὄντως ἀνήρ, οὐκ ὀλίγον δὲ καὶ φόβον αὐτοῖς ἐπέσεισε τά τε τοῦ φόνου κακὰ διεξιών, καὶ ὅσα ἐκ τούτου συμβήσεσθαι ἔμελλε, καὶ τελευταῖον προσθεὶς ὡς εἰ ταῦτα τολμᾶν βούλοιντο, αὐτὸν δεῖν πρῶτον ἀποκτείναντας, οὕτως ἐπ' ἐκείνους χωρεῖν. Οὕτως εἰπὼν μόλις ἵστησι τῆς ὁρμῆς. Φωνήσας δὲ Σαβίνον καὶ Κρισκεντῖνον ἵνα κἀκείνης ἐξῇ τὰ γενόμενα καθορᾶν, Τί καὶ δή με, φησί, ἐνταῦθα κατακλείσαντες ἔχετε ἐξὸν θανάτῳ παραδοῦναι ἢ καὶ κριθησόμενον ἀποπέμπειν ἔνθα ἂν ὑμεῖς βούλοισθε. Οἱ δὲ καὶ τῶν λεγομένων ἀκούοντες καὶ τῶν πραττομένων αὐτοὶ μάρτυρες ἀψευδεῖς ἑαυτοῖς ὑπάρχοντες, οὐδέν τι μᾶλλον ἐδυσωπήθησαν, οὐδ' εἰ μὴ τι ἄλλο τῶν ῥημάτων τὴν τοσαύτην ᾐσθέσθησαν ἐπιείκειαν· ὅτι μετὰ τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα τὰ γε παραδόξως εἰς αὐτὸν τελεσθέντα κυρίους ἐκείνους τοῦ ἰδίου ἐποιεῖτο σώματος, ἀλλ' ἀπονενοημένως σφόδρα καὶ ἰταμῶς πρὸς αὐτὸν ἔφασκον, ἐπιστολὰς περὶ αὐτοῦ τῷ ἐξάρχῳ πεπομφέναι, κἀκείνου δὲ ἥκοντος πάντα σὺν ἀκριβείᾳ τὰ κατ' αὐτὸν ἐξετάζεσθαι· Γέγονε οὕτω, καὶ τοῦ Ἐξάρχου ἤδη καταλαβόντος, ἐν μέσῳ τε τῇ πόλει προκαθεσθέντος, παρίστανται μὲν οἱ περὶ Σαβίνον ἅμα τῇ μοιχαλίδι, ἄγεται δὲ καὶ ὁ ἅγιος τῆς εἰρκτῆς ὑπὸ πολλῷ τῷ πλήθει παραπεμπόμενος, οἳ καὶ πρὸς τὸν ἔξαρχον ἐχρῶντο, τά τε ἄλλα θαυμάσια τοῦ Γρηγορίου διεξιόντες καὶ ὅπως αὐτοῦ τούτου Σαβίνου τὴν θυγατέρα τοσούτοις ἔτεσι παρειμένην ὑγιᾶ τῷ πατρὶ δίδωσιν, ὃν καὶ δεύτερον Ἰούδαν ἐκάλουν, τὸν εὐεργέτην ὥσπερ ἐκεῖνος τοῖς χαλεποῖς ἀμειψάμενον. Πρὸς ἐπὶ πᾶσι δὲ καὶ τὸ τελεσθὲν ἄναγχος περὶ τὴν φυλακὴν προετίθεσαν, καὶ ὅτι τὸν τηλικοῦτον μάλιστα μὲν οὐδὲ εἰς ἀπολογίαν ἐχρῆνλέγων δῆλος ἦν οὐ τὸν θάνατον δεδοικὼς ἀλλ' ἀσχο- rit, illic etiam sustinete, mihique hanc injuriam
λίᾳ τῇ περὶ τὴν φυλακὴν τῆς προτέρας ὁρμῆς vigiles mei condonate: non enim contra me fera
ἁπάγων αὐτοὺς καὶ ἅμα τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι islæ deterius quidquam statuent. His verbis satis
μεγαλείου θεατάς γενέσθαι βουλόμενος, ὃ δὴ καὶ liquebat, illum mortem non vereri, sed hoc stuεὐθὺς ἠκολούθει, Τοῦ γὰρ δὴ πλήθους ἔξω κατὰ τὸν dere, ut dum circa carcerem intenti occupantur, a
τοῦ ἁγίου λόγον προσκαρτεροῦντος ἔνδον ἐκεῖνος τὰ priori illos indignatione retraheret: simulque inγόνατα ταθεὶς προσηύχετο, καὶ πάντων ἕνεκεν ηύ- gentis ac magnifici miraculi, quod statim subseχαρίστει Θεῷ, μέσον δὲ νυκτῶν φαιδρὸν αὐτῷ φῶς culum est, spectatores constitueret. Cum enim
ὁ Θεὸς ἄνωθεν εἰς παράκλησιν ἐπιλάμπει, ὃ καὶ τὴν multitudo juxta viri sancti sermonem foris præstoφυλακὴν ὅλην κατήστραψεν. Αγγελος δὲ αὐτῷ ἐπι- laretur, ille intus positis genibus orabat, et pro
στὰς διαῤῥήγνυσι τὰ δεσμά, καὶ λόγοις ἐπιστηρίξας, omnibus Deo gratias agebat. Porro intempesta
καὶ τόγε πλείονα τὴν οἰκείωσιν δῆλοῦν ἀσπασάμε- nocte lucem clarissimam,quæ totum carcerem cir
νας ἐκεῖνος μὲν ἀφανὴς ἦν, αἱ δὲ τῆς φυλακῆς πύλαι cumfulsit, ad ipsum consolandum Deus colitus
αυτόματοι διηνοίγοντο. Καὶ ὁ λαὸς ταῦτα καθορῶν immisit, eidemque angelus assistens, calenas,
ἐξεπλήττοντο, Δάκρυα δὲ προσετίθεντο δάκρυσι, τοῖς quibus vinctus erat, perfregit:cumque verbis conἐπὶ τῇ προτέρα λύπῃ τὰ τῆς ὕστερον χαρᾶς καὶ firmasset illum, quo majorem benevolentiam indiθαυματουργίας, θάμβους οὖν καὶ εὐθυμίας μεστοὶ caret, complexus est. Ille quidem hominum obtuτοῖς ποσὶ τοῦ μεγάλου προσέπιπτον, Νῦν, λέγοντες, tus oculorum effugerat, ceterum janum carceris
ἔγνωμεν ὅτι ὁ Θεὸς μετὰ σοῦ, καὶ ἅμα καὶ πρὸς τὸ sua sponte aperiæ sunt. Qua re animadversa,lam inπράττειν ἑτοιμότερον ηὐτρεπίζοντο, πάντα ὑπὲρ gens populum admiratio subiit, ut lacrymæ prægauαὐτοῦ καὶ παθεῖν καὶ δρᾶσαι, σὺν ὅσῃ σπυδῇ βου- dio ac admirando facto posterius elicita,superioris
λάμενοι.
lacrymas luctus exciperent. Stupore igitur ac lætitia pleni, ad pedes magni viri procumbunt, dicentes: Nunc Deum tecum esse cognovimus:
simulque paratiores ad recte facta constituti, omnia pro ipso et pati et facere hilariter decreverunt,
Β΄. Καὶ ἀνήρπαστο ἂν αὐτίκα Σαβινός τε καὶ XLII.Ac Sabinus Crescentinusque scelestissimi
Κρισκεντῖνος οἱ κακοδαίμονες, εἰ μὴ ἄρα πολλὰ μὲν repente confossi ac jugulati fuissent, nisi rursus
αὐτῶν καὶ αὖθις δεηθεὶς ὁ θεῖος ὄντως ἀνήρ, οὐκ vir ille vere divinus eos mox multum obsecrasset,
ὀλίγον δὲ καὶ φόβον αὐτοῖς ἐπέσεισε τά τε του φόνου graviterque terruisset, cædis incommoda,et mala,
κακὰ διεξιών, καὶ ὅσα ἐκ τούτου συμβήσεσθαι ἔμελλε, quæ inde imminerent, oculos ponens. Extreκαὶ τελευταῖον προσθεὶς ὡς εἰ ταῦτα τολμαν βού- mum illud addens, si tantum facinus auderent,
λοιντο, αὐτὸν δεῖν πρῶτον ἀποκτείναντας, οὕτως ἐπ' oportere ut sese primum interficerent, ac sic poἐκείνους χωρεῖν. Οὕτως εἰπὼν μόλις ἵστησι τῆς @stremo illos invaderent. Vix his verbis eorum impeὁρμῆς. Φωνήσας δὲ Σαβίνον καὶ Κρισκεντῖνον ἵνα tum sedavil. Sabinum ac Crescentinum accersens,
κακείνης ἐξῇ τὰ γενόμενα καθορᾷν, Τί καὶ δὴ με, ut ea quæ gesta essent cernere ipsis liceret: Cur
φησί, ἐνταῦθα κατακλείσαντες ἔχετε ἐξὸν θανάτῳ me obsecro, inquit, hic inclusum detinetis, cum
παραδούναι ἢ καὶ κριθησόμενον ἀποπέμπειν ἔνθα in ine necis habeatis potestatem,vel publico damἂν ὑμεῖς βούλοισθε. Οἱ δὲ καὶ τῶν λεγομένων ἀκούω natum judicio, quoquoversum in exsilium mittere
οντες καὶ τῶν πραττομενων αὐτοὶ μάρτυρες ἀψευδείς liceat? Illi cum hac omnia audirent, et factorum
ἑαυτοῖς ὑπάρχοντες, οὐδέν τι μᾶλλον ἐδυσωπήθη- testes ipsi sibi essent locupletes, conscientia alioσαν, οὐδ᾽ εἰ μὴ τι ἄλλο τῶν ῥημάτων τὴν τοσαύτην qui sua transfxi, nihil minus de pertinacia et duᾐσδέθησαν ἐπιείκειαν· ὅτι μετὰ τοσαῦτα καὶ τηλι- ritie remiserunt, tantamque verborum mansuetuκαῦτα τὰ γε παραδόξως εἰς αὐτὴν τελεσθέντα κυ- dinem, quod post tot tantaque signa, erga illum
ρίους ἐκείνους τοῦ ἰδίου ἐποιεῖτο σώματος, ἀλλ' admirabiliter edila, se proprii corporis dominos
απονενοημένως σφόδρα και Ιταμῶς πρὸς αὐτὸν faceret, non magis, quam qui minime, reveriti
ἔφασκον, ἐπιστολὰς περὶ αὐτοῦ τῳ ἐξάρχῳ πεπομ- sunt; quin præfracte valde ac arroganter illi diceείναι, κἀκείνου δὲ ἥκοντος πάντα σὺν ἀκριβειᾳ τὰ bant, epistolas se de illo exarcho principi dedisse,
κατ' αὐτὸν ἐξετάζεσθαι· Γέγονε οὕτω, καὶ τοῦ sed venturum illum, accurateque de illius crimine
Εξάρχου ήδη καταλαβόντος, ἐν μέσῳ τε τῇ πόλει quæstionem habiturum. Idque ita factum est. Nam
προκαθεσθέντος, παρίστανται μὲν οἱ περὶ Σαβίνον cum exarchus advenisset, ac in media civitate
ἅμα τῇ μοιχαλίδι, ἀγεται δὲ καὶ ὁ ἅγιος τῆς εἰρω pro tribunali agens jus diceret, Sabinus una cum
τῆς ὑπὸ πολλῷ τῷ πλήθει παραπεμπόμενος, οἳ καὶ adultera illi se sistunt. Sanctus quoque custodiπρὸς τὸν ἔξαρχον ἐχρῶντο, τά τε ἄλλα θαυμάσια dibus ac apparitoribus, pleraque item populi
τοῦ Γρηγορίου διεξιόντες καὶ ὅπως αὐτοῦ τούτου multitudine comitatus deducitur. Hi coram exarΣαβίνου τὴν θυγατέρα τοσούτοις ἔτεσι παρειμένην cho vocem tollentes, cum alia Gregorii admiranda
γιὰ τῷ Πατρὶ δίδωσιν, ὃν καὶ δεύτερον Ιούδαν facta persequebantur, tum, quemadmodum Sabini
κάλουν, τὸν εὐεργέτην ὥσπερ ἐκεῖνος τοῖς χαλεποῖς ipsius filiam tot annis jacentem redditam sanitati
εμειψάμενον. Πρὸς ἐπὶ πᾶσι δὲ καὶ τὸ τελεσθέν patri restituerit, dixerunt, et quem Judam alterum
ἄναγχος περὶ τὴν φυλακὴν προετίθεσαν, καὶ ὅτι τὸν appellabant, hunc benefactorem suum non secus
τηλικούτοι μάλιστα μὲν οὐδὲ εἰς ἀπολογίαν ἐχρῆν ac ille fecit, malefciis compensare. Illud praeterea
col. 243–244page 118 of 146
PG 116:243καθιστάν· εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ τὸ γε χωρίς συνόδου κρίνεσθαι τῶν πάντων ἔλεγον ἀδικώτατον. Τοιαῦτα τοῦ πλήθους βοῶντος, ὁ ἔξαρχος φανερὸς ἦν κατάφοβος γεγονώς· ὅθεν καὶ τοῦ μὲν βήματος ἐξανίστατο, πρὸς δὲ τὸν πάππαν ἀναφέρειν πάντα δεῖν ἔφασκειν. ὅμως ἵνα καὶ τι παραγενόμενος πρὸς αὐτὸν ἀπαγγέλλειν ἔχοι, Σαβινόν τε καὶ Κρισκεντίνον προσκαλεσάμενος κατὰ πρόσωπον αὐτῶν τὴν ἑταίραν ἠρώτα, Εἰ ἀληθῆ γε ταῦτα φησί, ἅπερ οὗτοι τοῦ ἀνδρὸς καταγγέλλουσιν. Ἡ δὲ, Ναί, φησί, καὶ ἅμα τῷ λόγῳ πονήρῳ πνεύματι κατάσχετος γεγονοτα, τῇ γῇ προσηβδάχθην, ἐλεεινή τε παρὰ τοὺς τοῦ ἁγίου πόδας εὐθὺς ἔκειτο, τετριγυία τοὺς ὀδόντας, καὶ ἀφρὸν τοῦ στόματος ἀποπτύουσα. Πρὸς ταῦτα φρίκη τοὺς ὁρῶντας ἐλάμβανε, καὶ πλέον μηδὲν εἰς πίστιν τῶν λεγομένων ἠξίουν ζητεῖν τὸν ἔξαρχον καὶ μάλιστά γε ὅσοι τὸ συνειδὸς ὑγιὲς εἶχον, καὶ οὐχὶ πάνυ τὴν ψυχὴν ἐτύφλωττον· οἱ δὲ περὶ τὸν Σαβίνον μικροί συκοφάνται, μηδὲ τὸν περιφανῆ τοῦτον αἰδεσθέντες ἔλεγχον. Καὶ τί γὰρ ἄλλο καὶ εἶπόν, οὕτως ὑπὸ Θεοῦ αὐτοῦ καταμαρτυρούμενοι μαγείᾳ τὸ πᾶν ἐδίδουν, καὶ γοητείαν τὴν θαυματουργίαν ἐκάλουν. Ἡ δὲ τοῦ Σαββίνου γυνή, ἅμα τῇ θυγατρί καὶ ὁ ποτὲ ἄλαλος καὶ κωφός, καὶ ἄλλοι τῶν θεραπευθέντων συχνοί, προσέπιπτόν τε τοῖς τοῦ μακαρίου ποσὶ κλαίοντες, καὶ μηδὲν αὐτοῖς μνησικακῆσαι τῆς ἑτέρων ἕνεκεν παροινίας, μηδὲ τῆς βλασφημίας τῶν ἀσεβῶν ἐδέοντο. Ἡ δέ γε ῥηθεῖσα τοῦ Σαβίνου γυνή ὀργῆς πλησθείσα δικαίας καὶ τῷ ταύτης ἀνδρὶ σφόδρα πικρόν τι καὶ μανικόν βλέψασα, Ἀποστηθί μου, ἔλεγε, μιαρὲ καὶ ἐμοὶ καὶ σαυτῷ ἐπίβουλε, ὃς τὸν ἡμῶν σωτῆρα καὶ εὐεργέτην, τὸν λόγῳ μόνῳ τὸ θυγάτριον ἡμῶν θεραπεύσαντα τοιούτοις ἠμείψω, καὶ οὐδὲ ταῦτά σοι βλέποντι, νῦν ἄθλιε, μετάνοια τὸν λογισμὸν ἐπεισέρχεται. Τοιαύτης τῆς γυναικὸς λεγούσης ὁ Σαβίνος τὴν τε χροιὰν ἤμεινε καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῷ συνέπιπτε, καὶ ὅλως ἄφωνος ἦν, εἰς τοῦτον δὴ τῆς δίκης προβάσης. ΜΓ'. Ἐπεὶ μηδὲν εἶχεν ὁ ἔξαρχος παρ᾽ ἑαυτοῦ ἀποφήνασθαι, αὖθις ὁ μακάριος ὥρμησεν ἐπὶ τὴν εἰρκτήν, μέχρις ἂν τὰ κατ᾽ αὐτὸν τῷ πάππᾳ γνώστα γένωνται. προῄει δὲ παντὸς αὐτῷ τοῦ πλήθους ἐφεπομένου καὶ τὸν μὲν εὐφημίαις μυρίαις, τοὺς δὲ συκοφάντας πολλαῖς ταῖς ὕβρεσι βάλλοντος. Ἑσπέρας δὲ ἤδη καταλαβούσης, ἐπειδὴ δέδοκτο τὸν μακάριον πρὸς τὸν πάππιν ἀποσταλῆναι, συνεβούλευε τῷ ἐξάρχῳ ἀωρὶ τῶν νυκτῶν, καὶ τοῦ πλήθους ἠρεμοῦντος παντὸς, διὰ τῆς φερούσης διὰ τὴν θάλατταν πύλης, λάθρα τῆς πόλεως τοῦτον ἐξαγαγεῖν· ᾔδει γὰρ ὡς οὐκ ἠσυχίαν ἕξει τὸ πλῆθος αἰσθόμενον· ὃ δὴ καὶ κατὰ γνώμην ἐπράττετο, καὶ ἐξῄει κρυφίως τῆς πόλεως. Ἡ δὲ μήτηρ καὶ ὁ πατήρ, οὐδὲ κἀκείνους ἐλάνθανε τὸ γινόμενον, εἵποντο τῷ κλαίοντές τε πικρῶς καὶ ὀλοφυρόμενοι, καὶ οἷον μὲν ἔσται τὸ πέρας, ἐκ τῶν ἤδη φθασάντων καλῶς εἰκάζοντες, ὅμως δὲ οἷα γονεῖς τῷ ἀδήλῳ τὴν καρδίανaddebant,quod de custodia nuper acciderat: quod καθιστάν· εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ τὸ γε χωρίς συνόδου κρίσ
cum tam magnum præsertim esset, ne illi quidem νεσθαι τῶν πάντων ἔλεγον ἀδικώτατον. Τοιαῦτα του
necessitatem sui excusandi tribut oportere: alioqui πλήθους βοῶντος, ὁ ἔξαρχος φανερὸς ἦν κατάφοβος
si sine concilio judicarentur, fore omnium ini- γεγονώς· ὅθεν καὶ τοῦ μὲν βήματος ἐξανίστατο,
quissimum asserebant. Hæc multitudine concla- πρὸς δὲ τὸν πάππαν ἀναφέρειν πάντα δεῖν ἔφασκειν.
mante, exarchus palam perterritus est. Quocirca όμως ἵνα καὶ τι παραγενόμενος πρὸς αὐτὸν ἀπε
de sede surrexit, dixitque ad pontificem maximum, αγγέλλειν έχοι, Σαβινόν τε καὶ Κρισκεντίνον προς
quo de hac tota causa cognosceret, referre oportere. καλεσάμενος κατὰ πρόσωπον αὐτῶν τὴν ἑταίραν
Ut tamen, cum illuc accesserit aliquid relatu di- ἠρώτα, Εἰ ἀληθῆ γε ταῦτα φησί, ἅπερ οὗτοι τοῦ
gnum habeat, Sabinum ac Crescentinum adesse ἀνδρὸς καταγγέλλουσιν. Ἡ δὲ, Ναί, φησί, καὶ ἄμε
jubet, puellamque coram ipsis percontatur, an ea τῷ λόγῷ πονήρῷ πνεύματι κατάσχετος γεγονοτα,
quæ illi de ejusmodi homine nuntiarant, vera τῇ γῇ προσηβδάχθην, ἐλεεινή τε παρὰ τοὺς τοῦ ἁγίου
omnino essent.Illa vero fatetur. Quo dicto, impuro πόδας εὐθὺς ἔκειτο, τετριγυία τοὺς ὀδόντας, καὶ
afflata spiritn,humi trahebatur,confestimque juxta ἀφρὸν τοῦ στόματος αποπτύουσα, Πρὸς ταῦτα
viri sancti prostrata pedes miserabilis, dentibus φρίκη τοὺς ὁρῶντας ἐλάμβανε, καὶ πλέον μηδὲν εἰς
stridens, atque ore spumas agens procumbebat. πίστιν τῶν λεγομένων ἠξίουν ζητεῖν τὸν ἔξαρχον καὶ
Tum eos qui aderant, tantus repente terror invasit, μάλιστά γε ὅσοι τὸ συνειδὸς ὑγιὲς εἶχον, καὶ οὐχὶ
ut nihil præterea in Adem dictorum ab exarcho πάνω τὴν ψυχὴν ἐτύφλωττον οἱ δὲ περὶ τὸν Σ16.
quærendum esse arbitrarentur, præsertim qui νον μικροί συκοφάνται, μηδὲ τὸν περιφανῆ τοῦτον
erant sana mente, neque animo valde cæcutiebant. αιδεσθέντες ἔλεγχον. Καὶ τί γὰρ ἄλλο καὶ εἶπόν,
Sabiniani vero improbi sycophantæ virum insignem ὕτως ὑπὸ Θεοῦ αὐτοῦ καταμαρτυρούμενοι μαγεία
nihil veriti, cavillabantur, aiebantque: Quid aliis τὸ πᾶν ἐδίδουν, καὶ γοητείαν τὴν θαυματουργίαν
testibus indigemus, quando de voluntate sua Deus εκάλουν. Η δὲ τοῦ Σαββίνου γυνή, ἅμα τῇ θυγατρί
nos tam manifeste certiores facial? Omnia præsti- καὶ ὁ ποτὲ ἄλαλος καὶ κωφός, κοὶ ἄλλοι τῶν θερα
giis ascribebant, et miraculorum vim divinam πευθέντων συχνοί, προσέπιπτόν τε τοῖς τοῦ μαχαimposturam appellabant. At Sabini uxor una cum ρίου μοσὶ κλαίοντες, καὶ μηδὲν αὐτοῖς μνησικακής
filia,quæ cæca surdaque paulo ante fuerat, ac ple- σαι τῆς ἑτέρων ἔνεκεν παροινίας, μηδὲ τῆς βλαστ
rique alii ex iis, qui sanati fuerant, ad beati viri φημίας τῶν ἀσεβῶν ἐδέοντο. Ἡ δέ γε ῥηθεῖσα του
pedes sese flentes projecere,et ne contra se ob alio- Σαβίνου γυνή ὀργῆς πλησθείσα δικαίας καὶ τῷ
rum convicia ac petulantiam, impiorumque male- ταύτης ἀνδρὶ σφόδρα πικρόν τι καί μανικόν βλέψασα,
dicentiam acceptarum injuriarum indignationem & ᾿Αποστηθί μου, έλεγε, μιαρὲ καὶ ἐμοὶ καὶ σαυτῷ
exsereret, obsecrabant. Porro eadem Sabini uxor, επίβουλε, ὃς τὸν ἡμῶν σωτῆρα καὶ εὐεργέτην, τὸν
justa de causa indignala, virum suum torve aspi- λόγῳ μόνῳ τὸ θυγάτριον ἡμῶν θεραπεύσαντα τοιούcere, ac acriter increpare coepit, et dicere: Hinc τοις ἠμείψω, καὶ οὐδὲ ταῦτά σοι βλέποντι, νῦν
facesse sceleste, mihi et tibi ipsi pariter insidi- ἄθλιε, μετάνοια τὸν λογισμὸν ἐπεισέρχεται. Τοιαύτε
ator. Haccine homini benefico, deque nobis opti- τῆς γυναικὸς λεγούσης ὁ Σαβίνος τὴν τε χροιές
me merito, qui solo sermone filiola n nostram ἤμεινε καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῷ συνέπιπτε, καὶ ὅλως
sanitati restituit, beneficia rependis? Neque te, ἄφωνος ἦν, εἰς τοῦτον δὴ τῆς δίκης προβάσης.
infelix, talia contuentem nunc ulla cogitationum istiusmodi subit pœnitentia? Hæc cum mulier
persequeretur, Sabinus colorem mutavit, seque in terram abjecit, vocis omnino expers factus: usque
eo divina sese vindicta extulit.
XLIII. Ex quo vero exarchus nihil ultra contra
se statuendum habuit, rursus vir beatus in custom
diam conjectus est, donec universa hæc pontifici
max. perspecta Gerent. Cælerum ille præibat, et
universus populus subsequebatur, hunc quidem
maximis laudibus, quadruplatores vero illos innumeris contumeliis prosecutus. Jam vero vesper
adveneral. Proinde cum jam esset decretum, vi
rum sanctum ad pontifcem mittere, visum est
exarcho intempesta nocte, universo populo dormiente, per portam, qua tenditur ad mare, hunc
clam e civitate deducere; animadverterat enim
maltitudinem id, si rescivisset, non permissuram:
quod sane ex sententia cecidit. Nam occulte civitate egressus est. At parentes ejus (neque enim
quod febat ignorabant) filium fentes ac lamentantes sequebantur: et licet ex iis quæ præcessent, quis horum futurus finis esset, uti ejusdem
ΜΓ'. Ἐπεὶ μηδὲν εἶχεν ὁ ἔξαρχος παρ' ἑαυτοῦ
αποφήνασθαι, αὖθις ὁ μακάριος ώρμησεν ἐπὶ τὴν
εἰρκτὴν, μέχρις ἂν τὰ κατ᾽ αὐτὸν τῷ πάππα γνώ.
στα γένωνται, προῄει δὲ παντὸς αὐτῷ τοῦ πλήθους
ἐφεπομένου καὶ τὸν μὲν εὐφημίαις μυρίαις, τους
δὲ συκοφάντας πολλαῖς ταῖς ὕβρεσι βάλλοντος. Εσω
πέρας δὲ ἤδη καταλαβούσης, ἐπειδὴ δέδοκτο τὸν
μακάριον πρὸς τὸν πάππιν ἀποσταλῆται, συνεβού
λευε τῷ ἐξάρχῳ ἀωρὶ τῶν νυκτῶν, καὶ τοῦ πλήθους
ἠρεμοῦντος παντὸς, διὰ τῆς φερούσης διὰ τὴν θέσ
λατταν πύλης, λάθρα τῆς πόλεως τοῦτον ἐξαγαγεῖν
ᾔδει γὰρ ὡς οὐκ ἤσυχίαν ἕξει τὸ πλῆθος αἰσθέμενον· ὃ
δὴ καὶ κατὰ γνώμην ἐπράττετο, καὶ ἐξῄει κρυφίως
τῆς πόλεως. Η δὲ μήτηρ καὶ ὁ πατὴρ, οὐδὲ
κἀκείνους ἐλάνθασε τὸ γινόμενον, εἶποντο τῷ
κλαίοντές τε πικρῶς καὶ ἐλοφυρόμενοι, καὶ οἷον μὲν
ἔσται τὸ πέρας, ἐκ τῶν ἤδη φθασάντων καλῶς εἰκάζοντες, ὅμως δὲ οἷα γονεῖς τῷ ἀδήλῳ τὴν καρδίαν
col. 245–246page 119 of 146
PG 116:245διαδονούμενοι. Ἀλλ' ὁ μακάριος τῶν τε δακρύων ἐπειρᾶτο παύειν αὐτοὺς, καὶ ἡσυχίαν ἄγειν παραίνει, καὶ ἐπειδὴ πρὸς τῷ αἰγιαλῷ ἤγγισεν, εὔχεσθαι μᾶλλον ὑπὲρ αὐτοῦ παραινέσας μετ' εὐθυμίας τῷ πλοίῳ ἐπέβαινε. Συνεισῄει δὲ αὐτῷ τῶν μὲν ἄλλων οὐδεὶς ὅτι μὴ μόνος Πλατωνικός, ὃς αὐτῷ καὶ τὰ πρὸς ὑπηρεσίαν καθίστατο. Τὸν δὲ ἀπόπλουν ἤδη ποιεῖσθαι μέλλων, πολλὰ αὐτοῖς περὶ τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ ποιμνίου διεμαρτύρετο, ὡς τῷ Θεῷ λόγον τῶν εἰς αὐτὴν πραττομένων ὑφέξοντας. Οἱ δὲ μηδὲ οὕτω τῆς πονηρίας ὑφέντες, ἦν γὰρ δὴ καὶ ὁ ἔξαρχος οἷος περὶ αὐτὰ μηδὲν τῶν συκοφαντῶν διαφέρειν, τά τε ἄλλα τοῖς κατηγόροις ἐτίθετο, καὶ τότε ἀποκρινάμενος, Μηδεὶς ἔστω σοι λόγος περὶ τῆς Ἐκκλησίας, φησὶν ὦ Γρηγόριε· τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν εὕρηται ἀντὶ τοῦ πρὸς ὃν οὐδὲ τῶν ἐχθρῶν οὐδεὶς ἔχει τι προφασίσασθαι. Ταῦτα δὲ περί τινος ἔλεγε Λευκίου αἱρετικοῦ, ὃς περὶ τὴν ἑῴαν πολλάκις τῷ Γρηγορίῳ τῶν παραδόξων ἕνεκεν τῆς οἰκονομίας Χριστοῦ δογμάτων διαλεχθεὶς καὶ τοσαυτάκις ἐπιστομηθείς, διάφορος μὲν αὐτῷ ἐκ πολλοῦ ἐγεγόνει, τότε δὲ παρά τινι κρυπτόμενος τῶν τῆς πόλεως, τὸν τε κυκεῶνα τοῦτον τῆς διαβολῆς αὐτὸς ἦν ὁ τῷ Γρηγορίῳ κερνῶν, τοῖς συκοφάνταις ὑποφθεὶς καὶ πᾶσαν αὐτοῖς ὑποτιθεὶς τὴν σκηνὴν τοῦ δράματος· ᾧ δὴ καὶ τότε τὰ τῆς ἐπισκοπῆς ἐνεχείριζον. Ἀλλ' οἱ μὲν τοσαῦτα εἰπόντες πλέειν ἀπέπεμπον· οἱ δὲ δὴ τῶν Ἀκραγαντίνων ἄρχοντές τε καὶ τὸ λοιπὸν πλῆθος, ἐπειδὴ περὶ τὴν ἕω κατὰ τὴν φυλακὴν ἀθροισθέντες, μὴ εὕροιεν τὸν Γρηγόριον, ἤρξαντο ταράττεσθαι καὶ θρηνεῖν, καὶ νομίσαντες κρύφα αὐτὸν ἀνῃρῆσθαι, στάσιν κατά τε τοῦ ἐξάρχου καὶ τοῦ πονηροῦ συνεδρίου χαλεπὴν ἀνῆπτον. Καὶ πρῶτον μὲν πῦρ λαβόντες, ὑφάπτουσι τοὺς οἴκους τῶν συκοφαντῶν Σαβίνου καὶ Κρισκεντίνου· ἔπειτα δὲ καὶ αὐτοὺς ἐκείνους ὁρμῶσι διαχειρίσασθαι. Ἀλλ' οὕτως μὲν εἰς τὴν ἐκκλησίαν προσπεφευγότες διαδρῶσι τὸν κίνδυνον. Φθάσας γὰρ ὁ Χαρίτων τὸ πλῆθος κατὰ πόδας αὐτοῖς ἐπόμενον εἴργει τὸ μὴ καὶ τοῦ ἱεροῦ ἔνδον αὐτοὺς ἀποσφάξαι, σὺν βοῇ πολλῇ καὶ μόλις αὐτοὺς τοῦ ἐγχειρήματος ἀποπτύσας. Καὶ τὰ μὲν τῆς στάσεως ὧδε τὸ πέρας εἶχε. Καταλαβόντος δὲ τοῦ ἁγίου τὴν Ῥώμην ὁ πάππας τὴν ἐπιστολὴν δεξάμενος τοῦ ἐξάρχου καὶ τὰ γεγραμμένα ἀναλεξάμενος, θάμβους ἅμα καὶ θυμοῦ πληρωθείς, καὶ μηδὲ εἰς ὄψιν ἐλθεῖν αὐτῷ τὸν ἅγιον ἀξιώσας, ἄφιτον ἐκέλευε συρόμενόν τε καὶ ὑβριζόμενον τῇ φυλακῇ δίδοσθαι, τάς τε χεῖρας ἀλλὰ μὲν καὶ τοὺς πόδας σίδηρα διατεθέντας. Ὁ δὲ καὶ οὕτως ἐμπαροινούμενος καὶ τῇ εἱρκτῇ ἐμβαλλόμενος καὶ δεσμούμενος ἐν πᾶσιν ἑαυτῷ ὁμοίως ἦν, καὶ ὑπόθεσιν οὐ μικρὰν τὴν ἀτιμίαν τῆς πρὸς Θεὸν ἐποιεῖτο εὐχαριστίας. Ἵνα δὲ καὶ μᾶλλον ἀπαράκλιτος ἡ ἀναρροῖς τοσούτοις περιστοιχιζόμενος, οὐδὲ τὸν διάκονον αὐτῷ Πλατωνικὸν εἰς τὴν φυλακὴν εἴων, ἀλλ' ἑτέρῳ τινὶ τόπῳ κἀκεῖνον ἐγκατακλείουσι.διαδονούμενοι. Αλλ' ὁ μακάριος τῶν τε δακρύων familares, probe conjicerent, nihilominus, ut pa
ἐπειρᾶτο παύειν αὐτοὺς, καὶ ἡσυχίαν ἄγειν παραί- rentes rerum incertitudine corde nulabant. Ve
νει, καὶ ἐπειδὴ πρὸς τῷ αἰγιαλῷ ἡγγισεν, εὔχεσθαι rum divinus vir dere illos prohibebat, tuloque ac
μᾶλλον ὑπὲρ αὐτοῦ παραινέσας μετ᾿ εὐθυμίας τῷ læto animo esse hortabatur. Ubi vero littus proπλοίῳ ἐπέβαινε. Συνεισῄει δὲ αὐτῷ τῶν μὲν ἄλλων pius contigit, eos ut pro se orarent, precatus,
οὐδεὶς ὅτι μὴ μόνος Πλατωνικός, ὃς αὐτῷ καὶ τὰ alacriter navem conscendit. Porro Platonicum seπρὸς ὑπηρεσίαν καθίστατο. Τὸν δὲ ἀπόπλουν ήδη cum habuit, præterea neminem, qui et ipse, quæ
ποιεῖσθαι μέλλων, πολλὰ αὐτοῖς περὶ τῆς ἐκκλησίας ad navigationem necessaria erant, eidem instruκαὶ τοῦ ποιμνίου διεμαρτύρετο, ὡς τῷ Θεῷ λόγον zerat. Cum vero jam se navigationi esset commisτῶν εἰς αὐτὴν πραττομένων υφέξοντας. Οἱ δὲ μηδὲ surus, multum de Ecclesia, deque grege illos imοὕτω τῆς πονηρίας ὑφέντες, ἦν γὰρ δὴ καὶ ὁ ἔξαρ- plorata fide obtestatus est: nempe pro omnibus,
χος οἷος περὶ αὐτὰ μηδὲν τῶν συκοφαντών διαφέ- in quibus contra ipsam savire ac grassari perreρειν τά τε ἄλλα τοῖς κατηγόροις ἐτίθετο, καὶ τότε xerint, Deo rationem esse reddituros. Hi ne sic
ἀποκρινάμενος, Μηδεὶς ἔστω σοι λόγος περί της quidem a nequitia temperarunt sua: siquidem nec
Εκκλησίας, φησὶν ὦ Γρηγόριε· τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν exarchus ipse in ejus causa a nequissimis illis
εὕρηται ἀντὶ τοῦ πρὸς ὂν οὐδὲ τῶν ἐχθρῶν οὐδεὶς b hominibus quidquam fere distabat, cum alioqui
έχει τι προφασίσασθαι. Γαῦτα δὲ περί τινος ἔλεγε & delatoribus tum judex esset delectus. Nullam
Λευκίου αἱρετικού, ὃς περὶ τὴν ἑψαν πολλάκις τῷ tibi posthac (dixit) Gregorii liceat de Ecclesia serΓρηγορίῳ τῶν παραδόξων ἕνεκεν τῆς οἰκονομίας monem habere; virum enim ejusmodi in tui loΧριστού δογμάτων διαλεχθεὶς καὶ τοσαυτάκις ἐπι cum subrogavimus, in quem ne adversarii quidem
στομηθείς, διάφορος μὲν αὐτῷ ἐκ πολλοῦ ἐγεγόνει, aliquid habent culpare. Hæc autem de Eleusio
τότε δὲ παρά τινι κρυπτόμενος τῶν τῆς πόλεως, τὸν quodam hæretico dicebat, qui in Oriente særenuτε κυκεώνα τοῦτον τῆς διαβολῆς αὐτὸς ἦν ὁ τῷ Γρη- mero cum Gregorio de admirandis dogmatibus,
γυρίῳ κερνών, τοῖς συκοφάνταις ὑποφθεῖς καὶ πᾶσαν deque munere, quod Christus, Dei Palrisin terris
αὐτοῖς ὑποτιθεὶς τὴν σκηνὴν τοῦ δράματος ᾧ δὴ καὶ legatum agens, obierat, acerrime disputarat,
τότε τὰ τῆς ἐπισκοπῆς ἐνεχείριζον. Αλλ' οἱ μὲν cum nihilo secius plane repressus ab eo ac
τοσαῦτα εἰπόντες πλέειν ἀπέπεμπον· οἱ δὲ δὴ τῶν victus fuisset. Hic jampridem eidem admirabilis
᾿Ακραγαντίνων ἄρχοντές τε καὶ τὸ λοιπὸν πλῆθος, habebatur, isque tum apud civem quemdam latiἐπειδὴ περὶ τὴν ἔω κατὰ τὴν φυλακὴν ἀθροισθέν tabat, qui delatoribus conjunctus, hanc contuτες, μὴ εὕροιεν τὸν Γρηγόριον, ἤρξαντο ταράττε- meliæ potionem Gregorii callide commiscuerat,
σθαι καὶ θρηνεῖν, καὶ νομίσαντες κρύφα αὐτὸν illisque omnem actus scenamn, hoc est, flagitii
ἀνημεῖσθαι, στάσιν κατά τε τοῦ ἐξάρχου καὶ τοῦ materiam alque subjectum ministrarat, cui tum
πονηρου συνεδρίου χαλεπὴν ἀνῆπτον. Καὶ πρῶτον illi episcopatum concrediderant. His dictis, naμὲν πῦρ λαβόντες, ὑφάπτουσι τοὺς οἴκους τῶν συ- νigationem ille subiit. Agrigentini vero viri prinκοφαντών Σαβίνου καὶ Κρισκεντίνου· ἔπειτα δὲ cipes una cum reliqua multitudine,cum custodiam
καὶ αὐτοὺς ἐκείνους ὁρμῶσι διαχειρίσασθαι. 'Αλλ' summo mane facto agmine petiissent, neque Gree
οὕτως μὲν εἰς τὴν ἐκκλησίαν προσπεφευγότες δια- gorium reperiissent, turbare omnia, commiscere,
δρῷσι τὸν κίνδυνον. Φθάσας γὰρ ὁ Χαρίτων τὸ πλῆ- ac lamentari coeperunt. Existimantes autem illum
θος κατά πόδας αὐτοῖς ἐπόμενον εἴργει τὸ μὴ καὶ clam de medio sublatum, tumultum ac seditioτοῦ ἱεροῦ ἔνδον αὐτοὺς ἀποσφάξαι, σὺν βοῇ πολλῇ nem contra exarchum, ejusque assessorem molesκαὶ μόλις αὐτοὺς του ἐγχειρήματος ἀποπτύσας. Καὶ tissimam excitarunt. Ac primum quidem Sabini ac
τὰ μὲν τῆς στάσεως ὧδε τὸ πέρας είχε. Καταλα- Crescentini sycophantarum domos incendunt; deβόντος δὲ τοῦ ἁγίου τὴν Ῥώμην ὁ πάππας τὴν ἐπι inde illos ipsos iuterficere adoritur; sed ii ad
στολήν δεξάμενος τοῦ ἐξάρχου καὶ τὰ γεγραμμένα ecclesiam fuga sese recipientes periculum decliἀναλεξάμενος, θάμβους ἅμα καὶ θυμού πληρωθείς, narunt. Verum Chariton turbæ illos insequentis
καὶ μηδὲ εἰς ὄψιν ἐλθεῖν αὐτῷ τὸν ἅγιον ἀξιώσας, vestigiis insistens, effecit, ne intra templum ju-
· ἄφιτον εκέλευε συρόμενόν τε καὶ ὑβριζόμενον τῇ φυ- "gularentur, vix illos magno clamore ab ejusmodi
λακῇ δίδοσθαι, τάς τε χεῖρας ἀλλὰ μὲν καὶ τοὺς πόδας petitione ac insultu comprimens. Itaque seditioσίδηρα διατεθέντας. Ὁ δὲ καὶ οὕτως ἐμπαροινούμενος nem ejusmodi finis excepit. Cum vero vir sanctus
καὶ τῇ εἰρκτῇ ἐμβαλλόμενος καὶ δεσμούμενος ἐν πᾶ- Roman pervenisset, pontifex max. acceptis ab
σιν ἑαυτῷ ὁμοίως ἦν, καὶ ὑπόθεσιν οὐ μικρὰν τὴν exarcho litteris, iisque quæ ab ipso scribebantur
ἀτιμίαν τῆς πρὸς Θεὸν ἐποιεῖτο εὐχαριστίας. Ένα cognitis, adiniratione ac ira plenus, non est pasδὲ καὶ μᾶλλον ἀπαράκλιτος ἡ ἀναροῖς τοσούτοις sus virum sanctum suiipsius adire præsentiam;
περιστοιχιζόμενος, οὐδὲ τὸν διάκονον αὐτῷ Πλα- quin etiam indicta causa tractum illum atque conτωνικὸν εἰς τὴν φυλακὴν εἴων, ἀλλ᾽ ἑτέρῳ τινὶ τόπῳ tumeliose illusum, manibus præterea pedibusque
κἀκεῖνον ἐγκατακλείουσι.
catena vinctum, in carcerem conjiciendum imperavit. Cæterum ille ludibrio tam turpiter habitus, in carceremque ac vinculis mancipatus, nihilominus omnibus in rebus sui similis esse perrexit, a:que contumelia in magnam agendarum
Deo gratiarum occasionem usus est. Ut vero consolationis, tot circumseptus molestiis, magis or-
col. 247–248page 120 of 146
PG 116:247τεροῦντος, καὶ τῇ εὐχῇ, ὡς ἔθος, ἐπαγρυπνοῦντος, περὶ μέσας νύκτας σχεδόν φῶς τε μέγα περιλάμπει αὐτὸν, καὶ ἰδοὺ δύο ἄνδρες ἐν σχήματι ἀποστολικῷ ἐπιστάντες, Χαίροις, αὐτῷ λέγουσι, δοῦλε τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡμῖν ἠγαπημένε Γρηγόριε, ὁ Κύριος ἀπέσταλκεν ἡμᾶς λύσαί σε τῶν δεσμῶν οἷς ἀδίκως ἐνδέδεσαι, καὶ ἡμεῖς δὲ ἀποδεχόμενοι σε τῆς καρτερίας καὶ τῆς ὑπομονῆς πάρεσμεν συνευφράνθησόμενοί σοι. Δεῖ δὲ καὶ τὴν πόλιν ταύτην πολλῶν τῶν ὑπὸ σοῦ τελεσθησομένων ἀπολαῦσαι σημείων. Ταῦτα ἔλεγον, καὶ ἅμα τῶν δεσμῶν ἤπτοντο. Οἱ δὲ εὐθὺς τῶν τε χειρῶν αὐτοῦ καὶ ποδῶν ἐξέπιπτον, καὶ ἀναστάντα πάλιν τὸν Γρηγόριον ἀσπασάμενοι τρέμοντα καὶ χάριν ὁμολογοῦντα ἀπιόντες ᾤχοντο, εἶτα καὶ ἐπὶ τὸν Πλατωνικὸν ἀφικόμενοι, λύσαντές τε κἀκεῖνον, καὶ μέχρις οὗ ἦν Γρηγόριος, ὁδηγήσαντες, καὶ αὐτὸν ἀπελίμπανον. Ὁ δὲ ὡς ἐν ὕπνῳ ταῦτα ὁρῶν, ἐπειδήπερ ἐν ἑαυτοῦ ἐγεγόνει, καὶ τὸν Γρηγόριον ἐθεάσατο ἐκπλήξεώς τε καὶ χαρᾶς ἐπληροῦτο, καὶ πρὸς τὴν εἰς Θεὸν εὐχαριστίαν ἐτρέπετο. Πρὸς τούτοις δὲ καὶ ἕτερόν τι κατ᾽ αὐτὴν ἐτελεῖτο τὴν ὥραν· ὁ γὰρ δὴ δεσμοφύλας εἶχε μὲν υἱὸν πονηρῷ πνεύματι κάτοχον χρόνους ἤδη συχνούς, ὃν καὶ κίονι περιδήσας πρὸ τῆς οἰκίας ἐτήρει, τότε δὲ τὰ δεσμὰ διαρρήξας ὁ δαίμων καὶ ἀκρατῶς ἐλαύνων τὸν παῖδα πρὸ τῶν ποδῶν κατέβαλε τοῦ ἁγίου, ὃς αὐτῷ καὶ τὴν εὐχὴν διετάραττε, βοῶν τε καὶ κυλιόμενος καὶ ἀφρὸν τοῦ στόματος παραπτύων. Ὁ δὲ μηδὲ οὕτω τῆς εὐχῆς ἀποστάς, ἄρας δὲ μᾶλλον εἰς οὐρανὸν καὶ ὄμμα καὶ νοῦν, καὶ τὸν δυνάμενον λεγεώνα πνευμάτων ἐπιτιμᾶν ἐπικαλεσάμενος, εἶτα καὶ χεῖρα τῷ πάσχοντι ἐπιθείς, πονηρὸν οἷον δοῦλον δεσπότης δραπέτην τὸν δαίμονα ἀπειργάσατο, καὶ τοῦτον μὲν οὕτως τοῦ δαίμονος ἀπαλλάττει. Ὁ δὲ δεσμοφύλαξ τοῦ ὕπνου διαναστὰς ὡς τὸν υἱὸν οὐκ εἶδε προδεδεμένον τῷ κίονι, νομίσας κατὰ πετρῶν ἢ καθ᾽ ὕδατος ὑπὸ τοῦ μανικοῦ δαίμονος ἀπερρῖφθαι τοῦτον, ἀνέκλαυσέ τι λίαν πικρὸν, καὶ τὸ πρόσωπον τύψας ὡς ἤδη τεθνηκότα θρήνει, περιβλεψάμενος δὲ καὶ τὴν φυλακὴν ἰδὼν ὅτι καὶ ἐκείνης ἡ θύρα ἠνέῳκτο, καὶ φῶς αὐτὴν περιηύγαζεν, ἤρξατο τίλλειν τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς, καὶ τὸ πρόσωπον αὖθις τύπτειν, ἐκπεφευγέναι δόξας τὸν ἅγιον, ὡς δὲ παρέκυψεν εἴσω καὶ εἶδε τοῦτον ἑστῶτα καὶ ᾄδοντα, καὶ τὸν Πλατωνικὸν σὺν αὐτῷ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ καθεστηκότα, καὶ ἐν σεμνῷ καὶ σώφρονι τῷ σχήματι παρεστάμενον, θάμβους ἐμπίπλαται τὴν ψυχήν, καὶ τὸ ἀληθὲς εἰκάσας θαυματουργὸν εἶναι τὸν δίκαιον δραμὼν προσπίπτει τοῖς τούτου ποσί, τοῦτο μὲν ἐφ᾽ οἷς ἐπεπόνθει εὐχαριστῶν, τοῦτο δὲ ἐφ᾽ οἷς ἔδρασε δεσμὰ περιθεὶς συγγνώμην αἰτῶν, καὶ ἐξ ἐκείνου φόβῳ τε πολλῷ τὸν ἅγιον διηκόνει, καὶ παντὶ τρόπῳpers esset, ne Platonicum quidem diaconum in custodia cum ipso esse permiserunt: sed alibi
quodam in loco captivum illum ḍetinent.
Τε
τεροῦντος, καὶ τῇ εὐχῇ, ὡς ἔθος, ἐπαγρυπνοῦντος,
περὶ μέσας νύκτας σχεδόν φῶς τε μέγα περιλάμπει
αὐτὸν, καὶ ἰδοὺ δύο ἄνδρες ἐν σχήματι ἀποστολικῷ
ἐπιστάντες, Χαίροις, αὐτῷ λέγουσι, δοῦλε του
Χριστοῦ καὶ ἡμῖν ἠγαπημένε Γρηγόριε, ὁ Κύριος
ἀπέσταλκεν ἡμας λύσαί σε τῶν δεσμῶν οἷς ἀδίκως
ἐνδέδεσαι, καὶ ἡμεῖς δὲ ἀποδεχόμενοι σε τῆς καρτερίας καὶ τῆς ὑπομονῆς πάρεσμεν συνευφράνθης
σόμενοί σοι. Δεῖ δὲ καὶ τὴν πόλιν ταύτην πολλῶν
τῶν ὑπὸ σοῦ τελεσθησομένων ἀπολαῦσαι σημείων.
Ταῦτα ἔλεγον, καὶ ἅμα τῶν δεσμῶν ἤπτοντο. Οἱ δὲ
εὐθὺς τῶν τε χειρῶν αὐτοῦ καὶ ποδῶν ἐξέπιπτον,
καὶ ἀναστάντα πάλιν τον Γρηγόριον ἀσπασάμενοι
τρέμοντά καὶ χάριν ὁμολογοῦντα απιόντες
ᾤχοντο, εἶτα καὶ ἐπὶ τὸν Πλατωνικὸν ἀφικόμενοι,
λύσαντές τε κἀκεῖνον, καὶ μέχρις οὗ ἦν Γρηγόριος,
ὁδηγήσαντες, καὶ αὐτὸν ἀπελίμπανον. Ὁ δὲ ὡς ἐν
ὕπνῳ ταῦτα ὁρῶν, ἐπειδήπερ ἐν ἑαυτοῦ ἐγεγόνει,
καὶ τὸν Γρηγόριον ἐθεάσατο ἐκπλήξεώς τε καὶ χαρᾶς ἐπληροῦτο, καὶ πρὸς τὴν εἰς Θεὸν εὐχαριστίαν
ἐτρέπετο. Πρὸς τούτοις δὲ καὶ ἕτερόν τι κατ᾽ αὐτὴν
ἐτελεῖτο τὴν ὥραν· ὁ γὰρ δὴ δεσμοφύλας εἶχε μὲν
υἱὸν πονηρῷ πνεύματι κάτοχον χρόνους ἤδη συχνούς,
ἂν καὶ κίονι περιδήσας πρὸ τῆς οἰκίας ετήρη, τότε
δὲ τὰ δεσμὰ διαρρήξας ὁ δαίμων καὶ ἀκρατῶς ἐλεύ
νων τὸν πατὸν πρὸ τῶν ποδῶν κατέβαλε τοῦ ἁγίου,
ὃς αὐτῷ καὶ τὴν εὐχὴν διετάραττε, βοῶν τε καὶ
κυλιόμενος καὶ ἀφρὸν τοῦ στόματος παραπτύων.
Ὁ δὲ μηδὲ οὕτω τῆς εὐχῆς ἀποστὰς, ἄρας δὲ μᾶλο
λον εἰς οὐρανὸν καὶ ὅμμα καὶ νοῦν, καὶ τὸν δυνάμε
νον λεγεώνα πνευμάτων ἐπιτιμᾶν ἐπικαλετάμενος,
εἶτα καὶ χεῖρα τῷ πάσχοντι ἐπιθίς, πονηρὸν οἶπ
δοῦλον δεσπότης δραπέτην τὸν δαίμονα ἀπειργάσατο,
καὶ τοῦτον μὲν οὕτως τοῦ δαίμονος ἀπαλλάττει.
XLIV. Interea dum vir beatus vincula pate- ΜΔ'. Τοῦ μακαρίου τοίνυν ἐν τῇ φυλακῇ διακαρ
retur, precibusque, ut illi moris erat, mediis
noctibus invigilans, excubaret, lux eum ingens
circumfulsit: et ecce ibi viri duo, forma cultuque corporis apostolos referentes, assistunt, eumque his verbis affantur: Salve Christi famule,
nobisque dilecte Gregori; Dominus idcirco nos
misit, ut te vinculis, quibus injuste illigatus es, sol—
veremus, ac nos quidem ob constantiam ac patientiam tuam huc, te ut latum redderemnus, accessimus.Oportet enim et hanc urbem multis abs
te signis editis frui. Hæc simul ac locuti sunt,
vincula tetigerunt, quæ ab ejus manibus pedibusque repente ceciderunt; mox Gregorium assurgentem, trementemque, necnon gratias agentem
complexi, abeuntes ex oculis ejus elapsi sunt.
Deinde ad Platonicum accedentes, ac ipsum solventes, eo ubi Gregorius erat, deduxerunt, ibique illum reliquere. Qui non aliter, ac si hac
ipsa per quietem vidisset, postquam ad se rediit,
Gregorium intuitus,admiratione ac gaudio affectus
est, moxque in agendis Deo gratiis totus est conversus. Praeterea hac ipsa hora aliud contigit. Nam
custos carceris filium jamdiu impuro afilatum
spiritu habuit, quem columnæ illigatum, prope a
suis adibus observabat. Tum vero damon,quo erat
correptus, fractis vinculis puerum impotenter impellens viri sancti pedibus illicit,atque illum a precibus exturbavit,clamansque ac se volutans, ex ore
spumam agebat. Ille vero ne sic quidem ab orando
cessans, quin potius oculos ac mentem in cœlum
tollens, ejus qui spirituum legionem profligare potuit, auxilium implorabat. Deinde manu super
agre affectum imposita, uti nequam servum Dominus 10, dæmonem profugere coegit. Atque hunc
quidem in hunc modum a dæmone liberavit.
XLV. At vero custos carceris cum somno solutus surrexisset, neque filium columnæ illigatum
vidisset, existimans hunc a savissimo spiritu lapidibus allisum, aut aquis præfocatum esse, fere
amarissime capit, faciemque percutiens, illum
uti mortuum lamentabatur: carcere: autem accuralius perlustrans, ac ejus patere januas, lucem
praeterea ipsam cernens, capillos tum lacerare,
eque capite convellere, faciem item plangere, putans virum sanctum profugisse. Postea vero quam
introspexit, ac illum inibi una cum Platonico canentem consistere non solum, sed etiam filium
ejus decoro ac prudenti aspectu prope illum positum vidit, ejus animum stupor invasit, ac verum conjectans, viruin justum admiranda hæc
edidisse, accurrens, ejus pedibus provolutus, eidem tanquam de se optime merito partim gratias
agebat, partim veniam pro iis quæ gesserat,imposilis illi vinculis postulabat. Exinde multo cum
10 Marc. v, 2 seqq.
ΜΕ'. 'Ο δὲ δεσμοφύλαξ τοῦ ὕπνου διαναστὰς ὡς
τὸν υἱὸν οὐκ εἶδε προδεδεμένον τῷ κίονι, νομίσας
κατά πετρών ἢ καθ᾽ ὕδατος ὑπὸ τοῦ μανικοῦ δια
μονος ἀπεβείφθαι τοῦτον, ἀνέκλαυσέ τι λίαν πιο
κρὸν, καὶ τὸ πρόσωπον τύψας ὡς ἤδη τεθνηκότε
θρήνει, περιβλεψάμενος δὲ καὶ τὴν φυλακὴν ἰδὼν
ότι το κἀκείνη της θύρας ἠνέψκτο, καὶ φῶς αὐτήν
περιτύγαζεν. "Ηρξατο τίλλειν τὰς τρίχας τῆς πι
φαλῆς, καὶ τὸ πρόσωπον αὖθις τύπτειν, ἐκτεριν
γέναι δόξας τὸν ἅγιον, ὡς δὲ παρέκυψεν εἴσω κι
εἶδε τοῦτον ἑστῶτα καὶ ἔδοντα, καὶ τὸν Πλάτω
νικὸν σὺν αὐτῷ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸν υἱὸν αὐτῷ
καθεστηκότα, καὶ ἐν σεμνῷ καὶ σώφρονι τῷ σχήμα
παρ στάμενον, θάμβους εμπίπλαται τὴν ψυχὴν, καὶ
τὸ ἀληθὲς εἰκάσας θαυματουργὸν εἶναι τὸν δίκαιον
δραμὼν προσπίπτει τοῖς τούτου ποσί, τοῦτο μὲν ἐφ'
οἷς ἐπεπόνθει εὐχαριστῶν, τοῦτο δὲ ἐφ᾽ οἷς ἔδρασ
δεσμὰ περιθεὶς συγγνώμην αὐτῶν, καὶ ἐξ ἐκείνου
φόβῳ τε πωλλῷ τὸν ἅγιον διηκόνει, καὶ παντὶ τρόπῳ
Ι
col. 249–250page 121 of 146
PG 116:249τὰ πρὸς θεραπείαν ἐνεργεῖν ἔσπευδεν. Τῆς φήμης τοίνυν πανταχόσε διαθεούσης καὶ γυνή τις τῶν εὐγενών, θυγάτριον ἔχουσα συγκύπτον χαμαί, τοῦτο μεθ᾿ ἑαυτῆς λαβοῦσα, πρὸς τὸν ἅγιον ἐν τῇ φυλακῇ γίνεται, καὶ τῶν τούτου ἀψαμένη ποδῶν, Ἐλέησον, ἔλεγε, τὸ παιδίον μου, ὥσπερ ὁ Χριστός, οὗ σὺ μιμητὴς τὴν πάλαι συγκύπτουσαν. Ὁ δὲ Θεοῦ μὲν ἐστι τοῦτο μόνου, πρὸς αὐτὴν εἴρηκεν· ἐπεὶ δὲ σε πίστιν πλουτοῦσαν τὴν πολλὰ δυναμένην ὁρῶ, πάντα γὰρ φησιν Χριστὸς δυνατὰ τῷ πιστεύοντι, κατάλληλόν σου τῇ πίστει τὸ πέρας ἀκολουθήσει. Οὕτως εἰπὼν, εὐξάμενός τε καί χεῖρα ἐπιθείς τῇ παιδί ὑγιῆ δείκνυσι παραχρῆμα, ἣν ἡ μήτηρ τεθεραπευμένην εὐθὺς λαβοῦσα, αὐτή τέ χαρᾶς ἐπληροῦτο καὶ τὰ τῆς εὐχαριστίας ἀπεδίδου Θεῷ, καὶ σὺν αὐτῆ τῆς οἴκαδε φερούσης ἐπελαμβάνετο. πολλὰτοιαῦτα ἔτι τῷ δεσμωτηρίῳ παρών Γρηγόριος διετέλει, οὗ καὶ χρόνον ὅλον ἐκεῖσε διενεγκόντος, ὁ πάππας τῶν κατ᾿ αὐτὸν ὥσπερ ἀναμνησθείς, μετάκλητον τὸν ἤδη πολλάκις ρηθέντα Μάρκον ἐποίει. Ἐπεὶ οὖν καὶ ἀφίκετο, σὺν ὀργῇ πρὸς αὐτὸν ἐκεῖνος πάντα τὰ κατὰ τὸν Γρηγόριον διεξήει, ὅπως τε δέσμιος παρ' αὐτόν ἤχθη, ἐπὶ πορνεία δῆθεν ἑαλωκώς, καὶ ὅπως παρ' αὐτοῦ εἰς τὸ δεσμωτήριον παρεπέμφθη καὶ εἰς ἔτι καὶ νῦν πρὸς τῇ φυλακῇ διακαρτερεί. Ὁ δὲ Μάρκος μέγα στενάξας, ἤδει γὰρ οἷα καθ' οἴου λέγεται, δῆλος ἦν τοὺς κατὰ Γρηγορίου ῥάψαντας, ἅμα δὲ καὶ τοὺς πεισθέντας ἀποκλαιόμενος, καὶ οὐδὲν ἕτερον, ἢ Γένοιτό μοι, ἔφη, ἡ μερίς, ὦ δέσποτα, ἡ μετ᾿ αὐτοῦ, ἐπειδὰν εἰς κρίσιν τῷ κοινῷ κριτῇ παρασταίημεν. Τοῦτον τὸν λόγον ὁ πάππας ὡς ἤκουσεν, οἱονεὶ τὸ ῥῆμα δυσωπηθείς τὴν κατὰ τοῦ Γρηγορίου πεμφθείσαν ἐπιστολὴν ἐδείκνου τῷ Μάρκῳ, ὥσπερ ἀπολογούμενος, ὅτι μὴ εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν ἀλλὰ τοῖς οὕτω κατ' αὐτοῦ γεγραμμένοις καὶ αὐτὸς πιστεύσας, οὐκ ἔκρινεν ἀκόλαστον τὸ πεπραγμένον καταλιπεῖν. Ἐπελθὼν δὲ τὴν ἐπιστολὴν ὁ Μάρκος, καὶ ὥσπερ ἐγγελάσας τοῖς γεγραμμένοις, Πράγμασιν αὐτοῖς, ἔφη, ὦ δέσποτα, ἐπιτρεπτέον τὰ κατ᾽ αὑτὸν καὶ ἐξεταστέον τοῖς δικαίοις ἀκολουθοῦντα, καὶ τότε εἴσῃ σαφῶς οἷος μὲν οὗτος, εἴτε πόρνης φίλος, εἴτε ἀλλὰ μὴ πλέον ἐρῶ, γνώσῃ δὲ καὶ αὐτὸς τάχος, εἰ δὲ θέλοις, καὶ ἤδη ἔγνωκας. Φθάσας δὲ τὸν λόγον ὁ πάππας, οἶδα, ἔφη, καὶ αὐτὸς ἃ βούλῃ λέγειν, φησίν, ὅτι πολλή τις ἦν ἡ θεία χάρις περὶ αὐτὸν, ἀλλ᾽ ὀλισθήσαντος δηλαδὴ καὶ αὐτὴ ἀπέστη. Καὶ ταῦτα μὲν ἐκεῖνος οἷα δὴ ἄνθρωπος μὴ βλέπων τὰ ὄντα, μηδὲ εἰς καρδίαν, ὥς φησιν ὁ θεῖος λόγος, ὁρῶν. ΜΖ΄. Εἶτα καὶ περὶ τοῦ πῶς δὲ χρήσεται Γρηγορίῳ σύμβουλον τὸν Μάρκον ἐποίει. Ὁ δὲ αὐτῷ συνεβούλευε μήτε χωρὶς τοῦτον τοῦ μεγάλου ἱερέως τῆς μεγάλης φημὶ κρίνειν πόλεως, μήτε μὴν τοῦ βασιλέως αὐτοῦ, ἀλλ᾽ ἀποστείλαντα, καὶ τοὺς τεit;
τὰ πρὸς θεραπείαν ἐνεργεῖν ἔσπευδεν. Τῆς φήμης timore sancto viro ministrabat, eique omne obseτοίνυν πανταχόσε διαθεούσης καὶ γυνή τις τῶν εὐ- quii officium præstare sedulo nitebatur. Increbreγενών, θυγάτριον ἔχουσα συγκύπτον χαμαί, τοῦτο scente igitur fama, et ubique vagante, mulier
μεθ᾿ ἑαυτῆς λαβοῦσα, πρὸς τὸν ἅγιον ἐν τῇ φυλακῇ quædam, claris orta natalibus, filiolam humi
γίνεται, καὶ τῶν τούτου ἀψαμένη ποδῶν, Ελέησον, prostratam habens, hanc secum arripiens, virum
ἔλεγε, τὸ παιδίον μου, ὥσπερ ὁ Χριστός, οὗ σὺ μια sanctum in custodia petit, illiusque complexa pe
μητὴς τὴν πάλαι συγκύπτουσαν. Ο δὲ Θεοῦ μὲν des: Miserere, inquit, aliæ meæ, quemadmodum
ἐστι τοῦτο μόνου, πρὸς αὐτὴν εἴρηκεν· ἐπεὶ δὲ σε et Christus 41, cujus es imitator, mulierem conπίστιν πλουτοῦσαν τὴν πολλὰ δυναμένην ὁρῶ, πάντα traclam ac inclinatam olim erexit. Ille hoc solius
γὰρ φησιν Χριστὸς δυνατὰ τῷ πιστεύοντι, κατάλλη· esse Dei respondit. Verumenimvero, inquit, cum
λόν σου τῇ πίστει τὸ πέρας ἀκολουθήσει. Οὕτως te uberem ac locupletem fidem habere videam,
εἰπὼν, εὐξάμενός τε καί χεῖρα ἐπιθείς τῇ παιδί (omnia siquidem fidelis præstare potest) aplus
ὑγιῆ δείκνυσι παραχρῆμα, ἂν ἡ μήτηρ τεθεραπευ- (nec id sane immerito) fidei tuæ fnis subseμένην εὐθὺς λαβοῦσα, αὐτή τέ χαρᾶς ἐπληροῦτο quetur. Cum ita locutus esset, puellæ manum oraκαὶ τὰ τῆς εὐχαριστίας ἀπεδίδου Θεῷ, καὶ σὺν turus iniponens, confestin eam sanitate donavit;
αὐτῆ τῆς οἴκαδε φερούσης ἐπελαμβάνετο. Πολλά p eam maler sanitati redditam hilariter accipiens,
τοιαῦτα ἔτι τῷ δεσμωτηρίῳ παρών Γρηγόριος διετέ. gaudio perfusa, immortales Deo gratias agebat,
λει, οὗ καὶ χρόνον ὅλον ἐκεῖσε διενεγκόντος, ὁ πάπ- rectaque cum ipsa domum perrexit. Pleraque id
πας τῶν κατ᾿ αὐτὸν ὥσπερ ἀναμνησθείς, μετάκλη- genus alia Gregorius carcere alhuc detentus ediτον τὸν ἤδη πολλάκις ρηθέντα Μάρκον ἐποίει. Ἐπεὶ dit. Hic cum omnem ejus alaem ibidem constan.
οὖν καὶ ἀφίκετο, σὺν ὀργῇ πρὸς αὐτὸν ἐκεῖνος tissime victurus esset, pontifex max. quæ in illum
πάντα τὰ κατὰ τὸν Γρηγόριον διεξήει, ὅπως τε jaclalæ fuerant contumelias reminiscens, Marcum,
δέσ ιος παρ' αὐτόν ήχθη, ἐπὶ πορνεία δῆθεν ἑαλω- quem alias saepe memoravimus, accersivit. Qui
κὸς, καὶ ὅπως παρ' αὐτοῦ εἰς τὸ δεσμωτήριον παρ- cum præsto adfuisset, non sine indignatione omnia
επέμφθη καὶ εἰς ἔτι καὶ νῦν πρὸς τῇ φυλακή δια- contra Gregorium acta narravit, quemadmodum
καρτερεί. Ὁ δὲ Μάρκος μέγα στενάξας, ἤδει γὰρ in adulterio deprehensus, vinctus ad se perductus,
οἷα καθ' οἴου λέγεται, δῆλος ἦν τοὺς κατὰ Γρηγορίου inque carcerem a se detrusus fuisset, ubi hactenus
ῥάψαντας, ἅμα δὲ καὶ τοὺς πεισθέντας ἀποκλαιόμε- custodiis septus, patienter perdurat. Tum Marcus
νος, καὶ οὐδὲν ἕτερον, ἢ Γένοιτό μοι, ἔφη, ἡ μερὶς, ingenuit vehementer. Noverat enim, quæcunque
ὦ δέσποτα, ἡ μετ᾿ αὐτοῦ, ἐπειδὰν εἰς κρίσιν τῷ in illum dicerentur, perspectos ac exploratos illos
κοινῷ κριτῇ παρασταίημεν. Τοῦτον τον λόγον δ' habebat, qui hæc contra Gregorium confinxerant,
πάππας ὡς ἤκουσεν, οἱονεὶ τὸ ῥῆμα δυσωπηθείς simulque ab luis persuasos deplorabat, neque quidτὴν κατὰ τοῦ Γρηγορίου πεμφθείσαν ἐπιστολὴν quam aliud aiebat, quam: O utinam, dounine, parἐδείπνου τῷ Μάρκῳ, ὥσπερ ἀπολογούμενος, ὅτι μὴ tem et inibi liceat una cum ipso adire calamitaεἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν ἀλλὰ τοῖς οὕτω κατ' αὐτοῦ tum, quando ad communis judicis subsellia staγεγραμμένοις καὶ αὐτὸς πιστεύσας, οὐκ ἔκρινεν turi sumus. Hunc sermonem cum pontifex audisἀκόλαστον τὸ πεπραγμένον καταλιπεῖν. Επελθὼν set,uti ejusmodi verbis graviter offensus, epistolam
δὲ τὴν ἐπιστολὴν ὁ Μάρκος, καὶ ὥσπερ ἐγγελάσας in Gregorium scriptam eidem ostendit, ut non
τοῖς γεγραμμένοις, Πράγμασιν αὐτοῖς, ἔφη, ὦ δέσω temere se aut inconsulto persuasum excusaret:
ποτα, επιτρεπτέον τὰ κατ᾽ αὑτὸν καὶ ἐξεταστέον sed iis litteris tanquam testimonio bene locuplete
τοῖς δικαίοις ἀκολουθοῦντα, καὶ τότε εἴσῃ σαφώς rem tam nefariam injudicatam noluisse. Perlecla
οἷος μὲν οὗτος, εἴτε πόρνης φίλος, εἴτε ἀλλὰ μὴ autem epistola Marcus, ac velut ea quæ scripta
πλέον ἐρῶ, γνώσῃ δὲ καὶ αὐτὸς τάχος, εἰ δὲ θέλοις, erant, irridens, Rebus ipsis, inquit, o domine,
καὶ ἤδη ἔγνωκας. Φθάσας δὲ τὸν λόγον ὁ πάππας, isthæc convicia sunt expen lenda, diligenterque
οἶδα, ἔφη, καὶ αὐτὸς ἃ βούλῃ λέγειν, φησίν, ὅτι quisnam justitiam sequatur, disquirendum. Tum
πολλή τις ἦν ἡ θεία χάρις περὶ αὐτὸν, ἀλλ᾽ ὀλισθή- tibi liquido patebit, qualis vir sit iste,an scortun
σαντος δηλαδὴ καὶ αὐτὴ ἀπέστη. Καὶ ταῦτα μὲν aut aliud quid, ne plura dicam, depereat; agnoἐκεῖνος οἷα δὴ ἄνθρωπος μὴ βλέπων τὰ ὄντα, μηδὲ eces et ipse protinus; si volueris, et jam cognoεἰς καρδίαν, ὥς φησιν ὁ θεῖος λόγος, ὁρῶν.
δ
visti. Ejus orationem pontifex interpellat, se quæ
ille dicturus esset, scire, nempe magnam erga illum Dei beneficentiam exstitisse, sed illo fœde
labente, pessum quoque ipsam abiisse. Et hæc ille quidem ut humanus, cum rem ut erat, non
perspiceret, neque cor (ut sermo divinus habet) intueretur.
15'. Εἶτα καὶ περὶ τοῦ πῶς δὲ χρήσεται ΓρηγοΝέο σύμβουλον τον Μάρκον ἐποίει. Ὁ δὲ αὐτῷ
συνεβούλευε μήτε χωρίς τοῦτον τοῦ μεγάλου ἱερέως
της μεγάλης φημὶ κρίνειν πόλεως, μήτε μὴν τοῦ
βασιλέως αὐτοῦ, ἀλλ᾽ ἀποστείλαντα, καὶ τοὺς τε
11 Lac. xi, 11 seqq.
XLVII.Deinde cum, quidnam de Gregorio esset
statuendum, Marcum in consilium adhibuisset, ille
consilium dedit, non absque magno sacerde,
excelsa, inquam, civitatis, ejusque rege judicandum esse. Propterea illum dare operam oportere,
col. 251–252page 122 of 146
PG 116:251κατηγόρους συναγαγόντα, καὶ τὴν λεγομένην συμφθαρήναι γυναίκα, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὃν ἀντ᾿ αὐτοῦ προβάλλονται ἱερέα, αὐτοὺς τε πάντας ἐς τὴν Βύζαντος πέμπειν, καὶ τὰ κατ᾿ αὐτοὺς ὥσπερ ἔχουσι κατά μέρος γράφειν. Ἃ δὴ καὶ συμφέροντα κρίνας ὁ πάππας, ἔνθεν μὲν στέλλει τοὺς ἀπὸ Σικελίας, τοὺς κατηγόρους ἀπάξοντας, ἐκεῖθεν δὲ τοὺς γράμματα πρὸς τὸν ἀρχιερέα Κωνσταντινουπόλεως καὶ αὐτὸν βασιλέα κομίσοντας. Οὗτοι δὲ ἄρα ἦσαν τῶν ἐπισκόπων οἱ δύο, οἵτινες καὶ πρότερον ἐν τῇ συνόδῳ παραγεγονότες ὑπῆρχον. Ὁ δὲ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης, τὰ τοιαῦτα δεξάμενοι γράμματα καὶ ἀναγνόντες, ἄπιστα πάντα τὰ κατὰ τὸν Γρηγόριον ἡγήσαντο. Ὅμως ὁ μὲν βασιλεὺς στέλλει τινὰ τῶν οἰκειοτάτων σπαθάριον Μαρκιανόν οὕτω καλούμενον, στέλλει δὲ τοῦτον σύναμα τοῖς ἐπισκόποις. Στέλλει δὲ καὶ ὁ πατριάρχης τόν τε Ἀγκύρας πρόεδρον καὶ Κυζίκου καὶ τὸν Κορίνθου, καὶ μὴν καὶ Κωνσταντίνον, ὃν χαρτοφύλακα τοῖς πολλοῖς σύνηθες ὀνομάζειν, περὶ οὗ καὶ πρότερον ὁ λόγος ἐμνήσθη, ἐντειλάμενοι, τούτοις μετὰ τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως, τὸν Γρηγόριον μεθ᾿ ἑαυτῶν ἀγαγεῖν. Καταλαβόντων δὲ τὴν Ῥώμην, συνέβη τὸν Μαρκιανὸν νόσῳ βαρυτάτῃ περιπεσεῖν, καὶ τοὺς μὲν ἰατροὺς ἀπειπεῖν, λύπῃ δὲ ὅσῃ τοὺς ἐπισκόπους τὸ πρᾶγμα περιβαλεῖν. Ἤδη δὲ τὰ ἔσχατα πνέοντος, καὶ τοῦ ἡλίου περὶ δυσμὰς ὄντος, κἀκείνου μέλλοντος ἐκλείπειν, ἡ πρὸ βραχέος μνημονευθεῖσα γυνή, ἧς δήπου καὶ τὸ θυγάτριον ἔναγχος νόσῳ περισχεθὲν τῶν Γρηγορίου εὐχῶν ἠξίωτο, καὶ παραδόξου θεραπείας ἀπώνατο, διὰ τῆς οἰκίας τότε παρερχομένη, ἔνθα καὶ ὁ σπαθάριος κλινήρης κατέκειτο, ἀκούει βοῆς συμμιγοῦς τῶν παίδων αὐτοῦ κοπτομένων τε καὶ θρηνούντων· καὶ ἐπειδὴ τὴν αἰτίαν ἐπύθετο, οὐ κρύπτει τὴν χάριν, ἀλλὰ κηρύττει σαφῶς τὴν εὐεργεσίαν, καὶ ὧν αὐτῇ τετύχηκεν ἐπὶ τῇ θυγατρὶ θαυμασίων, καὶ αὐτοῖς ἀπαγγέλλει, καὶ μηνυτῆς τοῦ σωτηρίας, εὐθὺς γίνεται, καὶ ἀψευδὴς μάρτυς τῆς πεπραγμένης· καί, Ἄγε, φησίν, ὦ παῖδες, ἐμοί πειθόμενοι, τοῦ θρήνου μὲν παύσασθε, τοῦτον δ᾽ αὐτῇ κλίνῃ προθύμως ἄραντες ἐμοὶ ἕπεσθε. Δείξω γὰρ ὑμῖν ἄνθρωπον ἐκ πείρας αὐτὸν ἐγνωκυῖα, ὃς τοῦ πένθους ῥᾳδίως ὑμᾶς ἀπαλλάξει σὺν πολλῷ τάχει τὸν δεσπότην ὑμῶν σώμενος. Πείθονται τοῖς ῥηθεῖσιν οἱ παῖδες, καὶ τὸν δεσπότην εὐθὺς ἄραντες πρὸς τῇ φυλακῇ τίθεασιν ἔνθα ἦν Γρηγόριος. Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ἐκεῖνος λάβρον πυρετῷ κατάκρας διακαιόμενον, οἰκτείρει τὸν ἄνδρα, καὶ τῆς κλίνης δάκρυα καταχέει. Φωνήσας δὲ αὐτὸν ἅπαξ καὶ δίς, ὡς ἤδη καὶ ἡ φωνὴ καὶ τὸ φρονοῦν ἐκεῖνον ἐπέλιπε καὶ οὐκ εἶχεν οὐδὲν φθέγξασθαι, τὴν μὲν χεῖρα ἐπ᾿ αὐτὸν ὁ θεῖος ἀνὴρ τίθησι, τὴν δὲ διάνοιαν ὅλην αἴρει πρὸς οὐρανόν, καὶ δάκρυσι τό τε πρόσωπον, καὶ τὸν κατακείμενον βρέχων, δέεται τοῦ Θεοῦ. Παρεῖχε δὲ ἡ μὲν εὐχὴ τὸν ὕπνον, ὁ δὲ ὕπνος τῷ νοσοῦντι τὴν σωτηρίαν. Πέντε γὰρ καὶ εἴκοσιν ἡμέρας διατελέσας ἄυπνος, ὕπνῳ τότε βαθεῖ συνεσχέθη. Τὰ δὲ παιδάρια, περὶ μεσαςut delatores ipsos cum mandatis remitteret,simul- κατηγόρους συναγαγόντα, καὶ τὴν λεγομένην συμ
que mulierem, cujus stupri insimulabatur, ac φθαρήναι γυναίκα, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὃν ἀντ᾿ αὐτοῦ
eum quem in ejus locum sacerdotem substituerant, προβάλλονται ἱερέα, αὐτοὺς τε πάντας ἐς τὴν Βύσ
necnon mandatores omnes Byzantium deducendos ζαντος πέμπειν, καὶ τὰ κατ᾿ αὐτοὺς ὥσπερ ἔχουσι
curaret eaque quemadmodum sese habebant, quæ κατά μέρος γράφειν. "Α δὴ καὶ συμφέροντα κρίνας
contra quemque dicenda essent, præscriberet. ὁ πάππας, ἔνθεν μὲν στέλλει τοὺς ἀπὸ Σικελίας,
Hac cum pontifex max.utilia juxta ac consentanea τοὺς κατηγόρους ἀπάξοντας, ἐκεῖθεν δὲ τοὺς γράμomnia censuisset, hinc mittit, tum qui delatores e ματα πρὸς τὸν ἀρχιερέα Κωνσταντινουπόλεως καὶ
Sicilia profectos, ad quaestionem ac judicium αὐτὸν βασιλέα ναμίσοντας. Οὗτοι δὲ ἄρα ἦσαν τῶν
abducerent, tum qui litteras patriarchæ ipsique Επισκόπων οἱ δύο, οἵτινες καὶ πρότερον ἐν τῇ συν
regi Constantinopolis afferrent. Hi autem duo όδῳ παραγεγονότες ὑπῆρχον. Ὁ δὲ βασιλεὺς καὶ ὁ
erant episcopi, qui antea synodo etiam interfue- πατριάρχης, τὰ τοιαῦτα δεξάμενοι γράμματα καὶ
rant. Porro rex itemque patriarcha, acceptis ac ἀναγνόντες, ἀπίστα πάντα τὰ κατὰ τὸν Γρηγόριον
perlectis ejusmodi litteris, falsum et omnino incre- ἡγήσαντο. Όμως ὁ μὲν βασιλεὺς στέλλει τινὰ τῶν
dibile crimen, cujus Gregorius insimulatus fuerat, οικιοτάτων σπαθάριον Μαρκιανόν οὕτω καλούμενον,
judicaverunt. Quocirca rex quemdam ab regio στέλλει δὲ τοῦτον σύναμα τοῖς ἐπισκόποις. Στέλλει
armamentario persano familiarem, Marcianum δὲ καὶ ὁ πατριάρχης τόν τε Αγκύρας πρόεδρον καὶ
nomine, una cum episcopis Romam remisit. Pa- Κυζίκου καὶ τὸν Κορίνθου, καὶ μὴν καὶ Κωνσταν
triarcha itidem Ancyrm. Cyziciae Corinthi præ- τίνον, ὃν χαρτοφύλακα τοῖς πολλοῖς σύνηθες όνο
sules, quibus accessit Constantinus, quem pleri- μάζειν, περὶ οὐ καὶ πρότερον ὁ λόγος ἐμνήσθη,
que a libellis appellabant, cujus mentio superius εντειλάμενοι, τούτοις μετὰ τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως,
est facta, simul destinavit: mandantes, ut hi ad τον Γρηγόριον μεθ' ἑαυτῶν ἀγαγεῖν.
latam usque sententiam, quæstionemque persolutam. Gregorium secum haberent.
XLVI. Ii cum Romam adiissent, contigit Mar
Καταλαβόντων δὲ τὴν Ῥώμην, συνέβη τὸν Μαρcianum gravissino morbo afflictari, ita ut spem κιανὸν νόσῳ βαρυτάτη περιπεσεῖν, καὶ τοὺς μὲν
de illius vila medici omnem destituerent: cujus Ιατρούς ἀπειπεῖν, λύπῃ δὲ ὅσῃ τοὺς ἐπισκόπους τὸ
rei causa ingens episcopos dolor invaserat. Μox πρᾶγμα περιβαλεῖν. Ηδη δὲ τὰ ἔσχατα πνέοντος,
cum omnem curam fala vincerent, extremumque καὶ τοῦ ἡλίου περὶ δυσμὸς ὄντος, κακείνου μέλλον
spiritum anhelaret, ac sole ad occasum vergente, τος ἐκλείπειν, ἡ πρὸ βραχέος μνημονευθείσα γυνή,
ipse lucem hanc relicturus videretur, ea mulier. c ἧς δήπου καὶ τὸ θυγάτριον ἔναγχος νότῳ περισχεθὲν
cujus filiam morbo correptam Gregorii precibus τῶν Γρηγορίου εὐχῶν ἠξίωτο, καὶ παραδόξου θερα
curationem nuper accepisse diximus, illac ubi πείας απώνατο, διὰ τῆς οἰκίας τότε παρερχομένη,
Marcianus in lecto decumbebat, præteriens, serἔνθα καὶ ὁ σπαθάριος κλινήρης κατέκειτο, ἀκούει
vorum plangentium ac lamentantium debilem ac βοῆς συμμιγούς τῶν παίδων αὐτοῦ κοπτομένων τε καὶ
luctuosam vocem audivit: cujus causam percon- θρηνούντων· καὶ ἐπειδὴ τὴν αἰτίαν ἐπύθετο, οὐ κρύπο
tata, gratiam non celavit, sed palam beneficentiam τει την χάριν, ἀλλὰ κηρύττει σαφῶς τὴν εὐεργεσίαν,
evulgat, et quæ ipsa admirabilia in filia sit asse καὶ ὧν αὐτῇ τετύχηκεν ἐπὶ τῇ θυγατρὶ θαυμασίων,
cuta, illis annuntiat, servatorisque præco, et rei καὶ αὐτοῖς ἀπαγγέλλει, καὶ μηνυτῆς τοῦ σωτηρίας,
gesta testis classicus constituitur. Eia agile, in- εὐθὺς γίνεται, καὶ ἀψευδής μάρτυς τῆς πεπραγμένου
quit, filii, fetu represso, mihi obtemperate,ipsum καί, Αγε, φησίν, ὦ παῖδες, ἐμοί πειθόμενοι, τοῦ
que ab ipso lecto tollentes,alacriter me sequimini. θρήνου μὲν παύσασθε, τοῦτον δ᾽ αὐτῇ κλίνῃ προθύ
Virum enim mihi ab experientia bene cognitum μως ἄραντες ἐμοὶ ἔπεσθε. Δείξω γὰρ ὑμῖν ἄνθρω
vobis ostendam, qui vos a luctu facile vindicabit, πον ἐκ πείρας αὐτὸν ἐγνωκυία, δς τοῦ πένθους ῥᾳ
et dominum vestrum mulla cum celeritate santali δίως ὑμᾶς ἀπαλλάξει σὺν πολλῷ τάχει τὸν δεσπότην
restituet. Ejus sermoni servi parent, dominumque ὑμῶν τώμενος. Πείθονται τοῖς ῥηθεῖσιν οἱ παῖδες,
repente tollentes, juxta custodiam, ubi Gregorius
erat, deponunt. Quem ille ardentissima febri commotum et inflammatum aspiciens, miseratus est
hominem,lectumque lacrymis irrigabat. Caeterum
semel illum atque iterum vocans (eurn namque
vox atque sensus defecerat, nec quidquam loqui
poterat, manum quidem illi vir divinus adjecit,
mente vero lotus in cœlum erectus, faciemque
suam et agrotum lacrymis perfundens, Deum obsecrabat. Atqui preces somnum peperere; somnus
agroto salutem attulit. Cuin enim quinque supra
viginti dies insomnis duxisset,arctissimous tum illi
somnus obrepsit. Servi vero, qui mediis eidem
καὶ τὸν δεσπότην εὐδὺς ἄραντες πρὸς τῇ φυλακή τις
θέασιν ἔνθα ἦν Γρηγόριος. Ιδὼν δὲ αὐτὸν ἐκεῖνος
λάβρον πυρετῷ κατάκρας διακαιόμενον, οἰκτείρει τὸν
ἄνδρα, καὶ τῆς κλίνης δάκρυα καταχέει. Φωνήσας
δὲ αὐτὸν ἅπαξ καί δῖς, ὡς ἤδη καὶ ἡ φωνὴ καὶ τὸ
φρονοῦν ἐκεῖνον ἐπέλιπε καὶ οὐκ εἶχεν οὐδὲν φθέγξα
σθαι, τὴν μὲν χεῖρα ἐπ᾿ αὐτὸν ὁ θεῖος ἀνὴρ τίθησι,
τὴν δὲ διάνοιαν ὅλην αἴρει πρὸς οὐρανὸν, καὶ δέο
κρύσι τό τε πρόσωπον, καὶ τὸν κατακείμενον βρέ
χων, δέεται τοῦ Θεοῦ. Παρείχε δὲ ἡ μὲν εὐχὴ τὸν
ὕπνον, ὁ δὲ ὕπνος τῷ νοσοῦντι τὴν σωτηρίαν. Πέντε
γὰρ καὶ εἴκοσιν ἡμέρας διατελέσας ἄύπνος, ὕπνῳ
τότε βαθεί συνεσχέθη. Τὰ δὲ παιδάρια, περὶ μεσας
col. 253–254page 123 of 146
PG 116:253αὐτῷ προσελθόντα νύκτας, εὗρὸν ὡς ὁ μὲν πυρετός ἀπελήλατο, ὁ δὲ νοσῶν ἔῤῥωτο· οἷος ὁ μακάριος παραινέσας Θεῷ τὴν χάριν τῆς θεραπείας ὁμολογεῖν, αὐτὸς ἔτι τῆς εὐχῆς καὶ τῆς ἀγρυπνίας εἴχετο. Περὶ δὲ τὰς ἐωθινάς ᾠδας θυμιώντι τῷ μακαρίῳ ἀνεπήδησέ τε ὁ Μαρκιανὸς τῆς κλίνης, καὶ παρ᾽ ἑαυτοῦ τὸν ἰασάμενον κατανοήσας καὶ ἐπιγνούς προσέπιπτεν αὐτοῦ τοῖς ποσὶ καὶ περιεπτύσσετο τούτους· τὸν διὰ πραγμάτων αὐτὸν σώσαντα ῥήμασι χρηστοῖς ἀμειβόμενος, ἔπειτα δὲ ἑστὼς συνῇδεν αὐτῷ τῶν ὕμνων τὰ ἐπίλοιπα. Ἐπεὶ δὲ τέλος ἡ ὑμνῳδία ἐλάμβανε, καθεσθέντες εἰς λόγους ᾔεσαν. Ἐθαύμαζε δὲ ἡ Μαρκιανός οἵῳ συγκέκλειστο ὁ μακάριος τόπῳ, ὅπως τε ἄπνους καὶ ἀφεγγής ἦν, λίαν τὸν ἐνοικοῦντα λυπεῖν δυνάμενος. Καὶ ταῦτα μὲν ἐκεῖνοι πρὸς ἀλλήλους ὁμίλουν. ΜΗ΄. Οἱ δὲ ἐπίσκοποι οἱ σύναμα Μαρκιανῷ παρὰ βασιλέως σταλέντες, ἐφ᾽ ᾧ τὰ περὶ Γρηγορίου εἰς ἔρευναν ἀγαγεῖν, εἰς τὴν οἰκίαν ᾗπερ τὸν σπαθάριον ἐξένιζε γεγονότες, ἐπεὶ οὐχ εὗρον αὐτὸν τεθνηκέναι ἤδη καὶ ταφῇ δοθῆναι τὸν ἄνδρα νομίσαντες, ᾔδεσαν γὰρ, τὸ τῆς θείας φάναι Γραφῆς, κραταιὰν εἶναι τὴν ἀβρωστίαν αὐτοῦ, συμφορὰν ἐποιοῦντο τὸ πρᾶγμα, καὶ θρήνοις εἴκοντο, τόν τε φίλον ἀποκλειόμενοι, καὶ ἅμα τὸ μὴ μετρίως οἴσειν τὸν βασιλέα, ἐν προσθήκῃ τῆς συμφορᾶς τιθέμενοι. Οὕτω τῶν ἀνδρῶν ὀλοφυρομένων, ἰδοὺ καὶ τῶν θεραπόντων τοῦ σπαθαρίου εἷς, δρόμῳ τῆς φυλακῆς παραγεγονώς λύει τὸν θρῆνον εὐάγγελος αὐτοῖς φανείς, καὶ πάντα ἑξῆς εἰπὼν τόν τε ἰασάμενον καὶ τὸν τῆς ἰάσεως τρόπον, ἀλλὰ μὴν καὶ τὸν τόπον ἔνθα καὶ νῦν ἔτι, φησίν, ὑπάρχει τῷ ἰασαμένῳ προσομιλῶν. Οἱ δὲ, ταῦτα ἀκούσαντες, τάχει πολλῷ πρὸς τὴν φυλακὴν ἔθεον· εἶτα καὶ ἔνδον γενόμενοι εὑρίσκουσιν μὲν ἔμφρων μετὰ Μαρκιανοῦ τὸν μέγαν συγκαθεζόμενον. Ἐπιγνόντες δὲ τοῦτον εἰς γῆν παρὰ τοὺς αὐτοὺς πόδας πίπτουσι, καὶ συμμερισταὶ τῆς ἀρετῆς αὐτῷ καὶ τῆς παρὰ Θεοῦ εὐχῆς γενέσθαι εξάμενοι, παρκαθέζοντο καὶ αὐτοὶ, τά τε ἄλλα τὸν Γρηγόριον ἐκπληττόμενοι, καὶ ὅπως ὁ τοιοῦτος πρός τε τὴν συκοφαντίαν πράως οὕτω διέκειτο καὶ τὸ ζοφῶδες ἐκεῖνο καὶ σκοτινὸν βάραθρον ὡς περικαλλή τινα θάλαμον ᾤκει. Ἤροντο οὖν, πόσος αὐτῷ τοῖς δεσμοῖς ἤδη χρόνος διῆλθε· καὶ μαθόντες, ὅτι δύο ἔτη καὶ μῆνας τέσσαρας, ἐδυσχέραινόν τε καὶ πολλὴν τοῦ πάππα ὠμότητα κατεγίνωσκον. ΙΘ΄. Ὡρμημένους δὲ αὐτοὺς καὶ τῆς φυλακῆς ἄγειν τὸν ἅγιον ἐκεῖνος ἐπέσχε· «Μή τινα, φησί, ἡμεῖς τε τοῖς κατηγόροις λαβὴν δώμεν, καὶ αὐτοὶ ἑαυτοῖς μώμον προστρίψησθε.» Ἔνθεν παραγίνονται πρὸς τὸν πάππαν ἅμα Μαρκιανῷ. Καὶ οὕτως αὐτῷ πάντα τὰ τοῦ θαύματος διεξήει, οία τε νόσος αὐτὸν εἶχε καὶ πρὸς τὸν θάνατον ἤλαυνε, καὶ ἧς ἔτυχε παρ' αὐτοῦ θεραπείας. Τὸν δὲ ἀκούσαντα, μετάνοιά τε εἰσῆλθε, καὶ τῶν εἰς τὸν ἅγιον προπετώςαὐτῷ προσελθόντα νύκτας, εὗρὸν ὡς ὁ μὲν πυρετός noctibus assistebant, febrim recessisse, et agrotum
ἀπελήλατο, ὁ δὲ νοσῶν ἔῤῥωτο· οἷος ὁ μακάριος παρ- convaluisse repererunt. Hos vir sanctus monuit,
αινέσας Θεῷ τὴν χάριν τῆς θεραπείας ὁμολογεῖν, de recepta sanitate gratias Deo habendas esse ipse
αὐτὸς ἔτι τῆς εὐχῆς καὶ τῆς ἀγρυπνίας εἴχετο. Περὶ interim precibus ac vigiliis vacabat. Marcianum
δὲ τὰς ἐωθινά; ᾠδας θυμιώντι τῷ μακαρίῳ ἀνεπή- jucundus denuo somnus complexus est. Circa vero
δησέ τε ὁ Μαρκιανὸς τῆς κλίνης, καὶ παρ᾽ ἑαυτοῦ τὸν matutinas laudes, orante viro sancto, Marcianus
Ιασάμενον κατανοήσας καὶ ἐπιγνούς προσέπιπτεν lecto prosiliit, et qui se sanarat, ex se perspiciens
αὐτοῦ τοῖς ποσὶ καὶ περιεπτύσσετο τούτους· τὸν διὰ atque cognoscens, ejus ad pedes provolutus, illos
πραγμάτων αὐτὸν σώσαντα ῥήμασι χρηστοῖς ἀμει- amplexabatur, verbisque quibus poterat graliusis
βόμενος, ἔπειτα δὲ ἑστὼς συνῇδεν αὐτῷ τῶν ὕμνων beneficium in se sanitatis, quod erat maximum,
τὰ ἐπίλοιπα. Ἐπεὶ δὲ τέλος ἡ ὑμνῳδία ἐλάμβανε, munerabatur. Subinde vero stans, laudes, qu
καθεσθέντες εἰξ λόγους ᾔεσαν. Εθαύμαζε δὲ ἡ Μαρ- reliquæ erant, cum illo simul prosequebatur. Ubi
κιανός οἵῳ συγκέκλειστο ὁ μακάριος τόπῳ, ὅπως τε vero dictio laudum finem accepit, sedentesque
ἄπνους καὶ ἀφεγγής ἦν, λίαν τὸν ἐνοικοῦντα λυπεῖν loqui coeperunt,mirabatur autem Marcianus, quoδυνάμενος. Καὶ ταῦτα μὲν ἐκεῖνοι πρὸς ἀλλήλους nam modo vir beatus illic conclusus esset, et
ομίλουν.
quomodo silens carere sese lumine pateretur, cum
alioqui observantem se, ibique inhabitantem gravissime posset offendere? Et hæc quidem illi invicem loquebantur.
ΜΗ΄. Οἱ δὲ ἐπίσκοποι οἱ σύναμα Μαρκιανῷ παρὰ
βασιλέως σταλέντες, ἐφ᾽ ᾧ τὰ περὶ Γρηγορίου εἰς
έρευναν ἀγαγεῖν, εἰς τὴν οἰκίαν ᾗπερ τὸν σπαθάριον
ἐξένιζε γεγονότες, ἐπεὶ οὐχ εὗρον αὐτὸν τεθνηκέναι
ἤδη καὶ ταφῇ δοθῆναι τὸν ἄνδρα νομίσαντες, ᾔδεσαν
γὰρ, τὸ τῆς θείας φάναι Γραφῆς, κραταιὰν εἶναι
τὴν ἀβρωστίαν αὐτοῦ, συμφορὰν ἐποιοῦντο τὸ πρᾶγμα, καὶ θρήνοις εἴκόντο, τόν τε φίλον ἀποκλειόμενοι, καὶ ἅμα τὸ μὴ μετρίως οἴσειν τὸν βασιλέα, ἐν
προσθήκῃ τῆς συμφορᾶς τιθέμενοι. Οὕτω τῶν ἀνδρῶν ολοφυρομένων, ἰδοὺ καὶ τῶν θεραπόντων τοῦ
σπαθαρίου εἷς, δρόμῳ τῶς φυλακῆς παραγεγονώς
λύει τὸν θρῆνον εὐάγγελος αὐτοῖς φανείς, καὶ πάντα
ἑξῆς εἰπὼν τόν τε ἰασάμενον καὶ τὸν τῆς ἰάσεως
τρόπον, ἀλλὰ μὴν καὶ τὸν τόπον ἔνθα καὶ νῦν ἔτι,
φησίν, υπάρχει τῷ ἑασαμένῳ προσομιλῶν. Οἱ δὲ,
ταῦτα ἀκούσαντες, τάχει πολλῷ πρὸς τὴν φυλακὴν
δεον· εἶτα καὶ ἔνδον γενόμενοι εὑρίσκουσιν μὲν
ἔμφων μετὰ Μαρκιανοῦ τὸν μέγαν συγκαθεζόμενον
Επιγνόντες δὲ τοῦτον εἰς γῆν παρὰ τοὺς αὐτοὺς πόδας πίπτουσι, καὶ συμμερισταὶ τῆς ἀρετῆς αὐτῷ
καὶ τῆς παρὰ Θεοῦ εὐχῆς γενέσθαι εξξάμενοι, παρκαθέζοντο καὶ αὐτοὶ, τά τε ἄλλα τὸν Γρηγόριον ἐκπληττόμενοι, καὶ ὅπως ὁ τοιοῦτος πρός τε τὴν συκοφαντίαν πράως οὕτω διέκειτο καὶ τὸ ζοφῶδες ἐκεῖνο
καὶ σκοτινὸν βάραθρον ὡς περικαλλή τινα θάλαμον
ᾤχει. Προντο οὖν, πόσος αὐτῷ τοῖς δεσμοῖς ἤδη
χρόνος διῆλθε· καὶ μαθόντες, ὅτι δύο ἔτη καὶ μῆνας
τέσσαρας, εδυσχέραινόν τε καὶ πολλὴν τοῦ πάππα
ὠμότητα κατεγίνωσκον.
XLVIII. Porro episcopi, qui ab rege cum Marciano missi fuerant, ut Gregorii causam quaestioni
atque judicio subderent, donum ubi Marcianus
diversabatur profecti, cum illum minime invenissent, supremo falo concessisse, hominemque sepul
cro conditum existimantes, sciebant enim (ut
verbis utar Scripturæ ægritudinem ejus gravem
esse: tulerunt graviter et acerbe, luctuque ac
squalore obsiti, amici obitum deflebant. At quam
quidem calamitatem non exiguam accessionem
faciebat, quod arbitrabantur hoc regem inique
admodum esse laturum. Cumque ita viri isti masrore conficerentur, ecce tibi unus ex Marciani
ministris, cursu recta custodiam petens dolorem
omnem abstersit, latum illis nuntium afferens,
dum omnia tum medicum, tum curationis modum
sigillatim percenset, addens etiam locum, ubi
etiamnum mutuo loquebantur. His auditis, ad
custodiam multa celeritate contendunt; quo cum
pervenissent, ingressi,ambos virum eximium cum
Marciano sedentem offendunt. Ipsum autem agnoscentes, juxta pedes illius huni procumbunt, rou
gantes,ut qui communem cum illo a Christo potestatem accepissent, precationis quoque efficacia
potirentur. Assederunt et illi, Gregorium cum aliis
de causis admirali, tum quod tam mansuetum ad
calumnias se præstaret, tum etiam quod obscurus
ille ac tenebrosus carer thalamio cuidam pulcherri
mo persimilis videre ur. Interrogantes igitur, ex
quo tempore in vincula fuisset conjectus, unum
sique alterum annum, quatuor præterea menses esse intellexerunt. Quod illi ægre admodum tulerunt, nimiamque pontificis crudelitatem improbarunt.
ΙΘ'. Ωρμημένους δὲ αὐτοὺς καὶ τῆς φυλακῆς
Κάγειν τὸν ἅγιον ἐκεῖνος ἐπέσχε· «Μή τινα, φησί,
ἡμεῖς τε τοῖς κατηγόροις λαβὴν δώμεν, καὶ αὐτοὶ
ἑαυτοῖς μώμον προστρίψησθε, ο "Ενθεν παραγίνονκαι πρὸς τὸν πάππαν ἅμα Μαρκιανῷ. Καὶ οὕτως
αὐτῷ πάντα τὰ τοῦ θαύματος διεξήει, οία τε νόσος
αὐτὸν εἶχε καὶ πρὸς τὸν θάνατον ἤλαυνε, καὶ ἧς
ἔτυχε παρ' αὐτοῦ θεραπείας. Τὸν δὲ ἀκούσαντα,
μετάνοιά τε εἰσχει, καὶ τῶν εἰς τὸν ἅγιον προπετώς
XLIX Cæterum cum ii virum sanctum carcere
emittere molirentur, ipse prohibuit, idque se, ne
quam accusatoribus ansam præberet, facere dictio
labat,neve vituperationis alicujus ipsius sibi notamm
inurerent. Pontificem subinde cum Marciano pe
tunt, qui ordine omnem illi miraculi seriem edisserit, quemadmodum in morbum, quo prope ex
stinctus est, ipse incurrerat, qualemque fuerit ab
ipso curationem assecutus. Hæc illum audientem
col. 255–256page 124 of 146
PG 116:255τῇ γνώμῃ καὶ τὴν μορφὴν ἡλλοιοῦτο· καὶ δῆλος ἐγίνετο μεγάλα τὴν ψυχὴν πληττομένος, καὶ βαρείας ὑπὸ τοῦ συνειδότος εἰσπραττόμενος τὰς εὐθύνες. ὡς δὲ καὶ κατέλαβον οἱ κατήγοροι, ἧκον δὲ καὶ τῶν Ἀκραγαντίνων διαπεράσαντες συχνοὶ μὲν τῶν ἀρχόντων, συχνοὶ δὲ καὶ τῶν ἀρχομένων, καὶ ὅσον ἦν καθαρὸν τῆς συνωμωσίας, μαθόντες, ἐν ᾧ ἦν ὁ ἅγιος καθειργμένος, σπουδῇ πρὸς αὐτὸν ἀφικνοῦνται, οἷα φίλτατοι παίδες φίλτατον καὶ διὰ χρόνου πατέρα θεώμενοι, καὶ πολλὴν ὅτι πρὸς αὐτὸν ἐπιδεικνύντες αἰδώ. Ἐπεὶ δὲ μὴ πάντες περιβαλεῖν μηδὲ κρατεῖν τοὺς αὐτοῦ πόδας ἴσχυον, πόῤῥαθεν ἔπιπτον καὶ τὸ ἔδαφος προσεκύνουν, ῥήμασί τε καὶ δάκρυσιν ὡς ἐνὸν τὸ φίλτρον παρηλούντες, Ὦ πατήρ, λέγοντες, ὁ ἀρχιερεὺς, ὁ σωτήρ, μὴ καταλίπῃς ἡμᾶς, μηδὲ τῆς ὀλίγων κακίας καὶ τὸ σύμπαν ἡμεῖς πλῆθος παραπολαύσωμεν. Πολὺς νῦν ἕνεκεν σοῦ περιέστηκε θρῆνος τὴν πόλιν, ὀδύρονται δὲ χῆραι, ὀδύρονται μὲν ὀρφανοί, ὀδύρονται πένητες· οἱ τὸ σῶμα μαλακῶς, οἱ τὰς ψυχὰς κακῶς ἔχοντες, οἱ μὲν τὸν πατέρα, οἱ δὲ τὸν προστάτην, οἱ δὲ τὸν εὐεργέτην, οἱ δὲ τὸν τῶν ψυχῶν ζητοῦντες καὶ σωμάτων θεραπευτήν· καὶ νῦν τὸ σχῆμα τῆς πόλεως, ὥσπερεί σεισμῷ μεγάλῳ κατασεισθείσης, κ τοὺς πύργους πολέμου νόπῳ καταβληθήσης. Ταῦτα πάντα λύσεις ἐπιφανείς· ἐπιφανήσει δὲ πάντως, εἰ καὶ μόνον βούλει· ὡς ἴδε καὶ ἡμεῖς πάντες σὺν σοὶ καὶ θανεῖν ἕτοιμοι. Ταῦτα μὲν τὸ πλῆθος οἷα σφόδρα εἰργασμένων σφοδρῶς ἑαυτοῦ κατήγορος ἦν, καὶ ἅμα διακαῶς αὐτοῦ ἔχοντες. Ν'. Τῆς δὲ συνόδου ἔγγιστα τοῦ δεσμωτηρίου πρὸς τὸ τοῦ ἁγίου Ἱππολύτου συναθροισθείσης ναῷ, παρῆσαν μὲν ἐπίσκοποι σχεδὸν ἀμφὶ τοὺς ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα, πρὸς δὲ τούτοις καί τινες τῶν ἐκ τῆς Ἑῴας παρῇσαν, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ χαρτοφύλαξ τὴν τοῦ μεγάλου ἀρχιερέως χώραν ἀποπληρῶν, καὶ ὅ τι περ τῶν ἐγχωρίων μοναχῶν ἔγκριτον, καὶ ὁ κλῆρος δὲ ἅπας, καὶ ὁ λοιπὸς ὅλως σχεδὸν ὄχλος τῆς πόλεως. Στέλλονται δὲ παρὰ τὸν Γρηγόριον ὅ τε μοναχὸς Μάρκος καὶ ἕτεροι τῶν ἱερέων πέντε, τοῦτον ὡς τὴν σύνοδον ἀγαγεῖν. Ἐπεὶ οὖν καὶ ἀφίκετο, τρίτον ἐπὶ τὴν γῆν προσκυνήσας ἔστη κατὰ νόμον τῶν κρινομένων· δακρύων δὲ ἐπληροῦντο τοὺς ὀφθαλμοὺς ὅσοι τῶν ἱερέων ἦσαν θεοφιλέστεροι. Παρειστήκεσαν δὲ καὶ οἱ μικροὶ συκοφάνται σὺν ἅμα Σαβίνῳ καὶ Κρισκεντίνῳ δέκα τὸν ἀριθμὸν πρὸς τοῖς ἑκατὸν ὄντες· οὓς δῆτα ὁ πάππας προσκαλεσάμενος, ἤρετο καθὰ δὴ τοὺς δικάζοντας θέμις, εἰ ἄν εἰδότες τὰς ἐγκλήσεις τυγχάνωσιν ἐφ᾽ ᾧ τε Γρηγορίου κατηγοροῖεν, καὶ τί τὸ τοῦ ἐγκλήματος ὄνομα. Οἱ δὲ πορνείαν αὐτῷ ἐπικαλεῖν ἔφασαν. Καὶ ὁ πάππας ὑπολαβών, Πότερον δὲ ὑμεῖς αὐτοί, φησί, ἑωράκατε ἢ τῆς γυναικὸς λεγούσης ἠκούσατε; Κἀκεῖνοι λοιπὸν τοῦ πλάσματος ἀρχὴν ποιούμενοι, Ἡμεῖς μέν, εἶπον, εἰσῄειμεν παρ' αὐτὸν τὰ συνήθη περὶ τὴν ἕω προσευχόμενοι καὶ προσκυνήσοντες· εὑρόντες δὲ ταύτην ἐντῇ γνώμῃ καὶ τὴν μορφὴν ἡλλοιοῦτο· καὶ δῆλος
ἐγίνετο μεγάλα τὴν ψυχὴν πληττομένος, καὶ βαρείας
ὑπὸ τοῦ συνειδότος εἰσπραττόμενος τὰς εὐθύνες.
ὡς δὲ καὶ κατέλαβον οἱ κατήγοροι, ήκον δὲ καὶ τῶν
᾿Ακραγαντίνων διαπεράσαντες συχνοὶ μὲν τῶν ἀρ
χόντων, συχνοί δὲ καὶ τῶν ἀρχομένων, καὶ ὅσον
ἦν καθαρὸν τῆς συνωμωσίας, μαθόντες, ἐν ᾧ ἦν ὁ
ἅγιες καθειργμένος, σπουδῇ πρὸς αὐτὸν ἀφικνοῦν
ται, οἷα φίλτατοι παίδες φίλτατον καὶ διὰ χρόνου
πατέρα θεώμενοι, καὶ πολλὴν ὅτι πρὸς αὐτὸν ἐπιδει
κνύντες αιδώ. Επεὶ δὲ μὴ πάντες περιβαλεῖν μηδε
κρατεῖν τοὺς αὐτοῦ πόδας ἴσχυον, πόῤῥαθεν επιπτον καὶ τὸ ἔδαφος προσεκύνουν, ῥήμασί τε καὶ
δάκρυσιν ὡς ἐνὸν τὸ φίλτρον παρηλούντες, Ο
πατήρ, λέγοντες, ὁ ἀρχιερεὺς, ο σωτήρ, μή κατα
λίπῃς ἡμᾶς, μηδὲ τῆς ὀλίγων κακίας καὶ τὸ σύμπαν
ἡμεῖς πλῆθος παραπολαύσωμεν. Πολὺς νῦν ἕνεκεν
σοῦ περιέστηκε θρῆνος τὴν πόλιν, οδύρονται δὲ χῆς
ραι, ὀδύρονται μὲν ὀρφανοί, ὀδύρονται πένητες οἱ τὸ
σῶμα μαλακώς, οἱ τὰς ψυχὰς κακῶς ἔχοντες, οἱ
μὲν τὸν πατέρα, οἱ δὲ τὸν προστάτην, οἱ δὲ τὸν
εὐεργέτην, οἱ δὲ τὸν τῶν ψυχῶν ζητοῦντες καὶ σω
μάτων θεραπευτήν· καὶ νῦν τὸ σχῆμα τῆς πόλεως,
ώσπερεί σεισμῷ μεγάλῳ κατασεισθείσης, κ τοὺς
πύργους πολέμου νόπῳ καταβληθήσης. Ταῦτα πάντε
λύσεις ἐπιφανείς· ἐπιφανήσει δὲ πάντως, εἰ καὶ
μόνον βούλει ὡς ἴδε καὶ ἡμεῖς πάντες σὺν σοὶ καὶ
θανεῖν ἕτοιμοι. Ταῦτα μὲν τὸ πλῆθος οἷα σφόδρα
poenitentia secuta est, et quæ in virum sanctum εἰργασμένων σφοδρῶς ἑαυτοῦ κατήγορος ἦν, καὶ ἅμα
temere admiserat, sui accerrimus accusator factus
reprehendebat, faciemque simul cum consilio mulavit. Vidisse illum animo vehementer esse commotum,graves a se,tanquam ejus criminis auctore,
[enas exigere. Quoniam vero eum accusalores
anteverterunt, Agrigentini quoque tum principes
civitatis, tum plebei quam plurimi cujuscumque
ordinis viri frequentes una simul sincera fide obligali advenerant: audientes ubinam vir sanctus
vinctus detineretur, ad illum maturant celeriter
proficisci, et tanquam filii charissimi eum qui sibi
pro tempore dilectissimus Pater exftiterat, intuentes majori quo poterant honore ac reverentia
prosequebantur. Sed cum omnes ejus circumplecti
aut tenere pedes nequirent, longe positi se incli- p
nabant, et tum verbis,tum lacrymis solum illud ve.
narabantur, nimiamque in illum amoris vehementiam præ se ferebant dicentes: Pater, pontifex et
servator, ne nos deseras, neque nobis paucorum
pravitas universa multitudini fraudi aut vilio detur. Multus nunc tui causa luctus, urbem immutavit. Lugent orphani, tristantur vidum, pauperes
lamentantur. Qui corpore sunt male constituto,
quique animum nale affectum habent, alii patrem, alii præsidem et patronum, nonnulli benefactorem,plurimitum animitum corporis medicum
inquirunt et repetunt. Εt hæc quidem est præsens
civitatis facies, quæ lanquam ingenti terra motu
concussa, vel turribus jure belli dejectis, despe-C διακαῶς αὐτοῦ ἔχοντες.
cta jacet. Hæc, si te in urbis conspectu dederis, omnia restitues. Illi autem, tantum si volueris,
illucesces. Nos siquidem omnes tecum vivere, tecum mori parati sumus. Hæc quidem multitudo
uti impotenti illius flagrans desiderio, dicebat.
L. Ceacto vero ad ædem divi Hippolyti concilio,
qui locus proximus erat carceri,aderant prope centum ac quinquaginta episcopi, quorum nonnulli
ab Oriente venerant, inter quos Constantinus a
libellis magni archiprasulis vices obibat. Indigenæque monachi omnes in ordinem redacti, ordo
item Ecclesia universus, necnon reliqua fere omnis urbis multitudo, illuc confluxerat. Omnino
autem Marcus,ac alii praeterea quinque sacerdotes,
qui Gregorium accersant,eumque judicio concilii
sistant, destinantur. Qui cum præsto adfuisset, in
terram ter se inclinans, reorum more substitit.
Porro præsules quicunque paulo clementiores
erant, dun quæ agerentur, intuebantur, lacrymis
oculos perfundebant. Impuri quoque delatores una
cum Sabino ac Crescentino, decem supra centum
assistebant,quos pontifex max. more jus dicentium
interrogavit, numquidnam haberent, quod Gregorio possent vitio vertere,quodque crimini nomenesset. Illi lasciviam atque libidinem objicere asseverabant. Quorum orationem pontifex interpellans:
Vosne (inquit)ipsi vidistis,an mulierem id audistis
dicentem? Illi vero commenti principium ordientes:
Nos quidem dixerunt) cum ingrederemur ad ipsum, Deum de more circa auroram laudaturi et
adoraturi, hancque in ejus lecto cubantem inveΝ'. Τῆς δὲ συνόδον ἔγγιστα του δεσμωτηρίου
πρὸς τὸ τοῦ ἁγίου Ιππολύτου συναθροισθείσης ναῷ,
παρῆσαν μὲν ἐπίσκοποι σχεδὸν ἀμφὶ τοὺς ἑκατὸν
καὶ πεντήκοντα, πρὸς δὲ τούτοις καί τινες τῶν ἐκ
τῆς Ἐφάς παρῇσαν, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ χαρτοφύλαξ τὴν
τοῦ μεγάλου ἀρχιερέως χώραν ἀποπληρῶν, καὶ ὁ
τι περ τῶν ἐγχωρίων μοναχῶν ἔγκριτον, καὶ ὁ κλήσ
ρος δὲ ἅπας, καὶ ὁ λοιπὸς ὅλως σχεδὸν ὄχλος τῆς
πόλεως. Στέλλονται δὲ παρὰ τὸν Γρηγόριον ότε μου
ναχὸς Μάρχος καὶ ἕτεροι τῶν ἱερέων πέντε, τοῦτον
ὡς τὴν σύνοδον ἀγαγεῖν. Ἐπεὶ οὖν καὶ ἀφίκετο,
τρίτον ἐπὶ τὴν γῆν προσκυνήσας ἔστη κατά νόμον
τῶν κρινομένων
τῶν κρινομένων· δακρύων δὲ ἐπληροῦντο τους
ὀφθαλμοὺς ὅσοι τῶν ἱερέων ἦσαν θεοφιλέστεροι.
Παρειστήκεσαν δὲ καὶ οἱ μικροί συκοφάνται σύναμα
Σαβίνῳ καὶ Κρισκεντίνῳ δέκα τὸν ἀριθμὸν πρὸς τοῖς
ἔκατὸν ὄντες· οὓς δῆτα ὁ πάππας προσκαλεσάμενος,
ήρετο καθὰ δὴ τοὺς δικάζοντας θέμις, εἂν εἰδότες
τὰς ἐγκλήσεις τυγχάνωσιν ἐφ᾽ ᾧ τε Γρηγορίου κατά
ηγορότεν, καὶ τί τὸ τοῦ ἐγκλήματος όνομα. Οἱ δὲ,
πορνείαν αὐτῷ ἐπικαλεῖν ἔφασαν. Καὶ ὁ πάππας
ὑπολαβών, Πότερον δὲ ὑμεῖς αὐτοί, φησί, έωράκατε
ἢ τῆς γυναικὸς λεγούσης ἠκούσατε; Κἀκεῖνοι λοιπόν
τοῦ πλάσματος ἀρχὴν ποιούμενοι, Ημείς μέν, εἶπον,
εἰσῄειμεν παρ' αὐτὸν τὰ συνήθη περὶ τὴν ἕω προσ
οροῦντες καὶ προσκυνήσοντες· εὑρόντες δὲ ταύτην ἐν
col. 257–258page 125 of 146
PG 116:257τῷ κοιτῶνι αὐτοῦ κειμένην, κατέσχομεν. Ἡ δὲ, κατὰ τὸ εἰκὸς, ἀνακρινομένη, ἡμῖν τε τὸ πρᾶγμα φανερόν, ἀλλὰ καὶ αὐτῷ τῷ ἐξάρχω πολλῶν παρόντων κατέστησε· τούτων ἡμεῖς πλέον ἴσμεν οὐδὲν, ἢ τὰ ἐξ ἐκείνου πονηρῷ πνεύματι κάτοχος γενομένη μετὰ τὸ τολμηθὲν αὐτοῖς ἄγος, δεινῶς εἰς ἔτι καὶ νῦν βασανίζεται. Οὕτως οἱ γόητες καὶ δεινοὶ τοῦ δεινοῦ δαίμονος μιμηταί, δι' ὧν αὐτοὶ μᾶλλον συκοφαντεύοντες ἑάλωσαν, διὰ τούτων αὐτῶν κρατύνειν τὴν ἀποφαντίαν ἔγνωσαν. ΚΑ΄. Ἀλλ' οἱ τῶν ἱερέων ἰσχυροί προστάται τῆς ἀληθείας, αὐτίκα τὸ ψεῦδος φωράσαντες, Καὶ μὴν, εἶπον, εἰ ταῦτά γε ἀληθῆ, τοὐναντίον ἔδει μᾶλλον γενέσθαι· καὶ σιωπῶσαν μὲν τὸ ἄγος καὶ ἀρνουμένην ἰσχυρῶς αὐτὴν διὰ τοῦ δαίμονος παρὰ τῆς δίκης κολάζεσθαι, ὁμολογούσης δὲ καὶ συγγνώμην αἰτούσης καὶ θεὸς ἀνῆκεν ἂν τὴν ὀργήν, καὶ ὁ δαίμων εἰ καὶ παλαιὸν ἔτυχεν εἰσελθεῖν, ἀπελήλατο. Οὕτως εὖ τὰ καλῶς αὐτὴν ἐφ' ἑαυτῆς τὴν συκοφαντίαν σφήλαντες, ἄγουσιν εἰς μέσον καὶ τὴν κόρην αὐτήν. Ἡ δ' ἔστη κλονουμένη καὶ ἀλλοιουμένη τὸ πρόσωπον· διὸ καὶ τὸ ταύτην ἐρωτῆσαι παρέντες, ἐπὶ τὸν Γρηγόριον μετέβαινον οἱ κατήγοροι, ταῖς ἐρωτήσεσι δεῖν ἐντρέπειν αὐτὸν βουλόμενοι. Ὁ δὲ μέγα στενάξας, τὰ τοῦ Δαυΐδ ἀπεκρίνατο· «Ἀναστάντες μοι μάρτυρες ἄδικοι ἃ οὐκ ἐγίνωσκον ἠρώτων με, ἀνταπούλησαν με πονηρὰ ἀντὶ ἀγαθῶν.» Ἅμα δὲ τῷ τοῦτο εἰπεῖν, ῥήσσεται ἡ κόρη χαμαί, καὶ εἴπερ ποτέ διασπαραχθεῖσα τῷ συνέχοντι δαίμονι, ἔκειτο πρὸς τοῖς ποσὶ τοῦ μακαρίου κυλινδουμένη, καὶ ἀφρὸν τοῦ στόματος ἀποβλύζουσα. Ὁ μέντοι θεῖος Γρηγόριος, τῶν ἐχθρῶν μαθὼν ὑπερεύχεσθαι, τοὺς μὲν ὀφθαλμοὺς εἰς οὐρανόν, τὸν δὲ νοῦν ἄρας εἰς τὸν οὐρανοῦ ποιητὴν καὶ ἡσυχῆ τὰ καρδίας χείλη κινῶν, κατὰ τοῦ Θεοῦ μέγα στενάζων, καὶ πάντα ἐπέπιζον ὡς αὐτόν. Μετὰ δὲ τὴν εὐχὴν πρὸς τὴν κόρην στρέψας τοὺς ὀφθαλμούς, Ἐν τῷ ὀνόματι, φησί, τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ κελεύσμασιν εἴκων ἔξελθε, δαίμων ἀκάθαρτε, ὡς ἂν σωφρονοῦσα ἡ κόρη τἀληθές περὶ ἡμῶν φθέγξηται. Παρ' αὐτίκα δὲ σπαράξαν αὐτὴν τὸ πνεῦμα ἐξῆλθε, καὶ αὐτὴ ὡσεὶ νεκρὰ ἦν. ΙΒ΄. Εὐθὺς οὖν ὁ Γρηγόριος λαβόμενος αὐτὴν τῆς χειρὸς ἀνιστᾷ, καὶ σταθεῖσαν ἠρώτων, τοῦ λόγου διὰ τοῦ χαρτοφύλακος γινομένου, πρώτων δὲ τ' ὄνομα ταύτῃ, καὶ εἰ γνώριμος αὐτῇ ὅλως ὁ τῆς Ἀκραγαντίνων ἐπίσκοπος. Ἡ δὲ Εὐδοκία μὲν ἔφη καλείσθαι, γνωρίζειν δὲ καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖνον· πολλάκις γὰρ ἰδεῖν αὐτὸν ἔφασκε διερχόμενον καὶ τοὺς πτωχοὺς τῆς πόλεως καὶ ἀῤῥώστους ἐπισκεπτόμενον, ταῖς τε χήραις καὶ τοῖς ὀρφανοῖς τὰ πρὸς τροφὴν παρεχόμενον, ὅτε κἀγώ, φησίν, ἡ ἀθλία, μία τῶν παρ' αὐτοῦ ἐλεουμένων ἐτύγχανον. Ἠρώτων δὲ πάλιν, καὶ εἰ καθ' ἡδονὴν ἔγνω τὸν ἄνδρα. Ἡ δέ, ἐνταῦθα πικρόν τε λίαν καὶ ὀδυνηρὸν ἀνοιμώξασα, καὶ ἐπεκλύων τοὺς ὀφθαλμοὺς πλήσασα, εἰς ἐπήκοον πάντων ἀνέκραγε· Ζῇ Κύριος, οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρω-τῷ κοιτῶνι αὐτοῦ κειμένην, κατέσχομεν. Ἡ δὲ, nissemus,comprehendimus. Caeterum ipsa quoque,
κατὰ τὸ εἰκὸς, ἀνακρινομένη, ἡμῖν τε τὸ πρᾶγμα ut par erat, quæsita, rem nobis atque adeo exarφανερόν, ἀλλὰ καὶ αὐτῷ τῷ ἐξάρχω πολλῶν παρόν- cho ipsi, multis prasentibus, perspicuam fecit.
των κατέστησε τούτων ἡμεῖς πλέον ἴσμεν οὐδὲν, ή Horum nos nihil aliud scimus, nisi quod ex quo
Τα ἐξ ἐκείνου πονηρῷ πνεύματι κάτοχος γενομένη tempore tam indignum scelus admisit, spiritu illa
μὲ τὸ τολμηθὲν αὐτοῖς ἄγος, δεινῶς εἰς ἔτι καὶ νῦν nequam percita, hucusque gravissiine torquetur.
βασανίζεται. Ούτως οι γόητες καὶ δεινοὶ τοῦ δεινού Ita audaces ac protervi, subdolique versuti demonis
δείμονος μιμηταί, δι' ὧν αὐτοὶ μᾶλλον συκοφαν- imitatores, quibus artibus ipsi calumniam texentes
τεντες ἑάλωσαν, διὰ τούτων αὐτῶν κρατύνειν, τὴν plurimum capere ac irretire consueverant, iisdem
αποφαντίαν ἔγνωσαν,
ipsi mendacium munire suum cogitaverant.
ΚΑ'. 'Αλλ' οἱ τῶν ἱερέων ἰσχυροί προστάται τῆς LI. At præsules illi, præstantes invictique veriἀληθείας, αὐτίκα τὸ ψεῦδος φωράσαντες, Καὶ μὴν, talis propugnatores: Hæc profecto si vera essent,
εἶπον, εἰ ταῦτά γε ἀληθῆ, τοὐναντίον ἔδει μᾶλλον γε- aiebant,contrarium magis sequi oportebat,ac scelus
είσθαι· καὶ σιωπῶσαν μὲν τὸ ἄγος καὶ ἀρνουμένην quidem celantem et inficiantem save a dæmone
Ισχυρῶς αὐτὴν διὰ τοῦ δαίμονος παρὰ τῆς δίκης pro pena supplicioque torqueri, a confitente vero
κάζεσθαι, ὁμολογούσης δὲ καὶ συγγνώμην αἰτούσης crimenque deprecante, et Deum iram cohibere, et
ἱπ θεὸς ἀνῆκεν ἂν τὴν ὀργήν, καὶ ὁ δαίμων εἰ καὶ damona, etiamsi prior invaserat, abigi consentaπαλαβὼν ἔτυχεν εἰσελθεῖν, ἀπελήλατο. Οὕτως εὖ neum erat. Sic apte porro dum aperire sese voτὰ καλῶς αὐτὴν ἐφ' ἑαυτῆς τὴν συκοφαντίαν σφή- lunt, sua ipsi calumnia lapsi magis induunt. Tum
ίπες, ἄγουσιν εἰς μέσον καὶ τὴν κόρην αὐτήν. ipsam puellam, quæ adhuc faciem immutata a daΗ δ ἔστη κλονουμένη καὶ ἀλλοιουμένη τὸ πρόσω mone vexabatur in medium statuunt. Hanc delaσπον· διὸ καὶ τὸ ταύτην ἐρωτῆσαι παρέντες, ἐπὶ τὸν tores interrogari permittentes, ad Gregorium sese
Γρηγόριον μετέβαινον οἱ κατήγοροι, ταῖς ἐρωτήσεσι recipiunt, ut illum quæstionibus objectis confunδεν εντρέπειν αὐτὸν βουλόμενοι. Ὁ δὲ μέγα στε- derent. At ille nullum suspirans, Davidis illa
τάξεις, τὰ τοῦ Δαυΐδ ἀπεκρίνατο· «Αναστάντες μοι verba respondit: c Insurgentes adversum melestes
μάρτυρες ἄδικοι ἃ οὐκ ἐγίνωσκον ἠρώτων με, άντα- iniqui,quæ ignorabam objecerunt mihi; mala mihi
πούλησαν με πονηρὰ ἀντὶ ἀγαθῶν.» "Αμα δὲ τῷ pro bonis rependebant 13.» Quæ simul ac dixisset,
τότε εἰπεῖν, ῥήσσεται ἡ κόρη χαμαί, καὶ εἴπερ puella humi trahitur, et a dæmone ut cum maxime
ποτέ διασπαραχθεῖσα τῷ συνέχοντι δαίμονι, ἔκειτο laniata, juxta viri sancti pedes projecla, ex ore
πρὸς τοῖς ποσὶ τοῦ μακαρίου κυλινδουμένη, καὶ spumam emittens, volutabatur. Gregorius vero, ut
ἱρὸν τοῦ στόπατος ἀποβλύζουσα. Ο μέντοι θεῖος qui bene inimicis precari didicerat, oculos quidem
Γρηγόριος, τῶν ἐχθρῶν μαθὼν ὑπερεύχεσθαι, τοὺς in cœlum, mentem vero ad coli Opificem tollens,
μὲν ὀφθαλμοὺς εἰς οὐρανὸν, τὸν δὲ νοῦν ἄρας εἰς τὸν ac labra cordis silentio movens, Deum imis singulερανό ποιητὴν καὶ ἡσυχῆ τὰ καρδίας χείλη κι- libus obsecrabat, tumque omnes in illum oculos
τών, Κάτο τοῦ Θεοῦ μέγα στενάζων, καὶ πάντα intendebant. Post preces autem puellæ oculos
ἐπέπιζον ὡς αὐτόν. Μετὰ δὲ τὴν εὐχὴν πρὸς τὴν κό- adjiciens: In nomine,inquit, Domini et Servatoris
την στρέχας τοὺς ὀφθαλμούς, Ἐν τῷ ὀνόματι, nostri Jesu Christi, ejus mandatis obtemperans,
φησί, τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χρι- exi,dæmon impurissime, ut puella resipiscens,veτοῖς αὐτοῦ κελεύσμασιν εἴκων ἔξελθε, δαίμων rum de me fateatur. Porro spiritus, cum eam
άθαρτε, ὡς ἂν σωφρονοῦσα ἡ κόρη ταληθές περί prius dilaniasset, confestim egressus est, ipsaque
μας φθέγξηται. Παρ' αὐτίκα δε σπαράξαν non secus ac mortua jacebat.
εὐτὴν τὸ πνεῦμα ἐξῆλθε, καὶ αὐτὴ ὡσεὶ νεκρὰ ἦν.
ΙΒ΄. Εὐθὺς οὖν ὁ Γρηγόριος λαβόμενος αὐτὴν
Σε χειρὸς ἀνιστῷ, καὶ σταθεῖσαν ἠρώτων, τοῦ λότου διὰ τοῦ χαρτοφύλακος γινομένου, πρώτων δὲ
τ' όνομα ταύτῃ, καὶ εἰ γνώριμος αὐτῇ ὅλως ὁ τῆς
Ακραγαντίνων ἐπίσκοπος. Η δὲ Εὐδοκία μὲν ἔφη
καλείσθαι, γνωρίζειν δὲ καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖνον πολλάκις γὰρ ἰδεῖν αὐτὸν ἔφασκε διερχόμενον καὶ τοὺς
παχοὺς τῆς πόλεως καὶ ἀῤῥώστους ἐπισκεπτόμενον,
τις τε χήραις καὶ τοῖς ὀρφανοῖς τὰ πρὸς τροφὴν
παρεχόμενον, ότε κἀγώ, φησίν, ἡ ἀθλία, μία τῶν
παρ' αὐτοῦ ἐλεουμένων ἐτύγχανον. Πήρώτων δὲ πάλεν, καὶ εἰ καθ᾽ ἡδονὴν ἔγνω τὸν ἄνδρα. Η δὲ,
ἱπαῦθα πικρόν τε λίαν καὶ ὀδυνηρὸν ἀνοιμώξασα,
καὶ ἐπεκρύων τοὺς ὀφθαλμούς πλήσασα, εἰς ἐπήκοον
πάντων ἀνέκραγε· Ζῇ Κύριος, οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωPaal. xxxiv, 11. 12.
LII. Gregorius igitor statim manu apprehensam
erigit, ac slantem, verba quæ Constantinus fecerat,
interrogavit, quodnam esset illi nomen, isque illi
cognitus omnino esset Agrigentinorum urbis episcopus. Illa Eudociam appellari se, illum vero
probe cognitum habere dixit, quandoquidem sapenumero gradientem, ac mendicos civitatis invisentem, viduis item ac orphanis victui necessaria
suppeditantem viderat: Quando et ipsa, inquit,
infelix una ex iis, quibus ab eo benigne Gebat,
exsistebam. Rursus autem interrogabant, num
amatorie illum agnovisset. Hic illa amare ac miserabiliter ingemiscens, oculos suffusa lacrymis,
voce ita ut omnes exaudirent, inclamavit: Juro
tibi, per Dominum Deum, me nunquam homini
col. 259–260page 126 of 146
PG 116:259τίνον, οὗτοί με, φησί, χρήμασιν ἱκανοῖς δελεάσαντες τοῦ ἁγίου κατειπεῖν ἀνέπεισαν, οἷς ἀνταποδῴη Κύ μιας ἀδικώτατα περὶ ἐμὲ διανοηθεῖσι, καὶ τὴν μὲν ψυχὴν ἀπωλείᾳ, τὸ δὲ σῶμα δαιμονικῇ περιβαλούσι μανίᾳ χρόνοις ἤδη τουτὶ πρὸς μησὶν ἕξ. Ταῦτα εἰ ποῦσα καὶ ἅμα πάντας περιβλεψαμένη τοὺς ἐπισ κόπους, θεασαμένη τε τὸν Γρηγόριον καὶ ἐπιγνοῦσα αὐτόν, δρόμῳ πίπτει πρὸς τοὺς αὐτοῦ πόδας, δακρύουσά τε ἀκατασχέτως καὶ οἰκτροτάτας ἀφιεῖσα φωνὰς πολλά τε μετακλαίουσα τῆς ἀπάτης καὶ τῆς εἰς τὸν ἅγιον συκοφαντίας συγγνώμην ἐξαιτουμένη. ὁ δὲ πρὸς οἴκτον ἰδὼν καὶ συμπαθὲς αὐτῇ βλέψας, Τὸ μὲν ἀφιέναι, φησί, ἁμαρτίας οὐχ ἡμῶν, ἀλλὰ μόνου, γύναι, τοῦτο Θεοῦ. Αὐτὸς οὖν δυνατός ἐστι καὶ τούτων καὶ πάντων ὁμοῦ δοῦναί σοι τὴν συγ χώρησιν. Ἐγὼ δὲ τό γε ἐμὸν μέρος καὶ ὑπερεύξο μαί σου καὶ συγγνώμην νεμῶ, καὶ ἅμα ἐπηύχετο καὶ ἱλεοῦτο τὸ θεῖον ἑαυτῇ· εἶτα καὶ τῆς χειρὸς λα βόμενος ἤγειρεν. πον οὕτως, ἀλλ᾽ οὗτοι δείξασα Σαβίνον καὶ Κρισκεν ΝΓ΄. Ἔκστασις δὲ πάντας ἐλάμβανε, καὶ ὡς κρείττονος λοιπὸν ἢ κατὰ ἄνθρωπον Γρηγορίᾳ προσ είχον. Τοιοῦτον κατ᾽ ἐκείνην ἡμέραν τοῦ ἀγῶνος πέρας λαβόντος, καὶ ἐπὶ τούτοις τοῦ συλλόγου δια λυθέντος, τὴν ἑξῆς τῶν ἐπιτιμίων οἱ δικάζοντες ἐποιοῦντο, καὶ ἄγουσι τοὺς κατηγόρους εἰς μέσον. Καὶ ὁ πάππας, ἵνα γε καὶ βαρυτέραν ἐπενέγκῃ τὴν τιμωρίαν, ἐχαλέπαινε γὰρ ἐφ᾽ οἷς καὶ αὐτὸς ὑπ᾽ αὐτῶν ἠπατήθη, σφοδρότερον τὸν πρὸς αὐτοὺς κατα τεινε λόγον, τά τε ἄλλα αὐτῶν κατατρέχων καὶ μάλιστα τὰ πολλὰ αὐτοῖς θαύματα τοῦ Γρηγορίου προσονειδίζων, ἅπερ ἐν ὀφθαλμοῖς ἐκείνων πρωτο τόμενα, καὶ ὅπως κατ᾽ ἀρχὰς μὲν τὸ θεῖον Πνεῦμα τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπεσκίασαν ἐώρων, μετὰ ταῦτα δὲ τῷ κωφῷ καὶ ἀλάλῳ μάλα ῥᾳδίως τὴν ἴασιν περ εχόμενον, καὶ τἄλλα ὅσα παραδόξως τῷ ἀληθῶς ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ διαπέπρακτο. Μάλιστα δὲ πολὺς ἦν τοῦ Σαβίνου κατηγορῶν, ὅτι μηδὲ ἡ τῆς θυγα τρὸς αὐτῷ ὑγεία τὴν γλῶτταν ἐπέσχε, μηδὲ τοῦ βλασ φημεῖν ἔπαυσεν, ἀλλ᾽ οὕτως ὠδίνησε πικρῶς μετὰ τῆς ἀγνωμοσύνης καὶ τὴν συκοφαντίαν, καὶ θερα πείαις τοιαύταις τὸν εὐεργέτην ἠμείψατο. Ταῦτα μὲν αὐτὸς ἔλεγεν· ἐκέλευε δὲ καὶ τῷ ἐπισκόπῳ Φήλικι πάντα κατὰ μέρος εἰπεῖν, ὅσαπερ αὐτὸς εἶδε, ὁπότε δὴ καὶ ἀπεστάλη τῷ τῆς ἐπισκοπῆς θρόνῳ ἐγκαθιδρῦσαι τὸν ἅγιον. Τοῦ γοῦν Φήλικος πάντα διηγουμένου ἀκούοντες οἱ ἐπίσκοποι ἐκπλήξει καὶ ἀπορίᾳ κατείχοντο. Οὐδὲν γὰρ οὐδέπω τούτων ἀκη κοότες ἐτύγχανον. ΝΔ΄. Οἱ κατήγοροι δὲ πρὸς ταῦτα μηδὲν ἔχοντες ἐφ᾽ ᾧ ἂν καὶ στόμα ἀνοίξαιεν, εἰς θρήνους κατέφευγον τε καὶ δάκρυα, πιστότερα ταῦτα παντὸς λόγου πρὸς τὴν τῆς συκοφαντίας ἀποδιδόντες ἀπολογίαν. Διαιροῦσι τοίνυν αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων οἱ τῆς συνόδου, καὶ τοὺς μὲν τοῦ λοιποῦ πλήθους εἰς ὀγδοήκοντα τὸν ἀριθμὸν ὄντας ἐν μέρει στῆναι κελεύουσι, τοὺς δὲ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κλήρου εἰς τριάκοντα καὶ πέντίνον, οὗτοί με, φησί, χρήμασιν ἱκανοῖς δελεάσαντες
τοῦ ἁγίου κατειπεῖν ἀνέπεισαν, οἷς ἀνταποδῴη Κύ
μιας ἀδικώτατα περὶ ἐμὲ διανοηθεῖσι, καὶ τὴν μὲν
ψυχὴν ἀπωλείᾳ, τὸ δὲ σῶμα δαιμονική περιβαλούσι
μανίς χρόνοις ἤδη ουτὶ πρὸς μησὶν ἕξ. Ταῦτα εἶν
ποῦσα καὶ ἅμα πάντας περιβλεψαμένη τοὺς ἐπισ
σκόπους, θεασαμένη τε τὸν Γρηγόριον καὶ ἐπιγνούς
σε αὐτόν, δρόμῳ πίπτει πρὸς τοὺς αὐτοῦ πόδας,
δακρύουσά τε ἀκατασχέτως καὶ οἰκτροτάτης ἀφιεῖσα
φωνὰς πολλά τε μετακλαίουσα τῆς ἀπάτης καὶ τῆς
εἰς τὸν ἅγιον συκοφαντίας συγγνώμην ἐξαιτουμένη.
ο δὲ πρὸς οἴκτον ἰδὼν καὶ συμπαθὲς αὐτῇ βλέψας,
Τὸ μὲν ἀφιέναι, φησὶ ἁμαρτίας οὐχ ἡμῶν, ἀλλὰ
μόνου, γύναι, τοῦτο Θεου. Αὐτὸς οὖν δυνατός ἐστι
καὶ τούτων καὶ πάντων ὁμοῦ δοῦναί σοι τὴν συγκ
χώρησιν. Ἐγὼ δὲ τό γε ἐμὸν μέρος καὶ ὑπερεύξο
μα! σου καὶ συγγνώμην νεμῶ, καὶ ἅμα ἐπηύχετο
καὶ ἱλεοῦτο τὸ θεῖον ἑαυτῇ· εἶτα καὶ τῆς χειρὸς λα
βόμενος ἤγειρεν.
illi in voluptate fuisse. Sed isti (Sabinum ac Cre- πον οὕτως, ἀλλ᾽ οὗτοι δείξασα Σαβίνον καὶ Κρισκεν.
scentinum indicans), isti, inquam, me magna pecunia decipientes, pro testimonio in virum sanctum
dicere persuaserunt: quibus Dominus ob hac,
quæ circa me injustissime cogitarunt, rependit,
ut animæ quidem interitu, corpore vero insania
exitiabili duos jaan annos, menses sex implicati
tenerentur. Hac effala, episcopos omnes circumspiciebat. Videns aulem Gregorium, ipsumque
cognoscens, festinanter sese illius ad pedes projecit, lugensque vehementer, voces maxime miserabiles emittebat, deceptionem, calumniamque in
virum sanctum multum defens, veniam sibi dari
flagitabat. Ille luctum ejus miseratus, eamdemque
illi animi affectionem inesse cernens: Peccata
quidem condomare (inquit), o mulier, non nostrum,
sed solius est Dei. Horum igitur ille itemque omnium, tibi veniam dare potest. Ego vero, quæ meæ
partes sunt, pro te orabo, et tibi, quæ in me peccasi, libens remittam. Idemque illico in preces
incubuit, Deusque illi propitius fuit, mox manu
illam apprehendens, erexit.
LIII. Dum hæc aguntur,admiratione omnes stu- ΝΓ΄. Εκστασις δὲ πάντας ἐλάμβανε, καὶ ὡς
pefac:i, Gregorio tanquam supra humanam naluram κρείττον: λοιπὸν ἢ κατὰ ἄνθρωπον Γρηγορία προς
evecto, in posterum hærebant. Hunc exitum illo είχον. Τοιοῦτον κατ' ἐκείνην ἡμέραν τοῦ ἀγῶνος
die lis et contentio nacta est; in hisque concilio πέρας λαβόντος, καὶ ἐπὶ τούτοις του συλλόγου δια
dimisso, mulierem clementia judicum inultam ha- λυθέντος, τὴν ἑξῆς τῶν ἐπιτιμίων οι δικάζοντες
buit; delatores vero in medium statuunt, ut gra- ἐποιοῦντο, καὶ ἄγουσι τοὺς κατηγόρους εἰς μέσον.
vius illis supplicium pontifex maximus irrogaret. Καὶ ὁ πάππας, ἵνα γε και βαρυτέραν ἐπενέγκῃ τὴν
Indignabatur enim se ab illis pariter esse deceptum. τιμωρίαν, ἐχαλέπαινε γὰρ ἐφ᾽ οἷς καὶ αὐτὸς ὑπ'
Proinde illos primum offensis animis et gravissimis αὐτῶν ἠπατήθη, σφοδρότερον τὸν πρὸς αὐτοὺς κατα
verbis excepit, ac cum alia ipsorum acla persecu- έτεινε λόγον, τά τε ἄλλα αὐτῶν κατατρέχων καὶ
tus, tum in primis mulla ac varia Gregorii mira- μάλιστα τὰ πολλὰ αὐτοῖς θαύματα του Γρηγορίου
cula,quæ fuerant in oculis eorum edita, illis gravi. προσονειδίζων, ἅπερ ἐν ὀφθαλμοῖς ἐκείνων πρωτο
ter exprobrabat; ac ut principio quidem sanctum τόμενα, καὶ ὅπως κατ᾿ ἀρχὰς μὲν τὸ θεῖον Πνεύμα
Spiritum ejus caput adumbrantem, postea vero τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπεσκιασαν ἐώρων, μετὰ ταῦτα
surdo eidemque mulo sanitatem afferentem vide- δὲ τῷ κωσῷ καὶ ἀλάλῳ μάλα ῥᾳδίως την ἴασιν περ
rant, alia præterea, quæcunque vir vere divinus εχόμενον, καὶ τἄλλα ὅσα παραδόξως τῷ ἀληθῶς
admirabiliter præstitit, percensebat, in ipsumque ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ διαπέπρακτο. Μάλιστα δὲ πολὺς
praesertim Sabinum acrius invehebatur, cui neque ἦν τοῦ Σαβίνου κατηγορών, ότι μηδὲ ἡ τῆς θυγες
filiæ curatio lignam compescuit,nec a maledicentia τρὸς αὐτῷ ὑγεία τὴν γλῶτταν ἐπέσχε, μηδὲ τοῦ βλατο
vindicavit,quin potius lam tulisset acerbe,ut virum σημεῖν ἔπαυσεν, ἀλλ᾽ οὕτως ὡδίνησε πικρῶς μετά
de se optime meritum, tolque curationum beneficia τῆς ἀγνωμοσύνης καὶ τὴν συκοφαντίαν, καὶ θερα
ingratitudine ac contumelia compensarel. Hæc ille πείαις τοιαύταις τὸν εὐεργέτην ημείψατο. Τεῦτε
locutus, jussit Felicem episcopum omnia, quæ μὲν αὐτὸς ἔλεγεν· Εκέλευε δὲ καὶ τῷ ἐπισκόπη
tum viderat, cum ad virum sanctumn in sede collo- Φήλικι πάντα κατά μέρος εἰπεῖν, ὅσαπερ αὐτὸς ἴδος,
candum est missus, singulatim percensere. Feli- οπότε δὴ καὶ ἀπεστάλη τῷ τῆς ἐπισκοπῆς θρόνῳ
cem igitur omnia narrantem cum episcopi audis- Εγκαθιδρύσαι τὸν ἅγιον. Τοῦ γοῦν Φήλικος πάντα
sent, admiratio illos ac stupor invasit; nihil enim διηγουμένου ἀκούοντες οἱ ἐπίσκοποι ἐκπλήξει και
horum unquam audierant.
ἀπορίᾳ κατείχοντο. Οὐδὲν γὰρ οὐδέπω τούτων ἀλησ
κοότες ἐτύγχανον,
LIV.Cæterum delatores nihil habentes, in quo vel
os possent ad hæc aperire, ad luctum ac lacrymas
confugientes, illa quovis sermone veriora, ad maledicentiam ac contumeliam delegendam affirmabant. Quamobrem conscripti Patres illos inter se
disgregant, et alios quidem ex imperita multitudine
ad octoginta ab una parte constituunt. Ecclesia
vero ministros, sacrisque solum initialos, ad triο
Ο
ΝΔ'. Οἱ κατήγοροι δε πρὸς ταῦτα μηδὲν ἔχοντας
ἐφ᾽ ᾧ ἂν καὶ στόμα ἀνοίξαιεν, εἰς θρήνους κατέφευ
γόν τε καὶ δάκρυα, πιστότερα ταῦτα παντὸς λόγους
πρὸς τὴν τῆς συκοφαντίας ἀποδιδόντες ἀπολογίαν,
Διαιροῦσι τοίνυν αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων οἱ τῆς συνόδου,
καὶ τοὺς μὲν τοῦ λοιποῦ πλήθους εἰς ὀγδοήκοντα τύπ
ἀριθμὸν ὄντας ἐν μέρει στῆναι κελεύουσι, τοὺς
του ἐκκλησιαστικού κλήρου εἰς τριάκοντα καὶ πόν
col. 261–262page 127 of 146
PG 116:261καὶ κούφως τὸ παράπαν οὐδὲν λυμηνάμενος. Ἐκεῖθεν δὲ ἀθρόον καθάπερ τι ῥεῦμα μετενεχθείς (ἔργον τῆς τῆς τοῦτο, Χριστέ, δυνάμεως), πολλοὺς ἀναιρεῖ τῶν ἀπίστων. Ὁ μὲν οὖν μάρτυς ἀβλαβὴς τῆς κλίνης ἀνίσταται· τὸ θαῦμα δὲ περιδεεῖς σφόδρα τοὺς παρόντας ἐργάζεται, πάνυ δὲ καὶ αὑτὸν ἐκπλήττει τὸν ἡγεμόνα. Θ'. Πλὴν ἀλλὰ δέον συνεῖναι, καὶ τίς ὁ τοιαῦτα δυνατὸς ποιεῖν ἐπιγνῶναι, ὁ δὲ τυφλὸς ἦν αὐτόχρημα ἐθελούσιος· Εἴδετε γὰρ πλεονάκις, ὁ Ἠσαΐας φησί, « καὶ οὐκ ἐφυλάξασθε. Ἀνεωγμένα τὰ ὦτα ὑμῶν, καὶ οὐκ εἰσηκούσατε·» καὶ ὠργίζετο κατὰ τοῦ μάρτυρος μᾶλλον, καὶ γόητα, καὶ φαρμακὸν, καὶ τὰ τοιαῦτα ἐκάλει. Ἔπειτα μέντοι καὶ πικροτέραις αὑτὸν ὑπέβαλλε τιμωρίαις. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνος διέμενε, ἔτι τὴν αὐτὴν ἀνδρίαν ἐπιδεικνυμένος, καὶ φωνή τις ἠκούετο ἄνωθεν ἐπιθαῤῥύνουσα πλέον τὸν ἀθλητὴν, καὶ τὰς μὲν τῶν ἀσεβῶν ψυχὰς θορυβοῦσα, καὶ εἰς ἀμηχανίαν ἐμβάλλουσα, τοὺς εὐσεβεῖς δὲ τῇ τῆς πίστεως πέτρᾳ ἐπιστηρίζουσα, καὶ πλείονα τὴν προθυμίαν αὐτοῖς ἐνιεῖσα. Οὐ φέρων τοιγαροῦν τὴν αἰσχύνην ὁ ἡγεμών, τὸν ἅγιον αὐτίκα τῇ φυλακῇ παραπέμπει, δεσμὰ περιθείς, χρείαν εἶναι πλείονος εἰπὼν διασκέψεως καὶ καινοτέρων τιμωριῶν κατὰ τοῦ τερατοποιοῦ τοῦδε καὶ δεινοῦ τὴν ἀπόνοιαν. Ὁ δὲ θερμότερον τότε προσέπιπτε τῷ Δεσπότῃ, καὶ μείζονα τὴν πρὸς αὐτὸν οἰκείωσιν ἐπεζήτει, υἱοθετηθῆναί τε αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος ηὔχετο. Ἔτι γὰρ ἀμύητος ἦν, καὶ τὰ Χριστιανῶν οὔπω τετελεσμένος, κἀκεῖνος αὑτῷ παρίσταται περὶ μέσας νύκτας, καὶ διπλῇ τὸ βάπτισμα δίδωσι, νῦν μὲν δι᾽ ὕδατος, μετ' ὀλίγον δὲ καὶ διὰ μαρτυρίου, ὅπερ δὴ καὶ αὐτὸς ἐβαπτίσατο. Ι'. Εὐθὺς οὖν αἵ τε θύραι τῆς φυλακῆς αὐτόματοι διηνοίγοντο, καὶ τῶν δεσμῶν ὁ μάρτυς ἐλύετο, καὶ τῆς φυλακῆς ἐξελθών, πρός τινα Φιλέαν ἄνδρα τῆς Καισαρέων ἐκκλησίας ἐπίσκοπον ἀφικνεῖται, ὃς διὰ τοὺς ἐκ τῶν ἀσεβῶν φόβους, τόν τε θρόνον καὶ τὰς συνάξεις ἐκτρεπόμενος, ἀφανίζων ἦν ἑαυτὸν καὶ κρυπτόμενος. Ὁ τοίνυν ἐπίσκοπος οὗτος καὶ πάλαι περὶ τοῦ Θύρσου καὶ τῆς παῤῥησίας ἧς ἐπεδείξατο καὶ ἀνδρίας ἀκούων, καὶ διὰ θαύματος αὑτὸν καὶ τιμῆς ἄγων, ἐπειδὴ προσελθόντα οἱ τηνικαῦτα εἶδεν, ἔπεσεν ὡς εἶχεν εὐθὺς πρὸς τοὺς πόδας αὑτοῦ· κἀκεῖνος προσπεσὼν ὁμοίως τῷ ἐπισκόπῳ, ἀνίστησί τε αὐτὸν, καὶ, Μὴ ἅρπαζε, τίμιε Πάτερ, ἔλεγε, τὸ παρ' ἡμῶν ὀφειλόμενον. Εὐλογηθῆναι γάρ, οὐκ εὐλογῆσαι, προσεληλύθαμεν. Τοῦ ἐπισκόπου δὲ χρῆναι μᾶλλον αὐτὸν εὐλογεῖν εἰπόντος, οἷα δοκίμιον ἀρετῆς ἱκανὸν παρασχόμενον, καὶ λαμπροτέραν τὴν στολὴν τοῦ Πνεύματος διὰ τῆς τῶν χαλεπῶν ὑπομονῆς ἐργασάμενον, ὁ μάρτυς, Δι᾿ αὐτὸ μὲν οὖν τοῦτο καὶ παραγέγονα, ἔφη, ὥστε καὶ ἱμάτιον ἀφθαρσίας ἐνδύσασθαι, καὶ δι᾽ ὕδατος ἁγίου καὶ Πνεύματος'
στέρωθι Σαβίνου δὲ καὶ Κρισκεντίνου ginta ab altera stale jubent. Atqui Sabino ne Cresκαταψηφίζονται, ὡς τὸν μὲν εἰς Θράκην, centino exsilii multa stetit, ut hic quidem in
Ισπανίαν παραπεμφθῆναι· εἰς Ράβενναν Thraciam, ille vero in Hispaniam exsules milleο κλήρου πάντας διασπαρήναι. Καὶ τὰ rentur. Cæteri vero Ecclesiæ ministri Ravennam
κλησιαστικῶν οὕτως· τὰ δέ γε τῶν λαϊ- relegati sunt. At quæ ad Ecclesiam pertinebant,
κάριος ὑπῆρχε κολάζων, νῦν μὲν δεσμω- ita peracta fuere. De profanis vero cognoscere ac
ὡς ἐγκλεισθῆναι κελεύσας, μετὰ δὲ καὶ judicare Marcianus est jussus. Qui eos statim in
διαφόροις ὑποβληθῆναι. Τῶν στρατιωτῶν Garcerem conjiciendos, variisque cruciatilus subισχύντων αὐτοὺς, εἰς δάκρυα καὶ οἰμω- jiciendos imperavit. Quare cum illos milites rapeΕτράποντο, καὶ θερμῶς ἀνεκαλοῦντο τὸν rent, lacrymis ac lamentis denuo se dedentes, viri
δὲ ἀκούσαντα καὶ πλέον ἢ εἴπερ αὐτὸς sancti enixe auxilium implorabant. Hos porro ille
παθεῖν μέλλων τὴν ψυχὴν διαταραχθέν- vehementius, quam qui hæc erant perpessuri, aniτε εὐθέως ἐλάμβανε, καὶ δάκρυσι τὰς mo confictatur: protinusque misericordia molus,
τέβρεχε, καὶ τὸ πρόσωπον τύπτων, ποτέ lacrymnis genas irrigabat, faciemque percutiebat.
οῦ πάππα προσεκύνει τοὺς πόδας, ἄλλο - Alias quidem ipsi pontifici,sese illius ad pedes proᾔει τῶν ἐπισκόπων καὶ τοῖς ποσὶν ἐκθύ- slernens, supplicabat; alias episcopos alius, demiὑποκατεκλίνετο, Μηδαμώς, λέγων, μὴ sissime se inclinans, obsecrabat, dicens: Ne,
τατέρες, τοσαύτη περιβληθείεν οἱ ἄνθρω- quaso, patres, ne id contingat, ut tam diræ calaτ· ὡς ἔγωγε τιμωρίαν τοῦτο καὶ οὐκ ἐκ- mitati homines mea causa subjiciantur. Nam hoc
τῶν πεπραγμένων λογίζομαι, ἐμοὶ γὰρ quidem statuo,non præteritoruin panamn,sed supἩ ἀρκοῦν, ὅτι με ὁ Θεὸς μυρίων ἐγκλη- plicium esse. Ego enim satis habeo Deum a me,
δικον ὄντα ἀφῆκε τῆς δίκης, καὶ οὐκ cum innumeris alioqui sim obstrictus delictis,
οὕτω κατεστιγμένον ὑπάρχοντα καὶ δι- nullas penas expetere, neque tot inustum maculis,
foedatum atque corruptum vulgo ostendere voluisse.
Et hæc porro ita se habent.
δὲ τῶν ἐκδικήσεων Κύριος οὐκ ἀμελής
του εκδικητής, ὡς γὰρ τῇ τοῦ μεγάλου
τοῖς στρατιώταις κεκέλευστο ἀφεῖναι
κῆς τοὺς ὑπευθύνους, καὶ αὐτοὶ ἅμα συν-
; ἔστησαν. Αφνω ποθὲν λαίλαψ και
ἄνεμος τῆς γῆς ἀναφυσηθείς περιέσχε
ί, καὶ γνόρῳ βαθεῖ τὰς ὄψεις περιεχά-
· καὶ δοκεῖν διαστάσαν τὴν γῆν ἐν ἑαυτῇ,
ι Δαθαν καὶ ᾿Αθηρών, καὶ τούτους τοὺς
πρισχεῖν. Οἱ δὲ παρόντες, ταῦτα ὁρῶντες,
εἰς οὐρανὸν ἔτεινον, οὐδὲν αὐτοὺς τῶν
ἐλπίζοντες πείσεσθαι μετριώτερον. Μετ'
τοῦ γνόρου ἐκείνου καὶ τῆς θυελλῆς διαμέλανες πάντες έωρῶντο τὸ πρόσωπον,
ντες ἐπ᾽ ἴσης, ἀλλ᾽ οἱ μὲν τῶν παρειών
οἱ δὲ καὶ ἄμφω μελανθείσας ὁμοίως,
καὶ Κρισκεντίνου οὐ τὰ πρόσωπα μόνον,
καὶ τὰ χείλη πελιδνωθέντα παρείθη, ὡς
γειν αὐτὸ μήτε μὴν λαλεῖν ὅλως δύνα-
· πικρῶς ἡ δίκη τοὺς ἀδίκους μετῆλθεν.
σύνοδος περίφοβοι γεγονότες ἀνέκραγον
αμεν ὅτι ἔσωσε Κύριος τὸν Χριστὸν αὐἐπήκουσεν ἐξ οὐρανοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἐν
ἡ σωτηρία τῆς δεξιᾶς αὐτοῦ. Ταῦτα εἰ
ἐν τοῦ Γρηγορίου γονάτων είχοντο, καὶ
θερμῶς ἐδέοντο· ὁ δὲ τουναντίον μάλἑκάστου τοῖς ποσὶ προσπίπτων αθλιόταν ἑαυτὸν ἀπεκάλει, καὶ αὐτὰ δὴ τὰ τοῦ
ήγετο ρήματα. «Εγὼ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ
όνειδος ἀνθρώπον καὶ ἐξουθένημα λαοῦ,
ότων οὕτω τελεσθέντων ὑπ' ὄψιν παρακς κατηγόρους ὁ πάππας, Ιδού, φησίν,
- ΣΕΙ, 7.
"
Ο
LV. At scelerum ulter Deus, haud segnis vindex
justi fuit. Postquam enim viri magni suasu imperatum est, no in eos, qui rei facti suppliciis addicti
fuerant, ultra desaviretur, ipsique una simul consisterent, repente niinbus, tenebræ, necnon atrox
ventus terra nimnio flantis fragore miseros invasit,
tantaque obducta caligine illorum aspectus oppressit,
ut terram in seipsam eversamn atque collisam, hos
non aliter, atque Dathan olim et Abiron, deglutire
dixisses Qui vero præsentes hæc intuebantur,
manus in coelum tollebaut, nihilo illis secundiorem,
quam quæ Sodomitis olim accideral, fortunam fore
omninati sunt. Non multo post caligine turbineque
desinente omnes, quamquam non æque, nigri facie
apparuere. Alii siquidem alteram genam, ambas
alii nigras habent.Sabino vero ac Crescentino non
modo facies, verum etiam labia atro colore infecta
sunt relicta, ut nec illa constringere, nec iis omnino quidquam loqui liceret. Sic divina justitia
acerbum de injustis supplicium sumpsit. Ad hac
cunctus senatus acclamavit: Nunc agnovimus quod
Dominus unctum suum servaverit et exaudierit
eum, e cœlo suo sancto, quodque in potentia dextera ejus est salus. Hæc cum locuti essent, Gregorii genua complexi,ardentissime pro illis obsecrabant. Contra vero ille magis ad cujuslibet pedes
procumbebat,seque miserrimum omnium, Davidis
illa verba locutus, appellabat: «Ego sum vermis,
non homo: opprobrium hominum, et contemptio
populi 15,
LVI. His peractis, cum pontifex max. delatores
coram se statuisset: Ecce, inquit, non animo 80-
col. 263–264page 128 of 146
PG 116:263σὺ τὴν ψυχὴν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν μορφὴν ὅμοιοι τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ Σατανᾷ γεγόνατε. Ἀλλά γε πρὸς τούτῳ καὶ ἕτερόν τι τῇ δίκῃ μελήσει, δούλοι γὰρ καὶ ὑμεῖς καὶ τὸ σπέρμα ὑμῶν ἔσεσθε, καὶ ὅσοι ἂν οὕτω σεσημασμένοι γένωνται οἰκέται τοῖς προχειριζομένοις Ἀκραγαντίνων ἐπισκόποις μέχρι παντὸς ἔσονται. ὡς δ᾽ ἄν τινα τοῦ γένους ὑμῶν ἴδω ρατίας ἀξίᾳ περιβάλῃ, ἤ ἐκκλησιαστικῇ πιστεύσῃ διακονία, τοῦτον ἡμεῖς ἐκκηρύττομεν καὶ ἀναθέματι παραπέμπομεν. Οὕτως ἐκεῖνος οὐκ ἀπὸ σπουδῆς, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, λέγων, οὐδὲ γὰρ ἂν ἀπέδωκε δὶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ἄλλως τε ὅτε μηδὲ Γρηγόριος συνεχώρει, ἀλλὰ τῷ φόβῳ κατασείων αὐτῶν τὰς ψυχὰς καὶ σωφρονίζων ἔτι ἀπονοίας ὄντας μεστούς. Οὐδὲ γὰρ εἰ μὴ τὸν νοῦν οὕτω διέκειντο, οὐκ ἂν αὐτοὺς οὕτως οὐδὲ ἡ θεία δίκη μετήρχετο. Οὗτοι μὲν οὖν, τοῖς ἄρχουσι παραδοθέντες, ταῖς ἰδίαις οἰκίαις ἀποκατέστησαν. Ἡ δέ γε κόρη ἐκείνη, τὴν μὲν Ἀκραγαντίνων πόλιν οὐδὲ ἰδεῖν ὑπέμεινεν ἔτι· κόσμῳ δὲ παντὶ ἀποταξαμένη καὶ παρὰ τῶν ἐπισκόπων αὐτόθι τῶν συνήθων ἀξιωθεῖσα εὐχῶν, ἐν τῇ μονῇ τῆς ἁγίας Κηκιλίας φιλοθέῳ λογισμῷ κείρεται, ἐν ᾗ δύο καὶ εἴκοσιν ἔτη πάνω προσεχῶς τε καὶ ἐγκρατῶς ζήσασα, καὶ ὑσσώπῳ μετανοίας ὡς οἷόν τε τὰς προτέρας κηλίδας ἀποκαθάρισα, πρὸς ὃν ἔσχατον ἐπόθησε ἐραστὴν θεοφιλῶς ἐξεδήμησεν. Καὶ ταῦτα μὲν τοῦτον ἔσχε τὸν τρόπον. ΝΖ΄. Τῇ δὲ ἐξῆς ὁ πάππας ἐπιτρέπει τῷ Γρηγορίῳ τὴν ἱερὰν ἐκτελέσαι μυσταγωγίαν, ἐν ᾗ τῶν θείων μυστηρίων μεταλαβόντες καὶ κοινῆς μετεῖχον τραπέζης. Καὶ τὸ τε μὲν οὕτως εὐωχουμένοις οὐδὲν ἕτερον ὁ πάππας προστίθησι· τῇ δὲ ὑστεραίᾳ μεταπεμψάμενος τὸν Γρηγόριον πραγμά τι αὐτῷ διηγεῖται, μόνων τῶν ἐκείνου προσευχῶν καὶ τῆς πρὸς Θεὸν παῤῥησίας κομιδῆ δεόμενον· τὸ δὲ ἦν τοιόνδε· ξύλα τις μέγιστα διαρῆκεν ἐν τῷ ποταμῷ εἰς κόσμον ἅμα καὶ ἀσφάλειαν αὐτὰ πέμψας τῷ τῶν κορυφαίων ναῷ· τὰ δὲ οὕτω τυχὸν πλάγια περιενεχθέντα καὶ ἑκατέρας τὰς ὄχθας διαλαβόντα ἄνευ δεσμοῦ ἐπήρειτο. Ταῦτα οὐχ ὅσον μετακινηθῆναι πολλαῖς πολλάκις βιαζομένων χερσὶν οὐδαμῶς ἠδύναντο, ἀλλ᾽ οὔτε τι τῶν κατ᾽ ἐμπορίαν πλοίων ἤ ἄλλην τινὰ χρείαν, οὔτε εἰσπλέειν οὔτε μὴν ἐκπλέειν δι᾽ αὐτῶν ἴσχυον· ὥστε οὐ μικρὰν αὐτὰ συμφορὰν οἱ τῆς πόλεως ἐποιοῦντο. Τοῦτο οὖν ὁ πάππας αὐτῷ διηγεῖτο καὶ δεῖται παρὰ τὸν τόπον γενέσθαι, κοινῇ τε πᾶσι τοῦ Θεοῦ περὶ αὐτῶν δεομένοις συλλαβέσθαι καὶ αὐτὸν τῆς εὐχῆς. Κρουσθέντος τοίνυν τοῦ ξύλου, ἥ τε πόλις πᾶσα συνήγοντο, μοναχοί τε καὶ ἱερεῖς καὶ ὑπὸ λαμπρᾷ τῇ πομπῇ καὶ λιτανίᾳ ἐπὶ τὸν ποταμὸν κατῄεσαν. Διερχομένων δὲ γυνή τις ἀνὰ τὴν ὁδὸν πῦρ ἔκαιεν. Ἐκκλίνας δὲ μικρὸν ὁ ἅγιος πρὸς αὐτὴν ἐπιδοῦναί οἱ ἀνθρακίαν ἐκέλευεν· ἡ δὲ, πρὸς μόνον γὰρ ἑώρα τὸ κελευόμενον, εὐθὺς ἐπεδίδου. Καὶ ὃς εἰς τὸν μανδύαν ὅνπερ ἠμφίεστο τοὺς ἄνθρακας ἐπετίθετο· εἶτα λιβανωτὸν αὐτοῖς ἐπιτίθησι. Κἀκεῖνοι λοιπὸν παραδόξως, πρὸς μὲν τὸν λιβανωτὸν ἄνθρακες ἦσαν καίοντες αὐτὸν καὶ εἰς κατινὸν διαλύοντες, πρὸς δὲ γε τὴν ἱερὰν στολὴν ψυχρότεροι λίθων ἑωρῶντο. Ταῦτα οἱ ἱερεῖς καὶ ὁlum, sed forma patri vestro Satanæ similes facti σὺ τὴν ψυχὴν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν μορφὴν ὅμοιοι
estis. Sed alia præterea vos miseriarum accessio τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ Σατανᾷ γεγόνατε. Αλλά γε
ananel. Vos enim et posteri vestri, servi eritis; et πρὸς τούτῳ καὶ ἕτερόν τι τῇ δίκῃ μελήσει, δούλοι
quotquot hoc nigrore sigillati fuerint, Agrigentinis γὰρ καὶ ὑμεῖς καὶ τὸ σπέρμα ὑμῶν ἔσεσθε, καὶ
episcopis absque præfinito tempore servietis. Quod ὅσοι ἂν οὕτω σεσημασμένοι γένωνται οἰκέτα: τοῖς
si quis vestri generis aliquem sacerdotii dignitale προχειριζομένοις Ακραγαντίνων ἐπισκόποις μέχρι
donaverit, vel Ecclesiæ quodvis munus concredide- παντὸς ἔσονται. ὡς δ᾽ ἄν τινα τοῦ γένους ὑμῶν ἴδω
rit, hujus caput diis inferis dicamus ac devove- ρατίας αξίᾳ περιβάλῃ, ἤ ἐκκλησιαστηκῇ πιστεύσῃ
mus. Hæc ille haud serio mea sententia dixit. Neque διακονία, τοῦτον ἡμεῖς ἐκκηρύττομεν καὶ ἀναθέματι
enim his in eadem causa pronuntiasset, cum Gre- παραπέμπομεν. Οὕτως ἐκεῖνος οὐκ ἀπὸ σπουδῆς,
gorius praesertim non pateretur, qui illorum ani- ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, λέγων, οὐδὲ γὰρ ἂν ἀπέδωκε δὶς ἐπὶ
nos territans, desperatione plenos moderabatur. τὸ αὐτὸ, ἄλλως τε ὅτε μηδὲ Γρηγόριος συνεχώρει,
Neque enimn, nisi animo ita affecti fuissent, haud ἀλλὰ τῷ φόβῳ κατασείων αὐτῶν τὰς ψυχὰς καὶ σωσ
adeo vehemens in eos Dei iracundia concilala φρονίζων ἔτι ἀπονοίας ὄντας μεστούς. Οὐδὲ γὰρ
fuisset. Ac ii quidem iis qui præerant traditi, pro- εἰ μὴ τὸν νοῦν οὕτω διέκειντο, οὐκ ἂν αὐτοὺς οὕτως
cul a suis locis abducti fuere. Αt puella illa Agri- οὐδὲ ἡ θεία δίκη μετήρχετο. Οὗτοι μὲν οὖν, τοῖς ἄρα
gentum civitatem non ultra vilere sustinuit, sed χουσι παραδοθέντες, ταῖς ἰδίαις οἰκίαις ἀποκατέστη
omni ornatui valedicens, cum prius ab episcopis σαν. Ἡ δέ γε κόρη ἐκείνη, τὴν μὴν ᾿Ακραγαντίνων
uti pro se orarent,impetrasset,in collegium D.Gæe- πόλιν οὐδὲ ἰδεῖν ὑπέμεινειν ἔτι· κόσμῳ δὲ παντὶ
ciliæ cooptabatur: in quo duos ac viginti annos ἀποταξαμένη καὶ παρὰ τῶν ἐπισκόπων αὐτόθι τῶν
assidue ac continenter vivens, medicamento pcni- συνήθων ἀξιωθεῖσα εὐχῶν, ἐν τῇ μονῇ τῆς ἁγίας
tentiæ, ut maxime poterat, priores delergens ma- Κηκιλίας φιλοθέῳ λοιγισμῷ κείρεται, ἐν ᾗ δύο καὶ
culas, ad coelesten quem tantopere concupierat, εἴκοσιν ἔτη πάνω προσεχῶς τε καὶ ἐγκρατώς ζήσα
amatorem Dei benignitate migravit. Et hæc quidem σα, καὶ ὑσσώπῳ μετανοίας ὡς οἷόν τε τὰς προτέρας
hac ratione finita sunt.
κηλίδας ἀποκαθάρισα, πρὸς ἂν ἔσχατον επόθησε
ἐραστὴν θεφιλῶς ἐξεδήμησεν. Καὶ ταῦτα μὲν τοῦ
τον ἔσχε τὸν τρόπον.
LVII. Deinde pontifex max. mandavit, ut Gregorius mysteria sua perageret. Ubi qui divinorum
sacrificiorum participes fuere, convivio ab eodem
pontifice communiter sunt excepti; ac tum quidem sic convivantibus pontifex nihil aliud addidit.
Caterum postridie ejus diei Gregorium accersivit, G
rem quamdam exponit, quæ solis ejus precibus, fiduciaque, qua in Deum plurima flagrabat,
indigeret. ld autem hoc genus erat: Ligna quidam
maxima in flumen immisit, ut summorum apostolorum templo ornatui simul ac securitati essent.
Hæc vero ita oblique circumnacta, ac utrinque ripas
complexa sunt, ut nullis clavis fixa aut suffulta
essent, ut a nemine, quamvis multorum sæpius
manibus acriter pertentata, dimoveri potuerint.
Sed neque navigium aliquod, aut mercibus aut aliis
usibus accommodatum, sursum aut deorsum navigare his obicibus poterat; idcirco non exiguum
illa civitati detrimentum inferebant. Hoc igitur illi
pontifex enarrat, rogatque sese ut ad locum recipiat, communi in Deuin fiducia omnibus contendentibus, ut et is optala perficeret. Facto igitur
signo,universa civitas, monachi simul et sacerdotes
confuebant, ac speciosa pompa supplicationeque
ad flumen descenderunt. Procedentibus autem illis,
mulier quædam in via ignem accendit: ad quam
vir sanctus paululum se inclinans, tradi sibi prunam imperavit. Illa (ad ejus enin solius imperium
attendebat protinus tradidit. Ac ille in pallium,
quo erat indutus, carbones immisit,quibus deinde
thus imposuit. Ac illi deinceps thuri impositi,admirabiliter carbones accensi erant, ipsum adolenη
ΝΖ΄. Τῇ δὲ ἐξῆς ὁ πάππας ἐπιτρέπει τῷ Γρηγο
ρίῳ τὴν ἱερὰν ἐκτελέσαι μυσταγωγίαν, ἐν ᾗ τῶν
θείων μυστηρίων μεταλαβόντες καὶ κοινῆς μετεῖχον
τραπέζης. Καὶ τὸ τε μὲν οὕτως εὐωχουμένοις οὐδὲν
ἕτερον ὁ πάππας προστίθησι· τῆ δὲ ὑστεραίᾳ μετα
πεμψάμενος τὸν Γρηγόριον πραγμά τι αὐτῷ διηγεί
ται, μόνων τῶν ἐκείνου προσευχῶν καὶ τῆς πρὸς
Θεὸν παῤῥησίας κομιδῆ δεόμενον· τὸ δὲ ἦν τοιόνδε
ξύλα τις μέγιστα διαρῆκεν ἐν τῷ ποταμῷ εἰς κόσ
σμον ἅμα καὶ ἀσφάλειαν αὐτὰ πέμψας τῷ τῶν κοι
ρυφαίων ναῷ· τὰ δὲ οὕτω τυχόν πλάγια περιενεχθέντα
καὶ ἑκατέρας τὰς ὄχθας διαλαβόντων ἄνευ δεσμού
ἐπήρειτο. Ταῦτα οὐχ ὅσον μετακινηθῆναι πολλαῖς
πολλάκις βιαζομένων χερσὶν οὐδαμῶς ἠδύναντο, άλλ,
οὔτε τι τῶν κατ᾽ ἐμπορία, πλοίων ἤ ἄλλην τινὰ χρείαν,
οὔτε εἰσπλέειν οὔτε μὲν ἐκπλέειν δι' αὐτῶν ἴσχυον ὥστε
οὐ μικρὰν αὐτὰ συμφορὰν οἱ τῆς πόλεως ἐποιοῦντο,
Τοῦτο οὖν ὁ πάππας αὐτῷ διεγεῖτο καὶ δεῖται παρὰ τὴν
τόπον γενέσθαι, κοινῇ τε πᾶσι τοῦ Θεοῦ περὶ αὐτῶν δεσ
μένοις συλλαβέσθαι καὶ αὐτὸν τῆς εὐχῆς. Κρουσθέντος
τοίνυν τοῦ ξύλου, ἤ τε πόλις πᾶσα συνήγοντο, μοναχοί
τε καὶ ἱερεῖς καὶ ὑπὸ λαμπρᾷ τῇ πομπῇ καὶ λιτανίᾳ ἐπὶ
τὸν ποταμὸν κατῄεσαν. Διερχομένων δὲ γυνή τις ἀνὰ
τὴν ὁδὲν πῦρ ἔκαιεν. Εκκλίνας δὲ μικρὸν ὁ ἅγιος
πρὸς αὐτὴν ἐπιδοῦναί οἱ ἀνθρακίαν ἐκέλευεν· ἡ 3,
πρὸς μόνον γὰρ ἑώρα τὸ κελευόμενον, εὐθὺς ἐπεδί
δου. Καὶ ὃς εἰς τὸν μανδύαν ὅνπερ ἡμφίεστο τοὺς
ἄνθρακας ἐπετίθετο· εἶτα λιβανωτὸν αὐτοῖς ἐπιτί
θησι. Κάκείνοι λοιπὸν παραδόξως, πρὸς μὲν τὸν
λιβανωτὸν ἄνθρακες ἦσαν καίοντες αὐτὸν καὶ εἰ
κατινὸν διαλύοντες, πρὸς δὲ γε τὴν ἱερὰν στολλὴν
ψυχρότεροι λίθων ἑωρῶντο. Ταῦτα οἱ ἱερεῖς καὶ δ
col. 265–266page 129 of 146
PG 116:265λοιπὸς θεώμενοι ὄχλος, οὐδὲν ἔτι περὶ τῶν ξύλων ἐπιδοιάζοντες ἦσαν, καλῶς εἰδότες ὡς ὅ γε πυρὸς φύσιν ἐξὸν μεταποιεῖν ἱκανὸς, οὗτος δὴ καὶ ξύλα κατὰ φύσιν κινεῖν ἀτεχνῶς ἱκανώτατος· Ἀμέλει, καὶ παρὰ τὸν τόπον γενόμενοι, οὐ κοινῆς τὸ πρᾶγμα τῆς πρὸς Θεὸν ἱκετείας, ἀλλὰ μιᾶς τῆς ἐκείνου πάντες εἰρήκασι δεῖσθαι. Θεὶς οὖν τὰ γόνατα προσευχὴν κατετείνετο, εἶτα διαναστὰς καὶ περιθυμιάσας τὰ ξύλα, κελεύει τοῖς παροῦσιν ἑλκύειν. Οἱ δὲ, τὰς χεῖρας ἐπιβαλόντες, οὐκέτι τοῦ πρὶν εἴχοντο πόνου, ἀλλὰ πτεροῖς ὁμοίως τὰ ξύλα ῥᾳδίως εἵλκοντο. Ἐνεκεκόλαπτο δὲ αὐτοῖς καὶ γράμματα, ἅπερ ἔλεγον, τὰ μὲν πέντε τῷ κορυφαίῳ ἀνεῖσθαι Πέτρῳ, τὰ δὲ ἄλλα πέντε Παύλῳ τῷ σκεύει τῆς ἐκλογῆς. ΝΗʹ. Τούτων οὖν γεγονότων καὶ χαρᾶς ἀφάτου τὴν Ῥώμην διαδραμούσης, συνῆγε πάλιν ὁ πάππας σύνοδον, καὶ τοὺς Σικελούς προσκαλεσάμενος, ἐνδοξότερον ἢ πρότερον τὸν ἱερέα τὸν ἑαυτῶν ἀπεδίδου, τὸν θεῖον δηλαδὴ Γρηγόριον. Ἐπεὶ δὲ καὶ Λεύκιον ἐκεῖσε διάγειν ἔμαθον, παρῆν γὰρ τοὺς συκοφάντας ἐπιῤῥωννύς, καὶ καθότι δύναιτο ἐκπλευρῶν, τοῦτον μὲν εἰς Ἱσπανίαν φεύγειν κατεψηφίσαντο, τὸ δέ γε ἐν Ἀκράγαντι ἱερὸν καὶ αὐτὸν ἢ τὸν ἐπίσκοπον ἀλλαχοῦ μεθιδρύσασθαι· τοῦτο γὰρ ἠξίου καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος, μαθὼν ὅτι τε τὸ θυσιαστήριον οὗτος ὁ ἐναγὴς κατέστρεψε Λεύκιος, καὶ τὰ ἐκεῖσε τῶν ἁγίων λείψανα τῷ βυθῷ παραδεδώκει. Οὕτως οὖν τὰ τῆς ἐπισκοπῆς διῳκονόμησε· ταύτην μὲν τῷ ἀρχιδιακόνῳ Εὔπλῳ καὶ τῷ Ἐράσμῳ ἐπέτρεψεν. Ὁ δὲ ἐν τῇ Ῥώμῃ ὑπέμεινεν· ἔμελλε γὰρ ἐξορμᾶν ἐς τὴν μεγαλόπολιν ὅσον οὔπω κατὰ τὴν τοῦ βασιλέως διάταξιν. Ἐπὶ τούτοις τῆς συνόδου διαλυθείσης κατ᾿ ἰδίαν ὁ πάππας τὸν ἅγιον μετακαλεσάμενος, πρᾶγμα ποιεῖ ἄξιον αὐτοῦ τε τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς τοῦ Γρηγορίου μεγαλειότητος· αἰδεῖται γὰρ ἀρετὴν ἀρετῆς, ὡς ἔοικεν, ὢν ἐραστής, καὶ πληγεὶς διὰ τὰ προλαβόντα καὶ παθὼν τὴν ψυχήν, πίπτει πρὸς τοὺς ἐκείνου πόδας, ὁμοῦ μὲν εὐχαριστῶν, ὁμοῦ δὲ καὶ συγγνώμην αἰτῶν, ἐφ᾿ οἷς οὕτως ἠπάτητο καὶ τοῖς κατ᾿ αὐτοῦ πεπίστευκε. Δίδωσι δὲ αὐτῷ καὶ δωρεάν, καὶ δι᾿ αὐτοῦ τῷ Θεῷ τόπον οὐκ ὀλίγον ἐκείνῳ τῆς ὑπ᾽ αὐτὸν ἀπεκλήρωσε πόλεως, εἰς χορηγίαν εἶναι φήσας τῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ μέλλοντι ἀνοικοδομεῖσθαι ναῷ. ΝΘʹ. Συνταξάμενοι ἑαυτῷ ὅ τε Μαρκιανὸς ὁ σπαθέριος καὶ οἱ ἐπίσκοποι μετὰ Γρηγορίου τῆς πόλεως ἀξίωσιν· εἶτα τὴν βασιλίδος καταλαβόντες, ἤδη τῆς ἀφίξεως αὐτῶν δήλης γεγονυίας τῷ βασιλεῖ, τὸν μὲν θεῖον Γρηγόριον, τῷ τοῦ ἁγίου Σεργίου μοναστηρίῳ προσμένειν κελεύει· τὸν δὲ Μαρκιανὸν μετακαλεσάμενος περὶ τῶν ἐν τῇ συνόδῳ πραχθέντων ἠρώτα. Ὁ δὲ λέγει πάντα, τάς τε τοῦ ἁγίου θαυματουργίας, καὶ τὸ τῆς ἀρετῆς ἀπαράμιλλον, τὰ τοῖς κατηγόροις τε παραδόξως γεγενημένα, καὶ ὡς ὑπομονῆς καὶ μετριοφροσύνης τὸ ἀπαράβλητον. Ἀκούσας ὁ βασιλεὺς, ἐξεπλήττετο, καὶ τῷ πατριάρχῃ πάντα μεθ᾿ ὁμοίου τοῦ θαύματος διηγεῖτο.les, ac in fumum vertentes; in sacra vero veste
frigidiores lapidibus cernebantur. Hæc cum sacerdoles ac reliqua turba vidisset, non amplius de
lignis quidquam anbigebant, probe scientes eum,
qui naturam ignis tam facile permutare potuisset,
multo magis certe ligna juxta naturam nullo labore
posse permovere. Demum ubi ad locum ventum
est, non hoc communem omnium erga Deum supplicationem exposcere, sed ejus unius precibus
indigere cuncti dixerunt. Quare positis genibus
oravit. Mox cum surrexisset, lignis thure suffitis,
trali illa præsentibus mandat. Qui injectis manibus,cum quo antea premebantur non amplius laborem sentiebant. Nam ligna ipsa, perinde ac si alas
Paulo, organo selectissimo, esse relicta.
λοιπὸς θεώμενοι ὄχλος, οὐδὲν ἔτι περὶ τῶν ξύλων
ἐπιδοιάζοντες ἦσαν, καλῶς εἰδότες ὡς ὅ γε πυρὸς
φύσιν έξον μεταποιεῖν ἱκανὸς, οὗτος δὴ καὶ ξύλα
κατὰ φύσιν κινεῖν ἀτεχνῶς ικανώτατος· Αμέλει, καὶ
παρὰ τὸν τόπον γενόμενοι, οὐ κοινῆς τὸ πρᾶγμα τῆς
πρὸς Θεὸν ἰετείας, ἀλλὰ μιᾶς τῆς ἐκείνου πάντες
εἰρήκασι δεῖσθαι. Θεὶς οὖν τὰ γόνατα προσευχὴν
κατετείνετο, εἶτα διαναστὰς καὶ περιθυμιάσας τὰ
ξύλα, κελεύει τοῖς παροῦσιν ἑλκύειν. Οἱ δὲ, τὰς χέτρας ἐπιβαλόντες, οὐκέτι του πρὶν εἴχοντο πόνου,
ἀλλὰ πτεροῖς ὁμοίως τὰ ξύλα ῥᾳδίως εἵλκοντο. Ενεκεκόληπτὸ δὲ αὐτοῖς καὶ γράμματα, ἅπερ ἔλεγον,
τὰ μὲν πέντε τῷ κορυφαίῳ ἀνεῖσθαι Πέτρῳ, τὰ δὲ
Άλλα πέντε Παύλῳ τῷ σκεύει τῆς ἐκλογῆς.
haberent, facile trahebantur. Litteræ autem illis insculptæ repertæ sunt, quæ dicerent, quinque
quidem Petro summo apostolo, reliqua vero quinque
ΝΗʹ. Τούτων οὖν γεγονότων καὶ χαρᾶς ἀφάτου
τὴν Ῥώμην διαδραμούσης, συνῆγε πάλιν ὁ πάππας
τῆς σύνοδον, καὶ τοὺς Σικελούς προσκαλεσάμενος
παπας, ἐνδοξότερον ἢ προτοῦ τὸν ἱερέα τὸν ἑαυτῶν ἀπεδίδου, τὸν θεῖον δηλαδὴ Γρηγόριον. Ἐπεὶ δὲ
καὶ Λεύκιον ἐκεῖσε διάγειν ἔμαθον, παρήν γὰρ
τοὺς συκοφάντας ἐπιῤῥωννύς, καὶ καθότι δύναιτο
ἐππλεύρων, τοῦτον μὲν εἰς Ισπανίαν φεύγειν κατ
ψηφίσαντο, τὸ δέ γε ἐν ᾿Ακράγαντι ἱερὸν καὶ αὐτον
ἢ τὸν ἐπίσκοπον ἀλλαχοῦ μεθιδρύσασθαι· τοῦτο γὰρ
ἠξίου καὶ ὁ θεος Γρηγόριος, μαθὼν ὅτι τε τό, ουπαστήρειν οὗτος ὁ ἐναγὴς κατέστρεψε Λεύκιος, καὶ
τὰ ἐκεῖσε τῶν ἁγίων λείψανα τῷ βυθῷ παραδεδωκεν.
Οὕτως οὖν τὰ τῆς ἐπισκοπῆς διῳκονόμησε ταύτην
μὲν τῷ ἀρχιδιακόνῳ Εὔπλῳ καὶ τῷ Εράσμῳ ἐπέτρεψεν. Ὁ δὲ ἐν τῇ 'Ρώμῃ ὑπέμεινεν ἔμελλε γὰρ
ἐξορμῶν ἐς τὴν μεγαλόπολιν ὅσον οὔπω κατὰ τὴν
τοῦ βασιλέως διάταξιν. Ἐπὶ τούτοις τῆς συνόδου
διαλυθείσης κατιδίαν ὁ πάππας τὸν ἅγιον μετακαλεσάμενος, πράγμα ποιεῖ ἄξιον αὐτοῦ τε τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς τοῦ Γρηγορίου μεγαλειότητος· αἰδεῖται γὰρ ἀρετὴν ἀρετῆς, ὡς ἔοικεν, ὢν ἐραστής,
καὶ πληγείς διὰ τὰ προλαβόντα καὶ παθὼν τὴν
ψυχήν, πίπτει πρὸς τοὺς ἐκείνου πόδας, ὁμοῦ μὲν
εὐχαριστῶν, ὁμοῦ δὲ καὶ συγγνώμην αἰτῶν, ἐφ᾿
οἷς οὕτως ἠπάτητο καὶ τοῖς κατ᾿ αὐτοῦ πεπίστευκε.
Αίδωσι δὲ αὐτοῦ καὶ δωρεάν, καὶ δι᾿ αὐτοῦ τῷ Θεῷ
τόπον οὐκ ὀλίγον ἐκείνῳ τῆς ὑπ᾽ αὐτὸν ἀπεκλήρωσε
πόλεως, εἰς χορηγίαν εἶναι φήσας τῷ ὑπ' αὐτοῦ
μέλλοντι ἀνοικοδομείσθαι ναῷ.
ΝΘ'. Συνταξάμενοι ἑαυτῷ ὅ τε Μαρκιανὸς ὁ σπαθέριος καὶ οἱ ἐπίσκοποι μετὰ Γρηγορίου τῆς πόλεως
Τξίωσιν· εἶτα τὴν βασιλίδος καταλαβόντες, ἤδη
τῆς ἀφίξεως αὐτῶν δήλης γεγονυίας τῷ βασιλεῖ,
τὸν μὲν θεῖον Γρηγόριον, τῷ τοῦ ἁγίου Σεργίου μου
πονηρία προσμένειν κελεύει· τὸν δὲ Μαρκιανόν
μετακαλεσάμενος περὶ τῶν ἐν τῇ συνόδῳ πραχθένων ἠρώτα. Ὁ δὲ λέγει πάντα, τάς τε τοῦ ἁγίου
θυματουργίας, καὶ τὸ τῆς ἀρετῆς ἀπαράμιλλον, τὰ
τοὺς κατηγόρους τε παραδόξως γεγενημένα, καὶ
ως ὑπομονῆς καὶ μετριοφροσύνης τὸ ἀπαράβλητον,
· ἀκούσας ὁ βασιλεὺς, ἐξεπλήττετο, καὶ τῷ παάρχει πάντα μεθ᾽ ὁμοίως τοῦ θαύματος διηγεῖτο.
PATROL. GR. CXVI.
LVIII. His peractis, Romaque admirabili perfusa
gaudio pontifex rursus cogit senatum,Siculos item
omnes accersit, illustrioremque ac longe magnificentiorem,quam pridem fecerat, suorum ipsorum
præsulem, nempe divum Gregorium, illis reddidit.
Porro cum Leucium illic degere, delatoresque confirmare ac delinire, quantum poterat, didicissent,
illum quidem in Hispaniam relegare, Agrigenti
vero templum ac episcopi domum alibi construere
decreverunt. Hoc et divus Gregorius, cumn audisget allare a scelesto Leucio eversum, fanclorumque veneranda corpora in mare fuisse projecta,
laudavit. Cum igitur rem episcopatus sic ordinasset, illum Epuli archidiaconi et Erasmi cura
commisit. Ipse interim Romæ morabatur. Siquidem Constantinopolim ex regis decreto primo
quoque tempore trajecturus erat. In his dimisso
senatu, pontifex sanctum virum domum suam
accersens, rem tum ejus pietate, tum Gregorii
majestate dignam fecit. (Virtutem enim quilibet
virtutis amator veneratur et colit.) Nam ob ea quæ
præcesserant, perculsus et graviter affectus antmo,ad pedes illius per volvitur, nunc gratias agens,
nunc pro iis, in quibus deceptus, calumniis in
illumn illatis fidem habuerat, veniam pelens. Ipsi
vero locum non exiguum, a subdita sibi civitate
abscissum, dono dat, ac per ipsum Deo, qui templi, quod extruendum erat, necessarios sumptus
illi suppeteret.
LIX.Cæterum Marcianus ac episcopi Gregorium
convenientes, Roma simul egrediuntur; deinde
regis civitati applicuerunt. Quorum cum adventus regi innotuisset, jussit divum quidem Gregorium apud divi Sergii monasterium diversari;
Marcianum vero accersitum, de iis quæ in conci
cilio acta fuerant, interrogavit. Ille admiranda viri
sancti opera, incomparabilem ejus virtutem, et
quæ delatoribus divinitus obvenisset,necnon tolerantiam, modestiam, et insignem supra humanos
mores animi humilitatem sigillatim edisserit.
Quæ omnia rex exaudiens mirabatur, ac patriarchæ omnem miraculi seriem identidem enar9
col. 267–268page 130 of 146
PG 116:267Ἔπειτα καὶ Γρηγορίου τοῖς ἐπισκόποις συνεισελθόντος, ὁ βασιλεὺς τὴν πρὸς αὐτὸν ἐδείκνυ φιλοφροσύνην, καὶ τοῦ θρόνου ἐξαναστὰς περιέβαλέ τε καὶ κατησπάζετο. Ἡμερῶν δέ τινων διαγενομένων, εἰς νοῦν αὐτῷ βάλλεται νέους πρὸς τῶν ἱερέων ἐκτεθῆναι κανόνας, οἳ καὶ τοῖς μετὰ ταῦτα, ὁμοῦ μὲν ἀσφαλεῖς, ὁμοῦ δὲ καὶ ὠφέλιμοι δόξουσι. Τὸν οὖν πατριάρχην μεταπεμψάμενος, καὶ αὐτὸν δὴ τὸν θεῖον Γρηγόριον, κοινολογεῖται περὶ τοῦ προκειμένου· οἱ καὶ πάνυ χρηστὸν εἶναι τὸ πρᾶγμα καὶ τοῖς ὀρθοδόξοις ὠφέλιμον εἰρηκότες, τοῦ ἱεροῦ τῆς νηστείας καταλαβόντος καιροῦ, τοῦ πόνου εἴχοντο, συνεπιλαμβανομένου αὐτοῖς καὶ τοῦ βασιλέως. Καὶ οὕτως οἱ μὲν τοὺς νέους καὶ ἱερούς κανόνες ἐκτίθενται. Ξ'. Ὁ δέ γε θεῖος Γρηγόριος τοὺς δογματικῶς τῶν λόγων συντάττει, τοὺς εἰς τὴν ἁγίαν τεσσαρακοστήν, καὶ τοὺς εἰς Πέτρον φημὶ καὶ Ἀνδρέαν, συντίθησι δὲ καὶ πολλοὺς ἑτέρους, ἅμα μὲν πρὸς τέχνην, ἅμα δὲ καὶ πρὸς ὠφέλειαν ἐπαινετῶς ἔχοντας. Ἐπεὶ δὲ καὶ τῆς πρὸς τὰ οἰκεῖα φερούσης ἐμνήσθη, ᾔτησε τὸν κρατοῦντα χωρίον αὐτῷ ἐν τῇ Ἀκραγαντίνων δοθῆναι, ἐν ᾧ τὸ ἐπισκοπεῖον οἰκοδομήσει. Ὁ βασιλεὺς οὖν, ὥσπερ λαμβάνων μᾶλλον, οὐχὶ διδούς, οὕτω προθύμως ἅμα καὶ φιλοτίμως δίδωσιν ὑπερβὰς καὶ τὴν αἴτησιν. Δίδωσι γὰρ αὐτῷ τὸ ἥμισυ τῆς Ἀκραγαντίνων πόλεως, κελεύων ὅπως βούλοιτο χρῆσθαι. Εἶτα καὶ ἀσπασάμενος αὐτὸν καὶ αἰτήσας, μνήμης τε καὶ εὐχῶν τῶν ὑπὲρ αὐτοῦ μὴ ἀμελῶς ἔχειν ἀφῆκεν. Οὐδὲ ἡ βασιλὶς ῥαθυμότερόν τι περὶ τὸν ἅγιον ἐφάνη διακειμένη· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἄνδρα μαθοῦσα τὸν Γρηγόριον τῷ Θεῷ προσῳκειωμένον, σέβας τε τὸ προσῆκον ἀπονέμει, καὶ δώροις ὡς οἷόν τε θεραπεύει μεγαλοψύχως. Ἐξελθὼν δὲ τῆς Κωνσταντίνου, καὶ τὴν Ῥώμην καταλαβών, καὶ παρὰ τοῦ πάππα καὶ αὖθις σεβασμίως ὑποδεχθείς, εἰς Ἀκράγαντα περαιοῦται. Συνεκπέμπονται δὲ αὐτῷ καὶ δύο τῶν διακόνων, ὡς εἰς τὴν ἰδίαν αὐτὸν ἐπισκοπὴν ἀποκαταστῆσαι. Γίνεται οὖν ἡ ἐκεῖσε τοῦ μακαρίου ἄφιξις οὕτω καλῶς, ὡς εἰς μαρτύριον γενέσθαι τῆς ἀρετῆς ἐκείνου καὶ τῆς τοῦ πλήθους φιλοθείας, ἅτε τοῦ λαοῦ παντὸς πρὸ τῆς πόλεως ἐξεληλυθότων, καὶ ψαλμοῖς ἅμα καὶ ἱεροῖς ἄσμασι μεθ᾽ ὅσης οὐκ ἂν εἴποις τῆς ἡδονῆς τὴν ὑπαντὴν αὐτοῦ ποιουμένων. ΞΑ'. Τί οὖν ὁ θεῖος Γρηγόριος; Τοὺς μὲν ἄλλους πάντας φιλήματι τῷ ἁγίῳ φιλοφρονεῖται, καὶ τὰς χεῖρας ἐπιθεὶς ἑκάστῳ, τὴν εὐλογίαν δίδωσι· τῷ δὲ πατρὶ προσελθὼν πρῶτα μὲν τοῖς ποσὶν ἐκείνου ἑαυτὸν καταβάλλει, εἶτα διαναστὰς τὸν τράχηλόν τε περιβάλλει καὶ κατασπάζεται, ὡς ἀμφοτέροις δακρύων τῶν ὀφθαλμῶν ἐκπεσεῖν καὶ κοινὴν γενέσθαι πρὸς Θεὸν τὴν εὐχαριστίαν. Τὸ αὐτὸ δὲ καὶ ἐπὶ τῇ μητρὶ γίνεται. Μαθητὴς γὰρ ἦν ἀληθῶς ἐκείνου τοῦ πατέρα τε καὶ μητέρα διαφερόντως τιμᾶν κελεύσαντος. Εἶτα τὴν πόλιν εἰσελθών, οὐκ εἰς τὸ ἐπισκοπεῖον ἀνῆλθεν, οὐδὲ τὸν ναὸν ἐθεάσατο, οὐχ ἑτέρῳ τινὶ σχεδὸν τὸν ὄμμα ἐπέβαλεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν εὐθέως, πήγνυσι τὴν αὐτοῦ σκηνὴν ἔξω τῆςrabat. Postea vero quam Gregorius una cum epi- Ἔπειτα καὶ Γρηγορίου τοῖς Επισκόποις συνεισελθόν
scopis urbem ingressus est, maxima in illum regis
hilaritatis ac benevolentiæ significatio exstitit,nam
et solio urgens, eum complexus osculabatur.
Verum enim vero cum illi non multos post dies in
mentem venisset novas sacerdotibus leges sancire,
quæ etiam posteris tum tulæ, tum utiles viderentur, patriarcham et eum ipsum divum Gregorium
accersitos, communicato consilio, quid facto opus
esset, consulit: qui rem persane laudabilem fore,
ac recte de religione sentientibus utilem: firmarunt. lique cum sacrum jejunii tempus advenisset,
hanc provinciam, ipso rege in concilium secum
adhibito, suscepere, novasque el sacras leges illi
sanxerunt.
τος, ὁ βασιλεὺς τὴν πρὸς αὐτὸν ἐδείκνυ φιλοφροσύ
νην, καὶ τοῦ θρόνου ἐξαναστὰς περιέβαλέ τε καὶ
κατησπάζετο. Ημερῶν δέ τινων διαγενομένων, εἰς
νοῦν αὐτῷ βάλλεται νέους πρὸς τῶν ἱερέων ἐκτε
θῆναι κανόνας, οἳ καὶ τοῖς μετὰ ταῦτα, ὁμοῦ μὲν
ἀσφαλεῖς, ὁμοῦ δὲ καὶ ὠφέλιμοι δόξουσι. Τὸν οὖν
πατριάρχην μεταπεμψάμενος, καὶ αὐτὸν δὴ τὸν
θεῖον Γρηγόριον, κοινολογεῖται περὶ τοῦ προκειμέ
νου· οἱ καὶ πάνυ χρηστὸν εἶναι τὸ πρᾶγμα καὶ τοῖς
ὀρθοδόξοις ὠφέλιμον εἰρηκότες, τοῦ ἱεροῦ τῆς
νηστείας καταλαβόντος καιροῦ, τοῦ πόνω είχοντο,
συνεπιλαμβανομένου αὐτοῖς καὶ τοῦ βασιλέως. Καὶ
οὕτως οἱ μὲν τοὺς νέους καὶ ἱερούς κανόνες ἐκτί
θενται.
LX. Interea vero Gregorius sermones doctrina Ξ'. Ο δέ γε θεῖος Γρηγόριος τους δογματικώς
ac pietate refertos, plures edidit: alios quidem τῶν λόγων συντάττει, τοὺς εἰς τὴν ἁγίαν τεσσαρακοin sacram jejunii observationem, alios in le- στήν, καὶ τοὺς εἰς Πέτρον φημὶ καὶ ᾿Ανδρέαν, συν
Irum et Andream, ac plures item alios compo- τίθησι δὲ καὶ πολλοὺς ἑτέρους, ἅμα μὲν πρὸς τέχνην,
suit: qui tum artificio, tum utilitate plurimum illi ἅμα δὲ καὶ πρὸς ὠφέλειαν ἐπαινετῶς ἔχοντας. Ἐπεὶ
laudis attulerunt. Ubi vero domum discedere in δὲ καὶ τῆς πρὸς τὰ οἰκεῖα φερούσης ἐμένητο, πτησε
animum induxit, rogavit locum sibi in Agrigenti τον κρατοῦντα χωρίον αὐτῷ ἐν τῇ ᾿Ακραγαντίνων
civitate,in quo episcopi domicilium construeret,im- δοθῆναι, ἐν ᾧ τὸ ἐπισκοπεῖον οἰκοδομήσει. Ο βασι
pertiri. Cui rex tanquam acciperet, non erogaret, λεὺς οὖν, ὥσπερ λαμβάνων μᾶλλον, οὐχὶ διδούς,
ita prompte ac hilariter elargitus est, ut optata οὕτω προθύμως ἅμα καὶ φιλοτίμως δίδωσιν ὑπερ
illius supergressus, dimidium illi Agrigenti civi- βὰς καὶ τὴν αἴτησιν. Δίδωσι γὰρ αὐτῷ τὸ ἥμισυ τῆς
tatis dari jusserit, quo pro libito uleretur. Deinde ᾿Ακραγαντίνων πόλεως, κελεύων όπως βούλοιτο
amplexatus illum, rogansque ne sui oblivisceretur χρῆσθαι. Εἶτα καὶ ἀστασάμενος αὐτὸν καὶ αἰτήσεις,
neve gravaretur pro se Deum precari, dimisit. At μνήμης τε καὶ εὐχῶν τῶν ὑπὲρ αὐτοῦ μὴ ἀμελῶς
vero me regina quidem circa virum sanctum se- ἔχειν ἀφῆκεν. Οὐδὲ ἡ βασιλίς ῥαθυμότερόν τι περί
gnius affecta visa est. Nam et ipsa cum didicisset τὸν ἅγιον ἐφάνη διακειμένη· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἄνδρε
Gregorium amicum Deo ac perfamiliarem esse, μαθοῦσα τὸν Γρηγόριον τῷ Θεῷ προσιμκειωμένον,
consentaneam illi reverentiam detulit, ac donis σέβας τε τὸ προσῆκον ἀπονέμει, καὶ δώροις ὡς οἷόν
quam potuit magnificentioribus demereri illum τε θεραπεύει μεγαλοψύχως. Εξελθὼν δὲ τῆς Κων
conata est. Quapropter egressus urbe Constantini σταντίνου, καὶ τὴν Ῥώμην καταλαβών, καὶ παρὰ
Romam profectus est. Ubi a pontifice max. magna τοῦ πάππα καὶ αὖθις σεβασμίως ὑποδεχείς, εἰς
reverentia susceptus, Agrigentum non multo post 'Ακράγαντα περαιούται. Συνεκπέμπονται δὲ αὐτῷ
adnavigat quicum duo diaconi, ut in proprium καὶ δύο τῶν διακόνων, ὡς εἰς τὴν ἰδίαν αὐτὸν ἐπισ
illum episcopatum restituerent, missi sunt. Porro σκοπὴν ἀποκαταστῆσαι. Γίνεται οὖν ἡ ἐκεῖες
et illic tam ingens viri sancti apud omnes confa- τοῦ μακαρίου ἄφιξις οὕτω καλώς, ὡς εἰς μαρτύριον
tur desiderium, ut illius virtute non obscurum γενέσθαι τῆς ἀρετῆς ἐκείνου καὶ τῆς τοῦ πλήθους
testimonium fecerint, dum pia plebs universa, φιλοθείας, ἅτε τοῦ λαοῦ παντὸς πρὸ τῆς πόλεως
cunctusque populus extra civitatem egressi, tum ἐξεληλυθότων, καὶ ψαλμοῖς ἅμα καὶ ἱεροῖς ἔσματι
laudibus, lum sacris cantionibus, ut non facile μεθ᾽ ὅσης οὐκ ἂν εἴποις τῆς ἡδονῆς τὴν ὑπαντὴν
quanta cum voluptate dixeris, obviam illi prodiere. αὐτοῦ ποιουμένων.
LXI. Quid ad hæc divus Gregorius? illos omnes
osculo sancto humaniter ambit, ac singulis manus
imponens, bene omnibus precabatur. At patri
obvius factus primum quidem ejus pedibus seipsum abjecit, mox assurgens, brachiisque collum
ejus circumdans, amplexabatur: ut lacrymæutriusque oculis elicitæ, agendarum Deo gratiarum
communiter occasio fierent. Hoc ipsum erga matrem usu sibi venisse comperit. Verum enim ejus
discipulus erat, qui parentes præ omnibus colendos præcepit. Demum urbem ingressus, non prius
domicilium petiit, non templum videre sustinuit,
nec vix alterum oculum adjecit: sed confestim
abiens, tabernaculum suum muro septum extra
ΞΑ’· Τί οὖν ὁ θεῖος Γρηγόριος; Τοὺς μὲν ἄλλους
πάντας φιλήματι το ἁγίῳ φιλοφρονεῖται, καὶ τὰς
χεῖρας ἐπιθεὶς ἑκάστῳ, τὴν εὐλογίαν δίδωσι·
δὲ πατρὶ προσελθὼν πρῶτα μὲν τοῖς ποσὶν ἐκείνου
ἑαυτὸν καναβάλλει, εἶτα διαναστὰς τὸν τράχηλόν τε
περιβάλλει καὶ κατασπάζεται, ὡς ἀμφοτέροις τε
δονῆς δάκρυον τῶν ὀφθαλμῶν ἐκπεσεῖν καὶ κοινὴν
γενέσθαι πρὸς Θεὸν τὴν εὐχαριστίαν. Τὸ αὐτὸ δὲ
καὶ ἐπὶ τῇ μητρὶ γίνεται. Μαθητής γὰρ ἦν ἀληθῶς
έκείνου τοῦ πατέρα τε καὶ μητέρα
καὶ μητέρα κελεύσαντος -
διαφερόντως τιμᾶν. Εἶτα τὴν πόλιν εἰσελθών, οὐκ
εἰς τὸ ἐπισκοπεῖον ἀνῆλθεν, οὐδὲ τὸ ναὸν ἐθεάσατε, τ
οὐχ ἑτέρῳ τινὶ σχεδὸν τὸν ὄμμα ἐπέβαλεν, ἀλλά
ἀπελθὼν εὐθέως, πήγνυσι τὴν αὐτοῦ σκηνὴν ἔξω της
Day 25Die 25
col. 275–276page 134 of 146
PG 116:275ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣ ΓΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ. Α΄. Βασιλεύοντος τοῦ ἀσεβεστάτου Μαξεντίου, πᾶσα ἡ τῶν Ρωμαίων άρχη της βδελυρᾶς τῶν δαιμόνων ἀντιποιεῖτο θρηκείας. Οὗτος γὰρ προς καθίσας εἰς ᾿Αλεξάνδρειαν ἐπὶ βήματος υψηλού το καὶ μετεώρου τοῦτο δὴ τὸ δυσσεβὲς ἐξέθετο πρόσο ταγμα του πάντας ὁμοῦ τοὺς ὑπὸ τὴν αὐτοῦ και μένους ἐξουσίαν ουσίας τοῖς εἰδώλοις ἐπιτελεῖν ὅθεν καὶ πανταχού τῆς Ῥωμαϊκῆς ἀρχῆς φανερά καθίστη τὰ δεδογμένα γράμμασιν ἔχουσιν οὕτως Βασιλεύς Μαξέντιος πάει τοῖς ὑπὸ τὴν ἐμὴν Κω σίαν χαίρειν. Μεγάλης ευεργεσίας παρὰ τῆς τῶν θεῶν εὐμενείας τετυχηκότες, ὥς τινα τῆς τοιαύτης αὐτῶν μεγαλοδωρεᾶς ἀμοιβήν, προσφέρειν φήθημεν τάς θυσίας αὐτοῖς. Πάντες τοιγαροῦν, εἰ δυνατών, φθάσαντες ἕως ἡμῶν, τὴν περὶ τοὺς μεγάλους θεούς εὔνοιαν ὑμῶν ἐπιδείξασθε, εἰδότες ὡς ὁ τὸ τοιοῦτον ἡμῶν διάταγμα παρερῶν, καὶ πρὸς ἑτέραν απηγορευμένην ἡμῖν ἀπονεύων θρησκείαν, αὐτῆς τε τῆς μεγάλης τῶν θεῶν ἐκπεσείται για λανθρωπίας, καὶ παρ᾿ ἡμῶν κακοῖς τοῖς ἐσχάτοις ὑποβληθήσεται. Β' Τούτων τῶν γραμμάτων πανταχού διαπερνοtes. Dominus autem, qui vocat omnes ad poenitentiam, vos quoque sua gratia dignabitur. Nam cum
sit dives, affatim donat bona sua iis qui accedunt.
Hæc cum dixisset, caput fuit ei amputatum, consummatusque fuit in confessione Servatoris n stri
Dei.
venerandum decretum nostræ mansuetudinis nihili Facite quod vobis fuit imperatum, nihil cunctanputavit, jubet pia nostra potentia duci in regionem
Cappadocum, et ei caput amputari ad exemplum
multorum.Nam quicunque resistit imperatori.post
multa tormenta subjicietur gladii supplicio. Cum
itaque eum accepissent ii quibus fuerat mandatum,
duxerunt animal, et portantes, eum, imposuerunt
vinctum utrinque valide, erat enim corpus martyris admodum dissolutum. Et venientes in diversorium, eum sensim deponentes, faciebant quiescere. Sicque cum paucis diebus longum iter confecissent, venerunt Cæsaream. Ad eum autem accedens Dominus,dixit: Mercuri, adesdum ct quiesce.
Cursum consunimasti, fidem servasti,accipe coronam tuæ decertationis. Constitutum enim est, ut
tu hic consummeris. Martyr autem Servatoris visione corroboratus, dicit iis, qui erant cum ipso:
XII. Factum est autem, quod præter opinionem
est, Dei miraculum mensis Novembris vicesimo
quinto. Post ejus consummationem factum est corpus martyris album sicut nix, emittens suavem
odorem unguentorum et suffituum, et propter hoc
signum multi facti sunt Christiani. Deposuerunt
autem sanctum in loco insigni,ubi fiunt multæ curationes ad gloriam Dei Patris, et Domini nostri
Jesu Christi, simul cum sancto Spiritu, in sæcula
sæculorum. Amen.
ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣ ΓΟΥ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ.
MARTYRIUM SANCTÆ ET MAGNE MARTYRIS
ECATERINÆ.
(Surius ad diem 25 Nov.; Græce ex cod. ms. 1525.)
I. Imperante impio Maxentio universum
imperium Romanorum amplectebatur impium eultum damonum. Is enim Alexandrite præsidens in
excelso et sublimi tribunali, emisit hoc im: iu:
edictum, ut omnes simul, qui erant in ejus poteslate ac ditione, simulacris sacrificarent. Unde
eliam per universum Romanum imperium manifesta fuerunt, quæ decreta fuerant, litteris ita se
habentibus: Imperator Marcntius omnibus, qui
sunt in mea ditione, salutem. Magnum conseculi
beneficium a deorum benignitate, veluti quamdam
hujus munificentia renumerationem, censuinius
nos eis oportere offerre sacrificia. Omnes ergo, si
fieri potest, ad nos venientes, ostendite vestram in
magnos deos benevolentiam; scientes quod qui
hoc nostrum edictum contempserit, et ad aliam a
nobis prohibitam aspexei it religionem, et excidet
ab ipsa magna deorum benevolentia, et subjicietur a nobis malis extremis.
Α΄. Βασιλεύοντος τοῦ ἀσεβεστάτου Μαξεντίου,
πᾶσα ἡ τῶν Ρωμαίων άρχη της βδελυρᾶς τῶν
δαιμόνων ἀντιποιεῖτο θρηκείας. Οὗτος γὰρ προς
καθίσας εἰς ᾿Αλεξάνδρειαν ἐπὶ βήματος υψηλού το
καὶ μετεώρου τοῦτο δὴ τὸ δυσσεβὲς ἐξέθετο πρόσο
ταγμα του πάντας ὁμοῦ τοὺς ὑπὸ τὴν αὐτοῦ και
μένους ἐξουσίαν ουσίας τοῖς εἰδώλοις ἐπιτελεῖν
ὅθεν καὶ πανταχού τῆς Ῥωμαϊκῆς ἀρχῆς φανερά
καθίστη τὰ δεδογμένα γράμμασιν ἔχουσιν οὕτως
Βασιλεύς Μαξέντιος πάει τοῖς ὑπὸ τὴν ἐμὴν Κω
σίαν χαίρειν. Μεγάλης ευεργεσίας παρὰ τῆς τῶν
θεῶν εὐμενείας τετυχηκότες, ὥς τινα τῆς τοιαύτης
αὐτῶν μεγαλοδωρεᾶς ἀμοιβήν, προσφέρειν φήθημεν
τάς θυσίας αὐτοῖς. Πάντες τοιγαροῦν, εἰ δυνατών,
φθάσαντες ἕως ἡμῶν, τὴν περὶ τοὺς μεγάλους
θεούς εὔνοιαν ὑμῶν ἐπιδείξασθε, εἰδότες ὡς ὁ
τὸ τοιοῦτον ἡμῶν διάταγμα παρερῶν, καὶ πρὸς
ἑτέραν απηγορευμένην ἡμῖν ἀπονεύων θρησκείαν,
αὐτῆς τε τῆς μεγάλης τῶν θεῶν ἐκπεσείται για
λανθρωπίας, καὶ παρ᾿ ἡμῶν κακοῖς τοῖς ἐσχάτοις
ὑποβληθήσεται.
II. Cum hæ litteræ in omnem partem pervasis- Β' Τούτων τῶν γραμμάτων πανταχού διαπερνο
Maximinus legendum: is enim fuit Orientis, Maxentius Occidentis, imperator.
col. 277–278page 135 of 146
PG 116:277τηκότων, ἦν ἰδεῖν συνδέοντα πλήθη πρὸς αὐτὸν τῷ φάσῳ τῶν ἀπειλῶν, τῶν μὲν πρόβατα καὶ βόας ἐπαγομένων, τῶν δὲ καὶ ὀρνίθων γένη ποικίλα, ὥστε οὐδεὶς εὐτελὴς ἦν, ἀλλὰ περὶ τὴν παρασκευὴν πάντες ἐγίνοντο τῆς θυσίας. Τοὺς μὲν γὰρ πλουσίας, μεγάλα ζώα πρὸς τὴν τελετὴν ὥριστο ἄγειν, παρὰ δὲ τοὺς πένητας, ὡς ἑκάστῳ ἥ τε χεὶρ εὐπορεῖ, καὶ ἡ πρὸς τοὺς θεοὺς εὔνοια ἔχοι. Μάλιστα δὲ αὐτοὺς ἡρέθιζε πρὸς φιλοτιμίαν ὁ βασιλεὺς ταύρους καταθύσαι φέρων αὐτὸς ἑκατὸν καὶ τριάκοντα. Πάντων τοίνων ἐν Ἀλεξανδρείᾳ παρ' αὐτὸν συνεληλυθότων ὑπερήσθη τῇ πολυπληθείᾳ τοῦ τε λαοῦ καὶ τῶν θυσιῶν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὡς μηδὲ παρὸν ἕτερον ἀναμεῖναι, ἀλλ᾽ αὐτίκα τε ἀναστῆναι καὶ τάχει χωρῆσαι πρὸς τὸν ναὸν καὶ στῆναι ἤδη τὴν θυσίαν διατελέσαι. Ἔτρεχον δὲ σὺν αὐτῷ γένος ἅπαν καὶ ἡλικία πᾶσα, ὅσοι τε τῆς βουλῆς ἦσαν καὶ τῶν ἐν τέλει, καὶ ὅσοι τῶν εὐτελῶν καὶ ἀσήμων, τὰ πρὸς τὴν θυσίαν ἕκαστος προσκομιζόμενοι· ὡς στενοχωρεῖσθαι μὲν ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἐκεῖ συῤῥεόντων αὐτήν τε τὴν πόλιν καὶ τὸν ναόν, περιηχεῖσθαι δὲ ὑπὸ τῆς τῶν ἀλόγων ζώων βοῆς τὴν κύκλῳ περίχωρον, τῇ δὲ τῶν θυσιῶν ἐπιπνοῇ καὶ αὐτὸν μολύνεσθαι τὸν ἀέρα. Γ΄. Τούτων οὕτω τελουμένων, γυνή τις εὐσεβής, τὴν κλήσιν Αἰκατερίνα, νέα τὴν ἡλικίαν, τὴν ὄψιν εὐπρεπής, ἐκ βασιλικοῦ γένους προηγμένη, πᾶσαν ἐπελθοῦσα γραφήν, τὴν ἔξω τε καὶ τὴν καθ᾿ ἡμᾶς, ἅμα πολλοῖς θεραπαινίσιν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν διάγουσα ἦν, ἐν οἴκοις οὕτω βασιλικοῖς ταμιευομένη, Χριστὸν μόνον εἰδότα νυμφίον, καὶ τῷ τῆς ψυχῆς αὐτῷ κάλλος τηροῦσα, καὶ μόνῳ τὸν ἔρωτα τῆς καρδίας ἀνάπτουσα. Αὕτη χαλεπώτατον οὕτω τοὺς ἀνθρώπους ναυάγιον ὑπομένοντας, καὶ περὶ τῶν ἐσχάτων κινδυνεύοντας καὶ ἀπολλυμένους ὁρῶσα, καὶ δεινῶς τὴν ψυχὴν παθοῦσα καὶ ὑπὲρ τοῦ Δεσπότου ζηλώσασα, τότε μάλιστα τὸν ἐπ' αὐτὸν πόθον καὶ τὴν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἔγνω ζῆλον φανερὸν καταδείξασθαι· καὶ παραλαβοῦσα ἐνίους τῶν θεραπόντων, εὐθέως ἐχώρει πρὸς τὸν ναὸν, ἐν ᾧ τὸ πλῆθος μετὰ τοῦ βασιλέως θυσιάζοντες ἦσαν, καὶ στᾶσα πρὸς τὴν εἴσοδον, εἷλκε μὲν τὰς τῶν ἄλλων ὄψεις πρὸς αὐτὴν κάλλος ἀμήχανον οὖσα, καὶ τὴν ἔνδον ὡραιότητα καὶ τῆς ἐκτὸς μηνύουσα ὄψεως. Ἠρέμα δὲ τὰ καθαρὰ χείλη διαβᾶσα, ἔχειν τι τῶν ἀναγκαίων, ἔφη, λαλῆσαι τῷ βασιλεῖ. Οἱ τοίνυν ἐπὶ τῶν ἀγγελιῶν τεταγμένοι προσαγγέλλουσιν αὐτῷ τὰ περὶ τῆς παρθένου· κἀκείνου προστάξαντος, εὐθέως εἰσάγεται, καὶ στᾶσα πρὸ τῆς ἀναιδοῦς ὄψεως τοῦ τυράννου, ἔτι περὶ τὴν θυσίαν ἐκείνου σχολάζοντος, τοιαῦτα πρὸς αὐτὸν παρρησίᾳ πάνυ καὶ ἐλευθερίως ἐφθέγγετο· Δ΄. Ἐχρῆν μέν τε καὶ οἴκοθεν συνιδεῖν τὴν ἀπάτησιν, ὦ βασιλεῦ, ὅτι φθαρτῶν ἀνθρώπων εἰδώλοις ὡς θεοῖς θυσίας ἐπιτελεῖς, καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ταύτην μωρίαν καὶ αἰσχύνην ἀποβαλεῖν· ἐπεὶ δὲ ἀπατηθεὶς δαίμονι, πρὸς οὕτω φανερὰν τοῖς τυφλοῖς ἀλήθειαν, ἔδει πάντως κἂν τῷ παρ' ὑμῶν αὐτῶν Διοδώρῳ πεισθέντα, γνῶναι τοὺς ὑμε-MARTYRIUM S. CATHARINÆ.
τηχότων, ἦν ἰδεῖν συνδέοντα πλήθη πρὸς αὐτὸν τῷ
φάσῳ τῶν ἀπειλῶν, τῶν μὲν πρόβατα καὶ βόας ἐπεγομένων, των δε καὶ ὀρνίθων γένη ποικίλα, ὥστε
οὐδεὶς εὐτελὴς ἦν, ἀλλὰ περὶ τὴν παρασκευὴν
τέντες ἐγίνοντο τῆς θυσίας. Τοὺς μὲν γὰρ πλουείας, μεγάλα ζώα πρὸς τὴν τελετὴν ὥριστο ἄγειν,
μαρὰ δὲ τοὺς πένητας, ὡς ἑκάστῳ ἥ τε χείρ εὐπομέτι, καὶ ἡ πρὸς τοὺς θεοὺς εὔνοια ἔχοι. Μάλιστα
ὦ αὐτοὺς ἡρέθιζε πρὸς φιλοτιμίαν ὁ βασιλεὺς ταύμας καταθύσαι φέρων αὐτὸς ἑκατὸν καὶ τριάκοντα.
Πάντων τοίνων ἐν ᾿Αλεξανδρείᾳ παρ' αὐτὸν συνεληΚαθήτων ὑπερήσθη τῇ πολυπληθείᾳ τοῦ τε λαοῦ
καὶ τῶν θυσιῶν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὡς μηδὲ
παρόν ἕτερον ἀναμεῖναι, ἀλλ᾽ αὐτίκα τε ἀναστῆκαὶ τάχει χωρῆσαι πρὸς τὸν ναὸν τοῦ καὶ
Στην ἤδη τὴν θυσίαν διατελέσαι. Ἔτρεχον δὲ σὺν
και γένος ἅπαν καὶ ἡλικία πᾶσα, ὅσοι τε τῆς
κλής ἦσαν καὶ τῶν ἐν τέλει, καὶ ὅσοι τῶν εὐ
τῶν καὶ ἀσήμων, τὰ πρὸς τὴν θυσίαν ἕκαστος
σκομιζόμενοι· ὡς στενοχωρεῖσθαι μὲν ὑπὸ τοῦ
ελήθες τῶν ἐκεῖ συῤῥέοντων αὐτὴν τε τὴν πόλιν
αἰ τόν ναόν, περιηχεῖσθαι δὲ ὑπὸ τῆς τῶν ἀλόγων
ζώων βοτς τὴν κύκλῳ περίχωρον, τῇ δὲ τῶν θυσιῶν
επίεση καὶ αὐτὸν μολύνεσθαι τὸν ἀέρα.
sent, licebat videre confuentem ad ipsum multitudinem metu minarum: quorum alii quidem adducebant oves et boves; alii autem varia genera
avium. Neque erat ullus immunis,sed erant omnes
intenti in apparatu sacrificii. Nam qui erant valde
divites, constitutum erat, ut magna animalia adducerent ad sacrificium: parva autem pauperes,
prout unicuique suppetebant facultates, et erat
uniuscujusque in deos benevolentia. Ad magnif
centiam autem eos maxime incitabat imperator,
afferens ad sacrificandum centum et triginta tauros. Cum omnes ergo ad ipsum convenissent
Alexandriam, valde lælatus est, videns multitudinem populi et sacrificiorum, adeo ut nec alterum
tempus exspectarit, sed protinus surrexerit, et citissime ad templum processerit,et ipsum peregerit
sacrificium. Cum eo autem currebat omne genus
et omnis ætas, et universus senatus, et omnes magistratus, plebsque et vulgus hominum, quæ ad
sacrificium pertinebant, unusquisque ferens:
adeo ut propter multitudinem eorum, qui confuebant, angusta esset ipsa civitas, angustumn templum: clamore vero brulorum animantium circumsonaret tota regio circumcirca: nidore autem
sacrificiorum ipse quoque aer inficeretur.
Γ΄. Τούτων οὕτω τελουμένων, γυνή τις εὐσεβής, III. Cum hæc sic fierent, mulier quædam pia noτην κλήσιν Αἰκατερίνα, νέα τὴν ἡλικίαν, τὴν ὄψιν mine Acatarina, ætate juvenis, pulchra specie,
μπελλής, ἐκ βασιλικού γένους προηγμένη, πᾶσαν quæ genus ducebat ex sanguine regio, omnem
ἐπελθούσα γραφήν, τὴν ἔξω τε καὶ τὴν καθ᾿ ἡμᾶς, autem et externam et nostram scripturam perleαπό τωλοῖς θεραπαινίσιν εἰς τὴν ᾿Αλεξάνδρειαν gerat,multis ancillis comitata degebat Alexandriæ,
διάγωσα ἦν, ἐν οἴκοις οὕτω βασιλικούς ταμιευομένη, α et sic asservabatur in ædibus regiis, et solum
Χρεών μόνον είοντα νυμφίον, καὶ τῷ τῆς ψυχῆς Christum norat sponsum, et ei animæ servabat
Στῷ κύλος τηροῦσα, καὶ μόνῳ τὸν ἔρωτα τῆς pulchritudinem, et in eum solum erat cor ejus
κερία; ανάπτουσα. Αὕτη χαλεπώτατον οὕτω τοὺς amore inflammatum. Hæc si videns homines graἀνθρώπους ναυάγιον ὑπομένοντας, καὶ περὶ τῶν vissimum subire naufragium, et venire in extrem
ἐσχέτων κινδυνεύοντας καὶ ἀπολλυμένους ὁρῶσα, mum interitus periculum, animo graviter affecta,
καὶ δεινῶς τὴν ψυχὴν παθοῦσα καὶ ὑπὲρ τοῦ Δεσπό- et pro Domino æmulatione ac telo incitata, tunc
τον ζηλώσατε, τότε μάλιστα τὸν ἐπ' αὐτὸν πόθον maxime statuit suum ostendere desiderium, et arκαὶ τὴν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἔγνω ζῆλον φανερόν και dentem pro fide zelum: et cum nonnullos secum
απήσασθαι καὶ παραλαβοῦσα ἐνίους τῶν θεραπόν- accepisset famulos, protinus profecta est in temτου, εκθέως ἐχώρει πρὸς τὸν ναὸν, ἐν ᾧ τὸ πλῆθος plum,in quo erat multitudo cum rege sacrificans,
μετά τον βασιλέως θυσιάζοντες ἦσαν, καὶ στάσι et stans in limine, aliorum quidem vultus ad se atτους την ελιά, είλκε μὲν τὰς τῶν ἄλλων ὄψεις προς trahebat,ut quæ insigni esset pulchritudine, et
Στην κάλλος ἀμήχανον οὗτα, καὶ τὴν ἔνδον ὡραιό- internam speciem ostendebat per externam. Senπαε κα τῆς ἐκτὸς μηνύουσα ὄψεως. Ηρέμα δὲ τὰ sim autem sua munda labra aperiens,dixit se haΕί χείλη διαβασα, ἔχειν τι τῶν ἀναγκαίων, bere necessarium aliquid, quod diceret imperaέφη, λαλῆσαι τῷ βασιλεῖ. Οἱ τοίνυν ἐπὶ τῶν ἀγγελιών & tori. Qui itaque nuntiis referendis præerant,
σταγμένοι προσαγγέλλουσιν αὐτῷ τὰ περὶ τῆς παρθές
και Κακείνου προστάξαντος, εὐθέως εἰσάγεται, καὶ
κατα πρὸ τῆς ἀναιδοὺς ὄψεως τοῦ τυράννου, ἔτι περὶ
τὴν θυσίαν ἐκείνου σχολάζοντος, τοιαῦτα πρὸς αὐτὸν
παθερώς πάνω καὶ ἐλευθερίως ἐφθέγγετο
Δ΄. Εχρήν μέν τε καὶ οίκοθεν συνιδεῖν τὴν ἀπά3,
αν, ὦ βασιλεῦ, ὅτι φθαρνῶν ἀνθρώπων εἰδώλοις
οἷς θεοῖς θυσίαις ἐπιτελεῖς, καὶ τὴν Ἑλληνικὴν
ταύτην μωρίαν καὶ αἰσχύνην ἀποβαλεῖν· ἐπεὶ δὲ
από πειθόμενος δαίμονι, πρὸς οὕτω φανεράν το
γλώττεις ἀλήθειαν, ἔδει πάντως καν, τῷ παρ'
σμών αυτών Διαδώρο πεισθέντα, γνώναι τοὺς ὑμεimperatori de virgine annuntiant. Cumque ille
jussisset, statim introducitur. Quæ cum stetisset
coram impudenti tyranno, cum ille adhuc vacaret
sacrifcio, constanter et libere sic ei est locuta:
IV. Oportebat quidem, o imperator, te ex teipso tuam videre deceptionem, quod hominum, in
quos cadit interitus, simulacris, tanquam diis
offers, et sacrificia, et gentilem hanc stultitiam et de
decus abjicere. Quoniam autem sinistro parens
dæmoni, ad adeo manifestam cæculis veritatem,
οporteret omnino sapienti saltem, qui est apud
col. 279–280page 136 of 146
PG 116:279ἀλλογίστως τοιαῦτά τε ἀσχημονεῖν ἐλέσθαι, καὶ θεοὺς νομίζειν, ἐλεινῶς τὸν βίον καταλυσάντων ἀνθρώπων εἴδωλα. Φησὶ γὰρ ἐκεῖνος, ἀνθρώπους τοὺς θεοὺς εἶναι λέγων καὶ δι᾿ εὐεργεσίας τινας ἀθανάτους ὀνομασθῆναι. Ἱστορεῖ δὲ καὶ ἰδίας αὐτοὺς ὀνομάτων ἐσχηκέναι προσηγορίας, καὶ τινων ἄρξαι χωρῶν τε καὶ πόλεων. Ἀγνοίᾳ δὲ πλανηθέντας φησὶ τοὺς ἀνθρώπους θεούς τε αὐτοὺς καλέσαι καὶ ἀθανασίας περιβαλεῖν ἀξιώματι. Καὶ ἄλλος δὲ σοφὸς παρ᾽ ὑμῖν πάλιν τῶν ἱστορίαν γραψάντων τὸν Σερούχ ἐκεῖνον ἔφησε πρῶτον τὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐξευρεῖν. Τοὺς γὰρ ἐν τοῖς πάλαι χρόνοις ἢ ἀνδρίας ἢ φιλίας, εἴτε τινὸς ἑτέρας ἀρετῆς ἔργον μνήμης ἄξιον καὶ σπουδῆς ἐπιδειξαμένους ἀνδριᾶσι λέγεται καὶ στήλαις τιμῆσαι. Οἱ δὲ μετὰ ταῦτα, τὴν τῶν προγόνων ἀγνοήσαντες γνώμην, καὶ ὅτι μνήμης ἕνεκα μόνον αὐτούς, ὡς ἐπαινετόν τι πρᾶγμα πεποιηκότας, ἐτίμησαν, καὶ ἀνδριάντας αὐτοῖς καὶ στήλας ἀνέστησαν, ὡς ἀθανάτοις θεοῖς τοῖς ὁμοιοπαθέσιν ἀνθρώποις καὶ φθαρτοῖς προσετέθησαν καὶ θυσίας αὐτοῖς καὶ τιμὰς καὶ πανηγύρεις ἐπενοήσαντο. Τούτοις δὲ καὶ ὁ σοφὸς ὑμῶν Πλούταρχος ὁ Χαιρωνεὺς ἐπιμέμφεται, πλάνην ἀγαλμάτων αὐτούς παρεισάγειν λέγων, οἷς χρὴ πεισθῆναι καὶ σὲ, βασιλεῦ. Οὐκ ἀλλοτρίας γὰρ πάντως, ἀλλὰ τοῖς οἰκείοις ἐπειθόμενος, καὶ μὴ ψυχὰς τοσαύτας εἰς ἔσχατον βάραθρον ἀπωλείας κατάγειν, ὧν αὐτὸς δήπου τὴν κόλασιν, ἀθλίαν ὑφέξεις, καὶ κόλασιν οὐδέποτε λήγουσαν, ἀλλ᾽ ἀεὶ μείζονά σοι τὴν τοῦ πυρὸς ἀνάπτουσαν γέενναν. Τούτοις οὖν πείσθητι, βασιλεῦ, καὶ πεισθεὶς ἐπίγνωθι Θεὸν ἀληθῆ μόνον τὸν δεδωκότα σοι τὴν βασίλειον ταύτην ἀρχὴν, προσέτι δὲ καὐτὸ τὸ ζῆν παρασχόμενον, ὃς Θεὸς ὢν ἄΐδιος καὶ ἀθάνατος καὶ ἄνθρωπος ὕστερον ἐγένετο δι' ἡμᾶς καὶ σταυρὸν καὶ θάνατον εἵλετο, τοῦ θανάτου τῆς παρακοῆς ἡμᾶς ἀνιστῶν, καὶ ὡς αὐτὸς οἶδε τὴν σωτηρίαν πραγματευόμενος. Οὗτος καὶ τῶν πλανωμένων ἐστὶ Σωτήρ, καὶ τοὺς μετανοοῦντας ἐπίως πάνυ καὶ προσηνῶς ὑποδέχεται. Ε΄. Πρὸς ταῦτα ὀργῆς ὁ Μαξέντιος ὑποπίμπλαται, καὶ τοῦ θυμοῦ ἐπὶ μέσην αὐτῷ καταρρεύσαντος τὴν καρδίαν, ἐσβέσθη τε αὐτῷ ἡ φωνὴ καὶ οὐδὲ ἀποκρίνασθαι ὅλως εἶχεν. ὀψὲ δὲ καὶ βραδέως ἀνενεγκών, ἐπεὶ πάσης ἀντιθέσεως ἰσχυρότερα τὰ ὑπὸ τῆς μάρτυρος εἰρημένα εἶδε, νῦν μὲν ἔχουν ἡμᾶς, ἔφη, γύναι, τὴν θυσίαν ἐπιτελέσαι· μετ' οὐ πολὺ δὲ σαφέστερον περὶ ὧν λαλεῖς ἀκουσόμεθα. Τελεσθείσης οὖν τῆς θυσίας, καὶ λυθείσης μετὰ ταύτα τῆς ἑορτῆς, ἐπανελθὼν εἰς τὰ βασίλεια, μετάπεμπτον ποιεῖ τὴν μακαρίαν. Ἐπεὶ δὲ καὶ παρέστη. Εἰπὲ ἡμῖν, ἔφη, τίς εἶ, καὶ τίνες οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησας πρὸς ἡμᾶς; Ἡ δέ· Οὐκ οἶσθα, βασιλεῦ, ἥτις ἐγώ; Τοῦ πρὸ σοῦ βασιλέως θυγάτηρ εἰμί· Αἰκατερίνα δὲ κέκλημαι· ἔσχημαι δὲ πᾶσιν παιδείαν, ῥητορικῆς καὶ φιλοσοφίας, γεωμετρίας τεαλλογίστως τοιαῦτά τε ἀσχημονεῖν ἐλέσθαι, καὶ
θεος νομίζειν, ἐλεινῶς τὸν βίον καταλυσάντων
ἀνθρώπων εἴδωλα. Φησὶ γὰρ ἐκεῖνος, ἀνθρώπους το
τοὺς θεοὺς εἶναι λέγων καὶ δι᾿ εὐεργεσίας τινας
αθανάτους ὀνομασθῆναι. Ιστορεῖ δὲ καὶ ἰδίας
αὐτοὺς ὀνομάτων ἐσχηκέναι προσηγορίας, καὶ
τινων ἄρξαι χωρῶν τε καὶ πόλεων, Αγνοίᾳ δὲ
πλανηθέντας φησὶ τοὺς ἀνθρώπους θεούς τε αὐτοὺς
καλέσαι καὶ ἀθανασίας περιβαλεῖν ἀξιώματι. Καὶ
ἄλλος δὲ σοφὸς παρ᾽ ὑμῖν πάλιν τῶν ἱστορίαν γραφ
ψάντων τὸν Σερούχ ἐκεῖνον ἔφησε πρῶτον τὰ τοῦ
Ελληνισμοῦ ἐξευρεῖν. Τοὺς γὰρ ἐν τοῖς πάλαι
χρόνοις ἢ ἀνδρίας ἢ φιλίας, εἴτε τινὸς ἑτέρας
ἀρετῆς ἔργον μνήμης ἄξιον καί σπουδῆς ἐπιδείξαμένους ἀνδριᾶσι λέγεται καὶ στήλαις τιμῆσαι. Οἱ δὲ
μετὰ ταῦτα, τὴν τῶν προγόνων ἁγνοήσαντες γνώσ
μην, καὶ ὅτι μνήμης ἕνεκα μόνον αὐτούς, ὡς
ἐπαινετὸν τι πρᾶγμα πεποιηκότας, ἐτίμησαν, καὶ
ανδριάντας αὐτοῖς καὶ στήλας ἀνέστησαν, ὡς ἄθησ
νάτοις θεοῖς τοῖς ὁμοιοπαθέσιν ἀνθρώποις καὶ
φθαρτους προσετέθησαν καὶ θυσίας αὐτοῖς καὶ
τιμὰς καὶ πανηγύρεις ἐπενοήσαντο. Τούτοις δὲ καὶ
ὁ σοφὸς ὑμῶν Πλούταρχος ὁ Χαιρωνεύς ἐπιμέμφις
ται, πλάνην ἀγαλμάτων αὐτούς παρεισάγειν λέγων,
οἷς χρὴ πεισθῆναι καὶ σὲ, βασιλεῦ. Οὐκ ἀλλοτρίας
γὰρ πάντως, ἀλλὰ τοῖς οἰκείοις ἐπειθόμενος, καὶ
μὴ ψυχὰς τοσαύτας εἰς ἔσχατον βάραθρον ἀπωλείας
κατάγειν, ὧν αὐτὸς δήπου την κόλασιν, ἀθλίας
ὑφέξεις, καὶ κόλασιν οὐδέποτε λήγουσαν, ἀλλ᾽ ἀεὶ
μείζονά σοι τὴν τοῦ πυρὸς ἀνάπτουσαν γέενναν,
Τούτοις οὖν πείσθητι, βασιλεῦ, καὶ πεισθεὶς ἐπίγνω
Οι Θεὸν ἀληθῆ μόνον τὸν δεδωκότα σοι τὴν βασίλειον
ταύτην ἀρχὴν, προσέτι δὲ καὐτὸ τὸ ζῆν παρασχόν
μενον, ὃς Θεὸς ὢν ἄΐδιος καὶ ἀθάνατος καὶ ἄνθρωπος
ὕστερον ἐγένετο δι' ἡμᾶς καὶ σταυρὸν καὶ θάνατον
εἵλετο, τοῦ θανάτου τῆς παρακοῆς ἡμᾶς ἀνιστῶν,
καὶ ὡς αὐτὸς οἶδε τὴν σωτηρίαν πραγματευόμενος.
Οὗτος καί τῶν πλανωμένων ἐστὶ Σωτήρ, καὶ τοὺς
μετανοοῦντας ἐπίως πάνυ και προσηνῶς ὑποδέ
χεται.
vos, Diodoro credentem, cognoscere quidnam sint a τέρους θεοὺς ὅπερ εἰσὶ καὶ μὴ ἁπλῶς οὕτω καὶ
vestri dii, et non tam inconsiderale, quæ non decent velle facere; et non deos putare simulacra
hominum, qui vitam misere finierunt. Ille enim
dicit et deos fuisse homines, et propter aliqua
benifcia nominatos fuisse immortales. Scribit
autem ipsos quoque habuisse proprias nominum
appellationes, et imperasse quibusdam regionibus
et civitatibus. Dicit vero homines deceptos ignoratione, eos vocasse deos, et retulisse in numerum
immortalium. Porro autem alius quoque sapiens
apud vos ex iis, qui conscripserunt historias, dixit
illum Sarrum invenisse primum res gentilium.
Eos enim, qui priscis temporibus, aut fortitudinis, aut amicitia, aut alicujus alterius virtutis
opus, dignum quod memoriæ mandetur, aut
in quod studium conferatur, ostenderunt, dicitur
honorasse statuis ac simulacris. Qui autem majo·
rum mentem ignorarunt posteri, quod eos solum
memoriæ gratia, ut qui rem aliquam laudabilem
fecerant honorassent, eisque imagines et slatuas
posuissent, ad homines interitui et omnino similibus obnoxios affectionibus accesserunt: et ut eis
fierent sacrificia, honoresque haberentur, et dies
festi celebrarentur, providerunt. Eos vester quoque sapiens Plutarchus Cheronæus arguit, dicens
eos inducere errorem imaginum, quibus oportet
te quoque credere,o imperator. Non enim alienis
omnino, sed tuis credes, et non tam multas animas inducere in extremum barathrum interitus.
Pro quibus ipse misere lues ponas, et alernum &
subibis supplicium, gehennam, inquam, ignis,
quæ nunquam desinit, sed majorem semper flam -
mam accendit. His ergo persuaderis, o imperator,
et persuasus agnosce verum Deum solum, qui dedit
tibi hoc imperium, et præterea ipsam quoque
vitam præbuit. Qui cum esset Deus æternus et
immortalis, propter nos homo quoque factus est,
crucemque et mortem elegit, nos faciens surgere a
morte inobedientiæ, et ut ipse scit, nostram procurans salute:n. Is et eorum, qui errant, est Servator, et eos quos pœnitet benigne et clementer
excipit.
V.Ad hæc ira impletur Maxentius [Maximinus], Ε΄. Πρὸς ταῦτα ὀργῆς ὁ Μαξέντιος υποπίμπλαet cum fervens sanguis ad cor ejus modicum afpται, καὶ τοῦ θυμοῦ ἐπὶ μέσην αὐτῷ καταρρεύσαν
fluxisset, vox quoque ei fuit exstincta, et nec po- τος τὴν καρδίαν, ἐσβέσθη τε αὐτῷ ἡ φωνὴ καὶ
tuit quidem omniuo respondere. Cum autem ad οὐδὲ ἀποκρίνασθαι ὅλως εἶχεν. ὀψὲ δὲ καὶ βραδέως
se vix tandem rediisset, et quæ a martyre dicta ἀνενεγκών, ἐπεὶ πάσης ἀντιθέσεως ισχυρότερα τα
fuerant, vidisset esse validiura, quam ut contra ea ὑπὸ τῆς μάρτυρος εἰρημένα εἶδε, νῦν μὲν ἔχουν
dici posset, Nunc quidem, inquit, o mulier, sine ἡμᾶς, ἔφη, γύναι, τὴν θυσίαν ἐπιτελέσαι· μετ' οὗ
peragere sacri fcium; paulo post autem de iis, quæ πολὺ δὲ σαφέστερον περὶ ὧν λαλεῖς ἀκουσόμεθα,
dicis, audiemus apertius. Peracto ergo sacrificio, Τελεσθείσης οὖν τῆς θυσίας, καὶ λυθείσης μετά
et festo per haec soluto, in regiam reversus, ac- ταύτα τῆς ἑορτῆς, ἐπανελθὼν εἰς τὰ βασίλεις,
cersit beatam. Postquam autem ea astilit: Dic μετάπεμπτον ποιεῖ τὴν μακαρίαν. Ἐπεὶ δὲ καὶ
nobis, inquit, quænamn es, aut quænam sunt ea παρέστη. Εἰπὲ ἡμῖν, ἔφη, τίς εἶ, καὶ τίνες οἱ λόγοι
verba, quæ es nobis locuta? Illa aulem: Nescis, οὓς ἐλάλησας πρὸς ἡμᾶς; Η δέ· Οὐκ οἶσθα, βα
inquit, o imperator, quænam ego sim? Sum filia σιλεῦ, ἥτις ἐγώ; Τοῦ πρὸ σοῦ βασιλέως θυγάτηρ
imperatoris, qui te præcessit: vocor autem ca- εἰμί· Αἰκατερίνα δὲ κέκλημαι· ἔσχημαι δὲ πᾶσιν
terina, Sum vero excrcitata in omni disciplina παιδείαν, ῥητορικῆς καὶ φιλοσοφίας, γεωμετρίας τ
col. 281–282page 137 of 146
PG 116:281καὶ τῶν ἄλλων ἐπιστημῶν. Ἀλλὰ παρ᾽ οὐδὲν ἐκεῖνα θεμένη πάντα, ἦλθον νυμφευθῆναι τῷ ἀθανάτῳ νυμφίῳ Χριστῷ διὰ τοῦ προφήτου λαλήσαντι, « Ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω. »
ΣΤ. Τοῦ δὲ βασιλέως ἐπὶ τοῖς ῥηθεῖσι θαυμάσαντος, εἶτα καὶ ἀτενέστερον πρὸς αὐτὴν ἀπιδόντος, καὶ οἰηθέντος μὴ εἶναι ταύτην μίαν τῶν γένεσιν ἀπὸ γῆς ἐσχηκότων, ἀλλά τινα τῶν θεῶν ὀπτασίαν ὁρῶν ἐν ἀνθρώπου σχήματι διαλεγομένην, οὕτω καὶ οἰηθέντος καὶ πρὸς αὐτὸν παραφθεγξαμένου, ἡ μακαρία τὸν λόγον ὑπολαβοῦσα φησὶ πρὸς αὐτόν· Ἀληθῶς ἔλεξας, ὦ βασιλεῦ. Δαίμονες γὰρ οὓς ὀνομάζεις θεοὺς ὄντες, δαιμονικοῖς ὑμᾶς φάσμασιν ἀπατῶσι, καὶ πρὸς ἀσέλγειαν ἐκκαλοῦνται, καὶ εἰς ἀτόπους ἐπιθυμίας ἐμβάλλουσιν. Ἐγὼ δέ, ὁποία τις ἂν ὦ, χοῦς εἰμι καὶ πηλὸς, εἰς τοιαύτην παρὰ τοῦ Θεοῦ πλασθεῖσα μορφήν, καὶ τῇ αὐτοῦ εἰκόνι τιμημένη· ὥστε καὶ θαυμάζειν μᾶλλον ἐντεῦθεν τὴν σοφίαν τοῦ δημιουργοῦ προσήκει, ὅτιπερ ἐν πηλῷ, καὶ οὕτως εὐτελεῖ τῇ ὕλῃ τοσοῦτον ἴσχυσεν ἐξεικῆσαι κάλλος. Ἐφ᾽ οἷς δυσχεράνας ὁ βασιλεύς, Μὴ λέγε τοὺς θεοὺς κακῶς, ἔφη, ἀθανάτους τε ὄντας, καὶ δόξαν ἀθάνατον ἔχοντας. Καὶ ἡ μάρτυς· Εὑρήσεις ἄρα καὶ σύ, φησίν, ὦ βασιλεῦ, ὅ τι ποτέ εἰσιν οἱ θεοί σου, μόνον εἰ τὴν ἀχλὺν τῆς ἀπάτης ἐθελήσῃς ἀποβαλεῖν· ἐπιγνώσῃ δὲ καὶ τὸν ἀληθῆ Θεόν, ὅστις ἐστὶν ἀθάνατος καὶ ἀΐδιος, οὗ καὶ ὄνομα μόνον λαλούμενον, ἢ καὶ σταυρὸς ἐν τῷ ἀέρι διατυπούμενος φυγάδας σου τοὺς θεοὺς ἀπεργάζεται. Εἰ δὲ βούλει, καὶ φανερὰν ἀπὸ τῆς ἀληθείας τὴν ἀπόδειξιν ποιησόμεθα.
Ζ. Ὑποπτεύσας τοίνυν ὁ βασιλεὺς τὴν ἐλευθερίαν τῆς μάρτυρος μὴ περιστῇ πάντοθεν αὐτὸν καὶ κατάσχῃ ταῖς ἀποδείξεσιν, αὐτὸς δὲ ἀποκρίνασθαι καὶ ἐνθυποφέρειν οὐκ ἔχων ἑαυτόν τε φανερῶς καὶ τοὺς οἰκείους αἰσχύνῃ θεούς, ἐκεῖνος μὲν οὐδὲ ψιλὴν τὴν ἀκρόασιν καταδέχεται, προσποιησάμενος ἀνάξιον εἶναι γυναικὶ διαλέγεσθαι· προσαχθήσονταί σοι παρ᾽ ἐμοῦ ῥήτορες, εἶπε, πάντα σου λόγον καὶ πρότασιν μετὰ πολλῆς τῆς περιουσίας ἀνασκευάζοντες, ὅπως, ἀκριβῶς καὶ αὐτὴ καταμαθοῦσα τὴν τῶν οἰκείων προβλημάτων ἀσθένειαν, πρὸς τὸ συμφέρον ἀποβλέψῃς καὶ τῷ ἡμετέρῳ πεισθῇς δόγματι. Ταῦτα εἶπε, καὶ τὴν μὲν ἁγίαν ὑπὸ φυλακῇ τηρεῖσθαι προστάττει, αὐτὸς δὲ ὡς εἶχεν εὐθὺς, ἐκτίθησιν ἐπιστολὴν ἔχουσαν οὕτως· Βασιλεὺς Μαξέντιος, πᾶσι τοῖς ὑπὸ τὴν ἐμὴν ἐξουσίαν χαίρειν. Ὅσοι τοῦ σοφωτάτου θεῶν Ἑρμοῦ τῆς προνοίας ἐτύχετε, τὰς αἰτίας τῆς γνώσεως ἐπικαλεσάμενοι μούσας, ἔλθετε μέχρις ἡμῶν, τὸ φανέν ἡμῖν ἔκ τινος ὡς ἔοικε μηχανῆς σοφώτατον γύναιον ἄττον ἐπιστομίσοντες, μὴ τοὺς μεγάλους διαχλευάζειν θεούς, μηδὲ μύθους τὰ περὶ αὐτῶν ἡγεῖσθαι, ὑπὸ πιθανῷ τῷ ψεύδει καλυπτομένους. Οὕτω γὰρ ἂν τήν τε πάτριον ὑμῶν σοφίαν πάντες θαυμάσοντες, καὶ ἡμεῖς τὴν ἡμετέραν περὶ τὸ λέγειν δύναMARTYRIUM S. CATHARINÆ.
καὶ τῶν ἄλλων ἐπιστημῶν. ᾿Αλλὰ παρ᾽ οὐδὲν ἐκεῖνα rhetorica et philosophia, geometriæ et aliarum
θεμένη πάντα, ἦλθον νυμφευθῆναι τῷ ἀθανάτῳ scientiarum. Sed illa omnia nihil ducens, veni
νυμφίω Χριστῷ διὰ τοῦ προφήτου λαλήσαντι,
• Απολῳ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν
τῶν συνετῶν ἀθετήσω.»
ut desponderer immortali sponso Christo, qui locutus est per prophetam Perdam sapientiam sapientium, et prudentium prudentum reprobabo 1.
5. Τοῦ δὲ βασιλέως ἐπὶ τοῖς ῥηθεῖσι θαυμά VI. Cum autem imperator admiratus esset, quæ
σαντος, εἶτα καὶ ἀτενέστερον πρὸς αὐτὴν ἀπιδόντος, dicta fuerant, et in eam intentius defixisset oculos,
καὶ οἰ ηθέντος μὴ εἶναι ταύτην μίαν τών γένεσιν
et existimasset eam non esse unam ex iis, quæ
ἀπὸ γῆς ἐσχηκότων, ἀλλά τινα τῶν θεῶν ὀπτασίαν natæ sunt e terra, sed se deorum aliquam videre
ὁρῶν ἐν ἀνθρώπου σχήματι διαλεγομένην, οὕτω καὶ visionem, loquentem in habitu humano: cum sic
οἰηθέντος καὶ πρὸς αὐτὸν παραφθεγξαμένου, ἡ μπ- putassel, et eam perperam esset allocutus, beata
καρία τὸν λόγον ὑπολαβοῦσα φησὶ πρὸς αὐτὸν sermonem excipiens, dicit ei: Vere dixisti, o im-
᾿Αληθῶς ἔλεξας, ὦ βασιλεῦ. Δαίμονες γὰρ οἷς όνο- perator. Dcmones enim, quos deos nominas, reμάζεις θεοὺς ὄντες, δαιμονικοῖς ὑμᾶς φάσμασιν vera vos spectris decipiunt dæmoniacis, et vos
ἀστῶσι, καὶ πρὸς ἀσέλγειαν ἐκκαλοῦνται, καὶ εἰς provocant ad libidiner et intemperantiam, et ad
ἐτόπους ἐπιθυμίας ἐμβάλλουσιν. Ἐγὼ δὲ, ὁποία η nefarias impellunt cupiditates. Ego autem cujusτις ἂν ὦ, χοῦς εἰπι καὶ πηλὸς, εἰς τοιαύτην παρὰ modicunque sum, sum pulvis et lutum, eflicta in
τοῦ Θεοῦ πλασθείσα μορφήν, καὶ τῇ αὐτοῦ εἰκόνι hanc formam, et ejus honorata imagine. Quamτιμημένη· ὥστε καὶ θαυμάζειν μᾶλλον ἐντεῦθεν obrem linc magis convenit admirari sapientiam
την σοφίαν τοῦ δημιουργού προσήκει, ὅτιπερ ἐν opificis, quod in luto et in materiam tam vili potueτηλῷ, καὶ οὕτως εὐτελεῖ τῇ ὕλῃ τοσοῦτον ἴσχυσεν rit tantam exstruere pulchritudinem. Quæ quidem
ἐξεικῆσαι κάλλος. Εφ᾽ οἷς δυσχεράνας ὁ βασιλεὺς, agre ferens imperator: Noli, inquit, diis malediΜὴ λέγε τοὺς θεοὺς κακῶς, ἔφη, ἀθανάτους τε cere, qui et ipsi sunt immortales, et gloriam
στοὺς ὄντας, καὶ δόξαν ἀθάνατον ἔχοντας. Καὶ ἡ habent immortalem. Martyr aulem: Invenies, inμάρτυς· Εὑρήσεις ἄρα καὶ σύ, φησίν, ὦ βασιλευ, δ quit, tu quoque, o imperator, quidnam sunt dii
τι ποτέ εἰσιν οἱ θεοί σου, μόνον εἰ τὴν ἀχλὺν tui, si velis solum tuam abjicere parumper deceτῆς ἀπάτης ἐθελήσῃς ἀποβαλεῖν· ἐπιγνώσῃ δὲ καὶ plionem, verum quoque Deum agnosces, qui est
τὸν ἀληθῆ Θεὸν, ὅστις ἐστὶν ἀθάνατος καὶ ἀίδιος, οὗ alernus et immortalis; cujus vel solum nomen
καὶ ὄνομα μόνον λαλούμενον, ἢ καὶ σταυρὸς ἐν τῷ pronuntiatum, vel crux etiam fparata in aere,
μέρι διατυπούμενος φυγάδας σου τοὺς θεοὺς ἀπερ- " tuos deos vertit in fugam. Si velis autem, vel ex
γάζεται, Εἰ δὲ βούλει, καὶ φανερὰν ἀπὸ τῆς ἀληθείας ipsa veritate apertam faciamus demonstrationen.
τὴν ἀπόδειξιν ποιησόμεθα.
Ζ. Υποπτεύσας τοίνυν ὁ βασιλεὺς τὴν ἐλευθε
ρίαν τῆς μάρτυρος μὴ περιστῇ πάντοθεν αὐτὸν καὶ
κατάσχῃ ταῖς ἀποδείξεσιν, αὐτὸς δὲ ἀποκρίνασθαι
καὶ ἐνθυποφέρειν οὐκ ἔχων ἑαυτόν τε φανερῶς καὶ
τοὺς οἰκείους αἰσχύνῃ θεούς, ἐκεῖνος μὲν οὐδὲ ψιλήν
τὴν ἀκρόασιν καταδέχεται, Προσποιησάμενος ἀνα
έξιον εἶναι γυναικὶ διαλέγεσθαι προσαχθήσονται εξ
σοι παρ' ἐμοῦ ῥήτορες, εἶπε, πάντα σου λόγον καὶ
πρότασιν μενὰ πολλῆς τῆς περιουσίας ανασκευά
ζοντες, ὅπως, ἀκριβῶς καὶ αὐτὴ καταμαθοῦσα τὴν
τῶν
VII. Cum itaque imperatori suspecta fuisset liberlas martyris, timeretque ne se undique circumsisteret, et implicaret demonstrationibus, ipse
autem non posset respondere et resistere, seque
el suos deos aperto dedecore afficeret, ipse quidem nec earn tantumn audire sustinet, præ se ferens non decere, ut cum feinina dissereret: Ad te
autem, inquit, a me adducentur oratores, qui
omnes tuas rationes et propositiones abunde confutabunt: ut cum tu quoque abunde didiceris
οἰκείων προβλημάτων ἀσθένειαν, πρὸς τὸ tuorum dogmatum imbecillitatem, aspicias ad id
συμφέρον ἀποβλέψης και
καὶ τῷ ἡμετέρῳ πεισθῇς quod est utile, et nostro pareas dogmati. Hæc
δόγματι. Ταῦτα εἶπε, καὶ τὴν μὲν ἁγίαν ὑπὸ φυ-Ddixit, et sanctam quidem jubet servari in custom
λακή τηρεῖσθαι προστάττει, αὐτὸς δὲ ὡς εἶχεν
εὐθὺς, ἐκτίθησιν ἐπιστολὴν ἔχουσαν οὕτως· Βασιλεὺς Μαξέντιος, πᾶσι τοῖς ὑπὸ τὴν ἐμὴν ἐξουσίαν
χαίρειν. Ὅσοι τοῦ σοφωτάτου θεῶν Ἑρμοῦ τῆς
προνοίας ἐτύχετε, τὰς αἰτίας τῆς γνώσεως ἐπικα·
λεσάμενοι μούσας, ἔλθετε μέχρις ἡμῶν, τὸ φανέν
μῖν ἔκ τινος ὡς ἔοικε μηχανῆς σοφώτατον γύναιον
Ιάττον επιστομίσοντες, μὴ τοὺς μεγάλους διαχλευΈζειν θεούς, μηδὲ μύθους τὰ περὶ αὐτῶν ἡγεῖσθαι,
ὑπὸ πιθανῷ τῷ ψεύδει καλυπτομένους. Οὕτω γὰρ
ἂν τήν τε πάτριον ὑμῶν σοφίαν πάντες θαυμάσοντης, καὶ ἡμεῖς τὴν ἡμετέραν περὶ τὸ λέγειν δύνα1 Isa. xxix, 14.
dia: ipse auten statim emittit epistolam in hac
verba: Imperator Maxentius [Maximinus omnibus, qui sunt meæ ditionis salutem. Quicunque
deorum sapientissimi Mercurii curam geritis,
invocatis Musis, quæ sunt causæ cognitionis, venite ad nos usque, sapientissimæ mulierculæ,
quæ nobis veluti ex quadam machina apparuit,
os obstructuri, ne magnos deos irrideat, neque fabulas esse putet, quæ sub falso teguntur probabili. Sic enim et patriam sapientiam omnes admirabuntur, et nos vestrain dicendi facultatem et
artem laudantes, et acceptam habentes, VOS
col. 283–284page 138 of 146
PG 116:283μιν καὶ τέχνην ἀποδεξάμενοι μεγάλαις ὑμᾶς δωρεαίς ἀμειψόμεθα. Τῶν γραμμάτων τοίνυν πᾶσαν τὴν ὑπ' αὐτὸν ἀρχὴν ἐν ὀλίγῳ περιελθόντων συνῆλθον πρὸς αὐτὸν ἐξ ἐπιλογῆς τὸν ἀριθμὸν πεντήκοντα ῥήτορες, όξεις τε νοῆσαι καὶ εἰπεῖν ἱκανώτατοι, καὶ τούτους ἐγγυτάτω παραστησάμενος ὁ Μαξένο τιος ἵνα καὶ πλέον παραθήξῃ ταῖς οἰκειώσεσι, Τὸ παρ' ἡμῶν, ἔφη γράμμα πεμφθὲν πρὸς ὑμᾶς ἐδή λωσε τὴν αἰτίαν τῆς ἐνταῦθα ὑμῶν ἀφίλεως. παρασκευάσασθε οὖν ἰσχυρῶς, καὶ μὴ, ὅτι θῆλυ τὸ ἀντι μαχόμενον, ἀργότερόν πως εἰς τὸν ἀγῶνα ἢ ῥαθυ μότερον ἀπαντήσητε, ἀλλ᾽ ὡς πρὸς ἀνταγωνιστὴν ἀνδρειότατον οὕτω γενναίως καὶ πάσῃ παρασκευή διανάστητε. Νικήσαντες μὲν γὰρ οὐ μέγα στήσεσθαι τοῖς πολλοῖς δόξετε τρόπαιον εἰ δὲ καὶ ἠττηθῆναι ὑμᾶς συμβῇ, ὅπερ ἀπεύχομαι, μεγάλην ἂν αἰσχύνην πᾶσι καὶ γέλωτα ἔφλοιτε· πρὸς γὰρ τὴν φύσιν ὁρῶντες ὅτι γυνή, ἀσθενῆ καὶ τὸν λόγον αὐτῆς ύπολαμβάνουσι καὶ τὴν ἰσχὺν εἶναι καὶ οὐδὲν ἂν γενναῖον αὐτὴν οὐδὲ ἀνδρικὸν οὔτε πρᾶξαι ποτε, οὔτε εἰπεῖν δυνηθῆναι. Ἐγὼ δὲ ὡς ἀκριβῆ πεῖραν αὐτῆς ἐσχηκώς, καὶ αὐτὸν ἄν μοι δοκῶ τὰ δευτερεία ταύτης ἔχειν τὸν τὰ πρῶτα τῆς σοφίας ἀπενεγκάμενον Πλάτωνα, καὶ ὑμᾶς ὥσπερ ἂν εἰ πρὸς αὐτὸν ἐκεῖνον οὕτω παρασκευάζεσθαι ἀξιῶ· βέλτιον γὰρ μεγάλη προδοκώντας ἐλάττονα εὐρεῖν, ἢ μικρά ἐλπίσαντας ἰσχυροτέροις περιπεσείν. Η΄. Πρὸς ταῦτα εἰς τῶν ῥητόρων ὁ τῶν σὺν αὐτῷ πάντων διαφορώτατος εἶπεν. Εἰκὸς οὕτω ταῦτα ἔχειν, ὦ βασιλεῦ, καὶ συνετήν τινα τὴν γυναῖκα καὶ ἀγχίνουν εἶναι. ᾿Αλλ᾽ οὐ δοκεῖ μοι κατὰ πρόσωπον ῥήτορος αὐτὴν ἐλθεῖν ὑπομείναι, μὴ ὅτι γι αὐτῷ λόγον συνάρχι, καὶ εἰς προτάσεις αὐτῷ καὶ ἀντιθέσεις χωρήσαι. Τί γάρ ἐστι γυνή πρός τέχνην ῥητορικήν ; Όμως ἐλθέτω μόνον σοῦ κελεύσαντος, καὶ ὄψει τὰ ἐπὶ τούτοις. Τὸν ρήτορα τοίνυν οὕτω μεγάλα φυσῶντα ἰδὼν ὁ Μαξέντιος, πρὸς ἡδονὴν εὐθὺς καὶ φαιδρότητα μετεβάλλετο, ελπίσας δ μάταιος ακόλαστον οὕτω καὶ θρασείαν γλώτταν ἐπιεική καὶ φιλοσοφίας γέμουσαν πεῖσαι ψυχήν. Παραστῆναι τοίνυν αὐτῷ κελεύει τὴν μακαρίαν, συνείλκετο δὲ καὶ πλῆθος ἀθρόον εἰς θέαν τοῦ ἀγῶνος ἐπιδραμόντες, ὥστε μαθεῖν ὁπότερον μέρος τὴν νικῶσαν ἀποίσεται. Οὔπω τὴν φυλακὴν οἱ ἀγαγεῖν αὐτὴν ἀπεσταλμένοι κατέλαβον, καὶ ἄγγελος ἦν αὐτῇ ἐπιστὰς καὶ, Μὴ φοβοῦ, ἡ παῖς τοῦ Θεοῦ, εἶπεν· ἰδοὺ γὰρ δοθήσεταί σοι σοφία ἐπὶ τῇ σῇ σοφία παρά Θεοῦ, καὶ πείσεις τοὺς πεντήκοντα ῥήτορας. Οὐ πείσεις δὲ μόνον ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς καὶ πολλοὺς σὺν αὐτοῖς ἑτέρους προσάξεις Θεῷ. Εἶτα καὶ αὐτῇ τὸν τοῦ μαρτυρίου στέφανον ἀναδήσει. Ταῦτα ὁ μὲν εἰπὼν ᾤχετο. Θ΄. Λαβόντες δὲ αὐτὴν οἱ ἀπεσταλμένοι τῷ βασι λικῷ προσάγουσι βήματι. Καὶ αὐτίκα ὁ γενναίος ῥήτωρ ἐκεῖνος, ὃν προλαβὼν ὁ λόγος ἐδήλωσε, μέγαmagnis donis remunerabimus. Cum ea ergo lit. μιν καὶ τέχνην ἀποδεξάμενοι μεγάλαις ὑμᾶς δωρεαίς
tera brevi per totum suum pervasissent imperium, ἀμειψόμεθα. Τῶν γραμμάτων τοίνυν πᾶσαν τὴν
convenerunt ad ipsum electi numero quinquaginta ὑπ' αὐτὸν ἀρχὴν ἐν ὀλίγῳ περιελθόντων συνῆλθον
oratores, qui erant acres ad inveniendum, et πρὸς αὐτὸν ἐξ ἐπιλογῆς τὸν ἀριθμὸν πεντήκοντα
multum valebant in dicendo. Quos cum proxime ῥήτορες, όξεις τε νοῆσαι καὶ εἰπεῖν ἱκανώτατοι,
sistendos curassel Maxentius [Maximinus], ut Kαὶ τούτους ἐγγυτάτω παραστησάμενος ὁ Μαξένο
familiaritate eos magis acueret et incitaret: Quæ, τιος ἵνα καὶ πλέον παραθήξῃ ταῖς οἰκειώσεσι, Τὸ
inquit, a nobis ad vos misse sunt littera, signi- παρ' ἡμῶν, ἔφη γράμμα πεμφθὲν πρὸς ὑμᾶς ἐδή
firarant causam vestri huc adventus. Vos ergo λωσε τὴν αἰτίαν τῆς ἐνταῦθα ὑμῶν ἀφίλεως. Παραpulchre vos ipsos paretis et instrualis. Neque quod σκευάσασθε οὖν ἰσχυρῶς, καὶ μὴ, ὅτι θῆλυ τὸ ἀντιsit adversaria femina, segnius aut negligentius μαχόμενον, ἀργότερόν πως εἰς τὸν ἀγῶνα ἢ ῥαθυ
venialis ad certamen, sed tanquam contra fortis- μότερον ἀπαντήσητε, ἀλλ᾽ ὡς πρὸς ἀνταγωνιστὴν
simum adversarium, generoso et excelso animo, ἀνδρειότατον οὕτω γενναίως καὶ πάσῃ παρασκευή
et cum omni apparatu in eam insurgatis. Nam si διανάστητε. Νικήσαντες μὲν γὰρ οὐ μέγα στήσεσθαι
viceritis quidem, non videbimini multis parvum τοῖς πολλοῖς δόξετε τρόπαιον εἰ δὲ καὶ ἠττηθῆναι
erexisse tropæum. Sin autem, quod absit, vos ὑμᾶς συμβῇ, ὅπερ ἀπεύχομαι, μεγάλην ἂν αἰσχύνην
vinci contigerit, magnum dedecus vobis consilia- πᾶσι καὶ γέλωτα ἔφλοιτε· πρὸς γὰρ τὴν φύσιν
bitis, et ridebimini ab omnibus. Aspicientes enim ὁρῶντες ὅτι γυνή, ἀσθενῆ καὶ τὸν λόγον αὐτῆς
ad sexum, quod sit mulier, eam esse existimant ύπολαμβάνουσι καὶ τὴν ἰσχὺν εἶναι καὶ οὐδὲν ἂν
in dicendo imbecillam, et ejus eloquenti:e nullas γενναῖον αὐτὴν οὐδὲ ἀνδρικὸν οὔτε πρᾶξαι ποτε,
esse vires arbitrantur, eamque nihil generosum
οὔτε εἰπεῖν δυνηθῆναι. Ἐγὼ δὲ ὡς ἀκριβῆ πεῖραν
ac forte posse aut facere, aut dicere. Ego autem, αὐτῆς ἐσχηκώς, καὶ αὐτὸν ἄν μοι δοκῶ τὰ δευτερεία
ut qui ejus accuratam habeam experientiam, opi- ταύτης ἔχειν τὸν τὰ πρῶτα τῆς σοφίας ἀπενεγκά
nor ab ea secundum futurum Platonem, qui tulit μενον Πλάτωνα, καὶ ὑμᾶς ὥσπερ ἂν εἰ πρὸς αὐτὸν
primas partes sapientiæ. Vosque sic velim esse ἐκεῖνον οὕτω παρασκευάζεσθαι ἀξιῶ· βέλτιον γὰρ
paratos, perinde ac si adversus illum ipsum es- μεγάλη προδοκώντας ἐλάττονα εὐρεῖν, ἢ μικρά
selis decertaturi. Est enim melius, magna exspec- ἐλπίσαντας ἰσχυροτέροις περιπεσείν.
tantes invenire minora, quam parva sperantes,
incidere in fortiora.
Η΄. Πρὸς ταῦτα εἰς τῶν ῥητόρων ὁ τῶν σὺν αὐτῷ
πάντων διαφορώτατος εἶπεν. Εἰκὸς οὕτω ταῦτα
ἔχειν, ὦ βασιλεῦ, καὶ συνετήν τινα τὴν γυναῖκα καὶ
ἀγχίνουν εἶναι. ᾿Αλλ᾽ οὐ δοκεῖ μοι κατὰ πρόσωπον
ῥήτορος αὐτὴν ἐλθεῖν ὑπομείναι, μὴ ὅτι γι axi
λόγον συνάρχι, καὶ εἰς προτάσεις αὐτῷ καὶ ἀντιθέ
σεις χωρήσαι. Τί γάρ ἐστι γυνή πρός τέχνην
ῥητορικήν; Όμως ἐλθέτω μόνον σοῦ κελεύσαντος,
καὶ ὄψει τὰ ἐπὶ τούτοις. Τὸν ρήτορα τοίνυν οὕτω
μεγάλα φυσῶντα ἰδὼν ὁ Μαξέντιος, πρὸς ἡδονὴν
εὐθὺς καὶ φαιδρότητα μετεβάλλετο, ελπίσας δ
μάταιος ακόλαστον οὕτω καὶ θρασείαν γλώτταν
ἐπιεική και γιλοσοφίας γέμουσαν πεῖσαι ψυχήν.
Παραστῆναι τοίνυν αὐτῷ κελεύει τὴν μακαρίαν,
συνείλκετο δὲ καὶ πρῆθος ἀθρόον εἰς θέαν τοῦ
ἀγῶνος ἐπιδραμόντες, ὥστε μαθεῖν ὁπότερον μέρος
τὴν νικῶσαν ἀποίσεται. Οὔπω τὴν φυλακὴν οἱ
ἀγαγεῖν αὐτὴν ἀπεσταλμένοι κατέλαβον, καὶ ἄγγελος
Dἦν αὐτῇ ἐπιστὰς καὶ, Μὴ φοβοῦ, ἡ παῖς τοῦ Θεοῦ,
εἶπεν· ἰδοὺ γὰρ δοθήσεταί σοι σοφία ἐπὶ τῇ σῇ
σοφία παρά Θεοῦ, καὶ πείσεις τοὺς πεντήκοντε
ῥήτορας. Οὐ πείσεις δὲ μόνον ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ
αὐτοὺς καὶ πολλοὺς σὺν αὐτοῖς ἐτέρους προσάξεις
Θεῷ. Εἶτα καὶ αὐτῇ τὸν τοῦ μαρτυρία, στέφανον
ἀναδήσει. Ταῦτα ὁ μὲν εἰπὼν ᾤχετο.
VIII. Ad hæc dixit unus ex oratoribus, qui erat
eximius inter omnes, qui erant cum ipsis: Consentaneum est, o imperator, hac ita se habere,
et intelligenter esse mulierem, et acuti ingenii.
Sed non videtur mihi fore, ut sustineat venire in
conspectum oratoris, ne dum ut cum eo ineat cer.
tamen disputationis, et aut aliquid proponat, aut
opponat. Quid est enim mulier ad artem rethoricam? Veniat tamen solum, te jubente, et videbis
quæ deinceps consequuntur. Cum ergo oratorem
adeo tumidum vidisse! Maxentius (Maximinus],ad
voluptatem et laetitiam statim fuit conversus, spe.
rans stultus linguam adeo intemperantem et audacem persuasuram linguæ moderalæ et plenæ
sapientia. Jubet ergo ante se sisti martyrem. Col.
lecta quoque fuerat frequens multitudo, concurrens ad spectaculum certaninis, ut scirent, ex
utra parte staret victoria, Nondum pervenerant
ad custodiam ii, qui jussi fuerant eam adducere,
cum angelus Domini ei apparens: Noli timere, ait,
Dei puella Ecce enim præter tuam sapientiam tibi
dabitur a Deo sapientia, et persuadebis quinqua
ginta oratoribus. Neque solum persuadebis, sed
et ipsos, et multos alios, qui sunt cum eis, ad
Deum adduces. Deinde tu quoque eris redimita
corona martyrii. Hæc ille quidem cum dixisset,
abiit.
IX. Cum eam autem accepissent ii, qui missi
fuerant, adducunt ad tribunal imperatoris. Et stae
tim egregius ille orator, quem prius diximus,
Θ΄. Λαβόντες δὲ αὐτὴν οἱ ἀπεσταλμένοι τῷ βασι
λικῷ προσάγουσι βήματι. Καὶ αὐτίκα & γενναίος
ῥήτωρ ἐκεῖνος, ὃν προλαβὼν ὁ λόγος ἐδήλωσε, μέγα
col. 285–286page 139 of 146
PG 116:285γόμενος, Σὺ εἶ, φησίν, ἡ ἰταμῶς εἰς τοὺς θεοὺς ἡμῶν μάρτυς πράως μάλιστα καὶ Εγώ εἰμι, ἀπεκρίνατο, πλὴν οὐκ ἀντιὡς αὐτὸς ἔφης, καὶ ἰταμῶς, μετρίως δὲ φθεγξάμην καὶ φιλαληθῶς. Καὶ ὁ ῥήτωρ, γάλων ποιητῶν, φησί, θεοὺς ὑψηλοὺς ἐκεῖνομαζόντων, πῶς αὐτὴ καὶ γλῶτταν κινεῖς στων καὶ ὅλως ἀποθρασύνεσθαι τὰ τοιαῦτα καίτοι γε, ὡς ὁ λόγος ἔχει, τῆς τούτων σου καὶ αὐτὴ γευσαμένη, καὶ τῆς γλυκύτητος κοιΕὐσυνέτως τοίνυν ἐκείνη τὸν λόγον τοῦσα, Τήν μὲν σοφίαν ὡς τοῦ ἐμοῦ, φησί, ἔχω Θεοῦ, ὅς ἐστιν ἡ σοφία καὶ ἡ ζωή, καὶ φοβείσθαι καὶ τὰς αὐτοῦ τηρεῖν ἐντολὰς ἀρχὴ ἐστὶ τελεωτέρας καὶ μείζονος· τὰ δὲ τῶν θεν καταγέλαστα ὄντα, καὶ πολλῆς τα τῆς ἀπάτης, οὐκέτι οὐδὲ ἀξίου τινὸς ἔτυχε. Πλὴν ἀλλ᾽ εἰπὲ ἡμῖν ὅστις σου τῶν μεγάὡς φής, ποιητῶν καὶ ὅπως θεοὺς αὐτοὺς ἐπωὉ δὲ ῥήτωρ· Πρῶτα μὲν ὁ σοφώτατος, ποιητῶν Ὅμηρος, ἐπειγόμενος οὕτωσὶ τῷ Δι, κύδιστε, μέγιστε, καὶ ἀθάνατοι θεοὶ ἄλλοι· δὲ καὶ ἡ περίβλεπτος Ὀρφεὺς ἐν τῇ αὐτοῦ νέᾳ οὕτω πως εὐχαριστῶν τῷ Ἀπόλλωνι, ὦ ἄναξ υἱέ, ἑκατηβόλε Φοίβε, κραταιέ, πανδερκές, εῖσι καὶ ἀθανάτοισιν ἀνάσσων, Πέλιε χρυσέοισι μένει πτερύγεσιν. Οὕτω μὲν οὖν οἱ κράτιστοι πρῶτοι τῶν ποιητῶν ἐτίμων τε αὐτοὺς καὶ φανερῶς ἀθανάτους ἐκάλουν. Μηδὲ σὺ τοίνυν τῆς ἀπάτης κλεπτομένη προσανέχης οἷα Θεῷ πειρομένων, ὃν οὐδὲ τῶν παλαιῶν τις σοφῶν ὀνομάσας εὑρίσκεται, οὐδὲ εἰ Θεὸς καλοῖτο εἰδώς. Γ. Καὶ ἡ μάρτυς· Ναί, φησί, τὰ περὶ τῶν θεῶν οὕτως ἔχειν ὁμολογῶ καὶ οὐκ ἂν ἀντείποιμι· ἐκεῖνά που θήσομεν. Ὅμηρος μὲν γὰρ ἂν ἄριστον ποιητῶν ἔφης, αὐτὸς ἐκεῖνος πάλιν τὸν ἄριστον ἁπάντων θεῶν σου Δία μυρίαις ὑποβάλλει ἀτοπήμασι, τῇ μὲν ψεύστην καὶ σκολιόν, παντούργον τε καὶ ἀπατεώνα καλῶν, πῇ δὲ ὑπὸ Ἥρας Ποσειδῶνος καὶ Ἀθηνᾶς, παρ᾽ ὀλίγον δεσμώτην γενόμενον. Εἰ γὰρ μὴ παρὰ Θέτιδος κατεμηνύθη τὴν ἐπιβουλήν, καὶ τὸν Αἰγαῖον φύλακα τῆς οἰκείας σωτηρίας προβάλλετο, τάχα σοι τῶν θεῶν καὶ τῶν ἄλλων ὁ πατὴρ ὕπτιος ἔκειτο δέσμιος, ἀβοήθητος, δύο γυναικῶν καὶ Ποσειδῶνος καταπαιζόμενος. μουσικὸς δὲ πάλιν Ὀρφεὺς πολλὴν ὑμῶν τῶν ὡς σεβομένων καὶ οὗτος ἄνοιαν καὶ παραπληξίαν καταγινώσκει, καὶ μάλιστα ἐν ᾗ βίβλῳ περί τε τῆς, ὡς ἔφης, τῶν θεῶν τῆς γονῆς καὶ τῆς τοῦ κόσμου συνέγραψε κτίσεως, οὕτω πῶς καὶ περὶ τῆς ὑμετέρας ματαιότητος καὶ τῆς ἀμαθίας ὑποσημαίνων· οὔτε κακοῖς προσερχομένοις νοῆσαι, οὔτε ποτε προτρέψαι κακότητος ἔχουσιν, ᾧτινι καὶ αὐτὸς ὁ σοφὸς προσμαρτυρεῖ Σοφοκλῆς, Ἔστι Θεός, ὃν, οὐρανὸν ἔτευξε καὶ γαῖαν μακράν, πόντου γλαυκὸν οἷμα καὶ ἀνέμων βίας· θνητοὶ δέ πολυπλανεῖς, ἱδρυσάμεθα πεμμάτων παραψυχὰς καὶ θεῶν ἀγάλματα, ξύλων καὶ λίθων ἐκ χρυσοῦσοβαρόν
οὕτω καὶ
; Καὶ ἡ
MARTYRIUM S. CATHARINÆ.
γόμενος, Σὺ εἶ, φησίν, ἡ
Σταμῶς εἰς τοὺς θεοὺς ἡμῶν
μάρτυς πράως μέλιστα καὶ
torve intuens, et superbe loquens: Tues, inquit,
quæ deos nostros tam impudenter et adeo insolenter injuria afficis? Martyr autem valde leniter et
Εγώ εἰμι, ἀπεκρίνατο, πλὴν οὐκ ἀντι- placide respondit: Ego sum, sed non impudenter
ὡς αὐτὸς ἔφης, καὶ ἰταμῶς, μετρίως δὲ et insolenter, ut dixisti, sed moderate potius et
φθεγξάμην
'EV.
καὶ
φιλαληθῶς. Καὶ ὁ ῥήτωρ,
vere sum locuta. Dixit vero orator: Cum magui
γάλων ποιητών, φησί, θεοὺς ὑψηλοὺς ἐκε! poetæ deos allos illos nominent, quomodo tu in
ομαζόντων, πῶς αὐτὴ καὶ γλῶτταν κινεῖς
στων καὶ ὅλως ἀποθρασύνεσθαι τὰ τοιαῦτα
καίτοι γε, ὡς ὁ λόγος ἔχει, τῆς τούτων σου
κι αὐτὴ γευσαμένη, καὶ τῆς γλυκύτητος κοι
Εὐσυνέτως τοίνυν εκείνη τον λόγον
τοῦσα, Τήν μὲν σοφίαν ὡς τοῦ ἐμοῦ, φησί,
Εχω Θεοῦ, ὅς ἐστιν ἡ σοφία καὶ ἡ ζωή, καὶ
φοβείσθαι καὶ τὰς αὐτοῦ τηρεῖν ἐντολὰς ἀρχὴ
: ἐστὶ τελεωτέρας καὶ μείζονος· τὰ δὲ τῶν
θεν καταγέλαστα ὄντα, καὶ πολλής
τα τῆς ἀπάτης, οὐκέτι οὐδὲ ἀξίου τινὸς ἔτυχε
. Πλὴν ἀλλ᾽ εἰπὲ ἡμῖν ὅστις σου τῶν μεγάὡς φής, ποιητῶν καὶ ὅπως θεοὺς αὐτοὺς ἐπωὉ δὲ ῥήτωρ Πρῶτα μὲν ὁ σοφώτατος,
ποιητῶν Όμηρος, ἐπειγόμενος ούτωσὶ τῷ Δι,
κύδιστε, μέγιστε, καὶ ἀθάνατοι θεοὶ ἄλλοι
· δὲ καὶ ἡ περίβλεπτος Ορφεὺς ἐν τῇ αὐτοῦ
νέα οὕτω πως εὐχαριστῶν τῷ ᾿Απόλλωνι, ὦ ἂνα
ὺς υἱὲ, ἑκατηβόλε Φοίβε, κραταιέ, πανδερκές,
εῖσι καὶ ἀθανάτοισιν ἀνάσσων, Πέλιε χρυσέοσιν
μένει πτερύγεσιν. Οὕτω μὲν οὖν οἱ κράτιστοι
πρώτοι τῶν ποιητῶν ἐτίμων τε αὐτοὺς καὶ
· φανερῶς ἀθανάτους ἐκάλουν. Μηδὲ σὺ τοίνυν
τῆς ἀπάτης κλεπτομένη προσανέχης οἷα Θεῷ
πειρομένων, ὃν οὐδὲ τῶν παλαιῶν τις σοφὸν
μισής εὑρίσκεται, οὐδὲ εἰ Θεὸς καλοῦτο εἰδώς.
Γ. Καὶ ἡ μάρτυς· Ναί, φησί, τὰ περὶ τῶν θεῶν
όπως ἔχειν ὁμολογῶ καὶ οὐκ ἂν ἀντείποιμι·
ἐκεῖνά που θήσομεν. "Ομηρος μὲν γὰρ ἂν
στον ποιητῶν ἔφης, αὐτὸς ἐκεῖνος πάλιν τὸν
τον ἁπάντων θεῶν σου Δία μυρίαις ὑποβάλλει
ἐτοπήμασι, τῆ μὲν ψεύστην καὶ σκολιόν, παν
ων τε καὶ ἀπατεώνα καλῶν, πῆ δὲ ὑπὸ Ηρας
Ποσειδώνος καὶ ᾿Αθηνᾶς, παρ' ολίγον δεσμώτην
μενον. Εἰ γὰρ μὴ παρὰ Θέτιδος κατεμηνύθη τὴν
αλὴν, καὶ τὸν Αἰγαῖον φύλακα τῆς οἰκείας σωτις προβάλλετο, τάχα σα τῶν θεῶν καὶ τῶν
ἣν ὁ πατὴρ ὕπτιος ἔκειτο δέσμιος, αβοήθητος
δύο γυναικῶν καὶ ποσειδῶνος καταπαιζόμενος.
μουσικὸς δὲ πάλιν Ορφεύς πολλὴν ὑμῶν τῶν
ὡς σεβομένων καὶ οὗτος ἄνοιαν καὶ παραπληκαταγινώσκει, καὶ μάλιστα ἐν ᾗ βίβλῳ περί τε
ν, ὡς ἔτης, τῶν θεῶν τῆς γονῆς καὶ τῆς τοῦ
το συνέγραψε κτίσεως, οὕτω πῶς καὶ περὶ τῆς
ίρας ματαιότητος καὶ τῆς ἀμαθίας ὑποσημίοτε κακοῖς προσερχομένοις νοήσαι, οὔτε ποῖς
· προτρέψαι κακότητος ἔχουσιν, ᾧτινι καὶ αὐτὸς
· ὁ σοφὸς προσμαρτυρεί Σοφοκλής, "Εστι Θεός,
ν, ὃς οὐρανὸν ἔτευξε καὶ γαῖαν μακράν, πόντου
προπόν οἷμα καὶ ἀνέμων βίας. θνητοί δέ πολυεἴη, πλανώμενοι, ίδρυσάμεθα πεμμάτων παραψυκαὶ θεῶν ἀγάλματα, ξύλων καὶ λίθων ἐκ χρυσο»
eos linguam moves, et tam insolenter audes in
eos insultare? etsi, ut fertur, tu quoque eorum
gustati sapientiam, et fuisti particeps dulcedinis.
Illa autem prudenter respondens: Habeo quidem,
inquit, sapientiam, sicut inei Dei donumn, qui est
sapientia et vita, et quem timere et ejus mandala
servare, est initium sapientia perfectioris et majoris. Res autem vestrorum deorum cum sint ridiculæ, et plenæ multa deceptione, nondumn ullam
pro meritis assecuta sunt vituperationem. Verum enimvero dic nobis, quisnam ex luis magnis,
ut dicis, poetis,et quomodo deos ipsos nominavil?
Orator autem: Primum quidem, inquit, sapiens
poe'a Homerus Jovem precans, sic dicit: Jupiter
gloriosissime, maxime, et alii dii immortales.
Deinde insignis quoque Orpheus in sua Theogonia,
sic gratias agens deo Apollini, dicit: Ο rex filius
Latonis, eminus feriens, polens Phoebe, qui omnia
intueris, et imperas mortalibus et immortalibus,
Sol, qui in altum pennis aureis extolleris. Atque
sic quidem praestantissimi et primi ex poetis,
ipsos honorabant, et deos aperte vocabant. Neque tu ergo decepta, crucifixum attendas tanquam
Deum, quem nullus ex veteribus sapiens invenitur nominasse, neque scire, an esset Deus.
[
X. Martyr autem dicit: Res deorum fateor ita
se habere; neque contradixerim. Sed illa adjiciemus. Nam Homerus quidem,quem dixisti præstantissimum poetarum, ille ipse rursus maximum
omnium deorum Jovem, inumerabillibus subjicit
absurditatibus, alicubi quidem mendacem et perversuin, valrunque vocans et deceptorem; alicubi autem a Junone, Neptuno et Minerva præter
rationem conjectum in vincula. Nisi enim a Thetide ei significatæ fuissent insidiæ, et Ægeum præfecisset custodiæ suæ salutis, deorum et hominum
pater forte tibi jacuisset supinus, vinclus, a mulieribus et Neptuno illusus. Rursus Orpheus musicus vos, qui eus culitis, magnæ amentie damna.
vit et stuporis, et maxime in libro, quem, ut
dicis, scripsit de ortu deorum et creatione mundi,
sic vestram vanitatem significans et ignorantiam,
dicit; Neque adventans malun homines intelligunt, neque cum advenerit, malum possunt avere
tere. Cui etiam astipulatur sapiens vester Sophocles, dicens: Est Deus, qui cœlum fabricatus
est et longam terram, et ponti glaucos fluctus, et
ventorum violentias. Mortales autem corde valde
errantes, bellariorum statuimus solatia,et deorum
imagines, ex lignis et lapidibus auro structis
figuras. His autem sacrificantes, et dies festos
col. 287–288page 140 of 146
PG 116:287τεκτων τύπους, θυσίας δὲ τούτοις καὶ καινὰς τεύχοντες πανηγύρεις, εὐσέβειαν εἶναι ταῦτα νομίζομεν. ΙΑ΄. Ὅτι δὲ τὸν ἐσταυρωμένον μὴ ψιλοῦ τυχεῖν ὀνόματος παρὰ τοῖς παλαιοῖς ἔφη, ἔχρῆν μὲν μηδὲ περιεργάζεσθαι καὶ πολυπραγμονεῖν, μηδὲ λογισμούς ἐρευνῶν ἀνθρωπίνους περὶ αὐτοῦ, ὡς ἔστι Θεὸς ἀληθὴς οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ θαλάσσης καὶ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἀστέρων καὶ παντὸς τοῦ τῶν ἀνθρώπων γένους δημιουργός, ἀκατάληπτος, ἀνεξερεύνητος, ἀπέραντος, ἀνεξιχνίαστος, ἄῤῥητος. Ἵνα δέ σοι τὰ περὶ αὐτοῦ καὶ ἀπὸ τῶν ὑμετέρων πιστώσωμαι· οὕτω γὰρ ἂν εἴη πάντως ἀνύποπτος καὶ ἡ μαρτυρία τῆς σοφωτάτης ἐν γυναιξὶν ἄκουσον σιβύλλης τὴν κατὰ σάρκα γέννησιν αὐτοῦ, καὶ τὴν περὶ ὑμᾶς πρόνοιαν καὶ τὴν ἄφατον αὐτοῦ κηδεμονίαν σαφῶς ὑποσημαινούσης, εἰ βούλει δὲ, καὶ αὐτῶν ἐπακούσωμεν τῶν ῥημάτων. Ὀψέ ποτέ τις ἐπὶ τὴν πολυσχιδῆ ταύτην ἐλάσεις γῆν, καὶ δίχα σφάλματος γενήσεται σὰρξ, ἀκαμάτοις δὲ θεότητος ὅροις, ἀνιάτων παθῶν λύσει φθοράν. Καὶ τούτῳ φθόνος γενήσεται ἐξ ἀπίστου λαοῦ, καὶ πρὸς ὕψος κρεμασθήσεται ὡς θανάτου κατάδικος. Ταῦτα δὲ πάντα πείσεται πράως· ὅρα δέ σοι καὶ τὸν ἀψευδῆ μάντιν Ἀπόλλωνα, τῆς συνήθους ἀσαφείας καὶ τῆς λοξότητος ἐπιλελησμένον καὶ γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν ἀναδιδόντα καὶ μὴ βουλόμενον. Εἷς με, φησί, βιάζεται οὐράνιος ὅς ἐστι φῶς τριλαμπές. Ὁ δὲ παθών Θεός ἐστι καὶ οὐ θεότης πάθεν αὐτή· ἄμφω γάρ βροτός, καὶ ἄμβροτος. Αὐτὸς Θεὸς ἤδη καὶ ἀνὴρ, πάντα φέρων ἐκ θνητοῖς, σταυρόν, ὕβριν, ταφὴν, ὃς καὶ ἀπὸ βλεφάρων ποτὲ χεύπτα δάκρυα θερμά, ὃς πέντε χιλιάδας πυρῶν κόρεσε. Τὸ γὰρ θέλεν ἄμβροτος ἀλκή. Χριστὸς Θεὸς ἐμός ἐστιν, ὃς ἐν ξύλῳ ἐξετανύσθη, ὃς θάνεν, ὃς ἐκ ταφῆς εἰς πόλον ὤρτο. ΙΒ΄. Ταῦτα Ἀπόλλων διέξεισιν ὁ Θεός σου· Κύριος γὰρ συνάναρχος ὢν τῷ γεγεννηκότι, συναίδιος, ἀρχὴ καὶ ῥίζα καὶ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων καὶ τὰ πάντα ἐξ οὐκ ὄντων παραγαγών, καὶ κατακοσμῶν αὐτὰ καὶ διακρατῶν καὶ συνέχων, οἰκεία χειρὶ τὸ ἡμέτερον ἐδημιούργησε γένος, καὶ πολλὰς ἔτεμεν ἡμῖν εἰς σωτηρίαν ὁδούς. Ἐπεὶ δὲ ὑποσκελισθέντας εἶδε τῇ παραβάσει, καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῆς σωτηρίας, τὴν ὑπακοὴν, ἀποβεβληκότας, τὸ κεφάλαιον πάλιν αὐτὸς τῆς σωτηρίας ἐργάζεται, καὶ ὁ τῆς αὐτῆς τῷ Πατρὶ φύσεως ὤν, γίνεται δι᾿ ἡμᾶς ὅπερ ἐγώ, καὶ συναναστρέφεται τοῖς ἀνθρώποις καὶ περιπολεῖ τὴν γῆν, παιδεύων, νουθετῶν, διδάσκων, πάντα ποιῶν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ πραγματευόμενος. Εἶτα καὶ θάνατον ὑπὲρ τῶν ἀγνωμόνων οἰκετῶν καταδέχεται, καὶ θάνατον ἐπονείδιστον καὶ ἐμπτύεται, καὶ ῥαπίζεται, καὶ ὅσα τῶν καταδίκων ὁ Δημιουργὸς ὑπομένει. Καὶ ταῦτα πάντα γέγονε δι᾿ ἡμᾶς, ὅπως ἡ πρώτη καταδίκη λυθῇ, καὶ ἀναιρεθῇ τοῦ διαβόλου ἡ τυραννίς, καὶ ἀνοιγῶσι πάλιν ἡμῖν οὐρανοῦ πύλαι, ἃς κακῶς ἑαυτοῖς ἀπεκλείσαμεν. Καὶ οὐδὲ μέχρι τούτων ἔστη, ἀλλὰ καὶ τριήμερος ἀναστάς, καὶ ἀνελθὼν εἰς τοὺς οὐρανούς, ὅθεν ἐλήλυθεν, Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἄφατον ἡμῖν ἐχαρίσατοnovos celebrantes, propterea nos pios esse du- τεκτων τύπους, θυσίας δὲ τούτοις καὶ καινὰς τεύχον
cimus.
τες πανηγύρεις, εὐσέβειαν εἶναι ταῦτα νομίζομεν.
XI. Quod autem crucifixum ne solum quidem.
ΙΑ΄. Οτι δε τὸν ἐσταυρωμένον μὴ ψιλού τυχεῖν
nomen dixisti habere apud veteres, oportet quidem ονόματος παρὰ τοῖς παλαιοῖς ἔφη, ἔχρῆν μὲν μη
non esse nimis curiosum, neque de eo hunanas δὲ περιεργάζεσθαι καὶ πολυπραγμονεῖν, μηδὲ λόγια
scrutari rationes, quod sit Deus verus, opifex σμούς ἐρευνῶν ἀνθρωπίνους περὶ αὐτοῦ, ὡς ἔστι
cali, et terra, et maris, et solis, et luna, et astro- Θεὸς ἀληθὴς οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ θαλάσσης κα
rum, et universi hominum generis, incomprehen- ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἀστόρων καὶ παντὸς τοῦ τῶν
sibilis, inscrutabilis, interninatus, ineffabilis. Ut ἀνθρώπων γένους δημιουργός, ἀκατάληπτος, ἀνεξ
vero res ejus ex vestris quoque confirmem (sic ερεύνητος, ἀπέραντος, ἀνεξιχνίαστος, ἄῤῥητος. Ἵνα δέ
enim fuerit omnino a suspicione alienum testimo- σοι τὰ περὶ αὐτοῦ καὶ ἀπὸ τῶν ὑμετέρων πιστώ
nium), audi sapientissimam inter mulieres sibyl- σωμαι· οὕτω γὰρ ἂν εἴη πάντως ἀνύποπτος καὶ
lam,generationem ejus secundum carnem, et ejus ή μαρτυρία τῆς σοφωτάτης ἐν γυναιξὶν ἄκους
in nos providentiam et curam ineffabilem aperte σιβύλλης τὴν κατὰ σάρκα γέννησιν αὐτοῦ, καὶ τὴν
significantem. Si vis autem, ipsa quoque verba περὶ ὑμᾶς πρόνοιαν καὶ τὴν ἄφάτον αὐτοῦ κηδεμο
audiemus. Vix tandem autem veniet quidam in νίαν σαφῶς ὑποσημαινούσης, εἰ βούλει δὲ, καὶ
hanc multifidam terram, et absque lapsu fiet caro. αὐτῶν ἐπακούσωμεν τῶν ῥημάτων. Οψέ ποτέ τις
Indefessis autem terminis divinitatis solvet corru- ἐπὶ τὴν πολυσχιδή ταύτην ἐλάσεις γῆν, καὶ δίχα
plionem affectionum immedicabilium. Et ei erit σφάλματος γενήσεται σὰρξ, ακαμάτοις δὲ θεότητος
invidia in incredulo populo, et in alto suspende- ὅροις, ανιάτων παθών λύσει φθοράν. Καὶ τούτῳ
tur, tanquam reus mortis. Hæc autem omnia leni- 5 φθόνος γενήσεται ἐξ ἀπίστοῦ λαοῦ, καὶ πρὸς ὕψος
ter patietur. Vide quoque vatem a mendacio alie- κρεμασθήσεται ὡς θανάτου κατάδικος. Ταῦτα δὲ
num Apollinem, oblitum solitæ suæ obscuritatis et παντα πείσεται πράως· ὅρα δέ σοι καὶ τὸν ἀψευδή
obliquitatis, et nudam, etiamsi nolit, edentem ve- μάντιν Απόλλωνα, τῆς συνήθους ἀσαφείας καὶ τῆς
ritatem. Unus, inquit, ne cogit calestis, qui est λοξότητος ἐπιλελησμένον καὶ γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν
lux tripliciter refulgens. Qui vero passus est Deus; άναδιδόντα καὶ μὴ βουλόμενον. Εἰς με, φησί, βιά
non passa est aulem ipsa divinitas. Ambo est ζεται ουράνιος ὅς ἐστι φῶς τριλαμπές. Ὁ δ
enim, et mortali corpore, et alienus a corru- παθών Θεός ἐστι καὶ οὐ θεότης πάθεν αυτή
ptione. Ipse jam Deus est vir, omnia ferens in ἄμφω γάρ βροτός, καὶ ἄμβροτος. Αὐτὸς Θεὸς
mortalibus, crucem, contumeliam, sepulturam. ἤδη καὶ ἀνὴρ, πάντα φέρων ἐκ θνητοῖς, σταυρόν,
Qui etiam ex superciliis calidas aliquando fudit ὕβριν, ταφὴν, ὃς καὶ ἀπὸ βλεφάρων ποτέ χεύπτα
lacrymas. Qui quinque millia implevit frumento. δάκρυα θερμά, ὃς πέντε χιλιάδας πυρῶν κόρεσε. Τὸ
Velle enim est divina potentia, Christus est meus γὰρ θέλεν ἄμβροτος ἀλκή. Χριστὸς Θεὸς ἐμός ἐστιν,
Deus, qui in ligno fuit extensus, qui mortuus, qui ὃς ἐν ξύλῳ ἐξετανύσθη, ὃς θάνεν, ὃς ἐκ ταφῆς
ex sepultura in cœlum est sublatus.
εἰς πόλον ώρτο.
XII. Hæc refert Apollo deus tuus, etenim cum sit,
est expers principii, et coalernus cum Deo, qui
genuit, principium, radix et fons bonorum universorum; et cum quæcunque sunt, ex nihilo produxisset, eaque ornaret ac regeret, et sua manu
contineret, nostrum genus est fabricatus, et nobis
multas vias muniit ad saluten. Cum eos autem
vidisset supplantatos transgressione, et amisisse
ipsum caput salutis, nempe obedientiam,ipse rursus
facit id, quod est caput salutis; et qui est ejusdem
natura. cujus pater,tit propter nos id, quod ego, et "
versatur simul cum hominibus, et obit terram castigans, admonens, docens, omnia faciens et procurans. Deinde etiam subit mortem pro ingratis
famulis, eamque ignominiosissimam, conspuiturque et colaphis cæditur, et sustinet Creator
ornnia, quæ condemnati: et facta sunt hæc omnia
propter nos, ut solveretur prima condemnatio, et
de medio tolleretur tyrannis diaboli,et cali portæ
nobis rursus aperirentur, quas male nobis clausimus. Et nec hucusque quidem stetit: sed cum
etiam tertio die surrexisset, et in cœlos ascendisset, unde venit, ineffabilem sancti Spiritus nobis
donavit gratiam, et misit discipulos, illius manκαὶ
ΙΒ'. Ταῦτα 'Απόλλων διέξεισιν ὁ Θεός σου· Κύριος
γὰρ συνάναρχος ὢν τῷ γεγεννηκότι, συναίδιος, ἀρχὴ
καὶ ῥίζα καὶ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων καὶ τὰ
πάντα ἐξ οὐκ ὄντων παραγαγών, καὶ κατακοσμών
αὐτὰ καὶ διακρατών καὶ συνέχων, οἰκεία χειρὶ τὸ
ἡμέτερον ἐδημιούργησε γένος, καὶ πολλὰς ἔτεμεν
ἡμῖν εἰς σωτηρίαν ὁδούς. Επεὶ δὲ ὑποσκελισθέντας
εἶδε τῇ παραβάνει, καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῆς στ
τηρίας, τὴν ὑπακοὴν, ἀποβεβληκότας, τὸ κεφάλαιον
πάλιν αὐτὸς τῆς σωτηρίας ἐργάζεται, καὶ ὁ τῆς
αὐτῆς τῷ Πατρὶ φύσεως ὤν, γίνεται δι᾿ ἡμᾶς ὅπερ
Εγώ, καὶ συναναστρέφεται τοῖς ἀνθρώποις
περιπολεῖ τὴν γῆν, παιδεύων, νουθετῶν, διδάσκων,
πάντα ποιῶν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ πραγματευόμενος,
Εἶτα καὶ θάνατον ὑπὲρ τῶν ἀγνωμόνων οἰκετῶν
καταδέχεται, καὶ θάνατον επονείδιστον καὶ ἐμπτύει
ται, καὶ ῥαπίζεται, καὶ ὅσα τῶν καταδίκων ὁ Δη
μιουργὸς ὑπομένει. Καὶ ταῦτα πάντα γέγονε δ
ἡμᾶς, ὅπως ἡ πρώτη καταδίκη λυθῇ, καὶ ἀναιρεθή
τοῦ διαβόλου ἡ τυραννίς, καὶ ἀνοιγῶσι πάλιν ἡμῖν
οὐρανοῦ πύλαι, ᾶς κακῶς ἑαυτοῖς ἀπεκλείσαμεν
Καὶ οὐδὲ μέχρι τούτων ἔστη, ἀλλὰ καὶ τριήμερος
ἀναστὰς, καὶ ἀνελθὼν εἰς τοὺς οὐρανούς, διε
ἐλήλυθεν, Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἀφατον ἡμῖν ἐχαρίο
col. 289–290page 141 of 146
PG 116:289σατο χάριν, καὶ μαθητὰς ἀπέστειλε τὰς ἐκείνου κηρύττοντας ἐντολὰς, πάντα καὶ αὐτοὺς κίνδυνον ἀναδεχομένους, καὶ καθημερινοὺς θανάτοις ἐγκαρτεροῦντας, ὥστε τὸν περὶ ψυχῆς ἡμῖν θάνατον ἐπαμῦναι, καὶ ἀποστῆναι πᾶσαν ἀπάτην ἡμῶν, καὶ τὴν οἰκουμένην αὐτῷ παραστῆσαι πᾶσαν. Διὰ τοῦτο χρὴ διὰ πάντων ἐλθεῖν καὶ ἡμᾶς, καὶ τῶν παθημάτων αὐτῷ κοινωνῆσαι, συμφύτους γενομένους τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου, ἵνα καὶ τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς βασιλείας αὐτῷ κοινωνήσωμεν. Τούτοις οὖν καὶ σὲ πεισθῆναι προσήκει, καὶ αὐτὸν ἐπιγνῶναι θεὸν ἀληθῆ, καὶ οἰκειωθῆναι τῷ λέγοντι, « Δεῦτε, πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. » Εἰ δὲ μὴ τούτοις, ἀλλὰ τοῖς ὑπὸ τῶν θεῶν τε καὶ ποιητῶν εἰρημένοις· πάντως γάρ σαι καὶ ὁ σοφὸς Πλάτων, καὶ ὁ μουσικὸς Ὀρφεύς, ὁ καὶ ἄψυχα τῇ λύρα κινῶν, ὡς λόγος· ἔτι δέ σοι καὶ ὁ γενναῖος ἐκεῖνος Ἀπόλλων ὁ καθαρός, διαρρήδην αὐτὸν καὶ ἄκοντες ἀνομολογοῦσι Θεόν, καὶ τι καὶ ἀπὸν παρεδείχθη τῆς ἀληθείας· ὥστε πᾶσαν τοῖς ἀσεβέσι πρόφασιν περιαιρεθῆναι κἂν αὐτοὶ ἐμωράνθησαν, καὶ βλέποντες οὐχ ἑώρων, καὶ ἀκούοντες οὐ συνίεσαν. ΙΓ. Τούτοις καταπλαγέντα τὸν ῥήτορα καὶ αὐτὴν ἐπισχεθεῖσαν τὴν γλῶτταν ὁ Βασιλεὺς θεασάμενος, πρὸς τὸν ὑπόλοιπον σύλλογον τῶν ῥητόρων ἐπιστραφεὶς προσβαλεῖν καὶ αὐτοὺς τῇ μάρτυρι προετρέπετο. Οἱ δὲ εὐθέως ἀπαγορεύουσι τὸν ἀγῶνα, Οὐκ ἔχομεν ἀντιθεῖναι, εἰπόντες, πρὸς ἅπερ αὐτὴ φησι, βασιλεῦ, καὶ μάλιστα ὅτι καὶ τὸν ἄριστον ἡμῶν οὕτω δεινῶς ὑπ᾽ αὐτῆς ἡττημένον ὁρῶμεν. Ἐνταῦθα ὁ Μαξέντιος οὐκ ἐνεγκὼν τὴν μανίαν, κελεύει αὐτοὺς πυρὰν κατὰ μέσην ἀναφθῆναι τὴν πόλιν, καὶ ταύτῃ τοὺς πεντήκοντα ῥήτορας ἐμβληθῆναι. Οἱ δὲ τῆς ἀποφάσεως ἀκούσαντες ταύτης πίπτουσι πρὸς τοὺς μακαρίους ἐκείνης πόδας, καὶ θερμῶς ἐκλιπαροῦσι καὶ ἱκετεύουσι συγχωρηθῆναι μὲν αὐτοῖς παρὰ τοῦ ἐκείνης Θεοῦ, εἴ τι καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ἡμάρτησαν, καταξιωθῆναι τε αὐτοὺς καὶ τοῦ θείου βαπτίσματος, καὶ τῆς δωρεᾶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ ὡς δυνατὸν ἐκείνῳ οἰκειωθῆναι. Πρὸς ταῦτα ἡδονῆς ἡ μάρτυς θείας ὑποπλησθεῖσα, Μακάριοι, φησίν, ὄντως ἐστὲ ὅτι, τοῦ σκότους ἀφέμενοι, τῷ φωτί τῆς ἀληθείας ἠκολουθήσατε, καὶ φθειρόμενον ἐπὶ τῆς βασιλεῖ καταλιπόντες, τῷ ἐν οὐρανοῖς ἀφθάρτῳ καὶ ἀθανάτῳ προσήλθετε. Τὸ γὰρ πῦρ, ὃ παρὰ τῶν ἀσεβῶν τούτων ἠπείλεται, γενήσεταί τινα τρόπον ὑμῖν καὶ βάπτισμα καὶ κλίμαξ εἰς οὐρανούς, εἴ τις καλὸς, εἴ τις ῥύπος τοῦτον ἀποκαθαίρον, καὶ ὥσπερ ἀνὼ διαφανεῖς ἀστέρας ὑμᾶς ὡς αὐτὸν ἐκεῖνον ἄγον τὸν βασιλέα, καὶ ἐπεράστους αὐτῷ καὶ ποθεινοὺς ἐργαζόμενον. Αὕτη μὲν οὖν τοιαύταις ἐλπίσι καὶ ὑποφωνήσεσιν ὑπαλείψασα, καὶ τὸ ἄμαχον ὅπλον ἑκάστῳ τὴν τοῦ Χριστοῦ σφραγῖδα ἐπιθεῖσα μετ' εὐχαριστίας καὶ ἡδονῆς ἀπολύει πρὸς τὸ μαρτύριον. Παρηκολούθει δὲ ἄρα καὶ ταῖς ἐλπίσιν ἡ ἔκβασις· καὶ παραλαβόντες αὐτοὺς οἱ στρατιῶται, βάλλουσι χαίροντας ἐπὶ τὴν πυράν, ἑπτακαιδεκάτηνMARTYRIUM S. CATHARIN.Ε.
lum subibant, et mortem quotidie sustinebant, ut
animæ mortem a nobis depellerent, et omnem
errorem a nobis adducerent, et universum orbem
terra ad eum adducerent. Propterea oportet nos
quoque omnia persuadere et esse participes ejus
perpessionum, complantatos similitudini mortis
ejus, ut resurrectionis et regni simus cum eo participes 3. Oportet ergo te quoque, his persuaderi,
et ipsum verum Deum agnoscere et ei familiarem
elici, qui dicit: «Venile, omnes qui laboratis et
onerali estis, et ego reficiam vos 3. «Quod si non
lis, at iis saltem, quæ dicta sunt a diis tuis et
poetis. Omnino enim tibi et sapiens Plato, et musicus Orpheus, qui sua lyra, ut fertur, movebat
etiam inanimata; præterea autem egregius quoque
ille purus Apollo eum tibi vel inviti confitentur, et
veritatis aliquid ab eis est ostensum, ut omnis
impiis tolleretur occasio, etiamsi ipsi sunt iufatuati, et videntes non viderunt, et audientes non
intellexerunt.
σατο χάριν, καὶ μαθητὰς ἀπέστειλε τὰς ἐκείνου data prædicantes: qui ipsi quoque omne pericu
κηρύττοντας ἐντολὰς, πάντα καὶ αὐτοὺς κίνδυνον
ἀναδεχομένου;, καὶ καθημερινούς θανάτοις εγκαρτεροῦντας, ὥστε τὸν περὶ ψυχῆς ἡμῖν θάνατον ἐπαμῦναι, καὶ ἀποστῆναι πᾶσαν ἀπάτην ἡμῶν, καὶ
τὴν οἰκουμένην αὐτῷ παραστῆσαι πᾶσαν. Διὰ τοῦτο
χρὴ διὰ πάντων ἐλθεῖν καὶ ἡμᾶς, καὶ τῶν παθημάτων αὐτῷ κοινωνῆσαι, συμφύτους γενομένους τῷ
ὁμοιώματι τοῦ θανάτου, ἵνα καὶ τῆς ἀναστάσεως
καὶ τῆς βασιλείας αὐτῷ κοινωνησωμεν. Τούτοις οὖν
καὶ σὲ πεισθῆναι προσήκει, καὶ αὐτὸν ἐπιγνῶναι
θεὸν ἀληθῆ, καὶ οἰκειωθῆναι τῷ λέγοντι, «Δεῦτε,
πάντες οἰκοπιῶντες καὶ πιφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπεύσω ὑμᾶς.» Εἰ δὲ μὴ τούτοις, ἀλλὰ τοῖς ὑπὸ τῶν
τῶν θεῶν τε καὶ ποιητῶν εἰρημένοις· πάντως γάρ
σαι καὶ ὁ σοφος Πλάτων, καὶ ὁ μουσικός 'Ορφεύς, ο η
καὶ ἔψυχα τῇ λύρα κινῶν, ὡς λόγος· ἔτι δέ σοι καὶ
ὁ γενναῖος ἐκεῖνος ᾿Απόλλων ὁ καθαρός, διαρρήδην
αὐτὸν καὶ ἄκοντες ἀνομολογοῦσι Θεὸν, καὶ τι καὶ
απών παρεδείχθη τῆς ἀληθείας· ὥστε πᾶσαν τοῖς
ἀσεβέσι πρόφασιν περιαιρεθῆναι κἂν αὐτοί ἐμωρένθησαν, καὶ βλέποντες οὐχ εώρων, καὶ ἀκούοντις οὐ συνίεσαν,
Π. Τούτοις καταπλαγέντα τὸν ῥήτορα καὶ αὐτὴν
ἐπισχεθέντα τὴν γλῶτταν ὁ Βασιλεὺς θεασάμενος,
πρὸς τὸν ὑπόλοιπον σύλλογον τῶν ῥητόρων ἐπιστρα.
μας προσβαλεῖν καὶ αὐτοὺς τῇ μάρτυρι προετρέπτο. Οἱ δὲ εὐθέως ἀπαγορεύουσι τὸν ἀγῶνα, Οὐκ
ἔχομεν ἀντιθεῖναι, εἰπόντες, πρὸς ἅπερ αὐτή φησι,
βασιλεῦ, καὶ μάλιστα ὅτι καὶ τὸν ἄριστον ἡμῶν
οὕτω δεινῶς ὑπ' αὐτῆς ἡττημένον ὁρῶμεν. Ενταῦθα
ὁ Μαξέντιος οὐκ ἐνεγκὼν τὴν μανίαν, κελεύει αύτους πυρὲν κατὰ μέσην ἀναφθῆναι τὴν πόλιν, καὶ
ταύτῃ τοὺς πεντήκοντα ῥήτορας ἐμβληθῆναι. Οἱ δὲ
τῆς ἀποφάσεως ἀκούσαντες ταύτης πίπτουσι πρὸς
τοὺς μακαρίους ἐκείνης πόδας, καὶ θερμῶς ἐκλιπαροῦσι καὶ ἱκετεύουσι συγχωρηθῆναι μὲν αὐτοῖς
παρὰ τοῦ ἐκείνης Θεοῦ, ἤ τι καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ἡμάρτητα, καταξιωθήναι τε αὐτοὺς καὶ τοῦ θείου βαπτίσματος, καὶ τῆς δωρεᾶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ
ὡς δυνατὸν ἐκείνῳ οἰκειωθῆναι. Πρὸς ταῦτα ἡδονῆς
Η μάρτυς δείας ὑποπλησθεῖσα, Μακάριοι, φησίν,
ὄντως ἐστὲ ὅτι, τοῦ σκότους ἀφέμενοι, τῷ φωτί
τῆς ἀληθείας ἠκολουθήσατε, καὶ φθειρόμενον ἐπὶ
τῆς βασιλές καταλιπόντες, τῷ ἐν οὐρανοῖς ἀφθάρτῳ
καὶ ἀθανάτῳ προσήλθετε. Τὸ γὰρ πῦρ, ὃ παρὰ τῶν
ἀσεβῶν τούτων ηπείλεται, γενήσεταί τινα τρόπον
ὑμῖν καὶ βέπτισμα καὶ κλίμαξ εἰς οὐρανοὺς, εἴ τις
καλές, εἴ τις ρύπος τοῦτον ἀποκαθαίρον, καὶ ὥσπερ
ανές διαφανεῖς ἀστέρας ὑμᾶς ὡς αὐτὸν ἔκεῖνον
λέγον τὸν βασιλέα, καὶ ἐπεράστους αὐτῷ καὶ που
πνους εργαζόμενον. Αὕτη μὲν οὖν τοιαύταις ἐλπίσι
εἰ ὑποφωνήσεσιν ὑπαλείψασα, καὶ τὸ ἄμαχον ὅπλον
κάστῳ τὴν τοῦ Χριστοῦ σφραγιδα ἐπιδηλοῦσα μετ'
χαριστίας καὶ ἡδονῆς ἀπολύει πρὸς τὸ μαρτύριον.
Παρηκολούθει δὲ ἄρα καὶ ταῖς ἐλπίσιν ἡ ἔκβασις
καὶ παραλαβόντες αὐτοὺς οἱ στρατιῶται, βάλλουσι
ἐν χαίροντας ἐπὶ τὴν πυρὰν, ἑπτακαιδεκάτην
3 Rom. vi, 5.3 Matth. x1, 28.
XIII. His obstupuisse oratorem, et ejus linguam
plane obmutuisse cum vidisset imperator, ad
oratorium reliquum coetum conversus, hortatus
est, ut ipsi quoque aggrederentur martyrem. Illi
autem statim detractant certainen, dicentes: Non
possumus, o imperator, aliquid opponere contra
ea quæ dicit: et inaxime, quod eum qui est inter
nos præstantissimus, tam graviter videmus ab ea
superatum. Tunc Maxentius non potens ferre
furorem, jubet statiin rogumn accendi in media
civitate, et in eum injici quinquaginta oratores.
Illi aulem, liac audita sententia, procidunt ad
illius beatæ pedes, et eam vehementer obsecrant
et supplicant, ut ab illius Deo eis ignosceretur, si
quid ab eis peccatumn sit ignorantia, et ut divino
dignaretur baptismno et dono sancti Spiritus, et
quoad ejus fieri posset, illi conjungerentur. Ad
hæc martyr divina repleta latitia: Estis, inquit,
vere beati, quod, relictis tenebris, seculi estis lucern veritatis; et relicto rege, qui in terris interit,
accessistis ad eum, qui est in cœlis ab interitu
alienus et immortalis. Ignis enin, quemn impii illi
vobis sunt minati, erit quodammodo vobis baptisma el scale ad column, si qua sit macula, si quæ
sordes, eam expurgans, et tanquam lucidas quasdam stellas, vos ad illum ipsum regem sursum
ducens, et efficiens jucundos et amabiles. Et ipsa
quidem cam eis hac spe et sermone animum addidisset, et unicuique arma inexpugnabilia, nempe
Christi signaculum, immisisset, cum gratiarum
actione et laetitia dimittit ad martyrium. Spem autem consecutus est eventus, et cum eos accepissent
milites, lætos quidem jaciunt in flammam ignis
septimo decimo mensis Novembris. Vespere aulem
quidam ex piis egressi ad colligendas reliquias, in-
col. 291–292page 142 of 146
PG 116:291Νοεμβρίου μηνὸς ἱσταμένου. Ἑσπέρας δέ τινες τῶν εὐσεβῶν, ἐπὶ τὴν τῶν λειψάνων συλλογὴν ἐξελθόντες, οὕτως αὐτὰ ὑγιῆ καὶ ὅλα εὑρίσκουσιν, ὡς μηδὲ τρίχα τούτων ὑπὸ τῆς φλογὸς ὅλως ἀναλωθῆναι, πρῶτον τῆς ἐκείνων πρὸς Θεὸν οἰκειώσεως τῆς προνοίας παρασχομένης. Εὐχαριστήσαντες δὲ τῷ Θεῷ τὰ εἰκότα.
ΙΔ΄. Καὶ πολλοὺς τῷ παραδόξῳ τοῦ θαύματος εἰς ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας ἐπισπασάμενοι, λαμπρῶς αὐτὰ καὶ ὁσίως ἔν τινι τόπῳ κατατιθέασιν. Ὁ μέντοι βασιλεὺς Μαξέντιος ὅλος περὶ τὴν μάρτυρα εἶχε, καὶ φροντὶς ἦν αὐτῷ διαρκὴς ἐκείνη, καὶ ὥστε κερδᾶναι αὐτὴν, πάρεργον καὶ τὴν βασιλείαν αὐτὴν ἀνάγκης καὶ πειθὼ πᾶσαν καὶ τὰς τῶν λόγων ἅμίλλας ἀπαγορεύσας, κολακείαις ὑποκλέψαι αὐτὴν ἐπεχείρει καὶ τὰ τοιαῦτα τῇ γενναίᾳ προσήγε· Πείσθητί μοι, καλὴ θύγατερ, οἷα φιλοστόργῳ πατρὶ συμβουλεύοντι, καὶ τοῖς μεγάλοις θύσαι θεοῖς, μάλιστα τῷ τῶν μουσῶν ἐφόρῳ Ἑρμῇ, παρ' οὗ σοι καὶ τὸ πολὺ τῆς γνώσεως τοῦτο, καὶ ὅστις ταῖς ἐπὶ τῶν λόγων χάρισι, καὶ συνδιέλωμαί σοι τὴν τῆς ἀρχῆς ἐξουσίαν, ἴστωσαν οἱ θεοὶ πάντες· καὶ συνοικήσεις μετ᾽ ἐμοῦ τὰ βασίλεια. Ἡ δὲ, μεγαλόφρων οὖσα φίλων τε ἀποδέξασθαι παρρησίαν καὶ ὀξυτάτη πάλιν κολακείαν ἐχθρῶν φωράσαι, κἂν ὅτι μάλιστα σοφοῖς πλέκεται καὶ ποικίλοις τοῖς λαβυρίνθοις, Ἀποτίθεσο, βασιλεῦ, ἔφη, τὸ δρᾶμα καὶ τὴν σκηνήν, μηδὲ τὸ δολερὸν τῆς ἀλώπεκος ὑποκρίνου. Ἐγὼ γὰρ ἅπαξ σοι εἶπον ἤδη ὅτι Χριστιανή εἰμι, καὶ ἦλθον νυμφευθῆναι Χριστῷ, καὶ αὐτὸν μόνον ἔχω νυμφίον καὶ σύμβουλον καὶ τὸν τῆς παρθενίας κόσμον καὶ τὴν τοῦ μαρτυρίου στολὴν πάσης βασιλικῆς ἀλουργίδος καὶ πορφύρας τιμιωτέραν πολλῷ τίθεμαι. Ὁ βασιλεὺς τοίνυν ἔτι κήδεσθαι δῆθεν αὐτῆς προσποιούμενος· Μὴ ἀναγκάσῃς με, ἔφη, τὴν λαμπράν σου ταύτην ἀλουργίδα καθυβρίσαι καὶ μὴ βουλόμενος. Ἡ δέ· Ποίει, φησὶν, ὃ βούλει. Διὰ γὰρ τῆς προσκαίρου ταύτης καὶ ταχὺ λυομένης ἀληθῆ μοι δόξαν προξενεῖς καὶ ἀθάνατον, πολὺ δὲ οἶμαι καὶ ἄλλο πλῆθος καὶ μάλιστα τοῦ σοῦ παλατίου πιστεύσουσι δι᾽ ἐμοῦ τῷ Χριστῷ, καὶ προπέμψουσί με, καὶ αὐτοὶ πρὸς τὰς ἱερὰς ἐκείνου παστάδας μεγαλοπρεπῶς διαβαίνουσιν.
ΙΕ΄. Ταῦτα ἡ μὲν εἶπεν· ἐπένευε δὲ Θεὸς ἄνωθεν, καὶ εἰς πέρας τὰ εἰρημένα ἐξῆγε. Μαξέντιος δὲ ὀξύτατα κινηθεὶς ἐπὶ τούτοις κελεύει τὴν βασιλικὴν ἐκείνην πορφύραν ἀποδυθῆναι τὴν μάρτυρα, καὶ βουνεύροις ὠμότατα κατασίνεσθαι. Τούτου δὲ, ὡς ἐκέλευσε, γενομένου, καὶ τῆς μάρτυρος ἐπὶ δυσὶν ὅλαις ὥραις καθάπερ τισὶ νιφάσι τοῖς ἀνυποστάτοις μάστιξιν ἰσχυρῶς τὰ νῶτα καὶ τὴν κοιλίαν ὁμοῦ τυπτομένης, ἐλούετο μὲν τὸ παρθενικὸν ἐκεῖνο σώμα τοῖς αἵμασι, καὶ πολλοὺς τῶν παρόντων εἰς δάκρυα φανερὰ κατήγεν· αὐτὴ δὲ οὕτω σταθερῶς καὶ γενναίως πρὸς τὴν ἀφόρητον ἐκείνην καὶ ῥαγδαίαν ἐνίστατο τοῦ τυράννου βίαν, ὡς μικροῦ καὶ λίθινον περικεῖσθαι σῶμα δοκεῖν, εἰ μὴ τὴν φύσιν οἱ ποταμοὶ τοῦ αἵματος ἤλεγχον· ὀψὲ μέντοι καὶ ὁ ἀνήμερος θὴρ ἐκεῖνος πρὸς τὴν τῶν πληγῶν θέαν ἰλιγγιάσας, φυλακῇ τὴν μάρτυρατραίτο. ΦΗΝ NATION Gt malvan, adeo ut nec pilus qui- Νοεμβρίου μηνὸς ἱσταμένου. Εσπέρας δέ τινες τῶν
dem carum a famum omnino sit consumptus; εὐσεβῶν, ἐπὶ τὴν τῶν λειψάνων συλλογὴν ἐξελθόνhoc primum nignum illorum cum Deo conjunc- τες, οὕτως αὐτὰ ὑγιῆ καὶ τῶν εὐρίσκουσιν, ὡς μηδὲ
Lionis, praebente Providentia.
τρίχα τούτων ὑπὸ τῆς φλογὸς ὅλως ἀναλωθῆναι,
ασημή των εν πρώτον τῆς ἐκείνων πρὸς Θεὸν οἰκειώσεως τῆς προνοίας παρασχομένης. Εὐχαριστήσ
Φοντες εν τη Θεῷ τὰ εἰκότα.
ἐποιεῖτο. Και
σε τοσαύ
XIV. Cum ergo, ut par erat, Deo egissent graΙΔ΄. Καὶ πολλοὺς τῷ παραδόξῳ τοῦ θαύματος εἰς
lias, et inopinato miraculo multos allraxissent ad ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας ἐπισπασάμενοι, λαμπρῶς
agnitionem veritatis,eas praeclare el sancie deponunt αὐτὰ καὶ ὁσίως ἔν τινι τόπῳ κατατιθέασιν. Ο
in quodam loco. Imperator autem Maxentius [Maxi- μέντοι βασιλεὺς Μαξέντιος ὅλος περὶ τὴν μάρτυρα
minus) totam cogitationem defigebat in martyrem, είχε, καὶ φροντὶς ἦν αὐτῷ διαρκὴς ἀκείνη, καὶ
et de illa erat perpetuo sollicitus, ut eam lucrare- ὥστε κεριάνα: αὐτὴν, πάρεργον καὶ τὴν βασι
tur, vel ipsam curam imperii postponebat. Cum λείαν αὐτὴν
δή τα ῥητορικάς
itaque vi dicendi et disputationibus desperasset se ανάγκης καὶ πειθώ πᾶσαν καὶ τὰς τῶν λόγων
ean posse inducere, eam blanditis aggreditur αμίλλας ἀπαγορεύσας, κολακείαις υποκλέψαι αὐτὴν
illicere, et apud egregiam martyrem verbis est έπεχείρει καὶ τὰ τοιαῦτα τῇ γενναία προσήγε,
usus ejusmodi: Crede mihi, pulchra filia, qui tibi Πείσθητί μοι, καλή θύγατερ, οἷα φιλοστόργῳ πατρὶ
consulo, tanquam tibi bene volens paler. Magnis συμβουλεύοντι, καὶ τοῖς μεγάλοις θύσαι θεοῖς, μέσ
diis sacrifica; maxime autem Musarum praesidi Βλιστα τῷ τῶν μουσῶν ἐφόρῳ Ἑρμῇ, παρ' οὗ σοι καὶ τὸ
Mercurio, a quo profecta est hæc tua magna co- πολὺ τῆς γνώσεως τοῦτο, καὶ ὅστις
gnitio, et qui te exornat tanta dicendi gratia, et ταις ἐπὶ τῶν λόγων χάριστι, καὶ συνδιέλωμαί σοι
meum tecum dividam imperium, sciant dii omnes; τὴν τῆς ἀρχῆς ἐξουσίαν, ἵστωσαν οἱ θεοὶ πάντες·
et mecum habitabis in regia. Illa vero, ut quæ καὶ συνοικήσεις μετ᾿ ἐμοῦ τὰ βασίλεια. Ἡ δὲ,
esset magno et excelso animo ad excipiendam ami- μεγαλόφρων οὖσα φίλων τε ἀποδέξασθαι παρρη
corum dicendi libertatem, et rursus acerrimi in- σίαν καὶ ὀξυτάτη πάλιν κολακείαν ἐχθρῶν φωράσαι,
genii ad deprehendendam adulationem, etiamsi καν ότι μάλιστα σοφοῖς πλέκεται καὶ ποικίλοις
maxime contexeretur vafris et variis labyrinthis: τοῖς λαβυρίνθοις, ᾿Αποτίθεση, βασιλεῦ, ἔφη, τὸ ὁρᾶμε
Depone, inquit, o imperator, fictionem: neque καὶ τὴν σκηνήν, μηδὲ τὸ δολερὸν τῆς ἀλώπεκος
referas et imiteris dolum vulpis. Ego enim semel υποκρίνου. Ἐγὼ γὰρ ἅπαξ σοι εἶπον ἤδη ὅτι Χριdixi tibi me esse Christianam, et veni ut essein στιανή εἰμι, καὶ ἦλθον νυμφευθῆναι Χριστῷ, καὶ
sponsa Christi; et eum habeo solum sponsum et αὐτὸν μόνον ἔχων νυμφίον καὶ συμβουλον καὶ τὸν
consiliarium, et ornamentum virginitatis, stolam τῆς παρθενίας κόσμον καὶ τὴν τοῦ μαρτυρίου στο
que martyrii longe præfero cuivis purpuræ regiæ. λὴν πάσης βασιλικῆς ἀλουργίδος και πορφύρες
Imperator autem adhuc prae se ferens, se ejus cu. τιμιωτέραν πολλῷ τίθεμαι. Ο βασιλεύς τοίνυν ἔτι
rain gerere: Ne cogas me, inquit, vel invitum κήδεσθαι δῆθεν αὐτῆς προσποιούμενος. Μὴ ἀναγκάhanc luam præclaram purpuram injuria afficere. σης με, ἔφη, τὴν λαμπράν σου ταύτην αλουργίδα
Ille autem: Fac inquit, quod velis. Nam per hanc, καθυβρίσαι καὶ μὴ βουλόμενος. Ἡ δὲ ποίει, φησὶν
quæ est ad tempus et cito dissolvitur, concilliabis & βούλει. Διὰ γὰρ τῆς προσκαίρου ταύτης καὶ ταχύ
mihi veram et immortalem gloriam: et magna λυομένῃς ἀληθῆ μοι δόξαν προξενεῖς καὶ ἀθάνατον,
quoque alia, ut arbitror, multitudo et maxime πολὺ δὲ οἶμαι καὶ ἄλλο πλῆθος καὶ μάλιστα τοῦ
tui palatii, per me Christo credent, et ipsi quo- σου παλατίου πιστεύσουσι δι᾿ ἐμοῦ τῷ Χριστῷ, καὶ
que me prosequentur, ad sacros illius thalamos προπέμψουσί με, καὶ αὐτοὶ πρὸς τὰς ἱερὰς ἐκείνου
inagnifice transeuntem.
παστάδας μεγαλοπρεπῶς διαβαίνουσιν.
XV. Hæc illa quidem dixit: Deus autem desuper
annuit, et deduxit ad effectum ea quæ dicta fucrant. Maxentius aulem his valde iratus, jubet
martyrem exui regali illa purpura, el boum nervis
cmdi crudelissime. Cum hoc autem factum esset,
ut jusserat, et martyris corpus vel nive cadente
crebriuribus fagris intolerabilibus duas horas
valde caditur; et cum venter simul verberaretur,
lavabatur virginale quidem illius corpus sanguine,
et multis ex iis qui aderant,aper te ciebant lacrymas; ipsa autem lam constanter et fortiter restiterat
intolerabili illi et vehementi vi lyranni, ut propemodum videretur ejus corpus esse lapideum,
nisi ejus naturam fluvii sanguinis arguissent. Vix
tandem autem fera illa immunis, caligans ad plagarum spectaculum,martyrem includit in custodia,
jubens ut ea tuto asservaretur usque ad diem duoΙΕ΄. Ταῦτα ἡ μὲν εἶπεν· ἐπένευε δὲ Θεὸς ἄνω
θεν, καὶ εἰς πέρας τὰ εἰρημένα ἐξῆγε. Μαξέν
τιος δὲ ὀξύτατα κινηθεὶς ἐπὶ τούτοις κελεύει τὴν
βασιλικήν ἐκείνην πορφύραν ἀποδυθῆναι τὴν μέρο
τυρα, καὶ βουνεύροις ὠμότατα κατασίνεσθαι. Τού
του δὲ, ὡς ἐκέλευσε, γενομένου, καὶ τῆς μάρτυρος
ἐπὶ δυσὶν ὅλαις ὥραις καθάπερ τισὶ νιφάσι τοῖς
ἀνυποστάτοις μάστιξιν ἰσχυρῶς τὰ νῶτα καὶ τὴν
κοιλίαν ὁμοῦ τυπτομένης, ἐλούετο μὲν τὸ παρθενο
νικὸν ἐκεῖνο σώμα τοῖς αἵμασι, καὶ πολλοὺς τῶν
παρόντων εἰς δάκρυα φανερά κατήγεν· αὐτὴ
οὕτω σταθερῶς καὶ γενναίως πρὸς τὴν ἀφόρητου
ἐκείνην καὶ ῥαγδαία, ἐνίστατο τοῦ τυράννου βία
ὡς μικροῦ καὶ λίθινον περικείσθαι σῶμα δικείν
εἰ μὴ τὴν φύσιν οἱ ποταμοὶ τοῦ αἵματος έλεγχος,
ὀψὲ μέντοι καὶ ὁ ἀνήμερος θὴρ ἐκεῖνος πρὸς τὴν
τῶν πληγῶν θέαν ἐλιγγιάσας, φυλακὴ τὴν μάρτυρα
col. 293–294page 143 of 146
PG 116:293κατακλεί, εἰς δωδεκάτην αὐτὴν ἡμέραν ἀσφαλῶς κατέχεσθαι παραγγείλας, Εως ἂν σκέψωμαι, φησίν, ὅπως αὐτὴν καὶ τίσι τρόποις ἀναλώσω κολάσεων. Εἶχε μὲν οὖν οὕτω ταῦτα· καὶ ἡ μάρτυς τῇ φυλακῇ δοθεῖσε, δευτέρῳ πάλιν ἑταμιεύετο βήματι. 15. Αὐγούστα δὲ ἡ τοῦ βασιλέως Μαξεντίου σύζυγος τὰ κατὰ τὴν μάρτυρα πυθομένη, καὶ τὴν ψυχὴν αὐτῇ φιλικῶς τε καὶ οἰκείως διατεθεῖσα; ἐπάθει καὶ ὄψιν ἐκείνης ἰδεῖν καὶ ὁμιλίας ἀκοῦσαι, ξ; καὶ τοιούτων ἀπέλαυε διηγημάτων. Πιθούσα δὲ εὐκ ἐτύγχανε, καὶ ἦν ἡ τοῦ πεθουμένου ἀποτυχία το χαλεπώτατον αὐτῇ τῶν συμφορῶν καὶ βαρύτατον. Επελθόντι γοῦν ποτε τῳ Πορφυρίωνι πρὸς αὐτὴν, στρατοπεδάρχης δὲ οὗτος ἦν κατὰ χειρά τε γενναιό εποί, καὶ ἄριστα περί πολέμους γεγυμνασμένος επὶ διὰ τοῦτο καὶ βασιλεῖ Μαξεντίῳ τὰ μεγάλα ἐκειωμένος, καὶ παρ᾽ αὐτῷ τὰ πρῶτα δυνάμενος.) τούτον τοίνυν ἡ βασιλίς ποτε μόνον εὑροῦσα, καὶ ὺς ἀποῤῥητόν τινα πράξιν ἐκφέρειν αὐτῷ μέλλουσα, έχεις τον Πορφυρίωνα πρότερον ἀσφαλίζεται, καὶ | π πιστὰ παρ' ἐκείνου λαμβάνει, ὥστε μηδένα παρ' ἐποῦ μαθεῖν τὸ μυστήριον· εἶτα τὴν ἐπιθυμίαν είτε, καὶ ὅπωσιἐπόθει, λαθοῦτα πάντας, τῇ μάρτυρι ἐντυχεῖν, καὶ τῆς μακαρίας ἐκείνης ἀκοῦσαι φωνῆς επιφέρει. Καὶ ὁ Πορφυρίων, Εγώ σοι, ὦ δέσποινα, και παράξω, φησί, τὸ ποθούμενον μόνον ἐμπαράσκευος μας πρὸς τὴν ἑσπέραν γενοῦ. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ ἑσπέρα παρήν παραλαβών ἅμα διακοσίοις στρατιώταις την Αὐγούσταν Πορφυρίων, και χρήματα κλέψας πώς δεσμοφύλακας, εἰσέρχεται σὺν αὐτῇ πρὸς την μακαρίαν. Η Αὐγούστα τοίνυν, την ποθεινὰς ἐκείνην τῆς μάρτυρος ὄψιν ἰδοῦσα, τὴν ἐπαν θάσει τε αὐτῇ θείαν χάριν, καὶ τὴν ἐκπεμπομέ την έπαθεν ἀνθηρὰν ἀκτῖνα καταπλαγείσα, πί επι ο ταχύ πρὸς τοὺς πόδας αὐτῆς, καὶ ἡδονῆς από δάκρυα καταχέει, καὶ τοιάδε μετὰ δα τρίων ἐφθέγγετο " Νῦν εὐδαίμων ἀληθῶς ἐγὼ επί βασίλεια, ὅτι καὶ τοιαύτης θέας ἠξίωμαι, καὶ ἐς πέρας ἐκβᾶσαν ἤδη μοι τὴν ἐπιθυμίαν ὁρῶ, Ἐγὼ γὰρ ἐπὶ σοὶ τὸν ἐκ πολλοῦ πόθον ὠδίνουσα, καὶ ὥστε τῆς σῆς ὄψεως καὶ τῆς ὁμιλίας ἀπο Λεστι, δούλη Θεοῦ, καὶ αὐτὴν ἡδέως τὴν ψυχὴν μετὰ τῆς βασιλείας προιεμένη, νῦν ἔτυχον τῆς ἐφέσεως· ἐξ ἧς οὖν καὶ θάνατος ἐπελθὼν οὐκέτι με λυπήσει, τυχώσάν τε ὧν ἐπεθύμουν καὶ καλῶς ἀφοσιωσαμένην τὸν ἔρωτα. Εὐφραίνομαι οὖν τὴν καρδίαν, καὶ τὴν ψυχὴν ὡς ἥδιστα διατίθεμαι, μάλιστα καὶ γλυκεῖαν οὕτως αὐγήν ἐκ τῆς σῆς ζηλωτή, ὅτι τοιούτω προσεκολλήθης Χριστῷ, μας. 12. Πρὸς ταῦτα ἡ μάρτυς Μακαρία εἶ καὶ σύ, ὁ βασιλίς, ἔφη, ὅτι θεωρῶ στέφανον ἐν ἀγγέλων χερσὶ τῆς σῆς κεφαλῆς ὑπεραιωρούμενον, ὃν καὶ μετά τρίτην ἡμέραν διὰ τῆς περιμενούσης σε κοι λέσεως ἀναδησαμένη, πορεύση πρὸς τὸν ἀληθῆ βα σιλέα διηνεκώς βασιλεύουσα. ᾿Αλλὰ δειλή εἰμι, ἔφη πρὸς τὴν μακαρίαν ἡ βασιλίς, καὶ δέδοικα τὰς ασάνους, μάλιστα δὲ καὶ τὸν βασιλέα, ὅτι ἀπηνής στα καὶ θηριώδης, καὶ ἀνθρωπίνοις ἐντρυφῶν αἷμα ὄψεως ὑποδεχομένη, Μακαρία τοίνυν ὑπάρχεις παρ᾽ οὗ σοι δωρεαὶ τοσαῦται χορηγούνται καὶ χά οMARTYRIUM S. CATHARINE.
κατακλεί, εἰς δωδεκάτην αὐτὴν ἡμέραν ἀσφαλῶς decimam, ut consideret, qu,modo el quibusnam geκατέχεσθαι παραγγείλας, Εως ἂν σκέψωμαι, φησίν, neribus suppliciorum eam connsumat Hæc quidem
ὅπως αὐτὴν καὶ τίσι τρόποις ἀναλώσω κολάσεων. ita se habuerunt. Martyr vero conj cta in carcerem,
Εἶχε μὲν οὖν οὕτω ταῦτα· καὶ ἡ μάρτυς τῇ φυλακῇ rursus reservabatur secundo tribunali.
δοθεῖσε, δευτέρῳ πάλιν ἑταμιεύετο βήματι.
15. Αὐγούστα δὲ ἡ τοῦ βασιλέως Μαξεντίου
σύζυγος τὰ κατὰ τὴν μάρτυρα πυθομένη, καὶ τὴν
ψυχὴν αὐτῇ φιλικῶς τε καὶ οἰκείως διατεθεῖσα;
ἐπάθει καὶ ὄψιν ἐκείνης ἰδεῖν καὶ ὁμιλίας ἀκοῦσαι,
ξ; καὶ τοιούτων ἀπέλαυε διηγημάτων. Πιθούσα δὲ
εὐκ ἐτύγχανε, καὶ ἦν ἡ τοῦ πεθουμένου ἀποτυχία
το χαλεπώτατον αὐτῇ τῶν συμφορῶν καὶ βαρύτατον.
Επελθόντι γοῦν ποτε τῳ Πορφυρίωνι πρὸς αὐτὴν,
στρατοπεδάρχης δὲ οὗτος ἦν κατὰ χειρά τε γενναιόεποί, καὶ ἄριστα περί πολέμους γεγυμνασμένος
επὶ διὰ τοῦτο καὶ βασιλεῖ Μαξεντίῳ τὰ μεγάλα
ἐκειωμένος, καὶ παρ᾽ αὐτῷ τὰ πρῶτα δυνάμενος.)
τούτον τοίνυν ἡ βασιλίς ποτε μόνον εὑροῦσα, καὶ
ὺς ἀποῤῥητόν τινα πράξιν ἐκφέρειν αὐτῷ μέλλουσα,
έχεις τον Πορφυρίωνα πρότερον ἀσφαλίζεται, καὶ
| π πιστὰ παρ' ἐκείνου λαμβάνει, ὥστε μηδένα παρ'
ἐποῦ μαθεῖν τὸ μυστήριον· εἶτα τὴν ἐπιθυμίαν
είτε, καὶ ὅπωσιἐπόθει, λαθοῦτα πάντας, τῇ μάρτυρι
ἐντυχεῖν, καὶ τῆς μακαρίας ἐκείνης ἀκοῦσαι φωνῆς
επιφέρει. Καὶ ὁ Πορφυρίων, Εγώ σοι, ὦ δέσποινα, και
παράξω, φησί, τὸ ποθούμενον μόνον ἐμπαράσκευος
μας πρὸς τὴν ἑσπέραν γενοῦ. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ ἑσπέρα
παρήν παραλαβών ἅμα διακοσίοις στρατιώταις την
Αὐγούσταν Πορφυρίων, και χρήματα κλέψας
πώς δεσμοφύλακας, εἰσέρχεται σὺν αὐτῇ πρὸς
την μακαρίαν. Η Αὐγούστα τοίνυν, την ποθεινὰς ἐκείνην τῆς μάρτυρος ὄψιν ἰδοῦσα, τὴν ἐπανθάσει τε αὐτῇ θείαν χάριν, καὶ τὴν ἐκπεμπομέτην έπαθεν ἀνθηρὰν ἀκτῖνα καταπλαγείσα, πίεπι ο ταχύ πρὸς τοὺς πόδας αὐτῆς, καὶ ἡδονῆς
από δάκρυα καταχέει, καὶ τοιάδε μετὰ δατρίων ἐφθέγγετο " Νῦν εὐδαίμων ἀληθῶς ἐγὼ
επί βασίλεια, ὅτι καὶ τοιαύτης θέας ἠξίωμαι, καὶ
ἐς πέρας ἐκβᾶσαν ἤδη μοι τὴν ἐπιθυμίαν ὁρῶ,
Ἐγὼ γὰρ ἐπὶ σοὶ τὸν ἐκ πολλοῦ πόθον ὠδίνουσα,
καὶ ὥστε τῆς σῆς ὄψεως καὶ τῆς ὁμιλίας ἀποΛεστι, δούλη Θεοῦ, καὶ αὐτὴν ἡδέως τὴν ψυχὴν
μετὰ τῆς βασιλείας προιεμένη, νῦν ἔτυχον τῆς
ἐφέσεως· ἐξ ἧς οὖν καὶ θάνατος ἐπελθὼν οὐκέτι
με λυπήσει, τυχώσάν τε ὧν ἐπεθύμουν καὶ καλῶς
ἀφοσιωσαμένην τὸν ἔρωτα. Εὐφραίνομαι οὖν τὴν
καρδίαν, καὶ τὴν ψυχὴν ὡς ἥδιστα διατίθεμαι,
μάλιστα καὶ γλυκεῖαν οὕτως αὐγήν ἐκ τῆς σῆς
ζηλωτή, ὅτι τοιούτω προσεκολλήθης Χριστῷ,
μας.
12. Πρὸς ταῦτα ἡ μάρτυς Μακαρία εἶ καὶ σύ,
ὁ βασιλίς, ἔφη, ὅτι θεωρῶ στέφανον ἐν ἀγγέλων
χερσὶ τῆς σῆς κεφαλῆς ὑπεραιωρούμενον, ὃν καὶ
μετά τρίτην ἡμέραν διὰ τῆς περιμενούσης σε κοι
λέσεως ἀναδησαμένη, πορεύση πρὸς τὸν ἀληθῆ βασιλέα διηνεκώς βασιλεύουσα. ᾿Αλλὰ δειλή εἰμι, ἔφη
πρὸς τὴν μακαρίαν ἡ βασιλίς, καὶ δέδοικα τὰς
ασάνους, μάλιστα δὲ καὶ τὸν βασιλέα, ὅτι ἀπηνής
στα καὶ θηριώδης, καὶ ἀνθρωπίνοις ἐντρυφῶν αἷμαet
XVI. Augusta autem uxor imperatoris cum audiisset de martyre, et esset animo in eam bene
affecta, desiderabat videre ejus faciem et eam
audire loquentem, de qua talia narrari audiverat.
Desilerans autem, id minime assequebatur; et
non assequi, quol desilerabat, erat ei gravissima
calamitas. Cum ad earn autern aliquando ingressus
fuisset Porphyrio (is vero erat dux exercitus, et
manu fortissimus, et in bello optime exercitatus,
et in eo primas partes obtinens), cum ergo imperatris aliquando eum solum invenisset, tanquam
ei arcanam aliquam narratura actionem prius
Porphyrionem astringit jurejurando, et fidem ab
illo accipit, fore ut nullus ab eo resciret arcanum. Deinde illa ei exponit suun desiderium,
quemadmodum desiderabat, inscientibus omnibus,
convenire martyrem. Cum beatam autem illam
vocem audivisset, respondet Porphyrio: Ego, inquit, o domina, faciam tibi quod desideras; esto
solum parata. Cum vero adesset vespera, et Augustam accepisset Porphyrio cum ducentis miliribus, pecunia corruptis custodibus, cum ipsa
ingreditur ad beatam. Augusta autem cum vidisset
illum optatum vultum martyris, admirala divinam, quæ in ea flurebat, gratiamn, et splendidum
qui illine emillebatur, radium, procidit cito ad
pedes ejus, et ei elfundit lacrymnas laetitia, et hæc
locuta est cum lacrymis: Nunc ego sum revera
beata et imperatrix, quod sum tali dignata spectaculo, et video meum desiderium consecutum esse
effectum, ego enim jamdiu tui magno teneur de -
siderio, ut tuo, inquamn, fruerer aspectu et ser
mone, o serva Dei: et vel ipsam animam libenter
amittens cum imperio, muue sum pusita desiderio.
Si deinceps ergo vel mors accesserit, non me amplius dolore alliciet, ut quæ sim assecula id quod
desiderabam, et amori meo satisfecerim. Llor
ergo corde, et animno sumn optime affecta, lan jucundum splendorem ex tuo vultu accipiens. Ls
itaque beata et felix merito existimanda, quod
Christo adlaseris, a quo tam multa dona et gratiæ tibi suppeditantur.
ὄψεως ὑποδεχομένη, Μακαρία τοίνυν ὑπάρχεις
παρ᾽ οὗ σοι δωρεαὶ τοσαῦται χορηγούνται καὶ χάXVII. Ad hæc dixit martyr: Tu quoque es
beata, ο imperatrix, quod in angelorum manibus
video coronam tui capitis in altumn elalam, qua
post tertium diem per id, quod te manet, supplicium redimnila, profcisceris ad verum Regem,
regnans perpetuo. Sed sum timida, dicit Deala
imperatrix, et timeo tormenta: maximne aulemn
imperatorem, quod sit smvus et immanis, et insullet hominibus. Martyr autem dicit ei: Sig
col. 295–296page 144 of 146
PG 116:295σιν. Καὶ ἡ μάρτυς, θάῤῥει, φησὶ· σύνοικον γὰρ ἐν τῇ καρδίᾳ σου τὸν Χριστὸν ἕξεις, καὶ οὐ μὴ σου ἄψηται βάσανος· κολασθήσεται γὰρ ἐνταῦθα μικρόν σου τὸ σῶμα, καὶ ἀθάνατα πάλιν ἐκεῖ ἀναπαύσεται. Ταῦτα τῆς ἁγίας διεξιούσης, ὑπολαβὼν ὁ Πορφύρίων, Δέομαί σου, φράσον, ἔφη, τί καὶ ἐμοὶ δωρεῖται Χριστὸς εἰς ἐκεῖνον πιστεύοντι ; Τούτῳ γὰρ ἤδη καὶ αὐτὸς στρατεύεσθαι βούλομαι. Καὶ ἡ μάρτυς, Οὐδέπω γραφήν, ἔφη, Χριστιανῶν ἀνέγνως ἢ ἤκουσας. Οὐδέποτε, φησὶν, ὁ Πορφυρίων ἐκ παίδων ἀεὶ περὶ πολέμους ἠσχολημένος, καὶ μηδέποτε μεταθεὶς τὴν φροντίδα πρὸς ἕτερον. Ἡ δὲ καὶ ποία τις ἂν γλώττα τὴν τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων ἀπόλαυσιν διηγήσαιτο ; Ἀδύνατον γὰρ λόγῳ περιλαβεῖν ὅτι παρὰ τῆς φιλανθρώπου δεξιᾶς ἐκείνης τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὸν τεθησαύρισται. Χαρᾶς ἐπὶ τούτοις ὁ Πορφυρίων πλησθεὶς πιστεύει σὺν τοῖς διακοσίοις στρατιώταις καὶ αὐτὸς τῷ Χριστῷ. Καὶ τὴν μάρτυρα ἡ βασιλὶς καὶ αὐτοὶ ἀσπασάμενοι καὶ ἀσφαλισάμενοι τοὺς φρουροὺς ἀπόῤῥητα κεῖσθαι παρ᾽ αὐτοῖς τὰ πραχθέντα, μέσης νυκτὸς ἐκεῖθεν ἐξέρχονται. Ἡ μέντοι τοῦ Χριστοῦ μάρτυς Αἰκατερίνα, Δεσπότην πατρὸς φιλοστοργότερον ἔχουσα, πολλῆς ἀπέλαβε παρ᾽ αὐτοῦ τῆς κηδεμονίας. Παρ᾽ ὅλας μὲν γὰρ τὰς δώδεκα ταύτας ἡμέρας, ἐν αἷς αὐτὴν εἶχεν ἡ φυλακή, διὰ περιστερᾶς ἄνωθεν ἐδέχετο τὴν τροφήν· ἔπειτα δὲ καὶ αὐτὸς ὁ καλὸς ἐκείνης ἀγωνοθέτης Χριστὸς μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν δυνάμεων καὶ τῆς οἰκείας δόξης ἐπιφανής, ἐπτέρωσέ τε αὐτῆς πλέον τὴν καρτερίαν καὶ θάρσους ἐνέπλησε. « Μὴ δειλιάσῃς, εἰπών· ἐγὼ γὰρ εἰμι μετὰ σοῦ καὶ οὐ μὴ σου ἄψηται βάσανος, ἀλλὰ πολλοὺς διὰ τῆς οἰκείας ὑπομονῆς τῷ ἐμῷ προσαγαγοῦσα ὀνόματι πολλῶν ἀξιωθήσῃ καὶ τῶν στεφάνων. » ΙΕ΄. Ταῦτα κατὰ τὴν τελευταίαν νύκτα τοῦ Χριστοῦ ἐπισκήψαντος, ἕωθεν ὁ Μαξέντιος ἐπὶ τοῦ βήματος προκαθίσας, ἀχθῆναι κελεύει τὴν μάρτυρα. Καὶ παραστᾶσα ἡ μάρτυς μετὰ τῶν πνευματικῶν χαρίτων καὶ τῆς γλυκείας ἐκείνης φαιδρότητος, ὡς καὶ αὐτοὺς δήπου τοὺς παρόντας καθαρᾷ περιλάμπειν τῇ αἴγλῃ, δεινῶς ἄγαν καταπλήττει τὸν βασιλέα. Καὶ αὐτὸς εὐθὺς, ὑπούλῳ τῷ ἤθει καὶ περιέργῳ, Σοὶ πρέπει, φησί, τὸ βασίλειον, θύγατερ· Δεῦρο τοίνυν θύσασα τοῖς θεοῖς, βασίλευσον σὺν ἡμῖν, μηδὲ θελήσῃς παρακαλῶ, βασάνοις ἀπολέσθαι τοσαύτην ὄψεως ὡραιότητα. Ἡ δὲ, Γῆ μόνον ἐστὶν, εἶπε, καὶ κόνις, καὶ πάλιν σοί φημι, βασιλεῦ, ἀπανθεῖν δὲ αὐτὴν καὶ χρόνος ποιεῖ, καὶ νόσος ἐπελθοῦσα μαραίνει, βέβαιον οὐδὲν οὐδὲ μόνιμον ἔχουσαν. Ἐν ὅσῳ δὲ ταῦτα ἡ μάρτυς πρὸς αὐτόν διελέγετο, ὕπαρχός τις ὄνομα Χρυσχαδέμ, ὀξὺς μὲν εἰς ὀργήν, εὑμέχανος δὲ εἰς τιμωρίαν, τῶν λεγομένων ἀκούων, ὑπὲρ μὲν ὑπεραγανακτήσεις. Μαξεντίου, ὁμοῦ δὲ καὶ πεῖραν αὑτῷ εὐνοίας διδούς, μικρόν τινα χρόνον ἐπισχὼν καὶ οἷον ἑαυτὸν συγκροτήσας, Ἐγώ σοι, βασιλεῦ, ἔφη σὺν πολλῇ φροντίδι ἀνεῦρον, ὅπως ἂν ἢ πείσαι θάττον αὐτὴν δυνηθῇς, ἢ ἀπολέσαι. Ὁ δὲ τρόπος ἐστὶ τοιοῦτος· κέλευσον ὑπὸ περόνῃ μιᾷ τέσσαρας γενέσθαι τρο-NENSIS NOVEMBER.
bouo animo; habebis enim Christum in corde tuo
habitantem, et non attinget tormentum, hic enim
parumper castigabitur tuum corpus, et immortaliter illic rursus quiescet. Hæc cum sancta diceret,
excipiens Porphyrio: Rogo te, dic mihi, inquit:
Quid mihi dabit Christus, si in illum credam?
ei enim ipse quoque jam volo militare. Martyr
autem: Nondum, inquit, legisti aut audivisti Scripluram Christianorum? Nunquam, inquit Porphyrio
qui ab ineunte state semper fuerim in bello occupatus, et nunquam curain converti ad alia. Illa
vero: Et quænam, inquit, lingua narravit bona
illa, quibus frueris? Fieri enini non potest, ut complectatur oratio, quæ ab illa benigna dextera sunt
parala iis qui ipsum diligunt. Propter hac gaudio
repletus Porphyrio, ipse quoque credit Christo η
cum ducentis militibus. Εt cum imperatrix et ipsi
valedixissent martyri, et cavissent sibi a custodibus secreta futura ea quæ ab ipsis facta fuerant,
media nocte illinc egrediuntur. Christi autem
martyr Acaterina, habens Dominum patre magis
benevolum,magnam ab eo curam sui est consecuta.
Tolis enim illis duodecim diebus,in quibus eam habebat custodia, per columbam alimentum accipiebat a superis. Deinde ipse quoque egregius agonolhea Christus cum iis quæ circa ipsum erant
copiis et gloria sua apparens, magis confirmavit
ejus fortitudinem, et implevit audacia, dicens: Ne
extimescas, ego enim sum tecum: nec te attinget
tormentum, sed cum per tuam tolerantiam ad nomen meum multos adduxeris, multas quoque consequeris remunerationes.
XVIII.Cum hæc ultima nocte ei Christus mandassel, mane Maxentius (Maximinus]præsedit in tribunali,et beatamn jussit adduci: et assistens martyr cum
gratiis spiritalibus, et dulci illa alacritate, adeo
ut ii quoque, qui aderant, nitido splendore refulgerent,graviter ad modum terretimperatorem.Ipse
autem ei dicit malitiose et fallaciter: Te, inquit,
decet imperium, o filia. Age ergo, cum diis sacrifcaveris, impera nobiscum. Neque velis, rogo,
videre interire tormentis tantam pulchritudinem.
Illa autem: Est, inquit, solum terra et cinis; et
id tibi rursus dico, o imperator; tempus vero facit
eam eflorescere, et morbus labefacit, ut quæ nihil Grmum habeat, nec stabile. Interim autem
dum martyr hæc ei diceret, quidam præfectus,
nomine Chursasadem,acris quidem ad iram,promptus autem et ingeniosus ad puniendumn, cum hæc
audiret, partim dolens vicem Maxentii [Maximini]
partim autem sum benevolentiæ dans experientiam,
cum se parvo tempore sustinuisset, tanquam apud
se meditans et inquirens, dixit: Ego tibi, o imperator, non parva cura adhibita, inveni, quomodo possis vel ei cito persuadere, vel eam perdere. Modus autem est ejusmodi: Jube sub una
fbula feri quatuor rotas, et unicuique rota inG
"
σιν. Καὶ ἡ μάρτυς, θάῤῥει, φησὶ· σύνοικον γὰρ
ἐν τῇ καρδίᾳ σου τὸν Χριστὸν ἕξεις, καὶ οἱ μὴ σου
ἄψηται βάσανος· κολασθήσεται γὰρ ἐνταῦθα μικρόν
σου τὸ σῶμα, καὶ ἀθάνατα πάλιν ἐκεῖ ἀναπαύσεται.
Ταῦτα τῆς ἁγίας διεξιούσης, ὑπολαβὼν ὁ Πορφύ
ρίων, Δέομαί σου, φράσον, ἔφη, τί καὶ ἐμοὶ δωρεῖο
ται Χριστὸς εἰς ἐκεῖνον πιστεύοντι; Τούτῳ γὰρ ἤδη
καὶ αὐτὸς στρατεύεσθαι βούλομαι. Καὶ ἡ μάρτυς,
Οὐδέπω γραφήν, ἤφη, Χριστιανῶν ἀνέγνως ἤ ἤκουσας.
Οὐδέποτε, φησὶν, ὁ Πορφυρίων ἐκ παίδων ἀεὶ περὶ που
δ
λέμους ἡσχολημένος, καὶ μηδέποτε μεταθεὶς τὴν
φροντίδα πρὸς ἔνερον. Ἡ δὲ καὶ ποία τις ἂν γλώττα
τὴν τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων ἀπόλαυσιν διηγήσαιτο;
Αδύνατον γὰρ λόγῳ περιλαβεῖν ὅτι παρὰ τῆς φι
λανθρώπου δεξιᾶς ἐκείνης τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὸν
τεθησαύρισται. Χαρᾶς ἐπὶ τούτοις ὁ Πορφυρίων
πλησθείς πιστεύει σὺν τοῖς διακοσίοις στρατιώταις
καὶ αὐτὸς τῷ Χριστῷ. Καὶ τὴν μάρτυρα ἡ βασιλὶς καὶ
αὐτοὶ ἀσπασάμενοι καὶ ασφαλισάμενοι τοὺς φρουρούς
ἀπόῤῥητα κεῖσθαι παρ' αὐτοῖς τὰ πραχθέντα, μέση;
νυκτὸς ἐκεῖθεν ἐξέρχονται. Η μέντοι τοῦ Χριστοῦ μάρ
τις Αἰκατερίνα, Δεσπότην πατρὸς φιλοστοργότερον
ἔχουσα, πολλῆς ἀπέλαβε παρ᾽ αὐτοῦ τῆς κηδεμονίας.
Παρ' ὅλας μὲν γὰρ τὰς δώδεκα ταύτας ἡμέρας,
ἐν αἷς αὐτὴν εἶχεν ἡ φυλακή, διὰ περιστερᾶς ἄνωθεν ἐδέχετο τὴν προφὴν· ἔπειτα δὲ καὶ αὐτὸς ὁ
καλός ἐκείνης ἀγωνοθέτης Χριστὸς μετὰ τῶν περὶ
αὐτὸν δυνάμεων καὶ τῆς οἰκείας δόξης ἐπιφανής,
ἐπτέρωσέ τε αὐτῆς πλέον τὴν καρτερίαν καὶ θερα
σους ενέπλησε. «Μὴ δειλιάσης, εἰπών· ἐγὼ γὰρ
εἰμι μετὰ σοῦ καὶ οὐ μὴ σου ἄψηται βάσανος, ἀλλὰ
πολλοὺς διὰ τῆς οἰκείας ὑπομονῆς τῷ ἐμῷ προσο
αγαγοῦσα ονόματι πολλῶν ἀξιωθήσῃ, καὶ τῶν στε
φάνων.»
ΙΕ΄. Ταῦτα κατὰ τὴν τελευταίαν νύκτα του Χρισ
στοῦ ἐπισκήψαντος, ἕωθεν ὁ Μαξέντιος ἐπὶ τοῦ
βήματος προκαθίσας, ἀχθῆναι κελεύει την μετ
ρίαν. Καὶ παραστᾶσα ἡ μάρτυς μετὰ τῶν πνευμα
τικῶν χαρίτων καὶ τῆς γλυκείας ἐκείνης φαιδρό
τητος, ὡς καὶ αὑτοὺς δήπου τους παρόντες καθαρά
περιλάμπειν τῇ αἴγλῃ, δεινῶς ἄγαν καταπλήττει
τὸν βασιλέα. Καὶ αὐτὸς εὐθὺς, ὑπούλῳ τῷ ἤθει καὶ
περιέργῳ, Σοὶ πρέπει, φησί, τὸ βασίλειον, θύγατερα
Δεύρο τοίνυν θύσασα τοῖς θεοῖς, βασίλευσαν σὺν
ἡμῖν, μηδὲ θεγήσῃς παρακαλώ,
βασάνοις έπος
λέσθαι τοσαύτην ὄψεως ὡραιότητα. Ἡ δὲ, Γὴ μόνον
ἐστὶν, εἶπε, καὶ κόνις, καὶ πάλιν σοί φημι, βασιλεύ,
ἀπανθεῖν δὲ αὐτὴν καὶ χρόνος ποιεῖ, καὶ νόσος
ἐπελθοῦσα μαραίνει, βέβαιον οὐδὲν ούδε μόνιμον
ἔχουσαν. Ἐν ὅσῳ δὲ ταῦτα ἡ μάρτυς πρὸς αὐτόν;
διελέγετο, υπαρχός τις όνομα Χρυσχαδέμ,
μὲν εἰς ὀργήν, εὑμέχανος δὲ εἰς τιμωρίαν, τῶν
λεγομένων ἀκούων, ἐμοῦ μὲν ὑπεραγανακτήσεις.
Μαξεντίου, ὁμοῦ δὲ καὶ πεῖραν αὑτῷ εὐνοίας δρα
δούς, μικρόν τινα χρόνον ἐπισχὼν καὶ οἷον ἑαυτὸ
συγκροτήσας, Εγώ σοι, βασιλεύ, ἔφη σύν πολλ
φροντίδι ἀνεῦρον, ὅπως ἂν ἤ πείσαι θάττον αὐτὴν
δυνηθῇς, ἤ ἀπολέσαι. Ὁ δὲ τρόπως ἐστὶ τοιοῦτος
κέλευσον ὑπὸ περόνῃ μια τέσσαρας γενέσθαι προς
col. 297–298page 145 of 146
PG 116:297δὲ τῶν τροχῶν πρηστήρας ἐμπαγῆναι οξεῖς· εἶτα σχοινίοις τὸ μηχάνημα καὶ πρὸ τῶν αὐτῆς ὀφθαλμῶν ἑλκυσθῆναι. ἰδοῦσι τοῦτο μετὰ σφοδροτάτου ροίζου πεισθείη καὶ θύσειε μεθ᾿ ἡμῶν τοῖς θεοῖς, ἐπηγγελμένων· εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ τοῖς τροχοῖς εἰσα ἐλεεινότατα τὴν ψυχὴν ἀποῤῥήξει. Ταῦτα μὲν οὖν ὁ ὕπαρχος εἶπεν. Ἁρπάσας δὲ ὁ βασιλεὺς, τὴν μάρτυρα μὲν δίδωσι φυλάττεσθαι αὖθις· τὸ μηχάνημα δὲ εἰς τρίτον ἀχθῆναι κελεύει. Τούτου δὲ γενομένου, καὶ πάλιν ἡ μάρτυς, καὶ, Πείσθητί μοι, αὐτὴν ὁ βασιλεὺς, καὶ θῦσον τοῖς θεοῖς· εἰ δ᾽ οὖν, τούτῳ σε τῷ κολαστήριο ὑποβαλώ, κελεύσας ἐκεῖνο τὸ μηχάνημα, ὑπ᾽ ὀφθαλμούς σοι ἕλκεσθαι· οὔτινος σὺν πολλῷ κινουμένου τῷ ροίζῳ εἶπεν ὁ βασιλεὺς, Θρᾷς ; ἔφη, τοῦτό σε καὶ ἐκδέξεται. Ἡ δὲ, Πολλάκις, φησί, τὸν ἐμαυτῆς γνώμην εἶπον, ὦ βασιλεῦ, καὶ φανεράν σοι αὐτὴν ποιησάμην· μὴ μέλλε οὖν, ἀλλὰ ποίει τὰ σοὶ παριστάμενα. Ἠπάτα δέ τις ἐλπὶς τὸν βασιλέα ἐκ ὅτι τυχόν πεισθήσεται καὶ μεταβαλεῖται, καὶ πρὸς αὐτὴν ταῖς θωπείαις ἐκέχρητο. Ὕστατα ἔγνω πονῶν, περιδεθῆναι μὲν τοῖς τροχοῖς τὴν γενναίαν προστάττει, οξύτατα δὲ αὐτοὺς στρέφεσθαι, ὡς τῷ σφοδρῷ τοῦ κινήματος βαρυτέραν ὑποστῆναι τελευτήν. Ἀλλ᾽ ἦν ἐναντία τούτοις ἡ θεία τῆς χάριτος ἐκδοσις. Ἡ γὰρ μάρτυς ἅμα πάσης καὶ τοῦ σιδήρου καὶ τῶν τροχῶν καὶ τῶν ἐκείνων ἐλέλυτο, ἀγγέλου πρὸς αὐτὴν καταπτάντος. Οἱ τροχοὶ δὲ, αὐτόματοι κυλιόμενοι, τοὺς τῶν ἀπίστων ἀνεῖλον, ὥστε καὶ βοῆσαί τινας τῶν περιεστώτων ἐπὶ τῷ παραδόξῳ θεάματι· Μέγας ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανών. Θυμὸς οὖν πολὺς Μαξεντίου καὶ μανία δυσκατακράτητος, καὶ ἀκρυτέραι τῇ μάρτυρι πάλιν κολάσεις ἐπεσκέπτετο. Ἀλλ᾽ ἡ σύζυγος Αὐγούστα τῶν κοιτωνίσκων ἔξαίφνης ἐπιφανεῖσα, καὶ πρὸς ἑαυτὴν ἀντιπερισπάσασα, διέλυσε τὴν ἐπιβουλήν· μᾶλλον δὲ ἀναιρέτις αὐτὴ γέγονε τῆς ἐπιβουλῆς. Ἐφέπεταί τε γὰρ ὡς πνεῦμά ποθεν, Ἄπόλυσον, τὴν οἰκέτιν τοῦ μεγάλου Θεοῦ, ἧς οὐδὲ ἅπτεται βάσανος. Μωραίνεις γὰρ ὄντως, ζῶντι Θεῷ πολεμῶν. Ἐφ᾽ οἷς καὶ θερμότερα ζέσας ὁ βασιλεὺς πρὸς θυμόν, μάλιστα τῷ καὶ μὴ τοὺς οἰκειοτάτους τῷ συμφρονοῦντας, τὴν μάρτυρα τέως παραλιπών, ὅλην κατὰ τῆς συζύγου τὴν μανίαν ἐξέχεεν. Κιβώτιον οὖν ἐνεγκών, καὶ μολίβδῳ αὐτὸ ἐμπεδώσας, ὡς ἂν πεπηγός τε ᾖ καὶ ἀκίνητον, καὶ τοῦτο ἀνοίξας, τοὺς τῆς οἰκείας οἰκτρῶς μασθούς, τῇ ὑποκειμένῃ τῷ πώματι σανίδος ἀκίδι. Ἔπειτα σφοδρότερον κατελθεῖν κελεύει τὸ πῶμα, καὶ μὴ πρότερον στῆναι, πρὶν ἀποκοπῆναι αὐτοὺς τὸ παράπαν τοὺς μασθοὺς ἀποτεμεῖν, τῇ τῆς κολάσεως παρατάσει δριμυτέραν τῆς ὀδύνης τὴν αἴσθησιν. Τούτου δὴ γενομένου, ἐπειδὴ τεὶ ἀποκοπέντας αὐτοὺς εἶδεν, ἐλεεινῶςMARTYRIUM S. CATHARINE.
· δὲ τῶν τροχών πρηστήρας ἐμπαγή - figi serras et clavos acutos. Deinde machinam fu-
; οξεῖς· εἶτα σχοινίοις τὸ μηχάνημα και nibus et parvis rolis trahi ante ejus oculos. Et
πρὸ τῶν αὐτῆς ὀφθαλμῶν ἑλκυσθῆναι. si, cum eam quidem viderit ferri maximo impetu
ἰδοῦσι τοῦτο μετὰ σφοδροτάτου ροίζου ac strepitu, persuasa fuerit, et nobiscum diis saισθείη καὶ θύσειε μεθ᾿ ἡμῶν τοῖς θ=o's, crificaverit, consequetur promissa; sin minus, in
ἐπηγγελμένων· εἰ δ᾽ οὖν, ἀλλὰ τοῖς τρο- rolas inject:e miserabiliter per vim ei erumpet
εῖσα ἐλεεινότατα τὴν ψυχὴν ἀποῤῥήξει. anima.
* μὲν οὖν ὁ ὕπαρχος εἶπεν. Αρπάτας XIX. Atque hæc quidem dixit præfectus. Cum au-
· ὁ βασιλεὺς, τὴν μάρτυρα μὲν δίδωσι tem ejus serinonem arripuisset imperator, dal quiαὖθις· τὸ μηχάνημα δὲ εἰς τρίτων dem mariyrem custodiendam,et rursus jubet machiσθῆναι κελεύει. Τούτου δὲ γενομένου, nam fieri in tertium diem. Cum hoc autem factum
καὶ πάλιν ἡ μάρτυς, καὶ, Πείσθητί μοι, essel,martyr rursus addicitur;et, Pare mihi, dicit ei
ὐτὴν ὁ βασιλεὺς, καὶ οῦσον τοῖς θεοῖς· imperator, et diis sacrifica: sin minus, ego te
ούτῳ σε τῷ κολαστήριο ὑποβαλώ, κε huic tormento subjician, jubens novam illam maκινὸν ἐκεῖνο μηχάνημα, ὑπ᾽ ὀφθαλμούς chinam trahi ante ejus oculos. Quæ quidem cum
πι· οὔτινος σὺν πολλῷ κινουμένου τῷ magno impetu et strepitu moveretur, rursus ei
ἔλιν ὁ βασιλεὺς, Θρᾷς; ἔφη, τοῦτό σε dicit imperator: Vides? inquit, ea le, si non paκι ἐκδέξεται. Ἡ δὲ, Πολλάκις, φησί, reas, excipiet. Illa autem: Sæpe, inquit, meum
ώμην εἶπον, ὦ βασιλεῦ, καὶ φανεράν animum tibi dixi, o imperator, et eum tibi aperui.
ποιησάμην· μὴ μέλλε οὖν, ἀλλὰ ποίει Ne ergo cuncteris, sed facias quæ tuo sedent
Η παριστάμενα. Ηπάτα δέ τις ἐλπὶς animo. Imperatorem autem spes quædam adhuc
ἐκ ὅτι τυχόν πεισθήσεται καὶ μετα- decipiebat, futurum fortasse, ut persuaderetur et
; πρὸς αὐτὴν ταῖς θωπείαις ἐκέχρητο. mularetur, et multis apud eam rursus usus est
στα ἔγνω πονῶν, περιδεθῆναι μὲν τοῖς adulationibus. Cum autem cognovisset se frustra
γενναίαν προστάττει, οξύτατα δὲ αὐτοὺς laborare, jubet quidem alligari rotis generosam
ως τῷ σφοδρῷ τοῦ κινήματος βαρυτέραν martyrem, ipsa vero moveri celerrime, ut molus
τελευτήν. Αλλ᾽ ἦν ἐναντία τούτων vehementia mortem subiret graviorem, Sed iis
τίας χάριτος εκό: σις. Ἡ γὰρ μάρτυς quæ meditabatur, contrarius divina erat gratia
καὶ τοῦ σιδήρου καὶ τῶν τροχῶν καὶ eventus: martyr enim simul omnino soluta fuit a
ἐκείνων ἐλέλυτο, ἀγγέλου πρὸς αὐτὴν ferro, et rotis, et illis vinculis, quod angelus de
Κάντος. Οι τροχοί δε, αυτόματοι καλι- super ad eam advolasset; rotæ aulem sua sponte
οἷς τῶν ἀπίστῶν ἀνεῖλον, ὥστε καὶ volutale interenerunt multos ex infidelibus adeo
τῶν περιεστώτων ἐπὶ τῷ παραδόξῳ ut exclamarent quidam ex circumstantibus propτο Μέγας ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανών. Θυ- ter inopinatum, et quod erat contra opinionem,
οις πολὺς Μαξεντίου καὶ μανία δυσκά- spectaculum: Magnus est Deus Christianorum.
ακρύτεραι τῇ πάρτυρι μάλιν κολάσεις Propter hæc magna ira fuit rursus accensus MaΑλλ' ἡ σύζυγος Αὐγούστα τῶν xentius [Maximinus] et furore qui minime poterat
θρόον κοιτωνίσκων ἔπιφανεῖσι, καὶ cohiberi; el graviora rursus supplicia parabantur
ἑαυτὴν ἀντιπερισπάσασα, διέλυσε την martyri. Sed conjux Augusta repente apparens ex
ον δὲ ἀναιρέτις αὐτὴ γέγονε τῆς ἐπι- cubiculo imperatoris, et eum ad se attrahens,
χεταί τε γὰρ ὡς πνεῦμά ποθεν, ᾿Από dissolvit consilium; imo vero sustulit insidias.
τα, τὴν οἰκέτιν του πεγάλου Θεοῦ, ἧς Alicunde enim venit tanquam spiritus, Absolve,
βάσανος. Μωραίνεις γὰρ ὄντως, ζώντι dicens, famulam magni Dei, quam non attingit
ι. Εφ᾽ οἷς καὶ θερμότερα ζέσας ὁ βα- tormentum; revera enim desipis, decertans adμε, μάλιστα τῷ καὶ μὴ τοὺς οἰκειοτά
versus Deum vivum. Quamobrem majore ira ferτῷ συμφρονοῦντας, την μάρτυρα τέως vens imperator, maxime quod nec familiarisὅλην κατὰ τῆς συζύγου την μανίαν simos haberet secum consentientes, interim præterita martyre, universum furorem immittit in
conjugem.
τον οὖν κιβώτιον ἐνεγκών, καὶ μολίβδ
κι αὐτὸ ἐμπεδώσας, ὡς ἂν πεπηγός τε ᾖ
καὶ τοῦτο ἀνοίξας, τοὺς τῆς οἰκείας οἴνα μασθούς, τῇ ὑποκειμένῃ τῷ πώματι
σανίδος ἀκίδι. Επειτα σφοδρότερον και
λεύει τὸ πῶμα, καὶ μὴ πρότερον στῆναι,
αὐτοὺς τὸ παράπαν τοὺς μασθοὺς ἀποτῆς κολάσεως παρατάσει δριμυτέραν
ῇ τῆς ἐθύνης τὴν αἴσθησιν. Τούτου δή
δὴ
τεὶ ἀποκοπέντας αὐτοὺς εἶδεν, ἐλεεινῶς
OL. GR. CXVI.
p
XX.Cum ergo arcam maximam curasset afferendam, et plumbo eam humi aflixisset, ita ut stabilis esset et immobilis, mamillas, proh dolor! sum
conjugis configit aculeo subjecto operculo tabula.
Deinde jubet operculum deorsum ferri vehemenlius, et non prius sisti, quam ipsa mamillas om
nino abscidisset, diuturnitate supplicii graviorem
sensum ei doloris afferens. Cum hoc autem factum esset, ubi vidit illas miserabiliter abscissas,
immitis ille et vel ipsis feris immanior, veluti
col. 299–300page 146 of 146
PG 116:299ὁ ἀπηνὴς ἐκεῖνος καὶ θηρίων ὠμότερος ὥσπερ εἰς ὀδύνης λόγον τὸ πρᾶγμα νομίσας καὶ τὸ βαρύτερον, καὶ ἀποτμηθῆναι διὰ ξίφει τὴν κεφαλὴν αὐτῆς ἀποφαίνεται. Ἡ Αὐγούστα νυν ἀσμένως τὴν ἀπόφασιν δεξαμένη, Εὖξαί μου, πρὸς τὴν μάρτυρα μετὰ περιχαρείας. Ἡ δὲ, Πορεύου, φησίν, ἐν εἰρήνῃ· δι᾿ αἰῶνος συμβασιλεύσεις Χριστῷ. Ἐκείνη μὲν οὖν κατὰ τοῦ βασιλέως πρόσταγμα τὴν κεφαλὴν ἔξω τῆς πόλεως ἀποτέμνεται τρίτῃ καὶ εἰκάδι τοῦ Νοεμβρίου μηνός. Ὁ δὲ Πορφυρίων ὁ στρατηλάτης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ τῆς μακαρίας ταύτης πορείας ἀπολιμπάνονται· ἀλλ᾿ ὥσπερ ἐκεῖ τῆς ἐπὶ τὴν μάρτυρος ὁδοῦ προηγήσαντο τῇ Αὐγούστῃ, οὕτω κἀνταῦθα τὴν τὸν κοινὸν ἐπιούσῃ Δεσπότην φιλοθέως παρέπονται. Παραστάντες γὰρ εὐθέως καὶ αὐτοὶ μέσον ἐπὶ τοῦ βήματος, Κἀγὼ Χριστιανός εἰμι, ἔφη ὁ Πορφυρίων· ἀλλὰ καὶ οἱ σὺν ἐμοὶ οὗτοι, στρατὸς ἐπίσημος Θεῷ προσαγόμενος. Ταύτην οὐκ ἤνεγκε τὴν φωνὴν ὁ Μαξέντιος, ἀλλὰ βαθύ τι καὶ ἀπὸ καρδίας ἀνοιμώξεις, Ἀπόλωλα, ἔφη, τὸν θαυμαστὸν ζημιωθεὶς Πορφυρίωνα. Εἶτα καὶ πρὸς τοὺς σὺν αὐτῷ στρατιώτας ἐπιστραφείς, Ὑμεῖς δὲ τί ποτε ἡθετήκατε τοὺς πατρῴους θεούς; εἶπε. Τῶν δὲ μηδὲν ἀποκριναμένων, ὁ Πορφυρίων· Τί τὴν κεφαλὴν ἀφεὶς, ὦ βασιλεῦ, τοὺς πόδας ἐπερωτᾷς; πρὸς ἐμέ σοι ὁ λόγος. Ὁ δὲ, Κακή, φησί, κεφαλή, αὐτῶν εἶ κεφαλή. Καὶ οὐδὲν φθέγξασθαί τι πλεῖον ὑπὸ τῆς μανίας συγχωρηθείς, θάνατον εὐθέως αὐτῶν κατακρίνει, καὶ τελειοῦνται, εἰς τὴν ἐφεξῆς καὶ οὗτοι, τετάρτην ἐπὶ εἰκάδι τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἄγοντος, πέρας κἀνταῦθα τῆς προῤῥήσεως δεξαμένης ἐν ᾗ μάρτυς τῷ βασιλεῖ προειπήκει, ὅτι πολλοὶ ἐκ τοῦ σοῦ παλατίου πιστεύσουσι δι᾿ ἐμοῦ τῷ Χριστῷ.
ΚΑ΄. Ὁ δὲ, τὴν μακαρίαν καὶ αὖθις Αἰκατερίναν παραστησάμενος, καὶ πᾶσαν αὐτοῦ τὴν πανουργίαν κινήσας καὶ οὐδὲ μιᾶς μηχανῆς ἀποσχόμενος, ἀνάλωτον παντάπασι καὶ ὑποσχέσεσιν εἶδε καὶ ἀπειλαῖς, τὴν ἐπὶ θανάτῳ καὶ αὐτὴν ἀχθῆναι κελεύει. Ὡς οὖν οἱ στρατιῶται ταύτην παραλαβόντες ἐξέβαλόν τε τῆς πόλεως καὶ εἰς τὸν τῆς μαρτυρίας ἤγαγον τύπον, πλῆθος αὐτὴν πολὺ περιστάντος, μάλιστα δὲ γυναικῶν ὅσον ἐπιφανὲς ἦν καὶ ἐπίσημον, ἐκόπτοντο πικρῶς, ὠλοφύροντο, τὴν τελευταίαν ἐκείνην ἐκδημίαν ἐπένθουν. Ἡ δέ, μεθ᾿ ὑγιοῦς καὶ ἀταράχου τῆς καταστάσεως, καιρὸν εἰς εὐχὴν αἰτεῖ, καὶ διδοῦσι τὴν χάριν οἱ στρατιῶται· χεῖρας ἅμα καὶ ψυχήν εἰς οὐρανοὺς ἀνασχοῦσα, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός μου, ἔφη, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἔστησας ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου, καὶ κατεύθυνας τὰ διαβήματά μου, καὶ νῦν ἔκτεινόν σου τὰς ὑπὲρ ἡμῶν τραυματισθείσας ἐν σταυρῷ παλάμας, καὶ δέξαι τὴν ψυχὴν ἣν ὑπὲρ σοῦ καὶ τῆς σῆς ὁμολογίας κατέθυσα. Μνήσθητι, Κύριε, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμά ἐσμεν, καὶ μὴ δῷς τὰ ἐν ἀγνοίᾳ μοι πεπραγμένα τοῖς δεινοῖς τῶν ἡμετέρων ἐξεταστῶν ἀνακαλύπτειν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ καὶ ἀδεκάστου σου βήματος· ἀλλ᾿ οἷς ὑπὲρ σοῦ ἐξεχύθη μου αἵμασι, τούτοις τὰς ἐμὰς κηλίδας ἀπόπλυνον. καὶ τὸ ὑπὲρ σοῦ κατακοπὲν τοῦτο σῶμά μου○
rem levem arbitratus, quod spectat ad dolorem, Αὁ ἀπηνὴς ἐκεῖνος καὶ θηρίων ὠμότερος
infert adhuc graviorem, et pronuntial sententiam,
ut ejus caput ampuletur gladio. Augusta ergo,
libenter accepta sententia, læta dixit martyri; Ora
pro me. Illa vero: Vade, inquit, in pace, in
sternum enim regnabis cum Christo. Atque illi
quidem jussu imperatoris amputatur caput extra
civitatem vicesimo tertio Novembris. Sed neque dux
exercitus Porphyrio et qui cum eo erant, hoc
beatum iter deseruerunt; sed quomodo illie Augusta duces fuerunt ad martyrem, ita etiam pie
secuti sunt eam abeuntem ad communem Dominum. Nam cum ipsi quoque se stitissent pro tribunali: Ego quoque sum Christianus, dixit Porphyrio. Sed hi quoque, qui sunt mecum, sunt insignis ad Deum adductus exercitus. Hoc non sustinuit audisse Maxentius [Maximinus], sed cum
ex profundo cor ejulasset: Perii, inquit, cum
perdiderim admirabilem virum Porphyrionem,
deinde etiam conversus ad suos milites: Vos autem, inquit, quanam de causa deos patrios ha.
buistis contemptui? Cum illi vero nihil respondissent, Porphyrio: Cur dimisso, inquit, capile, ο
imperator, pedes interrogas? Est tibi mecum loquendum. Ille autem: Malum, inquit, caput, tu es
eorum caput? et cum eum plura loqui non permisisset furor, eos quoque statim morte condemnat et ipsi quoque consummantur vicesimo quarto
Novembris, effectumque assecuta est prædictio,
quam martyr prædixerat imperatori, cum dixit:
Multi ex tuo palatio Deo per me credent.
ὥσπερ εἰς ὀδύνης λόγον τὸ πρᾶγμα νομίσας
καὶ τὸ βαρύτερον, καὶ ἀποτμηθῆναι διὰ ξιφι
τὴν κεφαλὴν αὐτῆς ἀποφαίνεται. Η Αὐγούστ
νυν ἀσμένως τὴν ἀπόφασιν δεξαμένη, Εύξα
ἐμοῦ, πρὸς τὴν μάρτυρα μετὰ περιχαρείαι
Ἡ δὲ, Πορεύου, φησίν, ἐν εἰρήνῃ· δι᾿ αἰῶν
συμβασιλεύσεις Χριστῷ. Εκείνη μὲν οὗ κα
τοῦ βασιλέως πρόσταγμα τὴν κεφαλὴν ἔξω τ
λεως ἀποτέμνεται τρίτῃ καὶ εἰκάδι τοῦ Νο
μηνός. Ὁ δὲ Πορφυρίων ὁ στρατηλάτης καὶ
αὐτῷ τῆς μακαρίας ταύτης πορείας ἀπολιμ
ται· ἀλλ᾿ ὥσπερ ἐκεῖ τῆς ἐπὶ τὴν μάρτυρ
προηγήσαντο τῇ Αὐγούστῃ, οὕτω κἀνταῦθε
τὸν κοινὸν ἐπιούσῃ Δεσπότην φιλοθέως παρε
Παραστάντες γὰρ εὐθέως καὶ αὐτοὶ μέσον ἐ
βήματος, Κἀγὼ Χριστιανός εἰμι, ἔφη ὁ Πορ
ἀλλὰ καὶ οἱ σὺν ἐμοὶ οὗτοι, στρατὸς ἐπίσημ
Θεῷ προσαγόμενος. Ταύτην οὐκ ἤνεγκε την
ὁ Μαξέντιος, ἀλλὰ βαθύ τι καὶ ἀπὸ καρδίας
ἀνοιμώξεις, ᾿Απόλωλα, ἔφη, τὸν θαυμαστὸν
ζημιωθεὶς Πορφυρίωνα. Εἶτα καὶ πρὸς το
αὐτῷ στρατιώτας ἐπιστραφείς, Ὑμεῖς δὲ τί
τες ἡθετήκατε τοὺς πατρῴους θεούς; εἶπε.
μηδὲν ἀποκριναμένων, ἡ Πορφυρίων· Τί τὴν
λὴν ἀφεὶς, ὦ βασιλεῦ, τοὺς πόδας ἐπερωτᾷς
ἐμέ σοι ὁ λόγος. Ο δὲ, Κακή, φησί, κεφα
αὐτῶν εἶ κεφαλή. Καὶ οὐδὲν φθέλξασθαί τι
ὑπὸ τῆς μανίας συγχωρηθείς, θάνατον εὐθέ
αὐτῶν κατακρίνει, καὶ τελειοῦνται, εἰς τὴν
σαν καὶ οὗτοι, τετάρτην ἐπὶ εἰκάδι τοῦ αὐτοῦ
ἄγοντος, πέρας κανταῦθα τῆς προῤῥήσεως δεξαμένης ἐν ἡ μάρτυς τῷ βασιλεῖ προειπήκει, ὅτι
τοῦ σοῦ παλατίου πιστεύσουσι δι' ἐμοῦ τῷ Χριστῷ.
XXI. Ille autem cum rursus beatam sistendam ΚΑ'. 'Ο δὲ, τὴν μακαρίαν καὶ αὖθις Αἰκ:
curasset caterinam, et in earn omnem movisset παραστησάμενος, καὶ πᾶσαν αὐτοῦ τὴν π
improbitatem, et nihil non esset machinatus, ubi κιτήσας καὶ οὐδὲ μιᾶς μηχανῆς ἀποσχόμενο
nec promissis, nec minis eam omnino vidit posse ανάλωτον παντάπασι καὶ ὑποσχέσεσιν εἶ
expugnari, jubet ipsam quoque duci ad mortem. ἀπειλαῖς, τὴν ἐπὶ θανάτῳ καὶ αὐτὴν ἀχθῆναι
Cum ergo eam accipientes milites eduxissent e Ὡς οὖν οἱ στρατιῶται ταύτην παραλαβόντι
civitate, et duxissent ad locum martyrii, circum- βαλόν τε τῆς πόλεως καὶ εἰς τὸν τῆς με
sistens magna multitudo, maxime aulem mulie- ἤγαγον τύπον, πλῆθος αὐτὴν πολύ περιστάντ
rum, quæ erant clara et insignes, acerbe plan- λιστα δὲ γυναικῶν ὅσον ἐπιφανὲς ἦν καὶ ἐπ
gebant et lamentabantur, et lugebant ultimum ἐκόπτοντο πικρώς, ὠλοφύροντο, τὴν τελ
illum decessum. Illa autem vultu constanti et ne- ἐκείνην ἐκδημίαν ἐπένθουν. Η δέ, μεθ᾽ ὑγιοῦ
quaquam perterrito petit tempus ad orationemn. καὶ ἀταράχου τῆς καταστάσεως, καιρὸν εἰς 1
Quod ei concedunt milites. Illa vero cum et ma. χὴν αἰτετ, καὶ διδοῦσι τὴν χάριν οἱ στρατιῶν
nus et animum ad cœlos sustulisset, dixit: Do- χεῖρας ἅμα και ψυχήν εἰς οὐρανοὺς ἀνασ
mine Jesu Christe, Deus meus, ago tibi gratias, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός μου, ἔφη, εὐχ
quod statuisti supra petram pedes meos, et di- Got
σου ὅτι ἔστησας ἐπὶ πέτραν τους πόδας
fexisti gressus meos, et nunc extende palmas, καὶ κατεύθυνας τὰ διαβήματά μου, καὶ
quæ pro are in cruce fuerunt sauciat, et suscipe τεινόν
σου τὰς ὑπὲρ ἡμῶν τραυματι
animam, quam sacrificavi pro te et lua confes- σταυρῷ παλάμες, καὶ δέξαι τὴν ψυχὴν ἢν ὑπ
sione. Memento, Domine, quod sumus caro et καὶ τῆς σῆς ὁμολογίας κατέθυσα. Μνήσθητι,
sanguis, et ne permittas, ut, quæ a me facta sunt ὅτι σὰρξ καὶ αἷμά ἐσμεν, καὶ μὴ δῷς τὰ ἐν
per ignorantiam, in apertum proferant acres re- μοι πεπραγμένα τοῖς δεινοῖς τῶν ἡμετέρων
rum nostrarum examinatores ante luum terribile σταῖς ἀνακαλύπτειν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ καὶ
et incorruptum tribunal: sed quem pro te effudi στου σου βήματος· ἀλλ᾽ οἷς ὑπὲρ σοῦ ἐξέχει
sanguinem, eos meas maculas ablue. Da autem μασι, τούνοις τὰς ἐμὰς κηλίδας, ἀπόπλυνον, 4
ut hoc meum corpus, quod pro te fuit conscig- καὶ τὸ ὑπὲρ σοῦ κατακοπὲν τοῦτο σῶμά μου
ν