Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
Synodal Decree XIIIDecreta synodali XIII
Synopsis of CanonsSynopsis canonum
col. 61–62page 1 of 26
Aristenus MonachusDecreta synodali XIIINotitia
PG 133:61ρμα. Ὅτι μὴ παρόντος ἐπισκόπου, ή πρεσβυτέρου, ἢ διακόνου ἔξεστι τῷ βουλομένῳ δι᾿ ἑαυτοῦ τῶν προηγιασμένων θείων μυστηρίων μεταλαμβάνειν. Τοῦ ἁγίου Βασιλείου ἐκ τῆς πρὸς Καισάρειον πα τρίκιον ἐπιστολῆς. Τέλος τῶν τοῦ νομοκάνονος· θείων κανόνων τοῦ ἁγίου Αρσενίου.
NOTITIA..
141. Absente episcopo, aut presbytero, aut diacono, licere ei qui velit per se divina sacramenta
prius sanctificata sumere.
ALEXIUS ARISTENUS.
ρμα. Ὅτι μὴ παρόντος ἐπισκόπου, ή πρεσβυτέρου, ἢ διακόνου ἔξεστι τῷ βουλομένῳ δι᾿ ἑαυτοῦ τῶν
προηγιασμένων θείων μυστηρίων μεταλαμβάνειν.
Τοῦ ἁγίου Βασιλείου ἐκ τῆς πρὸς Καισάρειον πατρίκιον ἐπιστολῆς.
Τέλος τῶν τοῦ νομοκάνονος· θείων κανόνων
τοῦ ἁγίου Αρσενίου.
Sancti Basilii ex epistola ad Cæsarium Patricium.
Finis divinorum canonum Nomocanonis sancti Arsenii.
ANNO DOMINI MCLIX
LUCE CHRYSOBERGIS
CP. PATRIARCHÆ
DECRETA SYNODALIA XIII
Subnotatie synodalis sub imperio domini Manuelis Comneni, ne fiant nuptiæ septimi gradus cognationis. II. De
clericis se immiscentibus sæcularibus negotiis. III. De præfectis in extraneo monasterio tonsis. IV. De festo notariorum. V. De depositione episcopi. VI. Ne ecclesia lædanter transactione episcopi. VI. De iis qui testificantur
contra Blium spiritualem. VIII. De episcopo per vim tonso. IX. Ne jusjurandum irregulare servetur. X. De homici
die voluntario. XI. De advocatis. XII. De infantibus captivis baptizandis et de Agarenis. XIII. Ne clerici turpilucres flant ant medici.
Vide Patrologia tom. CXIX. col. 770.
ANNO DOMINI MCLEVI
ALEXIUS ARISTENUS.
NOTITIA
(Cave, Script. eccles. Hist. litter., p. 592.)
Alexius Aristenus, dignitate nomophylax, et Magnæ ecclesiæ Constantinopolitana œconomus, quem dréptipov £xɛľvov xūpov non uno in loco vocat Balsamon, claruit anno 1166, quo synodo Constantinopolisanæ interfuit: et de jure canonico inibi consultus adversus Nicephorum patriarcham Hierosolymitanum
conci!ii Trullani canoneın 37 protulit. Exstat Synopsis canonum ab Aristeno nostro scholiis illustrata.
Synopsis quidem ipsa eo longe antiquior videtur: Aristenus vero istam interpretatus est. Edita est
Synopsis Gr. Lat., sed scholiis destituta, sub Aristeni nomine a Christophoro Justello in Bibliotheca
Juris canon. tom. H, p. 673. Synopsi scholia adjecit, notisque illustrata, utraque Gr. Lat. dedit CL. Beveregius in Pandecte Canonum, Oxon. 1672, fol.
col. 63–64page 2 of 26
PG 133:63ΥΠΟ ΑΡΙΣΤΙΝΟΥ ΣΥΝΟΨΙΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΠΑΝΤΩΝ. Τῶν ἁγίων ἀποστόλων. α'. Δύο ή τρεῖς ἐπίσκοποι χειροτονοῦσιν ἐπίσκοπον· εἰς δὲ, πρεσβύτερον καὶ διάκονον. β'. Ἱερεὺς ὁ γάλα, ή μέλι, ή σίκερα, ἡ ζώα, ἢ όσπρια τῷ θυσιαστηρίῳ προσάγων, πλὴν χέδρων, καὶ σταφυλῶν, καὶ ἐλαίου, καὶ θυμιάματος, καθ αιρείσθαι. γ. Αἱ ἀπῶραι οίκοι πεμπέσθωσαν, ὡς οἱ πρῶ τοι τοῖς ἑξῆς διανέμοιεν. δ. Τὴν βοηθὸν ἱερεὺς ἐκβάλλων ἀφοριζέσθω, μὴ εἰσάγων δὲ, καθαιρείσθω. ε. Κοσμικής φροντίδας δεχόμενος ἱερεὺς, ἀνίερος. 5. Καθαιρεῖται ὁ τελῶν μετὰ Ἰουδαίων τὸ Πάσ σχα. ζ. Ἱερεὺς ὁ μὴ μεταλαμβάνων λεγέτω τὸ αἴτιον, αφοριζέσθω δὲ μὴ λέγων· ὑποπτον γὰρ πεποίηκε τὸν προσάγοντα. Γ. τ'. 'Αφορίσεις τὸν τῇ εὐχῇ καὶ τῇ μεταλήψει μή παραμένοντα. θ'. Ο συνευχόμενος ἀκοινωνήτη, ή καθηρημένῳ, αὐτοκατάκριτος. ι. Ο δεξάμενος τὸν ἄλλοθεν ἄδεκτον, ἀδεκτότε ρος. ια. Ο τὸν ἀφορισμόν ψευσάμενος, ἀδεκτότα τος. 12. ιβ. Θρόνον οὐκ ἐπιπηδήσεις ἐκ θρόνου, εἰ μὴ τοῖς ἐκεῖ λυσιτελέστερος, ὡς διδακτικώτατος κρί νοιο· καὶ τοῦτο πολλῶν ἐπισκόπων διακρίσει και παρακλήσει. ιγ΄. Κληρικὸς ἅπας ὁ τῆς οἰκείας ἐκτὸς, καὶ τὴ ἀλλοτρίαν οἰκῶν, καὶ πρὸς τοῦ ἐπισκόπου δυσω πούμενος, καὶ οὐ παλινοστῶν, ἀκοινώνητος· καὶ τοῦτον ὁ ἐν γνώσει κατέχων, αὐτοκατάκριτος. ιδ'. Ανίερος ἅπας δίγαμος, ἢ παλλακὴν ἐπιτρέφων.
H ΥΠΟ ΑΡΙΣΤΙΝΟΥ
ΣΥΝΟΨΙΣ
ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΠΑΝΤΩΝ.
SYNOPSIS CANONUM OMNIUM
AB ARISTENO CONSCRIPTA.
Sanctorum apostolorum.
1. Buo aut tres episcopi ordinant episcopum:
unus vero, presbyterum et diaconum.
2. Sacerdos lac, aut mel, aut siceram, aut animalia, aut legumina offerens ad altare, praterquam
novas spicas et avas et oleum et thymiama, deponatur.
3. Fructus domum mittantur, quos primi sequentibus distribuant.
4. Conjugem sacerdos si ejiciat, excommuni
cetur: si vero non introducat, gradu dejiciam
tur.
5. Sœculares curas suscipiens sacerdos, sacerdosio privetur.
6. Qui cum Judzis Pascha celebrat, deponiwur.
7. Sacerdos non communicans dicat causam:
quod si non dixerit, excommunicetur: suspectum
enim reddit offerentem.
8. Excommunicabis eum qui in oratione et communione non perseverat.
9. Qui orat cum excommunicato aut gradu dejecto, ipsemet condemnatur.
10. Qui aliunde ejectum susceperit, magis ipse
ejiciendus est.
11. Qui cxcommunicationem mentitur, ideo maxime rejiciendus est.
Τῶν ἁγίων ἀποστόλων.
α'. Δύο ή τρεῖς ἐπίσκοποι χειροτονοῦσιν ἐπίσκο
πον· εἰς δὲ, πρεσβύτερον καὶ διάκονον.
β'. Ἱερεὺς ὁ γάλα, ή μέλι, ή σίκερα, ἡ ζώα, ἢ
όσπρια τῷ θυσιαστηρίῳ προσάγων, πλὴν χέδρων,
καὶ σταφυλῶν, καὶ ἐλαίου, καὶ θυμιάματος, καθ
αιρείσθαι.
γ. Αἱ ἀπῶραι οίκοι πεμπέσθωσαν, ὡς οἱ πρῶ
τοι τοῖς ἑξῆς διανέμοιεν.
δ. Τὴν βοηθὸν ἱερεὺς ἐκβάλλων ἀφοριζέσθω, μὴ
εἰσάγων δὲ, καθαιρείσθω.
ε. Κοσμικής φροντίδας δεχόμενος ἱερεὺς, ἀνίε
ρος.
5. Καθαιρεῖται ὁ τελῶν μετὰ Ἰουδαίων τὸ Πάσ
σχα.
ζ. Ἱερεὺς ὁ μὴ μεταλαμβάνων λεγέτω τὸ αἴτιον,
αφοριζέσθω δὲ μὴ λέγων· ὑποπτον γὰρ πεποίηκε
τὸν προσάγοντα.
Γ. τ'. 'Αφορίσεις τὸν τῇ εὐχῇ καὶ τῇ μεταλήψει μή
παραμένοντα.
θ'. Ο συνευχόμενος ἀκοινωνήτη, ή καθηρημένῳ,
αὐτοκατάκριτος.
ι. Ο δεξάμενος τὸν ἄλλοθεν ἄδεκτον, ἀδεκτότε
ρος.
ια. Ο τὸν ἀφορισμόν ψευσάμενος, ἀδεκτότατος.
12. Sedem ex sede non invades, nisi iis qui ibi ιβ. Θρόνον οὐκ ἐπιπηδήσεις ἐκ θρόνου, εἰ μὴ
degunt utilior, tanquam ad docendum aptissimus τοῖς ἐκεῖ λυσιτελέστερος, ὡς διδακτικώτατος κρί
judiceris. Idque multorum episcoporum judicio at- νοιο· καὶ τοῦτο πολλῶν ἐπισκόπων διακρίσει και
que obtestatione.
13. Omnnis clericus propria relicta ecclesia in
aliena degens, si ab episcopo revocatus non redeat,
excommunicatur, et qui hunc sciens et prudens detinet, ipsemet condemnatur.
14. Quilibet secundo matrimonio junctus, aut
concubinam nutriens ad sacerdotium non admittitur.
παρακλήσει.
ιγ΄. Κληρικὸς ἅπας ὁ τῆς οἰκείας ἐκτὸς, καὶ τὴ
ἀλλοτρίαν οἰκῶν, καὶ πρὸς τοῦ ἐπισκόπου δυσω
πούμενος, καὶ οὐ παλινοστῶν, ἀκοινώνητος· καὶ
τοῦτον ὁ ἐν γνώσει κατέχων, αὐτοκατάκριτος.
ιδ'. Ανίερος ἅπας δίγαμος, ἢ παλλακὴν ἐπιτρέ
φων.
col. 65–66page 3 of 26
PG 133:65ι'. 'Απολελυμένην, ἢ χήραν, ἢ θεράπαιναν, ἢ μαινάδα λαβὼν ἱερεὺς, όντως ανίερος. ις΄. Οὐ κεκλήρωται ὁ δύο ἀδελφὰς, ἢ ἀνεψιάν ἀγαγόμενος. ιζ. Κληρικὸς ἐγγύας οὐ δίδωσιν. τη: Κυνοῦχος ἱερᾶται ἐκτομίας δὲ οὐ. Ε΄. Ο μετὰ κλῆρον ἑαυτὸν ἐκτεμών, καθῄρη κ. Ὁ ἑαυτὸν ἐκτεμὼν λαϊκὸς, ἐπὶ τριετίαν ἀφώ ρισται. κα. Πορνεία σχεθεὶς ἱερεὺς, ἡ ἐπιορκία, η κλέμα ματι, καθῄρηται. κα. Ο ἱερᾶσθαι μέλλων, εἰ βούλοιτο, προγα μείτω. χγ. Ἱερεὺς πιστὸν, ἢ ἄπιστον τυπτήσας, καλαι ρείται. κῦ Ὁ καθαιρεθεὶς εὐλογώτατα, εἰ τῶν θείων ἄφεται πάλιν, ἐκκηρυκτότατος. π'. Ὁ ἐπὶ χρήμασιν ἱερεὺς, μετὰ τοῦ χειροτονήσαντος καθαιρούμενος ἔσται, καὶ κατὰ Σίμωνα εἰσ απὶ ἀκοινώνητος. κς'. Ο δι' ἀρχόντων ἐπίσκοπος, καθαιρούμενος ἀφοριζέσθω. κζ'. Ὁ ἐξ ἀναιτίου σχισθεὶς ἐπίσκοπος, καὶ πη γνός άλλο θυσιαστήριον, μετ' αὐτοῦ ἔξει τὸν ἔκπτω του. κη. Αδεκτος ἑτέροις ὁ ἐξ ἑτέρου περιόντος ἀφο αρισμένος. χθ'. Ξένος ἱερεὺς δίχα συστατικῶν οὐ προσδέχεται, καὶ ἔχων, ἐπανακρίνεται, καὶ εἰ τοὺς ὀρθοτομοῦντας προσίεται· εἰ δ᾽ οὖν, ἀφοριζόμενος ἀπο πέμπεται. 2. Δίχα τοῦ πρώτου ποιεῖ οὐδὲν ὁ ἐπίσκοπος, εἰ μὴ τὰ τῆς παροικίας αὐτοῦ· καὶ ὁ πρῶτος ἀτερ ἐκείνου οὐδὲν, διὰ τὴν ὀφειλομένην ὁμόνοιαν. λα. Μὴ χειροτονεῖν ὑπερόρια· ὁ δὲ παρὰ τὴν γνώμην τῶν ἐγχωρίων ἐπιτελῶν, ἀτελέστατος. λβ. Ο νεοπρόβλητος, εἰ δυσανασχετεί πρὸς τὸ ἐγχείρημα, ἀφορίζεται, μέχρις ἂν παραδέξηται ἃ παρὰ τοῦ λαοῦ μὴ δεχθείη, ὁ κλῆρος ἀφορίζεται, ότι μὴ τὸν ὄχλον πεπαίδευσεν. ὁ δέ ἐστιν ἐπίσκο Αγ. Δὶς κατ' ἔτος οἱ ἐπίσκοποι συνιέτωσαν διὰ τὰ δάγματα καὶ τὰ πράγματα. Πρώτον μεν, τῇ τετάρτη τῆς Πεντηκοστῆς ἑβδομάδι· δεύτερον δε, ὑπερβερι πείου δωδεκάτη. δ. Διοικείτω μετὰ κυρείας τὰ τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἐπίσκοπος πράγματα, μήτι τούτων συγγενεῖ, εἰ μὴ ὡς πένητι, χαριζόμενος. λε. Ατερ ἐπισκόπου ποιεῖ πρεσβύτερος οὐδὲν, καὶ διάκονος· καὶ γὰρ οὗτος πεπίστευται τὸν λαόν. λς. Τὰ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὰ τοῦ ἐπισκόπου
ι'. 'Απολελυμένην, ἢ χήραν, ἢ θεράπαιναν, ἢ 15. Quisquis dimissam, aut viduam, aut ancillam,
μαινάδα λαβὼν ἱερεὺς, όντως ανίερος.
aut insanam in uxorem acceperit, vere sacerdo!:o
indignus.
ις΄. Οὐ κεκλήρωται ὁ δύο ἀδελφὰς, ἢ ἀνεψιάν
ἀγαγόμενος.
ιζ. Κληρικὸς ἐγγύας οὐ δίδωσιν.
τη: Κυνοῦχος ἱερᾶται ἐκτομίας δὲ οὐ.
Ε΄. Ο μετὰ κλῆρον ἑαυτὸν ἐκτεμών, καθῄρηκ. Ὁ ἑαυτὸν ἐκτεμὼν λαϊκὸς, ἐπὶ τριετίαν ἀφώρισται.
κα. Πορνεία σχεθεὶς ἱερεὺς, ἡ ἐπιορκία, η κλέμα
ματι, καθῄρηται.
16. Non allegitur in clerum quisquis duas 80tores, aut consobrinam in matrimonium duxerit.
17. Clericus fidejussiones non dat.
18. Eunuchus sacerdotio fungi potest, qui vero
seipsum absciderit, nequaquam.
19. Si quis postquam in clerum cooptatus fuerit,
seipsum absciderit, deponatur.
20. Laicus qui seipsum exsecuerit, per triennium segregatur.
21. Sacerdes fornicatione, aut perjurio, aut furto
obstrictus, deponitur.
κα. Ο ἱερᾶσθαι μέλλων, εἰ βούλοιτο, προγα- 29. Qui ad sacros ordines promovendus est, si
μείτω.
χγ. Ἱερεὺς πιστὸν, ἢ ἄπιστον τυπτήσας, καλαι
ρείται.
κῦ Ὁ καθαιρεθεὶς εὐλογώτατα, εἰ τῶν θείων
ἄφεται πάλιν, ἐκκηρυκτότατος.
π'. Ὁ ἐπὶ χρήμασιν ἱερεὺς, μετὰ τοῦ χειροτονήσαντος καθαιρούμενος ἔσται, καὶ κατὰ Σίμωνα εἰσαπὶ ἀκοινώνητος.
κς'. Ο δι' ἀρχόντων ἐπίσκοπος, καθαιρούμενος
ἀφοριζέσθω.
κζ'. Ὁ ἐξ ἀναιτίου σχισθεὶς ἐπίσκοπος, καὶ πηγνός άλλο θυσιαστήριον, μετ' αὐτοῦ ἔξει τὸν ἔκπτω
του.
κη. Αδεκτος ἑτέροις ὁ ἐξ ἑτέρου περιόντος ἀφο
αρισμένος.
χθ'. Ξένος ἱερεὺς δίχα συστατικῶν οὐ προσδέχε
ται, καὶ ἔχων, ἐπανακρίνεται, καὶ εἰ τοὺς ὀρθοτομούντας προσίεται· εἰ δ᾽ οὖν, ἀφοριζόμενος ἀπο
πέμπεται.
2. Δίχα τοῦ πρώτου ποιεῖ οὐδὲν ὁ ἐπίσκοπος, εἰ
μὴ τὰ τῆς παροικίας αὐτοῦ· καὶ ὁ πρῶτος ἀτερ
ἐκείνου οὐδὲν, διὰ τὴν ὀφειλομένην ὁμόνοιαν.
λα. Μὴ χειροτονεῖν ὑπερόρια· ὁ δὲ παρὰ τὴν
γνώμην τῶν ἐγχωρίων ἐπιτελῶν, ἀτελέστατος.
λβ. Ο νεοπρόβλητος, εἰ δυσανασχετεί πρὸς τὸ
ἐγχείρημα, ἀφορίζεται, μέχρις ἂν παραδέξηται· si
ἃ παρὰ τοῦ λαοῦ μὴ δεχθείη, ὁ κλῆρος ἀφορίζεται,
ότι μὴ τὸν ὄχλον πεπαίδευσεν. ὁ δέ ἐστιν ἐπίσκοΑγ. Δὶς κατ' ἔτος οἱ ἐπίσκοποι συνιέτωσαν διὰ τὰ
δάγματα καὶ τὰ πράγματα. Πρώτον μεν, τῇ τετάρτη
τῆς Πεντηκοστῆς ἑβδομάδι· δεύτερον δε, ὑπερβερι
πείου δωδεκάτη.
δ. Διοικείτω μετὰ κυρείας τὰ τῆς Ἐκκλησίας
ὁ ἐπίσκοπος πράγματα, μήτι τούτων συγγενεῖ, εἰ
μὴ ὡς πένητι, χαριζόμενος.
λε. Ατερ ἐπισκόπου ποιεῖ πρεσβύτερος οὐδὲν,
καὶ διάκονος· καὶ γὰρ οὗτος πεπίστευται τὸν λαόν.
λς. Τὰ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὰ τοῦ ἐπισκόπου
velit, prius uxorem ducat.
23. Sacerdos fidelem, aut infidelem si percussErit, deponitur.
24. Depositus justam ob causam, si res divinas
rursum attigerit, maxime expellendus est.
25. Qui data pecunia sacerdos factus est ama
cum eo qui ipsum ordinavit deponatur, ac Simonis
Magi instar in perpetuum excommunicetur.
26. Qui principum aut magistratuum potentia
fretus ad episcopatum, perveneritr depositus segregetur.
27. Episcopus qui sine causa se ab aliis segregaverit, atque aliud altare construxerit, cum ipso
dejicietur.
28. Ab aliis non recipiatur, quisquis ab alio superstite excommunicatus fuerit.
'
29. Externus sacerdos absque commendatitiis
epistolis non recipitur, et si habeat, diligenter
examinatur, num eos qui rectam fidem tenent
approbet: sin vero, segregatur atque allegatur.
50. Absque primate nihil facit episcopus, nist
ea quæ sunt suæ parœciæ; ac primas sine illo
nihil facit. propter debitam concoraliam.
31. Extra proprios fines non est ordinandum,
qui autem præter sententiam eorum qui in locis
degunt, sacros ordines peragit, pro non ordinato
babeatur.
32. Qui recens designatus est, si demandaium
munus exsequi gravetur, segregatur, donec susceperit: si vero a populo non receptus fuerit,
clerus excommunicatur, quod plebem non corripuerit; ipse vero mauet episcopus.
33. Singulis annis episcopi bis convenfant propter doginata et res. Primum quidem, quarla
Pentecostes hebdomada. Secondo vero, duodecima
Octobris.
34. Episcopus res Ecclesia cum polestate admimistret, nihil quidquam consanguineo, nisi tanquaun
pauperi largiens.
35. Absque episcopo nihil facit presbyter et diaconus. Etenim ipsi populus creditus est.
36. Res ad Ecclesiam et ad episcopum pertinen
col. 67–68page 4 of 26
PG 133:67προσκείσθω πράγματα φανερά· ἵνα καὶ ὁ ἐπίσκο πως διατιθῆται, καὶ μένοι ἡ Ἐκκλησία ἀζήμιος. λζ'. Εξουσιαζέτω τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὁ ἐπίσκοπος πραγμάτων, καὶ τῶν ψυχῶν γάρ· καὶ διοικείτω πάντα κατὰ τὴν θείαν ἀρέσκειαν. λη΄. Ο κυδιστὴς καὶ πάροινος ἱερεὺς, εἰ οὐ παύοι, καθῄρηται. λθ. Κληρικὸς καὶ λαϊκὸς τὰ ὅμοια πράττων ἀφορίζεται. μ'. Τόκους ἀπαιτῶν δανείου ἱερεὺς, εἰ οὐ παύοι, καθῄρηται. μα'. Ο συνευχόμενος αἱρετικοῖς, ἀφορίζεται: και θαιρεῖται δὲ ὁ κληρικούς τούτους ἡγούμενος. μβ. Βάπτισμα καὶ θυσίαν αἱρετικῶν δεξάμενος ἱερεὺς, ἀνίερος. μγ. Ὁ ἀνάβαπτίζων τὸν ὄντως βεβαπτισμένον, ῾Ο καὶ μὴ ἀναβαπτίζων τὸν μεμολυσμένον ἀσεβόθεν, ἀνίερο;. μδ. Τὴν οἰκείαν γαμὲ τὴν ἐκβάλλων ὁ κοσμικὸς, καὶ ἄγων ἑτέραν, ἢ ἀπολελυμένην ἀφορι στέος. με'. Ο μὴ βαπτίζων εἰς Πατέρα, καὶ Υἱὸν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλὰ παρεκβαίνων, ἀνθερος. με'. Ο μὴ τρισί μυῶν καταδύσεσιν, ἀλλὰ μια εἰς τὸν τοῦ Κυρίου θάνατον, δ᾽ μὴ ὁ Κύριος εἶπεν, ἀνθερος. με. Κληρικὸς ἅπας γάμον, καὶ κρέας, καὶ οἶνον βδελυσσόμενος, εἰ μὴ διορθοῖτο, ἐκκήρυκτος. μη'. Ο τοῖς μετανοοῦσι μὴ συγγινώσκων, ἀσυγγνωστότερος. μθ'. Μὴ μεταλαμβάνων ἱερεὺς οίνου καὶ χρεῶν, εἰ μὴ δι' ἄσκησιν, καθῄρηται. ν'. Ο δίχα τῆς κατὰ τρίβον ἀνάγκης κληρικὸς εἰς καπηλεῖον ἐσθίων, ἀφοριστέος. να'. Υβρίζων ἐπίσκοπον κληρικός, καθαιρείται πρεσβύτερος δὲ καὶ διάκονος ἀφορίζεται. Ωσαύ τως δὲ καὶ ὁ κωφόν, καὶ χωλόν, καὶ τυφλὸν δια χλευάζων. ιβ. Τὴν εὐσέβειαν οὐ διδάσκων ἐπίσκοπος, ἀφος ρίζεται· καθαιρεῖται δὲ μένων ἀδίδακτος. νγ'. Επιδιά κληρικὸν ἱερεὺς οὐκ εὐεργετῶν, ἀφο ρίζεται καθαιρεῖται δὲ μένων ἀνέλεος. νῦ. Ὁ ἀσεβοῦς βίβλον ἐκκλησιάζων, καθαιρεί. νε'. Πιστὸς ἐλεγχθεὶς ἐπ᾿ ἐγκλήμασιν, Ἄκληρος. νς'. 'Ο ἀρνησίχριστος, καὶ ἀπόβλητος· ὁ δὲ τὸν κλῆρον ἀθετῶν καὶ μεταστρέφων, κατὰ λαϊκὸν προσο στός. νζ. Γευόμενος θύτης πνικτοῦ, ἡ θηριαλώτου, ἢ θνησιμαίου, καθαιρετέος· ὁ δὲ λαϊκὸς, ἀφορίζεται. νη'. 'Ο Ἰουδαίοις συνευχόμενος, ἀφορίζεται. να'. Φονεύς κληρικός, καθαιρείται· λαϊκός, ἀφο ρίζεται.
tes manifestae exstent: ut et episcopus testetur, at-Α προσκείσθω πράγματα φανερά· ἵνα καὶ ὁ ἐπίσκο
que Ecclesia nullum damnum accipiat,
37. Episcopus potestatem habeat super res ec-
„clesiasticas, cum ean) super animas habeat: atque
omnia juxta divinam voluntatem administret.
38. Sacerdos aleator atque ebriosus, si non desinat, deponatur.
39. Clericus et laicus similia faciens excommupicatur.
40. Sacerdos mutui usuras exigens, nisi desinat,
deturbetur.
41. Qui cum hæreticis orat, excommunicatur:
qui vero clericos hos existimat, gradu movetur.
42. Sacerdos baptisma et sacrificium hæretico–
rum recipiens, sacerdotio indignus est.
43. Qui vere baptizatum denuo baptizat, ac eum
qui impietate pollutus est non rebaptizat, sacerdos
non est habendus.
44. Secularis propriam uxorem ejiciens, aliamque aut dimissain ducens, excommunicandes
est.
45. Qui non baptizat in Patrem, et Filium, et
Spiritum sanctum, sed transgreditur illud præceplumn, sacerdotio fungi non debet.
46. Qui non tribus initiat mersionibus, sed una
in Domini mortem, quod Dominus non dixit, sacer
dotio movendus est.
47. Omnis clericus a nuptiis, et carne, et vino
abhorrens, si non emendetur, expellendus est.
48. Qul poenitentibus non ignoscit, ipse venia
indignior est.
49. Sacerdos a vino et carnibus abstinens, nisi
exercitationis causa, deponitur.
50. Clericus citra itineris necessitatem in caupona
manducans, segregandus est.
51. Clericus injuria aficiens episcopum, dejicitur; presbyter vero et diaconus excommunicantur.
Similiter autem et qui surdum, claudum, et cæcum
cavillis insectatur.
⋅
52. Episcopus pietatem non docens excommunicatur: deponitur vero si perseveret non docere.
53. In clericum inopia laborantem si se benefiπως διατιθῆται, καὶ μένοι ἡ Ἐκκλησία ἀζήμιος.
λζ'. Εξουσιαζέτω τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὁ ἐπίσκο
πος πραγμάτων, καὶ τῶν ψυχῶν γάρ· καὶ διοικείτω
πάντα κατὰ τὴν θείαν ἀρέσκειαν.
λη΄. Ο κυδιστὴς καὶ πάροινος ἱερεὺς, εἰ οὐ παύοι,
καθῄρηται.
λθ. Κληρικὸς καὶ λαϊκὸς τὰ ὅμοια πράττων
ἀφορίζεται.
μ'. Τόκους ἀπαιτῶν δανείου ἱερεὺς, εἰ οὐ παύοι,
καθῄρηται.
μα'. Ο συνευχόμενος αἱρετικοῖς, ἀφορίζεται: και
θαιρεῖται δὲ ὁ κληρικούς τούτους ἡγούμενος.
μβ. Βάπτισμα καὶ θυσίαν αἱρετικῶν δεξάμενος
ἱερεὺς, ἀνίερος.
μγ. Ὁ ἀνάβαπτίζων τὸν ὄντως βεβαπτισμένον,
῾Ο
καὶ μὴ ἀναβαπτίζων τὸν μεμολυσμένον ἀσεβόθεν,
ἀνίερο;.
μδ. Τὴν οἰκείαν γαμὲ τὴν ἐκβάλλων ὁ κοσμι
κὸς, καὶ ἄγων ἑτέραν, ἢ ἀπολελυμένην ἀφορι
στέος.
με'. Ο μὴ βαπτίζων εἰς Πατέρα, καὶ Υἱὸν, καὶ
ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλὰ παρεκβαίνων, ἀνθερος.
με'. Ο μὴ τρισί μυῶν καταδύσεσιν, ἀλλὰ μια
εἰς τὸν τοῦ Κυρίου θάνατον, δ᾽ μὴ ὁ Κύριος εἶπεν,
ἀνθερος.
με. Κληρικὸς ἅπας γάμον, καὶ κρέας, καὶ οἶνον
βδελυσσόμενος, εἰ μὴ διορθοῖτο, ἐκκήρυκτος.
μη'. Ο τοῖς μετανοοῦσι μὴ συγγινώσκων, ἀσυγ
γνωστότερος.
μθ'. Μὴ μεταλαμβάνων ἱερεὺς οίνου καὶ χρεῶν,
εἰ μὴ δι' ἄσκησιν, καθῄρηται.
ν'. Ο δίχα τῆς κατὰ τρίβον ἀνάγκης κληρικὸς εἰς
καπηλεῖον ἐσθίων, ἀφοριστέος.
να'. Υβρίζων ἐπίσκοπον κληρικός, καθαιρείται·
πρεσβύτερος δὲ καὶ διάκονος ἀφορίζεται. Ωσαύ
τως δὲ καὶ ὁ κωφόν, καὶ χωλόν, καὶ τυφλὸν δια
χλευάζων.
ιβ. Τὴν εὐσέβειαν οὐ διδάσκων ἐπίσκοπος, ἀφος
ρίζεται· καθαιρεῖται δὲ μένων ἀδίδακτος.
νγ'. Επιδιά κληρικὸν ἱερεὺς οὐκ εὐεργετῶν, ἀφο
cum non præstel sacerdos, excommunicatur: de- ρίζεται • καθαιρεῖται δὲ μένων ἀνέλεος.
ponitur vero, si immisericors permaneat.
54. Qui impii libri mentionem facit in concione,
deponitur.
55. Fidelis criminum convictus, in clerum non
admittitur.
56. Qui Christum negat, expellendus est: qul
vero clerum spernit et invertit, pro laico recipiendus est.
57. Sacerdos si suffocatum, aut a fera captum
aut mordicinam fustaverit, deponendus est: laicus
vero excommunicandus.
58. Qui cum Judæis orat, excommunicatur.·
59. Clericus homicida, deponitur: laicus vero,
¨segregatur.
νῦ. Ὁ ἀσεβοῦς βίβλον ἐκκλησιάζων, καθαιρεί. -
80%.
νε'. Πιστὸς ἐλεγχθεὶς ἐπ᾿ ἐγκλήμασιν, ἄκληρος.
νς'. 'Ο ἀρνησίχριστος, καὶ ἀπόβλητος· ὁ δὲ τὸν
κλῆρον ἀθετῶν καὶ μεταστρέφων, κατὰ λαϊκὸν προσο
στός.
νζ. Γευόμενος θύτης πνικτοῦ, ἡ θηριαλώτου,
ἢ θνησιμαίου, καθαιρετέος· ὁ δὲ λαϊκὸς, ἀφορίζε
ται.
νη'. 'Ο Ἰουδαίοις συνευχόμενος, ἀφορίζεται.
να'. Φονεύς κληρικός, καθαιρείται· λαϊκός, ἀφο
ρίζεται.
col. 69–70page 5 of 26
PG 133:694. Κυριακὴν καὶ Σάββατον ὁ νηστεύων, πλὴν ἑνὸς, ἀποκήρυκτος. ξα'. Ο βιασάμενος κόρην, ἀφοριζόμενος κατεχέτω καὶ ἄπορον αὐτὴν οὖσαν. Εξ. Ο διαχειροτόνητος μετὰ τοῦ χειροτονούν της καθαιρεῖται, εἰ μὴ αἱρετική χειρ ἡ πρότερον. Ε. Τὸν οὐκ ἀσιτοῦντα τὴν Τεσσαρακοστὴν, ἢ Τετράδα, καὶ Παρασκευὴν κληρικὸν καθαιρήσεις τὸν δὲ λαϊκὸν ἀφορίσεις· εἰ μὴ δι' ἀσθένειαν ἐμπου δίζωνται. ξδ. Δαϊκὸν ἀφορίσεις ἰουδαΐζοντα· τὸν δὲ κληρι καν, καθαιρήσεις. ξε'. 'Αφορίζεται ὁ κηρὸν ἢ ἔλαιον τῆς ἐκκλησίας συλῶν, μετὰ τοῦ καὶ πενταπλοῦν τοῦτο κατατιθέ ξς'. Ὁ ἱερὰ σκεύη εἰς χρῆσιν σφετεριζόμενος, ἀφορίζεται. §5. Κατηγορούμενος ἐπίσκοπος, καὶ καλούμενος, καὶ μὴ ἀκούων, καὶ δὶς καλείσθω καὶ τρίς· τοῦ δὲ ἐπιμένοντος, τὸ δόξαν ἡ σύνοδος ἀποφαίνοιτο. ξη. Αἱρετικὸς οὐ κατηγορεῖ ἐπίσκοπον, οὐδὲ πιο στὸς εἰς. Εθ. Ἐπίσκοπον ἀντ αὐτοῦ ἐπίσκοπος ἀποδιούς οὐ καθίστησιν. 6. Γίνεται χωλὸς καὶ ἑτερόφθαλμος, ἄξιος ὑπάρ χων, ἐπίσκοπος· ὁ μέντοι τυφλός και κωφός οὐ γενήσεται. α'. Ο δαιμονῶν οὐ κληροῦται, οὐδὲ συνεύχεται μετὰ δὲ τὸν καθαρμὸν, εἰ ἄξιός ἐστι, γίνεται. ο. Οὐκ ἐπισκοπεί νεοφώτιστος, οὐδὲ διὰ ταχέων ὁ ἐκ φαύλης διαγωγής προϊών. ογ. Ἐπίσκοπος ἀνεπίσκοπος ὁ δημόσια χειριζόμενος. οδ. Οἰκέτης ἀκλήρωτος· ὁ δὲ ὧν ἄξιος, ἐλευθερωθεὶς προβιβάζεται. α'. Ο ἱερεὺς ἄρχων, ανίερος. ος. Ὁ ἄρχοντα καὶ βασιλέα παρὰ τὸ θέμις ὑβρί ζων, τιμωρητέος. 3. Σεβάσμιος ἢ ἑξηκοντάβιβλος μόνον. Συνόδου πρώτης τῆς ἐν Νικαίᾳ. α'. Οἱ εὐνοῦχοι εἰς κλῆρον δεχέσθωσαν· οἱ δὲ τέτ μνοντες ἑαυτοὺς, οὐ δεχέσθωσαν. β. Οι ἐξ ἐθνικοῦ βίου μὴ ταχέως εἰς πρεσβυτέ τῶν ἀγέσθωσαν· δίχα γὰρ τῆς διὰ χρόνου δοκιμα τίας, κακὸς ὁ νεόφυτος. γ. Εἴ τις μετὰ χειροτονίαν αμαρτήσας ἀποδειχθείη πρότερον, [Γ. 4. ] ὕστερον· οὗτος πεπαύσθω τοῦ κλήρου. δ. Επείσακτον μήτις εχέτω, χωρίς μητρός, ἢ ἀδελφῆς, καὶ τῶν προσώπων & πᾶσαν ὑποψίαν ἀποδιδράσκει. ε'. Ἐπίσκοπος ὑπὸ πάντων τῶν ἐπαρχιωτών και θίσταται· εἰ δὲ μή, τέως τριῶν· τῶν ὑπολοίπων διὰ αι
4. Κυριακὴν καὶ Σάββατον ὁ νηστεύων, πλὴν ἑνὸς,
ἀποκήρυκτος.
ξα'. Ο βιασάμενος κόρην, ἀφοριζόμενος κατεχέτω
καὶ ἄπορον αὐτὴν οὖσαν.
Εξ. Ο διαχειροτόνητος μετὰ τοῦ χειροτονούν
της καθαιρεῖται, εἰ μὴ αἱρετική χειρ ἡ πρότερον.
Ε. Τὸν οὐκ ἀσιτοῦντα τὴν Τεσσαρακοστὴν, ἢ
Τετράδα, καὶ Παρασκευὴν κληρικὸν καθαιρήσεις·
τὸν δὲ λαϊκὸν ἀφορίσεις· εἰ μὴ δι' ἀσθένειαν ἐμπου
δίζωνται.
ξδ. Δαϊκὸν ἀφορίσεις ἰουδαΐζοντα· τὸν δὲ κληρι
καν, καθαιρήσεις.
ξε'. 'Αφορίζεται ὁ κηρὸν ἢ ἔλαιον τῆς ἐκκλησίας
συλῶν, μετὰ τοῦ καὶ πενταπλοῦν τοῦτο κατατιθέξς'. Ὁ ἱερὰ σκεύη εἰς χρῆσιν σφετεριζόμενος,
ἀφορίζεται.
§5. Κατηγορούμενος ἐπίσκοπος, καὶ καλούμενος,
καὶ μὴ ἀκούων, καὶ δὶς καλείσθω καὶ τρίς· τοῦ δὲ
ἐπιμένοντος, τὸ δόξαν ἡ σύνοδος ἀποφαίνοιτο.
ξη. Αἱρετικὸς οὐ κατηγορεῖ ἐπίσκοπον, οὐδὲ πιο
στὸς εἰς.
Εθ. Ἐπίσκοπον ἀντ αὐτοῦ ἐπίσκοπος ἀποδιούς
οὐ καθίστησιν.
6. Γίνεται χωλὸς καὶ ἑτερόφθαλμος, ἄξιος ὑπάρ
χων, ἐπίσκοπος· ὁ μέντοι τυφλός και κωφός οὐ
γενήσεται.
α'. Ο δαιμονῶν οὐ κληροῦται, οὐδὲ συνεύχεται·
μετὰ δὲ τὸν καθαρμὸν, εἰ ἄξιός ἐστι, γίνεται.
ο. Οὐκ ἐπισκοπεί νεοφώτιστος, οὐδὲ διὰ ταχέων
ὁ ἐκ φαύλης διαγωγής προϊών.
ογ. Ἐπίσκοπος ἀνεπίσκοπος ὁ δημόσια χειριζόμένος.
οδ. Οἰκέτης ἀκλήρωτος· ὁ δὲ ὧν ἄξιος, ἐλευθερω
θεὶς προβιβάζεται.
α'. Ο ἱερεὺς ἄρχων, ανίερος.
ος. Ὁ ἄρχοντα καὶ βασιλέα παρὰ τὸ θέμις ὑβρί
ζων, τιμωρητέος.
3. Σεβάσμιος ἢ ἑξηκοντάβιβλος μόνον.
Συνόδου πρώτης τῆς ἐν Νικαίᾳ.
α'. Οἱ εὐνοῦχοι εἰς κλῆρον δεχέσθωσαν· οἱ δὲ τέτ
μνοντες ἑαυτοὺς, οὐ δεχέσθωσαν.
β. Οι ἐξ ἐθνικοῦ βίου μὴ ταχέως εἰς πρεσβυτέ
τῶν ἀγέσθωσαν· δίχα γὰρ τῆς διὰ χρόνου δοκιματίας, κακὸς ὁ νεόφυτος.
γ. Εἴ τις μετὰ χειροτονίαν αμαρτήσας ἀποδει
χθείη πρότερον, [Γ. 4. 4] ὕστερον· οὗτος πεπαύσθω
τοῦ κλήρου.
δ. Επείσακτον μήτις εχέτω, χωρίς μητρός, ἢ
ἀδελφῆς, καὶ τῶν προσώπων & πᾶσαν ὑποψίαν ἀπο
διδράσκει.
ε'. Ἐπίσκοπος ὑπὸ πάντων τῶν ἐπαρχιωτών και
θίσταται· εἰ δὲ μή, τέως τριῶν· τῶν ὑπολοίπων διὰ
60. Qui Dominica aut Sabbato jejunat, uno excepto, ejiciendus est.
61. Qui puelle rim attulerit, excommunicatus
ipsam, inopen licet, sibi habeat.
62. Bis ordinatus, cum ordinatore deponitur:
nisi hærețici manų primum ordinatus sit.
63 Clericum Quadragesima aut Quatuor Tenporibus, et Parasceve non jejunantemn depones:
Jaicum vero excommunicabis, nisi infirmitas ipsis
impedimento sit.
64. Laicnm judaizantem excommunicabis: clericum vero gradu dejicies.
65. Qui ceram aut oleum ecclesiæ furatur, excommunicatur: ac præterca quintuplum persolvel.
66. Qui sacra vasa in proprios usus transfert,
segregatur.
67. Episcopus reus factus, si vocatus non pareat,
bis et ter vocetur: si vero perseveret, sententiam
synodus proferat.
68. Hæreticus non accusat episcopum, neque 4delis unus.
69. Episcopus vítá excedens episcopum in suum
locum non subrogal.
70. Claudus et altero oculo privatus, si dignus
sit, αι episcopus: cæcus tamen et surdus non
fet.
71. Dæmoniacus non cooptatur in clerum, neque
cum aliis orat: post purgationem vero, sí dignus
sit, fi clericus.
72. Recens illuminatus Don creatur episconequé qui nuper a malo vitæ genere repus,
cessit.
73. Episcopus negotia publica tractans, episcopatu indignus est.
74. Servus in clerum non recipitur: qui vero
dignus est, libertate donatus promovetur.
75. Sacerdos magistratum obiens, profanus habeatur.
76. Qui magistratum et imperatorem contra jus
fasque contumelia afficit, puniendus est.
77. Sexaginta librorum canon tantum veneratione
dignus¯est.
Synodi Nicane 1.
4. Eunuchi in clerum recipiantur: qui vero se
ipsos exsecant, non recipiantur.
2. Qui ex gentili vita prodeunt, ne statim ad
presbyteratum promoveantur: nam absque probatione quæ progressu tem:poris fit, rejiciendus est
neophytus.
3. Si quis post ordinationem deliquisse comper-.
tus fuerit prius aut postea, bic clero expellatur.
4. Subintroductam ne quis habeat, præter matrem, aut sororem, easque personas quæ omnem
suspicionem effugiunt.
5. Episcopus ab omnibus provincialibus constituîtur; sin vero, saltem a tribus, reliquis per lit-
col. 71–72page 6 of 26
PG 133:71γραμμάτων γινομένων συμψήφων. Το μέντοι κράτος ὁ μητροπολίτης εχέτω. 5. Οἱ ἐξ ἑτέρων ἀφοριζόμενος, ὑφ' ἑτέρων μή προσδεχέσθωσαν· πλὴν εἰ μὴ διὰ μικροψυχίαν ή φιλονεικίαν, ή τι τοιοῦτον ὁ ἀφορισμός γέγονεν. 5. Αιγύπτου, και Λιβύης, καὶ Πενταπόλεως ὁ ᾿Αλεξανδρεὺς ἐχέτω τὴν ἐξουσίαν· καὶ ὁ Ῥώμης τῶν ὑπὸ Ῥώμην· καὶ ὁ ἐν Ἀντιοχείς, καὶ οἱ 206 ποὶ τῶν οἰκείων. η'. Εἴ τις επίσκοπος 4. τῆς] τοῦ πρώτου δίχα γένηται γνώμης, μὴ ἔστω ἐπίσκοπος. θ'. Ἐπὶ τὴν τῶν πολλῶν ψῆφον γενομένην κατά κανόνα, εἰ τρεῖς τινες ἀντιλέγοιεν, εἶεν ἀβέβαιοι. ι'. Ο επίσκοπος Διλίας τιμάσθω, σωζομένου τῇ μητροπόλει τοῦ αὐτῆς ἀξιώματος. ια΄. Οἱ καθαροὶ προσερχόμενοι πρῶτον ὁμολογείτωσαν, ὅτι συνθήσονται τοῖς τῆς Ἐκκλησίας θεσμοῖς καὶ κοινωνήσουσι διγάμοις, καὶ συγχωρήσουσι τοῖς παραπεπτωκόσι. Καὶ οἱ εὑρισκόμενοι κεχειροτονημένοι [χρ. εἰ] εἶεν ἐν τῷ αὐτῷ τάγματι· οἷον, ὁ μὲν κυρίως ἐπίσκοπος, εἴη ἐπίσκοπος· ὁ δὲ παρὰ τοῖς καθαροῖς ἐπίσκοπος, ἢ χωρεπίσκοπος ἔστω, ἢ πρεσβυτέρου τιμὴν, ἢ ἐπισκόπου κεκτήσθω. Οὐ γὰρ ἔσονται δύο εἰς μίαν πόλιν ἐπίσκοποι. ιβ'. Οἱ ἀνεξετάστως χειροτονούμενοι, εἰ ἑξῆς ἐλέγχοιντο ὅτι ήμαρτον, ὄντως πεπαύσθωσαν. ιγ'. Ὅσοι χωρὶς ἀνάγκης παρέβησαν, εἰ καὶ συγ γνώμης ἦσαν ἀνάξιοι, συγγνώμης τινο; ἀξιούμενοι, ιβ ἔτη ὑποπιπτέτωσαν. ιδ. Οἱ βιαζόμενοι, καὶ δόξαντες ἀντιστῆναι, εἶτα καταθέμενοι τῇ ἀσεβείᾳ, καὶ ἀναστρατευσάμενος, δεκαετίαν ἀφοριζέσθωσαν. ιε'. Σκοπητέον ἐφ᾽ ἅπασι τὸ εἶδος τῆς μετανοίας. Καὶ θερμοτέρως μὲν μεταμελουμένου τοῦ δεξαμένου τὸ ἐπιτίμιον, φιλανθρωπότερον ὁ ἐπίσκοπος δια τιθέσθω· ψυχροτέρως δε, δραστικώτερον. ις. Οἱ ἐξοδευόμενοι, κοινωνείτωσαν. Εἰ δέ τις αὐτῶν ὑγιάνοι, ἔστω μετὰ τῶν τῆς εὐχῆς [γρ. ψ χῆς] κοινωνούντων, καὶ μόνον. ιζ'. Εἴ τις παραπέσοιτο κατηχούμενος, ούτωσὶ τρι σὶν ἔτεσιν ἀκροάσθω, καὶ μόνον. Εἶτα μετὰ τῶν κατηχουμένων εὐχέσθω. 18. ιη'. Εκ πόλεως εἰς πόλιν μήτε ἐπίσκοπος, μήτε πρεσβύτερος, μήτε διάκονος μεταβαινέτω· ἐπεὶ πά λιν ἀποδοθήσονται ταῖς ἐκκλησίαις ἐν αἷς κεχειροτόνηνται. εθ'. Όσοι πρεσβύτεροι, καὶ διάκονοι τῆς ἐκκλησίας ἀναχωρήσουσιν, ἄδεκτοι εἰς ἑτέρας ἐκκλησίας γενήσονται· ἀλλ᾽ ἐπιστρεφέτωσαν εἰς τὰς ἑαυτῶν παροικίας. Εἰ δέ τις τὴν ἑτέρῳ διαφέροντα χειροτονήσει δίχα γνώμης τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου, άκυρος ή χειροθεσία. κ'. Εί τις τόκους, ή ήμιόλια λαμβάνει, αλλότριος ἔσται, μετὰ τὸν ὄρον τῆς Ἐκκλησίας καθαιρούμενος. κα'. Οἱ διάκονοι τοῖς ἰδίοις μέτροις μενέτωσαν, μηδὲ μέσον πρεσβυτέρων καθεζέσθωσαν. Παρά και
teras consentientibus. Præcipuam tamen auctorita- γραμμάτων γινομένων συμψήφων. Το μέντοι κράτος
tem metropolitanus habeat.
ὁ μητροπολίτης εχέτω.
6. Qui ab aliis excommunicati sunt, ab aliis ne
suscipiantur: præterquam si propter pusillanimitatem, aut contentionem, aut quid ejusmodi excommunicatio facta fuerit.
7. Alexandrinus episcopus super Ægyptum, Libyam, et Pentapolim potestatem habeat.: et Romanus super eos qui Romæ subditi sunt. Item Antiocheaus aliique super sibi subjectos.
&. Si quis episcopus citra primi sententiam creatus fuerit, ne sit episcopus.
9. Multorum suffragio secundum canonem lato,
si tres aliqui contradicant, corum sententia irrita
sil.
10. Episcopus Elise bonoretur, servata metropoli
dignitate sus.
11. Heretici Cathari, id est puri, dicti acceden
Las primum profiteantur, se Ecclesiæ sanctionibus
assensuros, ac cum bigamis communicaturos, lapBisque veniam impertitures. Ac si qui ordinati
reperiantur, siut in eodem ordine: exempli gratia,
qui vere est episcopus, sit episcopus; qui vero apud
Catharos est episcopus, sit chorepiscopus, vel
presbyteri aut episcopi honore gaudeat. Neque enim
duo eruat in una urbe episcopi.
12. Qui sine examinatione ordinantur, si deinceps delicti arguantur, e gradu deturbentur.
15. Qui sine necessitate transgressi sunt, etsi
venia sint indigni, veniam tamen aliquam consecuti
duodecim annos sese submittant.
14. Qui vim passi ac restitisse visi sunt, deinde
impietati consenserunt, ac resipuerunt, decem annos
excommunicentur.
15. Considerandum est in omnibus penitentiae
genus. Ac si is qui poenam suscipit, ferventiorem se
in pœnitendo ostendat, humanius cum eo agat episcopus; si vero frigidiorem, severius..
16. Qui vita excedunt, communicent. Si vero quis
ipsorum convalescat, sit cum iis tantum qui orationis
sunt participes,
17. Si quis catechumenus lapsus fuerit, sic tres
annos audiat, idque solum. Deinde cum catechumenis orei.
5. Οἱ ἐξ ἑτέρων ἀφοριζόμενος, ὑφ' ἑτέρων μή
προσδεχέσθωσαν· πλὴν εἰ μὴ διὰ μικροψυχίαν ή
φιλονεικίαν, ή τι τοιοῦτον ὁ ἀφορισμός γέγονεν.
5. Αιγύπτου, και Λιβύης, καὶ Πενταπόλεως ὁ
᾿Αλεξανδρεὺς ἐχέτω τὴν ἐξουσίαν· καὶ ὁ Ῥώμης
τῶν ὑπὸ Ῥώμην· καὶ ὁ ἐν Ἀντιοχείς, καὶ οἱ 206ποὶ τῶν οἰκείων.
η'. Εἴ τις επίσκοπος [f. 4. τῆς] τοῦ πρώτου δίχα
γένηται γνώμης, μὴ ἔστω ἐπίσκοπος.
θ'. Ἐπὶ τὴν τῶν πολλῶν ψῆφον γενομένην κατά
κανόνα, εἰ τρεῖς τινες ἀντιλέγοιεν, εἶεν ἀβέβαιοι.
ι'. Ο επίσκοπος Διλίας τιμάσθω, σωζομένου τῇ
μητροπόλει τοῦ αὐτῆς ἀξιώματος.
ια΄. Οἱ καθαροὶ προσερχόμενοι πρῶτον ὁμολογεῖτωσαν, ὅτι συνθήσονται τοῖς τῆς Ἐκκλησίας θεσμοῖς·
καὶ κοινωνήσουσι διγάμοις, καὶ συγχωρήσουσι τοῖς
παραπεπτωκόσι. Καὶ οἱ εὑρισκόμενοι κεχειροτονη
μένοι [χρ. εἰ] εἶεν ἐν τῷ αὐτῷ τάγματι· οἷον, ὁ
μὲν κυρίως ἐπίσκοπος, εἴη ἐπίσκοπος· ὁ δὲ παρὰ
τοῖς καθαροῖς ἐπίσκοπος, ἢ χωρεπίσκοπος ἔστω, ἢ
πρεσβυτέρου τιμὴν, ἢ ἐπισκόπου κεκτήσθω. Οὐ γὰρ
ἔσονται δύο εἰς μίαν πόλιν ἐπίσκοποι.
ιβ'. Οἱ ἀνεξετάστως χειροτονούμενοι, εἰ ἑξῆς ἐλέγ
χοιντο ὅτι ήμαρτον, ὄντως πεπαύσθωσαν.
ιγ'. Ὅσοι χωρὶς ἀνάγκης παρέβησαν, εἰ καὶ συγγνώμης ἦσαν ἀνάξιοι, συγγνώμης τινο; ἀξιούμενοι,
ιβ ἔτη ὑποπιπτέτωσαν.
ιδ. Οἱ βιαζόμενοι, καὶ δόξαντες ἀντιστῆναι, εἶτα
καταθέμενοι τῇ ἀσεβείᾳ, καὶ ἀναστρατευσάμενος,
δεκαετίαν ἀφοριζέσθωσαν.
ιε'. Σκοπητέον ἐφ᾽ ἅπασι τὸ εἶδος τῆς μετανοίας.
Καὶ θερμοτέρως μὲν μεταμελουμένου τοῦ δεξαμέ
νου τὸ ἐπιτίμιον, φιλανθρωπότερον ὁ ἐπίσκοπος διατιθέσθω· ψυχροτέρως δε, δραστικώτερον.
ις. Οἱ ἐξοδευόμενοι, κοινωνείτωσαν. Εἰ δέ τις
αὐτῶν ὑγιάνοι, ἔστω μετὰ τῶν τῆς εὐχῆς [γρ. ψ
χῆς] κοινωνούντων, καὶ μόνον.
ιζ'. Εἴ τις παραπέσοιτο κατηχούμενος, ούτωσὶ τρι
σὶν ἔτεσιν ἀκροάσθω, καὶ μόνον. Εἶτα μετὰ τῶν κατηχουμένων εὐχέσθω.
18. Ex urbe in urbem neque episcopus, neque ιη'. Εκ πόλεως εἰς πόλιν μήτε ἐπίσκοπος, μήτε
presbyter, neque diaconus migret. Siquidem rur
πρεσβύτερος, μήτε διάκονος μεταβαινέτω· ἐπεὶ πά
sus restituentur ecclesiis in quibus ordinati λιν ἀποδοθήσονται ταῖς ἐκκλησίαις ἐν αἷς κεχειροτό
sunl.
νηνται.
9. Quotquot presbyteri et diaconi ab ecclesia
recesserint,.in alias ecclesias non recipientur:
verum ad suas parœcias revertantur. Si quis vero
eum qui ad alium pertinet, ordinaverit citra
sententiam proprii episcopi, irrita erit ordinatio.
20. Si quis usuras aut sescuplum accipiat, post
Ecclesia determinationem tuuquam alienus depopetur.
21. Diaconi in suis terminis maneant, neque
inter presbyteros sedeant. Nam contra canonein
'
εθ'. Όσοι πρεσβύτεροι, καὶ διάκονοι τῆς ἐκκλη·
σίας ἀναχωρήσουσιν, ἄδεκτοι εἰς ἑτέρας ἐκκλησίας
γενήσονται· ἀλλ᾽ ἐπιστρεφέτωσαν εἰς τὰς ἑαυτῶν
παροικίας. Εἰ δέ τις τὴν ἑτέρῳ διαφέροντα χειροτο
νήσει δίχα γνώμης τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου, άκυρος ή
χειροθεσία.
κ'. Εί τις τόκους, ή ήμιόλια λαμβάνει, αλλότριος
ἔσται, μετὰ τὸν ὄρον τῆς Ἐκκλησίας καθαιρούμενος.
κα'. Οἱ διάκονοι τοῖς ἰδίοις μέτροις μενέτωσαν,
μηδὲ μέσον πρεσβυτέρων καθεζέσθωσαν. Παρά και
col. 73–74page 7 of 26
PG 133:73μένα γὰρ καὶ εὐταξίαν ἐστὶν, εἴ τι καὶ τοιοῦτον γέ κβ'. Οἱ Παυλικιανοὶ ἀναβαπτίζονται· καὶ εἴ τινες κληρικοί άμεμπτοι δείκνυνται, ἀναβαπτισθέντες χει ροτονείσθωσαν· εἰ δὲ μὴ ἄμεμπτοι δείκνυνται, καθώ αιρείσθωσαν. εγ'. Δι διακόνισσαι ἐξαπατηθεῖσαι, ἐπεὶ μὴ χειροτονίας μετέχουσιν, ἐν τοῖς λαϊκοῖς ἐξεταζέσθωσαν. αδ'. Ἐν ταῖς Κυριακαῖς οὐ δέον κλἶναι γόνυ, ἀλλ' ορθίους εξέχεσθαι τοὺς ἀνθρώπους. Τῶν ἐν Ἀγκύρα. ε'. Πρεσβύτεροι καὶ διάκονοι τὸ πρὶν ἐπιθύσαν τες, εἶτα ἐξ ἀληθείας αναπαλαίσαντες, μόνης τῆς καθέδρας καὶ τῆς τιμῆς μετεχέτωσαν, μηδὲν τῶν ἁγίων ἐπιτελοῦντες. β΄. Οι βασανισθέντες καὶ βιασθέντες ἀληθῶς, καὶ μετά τυραννίδος βρώματα λαβόντες εἰδώλου, τῆς κοινωνίας μὴ κωλυέσθωσαν· καὶ λαϊκοὶ δὲ τοῦτο πα θόντες, ὡς οὐδὲν ἡμαρτηκότες, εἰ βούλοντο χειροτονίας τυχεῖν, τυγχανέτωσαν, ἄλλως ἀνεπίληπτοι Ένας. γ΄. Ὅσοι ἀπαγόμενοι μετά θυμηδίας ἀνῆλθον καὶ ἔφαγον, ἐπὶ ἐξαετίαν ὑποπιπτέτωσαν. δ. Οἱ μετὰ πενθικῆς στολῆς ἀνεληλυθότες, καὶ φαγόντες, μετά δακρύων τριετίαν ὑποπιπτέτωσαν Εἰ δὲ μὴ ἔφαγον διετίαν. ε΄. Ο προάγων βίος, καὶ ὁ ἑπόμενος, ὁ τῶν παρα πιπτόντων δηλονότι, σπουδαῖος ὢν, ἢ οὐ σπουδαῖος, τὸν ἐπίσκοπον φιλανθρωπότερον, ἢ ἀφιλανθρωπότε ρον δείκνυσιν. 5. Ανὴρ ἀπειλή μόνον είξας, καὶ θύσας, εἶτα μετανοήσας, πενταετίαν ὑποπιπτέτω. ζ'. Εάν τις ίδια βρώματα έχων συνειστιάθη τους ἔθνεσιν ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, διετίαν ὑποπιπτέτω. η'. Ο μὴ μόνον ἐθελουσίως τεθυχώς, ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἀναγκάσας, δεκαετίαν ὑποπιπτέτω, θ'. Ο δεύτερον καὶ τρίτον θύσας, ἀλλὰ μετὰ βίας, ἱπταετίαν ὑποπιπτέτω. ι'. Ο μέλλων διάκονος χειροτονεῖσθαι, εἰ προεμαρτύρετο τῷ ἐπισκόπῳ μὴ δύνασθαι καρτερεῖν ἄγαμος, γαμήσας Εστω διάκονος. Εἰ δὲ σιωπήσας ἔγημεν ὕστερον, ἀποβαλλέσθω. ια. Εἰ ἐμνηστεύθη κόρη, ηρπάγη δὲ παρ᾽ ἄλλου, τῷ προτέρῳ ἀποκαθίσταται. . Ὁ πρὸ τοῦ βαπτίσματος θύσας, ἀνεύθυνος ἔστω μετὰ τὸ βάπτισμα. ιγ'. Χωρεπίσκοπος οὐ χειροτονεῖ ἄνευ ἐπιτροπῆς ἐπισκόπου. 1. Ἱερατικός κρεῶν ἀπεχόμενος, γευσάμενος μό κν, οὕτως ἀπεχέσθω· εἰ δὲ μηδὲ τῶν μετὰ κρέατος γένοιτο λαχάνων, πεπαύσθω. κ'. Εάν τι τῆς ἐκκλησίας πρεσβύτεροι διαπερά βαι. πίο.
μένα γὰρ καὶ εὐταξίαν ἐστὶν, εἴ τι καὶ τοιοῦτον γέ- et decentem ordinem est, si quid tale continVOICE.
κβ'. Οἱ Παυλικιανοὶ ἀναβαπτίζονται· καὶ εἴ τινες
κληρικοί άμεμπτοι δείκνυνται, ἀναβαπτισθέντες χει
ροτονείσθωσαν· εἰ δὲ μὴ ἄμεμπτοι δείκνυνται, καθώ
αιρείσθωσαν.
εγ'. Δι διακόνισσαι ἐξαπατηθεῖσαι, ἐπεὶ μὴ χειροτονίας μετέχουσιν, ἐν τοῖς λαϊκοῖς ἐξεταζέσθωσαν.
αδ'. Ἐν ταῖς Κυριακαῖς οὐ δέον κλἶναι γόνυ, ἀλλ'
ορθίους εξέχεσθαι τοὺς ἀνθρώπους.
Τῶν ἐν Ἀγκύρα.
ε'. Πρεσβύτεροι καὶ διάκονοι τὸ πρὶν ἐπιθύσαν
τες, εἶτα ἐξ ἀληθείας αναπαλαίσαντες, μόνης τῆς
καθέδρας καὶ τῆς τιμῆς μετεχέτωσαν, μηδὲν τῶν
ἁγίων ἐπιτελοῦντες.
β΄. Οι βασανισθέντες καὶ βιασθέντες ἀληθῶς, καὶ
μετά τυραννίδος βρώματα λαβόντες εἰδώλου, τῆς
κοινωνίας μὴ κωλυέσθωσαν· καὶ λαϊκοὶ δὲ τοῦτο πα
θόντες, ὡς οὐδὲν ἡμαρτηκότες, εἰ βούλοντο χειροτονίας τυχεῖν, τυγχανέτωσαν, ἄλλως ἀνεπίληπτοι
Ένας.
γ΄. Ὅσοι ἀπαγόμενοι μετά θυμηδίας ἀνῆλθον καὶ
ἔφαγον, ἐπὶ ἐξαετίαν ὑποπιπτέτωσαν.
δ. Οἱ μετὰ πενθικῆς στολῆς ἀνεληλυθότες, καὶ
φαγόντες, μετά δακρύων τριετίαν ὑποπιπτέτωσαν·
Εἰ δὲ μὴ ἔφαγον διετίαν.
ε΄. Ο προάγων βίος, καὶ ὁ ἑπόμενος, ὁ τῶν παρα
πιπτόντων δηλονότι, σπουδαῖος ὢν, ἢ οὐ σπουδαῖος,
τὸν ἐπίσκοπον φιλανθρωπότερον, ἢ ἀφιλανθρωπότε
ρον δείκνυσιν.
5. Ανὴρ ἀπειλή μόνον είξας, καὶ θύσας, εἶτα
μετανοήσας, πενταετίαν ὑποπιπτέτω.
ζ'. Εάν τις ίδια βρώματα έχων συνειστιάθη τους
ἔθνεσιν ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, διετίαν ὑποπιπτέτω.
η'. Ο μὴ μόνον ἐθελουσίως τεθυχώς, ἀλλὰ καὶ
ἕτερον ἀναγκάσας, δεκαετίαν ὑποπιπτέτω,
θ'. Ο δεύτερον καὶ τρίτον θύσας, ἀλλὰ μετὰ βίας,
ἱπταετίαν ὑποπιπτέτω.
ι'. Ο μέλλων διάκονος χειροτονεῖσθαι, εἰ προεμαρτύρετο τῷ ἐπισκόπῳ μὴ δύνασθαι καρτερεῖν ἄγαμος,
γαμήσας Εστω διάκονος. Εἰ δὲ σιωπήσας ἔγημεν
ὕστερον, ἀποβαλλέσθω.
ια. Εἰ ἐμνηστεύθη κόρη, ηρπάγη δὲ παρ᾽ ἄλλου,
τῷ προτέρῳ ἀποκαθίσταται.
. Ὁ πρὸ τοῦ βαπτίσματος θύσας, ἀνεύθυνος
ἔστω μετὰ τὸ βάπτισμα.
ιγ'. Χωρεπίσκοπος οὐ χειροτονεῖ ἄνευ ἐπιτροπῆς
ἐπισκόπου.
1. Ἱερατικός κρεῶν ἀπεχόμενος, γευσάμενος μό
κν, οὕτως ἀπεχέσθω· εἰ δὲ μηδὲ τῶν μετὰ κρέατος
γένοιτο λαχάνων, πεπαύσθω.
κ'. Εάν τι τῆς ἐκκλησίας πρεσβύτεροι διαπερά
Patrol. Gr. CXXXIII.·
βαι.
22. Paulicisni denuo baptizantur: ac si qui
clerici irreprehensibiles comperiantur, rebaptizati
ordinentur. Nisi vero irreprehensibiles videantur,
deponantur.
23. Diaconissæ deceptæ, quandoquidem ordinationis expertes sunt, inter laicos versentur, -
24. Dominicis diebus non oportet genu flectère,
sed rectes homines orare.
Synodi Ancyranæ.
4. Presbyteri et diaconi qui prius sacrifcarunt,
deinde vere resipuerunt, solius cathedra et honoris
participes sint, mihi sanctorum mysteriorum per
agentes.
2. Qui tormenta ac vim vere passi sunt, et cum
tyrannide cibos idolis oblatos sumpserunt, communione ne prohibeantur: laici vero, si hoc ipsis
acciderit, ac si nihil deliquissent, si velint ordines
consequi, consequuntur, modo in aliis irreprehensibiles sim.
3. Quotquot abducti cultiore babitu ascenderunt
et comederunt, sex annos pœnitentiæ sese submitlant.
4. Qui cum lugubri veste ascenderunt et comederunt, cum lacrymis triennio submissi pœnitentiam agant: si vero non comederunt bienπίο.
5. Praecedens vita et consequens, laptorun scificet, bona aut mala, episcopum humaniorem aut
severiorem reddit.
C. Vir qui minis tantum cesserit et sacrificaverit,
deinde pœuituerit, quinquennio pœnitentiæ subjiciatur.
7. Si quis proprios cibos habens gentilium conviviis interfuerit in eorum festis, bienuio pœnitentia
subjaccal.
8. Qui non solum voluntarie sacrificaverit, verum etiam alium coegerit, decem annos pœnitentiæ
submittatur.
9. Qui secundo et tertio sacrificaverit, sed vi
adactus, septennio pœnitentiæ subjiciatur.
10. Qui diaconus ordinandis est, si protestatus
fuerit episcopo se non posse calibem perseverare,
uxore ducta sit diaconus. Si vero cum tacuerit,
postea uxorem duxerit, ejiciatur.
11. Si desponsata puella, ab alio rapta fuerit,
priori restituitur.
12. Qui ante baptisma sacrificavit, post baptisma
insons habeatur.
13. Chorepiscopus non ordinat sine licentia episcopi.
44. Sacerdos a carnibus abstinens ubi tantum
gustaverit, sic abstineat: si vero neque olera (
cum carnibus sunt gustet, a fungendo munere desistal.
15. Si quid ad ecelesiam pertinens presbyteri
col. 75–76page 8 of 26
PG 133:75σωεν, ἔστω ἀβέβαια, καὶ μενέτω τῇ κρίσει τοῦ ἐπι σκόπου. ις΄. Ὁ ἀλογευσάμενος πρὸ τῶν εἴκοσι χρόνων, πεντεκαίδεκα ἔτεσιν ὑποπιπτέτω· εἰ δὲ καὶ τὴν ἡλ κίαν ταύτην ὑπερβάς, καὶ γυναῖκα ἔχων, καὶ ὑπὲρ τὰ ν' τελῶν ἔτη, ἄχρι τῆς ἐξόδου ὑπωπιπτέτω. ιζ. Ο λεπρὸς ἀλογευσάμενος, ἢ καὶ λεπρωθείς, τοῖς χειμαζομένοις συνεύχοιτο. ιη'. Ο ἐπίσκοπος καταστὰς, εἰ οὐ δέχεται παρὰ τῆς παροικίας εἰς ἦν ἐκλήθη, ἀλλ' ἑτέροις ἐπισκόποις ἐνοχλεῖ, ἀφοριζέσθω. Εἰ δὲ τοῖς πρεσβυτέροις ἐθέλοι συναριθμείσθαι, συναριθμοῖτο. Εἰ δὲ καὶ τοῖς ἐκεῖ ἐπισκόποις διαστασιάζοι, ἀπωθείσθω καὶ τῆς τοῦ πρεσβυτέρου τιμής. ιθ'. Ὁ ἐπαγγειλάμενος παρθενίαν, καὶ ἀθετῶν, τριετίαν ἀφοριζέσθω. κ'. Α' παρθένοι ὡς ἀδελφοῖς τισι μή προστ ίτωσαν. κα'. Η μοιχαλίς, καὶ ὁ μοιχὸς ἑπταετίαν ἀφε οριζέσθωσαν. κβ'. Αἱ πόρναι λαμβάνουσαι φθόρια, δεκαετίαν ὑποπιπτέτωσαν. κγ'. Ο αυθαίρετος ἀνδροφόνος, ἐν τῷ τέλει τοῦ βίου τυγχανέτω. κδ'. ῾Ο ἀκούσιος φονευτής, πενταετίαν ὑποπι πτέτω. κι'. Ο καταμαντευόμενος, καὶ ὁ εἰσάγων τινὰ τοῖς οἴκοις ἐπὶ ἀνευρέσει φαρμακείας, ἢ καθάρσει, πιν. ταετίαν ὑποπιπτέτω. κς'. Κόρην τις μνηστευσάμενος προσεφθάρη τη ἀδελφῇ αὐτῆς, εἶτα τὴν μνηστὴν ἔλαβεν· ἡ πρώτη ἀπήγξατο· καὶ οἱ συνειδότες δεκαετίαν ὑποπιπτέτωσαν. Τῶν ἐν Νεοκαισαρεία. α'. Γῆμας πρεσβύτερος, ἀποτιθέσθω· ἐξωθείσθω δὲ πορνεύσας, ἢ μοιχεύσας. β'. Η ἀδελφοῖς γημαμένη δισσοῖς, διὰ βίου ἐξ ωθείσθω· εἰ δὲ κατὰ τὸν θάνατον ἀρνοῦτο τὸν γάμον, ἔξοι μετάνοιαν. Εἰ δὲ τελευτήσοι, τῷ μείναντι κά Χιστον. γ'. Τῶν πολυγάμων ο χρόνος σαφής· τὸ δὲ τῆς μετανοίας σπουδαῖον, αὐτὸν ὑποτέμνεται. δ'. Αἱ πρὸ τῶν πορνικῶν ἔργων ἐπιθυμίαι εἰ ἐμποδίζονται, οὐκ ἀθεῖ ἐμποδίζονται. ε'. Ο ἐν τῷ κατηχεῖσθαι ἁμαρτάνων ἀκροάσθω μὴ ἁμαρτάνων· εἰ δ' ἔτι ἐπιμείνῃ,, τέλεον ἀπω Θείσθω. ϛ΄. Ἡ κυοφοροῦσα ὅτε θέλει βαπτίζεται· ἑκάστου γὰρ ἡ προαίρεσις κρίνεται. ζ. Οὐχ ἐστιᾶται πρεσβύτερος ἐπὶ διγάμῳ· πῶς γὰρ αὐτὸν ἀξιώσοις συγγνώμης.
distraxerint, id invalidum sit, ac penus episcopi σωεν, ἔστω ἀβέβαια, καὶ μενέτω τῇ κρίσει τοῦ ἐπιjudicium maneat.
16. Qui contra rationem venere abusus fuerit
ante viginti ammos, quindecim annis poenitentiæ
subjiciatur: si vero hanc ætatem excesserit, uxoremque habeat, ac supra quinquaginta annos
natus sit, usque ad`exitum vitæ pœnitentiain
agal.
17. Leprosus qui contra rationem versatus, aut
etiam lepra infectus fuerit, cum iis qui à dæmone
infestantur oret.
18. Episcopus constitutus, si ab Ecclesia ad quam'
´ vocatus est nọn recipiatur, sed aliis episcopis negotium facessat, excommunicetur. Si autem presbyteris annumerari velit, ‘annumeretur. Si vero ab
episcopis qui ibi degunt dissideat, etiam presbyteratus honore expellatur.
19. Qui virginitatem professus est, ac volum
irritum facit, triennio excommunicetur.
20. Virgines ne ad aliquos tanquam fratres accedant.
21. Adultera et adulter, septem annos excommunicentur.
22. Meretrices medicamenta enceandis fetibus
accipientes, decem annos poenitentia subjiciantur.
23. Voluntarius homicida, in fipe vitæ commupionen consequatur.
24. Iuvoluntarius homicida, quinquennio pani
tentiæ subjiciatur.
25.. Qui vaticiniis utitur, atque introducit aliquem
in domos exquirendi veneficii, aut Justrationis gratia, 'quinquennio pœnitentiæ subjaceat.
26. Quidam puella desponsata, sorori ejus vitium
attulit, deinde sponsain accepit; prima suspendio
vitam finiit; ii etiam qui facti conscii sunt, decennio
poenitentiae subjiciantur..
Synodi Neocæsariensis.
1. Presbyter qui uxorem duxerit, deponatur:
si vero scoriatus aut moechatus fuerit, expellatur.
σκόπου.
ις΄. Ὁ ἀλογευσάμενος πρὸ τῶν εἴκοσι χρόνων,
πεντεκαίδεκα ἔτεσιν ὑποπιπτέτω· εἰ δὲ καὶ τὴν ἡλ:
κίαν ταύτην ὑπερβάς, καὶ γυναῖκα ἔχων, καὶ ὑπὲρ
τὰ ν' τελῶν ἔτη, ἄχρι τῆς ἐξόδου ὑπωπιπτέτω.
ιζ. Ο λεπρὸς ἀλογευσάμενος, ἢ καὶ λεπρωθείς,
τοῖς χειμαζομένοις συνεύχοιτο.
ιη'. Ο ἐπίσκοπος καταστὰς, εἰ οὐ δέχεται παρὰ
τῆς παροικίας εἰς ἦν ἐκλήθη, ἀλλ' ἑτέροις ἐπισκό
ποις ἐνοχλεῖ, ἀφοριζέσθω. Εἰ δὲ τοῖς πρεσβυτέροις
ἐθέλοι συναριθμείσθαι, συναριθμοῖτο. Εἰ δὲ καὶ τοῖς
ἐκεῖ ἐπισκόποις διαστασιάζοι, ἀπωθείσθω καὶ τῆς
τοῦ πρεσβυτέρου τιμής.
ιθ'. Ὁ ἐπαγγειλάμενος παρθενίαν, καὶ ἀθετῶν,
τριετίαν ἀφοριζέσθω.
κ'. Α' παρθένοι ὡς ἀδελφοῖς τισι μή προστ
ίτωσαν.
κα'. Η μοιχαλίς, καὶ ὁ μοιχὸς ἑπταετίαν ἀφε
οριζέσθωσαν.
κβ'. Αἱ πόρναι λαμβάνουσαι φθόρια, δεκαετίαν
ὑποπιπτέτωσαν.
κγ'. Ο αυθαίρετος ἀνδροφόνος, ἐν τῷ τέλει τοῦ
βίου τυγχανέτω.
· κδ'. ῾Ο ἀκούσιος φονευτής, πενταετίαν ὑποπιπτέτω.
κι'. Ο καταμαντευόμενος, καὶ ὁ εἰσάγων τινὰ τοῖς
οἴκοις ἐπὶ ἀνευρέσει φαρμακείας, ἢ καθάρσει, πιν.
ταετίαν ὑποπιπτέτω.
κς'. Κόρην τις μνηστευσάμενος προσεφθάρη τη
ἀδελφῇ αὐτῆς, εἶτα τὴν μνηστὴν ἔλαβεν· ἡ πρώτη
ἀπήγξατο· καὶ οἱ συνειδότες δεκαετίαν ὑποπιπτέτωσαν.
Τῶν ἐν Νεοκαισαρεία.
α'. Γῆμας πρεσβύτερος, ἀποτιθέσθω· ἐξωθείσθω
δὲ πορνεύσας, ἢ μοιχεύσας.
β'. Η ἀδελφοῖς γημαμένη δισσοῖς, διὰ βίου ἐξ
ωθείσθω· εἰ δὲ κατὰ τὸν θάνατον ἀρνοῦτο τὸν γάμον,
ἔξοι μετάνοιαν. Εἰ δὲ τελευτήσοι, τῷ μείναντι κά
D. Χιστον.
2. Mulier quæ duobus fratribus nupserit, per totam vitam expellatur: si vero morti proxima
nuptiae repudiet, posuitentiam consequetur: si vero.·
obierit, superstiti viro pessimum.
3. Eorum qui multa matriinonia contrabunt, tempus certum est: pœnitentiæ vero studium illud
præcidit.
4. Concupiscentia fornicationis opera præcedentes si impediantur, non sine divino auxilio impediuntur.
5. Qui dum dei mysteriis instituitur peccal,
audiat non peccans: si autem adhuc perseveret,
penitus ejiciatur..
6. Pregnans quandocunque vult baptizatur:
uuiuscujusque enim voluntas judicatur.
7. Presbyter non debet interesse convivio ejus
qui secundas,nuptias celebrat: quomodo enim ipsum
venia dignam judicabis.
γ'. Τῶν πολυγάμων ο χρόνος σαφής· τὸ δὲ τῆς
μετανοίας σπουδαῖον, αὐτὸν ὑποτέμνεται.
δ'. Αἱ πρὸ τῶν πορνικῶν ἔργων ἐπιθυμίαι εἰ ἐμ
ποδίζονται, οὐκ ἀθεῖ ἐμποδίζονται.
ε'. Ο ἐν τῷ κατηχεῖσθαι ἁμαρτάνων ἀκροάσθω
μὴ ἁμαρτάνων· εἰ δ' ἔτι ἐπιμείνῃ,, τέλεον ἀπω
Θείσθω.
ϛ΄. Ἡ κυοφοροῦσα ὅτε θέλει βαπτίζεται· ἑκάστου
γὰρ ἡ προαίρεσις κρίνεται.
ζ. Οὐχ ἐστιᾶται πρεσβύτερος ἐπὶ διγάμῳ· πῶς
γὰρ αὐτὸν ἀξιώσοις συγγνώμης.
col. 77–78page 9 of 26
PG 133:77τ'. Ο λαϊκὸς οὗ ἡ γυνή μεμοίχευται, οὐ κλη ροῦται· καὶ ὁ ἐν κλήρῳ, εἰ μετὰ τὴν μοιχείαν κατ έχει αὐτὴν, ἐκδιώκεται. θ. Ἐὰν ὁμολογήσῃ πρεσβύτερος ὅτι ήμαρτε, μὴ προσφερέτω μόνον· τινὰ γὰρ τῶν ἁμαρτημάτων αἱ χειροτονίαι ἀφιᾶσιν. Εἰ δὲ μὴ ὁμολογοίη, μήτ' ἐλέγχοιτο, αὐτὸς ἐχέτω τὴν ἐξουσίαν. ι. Καὶ διάκονος τῷ αὐτῷ συσχεθείς, ὑπηρέτης μενέτω. ι'. Εἰ μὴ τριακονταέτης μή γινέσθω πρεσβύτερος, κἂν ᾖ ἀξιόλογος, ἔχων ὑπόδειγμα τὸ τοῦ Σωτῆ μας φώτισμα. ιβ. Ο διὰ νόσον βαπτισθείς, μη γινέσθω προ σβύτερος· εἰ μὴ διὰ τὸν ἑξῆς ἀγῶνα, καὶ σπάνιν ἀνθρώπων. ιγ. Επιχώριο; πρεσβύτερος εἰς ναὸν πόλεως οὐ προσάγει, εἰ μὴ ἄπεστιν ὁ ἐπίσκοπος, καὶ τὸ πρεσβυτέριον ὅλον· ἐὰν δὲ ἀπῶσι, καὶ καλείτο, προσ 1. Οἱ χωρεπίσκοποι ως συλλειτουργοί προσφέρουσι, τῶν ἑβδομήκοντα τὸν τύπον ἐπέχοντες. ι. Επτά διάκονος, κατὰ τὰς Πράξεις, καὶ εἰς μεγαλόπολιν ἔστωσαν. Τῶν ἐν Γάγγρα α'. Τῷ ἀθετοῦντι τον νόμιμον γάμον, καὶ τῷ και τακρίνοντι τὸν κρεωφαγοῦντα, δίχα πνικτοῦ καὶ εἰν δωλοθύτου, ἀνάθεμα. β. Τῷ πείθοντι τὸν δοῦλον ἀναχωρεῖν τοῦ δεσπό του θεοσεβείας προφάσει, καὶ τῷ διακρινομένῳ με ταλαμβάνειν ἀπὸ πρεσβυτέρων υπογυναίων, ἀνά θέμα. γ. Ο τὸν θεῖον οἶκον εὐκαταφρόνητον όνομάζων, καὶ ὁ ἐκκλησιάζων ἰδίᾳ, καὶ παρὰ γνώμην ἐπισκό του ή πρεσβυτέρου τὰ τῆς ἐκκλησίας τελῶν, εἴη ἀνάθεμα. γ. Ο διδούς ή ο λαμβάνων καρποφορίας Εξω τῆς ἐκκλησίας καὶ παρὰ γνώμην ἐπισκόπου πρεσβυτέρου, καὶ ὁ μὴ διὰ τὸ καλὸν παρθενεύων, ἀλλὰ διὰ τὸ τὸν γάμον βδελύσσεσθαι, ἢ καὶ κατεπο αίρεσθαι τῶν γαμούντων, εἴη ἀνάθεμα. 6. Ο τοὺς καλοῦντας εἰς ἀγάπης ἀθετῶν, καὶ τούτοις οὐ κοινωνῶν κεκλημένος, καὶ ὁ φαυλίζων τοὺς φοροῦντας τοὺς βήρους, καὶ ὅσαι γυναῖκες ἀνδρῶν ὑποκρίνονται ἱματίοις, καὶ ὅσαι τῶν ἀνδρῶν διαζεύγνυνται βδελυσσόμεναι τὸν γάμον, καὶ οἱ τὰ τέκνα καταλιμπάνοντες, καὶ οὐχὶ πρὸς θεοσέβειαν ὑπαλείφοντες καὶ τέκνα ὅσα ἀπίστων ἀποσκιρτῶσι γονέων, ἀνάθεμα. ς'. Οσαι γυναίκες τὰς κόμας τίλλουσι, θεοσέβειαν ὑποκρινόμεναι· καὶ ὁ τὴν Κυριακὴν ἀσιτῶν, καὶ τὰς ἐκκλησιαστικὰς νηστείας εκτρέπων· καὶ ὁ τὰς τῶν μαρτύρων συνάξεις περιφρονῶν, ἀνάθεμα. Τῆς ἐν Ἀντιοχεία. α'. Ο τὴν ἔνθεσμον τοῦ Πάσχα παράδοσιν πει ρώμενος διαμείψαι, λαϊκὸς μὲν τελῶν, ἔστω ἀπό Ελητος - κληρικὸς δὲ, ἀνεκκλησίαστος. Β', 'Ο εἰς ἐκκλησίαν εἰσιών, καὶ προτέχων τῇ nρη
τ'. Ο λαϊκὸς οὗ ἡ γυνή μεμοίχευται, οὐ κλη·
ροῦται· καὶ ὁ ἐν κλήρῳ, εἰ μετὰ τὴν μοιχείαν κατ
έχει αὐτὴν, ἐκδιώκεται.
°
θ. Ἐὰν ὁμολογήσῃ πρεσβύτερος ὅτι ήμαρτε, μὴ
προσφερέτω μόνον· τινὰ γὰρ τῶν ἁμαρτημάτων αἱ
χειροτονίαι ἀφιᾶσιν. Εἰ δὲ μὴ ὁμολογοίη, μήτ'
ἐλέγχοιτο, αὐτὸς ἐχέτω τὴν ἐξουσίαν.
ι. Καὶ διάκονος τῷ αὐτῷ συσχεθείς, ὑπηρέτης
μενέτω.
ι'. Εἰ μὴ τριακονταέτης μή γινέσθω πρεσβύτε
ρος, κἂν ᾖ ἀξιόλογος, ἔχων ὑπόδειγμα τὸ τοῦ Σωτῆ
μας φώτισμα.
ιβ. Ο διὰ νόσον βαπτισθείς, μη γινέσθω προσβύτερος· εἰ μὴ διὰ τὸν ἑξῆς ἀγῶνα, καὶ σπάνιν
ἀνθρώπων.
ιγ. Επιχώριο; πρεσβύτερος εἰς ναὸν πόλεως οὐ
προσάγει, εἰ μὴ ἄπεστιν ὁ ἐπίσκοπος, καὶ τὸ πρε
σβυτέριον ὅλον· ἐὰν δὲ ἀπῶσι, καὶ καλείτο, προσдувь.
1. Οἱ χωρεπίσκοποι ως συλλειτουργοί προσφέ
ρουσι, τῶν ἑβδομήκοντα τὸν τύπον ἐπέχοντες.
ι. Επτά διάκονος, κατὰ τὰς Πράξεις, καὶ εἰς
μεγαλόπολιν ἔστωσαν.
Τῶν ἐν Γάγγρα
α'. Τῷ ἀθετοῦντι τον νόμιμον γάμον, καὶ τῷ και
τακρίνοντι τὸν κρεωφαγοῦντα, δίχα πνικτοῦ καὶ εἰν
δωλοθύτου, ἀνάθεμα.
β. Τῷ πείθοντι τὸν δοῦλον ἀναχωρεῖν τοῦ δεσπό
του θεοσεβείας προφάσει, καὶ τῷ διακρινομένῳ με
ταλαμβάνειν ἀπὸ πρεσβυτέρων υπογυναίων, ἀνάθέμα.
γ. Ο τὸν θεῖον οἶκον εὐκαταφρόνητον όνομάζων,
καὶ ὁ ἐκκλησιάζων ἰδίᾳ, καὶ παρὰ γνώμην ἐπισκό
του ή πρεσβυτέρου τὰ τῆς ἐκκλησίας τελῶν, εἴη
ἀνάθεμα.
γ. Ο διδούς ή ο λαμβάνων καρποφορίας Εξω
τῆς ἐκκλησίας καὶ παρὰ γνώμην ἐπισκόπου
πρεσβυτέρου, καὶ ὁ μὴ διὰ τὸ καλὸν παρθενεύων,
ἀλλὰ διὰ τὸ τὸν γάμον βδελύσσεσθαι, ἢ καὶ κατεπο
αίρεσθαι τῶν γαμούντων, εἴη ἀνάθεμα.
6. Ο τοὺς καλοῦντας εἰς ἀγάπης ἀθετῶν, καὶ
τούτοις οὐ κοινωνῶν κεκλημένος, καὶ ὁ φαυλίζων
τοὺς φοροῦντας τοὺς βήρους, καὶ ὅσαι γυναῖκες
ἀνδρῶν ὑποκρίνονται ἱματίοις, καὶ ὅσαι τῶν ἀνδρῶν
διαζεύγνυνται βδελυσσόμεναι τὸν γάμον, καὶ οἱ τὰ
τέκνα καταλιμπάνοντες, καὶ οὐχὶ πρὸς θεοσέβειαν
ὑπαλείφοντες καὶ τέκνα ὅσα ἀπίστων ἀποσκιρτῶσι
γονέων, ἀνάθεμα.
ς'. Οσαι γυναίκες τὰς κόμας τίλλουσι, θεοσέβειαν
ὑποκρινόμεναι· καὶ ὁ τὴν Κυριακὴν ἀσιτῶν, καὶ
τὰς ἐκκλησιαστικὰς νηστείας εκτρέπων· καὶ ὁ τὰς
τῶν μαρτύρων συνάξεις περιφρονῶν, ἀνάθεμα.
Τῆς ἐν Ἀντιοχεία.
α'. Ο τὴν ἔνθεσμον τοῦ Πάσχα παράδοσιν πει
ρώμενος διαμείψαι, λαϊκὸς μὲν τελῶν, ἔστω ἀπό
Ελητος - κληρικὸς δὲ, ἀνεκκλησίαστος.
Β', 'Ο εἰς ἐκκλησίαν εἰσιών, καὶ προτέχων τῇ
8. Laicus cujus uxor adulterium commisit, nOA
ascribitur in clerum: et qui in clero versatur,
si post adulterium retinet ipsam, expellitur.
9. Si confessus fuerit presbyter se peccasse, ab
oblatione tantum abstineat: quædam enim peccata
ordines remittunt. Si vero non confiteatur, neque
convincatur, ipse sui potestatem habeat.
10. Diaconus etiam eodem crimine obstrictus,
minister maneat.
11. Ne fiat presbyter nisi tricesimum annuin
agens, etiamsi dignus sit, exemplum habens Servatoris baptisma.
12. Propter morbum baptizatus ne fiat presbyteri
nisi ob certamen quod postea subierit, atque hominum raritatem.
13. Presbyter ruri degens in urbis templo nρη
offert, nisi absit episcopus totusque presbyterorum çœtus: si autem absint, et vocetur, offert,
14. Chorepiscopi tanquam comministri offerunt,
com septuaginta imaginem referant.
45. Septem diaconi, seenndum Acta apostolorum,
etiam ip magna urbe sint.
Concilii Gangrensis.
1. Improbanti legitimum matrimonium, et condemnanti carnes manducantem, absque suffocato,
atque idolis immolato, anathema.
2. Ei qui servo persuadet ut a domino recedat
pietatis prætextu, atque ei qui 'dubitat communionein
Ca_presbyteris matrimonio junctis accipere, anathema.
3. Qui Dei domum contemptibilem esse dicit, et
qui privatim ecclesiasticos conventus habet, ac
præter episcopi aut presbyteti sententiam Ecclesiæ
monia obit, sit anathema.
4. Quisquis dat, aut accipit fructuum oblationes
extra ecclesiain, ac præter sentențiam episcopi aut
presbyteri; item qui non honestatis causa virginitatem colit, sed eo quod nuptias abominetur, aut
etiam in eos qui matrimonio juncti sunt sese extollal, sit anathema.
5. Qui spernit eos qui ad agapas vocant, et qui
vocatus cum his non communicat; item qui contemptui habent eos qui biros gestant; ac quæcun
que mulieres virorum abutuntur vestimentis, quque a viris separantur eo quod matrimonium fastidiant; item qui liberos relinquunt, ac non ad
pielatem eos instruunt, nec non liberi qui a pas
rentibus infidelibus discedunt, anathema.
6. Quæcunque nulieres comas tondent, pietatem
simulantes; et qui Dominica cibo abstinet, ac
jejunia Ecclesia evertit: nec non quisquis conventus
qui ad martyrum ædes fiunt despicit, anathema.
Concilii Antiocheni.
1. Qui legibus sanctam Paschæ traditionem mutare
conatur, siquidem laicus sit, ejiciatur: clericus
vero ab Ecclesia arceatur.
2. Qui çoclesiam ingressus, sacram Scripturam
col. 79–80page 10 of 26
PG 133:79ἱερᾷ Γραφή, εἶτα περιφρονῶν, καὶ ἐξιών, καὶ ἀπο στρεφόμενος τὴν μετάληψιν, ἀπόβλητος. γ. Ὁ ἀκοινωνήτῳ κοινωνῶν, ἀκοινώνητος· καὶ ὁ συνευχόμενος τοῖς μὴ τῇ Ἐκκλησία συνευχομένοις. ὑπεύθυνος· καὶ ὁ τὸν εἰς Ἐκκλησίαν μη συναγόμενον ὑποδεχόμενος, οὐκ ἀναίτιος. δ. Ο ὑπὸ συνόδου καθῃρημένος ἐπίσκοπος, καὶ ὁ ὑπὸ ἐπισκόπου πρεσβύτερος καὶ διάκονος, εἰ αὐτ βαδιαζόμενος λειτουργήσοι, ἀνέλπιστος. ε. Πᾶς ὁ ἐπισκόπου καταφρονῶν, καὶ ἀφιστάμε νας πρεσβύτερος ἢ διάκονος, καὶ οἰκοδομῶν ἄλλο θυσιαστήριον, εἰ προσκαλούμενος δις καὶ τρὶς παρά τοῦ ἐπισκόπου ἐπιμένοι τῇ ἀπονοίᾳ, καθαιρούμενος ἔστω, καὶ ἀθεράπευτος, 5'. Τὸν ἀφορισθέντα παρ' ἐπισκόπου κληρικὸν ἢ λαϊκὸν ἐὰν μείζων σύνοδος προσδέξοιτο, ή κατα κρίνοιτο, στέργειν χρεὼν τὴν ἀπόφασιν. ζ. Ο ξένος εἰρηνικὰς οὐ προσάγων, ἀπρόσδεκτος. η'. Ὁ ἐπὶ χώρας πρεσβύτερος μὴ διδότω κανονικάς ἐπιστολάς, ἢ πρὸς μόνον ἐπίσκοπον γείτονα. θ'. Τοῦ μητροπολίτου τῆς γνώμης ἀναρτᾶσθαι τοὺς ἐπισκόπους, καὶ μήτι τῆς αὐτοῦ προνοίας οἱ κονομεῖν δίχα, ἢ μόνα τὰ τῇ ἰδίᾳ ἐνορίᾳ προσπίπτοντα, καὶ χειροθεσίας ἀνεπιλήπτοις ανδράσιν ἐπιτελεῖν. ι. Επορκιστάς, καὶ ἀναγνώστης, καὶ ὑποδιακή νους, καὶ ψάλτας καθίστησι χωρεπίσκοπος· οὐ μέ του πρεσβύτερον, ἢ διάκονον, ἄνευ τοῦ κατὰ τὴν πόλιν ἐπισκόπου. Ὁ δὲ τοῦτο τολμῶν ὑπερβαίνειν, Τη καθηρημένος. ια΄. Ο τῆς πόλεως ποιεῖ ἐπίσκοπος χωρεπίσκο Του. ιβ΄. Ὁ προσιὼν αὐτομάτως τῷ βασιλεῖ ἐπίσκοπος ή πρεσβύτερος, καὶ οὐχὶ κελευσθεὶς πρὸς τοῦ τῆς χώρας μητροπολίτου, μετά κοινωνίας εκπιπτέ τω καὶ τῆς ἀξίας. ιγ'. Ο καθηρημένος εἰ ενοχλοίη τῷ βασιλεῖ, αἰτείτω σύνοδον μειζόνα, καὶ τῷ ἐκεῖ 86 ξαντι στοιχείτω. Εἰ δὲ καὶ αὖθις ἀποδυσπετοίη, ἀν έλπιστος. ιδ'. Εἰ μηδενὸς ἀξιοῦντος, ἐπίσκοπος εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν ἀπίοι, καὶ χειροτονοίη, καὶ διοικοίη πρά γματα· αὐτά τε ἄκυρα μένει, καὶ ἐκεῖνος καθαιρεθήσεται. ι'. Εἰ ἐπισκόπου κρινομένου οἱ τῆς ἐπαρχίας επίσκοποι διαφέροιντο, μετακλητέον ἀπὸ τῶν πέλας ἑτέρους εἰς ἀναμφίβολον ἀμφισβήτησιν. ις. Ἐπισκόπου δικαζομένου, εἰ πᾶς ἐπαρχιώτης ἐπίσκοπος ἀδιάφωνος κρίνοιτο, παλινδικία οὐ γίνεται. ιζ. Ο δίχα συνόδου τελείας, καὶ αὐτοῦ τοῦ μητροπολίτου ἐπὶ σχολάζουσαν Εκκλησίαν ἐπιπηδῶν, κἂν σχολάζων, ἀπόβλητος. ιη'. Ακοινώνητος ὁ δεξάμενος χειροτονίαν, και ταύτης αποσκιρτῶν, ἕως μεταγνούς καταδέξοιτο. ιθ'. Μετεχέτω τῆς τιμῆς ἐπίσκοπος χειροτονη
· attente aulit: deinde egressus despicit averenturque a ἱερᾷ Γραφή, εἶτα περιφρονῶν, καὶ ἐξιών, καὶ ἀπο
communionem, cjiciendus est.
5. Qui cum excommunicato communicat, excommunicatus censetur; et qui orat cum iis qui cum.
Ecclesia non orant, reus est. Item qui suscipit eum
qui Ecclesiæ conventibus non interest, culpa non
vacal.
4. Episcopus a synodo depositus, ac presbyter et
diaconus ab episcopo gradu motus, si per contuma -
ciam munus obeat, deploratæ spei est.,
5. Omnis presbyter, aut diaconas episcopa
contemnens et ab eo recedeus, aliudque altare
exstruens: si ab episcopo bis terque accersitus in
arrogantia persistat, deponatur, curationis spe
destitutus.
6. Excommunicatum ab episcopo clericum aut
laicum si major synodus susceperit, aut condemnaverit, acquiescere oportet sententia.
7. Peregrinus pacifcas non adferens epistolas,
non est suscipiendus.
8. Presbyter ruri degens ne canonicas det epistolas, nisi ad solum vicinum episcopum.
9. metropolitani sententia pendere oportet
episcopos, uihilque citra illius consilium instituere,
nisi ea sola quae ad suam cujusque diocesim pertim
ment, ac viris reprehensioni non obnoxiis manus
imponere.
10. Exorcistas, lectores, subdiaconos, et cantores
constituit chorepiscopus: non tamen presbyterum
aut diaconum absque civitatis episcopo. Qui autem
hoc transgredi audeat, deponatur.
11. Urbis episcopus facit chorepiscopun.
12. Si episcopus, aut presbyter sponte, ac sine
provinciæe metropolitani jussu imperatorem adierit,
communione ac dignitate excidat.
15. Depositus si molestiam imperatoris auribus
exhibeat, synodum majorem petat, illiusque decreto
stcl. Quod si rursus indignetur, pristins dignitatis
recuperandæ nulla ei spes esse potest.
14. Si nemine rogante episcopus in aliam provinciam se conferat, ordinetque ac res administret:
ipsa irrita manent, atque ille deponetur.
15. Si accusato episcopo provinciæ episcopi: inter
se discrepent, alii sunt e vicinis locis advocandi ad
controversiam certo dirimendam.
16. Judicio contenlente episcopo, si omnium
provinciæ episcoporum sententiæ concordes sint,
redintegratio actionis non datur.
17. Qui citra integram synodum atque ipsum
metropolitanum in vacantem Ecclesiam invadit,
quamvis ipse nunere vacct, ejiciendus est.
18. Qui suscepto ordine ab eo resilit, excommu
nicatur, quousque pœnitentia ductus munus susciplat.
19. Episcopus ordinatus honore fruatur, licet a
€
στρεφόμενος τὴν μετάληψιν, ἀπόβλητος.
γ. Ὁ ἀκοινωνήτῳ κοινωνῶν, ἀκοινώνητος· καὶ ὁ
συνευχόμενος τοῖς μὴ τῇ Ἐκκλησία συνευχομένοις.
ὑπεύθυνος· καὶ ὁ τὸν εἰς Ἐκκλησίαν μη συναγόμενον
ὑποδεχόμενος, οὐκ ἀναίτιος.
δ. Ο ὑπὸ συνόδου καθῃρημένος ἐπίσκοπος, καὶ
ὁ ὑπὸ ἐπισκόπου πρεσβύτερος καὶ διάκονος, εἰ αὐτ
βαδιαζόμενος λειτουργήσοι, ἀνέλπιστος.
ε. Πᾶς ὁ ἐπισκόπου καταφρονῶν, καὶ ἀφιστάμε
νας πρεσβύτερος ἢ διάκονος, καὶ οἰκοδομῶν ἄλλο
θυσιαστήριον, εἰ προσκαλούμενος δις καὶ τρὶς παρά
τοῦ ἐπισκόπου ἐπιμένοι τῇ ἀπονοίᾳ, καθαιρούμενος
ἔστω, καὶ ἀθεράπευτος,
5'. Τὸν ἀφορισθέντα παρ' ἐπισκόπου κληρικὸν ἢ
λαϊκὸν ἐὰν μείζων σύνοδος προσδέξοιτο, ή κατα
κρίνοιτο, στέργειν χρεὼν τὴν ἀπόφασιν.
ζ. Ο ξένος εἰρηνικὰς οὐ προσάγων, ἀπρόσδε
κτος.
η'. Ὁ ἐπὶ χώρας πρεσβύτερος μὴ διδότω κανονι
κὰς ἐπιστολάς, ἢ πρὸς μόνον ἐπίσκοπον γείτονα.
θ'. Τοῦ μητροπολίτου τῆς γνώμης ἀναρτᾶσθαι
τοὺς ἐπισκόπους, καὶ μήτι τῆς αὐτοῦ προνοίας οἱ
κονομεῖν δίχα, ἢ μόνα τὰ τῇ ἰδίᾳ ἐνορίᾳ προσπί
πτοντα, καὶ χειροθεσίας ἀνεπιλήπτοις ανδράσιν
ἐπιτελεῖν.
ι. Επορκιστάς, καὶ ἀναγνώστης, καὶ ὑποδιακή
νους, καὶ ψάλτας καθίστησι χωρεπίσκοπος· οὐ μέ
του πρεσβύτερον, ἢ διάκονον, ἄνευ τοῦ κατὰ τὴν
πόλιν ἐπισκόπου. Ὁ δὲ τοῦτο τολμῶν ὑπερβαίνειν,
Τη καθηρημένος.
ια΄. Ο τῆς πόλεως ποιεῖ ἐπίσκοπος χωρεπίσκο
Του.
ιβ΄. Ὁ προσιὼν αὐτομάτως τῷ βασιλεῖ ἐπίσκο
πος ή πρεσβύτερος, καὶ οὐχὶ κελευσθεὶς πρὸς τοῦ
τῆς χώρας μητροπολίτου, μετά κοινωνίας εκπιπτέτω καὶ τῆς ἀξίας.
ιγ'. Ο καθηρημένος εἰ ενοχλοίη τῷ βασιλεῖ,
αἰτείτω σύνοδον μειζόνα, καὶ τῷ ἐκεῖ 86ξαντι στοιχείτω. Εἰ δὲ καὶ αὖθις ἀποδυσπετοίη, ἀν
έλπιστος.
ιδ'. Εἰ μηδενὸς ἀξιοῦντος, ἐπίσκοπος εἰς ἄλλην
ἐπαρχίαν ἀπίοι, καὶ χειροτονοίη, καὶ διοικοίη πράγματα· αὐτά τε ἄκυρα μένει, καὶ ἐκεῖνος καθαιρεθήσεται.
ι'. Εἰ ἐπισκόπου κρινομένου οἱ τῆς ἐπαρχίας
επίσκοποι διαφέροιντο, μετακλητέον ἀπὸ τῶν πέλας
ἑτέρους εἰς ἀναμφίβολον ἀμφισβήτησιν.
ις. Ἐπισκόπου δικαζομένου, εἰ πᾶς ἐπαρχιώτης
ἐπίσκοπος ἀδιάφωνος κρίνοιτο, παλινδικία οὐ
γίνεται.
ιζ. Ο δίχα συνόδου τελείας, καὶ αὐτοῦ τοῦ μητροπολίτου ἐπὶ σχολάζουσαν Εκκλησίαν ἐπιπηδῶν,
κἂν σχολάζων, ἀπόβλητος.
ιη'. Ακοινώνητος ὁ δεξάμενος χειροτονίαν, και
ταύτης αποσκιρτῶν, ἕως μεταγνούς καταδέ
ξοιτο.
ιθ'. Μετεχέτω τῆς τιμῆς ἐπίσκοπος χειροτονη
col. 81–82page 11 of 26
PG 133:81θείς, καὶ μὴ δεχόμενος πρὸς τῆς πόλεως, καὶ λειτουργείτω μόνον, ἀναμένων ὅ τι ἂν ἡ τῆς ἐπαρχίας. ἀποφαίνοιτο σύνοδος. *. Εἰ μὴ σύνοδος εἴη, καὶ ὁ μητροπολίτης, μὴ γινέσθω ἐπίσκοπος: εἰ δὲ διά τι δυσχερές με συν άγοιντο ἅπαντες, τέως οἱ πλείους, ή γράμμασιν Έποιντο σύμψηφοι. Εἰ δ' οὕτω τοῦ πράγματος το λουμένου φιλονεικοῖέν τινες, ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος ἐνισχυέτω κα'. Ἐπίσκοπος μὴ ὑπὸ λαῶν βιαζόμενος, καὶ ὑπὸ ἐπισκόπων αναγκαζόμενος, μὴ μεθιστάσθω εἰς παροικίαν ἑτέραν. κβ. Ἐπὶ τὸ χειροτονεῖν τινας ἐπίσκοπος ἐκ τό λεως εἰς πόλιν μὴ ἀπιέτω, ἀλλ' ἡ γνώμῃ τοῦ ἐπι γνώμῃ τοῦ ἐπι σκόπου τῆς πόλεως· εἰ δ' οὖν, ἀβέβαιος ἡ χειροτονίᾳ, καὶ ἐκεῖνος ὑπόδικος. υγ. Μη καθιστάτω ἕτερον ἐπὶ τῇ ἐξόδῳ ἐπί σκοπον ὁ ἐπίσκοπος· ἐκείνου δὲ κοιμηθέντος, μετά συνόδου τῶν ἐχόντων ἐξουσίαν ὁ ἄξιος προβε Γλήσθω. κδ. Παντὶ τῷ κλήρῳ τὰ τῆς Ἐκκλησίας θέμις διαγινώσκεσθαι, ἵνα, τοῦ ἐπισκόπου τελευτῶντος, τὰ οἰκεῖα τῆς Ἐκκλησίας διαφυλάττηται· τὰ δὲ τοῦ ἐπισκόπου, κατὰ τὴν ἐκείνου διοικῆται διά ταξιν. κι'. Κύριος ὁ ἐπίσκοπος τῶν τῆς Ἐκκλησίας ἔστω πραγμάτων. Εἰ δὲ μὴ ἱκανοῖτο τοῖς ἱκανοῦσιν αὐτ τῶν, τὰ δὲ πράγματα καὶ τοὺς πόρους μεταβάλλοι της Εκκλησίας μὴ μετὰ γνώμης τοῦ κλήρου, είφ πραττέσθω δίκας πρὸς τῆς συνόδου. Εἰ δὲ καὶ τὰ κίνησιν όφειλόμενα εἰς ἑαυτὸν σφετερίζεται, καὶ οὕτω τῇ συνόδῳ λόγον ἀποδιδότω. Τῶν ἐν Λαοδικεία. σ'. Ὁ μὴ λάθρα γαμήσας δίγαμος, ὀλίγα τοῖς ἐπιτιμίοις σχολάσας, ἀνεύθυνος. β. Οἱ διαφόροις ἀγνοήμασιν εαλωκότες, εἰ ἐπισ γνόντες ἐξομολογοἶντο, καὶ ἀναλόγως μετανοοίεν, εἰ πρόσδεκτοι. γ. Ο νεοφώτιστος, ἀνιεράτευτος. δ. Τόκους ἱερατικὸς οὐ λαμβάνει. ται. Α' χειροτονίαι ἐπ' ἀκροωμένοις οὐ γίνον 5. Αἱρετικοῖς τὸ ἱερὸν ἀνεπίβατον. 5. Ναυατιανοὶ καὶ Τεσσαρεσκαιδεκατίται, εἰ μὴ τάς τε ἄλλας αἱρέσεις ἀναθεματίζοιεν, καὶ τὴν οἰ κείαν, ἀπρόσδεκτοι· μετὰ μέντοι τὸ ἀνάθεμα χριόμενοι, κοινωνείτωσαν. η. Φρύγας μεταμελομένους ἀναβαπτίζεσθαι, εἰ καὶ παρ' ἐκείνοις κεκλήρωνται. θ. Ο κοιμητηρίοις καὶ μαρτυρίοις αἱρετικῶν ἐπευχόμενος, ἀκοινώνητος. τ. Πρεσβυτίδες ἐν ἐκκλησίᾳ μὴ βαπτιζέσθωσαν ια΄. Αἱρετικῷ μὴ συνάλλασσε. ιβ. Ο πίστει καὶ πολιτείᾳ δοκιμώτατος καὶ λου γιώτατος, ἐπιτήδειος εἰς ἐπίσκοπον.
θείς, καὶ μὴ δεχόμενος πρὸς τῆς πόλεως, καὶ λειτ- civitate non recipiatur, tantumque munus obeat,
ουργείτω μόνον, ἀναμένων ὅ τι ἂν ἡ τῆς ἐπαρχίας. exspectans quidquid provincia synodus pronuntiaἀποφαίνοιτο σύνοδος.
*. Εἰ μὴ σύνοδος εἴη, καὶ ὁ μητροπολίτης, μὴ
γινέσθω ἐπίσκοπος: εἰ δὲ διά τι δυσχερές με συν
άγοιντο ἅπαντες, τέως οἱ πλείους, ή γράμμασιν
Έποιντο σύμψηφοι. Εἰ δ' οὕτω τοῦ πράγματος το
λουμένου φιλονεικοῖέν τινες, ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος
ἐνισχυέτω
κα'. Ἐπίσκοπος μὴ ὑπὸ λαῶν βιαζόμενος, καὶ ὑπὸ
ἐπισκόπων αναγκαζόμενος, μὴ μεθιστάσθω εἰς
παροικίαν ἑτέραν.
κβ. Ἐπὶ τὸ χειροτονεῖν τινας ἐπίσκοπος ἐκ τό
λεως εἰς πόλιν μὴ ἀπιέτω, ἀλλ' ἡ γνώμῃ τοῦ ἐπιγνώμῃ τοῦ ἐπισκόπου τῆς πόλεως· εἰ δ' οὖν, ἀβέβαιος ἡ χειροτο·
νία, καὶ ἐκεῖνος ὑπόδικος.
υγ. Μη καθιστάτω ἕτερον ἐπὶ τῇ ἐξόδῳ ἐπίσκοπον ὁ ἐπίσκοπος· ἐκείνου δὲ κοιμηθέντος, μετά
συνόδου τῶν ἐχόντων ἐξουσίαν ὁ ἄξιος προβεΓλήσθω.
κδ. Παντὶ τῷ κλήρῳ τὰ τῆς Ἐκκλησίας θέμις
διαγινώσκεσθαι, ἵνα, τοῦ ἐπισκόπου τελευτῶντος, τὰ
οἰκεῖα τῆς Ἐκκλησίας διαφυλάττηται· τὰ δὲ
τοῦ ἐπισκόπου, κατὰ τὴν ἐκείνου διοικῆται διά
ταξιν.
κι'. Κύριος ὁ ἐπίσκοπος τῶν τῆς Ἐκκλησίας ἔστω
πραγμάτων. Εἰ δὲ μὴ ἱκανοῖτο τοῖς ἱκανοῦσιν αὐτ
τῶν, τὰ δὲ πράγματα καὶ τοὺς πόρους μεταβάλλοι
της Εκκλησίας μὴ μετὰ γνώμης τοῦ κλήρου, είφπραττέσθω δίκας πρὸς τῆς συνόδου. Εἰ δὲ καὶ τὰ
κίνησιν όφειλόμενα εἰς ἑαυτὸν σφετερίζεται, καὶ
οὕτω τῇ συνόδῳ λόγον ἀποδιδότω.
Τῶν ἐν Λαοδικεία.
σ'. Ὁ μὴ λάθρα γαμήσας δίγαμος, ὀλίγα τοῖς
ἐπιτιμίοις σχολάσας, ἀνεύθυνος.
β. Οἱ διαφόροις ἀγνοήμασιν εαλωκότες, εἰ ἐπισ
γνόντες ἐξομολογοἶντο, καὶ ἀναλόγως μετανοοίεν,
εἰ πρόσδεκτοι.
γ. Ο νεοφώτιστος, ἀνιεράτευτος.
δ. Τόκους ἱερατικὸς οὐ λαμβάνει.
ται.
Α' χειροτονίαι ἐπ' ἀκροωμένοις οὐ γίνον
5. Αἱρετικοῖς τὸ ἱερὸν ἀνεπίβατον.
5. Ναυατιανοὶ καὶ Τεσσαρεσκαιδεκατίται, εἰ μὴ
τάς τε ἄλλας αἱρέσεις ἀναθεματίζοιεν, καὶ τὴν οἰκείαν, ἀπρόσδεκτοι· μετὰ μέντοι τὸ ἀνάθεμα χριό
μένοι, κοινωνείτωσαν.
η. Φρύγας μεταμελομένους ἀναβαπτίζεσθαι, εἰ καὶ
παρ' ἐκείνοις κεκλήρωνται.
θ. Ο κοιμητηρίοις καὶ μαρτυρίοις αἱρετικῶν
ἐπευχόμενος, ἀκοινώνητος.
τ. Πρεσβυτίδες ἐν ἐκκλησίᾳ μὴ βαπτιζέσθωσαν
ια΄. Αἱρετικῷ μὴ συνάλλασσε.
ιβ. Ο πίστει καὶ πολιτείᾳ δοκιμώτατος καὶ λου
γιώτατος, ἐπιτήδειος εἰς ἐπίσκοπον.
verit.
20. Abeque synodo et metropolitano ne fiat episcopus. Si autem propter aliquam difficultatem non
convenerint omnes, interim plures, vel litteris assentiantur. Si vero re ita peracta contendant aliqui,
plarium suffragium valeat.
21. Episcopus, nisi vi a populis illata, et ab episcopis cogatur, in aliam paraciam ne transeal.
22. Episcopus ex urbe in urbem ad ordinandos
aliquos me abeat, praeterquam de urbis episcopi
sententia. Sin vero, invalida est ordinatio, ipseque
judicio obnoxiuς.
23. Episcopus in exitu vitæ constitutus alium pro
se episcopum ne constituat: postquam autem ille
obdormierit, cum corum qui potestatem habent
conventu dignus creetur.
24. Toti clero res Ecclesise cognoscere licet, ul
docedente episcopo, Reclesis quae sua sunt conser
ventur: quæ vero sunt episcopi juxta illius dispo.
sitionem administrentur.
25. Episcopus rerum ad Ecclesiam pertinentium
potestatem habeat. Si autem non sit contentus iis
quæ spficiunt, res vero ac reditas Ecclesiæ in alicnes usus transferat absque cleri consilio, synodi
judicium subeat. Si vero ea etiam qum pauperibus
debentur sibi ipsi vindicet, ita etiam synodo rationem reddat.
Synodi Laodicens.
1. Bigamus, si non occulto matrimonium inierit,
ubi paululum pœnas subierit, insons habeatur.
2. Qui variis delictis obstricti sunt, si iis agnitis
conftantur, ac pro corum ratione pcnitouitiae
agant, facile recipiuntur.
3. Recens illuminatus, sacris ordinibus non est
idoneus.
4. Sacerdos fœmora non accipit.·
5. Ordinationes coram audientibus tantum non
Bunt.
6. Hæreticis sacra aedes inacpessa.
7. Novatiani et Quartodecimani, nisi cætera3
Gereses suamque abjarent, non sunt suscipiendi:
post tamen abjurationem uncti, communicent.
8. Phryges pœnitentiam agentes denuo baptizandi
sunt, licet apud illos in clerum cooptati sint.
9. Qui in cœmeteriis et martyriis hæreticorum
orat, excommunicatus est.
10. Viduae seniores in ecclesia ne baptizantor.
11. Cum hæretico affinitatem ne contrahas.
12. Qui fide ac vitæ ratione probatissimus atque
eruditissimus est, idoneus est, qui in episcopum
eligatur.
col. 83–84page 12 of 26
PG 133:8313. ιγ΄. Ανεπίλεκτος ὁ παρὰ κοσμικῶν ἐκλεγόμενος ιδ. Διαπέμπεσθαι τὰ ἅγια εἰς παροικίαν, ἀν ἄξιον. ιε'. Εἰ μὴ ἀπὸ διφθέρας, οὐδεὶς ἀμβωνίζεται. ις. Εὐαγγέλια καὶ ᾿Απόστολοι αναγινωσκέσθωσαν τοῖς Σάββασιν. ιζ'. Ἐν ταῖς συνάξεσιν, αἱ] ἀναγνώσεις τους ψαλμούς περικοπτέτωσαν. ιη'. 'Εννάταις καὶ] Ἑσπέραις αἱ αὐταὶ εὐ χαὶ ἐπιτελείσθωσαν. εθ'. Μετὰ τὴν τῶν κατοιχουμένων [σ. κατηχουμένων] εὐχὴν, τῶν ἐν μετανοίᾳ προσάγεσθαι· μετὰ τοῦτο τὴν τῶν πιστῶν, καὶ μετὰ τὴν εἰρήνην, τὴν ἀναφορὰν γίνεσθαι, βηματιζόντων μόνον τῶν ἱερέων. κ'. Ακέλευστος μὴ καθεζέσθω διάκονος. κα'. Σκευῶν ὑπηρέτης μὴ ἄπτοιτο, οὐ γὰρ ὠρά ριον ἀμφιέννυται. κβ'. Ψάλτης καὶ ἀναγνώστης οὐ φοροῦσιν ὡρά ριον. κγ'. Απας κληρικὸς ἀκαπήλευτος. κδ'. Αρτον καὶ ποτήριον ὑπηρέτης οὐ δίδωσιν. κε'. Οὐκ ἐφορκίζει ὁ μὴ παρ' ἐπισκόπου ἀγά μενος. κς'. ᾿Απὸ αἰτίας [Ισ. ἐστίας] κληρικός μερίδας οὐκ ἄγεται. κζ'. 'Ακούσιτα καὶ ἀγάπαι ἐπ' ἐκκλησίαις οι γίνονται. 28. κη'. Οὐ σαββατίσει Χριστιανός, ἀλλὰ σχολάσει τη πρώτῃ. κθ'. Γυναιξὶ τῶν ἀθεμίτων συλλούεσθαι. λ'. Λαμβάνειν, οὐ διδόναι τοῖς αἱρετικοῖς εἰς συμ άφειαν τέκνα. λα'. ᾿Αλογίαι αἱ τῶν αἱρετικῶν εὐλογίαι λβ'. Ο ψευδομάρτυρας αἱρετικοὺς τιμῶν, τὸ ἀνά θέμα. λγ'. Ο παρασυνάγων, καὶ ὀνομάζων ἀγγέλους, εἰδωλολατρείας πλησίον. λδ'. Οὐκ ἔσται μάγος, ἢ ἐπαοιδος, ή μαθηματικὸς, ἢ ἀστρολόγος, ή περιάπτης, ὁ ἱερατείαν επαγ γελλόμενος. λε'. Οὐ συνεορτάσεις, οὐδὲ δεξιωθείης Εβραίοις ἢ ἔθνεσιν. λς'. Ο καλούμενος ἐπὶ σύνοδον, καὶ ἀθετῶν, εἰ μὴ ἀνώμαλος, οὐκ ἀναίτιος. λζ'. ᾿Ακοινώνητος κληρικός, ἢ ἀνεπίτακτος, οὐ πρόεισιν· καὶ ὑπηρέτης τὰς θύρας ἀφεὶς οὐ προσ εύχεται. λη. Γυναιξὶ τὸ ἱλαστήριον ἄβατον. λθ'. Εἴποι τὴν πίστιν τῇ πέμπτῃ τῆς ἑβδομάδας ὁ βαπτιζόμενος· καὶ ὁ ἐν νόσῳ, μετὰ βραχύ. μ΄. Τῇ Τεσσαρακοστῇ μὴ προσάγειν, μηδὲ δια λύειν τὸ καθόλου, μηδὲ μνείας μαρτύρων τελεῖν, εἰ μὴ Κυριακαίς τε καὶ Σάββασιν. μα'. Οὐ τελεῖται τῇ Τεσσαρακοστῇ γάμος, οὐδὲ γενέθλιον.
13. sæcularibus electus non est ordinandus ιγ΄. Ανεπίλεκτος ὁ παρὰ κοσμικῶν ἐκλεγόμενος
episcopus.
14. Sancta ad aliam pareciam mitti, indignum.
45. Nullus in ambonem ascendit, exceptis iis qui
`de codice legunt.
16. Evangelia atque Apostoli legantur Sabbatis.
17. In conventibus lectiones psalmos intersecent.
18. Horis, Nonis, ac Vesperis eadem preces peragantur.
19. Post calcchumenorum orationem poenitentum preces offerantur; postea vero delium: ac
post pacem, oblatio fiat, solis sacerdotibus pro suggestu sedentibus.
20. Diaconus nisi jussus ne sedeal.
21. Vasa minister ne tangat, neque enim orati
Induitur.
22. Cantor et lector non ferunt orarium.
23. Omnis clericus cauponam ingredi non debet.
24. Panem et calicem minister non dal.-
25. Non exorcizat, nisi qui ab episcopo ad hoc
munus provectus est..
26. Ab altari clericus partes non aufert.
27. Accubitus et agaps in ecclesiis non funt.
ιδ. Διαπέμπεσθαι τὰ ἅγια εἰς παροικίαν, ἀν
ἄξιον.
ιε'. Εἰ μὴ ἀπὸ διφθέρας, οὐδεὶς ἀμβωνίζεται.
ις. Εὐαγγέλια καὶ ᾿Απόστολοι αναγινωσκέσθωσαν
τοῖς Σάββασιν.
ιζ'. Ἐν ταῖς συνάξεσιν, [f. d. αἱ] ἀναγνώσεις τους
ψαλμούς περικοπτέτωσαν.
ιη'. 'Εννάταις [f. d. καὶ] Ἑσπέραις αἱ αὐταὶ εὐχαὶ ἐπιτελείσθωσαν.
εθ'. Μετὰ τὴν τῶν κατοιχουμένων [σ. κατηχουμένων] εὐχὴν, τῶν ἐν μετανοίᾳ προσάγεσθαι· μετὰ τοῦτο
τὴν τῶν πιστῶν, καὶ μετὰ τὴν εἰρήνην, τὴν ἀναφο
ρὰν γίνεσθαι, βηματιζόντων μόνον τῶν ἱερέων.
κ'. Ακέλευστος μὴ καθεζέσθω διάκονος.
κα'. Σκευῶν ὑπηρέτης μὴ ἄπτοιτο, οὐ γὰρ ὠρά
ριον ἀμφιέννυται.
κβ'. Ψάλτης καὶ ἀναγνώστης οὐ φοροῦσιν ὡρά
ριον.
κγ'. Απας κληρικὸς ἀκαπήλευτος.
κδ'. Αρτον καὶ ποτήριον ὑπηρέτης οὐ δίδωσιν.
κε'. Οὐκ ἐφορκίζει ὁ μὴ παρ' ἐπισκόπου ἀγά
μενος.
κς'. ᾿Απὸ αἰτίας [Ισ. ἐστίας] κληρικός μερίδας
οὐκ ἄγεται.
κζ'. 'Ακούσιτα καὶ ἀγάπαι ἐπ' ἐκκλησίαις οι
γίνονται.
28. Christianus ne sabbatizet, sed prima, hoc est, κη'. Οὐ σαββατίσει Χριστιανός, ἀλλὰ σχολάσει τη
Dominica die ferietur.
29. Cum mulieribus lavari nefas.
30. Accipiendi sunt, non dandi hæreticis in matrimonium liberi.
51. Haereticorum benedictiones, maledictiones
sunt censenda.
32. Qui falsos haereticorum martyres honorat,
anathema.
33. Qui alienos ab Ecclesia conventus agit angelorumque nomina invocat, idololatrim proximus
est.
34. Qui sacerdotium profitetur, non erit Diagus,
aut incantator, aut mathematicus, aut astrologus,
aut ex eorum numero qui amulets collo appendunt.
50. Festa non celebrabis cum Judais et gentili
bus, neque cum bis societatem inibis.
36. Qui vocatur ad synodum et spernit, nisi iuGranus sit, culpa non vacat.
37. Clericus sine commendatitiis litteris, aut injussus nusquam proficiscitur: ac minister non debet ostiis relictis orare.
38. Mulieribus altare inaccessum.
59. Baptizatus dicat fidem quinta feria hebdoma -
dæ: et qui in morbo constitutus est, paulo post.
40. Quadragesima non oportet offerre, neque jejanium omnino dissolvere, neque memorias martyrum celebrare, nisi Dominicis et Sabbatis.
41. Quadragesima non celebrantur nuptiæ, neque
natalitia.
πρώτῃ.
κθ'. Γυναιξὶ τῶν ἀθεμίτων συλλούεσθαι.
λ'. Λαμβάνειν, οὐ διδόναι τοῖς αἱρετικοῖς εἰς συμ
άφειαν τέκνα.
λα'. ᾿Αλογίαι αἱ τῶν αἱρετικῶν εὐλογίαι
λβ'. Ο ψευδομάρτυρας αἱρετικοὺς τιμῶν, τὸ ἀνά
θέμα.
λγ'. Ο παρασυνάγων, καὶ ὀνομάζων ἀγγέλους,
εἰδωλολατρείας πλησίον.
λδ'. Οὐκ ἔσται μάγος, ἢ ἐπαοιδος, ή μαθηματι
κός, ἢ ἀστρολόγος, ή περιάπτης, ὁ ἱερατείαν επαγ
γελλόμενος.
D' λε'. Οὐ συνεορτάσεις, οὐδὲ δεξιωθείης Εβραίοις
ἢ ἔθνεσιν.
λς'. Ο καλούμενος ἐπὶ σύνοδον, καὶ ἀθετῶν, εἰ
μὴ ἀνώμαλος, οὐκ ἀναίτιος.
λζ'. ᾿Ακοινώνητος κληρικός, ἢ ἀνεπίτακτος, οὐ
πρόεισιν· καὶ ὑπηρέτης τὰς θύρας ἀφεὶς οὐ προσ
εύχεται.
λη. Γυναιξὶ τὸ ἱλαστήριον ἄβατον.
λθ'. Εἴποι τὴν πίστιν τῇ πέμπτῃ τῆς ἑβδομάδας
ὁ βαπτιζόμενος· καὶ ὁ ἐν νόσῳ, μετὰ βραχύ.
μ΄. Τῇ Τεσσαρακοστῇ μὴ προσάγειν, μηδὲ δια
λύειν τὸ καθόλου, μηδὲ μνείας μαρτύρων τελεῖν, εἰ
μὴ Κυριακαίς τε καὶ Σάββασιν.
μα'. Οὐ τελεῖται τῇ Τεσσαρακοστῇ γάμος, οὐδὲ
γενέθλιον.
col. 85–86page 13 of 26
PG 133:85με. Αυλίζειν ἐν γάμοις, ἢ ἀρχεῖσθαι, ἀνάξιον. Τὸν μέντοι ἱερατικὸν καὶ πρὸ τῆς θυμέλης ἀπέρχεσθαι. μγ'. Εράνους οὔτε κληρικός, οὔτε λαϊκὸς ἐκτελέσ ανται. μδ'. Πρεσβύτερος ἐπὶ βήματος πρὸ τοῦ ἐπισκόπου εὐχ εἴσεισιν, οὐδὲ κάθηται. με'. Εἰ; κώμην ἢ χώραν ἐπίσκοπος οὐ καθίσταται εἰ δέ τις κατέστη, μήτι διοικείτω τοῦ ἐπισκόπου δίχα τοῦ τῆς πόλεως. βς'. Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος εἰς οἶκον μὴ προσ αγέτω. με. Ιδιωτικά βιβλία ναοῖς οὐκ ἀναγινώσκεται. Τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων ον, ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου. δ. Ἡ κατὰ Νικαίαν πίστις κρατείτω· τὰ δὲ τῶν αἱρέσεων, τὸ ἀνάθεμα. β. Υπερόριος εἰς Ἐκκλησιῶν σύγχυσιν μὴ ἔστω μηδείς, μήτε χειροτονῶν, μήτε ἐνθρονίζων. Ἐπὶ μέντοι τῶν ἐν τοῖς ἔθνεσιν Ἐκκλησιῶν, ἡ τῶν Πατέ ρων κρατείτω συνήθεια. γ. Ο Κωνσταντινουπόλεως εὐθὺς μετὰ τὸν Ρώ μης τετίμηται. δ. Μάξιμος ὁ Κύων τῶν ἐπισκόπων ἀλλότριος καὶ ἅπας ἀνίερος, ὃς ἐκείνῳ κεκλήρωται. δ. Ο Πατέρα, καὶ Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα τῶν Δυτικῶν τόμος ὁμοούσια παρεγγυών, εὐαπόδεκτος. 5. Καὶ ὁ κακόδοξος πλεονεκτούμενος ἐγκαλείται κατ' ἐπισκόπου· εἰ δὲ τῶν ἱερωτέρων εἴη τὸ ἔγω κλημα, μὴ λεγέτω. Μη λεγέτω δὲ μηδ' ἄλλος εἰ προκατέγνωσται· μὴ λεγέτω καὶ ὁ ἀκοινώνητος μὴ λεγέτω καὶ ὁ ἀπόβλητος, καὶ ὁ κατηγορούμενος ἄν τισιν, ἕως ἀποδύσωνται τὰ οἰκεῖα. Κατηγορείτω δὲ ὁ ὀρθόδοξος, ὁ κοινωνικός, ὁ ἀκατάγνωστος, δ ἀκατηγόρητος καὶ κοινωνείσθω τοῖς ἐπαρχιώταις τὸ ἔγκλημα. Ει δ' ἀδυνατοίεν, προς μείζονα τρεπέ σθωσαν σύνοδον· καὶ δίχα ἐγγραφῆς τῆς ταὐτοπαθείας, μὴ ἀκουέσθωσαν. Ὁ δὲ παρὰ ταῦτα τῷ βασι λεί προσιών, καὶ ἐνοχλῶν, ἀποκήρυχτος. ζ. Ο Τεσσαρεσκαιδεκατίτης, ὁ ᾿Αρειανός, ὁ Ναυατιανός, ὁ Μακεδονιανός, ὁ Σαββατιανός μετὰ [ 4. τὴν μετάνοιαν]... ἀπόδεκτοι - χριόμενοι δηλαδή πάντα τὰ αἰσθητήρια. η. Οι καταδύσει μια Ευνομιανοί βαπτιζόμενοι, και οι Σαβέλλιος, καὶ οἱ Φρύγες, Έλληνες εἰσδε χέσθωσαν. Τῶν ἐν Ἐφέσῳ σ' ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ. εκε σ. Ἐὰν ἀπολειφθεὶς ὁ μητροπολίτης τῶν Κελεστίνου ἀντέχεται ἢ ἀνθέξεται, ἀπόβλητος, καὶ τὸ ἑξῆς ἀδιοίκητος. Καὶ ὅστις Νεστορίῳ σύμφρων καὶ ὁμόφρων ἐπίσκοπος, ἀποκήρυκτος. β'. Ὃς ὑπὸ Νεστορίου τῆς ἱερωσύνης κεκώλυται, ἱερώτατος· ὁ δὲ δεκτέος ἐκείνῳ, ἀνίερος.
με. Αυλίζειν ἐν γάμοις, ἢ ἀρχεῖσθαι, ἀνάξιον. Τὸν
μέντοι ἱερατικὸν καὶ πρὸ τῆς θυμέλης ἀπέρχεσθαι.
μγ'. Εράνους οὔτε κληρικός, οὔτε λαϊκὸς ἐκτελέσ
ανται.
μδ'. Πρεσβύτερος ἐπὶ βήματος πρὸ τοῦ ἐπισκόπου
εὐχ εἴσεισιν, οὐδὲ κάθηται.
με'. Εἰ; κώμην ἢ χώραν ἐπίσκοπος οὐ καθίσταται·
εἰ δέ τις κατέστη, μήτι διοικείτω τοῦ ἐπισκόπου
δίχα τοῦ τῆς πόλεως.
βς'. Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος εἰς οἶκον μὴ προσαγέτω.
με. Ιδιωτικά βιβλία ναοῖς οὐκ ἀναγινώσκεται.
Τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἁγίων καὶ μακαρίων
Πατέρων ον, ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου.
δ. Ἡ κατὰ Νικαίαν πίστις κρατείτω· τὰ δὲ τῶν
αἱρέσεων, τὸ ἀνάθεμα.
β. Υπερόριος εἰς Ἐκκλησιῶν σύγχυσιν μὴ ἔστω
μηδείς, μήτε χειροτονῶν, μήτε ἐνθρονίζων. Ἐπὶ
μέντοι τῶν ἐν τοῖς ἔθνεσιν Ἐκκλησιῶν, ἡ τῶν Πατέ
ρων κρατείτω συνήθεια.
γ. Ο Κωνσταντινουπόλεως εὐθὺς μετὰ τὸν Ρώ
μης τετίμηται.
δ. Μάξιμος ὁ Κύων τῶν ἐπισκόπων ἀλλότριος •
καὶ ἅπας ἀνίερος, ὃς ἐκείνῳ κεκλήρωται.
δ. Ο Πατέρα, καὶ Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα τῶν
Δυτικῶν τόμος ὁμοούσια παρεγγυών, εὐαπόδεκτος.
5. Καὶ ὁ κακόδοξος πλεονεκτούμενος ἐγκαλείται
κατ' ἐπισκόπου· εἰ δὲ τῶν ἱερωτέρων εἴη τὸ ἔγω
κλημα, μὴ λεγέτω. Μη λεγέτω δὲ μηδ' ἄλλος εἰ
προκατέγνωσται· μὴ λεγέτω καὶ ὁ ἀκοινώνητος -
μὴ λεγέτω καὶ ὁ ἀπόβλητος, καὶ ὁ κατηγορούμενος
ἄν τισιν, ἕως ἀποδύσωνται τὰ οἰκεῖα. Κατηγορείτω
δὲ ὁ ὀρθόδοξος, ὁ κοινωνικός, ὁ ἀκατάγνωστος, δ
ἀκατηγόρητος καὶ κοινωνείσθω τοῖς ἐπαρχιώταις
τὸ ἔγκλημα. Ει δ' ἀδυνατοίεν, προς μείζονα τρεπέ
σθωσαν σύνοδον· καὶ δίχα ἐγγραφῆς τῆς ταυτοπαθείας, μὴ ἀκουέσθωσαν. Ὁ δὲ παρὰ ταῦτα τῷ βασιλεί προσιών, καὶ ἐνοχλῶν, ἀποκήρυχτος.
ζ. Ο Τεσσαρεσκαιδεκατίτης, ὁ ᾿Αρειανός, ὁ
Ναυατιανός, ὁ Μακεδονιανός, ὁ Σαββατιανός μετὰ
[ 4. τὴν μετάνοιαν]... ἀπόδεκτοι - χριόμενοι δηλαδή
πάντα τὰ αἰσθητήρια.
η. Οι καταδύσει μια Ευνομιανοί βαπτιζόμενοι,
και οι Σαβέλλιος, καὶ οἱ Φρύγες, Έλληνες εἰσδε
χέσθωσαν.
$6
49. Tibia canere m nuptiis aut saltare, indignum.
At vero sacris deservienti ante thymélicorum- ¡ngressum abeundum est.
43. Convivia ex collatis symbolis neque clericus
neque laicus celebrabit.
44. Presbyter in suggestuin ante episcopum ne
ingrediatur, neque sedeat.
43. In vicis aut pagis episcopus non constituitur: si quis vero constitutus sit, nihil quidquam
administret sine urbis episcopo.
46. Episcopus aut presbyter in privatis ædibus ne
offerat.
47. Libri a privatis compositi in templis non fe
guntur.
Sanctorum ac beatorum Patrum CL Constantinopoli
congregatorum, Theodosio Magno imperante.
1. Nicæna fides obtineat serveturque: hæreses
vero, analbema.:
2. Nullus externus, ad Ecclesiarum confusionem
neque ordinet, neque in sede collocet. Verumtamen
in Ecclesiis quæ sunt apud gentiles, Patrum cousuetado servetur.
3. Constantinopolitanus episcopus primum post
Romæ episcopum honorem obtineat.
4. Maximus Cynicus ab. episcopis alienus: ac
quisquis ab eo in clerum ascriptus est, profanus
habeatur.
5. Decidentalium tomus Patrem, et Filium, et
Spiritum sanctum consubstantialos asserens, facile
edmiuitur.
6. Qui mala opinionė imbutus est, si injuriam
patiatur, accuset coram épiscopo; si autem sacerdotum crimen sit, ne dicat. Neque etiam alius: antea condemnatus, dicat; neque excommunicatus,
neque dejectus, et qui nonnullorum criminum accusatur, dicat, donec intentata sibi crimina dilucrint. Accuset´autem orthodoxus, communiouis particeps, non condemnatus, non accusatum: ac provincialibus· crimen communicetur. Si vero non
possint, ad majorem so convertant synodum, ac
citra professionem ejusdem affectus ne audiantur.
Qui autem contra hæc imperatorem adit, eique
molestiam exhibet, abdicetur.
7. Quartodecimanus, Arianus, Novalianus, Ma
cedonianus, Sabbatianus, pust penitentiam reci
piendi: ubi scilicet omnia sentiendi eorum instrumenta sacro oleo uncta fuerint.
& Eunomiani una mersione baptizati, Sabelliani
et Phryges, tanquam gentiles accipiantur.
Τῶν ἐν Ἐφέσῳ σ' ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ. Sanctorum Patrum cc Ephesi congregatorum εκε
σ. Ἐὰν ἀπολειφθεὶς ὁ μητροπολίτης τῶν Κελεστίνου ἀντέχεται ἢ ἀνθέξεται, ἀπόβλητος, καὶ τὸ
ἑξῆς ἀδιοίκητος. Καὶ ὅστις Νεστορίῳ σύμφρων καὶ
ὁμόφρων ἐπίσκοπος, ἀποκήρυκτος.
β'. Ὃς ὑπὸ Νεστορίου τῆς ἱερωσύνης κεκώλυται,
ἱερώτατος· ὁ δὲ δεκτέος ἐκείνῳ, ἀνίερος.
Theodosio Juniore.
1: Metropolitanus qui Caelestino adberet aut adllie -
surus est, reficiendus, ac deinceps al administrattione Ecclesia removendus. Ac quisquis episcopus
Nestorio assentitur favetque, abdicandus est.
2. Quicunque a Nestorio sacerdotio dejectus est,
sacerdotio dignissimus est: qui vero ab illo Sursee-
· plus est, profanus.·
col. 87–88page 14 of 26
PG 133:87γ'. Ο κατακριθεὶς ἐξ ἐπισκόπου, καὶ ὑπὸ Νεστορίου δεχθείς, ανωφέλητος. δ. Ακοινώνητος ὁ λαϊκὸς ὁ ἀντοφθαλμῶν τῇ συν όδῳ· ὁ δὲ κληρικὸς ἔτι ἀποκήρυκτος. ε. Ὁ πίστιν ετέραν τῆς ἐν Νικαία προσάγων επίσκοπος, ἠλλοτρίωται· λαϊκὸς δὲ ἐξωστράκισται. 5. Τηρείσθω τὰ ἑκάστῃ ἐπαρχία προσόντα δί καια καθαρὰ καὶ ἀβίαστα· ὁ δὲ τύπον ἀντικείμενον τούτοις εἰσάγων, ανόνητος. ζ. ᾿Αντέχειν ὀφείλων Ευστάθιος καρτερῶς (τοῦτο γὰρ ἅπας επίσκοπος) νῶτα δοὺς ἀφελῶς παρητήσατο. Θεόδωρος ἀντὶ τούτου κεχειροτόνηται· ὁ δὲ κλαίων καὶ δυσωπῶν, τὴν τιμὴν αἰτεῖ· ὁ ἀντ᾽ ἐκείνου χει ροτονήσας ἀνεύθυνος, ἔχων δηλαδὴ τὴν ἐκείνου παρ αίτησιν ἀντ᾽ ἐγκλήματος· ὁ δὲ δεδικαίωται μόνον τοῦτο, τὸ τῆς ἐπισκοπῆς ἔχειν ὄνομα, καὶ τὴν κοινωνίαν αὐτήν· καὶ ὅτι χρηστότερον δέδοκται. Τῶν ἐν Χαλκηδόνι Χ' ἐπὶ Μαρτιανού. α'. Ο ἐξωνούμενος καὶ πιπράσκων χειροτονίαν, περὶ τοὺς βαθμοὺς ἐπικίνδυνοι· ὁ δὲ νόμος ἕως καὶ παραμοναρίου. β'. Οι κοσμικῶν οίκων ἐπιμέλειαν ἀναδεχόμενο:, ἐπιτιμητέοι· πλὴν εἰ μὴ καλέσει νόμος εἰς ἀφήλικος διοίκησιν ἀπαραίτητον· ἡ ὁ ἐπίσκοπος εἰς ὀρφα νῶν καὶ χηρῶν ἐπιμέλειαν προτρέψειεν. γ. Ευκτήριος οἶκος, η μοναστήριον δίχα γνώμης τοῦ ἐπισκόπου ἀσύστατα. ῎Απας δὲ μοναστῆς ὑπο τασσέσθω τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τῆς μονῆς, εἰ μὴ παρ' αὐτοῦ προτρέποιτο, μὴ ἀφίσταται. δ. Δούλος, εἰ μὴ γνώμῃ τοῦ δεσπότου, μη με ναζέτω. α. Οι μεταβαίνοντες ἐκ πόλεως εἰς πόλιν, τοὺς περὶ τούτου κανόνας ὑποβλεπέτωσαν. ς'. Ἐπὶ μαρτυρίας, ἢ εὐκτηρίας, ἀλλ' οὐκ ἀπο λύτως χειροτονήσεις. Εἰ δὲ μή, ἀχειροτόνητος ὁ δῆ θεν χειροτονούμενος. ζ. Ο πληρωθεὶς ἡ μονάσας, εἰ ἐπὶ στρατείαν ἢ ἀξίαν ἀπαυθαδιάσει, επάρατος. η. Ὁ ἐν πτωχείῳ, ἢ ἐν σεμνείῳ κληρικός, βλε πέτω τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐπισκόπου τῆς πόλεως· ὁ δὲ Ο τούτου ἀφηνιάζων, γινωσκέτω τὸ ἐπιτίμιον, Ο'. Κληρικοὶ δικαζόμενοι, εἰ ἀφέμενοι τὸν ἐπί σκοπον, κοσμικοῖς κριτηρίοις ὁρμήσουσι, κανονι χῶς εὐθυνέσθωσαν. Καὶ κληρικὸς ἐπισκότα διαφε ρήμενος, μενέτω τὴν σύνοδον· καὶ μητροπολίτης ἐπίσκοπος τὸν Κωνσταντινουπόλεως αἰτήσοιτο. ι. Δύο πόλεων ναοῖς κληρικὸς οὐ καταλέγεται εἰ δὲ καταλεχθείη, τῷ προτέρῳ ἐπιστραφήσεται. Ει δὲ μετετέθη τις ἤδη, μὴ ἐπικοινωνείτω κατά τινα τρόπον τοῖς τῆς προτέρας πράγμασιν ἐκκλησίας. ια΄. Οἱ πένητες ἐπιστολαῖς, ἀλλὰ μὴ συστατικοῖς ἐδευέτωσαν· αἱ γὰρ συστατικαὶ τοῖς ἐν ὑπολήψει παρέχονται. ιβ'. Εἰς ἐπαρχίας δύο επαρχία μία οὐ τέμνεται ὁ δὲ τιμών, ἀνεπίσκοπος. Δἱ δὲ γράμματι βασιλικῷ
3. Qui ab episcopo condemnatus, a Nestorio sus-
'ceptus est, id nihil ei prosit.
4. Laicus qui synodo resistit, excommunicatur:
clericus vero insuper abdicetur.
5. Episcopus aliam a Nicæna fidem proferens,
alienus ab Ecclesia habetur: laicus vero expellitur.
6. Serventur sua cuique provinciæ jura pura·
alque inviolata: qui autem contrariam his formam
inducit, futilis est.
7. Eustathius cum resistere fortiter deberel (boc
enim omnis debet episcopus) terga leviter dans
refugit. Theodorus in ejus locum ordinatus est. Ille
vero lacrymans atque exorans, honorem repetit
qui illius loco alium ordinavit, insens est, cum illius detrectationem pro crimine habeat. Hoc autem
justam esse visum est, episcopatus nomen illum
habere, ipsamque communionem: quodque hoc
benignius visum sit.
Sanctorum Patrum DC Chalcedone congregatorum,
Martiano imperante.
1. Qui emit et qui vendit ordinationem, circa
gradus periclitantur: les autem etiam usque ad
defensorem.
2. Qui domorum sæcularium curam suscipiunt,
corripiendi: nisi forte ad minoris administrationem inexcusabilem lex vocaverit, aut episcopus
ad pupillorum et viduarum curam incitaverit.
3. Domus orationi dicata, aut monasterium citra·
episcopi sententiam non sunt exstruenda. Omnis
autem inonachus episcopo subjiciatur, neve a st
anansione discedat, nisi ab eo invitetur. -
4. Servus absque domini consensu, monasticam
vitam ne amplectatur.
5, Qui e civitate in civitatem transcunt, cauonibus de hac re sancitis subjiciantur.
6. In martyriis aut oratoriis, sed non absolute,
ordinabis. Sin vero, qui ordiustus est, gradu excielit.
7. Qui inter clericos aut monachos allectus est,
si militiam aut dignitatem arroganter afoclet,
maledictus.
8. Clericus in mendicorum domo aut in monasterio degens, episcopi urbis potestati subjaceat:
qui vero ab eo resilit, pœnam subeat.
9. Clerici litigantes, si relieto episcopo ad sæeчlaria judicia se conferant, canonice puniantur. Ac
elericus cum episcopo contendens, synodum exspectet: metropolitanus vero episcopus ad Constantinopolitanum provocet.
10. Duarum urbium ecclesiis clericus nous allicitur; si vero addictus fuerit, ad primam revertetur. Si quis autem jam translatus fuerit, prioris
ecclesiæ rerum nullo modo particeps sit.
11. Pauperes epistolis instructi, at non COMmendatitiis litteris iter faciant: commendatitiæ
enim existimatione præditis dantur.
12. In duas provincias una provincia non scinditur; qui vero sciderit, episcopatu dejicitur. Quæ
γ'. Ο κατακριθεὶς ἐξ ἐπισκόπου, καὶ ὑπὸ Νεστο
ρίου δεχθείς, ανωφέλητος.
δ. Ακοινώνητος ὁ λαϊκὸς ὁ ἀντοφθαλμῶν τῇ συνόδῳ· ὁ δὲ κληρικὸς ἔτι ἀποκήρυκτος.
ε. Ὁ πίστιν ετέραν τῆς ἐν Νικαία προσάγων
επίσκοπος, ἠλλοτρίωται· λαϊκὸς δὲ ἐξωστράκισται.
5. Τηρείσθω τὰ ἑκάστῃ ἐπαρχία προσόντα δίκαια καθαρὰ καὶ ἀβίαστα· ὁ δὲ τύπον ἀντικείμενον
τούτοις εἰσάγων, ανόνητος.
ζ. ᾿Αντέχειν ὀφείλων Ευστάθιος καρτερῶς (τοῦτο
γὰρ ἅπας επίσκοπος) νῶτα δοὺς ἀφελῶς παρητήσατο.
Θεόδωρος ἀντὶ τούτου κεχειροτόνηται· ὁ δὲ κλαίων
καὶ δυσωπῶν, τὴν τιμὴν αἰτεῖ· ὁ ἀντ᾽ ἐκείνου χει
ροτονήσας ἀνεύθυνος, ἔχων δηλαδὴ τὴν ἐκείνου παραίτησιν ἀντ᾽ ἐγκλήματος· ὁ δὲ δεδικαίωται μόνον
τοῦτο, τὸ τῆς ἐπισκοπῆς ἔχειν ὄνομα, καὶ τὴν
κοινωνίαν αὐτήν· καὶ ὅτι χρηστότερον δέδοκται.
Τῶν ἐν Χαλκηδόνι Χ' ἐπὶ Μαρτιανού.
α'. Ο ἐξωνούμενος καὶ πιπράσκων χειροτονίαν,
περὶ τοὺς βαθμοὺς ἐπικίνδυνοι· ὁ δὲ νόμος ἕως καὶ
παραμοναρίου.
β'. Οι κοσμικῶν οίκων ἐπιμέλειαν ἀναδεχόμενο:,
ἐπιτιμητέοι· πλὴν εἰ μὴ καλέσει νόμος εἰς ἀφήλι
κος διοίκησιν ἀπαραίτητον· ἡ ὁ ἐπίσκοπος εἰς ὀρφα
νῶν καὶ χηρῶν ἐπιμέλειαν προτρέψειεν.
γ. Ευκτήριος οἶκος, η μοναστήριον δίχα γνώμης
τοῦ ἐπισκόπου ἀσύστατα. ῎Απας δὲ μοναστῆς ὑποτασσέσθω τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τῆς μονῆς, εἰ μὴ παρ'
αὐτοῦ προτρέποιτο, μὴ ἀφίσταται.
δ. Δούλος, εἰ μὴ γνώμῃ τοῦ δεσπότου, μη με
ναζέτω.
α. Οι μεταβαίνοντες ἐκ πόλεως εἰς πόλιν, τοὺς
περὶ τούτου κανόνας ὑποβλεπέτωσαν.
ς'. Ἐπὶ μαρτυρίας, ἢ εὐκτηρίας, ἀλλ' οὐκ ἀπολύτως χειροτονήσεις. Εἰ δὲ μή, ἀχειροτόνητος ὁ δῆ
θεν χειροτονούμενος.
ζ. Ο πληρωθεὶς ἡ μονάσας, εἰ ἐπὶ στρατείαν ἢ
ἀξίαν ἀπαυθαδιάσει, επάρατος.
η. Ὁ ἐν πτωχείῳ, ἢ ἐν σεμνείῳ κληρικός, βλε
πέτω τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐπισκόπου τῆς πόλεως· ὁ δὲ
Ο τούτου ἀφηνιάζων, γινωσκέτω τὸ ἐπιτίμιον,
Ο'. Κληρικοὶ δικαζόμενοι, εἰ ἀφέμενοι τὸν ἐπί
σκοπον, κοσμικοῖς κριτηρίοις ὁρμήσουσι, κανονι -
χῶς εὐθυνέσθωσαν. Καὶ κληρικὸς ἐπισκότα διαφε
ρήμενος, μενέτω τὴν σύνοδον· καὶ μητροπολίτης
ἐπίσκοπος τὸν Κωνσταντινουπόλεως αἰτήσοιτο.
ι. Δύο πόλεων ναοῖς κληρικὸς οὐ καταλέγεται·
εἰ δὲ καταλεχθείη, τῷ προτέρῳ ἐπιστραφήσεται. Ει
δὲ μετετέθη τις ἤδη, μὴ ἐπικοινωνείτω κατά τινα
τρόπον τοῖς τῆς προτέρας πράγμασιν ἐκκλησίας.
ια΄. Οἱ πένητες ἐπιστολαῖς, ἀλλὰ μὴ συστατικοῖς
ἐδευέτωσαν· αἱ γὰρ συστατικαὶ τοῖς ἐν ὑπολήψει
παρέχονται.
ιβ'. Εἰς ἐπαρχίας δύο επαρχία μία οὐ τέμνεται
ὁ δὲ τιμών, ἀνεπίσκοπος. Δἱ δὲ γράμματι βασιλικῷ
col. 89–90page 15 of 26
PG 133:89τμηθεῖσαι πόλεις, τῆς τιμῆς ἀπολαυέτωσαν μόνον, καὶ ὁ αὐτόθεν ἐπίσκοπος· τῷ δὲ ἀληθῶς μητροπολίτῃ τὰ οἰκεῖα σωζέσθωσαν δίκαια. ιγ. Κληρικὸς δίχα συστατικῶν ἀκοινώνητος εἰς ἑτέραν πόλιν. ιδ. Ετερόδοξος ψάλτης καὶ ἀναγνώστης, εἰ γή μας ἐτέκνωσε, προσάγει τῇ κοινωνίᾳ τὰ τέκνα, εἴπερ ἐκεῖσε βεβάπτισται· εἰ δ᾽ ἔτι μένει ἀβάπτιστα, οὐ χέτι βαπτίζεται τοῖς αἱρετικοῖς. α. Διακόνισσα εἰ μὴ τεσσαρακονταέτις οὐ γίνε ται· τῇ δὲ διὰ γάμου την λειτουργίαν ἐξυβρισάσῃ ἀνάθεμα. ις. Μονάζοντες ή μονάζουσαι μὴ γαμείτωσαν, ἐπεὶ ἔστωσαν ἀκοινώνητοι. ιζ. Εγχώριος καὶ ἀγροικικὴ παροικία, εἰ τριακονταετίαν ἐσχέθησαν, κατεχέσθωσαν· εἰ δὲ ταύτης ἐντὸς, εἶεν ὑπόδικοι· εἰ δὲ κεκαίνισται βασιλικῆς ἐκ κελεύσεως πόλις, ή τάξις, καὶ ὁ τύπος ἀκολουθείτω τοῖς πολιτικοῖς δημοσίοις, καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παροικίας. τη'. Κληρικοί και μονάζοντες, εἰ φωραθείεν φρατειάζοντες, ή συνομνύμενοι κατ' ἐπισκόπου, τῶν βαθμῶν αὐτῶν ἔκπτωτοι. ιθ'. Ο τὴν οἰκείαν ἀπολέσας πατρίδα, εἰ ἐπ' ἄλ Την Εκκλησίαν ἐλήλυθεν, ἀνεπιτίμητος. π. Επίσκοπος ξένον κληρικὸν εἰσδεξάμενος, μετά τοῦ δεχθέντος ἔξει τὸ ἀκοινώνητον. κα'. Αδοκίμαστος κληρικὸς ἢ λαϊκὸς ἐπισκόπου κατηγορῶν, ἀνεπίδεκτος. κβ'. Ὁ ἐξ ἀνθρώπων ἐπισκόπου γεγενημένου, τὰ ἐκείνου ἁρπάζουν, τοῦ βαθμοῦ ἁμαρτήσεται. κγ'. Οἱ ἐπισκόπου δίχα τῇ Κωνσταντινουπόλει διατρίβοντες, καὶ ταραχὰς ἀνεγείροντες, τῆς πόλεως ἐλαυνέσθωσαν. κδ. Μοναστήριον ἐπισκόπου γνώμῃ παγὲν μενέτω ἀμεταποίητον· καὶ ὅ τι τούτῳ ἀνήκοιτο, ἀνεκποίη την. Ο δ' άλλως ἐπιχειρῶν, οὐκ ἀνεύθυνος. κι΄. Είσω μηνῶν τριῶν αἱ τῶν ἐπισκόπων τελοῦν και χειροτονίαι· παρατείνει δὲ τὸν χρόνον ἀνάγκη τις απαραίτητος. Εἰ δὲ μή, ὁ χειροτονῶν τὸ ἐπιτί μιν εἴσεται· ἡ μέντοι πρόσοδος μενέτω τῷ οἰκο νόμῳ. χϛ΄. Οικονόμος ἀνὰ πάσας ἔστω τὰς Εκκλησίας ἀπὸ τοῦ κλήρου· ὁ δὲ τούτου καταφρονῶν ἐπίσκοπος, οὐκ ἀνέγκλητος. κα'. Κληρικὸς ἁρπάζων γυναῖκα, ἀνεκκλησία στος· ὁ δὲ λαϊκὸς ἔστω ἀνάθεμα· κατὰ τοῦτο καὶ ὁ συναινών. κη'. Ο τῆς νέας ἐπίσκοπος Ρώμης τῷ τῆς πα λειοτέρας ὁμότιμος, διὰ τὴν τῶν σκήπτρων μετά στασιν. κ. Οι Πόντου, καὶ 'Ασίας, καὶ Θράκης, καὶ οἱ Βάρβαροι τῷ τῆς Κωνσταντίνου κεχειροτόνηνται. δ. Ο καταβιβάζων ἐπίσκοπον εἰς πρεσβύτερον,
8)
τμηθεῖσαι πόλεις, τῆς τιμῆς ἀπολαυέτωσαν μόνον, autem imperatoris rescripto scissa sunt civitatca,
καὶ ὁ αὐτόθεν ἐπίσκοπος· τῷ δὲ ἀληθῶς μητροπό
λίτῃ τὰ οἰκεῖα σωζέσθωσαν δίκαια.
ιγ. Κληρικὸς δίχα συστατικῶν ἀκοινώνητος εἰς
ἑτέραν πόλιν.
ιδ. Ετερόδοξος ψάλτης καὶ ἀναγνώστης, εἰ γήμας ἐτέκνωσε, προσάγει τῇ κοινωνίᾳ τὰ τέκνα, εἴπερ
ἐκεῖσε βεβάπτισται· εἰ δ᾽ ἔτι μένει ἀβάπτιστα, οὐχέτι βαπτίζεται τοῖς αἱρετικοῖς.
α. Διακόνισσα εἰ μὴ τεσσαρακονταέτις οὐ γίνε
ται· τῇ δὲ διὰ γάμου την λειτουργίαν ἐξυβρισάσῃ
ἀνάθεμα.
ις. Μονάζοντες ή μονάζουσαι μὴ γαμείτωσαν,
ἐπεὶ ἔστωσαν ἀκοινώνητοι.
ιζ. Εγχώριος καὶ ἀγροικικὴ παροικία, εἰ τριά
κονταετίαν ἐσχέθησαν, κατεχέσθωσαν· εἰ δὲ ταύτης
ἐντὸς, εἶεν ὑπόδικοι· εἰ δὲ κεκαίνισται βασιλικῆς
ἐκ κελεύσεως πόλις, ή τάξις, καὶ ὁ τύπος ἀκολου
θείτω τοῖς πολιτικοῖς δημοσίοις, καὶ τῆς ἐκκλησιαστικής παροικίας.
τη'. Κληρικοί και μονάζοντες, εἰ φωραθείεν
φρατειάζοντες, ή συνομνύμενοι κατ' ἐπισκόπου, τῶν
βαθμῶν αὐτῶν ἔκπτωτοι.
ιθ'. Ο τὴν οἰκείαν ἀπολέσας πατρίδα, εἰ ἐπ' ἄλ
Την Εκκλησίαν ἐλήλυθεν, ἀνεπιτίμητος.
π. Επίσκοπος ξένον κληρικὸν εἰσδεξάμενος, μετά
τοῦ δεχθέντος ἔξει τὸ ἀκοινώνητον.
κα'. Αδοκίμαστος κληρικὸς ἢ λαϊκὸς ἐπισκόπου
κατηγορῶν, ἀνεπίδεκτος.
κβ'. Ὁ ἐξ ἀνθρώπων ἐπισκόπου γεγενημένου, τὰ
ἐκείνου ἁρπάζουν, τοῦ βαθμοῦ ἁμαρτήσεται.
κγ'. Οἱ ἐπισκόπου δίχα τῇ Κωνσταντινουπόλει
διατρίβοντες, καὶ ταραχὰς ἀνεγείροντες, τῆς πόλεως
ἐλαυνέσθωσαν.
κδ. Μοναστήριον ἐπισκόπου γνώμῃ παγὲν μενέτω
ἀμεταποίητον· καὶ ὅ τι τούτῳ ἀνήκοιτο, ἀνεκποίη
την. Ο δ' άλλως ἐπιχειρῶν, οὐκ ἀνεύθυνος.
κι΄. Είσω μηνῶν τριῶν αἱ τῶν ἐπισκόπων τελοῦν
και χειροτονίαι· παρατείνει δὲ τὸν χρόνον ἀνάγκη
τις απαραίτητος. Εἰ δὲ μή, ὁ χειροτονῶν τὸ ἐπιτί
μιν εἴσεται· ἡ μέντοι πρόσοδος μενέτω τῷ οἰκο
νόμῳ.
χϛ΄. Οικονόμος ἀνὰ πάσας ἔστω τὰς Εκκλησίας
ἀπὸ τοῦ κλήρου· ὁ δὲ τούτου καταφρονῶν ἐπίσκοπος,
οὐκ ἀνέγκλητος.
κα'. Κληρικὸς ἁρπάζων γυναῖκα, ἀνεκκλησίαστος· ὁ δὲ λαϊκὸς ἔστω ἀνάθεμα· κατὰ τοῦτο καὶ ὁ
συναινών.
κη'. Ο τῆς νέας ἐπίσκοπος Ρώμης τῷ τῆς παλειοτέρας ὁμότιμος, διὰ τὴν τῶν σκήπτρων μετά
στασιν.
κ. Οι Πόντου, καὶ 'Ασίας, καὶ Θράκης, καὶ οἱ
Βάρβαροι τῷ τῆς Κωνσταντίνου κεχειροτόνηνται.
δ. Ο καταβιβάζων ἐπίσκοπον εἰς πρεσβύτερον,
honore fruantur tantum, et qui ibidem versatur
episcopns: ci vero qui vere metropolitanus est,
propria conserventur jura.
43. Clericus ahsque commendatitiis litteris in
alius urbis communionem non recipitur.
14. Cantor et lector a recta fide alienus, si ducta
nxore liberos sustulerit, eos ad communionem adducit, siquidem ibidem baptizati fuerint: si vero
nondam sint baptizati, non amplius baptizantur.
apud hæreticos.
15. Diaconissa, nisi quadraginta annos nata non
ordinatur: ei autem quæ inito matrimonio, sacro
muneri dedecus attulerit, anathema.
16. Monachi aut moniales matrimonium ne contrabant: ziquidem hoc fecerint, excommunicenlur.
17. Rusticana paracia seu pagicuria, si triginta
annos possessæ fuerint, possideantur: si autem
intra illud tempus, sint judicio obnoxii carum porsessores. Si vero imperatoris jussu arbs renovalg
fuerit, ordo ac forma Ecclesias parcecialis civiles
ac publicas ordinationes sequatur.
18. Clerici ac monachi si comperti fuerint ccnventicula habere ac conjurare contra episcopiini,
gradibus suis excidant.
19. Qui amissa patria ad aliam Ecclesiam vcnerit, irreprehensibilis.
20. Episcopus qui extraneum clericum susceperis, cam suscepto excommunicabitur.
21. Clericus aut laicus non probatus accusans
episcopum, rejiciendus.
22. Qui episcopo vita functo, illius bona rapit,
gradu dejicietur.
23. Qui injussu episcopi Constantinopoli commorantur, ac turbas excitant, urbe expellantur.
24. Monasterium de sententia episcopi exstruetum, mancat immutabile: et quidquid ad ipanı
portinet, ne alienetur. Qui vero secus facere aggredietur, non erit innoxius.
25. Intra tres menses episcoporum ordinationes
perficiantur: tempus vero prorogat accessitas aliqua inevitabilis. Si secus fiat, ordinans pœna erit
Dobnoxius. Reditus tamen penes dispenstorem maneant.
26. Dispensator in omnibus Ecclesiis de clero
constituatur: qui vero hoc contemnit episcopus,
crimine non caret.
27. Clericus mulieren rapiens, Ecclesia ejiciatur; laicus vero sit anathema; et qui his consentit, eidem pœnæ subjacṇat.
28. Novæ Romæ episcopus eodem cum veteris·
Romæ episcopo honore fruatur, propter imperii
translationem.
29. Ponti, Asia Thraciaeque episcopi ac Barbari
a Constantinopolitano ordineatur.
30. Qui cpiscopum ad presbyteri gradum demit-
col. 91–92page 16 of 26
PG 133:91Ιερόσυλος ὁ γὰρ ὑπαίτιος, καὶ ἀνίερος. Ὁ δὲ και ταβιβασθεὶς ἀναίτιος, ἔστω ἐπίσκοπος. λα'. Είθισται τοῖς Αἰγυπτίοις, εἰ μὴ ἀρχιεπίσκοπος ἐπιτρέποι, μὴ γράφειν. Εντεῦθεν ἄμεμπτοι με ἐπιγεγραφότες τῇ ἐπιστολῇ τοῦ ὁσίου Λέοντος, έως ἀρχιεπίσκοπος γένηται. Τῶν ἐν Σαρδική. α'. 'Ανεξερεύνητος επίσκοπος ἐκ μείζονος ἐπὶ μείονα πόλιν· ὁ τοίνυν ἐκ ταπεινῆς ἐφ' ὑψηλοτέραν μεταπηδῶν, ὡς ἀλαζὼν καὶ πλεονέκτης ὑποβλεπόμενος, διὰ βίου παντὸς ἀκοινώνητος. β'. Ἐπισκόπου εἰς πόλιν ἄκλητος μὴ διαβαινέτω ἐπίσκοπος· καὶ ὁ ἐπαρχιώτης εἰ ἐπί τι δικάζοιτο, ἀλλοτρίους ἐπισκόπους cὐκ ἐκκαλέσεται, ή παρὰ τοῦ Ῥώμης, εἰ ἐπικρίνοι. γ. Επισκόπου καθαιρεθέντος, καὶ διαβεβαιουμένου φέρειν ἀπολογίαν, εἰ μὴ ὁ Ρώμης ορίζοι, οὐ καθίδρυται ἕτερος. Διασκοπήσει γὰρ τὴν καθαίρεσιν ἢ ἀποστόλοις, ἢ γράμμασιν. δ. Εἰ τῶν λαϊκῶν ἐπιζητούντων ἐπίσκοπον, οἱ επίσκοποι παρουσιάζουσιν, εἷς δέ τις ἐλλείποι, προ καλείσθω κἀκεῖνος· εἰ δὲ προσκαλούμενος οὔτε γράφειν, οὔτε ἐνδημείν βούλοιτο, ὁ ζητούμενος χειροτονείσθω. σ. Μητροπολίτου καθισταμένου, καὶ οἱ πλησιόχωροι μετάπεμπτοι ἔσοιντο. 5. Εἰς ὀλίγην πόλιν, καὶ κώμην, ᾗ καὶ εἰς αὐτο άρχης πρεσβύτερος, ἐπίσκοπος οὐ καθίσταται· εἰ δὲ πολυανθρωποτάτη γένηται πόλις, οὐκ ἀνάξιον. ζ'. Ορφανοῦ, καὶ χήρας, καὶ ἀπροστάτου βιαζομένων, εἰς βοήθειαν κατατολμήσει ἐπίσκοπος· ἀλλὰ τῇ [ἴσ. μὴ τῇ] τοιαύτῃ προφάσει διατρίβοι εἰς τὸ στρατόπεδον, ἀλλὰ μᾶλλον διάκονος στέλλοιτο. η'. Τοῖς ἐπὶ τὴν Ἐκκλησίαν προσφεύγουσι παντί, σθένει βοηθητέον. θ'. 'Αδελφοῦ πρὸς ἀδελφὸν ἀποστέλλοντος, ὁ μη τροπολίτης τὸν ἀπόστολον ισχυέτω, καὶ γραφέτω πρὸς τοὺς, ἐν οἷς ἡ ἀξίωσις τοῦ ἐπισκόπου, του ἀποστόλου ἀντιλαμβάνεσθαι. ι. Αγοραίος, σχολαστικός, ή πλούσιος, εἰ μὴ τοὺς ἱερούς διέλθοι βαθμούς, ἐπίσκοπος οὐ καθίσταται. Τὸ δὲ τῶν βαθμῶν διάστημα, οὐ λίαν ὀλιγοστών δι' οὗ τὸ δοκίμιον τῆς πίστεως, καὶ καλοκαγαθίας αὐτοῦ δοκιμάζοιτο. Ο γὰρ ἑτέρως, νεόφυτος. ια'. 'Ο προσκαλούμενος ἐπίσκοπον [ἰσ. ἐπίσκοπος] ἐξ ἐπισκόπου, του προσκαλουμένου ιδιώτου τυγχάνοντος, μὴ συνεχέστερον δημηγοροίη. Μῶμος γὰρ τοῦτο, τοῦ ἰδιώτου, καὶ μνηστεία τῆς ἐπισκοπῆς ἐκείνῳ· καὶ ἀμφότερα οὐκ ἀμώμητα. ιβ. Ανάγκης δίχα βαρείας, δυσχερὲς τὸ ἐπὶ πλεῖστον τὸν ἐπίσκοπον τῆς οἰκείας Εκκλησίας ἀπολιμπάνεσθαι. ιγ. Επίσκοπος κτήσεις κεκτημένος ὑπερορίους, εἰ μέλλοι ταύταις ιέναι, χρονιζέτω μὴ πλέον κυριακῶν τριῶν διαστήματο;· οὕτω γὰρ ἡ οἰκεία αὐτὸν
'
tit, sacrilegus: ipse enim culpae obnoxius et sa- Ιερόσυλος· ὁ γὰρ ὑπαίτιος, καὶ ἀνίερος. Ὁ δὲ και
cerdotio indignus. Qui vero insons dejectus est, ταβιβασθεὶς ἀναίτιος, ἔστω ἐπίσκοπος.
sit episcopus.
31. Hos est Ægyptiis, nisi archiepiscopus permiserit, non scribere. Quo fit at minime culpandi
sint, cum sancti Leonis epistola non subscripseriut donec archiepiscopus creatus fuerit.
Sanctorum Patrum Sardicæ congregalorum.
1. Episcopus ex majore civitate in minorem
transire non comperitur. Qui igitur ex humili sede
in sublimiorem transilit, tanquam arrogans et
avarus compertus, per totam vitam excommunicatur.
2. Episcopus in alius episcopi urbem ne transeat
non invitatus: ac provincia episcopus si aliquam
.liten habeat, alienos episcopos ne evocel, præterquam a Romano Pontifice, si expedire julicaverit
3. Episcopo deposito, si affirmet se defensionem
allaturum, non constituitur alius, nisi episcopas
Romæ definierit. Dispiciet enim depositionem, aut
per nuntios, aut per litteras.
4. Si laicis petentibus episcopum, episcopi præsentes sint, unus vero quidem absit, vocetur etiam
ille. Si vero vocatus neque scribere, neque accedere voluerit, is qui petitur, ordinetur.
5. Cum metropolitanus constituitur, vicini etiam
episcopi accersendi sunt.
6. In parva urbe et pago, cui unus sufficit prestyler, episcopus non constituitur: si vero populo
frequentissima sit urbs, non indigna est episcopo.
7. Si pupillus, et vidua, et qui tutore caret, vi
opprimantur, iis suppetias feret episcopus. Veruntamen ne ejusmodi praetextu in comitatu regio
versetur, quin potius diaconus mittatur.
8. lis qui ad Ecclesiam confugiunt totis viribus
succurrendum.
9. Si frater ad fratrem mittat, metropolitanus
nuntium litteris suis maniat, scribatque ad eos,
quos episcopus rogat ut nuntium protegant.
10. Forensis, scholasticus, aut dives nisi per
sacros ordines transierit, non creatur episcopus.
Graduum autem interstitium ne nimis breve sit,
quo major fdei morumque probitatis ejus proba
tio haberi possit. Qui enim aliter constituitur,
neophytus est.
11. Episcopus ab episcopo accersitus, si is qui
accersit imperitus sit, ne nimis assidue concione -
tur: hoc enim imperito erit dedecori, illeque
episcopatum ambire videbitur, ac utraque reprebendeudà.
12. Sine gravi necessitate diutissime episcopum
sua abesse Ecclesia grave est.
13. Episcopus qui possessiones extra dicecesis
anæ limites babet, si eas invisuras sit, ne tres
ainplius Dominicas moretur. Sic enim. ipsius grex
G
λα'. Είθισται τοῖς Αἰγυπτίοις, εἰ μὴ ἀρχιεπίσκο
πος ἐπιτρέποι, μὴ γράφειν. Εντεῦθεν ἄμεμπτοι με
ἐπιγεγραφότες τῇ ἐπιστολῇ τοῦ ὁσίου Λέοντος, έως
ἀρχιεπίσκοπος γένηται.
Τῶν ἐν Σαρδική.
α'. 'Ανεξερεύνητος επίσκοπος ἐκ μείζονος ἐπὶ
μείονα πόλιν· ὁ τοίνυν ἐκ ταπεινῆς ἐφ' ὑψηλοτέραν
μεταπηδῶν, ὡς ἀλαζὼν καὶ πλεονέκτης υποβλεπό
μενος, διὰ βίου παντὸς ἀκοινώνητος.
β'. Ἐπισκόπου εἰς πόλιν ἄκλητος μὴ διαβαινέτω
ἐπίσκοπος· καὶ ὁ ἐπαρχιώτης εἰ ἐπί τι δικάζοιτο,
ἀλλοτρίους ἐπισκόπους cὐκ ἐκκαλέσεται, ή παρὰ τοῦ
Ῥώμης, εἰ ἐπικρίνοι.
γ. Επισκόπου καθαιρεθέντος, καὶ διαβεβαιουμέ
νου φέρειν ἀπολογίαν, εἰ μὴ ὁ Ρώμης ορίζοι, οὐ
καθίδρυται ἕτερος. Διασκοπήσει γὰρ τὴν καθαίρε
σιν ἢ ἀποστόλοις, ἢ γράμμασιν.
δ. Εἰ τῶν λαϊκῶν ἐπιζητούντων ἐπίσκοπον, οἱ
επίσκοποι παρουσιάζουσιν, εἷς δέ τις ἐλλείποι, προ
καλείσθω κἀκεῖνος· εἰ δὲ προσκαλούμενος οὔτε
γράφειν, οὔτε ἐνδημείν βούλοιτο, ὁ ζητούμενος χει
ροτονείσθω.
σ. Μητροπολίτου καθισταμένου, καὶ οἱ πλησιόχω
ροι μετάπεμπτοι ἔσοιντο.
5. Εἰς ὀλίγην πόλιν, καὶ κώμην, ᾗ καὶ εἰς αὐτο
άρχης πρεσβύτερος, ἐπίσκοπος οὐ καθίσταται· εἰ
δὲ πολυανθρωποτάτη γένηται πόλις, οὐκ ἀνάξιον.
ζ'. Ορφανοῦ, καὶ χήρας, καὶ ἀπροστάτου βιαζομένων, εἰς βοήθειαν κατατολμήσει ἐπίσκοπος· ἀλλὰ
τῇ [ἴσ. μὴ τῇ] τοιαύτῃ προφάσει διατρίβοι εἰς τὸ
στρατόπεδον, ἀλλὰ μᾶλλον διάκονος στέλλοιτο.
η'. Τοῖς ἐπὶ τὴν Ἐκκλησίαν προσφεύγουσι παντί,
σθένει βοηθητέον.
θ'. 'Αδελφοῦ πρὸς ἀδελφὸν ἀποστέλλοντος, ὁ μητροπολίτης τὸν ἀπόστολον ισχυέτω, καὶ γραφέτω
πρὸς τοὺς, ἐν οἷς ἡ ἀξίωσις τοῦ ἐπισκόπου, του
ἀποστόλου ἀντιλαμβάνεσθαι.
ι. Αγοραίος, σχολαστικός, ή πλούσιος, εἰ μὴ
τοὺς ἱερούς διέλθοι βαθμούς, ἐπίσκοπος οὐ καθίστα
ται. Τὸ δὲ τῶν βαθμῶν διάστημα, οὐ λίαν ὀλιγοστών -
δι' οὗ τὸ δοκίμιον τῆς πίστεως, καὶ καλοκαγαθίας
αὐτοῦ δοκιμάζοιτο. Ο γὰρ ἑτέρως, νεόφυτος.
ια'. 'Ο προσκαλούμενος ἐπίσκοπον [ἰσ. ἐπίσκοπος]
ἐξ ἐπισκόπου, του προσκαλουμένου ιδιώτου τυγχά
νοντος, μὴ συνεχέστερον δημηγοροίη. Μῶμος γὰρ
τοῦτο, τοῦ ἰδιώτου, καὶ μνηστεία τῆς ἐπισκοπῆς
ἐκείνῳ· καὶ ἀμφότερα οὐκ ἀμώμητα.
ιβ. Ανάγκης δίχα βαρείας, δυσχερὲς τὸ ἐπὶ
πλεῖστον τὸν ἐπίσκοπον τῆς οἰκείας Εκκλησίας
ἀπολιμπάνεσθαι.
ιγ. Επίσκοπος κτήσεις κεκτημένος ὑπερορίους,
εἰ μέλλοι ταύταις ιέναι, χρονιζέτω μὴ πλέον Κυρια
κῶν τριῶν διαστήματο;· οὕτω γὰρ ἡ οἰκεία αὐτὸν
col. 93–94page 17 of 26
PG 133:93ποίμνη καταπλουτήσει, καὶ αὐτὸς ἄτυφος διαμέ νοιτο. ι. Ὁ τὸν ἀκοινώνητον ἄλλοθεν κοινωνίας ἀξιῶν μετά γνῶσιν, οὐκ ἀνεύθυνος. μ'. Ο παρ' ὀξυχόλου κατάκριτος επικουρίας δεύ μενος οὐκ ἀνάκουστος· ἄχρι δὲ τῆς ἐπικουρίας δη λαδὴ ἀκοινώνητος. ις΄. Τὸν ἀλλότριον ὑπηρέτην, ἀλλότριος δίχα τῆς ἐκείνου γνώμης Εμβαθμον καθιστάς, καθίστησιν, ἀλλ᾽ ἀβέβαιον. ιζ. Οἱ ἐπὶ τῆς τῶν ἐπισκόπων βραδύτητος ὅροι, καὶ ἐπὶ πρεσβυτέρων καὶ διακόνων ἔχουσι δύνα μεν. ιη'. Αδίχως Επίσκοπος ἐλαυνόμενος, εἰ ἐπὶ τῇ ἀλλοτρία διάγοι, δεκτέος, ἕως τὴν ὕβριν ἐπανατώ ούστο. εθ'. Αδεκτος ὁ κληρικὸς ὁ μὴ τελῶν εἰς τὴν Ἐκε κλησίαν, ἐν ᾗ κεκλήρωται. Ευτυχιανός μέντοι καὶ Μουσαίος ἐπισκόπου κλῆσιν οὐκ ἐκδικήσουσι· και γωνίας μέντοι κατὰ τοὺς λαϊκούς, ἐὰν θέλωσιν, ἐπι τεύξονται. Χ. Ο τὰ καλῶς, καὶ θεαρέστως ἐνηνεγμένα τύφῳ παρασαλοῦσαι πειρώμενος, οὐκ ἐπίσκοπος. κα'. Τεθεαμένος ἐπίσκοπος ἐπίσκοπον ἐρχόμενον ἐν στρατοπέδῳ, ἐμποδὼν μὴ γινέσθω, εἰ γνοίη κατά τι τῶν προειρημένων ἐρχόμενον· εἰ δ' ἄλλως, προαγ γελλέτω τὸ ἀκοινώνητον. Συνόδου Αφρικής. α. Ο τῆς οἰκείας ομολογίας, ή υπογραφής έναν τίας, οίκοθεν ἕξει τὸ ἄτιμον. β. Ο ἱερεὺς κουράτωρ οὐ γίνεται. γ. Ο ἔνηβος ἀναγνώστης ἢ ἐγκράτειαν, ἢ συζυ γιαν ομολογείτω. δ. Ο πρὸ τῶν κ' καὶ πέντε χρόνων διάκονος, οὐ διάκονος. ε. Τῷ τοῦ τελευτήσαντος σώματι Εὐχαριστία οὐ δίδοται· οὐ γὰρ ἐσθίει ἢ πίνει. 5. Οἱ τὰ ἱερὰ χειριζόμενοι, καὶ ἀπὸ τῶν συμ δίων, κατὰ τοὺς ἰδίους δρους, ἐγκρατενέσθωσαν. ζ. Αρτος, καὶ οἶνος ὕδατι κεκραμένος προσαγέ. σθω, καὶ μόνον. η. Εἰ μὴ ἀπὸ νηστικῶν ἅγια οὐ προσάγεται. Γ. Θέατρα Κυριακαῖς καὶ ἑορταῖς οὐ συνάγε τ. Τὰ ἐκ τῆς ἐθνικῆς ἐθάδος τελούμενα ἔτι συμ κόσια περιαιρείσθωσαν, ι'. Θυσιαστήρια ἐν ἀγροῖς ἢ ἀμπελῶσι συνιστάμενα, ἐν οἷς οὐ λείψανον κεῖται μάρτυρος, εἰ μὴ δημόσιος θόρυβος γίνεται, καταστρέφεται· καὶ ὅσα δι' ἐνυπνίων, καὶ ἀποκαλύψεων συνίσταται ματαίων, ασύστατα ξόανα, ἅπαν καὶ εἴδωλον. ιβ. Οι γεννηθέντες εὐσεβείᾳ, καὶ πίστει διατρα φέντες βασιλεῖς, χεῖρα παρέχειν ταῖς Ἐκκλησίαις ὀφείλουσιν· ἐπεὶ καὶ Παύλου δεομένου, στρατιωτική χεὶρ τὴν τῶν ἀτάκτων διέλυσε σύμπνοιαν.
ποίμνη καταπλουτήσει, καὶ αὐτὸς ἄτυφος διαμέ- τo fruetur, ipseque fastus suspicione carebit.
νοιτο.
ι. Ὁ τὸν ἀκοινώνητον ἄλλοθεν κοινωνίας ἀξιῶν
μετά γνῶσιν, οὐκ ἀνεύθυνος.
μ'. Ο παρ' ὀξυχόλου κατάκριτος επικουρίας δεύ
μενος οὐκ ἀνάκουστος· ἄχρι δὲ τῆς ἐπικουρίας δηλαδὴ ἀκοινώνητος.
ις΄. Τὸν ἀλλότριον ὑπηρέτην, ἀλλότριος δίχα τῆς
ἐκείνου γνώμης Εμβαθμον καθιστάς, καθίστησιν,
ἀλλ᾽ ἀβέβαιον.
ιζ. Οἱ ἐπὶ τῆς τῶν ἐπισκόπων βραδύτητος ὅροι,
καὶ ἐπὶ πρεσβυτέρων καὶ διακόνων ἔχουσι δύναμεν.
ιη'. Αδίχως Επίσκοπος ἐλαυνόμενος, εἰ ἐπὶ τῇ
ἀλλοτρία διάγοι, δεκτέος, ἕως τὴν ὕβριν ἐπανατώ
ούστο.
εθ'. Αδεκτος ὁ κληρικὸς ὁ μὴ τελῶν εἰς τὴν Ἐκε
κλησίαν, ἐν ᾗ κεκλήρωται. Ευτυχιανός μέντοι καὶ
Μουσαίος ἐπισκόπου κλῆσιν οὐκ ἐκδικήσουσι· και
γωνίας μέντοι κατὰ τοὺς λαϊκούς, ἐὰν θέλωσιν, ἐπιτεύξονται.
Χ. Ο τὰ καλῶς, καὶ θεαρέστως ἐνηνεγμένα τύφῳ
παρασαλοῦσαι πειρώμενος, οὐκ ἐπίσκοπος.
κα'. Τεθεαμένος ἐπίσκοπος ἐπίσκοπον ἐρχόμενον
ἐν στρατοπέδῳ, ἐμποδὼν μὴ γινέσθω, εἰ γνοίη κατά
· τι τῶν προειρημένων ἐρχόμενον· εἰ δ' ἄλλως, προαγγελλέτω τὸ ἀκοινώνητον.
Συνόδου Αφρικής.
α. Ο τῆς οἰκείας ομολογίας, ή υπογραφής έναν
τίας, οίκοθεν ἕξει τὸ ἄτιμον.
β. Ο ἱερεὺς κουράτωρ οὐ γίνεται.
γ. Ο ἔνηβος ἀναγνώστης ἢ ἐγκράτειαν, ἢ συζυ
γιαν ομολογείτω.
δ. Ο πρὸ τῶν κ' καὶ πέντε χρόνων διάκονος, οὐ
διάκονος.
ε. Τῷ τοῦ τελευτήσαντος σώματι Εὐχαριστία οὐ
δίδοται· οὐ γὰρ ἐσθίει ἢ πίνει.
5. Οἱ τὰ ἱερὰ χειριζόμενοι, καὶ ἀπὸ τῶν συμδίων, κατὰ τοὺς ἰδίους δρους, ἐγκρατενέσθωσαν.
ζ. Αρτος, καὶ οἶνος ὕδατι κεκραμένος προσαγέ.
σθω, καὶ μόνον.
η. Εἰ μὴ ἀπὸ νηστικῶν ἅγια οὐ προσάγεται.
Γ. Θέατρα Κυριακαῖς καὶ ἑορταῖς οὐ συνάγε
ZZI.
τ. Τὰ ἐκ τῆς ἐθνικῆς ἐθάδος τελούμενα ἔτι συμκόσια περιαιρείσθωσαν,
ι'. Θυσιαστήρια ἐν ἀγροῖς ἢ ἀμπελῶσι συνιστάμενα, ἐν οἷς οὐ λείψανον κεῖται μάρτυρος, εἰ μὴ
δημόσιος θόρυβος γίνεται, καταστρέφεται· καὶ ὅσα
δι' ἐνυπνίων, καὶ ἀποκαλύψεων συνίσταται ματαίων,
ασύστατα ξόανα, ἅπαν καὶ εἴδωλον.
ιβ. Οι γεννηθέντες εὐσεβείᾳ, καὶ πίστει διατρα
φέντες βασιλεῖς, χεῖρα παρέχειν ταῖς Ἐκκλησίαις
ὀφείλουσιν· ἐπεὶ καὶ Παύλου δεομένου, στρατιωτική
χεὶρ τὴν τῶν ἀτάκτων διέλυσε σύμπνοιαν.
14. Qui excommunicatum ab alio communione
dignatur, re cognita, non est insons.
15. Ab iracundo condeinnatus si auxilio indigeat, auliendus est: Quousque vero auxilium impetraverit, excommunicatus maneat.
16. Alienum ministrum si quis citra illius Episcepi consensum in aliquo gradu constituat, constituit quidem, sed ordinatio invalida est.
17. Ea quæ de longiori episcoporum mora definita suut, in presbyteris quoque et diaconis vim
babent.
18. Episcopus injuste expulsus si in aliena Ecclesia degat, suscipiendus est, donec propulsata
Injuria pristino statui, restitutus sit.
19. Clericus non degens in Ecclesia in qua ordinatus est, non est recipiendus. Eutychianus tamen et Musæus episcopi appellationem non sibi
vindicabunt: communionem vero cum laicis, si
voluerint, consequentur.
20. Quisquis ea que recle el es divino prescripto edita sunt per arrogantiam labefactare conatur, non est episcopus.
21. Episcopas si viderli episcopum ad aulam
principis euntem, ne sit ei impedimento, siquidem
cognoverit eum ob aliquid eorum quæ prædicte
sunt proficisci,`si secus, excommunicationem ef
denuntiet.
Synodi Africanæ.
1 Qui propriæ confessioni aut subscriptioni
* adversatur, somet judicio ignominia notabitur.
2. Sacerdos non fit curator.
5. Lector pubes aut continentiam, aut conj.
gium profiteatur.
4. Qui ad diaconatum ante viginti quinque annos
provectus est, non est diaconus.
5. Defuncti corpori Bucharistia non datur: non
enim comedit aut bibit.
6. Qui res sacras tractant, ab uxoribus, secundnm statula, abstineant.
7. Panis et vinum aqua mistum, offeratur idque
solum.
8. Sancta nisi a jejunis non offeruntur.
9. Theatra Dominicis, aut festis diebus non frequentantur.
10. Quæ ex gentili¸ consuetudine adhuc celebrantur convivia, tollantur.
11. Altaria quæ in agris aut vineis exstructa
sunt, in quibus martyris alicnjus reliquia non
sunt repositæ, nisi popularis tumultus Aal, evertuntur; et quæcunque per insomnia vanasque
revelationes erectæ sunt statuæ, ac quodlibet simulacrum, evertenda sunt.
12. Principes, qui in pictate geniti, atque in
fide educati sunt, manum præbere Ecclesiis debent: quandoquidem, indigente Paulo, militaris
manus factiosorum conspirationem dissipavit.
col. 95–96page 18 of 26
PG 133:9545. ιγ. Δημοσίαν κρίσιν ὁ παρὰ βασιλέως αἰτῶν, οὐκ ἐπίσκοπος Ει ὁμοούσιον η ιδ. Την πρωτόπλαστον ὁ λέγων καὶ δίχα τῆς ἁμαρτίας τεθνήξεσθαι, δι᾿ ἀνάγκην τῆς φύσεως, ἀνάθεμα. ιε΄. Ο τὰ νεογνὰ βαπτιζόμενα λέγων μηδέν έλκειν ἐκ τῆς τοῦ ᾿Αδάμ ἁμαρτίας τὸ καθαιρόμενον, ἐπ άρατος· διὰ γὰρ τοῦ ἑνὸς, καὶ ὁ θάνατος, καὶ ἡ ἁμαρ τία παγκόσμιος. ις. Ο δοξάζων τὴν τοῦ Θεοῦ χάριν μόνην άφεσιν τῶν ἤδη πεπλημμελημένων υπέχειν, ἀλλὰ μὴ καὶ τῶν μελλόντων βοήθειαν, δὶς ἐπάρατος. ιζ'. Ο κηρύσσων, ὅτι δίχα τῆς χάριτος δυσχερε στέρως μὲν, ἀλλ᾽ οὖν ἐκπληροῦμεν τὰς ἐντολὰς, τρις επάρατος· Χωρὶς γὰρ ἐμοῦ, ὁ Κύριος εἶπεν, οὐ δύ νασθε ποιεῖν οὐδέν. Τοῦ Θεολόγου θεολογοῦντος ὅτι, ἐὰν εἴπωμεν δει ἁμαρτία ἐν ἡμῖν οὐκ ἔστιν, ἑαυτοὺς ἀπατῶμεν· καὶ ὁ παρερμηνεύων ὅτι οὐκ ἀληθῶς, ἀλλὰ ταπεινοφρόνως εἴρηκε τοῦτο, ἀνάθεμα. της. Ο παραφράζων τή, Αφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, τὰ τῶν πολλῶν λέγων, οὐχ ἕκαστον, καὶ τὰ οἰκεῖα, ἀνάθεμα. Μετὰ πολλῶν καὶ τὸν Δα νιήλ βλέπων λέγοντα, Εξομολογοῦμαι τὰς ἁμαρ τίας μου, καὶ τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ μου. ιθ'. Κριτής επιζητηθεὶς ἐκ τῶν δύο μερῶν ἀπερίγραπτος. κ'. Περιφρονῶν ἐπίσκοπος τὴν ὑπὲρ τῶν αἱρετικῶν ἐπιμέλειαν, καὶ ὑπομιμνησκόμενος, εἰ ἐπὶ τῆς (ἰδίας διάγοι, ἐπὶ ἐξ μῆνας ἀνεύθυνος· ἐπιμένων δὲ καὶ μετὰ τοῦτο τῇ ῥαθυμίᾳ, Εξοι τὸ ἀκοινώνητον. κα'. Ο κατήγορος ἐκ τοῦ ἰδίου οίκου μάρτυρας οὐ καθίστησιν. κβ'. Τὸν μὴ ἐλεγχθέντα κοινωνίας στερήσας ἐπίσ σκοπος, στεροῦτο καὶ αὐτὸς τῆς ἑτέρων ὁμοίως. Τῶν ἐν τῷ Τρούλλῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. α΄. Η τῶν ἀποστόλων πίστις ἀκαινότμητος. Ἡ ἐν Νικαίᾳ ὁλόκληρος, ἢ τὸ ᾿Αρείου δόγμα βαθμούς εἰσάγον θεότητος διὰ τοῦ ὁμοουσίου κατέστρεψεν. β'. Ἡ ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μεγίστου σύνοδος Απαράτρωτοσ, ή Μακεδόνιον, δοῦλον εἰπόντα τὸ ἅγιον Πνεῦμα, καθῄρηκεν. γ. Οἱ ἐπὶ τοῦ Μικροῦ Θεοδοσίου εἰ; Ἔφεσον συν ιόντες σ' ἀσεβέστατον Νεστόριον, ἄνθρωπον ἰδικῶς καὶ Θεὸν ἰδικῶς εἰπόντα τὸν Κύριον, ἐξήλασαν. δ'. Οἱ κατὰ τὴν Χαλκηδόνα τῷ Μαρκιανῷ συνεληλυθότες ἀείμνηστοι, Εὐτυχέα δοκήσει τελεσθῆναι τὸ μέγα μυστήριον φράσαι τολμήσαντα καθελόντες καὶ Νεστόριον, καὶ Διόσκορον, τοὺς ἐκ διαμέτρου τα (τα παραλογίσαντας. ε'. Εἰς τὴν βασιλεύουσαν ε' καὶ ξ' καὶ ρ' ἐπὶ Ἰου στινιανοῦ συνεληλύθασιν, οἱ Ὥριγένην σωμάτων καὶ ψυχῶν περιόδους ἀποφηνάμενον, καὶ Θεοδώρη τον κατὰ τῶν ιβ΄ κεφαλαίων Κυρίλλου θρασυνθέντα, ἀναθεματίσαντες.
45. Qui publicum ab imperatore judicium perit, ιγ. Δημοσίαν κρίσιν ὁ παρὰ βασιλέως αἰτῶν, οὐκ
non est dicendus episcopus.
ἐπίσκοπος
14. Qui primum parentem dicit etiam sine peccato moriturum fuisse propter naturæ necessitatem,
anathema.
15. Quisquis infantes qui recens nati baptizantur, dicit nihil ex Adami peccato trabere, quod
baptismo expurgetur, exsecrandus est. Per unum
enim mors et peccatum in toto mundo.
46. Quisquis opinatur. Dei gratiam remissionem
solam peccatorum jam commissorum continere, at
non etiam futurorum auxilium, bis malelictus..
17. Quicunque pradicat, absque gratia nos didicilius quidem, attamen adimplere mandata, ter maledicts; unum Sine me, inquit Dominus, non potestis
facere quidquam.
Theologo docente, si dicamus quod peccatum in
nobis non est³, nos ipsos deripere: ac qui perperam
interpretatur quod non vere, sed cum humilitate hoc
dixerit, anathema.
18. Qui explicat illud: Ει dimille nobis debila
nostra, mulorum dicens, non singula se cujusque
propria, anathema. Cam Daniel videat cum multis
licentem: Confteor peccata mea et peccata populi
mei³.
19. Judex a duabus partibus expetitus recusari
rom potest.
20. Episcopus quam suscipere debet hæreticorum
curam negligens, atque admonitus, si in sua dice
cesi degat, usque ad sex menses, caret crimine
quod si postea in desidia persistat, excommunicabitur.
21. Accusator e domo sula testos non producit.
22. Episcopus qui communione privaverit non
compertum criminis, privetur etiam ipse similiter
aliorum communione.
Eorum qui in Trullo Constantinop.
1. Apostolorum fides ne immutetur. Nicæna integra servetur, quæe Arii opinionem divinitatis gradus
introducentem per ὁμοούσιον evertit.
2. Synodus sub Theodosio Maximo habita inviolata permaneat, quæ Macedonium, servum dicentem
Spiritum sanctum, gradu deturbavit.
η
ιδ. Την πρωτόπλαστον ὁ λέγων καὶ δίχα τῆς
ἁμαρτίας τεθνήξεσθαι, δι᾿ ἀνάγκην τῆς φύσεως,
ἀνάθεμα.
ιε΄. Ο τὰ νεογνὰ βαπτιζόμενα λέγων μηδέν έλκειν
ἐκ τῆς τοῦ ᾿Αδάμ ἁμαρτίας τὸ καθαιρόμενον, ἐπάρατος· διὰ γὰρ τοῦ ἑνὸς, καὶ ὁ θάνατος, καὶ ἡ ἁμαρ
τία παγκόσμιος.
ις. Ο δοξάζων τὴν τοῦ Θεοῦ χάριν μόνην άφεσιν
τῶν ἤδη πεπλημμελημένων υπέχειν, ἀλλὰ μὴ καὶ
τῶν μελλόντων βοήθειαν, δὶς ἐπάρατος.
ιζ'. Ο κηρύσσων, ὅτι δίχα τῆς χάριτος δυσχερε
στέρως μὲν, ἀλλ᾽ οὖν ἐκπληροῦμεν τὰς ἐντολὰς, τρις
επάρατος· Χωρὶς γὰρ ἐμοῦ, ὁ Κύριος εἶπεν, οὐ δύ
νασθε ποιεῖν οὐδέν.
Τοῦ Θεολόγου θεολογοῦντος ὅτι, ἐὰν εἴπωμεν δει
ἁμαρτία ἐν ἡμῖν οὐκ ἔστιν, ἑαυτοὺς ἀπατῶμεν· καὶ
ὁ παρερμηνεύων ὅτι οὐκ ἀληθῶς, ἀλλὰ ταπεινοφρο
νως εἴρηκε τοῦτο, ἀνάθεμα.
της. Ο παραφράζων τή, Αφες ἡμῖν τὰ ὀφειλή
ματα ἡμῶν, τὰ τῶν πολλῶν λέγων, οὐχ ἕκαστον,
καὶ τὰ οἰκεῖα, ἀνάθεμα. Μετὰ πολλῶν καὶ τὸν Δανιήλ βλέπων λέγοντα, Εξομολογοῦμαι τὰς ἁμαρ
τίας μου, καὶ τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ μου.
ιθ'. Κριτής επιζητηθεὶς ἐκ τῶν δύο μερῶν ἀπερίγραπτος.
κ'. Περιφρονῶν ἐπίσκοπος τὴν ὑπὲρ τῶν αἱρετι
κῶν ἐπιμέλειαν, καὶ ὑπομιμνησκόμενος, εἰ ἐπὶ τῆς
(ἰδίας διάγοι, ἐπὶ ἐξ μῆνας ἀνεύθυνος· ἐπιμένων δὲ
καὶ μετὰ τοῦτο τῇ ῥαθυμίᾳ, Εξοι τὸ ἀκοινώνητον.
κα'. Ο κατήγορος ἐκ τοῦ ἰδίου οίκου μάρτυρας οὐ
καθίστησιν.
κβ'. Τὸν μὴ ἐλεγχθέντα κοινωνίας στερήσας ἐπίσ
σκοπος, στεροῦτο καὶ αὐτὸς τῆς ἑτέρων ὁμοίως.
Τῶν ἐν τῷ Τρούλλῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
α΄. Η τῶν ἀποστόλων πίστις ἀκαινότμητος. Ἡ ἐν
Νικαίᾳ ὁλόκληρος, ἢ τὸ ᾿Αρείου δόγμα βαθμούς
εἰσάγον θεότητος διὰ τοῦ ὁμοουσίου κατέστρεψεν.
β'. Ἡ ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μεγίστου σύνοδος ἀπα
ράτρωτος, ή Μακεδόνιον, δοῦλον εἰπόντα τὸ ἅγιον
Πνεῦμα, καθῄρηκεν.
5. Ducenti qui sub Theodosio Junio aput Ephie-D γ. Οἱ ἐπὶ τοῦ Μικροῦ Θεοδοσίου εἰ; Ἔφεσον συν
sum convenerunt, impiissimum Nestorium, hominem seorsim, ac Deum scorsim Dominum dicentem
espulerunt.
4. Qui apud Chalcedonem cum Marciano couveuerunt aeferuse memoria digni, Eutychem opinione
jantum peractum esse magnum mysterium dicere
ausuin deposuerunt: ac Nestorium et Dioscorum,
qui similia e diametro perverse ratiocinati fuerant.
5. Apud regiam urbem centum sexaginta quinque
Justiniano imperante convenerunt, qui Origenem
corporum animarumque circuitus affirmanteni
pernon etiam Theodoritum contra duodecim Cyrilli
capita audacter invectum, anathemate perculerunt
* J.20. AV, 5. * [ Joan. J, ẹ. * Đạ". 13, 20.
ιόντες σ' ἀσεβέστατον Νεστόριον, ἄνθρωπον ἰδικῶς
καὶ Θεὸν ἰδικῶς εἰπόντα τὸν Κύριον, ἐξήλασαν.
δ'. Οἱ κατὰ τὴν Χαλκηδόνα τῷ Μαρκιανῷ συνελη·
λυθότες ἀείμνηστοι, Εὐτυχέα δοκήσει τελεσθῆναι τὸ
μέγα μυστήριον φράσαι τολμήσαντα καθελόντες·
καὶ Νεστόριον, καὶ Διόσκορον, τοὺς ἐκ διαμέτρου τα
(τα παραλογίσαντας.
ε'. Εἰς τὴν βασιλεύουσαν ε' καὶ ξ' καὶ ρ' ἐπὶ Ἰου
στινιανοῦ συνεληλύθασιν, οἱ Ὥριγένην σωμάτων
καὶ ψυχῶν περιόδους ἀποφηνάμενον, καὶ Θεοδώρη
τον κατὰ τῶν ιβ΄ κεφαλαίων Κυρίλλου θρασυνθέντα,
ἀναθεματίσαντες.
|
|
col. 97–98page 19 of 26
PG 133:97ς'. Ἐπὶ τὴν Βύζαντον ὑπὸ Κωνσταντίνου συνείλεκται σύνοδος, ἢ Ονώριον τὸν Ῥώμης, καὶ Σέρ στον τὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἂν θέλημα καὶ μίαν ἐνέργειαν δογματίσαντας ἀποδέβληκεν. ζ. Τὰ παρὰ τῶν ἑτεροδόξων κλοπιμαίως έμβε θημένα ταῖς διὰ Κλήμεντος τῶν ἀποστόλων διατάξεσιν, ἀποκήρυκτα. η'. Ἱερεῖς δίγαμοι, καὶ ἀμεταμέλητοι καθῄρηνται οἱ δὲ τὸ κακὸν ἀπελάσαντες, τῆς λειτουργίας ἐπὶ ῥητὸν παύσονται χρόνον· οὐκ εὐλογεῖ γὰρ ὁ τραυ ματίας. Καὶ οἱ παρανόμως γαμήσαντες, καὶ οἱ μετά τὴν χηρείαν συζυγέντες, μετὰ τὸν ῥητὸν χρόνον τοὺς βαθμούς γνωριζέτωσαν, ἀπρόνοιες μένοντες, δηλαδή τὴν συζυγίαν ἀφέμενοι· οἱ δὲ μετὰ τὸν ὄρον, καὶ λυόμενοι, καὶ καθηρημένοι μενέτωσαν. 6. Κληρικὸς νύμφη Κυρίου συναπτόμενος, καθ αιρείσθω· λαϊκὸς δὲ, ἀφοριζέσθω. 4. Καὶ εὐνοῦχος ἱερεὺς, θεραπαινίδας, ἢ ἑτέρας, πλὴν τῶν ἀνυπόπτων μὴ κεκτήσθω προσώπων. ια΄. Ο χειροτονηθείς, εἰ καὶ ζεύγνυται, καθαιρεῖται. β. Καὶ ὀφφίκιον ἔχων διάκονος, εἰ μὴ τοποτηρητὴς ή πατριάρχου, ἢ ἐπισκόπου πρὸ τῶν προ σβυτέρων καθεζόμενος, ἁπάντων ἐσχατώτατος ιγ. Εἰσιέναι καπηλείῳ κεκώλυται κληρικός, καὶ Έχειν κωλυθήσεται μάλλον. π. "Δζυμα Ἰουδαίων ἀπόπτυστα· ὁ δὲ καὶ ἰα τροὺς αὐτοὺς προσκαλούμενος, η συλλουόμενος, Έκπτωτος. ι. Εἰ καὶ λέλεκται μὴ ἐκβάλλειν γυναῖκα, ἀλλὰ τῆς ἐπὶ τὸ κρεῖττον προκοπῆς προμηθούμενοι, τῷ χειροτονουμένῳ προέδρῳ μηκέτι συνοικεῖν γυναικὶ παραγγέλλομεν. ις. Ἐὰν οἱ Ρωμαῖοι τὸν εἰς διάκονον καὶ πρε αδύτερον προαγόμενον ἀφεῖναι τὴν γυναῖκα βεβούληνται· ἡμεῖς ἐῤῥῶσθαι τὰ διακόνων καὶ πρεσβυτέρων βουλόμεθα συνοικέσια· ὁ δὲ βιαζόμενος λῦσαι, καθηρημένος. ιζ. Πρεσβύτερος τριακονταετίας ενδέων, καὶ διά κονος εἰκοσαπενταετίας, καὶ διακόνισσα. τεσσαρα κονταετίας, καὶ εἰκοσαετίας ὑποδιάκονος, εὐκαθαί μετοι. τη'. Γινωσκέτω ὁ λέγων ἑπτὰ διακόνου; εἶναι, κατὰ νὰ εἰρημένον ταῖς Πράξεσιν, ὅτι οὐ περὶ τῶν διακονούντων τοῖς μυστηρίοις ὁ λόγος, ἀλλὰ περὶ τῶν ταῖς τραπέζαις ὑπηρετούντων. . Ο προσδεχόμενος ξένον κληρικόν, και χειροτονῶν, σὺν τῷ κακῶς χειροτονηθέντι καθῄρηται. κ. Ο διὰ βαρβαρικὴν ἐπιδρομὴν μετανάστης, παυσαμένὴς τῆς ἐπιδρομής, παλινοστείτω τῇ καθ' ἐν Ἐκκλησίαν κεκλήρωται· εἰ δὲ μή, μετὰ τοῦ προσ ειληφότος ἀφοριζέσθω, κα'. Ο προεστώς Ἐκκλησίας κατ' ἐξαίρετον, ταῖς Κυριακαίς διδασκέτω τὰ δόγματα, καὶ διερμη. νενέτω μὴ οἴκοθεν, ἀλλ' ὡς οἱ θεῖοι Πατέρες διέλ σου. Ω
ς'. Ἐπὶ τὴν Βύζαντον ὑπὸ Κωνσταντίνου συνεί
λεκται σύνοδος, ἢ Ονώριον τὸν Ῥώμης, καὶ Σέρστον τὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἂν θέλημα
καὶ μίαν ἐνέργειαν δογματίσαντας ἀποδέβληκεν.
ζ. Τὰ παρὰ τῶν ἑτεροδόξων κλοπιμαίως έμβε
θημένα ταῖς διὰ Κλήμεντος τῶν ἀποστόλων διατάξεσιν, ἀποκήρυκτα.
η'. Ἱερεῖς δίγαμοι, καὶ ἀμεταμέλητοι καθῄρηνται
οἱ δὲ τὸ κακὸν ἀπελάσαντες, τῆς λειτουργίας ἐπὶ
ῥητὸν παύσονται χρόνον· οὐκ εὐλογεῖ γὰρ ὁ τραυ
ματίας. Καὶ οἱ παρανόμως γαμήσαντες, καὶ οἱ μετά
τὴν χηρείαν συζυγέντες, μετὰ τὸν ῥητὸν χρόνον τοὺς
βαθμούς γνωριζέτωσαν, ἀπρόνοιες μένοντες, δηλαδή
τὴν συζυγίαν ἀφέμενοι· οἱ δὲ μετὰ τὸν ὄρον, καὶ
λυόμενοι, καὶ καθηρημένοι μενέτωσαν.
6. Κληρικὸς νύμφη Κυρίου συναπτόμενος, καθ
αιρείσθω· λαϊκὸς δὲ, ἀφοριζέσθω.
4. Καὶ εὐνοῦχος ἱερεὺς, θεραπαινίδας, ἢ ἑτέρας,
πλὴν τῶν ἀνυπόπτων μὴ κεκτήσθω προσώπων.
ια΄. Ο χειροτονηθείς, εἰ καὶ ζεύγνυται, καθαι
ρεῖται.
β. Καὶ ὀφφίκιον ἔχων διάκονος, εἰ μὴ τοποτη
ρητής ή πατριάρχου, ἢ ἐπισκόπου πρὸ τῶν προ
σβυτέρων καθεζόμενος, ἁπάντων ἐσχατώτατος -
ιγ. Εἰσιέναι καπηλείῳ κεκώλυται κληρικός, καὶ
Έχειν κωλυθήσεται μάλλον.
π. "Δζυμα Ἰουδαίων ἀπόπτυστα· ὁ δὲ καὶ ἰατροὺς αὐτοὺς προσκαλούμενος, η συλλουόμενος,
Έκπτωτος.
ι. Εἰ καὶ λέλεκται μὴ ἐκβάλλειν γυναῖκα, ἀλλὰ
τῆς ἐπὶ τὸ κρεῖττον προκοπῆς προμηθούμενοι, τῷ
χειροτονουμένῳ προέδρῳ μηκέτι συνοικεῖν γυναικὶ
παραγγέλλομεν.
ις. Ἐὰν οἱ Ρωμαῖοι τὸν εἰς διάκονον καὶ πρε
αδύτερον προαγόμενον ἀφεῖναι τὴν γυναῖκα βεβούληνται· ἡμεῖς ἐῤῥῶσθαι τὰ διακόνων καὶ πρεσβυτέρων βουλόμεθα συνοικέσια· ὁ δὲ βιαζόμενος λῦσαι,
καθηρημένος.
ιζ. Πρεσβύτερος τριακονταετίας ενδέων, καὶ διά
κονος εἰκοσαπενταετίας, καὶ διακόνισσα. τεσσαρα
κονταετίας, καὶ εἰκοσαετίας ὑποδιάκονος, εὐκαθαί
μετοι.
τη'. Γινωσκέτω ὁ λέγων ἑπτὰ διακόνου; εἶναι, κατὰ
νὰ εἰρημένον ταῖς Πράξεσιν, ὅτι οὐ περὶ τῶν διακο
νούντων τοῖς μυστηρίοις ὁ λόγος, ἀλλὰ περὶ τῶν ταῖς
τραπέζαις ὑπηρετούντων.
. Ο προσδεχόμενος ξένον κληρικόν, και χειρο
τονῶν, σὺν τῷ κακῶς χειροτονηθέντι καθῄρηται.
κ. Ο διὰ βαρβαρικὴν ἐπιδρομὴν μετανάστης,
παυσαμένὴς τῆς ἐπιδρομής, παλινοστείτω τῇ καθ'
ἐν Ἐκκλησίαν κεκλήρωται· εἰ δὲ μή, μετὰ τοῦ προσ
ειληφότος ἀφοριζέσθω,
κα'. Ο προεστώς Ἐκκλησίας κατ' ἐξαίρετον, ταῖς
Κυριακαίς διδασκέτω τὰ δόγματα, καὶ διερμη.
νενέτω μὴ οἴκοθεν, ἀλλ' ὡς οἱ θεῖοι Πατέρες διέλ
σου.
Ω
6. Byzantii a Constantine coacta est synodlus,
qnæ Honorium Romæ, ac Sergium Constantinopolis,
episcopos muam voluntatem unamque operationem
dogmatibus suis docentes ejecit.
7. Que apostolorum sanctionibus, Clementis
opera editis, furtim ab hæreticis inserta sunt,
repudianda.
8. Sacerdotes 'bigami atque impenitentes gradu
moti sunt: qui vero malum a se removerunt, sacro
munere noque ad certum tempus abstinebant: neque enim benedicit vulneratus. Et qui contra leges
matrimonium contraxerunt, et qui post viduitatoni
conjugium inierunt, post certam lenipas gradibus
suis restituantur, ita tamen, ut ad altiores non
promoveantur, confugio scilicet dimisso. Qui vera
Betiam post definitum tempus, dissoluti et depositi
mascent..
9. Clericus cum bearini sponsa matrimonio copulatus, depoustur: laicus vero excommunicetur.
10. Eunuchus sacerdos ancillas aut alias, exceptis
personis quæ suspicione vacant, ne habeat.
11. Ordinates, etsi matrimonio functus sit, deponitur.
12. Diaconus etiam officium habens, nisi vicarius
sit patriarchæ aut episcopi, si ante presbyteros
sedeal, sit omnium postremus.
15. Ingredi cauponam prohibitus est clericus,
magis etiam habere prohibebitur.
14. Azyma Judæorum respuenda: qui vero elism
modicos ipsos ad se vocat, aut eum iis lavatur, ejiciendus est.
15. Etsi dictum sit non esse ejiciendam uxorem,
tamen profectul in melius prospicientes, præsidi qui
ordinatur, no amplius cum uxore habitel denuntiamus.
16. Quamvis Romani eum qui ad disconatum et
presbyteratum promovetur, uxorem diinittere volueFint, nos diaconorum ac presbyterorum connubis
valere volumus; qui autem dissolvere coegerit, deponetur.
17. Presbyter triginta annis minor, et diaconus
viginti quinque, et diaconissa quadraginta, ac subdíaconus viginti, deponendi sunt.
18. Qui dicit septem diaconos esse, juxta id quod
t: Actibus dictum est, sciat, non de iis qui mysteriis
deserviunt, sed de iis qui mensis ministrabant, ser
monem eSSO.
19. Qui suscipit externum clericum eumque ordinat, cumn male ordinato deponitur.
20. Qui propter Barbarorum incursionem locum
mutavit, ubi cessaverit incursio, revertatur ad cany
Ecclesiain in cujus clerum ascitus est: sin veroy
cuin eo qui ipsum suscepit segregetur.
21. Qui Ecclesiæ eximio quodam modo præposi»
tus est, Dominicis doceat dogmata, atque interpre
tetur non suo marte, sed sicut sancti Paires 03'-
suerun
col. 99–100page 20 of 26
PG 133:99Ει κβ'. '' διηκώς καθῃρημένος, καὶ εἰς τοὺς λαῖ κοὺς ἀπωσθεὶς, μεταμελόμενος χειρέσθω καὶ μόνον εἰ δὲ μή, τὴν κόμην επιτρεφέτω. κγ'. Καὶ ὁ τῆς ἀχράντου μεταδιδοὺς κοινωνίας, ὀβολὸν ἀπαιτῶν, ἡ ἕτερον εἶδος, καθαιρείσθω. κδ. Κληρικὸς ἱπποδρομίαις ἀνιών, ἢ μελλόντων εἰσιέναι θυμελικῶν ἐν γάμῳ μὴ ἀφιστάμενος, καθ αιρείσθω. χε'. ᾿Αγροικικαὶ καὶ ἐγχώριοι παροικίαι τριακο ταετίαν ἐχόμεναι, κατεχέσθωσαν· ἔνδον δὲ, τὸ ἀμφισβητήσιμον έξουσι, κς'. Πρεσβύτερος ἀθέσμῳ περιπεσών γάμῳ, καθ αιρεθείς καθέδρας μετεχέτω καὶ μόνον, παντός διαλυθεὶς τοῦ μιάσματος. κζ'. Σταφυλαὶ πρός τινων τῇ ἀναιμάκτῳ θυσίᾳ συνάπτονται· τὸ δὲ μηκέτι τολμᾶσθαι, διώρισται. κη'. Καὶ οἱ ἐν βαρβαρικαῖς Ἐκκλησίαις ἱερεῖς, εἰ τῆς τῶν συμβίων προσκαίρου ὁμιλίας ἀπέχονται ἀλλ᾽ οὖν μηκέτι ταύταις καθ' οιονδηποτοῦν ὁμιλεί. τωσαν τρόπον.. κθ'. Τινὲς τῶν Πατέρων τὴν ἡμέραν τοῦ θείου Δείπνου μετὰ τὸ δειπνῆσαι προσήγον· ἔδοξε τοίνυν τῇ συνόδῳ τοῦτο μὴ γίνεσθαι λ'. Εἰ μὴ μετὰ γνώμης ἐπισκόπου, ένδον οίκου εἰς εὐκτήριον, οὐ προσάγεις. λα'. Τὴν τῶν Ὑδροπαραστατῶν ἀναιρῶν αἵρεσιν ὁ Χρυσόστομος, Ηνίκα, φησὶ, πέπονθεν ὁ Κύριος, καὶ ἐγήγερται, οίνῳ ἐχρήσατο. Τοῦτο λαβόντες οἱ 'Ἀρμένιοι, οἶνον προσάγουσι μόνον, οὐκ εἰδότες καὶ αὐ τὸν τὸν Χρυσόστομον, καὶ Βασίλειον, καὶ Ἰάκωβον οίνῳ μεμιγμένῳ ὕδατι κεχρημένους, καὶ ἡμῖν οὕτω παραδεδωκότας προσάγειν. Εἴ τις οὖν ἢ οίνῳ μόνῳ, ἡ ὕδατι μόνῳ, ἀλλ' οὐχὶ μεμιγμένῳ χρώτο, καθαιρείσθω. λβ. Ο χειροτονίας επάξιος, καὶ ἐξ ἱερατικοῦ τε λῶν γένους, καὶ ἐξ ἑτέρου, χειροτονείσθω· ὁ δὲ μὴ κεκαρμένος, καὶ εὐλογίας τυχῶν, ἐπ' ἄμβωνος ἰσ ροὺς λόγου; οὐκ ἀναγνώσεται. λγ'. Τελευτῶντος ἐπισκόπου, ὁ κλῆρος διαφυλάξει τὰ πράγματα· εἰ δὲ μὴ ὑπολέλειπται κληρικός, ὁ μητροπολίτης αὐτὰ διαφυλάξει ἕως τῆς ἑτέρου χει ροτονίας. λθ. Ο διὰ Βαρβάρων ἔφοδον μὴ ἐπιστὰς τῷ θρόνῳ ἐπίσκοπος, καὶ καθέδραν τὴν οἰκείαν ἐχέτω, καὶ χειροτονείτω, καὶ πάντα τὰ τῆς ἱερωσύνης ενεργεί τω βεβαιότατα. λε΄. Ο μονάζων, μονάσει δεκαετής. Εἰ γὰρ καὶ ὁ θεῖος Βασίλειος τὴν ἀποκειραμένην τὸν ἑπτακαιδέκατον ἀνύειν χρόνον ἀπέφηνεν· ἀλλ᾽ ἐπεὶ τοῦ ᾿Αποστόλου ἐξηκονταετή οὖσαν τὴν ἐν Ἐκκλησίᾳ χήραν ἐγγυῶντος, οἱ Πατέρες τὴν διακόνισσαν τεσσαρακονταετῆ γίνεσθαι, κραταιοτέρας της ἐκκλησίας γεγενημένης, καὶ ἡμεῖς ὀξύτερον την σφραγίδα τῷ μονάζοντι σημαινόμεθα. λς'. ῾Ο ἐγκλεισθησόμενος τριετίαν προδιάγων ἐν τῷ μοναστηρίῳ, καὶ πρὸ τῆς ἐγκλείστρας ἕτερον
23. Qui in perpetuum depositus est, atque in faicorum ordinem redaçtus, pœnitus tondeatur, idque
solum: sin vero, comam nutrial.
23. Ει qui immaculatamn communionem impertiendo obolum exigit, aut aliam speciem, deponatur.
24. Clericus qui ad circenses ascenderit, aul
thymelicis ad nuptias ingressuris non recedit, depo-
'natur.
25. Ruşticanæ et quæ in vicis sunt parœciæ, si
per triginta annos possessæ fuerint, teneantur: infra
vero, controversia de iis moveri poterit..
26. Presbyter qui in illicitum inciderit. matrimo
Hium, depositus cathedræ solum particeps sit, omni
piaculo expurgatus.
27. Uvæ a quibusdam incruento sacrificio adhi100
κβ'. '' διηκώς καθῃρημένος, καὶ εἰς τοὺς λαῖκοὺς ἀπωσθεὶς, μεταμελόμενος χειρέσθω καὶ μόνον
εἰ δὲ μή, τὴν κόμην επιτρεφέτω.
κγ'. Καὶ ὁ τῆς ἀχράντου μεταδιδοὺς κοινωνίας,
ὀβολὸν ἀπαιτῶν, ἡ ἕτερον εἶδος, καθαιρείσθω.
κδ. Κληρικὸς ἱπποδρομίαις ἀνιών, ἢ μελλόντων
εἰσιέναι θυμελικῶν ἐν γάμῳ μὴ ἀφιστάμενος, καθ
αιρείσθω.
χε'. ᾿Αγροικικαὶ καὶ ἐγχώριοι παροικίαι τριακο
ταετίαν ἐχόμεναι, κατεχέσθωσαν· ἔνδον δὲ, τὸ ἀμφισβητήσιμον έξουσι,
κς'. Πρεσβύτερος ἀθέσμῳ περιπεσών γάμῳ, καθ
αιρεθείς καθέδρας μετεχέτω καὶ μόνον, παντός
διαλυθεὶς τοῦ μιάσματος.
κζ'. Σταφυλαὶ πρός τινων τῇ ἀναιμάκτῳ θυσίᾳ
bentur: hoc vero quominus quisquam amplius au- συνάπτονται· τὸ δὲ μηκέτι τολμᾶσθαι, διώρισται.
deal, decreto caulum est.
28. Presbyteri qui in Barbarorum Ecclesiis versauitur, etsi uxorum commercio ad tempus abstimeant, tamen ne amplius cum iis quolibet modo
consuetudinem habeant.
29. Patrum nonnulli die divinæ Cœnæ postqnam
cœnassent, offerebant: visum est igitur synodo hoc
non amplius feri.
30. Nisi cum consensu episcopi, in oratorio quod
est intra domum, non offeres.
31. Eorum, qui solam aquam in sacrificium adhibebant, haeresin tollens Chrysostomus, Quando,
inquit, passus est Dominus et resurrexit, vino usus
est. Hoc accepto Armenii vinum solam offerunt,
nescientes ipsum etiam Chrysostomum et Basilium,
ac Jacobuin vino aqua misto usos fuisse, nobisque
ut ita offerremus tradidisse. St quis igitur aut vino
solo, aut squa sola, non vero mista uiatur, deponatur.
32. Ordinatione dignus, et qui in sacro censetur
gcuere, atque alio, ordinetur: qui vero non est
tonsus, ac benedictionem consecutus est, in ambone
sacros sermones non leget.
33. Episcopo vita excedente, clerus acta illius
servobil: si autem non relictus est clericus, metropolitanus ipsa custodiet usque ad alius ordinatioReal.
34. Episcopus qui propter Barbarorum incursioκη'. Καὶ οἱ ἐν βαρβαρικαῖς Ἐκκλησίαις ἱερεῖς, εἰ
τῆς τῶν συμβίων προσκαίρου ὁμιλίας ἀπέχονται·
ἀλλ᾽ οὖν μηκέτι ταύταις καθ' οιονδηποτοῦν ὁμιλεί.
τωσαν τρόπον..
κθ'. Τινὲς τῶν Πατέρων τὴν ἡμέραν τοῦ θείου
Δείπνου μετὰ τὸ δειπνῆσαι προσήγον· ἔδοξε τοίνυν
τῇ συνόδῳ τοῦτο μὴ γίνεσθαι
λ'. Εἰ μὴ μετὰ γνώμης ἐπισκόπου, ένδον οίκου
εἰς εὐκτήριον, οὐ προσάγεις.
λα'. Τὴν τῶν Ὑδροπαραστατῶν ἀναιρῶν αἵρεσιν ὁ
Χρυσόστομος, Ηνίκα, φησὶ, πέπονθεν ὁ Κύριος, καὶ
ἐγήγερται, οίνῳ ἐχρήσατο. Τοῦτο λαβόντες οἱ 'Αρ
μένιοι, οἶνον προσάγουσι μόνον, οὐκ εἰδότες καὶ αὐτὸν τὸν Χρυσόστομον, καὶ Βασίλειον, καὶ Ἰάκωβον
οίνῳ μεμιγμένῳ ὕδατι κεχρημένους, καὶ ἡμῖν οὕτω
παραδεδωκότας προσάγειν. Εἴ τις οὖν ἢ οίνῳ μόνῳ,
ἡ ὕδατι μόνῳ, ἀλλ' οὐχὶ μεμιγμένῳ χρώτο, καθαι
· ρείσθω.
λβ. Ο χειροτονίας επάξιος, καὶ ἐξ ἱερατικοῦ τε
λῶν γένους, καὶ ἐξ ἑτέρου, χειροτονείσθω· ὁ δὲ μὴ
κεκαρμένος, καὶ εὐλογίας τυχῶν, ἐπ' ἄμβωνος ἰσροὺς λόγου; οὐκ ἀναγνώσεται.
λγ'. Τελευτῶντος ἐπισκόπου, ὁ κλῆρος διαφυλάξει
τὰ πράγματα· εἰ δὲ μὴ ὑπολέλειπται κληρικός, ὁ
μητροπολίτης αὐτὰ διαφυλάξει ἕως τῆς ἑτέρου χει
ροτονίας.
λθ. Ο διὰ Βαρβάρων ἔφοδον μὴ ἐπιστὰς τῷ θρόνῳ
hem throno pou praesidet, propriani sedem obtineat ἐπίσκοπος, καὶ καθέδραν τὴν οἰκείαν ἐχέτω, καὶ
ordinesque, atque omnia sacerdotii munera validissime fungatur.
55. Monachus decennio solitariam vitam degel.
Licet enim divus Basilius eam quæ detonsa est
replendecim ammos exigere censuerit, verum quoniam, præcipiente Apostolo, viduam in Ecclesia sexaginta annos natam eligendam esse, Patres diacomissam quadragenariam fieri dixerunt validiore
facta Ecclesia, nos quoque citius sigillum monacho
imponimus.
50. Qui includendus est, triennium in monasterio
prius degat, ac priusquam includatur ubi alium
*1 Tim.v, 9.
χειροτονείτω, καὶ πάντα τὰ τῆς ἱερωσύνης ενεργεί
τω βεβαιότατα.
λε΄. Ο μονάζων, μονάσει δεκαετής. Εἰ γὰρ καὶ ὁ
θεῖος Βασίλειος τὴν ἀποκειραμένην τὸν ἑπτακαι·
δέκατον ἀνύειν χρόνον ἀπέφηνεν· ἀλλ᾽ ἐπεὶ τοῦ
᾿Αποστόλου ἐξηκονταετή οὖσαν τὴν ἐν Ἐκκλησίᾳ
χήραν ἐγγυῶντος, οἱ Πατέρες τὴν διακόνισσαν τεσσαρακονταετή γίνεσθαι, κραταιοτέρας της Εκκλη
σίας γεγενημένης, καὶ ἡμεῖς ὀξύτερον την σφραγίδα
τῷ μονάζοντι σημαινόμεθα.
λς'. ῾Ο ἐγκλεισθησόμενος τριετίαν προδιάγων ἐν
τῷ μοναστηρίῳ, καὶ πρὸ τῆς ἐγκλείστρας ἕτερον
col. 101–102page 21 of 26
PG 133:101ἐκαυτὴν μετιών, οὕτως εἰσίτω. Καὶ μὴ ἐξιέτω, εἰ μὴ βιάζοιτο θάνατος, ἢ πρὸς τὸ κοινὸν λυσιτέλεια. 25. Μελανείμων, καὶ ἀκερσεκόμης ἐρημίτης, εἰ μὴ χειρόμενος ἐγκαταλέγοιτο μοναστηρίῳ, τῆς πόλ λεως ἀπελαυνέσθω. λη. Άδειαν ἅπας, ὁ τὴν ζάλην τοῦ βίου φεύγων, καὶ εἰς μοναστήριον εἰσιέναι βουλόμενος, ἀπενέγ και το. 26. Μοναχός ζευγνύμενος, ἢ πορνεύων, δεχέσθω τὸ τοῦ πορνεύοντος ἐπιτίμιον. μ'. Οὐκ ἀμφιάσουσιν οι γονείς σηρικοῖς τὴν προ ελομένην μονάσαι, καὶ οὕτω τὸ σχῆμα περιθήσουσιν ἀνάμνησις γὰρ τοῦτο τοῦ ῥέοντος κόσμου. μα. Οὐκ ἔξεισι μονάσασα τῆς μονῆς, εἰ μὴ μετ' εὐλογίας τῆς προεστώσης· καὶ μηδὲ μόνη, ἀλλὰ μεθ' ἑτέρας πρεσβυτίδος· ἐξώκοιτος δὲ τὸ ἐπίπαν οὐ γίνεται. Κατὰ ταὐτὸ καὶ μονάζων, εἰ μὴ μετ' ἐπι τροπῆς ἡγουμένου, τῆς μονῆς μὴ ἐξιέτω. μβ'. Ούτε γυναίκα χρεῶν ἀνδρῶν καθευδήσαι μου ναστηρίῳ, ούτε γυναικῶν ἄνδρα. μγ'. Η διαζευχθεῖσα τοῦ ἐπισκοπὴν δέξασθαι μέλο λοντος, μετὰ τὴν χειροτονίαν εἰσιέτω εἰς μοναστής ρεον, τῆς ἐπισκοπῆς πορρωτάτω, καὶ ἀπολαυέτω τῆς προνοίας τοῦ ἐπισκόπου. με. Όσα κατά γνώμην ἐπισκόπου πέπηγε μονα στήρια, οὐκέτι κοσμικά καταγώγια γίνεται, οὐδὲ κοσμικῆς ἀνδράσιν ἐκδίδοται. με. Οὐδὲ τὸν λαϊκὸν κυβεύειν δέον, οὐδὲ μίμον εἶναι· οὐδὲ θεάτρον, καὶ κυνηγίων ἀνέχεσθαι. μς'. Διόλου τῆς Τεσσαρακοστῆς, δίχα Κυριακῶν καὶ Σαββάτου, τὰ ἁγιασθέντα προσάγεται. μζ'. Τοὺς ἀναδεχομένους παῖδας ἀπὸ βαπτίσματος, οὐ συναφθῆναι ταῖς τῶν παίδων ἐάσεις μητρά-. εἰ δέ τις καὶ συναφθείη, μετὰ τὸ ἀποσυναφθῆς ναι, καὶ τὸ ἐπιτίμιον γνοίη. αν μη'. Οὐ συγχωρήσεις ἐξαδέλφη συζυγῆναι ἐξάδελφον, οὐδὲ θυγατρὶ καὶ μητρὶ υἱὸν καὶ πατέρα, οὐδὲ δυσὶν ἀδελφοῖς μητέρα καὶ θυγατέρα, οὐδὲ δυσὶν ἀδελφαῖς ἀδελφούς. Εἰ δέ τι τοιοῦτον καὶ γένοιτο, μετὰ τῆς διαλύσεως επταετίαν ὑπεπιπτέτωσαν. με. Οι Ρωμαίοι τὰ τῆς Τεσσαρακοστής, νηστεύ ουτι Σάββατα· ὑπομιμνήσκει τοίνυν ἡ σύνοδος καὶ ἐπὶ τούτων κάνονα κρατεῖν. *. Οι Αρμένιοι νὰ καὶ τυρὸν τοῖς τῆς Τεσσαρα ποστῆς ἐσθίουσι Σάββασιν· ὥρισται τοίνυν πᾶσαν τὴν οἰκουμένην καὶ τούτων ἀπένεσθαι· εἰ δὲ μή, πάντως ἀφορίζεσθαι. να'. Λαϊκὸς οὐ μεταδίδωσιν ἑαυτῷ· εἰ δὲ μὴ, Επταήμερον ἀφορίζεται. νβ. Ἐν εὐκτηρίοις ὑπερεχόντων ἔνδοθεν οἴκων, οὐκ ἐπιτελέσουσι βάπτισμα.. νγ'. Εἴ τις ὑποκρίνεται δαιμονᾷν, τὰ τῶν δαιμο νόντων ἐπιτίμια ὑποστήσεται. νδ. Οστις ἑαυτὸν ἑκατοντάρχοις, ἢ μάντεσιν ἐπι Ε, ὥς τι τῶν ἀποῤῥήτων μανθάνειν. ἐξαετίαν ὑπο
ἐκαυτὴν μετιών, οὕτως εἰσίτω. Καὶ μὴ ἐξιέτω, εἰ annum exegerit sic ingrediatur, neque egrediatur,
μὴ βιάζοιτο θάνατος, ἢ πρὸς τὸ κοινὸν λυσιτέλεια. pisi mors aut communis utilitas cogat.
25. Μελανείμων, καὶ ἀκερσεκόμης ἐρημίτης, εἰ
μὴ χειρόμενος ἐγκαταλέγοιτο μοναστηρίῳ, τῆς πόλ
λεως ἀπελαυνέσθω.
λη. Άδειαν ἅπας, ὁ τὴν ζάλην τοῦ βίου φεύγων,
καὶ εἰς μοναστήριον εἰσιέναι βουλόμενος, ἀπενέγ
και το.
26. Μοναχός ζευγνύμενος, ἢ πορνεύων, δεχέσθω
τὸ τοῦ πορνεύοντος ἐπιτίμιον.
μ'. Οὐκ ἀμφιάσουσιν οι γονείς σηρικοῖς τὴν προελομένην μονάσαι, καὶ οὕτω τὸ σχῆμα περιθήσουσιν·
ἀνάμνησις γὰρ τοῦτο τοῦ ῥέοντος κόσμου.
37. Solitarius pulla veste indulus atque indetonsus, nisi tondeatur monasterioque includatur, urbe
expellatur.
38. Quilibet vitae procellam fugiens, atque in
monasterium ingredi cupiens, ejus rei licentiaus
habeat.
59. Monachus matrimonio junctus, aut foruicans,
fornicatoris pœnam subeat.
40. Parentes filiam, quæ solitariam vitam degere
Instituerit, sericis vestibus non induent, sicque
habitum ei circumponent. Hoc enim labentis mundi
aduneuitio est.
41. Monialis non egredietur e monasterio nisi
μα. Οὐκ ἔξεισι μονάσασα τῆς μονῆς, εἰ μὴ μετ'
εὐλογίας τῆς προεστώσης· καὶ μηδὲ μόνη, ἀλλὰ cum benedictione præposit; neque vero sola, sed
μεθ' ἑτέρας πρεσβυτίδος· ἐξώκοιτος δὲ τὸ ἐπίπαν οὐ
γίνεται. Κατὰ ταὐτὸ καὶ μονάζων, εἰ μὴ μετ' ἐπιτροπῆς ἡγουμένου, τῆς μονῆς μὴ ἐξιέτω.
μβ'. Ούτε γυναίκα χρεῶν ἀνδρῶν καθευδήσαι μου
ναστηρίῳ, ούτε γυναικῶν ἄνδρα.
μγ'. Η διαζευχθεῖσα τοῦ ἐπισκοπὴν δέξασθαι μέλο
λοντος, μετὰ τὴν χειροτονίαν εἰσιέτω εἰς μοναστής
ρεον, τῆς ἐπισκοπῆς πορρωτάτω, καὶ ἀπολαυέτω τῆς
προνοίας τοῦ ἐπισκόπου.
με. Όσα κατά γνώμην ἐπισκόπου πέπηγε μονα
στήρια, οὐκέτι κοσμικά καταγώγια γίνεται, οὐδὲ
κοσμικῆς ἀνδράσιν ἐκδίδοται.
με. Οὐδὲ τὸν λαϊκὸν κυβεύειν δέον, οὐδὲ μίμον
εἶναι· οὐδὲ θεάτρον, καὶ κυνηγίων ἀνέχεσθαι.
μς'. Διόλου τῆς Τεσσαρακοστῆς, δίχα Κυριακῶν
καὶ Σαββάτου, τὰ ἁγιασθέντα προσάγεται.
μζ'. Τοὺς ἀναδεχομένους παῖδας ἀπὸ βαπτίσματος, οὐ συναφθῆναι ταῖς τῶν παίδων ἐάσεις μητρά-.
εἰ δέ τις καὶ συναφθείη, μετὰ τὸ ἀποσυναφθῆς
ναι, καὶ τὸ ἐπιτίμιον γνοίη.
αν
μη'. Οὐ συγχωρήσεις ἐξαδέλφη συζυγῆναι ἐξάδελ
φον, οὐδὲ θυγατρὶ καὶ μητρὶ υἱὸν καὶ πατέρα, οὐδὲ
δυσὶν ἀδελφοῖς μητέρα καὶ θυγατέρα, οὐδὲ δυσὶν
ἀδελφαῖς ἀδελφούς. Εἰ δέ τι τοιοῦτον καὶ γένοιτο,
μετὰ τῆς διαλύσεως επταετίαν ὑπεπιπτέτωσαν.
με. Οι Ρωμαίοι τὰ τῆς Τεσσαρακοστής, νηστεύ
cum altera seniore. Foris autem nequaquam pernoctet, similiter et mouachus, nisi cum præfecti
venia, monasterio ne egrediatur..
42. Neque mulierem) in virorum monasterio, neque virum in muliebri dormire oportet.
43. Quis a futuro episcopo separata est, post
ordinationem iugrehaur monasterium, procul ab
episcopi domo, ac episcopi cura fruatur.
44. Quæcunque ex consensu episcopi exstructa
sunt monasteria, non amplius sæcularia diversoria
funt, neque sæcularibus hominibus elocantur.
45. Neque laicum alea ludere oportet, neque
bistrionem esse, neque spectaculis et venationibus
indulgere.
46. Per totam Quadragesimam, exceptis Dominicis et Sabbato, saucla offeruntur.
47. Suscèptos a baptismate filles, eorum matriDas copulari non sines, si quis vero copulatus fue
rit, post separationen, penam quoque subeat.
48. Non permittes patrueli matrimonio jungi
patruelem, neque aliae et matri Glium et patrem,
neque duobus fratribus matrem et sororem, neque
duabus sororibus fratres. Si quid vero tale factum
fuerit, post dissolutionem, septennio pœnitentiæ
subjiciantur.
49. Romani Quadragesime Sabbatis jejunant.
ουτι Σάββατα· ὑπομιμνήσκει τοίνυν ἡ σύνοδος καὶ Admonet igitur synodus in his ctiam canonem
ἐπὶ τούτων κάνονα κρατεῖν.
*. Οι Αρμένιοι νὰ καὶ τυρὸν τοῖς τῆς Τεσσαρα
ποστῆς ἐσθίουσι Σάββασιν· ὥρισται τοίνυν πᾶσαν
τὴν οἰκουμένην καὶ τούτων ἀπένεσθαι· εἰ δὲ μή,
πάντως ἀφορίζεσθαι.
να'. Λαϊκὸς οὐ μεταδίδωσιν ἑαυτῷ· εἰ δὲ μὴ,
Επταήμερον ἀφορίζεται.
νβ. Ἐν εὐκτηρίοις ὑπερεχόντων ἔνδοθεν οἴκων, οὐκ
ἐπιτελέσουσι βάπτισμα..
νγ'. Εἴ τις ὑποκρίνεται δαιμονᾷν, τὰ τῶν δαιμονόντων ἐπιτίμια ὑποστήσεται.
νδ. Οστις ἑαυτὸν ἑκατοντάρχοις, ἢ μάντεσιν ἐπι
Ε, ὥς τι τῶν ἀποῤῥήτων μανθάνειν. ἐξαετίαν ὑπο
valere.
50. Armenii ova et caseum Quadragesimæ Șabbatis manducant. Statutum est igitur totum orbeur
ab his etiam abstinere; sin vero, penitus excomin
nicari.
51. Laicus sibi ipsi communionem non impertity
sin vero, septem diebus excommunicatur.
52. In oratoriis, quæ sunt intra magnatum ædes,
baptismum non peragent.
53. Si quis simulat se a daemonio agitari, dæmoniacorum supplicia subibit.
34. Quisquis se centurionibus aut vatibus addicit,
ut secreti alquid discat, sez ânnos pœnitentiæ sup‐
col. 103–104page 22 of 26
PG 133:103Η πιπτέτω· κατὰ ταυτὰ καὶ ὁ ἄρτου; [αι. όρκους] ἐπι συρόμενης. νε'. Ο γυτευταῖς καὶ νεφοδιώκτας κολλώμενος, καὶ εἱμαρμένῃ καὶ τύχῃ πιστεύων, τῆς Ἐκκλησία; ἀποσυνάγωγος. νς'. Περιαιρείσθω τῆς τῶν πιστῶν τὰ βοτὰ πολι τείας, καὶ τὰ βρουμάλια, καὶ αἱ ἀρχήσεις αἱ εἰς θεοὺς, καὶ τὰ “ωμικά, καὶ σατυρικά, καὶ τὰ τρα γικὰ πρόσωπα, καὶ ἡ ἐπὶ ληνοῖς τοῦ Διονύσου ἐπί κλησις, καὶ ὁ ἐπὶ τοῖς πίθοις γέλως. Οἱ δὲ ἐπιμέν νοντες μετὰ τὸν κάνονα, ὑπεύθυνοι. νζ. Τὰ ὑφ᾽ Ἑλλήνων συμπλασθέντα μαρτυρολό για, μὴ ἐκκλησιάζοιτο. νη'. Λαϊκὸς μὴ διδάσκοι· μὴ γὰρ πάντες προφῆται, μὴ πάντες ἀπόστολοι. νθ'. Δὲ ἐν τοῖς ἐργαστηρίοις ἐν νουμηνίαις πυρ καταὶ, καὶ οἱ ταύτας ὑπεραλλόμενος, καταργεί σθώσαν. 5. Τὴν μετὰ τὴν ᾿Ανάστασιν ἑβδομάδα πᾶσαν, εἶ; Εκκλησιαζέσθω πιστός, ξα. Ο κληρικός αἷμα ἐσθίων καθαιρείται· ὁ δὲ λαϊκός, ἀφορίζεται. Εβ'. Οὐ διαφθερείς θεῖον βιβλίον, οὔτε δοίης δια φθαρήναι, εἰ μὴ τέλεον κατηχρείωται. Εγ. Εἰ μὴ βασιλεύς, οὔτις τῶν λαϊκῶν εἰς ἱλαστήριον είσεισιν. Εδ. Γυναιξὶ λαλεῖν ἐπ' ἐκκλησίας οὐκ ἐπιτέτρα εται ξε'. Αφορίζεται νομομαθής ἔθει Ελληνικῷ χρώ Ο μενος, καὶ θεάτροις επαγόμενος, καὶ κυλίων. ξς'. Ακυρος ὁ μετὰ τῶν αἱρετικῶν γάμος· οἱ δὲ προλαβόντες εἰ ἐθέλοιεν, μένοιεν. Εξ'. Ὁ ἐν ἐδάφει σταυρός, ἀφανίζεται. ξη. Αγάπαι καὶ ἀκούσιτα Κυριακεῖς οὐ τελεῖ ξθ'. Ατακτος κραυγὴ τοῦ ψάλλοντος ἀναιδῶς, καὶ δ' ἐπιλέγων τὰ τῆς ἐκκλησίας, ἀνάρμοστα. δ. Εν ἱερῷ περιβόλω καπηλεῖον ἀσύστατον· καὶ πωλούμενα βρώματα, μάταια. οα'. Χριστιανός γυναιξὶν οὐ συλλούεται. οβ. Ο φωτισθεὶς τὴν πίστιν ἀπαγγελλέτω τῇ πέμπτῃ τῆς ἑβδομάδος. Ογ. Αφορίζεται ὁ μετὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Θεοτό του σεμίδαλιν, ἄλλο σκευάζων διὰ τὰ λεγόμενα λόχεια. οδ. Εἰ μὴ δι' ἀνάγκην ἀπολιμπάνεται τις τῆς ἐκκλησίας ἐπὶ τρισὶ Κυριακαῖς, ἀκοινώνητος. σε. Τῷ Τρισαγίῳ ὕμνῳ ὁ συνάπτων τό· σταυρωθεὶς, ἑτερόδοξος. ος'. Οὐ χαράξεις ἀμνὸν εἰς τύπων Χριστοῦ, ἀλλ' ἐκεῖνον αὐτόν. οζ. Ελευθερούμενος ὑπὸ τοῦ δεσπότου δοῦλος ἐπὶ τρισὶ μάρτυσιν, εἴη ἀδούλωτος. οη'. Ὁ συνάγων πόρνας ἐπ' ὀλίσθῳ ψυχῶν, ἀφ ορίζεται. οὐ. Ἡ ἐξ ἀνδρὸς ἐπ' ἄλλον ἰοῦσα, μοιχαλίς
jaceat: eodem modo et qui juramenta extorqual.
55. Qui circulatoribus et nebulonilitis adhærėt, ac
fato et fortunæ credit, ab Ecclesiæ couventa arcendus est.
56. fidelium vitæ ratione auferantur pascua et
brumalla, et saltationes in deorum honorem necnon
comicæ, satiricæ et tragicæ personæ, atque invocatio Bacchi in torcularibus, risusque iu doliis. Qui
vero post hunc canonem in bis perstiterint, crimini
erunt obnoxil.
57. Confcia a Graeis Martyrologia, in ecclesiis
'ne recitentur.
58. Laicus ne doceat: non enim omnes propheta,
neque omnes apostoli.
59. Rogi qui in tabernis noviluniis exstruuutur,
quique eos transiliunt, abrogentur.
60. Tota post Resurrectionem bebdomada, quiliber
Adelis ecclesiastico conventui intersit.
64. Clericus sanguinem manducans deponitur:
laicus vero escommunicatur.
62. Non corrupes divinum codicem, neque corrumpendum dabis, nisi prorsus inutilis sit redditas.
63. Præter imperatorem, nullus laicorum propítiatorium ingreditar.
64. Mulieribus loqui in ecclesia non permissum
est.
65. Excommunicatur legisperitus, qui more
gentili utitur, ac theatris adhibet et sese volutat.
66. Invalidum cum hæreticis matrimonium; qui
autom. antea contraxerunt, si velint, in eo normalneanl.
67. Crux solo impressa, oblitteratur.
68. Agape et accubitus Dominicis non peraguntur.
69. Inconditas clamor capentis impudenter, quique ea quæ in ecclesia dicuntur effert, minime
congruant.
70. Intra sacrum septum caupona- constitui non
debet: ac ibidemn cibos vendi, ineptum.
71. Christianus cum mulieribus non lavatur.
72. Lluminatus quinta bebdomade Adem proftealur.
73. Excommunicatur qui post festum Deiparæ
similam aut aliud apparat, propter ea quæ vocantur post partuin purgamenta.
74. Si quis citra necessitatem per tres Dominicas
ab ecclesia absit, excommunicatur.
75. Qui ad Trisagion hymnum adjicit illud: Crucifixus, hæreticus censetur.
76. Non sculpes agnum in figuram Christi, sed
inum ipsum.
77. Servus a domino manumissus coram tribus
testibus, servitutis expers sit.
78. Qui congregat meretrices in perniciem auimarum, excommunicatur.
79. Quæ a viro ad alium se confert, adultera
Η πιπτέτω· κατὰ ταυτὰ καὶ ὁ ἄρτου; [αι. όρκους] ἐπισυρόμενης.
νε'. Ο γυτευταῖς καὶ νεφοδιώκτας κολλώμενος,
καὶ εἱμαρμένῃ καὶ τύχῃ πιστεύων, τῆς Ἐκκλησία;
ἀποσυνάγωγος.
νς'. Περιαιρείσθω τῆς τῶν πιστῶν τὰ βοτὰ πολι
τείας, καὶ τὰ βρουμάλια, καὶ αἱ ἀρχήσεις αἱ εἰς
θεοὺς, καὶ τὰ “ωμικά, καὶ σατυρικά, καὶ τὰ τρα
γικὰ πρόσωπα, καὶ ἡ ἐπὶ ληνοῖς τοῦ Διονύσου ἐπί·
κλησις, καὶ ὁ ἐπὶ τοῖς πίθοις γέλως. Οἱ δὲ ἐπιμέν
νοντες μετὰ τὸν κάνονα, ὑπεύθυνοι.
νζ. Τὰ ὑφ᾽ Ἑλλήνων συμπλασθέντα μαρτυρολό
για, μὴ ἐκκλησιάζοιτο.
νη'. Λαϊκὸς μὴ διδάσκοι· μὴ γὰρ πάντες προφή
ται, μὴ πάντες ἀπόστολοι.
νθ'. Δὲ ἐν τοῖς ἐργαστηρίοις ἐν νουμηνίαις πυρ
καταὶ, καὶ οἱ ταύτας ὑπεραλλόμενος, καταργεί
σθώσαν.
5. Τὴν μετὰ τὴν ᾿Ανάστασιν ἑβδομάδα πᾶσαν, εἶ;
Εκκλησιαζέσθω πιστός,
ξα. Ο κληρικός αἷμα ἐσθίων καθαιρείται· ὁ δὲ
λαϊκός, ἀφορίζεται.
Εβ'. Οὐ διαφθερείς θεῖον βιβλίον, οὔτε δοίης δια
φθαρήναι, εἰ μὴ τέλεον κατηχρείωται.
Εγ. Εἰ μὴ βασιλεύς, οὔτις τῶν λαϊκῶν εἰς ἱλαστή
ριον είσεισιν.
Εδ. Γυναιξὶ λαλεῖν ἐπ' ἐκκλησίας οὐκ ἐπιτέτραεται
ξε'. Αφορίζεται νομομαθής ἔθει Ελληνικῷ χρώ
Ο μενος, καὶ θεάτροις επαγόμενος, καὶ κυλίων.
ξς'. Ακυρος ὁ μετὰ τῶν αἱρετικῶν γάμος· οἱ δὲ
προλαβόντες εἰ ἐθέλοιεν, μένοιεν.
Εξ'. Ὁ ἐν ἐδάφει σταυρός, ἀφανίζεται.
ξη. Αγάπαι καὶ ἀκούσιτα Κυριακεῖς οὐ τελεῖ
ξθ'. Ατακτος κραυγὴ τοῦ ψάλλοντος ἀναιδῶς, καὶ
δ' ἐπιλέγων τὰ τῆς ἐκκλησίας, ἀνάρμοστα.
δ. Εν ἱερῷ περιβόλω καπηλεῖον ἀσύστατον· καὶ
πωλούμενα βρώματα, μάταια.
οα'. Χριστιανός γυναιξὶν οὐ συλλούεται.
οβ. Ο φωτισθεὶς τὴν πίστιν ἀπαγγελλέτω τῇ
πέμπτῃ τῆς ἑβδομάδος.
Ογ. Αφορίζεται ὁ μετὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Θεοτό
του σεμίδαλιν, ἄλλο σκευάζων διὰ τὰ λεγόμενα
λόχεια.
οδ. Εἰ μὴ δι' ἀνάγκην ἀπολιμπάνεται τις τῆς
ἐκκλησίας ἐπὶ τρισὶ Κυριακαῖς, ἀκοινώνητος.
σε. Τῷ Τρισαγίῳ ὕμνῳ ὁ συνάπτων τό· Σταυρω
θεὶς, ἑτερόδοξος.
ος'. Οὐ χαράξεις ἀμνὸν εἰς τύπων Χριστοῦ, ἀλλ'
ἐκεῖνον αὐτόν.
οζ. Ελευθερούμενος ὑπὸ τοῦ δεσπότου δοῦλος
ἐπὶ τρισὶ μάρτυσιν, εἴη ἀδούλωτος.
οη'. Ὁ συνάγων πόρνας ἐπ' ὀλίσθῳ ψυχῶν, ἀφ
ορίζεται.
οὐ. Ἡ ἐξ ἀνδρὸς ἐπ' ἄλλον ἰοῦσα, μοιχαλίς·
col. 105–106page 23 of 26
PG 133:105καὶ ὁ ἐπὶ γυναικὸς ἐπ' ἄλλην, κατὰ τὸν Κύριον, π. Ἱερῶ ἔνδον οὐκ εἰσάγεται κτήνος, εἰ μὴ καὶ ταλαβούσης ἐν ὁδῷ μεγίστης ανάγκης. πε. Τῷ μεγίστῳ Σαββάτῳ περί μέσας νύκτας τη νηστεία διαρκεστέον. τρ. Μετὰ τὴν ἑσπερινὴν εἴσοδον του Σαββάτου, μὴ γόνυ κλίνης. πγ'. Καὶ ὁ διδοὺς, καὶ ἡ λαμβάνουσα ἀμβλωθρίδια, ἀνδροφόνοι, πι. ᾿Ανδρὸς ἀφαντουμένου, ἡ πρὸ τοῦ πεισθῆναι λαβοῦσε, μοιχάται· ὁ δὲ ἐπιστρέψας ἀνὴρ εἰ προ είρηται, λήψοιτο αυτήν.. Ο Ελληνικῶς ὀμνύμενος, ἐπιτιμητέος. πς'. Οἱ τὰς κόμας ἐν πλοκῆς ἐπινοίς πρὸς λύμην εργαζόμενοι τῶν ὁρώντων, ἀφοριστέοι. πζ'. Ο υπογύναιος, καὶ καταφρονητικώς μένων ἐν ἱερῷ, ἐξωθείσθω καὶ τῶν κατηχουμένων. τη. Ἰουδαϊκῶς τινες ἐν ἱεροῖς έψησαν μέλι. "Ος οὖν τούτο συγχωρήσειεν, ἢ λάβοι τοιοῦτον, οὐχ δε ρεύς. Εἰ δέ τις οίκοθεν ἄγοι, ὁ δὲ κατὰ τὸ ἀρκοῦν τοῦ προσάγοντος λήψοιτο. πῶ. Δὲ πρὸς τὰ αἰσχρὰ κινοῦσαι τὴν δρασιν γρα φαί, ἀζωγράφητος. 4. Τὰς παλάμας εἰς σταυρὸν τυποῖ ὁ μεταληψόμενος· ὁ δὲ δοχεῖον χρυσοῦν, ἢ ἄλλην ύλην ἀντὶ χειρὸς σκευάζων, ἀφοριστέος. Κα'. Ἡ τῆς ἁμαρτίας ἐπὶ πᾶσι σκοπείται ποιότης, καὶ ἡ ἐπιστροφὴ καθορᾶται· καὶ οὕτω μετρείται το Ελεος. Τοῦ ἁγίου Βασιλείου. α. Αιρετικός, ὁ κατὰ τὴν πίστιν ἀλλότριος· ὁ δὲ κατά τι ἰάσιμον ζήτημα, σχισματικός. Οἱ δὲ συνά γοντες ἀνυπότακτοι τούτους ἐκείνους, παρασυνά γεγο β. Τὸ ἐξ αἱρετικοῦ βάπτισμα, άδεκτον· δεκτὸν δὲ τὸ σχιστοῦ καὶ παρασυναγώγου. γ. Παράκλητον οἱ Πεπουζηνοὶ τὸν Μοντανὸν ὀνομάζουσιν· ὅθεν καὶ εἰς αὐτὸν ἀβάπτιστοι βαπτιζόμενοι. 8. Τὸ τῶν καθαρῶν, καὶ ὑδροπαραστατῶν, καὶ Εγκρατι τῶν βάπτισμα, εἰ καὶ ἄδεκτον διὰ τὸ ἐπι λείψαι αὐτοῖς τούτοις τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀλλ᾽ οὖν οικονομίας χάριν ἔστω δεκτόν. τ. Η κατ' ἐπιτήδευσιν φθείρασα, ὅτι ἂν φθείρη, φονεύτρια 5. Διάκονος πορνεύσας, εἰς τὸν τῶν λαϊκῶν μετ ταστὰς τόπον, ἔστω τῆς κοινωνίας ἀκώλυτος. ζ. Ένα χρόνον ἢ δύο ἀφορίζεται δίγαμος· τρεῖς δὲ καὶ τέσσαρας ὁ τρίγαμος, καὶ πέντε, κατὰ τὴν Έρτι συνήθειαν. η. Αιρετικός πρὸς τῷ τέλει μετανοῶν, δεκτός 'μετ᾽ ἐπικρίσεως. Γ. Ο κανονικός, εἴ που καὶ ζεύγνυται, διαζεύ
καὶ ὁ ἐπὶ γυναικὸς ἐπ' ἄλλην, κατὰ τὸν Κύριον, cd: et qui ab uxore ad aliam se applicat, ex Dodyestusic.
mini sententia, simili erimine tenetur. –
π. Ἱερῶ ἔνδον οὐκ εἰσάγεται κτήνος, εἰ μὴ καὶ
ταλαβούσης ἐν ὁδῷ μεγίστης ανάγκης.
πε. Τῷ μεγίστῳ Σαββάτῳ περί μέσας νύκτας
τη νηστεία διαρκεστέον.
τρ. Μετὰ τὴν ἑσπερινὴν εἴσοδον του Σαββάτου,
μὴ γόνυ κλίνης.
πγ'. Καὶ ὁ διδοὺς, καὶ ἡ λαμβάνουσα ἀμβλωθρί
δια, ἀνδροφόνοι,
πι. ᾿Ανδρὸς ἀφαντουμένου, ἡ πρὸ τοῦ πεισθῆναι
λαβοῦσε, μοιχάται· ὁ δὲ ἐπιστρέψας ἀνὴρ εἰ προ
είρηται, λήψοιτο αυτήν..
Ο Ελληνικῶς ὀμνύμενος, ἐπιτιμητέος.
πς'. Οἱ τὰς κόμας ἐν πλοκῆς ἐπινοίς πρὸς λύμην
εργαζόμενοι τῶν ὁρώντων, ἀφοριστέοι.
πζ'. Ο υπογύναιος, καὶ καταφρονητικώς μένων
ἐν ἱερῷ, ἐξωθείσθω καὶ τῶν κατηχουμένων.
τη. Ἰουδαϊκῶς τινες ἐν ἱεροῖς έψησαν μέλι. "Ος
οὖν τούτο συγχωρήσειεν, ἢ λάβοι τοιοῦτον, οὐχ δε
ρεύς. Εἰ δέ τις οίκοθεν ἄγοι, ὁ δὲ κατὰ τὸ ἀρκοῦν
τοῦ προσάγοντος λήψοιτο.
πῶ. Δὲ πρὸς τὰ αἰσχρὰ κινοῦσαι τὴν δρασιν γρα
φαί, ἀζωγράφητος.
4. Τὰς παλάμας εἰς σταυρὸν τυποῖ ὁ μεταληψό
μενος· ὁ δὲ δοχεῖον χρυσοῦν, ἢ ἄλλην ύλην ἀντὶ
χειρὸς σκευάζων, ἀφοριστέος.
Κα'. Ἡ τῆς ἁμαρτίας ἐπὶ πᾶσι σκοπείται ποιότης,
καὶ ἡ ἐπιστροφὴ καθορᾶται· καὶ οὕτω μετρείται
το Ελεος.
Τοῦ ἁγίου Βασιλείου.
α. Αιρετικός, ὁ κατὰ τὴν πίστιν ἀλλότριος· ὁ δὲ
κατά τι ἰάσιμον ζήτημα, σχισματικός. Οἱ δὲ συνά
γοντες ἀνυπότακτοι τούτους ἐκείνους, παρασυνά
γεγο
β. Τὸ ἐξ αἱρετικοῦ βάπτισμα, άδεκτον· δεκτὸν
δὲ τὸ σχιστοῦ καὶ παρασυναγώγου.
γ. Παράκλητον οἱ Πεπουζηνοὶ τὸν Μοντανὸν
ὀνομάζουσιν· ὅθεν καὶ εἰς αὐτὸν ἀβάπτιστοι βαπτι
ζόμενοι.
80. Intra templum pecus non introducitur, nisi
maxima necessitas in via contigerit.
81. Maximo Sabbato circa mediam nocters in
jejunio perseverandum est.
82. Post vespertinam ingressum Sabbati, ne genu
flectas.
83. Tum qui dat, tum quæ accipit abortivos ſetus,
homicida.
84. Viro non comparente, quæ priusquam de
¡llius obiш certi aliquid compererit, alii nupserit,
machatur; vir autem qui reversus fuerit, siquidem.
prædictum sit, accipiat fpsam.
85. Qui gentili more jurat, puniendus.
86. Qui capillos artificiosis nexibus intorquent
ad spectantium perniciem, excommunicandi.
87. Uxori addictus, ac per contemptum manens
in templo, expellatur etiam e catechumenorum ordine.
88. Quidam Judaico more in templis coxerunt
mel. Qui igitur hoc permiserit, aut tale acceperit,
non est habendus sacerdos. Si quis vero domo
attulerit, ipse prout sufficit offerenti, accipiat.
89. Picture quae ad turpia aspectumn movent, non
sunt pingendæ.
90. Manus in crucis figuram componit, qui
Eucharistiam sumpturus est. Qui vero receptaculum aureum, aut aliam materiam vice manus
parat, excommunicandus.
8. Τὸ τῶν καθαρῶν, καὶ ὑδροπαραστατῶν, καὶ
Εγκρατι τῶν βάπτισμα, εἰ καὶ ἄδεκτον διὰ τὸ ἐπιλείψαι αὐτοῖς τούτοις τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀλλ᾽ οὖν
οικονομίας χάριν ἔστω δεκτόν.
τ. Η κατ' ἐπιτήδευσιν φθείρασα, ὅτι ἂν φθείρη,
φονεύτρια:
5. Διάκονος πορνεύσας, εἰς τὸν τῶν λαϊκῶν μετ
ταστὰς τόπον, ἔστω τῆς κοινωνίας ἀκώλυτος.
ζ. Ένα χρόνον ἢ δύο ἀφορίζεται δίγαμος· τρεῖς
δὲ καὶ τέσσαρας ὁ τρίγαμος, καὶ πέντε, κατὰ τὴν
Έρτι συνήθειαν.
η. Αιρετικός πρὸς τῷ τέλει μετανοῶν, δεκτός
'μετ᾽ ἐπικρίσεως.
Γ. Ο κανονικός, εἴ που καὶ ζεύγνυται, διαζεύ
PATROL. GR. CXXXIII
91. Delicti qualitas in omnibus consideratur,
conversioque perspicitur: atque ita misericordia
ad mensuram tribuitur.
Sancti Basilii Epistola I.
1. Hæreticus est, qui a fide alienus: qui vero
circa aliquam sanabilem quæstionem errat, schismaticus. Inobedientes vero qui hos congregant, ab
Ecclesiæ conventu arcendi sunt.
2. llaeretici baptisma, rejiciendum; scbismatici
vero atque ab Ecclesia alieni, recipiendum.
3. Paracletum Pepusiani Moutanum vocant. Unde
et qui in ipsum baptizantur, non censentur baptizali.
4. Catharorum, Hydroparastatarum, atque Eucratitarum baptisma, quamvis non recipiendumn,
propter Spiritus sancti apud eos defectum, tamen
dispensationis gratia recipiatur.
5. Quæ de industria fetum corrupit, quandocunque corruperit, homicidio tenetur.
6. Diaconus qui fornicatus fuerit, in laicorum
locum relegatus, communione ne prohibeatur.
7. Unum aut duos annos excomniunicatur bigainus, tres vero et quatuor trigamus, alque etiam
quinque, juxta consuetudinem quæ bactenus invaluit.
8. Hæreticus in Gne vibe penitens, discretionc
adhibita suscipiendus.
9. Canonicus si matrimonio junctus sit, disjungitur.
col. 107–108page 24 of 26
PG 133:107ι. Αῤῥενοφθόρους, καὶ ζωοφθόρους, καὶ φονείς, καὶ φαρμακοὺς, καὶ εἰδωλολάτρας κατὰ τὸν παλαιὸν τύπον εἰσδέδεξαι. τα'. Φονεύς, δ κατὰ τῆς γυναικὸς διὰ θυμὸν ἀξίνῃ χρώμενος. ιβ. ᾿Ακούσιος φονεύς, ὁ λίθον ἀφεὶς ἐπὶ κύνα, καὶ ἀνθρώπου τυχών, καὶ ὁ παιδεύων ἱμάντι καὶ λύγῳ· ὁ δὲ ἐν μάχη ξύλῳ ἢ χειρὶ δοὺς ἐπὶ τὰ καίρια, καὶ ἀνελών, ἄγχι τοῦ ἑκουσίου. ιγ'. Ο ξίφει χρησάμενος, ἢ τοιούτῳ τινί, πάν τως ἑκούσιος· καὶ ὁ λῃστὴς, καὶ ὁ πολέμιο, καὶ ὁ δι᾿ ἄλλην αἰτίαν ἐπιδοὺς φάρμακον, εἰ ἀνέλῃ, ἐκού σιος· καὶ αἱ τὰ ἀμβλωθρίδια διδοῦσαι καὶ λαμβάνουσαι. ι'. Κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον, όπως καταδικάζεται καὶ ἀνὴρ καὶ γυνή, διὰ πορνείαν ἀποζευγνύμενοι· ἡ δὲ συνήθεια τὸν μοιχὸν, καὶ τὸν πόρνον οὐ διαζεύγνυσι τῶν συμβίων· εἰ δέ τις ἀφέτῳ ἀνδρὶ συζευχθείη, οὐκ ἔνι μοιχαλίς. Τὸ γὰρ αἴτιον ἐπὶ τὴν αλόγως ἀφήσασαν· ἡ [ἐσ. ή] καὶ μοιχαλίς, εἰ πρὸς ἕτερον ζεύγνυται· ὁ δὲ ἀφεθεὶς, συγγνωστός· ὁ δὲ τὴν γυναῖκα λιπὼν, καὶ ἐπ᾽ ἄλλην Ιων, καὶ αὐτὸς μοιχὸς, καὶ αὐτὴν μεμοιχεῦσθαι ποιεῖ, καὶ ἡ αὐτῷ συνοικοῦσα γυνή. ι'. Οὐκ ἀναγκάσεις τὸν μὴ χειροτονηθῆναι ὁμό σαντα. ις. Ακούσιος φονευτής δεκαετίας ὑποπιπτέτω. ιζ. Ο δίγαμος, καὶ ἀκλήρωτος. ιη'. 'Ο πολεμιστής τῇ εὐσεβεία τριετίαν οποπι πτέτω. Τοῦ αὐτοῦ ἐπιστολὴ β'. α'. Πρεσβύτερος Βιάνωρ ὁμόσας, καὶ μεταμελόμενος, διὰ τὴν εὐκολίαν ἐκείνου τοῦ ἔρχου, δεν κτέος. Γ. Μετ' ἐνιαυτὸν τὰς μετὰ τὴν ἐμολογίαν ἐχε πιπτούσας παρθένους οἱ Πατέρες εδέχοντο· διὰ δὲ τὸ κραταιοτέραν γενέσθαι τὴν Ἐκκλησίαν, μοιχαλί τα τὴν παρθενίαν ὁμολογήσασαν ὀνομάζομεν περ πίπτουσαν, καὶ μοιχὸν τὸν τοιαύτην κατέχοντα. γ'. Ομολογεῖ παρθενίαν ἡ μετὰ τὰ ἑπτακαιδεκαετῆ ανακρινομένη, καὶ παραμένειν ἐκλιπαροῦσα. δ. Καὶ ὁ ἀποτασσόμενος ερωτάσθω, καὶ ἐναρ γῶς ὁμολογείτω, ἵνα μετατιθέμενος ἐπιτιμᾶται. ε'. Εἰς αἵρεσιν οὖσα παρθένος, εἶτα μεταγνοῦσα, καὶ λαμβάνουσα, οὐκ εὐθύνεται. ς'. "Ανδρα πεπορνευκότα ή ιδία παραλήψεται μιανθεῖσαν δὲ γυναῖκα ὁ ἀνὴρ ἀποπέ ψεται· πόρνος γάρ, οὐ μοιχός, ὁ εἰς ἐλευθέραν ἐκπεσὼν ὑπο γύναιος. ζ. Ο μνηστευθεῖσαν ἁρπάζων, ἀποκαταστήσει τῷ μνηστευσαμένῳ· εἰ δὲ ἀμνήστευτον, τοῖς οἰκείοις ἐγκαταστήσει, καὶ κατὰ τὴν ἐκείνων γνώμην προ
10. Masculorum animaliumque corruptores, aique homicidæ et venefici ac idololatṛæ juxta antiquam
formiam suscipiendi.
11. Homicida est, qui uxorem iratus securi percusserit.
12. Involuntarius homicida est, qui lapide in
canem uisso, hominem assecutus est, et qui loro
ac vimine corripit. Qui vero in rixa fuste, aut
manu lethale vulnus inflixerit atque interfecerit, ad
voluntarium prope accedit.
13. Qui gladio, aut aliquo ejusmodi instrumento
usus fuerit, prorsus voluntarius est homicida. Itemi
latro, hostis, et qui propter aliam causam venenuin
dederit atque interfecerit, voluntarius, nec nou
etiam quæ abortivos fetus dauit et accipiunt.
14. Juxta Domini sermonem, vir et mulier for.
nicationis causa separati pariter condemnantur:
consuetudo vero adultérum et fornicatorem a conjugibus non disjungit. Si qua autem nulier dimisso ab uxore viro juncta fuerit, non est adultera;
culpa enim in eam quæ sine ratione dimisit rejicienda est: quæ etiam adultera est, si cum alio
jungatur, dimissus vero, venia dignus est. Qui
vero relicta uxore ad aliam se confert, mœchus
ipse est, atque ipsam machari facit, ea etiam cum
qua consuetudinem habet.
15. Non coges eum, qui se non ordinatum esse
juraverit.
16. Involuntarius homicida decennio pœnitentiæ
subjacebit.
17. Biganus non est in clerum recipiendus.
48. Pietatis hostis Lrienuio penitentim subjiciatur.
Ejusdem epistola 2.
1. Presbyter Bianor cum juraverit ac pœnitentiam egerit, propter illius juramenti levitatem,
suscipiendus.
2. Virgines post professionein lapsas exacto anno
Patres recipiebant. Quoniam autem validior facta
est Ecclesia, eam quæ virginitatem pruicea lapsa
est, adulteram vocamus, et qui talem detinet; u
chum.
3. Virginitatem profitetur, quae post septem
decim annos probata, ut in eo vitæ instituto fermaneat deprecatur.
4. Qui saeculo renuntiat interrogetur, ac per
spicue et clare profiteatur, ut si senteutiam mutet,
currtpiatur. -
5. Virgo quæ in hæresim lapsa est, ac deinceps resipuit, atque accipit, poena non multatur.
6. Virum qui fornicatus fuerit, uxor recipiet:
inquinatam vero adulterio mulierem vir remittet.
Formicator enim, non machus, qui uxori juucius
cum soluta rem habuerit.
7. Qui desponsatam rapit, sponso eam restituet,
si vero non desponsatam, suis reddet, atque ex
sicorum sententia contrahetur watrimonium,
"
ι. Αῤῥενοφθόρους, καὶ ζωοφθόρους, καὶ φονείς,
καὶ φαρμακοὺς, καὶ εἰδωλολάτρας κατὰ τὸν παλαιὸν
τύπον εἰσδέδεξαι.
τα'. Φονεύς, δ κατὰ τῆς γυναικὸς διὰ θυμὸν ἀξίνῃ
χρώμενος.
ιβ. ᾿Ακούσιος φονεύς, ὁ λίθον ἀφεὶς ἐπὶ κύνα,
καὶ ἀνθρώπου τυχών, καὶ ὁ παιδεύων ἱμάντι καὶ
λύγῳ· ὁ δὲ ἐν μάχη ξύλῳ ἢ χειρὶ δοὺς ἐπὶ τὰ καίρια,
καὶ ἀνελών, ἄγχι τοῦ ἑκουσίου.
ιγ'. Ο ξίφει χρησάμενος, ἢ τοιούτῳ τινί, πάν
τως ἑκούσιος· καὶ ὁ λῃστὴς, καὶ ὁ πολέμιο, καὶ ὁ
δι᾿ ἄλλην αἰτίαν ἐπιδοὺς φάρμακον, εἰ ἀνέλῃ, ἐκούσιος· καὶ αἱ τὰ ἀμβλωθρίδια διδοῦσαι καὶ λαμβάνουσαι.
ι'. Κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον, όπως καταδικά
ζεται καὶ ἀνὴρ καὶ γυνή, διὰ πορνείαν ἀποζευγνύμενοι· ἡ δὲ συνήθεια τὸν μοιχὸν, καὶ τὸν πόρνον οὐ
διαζεύγνυσι τῶν συμβίων· εἰ δέ τις ἀφέτῳ ἀνδρὶ
συζευχθείη, οὐκ ἔνι μοιχαλίς. Τὸ γὰρ αἴτιον ἐπὶ τὴν
αλόγως ἀφήσασαν· ἡ [ἐσ. ή] καὶ μοιχαλίς, εἰ πρὸς
ἕτερον ζεύγνυται· ὁ δὲ ἀφεθεὶς, συγγνωστός· ὁ δὲ
τὴν γυναῖκα λιπὼν, καὶ ἐπ᾽ ἄλλην Ιων, καὶ αὐτὸς
μοιχὸς, καὶ αὐτὴν μεμοιχεῦσθαι ποιεῖ, καὶ ἡ αὐτῷ
συνοικοῦσα γυνή.
ι'. Οὐκ ἀναγκάσεις τὸν μὴ χειροτονηθῆναι ὁμό
σαντα.
ις. Ακούσιος φονευτής δεκαετίας ὑποπιπτέτω.
ιζ. Ο δίγαμος, καὶ ἀκλήρωτος.
ιη'. 'Ο πολεμιστής τῇ εὐσεβεία τριετίαν οποπιπτέτω.
Τοῦ αὐτοῦ ἐπιστολὴ β'.
α'. Πρεσβύτερος Βιάνωρ ὁμόσας, καὶ μεταμε
λόμενος, διὰ τὴν εὐκολίαν ἐκείνου τοῦ ἔρχου, δεν
κτέος.
Γ. Μετ' ἐνιαυτὸν τὰς μετὰ τὴν ἐμολογίαν ἐχε
πιπτούσας παρθένους οἱ Πατέρες εδέχοντο· διὰ δὲ
τὸ κραταιοτέραν γενέσθαι τὴν Ἐκκλησίαν, μοιχαλίτα τὴν παρθενίαν ὁμολογήσασαν ὀνομάζομεν περ
πίπτουσαν, καὶ μοιχὸν τὸν τοιαύτην κατέχοντα.
γ'. Ομολογεῖ παρθενίαν ἡ μετὰ τὰ ἑπτακαίδεκα
έτη ανακρινομένη, καὶ παραμένειν ἐκλιπαροῦσα.
δ. Καὶ ὁ ἀποτασσόμενος ερωτάσθω, καὶ ἐναρ
γῶς ὁμολογείτω, ἵνα μετατιθέμενος ἐπιτιμᾶται.
ε'. Εἰς αἵρεσιν οὖσα παρθένος, εἶτα μεταγνοῦσα,
καὶ λαμβάνουσα, οὐκ εὐθύνεται.
ς'. "Ανδρα πεπορνευκότα ή ιδία παραλήψεται·
μιανθεῖσαν δὲ γυναῖκα ὁ ἀνὴρ ἀποπέ ψεται· πόρνος
γάρ, οὐ μοιχός, ὁ εἰς ἐλευθέραν ἐκπεσὼν ὑπογύναιος.
ζ. Ο μνηστευθεῖσαν ἁρπάζων, ἀποκαταστήσει
τῷ μνηστευσαμένῳ· εἰ δὲ ἀμνήστευτον, τοῖς οἰκείοις
ἐγκαταστήσει, καὶ κατὰ τὴν ἐκείνων γνώμην προ
col. 109–110page 25 of 26
PG 133:109βήσεται τὰ συνοικέσια, είγε βούλοιντο· ὁ δὲ τὸ τῆς πορνείας ἐπιτίμιον εἴσεται. η. Αδελφὸν ἀδελφὴν γυναῖκα ἔχειν ἀδύνατον. Γ. Εἰ γήμη διακονουμένη χήρα, παρορᾶται· ὁ δὲ χηρεύων γήμας μόνον, τὸ τῶν διγάμων ἐπιτίμιον γνοίη. 'Η δὲ μετὰ ἑξήκοντα έτη λαμβάνουσα χήρα, ἀκοινώνητος, ἕως ἀποστῇ τῆς ἀκαθαρσίας. Εἰ δέ τις πρὸ τῶν ἑξήκοντα χρόνων εγκαταλέξεται, ἐκείνου τὸ ἔγκλημα δίνεται. Ο; ἔχει ἣν προέφθειρε, συγχωρούμενος ἔχειν, τὸ ἐπιτίμιον γνώσεται. ι'. Εἰ ὁ σύζυγος διὰ πορνείαν διαζεύγνυται, βέλ των· εἰ δ᾽ ἀδιασπάστως συνέζευκται, συγχωρείσθω δεχόμενος ἐπιτίμιον. ιβ. 'Αθέσμῳ περιχαρείς γάμῳ ἐν ἀγνοίς πρε σβύτερος, μόνης ἀπολαυέτω τῆς προεδρίας, τῆς ἐν εργείας στερούμενος. ιγ. Ο χρεῶν ὑείων ἀποχρῆν ἐπευξάμενος, γε λοῖος· δεκτέος δέ, ει μεταλήψοιτο. π. Εἰ ἀπηγόρευται τὸ ἐμνύειν, τὸ ἐπὶ κακῷ μᾶλ λον· ὥστε μὴ μόνον τὸ ἔργον κωλύσεις, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν ἐν ἀπερεύγεται ὅρκον. ι. Ο ἁρπάζων τριετίαν ὑποπιπτέτω· εἰ δὲ ἡ χώρα συνηκολούθησεν, ἀνεύθυνον τὸ κακόν. ις'. Τὴν πρὸς θάνατον ἁμαρτήσας κληρικός, μετὰ τοῦ λαοῦ χοινωνεῖ· οὐ γὰρ δι; τὸ ἓν ἐκδεδί εξ. Ἡ κυήσασα καθ᾽ ὁδὸν, καὶ ἀμελήσασα, φο νεύτρια. επ'. Αδημοσιεύτους μὲν τὰς μοιχευθείσας, καὶ ελεγχομένας εγνώκαμεν· ἀκοινωνήτους δὲ ἱστῶν μεν, ἕως οὗ τὸ ἐπιτίμιον ἀποπληρώσωσιν. εἴ. Ἐὰν ἀλόγως ἀνεχώρησεν ἡ γυνή, αὐτὴ μὲν οὐκ ἀνεύθυνος· ὁ δὲ ἀπομείνας, ανεύθυνος. *. Α' στρατιώτιδες αἱ διὰ τὴν τῶν ἀνδρῶν ἀφάνειαν ἄλλοις ζευγνύμεναι, συγγνωστότεραι τῶν ἄλλων, αἱ διὰ τὰς ἀποδημίας οὐ παραμένουσιν. κα'. Ο τὴν ἀλλοτρίαν ἀφεὶς, καὶ λαβὼν ἐλευθέραν, ἐπιτιμητέος μὲν διὰ τὴν πρώτην· ἐπὶ δὲ τῇ δευ τέρα, ἀνεύθυνος. κα. Παρὰ γνώμην πατρὸς ἢ ἀκολουθήσασα, πόρνη κρίνεται· εἰ δὲ καὶ οἱ γονεῖς διαλλαγεῖεν, καὶ τὸ γεγονός θεραπείαν ἔχειν δοκεῖ, ὅμως τριετίαν ὑπο ππτέτω. κγ'. Η συζῶσα μοιχῷ διαμοιχάται. πῦ. Ἡ ἑαυτὴν ἀνδρὶ ἐπιδοῦσα δούλη, πορνεύει υνάπτεται δε, ἡ μετά γνώμης δεσπότου· τὰ γὰρ τῶν ὑπεξουσίων, ἀβέβαια. κα. Ανέγκλητος ή χήρα λαμβανουσα.
βήσεται τὰ συνοικέσια, είγε βούλοιντο· ὁ δὲ τὸ τῆς quidem velint. Ipse vero fornicationis peuas deπορνείας ἐπιτίμιον εἴσεται.
η. Αδελφὸν ἀδελφὴν γυναῖκα ἔχειν ἀδύνατον.
Γ. Εἰ γήμη διακονουμένη χήρα, παρορᾶται· ὁ δὲ
χηρεύων γήμας μόνον, τὸ τῶν διγάμων ἐπιτίμιον
γνοίη. 'Η δὲ μετὰ ἑξήκοντα έτη λαμβάνουσα χήρα,
ἀκοινώνητος, ἕως ἀποστῇ τῆς ἀκαθαρσίας. Εἰ δέ τις
πρὸ τῶν ἑξήκοντα χρόνων εγκαταλέξεται, ἐκείνου
τὸ ἔγκλημα δίνεται.
Ο; ἔχει ἣν προέφθειρε, συγχωρούμενος ἔχειν, τὸ
ἐπιτίμιον γνώσεται.
ι'. Εἰ ὁ σύζυγος διὰ πορνείαν διαζεύγνυται, βέλ
των· εἰ δ᾽ ἀδιασπάστως συνέζευκται, συγχωρείσθω
δεχόμενος ἐπιτίμιον.
ιβ. 'Αθέσμῳ περιχαρείς γάμῳ ἐν ἀγνοίς πρε
σβύτερος, μόνης ἀπολαυέτω τῆς προεδρίας, τῆς ἐνεργείας στερούμενος.
ιγ. Ο χρεῶν ὑείων ἀποχρῆν ἐπευξάμενος, γελοῖος· δεκτέος δέ, ει μεταλήψοιτο.
π. Εἰ ἀπηγόρευται τὸ ἐμνύειν, τὸ ἐπὶ κακῷ μᾶλ
λον· ὥστε μὴ μόνον τὸ ἔργον κωλύσεις, ἀλλὰ καὶ
αὐτὸν τὸν ἐν ἀπερεύγεται ὅρκον.
ι. Ο ἁρπάζων τριετίαν ὑποπιπτέτω· εἰ δὲ ἡ
χώρα συνηκολούθησεν, ἀνεύθυνον τὸ κακόν.
bit.
8. Fratrem sororem habere uxorem,
bile est!
Impossi9. Si vidua in ministerium allecta nupserit,
despicitur: qui vero viduus est, si solum uxorem
duxerit, bigamorum penam subeat. Vidua sulent
quæ post sexaginta annos matrimonium contraxerit, excommunicetur, donec ab impuritate rei esserit. Si quis vero ante sexaginta annos allectus
fuerit, crimine obstringetur.
10. Qui habet eam quam prius corrupit, modo ci
permittatur habere, multæ subjacebit.
11. Si conjux propter fornicationem disjungatur,
melius: si vero indivulse copulatus sit, id el concedatur, suscepta pœna.
ις'. Τὴν πρὸς θάνατον ἁμαρτήσας κληρικός,
μετὰ τοῦ λαοῦ χοινωνεῖ· οὐ γὰρ δι; τὸ ἓν ἐκδεδίεξ. Ἡ κυήσασα καθ᾽ ὁδὸν, καὶ ἀμελήσασα, φονεύτρια.
επ'. Αδημοσιεύτους μὲν τὰς μοιχευθείσας, καὶ
ελεγχομένας εγνώκαμεν· ἀκοινωνήτους δὲ ἱστῶν
μεν, ἕως οὗ τὸ ἐπιτίμιον ἀποπληρώσωσιν.
εἴ. Ἐὰν ἀλόγως ἀνεχώρησεν ἡ γυνή, αὐτὴ μὲν
οὐκ ἀνεύθυνος· ὁ δὲ ἀπομείνας, ανεύθυνος.
*. Α' στρατιώτιδες αἱ διὰ τὴν τῶν ἀνδρῶν
ἀφάνειαν ἄλλοις ζευγνύμεναι, συγγνωστότεραι τῶν
ἄλλων, αἱ διὰ τὰς ἀποδημίας οὐ παραμένουσιν.
κα'. Ο τὴν ἀλλοτρίαν ἀφεὶς, καὶ λαβὼν ἐλευθέραν,
ἐπιτιμητέος μὲν διὰ τὴν πρώτην· ἐπὶ δὲ τῇ δευ
τέρα, ἀνεύθυνος.
κα. Παρὰ γνώμην πατρὸς ἢ ἀκολουθήσασα, πόρνη
κρίνεται· εἰ δὲ καὶ οἱ γονεῖς διαλλαγεῖεν, καὶ τὸ
γεγονός θεραπείαν ἔχειν δοκεῖ, ὅμως τριετίαν ὑποππτέτω.
κγ'. Η συζῶσα μοιχῷ διαμοιχάται.
πῦ. Ἡ ἑαυτὴν ἀνδρὶ ἐπιδοῦσα δούλη, πορνεύει
υνάπτεται δε, ἡ μετά γνώμης δεσπότου· τὰ γὰρ
τῶν ὑπεξουσίων, ἀβέβαια.
κα. Ανέγκλητος ή χήρα λαμβανουσα.
12. Presbyter qui per ignorantiam in illicitum
incidit matrimonium, sols fruatur præsidentia,
functione privatus.
13. Qui se a suillis carnibus abstinere jactaverit, ridiculus; suscipiendus est vero, si iis ulatur.
14. Si interdictum est jurare simpliciter, id
magis propter malum. Itaque non solum opus prohibebis, verum etiam ipsum quod ex eo nascitur
juramentum.
18. Raptor triennio penitentia subjacebit: si
· vero vidua secuta fuerit, animadversione vacat illud
malum.
16. Clericus qui mortale peccatum commiserit,
cum populo communicat: non enim bis idem viudicatar.
17. Quæ pepererit in via, ac neglexerit, homie
cidit rea est.
18. Adulterii convictas non esse publice traducendas novimus: excommunicatas vero statimus,
donec pœnæ tempus cxpleverint.
49. Si mulier sine ratione recesserit, ipse quidem non est insons: qui vero remanserit, culpa
vacat.
20. Uxorės militum, quæ eo quod earum viri
nusquam appareant, aliis junguntur, venia digniores sunt aliis, quæ propter eorum peregrinationes.
non exspectant.
21. Qui alienam dimisit, et accepit liberam ac
solutam, corripiendus quidem est propter primam;
propter secundam vero, crimine vacal.
22. Quæ contra voluntatein patris secuta est,
scortum censetur: si vero parentes reconciliati
fuerint, factumque femedium accipere videatur,
tamen triennio pœnitentiæ subjaceat.
23. Quæ cum adultero vivit, moschatur.
24. Ancilla quæ se viro tradiderit, fornicatur;
matrimonio vero jungitur, quæ cum domini consensu id facit. Quæ cufta funt ab iis qui alienæ
potestati subditi sunt, imyalida.
25. Vidua quæ virum accipit, criminis expers
est.
col. 111–112page 26 of 26
PG 133:111κς'. Ὁ ὑπεξούσιος υίλς, καὶ δοῦλος δίχα τῶν κυ ρίων ζευγνύμενος, οὐκ ἀνεύθυνοι. κζ'. "Ο πλήξας πρὸς θάνατον, καὶ ἀρχόμενος, καὶ ἀμυνόμενος, ἀνδροφόνος. κη'. Διάκονος Ελληνι πορνευθείσα, καὶ μεταγνοῦσα Επταετίαν ὑποπιπτέτω. κθ'. Υβρίζων Χριστιανὸς τὸν Χριστὸν, ἀπὸ τῆς κλήσεως ἀνωφέλητος. λ'. Ἐγήματό τις ἀνδρὶ κατὰ ἄγνοιαν ἀφεμένῳ εἶτα τῇ προτέρᾳ ἀνέφηνεν· ἡ δ᾽ ἀφείθη· πόρνη λο γίζεται κατὰ ἄγνοιαν, καὶ εἰ θέλοι, ζεύγνυται πάλλιον δὲ, εἰ μὴ ζεύγνυται. λα'. Εγκρατίτας, και σαρκοφόρους, καὶ Ἀποτακτίτας ἀναβαπτίσεις· εἰ γὰρ καὶ λέγοιεν ὅτι εἰς Πατέρα, καὶ Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα ἐβαπτίσθησαν, ἀλλ' ἐπεὶ κακῶν ποιητὴν τὸν Θεὸν βλασ 'φημοῦσι κατὰ Μαρκίωνα, μὴ ἀναβαπτιζόμενοι, ἄδεκτοι. λβ'. Η παρ' ἀνδρὸς ἀφθεῖσα, μενέτω οὕτως εἰ γὰρ μοιχᾶται, κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον, τῆς πρὸς ἕτερον κλείεται κοινωνίας. λγ'. Φθορά κατηναγκασμένη, ἀνεύθυνος· καὶ δούλη βιαζομένη παρὰ δεσπότου, ἀνεύθυνος. λδ'. Ο τρίγαμος, ἄνομος· ὡς δὲ ῥέπει τῆς Ἐκ κλησίας τὰ τοιαῦτα βλεπόμενα, ἀστηλίτευτα κρείττω τῆς ἀνειμένης πορνείας κρινόμενα. Τοῦ αὐτοῦ ἐπιστολὴ τρίτη. α'. Οἱ κληρικοὶ παραπίπτοντες, τῶν βαθμῶν ἀπο πίπτουσιν, εἴτε ὑπηρετοῦσιν, είτε κεχειροτόνηνται. β'. Ἡ ἀμελήσασα τοῦ κυήματος δι' ἐρημίαν ἢ ἀπορίαν τῶν ἐπιτηδείων, ἀνεύθυνος. γ'. Οὐ μέγα πταίσμα τῇ χήρα δούλῃ πρὸς δεύτερον γάμον ἁρπαζομένῃ· τὸ δὲ τῆς διγαμίας ἐπιτίμιον ἔξοι. δ'. Τῶν φονευόντων τὰ ἐπιτίμια, κατὰ τὸ ἰδίωμα τῆς περιστάσεως ἐπιτείνεται, ἢ ὑφίεται. ε΄. Ο ἑκούσιος φονευτής εἰκοσαετίαν ὑποπιπτέτω Επταετίαν παραπίπτουσαι μετὰ τὴν ὁμολογίαν παρθένοι, πέντε καὶ δεκαετίαν [πεντακαιδεκαετίαν]. ὁ ἀκούσιος δεκαετίαν· ὁ πόρνος 5. Ο κλέψας καὶ μεταγνούς, ἐνιαυτόν· ἐλεγχθεὶς δὲ, ἕτερον ένα. ζ. Αρσενοκοίτης, ὡς μοιχός. Ὁ ἀλογευόμενος, ὁμοίως· ὁ ἐπίορκος, δεκαετίαν· ὁ γόης καὶ ὁ φαρ μακὸς, ὡς ὁ φονεύς. Ο τυμβωρύχος, δεκαετίαν ὁ ἀδελφόμικτος, ὡς φονεύς· ὁ ἀπειρημένος ἐν συγ γενείᾳ γάμος, κατὰ μοιχόν. η'. Ο πρὸ γάμου συναλλάσσων ἀναγνώστης μνη στῇ, μενέτω ἀναγνώστης ἀπρόκοπος κλεψίγαμος δὲ ἀπωθείσθω.
ARISTENI MONACHI SYNOPSIS CANONUM.
26. Filius patris potestati subditus, et servus citra
douinorum consensum, matrimonium contrabens,
culpae obnoxii sunt.
27. Qui percusserit ad mortem, tum gui lacessit, tum qui ulciscitur, homicida.
28. Diaconissa cum gentili fornicata, ac ponitentia ducta, septennio pœnitentiæ subjiciaΕur.
29. Christianus contumelia Christum afficiens,
nullum fructum ex vocatione sua percipiat.
50. Nupsit quædam per ignorantiam viro dimisso;
deinde priori ipse restitutus est; ipsa vero dimissa, scortum reputatur per ignorantiam, ac si
velit, nubere potest, melius vero, si non nubat.
31. Encratitas, Sarcophoros, atque Apolactitas
denuo baptizabis. Quamvis enim dicant se in Patrem, et Filium, et Spiritum sanctum esse baptizatos, verumtamen quoniam malorum auctorem
Deum impie asserunt juxta Marcionem, nisi denuo
baptizentur, non sunt recipiendi.
32. Quæ a viro dimnissa est, sic maneat; si enim
machetur, juxta Domini sermonem, alius commu1:ione excluditur.
33. Corruptio per vim admissa, crimine vacat,
alque ancilla si vim patiatur a domino, insons
est.
34. Qui tertium matrimonium contrahit, contra
leges peccat. Prout autem Ecclesiæ res nunc se
habent, ejusmodi facinora, si non publice traducantur, dissoluta fornicatione tolerabiliora judicantur.
Ejusdem epistola tertia.
4. Clerici qui in delictum incidunt, 'gradibus
dejiciuntur, sive ministrent, sive ordinati sint.
2. Quæ fetum neglexerit, propterea quod amicis
rebusque ad vitam necessariis destituta sit, crininis expers est.
3. Non magnum crimen est ancillæ viduæ, si
ad secundas nuptias rapiatur: bigamiæ vero pœnam
subit.
4. Homicidarum penæ, pro circumstandarumn
ratione, augentur aut minuuntur.
5. Voluntarius homicida viginti annos peniten112
κς'. Ὁ ὑπεξούσιος υίλς, καὶ δοῦλος δίχα τῶν κυρίων ζευγνύμενος, οὐκ ἀνεύθυνοι.
κζ'. "Ο πλήξας πρὸς θάνατον, καὶ ἀρχόμενος, καὶ
ἀμυνόμενος, ἀνδροφόνος.
κη'. Διάκονος Ελληνι πορνευθείσα, καὶ μεταγνοῦσα
Επταετίαν ὑποπιπτέτω.
κθ'. Υβρίζων Χριστιανὸς τὸν Χριστὸν, ἀπὸ τῆς
κλήσεως ἀνωφέλητος.
λ'. Ἐγήματό τις ἀνδρὶ κατὰ ἄγνοιαν ἀφεμένῳ·
εἶτα τῇ προτέρᾳ ἀνέφηνεν· ἡ δ᾽ ἀφείθη· πόρνη λο
γίζεται κατὰ ἄγνοιαν, καὶ εἰ θέλοι, ζεύγνυται·
πάλλιον δὲ, εἰ μὴ ζεύγνυται.
λα'. Εγκρατίτας, και σαρκοφόρους, καὶ ἀποτα
κτίτας ἀναβαπτίσεις· εἰ γὰρ καὶ λέγοιεν ὅτι εἰς
Πατέρα, καὶ Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα ἐβαπτίσθη
σαν, ἀλλ' ἐπεὶ κακῶν ποιητὴν τὸν Θεὸν βλασ
'φημοῦσι κατὰ Μαρκίωνα, μὴ ἀναβαπτιζόμενοι,
ἄδεκτοι.
λβ'. Η παρ' ἀνδρὸς ἀφθεῖσα, μενέτω οὕτως·
εἰ γὰρ μοιχᾶται, κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον, τῆς
πρὸς ἕτερον κλείεται κοινωνίας.
λγ'. Φθορά κατηναγκασμένη, ἀνεύθυνος· καὶ
δούλη βιαζομένη παρὰ δεσπότου, ἀνεύθυνος.
λδ'. Ο τρίγαμος, ἄνομος· ὡς δὲ ῥέπει τῆς Ἐκκλησίας τὰ τοιαῦτα βλεπόμενα, ἀστηλίτευτα κρείττω
τῆς ἀνειμένης πορνείας κρινόμενα.
Τοῦ αὐτοῦ ἐπιστολὴ τρίτη.
α'. Οἱ κληρικοὶ παραπίπτοντες, τῶν βαθμῶν ἀποπίπτουσιν, εἴτε ὑπηρετοῦσιν, είτε κεχειροτόνηνται.
β'. Ἡ ἀμελήσασα τοῦ κυήματος δι' ἐρημίαν ἢ
ἀπορίαν τῶν ἐπιτηδείων, ἀνεύθυνος.
γ'. Οὐ μέγα πταίσμα τῇ χήρα δούλῃ πρὸς δεύτε
ρον γάμον ἁρπαζομένῃ· τὸ δὲ τῆς διγαμίας ἐπιτί
μιον ἔξοι.
δ'. Τῶν φονευόντων τὰ ἐπιτίμια, κατὰ τὸ ἰδίωμα
τῆς περιστάσεως ἐπιτείνεται, ἢ ὑφίεται.
al
ε΄. Ο ἑκούσιος φονευτής εἰκοσαετίαν ὑποπιπτέτω
Επταετίαν
παραπίπτουσαι μετὰ τὴν ὁμολογίαν παρθένοι, πέντε
καὶ δεκαετίαν [πεντακαιδεκαετίαν].
tiæ subjiciatur; involuntarius, decem annos; for ὁ ἀκούσιος δεκαετίαν· ὁ πόρνος
nicator, septennium. Virgines post professionem
lapsæ, quindecim aunos.
6. Qui furatus est ac resipuit, annum pœnitentiam agat, convictus vero, duos annos.
7. Masculorum concubitor, sicut adulter. Qui
contra rationen versatus est, similiter. Perjurus,
decennio. Incantator et veneficus, ut homicida.
Qui sepulcra deprædatur, decennio. Qui cum sorore miscetur, ut homicida. Prohibitum in consanguinitate matrimonium, eadem qua adulterium
8. Lector qui ante nuptias rem habet cum sponsa, inaneat lector, ita ut ad majores gradus non
promoveatur: qui vero furtivum iniit matrimonium, expellatur.
5. Ο κλέψας καὶ μεταγνούς, ἐνιαυτόν· ἐλεγχθεὶς
δὲ, ἕτερον ένα.
ζ. Αρσενοκοίτης, ὡς μοιχός. Ὁ ἀλογευόμενος,
ὁμοίως· ὁ ἐπίορκος, δεκαετίαν· ὁ γόης καὶ ὁ φαρ
μακὸς, ὡς ὁ φονεύς. Ο τυμβωρύχος, δεκαετίαν·
ὁ ἀδελφόμικτος, ὡς φονεύς· ὁ ἀπειρημένος ἐν συγ
γενείᾳ γάμος, κατὰ μοιχόν.
pœna vindicatur.
η'. Ο πρὸ γάμου συναλλάσσων ἀναγνώστης μνηστῇ, μενέτω ἀναγνώστης ἀπρόκοπος κλεψίγαμος
δὲ ἀπωθείσθω.
Continue reading PG 133: Theorianus, Philosophus Christianus →≣ entire volume