Diplomatic text · TLG-E clean (diplomatic Greek; primary witness) + khazarzar (second witness) — PG column chips mark the printed columns.
NoticeNotitia
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
Historia Nicetæ
PG 139:287ΧΡΟΝΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΧΩΝΙΑΤΟΥ ΚΥΡ ΝΙΚΗΤΑ ΑΡΧΟΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΚΑΙ ΛΗΓΟΥΣΑ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ Αἱ ἱστορίαι δὲ ἄρα κοινωφελές τι χρῆμα τῷ βίῳ ἐφεύρηνται, εἴπερ ἐκ τούτων οὐκ ὀλίγα ἔστι ξυλλέγειν τὰ βελτίω τοῖς ᾑρημένοις. εἰδυῖαι γὰρ τὰ ἀρχαῖα καὶ ἔθη αὗται διατρανοῦσιν ἀνθρώπεια καὶ πολυπειρίαν ὑποτιθέασιν ὁπόσοι τῶν ἀνθρώπων μεγαλογνώμονες καὶ τοῦ καλοῦ αὐτόφυτον τρέφοντες ἔρωτα· καὶ κακία δὲ παρ’ αὐταῖς κωμῳδουμένη καὶ ἀγαθοπραξία ἐξαιρομένη μετρίους ὡς τὰ πολλὰ καὶ ἐπιδιδόντας τοὺς παρ’ ἑκάτερα τιθέασι ῥέποντας, ὅσοι τέως οὐχ ὑπ’ αἰσχίστης συνηθείας καὶ φαυλοτέρας τῆς ἕξεως ἀνεπιστρόφως ἔχουσι τοῦ πολυεράστου χρήματος ἀρετῆς, ἐπεὶ καὶ ἀθανάτοις ἐοίκασι δήπουθεν θνητοὶ καὶ ἐπίκηροι γεγονότες καὶ πάλαι τὸ ζῆν ἐκτοξεύσαντες ὅσους παρειλήφει τὸ ἱστορεῖν· ὀρθῶς γὰρ ἢ τοὐναντίον φαύλως βεβιωκότες εὖ τε καὶ ὡς αἰσχρῶς ἀκούουσι. καὶ τοῦ μὲν ἐς ᾅδου βέβηκεν ἡ ψυχή, πρὸς δὲ τὰ ἐξ ὧν ἡρμόσθη τὸ σῶμα ἐπαλινδρόμησε·
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
τὰ δὲ παρ’ αὐτοῦ βεβιωμένα, κἂν ὅσια εἴη, κἂν δίκαια, κἂν ἀθέμιτα, κἂν ἐφύβριστα, κἂν ἐβίω εὐδαιμόνως, κἂν κακοπραγῶν ἀνεχρέμψατο τὴν ψυχήν, ἡ ἱστορία διαπρυσίως βοᾷ. ὥστε καθ’ ἕτερόν τινα τρόπον καὶ λόγον καὶ βίβλος ζώντων ἡ ἱστορία κληθήσεται καὶ σάλπιγξ περίτρανος τὰ γραφόμενα, τοὺς πάλαι τεθνεῶτας οἷον τῶν σημάτων ἐξανιστῶσα καὶ ὑπ’ ὄψιν τιθεῖσα τοῖς βουλομένοις. Ἀλλὰ τοιάδε μὲν ἡ ἱστορία, ὡς ἐπιτρέχοντά με εἰπεῖν, αὐτοῖς δὲ τοῖς ἐπιοῦσιν οὐμενοῦν οὐδαμῶς χαρίεσσα; μὴ οὕτω μανείη τις ὡς ἥδιον ἡγεῖσθαί τι ἕτερον ἱστορίας· ἃ γὰρ οἱ πολυετεῖς τῶν ἀνθρώπων καὶ Τιθωνοῦ παλαίτεροι καὶ τρικόρωνοι, εἰ τῷ βίῳ ἔτι περιῆσαν, ᾔδεσαν ἂν καὶ ἐξηγοῦντο τοῖς φιλακροάμοσι, τὰ τῆς μνήμης ἐμπυρεύοντες καὶ τὰς τῶν πράξεων ῥυσσὰς ἀνασκάλλοντες, ταῦτα δήπου προθείη καὶ ὁ φιλίστωρ, κἂν οὐδέπω παρηλλάχει τὸν μείρακα. Διὰ ταῦτ’ οὖν καὶ αὐτὸς τὰ τοῖς κατ’ ἐμὲ χρόνοις γεγενημένα καὶ ἀνόπιν ἔτι βραχύ, μνήμης καὶ διηγήσεως ἄξια ὄντα καὶ τοσαῦτα τὸ πλῆθος καὶ τοιαῦτα τὸ μέγεθος, οὐκ ἔγνων δεῖν σιγῇ παρελθεῖν. οὐκοῦν καὶ διὰ τῆσδέ μου τῆς ξυγγραφῆς δῆλα ταῦτα τοῖς ἔπειτα καθιστῶ.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Ἐπεὶ δέ, ὡς καὶ ἄλλοι τε ξυμβαλεῖν ἔχουσι καὶ αὐτὸς δὲ συνορῶν οὐχ ἥκιστά εἰμι, τὰ τοῦ ἱστορεῖν τὸ τῆς διηγήσεως ἀσαφὲς καὶ περιβολαῖς καὶ περιόδοις ἐπεστραμμένον ὡς μὴ συνᾷδον αὐτοῖς οὐ προσίενται, φιλοῦσι δὲ τὸ σαφὲς ὡς οὐ μόνον κατὰ τὸν εἰπόντα σοφόν, ἀλλὰ καὶ συμβαῖνόν σφισι μάλιστα, οὐδὲ τούτου ἔξωθεν τοῦ καλοῦ πίπτοντ’ ἂν εὑρήσει τις τὰ γραφόμενα, οἷα καὶ ἡμῶν μὴ τὸ κομπηρὸν καὶ δυσφραδὲς καὶ κρημνώδεσιν ἀποδιειλημμένον λέξεσιν ὡς ἐπίπαν ἀσπασαμένων, εἰ καὶ χαίνοντές εἰσιν εἰς τοῦτο πολλοὶ εἴτ’ οὖν, ἀληθέστερον εἰπεῖν, ἐκλείποντες τῶν πάλαι καὶ σήμερον καὶ ὅσα τι καὶ ἐπιτήδευμα προυργιαίτατον ἐξησκηκότες διὰ μακροῦ, ἐκ τοῦ πλείονος δὲ κἀν τούτῳ δρᾶν τῇ ἱστορίᾳ προθεμένων τὰ πρόςφορα, μηδ’ ὑπερβάθμιον πόδα τείνειν ἠγαπηκότων ἢ ὅλως τοὺς ἄξονας αὐτῆς ὑπεράλλεσθαι. Ὑπὲρ γὰρ ἅπαν ἕτερον τὸ μὴ τὴν φράσιν ἁπλοῦν, ὡς ἔχω εἰπών, καὶ πρόχειρον εἰς κατάληψιν αὐτῇ διαβέβληται καὶ ἠγαπήθη ἕως σφόδρα τὸ ἄκομψον καὶ ὡς ἔχον φύσεως διηγούμενον καὶ δαιμονίως τὸ εὔληπτον περιπτύσσεται.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
τέλος γὰρ σκοπιμώτατον τὴν ἀλήθειαν ἔχουσα καὶ τῆς τε ῥητορικῆς δεινότητος καὶ τῆς ποιητικῆς λογοποιί̈ας ἀφεστῶσα κατὰ διάμετρον καὶ τὰ τούτων ἔτι διωθεῖται χαρακτηριστικά. καὶ ἄλλως δὲ κἂν οὐ βραχὺ τὸ σεμνὸν ἡ ἱστορία καὶ τὸ αἰδέσιμον ἐπισύρηται, ἐρῶσα δ’ ὅμως προκεῖσθαι σκαπανεῦσί τε καὶ σιδηρεῦσι καὶ πολλῆς γέμουσι τῆς ἀσβόλης καὶ συνήθης εἶναι τοῖς πρὸς ὅπλα καὶ Ἄρεα βλέπουσι, μηδὲ γυναιξὶ χερνήτισι δυσκολαίνουσα μεταλλευούσαις τὰ καθ’ αὑτήν, ταῖς χαριεστέραις χαίρει τῶν φράσεων καὶ τὸ φάρος τῶν ὀνομάτων εἰλικρινὲς καὶ ἀπέριττον περικεῖσθαι φιλεῖ, μήτε μὴν κεκομψευμένον καὶ ἔξαλλον. Καὶ ἡ μὲν ἱστορία, ὡς ἔνι μάλιστα, μετὰ τοῦ σαφοῦς καὶ εἰς ἐπίτομον ἐπιτροχασθήσεται· ὁ δὲ λόγος εὐγνωμονῶν συγγνώμην αἰτεῖται παρ’ οἷς εἰς χεῖρας πεσεῖται, εἰ μὴ φιλοτίμως δι’ ἃ εἴρηται καὶ ἁβρῶς ἐκπεπόνηται, ἐπεὶ καὶ ἄλλως νῦν πρώτως ἡμεῖς τῆς ὑποθέσεως ἐπιβαίνομεν τῆσδε, οἷά τινα ἐρήμην καὶ ἀστιβῆ διιέναι ἐγχειροῦντες ὁδόν, ὃ καὶ δύσεργόν ἐστι καὶ πολλῷ ὑπερκείμενον τοῦ ἴχνεσιν ἑτέρων προωδευκότων ἐφομαρτεῖν ἢ γοῦν ὡς διὰ λείας καὶ βασιλικῆς βαδίζειν ὁδοῦ εὐθυπόρως τε καὶ ἀπλανῶς.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Ἀρχὴ δέ μοι τῆς ἱστορίας ὅσα μετὰ τὸ πέρας εὐθὺς τῆς ζωῆς ἅμα καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐκ Κομνηνῶν ἄρξαντος πρώτως Ἀλεξίου συμβέβηκεν, ἐπεὶ καὶ ἐς τόνδε τὸν ἄνακτα τὸ λέγειν συνεπεράναντο ὁπόσοι τῶν πρὸ ἡμῶν τῇ συγγραφῇ προδήλως ἐπέβαλον, ἵν’ εἶεν τὰ ῥηθησόμενα παρ’ ἡμῶν συναφῆ πως τοῖς ὑπ’ ἐκείνων λεχθεῖσι καὶ ὁ λόγος οὕτω διαπλεκόμενος τρόπον τινὰ ὁλκῷ εἰκάζοιτο ῥεύματος ἐκ πηγῆς μιᾶς ἐκδιδόντι, ἢ γοῦν τὸ τῶν κρίκων ἀλληλένδετον ὑποκρίνοιτο τῇ τῶν ἀεὶ προσεχῶν ἐφάψει προϊόντων ἐς ἄπειρον. ἐν κεφαλαιώδεσι δ’ ἐπιτομαῖς τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννην τὸ ἱστορεῖν διηγήσεται, ὃς Ἀλεξίῳ διάδοχος γεγένηται τῆς ἀρχῆς, οὐδ’ ἐμβραδυνεῖ ταῖς κατ’ αὐτὸν ἀφηγήσεσιν, ὥσπερ ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἐργάσεται λόγοις, οἷα καὶ ἡμῶν μὴ τὰ τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐπὶ τῷδε παρειλημμένα συγγραφομένων κἀντεῦθεν μηδ’ ἐπιτάδην ἐχόντων ταῦτα διεξιέναι, ἀλλ’ ἅπερ εἰς ἀκοὴν ὠτίου εἰλήφειμεν ἐκ τῶν ὅσοι τῶν καθ’ ἡμᾶς τὸν βασιλέα τουτονὶ ἐθεάσαντο καὶ συνωμάρτουν ἐκείνῳ πρὸς ἐναντίους χωροῦντι καὶ τὰς μάχας συνετολύπευον. ἄμεινον δ’ ἐντεῦθεν ἄρξασθαι.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΚΥΡ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ Τῷ ἄνακτι Ἀλεξίῳ τῷ Κομνηνῷ υἱεῖς τρεῖς καὶ θυγατέρες τέτταρες ἐγεγένηντο. ἦν δὲ τῶν μὲν ἀνδρῶν ὁ Ἰωάννης κατὰ γένεσιν προφερέστερος, πρωτογενὴς δ’ ἁπάντων τῶν ἐξ ὀσφύος τῷ Ἀλεξίῳ ἡ θυγάτηρ Ἄννα καθεωρᾶτο, ἥτις εἰς λέχος τῷ Βρυεννίῳ Νικηφόρῳ συνέζευκτο, τιμηθεῖσα καισάρισσα. ὁ βασιλεὺς καὶ τοκεὺς τοίνυν Ἀλέξιος μάλιστα τῶν ἄλλων παίδων τῷ Ἰωάννῃ προσέκειτο. ἀμέλει τοι καὶ τοῦτον ἐπικρίνας τῆς βασιλείας καταλείψειν διάδοχον ἐρυθροῦ τέ οἱ πεδίλου μεταδεδώκει καὶ βασιλέα ἐνδεδώκει ἀναγορεύεσθαι. ἡ δὲ μήτηρ καὶ βασιλὶς Εἰρήνη τῇ θυγατρὶ Ἄννῃ τὴν πᾶσαν ἐκ τοῦ ἐναντίου χαριζομένη ῥοπὴν οὐκ ἀνίει παρὰ τῷ συλλέκτρῳ Ἀλεξίῳ τὸν υἱὸν Ἰωάννην ἐνδιαβάλλουσα, προπετῆ τοῦτον ἀποκαλοῦσα καὶ ὑγρὸν τὸν βίον παλίνστροφόν τε τὸ ἦθος καὶ μηδαμῇ μηδὲν ὑγιές, καὶ τιθεμένη διὰ παντὸς ἀσχολίας πάσης ἀνώτερον σπούδασμα, ὅπως μετάθοιτο τὴν γνώμην ὁ βασιλεύς, ἣν εἶχεν ἐπ’ αὐτῷ κυρωσάμενος.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ἐνιαχοῦ δὲ καὶ λόγου πρόφασιν τὸν Βρυέννιον παρεισφέρουσα παντοίοις αὐτὸν ἐπαίνοις κατέστεφεν ἅτε εἰπεῖν ἱκανώτατον καὶ οὐκ ἐλάττονα διαπράξασθαι καὶ μαθημάτων ἐλευθερίων μεταλαχόντα ῥυθμίζειν τὸ ἦθος εἰδότων καὶ πρὸς βασιλείαν ἀδιαλώβητον οὐ βραχέα συναιρομένων τοῖς ἄρχειν μέλλουσιν. ὁ δ’ Ἀλέξιος ταῦτα ἐνωτιζόμενος καὶ τὸ μητρῷον φίλτρον ἐπιστάμενος πῇ μὲν ἄλλοις ἐκ τοῦ σχεδὸν κατεπείγουσι πράγμασι χαρίζεσθαι τὸν νοῦν πλαττόμενος οὐδὲ προσέχειν ὅλως τοῖς λεγομένοις προσεποιεῖτο, πῇ δ’ ἐς σκέψιν ἀπολύων τὰ εἰσηγούμενα μὴ ἂν τὴν αἴτησιν αὐτῆς παραβλέψασθαι ἰσχυρίζετο. ἐνίοτε δὲ καὶ τοιοῦτόν τι παθηνάμενος εἴρηκεν ὦ γύναι, κοινωνέ μοι λέχους καὶ βασιλείας, οὐ τὰ πρὸς χάριν παύσῃ τῆς σῆς ὑποτιθεμένη μοι θυγατρός, ἁρμονίαν τε καὶ τάξιν ἐπιχειροῦσα λύειν ἐπαινετήν, ὡς εἴπερ θεοβλαβείας μετέσχηκας; βάλ’ ἐς τύχην ἀγαθήν· ἢ μᾶλλον δεῦρο κοινῇ συνδιασκεψώμεθα καὶ γνωσόμεθα, τίς ἐξ ἁπάντων τῶν πρώην τὰ Ῥωμαίων σκῆπτρα παρειληφότων, υἱὸν ἔχων ἁρμόδιον εἰς ἀρχήν, τοῦτον μὲν παρεβλέψατο, γαμβρὸν δὲ ἀνθείλετο. εἰ δέ ποτε καὶ τοιόνδε τι ξυμβέβηκεν, οὐ νόμον, ὦ γύναι, τὸ σπάνιον ἡγησόμεθα.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ἐπ’ ἐμοὶ δὲ καὶ μάλα καπυρὸν γελάσειε τὸ Πανρώμαιον, καὶ τῶν φρενῶν κριθείην ἀποπεσών, εἰ τὴν βασιλείαν οὐκ ἐπαινετῶς εἰληφώς, ἀλλ’ αἵμασιν ὁμογενῶν καὶ μεθόδοις Χριστιανῶν ἀφισταμέναις θεσμῶν, δεῆσαν ταύτης ἀφεικέναι διάδοχον, τὸν μὲν ἐξ ὀσφύος ἀποπεμψαίμην, τὸν δὲ Μακεδόνα εἰσοικισαίμην, τὸν Βρυέννιον οὕτω λέγων, ἐπεὶ καὶ ἐξ Ὀρεστιάδος ὥρμητο· μία δ’ αὕτη τῶν εὐδαιμόνων καὶ κρατίστων παρὰ Μακεδόσι πόλεων. τοιαῦτα πρὸς τὴν βασίλισσαν Εἰρήνην ἐμβριθῶς ὁ Ἀλέξιος φάμενος, ὅμως καὶ πάλιν τὸν μηδαμῶς ἀποειπόντα ὑποκρινόμενος, διῆγε τὴν γυναῖκα σκηπτόμενος ἀεὶ τὸν σκεπτόμενον· ἦν γάρ, εἰ καί τις ἄλλος, κρυψίνους ὁ ἀνὴρ οὗτος καὶ σοφὸν ἡγούμενος ἀεὶ τὸ περίεργον, μηδὲ τὰ πολλὰ ἐξαγγελτικὸς τοῦ ποιητέου δεικνύμενος. Ἐγγίζοντος δέ οἱ τοῦ τέρματος τῆς ζωῆς, ὁ μὲν ἔκειτο πνέων τὰ λοίσθια ἐν τοῖς κατὰ τὴν μονὴν τῶν Μαγγάνων λαμπροτάτοις οἰκοδομήμασιν, ὁ δὲ παῖς Ἰωάννης τὸν πατέρα ὁρῶν τῇ τελευτῇ πλησιάζοντα καὶ τὴν μητέρα εἰδὼς ἀποστέργουσαν καὶ τῇ ἀδελφῇ τὴν βασιλείαν μνωμένην κοινοῦται τὸ ποιητέον τοῖς ἐκ τῆς συγγενείας ἐκείνῳ φίλα φρονοῦσιν, ὧν τὰ κράτιστα ἦν ὁ ἀδελφὸς Ἰσαάκιος.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
καὶ δὴ λαθὼν τὴν μητέρα εἴσεισι τὸν κοιτῶνα τὸν πατρικὸν καὶ προσπεσὼν ὡς δῆθεν θρηνήσων ὑφαιρεῖται λάθρᾳ τῆς ἐκείνου χειρὸς τὸν σφραγιστῆρα δακτύλιον. εἰσὶ δ’ οἳ κατὰ γνώμην τοῦ πατρὸς αὐτόν φασι τόδε πεποιηκέναι, ὡς δίδωσιν ἐννοεῖν τὰ μετὰ βραχὺ ῥηθησόμενα. αὐτίκα τοίνυν ὁ Ἰωάννης τοὺς συμφράδμονας ἠθροικὼς καὶ τὸ πραχθὲν ἠγγελκὼς ἐπὶ κέλλητος μεθ’ ὅπλων πρὸς τὸ μέγιστον ἀρχεῖον ἐξώρμησε, κατ’ αὐτὴν τὴν τῶν Μαγγάνων μονὴν καὶ τὰς ἀγυιὰς ὁμοίως τῆς πόλεως ὑπὸ πλήθους τοῦ σύμφρονος καὶ τῶν κατὰ φήμην τῶν δρωμένων συναλιζομένων ἀστῶν βασιλεὺς αὐτοκράτωρ ἀνευφημούμενος. Ἡ βασιλὶς δὲ Εἰρήνη καὶ μήτηρ τοῦ Ἰωάννου, πρὸς τῶν οὕτω γινομένων ἐκθαμβηθεῖσα, στείλασα μετεπέμπετο τὸν υἱὸν καὶ παρῄνει τῶν ἐν χερσὶν ἀποσχέσθαι. ὡς δ’ ἦν ὅλος τῶν δρωμένων ὁ Ἰωάννης καὶ κατ’ οὐδένα τρόπον τῆς μητρὸς ἐπεστρέφετο, τὸν Βρυέννιον ἐπιρρώννυσιν ἐπιθέσθαι τῇ βασιλείᾳ συναρηγούσης αὐτῆς.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ὡς δ’ οὐδ’ οὕτω τὰ κατὰ σκέψιν ἑώρα προβαίνοντα, πρόσεισι τῷ ἀνδρὶ ἐπὶ κλίνης ἐρριμμένῳ καὶ βραχείαις ἀναπνοαῖς τὸν ζῶντα ὑποσημαίνοντι καὶ βαλοῦσα ἑαυτὴν τῷ σώματι καταβοᾶται λαμπρῶς τοῦ υἱέως, ὡς κρήνη μελάνυδρος τὰ δάκρυα χέουσα, ὅπως αὐτοῦ τοῖς ζῶσιν ἔτι συνταττομένου τὴν βασιλείαν οὗτος λωποδυτεῖ εἰς ἔργα βλέψας νεώτερα. ὁ δὲ οὐδέν τι πρὸς τὰ εἰρημένα παρ’ αὐτῆς ἀπεκρίνατο, ἄλλοις καιριωτέροις, οἷα εἰκός, τὸ τῆς ζωῆς βραβεύων λειπόμενον τῆς τε μετ’ οὐ πολὺ ἐκδημίας φροντίζων καὶ τοῖς ψυχαγωγοῖς ἀγγέλοις ῥέπων τὰ ὄμματα. ἐγκειμένης δὲ λιπαρεστέρως τῆς βασιλίδος καὶ μὴ ἐνεγκεῖν ὅλως ἐχούσης τὰ παρὰ τοῦ παιδὸς γινόμενα, βραχύ τι παρεμφήνας καὶ βεβιασμένον μειδίαμα ὁ Ἀλέξιος τὰς χεῖρας ἀνέσχεν εἰς οὐρανόν, ἴσως μὲν ἐπὶ τοῖς ἀφηγηθεῖσι διαχυθεὶς καὶ θύων ὑπὲρ τούτων θεῷ χαριστήρια, εἰπεῖν δὲ καὶ κέρτομον τῇ γυναικὶ καὶ σεσηρὸς ἐνιδὼν ὡς λόγους ἀνακινούσῃ περὶ ἀρχῆς, ὅτε ψυχῆς ἐφέστηκε διάστασις ἐκ τοῦ σώματος, ἢ καὶ τὸ θεῖον ἐξιλεούμενος ἐφ’ οἷς που καὶ παρεσφάλη τοῦ δέοντος.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ἡ γυνὴ δ’ οὖν ἐκ τοῦ ἀναμφιλέκτου χαίρειν οἰηθεῖσα τὸν ἄνδρα δι’ ὅσα παρ’ αὐτῆς ἠνώτιστο, ὡς ἤδη τῶν προτέρων ἐλπίδων διεψευσμένη παντάπασι καὶ διασφαλεῖσα τῶν ὑποσχέσεων, βύθιον στενάξασα εἴρηκεν· ὦ ἄνερ, καὶ ζῶν ψευδοσύναις παντοίαις ἐκέκασο ἀντίφθογγον τὴν γλῶτταν πλουτῶν τοῖς νοήμασι, καὶ νῦν δὲ ὡσαύτως τοῦ βίου ἀπαλλαττόμενος ἀμεταπτώτως ἔχεις οἷς καὶ πρώην προσέκεισο. καὶ ταῦτα μὲν ἐφέρετο τῇδε. Ὁ δέ γε Ἰωάννης κατὰ τὸ ἀρχεῖον γενόμενος οὐχ εὕρισκε ῥᾳδίαν τὴν εἴσοδον, οἷα τῶν φυλάκων μὴ πρὸς μόνην ὑπενδιδόντων τὴν τοῦ δακτυλίου ὑπόδειξιν, ἀλλὰ προσεπιζητούντων καὶ ἄλλο τι τεκμήριον τοῦ κατὰ κέλευσιν πατρικὴν ἐκεῖσε παραγενέσθαι. αἱ πύλαι τοίνυν τοῦ παλατίου χαλκείαις ῥάβδοις πλατείαις θάτερα τῶν ἄκρων βραχύ τι μετεωρισθεῖσαι κατὰ γῆς βάλλονται κἀντεῦθεν αὐτός τε μετὰ ῥᾳστώνης εἰσεληλύθει καὶ συνεισῄει τὸ ὁπλοφόρον καὶ συγγενές· οὐ βραχεῖς δὲ καὶ τῶν ἐκ τοῦ ξύγκλυδος ὄχλου συνομαρτούντων ἔνδον εἰσήρρησαν, οἳ καὶ διαρπάζειν τὸ προστυχὸν ἐπεβάλοντο.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
τῶν δὲ πυλῶν αὖθις ἐπικλιθεισῶν, οἵ τε ἐκτὸς τοῦ ἐπεισρέειν ἐπαύσαντο καὶ τὸ εἰσεφρηκὸς ἐξιέναι μὴ συγχωρούμενον ἐφ’ ἡμέρας συχνὰς ἐκεῖσε τῷ βασιλεῖ συνδιέτριβεν. ἦγε μὲν οὖν τότε πέμπτην καὶ δεκάτην ὁ Αὔγουστος μήν. Νυκτὸς δ’ ἐπιούσης ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος τοῦ ζῆν ἀπενήνεκται, ἄρξας ἐνιαυτοὺς ἑπτὰ καὶ τριάκοντα καὶ ἥμισυ μηνὸς σὺν τοῖς τέσσαρσι. κατὰ δὲ τὴν ἕω εὐθὺς μεταστέλλεται ἡ μήτηρ τὸν Ἰωάννην εἰς τὴν τοῦ πατρικοῦ σκήνους ἐξιέναι πομπαίαν πρόοδον, αὐτίκα μάλα ἀρθησομένου τε καὶ ἀχθησομένου εἰς ἣν ἐκεῖνος ἐδείματο Χριστῷ τῷ Φιλανθρώπῳ μονήν. οὐκ εἶχε δ’ αὐτῇ καὶ πειθόμενον, ἀλλ’ ἦν πρὸς τὴν μετάκλησιν ἀνανεύων, οὐ θέσμια μητρὸς παρορῶν ἢ τὴν πατρικὴν τιμὴν ἀπωθούμενος, ἀλλ’ ὅτι τὸ νεοπαγὲς ὑπεβλέπετο τῆς ἀρχῆς καὶ τοὺς ἀντιζήλους ἐδεδίει θερμὸν ἔτι ἐγκυμονοῦντας τῆς βασιλείας ἔρωτα. ὅθεν αὐτὸς μὲν ὡς οἱ πολύποδες τῶν πετρῶν ἐξείχετο τῶν ἀρχείων, τὸ δὲ πλεῖστον τῆς μεθ’ ἑαυτοῦ συγγενείας διαφῆκεν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ πατρός.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Ἡμερῶν δὲ οὐ συχνῶν διαγενομένων τὴν εἰς τὰ ἀρχεῖα πάροδόν τε καὶ ἔξοδον ἀνῆκε τῷ βουλομένῳ παντὶ τῶν τε κοινῶν πραγμάτων ἐφήπτετο, καθάπερ ᾑρεῖτο, ὡς ἤδη ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καθεστώς. ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐκ γένους καὶ οἰκειώσεως αὐτῷ προσεγγίζουσι κατὰ τὸ ἀνάλογον προσφερόμενος ἁρμοδίους ἑκάστῳ ἀπένεμε τὰς τιμάς. τῷ γε μὴν Ἰσαακίῳ τῷ κασιγνήτῳ προστετηκὼς συμφυὴς καὶ ὁμόπνους ἐδείκνυτο, καὶ ὡς φιλοῦντι μὲν ὑπὲρ ἅπαντας, μάλιστα δ’ ὡς τὰ πάντα ἢ τὰ πλείω εἰσενεγκόντι πρὸς τὴν κατάσχεσιν τῆς ἀρχῆς· τοῦτον γὰρ καθισταμένης ἔτι τῆς βασιλείας καθέδρας τε καὶ τραπέζης ἐξ ἴσου κοινωνὸν παρελάμβανε καὶ μετεδίδου τῆς ἀναρρήσεως, ὁποία ἐπιπρεπὴς τῷ τοῦ σεβαστοκράτορος ἀξιώματι, ᾧ πρὸς τοῦ πατρὸς Ἀλεξίου τετίμητο Ἰσαάκιος. καὶ φροντιστὰς δὲ τῶν δημοσίων πραγμάτων προυβάλετο ἐκ τῶν καθ’ αἷμά οἱ προσεγγιζόντων τὸν Κομνηνὸν Ἰωάννην, ὃν καὶ τῷ τοῦ παρακοιμωμένου τετίμηκεν ἀξιώματι, καὶ τὸν Ταρωνίτην Γρηγόριον, γεγονότα πρωτοβεστιάριον. ἀλλ’ ὁ μέν, ὅτι μὴ τῷ δακτύλῳ τὸ πᾶν διεπέττευε, σοβαρὰν προφαίνων ὀφρὺν καὶ φρονηματιώδης ὡς οὔ τις ἄλλος δεικνύμενος τὸν φροντιστὴν ἀπεφορτίσατο τάχιον·
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ὁ δέ γε Γρηγόριος τῆς προκειμένης ἐχόμενος μηδὲ μακρὰ βιβὰς ἢ γοῦν ἐπεκτείνων πόδας ὑπερβαθμίους μονιμωτέρας ἰσχύος μετείληχε. παρεζεύχθη δ’ ἐς ὕστερον τουτωὶ̈ καί τις Γρηγόριος ἕτερος, ᾧ Καματηρὸς ἡ ἐπίκλησις. ὁ δ’ ἀνὴρ οὗτος λόγιος μέν, τὸ δὲ γένος οὐκ ἀριπρεπὴς οὐδ’ ἐπίπαν εὐπάρυφος, τῷ βασιλεῖ δ’ Ἀλεξίῳ προσληφθεὶς καὶ τοῖς ὑπογραμματευομένοις καταλεγεὶς τὰς ἐπαρχίας ἀμφεποτᾶτο κἀκ τοῦ τάσσειν φόρους ταύταις πλοῦτον τιθαιβώσσων βαθὺν ἠράσθη κατὰ κῆδος βασιλεῖ συναφθῆναι. οὐκοῦν καὶ προσπλακεὶς μιᾷ τῶν αὐτοῦ συγγενῶν λογοθέτης τῶν σεκρέτων προβάλλεται. Ἴσχυε δ’ ὑπὲρ πάντας παρὰ τῷδε τῷ βασιλεῖ καὶ τὰς πρώτας ἐκαρποῦτο τιμὰς ὁ Ἀξοὺχ Ἰωάννης. ἦν δ’ οὗτος Πέρσης τὸ γένος, τῆς δὲ Βιθυνῶν προκαθημένης πόλεως Νικαίας ὑπὸ τῶν ἑσπερίων ἁλούσης ταγμάτων, ἡνίκα τῆς ἐς Παλαιστίνην πορείας εἴχοντο, συνέχεται καὶ αὐτὸς καὶ τῷ βασιλεῖ Ἀλεξίῳ δῶρον παρέχεται. ἧλιξ δ’ ὢν Ἰωάννῃ τῷ βασιλεῖ συμπαίστωρ αὐτῷ προσείληπτο καὶ τῶν οἰκιδίων καὶ προκοίτων ὁ προσφιλέστερος κρίνεται.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ἐπεὶ δ’ ἐπέβη τῆς βασιλείας, πᾶσαν ὑπερανέβη πρεσβυτέραν παραδυνάστευσιν, μέγας τιμηθεὶς δομέστικος, ὡς καὶ πολλοὺς τῶν ἐριτίμων κατὰ γένος βασίλειον ἀποβαίνειν τοῦ ἵππου καὶ τούτῳ ἀπονέμειν προσκύνησιν κατὰ συγκυρίαν ὑπαντιάζοντας. ἦσαν δὲ τῷ ἀνδρὶ τῷδε οὐ μόνον χεῖρες δεδιδαγμέναι πρὸς πόλεμον, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐποιί̈αν τῶν δεομένων ὀξεῖαί τινες καὶ εὐκίνητοι. ἀτὰρ τὸ εὐγενὲς τῆς γνώμης καὶ ἐλευθέριον τὸ μὴ ἔχον οὕτω τοῦ γένους τὰ πολλὰ συνεσκίαζε καὶ ποθεινὸν παρὰ πᾶσι τὸν Ἀξοὺχ ἀπειργάζετο. Ἀλλ’ οὔπω ἐνιαυτὸς ἀκριβῶς τῷ βασιλεῖ διεγένετο, καὶ καττύεται τούτῳ παρὰ τῶν ἐκ γένους ἐπιβουλή, καθ’ ὃν οὐκ ἔχει τις τρόπον εἰπεῖν, κατ’ αὐτοῦ βαρυμηνιώντων καὶ ὄμμα οἱ ἐπιρριπτούντων βάσκανον. ἀμέλει τοι καὶ σύστρεμμα τεκτήναντες πονηρὸν καὶ πίστεις δόντες ἀλλήλοις τῷ Βρυεννίῳ πάντες προστίθενται καὶ παραχωροῦσι τούτῳ τῆς βασιλείας ὡς λογικῶν ἐν μεθέξει ὄντι παιδεύσεων καὶ εἶδος τυραννικὸν προφαίνοντι καὶ κατὰ κῆδος προφερεστέρῳ βασιλικόν·
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ὡς γὰρ φθάσαντες εἴπομεν, τῇ τοῦ βασιλέως ἀδελφῇ τῇ καισαρίσσῃ Ἄννῃ συνέζευκτο, ἥτις δὴ τῆς τῶν ἐπιστημῶν πασῶν ἐπόχου φιλοσοφίας ἐδείκνυτο μέλημα καὶ πρὸς πᾶσαν ἐρρύθμιστο μάθησιν. τάχα δ’ ἂν καὶ νυκτὸς ἐπέθεντο μεθ’ ὅπλων τῶν φονουργῶν αὐλιζομένῳ τῷ βασιλεῖ κατὰ τὸ μικρὸν ἄποθεν τῶν χερσαίων πυλῶν ἱππήλατον Φιλοπάτιον, δώροις προδιαφθείραντες ἁδροῖς τὸν ἐπὶ τῶν εἰσόδων τῆς πόλεως, εἰ μὴ τὸ εἰωθὸς ὑπόνωθρον καὶ χαλαρὸν πρὸς βασιλείας ἐπίθεσιν τῆς ἐγχειρήσεως ἔπαυσε τὸν Βρυέννιον, αὐτόν τε μένειν κατὰ χώραν παραβιάσαν τῶν ξυνθηκῶν λαθόμενον, καὶ κατασβέσαν τὸ θερμὸν τῶν συνελθόντων φρόνημα· ὅτε καὶ λέγεται τὴν καισάρισσαν Ἄνναν πρὸς τὸ χαῦνον τοῦ ταύτης ἀνδρὸς δυσχεραίνουσαν ὡς πάσχουσαν δεινὰ διαπρίεσθαι καὶ τῇ φύσει τὰ πολλὰ ἐπιμέμφεσθαι, ὑπ’ αἰτίαν τιθεῖσαν οὐχὶ μικρὰν ὡς αὐτῇ μὲν διασχοῦσαν τὸ ἄρθρον καὶ ἐγκοιλάνασαν, τῷ δὲ Βρυεννίῳ τὸ μόριον ἀποτείνασαν καὶ σφαιρώσασαν. Φωραθέντων δ’ ἡμέρας τῶν ὀμοτῶν οὐδένες μὲν αὐτῶν ἐς τὸ σῶμα διελωβήθησαν ἢ καθυπεβλήθησαν μάστιξι, τῶν δὲ οὐσιῶν ἐστέρηνται ἁπαξάπαντες.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
μετὰ δέ τινα καιρὸν καὶ αὗται τοῖς πλείοσιν αὐτῶν ἀπεδόθησαν, ἐξ αὐτῆς τῆς πρωτεργάτιδος τῆς ἐπιβουλῆς Ἄννης τῆς καισαρίσσης τοῦ βασιλέως ἀρξαμένου φιλανθρωπεύεσθαι. Ἀρχὴν δ’ ἔσχε τοιάνδε τὸ οὑτωσὶ γεγονέναι. τὴν ἐν χρυσῷ καὶ ἀργύρῳ καὶ πλούτῳ παντοδαπῷ καὶ ποικίλοις ἐσθήμασιν οὐσίαν τῆς καισαρίσσης καθ’ ἕνα δόμον συνειλεγμένην ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης ἐπιστὰς ἐθεᾶτο, ναὶ μὴν καὶ εἰπὼν ὡς ἡ τάξις ἐπ’ ἐμοί πως ἀντέστραπται· τὸ μὲν γὰρ συγγενὲς πολέμιον εὕρηται, τὸ δ’ ἀλλότριον φίλιον· καὶ διὰ τοῦτο χρεὼν καὶ τὰ τοῦ πλούτου πρὸς τοὺς φιλοῦντας μεταρρυῆναι, πάντα εἰληφέναι τὸν μέγαν προσετετάχει δομέστικον. ὁ δ’ εὐχαριστήσας ἐπὶ τούτοις τῷ βασιλεῖ φιλοδωρίαν μεγίστην μεταδιώκοντι ᾔτησεν ἐνδοθῆναί οἱ τὰ εἰκότα διαλεχθῆναι. ὡς οὖν ἔλαβε τὸ ἐνδόσιμον, εἰ καὶ βιαίων εἶπε πραγμάτων καὶ πολλῆς ἀδικίας γεμόντων ἦρξεν, ὦ βασιλεῦ, ἡ σὴ ἀδελφὴ καὶ ἔργοις αὐτοῖς τὸ συγγενὲς ἀπωμόσατο, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὴν ἐκ τῆς φύσεως κλῆσιν καθάπερ καὶ τὴν σχέσιν ἀπεβάλετο.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ἀγαθοῦ τοίνυν βασιλέως καὶ εἰσέτι κασίγνητος μένουσα ἐκ μετανοίας τὸ φίλτρον αὖθις ἀνακαλέσεται, ὅπερ ἐκ παρανοίας ἄρτι ἀπώλεσε, τῇ φύσει χρησαμένη συλλήπτορι. φεῖσαι οὖν, ὦ δέσποτα, τῆς τῷ σῷ κράτει προσκεκρουκυίας ὁμογενοῦς καὶ κόλασον τῷ φιλανθρώπῳ λαμπρῶς ἤδη τῆς σῆς ἀρετῆς ἡττᾶσθαι ὁμολογοῦσαν· δὸς δὲ αὐτῇ καὶ τὰ κατ’ ὄψιν προκείμενα, οὐχ ὡς ὀφείλημα δίκαιον, ἀλλ’ ὡς δόμα ἑκούσιον, ἐπεὶ καὶ δικαιότερον ταῦτα ἐμοῦ κτήσαιτο, κλῆρον ὄντα πατρῷον κἀπὶ τὸ γένος αὖθις διαβησόμενα. τούτοις ὁ βασιλεὺς πεισθείς, ἢ ἀληθέστερον εἰπεῖν αἰδεσθείς, σὺν προθυμίᾳ περατοῖ τὴν παραίφασιν, φάμενος ὡς εἴην τοῦ ἄρχειν ἀνάξιος, εἰ σὺ περὶ τὸ γένος τοὐμὸν κριθείης φιλανθρωπότερος καὶ κέρδους περιττοῦ καὶ προχείρου ἀνώτερος. ἀμέλει τοι καὶ δίδωσι πάντα τῇ καισαρίσσῃ καὶ σπένδεται. Εἰρήνη δὲ ἡ μήτηρ καὶ βασιλὶς κατ’ οὐδένα τρόπον ἐλήλεγκται τῆς ἐπιβουλῆς μετέχουσα τοῦ υἱοῦ·
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Liber primus
μᾶλλον μὲν οὖν καὶ σοφόν τι λόγιον ἐσέπειτα γνωματεῦσαι λέγεται, μαθοῦσα τὰ μελετώμενα, ὡς δεῖ βασιλέα μὲν οὐχ ὑπόντα ζητεῖν, παρόντα δὲ μὴ μετακινεῖν, καὶ ὡς οἵας μοι τὰς ὠδῖνας οἱ σφαγεῖς ἐχάλκευον τοῦ υἱοῦ, δριμυτέρας δήπουθεν ὧν ἐν τῷ τίκτειν πεπείραμαι, ὅτι καὶ πρὸς φῶς αἱ μὲν κατήπειγον τὸ κυοφορούμενον, αἱ δ’ ἐξ ᾅδου κευθμώνων διὰ μέσων μου τῶν σπλάγχνων χωροῦσαι λυπεῖν ἀθάνατα ἤμελλον. Ὁ δὲ βασιλεὺς τοὺς Πέρσας ὁρῶν παρ’ οὐδὲν θεμένους τὰς πρὸς τὸν ἑαυτοῦ πατέρα ξυνθήκας καὶ παμπληθεὶ τῶν πόλεων καταθέοντας, ὁπόσαι περὶ Φρυγίαν καὶ ποταμὸν τὸν Μαίανδρον ἵδρυνται, ἔαρος ἐπιστάντος ἔξεισι κατ’ αὐτῶν καὶ συμβαλὼν μάχαις πολλάκις ἐκράτησε τήν τε Λαοδίκειαν χειρωσάμενος τείχεσι περιέβαλε καὶ τὸν Ἀλπιχαρὰν μετανάστην ἔθετο, ὃς τὴν ταύτης φρουρὰν ἐπεπίστευτο, καὶ τὰ λοιπὰ πρὸς τὸ δέον καταστησάμενος νόστου ἐμνήσατο. Καὶ μικρόν τι τῷ Βυζαντίῳ ἐνδιατρίψας σκηνίτης γίνεται πάλιν, τῶν ἀρχείων ἀπαναστάς. ἦν γὰρ τὰς τῶν βαρβάρων ἐπιδρομὰς φυλαττόμενος καὶ ὡς ἔχον λυμαίνεσθαι τὸ ἀνέτοιμον ὑφορώμενος.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ὅθεν χρονίζειν ᾑρεῖτο μᾶλλον τοῖς ἔξωθεν, δύο τὰ κάλλιστα κατορθοῦν ἐντεῦθεν οἰόμενος, τήν τε φυλακὴν τῶν οἰκείων χωρῶν, ἣν ὡς τὰ πολλὰ βραβεύει τὸ θύραυλον, καὶ τὴν εἰς τὰ πολέμια ἔργα τριβήν τε καὶ ἄσκησιν τῶν ταγμάτων ἀφισταμένων τοῦ οἰκουρεῖν καὶ ὡς βαφῇ σίδηρος τοῖς ἐκ τῆς καυστηρᾶς μάχης ἱδρῶσι παγιουμένων. Χειρωσόμενος τοίνυν ἀπῄει τὴν κατὰ Παμφυλίαν Σωζόπολιν. ὡς δὲ δυσάλωτος ἐδόκει τις εἶναι διά τε τὸ ἐγκαθήμενον ἔνδον ὁπλιτικὸν καὶ τὸ δυσέμβολον τῆς θέσεως καὶ περίκρημνον, τοιόνδε τι μηχάνημα κατὰ θεῖον μέτεισι. δύναμιν ἱππικὴν Πακτιαρίῳ τινὶ παραδοὺς ἐντέλλεταί οἱ συνεχῶς τῇ Σωζοπόλει ἐνιππάζεσθαι κἀπὶ τοῖς τείχεσιν ἀφιέναι βέλεμνα, εἰ δ’ ἐπεξέλθοιεν οἱ πολέμιοι, φεύγειν ἀμεταστρεπτί, μηδ’ ἐφεστάναι πρὸς πόλεμον, παριέναι δ’ οὕτω καὶ τὰς μικρὸν ἄποθεν τῆς πόλεως συνεπτυγμένας καὶ λοχμώδεις ἀτραπούς. ὁ μὲν οὖν κατὰ τὴν βασιλικὴν παραίφασιν ἔπραττεν· ὡς δὲ ἡ ἐπιδίωξις ἐπὶ πολὺ καὶ πολλάκις πρὸς τῶν Περσῶν ἐγίνετο ἐκχεομένων τῆς Σωζοπόλεως, κατασοφίζεται τὸ ἀντίπαλον ὁ Πακτιάριος ὑποκαθίσας λόχον ἐν τοῖς στενοῖς.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ἐν μιᾷ οὖν τῶν καταδρομῶν οἱ μὲν Τοῦρκοι μὴ προσκεψάμενοι τὸ ἐνέδρευμα συντονώτερον ὁμοῦ καὶ πορρώτερον ὀπίσω τῶν Ῥωμαίων ἐδίωκον, ὡς καὶ τὰς δυσχωρίας ἀπερισκέπτως παραδραμεῖν· οἱ δ’ ἐλλοχῶντες Ῥωμαῖοι ἐπεὶ εἶδον ἀπεριμερίμνως τοὺς Πέρσας ὀπίσω τῶν ἐκ τῆς συμμορίας αὐτῶν ἐπιόντας ἀνέτῳ παντὶ ῥυτῆρι καὶ πρὸς οὐδὲν ἕτερον ἀφορῶντας ἢ τὸ καταλήψεσθαι τοὺς ἐκδιδράσκοντας, αὐτίκα δὴ μάλα ἀναστάντες εὐθὺ τῆς Σωζοπόλεως ἵενται. μετὰ βραχὺ δὲ καὶ τῶν φευγόντων ἐπιστραφέντων, ἐν μέσῳ συλληφθέντες οἱ Τοῦρκοι καὶ μήτε τῇ πόλει προσεπεγγίσαι δυνάμενοι, μήτε διαδρᾶναι τοὺς ὄπισθεν ἐπιφανέντας ἰσχύοντες, οἱ μὲν σαγηνεύονται, οἱ δὲ καὶ ξίφους γίνονται πάρεργον, οὐ πολλοὶ δὲ καὶ τῇ τῶν ἵππων ἀρετῇ διασῴζονται. καὶ οὕτως ἥλω πρὸς Ῥωμαίων Σωζόπολις ἑνὶ βουλεύματι τοῦ βασιλέως σοφῷ. ἐκ δὲ τοῦδε τὸ φρούριον παρεστήσατο, ὃ Ἱερακοκορυφήτις ὠνόμασται, καὶ πλεῖστα ἕτερα πολίχνια καὶ ἐρύματα ὑπηγάγετο, πάλαι μὲν Ῥωμαίοις ὑπόφορα, τοῖς δὲ Πέρσαις τότε σπενδόμενα.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Dedicatory LettersEpistolæ nuncupatoriæ
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
Περὶ δὲ τὸ πέμπτον ἔτος τῆς αὐτοῦ βασιλείας Σκυθῶν διαβάντων τὸν Ἴστρον καὶ τὰ Θρᾳκῷα μέρη ληϊζομένων καὶ τὰ ἐν ποσὶν ἀφανιζόντων τοῦ τῶν ἀκρίδων ἀκριβέστερον ἔθνους, ἔξεισι κατ’ αὐτῶν τὰς Ῥωμαϊκὰς ἀθροίσας δυνάμεις καὶ ὡς ἐνῆν ὁπλισάμενος γενναιότατα, οὐ διὰ τὸ πλῆθος μόνον τῶν πολεμίων μηδ’ ὑποπῖπτον σχεδὸν ἀριθμῷ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ χρᾶσθαι μεγαλαυχίᾳ καὶ σὺν κόμπῳ τραχύτερον ἐπιέναι τὸ βάρβαρον, εἰς μνήμην ἄγον, ὡς ἔοικε, τὰ πονηθέντα οἱ πρότερον, ἡνίκα τὰ τῶν Ῥωμαίων σκῆπτρα διεῖπεν ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος, ὅτε εἴχετο Θρᾴκη καὶ τὰ πλεῖστα τῆς Μακεδονίας ἠρήμωτο. Τὰ μὲν οὖν πρῶτα στρατηγικῇ μεθόδῳ χρώμενος ὁ βασιλεὺς δι’ ἀποστολῆς ὁμογλώττων τοῦ τῶν Σκυθῶν ἀποπειρᾶται στρατεύματος, εἴ πως ἐς ὁμολογίας ξυμβαῖεν καὶ τοῦ διὰ μάχης χωρεῖν ἀποσταῖεν πάντες ἢ γοῦν ἔνιοι, πρὸς πλείους διῃρημένοι φυλὰς καὶ διακριδὸν στρατήγια βάλλοντες.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ἐφελκυσάμενος οὖν τόνδε τὸν τρόπον τινὰς τῶν παρ’ αὐτοῖς τὰ πρῶτα φερόντων πᾶσαν φιλοφροσύνην ἐπ’ αὐτοῖς ἐπιδείκνυται, οὐ περιττὰς μόνον ἑστιάσεις αὐτοῖς παραθέμενος, ἀλλὰ καὶ σηρικοῖς καταγοητεύσας ἱματισμοῖς καὶ κυπέλλοις καὶ λέβησιν ἀργυρέοις ὑπαγαγόμενος. καὶ τοῖς δελέασι τούτοις τὰ τῶν Σκυθῶν ὑποχαυνώσας φρονήματα ἔγνω μὴ καιρὸν εἶναι μελλήσεως, ἀλλ’ ἐπάγειν αὐτοῖς τὰς δυνάμεις κἀκ τοῦ αὐτίκα συντάξασθαι, ἕως ἔτι τὰς γνώμας ἔχοντές εἰσιν ἀμφιβόλους καὶ ῥέπουσι πρὸς ἀμφότερα, καὶ Ῥωμαίοις μὲν διανοούμενοι σπείσασθαι διὰ τὰ σφίσιν ἐπαγγελλόμενα, θαρροῦντες δὲ καὶ τὸν πόλεμον ὡς τοῦ νικᾶν ἐθάδες πάλαι γενόμενοι. Ἄρας τοίνυν ἐκ τῶν τῆς Βερόης μερῶν (ἐκεῖσε γὰρ ἐστρατοπεδεύετο) κνεφαῖος τοῖς Σκύθαις συρρήγνυται. γίνεται τοίνυν φρικαλέα τις συμβολὴ καὶ καταπληκτικωτέρα τῶν πώποτε μάχη συνίσταται· οἵ τε γὰρ Σκύθαι γενναίως ἐδέξαντο τὸ ἡμέτερον στράτευμα τῇ τῶν ἵππων ἐπελάσει καὶ τῇ τῶν τοξευμάτων ἐπαφέσει καὶ ταῖς βοαῖς ἐν ταῖς ἐμβολαῖς δυσαντίβλεπτοι δεικνύμενοι, καὶ Ῥωμαῖοι καθάπαξ ἐν τῷ ἀγῶνι γενόμενοι ὡς ἡττήσοντες ἢ θανούμενοι προύθεντο μάχεσθαι.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
καὶ αὐτὸς δὲ βασιλεύς, τοὺς ἑταίρους ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ ὅσον περὶ τὴν τοῦ σώματος φυλακὴν ἀποτέτακτο, ἀεί πως ἐπεβοήθει τοῖς κάμνουσι μέρεσιν. Αὐτὸ μέντοι τὸ Σκυθικὸν κατὰ τόνδε τὸν πόλεμον καὶ τοιοῦτόν τι ἐκακοτέχνησεν ἐκ προσκέψεως, ποριζούσης αὐτῷ τῆς ἀνάγκης τὰ δέοντα. συναγαγὸν δὴ πᾶσαν ἅμαξαν εἰς σχῆμα περιφερὲς αὐτὰς διατίθησι· καὶ τούτων ἄνωθεν στήσαντες μοῖραν οὐκ ὀλίγην ἐκ τοῦ σφῶν στρατεύματος ὅσα καὶ χάρακι ἐχρῶντο τῷ μηχανήματι καὶ πολλὰς δι’ αὐτῶν ἐγκαρσίους παρόδους ῥυμοτομήσαντες, βιαζόμενοι μὲν ὑπὸ Ῥωμαίων καὶ τὰ νῶτα πρὸς τὴν τάξιν τῶν προσώπων μετατιθέμενοι, ὥσπερ τεῖχος ἐχυρὸν τὰς ἁμάξας εἰσέτρεχον καὶ διετίθουν οὕτω τὴν φυγὴν πρὸς τὸ εὖ, εἶτ’ αὖθις ἐκεῖθεν μετ’ ἀνοχὴν ὡσεὶ διὰ πυλῶν ἀνακλινομένων ἐκπίπτοντες ἔργα χειρὸς ἀνδρείας ἐδείκνυον. καὶ ἦν τὸ γινόμενον τοῦτο τειχομαχία τις ἀκριβὴς ἐν μέσῃ πεδιάδι σχεδιασθεῖσα παρὰ Σκυθῶν, ὡς συμβαίνειν ἐκ τοῦδε τὰ τῶν Ῥωμαίων ἐπ’ ἀτελέστοις μογεῖν. Ἦν οὖν τηνικαῦτα τὸν Ἰωάννην ὁρᾶν σοφόν τι χρῆμα τοῖς ὑπ’ αὐτὸν καθιστάμενον·
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
οὐ γὰρ ἀγαθὸς μόνον καὶ ποικίλος τὸ ἦθος ἐδείκνυτο σύμβουλος, ἀλλὰ καὶ πρῶτος παρεῖχε πέρατι ὁπόσα στρατηγοῖς καὶ τάγμασιν ὑπετίθετο. τὸ δὲ δὴ καινὸν καὶ πολλὴν ἐκείνῳ μαρτυροῦν τὴν εὐσέβειαν, ὁπότε τῶν Ῥωμαίων αἱ φάλαγγες ἔκαμνον ἐπιβριθόντων τῶν πολεμίων καὶ συμπιπτόντων παραβολώτερον, τὴν τῆς θεομήτορος εἰκόνα παρεστῶσαν ἔχων, μετ’ οἰμωγῆς ἐμβλέπων, ἐλεεινοῖς τοῖς σχήμασι θερμότερα τῶν ἐναγωνίων ἱδρώτων κατέλειβε δάκρυα. καὶ ἦν οὔκουν εἰς κενὸν διαπραττόμενος οὑτωσί, ἀλλ’ ἐκ τοῦ μάλα αὐτίκα τὴν ἐξ ὕψους θωρακιζόμενος δύναμιν τὰς Σκυθικὰς ἐτροποῦτο παρεμβολάς, ὡς Μωϋσῆς πρότερον τῇ τῶν χειρῶν ἐκτάσει τὰς Ἀμαληκίτιδας ἴλας ἐνέκλινεν. Ἀναλαβὼν δὲ καὶ τοὺς ὑπασπιστάς, οἳ περιμήκεσιν ἀσπίσι καὶ πέλυξιν ἑτεροστόμοις φράγνυνται, ὡσεὶ τεῖχος ἄρρηκτον τοῖς Σκύθαις ἀντιπροβάλλεται. ἀμέλει καὶ ὑπ’ αὐτῶν διαλυθέντος τοῦ ἐκ τῶν ἁμαξῶν ἕρματος καὶ εἰς χεῖρας οὕτω τοῦ πολέμου συνερχομένου, γίνεται τῶν ἐναντίων τροπὴ καὶ φυγὴ ἀκλεὴς καὶ Ῥωμαίων εὐθαρσὴς ἐπιδίωξις. κατὰ χιλιοστύας τοίνυν πίπτει τὸ ἁμαξόβιον καὶ διαρπάζονται χάρακες·
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
τὸ δὲ συλληφθὲν δορυάλωτον καὶ ἀριθμοῦ κρεῖττον ὁρᾶται, ὥσπερ καὶ τὸ προςρυὲν αὐτόμολον τῷ πόθῳ τῶν ζωγρηθέντων ὁμογενῶν, ὡς ἐκ τούτου καὶ κώμας συνοικισθῆναι καθ’ ἑσπέριόν τινα λῆξιν Ῥωμαϊκήν, ὧν καὶ εἰσέτι σμικρὰ οὐχὶ πάνυ ἐμπυρεύματα σώζονται, οὐκ ὀλίγους δὲ καὶ εἰς σπείρας καταλεγῆναι συμμαχικάς, ἀποδοθῆναι δὲ καὶ μοίρας πλείονας συνειλημμένας τῇ στρατιᾷ. Τοιαύτην νίκην περιφανῆ κατὰ Σκυθῶν ὁ Ἰωάννης ἀράμενος καὶ μέγιστον στήσας τρόπαιον τὰς εὐχὰς θεῷ ἀποδίδωσι, τὴν τῶν Πετζινάκων λεγομένην ἐς ἡμᾶς τελετὴν εἰς ἀναμνηστήρια τῶν πεπραγμένων ἀποτάξας καὶ χαριστήρια. Μικρῷ δὲ ὕστερον καὶ κατὰ τοῦ τῶν Τριβαλλῶν ἔθνους (εἴποι δ’ ἄν τις ἕτερος Σέρβων), κακουργοῦντος καὶ τὰς σπονδὰς συγχέοντος, στρατείαν ἐκήρυξε, καὶ συμβολῆς γενομένης, κατὰ κράτος ἡττήσας καὶ τοῦτο τὸ βάρβαρον πρὸς σπονδὰς ὑπηγάγετο, μηδ’ ἄλλως δεικνύμενον ἀξιόμαχον, οἷα καθυποκύπτον ἀεὶ ταῖς ἐκ γειτόνων ἀρχαῖς. καὶ λείαν ἐκεῖθεν ἐλάσας οὐ σταθμητὴν καὶ πλείστων ὠφελειῶν ἐμπλήσας τὸ στράτευμα ἐς τὴν ἕω διαβιβάζει τὸ τοῦ πλήθους αἰχμάλωτον.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
καὶ κατὰ τὴν Νικομήδους ἐπαρχίαν ἀποτάξας αὐτῷ τὴν κατοίκησιν καὶ γῆν διαρκεστάτην ἀποδασάμενος, τὸ μὲν τοῦ δορυκτήτου λεὼ τοῖς στρατεύμασιν ἐγκατέμιξε, τὸ δὲ παρῆκεν εἰς δασμοφόρησιν. Καὶ πατὴρ δὲ ἀρρένων παίδων ὁ βασιλεὺς οὗτος φανεὶς τῷ μὲν προήκοντι κατὰ γένεσιν (Ἀλέξιος τῷδε τὸ ὄνομα) πορφυρίδος μετέδωκε καὶ πεδίλοις ἐρυθροῖς ὑποδεῖσθαι διαφῆκε τὰ βάθρα τοῦ σώματος καὶ συνευφημεῖσθαί οἱ παρεῖχεν, ὁπηνίκα Ῥωμαίων αὐτοκράτωρ ἐκεῖνος ὑπὸ τῶν συνειλεγμένων ὄχλων ἀνηγορεύετο· τὸν δὲ μετ’ αὐτὸν Ἀνδρόνικον Ἰσαάκιόν τε τὸν ἐπὶ τῷδε καὶ τὸν ἐφεξῆς καὶ τέταρτον Μανουὴλ σεβαστοκρατορικαῖς ὑπεξαίρει τιμαῖς. Φασὶ δὲ ὡς κατ’ ὄναρ ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης θεάσαιτο τὸν νεοστεφῆ υἱὸν τὸν Ἀλέξιον θηρίῳ ἔποχον λέοντι καὶ τοῦτον ἐκ τῶν ὤτων ἡνιοχεῖν, μηδενὸς ἑτέρου ὑπόντος ἐπιτηδείου πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ θηρός. ἦν δὲ ἡ σύγκρισις τοῦ ἰνδάλματος, ὡς μέχρι καὶ προσρήματος ψιλοῦ καὶ γυμνῆς πραγμάτων ἀνακηρύξεως ἐπιτευξεῖται τῆς βασιλείας ὁ παῖς, τῆς δὲ μείζονος ἀποπεσεῖται κυριαρχήσεως, ὃ καὶ μικρῷ συμβέβηκεν ὕστερον· θανάτῳ γὰρ τὴν ἐξ ἀνθρώπων ἐστείλατο.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Περὶ δὲ θέρειον ὥραν τὸν Ἴστρον διαβάντες οἱ Οὖννοι τήν τε Βρανίτζοβαν ἐξεπόρθησαν, κατερείψαντες τὰ τείχη καὶ τοὺς λίθους μετενεγκάμενοι εἰς τὸ Ζεύγμινον, καὶ τὴν Σαρδικὴν ἐληί̈σαντο, τὰς ἐπὶ φιλίᾳ τῇ πρότερον ὁμολογίας ἀποσεισάμενοί τε καὶ διαξάναντες. ἦν δὲ ἡ μὲν ἐνδόμυχος αἰτία ταυτησὶ τῆς διαφορᾶς τὸ τὸν Ἀλμούζην παρὰ βασιλέα ἐλθεῖν καὶ προςδεχθῆναι παρ’ αὐτοῦ ἀσμενέστατα, κασίγνητον ὄντα Στεφάνου τοῦ τῶν Οὔννων κατάρχοντος, ἡ δ’ εὐπρόσωπός τε ἅμα καὶ πρόδηλος ἀφορμὴ τὸ τοὺς οἰκήτορας Βρανιτζόβης λῃστρικῶς ἐπιτίθεσθαι τοῖς παραβάλλουσιν ἐκεῖθι Οὔννοις κατ’ ἐμπορίαν καὶ δρᾶν ἐπ’ αὐτοῖς τὰ χείριστα. Ἅτε δ’ ἀπροόπτως τοῦ κακοῦ τοῦδε ξυνενεχθέντος, τότε μὲν τῇ κατὰ Φιλιππούπολιν ἐνδημίᾳ τὰ τῆς προμηθείας ὁ βασιλεὺς ἐπεμέτρησεν, Οὔννους ἐκεῖθεν μετανάστας θέμενος· τῷ δ’ ἐπιόντι καιρῷ πρὸς παρασκευὴν τῶν οἰκείων καὶ ἄμυναν τῶν πολεμίων χρησάμενος τὰς δυνάμεις συνήθροισε καὶ νῆας ταχυναυτούσας ἡτοίμασε καὶ ταύτας εἰς τὸν Ἴστρον διὰ τοῦ Πόντου κατακολπίσας ὑδραῖος ὁμοῦ καὶ χερσαῖος τοῖς ἀντιπάλοις ἐφίσταται.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
διελθὼν δὲ τὸν ποταμὸν μετὰ τῆς στρατηγίδος τριήρους καὶ τὸν στρατὸν καταστησάμενος ἐς τὸ πέραν ἱππομαχίᾳ καὶ δοράτων ἀγκοινήσει τὸ συνελθὸν Οὐννικὸν διεσκέδασε. Χρονίσας δὲ τῇ πολεμίᾳ καὶ καρτερικώτατος φανεὶς ἑαυτοῦ τοῦ τε Φραγγοχωρίου ἐκράτησεν, ὅπερ ἐστὶ τῆς τῶν Οὔννων γῆς τὸ πιότατον, ἐς πεδία ὑπτιάζον ἱππήλατα, μεταξὺ τῶν ποταμῶν Σαούβου καὶ Ἴστρου ἀναπεπταμένον, καὶ τὸ Ζεύγμινον παρεστήσατο καὶ κατ’ αὐτὸν ἐλάσας τὸν Χράμον λείαν πλείστην περιεβάλετο. ἔπειτα καὶ τῷδε τῷ γένει μεθ’ ἑτέρας συμπλοκὰς σπεισάμενος τά τε πρὸς εἰρήνην διαθέμενος καὶ τὸ λοιπὸν βαρβαρικόν, ὁπόσον καθ’ ἑσπέραν Ῥωμαίοις ἄγχουρον, ἐς φιλίαν ἆκον ὑπαγαγόμενος, ἐν οἷς πολλάκις εὐρόησε κατὰ πόλεμον, δεῖν ᾠήθη καὶ τὰ ὑπερόρια φῦλα, καθ’ ὃν ἂν καὶ δύναιτο τρόπον, ὑποποιήσασθαι, καὶ τούτων ὁπόσα μάλιστα τῇ ἐμπορίᾳ καὶ ἀγυρτείᾳ προςκείμενα μετὰ πλοίων ἐς τὴν Κωνσταντίνου καταίρουσιν. οὐκοῦν καὶ εἶχεν οἰκειωσάμενος τὴν παράλιον Ἰταλίαν ὅλα λαίφη διαπετῶσαν ἐς τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Ἠρεμησάντων δ’ οὕτω τῶν καθ’ ἑσπέραν γενῶν, ἐς τὴν ἕω διαβιβάσας τὸ στράτευμα τοῖς τὴν Κασταμόνα κατέχουσι Περσαρμενίοις ἐπιθέσθαι ἔγνωκεν. ὅθεν διὰ τῆς τῶν Βιθυνῶν καὶ Παφλαγόνων ἐπαρχίας ἐλάσας ἐκεῖσέ τε παραγίνεται καὶ κλίμαξιν ὅτι πλείσταις χρησάμενος καὶ κύκλῳ περιστήσας τὰς ἑλεπόλεις αὐτῆς τε τῆς Κασταμόνος κρατεῖ καὶ τὸν ταύτης σατραπεύοντα Περσαρμένιον ἀπειπόντα περὶ τῶν ὅλων φυγάδα δείκνυσιν. οὐκ ὀλίγον δὲ πλῆθος Περσῶν ἐκεῖθεν ἀπαγαγὼν αἰχμάλωτον πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπανέζευξε. Τοίνυν καὶ κηρύξας ἐπὶ τῷ τροπαίῳ τουτωὶ̈ θρίαμβον ἅρμα διειλημμένον ἀργύρῳ παγῆναι προσετετάχει· καὶ ἦν τὸ ἅρμα θαυμάσιον οἷον γενόμενον καὶ λίθοι τῶν μὴ πάνυ τιμαλφῶν ἐνιαχοῦ αὐτὸ ἤγαλλον. ἐνστάσης δὲ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ πρόοδος ὥριστο, ἅπας πέπλος τὰς ἀγυιὰς κατηγλάϊζε χρυσοϋφής τε καὶ περιπόρφυρος. οὐδὲ τὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων ἀπῆν ἐκεῖθεν εἰκάσματα, ὁπόσα ἱστουργικὴ χεὶρ ἐπίπλοις ἐνετυπώσατο, ἃ καὶ εἴρηκεν ἄν τις ἔμψυχα, οὐκ ἐνυφαντά. ἦν δὲ τοῦ ἄγασθαι ἄξια καὶ τὰ περὶ τὴν πάροδον ἑκατέρωθεν πρὸς ὑποδοχὴν τῶν θεωμένων διὰ ξύλων πήγματα καὶ ἴκρια.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
χῶρος δὲ τῆς πόλεως ἦν, ὃς οὑτωσὶ διεσκεύαστο, ὁ διήκων ἐκ τῶν ἑῴων πυλῶν τῆς πόλεως ἐς αὐτὸ τὸ μέγα παλάτιον. καὶ δὴ τὸ μὲν τέτρωρον εὐτρεπὲς καὶ εἷλκον τοῦτο πίσυρες ἵπποι καλλίτριχες χιόνος λευκότεροι. ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν τοῦ ἅρματος ἐπίβασιν παρεικὼς τὴν τῆς θεομήτορος εἰκόνα τούτῳ ἐπανεβίβασεν, ἐφ’ ᾗπερ ἦν γεγηθὼς καὶ τὴν ψυχὴν ἐκλείπων αὐτήν· καὶ τὰς νίκας ὡς συστρατηγέτιδι ἀμάχῳ ἐπιγραφόμενος καὶ δοὺς ἄγειν τὰ χαλινὰ τοὺς παρ’ ἐκείνῳ δυναμένους τὰ μέγιστα καὶ τοῖς ἐκ γένους ἐγγίζουσιν ἀμφιπονεῖσθαι τὸ ἅρμα ἐνδοὺς προῆγεν αὐτὸς σταυρικὸν σημεῖον χειριζόμενος καὶ ποσὶ τὴν πορείαν ποιούμενος· καὶ τὸν ἐκ τῆς τοῦ θεοῦ Σοφίας παρωνυμούμενον νεὼν εἰσιὼν καὶ τὴν ἐπὶ τοῖς κατωρθωμένοις ἀνθομολόγησιν Κυρίῳ τῷ θεῷ ἀπονείμας τοῦ λεὼ παντὸς ἐνώπιον τῷ ἀρχείῳ οὕτως παρέβαλεν. Οὐ πολλοῦ δὲ διαλιπόντος καιροῦ, ἀλλ’ ὥστε καὶ αὐτὸν ἐποφθῆναι τοῖς ὑπηκόοις καὶ θεάτροις διαχυθῆναι, προσειπεῖν δὲ καὶ τὸν στρατιώτην τὰ οἴκοι χρόνιον καὶ διαναπαῦσαι τὸν ἵππον καὶ τὴν λόγχην ἀκέσασθαι, αὖθις κατὰ Κασταμόνος ἐστράτευσεν.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
ὁ γὰρ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον τῆς Καππαδοκῶν χώρας κρατῶν Περσαρμένιος Τανισμάνιος μετ’ ἰσχύος μείζονος ἐπιὼν τειχομαχίᾳ τὴν πόλιν εἷλε καὶ τῷ ξίφει κατὰ τῶν φυλάκων Ῥωμαίων ἐχρήσατο. βασιλεὺς τοίνυν ἐκεῖσε παραγενόμενος τὸν μὲν Τανισμάνιον ἐξ ἀνθρώπων εὗρε γεγενημένον, Μουχούμετ δέ τινα τὴν Κασταμόνα διέποντα, διάφορον τῷ τῆς Ἰκονίου πόλεως ἀρχηγῷ Μασούτ. συμφόρῳ γοῦν τῷ καιρῷ πρὸς σύναρσιν τῶν καθ’ αὑτὸν πραγμάτων ὁ βασιλεὺς χρώμενος σπένδεται τῷ Μασοὺτ καὶ συμμαχίαν εἰληφὼς ἐκεῖθεν ἔπεισι τῷ Μουχούμετ. ὁ δὲ πρὸς ἀμφίστομον στράτευμα οὔκουν ἑαυτὸν εἰδὼς ἀξιόμαχον ὕπεισι τὸν ὁμόφυλον Μασοὺτ καὶ καταλύσας τὴν ἔχθραν ἄλλοις τε οἷς ἐκείνῳ διὰ γραμμάτων ἐσήμανεν, ἀλλὰ δὴ καὶ τῷ εἰπεῖν ὡς προσρυεὶς τῷ βασιλεῖ Ῥωμαίων, εἰ μὴ καταλλαγεῖεν αὐτοί, κακῶς διάθοιτο τὰ Περσῶν, πείθει τὸν Ἰκονιέα Μασοὺτ ἀποσχέσθαι μὲν βασιλέως, ἐκείνῳ δὲ προσρέψαι καὶ λῦσαι τὴν συμμαχίαν. οὗ μετὰ βραχὺ συμβάντος καὶ νυκτὸς οἰχομένων τῶν τῷ βασιλεῖ παρὰ τοῦ σουλτὰν ἐκπεμφθέντων ἐπικούρων Περσῶν, οὐκ εὔοδα τὸ ἐκ τοῦδε Ῥωμαίοις τὰ τῆς προκειμένης ἐκστρατείας γεγόνασιν.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Liber II
Fabrot's BreviaryFabroti Brevarium
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
ὅθεν ἀναχασάμενος ἐκεῖθεν καὶ κατὰ τὸ πόλισμα ἐναυλισάμενος, ὃ περὶ τὸν Ῥυνδακὸν ποταμὸν αὐτὸς ἐδείματο, αὖ πάλιν τῆς κατὰ τοῦ Μουχούμετ ἀκμαιότερον ἥψατο καὶ Ῥωμαίοις ἐπανασωσάμενος Κασταμόνα οὐδὲ τῆς Γάγγρας ἀπέσχετο. μία δέ ἐστιν αὕτη τῶν περιφανῶν καὶ μεγίστων Ποντικῶν πόλεων, οὔπω πρώην Πέρσαις καθυποκύψασα. Ταύτῃ τοι καὶ νόμῳ πολέμου τὰ περὶ τὴν πόλιν ταύτην ὑπαγαγόμενος πρότερον, ἔπειτα καὶ χάρακα ἔβαλεν ἐπ’ αὐτήν. τοῦ δ’ ἐντὸς Περσικοῦ μηδὲν μέτριον φρονοῦντος ἢ καθ’ ὁμολογίαν τε καὶ σπονδὰς βασιλεῖ συγχωροῦντος τὴν εἴσοδον, τὸ τεῖχος ὁ στρατὸς περιβάλλει, εἶτα τειχομαχίαις χρησάμενος, ᾗπερ ἦν ἐπίμαχος ὁ περίβολος, συνεχῶς ἔτυπτε τοῦτον. μὴ προχωροῦντος δὲ τοῦ ἔργου διὰ τὴν τῶν ἐπάλξεων ὀχυρότητα καὶ τὸ ἐπὶ πολὺ ἐκθύμως ὑπέχειν τοὺς ἐναντίους, βάλλειν τὰ τείχη παρεὶς κατὰ τῶν οἰκιῶν ἐγνώκει διασφενδονᾶν τοὺς λίθους, προφαινομένων ἐκ τῶν ἔξωθεν κολωνῶν, ἐφ’ ὧν Ῥωμαῖοι κατεστρατοπεδεύοντο.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
οἱ γοῦν ἐπὶ τῶν μηχανῶν λίθους στρογγύλους καὶ κούφους διὰ τὸ εὐσύνοπτον ἐς ὅτι πορρωτάτω διαφιέντες, ὡς δοκεῖν ἵπτασθαι τούτους, οὐκ ἀπὸ μηχανημάτων προί̈εσθαι, τοὺς δόμους κατέσειον· οἱ δ’ ἐπὶ γόνυ κλινόμενοι καὶ τοὺς ὀρόφους διαλυόμενοι τὸ ἐνοικοῦν πλῆθος ἀπώλλυον, ὡς ἐντεῦθεν εἶναι καὶ τὴν ἐν ταῖς ἀμφόδοις ἐπισφαλῆ πάροδον καὶ τὸ ἔνδον ἡσυχῇ καθῆσθαι πάντῃ ἀσύμφορον. Διὰ ταῦτα τοίνυν καὶ τὴν τοῦ βασιλέως δὲ προσεδρείαν οὐχ ἧττον, ἐπὶ δὲ μάλιστα τὴν ὀλίγῳ πρότερον μαλακῷ θανάτῳ ἐξ ἀνθρώπων ἀφάνισιν τοῦ τῆς Γάγγρας ἐπιστατοῦντος Τανισμανίου ἑαυτοὺς καὶ τὴν πόλιν τῷ αὐτοκράτορι ἐνεχείρισαν. ὁ δὲ αὐτὴν εἰσιὼν καὶ τὸ πολὺ τῶν Περσῶν ἐκεῖθεν ἀπαγαγὼν καὶ δισχιλίους ὁπλίτας Ῥωμαίους φρουροὺς τῇ Γάγγρᾳ ἐγκαταστήσας τὴν βασιλεύουσαν εἴσεισι. Πλὴν οὐδὲ ταυτηνὶ τὴν πόλιν ἐφ’ ἡλίοις ἡ Κωνσταντίνου μακροῖς ἔβλεψεν ὑπ’ αὐτὴν κληρουμένην καὶ ταῖς λοιπαῖς ἐνταττομένην ὑπηκόοις πόλεσιν· ἀλλ’ ἐπιβρῖσαν τὸ Περσικὸν μεῖζον τοῦ προτέρου καὶ λίαν ἐπικρατέστερον καὶ βαλὸν χάρακα λιμῷ παρεστήσατο, ἄλλοις καιρίοις ἐπισπωμένου τοῦ βασιλέως καὶ τούτοις τὸν νοῦν προσέχοντος.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Τὸ δ’ ἀπὸ τοῦδε στρατείαν κατὰ τῆς Κιλίκων ἐκήρυξε, τὸν Λεβούνην, ὃς Ἀρμενίας ἦρχε, μετιέναι ποθῶν, ὡς ἄλλα τε κατήκοα Ῥωμαίοις πολίσματα χειρωσάμενον, ἀλλὰ δὴ καὶ Σελευκείας ἐπιβῆναι πειρώμενον. ἀγηοχὼς τοίνυν τὰς οὔσας δυνάμεις καὶ νεοσυλλέκτους ἄλλας αὐταῖς προσθέμενος καὶ τὰ ἐφόδια ἱκανὰ πρὸς χρονίαν ἐκδημίαν ἐνθέμενος ταῖς Κιλικίαις πύλαις ἐφίσταται· καὶ ταύτας ἀμαχεὶ παρελθὼν Ἀδάνης ἐπέβη καὶ κρατεῖ τῆς Ταρσοῦ. οὐ μέχρι δὲ τούτου περιγράψας τὸ πρόθυμον περὶ τῆς ὅλης Ἀρμενίας διαγωνίζεται, ὅθεν πῇ μὲν ὁμολογίᾳ χειρούμενος τὰ τῶν φρουρίων ἐπικαιρότατα, πῇ δὲ διὰ μάχης αὐτὰ ὑπαγόμενος, ἐγκρατὴς ἁπάσης τῆς χώρας γίνεται.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Ἐπιστὰς δὲ σὺν ἄλλοις καὶ ἀποτόμῳ τινὶ ἐρύματι, ὅπερ Βακὰ ὀνομάζεται, ἐπεὶ μὴ χεῖρας προύτεινον αὐτῷ οἱ ἐντός, οὔτε μὴν προυχώρουν εἰς εἰρηναίας ξυμβάσεις, διαλαμβάνει τοῦτο παντὶ τῷ στρατεύματι βαλὼν χάρακα, μὴ ἂν ἐκεῖθεν ἀπᾶραι τὸ παράπαν ἰσχυριζόμενος, εἰ μὴ τοῦ πολίσματος ἐγκρατὴς ὀφθήσεται, κἂν εἰ πολιωθῆναί οἱ ξυμβαίη τῇ προσεδρείᾳ τὴν κεφαλὴν καὶ ταῖς χιόνων παλυνθῆναι πολλάκις καταφοραῖς, εἰς νοῦν ἄγων ἅμα τοῖς πολιορκουμένοις ὅσα μὲν πάθοιεν εὖ παρ’ αὐτοῦ ὑπενδόντες καὶ ὑπεκστάντες αὐτῷ τοῦ ἐρύματος, οἵοις δ’ αὖ χειρίστοις ὑποβληθεῖεν πολέμου νόμῳ ἑαλωκότες καὶ τὴν στρατιὰν ἰδόντες εἰσρυεῖσαν ἔνδοθεν. ἦν δ’ ἀσπίσι ταῦτα ἐπᾴδων ἑκοντὶ κωφευούσαις πρὸς τὰ ὑποψαλλόμενα παρὰ σοφοῦ φαρμακοῦ καὶ σμήχων ἄντικρυς διηλέγχετο τὸν Αἰθίοπα. Οἱ γὰρ τοῦ φρουρίου Βακὰ τὴν ἐπιστασίαν πεπιστευμένοι καὶ πάντες μὲν ἀκαταπλήκτως εἶχον πρὸς τὸν ἀγῶνα, Κωνσταντῖνος δέ τις μάλιστα, τοῦ τῶν Ἀρμενίων γένους τὰ πρῶτα κληρούμενος καὶ τῶν πολλῶν ὑπερφέρων χειρὸς γενναιότητι·
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
οὐ μόνον τὸ ἐνοικοῦν πλῆθος ἐπισυνίστη καὶ διανίστη πρὸς τὸν κατὰ Ῥωμαίων πόλεμον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς τοῦ φρουρίου πολλάκις προοπτανόμενος κἀπὶ τοῦ γηλόφου μεθ’ ὅπλων ἱστάμενος, ἐφ’ οὗπερ ἡ μὲν φύσις τὴν πέτραν ἀνέδωκεν, ἡ δὲ τέχνη τείχεσιν αὐτὴν περιέβαλε καὶ ἐκράτυνεν, ὕβρεσι τὸν βασιλέα Ἑλληνίδι ἔπλυνε γλώττῃ, ἔς τε τὴν ἄκοιτιν καὶ τὰς θυγατέρας ὁ στόμαλγος ἐρεσχελῶν καὶ λόγους ἀπρεπεῖς ἀφιείς. βασιλεὺς μὲν οὖν συλλαβεῖν τὸν αἰσχρορρήμονα βάρβαρον καὶ δίκας λαβεῖν ἐξ ἐκείνου ἐγλίχετο· ὁ δὲ τῇ σφετέρᾳ πεποιθὼς ῥώμῃ καὶ μέγα τῷ δραστηρίῳ κομπάζων τῆς φύσεως ἔτι καὶ τὴν βασιλέως κατεμωκᾶτο παράταξιν καὶ προυκαλεῖτο ἀνέδην τὸν ἐπιλέγδην ἐκείνῳ συμπλακησόμενον. Ἀμέλει καὶ βασιλεὺς ἐπιτάττει τοῖς ταξιάρχαις ἐκ τοῦ αὐτίκα τῶν ἀλκίμων τινὰ στρατιωτῶν ἀντιτάξαι τῷ Ἀρμενίῳ ἀντίμαχον ἀξιόμαχον. ὡς οὖν Εὐστράτιός τις ἐκ τοῦ τῶν Μακεδόνων ἐπεκρίθη τάγματος, ἀσπὶς αὐτῷ ἐς ἀνδρόμηκες κατιοῦσα δίδοται καὶ σπάθη νεόσμηκτος ἐγχειρίζεται.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
οὕτω δ’ ὁπλισθεὶς Εὐστράτιος ἀφίσταται μὲν τῶν Ῥωμαϊκῶν ἰλῶν, περὶ δὲ τοῦ γηλόφου τὰ κράσπεδα ἐπιστὰς ὑποκαταβῆναι βραχὺ τὸν Ἀρμένιον προυκαλεῖτο, ὅπως ἐν ἰσοπέδῳ διαγωνίσωνται, εἴπερ ἀληθῶς τὴν μοναθλίαν αἱρεῖται καὶ μὴ ἐπὶ πλεῖστον ἐμπληξίας ἰὼν εἰκῇ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο σοβαρεύεται. εἰς ὕβριν τοίνυν οἰκείαν ὁ Κωνσταντῖνος τὰ τοῦ Μακεδόνος λογισάμενος ῥήματα ὡς καταιβάτης πρηστὴρ ἢ δορκὰς ὀρεσίτροφος θάμνων διαλλομένη τῷ Εὐστρατίῳ προσρήγνυται οὕτω μὲν τηλίκος τὸ τοῦ σώματος μέγεθος ὤν, οὕτω δὲ θαρσαλέος πολεμιστής, ἀσπίδα προβεβλημένος ἴσην πάντοθεν καὶ λευκήν, χάραγμα σταυρικὸν περὶ τὸ μέσον ἔχουσαν. οὐκοῦν καὶ τὴν δεξιὰν ξιφηφοροῦσαν τονώσας ἐπ’ εὐθείας τε καὶ ἐγκαρσίως ἐς τὴν ἀσπίδα πλήττων καὶ καταπλήττων οὐκ ἀνίει τὸν Μακεδόνα, οἰστρώδει προπετείᾳ χρώμενος, καὶ ἦν ἀεὶ προσδόκιμος μέγα τι κακὸν τὸν ἄνδρα ἐργάσασθαι. καὶ βασιλεὺς παντάπασιν ἀπεγνώκει, μὴ μόνον τῶν χρηστοτέρων ἐλπίδων ἀποβουκολούμενος, ἀλλὰ καὶ τὸ μὴ τεθνάναι τὸν Μακεδόνα λαμπρῶς ἀπειπάμενος.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Καὶ τοιῷδε μὲν οὖν ὁρμήματι ῥοθίῳ τοῦ Κωνσταντίνου ἐπικειμένου, ὅμως τὸν Εὐστράτιον φωναῖς ὑπήλειφον οἱ Ῥωμαῖοι καὶ ἀντιπλήττειν αὐτὸν ὑπεφώνουν. ὁ δὲ πολλάκις ἀνατείνας τὴν χεῖρα καὶ δόκησιν παρασχόμενος, ὡς πλήξειε τὸν ἀντίπαλον, ὑπεστέλλετο παρὰ δόξαν, οἷά τινος Τελχῖνος τὴν δεξιὰν ἐκείνῳ τοῦ πλήττειν ἀπάγοντος καὶ πρὸς τὸ δρᾶν ἐκτεινομένην ἐπέχοντος. ὀψὲ δέ ποτε μετὰ πολλὴν τοῦ ξίφους ταλάντευσιν τὴν χεῖρα κατενεγκὼν ὁ Μακεδὼν διχῇ τὸν Κωσταντίνου θυρεὸν διαιρεῖ, χρῆμά τι πέλωρον ὄντα καὶ ἀτεχνῶς Ἑκτόρειον· πρὸς ὅπερ Ῥωμαῖοι μὲν ἐπηλάλαξαν μετὰ πλείστης δὴ τῆς ἐκπλήξεως, ὁ δ’ Ἀρμένιος τὸ φυλακτήριον ὅπλον οὕτως ἀέλπτως ἀποβαλόμενος, μηκέτι μένειν ἐπὶ τοῦ μεταιχμίου δυνάμενος, ποσὶ τὴν σωτηρίαν ἐπρίατο, ἐπαναδραμὼν εἰς τὸ γήλοφον ὡς τὸν περὶ ψυχῆς τρέχων σὺν ὀξυτέρῳ ὁρμήματι. τοῦ δὲ λοιποῦ κατὰ χώραν μένων οὔτε Ῥωμαίων κατεφρυάττετο, οὔτε μὴν ἐς τὸν ἄνακτα καὶ τὸ γένος θρασυστομῶν σαπρολογίας ἱέναι προσέθετο βέλεμνα ἐν τῷ τὰ χείλη τείνειν κατὰ νευρὰν καὶ τοὺς ὀδόντας ὡσεὶ τόξον διατιθέναι κέρασιν ἁρμοζόμενον.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
Ἐρωτηθεὶς δὲ πρὸς τοῦ βασιλέως ὁ Μακεδών, ὅ τι δρῶν καὶ διανοούμενος τὴν μὲν χεῖρα πολλάκις ἀνέτεινεν ὡς πλήξων τὸν ἀνθιστάμενον, τὸ δὲ ξίφος ἅπαξ κατήνεγκε, σκοπὸν εἶναί οἱ διὰ μιᾶς ἔφατο τοῦ ξίφους καταφορᾶς τὴν ἀσπίδα καὶ τὸν αὐτὴν ἀνέχοντα διελεῖν Ἀρμένιον· ὡς δ’ ἐπιτελὲς οὐκ εἶχε τὸ ἐννοούμενον διὰ τὸ μὴ ἐν χρῷ τὸν διάφορον τὸν θυρεὸν ἀνέχειν, ἀλλὰ προβεβλῆσθαι κατὰ πολὺ τοῦ σώματος ἀφεστῶτα, ἔγνω μὴ ἐλινύειν διακενῆς, τοῦ δ’ οὖν ὅπλου καὶ μάλα καθικέσθαι καιρίως, εἶθ’ οὕτως μετελθεῖν τὸν πολέμιον ἄτερ ἀσπίδος γενόμενον. θαυμάσας τοίνυν ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις τούτοις ὁ βασιλεὺς δωρεαῖς μεγίσταις ἠμείψατο τὸν Εὐστράτιον. Οὐ πολλαὶ δ’ ἡμέραι παρίππευσαν, καὶ ὑποκύπτει τῷ βασιλεῖ καὶ βίᾳ ἐνδίδωσι καὶ τοῦτο τὸ φρούριον καὶ συλληφθεὶς ὁ Κωνσταντῖνος ἀπάγεται δορυάλωτος, σιδήρῳ τοὺς πόδας ἀσφαλισθείς. ἔπειτα δὲ καὶ ναῦς τριήρης τοῦτον εἰσδέχεται καταχθέντα εἰς θάλασσαν· ἥτις μετὰ μικρὸν τὰ ἀπόγεια λύσασα ἤμελλε διακομίσαι τὸν δεσμώτην ἐς τὸ Βυζάντιον.
Α τινα προεχειρίσατο Κοσμᾶν μοναχόν, τῆς ἁγίας μὲν Β πόλεως ἀφικόμενον, μεγίστῃ δὲ τιμῆ διὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν παρὰ βασιλεῖ τιμώμενον. Οἱ δὲ πολῖται, διὰ τὸ τὸν Βοτανειάτην ἐξ· Ανατολῆς ἤδη ἀναγορευθῆναι τὰ το ανάκτορα κατασχόντες χαὶ φύλακας αὐτοῖς ἐπιστήσαντες, καὶ τὸν βασιλεύοντα Μιχαήλ καθαι ρήσαντες, πρὸς τὴν τοῦ Στουδίου μονὴν παραπέμ πουσι μετ᾿ εὐτελοῦς ὑποζυγίου σὺν τῇ Αὐγούστῃ Μαρίᾳ τῇ ἐξ ᾿Αλανῶν καὶ τῷ τούτου παιδὶ Κων- σταντίνῷ τῷ Πορφυρογεννήτῳ, καὶ πρὸς τὸν μονήρη μεταλλάττουσι βίον κατὰ τὸ Σάββατον τοῦ ἁγίου Λαζάρου, βασιλεύσαντα χρόνους ζ'. Οὕτως οὖν ὁ Βοτανειάτης Νικηφόρος παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν αναίμακτον ἀπέλαβε τὴν αὐτοκράτορα ἀρχὴν κατ' αὐτὴν τὴν μεγάλην Τρίτην, καὶ ταῖς τοῦ πατριάρχου χερσὶ τῷ βασιλικῷ ταινιοῦται διαδή ματι, καὶ γυναικὶ συζεύγνυται τῇ ἐξ ᾿Αλαμανῶν Μαρίᾳ, τῆ τοῦ Μιχαὴλ συμβίῷ. Ἐβασίλευσε δὲ ἔτη γ΄. Αλέξιος ο Κομνηνὸς ἐβασίλευσεν ἔτη λζ' μῆνας δ'. Ἰωάννης ὁ τούτου υἱὸς ἔτη κδ', Μανουὴλ ὁ τοῦ- του υἱὸς ἔτη λη', 'Αλέξιος ὁ τούτου υἱὸς μειράκιον ἔτος α΄. Τοῦτον φονεύσας ᾿Ανδρόνικος ὁ πρὸς πατρὸς θεῖος αὐτοῦ ἐτυράννησεν ἔτη γ΄. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἀνε- ψιὸς αὐτοῦ Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος, ἐκράτησεν ἔτη θ'. Τοῦτον ἐκτυφλώσας ὁ ἴδιος ἀδελφὸς Ἀλέξιος ἐκρά- τησε καὶ αὐτὸς ἔτη Θ΄. Τοῦτον ἐκδιώξας τῆς βασι λείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀνεψιός Αλέξιος μειράκιον ὤν, ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἰσαακίου, ἐκράτησε μῆνας ζ'. Τοῦτον φονεύσας ὁ ἐξάδελφος Αλέξιος ὁ Δοῦκας, ὁ καὶ Μούρτζουφλος, ἐκράτησε μῆνας β΄. Φεῦ ! καὶ ταῦτα Χριστιανοί Χριστιανούς. Καὶ πῶς ἔμελλεν ἐφησυχάσαι ἡ δίκη καὶ μὴ παραδοῦναι ἡμᾶς εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξολόθρευσιν; Ο καὶ γέγονε, καὶ ἡ περίβλεπτος Κωνσταντίνου διὰ τὰς τοιαύτας ἀνα- σιουργίας παρεδόθη τοῖς Ἰταλοῖς. (α) Λ. Μ. NICETAS CHONIATES. qui e sancta civitate advenerat, maximo ab se propter eximias virtutes in pretio habitum elegit. Cives Botaniatem in Nriente imperatorem creatum audientes regiam occupant, custodes illi imponunt; imperantem Michaelem solio pulsum, vili vehiculo cum Augusta Maria ex Alanorum genere et filio Constantino Porphyrogenneta in Studii mona- sterium ablegant et monachorum albo ascribunt, sabbato qui dicitur Lazari. Imperio præfuit annos sex. Hæc ratione Nicephorus Botaniates præter om- nem exspectationem magna feria Tertia imperium occupavit minime sanguinolentum.Diademate im- peratorio patriarchæ manibus insignitur,jungitque sibi matrimonio Alamannam Mariam, Michaelis conjugem. Regnavit annos tres. Alexius Comnenus imperium tenuit annos tri- ginta septem menses quatuor, Joannes ejus filius annos viginti quatuor, Manuel ejus filius annos tri- ginta octo, Alexius hujus filius infans adhuc an- num unum. Eo trucidato, Andronicus patruus imperium in- vasit annos tres. Andronico necato, Isaacius Ange- lus fratris filius imperium obtinuit annos novem. Isaacium oculis spoliavit proprius frater Alexius, qui regnavit et ipse annos novem. Alexio imperio atque Cpoli pulso, filius Isaacii Alexius puerulus adhuc regnum obtinuit menses sex. Hunc cum occidisset patruelis Alexius Ducas, qui et Murtzu- phlus dictus est, imperio præfuit menses duos. Heu nos miseros ! et maxime cum sinus Christiani, qui talia in Christianos machinamur: et quanam ratione divinum judicium tot scelera laturum es- set, et non esset nos captivitati et internecioni traditurum ? Quod et factum est, et spectatissima urbs Constantini ob similia facinora impietatesque Italis tradita est. B C ANNO DOMINI MCCV. NICETAS CHONIATES. NOTITIA. (Ex Leonis Allalii Diatriba de Nicelis in Ang. Mai Bibliotheca nova Patrum, tom. VI. p. 25.) - De Niceta Choniatæ (a) vita ex professo egit Petrus Morellus in epistola ad Joannem Sanctandrea- num, Carcassonensis eclesiæ diaconum, quam ille ex Michaelis Choniato monodia in Nicetam fratrem,et ex Thesauro orthodoxæ fidei collegerat, et ipse Thesauro subjunxit. Nos vero nonnulla alia In primo casu Allatius plerumque Choniates scribit, sed interdum etiam Choniata.
PG 139:291τολμητίας δ’ ὢν καὶ θερμουργὸς ὁ Ἀρμένιος τοῖς φύλαξι νυκτὸς ἐπιθέμενος πλείστους ὅσους διαχειρίζεται καὶ τῶν δεσμῶν ἀνεθεὶς ὑπὸ τῶν συνόντων ἐκείνῳ θεραπευτήρων φυγὰς οἴχεται. ἀλλ’ οὔπω νεωτέροις ἐπεφύη πράγμασι, καὶ συσχεθεὶς αὖθις καταπροδίδοται βασιλεῖ. Οὐ μόνον δὲ κατὰ τὴν ἅλωσιν τοῦ Βακὰ μετ’ ἐργωδίας ὁ βασιλεὺς ἐκονίσατο, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν Ἀνάζαρβαν πρότερον τὰ πλεῖστα ἐμόγησεν. ἡ γὰρ πόλις αὕτη, κουροτρόφος οὖσα καὶ πολυάνθρωπος, ἐρυμνοῖς διείληπται τείχεσι καὶ πετρῶν ἀποτόμων ὕπερθεν ἵδρυται, τότε δὲ μᾶλλον ἀσφαλεστέρα γεγένηται παρὰ τῶν εἰς αὐτὴν ὡς εἰς κρησφύγετον συνελθόντων, ἁπάντων ὄντων φρακτῶν καὶ κρατίστων, ἐπιτειχίσματα προςειληφυῖα καὶ μηχαναῖς παντοίαις διαληφθεῖσα. βασιλεὺς μὲν οὖν μέρος τῆς αὐτοῦ στρατιᾶς προπέπομφεν εἰς αὐτήν, καὶ τοῦτο Περσικοῖς κατειλεγμένον τέλεσιν, ὧν ηὐμοίρησε πρότερον τὴν Γάγγραν παραστησάμενος, πεῖραν λαβεῖν ἐντεῦθεν τῆς τῶν Ἀρμενίων γνώμης βουλόμενος καὶ ἀκριβῶς γνῶναι πρὸς οἷς εἰσιν.
PG 139:295οἱ δὲ πρὸς τὴν θέαν τούτων θυμῷ ὑπερζέσαντες, ὡς ἀπολουμένων αὐτίκα καὶ μηδὲ τὴν πρώτην αὐτῶν ὑποστησομένων ὁρμὴν τὰς πύλας ἀνακλίναντες κατ’ αὐτῶν ἐξερρύησαν, καὶ συμβολῆς γενομένης ἡττῶσί τε τούτους τὰ νῶτα στρέψαντας καὶ ἐπὶ πλεῖστον καταδιώκουσι. συστάντων δὲ μετὰ βραχὺ τῶν φευγόντων ἐν τῷ τὴν ὄψιν μεταβαλεῖν οἷα καὶ Ῥωμαϊκῶν αὐτοῖς ἐπαρηξάντων ταγμάτων, ἡ μάχη παλίνστροφος γίνεται καὶ ἄκοντες εἰς τὸ τεῖχος ἐγκλείονται οἱ Ἀρμένιοι. Μικρῷ δὲ ὕστερον καὶ τοῖς τείχεσιν αἱ μηχαναὶ προσάγονται. καὶ οἱ λίθοι ἐκσφενδονῶνται σφαιροειδεῖς καὶ τὰς βάρεις βάλλουσιν. ἀλλ’ οὐδὲ τὸ βάρβαρον ἐπὶ τούτοις ἤρεμον ἦν, τῶν δ’ ἐπάλξεων ἄνωθεν ἐξ ἀντιπάλου στῆσαν καὶ αὐτὸ μηχανήματα βάρη τε λίθων ἠκόντιζεν ἐς τὸ στράτευμα καὶ σιδήρια σπινθηρακίζοντα ἐξετίνασσε καὶ ἦν κατὰ τοῦτο Ῥωμαίων ὡς ἐπίπαν ἐπικρατέστερον. ὅθεν τὰ μὲν πρῶτα πλεῖστοι τῶν Ῥωμαίων ἐσίνοντο·
PG 139:299εἶτα καὶ εἰς παράλογον ὡς εἰπεῖν καὶ συώδη ὁρμὴν ὑποθήξαντες ἑαυτοὺς οἱ Ἀρμένιοι ἐξιόντες καταπιμπρῶσι τὰς ἑλεπόλεις, εὐφυᾶ πρὸς ἁφὴν εὑράμενοι τοῦ πυρὸς τὰ ἐκ δονάκων ἐπισυνθέματά τε καὶ πήγματα, ἃ πρὸς ἔρυμα τῶν μηχανῶν προετέτατο. τὰ δ’ ἐπὶ τούτοις καγχασμοὶ τῶν ἀντιπάλων καὶ βρασμοὶ σώματος πρὸς διάχυσιν καὶ Ῥωμαίων παλίγλωσσοι χλευασμοὶ καὶ στομφασμοὶ κατὰ βασιλέως καὶ λῆροι μακροί. Ἀνοχῆς δὲ γενομένης καὶ τῆς μάχης ληξάσης ἐπὶ βραχύ, τά τε πετροβόλα ἐπισκευάζονται ὄργανα καὶ τὰ τούτων προταθέντα παραπετάσματά τε καὶ ἱμαντώματα ἐκ πηλίνων πλίνθων συντίθενται καὶ οὕτω τῇ ἑξῆς τὰ τείχη πάλιν ἐτύπτετο. ἀμέλει καὶ ὡς τὰ ἐκτινασσόμενα φλογερὰ σιδήρια κατὰ μηδὲν τὰς μηχανὰς ἐλυμαίνοντο, εἰς κενὸν συνέβαινε σχάζειν τὰ τῶν Ἀρμενίων διανοήματα καὶ εἰς κοπετὸν μεταπίπτειν τὸν πρὶν κατάγελων. ὁ γὰρ σφενδονούμενος ἐκ τῶν ἔσωθεν μύδρος εἰ καὶ ἦν ἀντήρης καὶ πρὸς τὰς πληγὰς ἀνένδοτος, ἀλλ’ οὖν ἐπεγχρίπτων τῷ μανῷ καὶ πλαδῶντι διακένῳ τε καὶ γηί̈νῳ καὶ σομφώδει προβλήματι ἄπρακτος ἠκοντίζετο· εἶχε μὲν γὰρ ὑποχαλᾶν τὸ βαλλόμενον, σβεννύμενος δ’ οὖν ὅμως ἔδρα οὐδὲν ὧν ἕνεκα διηφίετο.
PG 139:305ὅθεν κατὰ πολλὰ μέρη διαρραγέντος τοῦ περιβόλου τῆς πόλεως εὐέφοδα τὰ ἔνδον γίνεται καὶ τῷ τρόπῳ τούτῳ ὑποκλίνεται βασιλεῖ τὸ πρὶν ἀναιδὲς καὶ βρέμον τῷ κόμπῳ πολέμιον καὶ τὴν πόλιν Ἀνάζαρβαν ἀνάγκῃ μᾶλλον ἢ γνώμῃ αὐτῷ παραδίδωσιν, οὐκ ἐκ τοῦ παραχρῆμα δέ, ἀλλὰ μετὰ πεῖραν δευτέραν καὶ τὴν πολλάκις ἀντίταξιν καὶ τὴν ἐς τὸ προσεχὲς ἕτερον τεῖχος ἀναχώρησιν καὶ τὴν αὖθις ἐκ τοῦδε καθάπερ ἀπὸ τοῦ πρώτου μεθ’ αἵματος ἔκκρουσίν τε καὶ ἀποσάλευσιν. Ὁμοίως δὲ καὶ τὰ παρακείμενα ταύτῃ τῇ πόλει φρούρια μετελθὼν ἐς τὴν Κοίλην Συρίαν ἄπεισι καὶ τὴν καλλίπολιν Ἀντιόχειαν εἰσιών, ἣν δίεισιν Ὀρόντης καὶ περιβομβεῖ Ζέφυρος ἄνεμος, ὑπτίαις χερσὶ παρά τε τοῦ πρίγκιπος Ῥαϊμούνδου καὶ τοῦ πλήθους παντὸς τῶν ἀστῶν προσδέχεται. ἐφ’ ἱκαναῖς δ’ ἡμέραις τῇ πόλει ἐνδιατρίψας καὶ λίζιον ἑαυτῷ τὸν πρίγκιπα δείξας, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν Τριπόλεως κόμητα, ἔγνω προσβαλεῖν ταῖς περὶ τὴν Ἀντιόχου ἱδρυμέναις καὶ παρ’ Ἀγαρηνῶν κατεχομέναις Συροφοινίσσαις πόλεσι.
PG 139:309Τοίνυν καὶ τῷ ποταμῷ προσεγγίσας Εὐφράτῃ ἀφικνεῖται εἴς τι πολίχνιον ἐγχωρίως Πιζὰ καλούμενον, ἔνθα καὶ πολλὴν ἐνδειξαμένων τῶν πολεμίων περὶ τὴν συμβολὴν γενναιότητα ὑπονοστεῖ τὸ Ῥωμαϊκὸν καὶ μέχρι τινὸς καταδίωξις γίνεται μέρους τοῦ προελάσαντος μὴ ἀντισχεῖν ἔχοντος πρὸς πάθος μανικὸν καὶ φορὰν παράλογον τῶν βαρβάρων. μετ’ οὐ πολὺ δ’ ἐγγυτέρω τοῦ βασιλέως φανέντος, ἐκ τῆς περὶ αὐτὸν φάλαγγος συχνοὶ τοῖς ἀντιπάλοις συμμίγνυνται· οἱ δὲ μὴ ἐνεγκόντες τὴν κατ’ αὐτῶν ἐπέλευσιν τῶν Ῥωμαίων συγκλείονται εἴσω τοῦ τειχισμοῦ καὶ οὐκέτι ἐπεκτρέχειν προέθεντο. τεῖχος μὲν οὖν καὶ περίτειχος ὑπῆν τῷ πολίσματι καὶ βαθεῖα τάφρος ἐν μέρει τοῦτο περιεζώννυε καὶ λίθος αὐτοφυὴς ἐνιαχοῦ κατεφράγνυε· πολλὰ δὲ τῶν πυργωμάτων ὑπενδόντα ταῖς τῶν λίθων νιφάσι καὶ πρὸς γῆν καταρρεύσαντα τῶν ἐκ τῆς Ἄγαρ καθεῖλε τὸ φρόνημα. ἐντεῦθεν οἱ τολμητίαι καὶ φυσῶντες τὰ ἄμετρα, εἰς δειλίαν τεθειμένων αὐτοῖς τῶν ὀχυρωμάτων, ὑπέρ τε τῆς οἰκείας ἀντιβολοῦσι ζωῆς καὶ τῶν ἐνόντων πάντων αὐτὴν ἀλλάσσονται, βασιλεῖ τὰς χεῖρας προτείναντες.
History of NicetasHistoria Nicetæ
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
PG 139:315Ἐκ δὲ τούτου μοῖραν διαφεὶς στρατεύματος κατὰ τῶν ἐπέκεινα τοῦ Εὐφράτου πόλεων καὶ φρουρίων πλῆθος λαφύρων συνέλεξε καὶ τὸ Πιζὰ τῷ τῆς Ἐδέσσης δωρησάμενος κόμητι, τὸ Βέμπετζ παραλλάξας ὡς εὐκαταγώνιστον κριθὲν κἀπὶ πεδίου κείμενον ὑπτιάζοντος, κατὰ τοῦ Χάλεπ καὶ τοῦ Φέρεπ ἐξώρμησε, τοῦτο αἰτησαμένου τοῦ τῆς Ἀντιοχείας πρίγκιπος, ἐπεὶ καὶ οὗτος τῷ βασιλεῖ συνεστράτευεν. ἐπιστὰς δὲ τῷ Χάλεπ (τὸ δέ ἐστιν ἡ πάλαι λεγομένη Βέρροια) ὁρᾷ πολυάνθρωπον πόλιν καὶ στέγουσαν ἔνδον πλεῖστον ὅσον ὁπλιτικόν· οἳ καὶ ἐξιόντες τοῦ τείχους ἅμα θέᾳ Ῥωμαίων συμπλέκονται μετὰ ῥύμης τοῖς περὶ τὸν βασιλέα στρατεύμασι. τὸ δὲ ἧττον ἀπενεγκάμενοι τὸν περίβολον ὑπεισῄεσαν. οὐχ ἅπαξ δέ, ἀλλὰ κατὰ τὸ πάλιν καὶ πάλιν ἐπεκδρομὰς θέμενοι κατ’ οὐδεμίαν τὸ κράτος ἤραντο· ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτῷ τῷ βασιλεῖ περιιόντι τὴν πόλιν καὶ κατασκοποῦντι τὸ τεῖχος δι’ ἑκηβόλων λάθρα ἐπιβουλεύσαντες καὶ τῆς προθέσεως ταύτης ἐξέπεσον.
Liber III
PG 139:319οὐδὲν δέ τι δράσειν ἐξ ὑπογυίου δυνάμενος καὶ διὰ τὴν ὀχυρότητα μὲν ταυτησὶ τῆς πόλεως καὶ τὴν ἔνδον εὔιππον καὶ εὔοπλον στρατιάν, οὐχ ἧττον δὲ καὶ τὸ ἐπιλιπεῖν τὰ ἐφόδια καὶ τὴν πυρὸς ὁμοῦ καὶ ὕδατος ὑποσπάνισιν, ἐκεῖθεν μεθίσταται. καὶ τὸ Φέρεπ ἐξ ἐφόδου παραστησάμενος καὶ τοῦτο κόμητί τινι τῆς Ἀντιοχέων ἀποχαρισάμενος πόλεως πρὸς ἑτέραν πόλιν μεταχωρεῖ κατὰ φράσιν ἐγχώριον Καφαρδὰ λεγομένην. μεγίστης δὲ χώρας αὕτη προκαθέζεται καὶ περὶ αὐτὴν αὐχεῖ καθυπείκοντα οὐκ ἐλάχιστα φρούρια, στερρότητι τειχέων κομπάζουσα. ἀλλὰ καὶ ταύτην διὰ βραχέος χειρωσάμενος μεταβαίνει πρὸς τὰ πορρώτερα. καὶ τῆς πρὸς τὸ Σέζερ πορείας ἁπτόμενος στρατοπεδεύει περὶ τὸ Νίστριον (πόλις δὲ καὶ τοῦτο τῆς Μέσης τῶν ποταμῶν) ἄποθεν μικρῷ τοῦ Σέζερ κείμενον καὶ τοῖς πᾶσι κατεσκευασμένον ἄριστα. ὁδοῦ δὲ πάρεργον καὶ τούτου διαφθαρέντος καὶ πρὸς ἁρπαγὴν διαφεθέντος τοῖς στρατιώταις, καὶ τούτων μάλιστα τοῖς ἐκ καταλόγων τῶν Σκυθικῶν, ὑφ’ ὧν ἑάλωκεν, ἐκεῖθεν ἀπαναστὰς τῷ Σέζερ πρόσεισιν. Οἱ δ’ ἐκ τοῦ ἄστεος τούτου, καὶ τῶν πέριξ σατραπῶν συνελθόντων, πλείστους ὅσους τοὺς ὁπλιτεύοντας συνειλόχασιν·
ΤΟΥ ΧΩΝΙΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ. Α'. Δὲ ἱστορίαι δὲ ἄρα κοινωφελές τι χρῆμα τῷ βίῳ ἐφεύρηνται, εἴπερ ἐκ τούτων οὐκ ὀλίγα ἔστι ξυλλέγειν τὰ βελτίω τοῖς ᾑρημένοις. Βι δυῖαι γὰρ τὰ ἀρχαῖα καὶ ἔθη αὗται διατρανοῦσιν ἀνθρώπεια καὶ πολυπειρίαν ὑποτιθέασιν, οπόσοι (1) τῶν ἀνθρώπων μεγαλογνώμονες καὶ τοῦ καλοῦ αὐτ τόφυτον τρέφοντες ἔρωτα· καὶ κακία δὲ παρ᾽ αὐταῖς κωμῳδουμένη καὶ ἀγαθοπραξία ἐξαιρομένη μετρίους ὡς τὰ πολλὰ καὶ ἐπιδιδόντας τοὺς παρ' ἑκάτερα τι θέασι ξέποντας, ὅσοι τέως οὐχ ὑπ' αἰσχίστης συν - ηθείας καὶ φαυλοτάτης ἕξεως ἀνεπιστρέφως ἔχουσι τοῦ πολυερά του χρήματος ἀρετῆς· ἐπεὶ καὶ ἀθα νάτοις εοίκασι δήπουθεν θνητοὶ καὶ ἐπίκηροι γεγο- νότες καὶ πάλαι τὸ ζῆν ἐκτοξεύσαντες, όσους παρ- ειλήφει τὸ ἱστορεῖν. ὀρθῶς γὰρ ἢ τοὐναντίον φαύλως βεβιωκότες εὖ τε καὶ αἰσχρῶς ἀκούουσιν. Καὶ τοῦ μὲν ἐς ᾅδου βέβηκεν ἡ ψυχὴ (2), πρὸς δὲ τὰ ἐξ ὧν ἡρμόσθη τὸ σῶμα ἐπολινδρόμησε τὰ δὲ παρ' αὐτοῦ βεβιωμένα. κἂν ὅσια εἴη κἂν δίκαια, κἂν ἀθέμιτα κἂν ἐφύβριστα, κἂν ἐβίω εὐδαιμόνως, κἂν κακοπραγῶν ἀνεχρέμψατο τὴν ψυχὴν (3), ή Ιστορία διαπρυσίως βοᾷ. Ωστε καθ᾿ ἕτερόν τινα τρόπον καὶ λόγον και βίβλος ζώντων ἡ ἱστορία λεχθήσεται, καὶ σάλπιγξ περίτρανος τὰ γραφόμενα, τοὺς πάλαι τεθνεῶτας οἷον τῶν σημάτων ἐξανιστῶσα καὶ ὑπ' ὄψιν τιθεῖσα τοῖς βουλομένοις. ᾿Αλλὰ τοιάδε μὲν ἡ ἱστορία, ὡς ἐπιτρέχοντα με εἰπεῖν, αὐτοῖς δὲ τοῖς ἐπιοῦσιν οὐμενοῦν οὐδαμῶς χαρέσσα. Μὴ ούτω μανείη τις ὡς ἥδιον ἡγεῖσθαί τι ἕτερον ἱστο ρίας· ἃ γὰρ οἱ πολυετεῖς τῶν ἀνθρώπων καὶ Τιθω- τὸ ὑποτιθέασιν ἐκείνων ἐκείνοις. ψυχή δ' ἀϊδόστε βέβηκε, τούτοις ἐγὼ χαίρειν καὶ ἐῤῥῶσθαι φράσω. κλαίειν καὶ οἱμώζειν. ἐξηρεύξατο NICETE CHONIATÆ NIKHTA TOY NICETA CHONIATA HISTORIA. 1-4 [P. 2]. iis qui rebus melioribus student commoditates suppeditant, tum vetustatis memoria repetenda, tum ingeniis hominum explicandis, tum variis eorum conatibus ob oculos ponendis, quibus ani- morum magnitudo et honestatis amor ab ipsa natura fuit insitus. Jam quia vitia perstringunt et præclaras actiones celebrant, moderatiores ple- rumque reddunt et meliores homines, tam ad vitia quam ad virtutem propensos, iis duntaxat exceptis, qui turpissima educatione corrupti ao mala consuetudine depravati nullam virtutis ratio- nem habent, qua nihil est in rebus humanis præ- clarius aut magis expetendum. Ad hæc ii quos monimenta historiarum complectuntur, quamvis mortales et obnoxii & fatis jam olim vitæ quasi p pensum absolverint, immortalitatis quodammodo flunt compotes. Nam prout turpiter aut honoste vixerunt, ita male aut bene audiunt ; ac animus quidem in locum suum abit, et corpus in primor. dia e quibus compositum fuit resolvitur : actæ au- tem vitæ ratio, sive sancta et justa, sive nefaria et injuria, obitusque sive felix sive calamilosus, clara historiæ voce prædicatur, Quamobrem haud abs re liber viventium appellabitur historia, re- rumque gestarum descriptio tube clangor, quo jam olim mortui velut e sepulcris excitati in me- dium producuntur. Atque hæc de historiarum utilitate breviter percurrere volui. Neque vero quisquam adeo vecors est, quin eam lectoribus B Hier. Wolfli notæ. est, utrum historiæ multiplicem experientiam eo- rum qui magnis ingeniis præditi atque ab ipsa natura ad decus et honestatein conformati sunt proponant, an vero homines ingeniosi duntaxat et virtutis amantes varia exempla rei bene gerendæ ex historiis petere soleant. Incertum enim est, utrum post subintelligendum sit an Fortasse scriptori Thucydidis salebræ placuerunt, qui oracula potius quam hi- storiam scribendam suscepit. Homerica magis, quam Christiana. Quare ego, evitatis quantum licuit istiusmodi ineptiis, reposui ea quæ nec a religione tur; consilium meum doctis et candidis haud dubie probabitur. Si qui autem semidocti et scrupulosi homunciones vel negligentiam vel licentiam vel inscitiam meam accusabunt, Neque enim tanta res est, et a natura et studiis meis alienum ut quemquam cupiam Illud vellem, si quid optando profceretur, in plerisque lectoribus aut minus esse arrogantiæ aut plus eruditionis et in- dustriæ. ut Zonaras sepe eructavit, sed de impiis fere tantum. 1. Utiliter inventæ sunt historia, neque parvas A (1) Πολυπειρίαν ὑπιτιθέασιν ὁπόσοι. Ambiguum C nec ab usitata loquendi ratione abhorrere videban (2) Τοῦ μὲν ἐς ᾅδου βέβηκεν ἡ ψυχή. Imitatio (3) 'Ανεχρέμψατο τὴν ψυχήν. Εxcreavit animam :
ὅθεν καὶ πρὸς ἕνα συνασπισμὸν συνιόντες καὶ ὁμαιχμίαν κρατυνάμενοι μίαν προσυπήντων τὸν ἐκεῖσε περικλώμενον ποταμὸν διαβάντες, ἀλλὰ καὶ δοράτια ἐκ καλάμων κραδαίνοντες ταῖς τοῦ βασιλέως συμπλέκονται φάλαγξιν ἵπποις ὠκύποσιν ἐποχούμενοι. καὶ συρρήξεως γενομένης πολλάκις τὴν νίκην ὁ βασιλεὺς ἀποφέρεται καὶ οἱ μὲν τῶν πολεμίων κατὰ τοῦ ὕδατος ἀκοντίζονται, οἱ δ’ ἐμπείρονται δόρασιν, οὐδαμῶς ἐπαρκεσάντων σφίσι τῶν ἐνσειομένων δονάκων, ἀλλ’ ἀσθενῆ καὶ λεπτὴν ἐπικουρίαν καὶ τὸ ὅλον εἰπεῖν καλαμίνην παρεχομένων αὐτοῖς. ἐντεῦθεν εἰς τὸ τεῖχος ἀναχωρήσαντες οὐκέτι ἐπεξόδους εἰργάζοντο, ἐκ δὲ τῶν γηί̈νων ὀρόφων προφαινόμενοι καὶ πολλὴν ἐντεῦθεν τὴν σύναρσιν ἔχοντες Ῥωμαίοις ἀντεφέροντο, τὴν ἑαυτῶν χώραν ἀνέντες εἰς τὸ ἀδεῶς ἐκπορθεῖσθαι καὶ ληί̈ζεσθαι καὶ χειροῦσθαι τὰ φρούρια. Οὕτω δὲ τούτων πραττόντων, ὁ βασιλεὺς τὰς φάλαγγας διηυκρινηκὼς καὶ κατὰ γένος καὶ φατρίας διῃρηκώς, ὡς φῦλα φύλοις ἀρήγωσιν, εἰς μίαν μοῖραν τὸν Μακεδόνα καθίστησιν, ἑτέραν τὸ ἐκ Κελτῶν, ἄλλην τὸ Σκυθικόν, ἐπὶ δὲ τὸ ἐκ Περσίδος ὁρμώμενον καὶ προσχωρῆσαν Ῥωμαίοις κατὰ πολέμους τοὺς πρότερον.
ΤΟΥ ΧΩΝΙΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ. Α'. Δὲ ἱστορίαι δὲ ἄρα κοινωφελές τι χρῆμα τῷ βίῳ ἐφεύρηνται, εἴπερ ἐκ τούτων οὐκ ὀλίγα ἔστι ξυλλέγειν τὰ βελτίω τοῖς ᾑρημένοις. Βι δυῖαι γὰρ τὰ ἀρχαῖα καὶ ἔθη αὗται διατρανοῦσιν ἀνθρώπεια καὶ πολυπειρίαν ὑποτιθέασιν, οπόσοι (1) τῶν ἀνθρώπων μεγαλογνώμονες καὶ τοῦ καλοῦ αὐτ τόφυτον τρέφοντες ἔρωτα· καὶ κακία δὲ παρ᾽ αὐταῖς κωμῳδουμένη καὶ ἀγαθοπραξία ἐξαιρομένη μετρίους ὡς τὰ πολλὰ καὶ ἐπιδιδόντας τοὺς παρ' ἑκάτερα τι θέασι ξέποντας, ὅσοι τέως οὐχ ὑπ' αἰσχίστης συν - ηθείας καὶ φαυλοτάτης ἕξεως ἀνεπιστρέφως ἔχουσι τοῦ πολυερά του χρήματος ἀρετῆς· ἐπεὶ καὶ ἀθα νάτοις εοίκασι δήπουθεν θνητοὶ καὶ ἐπίκηροι γεγο- νότες καὶ πάλαι τὸ ζῆν ἐκτοξεύσαντες, όσους παρ- ειλήφει τὸ ἱστορεῖν. ὀρθῶς γὰρ ἢ τοὐναντίον φαύλως βεβιωκότες εὖ τε καὶ αἰσχρῶς ἀκούουσιν. Καὶ τοῦ μὲν ἐς ᾅδου βέβηκεν ἡ ψυχὴ (2), πρὸς δὲ τὰ ἐξ ὧν ἡρμόσθη τὸ σῶμα ἐπολινδρόμησε τὰ δὲ παρ' αὐτοῦ βεβιωμένα. κἂν ὅσια εἴη κἂν δίκαια, κἂν ἀθέμιτα κἂν ἐφύβριστα, κἂν ἐβίω εὐδαιμόνως, κἂν κακοπραγῶν ἀνεχρέμψατο τὴν ψυχὴν (3), ή Ιστορία διαπρυσίως βοᾷ. Ωστε καθ᾿ ἕτερόν τινα τρόπον καὶ λόγον και βίβλος ζώντων ἡ ἱστορία λεχθήσεται, καὶ σάλπιγξ περίτρανος τὰ γραφόμενα, τοὺς πάλαι τεθνεῶτας οἷον τῶν σημάτων ἐξανιστῶσα καὶ ὑπ' ὄψιν τιθεῖσα τοῖς βουλομένοις. ᾿Αλλὰ τοιάδε μὲν ἡ ἱστορία, ὡς ἐπιτρέχοντα με εἰπεῖν, αὐτοῖς δὲ τοῖς ἐπιοῦσιν οὐμενοῦν οὐδαμῶς χαρέσσα. Μὴ ούτω μανείη τις ὡς ἥδιον ἡγεῖσθαί τι ἕτερον ἱστο ρίας· ἃ γὰρ οἱ πολυετεῖς τῶν ἀνθρώπων καὶ Τιθω- τὸ ὑποτιθέασιν ἐκείνων ἐκείνοις. ψυχή δ' ἀϊδόστε βέβηκε, τούτοις ἐγὼ χαίρειν καὶ ἐῤῥῶσθαι φράσω. κλαίειν καὶ οἱμώζειν. ἐξηρεύξατο NICETE CHONIATÆ NIKHTA TOY NICETA CHONIATA HISTORIA. 1-4 [P. 2]. iis qui rebus melioribus student commoditates suppeditant, tum vetustatis memoria repetenda, tum ingeniis hominum explicandis, tum variis eorum conatibus ob oculos ponendis, quibus ani- morum magnitudo et honestatis amor ab ipsa natura fuit insitus. Jam quia vitia perstringunt et præclaras actiones celebrant, moderatiores ple- rumque reddunt et meliores homines, tam ad vitia quam ad virtutem propensos, iis duntaxat exceptis, qui turpissima educatione corrupti ao mala consuetudine depravati nullam virtutis ratio- nem habent, qua nihil est in rebus humanis præ- clarius aut magis expetendum. Ad hæc ii quos monimenta historiarum complectuntur, quamvis mortales et obnoxii & fatis jam olim vitæ quasi p pensum absolverint, immortalitatis quodammodo flunt compotes. Nam prout turpiter aut honoste vixerunt, ita male aut bene audiunt ; ac animus quidem in locum suum abit, et corpus in primor. dia e quibus compositum fuit resolvitur : actæ au- tem vitæ ratio, sive sancta et justa, sive nefaria et injuria, obitusque sive felix sive calamilosus, clara historiæ voce prædicatur, Quamobrem haud abs re liber viventium appellabitur historia, re- rumque gestarum descriptio tube clangor, quo jam olim mortui velut e sepulcris excitati in me- dium producuntur. Atque hæc de historiarum utilitate breviter percurrere volui. Neque vero quisquam adeo vecors est, quin eam lectoribus B Hier. Wolfli notæ. est, utrum historiæ multiplicem experientiam eo- rum qui magnis ingeniis præditi atque ab ipsa natura ad decus et honestatein conformati sunt proponant, an vero homines ingeniosi duntaxat et virtutis amantes varia exempla rei bene gerendæ ex historiis petere soleant. Incertum enim est, utrum post subintelligendum sit an Fortasse scriptori Thucydidis salebræ placuerunt, qui oracula potius quam hi- storiam scribendam suscepit. Homerica magis, quam Christiana. Quare ego, evitatis quantum licuit istiusmodi ineptiis, reposui ea quæ nec a religione tur; consilium meum doctis et candidis haud dubie probabitur. Si qui autem semidocti et scrupulosi homunciones vel negligentiam vel licentiam vel inscitiam meam accusabunt, Neque enim tanta res est, et a natura et studiis meis alienum ut quemquam cupiam Illud vellem, si quid optando profceretur, in plerisque lectoribus aut minus esse arrogantiæ aut plus eruditionis et in- dustriæ. ut Zonaras sepe eructavit, sed de impiis fere tantum. 1. Utiliter inventæ sunt historia, neque parvas A (1) Πολυπειρίαν ὑπιτιθέασιν ὁπόσοι. Ambiguum C nec ab usitata loquendi ratione abhorrere videban (2) Τοῦ μὲν ἐς ᾅδου βέβηκεν ἡ ψυχή. Imitatio (3) 'Ανεχρέμψατο τὴν ψυχήν. Εxcreavit animam :
PG 139:321καὶ τῷ ἀμιγεῖ καὶ πολυμερεῖ τῷδε τῶν στρατευμάτων, διαφόρους προφαινόντων τὰς ὁπλίσεις, φόβῳ πλείονι ληφθὲν τὸ πολέμιον τῆς ἄγαν ἐνστάσεως καθυφίησι καὶ τὸν ἐκτὸς προέμενον τειχισμὸν πρὸς περίβολον τὸν ἔνδον μεθίσταται. Ἐπὶ πολλαῖς οὖν ἡμέραις ἀγχέμαχοι συνέβαινον συμπλοκαὶ καὶ πεῖραι καὶ διαμάχαι καὶ μονομαχίαι τῶν ἀρίστων καὶ περιφυγαὶ καὶ ὑποχωρήσεις καὶ καταδιώξεις ἐξ ἑκατέρων. ἀλλ’ ἀεὶ τὰ μὲν Ῥωμαίων ἐπικρατέστερα κατεφαίνετο, τὸ δ’ ἐναντίον κἂν ἔπιπτεν ἀπὸ ξίφους πλειόνως κἂν ἐκ τόξων εἰς θάνατον ὕπνωττε κἂν τοῖς ἐκ μηχανῶν λίθοις εἰς μέρη διῄρητο καὶ πρὸς γῆν τὰ τείχη καὶ τὰ τούτων καθῃρεῖτο θωράκια, ὅμως ἔμενεν ἔτι ἀκράδαντον ἐς μυριοπληθὲς ἀριθμούμενον, ἄλλως τε καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ψυχῶν καὶ τέκνων καὶ γυναικῶν καὶ πλούτου πολλοῦ, καὶ τούτου παντοδαποῦ, διαγωνιζόμενον.
νου παλαίτεροι καὶ τρικόρωνοι (4), εἰ τῷ βίῳ ἔτι περιῆσαν, ᾔδεσαν ἂν καὶ ἐξηγοῦντο τοῖς φιλακροά μοσι, τὰ τῆς μνήμης ἐμπορεύοντες καὶ τὰς τῶν πράξεων ῥυσσὰς ἀνασκάλλοντες (5), ταῦτα δήπου προθείη καὶ ὁ φιλίστωρ, κἄν οὐδέπω παρηλλάχει τὸν μείρακα. Διὰ τοῦτ᾽ οὖν καὶ αὐτὸς τὰ τοῖς κατ' ἐμὲ χρόνοις γεγενημένα καὶ ἀνόπιν ἔτι βραχύ, μνήμης καὶ διηγήσεως ἄξια ὄντα καὶ τοσαῦτα τὸ πλῆθος καὶ τοιαῦτα τὸ μέγεθος, οὐκ ἔγνων δεῖν σιγή παρελθεῖν [Ρ. 3]. Οὐκοῦν καὶ διὰ τῆσδέ μου τῆς ξυγγραφῆς δῆλα ταῦτα τοῖς ἔπειτα καθιστῶ. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς καὶ ἄλλο: τε ξυμβαλεῖν ἔχουσι (β) καὶ αὐτὸς δὲ συνορῶν οὐχ ἥκιστά εἶμι, τὰ τοῦ ἱστο ρεῖν τὸ τῆς διηγήσεως ὀσαφὲς καὶ περιβολαῖς καὶ περιόδοις ἐπεστραμμένον ὡς μὴ συνᾷδον αὐτοῖς οὐ προσίενται, φιλοῦσι δὲ τὸ σαφὲς ὡς οὐ μόνον κατά Β τὸν εἰπόντα σοφόν, ἀλλὰ καὶ συμβαϊνόν σφισι μά λιστα, οὐδὲ τούτου πάμπαν ἔξωθεν τοῦ καλοῦ πίπτοντ᾽ ἄν εὕρῃ τις τὰ γραφόμενα, οἷα καὶ ἡμῶν μὴ τὸ κομπηρὸν καὶ δυσφραδὲς καὶ κρημνώδεσιν ἀποδιειλημμένον λέξεσιν ὡς ἐπίπαν ἀσπασαμένων, εἰ καὶ χαίνοντες εἰσιν εἰς τοῦτο πολλοὶ, εἴτ᾿ οὖν ἀληθέστερον εἰπεῖν ἐκλείποντες τὰ τῶν πάλαι καὶ σήμερον καὶ ὅσα τι καὶ ἐπιτυήδευμα προυργιαίτατον εξησκηκότες διὰ μακροῦ, ἐκ τοῦ πλείονος δὲ καν τούτῳ ὁρᾷν τῇ ἱστορίᾳ προθεμένων τὰ πρόσφορα, μηδ' ὑπερβάθμιον πόδα τείνειν ἠγαπηκότων ἢ ὅλως τοὺς ἄξονας αὐτῆς ὑπεράλλεσθαι. Ὑπὲρ γὰρ ἅπαν ἕτερον τὸ μὴ τὴν φράσιν ἁπλοῦν, ὡς ἔχω εἰπὼν, καὶ πρόχειρον εἰς κατάληψιν αὐτῇ διαβέβληται, καὶ Αγαπήθη σφόδρα τὸ ἄκομψον καὶ ὡς ἔχον φύσεως, διηγούμενον, καὶ δαιμονίως τὸ εὔληπτον περιπτύσ. σεται. Τέλος γὰρ σκοπιμώτατον τὴν ἀλήθειαν ἔχουσα, καὶ τῆς τε ῥητορικῆς δεινότητος καὶ τῆς ποιητικής λογοποιίας ἀφεστῶσα κατά διάμετρον, καὶ τὰ τούτων διωθεῖται χαρακτηριστικά. Καὶ ἄλλως δὲ καν οὐ βραχὺ τὸ σεμνὸν ἡ ἱστορία καὶ τὸ εἰδέσιμον ἐπισύρηται, ἐρῶσα δ' ὅμως προκεῖσθαι παπανεῦσί τε καὶ σιδηρεῦσι καὶ πολλῆς γέμουσι τῆς ἀσβόλης καὶ συνήθης εἶναι τοῖς πρὸς ὅπλα καὶ Αρεα βλέπουσι, μηδὲ γυναιξὶ χερνήτισι δυσκολαί να τα διαξαινούσαις τὰ κατ᾿ αὐτὴν, ταῖς χαριεστά- ρεις χαίρει τῶν φράσεων, καὶ τὸ φᾶρος τῶν λέξεων εἰλικρινὲς καὶ ἀπέριττον περικεῖσθαι φιλεῖ, οὐ μὴν πεκομψευμένον καὶ ἔξαλλον· καὶ ἡ μὲν ἱστορία, ὡς ένι μάλιστα, μετὰ τοῦ σαφούς καὶ εἰς ἐπίτο- μου ἐπιτροχασθήσεται· ὁ δὲ λόγος εὐγνωμονῶν συγγνώμην αἰτεῖται παρ᾽ οἷς εἰς χεῖρας πεσεῖται, εἰ μὴ φιλοτίμως, δι' ἅ εἴρηται, καὶ ἀβρῶς ἐκπεπό- νηται, ἐπεὶ καὶ ἄλλως νῦν πρώτως ἡμεῖς τῆς ὑπο- HISTORIA. quæ decrepiti senes, atque ii qui, si adhuc in vi- vis essent, Tithonum multus ætatibus vincerent, in cœtu auditorum ex memoriæ thesauro deprom- pta in medium afferront, eadem vel adolescens eruditus referre queat. His igitur de causis ego etiam ea quæ mea ætate et paulo supra meam æta- tem memoratu digna gesta sunt, quæ quidem plu- rima et maxima fuere, non prætereunda silentio osse ratus ad posterorum memoriam propagare studui. Cum autem eorum judiciis assentiar qui obscuritatem et perplexarum periodorum prolixi- talem & historiæ alienam esse censent et perspi- cuitatem maxime gratam et aptam, equidem huic quoque virtuti operam dedi, evitatis verbis affe- ctatis obscuris confragosis, etsi vulgus iis avide inhiare non ignoro, relictaque et superioris et nostræ ætatis consuetudine summo studio in iis elaborare. Nos vero longo tempore in id operam dedimus, ut dictione huic scriptionum generi con- veniente adhibita non extra limites evagaremur. Quidquid enim, ut dixi, non apertum est atque in promptu positum, historia abominatur : quid- quid simplex et naturale est et intelligentiæ ob- vium, libenter admittit. Nam cum ad veritatem tanquom unicum scopum collimet, atque ab ora- toria calliditate et poeticis fabulis quam remotis- sima sit, etiam a forma dicendi iis facultatibus propria abhorret. Quamvis autem multum gravi. tatis et reverentiæ historiam comitetur, tamen A æque jucundam ao fructuosam esse judicet. Nam C D quia vel opifcibus, militibus et mulierculis eliam, nota esse cupit, formulie elegantioribus delectatur, vestemque amat non sane luxuriosam et exoticam, sed simplicem et mundam: nec perspicuitate et brevitate quidquam habet antiquius. Quibus de causis veniam a lectoribus impetratam cupi- mus, si in opere nostro ornatus desiderabitur, præsertim cum argumentum hoc non primum a nobis tractetur. Quod perinde est ac si viam de- sertam ao minime tritam ingrederemur; et longe difficilius quam aliorum vestigia persequi et via regia ineedere. Auspicabor autem ab iis rebus quæ post Alexii primi ex Comnenia familia imperatoris obitum acciderunt, ultra quæ superio- ris ætatis historici non sunt progressi, ut ea quæ a nobis dicentur, cum illorum dictis cohæreant iustar fontis unius in plures canales distributi aut annulorum longa serie inter sese cohærentium. Ao Jopnnis imperatoris vitam, qui successit Ale- xio, breviter perstringemus; neque earum rerum Hier. Wolfi notæ. xcrunt. i. e. annos. Notum est quid Virgilius ex Hesiodi auctoritate de cornicis ævo fabuletur, bis versibus : Ter binos deciesque novem superexit in annos, Justa senescentum quos implet vita virorum ; Hos novies superat vivendo garrula cornix. Rerum gestarum rugas refodientes. Quis istas ele- gantias non despuat? Prolixa et intricatissima periodus, e quibus sale- bris me vix quidem sed expedivi tamen, ut arbi- Gror : multum certe laboravi. (4) Τρικόρωνοι. Qui trium cornicum ætatem vi- (5) Τάς των πράξεων ουσσας ἀνασκάλλοντες. (6) Ἐπειδὴ δὲ ὡς καὶ ἄλλοι ξυμβαλεῖν ἔχουσι.
Καὶ τάχ’ ἂν ἥλω καὶ ἡ πόλις ἥδε καὶ βασιλεῖ καθυπέκυψε καὶ παντὸς τοῦ πλούτου κεκένωτο καὶ Ῥωμαῖοι τῇ ταύτης χειρώσει κλέος ἤραντο τῶν πρώην ἐπικυδέστερον, εἰ μὴ ἀγγελίαι τινὲς ἀπαίσιοι καὶ ἄκοντα ἐκεῖθεν τὸν βασιλέα μεθείλκυσαν, αἳ τὴν Ἔδεσσαν ᾖδον κυκλωθῆναι παρὰ Περσῶν καὶ κινδυνεύειν παθεῖν τὰ χείριστα, μὴ βασιλέως αὐτῇ τὴν ταχίστην ἀρήξαντος. οὐκοῦν ἐκ τῶν πολιορκουμένων δῶρα μεγαλοπρεπῆ κομισάμενος, καὶ ταῦτα ἐξ ὕλης τιμαλφεστέρας τῶν ἁπασῶν, καὶ ἵππους ἐριαύχενας εὐγενεῖς καὶ νήματα σηρικὰ διαπλεχθέντα χρυσῷ καὶ τράπεζαν ἀξιοθέατον, πρὸ δὲ τούτων σταυρὸν εἰς χεῖρας δεξάμενος πάγκαλόν τι χρῆμα καὶ ξενίζον τῇ θέᾳ, λυχνίτῃ λίθῳ κεκολαμμένον, ἐν ᾧπερ αὐτοφυῶς ἡ τέχνη διύφανε γράμματα εἰς κάλλος φιλόνεικον τοῦ θείου εἰκάσματος καὶ ὀφθαλμῶν ἀτεχνῶς τρυφήν, λύει τὴν πολιορκίαν, τῆς πρὸς Ἀντιόχειαν ἁψάμενος.
νου παλαίτεροι καὶ τρικόρωνοι (4), εἰ τῷ βίῳ ἔτι περιῆσαν, ᾔδεσαν ἂν καὶ ἐξηγοῦντο τοῖς φιλακροά μοσι, τὰ τῆς μνήμης ἐμπορεύοντες καὶ τὰς τῶν πράξεων ῥυσσὰς ἀνασκάλλοντες (5), ταῦτα δήπου προθείη καὶ ὁ φιλίστωρ, κἄν οὐδέπω παρηλλάχει τὸν μείρακα. Διὰ τοῦτ᾽ οὖν καὶ αὐτὸς τὰ τοῖς κατ' ἐμὲ χρόνοις γεγενημένα καὶ ἀνόπιν ἔτι βραχύ, μνήμης καὶ διηγήσεως ἄξια ὄντα καὶ τοσαῦτα τὸ πλῆθος καὶ τοιαῦτα τὸ μέγεθος, οὐκ ἔγνων δεῖν σιγή παρελθεῖν [Ρ. 3]. Οὐκοῦν καὶ διὰ τῆσδέ μου τῆς ξυγγραφῆς δῆλα ταῦτα τοῖς ἔπειτα καθιστῶ. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς καὶ ἄλλο: τε ξυμβαλεῖν ἔχουσι (β) καὶ αὐτὸς δὲ συνορῶν οὐχ ἥκιστά εἶμι, τὰ τοῦ ἱστο ρεῖν τὸ τῆς διηγήσεως ὀσαφὲς καὶ περιβολαῖς καὶ περιόδοις ἐπεστραμμένον ὡς μὴ συνᾷδον αὐτοῖς οὐ προσίενται, φιλοῦσι δὲ τὸ σαφὲς ὡς οὐ μόνον κατά Β τὸν εἰπόντα σοφόν, ἀλλὰ καὶ συμβαϊνόν σφισι μά λιστα, οὐδὲ τούτου πάμπαν ἔξωθεν τοῦ καλοῦ πίπτοντ᾽ ἄν εὕρῃ τις τὰ γραφόμενα, οἷα καὶ ἡμῶν μὴ τὸ κομπηρὸν καὶ δυσφραδὲς καὶ κρημνώδεσιν ἀποδιειλημμένον λέξεσιν ὡς ἐπίπαν ἀσπασαμένων, εἰ καὶ χαίνοντες εἰσιν εἰς τοῦτο πολλοὶ, εἴτ᾿ οὖν ἀληθέστερον εἰπεῖν ἐκλείποντες τὰ τῶν πάλαι καὶ σήμερον καὶ ὅσα τι καὶ ἐπιτυήδευμα προυργιαίτατον εξησκηκότες διὰ μακροῦ, ἐκ τοῦ πλείονος δὲ καν τούτῳ ὁρᾷν τῇ ἱστορίᾳ προθεμένων τὰ πρόσφορα, μηδ' ὑπερβάθμιον πόδα τείνειν ἠγαπηκότων ἢ ὅλως τοὺς ἄξονας αὐτῆς ὑπεράλλεσθαι. Ὑπὲρ γὰρ ἅπαν ἕτερον τὸ μὴ τὴν φράσιν ἁπλοῦν, ὡς ἔχω εἰπὼν, καὶ πρόχειρον εἰς κατάληψιν αὐτῇ διαβέβληται, καὶ Αγαπήθη σφόδρα τὸ ἄκομψον καὶ ὡς ἔχον φύσεως, διηγούμενον, καὶ δαιμονίως τὸ εὔληπτον περιπτύσ. σεται. Τέλος γὰρ σκοπιμώτατον τὴν ἀλήθειαν ἔχουσα, καὶ τῆς τε ῥητορικῆς δεινότητος καὶ τῆς ποιητικής λογοποιίας ἀφεστῶσα κατά διάμετρον, καὶ τὰ τούτων διωθεῖται χαρακτηριστικά. Καὶ ἄλλως δὲ καν οὐ βραχὺ τὸ σεμνὸν ἡ ἱστορία καὶ τὸ εἰδέσιμον ἐπισύρηται, ἐρῶσα δ' ὅμως προκεῖσθαι παπανεῦσί τε καὶ σιδηρεῦσι καὶ πολλῆς γέμουσι τῆς ἀσβόλης καὶ συνήθης εἶναι τοῖς πρὸς ὅπλα καὶ Αρεα βλέπουσι, μηδὲ γυναιξὶ χερνήτισι δυσκολαί να τα διαξαινούσαις τὰ κατ᾿ αὐτὴν, ταῖς χαριεστά- ρεις χαίρει τῶν φράσεων, καὶ τὸ φᾶρος τῶν λέξεων εἰλικρινὲς καὶ ἀπέριττον περικεῖσθαι φιλεῖ, οὐ μὴν πεκομψευμένον καὶ ἔξαλλον· καὶ ἡ μὲν ἱστορία, ὡς ένι μάλιστα, μετὰ τοῦ σαφούς καὶ εἰς ἐπίτο- μου ἐπιτροχασθήσεται· ὁ δὲ λόγος εὐγνωμονῶν συγγνώμην αἰτεῖται παρ᾽ οἷς εἰς χεῖρας πεσεῖται, εἰ μὴ φιλοτίμως, δι' ἅ εἴρηται, καὶ ἀβρῶς ἐκπεπό- νηται, ἐπεὶ καὶ ἄλλως νῦν πρώτως ἡμεῖς τῆς ὑπο- HISTORIA. quæ decrepiti senes, atque ii qui, si adhuc in vi- vis essent, Tithonum multus ætatibus vincerent, in cœtu auditorum ex memoriæ thesauro deprom- pta in medium afferront, eadem vel adolescens eruditus referre queat. His igitur de causis ego etiam ea quæ mea ætate et paulo supra meam æta- tem memoratu digna gesta sunt, quæ quidem plu- rima et maxima fuere, non prætereunda silentio osse ratus ad posterorum memoriam propagare studui. Cum autem eorum judiciis assentiar qui obscuritatem et perplexarum periodorum prolixi- talem & historiæ alienam esse censent et perspi- cuitatem maxime gratam et aptam, equidem huic quoque virtuti operam dedi, evitatis verbis affe- ctatis obscuris confragosis, etsi vulgus iis avide inhiare non ignoro, relictaque et superioris et nostræ ætatis consuetudine summo studio in iis elaborare. Nos vero longo tempore in id operam dedimus, ut dictione huic scriptionum generi con- veniente adhibita non extra limites evagaremur. Quidquid enim, ut dixi, non apertum est atque in promptu positum, historia abominatur : quid- quid simplex et naturale est et intelligentiæ ob- vium, libenter admittit. Nam cum ad veritatem tanquom unicum scopum collimet, atque ab ora- toria calliditate et poeticis fabulis quam remotis- sima sit, etiam a forma dicendi iis facultatibus propria abhorret. Quamvis autem multum gravi. tatis et reverentiæ historiam comitetur, tamen A æque jucundam ao fructuosam esse judicet. Nam C D quia vel opifcibus, militibus et mulierculis eliam, nota esse cupit, formulie elegantioribus delectatur, vestemque amat non sane luxuriosam et exoticam, sed simplicem et mundam: nec perspicuitate et brevitate quidquam habet antiquius. Quibus de causis veniam a lectoribus impetratam cupi- mus, si in opere nostro ornatus desiderabitur, præsertim cum argumentum hoc non primum a nobis tractetur. Quod perinde est ac si viam de- sertam ao minime tritam ingrederemur; et longe difficilius quam aliorum vestigia persequi et via regia ineedere. Auspicabor autem ab iis rebus quæ post Alexii primi ex Comnenia familia imperatoris obitum acciderunt, ultra quæ superio- ris ætatis historici non sunt progressi, ut ea quæ a nobis dicentur, cum illorum dictis cohæreant iustar fontis unius in plures canales distributi aut annulorum longa serie inter sese cohærentium. Ao Jopnnis imperatoris vitam, qui successit Ale- xio, breviter perstringemus; neque earum rerum Hier. Wolfi notæ. xcrunt. i. e. annos. Notum est quid Virgilius ex Hesiodi auctoritate de cornicis ævo fabuletur, bis versibus : Ter binos deciesque novem superexit in annos, Justa senescentum quos implet vita virorum ; Hos novies superat vivendo garrula cornix. Rerum gestarum rugas refodientes. Quis istas ele- gantias non despuat? Prolixa et intricatissima periodus, e quibus sale- bris me vix quidem sed expedivi tamen, ut arbi- Gror : multum certe laboravi. (4) Τρικόρωνοι. Qui trium cornicum ætatem vi- (5) Τάς των πράξεων ουσσας ἀνασκάλλοντες. (6) Ἐπειδὴ δὲ ὡς καὶ ἄλλοι ξυμβαλεῖν ἔχουσι.
PG 139:323ἔφασκον δὲ οἱ κατὰ τὸ Σέζερ Σαρακηνοὶ πάλαι ποτὲ τοὺς προγόνους αὐτῶν ἐκ τῶν προσενεχθέντων δώρων τῷ βασιλεῖ δορύκτητα σχεῖν τόν τε ἐκ λίθου ἀκτινώδους σταυρὸν καὶ τὴν πολυτελῆ καὶ οἵαν ἐκπλῆξαι τράπεζαν, ἡνίκα Ῥωμανὸν εἷλον τὸν Διογένην τὴν αὐτοκράτορα Ῥωμαίων ἀρχὴν χειρίζοντα τήν τε βασίλειον ἐκείνῳ σκηνὴν ἐσκύλευσαν καὶ τοῦ χάρακος κεκρατηκότες τὰ ἐνόντα διείλοντο. Ἐν δὲ τῇ ἐκ τοῦ Σέζερ ἀπάρσει τοῦ βασιλέως Ῥωμαίοις κατ’ οὐρὰν ἐπιτίθενται τὰ τοῦ Ζακῆ καί τινων ἀρχηγῶν ἄλλων διασήμων Περσικὰ στρατεύματα, θρυπτικώτατα τοῖς μικροῦ ποδηνέμοις ὀχήμασι προδεικνύμενα καὶ Ῥωμαίων ὀλιγωρότατα τύφῳ ἐμπλήκτῳ βαρβαρικῷ. τῶν γε μὴν ἐλπίδων διαμαρτόντα οὐχ ὅπως οὐδέν τι γενναῖον ἔπραξαν, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόμπου καὶ τῆς μεγαληγορίας δίκην ἀμοιβὸν ὑπὸ τῆς θείας τίσαντες δίκης καὶ δύο τῶν ἡγεμόνων ζωγρίας προσαπεβάλοντο· ἦσαν δ’ οὗτοι ὁ υἱὸς τοῦ Ἀτάπακα καὶ ὁ τοῦ Σαμοὺχ Ἀμηρᾶ κασίγνητος. Εἰσιὼν δ’ ὁ βασιλεὺς τὴν Ἀντιόχου εὐδαίμονα πόλιν τὸ ἀστικὸν πλῆθος ὅλον ἑαυτοῦ ἀνηρτήσατο, ὡς καὶ μεθ’ ἱερῶν ἐκτύπων καὶ πλείστης ὅτι φιλοκαλίας τῶν ἀγυιῶν λαμπρὸν ἐκείνῳ σχεδιάσαι τὸν εἰσιτήριον.
Α θέσεως ἐπιβαίνομεν τῆσδε, οἷά τινα ἐρήμην καὶ ἀστιβή διιέναι ἐγχειροῦντες ὁδὸν, δ καὶ δυσεργόν ἐστι καὶ πολλῷ ὑπερκείμενον τοῦ ἴχνεσιν ἑτέρων προωδευκότων ἐφομαρτεῖν, ἤ γοῦν ὡς διὰ λείας καὶ βασιλικῆς βαδίζειν ὁδοῦ, λέγω δὴ τῆς ἑτέρων ίστο ρίας, εὐθυπόρως τε καὶ ἀπλανῶς. ᾿Αρχὴ δέ μοι τοῦ λέγειν ὅσα μετὰ τὸ πέρας εὐθὺς τῆς ζωῆς ἅμα καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐκ Κομνηνῶν ἄρξαντος πρώτως 'Αλεξίου (7) συμβέβηκεν, ἐπεὶ καὶ ἐς τόνδε τὸν ἅνακτα τὸ λέγειν συνεπεράναντο ὁπόσοι τῶν πρὸ ἡμῶν τῇ συγγραφῆ προδήλως ἐπέβαλον, ἵν' εἶεν τὰ βηθησόμενα παρ' ἡμῶν συναφή πως τοῖς ὑπ᾽ ἐκείνων λεχθεῖσι, καὶ ὁ λόγος οὕτω διαπλεκόμενος τρό πον τινὰ ὀλκῷ εἰκάζοιτο ρεύματος ἐκ μιᾶς πηγῆς ἐκδιδόντι, ἤ γοῦν τὸ τῶν κρίκων ἀλληλένδετον ὑποκρίνοιτο, τῇ τῶν ἀεὶ προσεχῶν ἐφάψει προϊόντων ἐς άπειρον. Ἐν κεφαλαιώδεσι δ' ἐπιτομαῖς τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα Ιωάννην τὸ ἱστορεῖν διηγήσεται, ὃς Αλεξίῳ διάδοχος γεγένηται τῆς ἀρχῆς, οὐδ' ἐμβραδυνεῖ ταῖς κατ' αὐτὸν ἀφηγήσεσιν, [Ρ. 4.] ὥσπερ ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἐργάσεται λόγοις, οἷς καὶ ἡμῶν μὴ τὰ τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐπὶ τῷδε παρειλημμένα συγγραφομένων, κἀντεῦθεν μηδ' ἀποτάδην ἐχόντων ταῦτα διεξιέναι, ἀλλ᾽ ἅπερ εἰς ἀκοὴν ὠτίου ελήφαμεν ἐκ τῶν ὅσοι τῶν καθ᾿ ἡμᾶς τὸν βασιλέα τουτον ἐθεάσαντο καὶ συνωμάρτουν ἐκείνῳ πρὸς ἐναντίους χωροῦντι καὶ τὰς μάχας συνετολύπεσον, Αμεινον δ᾽ ἐντεῦθεν ἄρξασθαι. Ο Β΄. Τῷ ἄνακτι ᾿Αλεξίῳ τῷ Κομνηνῷ υἱοὶ τρεῖς καὶ θυγατέρες τέσσαρες εγεγένηντο. Ην δὲ τῶν μὲν ἀνδρῶν ὁ Ἰωάννης κατὰ γένεσιν προφερέστε ρος, πρωτογενής δ' ἀπάντων τῶν ἐξ ὀσφύος τῷ ᾿Αλεξίῳ ἡ θυγάτηρ 'Αννα καθεωρᾶτο, ἥτις εἰς λέχος τῷ Βρυενίῳ Νικηφόρῳ συνέζευντο, τιμηθεῖσα Καισάρισσα. Ο βασιλεὺς τοίνυν καὶ τοκεὺς ᾿Αλέξιος μάλιστα τῶν ἄλλων παίδων τῷ Ιωάννῃ προσέκειτο. Αμέλει τοι καὶ τοῦτον ἐπικρίνας τῆς βασιλείας διάδοχον καταλείψειν ἐρυθροῦ τέ οἱ πεδίλου μετεδε δώκει καὶ βασιλέα ἐδεδώκει αναγορεύεσθαι. Η μήτηρ καὶ βασιλὶς Εἰρήνη τῇ θυγατρί Αννῃ τὴν πᾶσαν ἐκ τοῦ ἐναντίου χαριζομένη ῥοπὴν οὐκ ἀνίει παρὰ τῷ συλλέκτρῳ Αλεξίῳ τὸν Ἰωάννην ἐνδια βάλλουσα, προπετῆ τοῦτον ἀποκαλοῦσα, καὶ ὑγρὸν τὸν βίον ἐπιτωθάζουσα, παλίντροφόν τε τὸ ἦθος καὶ μηδαμή μηδὲν ὑγιὲς ἔχοντα, καὶ τιθεμένη διὰ παντὸς ἀσχολίας πάσης ἀνώτερον σπούδασμα όπως μετάθοιτο τὴν γνώμην ὁ βασιλεὺς ἢν εἶχεν ἐπ αὐτῷ κυρωσάμενος. Ἐνιαχοῦ δὲ καὶ λόγου πρόφα σιν τὸν Βρυένιον παρεισφέρουσα, παντοίοις αὐτὸν ἐπαίνοις κατέστεφεν ἅτε εἰπεῖν ἐκανώτατον καὶ οὐκ ἐλάττονα διαπράξασθαι, καὶ μαθημάτων ἐλευθερίων μεταλαχόντα, ρυθμίζειν τὸ ἦθος εἰδότων καὶ πρὸς βασιλείαν ἀδιαλώβητον οὐ βραχέα συναιρομένων τοῖς ἄρχειν μέλλουσιν. Ο δ' Αλέξιος ταῦτα ἐνωτι ζόμενος καὶ τὸ μητρῷον φίλτρον ἐπιστάμενος, πῆ μὲν ἄλλοις ἐκ τοῦ σχεδὸν κατεπείγουσι πράγμασι χαρίζεσθαι τὸν νοῦν πλαττόμενος οὐδὲ προσέχειν ὅλως τοῖς λεγομένοις προσεποιεῖτο, πῆ δ᾽ ἐς σκέψιν ἀπολύων τὰ εἰσηγούμενα μὴ ἂν τὴν αἴτησιν αὐτῆς παραβλέψασθαι ἰσχυρίζετο. Ενίοτε δὲ καὶ τοιοῦτόν τι παθηνάμενος εἴρηκεν· « "Ω γύναι, κοινωνέ μοι λέχους καὶ βασιλείας, οὐ τὰ πρὸς χάριν παύσῃ τῆς σῆς ὑποτιθεμένη μοι θυγατρός, ἁρμονίαν τε καὶ τάξιν ἐπιχειροῦσα λύειν ἐπαινετήν, ὡς εἴπερ θεο- βλαβείας μετέσχηκας ; Βάλλ' ἐς τύχην ἀγαθήν NICETÆ CHONIATÆ commemorationi diutius immorabimur quas ipsi non vidimus, sed ab iis accepimus qui eum vide- runt et in expeditiones comitati sunt. In cæteris autem uberius tractabimus omnia. Sed jam ad rem ipsam accedamus, hinc sumpto exordio. B C II. Alexius Comnenus imperator filios tres et quatuor filias habuit. Inter fratres natu maxi- mus Joannǝs fuit; Anna vero primsgenita Nice- phoro Bryenio, Cæsarissa appellata, nupsit. Joan- nem pater maxime dilexit, datisque purpureis calceis imperio destinavit et imperatorem appel- landum curavit. Irene vero mater et imperatrix contra nihil Annæ filiæ deferebat, neque Joannem apud Alexium maritum ut temerarium et luxu perditum et levem ac plane vecordem calumniari non desistebat, neque quidquam habebat antiquius quam ut imperatorem ad mutandam de Joanne sententiam compelleret. Aliquando etiam Brye- nium per occasionem summis laudibus celebrabat ut et eloquentissimum et rebus gerendis ap- tissimum, et liberalibus artibus, quæ animum ad virtutem informent et ad imperium rite geren- dum et tuendum maximo adjumento sint, erudi- tum. Alexius vero cum hæc materni affec- tus haud ignarus audiret, alias se gravioribus ne- gotiis occupatum verba illa prorsus non curare si- mulabat, alias tempus ad deliberandum sumptu- rum neque petitionem ejus neglecturum esse affir- mabat. Semel vero temperare sibi non potuit quin eam ita alloqueretur: « mulier et lecti et imperii mei particeps, non tandem ea suadere mihi desines quæ filiæ tuæ grata sunt, el conari ut ordo laudabiliter institutus turbetur? quod si nu- minis alicujus ira percita es, ad sanam redito mentem; ac potius mecum considerato an ullus unquam ex superioribus Romanorum imperatori- bus, cum filium imperio idoneum haberet, eo ne- D glecto generum prætulerit: ac ut aliquando tale quippiam acciderit, quod raro factum est, pro lege habendum non erit: a me præsertim, qui cum regnum haud laudabiliter sed cædibus co- gnatorum et rationibus ab institutis Christiano- Hier. Wolffi notæ. potissimum tempora, ut arbitror: nam longe ante Alexium Isaacius Comnenus post Michaelem Stra- tioticum imperavit; cui Constantinus Ducas suc- cessit, ut refert Zonaras. (7) "Αρξαντος πρώτως ᾿Αλεξίου. Respicit ad sua
ἐκ δὲ ταύτης μετὰ φωνῶν εὐσήμων καὶ προπέμψεων αἰνεσίμων εἰς τὰ τῆς Κιλικίας ὅρια παραβαλὼν κἀκεῖθεν ἐξορμήσας τῆς πρὸς τὸ Βυζάντιον φερούσης ἅπτεται. καὶ γοῦν κατὰ τάξιν προϊὼν καὶ τῆς αὑτοῦ στρατηγίας ἐχόμενος στέλλει κατὰ τῶν Ἰκονιέων Περσῶν ἀπόμοιράν τινα τοῦ στρατεύματος· οὗτοι γάρ, ὁπότε τῆς Συρίας ἐπέβαινε βασιλεύς, τῷ καιρῷ χρησάμενοι πρὸς ἐπίθεσιν ἐκδρομῶν κατὰ Ῥωμαίων ἐδράξαντο. τοῦτό τοι καὶ τοῦ δυσμενοῦς στίφους περιγενόμενος ἔκειρε τὴν πολεμίαν, ἅλωσιν ἀνθρώπων καὶ ζώων ἔλασιν παντοίων, ὁπόσα ὑπὸ ζυγὸν καὶ ὄχησιν, ἐργασάμενος. Καὶ τοιοῦτοι μὲν οἱ πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον ἀγῶνες τοῦ Ἰωάννου δι’ ἐκστρατείας μιᾶς πᾶσαν μὲν γλῶσσαν, πᾶσαν δὲ γνώμην ἐς αὐτοὺς ἐφελκύσαντες, ἐν ᾗ καὶ τριετὴς χρόνος ἐξίκετο. Τότε δὲ προσερρύη τῷ βασιλεῖ τῷδε καὶ ὁ σεβαστοκρατορῶν κασίγνητος Ἰσαάκιος, ὃν φθάσαν εἴρηκε τὸ λέγειν συνάρασθαί οἱ τὰ περιττὰ εἰς τὴν τῆς βασιλείας κατάσχεσιν.
Α θέσεως ἐπιβαίνομεν τῆσδε, οἷά τινα ἐρήμην καὶ ἀστιβή διιέναι ἐγχειροῦντες ὁδὸν, δ καὶ δυσεργόν ἐστι καὶ πολλῷ ὑπερκείμενον τοῦ ἴχνεσιν ἑτέρων προωδευκότων ἐφομαρτεῖν, ἤ γοῦν ὡς διὰ λείας καὶ βασιλικῆς βαδίζειν ὁδοῦ, λέγω δὴ τῆς ἑτέρων ίστο ρίας, εὐθυπόρως τε καὶ ἀπλανῶς. ᾿Αρχὴ δέ μοι τοῦ λέγειν ὅσα μετὰ τὸ πέρας εὐθὺς τῆς ζωῆς ἅμα καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐκ Κομνηνῶν ἄρξαντος πρώτως 'Αλεξίου (7) συμβέβηκεν, ἐπεὶ καὶ ἐς τόνδε τὸν ἅνακτα τὸ λέγειν συνεπεράναντο ὁπόσοι τῶν πρὸ ἡμῶν τῇ συγγραφῆ προδήλως ἐπέβαλον, ἵν' εἶεν τὰ βηθησόμενα παρ' ἡμῶν συναφή πως τοῖς ὑπ᾽ ἐκείνων λεχθεῖσι, καὶ ὁ λόγος οὕτω διαπλεκόμενος τρό πον τινὰ ὀλκῷ εἰκάζοιτο ρεύματος ἐκ μιᾶς πηγῆς ἐκδιδόντι, ἤ γοῦν τὸ τῶν κρίκων ἀλληλένδετον ὑποκρίνοιτο, τῇ τῶν ἀεὶ προσεχῶν ἐφάψει προϊόντων ἐς άπειρον. Ἐν κεφαλαιώδεσι δ' ἐπιτομαῖς τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα Ιωάννην τὸ ἱστορεῖν διηγήσεται, ὃς Αλεξίῳ διάδοχος γεγένηται τῆς ἀρχῆς, οὐδ' ἐμβραδυνεῖ ταῖς κατ' αὐτὸν ἀφηγήσεσιν, [Ρ. 4.] ὥσπερ ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἐργάσεται λόγοις, οἷς καὶ ἡμῶν μὴ τὰ τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐπὶ τῷδε παρειλημμένα συγγραφομένων, κἀντεῦθεν μηδ' ἀποτάδην ἐχόντων ταῦτα διεξιέναι, ἀλλ᾽ ἅπερ εἰς ἀκοὴν ὠτίου ελήφαμεν ἐκ τῶν ὅσοι τῶν καθ᾿ ἡμᾶς τὸν βασιλέα τουτον ἐθεάσαντο καὶ συνωμάρτουν ἐκείνῳ πρὸς ἐναντίους χωροῦντι καὶ τὰς μάχας συνετολύπεσον, Αμεινον δ᾽ ἐντεῦθεν ἄρξασθαι. Ο Β΄. Τῷ ἄνακτι ᾿Αλεξίῳ τῷ Κομνηνῷ υἱοὶ τρεῖς καὶ θυγατέρες τέσσαρες εγεγένηντο. Ην δὲ τῶν μὲν ἀνδρῶν ὁ Ἰωάννης κατὰ γένεσιν προφερέστε ρος, πρωτογενής δ' ἀπάντων τῶν ἐξ ὀσφύος τῷ ᾿Αλεξίῳ ἡ θυγάτηρ 'Αννα καθεωρᾶτο, ἥτις εἰς λέχος τῷ Βρυενίῳ Νικηφόρῳ συνέζευντο, τιμηθεῖσα Καισάρισσα. Ο βασιλεὺς τοίνυν καὶ τοκεὺς ᾿Αλέξιος μάλιστα τῶν ἄλλων παίδων τῷ Ιωάννῃ προσέκειτο. Αμέλει τοι καὶ τοῦτον ἐπικρίνας τῆς βασιλείας διάδοχον καταλείψειν ἐρυθροῦ τέ οἱ πεδίλου μετεδε δώκει καὶ βασιλέα ἐδεδώκει αναγορεύεσθαι. Η μήτηρ καὶ βασιλὶς Εἰρήνη τῇ θυγατρί Αννῃ τὴν πᾶσαν ἐκ τοῦ ἐναντίου χαριζομένη ῥοπὴν οὐκ ἀνίει παρὰ τῷ συλλέκτρῳ Αλεξίῳ τὸν Ἰωάννην ἐνδια βάλλουσα, προπετῆ τοῦτον ἀποκαλοῦσα, καὶ ὑγρὸν τὸν βίον ἐπιτωθάζουσα, παλίντροφόν τε τὸ ἦθος καὶ μηδαμή μηδὲν ὑγιὲς ἔχοντα, καὶ τιθεμένη διὰ παντὸς ἀσχολίας πάσης ἀνώτερον σπούδασμα όπως μετάθοιτο τὴν γνώμην ὁ βασιλεὺς ἢν εἶχεν ἐπ αὐτῷ κυρωσάμενος. Ἐνιαχοῦ δὲ καὶ λόγου πρόφα σιν τὸν Βρυένιον παρεισφέρουσα, παντοίοις αὐτὸν ἐπαίνοις κατέστεφεν ἅτε εἰπεῖν ἐκανώτατον καὶ οὐκ ἐλάττονα διαπράξασθαι, καὶ μαθημάτων ἐλευθερίων μεταλαχόντα, ρυθμίζειν τὸ ἦθος εἰδότων καὶ πρὸς βασιλείαν ἀδιαλώβητον οὐ βραχέα συναιρομένων τοῖς ἄρχειν μέλλουσιν. Ο δ' Αλέξιος ταῦτα ἐνωτι ζόμενος καὶ τὸ μητρῷον φίλτρον ἐπιστάμενος, πῆ μὲν ἄλλοις ἐκ τοῦ σχεδὸν κατεπείγουσι πράγμασι χαρίζεσθαι τὸν νοῦν πλαττόμενος οὐδὲ προσέχειν ὅλως τοῖς λεγομένοις προσεποιεῖτο, πῆ δ᾽ ἐς σκέψιν ἀπολύων τὰ εἰσηγούμενα μὴ ἂν τὴν αἴτησιν αὐτῆς παραβλέψασθαι ἰσχυρίζετο. Ενίοτε δὲ καὶ τοιοῦτόν τι παθηνάμενος εἴρηκεν· « "Ω γύναι, κοινωνέ μοι λέχους καὶ βασιλείας, οὐ τὰ πρὸς χάριν παύσῃ τῆς σῆς ὑποτιθεμένη μοι θυγατρός, ἁρμονίαν τε καὶ τάξιν ἐπιχειροῦσα λύειν ἐπαινετήν, ὡς εἴπερ θεο- βλαβείας μετέσχηκας ; Βάλλ' ἐς τύχην ἀγαθήν NICETÆ CHONIATÆ commemorationi diutius immorabimur quas ipsi non vidimus, sed ab iis accepimus qui eum vide- runt et in expeditiones comitati sunt. In cæteris autem uberius tractabimus omnia. Sed jam ad rem ipsam accedamus, hinc sumpto exordio. B C II. Alexius Comnenus imperator filios tres et quatuor filias habuit. Inter fratres natu maxi- mus Joannǝs fuit; Anna vero primsgenita Nice- phoro Bryenio, Cæsarissa appellata, nupsit. Joan- nem pater maxime dilexit, datisque purpureis calceis imperio destinavit et imperatorem appel- landum curavit. Irene vero mater et imperatrix contra nihil Annæ filiæ deferebat, neque Joannem apud Alexium maritum ut temerarium et luxu perditum et levem ac plane vecordem calumniari non desistebat, neque quidquam habebat antiquius quam ut imperatorem ad mutandam de Joanne sententiam compelleret. Aliquando etiam Brye- nium per occasionem summis laudibus celebrabat ut et eloquentissimum et rebus gerendis ap- tissimum, et liberalibus artibus, quæ animum ad virtutem informent et ad imperium rite geren- dum et tuendum maximo adjumento sint, erudi- tum. Alexius vero cum hæc materni affec- tus haud ignarus audiret, alias se gravioribus ne- gotiis occupatum verba illa prorsus non curare si- mulabat, alias tempus ad deliberandum sumptu- rum neque petitionem ejus neglecturum esse affir- mabat. Semel vero temperare sibi non potuit quin eam ita alloqueretur: « mulier et lecti et imperii mei particeps, non tandem ea suadere mihi desines quæ filiæ tuæ grata sunt, el conari ut ordo laudabiliter institutus turbetur? quod si nu- minis alicujus ira percita es, ad sanam redito mentem; ac potius mecum considerato an ullus unquam ex superioribus Romanorum imperatori- bus, cum filium imperio idoneum haberet, eo ne- D glecto generum prætulerit: ac ut aliquando tale quippiam acciderit, quod raro factum est, pro lege habendum non erit: a me præsertim, qui cum regnum haud laudabiliter sed cædibus co- gnatorum et rationibus ab institutis Christiano- Hier. Wolffi notæ. potissimum tempora, ut arbitror: nam longe ante Alexium Isaacius Comnenus post Michaelem Stra- tioticum imperavit; cui Constantinus Ducas suc- cessit, ut refert Zonaras. (7) "Αρξαντος πρώτως ᾿Αλεξίου. Respicit ad sua
κατὰ γὰρ μικρολυπίαν τοῦ ὁμογνίου διαζευχθεὶς καὶ φυγὰς ἀπάρας ἐκ τῆς Ῥωμαίων, συνέκδημον καὶ συμπλανήτην ἔχων τὸν Ἰωάννην τὸν τῶν παίδων πρωτότοκον (ἀνὴρ δ’ οὗτος ὁπλιτοπάλας καὶ πολεμόκλονος, φυήν τ’ ἀρίστην καὶ εἶδος προφαίνων ἀξιοθέατον), πλείστοις μὲν καὶ ἄλλοις προσέμιξεν ἔθνεσι, σὺν αὐτοῖς δὲ καὶ τῷ τῆς Ἰκονιέων σατραπεύοντι μητροπόλεως. καὶ ἦν μὲν ὁ Ἰσαάκιος οὗτος ὁρμαίνων ἀεὶ χώραις ἐπιθέσθαι Ῥωμαϊκαῖς καὶ Σατὰν γενέσθαι τῷ Ἰωάννῃ, χρημάτων δὲ ἀπορῶν καὶ τὸν βασιλέα Ἰωάννην ὁρῶν ταῖς κατὰ πόλεμον πράξεσι διὰ παντὸς περικλέϊστον οὐδένα εὕρισκε τοῖς κατὰ σκοπὸν ἐκείνῳ συμβαίνοντα. μᾶλλον μὲν οὖν καὶ πάντας εἶχεν ἀποπηδῶντας καὶ πρὸς τὴν πρώτην τῆς ἀντιστασίας ἐνήχησιν δυσχεραίνοντας καὶ τὴν ἐπιχείρησιν ἀπαγορεύοντας ὡς ἀσύμφορον κἀκείνῳ καὶ μηδ’ αὐτοῖς ἐφικτὴν ὁπωσοῦν. ὅθεν τοὺς τοπάρχας περιιὼν καὶ παρ’ οἷς κατέλυε δι’ αἰδοῦς ἀγόμενος ὡς τὸ εἶδος τυραννικώτατος καὶ τὸ γένος ἐπισημότατος, ὀψὲ συνεὶς ὡς διακενῆς τῆς συγγενείας ἀποδιίσταται βίον ἀντλῶν πόνηρον, πρὸς τὸν ὁμόσπορον ἐπανέλυσε.
Α θέσεως ἐπιβαίνομεν τῆσδε, οἷά τινα ἐρήμην καὶ ἀστιβή διιέναι ἐγχειροῦντες ὁδὸν, δ καὶ δυσεργόν ἐστι καὶ πολλῷ ὑπερκείμενον τοῦ ἴχνεσιν ἑτέρων προωδευκότων ἐφομαρτεῖν, ἤ γοῦν ὡς διὰ λείας καὶ βασιλικῆς βαδίζειν ὁδοῦ, λέγω δὴ τῆς ἑτέρων ίστο ρίας, εὐθυπόρως τε καὶ ἀπλανῶς. ᾿Αρχὴ δέ μοι τοῦ λέγειν ὅσα μετὰ τὸ πέρας εὐθὺς τῆς ζωῆς ἅμα καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐκ Κομνηνῶν ἄρξαντος πρώτως 'Αλεξίου (7) συμβέβηκεν, ἐπεὶ καὶ ἐς τόνδε τὸν ἅνακτα τὸ λέγειν συνεπεράναντο ὁπόσοι τῶν πρὸ ἡμῶν τῇ συγγραφῆ προδήλως ἐπέβαλον, ἵν' εἶεν τὰ βηθησόμενα παρ' ἡμῶν συναφή πως τοῖς ὑπ᾽ ἐκείνων λεχθεῖσι, καὶ ὁ λόγος οὕτω διαπλεκόμενος τρό πον τινὰ ὀλκῷ εἰκάζοιτο ρεύματος ἐκ μιᾶς πηγῆς ἐκδιδόντι, ἤ γοῦν τὸ τῶν κρίκων ἀλληλένδετον ὑποκρίνοιτο, τῇ τῶν ἀεὶ προσεχῶν ἐφάψει προϊόντων ἐς άπειρον. Ἐν κεφαλαιώδεσι δ' ἐπιτομαῖς τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα Ιωάννην τὸ ἱστορεῖν διηγήσεται, ὃς Αλεξίῳ διάδοχος γεγένηται τῆς ἀρχῆς, οὐδ' ἐμβραδυνεῖ ταῖς κατ' αὐτὸν ἀφηγήσεσιν, [Ρ. 4.] ὥσπερ ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἐργάσεται λόγοις, οἷς καὶ ἡμῶν μὴ τὰ τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐπὶ τῷδε παρειλημμένα συγγραφομένων, κἀντεῦθεν μηδ' ἀποτάδην ἐχόντων ταῦτα διεξιέναι, ἀλλ᾽ ἅπερ εἰς ἀκοὴν ὠτίου ελήφαμεν ἐκ τῶν ὅσοι τῶν καθ᾿ ἡμᾶς τὸν βασιλέα τουτον ἐθεάσαντο καὶ συνωμάρτουν ἐκείνῳ πρὸς ἐναντίους χωροῦντι καὶ τὰς μάχας συνετολύπεσον, Αμεινον δ᾽ ἐντεῦθεν ἄρξασθαι. Ο Β΄. Τῷ ἄνακτι ᾿Αλεξίῳ τῷ Κομνηνῷ υἱοὶ τρεῖς καὶ θυγατέρες τέσσαρες εγεγένηντο. Ην δὲ τῶν μὲν ἀνδρῶν ὁ Ἰωάννης κατὰ γένεσιν προφερέστε ρος, πρωτογενής δ' ἀπάντων τῶν ἐξ ὀσφύος τῷ ᾿Αλεξίῳ ἡ θυγάτηρ 'Αννα καθεωρᾶτο, ἥτις εἰς λέχος τῷ Βρυενίῳ Νικηφόρῳ συνέζευντο, τιμηθεῖσα Καισάρισσα. Ο βασιλεὺς τοίνυν καὶ τοκεὺς ᾿Αλέξιος μάλιστα τῶν ἄλλων παίδων τῷ Ιωάννῃ προσέκειτο. Αμέλει τοι καὶ τοῦτον ἐπικρίνας τῆς βασιλείας διάδοχον καταλείψειν ἐρυθροῦ τέ οἱ πεδίλου μετεδε δώκει καὶ βασιλέα ἐδεδώκει αναγορεύεσθαι. Η μήτηρ καὶ βασιλὶς Εἰρήνη τῇ θυγατρί Αννῃ τὴν πᾶσαν ἐκ τοῦ ἐναντίου χαριζομένη ῥοπὴν οὐκ ἀνίει παρὰ τῷ συλλέκτρῳ Αλεξίῳ τὸν Ἰωάννην ἐνδια βάλλουσα, προπετῆ τοῦτον ἀποκαλοῦσα, καὶ ὑγρὸν τὸν βίον ἐπιτωθάζουσα, παλίντροφόν τε τὸ ἦθος καὶ μηδαμή μηδὲν ὑγιὲς ἔχοντα, καὶ τιθεμένη διὰ παντὸς ἀσχολίας πάσης ἀνώτερον σπούδασμα όπως μετάθοιτο τὴν γνώμην ὁ βασιλεὺς ἢν εἶχεν ἐπ αὐτῷ κυρωσάμενος. Ἐνιαχοῦ δὲ καὶ λόγου πρόφα σιν τὸν Βρυένιον παρεισφέρουσα, παντοίοις αὐτὸν ἐπαίνοις κατέστεφεν ἅτε εἰπεῖν ἐκανώτατον καὶ οὐκ ἐλάττονα διαπράξασθαι, καὶ μαθημάτων ἐλευθερίων μεταλαχόντα, ρυθμίζειν τὸ ἦθος εἰδότων καὶ πρὸς βασιλείαν ἀδιαλώβητον οὐ βραχέα συναιρομένων τοῖς ἄρχειν μέλλουσιν. Ο δ' Αλέξιος ταῦτα ἐνωτι ζόμενος καὶ τὸ μητρῷον φίλτρον ἐπιστάμενος, πῆ μὲν ἄλλοις ἐκ τοῦ σχεδὸν κατεπείγουσι πράγμασι χαρίζεσθαι τὸν νοῦν πλαττόμενος οὐδὲ προσέχειν ὅλως τοῖς λεγομένοις προσεποιεῖτο, πῆ δ᾽ ἐς σκέψιν ἀπολύων τὰ εἰσηγούμενα μὴ ἂν τὴν αἴτησιν αὐτῆς παραβλέψασθαι ἰσχυρίζετο. Ενίοτε δὲ καὶ τοιοῦτόν τι παθηνάμενος εἴρηκεν· « "Ω γύναι, κοινωνέ μοι λέχους καὶ βασιλείας, οὐ τὰ πρὸς χάριν παύσῃ τῆς σῆς ὑποτιθεμένη μοι θυγατρός, ἁρμονίαν τε καὶ τάξιν ἐπιχειροῦσα λύειν ἐπαινετήν, ὡς εἴπερ θεο- βλαβείας μετέσχηκας ; Βάλλ' ἐς τύχην ἀγαθήν NICETÆ CHONIATÆ commemorationi diutius immorabimur quas ipsi non vidimus, sed ab iis accepimus qui eum vide- runt et in expeditiones comitati sunt. In cæteris autem uberius tractabimus omnia. Sed jam ad rem ipsam accedamus, hinc sumpto exordio. B C II. Alexius Comnenus imperator filios tres et quatuor filias habuit. Inter fratres natu maxi- mus Joannǝs fuit; Anna vero primsgenita Nice- phoro Bryenio, Cæsarissa appellata, nupsit. Joan- nem pater maxime dilexit, datisque purpureis calceis imperio destinavit et imperatorem appel- landum curavit. Irene vero mater et imperatrix contra nihil Annæ filiæ deferebat, neque Joannem apud Alexium maritum ut temerarium et luxu perditum et levem ac plane vecordem calumniari non desistebat, neque quidquam habebat antiquius quam ut imperatorem ad mutandam de Joanne sententiam compelleret. Aliquando etiam Brye- nium per occasionem summis laudibus celebrabat ut et eloquentissimum et rebus gerendis ap- tissimum, et liberalibus artibus, quæ animum ad virtutem informent et ad imperium rite geren- dum et tuendum maximo adjumento sint, erudi- tum. Alexius vero cum hæc materni affec- tus haud ignarus audiret, alias se gravioribus ne- gotiis occupatum verba illa prorsus non curare si- mulabat, alias tempus ad deliberandum sumptu- rum neque petitionem ejus neglecturum esse affir- mabat. Semel vero temperare sibi non potuit quin eam ita alloqueretur: « mulier et lecti et imperii mei particeps, non tandem ea suadere mihi desines quæ filiæ tuæ grata sunt, el conari ut ordo laudabiliter institutus turbetur? quod si nu- minis alicujus ira percita es, ad sanam redito mentem; ac potius mecum considerato an ullus unquam ex superioribus Romanorum imperatori- bus, cum filium imperio idoneum haberet, eo ne- D glecto generum prætulerit: ac ut aliquando tale quippiam acciderit, quod raro factum est, pro lege habendum non erit: a me præsertim, qui cum regnum haud laudabiliter sed cædibus co- gnatorum et rationibus ab institutis Christiano- Hier. Wolffi notæ. potissimum tempora, ut arbitror: nam longe ante Alexium Isaacius Comnenus post Michaelem Stra- tioticum imperavit; cui Constantinus Ducas suc- cessit, ut refert Zonaras. (7) "Αρξαντος πρώτως ᾿Αλεξίου. Respicit ad sua
καὶ βασιλεὺς ἀσμένως τε αὐτὸν καὶ τὸν υἱέα προσβλέπει καὶ ὄψιν καὶ λόγους ἀμφοῖν δίδωσι καὶ χαριέντως προσπλέκεται. ἰσχυρὸν γάρ τι χρῆμα πόθος συγγενείᾳ διυφαινόμενος, κἂν ἀπορραγείη μικρόν τι τῆς συμφυί̈ας, ταχέως φιλυπόστροφος γίνεται. ἀμέλει καὶ τὸ πρώην φίλτρον διατηρήσας ἀλώβητον οὐδέν τι παλίγκοτον ὑπέτυφεν ἐν ψυχῇ, ὁποῖα οἱ ἐν ἀρχαῖς φιλοῦσι τεχνάζεσθαι, τὸν χόλον ἐνθάπτοντες καὶ ἐναύοντες εἰς τὴν κατὰ καιρὸν φρυκτώρησιν καὶ κατάπρησιν· τὴν δὲ Κωνσταντίνου σὺν αὐτῷ εἰσιὼν οὐ πλεῖον τῷ τῆς νίκης περιόντι ἢ τῇ τοῦ κασιγνήτου ἐπανόδῳ ἠγαλλιᾶτο. καὶ τὸ ὑπήκοον δὲ κατεκίρνα πως τὰ ἐγκώμια τῷ τοῦ βασιλέως τουτωὶ̈ προμηθεύματι, οὐ μόνον τοῖς αὐτοῦ τροπαίοις καλλωπιζόμενον καὶ θῦον θεῷ χαριστήρια τῷ καὶ πορεύσαντι τοῦτον καὶ νικητὴν ἀνασώσαντι, ἀλλὰ καὶ τῇ τοῦ ἀδελφοῦ ἀφίξει ἐπευφραινόμενον. Μὴ πολυωρήσας δὲ τῷ Βυζαντίῳ, τῶν Περσῶν ἐσβαλόντων τοῖς κατὰ τὸν ποταμὸν τὸν Σαγγάριον ἐπιδρόμοις τόποις, ὑπεριδὼν καχεξίας σώματος ὡς εἶχεν ἐξώρμησεν· ὅθεν τοὺς πολεμίους διαθροήσας τῇ παρουσίᾳ καὶ θρεμμάτων ἀγέλας ἐλάσας παντοδαπῶν ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Λοπάδιον.
Α θέσεως ἐπιβαίνομεν τῆσδε, οἷά τινα ἐρήμην καὶ ἀστιβή διιέναι ἐγχειροῦντες ὁδὸν, δ καὶ δυσεργόν ἐστι καὶ πολλῷ ὑπερκείμενον τοῦ ἴχνεσιν ἑτέρων προωδευκότων ἐφομαρτεῖν, ἤ γοῦν ὡς διὰ λείας καὶ βασιλικῆς βαδίζειν ὁδοῦ, λέγω δὴ τῆς ἑτέρων ίστο ρίας, εὐθυπόρως τε καὶ ἀπλανῶς. ᾿Αρχὴ δέ μοι τοῦ λέγειν ὅσα μετὰ τὸ πέρας εὐθὺς τῆς ζωῆς ἅμα καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐκ Κομνηνῶν ἄρξαντος πρώτως 'Αλεξίου (7) συμβέβηκεν, ἐπεὶ καὶ ἐς τόνδε τὸν ἅνακτα τὸ λέγειν συνεπεράναντο ὁπόσοι τῶν πρὸ ἡμῶν τῇ συγγραφῆ προδήλως ἐπέβαλον, ἵν' εἶεν τὰ βηθησόμενα παρ' ἡμῶν συναφή πως τοῖς ὑπ᾽ ἐκείνων λεχθεῖσι, καὶ ὁ λόγος οὕτω διαπλεκόμενος τρό πον τινὰ ὀλκῷ εἰκάζοιτο ρεύματος ἐκ μιᾶς πηγῆς ἐκδιδόντι, ἤ γοῦν τὸ τῶν κρίκων ἀλληλένδετον ὑποκρίνοιτο, τῇ τῶν ἀεὶ προσεχῶν ἐφάψει προϊόντων ἐς άπειρον. Ἐν κεφαλαιώδεσι δ' ἐπιτομαῖς τὰ κατὰ τὸν αὐτοκράτορα Ιωάννην τὸ ἱστορεῖν διηγήσεται, ὃς Αλεξίῳ διάδοχος γεγένηται τῆς ἀρχῆς, οὐδ' ἐμβραδυνεῖ ταῖς κατ' αὐτὸν ἀφηγήσεσιν, [Ρ. 4.] ὥσπερ ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἐργάσεται λόγοις, οἷς καὶ ἡμῶν μὴ τὰ τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐπὶ τῷδε παρειλημμένα συγγραφομένων, κἀντεῦθεν μηδ' ἀποτάδην ἐχόντων ταῦτα διεξιέναι, ἀλλ᾽ ἅπερ εἰς ἀκοὴν ὠτίου ελήφαμεν ἐκ τῶν ὅσοι τῶν καθ᾿ ἡμᾶς τὸν βασιλέα τουτον ἐθεάσαντο καὶ συνωμάρτουν ἐκείνῳ πρὸς ἐναντίους χωροῦντι καὶ τὰς μάχας συνετολύπεσον, Αμεινον δ᾽ ἐντεῦθεν ἄρξασθαι. Ο Β΄. Τῷ ἄνακτι ᾿Αλεξίῳ τῷ Κομνηνῷ υἱοὶ τρεῖς καὶ θυγατέρες τέσσαρες εγεγένηντο. Ην δὲ τῶν μὲν ἀνδρῶν ὁ Ἰωάννης κατὰ γένεσιν προφερέστε ρος, πρωτογενής δ' ἀπάντων τῶν ἐξ ὀσφύος τῷ ᾿Αλεξίῳ ἡ θυγάτηρ 'Αννα καθεωρᾶτο, ἥτις εἰς λέχος τῷ Βρυενίῳ Νικηφόρῳ συνέζευντο, τιμηθεῖσα Καισάρισσα. Ο βασιλεὺς τοίνυν καὶ τοκεὺς ᾿Αλέξιος μάλιστα τῶν ἄλλων παίδων τῷ Ιωάννῃ προσέκειτο. Αμέλει τοι καὶ τοῦτον ἐπικρίνας τῆς βασιλείας διάδοχον καταλείψειν ἐρυθροῦ τέ οἱ πεδίλου μετεδε δώκει καὶ βασιλέα ἐδεδώκει αναγορεύεσθαι. Η μήτηρ καὶ βασιλὶς Εἰρήνη τῇ θυγατρί Αννῃ τὴν πᾶσαν ἐκ τοῦ ἐναντίου χαριζομένη ῥοπὴν οὐκ ἀνίει παρὰ τῷ συλλέκτρῳ Αλεξίῳ τὸν Ἰωάννην ἐνδια βάλλουσα, προπετῆ τοῦτον ἀποκαλοῦσα, καὶ ὑγρὸν τὸν βίον ἐπιτωθάζουσα, παλίντροφόν τε τὸ ἦθος καὶ μηδαμή μηδὲν ὑγιὲς ἔχοντα, καὶ τιθεμένη διὰ παντὸς ἀσχολίας πάσης ἀνώτερον σπούδασμα όπως μετάθοιτο τὴν γνώμην ὁ βασιλεὺς ἢν εἶχεν ἐπ αὐτῷ κυρωσάμενος. Ἐνιαχοῦ δὲ καὶ λόγου πρόφα σιν τὸν Βρυένιον παρεισφέρουσα, παντοίοις αὐτὸν ἐπαίνοις κατέστεφεν ἅτε εἰπεῖν ἐκανώτατον καὶ οὐκ ἐλάττονα διαπράξασθαι, καὶ μαθημάτων ἐλευθερίων μεταλαχόντα, ρυθμίζειν τὸ ἦθος εἰδότων καὶ πρὸς βασιλείαν ἀδιαλώβητον οὐ βραχέα συναιρομένων τοῖς ἄρχειν μέλλουσιν. Ο δ' Αλέξιος ταῦτα ἐνωτι ζόμενος καὶ τὸ μητρῷον φίλτρον ἐπιστάμενος, πῆ μὲν ἄλλοις ἐκ τοῦ σχεδὸν κατεπείγουσι πράγμασι χαρίζεσθαι τὸν νοῦν πλαττόμενος οὐδὲ προσέχειν ὅλως τοῖς λεγομένοις προσεποιεῖτο, πῆ δ᾽ ἐς σκέψιν ἀπολύων τὰ εἰσηγούμενα μὴ ἂν τὴν αἴτησιν αὐτῆς παραβλέψασθαι ἰσχυρίζετο. Ενίοτε δὲ καὶ τοιοῦτόν τι παθηνάμενος εἴρηκεν· « "Ω γύναι, κοινωνέ μοι λέχους καὶ βασιλείας, οὐ τὰ πρὸς χάριν παύσῃ τῆς σῆς ὑποτιθεμένη μοι θυγατρός, ἁρμονίαν τε καὶ τάξιν ἐπιχειροῦσα λύειν ἐπαινετήν, ὡς εἴπερ θεο- βλαβείας μετέσχηκας ; Βάλλ' ἐς τύχην ἀγαθήν NICETÆ CHONIATÆ commemorationi diutius immorabimur quas ipsi non vidimus, sed ab iis accepimus qui eum vide- runt et in expeditiones comitati sunt. In cæteris autem uberius tractabimus omnia. Sed jam ad rem ipsam accedamus, hinc sumpto exordio. B C II. Alexius Comnenus imperator filios tres et quatuor filias habuit. Inter fratres natu maxi- mus Joannǝs fuit; Anna vero primsgenita Nice- phoro Bryenio, Cæsarissa appellata, nupsit. Joan- nem pater maxime dilexit, datisque purpureis calceis imperio destinavit et imperatorem appel- landum curavit. Irene vero mater et imperatrix contra nihil Annæ filiæ deferebat, neque Joannem apud Alexium maritum ut temerarium et luxu perditum et levem ac plane vecordem calumniari non desistebat, neque quidquam habebat antiquius quam ut imperatorem ad mutandam de Joanne sententiam compelleret. Aliquando etiam Brye- nium per occasionem summis laudibus celebrabat ut et eloquentissimum et rebus gerendis ap- tissimum, et liberalibus artibus, quæ animum ad virtutem informent et ad imperium rite geren- dum et tuendum maximo adjumento sint, erudi- tum. Alexius vero cum hæc materni affec- tus haud ignarus audiret, alias se gravioribus ne- gotiis occupatum verba illa prorsus non curare si- mulabat, alias tempus ad deliberandum sumptu- rum neque petitionem ejus neglecturum esse affir- mabat. Semel vero temperare sibi non potuit quin eam ita alloqueretur: « mulier et lecti et imperii mei particeps, non tandem ea suadere mihi desines quæ filiæ tuæ grata sunt, el conari ut ordo laudabiliter institutus turbetur? quod si nu- minis alicujus ira percita es, ad sanam redito mentem; ac potius mecum considerato an ullus unquam ex superioribus Romanorum imperatori- bus, cum filium imperio idoneum haberet, eo ne- D glecto generum prætulerit: ac ut aliquando tale quippiam acciderit, quod raro factum est, pro lege habendum non erit: a me præsertim, qui cum regnum haud laudabiliter sed cædibus co- gnatorum et rationibus ab institutis Christiano- Hier. Wolffi notæ. potissimum tempora, ut arbitror: nam longe ante Alexium Isaacius Comnenus post Michaelem Stra- tioticum imperavit; cui Constantinus Ducas suc- cessit, ut refert Zonaras. (7) "Αρξαντος πρώτως ᾿Αλεξίου. Respicit ad sua
PG 139:325μετ’ οὐ πολὺ δὲ καὶ τῆς γυναικωνίτιδος ἐξιούσης τὴν πόλιν τὰς Ὀχυρὰς ἐδείματο, τὴν ἐκ τῶν πολεμίων ἐκεχειρίαν εἰς τὸ μὴ πάντῃ ἀξύμφορον Ῥωμαίοις διατιθείς. ἐμβραδῦναι δὲ τοῖς τόποις τούτοις διασκοπούμενος τὴν στρατιὰν ἀθροισθῆναι διετετάχει. καὶ ἡ μὲν ἐκ θεσπισμάτων βασιλείων συνήγετο, αὐτὸς δὲ κατὰ τοῦτο τὸ ἔργον ὡς οὐδέποτε τοῖς στρατευομένοις ἀσυγγνώμων ἔδοξε καὶ βαρὺς καὶ τὸ πλέον μηδὲ μέτρα ἐκστρατείας εἰδώς, ὡς εἴπερ ἐλάθετο ἢ οὐκ ἐνόησεν ὡς τρισσὸν ἔτος ἐν τοῖς ἑῴοις πολέμοις Ῥωμαῖοι διήνεγκαν. τὸ δὲ πρὸς ἄρρητον ἔχθος ἔτι μᾶλλον ἐκμῆναν, ὅτι πολλοὶ τῶν εἰς Συρίαν συναναβάντων ἐκείνῳ μήπω τὰ οἴκοι βλέψαντες, ἀλλὰ νόσῳ σώματος καὶ σπάνει τῶν ἀναγκαίων καὶ φθορᾷ τῶν ὀχημάτων ἐν τῇ ὁδοιπορίᾳ χρονίσαντες, ἠναγκάζοντο μὴ τῶν πατρίδων βαίνειν εὐθύ, ἀλλ’ ἔνθα κατασκηνοῖ βασιλεὺς μεταβαίνειν ὑπὸ τῶν ἐπιμελῶς τὰς ὁδοὺς τηρούντων καὶ τὰς θαλαττίους περαιώσεις ἐπισκοπούντων.
HISTORIA. δεῦρο κοινῇ συνδιασκεψώμεθα, και γνωσό- ἐξ ἁπάντων τῶν πρώην τὰ Ῥωμαίων παρειληφότων, υἱὸν ἔχων ἀρμόδιον εἰς τοῦτον μὲν παρεβλέψατο, γαμβρὸν δὲ ἀνθ Εἰ δέ ποτε καὶ τοιόνδε τι ξυμβέβηκεν, οὐ · γύναι, τὸ σπάνιον ἡγησόμεθα. [Ρ. 5.] Ἐπ' καὶ μάλα καπυρὸν γελάσειε τὸ Πανρώμαιον, · φρενῶν κριθείην ἀποπεσὼν, εἰ τὴν βασι * Επαινετῶς εἰληφὼς ἀλλ' αἵμασιν ὁμογενῶν ιόδοις Χριστιανικῶν ἀφισταμέναις θεσμῶν, ταύτης ἀφεικέναι διάδοχον, τὸ μὲν ἐξ ὀσφύος μαίμην, τὸν δὲ Μακεδόνα εἰσοικισαίμην, » πένιον οὕτω λέγων, ἐπεὶ καὶ ἐξ Ορεστιάδος · μία δ' αὕτη τῶν εὐδαιμόνων καὶ κρατί παρὰ Μακεδόσιν πόλεων. Τοιαῦτα πρὸς τὴν σαν Εἰρήνην ἐμβριθῶς ὁ ᾿Αλέξιος φάμενος, Β καὶ πάλιν τὸν μηδαμῶς ἀπειπόντα υποκρι ἡ διῆγε τὴν γυναῖκα σκηπτόμενος ἀεὶ τὸν μενον ἦν γὰρ, εἰ καὶ τις ἄλλος, κρυψίνους οὗτος, καὶ σοφὸν ἡγούμενος ἀεὶ τὸ περίερ ηδὲ τὰ πολλὰ ἐξαγγελτικὸς τοῦ ποιητέου ενος. Ἐγγίζοντος δέ οἱ τοῦ τέρματος τῆς μὲν ἔκειτο πνέων τὰ λοίσθια ἐν τοῖς κατὰ τὴν τῶν Μαγγάνων λαμπροτάτοις οἰκοδομή- ὁ δὲ παῖς Ἰωάννης τὸν πατέρα ὁρῶν τῇ πλησιάζοντα, καὶ τὴν μητέρα εἰδὼς ἀπο- σαν καὶ τῇ ἀδελφῇ τὴν βασιλείαν μνωμέν κνοῦται τὸ ποιητέον τοῖς ἐκ τῆς συγγενείας φίλα φρονούσιν, ὧν τὰ κράτιστα ἦν ὁ ἀδελφὸς κ. Καὶ δὴ λαθὼν τὴν μητέρα εἴσεισι τὸν τὸν πατρικὸν, καὶ προσπεσὼν ὡς δῆθεν ων ὑφαιρείται λάθρα τῆς ἐκεῖνου χειρὸς τὸν πήρα δακτύλιον. Εἰσὶ δ' οἳ κατὰ γνώμην τοῦ αὐτόν φασι τόδε πεποιηκέναι, ὡς δίδωσιν τὰ μετὰ βραχὺ βηθησόμενα. Αὐτίκα τοίνυν της τους συνίστορας ήθροικὼς καὶ τὸ πρα- γγελκὼς ἐπὶ κέλητος μεθ᾽ ὅπλων πρὸς τὸ ν ἀρχεῖον ἐξώρμησε, κατ᾿ αὐτὴν τὴν τῶν ων μονὴν καὶ τὰς ἀγυιὰς ὁμοίως τῆς πόλεως ήθους τοῦ σύμφρονος καὶ τῶν κατὰ φήμην νωμένων συναλιζομένων ἀστυπόλων βασιλεύς έτως ἀνευφημούμενος. Η βασιλὶς δὲ Εἰρήνη της τοῦ Ἰωάννου (8) πρὸς τῶν οὕτω γινομέ- εθαμβηθεῖσα στείλασα μετεπέμπετο τὸν υἱὸν, ισήνει τῶν ἐν χερσὶν ἀποσχέσθαι. ὡς δ᾽ ἦν ἐν δρωμένων ὁ Ἰωάννης καὶ κατ᾽ οὐδένα τρό- ῆς μητρὸς ἐπεστρέφετο, τὸν Βρυέννιον ἐπιβ- ἐν ἐπιθέσθαι τῇ βασιλείᾳ συναρηγούσης αὐτ κς δ᾽ οὐδ᾽ οὕτω τὰ κατὰ σκέψιν ἑώρα προβαί- πρόσεισι τῷ ἀνδρὶ ἐπὶ κλίνης ἑῤῥιμμένῳ καὶ αις ἀναπνοῆς τὸν ζῶντα ὑποσημαίνοντι, καὶ Ο Η βασίλὶς δὲ Εἰρήνη καὶ μήτηρ Ιωάννου. περισσολογίας A rum alienis occuparim, toti Romano imperio rigui ; C D sim futurus et pro insano habendus, si in delibe- ratione successionis, germano filio repudiato, Ma- cedonem in solio collocaro. » Sic autem appella- bat Bryenium Orestiade beata et præstantissima urbe Macedoniæ oriundum. Quibus verbis cum Irenæ petitionem graviter refutasset, tamen deinde eum præ se ferens qui haudquaquam negasset, mulierem perpetua deliberationis simulatione dif- ferebat, quippe homo, si quisquam alius, occulti animi, qui sapientiam in dissimulando positam ratus raro admodum, quid facturus esset, præ se ferret. Instante autem obitu cum in splendidis- simis Manganiæ regiæ substructionibus decum- beret, Joannes et ejus rei et materni odii gnarus, quæ imperium in sororem conferre niteretur, ne- gotium cum cognatis sui studiosis communicat, quorum princeps eratfrater Isaacius: et clam ma- tre paternum cubiculum ingressus, et tanquam morbum ejus deplorare vellet, prostratus annulum de manu ejus surripit. Sunt tamen qui id eum de sententia patris fecisse affirment ; idque ex iis quæ mox sequentur fit probabile. Cum autem in cœtu suorum rem gestam exposuisset, eques ad maximam regiam properavit, armis stipatus, atque in ipso Manganio monasterio et urbis regionibus a multitudine sui studiosa, et iis qui fama rei ex- citi in urbe versabantur, imperator salutatus est. Quibus rebus Irene territa filium monuit ut coop- tis desisteret. Sed cum is summo studio rem ur- Bryennium hortatur ut se adjutrice regnum affe- geret neque verbis matris quidquam moveretur, ctet. Ut vero ne sic quidem res procedebat, ad maritum accedit in lecto decumbentem et tenui spiritu vitam adhuc præ se ferentem, et corpori ejus incumbens clare vociferatur, lacrymis instar fontis exuberantibus, filium ipso adhuc sa- perstite res novas molientem regnum affectare. Ille vero gravioribus rebus occupatus, scilicet in vitæ exitu,et peregrinationi jamjam instanti inten- tus, oculis ad angelos animorum duces conversis, nihil ad ea respondit. Illa vero acrius urgente et filii facta ægerrime ferente, cum exiguo coactoque risu, manibus in cœlum sublatis, sive eo nuntio delectatus et Deo gratias agens sive delictorum veniam a Deo flagitans, vultu parum blando eam castigavit quod imperii contentionem in discessu animi a corpore moveret. Mulier itaque haud du- bie maritum iis quæ audisset delectatum esse rata, ut jam omni frustrata spe dejectaque prioribus con- siliis,cum magno gemitu dixit : « marite, et vivens omnibus dolis instructus fuisti, aliud dicere aliud Hier. Wolfii notæ. ates nimium sollicitus, ut apparet, ne quis ex propriis nominibus exsistat, epitheta super- es adjicit. Irenen esse imperatricem et Joan- atrem satis intelleximus, neque periculum est ne nunc alia Irene intelligatur. Quare has et simi- 1e8 omittere non dubitavi.Idem etiam feci in supervacanea propriorum nominum repeti- tione aut pro relativis pronominibus collocatione molesta et odiosa.
ὁ δὲ μὴ ἀγνοεῖν ἔχων τὸ τοῦ γογγυσμοῦ αἴτιον, τὸν οὐκ εἰδότα πλαττόμενος, ἵνα μὴ λέγοιμι τὸν μηδαμῶς ἐμπαζόμενον ὑποκρινόμενος, ἐκείνους μὲν εἴα κενοφωνεῖν, αὐτὸς δὲ τῆς προθέσεως εἴχετο, βούλεσθαι λέγων ἔχειν τοὺς στρατιώτας συσπουδαστὰς καὶ μηδαμῶς ταῖς συνεχέσιν ἐκδημίαις ἀπαυδοῦντας καὶ ἀποκναίοντας. Προθέμενος δὲ μετελθεῖν τοὺς κατὰ τὸ θέμα τῶν Ἀρμενιακῶν παρεισφθαρέντας βαρβάρους, ἅμα δὲ καὶ Κωνσταντῖνον τὸν Γαβρᾶν κατασχεῖν χρόνον ἤδη συχνὸν τὴν Τραπεζοῦντα ὑποποιησάμενον καὶ ἤθεσι τυραννικοῖς αὐτὴν διεξάγοντα, διὰ τῆς τῶν Παφλαγόνων συναγκείας τὴν πορείαν τίθησιν ἀεὶ τῶν τοῦ Πόντου παράλων βαδίζων ἐχόμενα, δυοῖν ἕνεκα, τοῦ τ’ ἐκ τῆς οἰκείας χώρας τὴν στρατιάν οἱ πορίζεσθαι τὰ βιώσιμα, καὶ εἰ δεήσει συρρῆξαι πόλεμον, κατὰ μίαν μοῖραν ἔχειν αὐτὸν ἐπικείμενον, ἀλλ’ οὐκ ἐξ ἑκατέρων μερῶν προσφυόμενον κἀντεῦθεν πρὸς περικύκλωσιν ἐπιτήδειον.
HISTORIA. δεῦρο κοινῇ συνδιασκεψώμεθα, και γνωσό- ἐξ ἁπάντων τῶν πρώην τὰ Ῥωμαίων παρειληφότων, υἱὸν ἔχων ἀρμόδιον εἰς τοῦτον μὲν παρεβλέψατο, γαμβρὸν δὲ ἀνθ Εἰ δέ ποτε καὶ τοιόνδε τι ξυμβέβηκεν, οὐ · γύναι, τὸ σπάνιον ἡγησόμεθα. [Ρ. 5.] Ἐπ' καὶ μάλα καπυρὸν γελάσειε τὸ Πανρώμαιον, · φρενῶν κριθείην ἀποπεσὼν, εἰ τὴν βασι * Επαινετῶς εἰληφὼς ἀλλ' αἵμασιν ὁμογενῶν ιόδοις Χριστιανικῶν ἀφισταμέναις θεσμῶν, ταύτης ἀφεικέναι διάδοχον, τὸ μὲν ἐξ ὀσφύος μαίμην, τὸν δὲ Μακεδόνα εἰσοικισαίμην, » πένιον οὕτω λέγων, ἐπεὶ καὶ ἐξ Ορεστιάδος · μία δ' αὕτη τῶν εὐδαιμόνων καὶ κρατί παρὰ Μακεδόσιν πόλεων. Τοιαῦτα πρὸς τὴν σαν Εἰρήνην ἐμβριθῶς ὁ ᾿Αλέξιος φάμενος, Β καὶ πάλιν τὸν μηδαμῶς ἀπειπόντα υποκρι ἡ διῆγε τὴν γυναῖκα σκηπτόμενος ἀεὶ τὸν μενον ἦν γὰρ, εἰ καὶ τις ἄλλος, κρυψίνους οὗτος, καὶ σοφὸν ἡγούμενος ἀεὶ τὸ περίερ ηδὲ τὰ πολλὰ ἐξαγγελτικὸς τοῦ ποιητέου ενος. Ἐγγίζοντος δέ οἱ τοῦ τέρματος τῆς μὲν ἔκειτο πνέων τὰ λοίσθια ἐν τοῖς κατὰ τὴν τῶν Μαγγάνων λαμπροτάτοις οἰκοδομή- ὁ δὲ παῖς Ἰωάννης τὸν πατέρα ὁρῶν τῇ πλησιάζοντα, καὶ τὴν μητέρα εἰδὼς ἀπο- σαν καὶ τῇ ἀδελφῇ τὴν βασιλείαν μνωμέν κνοῦται τὸ ποιητέον τοῖς ἐκ τῆς συγγενείας φίλα φρονούσιν, ὧν τὰ κράτιστα ἦν ὁ ἀδελφὸς κ. Καὶ δὴ λαθὼν τὴν μητέρα εἴσεισι τὸν τὸν πατρικὸν, καὶ προσπεσὼν ὡς δῆθεν ων ὑφαιρείται λάθρα τῆς ἐκεῖνου χειρὸς τὸν πήρα δακτύλιον. Εἰσὶ δ' οἳ κατὰ γνώμην τοῦ αὐτόν φασι τόδε πεποιηκέναι, ὡς δίδωσιν τὰ μετὰ βραχὺ βηθησόμενα. Αὐτίκα τοίνυν της τους συνίστορας ήθροικὼς καὶ τὸ πρα- γγελκὼς ἐπὶ κέλητος μεθ᾽ ὅπλων πρὸς τὸ ν ἀρχεῖον ἐξώρμησε, κατ᾿ αὐτὴν τὴν τῶν ων μονὴν καὶ τὰς ἀγυιὰς ὁμοίως τῆς πόλεως ήθους τοῦ σύμφρονος καὶ τῶν κατὰ φήμην νωμένων συναλιζομένων ἀστυπόλων βασιλεύς έτως ἀνευφημούμενος. Η βασιλὶς δὲ Εἰρήνη της τοῦ Ἰωάννου (8) πρὸς τῶν οὕτω γινομέ- εθαμβηθεῖσα στείλασα μετεπέμπετο τὸν υἱὸν, ισήνει τῶν ἐν χερσὶν ἀποσχέσθαι. ὡς δ᾽ ἦν ἐν δρωμένων ὁ Ἰωάννης καὶ κατ᾽ οὐδένα τρό- ῆς μητρὸς ἐπεστρέφετο, τὸν Βρυέννιον ἐπιβ- ἐν ἐπιθέσθαι τῇ βασιλείᾳ συναρηγούσης αὐτ κς δ᾽ οὐδ᾽ οὕτω τὰ κατὰ σκέψιν ἑώρα προβαί- πρόσεισι τῷ ἀνδρὶ ἐπὶ κλίνης ἑῤῥιμμένῳ καὶ αις ἀναπνοῆς τὸν ζῶντα ὑποσημαίνοντι, καὶ Ο Η βασίλὶς δὲ Εἰρήνη καὶ μήτηρ Ιωάννου. περισσολογίας A rum alienis occuparim, toti Romano imperio rigui ; C D sim futurus et pro insano habendus, si in delibe- ratione successionis, germano filio repudiato, Ma- cedonem in solio collocaro. » Sic autem appella- bat Bryenium Orestiade beata et præstantissima urbe Macedoniæ oriundum. Quibus verbis cum Irenæ petitionem graviter refutasset, tamen deinde eum præ se ferens qui haudquaquam negasset, mulierem perpetua deliberationis simulatione dif- ferebat, quippe homo, si quisquam alius, occulti animi, qui sapientiam in dissimulando positam ratus raro admodum, quid facturus esset, præ se ferret. Instante autem obitu cum in splendidis- simis Manganiæ regiæ substructionibus decum- beret, Joannes et ejus rei et materni odii gnarus, quæ imperium in sororem conferre niteretur, ne- gotium cum cognatis sui studiosis communicat, quorum princeps eratfrater Isaacius: et clam ma- tre paternum cubiculum ingressus, et tanquam morbum ejus deplorare vellet, prostratus annulum de manu ejus surripit. Sunt tamen qui id eum de sententia patris fecisse affirment ; idque ex iis quæ mox sequentur fit probabile. Cum autem in cœtu suorum rem gestam exposuisset, eques ad maximam regiam properavit, armis stipatus, atque in ipso Manganio monasterio et urbis regionibus a multitudine sui studiosa, et iis qui fama rei ex- citi in urbe versabantur, imperator salutatus est. Quibus rebus Irene territa filium monuit ut coop- tis desisteret. Sed cum is summo studio rem ur- Bryennium hortatur ut se adjutrice regnum affe- geret neque verbis matris quidquam moveretur, ctet. Ut vero ne sic quidem res procedebat, ad maritum accedit in lecto decumbentem et tenui spiritu vitam adhuc præ se ferentem, et corpori ejus incumbens clare vociferatur, lacrymis instar fontis exuberantibus, filium ipso adhuc sa- perstite res novas molientem regnum affectare. Ille vero gravioribus rebus occupatus, scilicet in vitæ exitu,et peregrinationi jamjam instanti inten- tus, oculis ad angelos animorum duces conversis, nihil ad ea respondit. Illa vero acrius urgente et filii facta ægerrime ferente, cum exiguo coactoque risu, manibus in cœlum sublatis, sive eo nuntio delectatus et Deo gratias agens sive delictorum veniam a Deo flagitans, vultu parum blando eam castigavit quod imperii contentionem in discessu animi a corpore moveret. Mulier itaque haud du- bie maritum iis quæ audisset delectatum esse rata, ut jam omni frustrata spe dejectaque prioribus con- siliis,cum magno gemitu dixit : « marite, et vivens omnibus dolis instructus fuisti, aliud dicere aliud Hier. Wolfii notæ. ates nimium sollicitus, ut apparet, ne quis ex propriis nominibus exsistat, epitheta super- es adjicit. Irenen esse imperatricem et Joan- atrem satis intelleximus, neque periculum est ne nunc alia Irene intelligatur. Quare has et simi- 1e8 omittere non dubitavi.Idem etiam feci in supervacanea propriorum nominum repeti- tione aut pro relativis pronominibus collocatione molesta et odiosa.
PG 139:327ἦν γὰρ ὁ τῆς Καισαρείας τότε κρατῶν Μουχούμετ, περὶ οὗ εἰπεῖν ἔφθημεν, πλείστην ὅτι περιβεβλημένος ἰσχύν, μέρος τε τῆς Ἰβηρίας ὑπαγαγόμενος καὶ ἔνια τῆς τῶν ποταμῶν Μέσης παραστησάμενος, τὸ μὲν ἄνωθεν γένος ἐς τοὺς Ἀρσακίδας συναλειφόμενος, τὸ δὲ προσεχὲς ἐκ Τανισμανίων καταγόμενος· ἦσαν δ’ οὗτοι τολμητίαι καὶ ἀνδρισταὶ καὶ τῶν χειρωσαμένων τὰς ἑῴας πόλεις Ῥωμαίων οἱ μάλιστα κράτιστοί τε καὶ ἀναιδέστατοι. Ἔαρος μὲν οὖν ὑπολήγειν ἀρξαμένου τοῦ Λοπαδίου βασιλεὺς ἀπανίσταται, τὴν δὲ θέρειον πᾶσαν ὥραν καὶ τοῦ μετοπώρου τὸ εὐκραὲς ἐν τῇ ὁδοιπορίᾳ τῇδε κατατριψάμενος περὶ τροπὰς ἐνηυλίσατο χειμερίους πόλει Ποντικῇ τῇ Κιντῇ. τῇ πολεμίᾳ δ’ ἔκτοτε προσβαλὼν ἐν πολλοῖς ἐδυσπράγησεν. ἔστι μὲν γὰρ καὶ ἄλλως ἡ Καππαδοκῶν χώρα κρυμώδης πᾶσα καὶ τὸ κλίμα τοῦτο ψυχεινὸν καὶ δριμύτατον, τότε δὲ καὶ χειμῶνος ἐπιγενομένου ἀήθους πολυτρόποις κακοῖς προσεπάλαισε. τά τε γὰρ πρὸς δίαιταν ἐπιτήδεια σχεδὸν εἰς τέλος ἐξέλιπον καὶ τῶν ζώων ὁπόσα σκευοφόρα τε καὶ πολεμιστήρια διεφθάρη παντάπασι.
Α βαλοῦσα ἑαυτὴν τῷ σώματι (9) καταβοᾶται λαμπρῶς τοῦ υἱέος, ὡς κρήνη μελάνυδρος (10) τὰ δάκρυα χέου σα, ὅπως αὐτοῦ τοῖς ζῶσιν ἔτι συνταττομένου τὴν βασιλείαν οὗτος κλωπεύει, εἰς ἔργα βλέψας νεώτερα. Ὁ δὲ οὐδέν τι πρὸς τὰ λεγόμενα ἀπεκρίνατο, ἄλλοις καιριωτέροις, οἷα εἰκὸς, τὸ τῆς ζωῆς βραβεύων λειπόμενον, τῆς τε μετ' οὐ πολὺ ἐκδημίας φροντί ζων καὶ τοῖς ψυχαγωγοῖς ἀγγέλοις βέπων τὰ ὄμ ματα. Εγκειμένης δὲ λιπαρεστέρως τῆς βασιλίδος καὶ μὴ ἐνεγκεῖν ὅλως ἐχούσης τὰ παρὰ τοῦ παιδὸς γινόμενα, βραχύ τι παρεμφήνας καὶ βεβιασμένον μειδίαμα ὁ ᾿Αλέξιος τὰς χεῖρας ἀνέσχεν εἰς οὐρα νόν, ἴσως μὲν ἐπὶ τοῖς [Ρ. 6] ἀφηγηθεῖσι διαχυθείς καὶ θύων ὑπὲρ τούτων Θεῷ χαριστήρια, εἰπεῖν δὲ καὶ κέρτομον καὶ σεσηρὸς τῇ γυναικὶ ἐνιδών ὡς λόγους ἀνακινούσῃ περὶ ἀρχῆς ὅτε ψυχῆς ἐφειστή- κει διάστασις ἐκ τοῦ σώματος, ἢ καὶ τὸ θεῖον ἐξιλε- ούμενος ἐφ᾽ οἷς που καὶ παρεσφάλη τοῦ δέοντος. Ἡ γυνὴ δ᾽ οὖν ἐκ τοῦ ἀναμφιλέκτου χαίρειν οἶη- θεῖσα τὸν ἄνδρα δι᾿ ὅτα παρ' αὐτῆς ἠνώτιστο, ὡς ἤδη τῶν προτέρων ἐλπίδων διεψευσμένη παντάπασι καὶ διασφαλεῖσα τῶν ὑποσχέσεων, βύθιον στενάξασα εἴρηκεν· « Ω ἄνερ, καὶ ζῶν παντοίαις μεθοδείαις ἐκέκασο, ἀντίφθογγον τὴν γλῶτταν πλουτῶν τοῖς νοήμασι, καὶ νῦν δὲ ὡσαύτως τοῦ βίου ἀπαλλαττό μενος ἀμεταπτώτως ἔχεις οἷς καὶ πρώην προσο έκεισο. » Καὶ τοῦτα μὲν ἐφέρετο τῇδε, ὁ δέ γε Ιωάννης κατὰ τὸ μέγα ἀρχείον γενόμενος οὐχ εὕρισκε ῥᾳδίαν τὴν είσοδον, οἷα τῶν φυλακων μὴ πρὸς μόνην ὑπενδιδόντων τὴν τοῦ δεκτυλίου ὑπόδειξιν, ἀλλὰ προσεπιζητούντων καὶ ἄλλο τι τεκμήριον τοῦ κατὰ κέλευσιν πατρικὴν ἐκεῖσε παραγενέσθαι. Δ' πύλαι τοίνυν (11) τοῦ παλατίου χαλκείαις ῥάβδοις πλατείαις θάτερα τῶν ἄκρων μετεωρισθεῖσαι βραχύ τι κατὰ γῆς βάλλονται, κἐντεῦθεν αὐτὸς τε μετὰ ῥαστώνης εἰσεληλύθει καὶ συνεισῄει τὸ ὁπλοφόρον καὶ συγγενές· οὐ βραχεῖς δὲ καὶ τῶν ἐκ τοῦ ξύγο κλυδος ὄχλου συνομαρτούντων ἔνδον εἰσήῤῥησαν, οἳ καὶ διαρπάζειν τὸ προστυχὸν (12) επεβάλοντο. Τῶν δὲ πυλῶν αὖθις ἐπικλεισθεισῶν οἵ τ᾽ ἐκτὸς τοῦ ἐπεισρέειν ἐπαύσαντο, καὶ τὸ εἰσεφρηκὸς ἐξιένα μὴ συγχωρούμενον ὑφ᾽ ἡμέρας συχνας ἐκεῖσε τῷ βασιλεῖ συνδιέτριβεν. Ηγε μὲν οὖν τότε πέμπτην καὶ δεκάτην ὁ Αὐγουστος μὴν· νυκτὸς δ' ἐπιούσης ὁ βασιλεὺς ᾿Αλέξιος τοῦ ζῆν ἀπενήνεκται, ἄρξας ἐνιαυτοὺς ἑπτὰ καὶ τριάκοντα, καὶ ἥμισυ μηνός σὺν τοῖς τέσσαρσι (13). Κατὰ δὲ τὴν ἕω εὐθὺς μετα- υτέλλεται ἡ μήτηρ τὸν Ἰωάννην εἰς τὴν τοῦ πατρικοῦ σκήνους εξιέναι πομπαίαν πρόοδον, αὐτίκα μάλα ἀρθησομένου τε καὶ ἀχθησομένου εἰς ἄν ἐκεῖνος δείματα Χριστῷ τῷ φιλανθρώπῳ μονήν. Οὐκ εἶχε δ᾽ αὐτῇ καὶ πειθόμενον, ἀλλ᾽ ἦν πρὸς τὴν μετάκλησιν ἀνανεύως, οὐ θέσμια μητρὸς παρορῶν ἢ τὴν πατρικὴν τιμὴν ἀπωθούμενος, ἀλλ' ὅτι τὸ νεοπαγὲς ὑπεβλέπετο τῆς ἀρχῆς καὶ τοὺς ἀντιζήλους ἐδεδίει θερμὸν ἔτι ἐγκυμονοῦντας τῆς βασιλείας τὸν ἔρωτα. Ὅθεν αὐτὸς μὲν ὡς οἱ πολύποδες τῶν περ τρῶν ἐξείχετοτῶν ἀρχείων, τὸ δὲ πλεῖστον τῆς μεθ᾿ ἑαυτοῦ συγγενείας διαφῆκεν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ πατρός. κειμένῃ τῷ σώματι τοῦ ἀνδρός. εἰκόνες Είκονας πύλας NICETE OHONIATE sentire solitus ; et nunc a vita discedens a consue- tudine ista non discedis. » Interea Joannes ad magnum palatium progressus non facilem aditum habuit, custodibus non statim annulo ostenso acquiescentibus, sed aliud quoque evidentius ar- gumentum requirentibus, quo se patris jussu adesse comprobarel. Porta vora palatii aperta, quæ ita parata erat ut cum ex altera parte in summo latis æreis laminis paululum attollebatur, cardine emola humi caderet, facilem ingressum habuit, comitantibus satellitibus et cognalis. Una irrupit etiam promiscua turba ; qua obvia quæque diripere aggressa, foribus clausis, et qui extra erant, introitu prohibiti sunt, et qui irruperant, compluribus diebus inclusi cum imperatore vixe- runt. Agebatur tum mensis Augusti dies quinde- p cimus, cum imperator Alexius sub noctem vita functus est, anno imperii tricesimo septimo, men- se IV cum dimidio. Postridie mane statim mater Joannem ad paternas exsequias vocat, quod cor- pus ejus mox in monasterium, quod ipse Christo propitio construxisset, cfferendum esset. Sed eum dicto audientem non habuit, non quod matris au- ctoritatem aspernaretur aut patris honorem ne- gligeret, sed quod regno nondum firmato adversa- rios imperii cupiditate adhuc flagrantes metuebat. Proinde ut polypodes saxis, ita ipse palatio inhæ- rebat, maxima tamen parte cognatorum ad funus patris ornandum ablegata. B Hier. Wolfi notæ. Aptior fuisset Choniates scribendo poemati quam historie, propter Homeri diligentem imitationem. Hæc epitheta et quam historiam deceant nescio. omittere vix ausim, nisi nimium frequentes et licentes fuerint. Epitheta vero non ubique mihi interpretanda esse duxi. Cujus rei lectorem semel admonitum etiam deinceps memi- nisse velim, ne quod judicio factum est, inscitiæ aut negligentiæ tribuat. esse, et Zonaras in Alexii Comneni Vita soribit Barangos nonnisi jurejurando firmata fide de Alexii obitu ingressum palatii concessisse. Quæ de ratione aperienda portæ scribit, me non satis intelligere fateor. Illud etiam obiter notandum, ut Latini fores, sic Græcos plurali numero fere usur pare. nem Romæ esse ferunt pontifice mortuo. (9) Καὶ βαλοῦσα ἑαυτὴν τῷ σώματι. Pro ἐπι- (10) Ως κρήνη μελάνυδρος. Ut (ons nigræ aquæ. (11) Α' πύλαι τοίνυν. Videntur hic quædam de (12) Διαρπάζειν τὸ προστυχόν. Εam consuetudio (13) Τοῖς τέσσαρσι. 50. μησί.
κἀκ τοῦδε τὸ ἀλλόθρουν πλειόνως ἀναθαρρῆσαν, ἐπεὶ καὶ ἄφθεγκτόν ἐστι τῇ φήμῃ μηδὲν ἀνεξερεύνητόν τε καὶ ἀνεξέλεγκτον, ἐφόδοις ἀκηρύκτοις ἐχρῆτο συχναῖς, καὶ λῃστρικοῖς ἐπιτιθέμενον κλέμμασιν, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ προδήλως διαμιλλώμενον κατὰ μάχην ἐνώπιον, ἀεὶ τὰς τῶν Ῥωμαίων ἐλυμαίνετο φάλαγγας· κατὰ γὰρ νέφος συνεχὲς τὴν σύστασιν ἐφιστάμενον ἐκ τοῦ αὐτίκα, τῇ ποδωκείᾳ πεποιθὸς τῶν ἵππων, τῆς ὁμαιχμίας ἀφίστατο, ὡς εἴπερ ἀνέμων πνοαῖς ἐξῄρετο. βασιλεὺς δὲ τὸ τῶν ἵππων μεθοδεύων ἀτύχημα, περιιὼν τὸ στράτευμα τὰ εὐγενῆ τῶν ὀχημάτων συνέλεγε καὶ ταῦτα διδοὺς καὶ Ῥωμαίοις μέν, ὁπόσοι κοντοφορεῖν ᾔδεσαν, τοῖς δ’ ἐκ τῶν Λατίνων μάλιστα δεξιοστροφεῖν ἐπισταμένοις δοράτια, ἀνθίστα τούτους τοῖς πολεμίοις καὶ παρεῖχε γενναίως ἀντιμαχεῖν. οἱ δὲ τὰς μετὰ ξυστῶν ἐπελάσεις τούτων ἐνεγκεῖν οὐκ ἔχοντες πρὸς φυγὴν μεθηρμόζοντο. ἱκανῶς μὲν οὖν διὰ τῶν τοιῶνδε μεθόδων καὶ τοῦ πλείστους ὅτι μάλιστα τῶν πεζῶν σημαίας ἀνέχειν εἰς ἔμφασιν πλείονος ἱππικοῦ τὰς Περσικὰς ἀναστείλας φορὰς ἐπὶ Νεοκαισαρείαν ἵετο. Πολλαὶ δὲ καὶ περὶ αὐτὴν μεταξὺ Περσῶν καὶ Ῥωμαίων ἐτολυπεύθησαν συμπλοκαί.
Α βαλοῦσα ἑαυτὴν τῷ σώματι (9) καταβοᾶται λαμπρῶς τοῦ υἱέος, ὡς κρήνη μελάνυδρος (10) τὰ δάκρυα χέου σα, ὅπως αὐτοῦ τοῖς ζῶσιν ἔτι συνταττομένου τὴν βασιλείαν οὗτος κλωπεύει, εἰς ἔργα βλέψας νεώτερα. Ὁ δὲ οὐδέν τι πρὸς τὰ λεγόμενα ἀπεκρίνατο, ἄλλοις καιριωτέροις, οἷα εἰκὸς, τὸ τῆς ζωῆς βραβεύων λειπόμενον, τῆς τε μετ' οὐ πολὺ ἐκδημίας φροντί ζων καὶ τοῖς ψυχαγωγοῖς ἀγγέλοις βέπων τὰ ὄμ ματα. Εγκειμένης δὲ λιπαρεστέρως τῆς βασιλίδος καὶ μὴ ἐνεγκεῖν ὅλως ἐχούσης τὰ παρὰ τοῦ παιδὸς γινόμενα, βραχύ τι παρεμφήνας καὶ βεβιασμένον μειδίαμα ὁ ᾿Αλέξιος τὰς χεῖρας ἀνέσχεν εἰς οὐρα νόν, ἴσως μὲν ἐπὶ τοῖς [Ρ. 6] ἀφηγηθεῖσι διαχυθείς καὶ θύων ὑπὲρ τούτων Θεῷ χαριστήρια, εἰπεῖν δὲ καὶ κέρτομον καὶ σεσηρὸς τῇ γυναικὶ ἐνιδών ὡς λόγους ἀνακινούσῃ περὶ ἀρχῆς ὅτε ψυχῆς ἐφειστή- κει διάστασις ἐκ τοῦ σώματος, ἢ καὶ τὸ θεῖον ἐξιλε- ούμενος ἐφ᾽ οἷς που καὶ παρεσφάλη τοῦ δέοντος. Ἡ γυνὴ δ᾽ οὖν ἐκ τοῦ ἀναμφιλέκτου χαίρειν οἶη- θεῖσα τὸν ἄνδρα δι᾿ ὅτα παρ' αὐτῆς ἠνώτιστο, ὡς ἤδη τῶν προτέρων ἐλπίδων διεψευσμένη παντάπασι καὶ διασφαλεῖσα τῶν ὑποσχέσεων, βύθιον στενάξασα εἴρηκεν· « Ω ἄνερ, καὶ ζῶν παντοίαις μεθοδείαις ἐκέκασο, ἀντίφθογγον τὴν γλῶτταν πλουτῶν τοῖς νοήμασι, καὶ νῦν δὲ ὡσαύτως τοῦ βίου ἀπαλλαττό μενος ἀμεταπτώτως ἔχεις οἷς καὶ πρώην προσο έκεισο. » Καὶ τοῦτα μὲν ἐφέρετο τῇδε, ὁ δέ γε Ιωάννης κατὰ τὸ μέγα ἀρχείον γενόμενος οὐχ εὕρισκε ῥᾳδίαν τὴν είσοδον, οἷα τῶν φυλακων μὴ πρὸς μόνην ὑπενδιδόντων τὴν τοῦ δεκτυλίου ὑπόδειξιν, ἀλλὰ προσεπιζητούντων καὶ ἄλλο τι τεκμήριον τοῦ κατὰ κέλευσιν πατρικὴν ἐκεῖσε παραγενέσθαι. Δ' πύλαι τοίνυν (11) τοῦ παλατίου χαλκείαις ῥάβδοις πλατείαις θάτερα τῶν ἄκρων μετεωρισθεῖσαι βραχύ τι κατὰ γῆς βάλλονται, κἐντεῦθεν αὐτὸς τε μετὰ ῥαστώνης εἰσεληλύθει καὶ συνεισῄει τὸ ὁπλοφόρον καὶ συγγενές· οὐ βραχεῖς δὲ καὶ τῶν ἐκ τοῦ ξύγο κλυδος ὄχλου συνομαρτούντων ἔνδον εἰσήῤῥησαν, οἳ καὶ διαρπάζειν τὸ προστυχὸν (12) επεβάλοντο. Τῶν δὲ πυλῶν αὖθις ἐπικλεισθεισῶν οἵ τ᾽ ἐκτὸς τοῦ ἐπεισρέειν ἐπαύσαντο, καὶ τὸ εἰσεφρηκὸς ἐξιένα μὴ συγχωρούμενον ὑφ᾽ ἡμέρας συχνας ἐκεῖσε τῷ βασιλεῖ συνδιέτριβεν. Ηγε μὲν οὖν τότε πέμπτην καὶ δεκάτην ὁ Αὐγουστος μὴν· νυκτὸς δ' ἐπιούσης ὁ βασιλεὺς ᾿Αλέξιος τοῦ ζῆν ἀπενήνεκται, ἄρξας ἐνιαυτοὺς ἑπτὰ καὶ τριάκοντα, καὶ ἥμισυ μηνός σὺν τοῖς τέσσαρσι (13). Κατὰ δὲ τὴν ἕω εὐθὺς μετα- υτέλλεται ἡ μήτηρ τὸν Ἰωάννην εἰς τὴν τοῦ πατρικοῦ σκήνους εξιέναι πομπαίαν πρόοδον, αὐτίκα μάλα ἀρθησομένου τε καὶ ἀχθησομένου εἰς ἄν ἐκεῖνος δείματα Χριστῷ τῷ φιλανθρώπῳ μονήν. Οὐκ εἶχε δ᾽ αὐτῇ καὶ πειθόμενον, ἀλλ᾽ ἦν πρὸς τὴν μετάκλησιν ἀνανεύως, οὐ θέσμια μητρὸς παρορῶν ἢ τὴν πατρικὴν τιμὴν ἀπωθούμενος, ἀλλ' ὅτι τὸ νεοπαγὲς ὑπεβλέπετο τῆς ἀρχῆς καὶ τοὺς ἀντιζήλους ἐδεδίει θερμὸν ἔτι ἐγκυμονοῦντας τῆς βασιλείας τὸν ἔρωτα. Ὅθεν αὐτὸς μὲν ὡς οἱ πολύποδες τῶν περ τρῶν ἐξείχετοτῶν ἀρχείων, τὸ δὲ πλεῖστον τῆς μεθ᾿ ἑαυτοῦ συγγενείας διαφῆκεν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ πατρός. κειμένῃ τῷ σώματι τοῦ ἀνδρός. εἰκόνες Είκονας πύλας NICETE OHONIATE sentire solitus ; et nunc a vita discedens a consue- tudine ista non discedis. » Interea Joannes ad magnum palatium progressus non facilem aditum habuit, custodibus non statim annulo ostenso acquiescentibus, sed aliud quoque evidentius ar- gumentum requirentibus, quo se patris jussu adesse comprobarel. Porta vora palatii aperta, quæ ita parata erat ut cum ex altera parte in summo latis æreis laminis paululum attollebatur, cardine emola humi caderet, facilem ingressum habuit, comitantibus satellitibus et cognalis. Una irrupit etiam promiscua turba ; qua obvia quæque diripere aggressa, foribus clausis, et qui extra erant, introitu prohibiti sunt, et qui irruperant, compluribus diebus inclusi cum imperatore vixe- runt. Agebatur tum mensis Augusti dies quinde- p cimus, cum imperator Alexius sub noctem vita functus est, anno imperii tricesimo septimo, men- se IV cum dimidio. Postridie mane statim mater Joannem ad paternas exsequias vocat, quod cor- pus ejus mox in monasterium, quod ipse Christo propitio construxisset, cfferendum esset. Sed eum dicto audientem non habuit, non quod matris au- ctoritatem aspernaretur aut patris honorem ne- gligeret, sed quod regno nondum firmato adversa- rios imperii cupiditate adhuc flagrantes metuebat. Proinde ut polypodes saxis, ita ipse palatio inhæ- rebat, maxima tamen parte cognatorum ad funus patris ornandum ablegata. B Hier. Wolfi notæ. Aptior fuisset Choniates scribendo poemati quam historie, propter Homeri diligentem imitationem. Hæc epitheta et quam historiam deceant nescio. omittere vix ausim, nisi nimium frequentes et licentes fuerint. Epitheta vero non ubique mihi interpretanda esse duxi. Cujus rei lectorem semel admonitum etiam deinceps memi- nisse velim, ne quod judicio factum est, inscitiæ aut negligentiæ tribuat. esse, et Zonaras in Alexii Comneni Vita soribit Barangos nonnisi jurejurando firmata fide de Alexii obitu ingressum palatii concessisse. Quæ de ratione aperienda portæ scribit, me non satis intelligere fateor. Illud etiam obiter notandum, ut Latini fores, sic Græcos plurali numero fere usur pare. nem Romæ esse ferunt pontifice mortuo. (9) Καὶ βαλοῦσα ἑαυτὴν τῷ σώματι. Pro ἐπι- (10) Ως κρήνη μελάνυδρος. Ut (ons nigræ aquæ. (11) Α' πύλαι τοίνυν. Videntur hic quædam de (12) Διαρπάζειν τὸ προστυχόν. Εam consuetudio (13) Τοῖς τέσσαρσι. 50. μησί.
καὶ τῶν τοῦ βασιλέως υἱῶν ὁ νεώτερος (Μανουὴλ ὄνομα τούτῳ) δόρυ διαβαστάσας καὶ ἱκανῶς προελθών, τοῦ πατρὸς εἰδότος μηδέν, τοῖς πολεμίοις ἐνέβαλε· καὶ τὸ ἔργον τοῦτο τοῦ μείρακος παρωρμήκει σχεδὸν ἅπαν τὸ στράτευμα καὶ ὑπὲρ ἰσχὺν ἀγωνίσασθαι, τινῶν μὲν ἐς τὸν ὅμοιον ζῆλον διαναστάντων, τῶν δ’ ἄλλων ἁπάντων δεισάντων περὶ τῷ παιδὶ καὶ βασιλεῖ χαριεῖσθαι τὰ μέγιστα οἰηθέντων, εἰ συναραμένων αὐτῶν οὐδαμῶς τι πρὸς τῶν πολεμίων ἐσεῖται πεπονθὼς ἀηδές. ἀλλὰ τότε μὲν ὁ πατὴρ ἐπαίνοις τὸν παῖδα προδήλως ἠμείψατο· ὕστερον δὲ τὴν σκηνὴν εἰσιὼν πρηνῆ ταθέντα διὰ λύγου ἔτυψεν ὡς θρασύτερον μᾶλλον ἢ εὐτολμότερον, μηδ’ ἐπιτρέψαντος αὐτοῦ συμπλακέντα τοῖς ἐναντίοις. Ἴσως δ’ ἂν καὶ τῆς Νεοκαισαρέων ἐκράτησε βασιλεύς, εἰ μὴ κατὰ συγκυρίαν ἀπρόοπτον αὐτῷ προσέστη τῦφος ἄλογος αὐτοθελὴς καὶ θυμὸς παντάπασιν ἀκυβέρνητος τοῦ ἀδελφιδοῦ Ἰωάννου, ὃν ὁ σεβαστοκράτωρ ἐγείνατο Ἰσαάκιος.
Α βαλοῦσα ἑαυτὴν τῷ σώματι (9) καταβοᾶται λαμπρῶς τοῦ υἱέος, ὡς κρήνη μελάνυδρος (10) τὰ δάκρυα χέου σα, ὅπως αὐτοῦ τοῖς ζῶσιν ἔτι συνταττομένου τὴν βασιλείαν οὗτος κλωπεύει, εἰς ἔργα βλέψας νεώτερα. Ὁ δὲ οὐδέν τι πρὸς τὰ λεγόμενα ἀπεκρίνατο, ἄλλοις καιριωτέροις, οἷα εἰκὸς, τὸ τῆς ζωῆς βραβεύων λειπόμενον, τῆς τε μετ' οὐ πολὺ ἐκδημίας φροντί ζων καὶ τοῖς ψυχαγωγοῖς ἀγγέλοις βέπων τὰ ὄμ ματα. Εγκειμένης δὲ λιπαρεστέρως τῆς βασιλίδος καὶ μὴ ἐνεγκεῖν ὅλως ἐχούσης τὰ παρὰ τοῦ παιδὸς γινόμενα, βραχύ τι παρεμφήνας καὶ βεβιασμένον μειδίαμα ὁ ᾿Αλέξιος τὰς χεῖρας ἀνέσχεν εἰς οὐρα νόν, ἴσως μὲν ἐπὶ τοῖς [Ρ. 6] ἀφηγηθεῖσι διαχυθείς καὶ θύων ὑπὲρ τούτων Θεῷ χαριστήρια, εἰπεῖν δὲ καὶ κέρτομον καὶ σεσηρὸς τῇ γυναικὶ ἐνιδών ὡς λόγους ἀνακινούσῃ περὶ ἀρχῆς ὅτε ψυχῆς ἐφειστή- κει διάστασις ἐκ τοῦ σώματος, ἢ καὶ τὸ θεῖον ἐξιλε- ούμενος ἐφ᾽ οἷς που καὶ παρεσφάλη τοῦ δέοντος. Ἡ γυνὴ δ᾽ οὖν ἐκ τοῦ ἀναμφιλέκτου χαίρειν οἶη- θεῖσα τὸν ἄνδρα δι᾿ ὅτα παρ' αὐτῆς ἠνώτιστο, ὡς ἤδη τῶν προτέρων ἐλπίδων διεψευσμένη παντάπασι καὶ διασφαλεῖσα τῶν ὑποσχέσεων, βύθιον στενάξασα εἴρηκεν· « Ω ἄνερ, καὶ ζῶν παντοίαις μεθοδείαις ἐκέκασο, ἀντίφθογγον τὴν γλῶτταν πλουτῶν τοῖς νοήμασι, καὶ νῦν δὲ ὡσαύτως τοῦ βίου ἀπαλλαττό μενος ἀμεταπτώτως ἔχεις οἷς καὶ πρώην προσο έκεισο. » Καὶ τοῦτα μὲν ἐφέρετο τῇδε, ὁ δέ γε Ιωάννης κατὰ τὸ μέγα ἀρχείον γενόμενος οὐχ εὕρισκε ῥᾳδίαν τὴν είσοδον, οἷα τῶν φυλακων μὴ πρὸς μόνην ὑπενδιδόντων τὴν τοῦ δεκτυλίου ὑπόδειξιν, ἀλλὰ προσεπιζητούντων καὶ ἄλλο τι τεκμήριον τοῦ κατὰ κέλευσιν πατρικὴν ἐκεῖσε παραγενέσθαι. Δ' πύλαι τοίνυν (11) τοῦ παλατίου χαλκείαις ῥάβδοις πλατείαις θάτερα τῶν ἄκρων μετεωρισθεῖσαι βραχύ τι κατὰ γῆς βάλλονται, κἐντεῦθεν αὐτὸς τε μετὰ ῥαστώνης εἰσεληλύθει καὶ συνεισῄει τὸ ὁπλοφόρον καὶ συγγενές· οὐ βραχεῖς δὲ καὶ τῶν ἐκ τοῦ ξύγο κλυδος ὄχλου συνομαρτούντων ἔνδον εἰσήῤῥησαν, οἳ καὶ διαρπάζειν τὸ προστυχὸν (12) επεβάλοντο. Τῶν δὲ πυλῶν αὖθις ἐπικλεισθεισῶν οἵ τ᾽ ἐκτὸς τοῦ ἐπεισρέειν ἐπαύσαντο, καὶ τὸ εἰσεφρηκὸς ἐξιένα μὴ συγχωρούμενον ὑφ᾽ ἡμέρας συχνας ἐκεῖσε τῷ βασιλεῖ συνδιέτριβεν. Ηγε μὲν οὖν τότε πέμπτην καὶ δεκάτην ὁ Αὐγουστος μὴν· νυκτὸς δ' ἐπιούσης ὁ βασιλεὺς ᾿Αλέξιος τοῦ ζῆν ἀπενήνεκται, ἄρξας ἐνιαυτοὺς ἑπτὰ καὶ τριάκοντα, καὶ ἥμισυ μηνός σὺν τοῖς τέσσαρσι (13). Κατὰ δὲ τὴν ἕω εὐθὺς μετα- υτέλλεται ἡ μήτηρ τὸν Ἰωάννην εἰς τὴν τοῦ πατρικοῦ σκήνους εξιέναι πομπαίαν πρόοδον, αὐτίκα μάλα ἀρθησομένου τε καὶ ἀχθησομένου εἰς ἄν ἐκεῖνος δείματα Χριστῷ τῷ φιλανθρώπῳ μονήν. Οὐκ εἶχε δ᾽ αὐτῇ καὶ πειθόμενον, ἀλλ᾽ ἦν πρὸς τὴν μετάκλησιν ἀνανεύως, οὐ θέσμια μητρὸς παρορῶν ἢ τὴν πατρικὴν τιμὴν ἀπωθούμενος, ἀλλ' ὅτι τὸ νεοπαγὲς ὑπεβλέπετο τῆς ἀρχῆς καὶ τοὺς ἀντιζήλους ἐδεδίει θερμὸν ἔτι ἐγκυμονοῦντας τῆς βασιλείας τὸν ἔρωτα. Ὅθεν αὐτὸς μὲν ὡς οἱ πολύποδες τῶν περ τρῶν ἐξείχετοτῶν ἀρχείων, τὸ δὲ πλεῖστον τῆς μεθ᾿ ἑαυτοῦ συγγενείας διαφῆκεν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ πατρός. κειμένῃ τῷ σώματι τοῦ ἀνδρός. εἰκόνες Είκονας πύλας NICETE OHONIATE sentire solitus ; et nunc a vita discedens a consue- tudine ista non discedis. » Interea Joannes ad magnum palatium progressus non facilem aditum habuit, custodibus non statim annulo ostenso acquiescentibus, sed aliud quoque evidentius ar- gumentum requirentibus, quo se patris jussu adesse comprobarel. Porta vora palatii aperta, quæ ita parata erat ut cum ex altera parte in summo latis æreis laminis paululum attollebatur, cardine emola humi caderet, facilem ingressum habuit, comitantibus satellitibus et cognalis. Una irrupit etiam promiscua turba ; qua obvia quæque diripere aggressa, foribus clausis, et qui extra erant, introitu prohibiti sunt, et qui irruperant, compluribus diebus inclusi cum imperatore vixe- runt. Agebatur tum mensis Augusti dies quinde- p cimus, cum imperator Alexius sub noctem vita functus est, anno imperii tricesimo septimo, men- se IV cum dimidio. Postridie mane statim mater Joannem ad paternas exsequias vocat, quod cor- pus ejus mox in monasterium, quod ipse Christo propitio construxisset, cfferendum esset. Sed eum dicto audientem non habuit, non quod matris au- ctoritatem aspernaretur aut patris honorem ne- gligeret, sed quod regno nondum firmato adversa- rios imperii cupiditate adhuc flagrantes metuebat. Proinde ut polypodes saxis, ita ipse palatio inhæ- rebat, maxima tamen parte cognatorum ad funus patris ornandum ablegata. B Hier. Wolfi notæ. Aptior fuisset Choniates scribendo poemati quam historie, propter Homeri diligentem imitationem. Hæc epitheta et quam historiam deceant nescio. omittere vix ausim, nisi nimium frequentes et licentes fuerint. Epitheta vero non ubique mihi interpretanda esse duxi. Cujus rei lectorem semel admonitum etiam deinceps memi- nisse velim, ne quod judicio factum est, inscitiæ aut negligentiæ tribuat. esse, et Zonaras in Alexii Comneni Vita soribit Barangos nonnisi jurejurando firmata fide de Alexii obitu ingressum palatii concessisse. Quæ de ratione aperienda portæ scribit, me non satis intelligere fateor. Illud etiam obiter notandum, ut Latini fores, sic Græcos plurali numero fere usur pare. nem Romæ esse ferunt pontifice mortuo. (9) Καὶ βαλοῦσα ἑαυτὴν τῷ σώματι. Pro ἐπι- (10) Ως κρήνη μελάνυδρος. Ut (ons nigræ aquæ. (11) Α' πύλαι τοίνυν. Videntur hic quædam de (12) Διαρπάζειν τὸ προστυχόν. Εam consuetudio (13) Τοῖς τέσσαρσι. 50. μησί.
Liber IV
PG 139:329μάχης γὰρ ἐνισταμένης μετὰ Περσῶν, ἱππότην ἐπίσημον ἐξ Ἰταλίας ὁρμώμενον ἄνιππον θεασάμενος ἐκέλευσε παρεστῶτι τῷ ἀνεψιῷ ἀποβῆναι τοῦ Ἀραβίου ἵππου, ᾧ ἦν ἔποχος, καὶ δοῦναι τοῦτον τῷ Ἰταλῷ, μὴ χατίζοντα ἵππων τὸν ἀνεψιὸν ἐπιστάμενος. ὁ δὲ φρονηματίας ὢν καὶ γαῦρος πλέον τοῦ δέοντος τῷ τοῦ βασιλέως ἀντέστη κελεύσματι, ἐμβριθεστέραν, ἵνα μὴ λέγοιμι ἀναιδεστέραν, τὴν ἀντίρρησιν ποιησάμενος· καὶ τὸν Λατῖνον ἐξουθενῶν προυκαλεῖτο εἰς ἀντιμάχησιν ὡς τὸν ἵππον, εἰ περιγένοιτο, δικαίως ἀποληψόμενον. μὴ ἐπὶ πολὺ δ’ ἔχων ἀνθίστασθαι τῷ θείῳ καὶ βασιλεῖ (ἑώρα γὰρ πρὸς ὀργὴν ἐπιφρίσσοντα) τὸν ἵππον δίδωσιν ἄκων. μετακελλητίσας δ’ εἰς ἕτερον ἀθυμίας πλήρης τὸ δόρυ ἀγκοινησάμενος κατὰ τῆς τῶν πολεμίων παρατάξεως φέρεται. μικρὸν δέ τι προβὰς τὸν λογχήρη κοντὸν εἰς τοὐπίσω ἀντέστρεψε καὶ τῷ νώτῳ ἐπαναθέμενος πρὸς Πέρσας αὐτόμολος γίνεται, τὸ κράνος τῆς κεφαλῆς ἀφελόμενος. Ἀμέλει καὶ Ἰωάννης μὲν ἡδέως τοῖς βαρβάροις ὁρᾶται καὶ ἀσμένως προσδέχεται καὶ ὡς πάλαι μὲν συνήθης αὐτοῖς καθιστάμενος, ἡνίκα τῷ πατρὶ συνεπλάζετο, καὶ ὡς τότε δὲ τῇ παρουσίᾳ τὰ κατ’ αὐτοὺς ἀναρρώσων πράγματα.
Γ΄. Ημερῶν δὲ συχνῶν διαγενομένων τὴν εἰς τὰ Α ἀρχεῖα παροδόν τε καὶ ἔξοδον ἀνῆκε τῷ βουλομένῳ παντί, τῶν τε κοινῶν πραγμάτων ἐφήπτετο καθάπερ ἐρεῖτο, ὡς ἤδη ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καθεστώς. ᾿Αλλὰ καὶ τοῖς ἐκ γένους καὶ οἰκειώσεως αὐτῷ προσεγγίζουσι κατὰ τὸ ἀνάλογον αὐτοῖς προσφερόμενος ἁρμοδίους ἑκάστῳ ἀπένεμε τιμάς· τῷ γε μήν Ισαακίῳ τῷ κασιγνήτω προστετηκὼς συμφυής καὶ ὁμόπνους ἐδείκνυτο, καὶ ὡς φιλοῦντι μὲν ὑπὲρ απαντας, μάλιστα δ' ὡς τὰ πάντα ἢ τὰ πλείω επενέγκαντι πρὸς τὴν ἐπίβασιν τῆς ἀρχῆς· [Ρ. 7] τοῦτον γὰρ καθισταμένης ἔτι τῆς βασιλείας καθέδρας τε καὶ τραπέζης ἐξ ἴσου κοινωνὸν παρελάμβανε, καὶ μετε είδος τῆς ἀναρρήσεως, ὁποία ἐπιπρεπὴς τῷ τοῦ σεβαστοκράτορος (14) ἀξιώματι, ᾧ πρὸς τοῦ πα- τρὸς 'Αλεξίου τετίμητο Ισαάκιος. Καὶ φροντιστὰς η δὲ τῶν δημοσίων πραγμάτων προβάλλετο ἐκ τῶν καθ' αἷμά οἱ προσεγγιζόντων τὸν Κομνηνὸν Ἰωάννην, ὧν καὶ τῷ τοῦ παρακοιμωμένου τετίμηκεν ἀξιώματι, καὶ τὸν Ταρωνίτην Γρηγόριον όντα πρωτοβεστιά λιον. Αλλ' ὁ μὲν, ὅτι μὴ τῷ δακτύλῳ τὸ πᾶν διεπέτο τευε, σοβαράν προφαίνων ἀφοὺν καὶ φρονηματώδης ὡς οὗ τις ἄλλος δεικνύμενος, τὸν φροντιστὴν τῶν κοινῶν ἀπεφορτίσατο τάχιον· ὁ δὲ Γρηγόριος τῆς προκειμένης ἐχόμενος, μηδὲ μακρὰ βιβὺς ἢ γοῦν ἐκτείνων πόδας υπερβαθμίους, μονιμωτέρας ἰσχύος μετείληχε. Παρεζεύχθη δ' ἐς ὕστερον τουτων και της Γρηγόριος ἕτερος, ᾧ Καματηρὸς ἢ ἐπίκλησις. Ὁ δ' ἀνὴρ οὗτος ἐλλόγιμος μὲν, τὸ δὲ γένος οὐκ εὐπρεπής οὐδ᾽ ἐπίπαν εὐπάρυφος, τῷ βασιλεῖ δὲ προσληφθείς ᾿Αλεξίῳ καὶ τοῖς ὑπογραμματευομένοις καταλεγεῖς τὰ ἐπαρχίας αμφεποτᾶτο, κακ τοῦ τέσσειν φόρους ταύταις πλοῦτον τιθαιβώστων βαθύν φράσθη, κατὰ κήδος βασιλεῖ συναφθῆναι. Οὐκοῦν καὶ προσπλακεῖς μιᾷ τῶν ἐκείνου συγγενῶν λογοθέτης των τεκρέτων προβέβλητο. Ισχυε δ' ὑπὲρ πάντας παρὰ τῷ τῷ βασιλεῖ καὶ τὰς πρώτας ἐκαρποῦτο τιμὲς ὁ ᾿Αξοῦχος Ιωάννης, Ην δ' οὗτος Πέρσης τὸ γένος, τῆς δὲ Βιθυνῶν προκαθημένης πόλεως Νικαίας τῆς τῶν Περσῶν δυναστείας ἀπαλλαγείσης, δε Βαϊμούνδος τῆς ἐς Παλαιστίνη πορείας εἴχετο, συνέχεται καὶ αὐτὸς καὶ τῷ βασιλεῖ ᾿Αλεξίῳ δῶρον παρέχεται. Ήλιξ δ᾽ ὧν Ἰωάννῃ τῷ βασιλεῖ συμ- ταίστωρ αὐτῷ προσείληπτο, καὶ τῶν οἰκιδίων και προκοιτών (15) ὁ προσφιλέστατος κρίνεται. Ἐπεὶ δ' ἐπέβη τῆς βασιλείας, πᾶσαν υπερανέβη πρεσβυ- πέσαν παραδυνάστευσιν, μέγας τιμηθεὶς δομέστικός, ὡς καὶ πολλοὺς τῶν ἐριτίμων κατὰ γενος Βασίλειον ἀποβαίνει, τοῦ ἵππου καὶ τούτῳ ἀπονέμειν (16) προσκύνησιν κατὰ συγκυρίαν ὑπαντιάζον - τας. Ήταν δὲ τῷ ἀνδρὶ τούτῳ οὐ μόνον χεῖρες δεδιδαγμέναι πρὸς πόλεμον, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐποιίαν πρωτοβεστιάριος ο βασιλικόν ταμεῖον ἡ χεύτωνα, βεστιάριον. Παρακοιμώμενον κακάνων Προκοίτων. κακοφωνίαν ὀφφίκια του παλατίου μειν. HISTORIA. B III. Diebus compluribus elapsis aditum et exi- tum palatii cuivis liberum fecit, et rempubli- cam suo arbitratu administrare cœpit ut rebus jam in tuto collocatis.Cognatis et familiaribus pro dignitate cujusque honorem habuit, Isaacium fra- trem tanto amore prosequens.ut a latere ejus nun- quam discedere eodemque spiritu nti videretur,tum quod ab eo summopere diligebatur,tum quod ejus unius,aut certe præcipuo studio,regnum occuparat. Cujus initio statim pari sella eademque mensa, et ea proclamatione eum dignatus est qualis sebastocrato- ris honorem decebat,quem a patre Alexio Isaacius acceperat. Reipublicæ curam cognatis mandabat, Joanni Comneno,quem accubitorem legit, et Gre- gorio Taronita protovestiario. Verum alter, quod intolerabile supercilium attollebat, nisi digito ver- teret omnia, et insigni arrogantia præditus erat cito a reipublica gubernaculis est amotus: Gre- gorius vero negotiis gerendis intentus, et intra muneris sui limites modeste se continens potestate diuturniore usus est. Huic postea collega datus est alter Gregorius, Camalerus cognomento, vir egregius ille quidem, sed obscuro atque ignobili genere ortus. Is ab Alexio in scribarum nume- rum allectus provincias peragrabat, et ex ordina- tione tributorum magnas opes adeptus imperatoris affinitatem expetivit, ductaque cognata quadam ejus logotheta secretorum designatus est.Caeterum Joannes Axuchus, natione Persa, omnes apud hunc imperatorem auctoritate anteibat, qui principe urbe Bithyniæ Nicæa Persico dominatu liberata, C cum Baimundus in Palmstinam contenderet,capitur et ipse, et Alexio dono datus, cum Joanni æqualis esset, in collusorem ejus ascitus fuit et inter domesticos et cubicularios charissimus habitus. Eo vero rerum potito omne dignitatis fastigium supergressus, magnique domestici honore ornatus, eo processit ut multi honoratissimi viri ex regia stirpe, casu obviam facti, equis descendereni eique honorem haberent.Erant autem ei viro manus non ad bellum duntaxat eruditæ, sed et ad beneficentiam expedita et prompta. Unde factum ut generis obscu- ritatem generosa indoles et liberalitas fere obtege- rent,atque Axuchum charum redderent omnibus. Hier. Wolfii notæ. fortasse dicere liceret. Malui tamen retinere Græ- cum, ut et in aliis thesauris fuisse videtur: nam vetustus codex Augustana bibliothecæ, ubi reliqui habent ponit vel cubicularium vel accubitorem vertere possis. Si paracomomenon dicas, nescio quomodo aures to aversantur. Cubicularium verti, generali socabulo, propter Procati. Significat PATROL. GR. CXXXIX. strat. Byzanti palatii dignitates et ministeria omnia non satis intelligi, etiam is fatetur qui ¬à descripsit: quem libellum una cum aliis ad Græcam historiam intelligendamı utilibus nobilis et ingeniosus adolescens Raphael Saylerus aliquando, uti spero, in lucem dabit. Hunc honorem omnidus Turcis a Christiano quolibet necessario habendum esse scribit Bartho- lomæus Georgievicius. 14. Σεβαστοκράτορος. Hune Augustimperatorem c eum qui vel ante cubiculum vel ante cubile mini- (16) ᾿Αποβαίνειν τοῦ ἵππου, καὶ τούτῳ ἀπονέ
ὁ δ’ αὐτὸς μικρῷ ὕστερον καὶ τὰ Χριστιανῶν ἐξομοσάμενος ὄργια τὴν τοῦ Ἰκονιέως Πέρσου θυγατέρα ἐγήματο. ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπὶ τοῖς συμβεβηκόσι τούτοις ἔκθαμβος γεγονὼς οὐκ ἀγαθαῖς ἐλπίσι διεστροβεῖτο, οἰόμενος ὡς οὐδὲν ἄφθεγκτον ἐσεῖται παραλελοιπὼς ὁ ἀνεψιὸς τῶν τὴν Ῥωμαϊκὴν περικλονούντων στρατιάν, ἀλλ’ ἀχαλινώτῳ καὶ εὐδρόμῳ γλώττῃ ἀναγγελεῖ τῶν ἵππων τὸν σπανισμόν, τὴν τῶν βιωσίμων στέρησιν, καὶ πᾶν ἕτερον καχέκτημα τῆς παρεμβολῆς. ὑποκλέπτων τοίνυν τὴν ἐπανάλυσιν κατὰ βραχύ πως ἐκεῖθεν μεθίστατο. πλὴν οὐδ’ οὕτω δρῶν εἶχε λεληθέναι ὁλοσχερῶς τὸ πολέμιον· τοῖς γὰρ τελευταίοις ἐπικείμενον τοῦ στρατεύματος μέχρι πλείστου παρηκολούθει καὶ διενοχλοῦν τὴν οὐραγίαν ἐνέλιπεν οὐδαμῶς. διὰ ταῦτα τοίνυν τῆς παραλίας λαβόμενος ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καθειστήκει καὶ τὸ βάρβαρον μηκέτι ἐπιέναι ἔχον παλίσσυτον γίνεται. Εἰδοὶ μὲν οὖν Ἰαννουάριοι τὸν βασιλέα ἔβλεψαν Ἰωάννην ἐκ τῶν Περσικῶν καμάτων τὴν πόλιν ἐπεισιόντα, αἱ δὲ τοῦ ἦρος τροπαὶ τὸ ξίφος εἶχον αὖθις περιζωσάμενον καὶ πρὸς τὸ περὶ τὸν Ῥυνδακὸν ποταμὸν ἀφιγμένον πόλισμα.
Γ΄. Ημερῶν δὲ συχνῶν διαγενομένων τὴν εἰς τὰ Α ἀρχεῖα παροδόν τε καὶ ἔξοδον ἀνῆκε τῷ βουλομένῳ παντί, τῶν τε κοινῶν πραγμάτων ἐφήπτετο καθάπερ ἐρεῖτο, ὡς ἤδη ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καθεστώς. ᾿Αλλὰ καὶ τοῖς ἐκ γένους καὶ οἰκειώσεως αὐτῷ προσεγγίζουσι κατὰ τὸ ἀνάλογον αὐτοῖς προσφερόμενος ἁρμοδίους ἑκάστῳ ἀπένεμε τιμάς· τῷ γε μήν Ισαακίῳ τῷ κασιγνήτω προστετηκὼς συμφυής καὶ ὁμόπνους ἐδείκνυτο, καὶ ὡς φιλοῦντι μὲν ὑπὲρ απαντας, μάλιστα δ' ὡς τὰ πάντα ἢ τὰ πλείω επενέγκαντι πρὸς τὴν ἐπίβασιν τῆς ἀρχῆς· [Ρ. 7] τοῦτον γὰρ καθισταμένης ἔτι τῆς βασιλείας καθέδρας τε καὶ τραπέζης ἐξ ἴσου κοινωνὸν παρελάμβανε, καὶ μετε είδος τῆς ἀναρρήσεως, ὁποία ἐπιπρεπὴς τῷ τοῦ σεβαστοκράτορος (14) ἀξιώματι, ᾧ πρὸς τοῦ πα- τρὸς 'Αλεξίου τετίμητο Ισαάκιος. Καὶ φροντιστὰς η δὲ τῶν δημοσίων πραγμάτων προβάλλετο ἐκ τῶν καθ' αἷμά οἱ προσεγγιζόντων τὸν Κομνηνὸν Ἰωάννην, ὧν καὶ τῷ τοῦ παρακοιμωμένου τετίμηκεν ἀξιώματι, καὶ τὸν Ταρωνίτην Γρηγόριον όντα πρωτοβεστιά λιον. Αλλ' ὁ μὲν, ὅτι μὴ τῷ δακτύλῳ τὸ πᾶν διεπέτο τευε, σοβαράν προφαίνων ἀφοὺν καὶ φρονηματώδης ὡς οὗ τις ἄλλος δεικνύμενος, τὸν φροντιστὴν τῶν κοινῶν ἀπεφορτίσατο τάχιον· ὁ δὲ Γρηγόριος τῆς προκειμένης ἐχόμενος, μηδὲ μακρὰ βιβὺς ἢ γοῦν ἐκτείνων πόδας υπερβαθμίους, μονιμωτέρας ἰσχύος μετείληχε. Παρεζεύχθη δ' ἐς ὕστερον τουτων και της Γρηγόριος ἕτερος, ᾧ Καματηρὸς ἢ ἐπίκλησις. Ὁ δ' ἀνὴρ οὗτος ἐλλόγιμος μὲν, τὸ δὲ γένος οὐκ εὐπρεπής οὐδ᾽ ἐπίπαν εὐπάρυφος, τῷ βασιλεῖ δὲ προσληφθείς ᾿Αλεξίῳ καὶ τοῖς ὑπογραμματευομένοις καταλεγεῖς τὰ ἐπαρχίας αμφεποτᾶτο, κακ τοῦ τέσσειν φόρους ταύταις πλοῦτον τιθαιβώστων βαθύν φράσθη, κατὰ κήδος βασιλεῖ συναφθῆναι. Οὐκοῦν καὶ προσπλακεῖς μιᾷ τῶν ἐκείνου συγγενῶν λογοθέτης των τεκρέτων προβέβλητο. Ισχυε δ' ὑπὲρ πάντας παρὰ τῷ τῷ βασιλεῖ καὶ τὰς πρώτας ἐκαρποῦτο τιμὲς ὁ ᾿Αξοῦχος Ιωάννης, Ην δ' οὗτος Πέρσης τὸ γένος, τῆς δὲ Βιθυνῶν προκαθημένης πόλεως Νικαίας τῆς τῶν Περσῶν δυναστείας ἀπαλλαγείσης, δε Βαϊμούνδος τῆς ἐς Παλαιστίνη πορείας εἴχετο, συνέχεται καὶ αὐτὸς καὶ τῷ βασιλεῖ ᾿Αλεξίῳ δῶρον παρέχεται. Ήλιξ δ᾽ ὧν Ἰωάννῃ τῷ βασιλεῖ συμ- ταίστωρ αὐτῷ προσείληπτο, καὶ τῶν οἰκιδίων και προκοιτών (15) ὁ προσφιλέστατος κρίνεται. Ἐπεὶ δ' ἐπέβη τῆς βασιλείας, πᾶσαν υπερανέβη πρεσβυ- πέσαν παραδυνάστευσιν, μέγας τιμηθεὶς δομέστικός, ὡς καὶ πολλοὺς τῶν ἐριτίμων κατὰ γενος Βασίλειον ἀποβαίνει, τοῦ ἵππου καὶ τούτῳ ἀπονέμειν (16) προσκύνησιν κατὰ συγκυρίαν ὑπαντιάζον - τας. Ήταν δὲ τῷ ἀνδρὶ τούτῳ οὐ μόνον χεῖρες δεδιδαγμέναι πρὸς πόλεμον, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐποιίαν πρωτοβεστιάριος ο βασιλικόν ταμεῖον ἡ χεύτωνα, βεστιάριον. Παρακοιμώμενον κακάνων Προκοίτων. κακοφωνίαν ὀφφίκια του παλατίου μειν. HISTORIA. B III. Diebus compluribus elapsis aditum et exi- tum palatii cuivis liberum fecit, et rempubli- cam suo arbitratu administrare cœpit ut rebus jam in tuto collocatis.Cognatis et familiaribus pro dignitate cujusque honorem habuit, Isaacium fra- trem tanto amore prosequens.ut a latere ejus nun- quam discedere eodemque spiritu nti videretur,tum quod ab eo summopere diligebatur,tum quod ejus unius,aut certe præcipuo studio,regnum occuparat. Cujus initio statim pari sella eademque mensa, et ea proclamatione eum dignatus est qualis sebastocrato- ris honorem decebat,quem a patre Alexio Isaacius acceperat. Reipublicæ curam cognatis mandabat, Joanni Comneno,quem accubitorem legit, et Gre- gorio Taronita protovestiario. Verum alter, quod intolerabile supercilium attollebat, nisi digito ver- teret omnia, et insigni arrogantia præditus erat cito a reipublica gubernaculis est amotus: Gre- gorius vero negotiis gerendis intentus, et intra muneris sui limites modeste se continens potestate diuturniore usus est. Huic postea collega datus est alter Gregorius, Camalerus cognomento, vir egregius ille quidem, sed obscuro atque ignobili genere ortus. Is ab Alexio in scribarum nume- rum allectus provincias peragrabat, et ex ordina- tione tributorum magnas opes adeptus imperatoris affinitatem expetivit, ductaque cognata quadam ejus logotheta secretorum designatus est.Caeterum Joannes Axuchus, natione Persa, omnes apud hunc imperatorem auctoritate anteibat, qui principe urbe Bithyniæ Nicæa Persico dominatu liberata, C cum Baimundus in Palmstinam contenderet,capitur et ipse, et Alexio dono datus, cum Joanni æqualis esset, in collusorem ejus ascitus fuit et inter domesticos et cubicularios charissimus habitus. Eo vero rerum potito omne dignitatis fastigium supergressus, magnique domestici honore ornatus, eo processit ut multi honoratissimi viri ex regia stirpe, casu obviam facti, equis descendereni eique honorem haberent.Erant autem ei viro manus non ad bellum duntaxat eruditæ, sed et ad beneficentiam expedita et prompta. Unde factum ut generis obscu- ritatem generosa indoles et liberalitas fere obtege- rent,atque Axuchum charum redderent omnibus. Hier. Wolfii notæ. fortasse dicere liceret. Malui tamen retinere Græ- cum, ut et in aliis thesauris fuisse videtur: nam vetustus codex Augustana bibliothecæ, ubi reliqui habent ponit vel cubicularium vel accubitorem vertere possis. Si paracomomenon dicas, nescio quomodo aures to aversantur. Cubicularium verti, generali socabulo, propter Procati. Significat PATROL. GR. CXXXIX. strat. Byzanti palatii dignitates et ministeria omnia non satis intelligi, etiam is fatetur qui ¬à descripsit: quem libellum una cum aliis ad Græcam historiam intelligendamı utilibus nobilis et ingeniosus adolescens Raphael Saylerus aliquando, uti spero, in lucem dabit. Hunc honorem omnidus Turcis a Christiano quolibet necessario habendum esse scribit Bartho- lomæus Georgievicius. 14. Σεβαστοκράτορος. Hune Augustimperatorem c eum qui vel ante cubiculum vel ante cubile mini- (16) ᾿Αποβαίνειν τοῦ ἵππου, καὶ τούτῳ ἀπονέ
ἐπεὶ δὲ ἡ μὲν θέρειος ὥρα παρεληλύθει, ὁ δὲ χειμὼν ἤδη παρεισιὼν τοῖς αἰθριάζουσιν ἐδυσκόλαινεν, ἀνέμων βόμβοις παραφοβῶν καὶ ἀμβλύτερα πρὸς ἀντιπάλαισιν ψύχους τιθεὶς τὰ σώματα, ἐπάνεισιν εἰς Βυζάντιον, τῷ ψυχεινῷ τοῦ καιροῦ ὑπενδοὺς ὡσεὶ καὶ χερμάδια τὰς νιφάδας καὶ δοράτια τὰς πηγυλίδας προβαλλομένῳ. ὑπομειδιᾶν δ’ ἀρχομένου τοῦ ἔαρος τῶν ἀνακτόρων ἀπανίσταται. τῷ τοι καὶ τὰς ἐξ ὀσφύος αὐτοῦ προσειπών, ὅσα καὶ Ἡλιάδας ἐπ’ αὐτῷ ἀφιείσας ἠλεκτρῶδες δάκρυον, τὴν Φρυγίαν παρελθών, τὴν δ’ Ἀττάλου λαμπροτάτην πόλιν καταλαβὼν χρονοτριβεῖν ἐκεῖσε προέθετο, ὅπως τὰς πέριξ ταύτης χώρας μᾶλλόν τι πρὸς τὸ εὖ διάθοιτο. Ἤδη γὰρ καὶ τούτων ἔνιαι τοῖς Τούρκοις ὑπέκυψαν, ἐν αἷς ἦν καὶ ἡ τοῦ Πουσγούση καλουμένη λίμνη. αὕτη γὰρ εἰς ἀχανῆ καὶ μικροῦ θαλαςσίαν χύσιν ἐκτεινομένη ἐν πολλοῖς νησῖδας ἀνίσχει προβεβλημένας τείχεσιν ἐρυμνοῖς. ᾤκουν μὲν οὖν ταύτας τηνικάδε καιροῦ Χριστιανῶν ἐσμοί, οἳ καὶ διὰ λέμβων καὶ ἀκατίων τοῖς Ἰκονιεῦσι Τούρκοις ἐπιμιγνύμενοι οὐ μόνον τὴν πρὸς ἀλλήλους φιλίαν ἐντεῦθεν ἐκράτυναν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν ἐν πλείοσι προσεσχήκασιν.
Γ΄. Ημερῶν δὲ συχνῶν διαγενομένων τὴν εἰς τὰ Α ἀρχεῖα παροδόν τε καὶ ἔξοδον ἀνῆκε τῷ βουλομένῳ παντί, τῶν τε κοινῶν πραγμάτων ἐφήπτετο καθάπερ ἐρεῖτο, ὡς ἤδη ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καθεστώς. ᾿Αλλὰ καὶ τοῖς ἐκ γένους καὶ οἰκειώσεως αὐτῷ προσεγγίζουσι κατὰ τὸ ἀνάλογον αὐτοῖς προσφερόμενος ἁρμοδίους ἑκάστῳ ἀπένεμε τιμάς· τῷ γε μήν Ισαακίῳ τῷ κασιγνήτω προστετηκὼς συμφυής καὶ ὁμόπνους ἐδείκνυτο, καὶ ὡς φιλοῦντι μὲν ὑπὲρ απαντας, μάλιστα δ' ὡς τὰ πάντα ἢ τὰ πλείω επενέγκαντι πρὸς τὴν ἐπίβασιν τῆς ἀρχῆς· [Ρ. 7] τοῦτον γὰρ καθισταμένης ἔτι τῆς βασιλείας καθέδρας τε καὶ τραπέζης ἐξ ἴσου κοινωνὸν παρελάμβανε, καὶ μετε είδος τῆς ἀναρρήσεως, ὁποία ἐπιπρεπὴς τῷ τοῦ σεβαστοκράτορος (14) ἀξιώματι, ᾧ πρὸς τοῦ πα- τρὸς 'Αλεξίου τετίμητο Ισαάκιος. Καὶ φροντιστὰς η δὲ τῶν δημοσίων πραγμάτων προβάλλετο ἐκ τῶν καθ' αἷμά οἱ προσεγγιζόντων τὸν Κομνηνὸν Ἰωάννην, ὧν καὶ τῷ τοῦ παρακοιμωμένου τετίμηκεν ἀξιώματι, καὶ τὸν Ταρωνίτην Γρηγόριον όντα πρωτοβεστιά λιον. Αλλ' ὁ μὲν, ὅτι μὴ τῷ δακτύλῳ τὸ πᾶν διεπέτο τευε, σοβαράν προφαίνων ἀφοὺν καὶ φρονηματώδης ὡς οὗ τις ἄλλος δεικνύμενος, τὸν φροντιστὴν τῶν κοινῶν ἀπεφορτίσατο τάχιον· ὁ δὲ Γρηγόριος τῆς προκειμένης ἐχόμενος, μηδὲ μακρὰ βιβὺς ἢ γοῦν ἐκτείνων πόδας υπερβαθμίους, μονιμωτέρας ἰσχύος μετείληχε. Παρεζεύχθη δ' ἐς ὕστερον τουτων και της Γρηγόριος ἕτερος, ᾧ Καματηρὸς ἢ ἐπίκλησις. Ὁ δ' ἀνὴρ οὗτος ἐλλόγιμος μὲν, τὸ δὲ γένος οὐκ εὐπρεπής οὐδ᾽ ἐπίπαν εὐπάρυφος, τῷ βασιλεῖ δὲ προσληφθείς ᾿Αλεξίῳ καὶ τοῖς ὑπογραμματευομένοις καταλεγεῖς τὰ ἐπαρχίας αμφεποτᾶτο, κακ τοῦ τέσσειν φόρους ταύταις πλοῦτον τιθαιβώστων βαθύν φράσθη, κατὰ κήδος βασιλεῖ συναφθῆναι. Οὐκοῦν καὶ προσπλακεῖς μιᾷ τῶν ἐκείνου συγγενῶν λογοθέτης των τεκρέτων προβέβλητο. Ισχυε δ' ὑπὲρ πάντας παρὰ τῷ τῷ βασιλεῖ καὶ τὰς πρώτας ἐκαρποῦτο τιμὲς ὁ ᾿Αξοῦχος Ιωάννης, Ην δ' οὗτος Πέρσης τὸ γένος, τῆς δὲ Βιθυνῶν προκαθημένης πόλεως Νικαίας τῆς τῶν Περσῶν δυναστείας ἀπαλλαγείσης, δε Βαϊμούνδος τῆς ἐς Παλαιστίνη πορείας εἴχετο, συνέχεται καὶ αὐτὸς καὶ τῷ βασιλεῖ ᾿Αλεξίῳ δῶρον παρέχεται. Ήλιξ δ᾽ ὧν Ἰωάννῃ τῷ βασιλεῖ συμ- ταίστωρ αὐτῷ προσείληπτο, καὶ τῶν οἰκιδίων και προκοιτών (15) ὁ προσφιλέστατος κρίνεται. Ἐπεὶ δ' ἐπέβη τῆς βασιλείας, πᾶσαν υπερανέβη πρεσβυ- πέσαν παραδυνάστευσιν, μέγας τιμηθεὶς δομέστικός, ὡς καὶ πολλοὺς τῶν ἐριτίμων κατὰ γενος Βασίλειον ἀποβαίνει, τοῦ ἵππου καὶ τούτῳ ἀπονέμειν (16) προσκύνησιν κατὰ συγκυρίαν ὑπαντιάζον - τας. Ήταν δὲ τῷ ἀνδρὶ τούτῳ οὐ μόνον χεῖρες δεδιδαγμέναι πρὸς πόλεμον, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐποιίαν πρωτοβεστιάριος ο βασιλικόν ταμεῖον ἡ χεύτωνα, βεστιάριον. Παρακοιμώμενον κακάνων Προκοίτων. κακοφωνίαν ὀφφίκια του παλατίου μειν. HISTORIA. B III. Diebus compluribus elapsis aditum et exi- tum palatii cuivis liberum fecit, et rempubli- cam suo arbitratu administrare cœpit ut rebus jam in tuto collocatis.Cognatis et familiaribus pro dignitate cujusque honorem habuit, Isaacium fra- trem tanto amore prosequens.ut a latere ejus nun- quam discedere eodemque spiritu nti videretur,tum quod ab eo summopere diligebatur,tum quod ejus unius,aut certe præcipuo studio,regnum occuparat. Cujus initio statim pari sella eademque mensa, et ea proclamatione eum dignatus est qualis sebastocrato- ris honorem decebat,quem a patre Alexio Isaacius acceperat. Reipublicæ curam cognatis mandabat, Joanni Comneno,quem accubitorem legit, et Gre- gorio Taronita protovestiario. Verum alter, quod intolerabile supercilium attollebat, nisi digito ver- teret omnia, et insigni arrogantia præditus erat cito a reipublica gubernaculis est amotus: Gre- gorius vero negotiis gerendis intentus, et intra muneris sui limites modeste se continens potestate diuturniore usus est. Huic postea collega datus est alter Gregorius, Camalerus cognomento, vir egregius ille quidem, sed obscuro atque ignobili genere ortus. Is ab Alexio in scribarum nume- rum allectus provincias peragrabat, et ex ordina- tione tributorum magnas opes adeptus imperatoris affinitatem expetivit, ductaque cognata quadam ejus logotheta secretorum designatus est.Caeterum Joannes Axuchus, natione Persa, omnes apud hunc imperatorem auctoritate anteibat, qui principe urbe Bithyniæ Nicæa Persico dominatu liberata, C cum Baimundus in Palmstinam contenderet,capitur et ipse, et Alexio dono datus, cum Joanni æqualis esset, in collusorem ejus ascitus fuit et inter domesticos et cubicularios charissimus habitus. Eo vero rerum potito omne dignitatis fastigium supergressus, magnique domestici honore ornatus, eo processit ut multi honoratissimi viri ex regia stirpe, casu obviam facti, equis descendereni eique honorem haberent.Erant autem ei viro manus non ad bellum duntaxat eruditæ, sed et ad beneficentiam expedita et prompta. Unde factum ut generis obscu- ritatem generosa indoles et liberalitas fere obtege- rent,atque Axuchum charum redderent omnibus. Hier. Wolfii notæ. fortasse dicere liceret. Malui tamen retinere Græ- cum, ut et in aliis thesauris fuisse videtur: nam vetustus codex Augustana bibliothecæ, ubi reliqui habent ponit vel cubicularium vel accubitorem vertere possis. Si paracomomenon dicas, nescio quomodo aures to aversantur. Cubicularium verti, generali socabulo, propter Procati. Significat PATROL. GR. CXXXIX. strat. Byzanti palatii dignitates et ministeria omnia non satis intelligi, etiam is fatetur qui ¬à descripsit: quem libellum una cum aliis ad Græcam historiam intelligendamı utilibus nobilis et ingeniosus adolescens Raphael Saylerus aliquando, uti spero, in lucem dabit. Hunc honorem omnidus Turcis a Christiano quolibet necessario habendum esse scribit Bartho- lomæus Georgievicius. 14. Σεβαστοκράτορος. Hune Augustimperatorem c eum qui vel ante cubiculum vel ante cubile mini- (16) ᾿Αποβαίνειν τοῦ ἵππου, καὶ τούτῳ ἀπονέ
PG 139:331ἀμέλει καὶ ὡς ὁμοροῦσιν αὐτοῖς προστιθέμενοι Ῥωμαίους ὡς ἐχθροὺς ὑπεβλέποντο· οὕτω χρόνῳ κρατυνθὲν ἔθος γένους καὶ θρησκείας ἐστὶν ἰσχυρότερον. ὅθεν οἱ μὲν ὡς ἀντίπαλον τὸν βασιλέα κακῶς ἔφασκον, μηδ’ ὑποκύψαι ὅλως τοῖς αὐτοῦ θεσμοῖς ἀπηυθαδιάζοντο τῷ ὑγρῷ φυσῶντες ζωστῆρι τῆς λίμνης καὶ ἃ οὐκ ἂν ᾠήθησαν φρονοῦντες, ταῦθ’ ὡς παραφρονοῦντες διεννοούμενοι. ὁ δὲ μεθίστασθαι παρῄνει τῆς λίμνης ὡς παλαιοῦ Ῥωμαίων κτήματος καὶ καθαρῶς προσχωρεῖν τοῖς Πέρσαις, εἰ τοῦτο βούλοιντο· εἰ δὲ μὴ οὕτω δρῷεν, οὐκ ἂν ἀνασχέσθαι ὅλως διισχυρίζετο αὐτούς τε καὶ τὴν λίμνην ἀπεξενῶσθαι Ῥωμαίων ἐπὶ μακρόν. μὴ προχωρούντων δὲ τῶν ῥημάτων, ἔργων πολεμίων ἥπτετο· ὅθεν ἁλιάδας καὶ ἀκάτια σχεδιάσας καὶ ζεῦγμα διὰ τούτων ἐργασάμενος τὰς ἑλεπόλεις ἐπέστησεν ἄνωθεν καὶ προσεπῆγεν οὕτω τοῖς ἐπὶ τῆς λίμνης ἐρύμασιν. αὐτὰ μὲν οὖν ἐξελέσθαι ἴσχυσε, πλὴν οὐχὶ καὶ Ῥωμαῖοι κακῶν ἀπείρατοι διεξέπλευσαν τὸν τότε πόλεμον, ἀλλ’ ἐνίοτε τὴν λίμνην ἀνέμου διακυκήσαντος καὶ εἰς φλοῖσβον αὐτὴν ἀνοιδήσαντος τῶν ὁλκαδίων πολλὰ παρηνέχθησαν καὶ τὸν φόρτον ἐπανατραπέντα διαφῆκαν τῷ βυθῷ καὶ τοῖς κύμασιν.
τῶν δεομένων ὀξεῖαί τινες καὶ εὐκίνητοι. Απὰρ τὸ εὐγενὲς τῆς γνώμης καὶ ἐλευθέριον τὸ μὴ ἔχον οὕτω τοῦ γένους τὰ πολλὰ συνεσκίαζε, καὶ ποθεινόν παρὰ πᾶσι τὸν ᾿Αξούχον ἀπειργάζετο. ᾿Αλλ' οὔπω ἐνιαυτὸς ἀκριβῶς τῷ βασιλεῖ διεγέ νετο, καὶ καττύεται τούτῳ παρὰ τῶν ἐκ γένους ἐπι- βουλή, καθ' όν οὐκ ἔχει τις τρόπον εἰπεῖν, κατ' αὐτοῦ βαρυμηνιώντων καὶ ὄμμα οἱ ἐπιῤῥιπτούντων βάσκανον. Αμέλει τοι καὶ συστρεμμα τεκτήναντες πονηρὸν καὶ πίστεις δόντες ἀλλήλοις τῷ Βρυνείῳ πάντες προστίθενται, καὶ παραχωρούσι τούτῳ τῆς βασιλείας ὡς λογικών μετόχῳ παιδεύσεων καὶ εἶδος τυραννικόν προφαίνοντι καὶ κατὰ κήδος προ- φερεστέρῳ βασιλικόν ὡς γὰρ φθάσαντες είπομεν, τῇ τοῦ βασιλέως ἀδελφῇ τῇ Καισαρίτση "Αννη συν έζευκτο, ἥτις δὴ τῆς τῶν ἐπιστημῶν πατῶν ἐπόχου φιλοσοφίας (17) ἐδείκνυτο μέλημα (18) καὶ πρὸς πᾶσαν ἐρρύθμιστο μάθησιν. Τάχα δ' ἂν καὶ νυκτὸς ἐπέθεντο μεθ' [Ρ. 8] ὅπλων τῶν τονουργῶν αὐλιζα μένῳ τῷ βασιλεῖ κατὰ τὸ μικρὸν ἄποθεν τῶν χερ σαίων πυλῶν ἱππήλατον Φιλοπάτιον, δώροις προ- διαφθείραντες ἀδροῖς τὸν ἐπὶ τῶν εἰσόδων τῆς πό λεως, εἰ μὴ τὸ εἰωθὸς ὑπόνωθρον και χαλαρὸν πρὸς βασιλείας ἐπίθεσιν τῆς ἐγχειρήσεως έπαυσε τὸν Βρυέννιον, αὐτόν τε μένειν κατὰ χώραν παραβιάσαν τῶν ξυνθηκῶν λαθόμενον, καὶ κατασβέσαν τὸ θερ- μὸν τῶν συνελθόντων φρόνημα, ὅτε καὶ λέγεται τὴν Καισάρισσαν "Ανναν πρὸς τὸ χαῦνον τοῦ ταύτης ἀνδρὸς δυσχεραίνουσαν ὡς πάσχουσαν δεινά δια πρίεσθαι καὶ τὴν φύσιν τὰ πολλὰ (19) ἐπιμέμφε σθαι, ὑπ᾽ αἰτίαν τιθεῖσαν οὐχὶ μικρὰν ὡς αὐτῇ μὲν ἐνδιασμοῦσαν (20) τὸ ἄρθρον καὶ ἐγκοιλάνασαν, τῷ δὲ Βρυενίῳ τὸ μόριον ἀποτείνασαν και σφαι ρώσασαν. Φωραθέντων δ᾽ ἡμέρας τῶν συνωμοτῶν οὐδένες μὲν αὐτῶν ἐξ τὸ σῶμα διελωβήθησαν ἢ καθ υπεβλήθησαν μάστιξι, τῶν δὲ οὐσιῶν ἐστέρηνται ἀπαξάπαντες. Μετά δέ τινα καιρὸν καὶ αὗται τοῖς πλείοσιν αὐτῶν ἀπεδόθησαν, ἐξ αὐτῆς τῆς πρωτερο γάτιδος τῆς ἐπιβουλῆς Άννης τῆς Καισαρίσσης τοῦ βασιλέως ἀρξαμένου φιλανθρωπεύεσθαι. Ἀρχὴν δ' ἔσχε τοιάνδε τὸ οὐτωσὶ γεγονός. Τὴν ἐν χρυσῷ καὶ ἀργόρῳ καὶ πλούτῳαντοδαπῷ καὶ ποικίλοις ἐσθήμασιν οὐσίαν τῆς Καισαρίσσης καθ᾿ ἕνα δόμον συνειλεγμένην ὁ βακιλεὺς Ἰωάννης ἐπιστὰς ἐθεᾶτο, ναὶ μὴν καὶ εἰπὼν ὡς « Ἡ τάξις ἐπ᾿ ἐμο! πως ἀντέστραπται· τὸ μὲν γὰρ συγγενές πολέμιον εὕρηται, τὸ δ' ἀλλότριον φίλιον· καὶ διὰ τοῦτο χρεών καὶ τὰ τοῦ πλούτου πρὸς τοὺς φιλοῦντας μεταρρυ πάντα εἰληφένα: τὸν μέγαν προσετετάχει ναι, >> η σοφίας. Τὰ πολλὰ πολλά φυσικῶς ἠθικῶς NICET CHONIATÆ B C Cæterum anno nondum exacto ex invidia et in- A dignatione cognatorum imperatoris insidia comparata sunt, quarum ratio ignoratur. Illud constat, eos improba conspiratione inita et fide invicem data ad Bryenium omnes defecisse, eique regnum detulisse ut et liberalibus disciplinis eru- dito et regia forma conspicuo et ob imperatoris affinitatem praeferendo. Nam, ut supra diximus, Annan Cæsarissam, sororem imperatoris, in matrimonio habebat, omnium disciplinarum pa- renti philosophiæ deditam et omnibus artibus eru- ditam. Ac imperatorem in equestri circo Philopatio, qui parum a terrestri porta distat, armis noctu oppressissent, jam ante largitionibus portæ cu- stode corrupto nisi Bryenii innata socordia, et remissior animus, quam regni affertatio postulet, irritum eum conatum fecisset, tum ipso quiescente oblitoque fœderis, tum conjuratorum ardore exstincto. Quo tempore Anha Cæsarissa mariti ignaviam pertæsa, iraque percita, inique secum agi dixisse, et naturam multum accusasse fertur, idque verbis obscenioribus: quod se mulierem, Brye- nium virum fecisset. Mane conjuratis deprehensis, nemo eorum mutilatus aut flagris cæsus est, sed omnes multati bonis : quæ tamen aliquando post plerique receperunt,imperatore humanitatem ab ipsa conjurationis principe Anna Cæsarissa auspicato. Cujus rei hæc fuit occasio. Imperator cum omnis generis opes, auri,argenti, et variarum vestium in una domo congestas spectaret, naturæ ordinem inversum esse questus, quod cognatos hostes, alienos amicos habuisset etiam opes ad amicos transire oportere dixit, et omnia inagnum domesticum accipere jussit. Is vero summæ imperatoris munificentiæ gratiis actis, et dicendi quæ vellet potestate petita atque acce- pta : « Etsi tua soror (inquit), imperator, violentum et iniquissimum facinus ausa, reipsa cognationem abjuravit : tamen non ut affectum, ita etiam ap- pellationem naturalem amisit; cum igitur adhuc boni imperatoris soror maneat, charitatem, quam nunc dementia perdidit, naturæ adjuta suffragio, penitentia recuperabit. Parce igitur sorori, do- mine, qua tuam majestatem violavit: eamque humanitate castigato que illustri qonitate sua se D Hlier, Wolfii nola, Philosophiæ omnibus scientiis insidentis, id est complectentis aut certe superantis omnes scientias, omnium artium principis et reginæ. Eruditionis hujus Annæ meminit etiam Zonaras ; et Wilhelmus Xylander, doctissimus juvenis, in Augustana rei publica Græcæ bibliotheca viginti libros de robus gestis Alexis Comneni hujus Annæ nomine exstare mihi dixit, sive illi ab ipsa sive jussu ejus scripti sunt. Nam regibus et principibus non difficile est esse disertis, qui quod per alios fece- rint, per se fecisse videntur, ut jurisconsulli sta- tuunt. diosissima erat, studium pra se ferebat. Nisi quis passive accipere malit, « alumna erat philosophiæ, sensu eodem recidente. (19 plerumque significat. Malim hic sine articulo. trovertisset et excavasset. Bryenio vero extendisset el rotundasset. » Nimium videtur hic et parum philosophiari nostra philosophia : alioqui et ambitioni et linguæ suæ imperasset. (47) Τῆς τῶν ἐπιστημῶν πασῶν ἐπόγπυ φιλο- (18) Ἐδείκνυτο μέλημα. Id est ἐπεμελεῖτο, stu- (20) Αὐτῇ μὲν ἐνδιασχ. « Quod sibi membruni in-
Ἐν δὲ τοῖς καιροῖς τοῖσδε τὸν βίον μετήλλαξεν ὁ πρωτότοκος υἱὸς τοῦ βασιλέως Ἀλέξιος, ᾧ καὶ μετέδωκεν οὗτος ἐρυθροῦ πεδίλου καὶ φοινικίδος βασιλικῆς. τῶν δ’ ὀξέων ἦν καὶ μὴ χρονίων τὸ νόσημα, τὸ δὲ εἶδος πυρετὸς ἐπαιγίζων καὶ ὡς ἀκροπόλει τῇ κεφαλῇ ἐπιθέμενος. ἀλλὰ καὶ ὁ μετ’ αὐτὸν Ἀνδρόνικος, βραχύ τι ἐπιβιοὺς καὶ ὅσον ἐπικωκῦσαι τῷ κασιγνήτῳ ἐξ ἀνθρώπων ἀπάραντι, τὸ λαχὸν καὶ αὐτὸς μέρος τῆς ζωῆς ἐξετόξευσε. Καίπερ δὲ συμφοραῖς τηλίκαις καὶ καλλίστων παίδων ἀφιλοσοφήτοις ἀποβολαῖς κατακαμφθεὶς ὁ βασιλεὺς τὴν ψυχήν, ἵνα μὴ λέγοιμι καὶ οἰωνοὺς ἀπαισίους τῆς ὑπερέκεινα πορείας τοὺς θανάτους τῶν φιλτάτων ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅμως οὐδέν τι καὶ πέπονθε μαλακὸν ἢ καθυφῆκέ τι βραχὺ τῆς προθέσεως ἢ παλίμπους ἐπανῆκεν εἰς τὸ Βυζάντιον, ἔτους ἤδη τελείου ἐπὶ τοῖς ἠθλημένοις τούτοις παριππευκότος, ἀλλ’ ἐς Ἰσαυρίαν ἀφιγμένος καὶ τὰ ἐκεῖθι πρὸς τὸ δέον καταστησάμενος τῆς ἀνόπιν καὶ πρὸς Συρίαν ὁδοῦ εἴχετο, ἐφεπόμενον ἔχων αὐτῷ τὸν ὑστερότοκον παῖδα τὸν Μανουήλ.
τῶν δεομένων ὀξεῖαί τινες καὶ εὐκίνητοι. Απὰρ τὸ εὐγενὲς τῆς γνώμης καὶ ἐλευθέριον τὸ μὴ ἔχον οὕτω τοῦ γένους τὰ πολλὰ συνεσκίαζε, καὶ ποθεινόν παρὰ πᾶσι τὸν ᾿Αξούχον ἀπειργάζετο. ᾿Αλλ' οὔπω ἐνιαυτὸς ἀκριβῶς τῷ βασιλεῖ διεγέ νετο, καὶ καττύεται τούτῳ παρὰ τῶν ἐκ γένους ἐπι- βουλή, καθ' όν οὐκ ἔχει τις τρόπον εἰπεῖν, κατ' αὐτοῦ βαρυμηνιώντων καὶ ὄμμα οἱ ἐπιῤῥιπτούντων βάσκανον. Αμέλει τοι καὶ συστρεμμα τεκτήναντες πονηρὸν καὶ πίστεις δόντες ἀλλήλοις τῷ Βρυνείῳ πάντες προστίθενται, καὶ παραχωρούσι τούτῳ τῆς βασιλείας ὡς λογικών μετόχῳ παιδεύσεων καὶ εἶδος τυραννικόν προφαίνοντι καὶ κατὰ κήδος προ- φερεστέρῳ βασιλικόν ὡς γὰρ φθάσαντες είπομεν, τῇ τοῦ βασιλέως ἀδελφῇ τῇ Καισαρίτση "Αννη συν έζευκτο, ἥτις δὴ τῆς τῶν ἐπιστημῶν πατῶν ἐπόχου φιλοσοφίας (17) ἐδείκνυτο μέλημα (18) καὶ πρὸς πᾶσαν ἐρρύθμιστο μάθησιν. Τάχα δ' ἂν καὶ νυκτὸς ἐπέθεντο μεθ' [Ρ. 8] ὅπλων τῶν τονουργῶν αὐλιζα μένῳ τῷ βασιλεῖ κατὰ τὸ μικρὸν ἄποθεν τῶν χερ σαίων πυλῶν ἱππήλατον Φιλοπάτιον, δώροις προ- διαφθείραντες ἀδροῖς τὸν ἐπὶ τῶν εἰσόδων τῆς πό λεως, εἰ μὴ τὸ εἰωθὸς ὑπόνωθρον και χαλαρὸν πρὸς βασιλείας ἐπίθεσιν τῆς ἐγχειρήσεως έπαυσε τὸν Βρυέννιον, αὐτόν τε μένειν κατὰ χώραν παραβιάσαν τῶν ξυνθηκῶν λαθόμενον, καὶ κατασβέσαν τὸ θερ- μὸν τῶν συνελθόντων φρόνημα, ὅτε καὶ λέγεται τὴν Καισάρισσαν "Ανναν πρὸς τὸ χαῦνον τοῦ ταύτης ἀνδρὸς δυσχεραίνουσαν ὡς πάσχουσαν δεινά δια πρίεσθαι καὶ τὴν φύσιν τὰ πολλὰ (19) ἐπιμέμφε σθαι, ὑπ᾽ αἰτίαν τιθεῖσαν οὐχὶ μικρὰν ὡς αὐτῇ μὲν ἐνδιασμοῦσαν (20) τὸ ἄρθρον καὶ ἐγκοιλάνασαν, τῷ δὲ Βρυενίῳ τὸ μόριον ἀποτείνασαν και σφαι ρώσασαν. Φωραθέντων δ᾽ ἡμέρας τῶν συνωμοτῶν οὐδένες μὲν αὐτῶν ἐξ τὸ σῶμα διελωβήθησαν ἢ καθ υπεβλήθησαν μάστιξι, τῶν δὲ οὐσιῶν ἐστέρηνται ἀπαξάπαντες. Μετά δέ τινα καιρὸν καὶ αὗται τοῖς πλείοσιν αὐτῶν ἀπεδόθησαν, ἐξ αὐτῆς τῆς πρωτερο γάτιδος τῆς ἐπιβουλῆς Άννης τῆς Καισαρίσσης τοῦ βασιλέως ἀρξαμένου φιλανθρωπεύεσθαι. Ἀρχὴν δ' ἔσχε τοιάνδε τὸ οὐτωσὶ γεγονός. Τὴν ἐν χρυσῷ καὶ ἀργόρῳ καὶ πλούτῳαντοδαπῷ καὶ ποικίλοις ἐσθήμασιν οὐσίαν τῆς Καισαρίσσης καθ᾿ ἕνα δόμον συνειλεγμένην ὁ βακιλεὺς Ἰωάννης ἐπιστὰς ἐθεᾶτο, ναὶ μὴν καὶ εἰπὼν ὡς « Ἡ τάξις ἐπ᾿ ἐμο! πως ἀντέστραπται· τὸ μὲν γὰρ συγγενές πολέμιον εὕρηται, τὸ δ' ἀλλότριον φίλιον· καὶ διὰ τοῦτο χρεών καὶ τὰ τοῦ πλούτου πρὸς τοὺς φιλοῦντας μεταρρυ πάντα εἰληφένα: τὸν μέγαν προσετετάχει ναι, >> η σοφίας. Τὰ πολλὰ πολλά φυσικῶς ἠθικῶς NICET CHONIATÆ B C Cæterum anno nondum exacto ex invidia et in- A dignatione cognatorum imperatoris insidia comparata sunt, quarum ratio ignoratur. Illud constat, eos improba conspiratione inita et fide invicem data ad Bryenium omnes defecisse, eique regnum detulisse ut et liberalibus disciplinis eru- dito et regia forma conspicuo et ob imperatoris affinitatem praeferendo. Nam, ut supra diximus, Annan Cæsarissam, sororem imperatoris, in matrimonio habebat, omnium disciplinarum pa- renti philosophiæ deditam et omnibus artibus eru- ditam. Ac imperatorem in equestri circo Philopatio, qui parum a terrestri porta distat, armis noctu oppressissent, jam ante largitionibus portæ cu- stode corrupto nisi Bryenii innata socordia, et remissior animus, quam regni affertatio postulet, irritum eum conatum fecisset, tum ipso quiescente oblitoque fœderis, tum conjuratorum ardore exstincto. Quo tempore Anha Cæsarissa mariti ignaviam pertæsa, iraque percita, inique secum agi dixisse, et naturam multum accusasse fertur, idque verbis obscenioribus: quod se mulierem, Brye- nium virum fecisset. Mane conjuratis deprehensis, nemo eorum mutilatus aut flagris cæsus est, sed omnes multati bonis : quæ tamen aliquando post plerique receperunt,imperatore humanitatem ab ipsa conjurationis principe Anna Cæsarissa auspicato. Cujus rei hæc fuit occasio. Imperator cum omnis generis opes, auri,argenti, et variarum vestium in una domo congestas spectaret, naturæ ordinem inversum esse questus, quod cognatos hostes, alienos amicos habuisset etiam opes ad amicos transire oportere dixit, et omnia inagnum domesticum accipere jussit. Is vero summæ imperatoris munificentiæ gratiis actis, et dicendi quæ vellet potestate petita atque acce- pta : « Etsi tua soror (inquit), imperator, violentum et iniquissimum facinus ausa, reipsa cognationem abjuravit : tamen non ut affectum, ita etiam ap- pellationem naturalem amisit; cum igitur adhuc boni imperatoris soror maneat, charitatem, quam nunc dementia perdidit, naturæ adjuta suffragio, penitentia recuperabit. Parce igitur sorori, do- mine, qua tuam majestatem violavit: eamque humanitate castigato que illustri qonitate sua se D Hlier, Wolfii nola, Philosophiæ omnibus scientiis insidentis, id est complectentis aut certe superantis omnes scientias, omnium artium principis et reginæ. Eruditionis hujus Annæ meminit etiam Zonaras ; et Wilhelmus Xylander, doctissimus juvenis, in Augustana rei publica Græcæ bibliotheca viginti libros de robus gestis Alexis Comneni hujus Annæ nomine exstare mihi dixit, sive illi ab ipsa sive jussu ejus scripti sunt. Nam regibus et principibus non difficile est esse disertis, qui quod per alios fece- rint, per se fecisse videntur, ut jurisconsulli sta- tuunt. diosissima erat, studium pra se ferebat. Nisi quis passive accipere malit, « alumna erat philosophiæ, sensu eodem recidente. (19 plerumque significat. Malim hic sine articulo. trovertisset et excavasset. Bryenio vero extendisset el rotundasset. » Nimium videtur hic et parum philosophiari nostra philosophia : alioqui et ambitioni et linguæ suæ imperasset. (47) Τῆς τῶν ἐπιστημῶν πασῶν ἐπόγπυ φιλο- (18) Ἐδείκνυτο μέλημα. Id est ἐπεμελεῖτο, stu- (20) Αὐτῇ μὲν ἐνδιασχ. « Quod sibi membruni in-
Ἦν δὲ ἡ μὲν πρόδηλος τῆς στρατείας ταυτησὶ πρόφασις ἡ τῆς Ἀρμενίας ἐπὶ τὸ κρεῖττον μεθάρμοσις καὶ πρὸς βεβαίαν κατάστασιν συνοχὴ τῶν πόλεων καὶ φρουρίων, ὧν ἐγκρατὴς γεγένητο κατὰ τὴν προτέραν αὐτοῦ ἀνάβασιν· ἡ δ’ ἀνέκφορος πρὸς τὸ στράτευμα λαθραία τε καὶ ἐνδόμυχος καὶ ἐκ περισκέψεως κίνησις αὕτη ἦν· ἀεὶ δι’ ἔρωτος εἶχε συνάψαι τὴν Ἀντιόχου τῇ Κωνσταντίνου κἀκ τοῦδε τοῖς θεοστιβέσι τόποις ἐπιφοιτῆσαι καὶ δώροις μὲν φιλοτίμοις καταστέψαι τὸν τοῦ Κυρίου τάφον τὸν ζωοπάροχον, τὸ δὲ κύκλῳ βαρβαρικὸν ἀνακαθᾶραι. ὅθεν καὶ πᾶσαν ἦν μετιὼν μηχανήν, εἴ πως ὑπεκσταῖεν ἑκόντες αὐτῷ οἱ Λατῖνοι τῆς κυριαρχίας τῆς λογίμης Ἀντιοχείας, ἢ εἰ μὴ οὗτοι πείθοιντο (ἠπίστατο γὰρ τὴν Λατινικὴν κόρυζαν καὶ τὸ τοῦ φρονήματος αὐτῶν ἀταπείνωτον), οἱ δέ γε Κίλικες καὶ Σύροι προσρέψαιεν ἐκείνῳ. Γράφων τοίνυν κατὰ τήνδε τὴν ἄνοδον καὶ τὴν αὐτοῦ προσημαίνων τοῖς Ἀντιοχεῦσιν ἄφιξιν οὐδαμῶς ἀνίει, ὥστε καὶ μήπω τῶν ὁρίων ἐπιβὰς τῆς Συρίας πρεσβείαν ἐφειλκύσατο ἐκεῖθεν μάλα ἀγαθὰς αὐτῷ τὰς ἐλπίδας ἐπὶ τοῖς μέλλουσιν ὑποβάλλουσαν.
τῶν δεομένων ὀξεῖαί τινες καὶ εὐκίνητοι. Απὰρ τὸ εὐγενὲς τῆς γνώμης καὶ ἐλευθέριον τὸ μὴ ἔχον οὕτω τοῦ γένους τὰ πολλὰ συνεσκίαζε, καὶ ποθεινόν παρὰ πᾶσι τὸν ᾿Αξούχον ἀπειργάζετο. ᾿Αλλ' οὔπω ἐνιαυτὸς ἀκριβῶς τῷ βασιλεῖ διεγέ νετο, καὶ καττύεται τούτῳ παρὰ τῶν ἐκ γένους ἐπι- βουλή, καθ' όν οὐκ ἔχει τις τρόπον εἰπεῖν, κατ' αὐτοῦ βαρυμηνιώντων καὶ ὄμμα οἱ ἐπιῤῥιπτούντων βάσκανον. Αμέλει τοι καὶ συστρεμμα τεκτήναντες πονηρὸν καὶ πίστεις δόντες ἀλλήλοις τῷ Βρυνείῳ πάντες προστίθενται, καὶ παραχωρούσι τούτῳ τῆς βασιλείας ὡς λογικών μετόχῳ παιδεύσεων καὶ εἶδος τυραννικόν προφαίνοντι καὶ κατὰ κήδος προ- φερεστέρῳ βασιλικόν ὡς γὰρ φθάσαντες είπομεν, τῇ τοῦ βασιλέως ἀδελφῇ τῇ Καισαρίτση "Αννη συν έζευκτο, ἥτις δὴ τῆς τῶν ἐπιστημῶν πατῶν ἐπόχου φιλοσοφίας (17) ἐδείκνυτο μέλημα (18) καὶ πρὸς πᾶσαν ἐρρύθμιστο μάθησιν. Τάχα δ' ἂν καὶ νυκτὸς ἐπέθεντο μεθ' [Ρ. 8] ὅπλων τῶν τονουργῶν αὐλιζα μένῳ τῷ βασιλεῖ κατὰ τὸ μικρὸν ἄποθεν τῶν χερ σαίων πυλῶν ἱππήλατον Φιλοπάτιον, δώροις προ- διαφθείραντες ἀδροῖς τὸν ἐπὶ τῶν εἰσόδων τῆς πό λεως, εἰ μὴ τὸ εἰωθὸς ὑπόνωθρον και χαλαρὸν πρὸς βασιλείας ἐπίθεσιν τῆς ἐγχειρήσεως έπαυσε τὸν Βρυέννιον, αὐτόν τε μένειν κατὰ χώραν παραβιάσαν τῶν ξυνθηκῶν λαθόμενον, καὶ κατασβέσαν τὸ θερ- μὸν τῶν συνελθόντων φρόνημα, ὅτε καὶ λέγεται τὴν Καισάρισσαν "Ανναν πρὸς τὸ χαῦνον τοῦ ταύτης ἀνδρὸς δυσχεραίνουσαν ὡς πάσχουσαν δεινά δια πρίεσθαι καὶ τὴν φύσιν τὰ πολλὰ (19) ἐπιμέμφε σθαι, ὑπ᾽ αἰτίαν τιθεῖσαν οὐχὶ μικρὰν ὡς αὐτῇ μὲν ἐνδιασμοῦσαν (20) τὸ ἄρθρον καὶ ἐγκοιλάνασαν, τῷ δὲ Βρυενίῳ τὸ μόριον ἀποτείνασαν και σφαι ρώσασαν. Φωραθέντων δ᾽ ἡμέρας τῶν συνωμοτῶν οὐδένες μὲν αὐτῶν ἐξ τὸ σῶμα διελωβήθησαν ἢ καθ υπεβλήθησαν μάστιξι, τῶν δὲ οὐσιῶν ἐστέρηνται ἀπαξάπαντες. Μετά δέ τινα καιρὸν καὶ αὗται τοῖς πλείοσιν αὐτῶν ἀπεδόθησαν, ἐξ αὐτῆς τῆς πρωτερο γάτιδος τῆς ἐπιβουλῆς Άννης τῆς Καισαρίσσης τοῦ βασιλέως ἀρξαμένου φιλανθρωπεύεσθαι. Ἀρχὴν δ' ἔσχε τοιάνδε τὸ οὐτωσὶ γεγονός. Τὴν ἐν χρυσῷ καὶ ἀργόρῳ καὶ πλούτῳαντοδαπῷ καὶ ποικίλοις ἐσθήμασιν οὐσίαν τῆς Καισαρίσσης καθ᾿ ἕνα δόμον συνειλεγμένην ὁ βακιλεὺς Ἰωάννης ἐπιστὰς ἐθεᾶτο, ναὶ μὴν καὶ εἰπὼν ὡς « Ἡ τάξις ἐπ᾿ ἐμο! πως ἀντέστραπται· τὸ μὲν γὰρ συγγενές πολέμιον εὕρηται, τὸ δ' ἀλλότριον φίλιον· καὶ διὰ τοῦτο χρεών καὶ τὰ τοῦ πλούτου πρὸς τοὺς φιλοῦντας μεταρρυ πάντα εἰληφένα: τὸν μέγαν προσετετάχει ναι, >> η σοφίας. Τὰ πολλὰ πολλά φυσικῶς ἠθικῶς NICET CHONIATÆ B C Cæterum anno nondum exacto ex invidia et in- A dignatione cognatorum imperatoris insidia comparata sunt, quarum ratio ignoratur. Illud constat, eos improba conspiratione inita et fide invicem data ad Bryenium omnes defecisse, eique regnum detulisse ut et liberalibus disciplinis eru- dito et regia forma conspicuo et ob imperatoris affinitatem praeferendo. Nam, ut supra diximus, Annan Cæsarissam, sororem imperatoris, in matrimonio habebat, omnium disciplinarum pa- renti philosophiæ deditam et omnibus artibus eru- ditam. Ac imperatorem in equestri circo Philopatio, qui parum a terrestri porta distat, armis noctu oppressissent, jam ante largitionibus portæ cu- stode corrupto nisi Bryenii innata socordia, et remissior animus, quam regni affertatio postulet, irritum eum conatum fecisset, tum ipso quiescente oblitoque fœderis, tum conjuratorum ardore exstincto. Quo tempore Anha Cæsarissa mariti ignaviam pertæsa, iraque percita, inique secum agi dixisse, et naturam multum accusasse fertur, idque verbis obscenioribus: quod se mulierem, Brye- nium virum fecisset. Mane conjuratis deprehensis, nemo eorum mutilatus aut flagris cæsus est, sed omnes multati bonis : quæ tamen aliquando post plerique receperunt,imperatore humanitatem ab ipsa conjurationis principe Anna Cæsarissa auspicato. Cujus rei hæc fuit occasio. Imperator cum omnis generis opes, auri,argenti, et variarum vestium in una domo congestas spectaret, naturæ ordinem inversum esse questus, quod cognatos hostes, alienos amicos habuisset etiam opes ad amicos transire oportere dixit, et omnia inagnum domesticum accipere jussit. Is vero summæ imperatoris munificentiæ gratiis actis, et dicendi quæ vellet potestate petita atque acce- pta : « Etsi tua soror (inquit), imperator, violentum et iniquissimum facinus ausa, reipsa cognationem abjuravit : tamen non ut affectum, ita etiam ap- pellationem naturalem amisit; cum igitur adhuc boni imperatoris soror maneat, charitatem, quam nunc dementia perdidit, naturæ adjuta suffragio, penitentia recuperabit. Parce igitur sorori, do- mine, qua tuam majestatem violavit: eamque humanitate castigato que illustri qonitate sua se D Hlier, Wolfii nola, Philosophiæ omnibus scientiis insidentis, id est complectentis aut certe superantis omnes scientias, omnium artium principis et reginæ. Eruditionis hujus Annæ meminit etiam Zonaras ; et Wilhelmus Xylander, doctissimus juvenis, in Augustana rei publica Græcæ bibliotheca viginti libros de robus gestis Alexis Comneni hujus Annæ nomine exstare mihi dixit, sive illi ab ipsa sive jussu ejus scripti sunt. Nam regibus et principibus non difficile est esse disertis, qui quod per alios fece- rint, per se fecisse videntur, ut jurisconsulli sta- tuunt. diosissima erat, studium pra se ferebat. Nisi quis passive accipere malit, « alumna erat philosophiæ, sensu eodem recidente. (19 plerumque significat. Malim hic sine articulo. trovertisset et excavasset. Bryenio vero extendisset el rotundasset. » Nimium videtur hic et parum philosophiari nostra philosophia : alioqui et ambitioni et linguæ suæ imperasset. (47) Τῆς τῶν ἐπιστημῶν πασῶν ἐπόγπυ φιλο- (18) Ἐδείκνυτο μέλημα. Id est ἐπεμελεῖτο, stu- (20) Αὐτῇ μὲν ἐνδιασχ. « Quod sibi membruni in-
PG 139:333ἐπεὶ δὲ τῇ Ἀντιόχου προσήγγισεν, ἀλλοίους εὕρατο τὰς γνώμας τοὺς Ἰταλούς, τῆς φήμης προαγγειλάσης ὁπόσα ἐνδόμυχα καὶ τῶν χειλέων τοῦ βασιλέως ἀπρόϊτα. μὴ γοῦν ῥᾳδίαν εὑρίσκων καὶ τῇ γνώμῃ συμβαίνουσαν τὴν εἰς τὴν Ἀντιόχου πάροδον, ἀλλ’ ἔνορκον ὁρῶν συγχωρουμένην αὐτῷ τὴν εἰσέλευσιν καὶ τὸ ὅλον ἀπᾴδουσαν οἷς ὥρμαινε κατὰ ψυχήν, καὶ ὡς εἴπερ εἰσελεύσεται, πρὸς ἡμέρας ἐνσκηνησάμενος καὶ προσκυνηθεὶς καὶ τιμηθεὶς τὰ εἰκότα πάλιν ἐξελεύσεται μηδέν τι νεοχμώσας ἐπὶ τοῖς κατ’ αὐτὴν πράγμασιν ἤ τι μετακινήσας τῶν καθεστώτων ἐθῶν, ἀχθεσθεὶς ἐφ’ οἷς ἐξηπάτητο, τὴν μὲν εἴσοδον οὐ δέον κέκρικεν εἰσβιάζεσθαι, τὸν μετὰ Χριστιανῶν πόλεμον παντάπασιν ἐκτρεπόμενος, ἐναυλισάμενος δὲ τοῖς προαστείοις τῆς πόλεως κείρειν ἐνδίδωσι ταῦτα τῇ στρατιᾷ καὶ ἀπάγειν ἅπαν τὸ ταῖς χερσὶν εὔληπτον. καὶ ἦν ἐκ τοῦδε τοῦ παραγγέλματος, πρόφασιν τὴν τῶν ἀναγκαίων ὑποσπάνισιν ἔχοντος, μηδὲ τὰ καρποφόρα τῶν δένδρων ἀσινῆ παρεώμενα, ἀλλὰ καὶ ταῦτα τῷ πυρὶ τῆς διαίτης παραδιδόμενα. κἀπὶ τούτοις ἐκμετρήσας λεληθότως τὴν ἄμυναν πρὸς τὰ τῶν Κιλίκων παρενέκλινεν ὅρια.
δομέστικον. Ὁ δὲ, εὐχαριστήσας ἐπὶ τούτοις τῷ Α βασιλεῖ φιλοδωρίαν μεγίστην μεταδιώκοντι, ᾔτησεν " ἐνδοθῆναί οἱ τὰ εἰκότα διαλεχθῆναι. Ὡς οὖν ἔλαβε τὸ ἐνδόσιμον, « Ε: καὶ βιαίων, ἔφη, πραγμάτων καὶ πολλῆς ἀδικίας γεμόντων ήρξεν, ὦ βασιλεῦ, ἡ σὴ ἀδελφὴ καὶ ἔργοις αὐτοῖς τὸ συγγενὲς ἀπωμόσατο, ἀλλ' οὐχὶ καὶ τὴν ἐκ τῆς φύσεως κλήσιν καθάπερ καὶ τὴν σχέσιν ἀπεβάλετο. ᾿Αγαθοῦ τοίνυν βασιλέως εἰσέτι κασίγνητος μένουσα ἐκ μετανοίας τὸ φίλτρου αὖθις ανακαλέσεται, δ νῦν ἐκ παρανοίας ἀπώλεσε, τῇ ούτε χρησαμένη συλλήπτορι. Φεῖσαι οὖν, ὦ δέσποτα, τῆς τῷ τῷ κράτει προσκεκρουκυίας ὁμογενοῦς καὶ κόλασον τῷ φιλανθρώπῳ λαμπρῶς ἤδη τῆς τῆς ἀρετῆς ἡττᾶσθαι ὁμολογοῦσαν· δὸς δὲ αὐτῇ καὶ τὰ κατ' όψιν προκείμενα, οὐχ ὡς ὄφλημα δίκαιον, ἀλλ᾽ ὡς δῶμα ἑκούσιον, ἐπεὶ καὶ δικαιότερον ταῦτα ἐμοῦ κτήσαιτο, κλῆρον ὄντα πατρῷον κἀπὶ τὸ γένος ο αὖθις διαβησόμενα. » Τούτοις ὁ βασιλεὺς πεισθείς, ἤ ἀληθέστερον εἰπεῖν αἰδεσθεὶς, σὺν προθυμία περι- τοῖ τὴν παραίφασιν, φάμενος ὡς « Εγν ἀνάξιος τοῦ ἄρχειν, εἰ σὺ περὶ τὸ γένος του μὲν κριθείης φιλανθρωπότερος καὶ κέρδους περιττοῦ καὶ προχείρου ἀνώτερος. Αμέλει τοι καὶ δίδωσι πάντα τῇ Καισαρίσση και σπένδεται. Εἰρήνη δὲ ἡ μήτηρ καὶ βασιλὶς κατ᾿ οὐδένα τρόπον ἐλήλεγκται τῆς ἐπι- βουλής μετέχουσα κατὰ τοῦ υἱοῦ· μᾶλλον μὲν οὖν ἐσέπειτα καὶ σοφόν τι λόγιον γνωματεῦσαι λέγεται, μαθοῦσα [Ρ. 9] τὰ μελετώμενα, ὡς δεῖ βασιλέα μὲν οὐχ ὑπόντα ζητεῖν, παρόντα δὲ μὴ μετακινεῖν, καὶ ὡς « Οίας μοι τὰς ἐδύνας οἱ σφαγεῖ, ἐχάλκευον τοῦ υἱοῦ, δριμυτέρας δήπουθεν ὧν ἐν τῷ τίκτειν ὠδίνων πεπείραμαι, ὅτι καὶ πρὸς φῶς αἱ μὲν κατήπειγον τὸ κυοφορούμενον, αἱ δ' ἐξ ᾅδου κευθμώνων διὰ μέσων μου τῶν σπλάγχνων χωροῦσαι λυπεῖν ἀθάνατα ἤμελλον. » Δ. Ὁ δὲ βασιλεὺς τοὺς Πέρσας ὁρῶν παρ' οὐδὲν θεμένους τὰς πρὸς τὸν ἑαυτοῦ πατέρα ξυνθήκας, καὶ παμπληθεὶ τῶν πόλεων καταθέοντας ὁπόσα: περὶ Φρυγίαν καὶ ποταμὸν τὸν Μαίανδρον ἵδρυνται, ἔπρος ἐπιστάντος ἔξεισι κατ' αὐτῶν, καὶ συμβαλών μάχαις πολλάκις ἐκράτησε, τήν τε Λαοδίκειαν χειρωσάμε ως τείχεσι περιέβαλε, καὶ τὸν ᾿Αλπιχαρὰν μετά νέστην ἔθετο, ὃς τήν ταύτης φρουρὰν ἐπεπίστευτο. Καὶ τὰ λοιπὰ πρὸς τὸ δέον καταστησάμενος νόστου ἐμνήσατο, καὶ μικρόν τι τῷ Βυζαντίῳ ἐνδιατρίψας πινίτης γίνεται πάλιν, τῶν ἀρχειων ἀπαναστάς. Ἂν γὰρ τὰς τῶν βαρβάρων ἐπιδρομὰς φυλαττόμενος, καὶ ὡς ἔχον λυμαίνεσθαι τὸ ἀνέτοιμον ὑφορώμενος. Ὅθεν χρονίζειν ᾑρεῖτο μᾶλλον τῇ θυραυλίᾳ, δύο τὰ κάλλιστα κατορθοῦν ἐντεῦθεν οἰόμενος, τήν τε φι λακὴν τῶν οἰκείων χωρῶν, ἣν ὡς τὰ πολλὰ βραβεύει τὸ ὑπαιθρον, καὶ τὴν ἐς τὰ πολέμια ἔργα τριβήν τε καὶ ἄσκησιν των ταγμάτων ἀφισταμένων τοῦ οἰκου θεῖν, καὶ ὡς βαφῇ σίδηρος (21), τοῖς ἐκ τῆς καυστηρ μᾶς δρόσου ἐρῶσι παγιουμένων. Χειρωσόμενος το τον ἀπῄει τὴν κατὰ Παμφυλίαν Σωζόπολιν. ὡς δὲ δυσάλωτος ἐδόκει τις εἶναι διά τε τὸ ἐγκαθήμενον Ενῖς, ὁπλιτικὸν καὶ τὸ δυσέμβολον τῆς θέσεως καὶ τρίκρημνον, τοιόνδε τι μηχάνημα κατὰ θεῖον σκοπών μέτεισι. Δύναμιν ιππικήν Πακτιαρίῳ τινὶ παραδούς εντέλλεταί οἱ συνεχῶς τῇ Σωζοπόλει ἐν πα Βατὴν σιδήρου. HISTORIA. luntarium, quæ quidem, ut patrimonium suum, et in familiam reditura.justius quam ego possidebit. » Hac oratione imperator, ac potius verecundia, impulsus, alacriter Axuchi monitis obtemperat: se regno indignum fore professus, si ille cum tanti tamque parati emolumenti contemptu erga familiam suam humanior judicaretur. Ac recon- ciliata gratia, Cæsarissæ omnia restituit. Irene vero mater imperatoris, nullo modo conscientiæ insidiarum convicta, sed potius memorabilem sententiam elocuta esse fertur, nec imperatorem qui absit quærendum. nec qui adsit pellendum esse. Atque illud etiam dixisse : « Heu quantos cruciatus filii percussores mihi sunt moliti, acer biores utique iis doloribus quos in pariendo toleravi. Nam ii fetum ad lucem urgebant: isti vero ex infernorum barathro per media viscera mea penetrantes immortalem mihi luctum attu- lissent. victam fatetur; dato ei etiam quæ in medio posita sunt, non ut justum debitum, sed ut donum vo- B D " IV. Post hæc imperator cum Persas, fordus cum patre suo initum nihili facientes, urbes Phrygiæ, ad Mæandrum fluvium sitas magnis copiis incur- sare cerneret, primo vere egreditur; multisque præliis victor Laodiceam capit et manibus cingit, ejecto Alpichara, qui urbi cum præsidio præerat; caterisque rebus ordinatis domum rediit. Nec diu Byzantii commoratus, denuo relicta regia in tabernacula se confert ad barbarorum incur- siones præcavendas. Nam quia facile detrimenta capi ab imparatis videbat, expeditionibus immo- rari maluit, unde duos fructus pulcherrimos ca- peret, alterum suarum provinciarum incolumita- tem, quæ militibus in aciem eductis potissimum defenditur, alterum exercitationem legionum et moram in re bellica, qua relicta umbra, præliis ut tinctura ferrum roborareutur. Abiit igitur ad Sozopolim, Pamphyliæ urbem, subigendam ; qum cum et ob militum præsidium et ob loci naturam, præruptis et inaccis saxis saxis muniti, expugnato difficilis putaretur, divinitus hujusmodi consilium capit. Pactiario cuidam copiis equestribus tra- ditis, mandat ut subinde ad Sozopolis mania adequitet et sagittas in ea conjiciat. Quod si hostes egrediantur, terga det nec eis pugnæ copiam faciat, sed silvosas semitas et impeditas, quæ parum ab Hier. Wolfi nota. Utrum intelligat, cum ferrum candens aqua exstinguitur, an injunctionem aliquam aut colorem. non satis scio.
Ἐν δ’ εὐρυτάτῃ στρατοπεδευσάμενος φάραγγι, καθ’ ἣν ὄρη δικόρυμβα ἐπὶ πολὺ τοῦ ἀέρος ἀνέβαινον, ἅπερ λόγος αἱρεῖ Κοράκων φωλεοὺς κικλήσκεσθαι, εἰς κυνηγέσιον ἔξεισι. καὶ συὶ̈ προσυπαντήσας μοναδικῷ τὴν μὲν αἰχμὴν τῷ στέρνῳ τοῦ θηρίου ἐνήρεισε· πλείονι δὲ ὠθισμῷ τοῦ συὸς χρησαμένου καὶ ὅλον τὸν σίδηρον εἰσδεξαμένου τοῖς σπλάγχνοις, ἡ κατέχουσα χεὶρ τὸ ἀκόντιον ὑποναρκᾷ τε καὶ ὑπενδίδωσι πρὸς τὸ ἄγαν τῆς τοῦ θηρὸς ἀντωθήσεως κἀντεῦθεν τοῦ εὐθέος παρενεχθεῖσα ἐγχρίπτει τῷ γωρυτῷ, ὃς παρὰ πλευρὸν τοῦ βασιλέως ἐξήρτητο πλάγιος, στέγων ἔσωθεν ἰοβόλα βέλεμνα. ὅθεν τῆς φαρέτρας ἀνατραπείσης, εἷς τῶν διεκχυθέντων ἀτράκτων πλήττει τὸν βασιλέα κατὰ τὸ μεσεῦον δέρμα τῶν ὑστάτων δακτύλων τῆς χειρός. ἀεὶ τοίνυν τοῦ φαρμάκου νεμομένου τὰ πρόσω καὶ διατρέχοντος καὶ περὶ αὐτὰ τὰ καίρια παρενσκήπτοντος καὶ κατὰ μικρὸν ἀπονεκροῦντος ταῦτα καὶ ἀποψύχοντος, μετὰ καιρὸν τοῦ βίου μεθίσταται.
δομέστικον. Ὁ δὲ, εὐχαριστήσας ἐπὶ τούτοις τῷ Α βασιλεῖ φιλοδωρίαν μεγίστην μεταδιώκοντι, ᾔτησεν " ἐνδοθῆναί οἱ τὰ εἰκότα διαλεχθῆναι. Ὡς οὖν ἔλαβε τὸ ἐνδόσιμον, « Ε: καὶ βιαίων, ἔφη, πραγμάτων καὶ πολλῆς ἀδικίας γεμόντων ήρξεν, ὦ βασιλεῦ, ἡ σὴ ἀδελφὴ καὶ ἔργοις αὐτοῖς τὸ συγγενὲς ἀπωμόσατο, ἀλλ' οὐχὶ καὶ τὴν ἐκ τῆς φύσεως κλήσιν καθάπερ καὶ τὴν σχέσιν ἀπεβάλετο. ᾿Αγαθοῦ τοίνυν βασιλέως εἰσέτι κασίγνητος μένουσα ἐκ μετανοίας τὸ φίλτρου αὖθις ανακαλέσεται, δ νῦν ἐκ παρανοίας ἀπώλεσε, τῇ ούτε χρησαμένη συλλήπτορι. Φεῖσαι οὖν, ὦ δέσποτα, τῆς τῷ τῷ κράτει προσκεκρουκυίας ὁμογενοῦς καὶ κόλασον τῷ φιλανθρώπῳ λαμπρῶς ἤδη τῆς τῆς ἀρετῆς ἡττᾶσθαι ὁμολογοῦσαν· δὸς δὲ αὐτῇ καὶ τὰ κατ' όψιν προκείμενα, οὐχ ὡς ὄφλημα δίκαιον, ἀλλ᾽ ὡς δῶμα ἑκούσιον, ἐπεὶ καὶ δικαιότερον ταῦτα ἐμοῦ κτήσαιτο, κλῆρον ὄντα πατρῷον κἀπὶ τὸ γένος ο αὖθις διαβησόμενα. » Τούτοις ὁ βασιλεὺς πεισθείς, ἤ ἀληθέστερον εἰπεῖν αἰδεσθεὶς, σὺν προθυμία περι- τοῖ τὴν παραίφασιν, φάμενος ὡς « Εγν ἀνάξιος τοῦ ἄρχειν, εἰ σὺ περὶ τὸ γένος του μὲν κριθείης φιλανθρωπότερος καὶ κέρδους περιττοῦ καὶ προχείρου ἀνώτερος. Αμέλει τοι καὶ δίδωσι πάντα τῇ Καισαρίσση και σπένδεται. Εἰρήνη δὲ ἡ μήτηρ καὶ βασιλὶς κατ᾿ οὐδένα τρόπον ἐλήλεγκται τῆς ἐπι- βουλής μετέχουσα κατὰ τοῦ υἱοῦ· μᾶλλον μὲν οὖν ἐσέπειτα καὶ σοφόν τι λόγιον γνωματεῦσαι λέγεται, μαθοῦσα [Ρ. 9] τὰ μελετώμενα, ὡς δεῖ βασιλέα μὲν οὐχ ὑπόντα ζητεῖν, παρόντα δὲ μὴ μετακινεῖν, καὶ ὡς « Οίας μοι τὰς ἐδύνας οἱ σφαγεῖ, ἐχάλκευον τοῦ υἱοῦ, δριμυτέρας δήπουθεν ὧν ἐν τῷ τίκτειν ὠδίνων πεπείραμαι, ὅτι καὶ πρὸς φῶς αἱ μὲν κατήπειγον τὸ κυοφορούμενον, αἱ δ' ἐξ ᾅδου κευθμώνων διὰ μέσων μου τῶν σπλάγχνων χωροῦσαι λυπεῖν ἀθάνατα ἤμελλον. » Δ. Ὁ δὲ βασιλεὺς τοὺς Πέρσας ὁρῶν παρ' οὐδὲν θεμένους τὰς πρὸς τὸν ἑαυτοῦ πατέρα ξυνθήκας, καὶ παμπληθεὶ τῶν πόλεων καταθέοντας ὁπόσα: περὶ Φρυγίαν καὶ ποταμὸν τὸν Μαίανδρον ἵδρυνται, ἔπρος ἐπιστάντος ἔξεισι κατ' αὐτῶν, καὶ συμβαλών μάχαις πολλάκις ἐκράτησε, τήν τε Λαοδίκειαν χειρωσάμε ως τείχεσι περιέβαλε, καὶ τὸν ᾿Αλπιχαρὰν μετά νέστην ἔθετο, ὃς τήν ταύτης φρουρὰν ἐπεπίστευτο. Καὶ τὰ λοιπὰ πρὸς τὸ δέον καταστησάμενος νόστου ἐμνήσατο, καὶ μικρόν τι τῷ Βυζαντίῳ ἐνδιατρίψας πινίτης γίνεται πάλιν, τῶν ἀρχειων ἀπαναστάς. Ἂν γὰρ τὰς τῶν βαρβάρων ἐπιδρομὰς φυλαττόμενος, καὶ ὡς ἔχον λυμαίνεσθαι τὸ ἀνέτοιμον ὑφορώμενος. Ὅθεν χρονίζειν ᾑρεῖτο μᾶλλον τῇ θυραυλίᾳ, δύο τὰ κάλλιστα κατορθοῦν ἐντεῦθεν οἰόμενος, τήν τε φι λακὴν τῶν οἰκείων χωρῶν, ἣν ὡς τὰ πολλὰ βραβεύει τὸ ὑπαιθρον, καὶ τὴν ἐς τὰ πολέμια ἔργα τριβήν τε καὶ ἄσκησιν των ταγμάτων ἀφισταμένων τοῦ οἰκου θεῖν, καὶ ὡς βαφῇ σίδηρος (21), τοῖς ἐκ τῆς καυστηρ μᾶς δρόσου ἐρῶσι παγιουμένων. Χειρωσόμενος το τον ἀπῄει τὴν κατὰ Παμφυλίαν Σωζόπολιν. ὡς δὲ δυσάλωτος ἐδόκει τις εἶναι διά τε τὸ ἐγκαθήμενον Ενῖς, ὁπλιτικὸν καὶ τὸ δυσέμβολον τῆς θέσεως καὶ τρίκρημνον, τοιόνδε τι μηχάνημα κατὰ θεῖον σκοπών μέτεισι. Δύναμιν ιππικήν Πακτιαρίῳ τινὶ παραδούς εντέλλεταί οἱ συνεχῶς τῇ Σωζοπόλει ἐν πα Βατὴν σιδήρου. HISTORIA. luntarium, quæ quidem, ut patrimonium suum, et in familiam reditura.justius quam ego possidebit. » Hac oratione imperator, ac potius verecundia, impulsus, alacriter Axuchi monitis obtemperat: se regno indignum fore professus, si ille cum tanti tamque parati emolumenti contemptu erga familiam suam humanior judicaretur. Ac recon- ciliata gratia, Cæsarissæ omnia restituit. Irene vero mater imperatoris, nullo modo conscientiæ insidiarum convicta, sed potius memorabilem sententiam elocuta esse fertur, nec imperatorem qui absit quærendum. nec qui adsit pellendum esse. Atque illud etiam dixisse : « Heu quantos cruciatus filii percussores mihi sunt moliti, acer biores utique iis doloribus quos in pariendo toleravi. Nam ii fetum ad lucem urgebant: isti vero ex infernorum barathro per media viscera mea penetrantes immortalem mihi luctum attu- lissent. victam fatetur; dato ei etiam quæ in medio posita sunt, non ut justum debitum, sed ut donum vo- B D " IV. Post hæc imperator cum Persas, fordus cum patre suo initum nihili facientes, urbes Phrygiæ, ad Mæandrum fluvium sitas magnis copiis incur- sare cerneret, primo vere egreditur; multisque præliis victor Laodiceam capit et manibus cingit, ejecto Alpichara, qui urbi cum præsidio præerat; caterisque rebus ordinatis domum rediit. Nec diu Byzantii commoratus, denuo relicta regia in tabernacula se confert ad barbarorum incur- siones præcavendas. Nam quia facile detrimenta capi ab imparatis videbat, expeditionibus immo- rari maluit, unde duos fructus pulcherrimos ca- peret, alterum suarum provinciarum incolumita- tem, quæ militibus in aciem eductis potissimum defenditur, alterum exercitationem legionum et moram in re bellica, qua relicta umbra, præliis ut tinctura ferrum roborareutur. Abiit igitur ad Sozopolim, Pamphyliæ urbem, subigendam ; qum cum et ob militum præsidium et ob loci naturam, præruptis et inaccis saxis saxis muniti, expugnato difficilis putaretur, divinitus hujusmodi consilium capit. Pactiario cuidam copiis equestribus tra- ditis, mandat ut subinde ad Sozopolis mania adequitet et sagittas in ea conjiciat. Quod si hostes egrediantur, terga det nec eis pugnæ copiam faciat, sed silvosas semitas et impeditas, quæ parum ab Hier. Wolfi nota. Utrum intelligat, cum ferrum candens aqua exstinguitur, an injunctionem aliquam aut colorem. non satis scio.
τότε δ’ οὖν ὁ βασιλεὺς παρ’ οὐδὲν θέμενος τὸ ξέσμα τοῦ δέρματος ὑμένος ἠκέσατο ἐπιθέματι, ἥν φασιν ἐκδοράν, ἐκ τοῦ τῶν ποδῶν ἀποσυρέντος καττύματος, σφαλερῶς ἐντεῦθεν πειρώμενος τὸν προϊόντα ἐπισχεῖν ὕφαιμον ἰχῶρα τοῦ τραύματος. Ἐπανελθὼν οὖν πρὸς ἑσπέραν καὶ ἀριστήσας τὴν μὲν νύκτα μετὰ ῥᾳστώνης διήνεγκε· τὴν δὲ μετὰ ταύτην ἡμέραν οἰδαίνειν καὶ σφύζειν ἀρξαμένου τοῦ τραύματος, περιωδυνίαις ἐβάλλετο καὶ τίθησιν ἔκπυστον τοῖς ἰατροῖς τὸ συμβάν. οἱ δὲ τὸν τῆς χειρὸς ὄγκον ἰδόντες καὶ τὸ πρὸς ἄκεσιν τεθὲν περιεργασάμενοι αὐτὸ μὲν ὡς μὴ κατὰ θεσμοὺς νοσοκομίας παραληφθὲν ἀπήνεγκαν τῆς χειρός, φαρμάκοις δ’ ἄλλοις ἐχρήσαντο καταλεαίνειν δυναμένοις τὰ τῶν τραυμάτων φλεγμαίνοντα. ἐπεὶ δ’ εἰς οὐδὲν ἀνύσιμον ἀπετελεύτα τὰ φαρμακεύματα, πρὸς χειρουργίαν οἱ Ἀσκληπιάδαι βλέπουσι. τμηθέντος οὖν τοῦ οἰδήματος, οὐδ’ οὕτω καταστολή τις καὶ ὑποχάλασις τοῦ πάσχοντος μέρους ἐγίνετο, ἀλλ’ ὅ τε ὄγκος ἀεὶ ἐπὶ μεῖζον ᾔρετο, ἐπὶ δακτύλῳ τε δάκτυλον καὶ καρπὸν ἐπὶ παλάμῃ, εἶτα πῆχυν, ἐπὶ δὲ τούτῳ βραχίονα ἐπενέμετο τὸ δεινόν, καὶ βασιλεὺς τῶν χρηστοτέρων ἐλπίδων ἀπήγετο.
δομέστικον. Ὁ δὲ, εὐχαριστήσας ἐπὶ τούτοις τῷ Α βασιλεῖ φιλοδωρίαν μεγίστην μεταδιώκοντι, ᾔτησεν " ἐνδοθῆναί οἱ τὰ εἰκότα διαλεχθῆναι. Ὡς οὖν ἔλαβε τὸ ἐνδόσιμον, « Ε: καὶ βιαίων, ἔφη, πραγμάτων καὶ πολλῆς ἀδικίας γεμόντων ήρξεν, ὦ βασιλεῦ, ἡ σὴ ἀδελφὴ καὶ ἔργοις αὐτοῖς τὸ συγγενὲς ἀπωμόσατο, ἀλλ' οὐχὶ καὶ τὴν ἐκ τῆς φύσεως κλήσιν καθάπερ καὶ τὴν σχέσιν ἀπεβάλετο. ᾿Αγαθοῦ τοίνυν βασιλέως εἰσέτι κασίγνητος μένουσα ἐκ μετανοίας τὸ φίλτρου αὖθις ανακαλέσεται, δ νῦν ἐκ παρανοίας ἀπώλεσε, τῇ ούτε χρησαμένη συλλήπτορι. Φεῖσαι οὖν, ὦ δέσποτα, τῆς τῷ τῷ κράτει προσκεκρουκυίας ὁμογενοῦς καὶ κόλασον τῷ φιλανθρώπῳ λαμπρῶς ἤδη τῆς τῆς ἀρετῆς ἡττᾶσθαι ὁμολογοῦσαν· δὸς δὲ αὐτῇ καὶ τὰ κατ' όψιν προκείμενα, οὐχ ὡς ὄφλημα δίκαιον, ἀλλ᾽ ὡς δῶμα ἑκούσιον, ἐπεὶ καὶ δικαιότερον ταῦτα ἐμοῦ κτήσαιτο, κλῆρον ὄντα πατρῷον κἀπὶ τὸ γένος ο αὖθις διαβησόμενα. » Τούτοις ὁ βασιλεὺς πεισθείς, ἤ ἀληθέστερον εἰπεῖν αἰδεσθεὶς, σὺν προθυμία περι- τοῖ τὴν παραίφασιν, φάμενος ὡς « Εγν ἀνάξιος τοῦ ἄρχειν, εἰ σὺ περὶ τὸ γένος του μὲν κριθείης φιλανθρωπότερος καὶ κέρδους περιττοῦ καὶ προχείρου ἀνώτερος. Αμέλει τοι καὶ δίδωσι πάντα τῇ Καισαρίσση και σπένδεται. Εἰρήνη δὲ ἡ μήτηρ καὶ βασιλὶς κατ᾿ οὐδένα τρόπον ἐλήλεγκται τῆς ἐπι- βουλής μετέχουσα κατὰ τοῦ υἱοῦ· μᾶλλον μὲν οὖν ἐσέπειτα καὶ σοφόν τι λόγιον γνωματεῦσαι λέγεται, μαθοῦσα [Ρ. 9] τὰ μελετώμενα, ὡς δεῖ βασιλέα μὲν οὐχ ὑπόντα ζητεῖν, παρόντα δὲ μὴ μετακινεῖν, καὶ ὡς « Οίας μοι τὰς ἐδύνας οἱ σφαγεῖ, ἐχάλκευον τοῦ υἱοῦ, δριμυτέρας δήπουθεν ὧν ἐν τῷ τίκτειν ὠδίνων πεπείραμαι, ὅτι καὶ πρὸς φῶς αἱ μὲν κατήπειγον τὸ κυοφορούμενον, αἱ δ' ἐξ ᾅδου κευθμώνων διὰ μέσων μου τῶν σπλάγχνων χωροῦσαι λυπεῖν ἀθάνατα ἤμελλον. » Δ. Ὁ δὲ βασιλεὺς τοὺς Πέρσας ὁρῶν παρ' οὐδὲν θεμένους τὰς πρὸς τὸν ἑαυτοῦ πατέρα ξυνθήκας, καὶ παμπληθεὶ τῶν πόλεων καταθέοντας ὁπόσα: περὶ Φρυγίαν καὶ ποταμὸν τὸν Μαίανδρον ἵδρυνται, ἔπρος ἐπιστάντος ἔξεισι κατ' αὐτῶν, καὶ συμβαλών μάχαις πολλάκις ἐκράτησε, τήν τε Λαοδίκειαν χειρωσάμε ως τείχεσι περιέβαλε, καὶ τὸν ᾿Αλπιχαρὰν μετά νέστην ἔθετο, ὃς τήν ταύτης φρουρὰν ἐπεπίστευτο. Καὶ τὰ λοιπὰ πρὸς τὸ δέον καταστησάμενος νόστου ἐμνήσατο, καὶ μικρόν τι τῷ Βυζαντίῳ ἐνδιατρίψας πινίτης γίνεται πάλιν, τῶν ἀρχειων ἀπαναστάς. Ἂν γὰρ τὰς τῶν βαρβάρων ἐπιδρομὰς φυλαττόμενος, καὶ ὡς ἔχον λυμαίνεσθαι τὸ ἀνέτοιμον ὑφορώμενος. Ὅθεν χρονίζειν ᾑρεῖτο μᾶλλον τῇ θυραυλίᾳ, δύο τὰ κάλλιστα κατορθοῦν ἐντεῦθεν οἰόμενος, τήν τε φι λακὴν τῶν οἰκείων χωρῶν, ἣν ὡς τὰ πολλὰ βραβεύει τὸ ὑπαιθρον, καὶ τὴν ἐς τὰ πολέμια ἔργα τριβήν τε καὶ ἄσκησιν των ταγμάτων ἀφισταμένων τοῦ οἰκου θεῖν, καὶ ὡς βαφῇ σίδηρος (21), τοῖς ἐκ τῆς καυστηρ μᾶς δρόσου ἐρῶσι παγιουμένων. Χειρωσόμενος το τον ἀπῄει τὴν κατὰ Παμφυλίαν Σωζόπολιν. ὡς δὲ δυσάλωτος ἐδόκει τις εἶναι διά τε τὸ ἐγκαθήμενον Ενῖς, ὁπλιτικὸν καὶ τὸ δυσέμβολον τῆς θέσεως καὶ τρίκρημνον, τοιόνδε τι μηχάνημα κατὰ θεῖον σκοπών μέτεισι. Δύναμιν ιππικήν Πακτιαρίῳ τινὶ παραδούς εντέλλεταί οἱ συνεχῶς τῇ Σωζοπόλει ἐν πα Βατὴν σιδήρου. HISTORIA. luntarium, quæ quidem, ut patrimonium suum, et in familiam reditura.justius quam ego possidebit. » Hac oratione imperator, ac potius verecundia, impulsus, alacriter Axuchi monitis obtemperat: se regno indignum fore professus, si ille cum tanti tamque parati emolumenti contemptu erga familiam suam humanior judicaretur. Ac recon- ciliata gratia, Cæsarissæ omnia restituit. Irene vero mater imperatoris, nullo modo conscientiæ insidiarum convicta, sed potius memorabilem sententiam elocuta esse fertur, nec imperatorem qui absit quærendum. nec qui adsit pellendum esse. Atque illud etiam dixisse : « Heu quantos cruciatus filii percussores mihi sunt moliti, acer biores utique iis doloribus quos in pariendo toleravi. Nam ii fetum ad lucem urgebant: isti vero ex infernorum barathro per media viscera mea penetrantes immortalem mihi luctum attu- lissent. victam fatetur; dato ei etiam quæ in medio posita sunt, non ut justum debitum, sed ut donum vo- B D " IV. Post hæc imperator cum Persas, fordus cum patre suo initum nihili facientes, urbes Phrygiæ, ad Mæandrum fluvium sitas magnis copiis incur- sare cerneret, primo vere egreditur; multisque præliis victor Laodiceam capit et manibus cingit, ejecto Alpichara, qui urbi cum præsidio præerat; caterisque rebus ordinatis domum rediit. Nec diu Byzantii commoratus, denuo relicta regia in tabernacula se confert ad barbarorum incur- siones præcavendas. Nam quia facile detrimenta capi ab imparatis videbat, expeditionibus immo- rari maluit, unde duos fructus pulcherrimos ca- peret, alterum suarum provinciarum incolumita- tem, quæ militibus in aciem eductis potissimum defenditur, alterum exercitationem legionum et moram in re bellica, qua relicta umbra, præliis ut tinctura ferrum roborareutur. Abiit igitur ad Sozopolim, Pamphyliæ urbem, subigendam ; qum cum et ob militum præsidium et ob loci naturam, præruptis et inaccis saxis saxis muniti, expugnato difficilis putaretur, divinitus hujusmodi consilium capit. Pactiario cuidam copiis equestribus tra- ditis, mandat ut subinde ad Sozopolis mania adequitet et sagittas in ea conjiciat. Quod si hostes egrediantur, terga det nec eis pugnæ copiam faciat, sed silvosas semitas et impeditas, quæ parum ab Hier. Wolfi nota. Utrum intelligat, cum ferrum candens aqua exstinguitur, an injunctionem aliquam aut colorem. non satis scio.
ἀμέλει καὶ τοῖς μὲν ἰατροῖς ἠπορημένοις παντάπασιν ἐδόκει τὴν χεῖρα τοῦ βασιλέως ἀποτεμεῖν, ἐς μηρὸν ἀνδρεῖον ἁδρυνθεῖσαν τῇ φλεγμονῇ, κατ’ ἀμφήριστον μέντοι καὶ τότε τοῦ πάσχοντος μέλους ἴασιν· βασιλεὺς δὲ καὶ τὴν προτέραν τομὴν αἰτίαν τοῦ ξύμπαντος κακοῦ ξυνορώμενος οὐδ’ ὅλως τοῖς λεγομένοις ἐπένευεν, ἀλλ’ ἔκειτο κάμνων, τὸ τῆς θεραπείας παριδὼν ἀμφίλογον. Ἐπιστάσης δὲ τῆς πανευσήμου ἡμέρας τῆς Χριστοῦ ἀναστάσεως τῶν θείων μυστηρίων ἐν μεθέξει γίνεται καὶ πρὸς τὸ δεῖπνον ἀναπεσὼν ἀνῆκε τὴν αὐλαίαν πᾶσι τοῖς εἰσιέναι καὶ δεηθῆναι θέλουσι. καὶ τὴν ἐφεξῆς δὲ ἡμέραν τὸν αὐτὸν διαπραξάμενος τρόπον ὑποθήκῃ τοῦ μεγάλου δομεστίκου Ἰωάννου καὶ τὰ παρατεθέντα βρώματα τοῖς παρεστῶσι διανειμάμενος καθ’ ἑαυτὸν ἔκτοτε ἰδιάσας περὶ τοῦ διαδόχου τῆς βασιλείας ἐγνώκει σκέπτεσθαι.
δομέστικον. Ὁ δὲ, εὐχαριστήσας ἐπὶ τούτοις τῷ Α βασιλεῖ φιλοδωρίαν μεγίστην μεταδιώκοντι, ᾔτησεν " ἐνδοθῆναί οἱ τὰ εἰκότα διαλεχθῆναι. Ὡς οὖν ἔλαβε τὸ ἐνδόσιμον, « Ε: καὶ βιαίων, ἔφη, πραγμάτων καὶ πολλῆς ἀδικίας γεμόντων ήρξεν, ὦ βασιλεῦ, ἡ σὴ ἀδελφὴ καὶ ἔργοις αὐτοῖς τὸ συγγενὲς ἀπωμόσατο, ἀλλ' οὐχὶ καὶ τὴν ἐκ τῆς φύσεως κλήσιν καθάπερ καὶ τὴν σχέσιν ἀπεβάλετο. ᾿Αγαθοῦ τοίνυν βασιλέως εἰσέτι κασίγνητος μένουσα ἐκ μετανοίας τὸ φίλτρου αὖθις ανακαλέσεται, δ νῦν ἐκ παρανοίας ἀπώλεσε, τῇ ούτε χρησαμένη συλλήπτορι. Φεῖσαι οὖν, ὦ δέσποτα, τῆς τῷ τῷ κράτει προσκεκρουκυίας ὁμογενοῦς καὶ κόλασον τῷ φιλανθρώπῳ λαμπρῶς ἤδη τῆς τῆς ἀρετῆς ἡττᾶσθαι ὁμολογοῦσαν· δὸς δὲ αὐτῇ καὶ τὰ κατ' όψιν προκείμενα, οὐχ ὡς ὄφλημα δίκαιον, ἀλλ᾽ ὡς δῶμα ἑκούσιον, ἐπεὶ καὶ δικαιότερον ταῦτα ἐμοῦ κτήσαιτο, κλῆρον ὄντα πατρῷον κἀπὶ τὸ γένος ο αὖθις διαβησόμενα. » Τούτοις ὁ βασιλεὺς πεισθείς, ἤ ἀληθέστερον εἰπεῖν αἰδεσθεὶς, σὺν προθυμία περι- τοῖ τὴν παραίφασιν, φάμενος ὡς « Εγν ἀνάξιος τοῦ ἄρχειν, εἰ σὺ περὶ τὸ γένος του μὲν κριθείης φιλανθρωπότερος καὶ κέρδους περιττοῦ καὶ προχείρου ἀνώτερος. Αμέλει τοι καὶ δίδωσι πάντα τῇ Καισαρίσση και σπένδεται. Εἰρήνη δὲ ἡ μήτηρ καὶ βασιλὶς κατ᾿ οὐδένα τρόπον ἐλήλεγκται τῆς ἐπι- βουλής μετέχουσα κατὰ τοῦ υἱοῦ· μᾶλλον μὲν οὖν ἐσέπειτα καὶ σοφόν τι λόγιον γνωματεῦσαι λέγεται, μαθοῦσα [Ρ. 9] τὰ μελετώμενα, ὡς δεῖ βασιλέα μὲν οὐχ ὑπόντα ζητεῖν, παρόντα δὲ μὴ μετακινεῖν, καὶ ὡς « Οίας μοι τὰς ἐδύνας οἱ σφαγεῖ, ἐχάλκευον τοῦ υἱοῦ, δριμυτέρας δήπουθεν ὧν ἐν τῷ τίκτειν ὠδίνων πεπείραμαι, ὅτι καὶ πρὸς φῶς αἱ μὲν κατήπειγον τὸ κυοφορούμενον, αἱ δ' ἐξ ᾅδου κευθμώνων διὰ μέσων μου τῶν σπλάγχνων χωροῦσαι λυπεῖν ἀθάνατα ἤμελλον. » Δ. Ὁ δὲ βασιλεὺς τοὺς Πέρσας ὁρῶν παρ' οὐδὲν θεμένους τὰς πρὸς τὸν ἑαυτοῦ πατέρα ξυνθήκας, καὶ παμπληθεὶ τῶν πόλεων καταθέοντας ὁπόσα: περὶ Φρυγίαν καὶ ποταμὸν τὸν Μαίανδρον ἵδρυνται, ἔπρος ἐπιστάντος ἔξεισι κατ' αὐτῶν, καὶ συμβαλών μάχαις πολλάκις ἐκράτησε, τήν τε Λαοδίκειαν χειρωσάμε ως τείχεσι περιέβαλε, καὶ τὸν ᾿Αλπιχαρὰν μετά νέστην ἔθετο, ὃς τήν ταύτης φρουρὰν ἐπεπίστευτο. Καὶ τὰ λοιπὰ πρὸς τὸ δέον καταστησάμενος νόστου ἐμνήσατο, καὶ μικρόν τι τῷ Βυζαντίῳ ἐνδιατρίψας πινίτης γίνεται πάλιν, τῶν ἀρχειων ἀπαναστάς. Ἂν γὰρ τὰς τῶν βαρβάρων ἐπιδρομὰς φυλαττόμενος, καὶ ὡς ἔχον λυμαίνεσθαι τὸ ἀνέτοιμον ὑφορώμενος. Ὅθεν χρονίζειν ᾑρεῖτο μᾶλλον τῇ θυραυλίᾳ, δύο τὰ κάλλιστα κατορθοῦν ἐντεῦθεν οἰόμενος, τήν τε φι λακὴν τῶν οἰκείων χωρῶν, ἣν ὡς τὰ πολλὰ βραβεύει τὸ ὑπαιθρον, καὶ τὴν ἐς τὰ πολέμια ἔργα τριβήν τε καὶ ἄσκησιν των ταγμάτων ἀφισταμένων τοῦ οἰκου θεῖν, καὶ ὡς βαφῇ σίδηρος (21), τοῖς ἐκ τῆς καυστηρ μᾶς δρόσου ἐρῶσι παγιουμένων. Χειρωσόμενος το τον ἀπῄει τὴν κατὰ Παμφυλίαν Σωζόπολιν. ὡς δὲ δυσάλωτος ἐδόκει τις εἶναι διά τε τὸ ἐγκαθήμενον Ενῖς, ὁπλιτικὸν καὶ τὸ δυσέμβολον τῆς θέσεως καὶ τρίκρημνον, τοιόνδε τι μηχάνημα κατὰ θεῖον σκοπών μέτεισι. Δύναμιν ιππικήν Πακτιαρίῳ τινὶ παραδούς εντέλλεταί οἱ συνεχῶς τῇ Σωζοπόλει ἐν πα Βατὴν σιδήρου. HISTORIA. luntarium, quæ quidem, ut patrimonium suum, et in familiam reditura.justius quam ego possidebit. » Hac oratione imperator, ac potius verecundia, impulsus, alacriter Axuchi monitis obtemperat: se regno indignum fore professus, si ille cum tanti tamque parati emolumenti contemptu erga familiam suam humanior judicaretur. Ac recon- ciliata gratia, Cæsarissæ omnia restituit. Irene vero mater imperatoris, nullo modo conscientiæ insidiarum convicta, sed potius memorabilem sententiam elocuta esse fertur, nec imperatorem qui absit quærendum. nec qui adsit pellendum esse. Atque illud etiam dixisse : « Heu quantos cruciatus filii percussores mihi sunt moliti, acer biores utique iis doloribus quos in pariendo toleravi. Nam ii fetum ad lucem urgebant: isti vero ex infernorum barathro per media viscera mea penetrantes immortalem mihi luctum attu- lissent. victam fatetur; dato ei etiam quæ in medio posita sunt, non ut justum debitum, sed ut donum vo- B D " IV. Post hæc imperator cum Persas, fordus cum patre suo initum nihili facientes, urbes Phrygiæ, ad Mæandrum fluvium sitas magnis copiis incur- sare cerneret, primo vere egreditur; multisque præliis victor Laodiceam capit et manibus cingit, ejecto Alpichara, qui urbi cum præsidio præerat; caterisque rebus ordinatis domum rediit. Nec diu Byzantii commoratus, denuo relicta regia in tabernacula se confert ad barbarorum incur- siones præcavendas. Nam quia facile detrimenta capi ab imparatis videbat, expeditionibus immo- rari maluit, unde duos fructus pulcherrimos ca- peret, alterum suarum provinciarum incolumita- tem, quæ militibus in aciem eductis potissimum defenditur, alterum exercitationem legionum et moram in re bellica, qua relicta umbra, præliis ut tinctura ferrum roborareutur. Abiit igitur ad Sozopolim, Pamphyliæ urbem, subigendam ; qum cum et ob militum præsidium et ob loci naturam, præruptis et inaccis saxis saxis muniti, expugnato difficilis putaretur, divinitus hujusmodi consilium capit. Pactiario cuidam copiis equestribus tra- ditis, mandat ut subinde ad Sozopolis mania adequitet et sagittas in ea conjiciat. Quod si hostes egrediantur, terga det nec eis pugnæ copiam faciat, sed silvosas semitas et impeditas, quæ parum ab Hier. Wolfi nota. Utrum intelligat, cum ferrum candens aqua exstinguitur, an injunctionem aliquam aut colorem. non satis scio.
PG 139:335ὑετοῦ δὲ κατενεχθέντος ῥαγδαίου καὶ τῆς κοιλάδος καταρρύτου γενομένης, ἐφ’ ἧς ἐστρατοπεδεύετο, ἥ τε βασίλειος κλίνη μετεφέρετο πρὸς τὸ καθαρεῦον ὕδατος μέρος καὶ αὐτὸς ἦν ἐπὶ στόματος ἔχων τὸ φάσκον οὑτωσὶ χρησμῴδημα τόποις δ’ ἐν ὑγροῖς καὶ παρ’ ἐλπίδα πέσῃς. οἱ δὲ τὰς τῶν βασιλέων διαδοχὰς καὶ μεταθέσεις φιλοκρινοῦντες καὶ τοῦτο πέρας εἰληφέναι ἔλεγον ὢ πῶς γενήσῃ βρῶμα δεινῶν κοράκων, πῇ μὲν ἐς τὰ μέλανα καὶ σίζοντα σιδήρια τὸ παλαίφατον λόγιον ἀφορᾶν ἰσχυριζόμενοι, δι’ ὧν ὁ καυτὴρ τῇ χειρὶ τοῦ βασιλέως ἐπενήνεκται, πῇ δ’ ἐς τὸ τῶν βουνῶν προσώνυμον, ἐφ’ ὧν ἐκεῖνος κατεσκηνώκει, τὸ προφοίβασμα ἀπολύοντες. Ἐκκλησιάσας δ’ ἔπειτα τὸ συγγενὲς καὶ φίλιον καὶ ὁπόσον ἐν ὑπεροχαῖς τε καὶ ἀξιώμασιν ἦν καὶ παραστησάμενος τὸν ὑστερογενῆ παῖδα τὸν Μανουὴλ τοιάδε ἔλεξεν·
301 PRÆFATIO. 302 Finiam de Choniata orationem verbis Vossii de scriptoribus Græcis, quibus ille Gulielmi Xylandri suspicionem de Niceta Davide, et Niceta Choniata refellit: Gulielmi Xylandri suspicio est, eumdem esse hunc Nicetam Davidem, qui et Nicetas Paphlago, ac illum cui Acominati cognomentum fuit. Sed tempora videntur disconvenire. In quibusdam codd. mss. Niceta Davidi, philosopho Paphlagoni, tribuuntur, quæ alii ascribunt Niceta. Serroni, prius Ecclesiæ Constantinopolitanæ diacono, postea autem Heracliensi ar- chiepiscopo : ut in Latena Patrum et scriptorum ecclesiasticorum, excerpta in Matthæum et Lucam evange- tistas : item expositio multorum Nazianzeni carminum et orationum. Diversos tamen esse hos Nicetas, Leo. nis Allatii sententia est, in Diatriba de Psellis, cui hac in parte potius subscribo. Sed in quibusdam manu. scriptis Nicetæ Davidi tribui, quæ alii ascribunt Nicetæ Serroni, fides sit penes ipsum. Quos ego evolvi codices manuscriptos, omnes uno consensu expositionem in Orationes Nazianzeni, quas supra recensui- mus, Nicetæ Serroni vindicant: expositionem vero in carmina, Nicetæ Davidi. Et de hoc nulli unquam dubium fuit. Quare firmum certumque manet, Nicetæ Davidis Expositionem in carmina ; Nicetæ Serro- nis, Expositionem in Orationes Nazianzeni esse. ΝΙΚΗΤΑ ΤΟΥ ΧΩΝΙΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ. NICETÆ CHONIATÆ HISTORIA. EMINENTISSIMO SANCTÆ ROMANÆ ECCLESI PRINCIPI CARDINALI JULIO MAZARINO. Editio Niceta nova patronum sibi ex more quærebat adversus malignos invidosque. Unus occurristi, cardinalis eminentissime, cujus patrocinio non levis auctor sese committeret, unum te siquidem vi- demus litteraria monumenta orbi Gallico forsitan ignota ubique gentium conquiri jubere, et in biblio- thecam tuam incomparabilem admitti, ut et certissimum sit scriptorem qui te ultro adit benigna fronte admissum iri. Hoc vero omnium linguis laudibusque celebrari debet, quod licet ea prudentia, quam cæteri ex librorum lectione emendicare necesse habent, tibi ingenita sit, eos tamen tanta animi con- tentione tamque impenso sumptu comparari vis, ac si prudentia illa non tibi cognata sed labore paranda esset. Itaque bono magis publico bibliothecam instituis quam tuo, ut omnes intelligant et rem belli et pacis decora peræque tibi curæ esse. Altero Gallici hostes nominis obteres, altero peritiores homines efficies, ut quanto sis ornamento principi et quam prospere rem Gallicam geras, non modo his qui vitam vivunt, sed etiam posteris narrent et tradant. Felices autem ter quaterque hi quorum opera rerum a te præclare gestarum memoria testatior erit, sive quod materia illustrior sive quod rerum copia nulla eis possit uberior contingere: quemadmodum enim rei tenuitate scriptoris eloquentia deteritur, ita et rei dignitate clarescit et diffunditur. Hi Galliæ fines prudentissimo felicissimoque consilio tuo prolatos in Italia narrabunt,et frustra esse eos qui Gallico imperio fines statuunt, quod Gallorum virtus invicta non Anibus certis, sed orbe claudatur Illi Germaniæ principes armis Gallorum victricibus exterritos quievisse neutrive parti sese addixisse tradent; quo facto sibi posterisque suis consultum iverunt et imminen- tem rebus suis exitum depulerunt. Hi Gallos copiis ionge impares classem hostilem devicisse prædica- bunt, et eos qui de gloria certaturos se putabant, statim sibi de salute certandum intellexisse, tametsi superba natio naves solvisset, ut quasi per ludum jocumque Gallicas deprimeret. Galli non numero sed virtuts censentur. Hino feroces exercitus sæpe ab his expugnatos videas, hinc etiam terrestres copias in spem victoriæ erectas ob superantem multitudinem deletas attritasque. Eant nunc qui retro tempo- ministros laudibus in cœlum extollunt. Tu, cardinalis eminentissime, cum fasce armorum plures vinces quam alii explicatis armis. Tu vivida mente tua et sagaci consilio regi Christianissimo, quem
Οὐκ ἐπ’ ἐλπίσι μὲν ταῖς ὁρωμέναις, ἄνδρες Ῥωμαῖοι, Συρίαν κατέλαβον, ἀλλ’ ᾤμην τῶν προτέρων εὐκλεέστερα ἔργα ἐνδείξασθαι καὶ λούσασθαι μὲν ἀδεέστερον ἐν Εὐφράτῃ καὶ τῶν τούτου ναμάτων πλησμίως ἀρύσασθαι, ἰδέσθαι δὲ καὶ Τίγριδα ποταμὸν καὶ διαθροῆσαι τοῖς ὅπλοις τὸ ἀνθιστάμενον, ὅσον τε προσρέπει τοῖς Κίλιξι καὶ ὅσον τοῖς ἐκ τῆς Ἄγαρ προσνένευκε, διαπτέσθαι δὲ καὶ ὡς οἱ βασιλεῖς τῶν ὀρνίθων, εἰ καὶ μέγα τοῦτο εἰπεῖν ἐστι, πρὸς Παλαιστίνην αὐτήν, ὅπου τὸ τῆς ἡμετέρας φύσεως πτῶμα πεσὼν ἀνήγειρεν ὁ Χριστός, ἐπὶ σταυροῦ τὰς χεῖρας διεὶς καὶ μικραῖς ῥανίσι κόσμον ὅλον εἰς ἕνωσιν ἀγαγών, ἀναβῆναι δὲ καὶ εἰς τὸ ὄρος Κυρίου, κατὰ τὸν ψάλλοντα, καὶ στῆναι ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ, μετελθεῖν δὲ πολέμου νόμῳ καὶ τὸ κύκλῳ πολέμιον, ὅπερ ὡς τὴν πάλαι κιβωτὸν οἱ ἀλλόφυλοι τὴν τοῦ Κυρίου σορὸν πολλάκις εἷλε δορύκτητον. Ἐπεὶ δὲ οἷς τρόποις τὸ θεῖον ἐπίσταται οὔκουν δέδεκται πέρας τὰ προσδοκώμενα, ἀντιστῆναι μὲν ὅλως οὐκ ἔστιν, οὐδ’ ἐπὶ τοῖς ὁρωμένοις χρεὼν ἀντειπεῖν. τίς γὰρ θεοῦ σοφώτερος; ἢ τίς μεταλλεύσει νοῦν Κυρίου καὶ μεταμείψει τὰ τούτου κρίματα, ὑφελέσθαι ἢ προσθεῖναι τούτοις δεδυνημένος;
301 PRÆFATIO. 302 Finiam de Choniata orationem verbis Vossii de scriptoribus Græcis, quibus ille Gulielmi Xylandri suspicionem de Niceta Davide, et Niceta Choniata refellit: Gulielmi Xylandri suspicio est, eumdem esse hunc Nicetam Davidem, qui et Nicetas Paphlago, ac illum cui Acominati cognomentum fuit. Sed tempora videntur disconvenire. In quibusdam codd. mss. Niceta Davidi, philosopho Paphlagoni, tribuuntur, quæ alii ascribunt Niceta. Serroni, prius Ecclesiæ Constantinopolitanæ diacono, postea autem Heracliensi ar- chiepiscopo : ut in Latena Patrum et scriptorum ecclesiasticorum, excerpta in Matthæum et Lucam evange- tistas : item expositio multorum Nazianzeni carminum et orationum. Diversos tamen esse hos Nicetas, Leo. nis Allatii sententia est, in Diatriba de Psellis, cui hac in parte potius subscribo. Sed in quibusdam manu. scriptis Nicetæ Davidi tribui, quæ alii ascribunt Nicetæ Serroni, fides sit penes ipsum. Quos ego evolvi codices manuscriptos, omnes uno consensu expositionem in Orationes Nazianzeni, quas supra recensui- mus, Nicetæ Serroni vindicant: expositionem vero in carmina, Nicetæ Davidi. Et de hoc nulli unquam dubium fuit. Quare firmum certumque manet, Nicetæ Davidis Expositionem in carmina ; Nicetæ Serro- nis, Expositionem in Orationes Nazianzeni esse. ΝΙΚΗΤΑ ΤΟΥ ΧΩΝΙΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ. NICETÆ CHONIATÆ HISTORIA. EMINENTISSIMO SANCTÆ ROMANÆ ECCLESI PRINCIPI CARDINALI JULIO MAZARINO. Editio Niceta nova patronum sibi ex more quærebat adversus malignos invidosque. Unus occurristi, cardinalis eminentissime, cujus patrocinio non levis auctor sese committeret, unum te siquidem vi- demus litteraria monumenta orbi Gallico forsitan ignota ubique gentium conquiri jubere, et in biblio- thecam tuam incomparabilem admitti, ut et certissimum sit scriptorem qui te ultro adit benigna fronte admissum iri. Hoc vero omnium linguis laudibusque celebrari debet, quod licet ea prudentia, quam cæteri ex librorum lectione emendicare necesse habent, tibi ingenita sit, eos tamen tanta animi con- tentione tamque impenso sumptu comparari vis, ac si prudentia illa non tibi cognata sed labore paranda esset. Itaque bono magis publico bibliothecam instituis quam tuo, ut omnes intelligant et rem belli et pacis decora peræque tibi curæ esse. Altero Gallici hostes nominis obteres, altero peritiores homines efficies, ut quanto sis ornamento principi et quam prospere rem Gallicam geras, non modo his qui vitam vivunt, sed etiam posteris narrent et tradant. Felices autem ter quaterque hi quorum opera rerum a te præclare gestarum memoria testatior erit, sive quod materia illustrior sive quod rerum copia nulla eis possit uberior contingere: quemadmodum enim rei tenuitate scriptoris eloquentia deteritur, ita et rei dignitate clarescit et diffunditur. Hi Galliæ fines prudentissimo felicissimoque consilio tuo prolatos in Italia narrabunt,et frustra esse eos qui Gallico imperio fines statuunt, quod Gallorum virtus invicta non Anibus certis, sed orbe claudatur Illi Germaniæ principes armis Gallorum victricibus exterritos quievisse neutrive parti sese addixisse tradent; quo facto sibi posterisque suis consultum iverunt et imminen- tem rebus suis exitum depulerunt. Hi Gallos copiis ionge impares classem hostilem devicisse prædica- bunt, et eos qui de gloria certaturos se putabant, statim sibi de salute certandum intellexisse, tametsi superba natio naves solvisset, ut quasi per ludum jocumque Gallicas deprimeret. Galli non numero sed virtuts censentur. Hino feroces exercitus sæpe ab his expugnatos videas, hinc etiam terrestres copias in spem victoriæ erectas ob superantem multitudinem deletas attritasque. Eant nunc qui retro tempo- ministros laudibus in cœlum extollunt. Tu, cardinalis eminentissime, cum fasce armorum plures vinces quam alii explicatis armis. Tu vivida mente tua et sagaci consilio regi Christianissimo, quem
σφαλεραὶ μὲν γὰρ αἱ τῶν ἀνθρώπων ἐπίνοιαι, ἡ δὲ τοῦ Κυρίου βουλὴ ἀνεπιποίητός τε καὶ ἀμετάπτωτος. ἐν πολλοῖς δ’ ὅσοις εὐχάριστος ἔχων δείκνυσθαι τῷ τὰ κατ’ ἐμὲ συμφερόντως οἰκονομήσαντι, ἃ καὶ ἀριθμὸν ὑπερπέπαικε σύμπαντα, τῷ τέως ἀνθομολογούμενος ἐφ’ οἷς ἐμεγάλυνε τοῦ ποιῆσαι μεθ’ ἡμῶν ἔλεος ἐπ’ ἀκροαταῖς ὑμῖν καὶ τῶν λεγομένων εἰδήμοσι τάδε φημί. Ἐκ πατρὸς βασιλέως ἔφυν, ἀρχῆς γεγένημαι τῆς ἐκείνου διάδοχος, οὐδὲν ἀπεβαλόμην ὧν εἰς χεῖράς μοι παραδέδωκεν. εἰ δὲ κατ’ εὐγνώμονα καὶ πιστὸν ὑπηρέτην ἐπεξειργασάμην τὸ παρασχεθέν μοι θεόθεν τῆς βασιλείας τάλαντον, ἄλλοις σκοπεῖν καὶ λέγειν ἀφίημι· καὶ αὐτὸς δὲ ἀνεπαχθῶς διηγησαίμην ἄν, οὐκ ἐναβρυνόμενος, ἀλλὰ τὰ περὶ ἐμὲ θαυμάσια τοῦ θεοῦ διηγούμενος. ἕως με καὶ δυσμὴ μαχόμενον ἔβλεψε, τὰ πρὸς ἄμφω τὰς ἠπείρους ἔθνη μετῆλθον. ὀλίγα τοῖς ἀνακτόροις προσέμεινα· ὁ βίος σχεδόν μοι ἅπας ἐπὶ σκηνῆς καὶ τὸ αἰθριάζειν ἀεί μοι περιεσπούδαστο. ἡ γῆ αὕτη, ἐφ’ ἧς νῦν στρατοπεδευόμεθα, δίς με ἤδη προσέβλεψε καὶ ἣν μακρὸς ἐξ οὗ χρόνος ὀφθαλμοῖς οὐκ εἶδον στρατιὰν Ῥωμαίων Πέρσαι καὶ Ἄραβες, ταύτην ἔτρεσαν ἄρτι ἐφ’ ἡγεμόνι θεῷ καὶ ὑποστρατήγῳ ἐμοί·
301 PRÆFATIO. 302 Finiam de Choniata orationem verbis Vossii de scriptoribus Græcis, quibus ille Gulielmi Xylandri suspicionem de Niceta Davide, et Niceta Choniata refellit: Gulielmi Xylandri suspicio est, eumdem esse hunc Nicetam Davidem, qui et Nicetas Paphlago, ac illum cui Acominati cognomentum fuit. Sed tempora videntur disconvenire. In quibusdam codd. mss. Niceta Davidi, philosopho Paphlagoni, tribuuntur, quæ alii ascribunt Niceta. Serroni, prius Ecclesiæ Constantinopolitanæ diacono, postea autem Heracliensi ar- chiepiscopo : ut in Latena Patrum et scriptorum ecclesiasticorum, excerpta in Matthæum et Lucam evange- tistas : item expositio multorum Nazianzeni carminum et orationum. Diversos tamen esse hos Nicetas, Leo. nis Allatii sententia est, in Diatriba de Psellis, cui hac in parte potius subscribo. Sed in quibusdam manu. scriptis Nicetæ Davidi tribui, quæ alii ascribunt Nicetæ Serroni, fides sit penes ipsum. Quos ego evolvi codices manuscriptos, omnes uno consensu expositionem in Orationes Nazianzeni, quas supra recensui- mus, Nicetæ Serroni vindicant: expositionem vero in carmina, Nicetæ Davidi. Et de hoc nulli unquam dubium fuit. Quare firmum certumque manet, Nicetæ Davidis Expositionem in carmina ; Nicetæ Serro- nis, Expositionem in Orationes Nazianzeni esse. ΝΙΚΗΤΑ ΤΟΥ ΧΩΝΙΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ. NICETÆ CHONIATÆ HISTORIA. EMINENTISSIMO SANCTÆ ROMANÆ ECCLESI PRINCIPI CARDINALI JULIO MAZARINO. Editio Niceta nova patronum sibi ex more quærebat adversus malignos invidosque. Unus occurristi, cardinalis eminentissime, cujus patrocinio non levis auctor sese committeret, unum te siquidem vi- demus litteraria monumenta orbi Gallico forsitan ignota ubique gentium conquiri jubere, et in biblio- thecam tuam incomparabilem admitti, ut et certissimum sit scriptorem qui te ultro adit benigna fronte admissum iri. Hoc vero omnium linguis laudibusque celebrari debet, quod licet ea prudentia, quam cæteri ex librorum lectione emendicare necesse habent, tibi ingenita sit, eos tamen tanta animi con- tentione tamque impenso sumptu comparari vis, ac si prudentia illa non tibi cognata sed labore paranda esset. Itaque bono magis publico bibliothecam instituis quam tuo, ut omnes intelligant et rem belli et pacis decora peræque tibi curæ esse. Altero Gallici hostes nominis obteres, altero peritiores homines efficies, ut quanto sis ornamento principi et quam prospere rem Gallicam geras, non modo his qui vitam vivunt, sed etiam posteris narrent et tradant. Felices autem ter quaterque hi quorum opera rerum a te præclare gestarum memoria testatior erit, sive quod materia illustrior sive quod rerum copia nulla eis possit uberior contingere: quemadmodum enim rei tenuitate scriptoris eloquentia deteritur, ita et rei dignitate clarescit et diffunditur. Hi Galliæ fines prudentissimo felicissimoque consilio tuo prolatos in Italia narrabunt,et frustra esse eos qui Gallico imperio fines statuunt, quod Gallorum virtus invicta non Anibus certis, sed orbe claudatur Illi Germaniæ principes armis Gallorum victricibus exterritos quievisse neutrive parti sese addixisse tradent; quo facto sibi posterisque suis consultum iverunt et imminen- tem rebus suis exitum depulerunt. Hi Gallos copiis ionge impares classem hostilem devicisse prædica- bunt, et eos qui de gloria certaturos se putabant, statim sibi de salute certandum intellexisse, tametsi superba natio naves solvisset, ut quasi per ludum jocumque Gallicas deprimeret. Galli non numero sed virtuts censentur. Hino feroces exercitus sæpe ab his expugnatos videas, hinc etiam terrestres copias in spem victoriæ erectas ob superantem multitudinem deletas attritasque. Eant nunc qui retro tempo- ministros laudibus in cœlum extollunt. Tu, cardinalis eminentissime, cum fasce armorum plures vinces quam alii explicatis armis. Tu vivida mente tua et sagaci consilio regi Christianissimo, quem
PG 139:337καὶ πολλῶν πόλεων ἡμῖν ὑπεξέστησαν, ὧν ἐς δεῦρο κύριοι καθεστήκαμεν, αἳ καὶ ζῶσι κατὰ τὰ ἡμῶν προστάγματα. καὶ δοίη Κύριος ὁ θεὸς ἐμοὶ μὲν ὑπερηγεμονεύσαντι τοῦ τῶν Χριστιανῶν πληρώματος κλῆρον ἐκεῖ καὶ μερίδα ἀί̈διον, ἣν οἱ πραεῖς καὶ εὐάρεστοι αὐτῷ ἀπολήψονται, ὑμῶν δ’ ἔτι κραταιώσαι τὰς χεῖρας καὶ ἐνισχύσαι κατὰ τῶν τοὺς πολέμους ἐθελόντων ἐθνῶν καὶ παρ’ οἷς οὐδαμῶς ἐπικέκληται τὸ ἅγιον καὶ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ θεοῦ ἡμῶν ὄνομα. ἐσεῖται δὲ ταῦτα, εἰ καὶ ὑμεῖς τῆς δεξιᾶς τοῦ ὑψίστου καὶ τοῦ ὑψηλοῦ βραχίονος ἐξαρτᾶτε τὸ κατορθούμενον καὶ ἡγεμὼν ὑμῖν θεόθεν δοθήσεται μὴ δημοβόρος καὶ τὴν κλῆσιν ψευδόμενος ἢ τὸ ἦθος ἀνώμαλος καὶ περὶ τράπεζαν κεκυφὼς καὶ ὀχῶν ἀεὶ τοῖς δακτύλοις τὸν κύαθον καὶ τῶν ἀνακτόρων μηδαμῶς ἀποσπώμενος, ὅσα καὶ οἱ ἐν τοῖς τοίχοις διὰ ψηφίδων καὶ χρωμάτων εἰκονιζόμενοι, ὅτι καὶ φιλεῖ πως τῇ κατὰ τὸν ἄνθρωπον διαθέσει συνδιατίθεσθαι τὰ πάντα καὶ ἕπεσθαι·
303 AD NICETE HISTORIAM 304 jam populi pene omnes adorant, plures triumphos parabis quam alii vi manuque. Perge modo rei pu- blicæ litterariæ prodesse et litteratis hominibus favere, sine quibus virorum illustrium facta, statim at- que animam deposuerunt, intercidunt, et cum corpore magnæ quoque animæ exstinguuntur dum si- lentur. Eminentiæ tuæ addictissimus CAROLUS ANNIBAL FABROTUS. AD MAGNIFICUM ET GENEROSUM DOMINUM, CESAREE MAJESTATI HIERONYMI WOLFII PRÆFATIO. VIRUM, D. ANTONIUM FUGGERUM, KIRCHBERGE IT WEISSENHORNI A CONSILIIS, ETC. IN NICETÆ ACOMINATI CHONIATЕ HISTORIAN Zonaram tuum, vir amplissime, Choniates sequitur, homo sua ætate non tantum magnis dignitatibus ornatus, sed etiam ingenio et multiplici doctrina præstans, et veritatis historiæ, ut mihi videtur, ubique studiosus, ordine aptissimo et lectoribus utilissimo; qui ordo cum sequentia iis quæ antecessere adjungat atque adnectat, historiæ quoddam quasi corpus absolvit et in suo genere homines eruditos reddit, hoc est, a vulgo mortalium distinguit. Multos sane invenias, qui etsi a litteris alieni, tamen acumine ingenii, facundia, usu rerum, doctissimis viris, sed vel natura tardioribus vel in hominum frequentia minus versatis, etsi omnem ætatem in optimarum artium studiis contrivere, præferantur. Quodsi ad illam naturæ felicitatem et multiplicem experientiam accuratior et methodica institutio accessisset, quid cum illorum excellentia comparari posset? Nunc laudibus eorum tantum decedit quantum accuratior insti- tutio illis addidisset. Neque enim falso dicitur artem, quæ est ingenii veluti rudis speculi quasi expoli- tio quædam, certiorem esse ducem quam naturam, atque etiam uberiorem. Nam qui nullis eruditionis adminiculis sustentantur, temere plerumque feruntur et extra limites, quo animi æstus rapit, evagantur: dooti a certis initiis ad metas ordine progrediendo, statim in promptu habent quæ ad rem pertineant. Illi multa, hi pleraque scitu digna tenent: illi fragmenta quædam et quasi disjecta membra conse- ctantur, hi solidum quoddam et suis numeris absolutum humanæ cognitionis corpus complectuntur. Quas ob res ego perbeatos eos esse judico, quibus et ea voluntas contigit ut cupiant, et eæ facultates suppetunt ut possint, citra impedimentum, ab ineunte ætate usque ad id tempus quod rebus gerendis aptum est, philosophari, ac tum demum agendi solertiam cum veritatis contemplatione conjungere, animis in cœlos et ipsum Deum, corporibus in humanæ societatis conservationem intentis. Hæc mihi vita vere humana el potius divina semper visa est, et omnibus iis voluptatibus quæ cum brutis ani- mantibus fere communes sunt præferenda. In quo assentiri mihi et ex doctis et ex indoctis optimum et prudentissimum quemque, imo me potius cum illorum sententiis congruere, constat. Neo tuum hac in re, ut et in cæteris, præclarum judicium, quod et tota Fuggerana familia magno con- sensu sequitur et cordati omnes summe probant, obscurum est; qui filios tuos ingenio- rum et corporum vigore præstantes ab ipsis prope cunabulis usque ad juventutis initium a doctissimis præceptoribus, in celeberrimis quibusque Europa gymnasiis, severa disciplina moderandos op- timarumque artium et linguarum cognitione imbuendos curaris. Quibus illi de causis se non minus tibi debere, qua pietate ac prudentia sunt, profitentur, quam quod vitam et maxima quæque orna- menta felici quodam fato abs te acceperunt ; qui verus non tantum corporum sed etiam animorum pa- ter esse voluisti, nec genuisse contentus utrisque ea suppeditasti in quibus humana felicitas consistit. Ut autem terrena corpora terræ frugibus aluatur, sic coelestis et divinus animus suum pastum habet eruditionem. Quam a vulgi fece, hoc est a pessimo et stultissimo quoque, contemni ac derideri non est mirandum, cum quod de re ignota nihilo rectius statuere possunt quam cæcus de coloribus pronuntiare, tum quod vitiis atque ineptiis semidoctorum quorumdam aut corruptorum hominum rem præclarissimam metiuntur. Nam quid est aliud eruditio nisi amplissimum quoddam et instructissimum amphitheatrum humaui ingenii et experientiæ multiplicis? ad quod exornandum et locupletandum non tantum omnes nationes, omnes homines, omnes ætates stipem suam contulerunt, sed etiam Dei im- mortalis liberalitas multa auctaria adjecit, iis rebus partim arcano afflatu partim per insignia miracula relevatis, quas obtusior humani ingenii acies perspicere minime potuisset. Cum autem ratio atque oratio multo magis quam forma corporum hominem distinguat a belluis, et veritatis solida cognitio et diserta explicatio sit ejus proprium munus, quid aliud est philosophari quam in eo elaborare ut voca- bula cum rebus consentiant, et ut ii simus qui dicimur. homines? complector autem philosophiae no- mine tantum quantum ipsius significatio complectitur, studium atque amorem sapientiæ ; quæ rerum divinarum et humanarum causarumque quibus eæ res continentur scientia definitur. Quam immensi- tatem cum solus Deus rerum omnium opifex teneat, solus ut boni, ita et sapientis nomen jure sibi vendicat: homines autem sapientiæ et virtutis amantes ac studiosos esse nihil vetat; quo amore ac studio quo quisque longius progreditur, eo propius a coelestibus geniis abest, quia ea re beatissimi habentur, quod ipsum Deum, omnis bonitatis et sapientiæ fontem, jugiter cum ineffabili gaudio intuentur (neque alia pforum beatitudo post hanc vitam fore haud abs re creditur); quo propius resistit, eo minus di-
PG 139:339ἅτε γὰρ δι’ αὐτὸν ἀρχῆθεν γενόμενα, κακυνομένου μὲν τοῦδε, καὶ αὐτὰ μεταβάλλεται, ἀγαθυνομένου δέ, πάλιν πρὸς τὴν ἐναντίαν φορὰν ἐπανίασιν, ὡς τοῦ θεοῦ κατὰ τὸν Δαυὶδ τοῖς ἀγαθοῖς καὶ εὐθέσιν ἀγαθύνοντος, τοὺς δὲ ἐκκλίνοντας εἰς τὰς στραγγαλιὰς μετὰ τῶν ἐργαζομένων τὴν πονηρίαν ἀπάγοντος. Ἐπεὶ δὲ καὶ περὶ τοῦ διαδεξομένου τὴν ἀρχὴν μετὰ τὴν ἐμὴν ἐκβίωσιν, ἥτις δὴ καὶ ἐφέστηκεν ἤδη ἀνυπεξάλυκτος, εἰπεῖν τι προάγομαι, χρεὼν τοῖς εἰρημένοις προσσχεῖν. ὅτι μὲν γὰρ ὡς πατρῷος κλῆρος εἰς ἐμὲ τὸ βασιλεύειν ἐπικαταβέβηκεν, οὐ δέομαι λέγειν, ὡς οὐδέ τις ἕτερος λαμπτῆρα τῆς ἡμέρας ἀποφαίνειν τὸν ἥλιον. ὁρῶν δὲ τὴν ἐπ’ ἐμοὶ τηρηθεῖσαν πρὸς πατρὸς τάξιν κἀπὶ τοὺς ἐξ ὀσφύος μου προελθόντας διαβῆναι προθυμουμένους ὑμᾶς καὶ ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἔτι τῷ βίῳ περιόντων μοι παίδων (Ἰσαάκιος οὗτοι καὶ Μανουήλ) ἄρχεσθαι γλιχομένους καὶ μηδ’ αὐτὴν τὴν ἐπιλογὴν ἑαυτοῖς, τῇ δὲ ἐμῇ ψήφῳ ἀνατιθέντας, φημὶ δὴ ὡς ἡ μὲν φύσις τοῖς πρωτοτόκοις παισὶ τῇ τάξει ἐμμένουσα τὰ πρωτεῖα βραβεύειν εἴωθε, παρὰ δὲ θεῷ οὐχ οὕτως ἐν ταῖς τῶν προβλήσεων μεγίσταις ἀεί πως φιλεῖ γίνεσθαι.
Ε. Τοιαύτην νίκην περιφανή κατά Σκυθῶν ὁ Ἰωάννης αράμενος καὶ μέγιστον στήσας τρόπαιον τὰς εὐχὰς τῷ Θεῷ ἀποδίδωσι, τὴν τῶν Πατζινάκων λεγομένην ἐς ἡμᾶς τελετὴν εἰς ἀναμηστήρια απο τάξας τῶν πεπραγμένων και χαριστήρια. Μικρόν δὲ ὕστερον καὶ κατὰ τοῦ τῶν Τριβαλλῶν ἔθνους (εἴποι δι' ἂν τις ἕτερος Σέρβων) κακουργοῦντος καὶ τὰς σπονδὰς συγχέοντος στρατείαν ἐκήρυξε, καὶ συμβολῆς γενομένης κατά κράτος ἡττήσας καὶ τοῦτο τὸ βάρβαρον πρὸς σπονδὰς ὑπηγάγετο, μηδ ἄλλως δεικνύμενον ἀξιόμαχον, οἷα καθυποκύπτον ἀεὶ ταῖς ἐκ γειτόνων ἀρχαῖς. Καὶ λείαν ἐκεῖθεν ἐλάσας οὐ σταθμητὴν, καὶ πλείστων ὠφελειῶν ἐμ- πλήσας τὸ στράτευμα, εἰς τὴν ἔω διαβιβάζει τὸ τοῦ πλήθους αἰχμάλωτον, καὶ κατὰ τὴν Νικομήδους ἐπαρχίαν ἀποτάξας αὐτῷ κατοίκησιν καὶ γῆν διαρ- κεστάτην ἀποδασάμενος τὸ μὲν τοῦ δορυκτή του λεω τοῖς στρατεύμασιν ἐγκατέμιξε, τὸ δὲ παρῆκεν εἰς δασμοφόρησιν. Καὶ πατὴρ δ' αξένων παίδων ὁ βασιλεὺς οὗτος φανείς τῷ μὲν προήκοντι κατά γένεσιν (Αλέξιος τῷδε τὸ ὄνομα) πορφυρίδος μετέδωκε, καὶ πεδίλοις ἐρυθροῖς ὑποδεῖσθαι διαφῆκε τὰ ἄρθρα του σώματος, καὶ συνευφημεῖσθαί οἱ παρεῖχεν, όπηνίκα Ρωμαίων αὐτοκρατωρ ἐκεῖνος ὑπὸ τῶν συνειλεγμένων ὄχλων ἀνηγορεύεται τὸν δὲ μετ᾿ αὐτὸν ᾿Ανδρόνικον Ἰσαά- κιόν τε τὸν ἐπὶ τῷδς καὶ τὸν ἐφεξῆς τέταρτον Μα νουὴλ σεβαστοκρατορικαῖς ὑπεξαίρει τιμαῖς. Φασὶ δὲ ὡς κατ᾿ ὄναρ ὁ βασιλεὺς θεάσαιτο τὸν νεοστεφή υἱὸν τὸν ᾿Αλέξιον θηρίῳ ἔποχον λέοντι, καὶ τοῦτον ἐκ τῶν ὤτων ἡνιοχεῖν μηδενὸς ἑτέρου ὑπόντος ἐπι- τηδείου πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ θηρός. Ην δὲ ἡ σύγο κρισις τοῦ ἰνδάλματος, ὡς μέχρι καὶ προσρήματος ψιλοῦ καὶ γυμνῆς πραγμάτων ἀνακηρύξεως ἐπιτευξεῖται τῆς βασιλείας ὁ παῖς, τῆς δὲ μείζονος ἀποπεσεῖται κυριαρχήσεως, δ καὶ μικρῷ συμβέβηκεν ὕστερον· συμβέβηκεν ύστερον θανάτῳ γὰρ τὴν θανάτῳ γὰρ τὴν ἐξ ἀνθρώπων ἐστείλατο. Περὶ δὲ θέρειαν ὥραν τὸν Ιστρον διαβάντες οἱ Ούννοι τήν τε Βρανίτζοβαν ἐξεπόρθησαν, κατερεί. ψαντες τὰ τείχη καὶ τοὺς λίθους μετενεγκάμενοι εἰς τὸ Ζεύγμινον, καὶ τὴν Σαρδικὴν ἐληίσαντο, τὰς ἐπὶ φιλίᾳ τῇ πρότερον ὁμολογίας αποσεισάμενοί τε καὶ διαξάναντες. Ην δὲ ἡ μὲν ἐνδόμυχος αἰτία ταυτησὶ τῆς διαφορᾶς τὸ τὸν Ἀλμούζην παρὰ βασι λέα ἐλθεῖν καὶ προσδεχθῆναι παρ' αὐτοῦ ἀσμενέ- στατα, κασίγνητον όντα Στεφάνου· τοῦ τῶν Ούννων κατάρχοντος, ἡ δ᾽ εὐπρόσωπός τε ἄμα καὶ πρόδηλος ἀφορμὴ τὸ τοὺς οικήτορας Βρανιτζόβης ληστρικώς ἐπιτίθεσθαι τοῖς μαραβάλλουσιν ἐκεῖθ: Οὔννοις κατ' ἐμπορίαν καὶ δεῖν ἐπ᾿ αὐτοῖς τὰ χείριστα. Ατε δ ἀπροόπτως τοῦ κακοῦ τοῦδε ξυνενεχθέντος, τότε μὲν τῇ κατὰ τὴν Φιλιππούπολιν ἐνδημίᾳ τὰ τῆς προμηθείας βασιλεὺς ἐπεμέτρησεν, Ούννους ἐκεῖθεν μετανάστας θέμενος· τῷ δ' ἐπιόντι καιρῷ πρὸς παρασκευὴν τῶν οἰκείων καὶ ἄμυναν τῶν πολεμίων χρησάμενος τὰς δυνάμεις συνήθροισε καὶ ντας ταχυναντούσας ήτοίμασε, καὶ ταύτας ἐς τὸν Ιστρον διὰ τοῦ Πόντου κατακολπίσας ὑδραῖος ὁμοῦ καὶ χερταῖος τοῖς ἀντιπάλοις ἐφίσταται. Διελθὼν δὲ τὸν ποταμὸν μετὰ τῆς στρατηγίδος τριήρους, καὶ τὸν στρατόν καταστησάμενος ἐς τὸ πέραν, εππομαχία NICETE CHONIATÆ V. Hac de Scythis parta victoria, et illustri edito A facinore, Joannes vola Deo persolvit; quod festum Patzinacarum nostro tempore dicitur, in rei gestæ monumentum et grati animi testimonium. Non multo post etiam contra Triballos, quos alii Servios dicunt, maleficio non abstinentes et fordi- fragos, expeditionem denuntiavit, et hos quoque barbaros acie victos ad pacem coegit; qui alioqui etiam parum potentes subinde vicinis imperiis subsunt; abactaque inde præda immensa et locu- pletato exercitu, captivam turbam in Orientem [P. traductam in Nicomediensi provincia uberrimis 12] agris assignatis collocavit. Ita captivi populi par- tem in legiones retulit, partem tributariam fecit. Suscepit hic imperator filios, quorum natu ma- B ximo Alexio purpuræ jus et purpureos calceos dedit; et cum a populo Romano imperator salutu- retur, una secum proclamari passus est.Proximum ab hoc Andronicum, et Isaacium tertium, ac natu mininum Manuelem sebastocratorica dignitate ornavit. Aiunt eum in somnis vidisse filium Ale- xium recens coronatum leoni insidere, quem auri- bus habenarum vice moderaretur, cum alioqui nihil haberet ad domandam belluu accommodatum. Cujus visi hæc significatio erat, puerum imperio titulo tenus et nomine absque re potiturum, regia vero potestate orbaturn iri; id quod paulo post accidit, eo morte sublato. Sub æstatem Hunni superato Istro et Branitzobain C vastarunt, et moenibus dirutis saxa Zeugminum transtulerunt, et Sardicam spoliarunt, spreto et rupto fædere. Hujus controversiæ occulta et vera causa fuit, quod Almuzen Stephani Hunnorum principis fratrem ad se profugum imperator liben- tissime susceperat. Id vero prætexebatur et palam objiciebatur, quod Branitzobani Hunnorum merca- tores spoliarent et pessime tractarent. Quod ma- lum cum præter exspectationem ingruisset, impe- rator prudenti consilio Philippopoli se tenuit, Hun- nis inde pulsis. Succedenti vero tempore ad in- structionem suorum et ultionem hostium usus copias coepit et naves expeditos comparavit; iisque per Pontum in Istrum trajectis, terra et aqua ad- versarios est adortus. Fluvio triremi imperatoria trajecto, et exercitu in adversa ripa exposito, " colluviem barbarorum equestri pugna et hastarum acie profligavit; et in hostili agro majore quam prius unquam tolerantia commoratus, Francocho rio potitus est, fertilissima terræ Hunnicæ parte, quæ declivis in patentes campos intra Saum et Istrum fluvios extenditur. Et Zeguminun deditione cepit,et ipsum Chramum aggressus maxima praeda D
ἀναλογίσασθε τὸν Ἰσαὰκ τοῦ Ἰσμαὴλ κατὰ γέννησιν δευτερεύοντα, τὸν Ἰακὼβ μετὰ τὸν Ἠσαῦ νηδύος ἐκθορόντα τῆς μητρικῆς, τὸν Μωσῆν τοῦ Ἀαρὼν ὕστερον, τὸν Δαυὶδ αὐτὸν μικρὸν ἐν τοῖς ἀδελφοῖς ὄντα κἀν τῷ πατρικῷ οἴκῳ νεώτερον, καὶ ἑτέρους δὲ ὡς πλείστους. οὐ γὰρ τὸ θεῖον ἐς πρόσωπον κατ’ ἄνθρωπον ἀφορᾷ καὶ βραβεύει χρόνῳ τὰ τίμια, πολιαῖς καὶ ἡλικίαις προσκείμενον, ἀλλ’ εὐγενείᾳ χαῖρον ψυχῆς ἐπὶ τὸν πρᾶον βλέπει καὶ ἥμερον καὶ τὸν αὐτοῦ φυλάττοντα τὰ ἐντάλματα. κατὰ ταῦτα τοιγαροῦν καὶ αὐτὸς οὐ τῇ δικαστρίᾳ φύσει τὰ πολλὰ χαριζόμενος, ἀλλὰ τοὺς θεσμοὺς αὐτῆς ὅσα καὶ γυναικὸς σμικρογνώμονος διαβούλια ἐν τοῖς καιρίοις παρακρουόμενος πράγμασι, μιμεῖσθαι μᾶλλον προάγομαι τὸν προσωποληψίας πάσης ἀνώτερον. Εἰ μὲν οὖν κατὰ τὸ ἀναμφίλογον ἐς τὸν καθ’ ἡλικίαν προήκοντα παῖδά μοι τὸν Ἰσαάκιον μετέβαινεν ἡ ἀρχή, κατ’ οὐδὲν ἄν μοι λόγων ἐδέησεν εἰς παράστασιν τῆς ἀμφοῖν μοι τοῖν παίδοιν φύσεως·
Ε. Τοιαύτην νίκην περιφανή κατά Σκυθῶν ὁ Ἰωάννης αράμενος καὶ μέγιστον στήσας τρόπαιον τὰς εὐχὰς τῷ Θεῷ ἀποδίδωσι, τὴν τῶν Πατζινάκων λεγομένην ἐς ἡμᾶς τελετὴν εἰς ἀναμηστήρια απο τάξας τῶν πεπραγμένων και χαριστήρια. Μικρόν δὲ ὕστερον καὶ κατὰ τοῦ τῶν Τριβαλλῶν ἔθνους (εἴποι δι' ἂν τις ἕτερος Σέρβων) κακουργοῦντος καὶ τὰς σπονδὰς συγχέοντος στρατείαν ἐκήρυξε, καὶ συμβολῆς γενομένης κατά κράτος ἡττήσας καὶ τοῦτο τὸ βάρβαρον πρὸς σπονδὰς ὑπηγάγετο, μηδ ἄλλως δεικνύμενον ἀξιόμαχον, οἷα καθυποκύπτον ἀεὶ ταῖς ἐκ γειτόνων ἀρχαῖς. Καὶ λείαν ἐκεῖθεν ἐλάσας οὐ σταθμητὴν, καὶ πλείστων ὠφελειῶν ἐμ- πλήσας τὸ στράτευμα, εἰς τὴν ἔω διαβιβάζει τὸ τοῦ πλήθους αἰχμάλωτον, καὶ κατὰ τὴν Νικομήδους ἐπαρχίαν ἀποτάξας αὐτῷ κατοίκησιν καὶ γῆν διαρ- κεστάτην ἀποδασάμενος τὸ μὲν τοῦ δορυκτή του λεω τοῖς στρατεύμασιν ἐγκατέμιξε, τὸ δὲ παρῆκεν εἰς δασμοφόρησιν. Καὶ πατὴρ δ' αξένων παίδων ὁ βασιλεὺς οὗτος φανείς τῷ μὲν προήκοντι κατά γένεσιν (Αλέξιος τῷδε τὸ ὄνομα) πορφυρίδος μετέδωκε, καὶ πεδίλοις ἐρυθροῖς ὑποδεῖσθαι διαφῆκε τὰ ἄρθρα του σώματος, καὶ συνευφημεῖσθαί οἱ παρεῖχεν, όπηνίκα Ρωμαίων αὐτοκρατωρ ἐκεῖνος ὑπὸ τῶν συνειλεγμένων ὄχλων ἀνηγορεύεται τὸν δὲ μετ᾿ αὐτὸν ᾿Ανδρόνικον Ἰσαά- κιόν τε τὸν ἐπὶ τῷδς καὶ τὸν ἐφεξῆς τέταρτον Μα νουὴλ σεβαστοκρατορικαῖς ὑπεξαίρει τιμαῖς. Φασὶ δὲ ὡς κατ᾿ ὄναρ ὁ βασιλεὺς θεάσαιτο τὸν νεοστεφή υἱὸν τὸν ᾿Αλέξιον θηρίῳ ἔποχον λέοντι, καὶ τοῦτον ἐκ τῶν ὤτων ἡνιοχεῖν μηδενὸς ἑτέρου ὑπόντος ἐπι- τηδείου πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ θηρός. Ην δὲ ἡ σύγο κρισις τοῦ ἰνδάλματος, ὡς μέχρι καὶ προσρήματος ψιλοῦ καὶ γυμνῆς πραγμάτων ἀνακηρύξεως ἐπιτευξεῖται τῆς βασιλείας ὁ παῖς, τῆς δὲ μείζονος ἀποπεσεῖται κυριαρχήσεως, δ καὶ μικρῷ συμβέβηκεν ὕστερον· συμβέβηκεν ύστερον θανάτῳ γὰρ τὴν θανάτῳ γὰρ τὴν ἐξ ἀνθρώπων ἐστείλατο. Περὶ δὲ θέρειαν ὥραν τὸν Ιστρον διαβάντες οἱ Ούννοι τήν τε Βρανίτζοβαν ἐξεπόρθησαν, κατερεί. ψαντες τὰ τείχη καὶ τοὺς λίθους μετενεγκάμενοι εἰς τὸ Ζεύγμινον, καὶ τὴν Σαρδικὴν ἐληίσαντο, τὰς ἐπὶ φιλίᾳ τῇ πρότερον ὁμολογίας αποσεισάμενοί τε καὶ διαξάναντες. Ην δὲ ἡ μὲν ἐνδόμυχος αἰτία ταυτησὶ τῆς διαφορᾶς τὸ τὸν Ἀλμούζην παρὰ βασι λέα ἐλθεῖν καὶ προσδεχθῆναι παρ' αὐτοῦ ἀσμενέ- στατα, κασίγνητον όντα Στεφάνου· τοῦ τῶν Ούννων κατάρχοντος, ἡ δ᾽ εὐπρόσωπός τε ἄμα καὶ πρόδηλος ἀφορμὴ τὸ τοὺς οικήτορας Βρανιτζόβης ληστρικώς ἐπιτίθεσθαι τοῖς μαραβάλλουσιν ἐκεῖθ: Οὔννοις κατ' ἐμπορίαν καὶ δεῖν ἐπ᾿ αὐτοῖς τὰ χείριστα. Ατε δ ἀπροόπτως τοῦ κακοῦ τοῦδε ξυνενεχθέντος, τότε μὲν τῇ κατὰ τὴν Φιλιππούπολιν ἐνδημίᾳ τὰ τῆς προμηθείας βασιλεὺς ἐπεμέτρησεν, Ούννους ἐκεῖθεν μετανάστας θέμενος· τῷ δ' ἐπιόντι καιρῷ πρὸς παρασκευὴν τῶν οἰκείων καὶ ἄμυναν τῶν πολεμίων χρησάμενος τὰς δυνάμεις συνήθροισε καὶ ντας ταχυναντούσας ήτοίμασε, καὶ ταύτας ἐς τὸν Ιστρον διὰ τοῦ Πόντου κατακολπίσας ὑδραῖος ὁμοῦ καὶ χερταῖος τοῖς ἀντιπάλοις ἐφίσταται. Διελθὼν δὲ τὸν ποταμὸν μετὰ τῆς στρατηγίδος τριήρους, καὶ τὸν στρατόν καταστησάμενος ἐς τὸ πέραν, εππομαχία NICETE CHONIATÆ V. Hac de Scythis parta victoria, et illustri edito A facinore, Joannes vola Deo persolvit; quod festum Patzinacarum nostro tempore dicitur, in rei gestæ monumentum et grati animi testimonium. Non multo post etiam contra Triballos, quos alii Servios dicunt, maleficio non abstinentes et fordi- fragos, expeditionem denuntiavit, et hos quoque barbaros acie victos ad pacem coegit; qui alioqui etiam parum potentes subinde vicinis imperiis subsunt; abactaque inde præda immensa et locu- pletato exercitu, captivam turbam in Orientem [P. traductam in Nicomediensi provincia uberrimis 12] agris assignatis collocavit. Ita captivi populi par- tem in legiones retulit, partem tributariam fecit. Suscepit hic imperator filios, quorum natu ma- B ximo Alexio purpuræ jus et purpureos calceos dedit; et cum a populo Romano imperator salutu- retur, una secum proclamari passus est.Proximum ab hoc Andronicum, et Isaacium tertium, ac natu mininum Manuelem sebastocratorica dignitate ornavit. Aiunt eum in somnis vidisse filium Ale- xium recens coronatum leoni insidere, quem auri- bus habenarum vice moderaretur, cum alioqui nihil haberet ad domandam belluu accommodatum. Cujus visi hæc significatio erat, puerum imperio titulo tenus et nomine absque re potiturum, regia vero potestate orbaturn iri; id quod paulo post accidit, eo morte sublato. Sub æstatem Hunni superato Istro et Branitzobain C vastarunt, et moenibus dirutis saxa Zeugminum transtulerunt, et Sardicam spoliarunt, spreto et rupto fædere. Hujus controversiæ occulta et vera causa fuit, quod Almuzen Stephani Hunnorum principis fratrem ad se profugum imperator liben- tissime susceperat. Id vero prætexebatur et palam objiciebatur, quod Branitzobani Hunnorum merca- tores spoliarent et pessime tractarent. Quod ma- lum cum præter exspectationem ingruisset, impe- rator prudenti consilio Philippopoli se tenuit, Hun- nis inde pulsis. Succedenti vero tempore ad in- structionem suorum et ultionem hostium usus copias coepit et naves expeditos comparavit; iisque per Pontum in Istrum trajectis, terra et aqua ad- versarios est adortus. Fluvio triremi imperatoria trajecto, et exercitu in adversa ripa exposito, " colluviem barbarorum equestri pugna et hastarum acie profligavit; et in hostili agro majore quam prius unquam tolerantia commoratus, Francocho rio potitus est, fertilissima terræ Hunnicæ parte, quæ declivis in patentes campos intra Saum et Istrum fluvios extenditur. Et Zeguminun deditione cepit,et ipsum Chramum aggressus maxima praeda D
ἐπεὶ δὲ πρὸς τὸν ὑστερότοκον Μανουὴλ ἡ βασιλεία μᾶλλον προσνένευκεν, ἐκκλίνων τὸ καχύποπτον τῶν πολλῶν καὶ τὸ δόξαι παρά τισιν ὡς φίλτρῳ μᾶλλον, οὐκ ἀρετῇ προστιθέμενος τοῦ προτέρου παιδὸς τὸν ὑστερότοκον προτετίμηκα, ἀναγκαίως τὰ εἰκότα ῥηθήσεται. Οὐ μία τίς ἐστι τῷ γένει τῶν ἐπιθυμιῶν ὁδός, ἀλλ’ εἰς ἀτραποὺς παμπόλλας διέσχισται, ὥσπερ καὶ τὰ τῶν σωμάτων μορφώματα, εἰ καὶ τὴν αὐτὴν ἄνθρωποι φύσιν ἐκληρωσάμεθα. ἄλλαις γὰρ ὀρέξεσιν ἄλλοι προσπάσχομεν, οὐδὲ χαίρομεν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ταῖς αὐταῖς. εἰ γὰρ τοῦτο ἦν, εἴχομεν ἂν καὶ πρὸς θεοῦ καὶ πρὸς ἀλλήλων τὸ ἀνεπέγκλητον ὡς ταῖς αὐταῖς ἡδοναῖς τε καὶ γνώμαις ἀναγκαστῶς ἐπιχαίνοντες. Καὶ τῶν υἱέων μοι γοῦν ἡ δυάς, εἰ καὶ πατρὸς ἑνὸς προελήλυθεν, εἰς γνώμας διαφόρους ἀπομερίζεται. καλοὶ μὲν γὰρ καὶ ἀμφότεροι καὶ ῥώμῃ σώματος καὶ εἴδους σεμνότητι καὶ φρενῶν βαθύτητι διαπρέποντες· καλλίων δέ μοι ὡς μάλιστα διαδείκνυται περὶ τὴν τῆς ἀρχῆς κυβέρνησιν ὁ ὑστερογενὴς Μανουήλ.
Ε. Τοιαύτην νίκην περιφανή κατά Σκυθῶν ὁ Ἰωάννης αράμενος καὶ μέγιστον στήσας τρόπαιον τὰς εὐχὰς τῷ Θεῷ ἀποδίδωσι, τὴν τῶν Πατζινάκων λεγομένην ἐς ἡμᾶς τελετὴν εἰς ἀναμηστήρια απο τάξας τῶν πεπραγμένων και χαριστήρια. Μικρόν δὲ ὕστερον καὶ κατὰ τοῦ τῶν Τριβαλλῶν ἔθνους (εἴποι δι' ἂν τις ἕτερος Σέρβων) κακουργοῦντος καὶ τὰς σπονδὰς συγχέοντος στρατείαν ἐκήρυξε, καὶ συμβολῆς γενομένης κατά κράτος ἡττήσας καὶ τοῦτο τὸ βάρβαρον πρὸς σπονδὰς ὑπηγάγετο, μηδ ἄλλως δεικνύμενον ἀξιόμαχον, οἷα καθυποκύπτον ἀεὶ ταῖς ἐκ γειτόνων ἀρχαῖς. Καὶ λείαν ἐκεῖθεν ἐλάσας οὐ σταθμητὴν, καὶ πλείστων ὠφελειῶν ἐμ- πλήσας τὸ στράτευμα, εἰς τὴν ἔω διαβιβάζει τὸ τοῦ πλήθους αἰχμάλωτον, καὶ κατὰ τὴν Νικομήδους ἐπαρχίαν ἀποτάξας αὐτῷ κατοίκησιν καὶ γῆν διαρ- κεστάτην ἀποδασάμενος τὸ μὲν τοῦ δορυκτή του λεω τοῖς στρατεύμασιν ἐγκατέμιξε, τὸ δὲ παρῆκεν εἰς δασμοφόρησιν. Καὶ πατὴρ δ' αξένων παίδων ὁ βασιλεὺς οὗτος φανείς τῷ μὲν προήκοντι κατά γένεσιν (Αλέξιος τῷδε τὸ ὄνομα) πορφυρίδος μετέδωκε, καὶ πεδίλοις ἐρυθροῖς ὑποδεῖσθαι διαφῆκε τὰ ἄρθρα του σώματος, καὶ συνευφημεῖσθαί οἱ παρεῖχεν, όπηνίκα Ρωμαίων αὐτοκρατωρ ἐκεῖνος ὑπὸ τῶν συνειλεγμένων ὄχλων ἀνηγορεύεται τὸν δὲ μετ᾿ αὐτὸν ᾿Ανδρόνικον Ἰσαά- κιόν τε τὸν ἐπὶ τῷδς καὶ τὸν ἐφεξῆς τέταρτον Μα νουὴλ σεβαστοκρατορικαῖς ὑπεξαίρει τιμαῖς. Φασὶ δὲ ὡς κατ᾿ ὄναρ ὁ βασιλεὺς θεάσαιτο τὸν νεοστεφή υἱὸν τὸν ᾿Αλέξιον θηρίῳ ἔποχον λέοντι, καὶ τοῦτον ἐκ τῶν ὤτων ἡνιοχεῖν μηδενὸς ἑτέρου ὑπόντος ἐπι- τηδείου πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ θηρός. Ην δὲ ἡ σύγο κρισις τοῦ ἰνδάλματος, ὡς μέχρι καὶ προσρήματος ψιλοῦ καὶ γυμνῆς πραγμάτων ἀνακηρύξεως ἐπιτευξεῖται τῆς βασιλείας ὁ παῖς, τῆς δὲ μείζονος ἀποπεσεῖται κυριαρχήσεως, δ καὶ μικρῷ συμβέβηκεν ὕστερον· συμβέβηκεν ύστερον θανάτῳ γὰρ τὴν θανάτῳ γὰρ τὴν ἐξ ἀνθρώπων ἐστείλατο. Περὶ δὲ θέρειαν ὥραν τὸν Ιστρον διαβάντες οἱ Ούννοι τήν τε Βρανίτζοβαν ἐξεπόρθησαν, κατερεί. ψαντες τὰ τείχη καὶ τοὺς λίθους μετενεγκάμενοι εἰς τὸ Ζεύγμινον, καὶ τὴν Σαρδικὴν ἐληίσαντο, τὰς ἐπὶ φιλίᾳ τῇ πρότερον ὁμολογίας αποσεισάμενοί τε καὶ διαξάναντες. Ην δὲ ἡ μὲν ἐνδόμυχος αἰτία ταυτησὶ τῆς διαφορᾶς τὸ τὸν Ἀλμούζην παρὰ βασι λέα ἐλθεῖν καὶ προσδεχθῆναι παρ' αὐτοῦ ἀσμενέ- στατα, κασίγνητον όντα Στεφάνου· τοῦ τῶν Ούννων κατάρχοντος, ἡ δ᾽ εὐπρόσωπός τε ἄμα καὶ πρόδηλος ἀφορμὴ τὸ τοὺς οικήτορας Βρανιτζόβης ληστρικώς ἐπιτίθεσθαι τοῖς μαραβάλλουσιν ἐκεῖθ: Οὔννοις κατ' ἐμπορίαν καὶ δεῖν ἐπ᾿ αὐτοῖς τὰ χείριστα. Ατε δ ἀπροόπτως τοῦ κακοῦ τοῦδε ξυνενεχθέντος, τότε μὲν τῇ κατὰ τὴν Φιλιππούπολιν ἐνδημίᾳ τὰ τῆς προμηθείας βασιλεὺς ἐπεμέτρησεν, Ούννους ἐκεῖθεν μετανάστας θέμενος· τῷ δ' ἐπιόντι καιρῷ πρὸς παρασκευὴν τῶν οἰκείων καὶ ἄμυναν τῶν πολεμίων χρησάμενος τὰς δυνάμεις συνήθροισε καὶ ντας ταχυναντούσας ήτοίμασε, καὶ ταύτας ἐς τὸν Ιστρον διὰ τοῦ Πόντου κατακολπίσας ὑδραῖος ὁμοῦ καὶ χερταῖος τοῖς ἀντιπάλοις ἐφίσταται. Διελθὼν δὲ τὸν ποταμὸν μετὰ τῆς στρατηγίδος τριήρους, καὶ τὸν στρατόν καταστησάμενος ἐς τὸ πέραν, εππομαχία NICETE CHONIATÆ V. Hac de Scythis parta victoria, et illustri edito A facinore, Joannes vola Deo persolvit; quod festum Patzinacarum nostro tempore dicitur, in rei gestæ monumentum et grati animi testimonium. Non multo post etiam contra Triballos, quos alii Servios dicunt, maleficio non abstinentes et fordi- fragos, expeditionem denuntiavit, et hos quoque barbaros acie victos ad pacem coegit; qui alioqui etiam parum potentes subinde vicinis imperiis subsunt; abactaque inde præda immensa et locu- pletato exercitu, captivam turbam in Orientem [P. traductam in Nicomediensi provincia uberrimis 12] agris assignatis collocavit. Ita captivi populi par- tem in legiones retulit, partem tributariam fecit. Suscepit hic imperator filios, quorum natu ma- B ximo Alexio purpuræ jus et purpureos calceos dedit; et cum a populo Romano imperator salutu- retur, una secum proclamari passus est.Proximum ab hoc Andronicum, et Isaacium tertium, ac natu mininum Manuelem sebastocratorica dignitate ornavit. Aiunt eum in somnis vidisse filium Ale- xium recens coronatum leoni insidere, quem auri- bus habenarum vice moderaretur, cum alioqui nihil haberet ad domandam belluu accommodatum. Cujus visi hæc significatio erat, puerum imperio titulo tenus et nomine absque re potiturum, regia vero potestate orbaturn iri; id quod paulo post accidit, eo morte sublato. Sub æstatem Hunni superato Istro et Branitzobain C vastarunt, et moenibus dirutis saxa Zeugminum transtulerunt, et Sardicam spoliarunt, spreto et rupto fædere. Hujus controversiæ occulta et vera causa fuit, quod Almuzen Stephani Hunnorum principis fratrem ad se profugum imperator liben- tissime susceperat. Id vero prætexebatur et palam objiciebatur, quod Branitzobani Hunnorum merca- tores spoliarent et pessime tractarent. Quod ma- lum cum præter exspectationem ingruisset, impe- rator prudenti consilio Philippopoli se tenuit, Hun- nis inde pulsis. Succedenti vero tempore ad in- structionem suorum et ultionem hostium usus copias coepit et naves expeditos comparavit; iisque per Pontum in Istrum trajectis, terra et aqua ad- versarios est adortus. Fluvio triremi imperatoria trajecto, et exercitu in adversa ripa exposito, " colluviem barbarorum equestri pugna et hastarum acie profligavit; et in hostili agro majore quam prius unquam tolerantia commoratus, Francocho rio potitus est, fertilissima terræ Hunnicæ parte, quæ declivis in patentes campos intra Saum et Istrum fluvios extenditur. Et Zeguminun deditione cepit,et ipsum Chramum aggressus maxima praeda D
Liber V
ὁ μὲν γὰρ Ἰσαάκιος ἀκρόχολος πολλάκις παρέστη μοι καὶ ἀφ’ ἧς ἔτυχε προφάσεως παροξυνόμενος ἐν τῷ νοσεῖν ἀμετρίαν θυμοῦ, ὃς ἀπόλλυσι καὶ σοφοὺς καὶ δι’ ὃν μετ’ ἀβουλίας οἱ πλεῖστοι πράςσουσιν· ὁ δὲ σὺν τῷ λοιπῷ τῶν ἀρετῶν ὁρμαθῷ, ὧν οὐδ’ Ἰσαάκιος ἀπεξένωται, οὐδὲ τοῦ καλοῦ χρήματος ἀπῴκισται τῆς πραότητος, εὐμαρῶς ἐνδιδοὺς πρὸς τὸ χρήσιμον καὶ πειθήνιος λόγῳ δεικνύμενος. ἐπειδὴ τοίνυν ἀκακίᾳ μᾶλλον καρδίας, ᾗ καὶ Δαυὶδ ὁ βασιλεὺς καὶ προφήτης ἐκέκαστο, ἢ χειρὶ ψηλαφώσῃ τὸ ξίφος καὶ γνώμῃ λεπτουργούσῃ τὰ τῶν ἀρχομένων πλημμελήματα φιλοῦμεν ὑπάγεσθαι ἄνθρωποι, τὸν Μανουὴλ ἐς βασιλέα κατὰ τόδε προκέκρικα. Δέξασθε τοίνυν τὸν μείρακα καὶ ὡς θεόχριστον ἄνακτα καὶ ὡς δι’ ἐπιψηφίσεως ἐμῆς βασιλεύοντα. ὅτι δὲ καὶ θεὸς αὐτὸν εἰς βασιλέα προώρισε καὶ προκέκρικε, τεκμήριον αἱ πολλαὶ προρρήσεις καὶ τὰ τῶν θεοφιλῶν ἀνδρῶν προθεσπίσματα, ἃ πάντα βασιλέα Ῥωμαίων τὸν Μανουὴλ προκατήγγελλον. τὸ δὲ καὶ τοὺς παρ’ ἐμοῦ προκριθέντας πρότερον εἰς τὸ ἄρχειν υἱέας μοι τεθνηκέναι, ἀπεῖναι δὲ καὶ τὸν κατὰ γένεσιν μετ’ ἐκείνους εἰς τὴν βασιλείαν καλούμενον Ἰσαάκιον, ποῦ θήσει τις;
Ε. Τοιαύτην νίκην περιφανή κατά Σκυθῶν ὁ Ἰωάννης αράμενος καὶ μέγιστον στήσας τρόπαιον τὰς εὐχὰς τῷ Θεῷ ἀποδίδωσι, τὴν τῶν Πατζινάκων λεγομένην ἐς ἡμᾶς τελετὴν εἰς ἀναμηστήρια απο τάξας τῶν πεπραγμένων και χαριστήρια. Μικρόν δὲ ὕστερον καὶ κατὰ τοῦ τῶν Τριβαλλῶν ἔθνους (εἴποι δι' ἂν τις ἕτερος Σέρβων) κακουργοῦντος καὶ τὰς σπονδὰς συγχέοντος στρατείαν ἐκήρυξε, καὶ συμβολῆς γενομένης κατά κράτος ἡττήσας καὶ τοῦτο τὸ βάρβαρον πρὸς σπονδὰς ὑπηγάγετο, μηδ ἄλλως δεικνύμενον ἀξιόμαχον, οἷα καθυποκύπτον ἀεὶ ταῖς ἐκ γειτόνων ἀρχαῖς. Καὶ λείαν ἐκεῖθεν ἐλάσας οὐ σταθμητὴν, καὶ πλείστων ὠφελειῶν ἐμ- πλήσας τὸ στράτευμα, εἰς τὴν ἔω διαβιβάζει τὸ τοῦ πλήθους αἰχμάλωτον, καὶ κατὰ τὴν Νικομήδους ἐπαρχίαν ἀποτάξας αὐτῷ κατοίκησιν καὶ γῆν διαρ- κεστάτην ἀποδασάμενος τὸ μὲν τοῦ δορυκτή του λεω τοῖς στρατεύμασιν ἐγκατέμιξε, τὸ δὲ παρῆκεν εἰς δασμοφόρησιν. Καὶ πατὴρ δ' αξένων παίδων ὁ βασιλεὺς οὗτος φανείς τῷ μὲν προήκοντι κατά γένεσιν (Αλέξιος τῷδε τὸ ὄνομα) πορφυρίδος μετέδωκε, καὶ πεδίλοις ἐρυθροῖς ὑποδεῖσθαι διαφῆκε τὰ ἄρθρα του σώματος, καὶ συνευφημεῖσθαί οἱ παρεῖχεν, όπηνίκα Ρωμαίων αὐτοκρατωρ ἐκεῖνος ὑπὸ τῶν συνειλεγμένων ὄχλων ἀνηγορεύεται τὸν δὲ μετ᾿ αὐτὸν ᾿Ανδρόνικον Ἰσαά- κιόν τε τὸν ἐπὶ τῷδς καὶ τὸν ἐφεξῆς τέταρτον Μα νουὴλ σεβαστοκρατορικαῖς ὑπεξαίρει τιμαῖς. Φασὶ δὲ ὡς κατ᾿ ὄναρ ὁ βασιλεὺς θεάσαιτο τὸν νεοστεφή υἱὸν τὸν ᾿Αλέξιον θηρίῳ ἔποχον λέοντι, καὶ τοῦτον ἐκ τῶν ὤτων ἡνιοχεῖν μηδενὸς ἑτέρου ὑπόντος ἐπι- τηδείου πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ θηρός. Ην δὲ ἡ σύγο κρισις τοῦ ἰνδάλματος, ὡς μέχρι καὶ προσρήματος ψιλοῦ καὶ γυμνῆς πραγμάτων ἀνακηρύξεως ἐπιτευξεῖται τῆς βασιλείας ὁ παῖς, τῆς δὲ μείζονος ἀποπεσεῖται κυριαρχήσεως, δ καὶ μικρῷ συμβέβηκεν ὕστερον· συμβέβηκεν ύστερον θανάτῳ γὰρ τὴν θανάτῳ γὰρ τὴν ἐξ ἀνθρώπων ἐστείλατο. Περὶ δὲ θέρειαν ὥραν τὸν Ιστρον διαβάντες οἱ Ούννοι τήν τε Βρανίτζοβαν ἐξεπόρθησαν, κατερεί. ψαντες τὰ τείχη καὶ τοὺς λίθους μετενεγκάμενοι εἰς τὸ Ζεύγμινον, καὶ τὴν Σαρδικὴν ἐληίσαντο, τὰς ἐπὶ φιλίᾳ τῇ πρότερον ὁμολογίας αποσεισάμενοί τε καὶ διαξάναντες. Ην δὲ ἡ μὲν ἐνδόμυχος αἰτία ταυτησὶ τῆς διαφορᾶς τὸ τὸν Ἀλμούζην παρὰ βασι λέα ἐλθεῖν καὶ προσδεχθῆναι παρ' αὐτοῦ ἀσμενέ- στατα, κασίγνητον όντα Στεφάνου· τοῦ τῶν Ούννων κατάρχοντος, ἡ δ᾽ εὐπρόσωπός τε ἄμα καὶ πρόδηλος ἀφορμὴ τὸ τοὺς οικήτορας Βρανιτζόβης ληστρικώς ἐπιτίθεσθαι τοῖς μαραβάλλουσιν ἐκεῖθ: Οὔννοις κατ' ἐμπορίαν καὶ δεῖν ἐπ᾿ αὐτοῖς τὰ χείριστα. Ατε δ ἀπροόπτως τοῦ κακοῦ τοῦδε ξυνενεχθέντος, τότε μὲν τῇ κατὰ τὴν Φιλιππούπολιν ἐνδημίᾳ τὰ τῆς προμηθείας βασιλεὺς ἐπεμέτρησεν, Ούννους ἐκεῖθεν μετανάστας θέμενος· τῷ δ' ἐπιόντι καιρῷ πρὸς παρασκευὴν τῶν οἰκείων καὶ ἄμυναν τῶν πολεμίων χρησάμενος τὰς δυνάμεις συνήθροισε καὶ ντας ταχυναντούσας ήτοίμασε, καὶ ταύτας ἐς τὸν Ιστρον διὰ τοῦ Πόντου κατακολπίσας ὑδραῖος ὁμοῦ καὶ χερταῖος τοῖς ἀντιπάλοις ἐφίσταται. Διελθὼν δὲ τὸν ποταμὸν μετὰ τῆς στρατηγίδος τριήρους, καὶ τὸν στρατόν καταστησάμενος ἐς τὸ πέραν, εππομαχία NICETE CHONIATÆ V. Hac de Scythis parta victoria, et illustri edito A facinore, Joannes vola Deo persolvit; quod festum Patzinacarum nostro tempore dicitur, in rei gestæ monumentum et grati animi testimonium. Non multo post etiam contra Triballos, quos alii Servios dicunt, maleficio non abstinentes et fordi- fragos, expeditionem denuntiavit, et hos quoque barbaros acie victos ad pacem coegit; qui alioqui etiam parum potentes subinde vicinis imperiis subsunt; abactaque inde præda immensa et locu- pletato exercitu, captivam turbam in Orientem [P. traductam in Nicomediensi provincia uberrimis 12] agris assignatis collocavit. Ita captivi populi par- tem in legiones retulit, partem tributariam fecit. Suscepit hic imperator filios, quorum natu ma- B ximo Alexio purpuræ jus et purpureos calceos dedit; et cum a populo Romano imperator salutu- retur, una secum proclamari passus est.Proximum ab hoc Andronicum, et Isaacium tertium, ac natu mininum Manuelem sebastocratorica dignitate ornavit. Aiunt eum in somnis vidisse filium Ale- xium recens coronatum leoni insidere, quem auri- bus habenarum vice moderaretur, cum alioqui nihil haberet ad domandam belluu accommodatum. Cujus visi hæc significatio erat, puerum imperio titulo tenus et nomine absque re potiturum, regia vero potestate orbaturn iri; id quod paulo post accidit, eo morte sublato. Sub æstatem Hunni superato Istro et Branitzobain C vastarunt, et moenibus dirutis saxa Zeugminum transtulerunt, et Sardicam spoliarunt, spreto et rupto fædere. Hujus controversiæ occulta et vera causa fuit, quod Almuzen Stephani Hunnorum principis fratrem ad se profugum imperator liben- tissime susceperat. Id vero prætexebatur et palam objiciebatur, quod Branitzobani Hunnorum merca- tores spoliarent et pessime tractarent. Quod ma- lum cum præter exspectationem ingruisset, impe- rator prudenti consilio Philippopoli se tenuit, Hun- nis inde pulsis. Succedenti vero tempore ad in- structionem suorum et ultionem hostium usus copias coepit et naves expeditos comparavit; iisque per Pontum in Istrum trajectis, terra et aqua ad- versarios est adortus. Fluvio triremi imperatoria trajecto, et exercitu in adversa ripa exposito, " colluviem barbarorum equestri pugna et hastarum acie profligavit; et in hostili agro majore quam prius unquam tolerantia commoratus, Francocho rio potitus est, fertilissima terræ Hunnicæ parte, quæ declivis in patentes campos intra Saum et Istrum fluvios extenditur. Et Zeguminun deditione cepit,et ipsum Chramum aggressus maxima praeda D
PG 139:341ἢ πάντως καὶ ταῦτα σύμβολα εἴποιμεν ἂν ἐναργέστατα τοῦ τὸν θεὸν οὐχ ἕτερον βούλεσθαι, τὸν δὲ Μανουὴλ τὰ σκῆπτρα τῶν Ῥωμαίων χειρίζεσθαι. εἰ δέ τις ἐθέλει σκοπεῖν, οὐδ’ ἐμὲ τὸν πατέρα ἐπόψεται δῶρον παντάπασι τῷ παιδὶ τὴν βασιλείαν βραβεύοντα καὶ τῇ διαδοχῇ τοῦ γένους τὸ ὅλον προσρέποντα, ἀλλὰ καὶ ἆθλον ἀρετῆς τὴν προχείρισιν αὐτῷ παρεχόμενον. ἴστε γάρ, ἴστε ὅσα καὶ παρ’ ἡλικίαν ἐν Νεοκαισαρείᾳ ἠρίστευσε καὶ τὴν κατὰ Περσῶν γενναίαν ἐκείνην ἐμβολὴν δι’ ἣν ὁ μὲν πατὴρ ἔγωγε ἠγωνίων περὶ τῷ φιλτάτῳ παιδὶ τὰ μέγιστα δεδιώς, τὰ δὲ Ῥωμαίων ἀνερρώσθη πράγματα. Ταῦτα ὁ μὲν βασιλεὺς Ἰωάννης ἐφθέγξατο. ἡ δ’ ἐκκλησία ἐπικωκύσασα τοῖς εἰρημένοις τὸν Μανουὴλ ὡσεὶ κληρωτὸν εἴτε καὶ χειροτονητὸν ἀσμένως εἰς βασιλέα ἐδέξατο. ἔπειτα δὲ τὸν λόγον πρὸς τὸν παῖδα μετενεγκὼν ὁ πατὴρ καὶ τούτῳ παραινέσας τὰ σύμφορα ταινίᾳ διαδεῖ τῇ βασιλικῇ καὶ τὴν χλαμύδα ἐπενδύει τὴν περιπόρφυρον. ἐπὶ δὲ τούτοις συναθροισθέντα κατὰ πρόσκλησιν τὰ στρατεύματα βασιλέα Ῥωμαίων ἀνεῖπον τὸν Μανουήλ, ἑκάστου τῶν μεγιστάνων μετὰ τῆς οἰκείας τάξεως διακριδὸν ἐφισταμένου καὶ διατρανοῦντος τὴν εὐφημίαν τῷ νέῳ ἄνακτι.
καὶ δοράτων ἀγκοινήσει (23) τὸ συνελθὸν Οὐννικόν Α διεσκέδασε. Χρον!σάς δ' ἐν τῇ πολεμίᾳ καὶ καρτε ρικώτατος φανεὶς ἑαυτοῦ τοῦ τε Φραγγοχωρίου ἐκράτησεν, ὅπερ ἐστὶ τῆς τῶν Ούννων γῆς τὸ πιό τατον, ἐς πεδία ἱπτιάζων Ιππήλατα, μεταξὺ τῶν ποταμών Σαούβου καὶ Ἱατρου αναπεπταμένον, καὶ τὸ Ζεύγμενον παρεστήσατο, καὶ κατ' αὐτὸν ἐλάσας τὴν Χράμου λείαν πλείστην περιεβάλετο. Ἔπειτα και τούτῳ Ρ. 13] τῷ γένει μεθ᾿ ἑτέρας συμπλοκές σπει σάμενος, τὰ τε πρὸς εἰρήνην εὖ διαθέμενος, καὶ τὴ λοιπὸν βαρβαρικόν, ὁπόσον καθ᾿ ἑσπέραν Ρωμαίοις ἀγχουσον, εἰς φιλίαν ἄκον ὑπαγαγόμενος ἐν οἷς πολ- λάκις ευνόησε κατὰ τὸν πόλεμον, δεῖν ᾠήθη καὶ τὰ ὑπερορια φύλα, καθ᾿ ὄν ἂν καὶ δύναιτο τρόπον, ὑποποιήσασθαι, καὶ τούτων μάλιστα ὁπόσα τῇ ἐμ- πορία καὶ ἀγυρτεία (24) προσκείμενα μετὰ πλοίων β ἐς τὴν Κωνσταντίνου καταίρουσιν. Οὐκοῦν καὶ εἶχεν οἰκεωσάμενος τὴν παράλιον Ἰταλίαν, ὅλα λαίφη διαπετῶσαν ες τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων. Ηρεμη - τέντων δ᾽ οὕτω τῶν καθ᾿ ἑσπέραν γενῶν, ἐς τὴν ἕω αβιβάσας τὸ στράτευμα τοῖς τὴν Κασταμόνα κατ έχουσι Περσαρμενίοις ἐπιθέσθαι ἔγνωκεν, ὅθεν διὰ τῆς τῶν Βιθυνων και Παφλαγόνων ἐπαρχίας ἐλάτας ἐκεῖσέ τε παραγίνεται, καὶ κλίμαξιν ὅτι πλείσταις χρησάμενος καὶ κύκλῳ περιστήσας τὰς ἑλεπόλεις αὐτῆς τε τῆς Κασταμόνος κρατεῖ, καὶ τὸν ταύτης περαπεύοντα Περσαρμένιον άπειπόντα περὶ τῶν όλων φυγάδα δείκνυσιν. Οὐκ ὀλίγον δὲ πλῆθος Περσῶν ἐκεῖθεν ἀπαγαγών αιχμάλωτον πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπανέζευξε. Τοίνυν καὶ κηρύξας ἐπὶ τῷ τροπαίω τούτων θρίαμβον. ἄρμα διειλημμένον άρ- α γύρω παγήναι προσετετάχει· καὶ ἦν τὸ ἅρμα θαυ μάτια, οἷον γενόμενον, καὶ λίθοι τῶν μὴ πάνυ τιμαλφων ἐνιαχοῦ αὐτὸ ἔγαλλον. Ενστάσης δὲ τῆς ἡμέρας καθ᾿ ἐν ἡ πρόοδος ὥριστο, ἅπας πέπλος τὰς ἐγνιες κατηγλάϊζε χρυσοϋφής τε καὶ περιπόρο φυρος. Οὐδὲ τὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων ἀπῆν ἐκεῖθεν εἰκάσματα, οπόσα ιστουργική χειρ ἐπίπλοις ἐνετυπώσατο, ἢ καὶ εἴρηκεν ἂν τις ἔμψυχα, οὐκ ἐνυφαντά. Τν δὲ τοῦ ἄγασθαι ἄξια καὶ τὰ περὶ τήν πάροδον ἑκατέρωθεν πρὸς ὑποδοχήν τῶν θεω- μένων διὰ ξύλων πήγματα καὶ ἴκρια. Χῶρος δὲ τῆς πόλεως ἦν, ὃς οὐτωσὶ διεσκεύαστο ὁ διήκων ἐκ τῶν ὑψων βυλῶν τῆς πόλεως ἐς αὐτὸ τὸ μέγα παλάτιον. Καὶ δὴ τὸ μὲν τέτρωρον εὐπρεπές, καὶ εἶκον τοῦτο τίστρες ἵπποι καλλίτριχες χιόνος λευκότεροι. Ὁ δὲ βασιλεὺς, τὴν τοῦ ἄρματος ἐπίβασιν παρεικώς, τὴν παρὰ τὸν ἀγκῶνα καὶ τὸ ἁγκωνί ζεσθαι, παρὰ τὸ ἀνακινεῖ. Αγυρτεία. αγύρτην παρὰ τὸ ἐγείρειν τὸ περιιέναι καὶ περινο- πεῖν ἐπὶ νίκῃ ἡ ἑτέρῳ τινὶ τοιούτῳ, αλαζόνα, ψεύστην, λωποδύτην, ἔπαίτην, ἀπατεῶνα, φιλοκερδή ; HISTORIA. potitus est. Ac post alias dimicationes pace cum C hac gente facta et utiliter firmata, cæterisque bar. baris, qui Romanis versus Occidentem finitimi sunt, vel invitis in amicitiam suam pertractis,cum toties prospere pugnasset, etiam remotiores gentes quocunque modo subigendas censuit, easque po- tissimum quæ Cpolim mercaturae et qumstus gratia appellerent. Itaque maritimam Italiam sibi conci. liavit, qua plenis velis in urbem imperatricem vehebatur. Ita gentibus Occidentalibus pacatis, traducto in Orientem exercitu, Persarmenios, qui Castamonem tenebant, aggredi instituit. Igitur per Bithyniam et Paphlagoniam provincias eo profici- scitur, et scalis plurimis adhibitis machinisque cir- cumpositis urbe potitur, et Persarmenium satra- pam rebus desperatis cedere cogit. Nec exigua Persarum multitudine abducta Byzantium reversus triumphum indicit ; et currum argento interpun- ctum compingi jubet, opus admirabile et gemmis alicubi non pretiosissimis ornatum. Cum dies sup- plicationis adesset, omnis generis tapetes auro et purpura intertexti vicos exornabant, nec deerant Christi et sanctorum effigies in iis ad vivum ex- pressa. Eraut et tabulata utrinque propter, specta- tores structa, digna admiratione. Fuit autem is locus urbis sic instructus, qui ab Orientali porta usque ad magnum palatium pertinet. Quadriga a quatuor equis nive candidioribus trahebantur. Im- perator vero non conscendit, sed Dei Genitricis imaginem in eo collocavit ; ob quam laetitia exsul- tabat et animo pene linquebatur; cui victorias,ut collegæ imperii invicta, acceptas ferebat. Habenas viris potentissimis moderandas et cognatis suis currum curandum dedit ipse crucem manu ge- stans pedes antecessit Et Dei Sapientiæ templum ingressus, atque in conspectu omnis populi ob successus gratiis Deo actis, in palatium abiit. Hier. Wolfii notæ. Haud scio an flat a gestu equitum hastas in hostem dirigen. tium, an Magnum Etymologicum deducit, et interpretatur non tantum sed etiam quanquam reli- quæ etiam virtutes fere in id genus hominum quæstui deditum cadunt, qui tum demum non fal- lunt cun fallere sine detrimento suo nequeunt, ut recte Lucani versus ad eos quoque detorqueri queant: Nulla fides pietasque viris qui lucra sequuntur, Venalesque manus : ibi fas, ubi marima merces. Et Ovidius in Fustis mercatorem vota Mercurio fa- fraude sua pejerare liceat. Quos versiculos, quia elegantes sunt et contagium hoc in omnes fere ordines serpsit, ascribere libet : Et peragit solita fallere voce preces. Ablue praeteriti perjuria temporis, inquit, Ablue præterita perfida verba fide. Sive ego te feci testem, falsove citavi Non audituri numina vana Jovis, Sive deum prudens altum divamve fefelli, Abstulerint celeres improba verba Noti, Et pereant veniente die perjuria nobis, Nec curent superi, si qua locutus ero. Da modo lucra mihi, da farto gau∙lia lucro Et face ut emptori verba dedisse juvet. Talia Mercurius poscentes ridet ab alto, Se memor Ortygias surripuisse boves. (93. Αγκονήσει. Aliquando scribitur αγκωνίσει. D cientem inducit, ut cum maximo emolumento sine
ἐφεξῆς δὲ καὶ τῶν θείων προτεθέντων λογίων, ἐπ’ αὐτῶν ἐμπεδοῦνται τῷ Μανουὴλ τὰ τῆς εὐνοίας καὶ πίστεως πρὸς παντός. ἦν δὲ ὁ τῶν δρωμένων τούτων εἰσηγητής τε ἅμα καὶ τελετάρχης ὁ μέγας δομέστικος, ἐκλῦσαι διανοούμενος ἐντεῦθεν καὶ διαχαλάσαι τοῦ μετεωρισμοῦ καὶ τῆς τάσεως τὰς τῶν φιλάρχων ἐφέσεις καὶ τὰς τῶν πλείστων ἀμβλῦναι συνδρομὰς πρὸς ἐνίους τῶν πρὸς γένους τῷ βασιλεῖ, οἳ τὴν πρεσβυγένειαν ὡς μέγα τι καὶ αἰδέσιμον προβαλλόμενοι καὶ τὸ κῆδος μεγεθύνοντες τὸ βασίλειον ἑαυτοῖς τὸ ἄρχειν ὡς ἀξιωτέροις ἀπένεμον. Τούτων δ’ οὑτωσὶ τελεσθέντων ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης μεθ’ ἡμέρας τὸν βίον ἐκλέλοιπε, βασιλεύσας ἔτη τέσσαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι καὶ μῆνας ὀκτώ, ἀνὴρ καὶ τὴν ἀρχὴν ἄριστα διῳκηκὼς καὶ θεῷ εὐαρέστως βεβιωκὼς καὶ τὰ πρὸς ἦθος οὐκ ἔκλυτος οὐδ’ ἀκόλαστος κἀπὶ ταῖς δωρεαῖς τε καὶ δαπάναις μεταδιώξας μεγαλοπρέπειαν· καὶ δηλοῦσιν αἵ τε διὰ χρυσίνων πρὸς τοὺς τῆς πόλεως οἰκήτορας συχναὶ διαδόσεις καὶ τῶν ναῶν ὁπόσους καλλίστους καὶ μεγίστους ἐκ βάθρων ἐδείματο. ἀλλὰ καὶ δόξης ἐραστὴς ὑπὲρ ἄλλον ἅπαντα γεγονὼς τοῦ καταλιπεῖν ἐν τοῖς ἔπειτα μέγιστον ἑαυτοῦ ὄνομα τὰ πάντα τιμώμενος ἦν.
καὶ δοράτων ἀγκοινήσει (23) τὸ συνελθὸν Οὐννικόν Α διεσκέδασε. Χρον!σάς δ' ἐν τῇ πολεμίᾳ καὶ καρτε ρικώτατος φανεὶς ἑαυτοῦ τοῦ τε Φραγγοχωρίου ἐκράτησεν, ὅπερ ἐστὶ τῆς τῶν Ούννων γῆς τὸ πιό τατον, ἐς πεδία ἱπτιάζων Ιππήλατα, μεταξὺ τῶν ποταμών Σαούβου καὶ Ἱατρου αναπεπταμένον, καὶ τὸ Ζεύγμενον παρεστήσατο, καὶ κατ' αὐτὸν ἐλάσας τὴν Χράμου λείαν πλείστην περιεβάλετο. Ἔπειτα και τούτῳ Ρ. 13] τῷ γένει μεθ᾿ ἑτέρας συμπλοκές σπει σάμενος, τὰ τε πρὸς εἰρήνην εὖ διαθέμενος, καὶ τὴ λοιπὸν βαρβαρικόν, ὁπόσον καθ᾿ ἑσπέραν Ρωμαίοις ἀγχουσον, εἰς φιλίαν ἄκον ὑπαγαγόμενος ἐν οἷς πολ- λάκις ευνόησε κατὰ τὸν πόλεμον, δεῖν ᾠήθη καὶ τὰ ὑπερορια φύλα, καθ᾿ ὄν ἂν καὶ δύναιτο τρόπον, ὑποποιήσασθαι, καὶ τούτων μάλιστα ὁπόσα τῇ ἐμ- πορία καὶ ἀγυρτεία (24) προσκείμενα μετὰ πλοίων β ἐς τὴν Κωνσταντίνου καταίρουσιν. Οὐκοῦν καὶ εἶχεν οἰκεωσάμενος τὴν παράλιον Ἰταλίαν, ὅλα λαίφη διαπετῶσαν ες τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων. Ηρεμη - τέντων δ᾽ οὕτω τῶν καθ᾿ ἑσπέραν γενῶν, ἐς τὴν ἕω αβιβάσας τὸ στράτευμα τοῖς τὴν Κασταμόνα κατ έχουσι Περσαρμενίοις ἐπιθέσθαι ἔγνωκεν, ὅθεν διὰ τῆς τῶν Βιθυνων και Παφλαγόνων ἐπαρχίας ἐλάτας ἐκεῖσέ τε παραγίνεται, καὶ κλίμαξιν ὅτι πλείσταις χρησάμενος καὶ κύκλῳ περιστήσας τὰς ἑλεπόλεις αὐτῆς τε τῆς Κασταμόνος κρατεῖ, καὶ τὸν ταύτης περαπεύοντα Περσαρμένιον άπειπόντα περὶ τῶν όλων φυγάδα δείκνυσιν. Οὐκ ὀλίγον δὲ πλῆθος Περσῶν ἐκεῖθεν ἀπαγαγών αιχμάλωτον πρὸς τὸ Βυζάντιον ἐπανέζευξε. Τοίνυν καὶ κηρύξας ἐπὶ τῷ τροπαίω τούτων θρίαμβον. ἄρμα διειλημμένον άρ- α γύρω παγήναι προσετετάχει· καὶ ἦν τὸ ἅρμα θαυ μάτια, οἷον γενόμενον, καὶ λίθοι τῶν μὴ πάνυ τιμαλφων ἐνιαχοῦ αὐτὸ ἔγαλλον. Ενστάσης δὲ τῆς ἡμέρας καθ᾿ ἐν ἡ πρόοδος ὥριστο, ἅπας πέπλος τὰς ἐγνιες κατηγλάϊζε χρυσοϋφής τε καὶ περιπόρο φυρος. Οὐδὲ τὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων ἀπῆν ἐκεῖθεν εἰκάσματα, οπόσα ιστουργική χειρ ἐπίπλοις ἐνετυπώσατο, ἢ καὶ εἴρηκεν ἂν τις ἔμψυχα, οὐκ ἐνυφαντά. Τν δὲ τοῦ ἄγασθαι ἄξια καὶ τὰ περὶ τήν πάροδον ἑκατέρωθεν πρὸς ὑποδοχήν τῶν θεω- μένων διὰ ξύλων πήγματα καὶ ἴκρια. Χῶρος δὲ τῆς πόλεως ἦν, ὃς οὐτωσὶ διεσκεύαστο ὁ διήκων ἐκ τῶν ὑψων βυλῶν τῆς πόλεως ἐς αὐτὸ τὸ μέγα παλάτιον. Καὶ δὴ τὸ μὲν τέτρωρον εὐπρεπές, καὶ εἶκον τοῦτο τίστρες ἵπποι καλλίτριχες χιόνος λευκότεροι. Ὁ δὲ βασιλεὺς, τὴν τοῦ ἄρματος ἐπίβασιν παρεικώς, τὴν παρὰ τὸν ἀγκῶνα καὶ τὸ ἁγκωνί ζεσθαι, παρὰ τὸ ἀνακινεῖ. Αγυρτεία. αγύρτην παρὰ τὸ ἐγείρειν τὸ περιιέναι καὶ περινο- πεῖν ἐπὶ νίκῃ ἡ ἑτέρῳ τινὶ τοιούτῳ, αλαζόνα, ψεύστην, λωποδύτην, ἔπαίτην, ἀπατεῶνα, φιλοκερδή ; HISTORIA. potitus est. Ac post alias dimicationes pace cum C hac gente facta et utiliter firmata, cæterisque bar. baris, qui Romanis versus Occidentem finitimi sunt, vel invitis in amicitiam suam pertractis,cum toties prospere pugnasset, etiam remotiores gentes quocunque modo subigendas censuit, easque po- tissimum quæ Cpolim mercaturae et qumstus gratia appellerent. Itaque maritimam Italiam sibi conci. liavit, qua plenis velis in urbem imperatricem vehebatur. Ita gentibus Occidentalibus pacatis, traducto in Orientem exercitu, Persarmenios, qui Castamonem tenebant, aggredi instituit. Igitur per Bithyniam et Paphlagoniam provincias eo profici- scitur, et scalis plurimis adhibitis machinisque cir- cumpositis urbe potitur, et Persarmenium satra- pam rebus desperatis cedere cogit. Nec exigua Persarum multitudine abducta Byzantium reversus triumphum indicit ; et currum argento interpun- ctum compingi jubet, opus admirabile et gemmis alicubi non pretiosissimis ornatum. Cum dies sup- plicationis adesset, omnis generis tapetes auro et purpura intertexti vicos exornabant, nec deerant Christi et sanctorum effigies in iis ad vivum ex- pressa. Eraut et tabulata utrinque propter, specta- tores structa, digna admiratione. Fuit autem is locus urbis sic instructus, qui ab Orientali porta usque ad magnum palatium pertinet. Quadriga a quatuor equis nive candidioribus trahebantur. Im- perator vero non conscendit, sed Dei Genitricis imaginem in eo collocavit ; ob quam laetitia exsul- tabat et animo pene linquebatur; cui victorias,ut collegæ imperii invicta, acceptas ferebat. Habenas viris potentissimis moderandas et cognatis suis currum curandum dedit ipse crucem manu ge- stans pedes antecessit Et Dei Sapientiæ templum ingressus, atque in conspectu omnis populi ob successus gratiis Deo actis, in palatium abiit. Hier. Wolfii notæ. Haud scio an flat a gestu equitum hastas in hostem dirigen. tium, an Magnum Etymologicum deducit, et interpretatur non tantum sed etiam quanquam reli- quæ etiam virtutes fere in id genus hominum quæstui deditum cadunt, qui tum demum non fal- lunt cun fallere sine detrimento suo nequeunt, ut recte Lucani versus ad eos quoque detorqueri queant: Nulla fides pietasque viris qui lucra sequuntur, Venalesque manus : ibi fas, ubi marima merces. Et Ovidius in Fustis mercatorem vota Mercurio fa- fraude sua pejerare liceat. Quos versiculos, quia elegantes sunt et contagium hoc in omnes fere ordines serpsit, ascribere libet : Et peragit solita fallere voce preces. Ablue praeteriti perjuria temporis, inquit, Ablue præterita perfida verba fide. Sive ego te feci testem, falsove citavi Non audituri numina vana Jovis, Sive deum prudens altum divamve fefelli, Abstulerint celeres improba verba Noti, Et pereant veniente die perjuria nobis, Nec curent superi, si qua locutus ero. Da modo lucra mihi, da farto gau∙lia lucro Et face ut emptori verba dedisse juvet. Talia Mercurius poscentes ridet ab alto, Se memor Ortygias surripuisse boves. (93. Αγκονήσει. Aliquando scribitur αγκωνίσει. D cientem inducit, ut cum maximo emolumento sine
PG 139:343τοσοῦτον δὲ καὶ τῆς τῶν οἰκείων εὐσχημοσύνης καὶ τοῦ αἰδήμονος τρόπου ἐξείχετο, ὡς καὶ κουρὰν περιεργάζεσθαι τριχὸς καὶ τὸ τοῦ ποδὸς σκύτος περιαθρεῖν, εἰ κατὰ λόγον καὶ πρὸς τὸ τοῦ ὑποδουμένου σχῆμα ὑπέρραπται. ἀργολογίαν δὲ καὶ σαπρολογίαν τὴν ἐπὶ κοινῆς ἀκροάσεως καὶ τὸ ἐν ἱματισμοῖς καὶ διαίταις ἄσωτον ὅσα καὶ λύμην τινὰ βιοφθόρον τῶν ἀνακτόρων ἀπεσάρωσε καὶ τὸν ἐμβριθῆ χαρακτηρίζων σωφρονιστὴν καὶ μιμητὰς ἑαυτοῦ τοὺς ὑπὸ χεῖρα εἶναι γλιχόμενος πᾶσαν ἀρετῆς ἰδέαν μετιὼν οὐκ ἀνίει. οὐ μὴν ταῦτά γε πράττων χαρίτων ἀπείχετο καὶ δυσξύμβλητος ἦν καὶ δυσπρόσιτος καὶ στυγνὸς τὴν ὄψιν καὶ συννεφὴς τὴν ὀφρὺν καὶ ἀεί πως ὑποσκυζόμενος· ἑαυτὸν δ’ ἐν τῷ προδήλῳ πάσης πράξεως ἀρίστης πίνακα προτιθείς, ἄγων σχολὴν τῶν ἐκτὸς καὶ τὸ περιορᾶσθαι ὑπὸ πλείστων ὅσα καὶ κώδωνα φλύαρον καὶ λάλον ἀποτρεπόμενος, καὶ κομψείαν σεμνὴν εἰσῳκίζετο καὶ τὸν εὐτράπελον οὐ παρέτρεχεν, οὐδ’ ἐπεῖχεν ἐπίπαν καὶ ἦγχε τὸν γέλωτα.
307 AD NICETE HISTORIAM 308 haud dubio cordatiores quoque lectores exstimulatura sit, non temperare mihi potui quin hunc locum, quem omnium animis atque oculis semper obversari utilissimum fuerit, obiter attingerem. Nunc de hoc opere dicendum est, quod etsi labore non multo minore, longe tamen majori cum voluptate converti, propter historias mihi antehac fere incognitas et planius ac fusius orationis genus: in quo tamen im- modicam nescio cujus insolentis elegantiæ affectationem non semper sequendam mihi duxi, quod quid- quid ejus generis est, non ipsius auctoris scriptum sed paraphrastæ et æmuli alicujus assumentum esse videtur. Contuli enim hic quoque duos codices cum eo quem amplitudo tua Cpoli ab Alexandro Charto- phylace comparavit, atque operam dedi, ut ex ea collatione opus hoc quam integerrimum ederetur, et Græca itidem ut in Zonara nostro factum est cum Latinis conjungerentur. Quamvis enim Græci sermo- nis puritas et proprietas cum exterarum nationum commerciis tum otiosorum hominum ineptiis cor- rupta est, nec fieri nequit in hoc scriptorum genere ut interpretis non indocti nec indiserti oratio ipsi auctori præferatur, tamen nec eum ego me interpretem profiteri ausim, et Græca lingua, qualiscunque adhuc, nescio quem genium retinet ac ubertatem Latinis inimitabilem. Testimonio sunt omnes fere disciplinæ, quarum vix ulla est quin et e schola Græca se prodiisse vel ipso nomine fateatur, et si Græcas voces sustuleris, sæpe obmutescat. Quo minus ii ferendi sunt qui Græcam linguam ut superva- caneam aspernantur. Quod utique non facerent, si quam pauci fideles et docti interpretes sint intellige- rent. Aliis deest alterius utrius, aliis utriusque linguæ cognitio, aliis fides et diligentia, nonnullis uni- versa hæc, non tam fortasse malitia et contemptu judiciorum (que extrema esset amentia) quam cala- mitate quadam temporum nostrorum et præstantium ingeniorum neglectu, quibus fortuna plerumque minus favet quam iis quorum minor est industria et obtusior acies animorum. Itaque pedibus in eorum eo sententiam qui Græca cum Latinis conjungenda esse censent, siquidem Græca seorsim parum ven- dibilia sunt ætate nostra, quæ propter ambitionem et avaritiam bellandi cupiditatem ad pristinam bar- bariem magno impetu ruit. Nam Latini et Græci sermonis proprietate et puritate amissa contemplaque philosophia et politiori litteratura neglecta, ut coram cernimus, non obscurum est quid impendeat. Præclare scribit Isocrates, quem in hac parte Aristoteles, ut mihi videtur, quippe natu grandiorem, æmulatus est, et eo admirari non satis possum, virtutis singulas in medio binorum vitiorum, quorum alterum citra resistat, alterum longius quam par sit progrediatur, esse collocatas. Et recle apud Ovi- dium Dædalus ait filio, medio tutissimus ibis. Quod utinam tam a theologis jurisconsultis et medicis quam ab humaniorum litterarum cultoribus observaretur ; quorum alteri se rebus inhærere, alteri dictionis elegantiæ se studere profitentur: quasi vero aut vocabula propter explicationem rerum non sint inven- ta, aut corpus egregium, hoc est præclaras, cujusmodi in sublimibus illis disciplinis tractantur, non munda et ornata vestis, hoc est pura et limata deceat oratio. Duplicem profecto laudem merentur, qui res optimas, si non eleganti et splendido, at puro et diserto sermone proponunt. Cujusmodi viros nos- tra ætas plures cum insigni gloria tulit quam posteritas habitura videtur, nisi aliam rationem studio- rum inierimus: sed quid ego censuram in re publica litteraria mihi sumo, cum ipsi mihi diversissi- morum ingeniorum censura sit subeunda ? Movit me tamen justus fortasse dolor in hanc confusionem gymnasiorum intuentem, etsi hæc nec temporis nec loci hujus esse videantur. Quare veniam peto, si qua minus ad institutum pertinentia inculcavi; et debetur hæc philosophiæ libertas, quæ quia fere cæ- teris externarum rerum csmmoditatibus et ornamentis caret, saltem cogitationis atque orationis vincu- lis laxioribus astringitur. Quo nomine Socrates se meliore conditione esse quam oratores, qui ad laudi non duco, ut si qua culpa vel hac commemoratione vel conversionis procrastinatione, longiore quidem quam ipse putaram, commissa est, ejus mihi gratiam fieri cupiam; præsertim eum exigui temporis mo- ra, omnis expers incommodi, non cessationem sed fidem et diligentiam meam arguat; quæ nisi mihi otio et commodis meis antiquior fuisset, hoc labore multo citius defungi potuissem. Sed sat sato, si sat bene, ut dicitur. Quod ipsum etiam sedulo me conatum esse cum rem ipsam testaturam confidam, nihil de me ipso addam, quod quamvis amplius aliquid præstitissem, tamen liberalitatis erga me tuæ et erga studiosos homines, quorum commodis tuo sumptu consulis, partem vix exiguam viderer assecutus. An- gustæ Vindelicorum, vi Id. April. anno MDLVII. t :
ὀλίγα οὖν τοῦ ἐς ἄκρον ἀποσφαλεὶς ἐγκρατοῦς τε καὶ ἀσφαλοῦς καὶ τῶν πρὸς ἐντελῆ ἀκρίβειαν βραχέα διεκπεσὼν καὶ μηδένα διὰ ξυμπάσης αὐτῷ τῆς ἀρχῆς ἢ ψυχῆς στερήσας ἢ ἐς τὸ σῶμα ὁσονοῦν λυμηνάμενος ἐπαινετὸς ἐς δεῦρο παρὰ πᾶσι λελόγισται καὶ κορωνὶς ὡς εἰπεῖν τῶν ὅσοι Ῥωμαίων ἐκ τοῦ τῶν Κομνηνῶν γένους ὑπερεκάθισαν, ἵνα μὴ λέγοιμι ὡς καὶ πολλοῖς τῶν ἀνόπιν ἀρίστων τοῖς μὲν ἡμιλλήσατο, τοὺς δὲ καὶ παρήνεγκεν. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΕΝ ΤΟΜΟΙΣ ΕΠΤΑ ΘΕΩΡΟΥΜΕΝΗ ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ Ἀναρρηθεὶς οὖν ὁ Μανουὴλ αὐτοκράτωρ εὐθέως τὸν μέγαν δομέστικον, ᾧ κλῆσις ἦν Ἰωάννης, Ἀξοῦχος δὲ ἡ ἐπίκλησις, ἐς τὴν βασιλίδα πόλιν ἐξέπεμψε, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν χαρτουλάριον Βασίλειον τὸν Τζιντζιλούκην, εὖ μὲν καὶ τὰ κατὰ τὴν νέαν διαθήσοντας βασιλείαν καὶ προομαλίσοντας τὴν εἰσέλευσιν καὶ κατασκευασομένους ἔμπροσθεν αὐτῷ τὰ εἰσόδια, μετελευσομένους δὲ καὶ τὸν σεβαστοκράτορα Ἰσαάκιον τὸν ἐκείνου ταυτόαιμον.
307 AD NICETE HISTORIAM 308 haud dubio cordatiores quoque lectores exstimulatura sit, non temperare mihi potui quin hunc locum, quem omnium animis atque oculis semper obversari utilissimum fuerit, obiter attingerem. Nunc de hoc opere dicendum est, quod etsi labore non multo minore, longe tamen majori cum voluptate converti, propter historias mihi antehac fere incognitas et planius ac fusius orationis genus: in quo tamen im- modicam nescio cujus insolentis elegantiæ affectationem non semper sequendam mihi duxi, quod quid- quid ejus generis est, non ipsius auctoris scriptum sed paraphrastæ et æmuli alicujus assumentum esse videtur. Contuli enim hic quoque duos codices cum eo quem amplitudo tua Cpoli ab Alexandro Charto- phylace comparavit, atque operam dedi, ut ex ea collatione opus hoc quam integerrimum ederetur, et Græca itidem ut in Zonara nostro factum est cum Latinis conjungerentur. Quamvis enim Græci sermo- nis puritas et proprietas cum exterarum nationum commerciis tum otiosorum hominum ineptiis cor- rupta est, nec fieri nequit in hoc scriptorum genere ut interpretis non indocti nec indiserti oratio ipsi auctori præferatur, tamen nec eum ego me interpretem profiteri ausim, et Græca lingua, qualiscunque adhuc, nescio quem genium retinet ac ubertatem Latinis inimitabilem. Testimonio sunt omnes fere disciplinæ, quarum vix ulla est quin et e schola Græca se prodiisse vel ipso nomine fateatur, et si Græcas voces sustuleris, sæpe obmutescat. Quo minus ii ferendi sunt qui Græcam linguam ut superva- caneam aspernantur. Quod utique non facerent, si quam pauci fideles et docti interpretes sint intellige- rent. Aliis deest alterius utrius, aliis utriusque linguæ cognitio, aliis fides et diligentia, nonnullis uni- versa hæc, non tam fortasse malitia et contemptu judiciorum (que extrema esset amentia) quam cala- mitate quadam temporum nostrorum et præstantium ingeniorum neglectu, quibus fortuna plerumque minus favet quam iis quorum minor est industria et obtusior acies animorum. Itaque pedibus in eorum eo sententiam qui Græca cum Latinis conjungenda esse censent, siquidem Græca seorsim parum ven- dibilia sunt ætate nostra, quæ propter ambitionem et avaritiam bellandi cupiditatem ad pristinam bar- bariem magno impetu ruit. Nam Latini et Græci sermonis proprietate et puritate amissa contemplaque philosophia et politiori litteratura neglecta, ut coram cernimus, non obscurum est quid impendeat. Præclare scribit Isocrates, quem in hac parte Aristoteles, ut mihi videtur, quippe natu grandiorem, æmulatus est, et eo admirari non satis possum, virtutis singulas in medio binorum vitiorum, quorum alterum citra resistat, alterum longius quam par sit progrediatur, esse collocatas. Et recle apud Ovi- dium Dædalus ait filio, medio tutissimus ibis. Quod utinam tam a theologis jurisconsultis et medicis quam ab humaniorum litterarum cultoribus observaretur ; quorum alteri se rebus inhærere, alteri dictionis elegantiæ se studere profitentur: quasi vero aut vocabula propter explicationem rerum non sint inven- ta, aut corpus egregium, hoc est præclaras, cujusmodi in sublimibus illis disciplinis tractantur, non munda et ornata vestis, hoc est pura et limata deceat oratio. Duplicem profecto laudem merentur, qui res optimas, si non eleganti et splendido, at puro et diserto sermone proponunt. Cujusmodi viros nos- tra ætas plures cum insigni gloria tulit quam posteritas habitura videtur, nisi aliam rationem studio- rum inierimus: sed quid ego censuram in re publica litteraria mihi sumo, cum ipsi mihi diversissi- morum ingeniorum censura sit subeunda ? Movit me tamen justus fortasse dolor in hanc confusionem gymnasiorum intuentem, etsi hæc nec temporis nec loci hujus esse videantur. Quare veniam peto, si qua minus ad institutum pertinentia inculcavi; et debetur hæc philosophiæ libertas, quæ quia fere cæ- teris externarum rerum csmmoditatibus et ornamentis caret, saltem cogitationis atque orationis vincu- lis laxioribus astringitur. Quo nomine Socrates se meliore conditione esse quam oratores, qui ad laudi non duco, ut si qua culpa vel hac commemoratione vel conversionis procrastinatione, longiore quidem quam ipse putaram, commissa est, ejus mihi gratiam fieri cupiam; præsertim eum exigui temporis mo- ra, omnis expers incommodi, non cessationem sed fidem et diligentiam meam arguat; quæ nisi mihi otio et commodis meis antiquior fuisset, hoc labore multo citius defungi potuissem. Sed sat sato, si sat bene, ut dicitur. Quod ipsum etiam sedulo me conatum esse cum rem ipsam testaturam confidam, nihil de me ipso addam, quod quamvis amplius aliquid præstitissem, tamen liberalitatis erga me tuæ et erga studiosos homines, quorum commodis tuo sumptu consulis, partem vix exiguam viderer assecutus. An- gustæ Vindelicorum, vi Id. April. anno MDLVII. t :
τὸν γὰρ αὐτοκράτορα δέος ὑπέθραττε, μήπως οὗτος τὸν τοῦ πατρὸς καὶ βασιλέως ἐνωτισάμενος θάνατον καὶ τὴν εἰς τὸν ἀδελφὸν τὸν νεώτερον τῶν σκήπτρων ἀκηκοὼς μετάθεσιν εἰς ἐναντίαν μοῖραν ἀποκριθῇ καὶ περὶ τοῦ τῶν ὅλων αὐτὸς εἶναι κύριος διαμιλληθῇ, ἅτε ἀπὸ γενέσεως εἰς τὴν διαδοχὴν τῆς βασιλείας καλούμενος καὶ κατὰ τὴν βασιλίδα πόλιν τότε παρὼν καὶ τῶν ἀνακτόρων ἐντὸς αὐλιζόμενος, ἔνθα τῶν χρημάτων αἱ σωρεῖαί εἰσιν ἀποκείμεναι καὶ τὰ τῶν κρατούντων γνωριστικὰ περιβλήματα. Ὁ Ἰωάννης τοίνυν καταταχήσας τὴν πόλιν εἴσεισι καὶ τὸν Ἰσαάκιον ἀγνῶτα ἔτι ὄντα τῶν γενομένων αἱρεῖ καὶ τῇ μονῇ τοῦ Παντοκράτορος εἵργνυσιν, ἣ τὸν βασιλέα Ἰωάννην ἔσχε δομήτορα. καὶ ὁ μὲν μετὰ τὴν κατάσχεσιν τὴν τοῦ πατρὸς ἀναμαθὼν τελευτὴν καὶ τὴν τοῦ ἀδελφοῦ ἀνάρρησιν ἐνηχηθεὶς οὐκ εἶχεν ὅ τι καὶ διαπράξαιτο, δεινὰ πάσχειν λέγων καὶ πέρα δεινοῦ ξύμπαντος, καὶ ὡς ἐπαινετέα ἡ τάξις, ὑφ’ ἧς διακρατεῖται τὸ πᾶν. ἀπῆλθέ φησιν Ἀλέξιος θανάτῳ πεσών, ὁ τῶν ἀδελφῶν πρωτότοκος καὶ τῆς πατρῴας ἀρχῆς κληροῦχος·
307 AD NICETE HISTORIAM 308 haud dubio cordatiores quoque lectores exstimulatura sit, non temperare mihi potui quin hunc locum, quem omnium animis atque oculis semper obversari utilissimum fuerit, obiter attingerem. Nunc de hoc opere dicendum est, quod etsi labore non multo minore, longe tamen majori cum voluptate converti, propter historias mihi antehac fere incognitas et planius ac fusius orationis genus: in quo tamen im- modicam nescio cujus insolentis elegantiæ affectationem non semper sequendam mihi duxi, quod quid- quid ejus generis est, non ipsius auctoris scriptum sed paraphrastæ et æmuli alicujus assumentum esse videtur. Contuli enim hic quoque duos codices cum eo quem amplitudo tua Cpoli ab Alexandro Charto- phylace comparavit, atque operam dedi, ut ex ea collatione opus hoc quam integerrimum ederetur, et Græca itidem ut in Zonara nostro factum est cum Latinis conjungerentur. Quamvis enim Græci sermo- nis puritas et proprietas cum exterarum nationum commerciis tum otiosorum hominum ineptiis cor- rupta est, nec fieri nequit in hoc scriptorum genere ut interpretis non indocti nec indiserti oratio ipsi auctori præferatur, tamen nec eum ego me interpretem profiteri ausim, et Græca lingua, qualiscunque adhuc, nescio quem genium retinet ac ubertatem Latinis inimitabilem. Testimonio sunt omnes fere disciplinæ, quarum vix ulla est quin et e schola Græca se prodiisse vel ipso nomine fateatur, et si Græcas voces sustuleris, sæpe obmutescat. Quo minus ii ferendi sunt qui Græcam linguam ut superva- caneam aspernantur. Quod utique non facerent, si quam pauci fideles et docti interpretes sint intellige- rent. Aliis deest alterius utrius, aliis utriusque linguæ cognitio, aliis fides et diligentia, nonnullis uni- versa hæc, non tam fortasse malitia et contemptu judiciorum (que extrema esset amentia) quam cala- mitate quadam temporum nostrorum et præstantium ingeniorum neglectu, quibus fortuna plerumque minus favet quam iis quorum minor est industria et obtusior acies animorum. Itaque pedibus in eorum eo sententiam qui Græca cum Latinis conjungenda esse censent, siquidem Græca seorsim parum ven- dibilia sunt ætate nostra, quæ propter ambitionem et avaritiam bellandi cupiditatem ad pristinam bar- bariem magno impetu ruit. Nam Latini et Græci sermonis proprietate et puritate amissa contemplaque philosophia et politiori litteratura neglecta, ut coram cernimus, non obscurum est quid impendeat. Præclare scribit Isocrates, quem in hac parte Aristoteles, ut mihi videtur, quippe natu grandiorem, æmulatus est, et eo admirari non satis possum, virtutis singulas in medio binorum vitiorum, quorum alterum citra resistat, alterum longius quam par sit progrediatur, esse collocatas. Et recle apud Ovi- dium Dædalus ait filio, medio tutissimus ibis. Quod utinam tam a theologis jurisconsultis et medicis quam ab humaniorum litterarum cultoribus observaretur ; quorum alteri se rebus inhærere, alteri dictionis elegantiæ se studere profitentur: quasi vero aut vocabula propter explicationem rerum non sint inven- ta, aut corpus egregium, hoc est præclaras, cujusmodi in sublimibus illis disciplinis tractantur, non munda et ornata vestis, hoc est pura et limata deceat oratio. Duplicem profecto laudem merentur, qui res optimas, si non eleganti et splendido, at puro et diserto sermone proponunt. Cujusmodi viros nos- tra ætas plures cum insigni gloria tulit quam posteritas habitura videtur, nisi aliam rationem studio- rum inierimus: sed quid ego censuram in re publica litteraria mihi sumo, cum ipsi mihi diversissi- morum ingeniorum censura sit subeunda ? Movit me tamen justus fortasse dolor in hanc confusionem gymnasiorum intuentem, etsi hæc nec temporis nec loci hujus esse videantur. Quare veniam peto, si qua minus ad institutum pertinentia inculcavi; et debetur hæc philosophiæ libertas, quæ quia fere cæ- teris externarum rerum csmmoditatibus et ornamentis caret, saltem cogitationis atque orationis vincu- lis laxioribus astringitur. Quo nomine Socrates se meliore conditione esse quam oratores, qui ad laudi non duco, ut si qua culpa vel hac commemoratione vel conversionis procrastinatione, longiore quidem quam ipse putaram, commissa est, ejus mihi gratiam fieri cupiam; præsertim eum exigui temporis mo- ra, omnis expers incommodi, non cessationem sed fidem et diligentiam meam arguat; quæ nisi mihi otio et commodis meis antiquior fuisset, hoc labore multo citius defungi potuissem. Sed sat sato, si sat bene, ut dicitur. Quod ipsum etiam sedulo me conatum esse cum rem ipsam testaturam confidam, nihil de me ipso addam, quod quamvis amplius aliquid præstitissem, tamen liberalitatis erga me tuæ et erga studiosos homines, quorum commodis tuo sumptu consulis, partem vix exiguam viderer assecutus. An- gustæ Vindelicorum, vi Id. April. anno MDLVII. t :
PG 139:345ἐπηκολούθησε τούτῳ Ἀνδρόνικος τῷ προτέρῳ ὁ δεύτερος καὶ τὸν νεκρὸν εἰσάγων τοῦ ἀδελφοῦ διαπόντιον μετὰ βραχὺ καὶ οὗτος τὸν βίον μετήλλαξεν. εἰς ἑαυτὸν τοίνυν τὰ τῶν Ῥωμαίων σκῆπτρα ὁρᾷ καὶ τῷ δικαίῳ αὐτός ἐστιν ἐγκρατὴς τῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ ὁ μὲν τοιαῦτα μάτην ἐξετραγῴδει καὶ εἰκαίως ἦν πτερυγίζων κατὰ σαγηνευθὲν πτηνάριον· ὁ δὲ δὴ μέγας δομέστικος τῆς τῶν βασιλείων φυλακῆς ἐπιμεληθεὶς καὶ τῆς τοῦ βασιλέως Μανουὴλ παρὰ τοῖς ἀστοῖς ἀναγορεύσεως γράμμα ἐρυθροσήμαντον σφραγῖδί τε χρυσείᾳ καὶ σηρικῷ νήματι ἔμπεδον, κόγχης ἀναδεδευμένῳ αἵματι, τῷ κλήρῳ τοῦ Μεγάλου Νεὼ ἐπιδίδωσι, τυποῦν αὐτοῖς ἀργύρεα ἐτήσια κέρματα εἰς μνᾶς δὶς ἑκατὸν κορυφούμενα. ἐλέγετο δὲ καὶ ἑτέραν ἠρυθροδανωμένην βασίλειον γραφὴν ἐπιφέρεσθαι τὸν Ἀξοῦχον, διὰ χρυσίνων ταῦτα βραβεύουσαν·
311 AD NICETÆ HISTORIAM 312 Comneni expeditiones contra Persas. Scythus arte profligat (4). Triballos debellat. Filios multa charitate prosequitur.Hunnos adoritur et pacem petere cogit. Deinde traducto in Orientem excrcitu de Persarmeniis debellatis triumphat (5). Gangram expugnat et amittit. In Ciliciam movet. Bacam munitissimum castellum oppugnat. Monomachia Constantini Armenii et Eustratii Macedonis (6). Bucu vi capitur. Anabarzæ expugna- tio. In Calesyriam proficiscitur Comnenus, et cum Antiochenis init amicitiam. Pizzess ad deditionem cogit, et variam Martis aleam experitur (7). Sezerim urbem obsidet, quæ pecunia incolumitatem redemit. Persarum insidias repulsat (8). Isaacius Comnenus fratri Joanni reconciliatur. Novæ expeditiones in Persas. Militum indignatio et imperatoris magnus animus. Expeditio contra tyrannum Trapezuntinum, et præclara in Persas belli gesta. Manuelis Comneni filii egregium facinus ad Neocaesaream (9). Joannis Isaacii filii a patre impe- ratore ad sultanum defectio; unde non exigua incommoda. Christianos quosdam perduelles imperator debel- lat, et calamitatibns domesticis premitur (10). Antiochenæ expeditionis malum consilium Violatæ urbis dat pœnas. Comnenus, in venatione venenato suo telo vulneratus, unde plaga immedicabilis. De ejusdem obitu oracula (11). Joannis Comneni morituri oratio ad cognatos, amicos el magnates. Manuelem isaacio natu ma- jori præfert et successorem nominat. Ab omnibns Manuel imperator salutulur. Joannis Comneni obitus et elogia (12). DE MANUELE COMNENO. LIB. I. Manuel Joanni Comneno patri succedens Isancium fratrem natu majorem in monasterio includit, et seditionis ansam præcidens a Byzantinis vb animi et corporis dotes eximias cupide suscipitur (1). A Mi- chaele putriarcha diademote ornatus, et cum fratre reconciliatus, in Persas movet semel et iterum. Uxorem duxit Alemannam quamdam, egregia forma et hercico animo mulierem, quam negligit incestu pollutus (2). Joannem Hagiotheodoritem imperii cancellarium et Joannem Puzenum (cujus tenacitas sordida, inhumanitas item et avaritia describitur) supremum quæstorem constituit. Hagiotheodorites a Theodoro Stypiota loco pel- litur. Manuelis virtutes, quæ paulo post immutantur (3). Conradi Germanorum imperatoris expeditio Hie- rosolymitana. Alemannorum legatis Manuel benigne respondet, sed clam insidiatur; et Græcorum legiones Alemannicum exercitum, Philippopolitani episcopi aulica facundia circumductum, comitari jubet (4). Aleman- norum et Græcorum dissidia. Exercitus Conradi incommoda, quem Græci ferro, fraude, veneno, Manuelis jussu et exemplo, persequuntur (5). Turcas hostes intensissimos Germanicus exercitus adoriri constituit. Con- radi ad milites pia et acris oratio. Atrox pugna et illustris victoria de Turcis reportata (6). LIB. II. Rogerius, rex Siciliæ, Corcyrum occupat, Acarnaniam, Ætoliam, et oram maritimam vastat, Bæv- tiam Corinthum diripit, Acrocorinthi arce recepta (4). Manuelis expeditio contra Siculos. Corcyræ oppugna- tio, et Contostephani magni ducis interitus (2). Cosmas patriarcha ob vaticinium de Contostephani interitu pridem editum dignitate exuitur. Contostephane succedit magnus domesticus (3). Ligneam turritam scalam Manuel in Corcyrenses obsessos exstruit, quam Pupaces et alii CCCC conscendunt. Fracta autem scala pleri- que pereunt Papaces autem mirabiliter evadit (4). Seditio cruenta inter Græcos et Venetos, qua ægre sedata el exercitibus reconciliatis oppugnatur denuo Corcyra el tandem deditione recipitur (5). Manuelis ir- rila in Siciliam expeditio. Serviam populatur. Michael Palæologus rem gerit faciliter adversus Siculos (6). In Servios et Hungaros expeditiones Manuelis et triumphus. Cum Scythis Calamannus male pugnat. Alexius Bryennius, Joannes Ducas et Constantinus Angelus a Siculis capiuntur (7). Manuel cum Rogerio Siculo pon- tificis Romani hortatu pacem init: sed paulo post mutuæ inimicitiæ recrudescunt (8). LIB. III. Manuelis Hungarica expeditio. Hunnicæ grassationes (1). Andronici et Manuelis incestus. Andro- nicus affinium insidiis in carcerem conjectus elabitur uxoris opera: sed in itinere interceptus reducitur in custodiam (2). Ludicrus pugnas equestres Antiochiæ Manuel instituit. Ejus copiæ dimissæ cladem a Turcis accipiunt (3). Theodorus Stypioles ob Camateri logothetæ calumnias obcæcatur. Expostulatio Nicetæ cum di- vina providentia. Camateri logothetæ mores, bibacitas et voracitas (4). Manuelis secunde nuptiæ. Nicetæ ex- postulatio cum Deo de Turcis grassationibus. Iconiensis sultani et Cappadocis toparchæ dissidia: sultanus ad Manuelem confugiens magnifice excipitur. Terræ motus apparatum eorum turbat. Agarenus quidam, novus Icarus, suæ temeritatis fuit pœnas (5). Clyzasthlanes Iconii sultanus ingentibus donis a Manuele effectus, Ico- nium reversus fidem fullit, et Manuelis subditos vexat atque oppugnat (6). Fucata sultani et Manuelis amici- tia; unde vastationes et clades mutuæ (7). LIB. IV. Manuel affinem Stephanum, Hunnorum regis fratrem, frustra Pannoniæ regem facere conatur ; nam Stephanus ab Hunnis veneno tollitur, quibus Manuel bellum indicit (1). Andronicus semel et iterum mi- randis artibus vinculis elapsus tandem Manueli patructi reconciliatur (2). Michaelis Branæ ingenuitas. Ma- nuclis Pannonica expeditio, et Zeugmini oppidi recuperatio, in qua variæ belli facies (3). Deses Serviæ des- pola cogitur ad obsequium. Alexius Hungarus, Mariæ Manuelis ex Alemanna filiæ maritus, imper:o desti- natur. Andronico refragante, qui cum Toruse Armenio infeliciter bellum gerit (4). Andronicus ob illicitos cum Philippa imperatricis sorore et Theodora Balduini villua amores Manueli exosus, varia agitatus fortuna, cum tribus liberis et Theodora ad sultanum Chaldæum confugit (5). Manuel princeps sollicitus et suspicax Alexium protostratorem virum innocentem ad cucullum induendum adigit. Unde Manueli in Alexium malus Hier. Wolfii notæ. loqui incipit cum ad rem ipsam ventum est, hane quoque operam studiosis historiarum dare volui, ut Zonaræ opus hac appendice plenius redderetur, ea tamen libertate usurpata ut sententias auctoris appendam, verba adnumerare non necesse habeam. Ut autem in illo feci, ita hic etiam obscuriora loca et varias lectiones adnotabo. Usus enim hic quoque sum duobus codicibus, quorum alterum D. Anto- nii Fuggeri, alterum berilis bibliotheca suppedi- lavit. Accessit tandem, ut in Zonara quoque, præ- ter exspectationem meam, tertius Augustanæ rei publica codex, vetustus admodum, principio et fine mutilus, nec reliquis partibus ubique incolumis. Qui si integer iuisset, eum solum et in exscribendo et in convertendo secutus essem: videtur enim ex germano auctoris archetypo bona fide descriptus et cam simplicitatem præ se fert quæ in hoc Pro. @emio promittitur, ne barbaris quidem vocabulis evitatis; quæ causa aliis fuisse videtur ut para- phrasin (utinam minus affectatam) hujus operis Scribendam susceperint et de suo non pauca or- nandæ orationis ergo addiderint. In Byzantino codice non modo complures versus, sed pluribus in locis etiam integra folia, eaque sub finem ope- ris amplius xv, defuerunt; quæ ego ex herilis bi- bliothecæ codice describenda curavi et converti, tutius esse ratus supervacanea addere quam minus necessaria prætermittere, præsertim cum vetustus quoque codex easdem res, licet diverso genere ora- tionis, contineret.
ἐπειδὴ γὰρ ὑπόνοιά τις τὸν κρατοῦντα ὑπέτρεχεν οὐκ ἀνεύλογος, μήπως ἢ αὐτὸς Ἰσαάκιος τῷ δῆθεν δικαιότερος εἶναι πρὸς τὴν ἀρχὴν ἐκ γενέσεως τὰ κατὰ τὴν πόλιν διαστασιάσειε πράγματα πατρῷον θάνατον καὶ ξυναίμου ὑστερογενοῦς ἐνωτισάμενος ἀναγόρευσιν, εἴτ’ οὖν ἡ ταῖς τῶν βασιλέων προβλήσεσί τε καὶ μεταθέσεσιν ἀεί πως ἐπεισερχομένη φιλοτάραχος καὶ νεωτεροποιὸς τῶν πλείστων ἔφεσις οὐκ εὔοδά οἱ τῷ νέῳ ἄνακτι καὶ ἀκίνδυνα τὰ κατὰ τὴν βασιλείαν διάθοιντο, διὰ τοῦτο πρὸς ἀμφιρρεπῆ κατάστασιν τοῦ καιροῦ διπλᾶ τῷ Ἰωάννῃ φιλότιμα θεσπίσματα ἐγχειρίζεται. τὸ δὲ κατὰ ῥοῦν προβῆναι τὰ τῆς ἀποστολῆς καὶ ὡς οὐκ ἦν τῷ πεπομφότι καὶ ἀφιγμένῳ διανοήσασθαι κάλλιον ἢ ἐπεύξασθαι συνέσχε μὲν τὸ βραβεῦον τὰ χρύσεα, ἐξέφερε δὲ τὸ χορηγοῦν τὰ ἀργύρεα. Καὶ οἱ μὲν οὕτω τὴν βασιλικὴν προπαρεσκεύασαν εἴσοδον. ὁ δὲ βασιλεὺς τὰ ὅσια τῷ πατρὶ ἐκτελέσας καὶ ταῖς ναυσὶ τὸ σῶμα ἐνθέμενος, αἳ τῷ Πυράμῳ ποταμῷ ἐνωρμίζοντο, ὃς Μοψουεστίαν λιπαίνων θαλάσσῃ προσπλέκεται, τά τε κατ’ Ἀντιόχειαν, ὡς ὁ καιρὸς ἐνεδίδου, καταστησάμενος, ἀπάρας τῆς τῶν Κιλίκων διὰ τῆς ἄνω καλουμένης Φρυγίας ἐπεπορεύετο·
311 AD NICETÆ HISTORIAM 312 Comneni expeditiones contra Persas. Scythus arte profligat (4). Triballos debellat. Filios multa charitate prosequitur.Hunnos adoritur et pacem petere cogit. Deinde traducto in Orientem excrcitu de Persarmeniis debellatis triumphat (5). Gangram expugnat et amittit. In Ciliciam movet. Bacam munitissimum castellum oppugnat. Monomachia Constantini Armenii et Eustratii Macedonis (6). Bucu vi capitur. Anabarzæ expugna- tio. In Calesyriam proficiscitur Comnenus, et cum Antiochenis init amicitiam. Pizzess ad deditionem cogit, et variam Martis aleam experitur (7). Sezerim urbem obsidet, quæ pecunia incolumitatem redemit. Persarum insidias repulsat (8). Isaacius Comnenus fratri Joanni reconciliatur. Novæ expeditiones in Persas. Militum indignatio et imperatoris magnus animus. Expeditio contra tyrannum Trapezuntinum, et præclara in Persas belli gesta. Manuelis Comneni filii egregium facinus ad Neocaesaream (9). Joannis Isaacii filii a patre impe- ratore ad sultanum defectio; unde non exigua incommoda. Christianos quosdam perduelles imperator debel- lat, et calamitatibns domesticis premitur (10). Antiochenæ expeditionis malum consilium Violatæ urbis dat pœnas. Comnenus, in venatione venenato suo telo vulneratus, unde plaga immedicabilis. De ejusdem obitu oracula (11). Joannis Comneni morituri oratio ad cognatos, amicos el magnates. Manuelem isaacio natu ma- jori præfert et successorem nominat. Ab omnibns Manuel imperator salutulur. Joannis Comneni obitus et elogia (12). DE MANUELE COMNENO. LIB. I. Manuel Joanni Comneno patri succedens Isancium fratrem natu majorem in monasterio includit, et seditionis ansam præcidens a Byzantinis vb animi et corporis dotes eximias cupide suscipitur (1). A Mi- chaele putriarcha diademote ornatus, et cum fratre reconciliatus, in Persas movet semel et iterum. Uxorem duxit Alemannam quamdam, egregia forma et hercico animo mulierem, quam negligit incestu pollutus (2). Joannem Hagiotheodoritem imperii cancellarium et Joannem Puzenum (cujus tenacitas sordida, inhumanitas item et avaritia describitur) supremum quæstorem constituit. Hagiotheodorites a Theodoro Stypiota loco pel- litur. Manuelis virtutes, quæ paulo post immutantur (3). Conradi Germanorum imperatoris expeditio Hie- rosolymitana. Alemannorum legatis Manuel benigne respondet, sed clam insidiatur; et Græcorum legiones Alemannicum exercitum, Philippopolitani episcopi aulica facundia circumductum, comitari jubet (4). Aleman- norum et Græcorum dissidia. Exercitus Conradi incommoda, quem Græci ferro, fraude, veneno, Manuelis jussu et exemplo, persequuntur (5). Turcas hostes intensissimos Germanicus exercitus adoriri constituit. Con- radi ad milites pia et acris oratio. Atrox pugna et illustris victoria de Turcis reportata (6). LIB. II. Rogerius, rex Siciliæ, Corcyrum occupat, Acarnaniam, Ætoliam, et oram maritimam vastat, Bæv- tiam Corinthum diripit, Acrocorinthi arce recepta (4). Manuelis expeditio contra Siculos. Corcyræ oppugna- tio, et Contostephani magni ducis interitus (2). Cosmas patriarcha ob vaticinium de Contostephani interitu pridem editum dignitate exuitur. Contostephane succedit magnus domesticus (3). Ligneam turritam scalam Manuel in Corcyrenses obsessos exstruit, quam Pupaces et alii CCCC conscendunt. Fracta autem scala pleri- que pereunt Papaces autem mirabiliter evadit (4). Seditio cruenta inter Græcos et Venetos, qua ægre sedata el exercitibus reconciliatis oppugnatur denuo Corcyra el tandem deditione recipitur (5). Manuelis ir- rila in Siciliam expeditio. Serviam populatur. Michael Palæologus rem gerit faciliter adversus Siculos (6). In Servios et Hungaros expeditiones Manuelis et triumphus. Cum Scythis Calamannus male pugnat. Alexius Bryennius, Joannes Ducas et Constantinus Angelus a Siculis capiuntur (7). Manuel cum Rogerio Siculo pon- tificis Romani hortatu pacem init: sed paulo post mutuæ inimicitiæ recrudescunt (8). LIB. III. Manuelis Hungarica expeditio. Hunnicæ grassationes (1). Andronici et Manuelis incestus. Andro- nicus affinium insidiis in carcerem conjectus elabitur uxoris opera: sed in itinere interceptus reducitur in custodiam (2). Ludicrus pugnas equestres Antiochiæ Manuel instituit. Ejus copiæ dimissæ cladem a Turcis accipiunt (3). Theodorus Stypioles ob Camateri logothetæ calumnias obcæcatur. Expostulatio Nicetæ cum di- vina providentia. Camateri logothetæ mores, bibacitas et voracitas (4). Manuelis secunde nuptiæ. Nicetæ ex- postulatio cum Deo de Turcis grassationibus. Iconiensis sultani et Cappadocis toparchæ dissidia: sultanus ad Manuelem confugiens magnifice excipitur. Terræ motus apparatum eorum turbat. Agarenus quidam, novus Icarus, suæ temeritatis fuit pœnas (5). Clyzasthlanes Iconii sultanus ingentibus donis a Manuele effectus, Ico- nium reversus fidem fullit, et Manuelis subditos vexat atque oppugnat (6). Fucata sultani et Manuelis amici- tia; unde vastationes et clades mutuæ (7). LIB. IV. Manuel affinem Stephanum, Hunnorum regis fratrem, frustra Pannoniæ regem facere conatur ; nam Stephanus ab Hunnis veneno tollitur, quibus Manuel bellum indicit (1). Andronicus semel et iterum mi- randis artibus vinculis elapsus tandem Manueli patructi reconciliatur (2). Michaelis Branæ ingenuitas. Ma- nuclis Pannonica expeditio, et Zeugmini oppidi recuperatio, in qua variæ belli facies (3). Deses Serviæ des- pola cogitur ad obsequium. Alexius Hungarus, Mariæ Manuelis ex Alemanna filiæ maritus, imper:o desti- natur. Andronico refragante, qui cum Toruse Armenio infeliciter bellum gerit (4). Andronicus ob illicitos cum Philippa imperatricis sorore et Theodora Balduini villua amores Manueli exosus, varia agitatus fortuna, cum tribus liberis et Theodora ad sultanum Chaldæum confugit (5). Manuel princeps sollicitus et suspicax Alexium protostratorem virum innocentem ad cucullum induendum adigit. Unde Manueli in Alexium malus Hier. Wolfii notæ. loqui incipit cum ad rem ipsam ventum est, hane quoque operam studiosis historiarum dare volui, ut Zonaræ opus hac appendice plenius redderetur, ea tamen libertate usurpata ut sententias auctoris appendam, verba adnumerare non necesse habeam. Ut autem in illo feci, ita hic etiam obscuriora loca et varias lectiones adnotabo. Usus enim hic quoque sum duobus codicibus, quorum alterum D. Anto- nii Fuggeri, alterum berilis bibliotheca suppedi- lavit. Accessit tandem, ut in Zonara quoque, præ- ter exspectationem meam, tertius Augustanæ rei publica codex, vetustus admodum, principio et fine mutilus, nec reliquis partibus ubique incolumis. Qui si integer iuisset, eum solum et in exscribendo et in convertendo secutus essem: videtur enim ex germano auctoris archetypo bona fide descriptus et cam simplicitatem præ se fert quæ in hoc Pro. @emio promittitur, ne barbaris quidem vocabulis evitatis; quæ causa aliis fuisse videtur ut para- phrasin (utinam minus affectatam) hujus operis Scribendam susceperint et de suo non pauca or- nandæ orationis ergo addiderint. In Byzantino codice non modo complures versus, sed pluribus in locis etiam integra folia, eaque sub finem ope- ris amplius xv, defuerunt; quæ ego ex herilis bi- bliothecæ codice describenda curavi et converti, tutius esse ratus supervacanea addere quam minus necessaria prætermittere, præsertim cum vetustus quoque codex easdem res, licet diverso genere ora- tionis, contineret.
ὅτε καὶ ὑπὸ Περσῶν ἑάλωσαν καὶ πρὸς τὸν Ἰκονίου τηνικαῦτα κρατοῦντα Μασοὺτ ἀπηνέχθησαν ὅ τε πρὸς πατρὸς τῷ Μανουὴλ ἐξάδελφος, ὁ Κομνηνὸς δηλονότι Ἀνδρόνικος (οὗτος δὲ καὶ ὕστερον Ῥωμαίων κατετυράννευσε), καὶ ὁ Δασιώτης Θεόδωρος, ᾧ εἰς γαμετὴν Μαρία ἥρμοστο, ἣν ὁ τοῦ Μανουὴλ κασίγνητος ὁ σεβαστοκράτωρ Ἀνδρόνικος ἔτεκε. κατὰ γὰρ θήραν ἀγρίων τῆς ὁδοῦ ἐκτραπόμενοι, ἧς τὸ στράτευμα εἴχετο, ἔλαθον ἐμπεσόντες πολεμίων χερσί, καὶ θηρᾶν ἐπιβαλόμενοι κνώδαλα θηρευταῖς ἀνθρώπων περιπεπτώκασι. τότε μὲν οὖν ὁ βασιλεὺς μὴ πράξεσιν ἑτέραις τὸν νοῦν ἐφιστᾶν δυνάμενος, ἀλλὰ τῆς προκειμένης ἅπας γινόμενος καὶ ταύτης καὶ βραχύ τι γοῦν ἀποσχέσθαι κρίνων ἀσύμφορον, οὐδὲ τῶν κατὰ τοὺς ἄνδρας τούτους ὡς ἔδει πεφρόντικεν ἢ βασιλικῶς αὐτοῖς ἐπήμυνε· μετέπειτα μέντοι ζωαγρίων ἄνευ ἐλύσατο καὶ τὸ πόλισμα τὴν Πρακάναν, ὃ δὴ τῆς Σελευκείας ἐχόμενα ἵδρυται, Ῥωμαίοις ἐπανεσώσατο παρὰ Περσῶν πορθηθέν.
311 AD NICETÆ HISTORIAM 312 Comneni expeditiones contra Persas. Scythus arte profligat (4). Triballos debellat. Filios multa charitate prosequitur.Hunnos adoritur et pacem petere cogit. Deinde traducto in Orientem excrcitu de Persarmeniis debellatis triumphat (5). Gangram expugnat et amittit. In Ciliciam movet. Bacam munitissimum castellum oppugnat. Monomachia Constantini Armenii et Eustratii Macedonis (6). Bucu vi capitur. Anabarzæ expugna- tio. In Calesyriam proficiscitur Comnenus, et cum Antiochenis init amicitiam. Pizzess ad deditionem cogit, et variam Martis aleam experitur (7). Sezerim urbem obsidet, quæ pecunia incolumitatem redemit. Persarum insidias repulsat (8). Isaacius Comnenus fratri Joanni reconciliatur. Novæ expeditiones in Persas. Militum indignatio et imperatoris magnus animus. Expeditio contra tyrannum Trapezuntinum, et præclara in Persas belli gesta. Manuelis Comneni filii egregium facinus ad Neocaesaream (9). Joannis Isaacii filii a patre impe- ratore ad sultanum defectio; unde non exigua incommoda. Christianos quosdam perduelles imperator debel- lat, et calamitatibns domesticis premitur (10). Antiochenæ expeditionis malum consilium Violatæ urbis dat pœnas. Comnenus, in venatione venenato suo telo vulneratus, unde plaga immedicabilis. De ejusdem obitu oracula (11). Joannis Comneni morituri oratio ad cognatos, amicos el magnates. Manuelem isaacio natu ma- jori præfert et successorem nominat. Ab omnibns Manuel imperator salutulur. Joannis Comneni obitus et elogia (12). DE MANUELE COMNENO. LIB. I. Manuel Joanni Comneno patri succedens Isancium fratrem natu majorem in monasterio includit, et seditionis ansam præcidens a Byzantinis vb animi et corporis dotes eximias cupide suscipitur (1). A Mi- chaele putriarcha diademote ornatus, et cum fratre reconciliatus, in Persas movet semel et iterum. Uxorem duxit Alemannam quamdam, egregia forma et hercico animo mulierem, quam negligit incestu pollutus (2). Joannem Hagiotheodoritem imperii cancellarium et Joannem Puzenum (cujus tenacitas sordida, inhumanitas item et avaritia describitur) supremum quæstorem constituit. Hagiotheodorites a Theodoro Stypiota loco pel- litur. Manuelis virtutes, quæ paulo post immutantur (3). Conradi Germanorum imperatoris expeditio Hie- rosolymitana. Alemannorum legatis Manuel benigne respondet, sed clam insidiatur; et Græcorum legiones Alemannicum exercitum, Philippopolitani episcopi aulica facundia circumductum, comitari jubet (4). Aleman- norum et Græcorum dissidia. Exercitus Conradi incommoda, quem Græci ferro, fraude, veneno, Manuelis jussu et exemplo, persequuntur (5). Turcas hostes intensissimos Germanicus exercitus adoriri constituit. Con- radi ad milites pia et acris oratio. Atrox pugna et illustris victoria de Turcis reportata (6). LIB. II. Rogerius, rex Siciliæ, Corcyrum occupat, Acarnaniam, Ætoliam, et oram maritimam vastat, Bæv- tiam Corinthum diripit, Acrocorinthi arce recepta (4). Manuelis expeditio contra Siculos. Corcyræ oppugna- tio, et Contostephani magni ducis interitus (2). Cosmas patriarcha ob vaticinium de Contostephani interitu pridem editum dignitate exuitur. Contostephane succedit magnus domesticus (3). Ligneam turritam scalam Manuel in Corcyrenses obsessos exstruit, quam Pupaces et alii CCCC conscendunt. Fracta autem scala pleri- que pereunt Papaces autem mirabiliter evadit (4). Seditio cruenta inter Græcos et Venetos, qua ægre sedata el exercitibus reconciliatis oppugnatur denuo Corcyra el tandem deditione recipitur (5). Manuelis ir- rila in Siciliam expeditio. Serviam populatur. Michael Palæologus rem gerit faciliter adversus Siculos (6). In Servios et Hungaros expeditiones Manuelis et triumphus. Cum Scythis Calamannus male pugnat. Alexius Bryennius, Joannes Ducas et Constantinus Angelus a Siculis capiuntur (7). Manuel cum Rogerio Siculo pon- tificis Romani hortatu pacem init: sed paulo post mutuæ inimicitiæ recrudescunt (8). LIB. III. Manuelis Hungarica expeditio. Hunnicæ grassationes (1). Andronici et Manuelis incestus. Andro- nicus affinium insidiis in carcerem conjectus elabitur uxoris opera: sed in itinere interceptus reducitur in custodiam (2). Ludicrus pugnas equestres Antiochiæ Manuel instituit. Ejus copiæ dimissæ cladem a Turcis accipiunt (3). Theodorus Stypioles ob Camateri logothetæ calumnias obcæcatur. Expostulatio Nicetæ cum di- vina providentia. Camateri logothetæ mores, bibacitas et voracitas (4). Manuelis secunde nuptiæ. Nicetæ ex- postulatio cum Deo de Turcis grassationibus. Iconiensis sultani et Cappadocis toparchæ dissidia: sultanus ad Manuelem confugiens magnifice excipitur. Terræ motus apparatum eorum turbat. Agarenus quidam, novus Icarus, suæ temeritatis fuit pœnas (5). Clyzasthlanes Iconii sultanus ingentibus donis a Manuele effectus, Ico- nium reversus fidem fullit, et Manuelis subditos vexat atque oppugnat (6). Fucata sultani et Manuelis amici- tia; unde vastationes et clades mutuæ (7). LIB. IV. Manuel affinem Stephanum, Hunnorum regis fratrem, frustra Pannoniæ regem facere conatur ; nam Stephanus ab Hunnis veneno tollitur, quibus Manuel bellum indicit (1). Andronicus semel et iterum mi- randis artibus vinculis elapsus tandem Manueli patructi reconciliatur (2). Michaelis Branæ ingenuitas. Ma- nuclis Pannonica expeditio, et Zeugmini oppidi recuperatio, in qua variæ belli facies (3). Deses Serviæ des- pola cogitur ad obsequium. Alexius Hungarus, Mariæ Manuelis ex Alemanna filiæ maritus, imper:o desti- natur. Andronico refragante, qui cum Toruse Armenio infeliciter bellum gerit (4). Andronicus ob illicitos cum Philippa imperatricis sorore et Theodora Balduini villua amores Manueli exosus, varia agitatus fortuna, cum tribus liberis et Theodora ad sultanum Chaldæum confugit (5). Manuel princeps sollicitus et suspicax Alexium protostratorem virum innocentem ad cucullum induendum adigit. Unde Manueli in Alexium malus Hier. Wolfii notæ. loqui incipit cum ad rem ipsam ventum est, hane quoque operam studiosis historiarum dare volui, ut Zonaræ opus hac appendice plenius redderetur, ea tamen libertate usurpata ut sententias auctoris appendam, verba adnumerare non necesse habeam. Ut autem in illo feci, ita hic etiam obscuriora loca et varias lectiones adnotabo. Usus enim hic quoque sum duobus codicibus, quorum alterum D. Anto- nii Fuggeri, alterum berilis bibliotheca suppedi- lavit. Accessit tandem, ut in Zonara quoque, præ- ter exspectationem meam, tertius Augustanæ rei publica codex, vetustus admodum, principio et fine mutilus, nec reliquis partibus ubique incolumis. Qui si integer iuisset, eum solum et in exscribendo et in convertendo secutus essem: videtur enim ex germano auctoris archetypo bona fide descriptus et cam simplicitatem præ se fert quæ in hoc Pro. @emio promittitur, ne barbaris quidem vocabulis evitatis; quæ causa aliis fuisse videtur ut para- phrasin (utinam minus affectatam) hujus operis Scribendam susceperint et de suo non pauca or- nandæ orationis ergo addiderint. In Byzantino codice non modo complures versus, sed pluribus in locis etiam integra folia, eaque sub finem ope- ris amplius xv, defuerunt; quæ ego ex herilis bi- bliothecæ codice describenda curavi et converti, tutius esse ratus supervacanea addere quam minus necessaria prætermittere, præsertim cum vetustus quoque codex easdem res, licet diverso genere ora- tionis, contineret.
PG 139:347Ὡς δὲ τὴν βασιλίδα πόλιν ἐπεφθάκει ὁ Μανουήλ, ἀσμένως παρὰ τῶν ταύτης οἰκητόρων προσδέχεται, τοῦτο μὲν ὡς τὴν πατρῴαν βασιλείαν παρειληφώς, τοῦτο δ’ ὅτι καὶ παρὰ πᾶσιν ἀσπάσιος ἦν, ἐπεὶ κἀν τῷ οὔπω ἀκριβῶς μείρακι τὴν σύνεσιν ἔσωζε τῶν καταγηρασάντων ἐν τοῖς πράγμασι πλείονα, πολεμικός τις καὶ φιλοκίνδυνος κἀν τοῖς δεινοῖς ἀκατάπληκτος καὶ μεγαλόφρων δεικνύμενος καὶ πρὸς μάχας τελῶν ὀξύρροπος. ἐπέπρεπε δὲ καὶ χάρις ἐπὶ τοῦ προσώπου τῷ νεανίᾳ καὶ τῷ τῆς ὄψεως ὑπομειδιῶντι τὸ ἐπαγωγὸν ἐπεσύρετο, εὐμήκης ὢν τὴν ἡλικίαν, κἂν ἐπένευέ τι τοῦ ἰθυτενοῦς μέτριον. τὴν δὲ χροιὰν οὔτε κατὰ τοὺς σκιατραφουμένους λευκὸς ἦν καὶ χιονώδης, οὔτε μὴν ἄγαν καπνηρός, ὡς οἱ πολὺν τὸν ἥλιον ἐπὶ τοῦ προσώπου δεξάμενοι καὶ οὓς παρέβλεψαν ἀκτῖνες θερμότεραι, ἀλλὰ τῆς λευκῆς θέας ἀναχωρῶν, τῷ δὲ μέλανι προσεγγίζων χρώματι εὐπρεπείας καὶ οὕτως εἴχετο. Διὰ ταῦτα τοίνυν ὑπτίαις ἀγκάλαις περιχυθέντων τῶν πολιτῶν, εἴσεισιν ἀσμένως τὰ βασίλεια πλατέσι καὶ ἀνεωγόσι περικροτούμενος στόμασιν.
1 313 FABRONI BREVIARIUM. 314 animus (6). Aaron, Sclerus, Sicydites, insignes nebulones, cb magiam, perfidiam, et calumnias excæcali; et Auroni postea Isaacii jussu lingua exsecta. Manuel cum magna omnium gratia et laude nova castra in Asia condil (7). LIB. V. Manuel ex duabus statuis altera erecta altera ejecta, bello Hungari Andronicum Contostephanum præficil, et victoriæ omen de Hungari lapsu arripit. Pannonii se ad bellum accingunt (1). Andronicus ne- glecta Manuelis superstitione astrologica milites ad pugnam hortatur (2). Utriusque exercitus dispositio. Pugna victoria penes Andronicum, qui fama territus Istrum trajicit. Manuel autem de Pannoniis superalis triumphal (3). Contra Servios Manuelis expeditio; item contra Ægyptios, Amerigo Hierosolymorum rege au- zilia pollicente (4). Amerigus pedem refert: nihilominus tamen Tamiathum obsidet Andronicus, et variis modis oppugnat (5). Fraude Amerigi Andronicus Tamiathi expugnatione frustratus, milites ad oppugnatio- nem redintegrandam hortatur (6). Tentata expugnatio Amerigi dolis irrita redditur, el Græci Tamialho do- mum redeuntes naufragio fere omnes pereunt. Sarraceni pacem cum Manuele firmant (7). Nascitur Manueli filius Alexius imperator designatus. Manuelis gener Pannoniæ regnum occupat, et marchionis Montisferrati filio Mariam filiam dat uxorem (8). Manuelis cum Venetis controversiæ, bellum et pax sancila (9). LIB. VI. Sultanum Persicum Manuel adoriri constituit. Dorylæo et Subleo instauratis: se ad bellum aper- le accingit (1). Manuel spreta sultani pacem petentis legatione superbiæ suæ dat pœnas, temerarium iter in- gressus, in quo insigni clade afficitur (2). Capitalia Manuelis pericula, quæ ægre superat, multis suorum millibus et illustrissimis quibusque cognatis desideratis (3). Novæ cædes, ex quibus elapsus Manuel et ad le- giones accedens conviciis acerbissimis pungitur, quæ patienti silentio obruit (4). Ignavissimum Manuelis de clandestina fuga consilium a gregario milite arguitur. Sultanus ultro Manueli pacem offert; unde Græcorum exercitus salus. Nicela de somnio Manuelis et Mauropuli ante infelicissimam illam pugnam narratio (5). Pace sancita Græcos Persæ nihilominus infestant. Manueli conditionibus pacis haud satisfacienti sultanus bellum infert (6). Manuel per legatos sultani exercitum præda onustum cædit et ad internecionem delet (7). Alia Manuelis expeditio in Persas cum infelici eventu. Turci Claudiopclin a Manuele protectam frustra oppu- grant (8). LIB. VII. Manuelis in Fridericum Cæsarem et Occidentale imperium dolosæ artes. Anconæ obsidio et pro- pugnatio (4). Niceta de Manuelis consilio judicium. Manuelis rapacitas, profusiones et inconsulta in ignotos benevolentia; unde maxima rei publicæ labes (2). Edificia et luxus Manuelis, austeritas item in monachos, quos ad rigidiorem instituti sui professionem revocat (3). Negligentia ejusdem circa disciplinam militum, quos nimia licentia reddit deterrimos (4). Aula et militia perturbatis animum curiose ad theologiam applicat, de præcipuis doctrinæ Christianæ articulis temerarie definiens (5). Insanit deinde circa Nachometis blasphe- mias, quas doctis et piis viris nequidquam reclamantibus edicto confirmat (6). De Manuelis interitu præsa- gium observatum signum in monastico habilu,ab astrotogis dementatus, moritur. Successor, imperii tempus, el sepultura ejusdem (7). DE ALEXIO COMNENO MANUELIS F. Puerilis elas Alexii, Manuelis filii et successoris, aulicorum item in improbitas imperium Græcorum pes- mdat (1). Andronicus Comnenus, sequentium tragœdiarum pars maxima, cum Manuele reconciliatus ŒE- neum ablegatur, ut in otio post longinquos errores se recrearet (2). In solitudine sua Andronicus imperii oc- cupandi cudit consilia (5). Maria Cæsarissa, Alexii pueri imperatoris soror. Alexii protosebasti, qui in aula rerum potiebatur, potentiam ægre fereus conjurationem init (4). Consilio suo frustrata seditionem concitat, Byzantini populi favore adjuta (6). Seditionis a Maria concitatæ effecta. Protosebasti conatus Pugua cruenta cha Theodori auctoritate pax restituitur (7). Ignominiosi hujus belli detestatio. Patriarcha dolis proto- sebasti loco movetur, et paulo post restituitur (8). Andronicus aperte imperium affectat. Protosebastus impe- ratricis favore innixus. quos et quibus potest modis sibi conciliat et Andronico reddit adversarios. An- dronicus antem viribus haud destitutus in instituto pergit (9). Protosebasti classis contra Andronicum. Xiphilini legati, magni ducis et aulicorum fere omnium ad Andronicum defectio (10). Cpolitanarum rerum mira crnversio. Protosebastus in vincula conjectus excæcatur. Latini seu Franci urbe pelluntur (11). Futu- rorum præsagia. Patriarchæ cum Andronico congressus et collocutiones (12). Andronici cum imperatore Alexio et matre ejus congressus. Mendicus in Andronici gratiam a plebe vivus exuritur. Ad Manuelis sepul- crum Andronicus qua fronte et voee accesserit (13). Suo arbitratu rem publicam Andronicus administrat, in nobiles quosque grassatur, Joannem Cantacuzenum excæcat. Mariam Cæsarissam ejusque maritum ve- Reno tollit (14). Alexii et Irenes Andronici nothorum incestæ nuptiæ. Theodosius patriarchatu cedit, et suc- cessorem habet Basilium Camaterum (13). Sultanus Iconii in Oriente grassatur. Magnus domesticus Joan- nes Comnenus arma movet in Andronicum cujus exercitum fundit et fugat. Joanne mortuo ejusdem filii in Andronici manus incidunt et excæcantur. Alexius puer coronatur (16). Andronicus imperatrici struit insi- dias. In Andronicum conjuratio facta detecia et excæcatione multata. Imperatricis miserabilis interitus (17). Consiliariorum et aulicorum ignavia summaque improbitate Andronicus imperator designatur, salutatur, et Alexio puero, Manuelis filio, præfertur, qui paulo post ab Andronico non tantum imperio, sed et vita crude- liter spoliatur (18). DE ANDRONICO COMNENO. LIB. I. Alexii elogium. Huic succedit Andronicus Comnenus, qui jam provectæ ætatis sobrini sponsam adolescentulam nondum x1 annos natam uxorem ducit. Pontifices adulatores deludit et merito præmio do- nal. Lapardas, vir bellicosus, ab Andronico deficit; sed interceptus, erutis oculis in monasterium conji- citur (1). Relaxatis curis, Andronicus ad Nicæam obsidendum proficiscitur. Oppugnationis varii eventus (2). Theodori Cantacuzeni interitus. Isaaci Angeli segnities. Nicolai pontificis pavor fuit occisio Nicæ dedendo. In oppidanos sævit Andronicus, et Isaacium comiter excipit (3). Prusæ excidium, et in Prusenses Andronici rudelitas. Angeli Theodori excæcatio, nobilium multorum supplicia. Androni ci in theatro periculum (4). Laacius Comnenus Cyprum occupat et in ea tgrannum agit; unde Andronico metus (5). Macroducas Con- stantinus et Ducas Andronicus, Andronici familiares et consiliarii, mira quadam ratione ultimo afficiuntur supplicio. Populi affectus sub illa tyrannide, cui Andronicus legum auctoritatem prælexit; et paulo post Sebastianos fratres laqueo suffocat (6). Alexius Comnenus, Manuelis ex fratre nepos. Siciliæ regem in Græ- cos concitat. Dyrrachium et Thessalonicam Siculi occupant. Thessalonicensium urbe dedita miseriæ (7). Siculorum grassationes horrendæ in Thessalonicenses, qui domi se continebant (8). Eorumdem immunitas in (6) Marix maritus suos ad pugnam instaurandam hortatur, et impetum facit in protosebasti milites, patriar-
Liber VI
ἐν δὲ τῷ παριέναι μεθ’ ἵππου Ἄραβος ἐριαύχενος τὰ ἀνάκτορα καὶ μέλλειν εἰσιέναι διὰ τῆς πύλης, μεθ’ ἣν ἡ ἐκ τῆς ἕδρας ἀπόβασις ἐφεῖται μόνοις τοῖς αὐτοκράτορσιν, ὁ ἵππος, ὃς ἦν τὸν βασιλέα ὀχῶν, ἐς ἀκουστὸν χρεμετίσας καὶ συχνὰ κόψας ἄκραις ὁπλαῖς τὸ δάπεδον εὐήνιά τε προποδίσας καὶ περιδινηθεὶς ἀγέρωχα ὑπερέβη ὀψέ ποτε τὸν οὐδόν. ἀγαθὸν οὖν ἔδοξε τοῦτο τοῖς συνιοῦσι κομψοῖς ἐπεισόδιον, καὶ τούτων μάλιστα οἳ περικεχήνασιν οὐρανόν, τὰ δ’ ἐν ποσὶ μόλις ἔχουσι διορᾶν, καὶ διὰ τῶν ἱππείων σχηματισμῶν καὶ συχνῶν περιελιγμάτων μακραίωνα περιτελλομένην ζωὴν τῷ αὐτοκράτορι ἀπεφοίβαζον. Θύσας οὖν τὰ ἀναγορευτήρια θεῷ καὶ ἐπιβατήρια σκέπτεται περὶ τοῦ τὸν πατριαρχικὸν κληρωσομένου θρόνον καὶ τοὺς τῆς ἐκκλησίας χειρισομένου οἴακας καὶ ταινιώσοντος αὐτὸν ἐπὶ νεὼ Κυρίου τῷ αὐτοκρατορικῷ στεφανώματι· ὁ γὰρ Στυπῆς Λέων θανάτῳ ἐξ ἀνθρώπων ἐγένετο. κοινοῦται οὖν τὰ τῆς γνώμης τοῖς ἐκ τοῦ καθ’ αἷμά οἱ σεμνώματος καὶ τοῖς ἐκ τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ ὅσοι τοῦ βήματος ἔντροφοι·
1 313 FABRONI BREVIARIUM. 314 animus (6). Aaron, Sclerus, Sicydites, insignes nebulones, cb magiam, perfidiam, et calumnias excæcali; et Auroni postea Isaacii jussu lingua exsecta. Manuel cum magna omnium gratia et laude nova castra in Asia condil (7). LIB. V. Manuel ex duabus statuis altera erecta altera ejecta, bello Hungari Andronicum Contostephanum præficil, et victoriæ omen de Hungari lapsu arripit. Pannonii se ad bellum accingunt (1). Andronicus ne- glecta Manuelis superstitione astrologica milites ad pugnam hortatur (2). Utriusque exercitus dispositio. Pugna victoria penes Andronicum, qui fama territus Istrum trajicit. Manuel autem de Pannoniis superalis triumphal (3). Contra Servios Manuelis expeditio; item contra Ægyptios, Amerigo Hierosolymorum rege au- zilia pollicente (4). Amerigus pedem refert: nihilominus tamen Tamiathum obsidet Andronicus, et variis modis oppugnat (5). Fraude Amerigi Andronicus Tamiathi expugnatione frustratus, milites ad oppugnatio- nem redintegrandam hortatur (6). Tentata expugnatio Amerigi dolis irrita redditur, el Græci Tamialho do- mum redeuntes naufragio fere omnes pereunt. Sarraceni pacem cum Manuele firmant (7). Nascitur Manueli filius Alexius imperator designatus. Manuelis gener Pannoniæ regnum occupat, et marchionis Montisferrati filio Mariam filiam dat uxorem (8). Manuelis cum Venetis controversiæ, bellum et pax sancila (9). LIB. VI. Sultanum Persicum Manuel adoriri constituit. Dorylæo et Subleo instauratis: se ad bellum aper- le accingit (1). Manuel spreta sultani pacem petentis legatione superbiæ suæ dat pœnas, temerarium iter in- gressus, in quo insigni clade afficitur (2). Capitalia Manuelis pericula, quæ ægre superat, multis suorum millibus et illustrissimis quibusque cognatis desideratis (3). Novæ cædes, ex quibus elapsus Manuel et ad le- giones accedens conviciis acerbissimis pungitur, quæ patienti silentio obruit (4). Ignavissimum Manuelis de clandestina fuga consilium a gregario milite arguitur. Sultanus ultro Manueli pacem offert; unde Græcorum exercitus salus. Nicela de somnio Manuelis et Mauropuli ante infelicissimam illam pugnam narratio (5). Pace sancita Græcos Persæ nihilominus infestant. Manueli conditionibus pacis haud satisfacienti sultanus bellum infert (6). Manuel per legatos sultani exercitum præda onustum cædit et ad internecionem delet (7). Alia Manuelis expeditio in Persas cum infelici eventu. Turci Claudiopclin a Manuele protectam frustra oppu- grant (8). LIB. VII. Manuelis in Fridericum Cæsarem et Occidentale imperium dolosæ artes. Anconæ obsidio et pro- pugnatio (4). Niceta de Manuelis consilio judicium. Manuelis rapacitas, profusiones et inconsulta in ignotos benevolentia; unde maxima rei publicæ labes (2). Edificia et luxus Manuelis, austeritas item in monachos, quos ad rigidiorem instituti sui professionem revocat (3). Negligentia ejusdem circa disciplinam militum, quos nimia licentia reddit deterrimos (4). Aula et militia perturbatis animum curiose ad theologiam applicat, de præcipuis doctrinæ Christianæ articulis temerarie definiens (5). Insanit deinde circa Nachometis blasphe- mias, quas doctis et piis viris nequidquam reclamantibus edicto confirmat (6). De Manuelis interitu præsa- gium observatum signum in monastico habilu,ab astrotogis dementatus, moritur. Successor, imperii tempus, el sepultura ejusdem (7). DE ALEXIO COMNENO MANUELIS F. Puerilis elas Alexii, Manuelis filii et successoris, aulicorum item in improbitas imperium Græcorum pes- mdat (1). Andronicus Comnenus, sequentium tragœdiarum pars maxima, cum Manuele reconciliatus ŒE- neum ablegatur, ut in otio post longinquos errores se recrearet (2). In solitudine sua Andronicus imperii oc- cupandi cudit consilia (5). Maria Cæsarissa, Alexii pueri imperatoris soror. Alexii protosebasti, qui in aula rerum potiebatur, potentiam ægre fereus conjurationem init (4). Consilio suo frustrata seditionem concitat, Byzantini populi favore adjuta (6). Seditionis a Maria concitatæ effecta. Protosebasti conatus Pugua cruenta cha Theodori auctoritate pax restituitur (7). Ignominiosi hujus belli detestatio. Patriarcha dolis proto- sebasti loco movetur, et paulo post restituitur (8). Andronicus aperte imperium affectat. Protosebastus impe- ratricis favore innixus. quos et quibus potest modis sibi conciliat et Andronico reddit adversarios. An- dronicus antem viribus haud destitutus in instituto pergit (9). Protosebasti classis contra Andronicum. Xiphilini legati, magni ducis et aulicorum fere omnium ad Andronicum defectio (10). Cpolitanarum rerum mira crnversio. Protosebastus in vincula conjectus excæcatur. Latini seu Franci urbe pelluntur (11). Futu- rorum præsagia. Patriarchæ cum Andronico congressus et collocutiones (12). Andronici cum imperatore Alexio et matre ejus congressus. Mendicus in Andronici gratiam a plebe vivus exuritur. Ad Manuelis sepul- crum Andronicus qua fronte et voee accesserit (13). Suo arbitratu rem publicam Andronicus administrat, in nobiles quosque grassatur, Joannem Cantacuzenum excæcat. Mariam Cæsarissam ejusque maritum ve- Reno tollit (14). Alexii et Irenes Andronici nothorum incestæ nuptiæ. Theodosius patriarchatu cedit, et suc- cessorem habet Basilium Camaterum (13). Sultanus Iconii in Oriente grassatur. Magnus domesticus Joan- nes Comnenus arma movet in Andronicum cujus exercitum fundit et fugat. Joanne mortuo ejusdem filii in Andronici manus incidunt et excæcantur. Alexius puer coronatur (16). Andronicus imperatrici struit insi- dias. In Andronicum conjuratio facta detecia et excæcatione multata. Imperatricis miserabilis interitus (17). Consiliariorum et aulicorum ignavia summaque improbitate Andronicus imperator designatur, salutatur, et Alexio puero, Manuelis filio, præfertur, qui paulo post ab Andronico non tantum imperio, sed et vita crude- liter spoliatur (18). DE ANDRONICO COMNENO. LIB. I. Alexii elogium. Huic succedit Andronicus Comnenus, qui jam provectæ ætatis sobrini sponsam adolescentulam nondum x1 annos natam uxorem ducit. Pontifices adulatores deludit et merito præmio do- nal. Lapardas, vir bellicosus, ab Andronico deficit; sed interceptus, erutis oculis in monasterium conji- citur (1). Relaxatis curis, Andronicus ad Nicæam obsidendum proficiscitur. Oppugnationis varii eventus (2). Theodori Cantacuzeni interitus. Isaaci Angeli segnities. Nicolai pontificis pavor fuit occisio Nicæ dedendo. In oppidanos sævit Andronicus, et Isaacium comiter excipit (3). Prusæ excidium, et in Prusenses Andronici rudelitas. Angeli Theodori excæcatio, nobilium multorum supplicia. Androni ci in theatro periculum (4). Laacius Comnenus Cyprum occupat et in ea tgrannum agit; unde Andronico metus (5). Macroducas Con- stantinus et Ducas Andronicus, Andronici familiares et consiliarii, mira quadam ratione ultimo afficiuntur supplicio. Populi affectus sub illa tyrannide, cui Andronicus legum auctoritatem prælexit; et paulo post Sebastianos fratres laqueo suffocat (6). Alexius Comnenus, Manuelis ex fratre nepos. Siciliæ regem in Græ- cos concitat. Dyrrachium et Thessalonicam Siculi occupant. Thessalonicensium urbe dedita miseriæ (7). Siculorum grassationes horrendæ in Thessalonicenses, qui domi se continebant (8). Eorumdem immunitas in (6) Marix maritus suos ad pugnam instaurandam hortatur, et impetum facit in protosebasti milites, patriar-
καὶ πολλῶν εἰς τὴν μεγίστην ἀρχιερατείαν ἐγκρινομένων, ἡ νικῶσα ψῆφος καὶ τῶν ἁπάντων σχεδὸν πρὸς τὸν ἀπὸ τῆς μονῆς τῆς Ὀξείας ῥέπει μοναχὸν Μιχαήλ· οὗτος γὰρ καὶ ἀρετῇ περιώνυμος ἦν καὶ τῆς ἡμετέρας ἐν μεθέξει παιδεύσεως. Προβληθεὶς οὖν ὁ Μιχαὴλ πατριάρχης ἐξ αὐτῆς τὸν χρίσαντα χρίει τὰ ἱερὰ ἐσαφικόμενον μέλαθρα. συμβαίνει δὲ τῷ βασιλεῖ καὶ ὁ ἀδελφὸς Ἰσαάκιος καὶ ὑπὲρ δόξαν τὴν τῶν πολλῶν ἀντεδίδοσαν ἀλλήλοις τὼ ἀδελφὼ τὴν εὔνοιαν. ἦν δὲ ὁ Ἰσαάκιος διὰ τὸ εἰς χόλον εὐέμπτωτον καὶ τὸ ἐκ μικρᾶς πολλάκις αἰτίας ἐς κολάσεις ὑπερόγκους διαρριπίζεσθαι δυσξύμβλητος τοῖς πολλοῖς. ἔτρεφε δὲ καὶ τὸ ψοφοδεὲς ἀγεννές, καὶ ταῦτα τηλίκος ὤν, καὶ ἀνδράσιν ἀνόμοιον. ἦν οὖν ὁ βασιλεύτατος Ἰωάννης ὁ τούτου πατὴρ καὶ κατὰ τοῦτο παρὰ πᾶσι μακαριστὸς καὶ τῆς ἀοιδίμου λήξεως καὶ δι’ εὐφήμου κείμενος μνήμης, ὅτι τὸν Μανουὴλ εἰς τὸ κρατεῖν καὶ βασιλεύειν ὑπὲρ αὐτὸν ἐδικαίωσεν. Τοῦ δὲ Μασοὺτ τὰ πρὸς ἕω ληϊζομένου καὶ κατατρέχοντος, ἔξεισιν ὁ Μανουὴλ κατ’ αὐτοῦ. καὶ δὴ γεγονὼς κατὰ τὰ Μελάγγεια τοὺς ἐκεῖσε Πέρσας μετῆλθε·
1 313 FABRONI BREVIARIUM. 314 animus (6). Aaron, Sclerus, Sicydites, insignes nebulones, cb magiam, perfidiam, et calumnias excæcali; et Auroni postea Isaacii jussu lingua exsecta. Manuel cum magna omnium gratia et laude nova castra in Asia condil (7). LIB. V. Manuel ex duabus statuis altera erecta altera ejecta, bello Hungari Andronicum Contostephanum præficil, et victoriæ omen de Hungari lapsu arripit. Pannonii se ad bellum accingunt (1). Andronicus ne- glecta Manuelis superstitione astrologica milites ad pugnam hortatur (2). Utriusque exercitus dispositio. Pugna victoria penes Andronicum, qui fama territus Istrum trajicit. Manuel autem de Pannoniis superalis triumphal (3). Contra Servios Manuelis expeditio; item contra Ægyptios, Amerigo Hierosolymorum rege au- zilia pollicente (4). Amerigus pedem refert: nihilominus tamen Tamiathum obsidet Andronicus, et variis modis oppugnat (5). Fraude Amerigi Andronicus Tamiathi expugnatione frustratus, milites ad oppugnatio- nem redintegrandam hortatur (6). Tentata expugnatio Amerigi dolis irrita redditur, el Græci Tamialho do- mum redeuntes naufragio fere omnes pereunt. Sarraceni pacem cum Manuele firmant (7). Nascitur Manueli filius Alexius imperator designatus. Manuelis gener Pannoniæ regnum occupat, et marchionis Montisferrati filio Mariam filiam dat uxorem (8). Manuelis cum Venetis controversiæ, bellum et pax sancila (9). LIB. VI. Sultanum Persicum Manuel adoriri constituit. Dorylæo et Subleo instauratis: se ad bellum aper- le accingit (1). Manuel spreta sultani pacem petentis legatione superbiæ suæ dat pœnas, temerarium iter in- gressus, in quo insigni clade afficitur (2). Capitalia Manuelis pericula, quæ ægre superat, multis suorum millibus et illustrissimis quibusque cognatis desideratis (3). Novæ cædes, ex quibus elapsus Manuel et ad le- giones accedens conviciis acerbissimis pungitur, quæ patienti silentio obruit (4). Ignavissimum Manuelis de clandestina fuga consilium a gregario milite arguitur. Sultanus ultro Manueli pacem offert; unde Græcorum exercitus salus. Nicela de somnio Manuelis et Mauropuli ante infelicissimam illam pugnam narratio (5). Pace sancita Græcos Persæ nihilominus infestant. Manueli conditionibus pacis haud satisfacienti sultanus bellum infert (6). Manuel per legatos sultani exercitum præda onustum cædit et ad internecionem delet (7). Alia Manuelis expeditio in Persas cum infelici eventu. Turci Claudiopclin a Manuele protectam frustra oppu- grant (8). LIB. VII. Manuelis in Fridericum Cæsarem et Occidentale imperium dolosæ artes. Anconæ obsidio et pro- pugnatio (4). Niceta de Manuelis consilio judicium. Manuelis rapacitas, profusiones et inconsulta in ignotos benevolentia; unde maxima rei publicæ labes (2). Edificia et luxus Manuelis, austeritas item in monachos, quos ad rigidiorem instituti sui professionem revocat (3). Negligentia ejusdem circa disciplinam militum, quos nimia licentia reddit deterrimos (4). Aula et militia perturbatis animum curiose ad theologiam applicat, de præcipuis doctrinæ Christianæ articulis temerarie definiens (5). Insanit deinde circa Nachometis blasphe- mias, quas doctis et piis viris nequidquam reclamantibus edicto confirmat (6). De Manuelis interitu præsa- gium observatum signum in monastico habilu,ab astrotogis dementatus, moritur. Successor, imperii tempus, el sepultura ejusdem (7). DE ALEXIO COMNENO MANUELIS F. Puerilis elas Alexii, Manuelis filii et successoris, aulicorum item in improbitas imperium Græcorum pes- mdat (1). Andronicus Comnenus, sequentium tragœdiarum pars maxima, cum Manuele reconciliatus ŒE- neum ablegatur, ut in otio post longinquos errores se recrearet (2). In solitudine sua Andronicus imperii oc- cupandi cudit consilia (5). Maria Cæsarissa, Alexii pueri imperatoris soror. Alexii protosebasti, qui in aula rerum potiebatur, potentiam ægre fereus conjurationem init (4). Consilio suo frustrata seditionem concitat, Byzantini populi favore adjuta (6). Seditionis a Maria concitatæ effecta. Protosebasti conatus Pugua cruenta cha Theodori auctoritate pax restituitur (7). Ignominiosi hujus belli detestatio. Patriarcha dolis proto- sebasti loco movetur, et paulo post restituitur (8). Andronicus aperte imperium affectat. Protosebastus impe- ratricis favore innixus. quos et quibus potest modis sibi conciliat et Andronico reddit adversarios. An- dronicus antem viribus haud destitutus in instituto pergit (9). Protosebasti classis contra Andronicum. Xiphilini legati, magni ducis et aulicorum fere omnium ad Andronicum defectio (10). Cpolitanarum rerum mira crnversio. Protosebastus in vincula conjectus excæcatur. Latini seu Franci urbe pelluntur (11). Futu- rorum præsagia. Patriarchæ cum Andronico congressus et collocutiones (12). Andronici cum imperatore Alexio et matre ejus congressus. Mendicus in Andronici gratiam a plebe vivus exuritur. Ad Manuelis sepul- crum Andronicus qua fronte et voee accesserit (13). Suo arbitratu rem publicam Andronicus administrat, in nobiles quosque grassatur, Joannem Cantacuzenum excæcat. Mariam Cæsarissam ejusque maritum ve- Reno tollit (14). Alexii et Irenes Andronici nothorum incestæ nuptiæ. Theodosius patriarchatu cedit, et suc- cessorem habet Basilium Camaterum (13). Sultanus Iconii in Oriente grassatur. Magnus domesticus Joan- nes Comnenus arma movet in Andronicum cujus exercitum fundit et fugat. Joanne mortuo ejusdem filii in Andronici manus incidunt et excæcantur. Alexius puer coronatur (16). Andronicus imperatrici struit insi- dias. In Andronicum conjuratio facta detecia et excæcatione multata. Imperatricis miserabilis interitus (17). Consiliariorum et aulicorum ignavia summaque improbitate Andronicus imperator designatur, salutatur, et Alexio puero, Manuelis filio, præfertur, qui paulo post ab Andronico non tantum imperio, sed et vita crude- liter spoliatur (18). DE ANDRONICO COMNENO. LIB. I. Alexii elogium. Huic succedit Andronicus Comnenus, qui jam provectæ ætatis sobrini sponsam adolescentulam nondum x1 annos natam uxorem ducit. Pontifices adulatores deludit et merito præmio do- nal. Lapardas, vir bellicosus, ab Andronico deficit; sed interceptus, erutis oculis in monasterium conji- citur (1). Relaxatis curis, Andronicus ad Nicæam obsidendum proficiscitur. Oppugnationis varii eventus (2). Theodori Cantacuzeni interitus. Isaaci Angeli segnities. Nicolai pontificis pavor fuit occisio Nicæ dedendo. In oppidanos sævit Andronicus, et Isaacium comiter excipit (3). Prusæ excidium, et in Prusenses Andronici rudelitas. Angeli Theodori excæcatio, nobilium multorum supplicia. Androni ci in theatro periculum (4). Laacius Comnenus Cyprum occupat et in ea tgrannum agit; unde Andronico metus (5). Macroducas Con- stantinus et Ducas Andronicus, Andronici familiares et consiliarii, mira quadam ratione ultimo afficiuntur supplicio. Populi affectus sub illa tyrannide, cui Andronicus legum auctoritatem prælexit; et paulo post Sebastianos fratres laqueo suffocat (6). Alexius Comnenus, Manuelis ex fratre nepos. Siciliæ regem in Græ- cos concitat. Dyrrachium et Thessalonicam Siculi occupant. Thessalonicensium urbe dedita miseriæ (7). Siculorum grassationes horrendæ in Thessalonicenses, qui domi se continebant (8). Eorumdem immunitas in (6) Marix maritus suos ad pugnam instaurandam hortatur, et impetum facit in protosebasti milites, patriar-
PG 139:349πρὸς δὲ τῆς τῶν Μελαγγείων φυλακῆς τε καὶ ἀνακτίσεως ἐπιμεληθεὶς εἰς τὴν βασιλεύουσαν ἐπάνεισι πόλιν, νόσῳ προσπαλαίσας πλευρίτιδι. Ἀλλὰ καὶ τὸν τῆς Ἀντιοχείας πρίγκιπα Ῥαϊμοῦνδον μετιέναι δεῖν οἰηθείς, ταῖς Κιλικίαις ἐπιφυόμενον πόλεσιν, αἳ Ῥωμαίοις ἦσαν κατήκοοι, στρατιὰν ἔπεμψεν, ἡγεμόνας αὐτῇ ἐπιστήσας τοὺς ἀδελφόπαιδας Κοντοστεφάνους, τόν τε Ἰωάννην καὶ τὸν Ἀνδρόνικον, καί τινα Προσοὺχ οὐκ ἄϊδριν τὰ πολέμια· καὶ νῆας δὲ προσεπεπόμφει μακράς, ὧν ἡγεῖτο Δημήτριος ὁ Βρανᾶς. Ἀμέλει καὶ τῶν κακῶς ἐκεῖσε πασχόντων πόλεων καὶ φρουρίων δεούσης ἐπικουρίας τετυχηκότων, κατὰ Περσῶν ἐκστρατεύειν αὖθις προέθετο· ἤδη γὰρ οὗτοι τὰ περὶ τὸν Πιθηκᾶν ἐρύματα ὑπαγαγέσθαι σπεύδοντες καὶ τῷ θέματι τῶν Θρᾳκησίων ἐμβάλλοντες τὰ ἐν ποσὶν ἐληί̈ζοντο. ὑπερβὰς τοίνυν Λυδίαν καὶ ταῖς κατὰ Φρυγίαν καὶ Μαίανδρον ποταμὸν ἐπιστὰς πόλεσιν αὐτάς τε τῶν ἐπηρτημένων κινδύνων ἀπήλλαξε καὶ τοὺς Πέρσας φοβήσας ἐδίωξε. γενόμενος δὲ κατὰ τὸ Φιλομίλιον κἀκεῖσε τοῖς Τούρκοις προσέμιξεν·
Ζ. Οὐ μονον δὲ κατὰ τὴν ἄλωτιν τοῦ Βακὰ μετ' Α Εργωδίας ὁ βασιλεὺς ἐκονίσατο, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν Ανεβαρζαν προτερον πλεῖστα ἐμόγησεν. Η γάρ πόλις αὕτη κουροτρόφος οὖσα καὶ πολυάνθρωπος, ἀνυμνοῖς τε διειλημμένη τείχεσι καὶ πετρῶν ἀπο- τήμων ύπερθεν ἱδρυμένη, τότε μᾶλλον ἀσφαλεστέρα γεγένηται παρὰ τῶν εἰς αὐτὴν ὡς εἰς κρησφύγετον συνελθόντων, ἁπάντων ὄντων καταφράκτων καὶ κρατίστων, ἐπιτειχίσματα προσειληφυῖα καὶ μη γενεῖς παντοίαις διαληφεῖσα. Βασιλεύς μὲν οὖν μένος αὐτοῦ στρατιάς προπέπομφεν εἰς αὐτὴν, καὶ τοῦτο Περσικοῖς κατειλεγμένον τέλεσιν, ὢν ηύ- μείρησε πρότερον τὴν Γάγγραν παραστησάμενος, πείραν λαβεῖν ἐντεῦθεν τῆς τῶν ᾿Αρμενίων γνώμης βουλόμενος καὶ ἀκριβῶς γνῶναι πρὸς οῖς εἰσιν. Οἱ δὲ, καὶ πρὸς μόνην τὴν θέαν τούτων θυμῷ υπερ- ζέσαντες ὡς ἀπολουμένων αὐτίκα καὶ μηδὲ τὴν πρώτην αὐτῶν ὑποστησομένων ὁρμὴν, τας πύλας ανακλνάντες κατ' αὐτῶν ἐξερεύνησαν, καὶ συμβολῆς γενομένης ἡττῶσί τε τούτους τὰ νῶτα στρέψαντας καὶ ἐπὶ πλεῖστον καταδιώκουσι. Συστάντων δὲ μετὰ βραχύς των φευγόντων Περσῶν ἐν τῷ τὴν ὄψιν μετ ταβαλεῖν οἷς καὶ Ῥωμαϊκῶν αὐτοῖς ἐπαρηξάντων ταγμάτων, ἡ μάχη, παλίντροφος γίνεται, καὶ ἄκου τις εἰς τὸ τεῖχος ἐγκλείονται οἱ ᾿Αρμένιοι. Μικρ δὲ ὕστερον καὶ τοῖς τείχεσιν αἱ μηχαναί (25) προτο ἄγονται, καὶ οἱ λίθοι ἐκσφενδονῶνται σφαιροειδείς και της βάρεις βάλλουσιν. Ἀλλ᾿ οὐδὲ τὸ βάρβαρον ἐπὶ τούτοις ηρεμον ἦν, τῶν δ' ἐπάλξεων ἄνωθεν ἐξ ἐντιπάλου στῆσαν καὶ αὐτὸ μηχανήματα βάρη τε λίθων εκόντιζεν εἰς τὸ στράτευμα και σιδήρια σπιθηρακίζοντα ἐξετίνασσε, καὶ ἦν ἦν κατὰ τοῦτο Ῥωμαίων ὡς ἐπίπαν ἐπικρατέστερον. Ὅθεν τὰ μὲν πρῶτα πλεῖστοι τῶν Ῥωμαίων ἐσίνοντο· εἶτα καὶ εἰς παράλογον, ὡς εἰπεῖν, καὶ συώδη ὁρμὴν (26) επαθήξαντες ἑαυτοὺς οἱ ᾿Αρμένιοι ἐξιόντες κατα- τιμπρῶσι τὰς ὁ λεπόλεις, εὐφυν πρὸς ἀφὴν εὐράμε καὶ τοῦ πυρὸς τὰ ἐκ δονάκων ἐπισυνθέματά τε καὶ τίγματα, ἃ πρὸς ἔρυμα των μηχανών προετέτατο. Τί δ' ἐπὶ τούτοις καγχασμοὶ τῶν ἀντιπάλων καὶ βιασμοί σώματος πρὸς διάχυσιν καὶ Ῥωμαίων πελάγγλωσσο: χλευασμοί (27) και στομφασμοί κατά βασιλέως καὶ λῆρος μακροί. Ανοχῆς δὲ γενομένης καὶ τῆς μάχης ληξάσης ἐπὶ βραχὺ τά τε πετροβόλα ἐπισκευάζονται πρὸς Ρωμαίων ὄργανα (28) καὶ τὰ τούτων προταθέντα παραπετάσματά τε καὶ ἱμαν· τώματα ἐκ πηλίνων πλίνθων συντίθενται, καὶ οὕτω τῇ ἐκῆς τα τείχη πάλιν έτυπτετο. Αμέλει καὶ ὡς τὰ παρὰ τῶν ᾿Αρμενίων εκτινασσόμενα φλογερά στήρια κατά μηδὲν τὰς μηχανὰς ἐλυμαίνοντο, εἰς κενόν συνέβαινε σχάζειν τὰ τούτων διανοήματα καὶ εἰς κοτεπὸν μεταπίπτειν τὸν πρώην τωθασμόν Α' μηγανα!. τις κάπρον χοῖρον HISTORIA. VII. Neque vero Baca duntaxat expugnatio, sed prius etiam Anabarzæ plurimum difficultatis habuit. Nam ea urbs frequentissime habitatur et in præ- ruptis sita rupib .s robustis munibus cingitur; tum vero magnis etiam ac iis qui se eo tanquam in asylum contulerant, omnes cataphrasti et viri for- tissimi, additis etiam propugnaculis et 3-4 omnis generis machinis firmata erat. Imperator igitur partem sui exercitus eo præmisit, quæ Persicis cohortibus constabat quas in Gangræ deditione ceperat, ut animos Armeniorum periclitaretur ac plane cognosceret ulris studerent. Verum hostes ad primum eorum conspectum ira inflammati, quasi vero stalim perituri ac ne primum quidem impe- tum suum toleraturi essent, portis apertis crupe- p runt : cumque ad manus ventum esset, eos in D B fugam conjectus longissime persequuntur: sed cum paulo post Persæ conversi Romanis legionibus opem ferentibus substitissent, mutata pugnæ facie Armenii inviti incenibus includuntur. Mox ctiam machinis admotis, rotundis saxis turres feriuntur. Cæterum nec barbari conquiescunt: quin et ipsi ex adverso productis machinis grandia saxa ex propugnaculis in exercituin jaculantur et ferra- menta scintillantia vibrant; eaque parte Romanis omnino superiores principio plurimos lædebant. Deinde inopinato quodam et belluiuo impetu erum- pentes, se invicem cohortati, machinas, igne iu storeas et pegmata quibus tegebantur ingesto, facile cremant.Sequuntur cachinni hostium, hilares. corporis agitationes, Romanorum crebra derisio, ludiario contra imperatorem, nugæ longæ. Cum pugna nonnihil quasi per inducis quievisset, Ro- mani tormenta reparant, eorumque teguminibus e limo confectis postridie mænia denuo feriunt. Cum autem flagrantia illa ferramenta,qua Armenii jaculabantur,machinis nihil incommodarent, irriti conatus efficiebant ut prior eorum risus et ludibria in luctum verterentur. Massæ enim quæ ex urbe librabantur, etsi concitatæ erant et acriter feriebant, tamen cum in tegumina illa rara humida lutea et laxa incidebant,erant irritæ,atque impetu remisso et flamma exstincta nihil eorum faciebant propter qua mittebantur. Muro igitur urbis in multis par- tibus perrupto, facilis in eam patuit aditus. Hoc modo imperatori cedunt hostes dudum impudentes et armis frementes, eique Anabarzam coacti magis quam ultro dedunt: nec id tamen statim, sed re iterum tentata et pugna sæpius repetita et transitu in alterum contiguum murum facto; a quo Ro- manos non sine sanguine quemadmodum a primo repellabant. Hier. Wolfi nota. (2), Utrum bombardas eo tempore babuerunt Græci,an aliud machinarum genus id fait ? tius more ; enim et et significat. biguum est utrum dicat Anabarzæos subinde irri” sisse Romanos, an a Romanis vicissim subsannatos esse. res sic appellat. 126. Σνώδη, ὁρμήν. Porcorum aut aprorum po- 27) Ρωμαίων παλιγγλωσσοι χλευασμοί. Am- (28) Πετροβόλα ὄρνατα. Fortasse balistas majo-
ἔνθα καὶ τὸν τοῦ ποδὸς ἐτοξεύθη ταρσὸν παρὰ Πέρσου τινὸς καταβληθέντος μὲν ὑπὸ βασιλέως τῷ δόρατι, ἐν δὲ τῷ ἀνατραπῆναι τὸ βέλος ἐπαφέντος κατὰ τοῦ πέλματος. δόξας δὲ παρ’ αὐτοῖς φοβερὸς εἶναι τὰς πράξεις καὶ εὔτολμος καὶ τοῦ πατρὸς Ἰωάννου φιλοκινδυνότερος οὐχ ᾑρεῖτο γενέσθαι παλίνστροφος, οὐδ’ ἐπείθετό οἱ τοῖς συμβουλεύουσι μνησθῆναι καὶ νόστου ποτέ, μήπως ἐπισυστάντες οἱ Πέρσαι ὡς ἤδη περὶ τῶν ὅλων ἀπογινώσκοντες κακῶς τὸ καθ’ αὑτὸν διάθωνται στράτευμα. Ἀμέλει καὶ τὸ πρόθυμον ἐπιτείνας ἐς αὐτὸ τὸ Ἰκόνιον ἤλασεν. αὐτὸς μὲν οὖν ὁ Μασοὺτ μεταναστεύσας ἐκεῖθεν παρενέβαλεν εἰς τὰ Τάξαρα, ἅ ἐστιν ἡ πάλαι λεγομένη Κολώνεια· τῶν δὲ θυγατέρων αὐτοῦ μία τῶν τειχῶν ἄνω ἐκκύπτουσα, ἥτις καὶ συνῳκηκέναι ἐλέγετο τῷ ἐξαδέλφῳ τοῦ βασιλέως Ἰωάννῃ τῷ Κομνηνῷ, ὃν ὁ σεβαστοκράτωρ ἐγείνατο Ἰσαάκιος, κατὰ δὲ μικρολυπίαν τοῦ θείου καὶ βασιλέως Ἰωάννου τοῦ Κομνηνοῦ ἀποδρὰς τῷ Μασοὺτ προσερρύη, ὑπὲρ τοῦ πατρὸς καὶ σουλτάνου πιθανὸν ἐτίθετο τὸν ἀπόλογον.
Ζ. Οὐ μονον δὲ κατὰ τὴν ἄλωτιν τοῦ Βακὰ μετ' Α Εργωδίας ὁ βασιλεὺς ἐκονίσατο, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν Ανεβαρζαν προτερον πλεῖστα ἐμόγησεν. Η γάρ πόλις αὕτη κουροτρόφος οὖσα καὶ πολυάνθρωπος, ἀνυμνοῖς τε διειλημμένη τείχεσι καὶ πετρῶν ἀπο- τήμων ύπερθεν ἱδρυμένη, τότε μᾶλλον ἀσφαλεστέρα γεγένηται παρὰ τῶν εἰς αὐτὴν ὡς εἰς κρησφύγετον συνελθόντων, ἁπάντων ὄντων καταφράκτων καὶ κρατίστων, ἐπιτειχίσματα προσειληφυῖα καὶ μη γενεῖς παντοίαις διαληφεῖσα. Βασιλεύς μὲν οὖν μένος αὐτοῦ στρατιάς προπέπομφεν εἰς αὐτὴν, καὶ τοῦτο Περσικοῖς κατειλεγμένον τέλεσιν, ὢν ηύ- μείρησε πρότερον τὴν Γάγγραν παραστησάμενος, πείραν λαβεῖν ἐντεῦθεν τῆς τῶν ᾿Αρμενίων γνώμης βουλόμενος καὶ ἀκριβῶς γνῶναι πρὸς οῖς εἰσιν. Οἱ δὲ, καὶ πρὸς μόνην τὴν θέαν τούτων θυμῷ υπερ- ζέσαντες ὡς ἀπολουμένων αὐτίκα καὶ μηδὲ τὴν πρώτην αὐτῶν ὑποστησομένων ὁρμὴν, τας πύλας ανακλνάντες κατ' αὐτῶν ἐξερεύνησαν, καὶ συμβολῆς γενομένης ἡττῶσί τε τούτους τὰ νῶτα στρέψαντας καὶ ἐπὶ πλεῖστον καταδιώκουσι. Συστάντων δὲ μετὰ βραχύς των φευγόντων Περσῶν ἐν τῷ τὴν ὄψιν μετ ταβαλεῖν οἷς καὶ Ῥωμαϊκῶν αὐτοῖς ἐπαρηξάντων ταγμάτων, ἡ μάχη, παλίντροφος γίνεται, καὶ ἄκου τις εἰς τὸ τεῖχος ἐγκλείονται οἱ ᾿Αρμένιοι. Μικρ δὲ ὕστερον καὶ τοῖς τείχεσιν αἱ μηχαναί (25) προτο ἄγονται, καὶ οἱ λίθοι ἐκσφενδονῶνται σφαιροειδείς και της βάρεις βάλλουσιν. Ἀλλ᾿ οὐδὲ τὸ βάρβαρον ἐπὶ τούτοις ηρεμον ἦν, τῶν δ' ἐπάλξεων ἄνωθεν ἐξ ἐντιπάλου στῆσαν καὶ αὐτὸ μηχανήματα βάρη τε λίθων εκόντιζεν εἰς τὸ στράτευμα και σιδήρια σπιθηρακίζοντα ἐξετίνασσε, καὶ ἦν ἦν κατὰ τοῦτο Ῥωμαίων ὡς ἐπίπαν ἐπικρατέστερον. Ὅθεν τὰ μὲν πρῶτα πλεῖστοι τῶν Ῥωμαίων ἐσίνοντο· εἶτα καὶ εἰς παράλογον, ὡς εἰπεῖν, καὶ συώδη ὁρμὴν (26) επαθήξαντες ἑαυτοὺς οἱ ᾿Αρμένιοι ἐξιόντες κατα- τιμπρῶσι τὰς ὁ λεπόλεις, εὐφυν πρὸς ἀφὴν εὐράμε καὶ τοῦ πυρὸς τὰ ἐκ δονάκων ἐπισυνθέματά τε καὶ τίγματα, ἃ πρὸς ἔρυμα των μηχανών προετέτατο. Τί δ' ἐπὶ τούτοις καγχασμοὶ τῶν ἀντιπάλων καὶ βιασμοί σώματος πρὸς διάχυσιν καὶ Ῥωμαίων πελάγγλωσσο: χλευασμοί (27) και στομφασμοί κατά βασιλέως καὶ λῆρος μακροί. Ανοχῆς δὲ γενομένης καὶ τῆς μάχης ληξάσης ἐπὶ βραχὺ τά τε πετροβόλα ἐπισκευάζονται πρὸς Ρωμαίων ὄργανα (28) καὶ τὰ τούτων προταθέντα παραπετάσματά τε καὶ ἱμαν· τώματα ἐκ πηλίνων πλίνθων συντίθενται, καὶ οὕτω τῇ ἐκῆς τα τείχη πάλιν έτυπτετο. Αμέλει καὶ ὡς τὰ παρὰ τῶν ᾿Αρμενίων εκτινασσόμενα φλογερά στήρια κατά μηδὲν τὰς μηχανὰς ἐλυμαίνοντο, εἰς κενόν συνέβαινε σχάζειν τὰ τούτων διανοήματα καὶ εἰς κοτεπὸν μεταπίπτειν τὸν πρώην τωθασμόν Α' μηγανα!. τις κάπρον χοῖρον HISTORIA. VII. Neque vero Baca duntaxat expugnatio, sed prius etiam Anabarzæ plurimum difficultatis habuit. Nam ea urbs frequentissime habitatur et in præ- ruptis sita rupib .s robustis munibus cingitur; tum vero magnis etiam ac iis qui se eo tanquam in asylum contulerant, omnes cataphrasti et viri for- tissimi, additis etiam propugnaculis et 3-4 omnis generis machinis firmata erat. Imperator igitur partem sui exercitus eo præmisit, quæ Persicis cohortibus constabat quas in Gangræ deditione ceperat, ut animos Armeniorum periclitaretur ac plane cognosceret ulris studerent. Verum hostes ad primum eorum conspectum ira inflammati, quasi vero stalim perituri ac ne primum quidem impe- tum suum toleraturi essent, portis apertis crupe- p runt : cumque ad manus ventum esset, eos in D B fugam conjectus longissime persequuntur: sed cum paulo post Persæ conversi Romanis legionibus opem ferentibus substitissent, mutata pugnæ facie Armenii inviti incenibus includuntur. Mox ctiam machinis admotis, rotundis saxis turres feriuntur. Cæterum nec barbari conquiescunt: quin et ipsi ex adverso productis machinis grandia saxa ex propugnaculis in exercituin jaculantur et ferra- menta scintillantia vibrant; eaque parte Romanis omnino superiores principio plurimos lædebant. Deinde inopinato quodam et belluiuo impetu erum- pentes, se invicem cohortati, machinas, igne iu storeas et pegmata quibus tegebantur ingesto, facile cremant.Sequuntur cachinni hostium, hilares. corporis agitationes, Romanorum crebra derisio, ludiario contra imperatorem, nugæ longæ. Cum pugna nonnihil quasi per inducis quievisset, Ro- mani tormenta reparant, eorumque teguminibus e limo confectis postridie mænia denuo feriunt. Cum autem flagrantia illa ferramenta,qua Armenii jaculabantur,machinis nihil incommodarent, irriti conatus efficiebant ut prior eorum risus et ludibria in luctum verterentur. Massæ enim quæ ex urbe librabantur, etsi concitatæ erant et acriter feriebant, tamen cum in tegumina illa rara humida lutea et laxa incidebant,erant irritæ,atque impetu remisso et flamma exstincta nihil eorum faciebant propter qua mittebantur. Muro igitur urbis in multis par- tibus perrupto, facilis in eam patuit aditus. Hoc modo imperatori cedunt hostes dudum impudentes et armis frementes, eique Anabarzam coacti magis quam ultro dedunt: nec id tamen statim, sed re iterum tentata et pugna sæpius repetita et transitu in alterum contiguum murum facto; a quo Ro- manos non sine sanguine quemadmodum a primo repellabant. Hier. Wolfi nota. (2), Utrum bombardas eo tempore babuerunt Græci,an aliud machinarum genus id fait ? tius more ; enim et et significat. biguum est utrum dicat Anabarzæos subinde irri” sisse Romanos, an a Romanis vicissim subsannatos esse. res sic appellat. 126. Σνώδη, ὁρμήν. Porcorum aut aprorum po- 27) Ρωμαίων παλιγγλωσσοι χλευασμοί. Am- (28) Πετροβόλα ὄρνατα. Fortasse balistas majo-
PG 139:351βασιλεὺς δὲ ἀγχοῦ τῶν περιβόλων τοῦ Ἰκονίου γενόμενος καὶ τὰ τείχη τῷ στρατῷ διαζώσας τόξα τε τείνειν ἐπὶ τὰς ἐπάλξεις τῇ νεολαίᾳ ἐνδοὺς καὶ τοῖς νεκροδόχοις σήμασιν ἐνυβρίζειν οὕτως ἐκεῖθεν ἐξώρμησε καὶ παλίμπους ἐφέρετο. ἐν δὲ τῇ ἀπάρσει λόχους ὑποκαθισάντων τῶν πολεμίων καὶ τὰ ἀμφιλαφῆ χωρία προειληφότων μείζους τῶν προτέρων ἀνερράγησαν πόλεμοι. ἐναγωνίως δὲ καὶ τούτων διῳκημένων ἐς τὴν βασιλεύουσαν πόλιν ἀνέζευξεν. Ἠγάγετο δὲ γυναῖκα ὁ βασιλεὺς οὗτος ἐξ Ἀλαμανῶν, γένους τῶν ἐπὶ δόξης καὶ πάνυ λαμπρῶν. αὕτη μέντοι οὐ τοσοῦτον τοῦ σωματικοῦ κάλλους ἐφρόντιζεν, ὅσον τοῦ ἔνδον καὶ περὶ ψυχὴν ἐπεμέλετο. οὐκοῦν ἐξομνυμένη τὰ ἐκ τῶν κόνεων ἐπιτρίμματα καὶ τοὺς τῶν ὀφθαλμῶν ὑπογραμμοὺς καὶ τὸν πλάστην τὸν κάτωθεν καὶ τὸ τεχνικὸν ἀλλ’ οὐ φυσικὸν ἔρευθος καὶ ταῖς ἄφροσι τῶν γυναικῶν αὐτὰ ἐπιρρίπτουσα ταῖς ἀρεταῖς προσανεῖχε καὶ ὡραί̈ζετο. εἶχε δὲ τὸ μὴ ἐπικλινὲς ἐθνικὸν καὶ τὸ τῆς γνώμης ἐκέκτητο δυσμετάθετον. ὅθεν οὐδ’ ὁ βασιλεὺς προσεῖχεν αὐτῇ τὰ πολλά, ἀλλὰ τιμῆς μὲν καὶ δορυφορίας καὶ τῆς λοιπῆς λαμπροφορίας βασιλικωτάτης μετεῖχε, τὰ δ’ ἐς τὴν κοίτην ἠδίκητο.
και καταγέλων. Ὁ γὰρ σφενδονούμενος ἐκ τῶν ἔσωθεν μύδρος εἰ καὶ ἦν ἀντήρης καὶ πρὸς τὰς πληγὰς ἀνένδοτος, ἀλλ᾽ οὖν ἐπεγχρίπτων τῷ μανῷ καὶ πλαδῶντι διακένῳ τε καὶ γηίνῳ καὶ σομφώδει προβλήματι ἄπρακτος ἠκοντίζετο· εἶχε μὲν γὰρ ὑποχαλᾶν τὸ βαλλόμενον, σβεννύμενος δ' οὖν ὅμως ἔδρα οὐδὲν ὧν ἕνεκα διηφίετο. Ὅθεν κατὰ πολλὰ μέρη διαρραγέντος τοῦ περιβόλου τῆς πόλεως εὐέφοδα τὰ ἔνδον γίνεται, καὶ τῷ τρόπῳ τούτῳ ὑποκλίνεται βασιλεῖ τὸ πρὶν ἀναιδὲς καὶ βρέμον τοῖς ὅπλοις μέγα πολέμιον, καὶ τὴν πόλιν ᾿Αναβάρζαν ἀνάγκῃ μᾶλλον ἢ γνώλῃ αὐτῷ παραδίδωσιν, οὐκ ἐκ τοῦ παραχρῆπα δὲ, ἀλλὰ μετὰ πεῖραν δευτέραν καὶ τὴν πολλάκις ἀντίταξιν καὶ τὴν ἐκ τὸ προσεχές ἕτερον τεῖχος ἀναχών ρησιν καὶ τὴν αὖθις ἐκ τοῦδε, καθάπερ ἀπὸ τοῦ πρώτου, μεθ' αἵματος ἔκκρουτίν τε καὶ ἀποσάλευσιν. Α Ομοίως δὲ καὶ τὰ πέριξ ταυτησὶ τῆς πόλεως φρούρια μετελθὼν ἐς τὴν κοίλην Συρίαν ἔπεισι, καὶ τὴν καλλίπολιν Αντιόχειαν εἰσιών, ἣν δίεισιν Ορόντης καὶ περιβομβεῖ Ζέφυρος ἄνεμος, ὑπτίαις χερσί παρὰ τε τοῦ πρίγκιπος Ραϊμούνδου καὶ τοῦ πλήθους παντὸς τῶν ἀστυνόμων προσδέχεται. Εφ' ἱκαναῖς δ᾽ ἡμέραις τῇ πόλει ἐνδιατρίψας, και λίζιον ἑαυτῷ (24) τὸν πρίγκιπα δείξας, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν Τριπόλεως κύμητα, ἔγνω προσβαλείν ταῖς περὶ τὴν ᾿Αντιόχου ἱδρυμέναις καὶ παρ' ᾿Αγαρηνῶν κατ- εχομέναις Συροφοινίσσαις πόλεσι. Τοίνυν καὶ τῷ ποταμῷ προσεγγίσας Εὐφράτη ἀφικνεῖται εἰς τι πολίχνιον ἐγχωρίως Πιζακαλούμενον, ἔνθα καὶ πολυ λὴν ἐνδειξαμένων τῶν πολεμίων περὶ τὴν συμβο λὴν γενναιότητα ὑπονοστεῖ τὸ Ῥωμαϊκὸν, καὶ μέσ Χρι τινὸς καταδίωξις γένεται μέρους τοῦ προ ελάσαντος μὴ ἀντισχεῖν ἔχοντος πρὸς πάθος μας νικὸν καὶ φορὰν παράλογον τῶν ἐναντίων. Μετ' οὐ πολὺ δὲ ἐγγυτέρω τοῦ βασιλέως φανέντος ἐκ τῆς περὶ αὐτον φαλαγγος συχνοὶ τοῖς ἀντιπάλοις συμβή γνύνται οἱ δὲ μὴ ἐνεγκόντες τὴν κατ' αὐτῶν ἐπέλα- σιν τῶν Ῥωμαίων συγκλείονται εἴσω τοῦ τειχισμοῦ, καὶ οὐκέτι ἐπεκτρέχειν προέθεντο· Τεῖχος μὲν οὖν καὶ περίτειχος ὑπῆν τῷ πολίσματι, καὶ βαθεῖα τέ φρος εν μέρει τοῦτο περιεζώννυε, καὶ λίθος αὐτο- πολλὰ δὲ τῶν πυργω- φυὴς ἐνιαχοῦ κατεφράγνυε μάτων ὑπενδύτα ταῖς τῶν λίθων νιφάσι καὶ πρὸς γῆν καταφρεύσαντα τῶν ἐκ τῆς ᾿Αγαρ καθεῖλε τὸ φρόνημα. Εντεῦθεν οἱ τολμητίαι καὶ φυσῶντες ἄμετρα, εἰς δειλίαν πιθεμένων αὐτοῖς των οχυρω μάνων, ὑπέρ τε τῆς οἰκείαι ἀντιβολοῦσι ζωῆς καὶ τῶν ἐνόντων πάντων αὐτὴν ἀλλάσσονται, βασιλεῖ τὰς χεῖρας προτείναντες. Ἐκ δὲ τούτου μοῖραν δια φείς στρατεύματος κατὰ τῶν ἐπέκεινα τοῦ Εὐφρα του πόλεων και φρουρίων πλῆθος λαφόρων συν ἐλεξε, καὶ τὸ Πιζὰ τῷ τῆς Ἐδέσσης δωρησάμενος κόμητο, τὸ Βέμπετζ παραλλάξας ὡς εὐκαταγώνιο στον κριθὲν κἀπὶ πεδίου κείμενον ὑπτιέζοντας, κατὰ τοῦ Χάλεπ καὶ τοῦ Φέρεπ ἐξώπμησε, τούτο αίτησαμένου τοῦ τῆς ᾿Αντιοχείας πρίγκιπος, ἐπεὶ καὶ οὗτος τῷ βασιλεῖ συνεστράτευεν. Ἐπιστάς, δὲ τῷ Χάλεπ (τὸ δ' ἐστὶν ἡ πάλαι λεγομένη Βέροια) δρα πολυάνθρωπον πόλιν καὶ στέγουσαν ἐνδον πλεῖστον ὅσον ὁπλιοικὸν, οἳ καὶ ἐξιόντες τοῦ τείχους ἄμε θεα Ρωμαίων συμπλέκονται μετὰ ῥύμης τοῖς περὶ τὸν βασιλέα στρατεύμασι. Τὸ δὲ ἧττον ἀπενελάμε δείξας ἑαυ • τοῦ ποιήσας. λίζιον Αίζιος NICETE CHONIATÆ B Circum jacentibus castellis eodem tractatis modo in Colesyriam abit ; et pulcherrimam urbem Antiochiam ingressus, quam fluvius Orontes per- fluit et ventus Favonius perflat, supinis manibus a principe Rainundo et omni civium multitudine suscipitur. Diebus pluribus in urbe commoratus, initaque cum principe Raimundo et Tripolitano co:nite amicitia, Antiochim finitimas Syroplanissas urbes,quan ab Agarenis tenerentur, aggredi statuit. Profectus igitur ad Euphratem fluvium ubi ad oppidum quod ab incolis Piza vocatur pervenisset, et hostes in conflictu fortissime se gessissent, Roma- na legio, qum impressionem fecerat, recedit hosti- bus aliquousque persequentibus, ut quorum im- manem incredibilemque impetum ferre non posset. Paulo vero post, cum ipse imperator cum sua phalange se ostendisset, multi hostes adoriuntur; qui Romanorum incursione turbati intra mœnia compelluntur, neque amplius excurrere decreve runt. Habebat id oppidum murum duplicem quem alibi fossa profunda cingebat, alibi vivum saxum muniebat. Multis vero turribus saxorum gran- dine prostratis, Agarenorum feroces et elati animi conciderunt.ut supplices vitam ab imperatore pete. rent, eamque omnibus opibus commutarent. Ex hoc, parte copiarum contra urbes et castella ultra Euphratem ablegata, multas manubias coegit, et Pizam Edesseno comiti donavit : Bempezoque præ- terito ut expugnatu facili, cum in acclivi planitie situm esset, contra Chapelum et Pherepum est profectus, precibus Antiocheni principis, qui una militabat, impulsus. Cum ad Chapelum accessisset, C quæ olim Berrhoea dicta fuit, videt urbem esse frequentem et magnis militum præsidiis munitam; qui ad primum Romanorum conspectum impetum in imperatorios faciunt,victique monia repetunt; nec semel duntaxat, sed iterum atque iterum excursionibus factis nunquam vicerunt: impera- tori vero urbem circumeunti et speculanti clam tormentis insidiati aberrarunt. Qui cum in præ- sentia nihil efficere posset, tum ob urbis munitiones et equestres iu ea pedestresque copias, tum quod commeatus ignis et aquæ penuria laborare inci- piebat, inde discedit, et Pherepo primo impetu capto et comiti cuidam Antiochenæ urbis donato D ad aliam urbem transit, Caphardam nomine, quæ Hier. Wolfi uola. publicæ codex hic alium ordinem habet.transposi- tis utique paginis aliquot. Pro habet Vox pro posita ob evanidos characteres legi don potest. quid sit, ipse auctor alio loco declarat. (29) Καὶ λίζον ἑαυτῷ. Vetustus Augustanæ rei-
νέος γὰρ ὢν ὁ Μανουὴλ καὶ ἐρωτικὸς τῷ τε ἀνειμένῳ βίῳ καὶ ταῖς τρυφαῖς προσανέκειτο καὶ συσσιτίων καὶ κώμων ἐξείχετο καὶ ὅσα τὸ νεοτήσιον ἄνθος ὑπέβαλλε καὶ ἐμύουν οἱ πάνδημοι ἔρωτες διεπράττετο. καὶ πρὸς τὰς μίξεις ἀκάθεκτος ὢν καὶ πολλαῖς θηλυτέραις ἐπιθορνύμενος ἔλαθε καὶ δι’ ὁμογνίου τρυμαλιᾶς ἀθεμίτως ἐμπερονῶν. καὶ ἦν ἐκείνῳ μόλυσμα τὸ πραχθέν, διαλωβοῦν καὶ καταχέον ἀπρέπειαν, ὅσα καὶ ὄψεως χαριέσσης ἐκφυεῖσά που τοῦ προσώπου ἀκροχόρδων ἢ ἀλφῶν ἐξανθήματα. Ἐμέλησε δὲ καὶ τῶν κοινῶν τῷ βασιλεῖ τῷδε πράξεων. καὶ τῶν μὲν δημοσίων εἰσφορῶν φροντιστὴν καὶ λογιστὴν μέγιστον τὸν ἐκ Πούτζης Ἰωάννην προβάλλεται καὶ αὐτός, ὥσπερ ὁ πατὴρ ἐκείνῳ καὶ βασιλεὺς πρότερον, ὄντα καὶ τοῦ δρόμου πρωτονοτάριον, μελεδωνὸν δὲ μεσεύοντα καὶ τῶν οἰκείων ὑποδρηστῆρα διαταγμάτων τὸν Ἁγιοθεοδωρίτην τίθησιν Ἰωάννην.
και καταγέλων. Ὁ γὰρ σφενδονούμενος ἐκ τῶν ἔσωθεν μύδρος εἰ καὶ ἦν ἀντήρης καὶ πρὸς τὰς πληγὰς ἀνένδοτος, ἀλλ᾽ οὖν ἐπεγχρίπτων τῷ μανῷ καὶ πλαδῶντι διακένῳ τε καὶ γηίνῳ καὶ σομφώδει προβλήματι ἄπρακτος ἠκοντίζετο· εἶχε μὲν γὰρ ὑποχαλᾶν τὸ βαλλόμενον, σβεννύμενος δ' οὖν ὅμως ἔδρα οὐδὲν ὧν ἕνεκα διηφίετο. Ὅθεν κατὰ πολλὰ μέρη διαρραγέντος τοῦ περιβόλου τῆς πόλεως εὐέφοδα τὰ ἔνδον γίνεται, καὶ τῷ τρόπῳ τούτῳ ὑποκλίνεται βασιλεῖ τὸ πρὶν ἀναιδὲς καὶ βρέμον τοῖς ὅπλοις μέγα πολέμιον, καὶ τὴν πόλιν ᾿Αναβάρζαν ἀνάγκῃ μᾶλλον ἢ γνώλῃ αὐτῷ παραδίδωσιν, οὐκ ἐκ τοῦ παραχρῆπα δὲ, ἀλλὰ μετὰ πεῖραν δευτέραν καὶ τὴν πολλάκις ἀντίταξιν καὶ τὴν ἐκ τὸ προσεχές ἕτερον τεῖχος ἀναχών ρησιν καὶ τὴν αὖθις ἐκ τοῦδε, καθάπερ ἀπὸ τοῦ πρώτου, μεθ' αἵματος ἔκκρουτίν τε καὶ ἀποσάλευσιν. Α Ομοίως δὲ καὶ τὰ πέριξ ταυτησὶ τῆς πόλεως φρούρια μετελθὼν ἐς τὴν κοίλην Συρίαν ἔπεισι, καὶ τὴν καλλίπολιν Αντιόχειαν εἰσιών, ἣν δίεισιν Ορόντης καὶ περιβομβεῖ Ζέφυρος ἄνεμος, ὑπτίαις χερσί παρὰ τε τοῦ πρίγκιπος Ραϊμούνδου καὶ τοῦ πλήθους παντὸς τῶν ἀστυνόμων προσδέχεται. Εφ' ἱκαναῖς δ᾽ ἡμέραις τῇ πόλει ἐνδιατρίψας, και λίζιον ἑαυτῷ (24) τὸν πρίγκιπα δείξας, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν Τριπόλεως κύμητα, ἔγνω προσβαλείν ταῖς περὶ τὴν ᾿Αντιόχου ἱδρυμέναις καὶ παρ' ᾿Αγαρηνῶν κατ- εχομέναις Συροφοινίσσαις πόλεσι. Τοίνυν καὶ τῷ ποταμῷ προσεγγίσας Εὐφράτη ἀφικνεῖται εἰς τι πολίχνιον ἐγχωρίως Πιζακαλούμενον, ἔνθα καὶ πολυ λὴν ἐνδειξαμένων τῶν πολεμίων περὶ τὴν συμβο λὴν γενναιότητα ὑπονοστεῖ τὸ Ῥωμαϊκὸν, καὶ μέσ Χρι τινὸς καταδίωξις γένεται μέρους τοῦ προ ελάσαντος μὴ ἀντισχεῖν ἔχοντος πρὸς πάθος μας νικὸν καὶ φορὰν παράλογον τῶν ἐναντίων. Μετ' οὐ πολὺ δὲ ἐγγυτέρω τοῦ βασιλέως φανέντος ἐκ τῆς περὶ αὐτον φαλαγγος συχνοὶ τοῖς ἀντιπάλοις συμβή γνύνται οἱ δὲ μὴ ἐνεγκόντες τὴν κατ' αὐτῶν ἐπέλα- σιν τῶν Ῥωμαίων συγκλείονται εἴσω τοῦ τειχισμοῦ, καὶ οὐκέτι ἐπεκτρέχειν προέθεντο· Τεῖχος μὲν οὖν καὶ περίτειχος ὑπῆν τῷ πολίσματι, καὶ βαθεῖα τέ φρος εν μέρει τοῦτο περιεζώννυε, καὶ λίθος αὐτο- πολλὰ δὲ τῶν πυργω- φυὴς ἐνιαχοῦ κατεφράγνυε μάτων ὑπενδύτα ταῖς τῶν λίθων νιφάσι καὶ πρὸς γῆν καταφρεύσαντα τῶν ἐκ τῆς ᾿Αγαρ καθεῖλε τὸ φρόνημα. Εντεῦθεν οἱ τολμητίαι καὶ φυσῶντες ἄμετρα, εἰς δειλίαν πιθεμένων αὐτοῖς των οχυρω μάνων, ὑπέρ τε τῆς οἰκείαι ἀντιβολοῦσι ζωῆς καὶ τῶν ἐνόντων πάντων αὐτὴν ἀλλάσσονται, βασιλεῖ τὰς χεῖρας προτείναντες. Ἐκ δὲ τούτου μοῖραν δια φείς στρατεύματος κατὰ τῶν ἐπέκεινα τοῦ Εὐφρα του πόλεων και φρουρίων πλῆθος λαφόρων συν ἐλεξε, καὶ τὸ Πιζὰ τῷ τῆς Ἐδέσσης δωρησάμενος κόμητο, τὸ Βέμπετζ παραλλάξας ὡς εὐκαταγώνιο στον κριθὲν κἀπὶ πεδίου κείμενον ὑπτιέζοντας, κατὰ τοῦ Χάλεπ καὶ τοῦ Φέρεπ ἐξώπμησε, τούτο αίτησαμένου τοῦ τῆς ᾿Αντιοχείας πρίγκιπος, ἐπεὶ καὶ οὗτος τῷ βασιλεῖ συνεστράτευεν. Ἐπιστάς, δὲ τῷ Χάλεπ (τὸ δ' ἐστὶν ἡ πάλαι λεγομένη Βέροια) δρα πολυάνθρωπον πόλιν καὶ στέγουσαν ἐνδον πλεῖστον ὅσον ὁπλιοικὸν, οἳ καὶ ἐξιόντες τοῦ τείχους ἄμε θεα Ρωμαίων συμπλέκονται μετὰ ῥύμης τοῖς περὶ τὸν βασιλέα στρατεύμασι. Τὸ δὲ ἧττον ἀπενελάμε δείξας ἑαυ • τοῦ ποιήσας. λίζιον Αίζιος NICETE CHONIATÆ B Circum jacentibus castellis eodem tractatis modo in Colesyriam abit ; et pulcherrimam urbem Antiochiam ingressus, quam fluvius Orontes per- fluit et ventus Favonius perflat, supinis manibus a principe Rainundo et omni civium multitudine suscipitur. Diebus pluribus in urbe commoratus, initaque cum principe Raimundo et Tripolitano co:nite amicitia, Antiochim finitimas Syroplanissas urbes,quan ab Agarenis tenerentur, aggredi statuit. Profectus igitur ad Euphratem fluvium ubi ad oppidum quod ab incolis Piza vocatur pervenisset, et hostes in conflictu fortissime se gessissent, Roma- na legio, qum impressionem fecerat, recedit hosti- bus aliquousque persequentibus, ut quorum im- manem incredibilemque impetum ferre non posset. Paulo vero post, cum ipse imperator cum sua phalange se ostendisset, multi hostes adoriuntur; qui Romanorum incursione turbati intra mœnia compelluntur, neque amplius excurrere decreve runt. Habebat id oppidum murum duplicem quem alibi fossa profunda cingebat, alibi vivum saxum muniebat. Multis vero turribus saxorum gran- dine prostratis, Agarenorum feroces et elati animi conciderunt.ut supplices vitam ab imperatore pete. rent, eamque omnibus opibus commutarent. Ex hoc, parte copiarum contra urbes et castella ultra Euphratem ablegata, multas manubias coegit, et Pizam Edesseno comiti donavit : Bempezoque præ- terito ut expugnatu facili, cum in acclivi planitie situm esset, contra Chapelum et Pherepum est profectus, precibus Antiocheni principis, qui una militabat, impulsus. Cum ad Chapelum accessisset, C quæ olim Berrhoea dicta fuit, videt urbem esse frequentem et magnis militum præsidiis munitam; qui ad primum Romanorum conspectum impetum in imperatorios faciunt,victique monia repetunt; nec semel duntaxat, sed iterum atque iterum excursionibus factis nunquam vicerunt: impera- tori vero urbem circumeunti et speculanti clam tormentis insidiati aberrarunt. Qui cum in præ- sentia nihil efficere posset, tum ob urbis munitiones et equestres iu ea pedestresque copias, tum quod commeatus ignis et aquæ penuria laborare inci- piebat, inde discedit, et Pherepo primo impetu capto et comiti cuidam Antiochenæ urbis donato D ad aliam urbem transit, Caphardam nomine, quæ Hier. Wolfi uola. publicæ codex hic alium ordinem habet.transposi- tis utique paginis aliquot. Pro habet Vox pro posita ob evanidos characteres legi don potest. quid sit, ipse auctor alio loco declarat. (29) Καὶ λίζον ἑαυτῷ. Vetustus Augustanæ rei-
καὶ ἦν ὁ μὲν τῷ προσώπῳ τοῦ βασιλέως ἀεὶ ὀπτανόμενος καὶ τὰ τούτου ἐντάλματα ὅσα καὶ ἐμφάσεις ἐκ κρείττονος μοίρας δεχόμενος, ὑπουργοῖς δὲ οὐκ ὀλίγοις τῶν γραφομένων καὶ λεγομένων ἐκέχρητο λογίοις ἀνδράσιν, ὅσοις ἡ αὐλὴ ἐνέβριθεν ἡ βασίλειος, πρὸ πάντων δὲ τῷ Στυππειώτῃ Θεοδώρῳ, περὶ οὗ δηλώσομεν ἐν τοῖς ἐφεξῆς. Ἦν δὲ ὁ ἐκ Πούτζης Ἰωάννης δεινότατος τὰ δημόσια, φορολογίας παιπάλημα καὶ ἐπίτριμμα, καὶ τῶν μὲν ὄντων δασμοφορημάτων συζητητὴς ἀκριβέστατος, τῶν δὲ οὐκ ὄντων εὑρετὴς ἀπαράμιλλος. ἐξήσκητο δὲ καὶ τὸ ἦθος ὑπὲρ πάντας ἀδυσώπητον καὶ ἀμείλικτον. εὐκοπώτερον γὰρ ἄν τις ἀμειδῆ καὶ ἀγέλαστον πέτραν ἐμάλθαξεν, ἢ ἐκεῖνον ἐν τοῖς ἀβουλήτοις ὑπέκλινεν. ὃ δὲ τούτου θαυμασιώτερον, οὐ μόνον οὐκ ἦν δακρύοις ἄτεγκτος, σχήμασι δεητηρίοις ἀπροσκλινής, ἀργυρίου ἀτίνακτος ἑλεπόλεσι καὶ χρυσίου ἀγοήτευτος φαρμακεύμασιν, ἀλλ’ εἶχε καὶ τὸ δυσέντευκτον ὡς ἀπάνθρωπον. τὸ δὲ τοῖς τότε θυμαλγὲς καὶ δυσύποιστον, οὐδ’ ἀπόλογος ἦν παρ’ αὐτῷ καθαρῶς ἐφ’ οἷς ὁ προσιὼν προετίθετο, ἀλλὰ χαίρων τὰ πλεῖστα τῇ ἀφασίᾳ, ἐνιαχοῦ καὶ ἀπροσήγορον παρῄει τὸν παραβάλλοντα.
και καταγέλων. Ὁ γὰρ σφενδονούμενος ἐκ τῶν ἔσωθεν μύδρος εἰ καὶ ἦν ἀντήρης καὶ πρὸς τὰς πληγὰς ἀνένδοτος, ἀλλ᾽ οὖν ἐπεγχρίπτων τῷ μανῷ καὶ πλαδῶντι διακένῳ τε καὶ γηίνῳ καὶ σομφώδει προβλήματι ἄπρακτος ἠκοντίζετο· εἶχε μὲν γὰρ ὑποχαλᾶν τὸ βαλλόμενον, σβεννύμενος δ' οὖν ὅμως ἔδρα οὐδὲν ὧν ἕνεκα διηφίετο. Ὅθεν κατὰ πολλὰ μέρη διαρραγέντος τοῦ περιβόλου τῆς πόλεως εὐέφοδα τὰ ἔνδον γίνεται, καὶ τῷ τρόπῳ τούτῳ ὑποκλίνεται βασιλεῖ τὸ πρὶν ἀναιδὲς καὶ βρέμον τοῖς ὅπλοις μέγα πολέμιον, καὶ τὴν πόλιν ᾿Αναβάρζαν ἀνάγκῃ μᾶλλον ἢ γνώλῃ αὐτῷ παραδίδωσιν, οὐκ ἐκ τοῦ παραχρῆπα δὲ, ἀλλὰ μετὰ πεῖραν δευτέραν καὶ τὴν πολλάκις ἀντίταξιν καὶ τὴν ἐκ τὸ προσεχές ἕτερον τεῖχος ἀναχών ρησιν καὶ τὴν αὖθις ἐκ τοῦδε, καθάπερ ἀπὸ τοῦ πρώτου, μεθ' αἵματος ἔκκρουτίν τε καὶ ἀποσάλευσιν. Α Ομοίως δὲ καὶ τὰ πέριξ ταυτησὶ τῆς πόλεως φρούρια μετελθὼν ἐς τὴν κοίλην Συρίαν ἔπεισι, καὶ τὴν καλλίπολιν Αντιόχειαν εἰσιών, ἣν δίεισιν Ορόντης καὶ περιβομβεῖ Ζέφυρος ἄνεμος, ὑπτίαις χερσί παρὰ τε τοῦ πρίγκιπος Ραϊμούνδου καὶ τοῦ πλήθους παντὸς τῶν ἀστυνόμων προσδέχεται. Εφ' ἱκαναῖς δ᾽ ἡμέραις τῇ πόλει ἐνδιατρίψας, και λίζιον ἑαυτῷ (24) τὸν πρίγκιπα δείξας, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν Τριπόλεως κύμητα, ἔγνω προσβαλείν ταῖς περὶ τὴν ᾿Αντιόχου ἱδρυμέναις καὶ παρ' ᾿Αγαρηνῶν κατ- εχομέναις Συροφοινίσσαις πόλεσι. Τοίνυν καὶ τῷ ποταμῷ προσεγγίσας Εὐφράτη ἀφικνεῖται εἰς τι πολίχνιον ἐγχωρίως Πιζακαλούμενον, ἔνθα καὶ πολυ λὴν ἐνδειξαμένων τῶν πολεμίων περὶ τὴν συμβο λὴν γενναιότητα ὑπονοστεῖ τὸ Ῥωμαϊκὸν, καὶ μέσ Χρι τινὸς καταδίωξις γένεται μέρους τοῦ προ ελάσαντος μὴ ἀντισχεῖν ἔχοντος πρὸς πάθος μας νικὸν καὶ φορὰν παράλογον τῶν ἐναντίων. Μετ' οὐ πολὺ δὲ ἐγγυτέρω τοῦ βασιλέως φανέντος ἐκ τῆς περὶ αὐτον φαλαγγος συχνοὶ τοῖς ἀντιπάλοις συμβή γνύνται οἱ δὲ μὴ ἐνεγκόντες τὴν κατ' αὐτῶν ἐπέλα- σιν τῶν Ῥωμαίων συγκλείονται εἴσω τοῦ τειχισμοῦ, καὶ οὐκέτι ἐπεκτρέχειν προέθεντο· Τεῖχος μὲν οὖν καὶ περίτειχος ὑπῆν τῷ πολίσματι, καὶ βαθεῖα τέ φρος εν μέρει τοῦτο περιεζώννυε, καὶ λίθος αὐτο- πολλὰ δὲ τῶν πυργω- φυὴς ἐνιαχοῦ κατεφράγνυε μάτων ὑπενδύτα ταῖς τῶν λίθων νιφάσι καὶ πρὸς γῆν καταφρεύσαντα τῶν ἐκ τῆς ᾿Αγαρ καθεῖλε τὸ φρόνημα. Εντεῦθεν οἱ τολμητίαι καὶ φυσῶντες ἄμετρα, εἰς δειλίαν πιθεμένων αὐτοῖς των οχυρω μάνων, ὑπέρ τε τῆς οἰκείαι ἀντιβολοῦσι ζωῆς καὶ τῶν ἐνόντων πάντων αὐτὴν ἀλλάσσονται, βασιλεῖ τὰς χεῖρας προτείναντες. Ἐκ δὲ τούτου μοῖραν δια φείς στρατεύματος κατὰ τῶν ἐπέκεινα τοῦ Εὐφρα του πόλεων και φρουρίων πλῆθος λαφόρων συν ἐλεξε, καὶ τὸ Πιζὰ τῷ τῆς Ἐδέσσης δωρησάμενος κόμητο, τὸ Βέμπετζ παραλλάξας ὡς εὐκαταγώνιο στον κριθὲν κἀπὶ πεδίου κείμενον ὑπτιέζοντας, κατὰ τοῦ Χάλεπ καὶ τοῦ Φέρεπ ἐξώπμησε, τούτο αίτησαμένου τοῦ τῆς ᾿Αντιοχείας πρίγκιπος, ἐπεὶ καὶ οὗτος τῷ βασιλεῖ συνεστράτευεν. Ἐπιστάς, δὲ τῷ Χάλεπ (τὸ δ' ἐστὶν ἡ πάλαι λεγομένη Βέροια) δρα πολυάνθρωπον πόλιν καὶ στέγουσαν ἐνδον πλεῖστον ὅσον ὁπλιοικὸν, οἳ καὶ ἐξιόντες τοῦ τείχους ἄμε θεα Ρωμαίων συμπλέκονται μετὰ ῥύμης τοῖς περὶ τὸν βασιλέα στρατεύμασι. Τὸ δὲ ἧττον ἀπενελάμε δείξας ἑαυ • τοῦ ποιήσας. λίζιον Αίζιος NICETE CHONIATÆ B Circum jacentibus castellis eodem tractatis modo in Colesyriam abit ; et pulcherrimam urbem Antiochiam ingressus, quam fluvius Orontes per- fluit et ventus Favonius perflat, supinis manibus a principe Rainundo et omni civium multitudine suscipitur. Diebus pluribus in urbe commoratus, initaque cum principe Raimundo et Tripolitano co:nite amicitia, Antiochim finitimas Syroplanissas urbes,quan ab Agarenis tenerentur, aggredi statuit. Profectus igitur ad Euphratem fluvium ubi ad oppidum quod ab incolis Piza vocatur pervenisset, et hostes in conflictu fortissime se gessissent, Roma- na legio, qum impressionem fecerat, recedit hosti- bus aliquousque persequentibus, ut quorum im- manem incredibilemque impetum ferre non posset. Paulo vero post, cum ipse imperator cum sua phalange se ostendisset, multi hostes adoriuntur; qui Romanorum incursione turbati intra mœnia compelluntur, neque amplius excurrere decreve runt. Habebat id oppidum murum duplicem quem alibi fossa profunda cingebat, alibi vivum saxum muniebat. Multis vero turribus saxorum gran- dine prostratis, Agarenorum feroces et elati animi conciderunt.ut supplices vitam ab imperatore pete. rent, eamque omnibus opibus commutarent. Ex hoc, parte copiarum contra urbes et castella ultra Euphratem ablegata, multas manubias coegit, et Pizam Edesseno comiti donavit : Bempezoque præ- terito ut expugnatu facili, cum in acclivi planitie situm esset, contra Chapelum et Pherepum est profectus, precibus Antiocheni principis, qui una militabat, impulsus. Cum ad Chapelum accessisset, C quæ olim Berrhoea dicta fuit, videt urbem esse frequentem et magnis militum præsidiis munitam; qui ad primum Romanorum conspectum impetum in imperatorios faciunt,victique monia repetunt; nec semel duntaxat, sed iterum atque iterum excursionibus factis nunquam vicerunt: impera- tori vero urbem circumeunti et speculanti clam tormentis insidiati aberrarunt. Qui cum in præ- sentia nihil efficere posset, tum ob urbis munitiones et equestres iu ea pedestresque copias, tum quod commeatus ignis et aquæ penuria laborare inci- piebat, inde discedit, et Pherepo primo impetu capto et comiti cuidam Antiochenæ urbis donato D ad aliam urbem transit, Caphardam nomine, quæ Hier. Wolfi uola. publicæ codex hic alium ordinem habet.transposi- tis utique paginis aliquot. Pro habet Vox pro posita ob evanidos characteres legi don potest. quid sit, ipse auctor alio loco declarat. (29) Καὶ λίζον ἑαυτῷ. Vetustus Augustanæ rei-
PG 139:353τοσαύτην δ’ ἐκ βασιλέως ἰσχύν τε καὶ ἐξουσίαν περιεζώννυτο, ὡς ἃ μὲν ἠβούλετο τῶν βασιλικῶν θεσπισμάτων ἀποπέμπεσθαι καὶ διαρρηγνύειν, ἔνια δὲ καὶ τοῖς δημοσίοις ἐγγράφειν κώδιξιν. Ὑποθήκῃ δὲ τοῦ ἀνδρὸς τούτου χρῆμά τι κοινωφελὲς καὶ ταῖς νήσοις πάσαις σωτήριον καὶ τοῖς πρώην βασιλεῦσι συντηρηθὲν ἀπαράβατον ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης ἀξυμφόρως κατήργησε. τὰ γὰρ ἐκ τῶν πλευστικῶν ἐρανιζόμενα στρατειῶν, διαδιδόμενα πάλαι τῷ ναυτικῷ, εἰς τὸ ταμιεῖον οὗτος παρειπάμενος μετωχέτευσε καὶ τὰς ἀπὸ τῶν νήσων ἐκ τύπου παρεχομένας τριήρεις αὐτάνδρους μικροῦ κατεπόντωσε παραφάμενος. ὑποθέμενος γὰρ ὡς τὸ μὲν τῶν τριηρέων χρῆμα οὐκ ἀεὶ τῇ πολιτείᾳ καὶ τῷ κοινῷ ἐπιτήδειον, τὰ δ’ ὑπὲρ τούτων ἀναλώματα οὐκ εὐάγκαλα καὶ ἐπέτεια, καὶ δεῖν αὐτὰ μὲν τὸ ταμιεῖον ἐγκολπίζεσθαι, χρείας δ’ ἐνισταμένης ἐκ τῶν βασιλικῶν θησαυρισμάτων τὸν ὀψωνιασμὸν παρέχεσθαι τῷ ναυτικῷ, ἔδοξεν εἶναι ἀνδρῶν ὁ βέλτιστος καὶ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων ἠκριβωκὼς ὁ καταποντιστοῦ σκέμμα εἰσενεγκάμενος. τοῖς γὰρ ἁδροῖς τὸν βασιλέα ἐν τῷ ταῦτα εἰσηγεῖσθαι παρακέκρουκε δαπανήμασι καὶ αὖθις τῷ μετρίῳ τῆς καταβολῆς διακέχυκε.
και τον περίβολον ὑπεισήσαν. Οὐχ ἅπαξ δὲ, ἀλλὰ κατὰ τὸ πάλιν καὶ πάλιν ἐπεκρομὰς θέμενοι κατ' οὐδεμίαν τὸ κράτος ἤραντο· ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτῷ βασιλεῖ περιόντι τὴν πόλιν καὶ κατασκοποῦντι τὸ τεῖχος δι' ασβόλων λάθρα ἐπιβουλεύσαντες, καὶ τῆς προθέσεως ταύτης ἐξέπεσον. Οὐδὲν δέ τι δράσειν ἐξ ὑπογυίου δυνάμενος, καὶ διὰ τὴν ὀχυρότητα μὲν ταυτησὶ τῆς πόλεως καὶ τὴν ἔνδον καὶ εὔοπλον καὶ εὔιππον στρα- τιάν, οὐχ ἧττον δὲ καὶ τὸ ἐπιλιπεῖν τὰ ἐφόδια καὶ τὴν πυρὸς ὁμοῦ καὶ ὕδατος ὑποσπάνισιν, ἐκεῖθεν μεθο ἔσθηται. Καὶ τὸ Φέρεπ ἐξ ἐφόδου παραστησάμενος, καὶ τοῦτο κύμητί τινι τῆς ᾿Αντιοχέων ἀποχαρισάμενος πόλεως, πρὸς ἑτέραν πόλιν μεταχωρεῖ κατὰ φράσιν ἐγχώριον Καφαρος λεγομένην. Μεγίστης δὲ χώρας αὕτη προκαθέζεται, καὶ περὶ αὐτὴν αὐχεῖ καθυπείκοντα οὐκ ἐλάχιστα φρούρια, στεῤῥότητι τειχέως κομπάζουσα. Η΄. Αλλὰ καὶ ταύτην διὰ βραχέος χειρωσάμενος μεταβαίνει πρὸς τὰ ποῤῥώτερα, καὶ τῆς πρὸς τὸ Σέζερ πορείας ἁπτόμενος στρατοπεδεύει περὶ τὸ Ιστριον (πόλις δὲ καὶ τοῦτο τῆς μέσης τῶν ποτα- μῶν) άποθεν μικρῷ τοῦ Σέζερ κείμενον καὶ τοῖς κάτι κατεσκευασμένον άριστα. Οδοῦ δὲ πάρεργον καὶ τούτου διαφθαρέντος καὶ πρὸς ἁρπαγὴν δια· Β φεθέντος τοῖς στρατιώταις, καὶ τούτων μάλιστα τοῖς ἐκ καταλόγων τῶν Σκυθικῶν ὑφ' ὧν δάλωκεν, ἐκεῖ- δὲν ἀπαναστὰς τῷ Σέζερ πρόσεισιν. Οἱ δ᾽ ἐκ τοῦ ἱπεος τοῦδε, καὶ τῶν ἀγχούρων σατραπῶν συνελ θέντων, πλείστους ὅσους τοὺς ὁπλιτεύοντας συνει λήχασιν, ὅθεν καὶ πρὸς ἕνα συνασπισμόν συνιόντες καὶ ὁμαιχμίαν κρατυνάμενοι μίαν προσυπήντων, τὴν ἐκεῖσε περικλώμενον ποταμόν διαβάντες, ἀλλὰ καὶ δοράτια ἐκ καλάμων κραδαίνοντες ταῖς τοῦ βα- σιλέως συμπλέκονται φάλαγξιν, ἵπποις ὠκύποσιν ἐποχούμενοι. Καὶ συῤῥήξεως γενομένης πολλάκις την νίκης ὁ βασιλεὺς ἀποφέρεται, καὶ οἱ μὲν τῶν πολεμίων κατὰ τοῦ ὕδατος ἀκοντίζονται, οἱ δ ἐμπείρονται δόρασιν, οὐδαμῶς ἐπαρκεσάντων σφίσι τῶν ἐνσειομένων δονάκων, ἀλλ' ἀσθενῆ καὶ λεπτὴν @ ἐπικουρίαν καὶ, τὸ ὅλον εἰπεῖν, καλαμίνην παρεχο μένων αὐτοῖς. Ἐντεῦθεν εἰς τὸ τεῖχος ἀναχωρήσαν τις οὐκέτι ἐπεξόδους εἰργάζοντο, ἐκ δὲ τῶν γηίνων ἐμέσων προφαινόμενοι καὶ πολλὴν ἐντεῦθεν τὴν σύνο την ἔχοντες Ρωμαίοις ἀντεφέροντο, τὴν ἑαυτῶν χώραν ἀνέντες εἰς τὸ ἀδεῶς ἐκπορθεῖσθαι καὶ ληί- ζεσθαι καὶ χειροῦσθαι τὰ φρούρια. Οὕτω δὲ τούτων τραττόντων, ὁ βασιλεὺς τὰς φάλαγγας αποκρινηκὼς καὶ κατὰ γένος καὶ φατρίας διῃρηκώς, ὡς φύλο φύλοις ἀρήγωσιν, εἰς μίαν μοῖραν τὸν Μα αννα καθίστησιν, ἑτέραν τὸ τῶν ἐκλεκτῶν, ἄλλην * Σκυθικόν, ἔτι δὲ τὸ ἐκ Περσίδος ορμώμενον καὶ προσχωρήσαν Ρωμαίοις κατὰ πολέμους τους πρόσ προν. Καὶ τῷ ἀμιγεῖ καὶ πολυμερεῖ τῷδε τῶν πρατευμάτων, διαφόρους προφαινόντων τὰς ὁπλί τις, φόβῳ πλείονι ληφθὲν τὸ πολέμιον τῆς ἄγαν Εντάσεως καθυσίησι, καὶ τὸν ἐκτὸς προέμενον εγισμὸν πρὸς περίβολον τὸν ἔνδον μεθίσταται. Ἐπὶ πολλαῖς οὖν ἡμέραις ἀγχέμαχοι συνέβαινον συμ- Ελικαὶ καὶ πεῖραι καὶ διαμάχας, καὶ μονομαχίαι τῶν ἀρίστων, καὶ περιφυγαὶ καὶ ὑποχωρήσεις καὶ καταδιώξεις ἐξ ἑκατέρων. ᾿Αλλ᾽ ἀεὶ τὰ μὲν Ρω- μαίων ἐπικρατέστερα κατεφαίνετο, τὸ δ' ἐναντίον και ἔπιπτεν ἀπὸ ξίφους πλειόνως, κἂν ἐκ τόξων εἰς θάνατον υπνωττε, νἂν τοῖς ἐκ μηχανῶν λίθοις εἰς μέρη, διήρητο καὶ πρὸς γῆν τὰ τείχη καὶ τὰ τούτων καθηρεῖτο θωράκια, ὅμως ἔμενεν ἔτι ἀκρά- αστον ἐς μυριοπληθὲς ἀριθμούμενον, ἄλλως τε καὶ HISTORIA. A maximæ provinciæ imperat, et multis in circuitu castellis dominatur, firmitate monium insignis. VIII. Sed hac quoque brevi expugnata ulterius in- tendit iter, Sezerim urbem versus ; castraque juxta Istrium ponit Mesopotamiæ urbem, a Sezeri non multum dissitam et rebus omnibus instructissimam. Qua obiter capta et militibus diripienda data, ac Scythicis potissimum legionibus, a quibus expugna- ta fuerat, inde Sezerim aggreditur cujus cives (nam et finitimi satrapæ eodem tanquam ad commune incendium restinguendum confluxerant) plurimos milites coegerunt, et inita societate con- ductisque in unum copiis superatoque præterfluenti amne jacula arundinea vibrantes, et equis velocis- simis insidentes, imperatorias phalanges ultro la- cessunt, ac sæpius aggressi nostros vincuntur, alii in flumen præcipitati, alii hastis transfixi, nihil adjuti vibratione arundinum,quarum auxilium in- firmum, tenue ac plane arundinem experiebantur. Dehinc intra munitiones reversi non amplius egre- diebantur, sed ex terreis tectis se ostendentes ac multum inde opis habentes contra Romanos fere- bantur, direptionibus et vastationibus agrorum et finitimorum castellorum expugnationibus neglectis. [P. 20] D " Quæ eum illi facerent, imperator phalanges recen- set et pro nationibus et tribubus distribuit, ut quique suis popularibus succurrerent. Macedones in unum classem refert, eos qui selecti dicuntur in alteram, Scythas in tertiam, eodemque modo Persas,qui superioribus bellis Romanis accesserant. Hostes autem hac distinctione et varietate legionem et diversitate armorum territi,40 remissa pertina- cia et moenibus exterioribus relictis, in interiora se conferunt. Multis ergo diebus cominus pugnatur, nihil non tentatur, etiam singularia fortissimorum certamina fiunt: nunc in urbem refugitur nunc in eastra receditur, sic tamen ut Romani semper au- periores essent. Hostes autem etsi plures gladio cadebant,sagittis conficiebantur,machinarum saxis discerpebantur, mænia eorumque pinnacula ster- nebantur,tamen clade in tanta multitudine parum conspicua immoti perstiterunt, præsertim cum vita, liberi, uxores, magnæ et variæ opes agerentur. Ac forsitan capta esset hæc quoque urbs et omnibus opibus nudata, Romanis ejus excidio gloriam insignem adeptis, adversi nuntii imperatorem vel invitum inde abstraxissent. Ferebatur enim Edessa a Persis circumsessa in excidii atrocissimi periculo versari, nisi imperator primo quoque tem- pore opem ferret. Igitur muneribus amplissimis acceptis quæ materia omnium pretiosissima consta- bant, et equis generosis, et et tela serica auro inter-
καὶ νῦν ἐκ τῆς κακοβουλίας ταύτης εἴτ’ οὖν σμικροπρεπείας θαλασσοκρατοῦσιν οἱ πειραταὶ καὶ κακῶς πεπράγασι ταῖς λῃστρίσιν αἱ παραθαλαττίδιοι Ῥωμαίων χῶραι καὶ ὡς ἂν κατεύξαιντο οἱ διάφοροι. εἰ δὲ καὶ τὸν στάχυν ἴσμεν τοῦ σπείραντος, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀμήσαντα προσεπαιτιώμεθα, καὶ εἰ ὁ ἐμπρησμὸς τοῦ ἀνάψαντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ κατασβέσαι δυναμένου, δρᾶσαι δέ τι τοιοῦτον ὅλως μὴ βουληθέντος. Ἀλλ’ ἕως τότε φιλοδημόσιος λογιστὴς καὶ δεινὸς καὶ φειδωλὸς οἰκονόμος καὶ ὀβολοστατῶν ἀτεχνῶς δασμολόγος ὁ Ἰωάννης ἐδείκνυτο, ἕως ἀκαθαίρετον εἶχε τὴν δυναστείαν καὶ τὸ ποιεῖν ὅσα καὶ πρὸς βουλῆς ἀνεξέλεγκτον καὶ ὅσα βουλητὰ τούτῳ καὶ δυνατά. ἐπειδὴ δὲ μεθαρμοζόμενόν οἱ ἑώρα τὸ δύνασθαι καὶ τὸ εὐπαρρησίαστον παραιρούμενον καὶ ὑπορρέουσαν κατὰ βραχὺ τὴν ἰσχύν, οἷα καὶ ἑτέρων κρατυνομένων παρὰ βασιλεῖ κἀκ τοῦ ἄγαν ἐκκρουόντων καὶ περιτρεπόντων αὐτόν, μετῆρεν ἅπερ ἦν θέμενος ὅρια, καὶ δραπέτης τῷ καιρῷ καὶ τοῖς πράγμασι προςφυεὶς ἀμφοτέραις τούτων ἔχεταί τε καὶ περιέχεται. οὐκοῦν καὶ πρός τινα τῶν συνήθων εἰπὼν ἄγε πλουτήσωμεν ἑτεροίας γνώμης παντάπασιν γίνεται·
και τον περίβολον ὑπεισήσαν. Οὐχ ἅπαξ δὲ, ἀλλὰ κατὰ τὸ πάλιν καὶ πάλιν ἐπεκρομὰς θέμενοι κατ' οὐδεμίαν τὸ κράτος ἤραντο· ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτῷ βασιλεῖ περιόντι τὴν πόλιν καὶ κατασκοποῦντι τὸ τεῖχος δι' ασβόλων λάθρα ἐπιβουλεύσαντες, καὶ τῆς προθέσεως ταύτης ἐξέπεσον. Οὐδὲν δέ τι δράσειν ἐξ ὑπογυίου δυνάμενος, καὶ διὰ τὴν ὀχυρότητα μὲν ταυτησὶ τῆς πόλεως καὶ τὴν ἔνδον καὶ εὔοπλον καὶ εὔιππον στρα- τιάν, οὐχ ἧττον δὲ καὶ τὸ ἐπιλιπεῖν τὰ ἐφόδια καὶ τὴν πυρὸς ὁμοῦ καὶ ὕδατος ὑποσπάνισιν, ἐκεῖθεν μεθο ἔσθηται. Καὶ τὸ Φέρεπ ἐξ ἐφόδου παραστησάμενος, καὶ τοῦτο κύμητί τινι τῆς ᾿Αντιοχέων ἀποχαρισάμενος πόλεως, πρὸς ἑτέραν πόλιν μεταχωρεῖ κατὰ φράσιν ἐγχώριον Καφαρος λεγομένην. Μεγίστης δὲ χώρας αὕτη προκαθέζεται, καὶ περὶ αὐτὴν αὐχεῖ καθυπείκοντα οὐκ ἐλάχιστα φρούρια, στεῤῥότητι τειχέως κομπάζουσα. Η΄. Αλλὰ καὶ ταύτην διὰ βραχέος χειρωσάμενος μεταβαίνει πρὸς τὰ ποῤῥώτερα, καὶ τῆς πρὸς τὸ Σέζερ πορείας ἁπτόμενος στρατοπεδεύει περὶ τὸ Ιστριον (πόλις δὲ καὶ τοῦτο τῆς μέσης τῶν ποτα- μῶν) άποθεν μικρῷ τοῦ Σέζερ κείμενον καὶ τοῖς κάτι κατεσκευασμένον άριστα. Οδοῦ δὲ πάρεργον καὶ τούτου διαφθαρέντος καὶ πρὸς ἁρπαγὴν δια· Β φεθέντος τοῖς στρατιώταις, καὶ τούτων μάλιστα τοῖς ἐκ καταλόγων τῶν Σκυθικῶν ὑφ' ὧν δάλωκεν, ἐκεῖ- δὲν ἀπαναστὰς τῷ Σέζερ πρόσεισιν. Οἱ δ᾽ ἐκ τοῦ ἱπεος τοῦδε, καὶ τῶν ἀγχούρων σατραπῶν συνελ θέντων, πλείστους ὅσους τοὺς ὁπλιτεύοντας συνει λήχασιν, ὅθεν καὶ πρὸς ἕνα συνασπισμόν συνιόντες καὶ ὁμαιχμίαν κρατυνάμενοι μίαν προσυπήντων, τὴν ἐκεῖσε περικλώμενον ποταμόν διαβάντες, ἀλλὰ καὶ δοράτια ἐκ καλάμων κραδαίνοντες ταῖς τοῦ βα- σιλέως συμπλέκονται φάλαγξιν, ἵπποις ὠκύποσιν ἐποχούμενοι. Καὶ συῤῥήξεως γενομένης πολλάκις την νίκης ὁ βασιλεὺς ἀποφέρεται, καὶ οἱ μὲν τῶν πολεμίων κατὰ τοῦ ὕδατος ἀκοντίζονται, οἱ δ ἐμπείρονται δόρασιν, οὐδαμῶς ἐπαρκεσάντων σφίσι τῶν ἐνσειομένων δονάκων, ἀλλ' ἀσθενῆ καὶ λεπτὴν @ ἐπικουρίαν καὶ, τὸ ὅλον εἰπεῖν, καλαμίνην παρεχο μένων αὐτοῖς. Ἐντεῦθεν εἰς τὸ τεῖχος ἀναχωρήσαν τις οὐκέτι ἐπεξόδους εἰργάζοντο, ἐκ δὲ τῶν γηίνων ἐμέσων προφαινόμενοι καὶ πολλὴν ἐντεῦθεν τὴν σύνο την ἔχοντες Ρωμαίοις ἀντεφέροντο, τὴν ἑαυτῶν χώραν ἀνέντες εἰς τὸ ἀδεῶς ἐκπορθεῖσθαι καὶ ληί- ζεσθαι καὶ χειροῦσθαι τὰ φρούρια. Οὕτω δὲ τούτων τραττόντων, ὁ βασιλεὺς τὰς φάλαγγας αποκρινηκὼς καὶ κατὰ γένος καὶ φατρίας διῃρηκώς, ὡς φύλο φύλοις ἀρήγωσιν, εἰς μίαν μοῖραν τὸν Μα αννα καθίστησιν, ἑτέραν τὸ τῶν ἐκλεκτῶν, ἄλλην * Σκυθικόν, ἔτι δὲ τὸ ἐκ Περσίδος ορμώμενον καὶ προσχωρήσαν Ρωμαίοις κατὰ πολέμους τους πρόσ προν. Καὶ τῷ ἀμιγεῖ καὶ πολυμερεῖ τῷδε τῶν πρατευμάτων, διαφόρους προφαινόντων τὰς ὁπλί τις, φόβῳ πλείονι ληφθὲν τὸ πολέμιον τῆς ἄγαν Εντάσεως καθυσίησι, καὶ τὸν ἐκτὸς προέμενον εγισμὸν πρὸς περίβολον τὸν ἔνδον μεθίσταται. Ἐπὶ πολλαῖς οὖν ἡμέραις ἀγχέμαχοι συνέβαινον συμ- Ελικαὶ καὶ πεῖραι καὶ διαμάχας, καὶ μονομαχίαι τῶν ἀρίστων, καὶ περιφυγαὶ καὶ ὑποχωρήσεις καὶ καταδιώξεις ἐξ ἑκατέρων. ᾿Αλλ᾽ ἀεὶ τὰ μὲν Ρω- μαίων ἐπικρατέστερα κατεφαίνετο, τὸ δ' ἐναντίον και ἔπιπτεν ἀπὸ ξίφους πλειόνως, κἂν ἐκ τόξων εἰς θάνατον υπνωττε, νἂν τοῖς ἐκ μηχανῶν λίθοις εἰς μέρη, διήρητο καὶ πρὸς γῆν τὰ τείχη καὶ τὰ τούτων καθηρεῖτο θωράκια, ὅμως ἔμενεν ἔτι ἀκρά- αστον ἐς μυριοπληθὲς ἀριθμούμενον, ἄλλως τε καὶ HISTORIA. A maximæ provinciæ imperat, et multis in circuitu castellis dominatur, firmitate monium insignis. VIII. Sed hac quoque brevi expugnata ulterius in- tendit iter, Sezerim urbem versus ; castraque juxta Istrium ponit Mesopotamiæ urbem, a Sezeri non multum dissitam et rebus omnibus instructissimam. Qua obiter capta et militibus diripienda data, ac Scythicis potissimum legionibus, a quibus expugna- ta fuerat, inde Sezerim aggreditur cujus cives (nam et finitimi satrapæ eodem tanquam ad commune incendium restinguendum confluxerant) plurimos milites coegerunt, et inita societate con- ductisque in unum copiis superatoque præterfluenti amne jacula arundinea vibrantes, et equis velocis- simis insidentes, imperatorias phalanges ultro la- cessunt, ac sæpius aggressi nostros vincuntur, alii in flumen præcipitati, alii hastis transfixi, nihil adjuti vibratione arundinum,quarum auxilium in- firmum, tenue ac plane arundinem experiebantur. Dehinc intra munitiones reversi non amplius egre- diebantur, sed ex terreis tectis se ostendentes ac multum inde opis habentes contra Romanos fere- bantur, direptionibus et vastationibus agrorum et finitimorum castellorum expugnationibus neglectis. [P. 20] D " Quæ eum illi facerent, imperator phalanges recen- set et pro nationibus et tribubus distribuit, ut quique suis popularibus succurrerent. Macedones in unum classem refert, eos qui selecti dicuntur in alteram, Scythas in tertiam, eodemque modo Persas,qui superioribus bellis Romanis accesserant. Hostes autem hac distinctione et varietate legionem et diversitate armorum territi,40 remissa pertina- cia et moenibus exterioribus relictis, in interiora se conferunt. Multis ergo diebus cominus pugnatur, nihil non tentatur, etiam singularia fortissimorum certamina fiunt: nunc in urbem refugitur nunc in eastra receditur, sic tamen ut Romani semper au- periores essent. Hostes autem etsi plures gladio cadebant,sagittis conficiebantur,machinarum saxis discerpebantur, mænia eorumque pinnacula ster- nebantur,tamen clade in tanta multitudine parum conspicua immoti perstiterunt, præsertim cum vita, liberi, uxores, magnæ et variæ opes agerentur. Ac forsitan capta esset hæc quoque urbs et omnibus opibus nudata, Romanis ejus excidio gloriam insignem adeptis, adversi nuntii imperatorem vel invitum inde abstraxissent. Ferebatur enim Edessa a Persis circumsessa in excidii atrocissimi periculo versari, nisi imperator primo quoque tem- pore opem ferret. Igitur muneribus amplissimis acceptis quæ materia omnium pretiosissima consta- bant, et equis generosis, et et tela serica auro inter-
καὶ τὴν ἐναντίαν ἐκ τοῦ παραυτίκα τραπόμενος λημματισμοῖς προσανεῖχεν ὡς ἄλλος τῶν τότε οὐδείς. καὶ ἐμβλέψας ἱλαρὸν τοῖς ὡς αὐτὸν ἀπαντῶσι καὶ εὐπροσηγόρως αὐτοὺς προσφθεγξάμενος, εἰ φέρουσι χρυσίον ἐγκόλπιον, περιεργότερον κατεσκέπτετο. καὶ γυναῖκα τῶν ἀπερριμμένων καὶ ἀπηνθηκυιῶν εὐγενῶν ἁρμοσάμενος καὶ παίδων ἀκούσας πατὴρ διένειμε τούτοις πλοῦτον βαθὺν καὶ ἀρκετὸν εἰς ἡδονάς. κίμβιξ δὲ ὢν εἰς ἄκρον καὶ γνίφων καὶ δυσγρίπιστος οὐδ’ ἄνω ἆραι τὰ βλέφαρα, πειρώμενον ἀναβλέψαι καὶ εἰς πτωχοὺς ἀτενίσαι, παρῆκε τὸν πλοῦτον, ἀλλὰ πεδήτην εἶχε διὰ παντὸς δεσμοῖς ἀρρήκτοις ἀλύτοις τε καὶ ἀπρόϊτον δήπου, ὅσα καὶ Δανάην ὁ πάλαι Ἀκρίσιος. καὶ σμικρολογίαν νοσῶν καὶ γλισχρότητα καὶ τὰ πεμπόμενα πολλάκις τῶν ἐδωδίμων ἀνέπεμπεν εἰς τὸ πωλητήριον· καὶ δεῖγμα, ὡς ἰχθύας σύακα καὶ λάβρακα, ὡς μὲν μεγίστους ὡς δὲ πίονας, παρά τινων αὐτῷ πεμφθέντας, τρισσάκις ἀπέδοτο καὶ τοσαυτάκις ἐναλλὰξ ἐωνημένους κατὰ χρείαν παρ’ ἑτέρων εἰσηνέγκατο.
και τον περίβολον ὑπεισήσαν. Οὐχ ἅπαξ δὲ, ἀλλὰ κατὰ τὸ πάλιν καὶ πάλιν ἐπεκρομὰς θέμενοι κατ' οὐδεμίαν τὸ κράτος ἤραντο· ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτῷ βασιλεῖ περιόντι τὴν πόλιν καὶ κατασκοποῦντι τὸ τεῖχος δι' ασβόλων λάθρα ἐπιβουλεύσαντες, καὶ τῆς προθέσεως ταύτης ἐξέπεσον. Οὐδὲν δέ τι δράσειν ἐξ ὑπογυίου δυνάμενος, καὶ διὰ τὴν ὀχυρότητα μὲν ταυτησὶ τῆς πόλεως καὶ τὴν ἔνδον καὶ εὔοπλον καὶ εὔιππον στρα- τιάν, οὐχ ἧττον δὲ καὶ τὸ ἐπιλιπεῖν τὰ ἐφόδια καὶ τὴν πυρὸς ὁμοῦ καὶ ὕδατος ὑποσπάνισιν, ἐκεῖθεν μεθο ἔσθηται. Καὶ τὸ Φέρεπ ἐξ ἐφόδου παραστησάμενος, καὶ τοῦτο κύμητί τινι τῆς ᾿Αντιοχέων ἀποχαρισάμενος πόλεως, πρὸς ἑτέραν πόλιν μεταχωρεῖ κατὰ φράσιν ἐγχώριον Καφαρος λεγομένην. Μεγίστης δὲ χώρας αὕτη προκαθέζεται, καὶ περὶ αὐτὴν αὐχεῖ καθυπείκοντα οὐκ ἐλάχιστα φρούρια, στεῤῥότητι τειχέως κομπάζουσα. Η΄. Αλλὰ καὶ ταύτην διὰ βραχέος χειρωσάμενος μεταβαίνει πρὸς τὰ ποῤῥώτερα, καὶ τῆς πρὸς τὸ Σέζερ πορείας ἁπτόμενος στρατοπεδεύει περὶ τὸ Ιστριον (πόλις δὲ καὶ τοῦτο τῆς μέσης τῶν ποτα- μῶν) άποθεν μικρῷ τοῦ Σέζερ κείμενον καὶ τοῖς κάτι κατεσκευασμένον άριστα. Οδοῦ δὲ πάρεργον καὶ τούτου διαφθαρέντος καὶ πρὸς ἁρπαγὴν δια· Β φεθέντος τοῖς στρατιώταις, καὶ τούτων μάλιστα τοῖς ἐκ καταλόγων τῶν Σκυθικῶν ὑφ' ὧν δάλωκεν, ἐκεῖ- δὲν ἀπαναστὰς τῷ Σέζερ πρόσεισιν. Οἱ δ᾽ ἐκ τοῦ ἱπεος τοῦδε, καὶ τῶν ἀγχούρων σατραπῶν συνελ θέντων, πλείστους ὅσους τοὺς ὁπλιτεύοντας συνει λήχασιν, ὅθεν καὶ πρὸς ἕνα συνασπισμόν συνιόντες καὶ ὁμαιχμίαν κρατυνάμενοι μίαν προσυπήντων, τὴν ἐκεῖσε περικλώμενον ποταμόν διαβάντες, ἀλλὰ καὶ δοράτια ἐκ καλάμων κραδαίνοντες ταῖς τοῦ βα- σιλέως συμπλέκονται φάλαγξιν, ἵπποις ὠκύποσιν ἐποχούμενοι. Καὶ συῤῥήξεως γενομένης πολλάκις την νίκης ὁ βασιλεὺς ἀποφέρεται, καὶ οἱ μὲν τῶν πολεμίων κατὰ τοῦ ὕδατος ἀκοντίζονται, οἱ δ ἐμπείρονται δόρασιν, οὐδαμῶς ἐπαρκεσάντων σφίσι τῶν ἐνσειομένων δονάκων, ἀλλ' ἀσθενῆ καὶ λεπτὴν @ ἐπικουρίαν καὶ, τὸ ὅλον εἰπεῖν, καλαμίνην παρεχο μένων αὐτοῖς. Ἐντεῦθεν εἰς τὸ τεῖχος ἀναχωρήσαν τις οὐκέτι ἐπεξόδους εἰργάζοντο, ἐκ δὲ τῶν γηίνων ἐμέσων προφαινόμενοι καὶ πολλὴν ἐντεῦθεν τὴν σύνο την ἔχοντες Ρωμαίοις ἀντεφέροντο, τὴν ἑαυτῶν χώραν ἀνέντες εἰς τὸ ἀδεῶς ἐκπορθεῖσθαι καὶ ληί- ζεσθαι καὶ χειροῦσθαι τὰ φρούρια. Οὕτω δὲ τούτων τραττόντων, ὁ βασιλεὺς τὰς φάλαγγας αποκρινηκὼς καὶ κατὰ γένος καὶ φατρίας διῃρηκώς, ὡς φύλο φύλοις ἀρήγωσιν, εἰς μίαν μοῖραν τὸν Μα αννα καθίστησιν, ἑτέραν τὸ τῶν ἐκλεκτῶν, ἄλλην * Σκυθικόν, ἔτι δὲ τὸ ἐκ Περσίδος ορμώμενον καὶ προσχωρήσαν Ρωμαίοις κατὰ πολέμους τους πρόσ προν. Καὶ τῷ ἀμιγεῖ καὶ πολυμερεῖ τῷδε τῶν πρατευμάτων, διαφόρους προφαινόντων τὰς ὁπλί τις, φόβῳ πλείονι ληφθὲν τὸ πολέμιον τῆς ἄγαν Εντάσεως καθυσίησι, καὶ τὸν ἐκτὸς προέμενον εγισμὸν πρὸς περίβολον τὸν ἔνδον μεθίσταται. Ἐπὶ πολλαῖς οὖν ἡμέραις ἀγχέμαχοι συνέβαινον συμ- Ελικαὶ καὶ πεῖραι καὶ διαμάχας, καὶ μονομαχίαι τῶν ἀρίστων, καὶ περιφυγαὶ καὶ ὑποχωρήσεις καὶ καταδιώξεις ἐξ ἑκατέρων. ᾿Αλλ᾽ ἀεὶ τὰ μὲν Ρω- μαίων ἐπικρατέστερα κατεφαίνετο, τὸ δ' ἐναντίον και ἔπιπτεν ἀπὸ ξίφους πλειόνως, κἂν ἐκ τόξων εἰς θάνατον υπνωττε, νἂν τοῖς ἐκ μηχανῶν λίθοις εἰς μέρη, διήρητο καὶ πρὸς γῆν τὰ τείχη καὶ τὰ τούτων καθηρεῖτο θωράκια, ὅμως ἔμενεν ἔτι ἀκρά- αστον ἐς μυριοπληθὲς ἀριθμούμενον, ἄλλως τε καὶ HISTORIA. A maximæ provinciæ imperat, et multis in circuitu castellis dominatur, firmitate monium insignis. VIII. Sed hac quoque brevi expugnata ulterius in- tendit iter, Sezerim urbem versus ; castraque juxta Istrium ponit Mesopotamiæ urbem, a Sezeri non multum dissitam et rebus omnibus instructissimam. Qua obiter capta et militibus diripienda data, ac Scythicis potissimum legionibus, a quibus expugna- ta fuerat, inde Sezerim aggreditur cujus cives (nam et finitimi satrapæ eodem tanquam ad commune incendium restinguendum confluxerant) plurimos milites coegerunt, et inita societate con- ductisque in unum copiis superatoque præterfluenti amne jacula arundinea vibrantes, et equis velocis- simis insidentes, imperatorias phalanges ultro la- cessunt, ac sæpius aggressi nostros vincuntur, alii in flumen præcipitati, alii hastis transfixi, nihil adjuti vibratione arundinum,quarum auxilium in- firmum, tenue ac plane arundinem experiebantur. Dehinc intra munitiones reversi non amplius egre- diebantur, sed ex terreis tectis se ostendentes ac multum inde opis habentes contra Romanos fere- bantur, direptionibus et vastationibus agrorum et finitimorum castellorum expugnationibus neglectis. [P. 20] D " Quæ eum illi facerent, imperator phalanges recen- set et pro nationibus et tribubus distribuit, ut quique suis popularibus succurrerent. Macedones in unum classem refert, eos qui selecti dicuntur in alteram, Scythas in tertiam, eodemque modo Persas,qui superioribus bellis Romanis accesserant. Hostes autem hac distinctione et varietate legionem et diversitate armorum territi,40 remissa pertina- cia et moenibus exterioribus relictis, in interiora se conferunt. Multis ergo diebus cominus pugnatur, nihil non tentatur, etiam singularia fortissimorum certamina fiunt: nunc in urbem refugitur nunc in eastra receditur, sic tamen ut Romani semper au- periores essent. Hostes autem etsi plures gladio cadebant,sagittis conficiebantur,machinarum saxis discerpebantur, mænia eorumque pinnacula ster- nebantur,tamen clade in tanta multitudine parum conspicua immoti perstiterunt, præsertim cum vita, liberi, uxores, magnæ et variæ opes agerentur. Ac forsitan capta esset hæc quoque urbs et omnibus opibus nudata, Romanis ejus excidio gloriam insignem adeptis, adversi nuntii imperatorem vel invitum inde abstraxissent. Ferebatur enim Edessa a Persis circumsessa in excidii atrocissimi periculo versari, nisi imperator primo quoque tem- pore opem ferret. Igitur muneribus amplissimis acceptis quæ materia omnium pretiosissima consta- bant, et equis generosis, et et tela serica auro inter-
PG 139:355καὶ ἦσαν ἄντικρυς ἁλιεῖς οἱ ἰχθύες, ὃ πεπόνθασι δρῶντες, ὡς μὲν ἄγκιστρον χαλῶντες τὸ μέγεθος, περιτιθέντες δὲ τὴν πιμελὴν ὡς δελήτιον, καὶ οὕτω κατασπῶντες τοὺς παριόντας εἰς τὴν ἐκείνων εἰσοίκησιν. Ἄλλοτε δὲ διημερεύσας ἐς τὰ ἐν Βλαχέρναις ἀνάκτορα κἀκεῖθεν πρὸς ὀψίαν ἐπαναλύων, ἐπεὶ θεάσαιτο παρὰ ταῖς καπηλίσι προβεβλημένην ἐνόδιον ἐδωδήν, ἣν ἡ κοινὴ διάλεκτος ἁλμαίαν ὠνόμασεν, ἠράσθη ζωμοῦ ἐμφορηθῆναι καὶ τῆς τοῦ λαχάνου σχίδακος ἀποτραγεῖν. εἰπόντος δέ τινος τῶν ὑπηρετουμένων, ὃς Ἀνζᾶς ὠνομάζετο, ὡς νῦν μὲν χρεὼν ἀνασχέσθαι καὶ κολάσαι τὴν ἔφεσιν, εὑρήσει δὲ καὶ κατ’ οἶκον γενόμενος ὃ ζητεῖ ὄψον παρατεθειμένον αὐτῷ εὐτρεπές, δριμὺ καὶ τιτανῶδες ἐμβλέψας πολὺς ἐνέκειτο σχέδην ἀποπλῆσαι τὸν ἔρωτα. ἀμέλει καὶ τὸ τρύβλιον ἁρπαλέως περιχυθεὶς ταῖς χερσὶ τῆς πωλητρίας ὀχούμενον, ὅπερ ἔστεγεν ἔνδον τὸ ἐκείνῳ ἐράσμιον ἔδεσμα, ἐγκύψας ἀμυστὶ καὶ χανδὸν ἐνεφορεῖτο τοῦ ζωμιδίου καὶ τῷ λαχάνῳ πολλάκις ἐνέχανε.
ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ψυχῶν καὶ τέκνων καὶ γυναικῶν, Ο πρὸς δὲ καὶ πλούτου πολλοῦ, καὶ τούτου παντοῦν- που, διαγωνιζόμενον. Καὶ τάχ᾽ ἂν ἥλω καὶ ἡ πόλις τδς καὶ βασιλεῖ καθυπέκυψε καὶ παντὸς τοῦ πλούτου κεκένωτο, καὶ Ῥωμαῖοι τῇ ταύτης χειρώσει κλέος ἤραντο τῶν πρώην ἐπικυδέστερον, εἰ μὴ ἀγγελίας τινὲς ἐπαίσιο: καὶ ἄκοντα ἐκεῖθεν τὴν βασιλέα μετ θείλκυσαν, αἳ τὴν Ἔδεσσαν ᾔδον κυκλωθῆναι παρὰ Περσῶν καὶ κινδυνεύειν παθεῖν τὰ χείριστα μὴ βασιλέως αὐτῇ τὴν ταχίστην αρήξαντος. Οὐκοῦν ἐκ τῶν πολιορκουμένων δῶρα μεγαλοπρεπή κομισά- μενος, καὶ ταῦτα ἐξ ὕλης τιμαλφεστέρας τῶν ἀπο- σῶν, καὶ ἵππους ἐριαύχενας εὐγενεῖς καὶ νήματα Στρικά διαπλεχθέντα χρυσῷ καὶ τράπεζαν ἀξιοθέα τον, πρὸ δὲ τούτων σταυρὸν εἰς χεῖρας δεξάμενος παγκαλόν τι χρήμα καὶ ξενίζον τῇ θέᾳ, λυχνίτη λίτῳ κεκολαμμένον, ἐν περ αὐτονῶς ἡ τέχνη διώξανε γράμματα εἰς κάλλος φιλόνικον τοῦ θείου εἰκάσματος, καὶ ὀφθαλμῶν ἀτεχνῶς τρυφήν, λύει τὴν πολιορκίαν, τῆς πρὸς ᾿Αντιόχειαν αψάμενος. Εφασκον δὲ οἱ κατὰ κὸ Σέζερ Σαρακηνοί πάλαι ποτέ τοὺς προγόνους αὐτῶν ἐκ τῶν προσενεχθέντων δώ- ρων τῷ βασιλεῖ δορύκτητα σχεῖν τὸν ἐκ λίθου ἀκτι νώδους σταυρὸν καὶ τὴν πολυτελή τε καὶ οταν ἐκπλῆξαι τράπεζαν, ηνίκα Ρωμανόν εἷλον τὸν Διογένην τὴν αὐτοκράτορα Ρωμαίων ἀρχὴν χει ρίζοντα, τήν τε βασίλειον ἐκείνου σκηνὴν ἐσκύλευ σαν καὶ τοῦ χάρανος κεκρατηκότες τὰ ἐνόντα δις!. λοντο· ἐν δὲ τῇ ἐκ τοῦ Σέζερ ἀπάρσει τοῦ βασιλέως Ρωμαίοις κατ᾿ οὐρὰν ἐπιτίθενται τὰ τοῦ Ζακή καὶ τινων ἀρχηγῶν ἄλλων διασήμων Περσικά στρατεύ. ματα, γραπτικώτατα τοῖς μικρού ποδηνέμοις οχή μασι (30) προδεικνύμενα, καὶ Ῥωμαίων ὀλιγωρό κατα τύσῳ ἐμπλήκτῳ βαρβαρικής. Τῶν γε μήν ἐλπίδων διαμαρτόντα οὐχ όπως οὐδὲν τι γενναίον ἔπραξαν, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόμπου καὶ τῆς μεγαληγο ρίας δίκην (Ρ. 21] ἀμοιβὸν ὑπὸ τῆς θείας είσαντες δίκης καὶ δύο τῶν ἡγεμόνων ζωγρίας προσαπεβά λοντο· ἦταν δ᾽ οὗτοι ὁ υἱὸς τοῦ ᾿Αταπακὰ καὶ ὁ τοῦ Σαμοὐχ Αμερὰ (31) κασίγνητος. Εἰσιών δ' ὁ βασιλεὺς τὴν ᾿Αντιόχου μεγαλώνυμον πόλιν τὸ ἀστικὸν πλῆθος ὅλου ἑαυτοῦ ἀνηρτήσατο, ὡς καὶ μεθ᾽ ἱερῶν ἐκτύπων καὶ πλείστης ὅτι φιλοκαλίας τῶν ἀγνοῶν λαμπρὸν ἐκείνῳ σχεδιάσαι τὸ εἰσιτήριον. Ἐκ δὲ ταύτης μετὰ φωνῶν εὐφήμων και προπέμψεων αίνεσίμων εἰς τὰ τῆς Κιλικίας όρια παραδα- λων, κἀκεῖθεν ἐξορμήσας τῆς πρὸς τὸ Βυζάντιον φερούσης άπτεται. Καὶ γοῦν κατὰ τάξιν προϊών καὶ τῆς αὐτοῦ στρατηγίας ἐχόμενος στέλλει κατὰ τῶν Ἰκονιέων Περσῶν ἀπό μοιράν τινα τοῦ στρα τεύματος· οὗτος γὰρ, οπότε τῆς Συρίας ἐπέβαινε βασιλεὺς, τῷ καιρῷ χρησάμενοι πρὸς ἐπίθεσιν ἑκδρομαῖς κατὰ Ῥωμαίων ἐχρήσαντο. Τῷ τοι καὶ τοῦ δυσμενούς στίρους περιγενόμενος έκειρε την πολεμίαν, άλωσιν ἀνθρώπων και ζώων ἔλασιν παντοίων, ὁπότα ὑπὸ ζυγὸν καὶ ὀχησιν, ἐργασάμενος. Καὶ τοιοῦτοι μὲν οἱ πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον ἀγῶνες τοῦδε τοῦ αὐτοκράτορας, δι' ἐκστρατείας μιᾶς πᾶσαν μὲν γλώτταν, πᾶσαν δὲ γνώμην ἐς ἑαυτοὺς ἐμελκύσαντες, ἐν ᾗ καὶ τριετής χρόνος ἐξίκετο. Θ΄. Τότε δὲ προσερούη την βασιλεῖ τῷδε καὶ ὁ σεβαστοκράτορῶν κασίγνητος Ισαάκιος, δν φθάσαν εἴρηκε τὸ λέγειν συνάρασθαί οἱ τὰ περιττὰ εἰς τὴν τῆς βασιλείας κατάσχεσιν. Κατὰ γὰρ μικρολυπίαν τοῦ ὁμογνίου διαζευχθείς και φυγάς απάρας ἐκ τῆς Ρωμαίων, συνέκδημον καὶ συμπλανήτην ἔχων τὸν NICETE CHONIATE texta, et mensa spectabili, et ante hæc cruce A elegantissima in manus sumpta, cujus nihil simile visum est, in lychnite gemma exsculpta sumimoque artificio divinæ imaginis expressa similitudine, cu- jus aspectu oculi satiari non poterant, soluta obsi- dione Antiochiam versus proficiscitur. Aiebant au- tem Sezerini Sarraceni majores suos olim cruce illa radianti inter cetera munera imperatori oblata et pretiosa alque admirabili mensa, capto Romano Diogene imperatore ejusque vallo expugnato et imperatorio tabernaculo direpto, politos fuisse. In discessu a Sezeri milites Zacæ et aliorum illustrium Persarum Romanorum terga adoriuntur, equis ocyssimis insolentissime et cum summo Ro- manorum contemptu et fast furioso atque barbarico irruentes. Tamen spe frustrati non modo nihil memorabile gesserunt, sed temeritatis et insolentiæ suæ pœnas divinæ vindictæ dederunt, duobus corum ducibus captis; quorum alter erat Atapaca filius, alter Samuchi amera frater. Impe- ratore vero celebre » Antiochiam denuo ingresso, tota urbana multitudo obviam effusa est, sacris imaginibus et pluribus ornamentis in vicis ex- positis ad ingressum ejus honestandum. Ex hac cum bonis ominibus et laudibus ad Ciliciae fines profectus inde Byzantinum iter ingreditur. Sic instructa acie progrediens, et a sua bellandi con- suetudine non recedens, partem exercitus contra Iconienses Persas mittit. Nam ii, cum Syriam in- grederetur, arrepta occasione incursionibus Ro- manos infestabant. Eo igitur infesto agmine supe- rato,agrum hostilem populatur, multis et hominibus et jumentis omnis generis captis. Atque hæc una expeditione versus orienten solem bella Joannes triennio gessit, quæ omnium linguas et mentes omnium in eum converterunt. B IX. Sub id tempus frater Isaacius sebastocrator D ad imperatorem rediit, cui, ut ante diximus, ad imperium obtinendum adjumenti plurimum attu- Ierat. Nam ex parva quadam offensa divulsus a fra- tre cum Joanne filio ejus pritnogenito ex Romano- rum finibus in exsilium abierat. Erat autem vir note. Hier. Wolfii cissimis provecti. "Oyrua huic auctori subinde non vehiculum sed equum significat, ut alter codex äλoyov quoque crebro pro equo ponit. affirmat Cuspinianus. Reperitur hoc vocabulum apud Zonaram quoque sæpius, sed ejus significa- tio non explicatur. (30) Μικροῦ πολη νέμοις ὀγήμασι. Equis velo (31) Ameras Turcarum reges aut principes dici
καὶ οὕτως στατῆρα χάλκεον τοῦ κόλπου ἐξενεγκών τινι τῶν ὑπὸ χεῖρα παρέσχετο, ἐπισκήψας ἀναλῦσαι τοῦτον ἐς τέτταρας ὀβολούς, καὶ δύο μὲν καταθέσθαι τῇ ὀψοπώλιδι, τοὺς δὲ λοιποὺς ταχέως εἰσκομίσαι αὐτῷ. Ἔστι δ’ ὅτε λαμπρὸς λαμπρῶς τὴν ἀγορὰν διϊὼν καὶ ὡς εἴθιστο γεραρώτερον καὶ πολυοχλίαν ἐπισυρόμενος ἱππείας ὁπλῆς ὠξυδέρκησε σιδήριον, ὃ δὴ ἐπὶ τριόδου παρέρριπτο. ἐπιστὰς τοίνυν ὡς εἶχε τῆς φαντασίας καὶ τοῦ τῶν πολλῶν κρότου ὁ ἶσα καὶ θεῷ κυδαινόμενος ἐπιτρέπει τινὶ τὴν τοῦ σιδήρου ἀνάληψιν. ἦν δὲ τοῦτο οὐκ ἐκκρουσθὲν ἱππείας ὁπλῆς, οὐδ’ εἰκῇ πως παρερριμμένον, ἀλλ’ ὑπὸ παιδίων ἀθυρόντων κατ’ ἀγορὰν καὶ τοὺς παριόντας διακινούντων ἐς γέλωτα πυρὶ κατανθρακωθὲν καὶ τῷ δαπέδῳ ἐνερεισθέν. ἀποβὰς οὖν ὁ ὑπηρέτης ἐξ ἐπιτάγματος τοῦδε τοῦ ἀνδρὸς καὶ τοῦ σιδήρου λαβόμενος διωλύγιόν τι ἀνεβόησε, κακῶς ἐς τὰς χεῖρας παθών. τὰ δ’ ἐπὶ τούτοις οἱ μὲν παῖδες ἦσαν ἐν καγχασμοῖς συμβρασσόμενοι τῷ παντὶ σώματι, οἱ δὲ συνοδοιπόροι ἐν μωκείᾳ καὶ θαύματι, εἰ οὕτω κἀπὶ τοῖς λεπτεπιλέπτοις γλισχρεύεται ὁ δυσγρίπιστος.
ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ψυχῶν καὶ τέκνων καὶ γυναικῶν, Ο πρὸς δὲ καὶ πλούτου πολλοῦ, καὶ τούτου παντοῦν- που, διαγωνιζόμενον. Καὶ τάχ᾽ ἂν ἥλω καὶ ἡ πόλις τδς καὶ βασιλεῖ καθυπέκυψε καὶ παντὸς τοῦ πλούτου κεκένωτο, καὶ Ῥωμαῖοι τῇ ταύτης χειρώσει κλέος ἤραντο τῶν πρώην ἐπικυδέστερον, εἰ μὴ ἀγγελίας τινὲς ἐπαίσιο: καὶ ἄκοντα ἐκεῖθεν τὴν βασιλέα μετ θείλκυσαν, αἳ τὴν Ἔδεσσαν ᾔδον κυκλωθῆναι παρὰ Περσῶν καὶ κινδυνεύειν παθεῖν τὰ χείριστα μὴ βασιλέως αὐτῇ τὴν ταχίστην αρήξαντος. Οὐκοῦν ἐκ τῶν πολιορκουμένων δῶρα μεγαλοπρεπή κομισά- μενος, καὶ ταῦτα ἐξ ὕλης τιμαλφεστέρας τῶν ἀπο- σῶν, καὶ ἵππους ἐριαύχενας εὐγενεῖς καὶ νήματα Στρικά διαπλεχθέντα χρυσῷ καὶ τράπεζαν ἀξιοθέα τον, πρὸ δὲ τούτων σταυρὸν εἰς χεῖρας δεξάμενος παγκαλόν τι χρήμα καὶ ξενίζον τῇ θέᾳ, λυχνίτη λίτῳ κεκολαμμένον, ἐν περ αὐτονῶς ἡ τέχνη διώξανε γράμματα εἰς κάλλος φιλόνικον τοῦ θείου εἰκάσματος, καὶ ὀφθαλμῶν ἀτεχνῶς τρυφήν, λύει τὴν πολιορκίαν, τῆς πρὸς ᾿Αντιόχειαν αψάμενος. Εφασκον δὲ οἱ κατὰ κὸ Σέζερ Σαρακηνοί πάλαι ποτέ τοὺς προγόνους αὐτῶν ἐκ τῶν προσενεχθέντων δώ- ρων τῷ βασιλεῖ δορύκτητα σχεῖν τὸν ἐκ λίθου ἀκτι νώδους σταυρὸν καὶ τὴν πολυτελή τε καὶ οταν ἐκπλῆξαι τράπεζαν, ηνίκα Ρωμανόν εἷλον τὸν Διογένην τὴν αὐτοκράτορα Ρωμαίων ἀρχὴν χει ρίζοντα, τήν τε βασίλειον ἐκείνου σκηνὴν ἐσκύλευ σαν καὶ τοῦ χάρανος κεκρατηκότες τὰ ἐνόντα δις!. λοντο· ἐν δὲ τῇ ἐκ τοῦ Σέζερ ἀπάρσει τοῦ βασιλέως Ρωμαίοις κατ᾿ οὐρὰν ἐπιτίθενται τὰ τοῦ Ζακή καὶ τινων ἀρχηγῶν ἄλλων διασήμων Περσικά στρατεύ. ματα, γραπτικώτατα τοῖς μικρού ποδηνέμοις οχή μασι (30) προδεικνύμενα, καὶ Ῥωμαίων ὀλιγωρό κατα τύσῳ ἐμπλήκτῳ βαρβαρικής. Τῶν γε μήν ἐλπίδων διαμαρτόντα οὐχ όπως οὐδὲν τι γενναίον ἔπραξαν, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόμπου καὶ τῆς μεγαληγο ρίας δίκην (Ρ. 21] ἀμοιβὸν ὑπὸ τῆς θείας είσαντες δίκης καὶ δύο τῶν ἡγεμόνων ζωγρίας προσαπεβά λοντο· ἦταν δ᾽ οὗτοι ὁ υἱὸς τοῦ ᾿Αταπακὰ καὶ ὁ τοῦ Σαμοὐχ Αμερὰ (31) κασίγνητος. Εἰσιών δ' ὁ βασιλεὺς τὴν ᾿Αντιόχου μεγαλώνυμον πόλιν τὸ ἀστικὸν πλῆθος ὅλου ἑαυτοῦ ἀνηρτήσατο, ὡς καὶ μεθ᾽ ἱερῶν ἐκτύπων καὶ πλείστης ὅτι φιλοκαλίας τῶν ἀγνοῶν λαμπρὸν ἐκείνῳ σχεδιάσαι τὸ εἰσιτήριον. Ἐκ δὲ ταύτης μετὰ φωνῶν εὐφήμων και προπέμψεων αίνεσίμων εἰς τὰ τῆς Κιλικίας όρια παραδα- λων, κἀκεῖθεν ἐξορμήσας τῆς πρὸς τὸ Βυζάντιον φερούσης άπτεται. Καὶ γοῦν κατὰ τάξιν προϊών καὶ τῆς αὐτοῦ στρατηγίας ἐχόμενος στέλλει κατὰ τῶν Ἰκονιέων Περσῶν ἀπό μοιράν τινα τοῦ στρα τεύματος· οὗτος γὰρ, οπότε τῆς Συρίας ἐπέβαινε βασιλεὺς, τῷ καιρῷ χρησάμενοι πρὸς ἐπίθεσιν ἑκδρομαῖς κατὰ Ῥωμαίων ἐχρήσαντο. Τῷ τοι καὶ τοῦ δυσμενούς στίρους περιγενόμενος έκειρε την πολεμίαν, άλωσιν ἀνθρώπων και ζώων ἔλασιν παντοίων, ὁπότα ὑπὸ ζυγὸν καὶ ὀχησιν, ἐργασάμενος. Καὶ τοιοῦτοι μὲν οἱ πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον ἀγῶνες τοῦδε τοῦ αὐτοκράτορας, δι' ἐκστρατείας μιᾶς πᾶσαν μὲν γλώτταν, πᾶσαν δὲ γνώμην ἐς ἑαυτοὺς ἐμελκύσαντες, ἐν ᾗ καὶ τριετής χρόνος ἐξίκετο. Θ΄. Τότε δὲ προσερούη την βασιλεῖ τῷδε καὶ ὁ σεβαστοκράτορῶν κασίγνητος Ισαάκιος, δν φθάσαν εἴρηκε τὸ λέγειν συνάρασθαί οἱ τὰ περιττὰ εἰς τὴν τῆς βασιλείας κατάσχεσιν. Κατὰ γὰρ μικρολυπίαν τοῦ ὁμογνίου διαζευχθείς και φυγάς απάρας ἐκ τῆς Ρωμαίων, συνέκδημον καὶ συμπλανήτην ἔχων τὸν NICETE CHONIATE texta, et mensa spectabili, et ante hæc cruce A elegantissima in manus sumpta, cujus nihil simile visum est, in lychnite gemma exsculpta sumimoque artificio divinæ imaginis expressa similitudine, cu- jus aspectu oculi satiari non poterant, soluta obsi- dione Antiochiam versus proficiscitur. Aiebant au- tem Sezerini Sarraceni majores suos olim cruce illa radianti inter cetera munera imperatori oblata et pretiosa alque admirabili mensa, capto Romano Diogene imperatore ejusque vallo expugnato et imperatorio tabernaculo direpto, politos fuisse. In discessu a Sezeri milites Zacæ et aliorum illustrium Persarum Romanorum terga adoriuntur, equis ocyssimis insolentissime et cum summo Ro- manorum contemptu et fast furioso atque barbarico irruentes. Tamen spe frustrati non modo nihil memorabile gesserunt, sed temeritatis et insolentiæ suæ pœnas divinæ vindictæ dederunt, duobus corum ducibus captis; quorum alter erat Atapaca filius, alter Samuchi amera frater. Impe- ratore vero celebre » Antiochiam denuo ingresso, tota urbana multitudo obviam effusa est, sacris imaginibus et pluribus ornamentis in vicis ex- positis ad ingressum ejus honestandum. Ex hac cum bonis ominibus et laudibus ad Ciliciae fines profectus inde Byzantinum iter ingreditur. Sic instructa acie progrediens, et a sua bellandi con- suetudine non recedens, partem exercitus contra Iconienses Persas mittit. Nam ii, cum Syriam in- grederetur, arrepta occasione incursionibus Ro- manos infestabant. Eo igitur infesto agmine supe- rato,agrum hostilem populatur, multis et hominibus et jumentis omnis generis captis. Atque hæc una expeditione versus orienten solem bella Joannes triennio gessit, quæ omnium linguas et mentes omnium in eum converterunt. B IX. Sub id tempus frater Isaacius sebastocrator D ad imperatorem rediit, cui, ut ante diximus, ad imperium obtinendum adjumenti plurimum attu- Ierat. Nam ex parva quadam offensa divulsus a fra- tre cum Joanne filio ejus pritnogenito ex Romano- rum finibus in exsilium abierat. Erat autem vir note. Hier. Wolfii cissimis provecti. "Oyrua huic auctori subinde non vehiculum sed equum significat, ut alter codex äλoyov quoque crebro pro equo ponit. affirmat Cuspinianus. Reperitur hoc vocabulum apud Zonaram quoque sæpius, sed ejus significa- tio non explicatur. (30) Μικροῦ πολη νέμοις ὀγήμασι. Equis velo (31) Ameras Turcarum reges aut principes dici
Οὐ καινὸν οὖν, εἰ θανὼν ὁ ἐς τοσοῦτον ἐρασιχρήματος οὐ μόνον οὐχ εὑρέθη χρημάτων ἀποθήκαις ἐνευθηνούμενος, ἀλλὰ καὶ γραμματέων καλαμῖδας ταμιουλκῶν στικτὰς χρώμασιν. Εὐρόει δὲ καὶ τῷ Ἁγιοθεοδωρίτῃ Ἰωάννῃ τὰ διαβούλια, πλὴν τούτῳ ἡ ταχύπους τῶν πραγμάτων φορὰ καὶ ἀγχίστροφος ὑποσκελιστὴν ἐνδέξιον τὸν Στυππειώτην ἐφιστᾷ Θεόδωρον, ὃς συντρέχων ἢ ἀντιτρέχων τῷ Ἰωάννῃ καὶ μετὰ τοῦτον ἔχων τὰ δεύτερα οὐκ ἠνείχετο οὐδ’ ἠγάπα τοῖς παροῦσιν ἐφ[ικτ]οῖς, ἀλλὰ τῆς κορυφαίας γλιχόμενος καὶ περὶ τὴν ἀκρώρειαν λιχνευόμενος ὅλον πρὸς τὸ ἀνώτατον τὸν δρόμον ἐπέτεινε. καὶ δὴ καιροῦ λαβόμενος, καθ’ ὃν οὐκ ὀλίγα ξυνέπεσε τὰ διάφορα μεταξὺ ἀνδρὸς εὐγενοῦς, τοῦ Παλαιολόγου φημὶ Μιχαήλ, καὶ τοῦ Βαλσαμὼν Ἰωσήφ, ὃς γαμβρὸς ἦν τοῦ Ἁγιοθεοδωρίτου ἐπ’ ἀδελφῇ, ἐπέθετο κραταιότερον καὶ συντείνας ἐξοστρακίζει τοῦτον τῶν ἀνακτόρων ὡς ἀπὸ σκοπιᾶς οὐρανίου καὶ ὡς εἰς χῶρον ἐκσφενδονᾷ μυχαίτατον τὴν πραιτωρίαν ἀρχὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς τοῦ Πέλοπος, εὖ τὰ ἐκεῖ διαθήσοντα καὶ τὰς τῶν εἰρημένων ἀνδρῶν διαλυσόμενον ἔριδας. οὐκοῦν ὁ μὲν ἐσκευαγώγει τὰ πρὸς τὴν ἔξοδον.
ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ψυχῶν καὶ τέκνων καὶ γυναικῶν, Ο πρὸς δὲ καὶ πλούτου πολλοῦ, καὶ τούτου παντοῦν- που, διαγωνιζόμενον. Καὶ τάχ᾽ ἂν ἥλω καὶ ἡ πόλις τδς καὶ βασιλεῖ καθυπέκυψε καὶ παντὸς τοῦ πλούτου κεκένωτο, καὶ Ῥωμαῖοι τῇ ταύτης χειρώσει κλέος ἤραντο τῶν πρώην ἐπικυδέστερον, εἰ μὴ ἀγγελίας τινὲς ἐπαίσιο: καὶ ἄκοντα ἐκεῖθεν τὴν βασιλέα μετ θείλκυσαν, αἳ τὴν Ἔδεσσαν ᾔδον κυκλωθῆναι παρὰ Περσῶν καὶ κινδυνεύειν παθεῖν τὰ χείριστα μὴ βασιλέως αὐτῇ τὴν ταχίστην αρήξαντος. Οὐκοῦν ἐκ τῶν πολιορκουμένων δῶρα μεγαλοπρεπή κομισά- μενος, καὶ ταῦτα ἐξ ὕλης τιμαλφεστέρας τῶν ἀπο- σῶν, καὶ ἵππους ἐριαύχενας εὐγενεῖς καὶ νήματα Στρικά διαπλεχθέντα χρυσῷ καὶ τράπεζαν ἀξιοθέα τον, πρὸ δὲ τούτων σταυρὸν εἰς χεῖρας δεξάμενος παγκαλόν τι χρήμα καὶ ξενίζον τῇ θέᾳ, λυχνίτη λίτῳ κεκολαμμένον, ἐν περ αὐτονῶς ἡ τέχνη διώξανε γράμματα εἰς κάλλος φιλόνικον τοῦ θείου εἰκάσματος, καὶ ὀφθαλμῶν ἀτεχνῶς τρυφήν, λύει τὴν πολιορκίαν, τῆς πρὸς ᾿Αντιόχειαν αψάμενος. Εφασκον δὲ οἱ κατὰ κὸ Σέζερ Σαρακηνοί πάλαι ποτέ τοὺς προγόνους αὐτῶν ἐκ τῶν προσενεχθέντων δώ- ρων τῷ βασιλεῖ δορύκτητα σχεῖν τὸν ἐκ λίθου ἀκτι νώδους σταυρὸν καὶ τὴν πολυτελή τε καὶ οταν ἐκπλῆξαι τράπεζαν, ηνίκα Ρωμανόν εἷλον τὸν Διογένην τὴν αὐτοκράτορα Ρωμαίων ἀρχὴν χει ρίζοντα, τήν τε βασίλειον ἐκείνου σκηνὴν ἐσκύλευ σαν καὶ τοῦ χάρανος κεκρατηκότες τὰ ἐνόντα δις!. λοντο· ἐν δὲ τῇ ἐκ τοῦ Σέζερ ἀπάρσει τοῦ βασιλέως Ρωμαίοις κατ᾿ οὐρὰν ἐπιτίθενται τὰ τοῦ Ζακή καὶ τινων ἀρχηγῶν ἄλλων διασήμων Περσικά στρατεύ. ματα, γραπτικώτατα τοῖς μικρού ποδηνέμοις οχή μασι (30) προδεικνύμενα, καὶ Ῥωμαίων ὀλιγωρό κατα τύσῳ ἐμπλήκτῳ βαρβαρικής. Τῶν γε μήν ἐλπίδων διαμαρτόντα οὐχ όπως οὐδὲν τι γενναίον ἔπραξαν, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόμπου καὶ τῆς μεγαληγο ρίας δίκην (Ρ. 21] ἀμοιβὸν ὑπὸ τῆς θείας είσαντες δίκης καὶ δύο τῶν ἡγεμόνων ζωγρίας προσαπεβά λοντο· ἦταν δ᾽ οὗτοι ὁ υἱὸς τοῦ ᾿Αταπακὰ καὶ ὁ τοῦ Σαμοὐχ Αμερὰ (31) κασίγνητος. Εἰσιών δ' ὁ βασιλεὺς τὴν ᾿Αντιόχου μεγαλώνυμον πόλιν τὸ ἀστικὸν πλῆθος ὅλου ἑαυτοῦ ἀνηρτήσατο, ὡς καὶ μεθ᾽ ἱερῶν ἐκτύπων καὶ πλείστης ὅτι φιλοκαλίας τῶν ἀγνοῶν λαμπρὸν ἐκείνῳ σχεδιάσαι τὸ εἰσιτήριον. Ἐκ δὲ ταύτης μετὰ φωνῶν εὐφήμων και προπέμψεων αίνεσίμων εἰς τὰ τῆς Κιλικίας όρια παραδα- λων, κἀκεῖθεν ἐξορμήσας τῆς πρὸς τὸ Βυζάντιον φερούσης άπτεται. Καὶ γοῦν κατὰ τάξιν προϊών καὶ τῆς αὐτοῦ στρατηγίας ἐχόμενος στέλλει κατὰ τῶν Ἰκονιέων Περσῶν ἀπό μοιράν τινα τοῦ στρα τεύματος· οὗτος γὰρ, οπότε τῆς Συρίας ἐπέβαινε βασιλεὺς, τῷ καιρῷ χρησάμενοι πρὸς ἐπίθεσιν ἑκδρομαῖς κατὰ Ῥωμαίων ἐχρήσαντο. Τῷ τοι καὶ τοῦ δυσμενούς στίρους περιγενόμενος έκειρε την πολεμίαν, άλωσιν ἀνθρώπων και ζώων ἔλασιν παντοίων, ὁπότα ὑπὸ ζυγὸν καὶ ὀχησιν, ἐργασάμενος. Καὶ τοιοῦτοι μὲν οἱ πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον ἀγῶνες τοῦδε τοῦ αὐτοκράτορας, δι' ἐκστρατείας μιᾶς πᾶσαν μὲν γλώτταν, πᾶσαν δὲ γνώμην ἐς ἑαυτοὺς ἐμελκύσαντες, ἐν ᾗ καὶ τριετής χρόνος ἐξίκετο. Θ΄. Τότε δὲ προσερούη την βασιλεῖ τῷδε καὶ ὁ σεβαστοκράτορῶν κασίγνητος Ισαάκιος, δν φθάσαν εἴρηκε τὸ λέγειν συνάρασθαί οἱ τὰ περιττὰ εἰς τὴν τῆς βασιλείας κατάσχεσιν. Κατὰ γὰρ μικρολυπίαν τοῦ ὁμογνίου διαζευχθείς και φυγάς απάρας ἐκ τῆς Ρωμαίων, συνέκδημον καὶ συμπλανήτην ἔχων τὸν NICETE CHONIATE texta, et mensa spectabili, et ante hæc cruce A elegantissima in manus sumpta, cujus nihil simile visum est, in lychnite gemma exsculpta sumimoque artificio divinæ imaginis expressa similitudine, cu- jus aspectu oculi satiari non poterant, soluta obsi- dione Antiochiam versus proficiscitur. Aiebant au- tem Sezerini Sarraceni majores suos olim cruce illa radianti inter cetera munera imperatori oblata et pretiosa alque admirabili mensa, capto Romano Diogene imperatore ejusque vallo expugnato et imperatorio tabernaculo direpto, politos fuisse. In discessu a Sezeri milites Zacæ et aliorum illustrium Persarum Romanorum terga adoriuntur, equis ocyssimis insolentissime et cum summo Ro- manorum contemptu et fast furioso atque barbarico irruentes. Tamen spe frustrati non modo nihil memorabile gesserunt, sed temeritatis et insolentiæ suæ pœnas divinæ vindictæ dederunt, duobus corum ducibus captis; quorum alter erat Atapaca filius, alter Samuchi amera frater. Impe- ratore vero celebre » Antiochiam denuo ingresso, tota urbana multitudo obviam effusa est, sacris imaginibus et pluribus ornamentis in vicis ex- positis ad ingressum ejus honestandum. Ex hac cum bonis ominibus et laudibus ad Ciliciae fines profectus inde Byzantinum iter ingreditur. Sic instructa acie progrediens, et a sua bellandi con- suetudine non recedens, partem exercitus contra Iconienses Persas mittit. Nam ii, cum Syriam in- grederetur, arrepta occasione incursionibus Ro- manos infestabant. Eo igitur infesto agmine supe- rato,agrum hostilem populatur, multis et hominibus et jumentis omnis generis captis. Atque hæc una expeditione versus orienten solem bella Joannes triennio gessit, quæ omnium linguas et mentes omnium in eum converterunt. B IX. Sub id tempus frater Isaacius sebastocrator D ad imperatorem rediit, cui, ut ante diximus, ad imperium obtinendum adjumenti plurimum attu- Ierat. Nam ex parva quadam offensa divulsus a fra- tre cum Joanne filio ejus pritnogenito ex Romano- rum finibus in exsilium abierat. Erat autem vir note. Hier. Wolfii cissimis provecti. "Oyrua huic auctori subinde non vehiculum sed equum significat, ut alter codex äλoyov quoque crebro pro equo ponit. affirmat Cuspinianus. Reperitur hoc vocabulum apud Zonaram quoque sæpius, sed ejus significa- tio non explicatur. (30) Μικροῦ πολη νέμοις ὀγήμασι. Equis velo (31) Ameras Turcarum reges aut principes dici
Liber VII
ἡ δὲ τύχη μηδὲ καθαρῶς τὴν τούτου μετάβασιν ἀναμείνασα πρὸς τὸν Στυππειώτην μετεσκευάσατο καὶ προσπλακεῖσα, πῶς ἂν εἴποι τις, ἀσμένως καὶ χαριέστατα ταῖς καθ’ ὥραν ἐκλέϊζεν ἀναβάσεσι καὶ τὴν ἐκ δόξης εἰς δόξαν παρεῖχεν ὕψωσιν. καὶ τέλος τὸν μὲν εἰς τὴν τοῦ ἐπὶ τοῦ κανικλείου προβιβάζει μεγαλοπρεπῆ τιμὴν καὶ τὴν παρὰ τῷ βασιλεῖ μεγίστην οἰκείωσιν καὶ μείζοσιν ἑτέραις κατακυδροῖ προκοπαῖς, τὸν δ’ ἀγνωμονοῦσα καὶ βλωμοῦ ἄρτου τίθησι προσδεᾶ. καὶ οὐκέτι τὰ δεδογμένα μετήμειψεν ἢ ὅλως ἐσέπειτα μετηλλοίωσεν, ἀλλ’ ἔμεινεν ἡ ἀκροσφαλὴς ἐπὶ ταὐτοῦ τὸ καινότατον. τὸ δ’ ἀπὸ τοῦδε ἦγε τὰ πράγματα ὁ ἀνὴρ ὅδε ὡς ἠβούλετο, βαθυγνώμων ὢν καὶ πεπνυμένος καὶ ἐπίχαρις τὸ ἦθος καὶ πτηνὸς τὴν φρόνησιν. ᾑρεῖτο δὲ ὅσα ἐπέταττε βασιλεύς, ἐπέταττε δ’ οὗτος ὅσα ἐκεῖνος ἠβούλετο. Ἦν δὲ τῷ τότε καὶ βασιλεὺς λημμάτων αἰσχρῶν ἐλεύθερος, θάλασσα φιλοδωρίας, ἐλέους ἄβυσσος, τῷ προσηνεῖ τοῦ ἤθους εὐέντευκτος καὶ τὴν βασίλειον ἀρετὴν ἀπαράμιλλος, ψυχὴν εἰσέτι ἄτεχνον ἔχων καὶ γνώμην ἀπερίεργον.
ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ψυχῶν καὶ τέκνων καὶ γυναικῶν, Ο πρὸς δὲ καὶ πλούτου πολλοῦ, καὶ τούτου παντοῦν- που, διαγωνιζόμενον. Καὶ τάχ᾽ ἂν ἥλω καὶ ἡ πόλις τδς καὶ βασιλεῖ καθυπέκυψε καὶ παντὸς τοῦ πλούτου κεκένωτο, καὶ Ῥωμαῖοι τῇ ταύτης χειρώσει κλέος ἤραντο τῶν πρώην ἐπικυδέστερον, εἰ μὴ ἀγγελίας τινὲς ἐπαίσιο: καὶ ἄκοντα ἐκεῖθεν τὴν βασιλέα μετ θείλκυσαν, αἳ τὴν Ἔδεσσαν ᾔδον κυκλωθῆναι παρὰ Περσῶν καὶ κινδυνεύειν παθεῖν τὰ χείριστα μὴ βασιλέως αὐτῇ τὴν ταχίστην αρήξαντος. Οὐκοῦν ἐκ τῶν πολιορκουμένων δῶρα μεγαλοπρεπή κομισά- μενος, καὶ ταῦτα ἐξ ὕλης τιμαλφεστέρας τῶν ἀπο- σῶν, καὶ ἵππους ἐριαύχενας εὐγενεῖς καὶ νήματα Στρικά διαπλεχθέντα χρυσῷ καὶ τράπεζαν ἀξιοθέα τον, πρὸ δὲ τούτων σταυρὸν εἰς χεῖρας δεξάμενος παγκαλόν τι χρήμα καὶ ξενίζον τῇ θέᾳ, λυχνίτη λίτῳ κεκολαμμένον, ἐν περ αὐτονῶς ἡ τέχνη διώξανε γράμματα εἰς κάλλος φιλόνικον τοῦ θείου εἰκάσματος, καὶ ὀφθαλμῶν ἀτεχνῶς τρυφήν, λύει τὴν πολιορκίαν, τῆς πρὸς ᾿Αντιόχειαν αψάμενος. Εφασκον δὲ οἱ κατὰ κὸ Σέζερ Σαρακηνοί πάλαι ποτέ τοὺς προγόνους αὐτῶν ἐκ τῶν προσενεχθέντων δώ- ρων τῷ βασιλεῖ δορύκτητα σχεῖν τὸν ἐκ λίθου ἀκτι νώδους σταυρὸν καὶ τὴν πολυτελή τε καὶ οταν ἐκπλῆξαι τράπεζαν, ηνίκα Ρωμανόν εἷλον τὸν Διογένην τὴν αὐτοκράτορα Ρωμαίων ἀρχὴν χει ρίζοντα, τήν τε βασίλειον ἐκείνου σκηνὴν ἐσκύλευ σαν καὶ τοῦ χάρανος κεκρατηκότες τὰ ἐνόντα δις!. λοντο· ἐν δὲ τῇ ἐκ τοῦ Σέζερ ἀπάρσει τοῦ βασιλέως Ρωμαίοις κατ᾿ οὐρὰν ἐπιτίθενται τὰ τοῦ Ζακή καὶ τινων ἀρχηγῶν ἄλλων διασήμων Περσικά στρατεύ. ματα, γραπτικώτατα τοῖς μικρού ποδηνέμοις οχή μασι (30) προδεικνύμενα, καὶ Ῥωμαίων ὀλιγωρό κατα τύσῳ ἐμπλήκτῳ βαρβαρικής. Τῶν γε μήν ἐλπίδων διαμαρτόντα οὐχ όπως οὐδὲν τι γενναίον ἔπραξαν, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόμπου καὶ τῆς μεγαληγο ρίας δίκην (Ρ. 21] ἀμοιβὸν ὑπὸ τῆς θείας είσαντες δίκης καὶ δύο τῶν ἡγεμόνων ζωγρίας προσαπεβά λοντο· ἦταν δ᾽ οὗτοι ὁ υἱὸς τοῦ ᾿Αταπακὰ καὶ ὁ τοῦ Σαμοὐχ Αμερὰ (31) κασίγνητος. Εἰσιών δ' ὁ βασιλεὺς τὴν ᾿Αντιόχου μεγαλώνυμον πόλιν τὸ ἀστικὸν πλῆθος ὅλου ἑαυτοῦ ἀνηρτήσατο, ὡς καὶ μεθ᾽ ἱερῶν ἐκτύπων καὶ πλείστης ὅτι φιλοκαλίας τῶν ἀγνοῶν λαμπρὸν ἐκείνῳ σχεδιάσαι τὸ εἰσιτήριον. Ἐκ δὲ ταύτης μετὰ φωνῶν εὐφήμων και προπέμψεων αίνεσίμων εἰς τὰ τῆς Κιλικίας όρια παραδα- λων, κἀκεῖθεν ἐξορμήσας τῆς πρὸς τὸ Βυζάντιον φερούσης άπτεται. Καὶ γοῦν κατὰ τάξιν προϊών καὶ τῆς αὐτοῦ στρατηγίας ἐχόμενος στέλλει κατὰ τῶν Ἰκονιέων Περσῶν ἀπό μοιράν τινα τοῦ στρα τεύματος· οὗτος γὰρ, οπότε τῆς Συρίας ἐπέβαινε βασιλεὺς, τῷ καιρῷ χρησάμενοι πρὸς ἐπίθεσιν ἑκδρομαῖς κατὰ Ῥωμαίων ἐχρήσαντο. Τῷ τοι καὶ τοῦ δυσμενούς στίρους περιγενόμενος έκειρε την πολεμίαν, άλωσιν ἀνθρώπων και ζώων ἔλασιν παντοίων, ὁπότα ὑπὸ ζυγὸν καὶ ὀχησιν, ἐργασάμενος. Καὶ τοιοῦτοι μὲν οἱ πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον ἀγῶνες τοῦδε τοῦ αὐτοκράτορας, δι' ἐκστρατείας μιᾶς πᾶσαν μὲν γλώτταν, πᾶσαν δὲ γνώμην ἐς ἑαυτοὺς ἐμελκύσαντες, ἐν ᾗ καὶ τριετής χρόνος ἐξίκετο. Θ΄. Τότε δὲ προσερούη την βασιλεῖ τῷδε καὶ ὁ σεβαστοκράτορῶν κασίγνητος Ισαάκιος, δν φθάσαν εἴρηκε τὸ λέγειν συνάρασθαί οἱ τὰ περιττὰ εἰς τὴν τῆς βασιλείας κατάσχεσιν. Κατὰ γὰρ μικρολυπίαν τοῦ ὁμογνίου διαζευχθείς και φυγάς απάρας ἐκ τῆς Ρωμαίων, συνέκδημον καὶ συμπλανήτην ἔχων τὸν NICETE CHONIATE texta, et mensa spectabili, et ante hæc cruce A elegantissima in manus sumpta, cujus nihil simile visum est, in lychnite gemma exsculpta sumimoque artificio divinæ imaginis expressa similitudine, cu- jus aspectu oculi satiari non poterant, soluta obsi- dione Antiochiam versus proficiscitur. Aiebant au- tem Sezerini Sarraceni majores suos olim cruce illa radianti inter cetera munera imperatori oblata et pretiosa alque admirabili mensa, capto Romano Diogene imperatore ejusque vallo expugnato et imperatorio tabernaculo direpto, politos fuisse. In discessu a Sezeri milites Zacæ et aliorum illustrium Persarum Romanorum terga adoriuntur, equis ocyssimis insolentissime et cum summo Ro- manorum contemptu et fast furioso atque barbarico irruentes. Tamen spe frustrati non modo nihil memorabile gesserunt, sed temeritatis et insolentiæ suæ pœnas divinæ vindictæ dederunt, duobus corum ducibus captis; quorum alter erat Atapaca filius, alter Samuchi amera frater. Impe- ratore vero celebre » Antiochiam denuo ingresso, tota urbana multitudo obviam effusa est, sacris imaginibus et pluribus ornamentis in vicis ex- positis ad ingressum ejus honestandum. Ex hac cum bonis ominibus et laudibus ad Ciliciae fines profectus inde Byzantinum iter ingreditur. Sic instructa acie progrediens, et a sua bellandi con- suetudine non recedens, partem exercitus contra Iconienses Persas mittit. Nam ii, cum Syriam in- grederetur, arrepta occasione incursionibus Ro- manos infestabant. Eo igitur infesto agmine supe- rato,agrum hostilem populatur, multis et hominibus et jumentis omnis generis captis. Atque hæc una expeditione versus orienten solem bella Joannes triennio gessit, quæ omnium linguas et mentes omnium in eum converterunt. B IX. Sub id tempus frater Isaacius sebastocrator D ad imperatorem rediit, cui, ut ante diximus, ad imperium obtinendum adjumenti plurimum attu- Ierat. Nam ex parva quadam offensa divulsus a fra- tre cum Joanne filio ejus pritnogenito ex Romano- rum finibus in exsilium abierat. Erat autem vir note. Hier. Wolfii cissimis provecti. "Oyrua huic auctori subinde non vehiculum sed equum significat, ut alter codex äλoyov quoque crebro pro equo ponit. affirmat Cuspinianus. Reperitur hoc vocabulum apud Zonaram quoque sæpius, sed ejus significa- tio non explicatur. (30) Μικροῦ πολη νέμοις ὀγήμασι. Equis velo (31) Ameras Turcarum reges aut principes dici
PG 139:357ὡς γὰρ ἀπήγγελλον ἡμῖν οἱ τὴν ἡλικίαν προήκοντες, ἐπὶ τὰς πλαγίῳ λόγῳ ᾀδομένας χρυσᾶς ἔννας οἱ τότε ἦσαν παλινδρομήσαντες ἄνθρωποι καὶ σμήνει ἐῴκεσαν μελισσῶν ἐκ πέτρης γλαφυρῆς βομβηδὸν ἰπταμένων ἢ οὐδὲν τῶν ἐπ’ ἀγορᾶς εἱλουμένων διενηνόχασιν ὅσοι τοὺς βασιλικοὺς χρυσῶνας εἰσῄεσαν, ὁποίου δή τινος φιλοτιμήματος ἀπολαύσοντες, ὡς τοὺς περὶ ταῖς πύλαις συνθλίβεσθαι καὶ πράγματα παρέχειν καὶ λαμβάνειν ἀμοιβαδόν, τοὺς μὲν ἐπειγομένους εἰσιέναι, τοὺς δὲ τὴν ἔξοδον ἐπισπέρχοντας. ἡμεῖς δὲ κλέος οἶον ἀκούομεν. Ἦν δὲ καὶ ἄλλως τὰ κοινὰ ταμιεῖα τὸ κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ ἐκ τούτου εἰς τοῦτο ἐξερευγόμενα καὶ κατὰ τὰς συναγωγὰς τῶν ὑδάτων πλημμύροντα καὶ παραπτύειν τι τῶν ἔνδον πρὸς τοὺς ἐκτὸς καὶ πενομένους ἐθέλοντα, ὅσα καὶ γαστὴρ ἐγγίζουσα τοῦ τεκεῖν καὶ βαρουμένη τῷ ὑπερτελείῳ τοῦ ἀχθοφορήματος· ἡ γὰρ μερίδα τῷ θεῷ καὶ τῷ δικαίῳ διδοῦσα φορολογία τοῦ βασιλέως καὶ πατρὸς τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ καὶ τὸ μὴ τῶν δαπανημάτων ἄσωτον καὶ ἀκόλαστον εἰς σωρείας τὰ χρήματα ἐπεστοίβασε καὶ ὡς κάχληκας αὐτὰ συναγήοχεν.
HISTORIA. ννην τὴν τῶν παίδων ἐκείνου πρωτότοκον (ανής ὗτος ὁπλιτοπάλας καὶ πολεμόκλονος, φυίν τ' την και είδος προφαίνων ἀξιοθέανον), πλείστοις καὶ ἄλλοις προσέμιξεν ἔθνεσι, σὺν αὐτοῖς δὲ καὶ τῆς Ἰκονιων σατραπεύοντι μητροπόλεως. Καὶ Δὲν ὁ Ἰσαάκιος οὗτος ὁρμαίνων ἀεὶ χώρας σθαι Ρωμαικαῖς καὶ Σατὰν γενέσθαι τῷ Ἰωίν βημάτων δ' ἀπορῶν καὶ τὸν βασιλέα Ιωάννη» Η ταῖς κατὰ πόλεμον πράξεσι διὰ παντὸς περιο που οὐδένα εὕρισκε τοῖς κατὰ σκοπὸν ἐκείνῳ αίνοντα. Μάλλον μὲν οὖν καὶ πάντας εἶχεν πηδώντας καὶ πρὸς τὴν πρώτην τῆς ἀποστασίας (ησιν δυσχεραίνοντας, καὶ τὴν ἐπιχείρησιν γορεύοντας ὡς ἀσύμφορον κακείνῳ καὶ μηδ εῖς ἐφικτὴν όπωσοῦν. Οθεν τους τοπάρχας ιῶν, καὶ παρ' οἷς κατέλυε δι' αἰδοῦς ἀγόμενος β το είδος τυραννικώτατος καὶ τὸ γένος ἐπιση πτος, ἐμὲ συνεὶς ὡς διακευῆς τῆς συγγενείας διίσταται, βίον ἀντλῶν πονηρόν, πρὸς τὸν ὁμό. τον ἐπανέλυσε. Καὶ βασιλεὺς ἀσμένως αὐτόν τε τὸν υἱέα προσβλέπει, καὶ οψιν καὶ λόγους ἀμ- δίδωσι, καὶ χαριέντως προσπλεκεται· ἰσχυρὸν το χρήμα πόθος συγγενείς διαφαινόμενος, και αγείη μικρόν τι τῆς συμφυίας φιλυπόστροφος έως γίνεται. Αμέλει καὶ τὸ [Ρ. 22] πρώην τον διατηρήσας ἀλώβητον οὐδέν τι παλίγκοτον ρεν ἐν ψυχῇ, ὁποῖα οἱ ἐν ἀρχαῖς φιλοῦσι έζεσθαι, τὸν χόλον ἐνθάπτοντες καὶ ἐναύοντες τὴν κατὰ καιρὸν ορυκτώρησιν καὶ κατάπρησιν· τὴν δὲ Κωνσταντίνου σὺν αὐτῷ εἰσιὼν οὐ πλεῖον της νίκης περιόντι ἢ τῇ τοῦ κασιγνήτου ἐπανόδῳ ἀγαλλιᾶτο. Καὶ τὸ ὑπήκοον δὲ κατεκίρνα πως γκώμια τῷ τοῦ βασιλέως τούτῳ προμηθεύματα, οὐ μόνον τοῖς αὐτοῦ τροπαίοις καλλωπιζόμενον καὶ Θεῷ χαριστήρια τῷ καὶ πορεύσαντι τοῦτον καὶ νικητὴν ἀνασώσαντι, ἀλλὰ καὶ τῇ τοῦ ἀδελφοῦ ἀφίξει φραινόμενον. ἢ πολυωρήσας δὲ τῷ Βυζαντίῳ, τῶν Περσῶν ιλόντων τοῖς κατὰ ποταμὸν τὸν Σαγγάριον νόμοις τόπος, υπεριδών καχεξίας σώματος, ὡς ἐξώρμησεν, ὅθεν τοὺς πολεμίους διαθρήσας παρουσία και θρεμμάτων ἀγέλας ἐλάσας παντο- ν ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Λοπάδιον. Μετ᾿ οὐ πολὺ δὲ τῆς γυναικωνίτιδος ἐξιούσης τὴν πόλιν, τὰς τὰς ἐδείγματα, τὴν ἐκ τῶν πολεμίων ἐκεχειρίαν τὸ μὴ πάντη ἀξύμφορον Ῥωμαίοις διατιθείς. ραξῦναι δὲ τοῖς τόποις τούτοις διανοούμενος στρατιάν αθροισθῆναι διετετάχει. Καὶ ἡ μὲν ἐν σμάτων βασιλείων συνήγετο, αὐτὸς δὲ κατὰ κ τὸ ἔργον ὡς οὐδέποτε τοῖς στρατευομένοις γνώμων έδοξε καὶ βαρὺς καὶ τὸ πλέον μηδὲ • Εκστρατείας εἰδὼς, ὡς εἴπερ ἐλάθετη ἢ οὐκ όησεν ὡς τρισσὸν ἔτος ἐν τοῖς ἑῴοις πολέμοις μαῖοι διήνεγκαν. Τὸ δὲ πρὸς ἄρξηκτον ἐκείνου · ἔτι μᾶλλον ἐκμῆναν ἦν ὅτι πολλοὶ τῶν εἰς Την συναναβάντων ἐκείνῳ στρατιωτῶν μήπω τὸ σε βλέψαντες, ἀλλὰ νόσῳ σώματος καὶ σπάνει Συγκαίων και φθορᾷ τῶν ὀχημάτων ἐν τῇ πορία γεννίσαντες, ἠναγκάζοντο μὴ τῶν πατρί- ο ξαίνειν εὐθὺ, ἀλλ' ἔνθα κατασκηνοί βασιλεύς πείσιν ὑπὸ τῶν ἐπιμελῶς τὰς ὁδοὺς τηρούντων τις καλαττίωνή περαιώσεις ἐπισκοπούντων. Ο μὲ ἀγνοεῖν ἔχων τὸ τοῦ γογγυσμοῦ αἴτιον, τὴν B A bellicosus et fortis, procera statura et forma visen- da præditus; qui cum ad alias gentes transierat, tum ad Iconiensis metropolis satrapam, subinde ad incursandas Romanas provincias et res Joannis turbandas incitatus. Sed quia pecunia egebat et imperator Joannes perpetua rei bellicæ laude flo- rebat ipsi nihil ex sententia succedebat, ac palius omnes ab eo resiliebant et primum defectionis con- silium improbabant, conatum illum detestantes, qui nec ei expediret et ipsis succedere nulle modo posset. Igitur cum tuparelas adiret, etsi ab on- nibus reverenter exciperetur ut forma rege dignis- sima præditus et genere nobilissimo ortus, sero tamen intelligens, quod deserta cognatione æru- muas frustra toleraret, ad fratrem se recepit. Im- perator vero et ipsum et filium suum cupide ex- ceptos allocutus est et suaviter amplexus. Nam cognationis desiderium multum valet ; ac tametsi nexus ille nonnihil laxatus fuerit, facile tamen de- nuo astringitur. Ac pristina erga eum charitate inviolata conservata, bona fide in gratiam rediit, secus quam potentes solent, qui iram tegunt ac dissimulant, dum ulciscendi occasio detur. Cpolim igitur cum eo ingressus.non magis victoria quarn fratris reditu est gavisus. Subditi quoque instinctu ejus laudes communicabant ; nec tropais duutaxat gloriabuntur, et Deo successuum auctori gratias agebant, sed et fratris ejus adventu lalabantur. C D Cæterum non diu Byzantii commoratus, cum Persæ in patentes campos juxta Sangarium fluvium impetum fecissent, quamvis corpore æger, statim exivit. Ita hostibus sua præsentia territis et omnis generis pecoribus abactis, Lopadium recessit. Non multo post, cum etiam Gynæconitis urbe exisset, munitiones instauravit, otio quod a bello dabatur in rei publica commodum converso: quibus in locis cum commorari statuisset, legiones convenire jussit. Quod etsi ex mandato ejus tiebat, tannen mi- lites nulla unquam re se magis oneratos esse puta- bant, quod expeditionum nullum sciret modum aut oblitus esset, aut non reputaret Romanos tertium annum in bellis Orientalibus consumpsisse. Illud vero ejus odium exasperabat,quod multi milites,qui eum in Syriam secuti erant, re domestica nondum visa, sed ex morbo corporis et penuria com- meatus et jactura equorum in itinere morati, de- flectere a patria et ad imperatorem ire, ab iis qui vias diligenter obsidebant et portus observabant, cogebantur. Verum ipse cum indignationis causam ignorare non posset, ignorationem,ne contemptum dicam, simulans, et illos inania verba fundere si- nens, institutum suum urgebat. Dicebat enim se milites habere velle, qui idem quod ipse vellent, et continentibus expeditionibus non fatigarentur aut
ἦν δ’, ὡς ἔοικε, καὶ τὸ θεῖον ἐπευλογοῦν καὶ πληθῦνον αὐτὰ κατὰ τὸ τοῦ ἐπαγγέλματος ἀδιάπτωτον, ὃ καὶ λῆψιν οὐρανίου εἰσηγεῖται μισθοῦ καὶ τὴν εἰς τὸ πολλαπλάσιον ἀνταπόδοσιν. Ἀλλ’ οὐ μόνιμα τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ τὰ τῆς ἀρίστης ταύτης προθέσεως, ἀλλὰ βραχύχρονα καὶ ἐπίκηρα· ἐς γὰρ ἄνδρας ἐλάσας ἀρχικώτερόν τε ἥψατο τῶν πραγμάτων, τοῖς ὑπὸ χεῖρα οὐχ ὡς ἐλευθέροις, ἀλλ’ ὡς κληρωτοῖς θεράπουσι προσφερόμενος, καὶ τὴν τῆς φιλοδωρίας συνέστειλεν ἔκροιαν, ἵνα μὴ λέγοιμι ὡς εἰς τὸ παλίρρουν αὐτὴν ἐβιάσατο καὶ τὸν ἀναδασμὸν ἔστιν ὅτε καὶ ἐφ’ οἷς ἐδικαίωσεν, οὐκ ἐκ τοῦ γνωμικοῦ δ’ οἶμαι τοσοῦτον αἰτίου (χρὴ γὰρ ἐν τοῖς ἀδήλοις ῥέπειν πρὸς τὸ φιλάνθρωπον), ὅσον ἐκ τοῦ μὴ κοτύλης δεῖσθαι ψηγμάτων, ἀλλ’ ἄντικρυς πελάγους Τυρσηνικοῦ ἃς εἶχε διευρύνας ἐξόδους τῶν δαπανῶν, ὡς προϊὸν δηλώσει τὸ λέγειν μοι. Ἀλλ’ οὕτω διακυβερνωμένῳ τὴν βασιλείαν τῷ αὐτοκράτορι νέφος πολεμίων ἐκ τῶν ἑσπερίων κλιμάτων ἐπισυστάν, τετριγὸς δεινὸν καὶ ὀλέθριον, ἐς τὰ Ῥωμαίων ἐνέσκηψεν ὅρια, ἡ τῶν Ἀλαμανῶν φημι κίνησις καὶ ἡ τούτοις συνεξάρασα μοῖρα ὁμογενῶν ἑτέρων ἐθνῶν·
HISTORIA. ννην τὴν τῶν παίδων ἐκείνου πρωτότοκον (ανής ὗτος ὁπλιτοπάλας καὶ πολεμόκλονος, φυίν τ' την και είδος προφαίνων ἀξιοθέανον), πλείστοις καὶ ἄλλοις προσέμιξεν ἔθνεσι, σὺν αὐτοῖς δὲ καὶ τῆς Ἰκονιων σατραπεύοντι μητροπόλεως. Καὶ Δὲν ὁ Ἰσαάκιος οὗτος ὁρμαίνων ἀεὶ χώρας σθαι Ρωμαικαῖς καὶ Σατὰν γενέσθαι τῷ Ἰωίν βημάτων δ' ἀπορῶν καὶ τὸν βασιλέα Ιωάννη» Η ταῖς κατὰ πόλεμον πράξεσι διὰ παντὸς περιο που οὐδένα εὕρισκε τοῖς κατὰ σκοπὸν ἐκείνῳ αίνοντα. Μάλλον μὲν οὖν καὶ πάντας εἶχεν πηδώντας καὶ πρὸς τὴν πρώτην τῆς ἀποστασίας (ησιν δυσχεραίνοντας, καὶ τὴν ἐπιχείρησιν γορεύοντας ὡς ἀσύμφορον κακείνῳ καὶ μηδ εῖς ἐφικτὴν όπωσοῦν. Οθεν τους τοπάρχας ιῶν, καὶ παρ' οἷς κατέλυε δι' αἰδοῦς ἀγόμενος β το είδος τυραννικώτατος καὶ τὸ γένος ἐπιση πτος, ἐμὲ συνεὶς ὡς διακευῆς τῆς συγγενείας διίσταται, βίον ἀντλῶν πονηρόν, πρὸς τὸν ὁμό. τον ἐπανέλυσε. Καὶ βασιλεὺς ἀσμένως αὐτόν τε τὸν υἱέα προσβλέπει, καὶ οψιν καὶ λόγους ἀμ- δίδωσι, καὶ χαριέντως προσπλεκεται· ἰσχυρὸν το χρήμα πόθος συγγενείς διαφαινόμενος, και αγείη μικρόν τι τῆς συμφυίας φιλυπόστροφος έως γίνεται. Αμέλει καὶ τὸ [Ρ. 22] πρώην τον διατηρήσας ἀλώβητον οὐδέν τι παλίγκοτον ρεν ἐν ψυχῇ, ὁποῖα οἱ ἐν ἀρχαῖς φιλοῦσι έζεσθαι, τὸν χόλον ἐνθάπτοντες καὶ ἐναύοντες τὴν κατὰ καιρὸν ορυκτώρησιν καὶ κατάπρησιν· τὴν δὲ Κωνσταντίνου σὺν αὐτῷ εἰσιὼν οὐ πλεῖον της νίκης περιόντι ἢ τῇ τοῦ κασιγνήτου ἐπανόδῳ ἀγαλλιᾶτο. Καὶ τὸ ὑπήκοον δὲ κατεκίρνα πως γκώμια τῷ τοῦ βασιλέως τούτῳ προμηθεύματα, οὐ μόνον τοῖς αὐτοῦ τροπαίοις καλλωπιζόμενον καὶ Θεῷ χαριστήρια τῷ καὶ πορεύσαντι τοῦτον καὶ νικητὴν ἀνασώσαντι, ἀλλὰ καὶ τῇ τοῦ ἀδελφοῦ ἀφίξει φραινόμενον. ἢ πολυωρήσας δὲ τῷ Βυζαντίῳ, τῶν Περσῶν ιλόντων τοῖς κατὰ ποταμὸν τὸν Σαγγάριον νόμοις τόπος, υπεριδών καχεξίας σώματος, ὡς ἐξώρμησεν, ὅθεν τοὺς πολεμίους διαθρήσας παρουσία και θρεμμάτων ἀγέλας ἐλάσας παντο- ν ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Λοπάδιον. Μετ᾿ οὐ πολὺ δὲ τῆς γυναικωνίτιδος ἐξιούσης τὴν πόλιν, τὰς τὰς ἐδείγματα, τὴν ἐκ τῶν πολεμίων ἐκεχειρίαν τὸ μὴ πάντη ἀξύμφορον Ῥωμαίοις διατιθείς. ραξῦναι δὲ τοῖς τόποις τούτοις διανοούμενος στρατιάν αθροισθῆναι διετετάχει. Καὶ ἡ μὲν ἐν σμάτων βασιλείων συνήγετο, αὐτὸς δὲ κατὰ κ τὸ ἔργον ὡς οὐδέποτε τοῖς στρατευομένοις γνώμων έδοξε καὶ βαρὺς καὶ τὸ πλέον μηδὲ • Εκστρατείας εἰδὼς, ὡς εἴπερ ἐλάθετη ἢ οὐκ όησεν ὡς τρισσὸν ἔτος ἐν τοῖς ἑῴοις πολέμοις μαῖοι διήνεγκαν. Τὸ δὲ πρὸς ἄρξηκτον ἐκείνου · ἔτι μᾶλλον ἐκμῆναν ἦν ὅτι πολλοὶ τῶν εἰς Την συναναβάντων ἐκείνῳ στρατιωτῶν μήπω τὸ σε βλέψαντες, ἀλλὰ νόσῳ σώματος καὶ σπάνει Συγκαίων και φθορᾷ τῶν ὀχημάτων ἐν τῇ πορία γεννίσαντες, ἠναγκάζοντο μὴ τῶν πατρί- ο ξαίνειν εὐθὺ, ἀλλ' ἔνθα κατασκηνοί βασιλεύς πείσιν ὑπὸ τῶν ἐπιμελῶς τὰς ὁδοὺς τηρούντων τις καλαττίωνή περαιώσεις ἐπισκοπούντων. Ο μὲ ἀγνοεῖν ἔχων τὸ τοῦ γογγυσμοῦ αἴτιον, τὴν B A bellicosus et fortis, procera statura et forma visen- da præditus; qui cum ad alias gentes transierat, tum ad Iconiensis metropolis satrapam, subinde ad incursandas Romanas provincias et res Joannis turbandas incitatus. Sed quia pecunia egebat et imperator Joannes perpetua rei bellicæ laude flo- rebat ipsi nihil ex sententia succedebat, ac palius omnes ab eo resiliebant et primum defectionis con- silium improbabant, conatum illum detestantes, qui nec ei expediret et ipsis succedere nulle modo posset. Igitur cum tuparelas adiret, etsi ab on- nibus reverenter exciperetur ut forma rege dignis- sima præditus et genere nobilissimo ortus, sero tamen intelligens, quod deserta cognatione æru- muas frustra toleraret, ad fratrem se recepit. Im- perator vero et ipsum et filium suum cupide ex- ceptos allocutus est et suaviter amplexus. Nam cognationis desiderium multum valet ; ac tametsi nexus ille nonnihil laxatus fuerit, facile tamen de- nuo astringitur. Ac pristina erga eum charitate inviolata conservata, bona fide in gratiam rediit, secus quam potentes solent, qui iram tegunt ac dissimulant, dum ulciscendi occasio detur. Cpolim igitur cum eo ingressus.non magis victoria quarn fratris reditu est gavisus. Subditi quoque instinctu ejus laudes communicabant ; nec tropais duutaxat gloriabuntur, et Deo successuum auctori gratias agebant, sed et fratris ejus adventu lalabantur. C D Cæterum non diu Byzantii commoratus, cum Persæ in patentes campos juxta Sangarium fluvium impetum fecissent, quamvis corpore æger, statim exivit. Ita hostibus sua præsentia territis et omnis generis pecoribus abactis, Lopadium recessit. Non multo post, cum etiam Gynæconitis urbe exisset, munitiones instauravit, otio quod a bello dabatur in rei publica commodum converso: quibus in locis cum commorari statuisset, legiones convenire jussit. Quod etsi ex mandato ejus tiebat, tannen mi- lites nulla unquam re se magis oneratos esse puta- bant, quod expeditionum nullum sciret modum aut oblitus esset, aut non reputaret Romanos tertium annum in bellis Orientalibus consumpsisse. Illud vero ejus odium exasperabat,quod multi milites,qui eum in Syriam secuti erant, re domestica nondum visa, sed ex morbo corporis et penuria com- meatus et jactura equorum in itinere morati, de- flectere a patria et ad imperatorem ire, ab iis qui vias diligenter obsidebant et portus observabant, cogebantur. Verum ipse cum indignationis causam ignorare non posset, ignorationem,ne contemptum dicam, simulans, et illos inania verba fundere si- nens, institutum suum urgebat. Dicebat enim se milites habere velle, qui idem quod ipse vellent, et continentibus expeditionibus non fatigarentur aut
PG 139:359οἷς καὶ θήλειαι κατελέγοντο ὡς ἄρρενες ἐφιππάζουσαι καὶ ταῖς ἐφεστρίσιν οὐ συμβάδην τὼ πόδε διαχαλῶσαι, ἀλλὰ περιβάδην ἀναίδην ἐποχούμεναι καὶ κοντοφόροι καὶ ὁπλοφόροι κατ’ ἄνδρας ὁρώμεναι καὶ ἀνδρείαν στολὴν περικείμεναι, αἳ καὶ ὅλως ἀρεϊκὸν ἔβλεπον καὶ ὑπὲρ τὰς Ἀμαζόνας ἠρρένωντο. μία δὲ καὶ ὑπεξῄρετο παρ’ ἐκείναις καθάπερ ἄλλη τις Πενθεσίλεια, ἥτις ἐκ τοῦ στίζοντος χρυσοῦ καὶ περιτρέχοντος τὰς ὤας καὶ τὰ λώματα τοῦ ἐσθήματος Χρυσόπους παρωνομάζετο. Αὐτὸ δὲ τὸ τῆς κινήσεως αἴτιον πρόφασιν τὸ κυριακὸν παρεῖχε κενήριον καὶ ἡ πρὸς τὰ εὐθέα τῶν σκολιῶν καὶ ἐπιβούλων παρόδων ἑτοιμασία τοῖς ἐκ τοῦ γένους ἐκείνοις εὐθὺ τῶν Ἱεροσολύμων ἐθέλουσιν ἵεσθαι. ἔφασκον δὲ καὶ κατὰ τὴν ἔξοδον ἐκείνην μηδέν τι περιττὸν ἐπισύρεσθαι, ἀλλ’ ἢ τὰ πρὸς ἐξομάλισιν τῶν τρίβων ἀναγκαιότατα καὶ μόνα ἐπάγεσθαι. διὰ τούτων δὲ παρυπέφαινον οὐ πτύα καὶ τύκια καὶ σκαπάνας, θυρεοὺς δὲ καὶ θώρακας καὶ φάσγανα καὶ εἴ τι ἄλλο πρὸς πόλεμον ἐπιτήδειον. καὶ τοῦτο μὲν τὸ παρορμῆσαν ἐκεῖνοι προυβάλλοντο καὶ διώμνυντο. καὶ ἦν, ὡς ἐκ τῶν ὕστερον ἔδειξαν, οὐ κατεψευσμένα τὰ ὑπ’ ἐκείνων λεγόμενα.
Α οὐκ εἰδότα πλαττόμενος, ἵνα μὴ λέγοιμι τὸν μηδα μῶς ἐμπαζομενον ὑποκριόμενος, ἐκείνους μὲν εα κενοφωνεῖν, αὐτὸς δὲ τῆς προθέσεως εἴχετο, βούλε- σθαι λεγων ἔχειν τοὺς στρατιώτας συσπουδαστάς καὶ μηδαμῶς τοῖς συνεχέσιν ἐκδημίαις ἀπαυθούν τας καὶ ἀποκναίοντας. Προθέμενος δὲ μετελθεῖν τοὺς κατὰ τὸ θέμα τῶν ᾿Αρμενιακών παρεισφθα ρόντας βαρβάρους, ἅμα δὲ καὶ Κωνσταντῖνον τὸν Γαβρᾶν κατασχεῖν χρόνον ἤδη συχνὸν τὴν Τραπε ζοῦντα ὑποποιησάμενον καὶ ἤθεσι τυραννικοῖς αὐτ τὴν διεξάγοντα, διὰ τῆς τῶν Παφλαγόνων συναγκαίας τήν πορείαν τίθησιν ἀεὶ τῶν τοῦ Πόντου παραλίων τόπων βαδίζειν ἐχόμενα δυοῖν ἔνεκα, τοῦ τ' ἐκ τῆς οἰκείας χώρας τὴν στρατιάν οι πορίζεσθαι τὰ βιώ σιμα, καὶ εἰ δεήσει συρρηξαι πόλεμον, κατὰ μίαν μοῖραν ἔχειν αὐτὸν ἐπικείμενον, ἀλλ' οὐκ ἐξ ἑκατέ ρων μερῶν περικείμενον, κάντεῦθεν πρὸς περικύκλω σιν ἐπιτήδειον. "Ην γὰρ ὁ τῆς Καισαρείας τότε κρατῶν Μουχούμετ, περὶ οὗ εἰπεῖν ἔφθημεν, πλείστην ὅτι περιβεβλημένος ἰσχὺν, μέρος τε τῆς Ἰβηρίας ὑπαγαγόμενος καὶ ἔνια τῆς τῶν ποταμῶν μέσης παραστησάμενος, τὸ μὲν ἄνωθεν γένος ἐς τοὺς ᾿Αρσακίδης συναλειφόμενος, τὸ δὲ προσεχὲς ἐκ Τανισμανίων καταγόμενος· ἦσαν δ' αυτοι τολμητίει καὶ ἀνδρισταὶ καὶ τῶν χειρωσαμένων τὰς ἔψας πόλεις Ρωμαίων οι μάλιστα κράτιστοί τε καὶ ἀναιδέστατοι (32). Ἔαρος μὲν οὖν ὑπολήγειν ἀρ ξαμένου, του Λοπαδίου βασιλεὺς ἀπανίσταται, τὴν δὲ θέρειον πᾶσαν ὥραν καὶ τοῦ μετοπώρου τὸ εὐ κραὲς ἐν τῇ οδοιπορία της κατατρεψάμενος περὶ τροπὰς ἐνηυλίσατο χειμερίους πόλει Ποντικῇ τῇ Κιντῇ. Τῇ πολεμίᾳ δ' ἐκ τοῦδε προσβαλὼν ἐν πολ- λοῖς ἐδυσπραγησεν. Εστι μὲν γὰρ καὶ ἄλλως ἡ Καππαδοκῶν χώρα κρυμώδης πᾶσα, καὶ τὸ κλίμα τοῦτο ψυχεινὸν καὶ δριμύτατον· τότε δὲ καὶ χει μῶνος ἐπιγενομένου ἀήθους πολυτρόποις κακοῖς προσεπάλαισε. Τὰ τε γὰρ πρὸς δίαιταν ἐπιτήδεια σχεδόν εἰς τέλος ἐξέλιπον, καὶ τῶν ζώων ὀπόσε σκευοφόρα τε καὶ πολεμιοτήρια, διεφθάρη παντί πασι. Κὰκ τοῦδε τὸ ἀλλόθρουν πλειόνως ἀναθαρρή ἐπεὶ καὶ ἀφθεγκόν ἐστι τῇ φήμη με δόν ανεξερεύνητόν τε καὶ ἀνεξέλεγκτον, ἐξόδοις έχη ρύκτοις ἐχρῆτο συχναῖς, καὶ ληστρικοῖς ἐπιτιμέ μενον κλέμμασιν, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ προδήλως δια μιλλώμενον κατὰ μάχην ἐνώπιον, ἀεὶ τὰς τῶν Ρωμαίων ἐλυμαίνετο φάλαγγας· κατά γάρ νέφος συνεχὲς τὴν σύστασιν ἐφιστάμενον ἐκ τοῦ αὐτίκα, τῇ πολωκείᾳ πεποιθὸς τῶν ἵππων, τῆς ὀμαιχμίας ἀφίστατο ὡς εἴπερ ἀνέμων πνοαῖς ἐξῄρετο. Βασι λεὺς δὲ, τὸ τῶν εἰππὼν μεθοδεύων ἀτύχημα, περιών τὸ στράτευμα τὰ εὐγενῆ τῶν ὀχημάτων (33) συνέ λεγε, καὶ ταῦτα διαδιδοὺς καὶ Ῥωμαίοις μὲν, όποσοι κοντοφορεῖν ἔδεσαν, τοῖς δ' ἐκ τῶν Λατίνων σαν, ἀναιδέστατοι ἀνδρειότατοι ἀναιδέστατοι ἀναι δέστατοι NICETE CHONIATE frangerentur. Cum autem barbaros, qui in Arme- niacorum provinciam irruperant, ulcisci, et Con- stantinum Gabram, longo jam tempore Trapezunte potientem ac pro tyranno se gerentem, capere statuisset, per Paphlagonum convallem iter inten- dit, ut continenter per maritima Ponti loca proti · cisceretur: idque duabus de causis, ut et exercitus e suis provinciis commeatum peteret, et si pugna committenda esset, ea ab una duntaxat parte im- mineret nec a circumventione quidquam peri- culi esset. Nam Muchumetus,qui tum Caesarea po- tiebatur, de quo supra diximus, maximis opibus pollebat et Iberiæ partem subegerat ac nonnulla Mesopotamiæ loca in deditionem acceperat.Is ad vetustam Arsacidarum et Tanismaniorum recentem stirpem genus referebat, qui Tanismanii homines audaces et bellicosi erant, et eorum qui Orientales Romanorum urbes ceperant potentissimi ei impu- dentissimi. Vere igitur jam exeunte, imperator Lo- padio discedit ; et omni æstivo tempore autumnique parte temperatissima in eo itinere consumptis, sub hibernum solstitium in urbe Pontica Quinta hic- mavit. Inde hostilem agrum agressus multa in- commoda pertulit; nam et commeatu pene omni destitutus est, et jumenta tam bellicosa quam sarcinis gerendis apta funditus perierunt. Unde hostes fiducia resumpta (nam fama nihil imper- vestigatum aut occultum sinit multis inexspectatis impressionibus latronum more irruebant; ali- quando etiam aperto Marte Romanos aggredientes phalanges eorum crebris detrimentis afficiebant. Instar enim densæ nubis subito irruentes, equorum velocitate freti, medio recedebant, perinde ac si ventorum flatu attollerentur. Imperator vero ut cladem resarciret, passim in exercitu generosos equos conquirebat; iisque inter Romanos, qui con- tos ferre norant, ac Latinos potissimum in cir- cumagendis hastis dextros, distributis,aciem robu- stam hostibus opponebat. qui, cum hastarum impe- tum ferre non possent, in fugam vertebantur. His igitur artibus, et quia plurimi pedites vexilla sus- tinebant ad majorem equitatus speciem praeben- dam, repulsis Persicis turmis, Neocasaream perrexit juxta quam etiam inter Persas et Romanos crebro est dimicatum, et imperatoris junior filius Manuel, hastam gestans et patre inscio longe progressus, impressionem in hostes fecit, idque adolescentis D facinus fere totum exercitum ad dimicandum supra vires impulit, aliis æmulatione incitatis, cæteris vero omnibus adolescenti metuentibus. et ab im- peratore se maximam gratiam inituros ratis,si sua opera ab omni hostium insultu defenderetur. Ac tum pater filium palam laudibus prosecutus est. C B [P. 23] Hier Wolfii notæ. pro malim legere nam non placet. Vetustus codex pro vocem habet quæ legi non potest. ctor, non de vehiculis aut curribus eum loqui, sed de equis. (32) 'Αναιδέστατοι. Nisi præcessisset ανδριστα!, (33) Οχημάτων. ᾿Αλλόγων R. Hinc conjicias, le-
Πέμψαντες δὲ πρεσβευτὰς ὡς διὰ φιλίας ᾐτοῦντο τὸν βασιλέα τὴν τῶν Ῥωμαίων παρελθεῖν καὶ ἀγορὰς αὐτοῖς παροδίους προτίθεσθαι, ἐξ ὧν ὠνήσονται καὶ ὅσοις ἄνθρωποι τρέφονται καὶ ἵπποις ξυμβέβληνται. ὁ δὲ βασιλεύς, ὡς εἰκός, ἐκ τοῦ παραχρῆμα διαταραχθεὶς τὴν ψυχὴν τῷ ἀέλπτῳ τοῦ πράγματος οὐκ ἀνῆκεν ὅμως τῶν συνοισόντων ἐπιμελόμενος· τοῖς τε πρέσβεσι διειλέχθη μετὰ προσηνείας τὰ πρόσφορα καὶ ἐπαινεῖν ὑπερβαλλόντως τὸ δρώμενον ὑπεκρίνετο καὶ ἄγασθαι αὐτοὺς τῆς εὐσεβοῦς προσεποιεῖτο προθέσεως. κἀκ τοῦ αὐτίκα δὴ μάλα ἑτοιμάσασθαι τὰ πρὸς διέλευσιν ἐπηγγέλλετο ἄφθονά τε εὐτρεπίσειν καὶ ἕτοιμα οὕτως λαβεῖν τὰ ὤνια ἰσχυρίζετο, ὡς εἴπερ οὐ δι’ ἀλλοτρίας, ἀλλὰ διὰ τῆς οἰκείας παρώδευον, ἂν δώσουσι μόνον ὅρκια πιστά, ὡς θεοφιλὴς αὐτοῖς ἡ δίοδος ἀληθῶς καὶ ὡς ἀμαχητὶ τὰ Ῥωμαίων ὅρια ὑπερβήσονται. Ταῦτ’ οὖν, ὡς εἰκὸς ἦν, καταστησάμενος, ἁπανταχῇ διεκπέμπει βασίλεια διατάγματα προεκκεῖσθαι τὰ ζωαρκῆ τῶν ὁδῶν, καθ’ ἃς οἱ ἐξ ἑσπέρας στρατοὶ διελεύσονται· καὶ τῷ λόγῳ τὸ ἔργον ἐπηκολούθει.
Α οὐκ εἰδότα πλαττόμενος, ἵνα μὴ λέγοιμι τὸν μηδα μῶς ἐμπαζομενον ὑποκριόμενος, ἐκείνους μὲν εα κενοφωνεῖν, αὐτὸς δὲ τῆς προθέσεως εἴχετο, βούλε- σθαι λεγων ἔχειν τοὺς στρατιώτας συσπουδαστάς καὶ μηδαμῶς τοῖς συνεχέσιν ἐκδημίαις ἀπαυθούν τας καὶ ἀποκναίοντας. Προθέμενος δὲ μετελθεῖν τοὺς κατὰ τὸ θέμα τῶν ᾿Αρμενιακών παρεισφθα ρόντας βαρβάρους, ἅμα δὲ καὶ Κωνσταντῖνον τὸν Γαβρᾶν κατασχεῖν χρόνον ἤδη συχνὸν τὴν Τραπε ζοῦντα ὑποποιησάμενον καὶ ἤθεσι τυραννικοῖς αὐτ τὴν διεξάγοντα, διὰ τῆς τῶν Παφλαγόνων συναγκαίας τήν πορείαν τίθησιν ἀεὶ τῶν τοῦ Πόντου παραλίων τόπων βαδίζειν ἐχόμενα δυοῖν ἔνεκα, τοῦ τ' ἐκ τῆς οἰκείας χώρας τὴν στρατιάν οι πορίζεσθαι τὰ βιώ σιμα, καὶ εἰ δεήσει συρρηξαι πόλεμον, κατὰ μίαν μοῖραν ἔχειν αὐτὸν ἐπικείμενον, ἀλλ' οὐκ ἐξ ἑκατέ ρων μερῶν περικείμενον, κάντεῦθεν πρὸς περικύκλω σιν ἐπιτήδειον. "Ην γὰρ ὁ τῆς Καισαρείας τότε κρατῶν Μουχούμετ, περὶ οὗ εἰπεῖν ἔφθημεν, πλείστην ὅτι περιβεβλημένος ἰσχὺν, μέρος τε τῆς Ἰβηρίας ὑπαγαγόμενος καὶ ἔνια τῆς τῶν ποταμῶν μέσης παραστησάμενος, τὸ μὲν ἄνωθεν γένος ἐς τοὺς ᾿Αρσακίδης συναλειφόμενος, τὸ δὲ προσεχὲς ἐκ Τανισμανίων καταγόμενος· ἦσαν δ' αυτοι τολμητίει καὶ ἀνδρισταὶ καὶ τῶν χειρωσαμένων τὰς ἔψας πόλεις Ρωμαίων οι μάλιστα κράτιστοί τε καὶ ἀναιδέστατοι (32). Ἔαρος μὲν οὖν ὑπολήγειν ἀρ ξαμένου, του Λοπαδίου βασιλεὺς ἀπανίσταται, τὴν δὲ θέρειον πᾶσαν ὥραν καὶ τοῦ μετοπώρου τὸ εὐ κραὲς ἐν τῇ οδοιπορία της κατατρεψάμενος περὶ τροπὰς ἐνηυλίσατο χειμερίους πόλει Ποντικῇ τῇ Κιντῇ. Τῇ πολεμίᾳ δ' ἐκ τοῦδε προσβαλὼν ἐν πολ- λοῖς ἐδυσπραγησεν. Εστι μὲν γὰρ καὶ ἄλλως ἡ Καππαδοκῶν χώρα κρυμώδης πᾶσα, καὶ τὸ κλίμα τοῦτο ψυχεινὸν καὶ δριμύτατον· τότε δὲ καὶ χει μῶνος ἐπιγενομένου ἀήθους πολυτρόποις κακοῖς προσεπάλαισε. Τὰ τε γὰρ πρὸς δίαιταν ἐπιτήδεια σχεδόν εἰς τέλος ἐξέλιπον, καὶ τῶν ζώων ὀπόσε σκευοφόρα τε καὶ πολεμιοτήρια, διεφθάρη παντί πασι. Κὰκ τοῦδε τὸ ἀλλόθρουν πλειόνως ἀναθαρρή ἐπεὶ καὶ ἀφθεγκόν ἐστι τῇ φήμη με δόν ανεξερεύνητόν τε καὶ ἀνεξέλεγκτον, ἐξόδοις έχη ρύκτοις ἐχρῆτο συχναῖς, καὶ ληστρικοῖς ἐπιτιμέ μενον κλέμμασιν, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ προδήλως δια μιλλώμενον κατὰ μάχην ἐνώπιον, ἀεὶ τὰς τῶν Ρωμαίων ἐλυμαίνετο φάλαγγας· κατά γάρ νέφος συνεχὲς τὴν σύστασιν ἐφιστάμενον ἐκ τοῦ αὐτίκα, τῇ πολωκείᾳ πεποιθὸς τῶν ἵππων, τῆς ὀμαιχμίας ἀφίστατο ὡς εἴπερ ἀνέμων πνοαῖς ἐξῄρετο. Βασι λεὺς δὲ, τὸ τῶν εἰππὼν μεθοδεύων ἀτύχημα, περιών τὸ στράτευμα τὰ εὐγενῆ τῶν ὀχημάτων (33) συνέ λεγε, καὶ ταῦτα διαδιδοὺς καὶ Ῥωμαίοις μὲν, όποσοι κοντοφορεῖν ἔδεσαν, τοῖς δ' ἐκ τῶν Λατίνων σαν, ἀναιδέστατοι ἀνδρειότατοι ἀναιδέστατοι ἀναι δέστατοι NICETE CHONIATE frangerentur. Cum autem barbaros, qui in Arme- niacorum provinciam irruperant, ulcisci, et Con- stantinum Gabram, longo jam tempore Trapezunte potientem ac pro tyranno se gerentem, capere statuisset, per Paphlagonum convallem iter inten- dit, ut continenter per maritima Ponti loca proti · cisceretur: idque duabus de causis, ut et exercitus e suis provinciis commeatum peteret, et si pugna committenda esset, ea ab una duntaxat parte im- mineret nec a circumventione quidquam peri- culi esset. Nam Muchumetus,qui tum Caesarea po- tiebatur, de quo supra diximus, maximis opibus pollebat et Iberiæ partem subegerat ac nonnulla Mesopotamiæ loca in deditionem acceperat.Is ad vetustam Arsacidarum et Tanismaniorum recentem stirpem genus referebat, qui Tanismanii homines audaces et bellicosi erant, et eorum qui Orientales Romanorum urbes ceperant potentissimi ei impu- dentissimi. Vere igitur jam exeunte, imperator Lo- padio discedit ; et omni æstivo tempore autumnique parte temperatissima in eo itinere consumptis, sub hibernum solstitium in urbe Pontica Quinta hic- mavit. Inde hostilem agrum agressus multa in- commoda pertulit; nam et commeatu pene omni destitutus est, et jumenta tam bellicosa quam sarcinis gerendis apta funditus perierunt. Unde hostes fiducia resumpta (nam fama nihil imper- vestigatum aut occultum sinit multis inexspectatis impressionibus latronum more irruebant; ali- quando etiam aperto Marte Romanos aggredientes phalanges eorum crebris detrimentis afficiebant. Instar enim densæ nubis subito irruentes, equorum velocitate freti, medio recedebant, perinde ac si ventorum flatu attollerentur. Imperator vero ut cladem resarciret, passim in exercitu generosos equos conquirebat; iisque inter Romanos, qui con- tos ferre norant, ac Latinos potissimum in cir- cumagendis hastis dextros, distributis,aciem robu- stam hostibus opponebat. qui, cum hastarum impe- tum ferre non possent, in fugam vertebantur. His igitur artibus, et quia plurimi pedites vexilla sus- tinebant ad majorem equitatus speciem praeben- dam, repulsis Persicis turmis, Neocasaream perrexit juxta quam etiam inter Persas et Romanos crebro est dimicatum, et imperatoris junior filius Manuel, hastam gestans et patre inscio longe progressus, impressionem in hostes fecit, idque adolescentis D facinus fere totum exercitum ad dimicandum supra vires impulit, aliis æmulatione incitatis, cæteris vero omnibus adolescenti metuentibus. et ab im- peratore se maximam gratiam inituros ratis,si sua opera ab omni hostium insultu defenderetur. Ac tum pater filium palam laudibus prosecutus est. C B [P. 23] Hier Wolfii notæ. pro malim legere nam non placet. Vetustus codex pro vocem habet quæ legi non potest. ctor, non de vehiculis aut curribus eum loqui, sed de equis. (32) 'Αναιδέστατοι. Nisi præcessisset ανδριστα!, (33) Οχημάτων. ᾿Αλλόγων R. Hinc conjicias, le-
ὑποβλεπόμενος δὲ καὶ διεννοῶν, μή πως ἐν δέρματι προβάτων λυκιδεῖς ἔρχωνται ἢ ὄνῳ ὑποκρύπτωνται λέοντες ἀπεναντίας τῷ μυθικῷ διηγήματι ἢ τὴν λεοντῆν ξυνέχωσι τῇ ἀλωπεκῇ, τὰς Ῥωμαϊκὰς ἀθροίζει δυνάμεις, συνδιασκέπτεται κοινῇ περὶ τῶν κοινῶν, τὸ πλῆθος τῶν παρελευσομένων στρατῶν διέξεισι, τῆς ἵππου τὸ πολὺ καταλέγει, τὸ ὁπλιτικὸν ὅσον διασαφεῖ, τῆς πεζεταίρας μοίρας παρίστησι τὸ μυρίανδρον, τὸ πάγχαλκον περιλαλεῖ καὶ τὸ φόνιον, τὸ πῦρ τῶν ὀμμάτων ἅπαντας βλέπειν καὶ τοῖς αἵμασιν ἐπαγάλλεσθαι ὡς οὐδὲ ῥαντισμοῖς ὑδάτων ἕτεροι. οὐ ταῦτα δὲ μόνον τῇ γερουσίᾳ καταγγέλλει καὶ τοῖς τέλεσι καὶ στρατεύμασιν, ἀλλὰ καὶ ὅσα ὁ ἐκ Σικελίας τύραννος, ὥσπερ θὴρ ἐνάλιος, κατὰ τῶν παραθαλαττίων χωρῶν διαπράττεται, τὴν ἅλμην τύπτων τοῖς ἐρετμοῖς καὶ ταῖς Ῥωμαϊκαῖς ἐνορμιζόμενος κωμοπόλεσι καὶ κείρων τὰ ἐν ποσὶ κατὰ πολλὴν τοῦ ἐπαμύνοντος ἐρημίαν.
Α οὐκ εἰδότα πλαττόμενος, ἵνα μὴ λέγοιμι τὸν μηδα μῶς ἐμπαζομενον ὑποκριόμενος, ἐκείνους μὲν εα κενοφωνεῖν, αὐτὸς δὲ τῆς προθέσεως εἴχετο, βούλε- σθαι λεγων ἔχειν τοὺς στρατιώτας συσπουδαστάς καὶ μηδαμῶς τοῖς συνεχέσιν ἐκδημίαις ἀπαυθούν τας καὶ ἀποκναίοντας. Προθέμενος δὲ μετελθεῖν τοὺς κατὰ τὸ θέμα τῶν ᾿Αρμενιακών παρεισφθα ρόντας βαρβάρους, ἅμα δὲ καὶ Κωνσταντῖνον τὸν Γαβρᾶν κατασχεῖν χρόνον ἤδη συχνὸν τὴν Τραπε ζοῦντα ὑποποιησάμενον καὶ ἤθεσι τυραννικοῖς αὐτ τὴν διεξάγοντα, διὰ τῆς τῶν Παφλαγόνων συναγκαίας τήν πορείαν τίθησιν ἀεὶ τῶν τοῦ Πόντου παραλίων τόπων βαδίζειν ἐχόμενα δυοῖν ἔνεκα, τοῦ τ' ἐκ τῆς οἰκείας χώρας τὴν στρατιάν οι πορίζεσθαι τὰ βιώ σιμα, καὶ εἰ δεήσει συρρηξαι πόλεμον, κατὰ μίαν μοῖραν ἔχειν αὐτὸν ἐπικείμενον, ἀλλ' οὐκ ἐξ ἑκατέ ρων μερῶν περικείμενον, κάντεῦθεν πρὸς περικύκλω σιν ἐπιτήδειον. "Ην γὰρ ὁ τῆς Καισαρείας τότε κρατῶν Μουχούμετ, περὶ οὗ εἰπεῖν ἔφθημεν, πλείστην ὅτι περιβεβλημένος ἰσχὺν, μέρος τε τῆς Ἰβηρίας ὑπαγαγόμενος καὶ ἔνια τῆς τῶν ποταμῶν μέσης παραστησάμενος, τὸ μὲν ἄνωθεν γένος ἐς τοὺς ᾿Αρσακίδης συναλειφόμενος, τὸ δὲ προσεχὲς ἐκ Τανισμανίων καταγόμενος· ἦσαν δ' αυτοι τολμητίει καὶ ἀνδρισταὶ καὶ τῶν χειρωσαμένων τὰς ἔψας πόλεις Ρωμαίων οι μάλιστα κράτιστοί τε καὶ ἀναιδέστατοι (32). Ἔαρος μὲν οὖν ὑπολήγειν ἀρ ξαμένου, του Λοπαδίου βασιλεὺς ἀπανίσταται, τὴν δὲ θέρειον πᾶσαν ὥραν καὶ τοῦ μετοπώρου τὸ εὐ κραὲς ἐν τῇ οδοιπορία της κατατρεψάμενος περὶ τροπὰς ἐνηυλίσατο χειμερίους πόλει Ποντικῇ τῇ Κιντῇ. Τῇ πολεμίᾳ δ' ἐκ τοῦδε προσβαλὼν ἐν πολ- λοῖς ἐδυσπραγησεν. Εστι μὲν γὰρ καὶ ἄλλως ἡ Καππαδοκῶν χώρα κρυμώδης πᾶσα, καὶ τὸ κλίμα τοῦτο ψυχεινὸν καὶ δριμύτατον· τότε δὲ καὶ χει μῶνος ἐπιγενομένου ἀήθους πολυτρόποις κακοῖς προσεπάλαισε. Τὰ τε γὰρ πρὸς δίαιταν ἐπιτήδεια σχεδόν εἰς τέλος ἐξέλιπον, καὶ τῶν ζώων ὀπόσε σκευοφόρα τε καὶ πολεμιοτήρια, διεφθάρη παντί πασι. Κὰκ τοῦδε τὸ ἀλλόθρουν πλειόνως ἀναθαρρή ἐπεὶ καὶ ἀφθεγκόν ἐστι τῇ φήμη με δόν ανεξερεύνητόν τε καὶ ἀνεξέλεγκτον, ἐξόδοις έχη ρύκτοις ἐχρῆτο συχναῖς, καὶ ληστρικοῖς ἐπιτιμέ μενον κλέμμασιν, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ προδήλως δια μιλλώμενον κατὰ μάχην ἐνώπιον, ἀεὶ τὰς τῶν Ρωμαίων ἐλυμαίνετο φάλαγγας· κατά γάρ νέφος συνεχὲς τὴν σύστασιν ἐφιστάμενον ἐκ τοῦ αὐτίκα, τῇ πολωκείᾳ πεποιθὸς τῶν ἵππων, τῆς ὀμαιχμίας ἀφίστατο ὡς εἴπερ ἀνέμων πνοαῖς ἐξῄρετο. Βασι λεὺς δὲ, τὸ τῶν εἰππὼν μεθοδεύων ἀτύχημα, περιών τὸ στράτευμα τὰ εὐγενῆ τῶν ὀχημάτων (33) συνέ λεγε, καὶ ταῦτα διαδιδοὺς καὶ Ῥωμαίοις μὲν, όποσοι κοντοφορεῖν ἔδεσαν, τοῖς δ' ἐκ τῶν Λατίνων σαν, ἀναιδέστατοι ἀνδρειότατοι ἀναιδέστατοι ἀναι δέστατοι NICETE CHONIATE frangerentur. Cum autem barbaros, qui in Arme- niacorum provinciam irruperant, ulcisci, et Con- stantinum Gabram, longo jam tempore Trapezunte potientem ac pro tyranno se gerentem, capere statuisset, per Paphlagonum convallem iter inten- dit, ut continenter per maritima Ponti loca proti · cisceretur: idque duabus de causis, ut et exercitus e suis provinciis commeatum peteret, et si pugna committenda esset, ea ab una duntaxat parte im- mineret nec a circumventione quidquam peri- culi esset. Nam Muchumetus,qui tum Caesarea po- tiebatur, de quo supra diximus, maximis opibus pollebat et Iberiæ partem subegerat ac nonnulla Mesopotamiæ loca in deditionem acceperat.Is ad vetustam Arsacidarum et Tanismaniorum recentem stirpem genus referebat, qui Tanismanii homines audaces et bellicosi erant, et eorum qui Orientales Romanorum urbes ceperant potentissimi ei impu- dentissimi. Vere igitur jam exeunte, imperator Lo- padio discedit ; et omni æstivo tempore autumnique parte temperatissima in eo itinere consumptis, sub hibernum solstitium in urbe Pontica Quinta hic- mavit. Inde hostilem agrum agressus multa in- commoda pertulit; nam et commeatu pene omni destitutus est, et jumenta tam bellicosa quam sarcinis gerendis apta funditus perierunt. Unde hostes fiducia resumpta (nam fama nihil imper- vestigatum aut occultum sinit multis inexspectatis impressionibus latronum more irruebant; ali- quando etiam aperto Marte Romanos aggredientes phalanges eorum crebris detrimentis afficiebant. Instar enim densæ nubis subito irruentes, equorum velocitate freti, medio recedebant, perinde ac si ventorum flatu attollerentur. Imperator vero ut cladem resarciret, passim in exercitu generosos equos conquirebat; iisque inter Romanos, qui con- tos ferre norant, ac Latinos potissimum in cir- cumagendis hastis dextros, distributis,aciem robu- stam hostibus opponebat. qui, cum hastarum impe- tum ferre non possent, in fugam vertebantur. His igitur artibus, et quia plurimi pedites vexilla sus- tinebant ad majorem equitatus speciem praeben- dam, repulsis Persicis turmis, Neocasaream perrexit juxta quam etiam inter Persas et Romanos crebro est dimicatum, et imperatoris junior filius Manuel, hastam gestans et patre inscio longe progressus, impressionem in hostes fecit, idque adolescentis D facinus fere totum exercitum ad dimicandum supra vires impulit, aliis æmulatione incitatis, cæteris vero omnibus adolescenti metuentibus. et ab im- peratore se maximam gratiam inituros ratis,si sua opera ab omni hostium insultu defenderetur. Ac tum pater filium palam laudibus prosecutus est. C B [P. 23] Hier Wolfii notæ. pro malim legere nam non placet. Vetustus codex pro vocem habet quæ legi non potest. ctor, non de vehiculis aut curribus eum loqui, sed de equis. (32) 'Αναιδέστατοι. Nisi præcessisset ανδριστα!, (33) Οχημάτων. ᾿Αλλόγων R. Hinc conjicias, le-
PG 139:361καὶ δὴ τὰς μὲν πυργοβάρεις ἐπισκευάζει τῆς πόλεως καὶ τίθησιν εὐερκέα τὴν ὅλην τοῦ περιβόλου περίμετρον, τῇ δὲ στρατιᾷ χιτῶνας φολιδωτοὺς χορηγεῖ κοντοῖς τε καθοπλίζει χαλκήρεσι καὶ ἵπποις δρομικοῖς διεγείρει τὸ φρόνημα καὶ χρημάτων ἐπιρρώννυσι διαδόσεσιν, ἃ νεῦρα τῶν πραγμάτων ἀρίστως τῶν πάλαι τις κατωνόμασε. Καὶ οὕτω σὺν θεῷ συλλήπτορι καὶ τῇ πολιούχῳ μητροπαρθένῳ ὡς ἐνῆν δυσμαχώτατα θέμενος τὰ στρατεύματα, τὰ μὲν εἰς ἔρυμα συνέχει τῆς καλλιπόλεως καὶ τοῖς τείχεσιν ἐφιστᾷ, τοῖς δ’ ἐπισκήπτει τῇ στρατιᾷ παρέπεσθαι τῶν Ἀλαμανῶν, μὴ ἀφισταμένοις ἐπὶ πολύ, κἀκ τοῦδε εἴργειν τοὺς ἐκ τῶν Ἀλαμανῶν ἐς ἁρπαγὰς παρεξιόντας καὶ προνομάς, εἰρηνικῶς μέντοι καὶ μὴ πολεμικῶς. Κατὰ μὲν οὖν τὴν ἀπωτέρω πορείαν οὐδέν τι ξυνηνέχθη ἀξιαφήγητον ἀμφοῖν τοῖς στρατεύμασιν. ὡς δ’ εἰς Φιλιππούπολιν οἱ Ἀλαμανοὶ παρενέβαλον, οὐδὲ κατὰ τὸν ἐκεῖσε μὲν σταθμὸν ἐς διαφορὰν ἀπεῖδον τὰ τάγματα·
JOANNES COMNENUS. δεξιοστρέφειν ἐπισταμένοις δοράτια, ἀνθ- ους τοῖς πολεμίοις καὶ παρεῖχε γενναίως ν. Οἱ δὲ τὰς μετὰ ξυστων ἐπελάσεις νεγκεῖν οὐκ ἔχοντες πρὸς φυγὴν μεθηρμόζοντο. ἱκανῶς μὲν οὖν διὰ τῶν τοιούτων μεθόδων λείστους ὅτι μάλιστα τῶν πεζῶν σημαίας ἀνέχειν εἰς ἔμφασιν ἱππικοῦ πλείονος τὰς Περσικὰς ς λας, ἐπὶ Νεοκαισαρείας ἴετο. Πολλαὶ δὲ καὶ περὶ αὐτὴν μεταξύ Περσών καὶ Ῥωμαίων θησαν συμπλοκαί. Καὶ τῶν τοῦ βασιλέως υἱῶν ὁ νεώτερος (Μανουήλ όνομα τούτῳ) δόρυ δια καὶ ἱκανῶς προελθὼν, τοῦ Πατρὸς εἰδότος μηδὲν, τοῖς πολεμίοις ἐνέβαλε, καὶ τὸ ἔργον τοῦτο κακος παρωρμήκει σχεδὸν ἅπαν τὸ στράτευμα καὶ ὑπὲρ ἰσχὺν ἀγωνίσασθαι, τινῶν μὲν ἐς ν ζῆλον διαναστάντων, τῶν δ᾽ ἄλλων ἁπάντων δεισάντων περὶ τῷ παιδὶ, καὶ βασιλεῖ χαριεῖσθαι τα οἰηθέντων εἰ συναραμένων αὐτῶν οὐδαμῶς τι πρὸς τῶν πολεμίων ἐσεῖται πεπονθὼς ἀηδές. τα μὲν ὁ πατὴρ ἐπαίνοις τὸν παῖδα προδήλως ἠμείψατο· ὕστερον δὲ τὴν σκηνὴν εἰσιὼν ντα δι' [Ρ. 24] ὀλίγου ἔτυψεν ὡς θρασύτερον μᾶλλον ἢ εὐτολμότερον, μηδ' ἐπιτρέψαντος μπλακέντα τοῖς ἐναντίοις. πρη κς δ᾽ ἂν καὶ τῆς Νεοκαισαρέων ἐκράτησε βα- ἰ μὴ κατὰ συγκυρίαν ἀπρόοπτον αὐτῷ προσ- ος ἄλογος αὐτοθελὴς καὶ θυμὸς παντάπασιν τος τοῦ ἀδελφιδοῦ Ἰωάννου, ὃν ὁ σεβαστο Ιγείνατο Ἰσαάκιος. Μάχης γὰρ ἐνισταμένης σῶν ἱππότην ἐπίσημον ἐξ Ιταλίας ὁρμώμε που ὁ βασιλεὺς θεασάμενος ἐκέλευσε παρ- ᾧ ἀνεψιῷ Ἰωάννῃ ἀποβῆναι τοῦ ᾿Αραβίου ἤ ἔποχος καὶ δοῦναι τοῦτον τῷ Ἰταλῷ, μὴ - ἵππων τὸν ἀνεψιόν ἐπιστάμενος. Ὁ δὲ τίας ὢν καὶ γαῦρος πλέον τοῦ δέοντος τῷ ιλέως αντέστη κελεύσματι, ἐμβριθεστέραν, λέγοιμι ἀναιδεστέραν, τὴν ἀντιῤῥησιν ποιη- καὶ τὸν Λατῖνον ἐξουθενῶν προυκαλεῖτο εἰς ;σιν, ὡς τὸν ἵππον, εἰ περιγένοιτο, δικαίως μενον. Μὴ ἐπὶ πολὺ δ' ἔχων ἀνθίστασθαι τῷ ἱ βασιλεῖ (δώρα γὰρ πρὸς ὀργὴν ἐπιφρίσ- ἐν ἵππον δίδωσιν ἄκων. Μετακελητίσας δ' ον ὄχημα ἀθυμίας πλήρης και βράττων θυμῷ, τὸ δόρυ ἀγκοινισάμενος κατὰ τῆς λεμίων παρατάξεως φέρεται. Μικρὸν δέ τι τὸν λογχήρη κοντὸν εἰς τοὺπίσω ἀντέστρεψε, νώτῳ ἐπαναθέμενος πρὸς Πέρσας αὐτόμυλος τὸ κράνος τῆς κεφαλῆς ἀφελόμενος. Αμέλει ννης μὲν ἡδέως τοῖς βαρβάροις ὁρᾶται καὶ προσδέχεται, καὶ ὡς πάλαι μὲν συνήθης καθιστάμενος, ἡνίκα τῷ πατρὶ συνεπλάζετο, τότε δὴ τῇ παρουσίᾳ τὰ κατ᾿ αὐτοὺς ἀναβ τράγματα. Ὁ δ' αὐτὸς μικρῷ ὕστερον καὶ τὰ νῶν ἐξομοσάμενος ὄργια τὴν τοῦ Ἰκονιέως θυγατέρα ἐγήματα. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπὶ τοῖς κόσι τούτοις ἔκθαμβος γεγονώς οὐκ ἀγαθαῖς στροβοῦτο· ᾔδει γὰρ ὡς οὐδὲν ἄφθεγκτον παραλελοιπὼς ὁ ἀνεψιὸς τῶν τὴν Ῥωμαϊκὴν νούντων στρατιάν, ἀλλ᾽ ἀχαλινώτῳ καὶ εὐ- γλώσσῃ ἀναγγελεῖ τῶν ἵππων τὸν σπανισμὸν, αν βιωσίμων στέρησιν καὶ πᾶν ἕτερον καχ τῆς παρεμβολής. Υποκλέπτων, τοίνυν τὴν ἐπανάλυσιν κατὰ βραχύ πως ἐκεῖθεν μεθίστατο οὐδ᾽ οὕτω δρῶν εἶχε λεληθέναι ὁλοσχερῶς τὸ πολεμιον· τοῖς γὰρ τελευταίοις ἐπικείμενον τοῦ ύματος μέχρι πλείστου παρηκολούθει, καὶ διενοχλοῦν τὴν οὐραγίαν ἐνέλιπεν οὐδαμῶς. Διὰ τοίνυν τῆς παραλίας λαβόμενος ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καθειστήκει, καὶ τὸ βαρβαρον μηκέτι ἐπιέναι ἔχον στον γίνεται. ἱ μὲν οὖν Ιανουάριοι τον βασιλέα ἔβλεψαν ην ἐκ τῶν Περσικῶν καμάτων τὴν πόλιν ἐπεισ. A Deinde vero tabernaculum ingressus pronum fa- centem paulisper verberavit, ut audacius quam fortius injussu suo hostes adortum. B C D perator, nisi casu quodam improviso incon- sulta et contumax superbia et iracundia prorsus eflrenis Joannis nepotis ex fratre Isaacio sebasto- cratore illi obstitisset. Nam cum acie cum Persis decernendum esset, viso insigni equite Italico, Joannem fratris filium, quippe cui equos non do- esse sciret, Arabico equo descendere eumque Italo dare jussit. At is homo elati animi, et jactantior quam decebat, imperatoris dic o non audiens, au- dacius, ne dicam impudentius, refragalus est, Latinumque per contemptum ad pugnam provoca- vit, jure accepturum equum, si vicisset. Sed cum patruo imperatori, cui bilem effervescere cerneret, diutius resistere non posset, equum dat invitus ; alioque conscenso animo æger et iracundia es- tuans, hasta directa in hostilem aciem tendit, ac paulo longius progressus, ea reflexa et humeris imposita galeaque capiti detracta, ad Persas trans- fugit. A quibus cupide et amanter suscipitur, tum quod eis, dum cum patre exsulabat innotue- rat, tum quod præsentia sua ipsorum res firmatu- rus esse putabatur. Neque multo post Christiana religione abjurata Iconiensis Persæ fliam uxo- rem duxit. Imperator vero, eo casu consternatus, spem parum bonam fovebat, haud ignarus nepo- tem, quibus maliɛ Romani conflictarentur, intem- peranti et volubili lingua accurate expositurum, ut commeatus penuriam, ut equorum interitum, ut cætera castrorum detrimenta. Quamvis autem ad dissimulandum discessum paulatim inde move- bat, tamen ne sic quidem hostes omnino latere po- tuit, quominus extremum agmen longissime inse- clarentur ao perpetuo infestarent. Qua de causa ad oram maritimam conversus, in tuta se recepit ; quo Barbari cum accedere non possent, retro abie- runt. PATROL. GR. CXXXIX. Imperator, Idibus Januarii Byzantium a Persi- cis ærumnis ingressus, sub finem veris gladio 10. Forsitan aulem Neocæsarea potitus esset im-
ὁ γὰρ τῆς χώρας ἀρχιερεὺς (ἦν δ’ οὗτος ὁ Ἰταλικὸς Μιχαήλ, ὁ καὶ λόγῳ πολὺς καὶ σοφίας ὁποίας εἴποι τις μέλημα κἀν ταῖς ὁμιλίαις τὸ ἦθος ἐπαγωγότατος καὶ λίθος ἄντικρυς Μάγνησσα) οὕτως ὑπηγάγετο τὸν ῥῆγα ταῖς τῶν λόγων ἐκθηλύνας ἴυγξι καὶ τῷ μέλιτι τῆς γλώττης κατεγοήτευσεν, ἀντιστρόφως μὲν οἷς ἐφθέγγετο, τοῖς δὲ Ῥωμαίοις ἐπωφελῶς τὴν γνώμην μεταμείβων καὶ κατὰ τὸν Φάριον Πρωτέα δραστηρίως μεταβαλλόμενος, ὡς ἐκ τῶν ὤτων ἀναρτῆσαι κατὰ τοὺς τῶν ἀμφορέων διακένους τὸν ὑψηλόφρονα καὶ σύσσιτον παραλαμβάνειν καὶ μεταδιδόναι προπόσεων· ὃς καὶ μετῄει ὠμοτάτως, αὐτῷ χαριζόμενος, τοὺς ἄνευ καταθέσεως ἀργυρίου τὰ σῖτα ὁθενοῦν παρεισάγοντας. Ἐν δὲ τῷ μεθίστασθαι ἐκεῖθεν καὶ προβῆναι τὸν ῥῆγα τοῖς ἔμπροσθεν ἐκ τῶν κατ’ οὐρὰν Ἀλαμανῶν καὶ Ῥωμαίων δίκη μὲν τὰ πρῶτα παρρησιάζεται ὡς δῆθεν κακῶς πασχόντων τινῶν. εἶτα ἐξωθεῖ ταύτην ἡ φιλοτάραχος τῶν πολλῶν ἔνστασις καὶ τραχύνεται ταῖς βοαῖς. ταύταις ἐφομαρτεῖ τὸ παρρησιαστικὸν καὶ φιλόνεικον. ὁπλίζει τοῦτο τὰς χεῖρας εἰς πόλεμον. ἡ Ἐνυὼ ἐφέπεται καὶ τῆς Φυλόπιδος ξυλλαβομένης ἡ μάχη λαμπρῶς ἐκορθύετο.
JOANNES COMNENUS. δεξιοστρέφειν ἐπισταμένοις δοράτια, ἀνθ- ους τοῖς πολεμίοις καὶ παρεῖχε γενναίως ν. Οἱ δὲ τὰς μετὰ ξυστων ἐπελάσεις νεγκεῖν οὐκ ἔχοντες πρὸς φυγὴν μεθηρμόζοντο. ἱκανῶς μὲν οὖν διὰ τῶν τοιούτων μεθόδων λείστους ὅτι μάλιστα τῶν πεζῶν σημαίας ἀνέχειν εἰς ἔμφασιν ἱππικοῦ πλείονος τὰς Περσικὰς ς λας, ἐπὶ Νεοκαισαρείας ἴετο. Πολλαὶ δὲ καὶ περὶ αὐτὴν μεταξύ Περσών καὶ Ῥωμαίων θησαν συμπλοκαί. Καὶ τῶν τοῦ βασιλέως υἱῶν ὁ νεώτερος (Μανουήλ όνομα τούτῳ) δόρυ δια καὶ ἱκανῶς προελθὼν, τοῦ Πατρὸς εἰδότος μηδὲν, τοῖς πολεμίοις ἐνέβαλε, καὶ τὸ ἔργον τοῦτο κακος παρωρμήκει σχεδὸν ἅπαν τὸ στράτευμα καὶ ὑπὲρ ἰσχὺν ἀγωνίσασθαι, τινῶν μὲν ἐς ν ζῆλον διαναστάντων, τῶν δ᾽ ἄλλων ἁπάντων δεισάντων περὶ τῷ παιδὶ, καὶ βασιλεῖ χαριεῖσθαι τα οἰηθέντων εἰ συναραμένων αὐτῶν οὐδαμῶς τι πρὸς τῶν πολεμίων ἐσεῖται πεπονθὼς ἀηδές. τα μὲν ὁ πατὴρ ἐπαίνοις τὸν παῖδα προδήλως ἠμείψατο· ὕστερον δὲ τὴν σκηνὴν εἰσιὼν ντα δι' [Ρ. 24] ὀλίγου ἔτυψεν ὡς θρασύτερον μᾶλλον ἢ εὐτολμότερον, μηδ' ἐπιτρέψαντος μπλακέντα τοῖς ἐναντίοις. πρη κς δ᾽ ἂν καὶ τῆς Νεοκαισαρέων ἐκράτησε βα- ἰ μὴ κατὰ συγκυρίαν ἀπρόοπτον αὐτῷ προσ- ος ἄλογος αὐτοθελὴς καὶ θυμὸς παντάπασιν τος τοῦ ἀδελφιδοῦ Ἰωάννου, ὃν ὁ σεβαστο Ιγείνατο Ἰσαάκιος. Μάχης γὰρ ἐνισταμένης σῶν ἱππότην ἐπίσημον ἐξ Ιταλίας ὁρμώμε που ὁ βασιλεὺς θεασάμενος ἐκέλευσε παρ- ᾧ ἀνεψιῷ Ἰωάννῃ ἀποβῆναι τοῦ ᾿Αραβίου ἤ ἔποχος καὶ δοῦναι τοῦτον τῷ Ἰταλῷ, μὴ - ἵππων τὸν ἀνεψιόν ἐπιστάμενος. Ὁ δὲ τίας ὢν καὶ γαῦρος πλέον τοῦ δέοντος τῷ ιλέως αντέστη κελεύσματι, ἐμβριθεστέραν, λέγοιμι ἀναιδεστέραν, τὴν ἀντιῤῥησιν ποιη- καὶ τὸν Λατῖνον ἐξουθενῶν προυκαλεῖτο εἰς ;σιν, ὡς τὸν ἵππον, εἰ περιγένοιτο, δικαίως μενον. Μὴ ἐπὶ πολὺ δ' ἔχων ἀνθίστασθαι τῷ ἱ βασιλεῖ (δώρα γὰρ πρὸς ὀργὴν ἐπιφρίσ- ἐν ἵππον δίδωσιν ἄκων. Μετακελητίσας δ' ον ὄχημα ἀθυμίας πλήρης και βράττων θυμῷ, τὸ δόρυ ἀγκοινισάμενος κατὰ τῆς λεμίων παρατάξεως φέρεται. Μικρὸν δέ τι τὸν λογχήρη κοντὸν εἰς τοὺπίσω ἀντέστρεψε, νώτῳ ἐπαναθέμενος πρὸς Πέρσας αὐτόμυλος τὸ κράνος τῆς κεφαλῆς ἀφελόμενος. Αμέλει ννης μὲν ἡδέως τοῖς βαρβάροις ὁρᾶται καὶ προσδέχεται, καὶ ὡς πάλαι μὲν συνήθης καθιστάμενος, ἡνίκα τῷ πατρὶ συνεπλάζετο, τότε δὴ τῇ παρουσίᾳ τὰ κατ᾿ αὐτοὺς ἀναβ τράγματα. Ὁ δ' αὐτὸς μικρῷ ὕστερον καὶ τὰ νῶν ἐξομοσάμενος ὄργια τὴν τοῦ Ἰκονιέως θυγατέρα ἐγήματα. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπὶ τοῖς κόσι τούτοις ἔκθαμβος γεγονώς οὐκ ἀγαθαῖς στροβοῦτο· ᾔδει γὰρ ὡς οὐδὲν ἄφθεγκτον παραλελοιπὼς ὁ ἀνεψιὸς τῶν τὴν Ῥωμαϊκὴν νούντων στρατιάν, ἀλλ᾽ ἀχαλινώτῳ καὶ εὐ- γλώσσῃ ἀναγγελεῖ τῶν ἵππων τὸν σπανισμὸν, αν βιωσίμων στέρησιν καὶ πᾶν ἕτερον καχ τῆς παρεμβολής. Υποκλέπτων, τοίνυν τὴν ἐπανάλυσιν κατὰ βραχύ πως ἐκεῖθεν μεθίστατο οὐδ᾽ οὕτω δρῶν εἶχε λεληθέναι ὁλοσχερῶς τὸ πολεμιον· τοῖς γὰρ τελευταίοις ἐπικείμενον τοῦ ύματος μέχρι πλείστου παρηκολούθει, καὶ διενοχλοῦν τὴν οὐραγίαν ἐνέλιπεν οὐδαμῶς. Διὰ τοίνυν τῆς παραλίας λαβόμενος ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καθειστήκει, καὶ τὸ βαρβαρον μηκέτι ἐπιέναι ἔχον στον γίνεται. ἱ μὲν οὖν Ιανουάριοι τον βασιλέα ἔβλεψαν ην ἐκ τῶν Περσικῶν καμάτων τὴν πόλιν ἐπεισ. A Deinde vero tabernaculum ingressus pronum fa- centem paulisper verberavit, ut audacius quam fortius injussu suo hostes adortum. B C D perator, nisi casu quodam improviso incon- sulta et contumax superbia et iracundia prorsus eflrenis Joannis nepotis ex fratre Isaacio sebasto- cratore illi obstitisset. Nam cum acie cum Persis decernendum esset, viso insigni equite Italico, Joannem fratris filium, quippe cui equos non do- esse sciret, Arabico equo descendere eumque Italo dare jussit. At is homo elati animi, et jactantior quam decebat, imperatoris dic o non audiens, au- dacius, ne dicam impudentius, refragalus est, Latinumque per contemptum ad pugnam provoca- vit, jure accepturum equum, si vicisset. Sed cum patruo imperatori, cui bilem effervescere cerneret, diutius resistere non posset, equum dat invitus ; alioque conscenso animo æger et iracundia es- tuans, hasta directa in hostilem aciem tendit, ac paulo longius progressus, ea reflexa et humeris imposita galeaque capiti detracta, ad Persas trans- fugit. A quibus cupide et amanter suscipitur, tum quod eis, dum cum patre exsulabat innotue- rat, tum quod præsentia sua ipsorum res firmatu- rus esse putabatur. Neque multo post Christiana religione abjurata Iconiensis Persæ fliam uxo- rem duxit. Imperator vero, eo casu consternatus, spem parum bonam fovebat, haud ignarus nepo- tem, quibus maliɛ Romani conflictarentur, intem- peranti et volubili lingua accurate expositurum, ut commeatus penuriam, ut equorum interitum, ut cætera castrorum detrimenta. Quamvis autem ad dissimulandum discessum paulatim inde move- bat, tamen ne sic quidem hostes omnino latere po- tuit, quominus extremum agmen longissime inse- clarentur ao perpetuo infestarent. Qua de causa ad oram maritimam conversus, in tuta se recepit ; quo Barbari cum accedere non possent, retro abie- runt. PATROL. GR. CXXXIX. Imperator, Idibus Januarii Byzantium a Persi- cis ærumnis ingressus, sub finem veris gladio 10. Forsitan aulem Neocæsarea potitus esset im-
PG 139:363φιλαυξὴς δὲ οὖσα αὕτη καὶ ἀεὶ τῶν ἄνω ἐφιεμένη μικροῦ δεῖν ἐστήριξεν ἂν τὸ κάρη ἐς οὐρανόν, χαμαιβάμων οὖσα τὰ πρῶτα καὶ χθόνιος, εἰ μὴ ὁ ῥηθεὶς προφθάσας ἀρχιερεὺς τὸν ῥῆγα γινόμενον ἤδη παλίνστροφον καὶ πόλεμον πνέοντα τοῖς οἰκείοις θελκτηρίοις ἐμάλθαξε καὶ ἠρεμεῖν ἀνέπεισε παρὰ δόξαν ὅσα καὶ θῆρα βασιλικόν, ᾧ οὐχ ἕωλον τὸ ἑστίαμα, τῇ ἀλκαίᾳ ὑπονυσσόμενον καὶ πρὸς ἅλματα ἐξᾳττόμενον. Ἐπεὶ δὲ καὶ κατὰ τὸ εὐερκὲς Ἀδριανοῦ πόλισμα τὰ στρατεύματα ξυνελέγησαν, ὁ μὲν ῥὴξ διὰ τῆς πόλεως ἐλάσας τῆς προκειμένης εἴχετο, νοσηλείᾳ δέ τις σώματος τῶν ἐξ αἵματος ἐκείνῳ περιπεσὼν κατὰ τὴν Ἀδριανοῦ ἐνηυλίζετο. Ῥωμαίων δέ τινες ἀνάρσιοι καὶ τὰς χεῖρας οὐκ εἰς ὁπλισμόν, λημματισμὸν δὲ μᾶλλον δεδιδαγμένοι, νυκτὸς ἐπιθέμενοι τῇ καταγωγῇ πῦρ τε ὑφάπτουσι καὶ τὸν ἄνδρα τοῖς ἐνοῦσι συγκαταφλέγουσι. τοῦτο μαθὼν ὁ Κορράδος (οὕτω γὰρ ὁ ῥὴξ ὠνομάζετο) ἐπιτρέπει τὰ τῆς ἀμύνης τῷ ἀδελφιδῷ Φρεδερίχῳ.
Α ιόντα· αἱ δὲ τοῦ ἦρος περιτροπαί (34) το ξίφος εἶχον αὖθις περιζωσάμενον καὶ πρὸς τὸ περὶ τὸν Ρυνδακὸν ποταμὸν ἀφιγμένον πόλισμα. Ἐπεὶ δὲ ἡ μὲν θέσειος ὥρα παρεληλύθει, δ δὲ χειμών ἤδη παρεισιὼν τοῖς αθριάζουσιν ἐδυσκέλαινεν, ἀνέ μων βόμβοις παραφοβῶν καὶ ἀμβλύτερα πρὸς ἀνα τι πάλαισιν ψύχους τιθεὶς τὰ σώματα, ἐπάνεισιν εἰς τὸ Βυζάντιον, τῷ ψυχεινῷ [Ρ. 25] τοῦ καιροῦ ὑπενα δοὺς ὡσεὶ καὶ χερμάδια τὰς νιφάδες καὶ δοράτια τὰς πηγυλίδας προβαλλομένῳ. Ὑπομειδιᾷν δ' ἀρχομένου τοῦ ἔαρος τῶν ἀνακτόρων ἀπανίσταται. Τῷ τοι καὶ τὰς ἐξ ὀσφύος αὐτοῦ προσειπών, ὅσα καὶ Ἠλιάδας ἐπ' αὐτῷ ἀφιείσας ἠλεκτρῶδες δάκρυον, τὴν Φρυγίαν παρελθὼν, τὴν δ' Αττάλου λαμπροτάτην πόλιν και ταλαβών, χρονοτριβεῖν ἐκεῖσε προέθετο, ὅπως τὰς πέριξ ταύτης πόλεις καὶ χώρας μᾶλλόν τι πρὸς τὸ εὖ μετάθοιτο. Ηδη γὰρ καὶ τούτων ἔνιαι τοῖς Τούρκοις ὑπέκυψαν, ἐν αἷς ἦν καὶ ἡ τοῦ Πουσγεύση καλου- μένη λίμνη. Αὕτη γὰρ εἰς ἀχανῆ καὶ μικροῦ θαλασ σίαν χύσιν ἐκτεινομένη ἐν πολλοῖς νησίδας ἀνίσχει περιβεβλημένας τείχεσιν ἰσχυροῖς. ᾤκουν μὲν οὖν ταύτας τηνικάδε καιροῦ Χριστιανῶν ἐσμοί, οἳ καὶ διὰ λέμβων καὶ ἀκατίων τοῖς Ικονιεῦσι Τούρκοις ἐπιμιο γνύμενοι οὐ μόνον τὴν πρὸς ἀλλήλους φίλιαν ἐντεῦ θεν ἐκράτυναν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν ἐν πλείοσι προσεσχήκασιν. Αμέλει καὶ ὡς ὁμοροῦσιν αὐτοῖς προστιθέμενοι Ῥωμαίους ὡς ἐχθροὺς ὑπεβλίο ποντο· οὕτω χρόνῳ κρατυνθὲν ἔθος γένους καὶ θρησκείας ἐστὶν ἰσχυρότερον. Οθεν καὶ οἱ μὲν ὡς ἀντίπαλον τὸν βασιλέα κακῶς ἔφασκον, μηδ' υποκύψαι ὅλως τοῖς αὐτοῦ θεσμοῖς ἀπηυθαδιάζοντο, τῷ ὑγρῷ φυσῶντες ζωστῆρι τῆς λίμνης, καὶ ἃ οὐκ ἂν ᾠήθησαν φρονοῦντες, ταῦθ᾽ ὡς παραφρονούντες διαπραττόμενοι. Ὁ δὲ μεθίστασθαι παρήνει τῆς λίμνης ὡς παλαιοῦ Ῥωμαίων κτήματος, καὶ καθε ρῶς προσχωρεῖν τοῖς Πέρσαις, εἰ τοῦτο βούλοιντο· εἰ δὲ μὴ οὕτω δρῷεν, οὐκ ἂν ἀνασχέσθαι ὅλως διισχύς ρίζετο αὐτούς τε καὶ τὴν λίμνην ἀπεξενῶσθαι Ῥωμαίων ἐπὶ μακρόν. Μή προχωρούντων δὲ τῶν βημάτ των, ἔργων πολεμίων ἤπτετο· ὅθεν ἀλιάδας καὶ ἀκάτια σχεδιάσας καὶ ζεῦγμα διὰ τούτων ἐργασάμενος τὰς ἐλεπόλεις ἐπέστησεν ἄνωθεν, καὶ προσεπῆγεν οὕτω τοῖς ἐπὶ τῆς λίμνης ἔρύμασιν. Αὐτὰ μὲν οὖν ἐξελέσθηκε τ ἴσχυσε, πλὴν οὐχὶ καὶ Ῥωμαῖοι κακῶν ἀπείρατο: διεξέπλευσαν τὸν τότε πόλεμον, ἀλλ' ἐνίοτε τὴν λίμνην ἀνατ μου διακυκήσαντος καὶ εἰς φλοῖσδον αὐτὴν ἀνοιδήσαντος τῶν ὀλκάδων πολλαὶ παρηνεχθησαν καὶ τὸν φόρτων ἐπανατραπέντα διαφῆκαν τῷ βυθῷ καὶ τοῖς κύμασιν. Ἐν δὲ τοῖς καιροῖς τοῖσδε τὸν βίον μετήλλαξε δ πρωτότοκος υἱὸς τοῦ βασιλέως ᾿Αλέξιος, ᾧ καὶ μαστο έδωκεν οὗτος ἐρυθροῦ πεδίλου και φοινικίδος βασι λιγῆς. Τῶν δ᾽ ὀξέων ἦν καὶ μὴ χρονίων τὸ νόσημα, τὸ δὲ εἶδος πυρετὸς ἐπαιγίζων καὶ ὡς ἀκροπόλει τῇ κεφαλῇ ἐπιθέμενος. ᾿Αλλὰ καὶ μετ' αὐτὸν ᾿Ανδρό νίκος, βραχύ τι ἐπιβιοὺς καὶ ὅσον ἐπικωκῦσαι τῷ κασιγνήτῳ ἐξ ἀνθρώπων ἀπάραντι, τὸ λαχὸν κἀκεῖ νος μέρος τῆς ζωῆς ἐξετόξευσε. ια΄. Καίπερ δὲ συμφοραῖς τηλίκαις καὶ καλλίστων μήνα. τοῦ ἦρες τροπαί, NICETE CHONIATE B resumpto ad Rhyndaconum oppidum proficiscitur. Exacta vero æstate, cum hiberna tempestas vento- rum procellis et frigore sæviens sub dio agere pro- biberet, Byzantium revertitur, victus gelu nivi- bus tanquam lapidibus et glacie veluti hastis armato. Vere autem adventante, salutatis filiabus Beliadum instar fentibus, Phrygiam prætervectus ad clarissimam Attali urbem commorari statuit, ut finitima oppida et provincias rectius constitueret ; quarum nonnuilæjam & Turcie subactæ erant : in quo numero etiam Pusgusa palus fuit ; quæ cum instar maris latissime pateat, multis in locis parvas habet insulas, firmis munitas mœnibus, quas co tempore Christiani plurimi tenebant; qui cum lembis et naviculis Iconienses Turcas adirent, non modo amicitiam cum eis firmarant, sed et institutis eo- rum plerisque utebantur, et cum eis tanquam fini- timis conjuncti Romanos ut hostes aversabantur. Ita consuetudo tempore confirmata plus et ratione et religione valet. Igitur alii imperatori ut hosti maledicebant, et ejus edicta contumaciter respue- bant, paludis ambitu freti; et quæ sana mente nunquam cogilassent, ea per vecordiam animis agitabant. Cum vero palude eos cedere ut Romano- rum veteri possessione, et plane ad Persas transire, si vellent, juberet (alioqui et ipsorum et paludis a Romanis alienationem nuinime diu passurum), neo verbis qnidquam proficeret, ad belli apparatum conversus navibus fabricatis atque inter sese jun- ctis machinas imponit, et paludis munitiones ag- greditur; quas etsi expugnavit, tamen Romani eo bello malorum expertes non fucrunt, sed nonnun- quam ca a ventis turbata et fluctibus tumefacta, multæ onerariæ abreptæ et eversæ vectores et sar- cinas demerserunt. C Sub id tempus primogenitus imperatoris filius D Alexius, oui et rubrum calceum et purpuram im- peratoriam concesserat, vita functus est ex acuta febri, quæ caput tanquam arcem infestabat. Cui ætato proximus Andronicus, non diutius superstes quam ut fratris obitum deploraret, et ipse rebus humanis est exemptus. Ilier. Wolfii notæ. Alius codex habebat at quod ego vernum æquinoction interpretatus eram:quod est, cum sol mense Martio primum punctum Arie- tis ingreditur. Tuin enim fit ab hiberno frigore ad veris temperiem conversio, quanquam nos Germa- ni etian, sub Kalendas Maias aliquando non multo minus frigemus quam alii mense Februario. 11. Imperator, quanquam tantis calamitatibus (34) Αἱ δὲ τοῦ ἦρος περιτροπαί. Κατὰ τὸν Μάϊον
ὁ δὲ καὶ ἄλλως ὢν φρονηματίας, τότε δὲ καὶ τῷ πάθει νενικημένος, ἐπαναστραφεὶς τό τε ἱερὸν σεμνεῖον τίθησι πυρὸς παρανάλωμα, ἐν ᾧ κατέλυεν ὁ Ἀλαμανός, καὶ τοὺς συλλαμβανομένους ὑπεδίκαζε θανάτῳ, ἐξέτασιν περὶ τῶν ἀπολωλότων χρημάτων ποιούμενος. καὶ τοῦτο μάχης παραίτιον γίνεται. ἀλλ’ ἐπεγέλασε καὶ πάλιν κουροτρόφος εἰρήνη τις, καὶ ἄλλων μὲν ἐκ τῶν ἐν τέλει Ῥωμαίων κατασβεσάντων τὸν πόλεμον, μάλιστα δὲ τοῦ Προσοὺχ ἐξηνυκότος τὸ πᾶν. οὗτος γὰρ τοῖς ποταμοῖς τὸν ἵππον ἀφείς, ᾧ ἔποχος ἦν, οἳ σύντρεις διὰ τῆς ἐκεῖσε λιθίνης γεφύρας διαυλωνίζονται, ὡς τὸν Φρεδερίχον παραγενόμενος ὀργίλως τε τοῦτον ἔχοντα κατεπράϋνε καὶ τῆς γνώμης μετακινεῖ. Πάλιν οὖν σταθμοί τε ἦσαν εἰρηναῖοι καὶ παρασάγγαι φιλήσυχοι καὶ ἡ ἐς τὰ πρόσω δίοδος εὐδιάλλακτος. Εἶχε τοίνυν μεθ’ ἡμέρας αὐτοὺς ἡ τῶν Χοιροβάκχων πᾶσα ἱππήλατος πηγνύντας στρατόπεδον, οὐ μὴν καὶ βάλλοντας χάρακα· τοῦτο γὰρ δι’ ὅλων ἦν αὐτοῖς τῶν σταθμῶν, πισύνοις οὖσι τοῖς παρὰ Ῥωμαίων ὅρκοις καὶ ταῖς ξυμβάσεσι. παραρρεῖ δὲ ταῖς ἐκεῖσε πεδιάσι ποταμὸς οὐ πλατὺς τὸ ῥεῖθρον, οὐ βαθὺς τὴν περαίωσιν, Μέλας τοὔνομα.
Α ιόντα· αἱ δὲ τοῦ ἦρος περιτροπαί (34) το ξίφος εἶχον αὖθις περιζωσάμενον καὶ πρὸς τὸ περὶ τὸν Ρυνδακὸν ποταμὸν ἀφιγμένον πόλισμα. Ἐπεὶ δὲ ἡ μὲν θέσειος ὥρα παρεληλύθει, δ δὲ χειμών ἤδη παρεισιὼν τοῖς αθριάζουσιν ἐδυσκέλαινεν, ἀνέ μων βόμβοις παραφοβῶν καὶ ἀμβλύτερα πρὸς ἀνα τι πάλαισιν ψύχους τιθεὶς τὰ σώματα, ἐπάνεισιν εἰς τὸ Βυζάντιον, τῷ ψυχεινῷ [Ρ. 25] τοῦ καιροῦ ὑπενα δοὺς ὡσεὶ καὶ χερμάδια τὰς νιφάδες καὶ δοράτια τὰς πηγυλίδας προβαλλομένῳ. Ὑπομειδιᾷν δ' ἀρχομένου τοῦ ἔαρος τῶν ἀνακτόρων ἀπανίσταται. Τῷ τοι καὶ τὰς ἐξ ὀσφύος αὐτοῦ προσειπών, ὅσα καὶ Ἠλιάδας ἐπ' αὐτῷ ἀφιείσας ἠλεκτρῶδες δάκρυον, τὴν Φρυγίαν παρελθὼν, τὴν δ' Αττάλου λαμπροτάτην πόλιν και ταλαβών, χρονοτριβεῖν ἐκεῖσε προέθετο, ὅπως τὰς πέριξ ταύτης πόλεις καὶ χώρας μᾶλλόν τι πρὸς τὸ εὖ μετάθοιτο. Ηδη γὰρ καὶ τούτων ἔνιαι τοῖς Τούρκοις ὑπέκυψαν, ἐν αἷς ἦν καὶ ἡ τοῦ Πουσγεύση καλου- μένη λίμνη. Αὕτη γὰρ εἰς ἀχανῆ καὶ μικροῦ θαλασ σίαν χύσιν ἐκτεινομένη ἐν πολλοῖς νησίδας ἀνίσχει περιβεβλημένας τείχεσιν ἰσχυροῖς. ᾤκουν μὲν οὖν ταύτας τηνικάδε καιροῦ Χριστιανῶν ἐσμοί, οἳ καὶ διὰ λέμβων καὶ ἀκατίων τοῖς Ικονιεῦσι Τούρκοις ἐπιμιο γνύμενοι οὐ μόνον τὴν πρὸς ἀλλήλους φίλιαν ἐντεῦ θεν ἐκράτυναν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν ἐν πλείοσι προσεσχήκασιν. Αμέλει καὶ ὡς ὁμοροῦσιν αὐτοῖς προστιθέμενοι Ῥωμαίους ὡς ἐχθροὺς ὑπεβλίο ποντο· οὕτω χρόνῳ κρατυνθὲν ἔθος γένους καὶ θρησκείας ἐστὶν ἰσχυρότερον. Οθεν καὶ οἱ μὲν ὡς ἀντίπαλον τὸν βασιλέα κακῶς ἔφασκον, μηδ' υποκύψαι ὅλως τοῖς αὐτοῦ θεσμοῖς ἀπηυθαδιάζοντο, τῷ ὑγρῷ φυσῶντες ζωστῆρι τῆς λίμνης, καὶ ἃ οὐκ ἂν ᾠήθησαν φρονοῦντες, ταῦθ᾽ ὡς παραφρονούντες διαπραττόμενοι. Ὁ δὲ μεθίστασθαι παρήνει τῆς λίμνης ὡς παλαιοῦ Ῥωμαίων κτήματος, καὶ καθε ρῶς προσχωρεῖν τοῖς Πέρσαις, εἰ τοῦτο βούλοιντο· εἰ δὲ μὴ οὕτω δρῷεν, οὐκ ἂν ἀνασχέσθαι ὅλως διισχύς ρίζετο αὐτούς τε καὶ τὴν λίμνην ἀπεξενῶσθαι Ῥωμαίων ἐπὶ μακρόν. Μή προχωρούντων δὲ τῶν βημάτ των, ἔργων πολεμίων ἤπτετο· ὅθεν ἀλιάδας καὶ ἀκάτια σχεδιάσας καὶ ζεῦγμα διὰ τούτων ἐργασάμενος τὰς ἐλεπόλεις ἐπέστησεν ἄνωθεν, καὶ προσεπῆγεν οὕτω τοῖς ἐπὶ τῆς λίμνης ἔρύμασιν. Αὐτὰ μὲν οὖν ἐξελέσθηκε τ ἴσχυσε, πλὴν οὐχὶ καὶ Ῥωμαῖοι κακῶν ἀπείρατο: διεξέπλευσαν τὸν τότε πόλεμον, ἀλλ' ἐνίοτε τὴν λίμνην ἀνατ μου διακυκήσαντος καὶ εἰς φλοῖσδον αὐτὴν ἀνοιδήσαντος τῶν ὀλκάδων πολλαὶ παρηνεχθησαν καὶ τὸν φόρτων ἐπανατραπέντα διαφῆκαν τῷ βυθῷ καὶ τοῖς κύμασιν. Ἐν δὲ τοῖς καιροῖς τοῖσδε τὸν βίον μετήλλαξε δ πρωτότοκος υἱὸς τοῦ βασιλέως ᾿Αλέξιος, ᾧ καὶ μαστο έδωκεν οὗτος ἐρυθροῦ πεδίλου και φοινικίδος βασι λιγῆς. Τῶν δ᾽ ὀξέων ἦν καὶ μὴ χρονίων τὸ νόσημα, τὸ δὲ εἶδος πυρετὸς ἐπαιγίζων καὶ ὡς ἀκροπόλει τῇ κεφαλῇ ἐπιθέμενος. ᾿Αλλὰ καὶ μετ' αὐτὸν ᾿Ανδρό νίκος, βραχύ τι ἐπιβιοὺς καὶ ὅσον ἐπικωκῦσαι τῷ κασιγνήτῳ ἐξ ἀνθρώπων ἀπάραντι, τὸ λαχὸν κἀκεῖ νος μέρος τῆς ζωῆς ἐξετόξευσε. ια΄. Καίπερ δὲ συμφοραῖς τηλίκαις καὶ καλλίστων μήνα. τοῦ ἦρες τροπαί, NICETE CHONIATE B resumpto ad Rhyndaconum oppidum proficiscitur. Exacta vero æstate, cum hiberna tempestas vento- rum procellis et frigore sæviens sub dio agere pro- biberet, Byzantium revertitur, victus gelu nivi- bus tanquam lapidibus et glacie veluti hastis armato. Vere autem adventante, salutatis filiabus Beliadum instar fentibus, Phrygiam prætervectus ad clarissimam Attali urbem commorari statuit, ut finitima oppida et provincias rectius constitueret ; quarum nonnuilæjam & Turcie subactæ erant : in quo numero etiam Pusgusa palus fuit ; quæ cum instar maris latissime pateat, multis in locis parvas habet insulas, firmis munitas mœnibus, quas co tempore Christiani plurimi tenebant; qui cum lembis et naviculis Iconienses Turcas adirent, non modo amicitiam cum eis firmarant, sed et institutis eo- rum plerisque utebantur, et cum eis tanquam fini- timis conjuncti Romanos ut hostes aversabantur. Ita consuetudo tempore confirmata plus et ratione et religione valet. Igitur alii imperatori ut hosti maledicebant, et ejus edicta contumaciter respue- bant, paludis ambitu freti; et quæ sana mente nunquam cogilassent, ea per vecordiam animis agitabant. Cum vero palude eos cedere ut Romano- rum veteri possessione, et plane ad Persas transire, si vellent, juberet (alioqui et ipsorum et paludis a Romanis alienationem nuinime diu passurum), neo verbis qnidquam proficeret, ad belli apparatum conversus navibus fabricatis atque inter sese jun- ctis machinas imponit, et paludis munitiones ag- greditur; quas etsi expugnavit, tamen Romani eo bello malorum expertes non fucrunt, sed nonnun- quam ca a ventis turbata et fluctibus tumefacta, multæ onerariæ abreptæ et eversæ vectores et sar- cinas demerserunt. C Sub id tempus primogenitus imperatoris filius D Alexius, oui et rubrum calceum et purpuram im- peratoriam concesserat, vita functus est ex acuta febri, quæ caput tanquam arcem infestabat. Cui ætato proximus Andronicus, non diutius superstes quam ut fratris obitum deploraret, et ipse rebus humanis est exemptus. Ilier. Wolfii notæ. Alius codex habebat at quod ego vernum æquinoction interpretatus eram:quod est, cum sol mense Martio primum punctum Arie- tis ingreditur. Tuin enim fit ab hiberno frigore ad veris temperiem conversio, quanquam nos Germa- ni etian, sub Kalendas Maias aliquando non multo minus frigemus quam alii mense Februario. 11. Imperator, quanquam tantis calamitatibus (34) Αἱ δὲ τοῦ ἦρος περιτροπαί. Κατὰ τὸν Μάϊον
ἀλλ’ οὗτος θέρους μὲν λειψυδρῶν ἐς χαράδραν συνάγεται τεναγώδη, ὅτι μηδὲ διὰ ψαμμώδους πρόεισι γῆς, ἀλλ’ ἐριβώλακος ἁπάσης καὶ μέλανος καὶ εἰς βαθεῖαν σχιζομένης ἀρόταις βουσὶν αὔλακα· χειμῶνος δ’ ἐφεστῶτος ἢ ῥαγδαίων ὑετῶν κατενεχθέντων ἐκ μικροῦ μέγιστος γίνεται καὶ προβὰς ἐς βαθυδίνην ἐκ πονηροῦ καὶ λακκαίου ἀνοιδαίνεται ὕδατος καὶ θαλάσσαις θέλων συνεξετάζεσθαι καὶ ποταμὸς οὐκέτ’ ἀνεχόμενος εἶναι εἰς φλοῖσβον τραχύνεται καὶ πλωτὸς ἐκ βατοῦ γίνεται καὶ διεκχεῖται εἰς πλάτος. ἀμέλει καὶ διαρριπιζόμενος πνεύμασιν εἰς κῦμα μετεωρίζεται κἀντεῦθεν ἄχνην ἀποπτύων καὶ τῇ γείτονι χέρσῳ ὑβριστὴς προσαράσσων πόνους παρασύρει γεωργῶν, ὁδοιπόρους ἐπέχει τῆς ὁδοῦ, καὶ ὡς ἐπίπαν εἰς χρῆμα ἐπάρατον σχεδιάζεται. Τότε τοίνυν οὗτος ὁ χειμάρρους ἐξ ὑετοῦ πολὺς καὶ κατακλύζων φανεὶς καὶ νυκτὸς ἐκ τοῦ αἰφνηδὸν ὑπερπλημμύρας, ὡς εἴπερ αὐτῷ οἱ καταρράκται ἀνεῴγεσαν οὐρανοῦ, ἀπάγει τῆς παρεμβολῆς τῶν Ἀλαμανῶν οὐ μόνον ὅπλα καὶ ἵππεια φάλαρα καὶ ἐσθήματα καὶ εἴ τι ἕτερον αὐτοῖς ἐσκευαγώγει τὰ ὑποζύγια, ἀλλὰ καὶ ἵππους καὶ ὀρέας καὶ ἄνδρας ἱπποκορυστάς.
Α ιόντα· αἱ δὲ τοῦ ἦρος περιτροπαί (34) το ξίφος εἶχον αὖθις περιζωσάμενον καὶ πρὸς τὸ περὶ τὸν Ρυνδακὸν ποταμὸν ἀφιγμένον πόλισμα. Ἐπεὶ δὲ ἡ μὲν θέσειος ὥρα παρεληλύθει, δ δὲ χειμών ἤδη παρεισιὼν τοῖς αθριάζουσιν ἐδυσκέλαινεν, ἀνέ μων βόμβοις παραφοβῶν καὶ ἀμβλύτερα πρὸς ἀνα τι πάλαισιν ψύχους τιθεὶς τὰ σώματα, ἐπάνεισιν εἰς τὸ Βυζάντιον, τῷ ψυχεινῷ [Ρ. 25] τοῦ καιροῦ ὑπενα δοὺς ὡσεὶ καὶ χερμάδια τὰς νιφάδες καὶ δοράτια τὰς πηγυλίδας προβαλλομένῳ. Ὑπομειδιᾷν δ' ἀρχομένου τοῦ ἔαρος τῶν ἀνακτόρων ἀπανίσταται. Τῷ τοι καὶ τὰς ἐξ ὀσφύος αὐτοῦ προσειπών, ὅσα καὶ Ἠλιάδας ἐπ' αὐτῷ ἀφιείσας ἠλεκτρῶδες δάκρυον, τὴν Φρυγίαν παρελθὼν, τὴν δ' Αττάλου λαμπροτάτην πόλιν και ταλαβών, χρονοτριβεῖν ἐκεῖσε προέθετο, ὅπως τὰς πέριξ ταύτης πόλεις καὶ χώρας μᾶλλόν τι πρὸς τὸ εὖ μετάθοιτο. Ηδη γὰρ καὶ τούτων ἔνιαι τοῖς Τούρκοις ὑπέκυψαν, ἐν αἷς ἦν καὶ ἡ τοῦ Πουσγεύση καλου- μένη λίμνη. Αὕτη γὰρ εἰς ἀχανῆ καὶ μικροῦ θαλασ σίαν χύσιν ἐκτεινομένη ἐν πολλοῖς νησίδας ἀνίσχει περιβεβλημένας τείχεσιν ἰσχυροῖς. ᾤκουν μὲν οὖν ταύτας τηνικάδε καιροῦ Χριστιανῶν ἐσμοί, οἳ καὶ διὰ λέμβων καὶ ἀκατίων τοῖς Ικονιεῦσι Τούρκοις ἐπιμιο γνύμενοι οὐ μόνον τὴν πρὸς ἀλλήλους φίλιαν ἐντεῦ θεν ἐκράτυναν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν ἐν πλείοσι προσεσχήκασιν. Αμέλει καὶ ὡς ὁμοροῦσιν αὐτοῖς προστιθέμενοι Ῥωμαίους ὡς ἐχθροὺς ὑπεβλίο ποντο· οὕτω χρόνῳ κρατυνθὲν ἔθος γένους καὶ θρησκείας ἐστὶν ἰσχυρότερον. Οθεν καὶ οἱ μὲν ὡς ἀντίπαλον τὸν βασιλέα κακῶς ἔφασκον, μηδ' υποκύψαι ὅλως τοῖς αὐτοῦ θεσμοῖς ἀπηυθαδιάζοντο, τῷ ὑγρῷ φυσῶντες ζωστῆρι τῆς λίμνης, καὶ ἃ οὐκ ἂν ᾠήθησαν φρονοῦντες, ταῦθ᾽ ὡς παραφρονούντες διαπραττόμενοι. Ὁ δὲ μεθίστασθαι παρήνει τῆς λίμνης ὡς παλαιοῦ Ῥωμαίων κτήματος, καὶ καθε ρῶς προσχωρεῖν τοῖς Πέρσαις, εἰ τοῦτο βούλοιντο· εἰ δὲ μὴ οὕτω δρῷεν, οὐκ ἂν ἀνασχέσθαι ὅλως διισχύς ρίζετο αὐτούς τε καὶ τὴν λίμνην ἀπεξενῶσθαι Ῥωμαίων ἐπὶ μακρόν. Μή προχωρούντων δὲ τῶν βημάτ των, ἔργων πολεμίων ἤπτετο· ὅθεν ἀλιάδας καὶ ἀκάτια σχεδιάσας καὶ ζεῦγμα διὰ τούτων ἐργασάμενος τὰς ἐλεπόλεις ἐπέστησεν ἄνωθεν, καὶ προσεπῆγεν οὕτω τοῖς ἐπὶ τῆς λίμνης ἔρύμασιν. Αὐτὰ μὲν οὖν ἐξελέσθηκε τ ἴσχυσε, πλὴν οὐχὶ καὶ Ῥωμαῖοι κακῶν ἀπείρατο: διεξέπλευσαν τὸν τότε πόλεμον, ἀλλ' ἐνίοτε τὴν λίμνην ἀνατ μου διακυκήσαντος καὶ εἰς φλοῖσδον αὐτὴν ἀνοιδήσαντος τῶν ὀλκάδων πολλαὶ παρηνεχθησαν καὶ τὸν φόρτων ἐπανατραπέντα διαφῆκαν τῷ βυθῷ καὶ τοῖς κύμασιν. Ἐν δὲ τοῖς καιροῖς τοῖσδε τὸν βίον μετήλλαξε δ πρωτότοκος υἱὸς τοῦ βασιλέως ᾿Αλέξιος, ᾧ καὶ μαστο έδωκεν οὗτος ἐρυθροῦ πεδίλου και φοινικίδος βασι λιγῆς. Τῶν δ᾽ ὀξέων ἦν καὶ μὴ χρονίων τὸ νόσημα, τὸ δὲ εἶδος πυρετὸς ἐπαιγίζων καὶ ὡς ἀκροπόλει τῇ κεφαλῇ ἐπιθέμενος. ᾿Αλλὰ καὶ μετ' αὐτὸν ᾿Ανδρό νίκος, βραχύ τι ἐπιβιοὺς καὶ ὅσον ἐπικωκῦσαι τῷ κασιγνήτῳ ἐξ ἀνθρώπων ἀπάραντι, τὸ λαχὸν κἀκεῖ νος μέρος τῆς ζωῆς ἐξετόξευσε. ια΄. Καίπερ δὲ συμφοραῖς τηλίκαις καὶ καλλίστων μήνα. τοῦ ἦρες τροπαί, NICETE CHONIATE B resumpto ad Rhyndaconum oppidum proficiscitur. Exacta vero æstate, cum hiberna tempestas vento- rum procellis et frigore sæviens sub dio agere pro- biberet, Byzantium revertitur, victus gelu nivi- bus tanquam lapidibus et glacie veluti hastis armato. Vere autem adventante, salutatis filiabus Beliadum instar fentibus, Phrygiam prætervectus ad clarissimam Attali urbem commorari statuit, ut finitima oppida et provincias rectius constitueret ; quarum nonnuilæjam & Turcie subactæ erant : in quo numero etiam Pusgusa palus fuit ; quæ cum instar maris latissime pateat, multis in locis parvas habet insulas, firmis munitas mœnibus, quas co tempore Christiani plurimi tenebant; qui cum lembis et naviculis Iconienses Turcas adirent, non modo amicitiam cum eis firmarant, sed et institutis eo- rum plerisque utebantur, et cum eis tanquam fini- timis conjuncti Romanos ut hostes aversabantur. Ita consuetudo tempore confirmata plus et ratione et religione valet. Igitur alii imperatori ut hosti maledicebant, et ejus edicta contumaciter respue- bant, paludis ambitu freti; et quæ sana mente nunquam cogilassent, ea per vecordiam animis agitabant. Cum vero palude eos cedere ut Romano- rum veteri possessione, et plane ad Persas transire, si vellent, juberet (alioqui et ipsorum et paludis a Romanis alienationem nuinime diu passurum), neo verbis qnidquam proficeret, ad belli apparatum conversus navibus fabricatis atque inter sese jun- ctis machinas imponit, et paludis munitiones ag- greditur; quas etsi expugnavit, tamen Romani eo bello malorum expertes non fucrunt, sed nonnun- quam ca a ventis turbata et fluctibus tumefacta, multæ onerariæ abreptæ et eversæ vectores et sar- cinas demerserunt. C Sub id tempus primogenitus imperatoris filius D Alexius, oui et rubrum calceum et purpuram im- peratoriam concesserat, vita functus est ex acuta febri, quæ caput tanquam arcem infestabat. Cui ætato proximus Andronicus, non diutius superstes quam ut fratris obitum deploraret, et ipse rebus humanis est exemptus. Ilier. Wolfii notæ. Alius codex habebat at quod ego vernum æquinoction interpretatus eram:quod est, cum sol mense Martio primum punctum Arie- tis ingreditur. Tuin enim fit ab hiberno frigore ad veris temperiem conversio, quanquam nos Germa- ni etian, sub Kalendas Maias aliquando non multo minus frigemus quam alii mense Februario. 11. Imperator, quanquam tantis calamitatibus (34) Αἱ δὲ τοῦ ἦρος περιτροπαί. Κατὰ τὸν Μάϊον
PG 139:365καὶ ἦν τὸ θέαμα ἐλεεινὸν καὶ θέλον ἀτεχνῶς δάκρυα, ἄνευ πολέμου πίπτοντες, ἄνευ διώκοντος ἀναιρούμενοι. οὐδὲ τὸ τῆς ἡλικίας σταδιαῖον μικροῦ καὶ πελώριον, οὐδ’ ἡ μάχης ἀκόρητος δεξιὰ εἰς ἀποφυγὴν ἐπήρκεσεν αὐτοῖς τοῦ κακοῦ, ἀλλ’ ἔπιπτον ὡσεὶ χόρτος καὶ ὡσεὶ φορυτὸς εἰληθερὴς καὶ πόκος ἐρίου κοῦφος παρεσύροντο, καὶ ψαλμικῶς εἰπεῖν, τὰς τούτων ἀπῆρεν ὁ ποταμὸς οὗτος φωνὰς βαρβαρικῶς ἀλαλαζόντων καὶ μέλος ἐνδιδόντων ταῖς σκοπιαῖς καὶ τοῖς γηλόφοις, δι’ ὧν παρεσύροντο, ἄγριον ὁμοῦ καὶ ἀνήμερον καὶ οὐχ οἷον τὰ μελιχρὰ τῶν ποιμένων αὐλήματα, ὡς συλλογίζεσθαι τοὺς ὁρῶντας τὸ τηνικαῦτα συμβὰν μῆνιν ἀπὸ θεοῦ ἄντικρυς εἰς τὸ τῶν Ἀλαμανῶν στρατόπεδον ἐπενσκήψασαν, εἰ οὕτως ἀθρόον ὕδατι κατεπόθησαν, ὡς μηδὲ τὰ ἑαυτῶν ἐκσώσασθαι δυνηθῆναι σώματα. ὕπνωσαν τοίνυν κατ’ ἐκείνην τὴν νύκτα οἱ μὲν εἰς θάνατον, οἱ δὲ ὧν εἶχον ἀφανισμὸν καὶ ἀπώλειαν.
παίδων ἀφιλοσοφήτοις (35) ἀποβολαῖς κατακαμφθείς Α ὁ βασιλεὺς τὴν ψυχὴν, ἵνα μὴ λέγοιμι καὶ οἰωνοὺς ἀπαισίους τῆς ὑπερέκεινα πορείας τοὺς θανάτους τῶν φιλτάτων ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅμως δὐδεν τι καὶ πέπονθε μαλακὸν ἢ καθυφῆκε τι βραχὺ τῆς προθέσεως ή παλίμπους ἐπανῆκεν εἰς τὸ Βυζάντιον, έτους ἤδη τελείου ἐπὶ τοῖς ἠθλημένοις τούτοις παρι- πευκότος, ἀλλ' ἐς Ἰσχυρίαν ἀφιγμένος καὶ τὰ ἐκεῖθι πρὸς τὸ δέον καταστησάμενος τῆς ἀνόπιν καὶ πρὸς Συρίαν ὁδοῦ είχετο, ἐφεπόμενον ἔχων αὐτῷ τὸν ὑστερότοκον παῖδα τον Μανουήλ. ἂν δὲ ἡ μὲν πρόδηλος τῆς στρατείας ταυτησί πρόθεσις ἡ τῆς Αρμενίας πρὸς τὸ κρεῖττον μεθάρμοσις καὶ εἰς βε βαίαν κατάστασιν συνοχὴ τῶν πόλεων καὶ φρουρίων, ὧν ἐγκρατής γεγένητο κατὰ τὴν προτέραν αὐτοῦ ἀνάβασιν· ἡ δ᾽ ἀνέκφορος πρὸς τὸ στράτευμα λαθραία Β τε καὶ ἐνδόμυχος καὶ ἐκ περισκέψεως κίνησις αὕτη ἦν. Δε δι' ἔρωτος εἶχε συνάψαι τὴν ᾿Αντιόχου τῇ Κωνσταντίνου, κἀκ τοῦδε τοῖς θεοστιβέσι τόποις ἐπίσ τοιτῆσαι, καὶ δώροις μὲν καταστέψαι τὸν τοῦ Κυρίου τίξον τὸν ζωοπάροχον, τὸ δὲ κύκλῳ βαρβαρικόν ἀνα- καθάραι. Όθεν καὶ πᾶσαν ἦν μετιών μηχανήν, εἴ πως ὑπεκσταῖεν ἑκόντες αὐτῷ οἱ Λατίνοι τῆς κυ μαρχίας τῆς λογίμης Αντιοχείας, ἤ, εἰ οὗτοι πείθοιντο (ἡπίστατο γὰρ τὴν Λατινικήν κόρυζαν καὶ τὸ τοῦ φρονήματος αὐτῶν ἀταπείνωτον), οἱ δὲ γε Κίλικες καὶ Σύροι προσρέψαιεν ἐκείνῳ. Γράφων τοίνυν κατὰ τήνδε τὴν ἄνοδον καὶ τὴν αὐτοῦ προση- μείνων τοῖς Ἀντιοχεῦσιν ἄφιξιν οὐδαμῶς ἀνίει, ὥστε καὶ μήπω τῶν ὁρίων ἐπιβὰς τῆς Συρίας πρεσβείαν μιακύσατο ἐκεῖθεν μάλα ἀγαθὰς αὐτῷ τὰς ἐλπίδας ἐπὶ τοῖς μέλλουσιν ὑποβάλλουσαν. Ἐπεὶ δὲ τῇ ᾿Αν τόχου προσήγγισεν, ἀλλοίους εὕρατο τάς γνώμας τὰς Ἰταλούς, τῆς φήμης προαγγειλάσης οπόσα ἐν ὤμυχα καὶ τῶν χειλέων τοῦ βασιλέως ἀπρώϊτα. Μὴ τοῦν ἐπείαν εὑρίσκων καὶ τῇ γνώμῃ συμβαίνουσαν τὴν ἐς τὴν Ἀντιόχου πάροδον, ἀλλ᾽ ἕνορκον ὁρῶν συγχωρουμένην αὐτῷ τὴν εἰσέλευσιν καὶ τὸ ὅλον ἀπέλουσαν οἷς ὥρμαινε κατὰ ψυχὴν, καὶ ὡς εἴπερ εἰσελεύσεται πρὸς ἡμηρας ἐνσκηνωσάμενος καὶ προσ Συνηθεὶς καὶ τιμηθείς τά εἰκότα πάλιν ἐξελεύσεται, μα δεν τι νεοχμώσας ἐπὶ τοῖς κατ' αὐτὴν πράγμασιν * τι μετακινήσας τῶν καθεστώτων ἐθῶν ἀχθεσθεὶς ἀφ᾽ οἷς ἐξηπάτητο, τὴν μὲν εἴσοδον οὐ δέον κέκρικαν ασβιάζεσθαι, τὸν μετὰ Χριστιανῶν πόλεμον παντά- Στην ἐκτρεπόμενος, ἐναυλισάμενος δὲ τοῖς προ- αστείοις τῆς πολεως κείρειν ἐνδίδωσι ταῦτα τῇ στρατιᾷ καὶ ἐπάγειν ἅπαν τὸ ταῖς χερσὶν εὐμετάφορον. Καὶ ἦν ἐκ τούτου τοῦ παραγγέλματος, πρόφασιν τὴν τῶν ἀναγκαίων ὑποσπάνισιν ἔχοντος, μηδὲ τὰ καρποφόρα τῶν δένδρων ἀσινῆ παρεώμενα, ἀλλὰ καὶ ταῦτα τῷ Ευρὶ τῆς διαίτης παραδιδόμενα. Καπὶ τούτοις ἐκμε- τρίτας λεληθότως τὴν ἄμυναν πρὸς τὰ τῶν Κιλίκων Σερενέκλινεν δρια. Εν δ' εὐρυτύτῃ στρατοπεδευσά JOANNES COMNENUS. et pulcherrimorum fliorum luctuoso interitu con- sternatus, ne dicam obitum charissimorum parum D suspicatum omen expeditionis illius fuisse, tamen nihilo factus mollior neque de impetu quidquam remisil neque Byzantium rediit, integro jam anno in laboribus illis exhausto: sed in Isauriam profectus, ac provincia ordinata, iter in Syriam intendit, Manuele filio natu minimo comitante. Fi expeditioni prætexebat velle se Armeniam rectius constituere, et oppida et castella superiore bello capta in officio et fide continere ac firmare. Cæte- rum vera causa erat, quæ in exercitum minime efferebatur,sed maxime dissimulabatur, quod An- tiochiam cum Cpoli conjungere, atque inde reli- giosa loca visere et vitale Christi sepulcrum magni- fcis donis ornare ac finitimos Barbaros proligare perpetuo cupiebat. Itaque nihil intentatum relin- quebat, si quomodo Latinis persuadere posset ut ultro dominatu inclytæ Antiochiæ cederent, aut si ii nollent (nec enim fastum Latinum et præfi- dentes eorum animos ignorabat), at Cilices et Syros in suas partes pertraberet. Nec in eo iti- nere unquam destitit Antiochenis scribere et suum adventum prænuntiare, adeo ut nondum Syria fines ingressus legationem inde attraxerit, qua in optimam spem rerum futurarum erigebatur. Sed cum prope urbem venisset, alios Italorum animos comperit, cum fama jam ante arcanas ejus et taci- las machinationes vulgasset. Cum igitur Antiochiæ aditum non facilem, nec talem qualem exspe- ctarat inveniret, nec nisi jurato ingredi liceret, longe secum quam animo destinaral, eaque condi- tione ut diebus aliquot ibi commoratus et adoratus atque honoratus, ut decet, discederet sine ulla nova- tione et recepti mor.s mutatione, verba sibi data esse moleste ferens,vi ingrediendum duxit, quod a bello Christiano abborrebat; sed suburbana, in in quibus diversabatur, militibus populanda, et auferenda omnia quæ corripi manibus possent concessit. Ea denuntiatio, cui penuria commea- tus prætexebatur, effecit ut nec fructiferæ arbo- res inviolatæ manerent, sed eæ quoque ad cibum ccquendum succiderentur. Hac ratione sui con- temptum dissimulanter ultus ad fines Cilicum deflexit: et in amplissima convalle castris positis, in qua bini vertices montium altissimi assurgunt, quos Corvorum nidos vocari perhibent, venatum egressus apro solitario venabulum in pectus ade- git. Qui cum ictum surgeret et totum ferrum in viscera recepisset, manus imperatoris debilitata atque impetu feræ reflexa pharetram de latere oblique suspensam et venenatis telis refertam evertit; perstrictaque una sagitta cute quæ inter extremos digitos est, veneno serpente et Hier. Wolfii notæ. philosophie consolationes vincat, quam cujus ratio reddi nequeat. Litterarum et philosophie expers, C aut ineruditum, sententia non patitur. Qnare lu- ctuosum aut funestum interpretandum censui. (35) Αφιλοσόφητον. Puto hio dici potius quod
Imperium Alexii Comneni
ὁ δέ γε ῥὴξ κατώδυνος ἐπὶ τῷ συμβάντι τούτῳ γενόμενος, καθυφεὶς δέ τι καὶ τοῦ κόμπου καὶ θαυμάσας, εἰ καὶ τὰ στοιχεῖα Ῥωμαίοις ὑπείκουσι καὶ θελήσασι μόνον ὑπενδιδόασι καὶ αἱ ὧραι παρὰ τούτοις ὅσα καὶ ὑπηρέτιδες δεῆσαν τὰ ἀλλήλων ἀντιπαρέχουσιν, ἄρας ἐκεῖθεν διεπορεύετο. Ὡς δὲ καὶ εἰς τὴν πόλιν ἠγγίκει τὴν βασιλεύουσαν, εὐθὺς τὴν στρατιὰν εἰς τὸ ἀντιπέραν διαπορθμεύειν ἠναγκάζετο, κἂν ὑπερεφρόνει τὰ πρῶτα καὶ βλακευόμενος ἀπηναίνετο τὴν περαίωσιν, παρὰ τῇ ἑαυτοῦ κεῖσθαι γνώμῃ λέγων τὸ οὕτω δρᾶσαι καὶ μή, τῇ Περαίᾳ ἐναυλιζόμενος, ἥτις τοῦ Πικριδίου κατονομάζεται. ὅθεν ἅπας μὲν ἐρέτης, ἅπαν δὲ πορθμεῖον καὶ ἁλιὰς ξύμπασα καὶ ναῦς ἱππαγωγὸς τὴν τῶν Ἀλαμανῶν ἀμφεπονεῖτο διάβασιν. ὁ δὲ βασιλεὺς καὶ τοῦ πλήθους τῆς στρατιᾶς ἀπογραφέας ἐφίστησιν, ἀνὰ πᾶσαν ἀποτάξας ἀναγωγὴν τοὺς ἐκείνῳ σημανοῦντας τὴν κατ’ ἄνδρα περαίωσιν. ἀλλ’ ἦν τὸ πλῆθος ὑπερπεπαικὸς τὴν ἀπογραφήν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ τῇ ὑπουργίᾳ ταύτῃ ἐφεστηκότες, ἀπειπόντες πρὸς τὸ πλῆθος, ἄπρακτοι ἐπανέλυσαν.
παίδων ἀφιλοσοφήτοις (35) ἀποβολαῖς κατακαμφθείς Α ὁ βασιλεὺς τὴν ψυχὴν, ἵνα μὴ λέγοιμι καὶ οἰωνοὺς ἀπαισίους τῆς ὑπερέκεινα πορείας τοὺς θανάτους τῶν φιλτάτων ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅμως δὐδεν τι καὶ πέπονθε μαλακὸν ἢ καθυφῆκε τι βραχὺ τῆς προθέσεως ή παλίμπους ἐπανῆκεν εἰς τὸ Βυζάντιον, έτους ἤδη τελείου ἐπὶ τοῖς ἠθλημένοις τούτοις παρι- πευκότος, ἀλλ' ἐς Ἰσχυρίαν ἀφιγμένος καὶ τὰ ἐκεῖθι πρὸς τὸ δέον καταστησάμενος τῆς ἀνόπιν καὶ πρὸς Συρίαν ὁδοῦ είχετο, ἐφεπόμενον ἔχων αὐτῷ τὸν ὑστερότοκον παῖδα τον Μανουήλ. ἂν δὲ ἡ μὲν πρόδηλος τῆς στρατείας ταυτησί πρόθεσις ἡ τῆς Αρμενίας πρὸς τὸ κρεῖττον μεθάρμοσις καὶ εἰς βε βαίαν κατάστασιν συνοχὴ τῶν πόλεων καὶ φρουρίων, ὧν ἐγκρατής γεγένητο κατὰ τὴν προτέραν αὐτοῦ ἀνάβασιν· ἡ δ᾽ ἀνέκφορος πρὸς τὸ στράτευμα λαθραία Β τε καὶ ἐνδόμυχος καὶ ἐκ περισκέψεως κίνησις αὕτη ἦν. Δε δι' ἔρωτος εἶχε συνάψαι τὴν ᾿Αντιόχου τῇ Κωνσταντίνου, κἀκ τοῦδε τοῖς θεοστιβέσι τόποις ἐπίσ τοιτῆσαι, καὶ δώροις μὲν καταστέψαι τὸν τοῦ Κυρίου τίξον τὸν ζωοπάροχον, τὸ δὲ κύκλῳ βαρβαρικόν ἀνα- καθάραι. Όθεν καὶ πᾶσαν ἦν μετιών μηχανήν, εἴ πως ὑπεκσταῖεν ἑκόντες αὐτῷ οἱ Λατίνοι τῆς κυ μαρχίας τῆς λογίμης Αντιοχείας, ἤ, εἰ οὗτοι πείθοιντο (ἡπίστατο γὰρ τὴν Λατινικήν κόρυζαν καὶ τὸ τοῦ φρονήματος αὐτῶν ἀταπείνωτον), οἱ δὲ γε Κίλικες καὶ Σύροι προσρέψαιεν ἐκείνῳ. Γράφων τοίνυν κατὰ τήνδε τὴν ἄνοδον καὶ τὴν αὐτοῦ προση- μείνων τοῖς Ἀντιοχεῦσιν ἄφιξιν οὐδαμῶς ἀνίει, ὥστε καὶ μήπω τῶν ὁρίων ἐπιβὰς τῆς Συρίας πρεσβείαν μιακύσατο ἐκεῖθεν μάλα ἀγαθὰς αὐτῷ τὰς ἐλπίδας ἐπὶ τοῖς μέλλουσιν ὑποβάλλουσαν. Ἐπεὶ δὲ τῇ ᾿Αν τόχου προσήγγισεν, ἀλλοίους εὕρατο τάς γνώμας τὰς Ἰταλούς, τῆς φήμης προαγγειλάσης οπόσα ἐν ὤμυχα καὶ τῶν χειλέων τοῦ βασιλέως ἀπρώϊτα. Μὴ τοῦν ἐπείαν εὑρίσκων καὶ τῇ γνώμῃ συμβαίνουσαν τὴν ἐς τὴν Ἀντιόχου πάροδον, ἀλλ᾽ ἕνορκον ὁρῶν συγχωρουμένην αὐτῷ τὴν εἰσέλευσιν καὶ τὸ ὅλον ἀπέλουσαν οἷς ὥρμαινε κατὰ ψυχὴν, καὶ ὡς εἴπερ εἰσελεύσεται πρὸς ἡμηρας ἐνσκηνωσάμενος καὶ προσ Συνηθεὶς καὶ τιμηθείς τά εἰκότα πάλιν ἐξελεύσεται, μα δεν τι νεοχμώσας ἐπὶ τοῖς κατ' αὐτὴν πράγμασιν * τι μετακινήσας τῶν καθεστώτων ἐθῶν ἀχθεσθεὶς ἀφ᾽ οἷς ἐξηπάτητο, τὴν μὲν εἴσοδον οὐ δέον κέκρικαν ασβιάζεσθαι, τὸν μετὰ Χριστιανῶν πόλεμον παντά- Στην ἐκτρεπόμενος, ἐναυλισάμενος δὲ τοῖς προ- αστείοις τῆς πολεως κείρειν ἐνδίδωσι ταῦτα τῇ στρατιᾷ καὶ ἐπάγειν ἅπαν τὸ ταῖς χερσὶν εὐμετάφορον. Καὶ ἦν ἐκ τούτου τοῦ παραγγέλματος, πρόφασιν τὴν τῶν ἀναγκαίων ὑποσπάνισιν ἔχοντος, μηδὲ τὰ καρποφόρα τῶν δένδρων ἀσινῆ παρεώμενα, ἀλλὰ καὶ ταῦτα τῷ Ευρὶ τῆς διαίτης παραδιδόμενα. Καπὶ τούτοις ἐκμε- τρίτας λεληθότως τὴν ἄμυναν πρὸς τὰ τῶν Κιλίκων Σερενέκλινεν δρια. Εν δ' εὐρυτύτῃ στρατοπεδευσά JOANNES COMNENUS. et pulcherrimorum fliorum luctuoso interitu con- sternatus, ne dicam obitum charissimorum parum D suspicatum omen expeditionis illius fuisse, tamen nihilo factus mollior neque de impetu quidquam remisil neque Byzantium rediit, integro jam anno in laboribus illis exhausto: sed in Isauriam profectus, ac provincia ordinata, iter in Syriam intendit, Manuele filio natu minimo comitante. Fi expeditioni prætexebat velle se Armeniam rectius constituere, et oppida et castella superiore bello capta in officio et fide continere ac firmare. Cæte- rum vera causa erat, quæ in exercitum minime efferebatur,sed maxime dissimulabatur, quod An- tiochiam cum Cpoli conjungere, atque inde reli- giosa loca visere et vitale Christi sepulcrum magni- fcis donis ornare ac finitimos Barbaros proligare perpetuo cupiebat. Itaque nihil intentatum relin- quebat, si quomodo Latinis persuadere posset ut ultro dominatu inclytæ Antiochiæ cederent, aut si ii nollent (nec enim fastum Latinum et præfi- dentes eorum animos ignorabat), at Cilices et Syros in suas partes pertraberet. Nec in eo iti- nere unquam destitit Antiochenis scribere et suum adventum prænuntiare, adeo ut nondum Syria fines ingressus legationem inde attraxerit, qua in optimam spem rerum futurarum erigebatur. Sed cum prope urbem venisset, alios Italorum animos comperit, cum fama jam ante arcanas ejus et taci- las machinationes vulgasset. Cum igitur Antiochiæ aditum non facilem, nec talem qualem exspe- ctarat inveniret, nec nisi jurato ingredi liceret, longe secum quam animo destinaral, eaque condi- tione ut diebus aliquot ibi commoratus et adoratus atque honoratus, ut decet, discederet sine ulla nova- tione et recepti mor.s mutatione, verba sibi data esse moleste ferens,vi ingrediendum duxit, quod a bello Christiano abborrebat; sed suburbana, in in quibus diversabatur, militibus populanda, et auferenda omnia quæ corripi manibus possent concessit. Ea denuntiatio, cui penuria commea- tus prætexebatur, effecit ut nec fructiferæ arbo- res inviolatæ manerent, sed eæ quoque ad cibum ccquendum succiderentur. Hac ratione sui con- temptum dissimulanter ultus ad fines Cilicum deflexit: et in amplissima convalle castris positis, in qua bini vertices montium altissimi assurgunt, quos Corvorum nidos vocari perhibent, venatum egressus apro solitario venabulum in pectus ade- git. Qui cum ictum surgeret et totum ferrum in viscera recepisset, manus imperatoris debilitata atque impetu feræ reflexa pharetram de latere oblique suspensam et venenatis telis refertam evertit; perstrictaque una sagitta cute quæ inter extremos digitos est, veneno serpente et Hier. Wolfii notæ. philosophie consolationes vincat, quam cujus ratio reddi nequeat. Litterarum et philosophie expers, C aut ineruditum, sententia non patitur. Qnare lu- ctuosum aut funestum interpretandum censui. (35) Αφιλοσόφητον. Puto hio dici potius quod
Οὕτως τοίνυν ἀγαπητῶς τοῖς Ῥωμαίοις ὡσεί τινος οὐρανίου δείματος ἀπαισίου τοῦ ῥηγὸς εἰς τὴν ἑῴαν λῆξιν διαβάντος, ἐφομαρτησάντων δὲ τούτῳ μετὰ βραχὺ καὶ ὅσοι τῶν ἐκ τοῦ γένους τῶν Φράγγων αὐτῷ συνανέβησαν, ὁ βασιλεὺς καὶ πάλιν τῆς αὐτῆς εἴχετο τῶν οἰκείων χωρῶν προμηθείας, ἧς καὶ πρώην ἐξήρτητο. οὐκ ἠμέλει δὲ καὶ οἷς οὗτοι τραφήσονται, ἀλλ’ ἐφ’ ὁδοῦ τὰ ὤνια καὶ αὖθις προυβέβληντο. ἐν μέντοι τοῖς τῶν χωρίων ἐπικαίροις καὶ ταῖς τῶν παρόδων στεναῖς λόχοι παρὰ Ῥωμαίων ἐφίζανον, δόξαν οὕτω τῷ Μανουήλ, καὶ οὐκ ὀλίγους ἐκ τῶν στρατοπέδων τούτων κατέκαινον.
παίδων ἀφιλοσοφήτοις (35) ἀποβολαῖς κατακαμφθείς Α ὁ βασιλεὺς τὴν ψυχὴν, ἵνα μὴ λέγοιμι καὶ οἰωνοὺς ἀπαισίους τῆς ὑπερέκεινα πορείας τοὺς θανάτους τῶν φιλτάτων ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅμως δὐδεν τι καὶ πέπονθε μαλακὸν ἢ καθυφῆκε τι βραχὺ τῆς προθέσεως ή παλίμπους ἐπανῆκεν εἰς τὸ Βυζάντιον, έτους ἤδη τελείου ἐπὶ τοῖς ἠθλημένοις τούτοις παρι- πευκότος, ἀλλ' ἐς Ἰσχυρίαν ἀφιγμένος καὶ τὰ ἐκεῖθι πρὸς τὸ δέον καταστησάμενος τῆς ἀνόπιν καὶ πρὸς Συρίαν ὁδοῦ είχετο, ἐφεπόμενον ἔχων αὐτῷ τὸν ὑστερότοκον παῖδα τον Μανουήλ. ἂν δὲ ἡ μὲν πρόδηλος τῆς στρατείας ταυτησί πρόθεσις ἡ τῆς Αρμενίας πρὸς τὸ κρεῖττον μεθάρμοσις καὶ εἰς βε βαίαν κατάστασιν συνοχὴ τῶν πόλεων καὶ φρουρίων, ὧν ἐγκρατής γεγένητο κατὰ τὴν προτέραν αὐτοῦ ἀνάβασιν· ἡ δ᾽ ἀνέκφορος πρὸς τὸ στράτευμα λαθραία Β τε καὶ ἐνδόμυχος καὶ ἐκ περισκέψεως κίνησις αὕτη ἦν. Δε δι' ἔρωτος εἶχε συνάψαι τὴν ᾿Αντιόχου τῇ Κωνσταντίνου, κἀκ τοῦδε τοῖς θεοστιβέσι τόποις ἐπίσ τοιτῆσαι, καὶ δώροις μὲν καταστέψαι τὸν τοῦ Κυρίου τίξον τὸν ζωοπάροχον, τὸ δὲ κύκλῳ βαρβαρικόν ἀνα- καθάραι. Όθεν καὶ πᾶσαν ἦν μετιών μηχανήν, εἴ πως ὑπεκσταῖεν ἑκόντες αὐτῷ οἱ Λατίνοι τῆς κυ μαρχίας τῆς λογίμης Αντιοχείας, ἤ, εἰ οὗτοι πείθοιντο (ἡπίστατο γὰρ τὴν Λατινικήν κόρυζαν καὶ τὸ τοῦ φρονήματος αὐτῶν ἀταπείνωτον), οἱ δὲ γε Κίλικες καὶ Σύροι προσρέψαιεν ἐκείνῳ. Γράφων τοίνυν κατὰ τήνδε τὴν ἄνοδον καὶ τὴν αὐτοῦ προση- μείνων τοῖς Ἀντιοχεῦσιν ἄφιξιν οὐδαμῶς ἀνίει, ὥστε καὶ μήπω τῶν ὁρίων ἐπιβὰς τῆς Συρίας πρεσβείαν μιακύσατο ἐκεῖθεν μάλα ἀγαθὰς αὐτῷ τὰς ἐλπίδας ἐπὶ τοῖς μέλλουσιν ὑποβάλλουσαν. Ἐπεὶ δὲ τῇ ᾿Αν τόχου προσήγγισεν, ἀλλοίους εὕρατο τάς γνώμας τὰς Ἰταλούς, τῆς φήμης προαγγειλάσης οπόσα ἐν ὤμυχα καὶ τῶν χειλέων τοῦ βασιλέως ἀπρώϊτα. Μὴ τοῦν ἐπείαν εὑρίσκων καὶ τῇ γνώμῃ συμβαίνουσαν τὴν ἐς τὴν Ἀντιόχου πάροδον, ἀλλ᾽ ἕνορκον ὁρῶν συγχωρουμένην αὐτῷ τὴν εἰσέλευσιν καὶ τὸ ὅλον ἀπέλουσαν οἷς ὥρμαινε κατὰ ψυχὴν, καὶ ὡς εἴπερ εἰσελεύσεται πρὸς ἡμηρας ἐνσκηνωσάμενος καὶ προσ Συνηθεὶς καὶ τιμηθείς τά εἰκότα πάλιν ἐξελεύσεται, μα δεν τι νεοχμώσας ἐπὶ τοῖς κατ' αὐτὴν πράγμασιν * τι μετακινήσας τῶν καθεστώτων ἐθῶν ἀχθεσθεὶς ἀφ᾽ οἷς ἐξηπάτητο, τὴν μὲν εἴσοδον οὐ δέον κέκρικαν ασβιάζεσθαι, τὸν μετὰ Χριστιανῶν πόλεμον παντά- Στην ἐκτρεπόμενος, ἐναυλισάμενος δὲ τοῖς προ- αστείοις τῆς πολεως κείρειν ἐνδίδωσι ταῦτα τῇ στρατιᾷ καὶ ἐπάγειν ἅπαν τὸ ταῖς χερσὶν εὐμετάφορον. Καὶ ἦν ἐκ τούτου τοῦ παραγγέλματος, πρόφασιν τὴν τῶν ἀναγκαίων ὑποσπάνισιν ἔχοντος, μηδὲ τὰ καρποφόρα τῶν δένδρων ἀσινῆ παρεώμενα, ἀλλὰ καὶ ταῦτα τῷ Ευρὶ τῆς διαίτης παραδιδόμενα. Καπὶ τούτοις ἐκμε- τρίτας λεληθότως τὴν ἄμυναν πρὸς τὰ τῶν Κιλίκων Σερενέκλινεν δρια. Εν δ' εὐρυτύτῃ στρατοπεδευσά JOANNES COMNENUS. et pulcherrimorum fliorum luctuoso interitu con- sternatus, ne dicam obitum charissimorum parum D suspicatum omen expeditionis illius fuisse, tamen nihilo factus mollior neque de impetu quidquam remisil neque Byzantium rediit, integro jam anno in laboribus illis exhausto: sed in Isauriam profectus, ac provincia ordinata, iter in Syriam intendit, Manuele filio natu minimo comitante. Fi expeditioni prætexebat velle se Armeniam rectius constituere, et oppida et castella superiore bello capta in officio et fide continere ac firmare. Cæte- rum vera causa erat, quæ in exercitum minime efferebatur,sed maxime dissimulabatur, quod An- tiochiam cum Cpoli conjungere, atque inde reli- giosa loca visere et vitale Christi sepulcrum magni- fcis donis ornare ac finitimos Barbaros proligare perpetuo cupiebat. Itaque nihil intentatum relin- quebat, si quomodo Latinis persuadere posset ut ultro dominatu inclytæ Antiochiæ cederent, aut si ii nollent (nec enim fastum Latinum et præfi- dentes eorum animos ignorabat), at Cilices et Syros in suas partes pertraberet. Nec in eo iti- nere unquam destitit Antiochenis scribere et suum adventum prænuntiare, adeo ut nondum Syria fines ingressus legationem inde attraxerit, qua in optimam spem rerum futurarum erigebatur. Sed cum prope urbem venisset, alios Italorum animos comperit, cum fama jam ante arcanas ejus et taci- las machinationes vulgasset. Cum igitur Antiochiæ aditum non facilem, nec talem qualem exspe- ctarat inveniret, nec nisi jurato ingredi liceret, longe secum quam animo destinaral, eaque condi- tione ut diebus aliquot ibi commoratus et adoratus atque honoratus, ut decet, discederet sine ulla nova- tione et recepti mor.s mutatione, verba sibi data esse moleste ferens,vi ingrediendum duxit, quod a bello Christiano abborrebat; sed suburbana, in in quibus diversabatur, militibus populanda, et auferenda omnia quæ corripi manibus possent concessit. Ea denuntiatio, cui penuria commea- tus prætexebatur, effecit ut nec fructiferæ arbo- res inviolatæ manerent, sed eæ quoque ad cibum ccquendum succiderentur. Hac ratione sui con- temptum dissimulanter ultus ad fines Cilicum deflexit: et in amplissima convalle castris positis, in qua bini vertices montium altissimi assurgunt, quos Corvorum nidos vocari perhibent, venatum egressus apro solitario venabulum in pectus ade- git. Qui cum ictum surgeret et totum ferrum in viscera recepisset, manus imperatoris debilitata atque impetu feræ reflexa pharetram de latere oblique suspensam et venenatis telis refertam evertit; perstrictaque una sagitta cute quæ inter extremos digitos est, veneno serpente et Hier. Wolfii notæ. philosophie consolationes vincat, quam cujus ratio reddi nequeat. Litterarum et philosophie expers, C aut ineruditum, sententia non patitur. Qnare lu- ctuosum aut funestum interpretandum censui. (35) Αφιλοσόφητον. Puto hio dici potius quod
PG 139:367ἀλλὰ καὶ τὰς πύλας τῶν πόλεων ἐπιζυγοῦντες οἱ ἀστοὶ οὐκ ἀγορῶν τοῖς Ἀλαμανοῖς μετεδίδοσαν, σχοίνους δὲ τοῦ τείχους ἀποκρεμῶντες ἀνεῖλκον πρότερον τὸ ὑπὲρ τοῦ ἀποδιδομένου κατατιθέμενον τίμημα, ἔπειτα διαχαλῶντες ὅσον ἠβούλοντο, εἴτε ἄρτος ἦν τὸ πωλούμενον, εἴτε τι βιώσιμον ἕτερον, εἴων ἄθεσμα δρῶντες κατ’ αὐτῶν ἐπαρωμένους τὸν παντέφορον ὀφθαλμὸν ὡς μὴ χρωμένων σταθμοῖς δικαίοις μηδ’ οἰκτειρόντων αὐτοὺς ὡς ἐπήλυδας, μήτε τι κατατιθεμένων ὡς ὁμοπίστοις οἴκοθεν, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ προσαφαρπαζόντων ἐκ τοῦ σφῶν φάρυγγος ὅσα πρὸς σύστασιν σώματος. οἱ δὲ χείριστοι τῶν οἰκητόρων καὶ ὅσοις τὸ ἀπάνθρωπον περιεσπούδαστο οὐδὲ τὸ βραχύτατον γοῦν διεχάλων, ἀλλὰ τὸ χρυσίον ἀναρειψάμενοι ἢ τὸ ἀργύριον ἀνιμησάμενοι καὶ τῷ κόλπῳ ἐνθέμενοι ἀφανεῖς ἦσαν, οὐκέτι ἐν τοῖς μεσοπυργίοις ἐποπτανόμενοι. εἰσὶ δ’ οἳ καὶ τοῖς ἀλφίτοις ἐμφύροντες τίτανον ἐποίουν τὰ σῖτα ὀλέθρια. Τοῦτο δὲ εἰ μὲν ἀληθῶς ὁ βασιλεὺς ἐπέταττεν, ὡς ἐλέγετο, ἀκριβῶς οὐκ ἴσημι· παρηνομεῖτο δ’ οὖν ὅμως καὶ ἀνοσίως ἐπράττετο.
μενος φάραγγι, καθ᾽ ἂν ὄρη δικόρυμβα ἐπὶ πολὺ τοῦ ἀέρος ἀνέβαινον, ἅπερ λόγος αἱρεῖ Κοράκων νοσσιάς κικλήσκεσθαι, εἰς κυνηγέσιον ἔξεισι. Καὶ σοὶ προστ υπαντήσας μοναδικῷ τὴν μὲν αἰχμὴν τῷ στέρνῳ τοῦ θηρίου ἐνήσεισε· πλείονι δὲ ὠθισμῷ τοῦ συὸς χρησ σαμένου καὶ ὅλον τὸν σίδηρον εἰσδεξαμένου τοῖς σπλάγχνοις, ἡ κατέχουσα χεὶρ τὸ ἀκόντιον ὑποναριᾷ τε καὶ ὑπενδίδωσι πρὸς τὸ ἂγαν τῆς τοῦ θηρὸς ἀντω- θέσεως, κἀντεῦθεν τοῦ [Ρ. 27] εὐθέος παρενεχθεῖσα ἐγχρίπτει τῷ γωρυτῷ, ὅς παρὰ πλευρὸν τοῦ βασι λέως ἐξήρτητο πλάγιος, στέγων ἔσωθεν ιοβόλα βέ λεμνα. Ὅθεν τῆς φαρέτρας ἀνατραπείσης εἷς τῶν διεκχυθέντων ατράκτων πλήττει τὸν βασιλέα κατὰ τὸ μετεῦον δέρμα τῶν ἱστάτων δακτύλων τῆς χειρός. 'Αεὶ τοίνυν τοῦ φαρμάκου νεμομένου τὰ πρόσω καὶ διατρέχοντος, καὶ περὶ αὐτὰ τὰ καίρια ἐπενσκήπτον- τος, καὶ κατὰ μικρὸν ἀπονεκροῦντος ταῦτα καὶ ἀποψύχοντος, μετὰ μικρὸν τοῦ βίου μεθίσταται. Τότε δ᾽ οὖν ὁ βασιλεὺς παρ᾽ οὐδὲν θέμενος τὸ ξέσμα τοῦ δέρματος ὑμένος ἠκέσατο ἐπιθέματι ἢν φασιν ἐκδοράν, ἐκ τοῦ τῶν ποδῶν ἀποσυρέντος καττύμα. τος (34), σφαλερῶς ἐντεῦθεν πειρώμενος τὸν προϊόντα ἐπισχεῖν ὕφαιμον ἰχῶρα τοῦ τραύματος. Επανελθὼν οὖν προς ἑσπέραν καὶ ἀριστήσας τὴν μὲν νύκτα μετὰ ῥαστώνης διήνεγκε· τὴν δὲ μετὰ ταύτην ἡμέραν οἷο δαίνειν καὶ σφύζειν ἀρξαμένου τοῦ τραύματος περι ωδυνίαις ἐβάλλετο, καὶ τίθησιν ἔκπυστον τοῖς ἰατροῖς τὸ συμβάν. Οἱ δὲ τὸν τῆς χειρός ὄγκον ἰδόντες καὶ τὸ πρὸς ἄκεσιν τεθὲν περιεργασάμενοι, αὐτὸ μὲν ὡς μή κατὰ θεσμούς νοσοκομίας παραληφθὲν ἀπήνεγκαν τῆς χειρὸς, φαρμάκοις δ' ἄλλοις ἐχρήσαντο ταλεαίνειν δυναμένοις τὰ τῶν τραυμάτων φλεγμαί νοντα. Ἐπεὶ δ᾽ εἰς οὐδὲν ἀνύσιμον ἀπετελεύτα τὰ φαρμακεύματα, πρὸς χειρουργίαν οἱ ᾿Ασκληπιάδαι βλέπουσι. Τμηθέντος οὖν τοῦ εἰδήματος, οὐδ᾽ οὔτα καταστολή τις καὶ ὑποχάλασις τοῦ πάσχοντος μέρου ἐγίνετο, ἀλλ' ὅ τε ὄγκος ἀεὶ ἐπὶ μεῖζον ᾑρετο, ἐπ δακτύλῳ τε δάκτυλον καὶ καρπὸν ἐπὶ παλάμῃ, εἶτ πῆχυν, ἐπὶ δὲ τούτῳ βραχίονα ἐπενέμετο τὸ δεινὸ καὶ βασιλεὺς τῶν χρηστοτέρων ἐλπίδων ἀπήγετ Αμέλει καὶ τοῖς μὲν ἰατροῖς ἀπορημένοις παντάπ σιν ἐδόκει τὴν χεῖρα τοῦ βασιλέως ἀποτεμεῖν μηρόν ἀνδρεῖον ἀδρυνθεῖσαν τῇ φλεγμονῇ, κατ' φήριστον μέντοι καὶ τότε τοῦ πάσχοντος μέλους ἴασιν. βασιλεὺς δὲ καὶ τὴν προτέραν τομὴν αἴτ τοῦ ξύμπαντος κακοῦ ξυνορώμενος οὐδ᾽ ὅλως τοῖς λεγομένοις ἐπένευσεν, ἀλλ᾽ ἔκειτο κάμνων, τὸ τί θεραπείας παριδὼν ἀμφίλογον. Επιστάσης δὲ τῆς πανευσήμου ἡμέρας τῆς Χριστοῦ ἀναστάσεως θείων μυστηρίων ἐν μεθέξει γίνεται, καὶ πρὸς τὸ δεῖπνον ἀναπεσὼν ἀνῆκε τὴν αὐλαίαν πάσι εἰσιέναι καὶ δεηθῆναι θέλουσι. Καὶ τῇ ἑξῆς ἡμέρα τὸν αὐτὸν διαπραξάμενος τρόπον ὑποθήκῃ τοῦ γάλου δομεστίκου Ἰωάννου, καὶ τὰ παρατεθέντα βρώματα τοῖς παρεστῶσι διανειμάμενος, καθ' Εαυ τὸν ἔκτοτε ἰδιάσας περὶ τοῦ διαδόχου τῆς βασιλείας ἐγνώκει σκέπτεσθαι. Υετοῦ δὲ κατενεχθέντος αγ δαίου, καὶ τῆς κοιλάδος καταῤῥύτου φωνείσης ἐφ᾿ ἧς ἐστρατοπεδεύετο, ἢ τε βασιλέως κλίνη μετεφέρετο πρὸς τὸ καθαρεῦον ὕδατος μέρος, καὶ αὐτὸς ἐπὶ στόματος εἶχε τὸ φάσκον ούτωσι χρησμώδημα· σ Τά παις δ' ἐν ὑγροῖς καὶ παρ' ἐλπίδα πέσῃς. » Οἱ δὲ τὰς τῶν βασιλέων διαδοχὰς καὶ μεταθέσεις φιλοκρινοῦν τες καὶ τοῦτο πέρας εἰληφέναι ἔλεγον, « Ω πως γενήσῃ βρῶμα δεινῶν κοράκων ! » πῆ μὲν ἐς τὰ μέλανα καὶ σίζοντα σιδήρια τὸ παλαίφατον τοῦτο λόγιον ἀφορῶν ἰσχυριζόμενοι, δι' ὧν ὁ καυτὴρ τῇ χειρὶ τοῦ βασιλέως ἐπενήνεκται, πῆ δ᾽ ἐς τὸ τῶν βουνῶν προσώνυμον ἐφ᾽ ὡς ἐκεῖνος κατεσκηνώκει τὸ προφοίβασμα Ἀπολύοντες. με NICETE CHONIATE discurrente atque usque ad vitalia progresso, et A B xx- quidquid occuparat, paulatim stupefaciente, non multo post e vita discessit. Tamen id vulnus principio neglectum membranæ calcibus de- tractæ impositione, quam excoriationem vocant, medicatus est; qua ancipiti ratione saniem cruen- tam vulneris reprimere conabatur. Vesperi in castra reversus et cœnatus noctem citra molestiam exegit. Postridie vero tumescente et ardescente vulnere, ac cruciatu urgente, medicis casum eum exponit. Qui tumore manus viso, et medicamento quo usus erat perquisito, id tanquam contra medi- cam rationem adhibitum repudiarunt; atque alia attulerunt, quæ ardorem illum lenirent. Sed cum iis nihil proficerent, ad sectionem conversi ne sic quid afflicto membro aliquid opis attulerunt ; nam tumor subinde augebatur, a digito in digi- tum usque ad juncturam manus et cubitum ip- sumque brachium pervagato malo. Imperator igi- tur spem salutis abjecit: et medicis æstuantibus manum ejus instar virilis femoris tumefactum re- secare visum est, cum ne sic quidem affecte partis sanatio certa esset. Al imperator, qui prio- rem etiam sectionem universi mali causam esse perspiceret, dictis eorum non annuebat, sed ægrotus decumbebat spreta ancipiti curatione. Atque celeberrimo resurrectionis Christi die divina mysteria percepit; et in cœna aulæ foribns aper- tis,quosvis ingredi et petere quæ vellent permisit ; idemque et postridie monitu Joannis magni domestici fecit, epulis quæ appositæ erant inter eos qui as- tabant distributis ; semotique arbitris de imperii C successore deliberarc instituit. Enimvero valle in qua castra habebat ingenti pluvia inundata, etiam lectulus ejus impetu decurrentis aquæ est avectus, cum illud oraculum, « Cades aquosis improvisus in locis, » subinde in ore haberet. Qui vero impe- ratorum successiones et mutationes pervestigant, illud etiam eventu comprobatum esse ferunt: «Heu! corvis esca eris miser voracibus ! » Id oraculum partim ad nigra et stridentia ferramenta, quibus manus ejus usta esset, partim ad cognomentum montium pertinere existimantes. Hier. Wolfii notæ. (36) Κάττυμα. Hic non puto pro soleis usurpari, sed pro cute pedi detracta.
ὃ δὲ τοῦ βασιλέως βούλευμα ἦν οὐκ ἀμφίλογον οὐδὲ ψεύδους παραπετάσματι σκιαζόμενον, ἀργύριον ἀδόκιμον εἰς νόμισμα κόπτεται καὶ τοῦτο προβάλλεται τοῖς ἐκ τοῦ τῶν Ἰταλῶν στρατεύματος ἀποδόσθαι τι θέλουσι. καὶ συντόμως εἰπεῖν, οὐδὲν ἀπῆν τῶν δεινῶν, ὃ οὐκ ἦν αὐτὸς ἐπιτεχνώμενος βασιλεὺς καὶ τοῖς ἄλλοις δρᾶν διακελευόμενος, ὡς ἂν εἴη ταῦτα καὶ τοῖς ἐξ αὐτῶν ὀψιγόνοις μνημεῖα δήπουθεν ἀνεξάλειπτα καὶ δέους σπέρματα τὴν κατὰ Ῥωμαίων ἐκτρέποντα κίνησιν. Παρόμοια δὲ καὶ τοῖς Τούρκοις ἐπῆλθε ποιεῖν κατὰ τῶν Ἀλαμανῶν, τοῦ Μανουὴλ αὐτοὺς ἐπαλείφοντος γράμμασι καὶ διανιστῶντος εἰς πόλεμον. τοίνυν περὶ τὸν Βαθὺν ὑπερτερήσαντες, Μαμπλάνου τινὸς ἡγουμένου τοῦ σφῶν στρατεύματος, πολλοὺς διέφθειραν. ἐπεὶ δὲ καὶ τῇ μοίρᾳ ἐπέθεντο, ἣ τὴν Φρυγίαν παρώδευεν, εἰς κενὸν αὐτοῖς τὸ βούλευμα ἔσχασε καὶ τὸν ὄλεθρον ἑκουσίως κατὰ τῶν κεφαλῶν αὐτῶν, καὶ πόρρωθεν ὄντα, μετάπεμπτον ἀτεχνῶς ἐποιήσαντο καὶ εἰς βόθυνον κατώλισθον, ὃν ταῖς οἰκείαις χερσὶν ἐβάθυναν.
μενος φάραγγι, καθ᾽ ἂν ὄρη δικόρυμβα ἐπὶ πολὺ τοῦ ἀέρος ἀνέβαινον, ἅπερ λόγος αἱρεῖ Κοράκων νοσσιάς κικλήσκεσθαι, εἰς κυνηγέσιον ἔξεισι. Καὶ σοὶ προστ υπαντήσας μοναδικῷ τὴν μὲν αἰχμὴν τῷ στέρνῳ τοῦ θηρίου ἐνήσεισε· πλείονι δὲ ὠθισμῷ τοῦ συὸς χρησ σαμένου καὶ ὅλον τὸν σίδηρον εἰσδεξαμένου τοῖς σπλάγχνοις, ἡ κατέχουσα χεὶρ τὸ ἀκόντιον ὑποναριᾷ τε καὶ ὑπενδίδωσι πρὸς τὸ ἂγαν τῆς τοῦ θηρὸς ἀντω- θέσεως, κἀντεῦθεν τοῦ [Ρ. 27] εὐθέος παρενεχθεῖσα ἐγχρίπτει τῷ γωρυτῷ, ὅς παρὰ πλευρὸν τοῦ βασι λέως ἐξήρτητο πλάγιος, στέγων ἔσωθεν ιοβόλα βέ λεμνα. Ὅθεν τῆς φαρέτρας ἀνατραπείσης εἷς τῶν διεκχυθέντων ατράκτων πλήττει τὸν βασιλέα κατὰ τὸ μετεῦον δέρμα τῶν ἱστάτων δακτύλων τῆς χειρός. 'Αεὶ τοίνυν τοῦ φαρμάκου νεμομένου τὰ πρόσω καὶ διατρέχοντος, καὶ περὶ αὐτὰ τὰ καίρια ἐπενσκήπτον- τος, καὶ κατὰ μικρὸν ἀπονεκροῦντος ταῦτα καὶ ἀποψύχοντος, μετὰ μικρὸν τοῦ βίου μεθίσταται. Τότε δ᾽ οὖν ὁ βασιλεὺς παρ᾽ οὐδὲν θέμενος τὸ ξέσμα τοῦ δέρματος ὑμένος ἠκέσατο ἐπιθέματι ἢν φασιν ἐκδοράν, ἐκ τοῦ τῶν ποδῶν ἀποσυρέντος καττύμα. τος (34), σφαλερῶς ἐντεῦθεν πειρώμενος τὸν προϊόντα ἐπισχεῖν ὕφαιμον ἰχῶρα τοῦ τραύματος. Επανελθὼν οὖν προς ἑσπέραν καὶ ἀριστήσας τὴν μὲν νύκτα μετὰ ῥαστώνης διήνεγκε· τὴν δὲ μετὰ ταύτην ἡμέραν οἷο δαίνειν καὶ σφύζειν ἀρξαμένου τοῦ τραύματος περι ωδυνίαις ἐβάλλετο, καὶ τίθησιν ἔκπυστον τοῖς ἰατροῖς τὸ συμβάν. Οἱ δὲ τὸν τῆς χειρός ὄγκον ἰδόντες καὶ τὸ πρὸς ἄκεσιν τεθὲν περιεργασάμενοι, αὐτὸ μὲν ὡς μή κατὰ θεσμούς νοσοκομίας παραληφθὲν ἀπήνεγκαν τῆς χειρὸς, φαρμάκοις δ' ἄλλοις ἐχρήσαντο ταλεαίνειν δυναμένοις τὰ τῶν τραυμάτων φλεγμαί νοντα. Ἐπεὶ δ᾽ εἰς οὐδὲν ἀνύσιμον ἀπετελεύτα τὰ φαρμακεύματα, πρὸς χειρουργίαν οἱ ᾿Ασκληπιάδαι βλέπουσι. Τμηθέντος οὖν τοῦ εἰδήματος, οὐδ᾽ οὔτα καταστολή τις καὶ ὑποχάλασις τοῦ πάσχοντος μέρου ἐγίνετο, ἀλλ' ὅ τε ὄγκος ἀεὶ ἐπὶ μεῖζον ᾑρετο, ἐπ δακτύλῳ τε δάκτυλον καὶ καρπὸν ἐπὶ παλάμῃ, εἶτ πῆχυν, ἐπὶ δὲ τούτῳ βραχίονα ἐπενέμετο τὸ δεινὸ καὶ βασιλεὺς τῶν χρηστοτέρων ἐλπίδων ἀπήγετ Αμέλει καὶ τοῖς μὲν ἰατροῖς ἀπορημένοις παντάπ σιν ἐδόκει τὴν χεῖρα τοῦ βασιλέως ἀποτεμεῖν μηρόν ἀνδρεῖον ἀδρυνθεῖσαν τῇ φλεγμονῇ, κατ' φήριστον μέντοι καὶ τότε τοῦ πάσχοντος μέλους ἴασιν. βασιλεὺς δὲ καὶ τὴν προτέραν τομὴν αἴτ τοῦ ξύμπαντος κακοῦ ξυνορώμενος οὐδ᾽ ὅλως τοῖς λεγομένοις ἐπένευσεν, ἀλλ᾽ ἔκειτο κάμνων, τὸ τί θεραπείας παριδὼν ἀμφίλογον. Επιστάσης δὲ τῆς πανευσήμου ἡμέρας τῆς Χριστοῦ ἀναστάσεως θείων μυστηρίων ἐν μεθέξει γίνεται, καὶ πρὸς τὸ δεῖπνον ἀναπεσὼν ἀνῆκε τὴν αὐλαίαν πάσι εἰσιέναι καὶ δεηθῆναι θέλουσι. Καὶ τῇ ἑξῆς ἡμέρα τὸν αὐτὸν διαπραξάμενος τρόπον ὑποθήκῃ τοῦ γάλου δομεστίκου Ἰωάννου, καὶ τὰ παρατεθέντα βρώματα τοῖς παρεστῶσι διανειμάμενος, καθ' Εαυ τὸν ἔκτοτε ἰδιάσας περὶ τοῦ διαδόχου τῆς βασιλείας ἐγνώκει σκέπτεσθαι. Υετοῦ δὲ κατενεχθέντος αγ δαίου, καὶ τῆς κοιλάδος καταῤῥύτου φωνείσης ἐφ᾿ ἧς ἐστρατοπεδεύετο, ἢ τε βασιλέως κλίνη μετεφέρετο πρὸς τὸ καθαρεῦον ὕδατος μέρος, καὶ αὐτὸς ἐπὶ στόματος εἶχε τὸ φάσκον ούτωσι χρησμώδημα· σ Τά παις δ' ἐν ὑγροῖς καὶ παρ' ἐλπίδα πέσῃς. » Οἱ δὲ τὰς τῶν βασιλέων διαδοχὰς καὶ μεταθέσεις φιλοκρινοῦν τες καὶ τοῦτο πέρας εἰληφέναι ἔλεγον, « Ω πως γενήσῃ βρῶμα δεινῶν κοράκων ! » πῆ μὲν ἐς τὰ μέλανα καὶ σίζοντα σιδήρια τὸ παλαίφατον τοῦτο λόγιον ἀφορῶν ἰσχυριζόμενοι, δι' ὧν ὁ καυτὴρ τῇ χειρὶ τοῦ βασιλέως ἐπενήνεκται, πῆ δ᾽ ἐς τὸ τῶν βουνῶν προσώνυμον ἐφ᾽ ὡς ἐκεῖνος κατεσκηνώκει τὸ προφοίβασμα Ἀπολύοντες. με NICETE CHONIATE discurrente atque usque ad vitalia progresso, et A B xx- quidquid occuparat, paulatim stupefaciente, non multo post e vita discessit. Tamen id vulnus principio neglectum membranæ calcibus de- tractæ impositione, quam excoriationem vocant, medicatus est; qua ancipiti ratione saniem cruen- tam vulneris reprimere conabatur. Vesperi in castra reversus et cœnatus noctem citra molestiam exegit. Postridie vero tumescente et ardescente vulnere, ac cruciatu urgente, medicis casum eum exponit. Qui tumore manus viso, et medicamento quo usus erat perquisito, id tanquam contra medi- cam rationem adhibitum repudiarunt; atque alia attulerunt, quæ ardorem illum lenirent. Sed cum iis nihil proficerent, ad sectionem conversi ne sic quid afflicto membro aliquid opis attulerunt ; nam tumor subinde augebatur, a digito in digi- tum usque ad juncturam manus et cubitum ip- sumque brachium pervagato malo. Imperator igi- tur spem salutis abjecit: et medicis æstuantibus manum ejus instar virilis femoris tumefactum re- secare visum est, cum ne sic quidem affecte partis sanatio certa esset. Al imperator, qui prio- rem etiam sectionem universi mali causam esse perspiceret, dictis eorum non annuebat, sed ægrotus decumbebat spreta ancipiti curatione. Atque celeberrimo resurrectionis Christi die divina mysteria percepit; et in cœna aulæ foribns aper- tis,quosvis ingredi et petere quæ vellent permisit ; idemque et postridie monitu Joannis magni domestici fecit, epulis quæ appositæ erant inter eos qui as- tabant distributis ; semotique arbitris de imperii C successore deliberarc instituit. Enimvero valle in qua castra habebat ingenti pluvia inundata, etiam lectulus ejus impetu decurrentis aquæ est avectus, cum illud oraculum, « Cades aquosis improvisus in locis, » subinde in ore haberet. Qui vero impe- ratorum successiones et mutationes pervestigant, illud etiam eventu comprobatum esse ferunt: «Heu! corvis esca eris miser voracibus ! » Id oraculum partim ad nigra et stridentia ferramenta, quibus manus ejus usta esset, partim ad cognomentum montium pertinere existimantes. Hier. Wolfii notæ. (36) Κάττυμα. Hic non puto pro soleis usurpari, sed pro cute pedi detracta.
τῷ τοι καὶ δέον ὂν μηδὲν παρενοχλοῦντας οὐχὶ λυπεῖν μηδ’ ἀναγκάζειν τὸ τοῦ θυμοῦ θηρίον ἀφυπνίζειν τῷ τέως κοιμώμενον ἢ πρὸς ἀνδροκτασίας διαρρενοῦν, οἱ δὲ εἰς φάλαγγας πυκνωθέντες καὶ ταῖς ὄχθαις ἐφεστῶτες τοῦ ποταμοῦ (Μαίανδρος οὗτος ἦν) οὐκ εἴων ὅλως τὰ Λατινικὰ στρατεύματα διελθεῖν. ἔστι δ’ οὗτος καὶ τὸν ἕτερον μὲν ἅπαντα χρόνον οὐ ῥᾴδιος ἁπανταχῇ τὴν περαίωσιν, τότε δὲ καὶ τέλεον ἦν ἄπορος, εἰς δίνας ἑλιττόμενος καὶ μεταχωρῶν εἰς στροφάλιγγας. ὅτε κἀκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν αἱ δυσμικαὶ δυνάμεις ὑπέδειξαν ὡς αὐτῶν ἀνεχομένων αἱ φάλαγγες Ῥωμαίων εἰς προνομὴν οὐκ ἐξέκειντο καὶ αἱ τούτων πόλεις ἀδήωτοι παριππεύοντο οὐδὲ βοσκημάτων δίκην οἱ τούτων οἰκήτορες ἀναιρούμενοι ἐσφακέλιζον·
μενος φάραγγι, καθ᾽ ἂν ὄρη δικόρυμβα ἐπὶ πολὺ τοῦ ἀέρος ἀνέβαινον, ἅπερ λόγος αἱρεῖ Κοράκων νοσσιάς κικλήσκεσθαι, εἰς κυνηγέσιον ἔξεισι. Καὶ σοὶ προστ υπαντήσας μοναδικῷ τὴν μὲν αἰχμὴν τῷ στέρνῳ τοῦ θηρίου ἐνήσεισε· πλείονι δὲ ὠθισμῷ τοῦ συὸς χρησ σαμένου καὶ ὅλον τὸν σίδηρον εἰσδεξαμένου τοῖς σπλάγχνοις, ἡ κατέχουσα χεὶρ τὸ ἀκόντιον ὑποναριᾷ τε καὶ ὑπενδίδωσι πρὸς τὸ ἂγαν τῆς τοῦ θηρὸς ἀντω- θέσεως, κἀντεῦθεν τοῦ [Ρ. 27] εὐθέος παρενεχθεῖσα ἐγχρίπτει τῷ γωρυτῷ, ὅς παρὰ πλευρὸν τοῦ βασι λέως ἐξήρτητο πλάγιος, στέγων ἔσωθεν ιοβόλα βέ λεμνα. Ὅθεν τῆς φαρέτρας ἀνατραπείσης εἷς τῶν διεκχυθέντων ατράκτων πλήττει τὸν βασιλέα κατὰ τὸ μετεῦον δέρμα τῶν ἱστάτων δακτύλων τῆς χειρός. 'Αεὶ τοίνυν τοῦ φαρμάκου νεμομένου τὰ πρόσω καὶ διατρέχοντος, καὶ περὶ αὐτὰ τὰ καίρια ἐπενσκήπτον- τος, καὶ κατὰ μικρὸν ἀπονεκροῦντος ταῦτα καὶ ἀποψύχοντος, μετὰ μικρὸν τοῦ βίου μεθίσταται. Τότε δ᾽ οὖν ὁ βασιλεὺς παρ᾽ οὐδὲν θέμενος τὸ ξέσμα τοῦ δέρματος ὑμένος ἠκέσατο ἐπιθέματι ἢν φασιν ἐκδοράν, ἐκ τοῦ τῶν ποδῶν ἀποσυρέντος καττύμα. τος (34), σφαλερῶς ἐντεῦθεν πειρώμενος τὸν προϊόντα ἐπισχεῖν ὕφαιμον ἰχῶρα τοῦ τραύματος. Επανελθὼν οὖν προς ἑσπέραν καὶ ἀριστήσας τὴν μὲν νύκτα μετὰ ῥαστώνης διήνεγκε· τὴν δὲ μετὰ ταύτην ἡμέραν οἷο δαίνειν καὶ σφύζειν ἀρξαμένου τοῦ τραύματος περι ωδυνίαις ἐβάλλετο, καὶ τίθησιν ἔκπυστον τοῖς ἰατροῖς τὸ συμβάν. Οἱ δὲ τὸν τῆς χειρός ὄγκον ἰδόντες καὶ τὸ πρὸς ἄκεσιν τεθὲν περιεργασάμενοι, αὐτὸ μὲν ὡς μή κατὰ θεσμούς νοσοκομίας παραληφθὲν ἀπήνεγκαν τῆς χειρὸς, φαρμάκοις δ' ἄλλοις ἐχρήσαντο ταλεαίνειν δυναμένοις τὰ τῶν τραυμάτων φλεγμαί νοντα. Ἐπεὶ δ᾽ εἰς οὐδὲν ἀνύσιμον ἀπετελεύτα τὰ φαρμακεύματα, πρὸς χειρουργίαν οἱ ᾿Ασκληπιάδαι βλέπουσι. Τμηθέντος οὖν τοῦ εἰδήματος, οὐδ᾽ οὔτα καταστολή τις καὶ ὑποχάλασις τοῦ πάσχοντος μέρου ἐγίνετο, ἀλλ' ὅ τε ὄγκος ἀεὶ ἐπὶ μεῖζον ᾑρετο, ἐπ δακτύλῳ τε δάκτυλον καὶ καρπὸν ἐπὶ παλάμῃ, εἶτ πῆχυν, ἐπὶ δὲ τούτῳ βραχίονα ἐπενέμετο τὸ δεινὸ καὶ βασιλεὺς τῶν χρηστοτέρων ἐλπίδων ἀπήγετ Αμέλει καὶ τοῖς μὲν ἰατροῖς ἀπορημένοις παντάπ σιν ἐδόκει τὴν χεῖρα τοῦ βασιλέως ἀποτεμεῖν μηρόν ἀνδρεῖον ἀδρυνθεῖσαν τῇ φλεγμονῇ, κατ' φήριστον μέντοι καὶ τότε τοῦ πάσχοντος μέλους ἴασιν. βασιλεὺς δὲ καὶ τὴν προτέραν τομὴν αἴτ τοῦ ξύμπαντος κακοῦ ξυνορώμενος οὐδ᾽ ὅλως τοῖς λεγομένοις ἐπένευσεν, ἀλλ᾽ ἔκειτο κάμνων, τὸ τί θεραπείας παριδὼν ἀμφίλογον. Επιστάσης δὲ τῆς πανευσήμου ἡμέρας τῆς Χριστοῦ ἀναστάσεως θείων μυστηρίων ἐν μεθέξει γίνεται, καὶ πρὸς τὸ δεῖπνον ἀναπεσὼν ἀνῆκε τὴν αὐλαίαν πάσι εἰσιέναι καὶ δεηθῆναι θέλουσι. Καὶ τῇ ἑξῆς ἡμέρα τὸν αὐτὸν διαπραξάμενος τρόπον ὑποθήκῃ τοῦ γάλου δομεστίκου Ἰωάννου, καὶ τὰ παρατεθέντα βρώματα τοῖς παρεστῶσι διανειμάμενος, καθ' Εαυ τὸν ἔκτοτε ἰδιάσας περὶ τοῦ διαδόχου τῆς βασιλείας ἐγνώκει σκέπτεσθαι. Υετοῦ δὲ κατενεχθέντος αγ δαίου, καὶ τῆς κοιλάδος καταῤῥύτου φωνείσης ἐφ᾿ ἧς ἐστρατοπεδεύετο, ἢ τε βασιλέως κλίνη μετεφέρετο πρὸς τὸ καθαρεῦον ὕδατος μέρος, καὶ αὐτὸς ἐπὶ στόματος εἶχε τὸ φάσκον ούτωσι χρησμώδημα· σ Τά παις δ' ἐν ὑγροῖς καὶ παρ' ἐλπίδα πέσῃς. » Οἱ δὲ τὰς τῶν βασιλέων διαδοχὰς καὶ μεταθέσεις φιλοκρινοῦν τες καὶ τοῦτο πέρας εἰληφέναι ἔλεγον, « Ω πως γενήσῃ βρῶμα δεινῶν κοράκων ! » πῆ μὲν ἐς τὰ μέλανα καὶ σίζοντα σιδήρια τὸ παλαίφατον τοῦτο λόγιον ἀφορῶν ἰσχυριζόμενοι, δι' ὧν ὁ καυτὴρ τῇ χειρὶ τοῦ βασιλέως ἐπενήνεκται, πῆ δ᾽ ἐς τὸ τῶν βουνῶν προσώνυμον ἐφ᾽ ὡς ἐκεῖνος κατεσκηνώκει τὸ προφοίβασμα Ἀπολύοντες. με NICETE CHONIATE discurrente atque usque ad vitalia progresso, et A B xx- quidquid occuparat, paulatim stupefaciente, non multo post e vita discessit. Tamen id vulnus principio neglectum membranæ calcibus de- tractæ impositione, quam excoriationem vocant, medicatus est; qua ancipiti ratione saniem cruen- tam vulneris reprimere conabatur. Vesperi in castra reversus et cœnatus noctem citra molestiam exegit. Postridie vero tumescente et ardescente vulnere, ac cruciatu urgente, medicis casum eum exponit. Qui tumore manus viso, et medicamento quo usus erat perquisito, id tanquam contra medi- cam rationem adhibitum repudiarunt; atque alia attulerunt, quæ ardorem illum lenirent. Sed cum iis nihil proficerent, ad sectionem conversi ne sic quid afflicto membro aliquid opis attulerunt ; nam tumor subinde augebatur, a digito in digi- tum usque ad juncturam manus et cubitum ip- sumque brachium pervagato malo. Imperator igi- tur spem salutis abjecit: et medicis æstuantibus manum ejus instar virilis femoris tumefactum re- secare visum est, cum ne sic quidem affecte partis sanatio certa esset. Al imperator, qui prio- rem etiam sectionem universi mali causam esse perspiceret, dictis eorum non annuebat, sed ægrotus decumbebat spreta ancipiti curatione. Atque celeberrimo resurrectionis Christi die divina mysteria percepit; et in cœna aulæ foribns aper- tis,quosvis ingredi et petere quæ vellent permisit ; idemque et postridie monitu Joannis magni domestici fecit, epulis quæ appositæ erant inter eos qui as- tabant distributis ; semotique arbitris de imperii C successore deliberarc instituit. Enimvero valle in qua castra habebat ingenti pluvia inundata, etiam lectulus ejus impetu decurrentis aquæ est avectus, cum illud oraculum, « Cades aquosis improvisus in locis, » subinde in ore haberet. Qui vero impe- ratorum successiones et mutationes pervestigant, illud etiam eventu comprobatum esse ferunt: «Heu! corvis esca eris miser voracibus ! » Id oraculum partim ad nigra et stridentia ferramenta, quibus manus ejus usta esset, partim ad cognomentum montium pertinere existimantes. Hier. Wolfii notæ. (36) Κάττυμα. Hic non puto pro soleis usurpari, sed pro cute pedi detracta.
PG 139:369ὡς γὰρ τῇ ὄχθῃ τοῦ ποταμοῦ προσάγοντος τοῦ ῥηγὸς οὔτε νῆες παρῆσαν ποτάμιαι, οὔτε γέφυρα πρὸς διάβασιν ἔζευκτο καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀναμὶξ πεζοὶ καὶ ἱππεῖς ἐς τὸ ἀντιπέραν φαινόμενοι δῆλοι ἦσαν ἀκροβολίζοντες καὶ τὰ τοξεύματα διικνεῖτο τῶν παριόντων τὸν ποταμὸν καὶ ἐνέπιπτον εἰς τὸ τῆς φάλαγγος μέτωπον, τότε μὲν ὀλίγον ἐπαναγαγὼν ἀπὸ τῆς ὄχθης τοῦ ποταμοῦ στρατοπεδεύεται, ὅσον μὴ εἶναι βέλους ἐντός, καὶ ἐπιτάττει πάντας δειπνοποιήσαντας ἱπποκορυστὰς γενέσθαι καὶ τῶν ἁρμάτων αὐτῶν ἐπιμεληθῆναι ὡς ἐς νέωτα τοῖς Τούρκοις πολεμησείοντας πρωϊαίτερον. Σκοταῖος τοίνυν διαναστὰς καὶ τοῦ ἡλίου μήπω τὸ ἅρμα ζεύξαντος αὐτός τε ὡς πρὸς πόλεμον ἔσταλτο καὶ ἡ λοιπὴ τὰ ὅπλα ἐνεδέδυτο στρατιά. καὶ οἱ βάρβαροι ὁμοίως διαπραττόμενοι καὶ αὐτοὶ παρετάττοντο τούς τε τοξότας τῇ ὄχθῃ παρέτεινον καὶ τὸ ἱππικὸν ὡς αὐτοῖς ἐδόκει παρεσκευάζετο καὶ τοῦ ἀκροβολίζειν εἴχοντο, εἴ ποτε προυχώρουν οἱ Ἰταλοὶ κατὰ τὸν ποταμόν· ὅτε καὶ τὰς τάξεις ἐπιπαριὼν ὁ ῥὴξ καὶ παρακλήσεις τοῖς σφετέροις ποιούμενος τοιάδε ἔφασκεν·
αβ'· Ἐκκλησιάσας δ᾽ ἔπειτα τὸ συγγενὲς καὶ οί- Α λιον καὶ ὀπίσον ἐν ὑπεροχαῖς τε καὶ ἀξιώμασιν ἦν, καὶ παραστησάμενος τὸν ὑστερογενή παῖδα τὸν Μανουήλ, τοιάδε ἔλεξεν· « Οὐκ ἐπ᾿ ἐλπίσι μὲν ταῖς δρωμέναις, ἄνδρες Ρωμαῖοι, Συρίαν κατέλαβον, ἀλλ' ᾤμην τῶν προτέρων εὐκλεέστερα ἔργα ἐνδείξα- σθαι, καὶ λούσασθαι μὲν ἀδεέστερον ἐν Εὐφράτῃ καὶ τῶν τούτου ναμάτων πλησμίως ἀρύσασθαι, ιδέσθαι δὲ καὶ Τίγριδα ποταμὸν καὶ διαθροῆσαι τοῖς ὅπλοις τὸ ἀνθιστάμενον, ὅσον τε προσρέπει τοῖς Κίλιξι καὶ ὅσον τοῖς ἐκ τῆς ᾿Αγαρ προσνένευχε, διαπτάσθαι δὲ καὶ ὡς οἱ βασιλεῖς τῶν ὀρνίθων, εἰ καὶ μέγα τοῦτο εἰπεῖν ἐστι, πρὸς Παλαιστίνην αὐτὴν, ὅπου τὸ τῆς ἡμετέρας φύσεως πτῶμα πεσὼν ἀνήγειρεν ὁ Χριστὸς, ἐπὶ σταυροῦ τὰς χεῖρας διεὶς καὶ μικραῖς ῥανίσι κόσμον ὅλον εἰς ἔνωσιν ἀγαγών, ἀναβῆναι η δὲ καὶ εἰς τὸ ὄρος Κυρίου κατὰ τὸν ψάλλοντα καὶ στῆναι ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ, μετελθεῖν δὲ πολέμου νόμῳ καὶ τὸ κύκλῳ πολέμιον, ὅπερ ὡς τὴν πάλαι κιβωτόν οἱ ἀλλόφυλοι, τὴν τοῦ Κυρίου σορὸν πολ- λάκις εἷλε δορύκτητον· Ἐπεὶ δὲ οἷς τρόποις τὸ θεῖον ἐπίσταται, οὔκουν δέδεκται πέρας τὰ προσδο- πώμενα, ἀντιστῆναι μὲν ὅλως οὐκ ἔστιν, οὐδ᾽ ἐπὶ τοῖς ὁρωμένοις χρεὼν ἀντειπεῖν. Τίς γὰρ Θεοῦ σοφώτερος ; ἢ τις μετελεύσεται νοῦν Κυρίου καὶ μετα- μέψει τὰ τούτου κρίμανα, ὑφελέσθαι ή προσθεῖναι τούτοις δεδυνημένος ; Σφαλερα: μὲν γὰρ αἱ τῶν ἀνα θρώπων ἐπίνοιαι, ἡ δὲ τοῦ Κυρίου βουλὴ ἀνεπιποίη τός τε καὶ ἀμετάπτωτος. Ἐν πολλοῖς δ᾽ ὅσοις εὐχά- ριστος ἔχων δείκνυσθαι τῷ τὰ κατ' ἐμὲ συμφερόντως οἰκονομήσαντι, & καὶ ἀριθμὸν ὑπερπέπαικε σύμ παντα, τῷ τέως ἀνθομολογούμενος ἐφ᾽ οἷς ἐμεγάλυνε τοῦ ποιῆσαι μεθ᾿ ἡμῶν ἔλεος ἐπ᾽ ἀκροαταῖς ὑμῖν καὶ τῶν λεγομένων εἰδήμοσι τάδε φημί. Ἐκ πατρὸς Βασιλέως ἔφυν, ἀρχῆς γεγένημαι τῆς ἐκείνου διάδο Τος, οὐδὲν ἀπεβαλόμην ὧν εἰς χεῖράς μοι παραδέ δωκεν. Εἰ δὲ κατ᾽ εὐγνώμονα καὶ πισνὸν ὑπηρέτην Επεξειργασάμην τὸ παρασχεθέν μοι θεόθεν τῆς βα ελείας τάλαντον, ἄλλοις σκοπεῖν καὶ λέγειν ἀφίημία καὶ αὐτὸς δὲ ἀνεπαχθῶς διηγησαίμην ἄν, οὐκ ἐναβρυ- σόμενος, ἀλλὰ τὰ περὶ ἐμὲ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ δι Σπούμενος. Ἕως με καὶ δυσμὴ μαχόμενον ἔβλεψε, τὰ πρὸς ἄμφω τὰς ἠπείρους (37) ἔθνη μετῆλθον. λίγα τοῖς ἀνακτόροις προσέμεινα· ὁ βίος σχεδὸν Εποι ἅπας ἐπὶ σκηνῆς, καὶ τὸ αἰθριάζειν ἀεί μοι περιεσπούδαστο. Ἡ γῆ αὕτη ἐφ᾿ ἧς νῦν στρατοπε- Ξενόμεθα, δίς με ότι προσέβλεψε· καὶ ἦν μακρὸς Ἐξ οὗ χρόνος ἀφθαλμοῖς οὐκ εἶδον στρατιάν Ρωμαίων Επέρσα: καὶ ᾿Αραβες, ταύτην ἔτρεσαν ἄρτι ἐφ' ἡγε- μπόνι θεῷ καὶ ὑποστρατήγψ [Ρ. 29] ἐμοὶ, καὶ πολύ Τῶν πόλεων ἡμῖν ὑπεξέστησαν, ὧν ἐς δεῦρο κύριοι καθεστήκαμεν, αἱ καὶ ζῶσι κατὰ τὰ ἡμῶν προστάγ- ματα. Καὶ δοίη, Κύριος ὁ Θεὸς ἐμοὶ μὴν ὑπερμογή- Εντι τοῦ τῶν Χριστιανῶν πληρώματος κλῆρον ἐκεῖ από μερίδα ἀΐδιον, ἣν οἱ πραεῖς καὶ εὐάρεστοι αὐτῷ διαίτερα τῆς ἠπείρου. JOANNES COMNENUS. B C D 12. Deinde convocatis cogtalis, amicis at- que magnatibus, productoque Manuele filio natu mirimo, hujusmodi orationem habuit: « Non equi- dem ea spe (':am videtis, quirites, Syriam sum ingressus, sed virtutem majorum me superaturum opinabar,et securius in Euphrate levaturum et ad satietotem, latices ejus hausturum esse, visurumque etiam Tigrim fluvium, et omnes adversarios armis profligaturum, quicunque versus Ciliciam vergunt et ad Agarenos defecerunt, atque aquila instar (quamvis hoc magnum dictu videatur) in ipsam Palæstinam transvolaturum, ubi Christus extensis in cruce manibus naturæ nostræ ruinam suo casu erexit, et parvis guttis totum mundum univit, ac montem Domini conscensurum, ut Psalmographus scribit, atque in loco ejus sancto staturum esse ; et hostes qui in circuitu sunt belli jure aggressurum, qui ut olim arcam Barbari, sic ipsi loculum Domini Pepe jam armis occuparunt. Quia vero exspeclatio mea me frustrata est (qua de causa Deus_novit), resistere omnino haud licet, nec iis quæ coram cernuntur refragari. Quis enim est Deo sapien- tior? aut quis Domini animum explorabit, ejusque judicia vel addendo vel detrahendo mutabit? Nam hominum quidem cogitationes lubrica sunt, Dei vero consilium non est irritum neo mutabile. Cum autem multa sint divinitus in me collata bene- ficia ac numero pene nullo comprehendi queant, audientibus vobis, iisdemque testibus,divinam erga me beneficentiam grata voce prædicabo. Patre im- peratore natus sum, illi in imperio successi; nihil eorum quæ acceperam amisi. An vero prudentis et fidelis ministri instar talentum regni divinitus mibi creditum auxerim, aliis considerandum et commemorandum relinquo, quamvis et ipse citra molestiam ea prædicare queam,nullaque cum osten- tatione, sed miraculorum Dei celebratione. Oriens et Occasus bella me gerentem viderunt; gentes quæ in utraque continente habitant, sum aggressus. Parum in palatto mansi, vitain pene in tabernacu- lis exegi ; semper ut sub dio agerem, operam dedi. Tellus hæc, in qua castra habemus, bis me jam aspexit. Multum temporis intercesserat ex quo Persæ et Arabes Romanum exercitum non vide- rant: hunc formidarunt Deo duce meque ministro, nobisque multis urbibus cesserunt, quas adhuc oblinemus quæque nostris imperatis parent. Faxit Deus ut ego, qui pro Christiano populo arma cir- cumtuli,illic æternam hæreditatem adipiscar, quam mansueti acceptique Deo consequentur ; vestris vero manibus robur et vires addat contra populos qui bellis student. quique sacrosanctum Dei nostri nomen non invocant. Id autem fiet, si vos sucoessus a dextra Altissimi ct excelso ejus bra- chio pendere statuoritis, et dux vobis divinitus Hier. Wolfi nols. (37) Τὰς ἠπείρους. Asiam et Europam intelligo. Legitur et apud Isocratem semel atque iterum ἐφ'
Ὅτι μέν, ὦ συστρατιῶται, ἡ ἡμετέρα αὕτη κίνησις διὰ Χριστὸν καὶ ὡς εἱλόμεθα τὴν προκειμένην μὴ τὴν ἐξ ἀνθρώπων ἀλλ’ ἐκ θεοῦ δόξαν θηρώμενοι, ἴστε δήπουθεν καὶ ὑμεῖς ἅπας σαφῶς, πῶς γὰρ οὔ; οἳ τούτου ἕνεκα τοῖς μὲν ἐπ’ οἴκου ἐνευπαθεῖν ἀπειπάμεθα καὶ τῶν οἰκείων ἑκουσίως ἀπεξενώμεθα καὶ διὰ τῆς οὐκ ἐνδαπῆς παροδεύοντες θλίψεσι προσομιλοῦμεν, κινδύνοις παραβαλλόμεθα, λιμῷ τηκόμεθα, κρύει πηγνύμεθα, θαλπωρῇ ἐκλυόμεθα, κλιντῆρα ἔχομεν τὴν γῆν, στέγην τὸν οὐρανόν, οἱ εὐγενεῖς, οἱ εὐπάρυφοι, οἱ ἐπὶ δόξης καὶ πλούτου καὶ πολλῶν ἐθνῶν κυριεύοντες, τὰς δὲ πολεμικὰς σκευὰς ἐς ἀεὶ περικείμεθα ὥσπερ ἀκούσια δεσμὰ καὶ κάμνομεν αὐτὰς ἀνέχοντες ὡς ὁ τῶν ὀπαδῶν Χριστοῦ μέγιστος Πέτρος τὸ παλαιὸν ἁλύσεσι διτταῖς κακουχούμενος καὶ τέσσαρσι στρατιωτῶν τετραδίοις φρουρούμενος.
αβ'· Ἐκκλησιάσας δ᾽ ἔπειτα τὸ συγγενὲς καὶ οί- Α λιον καὶ ὀπίσον ἐν ὑπεροχαῖς τε καὶ ἀξιώμασιν ἦν, καὶ παραστησάμενος τὸν ὑστερογενή παῖδα τὸν Μανουήλ, τοιάδε ἔλεξεν· « Οὐκ ἐπ᾿ ἐλπίσι μὲν ταῖς δρωμέναις, ἄνδρες Ρωμαῖοι, Συρίαν κατέλαβον, ἀλλ' ᾤμην τῶν προτέρων εὐκλεέστερα ἔργα ἐνδείξα- σθαι, καὶ λούσασθαι μὲν ἀδεέστερον ἐν Εὐφράτῃ καὶ τῶν τούτου ναμάτων πλησμίως ἀρύσασθαι, ιδέσθαι δὲ καὶ Τίγριδα ποταμὸν καὶ διαθροῆσαι τοῖς ὅπλοις τὸ ἀνθιστάμενον, ὅσον τε προσρέπει τοῖς Κίλιξι καὶ ὅσον τοῖς ἐκ τῆς ᾿Αγαρ προσνένευχε, διαπτάσθαι δὲ καὶ ὡς οἱ βασιλεῖς τῶν ὀρνίθων, εἰ καὶ μέγα τοῦτο εἰπεῖν ἐστι, πρὸς Παλαιστίνην αὐτὴν, ὅπου τὸ τῆς ἡμετέρας φύσεως πτῶμα πεσὼν ἀνήγειρεν ὁ Χριστὸς, ἐπὶ σταυροῦ τὰς χεῖρας διεὶς καὶ μικραῖς ῥανίσι κόσμον ὅλον εἰς ἔνωσιν ἀγαγών, ἀναβῆναι η δὲ καὶ εἰς τὸ ὄρος Κυρίου κατὰ τὸν ψάλλοντα καὶ στῆναι ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ, μετελθεῖν δὲ πολέμου νόμῳ καὶ τὸ κύκλῳ πολέμιον, ὅπερ ὡς τὴν πάλαι κιβωτόν οἱ ἀλλόφυλοι, τὴν τοῦ Κυρίου σορὸν πολ- λάκις εἷλε δορύκτητον· Ἐπεὶ δὲ οἷς τρόποις τὸ θεῖον ἐπίσταται, οὔκουν δέδεκται πέρας τὰ προσδο- πώμενα, ἀντιστῆναι μὲν ὅλως οὐκ ἔστιν, οὐδ᾽ ἐπὶ τοῖς ὁρωμένοις χρεὼν ἀντειπεῖν. Τίς γὰρ Θεοῦ σοφώτερος ; ἢ τις μετελεύσεται νοῦν Κυρίου καὶ μετα- μέψει τὰ τούτου κρίμανα, ὑφελέσθαι ή προσθεῖναι τούτοις δεδυνημένος ; Σφαλερα: μὲν γὰρ αἱ τῶν ἀνα θρώπων ἐπίνοιαι, ἡ δὲ τοῦ Κυρίου βουλὴ ἀνεπιποίη τός τε καὶ ἀμετάπτωτος. Ἐν πολλοῖς δ᾽ ὅσοις εὐχά- ριστος ἔχων δείκνυσθαι τῷ τὰ κατ' ἐμὲ συμφερόντως οἰκονομήσαντι, & καὶ ἀριθμὸν ὑπερπέπαικε σύμ παντα, τῷ τέως ἀνθομολογούμενος ἐφ᾽ οἷς ἐμεγάλυνε τοῦ ποιῆσαι μεθ᾿ ἡμῶν ἔλεος ἐπ᾽ ἀκροαταῖς ὑμῖν καὶ τῶν λεγομένων εἰδήμοσι τάδε φημί. Ἐκ πατρὸς Βασιλέως ἔφυν, ἀρχῆς γεγένημαι τῆς ἐκείνου διάδο Τος, οὐδὲν ἀπεβαλόμην ὧν εἰς χεῖράς μοι παραδέ δωκεν. Εἰ δὲ κατ᾽ εὐγνώμονα καὶ πισνὸν ὑπηρέτην Επεξειργασάμην τὸ παρασχεθέν μοι θεόθεν τῆς βα ελείας τάλαντον, ἄλλοις σκοπεῖν καὶ λέγειν ἀφίημία καὶ αὐτὸς δὲ ἀνεπαχθῶς διηγησαίμην ἄν, οὐκ ἐναβρυ- σόμενος, ἀλλὰ τὰ περὶ ἐμὲ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ δι Σπούμενος. Ἕως με καὶ δυσμὴ μαχόμενον ἔβλεψε, τὰ πρὸς ἄμφω τὰς ἠπείρους (37) ἔθνη μετῆλθον. λίγα τοῖς ἀνακτόροις προσέμεινα· ὁ βίος σχεδὸν Εποι ἅπας ἐπὶ σκηνῆς, καὶ τὸ αἰθριάζειν ἀεί μοι περιεσπούδαστο. Ἡ γῆ αὕτη ἐφ᾿ ἧς νῦν στρατοπε- Ξενόμεθα, δίς με ότι προσέβλεψε· καὶ ἦν μακρὸς Ἐξ οὗ χρόνος ἀφθαλμοῖς οὐκ εἶδον στρατιάν Ρωμαίων Επέρσα: καὶ ᾿Αραβες, ταύτην ἔτρεσαν ἄρτι ἐφ' ἡγε- μπόνι θεῷ καὶ ὑποστρατήγψ [Ρ. 29] ἐμοὶ, καὶ πολύ Τῶν πόλεων ἡμῖν ὑπεξέστησαν, ὧν ἐς δεῦρο κύριοι καθεστήκαμεν, αἱ καὶ ζῶσι κατὰ τὰ ἡμῶν προστάγ- ματα. Καὶ δοίη, Κύριος ὁ Θεὸς ἐμοὶ μὴν ὑπερμογή- Εντι τοῦ τῶν Χριστιανῶν πληρώματος κλῆρον ἐκεῖ από μερίδα ἀΐδιον, ἣν οἱ πραεῖς καὶ εὐάρεστοι αὐτῷ διαίτερα τῆς ἠπείρου. JOANNES COMNENUS. B C D 12. Deinde convocatis cogtalis, amicis at- que magnatibus, productoque Manuele filio natu mirimo, hujusmodi orationem habuit: « Non equi- dem ea spe (':am videtis, quirites, Syriam sum ingressus, sed virtutem majorum me superaturum opinabar,et securius in Euphrate levaturum et ad satietotem, latices ejus hausturum esse, visurumque etiam Tigrim fluvium, et omnes adversarios armis profligaturum, quicunque versus Ciliciam vergunt et ad Agarenos defecerunt, atque aquila instar (quamvis hoc magnum dictu videatur) in ipsam Palæstinam transvolaturum, ubi Christus extensis in cruce manibus naturæ nostræ ruinam suo casu erexit, et parvis guttis totum mundum univit, ac montem Domini conscensurum, ut Psalmographus scribit, atque in loco ejus sancto staturum esse ; et hostes qui in circuitu sunt belli jure aggressurum, qui ut olim arcam Barbari, sic ipsi loculum Domini Pepe jam armis occuparunt. Quia vero exspeclatio mea me frustrata est (qua de causa Deus_novit), resistere omnino haud licet, nec iis quæ coram cernuntur refragari. Quis enim est Deo sapien- tior? aut quis Domini animum explorabit, ejusque judicia vel addendo vel detrahendo mutabit? Nam hominum quidem cogitationes lubrica sunt, Dei vero consilium non est irritum neo mutabile. Cum autem multa sint divinitus in me collata bene- ficia ac numero pene nullo comprehendi queant, audientibus vobis, iisdemque testibus,divinam erga me beneficentiam grata voce prædicabo. Patre im- peratore natus sum, illi in imperio successi; nihil eorum quæ acceperam amisi. An vero prudentis et fidelis ministri instar talentum regni divinitus mibi creditum auxerim, aliis considerandum et commemorandum relinquo, quamvis et ipse citra molestiam ea prædicare queam,nullaque cum osten- tatione, sed miraculorum Dei celebratione. Oriens et Occasus bella me gerentem viderunt; gentes quæ in utraque continente habitant, sum aggressus. Parum in palatto mansi, vitain pene in tabernacu- lis exegi ; semper ut sub dio agerem, operam dedi. Tellus hæc, in qua castra habemus, bis me jam aspexit. Multum temporis intercesserat ex quo Persæ et Arabes Romanum exercitum non vide- rant: hunc formidarunt Deo duce meque ministro, nobisque multis urbibus cesserunt, quas adhuc oblinemus quæque nostris imperatis parent. Faxit Deus ut ego, qui pro Christiano populo arma cir- cumtuli,illic æternam hæreditatem adipiscar, quam mansueti acceptique Deo consequentur ; vestris vero manibus robur et vires addat contra populos qui bellis student. quique sacrosanctum Dei nostri nomen non invocant. Id autem fiet, si vos sucoessus a dextra Altissimi ct excelso ejus bra- chio pendere statuoritis, et dux vobis divinitus Hier. Wolfi nols. (37) Τὰς ἠπείρους. Asiam et Europam intelligo. Legitur et apud Isocratem semel atque iterum ἐφ'
ὅτι δὲ καὶ οἱ ὡς ἐν μεταιχμίῳ τῷ πορθμῷ τούτῳ ἀποδιιστάμενοι ἡμῶν βάρβαροι ἐχθροί εἰσι τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, οἷς πάλαι νόμῳ πολέμου συμβαλεῖν ἐγλιχόμεθα καὶ ὧν τοῖς αἵμασι Δαυιτικῶς ἐπηγγελλόμεθα νίψασθαι, οὐδὲ τοῦτο φιλοκρινεῖν ἐθελήσει τις, εἰ μὴ προδήλως παρακοπεὶς τὸ φρονεῖν ὁρῶν ἄντικρυς οὐχ ὁρᾷ καὶ ἀκούων οὐδαμῶς ἐνωτίζεται. Εἴπερ οὖν τῆς εὐθὺ τῶν ἀθανάτων μονῶν πορείας μέλον ὑμῖν (οὐδὲ γὰρ ἄδικος ὁ θεός, ὡς μὴ τὸ τῆς ὁδοῦ ταύτης ὁρᾶν αἰτιώμενον, μηδ’ ἀκηράτων μεταδιδόναι λειμώνων καὶ σκιερῶν ἐν τῇ Ἐδὲμ καταπαύσεων οἳ τὰ οἴκοι καταλιπόντες ἀνθειλόμεθα τοῦ ζῆν τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ θανεῖν) καὶ εἰ μνήμη δέ τις ὑμᾶς ὑπεισέρχεται ἃ καθ’ ὥραν οἱ ἀπερίτμητοι οὗτοι τὴν καρδίαν εἰς τοὺς ἐκ τοῦ γένους παροινοῦσιν ἡμῶν καὶ οὓς αὐτοῖς ἐπιτρίβουσι κονδύλους ταῖς φρεσὶν ἀναφέρετε καὶ τοῦ ἐκκεχυμένου ἀνευθύνως αἵματος μαλάσσει τις ἔλεος, στῆτε γενναίως ἄρτι καὶ ἐρρωμένως διαγωνίσασθε. μηδέ τι δέος ἐκπλῆσσον ἐκκρουέτω τοῦ καθηκόντως ἀμύνεσθαι.
αβ'· Ἐκκλησιάσας δ᾽ ἔπειτα τὸ συγγενὲς καὶ οί- Α λιον καὶ ὀπίσον ἐν ὑπεροχαῖς τε καὶ ἀξιώμασιν ἦν, καὶ παραστησάμενος τὸν ὑστερογενή παῖδα τὸν Μανουήλ, τοιάδε ἔλεξεν· « Οὐκ ἐπ᾿ ἐλπίσι μὲν ταῖς δρωμέναις, ἄνδρες Ρωμαῖοι, Συρίαν κατέλαβον, ἀλλ' ᾤμην τῶν προτέρων εὐκλεέστερα ἔργα ἐνδείξα- σθαι, καὶ λούσασθαι μὲν ἀδεέστερον ἐν Εὐφράτῃ καὶ τῶν τούτου ναμάτων πλησμίως ἀρύσασθαι, ιδέσθαι δὲ καὶ Τίγριδα ποταμὸν καὶ διαθροῆσαι τοῖς ὅπλοις τὸ ἀνθιστάμενον, ὅσον τε προσρέπει τοῖς Κίλιξι καὶ ὅσον τοῖς ἐκ τῆς ᾿Αγαρ προσνένευχε, διαπτάσθαι δὲ καὶ ὡς οἱ βασιλεῖς τῶν ὀρνίθων, εἰ καὶ μέγα τοῦτο εἰπεῖν ἐστι, πρὸς Παλαιστίνην αὐτὴν, ὅπου τὸ τῆς ἡμετέρας φύσεως πτῶμα πεσὼν ἀνήγειρεν ὁ Χριστὸς, ἐπὶ σταυροῦ τὰς χεῖρας διεὶς καὶ μικραῖς ῥανίσι κόσμον ὅλον εἰς ἔνωσιν ἀγαγών, ἀναβῆναι η δὲ καὶ εἰς τὸ ὄρος Κυρίου κατὰ τὸν ψάλλοντα καὶ στῆναι ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ, μετελθεῖν δὲ πολέμου νόμῳ καὶ τὸ κύκλῳ πολέμιον, ὅπερ ὡς τὴν πάλαι κιβωτόν οἱ ἀλλόφυλοι, τὴν τοῦ Κυρίου σορὸν πολ- λάκις εἷλε δορύκτητον· Ἐπεὶ δὲ οἷς τρόποις τὸ θεῖον ἐπίσταται, οὔκουν δέδεκται πέρας τὰ προσδο- πώμενα, ἀντιστῆναι μὲν ὅλως οὐκ ἔστιν, οὐδ᾽ ἐπὶ τοῖς ὁρωμένοις χρεὼν ἀντειπεῖν. Τίς γὰρ Θεοῦ σοφώτερος ; ἢ τις μετελεύσεται νοῦν Κυρίου καὶ μετα- μέψει τὰ τούτου κρίμανα, ὑφελέσθαι ή προσθεῖναι τούτοις δεδυνημένος ; Σφαλερα: μὲν γὰρ αἱ τῶν ἀνα θρώπων ἐπίνοιαι, ἡ δὲ τοῦ Κυρίου βουλὴ ἀνεπιποίη τός τε καὶ ἀμετάπτωτος. Ἐν πολλοῖς δ᾽ ὅσοις εὐχά- ριστος ἔχων δείκνυσθαι τῷ τὰ κατ' ἐμὲ συμφερόντως οἰκονομήσαντι, & καὶ ἀριθμὸν ὑπερπέπαικε σύμ παντα, τῷ τέως ἀνθομολογούμενος ἐφ᾽ οἷς ἐμεγάλυνε τοῦ ποιῆσαι μεθ᾿ ἡμῶν ἔλεος ἐπ᾽ ἀκροαταῖς ὑμῖν καὶ τῶν λεγομένων εἰδήμοσι τάδε φημί. Ἐκ πατρὸς Βασιλέως ἔφυν, ἀρχῆς γεγένημαι τῆς ἐκείνου διάδο Τος, οὐδὲν ἀπεβαλόμην ὧν εἰς χεῖράς μοι παραδέ δωκεν. Εἰ δὲ κατ᾽ εὐγνώμονα καὶ πισνὸν ὑπηρέτην Επεξειργασάμην τὸ παρασχεθέν μοι θεόθεν τῆς βα ελείας τάλαντον, ἄλλοις σκοπεῖν καὶ λέγειν ἀφίημία καὶ αὐτὸς δὲ ἀνεπαχθῶς διηγησαίμην ἄν, οὐκ ἐναβρυ- σόμενος, ἀλλὰ τὰ περὶ ἐμὲ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ δι Σπούμενος. Ἕως με καὶ δυσμὴ μαχόμενον ἔβλεψε, τὰ πρὸς ἄμφω τὰς ἠπείρους (37) ἔθνη μετῆλθον. λίγα τοῖς ἀνακτόροις προσέμεινα· ὁ βίος σχεδὸν Εποι ἅπας ἐπὶ σκηνῆς, καὶ τὸ αἰθριάζειν ἀεί μοι περιεσπούδαστο. Ἡ γῆ αὕτη ἐφ᾿ ἧς νῦν στρατοπε- Ξενόμεθα, δίς με ότι προσέβλεψε· καὶ ἦν μακρὸς Ἐξ οὗ χρόνος ἀφθαλμοῖς οὐκ εἶδον στρατιάν Ρωμαίων Επέρσα: καὶ ᾿Αραβες, ταύτην ἔτρεσαν ἄρτι ἐφ' ἡγε- μπόνι θεῷ καὶ ὑποστρατήγψ [Ρ. 29] ἐμοὶ, καὶ πολύ Τῶν πόλεων ἡμῖν ὑπεξέστησαν, ὧν ἐς δεῦρο κύριοι καθεστήκαμεν, αἱ καὶ ζῶσι κατὰ τὰ ἡμῶν προστάγ- ματα. Καὶ δοίη, Κύριος ὁ Θεὸς ἐμοὶ μὴν ὑπερμογή- Εντι τοῦ τῶν Χριστιανῶν πληρώματος κλῆρον ἐκεῖ από μερίδα ἀΐδιον, ἣν οἱ πραεῖς καὶ εὐάρεστοι αὐτῷ διαίτερα τῆς ἠπείρου. JOANNES COMNENUS. B C D 12. Deinde convocatis cogtalis, amicis at- que magnatibus, productoque Manuele filio natu mirimo, hujusmodi orationem habuit: « Non equi- dem ea spe (':am videtis, quirites, Syriam sum ingressus, sed virtutem majorum me superaturum opinabar,et securius in Euphrate levaturum et ad satietotem, latices ejus hausturum esse, visurumque etiam Tigrim fluvium, et omnes adversarios armis profligaturum, quicunque versus Ciliciam vergunt et ad Agarenos defecerunt, atque aquila instar (quamvis hoc magnum dictu videatur) in ipsam Palæstinam transvolaturum, ubi Christus extensis in cruce manibus naturæ nostræ ruinam suo casu erexit, et parvis guttis totum mundum univit, ac montem Domini conscensurum, ut Psalmographus scribit, atque in loco ejus sancto staturum esse ; et hostes qui in circuitu sunt belli jure aggressurum, qui ut olim arcam Barbari, sic ipsi loculum Domini Pepe jam armis occuparunt. Quia vero exspeclatio mea me frustrata est (qua de causa Deus_novit), resistere omnino haud licet, nec iis quæ coram cernuntur refragari. Quis enim est Deo sapien- tior? aut quis Domini animum explorabit, ejusque judicia vel addendo vel detrahendo mutabit? Nam hominum quidem cogitationes lubrica sunt, Dei vero consilium non est irritum neo mutabile. Cum autem multa sint divinitus in me collata bene- ficia ac numero pene nullo comprehendi queant, audientibus vobis, iisdemque testibus,divinam erga me beneficentiam grata voce prædicabo. Patre im- peratore natus sum, illi in imperio successi; nihil eorum quæ acceperam amisi. An vero prudentis et fidelis ministri instar talentum regni divinitus mibi creditum auxerim, aliis considerandum et commemorandum relinquo, quamvis et ipse citra molestiam ea prædicare queam,nullaque cum osten- tatione, sed miraculorum Dei celebratione. Oriens et Occasus bella me gerentem viderunt; gentes quæ in utraque continente habitant, sum aggressus. Parum in palatto mansi, vitain pene in tabernacu- lis exegi ; semper ut sub dio agerem, operam dedi. Tellus hæc, in qua castra habemus, bis me jam aspexit. Multum temporis intercesserat ex quo Persæ et Arabes Romanum exercitum non vide- rant: hunc formidarunt Deo duce meque ministro, nobisque multis urbibus cesserunt, quas adhuc oblinemus quæque nostris imperatis parent. Faxit Deus ut ego, qui pro Christiano populo arma cir- cumtuli,illic æternam hæreditatem adipiscar, quam mansueti acceptique Deo consequentur ; vestris vero manibus robur et vires addat contra populos qui bellis student. quique sacrosanctum Dei nostri nomen non invocant. Id autem fiet, si vos sucoessus a dextra Altissimi ct excelso ejus bra- chio pendere statuoritis, et dux vobis divinitus Hier. Wolfi nols. (37) Τὰς ἠπείρους. Asiam et Europam intelligo. Legitur et apud Isocratem semel atque iterum ἐφ'
PG 139:371γνώτωσαν ἀληθῶς οἱ ἀλλόφυλοι ὡς, ὅσον Χριστὸς ὁ καθηγητὴς ἡμῶν καὶ διδάσκαλος ὑπέρκειται προφήτου λαοπλάνου καὶ μυοῦντός σφας τὰ ἀπόβλητα, τοσοῦτον καὶ ἡμεῖς αὐτῶν κατὰ πάνθ’ ὑπερφέρομεν. Ἐπεὶ οὖν παρεμβολὴ ἁγία ἡμεῖς καὶ στρατὸς θεόλεκτος, μὴ δὴ φιλοψυχήσωμεν ἀγεννῶς πρὸς φιλόχριστον καὶ ἀείμνηστον τελευτήν. εἰ Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε, πόσῳ ἡμεῖς τεθνάναι δι’ αὐτόν ἐσμεν δικαιότεροι; ἀγαθῆς ταυτησὶ πορείας ἀγαθὸν ἔστω καὶ τέλος ἐφομαρτοῦν. μαχεσώμεθα μετὰ τῆς ἐν Χριστῷ πεποιθήσεως καὶ τοῦ εὖ εἰδέναι ὡς τοὺς ἐχθροὺς τροπωσόμεθα, ὅτι μηδὲ δυσχερὴς ἡ νίκη γένοιτο οἷα μηδένων ὑποστησομένων τὴν προσβολήν, ἀλλὰ πάντων ἐνδωσόντων καὶ πρὸς τὴν πρώτην ὁρμήν. εἰ δ’, ὅπερ ἀπείη, πεσούμεθα, καλὸν ἐντάφιον τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ τελευτᾶν. βαλέτω με τοξότης Πέρσης ὑπὲρ Χριστοῦ· ἀφυπνωτέον μετ’ ἐλπίδων χρηστοτέρων εἰς θάνατον καὶ ὅσα ὀχήματι τῷ βέλει χρηστέον πρὸς τὴν ἐκεῖ κατάπαυσιν, ἀλλὰ μὴ θανὴ προαρπασάτω ἴσως ἀκλεὴς καὶ ἐφάμαρτος.
απολήψονται· ὑμῶν δ' ὅτι κραταιώσαι τὰς χεῖρας καὶ ἐνισχύσαι κατὰ τῶν τοὺς πολέμους ἐθελόντων ἐθνῶν, καὶ παρ᾽ οἷς οὐδαμῶς ἐπικέκληται τὸ ἅγιον καὶ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ἐσεῖται δὲ ταῦτα, εἰ καὶ ὑμεῖς τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου καὶ τοῦ ὑψηλού βραχίονος ἐξαρτᾶτε τὸ κατορ θούμενον, καὶ ἡγεμὼν ὑμῖν θεόθεν δοθήσεται, μὴ δημοβόρος τις καὶ τὴν κλῆσιν ψευδόμενος ἢ τὸ ἦθος ανώμαλος καὶ περὶ τράπεζαν κεκυφώς καὶ ὀχῶν ἀεὶ τοῖς δακτύλοις τὸν κύαθον καὶ τῶν ἀνακτό ρῶν μηδαμῶς ἀποσπώμενος, ὅσα καὶ οἱ ἐν τοῖς τοίχοις διὰ ψηφίδων και χρωμάτων εἰλονιζόμενοι, ὅτι καὶ φιλεῖ πως τῇ κατὰ τὸν ἄρχοντα διαθέσει συνδιατίθεσθαι τὰ πάντα καὶ ἕπεσθαι· ἄτε γὰρ δι' αὐτὸν ἀρχῆθεν γενόμενα, κακυνομένου μὲν τοῦδε καὶ αὐτὰ μεταβάλλεται, ἀγαθυνομένου δὲ πάλιν πρὸς τὴν ἐναντίαν φορὰν ἐπανίασιν, ὡς τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν Δαβὶδ τοῖς ἀγαθοὶς καὶ εὐθέσιν ἀγαθύνον τος, τοὺς δὲ εκκλίνοντας εἰς τὰς στραγγαλιὰς μετὰ τῶν ἐργαζομένων τὴν πονηρίαν ἀπάγοντος. Ἐπεὶ δὲ καὶ περὶ τοῦ διαδεξομένου μοι τὴν ἀρχὴν μετὰ τὴν ἐμὴν ἐκβίωσιν, ἥτις δὴ καὶ ἐφέστηκεν ἤδη ἀν- υπεξάλυκτος, εἰπεειν τι προάγομαι, χρεὼν τοὺς εἰρη μένοις προσσχείν. Ὅτι μὲν γὰρ ὡς πατρῷος κλῆρος εἰς ἐμὲ τὸ βασιλεύειν ἐπικαταβέβηκεν, οὐ δέομαι λέγειν, ὡς οὐδὲ τις ἕτερος λαμπτῆρα τῆς ἡμέρας ἀποφαίνειν τὸν ἥλιον· ὁρῶν δὲ τὴν ἐπ' ἐμοὶ τηρη θεῖσαν πρὸς πατρὸς τάξιν κάπὶ τοὺς ἐξ ὀσφύος μου προελθόντας διαβήναι προθυμουμένους ὑμᾶς, καὶ ὑφ᾽ ἑνὸς τῶν ἔτι παριόντων μοι τῷ βίῳ παίδων (Ἰσαάκιος οὗτοι καὶ Μανουήλ) ἄρχεσθαι γλιχομένους, και μηδ' αὐτὴν τὴν ἐπιλογὴν ἑαυτοῖς, τῇ δ' ἐμῇ ψήφῳ ἀν τιθέντης, φημὶ δὴ ὡς ἡ μὲν φύσις τοῖς πρωτοτόκοις παισὶ τῇ τάξει ἐμμένουσα τὰ πρωτεία βραβεύειν εἴωθε, παρὰ δὲ Θεῷ οὐχ οὕτως ἐν ταῖς τῶν προβλήσεων μεγίσταις ἀε! πως φιλεῖ γίνεσθαι· Αναλογίσασθε τὸν Ἰσαὰκ τοῦ Ἰσμαήλ κατὰ γένε νησιν δευτερεύοντα, τὸν Ἰακώβ μετὰ τὸν Ἠσα νηδύος ἐκθορόντα τῆς μητρικῆς, τὸν Μωϋσῆν τοῦ Ααρών ὕστερον, τὸν Δαβὶδ αὐτὸν μικρὸν ἐν τοῖς ἀδελφοῖς ὄντα και τῷ πατρικῷ οἴκῳ νεώτερον, ἑτέρους δὲ ὡς πλείστους. Οὐ γὰρ τὸ θεῖον ἐς πρόε ωπον κατ' ἄνθρωπον αφορά, και βραβεύει χρόνῳ τὰ τίμια, πολιαῖς καὶ ἡλικίαις προσκείμενο- ἀλλ᾽ εὐγενείᾳ χαῖρον ψυχῆς ἐπὶ τὸν πρᾶον βλέπ καὶ ἡμερον καὶ τὸν αὐτοῦ φυλάττοντα τὰ ἐντάλματ Κατὰ ταῦτα τοιγαροῦν καὶ αὐτὸς οὐ τῇ δεκαστρο φύσει τὰ πολλὰ χαριζόμενος, ἀλλὰ τοὺς θεσμοπο αὐτῆς ὅσα καὶ [Ρ. 30] γυναικὸς σμικρογνώμον ος διαβούλια ἐν τοῖς καιρίοις παρακρουόμενος πράγμασι, μιμεῖσθαι μᾶλλον προάγομαι τον προσωποληψίας πάσης ἀνώτερον Θεόν. Εἰ μὲν οὖν κατὰ τὸ ἀναμφί.. λογον ἐς τὸν λαθ᾿ ἡλικίαν προήκοντα παῖδά μοι τὸν Ἰσαάκιον μετεβαινεν ἡ ἀρχή, κατ' οὐδὲν ἄν μοι λό γων εδέησεν εἰς παράστασιν τῆς ἀμφοῖν μοι τοῖν παίδοιν φύσεως· ἐπεὶ δὲ πρὸς τὸν ὑστερότοκον Μα νουὴλ ἡ βασιλεία μᾶλλον προσνένευκεν, ἐκκλίνων τὸ καχύποπτον τῶν πολλῶν καὶ τὸ δόξαι παρά τισιν ὡς φίλτρῳ μᾶλλον καὶ οὐκ ἀρετῇ προστιθέμενος τοῦ ὁ τ NICETA CHONIATÆ B contigerit non truculentus suoque non respondens A nomini, aut perplexo ingenio, et ventris ac gula mancipum,qui a palatio non magis quam penicillo et coloribus expressæ imagines «vellitur. Nam ut principis mores sunt, ita res fere administrantur, utpote a quo pendeant : qui si ignavus sit, ruunt in deterius,sin bonus est et strenuus, eriguntur et flo- rent.Quippe Deus, Davide auctore, bonue et inlegros provehit, distortos vero cum iniquis in barathrum præcipitat. Cum autem de successore imperii post obitum meum, qui jam instat inevitabilis, dicen- dum sit, vos auscultare equum est. Imperium ut patrimonium ad me venisse, dictu non magis ne- cessarium est quam lucernam,quod aiunt, in meri- die accendere. Cum autem vos paternum in me suffragium approbasse et in filios meos eodem aflectos esse modo videam, et uni ex meis filiis (quorum duo adhuc superstites eunt, Isaacius et Manuel) obtemperare velle, neque delectum ipsos usurpare, sed meæ censura permittere,equi- dem fateor naturam principatum natu majoribus deferre solere ; Deum vero in designandis regibus aliam rationem plerumque sequi animadverto. Co- gitate Isaacum natu minorem Ismacle, Jacobum post Esaum materno utero exsiliisse, Mosem Aaro- ne juniorem, Davidem et statura et ætate mini- mum fuisse inter fratres, aliosque plurimos ; nec enim Deus humano more personæ rationem habet, nec pretia rerum canis et ætate metitur, sed indo- lem animi, mansuetudinem, lenitatem intuetur, mandatorumque suorum observationem. Quibus de causis ego quoque corruptrici naturæ in multis non obsequor,sed ejus institutis, ut pusille mulierculæ consiliis, in rebus gravioribus repudiatis, Deum omnis prave affectionis experlem auctorem sequi malo.Quodsi citra ullam controversiam imperium Isaacio, filio natu grandiori, tradendum esse, nihil verbis esset opus ad filii utriusque declaran- dum ingenium; sed cam ad natu minorem Manue- lem id inolinet, ad vulgi malas suspiciones decli- nendas et opinionem eam evitandam, ne affectu potius quam judicio minorem majori antepo- nam, aliquid de hac re dici par est, atque adeo necessarium. Cupiditatum non magis unumi genus ac ratio est quam formarum, quæ, cum ex æquo homines simus omnes, maximam variotatem ha- bent. Alii aliis rebus afficimur, neque omnes ex D æquo iisdem delectamur. Alioqui nec a Deo nos, nec alii ab aliis accusaremur, quippe qui iisdem volu- ptatibus necessario caperemur eademque consilia iniremus. Sic filii quoque mei, quamvis eodem patre nati, tamen diversis præditi sunt ingeniis : qui etsi anibo et viribus corporum et dignitate vultuum et animorum gravitate præcellunt, tamen natu minor Manuel ad imperii administrationem aptior mihi videtur.Nam Isaacius sæpius ira per- citus mihi astitit, et quavis de causa bile efferve- scente moderari animo non potest, quæ res inimi- cissima consilio sapientes perdit. Alter vero præter C
Ἤδη ποτὲ τισώμεθα τούτους, ὧν οἱ καθ’ αἷμά τε καὶ ὁμόπιστοι ποσὶ κεχραμένοις ὡς εἰς κοινὸν εἰσεληλύθασι τόπον τὸν ἱερόν, ἐν ᾧ νεκροῖς ὁμόσκηνος γέγονεν ὁ σύγχρονος πατρὶ καὶ ὁμόθρονος. ἡμεῖς ἐσμεν οἱ δυνατοὶ καὶ διεσπασμένοι πάντες ῥομφαίαν καὶ ὡς κλίνην περιέποντες Σολομώντειον τὸν ζωοδόχον τάφον καὶ θεοδέγμονα. τοὺς ἐκ τῆς Ἄγαρ τοίνυν τῆς δουλίδος ἐκποδὼν οἱ ἐλεύθεροι ποιησώμεθα καὶ ὡς λίθους προσκόμματος τῆς ὁδοῦ ἐξάρωμεν τοῦ Χριστοῦ, οὓς οὐκ οἶδ’ ὅπως Ῥωμαῖοι ὡς ἐπισφάγια ἑαυτοῖς ἐκτρέφουσι λυκιδεῖς καὶ τοῖς οἰκείοις ἀγεννῶς πιαίνουσιν αἵμασι, δέον ἀλκὴν ἀναλαβόντας καὶ λογισμὸν ἔμφρονος ἀνδρός, ὡς θῆρας ἐκ ποιμνίων, τῶν οἰκείων ἀπελάσαι χώρων καὶ πόλεων. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ ποταμὸς οὗτος, ὡς ἔστιν ὁρᾶν, οὐκ ἄλλως περάσιμος, εἰ μὴ καινοτέραν ἀνοίξει τις πάροδον, αὐτὸς ἐγὼ καὶ τὸ κατὰ τοῦτον εἰσηγήσομαι γενησόμενον καὶ τοῦ εἰσηγηθέντος πρῶτος κατάρξομαι. ἐς ὁμαιχμίαν μίαν φραξάμενοι καὶ ταῖς χερσὶ δόντες τὰ δόρατα διεξιππασώμεθα σὺν ῥύμῃ τοῦ ποταμίου τοῦδε ῥεύματος καὶ ἐς αὐτὸ ἐμβάλωμεν μεθ’ ὁρμῆς·
απολήψονται· ὑμῶν δ' ὅτι κραταιώσαι τὰς χεῖρας καὶ ἐνισχύσαι κατὰ τῶν τοὺς πολέμους ἐθελόντων ἐθνῶν, καὶ παρ᾽ οἷς οὐδαμῶς ἐπικέκληται τὸ ἅγιον καὶ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ἐσεῖται δὲ ταῦτα, εἰ καὶ ὑμεῖς τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου καὶ τοῦ ὑψηλού βραχίονος ἐξαρτᾶτε τὸ κατορ θούμενον, καὶ ἡγεμὼν ὑμῖν θεόθεν δοθήσεται, μὴ δημοβόρος τις καὶ τὴν κλῆσιν ψευδόμενος ἢ τὸ ἦθος ανώμαλος καὶ περὶ τράπεζαν κεκυφώς καὶ ὀχῶν ἀεὶ τοῖς δακτύλοις τὸν κύαθον καὶ τῶν ἀνακτό ρῶν μηδαμῶς ἀποσπώμενος, ὅσα καὶ οἱ ἐν τοῖς τοίχοις διὰ ψηφίδων και χρωμάτων εἰλονιζόμενοι, ὅτι καὶ φιλεῖ πως τῇ κατὰ τὸν ἄρχοντα διαθέσει συνδιατίθεσθαι τὰ πάντα καὶ ἕπεσθαι· ἄτε γὰρ δι' αὐτὸν ἀρχῆθεν γενόμενα, κακυνομένου μὲν τοῦδε καὶ αὐτὰ μεταβάλλεται, ἀγαθυνομένου δὲ πάλιν πρὸς τὴν ἐναντίαν φορὰν ἐπανίασιν, ὡς τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν Δαβὶδ τοῖς ἀγαθοὶς καὶ εὐθέσιν ἀγαθύνον τος, τοὺς δὲ εκκλίνοντας εἰς τὰς στραγγαλιὰς μετὰ τῶν ἐργαζομένων τὴν πονηρίαν ἀπάγοντος. Ἐπεὶ δὲ καὶ περὶ τοῦ διαδεξομένου μοι τὴν ἀρχὴν μετὰ τὴν ἐμὴν ἐκβίωσιν, ἥτις δὴ καὶ ἐφέστηκεν ἤδη ἀν- υπεξάλυκτος, εἰπεειν τι προάγομαι, χρεὼν τοὺς εἰρη μένοις προσσχείν. Ὅτι μὲν γὰρ ὡς πατρῷος κλῆρος εἰς ἐμὲ τὸ βασιλεύειν ἐπικαταβέβηκεν, οὐ δέομαι λέγειν, ὡς οὐδὲ τις ἕτερος λαμπτῆρα τῆς ἡμέρας ἀποφαίνειν τὸν ἥλιον· ὁρῶν δὲ τὴν ἐπ' ἐμοὶ τηρη θεῖσαν πρὸς πατρὸς τάξιν κάπὶ τοὺς ἐξ ὀσφύος μου προελθόντας διαβήναι προθυμουμένους ὑμᾶς, καὶ ὑφ᾽ ἑνὸς τῶν ἔτι παριόντων μοι τῷ βίῳ παίδων (Ἰσαάκιος οὗτοι καὶ Μανουήλ) ἄρχεσθαι γλιχομένους, και μηδ' αὐτὴν τὴν ἐπιλογὴν ἑαυτοῖς, τῇ δ' ἐμῇ ψήφῳ ἀν τιθέντης, φημὶ δὴ ὡς ἡ μὲν φύσις τοῖς πρωτοτόκοις παισὶ τῇ τάξει ἐμμένουσα τὰ πρωτεία βραβεύειν εἴωθε, παρὰ δὲ Θεῷ οὐχ οὕτως ἐν ταῖς τῶν προβλήσεων μεγίσταις ἀε! πως φιλεῖ γίνεσθαι· Αναλογίσασθε τὸν Ἰσαὰκ τοῦ Ἰσμαήλ κατὰ γένε νησιν δευτερεύοντα, τὸν Ἰακώβ μετὰ τὸν Ἠσα νηδύος ἐκθορόντα τῆς μητρικῆς, τὸν Μωϋσῆν τοῦ Ααρών ὕστερον, τὸν Δαβὶδ αὐτὸν μικρὸν ἐν τοῖς ἀδελφοῖς ὄντα και τῷ πατρικῷ οἴκῳ νεώτερον, ἑτέρους δὲ ὡς πλείστους. Οὐ γὰρ τὸ θεῖον ἐς πρόε ωπον κατ' ἄνθρωπον αφορά, και βραβεύει χρόνῳ τὰ τίμια, πολιαῖς καὶ ἡλικίαις προσκείμενο- ἀλλ᾽ εὐγενείᾳ χαῖρον ψυχῆς ἐπὶ τὸν πρᾶον βλέπ καὶ ἡμερον καὶ τὸν αὐτοῦ φυλάττοντα τὰ ἐντάλματ Κατὰ ταῦτα τοιγαροῦν καὶ αὐτὸς οὐ τῇ δεκαστρο φύσει τὰ πολλὰ χαριζόμενος, ἀλλὰ τοὺς θεσμοπο αὐτῆς ὅσα καὶ [Ρ. 30] γυναικὸς σμικρογνώμον ος διαβούλια ἐν τοῖς καιρίοις παρακρουόμενος πράγμασι, μιμεῖσθαι μᾶλλον προάγομαι τον προσωποληψίας πάσης ἀνώτερον Θεόν. Εἰ μὲν οὖν κατὰ τὸ ἀναμφί.. λογον ἐς τὸν λαθ᾿ ἡλικίαν προήκοντα παῖδά μοι τὸν Ἰσαάκιον μετεβαινεν ἡ ἀρχή, κατ' οὐδὲν ἄν μοι λό γων εδέησεν εἰς παράστασιν τῆς ἀμφοῖν μοι τοῖν παίδοιν φύσεως· ἐπεὶ δὲ πρὸς τὸν ὑστερότοκον Μα νουὴλ ἡ βασιλεία μᾶλλον προσνένευκεν, ἐκκλίνων τὸ καχύποπτον τῶν πολλῶν καὶ τὸ δόξαι παρά τισιν ὡς φίλτρῳ μᾶλλον καὶ οὐκ ἀρετῇ προστιθέμενος τοῦ ὁ τ NICETA CHONIATÆ B contigerit non truculentus suoque non respondens A nomini, aut perplexo ingenio, et ventris ac gula mancipum,qui a palatio non magis quam penicillo et coloribus expressæ imagines «vellitur. Nam ut principis mores sunt, ita res fere administrantur, utpote a quo pendeant : qui si ignavus sit, ruunt in deterius,sin bonus est et strenuus, eriguntur et flo- rent.Quippe Deus, Davide auctore, bonue et inlegros provehit, distortos vero cum iniquis in barathrum præcipitat. Cum autem de successore imperii post obitum meum, qui jam instat inevitabilis, dicen- dum sit, vos auscultare equum est. Imperium ut patrimonium ad me venisse, dictu non magis ne- cessarium est quam lucernam,quod aiunt, in meri- die accendere. Cum autem vos paternum in me suffragium approbasse et in filios meos eodem aflectos esse modo videam, et uni ex meis filiis (quorum duo adhuc superstites eunt, Isaacius et Manuel) obtemperare velle, neque delectum ipsos usurpare, sed meæ censura permittere,equi- dem fateor naturam principatum natu majoribus deferre solere ; Deum vero in designandis regibus aliam rationem plerumque sequi animadverto. Co- gitate Isaacum natu minorem Ismacle, Jacobum post Esaum materno utero exsiliisse, Mosem Aaro- ne juniorem, Davidem et statura et ætate mini- mum fuisse inter fratres, aliosque plurimos ; nec enim Deus humano more personæ rationem habet, nec pretia rerum canis et ætate metitur, sed indo- lem animi, mansuetudinem, lenitatem intuetur, mandatorumque suorum observationem. Quibus de causis ego quoque corruptrici naturæ in multis non obsequor,sed ejus institutis, ut pusille mulierculæ consiliis, in rebus gravioribus repudiatis, Deum omnis prave affectionis experlem auctorem sequi malo.Quodsi citra ullam controversiam imperium Isaacio, filio natu grandiori, tradendum esse, nihil verbis esset opus ad filii utriusque declaran- dum ingenium; sed cam ad natu minorem Manue- lem id inolinet, ad vulgi malas suspiciones decli- nendas et opinionem eam evitandam, ne affectu potius quam judicio minorem majori antepo- nam, aliquid de hac re dici par est, atque adeo necessarium. Cupiditatum non magis unumi genus ac ratio est quam formarum, quæ, cum ex æquo homines simus omnes, maximam variotatem ha- bent. Alii aliis rebus afficimur, neque omnes ex D æquo iisdem delectamur. Alioqui nec a Deo nos, nec alii ab aliis accusaremur, quippe qui iisdem volu- ptatibus necessario caperemur eademque consilia iniremus. Sic filii quoque mei, quamvis eodem patre nati, tamen diversis præditi sunt ingeniis : qui etsi anibo et viribus corporum et dignitate vultuum et animorum gravitate præcellunt, tamen natu minor Manuel ad imperii administrationem aptior mihi videtur.Nam Isaacius sæpius ira per- citus mihi astitit, et quavis de causa bile efferve- scente moderari animo non potest, quæ res inimi- cissima consilio sapientes perdit. Alter vero præter C
καὶ στήσεται, οἶδα σαφῶς, τὸ ὕδωρ ἀναχασθὲν καὶ τοῦ κατ’ εὐθυωρίαν ἀνακοπήσεται προρρέειν ὥσπερ ἐπαναστραφέν, καθὰ καὶ πάλαι ῥοῦς Ἰορδάνειος τῷ Ἰσραὴλ πεζευόμενος. καὶ εἴη ἂν τὸ ἔργον τοῦτο καὶ διανόημα τοῖς ὀψιγόνοις ἀοίδιμον, χρόνῳ μὴ διακοπτόμενον, οὐ λήθης ἐξίτηλον ῥεύματι, καὶ κατάγελως πλατὺς τῶν Περσῶν, ὧν τὰ κῶλα περὶ τουτονὶ πεσοῦνται τὸν ποταμὸν ἐς κολωνὸν αἰρόμενα καὶ ὡς τρόπαιον προφαινόμενα εἰς κλέος ἡμῶν αὐτῶν ἀθάνατον. Τοιαῦτα παρακελευσάμενος καὶ τὰ σημεῖα τῆς μάχης ἀναδείξας αὐτός τε τὸν ἵππον ἐφῆκε, συχνὰ μυωπίζων τε καὶ ἐγκελευόμενος ὡς τὸν ποταμὸν μετὰ ῥύμης διαβησόμενος, καὶ οἱ λοιποὶ δὲ παιανίσαντες καὶ τὸ σύνηθες ἀλαλάξαντες ἐχώρουν ὁμόσε, πυργηδὸν ταξάμενοι καὶ πυκνώσαντες ἑαυτοὺς καὶ ἀθρόοι ἐξιππαζόμενοι, ὡς τοῦ ποταμίου χεύματος τὸ μὲν ἐς τὴν χέρσον ἐκτιναχθῆναι ταῖς τῶν ἵππων χηλαῖς, τὸ δὲ διακοπῆναι καὶ τῆς πρόσω στῆναι φορᾶς, ὡς εἴπερ εἰς ἀνάρρουν παρὰ φύσιν ἀνέλυεν ἢ καὶ εἰς τοὐπίσω ἀνεστοιβάζετο, αὐτοὺς δὲ ὡς διὰ ξηρᾶς ὑγροποροῦντας παρὰ δόξαν τοῖς Πέρσαις ἐπεισπεσεῖν.
απολήψονται· ὑμῶν δ' ὅτι κραταιώσαι τὰς χεῖρας καὶ ἐνισχύσαι κατὰ τῶν τοὺς πολέμους ἐθελόντων ἐθνῶν, καὶ παρ᾽ οἷς οὐδαμῶς ἐπικέκληται τὸ ἅγιον καὶ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ἐσεῖται δὲ ταῦτα, εἰ καὶ ὑμεῖς τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου καὶ τοῦ ὑψηλού βραχίονος ἐξαρτᾶτε τὸ κατορ θούμενον, καὶ ἡγεμὼν ὑμῖν θεόθεν δοθήσεται, μὴ δημοβόρος τις καὶ τὴν κλῆσιν ψευδόμενος ἢ τὸ ἦθος ανώμαλος καὶ περὶ τράπεζαν κεκυφώς καὶ ὀχῶν ἀεὶ τοῖς δακτύλοις τὸν κύαθον καὶ τῶν ἀνακτό ρῶν μηδαμῶς ἀποσπώμενος, ὅσα καὶ οἱ ἐν τοῖς τοίχοις διὰ ψηφίδων και χρωμάτων εἰλονιζόμενοι, ὅτι καὶ φιλεῖ πως τῇ κατὰ τὸν ἄρχοντα διαθέσει συνδιατίθεσθαι τὰ πάντα καὶ ἕπεσθαι· ἄτε γὰρ δι' αὐτὸν ἀρχῆθεν γενόμενα, κακυνομένου μὲν τοῦδε καὶ αὐτὰ μεταβάλλεται, ἀγαθυνομένου δὲ πάλιν πρὸς τὴν ἐναντίαν φορὰν ἐπανίασιν, ὡς τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν Δαβὶδ τοῖς ἀγαθοὶς καὶ εὐθέσιν ἀγαθύνον τος, τοὺς δὲ εκκλίνοντας εἰς τὰς στραγγαλιὰς μετὰ τῶν ἐργαζομένων τὴν πονηρίαν ἀπάγοντος. Ἐπεὶ δὲ καὶ περὶ τοῦ διαδεξομένου μοι τὴν ἀρχὴν μετὰ τὴν ἐμὴν ἐκβίωσιν, ἥτις δὴ καὶ ἐφέστηκεν ἤδη ἀν- υπεξάλυκτος, εἰπεειν τι προάγομαι, χρεὼν τοὺς εἰρη μένοις προσσχείν. Ὅτι μὲν γὰρ ὡς πατρῷος κλῆρος εἰς ἐμὲ τὸ βασιλεύειν ἐπικαταβέβηκεν, οὐ δέομαι λέγειν, ὡς οὐδὲ τις ἕτερος λαμπτῆρα τῆς ἡμέρας ἀποφαίνειν τὸν ἥλιον· ὁρῶν δὲ τὴν ἐπ' ἐμοὶ τηρη θεῖσαν πρὸς πατρὸς τάξιν κάπὶ τοὺς ἐξ ὀσφύος μου προελθόντας διαβήναι προθυμουμένους ὑμᾶς, καὶ ὑφ᾽ ἑνὸς τῶν ἔτι παριόντων μοι τῷ βίῳ παίδων (Ἰσαάκιος οὗτοι καὶ Μανουήλ) ἄρχεσθαι γλιχομένους, και μηδ' αὐτὴν τὴν ἐπιλογὴν ἑαυτοῖς, τῇ δ' ἐμῇ ψήφῳ ἀν τιθέντης, φημὶ δὴ ὡς ἡ μὲν φύσις τοῖς πρωτοτόκοις παισὶ τῇ τάξει ἐμμένουσα τὰ πρωτεία βραβεύειν εἴωθε, παρὰ δὲ Θεῷ οὐχ οὕτως ἐν ταῖς τῶν προβλήσεων μεγίσταις ἀε! πως φιλεῖ γίνεσθαι· Αναλογίσασθε τὸν Ἰσαὰκ τοῦ Ἰσμαήλ κατὰ γένε νησιν δευτερεύοντα, τὸν Ἰακώβ μετὰ τὸν Ἠσα νηδύος ἐκθορόντα τῆς μητρικῆς, τὸν Μωϋσῆν τοῦ Ααρών ὕστερον, τὸν Δαβὶδ αὐτὸν μικρὸν ἐν τοῖς ἀδελφοῖς ὄντα και τῷ πατρικῷ οἴκῳ νεώτερον, ἑτέρους δὲ ὡς πλείστους. Οὐ γὰρ τὸ θεῖον ἐς πρόε ωπον κατ' ἄνθρωπον αφορά, και βραβεύει χρόνῳ τὰ τίμια, πολιαῖς καὶ ἡλικίαις προσκείμενο- ἀλλ᾽ εὐγενείᾳ χαῖρον ψυχῆς ἐπὶ τὸν πρᾶον βλέπ καὶ ἡμερον καὶ τὸν αὐτοῦ φυλάττοντα τὰ ἐντάλματ Κατὰ ταῦτα τοιγαροῦν καὶ αὐτὸς οὐ τῇ δεκαστρο φύσει τὰ πολλὰ χαριζόμενος, ἀλλὰ τοὺς θεσμοπο αὐτῆς ὅσα καὶ [Ρ. 30] γυναικὸς σμικρογνώμον ος διαβούλια ἐν τοῖς καιρίοις παρακρουόμενος πράγμασι, μιμεῖσθαι μᾶλλον προάγομαι τον προσωποληψίας πάσης ἀνώτερον Θεόν. Εἰ μὲν οὖν κατὰ τὸ ἀναμφί.. λογον ἐς τὸν λαθ᾿ ἡλικίαν προήκοντα παῖδά μοι τὸν Ἰσαάκιον μετεβαινεν ἡ ἀρχή, κατ' οὐδὲν ἄν μοι λό γων εδέησεν εἰς παράστασιν τῆς ἀμφοῖν μοι τοῖν παίδοιν φύσεως· ἐπεὶ δὲ πρὸς τὸν ὑστερότοκον Μα νουὴλ ἡ βασιλεία μᾶλλον προσνένευκεν, ἐκκλίνων τὸ καχύποπτον τῶν πολλῶν καὶ τὸ δόξαι παρά τισιν ὡς φίλτρῳ μᾶλλον καὶ οὐκ ἀρετῇ προστιθέμενος τοῦ ὁ τ NICETA CHONIATÆ B contigerit non truculentus suoque non respondens A nomini, aut perplexo ingenio, et ventris ac gula mancipum,qui a palatio non magis quam penicillo et coloribus expressæ imagines «vellitur. Nam ut principis mores sunt, ita res fere administrantur, utpote a quo pendeant : qui si ignavus sit, ruunt in deterius,sin bonus est et strenuus, eriguntur et flo- rent.Quippe Deus, Davide auctore, bonue et inlegros provehit, distortos vero cum iniquis in barathrum præcipitat. Cum autem de successore imperii post obitum meum, qui jam instat inevitabilis, dicen- dum sit, vos auscultare equum est. Imperium ut patrimonium ad me venisse, dictu non magis ne- cessarium est quam lucernam,quod aiunt, in meri- die accendere. Cum autem vos paternum in me suffragium approbasse et in filios meos eodem aflectos esse modo videam, et uni ex meis filiis (quorum duo adhuc superstites eunt, Isaacius et Manuel) obtemperare velle, neque delectum ipsos usurpare, sed meæ censura permittere,equi- dem fateor naturam principatum natu majoribus deferre solere ; Deum vero in designandis regibus aliam rationem plerumque sequi animadverto. Co- gitate Isaacum natu minorem Ismacle, Jacobum post Esaum materno utero exsiliisse, Mosem Aaro- ne juniorem, Davidem et statura et ætate mini- mum fuisse inter fratres, aliosque plurimos ; nec enim Deus humano more personæ rationem habet, nec pretia rerum canis et ætate metitur, sed indo- lem animi, mansuetudinem, lenitatem intuetur, mandatorumque suorum observationem. Quibus de causis ego quoque corruptrici naturæ in multis non obsequor,sed ejus institutis, ut pusille mulierculæ consiliis, in rebus gravioribus repudiatis, Deum omnis prave affectionis experlem auctorem sequi malo.Quodsi citra ullam controversiam imperium Isaacio, filio natu grandiori, tradendum esse, nihil verbis esset opus ad filii utriusque declaran- dum ingenium; sed cam ad natu minorem Manue- lem id inolinet, ad vulgi malas suspiciones decli- nendas et opinionem eam evitandam, ne affectu potius quam judicio minorem majori antepo- nam, aliquid de hac re dici par est, atque adeo necessarium. Cupiditatum non magis unumi genus ac ratio est quam formarum, quæ, cum ex æquo homines simus omnes, maximam variotatem ha- bent. Alii aliis rebus afficimur, neque omnes ex D æquo iisdem delectamur. Alioqui nec a Deo nos, nec alii ab aliis accusaremur, quippe qui iisdem volu- ptatibus necessario caperemur eademque consilia iniremus. Sic filii quoque mei, quamvis eodem patre nati, tamen diversis præditi sunt ingeniis : qui etsi anibo et viribus corporum et dignitate vultuum et animorum gravitate præcellunt, tamen natu minor Manuel ad imperii administrationem aptior mihi videtur.Nam Isaacius sæpius ira per- citus mihi astitit, et quavis de causa bile efferve- scente moderari animo non potest, quæ res inimi- cissima consilio sapientes perdit. Alter vero præter C
PG 139:373ὅτε καὶ μὴ ἔχον τὸ βάρβαρον φυγῇ τὴν σωτηρίαν ὑποκλέψαι γοῦν (διωκόμενοι γὰρ κατελαμβάνοντο, μηδὲ τῶν ἵππων αὐτοῖς ἐπαμυνόντων, κἂν ἦσαν ὠκύποδες καὶ ἐπ’ ἄκρων ἀνθερίκων μικροῦ θέοντες) ἢ ὁμόσε χωρεῖν τοῖς Ἀλαμανοῖς κατὰ μάχην ἀγχέμαχον, ἐκρεανομοῦντο ποικίλως καὶ ἐπ’ ἄλλῳ ἄλλος ἔπιπτον ὡς ἀστάχυες, εἴτ’ οὖν ὡς ῥᾶγες αἷμα τὸ ζωτικὸν ἀπεθλίβοντο τοῖς λογχηφόροις ληνοβατούμενοι. οἱ μὲν γὰρ δόρασι διηλαύνοντο, οἱ δὲ τοῖς τῶν ξιφῶν ἐπιμήκεσιν ἀπεχώρουν διχῇ διαιρούμενοι, καὶ μάλιστα τὸ ψιλὸν αὐτῶν καὶ γυμνὸν τοῦ στρατοῦ, οἱ δὲ τοῖς ξιφιδίοις παρασταδὸν οὐταζόμενοι ἀνετρέποντο, τὰς χολάδας τοῦ χαλκοῦ διεκχέοντος, ὡς τοὺς πεσόντας Πέρσας τὰ ἐκεῖσε καλύψειν πεδία τοῖς πτώμασιν ἀκριβῶς καὶ ὑπεράντλους τὰς φάραγγας θεῖναι τοῖς αἵμασι, τῶν δὲ Ἰταλῶν βληθῆναι μὲν ἀπὸ τόξων πολλούς, καταβληθῆναι δὲ καὶ ἀφυπνῶσαι βραχεῖς εἰς θάνατον. Καὶ μαρτυροῦσι τὸ τῶν πεσόντων ἐς δεῦρο πολύποσον οἱ τῶν ὀστέων σωροὶ οὕτω συχνοὶ καὶ μετέωροι ὄντες καὶ κατὰ τὰ ἀνεστηκότα γήλοφα ἐπαιρόμενοι, ὡς θαῦμα κεῖσθαι καὶ ἄλλοις μὲν ὁπόσοι τῆς ἐκεῖσε φερούσης ἥψαντο, κἀμοὶ δὲ τῷ ταῦτα συγγράφοντι.
προτέρου παιδὸς τὸν ὑστερότοκον προτετίμηκα, Α Β ἀναγκαίως τὰ εἰκότα ρηθήσεται. Οὐ μία τίς ἐστι τῷ γένει τῶν ἐπιθυμῶν ὁδὸς, ἀλλ᾽ εἰς ἀτραπούς παρ- πολλας διέσχισται, ὥσπερ καὶ τὰ τῶν σωμάτων μορφώματα, εἰ καὶ τὴν αὐτὴν ἄνθρωποι φίσιν ἐκε κληρωσάμεθα. "Αλλαις γὰρ ορέξεσιν ἄλλοι προσ πάσχομεν, οὐδὲ χαίρομεν άπαντες ὁμοθυμαδὸν ταῖς αὐταῖς. Ε' γὰρ τοῦτο ἦν, εἴχομεν ἂν καὶ πρὸς Θεοῦ καὶ πρὸς ἀλλήλων τὸ ἀνεπέγκλητον ὡς ταῖς αὐταῖς ἡδονεῖς τε καὶ γνώμαις ἀναγκαστῶς ἐπιχαίνοντες. Καὶ τῶν υἱέων μοι γοῦν ἡ δυάς, εἰ καὶ ἐκ πατρὸς ἑνὸς προελήλυθεν, εἰς γνώμας ἀπομερίζεται διαφή ρους. Καλοὶ μὲν γὰρ καὶ ἀμφότεροι, καὶ ῥώμῃ σώ- ματος καὶ εἴδους σεμνότητι καὶ φρενῶν βαθύτητι διαπρέποντες· καλλίων δέ μοι ὡς μάλιστα διαδεί κνυται περὶ τὴν τῆς ἀρχῆς κυβέρνησιν ὁ ὑστερογε- εί νης Μανουήλ. Ὁ μὲν γὰρ Ισαάκιος ἀκρόχολος πολλάκις παρέστη μοι, καὶ ἀφ᾿ ἧς ἔτυχε προφάσεως παροξυνόμενος ἐν τῷ νοσεῖν ἀμετρίαν θυμοῦ, ὅς ἀμετρίαν θυμοῦ, ὅς ἀπόλλυσι και σοφοὺς καὶ δι᾿ ὅν μετ᾿ ἀβουλίας οἱ πλείστοι πράσσουσιν· ὁ δὲ σὺν τῷ λοιπῷ τῶν ἀρε τῶν ὀρμαθῷ, ὡς οὐδ᾽ Ἰσαάκιος ἀπεξένωται, οὐδὲ τοῦ καλοῦ χρήματος απώκισται τῆς πραότητος, εὐ μερῶς ἐνδιδοὺς πρὸς τὸ χρήσιμον καὶ πειθήνιος λόγῳ δεικνύμενος. Ἐπειδὴ τοίνυν ἀκακίᾳ μᾶλλον καρδίας, η και Δαβὶδ ὁ βασιλεὺς καὶ προφήτης Φέκαστο, ή χειρὶ ψηλαφώσῃ τὸ ξίφος καὶ γνώμῃ λεπτουργούσῃ τὰ τῶν ἀρχομένων πλημμελήματα φιλοῦμεν ὑπάγεσθαι ἄνθρωπον, τὸν Μανουὴλ ἐς βα- φιλές κατά τόδε προκέκρικα. Δέξασθε τοίνυν τὸν μείρακα καὶ ὡς θεόχριστον ἄνακτα καὶ ὡς δι' ἐπι ψηφίσεως ἐμῆς βασιλεύοντα. Ὅτι δὲ καὶ Θεὸς αὐτὸν εἰς βασιλέα προκέκρικε καὶ προώρισε, τεκμήριον αξ πολλαὶ προβῥήσεις καὶ τὰ τῶν θεοφιλών ἀνδρῶν προθεσπίσματα, ἅ πάντα βασιλέα Ρωμαίων τὸν Μανουήλ προκατήγγελλον. Τὸ δὲ καὶ τοὺς παρ' ἐμοῦ προκριθέντας πρότερον εἰς τὸ ἄρχειν υἱέας μοι τεθνηκέναι, ἀπεῖναι δὲ καὶ τὸν κατὰ γένεσιν μετ' ἐκείνους εἰς τὴν βασιλείαν καλούμενον Ἰσαάκιον, ποῦ θήσει τις ; Η πάντως καὶ ταῦτα σύμβολα εἴποι- μεν ἂν ἐναργέστατα τοῦ τὸν Θεὸν οὐχ ἕτερον βούλε- σθαι, τὴν δὲ Μανουὴλ τα σκήπτρα Ρωμαίων χειρί - ζεσθαι· εἰ δέ [Ρ. 31] τις ἐθέλει σκοπεῖν, οὐδ᾽ ἐμὲ τὸν πατέρα ἀπόψεται δῶρον παντάπασι τῷ παιδὶ τὴν βασιλείαν βραβεύοντα καὶ τῇ διαδοχῇ τοῦ γένους τὸ όλον προτρέποντα, ἀλλὰ καὶ ἄθλον ἀρετῆς τὴν προ- χείρισιν αὐτῷ παρεχόμενον. ἴστε γὰρ, ἴστε ὅσα καὶ παρ' ἡλικίαν ἐν Νεοκαισαρείᾳ ἠρίστευσε, καὶ τὴν από Περσῶν ἐκείνην γενναίαν ἐμβολήν, δι᾽ ἦν ὁ μὲν πατὴρ ἔγωγε ἡγωνίων, περὶ τῷ φιλτάτῳ παιδι τὰ μέγιστα δεδιώς, τὰ δὲ Ῥωμαίων ἀνεῤῥώσθη πράγματα. » Ταῦτα ὁ μὲν βασιλεὺς Ἰωάννης ἐφθέγξατο. Α δ' ἐκκλησία ἐπικωκύσασα τοῖς εἰρημένοις τὸν Μανουὴλ ὡσεὶ κληρωτὸν εἴτε καὶ χειροτονητὸν ἀσμέ- πως εἰς βασιλείαν ἐδέξατο. Επειτα τὸν λόγον πρὸς τὸν παῖδα μετενεγκὼν ὁ πατὴρ, καὶ τούτῳ παραι- νίτας τὰ σύμφορα, ταινία διαδεῖ τῇ βασιλικῇ καὶ τὴν χλαμύδα ἐπενδύει τὴν περιπόρφυρον. Ἐπὶ δὲ τούτοις συναθροισθέντα κατὰ πρόσκλησιν τὰ στρατεύματα βασιλέα Ῥωμαίων ἀνεῖπον τὸν Μανουὴλ μέσου τῶν μεγιστάνων μετὰ τῆς οἰκείας τάξεως διακριδὸν ἐφισταμένου και διατρανοῦντος τὴν εὐφη μίαν τῷ νέῳ ἀνακτι. Εφεξῆς δὲ καὶ τῶν θείων προτεθέντων λογίων, ἐπ' αὐτῶν ἐμπεδοῦνται τῷ Μανουὴλ τὰ τῆς εὐνοίας καὶ πίστεως πρὸς παντός. Ην δὲ ὁ τῶν δρωμένων τούτων εἰσηγητής σε ἅμα καὶ τελετάρχης ὁ μέγας δομέστικος, ἐκλῦσαι διανοούμενος ἐντεῦθεν καὶ διαχαλάσαι τοῦ μετέωρισμοῦ καὶ τῆς στάσεως τὰς τῶν φιλάρχων ἐφέσεις καὶ τὰς τῶν πλείστων ἀμβλύναι συνδρομὰς πρὸς ἐνίους τῶν JOANNES COMNENUS. aliarum virtutum chorum a quibus nec Isaacius alienus est, nec a clementia quidem, re præcla- rissima, abhorret, sed in loco redere et obsecun- d·re novit et rationis imperium sequitur. Quoniam igitur anirui candori, quo et David rex idemque propheta ornatus fuit, quam ensifera manui et ingenio in subtiliter exquirendis subditorum delictis intento parete malumus homines, Manuelem impe- ratorem creandum esse duxi. Quare adolescentem suscipite ut imperatorem divinitus designatum et men suffragio imperium capescentem : ac eum a Deo prælatum et prædestinatum esse ad imperium. argumento vobis sint multæ prædictiones et divino- rum hominum præsagia, quæ omnia Manuelem Romanorum imperatorem fore prænuntiarunt. Jam quod filii mei ante imperio destinali obient, is abost cui id post illos naturæ lege debetur, quis aliter accipiat nisi ea quoque argumenta esse eviden- tiasima, Deum non velle alium nisi Manuelem sce- ptris Romanorum potiri? Quod si quis consideret, me non omnino gratis filio conciliare imperium atque in ejus successionem propendere, sed virtutem ejus hac designatione remunerari deprehendet. Scitis enimn, scitis qum aul Neocasariam præter ætatem facinora ediderit, et in illustri illa contra Persas impressione, ob quam ut ego pater sollicitus et in maximo de charissimo filio metu fui, ita eadem res Romana cupfirmata est. » Hec Joanne locuto, consilium cnm ejulatu verbis ejus assensum Manuelem tanquam sorte suffragio le- clum cupide imperatorem accepit. Deinde ad filium C conversus pater, post utiles admonitiones, eum imperatorio diademate ornat et chlamyde prætexta induit. His peractis, Romanæ legiones convocatæ Manuelem Romanorum imperatorem salutarunt, unoquoque procerum cum sua cohorte seorsin stante, et novum imperatorem clara voce consalu- tante. Deinde prolatis divinis oraculis studium quisque suum et fidem confirmat. Harum rerum omnium dux et auctor fuit magnus domesticus, eo consilio ut ambitiosorum hominum vanitatem et mutus et plurimorum concursum ad quosdam re- gii generis homines sedaret; qui prærogativam ætatis ut magnum quidam et venerabile præten- dentes, et imperatoriam affinitatem exaggerantes, se imperio digniores arbitrabantur.
ὁποῖαι μὲν οὖν ἦσαν τῶν θριγγῶν αἱ περίμετροι, οἳ τῶν Κίμβρων τοῖς ὀστέοις τὰς τῶν Μασαλιητῶν ἀμπέλους περιεφράγμωσαν Μαρίου τοῦ Ῥωμαίου τοὺς βαρβάρους καταστρεψαμένου, εἰδεῖεν ἂν σαφέστατα ὅσοι τὸ καινὸν ἐκεῖνο ἔργον ὀφθαλμοῖς διειλήφεσαν καὶ τοῖς λοιποῖς εἰς ἀκοὴν ὠτίου παρέπεμψαν· τὸ δὲ νῦν τοῦτο καὶ ὑπὲρ ἐκεῖνο δήπουθεν, εἴγε μὴ μεγαλοφωνία ἦν τὰ κατὰ Κίμβρους ἱστορικὴ τὴν φύσιν ὑπερφωνοῦσα καὶ εἰς μῦθον ἐκπίπτουσα. Τὸ δ’ ἐκ τούτου ἀπόλεμος αὐτοῖς ἦν ἡ πορεία, οὐδένα τῶν βαρβάρων εἰς προὖπτον ἀντίπαλον φαίνουσα. ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ Καὶ τοιούτοις μὲν οἱ τῶν Ἰταλῶν παῖδες ἀγῶσιν ἐγγυμνασάμενοι τὴν Κοίλην Συρίαν κατέλαβον.
προτέρου παιδὸς τὸν ὑστερότοκον προτετίμηκα, Α Β ἀναγκαίως τὰ εἰκότα ρηθήσεται. Οὐ μία τίς ἐστι τῷ γένει τῶν ἐπιθυμῶν ὁδὸς, ἀλλ᾽ εἰς ἀτραπούς παρ- πολλας διέσχισται, ὥσπερ καὶ τὰ τῶν σωμάτων μορφώματα, εἰ καὶ τὴν αὐτὴν ἄνθρωποι φίσιν ἐκε κληρωσάμεθα. "Αλλαις γὰρ ορέξεσιν ἄλλοι προσ πάσχομεν, οὐδὲ χαίρομεν άπαντες ὁμοθυμαδὸν ταῖς αὐταῖς. Ε' γὰρ τοῦτο ἦν, εἴχομεν ἂν καὶ πρὸς Θεοῦ καὶ πρὸς ἀλλήλων τὸ ἀνεπέγκλητον ὡς ταῖς αὐταῖς ἡδονεῖς τε καὶ γνώμαις ἀναγκαστῶς ἐπιχαίνοντες. Καὶ τῶν υἱέων μοι γοῦν ἡ δυάς, εἰ καὶ ἐκ πατρὸς ἑνὸς προελήλυθεν, εἰς γνώμας ἀπομερίζεται διαφή ρους. Καλοὶ μὲν γὰρ καὶ ἀμφότεροι, καὶ ῥώμῃ σώ- ματος καὶ εἴδους σεμνότητι καὶ φρενῶν βαθύτητι διαπρέποντες· καλλίων δέ μοι ὡς μάλιστα διαδεί κνυται περὶ τὴν τῆς ἀρχῆς κυβέρνησιν ὁ ὑστερογε- εί νης Μανουήλ. Ὁ μὲν γὰρ Ισαάκιος ἀκρόχολος πολλάκις παρέστη μοι, καὶ ἀφ᾿ ἧς ἔτυχε προφάσεως παροξυνόμενος ἐν τῷ νοσεῖν ἀμετρίαν θυμοῦ, ὅς ἀμετρίαν θυμοῦ, ὅς ἀπόλλυσι και σοφοὺς καὶ δι᾿ ὅν μετ᾿ ἀβουλίας οἱ πλείστοι πράσσουσιν· ὁ δὲ σὺν τῷ λοιπῷ τῶν ἀρε τῶν ὀρμαθῷ, ὡς οὐδ᾽ Ἰσαάκιος ἀπεξένωται, οὐδὲ τοῦ καλοῦ χρήματος απώκισται τῆς πραότητος, εὐ μερῶς ἐνδιδοὺς πρὸς τὸ χρήσιμον καὶ πειθήνιος λόγῳ δεικνύμενος. Ἐπειδὴ τοίνυν ἀκακίᾳ μᾶλλον καρδίας, η και Δαβὶδ ὁ βασιλεὺς καὶ προφήτης Φέκαστο, ή χειρὶ ψηλαφώσῃ τὸ ξίφος καὶ γνώμῃ λεπτουργούσῃ τὰ τῶν ἀρχομένων πλημμελήματα φιλοῦμεν ὑπάγεσθαι ἄνθρωπον, τὸν Μανουὴλ ἐς βα- φιλές κατά τόδε προκέκρικα. Δέξασθε τοίνυν τὸν μείρακα καὶ ὡς θεόχριστον ἄνακτα καὶ ὡς δι' ἐπι ψηφίσεως ἐμῆς βασιλεύοντα. Ὅτι δὲ καὶ Θεὸς αὐτὸν εἰς βασιλέα προκέκρικε καὶ προώρισε, τεκμήριον αξ πολλαὶ προβῥήσεις καὶ τὰ τῶν θεοφιλών ἀνδρῶν προθεσπίσματα, ἅ πάντα βασιλέα Ρωμαίων τὸν Μανουήλ προκατήγγελλον. Τὸ δὲ καὶ τοὺς παρ' ἐμοῦ προκριθέντας πρότερον εἰς τὸ ἄρχειν υἱέας μοι τεθνηκέναι, ἀπεῖναι δὲ καὶ τὸν κατὰ γένεσιν μετ' ἐκείνους εἰς τὴν βασιλείαν καλούμενον Ἰσαάκιον, ποῦ θήσει τις ; Η πάντως καὶ ταῦτα σύμβολα εἴποι- μεν ἂν ἐναργέστατα τοῦ τὸν Θεὸν οὐχ ἕτερον βούλε- σθαι, τὴν δὲ Μανουὴλ τα σκήπτρα Ρωμαίων χειρί - ζεσθαι· εἰ δέ [Ρ. 31] τις ἐθέλει σκοπεῖν, οὐδ᾽ ἐμὲ τὸν πατέρα ἀπόψεται δῶρον παντάπασι τῷ παιδὶ τὴν βασιλείαν βραβεύοντα καὶ τῇ διαδοχῇ τοῦ γένους τὸ όλον προτρέποντα, ἀλλὰ καὶ ἄθλον ἀρετῆς τὴν προ- χείρισιν αὐτῷ παρεχόμενον. ἴστε γὰρ, ἴστε ὅσα καὶ παρ' ἡλικίαν ἐν Νεοκαισαρείᾳ ἠρίστευσε, καὶ τὴν από Περσῶν ἐκείνην γενναίαν ἐμβολήν, δι᾽ ἦν ὁ μὲν πατὴρ ἔγωγε ἡγωνίων, περὶ τῷ φιλτάτῳ παιδι τὰ μέγιστα δεδιώς, τὰ δὲ Ῥωμαίων ἀνεῤῥώσθη πράγματα. » Ταῦτα ὁ μὲν βασιλεὺς Ἰωάννης ἐφθέγξατο. Α δ' ἐκκλησία ἐπικωκύσασα τοῖς εἰρημένοις τὸν Μανουὴλ ὡσεὶ κληρωτὸν εἴτε καὶ χειροτονητὸν ἀσμέ- πως εἰς βασιλείαν ἐδέξατο. Επειτα τὸν λόγον πρὸς τὸν παῖδα μετενεγκὼν ὁ πατὴρ, καὶ τούτῳ παραι- νίτας τὰ σύμφορα, ταινία διαδεῖ τῇ βασιλικῇ καὶ τὴν χλαμύδα ἐπενδύει τὴν περιπόρφυρον. Ἐπὶ δὲ τούτοις συναθροισθέντα κατὰ πρόσκλησιν τὰ στρατεύματα βασιλέα Ῥωμαίων ἀνεῖπον τὸν Μανουὴλ μέσου τῶν μεγιστάνων μετὰ τῆς οἰκείας τάξεως διακριδὸν ἐφισταμένου και διατρανοῦντος τὴν εὐφη μίαν τῷ νέῳ ἀνακτι. Εφεξῆς δὲ καὶ τῶν θείων προτεθέντων λογίων, ἐπ' αὐτῶν ἐμπεδοῦνται τῷ Μανουὴλ τὰ τῆς εὐνοίας καὶ πίστεως πρὸς παντός. Ην δὲ ὁ τῶν δρωμένων τούτων εἰσηγητής σε ἅμα καὶ τελετάρχης ὁ μέγας δομέστικος, ἐκλῦσαι διανοούμενος ἐντεῦθεν καὶ διαχαλάσαι τοῦ μετέωρισμοῦ καὶ τῆς στάσεως τὰς τῶν φιλάρχων ἐφέσεις καὶ τὰς τῶν πλείστων ἀμβλύναι συνδρομὰς πρὸς ἐνίους τῶν JOANNES COMNENUS. aliarum virtutum chorum a quibus nec Isaacius alienus est, nec a clementia quidem, re præcla- rissima, abhorret, sed in loco redere et obsecun- d·re novit et rationis imperium sequitur. Quoniam igitur anirui candori, quo et David rex idemque propheta ornatus fuit, quam ensifera manui et ingenio in subtiliter exquirendis subditorum delictis intento parete malumus homines, Manuelem impe- ratorem creandum esse duxi. Quare adolescentem suscipite ut imperatorem divinitus designatum et men suffragio imperium capescentem : ac eum a Deo prælatum et prædestinatum esse ad imperium. argumento vobis sint multæ prædictiones et divino- rum hominum præsagia, quæ omnia Manuelem Romanorum imperatorem fore prænuntiarunt. Jam quod filii mei ante imperio destinali obient, is abost cui id post illos naturæ lege debetur, quis aliter accipiat nisi ea quoque argumenta esse eviden- tiasima, Deum non velle alium nisi Manuelem sce- ptris Romanorum potiri? Quod si quis consideret, me non omnino gratis filio conciliare imperium atque in ejus successionem propendere, sed virtutem ejus hac designatione remunerari deprehendet. Scitis enimn, scitis qum aul Neocasariam præter ætatem facinora ediderit, et in illustri illa contra Persas impressione, ob quam ut ego pater sollicitus et in maximo de charissimo filio metu fui, ita eadem res Romana cupfirmata est. » Hec Joanne locuto, consilium cnm ejulatu verbis ejus assensum Manuelem tanquam sorte suffragio le- clum cupide imperatorem accepit. Deinde ad filium C conversus pater, post utiles admonitiones, eum imperatorio diademate ornat et chlamyde prætexta induit. His peractis, Romanæ legiones convocatæ Manuelem Romanorum imperatorem salutarunt, unoquoque procerum cum sua cohorte seorsin stante, et novum imperatorem clara voce consalu- tante. Deinde prolatis divinis oraculis studium quisque suum et fidem confirmat. Harum rerum omnium dux et auctor fuit magnus domesticus, eo consilio ut ambitiosorum hominum vanitatem et mutus et plurimorum concursum ad quosdam re- gii generis homines sedaret; qui prærogativam ætatis ut magnum quidam et venerabile præten- dentes, et imperatoriam affinitatem exaggerantes, se imperio digniores arbitrabantur.
PG 139:375ἐν ᾧ δὲ τὴν ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων οὗτοι ἐβάδιζον, παρημειφότες μὲν τὰ Ῥωμαίων ὅρια, τῆς δ’ ἄνω Φρυγίας ἁπτόμενοι Λυκαονίας τε καὶ Πισιδίας, αἳ πάλαι μὲν Ῥωμαίοις ὑπέκειντο, νυνὶ δὲ ἀνεῖνται βαρβάροις καὶ δορύκτητοι παρ’ αὐτῶν καρπίζονται μαλακίᾳ πάντως καὶ οἰκουρίᾳ τῶν τὰ Ῥωμαίων διεπόντων πράγματα, μὴ περὶ πλείστου τιθεμένων μογεῖν καὶ προκινδυνεύειν ὧν ὑπερκάθηνται, ὁ αὐτοκράτωρ Μανουὴλ διεσκοπεῖτο, πῶς ἂν τοὺς Σικελοὺς μετελεύσεται, δίκην πραξάμενος ὧν ἀπανθρώπως εἰς Ῥωμαίους ἔπραξαν, τήν τε Κερκυραίων ἄκραν, ἣ νῦν ἐπικέκληται Κορυφώ, τῆς ἐκ τούτων ἀπαλλάξῃ φρουρᾶς. Ὁ γὰρ δὴ τῆς Σικελίας τότε κρατῶν Ῥογέριος, εἴτε καθ’ ὁμολογίαν μετὰ τοῦ τῶν Ἀλαμανῶν προβᾶσαν ῥηγός, ὡς ἐλέγετο, εἴτε αὐθαιρέτως ὁρμώμενος, σύνδρομον ποιεῖται διὰ ταχυναυτουσῶν νηῶν τῇ τῶν Ἀλαμανῶν κινήσει τὴν τῶν παρακτίων Ῥωμαϊκῶν χώρων καταδρομήν. ἀπάρας τοίνυν ἐκ Βρεντησίου στόλος τῇ τῶν Κερκυραίων προσέχει καὶ ἀμαχεὶ καὶ ἐξ ἐφόδου ταύτην αἱρεῖ. τὸ δ’ αἴτιον οἱ τῆς χώρας οἰκήτορες, καὶ τούτων μάλιστα ὁ τὴν σύνεσιν ὑπέρου ψιλότερος, Γυμνὸς τὴν ἐπίκλησιν.
πρὸς γένους τῷ βασιλεῖ, οἳ τὴν πρεσβυγένειαν ὡς μέγα τι καὶ αἰδέσιμον προβαλλόμενοι καὶ τὸ κῦδος μεγεθύνοντες τὸ βασίλειον ἑαυτοῖς τὸ ἄρχειν ὡς ἀξιωτέροις ἀπένεμον. Τούτων δ' οὐτωσὶ τελεσθέντων ὁ βασιλεὺς Ἰωάν νης μεθ᾿ ἡμέρας τὸν βίον ἐκλέλοιπε, βασιλεύσας ἔτη τέσσαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι καὶ μῆνας ὀκτὼ ἀνὴρ καὶ τὴν ἀρχὴν ἄριστα διψκηκὼς καὶ Θεῷ εὐαρέστως βεβιωκώς, καὶ τὰ πρὸς ἦθος οὐκ ἔκλυτος οὐδ᾽ ἀκό λαστος, κἀπὶ ταῖς δωρεαῖς τε καὶ δαπάναις μετα διώξας μεγαλοπρέπειαν· καὶ δηλοῦσιν αἱ τε διὰ χρυσίνως πρὸς τοὺς τῆς πόλεως οικήτορας συχναί διαδόσεις, καὶ τῶν ναῶν ὁπόσους καλλίστους καὶ μεγίστους ἐκ βάθρων ἐδείματο. ᾿Αλλὰ καὶ δόξης ἐραστὴς ὑπὲρ ἄλλον ἅπαντα γεγονώς τοῦ καταλι πεῖν ἐν τοῖς ἔπειτα μέγιστον ἑαυτοῦ ὄνομα τὰ πάντα τιμώμενος ἦν. Τοσοῦτον δὲ καὶ τῆς τῶν οἱ κείων εὐσχημοσύνης καὶ τοῦ αἰδήμονος τρόπου ἐξείχετο, ὡς καὶ κουρὰν περιεργάζεσθαι τριχὸς καὶ τὸ τοῦ ποδὸς σκύτος περιαθρεῖν, εἰ κατὰ λόγον καὶ πρὸς τὸ τοῦ ὑποδουμένου σχῆμα ὑπέῤῥαπτο. Αρ γολογίαν δὲ καὶ σαπρολογίαν τὴν ἐπὶ κοινῆς ἀκρο- άσεως καὶ τὸ ἐν ἱματισμοίς καὶ διαίταις ἄσωτον, ὅσα καὶ λύμην τινὰ βιοφθόρον, τῶν ἀνακτόρων ἀπεσά- ρωσε, καὶ τὸν ἐμβριθῆ χαρακτηρίζων σωφρονιστὴν, καὶ μιμητὰς ἑαυτοῦ τοὺς ὑπὸ χεῖρα εἶναι γλιχόμε- νος, πᾶσαν ἀρετῆς ἰδέαν μετιών οὐκ ἀνίει. [Ρ. 32] Οὐ μὴν ταῦτά γε πράττων χαρίτων ἀπείχετο, καὶ δυσξύμβλητος ἦν καὶ δυσπρόσιτος καὶ στυγνὸς τὴν ὄψιν καὶ συννεφὴς τὴν ὁφρὺν καὶ ἀεί πως ὑποσκι- ζόμενος. Ἐαυτὸν ᾿ ἐν τῷ προδήλῳ πάσης πράξεως ἀρίστης πίνακα προτιθεὶς, ἄγων σχολὴν τῶν ἐκ τὸς (38), καὶ τὸ περιορᾶσθαι ὑπὸ πλείστων ὅσα καὶ κώδωνα φλύαρον καὶ λάλον ἀποτηεπόμενος, καὶ κομψείαν σεμνὴν εἰσῳκίζετο καὶ τὸν εὐτράπελον οὐ παρέτρεχεν, οὐδ᾽ ἐπεῖχεν ἐπίπαν καὶ ἦγχε τὸν για λωτα. Ολίγα οὖν τοῦ ἐς ἄκρον ἀποσφαλεὶς ἐγκρα τοῦς τε καὶ ἀσφαλούς, καὶ τῶν πρὸς ἐντελῆ ἀκρίβειαν βραχέα διεκπεσών, καὶ μηδένα διὰ ξυμπάσης αὐτῆ τῆς ἀρχῆς ἢ ψυχῆς στερήσας ἤ ἐς τὸ σῶμά ὁσονοῦν λυμηνάμενος, ἐπαινετὸς ἐς δεῦρο παρὰ πᾶσι λελά γισται καὶ κορωνίς, ὡς εἰπεῖν, τῶν ὅσοι Ῥωμαίων ἐκ τοῦ τῶν Κομνηνών γένους ὑπερεκάθισαν, ἵνα μ λέγοιμι ὡς καὶ πολλοῖς τῶν ἀνόπιν ἀρίστων τοῖς μὲν ἡμιλλήσατο, τοὺς δὲ καὶ παρήνεγκεν. NICETE CHONIATA Quæ cum transacta essent, aliquot diebus post A imperator moritur, anno imperii vicesimo quarto, mense octavo, vir qui et principatum optime ad- ministravit et vitam piam egit, moribus neque dissolutis neque intemperantibus, quique et in donationibus et in sumptibus magnificentiæ stu- duit. Idque declarant et crebræ aureorum in po- pulo urbano distributiones, et templa pulcherrima et maxima e fundamentis exstructa. Sed et gloriæ, præter alios omnes, appetentissimus fuit, in eo ponens omnia, ut maximum nomen apud posteros relinqueret. Domesticæ disciplinæ et de- cori tam diligens observator, ut et in tondendis capi et forma calceorum proportionem requi- reret Inania et obscoena verba a publicis conven- tibus, et luxum vestium ac mensarum tanquam corruptelam et vitæ pestem a palatio pepulit: cum- que exemplum disciplinæ semetipsum gravissimum proponeret, atque omnes familiares imitatores sui efficere studeret, omne virtutis genus colere non destitit. Neque tamen interim a gratiis alienus fuit, neque in aditu aut congressu asper, tetricus, superciliosus aut inhumanus: sed cum in publico actionum optimarum exemplar se præberet, per otium a re publica remotaque turba, quam tan- quam tympanum obstreperum et garrulum cave- bat, etiam comitatem honestam admittebat, et ab urbanitate non abhorrebat, neque risum prorsus opprimebat. Itaque cum parum a summa conti- nentia et integritate recesserit, et ab exquisitis- sima vitæ ratione haud multum aberrarit, nec totius imperii tempare vel vita privarit quemquam vel quocunque modo corpora multarit, in hunc usque diem omnium laudibus celebratur et decus quoddam imperatorum Comneniæ familiæ judi- catur; ne dicam eum multos etiam ex superioribus partim æquasse, partim superasse. D C Hier. Wolfii notæ. (38) Αγων σχολὴν τῶν ἐκτός. Scilicet ἀνθρώπων, per olium, si nemo externus adesset.
οὗτοι γὰρ βαρύν, ὡς ἔφασκον, καὶ δυσύποιστον φορολόγον οὐ στέγοντες, μηδὲ τὰς ἐκ τούτου παροινίας ἐπὶ πλεῖον ἐνεγκεῖν ἔχοντες, βουλὴν βουλεύονται πονηρὰν εἰς ἀποστασίαν ἀπιδόντες λαμπράν. καθ’ ἑαυτοὺς δὲ οὐχ οἷοί τε ὄντες αὐτὴν κρατύνασθαι ὡς ἕρμαιον ἁρπάζουσι τὸν καιρὸν καὶ προσιόντες τῷ τοῦ στόλου ἡγεμόνι καὶ τῇ τούτου αἱμύλῳ γλώσσῃ προσεσχηκότες καὶ ἴχνεσι προβάντες ἀλώπεκος ἐπὶ ῥηταῖς ὁμολογίαις εἴσω δέχονται Σικελιῶτιν φρουράν, εἰς χιλίους ἀριθμουμένην φρακτούς. καὶ οἱ μὲν καπνὸν φορολογίας ἀποδιδράσκοντες ἔλαθον ὑπὸ χαυνότητος νοῦ τῷ τῆς δουλείας ἐμπεσόντες πυρὶ καὶ Ῥωμαίοις εἰσενεγκόντες πόλεμον οἱ χαλίφρονες χρόνιον ὁμοῦ καὶ βαρύτατον· ὁ δὲ τὸ φρούριον κρατυνάμενος καὶ ὡς εἶχεν αὐτὸ ποιήσας δυσαλωτότερον καὶ οἷον ἀπροσμαχώτερον ἐκεῖθεν ἀναχθεὶς τῇ Μονεμβασίᾳ προσίσχει, ἐλπίσι θαλπόμενος ὡς λήψεται καὶ ταυτηνὶ τὴν ἄκραν ἀναιμωτὶ ὥσπερ πρὸ τρίτης τὴν Κέρκυραν. ἀλλ’ ἀνδράσιν ἐντυχὼν νῷ διοικουμένοις καὶ τὴν τῆς ἐλευθερίας οὐκ ἠγνοηκόσι Παφίαν ἀπεκρούσθη, ὡς εἰ καὶ προβόλῳ προσέβαλεν ἀτινάκτῳ, καὶ πρύμναν κρουσάμενος ἐκεῖθεν ἀνάγεται ἄπρακτος.
πρὸς γένους τῷ βασιλεῖ, οἳ τὴν πρεσβυγένειαν ὡς μέγα τι καὶ αἰδέσιμον προβαλλόμενοι καὶ τὸ κῦδος μεγεθύνοντες τὸ βασίλειον ἑαυτοῖς τὸ ἄρχειν ὡς ἀξιωτέροις ἀπένεμον. Τούτων δ' οὐτωσὶ τελεσθέντων ὁ βασιλεὺς Ἰωάν νης μεθ᾿ ἡμέρας τὸν βίον ἐκλέλοιπε, βασιλεύσας ἔτη τέσσαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι καὶ μῆνας ὀκτὼ ἀνὴρ καὶ τὴν ἀρχὴν ἄριστα διψκηκὼς καὶ Θεῷ εὐαρέστως βεβιωκώς, καὶ τὰ πρὸς ἦθος οὐκ ἔκλυτος οὐδ᾽ ἀκό λαστος, κἀπὶ ταῖς δωρεαῖς τε καὶ δαπάναις μετα διώξας μεγαλοπρέπειαν· καὶ δηλοῦσιν αἱ τε διὰ χρυσίνως πρὸς τοὺς τῆς πόλεως οικήτορας συχναί διαδόσεις, καὶ τῶν ναῶν ὁπόσους καλλίστους καὶ μεγίστους ἐκ βάθρων ἐδείματο. ᾿Αλλὰ καὶ δόξης ἐραστὴς ὑπὲρ ἄλλον ἅπαντα γεγονώς τοῦ καταλι πεῖν ἐν τοῖς ἔπειτα μέγιστον ἑαυτοῦ ὄνομα τὰ πάντα τιμώμενος ἦν. Τοσοῦτον δὲ καὶ τῆς τῶν οἱ κείων εὐσχημοσύνης καὶ τοῦ αἰδήμονος τρόπου ἐξείχετο, ὡς καὶ κουρὰν περιεργάζεσθαι τριχὸς καὶ τὸ τοῦ ποδὸς σκύτος περιαθρεῖν, εἰ κατὰ λόγον καὶ πρὸς τὸ τοῦ ὑποδουμένου σχῆμα ὑπέῤῥαπτο. Αρ γολογίαν δὲ καὶ σαπρολογίαν τὴν ἐπὶ κοινῆς ἀκρο- άσεως καὶ τὸ ἐν ἱματισμοίς καὶ διαίταις ἄσωτον, ὅσα καὶ λύμην τινὰ βιοφθόρον, τῶν ἀνακτόρων ἀπεσά- ρωσε, καὶ τὸν ἐμβριθῆ χαρακτηρίζων σωφρονιστὴν, καὶ μιμητὰς ἑαυτοῦ τοὺς ὑπὸ χεῖρα εἶναι γλιχόμε- νος, πᾶσαν ἀρετῆς ἰδέαν μετιών οὐκ ἀνίει. [Ρ. 32] Οὐ μὴν ταῦτά γε πράττων χαρίτων ἀπείχετο, καὶ δυσξύμβλητος ἦν καὶ δυσπρόσιτος καὶ στυγνὸς τὴν ὄψιν καὶ συννεφὴς τὴν ὁφρὺν καὶ ἀεί πως ὑποσκι- ζόμενος. Ἐαυτὸν ᾿ ἐν τῷ προδήλῳ πάσης πράξεως ἀρίστης πίνακα προτιθεὶς, ἄγων σχολὴν τῶν ἐκ τὸς (38), καὶ τὸ περιορᾶσθαι ὑπὸ πλείστων ὅσα καὶ κώδωνα φλύαρον καὶ λάλον ἀποτηεπόμενος, καὶ κομψείαν σεμνὴν εἰσῳκίζετο καὶ τὸν εὐτράπελον οὐ παρέτρεχεν, οὐδ᾽ ἐπεῖχεν ἐπίπαν καὶ ἦγχε τὸν για λωτα. Ολίγα οὖν τοῦ ἐς ἄκρον ἀποσφαλεὶς ἐγκρα τοῦς τε καὶ ἀσφαλούς, καὶ τῶν πρὸς ἐντελῆ ἀκρίβειαν βραχέα διεκπεσών, καὶ μηδένα διὰ ξυμπάσης αὐτῆ τῆς ἀρχῆς ἢ ψυχῆς στερήσας ἤ ἐς τὸ σῶμά ὁσονοῦν λυμηνάμενος, ἐπαινετὸς ἐς δεῦρο παρὰ πᾶσι λελά γισται καὶ κορωνίς, ὡς εἰπεῖν, τῶν ὅσοι Ῥωμαίων ἐκ τοῦ τῶν Κομνηνών γένους ὑπερεκάθισαν, ἵνα μ λέγοιμι ὡς καὶ πολλοῖς τῶν ἀνόπιν ἀρίστων τοῖς μὲν ἡμιλλήσατο, τοὺς δὲ καὶ παρήνεγκεν. NICETE CHONIATA Quæ cum transacta essent, aliquot diebus post A imperator moritur, anno imperii vicesimo quarto, mense octavo, vir qui et principatum optime ad- ministravit et vitam piam egit, moribus neque dissolutis neque intemperantibus, quique et in donationibus et in sumptibus magnificentiæ stu- duit. Idque declarant et crebræ aureorum in po- pulo urbano distributiones, et templa pulcherrima et maxima e fundamentis exstructa. Sed et gloriæ, præter alios omnes, appetentissimus fuit, in eo ponens omnia, ut maximum nomen apud posteros relinqueret. Domesticæ disciplinæ et de- cori tam diligens observator, ut et in tondendis capi et forma calceorum proportionem requi- reret Inania et obscoena verba a publicis conven- tibus, et luxum vestium ac mensarum tanquam corruptelam et vitæ pestem a palatio pepulit: cum- que exemplum disciplinæ semetipsum gravissimum proponeret, atque omnes familiares imitatores sui efficere studeret, omne virtutis genus colere non destitit. Neque tamen interim a gratiis alienus fuit, neque in aditu aut congressu asper, tetricus, superciliosus aut inhumanus: sed cum in publico actionum optimarum exemplar se præberet, per otium a re publica remotaque turba, quam tan- quam tympanum obstreperum et garrulum cave- bat, etiam comitatem honestam admittebat, et ab urbanitate non abhorrebat, neque risum prorsus opprimebat. Itaque cum parum a summa conti- nentia et integritate recesserit, et ab exquisitis- sima vitæ ratione haud multum aberrarit, nec totius imperii tempare vel vita privarit quemquam vel quocunque modo corpora multarit, in hunc usque diem omnium laudibus celebratur et decus quoddam imperatorum Comneniæ familiæ judi- catur; ne dicam eum multos etiam ex superioribus partim æquasse, partim superasse. D C Hier. Wolfii notæ. (38) Αγων σχολὴν τῶν ἐκτός. Scilicet ἀνθρώπων, per olium, si nemo externus adesset.
Ὑπερβὰς δὲ τὸν ἐπὶ Μαλέαν πλοῦν ἀντιπνοίας γέμοντα πάσης, περὶ οὗ καὶ ταῦτα παροιμιάζεται Μαλέαν δ’ ἐπικάμψας ἐπιλάθου τῶν οἴκαδε, τὸν ἐσέχοντα πορθμὸν ἀναλέγεται καὶ τὰ τούτου ἑκατέρωθεν ἐπιὼν οὐ τὰ εὐχείρωτα μόνον κατέδραμε λείαν τιθέμενος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλως ἐπικαιρότατα καὶ δυσάλωτα, τὰ μὲν ὁμολογίᾳ χειρούμενος, τὰ δὲ πολέμῳ δουλούμενος· Ἀκαρνᾶνάς τε καὶ Αἰτωλοὺς καὶ ὅσα πάραλα ἀμαυρῶν τὸν Κορινθιακὸν κόλπον ἐσέπλευσε. καὶ τῷ Κρισσαίῳ λιμένι καθορμισθεὶς τοῖς ἐν μεσογείῳ θαρρεῖ προσβαλεῖν, οὐδένα ἔχων ἀντίπαλον ἰσοστάσιον. Ἀμέλει καὶ ὁ τοῦ στόλου ἀρχηγὸς τὸ ὁπλιτεῦον καὶ ψιλὸν τοῦ στρατοῦ εἰς τάξεις διειληφὼς καὶ χερσαῖος φανεὶς ὁ τέως θαλάττιος κατὰ τῶν κητῶν τὰ ἀμφιβοσκόμενα τῇ Καδμείᾳ γῇ παρενέβαλε καὶ τὰς ἐν μέσῳ κωμοπόλεις ὁδοῦ πάρεργον ληϊσάμενος ταῖς ἑπταπύλοις Θήβαις προσέβαλεν, ὧν καὶ γενόμενος ἐγκρατὴς ἀπανθρώπως τοῖς ἐκεῖ προσηνέχθη.
πρὸς γένους τῷ βασιλεῖ, οἳ τὴν πρεσβυγένειαν ὡς μέγα τι καὶ αἰδέσιμον προβαλλόμενοι καὶ τὸ κῦδος μεγεθύνοντες τὸ βασίλειον ἑαυτοῖς τὸ ἄρχειν ὡς ἀξιωτέροις ἀπένεμον. Τούτων δ' οὐτωσὶ τελεσθέντων ὁ βασιλεὺς Ἰωάν νης μεθ᾿ ἡμέρας τὸν βίον ἐκλέλοιπε, βασιλεύσας ἔτη τέσσαρα πρὸς τοῖς εἴκοσι καὶ μῆνας ὀκτὼ ἀνὴρ καὶ τὴν ἀρχὴν ἄριστα διψκηκὼς καὶ Θεῷ εὐαρέστως βεβιωκώς, καὶ τὰ πρὸς ἦθος οὐκ ἔκλυτος οὐδ᾽ ἀκό λαστος, κἀπὶ ταῖς δωρεαῖς τε καὶ δαπάναις μετα διώξας μεγαλοπρέπειαν· καὶ δηλοῦσιν αἱ τε διὰ χρυσίνως πρὸς τοὺς τῆς πόλεως οικήτορας συχναί διαδόσεις, καὶ τῶν ναῶν ὁπόσους καλλίστους καὶ μεγίστους ἐκ βάθρων ἐδείματο. ᾿Αλλὰ καὶ δόξης ἐραστὴς ὑπὲρ ἄλλον ἅπαντα γεγονώς τοῦ καταλι πεῖν ἐν τοῖς ἔπειτα μέγιστον ἑαυτοῦ ὄνομα τὰ πάντα τιμώμενος ἦν. Τοσοῦτον δὲ καὶ τῆς τῶν οἱ κείων εὐσχημοσύνης καὶ τοῦ αἰδήμονος τρόπου ἐξείχετο, ὡς καὶ κουρὰν περιεργάζεσθαι τριχὸς καὶ τὸ τοῦ ποδὸς σκύτος περιαθρεῖν, εἰ κατὰ λόγον καὶ πρὸς τὸ τοῦ ὑποδουμένου σχῆμα ὑπέῤῥαπτο. Αρ γολογίαν δὲ καὶ σαπρολογίαν τὴν ἐπὶ κοινῆς ἀκρο- άσεως καὶ τὸ ἐν ἱματισμοίς καὶ διαίταις ἄσωτον, ὅσα καὶ λύμην τινὰ βιοφθόρον, τῶν ἀνακτόρων ἀπεσά- ρωσε, καὶ τὸν ἐμβριθῆ χαρακτηρίζων σωφρονιστὴν, καὶ μιμητὰς ἑαυτοῦ τοὺς ὑπὸ χεῖρα εἶναι γλιχόμε- νος, πᾶσαν ἀρετῆς ἰδέαν μετιών οὐκ ἀνίει. [Ρ. 32] Οὐ μὴν ταῦτά γε πράττων χαρίτων ἀπείχετο, καὶ δυσξύμβλητος ἦν καὶ δυσπρόσιτος καὶ στυγνὸς τὴν ὄψιν καὶ συννεφὴς τὴν ὁφρὺν καὶ ἀεί πως ὑποσκι- ζόμενος. Ἐαυτὸν ᾿ ἐν τῷ προδήλῳ πάσης πράξεως ἀρίστης πίνακα προτιθεὶς, ἄγων σχολὴν τῶν ἐκ τὸς (38), καὶ τὸ περιορᾶσθαι ὑπὸ πλείστων ὅσα καὶ κώδωνα φλύαρον καὶ λάλον ἀποτηεπόμενος, καὶ κομψείαν σεμνὴν εἰσῳκίζετο καὶ τὸν εὐτράπελον οὐ παρέτρεχεν, οὐδ᾽ ἐπεῖχεν ἐπίπαν καὶ ἦγχε τὸν για λωτα. Ολίγα οὖν τοῦ ἐς ἄκρον ἀποσφαλεὶς ἐγκρα τοῦς τε καὶ ἀσφαλούς, καὶ τῶν πρὸς ἐντελῆ ἀκρίβειαν βραχέα διεκπεσών, καὶ μηδένα διὰ ξυμπάσης αὐτῆ τῆς ἀρχῆς ἢ ψυχῆς στερήσας ἤ ἐς τὸ σῶμά ὁσονοῦν λυμηνάμενος, ἐπαινετὸς ἐς δεῦρο παρὰ πᾶσι λελά γισται καὶ κορωνίς, ὡς εἰπεῖν, τῶν ὅσοι Ῥωμαίων ἐκ τοῦ τῶν Κομνηνών γένους ὑπερεκάθισαν, ἵνα μ λέγοιμι ὡς καὶ πολλοῖς τῶν ἀνόπιν ἀρίστων τοῖς μὲν ἡμιλλήσατο, τοὺς δὲ καὶ παρήνεγκεν. NICETE CHONIATA Quæ cum transacta essent, aliquot diebus post A imperator moritur, anno imperii vicesimo quarto, mense octavo, vir qui et principatum optime ad- ministravit et vitam piam egit, moribus neque dissolutis neque intemperantibus, quique et in donationibus et in sumptibus magnificentiæ stu- duit. Idque declarant et crebræ aureorum in po- pulo urbano distributiones, et templa pulcherrima et maxima e fundamentis exstructa. Sed et gloriæ, præter alios omnes, appetentissimus fuit, in eo ponens omnia, ut maximum nomen apud posteros relinqueret. Domesticæ disciplinæ et de- cori tam diligens observator, ut et in tondendis capi et forma calceorum proportionem requi- reret Inania et obscoena verba a publicis conven- tibus, et luxum vestium ac mensarum tanquam corruptelam et vitæ pestem a palatio pepulit: cum- que exemplum disciplinæ semetipsum gravissimum proponeret, atque omnes familiares imitatores sui efficere studeret, omne virtutis genus colere non destitit. Neque tamen interim a gratiis alienus fuit, neque in aditu aut congressu asper, tetricus, superciliosus aut inhumanus: sed cum in publico actionum optimarum exemplar se præberet, per otium a re publica remotaque turba, quam tan- quam tympanum obstreperum et garrulum cave- bat, etiam comitatem honestam admittebat, et ab urbanitate non abhorrebat, neque risum prorsus opprimebat. Itaque cum parum a summa conti- nentia et integritate recesserit, et ab exquisitis- sima vitæ ratione haud multum aberrarit, nec totius imperii tempare vel vita privarit quemquam vel quocunque modo corpora multarit, in hunc usque diem omnium laudibus celebratur et decus quoddam imperatorum Comneniæ familiæ judi- catur; ne dicam eum multos etiam ex superioribus partim æquasse, partim superasse. D C Hier. Wolfii notæ. (38) Αγων σχολὴν τῶν ἐκτός. Scilicet ἀνθρώπων, per olium, si nemo externus adesset.
PG 139:377κατὰ γὰρ παλαιὰν φήμην τῆς πόλεως ὡς πλουσίους τρεφούσης οἰκήτορας, εἰς χρημάτων ἀπληστίαν ὑπονυττόμενος καὶ μηδένα κόρον φιλοπλουτίας εἰδώς, ἀλλ’ ὅρον τιθεὶς τῆς ἐφέσεως τὸ καὶ εἰς τρίτον ζωστῆρα τῇ ὁλκῇ τῶν χρημάτων τὰς πάσας ἢ τὰς πλείους νῆας βαπτίζεσθαι, τούς τε χειρώνακτας ἐξεπίεσε καὶ περὶ τοῦ ῥύπου τῶν ὀβολῶν πολυπράγμων γινόμενος τοὺς δυνατοὺς καὶ λαμπροὺς τὸ γένος καὶ σεμνοὺς τὴν ἡλικίαν καὶ περιφανεῖς κατ’ ἀξίωσιν διαφόροις κακώσεσι καθυπέβαλε, μηδενὸς λαμβάνων αἰδὼ καὶ φειδώ, μὴ δυσωπούμενος τὴν δυσώπησιν, μὴ τὴν Ἀδράστειαν εὐλαβούμενος αὐτοῦ που λαβοῦσαν ἀρχὴν ἢ τὴν Καδμείαν λεγομένην νίκην ὑποβλεπόμενος. τέλος δὲ τὰ ἱερὰ προθεὶς γράμματα ἠνάγκαζεν ἕκαστον, τὴν ὀσφὺν ὑπεζωσμένον εἰσιόντα, τὴν οἰκείαν οὐσίαν οἷς ἐνθεωρεῖται μεθ’ ὅρκου διασαφεῖν καὶ ταύτην ἐξομνύμενον ἀπιέναι.
ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΕΝ ΤΟΜΟΙΣ ΕΠΤΑ ΘΕΩΡΟΥΜΕΝΗ α. Αναῤῥηθεὶς οὖν ὁ Μανουήλ αὐτοκράτωρ εὐ- Α θέως [Ρ. 33] τὸν μέγαν δομέστικον, ᾧ κλῆσις ἦν Ἰωάννης, Αξοῦχος δὲ ἡ ἐπίκλησις, ἐς τὴν βασιλίδα πόλιν ἐξέπεμψε, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν χαρτουλάριον Βασίλειον τὸν Τζιντζιλούκην, εἰ μὲν καὶ τὰ κατὰ την νέαν διαθήσοντας βασιλείαν καὶ προομαλίσοντας τὴν εἰσέλευσιν καὶ κατασκευασομένους ἔμπροσθεν αὐτοῦ τὰ εἰσόδια, μετελευσομένους δὲ καὶ τὸν σε ἱεπτοκράτορα Ἰσαάκιον τὸν ἐκείνου ταυτόαιμιον, Τὸν γὰρ αὐτοκράτορα δέος ὑπέθραττε μήπως οὗτος τὸν τοῦ πατρὸς ἐνωτισάμενος θάνατον καὶ τὴν εἰς τὸν ἀδελφὸν τὸν νεώτερον ἀκηκοώς τῶν σκήπτρων μετάθεσιν εἰς ἐναντίαν μοῖραν ἀποκριθῇ καὶ περὶ τοῦ τῶν ὅλων αὐτὸς εἶναι κύριος διαμιλληθῇ, ἅτε ἀπὸ τῆς γενέσεως εἰς τὴν διαδοχὴν τῆς βασιλείας καλούμενος καὶ κατὰ τὴν βασιλίδα πόλιν τότε πα- Β βὼν καὶ τῶν ἀνακτόρων ἐντὸς αὐλιζόμενος, ἔνθα τῶν χρημάτων αἱ σωρεῖαί εἰσὶν ἀποκείμεναι καὶ τὰ τῶν κρατούντων γνωριστικά περιβλήματα. Ο Ιωάννης τοίνυν καταταχύνας τὴν πόλιν εἴσεισι, καὶ τὸν Ἰσαάκιον ἀγνῶτα ἔτι ὄντα τῶν γενομένων αἱρεῖ- καὶ τῇ μονῇ τοῦ παντοκράτορος είργνυσιν, ἢ τὸν βα- σελές Ἰωάννην ἔσχε δομήτορα. Καὶ ὁ μὲν μετὰ τὴν κατάσχεσιν τὴν τοῦ πατρὸς ἀναμαθὼν τελευτὴν καὶ τὴν τοῦ ἀδελφοῦ ἀνάῤῥησιν ἐνηχηθεὶς οὐκ εἶχεν ὅ Τι καὶ διαπράξαιτο, δεινὰ πάσχειν λέγων καὶ πέραν Πεινού ξύμπαντος, καὶ ὡς ἐπαινετέα ή τάξις (39), Εφ' ής διακρατεῖται τὸ πᾶν. « Απῆλθε, φησίν, * Αλέξιος θανάτῳ πεσών, ὁ τῶν ἀδελφῶν πρωτότοκος καὶ τῆς πατρώας ἀρχῆς κληροῦχος· ἐπηκολούθησε τούτῳ ᾿Ανδρόνικος τῷ προτέρῳ ὁ δεύτερος, καὶ τὸν νεκρὸν εἰσαγαγὼν τοῦ ἀδελφοῦ διαπόντιον μετὰ βραχὺ καὶ οὗτος τὸν βίον μετήλλαξεν. Εἰς ἑαυτὸν τοίνον τὰ τῶν Ῥωμαίων σκήπτρα ὁρᾷ, καὶ τῷ διο Σερίφ αὐτός ἔστιν ἐγκρατὴς τῆς ἀρχῆς. » Αλλ' ὁ μὲν τοιαῦτα μάτην ἐξετραγώδει, καὶ εἰκσίως ἦν πτι- δ πρᾶξις: ὡς ἐπανετέα ή πράξις τῇ προνοία ὑφ' *, Καὶ άτακτα βοῶν, Ὦ ἄνθρωποι, ὡς κατελύθη ἡ τάξις ! ὡς νεουργούνται ἕτερα πράγματα ! DE MANUELE COMNENO LIB. I. DE REBUS GESTIS MANUELIS COMNENI LIBRI SEPTEM 1.Manuel imperator appellatus magnum do. mesticum Joannem Axuchum statim in urbem im- peratricem ablegavit, unaque cum eo Basilium Tzi- tzilucem chartularium, qui et novum imperium firmarent, et ingressum præpararent, et sebasto- cratorem Isaacium fratrem ejus coercerent. Vere- batur enim ne is audito patris obitu, et sua desi- gnatione cognita, per seditionem sibi potestatem omnem vindicaret; quod et ætate ad imperium vocaretur, et tum in urbe imperatrice versaretur, et in palatio degeret, ubi pecuniarum acervi et imperatoriæ vestes reposita essent. Joannes igitur festinanter urbem ingressus Isaacium rerum adhuc ignarum capit, et in omnipotentis monasterio con- cludit, & Johanne imperatore difcato. Qui ubi post captivitalem patris obitum et fratris designa- B tionem cognovit,quid ageret non habebat, iniquis- sime secum agi conquerens. Et ordine collaudato, a quo etiam rerum universitas gubernaretur : « Alexius, inquit, obiit, fratrum primogenitus et paterni imperii beres. Hunc seculus est mtats proximus Andronicus ; qui cum fratris cadaver mari advexisset, paulo post et ipse decessit. Roma- norum igitur sceptra ad me spectant, et ego jure imperio potiar.» Quæ cum frustra vociferaretur et irritæ aviculæ instar inani conatu obstreperet, magnus domesticus custodim palatii intentus, atque id agens ut Manuel etiam a civibus imperator sa- lutaretur, litteras rubro aureoque sigillo et serico filo munitas et concha sanguine pictas clero magni templi offert, quibus eis argenteæ monetæ nummi ad cc minas promittebantur. Ferebatur Axu- chus etiam alias rubricatas imperatorias litteras apportare, quæ summam eamdem nummis aureis designarent. Nam cum suspicio quædam non ina- nis Manueli oboriretur, ne forsitan aut ipse Isaa- Hier. Wolfii notæ. tor. Alter codex habebat unde putabam legendum, et sie converteram: atque id facinus divinæ vindictæ, gubernatrici rerum universitatis, commen- dans, etc.; sed hoe vult Isaacius, laudandum onse C ordinem quo non tantum imperia,sed etiam mundi hujus universitas gubernetur. Vetustus codex ha- bet: Immo- deste vociferans: cives, ut ordo est eversus ! Ut novæ res instituuntur / (30) Η τάξις. Hanc veram lectionem esse arbi-
καὶ οὕτω πάντα χρυσόν, ἄργυρον πάντα διεκφορήσας καὶ τὰς χρυσοϋφεῖς ὀθόνας ταῖς ναυσὶν ἐνθέμενος οὐδὲ τῶν σωμάτων αὐτῶν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ καλαμωθέντων ἀπέσχετο, ἀλλὰ καὶ τούτων ἀριστίνδην τὸ προῦχον συλλαβὼν τῶν τε γυναικῶν ἀποκρίνας ὅσαι τὸ εἶδος καλαὶ καὶ βαθύζωνοι καὶ τοῖς νάμασι πολλάκις τῆς καλλικρούνου Δίρκης λουσάμεναι καὶ τὰς κόμας διευθετισάμεναι καὶ τὴν ἱστουργικὴν κομψότητα καλῶς ἐπιστάμεναι οὕτως ἐκεῖθεν ἀνάγεται. Κατὰ ῥοῦν δὲ τῶν πραγμάτων αὐτῷ προχωρούντων καὶ μηδένα τοῦ καιροῦ ἀντίμαχον ἄγοντος, οὐ κατὰ χέρσον, οὐ κατὰ θάλατταν, τοῦ πρὸς Κόρινθον ἔχεται πλοῦ, πόλιν ἀφνειὸν καὶ κειμένην πρὸς τῷ Ἰσθμῷ καὶ ὀλβιζομένην ὑπὸ λιμένων δυοῖν, ὧν ὁ μὲν τοὺς ἐξ Ἀσίας ναυλοχεῖ καταίροντας, ὁ δὲ τοὺς ἐξ Ἰταλῶν εἰσπλέοντας, καὶ ῥᾳδίους τὰς ἑκατέρωθεν εἰσαγωγάς τε καὶ ἐξαγωγὰς τῶν φορτίων ἔχουσαν καὶ τὰς πρὸς ἀλλήλους ποιουμένην ἀμοιβάς.
ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΕΝ ΤΟΜΟΙΣ ΕΠΤΑ ΘΕΩΡΟΥΜΕΝΗ α. Αναῤῥηθεὶς οὖν ὁ Μανουήλ αὐτοκράτωρ εὐ- Α θέως [Ρ. 33] τὸν μέγαν δομέστικον, ᾧ κλῆσις ἦν Ἰωάννης, Αξοῦχος δὲ ἡ ἐπίκλησις, ἐς τὴν βασιλίδα πόλιν ἐξέπεμψε, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν χαρτουλάριον Βασίλειον τὸν Τζιντζιλούκην, εἰ μὲν καὶ τὰ κατὰ την νέαν διαθήσοντας βασιλείαν καὶ προομαλίσοντας τὴν εἰσέλευσιν καὶ κατασκευασομένους ἔμπροσθεν αὐτοῦ τὰ εἰσόδια, μετελευσομένους δὲ καὶ τὸν σε ἱεπτοκράτορα Ἰσαάκιον τὸν ἐκείνου ταυτόαιμιον, Τὸν γὰρ αὐτοκράτορα δέος ὑπέθραττε μήπως οὗτος τὸν τοῦ πατρὸς ἐνωτισάμενος θάνατον καὶ τὴν εἰς τὸν ἀδελφὸν τὸν νεώτερον ἀκηκοώς τῶν σκήπτρων μετάθεσιν εἰς ἐναντίαν μοῖραν ἀποκριθῇ καὶ περὶ τοῦ τῶν ὅλων αὐτὸς εἶναι κύριος διαμιλληθῇ, ἅτε ἀπὸ τῆς γενέσεως εἰς τὴν διαδοχὴν τῆς βασιλείας καλούμενος καὶ κατὰ τὴν βασιλίδα πόλιν τότε πα- Β βὼν καὶ τῶν ἀνακτόρων ἐντὸς αὐλιζόμενος, ἔνθα τῶν χρημάτων αἱ σωρεῖαί εἰσὶν ἀποκείμεναι καὶ τὰ τῶν κρατούντων γνωριστικά περιβλήματα. Ο Ιωάννης τοίνυν καταταχύνας τὴν πόλιν εἴσεισι, καὶ τὸν Ἰσαάκιον ἀγνῶτα ἔτι ὄντα τῶν γενομένων αἱρεῖ- καὶ τῇ μονῇ τοῦ παντοκράτορος είργνυσιν, ἢ τὸν βα- σελές Ἰωάννην ἔσχε δομήτορα. Καὶ ὁ μὲν μετὰ τὴν κατάσχεσιν τὴν τοῦ πατρὸς ἀναμαθὼν τελευτὴν καὶ τὴν τοῦ ἀδελφοῦ ἀνάῤῥησιν ἐνηχηθεὶς οὐκ εἶχεν ὅ Τι καὶ διαπράξαιτο, δεινὰ πάσχειν λέγων καὶ πέραν Πεινού ξύμπαντος, καὶ ὡς ἐπαινετέα ή τάξις (39), Εφ' ής διακρατεῖται τὸ πᾶν. « Απῆλθε, φησίν, * Αλέξιος θανάτῳ πεσών, ὁ τῶν ἀδελφῶν πρωτότοκος καὶ τῆς πατρώας ἀρχῆς κληροῦχος· ἐπηκολούθησε τούτῳ ᾿Ανδρόνικος τῷ προτέρῳ ὁ δεύτερος, καὶ τὸν νεκρὸν εἰσαγαγὼν τοῦ ἀδελφοῦ διαπόντιον μετὰ βραχὺ καὶ οὗτος τὸν βίον μετήλλαξεν. Εἰς ἑαυτὸν τοίνον τὰ τῶν Ῥωμαίων σκήπτρα ὁρᾷ, καὶ τῷ διο Σερίφ αὐτός ἔστιν ἐγκρατὴς τῆς ἀρχῆς. » Αλλ' ὁ μὲν τοιαῦτα μάτην ἐξετραγώδει, καὶ εἰκσίως ἦν πτι- δ πρᾶξις: ὡς ἐπανετέα ή πράξις τῇ προνοία ὑφ' *, Καὶ άτακτα βοῶν, Ὦ ἄνθρωποι, ὡς κατελύθη ἡ τάξις ! ὡς νεουργούνται ἕτερα πράγματα ! DE MANUELE COMNENO LIB. I. DE REBUS GESTIS MANUELIS COMNENI LIBRI SEPTEM 1.Manuel imperator appellatus magnum do. mesticum Joannem Axuchum statim in urbem im- peratricem ablegavit, unaque cum eo Basilium Tzi- tzilucem chartularium, qui et novum imperium firmarent, et ingressum præpararent, et sebasto- cratorem Isaacium fratrem ejus coercerent. Vere- batur enim ne is audito patris obitu, et sua desi- gnatione cognita, per seditionem sibi potestatem omnem vindicaret; quod et ætate ad imperium vocaretur, et tum in urbe imperatrice versaretur, et in palatio degeret, ubi pecuniarum acervi et imperatoriæ vestes reposita essent. Joannes igitur festinanter urbem ingressus Isaacium rerum adhuc ignarum capit, et in omnipotentis monasterio con- cludit, & Johanne imperatore difcato. Qui ubi post captivitalem patris obitum et fratris designa- B tionem cognovit,quid ageret non habebat, iniquis- sime secum agi conquerens. Et ordine collaudato, a quo etiam rerum universitas gubernaretur : « Alexius, inquit, obiit, fratrum primogenitus et paterni imperii beres. Hunc seculus est mtats proximus Andronicus ; qui cum fratris cadaver mari advexisset, paulo post et ipse decessit. Roma- norum igitur sceptra ad me spectant, et ego jure imperio potiar.» Quæ cum frustra vociferaretur et irritæ aviculæ instar inani conatu obstreperet, magnus domesticus custodim palatii intentus, atque id agens ut Manuel etiam a civibus imperator sa- lutaretur, litteras rubro aureoque sigillo et serico filo munitas et concha sanguine pictas clero magni templi offert, quibus eis argenteæ monetæ nummi ad cc minas promittebantur. Ferebatur Axu- chus etiam alias rubricatas imperatorias litteras apportare, quæ summam eamdem nummis aureis designarent. Nam cum suspicio quædam non ina- nis Manueli oboriretur, ne forsitan aut ipse Isaa- Hier. Wolfii notæ. tor. Alter codex habebat unde putabam legendum, et sie converteram: atque id facinus divinæ vindictæ, gubernatrici rerum universitatis, commen- dans, etc.; sed hoe vult Isaacius, laudandum onse C ordinem quo non tantum imperia,sed etiam mundi hujus universitas gubernetur. Vetustus codex ha- bet: Immo- deste vociferans: cives, ut ordo est eversus ! Ut novæ res instituuntur / (30) Η τάξις. Hanc veram lectionem esse arbi-
Seven Books on the Deeds of Manuel Komnenos · Book Ide Rebus Gestis Manuelis Comnene libri septem · Liber primus
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
καὶ δὴ τὸ ἐμπόριον εὑρὼν ἔρημον, ὅπερ ἡ κάτω πόλις ἐπονομάζεται, ὡς ἁπάντων ἀνασκευασαμένων εἰς τὸν Ἀκροκόρινθον καὶ συνηθροικότων εἰς αὐτὸν ὄψον πᾶν, ὄλβον ἅπαντα, ὅσος τε ἰδιώταις ᾠκείωτο καὶ ὅσος θεῷ ἀφιέρωτο, ἔγνω δεῖν καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἀκροκορίνθου πειραθῆναι καὶ τοῦτον, εἰ οἷόν τε, ἐξελεῖν. Ἔστι δὲ ὁ Ἀκροκόρινθος τῆς μὲν πάλαι πόλεως Κορίνθου ἀκρόπολις, νυνὶ δὲ φρούριον ὀχυρόν, αὐτὸ δὲ ὄρος ὑψηλόν, εἰς ὀξεῖαν τελευτῶν κορυφήν, αὕτη δὲ εἰς τραπεζῶδες χωρίον ἀποτελευτῶσα ἐπίπεδον, τετειχισμένον ἀσφαλῶς. ἔνδοθεν δέ εἰσι ποτίμου καὶ διαυγοῦς ὕδατος οὐκ ὀλίγα φρεάτια καὶ ἡ Πειρήνη κρήνη, ἧς ἐν ῥαψῳδίᾳ Ὅμηρος μέμνηται. ἀσφαλῆ δ’ οὕτω καὶ ἀνεπιχείρητον ὄντα τὸν Ἀκροκόρινθον (καὶ φύσις γὰρ καὶ θέσις τοῦ τόπου καὶ περίβολος ἀρραγὴς συνδραμόντα δυσάλωτον ἢ ἀνάλωτον ἀπειργάσαντο) οἱ Σικελοὶ ἀπονητὶ τὸ πλέον εἰσῄεσαν, βραχὺν ἀναλωκότες καιρὸν εἰς τὴν παράστασιν τοῦ ἐρύματος. καὶ καινὸν οὐδὲν τὸ συμβάν, οὐδὲ θαυμάζεσθαι ἄξιον· οὐ γὰρ ἐπήρκεσεν ἂν αὐτὸ ἑαυτῷ τὸ φρούριον, κἂν ἦν ἀπροσμάχητον καθ’ αὑτό, οὐδὲ τοὺς ἐπιόντας ἐχθροὺς ἀπετρέψατο μὴ ἔνδον ἔχον φρουροὺς καὶ τὸ φυλακικὸν ἀξιόμαχον.
ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΕΝ ΤΟΜΟΙΣ ΕΠΤΑ ΘΕΩΡΟΥΜΕΝΗ α. Αναῤῥηθεὶς οὖν ὁ Μανουήλ αὐτοκράτωρ εὐ- Α θέως [Ρ. 33] τὸν μέγαν δομέστικον, ᾧ κλῆσις ἦν Ἰωάννης, Αξοῦχος δὲ ἡ ἐπίκλησις, ἐς τὴν βασιλίδα πόλιν ἐξέπεμψε, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν χαρτουλάριον Βασίλειον τὸν Τζιντζιλούκην, εἰ μὲν καὶ τὰ κατὰ την νέαν διαθήσοντας βασιλείαν καὶ προομαλίσοντας τὴν εἰσέλευσιν καὶ κατασκευασομένους ἔμπροσθεν αὐτοῦ τὰ εἰσόδια, μετελευσομένους δὲ καὶ τὸν σε ἱεπτοκράτορα Ἰσαάκιον τὸν ἐκείνου ταυτόαιμιον, Τὸν γὰρ αὐτοκράτορα δέος ὑπέθραττε μήπως οὗτος τὸν τοῦ πατρὸς ἐνωτισάμενος θάνατον καὶ τὴν εἰς τὸν ἀδελφὸν τὸν νεώτερον ἀκηκοώς τῶν σκήπτρων μετάθεσιν εἰς ἐναντίαν μοῖραν ἀποκριθῇ καὶ περὶ τοῦ τῶν ὅλων αὐτὸς εἶναι κύριος διαμιλληθῇ, ἅτε ἀπὸ τῆς γενέσεως εἰς τὴν διαδοχὴν τῆς βασιλείας καλούμενος καὶ κατὰ τὴν βασιλίδα πόλιν τότε πα- Β βὼν καὶ τῶν ἀνακτόρων ἐντὸς αὐλιζόμενος, ἔνθα τῶν χρημάτων αἱ σωρεῖαί εἰσὶν ἀποκείμεναι καὶ τὰ τῶν κρατούντων γνωριστικά περιβλήματα. Ο Ιωάννης τοίνυν καταταχύνας τὴν πόλιν εἴσεισι, καὶ τὸν Ἰσαάκιον ἀγνῶτα ἔτι ὄντα τῶν γενομένων αἱρεῖ- καὶ τῇ μονῇ τοῦ παντοκράτορος είργνυσιν, ἢ τὸν βα- σελές Ἰωάννην ἔσχε δομήτορα. Καὶ ὁ μὲν μετὰ τὴν κατάσχεσιν τὴν τοῦ πατρὸς ἀναμαθὼν τελευτὴν καὶ τὴν τοῦ ἀδελφοῦ ἀνάῤῥησιν ἐνηχηθεὶς οὐκ εἶχεν ὅ Τι καὶ διαπράξαιτο, δεινὰ πάσχειν λέγων καὶ πέραν Πεινού ξύμπαντος, καὶ ὡς ἐπαινετέα ή τάξις (39), Εφ' ής διακρατεῖται τὸ πᾶν. « Απῆλθε, φησίν, * Αλέξιος θανάτῳ πεσών, ὁ τῶν ἀδελφῶν πρωτότοκος καὶ τῆς πατρώας ἀρχῆς κληροῦχος· ἐπηκολούθησε τούτῳ ᾿Ανδρόνικος τῷ προτέρῳ ὁ δεύτερος, καὶ τὸν νεκρὸν εἰσαγαγὼν τοῦ ἀδελφοῦ διαπόντιον μετὰ βραχὺ καὶ οὗτος τὸν βίον μετήλλαξεν. Εἰς ἑαυτὸν τοίνον τὰ τῶν Ῥωμαίων σκήπτρα ὁρᾷ, καὶ τῷ διο Σερίφ αὐτός ἔστιν ἐγκρατὴς τῆς ἀρχῆς. » Αλλ' ὁ μὲν τοιαῦτα μάτην ἐξετραγώδει, καὶ εἰκσίως ἦν πτι- δ πρᾶξις: ὡς ἐπανετέα ή πράξις τῇ προνοία ὑφ' *, Καὶ άτακτα βοῶν, Ὦ ἄνθρωποι, ὡς κατελύθη ἡ τάξις ! ὡς νεουργούνται ἕτερα πράγματα ! DE MANUELE COMNENO LIB. I. DE REBUS GESTIS MANUELIS COMNENI LIBRI SEPTEM 1.Manuel imperator appellatus magnum do. mesticum Joannem Axuchum statim in urbem im- peratricem ablegavit, unaque cum eo Basilium Tzi- tzilucem chartularium, qui et novum imperium firmarent, et ingressum præpararent, et sebasto- cratorem Isaacium fratrem ejus coercerent. Vere- batur enim ne is audito patris obitu, et sua desi- gnatione cognita, per seditionem sibi potestatem omnem vindicaret; quod et ætate ad imperium vocaretur, et tum in urbe imperatrice versaretur, et in palatio degeret, ubi pecuniarum acervi et imperatoriæ vestes reposita essent. Joannes igitur festinanter urbem ingressus Isaacium rerum adhuc ignarum capit, et in omnipotentis monasterio con- cludit, & Johanne imperatore difcato. Qui ubi post captivitalem patris obitum et fratris designa- B tionem cognovit,quid ageret non habebat, iniquis- sime secum agi conquerens. Et ordine collaudato, a quo etiam rerum universitas gubernaretur : « Alexius, inquit, obiit, fratrum primogenitus et paterni imperii beres. Hunc seculus est mtats proximus Andronicus ; qui cum fratris cadaver mari advexisset, paulo post et ipse decessit. Roma- norum igitur sceptra ad me spectant, et ego jure imperio potiar.» Quæ cum frustra vociferaretur et irritæ aviculæ instar inani conatu obstreperet, magnus domesticus custodim palatii intentus, atque id agens ut Manuel etiam a civibus imperator sa- lutaretur, litteras rubro aureoque sigillo et serico filo munitas et concha sanguine pictas clero magni templi offert, quibus eis argenteæ monetæ nummi ad cc minas promittebantur. Ferebatur Axu- chus etiam alias rubricatas imperatorias litteras apportare, quæ summam eamdem nummis aureis designarent. Nam cum suspicio quædam non ina- nis Manueli oboriretur, ne forsitan aut ipse Isaa- Hier. Wolfii notæ. tor. Alter codex habebat unde putabam legendum, et sie converteram: atque id facinus divinæ vindictæ, gubernatrici rerum universitatis, commen- dans, etc.; sed hoe vult Isaacius, laudandum onse C ordinem quo non tantum imperia,sed etiam mundi hujus universitas gubernetur. Vetustus codex ha- bet: Immo- deste vociferans: cives, ut ordo est eversus ! Ut novæ res instituuntur / (30) Η τάξις. Hanc veram lectionem esse arbi-
PG 139:379ἀλλ’ εἶχε μὲν ἀριθμῷ καὶ τούτους πολλούς, εἰς ἄνδρα δ’ οὐδένα συναλειφομένους ἀγαθὸν προφύλακα πόλεως· οἵ τε γὰρ ἐκ βασιλέως ἀφιγμένοι ἔνδον προσέμενον μετὰ τοῦ σφῶν ἀρχηγοῦ (ἦν δ’ οὗτος ὁ Χαλούφης Νικηφόρος) καὶ τῶν Κορινθίων οἱ προύχοντες κἀκ τῶν πέριξ κωμοπόλεων οὐ βραχεῖαι μοῖραι ὡς εἰς καιριωτάτην τοῦ πολέμου ἀλεωρὴν εἰσεληλύθασι τὸν Ἀκροκόρινθον. ὁ τοίνυν τριηράρχης ἔνδον τοῦ φρουρίου γενόμενος καὶ τὴν φύσιν τούτου κατασκεψάμενος, ἁπανταχόθεν οὖσαν ἀνεπιχείρητον, σὺν θεῷ πολεμῆσαι ἔφη καὶ θεὸν εἶναι τὸν τοιοῦτον αὐτῷ χῶρον κατασχεῖν παρασχόμενον, κακῶς φάσκων τοὺς ἔνδον καὶ πλύνων ὀνείδεσιν ὡς ἀγεννεῖς τὰ πολέμια, μάλιστα δὲ τὸν Χαλούφην, ὃν καὶ γυναικὸς ὠνόμαζε μαλακώτερον μηδὲν ἐπισταμένης πλέον τῆς ταλασιουργοῦ γυναικωνίτιδος.
ρυγίζων κατά σαγηνευθὲν πτηνάριον· ὁ δὲ δὴ δομέστικος τῆς τῶν βασιλείων φυλακῆς ἐπιμεί και τῆς τοῦ βασιλέως Μανουήλ παρὰ τοῖς αναγορεύσεως, γράμμα ερυθροσίμα, τον σφραγί χρυσέᾳ καὶ σηρικῷ νήματι ἔμπεδον, κόγχης δευμένῳ αἵματι, τῷ κλήρῳ τοῦ μεγάλου νεώ δωσι, τυποῦν αὐτοῖς (40) αργύρια ἐτήσια κα εἰς μνᾶς δὶς ἑκατὸν κορυφούμενα. Ελέγετο ἑτέραν ἠρυθροδανωμένην βασίλειον γραφὴν ρεσθαι τὸν ᾿Αξούχον, διὰ χρυσίνων ταῦτα βί ουσαν. Ἐπειδὴ γὰρ ὑπόνοιά τις τὸν κρατοῦντα τρεχεν οὐκ ἀνεύλογος, μήπως ἢ αὐτὸς Ισπάκι δῆθεν δικαιότερος εἶναι πρὸς τὴν ἀρχὴν ἐκ γενέσεως τὰ κατὰ τὴν πόλιν διαστασιάσεις πράγ πατρῷον θάνατον καὶ ξυναίμου ὑστερογενοῦς ἐνωτισάμενος μετὰ θάνατον ἐκείνου ἀναγόρευσιν, εἴτ ἡ ταῖς τῶν βασιλέων προβλήσεσί τε καὶ μεταθέσεσιν ἀεί πως ἐπεισερχομένη φιλοτάροχος καὶ νεο ποιὸς τῶν πλείστων ἔφεσις οὐκ εὔοδά οἱ τῷ νέῳ ἄνακτι καὶ ἀκίνδυνα τὰ κατὰ τὴν βασιλεία θοιτο, διὰ τοῦτο πρὸς ἀμφιῤῥεπῆ κατάστασιν τοῦ καιροῦ διπλᾶ τῷ Ἰωάννῃ φιλότιμα θεσπί ἐγχειρίζεται. Τῷ δὲ κατὰ ροῦν προβῆναι τὰ τῆς ἀποστολῆς, καὶ ὡς οὐκ ἦν τῷ πεπομφότι καὶ ἀφι διανοήσασθαι κάλλιον ἢ [Ρ. 35] ἐπεύξασθαι, συνέσχε μὲν τὸ βραβεῦον τὰ χρύσεα, ἐξήνεγκε δὲ τὸ χορηγε ἀργύρια. Καὶ οἱ μὲν οὕτω τὴν βασιλικὴν προπαρεση εἴσοδον· ὁ δὲ βασιλεὺς τὰ ὅσια τῷ πατρὶ ἐκτ καὶ ταῖς ναυσὶ τὸ σῶμα ἐνθέμενος, αἳ τῷ Π ποταμῷ ἐνωρμίζοντο, ὃς Μοψουεστίαν λιπαίνω λάσσῃ προσπλέκεται, τά τε κατ' ᾿Αντιόχειαν, καιρὸς ἐδίδου, καταστησάμενος, ἀπάρας τῶν Κ διὰ τῆς ἄνω καλουμένης. Φρυγίας ἐπεπορεύετε καὶ ὑπὸ Περσῶν ἑάλωσαν καὶ πρὸς τὸν Ἰ κρατοῦντα τηνικαῦτα Μασούτ ἀπηνέχθησαν πρὸς πατρὸς τῷ Μανουὴλ ἐξάδελφος, ὁ Κοι δηλονότι 'Ανδρόνικος (οὗτος δὲ καὶ ὕστερον μαίων κατετυράννευσε), καὶ ὁ Δασιώτης Θεό ᾧ εἰς γαμετὴν Μαρία Αρμοστο, ἦν ὁ τοῦ Μα κασίγνητος ὁ σεβαστοκράτωρ Ανδρόνικος Κατὰ γὰρ θήραν αγρίων τῆς ὁδοῦ ἐκτραπόμεν τὸ στράτευμα είχετο, ἔλαθον συλληφθέντες πολ χερσί, καὶ θηρᾷν ἐπιβαλόμενοι κνώδαλα θηρ ἀνθρώπων περιπεπτώκασι. Τότε μὲν οὖν ὁ βα μὴ πράξεσιν ἑτέραις τὸν νοῦν ἐφιστῶν δυνά ἀλλὰ τῆς προκειμένης ἅπας γινόμενος, καὶ καὶ βραχύ τι γοῦν ἀποσχέσθαι κρίνων ἀσύμι οὐδὲ τῶν κατὰ τοὺς ἄνδρας τούτους ὡς ἔδει πι τικεν ἢ βασιλικῶς αὐτοῖς ἐπήμυνε μετέπειτα τοι ζωαγρίων ἄνευ λύσατο, καὶ τὸ πόλισμ Ηρακᾶν, δ δὴ τῆς Σελευκείας ἐχόμενα ίδρυται, μαίοις ἐπανεσώσατο παρὰ Περσῶν πορθηθέν. τὴν βασιλίδα πόλιν ἐπεφθάκει ὁ Μανουήλ, ἀσ δ παρὰ τῶν ταύτης οικητόρων προσδέχεται, μὲν ὡς τὴν πατρώαν βασιλείαν παρειληφώς, δ' ὅτι καὶ παρὰ πᾶσιν ἀσπάσιος ἦν, ἐπεὶ και ἀκριβῶς μείρακι τὴν σύνεσιν ἔσωζε τῶν κατα σάντων ἐν τοῖς πράγμασι πλείονα, πολεμικ καὶ φιλοκίνδυνος κἂν τοῖς δεινοῖς ἀκατάπληκτο μεγαλύφρων δεικνύμενος, καὶ πρὸς μάχας ὀξύβοπος. Επέπρεπε δὲ καὶ χάρις ἐπὶ τοῦ ώπου τῷ νεανίᾳ, καὶ τῷ τῆς ὄψεως ὑπομειδιών NICET OHONIATÆ cius,ut ad quem ob ælalis prærogativam pertineret A imperium, audito patris obitu et fratris junioris declaratione urbem seditione turbaret, aut alioqui plurimorum turbulenti conatus, imperatorum de- signationes et mutationes fere semper comitari soliti, regni novitati impedimentum aut periculum crearet, tam ancipiti rerum statu Joanni bina libe- ralia diplomata dedit. Cum vero legatio prospere successisset, neque Joannes successum legationis meliorem sibi fingere aut optare potuisset, id quo aurum promittebatur retinuit, argentique pollicita - tionem protulit. C Ingressu ad hunc modum præparato, imperator B parentalibus peractis, et patris cadavere navibus imposito, quæ in Pyramo fluvio stationem habe- bant, qui Mopsuestiam irrigans in mare influit et Antiochiæ rebus pro tempore pacatis, e Cilicia digressus uer superiorem Phrygiam proficiscitur. Tum Andronicus Comnenus, qui post in Romanos tyrannidem exercuit, Manuelis patruelis, et Theo- dorus Dasiotes, cui Maria nupta erat, Andronici sebastocratoris, fratris Manuelis, filia, a Persis capti et ad Masutum Iconii principem sunt perducli. Nam dum feras venantur, a militari via digressi venerunt in hostium manus et in venatores homi- num inciderunt. Imperator autem, qui cum aliis rebus vacare non posset, sed propositum urgeret omnemque moram sibi incommodare putaret, non eam illorum rationem habuit quam oportebat, nec ut decebat,opem eis tulit. Post tamen eos sine pe- cunia liberavit, et Pracam, oppidum Seleucia fini- timum, vastatum a Persis recuperavit. Ut autem urbem imperatricem attigit, cupide ab incolis sus- cipitur,tum quod regno paterno succedebat, tum quod apud omnes erat gratiosus. Nam in ipsa ado- lescentia senes prudentia anteibat, bellicosus. audex, in periculis imperterritus et magnanimus, ad com- mittenda prælia promptus. Ad hæc e vultu adolescentis gratia quædam elucebat, et arridentes oouli nescio quid illecebrarum in se habebant; pro- cera statura,quamvis nonnihil inflexa; colore neque albo et niveo ut qui in umbra educati sunt, neque etiam admodum fusco ut li qui a sole sunt adusti, sed ita inter nigrum et candidum medio,ut, quam- D vis ad nigredinem tenderet, tamen decorus esset. Quamobrem a civibus obviis, quod aiunt, ulnis ex- captus,et pleno ore cum applausu celebratur, pala- tium ingreditur. Dum autem equo Arabico insigni Hier. Wolfii notæ. (40) Τυποῦν αὐτοῖς. Χορηγούν ἢ τάττο:ν.Unde supra τύπος βασιλικός idem quod διάταγμα.
Ὡς δὲ καὶ τὸν ἐκεῖσε πλοῦτον ἐνέθετο ταῖς τριήρεσι καὶ τοὺς γένει λαμπροτάτους τῶν Κορινθίων ἐδουλαγώγησεν, ἐξῃχμαλώτισε δὲ καὶ τῶν γυναικῶν ὅσαι κάλλισται καὶ βαθύκολποι, μηδ’ αὐτῆς τῆς εἰκόνος τοῦ ἐν μάρτυσι μεγίστου καὶ διαβοήτου ἐν θαύμασι Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου ἀποσχόμενος, ἀλλὰ καὶ ταύτην τῷ αὐτοῦ τεμένει ἀνακειμένην ἀνελόμενος, οὐρίῳ καὶ φορῷ χρησάμενος ἀνήγετο πνεύματι, ὡς εἶχε, καὶ τὴν Κερκυραίων ἄκραν ἐν τῷ διάπλῳ ἐς τὸ ἀσφαλέστερον καταστησάμενος· ὅτε καὶ τὰς Σικελιώτιδας τριήρεις ἰδών τις εἶπεν ἂν σκοπιμώτατα μὴ νῆας εἶναι πειρατικάς, ἀλλὰ μυριοφόρους φορταγωγούς, πολλῶν καὶ καλῶν χρημάτων οὔσας ὑπερβριθεῖς καὶ τῆς ἄνω εἰρεσίας ἐγγύς που βαπτομένας τῷ ῥεύματι. Ταῦτά τε οὖν ἐν ὠσὶν ἔνηχα ὄντα ἐλύπει τὸν αὐτοκράτορα Μανουὴλ καὶ Δία ἐποίει τὸν Ὁμηρικὸν ἀτεχνῶς συχνὰ τὸ ποιητέον ταῖς φρεσὶ μερμερίζοντα ἢ τὸν Νεοκλέους Θεμιστοκλῆν ἀεὶ ἐπὶ συννοίας ὁρώμενον καὶ ἀύ̈πνους νύκτας ἰαύοντα καὶ πρὸς τοὺς πυνθανομένους ἀποκρινόμενον ὡς καθεύδειν οὐκ ἐῴη Μιλτιάδου τὸ τρόπαιον.
ρυγίζων κατά σαγηνευθὲν πτηνάριον· ὁ δὲ δὴ δομέστικος τῆς τῶν βασιλείων φυλακῆς ἐπιμεί και τῆς τοῦ βασιλέως Μανουήλ παρὰ τοῖς αναγορεύσεως, γράμμα ερυθροσίμα, τον σφραγί χρυσέᾳ καὶ σηρικῷ νήματι ἔμπεδον, κόγχης δευμένῳ αἵματι, τῷ κλήρῳ τοῦ μεγάλου νεώ δωσι, τυποῦν αὐτοῖς (40) αργύρια ἐτήσια κα εἰς μνᾶς δὶς ἑκατὸν κορυφούμενα. Ελέγετο ἑτέραν ἠρυθροδανωμένην βασίλειον γραφὴν ρεσθαι τὸν ᾿Αξούχον, διὰ χρυσίνων ταῦτα βί ουσαν. Ἐπειδὴ γὰρ ὑπόνοιά τις τὸν κρατοῦντα τρεχεν οὐκ ἀνεύλογος, μήπως ἢ αὐτὸς Ισπάκι δῆθεν δικαιότερος εἶναι πρὸς τὴν ἀρχὴν ἐκ γενέσεως τὰ κατὰ τὴν πόλιν διαστασιάσεις πράγ πατρῷον θάνατον καὶ ξυναίμου ὑστερογενοῦς ἐνωτισάμενος μετὰ θάνατον ἐκείνου ἀναγόρευσιν, εἴτ ἡ ταῖς τῶν βασιλέων προβλήσεσί τε καὶ μεταθέσεσιν ἀεί πως ἐπεισερχομένη φιλοτάροχος καὶ νεο ποιὸς τῶν πλείστων ἔφεσις οὐκ εὔοδά οἱ τῷ νέῳ ἄνακτι καὶ ἀκίνδυνα τὰ κατὰ τὴν βασιλεία θοιτο, διὰ τοῦτο πρὸς ἀμφιῤῥεπῆ κατάστασιν τοῦ καιροῦ διπλᾶ τῷ Ἰωάννῃ φιλότιμα θεσπί ἐγχειρίζεται. Τῷ δὲ κατὰ ροῦν προβῆναι τὰ τῆς ἀποστολῆς, καὶ ὡς οὐκ ἦν τῷ πεπομφότι καὶ ἀφι διανοήσασθαι κάλλιον ἢ [Ρ. 35] ἐπεύξασθαι, συνέσχε μὲν τὸ βραβεῦον τὰ χρύσεα, ἐξήνεγκε δὲ τὸ χορηγε ἀργύρια. Καὶ οἱ μὲν οὕτω τὴν βασιλικὴν προπαρεση εἴσοδον· ὁ δὲ βασιλεὺς τὰ ὅσια τῷ πατρὶ ἐκτ καὶ ταῖς ναυσὶ τὸ σῶμα ἐνθέμενος, αἳ τῷ Π ποταμῷ ἐνωρμίζοντο, ὃς Μοψουεστίαν λιπαίνω λάσσῃ προσπλέκεται, τά τε κατ' ᾿Αντιόχειαν, καιρὸς ἐδίδου, καταστησάμενος, ἀπάρας τῶν Κ διὰ τῆς ἄνω καλουμένης. Φρυγίας ἐπεπορεύετε καὶ ὑπὸ Περσῶν ἑάλωσαν καὶ πρὸς τὸν Ἰ κρατοῦντα τηνικαῦτα Μασούτ ἀπηνέχθησαν πρὸς πατρὸς τῷ Μανουὴλ ἐξάδελφος, ὁ Κοι δηλονότι 'Ανδρόνικος (οὗτος δὲ καὶ ὕστερον μαίων κατετυράννευσε), καὶ ὁ Δασιώτης Θεό ᾧ εἰς γαμετὴν Μαρία Αρμοστο, ἦν ὁ τοῦ Μα κασίγνητος ὁ σεβαστοκράτωρ Ανδρόνικος Κατὰ γὰρ θήραν αγρίων τῆς ὁδοῦ ἐκτραπόμεν τὸ στράτευμα είχετο, ἔλαθον συλληφθέντες πολ χερσί, καὶ θηρᾷν ἐπιβαλόμενοι κνώδαλα θηρ ἀνθρώπων περιπεπτώκασι. Τότε μὲν οὖν ὁ βα μὴ πράξεσιν ἑτέραις τὸν νοῦν ἐφιστῶν δυνά ἀλλὰ τῆς προκειμένης ἅπας γινόμενος, καὶ καὶ βραχύ τι γοῦν ἀποσχέσθαι κρίνων ἀσύμι οὐδὲ τῶν κατὰ τοὺς ἄνδρας τούτους ὡς ἔδει πι τικεν ἢ βασιλικῶς αὐτοῖς ἐπήμυνε μετέπειτα τοι ζωαγρίων ἄνευ λύσατο, καὶ τὸ πόλισμ Ηρακᾶν, δ δὴ τῆς Σελευκείας ἐχόμενα ίδρυται, μαίοις ἐπανεσώσατο παρὰ Περσῶν πορθηθέν. τὴν βασιλίδα πόλιν ἐπεφθάκει ὁ Μανουήλ, ἀσ δ παρὰ τῶν ταύτης οικητόρων προσδέχεται, μὲν ὡς τὴν πατρώαν βασιλείαν παρειληφώς, δ' ὅτι καὶ παρὰ πᾶσιν ἀσπάσιος ἦν, ἐπεὶ και ἀκριβῶς μείρακι τὴν σύνεσιν ἔσωζε τῶν κατα σάντων ἐν τοῖς πράγμασι πλείονα, πολεμικ καὶ φιλοκίνδυνος κἂν τοῖς δεινοῖς ἀκατάπληκτο μεγαλύφρων δεικνύμενος, καὶ πρὸς μάχας ὀξύβοπος. Επέπρεπε δὲ καὶ χάρις ἐπὶ τοῦ ώπου τῷ νεανίᾳ, καὶ τῷ τῆς ὄψεως ὑπομειδιών NICET OHONIATÆ cius,ut ad quem ob ælalis prærogativam pertineret A imperium, audito patris obitu et fratris junioris declaratione urbem seditione turbaret, aut alioqui plurimorum turbulenti conatus, imperatorum de- signationes et mutationes fere semper comitari soliti, regni novitati impedimentum aut periculum crearet, tam ancipiti rerum statu Joanni bina libe- ralia diplomata dedit. Cum vero legatio prospere successisset, neque Joannes successum legationis meliorem sibi fingere aut optare potuisset, id quo aurum promittebatur retinuit, argentique pollicita - tionem protulit. C Ingressu ad hunc modum præparato, imperator B parentalibus peractis, et patris cadavere navibus imposito, quæ in Pyramo fluvio stationem habe- bant, qui Mopsuestiam irrigans in mare influit et Antiochiæ rebus pro tempore pacatis, e Cilicia digressus uer superiorem Phrygiam proficiscitur. Tum Andronicus Comnenus, qui post in Romanos tyrannidem exercuit, Manuelis patruelis, et Theo- dorus Dasiotes, cui Maria nupta erat, Andronici sebastocratoris, fratris Manuelis, filia, a Persis capti et ad Masutum Iconii principem sunt perducli. Nam dum feras venantur, a militari via digressi venerunt in hostium manus et in venatores homi- num inciderunt. Imperator autem, qui cum aliis rebus vacare non posset, sed propositum urgeret omnemque moram sibi incommodare putaret, non eam illorum rationem habuit quam oportebat, nec ut decebat,opem eis tulit. Post tamen eos sine pe- cunia liberavit, et Pracam, oppidum Seleucia fini- timum, vastatum a Persis recuperavit. Ut autem urbem imperatricem attigit, cupide ab incolis sus- cipitur,tum quod regno paterno succedebat, tum quod apud omnes erat gratiosus. Nam in ipsa ado- lescentia senes prudentia anteibat, bellicosus. audex, in periculis imperterritus et magnanimus, ad com- mittenda prælia promptus. Ad hæc e vultu adolescentis gratia quædam elucebat, et arridentes oouli nescio quid illecebrarum in se habebant; pro- cera statura,quamvis nonnihil inflexa; colore neque albo et niveo ut qui in umbra educati sunt, neque etiam admodum fusco ut li qui a sole sunt adusti, sed ita inter nigrum et candidum medio,ut, quam- D vis ad nigredinem tenderet, tamen decorus esset. Quamobrem a civibus obviis, quod aiunt, ulnis ex- captus,et pleno ore cum applausu celebratur, pala- tium ingreditur. Dum autem equo Arabico insigni Hier. Wolfii notæ. (40) Τυποῦν αὐτοῖς. Χορηγούν ἢ τάττο:ν.Unde supra τύπος βασιλικός idem quod διάταγμα.
ξυνεκάλει τοίνυν εἰς τὴν τοῦ γενησομένου βουλὴν πάντα τῶν τακτικῶν ἐπιστήμονα καὶ δημηγόρον εἰδότα λέγειν τῶν νιφάδων πυκνότερον. μία οὖν ἐκ πολλῶν ὡς ἀρίστη δέδοκτο βουλὴ καὶ τῷ αὐτοκράτορι ἐπεψήφιστο, μετελεύσεσθαι πολέμῳ τοὺς Σικελοὺς κατά τε ξηρὰν συγκροτηθέντι κατά τε θάλατταν, ὅτι καὶ ὁ ἀγὼν οὐ τὰς ἐλπίδας ἀγαθὰς ὑπετείνετο, οὐδ’ ὑπέβαλλε βραχέα τὰ προσιστάμενα, μέγιστος ἀναφαινόμενος καὶ τοῖς πάλαι ἀπειρημένος Ῥωμαίων ἄναξι. Συλλέγεται οὖν τὰ ἑῷα καὶ ἑσπέρια τάγματα. αἱ μὲν ἐπισκευάζονται τῶν τριηρέων, αἱ δὲ νεωστὶ πήγνυνται καὶ πρὸς τὸν πλοῦν ἀρτίωσιν δέχονται. αἱ πυρφόροι τὸ ὑγρὸν εἰσδέχονται πῦρ τῷ τέως ἠρεμοῦν ἀδιέκχυτον. ἀθροίζονται πεντηκόντοροι, ἀγείρονται μυοπάρωνες. αἱ ἱππαγωγοὶ ἀσφαλτοῦνται, αἱ φορταγωγοὶ πληροῦνται τῶν ἐδωδίμων, οἱ ἐπακτροκέλητες εὐτρεπίζονται. πάντα δὲ τὰ σκάφη τοῖς ἱστίοις πτερωθέντα ἐκ τῆς ᾐόνος ἀνάγονται, ἐφ’ ἧς ἦσαν σαλεύοντα. συγκεκρότητο γοῦν ὁ στόλος ἀγχοῦ που τῶν χιλίων πλοίων, αἱ δὲ πεζικαὶ δυνάμεις ἐς μυριάδας ἠθροίσθησαν.
ρυγίζων κατά σαγηνευθὲν πτηνάριον· ὁ δὲ δὴ δομέστικος τῆς τῶν βασιλείων φυλακῆς ἐπιμεί και τῆς τοῦ βασιλέως Μανουήλ παρὰ τοῖς αναγορεύσεως, γράμμα ερυθροσίμα, τον σφραγί χρυσέᾳ καὶ σηρικῷ νήματι ἔμπεδον, κόγχης δευμένῳ αἵματι, τῷ κλήρῳ τοῦ μεγάλου νεώ δωσι, τυποῦν αὐτοῖς (40) αργύρια ἐτήσια κα εἰς μνᾶς δὶς ἑκατὸν κορυφούμενα. Ελέγετο ἑτέραν ἠρυθροδανωμένην βασίλειον γραφὴν ρεσθαι τὸν ᾿Αξούχον, διὰ χρυσίνων ταῦτα βί ουσαν. Ἐπειδὴ γὰρ ὑπόνοιά τις τὸν κρατοῦντα τρεχεν οὐκ ἀνεύλογος, μήπως ἢ αὐτὸς Ισπάκι δῆθεν δικαιότερος εἶναι πρὸς τὴν ἀρχὴν ἐκ γενέσεως τὰ κατὰ τὴν πόλιν διαστασιάσεις πράγ πατρῷον θάνατον καὶ ξυναίμου ὑστερογενοῦς ἐνωτισάμενος μετὰ θάνατον ἐκείνου ἀναγόρευσιν, εἴτ ἡ ταῖς τῶν βασιλέων προβλήσεσί τε καὶ μεταθέσεσιν ἀεί πως ἐπεισερχομένη φιλοτάροχος καὶ νεο ποιὸς τῶν πλείστων ἔφεσις οὐκ εὔοδά οἱ τῷ νέῳ ἄνακτι καὶ ἀκίνδυνα τὰ κατὰ τὴν βασιλεία θοιτο, διὰ τοῦτο πρὸς ἀμφιῤῥεπῆ κατάστασιν τοῦ καιροῦ διπλᾶ τῷ Ἰωάννῃ φιλότιμα θεσπί ἐγχειρίζεται. Τῷ δὲ κατὰ ροῦν προβῆναι τὰ τῆς ἀποστολῆς, καὶ ὡς οὐκ ἦν τῷ πεπομφότι καὶ ἀφι διανοήσασθαι κάλλιον ἢ [Ρ. 35] ἐπεύξασθαι, συνέσχε μὲν τὸ βραβεῦον τὰ χρύσεα, ἐξήνεγκε δὲ τὸ χορηγε ἀργύρια. Καὶ οἱ μὲν οὕτω τὴν βασιλικὴν προπαρεση εἴσοδον· ὁ δὲ βασιλεὺς τὰ ὅσια τῷ πατρὶ ἐκτ καὶ ταῖς ναυσὶ τὸ σῶμα ἐνθέμενος, αἳ τῷ Π ποταμῷ ἐνωρμίζοντο, ὃς Μοψουεστίαν λιπαίνω λάσσῃ προσπλέκεται, τά τε κατ' ᾿Αντιόχειαν, καιρὸς ἐδίδου, καταστησάμενος, ἀπάρας τῶν Κ διὰ τῆς ἄνω καλουμένης. Φρυγίας ἐπεπορεύετε καὶ ὑπὸ Περσῶν ἑάλωσαν καὶ πρὸς τὸν Ἰ κρατοῦντα τηνικαῦτα Μασούτ ἀπηνέχθησαν πρὸς πατρὸς τῷ Μανουὴλ ἐξάδελφος, ὁ Κοι δηλονότι 'Ανδρόνικος (οὗτος δὲ καὶ ὕστερον μαίων κατετυράννευσε), καὶ ὁ Δασιώτης Θεό ᾧ εἰς γαμετὴν Μαρία Αρμοστο, ἦν ὁ τοῦ Μα κασίγνητος ὁ σεβαστοκράτωρ Ανδρόνικος Κατὰ γὰρ θήραν αγρίων τῆς ὁδοῦ ἐκτραπόμεν τὸ στράτευμα είχετο, ἔλαθον συλληφθέντες πολ χερσί, καὶ θηρᾷν ἐπιβαλόμενοι κνώδαλα θηρ ἀνθρώπων περιπεπτώκασι. Τότε μὲν οὖν ὁ βα μὴ πράξεσιν ἑτέραις τὸν νοῦν ἐφιστῶν δυνά ἀλλὰ τῆς προκειμένης ἅπας γινόμενος, καὶ καὶ βραχύ τι γοῦν ἀποσχέσθαι κρίνων ἀσύμι οὐδὲ τῶν κατὰ τοὺς ἄνδρας τούτους ὡς ἔδει πι τικεν ἢ βασιλικῶς αὐτοῖς ἐπήμυνε μετέπειτα τοι ζωαγρίων ἄνευ λύσατο, καὶ τὸ πόλισμ Ηρακᾶν, δ δὴ τῆς Σελευκείας ἐχόμενα ίδρυται, μαίοις ἐπανεσώσατο παρὰ Περσῶν πορθηθέν. τὴν βασιλίδα πόλιν ἐπεφθάκει ὁ Μανουήλ, ἀσ δ παρὰ τῶν ταύτης οικητόρων προσδέχεται, μὲν ὡς τὴν πατρώαν βασιλείαν παρειληφώς, δ' ὅτι καὶ παρὰ πᾶσιν ἀσπάσιος ἦν, ἐπεὶ και ἀκριβῶς μείρακι τὴν σύνεσιν ἔσωζε τῶν κατα σάντων ἐν τοῖς πράγμασι πλείονα, πολεμικ καὶ φιλοκίνδυνος κἂν τοῖς δεινοῖς ἀκατάπληκτο μεγαλύφρων δεικνύμενος, καὶ πρὸς μάχας ὀξύβοπος. Επέπρεπε δὲ καὶ χάρις ἐπὶ τοῦ ώπου τῷ νεανίᾳ, καὶ τῷ τῆς ὄψεως ὑπομειδιών NICET OHONIATÆ cius,ut ad quem ob ælalis prærogativam pertineret A imperium, audito patris obitu et fratris junioris declaratione urbem seditione turbaret, aut alioqui plurimorum turbulenti conatus, imperatorum de- signationes et mutationes fere semper comitari soliti, regni novitati impedimentum aut periculum crearet, tam ancipiti rerum statu Joanni bina libe- ralia diplomata dedit. Cum vero legatio prospere successisset, neque Joannes successum legationis meliorem sibi fingere aut optare potuisset, id quo aurum promittebatur retinuit, argentique pollicita - tionem protulit. C Ingressu ad hunc modum præparato, imperator B parentalibus peractis, et patris cadavere navibus imposito, quæ in Pyramo fluvio stationem habe- bant, qui Mopsuestiam irrigans in mare influit et Antiochiæ rebus pro tempore pacatis, e Cilicia digressus uer superiorem Phrygiam proficiscitur. Tum Andronicus Comnenus, qui post in Romanos tyrannidem exercuit, Manuelis patruelis, et Theo- dorus Dasiotes, cui Maria nupta erat, Andronici sebastocratoris, fratris Manuelis, filia, a Persis capti et ad Masutum Iconii principem sunt perducli. Nam dum feras venantur, a militari via digressi venerunt in hostium manus et in venatores homi- num inciderunt. Imperator autem, qui cum aliis rebus vacare non posset, sed propositum urgeret omnemque moram sibi incommodare putaret, non eam illorum rationem habuit quam oportebat, nec ut decebat,opem eis tulit. Post tamen eos sine pe- cunia liberavit, et Pracam, oppidum Seleucia fini- timum, vastatum a Persis recuperavit. Ut autem urbem imperatricem attigit, cupide ab incolis sus- cipitur,tum quod regno paterno succedebat, tum quod apud omnes erat gratiosus. Nam in ipsa ado- lescentia senes prudentia anteibat, bellicosus. audex, in periculis imperterritus et magnanimus, ad com- mittenda prælia promptus. Ad hæc e vultu adolescentis gratia quædam elucebat, et arridentes oouli nescio quid illecebrarum in se habebant; pro- cera statura,quamvis nonnihil inflexa; colore neque albo et niveo ut qui in umbra educati sunt, neque etiam admodum fusco ut li qui a sole sunt adusti, sed ita inter nigrum et candidum medio,ut, quam- D vis ad nigredinem tenderet, tamen decorus esset. Quamobrem a civibus obviis, quod aiunt, ulnis ex- captus,et pleno ore cum applausu celebratur, pala- tium ingreditur. Dum autem equo Arabico insigni Hier. Wolfii notæ. (40) Τυποῦν αὐτοῖς. Χορηγούν ἢ τάττο:ν.Unde supra τύπος βασιλικός idem quod διάταγμα.
ἔφριξαν ἂν καὶ Γίγαντες, εἰ παρῆσαν, τοιαύτην παρεμβολήν, ἐπεὶ καὶ εὐανδροῦσα ἦν ἡ Ῥωμαίων πᾶσα τῷ τότε καιροῦ καὶ τρέφουσα ἄνδρας ἡρωϊκὴν ἐνδεικνυμένους ἀλκὴν καὶ τὸ ὁπλιτικὸν οὐκ ἦν ἀγεννές, ἀλλὰ τὴν ὁρμὴν λεοντῶδες καὶ ἀνυπόστατον. ὁ γὰρ βασιλεύτατος τῷ ὄντι καὶ στρατηγικώτατος Ἰωάννης, ὁ τοῦ Μανουὴλ τοκεύς, οὐδὲ τἆλλα μὲν ἐσχεδίαζεν, ὅσα κοινὴν εἰσέφερε λυσιτέλειαν, τῶν δὲ στρατιωτικῶν καταλόγων διαφερόντως ἐφρόντιζε μάλιστα συχνοῖς τε πιαίνων φιλοδωρήμασι καὶ ταῖς καθ’ ὥραν γυμνασίαις ὑπαλείφων πρὸς ἔργα πολέμια. Οὕτω τοίνυν καί, ὡς ᾤετο, καλῶς τὰ κατὰ τὸν Σικελικὸν πόλεμον παρασκευασάμενος ἀνάγεσθαι μὲν κελεύει τὸν στόλον τοῖς ἐρέταις καὶ κελευσταῖς λύσασι τὰ καρχήσια, μέγαν δούκαν προβαλόμενος τὸν ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸν τὸν Κοντοστέφανον Στέφανον, ἀπαίρειν δὲ καὶ τὴν πεζὴν στρατιὰν ὑπ’ ἀρχηγοῖς ἑτέροις, ἀλλὰ δὴ καὶ Ἰωάννῃ τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ, περὶ οὗ φθάσαντες ἐν πλείστοις παρεδηλώσαμεν.
ρυγίζων κατά σαγηνευθὲν πτηνάριον· ὁ δὲ δὴ δομέστικος τῆς τῶν βασιλείων φυλακῆς ἐπιμεί και τῆς τοῦ βασιλέως Μανουήλ παρὰ τοῖς αναγορεύσεως, γράμμα ερυθροσίμα, τον σφραγί χρυσέᾳ καὶ σηρικῷ νήματι ἔμπεδον, κόγχης δευμένῳ αἵματι, τῷ κλήρῳ τοῦ μεγάλου νεώ δωσι, τυποῦν αὐτοῖς (40) αργύρια ἐτήσια κα εἰς μνᾶς δὶς ἑκατὸν κορυφούμενα. Ελέγετο ἑτέραν ἠρυθροδανωμένην βασίλειον γραφὴν ρεσθαι τὸν ᾿Αξούχον, διὰ χρυσίνων ταῦτα βί ουσαν. Ἐπειδὴ γὰρ ὑπόνοιά τις τὸν κρατοῦντα τρεχεν οὐκ ἀνεύλογος, μήπως ἢ αὐτὸς Ισπάκι δῆθεν δικαιότερος εἶναι πρὸς τὴν ἀρχὴν ἐκ γενέσεως τὰ κατὰ τὴν πόλιν διαστασιάσεις πράγ πατρῷον θάνατον καὶ ξυναίμου ὑστερογενοῦς ἐνωτισάμενος μετὰ θάνατον ἐκείνου ἀναγόρευσιν, εἴτ ἡ ταῖς τῶν βασιλέων προβλήσεσί τε καὶ μεταθέσεσιν ἀεί πως ἐπεισερχομένη φιλοτάροχος καὶ νεο ποιὸς τῶν πλείστων ἔφεσις οὐκ εὔοδά οἱ τῷ νέῳ ἄνακτι καὶ ἀκίνδυνα τὰ κατὰ τὴν βασιλεία θοιτο, διὰ τοῦτο πρὸς ἀμφιῤῥεπῆ κατάστασιν τοῦ καιροῦ διπλᾶ τῷ Ἰωάννῃ φιλότιμα θεσπί ἐγχειρίζεται. Τῷ δὲ κατὰ ροῦν προβῆναι τὰ τῆς ἀποστολῆς, καὶ ὡς οὐκ ἦν τῷ πεπομφότι καὶ ἀφι διανοήσασθαι κάλλιον ἢ [Ρ. 35] ἐπεύξασθαι, συνέσχε μὲν τὸ βραβεῦον τὰ χρύσεα, ἐξήνεγκε δὲ τὸ χορηγε ἀργύρια. Καὶ οἱ μὲν οὕτω τὴν βασιλικὴν προπαρεση εἴσοδον· ὁ δὲ βασιλεὺς τὰ ὅσια τῷ πατρὶ ἐκτ καὶ ταῖς ναυσὶ τὸ σῶμα ἐνθέμενος, αἳ τῷ Π ποταμῷ ἐνωρμίζοντο, ὃς Μοψουεστίαν λιπαίνω λάσσῃ προσπλέκεται, τά τε κατ' ᾿Αντιόχειαν, καιρὸς ἐδίδου, καταστησάμενος, ἀπάρας τῶν Κ διὰ τῆς ἄνω καλουμένης. Φρυγίας ἐπεπορεύετε καὶ ὑπὸ Περσῶν ἑάλωσαν καὶ πρὸς τὸν Ἰ κρατοῦντα τηνικαῦτα Μασούτ ἀπηνέχθησαν πρὸς πατρὸς τῷ Μανουὴλ ἐξάδελφος, ὁ Κοι δηλονότι 'Ανδρόνικος (οὗτος δὲ καὶ ὕστερον μαίων κατετυράννευσε), καὶ ὁ Δασιώτης Θεό ᾧ εἰς γαμετὴν Μαρία Αρμοστο, ἦν ὁ τοῦ Μα κασίγνητος ὁ σεβαστοκράτωρ Ανδρόνικος Κατὰ γὰρ θήραν αγρίων τῆς ὁδοῦ ἐκτραπόμεν τὸ στράτευμα είχετο, ἔλαθον συλληφθέντες πολ χερσί, καὶ θηρᾷν ἐπιβαλόμενοι κνώδαλα θηρ ἀνθρώπων περιπεπτώκασι. Τότε μὲν οὖν ὁ βα μὴ πράξεσιν ἑτέραις τὸν νοῦν ἐφιστῶν δυνά ἀλλὰ τῆς προκειμένης ἅπας γινόμενος, καὶ καὶ βραχύ τι γοῦν ἀποσχέσθαι κρίνων ἀσύμι οὐδὲ τῶν κατὰ τοὺς ἄνδρας τούτους ὡς ἔδει πι τικεν ἢ βασιλικῶς αὐτοῖς ἐπήμυνε μετέπειτα τοι ζωαγρίων ἄνευ λύσατο, καὶ τὸ πόλισμ Ηρακᾶν, δ δὴ τῆς Σελευκείας ἐχόμενα ίδρυται, μαίοις ἐπανεσώσατο παρὰ Περσῶν πορθηθέν. τὴν βασιλίδα πόλιν ἐπεφθάκει ὁ Μανουήλ, ἀσ δ παρὰ τῶν ταύτης οικητόρων προσδέχεται, μὲν ὡς τὴν πατρώαν βασιλείαν παρειληφώς, δ' ὅτι καὶ παρὰ πᾶσιν ἀσπάσιος ἦν, ἐπεὶ και ἀκριβῶς μείρακι τὴν σύνεσιν ἔσωζε τῶν κατα σάντων ἐν τοῖς πράγμασι πλείονα, πολεμικ καὶ φιλοκίνδυνος κἂν τοῖς δεινοῖς ἀκατάπληκτο μεγαλύφρων δεικνύμενος, καὶ πρὸς μάχας ὀξύβοπος. Επέπρεπε δὲ καὶ χάρις ἐπὶ τοῦ ώπου τῷ νεανίᾳ, καὶ τῷ τῆς ὄψεως ὑπομειδιών NICET OHONIATÆ cius,ut ad quem ob ælalis prærogativam pertineret A imperium, audito patris obitu et fratris junioris declaratione urbem seditione turbaret, aut alioqui plurimorum turbulenti conatus, imperatorum de- signationes et mutationes fere semper comitari soliti, regni novitati impedimentum aut periculum crearet, tam ancipiti rerum statu Joanni bina libe- ralia diplomata dedit. Cum vero legatio prospere successisset, neque Joannes successum legationis meliorem sibi fingere aut optare potuisset, id quo aurum promittebatur retinuit, argentique pollicita - tionem protulit. C Ingressu ad hunc modum præparato, imperator B parentalibus peractis, et patris cadavere navibus imposito, quæ in Pyramo fluvio stationem habe- bant, qui Mopsuestiam irrigans in mare influit et Antiochiæ rebus pro tempore pacatis, e Cilicia digressus uer superiorem Phrygiam proficiscitur. Tum Andronicus Comnenus, qui post in Romanos tyrannidem exercuit, Manuelis patruelis, et Theo- dorus Dasiotes, cui Maria nupta erat, Andronici sebastocratoris, fratris Manuelis, filia, a Persis capti et ad Masutum Iconii principem sunt perducli. Nam dum feras venantur, a militari via digressi venerunt in hostium manus et in venatores homi- num inciderunt. Imperator autem, qui cum aliis rebus vacare non posset, sed propositum urgeret omnemque moram sibi incommodare putaret, non eam illorum rationem habuit quam oportebat, nec ut decebat,opem eis tulit. Post tamen eos sine pe- cunia liberavit, et Pracam, oppidum Seleucia fini- timum, vastatum a Persis recuperavit. Ut autem urbem imperatricem attigit, cupide ab incolis sus- cipitur,tum quod regno paterno succedebat, tum quod apud omnes erat gratiosus. Nam in ipsa ado- lescentia senes prudentia anteibat, bellicosus. audex, in periculis imperterritus et magnanimus, ad com- mittenda prælia promptus. Ad hæc e vultu adolescentis gratia quædam elucebat, et arridentes oouli nescio quid illecebrarum in se habebant; pro- cera statura,quamvis nonnihil inflexa; colore neque albo et niveo ut qui in umbra educati sunt, neque etiam admodum fusco ut li qui a sole sunt adusti, sed ita inter nigrum et candidum medio,ut, quam- D vis ad nigredinem tenderet, tamen decorus esset. Quamobrem a civibus obviis, quod aiunt, ulnis ex- captus,et pleno ore cum applausu celebratur, pala- tium ingreditur. Dum autem equo Arabico insigni Hier. Wolfii notæ. (40) Τυποῦν αὐτοῖς. Χορηγούν ἢ τάττο:ν.Unde supra τύπος βασιλικός idem quod διάταγμα.
PG 139:381Εἶχε τοίνυν τὰς τριήρεις ἡ τῶν Φαιάκων πάραλος, ἣν καὶ διαμερίζονται πρὸς ἐνόρμισιν αἵ τε τῶν Οὐεντανῶν συμμαχίδες νῆες καὶ αἱ Ῥωμαϊκαὶ αὐταί, ἵν’ εἶεν οὕτως οἱ ναύσταθμοι τοῖς γένεσιν ἀμφοτέροις ἄμικτοι καὶ τῶν ἐκ τῆς ἀναμὶξ ἀναστροφῆς ἄγευστοι διαφορῶν. μετὰ βραχὺ δὲ καὶ βασιλεὺς αὐτὸς ἔξεισι μετὰ τῆς στρατιᾶς. ἐξ ἐφόδου δὲ τοὺς Σκύθας διαθροήσας, οἳ τὸν Ἴστρον διαβάντες τὰ περὶ τὸν Αἷμον ἐσίνοντο, ἄρας ἐκ τῆς Φιλίππου τὴν εὐθὺ Κεφαλήνων ἐβάδιζεν. Ἔστι δὲ ἡ Κερκυραίων ἄκρα αἰγίλιψ πᾶσα καὶ ἀγχινεφής, ἑλικοειδὴς τὴν θέσιν καὶ ὑψικόρυμβος, προσνενευκυῖα ἐς τὸ βάθιστον τῆς θαλάσσης. πέτραι δὲ περιερρώγεσαν αὐτὴν ἀμφίκρημνοι καὶ ἀπότομοι, τὸ δ’ ὕψος ὑπὲρ τὴν ᾀδομένην Ἄορνιν. τείχη δὲ ἀρραγῆ τὴν πόλιν περιείληφε πᾶσαν καὶ πύργων περιεστᾶσιν ὑψώματα, ἃ καὶ ποιοῦσι τὴν ταύτης παραλογωτέραν ἅλωσιν. Αἱ μὲν δὴ ναυτικαὶ δυνάμεις τὴν ἄκραν περιστεψάμεναι παγχάλκοις περιείλουν ὅπλοις· πρὸ δὲ τοῦ πολέμῳ ἐπιβαλεῖν ἔγνω δεῖν ὁ βασιλεὺς δι’ ὁμογλώττων καὶ ὁμοφώνων πειραθῆναι τῶν ἔνδον, εἴ πως ὑπεκσταῖεν αὐτῷ τοῦ φρουρίου ἀμαχητί.
επαγωγὴν ἐπεσύρετο, εὐμήκης ὤν τὴν ἡλικίαν, κἄν Α ἐπένευε τι τοῦ ἱθυτενοῦς μέτριον. Τὴν δὲ γε χροιάν οὔτε κατὰ τοὺς ἐσκιατραφημένους λευκὸς ἦν καὶ χιονώδης, ούτε μὴν ἄγαν καπνηρὸς ὡς οἱ πολὺν τὸν ἥλιον ἐπὶ τοῦ προσώπου δεξάμενοι καὶ οὕς παρέ βλεψαν ἀκτῖνες θερμότεραι, ἀλλὰ τῆς λευκῆς θέας ἀναχωρῶν, τῷ δὲ μέλανι προσεγγίζων χρώματι εὐ- τρεπείας καὶ οὕτως είχετο. Διὰ ταῦτα τοίνυν ὑπτίαις ἐγκάλαις περιχυθέντων τῶν πολιτῶν, εἴσεισιν ἀσμές νως τὰ βασλιεία πλατέσι καὶ ἀνεῳγόσι περικροτούμενος στόμασιν. Ἐν δὲ τῷ παριέναι μεθ᾿ ἵππου Αραβος ἐριαύχενος τὰ ἀνάκτορα, καὶ μέλλειν εἰσιέναι διὰ τῆς πύλης μεθ᾿ ἣν ἡ ἐκ τῆς ἕδρας απόβασις ἐφεῖται μόνος τοῖς αὐτοκράτορσιν, ὁ ἵππος ὅς ἦν τὸν βασιλέα ὀχῶν, ἐς ἀκουστὸν χρεμετίσας καὶ συχνά κύψας ἄκραις ὁπλαῖ τὸ δάπεδον εὐήνιά τε προποδίσας καὶ περιδινηθεὶς ἀγέρωχα, ὑπερέβη διψέ ποτε τὸν οὐδόν. ᾿Αγαθὸν οὖν [Ρ. 36] ἔδοξε τοῦτο τοῖς συνιοῦσι κομψοῖς ἐπεισόδιον, καὶ τούτων μάλιστα οἱ περικεχήνασιν οὐρανὸν, τὰ δ᾽ ἐν ποσὶ μόλις ἔχουσι διορᾷν, καὶ διὰ τῶν ἱππείων σχηματισμῶν καὶ συν χνῶν περιελιγμάτων μακραίωνα περιτελλομένην ζωὴν τῷ αὐτοκράτορι ἀπεφοίβαζον. β'. Θύσας οὖν τὰ ἀναγορευτήρια Θεῷ καὶ ἐπιβα- Β τήρια, σκέπτεται περὶ τοῦ τὸν πατριαρχικόν κλη- ρωσομένου θρόνον καὶ τοὺς τῆς Ἐκκλησίας χειρισο- μένου οἴακας καὶ ταινιώσοντος αὐτὸν ἐπὶ νεὼ Κυ- ρίου τῷ αὐτοκρατορικῷ στεφανώματι· ὁ γὰρ Στυπ τῆς Λέων θανάτῳ ἐξ ἀνθρώπων ἐγένετο. Κοινοῦται οὖν τὰ τῆς γνώμης τοῖς ἐκ τοῦ καθ' αἷμά οἱ σεμνώ- ματος προὔχουσι καὶ τοῖς ἐκ τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ ὅσοι τοῦ βήματος ἔντροφοι, καὶ πολλῶν εἰς τὴν μεγίστην ἀρχιερατείαν ἐγκρινομένων ή νικῶσα ψή μας καὶ τῶν ἁπάντων σχεδὸν πρὸς τὸν ἀπὸ τῆς μονῆς της Οξείας ρέπει μοναχὸν Μιχαήλ· οὗτος γὰρ καὶ ἀρετῆ περιώνυμος ἦν καὶ τῆς ἡμετέρας ἐν μεθέξει επιδεύσεως. Προβληθεὶς οὐχ ὁ Μιχαήλ πατριάρχης ἐς αὐτῆς τὸν χίσαντα χρίει τὰ ἱερὰ ἐσαφικόμενον μέλαθρα. Συμβαίνει δὲ τῷ βασιλεῖ καὶ ὁ ἀδελφὸς Ισκάκιος, καὶ ὑπὲρ δόξαν τὴν τῶν πολλῶν ἀντεδί- δοσαν ἀλλήλοιν τὼ ἀδελφὼ τὴν εὔνοιαν. [ν δὲ ὁ Ισαάκιος διὰ τὸ εἰς χόλον εὐέμπτωτον καὶ τὸ ἐκ μικρᾶς πολλάκις αἰτίας ἐς κολάσεις ὑπερόγκους διαῤῥιπίζεσθαι δυσξύμβλητος τοῖς πολλοῖς (41), ἔτρεφε Σε καὶ τὸ ψοφοδεὶς ἀγεννές, καὶ ταῦτα τηλίκος ὤν, περὶ ἀνδράσιν ἀνόμοιον. Ἦν οὖν ὁ βασιλεύτατος Ιωάννης ὁ τούτου πατὴρ καὶ κατὰ τοῦτο παρὰ πᾶσι μπακαριστὸς καὶ τῆς ἀοιδίμου λήξεως καὶ δι᾿ εὐφήμου εῖν καὶ βασιλεύειν ὑπὲρ αὐτὸν ἐδικαίωσε. Τοῦ δὲ Μασούτ τὰ πρὸς Ἐω ληϊζομένου καὶ κατα- τρέχοντος ἕξεισιν ὁ Μανουὴλ κατ' αὐτοῦ, καὶ δὴ γε γονώς κατὰ τὰ Μελάγγεια τοὺς ἐκεῖσε Πέρσας μετα πλε. Πρὸς δὲ τῆς τῶν Μελαγγείων φυλακής τε καὶ ἀνακτίσεως ἐπιμεληθεὶς εἰς τὴν βασιλεύουσαν Επένεισι πόλιν, νόσῳ προσπαλαίσας πλευρίτιδι. ᾿Αλλὰ καὶ τὸν τῆς ᾿Αντιοχείας πρίγκιπα Ραϊμούν Τον μετιέναι δεῖν οἰηθεὶς, τρῖς Κιλικίαις ἐπιφυόμε- των πόλεσιν, αἱ Ῥωμαίοις ἦσαν κατήκοοι, στρατιὰν Εξέπεμψεν, ἡγεμόνας αὐτῇ ἐπιστήσας τοὺς ἀδελφό ποιίας Κοντοστεφάνους, τόν τε Ἰωάννην καὶ τὸν *Ανδρόνικου, καί τινα Προσούχ οὐκ ἀϊδριν τὰ πολέ- μια· καὶ νῆες δέ προσεπεπόμφει μακράς, ὧν ἡγεῖ 2. κείμενος μνήμης, ὅτι τὸν Μανουὴλ εἰς τὸ κρα- παρά των πολλών μιαητός, πίσω. DE MANUELE COMNENO LIB. 1. ratoribus descensus e sella permittitur,equus clare hinniit, et solo ungulis crebro pulsato, solerterque progressus et fortiter in girum actus, sero tandam limen transcendit. Id quoque bonum omen visum eruditis, præsertim iis qui coelo inhiantes vix ea vident quæ ante pedes sunt ; et per equinos gestus et crebros flexus longam vitam imperatori porten- di vaticinabantur. pergit, portam ingressurus post quam solis impe- C D Facta igitur re divina pro declaratione et imperii auspiciis,de patriarchici throni successore et ecclesiastice functionis gubernatore, a quo in templo Domini corona imperatoria ornaretur, deli- berat. Nam Leo Styppiota morte rebus humanis exemptus erat. Proinde sententiam suam cum cognatis,senatoribus et sacerdotibus communicat. Cum autem multi in maximi pontifcatus suffragiis nominarentur, eorum sententia vicii, cæteris fere omnibus assensis, qui Michaelem Acuti monasterii monachum designabant, virum et virtute celebrem et nostris litteris eruditum. Is igitur patriarcha de- claratus eum a quo unctus erat vicissim ungit, sacram ædem ingressum. Imperatorem etiam frater Isaacius est comitatus; itaque fratres, præter vulgi opinionem,mutua benevolentia se complexi sunt. Fuit autem Isaacius ob iracundiam et levibus de causis ad atrocia supplicia propensionem minime gratus populo; et quanquam procerus, nescio quid formidolosum et viro indignum habuit, ut ad quemvis pene strepitum expavesceret. Quamobrem pater ejus Joannes, imperator solertissimus, etiam eo nomine ab omnibus celebrabatur, quod illi Manuelem prætulisset. Qui contra Masutum Orientem incursantem, et populantem ad Melangia profectus, Persas illius loci ultus est; dataque opera ut Melangia instauraren- tur et custodirentur, in imperatricem urbem re- vertitur,lateris morbo conflictans. Sed et Antiochia principen Raimundum ulciscendum ratus qui Cili- ciæ urbes Romanæ ditionis vexabat, Contostephani nepotes Joannem et Andronicum, et Prusuchum quemdam rei militaris non imperitum, cum exer- citu ablegavit, adjunctis longis navibus, quibus De- metrius Brana præerat, oppidis et castellis quæ vaxabantur defensis, Persis denuo bellum ipse in- ferro statuit. Qui cum Pithecanas munitiones oc Hier. Wolfii notæ. 1, vulgo Quod paulo gravius est ; etsi morositatem odium plerumque, ut umbra corpus, sequitur. (11) Δυσξύμβλητος τοῖς πολλοῖς, difficilis adi
ὡς δὲ τῶν λεγομένων ἀκουοὶ γεγονότες οὐδ’ ὅλως ὑπενεδίδοσαν, ἀλλὰ τέλεον ἀπηναίνοντο καὶ τὰς πύλας δὲ ἐπικλεισάμενοι καὶ ὀχεῦσιν αὐτὰς ἀσφαλισάμενοι φραξάμενοί τε ὡς εἶχον τὰ τείχη τοξόταις καὶ παντοίοις μηχανήμασι περιστέψαντες δῆλοι ἦσαν ἀκροβολιζόμενοι, τότε καὶ βασιλεὺς ἐφῆκε τοῖς τάγμασι τὰ ὅμοια δρᾶν καὶ παντοίως ἀμύνεσθαι τὸ ἀντίπαλον. Ἐντεῦθεν Ῥωμαῖοι μὲν ὅσα καὶ εἰς οὐρανὸν ἠκόντιζον βέλεμνα, οἱ δ’ ὡς νιφετὸν κατέχεον τὰ τοξεύματα. οἱ μὲν τοὺς ἐξ ἀφετηρίων ἱεμένους λίθους ἀνώθουν, ἢ ἀνήρειπτον εἰπεῖν οἰκειότερον, οἱ δὲ χαλαζηδὸν αὐτοὺς ἐπηφίεσαν, ὡς συμβαίνειν τοὺς μὲν ἐξ ὑπερδεξίων καὶ ἀφ’ ὕψους βάλλοντας ἀπονητὶ καὶ ἐνεργὰ ἐπαφιέναι τὰ βέλεμνα, τοὺς δὲ ὡς ἀπὸ γῆς μαχομένους πρὸς τοὺς ἐν τῇ τῆς ἄκρας ὑπερβολῇ βραχέα ἢ οὐδὲν τὸ ἀντιπῖπτον λυπεῖν.
επαγωγὴν ἐπεσύρετο, εὐμήκης ὤν τὴν ἡλικίαν, κἄν Α ἐπένευε τι τοῦ ἱθυτενοῦς μέτριον. Τὴν δὲ γε χροιάν οὔτε κατὰ τοὺς ἐσκιατραφημένους λευκὸς ἦν καὶ χιονώδης, ούτε μὴν ἄγαν καπνηρὸς ὡς οἱ πολὺν τὸν ἥλιον ἐπὶ τοῦ προσώπου δεξάμενοι καὶ οὕς παρέ βλεψαν ἀκτῖνες θερμότεραι, ἀλλὰ τῆς λευκῆς θέας ἀναχωρῶν, τῷ δὲ μέλανι προσεγγίζων χρώματι εὐ- τρεπείας καὶ οὕτως είχετο. Διὰ ταῦτα τοίνυν ὑπτίαις ἐγκάλαις περιχυθέντων τῶν πολιτῶν, εἴσεισιν ἀσμές νως τὰ βασλιεία πλατέσι καὶ ἀνεῳγόσι περικροτούμενος στόμασιν. Ἐν δὲ τῷ παριέναι μεθ᾿ ἵππου Αραβος ἐριαύχενος τὰ ἀνάκτορα, καὶ μέλλειν εἰσιέναι διὰ τῆς πύλης μεθ᾿ ἣν ἡ ἐκ τῆς ἕδρας απόβασις ἐφεῖται μόνος τοῖς αὐτοκράτορσιν, ὁ ἵππος ὅς ἦν τὸν βασιλέα ὀχῶν, ἐς ἀκουστὸν χρεμετίσας καὶ συχνά κύψας ἄκραις ὁπλαῖ τὸ δάπεδον εὐήνιά τε προποδίσας καὶ περιδινηθεὶς ἀγέρωχα, ὑπερέβη διψέ ποτε τὸν οὐδόν. ᾿Αγαθὸν οὖν [Ρ. 36] ἔδοξε τοῦτο τοῖς συνιοῦσι κομψοῖς ἐπεισόδιον, καὶ τούτων μάλιστα οἱ περικεχήνασιν οὐρανὸν, τὰ δ᾽ ἐν ποσὶ μόλις ἔχουσι διορᾷν, καὶ διὰ τῶν ἱππείων σχηματισμῶν καὶ συν χνῶν περιελιγμάτων μακραίωνα περιτελλομένην ζωὴν τῷ αὐτοκράτορι ἀπεφοίβαζον. β'. Θύσας οὖν τὰ ἀναγορευτήρια Θεῷ καὶ ἐπιβα- Β τήρια, σκέπτεται περὶ τοῦ τὸν πατριαρχικόν κλη- ρωσομένου θρόνον καὶ τοὺς τῆς Ἐκκλησίας χειρισο- μένου οἴακας καὶ ταινιώσοντος αὐτὸν ἐπὶ νεὼ Κυ- ρίου τῷ αὐτοκρατορικῷ στεφανώματι· ὁ γὰρ Στυπ τῆς Λέων θανάτῳ ἐξ ἀνθρώπων ἐγένετο. Κοινοῦται οὖν τὰ τῆς γνώμης τοῖς ἐκ τοῦ καθ' αἷμά οἱ σεμνώ- ματος προὔχουσι καὶ τοῖς ἐκ τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ ὅσοι τοῦ βήματος ἔντροφοι, καὶ πολλῶν εἰς τὴν μεγίστην ἀρχιερατείαν ἐγκρινομένων ή νικῶσα ψή μας καὶ τῶν ἁπάντων σχεδὸν πρὸς τὸν ἀπὸ τῆς μονῆς της Οξείας ρέπει μοναχὸν Μιχαήλ· οὗτος γὰρ καὶ ἀρετῆ περιώνυμος ἦν καὶ τῆς ἡμετέρας ἐν μεθέξει επιδεύσεως. Προβληθεὶς οὐχ ὁ Μιχαήλ πατριάρχης ἐς αὐτῆς τὸν χίσαντα χρίει τὰ ἱερὰ ἐσαφικόμενον μέλαθρα. Συμβαίνει δὲ τῷ βασιλεῖ καὶ ὁ ἀδελφὸς Ισκάκιος, καὶ ὑπὲρ δόξαν τὴν τῶν πολλῶν ἀντεδί- δοσαν ἀλλήλοιν τὼ ἀδελφὼ τὴν εὔνοιαν. [ν δὲ ὁ Ισαάκιος διὰ τὸ εἰς χόλον εὐέμπτωτον καὶ τὸ ἐκ μικρᾶς πολλάκις αἰτίας ἐς κολάσεις ὑπερόγκους διαῤῥιπίζεσθαι δυσξύμβλητος τοῖς πολλοῖς (41), ἔτρεφε Σε καὶ τὸ ψοφοδεὶς ἀγεννές, καὶ ταῦτα τηλίκος ὤν, περὶ ἀνδράσιν ἀνόμοιον. Ἦν οὖν ὁ βασιλεύτατος Ιωάννης ὁ τούτου πατὴρ καὶ κατὰ τοῦτο παρὰ πᾶσι μπακαριστὸς καὶ τῆς ἀοιδίμου λήξεως καὶ δι᾿ εὐφήμου εῖν καὶ βασιλεύειν ὑπὲρ αὐτὸν ἐδικαίωσε. Τοῦ δὲ Μασούτ τὰ πρὸς Ἐω ληϊζομένου καὶ κατα- τρέχοντος ἕξεισιν ὁ Μανουὴλ κατ' αὐτοῦ, καὶ δὴ γε γονώς κατὰ τὰ Μελάγγεια τοὺς ἐκεῖσε Πέρσας μετα πλε. Πρὸς δὲ τῆς τῶν Μελαγγείων φυλακής τε καὶ ἀνακτίσεως ἐπιμεληθεὶς εἰς τὴν βασιλεύουσαν Επένεισι πόλιν, νόσῳ προσπαλαίσας πλευρίτιδι. ᾿Αλλὰ καὶ τὸν τῆς ᾿Αντιοχείας πρίγκιπα Ραϊμούν Τον μετιέναι δεῖν οἰηθεὶς, τρῖς Κιλικίαις ἐπιφυόμε- των πόλεσιν, αἱ Ῥωμαίοις ἦσαν κατήκοοι, στρατιὰν Εξέπεμψεν, ἡγεμόνας αὐτῇ ἐπιστήσας τοὺς ἀδελφό ποιίας Κοντοστεφάνους, τόν τε Ἰωάννην καὶ τὸν *Ανδρόνικου, καί τινα Προσούχ οὐκ ἀϊδριν τὰ πολέ- μια· καὶ νῆες δέ προσεπεπόμφει μακράς, ὧν ἡγεῖ 2. κείμενος μνήμης, ὅτι τὸν Μανουὴλ εἰς τὸ κρα- παρά των πολλών μιαητός, πίσω. DE MANUELE COMNENO LIB. 1. ratoribus descensus e sella permittitur,equus clare hinniit, et solo ungulis crebro pulsato, solerterque progressus et fortiter in girum actus, sero tandam limen transcendit. Id quoque bonum omen visum eruditis, præsertim iis qui coelo inhiantes vix ea vident quæ ante pedes sunt ; et per equinos gestus et crebros flexus longam vitam imperatori porten- di vaticinabantur. pergit, portam ingressurus post quam solis impe- C D Facta igitur re divina pro declaratione et imperii auspiciis,de patriarchici throni successore et ecclesiastice functionis gubernatore, a quo in templo Domini corona imperatoria ornaretur, deli- berat. Nam Leo Styppiota morte rebus humanis exemptus erat. Proinde sententiam suam cum cognatis,senatoribus et sacerdotibus communicat. Cum autem multi in maximi pontifcatus suffragiis nominarentur, eorum sententia vicii, cæteris fere omnibus assensis, qui Michaelem Acuti monasterii monachum designabant, virum et virtute celebrem et nostris litteris eruditum. Is igitur patriarcha de- claratus eum a quo unctus erat vicissim ungit, sacram ædem ingressum. Imperatorem etiam frater Isaacius est comitatus; itaque fratres, præter vulgi opinionem,mutua benevolentia se complexi sunt. Fuit autem Isaacius ob iracundiam et levibus de causis ad atrocia supplicia propensionem minime gratus populo; et quanquam procerus, nescio quid formidolosum et viro indignum habuit, ut ad quemvis pene strepitum expavesceret. Quamobrem pater ejus Joannes, imperator solertissimus, etiam eo nomine ab omnibus celebrabatur, quod illi Manuelem prætulisset. Qui contra Masutum Orientem incursantem, et populantem ad Melangia profectus, Persas illius loci ultus est; dataque opera ut Melangia instauraren- tur et custodirentur, in imperatricem urbem re- vertitur,lateris morbo conflictans. Sed et Antiochia principen Raimundum ulciscendum ratus qui Cili- ciæ urbes Romanæ ditionis vexabat, Contostephani nepotes Joannem et Andronicum, et Prusuchum quemdam rei militaris non imperitum, cum exer- citu ablegavit, adjunctis longis navibus, quibus De- metrius Brana præerat, oppidis et castellis quæ vaxabantur defensis, Persis denuo bellum ipse in- ferro statuit. Qui cum Pithecanas munitiones oc Hier. Wolfii notæ. 1, vulgo Quod paulo gravius est ; etsi morositatem odium plerumque, ut umbra corpus, sequitur. (11) Δυσξύμβλητος τοῖς πολλοῖς, difficilis adi
PG 139:383ὡς δὲ πάλιν καὶ πάλιν τὰ αὐτὰ καὶ ἐπὶ πολὺ δρώμενα Ῥωμαίοις μὲν οὐκ ἦν ἐς ἐντελὲς ἀνύσιμα, εἰς δὲ θάνατον μάλιστα βλέποντα, τοῖς δ’ ἐντὸς ὡς ἀπαθέσιν οὖσιν ἀσπάσια, καινότερον ἀεί τι παρὰ τῶν κακῶς πασχόντων προσεφευρίσκετο, φιλοτιμουμένων ἐπ’ ὄψεσι βασιλέως καὶ ἔργα χειρὸς ἀκμαίας ἐνδεικνυμένων καὶ καρτερίαν ἐν τοῖς δεινοῖς, ἔτι δὲ μεθόδους ἐν τοῖς ἀπόροις πολλὴν βαθυγνωμοσύνην ἐκείνων κατηγορούσας καὶ ἐμπειρίαν τῶν τακτικῶν. ἀλλ’ ἠλέγχοντο τῶν ἀνεφίκτων ἐρῶντες καὶ τοῖς ἀνηνύτοις ἐγχειροῦντες παντάπασι διακενῆς καὶ τὰ πρὸς χάριν καὶ εὐκταία δρῶντες μᾶλλον τοῖς πολεμίοις, οἷς ἄντικρυς πρὸς οὐρανὸν αὐτὸν διεφέροντο, ἢ γοῦν ἀεροβάμοσι διημιλλῶντο πτηνοῖς τὰς καλιὰς πηξαμένοις ἐπί τινος σκοπιᾶς καὶ ἐπετόξευον νέφεσι. τέλος δὲ καὶ αὐτὸς ὁ μέγας προσαπόλλυται δοὺξ λιθιδίῳ κατὰ τοῦ κενεῶνος πέτρας ἀπορραγέντι βληθείς, ἥνπερ ἐπαφῆκεν ὑψόθεν ἀφετήριον πολέμιον ὄργανον. Καὶ ὁ μὲν ἔκειτο ὀλιγοδρανέων κάρη βάλλων θ’ ἑτέρωσε, μετὰ μικρὸν δὲ καὶ ἐξ ἀνθρώπων ἐντεῦθεν ἐγένετο.
το Δημήτριος ὁ Βρανᾶς. ᾿Αμέλει καὶ τῶν κακῶς ἐκεῖσε πασχόντων φρουρίων και πόλεων δεούσης ἐπικουρίας τετυχηκότων, κατὰ Περσῶν ἐκστρατεύειν προέθετο ἤδη γὰρ οὗτοι τὰ περὶ τὸν Πιθηκῶν ἐρύ- ματα ὑπαγαγέσθαι σπεύδοντες καὶ τῷ θέματι τῶν Θρακησίων ἐμβάλλοντες τὰ ἐν ποσὶν ἐληίζοντο. Υπερβὰς τοίνυν Λυδίαν καὶ ταῖς κατὰ Φρυγίαν καὶ Μαίανδρον ποταμὸν ἐπιστὰς πόλεσιν. αὐτάς τε τῶν ἐπηρτημένων κινδύνων ἀπήλλαξε καὶ τοὺς Πέρσας φοβήσας ἐδίωξε. Γενόμενος δὲ κατὰ τὸ Φιλομίλιον κἀκεῖσε τοῖς Τούρκοις προσέμιξεν· ἔνθα καὶ τὸν τοῦ ποδὸς ἐτοξεύθη ταρσόν παρά Πέρσου τινὸς καταβληθέντος μὲν ὑπὸ βασιλέως τῷ δόρατι, ἐν δὲ τῷ ἀνατραπῆναι τὸ βέλος ἐπαφέντος κατὰ τοῦ πέλματος. Δόξας δὲ παρ᾽ αὐτοῖς φοβερὸς εἶναι τὰς πράξεις καὶ εὔτολμος καὶ τοῦ πατρὸς Ιωάννου φιλοκινδυνότερος, οὐχ ᾑρεῖτο γενέσθαι παλίντροφος, οὐδ᾽ ἐπείθετό οἱ τοῖς συμβολυεύουσι μνησθῆναι καὶ νόστου ποτέ, μήπως ἐπισυστάντες οι Πέρσαι ὡς ἤδη περὶ τῶν ὅλων ἀπογινώσκοντες κακῶς τὸ κατ' αὐτὸν διάθωνται στράτευμα. Αμέλει καὶ τὸ πρόθυ μου ἐπιτείνας ἐς αὐτὸ τὸ Ικόνιον ἤλασεν. Αὐτὸς μὲν οὖν ὁ Μασούτη μεταναστεύσας ἐκεῖθεν παρεν ἐβαλεν εἰς τὰ Τάζαρα, ἃ ἐστιν ἡ πάλαι λεγομένη Κολωνεία· τῶν δὲ θυγατέρων αὐτοῦ μία τῶν τει- χῶν ἄνωθεν διεκκύπτουσα, στις καὶ συνεχηκέναι ἐλέγετο τῷ ἐξαδέλφῳ τοῦ βασιλέως Ιωάννῃ τῷ Κοι μνανῷ, ἄν ὁ σεβαστοκράτωρ εγείνατο Ισαάκιος, κατὰ δὲ μικρολυπίαν τοῦ θείου καὶ βασιλέως Ιωάν- νου τοῦ Κομνηνοῦ ἀποδρὸς τῷ Μασούτ προσεῤῥύη, υπὲρ τοῦ πατρὸς καὶ σουλτάνου πιθανὸν ἐτίθετο τὸν ἀπόλογον. Βασιλεὺς δὲ ἀγχοῦ τῶν περιβόλων τοῦ Ἰκονίου γενόμενος καὶ τὰ τείχη τῷ στρατῷ δια- ζώσας, τόξα τε τείνειν ἐπὶ τὰς ἐπάλξεις τῇ νεολαίᾳ ἐνδοὺς καὶ τοῖς νεκροδόχοις σήμασιν ἐνυβρίζειν μὴ συγχωρῶν, οὕτως ἐκεῖθεν μόκις ἐξώρμησε καὶ παλίμπους ἐφέρετο. Ἐν δὲ τῇ ἀπάσει λόχους ὑπο- καθισάντων τῶν πολεμίων καὶ τὰ ἀμφιλαφη χωρία προειληφότων μείζους τῶν προτέρων ἀνεφράγησαν πόλεμο:. Εναγωνίως δὲ καὶ τούτων διῳκημένων ἐς τὴν βασιλεύουσαν πόλιν ἀνέζευξεν. Ηγάγετο δὲ γυναῖκα ὁ βασιλεὺς οὗτος ἐξ ᾿Αλπ μανῶν, γένους τῶν ἐπὶ δόξης καὶ θρόνων τῶν ἀρ χικῶν. Αὕτη μέντοι οὐ τοσοῦτον τοῦ σωματικοῦ κάλλους ἐφρόντιζεν ὅσον τοῦ ἔνδον καὶ περὶ ψυχὴν ἐπεμέλετο. Οὐκοῦν ἐξομνυμένη τὰ ἐκ τῶν κόνεων ἐπιτρίμματα καὶ τοὺς τῶν ὀφθαλμῶν ὑπογραμμες καὶ τὸν πλάστην τὸν κάτωθεν καὶ τὸ τεχνικὸν ἀλλ᾽ οὐ φυσικὸν ἔρευθος, καὶ ταῖς ἀφροσι τῶν γυναικῶν αὐτὰ ἐπιβρίπτουσα, ταῖς ἀρεταῖς προσανεῖχε καὶ ωργίζετο. Εἶχε δὲ τὸ μὴ ἐπικλινὲς ἐθνικὸν, καὶ τὸ τῆς γνώμης ἐκέκτητο δυσμετάθετον. Οθεν οὐδ' ὁ βασιλεὺς προσεῖχεν αὐτῇ τὰ πολλὰ, ἀλλὰ τιμῆς μὲν καὶ θρόνων πάνυ λαμπρῶν καὶ δορυφορίας καὶ τῆς λοιπῆς λαμπροφορίας βασιλικωτατης μετείχε, τὰ δ᾽ ἐς κοίτην ἠδίκητο. Νέος γὰρ ἂν ὁ Μανουὴλ καὶ ἐρωτικὸς τῷ τε ἀνειμένῳ βίῳ καὶ ταῖς τρυφαῖς προσανέκειτο, καὶ συσσιτίων καὶ κώμων ἐξείχετο, καὶ ὅσα τὸ νεοτήσιον ἄνθος ὑπέβαλλε καὶ ἐμύουν οἱ πάνδημοι ἔρωτες διεπράττετο. πράξεων. καὶ τῶν μὲν δημοσίων εἰσφορῶν φροντι στὴν καὶ λογιστὴν μέγιστον τὸν ἐκ Πούτζης Ιωάν- την προβάλλεται καὶ αὐτὸς, ὥσπερ ὁ πατὴρ ἐκείνῳ καὶ βασιλεὺς, πρότερον ὄντα καὶ τοῦ δρόμου πρω τονοτάριον, μελεδωνὸν δὲ μεσεύοντα καὶ τῶν α κείων ὑποδρηστήρα διαταγμάτων τὸν ᾿Αγιοθοδωρί NICETE CHONIATE cupare studerent, et in Thraciam impressione A facta obvia omnia prædarentur, præterita Lydia urbes Phrygie et ad Mæandrum flumen sitas im- mtnentibus periculis eripuit, et Persae perterritos fugavit. Ad Philomelium cum Turcis congressus, oum hasta Persam quemdam prostravisset, ab eo- dem cadente in planta sagitta ictus est. Cum autem et in rebus gerendis acer atque audax et patre Joanne bellicosior hostibus videretur, recedere noluit; neque paruit iis qui monebant ut tandem domum reverteretur, ne Persæ ex desperationesalu- tis conspirantes exercitum ejus male tractarent: sed [P. 37) aucta potius alacritate ipsum lconium petiit. Unde Masutus digressus Taxaris castra posuit, quæ olim Colonia vocabatur. Una vero ex filiabus ejus, quæ Joanni Comneno Isaacii sebastocratoris filio, impe- B ratoris patrueli, nupta esse ferebatur, qui ex levi offensa a patruo et imperatore Joanne ad Masutum defecerat, e moenibus prospectans in defensionem patris sultani, orationem haud ineptam habuit. At imperator ubi ad Iconii mœnia successit, eaque exer- cilu circumdedit, et juventuti arcus contra propu- gnacula intendere concessit, prohibita sepulcrorum violatione, vix inde discessit. Sed quia in discessu hostes angustas insidiis occuparant, pugnæ supo- rioribus majores eruperunt : quibus non sine dis- crimine confectis, in urbem imperatricem rediit. Uxorem ducit Alamannam, ex illustri principum C familia natam ; quæ non tam formam corporis curabat quam animi pulchritudinem. Itaque om- nibus fucis et accititiis ornamentis repudiatis, ut quæ vecordes mulierculas decerent, naturali rubore contenta virtutum ornamentis fulgebat, constantia et gravitate animi gentilitia prædita. Quo fiebat ut imperator, etsi ei solium altissimum, satellites, honorem et splendorem regium minime negabat, tamen parum eam diligeret, neque fdem conjugit servaret, ut homo adolescens, libidinosus, dissoluta et delicatæ vitæ deditus, cæterisque rebus quas ea slas et amoris illecebra ferunt. Usus est et neptis suæ consuetudine, non sine gravi dedecore et labe; qua fama ejus, ut formosissima facies turpi navo, deformata est. pit. Publicorum vectigalium curatorem et quasto- rem supremum Joannem Puzenum, ut et pater, designavit, cum prius dromi protonotarius esset. Joannem Hagiotheodoritem suarum. constitu- tionum sequestrum et ministrum ordinavit. Is in conspectu imperatoris semper astabat, ejusque 3. Nihilominus tamen reipublicae curam suece- D γ'. Ἐμέλησε δὲ καὶ τῶν κοινῶν τῷ βασιλεῖ τῷδε
Imperii Andronici Comneni Liber I
πέρας δὲ ἡ ἐπ’ αὐτῷ πρόρρησις εἴληφε τοῦ πατριάρχου Κοσμᾶ τοῦ Ἀττικοῦ, ὃς μετὰ τὸν Ὀξείτην Μιχαὴλ τοὺς τῆς ἐκκλησίας ἐγχειρίζεται οἴακας ὑπεκστάντα τῆς ὑπερτάτης τῷ βουλομένῳ καθέδρας καὶ πρὸς τὴν νῆσον τὴν Ὀξεῖαν ἀποφοιτήσαντα, καθ’ ἣν τὸν ἄσκευον βίον καὶ ἀπέριττον ἐκ παιδὸς ἐπανῄρητο· ἔνθα καὶ τὸν οἰκεῖον ἀποδοχμώσας αὐχένα πρὸς τῇ εἰσόδῳ τοῦ προνάου πατεῖν παρεῖχε τῷ εἰσιόντι παντὶ μοναχῷ, λέγων ἀξυμφόρως ἑαυτῷ τὴν ἡλικιώτιδα καὶ φίλην ἡσυχίαν παρώσασθαι καὶ ἐπ’ οὐδενὶ ξυνοίσοντι τὸν θρόνον ἀναβῆναι τὸν ὑπερύψηλον. Ὁ δὲ Κοσμᾶς ἦν μὲν τοῖς διακόνοις ἐνάριθμος, εἶχε δὲ πατρίδα τὴν Αἴγιναν, σοφίας δ’ ἁπάσης μεταλαχὼν ἐκ τοῦ τῶν ἀρετῶν ὁρμαθοῦ πλέον ηὔχει τοὐπίσημον. μάλιστα δὲ τῷ πολλῷ τῆς ἐλεημοσύνης ἐκέκαστο, ἥτις ὡς ἐν περιδερραίῳ κόσμῳ πολυτελεῖ προσπεπηγυῖα τῇ ποικιλίᾳ τῶν ἀρετῶν δίκην ἀκτινώδους λίθου ἐπάμφαινεν·
το Δημήτριος ὁ Βρανᾶς. ᾿Αμέλει καὶ τῶν κακῶς ἐκεῖσε πασχόντων φρουρίων και πόλεων δεούσης ἐπικουρίας τετυχηκότων, κατὰ Περσῶν ἐκστρατεύειν προέθετο ἤδη γὰρ οὗτοι τὰ περὶ τὸν Πιθηκῶν ἐρύ- ματα ὑπαγαγέσθαι σπεύδοντες καὶ τῷ θέματι τῶν Θρακησίων ἐμβάλλοντες τὰ ἐν ποσὶν ἐληίζοντο. Υπερβὰς τοίνυν Λυδίαν καὶ ταῖς κατὰ Φρυγίαν καὶ Μαίανδρον ποταμὸν ἐπιστὰς πόλεσιν. αὐτάς τε τῶν ἐπηρτημένων κινδύνων ἀπήλλαξε καὶ τοὺς Πέρσας φοβήσας ἐδίωξε. Γενόμενος δὲ κατὰ τὸ Φιλομίλιον κἀκεῖσε τοῖς Τούρκοις προσέμιξεν· ἔνθα καὶ τὸν τοῦ ποδὸς ἐτοξεύθη ταρσόν παρά Πέρσου τινὸς καταβληθέντος μὲν ὑπὸ βασιλέως τῷ δόρατι, ἐν δὲ τῷ ἀνατραπῆναι τὸ βέλος ἐπαφέντος κατὰ τοῦ πέλματος. Δόξας δὲ παρ᾽ αὐτοῖς φοβερὸς εἶναι τὰς πράξεις καὶ εὔτολμος καὶ τοῦ πατρὸς Ιωάννου φιλοκινδυνότερος, οὐχ ᾑρεῖτο γενέσθαι παλίντροφος, οὐδ᾽ ἐπείθετό οἱ τοῖς συμβολυεύουσι μνησθῆναι καὶ νόστου ποτέ, μήπως ἐπισυστάντες οι Πέρσαι ὡς ἤδη περὶ τῶν ὅλων ἀπογινώσκοντες κακῶς τὸ κατ' αὐτὸν διάθωνται στράτευμα. Αμέλει καὶ τὸ πρόθυ μου ἐπιτείνας ἐς αὐτὸ τὸ Ικόνιον ἤλασεν. Αὐτὸς μὲν οὖν ὁ Μασούτη μεταναστεύσας ἐκεῖθεν παρεν ἐβαλεν εἰς τὰ Τάζαρα, ἃ ἐστιν ἡ πάλαι λεγομένη Κολωνεία· τῶν δὲ θυγατέρων αὐτοῦ μία τῶν τει- χῶν ἄνωθεν διεκκύπτουσα, στις καὶ συνεχηκέναι ἐλέγετο τῷ ἐξαδέλφῳ τοῦ βασιλέως Ιωάννῃ τῷ Κοι μνανῷ, ἄν ὁ σεβαστοκράτωρ εγείνατο Ισαάκιος, κατὰ δὲ μικρολυπίαν τοῦ θείου καὶ βασιλέως Ιωάν- νου τοῦ Κομνηνοῦ ἀποδρὸς τῷ Μασούτ προσεῤῥύη, υπὲρ τοῦ πατρὸς καὶ σουλτάνου πιθανὸν ἐτίθετο τὸν ἀπόλογον. Βασιλεὺς δὲ ἀγχοῦ τῶν περιβόλων τοῦ Ἰκονίου γενόμενος καὶ τὰ τείχη τῷ στρατῷ δια- ζώσας, τόξα τε τείνειν ἐπὶ τὰς ἐπάλξεις τῇ νεολαίᾳ ἐνδοὺς καὶ τοῖς νεκροδόχοις σήμασιν ἐνυβρίζειν μὴ συγχωρῶν, οὕτως ἐκεῖθεν μόκις ἐξώρμησε καὶ παλίμπους ἐφέρετο. Ἐν δὲ τῇ ἀπάσει λόχους ὑπο- καθισάντων τῶν πολεμίων καὶ τὰ ἀμφιλαφη χωρία προειληφότων μείζους τῶν προτέρων ἀνεφράγησαν πόλεμο:. Εναγωνίως δὲ καὶ τούτων διῳκημένων ἐς τὴν βασιλεύουσαν πόλιν ἀνέζευξεν. Ηγάγετο δὲ γυναῖκα ὁ βασιλεὺς οὗτος ἐξ ᾿Αλπ μανῶν, γένους τῶν ἐπὶ δόξης καὶ θρόνων τῶν ἀρ χικῶν. Αὕτη μέντοι οὐ τοσοῦτον τοῦ σωματικοῦ κάλλους ἐφρόντιζεν ὅσον τοῦ ἔνδον καὶ περὶ ψυχὴν ἐπεμέλετο. Οὐκοῦν ἐξομνυμένη τὰ ἐκ τῶν κόνεων ἐπιτρίμματα καὶ τοὺς τῶν ὀφθαλμῶν ὑπογραμμες καὶ τὸν πλάστην τὸν κάτωθεν καὶ τὸ τεχνικὸν ἀλλ᾽ οὐ φυσικὸν ἔρευθος, καὶ ταῖς ἀφροσι τῶν γυναικῶν αὐτὰ ἐπιβρίπτουσα, ταῖς ἀρεταῖς προσανεῖχε καὶ ωργίζετο. Εἶχε δὲ τὸ μὴ ἐπικλινὲς ἐθνικὸν, καὶ τὸ τῆς γνώμης ἐκέκτητο δυσμετάθετον. Οθεν οὐδ' ὁ βασιλεὺς προσεῖχεν αὐτῇ τὰ πολλὰ, ἀλλὰ τιμῆς μὲν καὶ θρόνων πάνυ λαμπρῶν καὶ δορυφορίας καὶ τῆς λοιπῆς λαμπροφορίας βασιλικωτατης μετείχε, τὰ δ᾽ ἐς κοίτην ἠδίκητο. Νέος γὰρ ἂν ὁ Μανουὴλ καὶ ἐρωτικὸς τῷ τε ἀνειμένῳ βίῳ καὶ ταῖς τρυφαῖς προσανέκειτο, καὶ συσσιτίων καὶ κώμων ἐξείχετο, καὶ ὅσα τὸ νεοτήσιον ἄνθος ὑπέβαλλε καὶ ἐμύουν οἱ πάνδημοι ἔρωτες διεπράττετο. πράξεων. καὶ τῶν μὲν δημοσίων εἰσφορῶν φροντι στὴν καὶ λογιστὴν μέγιστον τὸν ἐκ Πούτζης Ιωάν- την προβάλλεται καὶ αὐτὸς, ὥσπερ ὁ πατὴρ ἐκείνῳ καὶ βασιλεὺς, πρότερον ὄντα καὶ τοῦ δρόμου πρω τονοτάριον, μελεδωνὸν δὲ μεσεύοντα καὶ τῶν α κείων ὑποδρηστήρα διαταγμάτων τὸν ᾿Αγιοθοδωρί NICETE CHONIATE cupare studerent, et in Thraciam impressione A facta obvia omnia prædarentur, præterita Lydia urbes Phrygie et ad Mæandrum flumen sitas im- mtnentibus periculis eripuit, et Persae perterritos fugavit. Ad Philomelium cum Turcis congressus, oum hasta Persam quemdam prostravisset, ab eo- dem cadente in planta sagitta ictus est. Cum autem et in rebus gerendis acer atque audax et patre Joanne bellicosior hostibus videretur, recedere noluit; neque paruit iis qui monebant ut tandem domum reverteretur, ne Persæ ex desperationesalu- tis conspirantes exercitum ejus male tractarent: sed [P. 37) aucta potius alacritate ipsum lconium petiit. Unde Masutus digressus Taxaris castra posuit, quæ olim Colonia vocabatur. Una vero ex filiabus ejus, quæ Joanni Comneno Isaacii sebastocratoris filio, impe- B ratoris patrueli, nupta esse ferebatur, qui ex levi offensa a patruo et imperatore Joanne ad Masutum defecerat, e moenibus prospectans in defensionem patris sultani, orationem haud ineptam habuit. At imperator ubi ad Iconii mœnia successit, eaque exer- cilu circumdedit, et juventuti arcus contra propu- gnacula intendere concessit, prohibita sepulcrorum violatione, vix inde discessit. Sed quia in discessu hostes angustas insidiis occuparant, pugnæ supo- rioribus majores eruperunt : quibus non sine dis- crimine confectis, in urbem imperatricem rediit. Uxorem ducit Alamannam, ex illustri principum C familia natam ; quæ non tam formam corporis curabat quam animi pulchritudinem. Itaque om- nibus fucis et accititiis ornamentis repudiatis, ut quæ vecordes mulierculas decerent, naturali rubore contenta virtutum ornamentis fulgebat, constantia et gravitate animi gentilitia prædita. Quo fiebat ut imperator, etsi ei solium altissimum, satellites, honorem et splendorem regium minime negabat, tamen parum eam diligeret, neque fdem conjugit servaret, ut homo adolescens, libidinosus, dissoluta et delicatæ vitæ deditus, cæterisque rebus quas ea slas et amoris illecebra ferunt. Usus est et neptis suæ consuetudine, non sine gravi dedecore et labe; qua fama ejus, ut formosissima facies turpi navo, deformata est. pit. Publicorum vectigalium curatorem et quasto- rem supremum Joannem Puzenum, ut et pater, designavit, cum prius dromi protonotarius esset. Joannem Hagiotheodoritem suarum. constitu- tionum sequestrum et ministrum ordinavit. Is in conspectu imperatoris semper astabat, ejusque 3. Nihilominus tamen reipublicae curam suece- D γ'. Ἐμέλησε δὲ καὶ τῶν κοινῶν τῷ βασιλεῖ τῷδε
οὕτω γὰρ τὸν εἰς ἀνθρώπους ἔλεον ἔρρωτο, ὡς καὶ τὸν ἐπενδύτην αὐτὸν καὶ τὸν χιτῶνα ἐνιαχοῦ τοῦ σώματος καὶ τὴν ὀθονοσκεπῆ καλύπτραν τῆς κεφαλῆς διαδιδόναι πένησι καὶ πράγματα παρέχειν τοῖς ἀφ’ ἑστίας μὴ διφῶσι μόνον αὐτά, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐπορίαν ἄλλων τυρβαζομένοις. Διὰ ταῦτα καὶ παρὰ πᾶσι μὲν ἦν αἰδέσιμος ὁ ἀνήρ, ὁ δὲ σεβαστοκράτωρ Ἰσαάκιος, ὁ τοῦ βασιλέως Μανουὴλ αὐθόμαιμος, μόνον οὐκ ἐπέθυεν ὡς θεῷ, ἐκεῖνο θεοφιλὲς καὶ πρακτέον οἰόμενος, ὅπερ ἦν ὁ πατριάρχης ὑποτιθέμενος, κἀκεῖνο αὖθις θεομισὲς καὶ ἀπώμοτον, ὅπερ οὑτοσὶ ἀπηγόρευεν. ἡ γοῦν φατρία τῶν τότε ἀντιδόξων τῆς ἀρετῆς ἀρχιερέων καὶ τοῦ ἐργάτου ταύτης ἀντίθετος μοῖρα ἐνδιαβάλλουσι τὸν ἄνδρα τῷ βασιλεῖ ὡς τῷ ἀδελφῷ Ἰσαακίῳ τὴν βασιλείαν μνώμενον, λαθραίας τὰς προόπτους εἰς τὸ ἱερὸν ἀρχεῖον ἀνόδους τοῦ σεβαστοκράτορος ὀνομάζοντες καὶ κρυφιώδεις συσκευὰς τὰ οὐκ ἐν μυχῷ γῆς καὶ παραβύστῳ ἀλλ’ ἐφ’ ἡλίῳ συλλαλούμενα μάρτυρι. Ὁ τοίνυν Μανουὴλ νέος ὢν ἔτι καὶ αὐτάρεσκος καὶ ἄλλως ὑποβλέπεσθαι τὸν ἀδελφὸν ὑπὸ τῶν τοῦ πατριάρχου κατηγόρων ὡς βασιλειῶντα ἐναγόμενος ἀνατρέψαι τοῦτον τοῦ θρόνου ἐζήτει.
το Δημήτριος ὁ Βρανᾶς. ᾿Αμέλει καὶ τῶν κακῶς ἐκεῖσε πασχόντων φρουρίων και πόλεων δεούσης ἐπικουρίας τετυχηκότων, κατὰ Περσῶν ἐκστρατεύειν προέθετο ἤδη γὰρ οὗτοι τὰ περὶ τὸν Πιθηκῶν ἐρύ- ματα ὑπαγαγέσθαι σπεύδοντες καὶ τῷ θέματι τῶν Θρακησίων ἐμβάλλοντες τὰ ἐν ποσὶν ἐληίζοντο. Υπερβὰς τοίνυν Λυδίαν καὶ ταῖς κατὰ Φρυγίαν καὶ Μαίανδρον ποταμὸν ἐπιστὰς πόλεσιν. αὐτάς τε τῶν ἐπηρτημένων κινδύνων ἀπήλλαξε καὶ τοὺς Πέρσας φοβήσας ἐδίωξε. Γενόμενος δὲ κατὰ τὸ Φιλομίλιον κἀκεῖσε τοῖς Τούρκοις προσέμιξεν· ἔνθα καὶ τὸν τοῦ ποδὸς ἐτοξεύθη ταρσόν παρά Πέρσου τινὸς καταβληθέντος μὲν ὑπὸ βασιλέως τῷ δόρατι, ἐν δὲ τῷ ἀνατραπῆναι τὸ βέλος ἐπαφέντος κατὰ τοῦ πέλματος. Δόξας δὲ παρ᾽ αὐτοῖς φοβερὸς εἶναι τὰς πράξεις καὶ εὔτολμος καὶ τοῦ πατρὸς Ιωάννου φιλοκινδυνότερος, οὐχ ᾑρεῖτο γενέσθαι παλίντροφος, οὐδ᾽ ἐπείθετό οἱ τοῖς συμβολυεύουσι μνησθῆναι καὶ νόστου ποτέ, μήπως ἐπισυστάντες οι Πέρσαι ὡς ἤδη περὶ τῶν ὅλων ἀπογινώσκοντες κακῶς τὸ κατ' αὐτὸν διάθωνται στράτευμα. Αμέλει καὶ τὸ πρόθυ μου ἐπιτείνας ἐς αὐτὸ τὸ Ικόνιον ἤλασεν. Αὐτὸς μὲν οὖν ὁ Μασούτη μεταναστεύσας ἐκεῖθεν παρεν ἐβαλεν εἰς τὰ Τάζαρα, ἃ ἐστιν ἡ πάλαι λεγομένη Κολωνεία· τῶν δὲ θυγατέρων αὐτοῦ μία τῶν τει- χῶν ἄνωθεν διεκκύπτουσα, στις καὶ συνεχηκέναι ἐλέγετο τῷ ἐξαδέλφῳ τοῦ βασιλέως Ιωάννῃ τῷ Κοι μνανῷ, ἄν ὁ σεβαστοκράτωρ εγείνατο Ισαάκιος, κατὰ δὲ μικρολυπίαν τοῦ θείου καὶ βασιλέως Ιωάν- νου τοῦ Κομνηνοῦ ἀποδρὸς τῷ Μασούτ προσεῤῥύη, υπὲρ τοῦ πατρὸς καὶ σουλτάνου πιθανὸν ἐτίθετο τὸν ἀπόλογον. Βασιλεὺς δὲ ἀγχοῦ τῶν περιβόλων τοῦ Ἰκονίου γενόμενος καὶ τὰ τείχη τῷ στρατῷ δια- ζώσας, τόξα τε τείνειν ἐπὶ τὰς ἐπάλξεις τῇ νεολαίᾳ ἐνδοὺς καὶ τοῖς νεκροδόχοις σήμασιν ἐνυβρίζειν μὴ συγχωρῶν, οὕτως ἐκεῖθεν μόκις ἐξώρμησε καὶ παλίμπους ἐφέρετο. Ἐν δὲ τῇ ἀπάσει λόχους ὑπο- καθισάντων τῶν πολεμίων καὶ τὰ ἀμφιλαφη χωρία προειληφότων μείζους τῶν προτέρων ἀνεφράγησαν πόλεμο:. Εναγωνίως δὲ καὶ τούτων διῳκημένων ἐς τὴν βασιλεύουσαν πόλιν ἀνέζευξεν. Ηγάγετο δὲ γυναῖκα ὁ βασιλεὺς οὗτος ἐξ ᾿Αλπ μανῶν, γένους τῶν ἐπὶ δόξης καὶ θρόνων τῶν ἀρ χικῶν. Αὕτη μέντοι οὐ τοσοῦτον τοῦ σωματικοῦ κάλλους ἐφρόντιζεν ὅσον τοῦ ἔνδον καὶ περὶ ψυχὴν ἐπεμέλετο. Οὐκοῦν ἐξομνυμένη τὰ ἐκ τῶν κόνεων ἐπιτρίμματα καὶ τοὺς τῶν ὀφθαλμῶν ὑπογραμμες καὶ τὸν πλάστην τὸν κάτωθεν καὶ τὸ τεχνικὸν ἀλλ᾽ οὐ φυσικὸν ἔρευθος, καὶ ταῖς ἀφροσι τῶν γυναικῶν αὐτὰ ἐπιβρίπτουσα, ταῖς ἀρεταῖς προσανεῖχε καὶ ωργίζετο. Εἶχε δὲ τὸ μὴ ἐπικλινὲς ἐθνικὸν, καὶ τὸ τῆς γνώμης ἐκέκτητο δυσμετάθετον. Οθεν οὐδ' ὁ βασιλεὺς προσεῖχεν αὐτῇ τὰ πολλὰ, ἀλλὰ τιμῆς μὲν καὶ θρόνων πάνυ λαμπρῶν καὶ δορυφορίας καὶ τῆς λοιπῆς λαμπροφορίας βασιλικωτατης μετείχε, τὰ δ᾽ ἐς κοίτην ἠδίκητο. Νέος γὰρ ἂν ὁ Μανουὴλ καὶ ἐρωτικὸς τῷ τε ἀνειμένῳ βίῳ καὶ ταῖς τρυφαῖς προσανέκειτο, καὶ συσσιτίων καὶ κώμων ἐξείχετο, καὶ ὅσα τὸ νεοτήσιον ἄνθος ὑπέβαλλε καὶ ἐμύουν οἱ πάνδημοι ἔρωτες διεπράττετο. πράξεων. καὶ τῶν μὲν δημοσίων εἰσφορῶν φροντι στὴν καὶ λογιστὴν μέγιστον τὸν ἐκ Πούτζης Ιωάν- την προβάλλεται καὶ αὐτὸς, ὥσπερ ὁ πατὴρ ἐκείνῳ καὶ βασιλεὺς, πρότερον ὄντα καὶ τοῦ δρόμου πρω τονοτάριον, μελεδωνὸν δὲ μεσεύοντα καὶ τῶν α κείων ὑποδρηστήρα διαταγμάτων τὸν ᾿Αγιοθοδωρί NICETE CHONIATE cupare studerent, et in Thraciam impressione A facta obvia omnia prædarentur, præterita Lydia urbes Phrygie et ad Mæandrum flumen sitas im- mtnentibus periculis eripuit, et Persae perterritos fugavit. Ad Philomelium cum Turcis congressus, oum hasta Persam quemdam prostravisset, ab eo- dem cadente in planta sagitta ictus est. Cum autem et in rebus gerendis acer atque audax et patre Joanne bellicosior hostibus videretur, recedere noluit; neque paruit iis qui monebant ut tandem domum reverteretur, ne Persæ ex desperationesalu- tis conspirantes exercitum ejus male tractarent: sed [P. 37) aucta potius alacritate ipsum lconium petiit. Unde Masutus digressus Taxaris castra posuit, quæ olim Colonia vocabatur. Una vero ex filiabus ejus, quæ Joanni Comneno Isaacii sebastocratoris filio, impe- B ratoris patrueli, nupta esse ferebatur, qui ex levi offensa a patruo et imperatore Joanne ad Masutum defecerat, e moenibus prospectans in defensionem patris sultani, orationem haud ineptam habuit. At imperator ubi ad Iconii mœnia successit, eaque exer- cilu circumdedit, et juventuti arcus contra propu- gnacula intendere concessit, prohibita sepulcrorum violatione, vix inde discessit. Sed quia in discessu hostes angustas insidiis occuparant, pugnæ supo- rioribus majores eruperunt : quibus non sine dis- crimine confectis, in urbem imperatricem rediit. Uxorem ducit Alamannam, ex illustri principum C familia natam ; quæ non tam formam corporis curabat quam animi pulchritudinem. Itaque om- nibus fucis et accititiis ornamentis repudiatis, ut quæ vecordes mulierculas decerent, naturali rubore contenta virtutum ornamentis fulgebat, constantia et gravitate animi gentilitia prædita. Quo fiebat ut imperator, etsi ei solium altissimum, satellites, honorem et splendorem regium minime negabat, tamen parum eam diligeret, neque fdem conjugit servaret, ut homo adolescens, libidinosus, dissoluta et delicatæ vitæ deditus, cæterisque rebus quas ea slas et amoris illecebra ferunt. Usus est et neptis suæ consuetudine, non sine gravi dedecore et labe; qua fama ejus, ut formosissima facies turpi navo, deformata est. pit. Publicorum vectigalium curatorem et quasto- rem supremum Joannem Puzenum, ut et pater, designavit, cum prius dromi protonotarius esset. Joannem Hagiotheodoritem suarum. constitu- tionum sequestrum et ministrum ordinavit. Is in conspectu imperatoris semper astabat, ejusque 3. Nihilominus tamen reipublicae curam suece- D γ'. Ἐμέλησε δὲ καὶ τῶν κοινῶν τῷ βασιλεῖ τῷδε
PG 139:385κἀπειδὴ ἅπτεται Μῶμος καὶ τῶν ἀψαύστων, ὡς οἴδαμεν, καὶ ἅπας, ὡς καὶ τοῦτο ἴσμεν, εἰς τὸ κακόν τι δρᾶν προσκλινέστερος, καθαιρέσει καθυποβάλλεται ὡς τῷ μοναχῷ δήπουθεν Νίφωνι συμφρονῶν. ἦν δὲ ὁ Νίφων συνήθης μὲν τῷ πατρὶ καὶ πολλάκις ἐκ τῆς αὐτῆς τραπέζης ἑστιαθεὶς καὶ στέγης ὁμοίως μετειληχώς, διεβέβλητο δὲ ὡς οὐκ ὀρθὸς εἴη τὰ ἐς πίστιν, διὸ καὶ τὴν σχοινοτενῆ γένυν ἐκέκαρτο καὶ δεσμωτηρίῳ ἐνείρχθη παρὰ τοῦ πατριάρχου Μιχαήλ. ἦν οὖν ὁ Κοσμᾶς δι’ αὐτὸν ὑπ’ αἰτίαν ὡς ὁμόφρων τε καὶ ὁμόδοξος καὶ οἱ ἀντίδοξοι τῷ Κοσμᾷ εὐπροσώπου ταύτης ἀφορμῆς λαβόμενοι κατέτρεχον ἤδη καὶ λαμπρῶς ἐπέκειντο, κατὰ κράτος αἱρήσειν καὶ ὅλαις καθελεῖν ψήφοις αὐτὸν ἐπειγόμενοι.
Β την τίθησιν Ιωάννην. Καὶ ἦν ὁ μὲν τῷ προσώπῳ τοῦ βασιλέως (Ρ. 38] ἀεὶ ὁπτανόμενος καὶ τὰ τού του ἐντάλματα ὅσα καὶ ἐμφάσεις ἐκ κρείττονος μοίρας δεχόμενος, ὑπουργοῖς δὲ οὐκ ὀλίγοις τῶν γραφομένων καὶ λεγομένων ἐκέχρητο λογίοις ἀνδρά- σιν, ὅσοις ἡ αὐλὴ ἐνέβριθεν ἡ βασίλειος, πρὸ πάνω των δὲ τῷ Στυππειώτη Θεοδώρῳ, περὶ οὗ δηλώσου μεν (42) ἐν τοῖς ἐφεξῆς. Ην δὲ ὁ ἐκ Πούτζης Ιωάν- της δεινότατος τὰ δημόσια, φορολογίας παιπάλημα καὶ ἐπίτριμμα, καὶ τῶν μὲν ὄντων δασμοφορημα- των συζητητής ἀκριβέστατος, τῶν δὲ οὐκ ὄντων εὑρετῆς ἀπαράμιλλος. Ἐξήσκητο δὲ καὶ τὸ ἦθος ὑπὲρ πάντας ἀδυσώπητον καὶ ἀμείλικτον· εὐκοπώ τερον γὰρ ἄν τις αμειδῆ καὶ ἀγέλαστον πέτραν ἐμάλθαξεν ἢ ἐκεῖνον ἐν τοῖς ἀβουλήτοις ὑπέκλινεν, Ὁ δὲ τούτου θαυμασιώτερον, οὐ μόνον οὐκ ἦν δα- κρύοις άτεγκτος, σχήμασι δεητηρίοις ἀπροσκλινὴς, ἀργυρίου ἀτίνακτος ἐλεπόλεσι καὶ χρυσίου ἀγοή. τευτος φαρμακεύμασιν, ἀλλ᾽ εἶχε καὶ τὸ δυσέντευ στον ὡς ἀπάνθρωπον. Τὸ δὲ τοις τότε (43) θυμαλ. γὲς καὶ δυτύποιστον, οὐδ᾽ ἀπόλογος ἦν παρ' αὐτῷ καθαρῶς ἐφ᾽ οἷς ὁ προσιών προετίθετο, ἀλλὰ χαί ρων τὰ πλεῖστα τῇ ἀφασίᾳ ἐνιαχοῦ καὶ ἀπροσήγορον παρῄει τὸν παραβάλλοντα. Τοσαύτην δ' ἐκ βασιλέως ἰσχύν τε καὶ ἐξουσίαν περιεζώννυτο ὡς ἃ μὲν ἠβού- λετο τῶν βασιλικῶν θεσπισμάτων ἀποπέμπεσθαι και διαρρηγνύειν, ἔνια δὲ καὶ τοῖς δημοσίοις ἐγ- γράφειν κώδιξιν. Ὑποθήκῃ δὲ τοῦ ἀνδρὸς τούτου χρήμά τι κοινωφελὲς καὶ ταῖς νήσοις πάσαις σωτή ριον καὶ τοῖς πρώην βασιλεῦσι συντηρηθὲν ἀπαρά ἔστιν ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης ἀξυμφόρως κατήργησε. Τὰ γὰρ ἐκ τῶν πλευστικών (44) ἐρανιζόμενα στρα τειῶν, διαδιδόμενα πάλαι τῷ ναυτικῷ, εἰς τὸ τα μιεῖον οὗτος παρειπάμενος μετωχέτευσε, καὶ τὰς ἀπὸ τῶν νήσων ἐκ τύπου παρεχομένας τριήρεις αὐ- τάνδρους μικρού κατεπόντισε παραφάμενος. Υπου θέμενος γὰρ ὡς τὸ μὲν τῶν τριηρέων χρῆμα οὐκ ἀεὶ τῇ πολιτείᾳ καὶ τῷ κοινῷ ἐπιτήδειον, τὰ δ᾽ ὑπὲρ τούτων ἀναλώματα οὐκ εὐάγκαλα (45) καὶ ἐπέτεια, καὶ δεῖν αὐτὰ μὲν τὸ ταμιεῖον ἐγκολπίζεσθαι, χρείας δ' ἐνισταμένης ἐκ τῶν βασιλικῶν θησαυρισμάτων τὸν ἐξωνιασμὸν τῷ ναυτικῷ παρέχεσθαι, ἔδοξεν εἶναι ἀνδρῶν ὁ βέλτιστος καὶ τὴν φύσιν τῶν πραγμά- των ηκριβωκὼς ὁ καταποντιστοῦ σκέμμα εἰσενεγ- κάμενος. Τοῖς γὰρ ἀδροῖς τὸν βασιλέα ἐν τῷ ταῦτα εἰσηγήσασθαι παρακέκρουσε δαπανήμασι, καὶ αὖθις τῷ μετρίῳ τῆς καταβολῆς διακέχυκε. Καὶ νῦν ἐκ τῆς κακοβουλίας ταύτης εἴτ᾿ οὖν σμικροπρεπείας θαλασσοκρατοῦσιν οἱ πειραταὶ, καὶ κακῶς πεπρά- γεσι ταῖς λῃστρίσιν αἱ παραθαλαττίδιοι Ῥωμαίων χώμαι, καὶ ὡς ἄν κατεύξαιντο οἱ διάφοροι. Εἰ σιν ἐλέξαμεν δινε λέξομεν. τὸ ἔμπροσθεν περισσολογία όντων. στρατειών προσπλέοντας DE MANUELE COMNENO LIB. I. B A mandala tanquam oracula excipiebat : ministris D vero eorum quæ dicenda scribendaque erant non paucis eruditis viris utebatur,qualibus aula referta erat, Theodoro Styppiota præsertim, de quo suo loco dicemus. Erat Joannes Puzenus ad rem pu- blicam gerendam callidissimus, vectigalium vele- rum exactor acerrimus, novorumque inventor solertissimus : moribus ad severitatem et rigorem ita compositis, ut asperrima rupes facilius emolliri posset quam ille a sententia deduci, et quod mi rabilius est, non modo lacrymis non movebatur, supplici gestu non fectebatur,argenti machinis non concutiebatur, auri præstigiis non capiebatur, sed et ad inhumanitatem usque odiosam a congressi- bus abhorrebat, neque fere (quod molestissimum erat hominibus et pene intolerabile) iis a quibus adibatur respondebat, sed silentio plerosque tacitus præteribat. Tantum autem auctoritatis et po tentiæ habebat, ut imperatoria edicta quæ vellet repudiaret et laceraret,quædam in publicos codices referret. Εjusdem monitu res utilissima et omni- bus insulis salutaris, et a superioribus imperatori- bus constanter observata, inutiliter abrogata fuit. Nam vectigalia nautica olim in classem conferri solita hic in @soum referenda curavit, ac triremes, quæ ex edicto ab insulis præbebantur, pene cum ipsis vectoribus in mari demersit, cum diceret triremes non semper reipublica esse utiles, sum- ptus vero qui in eas flerent, et annuos et immen- sos. Eos igitur in fiscum referendos, necessitate vero postulante ex imperatoris thesauris stipen- C dia promenda esse. Quæ cum dixisset, vir opti- mus et rerum gerendarum peritissimus est habi- tus, cum revera sententiam crudelissimo pirata dignam dixisset. Imperatorem enim sumptuum magnitudine decepit et parvitate impensarum rur- sus exhilaravit. Qua sive temeritate sive tenacitate factum est ut piratæ optatissima occasione mare teneant et maritimæ provinciæ latrociniis vexentur. Quod si spicam ei qui sevit acceptam ferinus, et eum quoque accusamus qui non rese- cuit, nec incendium ei duntaxat imputatur qui ignem injecit,sed ei etiam qui id restinguere cum posset noluit,et magis reprehendimus eum qui quod bonum esse norat non fecit, quid est dicendum ? Joannes igitur dum integra auctoritate pro sua libidine versabat omnia, versabatur in publico, ac- curatus quæstor, parcus dispensator, fenerator atque exactor acerbus : sed ubi potentiam quam infringi, auctoritatem decrescere potentiamque languescere vidit, quod alii quoque apud impera- Hier. Wolfii notæ. Scriptura enim parum perspicua est. Fortassis pro eo punit quod ante nos est, id est, ad quod nondum perve simas. Barbaries euim non modo nova vocabula gignit, sed etiam veterum significationes mutat. minibus. Εot Green, qum citra mole- stiam latine vix exprimi potest, neque debet. Verbum redundare arbitror. Neo que enim militare est pendere, sex extorquere tri- bulum, et mercatores intelligo. tur et tenetur, et proinde non justo majus. (42) Περὶ οὗ δηλώσομεν. Περὶ οὗ ἐν τοῖς ἔμπρο (43) Τοῖς τότε, εἰς qui tum erant, illius etatio bo- (44) Alter codex pro πλευστικών habet προσπλε (45) Εὐάγκαλον. Quod ulnis facile comprehendi-
κρινόμενος οὖν, ἢ μᾶλλον κατακρινόμενος καὶ ἃ οὐκ ἐγίνωσκεν ἐρωτώμενος καὶ διὰ ταῦτα ἐξοστρακιζόμενος ζήλου πίμπλαται καὶ τὸ συνέδριον ἐκεῖνο περισκεψάμενος τῇ μὲν μήτρᾳ τῆς βασιλίδος ἐπιτιμᾷ μὴ παῖδα τεκεῖν ἄρρενα, ἀφορίζει δὲ καὶ τῶν περὶ τὸν βασιλέα τινὰς καὶ τὴν τότε συνελθοῦσαν εἰς αὐτοῦ καθαίρεσιν σύνοδον ὡς βασιλείους θύρας ἐκτρίβουσαν καὶ πρόσωπα λαμβάνουσαν κἀκ τούτου μὴ κανονικῶς ἀλλ’ ἀθέσμως καὶ θρόνου καὶ ποίμνης αὐτὸν ἀπελαύνουσαν. Τότε τοίνυν ὁ Κοντοστέφανος, εἷς ὢν τῶν κυκλούντων θρόνον τὸν ἀνακτορικὸν τῶν ἐγγιζόντων τε βασιλεῖ καὶ προσδιαλεγομένων θαρραλεώτερον, δεινὰ πάσχοντι ἐῴκει διὰ τὴν τῆς δεσποινικῆς νηδύος ἐπιτίμησιν καὶ τὸν ζηλωτὴν ἐπὶ τούτοις ὑπὲρ τοὺς παρεστῶτας πάντας παρακαιρίως ὑποκρινάμενος ἐφίσταται τῷ πατριάρχῃ βράττων θυμῷ καὶ πὺξ πατάξαι τοῦτον διανοούμενος, κἂν ἐπέσχεν ἑαυτὸν τῆς ὁρμῆς. τοῦτο δὲ οὔτε τῷ βασιλεῖ ἐχέφρονος ἔργον ἔδοξε καὶ ἔδειξεν, οἷς ἠγανάκτησε, βαρέως ἐνεγκὼν τὸ γενόμενον·
Β την τίθησιν Ιωάννην. Καὶ ἦν ὁ μὲν τῷ προσώπῳ τοῦ βασιλέως (Ρ. 38] ἀεὶ ὁπτανόμενος καὶ τὰ τού του ἐντάλματα ὅσα καὶ ἐμφάσεις ἐκ κρείττονος μοίρας δεχόμενος, ὑπουργοῖς δὲ οὐκ ὀλίγοις τῶν γραφομένων καὶ λεγομένων ἐκέχρητο λογίοις ἀνδρά- σιν, ὅσοις ἡ αὐλὴ ἐνέβριθεν ἡ βασίλειος, πρὸ πάνω των δὲ τῷ Στυππειώτη Θεοδώρῳ, περὶ οὗ δηλώσου μεν (42) ἐν τοῖς ἐφεξῆς. Ην δὲ ὁ ἐκ Πούτζης Ιωάν- της δεινότατος τὰ δημόσια, φορολογίας παιπάλημα καὶ ἐπίτριμμα, καὶ τῶν μὲν ὄντων δασμοφορημα- των συζητητής ἀκριβέστατος, τῶν δὲ οὐκ ὄντων εὑρετῆς ἀπαράμιλλος. Ἐξήσκητο δὲ καὶ τὸ ἦθος ὑπὲρ πάντας ἀδυσώπητον καὶ ἀμείλικτον· εὐκοπώ τερον γὰρ ἄν τις αμειδῆ καὶ ἀγέλαστον πέτραν ἐμάλθαξεν ἢ ἐκεῖνον ἐν τοῖς ἀβουλήτοις ὑπέκλινεν, Ὁ δὲ τούτου θαυμασιώτερον, οὐ μόνον οὐκ ἦν δα- κρύοις άτεγκτος, σχήμασι δεητηρίοις ἀπροσκλινὴς, ἀργυρίου ἀτίνακτος ἐλεπόλεσι καὶ χρυσίου ἀγοή. τευτος φαρμακεύμασιν, ἀλλ᾽ εἶχε καὶ τὸ δυσέντευ στον ὡς ἀπάνθρωπον. Τὸ δὲ τοις τότε (43) θυμαλ. γὲς καὶ δυτύποιστον, οὐδ᾽ ἀπόλογος ἦν παρ' αὐτῷ καθαρῶς ἐφ᾽ οἷς ὁ προσιών προετίθετο, ἀλλὰ χαί ρων τὰ πλεῖστα τῇ ἀφασίᾳ ἐνιαχοῦ καὶ ἀπροσήγορον παρῄει τὸν παραβάλλοντα. Τοσαύτην δ' ἐκ βασιλέως ἰσχύν τε καὶ ἐξουσίαν περιεζώννυτο ὡς ἃ μὲν ἠβού- λετο τῶν βασιλικῶν θεσπισμάτων ἀποπέμπεσθαι και διαρρηγνύειν, ἔνια δὲ καὶ τοῖς δημοσίοις ἐγ- γράφειν κώδιξιν. Ὑποθήκῃ δὲ τοῦ ἀνδρὸς τούτου χρήμά τι κοινωφελὲς καὶ ταῖς νήσοις πάσαις σωτή ριον καὶ τοῖς πρώην βασιλεῦσι συντηρηθὲν ἀπαρά ἔστιν ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης ἀξυμφόρως κατήργησε. Τὰ γὰρ ἐκ τῶν πλευστικών (44) ἐρανιζόμενα στρα τειῶν, διαδιδόμενα πάλαι τῷ ναυτικῷ, εἰς τὸ τα μιεῖον οὗτος παρειπάμενος μετωχέτευσε, καὶ τὰς ἀπὸ τῶν νήσων ἐκ τύπου παρεχομένας τριήρεις αὐ- τάνδρους μικρού κατεπόντισε παραφάμενος. Υπου θέμενος γὰρ ὡς τὸ μὲν τῶν τριηρέων χρῆμα οὐκ ἀεὶ τῇ πολιτείᾳ καὶ τῷ κοινῷ ἐπιτήδειον, τὰ δ᾽ ὑπὲρ τούτων ἀναλώματα οὐκ εὐάγκαλα (45) καὶ ἐπέτεια, καὶ δεῖν αὐτὰ μὲν τὸ ταμιεῖον ἐγκολπίζεσθαι, χρείας δ' ἐνισταμένης ἐκ τῶν βασιλικῶν θησαυρισμάτων τὸν ἐξωνιασμὸν τῷ ναυτικῷ παρέχεσθαι, ἔδοξεν εἶναι ἀνδρῶν ὁ βέλτιστος καὶ τὴν φύσιν τῶν πραγμά- των ηκριβωκὼς ὁ καταποντιστοῦ σκέμμα εἰσενεγ- κάμενος. Τοῖς γὰρ ἀδροῖς τὸν βασιλέα ἐν τῷ ταῦτα εἰσηγήσασθαι παρακέκρουσε δαπανήμασι, καὶ αὖθις τῷ μετρίῳ τῆς καταβολῆς διακέχυκε. Καὶ νῦν ἐκ τῆς κακοβουλίας ταύτης εἴτ᾿ οὖν σμικροπρεπείας θαλασσοκρατοῦσιν οἱ πειραταὶ, καὶ κακῶς πεπρά- γεσι ταῖς λῃστρίσιν αἱ παραθαλαττίδιοι Ῥωμαίων χώμαι, καὶ ὡς ἄν κατεύξαιντο οἱ διάφοροι. Εἰ σιν ἐλέξαμεν δινε λέξομεν. τὸ ἔμπροσθεν περισσολογία όντων. στρατειών προσπλέοντας DE MANUELE COMNENO LIB. I. B A mandala tanquam oracula excipiebat : ministris D vero eorum quæ dicenda scribendaque erant non paucis eruditis viris utebatur,qualibus aula referta erat, Theodoro Styppiota præsertim, de quo suo loco dicemus. Erat Joannes Puzenus ad rem pu- blicam gerendam callidissimus, vectigalium vele- rum exactor acerrimus, novorumque inventor solertissimus : moribus ad severitatem et rigorem ita compositis, ut asperrima rupes facilius emolliri posset quam ille a sententia deduci, et quod mi rabilius est, non modo lacrymis non movebatur, supplici gestu non fectebatur,argenti machinis non concutiebatur, auri præstigiis non capiebatur, sed et ad inhumanitatem usque odiosam a congressi- bus abhorrebat, neque fere (quod molestissimum erat hominibus et pene intolerabile) iis a quibus adibatur respondebat, sed silentio plerosque tacitus præteribat. Tantum autem auctoritatis et po tentiæ habebat, ut imperatoria edicta quæ vellet repudiaret et laceraret,quædam in publicos codices referret. Εjusdem monitu res utilissima et omni- bus insulis salutaris, et a superioribus imperatori- bus constanter observata, inutiliter abrogata fuit. Nam vectigalia nautica olim in classem conferri solita hic in @soum referenda curavit, ac triremes, quæ ex edicto ab insulis præbebantur, pene cum ipsis vectoribus in mari demersit, cum diceret triremes non semper reipublica esse utiles, sum- ptus vero qui in eas flerent, et annuos et immen- sos. Eos igitur in fiscum referendos, necessitate vero postulante ex imperatoris thesauris stipen- C dia promenda esse. Quæ cum dixisset, vir opti- mus et rerum gerendarum peritissimus est habi- tus, cum revera sententiam crudelissimo pirata dignam dixisset. Imperatorem enim sumptuum magnitudine decepit et parvitate impensarum rur- sus exhilaravit. Qua sive temeritate sive tenacitate factum est ut piratæ optatissima occasione mare teneant et maritimæ provinciæ latrociniis vexentur. Quod si spicam ei qui sevit acceptam ferinus, et eum quoque accusamus qui non rese- cuit, nec incendium ei duntaxat imputatur qui ignem injecit,sed ei etiam qui id restinguere cum posset noluit,et magis reprehendimus eum qui quod bonum esse norat non fecit, quid est dicendum ? Joannes igitur dum integra auctoritate pro sua libidine versabat omnia, versabatur in publico, ac- curatus quæstor, parcus dispensator, fenerator atque exactor acerbus : sed ubi potentiam quam infringi, auctoritatem decrescere potentiamque languescere vidit, quod alii quoque apud impera- Hier. Wolfii notæ. Scriptura enim parum perspicua est. Fortassis pro eo punit quod ante nos est, id est, ad quod nondum perve simas. Barbaries euim non modo nova vocabula gignit, sed etiam veterum significationes mutat. minibus. Εot Green, qum citra mole- stiam latine vix exprimi potest, neque debet. Verbum redundare arbitror. Neo que enim militare est pendere, sex extorquere tri- bulum, et mercatores intelligo. tur et tenetur, et proinde non justo majus. (42) Περὶ οὗ δηλώσομεν. Περὶ οὗ ἐν τοῖς ἔμπρο (43) Τοῖς τότε, εἰς qui tum erant, illius etatio bo- (44) Alter codex pro πλευστικών habet προσπλε (45) Εὐάγκαλον. Quod ulnis facile comprehendi-
PG 139:387καὶ οἱ καθ’ αἷμα δὲ τῷ βασιλεῖ συναπτόμενοι καὶ τὸ ξυμπαρεστὼς γερούσιον ὡς ἀνόσια δρῶντι τῷ Κοντοστεφάνῳ ἐπέπληττον, μήτε μὴν πεφρικότι τὴν εὐρὺ μάλα τοῖς τὰ τοιαῦτα παρανομοῦσιν ἐπιχαίνουσαν γῆν. αὐτὸς δὲ ὁ πατριάρχης πραείᾳ οὑτωσί πως ἔφησε τῇ φωνῇ ἄφετε αὐτόν, ὅσον οὔπω τὴν οἰκείαν πετραίαν ληψόμενον, τὸν ἐκείνου μόρον ὅτῳ ξυμβαίη τρόπῳ γριφολογῶν ὧδε καὶ αἰνιττόμενος. Εἰ δὲ καὶ ἡ βασιλὶς διὰ ταυτηνὶ τὴν ἐπιτίμησιν τοῦ πατρὸς οὐκ ἤκουσε μήτηρ παιδὸς ἄρρενος, τοῦ θεοῦ τιμῶντος τὸν αὐτοῦ θεράποντα καὶ θηλυτεκοῦσαν ἐκτελοῦντος καθ’ ὅλον τὸν ταύτης βίοτον, αὐτὸς μὲν σαφῶς οὐκ ἴσημι· ὅ γε μὴν βασιλεὺς εὐγνωμονῶν, ὡς ἔδειξε, καὶ τῷ ἔνδον καὶ οἰκείῳ κριτηρίῳ πληττόμενος, οἷς ἄνδρα δίκαιον θεοσεβῆ τε καὶ ἄμεμπτον καὶ μηδέν τι καθαιρέσεως διαπραξάμενον ἄξιον παρέλυσε τῆς ἀρχῆς, αἰτίαν ταύτην οὐχ ἑτέραν τῆς υἱοτοκίας διετείνετο στέρησιν.
καὶ τὸν ἀμήσαντα προσεπαιτιώμεθα· καὶ εἶ ὁ ἐμ πρησμὸς τοῦ ἀνάψαντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ κατασβέσαι δυναμένου, δρᾶσαι δέ τι τοιοῦτον ὅλως μὴ βουλη- θέντος. ᾿Αλλ᾿ ἕως [Ρ. 39] τότε φιλοδημόσιος λογι στὴς καὶ δεινὸς καὶ φειδωλὸς οἰκονόμος καὶ ὁβολος στατῶν ἀτεχνῶς δασμολόγος ὁ Ἰωάννης ἐδείκνυτο, ἕως ἀκαθαίρετον εἶχε τὴν δυναστείαν, καὶ τὸ ποιεῖν ὅσα καὶ πρὸς βουλῆς ἀνεξέλεγκτον, καὶ ὅσα βουλητὰ τούτῳ καὶ δυνατά. Ἐπειδὴ δὲ μεθαρμοζόμενόν οι δώρα τὸ δύνασθαι καὶ τὸ εὐπαῤῥησίαστον παραιρού μενον καὶ ὑποῤῥέουσαν κατὰ βραχὺ τὴν ἰσχύν, οἷα καὶ ἑτέρων κρατυνομένων παρὰ τῷ βασιλεῖ κἀκ τοῦ ἅγαν ἐκκρουόντων καὶ περιτρεπόντων αὐτὸν, μετῆς ρεν ἅπερ ἦν θέμενος ὅρια, καὶ δραπέτης τῷ καιρῷ Α δὲ (46) καὶ τὸν στάχυν ἴσμεν τοῦ σπείραντος, ἀλλὰ Β καὶ τοῖς πράγμασι προσφυείς ἀμφοτέραις τούτων ἔχεταί τε καὶ περιέχεται. Οὐκοῦν καὶ πρός τινα τῶν συνήθων εἰπὼν, « "Αγε πλουτήσωμεν, » έτεροίας γνώμης παντάπασιν ἐγεγένητο, καὶ γυναῖκα τῶν ἀπεῤῥιμμένων καὶ ἀπηνθηκυιῶν εὐγενῶν ἀρμοσά μενος, καὶ παίδων ἀκούσας πατήρ, διένειμε τούτοις πλοῦτον βαθὺν καὶ ἀρκετὸν εἰς ἡδονάς. Κίμβιξ δὲ ῶν εἰς ἄκρον καὶ γνίφων (47) καὶ δυσγρίπιστος, οὐδ᾽ ἄνω ἄραι τὰ βλέφαρα πειρώμενος, ἀναβλέψαι καὶ εἰς πτωχοὺς ἀτενίσαι, οὐ παρῆκε τὸν πλοῦτον, ἀλλὰ πεδήτην εἶχε διὰ παντὸς δεσμοῖς ἀῤῥήντοις ἀλύτοις τε, καὶ ἀπρόϊτον δήπου, ὅσα καὶ Δανάην ὁ πάλαι Ακρίσιος. Καὶ σμικρολογίαν νοσῶν καὶ γλισχρότητα, καὶ τὰ πεμπόμενα πολύ λάκις τῶν ἐξωδίμων ἀνέπεμπεν εἰς τὸ πωλητήριον καὶ δεῖγμα, ὡς ἰχθύας σύακα (48) καὶ λάβρακα, ὡς μὲν μεγίστους, ὡς δὲ πίονας παρά τινων αὐτῷ πεμφθέντας, τρισσάκις ἀπέδοτο καὶ τοσαυτάκις ἐναλλαξ ἑωνημένους κατὰ χρείαν παρ' ἑτέρων εἰσηνέγκατο. Καὶ ἦσαν ἄντικρυς ἁλιεῖς οἱ ἰχθύες, δ πεπόνθασι ὁρῶντες, ὡς μὲν ἄγκιστρον χαλῶντες τὸ μέγεθος, περιτιθέντες δὲ τὴν πιμελὴν ὡς δέλεαρ, καὶ οὕτω κατασπῶντες τοὺς παριόντας εἰς τὴν ἐκείνων εἰσοίκησιν. α Εὐρήει δὲ καὶ τῷ ᾿Αγιοθεοδωρίτη Ιωάνν τὰ διαβούλια· πλὴν τούτῳ ἢ ταχύπους τῶν πραγμά των φορὰ καὶ ἀγχίστροφος συμφοιτητὴν ἐνδέξιον τὸν Στυππειώτην ἐφιστῷ Θεόδωρον, ὃς συντρέχων ἀντιτρέχων τῷ Ἰωάννῃ, καὶ τῷ μὲν λόγῳ (49) τὰ πρῶτα, τῇ δὲ τάξει φέρων τὰ δεύτερα, οὐκ ἠνείχετο οὐδ᾽ ἡγάπα ταῖς παρούσαις ἀναβάσεσιν, ἀλλὰ τῆς κορυφαίας ἅπας γινόμενος, καὶ περὶ τὴν ἀκρώρειαν λιχνευόμενος ὅλον πρὸς τὸ ἀνώτατον τὸν δρόμον ἐπετεινε. Καὶ δὴ καιροῦ λαβόμενος καθ' όν οὐκ ὀλίγα ξυνέπεσε τὰ διάφορα μεταξὺ ἀνδρὸς εὐγενοῦς, του Παλαιολόγου φημὶ Μιχαὴλ, καὶ τοῦ Βαλσαμὼν Ἰωσήφ, ὃς γαμβρὸς ἦν τοῦ ᾿Αγιοθεοδωρίτου ἐπ' ἀδελφῇ, ἐπέθετο κραταιότερον, καὶ συντείνας έξω οστρακίζει τοῦτον τῶν ἀνακτόρων ὡς ἀπὸ σκοπιᾶς οὐρανίου, καὶ ὡς εἰς χῶρον ἐκσφενδονᾷ μυγαίτατον τὴν πραιτωρίαν ἀρχὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς τοῦ Πέλοπος, εν τὰ ἐκεῖ διαθήσοντα καὶ τὰς τῶν εἰρημέ τὸν ἀμύσαντα τὸν μὴν ἀμήσαντα, ἀμάω, ἀμύω, Γριπίζειν Δυσγρίπιστος μὲν ἔργῳ δὲ, μετὰ τοῦτον ἔχων τὰ δεύτερα. NICETE CHONIATE torem multum possent ac potestatem suam immo- dicam everterent, translatis quos sibi præfixerat limitibus, tempori servire et statui rerum se ac- commodare pro virili instituit, et ad quemdam familiarium suorum, mutata plane sententia, dixit: « Age, nos quoque ditescamus. » Ductaque uxore ex abjecta et obsoleta nobilitate, inter liberos ex ea susceptos ingentes opes, quæ voluptatibus alen- dis abunde essent, distribuit, homo parcissimus et tenacissimus, qui ne supercilium quidem ad in- tuendos pauperes attollere auderet, sed divitias perpetuo vinculis insolubilibus constrictas teneret neo eas magis in publicum prodire pateretur quam olim Danaen Acrisius: adeo sordidus ut esculenta et pisces maximos ac pinguissimos sibi missos, ter aliquando in foro venditos, toties reciperet ab iis redemptos qui opera ejus egebant. Ita pro pi- scatoribus erant ei pisces, sorte commutata, quibus magnitudo pro hamo, pinguedo pro esca erat, ita- que prætereuntes ad se emendos attrahebant. Sed et Joannis Hagiotheodoritæ consilia flore- bant. Verum ei subita rerum mutatione ac varie- tate Theodorus Styppiotes collega solers est adjun- ctus ; qui Joanni alias assentiens alias refragans, facundia quidem princeps, ordine vero secundus, iis dignitatis gradibus non contentus ad summum fastigium plenis velis ferebatur. Oblata igitur opportunitate dissidiorum inter virum nobilem Michaelem Palsologum et Josephum Balsamenum, cui Hagiotheodorite soror nupta erat, consi- lium suum urget, ac Hagiotheodoritam e regia tanquam e cœlesti specula in extremum angulum prature Gracie et Peloponnesi exigit, ad provin- cias eas rite constituendas eorumque virorum dissidia dirimenda. Cæterum Joanne iter adhuc adornante, fortuna discessu ejus non exspectato ad Styppietam transiil, eumque cupide et familiariter D amplexa ad omnes dignitatum gradus pro tempori- Hier. Wolfii notæ. forte ante si s deest. Et certe paruin apte cohæret oratio, quamvis utcunque sententia hæc inde colli- gatur, qui malo aut occasionem præbuerit aut non obstiterit, mali auctorem habendum esse. Ego pro legi ab non ab addita negatione. Let et illud ambiguum, utrum bic Puzenus ad Joannes imperator magis accusetur, an vero utriusque reprehensio conjun- gatur. hoc vocabulum me legere memini. est piscari fortassis homo occulti auimi aut occultator rerum suarum, cautus admodum, qui facile deprehendi non potest. similitudine suis ita appellari, sive gustus sive forms spectetur. verbo et re ipsa. Sed hic de ingenio et dignitate agi existimo: nam alter codex habet tantum (46) Pro & malim legere & ye, nisi aliquid (47) Quid γνίφων sit, nusquam reperio ; nec alibi (48) Quis piscis sit σύαξ, non reperio. Videtur (49) Τῷ μὲν λόγῳ. Nota est illa oppositio, λόγω
Πεσόντος δ’ ὡς ἔφημεν τοῦ Κοντοστεφάνου, ὁ μέγας δομέστικος Ἰωάννης τῆς τριηραρχίας ἐπιλαμβάνεται, οὐχ ὥστε καὶ μέγας δοὺξ ὀνομάζεσθαι, ἀλλ’ ὅσον τοῦ στόλου ἐξηγεῖσθαι καὶ τοῖς γινομένοις ἐπιστατεῖν ὡς στρατηγίᾳ διαπρέπων ἀνὴρ καὶ κατὰ χεῖρα γενναῖος καὶ νοῦν ἡγεμονίας ἐπιστάτην πλουτῶν ἀξιώτατον. ὁ δὲ βασιλεὺς κατατρίβειν ἐπιεικῶς τὸν καιρὸν εἰκῇ ἐν δεινῷ τιθέμενος καὶ τὰς ἡμέρας εἰς οὐδὲν ἀγαθὸν ἀναλίσκειν οὔκουν βουλόμενος, ὡς ὁ Κεφαλήνων βασιλεὺς Ὀδυσσεὺς τὰς ἡλίου πρότερον βοῦς, εἰς νῆα ἐνέβη τὴν στρατηγίδα καὶ κύκλῳ τὴν Κερκυραίων πᾶσαν κατωπτευκώς, οἷ προσβάλοι, ἐπιμελῶς κατεσκέπτετο (ἐς γὰρ μῆνας τρεῖς ἡ πολιορκία παρεξετείνετο), ὅτι μηδ’ εἶχε τὴν Ὄσσαν ἀνασπᾶν ἢ τὸν Ἄθων ἐπικυλίνδειν καὶ ἀνατιθέναι τὰ ὄρη ἐπάλληλα καὶ τὴν ἄκραν οὕτως ποιεῖν ἁλώσιμον. ταῦτα γὰρ μεγαλουργία μυθικὴ καὶ ἀπίθανος. Ὡς δὲ πάντοθεν ἦν ἀπορούμενος, ἔδοξε κατά τινα φάραγγα, εὐέφοδα καὶ προσιτὰ τιθεῖσαν τὰ ἔνδοθεν, βαλέσθαι ξυλίνην κλίμακα, ἐς σχῆμα πύργων τεκτονηθεῖσαν κύκλωθεν. ἡρμόττοντο οὖν ναυπηγήσιμα ξύλα καὶ ἱστοὶ μεγάλων νηῶν συνεπήγνυντο καὶ οἱ μὴ ἐξικνούμενοι τοῦ ὕψους βλῆτρα ἐδέχοντο.
καὶ τὸν ἀμήσαντα προσεπαιτιώμεθα· καὶ εἶ ὁ ἐμ πρησμὸς τοῦ ἀνάψαντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ κατασβέσαι δυναμένου, δρᾶσαι δέ τι τοιοῦτον ὅλως μὴ βουλη- θέντος. ᾿Αλλ᾿ ἕως [Ρ. 39] τότε φιλοδημόσιος λογι στὴς καὶ δεινὸς καὶ φειδωλὸς οἰκονόμος καὶ ὁβολος στατῶν ἀτεχνῶς δασμολόγος ὁ Ἰωάννης ἐδείκνυτο, ἕως ἀκαθαίρετον εἶχε τὴν δυναστείαν, καὶ τὸ ποιεῖν ὅσα καὶ πρὸς βουλῆς ἀνεξέλεγκτον, καὶ ὅσα βουλητὰ τούτῳ καὶ δυνατά. Ἐπειδὴ δὲ μεθαρμοζόμενόν οι δώρα τὸ δύνασθαι καὶ τὸ εὐπαῤῥησίαστον παραιρού μενον καὶ ὑποῤῥέουσαν κατὰ βραχὺ τὴν ἰσχύν, οἷα καὶ ἑτέρων κρατυνομένων παρὰ τῷ βασιλεῖ κἀκ τοῦ ἅγαν ἐκκρουόντων καὶ περιτρεπόντων αὐτὸν, μετῆς ρεν ἅπερ ἦν θέμενος ὅρια, καὶ δραπέτης τῷ καιρῷ Α δὲ (46) καὶ τὸν στάχυν ἴσμεν τοῦ σπείραντος, ἀλλὰ Β καὶ τοῖς πράγμασι προσφυείς ἀμφοτέραις τούτων ἔχεταί τε καὶ περιέχεται. Οὐκοῦν καὶ πρός τινα τῶν συνήθων εἰπὼν, « "Αγε πλουτήσωμεν, » έτεροίας γνώμης παντάπασιν ἐγεγένητο, καὶ γυναῖκα τῶν ἀπεῤῥιμμένων καὶ ἀπηνθηκυιῶν εὐγενῶν ἀρμοσά μενος, καὶ παίδων ἀκούσας πατήρ, διένειμε τούτοις πλοῦτον βαθὺν καὶ ἀρκετὸν εἰς ἡδονάς. Κίμβιξ δὲ ῶν εἰς ἄκρον καὶ γνίφων (47) καὶ δυσγρίπιστος, οὐδ᾽ ἄνω ἄραι τὰ βλέφαρα πειρώμενος, ἀναβλέψαι καὶ εἰς πτωχοὺς ἀτενίσαι, οὐ παρῆκε τὸν πλοῦτον, ἀλλὰ πεδήτην εἶχε διὰ παντὸς δεσμοῖς ἀῤῥήντοις ἀλύτοις τε, καὶ ἀπρόϊτον δήπου, ὅσα καὶ Δανάην ὁ πάλαι Ακρίσιος. Καὶ σμικρολογίαν νοσῶν καὶ γλισχρότητα, καὶ τὰ πεμπόμενα πολύ λάκις τῶν ἐξωδίμων ἀνέπεμπεν εἰς τὸ πωλητήριον καὶ δεῖγμα, ὡς ἰχθύας σύακα (48) καὶ λάβρακα, ὡς μὲν μεγίστους, ὡς δὲ πίονας παρά τινων αὐτῷ πεμφθέντας, τρισσάκις ἀπέδοτο καὶ τοσαυτάκις ἐναλλαξ ἑωνημένους κατὰ χρείαν παρ' ἑτέρων εἰσηνέγκατο. Καὶ ἦσαν ἄντικρυς ἁλιεῖς οἱ ἰχθύες, δ πεπόνθασι ὁρῶντες, ὡς μὲν ἄγκιστρον χαλῶντες τὸ μέγεθος, περιτιθέντες δὲ τὴν πιμελὴν ὡς δέλεαρ, καὶ οὕτω κατασπῶντες τοὺς παριόντας εἰς τὴν ἐκείνων εἰσοίκησιν. α Εὐρήει δὲ καὶ τῷ ᾿Αγιοθεοδωρίτη Ιωάνν τὰ διαβούλια· πλὴν τούτῳ ἢ ταχύπους τῶν πραγμά των φορὰ καὶ ἀγχίστροφος συμφοιτητὴν ἐνδέξιον τὸν Στυππειώτην ἐφιστῷ Θεόδωρον, ὃς συντρέχων ἀντιτρέχων τῷ Ἰωάννῃ, καὶ τῷ μὲν λόγῳ (49) τὰ πρῶτα, τῇ δὲ τάξει φέρων τὰ δεύτερα, οὐκ ἠνείχετο οὐδ᾽ ἡγάπα ταῖς παρούσαις ἀναβάσεσιν, ἀλλὰ τῆς κορυφαίας ἅπας γινόμενος, καὶ περὶ τὴν ἀκρώρειαν λιχνευόμενος ὅλον πρὸς τὸ ἀνώτατον τὸν δρόμον ἐπετεινε. Καὶ δὴ καιροῦ λαβόμενος καθ' όν οὐκ ὀλίγα ξυνέπεσε τὰ διάφορα μεταξὺ ἀνδρὸς εὐγενοῦς, του Παλαιολόγου φημὶ Μιχαὴλ, καὶ τοῦ Βαλσαμὼν Ἰωσήφ, ὃς γαμβρὸς ἦν τοῦ ᾿Αγιοθεοδωρίτου ἐπ' ἀδελφῇ, ἐπέθετο κραταιότερον, καὶ συντείνας έξω οστρακίζει τοῦτον τῶν ἀνακτόρων ὡς ἀπὸ σκοπιᾶς οὐρανίου, καὶ ὡς εἰς χῶρον ἐκσφενδονᾷ μυγαίτατον τὴν πραιτωρίαν ἀρχὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς τοῦ Πέλοπος, εν τὰ ἐκεῖ διαθήσοντα καὶ τὰς τῶν εἰρημέ τὸν ἀμύσαντα τὸν μὴν ἀμήσαντα, ἀμάω, ἀμύω, Γριπίζειν Δυσγρίπιστος μὲν ἔργῳ δὲ, μετὰ τοῦτον ἔχων τὰ δεύτερα. NICETE CHONIATE torem multum possent ac potestatem suam immo- dicam everterent, translatis quos sibi præfixerat limitibus, tempori servire et statui rerum se ac- commodare pro virili instituit, et ad quemdam familiarium suorum, mutata plane sententia, dixit: « Age, nos quoque ditescamus. » Ductaque uxore ex abjecta et obsoleta nobilitate, inter liberos ex ea susceptos ingentes opes, quæ voluptatibus alen- dis abunde essent, distribuit, homo parcissimus et tenacissimus, qui ne supercilium quidem ad in- tuendos pauperes attollere auderet, sed divitias perpetuo vinculis insolubilibus constrictas teneret neo eas magis in publicum prodire pateretur quam olim Danaen Acrisius: adeo sordidus ut esculenta et pisces maximos ac pinguissimos sibi missos, ter aliquando in foro venditos, toties reciperet ab iis redemptos qui opera ejus egebant. Ita pro pi- scatoribus erant ei pisces, sorte commutata, quibus magnitudo pro hamo, pinguedo pro esca erat, ita- que prætereuntes ad se emendos attrahebant. Sed et Joannis Hagiotheodoritæ consilia flore- bant. Verum ei subita rerum mutatione ac varie- tate Theodorus Styppiotes collega solers est adjun- ctus ; qui Joanni alias assentiens alias refragans, facundia quidem princeps, ordine vero secundus, iis dignitatis gradibus non contentus ad summum fastigium plenis velis ferebatur. Oblata igitur opportunitate dissidiorum inter virum nobilem Michaelem Palsologum et Josephum Balsamenum, cui Hagiotheodorite soror nupta erat, consi- lium suum urget, ac Hagiotheodoritam e regia tanquam e cœlesti specula in extremum angulum prature Gracie et Peloponnesi exigit, ad provin- cias eas rite constituendas eorumque virorum dissidia dirimenda. Cæterum Joanne iter adhuc adornante, fortuna discessu ejus non exspectato ad Styppietam transiil, eumque cupide et familiariter D amplexa ad omnes dignitatum gradus pro tempori- Hier. Wolfii notæ. forte ante si s deest. Et certe paruin apte cohæret oratio, quamvis utcunque sententia hæc inde colli- gatur, qui malo aut occasionem præbuerit aut non obstiterit, mali auctorem habendum esse. Ego pro legi ab non ab addita negatione. Let et illud ambiguum, utrum bic Puzenus ad Joannes imperator magis accusetur, an vero utriusque reprehensio conjun- gatur. hoc vocabulum me legere memini. est piscari fortassis homo occulti auimi aut occultator rerum suarum, cautus admodum, qui facile deprehendi non potest. similitudine suis ita appellari, sive gustus sive forms spectetur. verbo et re ipsa. Sed hic de ingenio et dignitate agi existimo: nam alter codex habet tantum (46) Pro & malim legere & ye, nisi aliquid (47) Quid γνίφων sit, nusquam reperio ; nec alibi (48) Quis piscis sit σύαξ, non reperio. Videtur (49) Τῷ μὲν λόγῳ. Nota est illa oppositio, λόγω
ὡς δὲ ἔδει ποτὲ ἀρθῆναι καὶ παρὰ τὴν ἄκραν τεθῆναι τὴν πυργοειδῆ ταύτην κλίμακα, ἡ μὲν κορυφὴ αὐτῆς ῥαχίᾳ πέτρας καὶ πάγῳ προσήγγιζεν ὀκριόεντι, ὅθεν ὁ τῆς πόλεως τειχισμὸς ἀρχόμενος βάσιν ἐνεδίδου τοῖς ἀποβαίνειν ἐκ τῆς κλίμακος μέλλουσι καὶ πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῦ τείχους ἀντιφέρεσθαι, ἡ δ’ ὑποβάθρα πλοίοις ἐπανέκειτο εὖ ἀραρυῖα καὶ πεπηγυῖα πρὸς τὸ ἔμπεδον καὶ ἀκράδαντον. Ἐπιλέγδην οὖν οἱ ἐπ’ αὐτῆς ἀναβησόμενοι ἐπεκρίνοντο καὶ οἱ ἁπάντων ἔξοχοι ἄλλων καὶ ἄλκιμοι κατὰ πόλεμον, ὅτι καὶ ὁ τὸν βασιλέα φιλῶν καὶ φιλότιμος ἐν δεινοῖς ἀναβαινέτω βασιλεὺς αὐτὸς προεκήρυττεν. οὐδένα μὲν οὖν συνηγηόχει τὸ τοιοῦτον διακηρύκευμα, ἀλλὰ πάντες ἀνένευον πρὸς τὴν ἄνοδον τὸ τοῦ κινδύνου μέγεθος εὐλαβούμενοι, ἕως Πετραλίφαι τινὲς αὐτάδελφοι τέσσαρες, ἐκ τοῦ τῶν Φράγγων γένους ὁρμώμενοι καὶ κατὰ τὸ Διδυμότειχον τὴν οἴκησιν ἔχοντες, ἐπέβησαν πρῶτοι τῆς κλίμακος τῷ βασιλεῖ πειθαρχήσαντες. τούτων γὰρ ἀποτεθαρρηκότων πρώτως τὴν ἄνοδον, μάλιστα δὲ πρὸ αὐτῶν τοῦ Πουπάκη, ὃς δορυφορῶν τὸν μέγαν δομέστικον ὅλως ἦν ἐνθεάζων πρὸς τὸ ἔργον τότε καὶ προαλλόμενος, καὶ ἕτεροι οὐκ ὀλίγοι κατὰ ζῆλον ἐπηκολούθησαν.
καὶ τὸν ἀμήσαντα προσεπαιτιώμεθα· καὶ εἶ ὁ ἐμ πρησμὸς τοῦ ἀνάψαντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ κατασβέσαι δυναμένου, δρᾶσαι δέ τι τοιοῦτον ὅλως μὴ βουλη- θέντος. ᾿Αλλ᾿ ἕως [Ρ. 39] τότε φιλοδημόσιος λογι στὴς καὶ δεινὸς καὶ φειδωλὸς οἰκονόμος καὶ ὁβολος στατῶν ἀτεχνῶς δασμολόγος ὁ Ἰωάννης ἐδείκνυτο, ἕως ἀκαθαίρετον εἶχε τὴν δυναστείαν, καὶ τὸ ποιεῖν ὅσα καὶ πρὸς βουλῆς ἀνεξέλεγκτον, καὶ ὅσα βουλητὰ τούτῳ καὶ δυνατά. Ἐπειδὴ δὲ μεθαρμοζόμενόν οι δώρα τὸ δύνασθαι καὶ τὸ εὐπαῤῥησίαστον παραιρού μενον καὶ ὑποῤῥέουσαν κατὰ βραχὺ τὴν ἰσχύν, οἷα καὶ ἑτέρων κρατυνομένων παρὰ τῷ βασιλεῖ κἀκ τοῦ ἅγαν ἐκκρουόντων καὶ περιτρεπόντων αὐτὸν, μετῆς ρεν ἅπερ ἦν θέμενος ὅρια, καὶ δραπέτης τῷ καιρῷ Α δὲ (46) καὶ τὸν στάχυν ἴσμεν τοῦ σπείραντος, ἀλλὰ Β καὶ τοῖς πράγμασι προσφυείς ἀμφοτέραις τούτων ἔχεταί τε καὶ περιέχεται. Οὐκοῦν καὶ πρός τινα τῶν συνήθων εἰπὼν, « "Αγε πλουτήσωμεν, » έτεροίας γνώμης παντάπασιν ἐγεγένητο, καὶ γυναῖκα τῶν ἀπεῤῥιμμένων καὶ ἀπηνθηκυιῶν εὐγενῶν ἀρμοσά μενος, καὶ παίδων ἀκούσας πατήρ, διένειμε τούτοις πλοῦτον βαθὺν καὶ ἀρκετὸν εἰς ἡδονάς. Κίμβιξ δὲ ῶν εἰς ἄκρον καὶ γνίφων (47) καὶ δυσγρίπιστος, οὐδ᾽ ἄνω ἄραι τὰ βλέφαρα πειρώμενος, ἀναβλέψαι καὶ εἰς πτωχοὺς ἀτενίσαι, οὐ παρῆκε τὸν πλοῦτον, ἀλλὰ πεδήτην εἶχε διὰ παντὸς δεσμοῖς ἀῤῥήντοις ἀλύτοις τε, καὶ ἀπρόϊτον δήπου, ὅσα καὶ Δανάην ὁ πάλαι Ακρίσιος. Καὶ σμικρολογίαν νοσῶν καὶ γλισχρότητα, καὶ τὰ πεμπόμενα πολύ λάκις τῶν ἐξωδίμων ἀνέπεμπεν εἰς τὸ πωλητήριον καὶ δεῖγμα, ὡς ἰχθύας σύακα (48) καὶ λάβρακα, ὡς μὲν μεγίστους, ὡς δὲ πίονας παρά τινων αὐτῷ πεμφθέντας, τρισσάκις ἀπέδοτο καὶ τοσαυτάκις ἐναλλαξ ἑωνημένους κατὰ χρείαν παρ' ἑτέρων εἰσηνέγκατο. Καὶ ἦσαν ἄντικρυς ἁλιεῖς οἱ ἰχθύες, δ πεπόνθασι ὁρῶντες, ὡς μὲν ἄγκιστρον χαλῶντες τὸ μέγεθος, περιτιθέντες δὲ τὴν πιμελὴν ὡς δέλεαρ, καὶ οὕτω κατασπῶντες τοὺς παριόντας εἰς τὴν ἐκείνων εἰσοίκησιν. α Εὐρήει δὲ καὶ τῷ ᾿Αγιοθεοδωρίτη Ιωάνν τὰ διαβούλια· πλὴν τούτῳ ἢ ταχύπους τῶν πραγμά των φορὰ καὶ ἀγχίστροφος συμφοιτητὴν ἐνδέξιον τὸν Στυππειώτην ἐφιστῷ Θεόδωρον, ὃς συντρέχων ἀντιτρέχων τῷ Ἰωάννῃ, καὶ τῷ μὲν λόγῳ (49) τὰ πρῶτα, τῇ δὲ τάξει φέρων τὰ δεύτερα, οὐκ ἠνείχετο οὐδ᾽ ἡγάπα ταῖς παρούσαις ἀναβάσεσιν, ἀλλὰ τῆς κορυφαίας ἅπας γινόμενος, καὶ περὶ τὴν ἀκρώρειαν λιχνευόμενος ὅλον πρὸς τὸ ἀνώτατον τὸν δρόμον ἐπετεινε. Καὶ δὴ καιροῦ λαβόμενος καθ' όν οὐκ ὀλίγα ξυνέπεσε τὰ διάφορα μεταξὺ ἀνδρὸς εὐγενοῦς, του Παλαιολόγου φημὶ Μιχαὴλ, καὶ τοῦ Βαλσαμὼν Ἰωσήφ, ὃς γαμβρὸς ἦν τοῦ ᾿Αγιοθεοδωρίτου ἐπ' ἀδελφῇ, ἐπέθετο κραταιότερον, καὶ συντείνας έξω οστρακίζει τοῦτον τῶν ἀνακτόρων ὡς ἀπὸ σκοπιᾶς οὐρανίου, καὶ ὡς εἰς χῶρον ἐκσφενδονᾷ μυγαίτατον τὴν πραιτωρίαν ἀρχὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς τοῦ Πέλοπος, εν τὰ ἐκεῖ διαθήσοντα καὶ τὰς τῶν εἰρημέ τὸν ἀμύσαντα τὸν μὴν ἀμήσαντα, ἀμάω, ἀμύω, Γριπίζειν Δυσγρίπιστος μὲν ἔργῳ δὲ, μετὰ τοῦτον ἔχων τὰ δεύτερα. NICETE CHONIATE torem multum possent ac potestatem suam immo- dicam everterent, translatis quos sibi præfixerat limitibus, tempori servire et statui rerum se ac- commodare pro virili instituit, et ad quemdam familiarium suorum, mutata plane sententia, dixit: « Age, nos quoque ditescamus. » Ductaque uxore ex abjecta et obsoleta nobilitate, inter liberos ex ea susceptos ingentes opes, quæ voluptatibus alen- dis abunde essent, distribuit, homo parcissimus et tenacissimus, qui ne supercilium quidem ad in- tuendos pauperes attollere auderet, sed divitias perpetuo vinculis insolubilibus constrictas teneret neo eas magis in publicum prodire pateretur quam olim Danaen Acrisius: adeo sordidus ut esculenta et pisces maximos ac pinguissimos sibi missos, ter aliquando in foro venditos, toties reciperet ab iis redemptos qui opera ejus egebant. Ita pro pi- scatoribus erant ei pisces, sorte commutata, quibus magnitudo pro hamo, pinguedo pro esca erat, ita- que prætereuntes ad se emendos attrahebant. Sed et Joannis Hagiotheodoritæ consilia flore- bant. Verum ei subita rerum mutatione ac varie- tate Theodorus Styppiotes collega solers est adjun- ctus ; qui Joanni alias assentiens alias refragans, facundia quidem princeps, ordine vero secundus, iis dignitatis gradibus non contentus ad summum fastigium plenis velis ferebatur. Oblata igitur opportunitate dissidiorum inter virum nobilem Michaelem Palsologum et Josephum Balsamenum, cui Hagiotheodorite soror nupta erat, consi- lium suum urget, ac Hagiotheodoritam e regia tanquam e cœlesti specula in extremum angulum prature Gracie et Peloponnesi exigit, ad provin- cias eas rite constituendas eorumque virorum dissidia dirimenda. Cæterum Joanne iter adhuc adornante, fortuna discessu ejus non exspectato ad Styppietam transiil, eumque cupide et familiariter D amplexa ad omnes dignitatum gradus pro tempori- Hier. Wolfii notæ. forte ante si s deest. Et certe paruin apte cohæret oratio, quamvis utcunque sententia hæc inde colli- gatur, qui malo aut occasionem præbuerit aut non obstiterit, mali auctorem habendum esse. Ego pro legi ab non ab addita negatione. Let et illud ambiguum, utrum bic Puzenus ad Joannes imperator magis accusetur, an vero utriusque reprehensio conjun- gatur. hoc vocabulum me legere memini. est piscari fortassis homo occulti auimi aut occultator rerum suarum, cautus admodum, qui facile deprehendi non potest. similitudine suis ita appellari, sive gustus sive forms spectetur. verbo et re ipsa. Sed hic de ingenio et dignitate agi existimo: nam alter codex habet tantum (46) Pro & malim legere & ye, nisi aliquid (47) Quid γνίφων sit, nusquam reperio ; nec alibi (48) Quis piscis sit σύαξ, non reperio. Videtur (49) Τῷ μὲν λόγῳ. Nota est illa oppositio, λόγω
PG 139:389πάντας μὲν οὖν ἀγάμενος ἦν τῆς προθυμίας καὶ τοῦ ταχέος ὁρμήματος ὁ κρατῶν, ἀφορίσας δὲ οὓς ᾔδει παρ’ ἀσπίδα πολλάκις ἐνιδρωκότας καὶ ἄντικρυς Ἄρεα πνέοντας καὶ ἐς τετρακοσίους ἠριθμηκὼς ἀναβαίνειν διαφῆκε, πολλὰ πρότερον ἐς ἀνδρείαν παρακαλοῦντα τούτοις διαλεχθεὶς καὶ αὐτοῖς καὶ τέκνοις αὐτῶν ἁδρὰ γέρα καὶ ἀμοιβαίαν ἐπαγγειλάμενος εὔνοιαν. Εἴτε γάρ φησι τοῖς ζῶσι σύνεστε, τὸν ἐφεστῶτα κίνδυνον διαδράντες καὶ ἀρίστως ἀγῶνα τὸν προκείμενον ἀεθλεύσαντες, εὑρήσετέ με καὶ ὑπὲρ δόκησιν ἀντὶ δεσπότου καὶ βασιλέως πατέρα κηδόμενον·
DE MANUELE COMNENO LIB. I. Ινδρῶν διαλυόμενον ἔριδας. Οὐκοῦν ὁ μὲν της ἐσκευαγώγει τὰ πρὸς τὴν ἔξοδον· ἡ δὲ μηδὲ καθαρῶς τὴν τούτου μετάβασιν ἀναμεί πρὸς τὸν Στυππειώτην μετεσκευάσατο, καὶ λακεῖσα, πῶς ἄν εποι [Ρ. 40] τις, ἀσμένως ριέστατα ταῖς καθ' ὥραν πάσαις ἐκλέϊζεν ἀνα- καὶ τὴν ἐκ δόξης εἰς δόξαν παρείχεν ὕψωσιν. ἴλος τὸν μὲν εἰς τὴν τοῦ ἐπὶ τοῦ κανικλείου οπρεπή προβιβάζει τιμὴν καὶ τὴν παρὰ τῷ αῖς μεγίστην οἰκείωσιν, καὶ μείζοσιν ἑτέραις υδροί προκοπαῖς, τὸν δ᾽ ἀγνωμονοῦσα καὶ οῦ ἄρτου τίθησιν ἐνδεΞ (50). Καὶ οὐκέτι τὰ μένα μετήμειψεν ἤ ὅλως ἐσέπειτα μετηλλοίω Αλ' ἔμεινεν ἡ ἀκροσφαλὴς ἐπὶ ταυτοῦ τὸ και κα. Τὸ δ᾽ ἀπὸ τοῦδε ἦγε τὰ πράγματα ὁ ἀνὴρ ς ήβούλετο, βαθυγνώμων ὢν καὶ πεπνυμένος τὸ ἦθος ἐπίχαρις καὶ πτηνὸς τὴν φρόνησιν. το δὲ ὅσα ἐπέταττε βασιλεύς· ἐπέταττε δ' ὅσα ἐκεῖνος ἐβούλετο. [ν δὲ ἐν τῷ τότε καὶ εὺς λημμάτων αἰσχρῶν ἐλεύθερος, θάλασσα ωρίας, ἐλέους ἀβυσσος, τῷ προσηνεῖ τοῦ ἤθους ματος καὶ τὴν βασίλειον ἀρετὴν ἀπαράμιλλος, · εἰσέτι ἄτεχνον ἔχων καὶ γνώμην ἀπερίεργον. ὶ ἀπήγγελλον ἡμῖν οἱ τὴν ἡλικίαν προήκον- ἐπὶ τὰς πλαγίῳ λόγῳ ἀδομένας χρυσᾶς ἔννας οἱ ἦσαν παλινδρομήσαντες ἄνθρωποι, καὶ σμήνει αν μελισσῶν ἐκ πέτρας γλαφυρῆς βομβηδόν μένων, ἢ οὐδὲν τῶν ἐπ᾿ ἀγορᾷ, εἷλουμένων διε- Στιν, ὅσοι τοὺς βασιλικούς χρυσῶνας (51) εἰσω ὁποιουδή τινος φιλοτιμήματος ἀπολαύσοντες, οὺς περὶ ταῖς πύλαις συνθλίβεσθαι καὶ πρά- ι παρέχειν καὶ λαμβάνειν ἀμοιβαδόν, τοὺς μὲν ομένους εἰσιέναι, τοὺς δὲ τὴν ἔξοδον ἐπισπέρ- κς· Ἐμεῖς δὲ κλέος οἷον ἀκούομεν. Ην δὲ καὶ ως (52) τα κοινά ταμιεῖα τὸ κατ' ἐκεῖνο καιροῦ ούτου εἰς τοῦτο ἐξερευγόμενα. καὶ κατὰ τὰς συν- τὰς τῶν ὑδάτων πλημμύροντα καὶ παραπτύειν ὧν ἔνδον πρὸς τοὺς ἐκτὸς καὶ πενομένους ἐθέ Ζ, ὅσα και γαστὴρ ἐγγίζουσα τῷ τεκεῖν καὶ βα- είνη τῷ ὑπερτελείῳ τοῦ ἀχθσφορήματος· ἡ γὰρ δε τῷ θεῷ καὶ τῷ δικαίῳ διδοῦσα φορολογία τοῦ λέως καὶ πατρὸς τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ καὶ τὸ τῶν δαπανημάτων ἄσωτον καὶ ἀκόλαστον, εἰς ενας τα χρήματα ἐπεστοίβασε καὶ ὡς κάχληκας αὐτὰ συναγήρχεν. Ἐν δ', ὡς ἔοικε, καὶ τὸ θεῖον λογοῦν καὶ πληθύνον αὐτὰ κατὰ τὸ τοῦ ἐπαγγέλματος αδιάπτωτον, δ καὶ λῆψιν οὐρανίου εἰσε ται μισθοῦ καὶ τὴμ εἰς τὸ ἀνταπόδοσιν. πολλαπάσιον. Αλλ' οὐ μόνιμα τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ τὰ τῆς της ταύτης προθέσεως, ἀλλὰ βραχύχρονα καὶ ἐπίκηρα. ἐς γὰρ ἄνδρας ἐλάσας ἀρχικώτερόν τῶν πραγμάτων, τοῖς ὑπὸ χεῖρα οὐχ ὡς ἐλευθέροις, ἀλλ' ὡς κληρωτοῖς (53ὲ θεράπουσι προσε έμετος, καὶ τὴν τῆς φιλοδωρίας συνέστειλεν ἔκροιαν, ἵνα μὴ λέγοιμι ὡς εἰς τὸ παλίῤῥουν αὐτὴν ἀντὶ τῶν ὠνητῶν B A bus evexit et gloriam gloria cumulavit. Tandem p ad canielii magnificum munus et intimam impera - toris familiaritatem promotum magis etiam extulit. Alterum vero exosa ad extremam inopiam redegit ; neo mutavit decreta, sed contra consuetudinem suam in eodem statu perpetuo permansit. Ex eo ille res omnes arbitratu suo administrabat, homo profundi consilii, cordatus, suavibus moribus et volucri præditus ingenio. Quæ imperator jubebat, exsequebatur : ille vero eajubebat quæ hic volebat. Erat tum etiam imperator a turpi quæstu alienus; munificentiæ pelagus, misericordiæ abyssus, ob comitatem aditu facilis, regiis virtutibus cedens nemini, animo fraudis et curiositatis experte. Nam ut e natu majoribus accepimus, illius ætatis homines aurea secula, quæ obliquis verbis cele- brantur, sibi restituta putubant; et qui ad fiscum imperatorium accedebant, examinibus apum erant similes e concava petra cum bombis provolantium, neque pauciores iis qui in foro conveniunt, nulli non commodi aliquid exspectantes, adeo ut ad portas premerentur invicem atque alii alios ur- gerent, bi ingredi, illi egredi properantes. Atque hæc nos audivimus tantum, non etiam vidimus. Eodem tempore ex publicis thesauris subinde ali- quid ad pauperum necessitates levandas benigne redundabut. Nam Joannis imperatoris tributa,unde justitiæ et Deo pars dabatur, et frugi nummorum dispensatio Manueli acervos pecuniarum relique- rat; eademque Numinis quoque benignitas auxerat, quemadmodum in Evangelio et merces cœlestis et multiplex compensatio certo promittitur. Cæte- rum Manuel in optimo hoo instituto non diu per- mansit. Nam vir factus pro imperio res administra- vit ; et eos quibuscum res erat, non ut ingenuos, sed ut ære empta mancipia tractabat, et lar- giendi munificentiam restringebat, ac potius in contrarium vertebat, iis etiam distributionibus quas ipse ordinarat abrogatis, non tam, ut arbitror, suapte voluntate (nam res dubiæ in optimam par- tem interpretandæ sunt) quam necessitate coactus, ad sumptus immensos tolerandos; id quod in ora- tionis progressu declarabitur. C Hier. Wolfii notæ. * soribi exsistimo ad insignem fortunæ muta- acm et suumam imperatoris alienationem de- Bratiam. inc actorem. Ego fiscum verti, quia proprium in su, petebat on Latini sermonis egestatem. rti, omissis iconibus et metaphoris ineptioribus. Verba, si quis requirit, sio sonant : Αlioque etiam eo tempore conclavia publica ex hoc in illud eructa- bant, et ut colluvies aquarum redundabant, et alio quid ex iis quæ continebunt in externos et pauperes ecspuere volebant,quemadmodum uterus partui vici- nus qui plus quam maturi folus onere prægravatur. git. Hic pro vernis hereditate relictis aut posuisse videtur. 50) Βλωμοῦ ἄρτου τίθησιν ἐνδεᾶ. Υπερβολικῶς 151) Χρυσώ, est auri thesaurus proprie apud (33) Ην δὲ καὶ ἄλλως. Liberius hunc locum (53) Κληρωτόν. Alioqui est quod sortito contin
εἴτε τὸ ζῆν καταλύσετε, πατρίδι τιμὴν καὶ κλέος αὐτοῖς ἀρνύμενοι, οὐδ’ οὕτως τῶν εἰς δόξαν καὶ κειμένων ὑμῶν ἀφεξοίμην, ἀλλ’ οὕτως εὖ διαθήσομαι τὰ κατ’ οἶκον καὶ τέκνα καὶ ὁμολέκτρους ὡς ζηλωτέα τοῖς ἔτι περιοῦσι καὶ μακαριστέα δοκεῖν, καὶ αὐτοῖς δὲ ὑμῖν ὑπαπιοῦσι καθ’ ᾅδην ἀσπάσια, εἴ τις τέως καὶ ἐν νεκροῖς αἴσθησις, μηδὲ τὸ τῆς λήθης ποτὸν ἐγχεόμενον οὐ μόνον τὴν τῶν προλαβόντων ἀπαλείφει μνήμην, ἀλλὰ καὶ τὰ κατὰ τὸν βίον ἐπιγινόμενα οὔκουν ἐς ᾅδου ἐπεισρέειν ἀφίησιν, ὅπως τοῖς θανοῦσιν εἴησαν γνώριμα. Πρῶτος οὖν ὁ Πουπάκης, ὡς ἔφην, τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ διατυπώσας ἐν ἑαυτῷ τῆς ἀναβάσεως ἄρχεται καὶ μετ’ αὐτὸν οἱ Πετραλίφαι κασίγνητοι καὶ καθεξῆς ἕτεροι, ἕως πάντας ἡ κλῖμαξ ἐδέξατο. οὐδεὶς οὖν τῶν θεωμένων ἦν, ὃς ἐπὶ τῷ πραττομένῳ τούτῳ ἔργῳ οὐκ ἀνωλόλυξεν ὡς ἐπὶ καινῷ καρδιαλγήσας θεάματι, οὐδὲ δακρύων ὑποπλησθεὶς καὶ πατάξας τὸ στῆθος ἐθεοκλύτησε. καὶ ἦν γὰρ ἀληθῶς τὸ ὁρώμενον καταπλῆττον τὸν θεατὴν ὀφθαλμόν.
DE MANUELE COMNENO LIB. I. Ινδρῶν διαλυόμενον ἔριδας. Οὐκοῦν ὁ μὲν της ἐσκευαγώγει τὰ πρὸς τὴν ἔξοδον· ἡ δὲ μηδὲ καθαρῶς τὴν τούτου μετάβασιν ἀναμεί πρὸς τὸν Στυππειώτην μετεσκευάσατο, καὶ λακεῖσα, πῶς ἄν εποι [Ρ. 40] τις, ἀσμένως ριέστατα ταῖς καθ' ὥραν πάσαις ἐκλέϊζεν ἀνα- καὶ τὴν ἐκ δόξης εἰς δόξαν παρείχεν ὕψωσιν. ἴλος τὸν μὲν εἰς τὴν τοῦ ἐπὶ τοῦ κανικλείου οπρεπή προβιβάζει τιμὴν καὶ τὴν παρὰ τῷ αῖς μεγίστην οἰκείωσιν, καὶ μείζοσιν ἑτέραις υδροί προκοπαῖς, τὸν δ᾽ ἀγνωμονοῦσα καὶ οῦ ἄρτου τίθησιν ἐνδεΞ (50). Καὶ οὐκέτι τὰ μένα μετήμειψεν ἤ ὅλως ἐσέπειτα μετηλλοίω Αλ' ἔμεινεν ἡ ἀκροσφαλὴς ἐπὶ ταυτοῦ τὸ και κα. Τὸ δ᾽ ἀπὸ τοῦδε ἦγε τὰ πράγματα ὁ ἀνὴρ ς ήβούλετο, βαθυγνώμων ὢν καὶ πεπνυμένος τὸ ἦθος ἐπίχαρις καὶ πτηνὸς τὴν φρόνησιν. το δὲ ὅσα ἐπέταττε βασιλεύς· ἐπέταττε δ' ὅσα ἐκεῖνος ἐβούλετο. [ν δὲ ἐν τῷ τότε καὶ εὺς λημμάτων αἰσχρῶν ἐλεύθερος, θάλασσα ωρίας, ἐλέους ἀβυσσος, τῷ προσηνεῖ τοῦ ἤθους ματος καὶ τὴν βασίλειον ἀρετὴν ἀπαράμιλλος, · εἰσέτι ἄτεχνον ἔχων καὶ γνώμην ἀπερίεργον. ὶ ἀπήγγελλον ἡμῖν οἱ τὴν ἡλικίαν προήκον- ἐπὶ τὰς πλαγίῳ λόγῳ ἀδομένας χρυσᾶς ἔννας οἱ ἦσαν παλινδρομήσαντες ἄνθρωποι, καὶ σμήνει αν μελισσῶν ἐκ πέτρας γλαφυρῆς βομβηδόν μένων, ἢ οὐδὲν τῶν ἐπ᾿ ἀγορᾷ, εἷλουμένων διε- Στιν, ὅσοι τοὺς βασιλικούς χρυσῶνας (51) εἰσω ὁποιουδή τινος φιλοτιμήματος ἀπολαύσοντες, οὺς περὶ ταῖς πύλαις συνθλίβεσθαι καὶ πρά- ι παρέχειν καὶ λαμβάνειν ἀμοιβαδόν, τοὺς μὲν ομένους εἰσιέναι, τοὺς δὲ τὴν ἔξοδον ἐπισπέρ- κς· Ἐμεῖς δὲ κλέος οἷον ἀκούομεν. Ην δὲ καὶ ως (52) τα κοινά ταμιεῖα τὸ κατ' ἐκεῖνο καιροῦ ούτου εἰς τοῦτο ἐξερευγόμενα. καὶ κατὰ τὰς συν- τὰς τῶν ὑδάτων πλημμύροντα καὶ παραπτύειν ὧν ἔνδον πρὸς τοὺς ἐκτὸς καὶ πενομένους ἐθέ Ζ, ὅσα και γαστὴρ ἐγγίζουσα τῷ τεκεῖν καὶ βα- είνη τῷ ὑπερτελείῳ τοῦ ἀχθσφορήματος· ἡ γὰρ δε τῷ θεῷ καὶ τῷ δικαίῳ διδοῦσα φορολογία τοῦ λέως καὶ πατρὸς τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ καὶ τὸ τῶν δαπανημάτων ἄσωτον καὶ ἀκόλαστον, εἰς ενας τα χρήματα ἐπεστοίβασε καὶ ὡς κάχληκας αὐτὰ συναγήρχεν. Ἐν δ', ὡς ἔοικε, καὶ τὸ θεῖον λογοῦν καὶ πληθύνον αὐτὰ κατὰ τὸ τοῦ ἐπαγγέλματος αδιάπτωτον, δ καὶ λῆψιν οὐρανίου εἰσε ται μισθοῦ καὶ τὴμ εἰς τὸ ἀνταπόδοσιν. πολλαπάσιον. Αλλ' οὐ μόνιμα τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ τὰ τῆς της ταύτης προθέσεως, ἀλλὰ βραχύχρονα καὶ ἐπίκηρα. ἐς γὰρ ἄνδρας ἐλάσας ἀρχικώτερόν τῶν πραγμάτων, τοῖς ὑπὸ χεῖρα οὐχ ὡς ἐλευθέροις, ἀλλ' ὡς κληρωτοῖς (53ὲ θεράπουσι προσε έμετος, καὶ τὴν τῆς φιλοδωρίας συνέστειλεν ἔκροιαν, ἵνα μὴ λέγοιμι ὡς εἰς τὸ παλίῤῥουν αὐτὴν ἀντὶ τῶν ὠνητῶν B A bus evexit et gloriam gloria cumulavit. Tandem p ad canielii magnificum munus et intimam impera - toris familiaritatem promotum magis etiam extulit. Alterum vero exosa ad extremam inopiam redegit ; neo mutavit decreta, sed contra consuetudinem suam in eodem statu perpetuo permansit. Ex eo ille res omnes arbitratu suo administrabat, homo profundi consilii, cordatus, suavibus moribus et volucri præditus ingenio. Quæ imperator jubebat, exsequebatur : ille vero eajubebat quæ hic volebat. Erat tum etiam imperator a turpi quæstu alienus; munificentiæ pelagus, misericordiæ abyssus, ob comitatem aditu facilis, regiis virtutibus cedens nemini, animo fraudis et curiositatis experte. Nam ut e natu majoribus accepimus, illius ætatis homines aurea secula, quæ obliquis verbis cele- brantur, sibi restituta putubant; et qui ad fiscum imperatorium accedebant, examinibus apum erant similes e concava petra cum bombis provolantium, neque pauciores iis qui in foro conveniunt, nulli non commodi aliquid exspectantes, adeo ut ad portas premerentur invicem atque alii alios ur- gerent, bi ingredi, illi egredi properantes. Atque hæc nos audivimus tantum, non etiam vidimus. Eodem tempore ex publicis thesauris subinde ali- quid ad pauperum necessitates levandas benigne redundabut. Nam Joannis imperatoris tributa,unde justitiæ et Deo pars dabatur, et frugi nummorum dispensatio Manueli acervos pecuniarum relique- rat; eademque Numinis quoque benignitas auxerat, quemadmodum in Evangelio et merces cœlestis et multiplex compensatio certo promittitur. Cæte- rum Manuel in optimo hoo instituto non diu per- mansit. Nam vir factus pro imperio res administra- vit ; et eos quibuscum res erat, non ut ingenuos, sed ut ære empta mancipia tractabat, et lar- giendi munificentiam restringebat, ac potius in contrarium vertebat, iis etiam distributionibus quas ipse ordinarat abrogatis, non tam, ut arbitror, suapte voluntate (nam res dubiæ in optimam par- tem interpretandæ sunt) quam necessitate coactus, ad sumptus immensos tolerandos; id quod in ora- tionis progressu declarabitur. C Hier. Wolfii notæ. * soribi exsistimo ad insignem fortunæ muta- acm et suumam imperatoris alienationem de- Bratiam. inc actorem. Ego fiscum verti, quia proprium in su, petebat on Latini sermonis egestatem. rti, omissis iconibus et metaphoris ineptioribus. Verba, si quis requirit, sio sonant : Αlioque etiam eo tempore conclavia publica ex hoc in illud eructa- bant, et ut colluvies aquarum redundabant, et alio quid ex iis quæ continebunt in externos et pauperes ecspuere volebant,quemadmodum uterus partui vici- nus qui plus quam maturi folus onere prægravatur. git. Hic pro vernis hereditate relictis aut posuisse videtur. 50) Βλωμοῦ ἄρτου τίθησιν ἐνδεᾶ. Υπερβολικῶς 151) Χρυσώ, est auri thesaurus proprie apud (33) Ην δὲ καὶ ἄλλως. Liberius hunc locum (53) Κληρωτόν. Alioqui est quod sortito contin
οἱ μὲν γὰρ τοὺς θυρεοὺς ὑπὲρ κεφαλῆς ἐς τὸ ἀσφαλὲς ἀνατείναντες καὶ τὰ ξίφη σπασάμενοι τοῖς ἐκ τοῦ φρουρίου προσηγγικότες ἐκθύμως διημιλλῶντο, οἱ δὲ πάσαις κατ’ αὐτῶν ἐχρῶντο βολαῖς καὶ λίθους ἀπερρίπτουν χειροπληθεῖς. ἀλλ’ οὐδὲν ἤνυον· οὗτοι γάρ, ὅσα καὶ ἄκμονες ῥαϊστῆρσι, παντοίοις τυπτόμενοι βλήμασιν ἀκάμαντες ἦσαν καὶ ἀπερίτρεπτοι καὶ τὴν ἰσχὺν ἀνένδοτοι κἀπὶ τοῖς παροῦσι δεινοῖς ἀκατάπληκτοι. κἂν κάλλιστον εἰλήφει τέλος τὰ τοῦ ἀγῶνος τοῦδε καὶ Ῥωμαίοις ἐγεγόνει πάνυ κυδαντικά, νῦν δὲ ἀλλ’ ἡ ταῖς τῶν πράξεων μεγίσταις ἐπεισερχομένη ἀγεννὴς περίπτωσις καὶ τὸ ἄγαν ἀεί πως παρακολούουσα, ἀρχὴν ἀρίστην ὑποθεῖσα τῷ ἔργῳ καὶ τῇ προθέσει κατὰ βραχὺ ὑποθάλπουσα, περὶ τὸ πέρας ἠγνωμόνησε τὸ ἐπέραστον. ἤδη γὰρ τοῦ Πουπάκη τῆς κλίμακος ἀποβάντος καὶ τὼ πόδε ταῖς πέτραις ἐνερείσαντος, ὅθεν καὶ τοῖς ἐκ τῶν τειχῶν διεφέρετο, ἡ κλῖμαξ ἀποκαυλίζεται.
DE MANUELE COMNENO LIB. I. Ινδρῶν διαλυόμενον ἔριδας. Οὐκοῦν ὁ μὲν της ἐσκευαγώγει τὰ πρὸς τὴν ἔξοδον· ἡ δὲ μηδὲ καθαρῶς τὴν τούτου μετάβασιν ἀναμεί πρὸς τὸν Στυππειώτην μετεσκευάσατο, καὶ λακεῖσα, πῶς ἄν εποι [Ρ. 40] τις, ἀσμένως ριέστατα ταῖς καθ' ὥραν πάσαις ἐκλέϊζεν ἀνα- καὶ τὴν ἐκ δόξης εἰς δόξαν παρείχεν ὕψωσιν. ἴλος τὸν μὲν εἰς τὴν τοῦ ἐπὶ τοῦ κανικλείου οπρεπή προβιβάζει τιμὴν καὶ τὴν παρὰ τῷ αῖς μεγίστην οἰκείωσιν, καὶ μείζοσιν ἑτέραις υδροί προκοπαῖς, τὸν δ᾽ ἀγνωμονοῦσα καὶ οῦ ἄρτου τίθησιν ἐνδεΞ (50). Καὶ οὐκέτι τὰ μένα μετήμειψεν ἤ ὅλως ἐσέπειτα μετηλλοίω Αλ' ἔμεινεν ἡ ἀκροσφαλὴς ἐπὶ ταυτοῦ τὸ και κα. Τὸ δ᾽ ἀπὸ τοῦδε ἦγε τὰ πράγματα ὁ ἀνὴρ ς ήβούλετο, βαθυγνώμων ὢν καὶ πεπνυμένος τὸ ἦθος ἐπίχαρις καὶ πτηνὸς τὴν φρόνησιν. το δὲ ὅσα ἐπέταττε βασιλεύς· ἐπέταττε δ' ὅσα ἐκεῖνος ἐβούλετο. [ν δὲ ἐν τῷ τότε καὶ εὺς λημμάτων αἰσχρῶν ἐλεύθερος, θάλασσα ωρίας, ἐλέους ἀβυσσος, τῷ προσηνεῖ τοῦ ἤθους ματος καὶ τὴν βασίλειον ἀρετὴν ἀπαράμιλλος, · εἰσέτι ἄτεχνον ἔχων καὶ γνώμην ἀπερίεργον. ὶ ἀπήγγελλον ἡμῖν οἱ τὴν ἡλικίαν προήκον- ἐπὶ τὰς πλαγίῳ λόγῳ ἀδομένας χρυσᾶς ἔννας οἱ ἦσαν παλινδρομήσαντες ἄνθρωποι, καὶ σμήνει αν μελισσῶν ἐκ πέτρας γλαφυρῆς βομβηδόν μένων, ἢ οὐδὲν τῶν ἐπ᾿ ἀγορᾷ, εἷλουμένων διε- Στιν, ὅσοι τοὺς βασιλικούς χρυσῶνας (51) εἰσω ὁποιουδή τινος φιλοτιμήματος ἀπολαύσοντες, οὺς περὶ ταῖς πύλαις συνθλίβεσθαι καὶ πρά- ι παρέχειν καὶ λαμβάνειν ἀμοιβαδόν, τοὺς μὲν ομένους εἰσιέναι, τοὺς δὲ τὴν ἔξοδον ἐπισπέρ- κς· Ἐμεῖς δὲ κλέος οἷον ἀκούομεν. Ην δὲ καὶ ως (52) τα κοινά ταμιεῖα τὸ κατ' ἐκεῖνο καιροῦ ούτου εἰς τοῦτο ἐξερευγόμενα. καὶ κατὰ τὰς συν- τὰς τῶν ὑδάτων πλημμύροντα καὶ παραπτύειν ὧν ἔνδον πρὸς τοὺς ἐκτὸς καὶ πενομένους ἐθέ Ζ, ὅσα και γαστὴρ ἐγγίζουσα τῷ τεκεῖν καὶ βα- είνη τῷ ὑπερτελείῳ τοῦ ἀχθσφορήματος· ἡ γὰρ δε τῷ θεῷ καὶ τῷ δικαίῳ διδοῦσα φορολογία τοῦ λέως καὶ πατρὸς τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ καὶ τὸ τῶν δαπανημάτων ἄσωτον καὶ ἀκόλαστον, εἰς ενας τα χρήματα ἐπεστοίβασε καὶ ὡς κάχληκας αὐτὰ συναγήρχεν. Ἐν δ', ὡς ἔοικε, καὶ τὸ θεῖον λογοῦν καὶ πληθύνον αὐτὰ κατὰ τὸ τοῦ ἐπαγγέλματος αδιάπτωτον, δ καὶ λῆψιν οὐρανίου εἰσε ται μισθοῦ καὶ τὴμ εἰς τὸ ἀνταπόδοσιν. πολλαπάσιον. Αλλ' οὐ μόνιμα τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ τὰ τῆς της ταύτης προθέσεως, ἀλλὰ βραχύχρονα καὶ ἐπίκηρα. ἐς γὰρ ἄνδρας ἐλάσας ἀρχικώτερόν τῶν πραγμάτων, τοῖς ὑπὸ χεῖρα οὐχ ὡς ἐλευθέροις, ἀλλ' ὡς κληρωτοῖς (53ὲ θεράπουσι προσε έμετος, καὶ τὴν τῆς φιλοδωρίας συνέστειλεν ἔκροιαν, ἵνα μὴ λέγοιμι ὡς εἰς τὸ παλίῤῥουν αὐτὴν ἀντὶ τῶν ὠνητῶν B A bus evexit et gloriam gloria cumulavit. Tandem p ad canielii magnificum munus et intimam impera - toris familiaritatem promotum magis etiam extulit. Alterum vero exosa ad extremam inopiam redegit ; neo mutavit decreta, sed contra consuetudinem suam in eodem statu perpetuo permansit. Ex eo ille res omnes arbitratu suo administrabat, homo profundi consilii, cordatus, suavibus moribus et volucri præditus ingenio. Quæ imperator jubebat, exsequebatur : ille vero eajubebat quæ hic volebat. Erat tum etiam imperator a turpi quæstu alienus; munificentiæ pelagus, misericordiæ abyssus, ob comitatem aditu facilis, regiis virtutibus cedens nemini, animo fraudis et curiositatis experte. Nam ut e natu majoribus accepimus, illius ætatis homines aurea secula, quæ obliquis verbis cele- brantur, sibi restituta putubant; et qui ad fiscum imperatorium accedebant, examinibus apum erant similes e concava petra cum bombis provolantium, neque pauciores iis qui in foro conveniunt, nulli non commodi aliquid exspectantes, adeo ut ad portas premerentur invicem atque alii alios ur- gerent, bi ingredi, illi egredi properantes. Atque hæc nos audivimus tantum, non etiam vidimus. Eodem tempore ex publicis thesauris subinde ali- quid ad pauperum necessitates levandas benigne redundabut. Nam Joannis imperatoris tributa,unde justitiæ et Deo pars dabatur, et frugi nummorum dispensatio Manueli acervos pecuniarum relique- rat; eademque Numinis quoque benignitas auxerat, quemadmodum in Evangelio et merces cœlestis et multiplex compensatio certo promittitur. Cæte- rum Manuel in optimo hoo instituto non diu per- mansit. Nam vir factus pro imperio res administra- vit ; et eos quibuscum res erat, non ut ingenuos, sed ut ære empta mancipia tractabat, et lar- giendi munificentiam restringebat, ac potius in contrarium vertebat, iis etiam distributionibus quas ipse ordinarat abrogatis, non tam, ut arbitror, suapte voluntate (nam res dubiæ in optimam par- tem interpretandæ sunt) quam necessitate coactus, ad sumptus immensos tolerandos; id quod in ora- tionis progressu declarabitur. C Hier. Wolfii notæ. * soribi exsistimo ad insignem fortunæ muta- acm et suumam imperatoris alienationem de- Bratiam. inc actorem. Ego fiscum verti, quia proprium in su, petebat on Latini sermonis egestatem. rti, omissis iconibus et metaphoris ineptioribus. Verba, si quis requirit, sio sonant : Αlioque etiam eo tempore conclavia publica ex hoc in illud eructa- bant, et ut colluvies aquarum redundabant, et alio quid ex iis quæ continebunt in externos et pauperes ecspuere volebant,quemadmodum uterus partui vici- nus qui plus quam maturi folus onere prægravatur. git. Hic pro vernis hereditate relictis aut posuisse videtur. 50) Βλωμοῦ ἄρτου τίθησιν ἐνδεᾶ. Υπερβολικῶς 151) Χρυσώ, est auri thesaurus proprie apud (33) Ην δὲ καὶ ἄλλως. Liberius hunc locum (53) Κληρωτόν. Alioqui est quod sortito contin
PG 139:391καὶ οἱ μὲν ἄλλοι πάντες κύμβαχοι ἐπὶ βρεχμόν τε καὶ ὤμους ἐλεεινὸν ἐπανετρέποντο θέαμα καὶ ἄπιστος ὄψις οἰκτίρμοσιν ὀφθαλμοῖς, καὶ κακῶς παραπώλλυντο τοῖς τῶν κυμάτων διαύλοις φερόμενοι καὶ πέτραις καὶ νηῶν προσαρασσόμενοι καταστρώμασι κἀκ τῶν ὑψόθεν λίθοις καταχωννύμενοι, ὡς βραχεῖς ἀπ’ ἐκείνων δὴ τῶν πολλῶν τὸν κίνδυνον διεκφυγεῖν· ὁ δέ γε Πουπάκης τοὺς ἐν τοῖς τείχεσι διασοβήσας καὶ πυλίδα ἀναπεπταμένην εὑρὼν δι’ αὐτῆς ἐξέθορεν εἰς τὸ στράτευμα. καὶ ἦν τοῦτο οὐ Ῥωμαίοις μόνον καὶ βασιλεῖ δι’ ἐκπλήξεως, ἀλλὰ καὶ τοῖς ὑπεναντίοις αὐτοῖς διὰ θαύματος, οἳ καὶ τὸ ἀπάνθρωπον ὀνειδισθέντες καὶ τὸ τῆς γνώμης ἀνήμερον ἐπεγκληθέντες, οἷς καταλιθοῦντες ἦσαν τοὺς ἀνατραπέντας ἐκ τῆς κλίμακος, ἀπέσχοντο τοῦ δρᾶν οὑτωσί, τοὺς ἄνδρας αἰδεσθέντες τῆς γενναιότητος. Ἀλλ’ οὔπω ἀκριβῶς τὸ ἀτύχημα τοῦτο Ῥωμαίοις διεθρηνήθη καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῷ τοῦ βασιλέως λύπην ὁ πάντα μαραίνων χρόνος διαφορήσας ἐλέανε, καὶ ἄλλη τις ἐπισυμπλέκεται συμφορὰ χείρων τῆς πρώτης καὶ κακὸν ἐπεισκωμάζει ἀξιοπένθητον ἕτερον.
τβιάσατο καὶ τὸν ἀναδασμόν (54) ἔστιν ὅτε καὶ ἐφ' οἷς ἐδικαίωσεν, οὐκ ἐκ του γνωμικοῦ (55] δ' οἶμαι ἐοσοῦτον αἰτίου (χρὴ γὰρ ἐν τοῖς ἀδήλοις βέπειν πρὸς τὸ φιλάνθρωπον) ὅσον ἐκ τοῦ μὴ κοτύλης (56) δεῖσθαι ψηγμάτων, ἀλλ᾽ ἄντικρυς πελάγους Τυρσηνικοῦ ἄς εἶχε διευρύνας ἐξόδους τῶν δαπανῶν, ὡς προϊὸν δηλώσει τὸ λέγειν μοι. Β [Ρ. 44] δ'. 'Αλλ' οὕτω διακυβερνωμένῳ τὴν βασι λείαν τῷ αυτοκράτορι νέφος πολεμίων ἐκ τῶν ἑσπε ρίων ἐπισυστὰν κλιμάτων, τετριγός, δεινὸν καὶ ὀλέθριον, ἐς τὰ Ῥωμαίων ἐνέσκηψεν ὅρια, ἡ τῶν Αλαμανῶν φημι κίνησις καὶ ἡ τούτοις συνεξάρασα μοῖρα ὁμογενῶν ἐκείνοις ἑτέρων ἐθνῶν· οἷς καὶ θήλειαι κατελέγοντο ὡς ἄῤῥενες ἐφιππάζουσαι καὶ ταῖς ἐφεστρίσιν οὐ συμβάδην τώ πόδε διαχαλῶσαι, ἀλλὰ περιβάδην ἀνέδην ἐποχούμεναι, καὶ κοντοφό ροι καὶ ὁπλοφόροι κατ' ἄνδρας δρώμεναι, καὶ ἀν δρείαν στολὴν περικείμεναι, αἳ καὶ ὅλως ἀρεϊκὸν ἔβλεπον καὶ ὑπὲρ τὰς ᾿Αμαζόνας ἦν ἐνωντο. Μία δὲ ςκαὶ ὑπεξήρετο παρ' ἐκείναις καθάπερ ἄλλη τι Πενθεσίλεια, ἥτις ἐκ τοῦ στίζοντος χρυσοῦ καὶ πε- ριτρέχοντος τὰς ᾤας καὶ τὰ λώματα τοῦ ἐσθήματος Χρυσόπους παρωνομάζετο. Αὐτὸ δὲ τὸ τῆς κινήσεως αἴτιον πρόφασιν τὸ κυριακὸν παρείχε κενήριον καὶ ἡ πρὸς τὰ εὐθέα τῶν σκολιῶν καὶ ἐπιβούλων παρ όδων ἑτοιμασία τοῖς ἐκ τοῦ γένους ἐκείνοις εὐθύ τῶν Ιεροσολύμων ἐθέλουσιν ἴεσθαι. Ἔφασκον δὲ καὶ κατὰ τὴν ἔξοδον ἐκείνην μηδέν τι περιττόν επισύ- ρεσθαι, ἀλλ᾽ ἤ τὰ πρὸς ἐξομάλισιν τῶν τρίβων αναγ καιότατα καὶ μόνα επάγεσθαι, Διὰ τούτων δὲ παρ- - υπέφαινον οὐ πτύα (57) και τύκια καὶ σκαπάνας, θυρεούς δὲ καὶ φώρακας καὶ φάσγανα, καὶ εἴ το ἄλλο πρὸς πόλεμον ἐπιτήδειον. Καὶ τοῦτο μὲν τῶ παρορμῆσαν ἐκεῖνοι προσβάλλοντο καὶ διώμνυντα καὶ ἦν, ὡς ἐκ τῶν ὕστερον ἔδειξαν, οὐκ ἐψευσμένο τὰ ὑπ᾽ ἐκείνων λεγόμενα. Πέμψαντες δὲ πρεσβει τὰς, ὡς διὰ φιλίας, ᾐτοῦντο τὸν βασιλέα τὸν τῶ Ρωμαίων παρελθεῖν, καὶ ἀγορὰς αὐτοῖς παροδίου προτίθεσθαι, ἐξ ὧν ὠνήσονται καὶ ὅσοις ἄνθρωπο τρέφονται καὶ ὅσα ἵπποις ξυμβέβληνται. Ὁ δὲ βας – λεὺς, ὡς εἰκὸς ἐκ τοῦ παραχρῆμα διαταραχθεὶς ψυχὴν τῷ ἀέλπτῳ τοῦ πράγματος καὶ μηδέπω τὸ κατ' ἐκεῖνο καιροῦ γενομένῳ, οὐκ ἀνῆκεν δρ τῶν συνοισόντων ἐπιμελλόμενος. Τοῖς τε γὰρ σβεσι διελέχθη μετά προςηνείας τὰ πρόσφορα, ἐπαινεῖν ὑπερβαλλόντως τὰ δρώμενα ὑπεκρίνα καὶ ἄγασθαι αὐτοὺς τῆς εὐσεβοῦς προσεποιεῖτο τρο θέσεως, κἀκ τοῦ αὐτίκα δὴ μάλα ετοιμάσασθαι τη πρὸς διέλευσιν ἐπηγγέλλετο, ἄφθονά τε εὐτρεπίσειν καὶ ἕτοιμα οὕτως λαβεῖν νὰ ὤνια ισχυρίζετο ὡς εἴ περ οὐ δι' ἀλλοτρίας, ἀλλὰ διὰ τῆς σφῶν παρώδινο, τὸ παλίῤῥουν ἐβιάσατο· ἀναδασμόν ἀντὶ δασμοῦ ρεσιν. Περὶ γνωμικῶν θελημάτων, ἅς λεμο δι᾽ ἄς. διὰ, πτύον τὰ στο NICETE CHONIATE pestilers ab occidente in fines Romanorum irrupit. De motu Alemannorum loquor et cognatarum eis gentium ; inter quos et mulieres erant, non con- junctis pedibus sed virorum instar divisis super palliis equitantes, hastata atque armate, ac virili habitu ornata, Martio vullu, Amazonibus audacio. res. Inter quas una excelluit, quasi altera Penthe- silea, quæ ob fastigia et limbum vestium auro intertextum Auripes vocabatur. Expeditionis causa pretendebatur Dominicum sepulcrum et præparatio viæ rectæ et non insidiosæ popularibus suis Hiero- solyma ascensuris. Neque se quidquam superva- cuum advehere, sed ca duntaxat quæ ad viam complanandam maxime necessaria essent, profitebantur ; per quæ non ventilabra, non celtes, non ligones, sed galeas, thoraces, gladios, et quæ alia bello apta sunt, innuebant. Hanc sibi itineris esse causam jurati affirmabant ; neque id falso, ut postea cognitum est. Ac per legatos ab imperatore petebant sibi per ejus provincias pacatum transi- tum dari : et forum præberi, quo commeatum pro hominibus et jumentis comparare possent. Impe- rator vero etsi re inexspectata et nova, ut fit, ter- ritus, tamen suis rebus non defuit. Nam et legatis pro tempore benigne respondit, et eorum institu- tum probare se et pios conatus admirari simulavit. Ao station rerum venalium copiam præparaturum pollicitus est, quas accepluri essent, non quasi per alienam provinciam, sed per suam patriam tran- sirent, modo fidem darent transitum suum vere pium esse, et sine maleficio Romanorum finibus excessuros. His peractis edicta quovis dimittit, ut commeatus in viis, per quas Occidentales transi- turi sint, venalis exponatur ; idque fit statim. Sed quia verebatur ne in pellibus ovium lupi venirent, aut contra quam fabula narrat, sub asini exuviis leo lateret, aut leoninam pellem vulpina obtegeret, Romanas legiones convocat, publice do re publica deliberat, quanta multitudo copiarum transitura sit exponit ; quantus sit equitatus,quan- tum gravis armaturæ, quam infinita multitudo peditum, ut toti erci sint,ut cædium avidi comme- morat: scintillare oculos, et cruore delectari Hier. Wolfii notæ. Eam quoque distributionem quam ipse ordinarat abrogavit, nisi aut aliud simile : Tribula pro sua libidine exegit. Recentiorum Græcorum formula est. Et be- Filis bibliotheca libellum habet : De libero arbitrio aut libertate voluntatis, ut arbitror. C potius quam verba secutus sum, quæ sic sonant: Quia non scobe cotylæ egebat, sed plane Tyrrheno mari, ob sumptuum quos dilatarat amplitudinem. Pro Nam præpositionis librarii negligentia, prætermissio, turbat sententiam. complananda; nisi forte cribrum intelligat, quo glarea tenuior & crassiore separatur, aut aliquid aliud ei significet. 4. Hoc imperii statu hostilis nubes horrenda et A (54) Καὶ τὸν ἀναδασμόν. Subintelligi potest εἰς (55) Ἐκ τοῦ γνωμικοῦ. Sua sponte, κατὰ προπί- (56) Ἐκ τοῦ μὴ κοτύλης. Εt hic sententiam (57) Πτύα. Nescio qui usus ventilabri sit in via
διαστασιάζονται Ῥωμαῖοι καὶ Οὐεντανοὶ κατὰ μέσην τὴν ἀγορὰν καὶ ἡ στάσις οὐκ ἐρεσχελίαι παρ’ ἑκατέρων πίπτουσαι τῶν γενῶν, οὐδ’ ἔπος αἰσχρόν, ὁποῖον ἐρρέθη, τοιοῦτον ἐπακουόμενον, οὐδ’ ἐβωμολοχεύοντο πρὸς ἀλλήλους ἢ κερτόμοις οἱ στασιασταὶ ῥήμασιν ἐκομψεύοντο, οὐδ’ ἔβαλλον ὕβρεσι καὶ ἐπλύνοντο σκώμμασιν, ἀλλ’ αἱ χεῖρες εἶχον τὰ ὅπλα καὶ ἡ μάχη ἀγχώμαλος ἐκορθύετο. συχνοὶ οὖν οἱ κατὰ φήμην τοῦ κακοῦ μεθ’ ὅπλων ἑκατέρωθεν ἐπεισρέοντες καὶ τοῖς ὁμογενέσιν ἀρήγοντες, πολλοὶ δὲ καὶ οἳ ἐκεῖσε μὴ ὁπλενδυτοῦντες παρενέβαλον, γένει βασιλείῳ διαπρεπεῖς καὶ λαμπροὶ κατ’ ἀξίωσιν. καὶ τῶν Βενετίκων δὲ ἀφίκοντο οἱ γεραίτατοι ὡς σβέσοντες τὸ κακὸν καὶ διαλλακτῆρες ἐσόμενοι· ἀλλ’ οὐκ ἦν τῶν λεγομένων ἐπιστροφή, οὐδέ τις εἰσῄει τούτους αἰδὼς τῶν συνειλεγμένων μεγίστων ἀνδρῶν. ὁ γὰρ Ἄρης ἐκπάγλως ἐμαίνετο καὶ προχύσεως αἱμάτων ἐρῶν ἐπισυνίστη μάλιστα τοὺς ὁπλίτας, καὶ τούτους ἐκ τοῦ τῶν Βενετίκων πλέον στρατολογήματος, καὶ κατεῖχεν οὐδέν, οὐδ’ ἐπέστρεφεν.
τβιάσατο καὶ τὸν ἀναδασμόν (54) ἔστιν ὅτε καὶ ἐφ' οἷς ἐδικαίωσεν, οὐκ ἐκ του γνωμικοῦ (55] δ' οἶμαι ἐοσοῦτον αἰτίου (χρὴ γὰρ ἐν τοῖς ἀδήλοις βέπειν πρὸς τὸ φιλάνθρωπον) ὅσον ἐκ τοῦ μὴ κοτύλης (56) δεῖσθαι ψηγμάτων, ἀλλ᾽ ἄντικρυς πελάγους Τυρσηνικοῦ ἄς εἶχε διευρύνας ἐξόδους τῶν δαπανῶν, ὡς προϊὸν δηλώσει τὸ λέγειν μοι. Β [Ρ. 44] δ'. 'Αλλ' οὕτω διακυβερνωμένῳ τὴν βασι λείαν τῷ αυτοκράτορι νέφος πολεμίων ἐκ τῶν ἑσπε ρίων ἐπισυστὰν κλιμάτων, τετριγός, δεινὸν καὶ ὀλέθριον, ἐς τὰ Ῥωμαίων ἐνέσκηψεν ὅρια, ἡ τῶν Αλαμανῶν φημι κίνησις καὶ ἡ τούτοις συνεξάρασα μοῖρα ὁμογενῶν ἐκείνοις ἑτέρων ἐθνῶν· οἷς καὶ θήλειαι κατελέγοντο ὡς ἄῤῥενες ἐφιππάζουσαι καὶ ταῖς ἐφεστρίσιν οὐ συμβάδην τώ πόδε διαχαλῶσαι, ἀλλὰ περιβάδην ἀνέδην ἐποχούμεναι, καὶ κοντοφό ροι καὶ ὁπλοφόροι κατ' ἄνδρας δρώμεναι, καὶ ἀν δρείαν στολὴν περικείμεναι, αἳ καὶ ὅλως ἀρεϊκὸν ἔβλεπον καὶ ὑπὲρ τὰς ᾿Αμαζόνας ἦν ἐνωντο. Μία δὲ ςκαὶ ὑπεξήρετο παρ' ἐκείναις καθάπερ ἄλλη τι Πενθεσίλεια, ἥτις ἐκ τοῦ στίζοντος χρυσοῦ καὶ πε- ριτρέχοντος τὰς ᾤας καὶ τὰ λώματα τοῦ ἐσθήματος Χρυσόπους παρωνομάζετο. Αὐτὸ δὲ τὸ τῆς κινήσεως αἴτιον πρόφασιν τὸ κυριακὸν παρείχε κενήριον καὶ ἡ πρὸς τὰ εὐθέα τῶν σκολιῶν καὶ ἐπιβούλων παρ όδων ἑτοιμασία τοῖς ἐκ τοῦ γένους ἐκείνοις εὐθύ τῶν Ιεροσολύμων ἐθέλουσιν ἴεσθαι. Ἔφασκον δὲ καὶ κατὰ τὴν ἔξοδον ἐκείνην μηδέν τι περιττόν επισύ- ρεσθαι, ἀλλ᾽ ἤ τὰ πρὸς ἐξομάλισιν τῶν τρίβων αναγ καιότατα καὶ μόνα επάγεσθαι, Διὰ τούτων δὲ παρ- - υπέφαινον οὐ πτύα (57) και τύκια καὶ σκαπάνας, θυρεούς δὲ καὶ φώρακας καὶ φάσγανα, καὶ εἴ το ἄλλο πρὸς πόλεμον ἐπιτήδειον. Καὶ τοῦτο μὲν τῶ παρορμῆσαν ἐκεῖνοι προσβάλλοντο καὶ διώμνυντα καὶ ἦν, ὡς ἐκ τῶν ὕστερον ἔδειξαν, οὐκ ἐψευσμένο τὰ ὑπ᾽ ἐκείνων λεγόμενα. Πέμψαντες δὲ πρεσβει τὰς, ὡς διὰ φιλίας, ᾐτοῦντο τὸν βασιλέα τὸν τῶ Ρωμαίων παρελθεῖν, καὶ ἀγορὰς αὐτοῖς παροδίου προτίθεσθαι, ἐξ ὧν ὠνήσονται καὶ ὅσοις ἄνθρωπο τρέφονται καὶ ὅσα ἵπποις ξυμβέβληνται. Ὁ δὲ βας – λεὺς, ὡς εἰκὸς ἐκ τοῦ παραχρῆμα διαταραχθεὶς ψυχὴν τῷ ἀέλπτῳ τοῦ πράγματος καὶ μηδέπω τὸ κατ' ἐκεῖνο καιροῦ γενομένῳ, οὐκ ἀνῆκεν δρ τῶν συνοισόντων ἐπιμελλόμενος. Τοῖς τε γὰρ σβεσι διελέχθη μετά προςηνείας τὰ πρόσφορα, ἐπαινεῖν ὑπερβαλλόντως τὰ δρώμενα ὑπεκρίνα καὶ ἄγασθαι αὐτοὺς τῆς εὐσεβοῦς προσεποιεῖτο τρο θέσεως, κἀκ τοῦ αὐτίκα δὴ μάλα ετοιμάσασθαι τη πρὸς διέλευσιν ἐπηγγέλλετο, ἄφθονά τε εὐτρεπίσειν καὶ ἕτοιμα οὕτως λαβεῖν νὰ ὤνια ισχυρίζετο ὡς εἴ περ οὐ δι' ἀλλοτρίας, ἀλλὰ διὰ τῆς σφῶν παρώδινο, τὸ παλίῤῥουν ἐβιάσατο· ἀναδασμόν ἀντὶ δασμοῦ ρεσιν. Περὶ γνωμικῶν θελημάτων, ἅς λεμο δι᾽ ἄς. διὰ, πτύον τὰ στο NICETE CHONIATE pestilers ab occidente in fines Romanorum irrupit. De motu Alemannorum loquor et cognatarum eis gentium ; inter quos et mulieres erant, non con- junctis pedibus sed virorum instar divisis super palliis equitantes, hastata atque armate, ac virili habitu ornata, Martio vullu, Amazonibus audacio. res. Inter quas una excelluit, quasi altera Penthe- silea, quæ ob fastigia et limbum vestium auro intertextum Auripes vocabatur. Expeditionis causa pretendebatur Dominicum sepulcrum et præparatio viæ rectæ et non insidiosæ popularibus suis Hiero- solyma ascensuris. Neque se quidquam superva- cuum advehere, sed ca duntaxat quæ ad viam complanandam maxime necessaria essent, profitebantur ; per quæ non ventilabra, non celtes, non ligones, sed galeas, thoraces, gladios, et quæ alia bello apta sunt, innuebant. Hanc sibi itineris esse causam jurati affirmabant ; neque id falso, ut postea cognitum est. Ac per legatos ab imperatore petebant sibi per ejus provincias pacatum transi- tum dari : et forum præberi, quo commeatum pro hominibus et jumentis comparare possent. Impe- rator vero etsi re inexspectata et nova, ut fit, ter- ritus, tamen suis rebus non defuit. Nam et legatis pro tempore benigne respondit, et eorum institu- tum probare se et pios conatus admirari simulavit. Ao station rerum venalium copiam præparaturum pollicitus est, quas accepluri essent, non quasi per alienam provinciam, sed per suam patriam tran- sirent, modo fidem darent transitum suum vere pium esse, et sine maleficio Romanorum finibus excessuros. His peractis edicta quovis dimittit, ut commeatus in viis, per quas Occidentales transi- turi sint, venalis exponatur ; idque fit statim. Sed quia verebatur ne in pellibus ovium lupi venirent, aut contra quam fabula narrat, sub asini exuviis leo lateret, aut leoninam pellem vulpina obtegeret, Romanas legiones convocat, publice do re publica deliberat, quanta multitudo copiarum transitura sit exponit ; quantus sit equitatus,quan- tum gravis armaturæ, quam infinita multitudo peditum, ut toti erci sint,ut cædium avidi comme- morat: scintillare oculos, et cruore delectari Hier. Wolfii notæ. Eam quoque distributionem quam ipse ordinarat abrogavit, nisi aut aliud simile : Tribula pro sua libidine exegit. Recentiorum Græcorum formula est. Et be- Filis bibliotheca libellum habet : De libero arbitrio aut libertate voluntatis, ut arbitror. C potius quam verba secutus sum, quæ sic sonant: Quia non scobe cotylæ egebat, sed plane Tyrrheno mari, ob sumptuum quos dilatarat amplitudinem. Pro Nam præpositionis librarii negligentia, prætermissio, turbat sententiam. complananda; nisi forte cribrum intelligat, quo glarea tenuior & crassiore separatur, aut aliquid aliud ei significet. 4. Hoc imperii statu hostilis nubes horrenda et A (54) Καὶ τὸν ἀναδασμόν. Subintelligi potest εἰς (55) Ἐκ τοῦ γνωμικοῦ. Sua sponte, κατὰ προπί- (56) Ἐκ τοῦ μὴ κοτύλης. Εt hic sententiam (57) Πτύα. Nescio qui usus ventilabri sit in via
ὅσον γὰρ ὁ μέγας δομέστικος τοὺς Ῥωμαίους ἀνέκοπτε τῆς ὁρμῆς καὶ τὰς τούτων ἐπισυνδρομὰς ἐπετείχιζε, τοσοῦτον ἐβαρυμηνίων Οὐεντανοὶ τῷ θυμῷ σφαδάζοντες κἀκ τῶν τριηρέων ἐξεχέοντο. ἰδὼν τοίνυν ὁ ἀνὴρ ὡς οὐδὲν ὠφελεῖ διαλλαγὰς μετιὼν καὶ ὡς ἄγει ἀναγκαία τὰ γένη μάχῃ διακριθῆναι, τοὺς ἰδίους μεταπέμπεται δορυφόρους, οὓς ἐπὶ καιρῶν μάχης εἶχε χρησίμους ἑαυτῷ καὶ ὁπλίταις ἀγαθοῖς ἐκέχρητο, καὶ διαφίησι τοῖς Βενετίκοις. ἐξάγει δὲ καὶ μέρος τῆς στρατιᾶς. ἐπ’ ὀλίγον οὖν οὗτοι ἀντισχόντες τὰ νῶτα μεταβαλόντες προτροπάδην φεύγουσι καὶ ταῖς ναυσὶν ἄκοντες συνωθοῦνται, βαλλόμενοί τε καὶ ἀναιρούμενοι. Πλὴν οὐδ’ οὕτω τῆς βαρβάρου γνώμης ἠρέμησαν ἢ τὰ ὅπλα μετὰ ἧτταν κατέθεντο, ἀλλὰ κατὰ τὰ δυσθάνατα τῶν θηρίων ἐφαλλόμενοί τε καὶ προσαλλόμενοι ἐν δεινῷ τίθενται ὅτι μὴ Ῥωμαίων αὐτῶν ὑπερίσχυσαν. ἀμέλει καὶ κατὰ χέρσον οὐκέτι δυνάμενοι μάχεσθαι ἀποσαλεύουσι τὰς νῆας καὶ ἐξόρμους τιθέασι·
τβιάσατο καὶ τὸν ἀναδασμόν (54) ἔστιν ὅτε καὶ ἐφ' οἷς ἐδικαίωσεν, οὐκ ἐκ του γνωμικοῦ (55] δ' οἶμαι ἐοσοῦτον αἰτίου (χρὴ γὰρ ἐν τοῖς ἀδήλοις βέπειν πρὸς τὸ φιλάνθρωπον) ὅσον ἐκ τοῦ μὴ κοτύλης (56) δεῖσθαι ψηγμάτων, ἀλλ᾽ ἄντικρυς πελάγους Τυρσηνικοῦ ἄς εἶχε διευρύνας ἐξόδους τῶν δαπανῶν, ὡς προϊὸν δηλώσει τὸ λέγειν μοι. Β [Ρ. 44] δ'. 'Αλλ' οὕτω διακυβερνωμένῳ τὴν βασι λείαν τῷ αυτοκράτορι νέφος πολεμίων ἐκ τῶν ἑσπε ρίων ἐπισυστὰν κλιμάτων, τετριγός, δεινὸν καὶ ὀλέθριον, ἐς τὰ Ῥωμαίων ἐνέσκηψεν ὅρια, ἡ τῶν Αλαμανῶν φημι κίνησις καὶ ἡ τούτοις συνεξάρασα μοῖρα ὁμογενῶν ἐκείνοις ἑτέρων ἐθνῶν· οἷς καὶ θήλειαι κατελέγοντο ὡς ἄῤῥενες ἐφιππάζουσαι καὶ ταῖς ἐφεστρίσιν οὐ συμβάδην τώ πόδε διαχαλῶσαι, ἀλλὰ περιβάδην ἀνέδην ἐποχούμεναι, καὶ κοντοφό ροι καὶ ὁπλοφόροι κατ' ἄνδρας δρώμεναι, καὶ ἀν δρείαν στολὴν περικείμεναι, αἳ καὶ ὅλως ἀρεϊκὸν ἔβλεπον καὶ ὑπὲρ τὰς ᾿Αμαζόνας ἦν ἐνωντο. Μία δὲ ςκαὶ ὑπεξήρετο παρ' ἐκείναις καθάπερ ἄλλη τι Πενθεσίλεια, ἥτις ἐκ τοῦ στίζοντος χρυσοῦ καὶ πε- ριτρέχοντος τὰς ᾤας καὶ τὰ λώματα τοῦ ἐσθήματος Χρυσόπους παρωνομάζετο. Αὐτὸ δὲ τὸ τῆς κινήσεως αἴτιον πρόφασιν τὸ κυριακὸν παρείχε κενήριον καὶ ἡ πρὸς τὰ εὐθέα τῶν σκολιῶν καὶ ἐπιβούλων παρ όδων ἑτοιμασία τοῖς ἐκ τοῦ γένους ἐκείνοις εὐθύ τῶν Ιεροσολύμων ἐθέλουσιν ἴεσθαι. Ἔφασκον δὲ καὶ κατὰ τὴν ἔξοδον ἐκείνην μηδέν τι περιττόν επισύ- ρεσθαι, ἀλλ᾽ ἤ τὰ πρὸς ἐξομάλισιν τῶν τρίβων αναγ καιότατα καὶ μόνα επάγεσθαι, Διὰ τούτων δὲ παρ- - υπέφαινον οὐ πτύα (57) και τύκια καὶ σκαπάνας, θυρεούς δὲ καὶ φώρακας καὶ φάσγανα, καὶ εἴ το ἄλλο πρὸς πόλεμον ἐπιτήδειον. Καὶ τοῦτο μὲν τῶ παρορμῆσαν ἐκεῖνοι προσβάλλοντο καὶ διώμνυντα καὶ ἦν, ὡς ἐκ τῶν ὕστερον ἔδειξαν, οὐκ ἐψευσμένο τὰ ὑπ᾽ ἐκείνων λεγόμενα. Πέμψαντες δὲ πρεσβει τὰς, ὡς διὰ φιλίας, ᾐτοῦντο τὸν βασιλέα τὸν τῶ Ρωμαίων παρελθεῖν, καὶ ἀγορὰς αὐτοῖς παροδίου προτίθεσθαι, ἐξ ὧν ὠνήσονται καὶ ὅσοις ἄνθρωπο τρέφονται καὶ ὅσα ἵπποις ξυμβέβληνται. Ὁ δὲ βας – λεὺς, ὡς εἰκὸς ἐκ τοῦ παραχρῆμα διαταραχθεὶς ψυχὴν τῷ ἀέλπτῳ τοῦ πράγματος καὶ μηδέπω τὸ κατ' ἐκεῖνο καιροῦ γενομένῳ, οὐκ ἀνῆκεν δρ τῶν συνοισόντων ἐπιμελλόμενος. Τοῖς τε γὰρ σβεσι διελέχθη μετά προςηνείας τὰ πρόσφορα, ἐπαινεῖν ὑπερβαλλόντως τὰ δρώμενα ὑπεκρίνα καὶ ἄγασθαι αὐτοὺς τῆς εὐσεβοῦς προσεποιεῖτο τρο θέσεως, κἀκ τοῦ αὐτίκα δὴ μάλα ετοιμάσασθαι τη πρὸς διέλευσιν ἐπηγγέλλετο, ἄφθονά τε εὐτρεπίσειν καὶ ἕτοιμα οὕτως λαβεῖν νὰ ὤνια ισχυρίζετο ὡς εἴ περ οὐ δι' ἀλλοτρίας, ἀλλὰ διὰ τῆς σφῶν παρώδινο, τὸ παλίῤῥουν ἐβιάσατο· ἀναδασμόν ἀντὶ δασμοῦ ρεσιν. Περὶ γνωμικῶν θελημάτων, ἅς λεμο δι᾽ ἄς. διὰ, πτύον τὰ στο NICETE CHONIATE pestilers ab occidente in fines Romanorum irrupit. De motu Alemannorum loquor et cognatarum eis gentium ; inter quos et mulieres erant, non con- junctis pedibus sed virorum instar divisis super palliis equitantes, hastata atque armate, ac virili habitu ornata, Martio vullu, Amazonibus audacio. res. Inter quas una excelluit, quasi altera Penthe- silea, quæ ob fastigia et limbum vestium auro intertextum Auripes vocabatur. Expeditionis causa pretendebatur Dominicum sepulcrum et præparatio viæ rectæ et non insidiosæ popularibus suis Hiero- solyma ascensuris. Neque se quidquam superva- cuum advehere, sed ca duntaxat quæ ad viam complanandam maxime necessaria essent, profitebantur ; per quæ non ventilabra, non celtes, non ligones, sed galeas, thoraces, gladios, et quæ alia bello apta sunt, innuebant. Hanc sibi itineris esse causam jurati affirmabant ; neque id falso, ut postea cognitum est. Ac per legatos ab imperatore petebant sibi per ejus provincias pacatum transi- tum dari : et forum præberi, quo commeatum pro hominibus et jumentis comparare possent. Impe- rator vero etsi re inexspectata et nova, ut fit, ter- ritus, tamen suis rebus non defuit. Nam et legatis pro tempore benigne respondit, et eorum institu- tum probare se et pios conatus admirari simulavit. Ao station rerum venalium copiam præparaturum pollicitus est, quas accepluri essent, non quasi per alienam provinciam, sed per suam patriam tran- sirent, modo fidem darent transitum suum vere pium esse, et sine maleficio Romanorum finibus excessuros. His peractis edicta quovis dimittit, ut commeatus in viis, per quas Occidentales transi- turi sint, venalis exponatur ; idque fit statim. Sed quia verebatur ne in pellibus ovium lupi venirent, aut contra quam fabula narrat, sub asini exuviis leo lateret, aut leoninam pellem vulpina obtegeret, Romanas legiones convocat, publice do re publica deliberat, quanta multitudo copiarum transitura sit exponit ; quantus sit equitatus,quan- tum gravis armaturæ, quam infinita multitudo peditum, ut toti erci sint,ut cædium avidi comme- morat: scintillare oculos, et cruore delectari Hier. Wolfii notæ. Eam quoque distributionem quam ipse ordinarat abrogavit, nisi aut aliud simile : Tribula pro sua libidine exegit. Recentiorum Græcorum formula est. Et be- Filis bibliotheca libellum habet : De libero arbitrio aut libertate voluntatis, ut arbitror. C potius quam verba secutus sum, quæ sic sonant: Quia non scobe cotylæ egebat, sed plane Tyrrheno mari, ob sumptuum quos dilatarat amplitudinem. Pro Nam præpositionis librarii negligentia, prætermissio, turbat sententiam. complananda; nisi forte cribrum intelligat, quo glarea tenuior & crassiore separatur, aut aliquid aliud ei significet. 4. Hoc imperii statu hostilis nubes horrenda et A (54) Καὶ τὸν ἀναδασμόν. Subintelligi potest εἰς (55) Ἐκ τοῦ γνωμικοῦ. Sua sponte, κατὰ προπί- (56) Ἐκ τοῦ μὴ κοτύλης. Εt hic sententiam (57) Πτύα. Nescio qui usus ventilabri sit in via
PG 139:393καὶ κατά τινα νῆσον ἀναχθέντες ἀμφίρρυτον (ἡ Ἀστερὶς αὕτη οἶμαί ἐστιν, ἥν φασιν οἱ πάλαι κεῖσθαι μέσον Ἰθάκης καὶ τῆς τῶν Κεφαλήνων τετραπόλεως) ἐπιτίθενται ὡς πολέμιοι τοῖς ἐκεῖσε παρορμῶσιν ἐξ Εὐβοίας πλοίοις Ῥωμαϊκοῖς καὶ τὸ ναυτικὸν κακῶς διαθέμενοι, ὃ συνεπλήρουν οἱ Εὐβοεῖς μάλιστα, τέλος καὶ αὐτὰ τὰ σκάφη πῦρ ἐμβαλόντες ᾐθάλωσαν. Τῷ κακῷ δὲ τούτῳ καὶ ἕτερον ἀτοπώτερον ἐπιφέροντες τὴν βασιλίδα νῆα κλοποφοροῦσι καὶ παρ’ ἑαυτοῖς θέμενοι πρῶτα μὲν τὰς ἐν αὐτῇ βασιλικὰς διαιτήσεις κοσμοῦσι πέπλοις χρυσοϋφέσι καὶ ἁλουργοῖς τάπησιν, ἔπειτα δ’ αὐτῇ ἐμβιβάσαντες ἀνδράριον ἐπίτριπτον, κελεχρῶτά τινα Αἰθίοπα, εὐφήμουν ὡς βασιλέα Ῥωμαίων περιάγοντες μετὰ λαμπρᾶς στεφανηφορίας καὶ προπομπῆς, τὰ τῆς βασιλείας σεμνὰ διαπαίζοντες καὶ καταμωκώμενοι τὸν ἄνακτα Μανουὴλ ὡς μὴ ξανθίζοντα τὴν κόμην ὡς θέρος, ἀλλ’ ὑπομελαινόμενον τὴν μορφὴν κατὰ τὴν τοῦ ᾄσματος νύμφην τὴν λέγουσαν μέλαινά εἰμι καὶ καλή, ὅτι παρέβλεψέ με ὁ ἥλιος.
χώρας, ἄν δώσουσι μόνον ὅρκια πιστὰ ὡς θεοφιλής αὐτοῖς ἡ δίοδος ἀληθῶς καὶ ὡς ἀμαχητὰ τὰ Ῥω μαίων δρια υπερβήσονται. Ταῦτ᾽ οὖν ὡς εἰκὸς κατα- στησάμενος, ἀπανταχή διεκπέμπει βασίλεια δια τάγματα προεκκεῖσθαι τὰ ζωαρκὴ τῶν ὁδῶν καθε ᾶς οἱ ἐξ ἑσπέρας στρατοὶ διελεύσονται· καὶ τῷ λόγῳ τὸ ἔργον ἐπηκολούθει. Υποβλεπόμενος δὲ καὶ ὑπο- νοῶν μή πως ἐν δέρματι προβάτων λυκιδεῖς ἔρχονται ἢ ὄνῳ ὑποκρύπτονται λέοντες ἀπ᾿ ἐναντίας τῷ μυ θικῷ διηγήματι, ἢ τὴν λεοντήν ξυνέχωσι τῇ ἁλω. πεκῇ, τὰς Ρωμαϊκής αθροίζει δυνάμεις, συνδια- σκέπτεται κοινῇ περὶ τῶν κοινῶν, τὸ πλῆθος τῶν παρελευσομένων στρατῶν διέξεισι, τῆς ἵππου τὸ πολύ καταλέγει, τὸ ὁπλιτικὸν ὅσον διασαφεῖ, τῆς πεζεταίρας μοίρας παρίστησι τὸ μυρίανδρον, τὸ πάγχαλκον περιλαλεῖ [Ρ. 42] καὶ τὸ φόνιον, τὸ πῦρ τῶν ὁμμάτων ἅπαντας βλέπειν, καὶ τοῖς αἵμασιν ἐπαγάλλεσθαι ὡς οὐδὲ ῥαντισμοῖς ὑδάτων ἕτεροι. Οὐ ταῦτα δὲ μόνον τῇ γερουσία καταγγέλλει καὶ τοῖς τέλεσι καὶ στρατεύμασιν, ἀλλ' ὅσα καὶ ὁ ἐκ Σικελίας τύραννος, ὥσπερ θὴρ ἐνάλιος, κατὰ τῶν παραθαλαττίων χωρών διαπράττεται, τὴν ἀλμην τύπτων τοῖς ἐρετμοῖς, καὶ ταῖς Ῥωμαϊκαῖς ἐνορ μιζόμενος κωμοπόλεσι, καὶ κείρων τὰ ἐν ποσὶ κατὰ πολλὴν τοῦ ἐπαμύνοντος ἐρημίαν. Καὶ δὴ τὰς μὲν Ξυργοβάρεις ἐπισκευάζει τῆς πόλεως καὶ τίθησιν εὐερκία τὴν ὅλην του περιβόλου περίμετρον, τῇ δὲ πρατια χιτῶνας φολιδωτούς χορηγεῖ, κοντοῖς τε καθοπλίζει χαλκήρεσι, καὶ ἵπποις δρομικοῖς διεγεί με το φρόνημα, καὶ χρημάτων ἐπιόξωννυσι διαδό σεσιν, ὦ νεύρα τῶν πραγμάτων ἀρίστως τῶν πάλαι τις κατωνόμασε. Καὶ οὕτω σὺν Θεῷ συλλήπτορι καὶ τῇ πολιούχῳ Μητροπαρθένῳ ὡς ἐνῆν δυσμαχώτατα θέμενος τὰ στρατεύματα, τὰ μὲν εἰς ἔρυμα συνέ χει τῆς καλλιπόλεως καὶ τοῖς τείχεσιν ἐπιστᾷ, τοῖς δ' ἐπισκήπτει τῇ στρατιᾷ παρέπεσθαι τῶν ᾿Αλα- μανῶν, μὴ ἀφισταμένοις ἐπὶ πολύ, κακ τοῦδε εἴργειν τοὺς ἐκ τῶν ᾿Αλαμανῶν ἐς ἀρπαγάς παρεξιόν. της καὶ προνομᾶς, εἰρηνικῶς μέντοι καὶ μὴ πολεμικῶς. Κατὰ μὲν οὖν τὴν ἀπωτέρω πορείαν οὐδέν τι ξυνηνέχθη, ἀξιαφήγητον ἀμφοῖν τοῖς στρατεύμασιν· ὡς δ᾽ εἰς Φιλιππούπολιν οἱ ᾿Αλαμανοὶ παρενές βαλον, οὐδὲ κατὰ τὸν ἐκεῖσε σταθμὸν ἐς διαφορὰν ἀπεῖδον τὰ τάγματα. Ο γὰρ τῆς χώρας ἀρχιερεὺς (ἦν δ᾽ οὗτος ὁ Ἰταλικῆς Μιχαὴλ ὁ καὶ λόγῳ πολὺς καὶ σοφίας ὁποίας εἴποι τις μέλημα, καν ταῖς ὁμιλίαις τὸ ἦθος ἐπαγωγότατος καὶ λίθος ἄντικρυς Μάγνησσα) οὕτως ὑπηγάγετο τὸν ῥῆγα ταῖς τῶν λόγων ἐκθηλύνας γξ', καὶ τῷ μέλιτι τῆς γλώττης κατεγοήτευσεν, ἀντιστρόφως μὲν οἷς ἐφθέγγετο, τοῖς δὲ Ῥωμαίοις ἐπωφε λῶς τὴν γνώμην μεταμείβων καὶ κατὰ τὸν Φάριον Πρωτέα δραστηρίως μεταβαλλόμενος, ὡς ἐκ τῶν ὤτων ἀναρτῆσαι κατὰ τοὺς ἀμφορέων διακένους τὸν ὑψηλόφρονα έργα, καὶ συσσιτον παραλαμβάνειν καὶ μεταδιδόναι προπόσεων· ὃς καὶ μετῄει ὠμοτάτως, αὐτῷ χαριζόμενος, τοὺς ἄνευ καταθέσεως ἀργυρίου τὰ σῖτα ὁθενοῦν παρεισάγοντας. Ε. Ἐν δὲ τῷ μεθίστασθαι ἐκεῖθεν καὶ προβῆναι τὸν ῥῆγα τοῖς ἔμπροσθεν, ἐκ τῶν κατ' οὐρὰν ᾿Αλπ- μενῶν καὶ Ῥωμαίων δίκη μὲν τὰ πρῶτα παρόν σιάζεται ὡς δῆθεν κακῶς πασχόντων τινῶν· εἶτα ἐξωθεῖ ταύτην ἡ φιλοτάραχος τῶν πολλῶν ἔνστασις, καὶ τραχύνεται ταῖς βοαῖς. Ταύταις ἐφομαρτεῖ (58) το παρρησιαστικὴν καὶ φιλόνεικον. Οπλίζει τοῦτο τὰς χεῖρας εἰς πόλεμον. Ἡ Ενυὼ ἐφέπεται, καὶ της Φυλόπιδος ξυλλαβομένης ἡ μάχη λαμπρῶς ἐκορ- Νύετο. Φιλαυξὴς δὲ οὖσα αὕτη καὶ ἀεὶ τῶν ἄνω DE MANUELE COMNENO LIB. I. B A magis omnes quam alios aquæ aspersione. Neque vero haec duntaxat senatui, magistratibus et exerci- tibus narrat, sed illud etiam adjungit, quemadmo- dum Siciliæ tyrannus instar marina belluæ oram maritimain infestet, ut ad Romana oppida appellat et obvia quæque vastet, prohibente nemine. Deinde turres et propugnacula urbis omnemque mœnium ambitum instaurat; exercitui loricas dat, ferratis hastis milites armat,equis velocibus eorum animos excitat, et pecuniæ distributione confirmat, quam ex antiquis quidam rerum nervos rectissime ap- pellavit. Ita legionibus, Deo et matre Virgine custode urbis adjuvante, ad vim hostilem pro- pulsandam instructis, alias ad præsidium urbis retinet atbue in mœnibus disponit, alias exercitum Alemannorum haud longo intervallo subsequi jubet, et eos coercere qui extra aciem ad prædam et ra- pinas evagentur; idque facere pacate,non hostiliter. Ac in remotiori itinere nihil memorabile inter utrumque exercitum accidit. Ut autem Alemanni ad Philippopolim castra metati sunt, ne ibi qui- dem dissidium incidit. Nam ejus provinciæ pon- tifex, Italicus Michael, vir eloquens et omni do- ctrinæ genere perpolitus, in congressibus ita suavis ut ab ejus ore omnes penderent, elatum regem verborum illecebris et linguæ dulcedine, aliud di- cendo, aliud sentiendo, ac Protei instar pro Romanorum utilitate se transformando, ita devin- xit ut eum dicto audientem haberet, ad epulas invitaret et propinaret. Qui quidem in ejus gratiam crudelissime tractabat eos qui pecunia non nume- rata commeatum alicunde in castra advehebant. C V. Cum autem rex inde progrederetur, inter extremum agmen Alemannorum et Romano- rum disceptatio orta est, quod aliqui male tractarentur. Mox vulgi importunitate clamor et rixa sequitur, donec ad manus et ad arma ventum est. Unde haud dubie atrox pugna exstitisset, nisi idem pontifex regem jam mutatum et bellum spi- rantem ac instar feræ truculentæ concitatum ma- ture placasset ac præter exspectationem cobibuis- set.Cum autem exercitus ad Adrianopolim conve- Hier. Wolfii notæ. PATROL. GR. CXXXIX. (58) Ταύταις ἐφομαρτεί. Hic verba scrupulose persequi non necesse habui,
Ἀλλ’ εἶχε μὲν ἀξίαν ἐπιθεῖναι δίκην τοῖς βαρβάροις ἐκ τοῦ παραυτίκα ὁ βασιλεύς, δείσας δέ, μὴ ἐμφυλίου κινηθέντος πολέμου εἰς πλεῖον προχωρήσῃ τὰ ἄτοπα, πέμψας τῶν ἐξ οἰκείου γένους τινὰς ἀμνηστίαν δίδωσι τοῖς Βενετίκοις ὧν τε εἰς αὐτὸν ἠνομήκασι καὶ ὧν εἰς Ῥωμαίους ὡς δυσμενεῖς ἐκακούργησαν, ἐπεὶ τὰ τῆς ἀμύνης ἑώρα πως οὐκ ἀκίνδυνα, πρὸς ἄλλα τοῦ καιροῦ ῥέπειν ἐπείγοντος. πλὴν εἰ καὶ τὸν χόλον αὐτῆμαρ κατέπεψεν, ἀλλ’ ὡς ἐν σποδιᾷ ἔναυσμα τὸν κότον ἐνέθαλπε τῇ ψυχῇ, ἕως τῶν πραγμάτων ἐνδιδόντων αὐτὸν ἐξεπύρσευσεν, ὡς κατὰ καιρὸν τὸν οἰκεῖον ῥηθήσεται. Τότε γοῦν φιλιωθέντων αὖθις ἀμφοτέρων τῶν στρατευμάτων, εἰς πολιορκίαν ἐξάγει τὰς φάλαγγας, καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐν οἷς παρείκοι, τὸ πόλισμα κυκλωσάμενος παντοῖος ἐγίνετο, ὥσπερ πρὸς ἑαυτὸν ἁμιλλώμενος ἐνεργότερος δείκνυσθαι, εἴ πως παραστήσασθαι δυνηθείη τοῦτο καὶ ἐξελεῖν. ἔκ τε οὖν τῶν πετροβόλων ὀργάνων τὰ βάρη τῶν λίθων ἠφίετο συνεχέστερα καὶ οἱ τοξόται παρὰ μαζὸν ἀεὶ πελάζοντες τὰς νευρὰς καὶ ἕως τῶν γλυφίδων ἕλκοντες νιφάδεσσιν ἐοικότα χειμερίῃσι κατὰ τῶν ἐπὶ τοῦ τείχους τὰ βέλη ἔπεμπον.
χώρας, ἄν δώσουσι μόνον ὅρκια πιστὰ ὡς θεοφιλής αὐτοῖς ἡ δίοδος ἀληθῶς καὶ ὡς ἀμαχητὰ τὰ Ῥω μαίων δρια υπερβήσονται. Ταῦτ᾽ οὖν ὡς εἰκὸς κατα- στησάμενος, ἀπανταχή διεκπέμπει βασίλεια δια τάγματα προεκκεῖσθαι τὰ ζωαρκὴ τῶν ὁδῶν καθε ᾶς οἱ ἐξ ἑσπέρας στρατοὶ διελεύσονται· καὶ τῷ λόγῳ τὸ ἔργον ἐπηκολούθει. Υποβλεπόμενος δὲ καὶ ὑπο- νοῶν μή πως ἐν δέρματι προβάτων λυκιδεῖς ἔρχονται ἢ ὄνῳ ὑποκρύπτονται λέοντες ἀπ᾿ ἐναντίας τῷ μυ θικῷ διηγήματι, ἢ τὴν λεοντήν ξυνέχωσι τῇ ἁλω. πεκῇ, τὰς Ρωμαϊκής αθροίζει δυνάμεις, συνδια- σκέπτεται κοινῇ περὶ τῶν κοινῶν, τὸ πλῆθος τῶν παρελευσομένων στρατῶν διέξεισι, τῆς ἵππου τὸ πολύ καταλέγει, τὸ ὁπλιτικὸν ὅσον διασαφεῖ, τῆς πεζεταίρας μοίρας παρίστησι τὸ μυρίανδρον, τὸ πάγχαλκον περιλαλεῖ [Ρ. 42] καὶ τὸ φόνιον, τὸ πῦρ τῶν ὁμμάτων ἅπαντας βλέπειν, καὶ τοῖς αἵμασιν ἐπαγάλλεσθαι ὡς οὐδὲ ῥαντισμοῖς ὑδάτων ἕτεροι. Οὐ ταῦτα δὲ μόνον τῇ γερουσία καταγγέλλει καὶ τοῖς τέλεσι καὶ στρατεύμασιν, ἀλλ' ὅσα καὶ ὁ ἐκ Σικελίας τύραννος, ὥσπερ θὴρ ἐνάλιος, κατὰ τῶν παραθαλαττίων χωρών διαπράττεται, τὴν ἀλμην τύπτων τοῖς ἐρετμοῖς, καὶ ταῖς Ῥωμαϊκαῖς ἐνορ μιζόμενος κωμοπόλεσι, καὶ κείρων τὰ ἐν ποσὶ κατὰ πολλὴν τοῦ ἐπαμύνοντος ἐρημίαν. Καὶ δὴ τὰς μὲν Ξυργοβάρεις ἐπισκευάζει τῆς πόλεως καὶ τίθησιν εὐερκία τὴν ὅλην του περιβόλου περίμετρον, τῇ δὲ πρατια χιτῶνας φολιδωτούς χορηγεῖ, κοντοῖς τε καθοπλίζει χαλκήρεσι, καὶ ἵπποις δρομικοῖς διεγεί με το φρόνημα, καὶ χρημάτων ἐπιόξωννυσι διαδό σεσιν, ὦ νεύρα τῶν πραγμάτων ἀρίστως τῶν πάλαι τις κατωνόμασε. Καὶ οὕτω σὺν Θεῷ συλλήπτορι καὶ τῇ πολιούχῳ Μητροπαρθένῳ ὡς ἐνῆν δυσμαχώτατα θέμενος τὰ στρατεύματα, τὰ μὲν εἰς ἔρυμα συνέ χει τῆς καλλιπόλεως καὶ τοῖς τείχεσιν ἐπιστᾷ, τοῖς δ' ἐπισκήπτει τῇ στρατιᾷ παρέπεσθαι τῶν ᾿Αλα- μανῶν, μὴ ἀφισταμένοις ἐπὶ πολύ, κακ τοῦδε εἴργειν τοὺς ἐκ τῶν ᾿Αλαμανῶν ἐς ἀρπαγάς παρεξιόν. της καὶ προνομᾶς, εἰρηνικῶς μέντοι καὶ μὴ πολεμικῶς. Κατὰ μὲν οὖν τὴν ἀπωτέρω πορείαν οὐδέν τι ξυνηνέχθη, ἀξιαφήγητον ἀμφοῖν τοῖς στρατεύμασιν· ὡς δ᾽ εἰς Φιλιππούπολιν οἱ ᾿Αλαμανοὶ παρενές βαλον, οὐδὲ κατὰ τὸν ἐκεῖσε σταθμὸν ἐς διαφορὰν ἀπεῖδον τὰ τάγματα. Ο γὰρ τῆς χώρας ἀρχιερεὺς (ἦν δ᾽ οὗτος ὁ Ἰταλικῆς Μιχαὴλ ὁ καὶ λόγῳ πολὺς καὶ σοφίας ὁποίας εἴποι τις μέλημα, καν ταῖς ὁμιλίαις τὸ ἦθος ἐπαγωγότατος καὶ λίθος ἄντικρυς Μάγνησσα) οὕτως ὑπηγάγετο τὸν ῥῆγα ταῖς τῶν λόγων ἐκθηλύνας γξ', καὶ τῷ μέλιτι τῆς γλώττης κατεγοήτευσεν, ἀντιστρόφως μὲν οἷς ἐφθέγγετο, τοῖς δὲ Ῥωμαίοις ἐπωφε λῶς τὴν γνώμην μεταμείβων καὶ κατὰ τὸν Φάριον Πρωτέα δραστηρίως μεταβαλλόμενος, ὡς ἐκ τῶν ὤτων ἀναρτῆσαι κατὰ τοὺς ἀμφορέων διακένους τὸν ὑψηλόφρονα έργα, καὶ συσσιτον παραλαμβάνειν καὶ μεταδιδόναι προπόσεων· ὃς καὶ μετῄει ὠμοτάτως, αὐτῷ χαριζόμενος, τοὺς ἄνευ καταθέσεως ἀργυρίου τὰ σῖτα ὁθενοῦν παρεισάγοντας. Ε. Ἐν δὲ τῷ μεθίστασθαι ἐκεῖθεν καὶ προβῆναι τὸν ῥῆγα τοῖς ἔμπροσθεν, ἐκ τῶν κατ' οὐρὰν ᾿Αλπ- μενῶν καὶ Ῥωμαίων δίκη μὲν τὰ πρῶτα παρόν σιάζεται ὡς δῆθεν κακῶς πασχόντων τινῶν· εἶτα ἐξωθεῖ ταύτην ἡ φιλοτάραχος τῶν πολλῶν ἔνστασις, καὶ τραχύνεται ταῖς βοαῖς. Ταύταις ἐφομαρτεῖ (58) το παρρησιαστικὴν καὶ φιλόνεικον. Οπλίζει τοῦτο τὰς χεῖρας εἰς πόλεμον. Ἡ Ενυὼ ἐφέπεται, καὶ της Φυλόπιδος ξυλλαβομένης ἡ μάχη λαμπρῶς ἐκορ- Νύετο. Φιλαυξὴς δὲ οὖσα αὕτη καὶ ἀεὶ τῶν ἄνω DE MANUELE COMNENO LIB. I. B A magis omnes quam alios aquæ aspersione. Neque vero haec duntaxat senatui, magistratibus et exerci- tibus narrat, sed illud etiam adjungit, quemadmo- dum Siciliæ tyrannus instar marina belluæ oram maritimain infestet, ut ad Romana oppida appellat et obvia quæque vastet, prohibente nemine. Deinde turres et propugnacula urbis omnemque mœnium ambitum instaurat; exercitui loricas dat, ferratis hastis milites armat,equis velocibus eorum animos excitat, et pecuniæ distributione confirmat, quam ex antiquis quidam rerum nervos rectissime ap- pellavit. Ita legionibus, Deo et matre Virgine custode urbis adjuvante, ad vim hostilem pro- pulsandam instructis, alias ad præsidium urbis retinet atbue in mœnibus disponit, alias exercitum Alemannorum haud longo intervallo subsequi jubet, et eos coercere qui extra aciem ad prædam et ra- pinas evagentur; idque facere pacate,non hostiliter. Ac in remotiori itinere nihil memorabile inter utrumque exercitum accidit. Ut autem Alemanni ad Philippopolim castra metati sunt, ne ibi qui- dem dissidium incidit. Nam ejus provinciæ pon- tifex, Italicus Michael, vir eloquens et omni do- ctrinæ genere perpolitus, in congressibus ita suavis ut ab ejus ore omnes penderent, elatum regem verborum illecebris et linguæ dulcedine, aliud di- cendo, aliud sentiendo, ac Protei instar pro Romanorum utilitate se transformando, ita devin- xit ut eum dicto audientem haberet, ad epulas invitaret et propinaret. Qui quidem in ejus gratiam crudelissime tractabat eos qui pecunia non nume- rata commeatum alicunde in castra advehebant. C V. Cum autem rex inde progrederetur, inter extremum agmen Alemannorum et Romano- rum disceptatio orta est, quod aliqui male tractarentur. Mox vulgi importunitate clamor et rixa sequitur, donec ad manus et ad arma ventum est. Unde haud dubie atrox pugna exstitisset, nisi idem pontifex regem jam mutatum et bellum spi- rantem ac instar feræ truculentæ concitatum ma- ture placasset ac præter exspectationem cobibuis- set.Cum autem exercitus ad Adrianopolim conve- Hier. Wolfii notæ. PATROL. GR. CXXXIX. (58) Ταύταις ἐφομαρτεί. Hic verba scrupulose persequi non necesse habui,
ἦσαν δὲ κατὰ πολλὰ μέρη τοῦ ἐρύματος καὶ οἳ διὰ τῶν φαράγγων δίκην αἰγάγρων ἐκρημνοβάτουν· ἐπεραίνετο δὲ οὐδὲν ἀλλ’ ἢ ὅσον μὴ ἀεργὸν ὁρᾶσθαι τὴν στρατιάν. οἱ γὰρ ἔνδον καὶ αὐτοὶ γενναίως ἀπεμάχοντο, ὑποκατιέναι μὲν καὶ συστάδην ἀντιπλέκεσθαι Ῥωμαίοις οὐμενοῦν οὐδαμῶς δοκιμάζοντες, ἀπὸ δὲ τῶν τειχῶν παντοδαπῶς ἀμυνόμενοι καὶ βέλεσι καὶ λίθων ἀφέσεσι κακοῦντες τὸ ἀνθιστάμενον. Ὡς ἔγνω τοίνυν ἀδυνάτοις ἐπιχειρῶν, μεταναστεῦσαι μὲν ἐκεῖθεν καὶ τὴν πολιορκίαν ἀφεικέναι ἀτέλεστον οὐκ ἔκρινε δεῖν καὶ ἀδοξίας ἑαυτῷ παραίτιον ὑπετόπαζεν, εἰ πολλὰ καμὼν καὶ οὐκ ὀλίγας ἴλας ἀπολωλεκὼς στρατιώτιδας οὐχ ἕξοι φρούριον ἓν ἐξελεῖν, καὶ τοῦτο πρότριτα Ῥωμαίοις ὑπόφορον, βόσκοι δὲ καὶ ἐπὶ τῆς οἰκείας χιλίους λῃστὰς ὁρμητήριον παρεὶς καὶ νεώσοικον ταῖς Σικελιώτισι τριήρεσι κατὰ Ῥωμαίων τὰ Κέρκυρα. ἐπεβάλετο τοίνυν χρονοτριβεῖν· ἄλλη γὰρ οὐδεμία τις ἐλπὶς ὑπελείπετο τοῖς χρηστοτέροις αὐτὸν ὑποσαίνουσα, διὰ δὲ τῆς πολυημέρου προσεδρείας συμπείσειν ἄκοντας ᾤετο τοὺς ἐπὶ τῆς φρουρᾶς καταπροδοῦναί οἱ τὸ φρούριον καὶ σφᾶς προσαναθήσειν αὐτῷ.
χώρας, ἄν δώσουσι μόνον ὅρκια πιστὰ ὡς θεοφιλής αὐτοῖς ἡ δίοδος ἀληθῶς καὶ ὡς ἀμαχητὰ τὰ Ῥω μαίων δρια υπερβήσονται. Ταῦτ᾽ οὖν ὡς εἰκὸς κατα- στησάμενος, ἀπανταχή διεκπέμπει βασίλεια δια τάγματα προεκκεῖσθαι τὰ ζωαρκὴ τῶν ὁδῶν καθε ᾶς οἱ ἐξ ἑσπέρας στρατοὶ διελεύσονται· καὶ τῷ λόγῳ τὸ ἔργον ἐπηκολούθει. Υποβλεπόμενος δὲ καὶ ὑπο- νοῶν μή πως ἐν δέρματι προβάτων λυκιδεῖς ἔρχονται ἢ ὄνῳ ὑποκρύπτονται λέοντες ἀπ᾿ ἐναντίας τῷ μυ θικῷ διηγήματι, ἢ τὴν λεοντήν ξυνέχωσι τῇ ἁλω. πεκῇ, τὰς Ρωμαϊκής αθροίζει δυνάμεις, συνδια- σκέπτεται κοινῇ περὶ τῶν κοινῶν, τὸ πλῆθος τῶν παρελευσομένων στρατῶν διέξεισι, τῆς ἵππου τὸ πολύ καταλέγει, τὸ ὁπλιτικὸν ὅσον διασαφεῖ, τῆς πεζεταίρας μοίρας παρίστησι τὸ μυρίανδρον, τὸ πάγχαλκον περιλαλεῖ [Ρ. 42] καὶ τὸ φόνιον, τὸ πῦρ τῶν ὁμμάτων ἅπαντας βλέπειν, καὶ τοῖς αἵμασιν ἐπαγάλλεσθαι ὡς οὐδὲ ῥαντισμοῖς ὑδάτων ἕτεροι. Οὐ ταῦτα δὲ μόνον τῇ γερουσία καταγγέλλει καὶ τοῖς τέλεσι καὶ στρατεύμασιν, ἀλλ' ὅσα καὶ ὁ ἐκ Σικελίας τύραννος, ὥσπερ θὴρ ἐνάλιος, κατὰ τῶν παραθαλαττίων χωρών διαπράττεται, τὴν ἀλμην τύπτων τοῖς ἐρετμοῖς, καὶ ταῖς Ῥωμαϊκαῖς ἐνορ μιζόμενος κωμοπόλεσι, καὶ κείρων τὰ ἐν ποσὶ κατὰ πολλὴν τοῦ ἐπαμύνοντος ἐρημίαν. Καὶ δὴ τὰς μὲν Ξυργοβάρεις ἐπισκευάζει τῆς πόλεως καὶ τίθησιν εὐερκία τὴν ὅλην του περιβόλου περίμετρον, τῇ δὲ πρατια χιτῶνας φολιδωτούς χορηγεῖ, κοντοῖς τε καθοπλίζει χαλκήρεσι, καὶ ἵπποις δρομικοῖς διεγεί με το φρόνημα, καὶ χρημάτων ἐπιόξωννυσι διαδό σεσιν, ὦ νεύρα τῶν πραγμάτων ἀρίστως τῶν πάλαι τις κατωνόμασε. Καὶ οὕτω σὺν Θεῷ συλλήπτορι καὶ τῇ πολιούχῳ Μητροπαρθένῳ ὡς ἐνῆν δυσμαχώτατα θέμενος τὰ στρατεύματα, τὰ μὲν εἰς ἔρυμα συνέ χει τῆς καλλιπόλεως καὶ τοῖς τείχεσιν ἐπιστᾷ, τοῖς δ' ἐπισκήπτει τῇ στρατιᾷ παρέπεσθαι τῶν ᾿Αλα- μανῶν, μὴ ἀφισταμένοις ἐπὶ πολύ, κακ τοῦδε εἴργειν τοὺς ἐκ τῶν ᾿Αλαμανῶν ἐς ἀρπαγάς παρεξιόν. της καὶ προνομᾶς, εἰρηνικῶς μέντοι καὶ μὴ πολεμικῶς. Κατὰ μὲν οὖν τὴν ἀπωτέρω πορείαν οὐδέν τι ξυνηνέχθη, ἀξιαφήγητον ἀμφοῖν τοῖς στρατεύμασιν· ὡς δ᾽ εἰς Φιλιππούπολιν οἱ ᾿Αλαμανοὶ παρενές βαλον, οὐδὲ κατὰ τὸν ἐκεῖσε σταθμὸν ἐς διαφορὰν ἀπεῖδον τὰ τάγματα. Ο γὰρ τῆς χώρας ἀρχιερεὺς (ἦν δ᾽ οὗτος ὁ Ἰταλικῆς Μιχαὴλ ὁ καὶ λόγῳ πολὺς καὶ σοφίας ὁποίας εἴποι τις μέλημα, καν ταῖς ὁμιλίαις τὸ ἦθος ἐπαγωγότατος καὶ λίθος ἄντικρυς Μάγνησσα) οὕτως ὑπηγάγετο τὸν ῥῆγα ταῖς τῶν λόγων ἐκθηλύνας γξ', καὶ τῷ μέλιτι τῆς γλώττης κατεγοήτευσεν, ἀντιστρόφως μὲν οἷς ἐφθέγγετο, τοῖς δὲ Ῥωμαίοις ἐπωφε λῶς τὴν γνώμην μεταμείβων καὶ κατὰ τὸν Φάριον Πρωτέα δραστηρίως μεταβαλλόμενος, ὡς ἐκ τῶν ὤτων ἀναρτῆσαι κατὰ τοὺς ἀμφορέων διακένους τὸν ὑψηλόφρονα έργα, καὶ συσσιτον παραλαμβάνειν καὶ μεταδιδόναι προπόσεων· ὃς καὶ μετῄει ὠμοτάτως, αὐτῷ χαριζόμενος, τοὺς ἄνευ καταθέσεως ἀργυρίου τὰ σῖτα ὁθενοῦν παρεισάγοντας. Ε. Ἐν δὲ τῷ μεθίστασθαι ἐκεῖθεν καὶ προβῆναι τὸν ῥῆγα τοῖς ἔμπροσθεν, ἐκ τῶν κατ' οὐρὰν ᾿Αλπ- μενῶν καὶ Ῥωμαίων δίκη μὲν τὰ πρῶτα παρόν σιάζεται ὡς δῆθεν κακῶς πασχόντων τινῶν· εἶτα ἐξωθεῖ ταύτην ἡ φιλοτάραχος τῶν πολλῶν ἔνστασις, καὶ τραχύνεται ταῖς βοαῖς. Ταύταις ἐφομαρτεῖ (58) το παρρησιαστικὴν καὶ φιλόνεικον. Οπλίζει τοῦτο τὰς χεῖρας εἰς πόλεμον. Ἡ Ενυὼ ἐφέπεται, καὶ της Φυλόπιδος ξυλλαβομένης ἡ μάχη λαμπρῶς ἐκορ- Νύετο. Φιλαυξὴς δὲ οὖσα αὕτη καὶ ἀεὶ τῶν ἄνω DE MANUELE COMNENO LIB. I. B A magis omnes quam alios aquæ aspersione. Neque vero haec duntaxat senatui, magistratibus et exerci- tibus narrat, sed illud etiam adjungit, quemadmo- dum Siciliæ tyrannus instar marina belluæ oram maritimain infestet, ut ad Romana oppida appellat et obvia quæque vastet, prohibente nemine. Deinde turres et propugnacula urbis omnemque mœnium ambitum instaurat; exercitui loricas dat, ferratis hastis milites armat,equis velocibus eorum animos excitat, et pecuniæ distributione confirmat, quam ex antiquis quidam rerum nervos rectissime ap- pellavit. Ita legionibus, Deo et matre Virgine custode urbis adjuvante, ad vim hostilem pro- pulsandam instructis, alias ad præsidium urbis retinet atbue in mœnibus disponit, alias exercitum Alemannorum haud longo intervallo subsequi jubet, et eos coercere qui extra aciem ad prædam et ra- pinas evagentur; idque facere pacate,non hostiliter. Ac in remotiori itinere nihil memorabile inter utrumque exercitum accidit. Ut autem Alemanni ad Philippopolim castra metati sunt, ne ibi qui- dem dissidium incidit. Nam ejus provinciæ pon- tifex, Italicus Michael, vir eloquens et omni do- ctrinæ genere perpolitus, in congressibus ita suavis ut ab ejus ore omnes penderent, elatum regem verborum illecebris et linguæ dulcedine, aliud di- cendo, aliud sentiendo, ac Protei instar pro Romanorum utilitate se transformando, ita devin- xit ut eum dicto audientem haberet, ad epulas invitaret et propinaret. Qui quidem in ejus gratiam crudelissime tractabat eos qui pecunia non nume- rata commeatum alicunde in castra advehebant. C V. Cum autem rex inde progrederetur, inter extremum agmen Alemannorum et Romano- rum disceptatio orta est, quod aliqui male tractarentur. Mox vulgi importunitate clamor et rixa sequitur, donec ad manus et ad arma ventum est. Unde haud dubie atrox pugna exstitisset, nisi idem pontifex regem jam mutatum et bellum spi- rantem ac instar feræ truculentæ concitatum ma- ture placasset ac præter exspectationem cobibuis- set.Cum autem exercitus ad Adrianopolim conve- Hier. Wolfii notæ. PATROL. GR. CXXXIX. (58) Ταύταις ἐφομαρτεί. Hic verba scrupulose persequi non necesse habui,
PG 139:395ὅθεν οὐδὲ τοῦ καλοῦ τῆς προσδοκίας ταύτης ἐκπέπτωκεν, οὔτε μὴν διήμαρτε τοῦ σκοποῦ. Ἡμέρας γὰρ διαλιπόντες τινὰς διαπρεσβεύονται καὶ δέονται καιρὸν αὐτοῖς ὑποχωρήσεως ἐνδοθῆναι, ὡς ὅπλων καὶ τῶν ἄλλων ἦσαν ἔχοντες. ὡς γὰρ ἑώρων βασιλέα μὲν οὐκ ἂν αὐτοὺς ἐπὶ χώρας μένειν ἀνήσοντα, τὰς δ’ ἐλπίδας σχαζούσας εἰς κενόν, αἷς ἐβουκολοῦντο καθ’ ὥραν τὴν ἀπὸ τοῦ ῥηγὸς ἐπικουρίαν προσδεχόμενοι, ἅμα δὲ καὶ τὸν λιμὸν αὐτοὺς ἠρέμα ἐπιβοσκόμενον, τὴν εἰρημένην ἐτράποντο. ἐνῆγε δὲ πρὸς τὸ τοιοῦτον μάλιστα ἔργον ὁ καστελάνος Θεόδωρος, ὃς τῆς φρουραρχίας προί̈στατο, οὐκ ὢν αἱμάτων ἀνήρ, ἀλλὰ τῆς ἀγέλης πλέον Χριστοῦ καὶ προτιθεὶς εἰρήνην τῆς διαστάσεως καὶ φιλορώμαιος, ὡς ἔδειξεν ὕστερον. Βασιλεὺς τοίνυν ὠσὶν ἑστῶσιν ἀκούσας τὴν ἀγγελίαν ἐζήτει θεάσασθαι καὶ πέρας αὐτίκα τὸ ἐφετόν. πρὸ δὲ τοῦ τὰς ἀποκρίσεις ἱλαρὰς ἀποδοῦναι ἑαυτὸν εἰδωλοποίει τραχὺν καὶ ὑπερορίοις ἀπειλαῖς ἐκέχρητο, εἰ μὴ δρῷεν ὅσα ἡ πρεσβεία κατεπαγγέλλεται.
εφιεμένη μικροῦ δεῖν ἐστήριξεν ἂν τὸ κάρη ἐς οὐ- ρανόν, χαμαιβάμων οὖσα τὰ πρῶτα καὶ χθόνιος, εἰ μὴ ὁ ρηθεὶς προφθάσας ἀρχιερεὺς τὸν ῥῆγα γινό- μενον ήδη παλίντροφον καὶ πόλεμον πνέοντα τοῖς οἰκείοις θελκτηρίοις ἐμάλθαξε καὶ ἡρεμεῖν ἀνέπεισε παρὰ δόξαν, ὅσα καὶ θῆρα βασιλικόν, ᾧ οὐχ έωλον τὸ ἑστίαμα, τῇ ἀλκαίᾳ ὑπονουστόμενον [Ρ. 43] καὶ πρὸς άλματα διερεθιζόμενον. Ἐπεὶ δὲ καὶ κατὰ τὸ εὐερκὲς ᾿Αδριανοῦ πόλισμα τὸ στρατεύματα ξυνε- λέγησαν, ὁ μὲν ῥῆς διὰ τῆς πόλεως ἐλάσας τῆς προ- κειμένης εὔχετο, νοσηλείᾳ δέ τις σώματος τῶν ἐξ αἵματος ἐκείνῳ περιπεσών κατὰ τὴν ᾿Αδριανού ἐνηυλίζετο. Ῥωμαίων δέ τινες ἀνάρσιοι, καὶ τὰς χεῖρας οὐκ εἰς ὁπλισμόν, λημματισμὸν δὲ μᾶλλον δεδιδαγμένοι, νυκτὸς ἐπιθέμενοι τῇ καταγωγῇ πῦρ τε ὑψάπτουσι καὶ τὸν ἄνδρα τοῖς ἐνοῦσι συγκατα- φλέγουσι. Τοῦτο μαθὼν ὁ Κοῤῥάδος (οὕτω γὰρ ὁ ῥῆς ὠνομάζετο ἐπιτρέπει τὰ τῆς ἀμύνης τῷ ἀδελ φιλῷ (59) Φρεδερίχῳ. Ὁ δὲ καὶ ἄλλως ὢν φρονη- ματίας, τότε δὲ καὶ τῷ πάθει νενικημένος, ἐπανα- στραφείς τό τε ἱερὸν σεμνεῖον τίθησι πυρὸς παρανο άλωμα, ἐν ᾧ κατάλυεν ὁ ᾿Αλαμανής (60), καὶ τοὺς συλλαβομένους τοῦ ἔργου ὑπεδίκαζε θανάτῳ, ἐξέτα- σιν περὶ τῶν ἀπολωλότων χρημάτων ποιούμενος. Καὶ τοῦτο μάχης παραίτιον γίνεται. Αλλ' ἐπεγέλασε καὶ πάλιν κουροτρόφος εἰρήνη τις, καὶ ἄλλων μὲν ἐκ τῶν ἐν τέλει Ῥωμαίων κατασβεσάντων τὸν πό- λεμον, μάλιστα δὲ τοῦ Προυσού ἐξηνυκότος τὸ πᾶν. Οὗτος γὰρ τοῖς ποταμοῖς τὸν ἵππον ἀφεὶς ᾧ ἔποχος ἦν, οἱ σύντρεις διὰ τῆς ἐκεῖσε λιθίνης γεφύρας διαυ- λωνίζονται, ὡς τὸν Φρεδερίχον παραγενόμενος όρο γέλως τε τοῦτον ἔχοντα κατεπραϋνε καὶ τῆς γνώ μης μετακινεῖ. Πάλιν οὖν σταθμοί τε ἦταν εἰρη ναῖοι καὶ παρασάγγαι φιλήσυχοι, καὶ ἡ ἐς τὰ πρόσω δίοδος εὐδιάβατος. Είχε τοίνυν μεθ᾿ ἡμέρας αὐτοὺς ἡ τῶν Χοιροβάκχων πᾶσα ἱππήλατος πηγνύντας στρατόπεδον, οὐ μὴν καὶ βάλλοντας χάρακα· τοῦτο γὰρ δι' ὅλων ἦν αὐτοῖς τῶν σταθμῶν πισύνοις οὔσι τοῖς περὶ Ῥωμαίων ὅρκοις καὶ ταῖς ξυμβάσεσι. Παραῤῥεῖ δὲ ταῖς ἐκεῖσε πεδιάσι ποταμὸς οὐ πλατύς τὸ ῥεῖθρον, οὐ βαθὺς τὴν περαίωσιν, Μέλας του νομα. Οὗτος τοίνυν θέρους μὲν λειψυδρῶν ἐς χαρά. δραν συνάγεται τεναγώδη, ὅτι μηδὲ διὰ ψαμμώδους πρόεισι γῆς, ἀλλ' ἐριβώλακος ἁπάσης καὶ εἰς βαθεῖαν σχιζομένης ἀρόταις βουσίν αὔλακα· χειμωνος δ' ἐφεστῶτος * ραγδαίων ύετῶν κατενεχθέντων ἐκ μικροῦ μέγιστος γίνεται, καὶ προβὰς ἐς βαθυδίνην ἐκ πονηροῦ καὶ λακκαίου ἀνοιδαίνεται ὕδατος, καὶ ταλάσσεις θέλων συνεξετάζεσθαι καὶ ποταμὸς οὐκ στ' ἀνεχόμενος εἶναι εἰς φλοίσβον τραχύνεται καὶ πλωτός ἐκ βατοῦ γίνεται καὶ διεκχεῖται εἰς πλάτος. Αμέλει καὶ διαῤῥιπιζόμενος πνεύμασιν εἰς κύμα μετεωρίζεται, καντεῦθεν ἔχνην ἀποπτύων καὶ τῇ γείτονι χέρσῳ ὑβριστής προσαράσσων πόνους παρα- κ Φρεδερίχον. Θεὶ ἀφανίζειν, NICETE CHONIATÆ nissent, rex per urbem ulterius perrexit. Quidam A vero ex ejus cognatis agrolus in urbe mansit ; quem Romani quidam, homines improbi, qu! 18- nus non ad arma, sed adrapinas edoctas habebant, una cum diversorio et iis quæ intus erant cremant. Quo Conradus cognito (id enim regi nomen erat) ul- tionem Friderico nepoti mandat. Qui, ut homo et natura ferox et tum ira æstuans, monasterium B Hier. Wolfii notæ. C in quo diverterat agrotus incendit, comprehensus capitis damnavit, et perditam pecuniam inquisivit. Quæ res pugnæ causa fuit: sed cum aliorum tum Prusuchi studio pax facta est. Is enim tribus fu- viis, qui per pontem lapideum transeunt, equo superatis. Fridericum iratum convenit, mitigat, a proposito abducit Rursus igitur pacate tranquille expediteque procedunt. Post dies aliquot in Choro- bachorum planitiem perveniunt, castra locant: sed vallum,ut nec in reliquo toto itinere, non ob- ducunt, Romana fide et pactione freti. Campus illos. fluvius Melas perfluit. nequelatus neque profundus: qui æstate arescens in voraginem limosam coit. Ager enim quem transit, non arenosus est sed fecundus, et in altos sulcos aratro proscinditur, hieme vero aut rapidis imbribus ex parvo fit maximus et vorticosus, ut mare potius quam flu- men videatur ; mec jam vado, sed navibus trajicitur, et ventorum procellis exagitatus vicina rura vaslat, viatores moratur, denique noxam quamdam repræ- sentat. Is igitur torrens tum imbribus auctus et nociu ex improviso late ultra ripas elusus, non secus ac si cœli cataractæ apertæ essent, ex castris Alemannorum non modo arma, phale- ras equorum, vestes et si qua alia a jumentis vehebantur, sed etiam equos, mulos et viros ar- matos abripuit spectaculum sane miserabile et Jacrymosum. Cadunt sine bella, cæduntur nemine cædente. Non staturæ proceritas, non invicta bello dextera quidquam opis tulit. Pereunt instar fœni, instar palearum dissipantur, cum atroci et inimani ululatu ; ut qui eam rem viderunt, numinis irain castra Alemannorum invasisse cre- derent, ita subita inundatione oppressa ut nec vitam suam tueri possent. Ejus igitur noctis som - nus aliis interitum, aliis jacturam rerum omnium attulit. At rex eo casu consternatus, ferociaque nonnihil remissa, admirans Romanis etiam cle- menta servire et auni tempora, cum opus sit, vices D suas permutare, inde discessit. Cum autem prope urbem imperatricem venisset, excercitum statim trajicere coactus est, quamvis dum in Peræa, quæ Pieridii appellatur, castra haberet, principio renueret, ac penes se esse, utrum trajicere vellet necne,etupide jactarel. Itaque nullum non navigii genus in transportandis Alemannis fuit occupatum. Fredericum alter codex Conradi, alter fratris ejus filium facit. non video. (59) Τῷ ἀδελφιδῷ. Πέμπει τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ (60) Quid χαοῦν sit, nisi εἰς χάος αναλύειν, hoc
ὡς οὖν ὀψὲ προςερρύησαν, οὐδὲ τότε ὁμοῦ πάντες, ἀλλὰ κατὰ βραχεῖς, καὶ πεῖραν τοῖς ἐπιμένουσιν οἱ ἐξιόντες διδόντες, ὡς οὐχ ὑπερόπτης ὁ βασιλεύς, οὐδέ τι τῶν ἀέλπτων ἐπιτελῶν, ἀλλ’ εὐμενῶς αὐτοὺς προσιέμενος μετὰ φιλοφροσύνην καὶ δεξίωσιν ἱκανὴν αὐτοὺς ἑλέσθαι τὸ ποιητέον καὶ τὸ δοκοῦν ὠφέλιμον ἐγκελεύεται· ἑαυτῷ γὰρ μὴ εἶναι πρὸς τρόπου, μηδ’ ἄλλως κρίνειν βασιλικόν τε καὶ ἐλευθέριον ἢ μένειν ἐθέλοντας ἀπελαύνειν ἢ ἀπιέναι βουλομένοις προσίστασθαι. πολλοὶ μὲν οὖν συμπαρέμειναν βασιλεῖ καὶ πρὸ πάντων ὁ καστελάνος Θεόδωρος, οἱ δὲ λοιποὶ πρὸς τὴν πατρίδα Σικελίαν ἀνήχθησαν. Βασιλεὺς δὲ παριὼν εἴσω τῆς πόλεως καὶ τὴν ἄκραν καταπλαγεὶς ὡς ὅπλοις οὐδ’ ὅλως ἁλώσιμον καὶ φρουρὰν ἐπιστήσας ἀκριβεστάτην ἐκ Γερμανῶν ἄρας ἐκεῖθεν μεθ’ ἁπάσης ὡς εἶχε τῆς στρατιᾶς εἰς τὸν Αὐλῶνα μετασκηνοῖ·
εφιεμένη μικροῦ δεῖν ἐστήριξεν ἂν τὸ κάρη ἐς οὐ- ρανόν, χαμαιβάμων οὖσα τὰ πρῶτα καὶ χθόνιος, εἰ μὴ ὁ ρηθεὶς προφθάσας ἀρχιερεὺς τὸν ῥῆγα γινό- μενον ήδη παλίντροφον καὶ πόλεμον πνέοντα τοῖς οἰκείοις θελκτηρίοις ἐμάλθαξε καὶ ἡρεμεῖν ἀνέπεισε παρὰ δόξαν, ὅσα καὶ θῆρα βασιλικόν, ᾧ οὐχ έωλον τὸ ἑστίαμα, τῇ ἀλκαίᾳ ὑπονουστόμενον [Ρ. 43] καὶ πρὸς άλματα διερεθιζόμενον. Ἐπεὶ δὲ καὶ κατὰ τὸ εὐερκὲς ᾿Αδριανοῦ πόλισμα τὸ στρατεύματα ξυνε- λέγησαν, ὁ μὲν ῥῆς διὰ τῆς πόλεως ἐλάσας τῆς προ- κειμένης εὔχετο, νοσηλείᾳ δέ τις σώματος τῶν ἐξ αἵματος ἐκείνῳ περιπεσών κατὰ τὴν ᾿Αδριανού ἐνηυλίζετο. Ῥωμαίων δέ τινες ἀνάρσιοι, καὶ τὰς χεῖρας οὐκ εἰς ὁπλισμόν, λημματισμὸν δὲ μᾶλλον δεδιδαγμένοι, νυκτὸς ἐπιθέμενοι τῇ καταγωγῇ πῦρ τε ὑψάπτουσι καὶ τὸν ἄνδρα τοῖς ἐνοῦσι συγκατα- φλέγουσι. Τοῦτο μαθὼν ὁ Κοῤῥάδος (οὕτω γὰρ ὁ ῥῆς ὠνομάζετο ἐπιτρέπει τὰ τῆς ἀμύνης τῷ ἀδελ φιλῷ (59) Φρεδερίχῳ. Ὁ δὲ καὶ ἄλλως ὢν φρονη- ματίας, τότε δὲ καὶ τῷ πάθει νενικημένος, ἐπανα- στραφείς τό τε ἱερὸν σεμνεῖον τίθησι πυρὸς παρανο άλωμα, ἐν ᾧ κατάλυεν ὁ ᾿Αλαμανής (60), καὶ τοὺς συλλαβομένους τοῦ ἔργου ὑπεδίκαζε θανάτῳ, ἐξέτα- σιν περὶ τῶν ἀπολωλότων χρημάτων ποιούμενος. Καὶ τοῦτο μάχης παραίτιον γίνεται. Αλλ' ἐπεγέλασε καὶ πάλιν κουροτρόφος εἰρήνη τις, καὶ ἄλλων μὲν ἐκ τῶν ἐν τέλει Ῥωμαίων κατασβεσάντων τὸν πό- λεμον, μάλιστα δὲ τοῦ Προυσού ἐξηνυκότος τὸ πᾶν. Οὗτος γὰρ τοῖς ποταμοῖς τὸν ἵππον ἀφεὶς ᾧ ἔποχος ἦν, οἱ σύντρεις διὰ τῆς ἐκεῖσε λιθίνης γεφύρας διαυ- λωνίζονται, ὡς τὸν Φρεδερίχον παραγενόμενος όρο γέλως τε τοῦτον ἔχοντα κατεπραϋνε καὶ τῆς γνώ μης μετακινεῖ. Πάλιν οὖν σταθμοί τε ἦταν εἰρη ναῖοι καὶ παρασάγγαι φιλήσυχοι, καὶ ἡ ἐς τὰ πρόσω δίοδος εὐδιάβατος. Είχε τοίνυν μεθ᾿ ἡμέρας αὐτοὺς ἡ τῶν Χοιροβάκχων πᾶσα ἱππήλατος πηγνύντας στρατόπεδον, οὐ μὴν καὶ βάλλοντας χάρακα· τοῦτο γὰρ δι' ὅλων ἦν αὐτοῖς τῶν σταθμῶν πισύνοις οὔσι τοῖς περὶ Ῥωμαίων ὅρκοις καὶ ταῖς ξυμβάσεσι. Παραῤῥεῖ δὲ ταῖς ἐκεῖσε πεδιάσι ποταμὸς οὐ πλατύς τὸ ῥεῖθρον, οὐ βαθὺς τὴν περαίωσιν, Μέλας του νομα. Οὗτος τοίνυν θέρους μὲν λειψυδρῶν ἐς χαρά. δραν συνάγεται τεναγώδη, ὅτι μηδὲ διὰ ψαμμώδους πρόεισι γῆς, ἀλλ' ἐριβώλακος ἁπάσης καὶ εἰς βαθεῖαν σχιζομένης ἀρόταις βουσίν αὔλακα· χειμωνος δ' ἐφεστῶτος * ραγδαίων ύετῶν κατενεχθέντων ἐκ μικροῦ μέγιστος γίνεται, καὶ προβὰς ἐς βαθυδίνην ἐκ πονηροῦ καὶ λακκαίου ἀνοιδαίνεται ὕδατος, καὶ ταλάσσεις θέλων συνεξετάζεσθαι καὶ ποταμὸς οὐκ στ' ἀνεχόμενος εἶναι εἰς φλοίσβον τραχύνεται καὶ πλωτός ἐκ βατοῦ γίνεται καὶ διεκχεῖται εἰς πλάτος. Αμέλει καὶ διαῤῥιπιζόμενος πνεύμασιν εἰς κύμα μετεωρίζεται, καντεῦθεν ἔχνην ἀποπτύων καὶ τῇ γείτονι χέρσῳ ὑβριστής προσαράσσων πόνους παρα- κ Φρεδερίχον. Θεὶ ἀφανίζειν, NICETE CHONIATÆ nissent, rex per urbem ulterius perrexit. Quidam A vero ex ejus cognatis agrolus in urbe mansit ; quem Romani quidam, homines improbi, qu! 18- nus non ad arma, sed adrapinas edoctas habebant, una cum diversorio et iis quæ intus erant cremant. Quo Conradus cognito (id enim regi nomen erat) ul- tionem Friderico nepoti mandat. Qui, ut homo et natura ferox et tum ira æstuans, monasterium B Hier. Wolfii notæ. C in quo diverterat agrotus incendit, comprehensus capitis damnavit, et perditam pecuniam inquisivit. Quæ res pugnæ causa fuit: sed cum aliorum tum Prusuchi studio pax facta est. Is enim tribus fu- viis, qui per pontem lapideum transeunt, equo superatis. Fridericum iratum convenit, mitigat, a proposito abducit Rursus igitur pacate tranquille expediteque procedunt. Post dies aliquot in Choro- bachorum planitiem perveniunt, castra locant: sed vallum,ut nec in reliquo toto itinere, non ob- ducunt, Romana fide et pactione freti. Campus illos. fluvius Melas perfluit. nequelatus neque profundus: qui æstate arescens in voraginem limosam coit. Ager enim quem transit, non arenosus est sed fecundus, et in altos sulcos aratro proscinditur, hieme vero aut rapidis imbribus ex parvo fit maximus et vorticosus, ut mare potius quam flu- men videatur ; mec jam vado, sed navibus trajicitur, et ventorum procellis exagitatus vicina rura vaslat, viatores moratur, denique noxam quamdam repræ- sentat. Is igitur torrens tum imbribus auctus et nociu ex improviso late ultra ripas elusus, non secus ac si cœli cataractæ apertæ essent, ex castris Alemannorum non modo arma, phale- ras equorum, vestes et si qua alia a jumentis vehebantur, sed etiam equos, mulos et viros ar- matos abripuit spectaculum sane miserabile et Jacrymosum. Cadunt sine bella, cæduntur nemine cædente. Non staturæ proceritas, non invicta bello dextera quidquam opis tulit. Pereunt instar fœni, instar palearum dissipantur, cum atroci et inimani ululatu ; ut qui eam rem viderunt, numinis irain castra Alemannorum invasisse cre- derent, ita subita inundatione oppressa ut nec vitam suam tueri possent. Ejus igitur noctis som - nus aliis interitum, aliis jacturam rerum omnium attulit. At rex eo casu consternatus, ferociaque nonnihil remissa, admirans Romanis etiam cle- menta servire et auni tempora, cum opus sit, vices D suas permutare, inde discessit. Cum autem prope urbem imperatricem venisset, excercitum statim trajicere coactus est, quamvis dum in Peræa, quæ Pieridii appellatur, castra haberet, principio renueret, ac penes se esse, utrum trajicere vellet necne,etupide jactarel. Itaque nullum non navigii genus in transportandis Alemannis fuit occupatum. Fredericum alter codex Conradi, alter fratris ejus filium facit. non video. (59) Τῷ ἀδελφιδῷ. Πέμπει τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ (60) Quid χαοῦν sit, nisi εἰς χάος αναλύειν, hoc
PG 139:397ἔνθα ἱκανὰς ἡμέρας ἐναυλισάμενος τὴν εἰς Σικελίαν κυροῖ περαίωσιν, γνωματεύων ἤρεμον εἶναι τὸν μαχόμενον καὶ εἰρήνης τὸν πόλεμον πρύτανιν κἀκείνας εὐδαιμονεῖν τῶν πόλεων, ὅσαι μὴ τοῖς τείχεσι, τοῖς δ’ ἔγχεσι φράγνυνται, ὡς τούς γε δι’ εἰρήνην τὸν πόλεμον ἀλυσκάζοντας λεληθέναι ἄντικρυς ἔφασκεν ἑαυτοὺς ὅτι πλείονες ἐντεῦθεν ὡς ἐκ πολύχοος γηδίου φύονται οἱ διάφοροι, ἣν ἔχουσιν ἀρχὴν περικόπτοντες καὶ σταθερᾶς εἰρήνης οὐδαμῶς ἀπολαύοντες. ἀλλὰ δειλοί φησιν ὁ Δαυὶδ οἱ τῶν ἀνθρώπων εἰσὶ διαλογισμοὶ καὶ ἐπισφαλεῖς αἱ τούτων ἐπίνοιαι, ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου βεβαία καὶ ἀμετάπτωτος, οὐδ’ ἔστιν ὅστις τῶν ἁπάντων αὐτὴν παρακρούσεται. Τότε τοίνυν τὸν Μανουὴλ στηρίξαντα τὴν εἰς Σικελίαν κέλευθον καὶ πρὸς τὴν νῆσον κατάραντα, ἥτις Ἀειρρονήσιον ἐπικέκληται, τοῦ ἐγχειρήματος ἐπέσχον διακυκήσασαι τὸ πέλαγος λαίλαπες καὶ καταποντιστικὰ τοῦτο διαταράξαντα πνεύματα βροντῶν τε μυκήματα ἐξαισίων καὶ ἀστραπῶν ἐκπυρηνίσματα τερατώδη καὶ ἀνάμματα φοβερώτατα. καὶ αὖθις δ’ ἐπιβαλλομένῳ καὶ τὴν περαίωσιν ἐπισπεύδοντι οὐχ ὑπέθηκεν ἑαυτὴν ἡ θάλασσα ταῖς ναυσίν, ἀλλ’ ἀνεπήδα καὶ ἀνεβράσσετο κάτωθεν.
σύρει γεωργῶν, ὁδοιπόρους ἐπέχει τῆς ὁδοῦ, καὶ ὡς ἐπίπαν εἰς χρῆμα ἐπάρατον σχεδιάζεται. Τότε τοι γαροῦν οὗτος ὁ χειμάρρους ἐξ ὑτοῦ πολὺς καὶ κατακλύζων φανείς, καὶ νυκτὸς ἐκ τοῦ αἰφνη δὸν ὑπερπλημμύρας ὡς εἴπερ αὐτῷ οἱ καταρράκται άνε- έγεσαν οὐρανοῦ, ἀπάγει τῆς παρεμβολῆς τῶν ᾿Αλα- μενῶν οὐ μόνον ὅπλα καὶ ἵππεια φάλαρα καὶ ἐσθη- ματα καὶ ε καὶ εἴ τι ἕτερον αὐτοῖς ἐσκευαγώγει τὰ υποζύγια, ἀλλὰ καὶ ἵππους καὶ ὁρέας καὶ ἄνδρας Ιπποκορυστής. Καὶ ἦν τὸ θέαμα ἐλεεινὸν καὶ θέλον ἀτεχνῶς δάκρυα, ἄνευ πολέμου πίπτοντες, ἄνευ διώκοντος ἀναιρούμενοι. Οὐδὲ τὸ τῆς ἡλικίας στα διαίου μικροῦ καὶ πελώριον, οὐδ᾽ ἡ μάχης ακόρης τος δεξιὰ εἰς ἀπ φυγὴν ἐπήρκεσεν αὐτοῖς τοῦ και τοῦ, ἀλλ᾽ ἔπιπτον, ώσει χόρτος, καὶ ὡσεὶ φορητές ελλη θερὲς καὶ πόκις ἐρίου κούφος παρεσύ. μοντο, και, ψαλμικῶς εἰπεῖν, τὰς τούτων ἀπῇρεν ὁ ποταμὸς οὗτος φωνὰς βαρβαρικῶς ἀλαλαζόντων μέλος ἐνδιδόντων ταῖς σκοπιαῖς καὶ τοῖς γελάσεις δι' ὧν παρεσύροντο ἄγριον ὁμοῦ καὶ ἀνήμερον καὶ οὐχ οἷον ᾄδουσι τὰ μελιχρὰ τῶν ποιμένων αὐλήματα, ὡς συλλογίζεσθαι τοὺς συνορῶντας τὸ τηνικαῦτα συμβάν μῆνιν ἀπὸ Θεοῦ ἄντικρυς εἰς τὸ τῶν ᾿Αλαμανῶν στρατόπεδον ἐπεν- σκήψασαν, εἰ οὕτως ἀθρόον ὕδατι κατεπόθησαν ὡς μηδὲ τὰ ἑαυτῶν ἐκτώσασθαι δυνηθῆναι σώματα. Ύπνωσαν τοίνυν κατ' ἐκείνην τὴν νύκτα οἱ μὲν εἰς θάνατον, οἱ δὲ ὧν εἶχον ἀφανισμὸν καὶ ἀπώλειαν. Ο δέ γε έξι κατώδυνος ἐπὶ τῷ συμβάντι τούτῳ γενόμενος, καθυρεὶς δέ τι καὶ τοῦ κόμπου βραχύ, καὶ θαυμάσας εἰ καὶ τὰ στοιχεῖα (61) Ῥωμαίοις ὑπείκουσι καὶ θελήσατι μόνον ὑπενδιδύασι, καὶ αἱ ὥρει παρὰ τούτοις, ὅσα καὶ ὑπηρέτιδες, δεῖσαν τὰ ἀλλήλων ἀντιπαρέχουσιν, ἄρας ἐκεῖθεν διεπορεύετο. ὡς δὲ καὶ εἰς τὴν πόλιν ἡγγίκει τὴν βασιλεύουσαν, εὐθὺς τὴν στρατιάν εἰς τὸ ἀντιπέραν διαπορθμεύειν ἠναγκάζετο, κἄν ὑπερεφρόνει τὰ πρῶτα, καὶ βλα κευόμενος ἀπηγαίνετο τὴν περαίωσιν, παρὰ τῇ ἑαυτοῦ κεῖσθαι γνώμῃ λέγων τὸ οὕτω δρᾶσαι καὶ μὴ, τῇ Περαία (62) Αναυλιζόμενος, ἥτις τοῦ Πικριδίου κατονομάζεται. Ὅθεν ἅπας μὲν ἐρέτης, ἅπαν δὲ πορ- Ομεῖον καὶ ἁλιὰς ξύμπασα καὶ ναῦς ἱππαγωγὸς τὴν τῶν ᾿Αλαμανῶν ἀμφεπονεῖτο διάβασιν. Ὁ δὲ βασι λεὺς καὶ τοῦ πλήθους τῆς στρατιᾶς ἀπογραφέας ἐξίστησιν, ἀνὰ πᾶσαν ἀποτάξας ἀναγωγήν, τοὺς ἐκείνῳ σημανοῦντας τὴν κατ' ἄνδρα περαίωσιν. Αλλ' ἦν τὸ πλῆθος ὑπερπεπαικὸς τὴν ἀπογραφήν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ τῇ ὑπουργίᾳ ταύτῃ ἐφεστηκότες, ἀπειπόντες πρὸς τὸ πλῆθος, ἅπρακτοι ἐπανέλυσαν. Οὕτω τοίνυν ἀγαπητῶς τοῖς Ῥωμαίοις ὡσεί τινος οὐρανίου δείγματος ἀπαισίου τοῦ ῥηγὸς εἰς τὴν ἑψαν λῆς ξιν διαβάντος, ἐφομαρτησάντων δὲ τούτῳ μετὰ βραχὺ καὶ τῶν ὅσοι ἐκ τοῦ γένους τῶν Φράγγων αὐτῷ συνε Σιέβησαν, ὁ βασιλεὺς καὶ πάλιν τῆς αὐτῆς εἶχετο τῶν οἰκείων χωρῶν προμηθείας ἧς καὶ πρώην ἐξήρτητο. Οὐκ ἠμέλει δὲ καὶ οἷς οὗτοι τραφήσονται, ἀλλ' ἐφ᾽ ὁδοῦ τὰ ὤνια καὶ αὖθις προὐβέβληντο. Ἐν μέντοι τοῖς τῶν χωρίων ἐπικαίροις καὶ ταῖς τῶν παρόδων στεναῖς λόχοι παρὰ Ῥωμαίων ἐφίζανον, δόξαν οὕτω τῷ Μανουήλ, καὶ οὐκ ὀλίγους ἐκ τῶν στρατοπέδων τούτων κατέκαινον. ᾿Αλλὰ καὶ τὰς πύλας τῶν πόλεων ἐπιζυγοῦντες οἱ ἀστυκοὶ οὐκ ἀγορῶν τοῖς ᾿Αλαμανοῖς μετεδίδοσαν, σχοίνους δὲ τοῦ τείχους ἀποκρεμῶντες ἀνεῖλκον πρότερον τὸ ὑπὲρ τοῦ ἀποδιδομένου κατατιθέμενον τίμημα, ἔπειτα διαχαλῶντες ὅσον ἐβούλοντο, εἴτε ἄρτος ἦν τὸ πωλούμενον εἴτε τι βιώσιμον ἕτερον, εἴων, ἄθεσμα ἐρῶντες κατ᾿ αὐτῶν, ἐπαρωμένων τὸν παντέφορον ὀφθαλμὸν ὡς μὴ χρωμένων σταθμοῖς δικαίοις μηδ' Ε' καὶ τὰ στοιχεία. καὶ ὁ καιρὸς ὡς δούλα τοῖς Ῥωμαίοις ὑποτάσσονται. κέρας, νο- DE MANUELE COMNENO LIB. I. B scribi, et quot quaque vice trajicerent adnotari jussisset, ii quibus id negotii erat datum, tantæ multitudinis descriptione fatigati re infecta domum redierunt. Ita rege, tanquam ostento inauspicato, cupientibus Romanis in Orientem transgresso, paulo psst etiam Francis commilitonibus insecu- tis, imperator in pristinam provinciarum suarum curam incubuit; neque illud neglexit, ut isti in itineribus commeatum venalem haberent. Cæte- rum in locis opportunis et angustis tramitibus in- sidias collocandas censuit, quibus non pauci ex iis exercitibus perierunt. Quin et cives portis clausis forum Alemannia non præbebant, sed fu- nibus de muris suspensis pecuniam prius attrahe- bant, iisque rursum, quantum vel pinis vel alia- rum rerum libebat, demittebant. Quibus injuriis Alemanni exacerbati oculum inspectorem omnium rerum contra eos qui injustis ponderibus uteren- tur, nec advenarum et eidem religioni addictorum miserti adeo nihil de suo conferrent ut cibos etiam a faucibus eriperent, ultorem invocabant. Verum pessimi incolæ et inhumanitate singulari præditi ne minimum quidem demittebant, sed auro argentove attracto atque in sinibus recondito ex moenibus se subducebant. Quidam etiam calce farinæ immista cibum pestiferum reddebant. Id utrum jussu imperatoris factum fuerit, ut fe- rebatur, compertum non habeo. Utut sit, iniquum et nefarium facinus fuit. Illud certe constat, ejus jussu ex improbo argento monelam esse cusam, quæ iis daretur qui ex Italico exercitu aliquid vendituri essent. Breviter ut dicam, nullum mali genus fuit quod imperator non vel ipse in eos ma- chinaretur vel aliis machinandi auctor esset, ut scilicet eorum posteri perpetuis monimentis ab invadendis Romanis deterrerentur. A Cum vero imperator multitudinem exercitus de- [P. 44] xzi C Hier. Wolfii notæ. 51; Alter ad lit Constantinopolim: nondum enim trajecerat. Utrum vero llepala nomen appellativum an proprium sit, quod olim nunc peram sive Galatam cent, affirmare non possum. 162) Περαία bic intelligit Europeam partem, ois
ὡς οὖν ἀντέστησαν αἱ ἀντίπνοιαι διαλύσασαι τὰ σκάφη γνόφῳ βαθεῖ, μόλις μὲν τῇ χέρσῳ τινὰ τούτων προσώκειλαν, καὶ αὐτὸς δὲ βασιλεὺς διεξέπλευσε βραδέως τὸν κίνδυνον, τὰ δὲ λοιπὰ διεσπάρη ἄλλα ἄλλοθι καὶ πάρεργον ἐγεγόνει κλύδωνος. Τῷ τοι τὴν δι’ ἑαυτοῦ πρὸς Σικελίαν περαίωσιν ὡς ἀσύμφορον παρωσάμενος ἀπαίρει μὲν ἐκ τοῦ Αὐλῶνος ὡς ἔχων ἦν τῶν δυνάμεων, εἰς δὲ Πελαγονίαν ἀφιγμένος καὶ καταστήσας ὡς ξυνοῖσόν οἱ ἐδόκει τὰ πράγματα κατὰ Σέρβων ἔγνω μεταθέσθαι τὸ πρόθυμον. οὗτοι γάρ, ἕως μὲν τὰ τῆς ἀρχῆς ἠρέμει τῷ αὐτοκράτορι, εὔνουν ἐπλάττοντο πρόσωπον καὶ τὴν γλῶτταν ἐπλούτουν πρὸς τὰ ἐν μυχῷ τῆς καρδίας ἀντίφθογγον· ἐπειδὴ δὲ κατά τε γῆν κατά τε θάλατταν ἐπεισήρρηκεν ὅσα ἐπετέμετο ἡ ἀφήγησις, ἀνεθάρσησάν τε παρὰ τὸ δέον, καταχρησάμενοι τῷ καιρῷ, καὶ κατὰ Ῥωμαίων ὅπλα ἤραντο καὶ κακῶς διέθεντο τὰς ὑπὸ Ῥωμαίους ὁμόρους αὐτοῖς χώρας. καὶ δὴ τὸ εὔοπλον ἀπολαβὼν τοῦ στρατεύματος καὶ ἀποτάξας αὐτὸ πρὸς τὸ εὔζωνον τὴν Σερβίαν εἴσεισι, τὸν δὲ ταύτης σατράπην οὐ διέδραμεν ἡ κατ’ αὐτοῦ βασίλειος ἐπέλευσις, κἂν ἠπείγετο λήσειν ὁ βασιλεύς·
σύρει γεωργῶν, ὁδοιπόρους ἐπέχει τῆς ὁδοῦ, καὶ ὡς ἐπίπαν εἰς χρῆμα ἐπάρατον σχεδιάζεται. Τότε τοι γαροῦν οὗτος ὁ χειμάρρους ἐξ ὑτοῦ πολὺς καὶ κατακλύζων φανείς, καὶ νυκτὸς ἐκ τοῦ αἰφνη δὸν ὑπερπλημμύρας ὡς εἴπερ αὐτῷ οἱ καταρράκται άνε- έγεσαν οὐρανοῦ, ἀπάγει τῆς παρεμβολῆς τῶν ᾿Αλα- μενῶν οὐ μόνον ὅπλα καὶ ἵππεια φάλαρα καὶ ἐσθη- ματα καὶ ε καὶ εἴ τι ἕτερον αὐτοῖς ἐσκευαγώγει τὰ υποζύγια, ἀλλὰ καὶ ἵππους καὶ ὁρέας καὶ ἄνδρας Ιπποκορυστής. Καὶ ἦν τὸ θέαμα ἐλεεινὸν καὶ θέλον ἀτεχνῶς δάκρυα, ἄνευ πολέμου πίπτοντες, ἄνευ διώκοντος ἀναιρούμενοι. Οὐδὲ τὸ τῆς ἡλικίας στα διαίου μικροῦ καὶ πελώριον, οὐδ᾽ ἡ μάχης ακόρης τος δεξιὰ εἰς ἀπ φυγὴν ἐπήρκεσεν αὐτοῖς τοῦ και τοῦ, ἀλλ᾽ ἔπιπτον, ώσει χόρτος, καὶ ὡσεὶ φορητές ελλη θερὲς καὶ πόκις ἐρίου κούφος παρεσύ. μοντο, και, ψαλμικῶς εἰπεῖν, τὰς τούτων ἀπῇρεν ὁ ποταμὸς οὗτος φωνὰς βαρβαρικῶς ἀλαλαζόντων μέλος ἐνδιδόντων ταῖς σκοπιαῖς καὶ τοῖς γελάσεις δι' ὧν παρεσύροντο ἄγριον ὁμοῦ καὶ ἀνήμερον καὶ οὐχ οἷον ᾄδουσι τὰ μελιχρὰ τῶν ποιμένων αὐλήματα, ὡς συλλογίζεσθαι τοὺς συνορῶντας τὸ τηνικαῦτα συμβάν μῆνιν ἀπὸ Θεοῦ ἄντικρυς εἰς τὸ τῶν ᾿Αλαμανῶν στρατόπεδον ἐπεν- σκήψασαν, εἰ οὕτως ἀθρόον ὕδατι κατεπόθησαν ὡς μηδὲ τὰ ἑαυτῶν ἐκτώσασθαι δυνηθῆναι σώματα. Ύπνωσαν τοίνυν κατ' ἐκείνην τὴν νύκτα οἱ μὲν εἰς θάνατον, οἱ δὲ ὧν εἶχον ἀφανισμὸν καὶ ἀπώλειαν. Ο δέ γε έξι κατώδυνος ἐπὶ τῷ συμβάντι τούτῳ γενόμενος, καθυρεὶς δέ τι καὶ τοῦ κόμπου βραχύ, καὶ θαυμάσας εἰ καὶ τὰ στοιχεῖα (61) Ῥωμαίοις ὑπείκουσι καὶ θελήσατι μόνον ὑπενδιδύασι, καὶ αἱ ὥρει παρὰ τούτοις, ὅσα καὶ ὑπηρέτιδες, δεῖσαν τὰ ἀλλήλων ἀντιπαρέχουσιν, ἄρας ἐκεῖθεν διεπορεύετο. ὡς δὲ καὶ εἰς τὴν πόλιν ἡγγίκει τὴν βασιλεύουσαν, εὐθὺς τὴν στρατιάν εἰς τὸ ἀντιπέραν διαπορθμεύειν ἠναγκάζετο, κἄν ὑπερεφρόνει τὰ πρῶτα, καὶ βλα κευόμενος ἀπηγαίνετο τὴν περαίωσιν, παρὰ τῇ ἑαυτοῦ κεῖσθαι γνώμῃ λέγων τὸ οὕτω δρᾶσαι καὶ μὴ, τῇ Περαία (62) Αναυλιζόμενος, ἥτις τοῦ Πικριδίου κατονομάζεται. Ὅθεν ἅπας μὲν ἐρέτης, ἅπαν δὲ πορ- Ομεῖον καὶ ἁλιὰς ξύμπασα καὶ ναῦς ἱππαγωγὸς τὴν τῶν ᾿Αλαμανῶν ἀμφεπονεῖτο διάβασιν. Ὁ δὲ βασι λεὺς καὶ τοῦ πλήθους τῆς στρατιᾶς ἀπογραφέας ἐξίστησιν, ἀνὰ πᾶσαν ἀποτάξας ἀναγωγήν, τοὺς ἐκείνῳ σημανοῦντας τὴν κατ' ἄνδρα περαίωσιν. Αλλ' ἦν τὸ πλῆθος ὑπερπεπαικὸς τὴν ἀπογραφήν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ τῇ ὑπουργίᾳ ταύτῃ ἐφεστηκότες, ἀπειπόντες πρὸς τὸ πλῆθος, ἅπρακτοι ἐπανέλυσαν. Οὕτω τοίνυν ἀγαπητῶς τοῖς Ῥωμαίοις ὡσεί τινος οὐρανίου δείγματος ἀπαισίου τοῦ ῥηγὸς εἰς τὴν ἑψαν λῆς ξιν διαβάντος, ἐφομαρτησάντων δὲ τούτῳ μετὰ βραχὺ καὶ τῶν ὅσοι ἐκ τοῦ γένους τῶν Φράγγων αὐτῷ συνε Σιέβησαν, ὁ βασιλεὺς καὶ πάλιν τῆς αὐτῆς εἶχετο τῶν οἰκείων χωρῶν προμηθείας ἧς καὶ πρώην ἐξήρτητο. Οὐκ ἠμέλει δὲ καὶ οἷς οὗτοι τραφήσονται, ἀλλ' ἐφ᾽ ὁδοῦ τὰ ὤνια καὶ αὖθις προὐβέβληντο. Ἐν μέντοι τοῖς τῶν χωρίων ἐπικαίροις καὶ ταῖς τῶν παρόδων στεναῖς λόχοι παρὰ Ῥωμαίων ἐφίζανον, δόξαν οὕτω τῷ Μανουήλ, καὶ οὐκ ὀλίγους ἐκ τῶν στρατοπέδων τούτων κατέκαινον. ᾿Αλλὰ καὶ τὰς πύλας τῶν πόλεων ἐπιζυγοῦντες οἱ ἀστυκοὶ οὐκ ἀγορῶν τοῖς ᾿Αλαμανοῖς μετεδίδοσαν, σχοίνους δὲ τοῦ τείχους ἀποκρεμῶντες ἀνεῖλκον πρότερον τὸ ὑπὲρ τοῦ ἀποδιδομένου κατατιθέμενον τίμημα, ἔπειτα διαχαλῶντες ὅσον ἐβούλοντο, εἴτε ἄρτος ἦν τὸ πωλούμενον εἴτε τι βιώσιμον ἕτερον, εἴων, ἄθεσμα ἐρῶντες κατ᾿ αὐτῶν, ἐπαρωμένων τὸν παντέφορον ὀφθαλμὸν ὡς μὴ χρωμένων σταθμοῖς δικαίοις μηδ' Ε' καὶ τὰ στοιχεία. καὶ ὁ καιρὸς ὡς δούλα τοῖς Ῥωμαίοις ὑποτάσσονται. κέρας, νο- DE MANUELE COMNENO LIB. I. B scribi, et quot quaque vice trajicerent adnotari jussisset, ii quibus id negotii erat datum, tantæ multitudinis descriptione fatigati re infecta domum redierunt. Ita rege, tanquam ostento inauspicato, cupientibus Romanis in Orientem transgresso, paulo psst etiam Francis commilitonibus insecu- tis, imperator in pristinam provinciarum suarum curam incubuit; neque illud neglexit, ut isti in itineribus commeatum venalem haberent. Cæte- rum in locis opportunis et angustis tramitibus in- sidias collocandas censuit, quibus non pauci ex iis exercitibus perierunt. Quin et cives portis clausis forum Alemannia non præbebant, sed fu- nibus de muris suspensis pecuniam prius attrahe- bant, iisque rursum, quantum vel pinis vel alia- rum rerum libebat, demittebant. Quibus injuriis Alemanni exacerbati oculum inspectorem omnium rerum contra eos qui injustis ponderibus uteren- tur, nec advenarum et eidem religioni addictorum miserti adeo nihil de suo conferrent ut cibos etiam a faucibus eriperent, ultorem invocabant. Verum pessimi incolæ et inhumanitate singulari præditi ne minimum quidem demittebant, sed auro argentove attracto atque in sinibus recondito ex moenibus se subducebant. Quidam etiam calce farinæ immista cibum pestiferum reddebant. Id utrum jussu imperatoris factum fuerit, ut fe- rebatur, compertum non habeo. Utut sit, iniquum et nefarium facinus fuit. Illud certe constat, ejus jussu ex improbo argento monelam esse cusam, quæ iis daretur qui ex Italico exercitu aliquid vendituri essent. Breviter ut dicam, nullum mali genus fuit quod imperator non vel ipse in eos ma- chinaretur vel aliis machinandi auctor esset, ut scilicet eorum posteri perpetuis monimentis ab invadendis Romanis deterrerentur. A Cum vero imperator multitudinem exercitus de- [P. 44] xzi C Hier. Wolfii notæ. 51; Alter ad lit Constantinopolim: nondum enim trajecerat. Utrum vero llepala nomen appellativum an proprium sit, quod olim nunc peram sive Galatam cent, affirmare non possum. 162) Περαία bic intelligit Europeam partem, ois
οὐκ ἔχων δ’ ὅ τι καὶ διαπράξαιτο, μηδὲ συνορῶν ἑαυτὸν ἀγωνιστὴν πρὸς τὰς Ῥωμαϊκὰς δυνάμεις ἀνανταγώνιστον, ἀφίσταται μὲν τῶν πεδινῶν, εἰς δὲ τὰ ὄρη αἴρει τοὺς ὀφθαλμούς, ὅθεν προσεδόκα ἥξειν αὐτῷ τὴν βοήθειαν. τὰς δὲ τῶν οἰκείων πληθῦς, ὅσα καὶ θρεμμάτων ἀγέλας τὰ χλωρὰ δρεπομένων τῆς ὕλης, ἀφῆκε τοῖς ἐπιοῦσιν εἰς διασκόρπισιν καὶ ἀναίρεσιν ἐπιτρέψας ἑκάστῳ τὴν διὰ φυγῆς εὕρασθαι σωτηρίαν καὶ πρίασθαι ποσὶ τὴν ζωὴν ὡς παράδειγμα αὐτὸν ἀποβλέπουσι. καὶ ὁ μὲν Σερβάρχης οὕτω διενοήθη καὶ διεπράξατο καὶ ταῦτα ἦν τοῖς ὑπ’ αὐτὸν ὑποθέμενος· βασιλεὺς δὲ ὡς λέων ἀλκῇ πίσυνος βουκόλια βοῶν ἢ αἰγῶν αἰπόλια τὰ τῶν βαρβάρων κείρας συστήματα καὶ πολλὰς μὲν συγκτήσεις πυρὶ παραδούς, οὐκ ὀλίγων δὲ σωμάτων ἐγκρατὴς γεγονὼς ἐκεῖθεν ἐπάνεισι. Καὶ γράμμα εὐθὺς εὐάγγελον ἐχαράττετο τοῖς τῆς πόλεως σημαῖνον οἰκήτορσι τὰ ἐξ ὑπογυίου ταυτὶ κατορθώματα· καὶ ὁ τοῦτο ἀποκομίζων διαγγελεὺς ὁ μέγας ἦν δομέστικος.
σύρει γεωργῶν, ὁδοιπόρους ἐπέχει τῆς ὁδοῦ, καὶ ὡς ἐπίπαν εἰς χρῆμα ἐπάρατον σχεδιάζεται. Τότε τοι γαροῦν οὗτος ὁ χειμάρρους ἐξ ὑτοῦ πολὺς καὶ κατακλύζων φανείς, καὶ νυκτὸς ἐκ τοῦ αἰφνη δὸν ὑπερπλημμύρας ὡς εἴπερ αὐτῷ οἱ καταρράκται άνε- έγεσαν οὐρανοῦ, ἀπάγει τῆς παρεμβολῆς τῶν ᾿Αλα- μενῶν οὐ μόνον ὅπλα καὶ ἵππεια φάλαρα καὶ ἐσθη- ματα καὶ ε καὶ εἴ τι ἕτερον αὐτοῖς ἐσκευαγώγει τὰ υποζύγια, ἀλλὰ καὶ ἵππους καὶ ὁρέας καὶ ἄνδρας Ιπποκορυστής. Καὶ ἦν τὸ θέαμα ἐλεεινὸν καὶ θέλον ἀτεχνῶς δάκρυα, ἄνευ πολέμου πίπτοντες, ἄνευ διώκοντος ἀναιρούμενοι. Οὐδὲ τὸ τῆς ἡλικίας στα διαίου μικροῦ καὶ πελώριον, οὐδ᾽ ἡ μάχης ακόρης τος δεξιὰ εἰς ἀπ φυγὴν ἐπήρκεσεν αὐτοῖς τοῦ και τοῦ, ἀλλ᾽ ἔπιπτον, ώσει χόρτος, καὶ ὡσεὶ φορητές ελλη θερὲς καὶ πόκις ἐρίου κούφος παρεσύ. μοντο, και, ψαλμικῶς εἰπεῖν, τὰς τούτων ἀπῇρεν ὁ ποταμὸς οὗτος φωνὰς βαρβαρικῶς ἀλαλαζόντων μέλος ἐνδιδόντων ταῖς σκοπιαῖς καὶ τοῖς γελάσεις δι' ὧν παρεσύροντο ἄγριον ὁμοῦ καὶ ἀνήμερον καὶ οὐχ οἷον ᾄδουσι τὰ μελιχρὰ τῶν ποιμένων αὐλήματα, ὡς συλλογίζεσθαι τοὺς συνορῶντας τὸ τηνικαῦτα συμβάν μῆνιν ἀπὸ Θεοῦ ἄντικρυς εἰς τὸ τῶν ᾿Αλαμανῶν στρατόπεδον ἐπεν- σκήψασαν, εἰ οὕτως ἀθρόον ὕδατι κατεπόθησαν ὡς μηδὲ τὰ ἑαυτῶν ἐκτώσασθαι δυνηθῆναι σώματα. Ύπνωσαν τοίνυν κατ' ἐκείνην τὴν νύκτα οἱ μὲν εἰς θάνατον, οἱ δὲ ὧν εἶχον ἀφανισμὸν καὶ ἀπώλειαν. Ο δέ γε έξι κατώδυνος ἐπὶ τῷ συμβάντι τούτῳ γενόμενος, καθυρεὶς δέ τι καὶ τοῦ κόμπου βραχύ, καὶ θαυμάσας εἰ καὶ τὰ στοιχεῖα (61) Ῥωμαίοις ὑπείκουσι καὶ θελήσατι μόνον ὑπενδιδύασι, καὶ αἱ ὥρει παρὰ τούτοις, ὅσα καὶ ὑπηρέτιδες, δεῖσαν τὰ ἀλλήλων ἀντιπαρέχουσιν, ἄρας ἐκεῖθεν διεπορεύετο. ὡς δὲ καὶ εἰς τὴν πόλιν ἡγγίκει τὴν βασιλεύουσαν, εὐθὺς τὴν στρατιάν εἰς τὸ ἀντιπέραν διαπορθμεύειν ἠναγκάζετο, κἄν ὑπερεφρόνει τὰ πρῶτα, καὶ βλα κευόμενος ἀπηγαίνετο τὴν περαίωσιν, παρὰ τῇ ἑαυτοῦ κεῖσθαι γνώμῃ λέγων τὸ οὕτω δρᾶσαι καὶ μὴ, τῇ Περαία (62) Αναυλιζόμενος, ἥτις τοῦ Πικριδίου κατονομάζεται. Ὅθεν ἅπας μὲν ἐρέτης, ἅπαν δὲ πορ- Ομεῖον καὶ ἁλιὰς ξύμπασα καὶ ναῦς ἱππαγωγὸς τὴν τῶν ᾿Αλαμανῶν ἀμφεπονεῖτο διάβασιν. Ὁ δὲ βασι λεὺς καὶ τοῦ πλήθους τῆς στρατιᾶς ἀπογραφέας ἐξίστησιν, ἀνὰ πᾶσαν ἀποτάξας ἀναγωγήν, τοὺς ἐκείνῳ σημανοῦντας τὴν κατ' ἄνδρα περαίωσιν. Αλλ' ἦν τὸ πλῆθος ὑπερπεπαικὸς τὴν ἀπογραφήν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ τῇ ὑπουργίᾳ ταύτῃ ἐφεστηκότες, ἀπειπόντες πρὸς τὸ πλῆθος, ἅπρακτοι ἐπανέλυσαν. Οὕτω τοίνυν ἀγαπητῶς τοῖς Ῥωμαίοις ὡσεί τινος οὐρανίου δείγματος ἀπαισίου τοῦ ῥηγὸς εἰς τὴν ἑψαν λῆς ξιν διαβάντος, ἐφομαρτησάντων δὲ τούτῳ μετὰ βραχὺ καὶ τῶν ὅσοι ἐκ τοῦ γένους τῶν Φράγγων αὐτῷ συνε Σιέβησαν, ὁ βασιλεὺς καὶ πάλιν τῆς αὐτῆς εἶχετο τῶν οἰκείων χωρῶν προμηθείας ἧς καὶ πρώην ἐξήρτητο. Οὐκ ἠμέλει δὲ καὶ οἷς οὗτοι τραφήσονται, ἀλλ' ἐφ᾽ ὁδοῦ τὰ ὤνια καὶ αὖθις προὐβέβληντο. Ἐν μέντοι τοῖς τῶν χωρίων ἐπικαίροις καὶ ταῖς τῶν παρόδων στεναῖς λόχοι παρὰ Ῥωμαίων ἐφίζανον, δόξαν οὕτω τῷ Μανουήλ, καὶ οὐκ ὀλίγους ἐκ τῶν στρατοπέδων τούτων κατέκαινον. ᾿Αλλὰ καὶ τὰς πύλας τῶν πόλεων ἐπιζυγοῦντες οἱ ἀστυκοὶ οὐκ ἀγορῶν τοῖς ᾿Αλαμανοῖς μετεδίδοσαν, σχοίνους δὲ τοῦ τείχους ἀποκρεμῶντες ἀνεῖλκον πρότερον τὸ ὑπὲρ τοῦ ἀποδιδομένου κατατιθέμενον τίμημα, ἔπειτα διαχαλῶντες ὅσον ἐβούλοντο, εἴτε ἄρτος ἦν τὸ πωλούμενον εἴτε τι βιώσιμον ἕτερον, εἴων, ἄθεσμα ἐρῶντες κατ᾿ αὐτῶν, ἐπαρωμένων τὸν παντέφορον ὀφθαλμὸν ὡς μὴ χρωμένων σταθμοῖς δικαίοις μηδ' Ε' καὶ τὰ στοιχεία. καὶ ὁ καιρὸς ὡς δούλα τοῖς Ῥωμαίοις ὑποτάσσονται. κέρας, νο- DE MANUELE COMNENO LIB. I. B scribi, et quot quaque vice trajicerent adnotari jussisset, ii quibus id negotii erat datum, tantæ multitudinis descriptione fatigati re infecta domum redierunt. Ita rege, tanquam ostento inauspicato, cupientibus Romanis in Orientem transgresso, paulo psst etiam Francis commilitonibus insecu- tis, imperator in pristinam provinciarum suarum curam incubuit; neque illud neglexit, ut isti in itineribus commeatum venalem haberent. Cæte- rum in locis opportunis et angustis tramitibus in- sidias collocandas censuit, quibus non pauci ex iis exercitibus perierunt. Quin et cives portis clausis forum Alemannia non præbebant, sed fu- nibus de muris suspensis pecuniam prius attrahe- bant, iisque rursum, quantum vel pinis vel alia- rum rerum libebat, demittebant. Quibus injuriis Alemanni exacerbati oculum inspectorem omnium rerum contra eos qui injustis ponderibus uteren- tur, nec advenarum et eidem religioni addictorum miserti adeo nihil de suo conferrent ut cibos etiam a faucibus eriperent, ultorem invocabant. Verum pessimi incolæ et inhumanitate singulari præditi ne minimum quidem demittebant, sed auro argentove attracto atque in sinibus recondito ex moenibus se subducebant. Quidam etiam calce farinæ immista cibum pestiferum reddebant. Id utrum jussu imperatoris factum fuerit, ut fe- rebatur, compertum non habeo. Utut sit, iniquum et nefarium facinus fuit. Illud certe constat, ejus jussu ex improbo argento monelam esse cusam, quæ iis daretur qui ex Italico exercitu aliquid vendituri essent. Breviter ut dicam, nullum mali genus fuit quod imperator non vel ipse in eos ma- chinaretur vel aliis machinandi auctor esset, ut scilicet eorum posteri perpetuis monimentis ab invadendis Romanis deterrerentur. A Cum vero imperator multitudinem exercitus de- [P. 44] xzi C Hier. Wolfii notæ. 51; Alter ad lit Constantinopolim: nondum enim trajecerat. Utrum vero llepala nomen appellativum an proprium sit, quod olim nunc peram sive Galatam cent, affirmare non possum. 162) Περαία bic intelligit Europeam partem, ois
PG 139:399μετὰ βραχὺ δὲ καὶ ὁ τῶν ἀνδραγαθημάτων ἐπιφθάνει πατήρ, καὶ καταγαγὼν ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσι τούτοις περιφανῆ θρίαμβον καὶ παρὰ τοῦ δήμου καὶ τῆς συγκλήτου πάσης εὐφημηθεὶς καὶ τῇ τῶν κρότων ὑψηγορίᾳ διαχυθεὶς εἰς ἁμίλλας ἵππων ἀπεῖδε καὶ θέατρα. Ἄρτι δὲ τοῦ ἔαρος ὑποφαίνοντος τὴν Πελαγονίαν αὖθις κατέλαβε. καὶ ἐπείπερ ἡ πρὸς Σικελίαν ἄφιξις αὐτῷ ἀπηγόρευτο, χρήμασιν ἐφοδιάσας πολλοῖς ἄνδρα δραστήριον, τῶν ἐπισήμων ἕνα καὶ εὐγενῶν, τὸν Παλαιολόγον φημὶ Μιχαήλ, καὶ στρατιὰν αὐτῷ παραδοὺς ἱκανὴν καὶ χεῖρα συχνὴν ἐγχειρίσας ἐκεῖσε ἐξέπεμψεν. ὁ δὲ κατὰ τὸ βασιλεῖ δοκοῦν εἰς Βενετίαν ἀφίκετο πρότερον καὶ μισθοφορικὸν ἐκεῖθεν ἀγηοχὼς κἀκ τῶν Ἰταλιωτίδων χωρῶν στρατολογήσας ἁδρὸν κοντοφορικὸν καὶ γενόμενος ἤδη μεγαλοδύναμος πρὸς τὴν Λογγιβαρδίαν κατέπλευσε καὶ συμμίξας ταῖς ἐκεῖσε δυνάμεσι τοῦ ῥηγὸς τροπαιοφορεῖ κατ’ αὐτῶν καὶ νίκαις ἀναδεῖται λαμπραῖς, ἔχων ἐπὶ πᾶσι συγκροτοῦντά οἱ καὶ συναντιλαμβανόμενον καί τινα κόμητα Ἀλέξανδρον, ἐκ ταὐτοῦ μὲν ἀπορρύεντα αἵματος τῷ ῥηγί, προσκεχωρηκότα δὲ προσφάτως Ῥωμαίοις δι’ ἃς ὑπέστη παρ’ αὐτοῦ συμφοράς.
NICETE CHONIATE ρόντων αὐτοὺς ὡς ἐπήλυδας, μήτε τι κατατιθεμένων ὡς ὁμοπίποις οἴκουεν, μᾶλλον μὲν ο προσαφαρπαζόντων ἐκ τοῦ σφῶν φάρυγγος ὅσα πρὸς σύστασιν σώματος. Οἱ δὲ χείριστοι τ όρων καὶ ὅσοις τὸ ἀπάνθρωπον περιεσπούδαστο, οὐδὲ τὸ βραχύτατον γοῦν διεχάλων, άλλα τον ανερειψάμενοι ἢ τὸ ἀργύριον ἀνιμησάμενοι [Ρ. 43] καὶ τῷ κόλπῳ ἐνθέμενοι ἀφανεῖς ἦτ τι ἐν τοῖς μεσοπυργίοις ἐποπτανόμενοι. Εἰσὶ δ' οἳ καὶ τοῖς ἀλφίτοις ἐμφύροντες τίτανον ἐποί εἶτα ὀλέθρια. Τοῦτο δὲ εἰ μὲν ἀληθῶς ὁ βασιλεὺς ἐπέταττεν, ὡς ἐλέγετο, ἀκριβῶς οὐκ ἴσημι· παρ ιεῖτο δ᾽ οὖν ὅμως καὶ ἀνοσίως ἐπράττετο. Ὁ δὲ τοῦ βασιλέως βούλευμα (65) ἦν οὐκ ἀμφίλογον οι ίδους παραπετάσματι σκιαζόμενον, αργύριον ἀδόκιμον εἰς νόμισμα κέκοφε, καὶ τοῦτο προβάλλ ι τοῖς ἐκ τοῦ τῶν Ἰταλῶν στρατεύματος ἀποδόσθαι τι θέλουσι. Καὶ συντόμως εἰπεῖν οὐδὲν ἀπῆν τ ινῶν δ' οὐκ ἦν ἐπιτεχνώμενος αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς καὶ τοῖς ἄλλοις ὁρᾶν διακελευόμενος, ὡς ἂν εἴη ται αὶ τοῖς ἐξ αὐτῶν ὀψιγόνοις μνημεῖα δήπουθεν ἀνεξάλειπτα καὶ δέους σπέρματα, τὴν κατὰ Ῥωμαί κτρέποντα κίνησιν. ἐνέπιπτον εἰς τὸ τῆς φάλαγγος μέτωπον, ζ. Παρόμοια δὲ καὶ τοῖς Τούρκοις ἐπῆλθε ποι κατὰ τῶν ᾿Αλαμανῶν, τοῦ Μανουὴλ αὐτοὺς ἐπαλ φοντος γράμμασι καὶ διανιστῶντος εἰς πόλεμ Καὶ τοίνυν περὶ τὸν βαθὺν ὑπερτερήσαντες, Πα πλάνου τινὸς ἡγουμένου τοῦ σφῶν στρατεύματ πολλούς διέφθειραν. Ἐπεὶ δὲ καὶ τῇ μοίρᾳ ἐπέθει ἥτις τὴν Φρυγίαν παρώδευεν, εἰς κενὸν αὐτοῖς βούλευμα ἔσχασε, καὶ τὸν ὄλεθρον ἑκουσίως κα τῶν κεφαλῶν αὐτῶν καὶ πύῤῥωθεν ὄντα μετάπι πτον ἀτεχνῶς ἐποιήσαντο, καὶ εἰς βάθυνον κατώ σθον ὅν ταῖς οἰκείαις χερσὶν ἐβάθυναν. Τῷ τοι : δέον μηδὲν παρενοχλοῦντας οὐχὶ λυπεῖν, μηδ' ἀνα κάζειν τὸ τοῦ θυμοῦ θηρίον ἀφυπνίζειν τὸ τέ κοιμώμενον, ἢ πρὸς ἀνδροκτασίας διαῤῥενοῦν, οἱ εἰς φάλαγγας πυκνωθέντες καὶ ταῖς ὄχθαις ἐφεσ τες τοῦ ποταμοῦ Μαίανδρος οὗτος ἦν) οὐκ ε ὅλως τὰ Λατινικά στρατεύματα διελθεῖν. Τ δ᾽ οὗτος καὶ τὸν μὲν ἄπαντα χρόνον οὐ ποτέ ἁπανταχοῦ τὴν περαίωσιν, τότε δὲ καὶ τέλεον ἄπορος, εἰς δίνας ἑλιττόμενος καὶ μεταχωρῶν στροφάλιγγας, ὅτε κἀκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν δυσμικαὶ δυνάμεις ὑπέδειξαν ὡς αὐτῶν ἀνεχομε αἱ φάλαγγες Ῥωμαίων εἰς προνομὴν οὐκ ἐξέπι καὶ αἱ τούτων πόλεις ἀδῄωτοι παριππεύοντο, βοσκημάτων δίκην οἱ τούτων οἰκήτορες ανα μενοι ἐσφακέλιζον. Ὡς γὰρ τῇ ὄχθῃ τοῦ πο προσάγοντος τοῦ ῥηγὸς οὔτε νέες παρῆσαν μια οὔτε γέφυρα πρὸς διάβασιν ἔζευκτο, Τοῦρκοι ἀναμίξ πεζοὶ καὶ ἱππεῖς ἐς τὸ ἀν φαινόμενοι δῆλοι ἦσαν ἀκροβολίζοντες, καὶ ξεύματα διικνεῖτο τῶν παριόντων τὸν ποτέ ὀλίγον ἐπαναγαγὼν ἀπὸ τῆς ὄχθης τοῦ στρατοπεδεύεται, ὅσον μὴ εἶναι βέλους ἐπιτάττει πάντας δειπνοποιήσαντας ἱπτ γενέσθαι καὶ τῶν ἁρμάτων (64) αὐτῶν θῆναι ὡς ἐς νέωτα (65) τοῖς Τούρκοις πο πρωΐαίτερον. Σκοταῖος τοίνυν διαναστά ἡλίου μήπω τὸ ἄρμα ζεύξαντος, αὐτός πόλεμον ἔσταλτο καὶ ἡ λοιπὴ τὰ ὅπλ στρατιά. Καὶ οἱ βάρβαροι ὁμοίως [Ρ. τόμενοι καὶ αὐτοὶ παρετάττοντο, τούς τ τὴν ἐπιοῦσαν. B VI. Idem et Turci imitati sunt, Manuelis litteris A ad bellum Alemannis faciendum concitati. Itaque circa Batey, Paplano quodam duce, prælio victores mulos occiderunt. Sed cum eam quoque partem aggressi essent quæ Phrygiam præteribat, opinione sua decepti interitum longe remotum ultro sibi accersiverunt, in foveam illapsi quam suis manibus effoderant. Neque enim omni injuria abstinentes lacessendi erant, nec ad iram, ad cædes concitandi. Verum illi densata phalange in ripis Mæandri fluminis stantes Latinorum exerci- tum transitu prohibebant ; qui cum omnibus tem- poribus ob vortices et varios aniractus non ubique facile superetur, tum plane tronsiri non poterat. Ibi Occidentales copiæ ipsa re declararunt patientia sua factum esse quo minus Romanorum phalanges prædæ essent eorumque urbes exscinder-ntur et cives pecudum instar mactarentur. Nam cum rege ad fluminis ripas accedente neque naves presto essent neque pons, et Turci equites et pedites permisti in ulteriore ripa se ad pugnam paratos esse ostenderent, et sagittis frontem exercitus fluvium prætereuntis attingerent, tunc quidem paulum acie a fluvio subducta extra teli jactum castra posuit, atque omnes ubi cœnarint, in equis armatos esse et currus curare jussit, ut diluculo cum Turcis dimicaturos. Surgit igitur ante ortum solis, in tenebris adhuc et ipse ad pugnam exor- natus et exercitus omnis armatus. Idem et Bar- bari fecerunt, instructaque acie, et sagittariis in ripa dispositis, et equitatu ut visum erat ordi- nato, cum Itali in ripa progrediebantur, pugnam C ciebant eminus. Rex vero aciem obiens milites hoc modo cohortatus est: « Expeditionem hanc a nobis propter Christum, et divinæ, non humanæ gloriæ parande causa, susceptam esse scitis uti- que, commilitones. Hac enim de causa, spreta domi jucunda vita, ultro a propinquis nostris se- juncti per alienas regiones ærumnas toleranɔus, periculis exponimiur, fame tabescimus, trigore horremus, slu solvimur ; cubile terram, tectum cœlum habemus; quamvis nobiles, illustres, in- Hier. Woltii pro armis more barbarico, incertum mihi est. note. Αlter codex habet tanti (63) Βουλεύματα. Aller addit καὶ συντάγματα. (64) Αρματα. Δu hic pro curribus ponat an vero (65) ὡς εἰς νέωτα. Videtur hic po
Imperii Andronici Comneni Liber II
καὶ ὁ μὲν Παλαιολόγος ἀεί πως ἐνεπλατύνετο καὶ σπείρων φιλοτίμως οὐ διαδιδοὺς τὰ χρήματα ἐλύπει καιρίως τὸν ῥῆγα καὶ ἐσέτι δράσων ἐκεῖνον ἐπίδοξος ἦν τὰ ἀνήκεστα, πλείστας τῶν ἐκεῖθι πόλεων τὰς μὲν ὁμολογίᾳ χειρούμενος, τὰς δὲ καὶ καταστρέφων. Ἀλλὰ καὶ λίθων μετενεχθέντων ἐκεῖθεν καί τινων ἀναπεμφθέντων αἰχμαλώτων τῷ βασιλεῖ, πόλις κατὰ τὴν τῶν Αἰγαιοπελαγιτῶν χώραν τειχίζεται, Βάρη καὶ Αὐλωνία παρωνύμως ἐσέτι ὠνομασμένη. Βασιλεὺς δὲ αὐτὸς αὖθις μαθὼν κακουργεῖν τὸν Σερβίας δυναστεύοντα οὔρεσιν καὶ χείρονα δρᾶν τῶν προτέρων, ὡς καὶ σπείσασθαι κατὰ Ῥωμαίων τοῖς γείτοσι Παίοσι, δισσεύει κατ’ αὐτῶν ὡς μὴ ἀξιομάχων ἀφροντιστῶν. οἱ δὲ καὶ ὑπὲρ δόξαν χεῖρας ἀντῆραν καὶ τὸν κατ’ ὀφθαλμὸν ἐθάρρησαν πόλεμον πλεῖστον συμμαχικὸν Οὐννικὸν ἐπαγόμενοι. ὅτε καὶ ὁ Καντακουζηνὸς Ἰωάννης συμπλακεὶς τοῖς βαρβάροις καὶ μέχρι τοῦ δοῦναι καὶ λαβεῖν ἐγκαρτερήσας πληγὰς δακτύλους τῶν χειρῶν ἀπεβάλετο, πολλῶν ἐπιβρισάντων αὐτῷ Σέρβων. καὶ βασιλεὺς δὲ αὐτὸς κατὰ μονομαχίαν τῷ ἀρχιζουπάνῳ Βακχίνῳ προσέμιξεν, ἡρωϊκὸν προφαίνοντι σῶμα καὶ αὐτουργοὺς χεῖρας ἐξ ὤμων φύοντι·
NICETE CHONIATE ρόντων αὐτοὺς ὡς ἐπήλυδας, μήτε τι κατατιθεμένων ὡς ὁμοπίποις οἴκουεν, μᾶλλον μὲν ο προσαφαρπαζόντων ἐκ τοῦ σφῶν φάρυγγος ὅσα πρὸς σύστασιν σώματος. Οἱ δὲ χείριστοι τ όρων καὶ ὅσοις τὸ ἀπάνθρωπον περιεσπούδαστο, οὐδὲ τὸ βραχύτατον γοῦν διεχάλων, άλλα τον ανερειψάμενοι ἢ τὸ ἀργύριον ἀνιμησάμενοι [Ρ. 43] καὶ τῷ κόλπῳ ἐνθέμενοι ἀφανεῖς ἦτ τι ἐν τοῖς μεσοπυργίοις ἐποπτανόμενοι. Εἰσὶ δ' οἳ καὶ τοῖς ἀλφίτοις ἐμφύροντες τίτανον ἐποί εἶτα ὀλέθρια. Τοῦτο δὲ εἰ μὲν ἀληθῶς ὁ βασιλεὺς ἐπέταττεν, ὡς ἐλέγετο, ἀκριβῶς οὐκ ἴσημι· παρ ιεῖτο δ᾽ οὖν ὅμως καὶ ἀνοσίως ἐπράττετο. Ὁ δὲ τοῦ βασιλέως βούλευμα (65) ἦν οὐκ ἀμφίλογον οι ίδους παραπετάσματι σκιαζόμενον, αργύριον ἀδόκιμον εἰς νόμισμα κέκοφε, καὶ τοῦτο προβάλλ ι τοῖς ἐκ τοῦ τῶν Ἰταλῶν στρατεύματος ἀποδόσθαι τι θέλουσι. Καὶ συντόμως εἰπεῖν οὐδὲν ἀπῆν τ ινῶν δ' οὐκ ἦν ἐπιτεχνώμενος αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς καὶ τοῖς ἄλλοις ὁρᾶν διακελευόμενος, ὡς ἂν εἴη ται αὶ τοῖς ἐξ αὐτῶν ὀψιγόνοις μνημεῖα δήπουθεν ἀνεξάλειπτα καὶ δέους σπέρματα, τὴν κατὰ Ῥωμαί κτρέποντα κίνησιν. ἐνέπιπτον εἰς τὸ τῆς φάλαγγος μέτωπον, ζ. Παρόμοια δὲ καὶ τοῖς Τούρκοις ἐπῆλθε ποι κατὰ τῶν ᾿Αλαμανῶν, τοῦ Μανουὴλ αὐτοὺς ἐπαλ φοντος γράμμασι καὶ διανιστῶντος εἰς πόλεμ Καὶ τοίνυν περὶ τὸν βαθὺν ὑπερτερήσαντες, Πα πλάνου τινὸς ἡγουμένου τοῦ σφῶν στρατεύματ πολλούς διέφθειραν. Ἐπεὶ δὲ καὶ τῇ μοίρᾳ ἐπέθει ἥτις τὴν Φρυγίαν παρώδευεν, εἰς κενὸν αὐτοῖς βούλευμα ἔσχασε, καὶ τὸν ὄλεθρον ἑκουσίως κα τῶν κεφαλῶν αὐτῶν καὶ πύῤῥωθεν ὄντα μετάπι πτον ἀτεχνῶς ἐποιήσαντο, καὶ εἰς βάθυνον κατώ σθον ὅν ταῖς οἰκείαις χερσὶν ἐβάθυναν. Τῷ τοι : δέον μηδὲν παρενοχλοῦντας οὐχὶ λυπεῖν, μηδ' ἀνα κάζειν τὸ τοῦ θυμοῦ θηρίον ἀφυπνίζειν τὸ τέ κοιμώμενον, ἢ πρὸς ἀνδροκτασίας διαῤῥενοῦν, οἱ εἰς φάλαγγας πυκνωθέντες καὶ ταῖς ὄχθαις ἐφεσ τες τοῦ ποταμοῦ Μαίανδρος οὗτος ἦν) οὐκ ε ὅλως τὰ Λατινικά στρατεύματα διελθεῖν. Τ δ᾽ οὗτος καὶ τὸν μὲν ἄπαντα χρόνον οὐ ποτέ ἁπανταχοῦ τὴν περαίωσιν, τότε δὲ καὶ τέλεον ἄπορος, εἰς δίνας ἑλιττόμενος καὶ μεταχωρῶν στροφάλιγγας, ὅτε κἀκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν δυσμικαὶ δυνάμεις ὑπέδειξαν ὡς αὐτῶν ἀνεχομε αἱ φάλαγγες Ῥωμαίων εἰς προνομὴν οὐκ ἐξέπι καὶ αἱ τούτων πόλεις ἀδῄωτοι παριππεύοντο, βοσκημάτων δίκην οἱ τούτων οἰκήτορες ανα μενοι ἐσφακέλιζον. Ὡς γὰρ τῇ ὄχθῃ τοῦ πο προσάγοντος τοῦ ῥηγὸς οὔτε νέες παρῆσαν μια οὔτε γέφυρα πρὸς διάβασιν ἔζευκτο, Τοῦρκοι ἀναμίξ πεζοὶ καὶ ἱππεῖς ἐς τὸ ἀν φαινόμενοι δῆλοι ἦσαν ἀκροβολίζοντες, καὶ ξεύματα διικνεῖτο τῶν παριόντων τὸν ποτέ ὀλίγον ἐπαναγαγὼν ἀπὸ τῆς ὄχθης τοῦ στρατοπεδεύεται, ὅσον μὴ εἶναι βέλους ἐπιτάττει πάντας δειπνοποιήσαντας ἱπτ γενέσθαι καὶ τῶν ἁρμάτων (64) αὐτῶν θῆναι ὡς ἐς νέωτα (65) τοῖς Τούρκοις πο πρωΐαίτερον. Σκοταῖος τοίνυν διαναστά ἡλίου μήπω τὸ ἄρμα ζεύξαντος, αὐτός πόλεμον ἔσταλτο καὶ ἡ λοιπὴ τὰ ὅπλ στρατιά. Καὶ οἱ βάρβαροι ὁμοίως [Ρ. τόμενοι καὶ αὐτοὶ παρετάττοντο, τούς τ τὴν ἐπιοῦσαν. B VI. Idem et Turci imitati sunt, Manuelis litteris A ad bellum Alemannis faciendum concitati. Itaque circa Batey, Paplano quodam duce, prælio victores mulos occiderunt. Sed cum eam quoque partem aggressi essent quæ Phrygiam præteribat, opinione sua decepti interitum longe remotum ultro sibi accersiverunt, in foveam illapsi quam suis manibus effoderant. Neque enim omni injuria abstinentes lacessendi erant, nec ad iram, ad cædes concitandi. Verum illi densata phalange in ripis Mæandri fluminis stantes Latinorum exerci- tum transitu prohibebant ; qui cum omnibus tem- poribus ob vortices et varios aniractus non ubique facile superetur, tum plane tronsiri non poterat. Ibi Occidentales copiæ ipsa re declararunt patientia sua factum esse quo minus Romanorum phalanges prædæ essent eorumque urbes exscinder-ntur et cives pecudum instar mactarentur. Nam cum rege ad fluminis ripas accedente neque naves presto essent neque pons, et Turci equites et pedites permisti in ulteriore ripa se ad pugnam paratos esse ostenderent, et sagittis frontem exercitus fluvium prætereuntis attingerent, tunc quidem paulum acie a fluvio subducta extra teli jactum castra posuit, atque omnes ubi cœnarint, in equis armatos esse et currus curare jussit, ut diluculo cum Turcis dimicaturos. Surgit igitur ante ortum solis, in tenebris adhuc et ipse ad pugnam exor- natus et exercitus omnis armatus. Idem et Bar- bari fecerunt, instructaque acie, et sagittariis in ripa dispositis, et equitatu ut visum erat ordi- nato, cum Itali in ripa progrediebantur, pugnam C ciebant eminus. Rex vero aciem obiens milites hoc modo cohortatus est: « Expeditionem hanc a nobis propter Christum, et divinæ, non humanæ gloriæ parande causa, susceptam esse scitis uti- que, commilitones. Hac enim de causa, spreta domi jucunda vita, ultro a propinquis nostris se- juncti per alienas regiones ærumnas toleranɔus, periculis exponimiur, fame tabescimus, trigore horremus, slu solvimur ; cubile terram, tectum cœlum habemus; quamvis nobiles, illustres, in- Hier. Woltii pro armis more barbarico, incertum mihi est. note. Αlter codex habet tanti (63) Βουλεύματα. Aller addit καὶ συντάγματα. (64) Αρματα. Δu hic pro curribus ponat an vero (65) ὡς εἰς νέωτα. Videtur hic po
καὶ ὁ μὲν κατὰ τῶν προσώπων πλήττει τὸν βασιλέα καὶ διαθλᾷ τὸ ἐκ τοῦ κράνους κατακεχυμένον τῶν ὄψεων ἐκείνου σιδήρεον παραπέτασμα, ὁ δὲ τὴν χεῖρα τούτου τῷ ξίφει διήλασε καὶ ἀπόλεμον ἔδειξε καὶ ζωγρίαν ἐκ τοῦδε συνείληφεν. Ὡς δὲ καὶ οὕτω τοῖς Ῥωμαίοις αἰθρία νίκης ἐπέλαμψε, τῶν βαρβάρων διαλυθέντων δίκην νεφῶν, κἀκ τῶν ἐπαριστέρων ἀρχῶν εἰς τέλος ἀπήντησεν ὁ πόλεμος δεξιώτατον, κατὰ τῶν Οὔγγρων ὁρμᾷ, μήπω τὴν τῆς μάχης κόνιν ἐκ τῶν προσώπων ἀπομορξάμενος, ἀλλ’ ἔτι θερμοῖς ἱδρῶσι σταζόμενος, ἐπίκλημα φέρων τὴν τῶν Σέρβων ἐπικουρίαν καὶ τὴν ἀπουσίαν ἁρπάζων τοῦ ἐπαρήξοντος· ὁ γὰρ τῶν Οὔγγρων ῥὴξ οὐκ ἦν κατὰ χώραν τοῖς γειτνιῶσι Ῥὼς συμπλεκόμενος. Καὶ δὴ τὸν Σάουβον διαβὰς ποταμὸν καὶ τῷ Φραγγοχωρίῳ ἐμβαλὼν (ἔστι δὲ τόδε τμῆμα τῆς Οὐγγρίας οὐ τὸ ἐλάχιστον ἀλλ’ ἱκανῶς πολυάνθρωπον, μεταξὺ Ἴστρου καὶ Σαούβου τῶν ποταμῶν ἀναπεπταμένον, καθ’ ὃ καὶ φρούριον ἐρυμνότατον ἔκτισται, ὃ Ζεύγμινον ἐπικέκληται) χειρίστως τὰ ἐκεῖ διέθετο.
NICETE CHONIATE ρόντων αὐτοὺς ὡς ἐπήλυδας, μήτε τι κατατιθεμένων ὡς ὁμοπίποις οἴκουεν, μᾶλλον μὲν ο προσαφαρπαζόντων ἐκ τοῦ σφῶν φάρυγγος ὅσα πρὸς σύστασιν σώματος. Οἱ δὲ χείριστοι τ όρων καὶ ὅσοις τὸ ἀπάνθρωπον περιεσπούδαστο, οὐδὲ τὸ βραχύτατον γοῦν διεχάλων, άλλα τον ανερειψάμενοι ἢ τὸ ἀργύριον ἀνιμησάμενοι [Ρ. 43] καὶ τῷ κόλπῳ ἐνθέμενοι ἀφανεῖς ἦτ τι ἐν τοῖς μεσοπυργίοις ἐποπτανόμενοι. Εἰσὶ δ' οἳ καὶ τοῖς ἀλφίτοις ἐμφύροντες τίτανον ἐποί εἶτα ὀλέθρια. Τοῦτο δὲ εἰ μὲν ἀληθῶς ὁ βασιλεὺς ἐπέταττεν, ὡς ἐλέγετο, ἀκριβῶς οὐκ ἴσημι· παρ ιεῖτο δ᾽ οὖν ὅμως καὶ ἀνοσίως ἐπράττετο. Ὁ δὲ τοῦ βασιλέως βούλευμα (65) ἦν οὐκ ἀμφίλογον οι ίδους παραπετάσματι σκιαζόμενον, αργύριον ἀδόκιμον εἰς νόμισμα κέκοφε, καὶ τοῦτο προβάλλ ι τοῖς ἐκ τοῦ τῶν Ἰταλῶν στρατεύματος ἀποδόσθαι τι θέλουσι. Καὶ συντόμως εἰπεῖν οὐδὲν ἀπῆν τ ινῶν δ' οὐκ ἦν ἐπιτεχνώμενος αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς καὶ τοῖς ἄλλοις ὁρᾶν διακελευόμενος, ὡς ἂν εἴη ται αὶ τοῖς ἐξ αὐτῶν ὀψιγόνοις μνημεῖα δήπουθεν ἀνεξάλειπτα καὶ δέους σπέρματα, τὴν κατὰ Ῥωμαί κτρέποντα κίνησιν. ἐνέπιπτον εἰς τὸ τῆς φάλαγγος μέτωπον, ζ. Παρόμοια δὲ καὶ τοῖς Τούρκοις ἐπῆλθε ποι κατὰ τῶν ᾿Αλαμανῶν, τοῦ Μανουὴλ αὐτοὺς ἐπαλ φοντος γράμμασι καὶ διανιστῶντος εἰς πόλεμ Καὶ τοίνυν περὶ τὸν βαθὺν ὑπερτερήσαντες, Πα πλάνου τινὸς ἡγουμένου τοῦ σφῶν στρατεύματ πολλούς διέφθειραν. Ἐπεὶ δὲ καὶ τῇ μοίρᾳ ἐπέθει ἥτις τὴν Φρυγίαν παρώδευεν, εἰς κενὸν αὐτοῖς βούλευμα ἔσχασε, καὶ τὸν ὄλεθρον ἑκουσίως κα τῶν κεφαλῶν αὐτῶν καὶ πύῤῥωθεν ὄντα μετάπι πτον ἀτεχνῶς ἐποιήσαντο, καὶ εἰς βάθυνον κατώ σθον ὅν ταῖς οἰκείαις χερσὶν ἐβάθυναν. Τῷ τοι : δέον μηδὲν παρενοχλοῦντας οὐχὶ λυπεῖν, μηδ' ἀνα κάζειν τὸ τοῦ θυμοῦ θηρίον ἀφυπνίζειν τὸ τέ κοιμώμενον, ἢ πρὸς ἀνδροκτασίας διαῤῥενοῦν, οἱ εἰς φάλαγγας πυκνωθέντες καὶ ταῖς ὄχθαις ἐφεσ τες τοῦ ποταμοῦ Μαίανδρος οὗτος ἦν) οὐκ ε ὅλως τὰ Λατινικά στρατεύματα διελθεῖν. Τ δ᾽ οὗτος καὶ τὸν μὲν ἄπαντα χρόνον οὐ ποτέ ἁπανταχοῦ τὴν περαίωσιν, τότε δὲ καὶ τέλεον ἄπορος, εἰς δίνας ἑλιττόμενος καὶ μεταχωρῶν στροφάλιγγας, ὅτε κἀκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν δυσμικαὶ δυνάμεις ὑπέδειξαν ὡς αὐτῶν ἀνεχομε αἱ φάλαγγες Ῥωμαίων εἰς προνομὴν οὐκ ἐξέπι καὶ αἱ τούτων πόλεις ἀδῄωτοι παριππεύοντο, βοσκημάτων δίκην οἱ τούτων οἰκήτορες ανα μενοι ἐσφακέλιζον. Ὡς γὰρ τῇ ὄχθῃ τοῦ πο προσάγοντος τοῦ ῥηγὸς οὔτε νέες παρῆσαν μια οὔτε γέφυρα πρὸς διάβασιν ἔζευκτο, Τοῦρκοι ἀναμίξ πεζοὶ καὶ ἱππεῖς ἐς τὸ ἀν φαινόμενοι δῆλοι ἦσαν ἀκροβολίζοντες, καὶ ξεύματα διικνεῖτο τῶν παριόντων τὸν ποτέ ὀλίγον ἐπαναγαγὼν ἀπὸ τῆς ὄχθης τοῦ στρατοπεδεύεται, ὅσον μὴ εἶναι βέλους ἐπιτάττει πάντας δειπνοποιήσαντας ἱπτ γενέσθαι καὶ τῶν ἁρμάτων (64) αὐτῶν θῆναι ὡς ἐς νέωτα (65) τοῖς Τούρκοις πο πρωΐαίτερον. Σκοταῖος τοίνυν διαναστά ἡλίου μήπω τὸ ἄρμα ζεύξαντος, αὐτός πόλεμον ἔσταλτο καὶ ἡ λοιπὴ τὰ ὅπλ στρατιά. Καὶ οἱ βάρβαροι ὁμοίως [Ρ. τόμενοι καὶ αὐτοὶ παρετάττοντο, τούς τ τὴν ἐπιοῦσαν. B VI. Idem et Turci imitati sunt, Manuelis litteris A ad bellum Alemannis faciendum concitati. Itaque circa Batey, Paplano quodam duce, prælio victores mulos occiderunt. Sed cum eam quoque partem aggressi essent quæ Phrygiam præteribat, opinione sua decepti interitum longe remotum ultro sibi accersiverunt, in foveam illapsi quam suis manibus effoderant. Neque enim omni injuria abstinentes lacessendi erant, nec ad iram, ad cædes concitandi. Verum illi densata phalange in ripis Mæandri fluminis stantes Latinorum exerci- tum transitu prohibebant ; qui cum omnibus tem- poribus ob vortices et varios aniractus non ubique facile superetur, tum plane tronsiri non poterat. Ibi Occidentales copiæ ipsa re declararunt patientia sua factum esse quo minus Romanorum phalanges prædæ essent eorumque urbes exscinder-ntur et cives pecudum instar mactarentur. Nam cum rege ad fluminis ripas accedente neque naves presto essent neque pons, et Turci equites et pedites permisti in ulteriore ripa se ad pugnam paratos esse ostenderent, et sagittis frontem exercitus fluvium prætereuntis attingerent, tunc quidem paulum acie a fluvio subducta extra teli jactum castra posuit, atque omnes ubi cœnarint, in equis armatos esse et currus curare jussit, ut diluculo cum Turcis dimicaturos. Surgit igitur ante ortum solis, in tenebris adhuc et ipse ad pugnam exor- natus et exercitus omnis armatus. Idem et Bar- bari fecerunt, instructaque acie, et sagittariis in ripa dispositis, et equitatu ut visum erat ordi- nato, cum Itali in ripa progrediebantur, pugnam C ciebant eminus. Rex vero aciem obiens milites hoc modo cohortatus est: « Expeditionem hanc a nobis propter Christum, et divinæ, non humanæ gloriæ parande causa, susceptam esse scitis uti- que, commilitones. Hac enim de causa, spreta domi jucunda vita, ultro a propinquis nostris se- juncti per alienas regiones ærumnas toleranɔus, periculis exponimiur, fame tabescimus, trigore horremus, slu solvimur ; cubile terram, tectum cœlum habemus; quamvis nobiles, illustres, in- Hier. Woltii pro armis more barbarico, incertum mihi est. note. Αlter codex habet tanti (63) Βουλεύματα. Aller addit καὶ συντάγματα. (64) Αρματα. Δu hic pro curribus ponat an vero (65) ὡς εἰς νέωτα. Videtur hic po
τότε καί τις Παίων, μεγέθει μέγιστος καὶ ἀνδρεῖον προφαίνων ψυχῆς παράστημα, τῶν ἄλλων ἀποδιαστὰς ἐς αὐτὸν βασιλέα θυμῷ φέρεται, ὁ δὲ τοῦτον ὑποστὰς ἐς τὸν ὀφθαλμὸν τὸ ξίφος διελᾷ καὶ ἀφίστησι τῆς ζωῆς. πολλοὺς τοίνυν ζωγρίας λαβὼν καὶ πραγμάτων οὐκ ὀλίγων γενόμενος ἐγκρατὴς πρὸς τὴν βασιλίδα πόλιν ἐπάνεισιν. Ἐς δ’ ὅσον πλεῖστον ἀπομηκύνας τὸν θρίαμβον λαμπρότατα ὡς ἐνῆν διὰ τῶν τῆς πόλεως ἀμφόδων ἐπόμπευσεν. ὑπεξῆραν δὲ τὴν τηνικαῦτα κομψότητα τῆς πομπῆς τῶν Οὔγγρων οἱ νεαλεῖς καὶ τῶν Σέρβων οἱ δορυάλωτοι στολὰς ἐνησθημένοι λαμπρὰς καὶ ὑπὲρ τύχην ὁρωμένας αἰχμάλωτον, βασιλέως αὐτὰς παρασχομένου, ὡς ἂν εἴη καὶ ἐντεῦθεν ἡ νίκη περίδοξος καὶ τοῖς πολίταις αὐτοῖς διὰ θαύματος καὶ ὅσοι μὴ ἐνδαποί, ὡς ἀνδρῶν κεχειρωμένων κατὰ τὸν πόλεμον τῶν ἐκ γένους ἐπισήμου καὶ ἀξίων τοῦ περιβλέπεσθαι. θαυμαστὴν δ’ ἐποίει τὴν τότε πομπαίαν πανήγυριν καὶ τὸ μὴ παριέναι ἀθρόους τοὺς αἰχμαλώτους, ἀλλὰ κατὰ συμμορίας καὶ ἐκ διαλειμμάτων ἀφεστῶτας ἀλλήλων, ὡς κλέπτεσθαι τὴν ὄψιν ἐντεῦθεν τῶν θεωμένων καὶ ὑπὲρ τοὺς ὄντας τοὺς παριόντας φαντάζεσθαι.
NICETE CHONIATE ρόντων αὐτοὺς ὡς ἐπήλυδας, μήτε τι κατατιθεμένων ὡς ὁμοπίποις οἴκουεν, μᾶλλον μὲν ο προσαφαρπαζόντων ἐκ τοῦ σφῶν φάρυγγος ὅσα πρὸς σύστασιν σώματος. Οἱ δὲ χείριστοι τ όρων καὶ ὅσοις τὸ ἀπάνθρωπον περιεσπούδαστο, οὐδὲ τὸ βραχύτατον γοῦν διεχάλων, άλλα τον ανερειψάμενοι ἢ τὸ ἀργύριον ἀνιμησάμενοι [Ρ. 43] καὶ τῷ κόλπῳ ἐνθέμενοι ἀφανεῖς ἦτ τι ἐν τοῖς μεσοπυργίοις ἐποπτανόμενοι. Εἰσὶ δ' οἳ καὶ τοῖς ἀλφίτοις ἐμφύροντες τίτανον ἐποί εἶτα ὀλέθρια. Τοῦτο δὲ εἰ μὲν ἀληθῶς ὁ βασιλεὺς ἐπέταττεν, ὡς ἐλέγετο, ἀκριβῶς οὐκ ἴσημι· παρ ιεῖτο δ᾽ οὖν ὅμως καὶ ἀνοσίως ἐπράττετο. Ὁ δὲ τοῦ βασιλέως βούλευμα (65) ἦν οὐκ ἀμφίλογον οι ίδους παραπετάσματι σκιαζόμενον, αργύριον ἀδόκιμον εἰς νόμισμα κέκοφε, καὶ τοῦτο προβάλλ ι τοῖς ἐκ τοῦ τῶν Ἰταλῶν στρατεύματος ἀποδόσθαι τι θέλουσι. Καὶ συντόμως εἰπεῖν οὐδὲν ἀπῆν τ ινῶν δ' οὐκ ἦν ἐπιτεχνώμενος αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς καὶ τοῖς ἄλλοις ὁρᾶν διακελευόμενος, ὡς ἂν εἴη ται αὶ τοῖς ἐξ αὐτῶν ὀψιγόνοις μνημεῖα δήπουθεν ἀνεξάλειπτα καὶ δέους σπέρματα, τὴν κατὰ Ῥωμαί κτρέποντα κίνησιν. ἐνέπιπτον εἰς τὸ τῆς φάλαγγος μέτωπον, ζ. Παρόμοια δὲ καὶ τοῖς Τούρκοις ἐπῆλθε ποι κατὰ τῶν ᾿Αλαμανῶν, τοῦ Μανουὴλ αὐτοὺς ἐπαλ φοντος γράμμασι καὶ διανιστῶντος εἰς πόλεμ Καὶ τοίνυν περὶ τὸν βαθὺν ὑπερτερήσαντες, Πα πλάνου τινὸς ἡγουμένου τοῦ σφῶν στρατεύματ πολλούς διέφθειραν. Ἐπεὶ δὲ καὶ τῇ μοίρᾳ ἐπέθει ἥτις τὴν Φρυγίαν παρώδευεν, εἰς κενὸν αὐτοῖς βούλευμα ἔσχασε, καὶ τὸν ὄλεθρον ἑκουσίως κα τῶν κεφαλῶν αὐτῶν καὶ πύῤῥωθεν ὄντα μετάπι πτον ἀτεχνῶς ἐποιήσαντο, καὶ εἰς βάθυνον κατώ σθον ὅν ταῖς οἰκείαις χερσὶν ἐβάθυναν. Τῷ τοι : δέον μηδὲν παρενοχλοῦντας οὐχὶ λυπεῖν, μηδ' ἀνα κάζειν τὸ τοῦ θυμοῦ θηρίον ἀφυπνίζειν τὸ τέ κοιμώμενον, ἢ πρὸς ἀνδροκτασίας διαῤῥενοῦν, οἱ εἰς φάλαγγας πυκνωθέντες καὶ ταῖς ὄχθαις ἐφεσ τες τοῦ ποταμοῦ Μαίανδρος οὗτος ἦν) οὐκ ε ὅλως τὰ Λατινικά στρατεύματα διελθεῖν. Τ δ᾽ οὗτος καὶ τὸν μὲν ἄπαντα χρόνον οὐ ποτέ ἁπανταχοῦ τὴν περαίωσιν, τότε δὲ καὶ τέλεον ἄπορος, εἰς δίνας ἑλιττόμενος καὶ μεταχωρῶν στροφάλιγγας, ὅτε κἀκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν δυσμικαὶ δυνάμεις ὑπέδειξαν ὡς αὐτῶν ἀνεχομε αἱ φάλαγγες Ῥωμαίων εἰς προνομὴν οὐκ ἐξέπι καὶ αἱ τούτων πόλεις ἀδῄωτοι παριππεύοντο, βοσκημάτων δίκην οἱ τούτων οἰκήτορες ανα μενοι ἐσφακέλιζον. Ὡς γὰρ τῇ ὄχθῃ τοῦ πο προσάγοντος τοῦ ῥηγὸς οὔτε νέες παρῆσαν μια οὔτε γέφυρα πρὸς διάβασιν ἔζευκτο, Τοῦρκοι ἀναμίξ πεζοὶ καὶ ἱππεῖς ἐς τὸ ἀν φαινόμενοι δῆλοι ἦσαν ἀκροβολίζοντες, καὶ ξεύματα διικνεῖτο τῶν παριόντων τὸν ποτέ ὀλίγον ἐπαναγαγὼν ἀπὸ τῆς ὄχθης τοῦ στρατοπεδεύεται, ὅσον μὴ εἶναι βέλους ἐπιτάττει πάντας δειπνοποιήσαντας ἱπτ γενέσθαι καὶ τῶν ἁρμάτων (64) αὐτῶν θῆναι ὡς ἐς νέωτα (65) τοῖς Τούρκοις πο πρωΐαίτερον. Σκοταῖος τοίνυν διαναστά ἡλίου μήπω τὸ ἄρμα ζεύξαντος, αὐτός πόλεμον ἔσταλτο καὶ ἡ λοιπὴ τὰ ὅπλ στρατιά. Καὶ οἱ βάρβαροι ὁμοίως [Ρ. τόμενοι καὶ αὐτοὶ παρετάττοντο, τούς τ τὴν ἐπιοῦσαν. B VI. Idem et Turci imitati sunt, Manuelis litteris A ad bellum Alemannis faciendum concitati. Itaque circa Batey, Paplano quodam duce, prælio victores mulos occiderunt. Sed cum eam quoque partem aggressi essent quæ Phrygiam præteribat, opinione sua decepti interitum longe remotum ultro sibi accersiverunt, in foveam illapsi quam suis manibus effoderant. Neque enim omni injuria abstinentes lacessendi erant, nec ad iram, ad cædes concitandi. Verum illi densata phalange in ripis Mæandri fluminis stantes Latinorum exerci- tum transitu prohibebant ; qui cum omnibus tem- poribus ob vortices et varios aniractus non ubique facile superetur, tum plane tronsiri non poterat. Ibi Occidentales copiæ ipsa re declararunt patientia sua factum esse quo minus Romanorum phalanges prædæ essent eorumque urbes exscinder-ntur et cives pecudum instar mactarentur. Nam cum rege ad fluminis ripas accedente neque naves presto essent neque pons, et Turci equites et pedites permisti in ulteriore ripa se ad pugnam paratos esse ostenderent, et sagittis frontem exercitus fluvium prætereuntis attingerent, tunc quidem paulum acie a fluvio subducta extra teli jactum castra posuit, atque omnes ubi cœnarint, in equis armatos esse et currus curare jussit, ut diluculo cum Turcis dimicaturos. Surgit igitur ante ortum solis, in tenebris adhuc et ipse ad pugnam exor- natus et exercitus omnis armatus. Idem et Bar- bari fecerunt, instructaque acie, et sagittariis in ripa dispositis, et equitatu ut visum erat ordi- nato, cum Itali in ripa progrediebantur, pugnam C ciebant eminus. Rex vero aciem obiens milites hoc modo cohortatus est: « Expeditionem hanc a nobis propter Christum, et divinæ, non humanæ gloriæ parande causa, susceptam esse scitis uti- que, commilitones. Hac enim de causa, spreta domi jucunda vita, ultro a propinquis nostris se- juncti per alienas regiones ærumnas toleranɔus, periculis exponimiur, fame tabescimus, trigore horremus, slu solvimur ; cubile terram, tectum cœlum habemus; quamvis nobiles, illustres, in- Hier. Woltii pro armis more barbarico, incertum mihi est. note. Αlter codex habet tanti (63) Βουλεύματα. Aller addit καὶ συντάγματα. (64) Αρματα. Δu hic pro curribus ponat an vero (65) ὡς εἰς νέωτα. Videtur hic po
PG 139:401Ἐν τούτῳ δὲ καὶ Σκυθῶν τὸν Ἴστρον διαπεραιωσαμένων καὶ τὰ περὶ τὸν ποταμὸν τοῦτον ληϊζομένων Ῥωμαϊκὰ φρούρια, στέλλεται κατ’ αὐτῶν Καλαμάνος τις. ἀλλ’ οὗτος μὴ δεξιῶς διαστρατηγήσας τὸν κατὰ Σκυθῶν πόλεμον ἡττήθη τε ὑπ’ αὐτῶν κατὰ κράτος, ὡς αἱ τάξεις ἐρρώγεσαν, καὶ ἄνδρας ἀγαθοὺς ἀπεβάλετο καὶ αὐτὸς δὲ καιρίας ἐς τὸ σῶμα δεξάμενος τὸ ζῆν μετήλλαξεν. οἱ δὲ Σκύθαι κατὰ τὸν αὐτοῖς εἰωθότα τρόπον λείαν τὰ ἐν ποσὶ θέμενοι καὶ ἀναθέμενοι τοῖς ἵπποις τὰ λάφυρα νόστου ἐμνήσαντο. Ῥᾴων δὲ αὐτοῖς ἡ τοῦ Ἴστρου περαίωσις, εὐχερεστέρα δὲ καὶ ἡ κατὰ προνομὴν ἐπέλευσις, οὐ κοπηρά τε καὶ ἐργώδης ἡ ἀναχώρησις. ὁπλισμὸς γὰρ αὐτοῖς γωρυτὸς ἐπὶ τῆς ἰξύος ἐξηρτημένος πλάγιος καὶ καμπύλα τόξα καὶ ἄτρακτοι. εἰσὶ δ’ οἳ καὶ δοράτια κραδαίνουσι περιελίσσουσί τε κατὰ τὸν πόλεμον. ὁ δ’ αὐτὸς ἵππος καὶ τὸν Σκύθην ὀχεῖ, διὰ μαχησμοῦ φέρων τοῦ πολυάϊκος, καὶ τροφὴν χορηγεῖ σχαζομένης φλεβός, ὡς δέ φασι, καὶ ὀχευόμενος τὴν ἄλογον ἀφροδίτην τοῦ βαρβάρου ἀποκενοῖ. σχεδιάζει δὲ τοῖς Σκύθαις τοῦ ποταμοῦ τὴν διάβασιν κάρφης πλήρης διφθέρα, λίαν ἐς τὸ ἀκριβὲς σύσπαστος, ὡς μηδὲ βραχὺ λιβάδιον ἐπεισρέειν ἔνδοθι.
DE MANUELE COMNENO LIB. I. έτεινον, καὶ τὸ ἱππικὸν ὡς αὐτοῖς ἐδόκει ζετο, καὶ τοῦ ἀκροβολισμοῦ εχοντο, εἰ χώρουν οἱ Ἰταλοὶ κατὰ τὸν ποταμὸν· ὅτε έξεις ἐπιπαρίὼν ὁ ἑιξ καὶ παρακλήσεις τοῖς ποιούμενος τοιάδε ἔφασκεν· « Ὅτι μὲν, τιῶται, ἡ ἡμετέρα αὕτη κίνησις διὰ Χρισ ὡς εἰλόμεθα τὴν προκειμένην μὴ τὴν ἐξ ἀλλ᾽ ἐκ Θεοῦ δόξαν θηρώμενοι, ἴσησι καὶ ὑμῶν ἅπας σαφῶς· πῶς γὰρ οὔ; ἕνεκα τοῖς μὲν ἐπ᾽ οἶκου ἔνευπαθεῖν ἀπει- πὶ τῶν οἰκείων έκοντως ἀπεξενώμεθα, καὶ ὐχ ἡμεδαπῆς παροδεύοντες θλίψεσι προσ- , κινδύνοις παραβαλλόμεθα, λιμῷ τηκό τ: πηγνύμεθα, θαλπωρῇ ἐκλυόμεθα, κλιν- ντες τὴν γῆν, στέγην τὸν οὐρανὸν, οἱ εὐ · εὐπάρυφοι, οἱ ἐπὶ δόξης και πλούτου, ὧν ἐθνῶν κυριεύοντες. Τὰς δὲ πολεμικάς ἀεὶ περικείμεθα ὥσπερ ἀκούσια δεσμὰ, καὶ αὐτὰς ἀνέχοντες ὡς ὁ τῶν ὀπαδῶν Χρισ στος Πέτρος πάλαι ἀλύσεσι διτταῖς κατ ως καὶ τέσσαρσι στρατιωτῶν τετραδίοις νος. Ὅτι δὲ καὶ οἱ ὡς ἐν μεταιχμίῳ τῷ ούτῳ ἀποδιιστάμενοι ἡμῶν βάρβαροι εχθροί ταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, οἷς πάλαι νόμῳ πολέ ιλεῖν ἐγλιχόμεθα καὶ ὧν τοῖς αἵμασι δαυϊδι- γελλόμεθα νίψασθαι, οὐδὲ τοῦτο φιλοκρί σει τις, εἰ μὴ προδήλως παρακοπεὶς τὸ ῶν ἄντικρυς οὐχ ὁρᾷ καὶ ἀκούων οὐδαμῶς Επερ οὖν τῆς εὐθὺ τῶν ἀθανάτων μο ις μέλον ὑμῖν οὐδὲ γὰρ ἀδικος ὁ Θεὸς, ὁ τῆς ὁδοῦ ταύτης ὁρᾷν αἰτιώμενον, μηδ' μεταδιδόναι λειμώνων καὶ σκιεςῶν ἐν τῇ ισχύσεων, οι τὰ οἴκοι καταλιπόντες ἀνθ τοῦ ζῆν τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ θανεῖν, καὶ εἰ τις ὑμᾶς ὑπεισέρχεται ἃ καθ᾿ ὥραν οἱ οι οὗτοι τὴν καρδίαν εἰς τοὺς ἐκ τοῦ ροινοῦσιν ἡμῶν, καὶ οὔς αὐτοῖς ἐπιτρί. δύλους ταῖς φρεσὶν ἀναφέρετε, καὶ τοῦ ο ανευθύνως αἵματος μαλάσσει τις ἔλεος, ναίως ἄρτι καὶ ἐῤῥωμένως διαγωνίσασθε. ἑος ἐκπλήσσον ἐκκρουέτω τοῦ καθηκόντως " ἀλλὰ γνώτωσαν ἀληθῶς οἱ ἀλλόφυλοι Χριστὸς ὁ καθηγητὴς ἡμῶν καὶ διδάσκα εται προφήτου λαοπλάνου και μυοῦντος τάβλητα, τοσοῦτον καὶ ἡμεῖς αὐτῶν κατὰ ισφέρομεν. Ἐπεὶ οὖν παρεμβολή ἁγία στρατός θεόλεκτος, μὴ φιλοψυχήσωμεν ρὸς φιλόχριστον καὶ ἀείμνηστον τελευτήν. ς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε, πόσῳ ἡμεῖς τε αὐτόν ἐσμεν δικαιότεροι ; ἀγαθῆς του [ας ἀγαθὸν ἔστω καὶ τέλος ἐφομαρτούν. θα μετὰ τῆς ἐν Χριστῷ πεποιθήσεως καὶ ἶναι ὡς τοὺς ἐχθρούς τροπωσ΄μεθα, ὅτι ιρής [Ρ. 47] ἡ νίκη γίνοιτο οἷα μεδένων ένων τὴν προσβολὴν, ὡς πεποίθαμεν, ἀλλὰ δωσόντων καὶ πρὸς τὴν πρώτην ὁρμήν. ρ ἀπείη, πεσούμεθα, καλὸν ἐντάφιον τὸ τοῦ τελευτήν. Βαλέτω με τοξότης Πέρ- Χριστοῦ· ἀφυπνωτέον μετ' ἐλπίδων χρη- A cliti,divites, multis pentibus imperantes, thoraces B C D semper tanquam vincula necessaria gestamus, iis. que fatigamur, quemadmodum maximus Christi servis Petrus duabus catenis oppressus et qua- tuor militum quaternionibns custoditus. Barbaros autem, qui flumine a nobis dividuntur, crucis Christi esse hostes, quos bello aggredi olim cupivi- mus, in quorum sanguine, ut David loquitur, nos loteros esse promisimus, quis est qui nesciat, nisi plane vecors nec apertis oculis videre nec patenti- bus auribus audire velit ? Quodsi recta in cœlum ascendere studemus (neque enim injustus est Deus, ut hujus viæ causam ignoret, aut im- mortalia prata et umbrosa Edemi domicilia non retribuat nobis, qui relictis ædibus pro ipso mor- tem oppetere quam vivere maluimus), si memoria repetitis quæ quiiusque temporibus isti corde incircumcisi in populares nostros admittant, et quas eis alapas impingant recordamini, et sangui- nis innocenter effusi aliqua misericordia tangimini, state jam fortiter, et strenue pugnate, neque ullus vos terror moveat quominus alacriter resistatis. Cognoscant Barbari, quantum Christus magister noster et præceptor seductorem prophetam et impiæ religionis antistitem superat, tanto el nos rebus omnibus superiores esse. Cum igitur castra sancta simus et divinitus collectus exercitus, ne turpiter vitam amemus, nec obitum memorabilem pro Christi charitate reformidemus. Si enim Chri- stus pro nobis mortuus est, quanto justius nos pro illo oppetemus? honestæ huic expeditioni etiam finis honestus imponatur: Christo freti pugnemus, cum certa spe victoriæ non difficilis. Neque enim quisque, ut confidimus, impetum nostrum to- lerabit, sed omnes primæ aggressioni cedent. Sin (quod absit) occubuerimus, honesta sepultura erit, ubicunque pro Christo occubuerimus. Me sagitta- rius Perea pro Christo feriat : cum spe bona 10- riar, eaque sagitta tanquam vehiculo ad requiem illam perveniam: quod mihi potius erit quam si morte ingloria in peccatis opprimerer. Jam tan- dem ulciscamur eos quorum impuris conculcati pedibus et consanguinei nostri et Christiani fratres in communem illum sacrum locum abierunt, in quo defunctorum contubernalis factus est Christus, Patri æqualis et assessor. Nos sumus potentes illi, nos omnes gladios strinximus, qui vitale divinum- que sepulcrum tanquam Salomonis cubile circum- sistimus. Agarenos igitur ancillæ filios nos liberi tollamus e medio, et tanquam lapides offensionis a via Christi removeamus: quos hand scio cur Ro- mani tanquam lupos in suam ca dem alunt et per dedecus suo crudere saginant,cum excitatis animis, et cogitatione cordato viro digna suscepta, tan- quam feræ a gregibus, sic illi abipsorum provinciis atque urbibus pellendi essent. Jam quia flu- vius hic, ut cernitur, nonnisi nova ratione transiri potest, ego ipse hujus exempli monstrator ero, meumque consilium primus exsequar. Acie con-
οὐκοῦν ταύτην περιβὰς ὁ Σκύθης, ἱππείας ἐξημμένην οὐρᾶς, καὶ τὴν ἀστράβην ἐπαναθεὶς καὶ ὅσα τοῦ πολέμου ὄργανα διαπλωί̈ζεται, οἷα σκάφος λαίφει τῷ ἵππῳ χρώμενος, καὶ τὸ τοῦ Ἴστρου διανήχεται πέλαγος. Καὶ ὧδε μὲν εἶχε ταυτί. ὁ δέ γε Παλαιολόγος τὸν φιλοπράγμονα αἰτίαν ἀπειληφὼς καὶ τὸν δαπανηρὸν Ῥωμαίοις ἀξυντελῶς, ἐξ ὅτου Καλαβρίας ἐπέβη, τῆς στρατηγίας παραλύεται, στέλλεται δ’ ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος, ὁ τοῦ Βρυεννίου καίσαρος υἱός, ἐξάδελφος ὢν τῷ βασιλεῖ πρὸς μητρὸς καὶ τὴν τοῦ μεγάλου δουκὸς τιμὴν ἄρτι πρώτως περιζωσάμενος. συνεκπέμπεται δέ οἱ καὶ ὁ Δούκας Ἰωάννης, ἀνὴρ ἑρμαϊκὸς ὁμοῦ καὶ ἀρεϊκός, οἷα παιδευμάτων ἐλευθερίων οὐκ ἄκρῳ λιχανῷ γεγευμένος καὶ γένους εὖ ἔχων καὶ μεθόδων ἴδρις στρατηγικῶν. Οὗτοι οὖν ἐς Σικελίαν τὸν πλοῦν θέμενοι συνέμιξαν ταῖς δυνάμεσι τοῦ ῥηγὸς καὶ μεγάλαις ναυμαχίαις πολλάκις αὐτὸν κατεπάλαισαν, ὡς τάς τε νῆας τούτου διαρρυῆναι, ἐγγὺς δὲ πολιορκίας καὶ αὐτὸ γεγονέναι τὸ Βρεντήσιον.
DE MANUELE COMNENO LIB. I. έτεινον, καὶ τὸ ἱππικὸν ὡς αὐτοῖς ἐδόκει ζετο, καὶ τοῦ ἀκροβολισμοῦ εχοντο, εἰ χώρουν οἱ Ἰταλοὶ κατὰ τὸν ποταμὸν· ὅτε έξεις ἐπιπαρίὼν ὁ ἑιξ καὶ παρακλήσεις τοῖς ποιούμενος τοιάδε ἔφασκεν· « Ὅτι μὲν, τιῶται, ἡ ἡμετέρα αὕτη κίνησις διὰ Χρισ ὡς εἰλόμεθα τὴν προκειμένην μὴ τὴν ἐξ ἀλλ᾽ ἐκ Θεοῦ δόξαν θηρώμενοι, ἴσησι καὶ ὑμῶν ἅπας σαφῶς· πῶς γὰρ οὔ; ἕνεκα τοῖς μὲν ἐπ᾽ οἶκου ἔνευπαθεῖν ἀπει- πὶ τῶν οἰκείων έκοντως ἀπεξενώμεθα, καὶ ὐχ ἡμεδαπῆς παροδεύοντες θλίψεσι προσ- , κινδύνοις παραβαλλόμεθα, λιμῷ τηκό τ: πηγνύμεθα, θαλπωρῇ ἐκλυόμεθα, κλιν- ντες τὴν γῆν, στέγην τὸν οὐρανὸν, οἱ εὐ · εὐπάρυφοι, οἱ ἐπὶ δόξης και πλούτου, ὧν ἐθνῶν κυριεύοντες. Τὰς δὲ πολεμικάς ἀεὶ περικείμεθα ὥσπερ ἀκούσια δεσμὰ, καὶ αὐτὰς ἀνέχοντες ὡς ὁ τῶν ὀπαδῶν Χρισ στος Πέτρος πάλαι ἀλύσεσι διτταῖς κατ ως καὶ τέσσαρσι στρατιωτῶν τετραδίοις νος. Ὅτι δὲ καὶ οἱ ὡς ἐν μεταιχμίῳ τῷ ούτῳ ἀποδιιστάμενοι ἡμῶν βάρβαροι εχθροί ταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, οἷς πάλαι νόμῳ πολέ ιλεῖν ἐγλιχόμεθα καὶ ὧν τοῖς αἵμασι δαυϊδι- γελλόμεθα νίψασθαι, οὐδὲ τοῦτο φιλοκρί σει τις, εἰ μὴ προδήλως παρακοπεὶς τὸ ῶν ἄντικρυς οὐχ ὁρᾷ καὶ ἀκούων οὐδαμῶς Επερ οὖν τῆς εὐθὺ τῶν ἀθανάτων μο ις μέλον ὑμῖν οὐδὲ γὰρ ἀδικος ὁ Θεὸς, ὁ τῆς ὁδοῦ ταύτης ὁρᾷν αἰτιώμενον, μηδ' μεταδιδόναι λειμώνων καὶ σκιεςῶν ἐν τῇ ισχύσεων, οι τὰ οἴκοι καταλιπόντες ἀνθ τοῦ ζῆν τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ θανεῖν, καὶ εἰ τις ὑμᾶς ὑπεισέρχεται ἃ καθ᾿ ὥραν οἱ οι οὗτοι τὴν καρδίαν εἰς τοὺς ἐκ τοῦ ροινοῦσιν ἡμῶν, καὶ οὔς αὐτοῖς ἐπιτρί. δύλους ταῖς φρεσὶν ἀναφέρετε, καὶ τοῦ ο ανευθύνως αἵματος μαλάσσει τις ἔλεος, ναίως ἄρτι καὶ ἐῤῥωμένως διαγωνίσασθε. ἑος ἐκπλήσσον ἐκκρουέτω τοῦ καθηκόντως " ἀλλὰ γνώτωσαν ἀληθῶς οἱ ἀλλόφυλοι Χριστὸς ὁ καθηγητὴς ἡμῶν καὶ διδάσκα εται προφήτου λαοπλάνου και μυοῦντος τάβλητα, τοσοῦτον καὶ ἡμεῖς αὐτῶν κατὰ ισφέρομεν. Ἐπεὶ οὖν παρεμβολή ἁγία στρατός θεόλεκτος, μὴ φιλοψυχήσωμεν ρὸς φιλόχριστον καὶ ἀείμνηστον τελευτήν. ς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε, πόσῳ ἡμεῖς τε αὐτόν ἐσμεν δικαιότεροι ; ἀγαθῆς του [ας ἀγαθὸν ἔστω καὶ τέλος ἐφομαρτούν. θα μετὰ τῆς ἐν Χριστῷ πεποιθήσεως καὶ ἶναι ὡς τοὺς ἐχθρούς τροπωσ΄μεθα, ὅτι ιρής [Ρ. 47] ἡ νίκη γίνοιτο οἷα μεδένων ένων τὴν προσβολὴν, ὡς πεποίθαμεν, ἀλλὰ δωσόντων καὶ πρὸς τὴν πρώτην ὁρμήν. ρ ἀπείη, πεσούμεθα, καλὸν ἐντάφιον τὸ τοῦ τελευτήν. Βαλέτω με τοξότης Πέρ- Χριστοῦ· ἀφυπνωτέον μετ' ἐλπίδων χρη- A cliti,divites, multis pentibus imperantes, thoraces B C D semper tanquam vincula necessaria gestamus, iis. que fatigamur, quemadmodum maximus Christi servis Petrus duabus catenis oppressus et qua- tuor militum quaternionibns custoditus. Barbaros autem, qui flumine a nobis dividuntur, crucis Christi esse hostes, quos bello aggredi olim cupivi- mus, in quorum sanguine, ut David loquitur, nos loteros esse promisimus, quis est qui nesciat, nisi plane vecors nec apertis oculis videre nec patenti- bus auribus audire velit ? Quodsi recta in cœlum ascendere studemus (neque enim injustus est Deus, ut hujus viæ causam ignoret, aut im- mortalia prata et umbrosa Edemi domicilia non retribuat nobis, qui relictis ædibus pro ipso mor- tem oppetere quam vivere maluimus), si memoria repetitis quæ quiiusque temporibus isti corde incircumcisi in populares nostros admittant, et quas eis alapas impingant recordamini, et sangui- nis innocenter effusi aliqua misericordia tangimini, state jam fortiter, et strenue pugnate, neque ullus vos terror moveat quominus alacriter resistatis. Cognoscant Barbari, quantum Christus magister noster et præceptor seductorem prophetam et impiæ religionis antistitem superat, tanto el nos rebus omnibus superiores esse. Cum igitur castra sancta simus et divinitus collectus exercitus, ne turpiter vitam amemus, nec obitum memorabilem pro Christi charitate reformidemus. Si enim Chri- stus pro nobis mortuus est, quanto justius nos pro illo oppetemus? honestæ huic expeditioni etiam finis honestus imponatur: Christo freti pugnemus, cum certa spe victoriæ non difficilis. Neque enim quisque, ut confidimus, impetum nostrum to- lerabit, sed omnes primæ aggressioni cedent. Sin (quod absit) occubuerimus, honesta sepultura erit, ubicunque pro Christo occubuerimus. Me sagitta- rius Perea pro Christo feriat : cum spe bona 10- riar, eaque sagitta tanquam vehiculo ad requiem illam perveniam: quod mihi potius erit quam si morte ingloria in peccatis opprimerer. Jam tan- dem ulciscamur eos quorum impuris conculcati pedibus et consanguinei nostri et Christiani fratres in communem illum sacrum locum abierunt, in quo defunctorum contubernalis factus est Christus, Patri æqualis et assessor. Nos sumus potentes illi, nos omnes gladios strinximus, qui vitale divinum- que sepulcrum tanquam Salomonis cubile circum- sistimus. Agarenos igitur ancillæ filios nos liberi tollamus e medio, et tanquam lapides offensionis a via Christi removeamus: quos hand scio cur Ro- mani tanquam lupos in suam ca dem alunt et per dedecus suo crudere saginant,cum excitatis animis, et cogitatione cordato viro digna suscepta, tan- quam feræ a gregibus, sic illi abipsorum provinciis atque urbibus pellendi essent. Jam quia flu- vius hic, ut cernitur, nonnisi nova ratione transiri potest, ego ipse hujus exempli monstrator ero, meumque consilium primus exsequar. Acie con-
PG 139:403ἀλλ’ οὔπω ἡ τύχη τοῖς λαμπροῖς τοῖσδε καθαρῶς ἐπεμειδίασεν ἀγωνίσμασιν, οὔτε μὴν ὁ βασιλεὺς ὡς ἔδει ταῖς καλλίσταις ἐνεώρτασεν ἀγγελίαις, καὶ ὁ ῥὴξ δύναμιν ἀθροίσας μείζονα καὶ ξενικὸν ἐπαμησάμενος οὐ βραχὺ τὴν ἧτταν ἐπῆλθεν ἀναμαχούμενος καὶ συμβαλὼν περιγίνεται τῶν ἀνδρῶν καὶ συλλαβὼν δεσμώτας εἵργνυσιν ἀμφοτέρους, ἐν ἀκαρεῖ καιροῦ ἀνατρέψας ὅσα πόνῳ καὶ δαπάναις μεγίσταις ὑπὸ Ῥωμαίων εὐημερήθησαν. Τοιούτοις οὖν ὁ Μανουὴλ ἀκούσμασι καὶ ἀγγέλμασι τὴν πρότριτα θυμηδίαν ἀποκλυσάμενος ὅσα τε ἀψινθιώδεσι κεράσμασιν ἐμπικρανθεὶς τὴν ψυχήν, ὡς εἰκὸς μέν, οὐκ ἤνεγκε τὸ γεγονὸς φορητῶς, ἀλλ’ ἱκανῶς ἐπαθήνατο. οὐκ ὢν δὲ ψοφοδεής, μηδ’ ἀναπίπτων ἐν τοῖς δεινοῖς συναντήμασιν, οὔτε μὴν τῷ οὔρῳ τῶν πραγμάτων παρ’ ὃ δεῖ κουφιζόμενος, οὐδ’ αὖ πάλιν ἀγεννῶς ταῖς τούτων καταιγίσιν ὑποκλινόμενος, ὡς πρὸς τὴν τότε τύχην ἀγνωμονοῦσαν ἀντιπράττων διημιλλᾶτο.
Α στοτέρων εἰς θάνατον, καὶ ὅσα ὀχήματι πῷ βέλει χρη- στέον πρὸς τὴν ἐκεῖ κατάπαυσιν, ἀλλὰ μὴ θάνατος προαρπασάτω ἴσως ἀκλεὴς καὶ ἐφάμαρτος. Ηδη ποτέ τισώμεθα τούτους, ὧν οἱ καθ᾽ αἷμά τε καὶ ὁμόπιστοι ποσὶ κεχρημένοις ὡς εἰς κοινὸν εἰσελη λύθασι τόπον τὸν ἱερὸν, ἐν ᾧ νεκροῖς ὁμόσκηνος γέγονεν ὁ σύγχρονος Πατρὶ καὶ ὁμόθρονος. Ἡμεῖς ἐσμεν οἱ δυνατοὶ καὶ διεσπασμένοι πάντες δομ φαίον, καὶ ὡς κλίνην περιέποντες Σολομώντειον τὸν ζωοδόχον τάφον καὶ θεοδέγμονα. Τοὺς ἐκ τῆς Αγὰρ τοίνυν τῆς δουλίδος ἐκποδὼν οἱ ἐλεύθερο: ποιησώμεθα, καὶ ὡς λίθον προσκόμματος τῆς ὁδοῦ ἐξάρωμεν τοῦ Χριστοῦ, οὔς οὐκ οἶδ' ὅπως Ῥωμαῖοι ὡς ἐπὶ σφάγια ἑαυτοὺς ἐκτρέφουσι λυκιδεῖς καὶ τοῖς οἰκείοις δυσκλεῶς πιαίνουσιν αἵματι, δέον ἀλκὴν η ἀναλαβόντας και λογισμὸν ἔμφρονος ἀνδρός, ὡς θῆρας ἐκ ποιμνίων, τῶν οἰκείων ἀπελάσαι χωρῶν καὶ πόλεων. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ ποταμὸς οὗτος, ὡς ἔστιν ὁρᾷν, οὐκ ἄλλως περάσιμος εἰ μὴ καινοτέραν ἀνοίξει τις πάροδον, αὐτὸς ἐγὼ καὶ τὸ κατὰ τοῦτον εἰσηγήσομαι γενησόμενον καὶ τοῦ εἰσηγηθέντος πρώτως κατάρξομαι. Ες ομαιχμίαν φραξάμενοι μίαν, καὶ ταῖς χερσὶ δόντες τὰ δόρατα, διεξιππα- σώμεθα σὺν ῥύμῃ τοῦ ποταμίου τοῦδε ρεύματος, καὶ ἐς αὐτὸ ἐμβάλωμεν μεθ᾽ ὁρμῆς· καὶ στήσεται, οἶδα σαφῶς, τὸ ὕδωρ ἄναχασθὲν καὶ τοῦ κατ᾽ εὐ. θεωρίαν ἀνακοπήσεται προῤῥέειν ὥσπερ ἐπαναστρα- φὲν, καθὰ καὶ πάλαι ῥους ὁ Ἰορδάνειος τῷ Ἰσραὴλ πεζευόμενος. Καὶ ε η ἂν τὸ ἔργον τοῦτο καὶ διανό ημα τοῖς ὀψιγόνοις ἀοίδιμον, χρόνῳ μὴ διακοπτόμε νον, οὐ λήθης ἐξίτηλον ῥεύματι, καὶ κατάγελως πλα- τὰς τῶν Περσῶν, ὧν τὰ κώλα περὶ τουτον. πεσοῦνται τὸν ποταμὸν ἐς κολωνὸν αἰνόμενα καὶ ὡς τρόπαιον προφαινόμενα εἰς κλέος ἡμῶν αὐτῶν ἀθάνατον. » Τοιαῦτα παρακελευσάμενος καὶ τὰ σημεῖα τῆς μέσ χης ἀναδείξας, αὐτὸν τε τὸν ἵππον ἐφῆνε συχνά μυωπίζων τε και εγκελευόμενος ὡς τὸν ποταμὸν μετὰ ῥύμης διαβησόμενος, καὶ οἱ λοιποὶ δὲ παιανί σαντες καὶ τὸ σύνηθες ἀλαλάξαντες ἐχώρουν ὁμόσε, πυργηδὸν ταξάμενοι καὶ πυκνώσαντες ἑαυτοὺς καὶ ἀθρόοι ἐξιππαζόμενοι, ὡς τοῦ ποταμίου χεύματος τὸ μὲν ἐς τὴν χέρσον ἐκτιναχθῆναι ταῖς τῶν ἵππων χηλαῖς, τὸ δὲ διακοπῆναι καὶ τῆς πρίσω στῆναι φορᾶς, ὡς εἴπερ εἰς ἀνάῤῥουν παρὰ φύσιν ἀνέλυεν ἢ καὶ εἰς τούπίσω ἀνεστοιβάζετο, αὐτοὺς δὲ ὡς διὰ ξηρᾶς ὑγροποροῦντας παρὰ δόξαν τοῖς Πέρσαις ἐπεισπεσεῖν, ὅτε καὶ μὴ ἔχον τὸ βάρβαρον φυγῇ τὴν σωτηρίαν ὑποκλέψαι γούν (διωκόμενο! γὰρ κατελαμβάνοντο, μηδὲ τῶν ἵππων αὐτοῖς επαμυνόντων, και ἦσαν ὠκύποδες καὶ ἐπ' ἄκρων ἀνθερίκων μικροῦ θέοντες) ἢ ὁμόσε χωρεῖν τοῖς 'Αλαμανοῖς κατὰ μάχην ἀγχέμαχον, ἐκρεανομοῦντο ποικίλως, καὶ ἐπ' ἄλλῳ ἄλλος ἔπιπτον ὡς ἀστέχνες, εἴτ᾿ οὖν ὡς ράγες αἷμα τὸ ζωτικὸν ἀπεθλίβοντο τοῖς λογχοφόροις ληνοβατούμενοι. Οἱ μὲν γὰρ δόρασι διηλαύνοντο, οἱ δὲ τοῖς τῶν ξιφῶν ἐπιμήκεσιν ἀπεχώρουν διχῆ διαιρούμενοι, καὶ μάλιστα τὸ ψιλόν αὐτῶν καὶ γυμνὸν τοῦ στρατοῦ, οἱ δὲ τοῖς ξιφιδίοις παρασταδὸν οὐταζόμενοι ἀνετρέποντο, τὰς χολάδας τοῦ χαλκοῦ διεκχέοντος, ὡς τοὺς πεσόντας Πέρσας τὰ ἐκεῖσε καλύψαι πεδία τοῖς πτώμασιν ἀκριβῶς καὶ ὑπεράντλους τὰς φάραγγας θεῖνα: τοῖς αἵμασι, τῶν δὲ Ἰταλῶν βληθῆναι μὲν ἀπὸ τόξων πολλούς, καταβληθῆναι δὲ καὶ ἀφυπνῶσαι βραχεῖς εἰς θάνατον. Καὶ μαρτυροῦσι τὸ τῶν πεσόντων ἐς δεῦρο πολύποσον οἱ τῶν ὀστέων σωροὶ οὕτω συχνοί και μετέωροι ὄντες καὶ κατὰ τὰ ἀνεστηκότα γεωλογα ἐπαιρόμενοι, ὡς θαῦμα κεῖσθαι καὶ ἄλλοις μὲν ὀπόσοι τῆς ἐκεῖσε φερούσης ἔψαντο, καμοὶ δὲ τῷ ταῦτα συγγράφοντι. Ὁποῖαι μὲν οὖν ἦσαν τῶν θριγγῶν αἱ περίμετροι, οἳ τῶν Κίμβρων τοῖς ὀστέοις τὰς τῶν Μασαλιητῶν ἀμπέλους περιεφράγματα, Μαρίου τοῦ Ῥωμαίου τους βαρβάρους καταστρεψα NICETE CHONIATÆ. densata nastisque conjunctis cum impetu irruemus et flumen perequitabimus. Satis scio aquam repul- sam staturam esse, conversoque veluti cursu non recta promanaturam. Non dissimili olim ratione Israelitæ Jordanem, suppresso flumine, pedibus transierunt. Consilium hoc et facinus etiam ad B posteros memorabile est futurum, nulla longinqui- tate temporis, nulla oblivione oblitterandum, cum summo Persarum probro, quorum cadavera circa hunc amnem prostrata in collem exsurgent, að instar tropæi conspicientur cum gloria nostra im- mortali. » Quæ cum dixisset et signum pugna de- disset, et ipse equum flagellis cohortatus in fluvium fecit impetum,et cæteri de more peractis precibus clamoreque sublato hostes adoriuntur, acie turris instar instructa densataque confertim pereguitan- tes, ut fluminis undæ ungulis equorum partim in " ripas excuterentur, partim resisterent, non secus ac si contra naturam ad fontes regrederentur, ipsi vero non secus ac terra proficiscentes in Per- sas ex improviso irruerent. Barbari vero, qui nec fuga salutem quærere (nam a persequentibus ca- piebantur, nihil adjuti velocilate equorum incredi- bili) neque cominus pugnare cum Alemannis possent, variis modis cædebantur, atque alii super alios aristarum instar cadebant. Nam hi lanceis confodiebantur, illi præiongis gladiis medii disse- cabantur, velites præsertim, aliis pugiones in vis- cera adigebantur, ut Persarum cadaveribus campi ibi plane tegerentur et valles sanguine redunda- rent. Italorum multi sagittis icti, pauci vero inter- fecti sunt. Quanta autem multitulo ceciderit, etiam hodie ossium tumuli crebri et alti collium instar testantur; quos.qui illae iter babel, quivis admiretur, ut et ego, qui hæc scribo, sum admi- ratus. Ac quanti sepium fuerint ambitus, quæ ex Cimbrorum ossibus factæ Massiliensium vineas cingebant, Barbaris a Mario duce Romanorum cæ. sis, ii maxime noverint qui recens illud facinus oculis usurparunt et cæteris exposuerunt. Sed hoc illo utique majus est, nisi magniloquentia hi- storica res Cimbrice ultra veri fidem exaggeratæ propemodum in fabulam degenerassent. Ex eo ci- tra bellum Alemanni sunt progressi, barbarorum nemine impediente. D [P. 48] C
ἔνθεν τοι καὶ ἑτέραν ἐξαρτύσας ναυτικὴν δύναμιν ἐφίστησιν ἡγεμόνα ταύτης Κωνσταντῖνον τὸν Ἄγγελον, ὃς ἐκ μὲν Φιλαδελφείας ὥρμητο καὶ γένους ἦν οὐκ εὐπαρύφου πάνυ καὶ εὐγενοῦς, εὖ δ’ ἔχων τῆς σωματικῆς φυῆς κἀπὶ τοῦ προσώπου λειμῶνα κάλλους κηπεύων τὴν Θεοδώραν πρὸς γάμον ἠγάγετο, ἣν Ἀλέξιος ὁ βασιλεὺς ὁ προπάτωρ τῷ Μανουὴλ ἐγείνατο, τὸ κάλλος εὐτυχήσας προμνήστριαν. Δοξάζων δ’ ὁ Μανουὴλ οὐκ ἐπαινετῶς ὡς πρὸς τὰς τύχας συναίρονται καὶ τὰ κατὰ τὸν ἀνθρώπινον βίον συναντήματα οἱ τῶν ἀστέρων ἀναποδισμοὶ καὶ προποδισμοὶ καὶ αἱ θέσεις αὗται καὶ τὰ τοιάδε τῶν πλανήτων σχήματα, οἱ πλησιασμοί τε καὶ ἀποστάσεις, καὶ τὰ λοιπὰ ὅσα οἱ ἀστρολέσχαι φασὶν τῆς θείας προνοίας καταψευδόμενοι καὶ λεληθότως τὸ εἵμαρτο καὶ τὰ δεδογμένα τῇ ἀνάγκῃ ἀναλλοίωτά τε καὶ ἀνεπίκλωστα παρεισάγοντες, ὡραίαν τῷ Ἀγγέλῳ τὴν ἔξοδον ἀπακριβοῖ. Καὶ εἶχε μὲν τῷ Κωνσταντίνῳ τὰ ἐξιτήρια συνταξάμενος. ἀλλὰ τί; οὔπω εἰς ὀψίαν ἐνειστήκει ὁ ἥλιος, καὶ παλίμπους ἐπιτάσσοντος βασιλέως ὁ Κωνσταντίνος γίνεται.
Α στοτέρων εἰς θάνατον, καὶ ὅσα ὀχήματι πῷ βέλει χρη- στέον πρὸς τὴν ἐκεῖ κατάπαυσιν, ἀλλὰ μὴ θάνατος προαρπασάτω ἴσως ἀκλεὴς καὶ ἐφάμαρτος. Ηδη ποτέ τισώμεθα τούτους, ὧν οἱ καθ᾽ αἷμά τε καὶ ὁμόπιστοι ποσὶ κεχρημένοις ὡς εἰς κοινὸν εἰσελη λύθασι τόπον τὸν ἱερὸν, ἐν ᾧ νεκροῖς ὁμόσκηνος γέγονεν ὁ σύγχρονος Πατρὶ καὶ ὁμόθρονος. Ἡμεῖς ἐσμεν οἱ δυνατοὶ καὶ διεσπασμένοι πάντες δομ φαίον, καὶ ὡς κλίνην περιέποντες Σολομώντειον τὸν ζωοδόχον τάφον καὶ θεοδέγμονα. Τοὺς ἐκ τῆς Αγὰρ τοίνυν τῆς δουλίδος ἐκποδὼν οἱ ἐλεύθερο: ποιησώμεθα, καὶ ὡς λίθον προσκόμματος τῆς ὁδοῦ ἐξάρωμεν τοῦ Χριστοῦ, οὔς οὐκ οἶδ' ὅπως Ῥωμαῖοι ὡς ἐπὶ σφάγια ἑαυτοὺς ἐκτρέφουσι λυκιδεῖς καὶ τοῖς οἰκείοις δυσκλεῶς πιαίνουσιν αἵματι, δέον ἀλκὴν η ἀναλαβόντας και λογισμὸν ἔμφρονος ἀνδρός, ὡς θῆρας ἐκ ποιμνίων, τῶν οἰκείων ἀπελάσαι χωρῶν καὶ πόλεων. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ ποταμὸς οὗτος, ὡς ἔστιν ὁρᾷν, οὐκ ἄλλως περάσιμος εἰ μὴ καινοτέραν ἀνοίξει τις πάροδον, αὐτὸς ἐγὼ καὶ τὸ κατὰ τοῦτον εἰσηγήσομαι γενησόμενον καὶ τοῦ εἰσηγηθέντος πρώτως κατάρξομαι. Ες ομαιχμίαν φραξάμενοι μίαν, καὶ ταῖς χερσὶ δόντες τὰ δόρατα, διεξιππα- σώμεθα σὺν ῥύμῃ τοῦ ποταμίου τοῦδε ρεύματος, καὶ ἐς αὐτὸ ἐμβάλωμεν μεθ᾽ ὁρμῆς· καὶ στήσεται, οἶδα σαφῶς, τὸ ὕδωρ ἄναχασθὲν καὶ τοῦ κατ᾽ εὐ. θεωρίαν ἀνακοπήσεται προῤῥέειν ὥσπερ ἐπαναστρα- φὲν, καθὰ καὶ πάλαι ῥους ὁ Ἰορδάνειος τῷ Ἰσραὴλ πεζευόμενος. Καὶ ε η ἂν τὸ ἔργον τοῦτο καὶ διανό ημα τοῖς ὀψιγόνοις ἀοίδιμον, χρόνῳ μὴ διακοπτόμε νον, οὐ λήθης ἐξίτηλον ῥεύματι, καὶ κατάγελως πλα- τὰς τῶν Περσῶν, ὧν τὰ κώλα περὶ τουτον. πεσοῦνται τὸν ποταμὸν ἐς κολωνὸν αἰνόμενα καὶ ὡς τρόπαιον προφαινόμενα εἰς κλέος ἡμῶν αὐτῶν ἀθάνατον. » Τοιαῦτα παρακελευσάμενος καὶ τὰ σημεῖα τῆς μέσ χης ἀναδείξας, αὐτὸν τε τὸν ἵππον ἐφῆνε συχνά μυωπίζων τε και εγκελευόμενος ὡς τὸν ποταμὸν μετὰ ῥύμης διαβησόμενος, καὶ οἱ λοιποὶ δὲ παιανί σαντες καὶ τὸ σύνηθες ἀλαλάξαντες ἐχώρουν ὁμόσε, πυργηδὸν ταξάμενοι καὶ πυκνώσαντες ἑαυτοὺς καὶ ἀθρόοι ἐξιππαζόμενοι, ὡς τοῦ ποταμίου χεύματος τὸ μὲν ἐς τὴν χέρσον ἐκτιναχθῆναι ταῖς τῶν ἵππων χηλαῖς, τὸ δὲ διακοπῆναι καὶ τῆς πρίσω στῆναι φορᾶς, ὡς εἴπερ εἰς ἀνάῤῥουν παρὰ φύσιν ἀνέλυεν ἢ καὶ εἰς τούπίσω ἀνεστοιβάζετο, αὐτοὺς δὲ ὡς διὰ ξηρᾶς ὑγροποροῦντας παρὰ δόξαν τοῖς Πέρσαις ἐπεισπεσεῖν, ὅτε καὶ μὴ ἔχον τὸ βάρβαρον φυγῇ τὴν σωτηρίαν ὑποκλέψαι γούν (διωκόμενο! γὰρ κατελαμβάνοντο, μηδὲ τῶν ἵππων αὐτοῖς επαμυνόντων, και ἦσαν ὠκύποδες καὶ ἐπ' ἄκρων ἀνθερίκων μικροῦ θέοντες) ἢ ὁμόσε χωρεῖν τοῖς 'Αλαμανοῖς κατὰ μάχην ἀγχέμαχον, ἐκρεανομοῦντο ποικίλως, καὶ ἐπ' ἄλλῳ ἄλλος ἔπιπτον ὡς ἀστέχνες, εἴτ᾿ οὖν ὡς ράγες αἷμα τὸ ζωτικὸν ἀπεθλίβοντο τοῖς λογχοφόροις ληνοβατούμενοι. Οἱ μὲν γὰρ δόρασι διηλαύνοντο, οἱ δὲ τοῖς τῶν ξιφῶν ἐπιμήκεσιν ἀπεχώρουν διχῆ διαιρούμενοι, καὶ μάλιστα τὸ ψιλόν αὐτῶν καὶ γυμνὸν τοῦ στρατοῦ, οἱ δὲ τοῖς ξιφιδίοις παρασταδὸν οὐταζόμενοι ἀνετρέποντο, τὰς χολάδας τοῦ χαλκοῦ διεκχέοντος, ὡς τοὺς πεσόντας Πέρσας τὰ ἐκεῖσε καλύψαι πεδία τοῖς πτώμασιν ἀκριβῶς καὶ ὑπεράντλους τὰς φάραγγας θεῖνα: τοῖς αἵμασι, τῶν δὲ Ἰταλῶν βληθῆναι μὲν ἀπὸ τόξων πολλούς, καταβληθῆναι δὲ καὶ ἀφυπνῶσαι βραχεῖς εἰς θάνατον. Καὶ μαρτυροῦσι τὸ τῶν πεσόντων ἐς δεῦρο πολύποσον οἱ τῶν ὀστέων σωροὶ οὕτω συχνοί και μετέωροι ὄντες καὶ κατὰ τὰ ἀνεστηκότα γεωλογα ἐπαιρόμενοι, ὡς θαῦμα κεῖσθαι καὶ ἄλλοις μὲν ὀπόσοι τῆς ἐκεῖσε φερούσης ἔψαντο, καμοὶ δὲ τῷ ταῦτα συγγράφοντι. Ὁποῖαι μὲν οὖν ἦσαν τῶν θριγγῶν αἱ περίμετροι, οἳ τῶν Κίμβρων τοῖς ὀστέοις τὰς τῶν Μασαλιητῶν ἀμπέλους περιεφράγματα, Μαρίου τοῦ Ῥωμαίου τους βαρβάρους καταστρεψα NICETE CHONIATÆ. densata nastisque conjunctis cum impetu irruemus et flumen perequitabimus. Satis scio aquam repul- sam staturam esse, conversoque veluti cursu non recta promanaturam. Non dissimili olim ratione Israelitæ Jordanem, suppresso flumine, pedibus transierunt. Consilium hoc et facinus etiam ad B posteros memorabile est futurum, nulla longinqui- tate temporis, nulla oblivione oblitterandum, cum summo Persarum probro, quorum cadavera circa hunc amnem prostrata in collem exsurgent, að instar tropæi conspicientur cum gloria nostra im- mortali. » Quæ cum dixisset et signum pugna de- disset, et ipse equum flagellis cohortatus in fluvium fecit impetum,et cæteri de more peractis precibus clamoreque sublato hostes adoriuntur, acie turris instar instructa densataque confertim pereguitan- tes, ut fluminis undæ ungulis equorum partim in " ripas excuterentur, partim resisterent, non secus ac si contra naturam ad fontes regrederentur, ipsi vero non secus ac terra proficiscentes in Per- sas ex improviso irruerent. Barbari vero, qui nec fuga salutem quærere (nam a persequentibus ca- piebantur, nihil adjuti velocilate equorum incredi- bili) neque cominus pugnare cum Alemannis possent, variis modis cædebantur, atque alii super alios aristarum instar cadebant. Nam hi lanceis confodiebantur, illi præiongis gladiis medii disse- cabantur, velites præsertim, aliis pugiones in vis- cera adigebantur, ut Persarum cadaveribus campi ibi plane tegerentur et valles sanguine redunda- rent. Italorum multi sagittis icti, pauci vero inter- fecti sunt. Quanta autem multitulo ceciderit, etiam hodie ossium tumuli crebri et alti collium instar testantur; quos.qui illae iter babel, quivis admiretur, ut et ego, qui hæc scribo, sum admi- ratus. Ac quanti sepium fuerint ambitus, quæ ex Cimbrorum ossibus factæ Massiliensium vineas cingebant, Barbaris a Mario duce Romanorum cæ. sis, ii maxime noverint qui recens illud facinus oculis usurparunt et cæteris exposuerunt. Sed hoc illo utique majus est, nisi magniloquentia hi- storica res Cimbrice ultra veri fidem exaggeratæ propemodum in fabulam degenerassent. Ex eo ci- tra bellum Alemanni sunt progressi, barbarorum nemine impediente. D [P. 48] C
τὸ δ’ αἴτιον ἡ τῆς ἐξόδου ἀκαιρία καὶ τὸ τῆς ὁδοῦ τὸν Ἄγγελον ἅψασθαι οὐχ ὡς οἱ ἀγαθοὶ σχηματισμοὶ τῶν ἀστέρων ἐκέλευον ἢ γοῦν ἡ ἀκρίβεια παρεῖχε τῶν τῆς ἀστρονομουμένης σφαίρας κανόνων, ἀλλ’ ὡς οἱ φλήναφοι, ἐνεδίδοσαν, κακῶς φάσκοντες καὶ παχέως τοῖς λεπτοῖς ἐπιβάλλοντες κἀντεῦθεν περὶ τὴν τῆς ὡραίας ὥρας σφαλλόμενοι εὕρεσιν. πάλιν τοίνυν θεμάτιον διετίθετο καὶ οἱ κανόνες ἀπηκριβοῦντο. καὶ οὕτω μετὰ πολλὴν τῶν ἄστρων ἔρευναν καὶ σκέψιν καὶ περισκόπησιν ὁ Ἄγγελος ἔξεισι, ταῖς τῶν ἀγαθοποιῶν ἀστέρων συνεξωρμηκὼς κινήσεσιν. Ἐς τοσοῦτον δὲ ἄρα τὰ τῶν Ῥωμαίων ὤνησε πράγματα ἡ τῆς ὥρας ἀσφάλεια ἢ τὰ τῶν πρώην ἀρχηγῶν ἀνώρθωσε πταίσματα καὶ εἴ τι ἀντίξουν συμβέβηκε μετεσκεύασεν, ὡς ἐκ τοῦ παραυτίκα χερσὶν ἁλῶναι τῶν πολεμίων τὸν Κωνσταντῖνον. ἀπερισκέπτως γὰρ ἐς Σικελίαν τὸν πλοῦν ποιούμενος συνελήφθη ταῖς θαλασσοφυλακούσαις Σικελικαῖς τριήρεσι καὶ ἤχθη παρὰ τὸν ῥῆγα αἰχμάλωτος. ὁ δὲ τῆς ἄγρας ἐπαινέσας τοὺς συλλαβόντας καὶ ὡς καλῶν κάλλιστον εἰπὼν τὸ θήραμα εἶχε καὶ τοῦτον δεσμώτην ἔμφρουρον. Βασιλεὺς δὲ καὶ μετὰ δευτέραν ταύτην πληγὴν διηρευνᾶτο τὰ τῆς ἀμύνης ἀνάλογα.
Α στοτέρων εἰς θάνατον, καὶ ὅσα ὀχήματι πῷ βέλει χρη- στέον πρὸς τὴν ἐκεῖ κατάπαυσιν, ἀλλὰ μὴ θάνατος προαρπασάτω ἴσως ἀκλεὴς καὶ ἐφάμαρτος. Ηδη ποτέ τισώμεθα τούτους, ὧν οἱ καθ᾽ αἷμά τε καὶ ὁμόπιστοι ποσὶ κεχρημένοις ὡς εἰς κοινὸν εἰσελη λύθασι τόπον τὸν ἱερὸν, ἐν ᾧ νεκροῖς ὁμόσκηνος γέγονεν ὁ σύγχρονος Πατρὶ καὶ ὁμόθρονος. Ἡμεῖς ἐσμεν οἱ δυνατοὶ καὶ διεσπασμένοι πάντες δομ φαίον, καὶ ὡς κλίνην περιέποντες Σολομώντειον τὸν ζωοδόχον τάφον καὶ θεοδέγμονα. Τοὺς ἐκ τῆς Αγὰρ τοίνυν τῆς δουλίδος ἐκποδὼν οἱ ἐλεύθερο: ποιησώμεθα, καὶ ὡς λίθον προσκόμματος τῆς ὁδοῦ ἐξάρωμεν τοῦ Χριστοῦ, οὔς οὐκ οἶδ' ὅπως Ῥωμαῖοι ὡς ἐπὶ σφάγια ἑαυτοὺς ἐκτρέφουσι λυκιδεῖς καὶ τοῖς οἰκείοις δυσκλεῶς πιαίνουσιν αἵματι, δέον ἀλκὴν η ἀναλαβόντας και λογισμὸν ἔμφρονος ἀνδρός, ὡς θῆρας ἐκ ποιμνίων, τῶν οἰκείων ἀπελάσαι χωρῶν καὶ πόλεων. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ ποταμὸς οὗτος, ὡς ἔστιν ὁρᾷν, οὐκ ἄλλως περάσιμος εἰ μὴ καινοτέραν ἀνοίξει τις πάροδον, αὐτὸς ἐγὼ καὶ τὸ κατὰ τοῦτον εἰσηγήσομαι γενησόμενον καὶ τοῦ εἰσηγηθέντος πρώτως κατάρξομαι. Ες ομαιχμίαν φραξάμενοι μίαν, καὶ ταῖς χερσὶ δόντες τὰ δόρατα, διεξιππα- σώμεθα σὺν ῥύμῃ τοῦ ποταμίου τοῦδε ρεύματος, καὶ ἐς αὐτὸ ἐμβάλωμεν μεθ᾽ ὁρμῆς· καὶ στήσεται, οἶδα σαφῶς, τὸ ὕδωρ ἄναχασθὲν καὶ τοῦ κατ᾽ εὐ. θεωρίαν ἀνακοπήσεται προῤῥέειν ὥσπερ ἐπαναστρα- φὲν, καθὰ καὶ πάλαι ῥους ὁ Ἰορδάνειος τῷ Ἰσραὴλ πεζευόμενος. Καὶ ε η ἂν τὸ ἔργον τοῦτο καὶ διανό ημα τοῖς ὀψιγόνοις ἀοίδιμον, χρόνῳ μὴ διακοπτόμε νον, οὐ λήθης ἐξίτηλον ῥεύματι, καὶ κατάγελως πλα- τὰς τῶν Περσῶν, ὧν τὰ κώλα περὶ τουτον. πεσοῦνται τὸν ποταμὸν ἐς κολωνὸν αἰνόμενα καὶ ὡς τρόπαιον προφαινόμενα εἰς κλέος ἡμῶν αὐτῶν ἀθάνατον. » Τοιαῦτα παρακελευσάμενος καὶ τὰ σημεῖα τῆς μέσ χης ἀναδείξας, αὐτὸν τε τὸν ἵππον ἐφῆνε συχνά μυωπίζων τε και εγκελευόμενος ὡς τὸν ποταμὸν μετὰ ῥύμης διαβησόμενος, καὶ οἱ λοιποὶ δὲ παιανί σαντες καὶ τὸ σύνηθες ἀλαλάξαντες ἐχώρουν ὁμόσε, πυργηδὸν ταξάμενοι καὶ πυκνώσαντες ἑαυτοὺς καὶ ἀθρόοι ἐξιππαζόμενοι, ὡς τοῦ ποταμίου χεύματος τὸ μὲν ἐς τὴν χέρσον ἐκτιναχθῆναι ταῖς τῶν ἵππων χηλαῖς, τὸ δὲ διακοπῆναι καὶ τῆς πρίσω στῆναι φορᾶς, ὡς εἴπερ εἰς ἀνάῤῥουν παρὰ φύσιν ἀνέλυεν ἢ καὶ εἰς τούπίσω ἀνεστοιβάζετο, αὐτοὺς δὲ ὡς διὰ ξηρᾶς ὑγροποροῦντας παρὰ δόξαν τοῖς Πέρσαις ἐπεισπεσεῖν, ὅτε καὶ μὴ ἔχον τὸ βάρβαρον φυγῇ τὴν σωτηρίαν ὑποκλέψαι γούν (διωκόμενο! γὰρ κατελαμβάνοντο, μηδὲ τῶν ἵππων αὐτοῖς επαμυνόντων, και ἦσαν ὠκύποδες καὶ ἐπ' ἄκρων ἀνθερίκων μικροῦ θέοντες) ἢ ὁμόσε χωρεῖν τοῖς 'Αλαμανοῖς κατὰ μάχην ἀγχέμαχον, ἐκρεανομοῦντο ποικίλως, καὶ ἐπ' ἄλλῳ ἄλλος ἔπιπτον ὡς ἀστέχνες, εἴτ᾿ οὖν ὡς ράγες αἷμα τὸ ζωτικὸν ἀπεθλίβοντο τοῖς λογχοφόροις ληνοβατούμενοι. Οἱ μὲν γὰρ δόρασι διηλαύνοντο, οἱ δὲ τοῖς τῶν ξιφῶν ἐπιμήκεσιν ἀπεχώρουν διχῆ διαιρούμενοι, καὶ μάλιστα τὸ ψιλόν αὐτῶν καὶ γυμνὸν τοῦ στρατοῦ, οἱ δὲ τοῖς ξιφιδίοις παρασταδὸν οὐταζόμενοι ἀνετρέποντο, τὰς χολάδας τοῦ χαλκοῦ διεκχέοντος, ὡς τοὺς πεσόντας Πέρσας τὰ ἐκεῖσε καλύψαι πεδία τοῖς πτώμασιν ἀκριβῶς καὶ ὑπεράντλους τὰς φάραγγας θεῖνα: τοῖς αἵμασι, τῶν δὲ Ἰταλῶν βληθῆναι μὲν ἀπὸ τόξων πολλούς, καταβληθῆναι δὲ καὶ ἀφυπνῶσαι βραχεῖς εἰς θάνατον. Καὶ μαρτυροῦσι τὸ τῶν πεσόντων ἐς δεῦρο πολύποσον οἱ τῶν ὀστέων σωροὶ οὕτω συχνοί και μετέωροι ὄντες καὶ κατὰ τὰ ἀνεστηκότα γεωλογα ἐπαιρόμενοι, ὡς θαῦμα κεῖσθαι καὶ ἄλλοις μὲν ὀπόσοι τῆς ἐκεῖσε φερούσης ἔψαντο, καμοὶ δὲ τῷ ταῦτα συγγράφοντι. Ὁποῖαι μὲν οὖν ἦσαν τῶν θριγγῶν αἱ περίμετροι, οἳ τῶν Κίμβρων τοῖς ὀστέοις τὰς τῶν Μασαλιητῶν ἀμπέλους περιεφράγματα, Μαρίου τοῦ Ῥωμαίου τους βαρβάρους καταστρεψα NICETE CHONIATÆ. densata nastisque conjunctis cum impetu irruemus et flumen perequitabimus. Satis scio aquam repul- sam staturam esse, conversoque veluti cursu non recta promanaturam. Non dissimili olim ratione Israelitæ Jordanem, suppresso flumine, pedibus transierunt. Consilium hoc et facinus etiam ad B posteros memorabile est futurum, nulla longinqui- tate temporis, nulla oblivione oblitterandum, cum summo Persarum probro, quorum cadavera circa hunc amnem prostrata in collem exsurgent, að instar tropæi conspicientur cum gloria nostra im- mortali. » Quæ cum dixisset et signum pugna de- disset, et ipse equum flagellis cohortatus in fluvium fecit impetum,et cæteri de more peractis precibus clamoreque sublato hostes adoriuntur, acie turris instar instructa densataque confertim pereguitan- tes, ut fluminis undæ ungulis equorum partim in " ripas excuterentur, partim resisterent, non secus ac si contra naturam ad fontes regrederentur, ipsi vero non secus ac terra proficiscentes in Per- sas ex improviso irruerent. Barbari vero, qui nec fuga salutem quærere (nam a persequentibus ca- piebantur, nihil adjuti velocilate equorum incredi- bili) neque cominus pugnare cum Alemannis possent, variis modis cædebantur, atque alii super alios aristarum instar cadebant. Nam hi lanceis confodiebantur, illi præiongis gladiis medii disse- cabantur, velites præsertim, aliis pugiones in vis- cera adigebantur, ut Persarum cadaveribus campi ibi plane tegerentur et valles sanguine redunda- rent. Italorum multi sagittis icti, pauci vero inter- fecti sunt. Quanta autem multitulo ceciderit, etiam hodie ossium tumuli crebri et alti collium instar testantur; quos.qui illae iter babel, quivis admiretur, ut et ego, qui hæc scribo, sum admi- ratus. Ac quanti sepium fuerint ambitus, quæ ex Cimbrorum ossibus factæ Massiliensium vineas cingebant, Barbaris a Mario duce Romanorum cæ. sis, ii maxime noverint qui recens illud facinus oculis usurparunt et cæteris exposuerunt. Sed hoc illo utique majus est, nisi magniloquentia hi- storica res Cimbrice ultra veri fidem exaggeratæ propemodum in fabulam degenerassent. Ex eo ci- tra bellum Alemanni sunt progressi, barbarorum nemine impediente. D [P. 48] C
PG 139:405ὁρῶν δὲ τὸν διὰ πολέμων αὖθις τρόπον δύσεργον καὶ ἀξύμφορον καὶ τὸ τῶν ἀναλωμάτων ἁδρὸν καὶ ἐπάλληλον ὑπειδόμενος οἷά τινα νόσον γάγγραιναν τὰ τῶν θησαυρῶν κατὰ βραχὺ ταμιεῖα νεμόμενον (ἐγγὺς γάρ που τριακοσίων κεντηναρίων χρυσίον ἀνάλωκε) δέον εἶναι διενοήθη σπείσασθαι τῷ ῥηγί. τοίνυν δεξάμενος οὐκ ἀηδῶς τὴν τοῦτο ἐπισκήπτουσαν πρεσβείαν τοῦ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης προέδρου καὶ ὡς ἄγγελον εὐξύμβολον ἀσπασάμενος στέλλει κατὰ τὸν Ἀγκῶνα τὸν πρωτοστράτορα Ἀλέξιον, ὃς ἦν πρεσβύτερος τῶν υἱέων τοῦ μεγάλου δομεστίκου, πρὸς ἀμφότερα μερίσας τὸ σκέμμα τε καὶ τὸ βούλευμα, δηλαδὴ καὶ πρὸς ἑτοιμασίαν ὅπλων καὶ ξενικοῦ στρατεύματος ξυλλογὴν ἀπὸ τῶν Ἰταλιωτίδων χωρῶν, εἰ τούτου δεήσειε, καὶ πρὸς τὴν τοῦ ῥηγὸς φιλίαν, εἰ προχωροῦν ὁρῴη τὸ τῆς ξυμβάσεως.
μένου, εἰδεῖεν ἂν σαφέστατα ὅσοι τὸ καινὸν ἐκεῖνο ἔργον ὀφθαλμοῖς διειλήφεσαν καὶ τοῖς λοιποῖς εἰς ἀκοὴν ὠτίου παρέπεμψαν· τὸ δὲ νῦν τοῦτο καὶ ὑπὲρ ἐκεῖνο δήπουθεν, είγε με μεγαλύτωνα ἦν τὰ κατὰ Κίμβρους ἱστορικὴ τὴν φύσιν ὑπερφωνοῦσι καὶ εἰς μύθον ἐκπίπτουσα. Τὸ δ' ἐκ τούτου ἀπόλεμος αὐτοῖς ἦν ἡ πορεία, οὐδένα τῶν βαρβάρων εἰς προϋπτον ἀντίπαλον φαίνουσα. ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ. [Ρ. 49] Δ΄. Καὶ τοιούτοις μὲν οἱ τῶν Ἰταλῶν πα- Α δες (66) ἀγῶσιν ἐγγυμνασάμενοι τὴν κοίλην Συρίαν κατέλαβον· ἐν ᾧ δὲ τὴν ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων οὗτοι ἐβάδιζον, παρημειφότες μὲν τὰ Ῥωμαίων ὅρια, τῆς δ' άνω Φρυγίας απτόμενοι, Λυκαονίας τε καὶ Πισι- δίας, αἱ πάλαι μὲν Ῥωμαίοις ὑπέκειντο, νυνὶ δὲ ἀνεῖται βαρβάροις καὶ δορύκτητοι παρ' αὐτῶν καρ- τίζονται μαλακία πάντως καὶ οἰκουρίᾳ τῶν τὰ Ῥω· μείων προ πολλού διεπόντων πράγματα, με περ! πλείστου τιθεμένων μογεῖν καὶ προκινδυνεύειν ὧν ὑπερεκάθηντο, ὁ αὐτοκράτωρ Μανουήλ διεσκοπείτο πῶς ἂν τοὺς Σικελούς μετελεύσεται, δίκην προξύ- μενος ὧν ἀπανθρώπως εἰς Ρωμαίους ἔπραξαν, τήν τε Κερκυραίων ἄκραν, ἢ νῦν ἐπικέκλητα: Κορυφών τῆς ἐκ τούτων ἀπαλλάξει φρουρᾶς. Ο γὰρ δὴ τῆς Σικελίας τότε κρατῶν Ῥογέριος, είτε καθ' ὁμολογίαν Β μετὰ τοῦ τῶν ᾿Αλαμανῶν προβᾶσαν ῥηγός, ὡς ἐλέ- γετο, εἴτε καὶ αὐθαιρέτως ορμώμενος, σύνδρομον ποιεῖται διὰ ταχυναυτουσών νεῶν τῇ τῶν ᾿Αλαμανῶν κινήσει τὴν τῶν παρακτίων Ῥωμαϊκῶν χωρῶν και ταδρομήν. Απέρας τοίνυν εκ Βρεντησίου στόλος τῇ τῶν Κερκυραίων προσέχει, καὶ ἀμαχεὶ καὶ ἐξ ἐφόδου ταύτην αἱρεῖ. Τὸ δ' αἴτιον οἱ τῆς χώρας ο κήτορες, καὶ τούτων μάλιστα οἱ τὴν σύνεσιν ὑπέ- του φιλότεροι, Γυμνοί (67) τὴν ἐπίκλησιν. Ούτοι γέρ βαρύν, ὡς ἔφασκον, καὶ δυσύποιστον φορολόγον με φέροντες, οὐδὲ τὰς ἐκ τούτου παροινίας ἐπὶ πλεῖον ἐνεγκεῖν ἔχοντες, βουλὴν βουλεύονται πονη- μέν, καθ᾿ ἑαυτοὺς δὲ οὐχ οἷοί τε ὄντες αὐτὴν κρατύ νεσθαι, ὡς ἔρμαιον ἁρπάζουσι τὸν καιρὸν, καὶ προσ- ιόντες τῷ τοῦ στόλου ἡγεμόνι καὶ τῇ τούτου εἰμύλῳ γλώττη προσεσχηκότες καὶ ἴχνεσι προβάντες " πολυσπερέα γένη εσπέ- ρια ή δυτικά. (ἐπεὶ μάλα πολλὰ μεταξύ ούρεά τε σκιόεντα, θάλασσά τε ήχηεσσα.) DE MANUELE COMNENO LIB. 11. LIBER SECUNDUS RERUM A MANUELE COMNENO GESTARUM. • I. Ac Itali hujusmodi certaminibus exercitati Colesyriam occuparunt. Dum vero versus lliero - solyma pergebant, et Romanorum finibus supera- tis Phrygiam superiorem, Lycaoniam et Pisidiam attigerant, olim Romanæ ditionis, tum a Barbaris superiorum imperatorum ignavia et desidia bello subactas, ut quibus parum cordi erat labores et pericula pro eorum salute quibus præerant adire, Manuel imperator animo agitabat, quo pacto inju rias Siculorum Roma is inburaniter fictas ulcis ceretur, et Corcyræorum promontorio, quod nunc Curypho appellatur, præsidium eorum depelleret. Nan Rogerius, qui in Sicilia tum regnabal, sive ex fodere cum Alemannorum rege iero, ut fereba- tur,sive sua sponte, una com motu Alemannorum et ipse navibus expeditis Romanorum oram mari- timam incursabat.Classis igitur Brundusio profecta Corcyram appellit, eamque citra dimicationem primo impetu capit. Causa ejus rei fuerunt insulares, ii præsertim qui ɔmnis prudentiæ expertes Gymni cognominantur. Causati enim se gravem et intole- rabilem exactorem ejusque injurias diutius ferre non posse, improbum consilium capiunt. Quod cum suo Marte non possent exsequi, occasione cupide arrepta classis præfectum adeunt, ejusque blandiloquentia illecti Sculum præsidium mille armatorum certis conditionibus accipiunt Ita dum fumum tributi fugiunt, temere se in servitutis ignem præcipitarunt; ac Romanis homines levis- simi et diuturnum et gravissimvm bellum concita- runt. Ille vero castello pro virili munito, ut nec capi nec oppugnari facile posset, Monembasiam ' C Hier. Wolfii notæ. est Græcorum negligentia in distinguendis gentium Dominibus, quas appellant Confundunt Italos, Siculos, Lalinus, Alemannos, Francos, Gallos, tantis locorum et in- feniorum intervallis distinctos Id inde accidisse reor, vel quod Germani magnam Italiæ partem et Siciliæ olim tenuerunt, vel quod Romanum pontificem summum sacrorum antistitem agnoverunt. Eas vero gentes quæ Byzantino impe- ratori paruerunt, Romanorum appella!ione cle- brant. Quod semel in hoc loco admonuisse sufficiat. cognomentum fuisse Gymuos. (66) Οἱ τῶν Ἰταλῶν παῖδες. Οἱ ᾿Αλαμανοί. Magna (67) Apparet vel magistratus vel família, alicujus
Book IILiber II
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
Ἔνθεν τοι καὶ ὁ Ἀλέξιος ἐκεῖσε γενόμενος, δραστήριος ὢν καὶ πᾶσαν ἐξησκηκὼς αὐτουργίαν πολεμικήν, νοί̈ τε τὴν γλῶτταν ἔχων ἀνθάμιλλον καὶ χεῖρας ἀντεριζούσας ταῖς ἀρχικαῖς μεθοδεύσεσι καὶ τὸ εἶδος αὐχῶν σεμνόν, στρατολογεῖν εὐθὺς ἐπεβάλετο, κατασεῖσαι τὴν γνώμην τῇ ἀκοῇ βουλόμενος τοῦ ῥηγός, καὶ συχνὴν ξυνέλεγεν ἵππον ὡς ἐς Καλαβρίαν μέλλων παρεμβαλεῖν. ἐν δὲ τῷ μέρει καὶ τοῦ τῶν σπονδῶν ἐπεμελεῖτο καθήκοντος καὶ ὡς ἀλλήλοις λήξωσι πολεμοῦντες ὅ τε βασιλεὺς καὶ ὁ ῥὴξ γραμμάτιά τε πέμπων ἐς Μάϊον καὶ δεχόμενος, ὃς ἐναυάρχει τότε τοῦ στόλου τῶν Σικελῶν. Πρεσβείαν οὖν ἐκ Σικελίας ἐπισπασάμενος ἀναπέμπει ταύτην τῷ βασιλεῖ καὶ δεῖται προσσχεῖν οἷς λέγειν οἱ πρέσβεις ἔχουσιν (αἰτοῦνται δέ, ὡς πυνθάνεται, οὐχ ὑπερόρια οὐδ’ ὑπέρογκα) καὶ αὐτῷ παραστήσειν, εἰ προβαίνουσι καὶ περατοῦνται τὰ τῆς καταλλαγῆς πρὸ τοῦ εἰς ὦτα διαβῆναι πολλῶν, ἵνα μὴ ἀηδὲς αὐτῷ τι λάθοι διαπραξάμενος, ὄντι παρ’ ἀνδράσιν, οὓς αὐτὸς ἐκ τῶν φίλων χωρῶν τῷ ῥηγὶ τῶν Ἀλαμανῶν χρησταῖς ἐλπίσιν ἠνδραποδίσατο καὶ ὧν τὴν γνώμην κατὰ Ῥωμαίων πλεῖστα φλεγμαίνουσαν κατὰ τοῦ Σικελίας ῥηγός, ὡς εἶχε, μετέθετο.
μένου, εἰδεῖεν ἂν σαφέστατα ὅσοι τὸ καινὸν ἐκεῖνο ἔργον ὀφθαλμοῖς διειλήφεσαν καὶ τοῖς λοιποῖς εἰς ἀκοὴν ὠτίου παρέπεμψαν· τὸ δὲ νῦν τοῦτο καὶ ὑπὲρ ἐκεῖνο δήπουθεν, είγε με μεγαλύτωνα ἦν τὰ κατὰ Κίμβρους ἱστορικὴ τὴν φύσιν ὑπερφωνοῦσι καὶ εἰς μύθον ἐκπίπτουσα. Τὸ δ' ἐκ τούτου ἀπόλεμος αὐτοῖς ἦν ἡ πορεία, οὐδένα τῶν βαρβάρων εἰς προϋπτον ἀντίπαλον φαίνουσα. ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ. [Ρ. 49] Δ΄. Καὶ τοιούτοις μὲν οἱ τῶν Ἰταλῶν πα- Α δες (66) ἀγῶσιν ἐγγυμνασάμενοι τὴν κοίλην Συρίαν κατέλαβον· ἐν ᾧ δὲ τὴν ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων οὗτοι ἐβάδιζον, παρημειφότες μὲν τὰ Ῥωμαίων ὅρια, τῆς δ' άνω Φρυγίας απτόμενοι, Λυκαονίας τε καὶ Πισι- δίας, αἱ πάλαι μὲν Ῥωμαίοις ὑπέκειντο, νυνὶ δὲ ἀνεῖται βαρβάροις καὶ δορύκτητοι παρ' αὐτῶν καρ- τίζονται μαλακία πάντως καὶ οἰκουρίᾳ τῶν τὰ Ῥω· μείων προ πολλού διεπόντων πράγματα, με περ! πλείστου τιθεμένων μογεῖν καὶ προκινδυνεύειν ὧν ὑπερεκάθηντο, ὁ αὐτοκράτωρ Μανουήλ διεσκοπείτο πῶς ἂν τοὺς Σικελούς μετελεύσεται, δίκην προξύ- μενος ὧν ἀπανθρώπως εἰς Ρωμαίους ἔπραξαν, τήν τε Κερκυραίων ἄκραν, ἢ νῦν ἐπικέκλητα: Κορυφών τῆς ἐκ τούτων ἀπαλλάξει φρουρᾶς. Ο γὰρ δὴ τῆς Σικελίας τότε κρατῶν Ῥογέριος, είτε καθ' ὁμολογίαν Β μετὰ τοῦ τῶν ᾿Αλαμανῶν προβᾶσαν ῥηγός, ὡς ἐλέ- γετο, εἴτε καὶ αὐθαιρέτως ορμώμενος, σύνδρομον ποιεῖται διὰ ταχυναυτουσών νεῶν τῇ τῶν ᾿Αλαμανῶν κινήσει τὴν τῶν παρακτίων Ῥωμαϊκῶν χωρῶν και ταδρομήν. Απέρας τοίνυν εκ Βρεντησίου στόλος τῇ τῶν Κερκυραίων προσέχει, καὶ ἀμαχεὶ καὶ ἐξ ἐφόδου ταύτην αἱρεῖ. Τὸ δ' αἴτιον οἱ τῆς χώρας ο κήτορες, καὶ τούτων μάλιστα οἱ τὴν σύνεσιν ὑπέ- του φιλότεροι, Γυμνοί (67) τὴν ἐπίκλησιν. Ούτοι γέρ βαρύν, ὡς ἔφασκον, καὶ δυσύποιστον φορολόγον με φέροντες, οὐδὲ τὰς ἐκ τούτου παροινίας ἐπὶ πλεῖον ἐνεγκεῖν ἔχοντες, βουλὴν βουλεύονται πονη- μέν, καθ᾿ ἑαυτοὺς δὲ οὐχ οἷοί τε ὄντες αὐτὴν κρατύ νεσθαι, ὡς ἔρμαιον ἁρπάζουσι τὸν καιρὸν, καὶ προσ- ιόντες τῷ τοῦ στόλου ἡγεμόνι καὶ τῇ τούτου εἰμύλῳ γλώττη προσεσχηκότες καὶ ἴχνεσι προβάντες " πολυσπερέα γένη εσπέ- ρια ή δυτικά. (ἐπεὶ μάλα πολλὰ μεταξύ ούρεά τε σκιόεντα, θάλασσά τε ήχηεσσα.) DE MANUELE COMNENO LIB. 11. LIBER SECUNDUS RERUM A MANUELE COMNENO GESTARUM. • I. Ac Itali hujusmodi certaminibus exercitati Colesyriam occuparunt. Dum vero versus lliero - solyma pergebant, et Romanorum finibus supera- tis Phrygiam superiorem, Lycaoniam et Pisidiam attigerant, olim Romanæ ditionis, tum a Barbaris superiorum imperatorum ignavia et desidia bello subactas, ut quibus parum cordi erat labores et pericula pro eorum salute quibus præerant adire, Manuel imperator animo agitabat, quo pacto inju rias Siculorum Roma is inburaniter fictas ulcis ceretur, et Corcyræorum promontorio, quod nunc Curypho appellatur, præsidium eorum depelleret. Nan Rogerius, qui in Sicilia tum regnabal, sive ex fodere cum Alemannorum rege iero, ut fereba- tur,sive sua sponte, una com motu Alemannorum et ipse navibus expeditis Romanorum oram mari- timam incursabat.Classis igitur Brundusio profecta Corcyram appellit, eamque citra dimicationem primo impetu capit. Causa ejus rei fuerunt insulares, ii præsertim qui ɔmnis prudentiæ expertes Gymni cognominantur. Causati enim se gravem et intole- rabilem exactorem ejusque injurias diutius ferre non posse, improbum consilium capiunt. Quod cum suo Marte non possent exsequi, occasione cupide arrepta classis præfectum adeunt, ejusque blandiloquentia illecti Sculum præsidium mille armatorum certis conditionibus accipiunt Ita dum fumum tributi fugiunt, temere se in servitutis ignem præcipitarunt; ac Romanis homines levis- simi et diuturnum et gravissimvm bellum concita- runt. Ille vero castello pro virili munito, ut nec capi nec oppugnari facile posset, Monembasiam ' C Hier. Wolfii notæ. est Græcorum negligentia in distinguendis gentium Dominibus, quas appellant Confundunt Italos, Siculos, Lalinus, Alemannos, Francos, Gallos, tantis locorum et in- feniorum intervallis distinctos Id inde accidisse reor, vel quod Germani magnam Italiæ partem et Siciliæ olim tenuerunt, vel quod Romanum pontificem summum sacrorum antistitem agnoverunt. Eas vero gentes quæ Byzantino impe- ratori paruerunt, Romanorum appella!ione cle- brant. Quod semel in hoc loco admonuisse sufficiat. cognomentum fuisse Gymuos. (66) Οἱ τῶν Ἰταλῶν παῖδες. Οἱ ᾿Αλαμανοί. Magna (67) Apparet vel magistratus vel família, alicujus
ὡς οὖν ἐπέστη τις ἐκ βασιλέως τὴν ἀγγελίαν Ἀλεξίῳ τῶν σπονδῶν διαφέρων, λάθρᾳ τῶν ἐκεῖ τὰ χρήματα μετατίθησι καὶ συνεκπέμπει ταῦτα τοῖς πιστοτάτοις ἑαυτῷ ἀνδράσι· τὰ δὲ κιβώτια καταλείπει τούτων κενὰ σφραγῖδάς τε τούτοις ἐπιβαλὼν τοῖς κατὰ χώραν μέγα δυναμένοις παρέθετο, ἐπισκήψας ἀσυλίαν ἐπὶ τούτοις ἅπασαν εἶναι καὶ μηδένα μεταλλᾶν τὰ ἔνδον, μήτε μὴν ἄλλως διαλῦσαι τὰ σημεῖα, εἰ μὴ αὐτὸς ἐς βασιλέα ἀφιγμένος ἐκεῖθεν ἐπανελεύσεται. Καὶ Ἀλέξιος μὲν οὕτως ἐκ τοῦ Ἀγκῶνος ἀπενόστησε, βασιλέως δὲ καὶ ῥηγὸς εἰρηνικὰ φρονησάντων καὶ βλεψάντων πρὸς τὰς σπονδάς, ἢ τἀληθὲς εἰπεῖν, οὐ καθαρῶς ὁμονοησάντων, λυκοφιλίαν δὲ σχηματισαμένων, ὤναντο τῆς τούτων ὁποιασοῦν ἑνώσεως οἱ αἰχμάλωτοι λυθέντες ἀνάποινοι, οὐ μόνον οἱ λαμπροὶ τὸ γένος καὶ βασιλείῳ τιμήεντες αἵματι, ἀλλὰ καὶ οἱ τοῖς στρατιωτικοῖς καταλόγοις ταττόμενοι, πλὴν τῶν ἐκ Κορίνθου καὶ Θήβηθεν ὁρμωμένων, καὶ τούτων ὅσοι τὴν τύχην ἀφανεῖς καὶ οἳ τὰς εὐητρίους ὀθόνας ὑφαίνειν ἔλαχον καὶ τῶν γυναικῶν αἱ καλαὶ καὶ βαθύζωνοι καὶ τὴν αὐτὴν ἀνδράσι τέχνην ἐκμελετήσασαι.
μένου, εἰδεῖεν ἂν σαφέστατα ὅσοι τὸ καινὸν ἐκεῖνο ἔργον ὀφθαλμοῖς διειλήφεσαν καὶ τοῖς λοιποῖς εἰς ἀκοὴν ὠτίου παρέπεμψαν· τὸ δὲ νῦν τοῦτο καὶ ὑπὲρ ἐκεῖνο δήπουθεν, είγε με μεγαλύτωνα ἦν τὰ κατὰ Κίμβρους ἱστορικὴ τὴν φύσιν ὑπερφωνοῦσι καὶ εἰς μύθον ἐκπίπτουσα. Τὸ δ' ἐκ τούτου ἀπόλεμος αὐτοῖς ἦν ἡ πορεία, οὐδένα τῶν βαρβάρων εἰς προϋπτον ἀντίπαλον φαίνουσα. ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ. [Ρ. 49] Δ΄. Καὶ τοιούτοις μὲν οἱ τῶν Ἰταλῶν πα- Α δες (66) ἀγῶσιν ἐγγυμνασάμενοι τὴν κοίλην Συρίαν κατέλαβον· ἐν ᾧ δὲ τὴν ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων οὗτοι ἐβάδιζον, παρημειφότες μὲν τὰ Ῥωμαίων ὅρια, τῆς δ' άνω Φρυγίας απτόμενοι, Λυκαονίας τε καὶ Πισι- δίας, αἱ πάλαι μὲν Ῥωμαίοις ὑπέκειντο, νυνὶ δὲ ἀνεῖται βαρβάροις καὶ δορύκτητοι παρ' αὐτῶν καρ- τίζονται μαλακία πάντως καὶ οἰκουρίᾳ τῶν τὰ Ῥω· μείων προ πολλού διεπόντων πράγματα, με περ! πλείστου τιθεμένων μογεῖν καὶ προκινδυνεύειν ὧν ὑπερεκάθηντο, ὁ αὐτοκράτωρ Μανουήλ διεσκοπείτο πῶς ἂν τοὺς Σικελούς μετελεύσεται, δίκην προξύ- μενος ὧν ἀπανθρώπως εἰς Ρωμαίους ἔπραξαν, τήν τε Κερκυραίων ἄκραν, ἢ νῦν ἐπικέκλητα: Κορυφών τῆς ἐκ τούτων ἀπαλλάξει φρουρᾶς. Ο γὰρ δὴ τῆς Σικελίας τότε κρατῶν Ῥογέριος, είτε καθ' ὁμολογίαν Β μετὰ τοῦ τῶν ᾿Αλαμανῶν προβᾶσαν ῥηγός, ὡς ἐλέ- γετο, εἴτε καὶ αὐθαιρέτως ορμώμενος, σύνδρομον ποιεῖται διὰ ταχυναυτουσών νεῶν τῇ τῶν ᾿Αλαμανῶν κινήσει τὴν τῶν παρακτίων Ῥωμαϊκῶν χωρῶν και ταδρομήν. Απέρας τοίνυν εκ Βρεντησίου στόλος τῇ τῶν Κερκυραίων προσέχει, καὶ ἀμαχεὶ καὶ ἐξ ἐφόδου ταύτην αἱρεῖ. Τὸ δ' αἴτιον οἱ τῆς χώρας ο κήτορες, καὶ τούτων μάλιστα οἱ τὴν σύνεσιν ὑπέ- του φιλότεροι, Γυμνοί (67) τὴν ἐπίκλησιν. Ούτοι γέρ βαρύν, ὡς ἔφασκον, καὶ δυσύποιστον φορολόγον με φέροντες, οὐδὲ τὰς ἐκ τούτου παροινίας ἐπὶ πλεῖον ἐνεγκεῖν ἔχοντες, βουλὴν βουλεύονται πονη- μέν, καθ᾿ ἑαυτοὺς δὲ οὐχ οἷοί τε ὄντες αὐτὴν κρατύ νεσθαι, ὡς ἔρμαιον ἁρπάζουσι τὸν καιρὸν, καὶ προσ- ιόντες τῷ τοῦ στόλου ἡγεμόνι καὶ τῇ τούτου εἰμύλῳ γλώττη προσεσχηκότες καὶ ἴχνεσι προβάντες " πολυσπερέα γένη εσπέ- ρια ή δυτικά. (ἐπεὶ μάλα πολλὰ μεταξύ ούρεά τε σκιόεντα, θάλασσά τε ήχηεσσα.) DE MANUELE COMNENO LIB. 11. LIBER SECUNDUS RERUM A MANUELE COMNENO GESTARUM. • I. Ac Itali hujusmodi certaminibus exercitati Colesyriam occuparunt. Dum vero versus lliero - solyma pergebant, et Romanorum finibus supera- tis Phrygiam superiorem, Lycaoniam et Pisidiam attigerant, olim Romanæ ditionis, tum a Barbaris superiorum imperatorum ignavia et desidia bello subactas, ut quibus parum cordi erat labores et pericula pro eorum salute quibus præerant adire, Manuel imperator animo agitabat, quo pacto inju rias Siculorum Roma is inburaniter fictas ulcis ceretur, et Corcyræorum promontorio, quod nunc Curypho appellatur, præsidium eorum depelleret. Nan Rogerius, qui in Sicilia tum regnabal, sive ex fodere cum Alemannorum rege iero, ut fereba- tur,sive sua sponte, una com motu Alemannorum et ipse navibus expeditis Romanorum oram mari- timam incursabat.Classis igitur Brundusio profecta Corcyram appellit, eamque citra dimicationem primo impetu capit. Causa ejus rei fuerunt insulares, ii præsertim qui ɔmnis prudentiæ expertes Gymni cognominantur. Causati enim se gravem et intole- rabilem exactorem ejusque injurias diutius ferre non posse, improbum consilium capiunt. Quod cum suo Marte non possent exsequi, occasione cupide arrepta classis præfectum adeunt, ejusque blandiloquentia illecti Sculum præsidium mille armatorum certis conditionibus accipiunt Ita dum fumum tributi fugiunt, temere se in servitutis ignem præcipitarunt; ac Romanis homines levis- simi et diuturnum et gravissimvm bellum concita- runt. Ille vero castello pro virili munito, ut nec capi nec oppugnari facile posset, Monembasiam ' C Hier. Wolfii notæ. est Græcorum negligentia in distinguendis gentium Dominibus, quas appellant Confundunt Italos, Siculos, Lalinus, Alemannos, Francos, Gallos, tantis locorum et in- feniorum intervallis distinctos Id inde accidisse reor, vel quod Germani magnam Italiæ partem et Siciliæ olim tenuerunt, vel quod Romanum pontificem summum sacrorum antistitem agnoverunt. Eas vero gentes quæ Byzantino impe- ratori paruerunt, Romanorum appella!ione cle- brant. Quod semel in hoc loco admonuisse sufficiat. cognomentum fuisse Gymuos. (66) Οἱ τῶν Ἰταλῶν παῖδες. Οἱ ᾿Αλαμανοί. Magna (67) Apparet vel magistratus vel família, alicujus
PG 139:407καὶ νῦν ἔξεστιν ἰδεῖν τοὺς ἐς Σικελίαν καταίροντας Θηβαίων παῖδας καὶ Κορινθίων ἱστῷ προσανέχοντας τῶν ἑξαμίτων καὶ χρυσοπάστων στολῶν ὡς Ἐρετριεῖς πάλαι παρὰ Πέρσαις δουλεύοντας, ὅτι πολέμων ἦρξαν Δαρείῳ στρατείαν καθ’ Ἑλλάδος ἐλάσαντι. Ἀλλ’ οὔπω μακρὸς διαλελοίπει καιρός, καὶ αὖθις ἑκάτεροι ὡς ἀχανεῖς ἀμπώτιδες καὶ σύρτεις, αἳ κῦμα ὀρθὸν ἐπαιγίζουσιν, εἰς τὰς μάχας ἐπωγκοῦντο καὶ ὠροθύνοντο. καὶ βασιλεὺς μὲν ἀνέσειε τῷ ῥηγὶ τοὺς μέγα δυναμένους ἀστυγείτονας δυνάστας χρημάτων ἐπαίρων αὐτοὺς ὑποσχέσεσιν, ὁ ῥὴξ δὲ τῷ κόμητι τοῦ στόλου Μαί̈ῳ διακελεύεται νῆας τετταράκοντα ταχυναυτούσας πάσας καθελκύσαι τῶν νεωρίων καὶ φραξάμενον κραταιότερον τὴν Κωνσταντίνου καταλαβεῖν καὶ αὐτὸν μὲν ἐπ’ ἀκροάσει τῶν ἀστυπόλων ἀναγορεῦσαι Σικελίας καὶ Ἀκυλίας Καπύης τε καὶ Καλαβρίας καὶ τῶν μεταξὺ τούτων χωρῶν καὶ νήσων ὅλων κύριόν τε καὶ βασιλέα, βασιλέα δ’ ἐκφαυλίσαι Ῥωμαίων καὶ κακῶς εἰπόντα ἐπανελθεῖν. Ἀμέλει τοι καὶ τὰ ἐντεταλμένα πληρῶν Μαί̈ος, Μαλέαν ἐπικάμψας καὶ τὸν Αἰγαῖον κόλπον παραλλάξας καὶ παρημειφὼς Ἑλλήσποντον, τῇ βασιλίδι πόλει προσώκειλε.
Σικελιώτιν φρουράν, εἰς χιλίους ἀριθμουμένην φρα- κτούς. Καὶ οἱ μὲν κανὸν φορολογίας ἀποδιδρά σκοντες ἔλαθον ὑπὸ χαυνότητος νοῦ τῷ τῆς δουλείας ἐμπεσόντες πυρὶ καὶ Ῥωμαίοις ε'σενεγκόντες πόσ λεμον οἱ χαλίφρονες χρόνιον ἐμοῦ καὶ βαρύτατον· ὁ δὲ τὸ φρούριον κρατυνάμενος, καὶ ὡς εἶχεν αὐτο ποιήσας δυσαλωτότερον καὶ οἷον ἀπροσμαχώτερον, ἐκεῖθεν ἀναχθεὶς τῇ Μονεμβασίᾳ προσίσχει, ἐλπίσι θαλπόμενος ὡς λήψεται καὶ ταυτηνὶ τὴν ἀκραν ἀναμωτὶ ὥσπερ πρὸ τρίτης τὴν Κέρκυραν. Αλλ' ἀνδράσιν ἐντυχών νῷ διοικουμένοις καὶ τὴν τῆς ἐλευθερίας οὐκ ἠγνοικήσι Παφίαν, ἀπεκρούσθη ὡς εἰ καὶ προβόλῳ προσέβαλεν ἀτινάκτῳ, καὶ πρύμναν κρουσάμενος ἐκεῖθεν ἀνάγεται [Ρ. 50] άπρακτος. Ὑπέρβὰς δὲ τὸν ἐπὶ Μαλέαν πλοῦν, ἀντιπνοίας γέ- μοντα πάσης, περὶ οὗ καὶ ταῦτα παροιμιάζεται, « Μαλέαν δ' ἐπικάμψας ἐπιλάθου τῶν οἴκαδε, » τὸν ἐσέχοντα πορθμὸν ἀνάγεται, καὶ τὰ τούτου ἐκατέ- ρωθεν ἐπιὼν οὐ τὰ εὐχείρωτα μόνον κατέδραμε λείαν τιθέμενος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀλλως ἐπικαιρότατα καὶ δυσάλωτα, τὰ μὲν ὁμολογία χειρούμενος τὰ δὲ πολέμῳ δουλούμενος, Ακαρνανάς τε καὶ Αἰτωλούς τοὺς νῦν λεγομένους Αρτινούς, καὶ ὅσα πάραλα ἀμαυρῶν τὸν Κορινθιακό κόλπον εἰσέπλευσε. Καὶ τῷ Κρισσαίῳ λιμένι προσορμισθείς τοῖς ἐν μεσογείῳ θαῤῥεῖ προσβαλεῖν, οὐδένα ἔχων ἀντίπαλον ἱσοστά σιον. Αμέλει καὶ ὁ τοῦ στόλου ἀρχηγὸς τὸ ὁπλιτεῦον καὶ ψιλὸν τοῦ στρατοῦ εἰς τάξεις διειληφώς, καὶ χερσαῖος φανεὶς ὁ τέως θαλάττιος κατὰ τῶν κητῶν τὰ ἀμφιβοσκόμενα, τῇ Καδμείς γῇ παρενέβαλε, ἀλώπεκος ἐπὶ ῥηταῖς ὁμολογίαις εἴσω δέχονται οι καὶ τὰς ἐν μέσῳ κωμοπόλεις ὁδοῦ πάρεργον ληϊσ μενος ταῖς ἑπταπύλοις Θήβαις προσέβαλεν, ὧν καὶ γενόμενος ἐγκρατὴς ἀπανθρώπως τοῖς ἐκεῖ προστ νέχθη. κατὰ γὰρ παλαιὰν φήμην τῆς πόλεως ὡς πλουσίους τρεμούσης οἰκήτορας εἰς χρημάτων ἁπλη στίαν ὑπονυττόμενος, καὶ μηδένα κόρον φιλοπλουτίας εἰδὼς, ἀλλ' ὅρον τιθέμενος τῆς ἐφέσεως τὸ καὶ εἰς τρίτον ζωστήρα τῇ ὁλκῇ τῶν χρημάτων τὰς πάσας ἢ τὰς πλείους νέας βαπτίζεσθαι, τούς τε χειρώνα- κτας ἐξεπίεζε, περὶ τοῦ ῥύπου τῶν ὀβυλῶν πολύ πράγμων γινόμενος, καὶ τοὺς δυνατούς και λαμ προὺς τὸ γένος καὶ σεμνοὺς τὴν ἡλικίαν καὶ περίφα νεῖς κατ' ἀξίωσιν διαφόροις κακώσεσι καθυπέβαλλε, μηδενὸς λαμβάνων αἰδὼ καὶ φειδώ, μὴ δυσωπού μενος τὴν δυσώπησιν, μὴ τὴν ᾿Αδράστειαν εὐλαβού μενος αὐτοῦ που λαβοῦσαν ἀρχὴν, ἢ τὴν Καδμείαν λεγομένην νίκην ὑποβλεπόμενος. Τέλος δὲ τὰ ἱερὰ προθεὶς γράμματα ανάγκαζεν ἕκαστον, τὴν ὀσφών ὑπεζωσμένον εἰσιόντα, τὴν οἰκείαν οὐσίαν οἷς ἐνθεω- ρεῖται μεθ᾽ ὅρκου διασαφεῖν καὶ ταύτην ἐξομνύμενον ἀπιέναι. Καὶ οὕτω πάντα χρυσόν, ἄργυρον πάντα διεκφορήσας, καὶ τὰς χρυσοϋφεῖς ὀθόνας ταῖς ναυσὶν ἐνθέμενος, οὐδὲ τῶν σωμάτων αὐτῶν τῶν ὑπ' αὐτοῦ καλαμωθέντων ἀπέσχετο, ἀλλὰ καὶ τούτων ἀριστίνα δεν τὸ προῦχον συλλαβών, τῶν τε γυναικῶν ἀπο- κρίνας ὅται τὸ εἶδος καλαὶ καὶ βαθύζωνοι καὶ τοῖς νάμασι πολλάκις τῆς καλλικρούνου Δίρκης λουσά μέναι καὶ τὰς κόμας διευθετισάμεναι καὶ τὴν NICETE CHONIATA: B trajicit, id quoque promontorium citra san- A guinern, quemadmodum paulo ante Corcyram, oc- cupaturus. Sed cum in viros cordatos et libertatis dulcedinem expertos incidisset, ita repulsus est ac si in petram immobilem impegisset, infectaque re, remis dissimulandæ fugæ causa ad puppim couversis, discessit. Vitaloque Maleensi trajectu, ventorum contrariis procellis infesto, de quo pro. verbium usurpatur, Ad Malæam cum accesseris, eorum quæ domi habes obliviscere, fretum interius ingreditur. El latus ejus utrumque pervagatus, non aperta loca duntaxat populatus est, sed oppor- tuna etiam et munita partim in deditionem accepit, partim vi subegit ; atque Acarnania, Etolia, quæ nunc Artinia dicitur, totaque ora maritima vastate, Corinthiacum sinus intrat. Et in Crissæum portum invectus, in Mediterranea impressionem facere ausus est, cum neminem adversarium parem ha- beret. Præterea classis præfectus gravi et levi ar- matura in aciem e navibus educta, cetorum instar qui pabulum utrinque petunt, in Boeotiam irrupit, et interjectis oppidis obiter direptis Thebas cepit, et cives inhumaniter traclevit, qui cum ex antiquo rumore divites haberentur, homo insatiabilis, qui nullum cupiditati statuerat modum, nisi eum ut naves omnes aut saltem plurimas pecuniæ pon- dere ad tertium usque cingulum demergeret, opifices exhausit, et sordidi oboli curiosus inda- gator, potentes, illustri genere natos, ætate vene- rabiles et dignitate præstantes viros, variis afflixit modis, nullius verecundia aut misericordia motus, homo prorsus inexorabilis, non vindictam inevita- C bilem, non Cadmeam victoriam timens. Denique sacris libris propositis, singulos cinctis lumbis ingressos, inspectisque libris, cum jurejurando suam rem familiarem declarare caque abjurata discedere coegit. Sic omni auro, omni argento, omni pretiosa veste navibus imposita, ne corporibus quidem eorum pepercit quos spoliarat: sed primo- ribus delectu ex optimatibus habito comprehensis, et matronis pulcherrimis ac dissimilis et texendi peritissimis selectis, inde discessit. Ita rebus pros- pere succedentibus, neque terra neque mari ullo resistente, Corinthum tendit, urbem divitem, in latbmo sitam, duobusque commodissiuis add exportationem et importationem ac commutationem mercium portubus nobilem ; in quorum alterum ex D Asia, alterum ex Italia appellitur. Cum autem mercatum, quæ inferior urbs est, vacuum repe- risset, Acrocorinthum etiam (ornnes enim escu- lenta omnia, omnes opes sive sacras sive pro- fanas eo contulerant) tentandum censuit, el si fieri posset, expugnandum. Fuit autem Acro- corinthus veteris urbis arx, nunc vero castel- lum munitum est, monti alto impositum in acu- tum cacumen fastigiato, ipsum vero fastigium planitiem habet mensæ forma, firmis mœnibus cir- cumdatum; intus non pauci sunt aquæ pellucidæ et potabilis puteoli, et fons Pirene, cujus etiam Ho-
καὶ πρῶτα μὲν τὸν ἐσέχοντα πορθμὸν διαπλεύσας καὶ τοῖς ἐν Βλαχέρναις βασιλείοις κατακολπίσας βέλη κατ’ αὐτῶν ἀφῆκεν ἀργυρέους ἔχοντα τοὺς ἀτράκτους ἀληλιμμένους ἐς βάθος χρυσῷ· ἐν δὲ τῷ ἐκεῖθεν τὸν αὐτὸν ἐπαναμετρεῖν πλοῦν ἀπέναντι τοῦ μεγάλου παλατίου τὰς κώπας σχάσας τὸν οἰκεῖον ῥῆγα ταῖς εὐφημίαις διατρανοῖ, συνεπηχοῦντος τοῦ ναυτικοῦ πληρώματος καὶ θορυβώδη τελοῦντος τὴν ἀνακήρυξιν. καὶ ὁ μὲν οὕτω τὸν πλοῦν ἐπιταχύνας τῆς πάλαι ᾀδομένης Ἀργοῦς πτηνότερον Σηστοῦ καὶ Ἀβύδου ὡς ἄλλων Συμπληγάδων ἐξέθορε, πολὺς δὲ ἀνὰ τὴν πόλιν ἐπεκύμαινε τάραχος, βασιλέως μὴ παρόντος ἐντός. καὶ ἦν καὶ τοῦτο καύχημα τῷ Σικελίας ῥηγὶ καὶ εἰς μέγιστον ἀνεγράφετο τροπαιούχημα. ὁ δὲ Μανουὴλ εἰς παίγνιον τὸ γεγονὸς ἀναφέρων τὸν τοιαύτας ἑαυτῷ τιμὰς μνηστευόμενον ῥῆγα, ἢ τό γε ἀληθέστερον εἰπεῖν λῃστεύοντα, διακενῆς ἀφῆκε βρενθύεσθαι καὶ φυσᾶν ἐπ’ οὐδενὶ χρηστῷ κατορθώματι.
Σικελιώτιν φρουράν, εἰς χιλίους ἀριθμουμένην φρα- κτούς. Καὶ οἱ μὲν κανὸν φορολογίας ἀποδιδρά σκοντες ἔλαθον ὑπὸ χαυνότητος νοῦ τῷ τῆς δουλείας ἐμπεσόντες πυρὶ καὶ Ῥωμαίοις ε'σενεγκόντες πόσ λεμον οἱ χαλίφρονες χρόνιον ἐμοῦ καὶ βαρύτατον· ὁ δὲ τὸ φρούριον κρατυνάμενος, καὶ ὡς εἶχεν αὐτο ποιήσας δυσαλωτότερον καὶ οἷον ἀπροσμαχώτερον, ἐκεῖθεν ἀναχθεὶς τῇ Μονεμβασίᾳ προσίσχει, ἐλπίσι θαλπόμενος ὡς λήψεται καὶ ταυτηνὶ τὴν ἀκραν ἀναμωτὶ ὥσπερ πρὸ τρίτης τὴν Κέρκυραν. Αλλ' ἀνδράσιν ἐντυχών νῷ διοικουμένοις καὶ τὴν τῆς ἐλευθερίας οὐκ ἠγνοικήσι Παφίαν, ἀπεκρούσθη ὡς εἰ καὶ προβόλῳ προσέβαλεν ἀτινάκτῳ, καὶ πρύμναν κρουσάμενος ἐκεῖθεν ἀνάγεται [Ρ. 50] άπρακτος. Ὑπέρβὰς δὲ τὸν ἐπὶ Μαλέαν πλοῦν, ἀντιπνοίας γέ- μοντα πάσης, περὶ οὗ καὶ ταῦτα παροιμιάζεται, « Μαλέαν δ' ἐπικάμψας ἐπιλάθου τῶν οἴκαδε, » τὸν ἐσέχοντα πορθμὸν ἀνάγεται, καὶ τὰ τούτου ἐκατέ- ρωθεν ἐπιὼν οὐ τὰ εὐχείρωτα μόνον κατέδραμε λείαν τιθέμενος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀλλως ἐπικαιρότατα καὶ δυσάλωτα, τὰ μὲν ὁμολογία χειρούμενος τὰ δὲ πολέμῳ δουλούμενος, Ακαρνανάς τε καὶ Αἰτωλούς τοὺς νῦν λεγομένους Αρτινούς, καὶ ὅσα πάραλα ἀμαυρῶν τὸν Κορινθιακό κόλπον εἰσέπλευσε. Καὶ τῷ Κρισσαίῳ λιμένι προσορμισθείς τοῖς ἐν μεσογείῳ θαῤῥεῖ προσβαλεῖν, οὐδένα ἔχων ἀντίπαλον ἱσοστά σιον. Αμέλει καὶ ὁ τοῦ στόλου ἀρχηγὸς τὸ ὁπλιτεῦον καὶ ψιλὸν τοῦ στρατοῦ εἰς τάξεις διειληφώς, καὶ χερσαῖος φανεὶς ὁ τέως θαλάττιος κατὰ τῶν κητῶν τὰ ἀμφιβοσκόμενα, τῇ Καδμείς γῇ παρενέβαλε, ἀλώπεκος ἐπὶ ῥηταῖς ὁμολογίαις εἴσω δέχονται οι καὶ τὰς ἐν μέσῳ κωμοπόλεις ὁδοῦ πάρεργον ληϊσ μενος ταῖς ἑπταπύλοις Θήβαις προσέβαλεν, ὧν καὶ γενόμενος ἐγκρατὴς ἀπανθρώπως τοῖς ἐκεῖ προστ νέχθη. κατὰ γὰρ παλαιὰν φήμην τῆς πόλεως ὡς πλουσίους τρεμούσης οἰκήτορας εἰς χρημάτων ἁπλη στίαν ὑπονυττόμενος, καὶ μηδένα κόρον φιλοπλουτίας εἰδὼς, ἀλλ' ὅρον τιθέμενος τῆς ἐφέσεως τὸ καὶ εἰς τρίτον ζωστήρα τῇ ὁλκῇ τῶν χρημάτων τὰς πάσας ἢ τὰς πλείους νέας βαπτίζεσθαι, τούς τε χειρώνα- κτας ἐξεπίεζε, περὶ τοῦ ῥύπου τῶν ὀβυλῶν πολύ πράγμων γινόμενος, καὶ τοὺς δυνατούς και λαμ προὺς τὸ γένος καὶ σεμνοὺς τὴν ἡλικίαν καὶ περίφα νεῖς κατ' ἀξίωσιν διαφόροις κακώσεσι καθυπέβαλλε, μηδενὸς λαμβάνων αἰδὼ καὶ φειδώ, μὴ δυσωπού μενος τὴν δυσώπησιν, μὴ τὴν ᾿Αδράστειαν εὐλαβού μενος αὐτοῦ που λαβοῦσαν ἀρχὴν, ἢ τὴν Καδμείαν λεγομένην νίκην ὑποβλεπόμενος. Τέλος δὲ τὰ ἱερὰ προθεὶς γράμματα ανάγκαζεν ἕκαστον, τὴν ὀσφών ὑπεζωσμένον εἰσιόντα, τὴν οἰκείαν οὐσίαν οἷς ἐνθεω- ρεῖται μεθ᾽ ὅρκου διασαφεῖν καὶ ταύτην ἐξομνύμενον ἀπιέναι. Καὶ οὕτω πάντα χρυσόν, ἄργυρον πάντα διεκφορήσας, καὶ τὰς χρυσοϋφεῖς ὀθόνας ταῖς ναυσὶν ἐνθέμενος, οὐδὲ τῶν σωμάτων αὐτῶν τῶν ὑπ' αὐτοῦ καλαμωθέντων ἀπέσχετο, ἀλλὰ καὶ τούτων ἀριστίνα δεν τὸ προῦχον συλλαβών, τῶν τε γυναικῶν ἀπο- κρίνας ὅται τὸ εἶδος καλαὶ καὶ βαθύζωνοι καὶ τοῖς νάμασι πολλάκις τῆς καλλικρούνου Δίρκης λουσά μέναι καὶ τὰς κόμας διευθετισάμεναι καὶ τὴν NICETE CHONIATA: B trajicit, id quoque promontorium citra san- A guinern, quemadmodum paulo ante Corcyram, oc- cupaturus. Sed cum in viros cordatos et libertatis dulcedinem expertos incidisset, ita repulsus est ac si in petram immobilem impegisset, infectaque re, remis dissimulandæ fugæ causa ad puppim couversis, discessit. Vitaloque Maleensi trajectu, ventorum contrariis procellis infesto, de quo pro. verbium usurpatur, Ad Malæam cum accesseris, eorum quæ domi habes obliviscere, fretum interius ingreditur. El latus ejus utrumque pervagatus, non aperta loca duntaxat populatus est, sed oppor- tuna etiam et munita partim in deditionem accepit, partim vi subegit ; atque Acarnania, Etolia, quæ nunc Artinia dicitur, totaque ora maritima vastate, Corinthiacum sinus intrat. Et in Crissæum portum invectus, in Mediterranea impressionem facere ausus est, cum neminem adversarium parem ha- beret. Præterea classis præfectus gravi et levi ar- matura in aciem e navibus educta, cetorum instar qui pabulum utrinque petunt, in Boeotiam irrupit, et interjectis oppidis obiter direptis Thebas cepit, et cives inhumaniter traclevit, qui cum ex antiquo rumore divites haberentur, homo insatiabilis, qui nullum cupiditati statuerat modum, nisi eum ut naves omnes aut saltem plurimas pecuniæ pon- dere ad tertium usque cingulum demergeret, opifices exhausit, et sordidi oboli curiosus inda- gator, potentes, illustri genere natos, ætate vene- rabiles et dignitate præstantes viros, variis afflixit modis, nullius verecundia aut misericordia motus, homo prorsus inexorabilis, non vindictam inevita- C bilem, non Cadmeam victoriam timens. Denique sacris libris propositis, singulos cinctis lumbis ingressos, inspectisque libris, cum jurejurando suam rem familiarem declarare caque abjurata discedere coegit. Sic omni auro, omni argento, omni pretiosa veste navibus imposita, ne corporibus quidem eorum pepercit quos spoliarat: sed primo- ribus delectu ex optimatibus habito comprehensis, et matronis pulcherrimis ac dissimilis et texendi peritissimis selectis, inde discessit. Ita rebus pros- pere succedentibus, neque terra neque mari ullo resistente, Corinthum tendit, urbem divitem, in latbmo sitam, duobusque commodissiuis add exportationem et importationem ac commutationem mercium portubus nobilem ; in quorum alterum ex D Asia, alterum ex Italia appellitur. Cum autem mercatum, quæ inferior urbs est, vacuum repe- risset, Acrocorinthum etiam (ornnes enim escu- lenta omnia, omnes opes sive sacras sive pro- fanas eo contulerant) tentandum censuit, el si fieri posset, expugnandum. Fuit autem Acro- corinthus veteris urbis arx, nunc vero castel- lum munitum est, monti alto impositum in acu- tum cacumen fastigiato, ipsum vero fastigium planitiem habet mensæ forma, firmis mœnibus cir- cumdatum; intus non pauci sunt aquæ pellucidæ et potabilis puteoli, et fons Pirene, cujus etiam Ho-
PG 139:409ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ Τοιοῦτον μὲν εἰλήφει πέρας τὰ κατὰ Σικελίαν τε καὶ Καλαβρίαν τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ἀγωνίσματα, λαμπρὰ μὲν καὶ πλεῖστα τῶν χρημάτων ἐκεῖσε μετηγγικότα, εἰς οὐδὲν δὲ τέλος εὔχρηστον Ῥωμαίοις κατηντηκότα ἢ εὐσπούδαστον τοῖς ὕστερον αὐτοκράτορσιν. ἀλλὰ τί πρὸς τὸν ἠγωνισμένον εἴπῃ τις ἂν καὶ οὕτω προθύμως ἡμιλλημένον, ὡς εἴη παραστησάμενος τὸ ἀλλόφυλον; Ἀλλ’ οὗτος αὖθις κατὰ Παιόνων, οὓς καὶ Οὔννους φασί, στρατείαν ἐκήρυξε καὶ τοῖς κατὰ δυσμὴν ἔχουσι τὰς οἰκήσεις ὁπλίταις ἁμάξας ἐπέταξεν ἄγειν εἰς τὸ στρατόπεδον, δι’ ὧν καὶ οὗτοι ἐφοδιάσονται τὰ βιώσιμα καὶ τῷ λοιπῷ δὲ οὕτω συναροῦνται στρατεύματι, ὅσοι τοιούτων σκευαγωγημάτων σπανίζειν ἤμελλον. ὡς οὖν εἰς ἓν συνήθροιστο τὰ στρατεύματα, εἶχε καὶ αὐτὸν παρόντα τὸν βασιλέα πόλις ἡ Σαρδική, ἣ νῦν Τριάδιτζα ὀνομάζεται. καιρὸν δ’ οὐχὶ πολὺν προσμείνας, ἐπεὶ ἵκετο πρεσβεία ἐκ τῶν Παιόνων καὶ λόγοι συμβατικοί, ἑτέραν τραπόμενος πρὸς τὸν τῶν Σέρβων μεταβαίνει σατράπην·
Ιστουργικὴν κομψότητα καλῶς ἐπιστάμεναι, οὕτως ἐκεῖθεν ἀνάγεται. Κατὰ βοῦν δὲ τῶν πραγμάτων αὐτῷ προχωρούντων, καὶ μηδένα τοῦ καιροῦ ἀντί μαχον ἔχοντος. οὐ κατὰ χέρσον, οὐ κατὰ θάλασσαν, τοῦ πρὸς Κόρινθον ἔχεται πλοῦ, πόλιν ἀφνειὸν καὶ κειμένην πρὸς τῷ Ἰσθμῷ καὶ ὀλβιζομένην ὑπὸ λι μένων δυοῖν, ὧν ὁ μὲν τοὺς ἐξ ᾿Ασίας ναυλοχεί καταίροντας, ὁ δὲ τοὺς ἐξ Ιταλῶν εἰσπλέοντας, καὶ φαίους εκατέρωθεν τὰς εἰσαγωγάς τε καὶ ἐξαγωγὰς τῶν φορτίων ἔχουσαν καὶ τὰς πρὸς ἀλλήλους ποιου- μένην ἀμοιβάς. Καὶ δὴ τὸ ἐμπόριον εὐρὼν ἔρημον, ὅπερ ή κάτω πόλις επονομάζεται, ὡς ἁπάντων ἀνα σκευασαμένων εἰς τὸν ᾿Ακροκόρινθον Ρ. 51] καὶ συνηθροικότων εἰς αὐτὸν ὄψον πᾶν, ὄλβον ἅπαντα, όσος τε ἰδιώταις ᾠκείωτο καὶ ὅσος Θεῷ ἀφιέρωτο, ἔγνω δεῖν καὶ αὐτοῦ τοῦ ᾿Ακροκορίνθου πειραθῆναι, Β καὶ τοῦτον, εἰ οἷόν τε, ἐξελεῖν. Ἔστι δὲ ὁ ᾿Ακροκό- ρινθος τῆς μὲν πάλαι πόλεως Κορίνθου ἀκρόπολις, νυνὶ δὲ φρούριον ὀχυρόν, αὐτὸ δὲ ὄρος ὑψηλὸν, εἰς ἐξεῖαν τελευτῶν κορυφήν, αὕτη δὲ εἰς τραπεζῶδες χωρίου ἀποτελευτῶσα ἐπίπεδον, τετειχισμένον ἀσφαλῶς. Ενδοθεν δέ εἰσι ποτίμου ὕδατος καὶ διαυ- τοῖς οὐκ ὀλίγα φρεάτια καὶ ἡ Πειρήνη κρήνη, ἧς ἐν βαψωδία Ομηρος μέμνηται. Ασφαλῆ δ᾽ οὕτω καὶ ἀνεπιχείρητον ὄντα τὸν ᾿Ακροκόρινθον (καὶ φύσις γὰρ καὶ θέσις τοῦ τόπου καὶ περίβολος ἀῤῥαγής συνδραμόντα δυσάλωτον ἤ ἀνάλωτον αὐτὸν ἀπειργά- σαντο) οἱ Σικελοὶ ἀπονητὶ τὸ πλεῖον εἰσῄεσαν, βραχὺν ἀναλωκότες καιρὸν εἰς τὴν παράστασιν τοῦ ἐρύμα. τος. Καὶ καινὸν οὐδὲν τὸ συμβάν, οὐδὲ θαυμάζε σὺπι ἄξιον· οὐ γὰρ ἐπήρκεσεν ἂν αὐτὸ ἑαυτῷ τὸ φρούριον, κἄν ἦν ἀπροσμάχητον καθ᾽ αὐτὸ, οὐδὲ τοὺς ἐπιόντας ἐχθροὺς ἀπετρέψατο μὴ ἔνδον ἔχον φρουρούς καὶ τὸ φυλακικὸν ἀξιόμαχον. Αλλ' εἶχε μὲν ἀριθμῷ καὶ τούτους πολλούς, εἰς ἄνδρα δ' οὐ δένα συναλειφομένους ἀγαθὸν πρὸς φύλακα πόλεως· οἱ τε γὰρ ἐκ βασιλέως ἔνδον προσέμενον μετὰ τοῦ στῶν ἀρχηγοῦ (ἦν δ᾽ οὗτος ὁ Χαλούφης Νικηφόρος) καὶ τῶν Κορινθίων οἱ προὔχοντες, κἀκ τῶν πέριξ κωμοπόλεων οὐ βραχεῖαι μοῖραι ὡς εἰς καιριωτάτην τοῦ πολέμου ἀλεωρὴν εἰσεληλύθασι τὸν ᾿Ακροκόριν Ιον. Ὁ τοίνυν τριηράρχης ἔνδον τοῦ φρουρίου γενόμενος, καὶ τὴν φύσιν τούτου κατασκεψάμενος άπαν- ταχόθεν οὖσαν ἀνεπιχείρητον, σὺν Θεῷ πολεμῆσαι ἔφη καὶ Θεὸν εἶναι τὸν τοιοῦτον αὐτῷ χῶρον κατα- σχεῖν παρασχόμενον, κακῶς φάσκων τοὺς ἔνδον καὶ πλύνων ὀνείδεσιν ὡς ἀγεννεῖς τὰ πολέμια, μάλιστα δὲ τὸν Χαλούφην, ὃν καὶ γυναικός ὠνόμαζε μαλακώτερον μηδὲν ἐπισταμένης πλέον τῆς ταλασιουργού γυναικωνίτιδος. ὡς δὲ καὶ τὸν ἐκεῖσε πλοῦτον ἐνέθετο ταῖς τριήρεσι καὶ τοὺς γένει λαμπροτάτους τῶν Κορινθίων ἐδουλαγώγησεν, ἐξῃχμαλώτισε δὲ καὶ τῶν γυναικῶν ὅσαι κάλλισταί τε καὶ βαθύκολποι, μηδ' αὐτῆς τῆς εἰκόνος τοῦ ἐτ μάρτυσι μεγίστου καὶ διαβοήτου ἐν θαύμασι Θεοδώρου τοῦ στρατηλάτου ἀποσχό μενος, ἀλλὰ καὶ ταύτην τῷ αὐτοῦ τεμένει ἀνακειμένην ἀνελόμενος, οὐρίῳ καὶ φορῷ χρησάμενος ἀνήγετο πνεύματι, ὡς εἶχε, καὶ τὴν τῶν Κερκυραίων ἄκραν ἐν τῷ διάπλῳ πρὸς τὸ ἀσφαλέστερον καταστησάμενος, ὅτι καὶ τὰς Σικελιώτιδας τριήρεις ἰδών τις εἶπεν ἂν σκοπιμώτατα μὴ νῆας εἶναι πειρατικὰς, ἀλλὰ μυριοφόρους φορταγωγούς, πολλῶν καὶ καλῶν χρημάτων οὔσας ὑπερβριθεῖς καὶ τῆς ἄνω εἰρεσίας ἐγγύς που βαπτομένας τῷ βεύματι. Β΄. Ταῦτά τε οὖν ἐν ὠσὶν ἔνηχα ὄντα ἐλύπει τὸν [) Στοκράτορα Μανουήλ, καὶ κατὰ Δία εποίει τὸν Ομηρικὸν ἀτεχνῶς, συχνὰ τὸ ποιητέον ταῖς φρεσί μερμηρίζοντα, ἢ τὸν Νεοκλέους Θεμιστοκλῆν, ἀεὶ ἐπὶ συννοίας ὁρώμενον καὶ ἀύπνους νύκτας ἰαύοντα καὶ πρὸς τοὺς πυνθανομένους ἀποκρινόμενον ὡς καθεύδειν οὐκ ἐφη Μιλτιάδου τὸ τρόπαιον. Ξυνεκά- λεῖ τοίνυν εἰς τὴν τοῦ γενησομένου βουλὴν πάντα τὸν τακτικῶν ἐπιστήμονα καὶ δημηγόρον εἰδότα λέγειν τῶν νιφάδων πυκνότερον. Μία οὖν ἐκ πολλῶν ἀρίστη δέδοκτο βουλὴ καὶ τῷ αὐτοκράτορι ἐπεψής DE MANUELE COMNENO LIB. II. A merus in Odyssea meminit. Id castellum, quamvis et natura et manu adeo munitum, adeo tutum ac pene inexpugnabile, Siculi Franci citra laborem fere sunt ingressi, exiguo tempore ad deditionem coactum. Neque vero novum boc est aut mirandum; neque enim ipsum castellum sine justo præsidio se ipsum defendere aut hostes propulsare potuit quamvis enim multi custodes in eo essent, nullus tamen inter illos fuit vir fortis, cui recte civitatis custodia crederetur. Nam imperatorii mili- tes cum suo duce Nicephoro Chaluphe et Corinthio- rum proceres ibi desidebant ; et ex vicinis oppidis non pauci eo tanquam in certissimum asylum se receperant. Classis autem præfectus, munitione politus, ejusque natnra considerata, ad quam op- pugnandam nusquam pateret aditus : « Deo duce, inquit, pugnavinius : Deus nobis hunc locum occu- pandum præbuit. Eos vero qui intus erant deri- sit et ut imbelles exagitavit, Chaluphem in primis ut femina molliorem et ad colum et lanam tra- ctandam aptiorem. Illius quoque loci opibus in triremes impositis, Corinthiorum nobilissimos et matronas fortissimas et ditissimas in servitutem abduxit. Ac ne Theolori quidem martyris mira- culis clari imagine abstinuit : sed ea quoque ex tenaplo abrepta, secunda navigatione usus in re- ditu Corcyreorum arcem firmavit. Tum si quis Siculas triremes multis pulchris rebus onustas et C ad summum usque remigium depressas vi- disset, rectissime dixisset non naves esse piraticas sed onerarias mercium omne genus vehentes. II. Quo nuntio turbatus Manuel imperator non secus ac Homericus ille Jupiter, aut Themistocles insomnes noctes ob Mitiadis tropæum agens, sollicite quid agendum esset animo agitabat. Igi- tur viris et rei militaris peritis et eloquentia claris accersitis, unum e multis consilium approbavit. Siculos terra marique bello petendos, eoque majore apparatu, quod id bellum spe non optima nitere- tur et multa impedimenta habiturum videretur, quippe de quo ex sententia conficiendo veteres quoque imperatores desperassent. Convocantur
καὶ διαθροήσας τοῦτον ὁδοῦ πάρεργον καὶ πείσας αὐτὸν μόνον εἰδέναι βασιλέα καὶ δεδιέναι, τῶν δὲ μετὰ τῶν Οὔννων ἀφεστάναι σπονδῶν, πρὸς μὲν τὰ οἰκεῖα ἤθη τὸ πολὺ τῆς στρατιᾶς διαφῆκεν, αὐτὸς δὲ τὴν τῶν Θεσσαλῶν καταλαβὼν ἐπαρχίαν κακεῖσε διατρίψας, ἐφ’ ὅσον αὐτῷ ἐδόκει καίριον, τὴν βασιλίδα εἴσεισι πόλιν. Ἡλίου δ’ ἄρτι τὰς χειμερινὰς τροπὰς παρελαύνοντος εἰς Πελαγονίαν ἔξεισιν αὖθις, ὁρμητήριον αὐτὴν κρίνων ἱκανὸν ὑποδέξασθαι στρατόπεδον, εἰς πεδία ἱππήλατα ὑπτιάζουσαν, καὶ πρὸς τὰς πεύσεις εὖ ἔχειν καὶ τὴν τῶν δρωμένων κατάληψιν ὑπὸ τῶν ἐθνῶν, μεθ’ ὧν ἀντεπαλαμᾶτο καὶ διεφέρετο. ἔτι γὰρ τὰ κατὰ Σικελίαν μεθεῖλκον αὐτὸν καὶ ὑπέθραττον, μήπω κατασιγασθέντα τέλεον, καὶ ὁ τῶν Οὔννων κατάρχων πρὸς ξιφουλκίαν ἔβλεπεν, ὡς ἔδειξεν ἐξ ὧν ἔδρασεν.
Ιστουργικὴν κομψότητα καλῶς ἐπιστάμεναι, οὕτως ἐκεῖθεν ἀνάγεται. Κατὰ βοῦν δὲ τῶν πραγμάτων αὐτῷ προχωρούντων, καὶ μηδένα τοῦ καιροῦ ἀντί μαχον ἔχοντος. οὐ κατὰ χέρσον, οὐ κατὰ θάλασσαν, τοῦ πρὸς Κόρινθον ἔχεται πλοῦ, πόλιν ἀφνειὸν καὶ κειμένην πρὸς τῷ Ἰσθμῷ καὶ ὀλβιζομένην ὑπὸ λι μένων δυοῖν, ὧν ὁ μὲν τοὺς ἐξ ᾿Ασίας ναυλοχεί καταίροντας, ὁ δὲ τοὺς ἐξ Ιταλῶν εἰσπλέοντας, καὶ φαίους εκατέρωθεν τὰς εἰσαγωγάς τε καὶ ἐξαγωγὰς τῶν φορτίων ἔχουσαν καὶ τὰς πρὸς ἀλλήλους ποιου- μένην ἀμοιβάς. Καὶ δὴ τὸ ἐμπόριον εὐρὼν ἔρημον, ὅπερ ή κάτω πόλις επονομάζεται, ὡς ἁπάντων ἀνα σκευασαμένων εἰς τὸν ᾿Ακροκόρινθον Ρ. 51] καὶ συνηθροικότων εἰς αὐτὸν ὄψον πᾶν, ὄλβον ἅπαντα, όσος τε ἰδιώταις ᾠκείωτο καὶ ὅσος Θεῷ ἀφιέρωτο, ἔγνω δεῖν καὶ αὐτοῦ τοῦ ᾿Ακροκορίνθου πειραθῆναι, Β καὶ τοῦτον, εἰ οἷόν τε, ἐξελεῖν. Ἔστι δὲ ὁ ᾿Ακροκό- ρινθος τῆς μὲν πάλαι πόλεως Κορίνθου ἀκρόπολις, νυνὶ δὲ φρούριον ὀχυρόν, αὐτὸ δὲ ὄρος ὑψηλὸν, εἰς ἐξεῖαν τελευτῶν κορυφήν, αὕτη δὲ εἰς τραπεζῶδες χωρίου ἀποτελευτῶσα ἐπίπεδον, τετειχισμένον ἀσφαλῶς. Ενδοθεν δέ εἰσι ποτίμου ὕδατος καὶ διαυ- τοῖς οὐκ ὀλίγα φρεάτια καὶ ἡ Πειρήνη κρήνη, ἧς ἐν βαψωδία Ομηρος μέμνηται. Ασφαλῆ δ᾽ οὕτω καὶ ἀνεπιχείρητον ὄντα τὸν ᾿Ακροκόρινθον (καὶ φύσις γὰρ καὶ θέσις τοῦ τόπου καὶ περίβολος ἀῤῥαγής συνδραμόντα δυσάλωτον ἤ ἀνάλωτον αὐτὸν ἀπειργά- σαντο) οἱ Σικελοὶ ἀπονητὶ τὸ πλεῖον εἰσῄεσαν, βραχὺν ἀναλωκότες καιρὸν εἰς τὴν παράστασιν τοῦ ἐρύμα. τος. Καὶ καινὸν οὐδὲν τὸ συμβάν, οὐδὲ θαυμάζε σὺπι ἄξιον· οὐ γὰρ ἐπήρκεσεν ἂν αὐτὸ ἑαυτῷ τὸ φρούριον, κἄν ἦν ἀπροσμάχητον καθ᾽ αὐτὸ, οὐδὲ τοὺς ἐπιόντας ἐχθροὺς ἀπετρέψατο μὴ ἔνδον ἔχον φρουρούς καὶ τὸ φυλακικὸν ἀξιόμαχον. Αλλ' εἶχε μὲν ἀριθμῷ καὶ τούτους πολλούς, εἰς ἄνδρα δ' οὐ δένα συναλειφομένους ἀγαθὸν πρὸς φύλακα πόλεως· οἱ τε γὰρ ἐκ βασιλέως ἔνδον προσέμενον μετὰ τοῦ στῶν ἀρχηγοῦ (ἦν δ᾽ οὗτος ὁ Χαλούφης Νικηφόρος) καὶ τῶν Κορινθίων οἱ προὔχοντες, κἀκ τῶν πέριξ κωμοπόλεων οὐ βραχεῖαι μοῖραι ὡς εἰς καιριωτάτην τοῦ πολέμου ἀλεωρὴν εἰσεληλύθασι τὸν ᾿Ακροκόριν Ιον. Ὁ τοίνυν τριηράρχης ἔνδον τοῦ φρουρίου γενόμενος, καὶ τὴν φύσιν τούτου κατασκεψάμενος άπαν- ταχόθεν οὖσαν ἀνεπιχείρητον, σὺν Θεῷ πολεμῆσαι ἔφη καὶ Θεὸν εἶναι τὸν τοιοῦτον αὐτῷ χῶρον κατα- σχεῖν παρασχόμενον, κακῶς φάσκων τοὺς ἔνδον καὶ πλύνων ὀνείδεσιν ὡς ἀγεννεῖς τὰ πολέμια, μάλιστα δὲ τὸν Χαλούφην, ὃν καὶ γυναικός ὠνόμαζε μαλακώτερον μηδὲν ἐπισταμένης πλέον τῆς ταλασιουργού γυναικωνίτιδος. ὡς δὲ καὶ τὸν ἐκεῖσε πλοῦτον ἐνέθετο ταῖς τριήρεσι καὶ τοὺς γένει λαμπροτάτους τῶν Κορινθίων ἐδουλαγώγησεν, ἐξῃχμαλώτισε δὲ καὶ τῶν γυναικῶν ὅσαι κάλλισταί τε καὶ βαθύκολποι, μηδ' αὐτῆς τῆς εἰκόνος τοῦ ἐτ μάρτυσι μεγίστου καὶ διαβοήτου ἐν θαύμασι Θεοδώρου τοῦ στρατηλάτου ἀποσχό μενος, ἀλλὰ καὶ ταύτην τῷ αὐτοῦ τεμένει ἀνακειμένην ἀνελόμενος, οὐρίῳ καὶ φορῷ χρησάμενος ἀνήγετο πνεύματι, ὡς εἶχε, καὶ τὴν τῶν Κερκυραίων ἄκραν ἐν τῷ διάπλῳ πρὸς τὸ ἀσφαλέστερον καταστησάμενος, ὅτι καὶ τὰς Σικελιώτιδας τριήρεις ἰδών τις εἶπεν ἂν σκοπιμώτατα μὴ νῆας εἶναι πειρατικὰς, ἀλλὰ μυριοφόρους φορταγωγούς, πολλῶν καὶ καλῶν χρημάτων οὔσας ὑπερβριθεῖς καὶ τῆς ἄνω εἰρεσίας ἐγγύς που βαπτομένας τῷ βεύματι. Β΄. Ταῦτά τε οὖν ἐν ὠσὶν ἔνηχα ὄντα ἐλύπει τὸν [) Στοκράτορα Μανουήλ, καὶ κατὰ Δία εποίει τὸν Ομηρικὸν ἀτεχνῶς, συχνὰ τὸ ποιητέον ταῖς φρεσί μερμηρίζοντα, ἢ τὸν Νεοκλέους Θεμιστοκλῆν, ἀεὶ ἐπὶ συννοίας ὁρώμενον καὶ ἀύπνους νύκτας ἰαύοντα καὶ πρὸς τοὺς πυνθανομένους ἀποκρινόμενον ὡς καθεύδειν οὐκ ἐφη Μιλτιάδου τὸ τρόπαιον. Ξυνεκά- λεῖ τοίνυν εἰς τὴν τοῦ γενησομένου βουλὴν πάντα τὸν τακτικῶν ἐπιστήμονα καὶ δημηγόρον εἰδότα λέγειν τῶν νιφάδων πυκνότερον. Μία οὖν ἐκ πολλῶν ἀρίστη δέδοκτο βουλὴ καὶ τῷ αὐτοκράτορι ἐπεψής DE MANUELE COMNENO LIB. II. A merus in Odyssea meminit. Id castellum, quamvis et natura et manu adeo munitum, adeo tutum ac pene inexpugnabile, Siculi Franci citra laborem fere sunt ingressi, exiguo tempore ad deditionem coactum. Neque vero novum boc est aut mirandum; neque enim ipsum castellum sine justo præsidio se ipsum defendere aut hostes propulsare potuit quamvis enim multi custodes in eo essent, nullus tamen inter illos fuit vir fortis, cui recte civitatis custodia crederetur. Nam imperatorii mili- tes cum suo duce Nicephoro Chaluphe et Corinthio- rum proceres ibi desidebant ; et ex vicinis oppidis non pauci eo tanquam in certissimum asylum se receperant. Classis autem præfectus, munitione politus, ejusque natnra considerata, ad quam op- pugnandam nusquam pateret aditus : « Deo duce, inquit, pugnavinius : Deus nobis hunc locum occu- pandum præbuit. Eos vero qui intus erant deri- sit et ut imbelles exagitavit, Chaluphem in primis ut femina molliorem et ad colum et lanam tra- ctandam aptiorem. Illius quoque loci opibus in triremes impositis, Corinthiorum nobilissimos et matronas fortissimas et ditissimas in servitutem abduxit. Ac ne Theolori quidem martyris mira- culis clari imagine abstinuit : sed ea quoque ex tenaplo abrepta, secunda navigatione usus in re- ditu Corcyreorum arcem firmavit. Tum si quis Siculas triremes multis pulchris rebus onustas et C ad summum usque remigium depressas vi- disset, rectissime dixisset non naves esse piraticas sed onerarias mercium omne genus vehentes. II. Quo nuntio turbatus Manuel imperator non secus ac Homericus ille Jupiter, aut Themistocles insomnes noctes ob Mitiadis tropæum agens, sollicite quid agendum esset animo agitabat. Igi- tur viris et rei militaris peritis et eloquentia claris accersitis, unum e multis consilium approbavit. Siculos terra marique bello petendos, eoque majore apparatu, quod id bellum spe non optima nitere- tur et multa impedimenta habiturum videretur, quippe de quo ex sententia conficiendo veteres quoque imperatores desperassent. Convocantur
ἐπειδὴ γὰρ παρελύθη τῆς δουκικῆς ἀρχῆς Βρανιτζόβης καὶ Βελεγράδων ὁ Κομνηνὸς Ἀνδρόνικος, ὁ καὶ ὕστερον τυραννήσας Ῥωμαίων, κρύβδην κατὰ Ῥωμαίων τοῖς Παίοσι συντιθέμενος καὶ περὶ τοῦ παραλυθῆναι μὲν τὸν Μανουὴλ τῆς ἀρχῆς, αὐτὸν δ’ ἐπιβήτορα ταύτης τῷ βασιλεῖ ἐπαναστάντα γενέσθαι τῷ τούτων κοινολογούμενος ἄρχοντι, καὶ μετάπεμπτον εἶχε τοῦτον εὐθὺς ἡ Πελαγονία κἀκεῖθεν ἡ πόλις ἀναπεμπόμενον δέσμιον καὶ ἐν μιᾷ τῶν τοῦ μεγάλου παλατίου φρουρῶν καθειργνύμενον, τὸν κατὰ Ῥωμαίων εὐθὺς ὁ Οὐννάρχης ἐξέφερε πόλεμον. καὶ ἦν πολιορκῶν Βρανίτζοβαν καὶ κατατρέχων τὰ ἐκεῖ πάντα λεηλατῶν τε καὶ ἄγων, ὡς ᾕρητο. Στέλλεται γοῦν παρὰ βασιλέως στρατηγὸς κατ’ αὐτοῦ ὁ χαρτουλάριος Βασίλειος ὁ Τζιντζιλούκης. καὶ ὃς τὰς συνειλεγμένας δυνάμεις παραλαβὼν καὶ εἰς τάξεις καταστήσας καὶ φάλαγγας καὶ δόξας ἀξιόνικον ἔχειν στρατόπεδον τοῖς Οὔννοις συμπλέκεται· καταγωνισθεὶς δὲ πρὸς τῶν Παιόνων τὸ τῆς στρατιᾶς διέφθειρεν ὑπερήμισυ, νῶτα στρέψαν τοῖς ἀντιπάλοις καὶ καταδιωχθὲν μέχρι πολλοῦ καὶ καταστρατευθέν.
Ιστουργικὴν κομψότητα καλῶς ἐπιστάμεναι, οὕτως ἐκεῖθεν ἀνάγεται. Κατὰ βοῦν δὲ τῶν πραγμάτων αὐτῷ προχωρούντων, καὶ μηδένα τοῦ καιροῦ ἀντί μαχον ἔχοντος. οὐ κατὰ χέρσον, οὐ κατὰ θάλασσαν, τοῦ πρὸς Κόρινθον ἔχεται πλοῦ, πόλιν ἀφνειὸν καὶ κειμένην πρὸς τῷ Ἰσθμῷ καὶ ὀλβιζομένην ὑπὸ λι μένων δυοῖν, ὧν ὁ μὲν τοὺς ἐξ ᾿Ασίας ναυλοχεί καταίροντας, ὁ δὲ τοὺς ἐξ Ιταλῶν εἰσπλέοντας, καὶ φαίους εκατέρωθεν τὰς εἰσαγωγάς τε καὶ ἐξαγωγὰς τῶν φορτίων ἔχουσαν καὶ τὰς πρὸς ἀλλήλους ποιου- μένην ἀμοιβάς. Καὶ δὴ τὸ ἐμπόριον εὐρὼν ἔρημον, ὅπερ ή κάτω πόλις επονομάζεται, ὡς ἁπάντων ἀνα σκευασαμένων εἰς τὸν ᾿Ακροκόρινθον Ρ. 51] καὶ συνηθροικότων εἰς αὐτὸν ὄψον πᾶν, ὄλβον ἅπαντα, όσος τε ἰδιώταις ᾠκείωτο καὶ ὅσος Θεῷ ἀφιέρωτο, ἔγνω δεῖν καὶ αὐτοῦ τοῦ ᾿Ακροκορίνθου πειραθῆναι, Β καὶ τοῦτον, εἰ οἷόν τε, ἐξελεῖν. Ἔστι δὲ ὁ ᾿Ακροκό- ρινθος τῆς μὲν πάλαι πόλεως Κορίνθου ἀκρόπολις, νυνὶ δὲ φρούριον ὀχυρόν, αὐτὸ δὲ ὄρος ὑψηλὸν, εἰς ἐξεῖαν τελευτῶν κορυφήν, αὕτη δὲ εἰς τραπεζῶδες χωρίου ἀποτελευτῶσα ἐπίπεδον, τετειχισμένον ἀσφαλῶς. Ενδοθεν δέ εἰσι ποτίμου ὕδατος καὶ διαυ- τοῖς οὐκ ὀλίγα φρεάτια καὶ ἡ Πειρήνη κρήνη, ἧς ἐν βαψωδία Ομηρος μέμνηται. Ασφαλῆ δ᾽ οὕτω καὶ ἀνεπιχείρητον ὄντα τὸν ᾿Ακροκόρινθον (καὶ φύσις γὰρ καὶ θέσις τοῦ τόπου καὶ περίβολος ἀῤῥαγής συνδραμόντα δυσάλωτον ἤ ἀνάλωτον αὐτὸν ἀπειργά- σαντο) οἱ Σικελοὶ ἀπονητὶ τὸ πλεῖον εἰσῄεσαν, βραχὺν ἀναλωκότες καιρὸν εἰς τὴν παράστασιν τοῦ ἐρύμα. τος. Καὶ καινὸν οὐδὲν τὸ συμβάν, οὐδὲ θαυμάζε σὺπι ἄξιον· οὐ γὰρ ἐπήρκεσεν ἂν αὐτὸ ἑαυτῷ τὸ φρούριον, κἄν ἦν ἀπροσμάχητον καθ᾽ αὐτὸ, οὐδὲ τοὺς ἐπιόντας ἐχθροὺς ἀπετρέψατο μὴ ἔνδον ἔχον φρουρούς καὶ τὸ φυλακικὸν ἀξιόμαχον. Αλλ' εἶχε μὲν ἀριθμῷ καὶ τούτους πολλούς, εἰς ἄνδρα δ' οὐ δένα συναλειφομένους ἀγαθὸν πρὸς φύλακα πόλεως· οἱ τε γὰρ ἐκ βασιλέως ἔνδον προσέμενον μετὰ τοῦ στῶν ἀρχηγοῦ (ἦν δ᾽ οὗτος ὁ Χαλούφης Νικηφόρος) καὶ τῶν Κορινθίων οἱ προὔχοντες, κἀκ τῶν πέριξ κωμοπόλεων οὐ βραχεῖαι μοῖραι ὡς εἰς καιριωτάτην τοῦ πολέμου ἀλεωρὴν εἰσεληλύθασι τὸν ᾿Ακροκόριν Ιον. Ὁ τοίνυν τριηράρχης ἔνδον τοῦ φρουρίου γενόμενος, καὶ τὴν φύσιν τούτου κατασκεψάμενος άπαν- ταχόθεν οὖσαν ἀνεπιχείρητον, σὺν Θεῷ πολεμῆσαι ἔφη καὶ Θεὸν εἶναι τὸν τοιοῦτον αὐτῷ χῶρον κατα- σχεῖν παρασχόμενον, κακῶς φάσκων τοὺς ἔνδον καὶ πλύνων ὀνείδεσιν ὡς ἀγεννεῖς τὰ πολέμια, μάλιστα δὲ τὸν Χαλούφην, ὃν καὶ γυναικός ὠνόμαζε μαλακώτερον μηδὲν ἐπισταμένης πλέον τῆς ταλασιουργού γυναικωνίτιδος. ὡς δὲ καὶ τὸν ἐκεῖσε πλοῦτον ἐνέθετο ταῖς τριήρεσι καὶ τοὺς γένει λαμπροτάτους τῶν Κορινθίων ἐδουλαγώγησεν, ἐξῃχμαλώτισε δὲ καὶ τῶν γυναικῶν ὅσαι κάλλισταί τε καὶ βαθύκολποι, μηδ' αὐτῆς τῆς εἰκόνος τοῦ ἐτ μάρτυσι μεγίστου καὶ διαβοήτου ἐν θαύμασι Θεοδώρου τοῦ στρατηλάτου ἀποσχό μενος, ἀλλὰ καὶ ταύτην τῷ αὐτοῦ τεμένει ἀνακειμένην ἀνελόμενος, οὐρίῳ καὶ φορῷ χρησάμενος ἀνήγετο πνεύματι, ὡς εἶχε, καὶ τὴν τῶν Κερκυραίων ἄκραν ἐν τῷ διάπλῳ πρὸς τὸ ἀσφαλέστερον καταστησάμενος, ὅτι καὶ τὰς Σικελιώτιδας τριήρεις ἰδών τις εἶπεν ἂν σκοπιμώτατα μὴ νῆας εἶναι πειρατικὰς, ἀλλὰ μυριοφόρους φορταγωγούς, πολλῶν καὶ καλῶν χρημάτων οὔσας ὑπερβριθεῖς καὶ τῆς ἄνω εἰρεσίας ἐγγύς που βαπτομένας τῷ βεύματι. Β΄. Ταῦτά τε οὖν ἐν ὠσὶν ἔνηχα ὄντα ἐλύπει τὸν [) Στοκράτορα Μανουήλ, καὶ κατὰ Δία εποίει τὸν Ομηρικὸν ἀτεχνῶς, συχνὰ τὸ ποιητέον ταῖς φρεσί μερμηρίζοντα, ἢ τὸν Νεοκλέους Θεμιστοκλῆν, ἀεὶ ἐπὶ συννοίας ὁρώμενον καὶ ἀύπνους νύκτας ἰαύοντα καὶ πρὸς τοὺς πυνθανομένους ἀποκρινόμενον ὡς καθεύδειν οὐκ ἐφη Μιλτιάδου τὸ τρόπαιον. Ξυνεκά- λεῖ τοίνυν εἰς τὴν τοῦ γενησομένου βουλὴν πάντα τὸν τακτικῶν ἐπιστήμονα καὶ δημηγόρον εἰδότα λέγειν τῶν νιφάδων πυκνότερον. Μία οὖν ἐκ πολλῶν ἀρίστη δέδοκτο βουλὴ καὶ τῷ αὐτοκράτορι ἐπεψής DE MANUELE COMNENO LIB. II. A merus in Odyssea meminit. Id castellum, quamvis et natura et manu adeo munitum, adeo tutum ac pene inexpugnabile, Siculi Franci citra laborem fere sunt ingressi, exiguo tempore ad deditionem coactum. Neque vero novum boc est aut mirandum; neque enim ipsum castellum sine justo præsidio se ipsum defendere aut hostes propulsare potuit quamvis enim multi custodes in eo essent, nullus tamen inter illos fuit vir fortis, cui recte civitatis custodia crederetur. Nam imperatorii mili- tes cum suo duce Nicephoro Chaluphe et Corinthio- rum proceres ibi desidebant ; et ex vicinis oppidis non pauci eo tanquam in certissimum asylum se receperant. Classis autem præfectus, munitione politus, ejusque natnra considerata, ad quam op- pugnandam nusquam pateret aditus : « Deo duce, inquit, pugnavinius : Deus nobis hunc locum occu- pandum præbuit. Eos vero qui intus erant deri- sit et ut imbelles exagitavit, Chaluphem in primis ut femina molliorem et ad colum et lanam tra- ctandam aptiorem. Illius quoque loci opibus in triremes impositis, Corinthiorum nobilissimos et matronas fortissimas et ditissimas in servitutem abduxit. Ac ne Theolori quidem martyris mira- culis clari imagine abstinuit : sed ea quoque ex tenaplo abrepta, secunda navigatione usus in re- ditu Corcyreorum arcem firmavit. Tum si quis Siculas triremes multis pulchris rebus onustas et C ad summum usque remigium depressas vi- disset, rectissime dixisset non naves esse piraticas sed onerarias mercium omne genus vehentes. II. Quo nuntio turbatus Manuel imperator non secus ac Homericus ille Jupiter, aut Themistocles insomnes noctes ob Mitiadis tropæum agens, sollicite quid agendum esset animo agitabat. Igi- tur viris et rei militaris peritis et eloquentia claris accersitis, unum e multis consilium approbavit. Siculos terra marique bello petendos, eoque majore apparatu, quod id bellum spe non optima nitere- tur et multa impedimenta habiturum videretur, quippe de quo ex sententia conficiendo veteres quoque imperatores desperassent. Convocantur
PG 139:411βασιλεὺς τοίνυν ἐνωτισάμενος ταῦτα τὴν ἐκεῖσε πορείαν ἐπέτεινεν, εἴ πως οἱ Παίονες πρὸς τὴν αὐτοῦ διαταραχθέντες ἄφιξιν τῶν ἐκεῖθι χώρων ἀπανασταῖεν· ὃ καὶ ἦσαν διαπραξάμενοι. αὐτὸς δὲ ὡς εἶχε τὰ κατὰ Βρανίτζοβαν καὶ Βελέγραδα καταστησάμενος πράγματα, εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν μετασκηνοῖ. Οὐκοῦν καὶ τῶν δυσμικῶν ἐχθρῶν ἠρεμησάντων ἐπὶ βραχὺ δι’ ὁμολογίας καὶ φιλιώσεως, καὶ οὐδένα ἔχων τῷ τέως ἀνθέλκοντα ἐξ ἑσπέρας ἀντίμαχον ἀξιόμαχον κυροῖ τὴν εἰς Ἀρμενίαν ἀνάβασιν.
φιστο, μετελεύσεσθαι πολέμῳ τοὺς Σικελούς κατὰ Β τε ξηράν συγκροτηθένει κατά τε θάλασσαν, ὅτι καὶ ὁ ἀγὼν οὐδαμῶς τὰς ελπίδας ἀγαθὰς ὑπετεί- νετο, οὐδ' ὑπέβαλλε βραχία τα προσιστάμενα, μέσ γιστος ἀναφαινόμενος καὶ τοῖς πάλαι ἀπειρημένος Ρωμαίων ἄναξι. Συλλέγεται οὖν τὰ ἔψα καὶ ἑσπέ ρια τάγματα. Αἱ μὲν ἐπισκευάζονται τῶν τριηρέων, αἱ δὲ νεωστὶ πήγνυνται, καὶ πρὸς τὸν πλοῦν ἀρτίω- σιν δέχονται· αἱ πυρφόροι τὸ ὑγρὸν εἰσδέχονται πυρ τὸ τέως ἠρεμοῦν ἀδιεκχυτον· ἀθροίζονται πεντη κόντοροι, αγείρονται μυοπάρωνες· μυοπάρωνες· αἱ εππαγωγοί ἀσφαλτοῦνται, αἱ φορταγωγοί πληροῦνται τῶν ἔδω- δίμων, οἱ ἐπεκτροκόλητες εὐτρεπίζονται. Πάντα δὲ τὰ σκάφη, τοῖς ἱστίοις πτερωθέντα ἐκ τῆς μόνος ἀνάγονται, ἐφ᾿ ἧς ἦσαν σαλεύοντα. Συγκεκρότη, το γοῦν ἡ στόλος ἀγχοῦ ποὺ τῶν χιλίων πλοίων, αἱ δὲ πεζικαὶ δυνάμεις ἐς μυριάδας ἠθροίσθησαν. Ἔφρι ξαν ἂν καὶ Γίγαντες, εἰ παρῆσαν, τοιαύτην παρεμ- βυλὴν, ἐπεὶ καὶ εὐανδροῦσα ἦν ἡ Ῥωμαίων πᾶσα τὸ τότε καιροῦ καὶ τρέφουσα ἄνδρας ηρωϊκὴν ἐνα δεικνυμένους ἀλκὴν, καὶ τὸ ὁπλιτικὸν οὐκ ἦν ἀγενιές, ἀλλὰ τὴν ὁρμὴν λεοντῶδες καὶ ἀνυπόστατον. Ὁ γὰρ βασιλεύτατος τῷ ὄντι καὶ στρατηγικώτατος Ιωάν νης, ὁ τοῦ Μανουήλ τοκεὺς, οὐδὲ τἄλλα μὲν ἐσχεδία δεν ὅτα κοινὴν εἰσέφερε λυσιτέλειον, τῶν δὲ στρα τιωτικῶν καταλόγων ο αφερόντως εφρόντιζε μάλιστα, συχνοῖς τε πιαίνων ο λοδωρήμασι, καὶ ταῖς καθ' ὥραν γυμνασίας ὑπαλείφων πρὸς ἔργα πολέμια. Οὕτω τοίνυν, καὶ ὡς ᾤετο, καλῶς τὰ κατὰ τὸν Σ:- κελικὸν πόλεμον παρασκευασάμενος ἀνάγεσθαι μὲν κελεύει τον στόλον τοῖς ἐρέταις καὶ κελευσταῖς λύ σασι τὰ καρχήσια, μέγαν δούκαν προβαλόμενος τὸν ἐπ' ἀδελφῇ γαμβρὸν τὸν Κοντοστέφανον Στέφανον, απαίρειν δὲ καὶ τὴν πεζὴν στρατιὰν ὑπ' ἀρχηγοῖς ἑτέροις, ἀλλὰ δὴ καὶ Ἰωάννῃ τῷ ᾿Αξούχῳ τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ, περὶ οὗ φθάσαντες ἐν πλείστοις παρεδη- λώσαμεν. Εἶχε τοίνυν τὰς τριήρεις ἡ τῶν Φαιάκων πάραλος. ἂν καὶ διαμερίζονται πρὸς ἐνόμισιν αἱ τε τῶν Βενετίκων συμμαχίδες νέες καὶ αἱ Ρωμαϊκαὶ αὐταί, ἵν, εἶεν οὕτως οἱ ναύσταθμοι τοῖς γένεσιν ἀμφοτέροις άμικτοι καὶ τῶν ἐκ τῆς ἀναμίξ ἀναστρο- φῆς ἄγευστοι διαφορῶν· μετὰ βραχὺ δὲ καὶ βασιλεὺς αὐτὸς ἔξεισι μετὰ τῆς στρατιᾶς. Ἐξ ἐφόδου δὲ τοὺς Σκύθας διαθροίσας, οἳ τὸν Ιστρον διαβάντες τὰ περὶ τὸν Αἷμον ἐσίνοντο, ἄρας ἐκ τῆς Φιλίππου την εὐθὺ Κερκύρας ἐβάδιζεν. Εστι δὲ ἡ Κερκυραίων άκρα αἰγίλιψ πᾶσα καὶ ἀγχινεφής, ελικοειδῆς τὴν θέσιν καὶ ὑψικόρυμβος, προσνευκυῖα ἐς τὸ βάθιστον τῆς θαλάσσης. Πέτραι δὲ περιεῤῥώγεσαν αὐτὴν ἀμφί κρημνοι καὶ ἀπότομοι, τὸ δ᾽ ὕψος ὑπὲρ τὴν ἀδομένην ἄορνον. Τείχη δὲ ἀῤῥαγῆ τὴν πόλιν περιείληφε πᾶσαν, καὶ πύργων περιεστᾶσιν ὑψώματα, κ καὶ ποιοῦσι τὴν ταύτης παραλογωτέραν ἅλωσιν. Αἱ μὲν δὲ ναυτικαὶ δυνάμεις τὴν ἄκραν περιστεψάμεναι παγχάλκοις περιείλουν ὅπλοις· πρὸ δὲ τοῦ πολέμῳ ἐπιβαλεῖν ἔγνω δεῖν ὁ βασιλεὺς δι᾿ ὁμογλώττων καὶ ομοφώνων πειραθῆναι τῶν ἔνδον, εἴ πως ὑπεκσταῖον αὐτῷ τοῦ φρουρίου ἀμαχητί. ὡς δὲ τῶν λεγομένων ἀκουοὶ γεγονότες οὐδ᾽ ὅλως ὑπενεδίδοσαν, ἀλλὰ τέσ NICET CHONIATÆ Orientales et Occidentales legiones ; triremes A partim reficiuntur, partim novæ ædificantur. In certas ignis Græcus imponitur, qui lungo jam tempore abditus latuerat. Omnis generis navigia circiter mille tam ad viros et equos quam ad commeatum veherdum contrahuntur et in mare deducuntur. Sunt et pedestres copiæ ex omni im- perio conscriptæ, armis, viribus atque animis flo- rentissimæ, et hostibus merito formidabiles. Nam Joannes Manuelis pater, optimus et bellicosissimus imperator, nec cæteris in rebus quæ ad publicam utilitatem spectarent negligens, et in catalogos mi- litum in primis intentus fuit ; eosque tum congia- riis liberalibus excitavit, tum bellicis exercitationi- bus firmavit. Sic igitur optime ad bellum Sicu- lum, ut putabat, instructus, Stephano Contoste- phano sororio magno duce designato, classem jubet - solvere ; pedites quoque præter cæterus duces Jo- anne Axucho magno domestico adjuncto, cujus supra sæpe mentionem fecimus, ablegat. Triremes ad Phæ cum littus appulsæ ita distributa sunt, ut et Romanæ et Venetorum socia seorsim stationes haberent, ne ex promiscuo congressu contentio- nes orirentur. Paulo post et ipse imperator cum exercitu egreditur; et Scythis primo congressu profligatis, qui Istro superato loca Hæmo monti vicina populabantur, relicta Philippopoli recla ad Corcyram pergit. Cujus insulæ promontorium al- tissimum in nubes assurgit, anfracubus inflexum et in mare profundissin.um prominens præ- ruptis petris septum : tota urbs mœnibus fir- missimis circumdata atque altissimis turribus ordinata est ; quo mirabilior fuit ejus expugnatio. Au navales copia corona promontorium cingentes ferro tota collucebant. Sed ante oppugnationem imperator per ejus lingua peritos hostium animos periclitandos censuit, an citra pugnam castello vel- lent cedere. Qui cum ejus postulatis rejectis, por- tisque clausis ac vectibus firmatis, et sagittariis funditoribus et omnis generis machinis in mœni- bus dispositis, pugnam cierent, tum suis quoque legionibus idem facere et quovis modo ulcisci ho- stes jussit. Ex eo Romani tela velut in cœlum eja- cnlaatur, hostes vero sagittas tanquam nivem dejiciunt. Illi saxa tormentis vi adigere in altum conantur,bi granulinis instareaxa dejiciunt ; quorum tela ut ex superiore loco citra laborem D missa, efficacia erant, cum Romanorum telis ex inferiore loco et nihil aut parum admodum læde- rentur. Quæ cum crebrius repetita Romanis præ- sens exitium denuntiarent, obsessis vero sine ullo incommodo optabilia essent, Romani cladibus excitati subinde novi aliquid in conspectu impe- ratoris excogitant, fortia facinora edunt, toleran- tiam ærumnarum declarant, rationibus in re dubia inventis, unde quanta calliditate et rei militaris usu valerent elucebat. Verum illa omnia frustra erant, et vani conatus earum rerum quæ feri non pote- rant.Imo gratissimam rem hostibus et optabilem C
Imperii Isaacii Angeli Liber III
ἀπάρας οὖν ἐς Ταρσὸν καὶ ἀφιγμένος εἰς Ἄδαναν καὶ ὅσα τῇ κάτω Ἀρμενίᾳ πρόσχωρα, καὶ ταῦτα κακοδαιμονοῦντα ὑπὸ τοῦ Τορούση, διαθάλψας καὶ ἀσφαλείας τῆς δεούσης ἠξιωκὼς καὶ καταπλήξας τῇ παρουσίᾳ τὸν οὐχ ἁπλοῦν τὴν γνώμην ἀλλὰ κρυψίνουν καὶ ὕφαλον Ἀρμένιον σχάζει τὸ πρόθυμον, οὐδὲ περὶ τῆς ὅλης Ἀρμενίας διαγωνίζεται τὸν οἰκεῖον πατέρα ἐζηλωκώς, ἢ γοῦν, ὅσα ἐκεῖνος ὑπηγάγετο φρούρια πολεμῶν, ταῦτα ὡς ἐκ φάρυγγος λύκου ποιμὴν λοβὸν ἥπατος προσαπαιτῶν καὶ λαμβάνων ἐκ τοῦ τῶν Ἀρμενίων κατάρχοντος, ἀλλὰ τῇ διπλόῃ τῶν λόγων τοῦ Τορούση φενακισθεὶς καὶ τῇ αἱμυλίᾳ τῶν συνθηκῶν ἁπαλυνθεὶς τὰ χαλινὰ μεταστρέψας εἰς Ἀντιόχειαν παραγίνεται, τὴν τῆς ἁπάσης Συρίας προκαθημένην καλλίπολιν.
φιστο, μετελεύσεσθαι πολέμῳ τοὺς Σικελούς κατὰ Β τε ξηράν συγκροτηθένει κατά τε θάλασσαν, ὅτι καὶ ὁ ἀγὼν οὐδαμῶς τὰς ελπίδας ἀγαθὰς ὑπετεί- νετο, οὐδ' ὑπέβαλλε βραχία τα προσιστάμενα, μέσ γιστος ἀναφαινόμενος καὶ τοῖς πάλαι ἀπειρημένος Ρωμαίων ἄναξι. Συλλέγεται οὖν τὰ ἔψα καὶ ἑσπέ ρια τάγματα. Αἱ μὲν ἐπισκευάζονται τῶν τριηρέων, αἱ δὲ νεωστὶ πήγνυνται, καὶ πρὸς τὸν πλοῦν ἀρτίω- σιν δέχονται· αἱ πυρφόροι τὸ ὑγρὸν εἰσδέχονται πυρ τὸ τέως ἠρεμοῦν ἀδιεκχυτον· ἀθροίζονται πεντη κόντοροι, αγείρονται μυοπάρωνες· μυοπάρωνες· αἱ εππαγωγοί ἀσφαλτοῦνται, αἱ φορταγωγοί πληροῦνται τῶν ἔδω- δίμων, οἱ ἐπεκτροκόλητες εὐτρεπίζονται. Πάντα δὲ τὰ σκάφη, τοῖς ἱστίοις πτερωθέντα ἐκ τῆς μόνος ἀνάγονται, ἐφ᾿ ἧς ἦσαν σαλεύοντα. Συγκεκρότη, το γοῦν ἡ στόλος ἀγχοῦ ποὺ τῶν χιλίων πλοίων, αἱ δὲ πεζικαὶ δυνάμεις ἐς μυριάδας ἠθροίσθησαν. Ἔφρι ξαν ἂν καὶ Γίγαντες, εἰ παρῆσαν, τοιαύτην παρεμ- βυλὴν, ἐπεὶ καὶ εὐανδροῦσα ἦν ἡ Ῥωμαίων πᾶσα τὸ τότε καιροῦ καὶ τρέφουσα ἄνδρας ηρωϊκὴν ἐνα δεικνυμένους ἀλκὴν, καὶ τὸ ὁπλιτικὸν οὐκ ἦν ἀγενιές, ἀλλὰ τὴν ὁρμὴν λεοντῶδες καὶ ἀνυπόστατον. Ὁ γὰρ βασιλεύτατος τῷ ὄντι καὶ στρατηγικώτατος Ιωάν νης, ὁ τοῦ Μανουήλ τοκεὺς, οὐδὲ τἄλλα μὲν ἐσχεδία δεν ὅτα κοινὴν εἰσέφερε λυσιτέλειον, τῶν δὲ στρα τιωτικῶν καταλόγων ο αφερόντως εφρόντιζε μάλιστα, συχνοῖς τε πιαίνων ο λοδωρήμασι, καὶ ταῖς καθ' ὥραν γυμνασίας ὑπαλείφων πρὸς ἔργα πολέμια. Οὕτω τοίνυν, καὶ ὡς ᾤετο, καλῶς τὰ κατὰ τὸν Σ:- κελικὸν πόλεμον παρασκευασάμενος ἀνάγεσθαι μὲν κελεύει τον στόλον τοῖς ἐρέταις καὶ κελευσταῖς λύ σασι τὰ καρχήσια, μέγαν δούκαν προβαλόμενος τὸν ἐπ' ἀδελφῇ γαμβρὸν τὸν Κοντοστέφανον Στέφανον, απαίρειν δὲ καὶ τὴν πεζὴν στρατιὰν ὑπ' ἀρχηγοῖς ἑτέροις, ἀλλὰ δὴ καὶ Ἰωάννῃ τῷ ᾿Αξούχῳ τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ, περὶ οὗ φθάσαντες ἐν πλείστοις παρεδη- λώσαμεν. Εἶχε τοίνυν τὰς τριήρεις ἡ τῶν Φαιάκων πάραλος. ἂν καὶ διαμερίζονται πρὸς ἐνόμισιν αἱ τε τῶν Βενετίκων συμμαχίδες νέες καὶ αἱ Ρωμαϊκαὶ αὐταί, ἵν, εἶεν οὕτως οἱ ναύσταθμοι τοῖς γένεσιν ἀμφοτέροις άμικτοι καὶ τῶν ἐκ τῆς ἀναμίξ ἀναστρο- φῆς ἄγευστοι διαφορῶν· μετὰ βραχὺ δὲ καὶ βασιλεὺς αὐτὸς ἔξεισι μετὰ τῆς στρατιᾶς. Ἐξ ἐφόδου δὲ τοὺς Σκύθας διαθροίσας, οἳ τὸν Ιστρον διαβάντες τὰ περὶ τὸν Αἷμον ἐσίνοντο, ἄρας ἐκ τῆς Φιλίππου την εὐθὺ Κερκύρας ἐβάδιζεν. Εστι δὲ ἡ Κερκυραίων άκρα αἰγίλιψ πᾶσα καὶ ἀγχινεφής, ελικοειδῆς τὴν θέσιν καὶ ὑψικόρυμβος, προσνευκυῖα ἐς τὸ βάθιστον τῆς θαλάσσης. Πέτραι δὲ περιεῤῥώγεσαν αὐτὴν ἀμφί κρημνοι καὶ ἀπότομοι, τὸ δ᾽ ὕψος ὑπὲρ τὴν ἀδομένην ἄορνον. Τείχη δὲ ἀῤῥαγῆ τὴν πόλιν περιείληφε πᾶσαν, καὶ πύργων περιεστᾶσιν ὑψώματα, κ καὶ ποιοῦσι τὴν ταύτης παραλογωτέραν ἅλωσιν. Αἱ μὲν δὲ ναυτικαὶ δυνάμεις τὴν ἄκραν περιστεψάμεναι παγχάλκοις περιείλουν ὅπλοις· πρὸ δὲ τοῦ πολέμῳ ἐπιβαλεῖν ἔγνω δεῖν ὁ βασιλεὺς δι᾿ ὁμογλώττων καὶ ομοφώνων πειραθῆναι τῶν ἔνδον, εἴ πως ὑπεκσταῖον αὐτῷ τοῦ φρουρίου ἀμαχητί. ὡς δὲ τῶν λεγομένων ἀκουοὶ γεγονότες οὐδ᾽ ὅλως ὑπενεδίδοσαν, ἀλλὰ τέσ NICET CHONIATÆ Orientales et Occidentales legiones ; triremes A partim reficiuntur, partim novæ ædificantur. In certas ignis Græcus imponitur, qui lungo jam tempore abditus latuerat. Omnis generis navigia circiter mille tam ad viros et equos quam ad commeatum veherdum contrahuntur et in mare deducuntur. Sunt et pedestres copiæ ex omni im- perio conscriptæ, armis, viribus atque animis flo- rentissimæ, et hostibus merito formidabiles. Nam Joannes Manuelis pater, optimus et bellicosissimus imperator, nec cæteris in rebus quæ ad publicam utilitatem spectarent negligens, et in catalogos mi- litum in primis intentus fuit ; eosque tum congia- riis liberalibus excitavit, tum bellicis exercitationi- bus firmavit. Sic igitur optime ad bellum Sicu- lum, ut putabat, instructus, Stephano Contoste- phano sororio magno duce designato, classem jubet - solvere ; pedites quoque præter cæterus duces Jo- anne Axucho magno domestico adjuncto, cujus supra sæpe mentionem fecimus, ablegat. Triremes ad Phæ cum littus appulsæ ita distributa sunt, ut et Romanæ et Venetorum socia seorsim stationes haberent, ne ex promiscuo congressu contentio- nes orirentur. Paulo post et ipse imperator cum exercitu egreditur; et Scythis primo congressu profligatis, qui Istro superato loca Hæmo monti vicina populabantur, relicta Philippopoli recla ad Corcyram pergit. Cujus insulæ promontorium al- tissimum in nubes assurgit, anfracubus inflexum et in mare profundissin.um prominens præ- ruptis petris septum : tota urbs mœnibus fir- missimis circumdata atque altissimis turribus ordinata est ; quo mirabilior fuit ejus expugnatio. Au navales copia corona promontorium cingentes ferro tota collucebant. Sed ante oppugnationem imperator per ejus lingua peritos hostium animos periclitandos censuit, an citra pugnam castello vel- lent cedere. Qui cum ejus postulatis rejectis, por- tisque clausis ac vectibus firmatis, et sagittariis funditoribus et omnis generis machinis in mœni- bus dispositis, pugnam cierent, tum suis quoque legionibus idem facere et quovis modo ulcisci ho- stes jussit. Ex eo Romani tela velut in cœlum eja- cnlaatur, hostes vero sagittas tanquam nivem dejiciunt. Illi saxa tormentis vi adigere in altum conantur,bi granulinis instareaxa dejiciunt ; quorum tela ut ex superiore loco citra laborem D missa, efficacia erant, cum Romanorum telis ex inferiore loco et nihil aut parum admodum læde- rentur. Quæ cum crebrius repetita Romanis præ- sens exitium denuntiarent, obsessis vero sine ullo incommodo optabilia essent, Romani cladibus excitati subinde novi aliquid in conspectu impe- ratoris excogitant, fortia facinora edunt, toleran- tiam ærumnarum declarant, rationibus in re dubia inventis, unde quanta calliditate et rei militaris usu valerent elucebat. Verum illa omnia frustra erant, et vani conatus earum rerum quæ feri non pote- rant.Imo gratissimam rem hostibus et optabilem C
Ὄντι δὲ κατὰ Ταρσὸν τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ ἡ τοῦ ἐξαδέλφου τούτῳ Ἀνδρονίκου ἐκ τῆς εἱρκτῆς φυγὴ καταγγέλλεται, ἧς τὸ αἴτιον ἦν καὶ ὅσα μὲν ἐρρέθη ἄνωθεν, οὐδὲν δὲ ἧττον τὸ ἐλευθεροστομεῖν ἀεὶ καὶ τὸ τῇ ῥώμῃ τῶν πολλῶν διαφέρειν καὶ ἡ εὖ ἔχουσα πλάσις τοῦ σώματος ἀξία οὖσα τοῦ τυραννεῖν καὶ τὸ τοῦ φρονήματος ἀταπείνωτον, ἃ δὴ πάντα πεφύκασιν οἱ κρατοῦντες ὑποβλέπεσθαι καὶ κνίζοντα ἔχειν καὶ ἕως καρδίας αὐτῆς βάλλοντα διὰ τὸ κατὰ τὴν βασιλείαν περιδεές. διὰ ταῦτα τοίνυν, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ ἐν ταῖς μάχαις ἐνδέξιον καὶ τὸ τοῦ γένους ἐπίσημον (ἐκ γὰρ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς Ἀλεξίου τοῦ τῷ Μανουὴλ προπάτορος ὅ τε τούτου πατὴρ ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης καὶ ὁ τοῦ Ἀνδρονίκου γενέτης ὁ σεβαστοκράτωρ προήλθοσαν Ἰσαάκιος) ὀφθαλμοβολούμενος ἦν καὶ ὕποπτος μάλιστα. Συνέβη δέ τι καὶ ἕτερον, δι’ ὃ τοῦτον ἐν φρουρᾷ συνεῖχεν ὁ Μανουήλ. τῷ βασιλεῖ τούτῳ τρεῖς ἦσαν ὁμαίμονες, Ἀλέξιος, Ἀνδρόνικος καὶ ὁ πολλάκις ῥηθεὶς Ἰσαάκιος.
φιστο, μετελεύσεσθαι πολέμῳ τοὺς Σικελούς κατὰ Β τε ξηράν συγκροτηθένει κατά τε θάλασσαν, ὅτι καὶ ὁ ἀγὼν οὐδαμῶς τὰς ελπίδας ἀγαθὰς ὑπετεί- νετο, οὐδ' ὑπέβαλλε βραχία τα προσιστάμενα, μέσ γιστος ἀναφαινόμενος καὶ τοῖς πάλαι ἀπειρημένος Ρωμαίων ἄναξι. Συλλέγεται οὖν τὰ ἔψα καὶ ἑσπέ ρια τάγματα. Αἱ μὲν ἐπισκευάζονται τῶν τριηρέων, αἱ δὲ νεωστὶ πήγνυνται, καὶ πρὸς τὸν πλοῦν ἀρτίω- σιν δέχονται· αἱ πυρφόροι τὸ ὑγρὸν εἰσδέχονται πυρ τὸ τέως ἠρεμοῦν ἀδιεκχυτον· ἀθροίζονται πεντη κόντοροι, αγείρονται μυοπάρωνες· μυοπάρωνες· αἱ εππαγωγοί ἀσφαλτοῦνται, αἱ φορταγωγοί πληροῦνται τῶν ἔδω- δίμων, οἱ ἐπεκτροκόλητες εὐτρεπίζονται. Πάντα δὲ τὰ σκάφη, τοῖς ἱστίοις πτερωθέντα ἐκ τῆς μόνος ἀνάγονται, ἐφ᾿ ἧς ἦσαν σαλεύοντα. Συγκεκρότη, το γοῦν ἡ στόλος ἀγχοῦ ποὺ τῶν χιλίων πλοίων, αἱ δὲ πεζικαὶ δυνάμεις ἐς μυριάδας ἠθροίσθησαν. Ἔφρι ξαν ἂν καὶ Γίγαντες, εἰ παρῆσαν, τοιαύτην παρεμ- βυλὴν, ἐπεὶ καὶ εὐανδροῦσα ἦν ἡ Ῥωμαίων πᾶσα τὸ τότε καιροῦ καὶ τρέφουσα ἄνδρας ηρωϊκὴν ἐνα δεικνυμένους ἀλκὴν, καὶ τὸ ὁπλιτικὸν οὐκ ἦν ἀγενιές, ἀλλὰ τὴν ὁρμὴν λεοντῶδες καὶ ἀνυπόστατον. Ὁ γὰρ βασιλεύτατος τῷ ὄντι καὶ στρατηγικώτατος Ιωάν νης, ὁ τοῦ Μανουήλ τοκεὺς, οὐδὲ τἄλλα μὲν ἐσχεδία δεν ὅτα κοινὴν εἰσέφερε λυσιτέλειον, τῶν δὲ στρα τιωτικῶν καταλόγων ο αφερόντως εφρόντιζε μάλιστα, συχνοῖς τε πιαίνων ο λοδωρήμασι, καὶ ταῖς καθ' ὥραν γυμνασίας ὑπαλείφων πρὸς ἔργα πολέμια. Οὕτω τοίνυν, καὶ ὡς ᾤετο, καλῶς τὰ κατὰ τὸν Σ:- κελικὸν πόλεμον παρασκευασάμενος ἀνάγεσθαι μὲν κελεύει τον στόλον τοῖς ἐρέταις καὶ κελευσταῖς λύ σασι τὰ καρχήσια, μέγαν δούκαν προβαλόμενος τὸν ἐπ' ἀδελφῇ γαμβρὸν τὸν Κοντοστέφανον Στέφανον, απαίρειν δὲ καὶ τὴν πεζὴν στρατιὰν ὑπ' ἀρχηγοῖς ἑτέροις, ἀλλὰ δὴ καὶ Ἰωάννῃ τῷ ᾿Αξούχῳ τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ, περὶ οὗ φθάσαντες ἐν πλείστοις παρεδη- λώσαμεν. Εἶχε τοίνυν τὰς τριήρεις ἡ τῶν Φαιάκων πάραλος. ἂν καὶ διαμερίζονται πρὸς ἐνόμισιν αἱ τε τῶν Βενετίκων συμμαχίδες νέες καὶ αἱ Ρωμαϊκαὶ αὐταί, ἵν, εἶεν οὕτως οἱ ναύσταθμοι τοῖς γένεσιν ἀμφοτέροις άμικτοι καὶ τῶν ἐκ τῆς ἀναμίξ ἀναστρο- φῆς ἄγευστοι διαφορῶν· μετὰ βραχὺ δὲ καὶ βασιλεὺς αὐτὸς ἔξεισι μετὰ τῆς στρατιᾶς. Ἐξ ἐφόδου δὲ τοὺς Σκύθας διαθροίσας, οἳ τὸν Ιστρον διαβάντες τὰ περὶ τὸν Αἷμον ἐσίνοντο, ἄρας ἐκ τῆς Φιλίππου την εὐθὺ Κερκύρας ἐβάδιζεν. Εστι δὲ ἡ Κερκυραίων άκρα αἰγίλιψ πᾶσα καὶ ἀγχινεφής, ελικοειδῆς τὴν θέσιν καὶ ὑψικόρυμβος, προσνευκυῖα ἐς τὸ βάθιστον τῆς θαλάσσης. Πέτραι δὲ περιεῤῥώγεσαν αὐτὴν ἀμφί κρημνοι καὶ ἀπότομοι, τὸ δ᾽ ὕψος ὑπὲρ τὴν ἀδομένην ἄορνον. Τείχη δὲ ἀῤῥαγῆ τὴν πόλιν περιείληφε πᾶσαν, καὶ πύργων περιεστᾶσιν ὑψώματα, κ καὶ ποιοῦσι τὴν ταύτης παραλογωτέραν ἅλωσιν. Αἱ μὲν δὲ ναυτικαὶ δυνάμεις τὴν ἄκραν περιστεψάμεναι παγχάλκοις περιείλουν ὅπλοις· πρὸ δὲ τοῦ πολέμῳ ἐπιβαλεῖν ἔγνω δεῖν ὁ βασιλεὺς δι᾿ ὁμογλώττων καὶ ομοφώνων πειραθῆναι τῶν ἔνδον, εἴ πως ὑπεκσταῖον αὐτῷ τοῦ φρουρίου ἀμαχητί. ὡς δὲ τῶν λεγομένων ἀκουοὶ γεγονότες οὐδ᾽ ὅλως ὑπενεδίδοσαν, ἀλλὰ τέσ NICET CHONIATÆ Orientales et Occidentales legiones ; triremes A partim reficiuntur, partim novæ ædificantur. In certas ignis Græcus imponitur, qui lungo jam tempore abditus latuerat. Omnis generis navigia circiter mille tam ad viros et equos quam ad commeatum veherdum contrahuntur et in mare deducuntur. Sunt et pedestres copiæ ex omni im- perio conscriptæ, armis, viribus atque animis flo- rentissimæ, et hostibus merito formidabiles. Nam Joannes Manuelis pater, optimus et bellicosissimus imperator, nec cæteris in rebus quæ ad publicam utilitatem spectarent negligens, et in catalogos mi- litum in primis intentus fuit ; eosque tum congia- riis liberalibus excitavit, tum bellicis exercitationi- bus firmavit. Sic igitur optime ad bellum Sicu- lum, ut putabat, instructus, Stephano Contoste- phano sororio magno duce designato, classem jubet - solvere ; pedites quoque præter cæterus duces Jo- anne Axucho magno domestico adjuncto, cujus supra sæpe mentionem fecimus, ablegat. Triremes ad Phæ cum littus appulsæ ita distributa sunt, ut et Romanæ et Venetorum socia seorsim stationes haberent, ne ex promiscuo congressu contentio- nes orirentur. Paulo post et ipse imperator cum exercitu egreditur; et Scythis primo congressu profligatis, qui Istro superato loca Hæmo monti vicina populabantur, relicta Philippopoli recla ad Corcyram pergit. Cujus insulæ promontorium al- tissimum in nubes assurgit, anfracubus inflexum et in mare profundissin.um prominens præ- ruptis petris septum : tota urbs mœnibus fir- missimis circumdata atque altissimis turribus ordinata est ; quo mirabilior fuit ejus expugnatio. Au navales copia corona promontorium cingentes ferro tota collucebant. Sed ante oppugnationem imperator per ejus lingua peritos hostium animos periclitandos censuit, an citra pugnam castello vel- lent cedere. Qui cum ejus postulatis rejectis, por- tisque clausis ac vectibus firmatis, et sagittariis funditoribus et omnis generis machinis in mœni- bus dispositis, pugnam cierent, tum suis quoque legionibus idem facere et quovis modo ulcisci ho- stes jussit. Ex eo Romani tela velut in cœlum eja- cnlaatur, hostes vero sagittas tanquam nivem dejiciunt. Illi saxa tormentis vi adigere in altum conantur,bi granulinis instareaxa dejiciunt ; quorum tela ut ex superiore loco citra laborem D missa, efficacia erant, cum Romanorum telis ex inferiore loco et nihil aut parum admodum læde- rentur. Quæ cum crebrius repetita Romanis præ- sens exitium denuntiarent, obsessis vero sine ullo incommodo optabilia essent, Romani cladibus excitati subinde novi aliquid in conspectu impe- ratoris excogitant, fortia facinora edunt, toleran- tiam ærumnarum declarant, rationibus in re dubia inventis, unde quanta calliditate et rei militaris usu valerent elucebat. Verum illa omnia frustra erant, et vani conatus earum rerum quæ feri non pote- rant.Imo gratissimam rem hostibus et optabilem C
PG 139:413τούτων οἱ μὲν δύο τὸ ζῆν μετήλλαξαν ἔτι τοῖς ζῶσι κατειλεγμένου τοῦ πατρὸς αὐτοῖς καὶ βασιλέως Ἰωάννου τοῦ Κομνηνοῦ, ἐσάλευε δὲ τὰς τοῦ γένους διαδοχὰς ὁ μὲν Ἀλέξιος ἐπὶ μιᾷ θυγατρί, ἣν καὶ εἰς γαμετὴν γυναῖκα ἡρμόσατο ὁ τοῦ μεγάλου δομεστίκου Ἰωάννου υἱὸς Ἀλέξιος, ὧν πέρι καὶ εἰπόντες ἔφθημεν, τῷ δ’ Ἀνδρονίκῳ θυγατέρες ἐγεγόνεισαν τρεῖς, Μαρία, Θεοδώρα καὶ Εὐδοκία, καὶ υἱεῖς δύο, Ἰωάννης τε καὶ Ἀλέξιος. τῶν θηλειῶν τοίνυν ἡ Εὐδοκία τὸν ἐκ παρθενίας ὁμευνέτην ἀποβαλοῦσα θανάτῳ ἀνοσίως Ἀνδρονίκῳ συνήρχετο, οὐ κρύβδην, ἀλλ’ ἀνέδην. καὶ τοῖς ἐπιτιμῶσιν Ἀνδρονίκῳ διὰ τὸ τῆς συνουσίας ἀθέμιτον ἡ ἀφ’ ἑστίας μίμησις πρόχειρος εἰς ἀπόλογον ἦν, καὶ χαριεντιζόμενος ἀνθυπέφερεν ὡς φιλεῖ τὸ ἀρχόμενον ἐξομοιοῦσθαι τῷ ἄρχοντι καὶ τὰ τῆς αὐτῆς ὁμοστοιχεῖ καὶ συνᾴδει πως κεραμείας, εἰς τὸν ἐξάδελφον ἀποσκώπτων ταῦτα καὶ βασιλέα τὸν Μανουὴλ ὡς ὁμοιοπαθέσιν ὑποκύπτοντα πάθεσιν ἢ γοῦν καὶ χείροσιν ἁλισκόμενον, εἴπερ ὁ μὲν ἀδελφοῦ θυγατρὶ συνουσίαζεν, ὁ δ’ Ἀνδρόνικος ἐξαδέλφου παιδὶ συγκατέκειτο.
λεον ἀπηναίνοντο, καὶ τὰς πύλας δὲ ἐπικλεισάμενοι καὶ ὀγεῦσιν αὐτὰς ἀσφαλισάμενοι, φραξάμενοί τε ὡς εἶχον τὰ τείχη τοξόταις καὶ ζαγκράτορσι (68), καὶ παντοίοις μηχανήμασι περιστέψαντες, δῆλοι ἦσαν ἀκροβολιζόμενοι, τότε καὶ βασιλεὺς ἐφῆκε τοῖς τάγ μασι τὰ ὅμοια δραν καὶ παντοίως ἀμύνεσθαι τὸ ἀντίπαλον, Εντεῦθεν Ῥωμαῖοι μὲν ὅσα καὶ εἰς οὐρανὸν ἠκόντιζον βέλεμνα, οἱ δ' ὡς νιφετὸν κατέχεον τὰ τοξεύματα. Καί οἱ μὲν τοὺς ἐξ ἀφετηρίων (69) λίθους δεμένους ἀνώθουν, ἢ ἀνήρειπτον (70) εἰπεῖν οἰκειότερον, οἱ δὲ χαλαζηδὸν αὐτοὺς ἐπηφίεσαν, ὡς συμβαίνειν τοὺς μὲν ὡς ἐξ ὑπερδεξίων καὶ ἀφ᾽ ὕψους βάλλοντας ἀπονητὶ καὶ ἐνεργὰ ἐπαφιέναι τὰ βέλεμνα, τοὺς δὲ ὡς ἀπὸ γῆς μαχομένους πρὸς τοὺς ἐν τῇ τῆς ἄκρας ὑπερβολῇ βραχέα ἢ οὐδὲν τὸ ἀντι- εἶπτον λυπεῖν· ὡς δὲ πάλιν καὶ πάλιν τὰ αὐτὰ καὶ ἐπὶ πολὺ δρώμενα Ρωμαίοις μὲν οὐκ ἦν ἐς ἐντελὲς ἀνύσιμα, εἰς δὲ θάνατον μάλιστα βλέποντα, τοῖς δ᾽ ἐντὸς ὡς ἀπαθέσιν οὔσιν ἀσπάσια, καινότερον ἀεί τι παρὰ τῶν κακῶς πασχόντων Ρωμαίων προσεφευρίσκετο, φιλοτιμουμένων ἐπ' ὄψεσι βασιλέως καὶ ἔργα χειρὸς ἀκμαίας ἐνδεικνυμένων καὶ καρτερίαν ἐν τοῖς δεινοῖς, ἔτι δὲ μεθόδους ἐν τοῖς ἀπόροις πολ- λιν βαθυγνωμοσύνην ἐκείνων κατηγορούσας καὶ ἐμπειρίαν τῶν τακτικῶν. ᾿Αλλ' ἠλέγχοντο τῶν ἀνε φίκτων ἐρῶντες καὶ τοῖς ἀνηνύτοις ἐγχειροῦντες παντάπασί διακενῆς, καὶ τὰ πρὸς χάριν καὶ εὐκτέα ὁρῶντες μᾶλλον τοῖς πολεμίοις, οἷς ἄντικρυς ώ πρὸς οὐρανὸν αὐτὸν διεφέροντο, ἤ γοῦν ἀεροβά μοσι δημιλλώντο πτηνοῖς τὰς καλιάς πηξαμένοις ἐπί τινος σκοπιᾶς, καὶ ἐπενόξενον νέφεσι. Τέλος δὲ καὶ αὐτὸς ὁ μέγας προσαπόλλυται δούξ, λιθιδίῳ κατὰ τοῦ κενεῶνος πέτρας ἀποῤῥαγέντι βληθεὶς ἔνπερ ἐπαφῆκεν ὑψόθεν ἀφετήριον όργανον. Γ. Καὶ ὁ μὲν ἔκειτο ὀλιγοδρανέων χάρη βάλλων Β θ' ἑτέρωσε, μετὰ μικρὸν δὲ καὶ ἐξ ἀνθρώπων ἐνα τεῦθεν ἐγένετο· πέρας δὲ ἡ ἐπ᾿ αὐτῷ πρόῤῥησις εἴληφε του πατριάρχου Κοσμά τοῦ ᾿Αττικοῦ, ὅς μετὰ τὸν Οξείτην Μιχαὴλ τοὺς τῆς Ἐκκλησίας | ἐγχειρίζεται οἴακας, ἐπεκστάντα τῆς ὑπερτάτης τῷ βουλομένῳ καθέδρας καὶ πρὸς τὴν νῆσον τὴν Οξειαν ἀποφοιτήσαντα, καθ' ἦν τὸν ἄσκευον βίον καὶ ἀπέριττον ἐκ παιδὸς ἐπανῄρητο· ἔνθα καὶ τὸν οἰκεῖον ἀποδοχμώτας αὐγένα πρὸς τῇ εἰσόδῳ τοῦ προνάου πατεῖν παρείχε τῷ εἰσιόντι παντὶ μοναχῷ, λέγων αξυμφόρως ἑαυτῷ τὴν ἡλικιώτιδα καὶ φίλην ἡσυχίαν παρώσασθαι καὶ ἐπ᾽ οὐδενὶ ξυνοίσοντι τὸν θεόνον ἀναβῆναι τὸν ὑπερύψηλον. Ὁ δὲ Κοσμᾶς ἦν μὲν τοῖς διακόνοις ἐναρίθμιος, εἶχε δὲ πατρίδα τὴν Αίγιναν, σοφίας δ᾽ ἁπάσης μεταλαχών (71) ἐκ τοῦ μηχανημάτων. ἄνήρειπτον ερείπω ἔρπω Ερείπτω ἀνέῤῥιπτον νώθουν. καὶ οὗτοι μὲν ἐβιάζοντο πρὸς ὕψος ἐπιῤῥί. πτειν τὰς πέτρας μετὰ τῶν πετροβόλων ὀργάνων : Ὁ δὲ Κοσμᾶς, οὗτος ἦν μὲν ἀπὸ τῆς πόλεως Αἰγίνης, διά κονος τὴν τάξιν, πάσης σοφίας ἔμπλεως, ἐνάρετος, καὶ ἐπὶ πλέον τῶν ἄλλων ἀρετῶν τῇ τῆς ἐλεημοσύνης ἐκαλλωπίζετο ὡραιότητι. Οὕτω γὰρ ἐπὶ τῇ ἐλεημο σύνῃ ἐσεμνύνετο, ὡς καὶ τὸν χιτῶνα αὐτοῦ τόν τε ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἐπιδιδόναι πτωχοῖς καὶ τὴν σκέπην τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς· καὶ οὐ μόνον ἐξ ὧν εἶχεν ἐδίδου, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους ᾠκονόμει παρέχειν τοῖς χρείαν ἔχουσιν. και πράγματα παρέχειν τοῖς ἀφ᾽ ἐστίας μὴ διφῶσι μόνον αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐπορίαν ἄλλων το βαζομένοις. καὶ τὸ ἐν φακῇ μύρον DE MANUELE COMNENO LIB. II. A plane faciebant,baud secus ac si celum oppugna- rent, aut nidos avium in sublimi specula positos ipsaeve nubes sagittis peterent. C III.Tandem ipse quoque magnus dux fragmine saxi machina excussi lumbos ictus, et semianimis caput jactans, vulneri non diu superstes mansit. Tia pre- dictio Cosma Attici patriarchæ, qui Michaeli Oxitæ successit, eventu comprobata est. Is Michael sum- ma sede ultro cessit et in Oxiam insulam rediit, in qua vitæ inopis et simplicis institutum a puero fuerat amplexus. Ibi in templi vestibulo prostratus cuivis monacho collum calcandum præbuit, quod contra quam sibi expediret,adamatam a primis an- nis quietem repudiasset nulloque cum fructu thro- num sublimem conscendisset. Cosmas vero tum in numero diaconorum erat, patria gineta, et quam- vis eruditissimus, virtutumn tamen choro erat illustrior, in primis benignitate erga pauperes insi- gnis; que tanquam in pretioso monili gemma Hier. Wolfii nota. Verti antem funditores non quod veram interpre- fationem eain redderein, sed quod non prorsus absurd: videretur. Quæ qualia fuerint non declarat. Vocabulum non male respondet vernaculo nostro geschu'z; sed bombardæ an eo tempore fuerint dubito. Desideratur et hic diligentia historicorum, qui ea quæ suæ ætati nota fuerunt, etiam posteri- tati, subinde inventa veterum novis artibus abo- leati, nota fore crediderunt. Proinde neque balistas Deque calupulis vertere wusus fui: tormenta non- D nun quan verti generali vocabulo,quod non tantum cruciatum significat, ut apud Horatium : Invidia Siculi non invenere tyranni Majus tormentum ; sed etiam machinam bellicam, ut apud Ovidium in Metamorph. de Licha et Hercule: Misit in Euboicas Lormento fortius undas. mentorum sursum trudebant ac po'ius in montem advolvebant. Hoc videtur velle, ad summam diffi- cultatem irriti conatus et Sisyphii laboris ostenden- dam, Verbum quid sit, me ignorare fateor ; neque ab neque ab formatur. nusquam legi. Si vero legas, id minus et tenuius videbitur quam Votu- slus codex habet hæc verba duntaxat plane et sim- plicia, quæ ego in convertendo sum secutus. codicis verba longe planiora sunt : inquit, Paraphrastes vero noster postremam pe- riodum plane obscuravit, ne dicam depravavit, cum scribit Quæ verba sic converteram : Suis- que domesticis non solum illa requirentibus, sed etiam ali nam opulentiam reprehendentibus negotium faces- seret. Quae verba quid sibi velint, profecto nescio : adeo delirat ineptus elegantiæ immodica affectator, dum vel in id incumbit ut paraphrasi cum arche. typo certet, vel summam orationis virtutem putat nihil propriis verbis eloqui, ubique adhibet. 168) Quid τζαγκράτορες sint, nondum reperi. (69) Ἐξ ἀφετηρίων. Subintelligitur ὀργάνων ἤ (70) 'Ανώθουν ἤ ἀνήρειπτον. Romani ears tor- (71) Σοφίας δ' απάσης μεταλαχών, Vetusti
Τὸ γοῦν τοιοῦτον οὔτε τῷ Μανουὴλ ἥνδανε καὶ τοὺς ἐκ γένους τῆς γυναικὸς μαίνεσθαι ἐποίει κατ’ Ἀνδρονίκου καὶ διαπρίεσθαι ἀτεχνῶς, ἐκ τοῦ πλείονος δὲ τὸν τῆς Εὐδοκίας ὁμαίμονα Ἰωάννην, ὃς τῇ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ καὶ πρωτοβεστιαρίου ἐκυδροῦτο τιμῇ, καὶ τὸν ἐπ’ ἀδελφῇ τῇ Μαρίᾳ ὡσαύτως γαμβρὸν τὸν Καντακουζηνὸν Ἰωάννην. πολλαὶ μὲν οὖν, ὡς εἰκός, ἐπιβουλαὶ κατὰ τοῦ Ἀνδρονίκου αἱ μὲν ἐνδόμυχοι ἦσαν καὶ σκότιοι τυρευόμεναι, αἱ δὲ καὶ προδήλως τολυπευόμεναι· ἀλλὰ διέλυε ταύτας ὡς ἱστὸν ἀράχνης Ἀνδρόνικος καὶ ὡς παιδίων ἐπὶ ψάμμου ἀθύρματα διεσκέδαζεν, ἀνδρείᾳ τε τῇ σφετέρᾳ πίσυνος ὢν καὶ κατὰ σύνεσιν τῶν ἐναντίων ὑπερφέρων ἐπὶ πολὺ καὶ ὅσον αἱ ἄλογοι φύσεις τῶν λογικῶν ἥττηνται, ὥστε καὶ συμβὰν οὕτω πολλάκις προςπλακεὶς ἐτρέψατο τούτους, τὰ φίλτρα τῆς Εὐδοκίας γέρας ἀρνύμενος. Ἦν δ’ ὅτε καὶ αὐτὸς μὲν ἐπὶ σκηνῆς τῇ γυναικὶ κατὰ Πελαγονίαν συνεπλέκετο, οἱ δὲ καθ’ αἷμα τῇ Εὐδοκίᾳ προσήκοντες περιστάντες, ὡς τοῦτο ἔγνωσαν, μετὰ συχνῶν ὁπλοφόρων ἐτήρουν τὴν ἔξοδον ὡς αὐτίκα μάλα τοῦτον διαχειρισόμενοι.
λεον ἀπηναίνοντο, καὶ τὰς πύλας δὲ ἐπικλεισάμενοι καὶ ὀγεῦσιν αὐτὰς ἀσφαλισάμενοι, φραξάμενοί τε ὡς εἶχον τὰ τείχη τοξόταις καὶ ζαγκράτορσι (68), καὶ παντοίοις μηχανήμασι περιστέψαντες, δῆλοι ἦσαν ἀκροβολιζόμενοι, τότε καὶ βασιλεὺς ἐφῆκε τοῖς τάγ μασι τὰ ὅμοια δραν καὶ παντοίως ἀμύνεσθαι τὸ ἀντίπαλον, Εντεῦθεν Ῥωμαῖοι μὲν ὅσα καὶ εἰς οὐρανὸν ἠκόντιζον βέλεμνα, οἱ δ' ὡς νιφετὸν κατέχεον τὰ τοξεύματα. Καί οἱ μὲν τοὺς ἐξ ἀφετηρίων (69) λίθους δεμένους ἀνώθουν, ἢ ἀνήρειπτον (70) εἰπεῖν οἰκειότερον, οἱ δὲ χαλαζηδὸν αὐτοὺς ἐπηφίεσαν, ὡς συμβαίνειν τοὺς μὲν ὡς ἐξ ὑπερδεξίων καὶ ἀφ᾽ ὕψους βάλλοντας ἀπονητὶ καὶ ἐνεργὰ ἐπαφιέναι τὰ βέλεμνα, τοὺς δὲ ὡς ἀπὸ γῆς μαχομένους πρὸς τοὺς ἐν τῇ τῆς ἄκρας ὑπερβολῇ βραχέα ἢ οὐδὲν τὸ ἀντι- εἶπτον λυπεῖν· ὡς δὲ πάλιν καὶ πάλιν τὰ αὐτὰ καὶ ἐπὶ πολὺ δρώμενα Ρωμαίοις μὲν οὐκ ἦν ἐς ἐντελὲς ἀνύσιμα, εἰς δὲ θάνατον μάλιστα βλέποντα, τοῖς δ᾽ ἐντὸς ὡς ἀπαθέσιν οὔσιν ἀσπάσια, καινότερον ἀεί τι παρὰ τῶν κακῶς πασχόντων Ρωμαίων προσεφευρίσκετο, φιλοτιμουμένων ἐπ' ὄψεσι βασιλέως καὶ ἔργα χειρὸς ἀκμαίας ἐνδεικνυμένων καὶ καρτερίαν ἐν τοῖς δεινοῖς, ἔτι δὲ μεθόδους ἐν τοῖς ἀπόροις πολ- λιν βαθυγνωμοσύνην ἐκείνων κατηγορούσας καὶ ἐμπειρίαν τῶν τακτικῶν. ᾿Αλλ' ἠλέγχοντο τῶν ἀνε φίκτων ἐρῶντες καὶ τοῖς ἀνηνύτοις ἐγχειροῦντες παντάπασί διακενῆς, καὶ τὰ πρὸς χάριν καὶ εὐκτέα ὁρῶντες μᾶλλον τοῖς πολεμίοις, οἷς ἄντικρυς ώ πρὸς οὐρανὸν αὐτὸν διεφέροντο, ἤ γοῦν ἀεροβά μοσι δημιλλώντο πτηνοῖς τὰς καλιάς πηξαμένοις ἐπί τινος σκοπιᾶς, καὶ ἐπενόξενον νέφεσι. Τέλος δὲ καὶ αὐτὸς ὁ μέγας προσαπόλλυται δούξ, λιθιδίῳ κατὰ τοῦ κενεῶνος πέτρας ἀποῤῥαγέντι βληθεὶς ἔνπερ ἐπαφῆκεν ὑψόθεν ἀφετήριον όργανον. Γ. Καὶ ὁ μὲν ἔκειτο ὀλιγοδρανέων χάρη βάλλων Β θ' ἑτέρωσε, μετὰ μικρὸν δὲ καὶ ἐξ ἀνθρώπων ἐνα τεῦθεν ἐγένετο· πέρας δὲ ἡ ἐπ᾿ αὐτῷ πρόῤῥησις εἴληφε του πατριάρχου Κοσμά τοῦ ᾿Αττικοῦ, ὅς μετὰ τὸν Οξείτην Μιχαὴλ τοὺς τῆς Ἐκκλησίας | ἐγχειρίζεται οἴακας, ἐπεκστάντα τῆς ὑπερτάτης τῷ βουλομένῳ καθέδρας καὶ πρὸς τὴν νῆσον τὴν Οξειαν ἀποφοιτήσαντα, καθ' ἦν τὸν ἄσκευον βίον καὶ ἀπέριττον ἐκ παιδὸς ἐπανῄρητο· ἔνθα καὶ τὸν οἰκεῖον ἀποδοχμώτας αὐγένα πρὸς τῇ εἰσόδῳ τοῦ προνάου πατεῖν παρείχε τῷ εἰσιόντι παντὶ μοναχῷ, λέγων αξυμφόρως ἑαυτῷ τὴν ἡλικιώτιδα καὶ φίλην ἡσυχίαν παρώσασθαι καὶ ἐπ᾽ οὐδενὶ ξυνοίσοντι τὸν θεόνον ἀναβῆναι τὸν ὑπερύψηλον. Ὁ δὲ Κοσμᾶς ἦν μὲν τοῖς διακόνοις ἐναρίθμιος, εἶχε δὲ πατρίδα τὴν Αίγιναν, σοφίας δ᾽ ἁπάσης μεταλαχών (71) ἐκ τοῦ μηχανημάτων. ἄνήρειπτον ερείπω ἔρπω Ερείπτω ἀνέῤῥιπτον νώθουν. καὶ οὗτοι μὲν ἐβιάζοντο πρὸς ὕψος ἐπιῤῥί. πτειν τὰς πέτρας μετὰ τῶν πετροβόλων ὀργάνων : Ὁ δὲ Κοσμᾶς, οὗτος ἦν μὲν ἀπὸ τῆς πόλεως Αἰγίνης, διά κονος τὴν τάξιν, πάσης σοφίας ἔμπλεως, ἐνάρετος, καὶ ἐπὶ πλέον τῶν ἄλλων ἀρετῶν τῇ τῆς ἐλεημοσύνης ἐκαλλωπίζετο ὡραιότητι. Οὕτω γὰρ ἐπὶ τῇ ἐλεημο σύνῃ ἐσεμνύνετο, ὡς καὶ τὸν χιτῶνα αὐτοῦ τόν τε ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἐπιδιδόναι πτωχοῖς καὶ τὴν σκέπην τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς· καὶ οὐ μόνον ἐξ ὧν εἶχεν ἐδίδου, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους ᾠκονόμει παρέχειν τοῖς χρείαν ἔχουσιν. και πράγματα παρέχειν τοῖς ἀφ᾽ ἐστίας μὴ διφῶσι μόνον αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐπορίαν ἄλλων το βαζομένοις. καὶ τὸ ἐν φακῇ μύρον DE MANUELE COMNENO LIB. II. A plane faciebant,baud secus ac si celum oppugna- rent, aut nidos avium in sublimi specula positos ipsaeve nubes sagittis peterent. C III.Tandem ipse quoque magnus dux fragmine saxi machina excussi lumbos ictus, et semianimis caput jactans, vulneri non diu superstes mansit. Tia pre- dictio Cosma Attici patriarchæ, qui Michaeli Oxitæ successit, eventu comprobata est. Is Michael sum- ma sede ultro cessit et in Oxiam insulam rediit, in qua vitæ inopis et simplicis institutum a puero fuerat amplexus. Ibi in templi vestibulo prostratus cuivis monacho collum calcandum præbuit, quod contra quam sibi expediret,adamatam a primis an- nis quietem repudiasset nulloque cum fructu thro- num sublimem conscendisset. Cosmas vero tum in numero diaconorum erat, patria gineta, et quam- vis eruditissimus, virtutumn tamen choro erat illustrior, in primis benignitate erga pauperes insi- gnis; que tanquam in pretioso monili gemma Hier. Wolfii nota. Verti antem funditores non quod veram interpre- fationem eain redderein, sed quod non prorsus absurd: videretur. Quæ qualia fuerint non declarat. Vocabulum non male respondet vernaculo nostro geschu'z; sed bombardæ an eo tempore fuerint dubito. Desideratur et hic diligentia historicorum, qui ea quæ suæ ætati nota fuerunt, etiam posteri- tati, subinde inventa veterum novis artibus abo- leati, nota fore crediderunt. Proinde neque balistas Deque calupulis vertere wusus fui: tormenta non- D nun quan verti generali vocabulo,quod non tantum cruciatum significat, ut apud Horatium : Invidia Siculi non invenere tyranni Majus tormentum ; sed etiam machinam bellicam, ut apud Ovidium in Metamorph. de Licha et Hercule: Misit in Euboicas Lormento fortius undas. mentorum sursum trudebant ac po'ius in montem advolvebant. Hoc videtur velle, ad summam diffi- cultatem irriti conatus et Sisyphii laboris ostenden- dam, Verbum quid sit, me ignorare fateor ; neque ab neque ab formatur. nusquam legi. Si vero legas, id minus et tenuius videbitur quam Votu- slus codex habet hæc verba duntaxat plane et sim- plicia, quæ ego in convertendo sum secutus. codicis verba longe planiora sunt : inquit, Paraphrastes vero noster postremam pe- riodum plane obscuravit, ne dicam depravavit, cum scribit Quæ verba sic converteram : Suis- que domesticis non solum illa requirentibus, sed etiam ali nam opulentiam reprehendentibus negotium faces- seret. Quae verba quid sibi velint, profecto nescio : adeo delirat ineptus elegantiæ immodica affectator, dum vel in id incumbit ut paraphrasi cum arche. typo certet, vel summam orationis virtutem putat nihil propriis verbis eloqui, ubique adhibet. 168) Quid τζαγκράτορες sint, nondum reperi. (69) Ἐξ ἀφετηρίων. Subintelligitur ὀργάνων ἤ (70) 'Ανώθουν ἤ ἀνήρειπτον. Romani ears tor- (71) Σοφίας δ' απάσης μεταλαχών, Vetusti
οὐκ ἔλαθε ταῦτα τὴν Εὐδοκίαν, καίπερ ἐφ’ ἑτέροις τὸν νοῦν ἔχουσαν, εἴτε διαγγελθέντα παρά του τῶν ἐκ τοῦ γένους, εἴθ’ ἑτέρως τὸν κατὰ τοῦ φθορέως αὐτῆς λόχον γνωρισάσης· ἦν δὲ κἀκείνῃ δραστήριον τὸ φρονεῖν, οὐμενοῦν κατὰ γυναῖκας πλουτούσῃ τὴν σύνεσιν. διασαφεῖ τοίνυν τὴν ἐπιβουλὴν ξυγκατακειμένῳ τῷ Ἀνδρονίκῳ. ὁ δὲ διαθροηθεὶς ἐπὶ τῷδε τῷ ῥήματι ἐξανέθορέ τε αὐτίκα τῆς κλίνης καὶ τὴν ἐπιμήκη διαζωσάμενος μάχαιραν διεσκοπεῖτο τὸ ποιητέον. ἡ μὲν οὖν ὑπετίθει τῷ ἐρωμένῳ γυναικείαν ὑποδῦναι στολὴν κἀν τῷ ἐπιτάξαι αὐτήν τινι τῶν προκοίτων καὶ κατευναστριῶν γυναικῶν λαμπτῆρα εἰσενεγκεῖν τῇ σκηνῇ πρὸς ὄνομα καλέσασαν καὶ οὕτως εἰς ἐξάκουστον, ὡς καὶ τοῖς ἐλλοχῶσι τὴν ταύτης ἐνηχηθῆναι φωνήν, εὐθέως ἐξελθεῖν καὶ λαθεῖν. τῷ δὲ οὐκ ἤρεσκεν ἡ παραίφασις, ἐκτρεπομένῳ μὲν καὶ τὸ ἁλῶναι κἀπὶ τὸν βασιλέα ἐπισπώμενον τῆς κόμης ἄγεσθαι ἀγεννῶς, καὶ θάνατον δὲ οὐχ ἧττον ὑφορωμένῳ τὸν γυναικώδη καὶ ἀκλεᾶ.
λεον ἀπηναίνοντο, καὶ τὰς πύλας δὲ ἐπικλεισάμενοι καὶ ὀγεῦσιν αὐτὰς ἀσφαλισάμενοι, φραξάμενοί τε ὡς εἶχον τὰ τείχη τοξόταις καὶ ζαγκράτορσι (68), καὶ παντοίοις μηχανήμασι περιστέψαντες, δῆλοι ἦσαν ἀκροβολιζόμενοι, τότε καὶ βασιλεὺς ἐφῆκε τοῖς τάγ μασι τὰ ὅμοια δραν καὶ παντοίως ἀμύνεσθαι τὸ ἀντίπαλον, Εντεῦθεν Ῥωμαῖοι μὲν ὅσα καὶ εἰς οὐρανὸν ἠκόντιζον βέλεμνα, οἱ δ' ὡς νιφετὸν κατέχεον τὰ τοξεύματα. Καί οἱ μὲν τοὺς ἐξ ἀφετηρίων (69) λίθους δεμένους ἀνώθουν, ἢ ἀνήρειπτον (70) εἰπεῖν οἰκειότερον, οἱ δὲ χαλαζηδὸν αὐτοὺς ἐπηφίεσαν, ὡς συμβαίνειν τοὺς μὲν ὡς ἐξ ὑπερδεξίων καὶ ἀφ᾽ ὕψους βάλλοντας ἀπονητὶ καὶ ἐνεργὰ ἐπαφιέναι τὰ βέλεμνα, τοὺς δὲ ὡς ἀπὸ γῆς μαχομένους πρὸς τοὺς ἐν τῇ τῆς ἄκρας ὑπερβολῇ βραχέα ἢ οὐδὲν τὸ ἀντι- εἶπτον λυπεῖν· ὡς δὲ πάλιν καὶ πάλιν τὰ αὐτὰ καὶ ἐπὶ πολὺ δρώμενα Ρωμαίοις μὲν οὐκ ἦν ἐς ἐντελὲς ἀνύσιμα, εἰς δὲ θάνατον μάλιστα βλέποντα, τοῖς δ᾽ ἐντὸς ὡς ἀπαθέσιν οὔσιν ἀσπάσια, καινότερον ἀεί τι παρὰ τῶν κακῶς πασχόντων Ρωμαίων προσεφευρίσκετο, φιλοτιμουμένων ἐπ' ὄψεσι βασιλέως καὶ ἔργα χειρὸς ἀκμαίας ἐνδεικνυμένων καὶ καρτερίαν ἐν τοῖς δεινοῖς, ἔτι δὲ μεθόδους ἐν τοῖς ἀπόροις πολ- λιν βαθυγνωμοσύνην ἐκείνων κατηγορούσας καὶ ἐμπειρίαν τῶν τακτικῶν. ᾿Αλλ' ἠλέγχοντο τῶν ἀνε φίκτων ἐρῶντες καὶ τοῖς ἀνηνύτοις ἐγχειροῦντες παντάπασί διακενῆς, καὶ τὰ πρὸς χάριν καὶ εὐκτέα ὁρῶντες μᾶλλον τοῖς πολεμίοις, οἷς ἄντικρυς ώ πρὸς οὐρανὸν αὐτὸν διεφέροντο, ἤ γοῦν ἀεροβά μοσι δημιλλώντο πτηνοῖς τὰς καλιάς πηξαμένοις ἐπί τινος σκοπιᾶς, καὶ ἐπενόξενον νέφεσι. Τέλος δὲ καὶ αὐτὸς ὁ μέγας προσαπόλλυται δούξ, λιθιδίῳ κατὰ τοῦ κενεῶνος πέτρας ἀποῤῥαγέντι βληθεὶς ἔνπερ ἐπαφῆκεν ὑψόθεν ἀφετήριον όργανον. Γ. Καὶ ὁ μὲν ἔκειτο ὀλιγοδρανέων χάρη βάλλων Β θ' ἑτέρωσε, μετὰ μικρὸν δὲ καὶ ἐξ ἀνθρώπων ἐνα τεῦθεν ἐγένετο· πέρας δὲ ἡ ἐπ᾿ αὐτῷ πρόῤῥησις εἴληφε του πατριάρχου Κοσμά τοῦ ᾿Αττικοῦ, ὅς μετὰ τὸν Οξείτην Μιχαὴλ τοὺς τῆς Ἐκκλησίας | ἐγχειρίζεται οἴακας, ἐπεκστάντα τῆς ὑπερτάτης τῷ βουλομένῳ καθέδρας καὶ πρὸς τὴν νῆσον τὴν Οξειαν ἀποφοιτήσαντα, καθ' ἦν τὸν ἄσκευον βίον καὶ ἀπέριττον ἐκ παιδὸς ἐπανῄρητο· ἔνθα καὶ τὸν οἰκεῖον ἀποδοχμώτας αὐγένα πρὸς τῇ εἰσόδῳ τοῦ προνάου πατεῖν παρείχε τῷ εἰσιόντι παντὶ μοναχῷ, λέγων αξυμφόρως ἑαυτῷ τὴν ἡλικιώτιδα καὶ φίλην ἡσυχίαν παρώσασθαι καὶ ἐπ᾽ οὐδενὶ ξυνοίσοντι τὸν θεόνον ἀναβῆναι τὸν ὑπερύψηλον. Ὁ δὲ Κοσμᾶς ἦν μὲν τοῖς διακόνοις ἐναρίθμιος, εἶχε δὲ πατρίδα τὴν Αίγιναν, σοφίας δ᾽ ἁπάσης μεταλαχών (71) ἐκ τοῦ μηχανημάτων. ἄνήρειπτον ερείπω ἔρπω Ερείπτω ἀνέῤῥιπτον νώθουν. καὶ οὗτοι μὲν ἐβιάζοντο πρὸς ὕψος ἐπιῤῥί. πτειν τὰς πέτρας μετὰ τῶν πετροβόλων ὀργάνων : Ὁ δὲ Κοσμᾶς, οὗτος ἦν μὲν ἀπὸ τῆς πόλεως Αἰγίνης, διά κονος τὴν τάξιν, πάσης σοφίας ἔμπλεως, ἐνάρετος, καὶ ἐπὶ πλέον τῶν ἄλλων ἀρετῶν τῇ τῆς ἐλεημοσύνης ἐκαλλωπίζετο ὡραιότητι. Οὕτω γὰρ ἐπὶ τῇ ἐλεημο σύνῃ ἐσεμνύνετο, ὡς καὶ τὸν χιτῶνα αὐτοῦ τόν τε ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἐπιδιδόναι πτωχοῖς καὶ τὴν σκέπην τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς· καὶ οὐ μόνον ἐξ ὧν εἶχεν ἐδίδου, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους ᾠκονόμει παρέχειν τοῖς χρείαν ἔχουσιν. και πράγματα παρέχειν τοῖς ἀφ᾽ ἐστίας μὴ διφῶσι μόνον αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐπορίαν ἄλλων το βαζομένοις. καὶ τὸ ἐν φακῇ μύρον DE MANUELE COMNENO LIB. II. A plane faciebant,baud secus ac si celum oppugna- rent, aut nidos avium in sublimi specula positos ipsaeve nubes sagittis peterent. C III.Tandem ipse quoque magnus dux fragmine saxi machina excussi lumbos ictus, et semianimis caput jactans, vulneri non diu superstes mansit. Tia pre- dictio Cosma Attici patriarchæ, qui Michaeli Oxitæ successit, eventu comprobata est. Is Michael sum- ma sede ultro cessit et in Oxiam insulam rediit, in qua vitæ inopis et simplicis institutum a puero fuerat amplexus. Ibi in templi vestibulo prostratus cuivis monacho collum calcandum præbuit, quod contra quam sibi expediret,adamatam a primis an- nis quietem repudiasset nulloque cum fructu thro- num sublimem conscendisset. Cosmas vero tum in numero diaconorum erat, patria gineta, et quam- vis eruditissimus, virtutumn tamen choro erat illustrior, in primis benignitate erga pauperes insi- gnis; que tanquam in pretioso monili gemma Hier. Wolfii nota. Verti antem funditores non quod veram interpre- fationem eain redderein, sed quod non prorsus absurd: videretur. Quæ qualia fuerint non declarat. Vocabulum non male respondet vernaculo nostro geschu'z; sed bombardæ an eo tempore fuerint dubito. Desideratur et hic diligentia historicorum, qui ea quæ suæ ætati nota fuerunt, etiam posteri- tati, subinde inventa veterum novis artibus abo- leati, nota fore crediderunt. Proinde neque balistas Deque calupulis vertere wusus fui: tormenta non- D nun quan verti generali vocabulo,quod non tantum cruciatum significat, ut apud Horatium : Invidia Siculi non invenere tyranni Majus tormentum ; sed etiam machinam bellicam, ut apud Ovidium in Metamorph. de Licha et Hercule: Misit in Euboicas Lormento fortius undas. mentorum sursum trudebant ac po'ius in montem advolvebant. Hoc videtur velle, ad summam diffi- cultatem irriti conatus et Sisyphii laboris ostenden- dam, Verbum quid sit, me ignorare fateor ; neque ab neque ab formatur. nusquam legi. Si vero legas, id minus et tenuius videbitur quam Votu- slus codex habet hæc verba duntaxat plane et sim- plicia, quæ ego in convertendo sum secutus. codicis verba longe planiora sunt : inquit, Paraphrastes vero noster postremam pe- riodum plane obscuravit, ne dicam depravavit, cum scribit Quæ verba sic converteram : Suis- que domesticis non solum illa requirentibus, sed etiam ali nam opulentiam reprehendentibus negotium faces- seret. Quae verba quid sibi velint, profecto nescio : adeo delirat ineptus elegantiæ immodica affectator, dum vel in id incumbit ut paraphrasi cum arche. typo certet, vel summam orationis virtutem putat nihil propriis verbis eloqui, ubique adhibet. 168) Quid τζαγκράτορες sint, nondum reperi. (69) Ἐξ ἀφετηρίων. Subintelligitur ὀργάνων ἤ (70) 'Ανώθουν ἤ ἀνήρειπτον. Romani ears tor- (71) Σοφίας δ' απάσης μεταλαχών, Vetusti
PG 139:415οὐκοῦν τὸ ξίφος γυμνώσας καὶ δοὺς τοῦτο τῇ δεξιᾷ ἐφάλλεται τὴν σκηνὴν ἐγκαρσίως διατεμὼν καὶ ἐν ἑνὶ πηδήματι Θετταλῷ ἄντικρυς ὑπερβαίνει τόν τε ξυγκείμενον τῇ σκηνῇ τυχὸν οὕτω θριγγὸν καὶ ὅσον ἐπεῖχον οἱ πάσσαλοι καὶ οἱ σχοῖνοι χῶρον, ὡς ἀχανεῖς γενέσθαι τοὺς ἐνεδρεύοντας καὶ τὸ ἐκ τοῦ διαδρᾶναι σφᾶς τὸ θήραμα τραῦμα εἰς θαῦμα μετενεγκεῖν. Ταῦτά τε οὖν ἀκουόμενα τὸν αὐτοκράτορα ὑπέθραττε Μανουὴλ καὶ αἱ διαβολαὶ δὲ ὅσα καὶ ῥανίδες ἐνδελεχεῖς ἐκοίλαινον ἐς ὑποδοχὴν τῶν κατὰ τοῦ ἐνδιαβαλλομένου ἐπιχεομένων τὴν τοῦ ἐνηχουμένου ψυχὴν καὶ ἀπῆγον κατὰ βραχὺ οὗ εἶχεν οὗτος εἰς τὸν ἄνδρα ζωπύρου φιλίας καὶ ὡς ἀληθῆ ἐνῆγον τὰ λεγόμενα παραδέχεσθαι· μηδὲ γὰρ πάμπαν τὴν φήμην ἀπόλλυσθαι, μηδὲ εἰκῇ λύουσαν τὸ πτίλον ἀμφιπεριτροχάζειν τοιάδε τὰ κατ’ Ἀνδρόνικον. ὡς ἄρα οὐδέν τι διαβόλου γλώττης χείριστον ἐνέφυ τοῖς ἀνθρώποις ἕτερον κακόν, εἰκότως οὖν καὶ Δαυὶδ ὁ φιλῳδὸς καὶ φιλόψαλμος ἐν πλείστοις τῶν αὐτοῦ θεοπλόκων καὶ ἡδυφραδῶν εἰδυλλίων διασύρει ταύτην καὶ κωμῳδεῖ, στηλογραφῶν ἀτεχνῶς τὴν ἐξ ἐρήμης ταύτης ἰσχὺν καὶ ῥυσθῆναι τῶν ἑλίκων αὐτῆς ἐπευχόμενος.
Α τῶν ἀρετῶν ὁρμηθοῦ πλέον ηὔχει τοὐπίσημον. Μα λιστα δὲ τῷ πολλῷ τῆς ἐλεημοσύνης ἐκέκαστο, ἥτις ὡς ἐν περιδεραίῳ κόσμῳ πολυτελεῖ προσπεπηγγία τῇ ποικιλίᾳ τῶν ἀρετῶν δίκην ἀκτινώδους λίθου ἐπάμε φαινεν· οὕτω γὰρ τὸν εἰς ἀνθρώπους ἔλεον ἔρωτο ὡς καὶ τὸν ἐπενδύτην αὐτὸν καὶ τὸν χιτῶνα ἐαυτοῦ τοῦ σώματος καὶ τὴν ὀθονοσκεπῆ καλύπτραν τῆς κεφαλῆς διαδιδόναι πένησι καὶ πράγματα παρέχειν τοῖς ἀφ᾿ ἑστίας μὴ δ φῶσι μόνον αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐπορίαν άλλων τυρβαζομένοις. Διὰ ταῦτα καὶ παρὰ πᾶσι μὲν ἦν ἀἰδέσιμος ὁ ἀνήρ· ὁ δὲ σε βαστοκράτωρ Ισαάκιος ὁ τοῦ βασιλέως Μανουήλ αὐτόπιμος μόνον οὐκ ἐπέθυεν ὡς Θεῷ, ἐκεῖνο θεόφι λὲς καὶ πρακτέον οἰόμενος ὅπερ ἦν ὁ πατριάρχης ὑποτιθέμενος, κἀκεῖνο αὖθις θεομισὲς καὶ ἀπώματον ὅπερ οὑτοσὶ ἀπηγόρευεν· Π γοῦν φατρία (72) τῶν τότε ἀντιδόξων τῆς ἀρετῆς ἀρχιερέων καὶ τοῦ ἱερω τάτου τούτου αντίθετος μοῖρα ἐνδιαβάλλουσι τὸν ἄνδρα τῷ βασιλεῖ ὡς τῷ ἀδελφῷ Ισαακίῳ τὴν βασι λείαν μνώμενον, λαθραίας τὰς προόπτους εἰς τὸ ἱερὸν ἀρχεῖον ἀνόδους τοῦ σεβαστοκράτορος ονομά ζοντες, καὶ κρυφιώδεις συσκευὰς τὰ οὐκ ἐν μυχῷ γῆς καὶ παραβύστῳ, ἀλλ᾽ ἐφ' ἡλίῳ συλλαλούμενα μάρτυρι. Ο τοίνυν Μανουήλ νέος ὧν ἔτι καὶ αὐτά ρεσκος, καὶ ἄλλως ὑποβλέπεσθαι τὸν ἀδελφὸν ὑπὸ τῶν τοῦ πατριάρχου κατηγόρων ὡς βασιλειῶντα ἐναγόμενος, ἀνατρέψαι τοῦτον του θρόνου ἐζήτει. Κάπειδὴ ἅπτεται μῶμος καὶ τῶν ἀψαύστων, ὡς οἴδαμεν, καὶ ἅπας, ὡς καὶ τοῦτο ἴσμεν, εἰς τὸ κακόν τι δράν προσκλινέστερος, καθαιρέσει καθυπο βάλλεται ὡς συναιρετίζων μοναχῷ τινι Νήφωνι. Ην δὲ ὁ Νήφων συνήθης μὲν τῷ πατριάρχῃ καὶ πολλά κις ἐκ τῆς αὐτοῦ τραπέξης ἐσταθεὶς καὶ στέγης ὁμοίως μετειληχώς, διεβέβλητο δὲ ὡς οὐκ ὀρθὸς εἴη τὰ ἐς πίστιν, καὶ τὴν σχοινοτενή γένυν ἐκέκαρτο καὶ δεσμωτηρίῳ ἐνείρχθη παρὰ τοῦ πατριάρχου Μιχαήλ. "Ην οὖν ὁ Κοσμᾶς δι᾿ αὐτὸν ὑπ᾽ αἰτίαν ὡς ὁμόφρων τε καὶ ὁμόδοξος, καὶ οἱ ἀντίδοξοι τῷ Κοσμῷ εὐπροσώπου ταύτης ἀφορμῆς λαβόμενοι κατα ἔκρεχον ἤδη καὶ λαμπρῶς ἐπέκειντο, κατά κράτος αἱρήσειν καὶ ὅλαις καθελεῖν ψήφοις αὐτὸν ἐπειγό- μενοι. Κρινόμενος οὖν, ἢ μᾶλλον κατακρινόμενος, καὶ ἃ οὐκ ἐγίνωσκεν ἐρωτώμενος, καὶ διὰ ταῦτα τοῦ θρόνου ἐξοστρακιζόμενος, ζήλου πίμπλαται, καὶ τὸ συνέδριον ἐκεῖνο περισκεψάμενος τῇ μὲν μήτρα τῆς βασιλίδος ἐπιτιμᾷ μὴ παῖδα τεκεῖν ἀῤῥενα, ἀφορίζει δὲ καὶ τῶν περὶ τὸν βασιλέα τινὰς καὶ τὴν τότε συνελθοῦσαν εἰς αὐτοῦ καθαίρεσιν σύνοδον ὡς βασι- λείους θύρας ἐκτρίβουσαν καὶ πρόσωπα λαμβάνου- σαν, κἀκ τούτου μὴ κανονικῶς, ἀλλ᾽ ἀθέσμως καὶ θρόνου καὶ ποίμνης αὐτὸν ἀπελαύνουσαν. Τότε τοί- νυν ὁ Κοντοστέφανος εἰς ὢν τῶν κυκλούντων θρόνον . τὸν ἀνακτορικὸν, τῶν ἐγγιζόντων τε βασιλεῖ καὶ προσδιαλεγομένων θαῤῥαλεώτερον, δεινὰ πάσχοντι τῶν μὴ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν ἀποδεχομένων, διαβάλλουσι τὸν πατριάρχην τῷ βασιλεῖ, ὡς τὸν αὐτοῦ ἀδελφὸν ἐπὶ τὸ ὕψος τῆς βασιλείας ὁ πατριάρχης αναβιβάσαι βούλεται λόγους γὰρ ὁμιλοῦσι κατὰ μόνας ἀμφότε- ροι, καὶ νύκτας ὅλας ἀγρύπνους διατελοῦσιν ἐν ταῖς συντυχίαις αὐτῶν καὶ συσκευὰς κατὰ σοῦ ἐργάσ ζονται. NICETE CHONIATE B radians, sic ipsa inter virtutes reliquas elucebat, adeo ut aliquando pallium et tunicam et lineam calyptram capitis pauperibus misericordia motus distribueret, nec de suo tantum largiretur, sed alios etiam ut pauperum inopiæ subvenirent impel- leret. His de causis ille vir omnibus erat venera- bilis. Isaacius vero Manuelis frater sebastocrator ei tantum non immolabat, id Deo gratum et facien- dum judicans, quod patriarcha monebat, contra vero invisum Deo et absminandum, quod is vela- bat. At factio pontificum virtutis inimicorum et huic sanctissimi viri instituto adversantium eum apud imperatorem deferunt, quasi Isaacio fratri regnum conciliare studeret manifestos illius in sacrum palatium ingressus ut clandestinos, et puæ palam colloquebantur, tanquam occultas con- spirationes calumniantur. Manuel igitur, ut ambi- tiosus adolescens, cui facile a patriarchæ accu-a- toribus persuadebatur fratrem regnum affectare, hunc throno deturbare cupiebat. Et quia nihil tam sanctum est quod calumnia tentare non au deat, et omnes ad nocendum procliviores esse con- stat, de successore ei dando agitur, per causam quod cum Nephoue quodam monacho perpera'n sentiret. Erat is monachus ei familiaris, et sæpe mensa ejus iisdemque ædibus utebatur. Crimini autem ei dabatur prava opinio, et rasa erat in lon- gum maxilla, et a patriarcha Michaele in carcerem conjectus fuerat, Itaque Cosmas etiam ut sectator ejus el suffragator in crimen venerat. Qua speciosa calumnia freti adversarii patriarcham aperte incur- sabant, et vi superare ac in ordinem cogere mani- festis suffragiis nitebantur. Proinde in judicium adductus, ac potius præjudicio condemnatus, cum ea rogaretur quæ ignorabat, ob eaque per ostra- cismum quemdam pelleretur, indignatione plenus imperatricis uterum exsecratur, ne mares liberos pariat, et ex proceribus quosdam censura ecolesiastica notat; et concilium ejiciendi sui cau- sa indictum, ut quod palatii fores frequentaret et personarum rationem haberet, seque per injuriam et contra instituta majorum sede et grege pelleret, insectatus est. Contostepbanus autem, unus ex iis qui sellam imperatoris circumsistuntet familiarius cum eo colloquuntur, ægerrime ſerre se herilis uteri exsecrationem ostendebat ; et simulata ingenti præ cæteris omnibus indignatione, ira æstuans pa. triarcham aggreditur quasi alapam impacturus, quamquam ab eo sibi temperavit.ld nec imperatori cordati hominis factum esse visum : quod suum judicium iracundia declaravit ; et consanguinei im- peratorii et senatus Contostephani facinus nefarium reprehenderont, qui tellurem vasto ore hominibus adeo iniquis inhiantem non horreret. Ipse vero Hier. Wolfii notæ. C D (72) Ἡ γοῦν πληθὺς τῶν βακίστων ἀρχιερέων,
τῷ τοι καὶ ὁ Μανουὴλ ὡς ἄρκυσι ληφθεὶς οἷς ἦσαν τοῦ Ἀνδρονίκου πολλάκις οἱ πρὸς γένους αὐτῷ κατεπᾴδοντες ἑκὼν ἀέκοντί γε θυμῷ τίθησιν αὐτὸν ἐν φρουρᾷ καὶ ποδοκάκαις σιδηραῖς ἀσφαλίζεται ἀρρήκτοις ὡς ἐνῆν καὶ ἀλύτοις. Ἔμενεν οὖν ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον τῇ φυλακῇ κακουχούμενος. θερμουργὸς δὲ ὢν καὶ ἀνθρώπων πολυτροπώτατος κἀν τοῖς ἀπόροις ποριστικὸς καὶ εὐμέθοδος παλαίτατον κατανοήσας ὑπόνομον καθ’ ὃν εἵργνυτο οἰκίσκον (πύργος δὲ οὗτος ἦν ἐκ πλίνθου ἅπας ὀπτῆς) ὕπεισι τοῦτον, ταῖς χερσὶ πρότερον ὡς ἀμάλαις ἢ σκαλίσι διαμησάμενος τὰ πρὸς τὴν εἴσοδον καὶ τὴν ἔξοδον, ὡς εἶεν ἀνύποπτα. ἐνστάσης τοίνυν ὥρας ἀρίστου, αἱ θύραι τοῦ δεσμωτηρίου παρὰ τῶν φρουρῶν ἀνεῴγεσαν καὶ τὸ δεῖπνον εὐτρεπὲς παρεισήγετο, οὐδαμοῦ δὲ φαινόμενος ἦν ὁ δαιτυμών. περιεβλέπετο γοῦν τοῖς φύλαξιν ἡ φρουρά, μή που τι ταύτης ἀποθραύσας ἢ διατορήσας ὁ πολύμητις Ἀνδρόνικος ᾤχετο.
Α τῶν ἀρετῶν ὁρμηθοῦ πλέον ηὔχει τοὐπίσημον. Μα λιστα δὲ τῷ πολλῷ τῆς ἐλεημοσύνης ἐκέκαστο, ἥτις ὡς ἐν περιδεραίῳ κόσμῳ πολυτελεῖ προσπεπηγγία τῇ ποικιλίᾳ τῶν ἀρετῶν δίκην ἀκτινώδους λίθου ἐπάμε φαινεν· οὕτω γὰρ τὸν εἰς ἀνθρώπους ἔλεον ἔρωτο ὡς καὶ τὸν ἐπενδύτην αὐτὸν καὶ τὸν χιτῶνα ἐαυτοῦ τοῦ σώματος καὶ τὴν ὀθονοσκεπῆ καλύπτραν τῆς κεφαλῆς διαδιδόναι πένησι καὶ πράγματα παρέχειν τοῖς ἀφ᾿ ἑστίας μὴ δ φῶσι μόνον αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐπορίαν άλλων τυρβαζομένοις. Διὰ ταῦτα καὶ παρὰ πᾶσι μὲν ἦν ἀἰδέσιμος ὁ ἀνήρ· ὁ δὲ σε βαστοκράτωρ Ισαάκιος ὁ τοῦ βασιλέως Μανουήλ αὐτόπιμος μόνον οὐκ ἐπέθυεν ὡς Θεῷ, ἐκεῖνο θεόφι λὲς καὶ πρακτέον οἰόμενος ὅπερ ἦν ὁ πατριάρχης ὑποτιθέμενος, κἀκεῖνο αὖθις θεομισὲς καὶ ἀπώματον ὅπερ οὑτοσὶ ἀπηγόρευεν· Π γοῦν φατρία (72) τῶν τότε ἀντιδόξων τῆς ἀρετῆς ἀρχιερέων καὶ τοῦ ἱερω τάτου τούτου αντίθετος μοῖρα ἐνδιαβάλλουσι τὸν ἄνδρα τῷ βασιλεῖ ὡς τῷ ἀδελφῷ Ισαακίῳ τὴν βασι λείαν μνώμενον, λαθραίας τὰς προόπτους εἰς τὸ ἱερὸν ἀρχεῖον ἀνόδους τοῦ σεβαστοκράτορος ονομά ζοντες, καὶ κρυφιώδεις συσκευὰς τὰ οὐκ ἐν μυχῷ γῆς καὶ παραβύστῳ, ἀλλ᾽ ἐφ' ἡλίῳ συλλαλούμενα μάρτυρι. Ο τοίνυν Μανουήλ νέος ὧν ἔτι καὶ αὐτά ρεσκος, καὶ ἄλλως ὑποβλέπεσθαι τὸν ἀδελφὸν ὑπὸ τῶν τοῦ πατριάρχου κατηγόρων ὡς βασιλειῶντα ἐναγόμενος, ἀνατρέψαι τοῦτον του θρόνου ἐζήτει. Κάπειδὴ ἅπτεται μῶμος καὶ τῶν ἀψαύστων, ὡς οἴδαμεν, καὶ ἅπας, ὡς καὶ τοῦτο ἴσμεν, εἰς τὸ κακόν τι δράν προσκλινέστερος, καθαιρέσει καθυπο βάλλεται ὡς συναιρετίζων μοναχῷ τινι Νήφωνι. Ην δὲ ὁ Νήφων συνήθης μὲν τῷ πατριάρχῃ καὶ πολλά κις ἐκ τῆς αὐτοῦ τραπέξης ἐσταθεὶς καὶ στέγης ὁμοίως μετειληχώς, διεβέβλητο δὲ ὡς οὐκ ὀρθὸς εἴη τὰ ἐς πίστιν, καὶ τὴν σχοινοτενή γένυν ἐκέκαρτο καὶ δεσμωτηρίῳ ἐνείρχθη παρὰ τοῦ πατριάρχου Μιχαήλ. "Ην οὖν ὁ Κοσμᾶς δι᾿ αὐτὸν ὑπ᾽ αἰτίαν ὡς ὁμόφρων τε καὶ ὁμόδοξος, καὶ οἱ ἀντίδοξοι τῷ Κοσμῷ εὐπροσώπου ταύτης ἀφορμῆς λαβόμενοι κατα ἔκρεχον ἤδη καὶ λαμπρῶς ἐπέκειντο, κατά κράτος αἱρήσειν καὶ ὅλαις καθελεῖν ψήφοις αὐτὸν ἐπειγό- μενοι. Κρινόμενος οὖν, ἢ μᾶλλον κατακρινόμενος, καὶ ἃ οὐκ ἐγίνωσκεν ἐρωτώμενος, καὶ διὰ ταῦτα τοῦ θρόνου ἐξοστρακιζόμενος, ζήλου πίμπλαται, καὶ τὸ συνέδριον ἐκεῖνο περισκεψάμενος τῇ μὲν μήτρα τῆς βασιλίδος ἐπιτιμᾷ μὴ παῖδα τεκεῖν ἀῤῥενα, ἀφορίζει δὲ καὶ τῶν περὶ τὸν βασιλέα τινὰς καὶ τὴν τότε συνελθοῦσαν εἰς αὐτοῦ καθαίρεσιν σύνοδον ὡς βασι- λείους θύρας ἐκτρίβουσαν καὶ πρόσωπα λαμβάνου- σαν, κἀκ τούτου μὴ κανονικῶς, ἀλλ᾽ ἀθέσμως καὶ θρόνου καὶ ποίμνης αὐτὸν ἀπελαύνουσαν. Τότε τοί- νυν ὁ Κοντοστέφανος εἰς ὢν τῶν κυκλούντων θρόνον . τὸν ἀνακτορικὸν, τῶν ἐγγιζόντων τε βασιλεῖ καὶ προσδιαλεγομένων θαῤῥαλεώτερον, δεινὰ πάσχοντι τῶν μὴ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν ἀποδεχομένων, διαβάλλουσι τὸν πατριάρχην τῷ βασιλεῖ, ὡς τὸν αὐτοῦ ἀδελφὸν ἐπὶ τὸ ὕψος τῆς βασιλείας ὁ πατριάρχης αναβιβάσαι βούλεται λόγους γὰρ ὁμιλοῦσι κατὰ μόνας ἀμφότε- ροι, καὶ νύκτας ὅλας ἀγρύπνους διατελοῦσιν ἐν ταῖς συντυχίαις αὐτῶν καὶ συσκευὰς κατὰ σοῦ ἐργάσ ζονται. NICETE CHONIATE B radians, sic ipsa inter virtutes reliquas elucebat, adeo ut aliquando pallium et tunicam et lineam calyptram capitis pauperibus misericordia motus distribueret, nec de suo tantum largiretur, sed alios etiam ut pauperum inopiæ subvenirent impel- leret. His de causis ille vir omnibus erat venera- bilis. Isaacius vero Manuelis frater sebastocrator ei tantum non immolabat, id Deo gratum et facien- dum judicans, quod patriarcha monebat, contra vero invisum Deo et absminandum, quod is vela- bat. At factio pontificum virtutis inimicorum et huic sanctissimi viri instituto adversantium eum apud imperatorem deferunt, quasi Isaacio fratri regnum conciliare studeret manifestos illius in sacrum palatium ingressus ut clandestinos, et puæ palam colloquebantur, tanquam occultas con- spirationes calumniantur. Manuel igitur, ut ambi- tiosus adolescens, cui facile a patriarchæ accu-a- toribus persuadebatur fratrem regnum affectare, hunc throno deturbare cupiebat. Et quia nihil tam sanctum est quod calumnia tentare non au deat, et omnes ad nocendum procliviores esse con- stat, de successore ei dando agitur, per causam quod cum Nephoue quodam monacho perpera'n sentiret. Erat is monachus ei familiaris, et sæpe mensa ejus iisdemque ædibus utebatur. Crimini autem ei dabatur prava opinio, et rasa erat in lon- gum maxilla, et a patriarcha Michaele in carcerem conjectus fuerat, Itaque Cosmas etiam ut sectator ejus el suffragator in crimen venerat. Qua speciosa calumnia freti adversarii patriarcham aperte incur- sabant, et vi superare ac in ordinem cogere mani- festis suffragiis nitebantur. Proinde in judicium adductus, ac potius præjudicio condemnatus, cum ea rogaretur quæ ignorabat, ob eaque per ostra- cismum quemdam pelleretur, indignatione plenus imperatricis uterum exsecratur, ne mares liberos pariat, et ex proceribus quosdam censura ecolesiastica notat; et concilium ejiciendi sui cau- sa indictum, ut quod palatii fores frequentaret et personarum rationem haberet, seque per injuriam et contra instituta majorum sede et grege pelleret, insectatus est. Contostepbanus autem, unus ex iis qui sellam imperatoris circumsistuntet familiarius cum eo colloquuntur, ægerrime ſerre se herilis uteri exsecrationem ostendebat ; et simulata ingenti præ cæteris omnibus indignatione, ira æstuans pa. triarcham aggreditur quasi alapam impacturus, quamquam ab eo sibi temperavit.ld nec imperatori cordati hominis factum esse visum : quod suum judicium iracundia declaravit ; et consanguinei im- peratorii et senatus Contostephani facinus nefarium reprehenderont, qui tellurem vasto ore hominibus adeo iniquis inhiantem non horreret. Ipse vero Hier. Wolfii notæ. C D (72) Ἡ γοῦν πληθὺς τῶν βακίστων ἀρχιερέων,
ὡς δ’ οὐδ’ ὅλως ἦν οὐδὲν λυμανθέν, οὐ θαιρός, οὐ φλιά, οὔτε μὴν οὐδὸς τῶν πυλῶν, οὐκ ὄροφος, οὐκ ὀπισθόδομος, οὐδ’ ἡ σιδηρόδετος ἀναφωτίς, οὐκ ἄλλο τῶν πάντων οὐθέν, ἀνῴμωζον διωλύγιον, τὴν ὄψιν ὄνυξιν ἔδρυπτον, ὡς ὃν ἐφρούρουν οὐκ ἔχοντες, μηδὲ τὸν τρόπον ἢ τὸν τόπον κατανοοῦντες, καθ’ ὅν ἐστιν ἀποδράς. Δῆλα ταῦτα τῇ βασιλίσσῃ καὶ τοῖς ἐν τέλει καὶ ὅσοι τὴν βασιλικὴν ἀμφεπονοῦντο ποιοῦσιν αὐλήν. οὐκοῦν ὁ μὲν ὡς φυλάξων τὰς αἰγιαλίτιδας πύλας ἐστέλλετο, τῷ δὲ ἡ τῶν χερσαίων ἐπετέτραπτο φυλακή, ἄλλος τοὺς λιμένας διηρευνᾶτο, ἕτερος ἄλλο τι μέρος τῆς πόλεως ἀπολαβὼν ἀνεζήτει τὸν δραπέτην Ἀνδρόνικον. οὐδὲ αἱ ἄμφοδοι ἦσαν ἀδιασκόπητοι, οὐδ’ ἀφύλακτοι αἱ τρίοδοι. συχνὰ δὲ καὶ κατὰ πᾶσαν χώραν τὰ βασίλεια διίπτατο γράμματα ἄφαντον ἀπαγγέλλοντα τὸν Ἀνδρόνικον καὶ σχολὴν ἐπίμονον ἐπιτάττοντα, ὅπως ἁλοὺς ἐπαναπεμφθῇ. Ἐπὶ δὴ τούτοις καὶ ἡ τούτου συλληφθεῖσα γυνὴ ὡς τῆς φυγῆς συνίστωρ τῷ δεσμωτηρίῳ παραρριπτεῖται, ἐν ᾧπερ καθεῖρκτο Ἀνδρόνικος, ὡς ἐκεῖσε τίνῃ δίκας τῆς φιλανδρίας, ἔνθα ὁ ταύτης συνείληπτο σύζυγος, ᾧ ὑπέθετο τὴν δραπέτευσιν.
Α τῶν ἀρετῶν ὁρμηθοῦ πλέον ηὔχει τοὐπίσημον. Μα λιστα δὲ τῷ πολλῷ τῆς ἐλεημοσύνης ἐκέκαστο, ἥτις ὡς ἐν περιδεραίῳ κόσμῳ πολυτελεῖ προσπεπηγγία τῇ ποικιλίᾳ τῶν ἀρετῶν δίκην ἀκτινώδους λίθου ἐπάμε φαινεν· οὕτω γὰρ τὸν εἰς ἀνθρώπους ἔλεον ἔρωτο ὡς καὶ τὸν ἐπενδύτην αὐτὸν καὶ τὸν χιτῶνα ἐαυτοῦ τοῦ σώματος καὶ τὴν ὀθονοσκεπῆ καλύπτραν τῆς κεφαλῆς διαδιδόναι πένησι καὶ πράγματα παρέχειν τοῖς ἀφ᾿ ἑστίας μὴ δ φῶσι μόνον αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐπορίαν άλλων τυρβαζομένοις. Διὰ ταῦτα καὶ παρὰ πᾶσι μὲν ἦν ἀἰδέσιμος ὁ ἀνήρ· ὁ δὲ σε βαστοκράτωρ Ισαάκιος ὁ τοῦ βασιλέως Μανουήλ αὐτόπιμος μόνον οὐκ ἐπέθυεν ὡς Θεῷ, ἐκεῖνο θεόφι λὲς καὶ πρακτέον οἰόμενος ὅπερ ἦν ὁ πατριάρχης ὑποτιθέμενος, κἀκεῖνο αὖθις θεομισὲς καὶ ἀπώματον ὅπερ οὑτοσὶ ἀπηγόρευεν· Π γοῦν φατρία (72) τῶν τότε ἀντιδόξων τῆς ἀρετῆς ἀρχιερέων καὶ τοῦ ἱερω τάτου τούτου αντίθετος μοῖρα ἐνδιαβάλλουσι τὸν ἄνδρα τῷ βασιλεῖ ὡς τῷ ἀδελφῷ Ισαακίῳ τὴν βασι λείαν μνώμενον, λαθραίας τὰς προόπτους εἰς τὸ ἱερὸν ἀρχεῖον ἀνόδους τοῦ σεβαστοκράτορος ονομά ζοντες, καὶ κρυφιώδεις συσκευὰς τὰ οὐκ ἐν μυχῷ γῆς καὶ παραβύστῳ, ἀλλ᾽ ἐφ' ἡλίῳ συλλαλούμενα μάρτυρι. Ο τοίνυν Μανουήλ νέος ὧν ἔτι καὶ αὐτά ρεσκος, καὶ ἄλλως ὑποβλέπεσθαι τὸν ἀδελφὸν ὑπὸ τῶν τοῦ πατριάρχου κατηγόρων ὡς βασιλειῶντα ἐναγόμενος, ἀνατρέψαι τοῦτον του θρόνου ἐζήτει. Κάπειδὴ ἅπτεται μῶμος καὶ τῶν ἀψαύστων, ὡς οἴδαμεν, καὶ ἅπας, ὡς καὶ τοῦτο ἴσμεν, εἰς τὸ κακόν τι δράν προσκλινέστερος, καθαιρέσει καθυπο βάλλεται ὡς συναιρετίζων μοναχῷ τινι Νήφωνι. Ην δὲ ὁ Νήφων συνήθης μὲν τῷ πατριάρχῃ καὶ πολλά κις ἐκ τῆς αὐτοῦ τραπέξης ἐσταθεὶς καὶ στέγης ὁμοίως μετειληχώς, διεβέβλητο δὲ ὡς οὐκ ὀρθὸς εἴη τὰ ἐς πίστιν, καὶ τὴν σχοινοτενή γένυν ἐκέκαρτο καὶ δεσμωτηρίῳ ἐνείρχθη παρὰ τοῦ πατριάρχου Μιχαήλ. "Ην οὖν ὁ Κοσμᾶς δι᾿ αὐτὸν ὑπ᾽ αἰτίαν ὡς ὁμόφρων τε καὶ ὁμόδοξος, καὶ οἱ ἀντίδοξοι τῷ Κοσμῷ εὐπροσώπου ταύτης ἀφορμῆς λαβόμενοι κατα ἔκρεχον ἤδη καὶ λαμπρῶς ἐπέκειντο, κατά κράτος αἱρήσειν καὶ ὅλαις καθελεῖν ψήφοις αὐτὸν ἐπειγό- μενοι. Κρινόμενος οὖν, ἢ μᾶλλον κατακρινόμενος, καὶ ἃ οὐκ ἐγίνωσκεν ἐρωτώμενος, καὶ διὰ ταῦτα τοῦ θρόνου ἐξοστρακιζόμενος, ζήλου πίμπλαται, καὶ τὸ συνέδριον ἐκεῖνο περισκεψάμενος τῇ μὲν μήτρα τῆς βασιλίδος ἐπιτιμᾷ μὴ παῖδα τεκεῖν ἀῤῥενα, ἀφορίζει δὲ καὶ τῶν περὶ τὸν βασιλέα τινὰς καὶ τὴν τότε συνελθοῦσαν εἰς αὐτοῦ καθαίρεσιν σύνοδον ὡς βασι- λείους θύρας ἐκτρίβουσαν καὶ πρόσωπα λαμβάνου- σαν, κἀκ τούτου μὴ κανονικῶς, ἀλλ᾽ ἀθέσμως καὶ θρόνου καὶ ποίμνης αὐτὸν ἀπελαύνουσαν. Τότε τοί- νυν ὁ Κοντοστέφανος εἰς ὢν τῶν κυκλούντων θρόνον . τὸν ἀνακτορικὸν, τῶν ἐγγιζόντων τε βασιλεῖ καὶ προσδιαλεγομένων θαῤῥαλεώτερον, δεινὰ πάσχοντι τῶν μὴ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν ἀποδεχομένων, διαβάλλουσι τὸν πατριάρχην τῷ βασιλεῖ, ὡς τὸν αὐτοῦ ἀδελφὸν ἐπὶ τὸ ὕψος τῆς βασιλείας ὁ πατριάρχης αναβιβάσαι βούλεται λόγους γὰρ ὁμιλοῦσι κατὰ μόνας ἀμφότε- ροι, καὶ νύκτας ὅλας ἀγρύπνους διατελοῦσιν ἐν ταῖς συντυχίαις αὐτῶν καὶ συσκευὰς κατὰ σοῦ ἐργάσ ζονται. NICETE CHONIATE B radians, sic ipsa inter virtutes reliquas elucebat, adeo ut aliquando pallium et tunicam et lineam calyptram capitis pauperibus misericordia motus distribueret, nec de suo tantum largiretur, sed alios etiam ut pauperum inopiæ subvenirent impel- leret. His de causis ille vir omnibus erat venera- bilis. Isaacius vero Manuelis frater sebastocrator ei tantum non immolabat, id Deo gratum et facien- dum judicans, quod patriarcha monebat, contra vero invisum Deo et absminandum, quod is vela- bat. At factio pontificum virtutis inimicorum et huic sanctissimi viri instituto adversantium eum apud imperatorem deferunt, quasi Isaacio fratri regnum conciliare studeret manifestos illius in sacrum palatium ingressus ut clandestinos, et puæ palam colloquebantur, tanquam occultas con- spirationes calumniantur. Manuel igitur, ut ambi- tiosus adolescens, cui facile a patriarchæ accu-a- toribus persuadebatur fratrem regnum affectare, hunc throno deturbare cupiebat. Et quia nihil tam sanctum est quod calumnia tentare non au deat, et omnes ad nocendum procliviores esse con- stat, de successore ei dando agitur, per causam quod cum Nephoue quodam monacho perpera'n sentiret. Erat is monachus ei familiaris, et sæpe mensa ejus iisdemque ædibus utebatur. Crimini autem ei dabatur prava opinio, et rasa erat in lon- gum maxilla, et a patriarcha Michaele in carcerem conjectus fuerat, Itaque Cosmas etiam ut sectator ejus el suffragator in crimen venerat. Qua speciosa calumnia freti adversarii patriarcham aperte incur- sabant, et vi superare ac in ordinem cogere mani- festis suffragiis nitebantur. Proinde in judicium adductus, ac potius præjudicio condemnatus, cum ea rogaretur quæ ignorabat, ob eaque per ostra- cismum quemdam pelleretur, indignatione plenus imperatricis uterum exsecratur, ne mares liberos pariat, et ex proceribus quosdam censura ecolesiastica notat; et concilium ejiciendi sui cau- sa indictum, ut quod palatii fores frequentaret et personarum rationem haberet, seque per injuriam et contra instituta majorum sede et grege pelleret, insectatus est. Contostepbanus autem, unus ex iis qui sellam imperatoris circumsistuntet familiarius cum eo colloquuntur, ægerrime ſerre se herilis uteri exsecrationem ostendebat ; et simulata ingenti præ cæteris omnibus indignatione, ira æstuans pa. triarcham aggreditur quasi alapam impacturus, quamquam ab eo sibi temperavit.ld nec imperatori cordati hominis factum esse visum : quod suum judicium iracundia declaravit ; et consanguinei im- peratorii et senatus Contostephani facinus nefarium reprehenderont, qui tellurem vasto ore hominibus adeo iniquis inhiantem non horreret. Ipse vero Hier. Wolfii notæ. C D (72) Ἡ γοῦν πληθὺς τῶν βακίστων ἀρχιερέων,
PG 139:417ἐλάνθανον δὲ ἄρα καὶ Ἀνδρόνικον πεδήτην ὡς πρότερον ἔχοντες καὶ μάτην εἰς γυναῖκα ταλαίπωρον τὸν χόλον ἐκχέοντες καὶ τὰ πρὸς χάριν Ἀνδρονίκῳ ποιοῦντες· ἐξαναδὺς γὰρ οὗτος τῆς γῆς καὶ τὸν ὑπόνομον ἀπολελοιπὼς τῇ γυναικὶ ἐντυγχάνει, δόξας ὅσα καὶ δαίμων τὰ πρῶτα ὑποταρτάριος ἢ νεκύων ἀμενηνὸν ἴνδαλμα καὶ διαταράξας τῷ ἀέλπτῳ τῆς θέας τὴν ἄνθρωπον. καὶ προσπλακεὶς ἐδάκρυσε μέν, πλὴν οὐχ ὅσον ἤθελον αἱ συμφοραὶ καὶ τὰ τότε δυσαχθῆ συναντήματα φειδοῖ τοῦ μὴ τὸν θρῆνον ἀναβῆναι εἰς ὦτα τοῖς δεσμοφύλαξι. καὶ δὴ ἐφ’ ἱκανὸν συγγεγονὼς τῇ εὐνέτιδι κατὰ τὴν φρουρὰν καὶ ἐγκύμονα ταύτην ἐκ τῆς τότε συνουσίας ἀπεργασάμενος, ἐξ ἧς καὶ παιδὸς ἄρρενος ἀκούσοι πατήρ, τὸν Ἰωάννην λέγω, ᾧ καὶ βασιλείας Ἀνδρόνικος μετέδωκεν ἔπειτα, ὡς ὁ λόγος εἴπῃ κατὰ καιρόν, ἐκεῖθεν ἀναχωρεῖ, οἷα τῶν φυλάκων μηκέτι κἀπὶ τῇ γυναικὶ οἵαν καὶ ἐπ’ αὐτῷ τῆς φρουρᾶς παρεχομένων ἀκρίβειαν. Γενόμενος δὲ κατὰ τὰ Μελάγγεια συλλαμβάνεται παρά του στρατιώτου, ὅτῳ ἦν Νικαίας ἐπίκλησις· καὶ εἶχε πάλιν αὐτὸν κουστωδία μείζων καὶ χείρων τῆς προτέρας φρουρὰ καὶ ποδοπέδαι σιδηραῖ διπλαῖ.
έχει διὰ τὴν τῆς δεσποινικῆς νηδύος ἐπιτίμησιν, Α καὶ τὸν ζηλωτὴν ἐπὶ τούτοις ὑπὲρ τοὺς παρεστώτας πάντας παρακαιρίως ὑποκρινάμενος ἐφίσταται τῷ πατριάρχη βοάττων θυμῷ καὶ πύξ πατάξαι τοῦτον διανοούμενος, κἄν ἐπέσχεν ἑαυτὸν τῆς ὁρμῆς. Τοῦτο δὲ οὔτε τῷ βασιλεῖ ἐχέφρονος ἔργον ἔδοξε, καὶ ἔδει· ξεν, οἷς ἠγανάκτησε, βαρέως ἐνεγκὼν τὸ γενόμενον· καὶ οἱ καθ' αἷμα δὲ τῷ βασιλεῖ συναπτόμενοι καὶ τὸ ξυμπαρεστώς γερούσιον ὡς ἀνόσια ὁρῶντι τῷ Κοντοστεφάνῳ ἐπέπληττον, μήτε μὴν πεφρικότι τὴν εὐρὺ μάλα τοῖς τὰ τοιαῦτα παρανομοῦσιν ἐπι χαίνουσαν γῆν. Αὐτὸς δὲ ὁ πατριάρχης πραείᾳ οὔ τωσί πως ἔφησε τῇ φωνῇ. « "Αφετε αὑτὸν, ὅσον οὔπω τὴν οἰκείαν πετραίαν ληψόμενον, » τὸν ἐκείνου μόρον ὅτῳ ξυμβαίη τρόπῳ γριφολογῶν ὧδε καὶ αἰνιτο τόμενος. Εἰ δὲ καὶ ἡ Βασιλὶς διὰ ταυτηνὶ τὴν ἐπιτίμησιν τοῦ πατρὸς οὐκ ἤκουσε παιδὸς μήτηρ ἄβο ῥενος, τοῦ Θεοῦ τιμῶντος τὸν αὐτοῦ θεράποντα καὶ θηλυτεκοῦσαν ἐκτελοῦντος και᾿ ὅλον τὸν ταύτης βίοτον, αὐτὸς μὲν σαφῶς οὐκ ἴσημι όγε μὴν βασιλεὺς εὐγνωμενῶν, ὡσ ἔδειξε, καὶ τῷ ἔνδον καὶ οἰκείῳ κριτηρίῳ πληττόμενος, οἷς ἄνδρα δίκαιον θεεσεβῆ τε καὶ ἄμεμπτον καὶ μηδέν τι καθαιρέσεως ἄξιον διαπραξάμενον παρέλυσε τῆς, ἀρχῆς αἰνίαν ταύτην, οὐκ ἑτέραν τὴν τῆς υἱοτοκίας διετείνετο στέρησιν. Δ΄. Πεσόντος δὲ, ὡς ἔφημεν, τοῦ Κοντοστεφάνου, ὁ Β μέγας δομέστικος Ἰωάννης τῆς τριηραρχίας ἐπισ λαμβάνεται, οὐχ ὥστε καὶ μέγας δοὺξ ὀνομάζεσθαι, ἀλλ' ὅσον τοῦ στόλου ἐξηγεῖσθαι καὶ τοῖς γινομένοις ἐπιστατεῖν ὡς στρατηγία διαπρέπων ἀνὴρ καὶ κατὰ χεῖρα γενναῖος καὶ νοῦν ἡγεμονίας πλουτῶν ἀξιώ- τατον. Ὁ δὲ βασιλεὺς κατατρίβειν ἐπιεικῶς τὸν καιρὸν εἰκῇ ἐν δεινῷ τιθέμενος, καὶ τὰς ἡμέρας εἰς οὐδὲν ἀναλίσκειν οὔχουν βουλόμενος, ὡς ὁ Κεφα- λήνων βασιλεύς Οδυσσεὺς τὰς ἡλίου πρότερον βοῦς, εἰς νῆς ἐνέβη τὴν στρατηγίδα, καὶ κύκλῳ τὴν Κερκυραίων πᾶσαν κατωπτευκώς, ᾗ προσβάλοι ἐπιμελῷς κατεσκέπτετο. Ες γὰρ μῆνας τρεῖς ἡ πολιορκία παρεξετείνετο, ὅτι μηδ' εἶχε τὴν Οτσαν ἀναστῶν ἢ τὸν ᾿Αθων ἐπικυλίνδειν, καὶ ἀνατιθέναι τὰ ὄρη ἐπάλληλα, καὶ τὴν ἄκραν οὕτω ποιεῖν ἁλώ- σιμον. Ταῦτα γὰρ μεγαλουργία μυθικὴ καὶ ἀπίθανος. Ως δὲ πάντοθεν ἦν ἀπορούμενος, ἔδοξε κατά τινα φάραγγα εὐέξοδα καὶ προσιτά τιθεῖσαν τὰ ἔνδοθεν βαλέσθαι ξυλίνην κλίμακα, ἐς σχήμα πύργου τε κτονηθεῖσαν κυκλόθεν. Ηρμόττοντο οὖν ναυπηγή σιμα ξύλα, καὶ ἱστοὶ μεγάλων νεῶν συνεπήγνυντο, καὶ οἱ μὴ ἐξικνούμενος τοῦ ὕψους βλῆτρα ἐδέχοντο. Ὡς δὲ ἔδει ποτὲ ἀρθῆναι καὶ παρὰ τὴν ἄκραν τεθῆναι τὴν πυργοειδή ταύτην κλίμακα, ἡ μὲν κορυφὴ αὐτῆς ῥαχία πέτρας καὶ πάγῳ προσήγγιζεν ὀκριόεντι, ὅθεν ὁ τῆς πόλεως τειχισμὸς ἀρχόμενος βάσιν ἐνεδίδου τοῖς ἀποβαίνειν ἐκ τῆς κλίμακος μέλλουσι καὶ πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῦ τείχους ἀντιφέρε· σθαι, ἡ δ' ὑποβάθρα πλοίοις ἐπανέκειτο εὖ ἀραρυία καὶ πεπηγυία πρὸς τὸ ἔμπεδον καὶ ἀκράδαντον. Ἐπιλίγδην οὖν οἱ ἐπ' αὐτῆς ἀναδησόμενοι ἐπεκρί- ναντο, καὶ οἱ ἀπάντων ἔξοχοι ἄλλων καὶ ἄλκιμοι κατά πόλεμον, ὅτι καὶ. « Ο τὸν βασιλέα φιλῶν καὶ φιλότιμος ἐν δεινοῖς ἀναβαινέτω, » βασιλεὺς αὐτὸς προεκήρυττεν. Οὐδένα μὲν οὖν συνηγηύχει τὸ τοιοῦτον διακηρύκευμα, ἀλλὰ πάντες ἀνένευον πρὸς τὴν ἄνοδον, τὸ τοῦ κινδύνου μέγεθος εὐλαβούμενοι, έως Μετραλεῖφαί τινες αὐτάδελφοι τέσσαρες, ἐκ τοῦ DE MANUELE COMNENO LIB. II. - suam Petræam accepturum. » Quibus verbis per ambages innuebat quo mort's genere periturus es set. An vero imperatoris conjux ob istam patris exsecrationem mares non pepererit, Deo servum suum honorante atque efficiente ut illa per omnem ætatem tantum puellas eniteretur, equidem non satis scio. Imperator autem recte sentire visus, cum a sua conscientia argueretur, ob virum justum, religiosum et criminis expertem istaque ignominia minime dignum solio deturbatum, hanc et non aliam causam esse censuit cur nullos filios procrearet, patriarcha leni voce dixit : « Sinite istum jamjama C D IV. Sed Contostephano, ut diximus, occiso ma- gnus domesticus Joannes præfecturam classis sine tamen magni ducis cognomento, suscipit, atque omnia administrat ut homo rei militaris peritissi- mus, et manu promptus et ingenio ad principatum aptissimo. Imperator vero frustra se tempus terere ægre ferens, et dies, ut olim Cephalenum rex Ulysses solis boves, frustra consumere nolens, navi conscensa et Corcyra undique perlustrata di- ligenter considerat qua parte oppugnari posset. Nam obsidio tertium mensem jam durabat. Neque enim Ossam revellere aut Atbou advolvere et mon- tes montibus imponere poterat, quo arcem facilius expugnaret, ut poetica magniloquentia fabulatur. Ut vero omni consilio destituebatur, visum est in valle, qua ad interiora facilis patebat aditus, li- gneam scalam turris forma in orbem fabrefactam mænibus admovere. Proinde trabes nauticæ et magni mali coagmentantur; et qui tantæ altitudini erant impares, commissuris aliorum ligno- rum aquantur cæteris. Ea scala cum tandem attol- leretur et ad arcem applicaretur, fastigium ejus asperam cautem attingebat, in qua monia urbis incipientia aditum e scala descensuris præbebant, ubi vestigia figere et hostes aggredi possent. Basis vero scale probe compacta,itaque defixa ut minime agilaretur,navigiis incumbebat. Deliguntur fortis- siini quique et bellis celeberrimi; et ipse imperator proclamat : « Qui imperatorem diligit et pericula non reformidat, ascendat. » Nec tamen eo præco- nio quisquam evocabatur, sed periculi magnitudine territi ascensum detrectabant omnes, donec qua- tuor fratres Petraliphæ, ex Francica gente oriundi, qui Didymotachi habitabant, dicto imperatoris audientes primi scalam conscenderunt. Quorum audacia incita:i alii non pauci, ac ante eos Pupaces, magni domestiei satelles, quasi numine afflatus prosiliens, consecuti sunt. Quibus omnibus impe- rator ob alacritatem collaudatis, selectisque ad
Ταῦτα οὖν ὡς ἠγγέλη τῷ Μανουὴλ κατ’ Ἀρμενίαν ἔτι στρατοπεδεύοντι, στέλλεται ὁ λογοθέτης τοῦ δρόμου Ἰωάννης ὁ Καματηρός, καὶ τὴν τοῦ ἄνακτος μὲν ὅσον οὐδέπω παρουσίαν εὐαγγελισόμενος καὶ τὰ συμβάντα δὲ κρειττόνως διασκεψόμενος καὶ παραδηλώσων βασιλεῖ σαφέστερον. Οἱ δ’ Ἀντιοχεῖς τὴν ἄφιξιν τοῦ βασιλέως τὰ πρῶτα μὲν ἀγαπητῶς οὐκ ἐδέχοντο, ἀλλὰ καὶ λίαν βαρέως ἔφερον καὶ ὅπως ἐσκέπτοντο ἀποπέμψαιντο· ὡς δὲ κωλύειν οὐκ ἦν, οὐδ’ ἀναλύειν ὅλως τὰ δεδογμένα ἐκείνῳ, οὐ μόνον τῶν πυλῶν διεκχυθέντες μετὰ δουλικοῦ σχήματος καὶ φρονήματος ὑπηντίαζον, ἀλλὰ καὶ τὴν εἴσοδον αὐτῷ ἐς τὸ πομπικώτερον διεσκεύασαν, τάς τε ἀγυιὰς καὶ ἀμφόδους ἐπίπλοις καὶ τάπησι διεκόσμουν καὶ δένδρων νεοδρέπτοις κλωσὶ κατηγλάϊζον, τὰς τῶν λειμώνων καὶ ἀνθέων χάριτας ἐς τὸ ἄστυ μέσον μετακηπεύοντες καὶ φιλότιμον αὐτῷ τὴν πρόοδον σχεδιάζοντες, οὐχ ὁ μέν, ὁ δ’ οὔ, ἀλλ’ οἰκήτωρ ἅπας ἁπαξαπλῶς, ὡς παρεῖναι καὶ Σύρον ὀψοφάγον καὶ λῃστὴν Ἴσαυρον καὶ πειρατὴν Κίλικα καὶ ἱππότην κοντοφόρον Ἰταλιώτην, ὁμοῦ καὶ ἵππον ὑψαύχενα καὶ ὑπέραυχον φρόνημα παρωσάμενον καὶ βάδην παριόντα τὸν θρίαμβον.
έχει διὰ τὴν τῆς δεσποινικῆς νηδύος ἐπιτίμησιν, Α καὶ τὸν ζηλωτὴν ἐπὶ τούτοις ὑπὲρ τοὺς παρεστώτας πάντας παρακαιρίως ὑποκρινάμενος ἐφίσταται τῷ πατριάρχη βοάττων θυμῷ καὶ πύξ πατάξαι τοῦτον διανοούμενος, κἄν ἐπέσχεν ἑαυτὸν τῆς ὁρμῆς. Τοῦτο δὲ οὔτε τῷ βασιλεῖ ἐχέφρονος ἔργον ἔδοξε, καὶ ἔδει· ξεν, οἷς ἠγανάκτησε, βαρέως ἐνεγκὼν τὸ γενόμενον· καὶ οἱ καθ' αἷμα δὲ τῷ βασιλεῖ συναπτόμενοι καὶ τὸ ξυμπαρεστώς γερούσιον ὡς ἀνόσια ὁρῶντι τῷ Κοντοστεφάνῳ ἐπέπληττον, μήτε μὴν πεφρικότι τὴν εὐρὺ μάλα τοῖς τὰ τοιαῦτα παρανομοῦσιν ἐπι χαίνουσαν γῆν. Αὐτὸς δὲ ὁ πατριάρχης πραείᾳ οὔ τωσί πως ἔφησε τῇ φωνῇ. « "Αφετε αὑτὸν, ὅσον οὔπω τὴν οἰκείαν πετραίαν ληψόμενον, » τὸν ἐκείνου μόρον ὅτῳ ξυμβαίη τρόπῳ γριφολογῶν ὧδε καὶ αἰνιτο τόμενος. Εἰ δὲ καὶ ἡ Βασιλὶς διὰ ταυτηνὶ τὴν ἐπιτίμησιν τοῦ πατρὸς οὐκ ἤκουσε παιδὸς μήτηρ ἄβο ῥενος, τοῦ Θεοῦ τιμῶντος τὸν αὐτοῦ θεράποντα καὶ θηλυτεκοῦσαν ἐκτελοῦντος και᾿ ὅλον τὸν ταύτης βίοτον, αὐτὸς μὲν σαφῶς οὐκ ἴσημι όγε μὴν βασιλεὺς εὐγνωμενῶν, ὡσ ἔδειξε, καὶ τῷ ἔνδον καὶ οἰκείῳ κριτηρίῳ πληττόμενος, οἷς ἄνδρα δίκαιον θεεσεβῆ τε καὶ ἄμεμπτον καὶ μηδέν τι καθαιρέσεως ἄξιον διαπραξάμενον παρέλυσε τῆς, ἀρχῆς αἰνίαν ταύτην, οὐκ ἑτέραν τὴν τῆς υἱοτοκίας διετείνετο στέρησιν. Δ΄. Πεσόντος δὲ, ὡς ἔφημεν, τοῦ Κοντοστεφάνου, ὁ Β μέγας δομέστικος Ἰωάννης τῆς τριηραρχίας ἐπισ λαμβάνεται, οὐχ ὥστε καὶ μέγας δοὺξ ὀνομάζεσθαι, ἀλλ' ὅσον τοῦ στόλου ἐξηγεῖσθαι καὶ τοῖς γινομένοις ἐπιστατεῖν ὡς στρατηγία διαπρέπων ἀνὴρ καὶ κατὰ χεῖρα γενναῖος καὶ νοῦν ἡγεμονίας πλουτῶν ἀξιώ- τατον. Ὁ δὲ βασιλεὺς κατατρίβειν ἐπιεικῶς τὸν καιρὸν εἰκῇ ἐν δεινῷ τιθέμενος, καὶ τὰς ἡμέρας εἰς οὐδὲν ἀναλίσκειν οὔχουν βουλόμενος, ὡς ὁ Κεφα- λήνων βασιλεύς Οδυσσεὺς τὰς ἡλίου πρότερον βοῦς, εἰς νῆς ἐνέβη τὴν στρατηγίδα, καὶ κύκλῳ τὴν Κερκυραίων πᾶσαν κατωπτευκώς, ᾗ προσβάλοι ἐπιμελῷς κατεσκέπτετο. Ες γὰρ μῆνας τρεῖς ἡ πολιορκία παρεξετείνετο, ὅτι μηδ' εἶχε τὴν Οτσαν ἀναστῶν ἢ τὸν ᾿Αθων ἐπικυλίνδειν, καὶ ἀνατιθέναι τὰ ὄρη ἐπάλληλα, καὶ τὴν ἄκραν οὕτω ποιεῖν ἁλώ- σιμον. Ταῦτα γὰρ μεγαλουργία μυθικὴ καὶ ἀπίθανος. Ως δὲ πάντοθεν ἦν ἀπορούμενος, ἔδοξε κατά τινα φάραγγα εὐέξοδα καὶ προσιτά τιθεῖσαν τὰ ἔνδοθεν βαλέσθαι ξυλίνην κλίμακα, ἐς σχήμα πύργου τε κτονηθεῖσαν κυκλόθεν. Ηρμόττοντο οὖν ναυπηγή σιμα ξύλα, καὶ ἱστοὶ μεγάλων νεῶν συνεπήγνυντο, καὶ οἱ μὴ ἐξικνούμενος τοῦ ὕψους βλῆτρα ἐδέχοντο. Ὡς δὲ ἔδει ποτὲ ἀρθῆναι καὶ παρὰ τὴν ἄκραν τεθῆναι τὴν πυργοειδή ταύτην κλίμακα, ἡ μὲν κορυφὴ αὐτῆς ῥαχία πέτρας καὶ πάγῳ προσήγγιζεν ὀκριόεντι, ὅθεν ὁ τῆς πόλεως τειχισμὸς ἀρχόμενος βάσιν ἐνεδίδου τοῖς ἀποβαίνειν ἐκ τῆς κλίμακος μέλλουσι καὶ πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῦ τείχους ἀντιφέρε· σθαι, ἡ δ' ὑποβάθρα πλοίοις ἐπανέκειτο εὖ ἀραρυία καὶ πεπηγυία πρὸς τὸ ἔμπεδον καὶ ἀκράδαντον. Ἐπιλίγδην οὖν οἱ ἐπ' αὐτῆς ἀναδησόμενοι ἐπεκρί- ναντο, καὶ οἱ ἀπάντων ἔξοχοι ἄλλων καὶ ἄλκιμοι κατά πόλεμον, ὅτι καὶ. « Ο τὸν βασιλέα φιλῶν καὶ φιλότιμος ἐν δεινοῖς ἀναβαινέτω, » βασιλεὺς αὐτὸς προεκήρυττεν. Οὐδένα μὲν οὖν συνηγηύχει τὸ τοιοῦτον διακηρύκευμα, ἀλλὰ πάντες ἀνένευον πρὸς τὴν ἄνοδον, τὸ τοῦ κινδύνου μέγεθος εὐλαβούμενοι, έως Μετραλεῖφαί τινες αὐτάδελφοι τέσσαρες, ἐκ τοῦ DE MANUELE COMNENO LIB. II. - suam Petræam accepturum. » Quibus verbis per ambages innuebat quo mort's genere periturus es set. An vero imperatoris conjux ob istam patris exsecrationem mares non pepererit, Deo servum suum honorante atque efficiente ut illa per omnem ætatem tantum puellas eniteretur, equidem non satis scio. Imperator autem recte sentire visus, cum a sua conscientia argueretur, ob virum justum, religiosum et criminis expertem istaque ignominia minime dignum solio deturbatum, hanc et non aliam causam esse censuit cur nullos filios procrearet, patriarcha leni voce dixit : « Sinite istum jamjama C D IV. Sed Contostephano, ut diximus, occiso ma- gnus domesticus Joannes præfecturam classis sine tamen magni ducis cognomento, suscipit, atque omnia administrat ut homo rei militaris peritissi- mus, et manu promptus et ingenio ad principatum aptissimo. Imperator vero frustra se tempus terere ægre ferens, et dies, ut olim Cephalenum rex Ulysses solis boves, frustra consumere nolens, navi conscensa et Corcyra undique perlustrata di- ligenter considerat qua parte oppugnari posset. Nam obsidio tertium mensem jam durabat. Neque enim Ossam revellere aut Atbou advolvere et mon- tes montibus imponere poterat, quo arcem facilius expugnaret, ut poetica magniloquentia fabulatur. Ut vero omni consilio destituebatur, visum est in valle, qua ad interiora facilis patebat aditus, li- gneam scalam turris forma in orbem fabrefactam mænibus admovere. Proinde trabes nauticæ et magni mali coagmentantur; et qui tantæ altitudini erant impares, commissuris aliorum ligno- rum aquantur cæteris. Ea scala cum tandem attol- leretur et ad arcem applicaretur, fastigium ejus asperam cautem attingebat, in qua monia urbis incipientia aditum e scala descensuris præbebant, ubi vestigia figere et hostes aggredi possent. Basis vero scale probe compacta,itaque defixa ut minime agilaretur,navigiis incumbebat. Deliguntur fortis- siini quique et bellis celeberrimi; et ipse imperator proclamat : « Qui imperatorem diligit et pericula non reformidat, ascendat. » Nec tamen eo præco- nio quisquam evocabatur, sed periculi magnitudine territi ascensum detrectabant omnes, donec qua- tuor fratres Petraliphæ, ex Francica gente oriundi, qui Didymotachi habitabant, dicto imperatoris audientes primi scalam conscenderunt. Quorum audacia incita:i alii non pauci, ac ante eos Pupaces, magni domestiei satelles, quasi numine afflatus prosiliens, consecuti sunt. Quibus omnibus impe- rator ob alacritatem collaudatis, selectisque ad
Ὁρῶν δὲ τὸ ἐκ τῶν Λατίνων ἐκεῖσε στρατιωτικὸν μέγα τῷ δόρατι ἐγκαυχώμενον καὶ τῷ τούτου ἐνδεξίῳ φυσῶν ἀγκωνίσματι παιδιᾶς ἡμέραν συνθηματίζεται δι’ ἀσιδήρων δορατισμῶν. Ὡς οὖν ἡ προθεσμία ἐνειστήκει, ἀριστίνδην τῶν Ῥωμαϊκῶν ἐξάγει καταλόγων τοὺς περὶ τὸ κραδαίνειν δόρατα εὐφυεῖς καὶ ὅσοι πρὸς αὐτὸν τὸ γένος ἀνέφερον. ἔξεισι δὲ καὶ αὐτός, ὑποσεσηρὼς βραχὺ καὶ πρὸς τὸ σύνηθες μειδίαμα ὑγραινόμενος, ἐς πεδίον ὑπτιάζον καὶ ἱκανὸν ἀντιτάξαι δισχιδεῖς ἱππότιδας φάλαγγας, τὸ δόρυ μετεωρίζων, χλαμύδα ἠσθημένος ἀστειοτέραν περὶ τὸν δεξιὸν ὦμον περονουμένην καὶ ἀφιεῖσαν ἐλευθέραν τὴν χεῖρα κατὰ τὸ πόρπημα. ὤχει δὲ αὐτὸν ἵππος πολεμιστήριος καλλίθριξ καὶ χρυσοφάλαρος, ὃς ἠρέμα ὑπογυρῶν τὸν αὐχένα καὶ ὑποσκαίρων τὼ πόδε, ὡς δρόμων ἐρωτιῶν, οἷον ἀνθημιλλᾶτο τῇ τοῦ ἱππότου λαμπρότητι. καὶ ἑκάστῳ δὲ τῶν συγγενῶν καὶ ὅσοι διαγωνίζεσθαι ἄλλοι τοῖς Ἰταλοῖς ἐπεκρίθησαν λαμπροφορεῖν ἐπέταξεν ὡς ἐνῆν. Ἐξῆλθε δὲ καὶ ὁ πρίγκιψ Γεράλδος λευκοτέρῳ χιόνος ἔποχος ἵππῳ, ἀμπισχόμενος χιτῶνα διάσχιστον ποδηνεκῆ καὶ πῖλον ἀνέχων ἐπὶ κεφαλῆς κατὰ τιάραν ἐπικλινῆ χρυσῷ κατάπαστον.
έχει διὰ τὴν τῆς δεσποινικῆς νηδύος ἐπιτίμησιν, Α καὶ τὸν ζηλωτὴν ἐπὶ τούτοις ὑπὲρ τοὺς παρεστώτας πάντας παρακαιρίως ὑποκρινάμενος ἐφίσταται τῷ πατριάρχη βοάττων θυμῷ καὶ πύξ πατάξαι τοῦτον διανοούμενος, κἄν ἐπέσχεν ἑαυτὸν τῆς ὁρμῆς. Τοῦτο δὲ οὔτε τῷ βασιλεῖ ἐχέφρονος ἔργον ἔδοξε, καὶ ἔδει· ξεν, οἷς ἠγανάκτησε, βαρέως ἐνεγκὼν τὸ γενόμενον· καὶ οἱ καθ' αἷμα δὲ τῷ βασιλεῖ συναπτόμενοι καὶ τὸ ξυμπαρεστώς γερούσιον ὡς ἀνόσια ὁρῶντι τῷ Κοντοστεφάνῳ ἐπέπληττον, μήτε μὴν πεφρικότι τὴν εὐρὺ μάλα τοῖς τὰ τοιαῦτα παρανομοῦσιν ἐπι χαίνουσαν γῆν. Αὐτὸς δὲ ὁ πατριάρχης πραείᾳ οὔ τωσί πως ἔφησε τῇ φωνῇ. « "Αφετε αὑτὸν, ὅσον οὔπω τὴν οἰκείαν πετραίαν ληψόμενον, » τὸν ἐκείνου μόρον ὅτῳ ξυμβαίη τρόπῳ γριφολογῶν ὧδε καὶ αἰνιτο τόμενος. Εἰ δὲ καὶ ἡ Βασιλὶς διὰ ταυτηνὶ τὴν ἐπιτίμησιν τοῦ πατρὸς οὐκ ἤκουσε παιδὸς μήτηρ ἄβο ῥενος, τοῦ Θεοῦ τιμῶντος τὸν αὐτοῦ θεράποντα καὶ θηλυτεκοῦσαν ἐκτελοῦντος και᾿ ὅλον τὸν ταύτης βίοτον, αὐτὸς μὲν σαφῶς οὐκ ἴσημι όγε μὴν βασιλεὺς εὐγνωμενῶν, ὡσ ἔδειξε, καὶ τῷ ἔνδον καὶ οἰκείῳ κριτηρίῳ πληττόμενος, οἷς ἄνδρα δίκαιον θεεσεβῆ τε καὶ ἄμεμπτον καὶ μηδέν τι καθαιρέσεως ἄξιον διαπραξάμενον παρέλυσε τῆς, ἀρχῆς αἰνίαν ταύτην, οὐκ ἑτέραν τὴν τῆς υἱοτοκίας διετείνετο στέρησιν. Δ΄. Πεσόντος δὲ, ὡς ἔφημεν, τοῦ Κοντοστεφάνου, ὁ Β μέγας δομέστικος Ἰωάννης τῆς τριηραρχίας ἐπισ λαμβάνεται, οὐχ ὥστε καὶ μέγας δοὺξ ὀνομάζεσθαι, ἀλλ' ὅσον τοῦ στόλου ἐξηγεῖσθαι καὶ τοῖς γινομένοις ἐπιστατεῖν ὡς στρατηγία διαπρέπων ἀνὴρ καὶ κατὰ χεῖρα γενναῖος καὶ νοῦν ἡγεμονίας πλουτῶν ἀξιώ- τατον. Ὁ δὲ βασιλεὺς κατατρίβειν ἐπιεικῶς τὸν καιρὸν εἰκῇ ἐν δεινῷ τιθέμενος, καὶ τὰς ἡμέρας εἰς οὐδὲν ἀναλίσκειν οὔχουν βουλόμενος, ὡς ὁ Κεφα- λήνων βασιλεύς Οδυσσεὺς τὰς ἡλίου πρότερον βοῦς, εἰς νῆς ἐνέβη τὴν στρατηγίδα, καὶ κύκλῳ τὴν Κερκυραίων πᾶσαν κατωπτευκώς, ᾗ προσβάλοι ἐπιμελῷς κατεσκέπτετο. Ες γὰρ μῆνας τρεῖς ἡ πολιορκία παρεξετείνετο, ὅτι μηδ' εἶχε τὴν Οτσαν ἀναστῶν ἢ τὸν ᾿Αθων ἐπικυλίνδειν, καὶ ἀνατιθέναι τὰ ὄρη ἐπάλληλα, καὶ τὴν ἄκραν οὕτω ποιεῖν ἁλώ- σιμον. Ταῦτα γὰρ μεγαλουργία μυθικὴ καὶ ἀπίθανος. Ως δὲ πάντοθεν ἦν ἀπορούμενος, ἔδοξε κατά τινα φάραγγα εὐέξοδα καὶ προσιτά τιθεῖσαν τὰ ἔνδοθεν βαλέσθαι ξυλίνην κλίμακα, ἐς σχήμα πύργου τε κτονηθεῖσαν κυκλόθεν. Ηρμόττοντο οὖν ναυπηγή σιμα ξύλα, καὶ ἱστοὶ μεγάλων νεῶν συνεπήγνυντο, καὶ οἱ μὴ ἐξικνούμενος τοῦ ὕψους βλῆτρα ἐδέχοντο. Ὡς δὲ ἔδει ποτὲ ἀρθῆναι καὶ παρὰ τὴν ἄκραν τεθῆναι τὴν πυργοειδή ταύτην κλίμακα, ἡ μὲν κορυφὴ αὐτῆς ῥαχία πέτρας καὶ πάγῳ προσήγγιζεν ὀκριόεντι, ὅθεν ὁ τῆς πόλεως τειχισμὸς ἀρχόμενος βάσιν ἐνεδίδου τοῖς ἀποβαίνειν ἐκ τῆς κλίμακος μέλλουσι καὶ πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῦ τείχους ἀντιφέρε· σθαι, ἡ δ' ὑποβάθρα πλοίοις ἐπανέκειτο εὖ ἀραρυία καὶ πεπηγυία πρὸς τὸ ἔμπεδον καὶ ἀκράδαντον. Ἐπιλίγδην οὖν οἱ ἐπ' αὐτῆς ἀναδησόμενοι ἐπεκρί- ναντο, καὶ οἱ ἀπάντων ἔξοχοι ἄλλων καὶ ἄλκιμοι κατά πόλεμον, ὅτι καὶ. « Ο τὸν βασιλέα φιλῶν καὶ φιλότιμος ἐν δεινοῖς ἀναβαινέτω, » βασιλεὺς αὐτὸς προεκήρυττεν. Οὐδένα μὲν οὖν συνηγηύχει τὸ τοιοῦτον διακηρύκευμα, ἀλλὰ πάντες ἀνένευον πρὸς τὴν ἄνοδον, τὸ τοῦ κινδύνου μέγεθος εὐλαβούμενοι, έως Μετραλεῖφαί τινες αὐτάδελφοι τέσσαρες, ἐκ τοῦ DE MANUELE COMNENO LIB. II. - suam Petræam accepturum. » Quibus verbis per ambages innuebat quo mort's genere periturus es set. An vero imperatoris conjux ob istam patris exsecrationem mares non pepererit, Deo servum suum honorante atque efficiente ut illa per omnem ætatem tantum puellas eniteretur, equidem non satis scio. Imperator autem recte sentire visus, cum a sua conscientia argueretur, ob virum justum, religiosum et criminis expertem istaque ignominia minime dignum solio deturbatum, hanc et non aliam causam esse censuit cur nullos filios procrearet, patriarcha leni voce dixit : « Sinite istum jamjama C D IV. Sed Contostephano, ut diximus, occiso ma- gnus domesticus Joannes præfecturam classis sine tamen magni ducis cognomento, suscipit, atque omnia administrat ut homo rei militaris peritissi- mus, et manu promptus et ingenio ad principatum aptissimo. Imperator vero frustra se tempus terere ægre ferens, et dies, ut olim Cephalenum rex Ulysses solis boves, frustra consumere nolens, navi conscensa et Corcyra undique perlustrata di- ligenter considerat qua parte oppugnari posset. Nam obsidio tertium mensem jam durabat. Neque enim Ossam revellere aut Atbou advolvere et mon- tes montibus imponere poterat, quo arcem facilius expugnaret, ut poetica magniloquentia fabulatur. Ut vero omni consilio destituebatur, visum est in valle, qua ad interiora facilis patebat aditus, li- gneam scalam turris forma in orbem fabrefactam mænibus admovere. Proinde trabes nauticæ et magni mali coagmentantur; et qui tantæ altitudini erant impares, commissuris aliorum ligno- rum aquantur cæteris. Ea scala cum tandem attol- leretur et ad arcem applicaretur, fastigium ejus asperam cautem attingebat, in qua monia urbis incipientia aditum e scala descensuris præbebant, ubi vestigia figere et hostes aggredi possent. Basis vero scale probe compacta,itaque defixa ut minime agilaretur,navigiis incumbebat. Deliguntur fortis- siini quique et bellis celeberrimi; et ipse imperator proclamat : « Qui imperatorem diligit et pericula non reformidat, ascendat. » Nec tamen eo præco- nio quisquam evocabatur, sed periculi magnitudine territi ascensum detrectabant omnes, donec qua- tuor fratres Petraliphæ, ex Francica gente oriundi, qui Didymotachi habitabant, dicto imperatoris audientes primi scalam conscenderunt. Quorum audacia incita:i alii non pauci, ac ante eos Pupaces, magni domestiei satelles, quasi numine afflatus prosiliens, consecuti sunt. Quibus omnibus impe- rator ob alacritatem collaudatis, selectisque ad
PG 139:419συνεξίασι δὲ καὶ οἱ ἀμφ’ αὐτὸν ἱππόται, πάντες ἀρεϊκοὶ τὴν ἰσχύν, εὐμήκεις τὰ σώματα. Ὡς δ’ ἔφριξεν ἐγχείῃσιν ἡ μάχη αἵματος ἄγευστος, συνεπλέκοντο ἐκθύμως ἐξ ἀμφοῖν ἱκανοὶ ἀλλήλους διαδορατίζοντες καὶ τοὺς κατ’ αὐτῶν ἀκοντισμοὺς ὑπεκκλίνοντες. ὅτε καὶ ἦν ἰδεῖν κατὰ τὸν ἄχαλκον ἐκεῖνον Ἄρεα πῇ μὲν κύμβαχον ἐπὶ βρεχμόν τε καὶ ὤμους ἀνατρεπόμενον, ἄλλοσε ἱππείας ἀστράβης ἐκσφαιριζόμενον, ἄλλον πρηνῆ, ἐξυπτιάζοντα ἕτερον, ἄλλον μεταβαλόντα τὰ νῶτα καὶ προτροπάδην φεύγοντα. ὁ μὲν ἐχλώριζεν ὑπὸ δέους τὸν ἀκοντίζοντα δεδιὼς καὶ τῷ σάκει πᾶς ἐνεθάπτετο, ὁ δὲ ἀνθηρὸς ἦν τὸν ἀνταγωνιστὴν κατεπτηχότα ὁρῶν. τὸ δὲ τοῦ ἀέρος ῥόθιον τῇ ὁρμῇ τῶν ἵππων τεμνόμενον ἠνέμου τὰς σημαίας καὶ λιγυρὸν ὑπεσύριττεν. εἶπεν ἄν τις οὐκ ἀκόμψως, πρὸς τὴν τηνικαῦτα διάχυσιν ἀπιδών, Ἀφροδίτην Ἄρεϊ συνελθεῖν, τῇ δ’ Ἐνυοῖ προςπλέκεσθαι Χάριτας· οὕτω τὰ τότε παίγνια μῖγμα ποικίλου καλοῦ ἐτύγχανεν ὄντα.
μότοιχον τὴν οἴκησιν ἔχοντες, ἐπέβησαν πρῶτοι τῆς κλίμακος, τῷ βασιλεῖ πειθαρχήσαντες. Τούτων γὰρ αποτεθαῤρηκότων πρώτως τὴν ἀνοδον, μάλιστα δὲ πρὸ αὐτῶν τοῦ Πουπάκη, δς δορυφορῶν τὸν μέγαν δομέστικον όλος ἦν ἐνθεάζων πρὸς τὸ ἔργον τότε καὶ προαλλόμενος, καὶ ἕτεροι οὐκ ὀλίγοι κατὰ ζῆλον ἐπηκολούθησαν. Πάντας μὲν οὖν ἀγάμενος ἦν τῆς προθυμίας καὶ τοῦ ταχέος ὁρμήματος ὁ κρατῶν, ἀφορίσας δὲ οὕς ᾔδει παρ᾽ ἀσπίδα πολλάκις ἐνδρω κότας καὶ ἄντικρυς "Αρεα πνέοντας, καὶ ἐς τετρα κοσίους ᾐριθμηκώς, ἀναβαίνειν διαφῆκε, πολλὰ πρότερον ἐς ἀνδρίαν παρακαλοῦντα τούτοις δια λεχθείς, καὶ αὐτοῖς καὶ τέκνοις αὐτῶν ὁδρὰ γέρα καὶ ἀμοιβαίαν ἐπαγγειλάμενος εὔνοιαν. « Είτε γάρ, Α τῶν Φράγγων γένους ὁρμῶμενοι καὶ κατὰ τὸ Διδυ οι τοῖς ζῶσι σύνεστε, τὸν ἐφεστῶτα κίνδυνον διαδράντες καὶ ἀρίστως ἀγῶνα τὸν προκείμενον ἀεθλεύσαντες, εὐρήσετέ με καὶ ὑπὲρ δόκησιν ἀντὶ δεσπότου καὶ βασιλέως πατέρα κηδόμενον· είτε τὸ ζῆν καταλύσετε, πατρίδι τιμὴν καὶ κλέος αὐτοῖς ἀρνύμενοι, οὐδ᾽ οὕτως τῶν εἰς δόξαν καὶ κειμένων ὑμῶν ἀφέξομαι, ἀλλ᾽ οὕτως εὖ διαθήσομαι τὰ κατ' οἶνον καὶ τέκνα καὶ ὁμολέκτρους ὡς ζηλωτές τοῖς ἔτι περιοῦσι καὶ μακαριστέα δοκεῖν, καὶ αὐτοῖς δὲ ὑμῖν ὑπαπιοῦσι καθ᾽ ᾄδην ἀσπάσια, εἴ τις τέως καὶ ἐν νεκροῖς αἴσθησις, μηδὲ τὸ τῆς λήθης ποτὸν ἐγχεόμενον οὐ μόνον τὴν τῶν προλαβόντων ἀπαλεί φει μνήμην, ἀλλὰ καὶ τὰ κατὰ τὸν βίον ἐπιγενόμενα οὔκουν ἐς ᾅδου επεισρέειν ἀφίησιν, όπως τους θα νοῦσιν εἴησαν γνώριμα. Πρώτος οὖν ὁ Πουπάκης, ὡς ἔφην, τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ διατυπώσας ἐν ἑαυτῷ τῆς ἀναβάσεως ἄρχεται, καὶ μετ' αὐτὸν υἱ Πετραλείψαι κασίγνητοι, καὶ καθεξής, ἕτεροι, ἕως πάντας ἡ κλίμαξ ἐδέξατο. Οὐδεὶς οὖν τῶν θεωμέν νῶν ἦν ὅς ἐπὶ τῷ πραττομένῳ τούτῳ ἔργῳ οὐκ ἀνωλόλυξεν ὡς ἐπὶ καινῷ καρδιαλήτας θεάματι, οὐδέ δακρύων ὑποπλησθεὶς καὶ πατάξας τό στῆθος ἐθεοκλύτησε· Καὶ ἦν γὰρ ἀληθῶς τὸ ὁρώμενον και ταπλήττον τὸν θεατὴν ὀφθαλμόν. Οἱ μὲν γὰρ τοὺς θυρεούς ὑπὲρ κεφαλῆς ἐς τὸ ἀσφαλὲς ἀνατείναντες καὶ τὰ ξίφη σπασέμενοι, τοῖς ἐκ τοῦ φρουρίου προσηγγικότες ἐκθύμως διημιλλῶντο· οἱ δὲ πάσαις κατ' αὐτῶν ἐχρῶντο βολαῖς καὶ λίθους ἀπεῤῥίπτουν χειροπληθείς. Αλλ' οὐδὲν ἤνυτον· οὗτοι γάρ, ὅσα καὶ ἄκμονες ῥαϊστῆρσι, παντοίοις τυπτόμενοι βλή μασιν ἀκάμαντες ἦσαν καὶ ἀπερίτρεπτοι καὶ τὴν Ο ἰσχὺν ἀνένδοτοι κάπὶ τοῖς παροῦσι δεινοῖς ἀκατά- πληκτοι. Καν κάλλιστον εἰλήφει τέλος τὰ τοῦ ἀγῶνος τοῦδε, καὶ Ῥωμαίοις ἐγεγόνει πάντη κυδαντικά νῦν δ' ἀλλ' ἡ ταῖς τῶν πράξεων μεγίσταις ἐπεισερχομένη ἀγεννής περίπτωσις καὶ τὸ ἄγαν ἀε! πως παρακολούουσα, ἀρχὴν ἀρίστην ὑποθεῖσα τῷ ἔργῳ καὶ τῆ προθέσει κατά βραχύ πως ὑποβάλε πουσα, περὶ τὸ πέρας ἠγνωμόνησε τὸ ἐπέραστον. "Ηδη γὰρ τοῦ Πουτάκου τῆς κλίμακος ἀποβάντος καὶ τώ πόδε ταῖς πέτραις ἐνερείσαντος, ὅθεν καὶ τοῖς ἐκ τῶν εὐχῶν διεφέρετο, ἡ κλίμαξ αποκαυλί ζεται. Καὶ οἱ μὲν ἄλλοι πάντες κύμβαχοι ἐπὶ βρεγμόν τε καὶ ὤμους ἐλεεινὸν ἐπανετρέπετο θέαμα καὶ ἄπιστος ὄψις οἰκτίρμοσιν ἀφθαλμοῖς, καὶ κοκῶς παραπώλλυντο τοῖς τῶν κυμάτων διαύλοις φερόμε ναι καὶ πέτραις καὶ νεῶν προσοραττόμενοι καταστρώματι, κἀκ τῶν ὑψέλες λίθοις καταχωννύμενοι, ὡς βραχεῖς ἀπ' ἐκείνων δὴ τῶν πολλῶν τὸν κίνδυνον διεκφυγεῖν· ὁ δέ γε Πουπάκης τοὺς ἐν τοῖς τείχεσι διασοβήσας καὶ πυλίδα ἀναπεπταμένην εὑρὼν δι' αὐτῆς ἐξέθορεν εἰς τὸ στράτευμα. Καὶ ἦν τοῦτο οὐ Ρωμαίοις μόνον καὶ βασιλεῖ δι' ἐκπλήξεως, ἀλλὰ καὶ τοῖς ὑπεναντίοις αὐτοῖς διὰ θαύματος, οἳ καὶ τὸ ἀπάνθρωπον ὀνειδισθέντες καὶ τὸ τῆς γνώμης ἀνήμερον ἐπεγκληθέντες οἷς καταλιθοῦντες ἄνωθεν ήσαν NICETE CHONIATÆ 4.0 eorum quos empe in acie stelisse et viros esse for- tes compertum habebat, eos ascendere jussit, prolixe prius cohortatus ad rem fortiter gerendam, ipsis eorumque liberis ampla præmia et mutuam benevolentiam polliitus : « Sive enim vi- tam periculo evitato servaveritis, inquit, certamine isto feliciter superato, me supra opinionem ves- tram pro domino et imperatore patrem fidelissi- mum habebitis : sive pro patriæ honore vestraque gloria inortem oppeleritis, etiam sic ea quæ ad oruandum obitum vestrum pertinebunt non ne- gligam, sed vestræ familiæ, uxorum et liberorum eam ralionem habelo, ut beati et felices sint judicandi, et ipsi magnum eitis mortis solatium habituri, si quis modo sensus defunctis superest, nec omnium ante actarum rerum oblivio obrepit, B C ao præclusa est rerum post actarum cognitio. » Primus igitur Pupaces, ut dixi, cum se cruce si- gnasset, ascensum auspicatur. Sequuntur Petra- liphæ fratres, deinde ali, donec in scalis omnes constiterunt. Nemo fuit quin inusitato isto et hor- rendo spectaculo consternatus, ejulatu et lacrymis oppletus percusso pectore Deum invocarit. Illi clypeis, quo tutiores essent, supra capita elatis strictisque gladiis,cum ad hostes appropinquassent, acriter dimicant. Qui quamvis omnis generis telis et graudibus saxis eos peterent, nihil proficiebant ; nam cum ut incudes malleis, ita ipsi crebris telis ferirentur, indefessi, immobiles et in periculis imperterriti perseverabant. Atque in certamen exitum pulcherrimum habuisset magnamque Ro- C » » « manis gloriam peperisset, nisi casus quidam inau- spicatus et nimiis successibus invidens optimum principium et spem initio bonam infelici exitu ter- minasset. Nam cum Pupaces jam de scala descen- disset et gradu in rupe firmato cum hostibus dimi- caret,scala confracta cæteri miserabiliter in fluctus Buxa et navium tabulata præcipitati, superne etiuın saxis obruti plerique perierunt, ac pauci ex multis illis evaserunt incolumes. At Pupaces cum hostes moenibus pepulisset ac parvam portam apertam reperisset, per eam in castra rediit; que res non Romanis tantum et imperatori, sed hostibus etiam stupori et admirationi fuit. Quibus cum inluma- nitas et animi feritas objiceretur, quol de scala dejectos saxis obruerent, destiterunt, forti- tudinem eorum admirati.
ἐποίει δ’ ἁμιλλᾶσθαι καὶ παραλογώτερον Ῥωμαίους μὲν τὸ ὑπερφέρειν βούλεσθαι τῶν Λατίνων καὶ κατὰ τὴν τῶν δοράτων ἀγκοίνησιν καὶ βασιλέως αὐτοῦ ὀφθαλμοὶ ἀγωνοθέται τῶν δρωμένων γινόμενοι, Ἰταλοὺς δὲ ὁ ἀεὶ ὀρθὸς αὐχὴν καὶ τὸ ὑβρίζον φρόνημα, ἔτι γε μὴν τὸ μηδ’ ὅλως ἀνέχεσθαι Ῥωμαίους κρατεῖν τὸν διὰ κοντῶν πόλεμον. Βασιλεὺς δὲ αὐτὸς σύνδυο ἱππότας προσούδισε, καθ’ ἑνὸς μὲν ἐπελάσας τὸν ἵππον καὶ τὸ δόρυ κραδάνας, ἐκείνου δὲ συγκαταβαλόντος τὸν σύνεγγυς τῇ ῥύμῃ τοῦ διακοντίζοντος. Πλήσας οὖν ἐπ’ ἀνδρείᾳ τοὺς Ἀντιοχεῖς θαύματος, ὄψεσι παρειληφότας ἅπερ ἀκοαῖς ἐνηχοῦντο πρότερον, ἔγνω παλινῳδίαν ᾆσαι πρὸς τὴν Κωνσταντίνου τραπόμενος. ἔνθεν τοι καὶ ὡς διὰ φιλίας μέλλων ἰέναι διαφίησι τὸ στρατόπεδον, ὅπῃ φίλον ἑκάστῳ μεθίστασθαι. τοῦτο δὲ μὴ καθ’ ἡγεμόνα, ὁποῖος ἦν, αὐτὸς βουλευσάμενος ἔλαθε παραπολέσας τὸ πολὺ τοῦ στρατοῦ καὶ κακῶς τὸ κατ’ οὐρὰν διαθέμενος·
μότοιχον τὴν οἴκησιν ἔχοντες, ἐπέβησαν πρῶτοι τῆς κλίμακος, τῷ βασιλεῖ πειθαρχήσαντες. Τούτων γὰρ αποτεθαῤρηκότων πρώτως τὴν ἀνοδον, μάλιστα δὲ πρὸ αὐτῶν τοῦ Πουπάκη, δς δορυφορῶν τὸν μέγαν δομέστικον όλος ἦν ἐνθεάζων πρὸς τὸ ἔργον τότε καὶ προαλλόμενος, καὶ ἕτεροι οὐκ ὀλίγοι κατὰ ζῆλον ἐπηκολούθησαν. Πάντας μὲν οὖν ἀγάμενος ἦν τῆς προθυμίας καὶ τοῦ ταχέος ὁρμήματος ὁ κρατῶν, ἀφορίσας δὲ οὕς ᾔδει παρ᾽ ἀσπίδα πολλάκις ἐνδρω κότας καὶ ἄντικρυς "Αρεα πνέοντας, καὶ ἐς τετρα κοσίους ᾐριθμηκώς, ἀναβαίνειν διαφῆκε, πολλὰ πρότερον ἐς ἀνδρίαν παρακαλοῦντα τούτοις δια λεχθείς, καὶ αὐτοῖς καὶ τέκνοις αὐτῶν ὁδρὰ γέρα καὶ ἀμοιβαίαν ἐπαγγειλάμενος εὔνοιαν. « Είτε γάρ, Α τῶν Φράγγων γένους ὁρμῶμενοι καὶ κατὰ τὸ Διδυ οι τοῖς ζῶσι σύνεστε, τὸν ἐφεστῶτα κίνδυνον διαδράντες καὶ ἀρίστως ἀγῶνα τὸν προκείμενον ἀεθλεύσαντες, εὐρήσετέ με καὶ ὑπὲρ δόκησιν ἀντὶ δεσπότου καὶ βασιλέως πατέρα κηδόμενον· είτε τὸ ζῆν καταλύσετε, πατρίδι τιμὴν καὶ κλέος αὐτοῖς ἀρνύμενοι, οὐδ᾽ οὕτως τῶν εἰς δόξαν καὶ κειμένων ὑμῶν ἀφέξομαι, ἀλλ᾽ οὕτως εὖ διαθήσομαι τὰ κατ' οἶνον καὶ τέκνα καὶ ὁμολέκτρους ὡς ζηλωτές τοῖς ἔτι περιοῦσι καὶ μακαριστέα δοκεῖν, καὶ αὐτοῖς δὲ ὑμῖν ὑπαπιοῦσι καθ᾽ ᾄδην ἀσπάσια, εἴ τις τέως καὶ ἐν νεκροῖς αἴσθησις, μηδὲ τὸ τῆς λήθης ποτὸν ἐγχεόμενον οὐ μόνον τὴν τῶν προλαβόντων ἀπαλεί φει μνήμην, ἀλλὰ καὶ τὰ κατὰ τὸν βίον ἐπιγενόμενα οὔκουν ἐς ᾅδου επεισρέειν ἀφίησιν, όπως τους θα νοῦσιν εἴησαν γνώριμα. Πρώτος οὖν ὁ Πουπάκης, ὡς ἔφην, τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ διατυπώσας ἐν ἑαυτῷ τῆς ἀναβάσεως ἄρχεται, καὶ μετ' αὐτὸν υἱ Πετραλείψαι κασίγνητοι, καὶ καθεξής, ἕτεροι, ἕως πάντας ἡ κλίμαξ ἐδέξατο. Οὐδεὶς οὖν τῶν θεωμέν νῶν ἦν ὅς ἐπὶ τῷ πραττομένῳ τούτῳ ἔργῳ οὐκ ἀνωλόλυξεν ὡς ἐπὶ καινῷ καρδιαλήτας θεάματι, οὐδέ δακρύων ὑποπλησθεὶς καὶ πατάξας τό στῆθος ἐθεοκλύτησε· Καὶ ἦν γὰρ ἀληθῶς τὸ ὁρώμενον και ταπλήττον τὸν θεατὴν ὀφθαλμόν. Οἱ μὲν γὰρ τοὺς θυρεούς ὑπὲρ κεφαλῆς ἐς τὸ ἀσφαλὲς ἀνατείναντες καὶ τὰ ξίφη σπασέμενοι, τοῖς ἐκ τοῦ φρουρίου προσηγγικότες ἐκθύμως διημιλλῶντο· οἱ δὲ πάσαις κατ' αὐτῶν ἐχρῶντο βολαῖς καὶ λίθους ἀπεῤῥίπτουν χειροπληθείς. Αλλ' οὐδὲν ἤνυτον· οὗτοι γάρ, ὅσα καὶ ἄκμονες ῥαϊστῆρσι, παντοίοις τυπτόμενοι βλή μασιν ἀκάμαντες ἦσαν καὶ ἀπερίτρεπτοι καὶ τὴν Ο ἰσχὺν ἀνένδοτοι κάπὶ τοῖς παροῦσι δεινοῖς ἀκατά- πληκτοι. Καν κάλλιστον εἰλήφει τέλος τὰ τοῦ ἀγῶνος τοῦδε, καὶ Ῥωμαίοις ἐγεγόνει πάντη κυδαντικά νῦν δ' ἀλλ' ἡ ταῖς τῶν πράξεων μεγίσταις ἐπεισερχομένη ἀγεννής περίπτωσις καὶ τὸ ἄγαν ἀε! πως παρακολούουσα, ἀρχὴν ἀρίστην ὑποθεῖσα τῷ ἔργῳ καὶ τῆ προθέσει κατά βραχύ πως ὑποβάλε πουσα, περὶ τὸ πέρας ἠγνωμόνησε τὸ ἐπέραστον. "Ηδη γὰρ τοῦ Πουτάκου τῆς κλίμακος ἀποβάντος καὶ τώ πόδε ταῖς πέτραις ἐνερείσαντος, ὅθεν καὶ τοῖς ἐκ τῶν εὐχῶν διεφέρετο, ἡ κλίμαξ αποκαυλί ζεται. Καὶ οἱ μὲν ἄλλοι πάντες κύμβαχοι ἐπὶ βρεγμόν τε καὶ ὤμους ἐλεεινὸν ἐπανετρέπετο θέαμα καὶ ἄπιστος ὄψις οἰκτίρμοσιν ἀφθαλμοῖς, καὶ κοκῶς παραπώλλυντο τοῖς τῶν κυμάτων διαύλοις φερόμε ναι καὶ πέτραις καὶ νεῶν προσοραττόμενοι καταστρώματι, κἀκ τῶν ὑψέλες λίθοις καταχωννύμενοι, ὡς βραχεῖς ἀπ' ἐκείνων δὴ τῶν πολλῶν τὸν κίνδυνον διεκφυγεῖν· ὁ δέ γε Πουπάκης τοὺς ἐν τοῖς τείχεσι διασοβήσας καὶ πυλίδα ἀναπεπταμένην εὑρὼν δι' αὐτῆς ἐξέθορεν εἰς τὸ στράτευμα. Καὶ ἦν τοῦτο οὐ Ρωμαίοις μόνον καὶ βασιλεῖ δι' ἐκπλήξεως, ἀλλὰ καὶ τοῖς ὑπεναντίοις αὐτοῖς διὰ θαύματος, οἳ καὶ τὸ ἀπάνθρωπον ὀνειδισθέντες καὶ τὸ τῆς γνώμης ἀνήμερον ἐπεγκληθέντες οἷς καταλιθοῦντες ἄνωθεν ήσαν NICETE CHONIATÆ 4.0 eorum quos empe in acie stelisse et viros esse for- tes compertum habebat, eos ascendere jussit, prolixe prius cohortatus ad rem fortiter gerendam, ipsis eorumque liberis ampla præmia et mutuam benevolentiam polliitus : « Sive enim vi- tam periculo evitato servaveritis, inquit, certamine isto feliciter superato, me supra opinionem ves- tram pro domino et imperatore patrem fidelissi- mum habebitis : sive pro patriæ honore vestraque gloria inortem oppeleritis, etiam sic ea quæ ad oruandum obitum vestrum pertinebunt non ne- gligam, sed vestræ familiæ, uxorum et liberorum eam ralionem habelo, ut beati et felices sint judicandi, et ipsi magnum eitis mortis solatium habituri, si quis modo sensus defunctis superest, nec omnium ante actarum rerum oblivio obrepit, B C ao præclusa est rerum post actarum cognitio. » Primus igitur Pupaces, ut dixi, cum se cruce si- gnasset, ascensum auspicatur. Sequuntur Petra- liphæ fratres, deinde ali, donec in scalis omnes constiterunt. Nemo fuit quin inusitato isto et hor- rendo spectaculo consternatus, ejulatu et lacrymis oppletus percusso pectore Deum invocarit. Illi clypeis, quo tutiores essent, supra capita elatis strictisque gladiis,cum ad hostes appropinquassent, acriter dimicant. Qui quamvis omnis generis telis et graudibus saxis eos peterent, nihil proficiebant ; nam cum ut incudes malleis, ita ipsi crebris telis ferirentur, indefessi, immobiles et in periculis imperterriti perseverabant. Atque in certamen exitum pulcherrimum habuisset magnamque Ro- C » » « manis gloriam peperisset, nisi casus quidam inau- spicatus et nimiis successibus invidens optimum principium et spem initio bonam infelici exitu ter- minasset. Nam cum Pupaces jam de scala descen- disset et gradu in rupe firmato cum hostibus dimi- caret,scala confracta cæteri miserabiliter in fluctus Buxa et navium tabulata præcipitati, superne etiuın saxis obruti plerique perierunt, ac pauci ex multis illis evaserunt incolumes. At Pupaces cum hostes moenibus pepulisset ac parvam portam apertam reperisset, per eam in castra rediit; que res non Romanis tantum et imperatori, sed hostibus etiam stupori et admirationi fuit. Quibus cum inluma- nitas et animi feritas objiceretur, quol de scala dejectos saxis obruerent, destiterunt, forti- tudinem eorum admirati.
ἡ γὰρ πρὸς πορείαν ὀξεῖα τούτου ῥοπὴ καὶ ἡ πρὸς τὰ οἰκεῖα ἤθη τῶν στρατιωτῶν ἀχαλίνωτος ἄπαρσις καὶ ἀλόγιστος οὐκ ὀλίγα τῶν ταγμάτων διαλυθέντα παρελυμήνατο, τῶν Τούρκων ἐπεισπεσόντων ἀθρόως αὐτοῖς, ὡς πείρᾳ γνῶναι τῷ τότε πολλούς, οἷον ἀγαθὸν ἡ προμήθεια, τὴν δ’ ὑστεροβουλίαν πρᾶγμα ἀνόνητον καὶ ἀξύμφορον, καὶ ὡς κρεῖσσον τὸ μεθ’ ἡμέραν, εἰ σώζει καὶ δίδωσιν εὔκλειαν, τοῦ κατασπῶντος αὐτίκα εἰς θάνατον, κἂν ὑποσαίνῃ χρηστότητι. τάχα δ’ ἂν καὶ εἰς χείριστον προέβη τὰ οἴκτιστα, εἰ μὴ βασιλεὺς ἐπαναστραφεὶς τῶν Τούρκων ἀνέστειλε τὴν φορὰν καὶ προύπεμψε τὰ στρατόπεδα μεθ’ οἵας ἔδει συντάξεως πρότερον· ὅτε καὶ λέγεται τοῖς τῶν πεσόντων ἐπιστάντα πτώμασι καὶ τὸ πλῆθος τῶν διαφθαρέντων ὅσον κατανοήσαντα πλῆξαί τε τῇ χειρὶ τὸν μηρὸν ἀχθόμενον καὶ περιψοφῆσαι τὰ χείλη πυκνὰ καὶ ἀνοιμῶξαι βύθιον καὶ δακρῦσαι (ταῦτα δὴ τὰ τῶν παθαινομένων σημαντικὰ ἐπὶ τοῖς ὁρωμένοις ἢ καὶ ἐνωτιζομένοις ἀλγεινοῖς θεάμασι καὶ ἀκούσμασι) καὶ ὁρμῆσαι μὲν τὸ ἐν ὀφθαλμοῖς ἀναμαχέσασθαι ὄνειδος, γενναῖον δέ τι ἐξ ὑπογυίου δρᾶσαι μὴ ἔχοντα ὁδοῦ τῆς προκειμένης αὖθις ἔχεσθαι.
μότοιχον τὴν οἴκησιν ἔχοντες, ἐπέβησαν πρῶτοι τῆς κλίμακος, τῷ βασιλεῖ πειθαρχήσαντες. Τούτων γὰρ αποτεθαῤρηκότων πρώτως τὴν ἀνοδον, μάλιστα δὲ πρὸ αὐτῶν τοῦ Πουπάκη, δς δορυφορῶν τὸν μέγαν δομέστικον όλος ἦν ἐνθεάζων πρὸς τὸ ἔργον τότε καὶ προαλλόμενος, καὶ ἕτεροι οὐκ ὀλίγοι κατὰ ζῆλον ἐπηκολούθησαν. Πάντας μὲν οὖν ἀγάμενος ἦν τῆς προθυμίας καὶ τοῦ ταχέος ὁρμήματος ὁ κρατῶν, ἀφορίσας δὲ οὕς ᾔδει παρ᾽ ἀσπίδα πολλάκις ἐνδρω κότας καὶ ἄντικρυς "Αρεα πνέοντας, καὶ ἐς τετρα κοσίους ᾐριθμηκώς, ἀναβαίνειν διαφῆκε, πολλὰ πρότερον ἐς ἀνδρίαν παρακαλοῦντα τούτοις δια λεχθείς, καὶ αὐτοῖς καὶ τέκνοις αὐτῶν ὁδρὰ γέρα καὶ ἀμοιβαίαν ἐπαγγειλάμενος εὔνοιαν. « Είτε γάρ, Α τῶν Φράγγων γένους ὁρμῶμενοι καὶ κατὰ τὸ Διδυ οι τοῖς ζῶσι σύνεστε, τὸν ἐφεστῶτα κίνδυνον διαδράντες καὶ ἀρίστως ἀγῶνα τὸν προκείμενον ἀεθλεύσαντες, εὐρήσετέ με καὶ ὑπὲρ δόκησιν ἀντὶ δεσπότου καὶ βασιλέως πατέρα κηδόμενον· είτε τὸ ζῆν καταλύσετε, πατρίδι τιμὴν καὶ κλέος αὐτοῖς ἀρνύμενοι, οὐδ᾽ οὕτως τῶν εἰς δόξαν καὶ κειμένων ὑμῶν ἀφέξομαι, ἀλλ᾽ οὕτως εὖ διαθήσομαι τὰ κατ' οἶνον καὶ τέκνα καὶ ὁμολέκτρους ὡς ζηλωτές τοῖς ἔτι περιοῦσι καὶ μακαριστέα δοκεῖν, καὶ αὐτοῖς δὲ ὑμῖν ὑπαπιοῦσι καθ᾽ ᾄδην ἀσπάσια, εἴ τις τέως καὶ ἐν νεκροῖς αἴσθησις, μηδὲ τὸ τῆς λήθης ποτὸν ἐγχεόμενον οὐ μόνον τὴν τῶν προλαβόντων ἀπαλεί φει μνήμην, ἀλλὰ καὶ τὰ κατὰ τὸν βίον ἐπιγενόμενα οὔκουν ἐς ᾅδου επεισρέειν ἀφίησιν, όπως τους θα νοῦσιν εἴησαν γνώριμα. Πρώτος οὖν ὁ Πουπάκης, ὡς ἔφην, τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ διατυπώσας ἐν ἑαυτῷ τῆς ἀναβάσεως ἄρχεται, καὶ μετ' αὐτὸν υἱ Πετραλείψαι κασίγνητοι, καὶ καθεξής, ἕτεροι, ἕως πάντας ἡ κλίμαξ ἐδέξατο. Οὐδεὶς οὖν τῶν θεωμέν νῶν ἦν ὅς ἐπὶ τῷ πραττομένῳ τούτῳ ἔργῳ οὐκ ἀνωλόλυξεν ὡς ἐπὶ καινῷ καρδιαλήτας θεάματι, οὐδέ δακρύων ὑποπλησθεὶς καὶ πατάξας τό στῆθος ἐθεοκλύτησε· Καὶ ἦν γὰρ ἀληθῶς τὸ ὁρώμενον και ταπλήττον τὸν θεατὴν ὀφθαλμόν. Οἱ μὲν γὰρ τοὺς θυρεούς ὑπὲρ κεφαλῆς ἐς τὸ ἀσφαλὲς ἀνατείναντες καὶ τὰ ξίφη σπασέμενοι, τοῖς ἐκ τοῦ φρουρίου προσηγγικότες ἐκθύμως διημιλλῶντο· οἱ δὲ πάσαις κατ' αὐτῶν ἐχρῶντο βολαῖς καὶ λίθους ἀπεῤῥίπτουν χειροπληθείς. Αλλ' οὐδὲν ἤνυτον· οὗτοι γάρ, ὅσα καὶ ἄκμονες ῥαϊστῆρσι, παντοίοις τυπτόμενοι βλή μασιν ἀκάμαντες ἦσαν καὶ ἀπερίτρεπτοι καὶ τὴν Ο ἰσχὺν ἀνένδοτοι κάπὶ τοῖς παροῦσι δεινοῖς ἀκατά- πληκτοι. Καν κάλλιστον εἰλήφει τέλος τὰ τοῦ ἀγῶνος τοῦδε, καὶ Ῥωμαίοις ἐγεγόνει πάντη κυδαντικά νῦν δ' ἀλλ' ἡ ταῖς τῶν πράξεων μεγίσταις ἐπεισερχομένη ἀγεννής περίπτωσις καὶ τὸ ἄγαν ἀε! πως παρακολούουσα, ἀρχὴν ἀρίστην ὑποθεῖσα τῷ ἔργῳ καὶ τῆ προθέσει κατά βραχύ πως ὑποβάλε πουσα, περὶ τὸ πέρας ἠγνωμόνησε τὸ ἐπέραστον. "Ηδη γὰρ τοῦ Πουτάκου τῆς κλίμακος ἀποβάντος καὶ τώ πόδε ταῖς πέτραις ἐνερείσαντος, ὅθεν καὶ τοῖς ἐκ τῶν εὐχῶν διεφέρετο, ἡ κλίμαξ αποκαυλί ζεται. Καὶ οἱ μὲν ἄλλοι πάντες κύμβαχοι ἐπὶ βρεγμόν τε καὶ ὤμους ἐλεεινὸν ἐπανετρέπετο θέαμα καὶ ἄπιστος ὄψις οἰκτίρμοσιν ἀφθαλμοῖς, καὶ κοκῶς παραπώλλυντο τοῖς τῶν κυμάτων διαύλοις φερόμε ναι καὶ πέτραις καὶ νεῶν προσοραττόμενοι καταστρώματι, κἀκ τῶν ὑψέλες λίθοις καταχωννύμενοι, ὡς βραχεῖς ἀπ' ἐκείνων δὴ τῶν πολλῶν τὸν κίνδυνον διεκφυγεῖν· ὁ δέ γε Πουπάκης τοὺς ἐν τοῖς τείχεσι διασοβήσας καὶ πυλίδα ἀναπεπταμένην εὑρὼν δι' αὐτῆς ἐξέθορεν εἰς τὸ στράτευμα. Καὶ ἦν τοῦτο οὐ Ρωμαίοις μόνον καὶ βασιλεῖ δι' ἐκπλήξεως, ἀλλὰ καὶ τοῖς ὑπεναντίοις αὐτοῖς διὰ θαύματος, οἳ καὶ τὸ ἀπάνθρωπον ὀνειδισθέντες καὶ τὸ τῆς γνώμης ἀνήμερον ἐπεγκληθέντες οἷς καταλιθοῦντες ἄνωθεν ήσαν NICETE CHONIATÆ 4.0 eorum quos empe in acie stelisse et viros esse for- tes compertum habebat, eos ascendere jussit, prolixe prius cohortatus ad rem fortiter gerendam, ipsis eorumque liberis ampla præmia et mutuam benevolentiam polliitus : « Sive enim vi- tam periculo evitato servaveritis, inquit, certamine isto feliciter superato, me supra opinionem ves- tram pro domino et imperatore patrem fidelissi- mum habebitis : sive pro patriæ honore vestraque gloria inortem oppeleritis, etiam sic ea quæ ad oruandum obitum vestrum pertinebunt non ne- gligam, sed vestræ familiæ, uxorum et liberorum eam ralionem habelo, ut beati et felices sint judicandi, et ipsi magnum eitis mortis solatium habituri, si quis modo sensus defunctis superest, nec omnium ante actarum rerum oblivio obrepit, B C ao præclusa est rerum post actarum cognitio. » Primus igitur Pupaces, ut dixi, cum se cruce si- gnasset, ascensum auspicatur. Sequuntur Petra- liphæ fratres, deinde ali, donec in scalis omnes constiterunt. Nemo fuit quin inusitato isto et hor- rendo spectaculo consternatus, ejulatu et lacrymis oppletus percusso pectore Deum invocarit. Illi clypeis, quo tutiores essent, supra capita elatis strictisque gladiis,cum ad hostes appropinquassent, acriter dimicant. Qui quamvis omnis generis telis et graudibus saxis eos peterent, nihil proficiebant ; nam cum ut incudes malleis, ita ipsi crebris telis ferirentur, indefessi, immobiles et in periculis imperterriti perseverabant. Atque in certamen exitum pulcherrimum habuisset magnamque Ro- C » » « manis gloriam peperisset, nisi casus quidam inau- spicatus et nimiis successibus invidens optimum principium et spem initio bonam infelici exitu ter- minasset. Nam cum Pupaces jam de scala descen- disset et gradu in rupe firmato cum hostibus dimi- caret,scala confracta cæteri miserabiliter in fluctus Buxa et navium tabulata præcipitati, superne etiuın saxis obruti plerique perierunt, ac pauci ex multis illis evaserunt incolumes. At Pupaces cum hostes moenibus pepulisset ac parvam portam apertam reperisset, per eam in castra rediit; que res non Romanis tantum et imperatori, sed hostibus etiam stupori et admirationi fuit. Quibus cum inluma- nitas et animi feritas objiceretur, quol de scala dejectos saxis obruerent, destiterunt, forti- tudinem eorum admirati.
PG 139:421Ὁ δὲ μὴ τοῖς ὑψηλοῖς μόνον καὶ ἐθνῶν καὶ πόλεων δυνάσταις λοξὸν ἀεὶ ἐνορῶν φθόνος καὶ τοὺς ἐπιβούλους τρέφων ἀεὶ ἐγγύς, ἀλλὰ καὶ τοῖς μετριωτέροις ἐπιφυόμενος, οὗτος οὐδὲ τὸν Στυππειώτην Θεόδωρον τῆς παρὰ βασιλεῖ παρρησίας εἴασεν ἀμετάθετον, ἀλλὰ πνεύσας καταιγιδῶδες καὶ ἄγριον ὁ δυσπάλαιστος πολλάκις μὲν τοῦ στασίμου στυφελίξας μετήνεγκε, τέλος δὲ καὶ ἀνέτρεψε καὶ εἰς πτῶμα κατήνεγκεν οἴκτιστον. Παρενείρω δὲ καὶ τὰ τοιάδε τῇ ἱστορίᾳ δεικνὺς τοῖς ἀναγινώσκουσιν, ὡς κἂν ἀσυλλόγιστόν τι πρᾶγμα καὶ δυσφύλακτον ἡ πονηρία, χρῆναι γοῦν ὡς ἐξὸν ὑποβλέπεσθαι τῶν ἀντιτέχνων ὁπόσοι τὸν μὲν τρόπον οὐκ ἐλεύθεροι, τὸ δὲ ἦθος ὑποκαθήμενοι καὶ τὴν γλῶτταν τῇ καρδίᾳ πλουτοῦντες ἀντίφθογγον, πρὸ πάντων δὲ τιθέναι τῷ στόματι φυλακὴν καὶ μὴ ἐᾶν τὴν γλῶτταν προπετῶς ἐκπηδᾶν τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων καὶ τοῦ τῶν χειλέων ἐπιτειχίσματος, ἅπερ οἷα διπλοῦν περίβολον ἡ φύσις ταύτῃ περιεγύρωσεν.
DE MANUELE COMNENO LIB. II. πτραπέντας ἐκ τῆς κλίμακος, ἀπέσχοντο τοῦ ὁρᾷν ούτωσί, τοὺς ἄνδρας αἰδεσθέντες τῆς γενναιό Αλλ᾽ οὔπω ἀκριβῶς τὸ ἀτύχημα τοῦτο Ρω- Α διεθρηνήθη καὶ τὴν ἐπ᾿ αὐτῷ τοῦ βασιλέως ὁ πάντα μαραίνων χρόνος διαφορήσας ἐλέανε, την τις ἐπισυμπλέκεται συμφορὰ χείρων τῆς : και κακὸν ἐπεισκυμάζει ἐπεισκυμάζει ἀξιοπένθητον Διαστασιάζονται Ῥωμαῖοι καὶ Βενέτικο: ἐσην τὴν ἀγοράν, καὶ ἡ στάσις οὐκ ἐρεσχελίαι κατέρων πίπτουσαι τῶν γενῶν, οὐδ᾽ ἔπος ν, ὁποῖον ἐῤῥέθη, τοιοῦτον ἐπακουόμενον, δωμολοχεύοντο πρὸς ἀλλήλους ἢ κερτόμοις οι καὶ ρήμασιν ἐκομψεύοντο, οὐδ' ἔβαλλον : καὶ ἐπλύνοντα σκώμμασιν, ἀλλ᾽ αἱ χεῖρες τὰ ὅπλα καὶ ἡ μάχη ἀγχώμαλος ἐκορθύετο. · οὖν οἱ κατὰ φήμην τοῦ κακοῦ μεθ᾽ ὅπλων ωθεν ἐπεισρέοντες καὶ τοῖς ὁμογενέσιν ἀρή · πολλοὶ δὲ καὶ οἱ ἐκεῖσε μὴ ὁπλενδυτοῦντες έβαλον, γένει βασιλείῳ διαπρεπεῖς καὶ λαμπροί ἀξίωσιν. Καὶ τῶν Βενετίκων δὲ ἀφίκοντο οἱ κατο: ὡς σβέποντες τὸ κακὸν καὶ διαλλακτῆρες 13:. Αλλ' οὐκ ἦν τῶν λεγομένων ἐπιστροφὴ, τις εἰσῄει τούτους αἰδὼς τῶν συνειλεγμένων · ν ἀνδρῶν· ὁ γὰρ Αρης ἐκπάγλως ἐμαίνετο, τροχίσεως αἱμάτων ὁρῶν ἐπισυνίστη μάλιστα πλίτας, καὶ τούτους ἐκ τοῦ τῶν Βενετίκων στρατολογήματος, καὶ κατεῖχεν οὐδὲν οὐδ᾽ πρεν. Ὅσον γὰρ ὁ μέγας δομέστικος τους ιίους ἀνέκοπτε τῆς ὁρμῆς καὶ τὰς τούτων αδρομές επετείχιζε, τοσοῦτον ἐβαρυμηνίων καὶ τῷ θυμῷ σφαδάζοντες κἀκ τῶν τριηρέων ντο. Ἰδὼν τοίνυν ὁ ἀνὴρ ὡς οὐδὲν ὠφελεῖ αγές μετιών καὶ ὡς ἄγει αναγκαία (73) τὰ μάχη διακριθῆναι, τοὺς ἰδίους μεταπέμπεται όρους, οὕς ἐπὶ καιρὸν μάχης είχε χρησίμους , καὶ ὀπλίταις ἀγαθοῖς ἐκέχρητο, καὶ διαφίησι Βενετίκοις. Εξάγει δὲ και μέρος τῆς στρατιᾶς. ὀλίγον οὖν οὗτοι αντισχόντες, τὰ νῶτα μετα ντες προτροπάδην φεύγουσι καὶ ταῖς ναυσὶν τες συνωθούνται, βαλλόμενοί τε καὶ ἀναιρού- . Πλὴν οὐδ' οὕτω τῆς βαρβάρου γνώμης ἠρέ- με τα όπλα μετὰ τὴν ήτταν κατέθεντο, ἀλλὰ τὰ δυσθάνατα τῶν θηρίων ἐφαλλόμενοί τε καὶ λλόμενοι ἐν δεινῷ τίθενται ὅτι μὴ Ῥωμαίων ν ὑπερίσχυσαν. Αμέλει καὶ κατὰ χέρσον μη- δυνάμενοι μάχεσθαι ἀποσαλεύουσι τὰς νέας καὶ τους, τιθέασι· καὶ κατά τινα νῆσον ἀναχθέντες Άριστον (ή Αστερίς αὕτη οἶμαι ἐστιν, ἢν φασιν Ελα: κεῖσθαι μέσον Ιθάκης καὶ τῆς τῶν Κεφα• ων τετραπόλεως) ἐπιτίθενται ὡς πολέμιοι τοῖς κ ἐξ Ευβοίας παρορμῶσι πλοίοις Ρωμαϊκοις, τὸ ναυτικὸν κακῶς διαθέμενοι, δ συνεπλήρουν βρεῖς μάλιστα, τέλος καὶ αὐτὰ τὰ σκάφη πῦρ ελέντες ἡ θάλωσαν. Τῷ κακῷ δὲ τούτῳ ἕτερον Σώτερον ἐπιφέροντες τὴν βασιλίδα τῆς κλοποφος τι, καὶ παρ' ἑαυτοῖς θέμενοι πρῶτα μὲν τὰς B D V. Ejus cladis luctu vixdum finito et imperatoris dolore temporis spatio cuncta consumentis utcun- que lenito, alia calamitas ingruit superiore pejor, et malum funestum suboritur. Inter Romanos et Venetos in medio foro seditio oritur, nec dicteriis et conviciis certatur, sed nanibus et armis. Con. fluunt, ea audita, utrinque arniati ad opem suis popularibus ferendam ; accessere item multi iner- mes, regio genere clari et dignitatibus illustres. Advenerunt et Venetorum primores motum illum sedaturi et pacem conciliaturi. Sed verbis iis move- batur nemo nemo concilium illud maximorum virorum curabat. Mars enim atrociter sæviens et sanguinis effundendi cupidus gravis armaturæ mi- lites, eosque potissimum Venetæ factionis, ita concitabat ut nulla re coerceri possent. Nam quo magis magnus domesticus Romanorum impetum reprimebat, eo magis Veneti ira perciti e triremi- bus erumpebant. Cum igitur videret se paci- ficando nihil proficere et populos prælio dirimi ne- cesse esse, suos satellites accersit, quorum fideli opera in acie ulebatur, eosque in Venetos immit- tit. Educit et copiarum partem. Illi igitur cum pau- lisper restitissent, arrepta fuya inviti jaculis et cædibus in naves compelluntur. Verum ne sic qui- dem ferocia mitigata, arma nec post acceptam cladem posuerunt, sed instar belluarum ægre mo- rientium insilientes et prosilientes indignati sunt se ipsis Romanis non fuisse superiores. Et cum non amplius terra pugnare possent, in quamdam insulam provecti, Asteridem opinor, quam veteres C inter Ithacam et Cephalenum tetrapolim silam esse tradunt, hostilem in modum Romanas naves illac transeuntes invadunt. Ac male tractata classe, Eu- boica presertiu, denique ipsas naves cremaverunt. Neque hoc malo contenti aliud gravius adjungunt : imperatoriam navem sufurati, primum conclaviaim- peratoria peplis auratis et purpureis tapetibus exornant, deinde homuncionem perditum, nigrum quemdam Ethiopem, in eam introductum et splen- dida corona exornatum ut Romanorum imperato- rem cum magnifico comitatu per ludibrium cele- brarunt,deridendi Manuelis causa, qui non flavam comam haberet ut maturæ segetes, sed fuscus es- set instar sponsæ illius in Canticis, quæ se nigram sed formosam esse ait, ut a sole nonnihil adustam. Quamvis aulem imperator Barbaros statim justo supplicio afficere posset, tamen veritus no intestino bello commoto plura incommoda sequerentur, mis- sis e sua familia quibusdam Venetis injuriarum tam sibi quam Romanis hostiliter illatarum veniam pollicetur, cum ultionem, aliis rebus urgentibus, intempestivam esse cerneret. Nihilominus ira animo, tanquam igne sub oineribus, pressa atque Hier. Wolfii notæ. D 73) Puto αναγκαία pro ανάγκη esse positum, ut Καλλιόπεια pro Καλλιόπη.
Ὁ γάρ τοι τότε λογοθέτης τοῦ δρόμου ὁ Καματηρὸς Ἰωάννης οὐχ οἷός τε ὢν στέγειν τὴν ἐς τὸν Στυππειώτην τῆς τύχης εὐμένειαν καὶ τὴν ἀκροτάτην τοῦ βασιλέως ῥοπὴν καὶ τὸ τῷ μὲν ἅπαντα τὸν χρόνον τῆς ἐς τὸν κρατοῦντα παρρησίας τε καὶ παρουσίας εἶναι καιρὸν καὶ ἐξεῖναι δακτύλῳ μεταφέρειν πάντα καὶ νεύματι, αὐτῷ δὲ κατὰ τακτὰς ὥρας τὴν ἐς αὐτὸν ἀνεῳγέναι πυλαίαν καὶ τἆλλα, ὅσα τῷ μὲν Στυππειώτῃ καὶ μόνον βουληθέντι ἀνύσιμα, τῷ δὲ οὐδ’ ὄναρ διὰ τοῦ φανταστικοῦ ἐφιπτάμενα καὶ διὰ τοῦτο τοῦ φθόνου γινόμενα ὑπεκκαύματα καὶ ἕως τοῦ ταμείου πλήττοντα τῆς καρδίας, σκαιωρεῖ κατὰ τοῦ ἀνδρὸς τὰ οἰκτρότατα. καὶ δεινὸς ὢν καττῦσαι δόλους καὶ δικρόαν εὐτυχῶν γλῶτταν, ὁποίαν ὄφις ὁ ψίθυρος καὶ ἀρχέκακος, φιλίᾳ ὑποκλέπτει τὸν ἄνδρα καλῷ πράγματι συσκιάζων ἄτοπα διαβούλια καὶ δηλητηρίου σκύφον περιχειλῆ ἀγάπης μέλιτι περιχρίων. ἀμέλει τοι καὶ ἄλλα λέγων καὶ διανοούμενος ἕτερα καὶ χείλεσι μὲν τιμῶν τῇ δὲ καρδίᾳ πόρρω πλαζόμενος ἐλελήθει τὸν κατὰ τοῦτο μόνον ἀρχαῖον καὶ ἁπλοϊκὸν Στυππειώτην.
DE MANUELE COMNENO LIB. II. πτραπέντας ἐκ τῆς κλίμακος, ἀπέσχοντο τοῦ ὁρᾷν ούτωσί, τοὺς ἄνδρας αἰδεσθέντες τῆς γενναιό Αλλ᾽ οὔπω ἀκριβῶς τὸ ἀτύχημα τοῦτο Ρω- Α διεθρηνήθη καὶ τὴν ἐπ᾿ αὐτῷ τοῦ βασιλέως ὁ πάντα μαραίνων χρόνος διαφορήσας ἐλέανε, την τις ἐπισυμπλέκεται συμφορὰ χείρων τῆς : και κακὸν ἐπεισκυμάζει ἐπεισκυμάζει ἀξιοπένθητον Διαστασιάζονται Ῥωμαῖοι καὶ Βενέτικο: ἐσην τὴν ἀγοράν, καὶ ἡ στάσις οὐκ ἐρεσχελίαι κατέρων πίπτουσαι τῶν γενῶν, οὐδ᾽ ἔπος ν, ὁποῖον ἐῤῥέθη, τοιοῦτον ἐπακουόμενον, δωμολοχεύοντο πρὸς ἀλλήλους ἢ κερτόμοις οι καὶ ρήμασιν ἐκομψεύοντο, οὐδ' ἔβαλλον : καὶ ἐπλύνοντα σκώμμασιν, ἀλλ᾽ αἱ χεῖρες τὰ ὅπλα καὶ ἡ μάχη ἀγχώμαλος ἐκορθύετο. · οὖν οἱ κατὰ φήμην τοῦ κακοῦ μεθ᾽ ὅπλων ωθεν ἐπεισρέοντες καὶ τοῖς ὁμογενέσιν ἀρή · πολλοὶ δὲ καὶ οἱ ἐκεῖσε μὴ ὁπλενδυτοῦντες έβαλον, γένει βασιλείῳ διαπρεπεῖς καὶ λαμπροί ἀξίωσιν. Καὶ τῶν Βενετίκων δὲ ἀφίκοντο οἱ κατο: ὡς σβέποντες τὸ κακὸν καὶ διαλλακτῆρες 13:. Αλλ' οὐκ ἦν τῶν λεγομένων ἐπιστροφὴ, τις εἰσῄει τούτους αἰδὼς τῶν συνειλεγμένων · ν ἀνδρῶν· ὁ γὰρ Αρης ἐκπάγλως ἐμαίνετο, τροχίσεως αἱμάτων ὁρῶν ἐπισυνίστη μάλιστα πλίτας, καὶ τούτους ἐκ τοῦ τῶν Βενετίκων στρατολογήματος, καὶ κατεῖχεν οὐδὲν οὐδ᾽ πρεν. Ὅσον γὰρ ὁ μέγας δομέστικος τους ιίους ἀνέκοπτε τῆς ὁρμῆς καὶ τὰς τούτων αδρομές επετείχιζε, τοσοῦτον ἐβαρυμηνίων καὶ τῷ θυμῷ σφαδάζοντες κἀκ τῶν τριηρέων ντο. Ἰδὼν τοίνυν ὁ ἀνὴρ ὡς οὐδὲν ὠφελεῖ αγές μετιών καὶ ὡς ἄγει αναγκαία (73) τὰ μάχη διακριθῆναι, τοὺς ἰδίους μεταπέμπεται όρους, οὕς ἐπὶ καιρὸν μάχης είχε χρησίμους , καὶ ὀπλίταις ἀγαθοῖς ἐκέχρητο, καὶ διαφίησι Βενετίκοις. Εξάγει δὲ και μέρος τῆς στρατιᾶς. ὀλίγον οὖν οὗτοι αντισχόντες, τὰ νῶτα μετα ντες προτροπάδην φεύγουσι καὶ ταῖς ναυσὶν τες συνωθούνται, βαλλόμενοί τε καὶ ἀναιρού- . Πλὴν οὐδ' οὕτω τῆς βαρβάρου γνώμης ἠρέ- με τα όπλα μετὰ τὴν ήτταν κατέθεντο, ἀλλὰ τὰ δυσθάνατα τῶν θηρίων ἐφαλλόμενοί τε καὶ λλόμενοι ἐν δεινῷ τίθενται ὅτι μὴ Ῥωμαίων ν ὑπερίσχυσαν. Αμέλει καὶ κατὰ χέρσον μη- δυνάμενοι μάχεσθαι ἀποσαλεύουσι τὰς νέας καὶ τους, τιθέασι· καὶ κατά τινα νῆσον ἀναχθέντες Άριστον (ή Αστερίς αὕτη οἶμαι ἐστιν, ἢν φασιν Ελα: κεῖσθαι μέσον Ιθάκης καὶ τῆς τῶν Κεφα• ων τετραπόλεως) ἐπιτίθενται ὡς πολέμιοι τοῖς κ ἐξ Ευβοίας παρορμῶσι πλοίοις Ρωμαϊκοις, τὸ ναυτικὸν κακῶς διαθέμενοι, δ συνεπλήρουν βρεῖς μάλιστα, τέλος καὶ αὐτὰ τὰ σκάφη πῦρ ελέντες ἡ θάλωσαν. Τῷ κακῷ δὲ τούτῳ ἕτερον Σώτερον ἐπιφέροντες τὴν βασιλίδα τῆς κλοποφος τι, καὶ παρ' ἑαυτοῖς θέμενοι πρῶτα μὲν τὰς B D V. Ejus cladis luctu vixdum finito et imperatoris dolore temporis spatio cuncta consumentis utcun- que lenito, alia calamitas ingruit superiore pejor, et malum funestum suboritur. Inter Romanos et Venetos in medio foro seditio oritur, nec dicteriis et conviciis certatur, sed nanibus et armis. Con. fluunt, ea audita, utrinque arniati ad opem suis popularibus ferendam ; accessere item multi iner- mes, regio genere clari et dignitatibus illustres. Advenerunt et Venetorum primores motum illum sedaturi et pacem conciliaturi. Sed verbis iis move- batur nemo nemo concilium illud maximorum virorum curabat. Mars enim atrociter sæviens et sanguinis effundendi cupidus gravis armaturæ mi- lites, eosque potissimum Venetæ factionis, ita concitabat ut nulla re coerceri possent. Nam quo magis magnus domesticus Romanorum impetum reprimebat, eo magis Veneti ira perciti e triremi- bus erumpebant. Cum igitur videret se paci- ficando nihil proficere et populos prælio dirimi ne- cesse esse, suos satellites accersit, quorum fideli opera in acie ulebatur, eosque in Venetos immit- tit. Educit et copiarum partem. Illi igitur cum pau- lisper restitissent, arrepta fuya inviti jaculis et cædibus in naves compelluntur. Verum ne sic qui- dem ferocia mitigata, arma nec post acceptam cladem posuerunt, sed instar belluarum ægre mo- rientium insilientes et prosilientes indignati sunt se ipsis Romanis non fuisse superiores. Et cum non amplius terra pugnare possent, in quamdam insulam provecti, Asteridem opinor, quam veteres C inter Ithacam et Cephalenum tetrapolim silam esse tradunt, hostilem in modum Romanas naves illac transeuntes invadunt. Ac male tractata classe, Eu- boica presertiu, denique ipsas naves cremaverunt. Neque hoc malo contenti aliud gravius adjungunt : imperatoriam navem sufurati, primum conclaviaim- peratoria peplis auratis et purpureis tapetibus exornant, deinde homuncionem perditum, nigrum quemdam Ethiopem, in eam introductum et splen- dida corona exornatum ut Romanorum imperato- rem cum magnifico comitatu per ludibrium cele- brarunt,deridendi Manuelis causa, qui non flavam comam haberet ut maturæ segetes, sed fuscus es- set instar sponsæ illius in Canticis, quæ se nigram sed formosam esse ait, ut a sole nonnihil adustam. Quamvis aulem imperator Barbaros statim justo supplicio afficere posset, tamen veritus no intestino bello commoto plura incommoda sequerentur, mis- sis e sua familia quibusdam Venetis injuriarum tam sibi quam Romanis hostiliter illatarum veniam pollicetur, cum ultionem, aliis rebus urgentibus, intempestivam esse cerneret. Nihilominus ira animo, tanquam igne sub oineribus, pressa atque Hier. Wolfii notæ. D 73) Puto αναγκαία pro ανάγκη esse positum, ut Καλλιόπεια pro Καλλιόπη.
PG 139:423Ἐνδιαβάλλει τοίνυν ὡς μαγγανευτὴν τοῦτον καὶ δολιόφρονα καὶ γράφεται προδοσίας, τὰ κατὰ Σικελίαν λέγων ἀναταράττειν πράγματα. ἀπαιτηθεὶς οὖν ὑπὸ τοῦ βασιλέως πίστεις τῶν λεγομένων, τῇ Κιλικίᾳ ἔτι ἐνδιατρίβοντος, αὐτὸν μὲν ἐφίστησι παραπετάσματι, τὸν δὲ Στυππειώτην ἀπολαβὼν ὡς ἔχων τι μόνος μόνῳ προσδιαλέξασθαι ἄγει ὅπου ἦν ὁ βασιλεὺς ἑστηκὼς καὶ λόγους ἀνακινήσας ἑτέρους εἶτα καὶ τοῖς κατὰ Σικελίαν δολίως ἐνέβαλε καὶ διδοὺς αὐτὸς ἀφορμὰς τοῦ μεμψιμοιρεῖν, μήτε μὴν ἀσπάζεσθαι τὸν Στυππειώτην ὅσα ὁ βασιλεὺς εἶχεν ἐπὶ τοῖς κατὰ Σικελίαν διαπραξάμενος πράγμασιν, οὕτω διαλύει τὴν ἐντυχίαν. καὶ τοιοῦτον ἐνθάψας σπινθῆρα τῇ τοῦ βασιλέως ψυχῇ καὶ κατὰ τοῦ Στυππειώτου ἀφεὶς ὑποτύφεσθαι ἐσκέπτετο καὶ φορυτοῦ εὐπορήσειν ἑτέρων συκοφαντήσεων, δι’ ὧν προχειροτάτη τοῦ σπινθῆρος ἐσεῖται ἡ κίνησις.
ἐν αὐτῇ βασιλικάς διαιτήσεις κοσμοῦσι πέπλοις χρυσοῦφέσι καὶ ἀλουργοῖς τάπησιν, ἔπειτα δ' αὐτῇ ἐμβιβάσαντες ἀνδράριον ἐπίτριπτον, κελαινοχρῶτα τινα Αἰθίοπα, εὐφήμουν ὡς βασιλέα Ρωμαίων, περιάγοντες μετὰ λαμπρᾶς στεφανηφορίας και προ- πομπής, τὰ τῆς βασιλείας σεμνὰ διαπαίζοντες, καὶ καταμωκώμενοι τοῦ ἄνακτος Μανουήλ ὡς μὴ ξαν θίζοντος τὴν κόμην ὡς θέρος, ἀλλ᾽ ὑπομελαινομένου τὴν μορφὴν κατὰ τὴν τοῦ ᾄσματος νύμφην τὴν λέγουσαν· « Μέλαινα εἰμι καὶ καλὴ, ὅτι παρέβλεψε με ὁ ἥλιος. » Αλλ' εἶχε μὲν ἀξίαν ἐπιθεῖναι δίκην τοῖς βαρβάροις ἐκ τοῦ παραυτίκα ὁ βασιλεύς· δείσας δὲ μὴ ἐμφυλίου κινηθέντος πολέμου εἰς πλεῖον προχωρήσει τὰ ἄτοπα, πέμψας τῶν ἐξ οἰκείου γένους τινὰς ἀμνησνίαν δίδωσι τοῖς Βενετίκοις ὧν τε εἰς αὐτὸν ἠνομήκασι καὶ ὧν εἰς Ρωμαίους ὡς δυσμενεῖς ἐκακούργησαν, ἐπεὶ τὰ τῆς ἀμύνης ἑώρα πως οὐκ ἀκίνδυνα, πρὸς ἄλλα τοῦ καιροῦ ῥέπειν ἐπείγοντος. Πλὴν εἴ καὶ τὸν χόλον αὐτῆμαρ κατέ πεψεν, ἀλλ' ὡς ἐν σποδιᾷ ἔναυσμα τὸν κότον ἐνέθαλπε τῇ ψυχῇ ἕως τῶν πραγμάτων ἐνδιδόντων αὐτὸν ἐξεπύρσευσεν, ὡς κατὰ καιρὸν τὸν οἰκεῖον ῥηθήσεται. Τότε δ᾽ οὖν φιλιωθέντων αὖθις ἀμφοτέρων τῶν στρατευμάτων εἰς πολιορκίαν ἐξάγει τὰς φάλαγγας, καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐν οἷς παρείκοι, τὸ πόλισμα κυκλωσάμενος παντοῖος ἐγίνετο, ὥσπερ πρὸς ἑαυτὸν ἁμιλλώμενος ἐνεργότερος δείκνυσθαι, εἴ πως παρα- στήσασθαι δυνηθείη τοῦτο καὶ ἐξελεῖν. Εκ τε οὖν τῶν πετροβόλων ὀργάνων τὰ βάρη τῶν λίθων ἠφίετο συνεχέστερα, καὶ οἱ τοξόται παρὰ μαζὸν ἀεὶ πελά- ζοντες τὰς νευρὰς καὶ ἕως τῶν γλυφίδων ἕλκοντες νιφάδεσσιν εοικότα χειμερίησι κατὰ τῶν ἐπὶ τοῦ τείχους τὰ βέλη ἔπεμπον. Ησαν δὲ κατὰ πολλὰ μέρη τοῦ ἐρύματος καὶ οἱ διὰ τῶν φαράγγων δίκην αἰγάγγρων ἐκρημνοβάτουν. Ἐπεραίνετο δὲ οὐδὲν, ἀλλ᾽ ἤ ὅσον μὴ ἀεργὸν ὁρᾶσθαι τὴν στρατιάν. Οἱ γὰρ ἔνδον καὶ αὐτοὶ γενναίως ἀπεμάχοντο, ὑποκατιέναι μὲν καὶ συστάδην ἀντιπλέκεσθαι Ρω- μαίοις οὐμενοῦν οὐδαμῶς δοκιμαζοντες, ἀπὸ δὲ τῶν τειχῶν παντοδαπῶς ἀμυνόμενοι, καὶ βέλεσι καὶ λί θων ἀφέσεσι παντοίοις κακοῦντες τὸ ἀνθιστάμενον. Ὡς ἔγνω τοίνυν ὁ βασιλεὺς ἀδυνάτοις ἐπιχειρῶν, μεταναστεῦσαι μὲν ἐκεῖθεν καὶ τὴν πολιερκίαν ἀφεικέναι ἀτέλεστον οὐκ έκρινε δεῖν, καὶ ἀδοξίας ἄλλως ἑαυτῷ παραίτιον ὑπετόπαζεν, εἰ πολλὰ καμών καὶ οὐκ ὀλίγας ἀπολωλεκώς στρατιώτιδας οὐχ ἔξει φρούριον ἓν ἐξελεῖν, καὶ τοῦτο πρότριτα Ῥωμαίοις υπόφορον, βήσκοι δὲ καὶ ἐπὶ τῆς οἰκείας χιλίους λῃστὰς, ὁρμητήριον παρεὶς καὶ νεώσοικον ταῖς Σικελιώτισι τριήρεσι κατὰ Ῥωμαίων τὰ Κέρκυρα (74). Επεβάλετο τοίνυν χρονοτριβεῖν ἄλο λη γὰρ οὐδεμία τις ἐλπὶς ὑπελείπετο τοῖς χρηστο τέροις αὐτὸν ὑποσαίνουσα, διὰ δὲ τῆς πολυημέρου προσεδρίας συμπείσειν ἄκοντας ᾤετο τοὺς ἐπὶ τῆς φρουρᾶς καταπροδοῦναι οἱ τὸ φρούριον καὶ σφᾶς προσαναθήσειν αὐτῷ· ὅθεν οὐδὲ τοῦ καλοῦ τῆς προσδοκίας ταύτης ἐκπέπτωκεν, οὐδὲ μὴν διήμαρτε τοῦ σκοποῦ. Ἡμέρας γὰρ διαλιπόντες τινὰς δια πρεσβεύονται οἱ πολέμιοι, καὶ δέονται καιρὸν αὐτοῖς ὑποχωρήσεως ἐνδοθῆναι, ὡς ὅπλων καὶ τῶν ἄλλων ἦσαν ἔχοντες. Ὡς γὰρ εώρων βασιλέα μὲν οὐκ ἄν αὐτοὺς ἐπὶ χώρας μένειν ἀνήσοντα, τὰς δ᾽ ἐλπίδας σχαζούσας εἰς κενὸν αἷς ἐβουκολοῦντο καθ' ὥραν τὴν ἀπὸ τοῦ ῥηγὸς ἐπικουρίαν προσδεχόμενοι, ἅμα δὲ καὶ τὸν λιμὸν αὐτοὺς ἡρέμα ἐπιβοσκόμενον, mus. NICET CHONIATA atque in presentia dissimulata, tum eos ultus A est cum res patiebantur, ut suo loco expone- Tum autem reconciliatis exercitibus ad oppugna- B tionem educit legiones ; et urbe, qua res ferebat, mari circumsessa, nihil intentatum relinquit, quasi secum ipse certans, an eam vel ad deditionem compellere vel per vim exscindere posset. Igitur ex machinis grandia saxa crebro torquebantur, et sagittarii summa contentione sagittus hibernis Di- vibus crebriores in moenia conjiciebant. Quidam etiam in multis munitionis partibus per valles in- star caprearum arrepserant. Sed id unum profi- ciebatur, ne ignavus esset exercitus. Nam obsessi et ipsi fortiter se defendebant : at in campum de- scendendum et cominus cum Romanis pugnandum minime censebant, sed de manibus vim propulsa- bant, et saxis omnique telorum genere hostes obruebant. Ut igitur animadvertit ea se conari quæ C ad exitum perducere non posset, inde recedere et obsidionem affectam relinquere noluit, ignominio. sum sibi fore ratus, si post multos labores, nec paucis cohortibus amissis, unum castellum, idque non ita pridem Romanis obnoxium, expugnare non posset, atque in sua ditione mille prædones aleret,Corcyra relicta, quæ Siculis triremibus na- vale ac receptum præberet. Obsidionem igitur, quoniam nulla spes melior affulgebat, ducendam esse statuit, et diuturnitate temporis presidiarios ad deditionem compellendos. Nec eum fefellit haeo opinio,neque spes frustrata est. Hostes enim, aliquot diebus post, per legatos petunt spatium sibi dari cum armis cæterisque rebus suis disce- dendi. Ut eniin videbant se per imperatorem ibi manere non posse alque inani spe subsidii regii lactari, amis presertim periculo paulatim instante, id consilii ceperunt, Theodori Capellani potissi- mum impulsu, præsidii præfecti, viri non eangui narii, sed pro grege Christi solliciti; cui pax dis- sensione antiquior et Romani chari erant, ut postea demonstravit. Imperator igitur arrectis au- ribus eo nuntio audito statim etiam rei exitum videre cupiebat: sed priusquam lætum responsum daret, asperitatem simulat et nescio quid minatur, nisi ea facerent quæ legati pollicerentur. Ut ipitur tandem accedebant, ac ne tum quidem universi, Hier. Wolfiii notæ. hæc D (76) Τα Κέρκυρα. Fortasse librarii error est pro τὴν Κέρκυραν.
Οὐκοῦν κατὰ καρδίας ἑτέραν ἀνταίαν πληγὴν εἰληφὼς ὁ Καματηρὸς ἐκ τοῦ τῷ Στυππειώτῃ ἐγχειρισθῆναι δοχεῖον ἐρυθροδάνου διάλιθον χρύσεον καὶ τοῖς ὅρκοις τοῦτον ἐπιστατῆσαι κατὰ τὸν ἐν Βλαχέρναις μέγαν νεών, οἳ τὴν τοῦ κράτους διαδοχὴν ἐνεπέδουν Ἀλεξίῳ τε τῷ ἐξ Οὐγγρίας καὶ τῇ θυγατρὶ τοῦ βασιλέως Μαρίᾳ, ἃ τῷ λογοθετικῷ δήπουθεν ὀφφικίῳ ἦσαν ἁρμόδια, συνθέσθαι λέγεται χάρτην λήρων ἔμπλεων, παρὰ τοῦ Στυππειώτου δῆθεν τῷ τῆς Σικελίας ῥηγὶ σταλησόμενον, καὶ τοῦτον ἀναφύρας τοῖς τοῦ Στυππειώτου τόμοις καὶ γράμμασι πεῖσαι τὸν βασιλέα στεῖλαι τοὺς κατὰ ζήτησιν τοῦ πρὸς τὸν ῥῆγα γράμματος τὴν τοῦ Στυππειώτου σκηνὴν ἐρευνήσοντας· οὗ καὶ γενομένου ὁ αὐτοκράτωρ οἷα πυρσὸν αἰθέριον τὴν κατὰ τοῦ ἀνδρὸς ὀργὴν ἀνέκαυσε. καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἐκκοπεὶς τὰς κόρας ἀδίκως τυφλὸς ἦν, μὴ βλέπων τὸν ἥλιον. Ὦ πάντ’ ἐφορῶν ὀφθαλμὲ τῆς δίκης ἀλάθητε, πῶς ἐπιμύεις πολλάκις ἐπὶ τηλίκοις παρανομήμασιν ἢ καὶ μείζοσιν ἑτέροις ἀνθρώπων κακοπραγήμασιν, οὐδ’ ἐπάγεις εὐθὺς τοὺς πρηστῆρας καὶ τὸ κεραύνιον ἄναμμα, ἀλλ’ ὑπερτιθέμενος ἐπέχεις τὴν κόλασιν. ἀνεξιχνίαστόν σου τὸ κρίμα, καὶ ἀνθρώπων λογισμοῖς ἀνεπίβατον.
ἐν αὐτῇ βασιλικάς διαιτήσεις κοσμοῦσι πέπλοις χρυσοῦφέσι καὶ ἀλουργοῖς τάπησιν, ἔπειτα δ' αὐτῇ ἐμβιβάσαντες ἀνδράριον ἐπίτριπτον, κελαινοχρῶτα τινα Αἰθίοπα, εὐφήμουν ὡς βασιλέα Ρωμαίων, περιάγοντες μετὰ λαμπρᾶς στεφανηφορίας και προ- πομπής, τὰ τῆς βασιλείας σεμνὰ διαπαίζοντες, καὶ καταμωκώμενοι τοῦ ἄνακτος Μανουήλ ὡς μὴ ξαν θίζοντος τὴν κόμην ὡς θέρος, ἀλλ᾽ ὑπομελαινομένου τὴν μορφὴν κατὰ τὴν τοῦ ᾄσματος νύμφην τὴν λέγουσαν· « Μέλαινα εἰμι καὶ καλὴ, ὅτι παρέβλεψε με ὁ ἥλιος. » Αλλ' εἶχε μὲν ἀξίαν ἐπιθεῖναι δίκην τοῖς βαρβάροις ἐκ τοῦ παραυτίκα ὁ βασιλεύς· δείσας δὲ μὴ ἐμφυλίου κινηθέντος πολέμου εἰς πλεῖον προχωρήσει τὰ ἄτοπα, πέμψας τῶν ἐξ οἰκείου γένους τινὰς ἀμνησνίαν δίδωσι τοῖς Βενετίκοις ὧν τε εἰς αὐτὸν ἠνομήκασι καὶ ὧν εἰς Ρωμαίους ὡς δυσμενεῖς ἐκακούργησαν, ἐπεὶ τὰ τῆς ἀμύνης ἑώρα πως οὐκ ἀκίνδυνα, πρὸς ἄλλα τοῦ καιροῦ ῥέπειν ἐπείγοντος. Πλὴν εἴ καὶ τὸν χόλον αὐτῆμαρ κατέ πεψεν, ἀλλ' ὡς ἐν σποδιᾷ ἔναυσμα τὸν κότον ἐνέθαλπε τῇ ψυχῇ ἕως τῶν πραγμάτων ἐνδιδόντων αὐτὸν ἐξεπύρσευσεν, ὡς κατὰ καιρὸν τὸν οἰκεῖον ῥηθήσεται. Τότε δ᾽ οὖν φιλιωθέντων αὖθις ἀμφοτέρων τῶν στρατευμάτων εἰς πολιορκίαν ἐξάγει τὰς φάλαγγας, καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐν οἷς παρείκοι, τὸ πόλισμα κυκλωσάμενος παντοῖος ἐγίνετο, ὥσπερ πρὸς ἑαυτὸν ἁμιλλώμενος ἐνεργότερος δείκνυσθαι, εἴ πως παρα- στήσασθαι δυνηθείη τοῦτο καὶ ἐξελεῖν. Εκ τε οὖν τῶν πετροβόλων ὀργάνων τὰ βάρη τῶν λίθων ἠφίετο συνεχέστερα, καὶ οἱ τοξόται παρὰ μαζὸν ἀεὶ πελά- ζοντες τὰς νευρὰς καὶ ἕως τῶν γλυφίδων ἕλκοντες νιφάδεσσιν εοικότα χειμερίησι κατὰ τῶν ἐπὶ τοῦ τείχους τὰ βέλη ἔπεμπον. Ησαν δὲ κατὰ πολλὰ μέρη τοῦ ἐρύματος καὶ οἱ διὰ τῶν φαράγγων δίκην αἰγάγγρων ἐκρημνοβάτουν. Ἐπεραίνετο δὲ οὐδὲν, ἀλλ᾽ ἤ ὅσον μὴ ἀεργὸν ὁρᾶσθαι τὴν στρατιάν. Οἱ γὰρ ἔνδον καὶ αὐτοὶ γενναίως ἀπεμάχοντο, ὑποκατιέναι μὲν καὶ συστάδην ἀντιπλέκεσθαι Ρω- μαίοις οὐμενοῦν οὐδαμῶς δοκιμαζοντες, ἀπὸ δὲ τῶν τειχῶν παντοδαπῶς ἀμυνόμενοι, καὶ βέλεσι καὶ λί θων ἀφέσεσι παντοίοις κακοῦντες τὸ ἀνθιστάμενον. Ὡς ἔγνω τοίνυν ὁ βασιλεὺς ἀδυνάτοις ἐπιχειρῶν, μεταναστεῦσαι μὲν ἐκεῖθεν καὶ τὴν πολιερκίαν ἀφεικέναι ἀτέλεστον οὐκ έκρινε δεῖν, καὶ ἀδοξίας ἄλλως ἑαυτῷ παραίτιον ὑπετόπαζεν, εἰ πολλὰ καμών καὶ οὐκ ὀλίγας ἀπολωλεκώς στρατιώτιδας οὐχ ἔξει φρούριον ἓν ἐξελεῖν, καὶ τοῦτο πρότριτα Ῥωμαίοις υπόφορον, βήσκοι δὲ καὶ ἐπὶ τῆς οἰκείας χιλίους λῃστὰς, ὁρμητήριον παρεὶς καὶ νεώσοικον ταῖς Σικελιώτισι τριήρεσι κατὰ Ῥωμαίων τὰ Κέρκυρα (74). Επεβάλετο τοίνυν χρονοτριβεῖν ἄλο λη γὰρ οὐδεμία τις ἐλπὶς ὑπελείπετο τοῖς χρηστο τέροις αὐτὸν ὑποσαίνουσα, διὰ δὲ τῆς πολυημέρου προσεδρίας συμπείσειν ἄκοντας ᾤετο τοὺς ἐπὶ τῆς φρουρᾶς καταπροδοῦναι οἱ τὸ φρούριον καὶ σφᾶς προσαναθήσειν αὐτῷ· ὅθεν οὐδὲ τοῦ καλοῦ τῆς προσδοκίας ταύτης ἐκπέπτωκεν, οὐδὲ μὴν διήμαρτε τοῦ σκοποῦ. Ἡμέρας γὰρ διαλιπόντες τινὰς δια πρεσβεύονται οἱ πολέμιοι, καὶ δέονται καιρὸν αὐτοῖς ὑποχωρήσεως ἐνδοθῆναι, ὡς ὅπλων καὶ τῶν ἄλλων ἦσαν ἔχοντες. Ὡς γὰρ εώρων βασιλέα μὲν οὐκ ἄν αὐτοὺς ἐπὶ χώρας μένειν ἀνήσοντα, τὰς δ᾽ ἐλπίδας σχαζούσας εἰς κενὸν αἷς ἐβουκολοῦντο καθ' ὥραν τὴν ἀπὸ τοῦ ῥηγὸς ἐπικουρίαν προσδεχόμενοι, ἅμα δὲ καὶ τὸν λιμὸν αὐτοὺς ἡρέμα ἐπιβοσκόμενον, mus. NICET CHONIATA atque in presentia dissimulata, tum eos ultus A est cum res patiebantur, ut suo loco expone- Tum autem reconciliatis exercitibus ad oppugna- B tionem educit legiones ; et urbe, qua res ferebat, mari circumsessa, nihil intentatum relinquit, quasi secum ipse certans, an eam vel ad deditionem compellere vel per vim exscindere posset. Igitur ex machinis grandia saxa crebro torquebantur, et sagittarii summa contentione sagittus hibernis Di- vibus crebriores in moenia conjiciebant. Quidam etiam in multis munitionis partibus per valles in- star caprearum arrepserant. Sed id unum profi- ciebatur, ne ignavus esset exercitus. Nam obsessi et ipsi fortiter se defendebant : at in campum de- scendendum et cominus cum Romanis pugnandum minime censebant, sed de manibus vim propulsa- bant, et saxis omnique telorum genere hostes obruebant. Ut igitur animadvertit ea se conari quæ C ad exitum perducere non posset, inde recedere et obsidionem affectam relinquere noluit, ignominio. sum sibi fore ratus, si post multos labores, nec paucis cohortibus amissis, unum castellum, idque non ita pridem Romanis obnoxium, expugnare non posset, atque in sua ditione mille prædones aleret,Corcyra relicta, quæ Siculis triremibus na- vale ac receptum præberet. Obsidionem igitur, quoniam nulla spes melior affulgebat, ducendam esse statuit, et diuturnitate temporis presidiarios ad deditionem compellendos. Nec eum fefellit haeo opinio,neque spes frustrata est. Hostes enim, aliquot diebus post, per legatos petunt spatium sibi dari cum armis cæterisque rebus suis disce- dendi. Ut eniin videbant se per imperatorem ibi manere non posse alque inani spe subsidii regii lactari, amis presertim periculo paulatim instante, id consilii ceperunt, Theodori Capellani potissi- mum impulsu, præsidii præfecti, viri non eangui narii, sed pro grege Christi solliciti; cui pax dis- sensione antiquior et Romani chari erant, ut postea demonstravit. Imperator igitur arrectis au- ribus eo nuntio audito statim etiam rei exitum videre cupiebat: sed priusquam lætum responsum daret, asperitatem simulat et nescio quid minatur, nisi ea facerent quæ legati pollicerentur. Ut ipitur tandem accedebant, ac ne tum quidem universi, Hier. Wolfiii notæ. hæc D (76) Τα Κέρκυρα. Fortasse librarii error est pro τὴν Κέρκυραν.
πλὴν εἶ σοφός, ναί, καὶ γνώμων ἀκριβὴς τοῦ συνοίσοντος, κἂν ἡμᾶς τοὺς σμικρογνώμονας λέληθας. Ἤδη μὲν οὖν τις θηρητὴρ ὄφιν δαφοινὸν ἢ λέοντα λασιαύχενα εἰσορῶν καὶ ἀί̈ων ἐν ὄρεσιν εὐθέως ἐξέκλινεν· ἀλλὰ καὶ κακοεργός, ὅστις δὴ παραιτητός ἐστι, δάκρυσι καὶ λιταῖς παρυπάγεται. ἄνδρα δὲ κακὰ τῷ πλησίον βυσσοδομεύοντα καὶ ἄλλα μὲν ἐν φρεσὶ κεύθοντα ἕτερα δὲ βάζοντα σοφίας δεῖ πολλῆς ἐκφυγεῖν καὶ χρεία τῆς ἀπὸ τοῦ Κρείττονος ἐφάψεως. Ἦν δὲ ὁ Καματηρὸς οὗτος, ἵνα καὶ ἔτι μικρὸν παρακινήσω τῆς ἱστορίας μοι τὸν εἱρμόν, μαθημάτων μὲν ὑψηλοτέρων ἄκρῳ λιχανῷ γεγευμένος καὶ τῆς ὑπερσέμνου φιλοσοφίας οὐκ ἀκριβὴς ἐραστής, οὐδ’ εὐμαθὴς ὁπαδός, κράτιστος δὲ τῇ φυᾷ καὶ τῷ ἀμελετήτῳ χαίρων τῆς φράσεως, ῥέων τε τῷ λόγῳ κατὰ πηγάδα καλλίρειθρον διεκδιδοῦσαν τῶν πρανῶν, ἐκ τοῦδε κλέος ἀπηνέγκατο μέγιστον. ἀνθρώπων δὲ ὀψοφαγώτατος ὢν καὶ οἰνοφλύγων ὁ κράτιστος πρὸς λύριον ἔψαλλε καὶ πρὸς κιθάραν μετερρυθμίζετο καὶ κόρδακα ὠρχεῖτο καὶ τὼ πόδε πολλάκις παρενεσάλευε.
ἐν αὐτῇ βασιλικάς διαιτήσεις κοσμοῦσι πέπλοις χρυσοῦφέσι καὶ ἀλουργοῖς τάπησιν, ἔπειτα δ' αὐτῇ ἐμβιβάσαντες ἀνδράριον ἐπίτριπτον, κελαινοχρῶτα τινα Αἰθίοπα, εὐφήμουν ὡς βασιλέα Ρωμαίων, περιάγοντες μετὰ λαμπρᾶς στεφανηφορίας και προ- πομπής, τὰ τῆς βασιλείας σεμνὰ διαπαίζοντες, καὶ καταμωκώμενοι τοῦ ἄνακτος Μανουήλ ὡς μὴ ξαν θίζοντος τὴν κόμην ὡς θέρος, ἀλλ᾽ ὑπομελαινομένου τὴν μορφὴν κατὰ τὴν τοῦ ᾄσματος νύμφην τὴν λέγουσαν· « Μέλαινα εἰμι καὶ καλὴ, ὅτι παρέβλεψε με ὁ ἥλιος. » Αλλ' εἶχε μὲν ἀξίαν ἐπιθεῖναι δίκην τοῖς βαρβάροις ἐκ τοῦ παραυτίκα ὁ βασιλεύς· δείσας δὲ μὴ ἐμφυλίου κινηθέντος πολέμου εἰς πλεῖον προχωρήσει τὰ ἄτοπα, πέμψας τῶν ἐξ οἰκείου γένους τινὰς ἀμνησνίαν δίδωσι τοῖς Βενετίκοις ὧν τε εἰς αὐτὸν ἠνομήκασι καὶ ὧν εἰς Ρωμαίους ὡς δυσμενεῖς ἐκακούργησαν, ἐπεὶ τὰ τῆς ἀμύνης ἑώρα πως οὐκ ἀκίνδυνα, πρὸς ἄλλα τοῦ καιροῦ ῥέπειν ἐπείγοντος. Πλὴν εἴ καὶ τὸν χόλον αὐτῆμαρ κατέ πεψεν, ἀλλ' ὡς ἐν σποδιᾷ ἔναυσμα τὸν κότον ἐνέθαλπε τῇ ψυχῇ ἕως τῶν πραγμάτων ἐνδιδόντων αὐτὸν ἐξεπύρσευσεν, ὡς κατὰ καιρὸν τὸν οἰκεῖον ῥηθήσεται. Τότε δ᾽ οὖν φιλιωθέντων αὖθις ἀμφοτέρων τῶν στρατευμάτων εἰς πολιορκίαν ἐξάγει τὰς φάλαγγας, καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐν οἷς παρείκοι, τὸ πόλισμα κυκλωσάμενος παντοῖος ἐγίνετο, ὥσπερ πρὸς ἑαυτὸν ἁμιλλώμενος ἐνεργότερος δείκνυσθαι, εἴ πως παρα- στήσασθαι δυνηθείη τοῦτο καὶ ἐξελεῖν. Εκ τε οὖν τῶν πετροβόλων ὀργάνων τὰ βάρη τῶν λίθων ἠφίετο συνεχέστερα, καὶ οἱ τοξόται παρὰ μαζὸν ἀεὶ πελά- ζοντες τὰς νευρὰς καὶ ἕως τῶν γλυφίδων ἕλκοντες νιφάδεσσιν εοικότα χειμερίησι κατὰ τῶν ἐπὶ τοῦ τείχους τὰ βέλη ἔπεμπον. Ησαν δὲ κατὰ πολλὰ μέρη τοῦ ἐρύματος καὶ οἱ διὰ τῶν φαράγγων δίκην αἰγάγγρων ἐκρημνοβάτουν. Ἐπεραίνετο δὲ οὐδὲν, ἀλλ᾽ ἤ ὅσον μὴ ἀεργὸν ὁρᾶσθαι τὴν στρατιάν. Οἱ γὰρ ἔνδον καὶ αὐτοὶ γενναίως ἀπεμάχοντο, ὑποκατιέναι μὲν καὶ συστάδην ἀντιπλέκεσθαι Ρω- μαίοις οὐμενοῦν οὐδαμῶς δοκιμαζοντες, ἀπὸ δὲ τῶν τειχῶν παντοδαπῶς ἀμυνόμενοι, καὶ βέλεσι καὶ λί θων ἀφέσεσι παντοίοις κακοῦντες τὸ ἀνθιστάμενον. Ὡς ἔγνω τοίνυν ὁ βασιλεὺς ἀδυνάτοις ἐπιχειρῶν, μεταναστεῦσαι μὲν ἐκεῖθεν καὶ τὴν πολιερκίαν ἀφεικέναι ἀτέλεστον οὐκ έκρινε δεῖν, καὶ ἀδοξίας ἄλλως ἑαυτῷ παραίτιον ὑπετόπαζεν, εἰ πολλὰ καμών καὶ οὐκ ὀλίγας ἀπολωλεκώς στρατιώτιδας οὐχ ἔξει φρούριον ἓν ἐξελεῖν, καὶ τοῦτο πρότριτα Ῥωμαίοις υπόφορον, βήσκοι δὲ καὶ ἐπὶ τῆς οἰκείας χιλίους λῃστὰς, ὁρμητήριον παρεὶς καὶ νεώσοικον ταῖς Σικελιώτισι τριήρεσι κατὰ Ῥωμαίων τὰ Κέρκυρα (74). Επεβάλετο τοίνυν χρονοτριβεῖν ἄλο λη γὰρ οὐδεμία τις ἐλπὶς ὑπελείπετο τοῖς χρηστο τέροις αὐτὸν ὑποσαίνουσα, διὰ δὲ τῆς πολυημέρου προσεδρίας συμπείσειν ἄκοντας ᾤετο τοὺς ἐπὶ τῆς φρουρᾶς καταπροδοῦναι οἱ τὸ φρούριον καὶ σφᾶς προσαναθήσειν αὐτῷ· ὅθεν οὐδὲ τοῦ καλοῦ τῆς προσδοκίας ταύτης ἐκπέπτωκεν, οὐδὲ μὴν διήμαρτε τοῦ σκοποῦ. Ἡμέρας γὰρ διαλιπόντες τινὰς δια πρεσβεύονται οἱ πολέμιοι, καὶ δέονται καιρὸν αὐτοῖς ὑποχωρήσεως ἐνδοθῆναι, ὡς ὅπλων καὶ τῶν ἄλλων ἦσαν ἔχοντες. Ὡς γὰρ εώρων βασιλέα μὲν οὐκ ἄν αὐτοὺς ἐπὶ χώρας μένειν ἀνήσοντα, τὰς δ᾽ ἐλπίδας σχαζούσας εἰς κενὸν αἷς ἐβουκολοῦντο καθ' ὥραν τὴν ἀπὸ τοῦ ῥηγὸς ἐπικουρίαν προσδεχόμενοι, ἅμα δὲ καὶ τὸν λιμὸν αὐτοὺς ἡρέμα ἐπιβοσκόμενον, mus. NICET CHONIATA atque in presentia dissimulata, tum eos ultus A est cum res patiebantur, ut suo loco expone- Tum autem reconciliatis exercitibus ad oppugna- B tionem educit legiones ; et urbe, qua res ferebat, mari circumsessa, nihil intentatum relinquit, quasi secum ipse certans, an eam vel ad deditionem compellere vel per vim exscindere posset. Igitur ex machinis grandia saxa crebro torquebantur, et sagittarii summa contentione sagittus hibernis Di- vibus crebriores in moenia conjiciebant. Quidam etiam in multis munitionis partibus per valles in- star caprearum arrepserant. Sed id unum profi- ciebatur, ne ignavus esset exercitus. Nam obsessi et ipsi fortiter se defendebant : at in campum de- scendendum et cominus cum Romanis pugnandum minime censebant, sed de manibus vim propulsa- bant, et saxis omnique telorum genere hostes obruebant. Ut igitur animadvertit ea se conari quæ C ad exitum perducere non posset, inde recedere et obsidionem affectam relinquere noluit, ignominio. sum sibi fore ratus, si post multos labores, nec paucis cohortibus amissis, unum castellum, idque non ita pridem Romanis obnoxium, expugnare non posset, atque in sua ditione mille prædones aleret,Corcyra relicta, quæ Siculis triremibus na- vale ac receptum præberet. Obsidionem igitur, quoniam nulla spes melior affulgebat, ducendam esse statuit, et diuturnitate temporis presidiarios ad deditionem compellendos. Nec eum fefellit haeo opinio,neque spes frustrata est. Hostes enim, aliquot diebus post, per legatos petunt spatium sibi dari cum armis cæterisque rebus suis disce- dendi. Ut eniin videbant se per imperatorem ibi manere non posse alque inani spe subsidii regii lactari, amis presertim periculo paulatim instante, id consilii ceperunt, Theodori Capellani potissi- mum impulsu, præsidii præfecti, viri non eangui narii, sed pro grege Christi solliciti; cui pax dis- sensione antiquior et Romani chari erant, ut postea demonstravit. Imperator igitur arrectis au- ribus eo nuntio audito statim etiam rei exitum videre cupiebat: sed priusquam lætum responsum daret, asperitatem simulat et nescio quid minatur, nisi ea facerent quæ legati pollicerentur. Ut ipitur tandem accedebant, ac ne tum quidem universi, Hier. Wolfiii notæ. hæc D (76) Τα Κέρκυρα. Fortasse librarii error est pro τὴν Κέρκυραν.
PG 139:425χανδὸν δὲ τῶν οἴνων ἐμφορούμενος καὶ κατὰ τοὺς θαλαττίους χόας καὶ τὰς σπογγιὰς συχνάκις τὸ ποτὸν ἀνιμώμενος οὐ κατεπόντου τὸν νοῦν τῇ ἀρδείᾳ, μήτε παρασφαλλόμενος ὡς οἱ ἔξοινοι, μήτε τὸ κάρη βάλλων ἑτέρωσε ὡς ὑπὸ μέθης ἐπικλυζόμενος, ἀλλ’ ἔλεγέ τι σοφόν, ἀναφλέγων τε καὶ ἄρδων ἐν τῷ πίνειν τὸ λογιζόμενον, καὶ πρὸς βλάστην λόγων μᾶλλον ἐπερρωννύετο. διώκων δὲ τὰ συμπόσια οὐ βασιλεῖ μόνον πλεῖστα κεχάριστο, ἀλλὰ καὶ δυνάσταις μάλα πεφίλητο τῶν ἐθνῶν, ὁπόσοι τοὺς κώμους περιεσπούδαζον. κατὰ γὰρ πρεσβείαν αὐτοῖς παραβάλλων τοὺς μὲν ὑπερέβαλεν ἐν τοῖς πότοις καὶ πρὸς τὴν ὀψὲ κατήνεγκε τῆς μέθης ἀνάνηψιν καὶ τοῦ κάρου ἀνάνευσιν, τοῖς δὲ καὶ ἰσοφάρισεν· οὗτοι δὲ ἦσαν, οἳ πιθάκνας ὅλας ἐς τὴν γαστέρα μετήγγιζον καὶ ἀμφορέας ὤχουν τοῖς δακτύλοις ὡς κύλικας καὶ τὸν σκύφον εἶχον ἀεὶ ἐπιδείπνιον τὸν Ἡράκλειον. Ἐπεὶ δὲ εἰς τοὺς περὶ τοῦ ἀνδρὸς τούτου λόγους καθάπαξ ἐνεπεπτώκειν, δεδόσθω κἀκεῖνα τῇ ἱστορίᾳ μνήμης ὄντα καὶ διηγήσεως ἄξια.
τὴν εἰρημένην ετράποντο, Ενῆγε δὲ πρὸς τὸ Α τοιοῦτον μάλιστα ἔργον ὁ καστελλάνος Θεόδωρος, ὃς τῆς φρουραρχίας προΐστατο, οὐκ ἄν αἱμάτων ἀνὴρ, ἀλλὰ τῆς ἀγέλης πλέον Χριστοῦ, καὶ προτιθεὶς εἰρήνην τῆς διαστάσεως, καὶ φιλορωμαιος, ὡς ἔδειξεν ὕστερον. Βασιλεὺς τοίνυν ὠσὶν ἑστῶσιν ἀκούσας τὴν ἀγγελίαν, ἐζήτει θεάσασθαι καὶ πέρας αὐτίκα τὸ ἐφετόν. Πρὸ δὲ τοῦ τὰς ἀποκρίσεις ἱλαρὸς ἀποδοῦναι ἑαυτὸν εἰδωλοποίει τραχύν, καὶ ὑπερορίοις ἀπειλαῖς ἐκέχρητο, εἰ μὴ δρῷεν ὅσα ἡ πρεσβεία κατεπαγγέλλεται. Ὡς οὖν ὀψὲ προσεῤῥύη- σαν, οὐδὲ τότε ὁμοῦ πάντες, ἀλλὰ κατὰ βραχεῖς, καὶ πεῖραν τοῖς ἐπιμένουσιν οἱ ἐξιόντες διδόντες ὡς οὐχ ὑπερόπτης ὁ βασιλεὺς οὐδέ τι τῶν ἀέλπτων ἐπιτελῶν, ἀλλ᾽ εὐμενῶς αὐτοὺς προσιέμενος, μετὰ φιλοφροσύνην καὶ δεξίωσιν ἱκανὴν αὐτοὺς ἑλέσθαι τὸ ποιη τέον καὶ τὸ δοκοῦν ὠφέλιμον ἐγκελεύεται· ἑαυτῷ γὰρ μὴ εἶναι πρὸς τρόπου, μηδ' ἄλλως κρίνειν βασιλικόν τε καὶ ἐλευθέριον, ἢ μένειν ἐθέλοντας ἀπελαύνειν ἤ ἀπιέναι βουλομένοις προσίστασθαι. Πολλοὶ μὲν οὖν συμπαρέμειναν βασιλεῖ, καὶ πρὸ πάντων ὁ καστελλᾶνος Θεόδωρος· οἱ δὲ λοιποὶ πρὸς τὴν πατρίδα Σικελίαν ἀνήχθησαν. 5΄. Βασιλεὺς δὲ, παριών εἴσω τῆς πόλεως, καὶ τὴν Β ἄκραν καταπλαγείς ὡς ὅπλοις οὐδ᾽ ὅλως ἀλώσιμον, καὶ φρουρὰν ἐπιστήσας ἀσφαλεστάτην ἐκ Γερμανῶν, ἆρας ἐκεῖθεν μετὰ πάσης ὡς εἶχε τῆς στρα τιᾶς εἰς τὸν Αὐλῶνα μετασκηνοῖ, ἔνθα ἱκανὰς ἡμέρας ἐναυλισάμενος τὴν εἰς Σικελίαν κυρος περαίωσιν, γνωματεύων ἤρεμον εἶναι τὸν μαχόμενον καὶ εἰρήνης τον πόλεμον πρύτανιν, κακείνας εὐδαιμονεῖν τῶν πόλεων ὅσαι μὴ τοῖς τείχεσι, τοῖς δ᾽ ἔγχεσι φράγνυν- ται, ὡς τούς γε δι' εἰρήνην τὸν πόλεμον ἀλυσκάζον- την λεληθέναι ἄντικρυς ἔφασκεν ἑαυτοὺς ὅτι πλείονες ἐντεῦθεν ὡς ἐκ πολύχους γηδίου φύονται οι διάφοροι, ἦν ἔχουσιν ἀρχὴν περικόπτοντες καὶ σταθεράς εἰρήνης οὐδαμῶς ἀπολαύοντες. ᾿Αλλὰ. « δειλοί, » φτ σὰν ὁ Σολομών, « οἱ τῶν ἀνθρώπων εἰσὶ διαλογισμοί καὶ ἐπισφαλεῖς αἱ τούτων ἐπίνοιαι, ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου βεβαία καὶ ἀμετάπτωτος, οὐδ᾽ ἔστιν ὅστις τῶν ἁπάντων αὐτὴν παρακρούσεται. >> Τότε τοίνυν τὸν Μανουὴλ στηρίξαντα τὴν εἰς Σικελίαν κέλευθον, καὶ πρὸς τὴν νῆσον κατάραντα ἥτις Αειρονήσιον ἐπικέ κληται, τοῦ ἐγχειρήματος ἐπέσχον διακυκήσασαι τὸ πέλαγος λαίλαπες καὶ καταποντιστικὰ τοῦτο ταρά ξαντα πνεύματα, βροντῶν τε μυκήματα εξαισίων, καὶ ἀστραπῶν ἐκπυρηνίσματα τερατώδη καὶ ἀνάμ‐ ματα φοβερώτατα. Καὶ αὖθις δ᾽ ἐπιβαλλομένῳ καὶ τὴν περαίωσιν ἐπισπεύδοντι οὐχ ὑπέθηκεν ἑαυτὴν ἡ θάλασσα ταῖς ναυσιν, ἀλλ' ἀνεπήδα καὶ ἀνεβράσ- στο κάτωθεν. Ὡς οὖν αντέστησαν αἱ ἀντίπνοιαι, διαλύσασαι τὰ σκάφη γνόφῳ βαθεῖ, μόλις μὲν τῇ χέρσῳ τινα τούτων προσώκειλαν, καὶ αὐτὸς δὴ βασιλεὺς διεξέπλευσε βραδέως τὸν κίνδυνον, τὰ δὲ λοιπά διεσπάρη ἄλλα ἄλλοθι καὶ πάρεργον ἐγεγόνει κλύωνος. Τῷ το: τὴν δι' ἑαυτοῦ πρὸς Σικελίαν περαίωσιν ὡς ἀσύμφορον παρωσάμενος, ἀπαίρει μὲν ἐκ τοῦ Αὐλῶνος ὡς ἔχων ἦν τῶν δυνάμεων, εἰς Ο Πελαγονία, ἀφιγμένος, καὶ καταστησάμενος ὡς ξανοῖτόν οἱ ἐδόκει τὰ πράγματα, κατὰ Σέρβων γνω μεταθέσθαι τὸ πρόθυμον. Οὗτοι γάρ, ἕως μὲν τὰ τῆς ἀρχῆς ἠρέμει τῷ αὐτοκράτορι, εὔνουν ἐπλάττοντο * DE MANUELE COMNENO LIB. II. sed pauci principio, iis etiam qui remanserant, ostendebant imperatorem non superbum esse, ne- que quidquam gravius in dedititios consulere, Bed eos humaniter exciperc, postquam eos porrecta dextera salutatos satis diu comiter tractarat, hor- tatur ut id amplectantur quod e re sua esse pu- tent sui enim moris non esse, atque adeo nec regale nec liberale videri, vel manere volentes repellere, vel discedere cupientibus obsiste- re. Multi igitur apud imperatorem manserunt, at- que in primis Theodorus Capellanus; cateri in pa- triam Siciliam redierunt. c C [P. 60] Prov. XIX, 21. PATROL. GR. CXXXIX. D admiratus ut armis prorsus inexpugnabile, frmis- simo Germanorum præsidio imposito, cum omni exercitu Aulonem transit, ibique per aliquot dies commoratus navigationem in Siciliam decernit, quod eum demum tranquillum putabat qui pugna- ret, et bellum pacis sequestrum, atque eas urbes felices judicabat, quæ non moenibus, sed ensibus munirentur: nam qui bellum pacis amore fugiant eos non animadvertere plures sibi ut pulverem e terra friabili hostes exsistere, qui et imperium eo- rum accidant, nec stabili pace ipsos frui patiantur. Gæterum,ut Salomon affirmat, irrita sunt homi- num consilia et lubrica cogitationes: at Domini propositum frmum est atque immulabile, neque quisquam omnium propositum id evitare queat : ita etiam Manuelis institutum, cum in Siciliam iter intendisset et ad Eronesium insulam appulisset, procellæ ventorum mare exagitantes horrendaque tonitrua et terribilia prodigiosaque fulmina toto colo collucentia interruperunt. 119secundo traji- cere aggressus tempestatibus quæ repulsus est, et classe disjecta multisque navibus demersis, ægre aliquot in densa caligine terram tenuerunt, atque ipse in perator sero periculum evasit. Omissa igi- tur ea navigatione quam suis auspiciis parum suc- cedere videbat, ex Aulone cum omnibus copiis discedit, ac Pelagoniæ rebus ex sententia ordina- tis, Servios invadere statuit, qui tranquillo imperii statu amicitiam simulantes, et aliud lingua prom- ptum aliud animo abditum habentes, posteaquam ea quæ breviter exposui terra marique acciderant, resumpta per occasionem fiducia armisque sumptis finitimas sibi Romanarum provincias male tracta- rant.Igitur instructissimam partem exercitus, cum impedimentis quam minimis, in Serviam ducit ; cujus satrapam imperatoria expeditio quantumvis dissimulata non fefellit. Is quia quod faceret non habebat, seque Romanis legionibus esse imparem 6. Imperator vero urbem ingressus, et castellum
συνέθετό ποτε τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ ὕδατος πλησθεῖσαν διεκροφῆσαι τὴν πορφύρεον λεκανίδα, ἣν εἶχε μὲν πρότερον ἡ αἰθριώδης τοῦ κοιτῶνος αὔλειος τοῦ βασιλέως Νικηφόρου τοῦ Φωκᾶ, ἡ καὶ ἄνωθεν τοῦ Βουκολέοντος ὑπτιάζουσα, νυνὶ δὲ ὁ παρὰ τοῦ εἰς ἱστορίαν προκειμένου βασιλέως οἰκοδομηθεὶς χρυσόπαστος μέγιστος ἀνδρών. βασιλεὺς δ’ ἐν θαύματι θέμενος τὸ λεχθὲν καὶ πρὸς αὐτὸν ὑπέρευγε, λογοθέτα φάμενος, ὀθόνας εὐανθεῖς καὶ χρυσίου μνᾶς ἱκανὰς ξυνέθετό οἱ καταβαλέσθαι δρῶντι ὡς ἔφησεν, ἢ μὴν ταὐτὰ τοῦτον καταθέσθαι μὴ περατοῦντα τὰ ξυγκείμενα. ὡς δὲ τὸν λόγον ἀσμένως ὁ Καματηρὸς ἠνωτίσατο, ἡ μὲν λεκανὶς ἦν ὑπερχειλὴς ὕδατος, κεχαδυῖα περὶ χόας δύο, ὁ δὲ κύψας ὡς βοῦς τὸ ἄγγος ἐκένωσεν, ἅπαξ ἀνακόψας τὸ συνεχὲς τῆς πόσεως καὶ τότε ὡς τὸ πνεῦμα πλεῖον συλλέξειε, καὶ εἶχεν εὐθὺς τὰ ἐκ συμφώνου πρὸς βασιλέως ἀποδιδόμενα. Ἥττων δὲ ὢν τῆς τῶν χλωρῶν κυάμων ἑστιάσεως οὐκ ἀπὸ ῥινός, ὅ φασιν, ἀλλ’ ἐξ ὀδόντων τῷ θαλῷ τούτων εἵλκετο. ὅλας οὖν ἀρούρας κατεδαπάνα καὶ θωὸς ἀκριβέστερον ἐπεξήρχετο.
τὴν εἰρημένην ετράποντο, Ενῆγε δὲ πρὸς τὸ Α τοιοῦτον μάλιστα ἔργον ὁ καστελλάνος Θεόδωρος, ὃς τῆς φρουραρχίας προΐστατο, οὐκ ἄν αἱμάτων ἀνὴρ, ἀλλὰ τῆς ἀγέλης πλέον Χριστοῦ, καὶ προτιθεὶς εἰρήνην τῆς διαστάσεως, καὶ φιλορωμαιος, ὡς ἔδειξεν ὕστερον. Βασιλεὺς τοίνυν ὠσὶν ἑστῶσιν ἀκούσας τὴν ἀγγελίαν, ἐζήτει θεάσασθαι καὶ πέρας αὐτίκα τὸ ἐφετόν. Πρὸ δὲ τοῦ τὰς ἀποκρίσεις ἱλαρὸς ἀποδοῦναι ἑαυτὸν εἰδωλοποίει τραχύν, καὶ ὑπερορίοις ἀπειλαῖς ἐκέχρητο, εἰ μὴ δρῷεν ὅσα ἡ πρεσβεία κατεπαγγέλλεται. Ὡς οὖν ὀψὲ προσεῤῥύη- σαν, οὐδὲ τότε ὁμοῦ πάντες, ἀλλὰ κατὰ βραχεῖς, καὶ πεῖραν τοῖς ἐπιμένουσιν οἱ ἐξιόντες διδόντες ὡς οὐχ ὑπερόπτης ὁ βασιλεὺς οὐδέ τι τῶν ἀέλπτων ἐπιτελῶν, ἀλλ᾽ εὐμενῶς αὐτοὺς προσιέμενος, μετὰ φιλοφροσύνην καὶ δεξίωσιν ἱκανὴν αὐτοὺς ἑλέσθαι τὸ ποιη τέον καὶ τὸ δοκοῦν ὠφέλιμον ἐγκελεύεται· ἑαυτῷ γὰρ μὴ εἶναι πρὸς τρόπου, μηδ' ἄλλως κρίνειν βασιλικόν τε καὶ ἐλευθέριον, ἢ μένειν ἐθέλοντας ἀπελαύνειν ἤ ἀπιέναι βουλομένοις προσίστασθαι. Πολλοὶ μὲν οὖν συμπαρέμειναν βασιλεῖ, καὶ πρὸ πάντων ὁ καστελλᾶνος Θεόδωρος· οἱ δὲ λοιποὶ πρὸς τὴν πατρίδα Σικελίαν ἀνήχθησαν. 5΄. Βασιλεὺς δὲ, παριών εἴσω τῆς πόλεως, καὶ τὴν Β ἄκραν καταπλαγείς ὡς ὅπλοις οὐδ᾽ ὅλως ἀλώσιμον, καὶ φρουρὰν ἐπιστήσας ἀσφαλεστάτην ἐκ Γερμανῶν, ἆρας ἐκεῖθεν μετὰ πάσης ὡς εἶχε τῆς στρα τιᾶς εἰς τὸν Αὐλῶνα μετασκηνοῖ, ἔνθα ἱκανὰς ἡμέρας ἐναυλισάμενος τὴν εἰς Σικελίαν κυρος περαίωσιν, γνωματεύων ἤρεμον εἶναι τὸν μαχόμενον καὶ εἰρήνης τον πόλεμον πρύτανιν, κακείνας εὐδαιμονεῖν τῶν πόλεων ὅσαι μὴ τοῖς τείχεσι, τοῖς δ᾽ ἔγχεσι φράγνυν- ται, ὡς τούς γε δι' εἰρήνην τὸν πόλεμον ἀλυσκάζον- την λεληθέναι ἄντικρυς ἔφασκεν ἑαυτοὺς ὅτι πλείονες ἐντεῦθεν ὡς ἐκ πολύχους γηδίου φύονται οι διάφοροι, ἦν ἔχουσιν ἀρχὴν περικόπτοντες καὶ σταθεράς εἰρήνης οὐδαμῶς ἀπολαύοντες. ᾿Αλλὰ. « δειλοί, » φτ σὰν ὁ Σολομών, « οἱ τῶν ἀνθρώπων εἰσὶ διαλογισμοί καὶ ἐπισφαλεῖς αἱ τούτων ἐπίνοιαι, ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου βεβαία καὶ ἀμετάπτωτος, οὐδ᾽ ἔστιν ὅστις τῶν ἁπάντων αὐτὴν παρακρούσεται. >> Τότε τοίνυν τὸν Μανουὴλ στηρίξαντα τὴν εἰς Σικελίαν κέλευθον, καὶ πρὸς τὴν νῆσον κατάραντα ἥτις Αειρονήσιον ἐπικέ κληται, τοῦ ἐγχειρήματος ἐπέσχον διακυκήσασαι τὸ πέλαγος λαίλαπες καὶ καταποντιστικὰ τοῦτο ταρά ξαντα πνεύματα, βροντῶν τε μυκήματα εξαισίων, καὶ ἀστραπῶν ἐκπυρηνίσματα τερατώδη καὶ ἀνάμ‐ ματα φοβερώτατα. Καὶ αὖθις δ᾽ ἐπιβαλλομένῳ καὶ τὴν περαίωσιν ἐπισπεύδοντι οὐχ ὑπέθηκεν ἑαυτὴν ἡ θάλασσα ταῖς ναυσιν, ἀλλ' ἀνεπήδα καὶ ἀνεβράσ- στο κάτωθεν. Ὡς οὖν αντέστησαν αἱ ἀντίπνοιαι, διαλύσασαι τὰ σκάφη γνόφῳ βαθεῖ, μόλις μὲν τῇ χέρσῳ τινα τούτων προσώκειλαν, καὶ αὐτὸς δὴ βασιλεὺς διεξέπλευσε βραδέως τὸν κίνδυνον, τὰ δὲ λοιπά διεσπάρη ἄλλα ἄλλοθι καὶ πάρεργον ἐγεγόνει κλύωνος. Τῷ το: τὴν δι' ἑαυτοῦ πρὸς Σικελίαν περαίωσιν ὡς ἀσύμφορον παρωσάμενος, ἀπαίρει μὲν ἐκ τοῦ Αὐλῶνος ὡς ἔχων ἦν τῶν δυνάμεων, εἰς Ο Πελαγονία, ἀφιγμένος, καὶ καταστησάμενος ὡς ξανοῖτόν οἱ ἐδόκει τὰ πράγματα, κατὰ Σέρβων γνω μεταθέσθαι τὸ πρόθυμον. Οὗτοι γάρ, ἕως μὲν τὰ τῆς ἀρχῆς ἠρέμει τῷ αὐτοκράτορι, εὔνουν ἐπλάττοντο * DE MANUELE COMNENO LIB. II. sed pauci principio, iis etiam qui remanserant, ostendebant imperatorem non superbum esse, ne- que quidquam gravius in dedititios consulere, Bed eos humaniter exciperc, postquam eos porrecta dextera salutatos satis diu comiter tractarat, hor- tatur ut id amplectantur quod e re sua esse pu- tent sui enim moris non esse, atque adeo nec regale nec liberale videri, vel manere volentes repellere, vel discedere cupientibus obsiste- re. Multi igitur apud imperatorem manserunt, at- que in primis Theodorus Capellanus; cateri in pa- triam Siciliam redierunt. c C [P. 60] Prov. XIX, 21. PATROL. GR. CXXXIX. D admiratus ut armis prorsus inexpugnabile, frmis- simo Germanorum præsidio imposito, cum omni exercitu Aulonem transit, ibique per aliquot dies commoratus navigationem in Siciliam decernit, quod eum demum tranquillum putabat qui pugna- ret, et bellum pacis sequestrum, atque eas urbes felices judicabat, quæ non moenibus, sed ensibus munirentur: nam qui bellum pacis amore fugiant eos non animadvertere plures sibi ut pulverem e terra friabili hostes exsistere, qui et imperium eo- rum accidant, nec stabili pace ipsos frui patiantur. Gæterum,ut Salomon affirmat, irrita sunt homi- num consilia et lubrica cogitationes: at Domini propositum frmum est atque immulabile, neque quisquam omnium propositum id evitare queat : ita etiam Manuelis institutum, cum in Siciliam iter intendisset et ad Eronesium insulam appulisset, procellæ ventorum mare exagitantes horrendaque tonitrua et terribilia prodigiosaque fulmina toto colo collucentia interruperunt. 119secundo traji- cere aggressus tempestatibus quæ repulsus est, et classe disjecta multisque navibus demersis, ægre aliquot in densa caligine terram tenuerunt, atque ipse in perator sero periculum evasit. Omissa igi- tur ea navigatione quam suis auspiciis parum suc- cedere videbat, ex Aulone cum omnibus copiis discedit, ac Pelagoniæ rebus ex sententia ordina- tis, Servios invadere statuit, qui tranquillo imperii statu amicitiam simulantes, et aliud lingua prom- ptum aliud animo abditum habentes, posteaquam ea quæ breviter exposui terra marique acciderant, resumpta per occasionem fiducia armisque sumptis finitimas sibi Romanarum provincias male tracta- rant.Igitur instructissimam partem exercitus, cum impedimentis quam minimis, in Serviam ducit ; cujus satrapam imperatoria expeditio quantumvis dissimulata non fefellit. Is quia quod faceret non habebat, seque Romanis legionibus esse imparem 6. Imperator vero urbem ingressus, et castellum
καὶ τότε παρὰ τὸν ποταμὸν ἐνσκηνησάμενος, ἐπειδήπερ εἰς τὴν περαίαν κυάμων θεάσαιτο γήδιον, ἐξ αὐτῆς καὶ τὸν ἔσχατον χιτῶνα ἀποδυσάμενος διενήξατο καὶ τὸ πλεῖον ἀποτραγὼν οὐδ’ οὕτως ἀπέσχετο, ἀλλ’ ἐς δεσμὰς τὸ μὴ κατεδηδομένον ξυνενεγκὼν ἐπὶ νώτου τε ἀράμενος διέβη τε τὸν ποταμὸν αὐτίκα δὴ μάλα καὶ ἐπὶ δαπέδου τῆς σκηνῆς καθιζήσας ἀνελέγετο τοὺς κυάμους ἡδέως, ὡς εἰ νῆστις ἦν ἐπὶ μακρὸν καὶ ἀπόσιτος. Ἡρωϊκοῦ δὲ σώματος μετέχων καὶ εἰς ἀρίστην ἡλικίας ἀνατείνων ἀναδρομὴν οὐκ ἀπόμαχος ἦν, ἀλλ’ ἔβλεπε γενναῖον καὶ τοῦ αἵματος ἄξιον, ἐξ οὗ τὸ πρὸς μητρὸς ἐκείνῳ γένος καθείλκετο. Τελευτῶν δὲ τὸν βίον καὶ πλῆττον ἔχων αὐτὸν τὸ οἰκεῖον κριτήριον ἐφ’ οἷς εἰς τὸν Στυππειώτην ἐξήμαρτε μετάπεμπτον ποιεῖται τὸν ἄνδρα καὶ συγγνώμην μετὰ δακρύων αἰτεῖται. ὁ δὲ βραβεύων ἀμνησικάκως ἄφεσιν καὶ σωτηρίαν ψυχῆς προσεπηύξατο. καὶ ταῦτα μὲν οὕτω καὶ οὐ κατὰ διήγησιν, οἶμαι, ἀλυσιτελῆ τοῖς πολλοῖς οὐδ’ ἀκαλλῆ τε καὶ ἀχαρίτωτον.
τὴν εἰρημένην ετράποντο, Ενῆγε δὲ πρὸς τὸ Α τοιοῦτον μάλιστα ἔργον ὁ καστελλάνος Θεόδωρος, ὃς τῆς φρουραρχίας προΐστατο, οὐκ ἄν αἱμάτων ἀνὴρ, ἀλλὰ τῆς ἀγέλης πλέον Χριστοῦ, καὶ προτιθεὶς εἰρήνην τῆς διαστάσεως, καὶ φιλορωμαιος, ὡς ἔδειξεν ὕστερον. Βασιλεὺς τοίνυν ὠσὶν ἑστῶσιν ἀκούσας τὴν ἀγγελίαν, ἐζήτει θεάσασθαι καὶ πέρας αὐτίκα τὸ ἐφετόν. Πρὸ δὲ τοῦ τὰς ἀποκρίσεις ἱλαρὸς ἀποδοῦναι ἑαυτὸν εἰδωλοποίει τραχύν, καὶ ὑπερορίοις ἀπειλαῖς ἐκέχρητο, εἰ μὴ δρῷεν ὅσα ἡ πρεσβεία κατεπαγγέλλεται. Ὡς οὖν ὀψὲ προσεῤῥύη- σαν, οὐδὲ τότε ὁμοῦ πάντες, ἀλλὰ κατὰ βραχεῖς, καὶ πεῖραν τοῖς ἐπιμένουσιν οἱ ἐξιόντες διδόντες ὡς οὐχ ὑπερόπτης ὁ βασιλεὺς οὐδέ τι τῶν ἀέλπτων ἐπιτελῶν, ἀλλ᾽ εὐμενῶς αὐτοὺς προσιέμενος, μετὰ φιλοφροσύνην καὶ δεξίωσιν ἱκανὴν αὐτοὺς ἑλέσθαι τὸ ποιη τέον καὶ τὸ δοκοῦν ὠφέλιμον ἐγκελεύεται· ἑαυτῷ γὰρ μὴ εἶναι πρὸς τρόπου, μηδ' ἄλλως κρίνειν βασιλικόν τε καὶ ἐλευθέριον, ἢ μένειν ἐθέλοντας ἀπελαύνειν ἤ ἀπιέναι βουλομένοις προσίστασθαι. Πολλοὶ μὲν οὖν συμπαρέμειναν βασιλεῖ, καὶ πρὸ πάντων ὁ καστελλᾶνος Θεόδωρος· οἱ δὲ λοιποὶ πρὸς τὴν πατρίδα Σικελίαν ἀνήχθησαν. 5΄. Βασιλεὺς δὲ, παριών εἴσω τῆς πόλεως, καὶ τὴν Β ἄκραν καταπλαγείς ὡς ὅπλοις οὐδ᾽ ὅλως ἀλώσιμον, καὶ φρουρὰν ἐπιστήσας ἀσφαλεστάτην ἐκ Γερμανῶν, ἆρας ἐκεῖθεν μετὰ πάσης ὡς εἶχε τῆς στρα τιᾶς εἰς τὸν Αὐλῶνα μετασκηνοῖ, ἔνθα ἱκανὰς ἡμέρας ἐναυλισάμενος τὴν εἰς Σικελίαν κυρος περαίωσιν, γνωματεύων ἤρεμον εἶναι τὸν μαχόμενον καὶ εἰρήνης τον πόλεμον πρύτανιν, κακείνας εὐδαιμονεῖν τῶν πόλεων ὅσαι μὴ τοῖς τείχεσι, τοῖς δ᾽ ἔγχεσι φράγνυν- ται, ὡς τούς γε δι' εἰρήνην τὸν πόλεμον ἀλυσκάζον- την λεληθέναι ἄντικρυς ἔφασκεν ἑαυτοὺς ὅτι πλείονες ἐντεῦθεν ὡς ἐκ πολύχους γηδίου φύονται οι διάφοροι, ἦν ἔχουσιν ἀρχὴν περικόπτοντες καὶ σταθεράς εἰρήνης οὐδαμῶς ἀπολαύοντες. ᾿Αλλὰ. « δειλοί, » φτ σὰν ὁ Σολομών, « οἱ τῶν ἀνθρώπων εἰσὶ διαλογισμοί καὶ ἐπισφαλεῖς αἱ τούτων ἐπίνοιαι, ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου βεβαία καὶ ἀμετάπτωτος, οὐδ᾽ ἔστιν ὅστις τῶν ἁπάντων αὐτὴν παρακρούσεται. >> Τότε τοίνυν τὸν Μανουὴλ στηρίξαντα τὴν εἰς Σικελίαν κέλευθον, καὶ πρὸς τὴν νῆσον κατάραντα ἥτις Αειρονήσιον ἐπικέ κληται, τοῦ ἐγχειρήματος ἐπέσχον διακυκήσασαι τὸ πέλαγος λαίλαπες καὶ καταποντιστικὰ τοῦτο ταρά ξαντα πνεύματα, βροντῶν τε μυκήματα εξαισίων, καὶ ἀστραπῶν ἐκπυρηνίσματα τερατώδη καὶ ἀνάμ‐ ματα φοβερώτατα. Καὶ αὖθις δ᾽ ἐπιβαλλομένῳ καὶ τὴν περαίωσιν ἐπισπεύδοντι οὐχ ὑπέθηκεν ἑαυτὴν ἡ θάλασσα ταῖς ναυσιν, ἀλλ' ἀνεπήδα καὶ ἀνεβράσ- στο κάτωθεν. Ὡς οὖν αντέστησαν αἱ ἀντίπνοιαι, διαλύσασαι τὰ σκάφη γνόφῳ βαθεῖ, μόλις μὲν τῇ χέρσῳ τινα τούτων προσώκειλαν, καὶ αὐτὸς δὴ βασιλεὺς διεξέπλευσε βραδέως τὸν κίνδυνον, τὰ δὲ λοιπά διεσπάρη ἄλλα ἄλλοθι καὶ πάρεργον ἐγεγόνει κλύωνος. Τῷ το: τὴν δι' ἑαυτοῦ πρὸς Σικελίαν περαίωσιν ὡς ἀσύμφορον παρωσάμενος, ἀπαίρει μὲν ἐκ τοῦ Αὐλῶνος ὡς ἔχων ἦν τῶν δυνάμεων, εἰς Ο Πελαγονία, ἀφιγμένος, καὶ καταστησάμενος ὡς ξανοῖτόν οἱ ἐδόκει τὰ πράγματα, κατὰ Σέρβων γνω μεταθέσθαι τὸ πρόθυμον. Οὗτοι γάρ, ἕως μὲν τὰ τῆς ἀρχῆς ἠρέμει τῷ αὐτοκράτορι, εὔνουν ἐπλάττοντο * DE MANUELE COMNENO LIB. II. sed pauci principio, iis etiam qui remanserant, ostendebant imperatorem non superbum esse, ne- que quidquam gravius in dedititios consulere, Bed eos humaniter exciperc, postquam eos porrecta dextera salutatos satis diu comiter tractarat, hor- tatur ut id amplectantur quod e re sua esse pu- tent sui enim moris non esse, atque adeo nec regale nec liberale videri, vel manere volentes repellere, vel discedere cupientibus obsiste- re. Multi igitur apud imperatorem manserunt, at- que in primis Theodorus Capellanus; cateri in pa- triam Siciliam redierunt. c C [P. 60] Prov. XIX, 21. PATROL. GR. CXXXIX. D admiratus ut armis prorsus inexpugnabile, frmis- simo Germanorum præsidio imposito, cum omni exercitu Aulonem transit, ibique per aliquot dies commoratus navigationem in Siciliam decernit, quod eum demum tranquillum putabat qui pugna- ret, et bellum pacis sequestrum, atque eas urbes felices judicabat, quæ non moenibus, sed ensibus munirentur: nam qui bellum pacis amore fugiant eos non animadvertere plures sibi ut pulverem e terra friabili hostes exsistere, qui et imperium eo- rum accidant, nec stabili pace ipsos frui patiantur. Gæterum,ut Salomon affirmat, irrita sunt homi- num consilia et lubrica cogitationes: at Domini propositum frmum est atque immulabile, neque quisquam omnium propositum id evitare queat : ita etiam Manuelis institutum, cum in Siciliam iter intendisset et ad Eronesium insulam appulisset, procellæ ventorum mare exagitantes horrendaque tonitrua et terribilia prodigiosaque fulmina toto colo collucentia interruperunt. 119secundo traji- cere aggressus tempestatibus quæ repulsus est, et classe disjecta multisque navibus demersis, ægre aliquot in densa caligine terram tenuerunt, atque ipse in perator sero periculum evasit. Omissa igi- tur ea navigatione quam suis auspiciis parum suc- cedere videbat, ex Aulone cum omnibus copiis discedit, ac Pelagoniæ rebus ex sententia ordina- tis, Servios invadere statuit, qui tranquillo imperii statu amicitiam simulantes, et aliud lingua prom- ptum aliud animo abditum habentes, posteaquam ea quæ breviter exposui terra marique acciderant, resumpta per occasionem fiducia armisque sumptis finitimas sibi Romanarum provincias male tracta- rant.Igitur instructissimam partem exercitus, cum impedimentis quam minimis, in Serviam ducit ; cujus satrapam imperatoria expeditio quantumvis dissimulata non fefellit. Is quia quod faceret non habebat, seque Romanis legionibus esse imparem 6. Imperator vero urbem ingressus, et castellum
PG 139:427Ὁ δὲ Μανουὴλ ἀποβαλόμενος θανάτῳ τὴν ἐξ Ἀλαμανῶν ξύνευνον ἐκόψατο μέν, τὸν ἐκείνης μόρον διασπασμὸν οἰηθεὶς σώματος, καὶ ὡς λέων θρηνῶδες ἠρεύξατο, ταφῆς δὲ ἠξιωκὼς μεγαλοπρεποῦς καὶ τῷ σκήνει ἐπιτελέσας τὰ ὅσια ἐν τῇ τοῦ Παντοκράτορος πατρῴᾳ μονῇ καὶ καιρὸν ὃν ἐδοκίμασε παριππεύσας ἡμιθανὴς καὶ ἡμίτομος πρὸς μνῆστρα δεύτερα ἔβλεψε, πατὴρ ἀκοῦσαι παιδὸς γλιχόμενος ἄρρενος. Πολλαχόθεν μὲν οὖν ἐπεφοίτων αὐτῷ καὶ γράμματα καὶ προμνώμενοι ἐκ βασιλέων, ἀπὸ ῥηγῶν καὶ δυναστῶν ἁπάσης τῆς γῆς· ὁ δὲ προέκρινεν ἁπασῶν μίαν τῶν θυγατέρων τοῦ τῆς Ἀντιοχείας σατραπεύοντος Πετεβίνου, ταύτην λέγω τὴν τῆς Κοίλης Συρίας προκαθημένην, ἣν Ὀρόντης ποτίζει καὶ καταπνέει ζέφυρος ἄνεμος. ἦν δὲ ὁ Πετεβῖνος οὗτος Ἰταλιώτης μὲν τὸ γένος, ἱππότης δ’ ἀκράδαντος καὶ ὑπὲρ τὸν Πρίαμον ἐκεῖνον εὐμέλιος. στείλας οὖν ἐκ τῶν τῆς γερουσίας καὶ τὸ γένος ἐπισήμους ἄνδρας εἰσοικίζεται τὴν κόρην καὶ θύσας εἶχε τὰ γαμοδαίσια.
τε θάλατταν πρόσωπον καὶ τὴν γλῶτταν ἐπλούτουν πρὸς τὰ ἐν μυχῷ τῆς καρδίας ἀντίφθογγον. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τε γῆν κατὰ Έσα ἐπεισι βρηκεν ἐπετέμετο ἡ ἀφήγησις, ἀνεθάβησάν τε παρὰ τὸ δέον καταχρησάμενοι τῷ καιρῷ, καὶ κατὰ Ῥω μαίων ὅπλα ἤραντο, καὶ κακως διέθεντο τὰς ὑπὸ Ρωμαίους ὁμόρους αὐτοῖς χώρας. Καὶ δὴ τὸ εὔοπλον ἀπολαβὼν τοῦ στρατεύματος, καὶ ἀπο - τάξης αὐτὸ πρὸς τὸ εὔζωνον, τὴν Σερβίαν εσεισι. Τὸν δὲ ταύτης σατράπην οὐ διεδραμε μὲν ἡ κατ' αὐτοῦ βασίλειος ἐπέλευσις, κἂν ἠπείγετο λήσειν ὁ βασιλεύς· οὐκ ἔχων δ᾽ ὅ τι καὶ διαπράξαντο, μηδὲ συνορῶν ἑαυτὴν ἀνταγωνιστὴν πρὸς τὰς Ρωμαϊκὰς δυνάμεις ἀξιαγώνιστον, ἀφίσταται μὲν τῶν πεδινῶν, εἰς δὲ τὰ ὄρη αἴρει τοὺς ὀφθαλμούς, ὅθεν προσε δόκα ήξειν αὐτῷ τὴν βοήθειαν. Τὰς δὲ τῶν οἰκείων πληθύς, ὅσα καὶ θρεμμάτων ἀγέλας τὰ χλωρά δρεπομένων τῆς ὕλης, ἀφῆκε τοῖς ἐποῦσιν εἰς διασκόρπισιν καὶ ἀναίρεσιν, ἐπιτρέψας ἑκάστῳ τὴν διὰ φυγῆς εὔρασθαι σωτηρίαν [Ρ. 61] καὶ πρίασθαι ποσί τὴν ζωήν ὡς εἰς παράδειγμα αὐτὸν ἀποβλέπουσι. Καὶ ὁ μὲν Σεράρχης οὕτω διενοήθη, καὶ διεπράξατο καὶ ταῦτα ἦν τοῖς ὑπ' αὐτὸν ὑποθέμενος, βασιλεὺς δὲ ὡς λέων ἀλκῇ πίσυνος βουκολια βοῶν ἤ αἰγῶν αἰπύλια τὰ τῶν βαρβάρων χείρας συστήματα, καὶ πολλὰς μὲν συγκτήσεις πυρὶ παραδούς, οὐκ ὀλίγων δὲ σωμάτων ἐγκρατής γεγονώς, ἐκεῖθεν ἐπάνεισι. Καὶ γράμμα μὲν εὐθὺς εὐάγω γελον ἐχαράττετο, τοῖς τῆς πόλεως σημαίνον οικήτορσι τὰ ἐξ ὑπογυίου ταυτί κατορθώματα, καὶ ὁ τούτο κομίζων ἀγγελεὺς ὁ μέγας ἦν δομέστικος· μετὰ βραχὺ δὲ καὶ ὁ τῶν ἀνδραγαθημάτων ἐπιφθάνει πατὴρ, καὶ καταγαγὼν ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσι τούτοις περιφανή θρίαμβον, καὶ παρὰ τοῦ δήμου καὶ τῆς συγκλήτου πάσης εὐφημηθεὶς καὶ τῇ τῶν κρότων ὑψηγορία διαχυθείς, εἰς ἀμίλλας ἵππων ἀπεῖδε καὶ θέατρα. - Β Αρτι δὲ τοῦ ἔπρος ὑποφαίνοντος τὴν Πελαγονίαν αὖθις κατέλαβε, καὶ ἐπείπερ ἡ πρὸς Σικελίαν ἄφιξις αὐτῷ ἀπηγόρευτο, χρήμασιν ἐφοδιάσας πολλοῖς ἄνδρα δραστήριον, τῶν ἐπισήμων ἕνα καὶ εὐγενῶν, τὸν Παλαιολόγον φημί Μικαέλ, καὶ στρατιὰν αὐτῷ παραδοὺς ἱκανὴν καὶ χεῖρα συχνὴν ἐγχειρίσας ἐκεῖσε ἐξέπεμψεν. Ὁ δὲ κατὰ τὸ βασιλεῖ δοκοῦν ἐς Βενετίαν ἀφίκετο πρότερον, καὶ μισθοφορικὸν ἐκεῖθεν ἀγηο- χώς κακ τῶν Ἰταλιωτίδων χωρῶν στρατολογήσεις ἀδρὸν κοντοφορικὸν καὶ γενόμενο, ἤδη μεγαλοδύναμος πρὸς τὴν Λογγιβαρδίαν κατέπλευσε, και συμμίξας ταῖς ἐκεῖσε δυνάμεσι τοῦ ῥηγός τροπαιοφορεί κατ' αὐτῶν καὶ νίκαις ἀναδεῖται λαμπραῖς, ἔχων ἐπὶ πᾶσι συγκροτοῦντά οἱ καὶ συναντιλαμβανόμενον καὶ τινα κόμητα ᾿Αλέξανδρον, ἐκ ταυτοῦ μὲν ἀποῤῥυέντα αἵματος τῷ ῥηγέ, προσκεχωρηκότα δὲ προσφάτως Ρωμαίοις δι᾿ ἂς ὑπέστη παρ᾽ αὐτοῦ συμφοράς. Καὶ ὁ μὲν Παλαιολόγος ἀεὶ πως ἐνεπλατύνετο, καὶ σπεί ρων φιλοτίμως καὶ διαδοὺς τὰ χρήματα ἐλύπει καιρίως τὸν ῥήγα, καὶ εἰσέτι δράσων ἐκεῖνον ἐπί- δοξος ἦν τὰ ἀνήκεστα, πλείστας τῶν ἐκεῖοι πόλεων, τὰς μὲν ὁμολογία χειρούμενος, τὰς δὲ καταστρέφων. ᾿Αλλὰ καὶ λίθων μετενεχθέντων ἐκεῖθεν, καὶ τίνων ἀναπεμφθέντων αἰχμαλώτων τῷ βασιλεῖ, πόλις κατὰ τὴν τῶ Αιγαιοπελαγιτῶν χώραν τειχίζεται, Βάρη καὶ Λὐλωνία παρωνύμως ἐσέτι ὠνομασμένη. τὸν Σερβίας δυναστεύοντα ούρεσι καὶ χείρονα δραν τῶν προτέρων, ὡς καὶ σπείσασθαι κατά Ρωμαίων τοῖς γείτοσι Παίοσι, δισσεύει κατ' αὐτῶν, ὡς μὴ ἀξιομάχων ἀφροντιστῶν. Οἱ δὲ καὶ ὑπὲς δόξαν χεῖρας ἀντῆραν, καὶ τὸν κατ' ὀφθαλμὸν ἐθάῤῥησαν πόλεμον, πλείστον συμμαχικόν Οὐννικὸν ἐπαγόμενοι, ὅτε καὶ ὁ Καντακουζηνός Ἰωάννης, συμπλακείς τοῖς βαρδά ροις καὶ μέχρι τοῦ δοῦναι καὶ λαβεῖν ἐγκαρτερήσας NICETE CHONIATE cernebat, e planitie in montes, unde salutem ex- A pectabat, se recepit, suumque populum non secus ac pecorum greges hostibus dissipandum et ccci- dendum objecit, data cuique potestate salu- tis fuga suopte exemplo quærendæ, vitæque pedi- bus redimendæ. Quæ cum Serviorum princeps fe- cisset, imperator contra, leonis instar freti viribus, armenta boum aut greges caprarum dissipantis, profligatis barbarorum cohortibus multisque pos- sessionibus crematis, nec paucis mancipiis captis, inde discedit, ac litteras rei bene gestæ nuntias per magnum domesticum in urbem mittit. Nec multo post ipse consecutus, actoque triumpho, et lmtis acclamationibus applausuque senatus popu- lique totius exhilaratus, ad equestria certamina et spectacula convertit animum. Vere appetente Pelagoniam denuo occupat, et quia de Siciliensi expeditione ipse desperarat, Mi- chaelem Palæologum, virum acrem, illustrem ct ab antiqua stirpe nobilem, magna pecunia et justis militum copiis instructum co ablegat. Qui ex sen- tentia imperatoris prius Venetias profectue, ibique milite conducto, et ex Italicis provinciis magna lanceariorum manu collecta jam magnis viribus au- ctus in Longobardia appellit,ibiqueregiscopias illustribus victoriis superat, strenuam operam in rebus omnibus navante comite quodam Alexandro regis cognato, qui ob injurias ab illo sibi illatas recens ad Romanos defecerat. Ac Palæologi opes subindo augebantur; qui cum pecuniam liberaliter distribueret, regi permolestus erat et maximas clades illalurus putabatur, plurimas urbcs partim C deditione parvim vi capiendo ; ac saxis inde trans- latis et captivis aliquot ad imperatorem missis, in ora Egæi maris urbem quæ etiam nunc Bare et Aulonia nominatur, munit. injuriis majoribus, quam superiores fuerant, et conspiratione cum finitimis Pæonibus contra Ro- manos inita, illos ut minime pares per contem- ptum aggreditur; illi vero præter opinionem re- sistentes bellum non reformidarunt, maximis liun- norum auxiliis ascitis. Tum Joinnes Cantacuzenus Barbaros adortus pugna non prius excessit quam illatis acceptisque plagis manuum digitos 7. Ipse vero imperatur cognitis Serviæ principis D ζ. Βασιλεὺς δὲ αὐτὸς αὖθις μαθών κακουργεῖν
ἦν δὲ καλὴ τὸ εἶδος ἡ γυνή, καὶ καλὴ λίαν, καὶ ἕως σφόδρα καλὴ καὶ τὸ κάλλος ἀξύμβλητος, ὡς μῦθον εἶναι ἀτεχνῶς πρὸς αὐτὴν Ἀφροδίτην τὴν φιλομειδῆ καὶ χρυσῆν, Ἥραν τὴν λευκώλενον καὶ βοῶπιν, καὶ τὴν δολιχόδειρον καὶ καλλίσφυρον Λάκαιναν, ἃς οἱ πάλαι διὰ τὸ κάλλος ἐθέωσαν, καὶ τὰς λοιπὰς δὲ ἁπάσας, ὅσας βίβλοι καὶ ἱστορίαι διαπρεπεῖς τὴν θέαν παραδεδώκασιν. Ὁ δὲ λόγος τὰ κατὰ τοὺς Τούρκους μέλλων αὖθις διεξιέναι ἅτε εἰς ἀρχὴν καθιστάμενος καί τινα τῶν ἄνωθεν σαφηνείας ἕνεκα δοίη ἂν εἰς ἀφήγησιν. τῷ κατάρχοντι τῶν Τούρκων Μασοὺτ πολλοὶ μὲν υἱεῖς καὶ θυγατέρες ἐγεγόνεισαν· ἐν δὲ τῷ μέλλειν ἐξ ἀνθρώπων γίνεσθαι καὶ ταῖς ἐκεῖθεν κολάσεσιν ὡς ἀσεβὴς παραπέμπεσθαι διανέμει τοῖς ἐκείνου παισὶ τὰς ποτὲ μὲν Ῥωμαίων ὅροις κληρουχουμένας, τότε δὲ ὑπ’ ἐκείνῳ ταττομένας πόλεις καὶ χώρας, καὶ ἄλλοις μὲν εἰς κλῆρον πατρῷον κατέλιπεν ἕτερα, τὴν δὲ Ἰκονιέων μητρόπολιν καὶ ὅσα τετάχαται ὑπ’ αὐτὴν τῷ Κλιτζασθλὰν ἀπομερίζει υἱῷ.
τε θάλατταν πρόσωπον καὶ τὴν γλῶτταν ἐπλούτουν πρὸς τὰ ἐν μυχῷ τῆς καρδίας ἀντίφθογγον. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τε γῆν κατὰ Έσα ἐπεισι βρηκεν ἐπετέμετο ἡ ἀφήγησις, ἀνεθάβησάν τε παρὰ τὸ δέον καταχρησάμενοι τῷ καιρῷ, καὶ κατὰ Ῥω μαίων ὅπλα ἤραντο, καὶ κακως διέθεντο τὰς ὑπὸ Ρωμαίους ὁμόρους αὐτοῖς χώρας. Καὶ δὴ τὸ εὔοπλον ἀπολαβὼν τοῦ στρατεύματος, καὶ ἀπο - τάξης αὐτὸ πρὸς τὸ εὔζωνον, τὴν Σερβίαν εσεισι. Τὸν δὲ ταύτης σατράπην οὐ διεδραμε μὲν ἡ κατ' αὐτοῦ βασίλειος ἐπέλευσις, κἂν ἠπείγετο λήσειν ὁ βασιλεύς· οὐκ ἔχων δ᾽ ὅ τι καὶ διαπράξαντο, μηδὲ συνορῶν ἑαυτὴν ἀνταγωνιστὴν πρὸς τὰς Ρωμαϊκὰς δυνάμεις ἀξιαγώνιστον, ἀφίσταται μὲν τῶν πεδινῶν, εἰς δὲ τὰ ὄρη αἴρει τοὺς ὀφθαλμούς, ὅθεν προσε δόκα ήξειν αὐτῷ τὴν βοήθειαν. Τὰς δὲ τῶν οἰκείων πληθύς, ὅσα καὶ θρεμμάτων ἀγέλας τὰ χλωρά δρεπομένων τῆς ὕλης, ἀφῆκε τοῖς ἐποῦσιν εἰς διασκόρπισιν καὶ ἀναίρεσιν, ἐπιτρέψας ἑκάστῳ τὴν διὰ φυγῆς εὔρασθαι σωτηρίαν [Ρ. 61] καὶ πρίασθαι ποσί τὴν ζωήν ὡς εἰς παράδειγμα αὐτὸν ἀποβλέπουσι. Καὶ ὁ μὲν Σεράρχης οὕτω διενοήθη, καὶ διεπράξατο καὶ ταῦτα ἦν τοῖς ὑπ' αὐτὸν ὑποθέμενος, βασιλεὺς δὲ ὡς λέων ἀλκῇ πίσυνος βουκολια βοῶν ἤ αἰγῶν αἰπύλια τὰ τῶν βαρβάρων χείρας συστήματα, καὶ πολλὰς μὲν συγκτήσεις πυρὶ παραδούς, οὐκ ὀλίγων δὲ σωμάτων ἐγκρατής γεγονώς, ἐκεῖθεν ἐπάνεισι. Καὶ γράμμα μὲν εὐθὺς εὐάγω γελον ἐχαράττετο, τοῖς τῆς πόλεως σημαίνον οικήτορσι τὰ ἐξ ὑπογυίου ταυτί κατορθώματα, καὶ ὁ τούτο κομίζων ἀγγελεὺς ὁ μέγας ἦν δομέστικος· μετὰ βραχὺ δὲ καὶ ὁ τῶν ἀνδραγαθημάτων ἐπιφθάνει πατὴρ, καὶ καταγαγὼν ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσι τούτοις περιφανή θρίαμβον, καὶ παρὰ τοῦ δήμου καὶ τῆς συγκλήτου πάσης εὐφημηθεὶς καὶ τῇ τῶν κρότων ὑψηγορία διαχυθείς, εἰς ἀμίλλας ἵππων ἀπεῖδε καὶ θέατρα. - Β Αρτι δὲ τοῦ ἔπρος ὑποφαίνοντος τὴν Πελαγονίαν αὖθις κατέλαβε, καὶ ἐπείπερ ἡ πρὸς Σικελίαν ἄφιξις αὐτῷ ἀπηγόρευτο, χρήμασιν ἐφοδιάσας πολλοῖς ἄνδρα δραστήριον, τῶν ἐπισήμων ἕνα καὶ εὐγενῶν, τὸν Παλαιολόγον φημί Μικαέλ, καὶ στρατιὰν αὐτῷ παραδοὺς ἱκανὴν καὶ χεῖρα συχνὴν ἐγχειρίσας ἐκεῖσε ἐξέπεμψεν. Ὁ δὲ κατὰ τὸ βασιλεῖ δοκοῦν ἐς Βενετίαν ἀφίκετο πρότερον, καὶ μισθοφορικὸν ἐκεῖθεν ἀγηο- χώς κακ τῶν Ἰταλιωτίδων χωρῶν στρατολογήσεις ἀδρὸν κοντοφορικὸν καὶ γενόμενο, ἤδη μεγαλοδύναμος πρὸς τὴν Λογγιβαρδίαν κατέπλευσε, και συμμίξας ταῖς ἐκεῖσε δυνάμεσι τοῦ ῥηγός τροπαιοφορεί κατ' αὐτῶν καὶ νίκαις ἀναδεῖται λαμπραῖς, ἔχων ἐπὶ πᾶσι συγκροτοῦντά οἱ καὶ συναντιλαμβανόμενον καὶ τινα κόμητα ᾿Αλέξανδρον, ἐκ ταυτοῦ μὲν ἀποῤῥυέντα αἵματος τῷ ῥηγέ, προσκεχωρηκότα δὲ προσφάτως Ρωμαίοις δι᾿ ἂς ὑπέστη παρ᾽ αὐτοῦ συμφοράς. Καὶ ὁ μὲν Παλαιολόγος ἀεὶ πως ἐνεπλατύνετο, καὶ σπεί ρων φιλοτίμως καὶ διαδοὺς τὰ χρήματα ἐλύπει καιρίως τὸν ῥήγα, καὶ εἰσέτι δράσων ἐκεῖνον ἐπί- δοξος ἦν τὰ ἀνήκεστα, πλείστας τῶν ἐκεῖοι πόλεων, τὰς μὲν ὁμολογία χειρούμενος, τὰς δὲ καταστρέφων. ᾿Αλλὰ καὶ λίθων μετενεχθέντων ἐκεῖθεν, καὶ τίνων ἀναπεμφθέντων αἰχμαλώτων τῷ βασιλεῖ, πόλις κατὰ τὴν τῶ Αιγαιοπελαγιτῶν χώραν τειχίζεται, Βάρη καὶ Λὐλωνία παρωνύμως ἐσέτι ὠνομασμένη. τὸν Σερβίας δυναστεύοντα ούρεσι καὶ χείρονα δραν τῶν προτέρων, ὡς καὶ σπείσασθαι κατά Ρωμαίων τοῖς γείτοσι Παίοσι, δισσεύει κατ' αὐτῶν, ὡς μὴ ἀξιομάχων ἀφροντιστῶν. Οἱ δὲ καὶ ὑπὲς δόξαν χεῖρας ἀντῆραν, καὶ τὸν κατ' ὀφθαλμὸν ἐθάῤῥησαν πόλεμον, πλείστον συμμαχικόν Οὐννικὸν ἐπαγόμενοι, ὅτε καὶ ὁ Καντακουζηνός Ἰωάννης, συμπλακείς τοῖς βαρδά ροις καὶ μέχρι τοῦ δοῦναι καὶ λαβεῖν ἐγκαρτερήσας NICETE CHONIATE cernebat, e planitie in montes, unde salutem ex- A pectabat, se recepit, suumque populum non secus ac pecorum greges hostibus dissipandum et ccci- dendum objecit, data cuique potestate salu- tis fuga suopte exemplo quærendæ, vitæque pedi- bus redimendæ. Quæ cum Serviorum princeps fe- cisset, imperator contra, leonis instar freti viribus, armenta boum aut greges caprarum dissipantis, profligatis barbarorum cohortibus multisque pos- sessionibus crematis, nec paucis mancipiis captis, inde discedit, ac litteras rei bene gestæ nuntias per magnum domesticum in urbem mittit. Nec multo post ipse consecutus, actoque triumpho, et lmtis acclamationibus applausuque senatus popu- lique totius exhilaratus, ad equestria certamina et spectacula convertit animum. Vere appetente Pelagoniam denuo occupat, et quia de Siciliensi expeditione ipse desperarat, Mi- chaelem Palæologum, virum acrem, illustrem ct ab antiqua stirpe nobilem, magna pecunia et justis militum copiis instructum co ablegat. Qui ex sen- tentia imperatoris prius Venetias profectue, ibique milite conducto, et ex Italicis provinciis magna lanceariorum manu collecta jam magnis viribus au- ctus in Longobardia appellit,ibiqueregiscopias illustribus victoriis superat, strenuam operam in rebus omnibus navante comite quodam Alexandro regis cognato, qui ob injurias ab illo sibi illatas recens ad Romanos defecerat. Ac Palæologi opes subindo augebantur; qui cum pecuniam liberaliter distribueret, regi permolestus erat et maximas clades illalurus putabatur, plurimas urbcs partim C deditione parvim vi capiendo ; ac saxis inde trans- latis et captivis aliquot ad imperatorem missis, in ora Egæi maris urbem quæ etiam nunc Bare et Aulonia nominatur, munit. injuriis majoribus, quam superiores fuerant, et conspiratione cum finitimis Pæonibus contra Ro- manos inita, illos ut minime pares per contem- ptum aggreditur; illi vero præter opinionem re- sistentes bellum non reformidarunt, maximis liun- norum auxiliis ascitis. Tum Joinnes Cantacuzenus Barbaros adortus pugna non prius excessit quam illatis acceptisque plagis manuum digitos 7. Ipse vero imperatur cognitis Serviæ principis D ζ. Βασιλεὺς δὲ αὐτὸς αὖθις μαθών κακουργεῖν
τῶν δὲ γαμβρῶν Ἰαγουπασὰν μὲν Ἀμάσειαν καὶ Ἄγκυραν ἐκληροῦτο καὶ τὴν Καππαδοκῶν εὐδαίμονα χώραν καὶ ὅσα ταῖς πόλεσι ταύταις προσόμορα, Δαδούνῃ δὲ ἀπονενέμηνται πόλεις εὐδαίμονές τε καὶ μέγισται Καισάρεια καὶ Σεβάστεια. Ἀλλ’ ἕως τίνος τὸν οἰκεῖον παρόψει κλῆρον, Κύριε, εἰς ἀπαγωγὴν ἐκκείμενον καὶ προνομὴν μακραίωνα καὶ κίνησιν κεφαλῆς λαῷ μωρῷ καὶ οὐχὶ σοφῷ καὶ πόρρωθεν ἀπεσχοινισμένῳ τῆς εὐσεβοῦς περὶ σὲ δόξης καὶ πίστεως; μέχρι τίνος ἀφ’ ἡμῶν ἀποστρέφεις τὸ οἰκεῖον πρόσωπον, ὁ φιλάνθρωπος, καὶ τῆς πτωχείας ἡμῶν ἐπιλανθάνῃ, οὐδ’ ἐνωτίζῃ τοὺς στεναγμούς, ὁ ταχὺς τῶν θλιβομένων ἐπακουός, οὐδὲ δίκην ἐπιτίθης, ὁ τῶν ἐκδικήσεων Κύριος; ἕως πότε παραλλὰξ ἕρποντα ἐσεῖται τὰ ἄτοπα καὶ οἱ μὲν τῆς δουλίδος Ἄγαρ ἀπόγονοι κατακυριεύσουσι τῶν ἐλευθέρων ἡμῶν ἀπολοῦσί τε καὶ ἀποκτενοῦσι τὸ σὸν ἅγιον ἔθνος, ὃ τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τὸ σὸν ἅγιον ἐπικέκληται ὄνομα, τοῦτο δὲ χρονίαν ὑπηρεσίαν ὑπομενεῖ καὶ τοὺς ὀνειδισμοὺς ὑποίσει καὶ τοὺς κονδυλισμοὺς τῶν ἐπιτρίπτων τούτων ἀλλογενῶν; εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ὀψέ ποτε, φιλάγαθε δέσποτα, τῶν ἐν πέδαις ἡ συνοχή.
τε θάλατταν πρόσωπον καὶ τὴν γλῶτταν ἐπλούτουν πρὸς τὰ ἐν μυχῷ τῆς καρδίας ἀντίφθογγον. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τε γῆν κατὰ Έσα ἐπεισι βρηκεν ἐπετέμετο ἡ ἀφήγησις, ἀνεθάβησάν τε παρὰ τὸ δέον καταχρησάμενοι τῷ καιρῷ, καὶ κατὰ Ῥω μαίων ὅπλα ἤραντο, καὶ κακως διέθεντο τὰς ὑπὸ Ρωμαίους ὁμόρους αὐτοῖς χώρας. Καὶ δὴ τὸ εὔοπλον ἀπολαβὼν τοῦ στρατεύματος, καὶ ἀπο - τάξης αὐτὸ πρὸς τὸ εὔζωνον, τὴν Σερβίαν εσεισι. Τὸν δὲ ταύτης σατράπην οὐ διεδραμε μὲν ἡ κατ' αὐτοῦ βασίλειος ἐπέλευσις, κἂν ἠπείγετο λήσειν ὁ βασιλεύς· οὐκ ἔχων δ᾽ ὅ τι καὶ διαπράξαντο, μηδὲ συνορῶν ἑαυτὴν ἀνταγωνιστὴν πρὸς τὰς Ρωμαϊκὰς δυνάμεις ἀξιαγώνιστον, ἀφίσταται μὲν τῶν πεδινῶν, εἰς δὲ τὰ ὄρη αἴρει τοὺς ὀφθαλμούς, ὅθεν προσε δόκα ήξειν αὐτῷ τὴν βοήθειαν. Τὰς δὲ τῶν οἰκείων πληθύς, ὅσα καὶ θρεμμάτων ἀγέλας τὰ χλωρά δρεπομένων τῆς ὕλης, ἀφῆκε τοῖς ἐποῦσιν εἰς διασκόρπισιν καὶ ἀναίρεσιν, ἐπιτρέψας ἑκάστῳ τὴν διὰ φυγῆς εὔρασθαι σωτηρίαν [Ρ. 61] καὶ πρίασθαι ποσί τὴν ζωήν ὡς εἰς παράδειγμα αὐτὸν ἀποβλέπουσι. Καὶ ὁ μὲν Σεράρχης οὕτω διενοήθη, καὶ διεπράξατο καὶ ταῦτα ἦν τοῖς ὑπ' αὐτὸν ὑποθέμενος, βασιλεὺς δὲ ὡς λέων ἀλκῇ πίσυνος βουκολια βοῶν ἤ αἰγῶν αἰπύλια τὰ τῶν βαρβάρων χείρας συστήματα, καὶ πολλὰς μὲν συγκτήσεις πυρὶ παραδούς, οὐκ ὀλίγων δὲ σωμάτων ἐγκρατής γεγονώς, ἐκεῖθεν ἐπάνεισι. Καὶ γράμμα μὲν εὐθὺς εὐάγω γελον ἐχαράττετο, τοῖς τῆς πόλεως σημαίνον οικήτορσι τὰ ἐξ ὑπογυίου ταυτί κατορθώματα, καὶ ὁ τούτο κομίζων ἀγγελεὺς ὁ μέγας ἦν δομέστικος· μετὰ βραχὺ δὲ καὶ ὁ τῶν ἀνδραγαθημάτων ἐπιφθάνει πατὴρ, καὶ καταγαγὼν ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσι τούτοις περιφανή θρίαμβον, καὶ παρὰ τοῦ δήμου καὶ τῆς συγκλήτου πάσης εὐφημηθεὶς καὶ τῇ τῶν κρότων ὑψηγορία διαχυθείς, εἰς ἀμίλλας ἵππων ἀπεῖδε καὶ θέατρα. - Β Αρτι δὲ τοῦ ἔπρος ὑποφαίνοντος τὴν Πελαγονίαν αὖθις κατέλαβε, καὶ ἐπείπερ ἡ πρὸς Σικελίαν ἄφιξις αὐτῷ ἀπηγόρευτο, χρήμασιν ἐφοδιάσας πολλοῖς ἄνδρα δραστήριον, τῶν ἐπισήμων ἕνα καὶ εὐγενῶν, τὸν Παλαιολόγον φημί Μικαέλ, καὶ στρατιὰν αὐτῷ παραδοὺς ἱκανὴν καὶ χεῖρα συχνὴν ἐγχειρίσας ἐκεῖσε ἐξέπεμψεν. Ὁ δὲ κατὰ τὸ βασιλεῖ δοκοῦν ἐς Βενετίαν ἀφίκετο πρότερον, καὶ μισθοφορικὸν ἐκεῖθεν ἀγηο- χώς κακ τῶν Ἰταλιωτίδων χωρῶν στρατολογήσεις ἀδρὸν κοντοφορικὸν καὶ γενόμενο, ἤδη μεγαλοδύναμος πρὸς τὴν Λογγιβαρδίαν κατέπλευσε, και συμμίξας ταῖς ἐκεῖσε δυνάμεσι τοῦ ῥηγός τροπαιοφορεί κατ' αὐτῶν καὶ νίκαις ἀναδεῖται λαμπραῖς, ἔχων ἐπὶ πᾶσι συγκροτοῦντά οἱ καὶ συναντιλαμβανόμενον καὶ τινα κόμητα ᾿Αλέξανδρον, ἐκ ταυτοῦ μὲν ἀποῤῥυέντα αἵματος τῷ ῥηγέ, προσκεχωρηκότα δὲ προσφάτως Ρωμαίοις δι᾿ ἂς ὑπέστη παρ᾽ αὐτοῦ συμφοράς. Καὶ ὁ μὲν Παλαιολόγος ἀεὶ πως ἐνεπλατύνετο, καὶ σπεί ρων φιλοτίμως καὶ διαδοὺς τὰ χρήματα ἐλύπει καιρίως τὸν ῥήγα, καὶ εἰσέτι δράσων ἐκεῖνον ἐπί- δοξος ἦν τὰ ἀνήκεστα, πλείστας τῶν ἐκεῖοι πόλεων, τὰς μὲν ὁμολογία χειρούμενος, τὰς δὲ καταστρέφων. ᾿Αλλὰ καὶ λίθων μετενεχθέντων ἐκεῖθεν, καὶ τίνων ἀναπεμφθέντων αἰχμαλώτων τῷ βασιλεῖ, πόλις κατὰ τὴν τῶ Αιγαιοπελαγιτῶν χώραν τειχίζεται, Βάρη καὶ Λὐλωνία παρωνύμως ἐσέτι ὠνομασμένη. τὸν Σερβίας δυναστεύοντα ούρεσι καὶ χείρονα δραν τῶν προτέρων, ὡς καὶ σπείσασθαι κατά Ρωμαίων τοῖς γείτοσι Παίοσι, δισσεύει κατ' αὐτῶν, ὡς μὴ ἀξιομάχων ἀφροντιστῶν. Οἱ δὲ καὶ ὑπὲς δόξαν χεῖρας ἀντῆραν, καὶ τὸν κατ' ὀφθαλμὸν ἐθάῤῥησαν πόλεμον, πλείστον συμμαχικόν Οὐννικὸν ἐπαγόμενοι, ὅτε καὶ ὁ Καντακουζηνός Ἰωάννης, συμπλακείς τοῖς βαρδά ροις καὶ μέχρι τοῦ δοῦναι καὶ λαβεῖν ἐγκαρτερήσας NICETE CHONIATE cernebat, e planitie in montes, unde salutem ex- A pectabat, se recepit, suumque populum non secus ac pecorum greges hostibus dissipandum et ccci- dendum objecit, data cuique potestate salu- tis fuga suopte exemplo quærendæ, vitæque pedi- bus redimendæ. Quæ cum Serviorum princeps fe- cisset, imperator contra, leonis instar freti viribus, armenta boum aut greges caprarum dissipantis, profligatis barbarorum cohortibus multisque pos- sessionibus crematis, nec paucis mancipiis captis, inde discedit, ac litteras rei bene gestæ nuntias per magnum domesticum in urbem mittit. Nec multo post ipse consecutus, actoque triumpho, et lmtis acclamationibus applausuque senatus popu- lique totius exhilaratus, ad equestria certamina et spectacula convertit animum. Vere appetente Pelagoniam denuo occupat, et quia de Siciliensi expeditione ipse desperarat, Mi- chaelem Palæologum, virum acrem, illustrem ct ab antiqua stirpe nobilem, magna pecunia et justis militum copiis instructum co ablegat. Qui ex sen- tentia imperatoris prius Venetias profectue, ibique milite conducto, et ex Italicis provinciis magna lanceariorum manu collecta jam magnis viribus au- ctus in Longobardia appellit,ibiqueregiscopias illustribus victoriis superat, strenuam operam in rebus omnibus navante comite quodam Alexandro regis cognato, qui ob injurias ab illo sibi illatas recens ad Romanos defecerat. Ac Palæologi opes subindo augebantur; qui cum pecuniam liberaliter distribueret, regi permolestus erat et maximas clades illalurus putabatur, plurimas urbcs partim C deditione parvim vi capiendo ; ac saxis inde trans- latis et captivis aliquot ad imperatorem missis, in ora Egæi maris urbem quæ etiam nunc Bare et Aulonia nominatur, munit. injuriis majoribus, quam superiores fuerant, et conspiratione cum finitimis Pæonibus contra Ro- manos inita, illos ut minime pares per contem- ptum aggreditur; illi vero præter opinionem re- sistentes bellum non reformidarunt, maximis liun- norum auxiliis ascitis. Tum Joinnes Cantacuzenus Barbaros adortus pugna non prius excessit quam illatis acceptisque plagis manuum digitos 7. Ipse vero imperatur cognitis Serviæ principis D ζ. Βασιλεὺς δὲ αὐτὸς αὖθις μαθών κακουργεῖν
PG 139:429βοησάτω πρὸς σὲ καὶ νῦν τὸν φίλοικτον τὸ ἐκχεόμενον αἷμα τῶν σῶν οἰκετῶν, ὡς τὸ τοῦ Ἄβελ πρότερον. ἐπιλαβοῦ ὅπλου καὶ θυρεοῦ, καὶ ἀνάστηθι εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, καὶ κραταιώσας ὃν αὐτὸς αἱρετίσῃ ἄνδρα καὶ ἐφ’ ὃν εὐδοκήσειας. ἀπόδος τοῖς πονηροῖς γείτοσιν ἡμῶν εἰς τὸ ἑπταπλάσιον ὅσα ἐπονηρεύσαντο κατὰ τῆς κληρονομίας σου· καὶ πόλεις καὶ χώρας ἐπανασώσας ἡμῖν ἐν ἀνδρείᾳ, ἃς ἀφείλοντο οἱ ἀλλόφυλοι, ὅρια στήσαις τοῖς ἐκ τοῦ σοῦ καλουμένοις ὀνόματος ἀνίσχοντος ἡλίου καὶ δυομένου πρώτας καὶ ὑστάτας αὐγάς. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἴσως οὐκ ἀκαίρως οὐδὲ μάτην ἐξετοξεύσαμεν, θεῷ τι μικρὸν προσλαλήσαντες καὶ κενώσαντες τῆς λύπης βραχὺ ἐξ ὑπεράντλου ταύτῃ ψυχῆς. οἱ δ’ οὖν τοῦ Μασοὺτ τριχῇ δασάμενοι τὰ κεφαλαιώδη τῆς ἀρχῆς ὁρίσματα, ἢ τὸ νητρεκὲς εἰπεῖν τὰ τῶν Ῥωμαίων σχοινίσματα, παῖδες παρὰ πατρὸς ἐς αὐτοὺς καταβάντα διαδεξάμενοι, ὀλίγα μὲν εἰρήνῃ καὶ τοῖς τῆς συγγενείας θεσμοῖς ἐπέθυσαν, τὰ δὲ πλεῖστα εἰς διαφορὰς οἰκείας ἀπεῖδον καὶ προσέσχον ταῖς διαστάσεσιν. Αὐτίκα γὰρ ὁ τοῦ Ἰκονίου σουλτὰν τῷ τῆς Καππαδοκίας τοπάρχῃ σκαιόν τι καὶ ἄγριον ἐπωφθάλμισε, καὶ οὗτος αὖ ἐκείνῳ βλέμμα ὀλέθριον ἔρριψε.
πληγὰς τοὺς δακτύλους τῶν χειρῶν ἀπεβάλετο, πολ- Α λῶν ἐπιβρισάντων ἐκείνῳ Σέρβων. Καὶ βασιλεὺς δὲ αὐτὸς κατὰ μονομαχίαν τῷ ἀρχιζουπάνῳ Βακχίνῳ προσέμιξεν, ηρωϊκὸν προφαίνοντι σῶμα καὶ αὐτουρ γοὺς χεῖρας ἐξ ὤμων φύοντι· καὶ ὁ μὲν κατὰ τῶν προσώπων πλήττει τὸν βασιλέα καὶ διαθλᾷ τὸ ἐκ του κράνους κατακεχυμένον τῶν ὄψεων ἐκείνου σιδή ρεον παραπέτασμα· ὁ δὲ τὴν χεῖρα τούτου τῷ ξίφει διήλασε καὶ ἀπόλεμον ἔδειξε καὶ ζωγρίαν ἐκ τοῦδε συνεληφεν. ὡς δὲ καὶ οὕτω Ρωμαίοις αἰθρία νίκης ἐπέλαμψε, τῶν βαρβάρων διαλυθέντων δίκην νεφῶν κἐκ τῶν ἐπαριστερῶν ἀρχῶν εἰς τέλος ἀπήντησεν ὁ πόλεμος δεξιώτατον, κατὰ τῶν Ούγγρων ἐκ τούτου ὁρμα, μήπω τὴν τῆς μάχης κόνιν ἐκ τῶν προσώπων ἀπομορξάμενος, ἀλλ᾽ ἔτι θερμοῖς ἱδρῶσι σταζόμενος, ἐπίκλημα φέρων τὴν τῶν Σέρβων ἐπικουρίαν, καὶ τὴν ἀπουσίαν ἁρπάζων τοῦ ἐπαρήξοντος· ὁ γὰρ τῶν Ούγγρων ήξ οὐκ ἦν κατά χώραν, τοῖς γειτνιῶσι Ῥως συμπλεκόμενος. Καὶ δὴ τὸν Σάουβον διαβὰς ποταμὸν καὶ τῷ Φραγγοχωρίῳ ἐμβαλών (ἔστι δὲ τόδε τμῆμα τῆς Οὐγγρίας οὐ τὸ ἐλάχιστον, ἀλλ᾽ ἱκανῶς πολυάνθρωπον, μεταξύ Ίστρου καὶ Σαούβου τῶν ποταμῶν ἀναπεπταμένον, καθ᾽ δ καὶ φρούριον ἐρυ- μνότατον ἔκτισται, ὅ Ζεύγμινον ἐπικέκληται, ὅπερ νῦν λέγεται Σίρμιον) χειρίστως τὰ ἐκεῖ διέθετο. Τότε και τις Παίων μεγέθει μέγιστος καὶ ἀνδρεῖον προφαίνων ψυχῆς παράστημα, τῶν ἄλλων ἀποδια στὰς, ἐς αὐτὸν τὸν βασιλέα θυμῷ φέρεται. Ὁ δὲ τοῦτον ὑποστὰς ἐς τὸ μέσον τῶν ὀφθαλμῶν τὸ ξίφος δελᾶ καὶ ἀρίστησι τῆς ζωῆς. Πολλούς τοίνυν ζω γρίας λαβὼν καὶ πραγμάτων οὐκ ὀλίγων γενόμενος ἐγκρατής πρὸς τὴν βασιλίδα πόλιν ἐπάνεισιν. Ες δ' ὅσον πλεῖστον ἀπομηκύνας τὸν θρίαμβον, λαμπρό. τατα ὡς ἐνῖν διὰ τῶν τῆς πόλεως ἀμφόδων ἐπόμ- πευσεν. Υπερεξῆραν δὲ τὴν τηνικαῦτα κομψότητα τῆς πομπῆς τῶν Ούγγρων οἱ νεαλεῖς καὶ τῶν Σέρβων οι δορυάλωτοι, στολὰς ἐνησθημένοι λαμπρὰς καὶ ὑπὲρ τύχην ὁρωμένας αιχμάλωτον, βασιλέως αὐτὰς παρασχομένου, ὡς ἂν εἴη καὶ ἐντεῦθεν ἡ νίκη περίδοξος καὶ τοῖς πολίταις αὐτοῖς διὰ θαύματος καὶ ύση: μὴ ἐνδαποί, ὡς ἀνδρῶν κεχειρωμένων κατὰ τὸν πόλεμον τῶν ἐκ γένους ἐπισήμου καὶ ἀξίων τοῦ περιβλέ πέσθαι. θαυμαστὴν δ᾽ ἐποίει τὴν τότε πομπαίαν πανήγυριν καὶ τὸ μὴ παριένα: ἀθρόους τοὺς αἰχμαλώτους ἀλλὰ κατὰ συμμορίας καὶ ἐκ διαλειμμάτων ἀφεστῶτας ἄλλήλων, ὡς κλέπτεσθαι τὴν ὄψιν ἐντεῦθεν τῶν θεωμέ των καὶ ὑπὲρ τοὺς ὄντας τοὺς παριόντας φαντάζεσθαι. Ἐν τούτῳ δὲ καὶ Σκυθῶν τὸν Ιστρον διαπεραιω- ταμένων καὶ τὰ περὶ τὸν ποταμὸν τοῦτον ληϊζομέν των Ρωμαϊκά φρούρια, στέλλεται κατ' αὐτῶν Και λιμένος τις. Ἀλλ᾽ οὗτος, μὴ δεξιῶς διαστρατηγήσας Εν κατά Σκυθών πόλεμον, ἡττήθη τε ὑπ' αὐτῶν κατὰ κάτος, ὡς αἱ τάξεις ἐῤῥώγεσαν, καὶ ἄνδρας αγα- Μας απεβάλετο, καὶ αὐτὸς δὲ καιρίας ἐς τὸ σῶμα δεξάμενος τὸ ζῆν μετήλλαξεν. Οἱ δὲ Σκύθαι κατὰ τὴν αὐτοῖς εἰωθήτα τρόπον λείαν τὰ ἐν ποσὶ θέμενοι καὶ ἀναθέμενοι τοῖς ἵπποις τὰ λάφυρα νόστου ἐ- μνήσαντο. Ρέων δὲ αὐτοῖς ἡ τοῦ Ἴστρου περαίωσις, ευχερεστέρα δὲ καὶ ἡ κατὰ προνομὴν ἐπέλευσις, οὐ ποτηρά τε καὶ ἐργώδης ἡ ἀναχώρησις. Οπλισμός γὰρ αὐτοῖς γω υτὸς ἐπὶ τῆς ἰξύος ἐξηρτημένος πλά γιος καὶ καμπύλα τόξα καὶ ἄτρακτοι. Εἰσὶ δ᾽ οἱ καὶ δωμάτια κραδαίνουσι περιελίσσουσί τε κατὰ τὸν πό- @ DE MANUELE COMNENO I.IB. II. Ipse quoque imperator cum Archizupano Bichino singulari certamine congreditur, viro heroica sta- tura et lacertuso; qui cum faciem imperatoris percussisset et ferrum ejus vela:ien e galea deje- cisset,ipse vicissim manu ense trajecta debilitatus vivus in imperatoris potestatem venit. Posteaquam ibi quoque Romanis victoria serenitas alfalsit, Barbaris instar nubium dissipatis, et malum pu- gnæ principium finis auspicatissimus est seculus. Hungaris missa Serviis auxilia causatus, superio- riis prælii pulvere nondum deterso, sed calido adhuc sudore manaus, captata defensoris absentia bellum infert. Hungaroru:.. enim res peregre aberat, cum faiiimis Roasis depugans. Itaque Savo fluvio supe- ralo factuque in Francochorium impressione (ea non min……. a Hungariæ pars est, sed habitatoribus fre- quens, inter Istrum et Savum fluvios patens, in qua castellum munitissimum Zeugminum, quod nunc Sirmium vocant, situm csl) provinciam illam pessime tractat. Tum Pæon quidam ingenti corpore,et animum fortissimum præ se ferens, re- liclis cæteris in ipsum imperatorem impetu fertur. Is vero gladio inter utrumque oculum trajecto bar- barum occidit; multisque captis, et opibus non paucis potitus, in urbem imperatricem regreditur ; actriumpho quam maxime extento splendidissimam pompam per urbis circuitus duxit, cujus elegantiam Hungarorum et Serviorum captivi illustrarunt, ve- stibus splendidioribus quam pro sua conditione ab ipso exornati, ut ea quoque re victoria glorio- sior et civibus atque exteris admirabilior esset, quippe captis viris eo bello nobilibus et spectatu dignis.Illud eliam pompa ejus admirationem auxit, quod captivi non omnes una ibant, sed in classes distribuli atque intervallis distincti, ut spectau- tium oculi decepti majorem esse numerum arbi- trarentur. amitteret, a Serviorum multitudine circumventus. [P. 62] B D Interea Scythis Istrum transgressis et Romanorum castella ripensia populantibus. Calamanus quidam contra eos missus, cum bellum imprudenter ad- ministraret, acie victus, multisque viris fortibus amissis, ipse quoque ex vulneribus decessit. Scytha vero de more suo obvia quæque prædati, et spoliis in equos impositis domum redierunt. Facile autem Istrum trajiciunt nec difficulter præ- datum excunt, citraque laborem et molestiam domum revertuntur. Arma cia sunt pharetra sagit- tis plena de humeris suspensa et arcus; sunt et qui hastilia vibrent et in puna circumagant, Idem vero equus Scytham et in bellum fert et secta vena alit et, ut aiunt, si feminini sexus est, belluinam ejus libidinem explet. Flumen transeunt corio su- bere expleto,itaque compacto ut nec minima gut-
καὶ ἦν τὰ κατ’ ἀλλήλων πονηρὰ διαβούλια οὐχ ὑπὸ σκότον καὶ κρύφα τελούμενα, ἀλλ’ ἔκπυστα καὶ βασιλεῖ καὶ ἔκφορα ὑπ’ αὐτῶν. ὁ δὲ ἐπαρώμενος ἀμφοῖν πανώλειαν ἠγάπα μὴ μόνον μέχρι τοῦ ἐριθεύειν ἀπονεύειν ἀλλήλων καὶ ἀποσχίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ ὅπλα ἄραντας εἰς μοῖραν διαστῆναι ἀντίθετον, ἵν’ ἄγων ἠρεμίαν αὐτὸς τοῖς ἐκείνων ἐπιχαίρῃ κακοῖς ὡς ἀλλοφύλων καὶ ἀσεβῶν. καὶ πέμπων λάθρᾳ ἀγγέλους θάτερον θατέρῳ ἐνῆγεν εἰς πόλεμον. ἐκ δὲ τοῦ προδήλου τῷ Ἰαγουπασάνῃ προσέκειτο καί οἱ τοῦ Ἄρεος συνεθίγγανεν οἷς ἐδωρεῖτο, μυσαττόμενος τὸν σουλτὰν ὡς ὑποκαθημένην ἀεὶ τὴν γνώμην ἔχοντα καὶ ὕπουλον τὸ φρονεῖν καὶ περίστροφον καὶ μὴ μόνον δολοπλοκοῦντα τοῖς ἐκ γένους ἐκείνῳ καὶ αἵματος τὰ ἀνήκεστα, ἀλλὰ καὶ Ῥωμαίων ἀεὶ κατὰ λῃστείαν τὸ γειτονοῦν ἐκτρίβοντα. Πεποιθὼς τοίνυν Ἰαγουπασάνης τῷ αὐτοκράτορι ἐκφέρει κατὰ τοῦ σουλτὰν πόλεμον καὶ οὗτος αὖθις ἀντέξεισι κατ’ αὐτοῦ καὶ συρραγέντες πολλάκις ἐμάχοντο. ὀψὲ δὲ καὶ μεθ’ αἵματα ἐξ ἑκατέρων ῥεύσαντα τῶν στρατῶν πρὸς Ἰαγουπασάνην ἔβλεψε τὸ νικᾶν.
πληγὰς τοὺς δακτύλους τῶν χειρῶν ἀπεβάλετο, πολ- Α λῶν ἐπιβρισάντων ἐκείνῳ Σέρβων. Καὶ βασιλεὺς δὲ αὐτὸς κατὰ μονομαχίαν τῷ ἀρχιζουπάνῳ Βακχίνῳ προσέμιξεν, ηρωϊκὸν προφαίνοντι σῶμα καὶ αὐτουρ γοὺς χεῖρας ἐξ ὤμων φύοντι· καὶ ὁ μὲν κατὰ τῶν προσώπων πλήττει τὸν βασιλέα καὶ διαθλᾷ τὸ ἐκ του κράνους κατακεχυμένον τῶν ὄψεων ἐκείνου σιδή ρεον παραπέτασμα· ὁ δὲ τὴν χεῖρα τούτου τῷ ξίφει διήλασε καὶ ἀπόλεμον ἔδειξε καὶ ζωγρίαν ἐκ τοῦδε συνεληφεν. ὡς δὲ καὶ οὕτω Ρωμαίοις αἰθρία νίκης ἐπέλαμψε, τῶν βαρβάρων διαλυθέντων δίκην νεφῶν κἐκ τῶν ἐπαριστερῶν ἀρχῶν εἰς τέλος ἀπήντησεν ὁ πόλεμος δεξιώτατον, κατὰ τῶν Ούγγρων ἐκ τούτου ὁρμα, μήπω τὴν τῆς μάχης κόνιν ἐκ τῶν προσώπων ἀπομορξάμενος, ἀλλ᾽ ἔτι θερμοῖς ἱδρῶσι σταζόμενος, ἐπίκλημα φέρων τὴν τῶν Σέρβων ἐπικουρίαν, καὶ τὴν ἀπουσίαν ἁρπάζων τοῦ ἐπαρήξοντος· ὁ γὰρ τῶν Ούγγρων ήξ οὐκ ἦν κατά χώραν, τοῖς γειτνιῶσι Ῥως συμπλεκόμενος. Καὶ δὴ τὸν Σάουβον διαβὰς ποταμὸν καὶ τῷ Φραγγοχωρίῳ ἐμβαλών (ἔστι δὲ τόδε τμῆμα τῆς Οὐγγρίας οὐ τὸ ἐλάχιστον, ἀλλ᾽ ἱκανῶς πολυάνθρωπον, μεταξύ Ίστρου καὶ Σαούβου τῶν ποταμῶν ἀναπεπταμένον, καθ᾽ δ καὶ φρούριον ἐρυ- μνότατον ἔκτισται, ὅ Ζεύγμινον ἐπικέκληται, ὅπερ νῦν λέγεται Σίρμιον) χειρίστως τὰ ἐκεῖ διέθετο. Τότε και τις Παίων μεγέθει μέγιστος καὶ ἀνδρεῖον προφαίνων ψυχῆς παράστημα, τῶν ἄλλων ἀποδια στὰς, ἐς αὐτὸν τὸν βασιλέα θυμῷ φέρεται. Ὁ δὲ τοῦτον ὑποστὰς ἐς τὸ μέσον τῶν ὀφθαλμῶν τὸ ξίφος δελᾶ καὶ ἀρίστησι τῆς ζωῆς. Πολλούς τοίνυν ζω γρίας λαβὼν καὶ πραγμάτων οὐκ ὀλίγων γενόμενος ἐγκρατής πρὸς τὴν βασιλίδα πόλιν ἐπάνεισιν. Ες δ' ὅσον πλεῖστον ἀπομηκύνας τὸν θρίαμβον, λαμπρό. τατα ὡς ἐνῖν διὰ τῶν τῆς πόλεως ἀμφόδων ἐπόμ- πευσεν. Υπερεξῆραν δὲ τὴν τηνικαῦτα κομψότητα τῆς πομπῆς τῶν Ούγγρων οἱ νεαλεῖς καὶ τῶν Σέρβων οι δορυάλωτοι, στολὰς ἐνησθημένοι λαμπρὰς καὶ ὑπὲρ τύχην ὁρωμένας αιχμάλωτον, βασιλέως αὐτὰς παρασχομένου, ὡς ἂν εἴη καὶ ἐντεῦθεν ἡ νίκη περίδοξος καὶ τοῖς πολίταις αὐτοῖς διὰ θαύματος καὶ ύση: μὴ ἐνδαποί, ὡς ἀνδρῶν κεχειρωμένων κατὰ τὸν πόλεμον τῶν ἐκ γένους ἐπισήμου καὶ ἀξίων τοῦ περιβλέ πέσθαι. θαυμαστὴν δ᾽ ἐποίει τὴν τότε πομπαίαν πανήγυριν καὶ τὸ μὴ παριένα: ἀθρόους τοὺς αἰχμαλώτους ἀλλὰ κατὰ συμμορίας καὶ ἐκ διαλειμμάτων ἀφεστῶτας ἄλλήλων, ὡς κλέπτεσθαι τὴν ὄψιν ἐντεῦθεν τῶν θεωμέ των καὶ ὑπὲρ τοὺς ὄντας τοὺς παριόντας φαντάζεσθαι. Ἐν τούτῳ δὲ καὶ Σκυθῶν τὸν Ιστρον διαπεραιω- ταμένων καὶ τὰ περὶ τὸν ποταμὸν τοῦτον ληϊζομέν των Ρωμαϊκά φρούρια, στέλλεται κατ' αὐτῶν Και λιμένος τις. Ἀλλ᾽ οὗτος, μὴ δεξιῶς διαστρατηγήσας Εν κατά Σκυθών πόλεμον, ἡττήθη τε ὑπ' αὐτῶν κατὰ κάτος, ὡς αἱ τάξεις ἐῤῥώγεσαν, καὶ ἄνδρας αγα- Μας απεβάλετο, καὶ αὐτὸς δὲ καιρίας ἐς τὸ σῶμα δεξάμενος τὸ ζῆν μετήλλαξεν. Οἱ δὲ Σκύθαι κατὰ τὴν αὐτοῖς εἰωθήτα τρόπον λείαν τὰ ἐν ποσὶ θέμενοι καὶ ἀναθέμενοι τοῖς ἵπποις τὰ λάφυρα νόστου ἐ- μνήσαντο. Ρέων δὲ αὐτοῖς ἡ τοῦ Ἴστρου περαίωσις, ευχερεστέρα δὲ καὶ ἡ κατὰ προνομὴν ἐπέλευσις, οὐ ποτηρά τε καὶ ἐργώδης ἡ ἀναχώρησις. Οπλισμός γὰρ αὐτοῖς γω υτὸς ἐπὶ τῆς ἰξύος ἐξηρτημένος πλά γιος καὶ καμπύλα τόξα καὶ ἄτρακτοι. Εἰσὶ δ᾽ οἱ καὶ δωμάτια κραδαίνουσι περιελίσσουσί τε κατὰ τὸν πό- @ DE MANUELE COMNENO I.IB. II. Ipse quoque imperator cum Archizupano Bichino singulari certamine congreditur, viro heroica sta- tura et lacertuso; qui cum faciem imperatoris percussisset et ferrum ejus vela:ien e galea deje- cisset,ipse vicissim manu ense trajecta debilitatus vivus in imperatoris potestatem venit. Posteaquam ibi quoque Romanis victoria serenitas alfalsit, Barbaris instar nubium dissipatis, et malum pu- gnæ principium finis auspicatissimus est seculus. Hungaris missa Serviis auxilia causatus, superio- riis prælii pulvere nondum deterso, sed calido adhuc sudore manaus, captata defensoris absentia bellum infert. Hungaroru:.. enim res peregre aberat, cum faiiimis Roasis depugans. Itaque Savo fluvio supe- ralo factuque in Francochorium impressione (ea non min……. a Hungariæ pars est, sed habitatoribus fre- quens, inter Istrum et Savum fluvios patens, in qua castellum munitissimum Zeugminum, quod nunc Sirmium vocant, situm csl) provinciam illam pessime tractat. Tum Pæon quidam ingenti corpore,et animum fortissimum præ se ferens, re- liclis cæteris in ipsum imperatorem impetu fertur. Is vero gladio inter utrumque oculum trajecto bar- barum occidit; multisque captis, et opibus non paucis potitus, in urbem imperatricem regreditur ; actriumpho quam maxime extento splendidissimam pompam per urbis circuitus duxit, cujus elegantiam Hungarorum et Serviorum captivi illustrarunt, ve- stibus splendidioribus quam pro sua conditione ab ipso exornati, ut ea quoque re victoria glorio- sior et civibus atque exteris admirabilior esset, quippe captis viris eo bello nobilibus et spectatu dignis.Illud eliam pompa ejus admirationem auxit, quod captivi non omnes una ibant, sed in classes distribuli atque intervallis distincti, ut spectau- tium oculi decepti majorem esse numerum arbi- trarentur. amitteret, a Serviorum multitudine circumventus. [P. 62] B D Interea Scythis Istrum transgressis et Romanorum castella ripensia populantibus. Calamanus quidam contra eos missus, cum bellum imprudenter ad- ministraret, acie victus, multisque viris fortibus amissis, ipse quoque ex vulneribus decessit. Scytha vero de more suo obvia quæque prædati, et spoliis in equos impositis domum redierunt. Facile autem Istrum trajiciunt nec difficulter præ- datum excunt, citraque laborem et molestiam domum revertuntur. Arma cia sunt pharetra sagit- tis plena de humeris suspensa et arcus; sunt et qui hastilia vibrent et in puna circumagant, Idem vero equus Scytham et in bellum fert et secta vena alit et, ut aiunt, si feminini sexus est, belluinam ejus libidinem explet. Flumen transeunt corio su- bere expleto,itaque compacto ut nec minima gut-
PG 139:431καὶ πρὸς καιρὸν τὰ ὅπλα καταθέμενοι, ὁ μὲν ἐπέμενε κατὰ χώραν, ὁ δὲ σουλτὰν τῷ βασιλεῖ πρόσεισιν ἄρτι πρὸς πόλιν τὴν βασιλεύουσαν ἐκ τῶν δυσμικῶν ἐπανιόντι μερῶν. καὶ φιλοφρόνως προσδεχθεὶς καὶ ἐντίμως οὐχ ἧττον ἐπ’ αὐτῷ βασιλέα διαχυθῆναι πεποίηκεν, ἤπερ αὐτὸς ἐπὶ τῷ τῆς ξενίας ἐνευφράνθη ἀπροσδεεῖ. οὐκ ἐλπίσι γὰρ μόνον χρηστοτέραις ὑπεσαίνετο Μανουήλ, ὡς εὖ τὰ κατὰ τὴν ἕω διάθοιτο διὰ τῆς τοῦ σουλτὰν παρουσίας καὶ τοῦ κεχαρισμένου τῆς ξενίας δυναμένου γοητεῦσαι φιλοχρήματον βάρβαρον, ἀλλὰ καὶ δόξαν αὐτῷ τῆς βασιλείας τὸ συμβὰν ᾤετο. Εἰσιὼν τοίνυν ἅμα τῷ σουλτὰν τὴν Κωνσταντίνου κηρύττει θρίαμβον. καὶ ἦν εὐπρεπὴς ὁ θρίαμβος, καλλίστοις καὶ τιμήεσι πέπλοις παμφαίνων καὶ τῷ τοῦ κόσμου πολυειδεῖ δαίδαλος· καὶ ἤμελλε βασιλεὺς διὰ τοῦ θριάμβου προϊέναι πρὸς αὐτῶν τῶν ἀστῶν κροτούμενος καὶ μέρος εἶναι τῆς τότε δορυφορίας τε καὶ λαμπρότητος καὶ τῶν κυδρούντων τὸν αὐτοκράτορα καὶ σουλτὰν αὐτὸς ἐπιπαριών. θεὸς δ’ ἠκύρωσε τὰ τῆς ἡμέρας ἐκείνης λαμπρά·
λεμον. Ὁ δ᾽ αὐτὸς ἵππος καὶ τὸν Σκύθην ἐχεῖ, διὰ πολέμου φέρων τοῦ πολυάϊκος, καὶ τροφὴν χορηγεῖ σχαζομένης τῆς φλεβός, ὡς δέ φασι, καὶ ὀχευόμε νου, εἰ ἔστιν ὁ ἵππος θηλυκός, τὴν ἄλογον ἀφροδί την τοῦ βαρβάρου ἀποκενοῖ. Σχεδιάζει δὲ τοῖς Σκύ θάις τοῦ ποταμοῦ τὴν διάβασιν κάρφης πλήρης διφθέρα, λίαν ἐς τὸ ἀκριβὲς σύσπαστος, ὡς μηδὲ βραχὺ λιβάδιον ἐπεισρέειν ἔσωθεν. Οὐκοῦν ταύτην περιβὰς ὁ Σκύθης ἱππείας ἐξημμένην οὐρᾶς, καὶ τὴν ἀστράβην ἐπαναθεὶς καὶ ὅτα τοῦ πολέμου όργανα, ῥᾷον διαπλίζεται, οἷα σκάφος λαίφει τῷ ἵππῳ χρώμενος καὶ τὸ τοῦ Ἴστρου διανηχόμενος πέλαγος. Καὶ ὧδε μὲν εἶχε ταυτί· ὁ δέ γε Παλαιολόγος, τὸν Φιλοπράγμονα αἰτίαν ἀπειληφὼς καὶ τὸν δαπανηρὸν Ρωμαίοις ἀξυντελῶς, ἐξ ὅτου Καλαβρίας ἐπέβη, τῆς στρατηγίας παραλύεται, στέλλεται δ' ἀντ᾽ αὐτοῦ ὁ Κομνηνός (75) ᾿Αλέξιος, ὁ τοῦ Βρυεννίου Καίσα- ρος υἱὸς ἐξάδελφος ὢν τῷ βασιλεῖ πρὸς μητρὸς καὶ Β τὴν τοῦ μεγάλου δουκὸς τιμὴν ἄρτι πρώτως περίζω δρῶν, καὶ συλλαβὼν δεσμώτας εἵργνυσιν ἀμφοτέρους, σάμενος. Συνεκπέμπεται δέ οἱ καὶ ὁ Δούκας Ιωάννης, ἀνὴρ ἑρμαϊκὸς ὁμοῦ καὶ ἀρεϊκὸς, οἷα παιδευμάτων ἐλευθερίων οὐκ ἄκρῳ λιχανῷ γεγευμένος καὶ γένους εὖ ἔχων καὶ μεθόδων ϊδρις στρατηγικῶν. Οὗτοι οὖν ἐς Σικελίαν τὸν πλοῦν θέμενοι συνέμιξαν ταῖς δυνά- μεσι του ξηγὸς καὶ μεγάλαις ναυμαχίαις πολλάκις αὐτὸν κατεπάλαισαν, ὡς τάς τε νέας τούτου διαβ ῥυῆναι, ἐγγὺς δὲ πολιορκίας καὶ αὐτὸ γεγονέναι τὸ Βρεντήσιον. Ἀλλ᾽ οὔπω ἡ τύχη τοῖς λαμπροῖς τοῖσδε καθαρῶς ἐπεμειδίασεν ἀγωνίσμασιν, οὔτε μὲν ὁ βασιλεὺς ὡς ἔδει ταῖς καλλίσταις ἐνεώρτασεν ἀγγε λίαις· καὶ ὁ ῥῆξ μείζονα ἀθροίσας δύναμιν καὶ ξε- νικὸν ἐπαμησάμενος οὐ βραχὺ τὴν ήτταν ἐπῆλθεν ἀναμαχούμενος, καὶ συμβαλών περιγίνεται τῶν ἀν ἐν ἀχαρεῖ καιροῦ ἀνατρέψας ὅσα πόνῳ καὶ δαπά ναις μεγίσταις ὑπὸ Ῥωμαίων εὐημερήθησαν. Τοι ούτοις οὖν ὁ Μανουὴλ ἀκούσμασι καὶ ἀγγέλμασι τὴν πρότριτα θυμηδίαν ἀποκλυσάμενος, ὅσα τε ἀψιν- Οιώδεσι κεράσμασιν ἐμπικρανθεὶς τὴν ψυχὴν, ὡς εἰκὸς μὲν οὐκ ἢνέγκε τὸ γεγονὸς φορητῶς, ἀλλ᾽ ἱκα- νῶς ἐπαθήνατο. Οὐκ ἂν δὲ ψοφοδεής, μηδ' ἀναπί- πτων ἐν τοῖς δεινοῖς συναντήμασιν, οὔτε μὴν τῷ οὔρῳ τῶν πραγμάτων παρ' ὃ δεῖ κουφιζόμενος, οὐδ' αὖ πάλιν ἀγεννῶς ταῖς τούτων καταιγίσιν ὑποκλι νόμενος, ὡς πρὸς τὴν τότε τύχην ἀγνωμονοῦσαν ἀντιπράττων διημιλλᾶτο. Ἔνθεν τοι καὶ ἑτέραν ἐξαρτύσας ναυτικήν δύναμιν ἐφίστησιν ἡγεμόνα ταύτης Κωνσταντῖνον τὸν "Αγγελον, ὃς ἐκ μὲν Φιλα δελφίας ώρμητο καὶ γένους ἦν οὐκ εὐπαρύφου πάνυ καὶ εὐγενούς, εν δ' ἔχων τῆς σωματικῆς φυῆς καπὶ τοῦ προσώπου λειμωνα κάλλους κηπεύων τὴν Θεο- δώραν πρὸς γάμον Αγάγετο, ἢν ᾿Αλέξιος ὁ βασιλεὺς ὁ προπάτωρ τῷ τῷ Μανουὴλ ἐγείνατο, τὸ κάλλος εὐτυ χήσας προμνήστριαν. Ἐπεὶ δ᾽ ἅπασι (76) σχεδόν δοκεῖ τοῖς πάλαι καὶ σήμερον μέγα δυναμένοις ὡς πρὸς τὰς τύχας συναίρονται καὶ τὰ κατὰ τὸν ἀνα Οἱ ἀστρο λέσχαι φασὶν, Επακριβονται τῷ ἀγγέλῳ ἡ ἔξοδος, ὡς οἱ τῶν ἀστέρων ἀγαθοὶ σχηματισμοὶ ἐνεδίδα ξαν. NICETE CHONIATE tula penetret. Quo Scytha conscenso, equinaque A cauda prehensa, et sella celerisque belli instru- mentis impositis, equo pro velo, corio pro nave utens facile trajicit, Istrique vastum pelagus tra- nal. Interea Palæologus, cui ingenium inquietum el inutiles pecunia profusiones crimini dabantur, ubi primum Calabriam attigit, imperio abire jubetur,successore misso Alexio Comneno, Bryennii Cæsaris filio, consobrino Manuelis, magni ducis honore nuper aucto; una cum eo etiam Ducas Jo- anner mittitur, vir et martialis et mercurialis: qui liberales disciplinas non primoribus labris attigerat, nobili ortus genere et disciplinæ militaris non igua- rus. Hi igitur in Siciliam cum venissent, copias regis adorti classem ejus sæpe devicerunt, adeo ut naves dilaberentur et ipsum pene Brundisium ob- sideretur. Sed fortuna illustribus certaminibus non plane favit; neque imperator pulcherrimorum nun- tiorum eum quem oportebat fructum cepit. Nam rex majoribus copiis coactis conductoque peregrino milite detrimenta accepta resarcire studuit; eosque adortus vincit, capit, in vincula conjicit, paulo momento eversis iis omnibus quæ Romani maximis laboribus et impensis consecuti fuerant. Manuel vero iis rumoribus et nuntiis excussa pristina latitia et in mororem conversa, etsi casum illum C non sane leviter ac moderate tulit, sed luctui non parum indulsit; tamen ut homo constans, qui nec adversæ fortunæ cederet nec rebus prosperis læti- tia efferretur, quasi cum illa calamitate pugnare institit, aliaque classe comparata ducen designat Constantinum Angelum Philadelphiensem.Qui eum genere nou admonum nobili esset ortus, sed pro- cera statura et insigni forma præditus, Theodorum Alexii avi Manuelis iiiam pulehritudine pronuba uxorem duxerat. Quia vero potentibus fere omni- bus tum nostra tum superioris ætatis placitum est stellarum progressiones et retrocessiones certos- que positus, configurationes, accessus, recessus, celeraque quæ nugatores isti in divinæ providen- tiæ fraudem affirmant, ac dissimulanter fatalem omnium rerum necessitatem statuunt, ad felicita- tem humanosque casus multum valere, Manuel idoneum exeundi tempus inquirit, idque Constan- tino denuntiat, Sed quid fit? Nondum ad occasum urgebat sol Manuelis jussu homo revocatur ob incommodum exitum minus fausto siderum positu, nec subtiliter et accurate perquisito. Rur- Hier. Wolfi nisi forte filius cognornen a matre propter impera- toriam stirpem acceperit. notæ. dem sententiam complectitur, his verbis: j (75) Ριο Κομνηνός fortasse legendum Βρυέννιος, (76) Ἐπεὶ δὲ ἅπασι. Aller codex brevius eam-
ἥ τε γὰρ γῆ κλονηθεῖσα πολλὰς ἐπικαταβεβλήκει λαμπροτάτας οἰκήσεις καὶ ὁ ἀὴρ ταραχώδης ἦν ἐπιεικῶς καὶ ἀνώμαλος καὶ ἕτερ’ ἄττα ἐπισυμβάντα δείματα ἐκείνοις οὐ θριάμβοις ἠναγκάκει προσέχειν τὸν νοῦν καὶ τὸ τῆς ψυχῆς ἐκύμαινε λογιζόμενον. ἔφασκον δὲ οἱ τοῦ θείου νεὼ καὶ τοῦ βήματος (καὶ αὐτὸς βασιλεὺς οὐκ ἀγαθὰς κλῃδόνας ἐδέχετο τὰ λεγόμενα) μηνίειν τὸ θεῖον καὶ μηδ’ ὅλως ἀνέχεσθαι προκύψειν ὅλως εἰς θρίαμβον μὴ θεοσεβείας ἄνδρα μετεσχηκότα, ὃν κοσμοῦσιν ἔπιπλα παναγῆ καὶ ἁγίων ἔκτυπα διειλήφασι καὶ χαρακτὴρ καθαγιάζει Χριστοῦ. καὶ οὕτω μὲν εἰκαίως ὁ θρίαμβος ἐσχεδίαστο, μηδαμῶς αὐτῷ προσεσχηκότος τοῦ αὐτοκράτορος οὐδ’ ἐς ὅσον τὸ ἔθος ἀφοσιώσασθαι.
λεμον. Ὁ δ᾽ αὐτὸς ἵππος καὶ τὸν Σκύθην ἐχεῖ, διὰ πολέμου φέρων τοῦ πολυάϊκος, καὶ τροφὴν χορηγεῖ σχαζομένης τῆς φλεβός, ὡς δέ φασι, καὶ ὀχευόμε νου, εἰ ἔστιν ὁ ἵππος θηλυκός, τὴν ἄλογον ἀφροδί την τοῦ βαρβάρου ἀποκενοῖ. Σχεδιάζει δὲ τοῖς Σκύ θάις τοῦ ποταμοῦ τὴν διάβασιν κάρφης πλήρης διφθέρα, λίαν ἐς τὸ ἀκριβὲς σύσπαστος, ὡς μηδὲ βραχὺ λιβάδιον ἐπεισρέειν ἔσωθεν. Οὐκοῦν ταύτην περιβὰς ὁ Σκύθης ἱππείας ἐξημμένην οὐρᾶς, καὶ τὴν ἀστράβην ἐπαναθεὶς καὶ ὅτα τοῦ πολέμου όργανα, ῥᾷον διαπλίζεται, οἷα σκάφος λαίφει τῷ ἵππῳ χρώμενος καὶ τὸ τοῦ Ἴστρου διανηχόμενος πέλαγος. Καὶ ὧδε μὲν εἶχε ταυτί· ὁ δέ γε Παλαιολόγος, τὸν Φιλοπράγμονα αἰτίαν ἀπειληφὼς καὶ τὸν δαπανηρὸν Ρωμαίοις ἀξυντελῶς, ἐξ ὅτου Καλαβρίας ἐπέβη, τῆς στρατηγίας παραλύεται, στέλλεται δ' ἀντ᾽ αὐτοῦ ὁ Κομνηνός (75) ᾿Αλέξιος, ὁ τοῦ Βρυεννίου Καίσα- ρος υἱὸς ἐξάδελφος ὢν τῷ βασιλεῖ πρὸς μητρὸς καὶ Β τὴν τοῦ μεγάλου δουκὸς τιμὴν ἄρτι πρώτως περίζω δρῶν, καὶ συλλαβὼν δεσμώτας εἵργνυσιν ἀμφοτέρους, σάμενος. Συνεκπέμπεται δέ οἱ καὶ ὁ Δούκας Ιωάννης, ἀνὴρ ἑρμαϊκὸς ὁμοῦ καὶ ἀρεϊκὸς, οἷα παιδευμάτων ἐλευθερίων οὐκ ἄκρῳ λιχανῷ γεγευμένος καὶ γένους εὖ ἔχων καὶ μεθόδων ϊδρις στρατηγικῶν. Οὗτοι οὖν ἐς Σικελίαν τὸν πλοῦν θέμενοι συνέμιξαν ταῖς δυνά- μεσι του ξηγὸς καὶ μεγάλαις ναυμαχίαις πολλάκις αὐτὸν κατεπάλαισαν, ὡς τάς τε νέας τούτου διαβ ῥυῆναι, ἐγγὺς δὲ πολιορκίας καὶ αὐτὸ γεγονέναι τὸ Βρεντήσιον. Ἀλλ᾽ οὔπω ἡ τύχη τοῖς λαμπροῖς τοῖσδε καθαρῶς ἐπεμειδίασεν ἀγωνίσμασιν, οὔτε μὲν ὁ βασιλεὺς ὡς ἔδει ταῖς καλλίσταις ἐνεώρτασεν ἀγγε λίαις· καὶ ὁ ῥῆξ μείζονα ἀθροίσας δύναμιν καὶ ξε- νικὸν ἐπαμησάμενος οὐ βραχὺ τὴν ήτταν ἐπῆλθεν ἀναμαχούμενος, καὶ συμβαλών περιγίνεται τῶν ἀν ἐν ἀχαρεῖ καιροῦ ἀνατρέψας ὅσα πόνῳ καὶ δαπά ναις μεγίσταις ὑπὸ Ῥωμαίων εὐημερήθησαν. Τοι ούτοις οὖν ὁ Μανουὴλ ἀκούσμασι καὶ ἀγγέλμασι τὴν πρότριτα θυμηδίαν ἀποκλυσάμενος, ὅσα τε ἀψιν- Οιώδεσι κεράσμασιν ἐμπικρανθεὶς τὴν ψυχὴν, ὡς εἰκὸς μὲν οὐκ ἢνέγκε τὸ γεγονὸς φορητῶς, ἀλλ᾽ ἱκα- νῶς ἐπαθήνατο. Οὐκ ἂν δὲ ψοφοδεής, μηδ' ἀναπί- πτων ἐν τοῖς δεινοῖς συναντήμασιν, οὔτε μὴν τῷ οὔρῳ τῶν πραγμάτων παρ' ὃ δεῖ κουφιζόμενος, οὐδ' αὖ πάλιν ἀγεννῶς ταῖς τούτων καταιγίσιν ὑποκλι νόμενος, ὡς πρὸς τὴν τότε τύχην ἀγνωμονοῦσαν ἀντιπράττων διημιλλᾶτο. Ἔνθεν τοι καὶ ἑτέραν ἐξαρτύσας ναυτικήν δύναμιν ἐφίστησιν ἡγεμόνα ταύτης Κωνσταντῖνον τὸν "Αγγελον, ὃς ἐκ μὲν Φιλα δελφίας ώρμητο καὶ γένους ἦν οὐκ εὐπαρύφου πάνυ καὶ εὐγενούς, εν δ' ἔχων τῆς σωματικῆς φυῆς καπὶ τοῦ προσώπου λειμωνα κάλλους κηπεύων τὴν Θεο- δώραν πρὸς γάμον Αγάγετο, ἢν ᾿Αλέξιος ὁ βασιλεὺς ὁ προπάτωρ τῷ τῷ Μανουὴλ ἐγείνατο, τὸ κάλλος εὐτυ χήσας προμνήστριαν. Ἐπεὶ δ᾽ ἅπασι (76) σχεδόν δοκεῖ τοῖς πάλαι καὶ σήμερον μέγα δυναμένοις ὡς πρὸς τὰς τύχας συναίρονται καὶ τὰ κατὰ τὸν ἀνα Οἱ ἀστρο λέσχαι φασὶν, Επακριβονται τῷ ἀγγέλῳ ἡ ἔξοδος, ὡς οἱ τῶν ἀστέρων ἀγαθοὶ σχηματισμοὶ ἐνεδίδα ξαν. NICETE CHONIATE tula penetret. Quo Scytha conscenso, equinaque A cauda prehensa, et sella celerisque belli instru- mentis impositis, equo pro velo, corio pro nave utens facile trajicit, Istrique vastum pelagus tra- nal. Interea Palæologus, cui ingenium inquietum el inutiles pecunia profusiones crimini dabantur, ubi primum Calabriam attigit, imperio abire jubetur,successore misso Alexio Comneno, Bryennii Cæsaris filio, consobrino Manuelis, magni ducis honore nuper aucto; una cum eo etiam Ducas Jo- anner mittitur, vir et martialis et mercurialis: qui liberales disciplinas non primoribus labris attigerat, nobili ortus genere et disciplinæ militaris non igua- rus. Hi igitur in Siciliam cum venissent, copias regis adorti classem ejus sæpe devicerunt, adeo ut naves dilaberentur et ipsum pene Brundisium ob- sideretur. Sed fortuna illustribus certaminibus non plane favit; neque imperator pulcherrimorum nun- tiorum eum quem oportebat fructum cepit. Nam rex majoribus copiis coactis conductoque peregrino milite detrimenta accepta resarcire studuit; eosque adortus vincit, capit, in vincula conjicit, paulo momento eversis iis omnibus quæ Romani maximis laboribus et impensis consecuti fuerant. Manuel vero iis rumoribus et nuntiis excussa pristina latitia et in mororem conversa, etsi casum illum C non sane leviter ac moderate tulit, sed luctui non parum indulsit; tamen ut homo constans, qui nec adversæ fortunæ cederet nec rebus prosperis læti- tia efferretur, quasi cum illa calamitate pugnare institit, aliaque classe comparata ducen designat Constantinum Angelum Philadelphiensem.Qui eum genere nou admonum nobili esset ortus, sed pro- cera statura et insigni forma præditus, Theodorum Alexii avi Manuelis iiiam pulehritudine pronuba uxorem duxerat. Quia vero potentibus fere omni- bus tum nostra tum superioris ætatis placitum est stellarum progressiones et retrocessiones certos- que positus, configurationes, accessus, recessus, celeraque quæ nugatores isti in divinæ providen- tiæ fraudem affirmant, ac dissimulanter fatalem omnium rerum necessitatem statuunt, ad felicita- tem humanosque casus multum valere, Manuel idoneum exeundi tempus inquirit, idque Constan- tino denuntiat, Sed quid fit? Nondum ad occasum urgebat sol Manuelis jussu homo revocatur ob incommodum exitum minus fausto siderum positu, nec subtiliter et accurate perquisito. Rur- Hier. Wolfi nisi forte filius cognornen a matre propter impera- toriam stirpem acceperit. notæ. dem sententiam complectitur, his verbis: j (75) Ριο Κομνηνός fortasse legendum Βρυέννιος, (76) Ἐπεὶ δὲ ἅπασι. Aller codex brevius eam-
Ἐς ἱκανὸν δὲ ὁ σουλτὰν τῷ βασιλεῖ συνδιέτριψε χρόνον καὶ ἵππων σταδιοδρόμων ἁμίλλαις τὸν ὀφθαλμὸν καθειστίακεν, ὅτε καί τις ἀνὴρ τῆς Ἄγαρ ἀπόγονος, ὡς ἐδόκει τὰ μὲν πρῶτα, θαυματοποιός, ὡς δ’ ὕστερον ἔδειξε, ταλάντατος ἀνθρώπων καὶ αὐτοέντης ἄντικρυς, ἐπὶ τὸν κατὰ τὸ θέατρον πύργον ἀναλάμενος, οὗ κάτωθεν μὲν αἱ τῶν ἐπὶ σταδίου θεόντων ἀφετηρίαι εἰς ἁψῖδας παραλλήλους κεχήνασιν, ἄνωθεν δ’ ἵπποι χαλκήλατοι πεπήγασι πίσυρες χρυσῷ ἠληλιμμένοι, τοὺς αὐχένας ὑπόγυροι, ἀντιβλέποντες ἀλλήλοις καὶ δρόμον καμπτῆρος πνέοντες, διαπτῆναι τὸ στάδιον ἐπηγγέλλετο. εἱστήκει οὖν ὡς ἐφ’ ὕσπληγγος τοῦ πύργου ἠμφιεσμένος ποδηρέστατον εὐρέα χιτῶνα. λευκὸς δὲ ἦν ὁ χιτών, λύγοι δὲ εἰς κύκλον περιαχθέντες ἐποίουν κολπῶδες τὸ ἄμφιον. ἦν δὲ σκοπὸς τῷ Ἀγαρηνῷ ὥσπερ ἱστίῳ πτερωθῆναι τῷ πέπλῳ, ταῖς τούτου κοιλότησι τοῦ πνεύματος ἐμφωλεύοντος. πᾶς οὖν ἐπέστραπτο ἐπ’ αὐτὸν ὀφθαλμὸς καὶ ἐμειδία τὸ θέατρον· καὶ πυκνὰ ἐκραύγαζον οἱ θεώμενοι πέτασον καὶ ἕως τίνος Σαρακηνὲ τὰς ψυχὰς ἡμῶν αἴρεις ταλαντεύων ἐκ τοῦ πύργου τὸν ἄνεμον; βασιλεὺς δὲ πέμψας διεκώλυεν αὐτὸν τοῦ ὁρμήματος.
λεμον. Ὁ δ᾽ αὐτὸς ἵππος καὶ τὸν Σκύθην ἐχεῖ, διὰ πολέμου φέρων τοῦ πολυάϊκος, καὶ τροφὴν χορηγεῖ σχαζομένης τῆς φλεβός, ὡς δέ φασι, καὶ ὀχευόμε νου, εἰ ἔστιν ὁ ἵππος θηλυκός, τὴν ἄλογον ἀφροδί την τοῦ βαρβάρου ἀποκενοῖ. Σχεδιάζει δὲ τοῖς Σκύ θάις τοῦ ποταμοῦ τὴν διάβασιν κάρφης πλήρης διφθέρα, λίαν ἐς τὸ ἀκριβὲς σύσπαστος, ὡς μηδὲ βραχὺ λιβάδιον ἐπεισρέειν ἔσωθεν. Οὐκοῦν ταύτην περιβὰς ὁ Σκύθης ἱππείας ἐξημμένην οὐρᾶς, καὶ τὴν ἀστράβην ἐπαναθεὶς καὶ ὅτα τοῦ πολέμου όργανα, ῥᾷον διαπλίζεται, οἷα σκάφος λαίφει τῷ ἵππῳ χρώμενος καὶ τὸ τοῦ Ἴστρου διανηχόμενος πέλαγος. Καὶ ὧδε μὲν εἶχε ταυτί· ὁ δέ γε Παλαιολόγος, τὸν Φιλοπράγμονα αἰτίαν ἀπειληφὼς καὶ τὸν δαπανηρὸν Ρωμαίοις ἀξυντελῶς, ἐξ ὅτου Καλαβρίας ἐπέβη, τῆς στρατηγίας παραλύεται, στέλλεται δ' ἀντ᾽ αὐτοῦ ὁ Κομνηνός (75) ᾿Αλέξιος, ὁ τοῦ Βρυεννίου Καίσα- ρος υἱὸς ἐξάδελφος ὢν τῷ βασιλεῖ πρὸς μητρὸς καὶ Β τὴν τοῦ μεγάλου δουκὸς τιμὴν ἄρτι πρώτως περίζω δρῶν, καὶ συλλαβὼν δεσμώτας εἵργνυσιν ἀμφοτέρους, σάμενος. Συνεκπέμπεται δέ οἱ καὶ ὁ Δούκας Ιωάννης, ἀνὴρ ἑρμαϊκὸς ὁμοῦ καὶ ἀρεϊκὸς, οἷα παιδευμάτων ἐλευθερίων οὐκ ἄκρῳ λιχανῷ γεγευμένος καὶ γένους εὖ ἔχων καὶ μεθόδων ϊδρις στρατηγικῶν. Οὗτοι οὖν ἐς Σικελίαν τὸν πλοῦν θέμενοι συνέμιξαν ταῖς δυνά- μεσι του ξηγὸς καὶ μεγάλαις ναυμαχίαις πολλάκις αὐτὸν κατεπάλαισαν, ὡς τάς τε νέας τούτου διαβ ῥυῆναι, ἐγγὺς δὲ πολιορκίας καὶ αὐτὸ γεγονέναι τὸ Βρεντήσιον. Ἀλλ᾽ οὔπω ἡ τύχη τοῖς λαμπροῖς τοῖσδε καθαρῶς ἐπεμειδίασεν ἀγωνίσμασιν, οὔτε μὲν ὁ βασιλεὺς ὡς ἔδει ταῖς καλλίσταις ἐνεώρτασεν ἀγγε λίαις· καὶ ὁ ῥῆξ μείζονα ἀθροίσας δύναμιν καὶ ξε- νικὸν ἐπαμησάμενος οὐ βραχὺ τὴν ήτταν ἐπῆλθεν ἀναμαχούμενος, καὶ συμβαλών περιγίνεται τῶν ἀν ἐν ἀχαρεῖ καιροῦ ἀνατρέψας ὅσα πόνῳ καὶ δαπά ναις μεγίσταις ὑπὸ Ῥωμαίων εὐημερήθησαν. Τοι ούτοις οὖν ὁ Μανουὴλ ἀκούσμασι καὶ ἀγγέλμασι τὴν πρότριτα θυμηδίαν ἀποκλυσάμενος, ὅσα τε ἀψιν- Οιώδεσι κεράσμασιν ἐμπικρανθεὶς τὴν ψυχὴν, ὡς εἰκὸς μὲν οὐκ ἢνέγκε τὸ γεγονὸς φορητῶς, ἀλλ᾽ ἱκα- νῶς ἐπαθήνατο. Οὐκ ἂν δὲ ψοφοδεής, μηδ' ἀναπί- πτων ἐν τοῖς δεινοῖς συναντήμασιν, οὔτε μὴν τῷ οὔρῳ τῶν πραγμάτων παρ' ὃ δεῖ κουφιζόμενος, οὐδ' αὖ πάλιν ἀγεννῶς ταῖς τούτων καταιγίσιν ὑποκλι νόμενος, ὡς πρὸς τὴν τότε τύχην ἀγνωμονοῦσαν ἀντιπράττων διημιλλᾶτο. Ἔνθεν τοι καὶ ἑτέραν ἐξαρτύσας ναυτικήν δύναμιν ἐφίστησιν ἡγεμόνα ταύτης Κωνσταντῖνον τὸν "Αγγελον, ὃς ἐκ μὲν Φιλα δελφίας ώρμητο καὶ γένους ἦν οὐκ εὐπαρύφου πάνυ καὶ εὐγενούς, εν δ' ἔχων τῆς σωματικῆς φυῆς καπὶ τοῦ προσώπου λειμωνα κάλλους κηπεύων τὴν Θεο- δώραν πρὸς γάμον Αγάγετο, ἢν ᾿Αλέξιος ὁ βασιλεὺς ὁ προπάτωρ τῷ τῷ Μανουὴλ ἐγείνατο, τὸ κάλλος εὐτυ χήσας προμνήστριαν. Ἐπεὶ δ᾽ ἅπασι (76) σχεδόν δοκεῖ τοῖς πάλαι καὶ σήμερον μέγα δυναμένοις ὡς πρὸς τὰς τύχας συναίρονται καὶ τὰ κατὰ τὸν ἀνα Οἱ ἀστρο λέσχαι φασὶν, Επακριβονται τῷ ἀγγέλῳ ἡ ἔξοδος, ὡς οἱ τῶν ἀστέρων ἀγαθοὶ σχηματισμοὶ ἐνεδίδα ξαν. NICETE CHONIATE tula penetret. Quo Scytha conscenso, equinaque A cauda prehensa, et sella celerisque belli instru- mentis impositis, equo pro velo, corio pro nave utens facile trajicit, Istrique vastum pelagus tra- nal. Interea Palæologus, cui ingenium inquietum el inutiles pecunia profusiones crimini dabantur, ubi primum Calabriam attigit, imperio abire jubetur,successore misso Alexio Comneno, Bryennii Cæsaris filio, consobrino Manuelis, magni ducis honore nuper aucto; una cum eo etiam Ducas Jo- anner mittitur, vir et martialis et mercurialis: qui liberales disciplinas non primoribus labris attigerat, nobili ortus genere et disciplinæ militaris non igua- rus. Hi igitur in Siciliam cum venissent, copias regis adorti classem ejus sæpe devicerunt, adeo ut naves dilaberentur et ipsum pene Brundisium ob- sideretur. Sed fortuna illustribus certaminibus non plane favit; neque imperator pulcherrimorum nun- tiorum eum quem oportebat fructum cepit. Nam rex majoribus copiis coactis conductoque peregrino milite detrimenta accepta resarcire studuit; eosque adortus vincit, capit, in vincula conjicit, paulo momento eversis iis omnibus quæ Romani maximis laboribus et impensis consecuti fuerant. Manuel vero iis rumoribus et nuntiis excussa pristina latitia et in mororem conversa, etsi casum illum C non sane leviter ac moderate tulit, sed luctui non parum indulsit; tamen ut homo constans, qui nec adversæ fortunæ cederet nec rebus prosperis læti- tia efferretur, quasi cum illa calamitate pugnare institit, aliaque classe comparata ducen designat Constantinum Angelum Philadelphiensem.Qui eum genere nou admonum nobili esset ortus, sed pro- cera statura et insigni forma præditus, Theodorum Alexii avi Manuelis iiiam pulehritudine pronuba uxorem duxerat. Quia vero potentibus fere omni- bus tum nostra tum superioris ætatis placitum est stellarum progressiones et retrocessiones certos- que positus, configurationes, accessus, recessus, celeraque quæ nugatores isti in divinæ providen- tiæ fraudem affirmant, ac dissimulanter fatalem omnium rerum necessitatem statuunt, ad felicita- tem humanosque casus multum valere, Manuel idoneum exeundi tempus inquirit, idque Constan- tino denuntiat, Sed quid fit? Nondum ad occasum urgebat sol Manuelis jussu homo revocatur ob incommodum exitum minus fausto siderum positu, nec subtiliter et accurate perquisito. Rur- Hier. Wolfi nisi forte filius cognornen a matre propter impera- toriam stirpem acceperit. notæ. dem sententiam complectitur, his verbis: j (75) Ριο Κομνηνός fortasse legendum Βρυέννιος, (76) Ἐπεὶ δὲ ἅπασι. Aller codex brevius eam-
θεατὴς δ’ ὢν τῶν δρωμένων καὶ σουλτὰν αὐτὸς ἐπ’ ἀμφιβόλῳ τῷ ἀποτελέσματι ἀνεκήκιέ τε καὶ ἐσεσήρει μετέωρος ὢν τὴν γνώμην καὶ δεδιὼς περὶ τῷ ὁμογενεῖ. ὁ δὲ περιχάσκων τὸν ἀέρα συχνὰ καὶ τὸ πνεῦμα διακριβούμενος τὰς τῶν θεατῶν ἐλπίδας ὑπέκλεπτε. καὶ πολλάκις διάρας τὰς χεῖρας καὶ σχηματίσας ταύτας ὡς πτέρυγας εἰς κίνησιν πτήσεως ὑπεστείλατο τὸ πνεῦμα μεταπεμπόμενος. ἐπεὶ δέ ποτε φορὸν παρεῖναι καὶ οὔριον δέδοκτο, διατινάσσεται πτηνοῦ δίκην, ἀεροβατεῖν οἰηθείς. ἀλλ’ ἦν οὐρανοδρόμος Ἰκάρου ἐλεεινότερος. καὶ ὡς σῶμα κεντροβαρὲς χαμαιρριφής, οὐχ ὡς κοῦφος ἱπτάμενος, τέλος δὲ καταπεσὼν διέρρηξε τὴν ψυχήν, γαστροκνημῖδας καὶ χεῖρας καὶ ὅσα τοῦ σώματος ὀστώδη διαθρυβείς. Ἦν τοίνυν ὁ ἐκπετασμὸς οὗτος εἰς μωκίαν καὶ γέλωτα τῶν μετὰ τοῦ σουλτὰν Τούρκων τοῖς ἀστυπολίταις διαθρυλλούμενος, οὐδ’ ἦν ἐπ’ ἀγορᾶς ἀκαταγελάστους αὐτοὺς παριέναι, τῶν ἀργυροκόπων ἀγοραίων τὰ τῶν τραπεζῶν διαψοφούντων σιδήρια.
λεμον. Ὁ δ᾽ αὐτὸς ἵππος καὶ τὸν Σκύθην ἐχεῖ, διὰ πολέμου φέρων τοῦ πολυάϊκος, καὶ τροφὴν χορηγεῖ σχαζομένης τῆς φλεβός, ὡς δέ φασι, καὶ ὀχευόμε νου, εἰ ἔστιν ὁ ἵππος θηλυκός, τὴν ἄλογον ἀφροδί την τοῦ βαρβάρου ἀποκενοῖ. Σχεδιάζει δὲ τοῖς Σκύ θάις τοῦ ποταμοῦ τὴν διάβασιν κάρφης πλήρης διφθέρα, λίαν ἐς τὸ ἀκριβὲς σύσπαστος, ὡς μηδὲ βραχὺ λιβάδιον ἐπεισρέειν ἔσωθεν. Οὐκοῦν ταύτην περιβὰς ὁ Σκύθης ἱππείας ἐξημμένην οὐρᾶς, καὶ τὴν ἀστράβην ἐπαναθεὶς καὶ ὅτα τοῦ πολέμου όργανα, ῥᾷον διαπλίζεται, οἷα σκάφος λαίφει τῷ ἵππῳ χρώμενος καὶ τὸ τοῦ Ἴστρου διανηχόμενος πέλαγος. Καὶ ὧδε μὲν εἶχε ταυτί· ὁ δέ γε Παλαιολόγος, τὸν Φιλοπράγμονα αἰτίαν ἀπειληφὼς καὶ τὸν δαπανηρὸν Ρωμαίοις ἀξυντελῶς, ἐξ ὅτου Καλαβρίας ἐπέβη, τῆς στρατηγίας παραλύεται, στέλλεται δ' ἀντ᾽ αὐτοῦ ὁ Κομνηνός (75) ᾿Αλέξιος, ὁ τοῦ Βρυεννίου Καίσα- ρος υἱὸς ἐξάδελφος ὢν τῷ βασιλεῖ πρὸς μητρὸς καὶ Β τὴν τοῦ μεγάλου δουκὸς τιμὴν ἄρτι πρώτως περίζω δρῶν, καὶ συλλαβὼν δεσμώτας εἵργνυσιν ἀμφοτέρους, σάμενος. Συνεκπέμπεται δέ οἱ καὶ ὁ Δούκας Ιωάννης, ἀνὴρ ἑρμαϊκὸς ὁμοῦ καὶ ἀρεϊκὸς, οἷα παιδευμάτων ἐλευθερίων οὐκ ἄκρῳ λιχανῷ γεγευμένος καὶ γένους εὖ ἔχων καὶ μεθόδων ϊδρις στρατηγικῶν. Οὗτοι οὖν ἐς Σικελίαν τὸν πλοῦν θέμενοι συνέμιξαν ταῖς δυνά- μεσι του ξηγὸς καὶ μεγάλαις ναυμαχίαις πολλάκις αὐτὸν κατεπάλαισαν, ὡς τάς τε νέας τούτου διαβ ῥυῆναι, ἐγγὺς δὲ πολιορκίας καὶ αὐτὸ γεγονέναι τὸ Βρεντήσιον. Ἀλλ᾽ οὔπω ἡ τύχη τοῖς λαμπροῖς τοῖσδε καθαρῶς ἐπεμειδίασεν ἀγωνίσμασιν, οὔτε μὲν ὁ βασιλεὺς ὡς ἔδει ταῖς καλλίσταις ἐνεώρτασεν ἀγγε λίαις· καὶ ὁ ῥῆξ μείζονα ἀθροίσας δύναμιν καὶ ξε- νικὸν ἐπαμησάμενος οὐ βραχὺ τὴν ήτταν ἐπῆλθεν ἀναμαχούμενος, καὶ συμβαλών περιγίνεται τῶν ἀν ἐν ἀχαρεῖ καιροῦ ἀνατρέψας ὅσα πόνῳ καὶ δαπά ναις μεγίσταις ὑπὸ Ῥωμαίων εὐημερήθησαν. Τοι ούτοις οὖν ὁ Μανουὴλ ἀκούσμασι καὶ ἀγγέλμασι τὴν πρότριτα θυμηδίαν ἀποκλυσάμενος, ὅσα τε ἀψιν- Οιώδεσι κεράσμασιν ἐμπικρανθεὶς τὴν ψυχὴν, ὡς εἰκὸς μὲν οὐκ ἢνέγκε τὸ γεγονὸς φορητῶς, ἀλλ᾽ ἱκα- νῶς ἐπαθήνατο. Οὐκ ἂν δὲ ψοφοδεής, μηδ' ἀναπί- πτων ἐν τοῖς δεινοῖς συναντήμασιν, οὔτε μὴν τῷ οὔρῳ τῶν πραγμάτων παρ' ὃ δεῖ κουφιζόμενος, οὐδ' αὖ πάλιν ἀγεννῶς ταῖς τούτων καταιγίσιν ὑποκλι νόμενος, ὡς πρὸς τὴν τότε τύχην ἀγνωμονοῦσαν ἀντιπράττων διημιλλᾶτο. Ἔνθεν τοι καὶ ἑτέραν ἐξαρτύσας ναυτικήν δύναμιν ἐφίστησιν ἡγεμόνα ταύτης Κωνσταντῖνον τὸν "Αγγελον, ὃς ἐκ μὲν Φιλα δελφίας ώρμητο καὶ γένους ἦν οὐκ εὐπαρύφου πάνυ καὶ εὐγενούς, εν δ' ἔχων τῆς σωματικῆς φυῆς καπὶ τοῦ προσώπου λειμωνα κάλλους κηπεύων τὴν Θεο- δώραν πρὸς γάμον Αγάγετο, ἢν ᾿Αλέξιος ὁ βασιλεὺς ὁ προπάτωρ τῷ τῷ Μανουὴλ ἐγείνατο, τὸ κάλλος εὐτυ χήσας προμνήστριαν. Ἐπεὶ δ᾽ ἅπασι (76) σχεδόν δοκεῖ τοῖς πάλαι καὶ σήμερον μέγα δυναμένοις ὡς πρὸς τὰς τύχας συναίρονται καὶ τὰ κατὰ τὸν ἀνα Οἱ ἀστρο λέσχαι φασὶν, Επακριβονται τῷ ἀγγέλῳ ἡ ἔξοδος, ὡς οἱ τῶν ἀστέρων ἀγαθοὶ σχηματισμοὶ ἐνεδίδα ξαν. NICETE CHONIATE tula penetret. Quo Scytha conscenso, equinaque A cauda prehensa, et sella celerisque belli instru- mentis impositis, equo pro velo, corio pro nave utens facile trajicit, Istrique vastum pelagus tra- nal. Interea Palæologus, cui ingenium inquietum el inutiles pecunia profusiones crimini dabantur, ubi primum Calabriam attigit, imperio abire jubetur,successore misso Alexio Comneno, Bryennii Cæsaris filio, consobrino Manuelis, magni ducis honore nuper aucto; una cum eo etiam Ducas Jo- anner mittitur, vir et martialis et mercurialis: qui liberales disciplinas non primoribus labris attigerat, nobili ortus genere et disciplinæ militaris non igua- rus. Hi igitur in Siciliam cum venissent, copias regis adorti classem ejus sæpe devicerunt, adeo ut naves dilaberentur et ipsum pene Brundisium ob- sideretur. Sed fortuna illustribus certaminibus non plane favit; neque imperator pulcherrimorum nun- tiorum eum quem oportebat fructum cepit. Nam rex majoribus copiis coactis conductoque peregrino milite detrimenta accepta resarcire studuit; eosque adortus vincit, capit, in vincula conjicit, paulo momento eversis iis omnibus quæ Romani maximis laboribus et impensis consecuti fuerant. Manuel vero iis rumoribus et nuntiis excussa pristina latitia et in mororem conversa, etsi casum illum C non sane leviter ac moderate tulit, sed luctui non parum indulsit; tamen ut homo constans, qui nec adversæ fortunæ cederet nec rebus prosperis læti- tia efferretur, quasi cum illa calamitate pugnare institit, aliaque classe comparata ducen designat Constantinum Angelum Philadelphiensem.Qui eum genere nou admonum nobili esset ortus, sed pro- cera statura et insigni forma præditus, Theodorum Alexii avi Manuelis iiiam pulehritudine pronuba uxorem duxerat. Quia vero potentibus fere omni- bus tum nostra tum superioris ætatis placitum est stellarum progressiones et retrocessiones certos- que positus, configurationes, accessus, recessus, celeraque quæ nugatores isti in divinæ providen- tiæ fraudem affirmant, ac dissimulanter fatalem omnium rerum necessitatem statuunt, ad felicita- tem humanosque casus multum valere, Manuel idoneum exeundi tempus inquirit, idque Constan- tino denuntiat, Sed quid fit? Nondum ad occasum urgebat sol Manuelis jussu homo revocatur ob incommodum exitum minus fausto siderum positu, nec subtiliter et accurate perquisito. Rur- Hier. Wolfi nisi forte filius cognornen a matre propter impera- toriam stirpem acceperit. notæ. dem sententiam complectitur, his verbis: j (75) Ριο Κομνηνός fortasse legendum Βρυέννιος, (76) Ἐπεὶ δὲ ἅπασι. Aller codex brevius eam-
PG 139:433ὡς δ’ ἠνωτίζετο ταῦτα ὁ βασιλεύς, διεχεῖτο μὲν ὡς εἰκός, τὸ στωμύλον καὶ φιλοπαῖγμον τῶν ἐπὶ τῶν τριόδων εἰδώς, σουλτὰν δὲ χαριζόμενος (κατὰ βραχὺ γὰρ τὴν τοῦ βαρβάρου ψυχὴν ὑπεισερχόμενα ἔδακνε τὰ βωμολοχεύματα) ἐπλάττετο τὸν τὸ ἐκείνων ἐλευθερόστομον ἀναστέλλοντα. Μετὰ δὲ τὴν ἀξιάγαστον φιλοφροσύνην δῶρα πολλὰ καὶ λαμπρὰ ἐκ τῶν βασιλικῶν χρυσώνων ὁ σουλτὰν ἀπαρυσάμενος, ἐφ’ οἷς καὶ ἔκθαμβος ἐγεγένητο καὶ διαπορούμενος ἦν, εἰ καὶ ἑτέρων τοσούτων τὸ πλῆθος καὶ τηλίκων τὸ μέγεθος εὐπορεῖ βασιλεύς, χαίρων ἐπανέζευξεν ἔμφορτος. ὁ γὰρ αὐτοκράτωρ εἰδὼς μὲν καὶ ὅτι βάρβαρος ἅπας λημμάτων ἥττηται, λαμπρυνόμενος δὲ μάλιστα καὶ ἐκπλῆξαι θέλων τὸν Κλιτζασθλάνην ἐπὶ τοῖς πολυταλάντοις τῶν θησαυρῶν, οἷς ἡ βασιλεία Ῥωμαίων περιερρέετο, ἐν ἑνὶ τῶν κατὰ τὸ ἀρχεῖον λαμπροτάτων ἀνδρώνων ἑξῆς διατέθεικεν ὅσα τούτῳ παρασχέσθαι δῶρα προέθετο.
θρώπινον βίοτον συναντήματα οἱ τῶν ἀστέρων ἀνα· Α ποδισμοί και προποδισμοί και αἱ θέσεις αὗται καὶ τὰ τοιάδε τῶν πλανήτων σχήματα, οι πλησιασμοί τε καὶ ἀποστάσεις καὶ τὰ λοιπὰ ὅσα οἱ ἀστρολέσχαι φασὶ τῆς θείας προνοίας καταψευδόμενοι καὶ λελη· θέτως τὸ εἶμαρτο καὶ τὰ δεδογμένα τῇ ἀνάγκῃ ἀναλ λοξωτά τε καὶ ἀνεπίκλωστα παρεισάγοντες, ὡραίαν τῷ ᾿Αγγέλῳ τὴν ἔξοδον ἀπακριβοῖ. Καὶ εἶχε μὲν τῷ Αγγέλῳ τὰ ἐξιτήρια συνταξάμενος· ἀλλὰ τί ; οὔπω εἰς ὀψίαν ἐνειστήκει ὁ ἥλιος, καὶ παλίμπους ἐπι- τάσσοντος βασιλέως ὁ Κωνσταντίνος γίγνεται. Τὸ δ' αἴτιον ἡ τῆς ἐξόδου ἀκαιρία, καὶ τὸ τῆς ὁδοῦ τὸν Αγγελον ἅψασθαι οὐχ ὡς ἀγαθοὶ σχηματισμοί τῶν ἀστέρων ἐκέλευον ἢ γοῦν ἡ ἀκρίβεια παρεῖχε τῶν τῆς ἀστρονομουμένης σφαίρας κανόνων, ἀλλ' ὡς οἱ φλήναφοι ἐνεδίδοσαν, κακῶς φάσκοντες καὶ παχέως τοῖς λεπτοῖς ἐπιβάλλοντες, κάντεῦθεν περὶ τὴν τῆς ὡραίας ὥρας σφαλλόμενοι εὕρεσιν. Πάλιν τοίνυν θεω μάτιον διετίθετο καὶ κανόνες ἀπηκριβοῦντο. Καὶ οὕτω μετὰ πολλὴν τῶν ἄστρων ἔρευναν καὶ σκέψιν καὶ περισκόπησιν ὁ ᾿Αγγελος ἔξεισι, ταῖς τῶν ἀγαθοποιῶν ἀστέρων συνεξωρμηκὼς κινήσεσιν. Ἐς τοσοῦτον δὲ ἄρα τὰ τῶν Ῥωμαίων ὤνησε πράγματα ἡ τῆς ὥρας ἀσφάλεια, ἢ τὰ τῶν πρώην αρχηγών ἀνώρθωσε πταίσματα καὶ εἴ τί ἀντίξουν συμβέβηκε μετεσκεύασεν, ὡς ἐκ τοῦ παραυτίκα χερσὶν ἀλῶναι τῶν πολεμίων τὴν Κωνσταντῖνον. Απερισκέπτως γὰρ εἰς Σικελίαν τὸν πλοῦν ποιούμενος συνελήφθη ταῖς θαλασσοφυλακούσαις Σικελικαῖς τριήρεσι καὶ ἤχθη παρὰ τὸν ῥῆγα αἰχμάλωτος. Ο δὲ, τῆς ἄγρας ἐπαινέσας τούς συλλαβόντας, καὶ ὡς καλῶν κάλλιστον εἰπὼν τὸ θήραμα, εἶχε καὶ τοῦτον δεσμώτην έμφρουρον. γ. Βασιλεὺς δὲ καὶ μετὰ δευτέραν ταύτην πληγήν Β διερευνάτο τὰ τῆς ἁμίλλης ἀνάλογα. Ὁρῶν δὲ τὸν διὰ πολέμων αὖθις τρόπον δυσεργόν τε καὶ ἀξύμφο ρον, καὶ τὸ τῶν ἀταλωμάτων ἀδρὸν καὶ ἐπάλληλον ἐπειδόμενος οἷά τινα νόσου γάγγραιναν τὰ τῶν θησ σκυρῶν κατὰ βραχύ ταμιεία νεμόμενον ἐγγὺς γὰρ που κεντηναρίων τριακοσίων χρυσίου ἀνάλωκε χρή- ματα), δέον είναι διενοήθη σπείσασθαι τῷ ῥηγί. Οὐκ ἀγῶς τοίνυν, ἀλλ᾽ ἀσμένως δεξάμενος τὴν τοῦτο ἐπισκήπτουσαν πρεσβείαν τοῦ τῆς πρεσβυτέρας Ρώσ μης προέδρου, καὶ ὡς ἄγγελον εὐξύμβολον ἀσπα σάμενος, στέλλει κατὰ τὸν ᾿Αγκῶνα τὸν πρωτοστρά τορα Αλέξιον, ὃς ἦν πρεσβύτερος τῶν υἱέων τοῦ με γάλου δομεστίκου, πρὸς ἀμφότερα μερίσας τὸ σέμμα τε καὶ τὸ βούλευμα, δηλαδὴ καὶ πρὸς ἑτοι- μασίαν ὅπλων καὶ ξενικοῦ στρατεύματος συλλογὴν ἀπὸ τῶν ἑσπερίων μερῶν, εἰ τούτου δεήσειε, καὶ πρὸς τὴν τοῦ ῥηγὸς φιλίαν, εἰ προχωροῦσαν δρῴη τὴν ξύμβασιν, Ενθεν τοι καὶ ὁ ᾿Αλέξιος ἐκεῖσε γενόμενος, δραστήριος ἄνθρωπος ὢν καὶ πᾶσαν Εξησκηκὼς αὐτουργίαν πολεμικήν, νοί τε τὴν γλῶτα την ἔγων ἀνθάμιλλον καὶ χεῖρας ἀντεριζούσας ταῖς ἀρχικαῖς μεθοδεύσεσι, καὶ τὸ εἶδος αὐχῶν σεμνόν, στρατολογεῖν εὐθὺς ἐπεβάλετο, κατασεῖσαι τὴν γνώ- μην τῇ ἀκοῇ βουλόμενος τοῦ ῥηγός, καὶ συχνὴν ξυνέ- λεγεν Ρ. 65] ἵππον ὡς ἐς Καλαβρίαν μέλλων παρεμ- βαλεῖν. Ἐν δὲ τῷ μέρες καὶ τοῦ τῶν σπουδῶν ἐπεμε· λεῖτο καθήκοντος, καὶ ὡς ἀλλήοις λήξουσι πολεμοῦν· τις ὅ τε βασιλεὺς καὶ ὁ ῥήξ, γράμματά τε πέμπων ἐς Μάτου καὶ δεχόμενος, ὃς ἐναυάρχει τότε τοῦ στό λον τῶν Σικελῶν. Πρεσβείαν οὖν ἐκ Σικελίας ἐπι- πατάμενος ἀναπέμπει ταύτην τῷ βασιλεῖ, καὶ δεῖ και προστιχεῖν οἷς λέγειν οἱ πρέσβεις ἔχουσιν (α τοῦνται δέ, ὡς πυνθάνεται, οὐχ ὑπερόρια οὐδ᾽ υπέρογκα) καὶ αὐτῶ παραστήσει», εἰ προβαίνουσι DE MANUELE COMNENO LIB. 11. Poet longam astrorum indagationem et contempla- tionem Angelus exit cum beneficorum siderum comitatu. Sed illa horæ observatio tantum Roma- nis profuit, priorumque ducum errata ita correxit et accepta detrimenta resarsit, ut Constantinus statim hostium manibus caperetur. Nam cum in- circumspecte navigarel, a Siculis triremibus, quæ mare tuebantur, comprehensus ad regem perdu- citur; qui ea pulcherrima præda delectatus, suis collaudatis, eum quoque vinctum in custodiam dedit. sus igitur thema constituitur, regulæ consuluntur. C p cum quid facto esset opus deliberans a bello diffi- cili atque inutili magnitudine perpetuorum sum- ptuum deterreretur, fiscam instar cancri paulatim depascentium (nam ad ccc auri centenarios impen- derat), pacem cum rege faciendam esse statuit. Itaque legatos veteris Romæ pontificis ea de causa missos haud invitus ac potius cupide susce- pit ; et ut nuntios rectissime consulentes amplexus, protostratorem Alexium (is erat magni domestici filius natu maximus) Anconam misit bifariam suum consilium partitus, videlicet ad arma et mi- litem conductitium in Occidente parandum, si res posceret, et ad amicitiam regis, si pacificatio suc- cessisset,conciliandam. Alexius eo profectue, homo acer el in re bellica exercitatissimus, et lingua mentis æmulatrice præditus, et dignitate formæ conspicuus, in exsequendis imperatoris consiliis haud segnis, statim scribere milites instituit, ut ea fama regis animum percelleret; ac magnum equi- tatum coegit quasi in Calabriam impressionem facturus. Interim tamen ea quoque curavit, quæ ad belli compositionem et pacem inter imperato- rein et regem constituendam pertinebant, ultro citroque ad Maium classis regiæ præfectum mittcn- dis recipiendisque litteris. Legatos igitur ex Sicilia ad se missos ad imperatorem ire jubet, petitque ut eorum orationem audiat (eos enim, quantum intellexerit, nihil iniquum aut immcdicum postu- lare), et si pacificatio successerit, id sibi, prius- quam vulgo innotescal, ut iudicet, ne per imprudentiam aliquid perperam agat, qui apud viros sit quos ipse ex provinciis regi Alemannorum sociis spe bona quasi furto quodam ad se attraxe- rit, quorumque animos olim Romanis infestissimos 8. Imperator vero hac quoque plaga accepta,
ἦν δὲ ταῦτα χρυσός τε καὶ ἄργυρος κεκομμένος εἰς νόμισμα καὶ τρυφῶσα ἐσθὴς ἀργύρεά τε ἐκπώματα καὶ Θηρίκλεια χρύσεα καὶ ὀθόναι τῶν ἐξ ὑπερηφάνου ὑφῆς ἄλλοι τε κόσμοι ἐξαίρετοι, Ῥωμαίοις μὲν καὶ πάνυ εὐπόριστοι, σπάνιοι δὲ παρὰ βαρβάροις αὐτοῖς καὶ τὰ πολλὰ μηδὲ θεατοί. εἰσιὼν δὲ ὁ βασιλεὺς τὸν ἀνδρῶνα καὶ τὸν σουλτὰν ἐκεῖσε μεταπεμψάμενος ἤρετο, εἰ δωρηθῆναί οἱ τοῦ παρόντος βούλοιτο θησαυροῦ. τοῦ δὲ εἰπόντος ὡς αἱρεῖται ὅσοις αὐτὸν δωρήσεται βασιλεύς, αὖθις ἐπήγαγεν, εἴ τις τῶν ἀντιπάλων Ῥωμαίοις, αὐτοῦ ταῦτα κενωσαμένου εἰς ξενικὸν καὶ ἐνδαπὸν στράτευμα, ὑπενέγκοι ἂν ὅλως τὴν κατ’ ἐκείνου τῶν Ῥωμαίων ὁρμήν. τοῦ δὲ ἀγαμένου καὶ εἰπόντος, ὡς εἰ δεσπόζων ἦν τοσούτων χρημάτων, εἶχεν ἂν πάλαι τὸ κύκλῳ πολέμιον εἰς ὑπήκοον αὐτῷ μεταθέμενος, φιλοτιμοῦμαί σε τούτοις πᾶσί φησι βασιλεύς, ἵνα καὶ τοὐμὸν εἰδείης φιλόδωρόν τε ἅμα καὶ μεγαλόδωρον καὶ ὅσων ἐστὶ κύριος χρημάτων ὁ τόσοις ἕνα δωρούμενος. ὁ δὲ ἥσθη τε καὶ ἐξέστη τῇ ἀπομαγδαλίᾳ τῶν χρημάτων, τυφλώττων πρὸς κέρδος, καὶ βασιλεῖ τὴν Σεβάστειαν καὶ τὴν ταύτης χώραν παρασχέσθαι κατεπαγγέλλεται.
θρώπινον βίοτον συναντήματα οἱ τῶν ἀστέρων ἀνα· Α ποδισμοί και προποδισμοί και αἱ θέσεις αὗται καὶ τὰ τοιάδε τῶν πλανήτων σχήματα, οι πλησιασμοί τε καὶ ἀποστάσεις καὶ τὰ λοιπὰ ὅσα οἱ ἀστρολέσχαι φασὶ τῆς θείας προνοίας καταψευδόμενοι καὶ λελη· θέτως τὸ εἶμαρτο καὶ τὰ δεδογμένα τῇ ἀνάγκῃ ἀναλ λοξωτά τε καὶ ἀνεπίκλωστα παρεισάγοντες, ὡραίαν τῷ ᾿Αγγέλῳ τὴν ἔξοδον ἀπακριβοῖ. Καὶ εἶχε μὲν τῷ Αγγέλῳ τὰ ἐξιτήρια συνταξάμενος· ἀλλὰ τί ; οὔπω εἰς ὀψίαν ἐνειστήκει ὁ ἥλιος, καὶ παλίμπους ἐπι- τάσσοντος βασιλέως ὁ Κωνσταντίνος γίγνεται. Τὸ δ' αἴτιον ἡ τῆς ἐξόδου ἀκαιρία, καὶ τὸ τῆς ὁδοῦ τὸν Αγγελον ἅψασθαι οὐχ ὡς ἀγαθοὶ σχηματισμοί τῶν ἀστέρων ἐκέλευον ἢ γοῦν ἡ ἀκρίβεια παρεῖχε τῶν τῆς ἀστρονομουμένης σφαίρας κανόνων, ἀλλ' ὡς οἱ φλήναφοι ἐνεδίδοσαν, κακῶς φάσκοντες καὶ παχέως τοῖς λεπτοῖς ἐπιβάλλοντες, κάντεῦθεν περὶ τὴν τῆς ὡραίας ὥρας σφαλλόμενοι εὕρεσιν. Πάλιν τοίνυν θεω μάτιον διετίθετο καὶ κανόνες ἀπηκριβοῦντο. Καὶ οὕτω μετὰ πολλὴν τῶν ἄστρων ἔρευναν καὶ σκέψιν καὶ περισκόπησιν ὁ ᾿Αγγελος ἔξεισι, ταῖς τῶν ἀγαθοποιῶν ἀστέρων συνεξωρμηκὼς κινήσεσιν. Ἐς τοσοῦτον δὲ ἄρα τὰ τῶν Ῥωμαίων ὤνησε πράγματα ἡ τῆς ὥρας ἀσφάλεια, ἢ τὰ τῶν πρώην αρχηγών ἀνώρθωσε πταίσματα καὶ εἴ τί ἀντίξουν συμβέβηκε μετεσκεύασεν, ὡς ἐκ τοῦ παραυτίκα χερσὶν ἀλῶναι τῶν πολεμίων τὴν Κωνσταντῖνον. Απερισκέπτως γὰρ εἰς Σικελίαν τὸν πλοῦν ποιούμενος συνελήφθη ταῖς θαλασσοφυλακούσαις Σικελικαῖς τριήρεσι καὶ ἤχθη παρὰ τὸν ῥῆγα αἰχμάλωτος. Ο δὲ, τῆς ἄγρας ἐπαινέσας τούς συλλαβόντας, καὶ ὡς καλῶν κάλλιστον εἰπὼν τὸ θήραμα, εἶχε καὶ τοῦτον δεσμώτην έμφρουρον. γ. Βασιλεὺς δὲ καὶ μετὰ δευτέραν ταύτην πληγήν Β διερευνάτο τὰ τῆς ἁμίλλης ἀνάλογα. Ὁρῶν δὲ τὸν διὰ πολέμων αὖθις τρόπον δυσεργόν τε καὶ ἀξύμφο ρον, καὶ τὸ τῶν ἀταλωμάτων ἀδρὸν καὶ ἐπάλληλον ἐπειδόμενος οἷά τινα νόσου γάγγραιναν τὰ τῶν θησ σκυρῶν κατὰ βραχύ ταμιεία νεμόμενον ἐγγὺς γὰρ που κεντηναρίων τριακοσίων χρυσίου ἀνάλωκε χρή- ματα), δέον είναι διενοήθη σπείσασθαι τῷ ῥηγί. Οὐκ ἀγῶς τοίνυν, ἀλλ᾽ ἀσμένως δεξάμενος τὴν τοῦτο ἐπισκήπτουσαν πρεσβείαν τοῦ τῆς πρεσβυτέρας Ρώσ μης προέδρου, καὶ ὡς ἄγγελον εὐξύμβολον ἀσπα σάμενος, στέλλει κατὰ τὸν ᾿Αγκῶνα τὸν πρωτοστρά τορα Αλέξιον, ὃς ἦν πρεσβύτερος τῶν υἱέων τοῦ με γάλου δομεστίκου, πρὸς ἀμφότερα μερίσας τὸ σέμμα τε καὶ τὸ βούλευμα, δηλαδὴ καὶ πρὸς ἑτοι- μασίαν ὅπλων καὶ ξενικοῦ στρατεύματος συλλογὴν ἀπὸ τῶν ἑσπερίων μερῶν, εἰ τούτου δεήσειε, καὶ πρὸς τὴν τοῦ ῥηγὸς φιλίαν, εἰ προχωροῦσαν δρῴη τὴν ξύμβασιν, Ενθεν τοι καὶ ὁ ᾿Αλέξιος ἐκεῖσε γενόμενος, δραστήριος ἄνθρωπος ὢν καὶ πᾶσαν Εξησκηκὼς αὐτουργίαν πολεμικήν, νοί τε τὴν γλῶτα την ἔγων ἀνθάμιλλον καὶ χεῖρας ἀντεριζούσας ταῖς ἀρχικαῖς μεθοδεύσεσι, καὶ τὸ εἶδος αὐχῶν σεμνόν, στρατολογεῖν εὐθὺς ἐπεβάλετο, κατασεῖσαι τὴν γνώ- μην τῇ ἀκοῇ βουλόμενος τοῦ ῥηγός, καὶ συχνὴν ξυνέ- λεγεν Ρ. 65] ἵππον ὡς ἐς Καλαβρίαν μέλλων παρεμ- βαλεῖν. Ἐν δὲ τῷ μέρες καὶ τοῦ τῶν σπουδῶν ἐπεμε· λεῖτο καθήκοντος, καὶ ὡς ἀλλήοις λήξουσι πολεμοῦν· τις ὅ τε βασιλεὺς καὶ ὁ ῥήξ, γράμματά τε πέμπων ἐς Μάτου καὶ δεχόμενος, ὃς ἐναυάρχει τότε τοῦ στό λον τῶν Σικελῶν. Πρεσβείαν οὖν ἐκ Σικελίας ἐπι- πατάμενος ἀναπέμπει ταύτην τῷ βασιλεῖ, καὶ δεῖ και προστιχεῖν οἷς λέγειν οἱ πρέσβεις ἔχουσιν (α τοῦνται δέ, ὡς πυνθάνεται, οὐχ ὑπερόρια οὐδ᾽ υπέρογκα) καὶ αὐτῶ παραστήσει», εἰ προβαίνουσι DE MANUELE COMNENO LIB. 11. Poet longam astrorum indagationem et contempla- tionem Angelus exit cum beneficorum siderum comitatu. Sed illa horæ observatio tantum Roma- nis profuit, priorumque ducum errata ita correxit et accepta detrimenta resarsit, ut Constantinus statim hostium manibus caperetur. Nam cum in- circumspecte navigarel, a Siculis triremibus, quæ mare tuebantur, comprehensus ad regem perdu- citur; qui ea pulcherrima præda delectatus, suis collaudatis, eum quoque vinctum in custodiam dedit. sus igitur thema constituitur, regulæ consuluntur. C p cum quid facto esset opus deliberans a bello diffi- cili atque inutili magnitudine perpetuorum sum- ptuum deterreretur, fiscam instar cancri paulatim depascentium (nam ad ccc auri centenarios impen- derat), pacem cum rege faciendam esse statuit. Itaque legatos veteris Romæ pontificis ea de causa missos haud invitus ac potius cupide susce- pit ; et ut nuntios rectissime consulentes amplexus, protostratorem Alexium (is erat magni domestici filius natu maximus) Anconam misit bifariam suum consilium partitus, videlicet ad arma et mi- litem conductitium in Occidente parandum, si res posceret, et ad amicitiam regis, si pacificatio suc- cessisset,conciliandam. Alexius eo profectue, homo acer el in re bellica exercitatissimus, et lingua mentis æmulatrice præditus, et dignitate formæ conspicuus, in exsequendis imperatoris consiliis haud segnis, statim scribere milites instituit, ut ea fama regis animum percelleret; ac magnum equi- tatum coegit quasi in Calabriam impressionem facturus. Interim tamen ea quoque curavit, quæ ad belli compositionem et pacem inter imperato- rein et regem constituendam pertinebant, ultro citroque ad Maium classis regiæ præfectum mittcn- dis recipiendisque litteris. Legatos igitur ex Sicilia ad se missos ad imperatorem ire jubet, petitque ut eorum orationem audiat (eos enim, quantum intellexerit, nihil iniquum aut immcdicum postu- lare), et si pacificatio successerit, id sibi, prius- quam vulgo innotescal, ut iudicet, ne per imprudentiam aliquid perperam agat, qui apud viros sit quos ipse ex provinciis regi Alemannorum sociis spe bona quasi furto quodam ad se attraxe- rit, quorumque animos olim Romanis infestissimos 8. Imperator vero hac quoque plaga accepta,
PG 139:435ὁ Μανουὴλ δὲ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ἀσμένως δεξάμενος καὶ ἕτερα δώσειν ξυνέθετο χρήματα, εἰ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις πιστώσαιτο. Καὶ αὐτὸς μὲν τὴν τοῦ βαρβάρου προφθάνων ῥοπὴν καί, ἕως ἔτι ὁ σίδηρος ἐν ἀκμῇ, ἐνεργῷ χρήσασθαι τούτῳ βουλόμενος διεπεπράχει, ὡς εἰρήκει, μετὰ καιρόν· στείλας γὰρ τὸν Γαβρᾶν Κωνσταντῖνον ἐξέπεμψεν αὐτῷ φιλοτιμήματα ἄλλα ἄττα συχνὰ καὶ παντοδαποὺς ὁπλισμούς· ὁ δὲ ἀπατεὼν ὢν καὶ μηδὲ τί ἐστιν ὅλως ἀλήθεια ἐγνωκώς ποτε τῶν τε συνθηκῶν ἐπελάθετο ἀπελθὼν ἐς Ἰκόνιον καὶ τὴν Σεβάστειαν ἐκπορθήσας καὶ τὰ ὑπ’ αὐτὴν χειρωσάμενος γέγονε τῶν ὅλων αὐτὸς ἐγκρατής. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τὸν Δαδούνην τῆς οἰκείας ἀρχῆς παρέλυσεν, ἐκεῖνον μὲν δραπέτην καὶ πλανήτην εἰργάσατο, τῆς δὲ Καισαρείας αὐτὸς λαβόμενος καὶ τὸν λοιπὸν μετήρχετο ξύμφυλον, τὸν Ἰαγουπασάνην φημί, νοσήσας κἀπὶ τῇ τούτου ἔρωτα χώρᾳ καὶ τὸν ἄνδρα διψῶν ἀνελεῖν. ὁ δὲ καὶ αὐτὸς τὸ οἰκεῖον συγκροτῶν ἐν τῷ μέρει στρατόπεδον καὶ ὡς πρὸς ἀνταγωνιστὴν ἤδη μείζονα περιβαλλόμενον δύναμιν παραταττόμενος φθάνει θανάτῳ τὴν προθυμίαν διακοπείς.
καὶ περατοῦνται τὰ τῆς καταλλαγῆς, πρὸ τοῦ εἰς ὦτα διαβῆναι πολλῶν ἵνα μὴ ἀηδὲς αὐτῷ τι λάθοι διαπραξάμενος, ὄντι παρ' ἀνδράσιν οὕς αὐτὸς ἐκ τῶν φίλων χωρῶν τῷ ῥηγὶ τῶν ᾿Αλαμανῶν χρησταῖς ἐλ- πίσιν ἡνδραποδίσατο, καὶ ὧν τὴν γνώμην κατὰ Ῥω- μαίων πλεῖστα πάλαι φλεγμαίνουσαν κατὰ τοῦ Σι- κελίας ῥηγός, ὡς εἶχε, μετέθετο. Ἡ οὖν ἐπέστη τις ἐκ βασιλέως τὴν ἀγγελίαν ᾿Αλεξίῳ τῶν σπουδῶν διαφέρων, λάθρα τῶν ἐκεῖ τὰ χρήματα μετατίηθησε καὶ συνεκπέμπει ταῦτα τοῖς πιστοτάτοις ἐαυτῷ ἀνα δράσι· οἱ δὲ κιβώτια καταλείπει τούτων κενά, σφρα γῖδάς τε τούτοις ἐπιβαλὼν τοῖς κατὰ χώραν μέγα δυναμένοις παρέθετο, ἐπισκήψας ἀσυλίαν ἐπὶ τού τοις ἅπασαν εἶναι, καὶ μηδένα μεταλλᾷν τὰ ἔνδον, μήτε μὴν ἄλλως διαλῦσαι τὰ σημεῖα, εἰ μή γε αὐτὸς ἐς βασιλέα ἱκόμενος ἐκεῖθεν ἐπανελεύσεται. Καὶ Αλέξιος μὲν οὐτῶς ἐκ τοῦ Ἀγκῶνος ἀπενόστησε, βασιλέως δὲ καὶ ῥηγὸς εἰρηνικὰ φρονησάντων καὶ βλεψάντων πρὸς τὰς σπονδὰς ἤ, τἀληθὲς εἰπεῖν, οὐ καθαρῶς ὁμονοησάντων, λυκοφιλίαν δὲ σχηματισα μένων, ὤναντο τῆς τούτων όποιασοῦν ἑνώσεως οἱ αἰχμάλωτοι λμθέντες ἀνάποινοι, οὐ μόνον οἱ λαμ προὶ τὸ γένος καὶ βασιλείῳ τιμήεντες αἵματι, ἀλλὰ καὶ οἱ τοῖς στρατιωτικοῖς καταλόγοις ἐνετάττοντο, πλὴν τῶν ἐκ Κορίνθου καὶ Θήβηθεν ἁρμωμένων, καὶ τούτων ὅσοι τὸ γένος ἀφανεῖς καὶ οἱ τὰς εὐη- τρίους ἐθόνας ὑφαίνειν ἔλαχον, καὶ τῶν γυναικῶν αἱ καλοὶ καὶ βαθύζωνοι καὶ τὴν αὐτὴν ἀνδράσι τέχνην ἐκμελετήσασαι. Καὶ νῦν ἔξεστιν ἰδεῖν τοὺς ἐν Σικελία καταίροντας Θηβαίων παῖδας καὶ Κορινθίων ἱστῷ προσανέχοντας τῶν ἐξαμίτων καὶ χρυσοπάστων στολῶν, ὡς Ἐρετριείς πάλαι παρὰ Πέρσαις δουλεύοντας, ὅτι πολέμων ἦρξαν Δαρείῳ στρατείαν καθ' Ελλάδος ἐλάσαντι. ᾿Αλλ᾽ οὔπω μακρὸς διαλελοίπει καιρός, καὶ αὖθις ἑκάτεροι ὡς ἀχανείς αμπώτιδες καὶ σύρτεις, αἶ κῦμα ὀρθὸν ἐπαιγίζουσιν, ἐς τὰς μάχας ἐπωγκοῦντο καὶ ὠροθύνοντο. Καὶ βασιλεὺς μὲν ἀνέσειε τῷ ῥηγ τοὺς μέγα δυναμένους ἀστυγείτονας ἐκείνῳ δυ νίστας, χρημάτων ἐπαίρων αὐτοὺς ὑποσχέσεσιν· ὁ ῥήξ δὲ τῷ κόμητι του στόλου Μαίῳ διακελεύεται νέας τεσσαράκοντα ταχυναντούσας πάσας καθελώ κύσαι τῶν νεωρίων, καὶ φραξάμενον καινότερον τὴν Κωνσταντίνου καταλαβεῖν, καὶ αὐτὸν μὲν ἐπ᾽ ἀκροά σει τῶν ἀπτυπόλων ἀναγορεύσαι Σικελίας και Ακυ- λίας Καπύης τε καὶ Καλαβρίας καὶ τῶν μεταξύ τούς των χωρῶν καὶ νήσων ὅλων κύριόν τε καὶ βασιλέα. βασιλέα δ᾽ ἐκφαυλίσαι Ῥωμαίων, καὶ κακῶς εἰπόντα ἐπανελθεῖν. Αμέλει τοι καὶ τά ἐντεταλμένα πληρῶν Μάϊος, Μαλέαν ἐπικάμψας καὶ τὸν Αἰγαῖον κόλπον παραλλάζας καὶ παρημειφώς· Ελλήσποντον τῇ βασιλίδι πόλει προσώκειλε. Καὶ πρῶτα μὲν τὸν ἐτέχοντα πορθμὸν διαπλεύσας, καὶ τοῖς ἐν βλαχέρ ναις βασιλείοις κατακολπίσας, βέλη κατ' αὐτῶν ἀφῆκεν ἀργυρέους ἔχοντα τοὺς ἀτράκτους αληλιμ μένους ἐς βάθος χρυσῷ, ἐν δὲ τῷ ἐκεῖθεν τὸν αὐτὸν ἐπαναμετρεῖν πλοῦν ἀπέναντι τοῦ μεγάλου παλατίου τὰς κώπας σχάσας τὸν οἰκεῖον ἐῆγα ταῖς εὐφημίαις διατρανοί, συνεπηχοῦντος τοῦ ναυτικού πληρώματος καὶ θορυβώδη τελοῦντος τὴν ἀνακήρυξιν. Καὶ ὁ μὲν, οὕτω τὸν πλοῦν ἐπιταχύνας τῆς πάλαι ἀδομένης Αρ γούς πτηνότερον, Σηστοῦ καὶ ᾿Αβύδου ὡς ἄλλων Συμπληγάδων ἐξέθορε, πολὺς δὲ ἀνὰ τὴν πόλιν ἐπε κύμαινε τάραχος, βασιλέως μὴ παρόντος ἐντός· καὶ ἦν δὲ τοῦτο καύχημα τῷ Σικελίας μηγὶ, καὶ εἰς μέσ για τον ανεγράφετο τροπαιούχημα. Ὁ δὲ Μανουὴλ εἰς παίγνιον τὸ γεγονὸς καὶ γέλωτα αναφέρων, τὸν NICETE CHONIATÆ contra Sicilia regem, ut potuerit, concitarit. Ut A autem quidam ab imperatore ad Alexium venit, qui pacificationis nuntium afferebat, clam civibus pecunia per fidissimos alio translata cupsas inanes obsignalas procerum fidei mandat, jubetque caveri ne quid inde auferatur, neve quæratur quid in iie sit, aut signa ante suum ab imperatore reditum aperiantur.Alexio ad hunc modum Ancona digresso et inter imperatorem ac regem pace ac fodere constitulo (quanquam, si vera dicenda sunt, non vera illa concordia fuit, sed temporis causa duntaxat simulta), fructum illiusqualiscunque pacificationis tulerunt captivi gratis soluti, non tantum nobiles et regia stirpe orti, sed etiam gregarii milites, Co- rinthis tantum et Thebanis ignobilioribus exceptis et iis qui subtilem telam texebant, formosis- que et locuplctibus mulieribus ejusdem artificii peritis. Ac hodie quoque Thebanos et Corinthios in Sicilia texendis pretiosis auratisque incumbere videas, quomadmodum Eretrienses olim apud Per- sas,quod principes Daris regi Græciæ bellum infe- renti restitissent. B C Cæterum non multum temporis intercessit, cum ambo rursus magno impetu bellum repetiverunt. Nam imperator regulos finitimos potentiores polli- citatione pecuniæ impulsos cum rege committit. Rex vero Malum comitem, classis præfectum, xɩ naves celeres in mare deducere, iisque nova ra- tione conetratis Cpolim appellere, atque audiente urbana multitudine se proclamare Siciliæ, Aquileiæ (Apulia ?),Capuæ, Calabriæ atque earum regionum insularumque quæ interjacent dominum et regem, Romanorum vero imperatorem contemnere, eique ubi maledixerit reverti jussit. Maius igitur Malea declinata Ægæoque sinu præterito per Hellespon- tum ad urbem imperatricem, uti jussus erat, con- [P. 66] tendit, fretumque eniensus ad regiam Bla- cherniam appulit; engittisque, quarum cuspides argenteæ erant auratæque, in eam conjectis, in reditu, e regione magni palatii remis inhibitis, re- gem suum laudibus evehit, navalibus sociis magna voce magnoque cum tumultu acclamantibus. Ita vavigatione summa celeritate confecta per Sesti et Abydi angustias evasit. In urbe autem, quippe imperatore absente, magnus tumultus est excitatus; eaque re Siciliæ rex non parum gloriatus magnum se triumphum esse adeptum putavit. Manuel vero id factum ludum et jocum interpretatus, quod rex tales honores consectaretur ac potius latrocinio quodam venaretur, eum gloriari inaniter et nullius momenti successum jactare passus est. D
Δαδούνης δὲ ὡς εἰς ἐρήμην δυνάστου τὴν τῶν Ἀμασέων σατραπείαν παρεισιὼν ἐκεῖθέν τε ἀποκρούεται καὶ τῇ μεταπεμψαμένῃ τοῦτον τοῦ Ἰαγουπασάνη συνεύνῳ θανάτου αἴτιος γίνεται· οἱ γὰρ Ἀμασεῖς ἐπαναστάντες αὐτήν τε ὡς λάθρᾳ τῷ Δαδούνῃ μνηστεύουσαν τὴν ἀρχὴν ἠμύναντο τελευτῇ καὶ Δαδούνην ἀδοξήσαντες ἄρχοντα μακρὰν ἀπεώσαντο. Ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τοῦ Κλιτζασθλὰν γεγόνασιν ἰσχυρότεροι· ἀλλ’ οὗτος αὐτῶν φανεὶς δυνατώτερος, ὡς εἶχε πρώην Καππαδοκίαν, οὕτως καὶ Ἀμάσειαν εἴληφεν ὕστερον, ὀξείᾳ καὶ ἐπιτυχεῖ τύχῃ πρὸς τὰ πράγματα χρώμενος, ἄνθρωπος οὐκ εὐφυὴς τὴν διαρτίαν τοῦ σώματος, ἀλλ’ ἠκρωτηριασμένος ἐν οὐκ ὀλίγοις τῶν καιρίων μερῶν. αὐτίκα γὰρ αἱ χεῖρες τούτῳ ἐξήρθρωντο καὶ τὼ πόδε ὑποσκάζοντε ἦσαν καὶ τὰ πολλὰ ἐφ’ ἁρμαμάξης τὴν πορείαν πεποίητο. ὅθεν καὶ τὰς ἀρχὰς τῶν κατ’ αὐτοῦ σκωμμάτων ἐξ αὐτοῦ δὴ Ἀνδρόνικος ἐσέπειτα ποριζόμενος Κουτζασθλάνην τοῦτον ὠνόμαζε, φιλολοίδορος ὢν εἴπερ τις ἄλλος καὶ καθάψασθαι ἀνθρώπων δεινότατος καὶ λόγοις Κερκώπων ἁπαλοῖς τοῖς οὐ καλῶς πεπραγμένοις τῶν ἔργων ἢ τοῖς ἀηδῶς τοῦ σώματος ἔχουσι μῶμον προστρίψασθαι ἱκανώτατος.
καὶ περατοῦνται τὰ τῆς καταλλαγῆς, πρὸ τοῦ εἰς ὦτα διαβῆναι πολλῶν ἵνα μὴ ἀηδὲς αὐτῷ τι λάθοι διαπραξάμενος, ὄντι παρ' ἀνδράσιν οὕς αὐτὸς ἐκ τῶν φίλων χωρῶν τῷ ῥηγὶ τῶν ᾿Αλαμανῶν χρησταῖς ἐλ- πίσιν ἡνδραποδίσατο, καὶ ὧν τὴν γνώμην κατὰ Ῥω- μαίων πλεῖστα πάλαι φλεγμαίνουσαν κατὰ τοῦ Σι- κελίας ῥηγός, ὡς εἶχε, μετέθετο. Ἡ οὖν ἐπέστη τις ἐκ βασιλέως τὴν ἀγγελίαν ᾿Αλεξίῳ τῶν σπουδῶν διαφέρων, λάθρα τῶν ἐκεῖ τὰ χρήματα μετατίηθησε καὶ συνεκπέμπει ταῦτα τοῖς πιστοτάτοις ἐαυτῷ ἀνα δράσι· οἱ δὲ κιβώτια καταλείπει τούτων κενά, σφρα γῖδάς τε τούτοις ἐπιβαλὼν τοῖς κατὰ χώραν μέγα δυναμένοις παρέθετο, ἐπισκήψας ἀσυλίαν ἐπὶ τού τοις ἅπασαν εἶναι, καὶ μηδένα μεταλλᾷν τὰ ἔνδον, μήτε μὴν ἄλλως διαλῦσαι τὰ σημεῖα, εἰ μή γε αὐτὸς ἐς βασιλέα ἱκόμενος ἐκεῖθεν ἐπανελεύσεται. Καὶ Αλέξιος μὲν οὐτῶς ἐκ τοῦ Ἀγκῶνος ἀπενόστησε, βασιλέως δὲ καὶ ῥηγὸς εἰρηνικὰ φρονησάντων καὶ βλεψάντων πρὸς τὰς σπονδὰς ἤ, τἀληθὲς εἰπεῖν, οὐ καθαρῶς ὁμονοησάντων, λυκοφιλίαν δὲ σχηματισα μένων, ὤναντο τῆς τούτων όποιασοῦν ἑνώσεως οἱ αἰχμάλωτοι λμθέντες ἀνάποινοι, οὐ μόνον οἱ λαμ προὶ τὸ γένος καὶ βασιλείῳ τιμήεντες αἵματι, ἀλλὰ καὶ οἱ τοῖς στρατιωτικοῖς καταλόγοις ἐνετάττοντο, πλὴν τῶν ἐκ Κορίνθου καὶ Θήβηθεν ἁρμωμένων, καὶ τούτων ὅσοι τὸ γένος ἀφανεῖς καὶ οἱ τὰς εὐη- τρίους ἐθόνας ὑφαίνειν ἔλαχον, καὶ τῶν γυναικῶν αἱ καλοὶ καὶ βαθύζωνοι καὶ τὴν αὐτὴν ἀνδράσι τέχνην ἐκμελετήσασαι. Καὶ νῦν ἔξεστιν ἰδεῖν τοὺς ἐν Σικελία καταίροντας Θηβαίων παῖδας καὶ Κορινθίων ἱστῷ προσανέχοντας τῶν ἐξαμίτων καὶ χρυσοπάστων στολῶν, ὡς Ἐρετριείς πάλαι παρὰ Πέρσαις δουλεύοντας, ὅτι πολέμων ἦρξαν Δαρείῳ στρατείαν καθ' Ελλάδος ἐλάσαντι. ᾿Αλλ᾽ οὔπω μακρὸς διαλελοίπει καιρός, καὶ αὖθις ἑκάτεροι ὡς ἀχανείς αμπώτιδες καὶ σύρτεις, αἶ κῦμα ὀρθὸν ἐπαιγίζουσιν, ἐς τὰς μάχας ἐπωγκοῦντο καὶ ὠροθύνοντο. Καὶ βασιλεὺς μὲν ἀνέσειε τῷ ῥηγ τοὺς μέγα δυναμένους ἀστυγείτονας ἐκείνῳ δυ νίστας, χρημάτων ἐπαίρων αὐτοὺς ὑποσχέσεσιν· ὁ ῥήξ δὲ τῷ κόμητι του στόλου Μαίῳ διακελεύεται νέας τεσσαράκοντα ταχυναντούσας πάσας καθελώ κύσαι τῶν νεωρίων, καὶ φραξάμενον καινότερον τὴν Κωνσταντίνου καταλαβεῖν, καὶ αὐτὸν μὲν ἐπ᾽ ἀκροά σει τῶν ἀπτυπόλων ἀναγορεύσαι Σικελίας και Ακυ- λίας Καπύης τε καὶ Καλαβρίας καὶ τῶν μεταξύ τούς των χωρῶν καὶ νήσων ὅλων κύριόν τε καὶ βασιλέα. βασιλέα δ᾽ ἐκφαυλίσαι Ῥωμαίων, καὶ κακῶς εἰπόντα ἐπανελθεῖν. Αμέλει τοι καὶ τά ἐντεταλμένα πληρῶν Μάϊος, Μαλέαν ἐπικάμψας καὶ τὸν Αἰγαῖον κόλπον παραλλάζας καὶ παρημειφώς· Ελλήσποντον τῇ βασιλίδι πόλει προσώκειλε. Καὶ πρῶτα μὲν τὸν ἐτέχοντα πορθμὸν διαπλεύσας, καὶ τοῖς ἐν βλαχέρ ναις βασιλείοις κατακολπίσας, βέλη κατ' αὐτῶν ἀφῆκεν ἀργυρέους ἔχοντα τοὺς ἀτράκτους αληλιμ μένους ἐς βάθος χρυσῷ, ἐν δὲ τῷ ἐκεῖθεν τὸν αὐτὸν ἐπαναμετρεῖν πλοῦν ἀπέναντι τοῦ μεγάλου παλατίου τὰς κώπας σχάσας τὸν οἰκεῖον ἐῆγα ταῖς εὐφημίαις διατρανοί, συνεπηχοῦντος τοῦ ναυτικού πληρώματος καὶ θορυβώδη τελοῦντος τὴν ἀνακήρυξιν. Καὶ ὁ μὲν, οὕτω τὸν πλοῦν ἐπιταχύνας τῆς πάλαι ἀδομένης Αρ γούς πτηνότερον, Σηστοῦ καὶ ᾿Αβύδου ὡς ἄλλων Συμπληγάδων ἐξέθορε, πολὺς δὲ ἀνὰ τὴν πόλιν ἐπε κύμαινε τάραχος, βασιλέως μὴ παρόντος ἐντός· καὶ ἦν δὲ τοῦτο καύχημα τῷ Σικελίας μηγὶ, καὶ εἰς μέσ για τον ανεγράφετο τροπαιούχημα. Ὁ δὲ Μανουὴλ εἰς παίγνιον τὸ γεγονὸς καὶ γέλωτα αναφέρων, τὸν NICETE CHONIATÆ contra Sicilia regem, ut potuerit, concitarit. Ut A autem quidam ab imperatore ad Alexium venit, qui pacificationis nuntium afferebat, clam civibus pecunia per fidissimos alio translata cupsas inanes obsignalas procerum fidei mandat, jubetque caveri ne quid inde auferatur, neve quæratur quid in iie sit, aut signa ante suum ab imperatore reditum aperiantur.Alexio ad hunc modum Ancona digresso et inter imperatorem ac regem pace ac fodere constitulo (quanquam, si vera dicenda sunt, non vera illa concordia fuit, sed temporis causa duntaxat simulta), fructum illiusqualiscunque pacificationis tulerunt captivi gratis soluti, non tantum nobiles et regia stirpe orti, sed etiam gregarii milites, Co- rinthis tantum et Thebanis ignobilioribus exceptis et iis qui subtilem telam texebant, formosis- que et locuplctibus mulieribus ejusdem artificii peritis. Ac hodie quoque Thebanos et Corinthios in Sicilia texendis pretiosis auratisque incumbere videas, quomadmodum Eretrienses olim apud Per- sas,quod principes Daris regi Græciæ bellum infe- renti restitissent. B C Cæterum non multum temporis intercessit, cum ambo rursus magno impetu bellum repetiverunt. Nam imperator regulos finitimos potentiores polli- citatione pecuniæ impulsos cum rege committit. Rex vero Malum comitem, classis præfectum, xɩ naves celeres in mare deducere, iisque nova ra- tione conetratis Cpolim appellere, atque audiente urbana multitudine se proclamare Siciliæ, Aquileiæ (Apulia ?),Capuæ, Calabriæ atque earum regionum insularumque quæ interjacent dominum et regem, Romanorum vero imperatorem contemnere, eique ubi maledixerit reverti jussit. Maius igitur Malea declinata Ægæoque sinu præterito per Hellespon- tum ad urbem imperatricem, uti jussus erat, con- [P. 66] tendit, fretumque eniensus ad regiam Bla- cherniam appulit; engittisque, quarum cuspides argenteæ erant auratæque, in eam conjectis, in reditu, e regione magni palatii remis inhibitis, re- gem suum laudibus evehit, navalibus sociis magna voce magnoque cum tumultu acclamantibus. Ita vavigatione summa celeritate confecta per Sesti et Abydi angustias evasit. In urbe autem, quippe imperatore absente, magnus tumultus est excitatus; eaque re Siciliæ rex non parum gloriatus magnum se triumphum esse adeptum putavit. Manuel vero id factum ludum et jocum interpretatus, quod rex tales honores consectaretur ac potius latrocinio quodam venaretur, eum gloriari inaniter et nullius momenti successum jactare passus est. D
Ὁ μὲν οὖν, ὁποῖος ἂν καὶ ἦν τὴν πλάσιν τοῦ σώματος (εἶχε δὲ ὡς αὐτόν, οἶμαι, ἡ πλάστρια φύσις ἐπαλαμήσατο), μεγάλην ἀρχὴν εἰληχὼς καὶ τοσαύτας δυνάμεις περιβαλόμενος οὐχ εἵλετο ἐντεῦθεν βίοτον ἤρεμον, ἀλλὰ φύσει ταραχώδης ὢν καὶ ἀκαταστόρεστος ὥσπερ τις κόλπος θαλάττιος Ῥωμαίοις ἐν οἷς εἶχε λυπεῖν ἀκηρυκτὶ διεφέρετο καὶ ἀνέγκλητον πολλάκις ἐπῆγε τὸν πόλεμον, σὺν οὐδενὶ λόγῳ θεσμὰ παρατρέχων καὶ συγχέων σπονδάς, τῇ οἰκείᾳ δ’ ἐφέσει ταλαντεύων τὸ πραχθησόμενον. οὐδ’ αὐτῆς ἀπέσχετο τῆς Μελιτηνῆς, ἀλλὰ καὶ τὸν ταύτης ἔχων καθελεῖν ἀμηρᾶν, μήτε τὸ τῆς θρησκείας ταὐτὸν ὑπειδόμενος ἢ τὸ μηδὲν ἔχειν ἐπεγκαλεῖν ἀλγεινόν, αὐτὸς ἀνεπικαλύπτως αἰτίαν πλασάμενος καὶ γραψάμενος ἐκεῖθεν αὐτὸν ἐξήλασεν. ἔπειτα δὲ καὶ τὸν οἰκεῖον ὑφέρπων κασίγνητον μετανάστην κἀκεῖνον ἔθετο. οἱ δὲ φυγάδες πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἵκοντο. Καὶ ταῦτα μὲν συμβέβηκεν ὕστερον.
καὶ περατοῦνται τὰ τῆς καταλλαγῆς, πρὸ τοῦ εἰς ὦτα διαβῆναι πολλῶν ἵνα μὴ ἀηδὲς αὐτῷ τι λάθοι διαπραξάμενος, ὄντι παρ' ἀνδράσιν οὕς αὐτὸς ἐκ τῶν φίλων χωρῶν τῷ ῥηγὶ τῶν ᾿Αλαμανῶν χρησταῖς ἐλ- πίσιν ἡνδραποδίσατο, καὶ ὧν τὴν γνώμην κατὰ Ῥω- μαίων πλεῖστα πάλαι φλεγμαίνουσαν κατὰ τοῦ Σι- κελίας ῥηγός, ὡς εἶχε, μετέθετο. Ἡ οὖν ἐπέστη τις ἐκ βασιλέως τὴν ἀγγελίαν ᾿Αλεξίῳ τῶν σπουδῶν διαφέρων, λάθρα τῶν ἐκεῖ τὰ χρήματα μετατίηθησε καὶ συνεκπέμπει ταῦτα τοῖς πιστοτάτοις ἐαυτῷ ἀνα δράσι· οἱ δὲ κιβώτια καταλείπει τούτων κενά, σφρα γῖδάς τε τούτοις ἐπιβαλὼν τοῖς κατὰ χώραν μέγα δυναμένοις παρέθετο, ἐπισκήψας ἀσυλίαν ἐπὶ τού τοις ἅπασαν εἶναι, καὶ μηδένα μεταλλᾷν τὰ ἔνδον, μήτε μὴν ἄλλως διαλῦσαι τὰ σημεῖα, εἰ μή γε αὐτὸς ἐς βασιλέα ἱκόμενος ἐκεῖθεν ἐπανελεύσεται. Καὶ Αλέξιος μὲν οὐτῶς ἐκ τοῦ Ἀγκῶνος ἀπενόστησε, βασιλέως δὲ καὶ ῥηγὸς εἰρηνικὰ φρονησάντων καὶ βλεψάντων πρὸς τὰς σπονδὰς ἤ, τἀληθὲς εἰπεῖν, οὐ καθαρῶς ὁμονοησάντων, λυκοφιλίαν δὲ σχηματισα μένων, ὤναντο τῆς τούτων όποιασοῦν ἑνώσεως οἱ αἰχμάλωτοι λμθέντες ἀνάποινοι, οὐ μόνον οἱ λαμ προὶ τὸ γένος καὶ βασιλείῳ τιμήεντες αἵματι, ἀλλὰ καὶ οἱ τοῖς στρατιωτικοῖς καταλόγοις ἐνετάττοντο, πλὴν τῶν ἐκ Κορίνθου καὶ Θήβηθεν ἁρμωμένων, καὶ τούτων ὅσοι τὸ γένος ἀφανεῖς καὶ οἱ τὰς εὐη- τρίους ἐθόνας ὑφαίνειν ἔλαχον, καὶ τῶν γυναικῶν αἱ καλοὶ καὶ βαθύζωνοι καὶ τὴν αὐτὴν ἀνδράσι τέχνην ἐκμελετήσασαι. Καὶ νῦν ἔξεστιν ἰδεῖν τοὺς ἐν Σικελία καταίροντας Θηβαίων παῖδας καὶ Κορινθίων ἱστῷ προσανέχοντας τῶν ἐξαμίτων καὶ χρυσοπάστων στολῶν, ὡς Ἐρετριείς πάλαι παρὰ Πέρσαις δουλεύοντας, ὅτι πολέμων ἦρξαν Δαρείῳ στρατείαν καθ' Ελλάδος ἐλάσαντι. ᾿Αλλ᾽ οὔπω μακρὸς διαλελοίπει καιρός, καὶ αὖθις ἑκάτεροι ὡς ἀχανείς αμπώτιδες καὶ σύρτεις, αἶ κῦμα ὀρθὸν ἐπαιγίζουσιν, ἐς τὰς μάχας ἐπωγκοῦντο καὶ ὠροθύνοντο. Καὶ βασιλεὺς μὲν ἀνέσειε τῷ ῥηγ τοὺς μέγα δυναμένους ἀστυγείτονας ἐκείνῳ δυ νίστας, χρημάτων ἐπαίρων αὐτοὺς ὑποσχέσεσιν· ὁ ῥήξ δὲ τῷ κόμητι του στόλου Μαίῳ διακελεύεται νέας τεσσαράκοντα ταχυναντούσας πάσας καθελώ κύσαι τῶν νεωρίων, καὶ φραξάμενον καινότερον τὴν Κωνσταντίνου καταλαβεῖν, καὶ αὐτὸν μὲν ἐπ᾽ ἀκροά σει τῶν ἀπτυπόλων ἀναγορεύσαι Σικελίας και Ακυ- λίας Καπύης τε καὶ Καλαβρίας καὶ τῶν μεταξύ τούς των χωρῶν καὶ νήσων ὅλων κύριόν τε καὶ βασιλέα. βασιλέα δ᾽ ἐκφαυλίσαι Ῥωμαίων, καὶ κακῶς εἰπόντα ἐπανελθεῖν. Αμέλει τοι καὶ τά ἐντεταλμένα πληρῶν Μάϊος, Μαλέαν ἐπικάμψας καὶ τὸν Αἰγαῖον κόλπον παραλλάζας καὶ παρημειφώς· Ελλήσποντον τῇ βασιλίδι πόλει προσώκειλε. Καὶ πρῶτα μὲν τὸν ἐτέχοντα πορθμὸν διαπλεύσας, καὶ τοῖς ἐν βλαχέρ ναις βασιλείοις κατακολπίσας, βέλη κατ' αὐτῶν ἀφῆκεν ἀργυρέους ἔχοντα τοὺς ἀτράκτους αληλιμ μένους ἐς βάθος χρυσῷ, ἐν δὲ τῷ ἐκεῖθεν τὸν αὐτὸν ἐπαναμετρεῖν πλοῦν ἀπέναντι τοῦ μεγάλου παλατίου τὰς κώπας σχάσας τὸν οἰκεῖον ἐῆγα ταῖς εὐφημίαις διατρανοί, συνεπηχοῦντος τοῦ ναυτικού πληρώματος καὶ θορυβώδη τελοῦντος τὴν ἀνακήρυξιν. Καὶ ὁ μὲν, οὕτω τὸν πλοῦν ἐπιταχύνας τῆς πάλαι ἀδομένης Αρ γούς πτηνότερον, Σηστοῦ καὶ ᾿Αβύδου ὡς ἄλλων Συμπληγάδων ἐξέθορε, πολὺς δὲ ἀνὰ τὴν πόλιν ἐπε κύμαινε τάραχος, βασιλέως μὴ παρόντος ἐντός· καὶ ἦν δὲ τοῦτο καύχημα τῷ Σικελίας μηγὶ, καὶ εἰς μέσ για τον ανεγράφετο τροπαιούχημα. Ὁ δὲ Μανουὴλ εἰς παίγνιον τὸ γεγονὸς καὶ γέλωτα αναφέρων, τὸν NICETE CHONIATÆ contra Sicilia regem, ut potuerit, concitarit. Ut A autem quidam ab imperatore ad Alexium venit, qui pacificationis nuntium afferebat, clam civibus pecunia per fidissimos alio translata cupsas inanes obsignalas procerum fidei mandat, jubetque caveri ne quid inde auferatur, neve quæratur quid in iie sit, aut signa ante suum ab imperatore reditum aperiantur.Alexio ad hunc modum Ancona digresso et inter imperatorem ac regem pace ac fodere constitulo (quanquam, si vera dicenda sunt, non vera illa concordia fuit, sed temporis causa duntaxat simulta), fructum illiusqualiscunque pacificationis tulerunt captivi gratis soluti, non tantum nobiles et regia stirpe orti, sed etiam gregarii milites, Co- rinthis tantum et Thebanis ignobilioribus exceptis et iis qui subtilem telam texebant, formosis- que et locuplctibus mulieribus ejusdem artificii peritis. Ac hodie quoque Thebanos et Corinthios in Sicilia texendis pretiosis auratisque incumbere videas, quomadmodum Eretrienses olim apud Per- sas,quod principes Daris regi Græciæ bellum infe- renti restitissent. B C Cæterum non multum temporis intercessit, cum ambo rursus magno impetu bellum repetiverunt. Nam imperator regulos finitimos potentiores polli- citatione pecuniæ impulsos cum rege committit. Rex vero Malum comitem, classis præfectum, xɩ naves celeres in mare deducere, iisque nova ra- tione conetratis Cpolim appellere, atque audiente urbana multitudine se proclamare Siciliæ, Aquileiæ (Apulia ?),Capuæ, Calabriæ atque earum regionum insularumque quæ interjacent dominum et regem, Romanorum vero imperatorem contemnere, eique ubi maledixerit reverti jussit. Maius igitur Malea declinata Ægæoque sinu præterito per Hellespon- tum ad urbem imperatricem, uti jussus erat, con- [P. 66] tendit, fretumque eniensus ad regiam Bla- cherniam appulit; engittisque, quarum cuspides argenteæ erant auratæque, in eam conjectis, in reditu, e regione magni palatii remis inhibitis, re- gem suum laudibus evehit, navalibus sociis magna voce magnoque cum tumultu acclamantibus. Ita vavigatione summa celeritate confecta per Sesti et Abydi angustias evasit. In urbe autem, quippe imperatore absente, magnus tumultus est excitatus; eaque re Siciliæ rex non parum gloriatus magnum se triumphum esse adeptum putavit. Manuel vero id factum ludum et jocum interpretatus, quod rex tales honores consectaretur ac potius latrocinio quodam venaretur, eum gloriari inaniter et nullius momenti successum jactare passus est. D
PG 139:437τότε δὲ πολυδύναμος γεγονὼς τὸ πρὸς τὸν βασιλέα αἰδῆμον ἀπεξύσατο καὶ ἣν αὐτὸς θεραπείαν προςῆγε ταῖς τῶν πραγμάτων δυσκολίαις ἀγχόμενος, ταύτην ἐξῃτεῖτό οἱ παρέχειν τὸν αὐτοκράτορα, βαρβαρικῶς μεταλλοιούμενος τῷ καιρῷ καὶ δεῆσαν ὑπὲρ τὸ δέον ὑποστελλόμενος, καὶ πτεροῦ αὖθις ἐλαφριζόμενος εὐπετέστερον, ἂν τῇ ἑτέρᾳ πλάστιγγι ῥοπὴν ἡ τύχη παρείχετο τοῖς παλινστρόφοις βραβεύουσα πράγμασι. παττάλῳ δ’ ὑπεκκρουόμενος πάτταλος ἐξομαλίζων ἦν τὸν βασιλέα καὶ θεραπεύων ἐνιαχοῦ, οὐ μὴν ὑπ’ ἐκείνου θηροκομούμενος διεδείκνυτο καὶ δόξαν ἀπονέμων πατρὸς υἱοθεσίας τιμὴν ἐλάμβανε· καὶ ἦν τὰ παρ’ ἀλλήλων χαραττόμενα γράμματα πατέρα βασιλέα καὶ σουλτὰν υἱὸν καταγγέλλοντα. Πλὴν οὐδ’ οὕτως ἐς φιλίαν ἀκραιφνῆ συνηρμόζοντο ἢ γοῦν τὰς σπονδὰς οὐ ξυνέχεον. ὅθεν ὁ μὲν κατὰ χειμάρρουν πληθύνοντα ἢ κατὰ πολλὰ ἐδηδοκότα φάρμακα δράκοντα κατέκλυζέ τε καὶ παρέσυρε τὸ προστυχὸν καὶ συχνὰ τῶν ἡμετέρων πολιχνίων κατέχασκε τὸν τῆς κακίας ἀποπτύων ἰόν·
τοιαύτας ἑαυτῷ τιμὰς μνηστευόμενον ῥῆγα *, τό γε ἀληθέστερον εἰπεῖν, λῃστεύοντα διακενῆς ἀφῆκε βρενθύεσθαι καὶ φυσῆν ἐπ᾽ οὐδενὶ χρηστῷ κατορθώματι. ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ. λίαν τε καὶ Καλαβρίαν τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ἀγω- νίσματα, [Ρ. 67] λαμπρὰ μὲν καὶ πλεῖστα τῶν χρημά- των ἐκεῖσε μετηγγικότα, εἰς οὐδὲν δὲ τέλος εὔχρηστον Ῥωμαίοις κατηντηκότα ἤ εἰσπούδαστον τοῖς ὕστε ρον αὐτοκράτορσιν. ᾿Αλλὰ τί ἔχοι τις εἰπεῖν πρὸς ἄνθρωπον οὕτω προθύμως ἀγωνισάμενον πρὸς τὸ τὰ τῆς βασιλείας εἰς τὸ κρεῖττον ἀποκαταστῆσαι πράγματα καὶ τὸ ἀλλόφυλον ὑποτάξαι, μὴ δυνηθέντα δέ ; Ἀλλ᾽ οὗτος αὖθις κατὰ Παιόνων, οὓς Οὔγγρους καὶ Ούννους φασί, στρατείαν ἐκήρυξε, καὶ τοῖς κατὰ δυσμὴν ἔχουσι τὰς οἰκήσεις ὁπλίταις ἁμάξας ἐπέτα- ξεν ἄγειν εἰς τὸ στρατόπεδον, δι᾿ ὧν καὶ οὗτοι ἐφο- διάσονται τὰ βιώσιμα, καὶ τῷ λοιπῷ δὲ οὕτω συνα ροῦνται στρατεύματι, ὅσοι τοιούτων σκευαγωγημα- των σπανίζειν ήμελλον. Ὡς οὖν εἰς ἕν συνήθροιστο τὰ στρατεύματα, εἶχε καὶ αὐτὸν παρόντα τὸν βασι λέα πόλις ή Σαρδική, ἢ νῦν Τριάδιτζα ὀνομάζεται. Καιρὸν δ᾽ οὐχὶ πολὺν ἐκεῖσε προσμείνας, ἐπεὶ ἵκετο πρεσβεία ἐκ τῶν Παιόνων καὶ λόγοι συμβατικοί, ἑτέραν τραπόμενος πρὸς τὸν τῶν Σέρβων μεταβαί νει σατράπην· καὶ διαθροήσας τοῦτον ὁδοῦ πάρεργον, καὶ πείσας αὐτὸν μόνον εἰδέναι βασιλέα καὶ δεδιέναι, τῶν δὲ μετὰ τῶν Οὔννων ἀφεστάναι σπονδῶν, πρὸς μὲν τὰ οἰκεῖα ἤθη τὸ πολὺ τῆς στρατιᾶς διαφῆκεν, αὐτὸς δὲ τὴν Θετταλῶν καταλαβὼν ἐπαρχίαν, κἀκεῖ προσδιατρίψας ἐφ' ὅσον αὐτῷ ἐδόκει καίριον, τὴν βασιλίδα εἴσεισιν πόλιν. η Ηλίου δ᾽ ἄρτι τὰς χειμερινὰς τροπάς παρελαύ- νοντος εἰς Πελαγονίαν ἔξεισιν αὖθις, ὁρμητήριον αὐτὴν κρίνων ἱκανὸν ὑποδέξασθαι στρατόπεδον εἰς πεδία ἱππήλατα ὑπτιάζουσαν, καὶ πρὸς τὰς πεύσεις εὖ ἔχειν καὶ τὴν τῶν δρωμένων κατάληψιν ὑπὸ τῶν ἐθνῶν μεθ' ὧν ἀντεπαλαμᾶτο καὶ διεφέρετο· ἔτι γὰρ καὶ Σικελίαν μεθείλκον αὐτὸν καὶ ὑπέθραττον, τὰ μήτω κατασιγασθέντα τέλεον, καὶ ὁ τῶν Ούννων τὴν ἀρχὴν ἐξωσμένος πρὸς ξιφουλκίαν ἔβλεπεν, ὡς ἔδειξεν ἐξ ὧν ἔδρασεν. Ἐπειδὴ γὰρ παρελύθη τῆς δουκικῆς ἀρχῆς Βρανιτζόβης καὶ Βελεγράφων ὁ Κομνηνός Ανδρόνικος, ὁ καὶ ὕστερον τυραννεύσας Ρωμαίων, οἷα κρύβδη κατά Ρωμαίων, ὡς ᾔδετο, τοῖς Παίοσι συντιθέμενος καὶ περὶ τοῦ παραλυθῆ- και μὲν τὸν Μανουὴλ τῆς ἀρχῆς, αὐτὸν δ' ἐπιβήτορα ταύτης γενέσθαι τῷ τούτων κοινολογούμενος ἄρχοντα, καὶ μετάπεμπτον τοῦτον εἶχεν εὐθὺς ἡ Πελαγονία, ὁπόσα μὴ εὐθὺν ἐκεῖνον εἰς τὸν ἐξάδελφον καὶ βασι λέα διήλεγχον, κἀκεῖθεν ἡ πόλις ἀναπεμπόμενον DE MANUELE COMNENO LIB. III. LIBER TERTIUS RERUM A MANUELE COMNENO GESTARUM. bria fuit exitus ; quæ quamvis splendida et sun- ptuosa, tamen nihil fructus Romanis aut secuturis imperatoribus imitatu dignum attulerunt. Sed quid dicamus de viro qui tanta studio, quam- vis infelici conatu, in imperium in integrum resti- tuendum et Barbaros subigendos incubuit? Inde expeditione contra Pæones, qui et lungari et Hunni appellantur, indicta, Occidentales legiones currus in castra adducere jubet, quibus et sibi ipsis com- meatum adveherent et cæteris, qui vehiculis care- rent, suppeditarent. Cum exercitus convenissent, ipse quoque Sardicam,quæ nunc Triadiza vocatur, venit. Ubi non diu commoratus, cum Pæones per legatos pacem fecissent, iter contra Serviorum satrapam convertit. Quo obiter territo et persuaso ut omisso fœdere Hunnico solum imperatorem agnosceret et formidaret, magna copiarum parte dimissa in provinciam Thessaliam profectus, ibique quandiu opportunum videbatur commoratus,impe- ratricem urbem ingreditur. B C D Post solstitium hibernum rursus Pelago- niam exit, quæ quod patentes campos haberet, apta ei videbatur et ad exercitum capiendum et ad nuntios rerum quæ a gentibus, quibuscum pu- gnabat, gerentur accipiendos. Nam Siculo bello adhuc distinebatur non plane sopito; et Hungaro- rum princeps, ut facta ejus declararunt, bellum molio- batur. Postquam enim Andronicus Comnenus, qui post Romanorum tyrannidem invasit, ducatu Bra- nizɩbæ et Belligradi adempto, quod cum Hunnis contra Romanos conspirasse et imperium Manuele dejecto auxilio principis flunnorum sibi vindicare velle ferebatur, Pelagonian accersitus, et insidia- rum quss imperatori et consobrino suo strueret convictue, et in custodiam quandam magni palatii datus fuil, Hunnorum princeps bello Romanis sta- tim illato Branizobam obsidet, et late omnia incur- sionibus pro sua libidine vastat. Quare imperator chartularium, Basilium Zinzilucem, ducem contra 3. Τοιοῦτον μὲν οὖν εἰλήφει πέρας τὰ κατὰ Σικε- Α 1. Hic certaminum Manuelis in Sicilia et Cala
ὁ δὲ περιεφράγμου τούτῳ τὰς διεξόδους καὶ εἰς ἀνάρρουν τὸ ῥεῦμα ὑπανεστοίβαζε θριγγίῳ ἀρραγεῖ στρατοπέδων, ἢ ὁλκῇ χρυσίου ἐφολκοῦ κατεκοίμιζε πρὸς εἰρήνην τὸ τούτου βλέφαρον καὶ ἣν τέως εἰς λῃστείαν ἐπηγρίαινε λοφιὰν καὶ τὸν ὁλκόν, ὃν ὑπεσύρετο τοῦ στρατεύματος, κατασιγάζων ἐπράϋνεν. Ἐνίοτε δὲ τοὺς ὡς πώεα πλατέα διεκκεχυμένους τοῖς Ῥωμαϊκοῖς σχοινίσμασι Τούρκους ἀναστέλλων τοῖς περὶ τὴν Πεντάπολιν ἐπιτίθεται καὶ σωμάτων ἀνθρωπίνων καὶ ζώων πολλῶν γενόμενος ἐγκρατής, μηδ’ εἰς χεῖρας δεξαμένων αὐτὸν τῶν Περσῶν, τροπαιοφόρος ἀνέζευξεν. ὁπηνίκα καὶ Σολυμᾶς, ὁ τῶν παρὰ τῷ σουλτὰν τὰ μέγιστα δυναμένων κορυφαιότατος, τῷ βασιλεῖ ἐποφθεὶς πολλὰ μὲν ὑπερηγόρει τοῦ σουλτὰν ἀποτρέπων τῆς ἐκείνου γνώμης τὰ παρὰ τῶν Τούρκων πραττόμενα καὶ σοφιστικῶς οἷς διεξῄει καταχαριζόμενος, ἀσύμφωνα δ’ ὅμως τοῖς πράγμασι φθεγγόμενος ἡλίσκετο ψευδολογίας ἐγκλήματι· πλὴν οὐδ’ οὕτω τι πρὸς βασιλέως πέπονθεν ἄχαρι Σολυμᾶς. θεραπεύων δὲ καὶ ὑπὲρ τὸ ἀληθές, ὡς ἔθος τοῖς βαρβάροις, τὸν ἄνακτα καὶ τὰ ἐς ἀπάτην τεχναζόμενος ἵπποις αὐτὸν ὠκύποσιν ἐκολάκευσεν, οὓς τὸ ἐκείνου ἐσίτευεν ἱπποστάσιον·
τοιαύτας ἑαυτῷ τιμὰς μνηστευόμενον ῥῆγα *, τό γε ἀληθέστερον εἰπεῖν, λῃστεύοντα διακενῆς ἀφῆκε βρενθύεσθαι καὶ φυσῆν ἐπ᾽ οὐδενὶ χρηστῷ κατορθώματι. ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ. λίαν τε καὶ Καλαβρίαν τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ἀγω- νίσματα, [Ρ. 67] λαμπρὰ μὲν καὶ πλεῖστα τῶν χρημά- των ἐκεῖσε μετηγγικότα, εἰς οὐδὲν δὲ τέλος εὔχρηστον Ῥωμαίοις κατηντηκότα ἤ εἰσπούδαστον τοῖς ὕστε ρον αὐτοκράτορσιν. ᾿Αλλὰ τί ἔχοι τις εἰπεῖν πρὸς ἄνθρωπον οὕτω προθύμως ἀγωνισάμενον πρὸς τὸ τὰ τῆς βασιλείας εἰς τὸ κρεῖττον ἀποκαταστῆσαι πράγματα καὶ τὸ ἀλλόφυλον ὑποτάξαι, μὴ δυνηθέντα δέ ; Ἀλλ᾽ οὗτος αὖθις κατὰ Παιόνων, οὓς Οὔγγρους καὶ Ούννους φασί, στρατείαν ἐκήρυξε, καὶ τοῖς κατὰ δυσμὴν ἔχουσι τὰς οἰκήσεις ὁπλίταις ἁμάξας ἐπέτα- ξεν ἄγειν εἰς τὸ στρατόπεδον, δι᾿ ὧν καὶ οὗτοι ἐφο- διάσονται τὰ βιώσιμα, καὶ τῷ λοιπῷ δὲ οὕτω συνα ροῦνται στρατεύματι, ὅσοι τοιούτων σκευαγωγημα- των σπανίζειν ήμελλον. Ὡς οὖν εἰς ἕν συνήθροιστο τὰ στρατεύματα, εἶχε καὶ αὐτὸν παρόντα τὸν βασι λέα πόλις ή Σαρδική, ἢ νῦν Τριάδιτζα ὀνομάζεται. Καιρὸν δ᾽ οὐχὶ πολὺν ἐκεῖσε προσμείνας, ἐπεὶ ἵκετο πρεσβεία ἐκ τῶν Παιόνων καὶ λόγοι συμβατικοί, ἑτέραν τραπόμενος πρὸς τὸν τῶν Σέρβων μεταβαί νει σατράπην· καὶ διαθροήσας τοῦτον ὁδοῦ πάρεργον, καὶ πείσας αὐτὸν μόνον εἰδέναι βασιλέα καὶ δεδιέναι, τῶν δὲ μετὰ τῶν Οὔννων ἀφεστάναι σπονδῶν, πρὸς μὲν τὰ οἰκεῖα ἤθη τὸ πολὺ τῆς στρατιᾶς διαφῆκεν, αὐτὸς δὲ τὴν Θετταλῶν καταλαβὼν ἐπαρχίαν, κἀκεῖ προσδιατρίψας ἐφ' ὅσον αὐτῷ ἐδόκει καίριον, τὴν βασιλίδα εἴσεισιν πόλιν. η Ηλίου δ᾽ ἄρτι τὰς χειμερινὰς τροπάς παρελαύ- νοντος εἰς Πελαγονίαν ἔξεισιν αὖθις, ὁρμητήριον αὐτὴν κρίνων ἱκανὸν ὑποδέξασθαι στρατόπεδον εἰς πεδία ἱππήλατα ὑπτιάζουσαν, καὶ πρὸς τὰς πεύσεις εὖ ἔχειν καὶ τὴν τῶν δρωμένων κατάληψιν ὑπὸ τῶν ἐθνῶν μεθ' ὧν ἀντεπαλαμᾶτο καὶ διεφέρετο· ἔτι γὰρ καὶ Σικελίαν μεθείλκον αὐτὸν καὶ ὑπέθραττον, τὰ μήτω κατασιγασθέντα τέλεον, καὶ ὁ τῶν Ούννων τὴν ἀρχὴν ἐξωσμένος πρὸς ξιφουλκίαν ἔβλεπεν, ὡς ἔδειξεν ἐξ ὧν ἔδρασεν. Ἐπειδὴ γὰρ παρελύθη τῆς δουκικῆς ἀρχῆς Βρανιτζόβης καὶ Βελεγράφων ὁ Κομνηνός Ανδρόνικος, ὁ καὶ ὕστερον τυραννεύσας Ρωμαίων, οἷα κρύβδη κατά Ρωμαίων, ὡς ᾔδετο, τοῖς Παίοσι συντιθέμενος καὶ περὶ τοῦ παραλυθῆ- και μὲν τὸν Μανουὴλ τῆς ἀρχῆς, αὐτὸν δ' ἐπιβήτορα ταύτης γενέσθαι τῷ τούτων κοινολογούμενος ἄρχοντα, καὶ μετάπεμπτον τοῦτον εἶχεν εὐθὺς ἡ Πελαγονία, ὁπόσα μὴ εὐθὺν ἐκεῖνον εἰς τὸν ἐξάδελφον καὶ βασι λέα διήλεγχον, κἀκεῖθεν ἡ πόλις ἀναπεμπόμενον DE MANUELE COMNENO LIB. III. LIBER TERTIUS RERUM A MANUELE COMNENO GESTARUM. bria fuit exitus ; quæ quamvis splendida et sun- ptuosa, tamen nihil fructus Romanis aut secuturis imperatoribus imitatu dignum attulerunt. Sed quid dicamus de viro qui tanta studio, quam- vis infelici conatu, in imperium in integrum resti- tuendum et Barbaros subigendos incubuit? Inde expeditione contra Pæones, qui et lungari et Hunni appellantur, indicta, Occidentales legiones currus in castra adducere jubet, quibus et sibi ipsis com- meatum adveherent et cæteris, qui vehiculis care- rent, suppeditarent. Cum exercitus convenissent, ipse quoque Sardicam,quæ nunc Triadiza vocatur, venit. Ubi non diu commoratus, cum Pæones per legatos pacem fecissent, iter contra Serviorum satrapam convertit. Quo obiter territo et persuaso ut omisso fœdere Hunnico solum imperatorem agnosceret et formidaret, magna copiarum parte dimissa in provinciam Thessaliam profectus, ibique quandiu opportunum videbatur commoratus,impe- ratricem urbem ingreditur. B C D Post solstitium hibernum rursus Pelago- niam exit, quæ quod patentes campos haberet, apta ei videbatur et ad exercitum capiendum et ad nuntios rerum quæ a gentibus, quibuscum pu- gnabat, gerentur accipiendos. Nam Siculo bello adhuc distinebatur non plane sopito; et Hungaro- rum princeps, ut facta ejus declararunt, bellum molio- batur. Postquam enim Andronicus Comnenus, qui post Romanorum tyrannidem invasit, ducatu Bra- nizɩbæ et Belligradi adempto, quod cum Hunnis contra Romanos conspirasse et imperium Manuele dejecto auxilio principis flunnorum sibi vindicare velle ferebatur, Pelagonian accersitus, et insidia- rum quss imperatori et consobrino suo strueret convictue, et in custodiam quandam magni palatii datus fuil, Hunnorum princeps bello Romanis sta- tim illato Branizobam obsidet, et late omnia incur- sionibus pro sua libidine vastat. Quare imperator chartularium, Basilium Zinzilucem, ducem contra 3. Τοιοῦτον μὲν οὖν εἰλήφει πέρας τὰ κατὰ Σικε- Α 1. Hic certaminum Manuelis in Sicilia et Cala
Book IIILiber III
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
ὁ δὲ βασιλεὺς τοὺς ἵππους δεξάμενος καὶ Σολυμᾶν τῆς εὐγνωμοσύνης ἀποδεξάμενος, εἰ καὶ μὴ τῆς ἐκείνου γνώμης ἴδιον ἦν, τοῦ δὲ καιροῦ ὑπῆρχε δῶρον τὸ φιλοφρόνημα, πρὸς τὸν σουλτὰν ἀπέστειλεν ἐξηγησόμενον ἐκείνῳ ἃ οὐκ ἦν ἀγνοῶν καὶ ἐς αὐτὸ τοῦ τρόπου ἀποσκώψοντα τὸ παλίμβολον τὸ ἄπιστόν τε καὶ τὸ κακόηθες, κἂν οὐκ ἦν αὐτὸν ἠρεμήσειν ἐπὶ τούτοις ἢ γοῦν καθυπερθέσθαι Ῥωμαίοις τὴν ἀντιπάθειαν. Ἐκλώπευε γοῦν ταῖς συνήθεσι λῃστείαις χρώμενος. στείλας δὲ καὶ φάλαγγας ἐπιλέκτους τὴν κατὰ Φρυγίαν ἐκπορθεῖ Λαοδίκειαν, οὐκέτι οὖσαν συνοικουμένην ὡς νῦν ἑώραται, οὐδ’ εὐερκέσι φραγνυμένην τείχεσι, κατὰ δὲ κώμας ἐκκεχυμένην περὶ τὰς ὑπωρείας τῶν ἐκεῖσε βουνῶν. ἤλασε δ’ ἐκεῖθεν βαρεῖαν λείαν ἀνθρώπων καὶ ζώων πλῆθος οὐ σταθμητόν· οὐ μετρίους δὲ καὶ κατέκτανεν, ἐν οἷς καὶ τὸν ἀρχιερέα Σολομῶντα, ἐκτομίαν μὲν ἄνθρωπον, χαρίεντα δ’ ἄλλως τὸ ἦθος καὶ θεῷ δι’ ἀρετῆς προσεγγίζοντα. εἰρωνευόμενος δ’ ἔφασκε πρὸς τοὺς οἰκείους, ὡς ὅσῳ ἂν μείζω δράσειε Ῥωμαίους δεινά, τοσούτῳ μείζω ὑπὸ βασιλέως ἀγαθὰ πείσεται·
τοιαύτας ἑαυτῷ τιμὰς μνηστευόμενον ῥῆγα *, τό γε ἀληθέστερον εἰπεῖν, λῃστεύοντα διακενῆς ἀφῆκε βρενθύεσθαι καὶ φυσῆν ἐπ᾽ οὐδενὶ χρηστῷ κατορθώματι. ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ. λίαν τε καὶ Καλαβρίαν τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ἀγω- νίσματα, [Ρ. 67] λαμπρὰ μὲν καὶ πλεῖστα τῶν χρημά- των ἐκεῖσε μετηγγικότα, εἰς οὐδὲν δὲ τέλος εὔχρηστον Ῥωμαίοις κατηντηκότα ἤ εἰσπούδαστον τοῖς ὕστε ρον αὐτοκράτορσιν. ᾿Αλλὰ τί ἔχοι τις εἰπεῖν πρὸς ἄνθρωπον οὕτω προθύμως ἀγωνισάμενον πρὸς τὸ τὰ τῆς βασιλείας εἰς τὸ κρεῖττον ἀποκαταστῆσαι πράγματα καὶ τὸ ἀλλόφυλον ὑποτάξαι, μὴ δυνηθέντα δέ ; Ἀλλ᾽ οὗτος αὖθις κατὰ Παιόνων, οὓς Οὔγγρους καὶ Ούννους φασί, στρατείαν ἐκήρυξε, καὶ τοῖς κατὰ δυσμὴν ἔχουσι τὰς οἰκήσεις ὁπλίταις ἁμάξας ἐπέτα- ξεν ἄγειν εἰς τὸ στρατόπεδον, δι᾿ ὧν καὶ οὗτοι ἐφο- διάσονται τὰ βιώσιμα, καὶ τῷ λοιπῷ δὲ οὕτω συνα ροῦνται στρατεύματι, ὅσοι τοιούτων σκευαγωγημα- των σπανίζειν ήμελλον. Ὡς οὖν εἰς ἕν συνήθροιστο τὰ στρατεύματα, εἶχε καὶ αὐτὸν παρόντα τὸν βασι λέα πόλις ή Σαρδική, ἢ νῦν Τριάδιτζα ὀνομάζεται. Καιρὸν δ᾽ οὐχὶ πολὺν ἐκεῖσε προσμείνας, ἐπεὶ ἵκετο πρεσβεία ἐκ τῶν Παιόνων καὶ λόγοι συμβατικοί, ἑτέραν τραπόμενος πρὸς τὸν τῶν Σέρβων μεταβαί νει σατράπην· καὶ διαθροήσας τοῦτον ὁδοῦ πάρεργον, καὶ πείσας αὐτὸν μόνον εἰδέναι βασιλέα καὶ δεδιέναι, τῶν δὲ μετὰ τῶν Οὔννων ἀφεστάναι σπονδῶν, πρὸς μὲν τὰ οἰκεῖα ἤθη τὸ πολὺ τῆς στρατιᾶς διαφῆκεν, αὐτὸς δὲ τὴν Θετταλῶν καταλαβὼν ἐπαρχίαν, κἀκεῖ προσδιατρίψας ἐφ' ὅσον αὐτῷ ἐδόκει καίριον, τὴν βασιλίδα εἴσεισιν πόλιν. η Ηλίου δ᾽ ἄρτι τὰς χειμερινὰς τροπάς παρελαύ- νοντος εἰς Πελαγονίαν ἔξεισιν αὖθις, ὁρμητήριον αὐτὴν κρίνων ἱκανὸν ὑποδέξασθαι στρατόπεδον εἰς πεδία ἱππήλατα ὑπτιάζουσαν, καὶ πρὸς τὰς πεύσεις εὖ ἔχειν καὶ τὴν τῶν δρωμένων κατάληψιν ὑπὸ τῶν ἐθνῶν μεθ' ὧν ἀντεπαλαμᾶτο καὶ διεφέρετο· ἔτι γὰρ καὶ Σικελίαν μεθείλκον αὐτὸν καὶ ὑπέθραττον, τὰ μήτω κατασιγασθέντα τέλεον, καὶ ὁ τῶν Ούννων τὴν ἀρχὴν ἐξωσμένος πρὸς ξιφουλκίαν ἔβλεπεν, ὡς ἔδειξεν ἐξ ὧν ἔδρασεν. Ἐπειδὴ γὰρ παρελύθη τῆς δουκικῆς ἀρχῆς Βρανιτζόβης καὶ Βελεγράφων ὁ Κομνηνός Ανδρόνικος, ὁ καὶ ὕστερον τυραννεύσας Ρωμαίων, οἷα κρύβδη κατά Ρωμαίων, ὡς ᾔδετο, τοῖς Παίοσι συντιθέμενος καὶ περὶ τοῦ παραλυθῆ- και μὲν τὸν Μανουὴλ τῆς ἀρχῆς, αὐτὸν δ' ἐπιβήτορα ταύτης γενέσθαι τῷ τούτων κοινολογούμενος ἄρχοντα, καὶ μετάπεμπτον τοῦτον εἶχεν εὐθὺς ἡ Πελαγονία, ὁπόσα μὴ εὐθὺν ἐκεῖνον εἰς τὸν ἐξάδελφον καὶ βασι λέα διήλεγχον, κἀκεῖθεν ἡ πόλις ἀναπεμπόμενον DE MANUELE COMNENO LIB. III. LIBER TERTIUS RERUM A MANUELE COMNENO GESTARUM. bria fuit exitus ; quæ quamvis splendida et sun- ptuosa, tamen nihil fructus Romanis aut secuturis imperatoribus imitatu dignum attulerunt. Sed quid dicamus de viro qui tanta studio, quam- vis infelici conatu, in imperium in integrum resti- tuendum et Barbaros subigendos incubuit? Inde expeditione contra Pæones, qui et lungari et Hunni appellantur, indicta, Occidentales legiones currus in castra adducere jubet, quibus et sibi ipsis com- meatum adveherent et cæteris, qui vehiculis care- rent, suppeditarent. Cum exercitus convenissent, ipse quoque Sardicam,quæ nunc Triadiza vocatur, venit. Ubi non diu commoratus, cum Pæones per legatos pacem fecissent, iter contra Serviorum satrapam convertit. Quo obiter territo et persuaso ut omisso fœdere Hunnico solum imperatorem agnosceret et formidaret, magna copiarum parte dimissa in provinciam Thessaliam profectus, ibique quandiu opportunum videbatur commoratus,impe- ratricem urbem ingreditur. B C D Post solstitium hibernum rursus Pelago- niam exit, quæ quod patentes campos haberet, apta ei videbatur et ad exercitum capiendum et ad nuntios rerum quæ a gentibus, quibuscum pu- gnabat, gerentur accipiendos. Nam Siculo bello adhuc distinebatur non plane sopito; et Hungaro- rum princeps, ut facta ejus declararunt, bellum molio- batur. Postquam enim Andronicus Comnenus, qui post Romanorum tyrannidem invasit, ducatu Bra- nizɩbæ et Belligradi adempto, quod cum Hunnis contra Romanos conspirasse et imperium Manuele dejecto auxilio principis flunnorum sibi vindicare velle ferebatur, Pelagonian accersitus, et insidia- rum quss imperatori et consobrino suo strueret convictue, et in custodiam quandam magni palatii datus fuil, Hunnorum princeps bello Romanis sta- tim illato Branizobam obsidet, et late omnia incur- sionibus pro sua libidine vastat. Quare imperator chartularium, Basilium Zinzilucem, ducem contra 3. Τοιοῦτον μὲν οὖν εἰλήφει πέρας τὰ κατὰ Σικε- Α 1. Hic certaminum Manuelis in Sicilia et Cala
PG 139:439ᾧ γὰρ πάρεστί φησι τὸ κρατεῖν, τούτῳ καὶ αἱ δωρεαὶ φιλοῦσιν ἐπιξενίζεσθαι, ἵνα μὴ πλεῖον ᾖ τὸ νικᾶν, ἐπειδὴ καὶ τὰ φλεγμαίνοντα τῶν νοσημάτων τὰς νοσοκομίας ἐπισπῶνται πλείονας, ἵνα ἀντισπῶνται καὶ σταῖεν τὰ πρόσω νεμόμενα. Οὐδ’ ὁ Μανουὴλ μέντοι ἐπὶ τούτοις ἡσυχίαν ἠσπάσατο, ἀλλὰ πρῶτα μὲν διὰ τοῦ Τζικανδήλη Βασιλείου, εἶτα καὶ διὰ τοῦ Ἀγγέλου Μιχαὴλ τοῖς Τούρκοις ἐπέθετο, ὅσοι πολυθρέμμονες ὄντες ἀναδιφῶσι πόας τὰς λειμωνίτιδας καὶ τούτων ἕνεκα τῶν οἰκείων ἠθῶν ἀπανιστάμενοι παγγενῆ τὰ Ῥωμαίων ἐπεισίασιν ὅρια. οὗτοι γὰρ ἐς λόχους τὸ τῶν στρατοπέδων συντάξαντες εὔζωνον καὶ μεθ’ ἑαυτῶν παραλαβόντες ἐξῄεσαν. ἀμείνω δὲ τὴν νύκτα κρίναντες εἰς τὴν τῶν ἐναντίων ἐπίθεσιν, σύνθημα δεδώκασι τῷ στρατῷ ἐν τῷ κατὰ σκότον συμπλέκεσθαι τοῖς Τούρκοις ἀναφωνεῖν σίδηρος, ὡς εἴη αὐτοῖς οὕτως ἀντιπαρέρχεσθαι μὲν τὸ ὁμόφυλον ὡς ὁμόφωνον, τὸ δὲ σιγῇ ἐπιὸν καίνοιεν ὡς ἀλλόγλωττον. καὶ τοῦτο δι’ ὅλης τῆς τότε συμπλοκῆς ἐπιφωνούμενον διέστελλε τὰ γένη καί, τὸ τοῦ Δαυίδ, ὡς σίδηρος τὰς τῶν Περσῶν ψυχὰς διήρχετο.
Α δέσμιον καὶ ἐν μιᾷ τῶν τοῦ μεγάλου παλατίου φρου ρῶν καθειργνύμενον τὸν κατὰ Ῥωμαίων εὐθὺς ὁ Οὐννάρχης ἐξέφερε πόλεμον, καὶ ἦν πολιορκών Βρα- νίτζοβαν καὶ κατατρέχων τὰ ἐκεῖ πάντα, λεηλατών τε καὶ ἄγων ὡς ᾔρητο. Στέλλεται γοῦν παρὰ βασι λέως στρατηγός κατ' αὐτοῦ ὁ χαρτουλάριος Βασίλειος ὁ Τζιντζιλούκης. Καὶ ὃς τὰς συνειλεγμένας δυ- νάμεις παραλαβὼν καὶ εἰς τάξεις καταστήσας και φάλαγγας, καὶ δόξας ἄξιον νίκης ἔχειν στρατὸν, τοῖς Ούγγροις συμπλέκεται. Καὶ πρὸς βραχὺ μὲν κατη γωνίσατο τὸ πολέμιον· ἐπαναστραφὲν δὲ ὡς ἀσυν τάκτως ὑπὸ Ῥωμαίων καταδιωκόμενον [Ρ. 68], δ' πέπονθεν ἔδρασε γενναιότερον. Βασιλεὺς τοίνυν, ἐνωτισάμενος ταῦτα, τὴν ἐκεῖσε πορείαν ἐπέτεινεν, εἴ πως οἱ Παίονες πρὸς τὴν αὐτοῦ διαταραχθέντες ἄφιξιν τῶν ἐκεῖθι χωρῶν ἀπανασταῖεν· δ καὶ ἦσαν διαπραξάμενοι, συμβιβασθέντες μετὰ τοῦ βασιλέως, ὡς ὁ καιρὸς τότε ἔδωκεν, Αὐτὸς δὲ, ὡς εἶχε τὰ κατὰ Βρανίτζοβαν καὶ Βέλγραδα καταστησάμενος πράγματα, εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν μετασκηνοί. Οὐκοῦν καὶ τῶν δυσμικῶν ἐχθρῶν ἠρεμησάντων ἐπὶ βραχὺ δι' ὁμολογίας και φιλιώσεως, καὶ μηδένα έχων τῷ τέως ἀνθέλκοντα ἐξ ἑσπέρας ἀντίμαχον ἀξιόμαχον, κυροῦ τὴν εἰς ᾿Αρμενίαν ἀνάβασιν. Απά ρας οὖν ἐς Ταρσὸν καὶ ἀφιγμένος εἰς ῾Αδαναν καὶ ὅσα τῇ κάτω ᾿Αρμενία προσχωρα, καὶ ταῦτα κακο- δαιμονοῦντα ὑπὸ τοῦ Τορούση διαβάλψας καὶ ἀσφα λείας τῆς θεούσης ἠξιωκώς, καὶ καταπλήξας τῷ παρ ουσίᾳ τὸν οὐχ ἁπλοῦν τὴν γνώμην, ἀλλὰ κρυψίνουν καὶ ὕφαλον ᾿Αρμένιον, σχάζει τὸ πρόθυμον, οὐδὲ περὶ τῆς ὅλης ᾿Αρμενίας διαγωνίζεται, τὸν οἰκεῖον πατέρα ἐζηλωκώς, ἢ γοῦν ὅσα ἐκεῖνος ὑπηγάγετο φρούρια πολεμῶν, ταῦτα ὡς ἐκ φάρυγγος λύκου ποιμὴν λοβὸν ἢπατος προσαπαιτῶν καὶ λαμβάνων ἐκ τοῦ τῶν ᾿Αρμενίων κατάρχοντος· ἀλλὰ τῇ διπλόῃ καὶ ἀπάτῃ τῶν λόγων του Τορούση, φενακισθεὶς καὶ τῇ αἱμα λίᾳ τῶν συνθηκῶν ἁπαλυνθεὶς τὴν διάνοιαν, τὰ χολινὰ μεταστρέψας εἰς Αντιόχειαν παραγίνεται, τὴν τῆς ἁπά σης Συρίας προκαθημένην καλλίπολιν. β'. Ὄντι δὲ κατὰ Ταρσόν τῷ βασιλεῖ Μανουήλ ή τοῦ ἐξαδέλφου Ανδρονίκου ἐκ τῆς φυλακῆς φυγή καταγγέλλεται, ἧς τὸ αἴτιον καὶ ὅσα μὲν ἐβρέθη ἄνωθεν, οὐδὲν δὲ ἧττον τὸ ἐλευθεροστομεῖν ἀεὶ καὶ τὸ τῇ ἑώμῃ τῶν πολλῶν διαφέρειν καὶ ἡ εὖ ἔχουσα πλάσις τοῦ σώματος ἀξία οὖσα τυραννεῖν καὶ τὸ τοῦ φρονήματος ἀταπείνωτον, ἄ δὴ πάντα πεφύκασιν οἱ κρατοῦντες ὑποβλέπειν καὶ κνίζον ἔχειν καὶ ἕως καρδίας αὐτῆς βάλλοντα διὰ τὸ περὶ τὴν βασιλείαν περιδεές. Διὰ ταῦτα τοίνυν, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ ἐν μέσ χαις ἐνδέξιον καὶ τὸ τοῦ γένους ἐπίσημον (ἐκ γὰρ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς (77) 'Αλεξίου τοῦ τῷ Μανουὴλ προπάτορος δ τε τούτου πατὴρ ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης. καὶ ὁ τοῦ ᾿Ανδρονίκου γενέτης ὁ σεβαστοκράτωρ προήλθοσαν Ἰσαάκιος) ὀφθαλμοβολούμενος ἦν καὶ ὕποπτος μάλιστα. Συνέβη δέ τι καὶ ἕτερον δι' δ τοῦ τον ἐν φρουρᾷ συνεῖχεν ὁ Μανουήλ. Τῷ βασιλεῖ τού τῳ τρεῖς ἦσαν ὁμαίμονες, Αλέξιος, Ανδρόνικος καὶ - ὁ πολλάκις ῥηθεὶς Ἰσαάκιος. Τούτων οἱ μὲν δύο το ζῆν μετήλλαξαν ἔτι τοῖς ζῶσι κατειλεγμένου τοῦ NICETE CHONIATÆ eos mittit. Is milite in cohortes et phalanges descripto, cum se invictum exercitum habere pu- taret, Hungaros adortus, victoriam non diuturnam est adeptus nam hostes in Romanos temere per- sequentes conversi acceptam cladem illustriore victoria pensarunt. Quo imperator audito iter eo- dem intendit, ut Pæones suo adventu territi pro- vinciis illis cederent. Quod cum fecissent, iis con- ditionibus bello composito quas tempus ferebat, Branizobæ et Belligradi rebus constitutis domum redit. Cum hoster paulisper conquiescent nec ullius B opes in Occidente metuendæ viderentur, expedi- tionem in Armeniam decernit. Tarsum igitur et Adanam profectus, et finitimis, inferioris Armeniæ locis, quæ Toruses affixeral, refccillalis ac firina- tis, et Armenio, viro non simplici, sed occulli et insidiosi ingenii homine, sua præsentia territo, non ulterius progreditur, nec, ut pater ipsius fe- cerat, tolam Armeniam sibi vindicat, nec castra et provincias pridem ab illo occupatas velu- ti e lupi faucibus eripit: sed Torusis fallaci blan- diloquentia deceptus et fœderis illecebris irretitus, conversis frœnis Antiochiam totius Syriæ princi- pem et pulcherrimam urbem ingreditur. fuga o carcere illi nuntiatur; cujus illi causa fu- erant ea quæ supra diximus, sed tamen illa quo- que incommodarunt, quod in dicendo liber et viri- bus præstans et forma digna imperio præditus nunquam animum submittebat: quæ res omnes imperatoribus regni amittendi metu suspecta et molestæ esse consueverunt. Propter hæc igitur et bellicam virtutem et generis nobililalem (nam eo- dem patre Alexio Joannes Manuelis et Andronici pater Isaacius sebastocrator nati erant) maxime observabatur et suspectus habebatur. Accessit alia quoque causa cur a Manuele in custodia haberetur. Imperatori huic tres fuere fratres, Alexios Andro- nicus et is cujus sape facta est mentio, Isaacius, quorum duo obierunt patre adhuc superstite. Alexius unam reliquit tiliam, quam matri- monio sibi junxit magni domestici Joannis filius Alexius, de quibus etiam supra diximus. Andro- nicus filias tres suscepit, Mariam, Theodoram et Hier. Wolfii notæ. D Joannes Andronicus Eudocia Alexius fratres patrueles Isaacius Andronicus incesti 2. Dum vero Tarai agebat, Andronici patruelis C (77) Ἐκ γὰρ τοῦ αὐτοῦ πατρός. Εudocia tertio gradu attigit Andronicum, hoc modo :
μετὰ δὲ πολὺν ὀψέ ποτε φόνον οἱ Τοῦρκοι συνέντες, ὃ βούλεται τὸ ἀνὰ στόμα Ῥωμαίοις κείμενον, ξυνῳδὰ καὶ αὐτοὶ ἐφθέγγοντο, ἕως τῆς νυκτὸς διαγενομένης ἀπ’ ἀλλήλων διέστησαν τὰ στρατεύματα. Πολλαὶ μὲν οὖν ἐκδρομαὶ τὸ τηνικαῦτα καιροῦ τῷ βασιλεῖ τούτῳ κατὰ τῶν Τούρκων ἐγένοντο καὶ παρὰ τούτων αὖθις Ῥωμαίοις ἐπιξυνέστησαν· παρῆκα δὲ τούτων ὅσαι σὺν τῷ μὴ ἀξιαφήγητόν τι κεκτῆσθαι καὶ κόρον τοῖς φιληκόοις ἐμποιήσειν ἤμελλον, οἷα τὰ πολλὰ εἰς ταὐτὰ τὴν ἱστορίαν ἐπαναστρέφουσαι καὶ μηδέν τι παρεξηλλαχὸς εἰς τὴν διήγησιν ἔχουσαι. ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ Ἐπάνειμι δ’ αὖθις ἐπὶ τὰ Παιονικά, σαφηνείας δ’ ἕνεκα τοῦ ἱστορεῖν προαναβαλοῦμαι ταυτί. τῷ τότε ἄρχοντι τῶν Οὔννων Ἰατζᾷ δύο ἦσαν ὁμαίμονες, Στέφανός τε καὶ Βλαδίσθλαβος, καὶ παῖδες Στέφανος καὶ Βελᾶς. τῶν ἀδελφῶν τοίνυν ὁ Στέφανος τὰς ὁμογνίους ἐκφυγὼν χεῖρας κατ’ αὐτοῦ φονώσας τὴν Κωνσταντίνου κατέλαβε, καὶ προσδεχθεὶς ἀσπασίως τῷ αὐτοκράτορι Μανουὴλ ἄλλης τε φιλοφροσύνης ὡς πλείστης ηὐμοίρησεν, ἀλλὰ δὴ καὶ Μαρίαν ἔγημε τὴν τούτου ἀνεψιάν, ἣν ὁ σεβαστοκράτωρ ἐφύτευσεν Ἰσαάκιος.
Α δέσμιον καὶ ἐν μιᾷ τῶν τοῦ μεγάλου παλατίου φρου ρῶν καθειργνύμενον τὸν κατὰ Ῥωμαίων εὐθὺς ὁ Οὐννάρχης ἐξέφερε πόλεμον, καὶ ἦν πολιορκών Βρα- νίτζοβαν καὶ κατατρέχων τὰ ἐκεῖ πάντα, λεηλατών τε καὶ ἄγων ὡς ᾔρητο. Στέλλεται γοῦν παρὰ βασι λέως στρατηγός κατ' αὐτοῦ ὁ χαρτουλάριος Βασίλειος ὁ Τζιντζιλούκης. Καὶ ὃς τὰς συνειλεγμένας δυ- νάμεις παραλαβὼν καὶ εἰς τάξεις καταστήσας και φάλαγγας, καὶ δόξας ἄξιον νίκης ἔχειν στρατὸν, τοῖς Ούγγροις συμπλέκεται. Καὶ πρὸς βραχὺ μὲν κατη γωνίσατο τὸ πολέμιον· ἐπαναστραφὲν δὲ ὡς ἀσυν τάκτως ὑπὸ Ῥωμαίων καταδιωκόμενον [Ρ. 68], δ' πέπονθεν ἔδρασε γενναιότερον. Βασιλεὺς τοίνυν, ἐνωτισάμενος ταῦτα, τὴν ἐκεῖσε πορείαν ἐπέτεινεν, εἴ πως οἱ Παίονες πρὸς τὴν αὐτοῦ διαταραχθέντες ἄφιξιν τῶν ἐκεῖθι χωρῶν ἀπανασταῖεν· δ καὶ ἦσαν διαπραξάμενοι, συμβιβασθέντες μετὰ τοῦ βασιλέως, ὡς ὁ καιρὸς τότε ἔδωκεν, Αὐτὸς δὲ, ὡς εἶχε τὰ κατὰ Βρανίτζοβαν καὶ Βέλγραδα καταστησάμενος πράγματα, εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν μετασκηνοί. Οὐκοῦν καὶ τῶν δυσμικῶν ἐχθρῶν ἠρεμησάντων ἐπὶ βραχὺ δι' ὁμολογίας και φιλιώσεως, καὶ μηδένα έχων τῷ τέως ἀνθέλκοντα ἐξ ἑσπέρας ἀντίμαχον ἀξιόμαχον, κυροῦ τὴν εἰς ᾿Αρμενίαν ἀνάβασιν. Απά ρας οὖν ἐς Ταρσὸν καὶ ἀφιγμένος εἰς ῾Αδαναν καὶ ὅσα τῇ κάτω ᾿Αρμενία προσχωρα, καὶ ταῦτα κακο- δαιμονοῦντα ὑπὸ τοῦ Τορούση διαβάλψας καὶ ἀσφα λείας τῆς θεούσης ἠξιωκώς, καὶ καταπλήξας τῷ παρ ουσίᾳ τὸν οὐχ ἁπλοῦν τὴν γνώμην, ἀλλὰ κρυψίνουν καὶ ὕφαλον ᾿Αρμένιον, σχάζει τὸ πρόθυμον, οὐδὲ περὶ τῆς ὅλης ᾿Αρμενίας διαγωνίζεται, τὸν οἰκεῖον πατέρα ἐζηλωκώς, ἢ γοῦν ὅσα ἐκεῖνος ὑπηγάγετο φρούρια πολεμῶν, ταῦτα ὡς ἐκ φάρυγγος λύκου ποιμὴν λοβὸν ἢπατος προσαπαιτῶν καὶ λαμβάνων ἐκ τοῦ τῶν ᾿Αρμενίων κατάρχοντος· ἀλλὰ τῇ διπλόῃ καὶ ἀπάτῃ τῶν λόγων του Τορούση, φενακισθεὶς καὶ τῇ αἱμα λίᾳ τῶν συνθηκῶν ἁπαλυνθεὶς τὴν διάνοιαν, τὰ χολινὰ μεταστρέψας εἰς Αντιόχειαν παραγίνεται, τὴν τῆς ἁπά σης Συρίας προκαθημένην καλλίπολιν. β'. Ὄντι δὲ κατὰ Ταρσόν τῷ βασιλεῖ Μανουήλ ή τοῦ ἐξαδέλφου Ανδρονίκου ἐκ τῆς φυλακῆς φυγή καταγγέλλεται, ἧς τὸ αἴτιον καὶ ὅσα μὲν ἐβρέθη ἄνωθεν, οὐδὲν δὲ ἧττον τὸ ἐλευθεροστομεῖν ἀεὶ καὶ τὸ τῇ ἑώμῃ τῶν πολλῶν διαφέρειν καὶ ἡ εὖ ἔχουσα πλάσις τοῦ σώματος ἀξία οὖσα τυραννεῖν καὶ τὸ τοῦ φρονήματος ἀταπείνωτον, ἄ δὴ πάντα πεφύκασιν οἱ κρατοῦντες ὑποβλέπειν καὶ κνίζον ἔχειν καὶ ἕως καρδίας αὐτῆς βάλλοντα διὰ τὸ περὶ τὴν βασιλείαν περιδεές. Διὰ ταῦτα τοίνυν, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ ἐν μέσ χαις ἐνδέξιον καὶ τὸ τοῦ γένους ἐπίσημον (ἐκ γὰρ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς (77) 'Αλεξίου τοῦ τῷ Μανουὴλ προπάτορος δ τε τούτου πατὴρ ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης. καὶ ὁ τοῦ ᾿Ανδρονίκου γενέτης ὁ σεβαστοκράτωρ προήλθοσαν Ἰσαάκιος) ὀφθαλμοβολούμενος ἦν καὶ ὕποπτος μάλιστα. Συνέβη δέ τι καὶ ἕτερον δι' δ τοῦ τον ἐν φρουρᾷ συνεῖχεν ὁ Μανουήλ. Τῷ βασιλεῖ τού τῳ τρεῖς ἦσαν ὁμαίμονες, Αλέξιος, Ανδρόνικος καὶ - ὁ πολλάκις ῥηθεὶς Ἰσαάκιος. Τούτων οἱ μὲν δύο το ζῆν μετήλλαξαν ἔτι τοῖς ζῶσι κατειλεγμένου τοῦ NICETE CHONIATÆ eos mittit. Is milite in cohortes et phalanges descripto, cum se invictum exercitum habere pu- taret, Hungaros adortus, victoriam non diuturnam est adeptus nam hostes in Romanos temere per- sequentes conversi acceptam cladem illustriore victoria pensarunt. Quo imperator audito iter eo- dem intendit, ut Pæones suo adventu territi pro- vinciis illis cederent. Quod cum fecissent, iis con- ditionibus bello composito quas tempus ferebat, Branizobæ et Belligradi rebus constitutis domum redit. Cum hoster paulisper conquiescent nec ullius B opes in Occidente metuendæ viderentur, expedi- tionem in Armeniam decernit. Tarsum igitur et Adanam profectus, et finitimis, inferioris Armeniæ locis, quæ Toruses affixeral, refccillalis ac firina- tis, et Armenio, viro non simplici, sed occulli et insidiosi ingenii homine, sua præsentia territo, non ulterius progreditur, nec, ut pater ipsius fe- cerat, tolam Armeniam sibi vindicat, nec castra et provincias pridem ab illo occupatas velu- ti e lupi faucibus eripit: sed Torusis fallaci blan- diloquentia deceptus et fœderis illecebris irretitus, conversis frœnis Antiochiam totius Syriæ princi- pem et pulcherrimam urbem ingreditur. fuga o carcere illi nuntiatur; cujus illi causa fu- erant ea quæ supra diximus, sed tamen illa quo- que incommodarunt, quod in dicendo liber et viri- bus præstans et forma digna imperio præditus nunquam animum submittebat: quæ res omnes imperatoribus regni amittendi metu suspecta et molestæ esse consueverunt. Propter hæc igitur et bellicam virtutem et generis nobililalem (nam eo- dem patre Alexio Joannes Manuelis et Andronici pater Isaacius sebastocrator nati erant) maxime observabatur et suspectus habebatur. Accessit alia quoque causa cur a Manuele in custodia haberetur. Imperatori huic tres fuere fratres, Alexios Andro- nicus et is cujus sape facta est mentio, Isaacius, quorum duo obierunt patre adhuc superstite. Alexius unam reliquit tiliam, quam matri- monio sibi junxit magni domestici Joannis filius Alexius, de quibus etiam supra diximus. Andro- nicus filias tres suscepit, Mariam, Theodoram et Hier. Wolfii notæ. D Joannes Andronicus Eudocia Alexius fratres patrueles Isaacius Andronicus incesti 2. Dum vero Tarai agebat, Andronici patruelis C (77) Ἐκ γὰρ τοῦ αὐτοῦ πατρός. Εudocia tertio gradu attigit Andronicum, hoc modo :
μετὰ δὲ βραχὺ καὶ ὁ τῶν ἀδελφῶν τρίτος Βλαδίσθλαβος κατ’ ἴχνια βαίνων τῷ Στεφάνῳ τῷ Μανουὴλ προσεχώρησεν, οὐ τοσοῦτον Ἰατζᾶ καταγνοὺς ὡς μὴ φιλοῦντος ὅσον εἰκὸς ἢ ἐξ ἐκείνου ἐπιβουλὴν πτοηθείς, ὅσον τῇ τοῦ ἀδελφοῦ Στεφάνου φήμῃ γοητευθεὶς καὶ πρὸς αὐτὸν τὴν πορείαν τεινάμενος. τῷ τοι οὐδ’ αὐτὸς ἐξέπεσε τῶν ἐλπίδων ἢ ἀναξίως τοῦ γένους τῷ βασιλεῖ προσείληπται, ἀλλὰ πάντα οἱ ἀπηντήκει κατὰ σκοπόν. καὶ γυναῖκα δὲ ἢν ἠβούλετο ἀγαγέσθαι, καὶ ταύτην ἐκ βασιλείου ἔγημεν ἂν αἵματος, ἀλλὰ γάμου μὲν ἀπέσχετο, ἵνα μὴ τῆς ἐς πατρίδα λαθόμενος ἐπανόδου τὰ οἴκοι διαφθερεῖ, τῷ λωτῷ τῆς γυναικὸς προσηλούμενος. Ἀλλ’ οἷα τὰ ἐπὶ τούτοις; τελευτᾷ ὁ τῶν Οὔννων ῥὴξ Ἰατζᾶς, καὶ ὁ θάνατος ἥμερος, τῆς φύσεως ὃ ἐνέτεινε βάρβιτον ὑποχαλασάσης τῆς ἁρμονίας καὶ λυσάσης πρὸς ἃ καὶ ἐξ ὧν συντέθειται. ἡ δ’ ἀρχὴ ἐπὶ τὸν ἐκείνου διαβαίνει παῖδα τὸν Στέφανον.
Α δέσμιον καὶ ἐν μιᾷ τῶν τοῦ μεγάλου παλατίου φρου ρῶν καθειργνύμενον τὸν κατὰ Ῥωμαίων εὐθὺς ὁ Οὐννάρχης ἐξέφερε πόλεμον, καὶ ἦν πολιορκών Βρα- νίτζοβαν καὶ κατατρέχων τὰ ἐκεῖ πάντα, λεηλατών τε καὶ ἄγων ὡς ᾔρητο. Στέλλεται γοῦν παρὰ βασι λέως στρατηγός κατ' αὐτοῦ ὁ χαρτουλάριος Βασίλειος ὁ Τζιντζιλούκης. Καὶ ὃς τὰς συνειλεγμένας δυ- νάμεις παραλαβὼν καὶ εἰς τάξεις καταστήσας και φάλαγγας, καὶ δόξας ἄξιον νίκης ἔχειν στρατὸν, τοῖς Ούγγροις συμπλέκεται. Καὶ πρὸς βραχὺ μὲν κατη γωνίσατο τὸ πολέμιον· ἐπαναστραφὲν δὲ ὡς ἀσυν τάκτως ὑπὸ Ῥωμαίων καταδιωκόμενον [Ρ. 68], δ' πέπονθεν ἔδρασε γενναιότερον. Βασιλεὺς τοίνυν, ἐνωτισάμενος ταῦτα, τὴν ἐκεῖσε πορείαν ἐπέτεινεν, εἴ πως οἱ Παίονες πρὸς τὴν αὐτοῦ διαταραχθέντες ἄφιξιν τῶν ἐκεῖθι χωρῶν ἀπανασταῖεν· δ καὶ ἦσαν διαπραξάμενοι, συμβιβασθέντες μετὰ τοῦ βασιλέως, ὡς ὁ καιρὸς τότε ἔδωκεν, Αὐτὸς δὲ, ὡς εἶχε τὰ κατὰ Βρανίτζοβαν καὶ Βέλγραδα καταστησάμενος πράγματα, εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν μετασκηνοί. Οὐκοῦν καὶ τῶν δυσμικῶν ἐχθρῶν ἠρεμησάντων ἐπὶ βραχὺ δι' ὁμολογίας και φιλιώσεως, καὶ μηδένα έχων τῷ τέως ἀνθέλκοντα ἐξ ἑσπέρας ἀντίμαχον ἀξιόμαχον, κυροῦ τὴν εἰς ᾿Αρμενίαν ἀνάβασιν. Απά ρας οὖν ἐς Ταρσὸν καὶ ἀφιγμένος εἰς ῾Αδαναν καὶ ὅσα τῇ κάτω ᾿Αρμενία προσχωρα, καὶ ταῦτα κακο- δαιμονοῦντα ὑπὸ τοῦ Τορούση διαβάλψας καὶ ἀσφα λείας τῆς θεούσης ἠξιωκώς, καὶ καταπλήξας τῷ παρ ουσίᾳ τὸν οὐχ ἁπλοῦν τὴν γνώμην, ἀλλὰ κρυψίνουν καὶ ὕφαλον ᾿Αρμένιον, σχάζει τὸ πρόθυμον, οὐδὲ περὶ τῆς ὅλης ᾿Αρμενίας διαγωνίζεται, τὸν οἰκεῖον πατέρα ἐζηλωκώς, ἢ γοῦν ὅσα ἐκεῖνος ὑπηγάγετο φρούρια πολεμῶν, ταῦτα ὡς ἐκ φάρυγγος λύκου ποιμὴν λοβὸν ἢπατος προσαπαιτῶν καὶ λαμβάνων ἐκ τοῦ τῶν ᾿Αρμενίων κατάρχοντος· ἀλλὰ τῇ διπλόῃ καὶ ἀπάτῃ τῶν λόγων του Τορούση, φενακισθεὶς καὶ τῇ αἱμα λίᾳ τῶν συνθηκῶν ἁπαλυνθεὶς τὴν διάνοιαν, τὰ χολινὰ μεταστρέψας εἰς Αντιόχειαν παραγίνεται, τὴν τῆς ἁπά σης Συρίας προκαθημένην καλλίπολιν. β'. Ὄντι δὲ κατὰ Ταρσόν τῷ βασιλεῖ Μανουήλ ή τοῦ ἐξαδέλφου Ανδρονίκου ἐκ τῆς φυλακῆς φυγή καταγγέλλεται, ἧς τὸ αἴτιον καὶ ὅσα μὲν ἐβρέθη ἄνωθεν, οὐδὲν δὲ ἧττον τὸ ἐλευθεροστομεῖν ἀεὶ καὶ τὸ τῇ ἑώμῃ τῶν πολλῶν διαφέρειν καὶ ἡ εὖ ἔχουσα πλάσις τοῦ σώματος ἀξία οὖσα τυραννεῖν καὶ τὸ τοῦ φρονήματος ἀταπείνωτον, ἄ δὴ πάντα πεφύκασιν οἱ κρατοῦντες ὑποβλέπειν καὶ κνίζον ἔχειν καὶ ἕως καρδίας αὐτῆς βάλλοντα διὰ τὸ περὶ τὴν βασιλείαν περιδεές. Διὰ ταῦτα τοίνυν, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ ἐν μέσ χαις ἐνδέξιον καὶ τὸ τοῦ γένους ἐπίσημον (ἐκ γὰρ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς (77) 'Αλεξίου τοῦ τῷ Μανουὴλ προπάτορος δ τε τούτου πατὴρ ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης. καὶ ὁ τοῦ ᾿Ανδρονίκου γενέτης ὁ σεβαστοκράτωρ προήλθοσαν Ἰσαάκιος) ὀφθαλμοβολούμενος ἦν καὶ ὕποπτος μάλιστα. Συνέβη δέ τι καὶ ἕτερον δι' δ τοῦ τον ἐν φρουρᾷ συνεῖχεν ὁ Μανουήλ. Τῷ βασιλεῖ τού τῳ τρεῖς ἦσαν ὁμαίμονες, Αλέξιος, Ανδρόνικος καὶ - ὁ πολλάκις ῥηθεὶς Ἰσαάκιος. Τούτων οἱ μὲν δύο το ζῆν μετήλλαξαν ἔτι τοῖς ζῶσι κατειλεγμένου τοῦ NICETE CHONIATÆ eos mittit. Is milite in cohortes et phalanges descripto, cum se invictum exercitum habere pu- taret, Hungaros adortus, victoriam non diuturnam est adeptus nam hostes in Romanos temere per- sequentes conversi acceptam cladem illustriore victoria pensarunt. Quo imperator audito iter eo- dem intendit, ut Pæones suo adventu territi pro- vinciis illis cederent. Quod cum fecissent, iis con- ditionibus bello composito quas tempus ferebat, Branizobæ et Belligradi rebus constitutis domum redit. Cum hoster paulisper conquiescent nec ullius B opes in Occidente metuendæ viderentur, expedi- tionem in Armeniam decernit. Tarsum igitur et Adanam profectus, et finitimis, inferioris Armeniæ locis, quæ Toruses affixeral, refccillalis ac firina- tis, et Armenio, viro non simplici, sed occulli et insidiosi ingenii homine, sua præsentia territo, non ulterius progreditur, nec, ut pater ipsius fe- cerat, tolam Armeniam sibi vindicat, nec castra et provincias pridem ab illo occupatas velu- ti e lupi faucibus eripit: sed Torusis fallaci blan- diloquentia deceptus et fœderis illecebris irretitus, conversis frœnis Antiochiam totius Syriæ princi- pem et pulcherrimam urbem ingreditur. fuga o carcere illi nuntiatur; cujus illi causa fu- erant ea quæ supra diximus, sed tamen illa quo- que incommodarunt, quod in dicendo liber et viri- bus præstans et forma digna imperio præditus nunquam animum submittebat: quæ res omnes imperatoribus regni amittendi metu suspecta et molestæ esse consueverunt. Propter hæc igitur et bellicam virtutem et generis nobililalem (nam eo- dem patre Alexio Joannes Manuelis et Andronici pater Isaacius sebastocrator nati erant) maxime observabatur et suspectus habebatur. Accessit alia quoque causa cur a Manuele in custodia haberetur. Imperatori huic tres fuere fratres, Alexios Andro- nicus et is cujus sape facta est mentio, Isaacius, quorum duo obierunt patre adhuc superstite. Alexius unam reliquit tiliam, quam matri- monio sibi junxit magni domestici Joannis filius Alexius, de quibus etiam supra diximus. Andro- nicus filias tres suscepit, Mariam, Theodoram et Hier. Wolfii notæ. D Joannes Andronicus Eudocia Alexius fratres patrueles Isaacius Andronicus incesti 2. Dum vero Tarai agebat, Andronici patruelis C (77) Ἐκ γὰρ τοῦ αὐτοῦ πατρός. Εudocia tertio gradu attigit Andronicum, hoc modo :
PG 139:441ὁ δὲ βασιλεὺς ὡς ἐκ ῥίζης ἀνομοίου φυέν τι κάλλιστον τὸ γεγονὸς ἡγησάμενος, καὶ κατὰ νοῦν ἀναπολήσας, ὡς εἰ πρὸς τὸν ἐπ’ ἀνεψιᾷ γαμβρὸν Στέφανον, ὡς δῆθεν εἰς ἀρχὴν δικαιούμενον, ἡ τῶν Οὔννων μεταβαίη σατράπευσις, σχοίη ἂν τὰ πρῶτα κλέος αὐτός, ἔπειτα ἡ βασιλεία Ῥωμαίων μέρος ἴσως ἐκεῖθεν δασμοῦ, ἐκ τοῦ ἀναντιρρήτου δ’ οὖν ἀσφαλῆ τὴν τοῦ Φραγγοχωρίου καὶ τοῦ Ζευγμίνου κατάσχεσιν, συντείνει τὸ πρόθυμον πρὸς τὴν τῶν σκοπουμένων ἐκπλήρωσιν. Καὶ εἶχεν εὐθὺς τοὺς μὲν πρέσβεις ἡ τῶν Οὔγγρων χώρα, οἵτινες αὐτοῖς καταστάντες ἤμελλον ξυνδιαθέσθαι Στεφάνῳ τὸν τῆς ἀρχῆς στέφανον, μετὰ βραχὺ δὲ αὐτὸν ἡ Σαρδική. Οὖννοι μὲν οὖν καὶ πρὸς τὴν πρώτην ἀκοὴν ἀπεπήδησαν τοῦ Στεφάνου καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν τὴν τούτου προσηγορίαν, καὶ δι’ ἄλλα μὲν ἀποπέμπεσθαι, τοῦτον φάσκοντες, μάλιστα δὲ διὰ τὸ γῆμαι παρὰ Ῥωμαίοις· αὐτοῖς δὲ ἀσύμφορον ὅλως εἶναι προσέσθαι ἄνδρα κατὰ κῆδος τῷ βασιλεῖ Ῥωμαίων συναπτόμενον· ὑποβλέπεσθαι γὰρ μή πως Οὖννοι μὲν ὑπ’ αὐτοῦ βασιλεύωνται, αὐτὸς δὲ ὑπὸ τοῦ τῶν Ῥωμαίων ἄρχηται βασιλεύοντος.
πατρὸς αὐτοῖς καὶ βασιλέως Ἰωάννου τοῦ Κομνηνού, ἐσέλευε δὲ τὰς τοῦ γένους διαδοχὰς ὁ μὲν ᾿Αλέξιος ἐπὶ μια θυγατρί, ἦν καὶ εἰς γαμετὴν γυναῖκα Αρμό- σατο ὁ τοῦ μεγάλου δομεστίκου Ἰωάννου υἱὸς 'Αλέ ξιος, ὧν πέρι καὶ εἰπόντες ἔφθημεν τῷ δ' ᾿Ανδρονί κι θυγατέρες ἐγεγόνεισαν τρεῖς, Μαρία, Θεοδώρα καὶ Εὐδοκία, καὶ υἱοὶ δύο, Ἰωάννης τε καὶ ᾿Αλέξιος. Τῶν θηλειῶν τοίνυν ἡ Εὐδοκία τὸν ἐκ παρθενίας ὀμευνέτην ἀποβαλοῦσα θανάτῳ ἀνοσίως ᾿Ανδρονίκῳ συνήρχετο, οὐ κρύβδην, ἀλλ' ἀνέδην. Καὶ τοῖς ἐπιτι μῶσιν ᾿Ανδρονίκῳ διὰ τὸ τῆς συνουσίας ἀθέμιτον [Ρ. 69] ἡ ἀφ' ἑστίας μίμησις πρόχειρος εἰς ἀπόλο- γον ἦν, καὶ χαριεντιζόμενος ἀνθυπέφερεν ὡς φιλεῖ τὸ ἀρχόμενον ἐξομοιοῦσθαι τῷ ἄρχοντι καὶ τὰ τῆς αὐτῆς ὁμοστοιχεῖ καὶ συνάδει πως κεραμείας, εἰς τὸν ἐξάδελφον ἀποσκώπτων ταῦτα καὶ βασιλέα τὸν Μανουήλ ὡς ὁμοιοπαθέσιν ὑποκύπτοντα πάθεσιν ἢ γοῦν καὶ χείροσιν ἁλισκόμενον, εἴπερ ὁ μὲν ἀδελφοῦ θυγατρί συνουσίαζεν, ὁ δ᾽ ᾿Ανδρόνικος ἐξαδέλφου παιδι συγκατέκειτο. Τὸ γοῦν τοιοῦτον οὔτε τῷ Μανουὴλ ήνδανε καὶ τοὺς ἐκ γένους τῆς γυναικός μαίνεσθα: ἐποίες κατ' ᾿Ανδρονίκου καὶ διαπρίεσθαι ἀτεχνῶς, ἐκ τοῦ πλείονος δὲ τὸν τῆς Εὐδοκίας ομαίμονα Ἰωάν. την, δς τῇ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ καὶ πρωτοβεστιαρίου Επιδροῦτο τιμῇ, καὶ τὸν ἐπ' ἀδελφῇ τῇ Μαρίᾳ ὡσχύο τως γαμβρὸν τὸν Καντακουζηνὸν Ἰωάννην. Πολλαι μὲν οὖν, ὡς εἰκὸς, ἐπιβουλαὶ κατὰ τοῦ ᾿Ανδρονίκου αἱ μὲν ἐνδόμυχοι ἦσαν καὶ σκότιοι τυρευόμεναι, απ δὲ καὶ προδήλως τολυπευόμεναι· ἀλλὰ διέλυε ταύ- τας ὡς ἱστὸν ἀράχνης Ανδρόνικος, καὶ ὡς παιδίων ἐπὶ ψάμμου ἀθύρματα διεσκέδαζεν, ἀνδρίᾳ τε τῇ σφετέρα πίσυνος ὢν καὶ κατὰ σύνεσιν τῶν ἐναντίων ὑπερφέρων πολὺ καὶ ὅσον αἱ ἄλογοι φύσεις τῶν λο γικών ἥττηνται, ὥστε καὶ συμβἂν οὕτω πολλάκις προσπλακεὶς ἐτρέψατο τούτους, τα φίλτρα τῆς Εὐα δοκίας γέρας ἀρνύμενος. Ην δ' ὅτε καὶ αὐτὸς μὲν ἐπὶ σκηνῆς τῇ γυναικὶ κατὰ Πελαγονίαν συνεπλέκετ το, οἱ δὲ καθ' αἷμα τῇ Εὐδοκίᾳ προσήκοντες, περι στάντες τὴν σκηνὴν ὡς τοῦτο ἔγνωσαν, μετὰ συχνῶν ὁπλοφόρων ετήρουν τὴν ἔξοδον ὡς αὐτίκα μάλα τοῦ τον διαχειρισόμενοι. ᾿Αλλ' οὐκ ἔλαβε ταῦτα τὴν Εὐ δεκίαν, καίπερ ἐφ᾽ ἑτέροις τὸν νοῦν ἔχουσαν, εἴτε διαγγελθέντα παρά του τῶν ἐκ τοῦ γένους ἐκείνῃ, ἐφ' ἑτέρως τὸν κατὰ τοῦ φθορέως αὐτῆς λόχον γνω- βίσασα· ἦν γὰρ κἀκείνῃ δραστήριον τὸ φρονεῖν, οὐ μονούν κατά γυναίκας πλουτούσῃ τὴν σύνεσιν. Δια σαφεῖ τοίνυν τῷ ᾿Ανδρονίκῳ συγκατακειμένῳ τὴ ἐπιβουλήν. Ὁ δὲ διαθροηθεὶς ἐπὶ τῷδε τῷ ῥήματ, εξανέθωρέ τε αὐτίκα τῆς κλίνης, καὶ τὴν ἐπιμήκη διαζωσάμενος μάχαιραν διεσκοπεῖτο τὸ ποιητέον. [ μὲν οὖν ὑπετίθει τῷ ἐρωμένῳ γυναικείαν ὑποδύναι στολὴν, κάν τῷ ἐπιτάξαι αὐτήν τινι τῶν προκοίτων και κατευναστριών γυναικῶν λαμπτῆρα εἰσενεγκεῖν τῇ σκηνῇ, πρὸς ὄνομα καλέσασαν, καὶ οὕτως εἰς εξάκουστον ὡς τοῖς ἐλλοχῶσι τὴν ταύτης ἐνηχηθῆναι φυσιν, εὐθέως ἐξελθεῖν καὶ λαθεῖν. Τῷ δὲ οὐκ ἤρε στην ἡ παραίφασις, ἐκτρεπομένῳ μὲν καὶ τὸ ἑλῶναι κατὰ τὸν βασιλέα ἐπισπώμενον τῆς κόμης ἄγεσθαι ἐγεννῶς, καὶ θάνατον δὲ οὐχ ἧττον ύφορωμένῳ τὸν γυ DE MANUELE COMNENO LIB. III. Eudociam ; et flios duos, Joannem et Alexium. Eudocia, defuncto marilo, nefaria consuetudine Andronici non clam sed palam uea esl. Andronicus vero quoties ob incestum reprehendebatur, hanc defensionem per jocum in promptu habebat,solere subditos principum mores imitari, et aquam ex eodem fonte petitam eumdem saporem referre. Quibus verbis imperatorem Manuelem perstringe- bit ut iisdem aut etiam deterioribus affectibus obnoxium, qui cum fratris filiu rem haberet, cm ipse patruelis duntaxat filiamn complecteretur. li sales nec Manueli placebant et mulieris cognatos furore quodam contra Audronicum incendebant, Joannem in primis Eudociæ fratrem, qui protose- basti et protovestiarii dignitatem obtinebat. Joan- B nem item Cantacuzenum, qui sororem illius Ma- riam in matrimonio habebat. Itaque aperta vi et occultis insidiis Andronicus crebro oppetebatur ; quas ut araneæ telas et puerorum ludicra in arena facile dies:pabat, cum fortitudine sua fretus, tum ingenio longe superior adversariis, ut præ illo brutæ pecudes haberi possent; eosque sæpe vim inferentes propulsabat, pericula illa Eudociæ amore abunde pensata ratus. Accidit autem ut cum ad Pelagoniam in taberculo mulieris amplexibus in- dulgeret, Eudociæ cognati cum multis armatis ejus exitum observarent ad cædcm parati : sed ea res Eudociam non fefellit qnanquam aliis cogitatio- nibus intentam, sive a cognatorum aliquo monita, sive alia ratione insidias odorata fuerit, quippe et ipsa acri ingenio et plus quam muliebri prudentia instructa ; insidias igitur accubanti Andronico indi- dicat. Quo verbo ille excitatus e lecto exsilit, et prælongo accinctus gladio quid agendum esset de- liberat. Mulier vero illum monet ut muliebri veste A C indutus, simul ac ipsa cubiculariam clara voce, ut ab insidiatoribus etiam audiatur, lucernam inferre jusserit, statim clam egrediatur. Sed id consilium viro forti non placebat, ne captus deformiter ad imperatorem capillo traheretur metuenti, et muliebrem ac turpem mortem reformidanti. Itaque prælongo ense arrepto, et tabernaculo obliquo ictu dissecto,sæpem quæ forte ante id erat, omne spa- tium quod vectes et funes occupabant, uno ingenti saltu transilit; quo insidiatores obstupefacti illius effugium admirabantur. His rebus Manuel turbatus. D et crebris calumniis ab amore Andronici aversus paulatim crimina illa vera arbitrabatur : neque enim famam omnino esse irritam,quæ talia de illo spargeret. Ita nihil habet natura humana calum- niatrice lingua deterius; quam Psalmographus haud immerito multis in locis detestatur, ab eaque se liberari optat. Manuel igitur cognatorum vocibus lanquam cassibus irretitus, nolens volens Androni- cum in custodiam dat feireis compelibus firmissi- mis vinctum; in qua cum longo tempore male tractaretur, homo audax et in rebus difficillimis ingeniosus animadvertit in turri illa laleri- cia, cui inclusus erat, meatum antiquissimum,
διὰ ταῦτα τοίνυν οὔτε τῷ Στεφάνῳ ἐκεῖσέ πῃ ἀφικομένῳ προσέκειντο καὶ τοὺς κατάγοντας αὐτὸν ἐκ βασιλέως ἀπράκτους ἠφίεσαν. Ἔνθεν τοι καὶ διὰ μείζονος ἰσχύος ἐπιβοηθῆσαι τῷ Στεφάνῳ δεῖν ὁ βασιλεὺς κεκρικὼς αὐτός τε τῆς Σαρδικῆς ἀπάρας ἀφικνεῖται πρὸς τὰ Παρίστρια, λέγω δὴ τὰ κατὰ Βρανίτζοβαν καὶ Βελέγραδα, καὶ τὸν ἀδελφιδοῦν Ἀλέξιον τὸν Κοντοστέφανον συνεκπέμπει τῷ Στεφάνῳ μετὰ ἰσχύος· οἳ καί, ὡς τὸν Χράμον κατέλαβον, ὡς ἐνῆν τὰ πρὸς ἀρχὴν διεπράττοντο, ὑποποιούμενοί τε δώροις τοὺς μέγα παρὰ Παίοσι δυναμένους καὶ κολακείᾳ ὑποφθείροντες καὶ ὑποσχέσεσι μεγίσταις ἐπαίροντες· ἐπέραινον δὲ οὐδὲν ἢ ὅσον τὸν Βλαδίσθλαβον Οὔννους εἰς ἄρχοντα δέξασθαι. ἀλλὰ καὶ τούτου βραχύν τινα χρόνον ἐπιβιώσαντος τῇ ἀρχῇ ἐς τὸν τοῦ Ἰατζᾶ υἱὸν Στέφανον οἱ Οὖννοι πάλιν προσέρρεψαν. ἀλλ’ οὔτε βασιλεὺς πράως ἤνεγκε τὸ γεγονός, καὶ ὁ τοῦ Ἰατζᾶ κασίγνητος Στέφανος βασιλέως συναιρομένου πάντα ἦν μηχανώμενος, εἴ πως τῆς ἀρχῆς ἐπιτεύξεται.
πατρὸς αὐτοῖς καὶ βασιλέως Ἰωάννου τοῦ Κομνηνού, ἐσέλευε δὲ τὰς τοῦ γένους διαδοχὰς ὁ μὲν ᾿Αλέξιος ἐπὶ μια θυγατρί, ἦν καὶ εἰς γαμετὴν γυναῖκα Αρμό- σατο ὁ τοῦ μεγάλου δομεστίκου Ἰωάννου υἱὸς 'Αλέ ξιος, ὧν πέρι καὶ εἰπόντες ἔφθημεν τῷ δ' ᾿Ανδρονί κι θυγατέρες ἐγεγόνεισαν τρεῖς, Μαρία, Θεοδώρα καὶ Εὐδοκία, καὶ υἱοὶ δύο, Ἰωάννης τε καὶ ᾿Αλέξιος. Τῶν θηλειῶν τοίνυν ἡ Εὐδοκία τὸν ἐκ παρθενίας ὀμευνέτην ἀποβαλοῦσα θανάτῳ ἀνοσίως ᾿Ανδρονίκῳ συνήρχετο, οὐ κρύβδην, ἀλλ' ἀνέδην. Καὶ τοῖς ἐπιτι μῶσιν ᾿Ανδρονίκῳ διὰ τὸ τῆς συνουσίας ἀθέμιτον [Ρ. 69] ἡ ἀφ' ἑστίας μίμησις πρόχειρος εἰς ἀπόλο- γον ἦν, καὶ χαριεντιζόμενος ἀνθυπέφερεν ὡς φιλεῖ τὸ ἀρχόμενον ἐξομοιοῦσθαι τῷ ἄρχοντι καὶ τὰ τῆς αὐτῆς ὁμοστοιχεῖ καὶ συνάδει πως κεραμείας, εἰς τὸν ἐξάδελφον ἀποσκώπτων ταῦτα καὶ βασιλέα τὸν Μανουήλ ὡς ὁμοιοπαθέσιν ὑποκύπτοντα πάθεσιν ἢ γοῦν καὶ χείροσιν ἁλισκόμενον, εἴπερ ὁ μὲν ἀδελφοῦ θυγατρί συνουσίαζεν, ὁ δ᾽ ᾿Ανδρόνικος ἐξαδέλφου παιδι συγκατέκειτο. Τὸ γοῦν τοιοῦτον οὔτε τῷ Μανουὴλ ήνδανε καὶ τοὺς ἐκ γένους τῆς γυναικός μαίνεσθα: ἐποίες κατ' ᾿Ανδρονίκου καὶ διαπρίεσθαι ἀτεχνῶς, ἐκ τοῦ πλείονος δὲ τὸν τῆς Εὐδοκίας ομαίμονα Ἰωάν. την, δς τῇ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ καὶ πρωτοβεστιαρίου Επιδροῦτο τιμῇ, καὶ τὸν ἐπ' ἀδελφῇ τῇ Μαρίᾳ ὡσχύο τως γαμβρὸν τὸν Καντακουζηνὸν Ἰωάννην. Πολλαι μὲν οὖν, ὡς εἰκὸς, ἐπιβουλαὶ κατὰ τοῦ ᾿Ανδρονίκου αἱ μὲν ἐνδόμυχοι ἦσαν καὶ σκότιοι τυρευόμεναι, απ δὲ καὶ προδήλως τολυπευόμεναι· ἀλλὰ διέλυε ταύ- τας ὡς ἱστὸν ἀράχνης Ανδρόνικος, καὶ ὡς παιδίων ἐπὶ ψάμμου ἀθύρματα διεσκέδαζεν, ἀνδρίᾳ τε τῇ σφετέρα πίσυνος ὢν καὶ κατὰ σύνεσιν τῶν ἐναντίων ὑπερφέρων πολὺ καὶ ὅσον αἱ ἄλογοι φύσεις τῶν λο γικών ἥττηνται, ὥστε καὶ συμβἂν οὕτω πολλάκις προσπλακεὶς ἐτρέψατο τούτους, τα φίλτρα τῆς Εὐα δοκίας γέρας ἀρνύμενος. Ην δ' ὅτε καὶ αὐτὸς μὲν ἐπὶ σκηνῆς τῇ γυναικὶ κατὰ Πελαγονίαν συνεπλέκετ το, οἱ δὲ καθ' αἷμα τῇ Εὐδοκίᾳ προσήκοντες, περι στάντες τὴν σκηνὴν ὡς τοῦτο ἔγνωσαν, μετὰ συχνῶν ὁπλοφόρων ετήρουν τὴν ἔξοδον ὡς αὐτίκα μάλα τοῦ τον διαχειρισόμενοι. ᾿Αλλ' οὐκ ἔλαβε ταῦτα τὴν Εὐ δεκίαν, καίπερ ἐφ᾽ ἑτέροις τὸν νοῦν ἔχουσαν, εἴτε διαγγελθέντα παρά του τῶν ἐκ τοῦ γένους ἐκείνῃ, ἐφ' ἑτέρως τὸν κατὰ τοῦ φθορέως αὐτῆς λόχον γνω- βίσασα· ἦν γὰρ κἀκείνῃ δραστήριον τὸ φρονεῖν, οὐ μονούν κατά γυναίκας πλουτούσῃ τὴν σύνεσιν. Δια σαφεῖ τοίνυν τῷ ᾿Ανδρονίκῳ συγκατακειμένῳ τὴ ἐπιβουλήν. Ὁ δὲ διαθροηθεὶς ἐπὶ τῷδε τῷ ῥήματ, εξανέθωρέ τε αὐτίκα τῆς κλίνης, καὶ τὴν ἐπιμήκη διαζωσάμενος μάχαιραν διεσκοπεῖτο τὸ ποιητέον. [ μὲν οὖν ὑπετίθει τῷ ἐρωμένῳ γυναικείαν ὑποδύναι στολὴν, κάν τῷ ἐπιτάξαι αὐτήν τινι τῶν προκοίτων και κατευναστριών γυναικῶν λαμπτῆρα εἰσενεγκεῖν τῇ σκηνῇ, πρὸς ὄνομα καλέσασαν, καὶ οὕτως εἰς εξάκουστον ὡς τοῖς ἐλλοχῶσι τὴν ταύτης ἐνηχηθῆναι φυσιν, εὐθέως ἐξελθεῖν καὶ λαθεῖν. Τῷ δὲ οὐκ ἤρε στην ἡ παραίφασις, ἐκτρεπομένῳ μὲν καὶ τὸ ἑλῶναι κατὰ τὸν βασιλέα ἐπισπώμενον τῆς κόμης ἄγεσθαι ἐγεννῶς, καὶ θάνατον δὲ οὐχ ἧττον ύφορωμένῳ τὸν γυ DE MANUELE COMNENO LIB. III. Eudociam ; et flios duos, Joannem et Alexium. Eudocia, defuncto marilo, nefaria consuetudine Andronici non clam sed palam uea esl. Andronicus vero quoties ob incestum reprehendebatur, hanc defensionem per jocum in promptu habebat,solere subditos principum mores imitari, et aquam ex eodem fonte petitam eumdem saporem referre. Quibus verbis imperatorem Manuelem perstringe- bit ut iisdem aut etiam deterioribus affectibus obnoxium, qui cum fratris filiu rem haberet, cm ipse patruelis duntaxat filiamn complecteretur. li sales nec Manueli placebant et mulieris cognatos furore quodam contra Audronicum incendebant, Joannem in primis Eudociæ fratrem, qui protose- basti et protovestiarii dignitatem obtinebat. Joan- B nem item Cantacuzenum, qui sororem illius Ma- riam in matrimonio habebat. Itaque aperta vi et occultis insidiis Andronicus crebro oppetebatur ; quas ut araneæ telas et puerorum ludicra in arena facile dies:pabat, cum fortitudine sua fretus, tum ingenio longe superior adversariis, ut præ illo brutæ pecudes haberi possent; eosque sæpe vim inferentes propulsabat, pericula illa Eudociæ amore abunde pensata ratus. Accidit autem ut cum ad Pelagoniam in taberculo mulieris amplexibus in- dulgeret, Eudociæ cognati cum multis armatis ejus exitum observarent ad cædcm parati : sed ea res Eudociam non fefellit qnanquam aliis cogitatio- nibus intentam, sive a cognatorum aliquo monita, sive alia ratione insidias odorata fuerit, quippe et ipsa acri ingenio et plus quam muliebri prudentia instructa ; insidias igitur accubanti Andronico indi- dicat. Quo verbo ille excitatus e lecto exsilit, et prælongo accinctus gladio quid agendum esset de- liberat. Mulier vero illum monet ut muliebri veste A C indutus, simul ac ipsa cubiculariam clara voce, ut ab insidiatoribus etiam audiatur, lucernam inferre jusserit, statim clam egrediatur. Sed id consilium viro forti non placebat, ne captus deformiter ad imperatorem capillo traheretur metuenti, et muliebrem ac turpem mortem reformidanti. Itaque prælongo ense arrepto, et tabernaculo obliquo ictu dissecto,sæpem quæ forte ante id erat, omne spa- tium quod vectes et funes occupabant, uno ingenti saltu transilit; quo insidiatores obstupefacti illius effugium admirabantur. His rebus Manuel turbatus. D et crebris calumniis ab amore Andronici aversus paulatim crimina illa vera arbitrabatur : neque enim famam omnino esse irritam,quæ talia de illo spargeret. Ita nihil habet natura humana calum- niatrice lingua deterius; quam Psalmographus haud immerito multis in locis detestatur, ab eaque se liberari optat. Manuel igitur cognatorum vocibus lanquam cassibus irretitus, nolens volens Androni- cum in custodiam dat feireis compelibus firmissi- mis vinctum; in qua cum longo tempore male tractaretur, homo audax et in rebus difficillimis ingeniosus animadvertit in turri illa laleri- cia, cui inclusus erat, meatum antiquissimum,
Πολλῶν οὖν ἕνεκα τούτων συμβεβηκότων πολέμων καὶ τοῦ βασιλέως τὸν τοῦ Ἰατζᾶ υἱὸν τὸν Βελᾶν εἰς γαμβρὸν ἀνελομένου ἐπὶ τῇ θυγατρὶ ἐκείνου Μαρίᾳ, οἱ τῶν Οὔννων ἀντικαθιστάμενοι τῷ Στεφάνῳ τὰς πρώτας τῶν ἐλπίδων ἐκριζοῦντες βλάστας καὶ ἀποτέμνοντες τὸ ἐκ περιόδων τε ἐκείνῳ καὶ κύκλων μακρῶν ἀντιπράττειν ἀπολιπόντες καὶ ἑαυτοὺς πραγμάτων ἀλλοτριοῦντες ἔγνων ἐκποδὼν ποιήσασθαι δόλῳ τὸν ἀπεχθῆ Στέφανον. διὰ ταῦτα τὴν φαρμακοποσίαν ἐπῃνεκότες ὡς πρόχειρον ζωῆς κατευνάστριαν περιεσκόπουν τὸν τὴν θανατηφόρον κύλικα τῷ Στεφάνῳ τοῖς δακτύλοις ὀχήσοντα. ὡς δ’ εὗρον ὑποδρηστῆρά τινα τοῦ Στεφάνου, Θωμᾶν λεγόμενον, ἔστησαν τὸν μισθόν. οὕτω δ’ ἦν ἐκεῖνος ὀξύτατος καὶ δεινότατος ἀνθρώπου καταλῦσαι ζωὴν καὶ σώματος ἀποστῆσαι ψυχήν, πονηρῷ κέρδει χεῖρα ὑποσχών, ὡς καὶ οἴκοθεν προσεφευρεῖν ἑτέραν μέθοδον, δι’ ἧς εἰς ᾅδου τάχιον καταχθήσεται Στέφανος. ἀμέλει καὶ ἐν τῷ ἐξαιματοῦσθαι τὴν φλέβα τῷ Στεφάνῳ ἐγχρίεται φαρμάκῳ τὸ ἐπίθεμα τῆς τομῆς·
πατρὸς αὐτοῖς καὶ βασιλέως Ἰωάννου τοῦ Κομνηνού, ἐσέλευε δὲ τὰς τοῦ γένους διαδοχὰς ὁ μὲν ᾿Αλέξιος ἐπὶ μια θυγατρί, ἦν καὶ εἰς γαμετὴν γυναῖκα Αρμό- σατο ὁ τοῦ μεγάλου δομεστίκου Ἰωάννου υἱὸς 'Αλέ ξιος, ὧν πέρι καὶ εἰπόντες ἔφθημεν τῷ δ' ᾿Ανδρονί κι θυγατέρες ἐγεγόνεισαν τρεῖς, Μαρία, Θεοδώρα καὶ Εὐδοκία, καὶ υἱοὶ δύο, Ἰωάννης τε καὶ ᾿Αλέξιος. Τῶν θηλειῶν τοίνυν ἡ Εὐδοκία τὸν ἐκ παρθενίας ὀμευνέτην ἀποβαλοῦσα θανάτῳ ἀνοσίως ᾿Ανδρονίκῳ συνήρχετο, οὐ κρύβδην, ἀλλ' ἀνέδην. Καὶ τοῖς ἐπιτι μῶσιν ᾿Ανδρονίκῳ διὰ τὸ τῆς συνουσίας ἀθέμιτον [Ρ. 69] ἡ ἀφ' ἑστίας μίμησις πρόχειρος εἰς ἀπόλο- γον ἦν, καὶ χαριεντιζόμενος ἀνθυπέφερεν ὡς φιλεῖ τὸ ἀρχόμενον ἐξομοιοῦσθαι τῷ ἄρχοντι καὶ τὰ τῆς αὐτῆς ὁμοστοιχεῖ καὶ συνάδει πως κεραμείας, εἰς τὸν ἐξάδελφον ἀποσκώπτων ταῦτα καὶ βασιλέα τὸν Μανουήλ ὡς ὁμοιοπαθέσιν ὑποκύπτοντα πάθεσιν ἢ γοῦν καὶ χείροσιν ἁλισκόμενον, εἴπερ ὁ μὲν ἀδελφοῦ θυγατρί συνουσίαζεν, ὁ δ᾽ ᾿Ανδρόνικος ἐξαδέλφου παιδι συγκατέκειτο. Τὸ γοῦν τοιοῦτον οὔτε τῷ Μανουὴλ ήνδανε καὶ τοὺς ἐκ γένους τῆς γυναικός μαίνεσθα: ἐποίες κατ' ᾿Ανδρονίκου καὶ διαπρίεσθαι ἀτεχνῶς, ἐκ τοῦ πλείονος δὲ τὸν τῆς Εὐδοκίας ομαίμονα Ἰωάν. την, δς τῇ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ καὶ πρωτοβεστιαρίου Επιδροῦτο τιμῇ, καὶ τὸν ἐπ' ἀδελφῇ τῇ Μαρίᾳ ὡσχύο τως γαμβρὸν τὸν Καντακουζηνὸν Ἰωάννην. Πολλαι μὲν οὖν, ὡς εἰκὸς, ἐπιβουλαὶ κατὰ τοῦ ᾿Ανδρονίκου αἱ μὲν ἐνδόμυχοι ἦσαν καὶ σκότιοι τυρευόμεναι, απ δὲ καὶ προδήλως τολυπευόμεναι· ἀλλὰ διέλυε ταύ- τας ὡς ἱστὸν ἀράχνης Ανδρόνικος, καὶ ὡς παιδίων ἐπὶ ψάμμου ἀθύρματα διεσκέδαζεν, ἀνδρίᾳ τε τῇ σφετέρα πίσυνος ὢν καὶ κατὰ σύνεσιν τῶν ἐναντίων ὑπερφέρων πολὺ καὶ ὅσον αἱ ἄλογοι φύσεις τῶν λο γικών ἥττηνται, ὥστε καὶ συμβἂν οὕτω πολλάκις προσπλακεὶς ἐτρέψατο τούτους, τα φίλτρα τῆς Εὐα δοκίας γέρας ἀρνύμενος. Ην δ' ὅτε καὶ αὐτὸς μὲν ἐπὶ σκηνῆς τῇ γυναικὶ κατὰ Πελαγονίαν συνεπλέκετ το, οἱ δὲ καθ' αἷμα τῇ Εὐδοκίᾳ προσήκοντες, περι στάντες τὴν σκηνὴν ὡς τοῦτο ἔγνωσαν, μετὰ συχνῶν ὁπλοφόρων ετήρουν τὴν ἔξοδον ὡς αὐτίκα μάλα τοῦ τον διαχειρισόμενοι. ᾿Αλλ' οὐκ ἔλαβε ταῦτα τὴν Εὐ δεκίαν, καίπερ ἐφ᾽ ἑτέροις τὸν νοῦν ἔχουσαν, εἴτε διαγγελθέντα παρά του τῶν ἐκ τοῦ γένους ἐκείνῃ, ἐφ' ἑτέρως τὸν κατὰ τοῦ φθορέως αὐτῆς λόχον γνω- βίσασα· ἦν γὰρ κἀκείνῃ δραστήριον τὸ φρονεῖν, οὐ μονούν κατά γυναίκας πλουτούσῃ τὴν σύνεσιν. Δια σαφεῖ τοίνυν τῷ ᾿Ανδρονίκῳ συγκατακειμένῳ τὴ ἐπιβουλήν. Ὁ δὲ διαθροηθεὶς ἐπὶ τῷδε τῷ ῥήματ, εξανέθωρέ τε αὐτίκα τῆς κλίνης, καὶ τὴν ἐπιμήκη διαζωσάμενος μάχαιραν διεσκοπεῖτο τὸ ποιητέον. [ μὲν οὖν ὑπετίθει τῷ ἐρωμένῳ γυναικείαν ὑποδύναι στολὴν, κάν τῷ ἐπιτάξαι αὐτήν τινι τῶν προκοίτων και κατευναστριών γυναικῶν λαμπτῆρα εἰσενεγκεῖν τῇ σκηνῇ, πρὸς ὄνομα καλέσασαν, καὶ οὕτως εἰς εξάκουστον ὡς τοῖς ἐλλοχῶσι τὴν ταύτης ἐνηχηθῆναι φυσιν, εὐθέως ἐξελθεῖν καὶ λαθεῖν. Τῷ δὲ οὐκ ἤρε στην ἡ παραίφασις, ἐκτρεπομένῳ μὲν καὶ τὸ ἑλῶναι κατὰ τὸν βασιλέα ἐπισπώμενον τῆς κόμης ἄγεσθαι ἐγεννῶς, καὶ θάνατον δὲ οὐχ ἧττον ύφορωμένῳ τὸν γυ DE MANUELE COMNENO LIB. III. Eudociam ; et flios duos, Joannem et Alexium. Eudocia, defuncto marilo, nefaria consuetudine Andronici non clam sed palam uea esl. Andronicus vero quoties ob incestum reprehendebatur, hanc defensionem per jocum in promptu habebat,solere subditos principum mores imitari, et aquam ex eodem fonte petitam eumdem saporem referre. Quibus verbis imperatorem Manuelem perstringe- bit ut iisdem aut etiam deterioribus affectibus obnoxium, qui cum fratris filiu rem haberet, cm ipse patruelis duntaxat filiamn complecteretur. li sales nec Manueli placebant et mulieris cognatos furore quodam contra Audronicum incendebant, Joannem in primis Eudociæ fratrem, qui protose- basti et protovestiarii dignitatem obtinebat. Joan- B nem item Cantacuzenum, qui sororem illius Ma- riam in matrimonio habebat. Itaque aperta vi et occultis insidiis Andronicus crebro oppetebatur ; quas ut araneæ telas et puerorum ludicra in arena facile dies:pabat, cum fortitudine sua fretus, tum ingenio longe superior adversariis, ut præ illo brutæ pecudes haberi possent; eosque sæpe vim inferentes propulsabat, pericula illa Eudociæ amore abunde pensata ratus. Accidit autem ut cum ad Pelagoniam in taberculo mulieris amplexibus in- dulgeret, Eudociæ cognati cum multis armatis ejus exitum observarent ad cædcm parati : sed ea res Eudociam non fefellit qnanquam aliis cogitatio- nibus intentam, sive a cognatorum aliquo monita, sive alia ratione insidias odorata fuerit, quippe et ipsa acri ingenio et plus quam muliebri prudentia instructa ; insidias igitur accubanti Andronico indi- dicat. Quo verbo ille excitatus e lecto exsilit, et prælongo accinctus gladio quid agendum esset de- liberat. Mulier vero illum monet ut muliebri veste A C indutus, simul ac ipsa cubiculariam clara voce, ut ab insidiatoribus etiam audiatur, lucernam inferre jusserit, statim clam egrediatur. Sed id consilium viro forti non placebat, ne captus deformiter ad imperatorem capillo traheretur metuenti, et muliebrem ac turpem mortem reformidanti. Itaque prælongo ense arrepto, et tabernaculo obliquo ictu dissecto,sæpem quæ forte ante id erat, omne spa- tium quod vectes et funes occupabant, uno ingenti saltu transilit; quo insidiatores obstupefacti illius effugium admirabantur. His rebus Manuel turbatus. D et crebris calumniis ab amore Andronici aversus paulatim crimina illa vera arbitrabatur : neque enim famam omnino esse irritam,quæ talia de illo spargeret. Ita nihil habet natura humana calum- niatrice lingua deterius; quam Psalmographus haud immerito multis in locis detestatur, ab eaque se liberari optat. Manuel igitur cognatorum vocibus lanquam cassibus irretitus, nolens volens Androni- cum in custodiam dat feireis compelibus firmissi- mis vinctum; in qua cum longo tempore male tractaretur, homo audax et in rebus difficillimis ingeniosus animadvertit in turri illa laleri- cia, cui inclusus erat, meatum antiquissimum,
PG 139:443τὸ δὲ ὅλῳ περιχυθὲν τῷ σώματι καὶ διαδραμὸν καὶ τοῖς καιριωτέροις ἐνσκῆψαν μέρεσιν ἀπάγει τοῦ ζῆν τὸν ἄνθρωπον, πράγμασιν αὐτοῖς σαφῶς πιστωσάμενον τὰς τῶν ἀνθρώπων ἐπινοίας ἀκροσφαλεῖς καὶ δειλὰς καὶ ὡς εἰκῇ καὶ μάτην τοῖς ἀκιχήτοις ἐγχειροῦσί τινες ἐφετοῖς καὶ διαπονοῦνται τοῖς οἰκείοις ἐπιτηδεύμασι, μὴ καὶ θεϊκῆς συνεφαπτομένης χειρὸς ἄνωθεν καὶ τοῖς πραττομένοις ἐπευδοκούσης καὶ κατευθυνούσης τὰ τούτων διαβούλιά τε καὶ διαβήματα. καὶ ὁ μὲν ἔκειτο οὕτως καὶ ἦν ὁ νεκρὸς αὐτοῦ ὑβριζόμενος καὶ ὁσίας ἄμοιρος καὶ τὸ Ζεύγμινον ὑπὸ Οὔννων ὁμολογίᾳ ἑάλωκε. ταῦτα ὡς ἠνώτιστο βασιλεύς, κατὰ τῶν Οὔννων κηρύσσει πόλεμον. Ὅτε καὶ Ἀνδρόνικος πάλιν ἀποδρὰς καὶ παραγενόμενος εἰς Γάλιτζαν ἐκεῖθεν ἐπανέζευξεν. ἔστι δὲ ἡ Γάλιτζα μία τῶν παρὰ τοῖς Ῥὼς τοπαρχιῶν, οὓς καὶ Σκύθας Ὑπερβορέους φασίν. ὁ δὲ τρόπος τῆς φυγῆς ἦν οὗτος.
Α ναικώδη καὶ ἀκλεῖ. Οὐκοῦν τὸ ξίφος γυμνώσας καὶ δοὺς τοῦτο τῇ δεξιᾷ ἀφάλλεται, τὴν σκηνὴν ἐγκαρ- σίως διατεμὼν, καὶ ἐν ἑνὶ πηδήματι Θετταλῷ ἄντι- κρυς ὑπερβαίνει τόν τε ξυγκείμενον τῇ σκηνῇ τυχόν οὕτω θριγγὸν, καὶ ὅσον ἐπεῖχον οἱ πάσσαλοι καὶ οἱ σχοῖνοι χῶρον, ὡς ἀχανεῖς γενέσθαι τοὺς ἐνεδρεύον- τας καὶ τὸ διαδρᾶναι σφᾶς τὸ θήραμα θαῦμα καὶ θέαμα ἡγεῖσθαι καινόν. Ταῦτα μὲν οὖν ἀκουόμενα τὸν αὐτοκράτορα ὑπέθραττε Μανουήλ, καὶ αἱ διαβολαί δὲ ὅσα καὶ ῥανίδες ἐνδελεχεῖς ἐκοίλαινον ἐς ὑπο- δοχὴν τῶν κατὰ τοῦ ἐνδιαβαλλομένου ἐπιχεομένων τὴν τοῦ ἐνηχουμένου ψυχὴν, καὶ ἀπῆγον κατὰ βραχὺ οὗ εξω χεν οὗτος εἰς τὸν ἄνδρα ζωπύρου φιλίας, καὶ ὡς ἀληθῆ ἐνῆγον τὰ λεγόμενα παραδέχεσθαι· μηδὲ γὰρ πάμ- παν τὴν φήμην ἀπόλλυσθαι, μηδὲ εἰκῆ λύουσαν τὸ πτίλον ἀμφιπεριτροχάζειν αὐθάδη καὶ βασιλειῶντα τὸν ᾿Ανδρόνικον. Ὡς ἄρα οὐδέν τι διαβόλου γλώττης χείριστον ἐνέφυ τοῖς ἀνθρώποις ἕτερον κακόν. Εικό- τως οὖν καὶ Δαβὶδ δ φιλῳδὸς καὶ φιλόψαλμος ἐν πλεί- στοις τῶν αὐτοῦ θεοπλόκων καὶ ἡδυφραδῶν εἰδυλλίων διασύρει ταύτην καὶ κωμῳδεῖ, στηλογραφῶν ἀτεχνῶς τὴν ἐξ ἐρήμου ταύτης ἰσχὺν, καὶ ῥυσθῆναι τῶν ἑλι- κων αὐτῆς ἐπευχόμενος. Τῷ τοι καὶ ὁ Μανουὴλ ὡς ἄρκυσι ληφθεὶς οἷς ἦσαν τοῦ ᾿Ανδρονίκου πολλάκις οι προς γένους αὐτῷ κατεπάδοντες, ἑκὼν ἀέκοντί γε θυμῷ τίθησιν αὐτὸν ἐν φρουρα, καὶ ποδοκάκαις σιδηραῖς ἀσφαλίζεται ἀξοίκτοις ὡς ἐνῆν καὶ ἀλύ τοις. Εμενεν οὖν ἐφ᾽ ἱκανὸν χρόνον τῇ φυλακῇ κα- κουχούμενος. Θερμουργὸς δὲ ὢν καὶ ἀνθρώπων που λυτροπώτατος κἂν τοῖς ἀπόροις ποριστικὸς καὶ εὐν μέθοδος, παλαίτατον κατανοήσας ὑπόνομον καθ᾽ ὅν είργνυτο οἰκίσκον (πύργος δὲ οὗτος ἦτ ἐκ πλίνθου ἅπας ὀπτῆς) ὕπεισι τοῦτον, ταῖς χερσὶ πρότερον ὡς ἀμάλαις ἢ σκαλίσι διαμησάμενος τὰ πρὸς τὴν εἴσο δον καὶ τὴν ἔξοδον, ὡς εἶεν ἀνύποπτα, καί τι προεκπετάσας ἔπιπλον. Ενστάσης τοίνυν ὥρας ἀφίσ στον αἱ θύραι του δεσμωτηρίου παρὰ τῶν φρουρών ἀνεῴγεσαν καὶ τὸ δεῖπνον εὐτρεπές παρεισήγετο, ούτ δαμοῦ δὲ φαινόμενος ἦν ὁ δαιτυμών. Περιεβλέπετο γοῦν τοῖς φύλαξιν ἡ φρουρά, μή πού τι ταύτης ἀπο- θραύσας ή διατορήσας ὁ πολύμητις ᾿Ανδρόνικος οἵ χοιτο. ὡς δ᾽ οὐδὲν ὅλως ἦν οὐδαμῶς λυμανθέν, οὐ θαιρὸς, οὐ φλιά, οὔτε μὴν οὐδὸς τῶν πυλῶν, οὐκ ὄροφος, οὐκ ὀπισθόδομος, οὐδ᾽ ἡ σιδηρόδετος ἀναφω τίς, οὐκ ἄλλο τι τῶν ἁπάντων οὐθὲν, ἀνῴμωζον διω λύγιον, τὴν ὄψιν ὄνυξιν ἔδρυπτον, ὡς ὅν ἐφρούρουν οὐκ ἔχοντες, μηδὲ τὸν τρόπον ἢ τὸν τόπον κατανοοῦντες καθ᾿ ὃν ἐστιν ἀποδράς. Δῆλα ταῦτα ποιοῦσι τῇ βασιλίσσῃ καὶ τοῖς ἐν τέλει καὶ ὅσοι τὴν βασιλικὴν ἀμφεπονοῦντο αὐλήν. Οὐκοῦν ὁ μὲν ὡς φυλάξων τὰς αἰγιαλίτιδας πύλας ἐστέλλετο, τῷ δὲ ἡ τῶν χερσαίων ἐπετέτραπτο φυλακὴ, ἄλλος τοὺς λιμένας διηρευνᾶτο, ἕτερος ἄλλο τι τῆς πόλεως μέρος ἀπολαβὼν ἄνετον ἐζήτει τὸν δραπέτην ᾿Ανδρόνικον. Οὐδὲ αἱ ἄμφοδοι ἦσαν ἀδιασκόπητοι, οὐδ᾽ ἀφύλακτοι αἱ τρίοδοι. Κυχνὰ δὲ καὶ κατὰ πᾶσαν χώραν τὰ βασί λεια διίπτατο γράμματα, ἄφαντον ἀπαγγέλλοντα τὸν Ἀνδρόνικον καὶ σχολὴν ἐπίμονον ἐπιτάττοντα, ὅπως ἁλοὺς ἐπαναπεμφθῇ. Ἐπὶ δὴ τούτοις καὶ ἡ τούτου συλληφθεῖσα γυνὴ ὡς τῆς φυγῆς συνίστωρ τῷ δεσμωτηρίῳ παραῤῥιπτεῖται ἐν ᾧπερ καθεῖρατο Ανδρόνικος, ὡς ἐκεῖσε τίνῃ δίκας τῆς φιλανδρίας ἔνθα ὁ ταύτης συνείληπτο σύζυγος, ᾧ ὑπέθετο τὴν δραπέτευσιν. Ἐλάνθανον δὲ ἄρα καὶ ᾿Ανδρόνικον πε· δήτην ὡς πρότερον ἔχοντες καὶ μάτην εἰς γυναῖκα ταλαίπωρον τὸν χύλον ἐκχέοντες καὶ τὰ πρὸς χάριν ᾿Ανδρονίκῳ ποιοῦντες· ἐξαναδὺς γὰρ οὗτος τοῦ θόλου καὶ τὸν ὑπόνομον ἔκλελοιπώς τῇ γυναικὶ ἐντυγ χάνει, δόξας ὅσα καὶ δαίμων τὰ πρῶτα ὑποταρτάριος ἢ νεκύων αμενηνὸν ἴνδαλμα, καὶ διαταράξας τῷ ἀέλπτῳ τῆς θέας τὴν ἄνθρωπον. [Ρ. 71] Καὶ προσπλακεὶς ἐδάκρυσε μὲν, πλὴν οὐχ ὅσον ήθελον NICETE CHONIATÆ B eumque subit manibus pro ligonibus usus, ad in- gressum et exitum parandum et dissimulandum, rebus quibusdam ante foramen collocatis. Sub praddii tempus carceris fores a custodibus ape- riuntur, epule afferuntur, sed conviva nusquam apparet. Perlustrant illi turrim, no ea alicubi effracta aut perfossa homo callidus sit elapsus. Sed cum prorsus nihil læsum esset, non cardo, non postis, non limen, non tectum, non posticum, non ferro munita fenestra, non quidquam aliud, cum magno ejulatu faciem unguibus lacerantes, quasi amisso eo quem custodiebant, et locum et modum quo effugisset ignorantes, rem imperatrici et magistratibus aulæ que proceribus nuntiant. Alius igitur ad marinas portas mittitur, alius ter- restres portas custodire jubetur, alius portus scru- tatur, alius alia parte urbis occupata fugitivum Andronicum quæritat. Perquiruntur et bivia et trivia; et crebræ imperatoriæ litteræ in omnes provincias mittuntur, quibus fugitivus Andronicus continenter inquiri et captus in urbem remitti jubebatur. Deinde uxor ejus ut fuga conscia comprehensa in eumdem carcerem, in quo erat Andronicus, conjicitur, ut ibi pietatis in maritum et consilii de fuga poenas daret. Nesciebant illi nimirum se Andronicum habere ut prius, et bilem suam frustra in miseram feminam effundere, et rem gratam facere Andronico, qui cum e caverna emersisset et mulierem inopinato conspectu terri- tan allocutus pro spectro haberetur, amplexus eam illacrymat ille quidem, sed non tantum quan- tum illarum ærumnarum acerbitas postulabat, ne custodes ejulatum audirent. In ea custodia diu consuetudine uxoris usus, e quo congressu filius ei Joannes postea natus est, cui nomen imperato- rium, ut suo loco narrabitur, impertiit, tandem e carcere elabitur, custodibus propter mulierem ne- gligentioribus factis. Sed cum ad Melangia venisset, a milite quodam Nicea captus denuo in custodiamn priore majorem et acerbiorem conjici- tur,duplicibur ferreis compedibus oneratus. Qua cum Manueli in Armenia adhuc castra habenti nantiarentur,Joannes Canalerus dromi legotheta mittitur, qui imperatorem propediem rediturum indicaret, et quid actum esset diligentius explora- tum renuntiaret. [P. 70] C
πλάττεται τὸν νοσοῦντα καὶ προκοίτου παιδὸς εἰς τὰς σωματικὰς ὑπηρεσίας ηὐμοιρηκὼς ἀλλοεθνοῦς, καὶ τούτου καὶ τὰ πολλὰ τῆς ἡμετέρας διαλέκτου παραγραμματίζοντος, ἐπισκήπτει τούτῳ, ἐπεὶ καὶ μόνῳ ἀπὸ πάντων ἡ πρὸς τὴν φρουρὰν ἀνεῖτο εἴσοδος, ὑφελέσθαι λάθρᾳ τὰς κλεῖς τῶν τοῦ πύργου πυλῶν, ὁπότε πρὸς ἡμερινὸν ὕπνον οἱ φύλακες τράποιντο δαψιλεστέρῳ χρησάμενοι τῷ ποτῷ, καὶ κηρῷ ἐκμάξασθαι ταύτας εἰς τὸ εὐτύπωτον, ὡς τῷ ἀρχετύπῳ εἶναι τὸ ἐκμαγεῖον κατὰ πᾶν ἐμφερὲς καὶ εἰκασμένον πρὸς ἴνδαλμα ἀπαράλλακτον. δρᾷ τὸ ἀνδράποδον τὰ προσταχθέντα, εἰσάγει Ἀνδρονίκῳ τὰ τῶν κλείθρων ἴχνη. ὁ δὲ τῷ παιδαρίσκῳ ὑποτίθησιν ἐμφανίσαι ταῦτα τῷ οἰκείῳ υἱῷ τῷ Μανουὴλ καὶ εἰπεῖν ὡς δεῖ τὴν ταχίστην τοιαῦτα χαλκεύσασθαι, οὐ ταῦτα δὲ μόνον, ἀλλὰ κἀν τοῖς ἀμφορεῦσι τῶν οἴνων, οἵπερ αὐτῷ τὸ τοῦ ἀρίστου στέγουσι πόμα, παραβύειν ἐκ λίνου νενησμένα καλώδια καὶ ἀγαθῖδας καὶ κρόκας καὶ μηρίνθους λεπτάς. ὡς δ’ εἶχε πέρας τὰ βουλευθέντα, ἀναπτύσσονται τὰ κλεῖθρα νυκτός, τὸ δεσμωτήριον ἀπραγμόνως ἀναπετάννυται· ὁ παῖς ὑπουργεῖ τῷ ἔργῳ παρ’ Ἀνδρονίκου λαβὼν τὸ ἐνδόσιμον·
Α ναικώδη καὶ ἀκλεῖ. Οὐκοῦν τὸ ξίφος γυμνώσας καὶ δοὺς τοῦτο τῇ δεξιᾷ ἀφάλλεται, τὴν σκηνὴν ἐγκαρ- σίως διατεμὼν, καὶ ἐν ἑνὶ πηδήματι Θετταλῷ ἄντι- κρυς ὑπερβαίνει τόν τε ξυγκείμενον τῇ σκηνῇ τυχόν οὕτω θριγγὸν, καὶ ὅσον ἐπεῖχον οἱ πάσσαλοι καὶ οἱ σχοῖνοι χῶρον, ὡς ἀχανεῖς γενέσθαι τοὺς ἐνεδρεύον- τας καὶ τὸ διαδρᾶναι σφᾶς τὸ θήραμα θαῦμα καὶ θέαμα ἡγεῖσθαι καινόν. Ταῦτα μὲν οὖν ἀκουόμενα τὸν αὐτοκράτορα ὑπέθραττε Μανουήλ, καὶ αἱ διαβολαί δὲ ὅσα καὶ ῥανίδες ἐνδελεχεῖς ἐκοίλαινον ἐς ὑπο- δοχὴν τῶν κατὰ τοῦ ἐνδιαβαλλομένου ἐπιχεομένων τὴν τοῦ ἐνηχουμένου ψυχὴν, καὶ ἀπῆγον κατὰ βραχὺ οὗ εξω χεν οὗτος εἰς τὸν ἄνδρα ζωπύρου φιλίας, καὶ ὡς ἀληθῆ ἐνῆγον τὰ λεγόμενα παραδέχεσθαι· μηδὲ γὰρ πάμ- παν τὴν φήμην ἀπόλλυσθαι, μηδὲ εἰκῆ λύουσαν τὸ πτίλον ἀμφιπεριτροχάζειν αὐθάδη καὶ βασιλειῶντα τὸν ᾿Ανδρόνικον. Ὡς ἄρα οὐδέν τι διαβόλου γλώττης χείριστον ἐνέφυ τοῖς ἀνθρώποις ἕτερον κακόν. Εικό- τως οὖν καὶ Δαβὶδ δ φιλῳδὸς καὶ φιλόψαλμος ἐν πλεί- στοις τῶν αὐτοῦ θεοπλόκων καὶ ἡδυφραδῶν εἰδυλλίων διασύρει ταύτην καὶ κωμῳδεῖ, στηλογραφῶν ἀτεχνῶς τὴν ἐξ ἐρήμου ταύτης ἰσχὺν, καὶ ῥυσθῆναι τῶν ἑλι- κων αὐτῆς ἐπευχόμενος. Τῷ τοι καὶ ὁ Μανουὴλ ὡς ἄρκυσι ληφθεὶς οἷς ἦσαν τοῦ ᾿Ανδρονίκου πολλάκις οι προς γένους αὐτῷ κατεπάδοντες, ἑκὼν ἀέκοντί γε θυμῷ τίθησιν αὐτὸν ἐν φρουρα, καὶ ποδοκάκαις σιδηραῖς ἀσφαλίζεται ἀξοίκτοις ὡς ἐνῆν καὶ ἀλύ τοις. Εμενεν οὖν ἐφ᾽ ἱκανὸν χρόνον τῇ φυλακῇ κα- κουχούμενος. Θερμουργὸς δὲ ὢν καὶ ἀνθρώπων που λυτροπώτατος κἂν τοῖς ἀπόροις ποριστικὸς καὶ εὐν μέθοδος, παλαίτατον κατανοήσας ὑπόνομον καθ᾽ ὅν είργνυτο οἰκίσκον (πύργος δὲ οὗτος ἦτ ἐκ πλίνθου ἅπας ὀπτῆς) ὕπεισι τοῦτον, ταῖς χερσὶ πρότερον ὡς ἀμάλαις ἢ σκαλίσι διαμησάμενος τὰ πρὸς τὴν εἴσο δον καὶ τὴν ἔξοδον, ὡς εἶεν ἀνύποπτα, καί τι προεκπετάσας ἔπιπλον. Ενστάσης τοίνυν ὥρας ἀφίσ στον αἱ θύραι του δεσμωτηρίου παρὰ τῶν φρουρών ἀνεῴγεσαν καὶ τὸ δεῖπνον εὐτρεπές παρεισήγετο, ούτ δαμοῦ δὲ φαινόμενος ἦν ὁ δαιτυμών. Περιεβλέπετο γοῦν τοῖς φύλαξιν ἡ φρουρά, μή πού τι ταύτης ἀπο- θραύσας ή διατορήσας ὁ πολύμητις ᾿Ανδρόνικος οἵ χοιτο. ὡς δ᾽ οὐδὲν ὅλως ἦν οὐδαμῶς λυμανθέν, οὐ θαιρὸς, οὐ φλιά, οὔτε μὴν οὐδὸς τῶν πυλῶν, οὐκ ὄροφος, οὐκ ὀπισθόδομος, οὐδ᾽ ἡ σιδηρόδετος ἀναφω τίς, οὐκ ἄλλο τι τῶν ἁπάντων οὐθὲν, ἀνῴμωζον διω λύγιον, τὴν ὄψιν ὄνυξιν ἔδρυπτον, ὡς ὅν ἐφρούρουν οὐκ ἔχοντες, μηδὲ τὸν τρόπον ἢ τὸν τόπον κατανοοῦντες καθ᾿ ὃν ἐστιν ἀποδράς. Δῆλα ταῦτα ποιοῦσι τῇ βασιλίσσῃ καὶ τοῖς ἐν τέλει καὶ ὅσοι τὴν βασιλικὴν ἀμφεπονοῦντο αὐλήν. Οὐκοῦν ὁ μὲν ὡς φυλάξων τὰς αἰγιαλίτιδας πύλας ἐστέλλετο, τῷ δὲ ἡ τῶν χερσαίων ἐπετέτραπτο φυλακὴ, ἄλλος τοὺς λιμένας διηρευνᾶτο, ἕτερος ἄλλο τι τῆς πόλεως μέρος ἀπολαβὼν ἄνετον ἐζήτει τὸν δραπέτην ᾿Ανδρόνικον. Οὐδὲ αἱ ἄμφοδοι ἦσαν ἀδιασκόπητοι, οὐδ᾽ ἀφύλακτοι αἱ τρίοδοι. Κυχνὰ δὲ καὶ κατὰ πᾶσαν χώραν τὰ βασί λεια διίπτατο γράμματα, ἄφαντον ἀπαγγέλλοντα τὸν Ἀνδρόνικον καὶ σχολὴν ἐπίμονον ἐπιτάττοντα, ὅπως ἁλοὺς ἐπαναπεμφθῇ. Ἐπὶ δὴ τούτοις καὶ ἡ τούτου συλληφθεῖσα γυνὴ ὡς τῆς φυγῆς συνίστωρ τῷ δεσμωτηρίῳ παραῤῥιπτεῖται ἐν ᾧπερ καθεῖρατο Ανδρόνικος, ὡς ἐκεῖσε τίνῃ δίκας τῆς φιλανδρίας ἔνθα ὁ ταύτης συνείληπτο σύζυγος, ᾧ ὑπέθετο τὴν δραπέτευσιν. Ἐλάνθανον δὲ ἄρα καὶ ᾿Ανδρόνικον πε· δήτην ὡς πρότερον ἔχοντες καὶ μάτην εἰς γυναῖκα ταλαίπωρον τὸν χύλον ἐκχέοντες καὶ τὰ πρὸς χάριν ᾿Ανδρονίκῳ ποιοῦντες· ἐξαναδὺς γὰρ οὗτος τοῦ θόλου καὶ τὸν ὑπόνομον ἔκλελοιπώς τῇ γυναικὶ ἐντυγ χάνει, δόξας ὅσα καὶ δαίμων τὰ πρῶτα ὑποταρτάριος ἢ νεκύων αμενηνὸν ἴνδαλμα, καὶ διαταράξας τῷ ἀέλπτῳ τῆς θέας τὴν ἄνθρωπον. [Ρ. 71] Καὶ προσπλακεὶς ἐδάκρυσε μὲν, πλὴν οὐχ ὅσον ήθελον NICETE CHONIATÆ B eumque subit manibus pro ligonibus usus, ad in- gressum et exitum parandum et dissimulandum, rebus quibusdam ante foramen collocatis. Sub praddii tempus carceris fores a custodibus ape- riuntur, epule afferuntur, sed conviva nusquam apparet. Perlustrant illi turrim, no ea alicubi effracta aut perfossa homo callidus sit elapsus. Sed cum prorsus nihil læsum esset, non cardo, non postis, non limen, non tectum, non posticum, non ferro munita fenestra, non quidquam aliud, cum magno ejulatu faciem unguibus lacerantes, quasi amisso eo quem custodiebant, et locum et modum quo effugisset ignorantes, rem imperatrici et magistratibus aulæ que proceribus nuntiant. Alius igitur ad marinas portas mittitur, alius ter- restres portas custodire jubetur, alius portus scru- tatur, alius alia parte urbis occupata fugitivum Andronicum quæritat. Perquiruntur et bivia et trivia; et crebræ imperatoriæ litteræ in omnes provincias mittuntur, quibus fugitivus Andronicus continenter inquiri et captus in urbem remitti jubebatur. Deinde uxor ejus ut fuga conscia comprehensa in eumdem carcerem, in quo erat Andronicus, conjicitur, ut ibi pietatis in maritum et consilii de fuga poenas daret. Nesciebant illi nimirum se Andronicum habere ut prius, et bilem suam frustra in miseram feminam effundere, et rem gratam facere Andronico, qui cum e caverna emersisset et mulierem inopinato conspectu terri- tan allocutus pro spectro haberetur, amplexus eam illacrymat ille quidem, sed non tantum quan- tum illarum ærumnarum acerbitas postulabat, ne custodes ejulatum audirent. In ea custodia diu consuetudine uxoris usus, e quo congressu filius ei Joannes postea natus est, cui nomen imperato- rium, ut suo loco narrabitur, impertiit, tandem e carcere elabitur, custodibus propter mulierem ne- gligentioribus factis. Sed cum ad Melangia venisset, a milite quodam Nicea captus denuo in custodiamn priore majorem et acerbiorem conjici- tur,duplicibur ferreis compedibus oneratus. Qua cum Manueli in Armenia adhuc castra habenti nantiarentur,Joannes Canalerus dromi legotheta mittitur, qui imperatorem propediem rediturum indicaret, et quid actum esset diligentius explora- tum renuntiaret. [P. 70] C
ὁ Ἀνδρόνικος ἔξεισι τὰ λίνα φέρων ἐν ταῖν χεροῖν. γίνεται οὖν αὐτῷ τὸ κατάντημα τῆς τότε νυκτὸς χόρτος ἀμφιλαφὴς περί που τὰ ἄβατα μέρη τῶν ἀνακτόρων φυεὶς καὶ εἰς ὕψος ἀναδραμών. καὶ περὶ δευτέραν δὲ καὶ τρίτην ἡμέραν ταῖς πόαις ἐνειλημένος τοὺς διώκτας ἐλάνθανεν. ὡς δ’ ἅλις εἶχον οἱ διφῶντες τῆς κατὰ τὰ ἀρχεῖα ἐρεύνης, διατίθησιν Ἀνδρόνικος τὰς στάλικας εἰς κλίμακας, καὶ διὰ μεσοπυργίου χαλασθεὶς ἀκάτιον εἴσεισιν ἐκ συνθήματος περὶ τὰς ἀκτὰς σαλεῦον καὶ τοὺς προβλῆτας, οἳ τὸ πάραλον τεῖχος τῆς πόλεως διειλήφασι, τὰς τῶν κυμάτων ἀποθραύοντες ἐμβολάς. ἦν δὲ τοὐπίκλην Χρυσοχοόπωλος ὁ τῇ ἁλιάδι Ἀνδρόνικον εἰσδεξάμενος. ἀλλ’ οὔπω ἀκριβῶς ἀνάγεσθαι ἤρξαντο, καὶ συνέχονται παρὰ τῶν κατὰ τὸν Βουκολέοντα προφυλάκων, οἳ πᾶσαν νύκτα σκοπεύουσι καὶ τῶν ἀνακτόρων οὐκ ἐῶσιν ἐχόμενα ἐνίας νῆας διαπλωί̈ζεσθαι. ἐξ ἐκείνου δὲ τὰ τῆς σκοπιᾶς ταύτης ἤρξατο, ἐξ ὅτουπερ ὁ Τζιμισχῆς Ἰωάννης τῷ Φωκᾷ Νικηφόρῳ νυκτὸς ἐπέθετο διὰ σαργάνης ἀνιμηθείς.
Α ναικώδη καὶ ἀκλεῖ. Οὐκοῦν τὸ ξίφος γυμνώσας καὶ δοὺς τοῦτο τῇ δεξιᾷ ἀφάλλεται, τὴν σκηνὴν ἐγκαρ- σίως διατεμὼν, καὶ ἐν ἑνὶ πηδήματι Θετταλῷ ἄντι- κρυς ὑπερβαίνει τόν τε ξυγκείμενον τῇ σκηνῇ τυχόν οὕτω θριγγὸν, καὶ ὅσον ἐπεῖχον οἱ πάσσαλοι καὶ οἱ σχοῖνοι χῶρον, ὡς ἀχανεῖς γενέσθαι τοὺς ἐνεδρεύον- τας καὶ τὸ διαδρᾶναι σφᾶς τὸ θήραμα θαῦμα καὶ θέαμα ἡγεῖσθαι καινόν. Ταῦτα μὲν οὖν ἀκουόμενα τὸν αὐτοκράτορα ὑπέθραττε Μανουήλ, καὶ αἱ διαβολαί δὲ ὅσα καὶ ῥανίδες ἐνδελεχεῖς ἐκοίλαινον ἐς ὑπο- δοχὴν τῶν κατὰ τοῦ ἐνδιαβαλλομένου ἐπιχεομένων τὴν τοῦ ἐνηχουμένου ψυχὴν, καὶ ἀπῆγον κατὰ βραχὺ οὗ εξω χεν οὗτος εἰς τὸν ἄνδρα ζωπύρου φιλίας, καὶ ὡς ἀληθῆ ἐνῆγον τὰ λεγόμενα παραδέχεσθαι· μηδὲ γὰρ πάμ- παν τὴν φήμην ἀπόλλυσθαι, μηδὲ εἰκῆ λύουσαν τὸ πτίλον ἀμφιπεριτροχάζειν αὐθάδη καὶ βασιλειῶντα τὸν ᾿Ανδρόνικον. Ὡς ἄρα οὐδέν τι διαβόλου γλώττης χείριστον ἐνέφυ τοῖς ἀνθρώποις ἕτερον κακόν. Εικό- τως οὖν καὶ Δαβὶδ δ φιλῳδὸς καὶ φιλόψαλμος ἐν πλεί- στοις τῶν αὐτοῦ θεοπλόκων καὶ ἡδυφραδῶν εἰδυλλίων διασύρει ταύτην καὶ κωμῳδεῖ, στηλογραφῶν ἀτεχνῶς τὴν ἐξ ἐρήμου ταύτης ἰσχὺν, καὶ ῥυσθῆναι τῶν ἑλι- κων αὐτῆς ἐπευχόμενος. Τῷ τοι καὶ ὁ Μανουὴλ ὡς ἄρκυσι ληφθεὶς οἷς ἦσαν τοῦ ᾿Ανδρονίκου πολλάκις οι προς γένους αὐτῷ κατεπάδοντες, ἑκὼν ἀέκοντί γε θυμῷ τίθησιν αὐτὸν ἐν φρουρα, καὶ ποδοκάκαις σιδηραῖς ἀσφαλίζεται ἀξοίκτοις ὡς ἐνῆν καὶ ἀλύ τοις. Εμενεν οὖν ἐφ᾽ ἱκανὸν χρόνον τῇ φυλακῇ κα- κουχούμενος. Θερμουργὸς δὲ ὢν καὶ ἀνθρώπων που λυτροπώτατος κἂν τοῖς ἀπόροις ποριστικὸς καὶ εὐν μέθοδος, παλαίτατον κατανοήσας ὑπόνομον καθ᾽ ὅν είργνυτο οἰκίσκον (πύργος δὲ οὗτος ἦτ ἐκ πλίνθου ἅπας ὀπτῆς) ὕπεισι τοῦτον, ταῖς χερσὶ πρότερον ὡς ἀμάλαις ἢ σκαλίσι διαμησάμενος τὰ πρὸς τὴν εἴσο δον καὶ τὴν ἔξοδον, ὡς εἶεν ἀνύποπτα, καί τι προεκπετάσας ἔπιπλον. Ενστάσης τοίνυν ὥρας ἀφίσ στον αἱ θύραι του δεσμωτηρίου παρὰ τῶν φρουρών ἀνεῴγεσαν καὶ τὸ δεῖπνον εὐτρεπές παρεισήγετο, ούτ δαμοῦ δὲ φαινόμενος ἦν ὁ δαιτυμών. Περιεβλέπετο γοῦν τοῖς φύλαξιν ἡ φρουρά, μή πού τι ταύτης ἀπο- θραύσας ή διατορήσας ὁ πολύμητις ᾿Ανδρόνικος οἵ χοιτο. ὡς δ᾽ οὐδὲν ὅλως ἦν οὐδαμῶς λυμανθέν, οὐ θαιρὸς, οὐ φλιά, οὔτε μὴν οὐδὸς τῶν πυλῶν, οὐκ ὄροφος, οὐκ ὀπισθόδομος, οὐδ᾽ ἡ σιδηρόδετος ἀναφω τίς, οὐκ ἄλλο τι τῶν ἁπάντων οὐθὲν, ἀνῴμωζον διω λύγιον, τὴν ὄψιν ὄνυξιν ἔδρυπτον, ὡς ὅν ἐφρούρουν οὐκ ἔχοντες, μηδὲ τὸν τρόπον ἢ τὸν τόπον κατανοοῦντες καθ᾿ ὃν ἐστιν ἀποδράς. Δῆλα ταῦτα ποιοῦσι τῇ βασιλίσσῃ καὶ τοῖς ἐν τέλει καὶ ὅσοι τὴν βασιλικὴν ἀμφεπονοῦντο αὐλήν. Οὐκοῦν ὁ μὲν ὡς φυλάξων τὰς αἰγιαλίτιδας πύλας ἐστέλλετο, τῷ δὲ ἡ τῶν χερσαίων ἐπετέτραπτο φυλακὴ, ἄλλος τοὺς λιμένας διηρευνᾶτο, ἕτερος ἄλλο τι τῆς πόλεως μέρος ἀπολαβὼν ἄνετον ἐζήτει τὸν δραπέτην ᾿Ανδρόνικον. Οὐδὲ αἱ ἄμφοδοι ἦσαν ἀδιασκόπητοι, οὐδ᾽ ἀφύλακτοι αἱ τρίοδοι. Κυχνὰ δὲ καὶ κατὰ πᾶσαν χώραν τὰ βασί λεια διίπτατο γράμματα, ἄφαντον ἀπαγγέλλοντα τὸν Ἀνδρόνικον καὶ σχολὴν ἐπίμονον ἐπιτάττοντα, ὅπως ἁλοὺς ἐπαναπεμφθῇ. Ἐπὶ δὴ τούτοις καὶ ἡ τούτου συλληφθεῖσα γυνὴ ὡς τῆς φυγῆς συνίστωρ τῷ δεσμωτηρίῳ παραῤῥιπτεῖται ἐν ᾧπερ καθεῖρατο Ανδρόνικος, ὡς ἐκεῖσε τίνῃ δίκας τῆς φιλανδρίας ἔνθα ὁ ταύτης συνείληπτο σύζυγος, ᾧ ὑπέθετο τὴν δραπέτευσιν. Ἐλάνθανον δὲ ἄρα καὶ ᾿Ανδρόνικον πε· δήτην ὡς πρότερον ἔχοντες καὶ μάτην εἰς γυναῖκα ταλαίπωρον τὸν χύλον ἐκχέοντες καὶ τὰ πρὸς χάριν ᾿Ανδρονίκῳ ποιοῦντες· ἐξαναδὺς γὰρ οὗτος τοῦ θόλου καὶ τὸν ὑπόνομον ἔκλελοιπώς τῇ γυναικὶ ἐντυγ χάνει, δόξας ὅσα καὶ δαίμων τὰ πρῶτα ὑποταρτάριος ἢ νεκύων αμενηνὸν ἴνδαλμα, καὶ διαταράξας τῷ ἀέλπτῳ τῆς θέας τὴν ἄνθρωπον. [Ρ. 71] Καὶ προσπλακεὶς ἐδάκρυσε μὲν, πλὴν οὐχ ὅσον ήθελον NICETE CHONIATÆ B eumque subit manibus pro ligonibus usus, ad in- gressum et exitum parandum et dissimulandum, rebus quibusdam ante foramen collocatis. Sub praddii tempus carceris fores a custodibus ape- riuntur, epule afferuntur, sed conviva nusquam apparet. Perlustrant illi turrim, no ea alicubi effracta aut perfossa homo callidus sit elapsus. Sed cum prorsus nihil læsum esset, non cardo, non postis, non limen, non tectum, non posticum, non ferro munita fenestra, non quidquam aliud, cum magno ejulatu faciem unguibus lacerantes, quasi amisso eo quem custodiebant, et locum et modum quo effugisset ignorantes, rem imperatrici et magistratibus aulæ que proceribus nuntiant. Alius igitur ad marinas portas mittitur, alius ter- restres portas custodire jubetur, alius portus scru- tatur, alius alia parte urbis occupata fugitivum Andronicum quæritat. Perquiruntur et bivia et trivia; et crebræ imperatoriæ litteræ in omnes provincias mittuntur, quibus fugitivus Andronicus continenter inquiri et captus in urbem remitti jubebatur. Deinde uxor ejus ut fuga conscia comprehensa in eumdem carcerem, in quo erat Andronicus, conjicitur, ut ibi pietatis in maritum et consilii de fuga poenas daret. Nesciebant illi nimirum se Andronicum habere ut prius, et bilem suam frustra in miseram feminam effundere, et rem gratam facere Andronico, qui cum e caverna emersisset et mulierem inopinato conspectu terri- tan allocutus pro spectro haberetur, amplexus eam illacrymat ille quidem, sed non tantum quan- tum illarum ærumnarum acerbitas postulabat, ne custodes ejulatum audirent. In ea custodia diu consuetudine uxoris usus, e quo congressu filius ei Joannes postea natus est, cui nomen imperato- rium, ut suo loco narrabitur, impertiit, tandem e carcere elabitur, custodibus propter mulierem ne- gligentioribus factis. Sed cum ad Melangia venisset, a milite quodam Nicea captus denuo in custodiamn priore majorem et acerbiorem conjici- tur,duplicibur ferreis compedibus oneratus. Qua cum Manueli in Armenia adhuc castra habenti nantiarentur,Joannes Canalerus dromi legotheta mittitur, qui imperatorem propediem rediturum indicaret, et quid actum esset diligentius explora- tum renuntiaret. [P. 70] C
PG 139:445παρὰ βραχὺ γοῦν ἦν ἂν καὶ πάλιν Ἀνδρόνικος χείροσι δεσμοῖς ἐνισχημένος καὶ φυλακαῖς ἢ καὶ ξίφος τοῦ ζῆν αὐτὸν ὑπεξήγαγε τὰς πολλὰς ἐσέπειτα πλάνας ὑποτεμόμενον, νῦν δὲ ἡ οἰκεία εὐτραπελία ἐρρύσατο καὶ τότε τὸν βαθυγνώμονα, ἐκ τῶν ἑαυτῆς ῥιζοτομήσασα κήπων τὰ τῷ καιρῷ προσφυῆ φάρμακα, ὥσπερ καὶ Δαυὶδ ἐξέσωσε πρότερον ἡ ἐν Γὲθ τοῦ προσώπου ἀλλοίωσις ἐπιψόφησίς τε τοῦ τυμπάνου καὶ ἡ μανικὴ τῶν ποδῶν παρενσάλευσις. οἰκέτου γὰρ οἰκότριβος ὑποδὺς προσωπεῖον χρόνια δεσμὰ ἐκδιδράσκοντος ἐδεῖτο τῶν συλλαβόντων μὴ παριδεῖν αὐτὸν οὐκ ὀλίγα πρὸς τοῦ δεσπότου πεπονθότα πάλαι δεινὰ καὶ τότε δὲ δίκας εἰσπραττόμενον τῆς φυγῆς. ἐκάλει δ’ οὕτω τὸν Χρυσοχοόπωλον, μεταρρυθμίζων ἅμα πρὸς τὴν βάρβαρον φωνὴν τὴν Ἑλληνίδα διάλεκτον, καὶ μηδ’ ἐπαί̈ειν τὰ πλεῖστα ταυτησὶ πλαττόμενος. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Χρυσοχοόπωλος δώροις παρακρουσάμενος τοὺς σκοποὺς ἴσχυσεν Ἀνδρόνικον ἐξελεῖν, ὡς δραπέτην ἑαυτοῦ δοῦλον αἰτησάμενος καὶ λαβών.
αἱ συμφοραί καὶ τὰ τότε δυστυχή συναντήματα, φειδοῖ τοῦ μὴ τόν θρήνον ἀναβῆναι εἰς ὦτα τοῖς δεσμοφύλαξι. Καὶ δὴ ἐφ᾽ ἱκανὸν συγγεγονώς τῇ εὐνέτιδι κατὰ τὴν φρουράν, καὶ ἐγκύμονα ταύτην ἐκ τῇ τότε συνουσίας ἀπεργασάμενος, ἐξ ἧς καὶ παιδὸς ἄῤῥενος ἀκούσοι πατὴρ, τὸν Ἰωάννην λέγω, ᾧ καὶ βασιλείας Ανδρόνικος μετέδωκεν ἔπειτα, ὡς ὁ λόγος εἴπῃ κατὰ καιρόν, ἐκεῖθεν ἀναχωρεῖ, οἷα τῶν φυλάκων μηκέτι κἀπὶ τῇ γυναικὶ οἵαν καὶ ἐπ' αὐτῷ τῆς φρουρᾶς παρεχομένων ἀκρεχομένων ἀκρίβειαν. Γενόμενος δὲ κατὰ τὰ μελάγγεια συλλαμβάνεται παρά του στρατιώτου, ὅτι ἦν Νικαίας ἐπίκλησις· καὶ εἶχε πάλιν αὐτὸν κουστωδία μείζων καὶ χείρων τῆς προτέρας φρουρὰ καὶ ποδοπέδαι σιδηρα διπλαῖ. Ταῦτα οὖν ὡς ἡγγέλθη τῷ Μανουὴλ κατ' ᾿Αρμενίαν ἔτι στρατοπεδεύοντι, στέλλεται ὁ λογοθέτης του δρόμου Ἰωάννης ὁ καματηρός, καὶ τὴν τοῦ ἄνακτος ρὲν ὅσον οὐδέπω παρουσίαν εὐαγγελισόμενος, καὶ τὰ συμβάντα δὲ κρειττόνως διασκεψόμενος καὶ παραδηλώσων βασιλεῖ σαφέστερον. Β ο γ΄. Οἱ δ' Ἀντιοχεῖς τὴν ἄφιξιν τοῦ βασιλέως τὰ Α πρῶτα μὲν ἀγαπητῶς οὐκ ἐδέχοντο, ἀλλὰ καὶ λίαν βαρέως ἔφερον καὶ ὅπως ἐσκέπτοντο ἀποπέμψαιντο. ὡς δὲ κωλύειν οὐκ ἦν οὐδ᾽ ἀναλύειν ὅλως τὰ δεδογ μένα ἐκείνῳ, οὐ μόνον τῶν πυλῶν διεκχυθέντες μετά δουλικού σχήματος καὶ φρονήματος ὑπηντίαζον, ἀλλὰ καὶ τὴν εἴσοδον αὐτῷ ἐς τὸ πομπικώτερον διε σκεύασαν, τὰς τε ἀγνιὰς καὶ ἀμφόδους ἐπίπλοις καὶ ταπησι διεκόσμουν, καὶ δένδρων νεοδρέπτοις κλωσί κατηγλάϊζον, τὰς τῶν λειμώνων καὶ ἀνθέων χάριτας ἐς τὸ ἄστυ μέσον διακηπεύοντες, καὶ φιλότιμον αὐτῷ τὴν πρόοδον σχεδιάζοντες, οὐχ ὁ μὲν, ὁ δ᾽ οὔ, ἀλλ' οικήτωρ ἅπας ἁπαξαπλῶς, ὡς παρεῖναι καὶ Σύρον ὀψοφάγον καὶ λῃστὴν Ἰσαυρὸν καὶ πειρατὴν Κίλικα καὶ ἱππότην (78) κοντοφόρον Ιταλιώτην ὁμοῦ, καὶ ἵππον ὑψαύχενα καὶ ὑπέραυχον φρόνημα παρωσά- μενος καὶ βάδην παριόντα τὸν θρίαμβον. Ομῶν δὲ καὶ τὸ ἐκ τῶν Λατίνων ἐκεῖσε στρατιωτικὸν μέγα τῷ δόρατι ἄγκαυχώμενον καὶ τῷ τούτου ἐνδεξίῳ φυσῶν ἀγωνίσματι, παιδιᾶς ἡμέραν συνθηματίζεται δι' ἀσιδήρων ισρατισμῶν. Ὡς οὖν ἡ προθεσμία ἐνειστή. κει, ἀριστίνδην τῶν Ῥωμαϊκῶν ἐξάγει καταλόγων τοὺς περὶ τὸ κραδαίνειν δόρατα εὐφνεῖς καὶ ὅσοι πρὸς αὐτὸν τὸ γένος ἀνέθερον. Εξεισι δὲ καὶ αὐτὸς ὑποσεσηρώς βραχὺ καὶ πρὸς τὸ σύνηθες μειδίαμα ὑγραινόμενος, ἐς πεδίον ὑπτιάζον καὶ ἱκανὸν ἀντι- τάξαι δισχιθεῖς ἱππότιδας φάλαγγας, τὸ δόρυ μετεω ρίζων, χλαμύδα ήσθημένος αστειοτέραν περὶ τὸν δεν ξιὸν ὦμον περονουμένην καὶ ἀφιεῖσαν ἐλευθέραν τὴν χεῖρα κατὰ τὸ πόρπημα. Ὤγει δὲ αὐτὸν ἵππος πολε- μιστήριος καλλίθριξ καὶ χρυσοφάκαρος, ὃς ηρέμα ὑπογυρῶν τὸν αὐχένα καὶ ὑποσκαίρων τὼ πόδε, ὡς δρόμων ἐρωτιῶν, οἷον ἀνθημιλλᾶτο τῇ τοῦ ἀναβάτου λαμπρότητι. Καὶ ἑκάστῳ δὲ τῶν συγγενῶν, καὶ ὅσοι διαγωνίζεσθαι ἄλλοι τοῖς Ἰταλοῖς ἐπεκρίθησαν, λαμπροφορεῖν ἐπέταξεν ὡς ἐνῖν. Ἐξῆλθε δὲ καὶ ὁ πρίγκιψ Γεράρδος λευκοτέρῳ χιόνος ἔποχος ἵππῳ, ἀμπισχόμενος χιτῶνα διάσχιστον ποδηνεκῆ, καὶ πίλον ἔχων ἐπὶ κεφαλῆς κατὰ τιάραν ἐπικλινῆ, χρυσῷ κατάπαστον. Συνεξίασι δὲ καὶ οἱ ἀμφ' αὐτὸν ἱππό- ται, πάντες ἀρεϊκοὶ τὴν ἰσχὺν, εὐμήκεις τὰ σώμα· τα· ὡς δ᾽ ἔφριξεν ἐγχείησιν ἡ μάχη, ἄγευστος αἵμα- τος, συνεπλέκοντο ἐκθύμως ἐξ ἀμφυῖν ἱκανοὶ ἀλλη λους διαδορατίζοντες καὶ τοὺς κατ' αὐτῶν ἀκοντισ μούς υπεκκλίνοντες, ὅτε καὶ ἦν ἰδεῖν κατὰ τὸν DE MANUELE COMNENO LIB. III. B minime læti deque eo amovendo solliciti, cum prohibere ac voluntati ejus resistere non possent, non modo servilibus gestibus atque animis effusi portis obviam processerunt, sed et ingressum ei magnificum adornarunt, vicis et biviis tapelibus alque aliis rebus adornatis, ac via qua transiturus erat recentibus arborum frondibus et odoratis flo- ribus constrata. Nec quisquam ab illo honorifico occursu aberat, sed omnes inquilini confluxerant. Aderat Syrus gulosus, aderat latro Isaurus, aderat pirata Cilix eques lancearius Italicua relicto feroci equo positaque animi elatione pedibus triumphum comitabatur. Cum autem Italicum militem ba- stæ solerti tractatione superbire videret, ludicrum certamen bastarum sine ferro instituit. Cum ludo- rum lies adesset, delectu acto e Romanis legioni- bus cognatisque suis vibrandæ hasta peritissimos producit. Prodit et ipse, pro consuetudine sua, subridenti vultu, in spatiosam planitiem in qua equestres turmæ commode concurrere possent, hasta in altum elata, chlamyde insigniore indutus, quæ in dextro humero infibulabatur ut brachium esset liberum, equo bellico insidens pulchri colo- ris et aureis phaleris conspicuo, qui cervice leniter arrecta et humum pedibus pulsans cursus cupidi- tatem præ se ferebat et cum splendore sessoris veluti certabat. Jussit et cognatos suos et cæteros qui cum Italis certaturi essent, quam splendidis- simas vestes induere. Egressus est et princeps Gerhardus, equo nivo candidiuri insidens, tunica C acu picta usque ad talos demissa indutus, pileum au- ratum in capite gestans, tiara instarinflexum, cum omnium equitum suorum comitatu, proceri- tate corporum et bellico animorum vigore insi- gnium. Ut ludicra illa pugna inchoata est, utrin- que complures magno impetu sunt congressi, bastarum ictus in vicem ingerentes et declinantes. Ibi videre erat alios resupinos pedibns in altum elatis sterni, alios pronos jucere, alios sella equestri devolvi, alios obverso tergo effuse fugere, alios pallere præ jaculorum metu et intra clypeum eese abdere, alios rubere, qui adversarios tre- pidare cernerent. Acr vero impetu equorum verberatus vexilla cum sibilo agitabat: ut haud Hier. Wolfi nota. 3. At Antiocheni principio imperatoris adventu (78) Ιππότην. Μετά κονταρίων καὶ ἀλόγων ἀραβικῶν.
ἀμέλει καὶ παρὰ δόξαν Ἀνδρόνικος εἰς τὸν οἰκεῖον οἶκον παρελθών, ὃς τοῦ Βλάγγα ἐπικέκληται, ὁμοῦ τε προσεῖπε τοὺς φιλτάτους τὰ εἰσιτήρια ἐποφθεὶς καὶ προσεφθέγξατο τὰ ἀπόδημα, τοὺς πόδας τῶν σιδήρων ἀπολυθείς. καὶ τὸ Μελίβοτον καταλαβὼν καὶ τῶν ἐκεῖσε ἵππων ἐπιβάς, οἳ πρὸς ἀπόδρασιν αὐτῷ ἡτοιμάσθησαν, τὴν εὐθὺ τῆς Ἀγχιάλου ἵεται. ἔνθα δὴ γεγονὼς καὶ τῷ Πουπάκῃ ἑαυτὸν ἐμφανίσας, ὃς πρῶτος, ὡς ἤδη ἐρρέθη μοι, τὴν κατὰ Κορυφὼ ἐσανέβη κλίμακα, καὶ παρ’ ἐκείνου λαβὼν τὰ ἐφόδια καὶ ἡγεμόνων ὁδοῦ εὐπορήσας τὴν ἐς Γάλιτζαν ἐπορεύετο. Ἀλλ’ ὅτε τοῦ δειμαίνειν ἀπεῖχεν Ἀνδρόνικος ὡς ἤδη τὰς χεῖρας τῶν διωκόντων λαθὼν καὶ τῶν τῆς Γαλίτζης ὁρίων λαβόμενος, πρὸς ἣν ὡς εἰς σῶζον κρησφύγετον ὥρμητο, τότε θηρευτῶν ἐμπίπτει ταῖς ἄρκυσι· συλληφθεὶς γὰρ παρὰ Βλάχων, οἷς ἡ φήμη τὴν αὐτοῦ φθάσασα φυγὴν ὑφηγήσατο, ἐς τοὐπίσω πρὸς βασιλέα πάλιν ἀπήγετο. Μὴ ἔχων οὖν τὸν σώζοντα καὶ λυτρούμενον, οὐ φίλον παρόντα παρήγορον, οὐχ ὑπασπιστήν, οὐ θεράποντα, ἀρωγῷ τῇ οἰκείᾳ αὖθις δολοφροσύνῃ κέχρηται ὁ πολύφρων.
αἱ συμφοραί καὶ τὰ τότε δυστυχή συναντήματα, φειδοῖ τοῦ μὴ τόν θρήνον ἀναβῆναι εἰς ὦτα τοῖς δεσμοφύλαξι. Καὶ δὴ ἐφ᾽ ἱκανὸν συγγεγονώς τῇ εὐνέτιδι κατὰ τὴν φρουράν, καὶ ἐγκύμονα ταύτην ἐκ τῇ τότε συνουσίας ἀπεργασάμενος, ἐξ ἧς καὶ παιδὸς ἄῤῥενος ἀκούσοι πατὴρ, τὸν Ἰωάννην λέγω, ᾧ καὶ βασιλείας Ανδρόνικος μετέδωκεν ἔπειτα, ὡς ὁ λόγος εἴπῃ κατὰ καιρόν, ἐκεῖθεν ἀναχωρεῖ, οἷα τῶν φυλάκων μηκέτι κἀπὶ τῇ γυναικὶ οἵαν καὶ ἐπ' αὐτῷ τῆς φρουρᾶς παρεχομένων ἀκρεχομένων ἀκρίβειαν. Γενόμενος δὲ κατὰ τὰ μελάγγεια συλλαμβάνεται παρά του στρατιώτου, ὅτι ἦν Νικαίας ἐπίκλησις· καὶ εἶχε πάλιν αὐτὸν κουστωδία μείζων καὶ χείρων τῆς προτέρας φρουρὰ καὶ ποδοπέδαι σιδηρα διπλαῖ. Ταῦτα οὖν ὡς ἡγγέλθη τῷ Μανουὴλ κατ' ᾿Αρμενίαν ἔτι στρατοπεδεύοντι, στέλλεται ὁ λογοθέτης του δρόμου Ἰωάννης ὁ καματηρός, καὶ τὴν τοῦ ἄνακτος ρὲν ὅσον οὐδέπω παρουσίαν εὐαγγελισόμενος, καὶ τὰ συμβάντα δὲ κρειττόνως διασκεψόμενος καὶ παραδηλώσων βασιλεῖ σαφέστερον. Β ο γ΄. Οἱ δ' Ἀντιοχεῖς τὴν ἄφιξιν τοῦ βασιλέως τὰ Α πρῶτα μὲν ἀγαπητῶς οὐκ ἐδέχοντο, ἀλλὰ καὶ λίαν βαρέως ἔφερον καὶ ὅπως ἐσκέπτοντο ἀποπέμψαιντο. ὡς δὲ κωλύειν οὐκ ἦν οὐδ᾽ ἀναλύειν ὅλως τὰ δεδογ μένα ἐκείνῳ, οὐ μόνον τῶν πυλῶν διεκχυθέντες μετά δουλικού σχήματος καὶ φρονήματος ὑπηντίαζον, ἀλλὰ καὶ τὴν εἴσοδον αὐτῷ ἐς τὸ πομπικώτερον διε σκεύασαν, τὰς τε ἀγνιὰς καὶ ἀμφόδους ἐπίπλοις καὶ ταπησι διεκόσμουν, καὶ δένδρων νεοδρέπτοις κλωσί κατηγλάϊζον, τὰς τῶν λειμώνων καὶ ἀνθέων χάριτας ἐς τὸ ἄστυ μέσον διακηπεύοντες, καὶ φιλότιμον αὐτῷ τὴν πρόοδον σχεδιάζοντες, οὐχ ὁ μὲν, ὁ δ᾽ οὔ, ἀλλ' οικήτωρ ἅπας ἁπαξαπλῶς, ὡς παρεῖναι καὶ Σύρον ὀψοφάγον καὶ λῃστὴν Ἰσαυρὸν καὶ πειρατὴν Κίλικα καὶ ἱππότην (78) κοντοφόρον Ιταλιώτην ὁμοῦ, καὶ ἵππον ὑψαύχενα καὶ ὑπέραυχον φρόνημα παρωσά- μενος καὶ βάδην παριόντα τὸν θρίαμβον. Ομῶν δὲ καὶ τὸ ἐκ τῶν Λατίνων ἐκεῖσε στρατιωτικὸν μέγα τῷ δόρατι ἄγκαυχώμενον καὶ τῷ τούτου ἐνδεξίῳ φυσῶν ἀγωνίσματι, παιδιᾶς ἡμέραν συνθηματίζεται δι' ἀσιδήρων ισρατισμῶν. Ὡς οὖν ἡ προθεσμία ἐνειστή. κει, ἀριστίνδην τῶν Ῥωμαϊκῶν ἐξάγει καταλόγων τοὺς περὶ τὸ κραδαίνειν δόρατα εὐφνεῖς καὶ ὅσοι πρὸς αὐτὸν τὸ γένος ἀνέθερον. Εξεισι δὲ καὶ αὐτὸς ὑποσεσηρώς βραχὺ καὶ πρὸς τὸ σύνηθες μειδίαμα ὑγραινόμενος, ἐς πεδίον ὑπτιάζον καὶ ἱκανὸν ἀντι- τάξαι δισχιθεῖς ἱππότιδας φάλαγγας, τὸ δόρυ μετεω ρίζων, χλαμύδα ήσθημένος αστειοτέραν περὶ τὸν δεν ξιὸν ὦμον περονουμένην καὶ ἀφιεῖσαν ἐλευθέραν τὴν χεῖρα κατὰ τὸ πόρπημα. Ὤγει δὲ αὐτὸν ἵππος πολε- μιστήριος καλλίθριξ καὶ χρυσοφάκαρος, ὃς ηρέμα ὑπογυρῶν τὸν αὐχένα καὶ ὑποσκαίρων τὼ πόδε, ὡς δρόμων ἐρωτιῶν, οἷον ἀνθημιλλᾶτο τῇ τοῦ ἀναβάτου λαμπρότητι. Καὶ ἑκάστῳ δὲ τῶν συγγενῶν, καὶ ὅσοι διαγωνίζεσθαι ἄλλοι τοῖς Ἰταλοῖς ἐπεκρίθησαν, λαμπροφορεῖν ἐπέταξεν ὡς ἐνῖν. Ἐξῆλθε δὲ καὶ ὁ πρίγκιψ Γεράρδος λευκοτέρῳ χιόνος ἔποχος ἵππῳ, ἀμπισχόμενος χιτῶνα διάσχιστον ποδηνεκῆ, καὶ πίλον ἔχων ἐπὶ κεφαλῆς κατὰ τιάραν ἐπικλινῆ, χρυσῷ κατάπαστον. Συνεξίασι δὲ καὶ οἱ ἀμφ' αὐτὸν ἱππό- ται, πάντες ἀρεϊκοὶ τὴν ἰσχὺν, εὐμήκεις τὰ σώμα· τα· ὡς δ᾽ ἔφριξεν ἐγχείησιν ἡ μάχη, ἄγευστος αἵμα- τος, συνεπλέκοντο ἐκθύμως ἐξ ἀμφυῖν ἱκανοὶ ἀλλη λους διαδορατίζοντες καὶ τοὺς κατ' αὐτῶν ἀκοντισ μούς υπεκκλίνοντες, ὅτε καὶ ἦν ἰδεῖν κατὰ τὸν DE MANUELE COMNENO LIB. III. B minime læti deque eo amovendo solliciti, cum prohibere ac voluntati ejus resistere non possent, non modo servilibus gestibus atque animis effusi portis obviam processerunt, sed et ingressum ei magnificum adornarunt, vicis et biviis tapelibus alque aliis rebus adornatis, ac via qua transiturus erat recentibus arborum frondibus et odoratis flo- ribus constrata. Nec quisquam ab illo honorifico occursu aberat, sed omnes inquilini confluxerant. Aderat Syrus gulosus, aderat latro Isaurus, aderat pirata Cilix eques lancearius Italicua relicto feroci equo positaque animi elatione pedibus triumphum comitabatur. Cum autem Italicum militem ba- stæ solerti tractatione superbire videret, ludicrum certamen bastarum sine ferro instituit. Cum ludo- rum lies adesset, delectu acto e Romanis legioni- bus cognatisque suis vibrandæ hasta peritissimos producit. Prodit et ipse, pro consuetudine sua, subridenti vultu, in spatiosam planitiem in qua equestres turmæ commode concurrere possent, hasta in altum elata, chlamyde insigniore indutus, quæ in dextro humero infibulabatur ut brachium esset liberum, equo bellico insidens pulchri colo- ris et aureis phaleris conspicuo, qui cervice leniter arrecta et humum pedibus pulsans cursus cupidi- tatem præ se ferebat et cum splendore sessoris veluti certabat. Jussit et cognatos suos et cæteros qui cum Italis certaturi essent, quam splendidis- simas vestes induere. Egressus est et princeps Gerhardus, equo nivo candidiuri insidens, tunica C acu picta usque ad talos demissa indutus, pileum au- ratum in capite gestans, tiara instarinflexum, cum omnium equitum suorum comitatu, proceri- tate corporum et bellico animorum vigore insi- gnium. Ut ludicra illa pugna inchoata est, utrin- que complures magno impetu sunt congressi, bastarum ictus in vicem ingerentes et declinantes. Ibi videre erat alios resupinos pedibns in altum elatis sterni, alios pronos jucere, alios sella equestri devolvi, alios obverso tergo effuse fugere, alios pallere præ jaculorum metu et intra clypeum eese abdere, alios rubere, qui adversarios tre- pidare cernerent. Acr vero impetu equorum verberatus vexilla cum sibilo agitabat: ut haud Hier. Wolfi nota. 3. At Antiocheni principio imperatoris adventu (78) Ιππότην. Μετά κονταρίων καὶ ἀλόγων ἀραβικῶν.
PG 139:447τῷ τοι καὶ πρὸς ἀπάτην τῶν ἀγόντων ῥύσιν γαστρὸς πλασάμενος συχνάκις τοῦ ἵππου ἀποκατέβαινε καὶ ἐξέκλινεν εἰς ἀπόπατον παρασκευαζόμενος καὶ καθ’ ἑαυτὸν ἀφιστάμενος καὶ ἰδιάζων, ὡς δῆθεν ἐνοχλούσης ἀποκενώσεως. τοῦτο οὖν πολλάκις τοῦ νυχθημέρου τελῶν λανθάνει κατασοφισάμενος τοὺς ἐφομαρτοῦντας. τὸν γὰρ σκίπωνα, ᾧ ἦν βακτηρευόμενος ὡς καχεξίᾳ δῆθεν παλαίων, σκοταῖος ἀναστὰς τῇ γῇ προσήρεισε καὶ τῇ μὲν χλαμύδι τοῦ σώματος περιείλησε τὸν λύγον, τὸν δ’ ἐπὶ κρατὸς πῖλον ἐπέθηκεν ἄνωθεν καὶ ἀνθρωπόμορφόν τι τὸ γόνυ κάμπτον καὶ ἀφοδεῦον τεκτηνάμενος τοὺς μὲν φυλάσσοντας τὸ ὑποκρινόμενον αὐτὸν ἀνδρείκελον ἐκλείπει περιαθρεῖν, αὐτὸς δὲ τὸν ἐκεῖσε λοχμώδη χῶρον καθυποδὺς ὥσπερ δορκὰς ἐκ βρόχων καὶ ὄρνις ἐκ παγίδος ῥυσθεὶς ἐφέρετο. ὡς δ’ ὀψέ ποτε τὸν δόλον ἐκεῖνοι ἔγνωσαν, οἱ μὲν συνέτεινον τὸν δρόμον ἐπὶ τὰ ἔμπροσθεν οἰόμενοι καὶ πάλιν Ἀνδρόνικον ἐκείνης ἧς καὶ πρότερον ἔχεσθαι, ὁ δὲ παλίμπους γενόμενος δι’ ἄλλης εἰς Γάλιτζαν ᾤχετο. Τὸν δὲ Πουπάκην ὁ βασιλεὺς συλλαβὼν ἔξανε πολλαῖς διὰ λώρων δημοσίᾳ κατά τε τοῦ νώτου καὶ τῶν ὤμων.
Α Εἰς δ' ἑτέραν τῶν κατὰ Φιλιππούπολιν χωρῶν ἀπιδὼν κυβέρνησιν, ὡς τῶν ἐκεῖσε μάλιστα παρ σθαι τὸν οἰκεῖον γαμβρὸν τὸν Βατάτζην συλλήπτορα σχόντων κακῶς ἀεὶ, στέλλει τὸν οἰκεῖον ἐξάδελφον Κωνσταντίνον, ὃν καὶ δοῦκα τοῦ στόλου προσβάλετο, εἰς στρατηγὸν ἀποτάξης. Ὁ δὲ, κἂν οὔπω ὑπέρανα- βεβήκει τὸν μείρακα, τὸ γοῦν θυμοειδές παραδει κνύων ὡς οἱ τῶν λεόντων σκύμνοι τὴν ὀφρὺν εὐθὺς ἐκ γενέσεως, καὶ τῆς ἐπαυχενίου κόμης τὸ λάσιον καὶ τὰς τῶν ὀνύχων ἀκωκάς, οὕτω πρὸς ὑπακοὴν καὶ δέος τὸ συνὸν αὐτῷ ἐρρύθμισε στράτευμα ὡς νεύματι μόνῳ πείθεσθαί οἱ καὶ ἐννοήματι καὶ πρὸς τὰ ἐπιταττόμενα ῥᾳδίως ὑπάγεσθαι. Ἐστρατήγει οὖν μετὰ τῆς φυσικῆς ὀξύτητος· εἰ δέ που ἡ νεότης σφαδάζουσα ἐξέπιπτε τοῦ καθήκοντος, ἡ τῶν ἐκείνῳ συνεζευγμένων ὑποστρατήγων ἐμπειρία ταύτην ἀνα- σειράζουσα μὴ ὅρους ὑπερβαίνειν ὑπετίθει τοὺς τακτικούς. Επτηξαν οὖν αὐτὸν οἱ ἀποστάται Βλά χοι ὅσον οὐδ᾽ αὐτὸν τὸν βασιλέα ἐποπτανόμενον κατεπλάγησαν, καὶ πολλάκις ὁ Πέτρος σὺν τῷ Ασάν κείρειν τὰ κατὰ Φιλιππούπολιν καὶ Βεῤῥότν προθέμενοι οὐκ ἔλαθον ἐξιόντες τὴν Κωνσταντῖνον, ἀλλ᾽ ἐφέποντα εἶχον καὶ τὰς ἐκείνων κλονοῦντα φάλαγγας, ὥστε οὐχ ὡς πρότερον συχνὰς ἐποίουν τὰς ἐκδρομάς. Αλλὰ δέον τὰ λυσιτελῆ ταῦτα τῇ πατρίδι καὶ ταῖς ἐκεῖσε πόλεσιν αἱρεῖσθαι τὸν Κων- σταντῖνον, ὁ δὲ τὴν ἐναντίαν ἐτράπετο· Ἐπαρθείς γὰρ τοῖς μικροῖς ἀγωνίσμασι τούτοις, ὡς τὰς φρένας ἀστατῶν τῇ νεότητι, ἤρξατο ὑποποιεῖσθαι τοὺς συνα όντας αὐτῷ στρατηγούς, κακ τῶν ἐγχωρίων στρα- τιωτῶν ὀπόσους τὸ γένος αἰδεσίμους ἐγίνωσκε καὶ περιδεξίους εἰς ἔργα πολέμια. Οὐκοῦν καὶ βρα χεῖαν ἐκ τούτων ροπὴν ἐσχηκώς πρὸς τὴν τῶν κατ' ἔφεσιν ἐκπεράτωσιν, τῆς στρατηγίδος ἀνθαιρείται στολῆς τὴν βασίλειον, καὶ τοὺς πόδας εἰς ἑτοιμασίαν τῆς τυραννίδος φοινικοβαφὲς ἀμφιένουσι πέδιλον. Καὶ παραδηλοί [278] γράμμασι τα ἐπ᾿ αὐτῷ τετελεσμένα τῷ τῆς ἀδελφῆς γαμέτῃ τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ τῆς Δύσεως, Βασιλείῳ τῷ Βατάτζῃ. Τὸν δὲ οὐ μόνον οὐκ ἔσχεν ἐπαινοῦντα τὰ τετολμημένα ή προσσχόντα οἷς ἔπραττε νηπιωδῶς καὶ οἷς ἔστελλεν αὐθαδῶς, εἰς Αδριανούπολιν τότε διάγοντα, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον την άκαιρον ὁμοῦ καὶ ἄλογον ἐκείνου φιλοτιμίαν κατα μωκώμενον, καὶ ὡς ὅσον οὐδεπω ἀπολούμενον αὐ· τὸν ὀδυρόμενον· δ καὶ παρὰ πόδας ἐπηκολούθησεν Αρας γὰρ ἐκ τῆς Φιλίππου ἐπὶ σκοπῷ τοῦ κατ' Αδριανούπολιν γενέσθαι καὶ μὴ ἑκόντα παραλήψε τοῦ ἔργου καὶ συνεπευδοκοῦντα τοῖς τελουμένοις, φθάσας περὶ τὸ λεγόμενον Νεούτζικου (τόπος δέ ἐστιν οὗτος διοριστικὸς τῶν ἐπαρχιῶν ἀμφοτέρων, τῆς ᾿Αδριανοῦ φημι καὶ τῆς Φιλίππου) συλλαμβάνεται καὶ καταπροδίδοται βασιλεῖ παρ' αὐτῶν ἐκείνων τῶν εἰς ἀποστασίαν ὑπωνυξάντων καὶ ἀναγορευσάν των αὐτὸν αὐτοκράτορα. Οἱ δ' αὐτοὶ καὶ τὸν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἀπόλογον ἐφ᾽ οἷς ἔδρασαν πρὸς τὸ εὔσχημον μεθαρμόζοντες, διεμηνύσαντο βασιλεῖ τὸ μὲν ὑπο- κλιθῆναι καὶ προσφεῦσαι τῷ ἀποστάτῃ μὴ καθ' ἕτερον τρόπον ἐργάσασθαι ἢ τῷ συμμεταβεβλήσθαι ἀθελήτως τῷ καιρῷ καὶ τοῖς πράγμασιν ὁρᾶν γὰρ NICETÆ CHONIATÆ A B . Imitaque alia ratione Philippopolitanam provinciam gubernandi, ut hostium grassationibus maxime obnoxiam, Constantinum fratrem patruelem cum imperio ablegat, quem classis quoque ducem crearat. Qui etsi adhuc adolescens, tamen, quem- admodum leonum catuli a primo ortu supercilium jubam et unguium aciem ostendunt, sic ille statim animi vigorem et iracundiam præ se ferens ita exercitum ad sui metum et obedientiam assuefecit, ut ad nutum et cogitationem paratus jussa ejus facile exsequeretur. Naturalem igitur in regendo milite acrimoniam secutus si quando ætatis vitio ab officio deerrabat, errata ejus legati corrigebant, monentes ne ultra limites evagaretur. Proinde Bla- chi magis eum formidarent quam ipsum impera- torem; ac Petrus et Asan sæpe Philippopolitanum et Berrænum agrum populaturi Constantinum non fefellerunt, tergis subinde inhærentem et phalangem eo um armis lacessentem; et minus crebras ex- cursiones fecerunt. Cum autem Constantino ii suc- cessus ad patriæ et subjectarum urbium salutem referendi essent, is contrariam viam secutus, et parvis illis dimicationibus ob ætatis levitatem et temeritatem elatus, duces et milites nobiliores et rei bellica peritiores sibi conciliare instituit. Quos cum dioto audientes et ad juvandum institutum suum paratos invenisset, pro ducis habitu impera- toriam sumit, et ad tyrannidis occupationem de- clarandam purpureum calceum induit ; sororisque maritum magnum domesticum Occidentis, Basi- lium Batatzen, ut secum actum sit, per litteras certiorem facit. Is vero Adrianopoli tum degens non modo facinus ejus non probabat, nec pueri- libus ejus actis et insolentibus litteris quidquam movebatur, sed etiam importunam ejus ambitionem deridebat et ut jamjam perituram deplorabat. Id- que e vestigio est consecutum. Nam cum eo consi- lio Philippopoli discessisset, ut Adrianopolim pro- fectus sororium Batatzem vel invitum in partes suas pertraberet, ubi ad Neuzium pervenit locus id est, qui Philippopolitanam et Adrianopolitanam provinciam dieterminat) comprehenditur, et impe- ratori ab iis ipsis proditur, & quibus ad defectionem impulsus et imperator salutatus fuerat. Qui ut suum facinus honesta specie velarent, ad imperatorem scripserunt se non alio consilio seditiosum hominem secutos, nisi ut iniquæ temporum con- D ditioni servirent. Vidissse enim se tum minime fuisse tutum Constantini voluntati refragari, qui omnes duces iracundia vinceret, et ensem statim in eos stringeret qui jussis ejus uon obsecundarent. Id vero quod nunc per occasionem fecerint, argu- mentum esse suæ inviolatæ erga imperatorem fidei. Imperator vero etsi levium virorum artes et fucatas excusationes non ignorabat, tamen eo facto quod e re sua esset probato, Constantinum excæ- cavit, adjutorum ejus nemine aperte multato. Bla- chi vero tantum eo Constantini casu exhilarati sunt, Petrus et Asau fratres ita exultarunt, quasi C
μετὰ δὲ προάγων αὐτὸν ὁ κῆρυξ ἐκ τοῦ τραχήλου σχοινόδετον ἐπεβόα οὑτωσὶ τρανότερον ὅστις τὸν ἐχθρὸν τοῦ βασιλέως προσιόντα οἱ εἰσοικίζεται καὶ διδοὺς ἐφόδια ἐκπέμπει, οὕτω καὶ μαστίζεται καὶ πομπεύεται. ὁ δὲ πρὸς τοὺς συνιόντας ἀτενὲς ὁρῶν διακεχυμένῳ προσώπῳ αὕτη μοι αἰσχύνη πρὸς τοῦ βουλομένου ἤτω παντός, ἐπεφθέγγετο μὴ ἐπιστάντα τὸν εὐεργέτην καταπροδόντι ἢ ἐμβριθῶς ἀποπεμψαμένῳ, ἀλλ’ ὡς ἐξῆν τεθεραπευκότι καὶ προεκπέμψαντι χαίροντα. Τότε δ’ οὖν ὑπτίαις ἀγκάλαις πρὸς τοῦ τῆς Γαλίτζης ἐπιτροπεύοντος Ἀνδρόνικος προσδεχθεὶς ἔμεινε παρ’ ἐκείνῳ χρόνον συχνόν. οὕτω δὲ πρὸς τὸν ἑαυτοῦ πόθον ὅλον ἐκεῖνον Ἀνδρόνικος ἀνηρτήσατο, ὡς καὶ συνθηρεύειν καὶ συνθακεύειν ἐκείνῳ ὁμέστιός τε εἶναι καὶ σύσσιτος. Ἀλλὰ τὴν τοῦ ἐξαδέλφου φυγὴν καὶ τὴν ἐκ τῆς ἐνεγκαμένης ἀπαλλοτρίωσιν οἰκεῖον ὄνειδος κρίνων ὁ βασιλεὺς Μανουήλ, καὶ ἄλλως δὲ ὑφορώμενος τὸ τούτου ἐπὶ πλεῖστον ἀπόδημον, ἐπεὶ καὶ ᾔδετο παλεύειν μυρίαν Σκυθίδα ἵππον, ὡς ἐς τὰ Ῥωμαίων ὅρια ἐσβαλεῖ, ἔργον, ὅ φασι, τίθησιν ἀσχολίας ἀνώτερον ἐπανελθεῖν Ἀνδρόνικον.
Α Εἰς δ' ἑτέραν τῶν κατὰ Φιλιππούπολιν χωρῶν ἀπιδὼν κυβέρνησιν, ὡς τῶν ἐκεῖσε μάλιστα παρ σθαι τὸν οἰκεῖον γαμβρὸν τὸν Βατάτζην συλλήπτορα σχόντων κακῶς ἀεὶ, στέλλει τὸν οἰκεῖον ἐξάδελφον Κωνσταντίνον, ὃν καὶ δοῦκα τοῦ στόλου προσβάλετο, εἰς στρατηγὸν ἀποτάξης. Ὁ δὲ, κἂν οὔπω ὑπέρανα- βεβήκει τὸν μείρακα, τὸ γοῦν θυμοειδές παραδει κνύων ὡς οἱ τῶν λεόντων σκύμνοι τὴν ὀφρὺν εὐθὺς ἐκ γενέσεως, καὶ τῆς ἐπαυχενίου κόμης τὸ λάσιον καὶ τὰς τῶν ὀνύχων ἀκωκάς, οὕτω πρὸς ὑπακοὴν καὶ δέος τὸ συνὸν αὐτῷ ἐρρύθμισε στράτευμα ὡς νεύματι μόνῳ πείθεσθαί οἱ καὶ ἐννοήματι καὶ πρὸς τὰ ἐπιταττόμενα ῥᾳδίως ὑπάγεσθαι. Ἐστρατήγει οὖν μετὰ τῆς φυσικῆς ὀξύτητος· εἰ δέ που ἡ νεότης σφαδάζουσα ἐξέπιπτε τοῦ καθήκοντος, ἡ τῶν ἐκείνῳ συνεζευγμένων ὑποστρατήγων ἐμπειρία ταύτην ἀνα- σειράζουσα μὴ ὅρους ὑπερβαίνειν ὑπετίθει τοὺς τακτικούς. Επτηξαν οὖν αὐτὸν οἱ ἀποστάται Βλά χοι ὅσον οὐδ᾽ αὐτὸν τὸν βασιλέα ἐποπτανόμενον κατεπλάγησαν, καὶ πολλάκις ὁ Πέτρος σὺν τῷ Ασάν κείρειν τὰ κατὰ Φιλιππούπολιν καὶ Βεῤῥότν προθέμενοι οὐκ ἔλαθον ἐξιόντες τὴν Κωνσταντῖνον, ἀλλ᾽ ἐφέποντα εἶχον καὶ τὰς ἐκείνων κλονοῦντα φάλαγγας, ὥστε οὐχ ὡς πρότερον συχνὰς ἐποίουν τὰς ἐκδρομάς. Αλλὰ δέον τὰ λυσιτελῆ ταῦτα τῇ πατρίδι καὶ ταῖς ἐκεῖσε πόλεσιν αἱρεῖσθαι τὸν Κων- σταντῖνον, ὁ δὲ τὴν ἐναντίαν ἐτράπετο· Ἐπαρθείς γὰρ τοῖς μικροῖς ἀγωνίσμασι τούτοις, ὡς τὰς φρένας ἀστατῶν τῇ νεότητι, ἤρξατο ὑποποιεῖσθαι τοὺς συνα όντας αὐτῷ στρατηγούς, κακ τῶν ἐγχωρίων στρα- τιωτῶν ὀπόσους τὸ γένος αἰδεσίμους ἐγίνωσκε καὶ περιδεξίους εἰς ἔργα πολέμια. Οὐκοῦν καὶ βρα χεῖαν ἐκ τούτων ροπὴν ἐσχηκώς πρὸς τὴν τῶν κατ' ἔφεσιν ἐκπεράτωσιν, τῆς στρατηγίδος ἀνθαιρείται στολῆς τὴν βασίλειον, καὶ τοὺς πόδας εἰς ἑτοιμασίαν τῆς τυραννίδος φοινικοβαφὲς ἀμφιένουσι πέδιλον. Καὶ παραδηλοί [278] γράμμασι τα ἐπ᾿ αὐτῷ τετελεσμένα τῷ τῆς ἀδελφῆς γαμέτῃ τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ τῆς Δύσεως, Βασιλείῳ τῷ Βατάτζῃ. Τὸν δὲ οὐ μόνον οὐκ ἔσχεν ἐπαινοῦντα τὰ τετολμημένα ή προσσχόντα οἷς ἔπραττε νηπιωδῶς καὶ οἷς ἔστελλεν αὐθαδῶς, εἰς Αδριανούπολιν τότε διάγοντα, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον την άκαιρον ὁμοῦ καὶ ἄλογον ἐκείνου φιλοτιμίαν κατα μωκώμενον, καὶ ὡς ὅσον οὐδεπω ἀπολούμενον αὐ· τὸν ὀδυρόμενον· δ καὶ παρὰ πόδας ἐπηκολούθησεν Αρας γὰρ ἐκ τῆς Φιλίππου ἐπὶ σκοπῷ τοῦ κατ' Αδριανούπολιν γενέσθαι καὶ μὴ ἑκόντα παραλήψε τοῦ ἔργου καὶ συνεπευδοκοῦντα τοῖς τελουμένοις, φθάσας περὶ τὸ λεγόμενον Νεούτζικου (τόπος δέ ἐστιν οὗτος διοριστικὸς τῶν ἐπαρχιῶν ἀμφοτέρων, τῆς ᾿Αδριανοῦ φημι καὶ τῆς Φιλίππου) συλλαμβάνεται καὶ καταπροδίδοται βασιλεῖ παρ' αὐτῶν ἐκείνων τῶν εἰς ἀποστασίαν ὑπωνυξάντων καὶ ἀναγορευσάν των αὐτὸν αὐτοκράτορα. Οἱ δ' αὐτοὶ καὶ τὸν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἀπόλογον ἐφ᾽ οἷς ἔδρασαν πρὸς τὸ εὔσχημον μεθαρμόζοντες, διεμηνύσαντο βασιλεῖ τὸ μὲν ὑπο- κλιθῆναι καὶ προσφεῦσαι τῷ ἀποστάτῃ μὴ καθ' ἕτερον τρόπον ἐργάσασθαι ἢ τῷ συμμεταβεβλήσθαι ἀθελήτως τῷ καιρῷ καὶ τοῖς πράγμασιν ὁρᾶν γὰρ NICETÆ CHONIATÆ A B . Imitaque alia ratione Philippopolitanam provinciam gubernandi, ut hostium grassationibus maxime obnoxiam, Constantinum fratrem patruelem cum imperio ablegat, quem classis quoque ducem crearat. Qui etsi adhuc adolescens, tamen, quem- admodum leonum catuli a primo ortu supercilium jubam et unguium aciem ostendunt, sic ille statim animi vigorem et iracundiam præ se ferens ita exercitum ad sui metum et obedientiam assuefecit, ut ad nutum et cogitationem paratus jussa ejus facile exsequeretur. Naturalem igitur in regendo milite acrimoniam secutus si quando ætatis vitio ab officio deerrabat, errata ejus legati corrigebant, monentes ne ultra limites evagaretur. Proinde Bla- chi magis eum formidarent quam ipsum impera- torem; ac Petrus et Asan sæpe Philippopolitanum et Berrænum agrum populaturi Constantinum non fefellerunt, tergis subinde inhærentem et phalangem eo um armis lacessentem; et minus crebras ex- cursiones fecerunt. Cum autem Constantino ii suc- cessus ad patriæ et subjectarum urbium salutem referendi essent, is contrariam viam secutus, et parvis illis dimicationibus ob ætatis levitatem et temeritatem elatus, duces et milites nobiliores et rei bellica peritiores sibi conciliare instituit. Quos cum dioto audientes et ad juvandum institutum suum paratos invenisset, pro ducis habitu impera- toriam sumit, et ad tyrannidis occupationem de- clarandam purpureum calceum induit ; sororisque maritum magnum domesticum Occidentis, Basi- lium Batatzen, ut secum actum sit, per litteras certiorem facit. Is vero Adrianopoli tum degens non modo facinus ejus non probabat, nec pueri- libus ejus actis et insolentibus litteris quidquam movebatur, sed etiam importunam ejus ambitionem deridebat et ut jamjam perituram deplorabat. Id- que e vestigio est consecutum. Nam cum eo consi- lio Philippopoli discessisset, ut Adrianopolim pro- fectus sororium Batatzem vel invitum in partes suas pertraberet, ubi ad Neuzium pervenit locus id est, qui Philippopolitanam et Adrianopolitanam provinciam dieterminat) comprehenditur, et impe- ratori ab iis ipsis proditur, & quibus ad defectionem impulsus et imperator salutatus fuerat. Qui ut suum facinus honesta specie velarent, ad imperatorem scripserunt se non alio consilio seditiosum hominem secutos, nisi ut iniquæ temporum con- D ditioni servirent. Vidissse enim se tum minime fuisse tutum Constantini voluntati refragari, qui omnes duces iracundia vinceret, et ensem statim in eos stringeret qui jussis ejus uon obsecundarent. Id vero quod nunc per occasionem fecerint, argu- mentum esse suæ inviolatæ erga imperatorem fidei. Imperator vero etsi levium virorum artes et fucatas excusationes non ignorabat, tamen eo facto quod e re sua esset probato, Constantinum excæ- cavit, adjutorum ejus nemine aperte multato. Bla- chi vero tantum eo Constantini casu exhilarati sunt, Petrus et Asau fratres ita exultarunt, quasi C
οὐκοῦν μετάπεμπτον ἐκεῖθεν ποιεῖται, πίστεις δοὺς καὶ λαβών, καὶ τοῦ πλάνου τοῦτον ἐναγκαλίζεται, καθ’ ὅν, ὡς ἔφην, καιρὸν οἱ Παίονες τὰς σπονδὰς ἀθετήσαντες τὴν Παρίστριον Ῥωμαίων κατέτρεχον ἐπικράτειαν. Συμβαλόντες δὲ καὶ τοῖς στρατηγοῖς τῷ τε Γαβρᾷ Μιχαὴλ καὶ τῷ Βρανᾷ Μιχαὴλ κατὰ κράτος τούτους ἐτρέψαντο καὶ λείαν ὅτι πλείστην ἤλασαν. ἦν δὲ ὁ Γαβρᾶς οὗτος νεωστὶ θύσας τὰ γαμοδαίσια μετὰ τῆς Κομνηνῆς Εὐδοκίας, ᾗ Ἀνδρόνικος ἐπλησίαζεν, ὡς ἤδη φθάσαντες ἐδηλώσαμεν. οὐκοῦν καὶ τῶν προσγενῶν Εὐδοκίας συνιστᾶν αὐτὸν θελόντων τῷ αὐτοκράτορι, πολὺς ἦν ἐπὶ βασιλέως ὁ τούτου κρότος καὶ ἔπαινος καὶ ἐρρωμένως αὐτὸν ἐν τῇ κατὰ τῶν Οὔννων μάχῃ διαγωνίσασθαι ἰσχυρίζοντο καὶ παρῆγον τῶν λεγομένων μάρτυρα τὸν συστράτηγον αὐτῷ Μιχαὴλ τὸν Βρανᾶν.
Α Εἰς δ' ἑτέραν τῶν κατὰ Φιλιππούπολιν χωρῶν ἀπιδὼν κυβέρνησιν, ὡς τῶν ἐκεῖσε μάλιστα παρ σθαι τὸν οἰκεῖον γαμβρὸν τὸν Βατάτζην συλλήπτορα σχόντων κακῶς ἀεὶ, στέλλει τὸν οἰκεῖον ἐξάδελφον Κωνσταντίνον, ὃν καὶ δοῦκα τοῦ στόλου προσβάλετο, εἰς στρατηγὸν ἀποτάξης. Ὁ δὲ, κἂν οὔπω ὑπέρανα- βεβήκει τὸν μείρακα, τὸ γοῦν θυμοειδές παραδει κνύων ὡς οἱ τῶν λεόντων σκύμνοι τὴν ὀφρὺν εὐθὺς ἐκ γενέσεως, καὶ τῆς ἐπαυχενίου κόμης τὸ λάσιον καὶ τὰς τῶν ὀνύχων ἀκωκάς, οὕτω πρὸς ὑπακοὴν καὶ δέος τὸ συνὸν αὐτῷ ἐρρύθμισε στράτευμα ὡς νεύματι μόνῳ πείθεσθαί οἱ καὶ ἐννοήματι καὶ πρὸς τὰ ἐπιταττόμενα ῥᾳδίως ὑπάγεσθαι. Ἐστρατήγει οὖν μετὰ τῆς φυσικῆς ὀξύτητος· εἰ δέ που ἡ νεότης σφαδάζουσα ἐξέπιπτε τοῦ καθήκοντος, ἡ τῶν ἐκείνῳ συνεζευγμένων ὑποστρατήγων ἐμπειρία ταύτην ἀνα- σειράζουσα μὴ ὅρους ὑπερβαίνειν ὑπετίθει τοὺς τακτικούς. Επτηξαν οὖν αὐτὸν οἱ ἀποστάται Βλά χοι ὅσον οὐδ᾽ αὐτὸν τὸν βασιλέα ἐποπτανόμενον κατεπλάγησαν, καὶ πολλάκις ὁ Πέτρος σὺν τῷ Ασάν κείρειν τὰ κατὰ Φιλιππούπολιν καὶ Βεῤῥότν προθέμενοι οὐκ ἔλαθον ἐξιόντες τὴν Κωνσταντῖνον, ἀλλ᾽ ἐφέποντα εἶχον καὶ τὰς ἐκείνων κλονοῦντα φάλαγγας, ὥστε οὐχ ὡς πρότερον συχνὰς ἐποίουν τὰς ἐκδρομάς. Αλλὰ δέον τὰ λυσιτελῆ ταῦτα τῇ πατρίδι καὶ ταῖς ἐκεῖσε πόλεσιν αἱρεῖσθαι τὸν Κων- σταντῖνον, ὁ δὲ τὴν ἐναντίαν ἐτράπετο· Ἐπαρθείς γὰρ τοῖς μικροῖς ἀγωνίσμασι τούτοις, ὡς τὰς φρένας ἀστατῶν τῇ νεότητι, ἤρξατο ὑποποιεῖσθαι τοὺς συνα όντας αὐτῷ στρατηγούς, κακ τῶν ἐγχωρίων στρα- τιωτῶν ὀπόσους τὸ γένος αἰδεσίμους ἐγίνωσκε καὶ περιδεξίους εἰς ἔργα πολέμια. Οὐκοῦν καὶ βρα χεῖαν ἐκ τούτων ροπὴν ἐσχηκώς πρὸς τὴν τῶν κατ' ἔφεσιν ἐκπεράτωσιν, τῆς στρατηγίδος ἀνθαιρείται στολῆς τὴν βασίλειον, καὶ τοὺς πόδας εἰς ἑτοιμασίαν τῆς τυραννίδος φοινικοβαφὲς ἀμφιένουσι πέδιλον. Καὶ παραδηλοί [278] γράμμασι τα ἐπ᾿ αὐτῷ τετελεσμένα τῷ τῆς ἀδελφῆς γαμέτῃ τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ τῆς Δύσεως, Βασιλείῳ τῷ Βατάτζῃ. Τὸν δὲ οὐ μόνον οὐκ ἔσχεν ἐπαινοῦντα τὰ τετολμημένα ή προσσχόντα οἷς ἔπραττε νηπιωδῶς καὶ οἷς ἔστελλεν αὐθαδῶς, εἰς Αδριανούπολιν τότε διάγοντα, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον την άκαιρον ὁμοῦ καὶ ἄλογον ἐκείνου φιλοτιμίαν κατα μωκώμενον, καὶ ὡς ὅσον οὐδεπω ἀπολούμενον αὐ· τὸν ὀδυρόμενον· δ καὶ παρὰ πόδας ἐπηκολούθησεν Αρας γὰρ ἐκ τῆς Φιλίππου ἐπὶ σκοπῷ τοῦ κατ' Αδριανούπολιν γενέσθαι καὶ μὴ ἑκόντα παραλήψε τοῦ ἔργου καὶ συνεπευδοκοῦντα τοῖς τελουμένοις, φθάσας περὶ τὸ λεγόμενον Νεούτζικου (τόπος δέ ἐστιν οὗτος διοριστικὸς τῶν ἐπαρχιῶν ἀμφοτέρων, τῆς ᾿Αδριανοῦ φημι καὶ τῆς Φιλίππου) συλλαμβάνεται καὶ καταπροδίδοται βασιλεῖ παρ' αὐτῶν ἐκείνων τῶν εἰς ἀποστασίαν ὑπωνυξάντων καὶ ἀναγορευσάν των αὐτὸν αὐτοκράτορα. Οἱ δ' αὐτοὶ καὶ τὸν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἀπόλογον ἐφ᾽ οἷς ἔδρασαν πρὸς τὸ εὔσχημον μεθαρμόζοντες, διεμηνύσαντο βασιλεῖ τὸ μὲν ὑπο- κλιθῆναι καὶ προσφεῦσαι τῷ ἀποστάτῃ μὴ καθ' ἕτερον τρόπον ἐργάσασθαι ἢ τῷ συμμεταβεβλήσθαι ἀθελήτως τῷ καιρῷ καὶ τοῖς πράγμασιν ὁρᾶν γὰρ NICETÆ CHONIATÆ A B . Imitaque alia ratione Philippopolitanam provinciam gubernandi, ut hostium grassationibus maxime obnoxiam, Constantinum fratrem patruelem cum imperio ablegat, quem classis quoque ducem crearat. Qui etsi adhuc adolescens, tamen, quem- admodum leonum catuli a primo ortu supercilium jubam et unguium aciem ostendunt, sic ille statim animi vigorem et iracundiam præ se ferens ita exercitum ad sui metum et obedientiam assuefecit, ut ad nutum et cogitationem paratus jussa ejus facile exsequeretur. Naturalem igitur in regendo milite acrimoniam secutus si quando ætatis vitio ab officio deerrabat, errata ejus legati corrigebant, monentes ne ultra limites evagaretur. Proinde Bla- chi magis eum formidarent quam ipsum impera- torem; ac Petrus et Asan sæpe Philippopolitanum et Berrænum agrum populaturi Constantinum non fefellerunt, tergis subinde inhærentem et phalangem eo um armis lacessentem; et minus crebras ex- cursiones fecerunt. Cum autem Constantino ii suc- cessus ad patriæ et subjectarum urbium salutem referendi essent, is contrariam viam secutus, et parvis illis dimicationibus ob ætatis levitatem et temeritatem elatus, duces et milites nobiliores et rei bellica peritiores sibi conciliare instituit. Quos cum dioto audientes et ad juvandum institutum suum paratos invenisset, pro ducis habitu impera- toriam sumit, et ad tyrannidis occupationem de- clarandam purpureum calceum induit ; sororisque maritum magnum domesticum Occidentis, Basi- lium Batatzen, ut secum actum sit, per litteras certiorem facit. Is vero Adrianopoli tum degens non modo facinus ejus non probabat, nec pueri- libus ejus actis et insolentibus litteris quidquam movebatur, sed etiam importunam ejus ambitionem deridebat et ut jamjam perituram deplorabat. Id- que e vestigio est consecutum. Nam cum eo consi- lio Philippopoli discessisset, ut Adrianopolim pro- fectus sororium Batatzem vel invitum in partes suas pertraberet, ubi ad Neuzium pervenit locus id est, qui Philippopolitanam et Adrianopolitanam provinciam dieterminat) comprehenditur, et impe- ratori ab iis ipsis proditur, & quibus ad defectionem impulsus et imperator salutatus fuerat. Qui ut suum facinus honesta specie velarent, ad imperatorem scripserunt se non alio consilio seditiosum hominem secutos, nisi ut iniquæ temporum con- D ditioni servirent. Vidissse enim se tum minime fuisse tutum Constantini voluntati refragari, qui omnes duces iracundia vinceret, et ensem statim in eos stringeret qui jussis ejus uon obsecundarent. Id vero quod nunc per occasionem fecerint, argu- mentum esse suæ inviolatæ erga imperatorem fidei. Imperator vero etsi levium virorum artes et fucatas excusationes non ignorabat, tamen eo facto quod e re sua esset probato, Constantinum excæ- cavit, adjutorum ejus nemine aperte multato. Bla- chi vero tantum eo Constantini casu exhilarati sunt, Petrus et Asau fratres ita exultarunt, quasi C
ὁ δὲ πρὸς τοῦ βασιλέως ἐπιταχθείς, ὅρκον τὴν οἰκείαν κεφαλὴν ἐπαγαγόντος, ἀληθῶς εἰπεῖν ὃ περὶ τοῦ Γαβρᾶ γενναῖον σύνοιδεν ἔργον, τῷ τέως μὲν ὑπερέθετο τὸν ἀπόλογον, πρὸς δὲ τὸν Γαβρᾶν στραφεὶς ἤρετο τοῦτον, εἰ καὶ αὐτὸς ἀνδρεῖόν τι καὶ ἀξιέπαινον ἐνεδείξατο, εἴτε μὴν ὡς στρατηγὸς τὰ λῴονα διεπράξατο, ὅτε συμπεσόντες μετὰ τῶν Οὔγγρων, Διονυσίου στρατηγοῦντος, ἐμάχοντο. καὶ ταῦτα καθομολογοῦντα σχὼν τὸν Γαβρᾶν καὶ ὡς οὐκ ἄλλον ὄντως τῷ τότε αὐτὸν ἀνδρίσασθαι μαρτυροῦντα ἐπήγαγεν ὡς οὐκ ἔχων βασιλέως ἐνώπιον παρανοσφίζεσθαι τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὴν οἰκείαν κεφαλὴν αὐτὸν ἐξορκίζοντος, φησὶ μηδαμῶς ὑποστῆναι τὴν τῶν ἐναντίων ἐμβολὴν τὸν Γαβρᾶν, ἀλλ’ ἐκ πρώτης προσβολῆς ἀποδειλιάσαντα οἴχεσθαι φεύγοντα, αὐτοῦ καὶ ταῦτα πολλάκις ἀνακαλεσαμένου τοῦτον καὶ στῆθι ὦ φίλος εἰπόντος μετ’ ἐκβοήσεως. Ἀτὰρ καὶ σπεύδων ὁ βασιλεὺς αὐτό τε τὸ Ζεύγμινον Ῥωμαίοις ἐπανασώσασθαι καὶ δίκας τοὺς Οὔννους εἰσπράξασθαι ὧν εἰς Στέφανον πεπαρῳνήκεσαν τοῖς ἐκεῖσε παρενέβαλε μέρεσιν.
Α Εἰς δ' ἑτέραν τῶν κατὰ Φιλιππούπολιν χωρῶν ἀπιδὼν κυβέρνησιν, ὡς τῶν ἐκεῖσε μάλιστα παρ σθαι τὸν οἰκεῖον γαμβρὸν τὸν Βατάτζην συλλήπτορα σχόντων κακῶς ἀεὶ, στέλλει τὸν οἰκεῖον ἐξάδελφον Κωνσταντίνον, ὃν καὶ δοῦκα τοῦ στόλου προσβάλετο, εἰς στρατηγὸν ἀποτάξης. Ὁ δὲ, κἂν οὔπω ὑπέρανα- βεβήκει τὸν μείρακα, τὸ γοῦν θυμοειδές παραδει κνύων ὡς οἱ τῶν λεόντων σκύμνοι τὴν ὀφρὺν εὐθὺς ἐκ γενέσεως, καὶ τῆς ἐπαυχενίου κόμης τὸ λάσιον καὶ τὰς τῶν ὀνύχων ἀκωκάς, οὕτω πρὸς ὑπακοὴν καὶ δέος τὸ συνὸν αὐτῷ ἐρρύθμισε στράτευμα ὡς νεύματι μόνῳ πείθεσθαί οἱ καὶ ἐννοήματι καὶ πρὸς τὰ ἐπιταττόμενα ῥᾳδίως ὑπάγεσθαι. Ἐστρατήγει οὖν μετὰ τῆς φυσικῆς ὀξύτητος· εἰ δέ που ἡ νεότης σφαδάζουσα ἐξέπιπτε τοῦ καθήκοντος, ἡ τῶν ἐκείνῳ συνεζευγμένων ὑποστρατήγων ἐμπειρία ταύτην ἀνα- σειράζουσα μὴ ὅρους ὑπερβαίνειν ὑπετίθει τοὺς τακτικούς. Επτηξαν οὖν αὐτὸν οἱ ἀποστάται Βλά χοι ὅσον οὐδ᾽ αὐτὸν τὸν βασιλέα ἐποπτανόμενον κατεπλάγησαν, καὶ πολλάκις ὁ Πέτρος σὺν τῷ Ασάν κείρειν τὰ κατὰ Φιλιππούπολιν καὶ Βεῤῥότν προθέμενοι οὐκ ἔλαθον ἐξιόντες τὴν Κωνσταντῖνον, ἀλλ᾽ ἐφέποντα εἶχον καὶ τὰς ἐκείνων κλονοῦντα φάλαγγας, ὥστε οὐχ ὡς πρότερον συχνὰς ἐποίουν τὰς ἐκδρομάς. Αλλὰ δέον τὰ λυσιτελῆ ταῦτα τῇ πατρίδι καὶ ταῖς ἐκεῖσε πόλεσιν αἱρεῖσθαι τὸν Κων- σταντῖνον, ὁ δὲ τὴν ἐναντίαν ἐτράπετο· Ἐπαρθείς γὰρ τοῖς μικροῖς ἀγωνίσμασι τούτοις, ὡς τὰς φρένας ἀστατῶν τῇ νεότητι, ἤρξατο ὑποποιεῖσθαι τοὺς συνα όντας αὐτῷ στρατηγούς, κακ τῶν ἐγχωρίων στρα- τιωτῶν ὀπόσους τὸ γένος αἰδεσίμους ἐγίνωσκε καὶ περιδεξίους εἰς ἔργα πολέμια. Οὐκοῦν καὶ βρα χεῖαν ἐκ τούτων ροπὴν ἐσχηκώς πρὸς τὴν τῶν κατ' ἔφεσιν ἐκπεράτωσιν, τῆς στρατηγίδος ἀνθαιρείται στολῆς τὴν βασίλειον, καὶ τοὺς πόδας εἰς ἑτοιμασίαν τῆς τυραννίδος φοινικοβαφὲς ἀμφιένουσι πέδιλον. Καὶ παραδηλοί [278] γράμμασι τα ἐπ᾿ αὐτῷ τετελεσμένα τῷ τῆς ἀδελφῆς γαμέτῃ τῷ μεγάλῳ δομεστίκῳ τῆς Δύσεως, Βασιλείῳ τῷ Βατάτζῃ. Τὸν δὲ οὐ μόνον οὐκ ἔσχεν ἐπαινοῦντα τὰ τετολμημένα ή προσσχόντα οἷς ἔπραττε νηπιωδῶς καὶ οἷς ἔστελλεν αὐθαδῶς, εἰς Αδριανούπολιν τότε διάγοντα, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον την άκαιρον ὁμοῦ καὶ ἄλογον ἐκείνου φιλοτιμίαν κατα μωκώμενον, καὶ ὡς ὅσον οὐδεπω ἀπολούμενον αὐ· τὸν ὀδυρόμενον· δ καὶ παρὰ πόδας ἐπηκολούθησεν Αρας γὰρ ἐκ τῆς Φιλίππου ἐπὶ σκοπῷ τοῦ κατ' Αδριανούπολιν γενέσθαι καὶ μὴ ἑκόντα παραλήψε τοῦ ἔργου καὶ συνεπευδοκοῦντα τοῖς τελουμένοις, φθάσας περὶ τὸ λεγόμενον Νεούτζικου (τόπος δέ ἐστιν οὗτος διοριστικὸς τῶν ἐπαρχιῶν ἀμφοτέρων, τῆς ᾿Αδριανοῦ φημι καὶ τῆς Φιλίππου) συλλαμβάνεται καὶ καταπροδίδοται βασιλεῖ παρ' αὐτῶν ἐκείνων τῶν εἰς ἀποστασίαν ὑπωνυξάντων καὶ ἀναγορευσάν των αὐτὸν αὐτοκράτορα. Οἱ δ' αὐτοὶ καὶ τὸν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἀπόλογον ἐφ᾽ οἷς ἔδρασαν πρὸς τὸ εὔσχημον μεθαρμόζοντες, διεμηνύσαντο βασιλεῖ τὸ μὲν ὑπο- κλιθῆναι καὶ προσφεῦσαι τῷ ἀποστάτῃ μὴ καθ' ἕτερον τρόπον ἐργάσασθαι ἢ τῷ συμμεταβεβλήσθαι ἀθελήτως τῷ καιρῷ καὶ τοῖς πράγμασιν ὁρᾶν γὰρ NICETÆ CHONIATÆ A B . Imitaque alia ratione Philippopolitanam provinciam gubernandi, ut hostium grassationibus maxime obnoxiam, Constantinum fratrem patruelem cum imperio ablegat, quem classis quoque ducem crearat. Qui etsi adhuc adolescens, tamen, quem- admodum leonum catuli a primo ortu supercilium jubam et unguium aciem ostendunt, sic ille statim animi vigorem et iracundiam præ se ferens ita exercitum ad sui metum et obedientiam assuefecit, ut ad nutum et cogitationem paratus jussa ejus facile exsequeretur. Naturalem igitur in regendo milite acrimoniam secutus si quando ætatis vitio ab officio deerrabat, errata ejus legati corrigebant, monentes ne ultra limites evagaretur. Proinde Bla- chi magis eum formidarent quam ipsum impera- torem; ac Petrus et Asan sæpe Philippopolitanum et Berrænum agrum populaturi Constantinum non fefellerunt, tergis subinde inhærentem et phalangem eo um armis lacessentem; et minus crebras ex- cursiones fecerunt. Cum autem Constantino ii suc- cessus ad patriæ et subjectarum urbium salutem referendi essent, is contrariam viam secutus, et parvis illis dimicationibus ob ætatis levitatem et temeritatem elatus, duces et milites nobiliores et rei bellica peritiores sibi conciliare instituit. Quos cum dioto audientes et ad juvandum institutum suum paratos invenisset, pro ducis habitu impera- toriam sumit, et ad tyrannidis occupationem de- clarandam purpureum calceum induit ; sororisque maritum magnum domesticum Occidentis, Basi- lium Batatzen, ut secum actum sit, per litteras certiorem facit. Is vero Adrianopoli tum degens non modo facinus ejus non probabat, nec pueri- libus ejus actis et insolentibus litteris quidquam movebatur, sed etiam importunam ejus ambitionem deridebat et ut jamjam perituram deplorabat. Id- que e vestigio est consecutum. Nam cum eo consi- lio Philippopoli discessisset, ut Adrianopolim pro- fectus sororium Batatzem vel invitum in partes suas pertraberet, ubi ad Neuzium pervenit locus id est, qui Philippopolitanam et Adrianopolitanam provinciam dieterminat) comprehenditur, et impe- ratori ab iis ipsis proditur, & quibus ad defectionem impulsus et imperator salutatus fuerat. Qui ut suum facinus honesta specie velarent, ad imperatorem scripserunt se non alio consilio seditiosum hominem secutos, nisi ut iniquæ temporum con- D ditioni servirent. Vidissse enim se tum minime fuisse tutum Constantini voluntati refragari, qui omnes duces iracundia vinceret, et ensem statim in eos stringeret qui jussis ejus uon obsecundarent. Id vero quod nunc per occasionem fecerint, argu- mentum esse suæ inviolatæ erga imperatorem fidei. Imperator vero etsi levium virorum artes et fucatas excusationes non ignorabat, tamen eo facto quod e re sua esset probato, Constantinum excæ- cavit, adjutorum ejus nemine aperte multato. Bla- chi vero tantum eo Constantini casu exhilarati sunt, Petrus et Asau fratres ita exultarunt, quasi C
PG 139:449οἱ δὲ βάρβαροι παρὰ τὰς ὄχθας Ἴστρου τοῦ ποταμοῦ ὡς εἰς πόλεμον διαταξάμενοι διεκώλυον τῆς στρατιᾶς τὴν περαίωσιν παντοῖα βέλη ἐπαφιέντες καὶ τὰς ἐκβολὰς προκαταλαμβάνοντες, κἂν ἦσαν οὐδὲν περαίνοντες· οἱ γὰρ ἑκηβόλοι Ῥωμαῖοι καὶ τὸ ἄλλο ἅπαν ὁπλιτικὸν ὠσάμενοι τούτους ἐξέκρουσαν τῶν παρακτίων μερῶν. βασιλεὺς δὲ σὺν παντὶ τῷ στρατεύματι κατὰ τὸ Ζεύγμινον ἀφικόμενος ἐκεῖ που στρατήγιον βάλλεται. Ἔστι δὲ τοῦτο κατὰ μεσημβρίαν ἀπρόσβατον γηλόφῳ περιήκοντι καὶ ποταμίῳ τειχιζόμενον ῥεύματι. ᾤετο μὲν οὖν αὐτοβοεὶ αἱρήσειν τὸ πόλισμα οἷα τῶν ἔνδον καὶ πρὸς τὴν πρώτην αὐτοῦ θέαν καταπλαγέντων καὶ τὰς πύλας ἀνακλινάντων καὶ δεξαμένων αὐτὸν ἔνδοθι·
ὁπότοι τὸν μὲν τρόπον οὐκ ἐλευθέρ:οι, τὸ δὲ ἦθος Α ὑποκαθειμένοι καὶ τὴν γλῶτταν τῇ καρδία πλουτοῦν- τες ἀντίφθογγον, πρὸ πάντων δὲ τιθέναι τῷ στόματι φυλακὴν καὶ μὴ ἐῆν τὴν γλῶτταν προπετῶς ἐκπη δξν τοῦ ἔρκους τῶν ὀδόντων καὶ τοῦ τῶν χειλέων ἐπιτειχίσματος, ἅπερ οἷα διπλοῦν περίβολον ή φύσις ταὐτῇ περιεγύρωσεν. Ο γὰρ τοι τότε λογοθέτης του δρόμου οὐχ οἷός τε ὧν στέγειν τὴν ἐς τὸν Στυππειώ- την της τύχης εὐμένειαν καὶ τὴν ἀκροτάτην τοῦ βασιλέως ροπὴν καὶ τὸ τῷ μὲν ἅπαντα τὸν χρόνον τῆς ἐς τὸν κρατοῦντα παρρησίας τε καὶ παρουσίας εἶναι καιρὸν καὶ ἐξεῖναι δακτύλῳ πάντα μεταφέρειν καὶ νεύματι, αὐτῷ δὲ κατὰ τακτὰς ὥρας τὴν ἐς αὐτὸν ἀνεῳγέται πυλαίαν, καὶ τἄλλα ὅσα τῷ μὲν Στυππειώτῃ καὶ μόνον βουληθέντι ἀνύσιμα ἦν, τῷ δὲ οὐδ᾽ ὄναρ διὰ τοῦ φανταστικοῦ ἐφιπτάμενα καὶ διὰ τοῦτο τοῦ φθόνου γινόμενα ὑπεκκαύματα καὶ ἕως τοῦ ταμιείου πλήττοντα τῆς καρδίας, σκαιωρεῖ κατὰ τοῦ ἀνδρὸς τὰ οἰκτρότατα. Καὶ δεινὸς ὤν κατά τῦσαι δόλους καὶ δικρόαν εὐτυχών γλώτταν, ὁποίαν ὄφις ὁ ψίθυρος καὶ ἀρχέκακος, φιλίᾳ ὑποκλέπτει τὸν ἄνδρα, καλῷ πράγματι συσκιάζων άτοπα διαβούλια καὶ δηλητηρίου σκύφον περὶ χείλη ἀγάπης μέλιτι περιχρίων. Αμέλει τοι καὶ ἄλλα λέγων και διανοού μενος ἕτερα, καὶ χείλεσι μὲν τιμῶν τῇ δὲ καρδίᾳ πόρρω πλαζόμενος, ἐλελήθει τὸν κατὰ τοῦτο μόνον ἀρχαῖον καὶ ἁπλοϊκὸν Στυππειώτην. Ἐνδιαβάλλει τοίνυν ὡς μαγγανευτὴν τοῦτον καὶ δολιόφρονα, καὶ γράφεται προδοσίας, τὰ κατὰ Σικελίαν λέγων ανατα- ράττειν πράγματα. ᾿Απαιτηθεὶς οὖν ὑπὸ τοῦ βασι- λέως πίστεις τῶν λεγομένων, τῇ Κιλικία (79) ὅτι ἐνδιατρίβοντος, αὐτὸν μὲν ἐφίστησι παραπετάσματι, τὸν δὲ Στυππειώτην ἀπολαβὼν ὡς ἔχων τι μόνος μόνῳ προσδιαλέγεσθαι, άγει ὅπου ἦν ἀθέατος ὁ βασι λεὺς ἐστηκώς, καὶ λόγους ανακινήσας ἑτέρους εἶτα καὶ τοῖς κατὰ Σικελίαν δολίως ἐνέβαλε. καὶ διδοὺς αὐτὸς ἀφορμὰς τοῦ μεμψιμοιρεῖν μήτε μὴν ἀσπάζει σθαι τὸν Στυππειώτην ὅσα ὁ βασιλεὺς εἶχεν ἐπὶ τοῖς κατὰ Σικελίαν διαπραξάμενος πράγμασιν, οὕτω δια λύει τὴν ἐντυχίαν, καὶ τοιοῦτον ἐνθάψας σπινθήρα τῇ τοῦ βασιλέως ψυχῆ καὶ κατὰ τοῦ Στυππειώτου ἀφεὶς ὑποτύφεσθαι ἐσκέπτετο καὶ φορητοῦ εὐπορής σειν ἑτέρων συκοφαντήσεων, δι' ὧν προχειροτάτη ἐσεῖται τοῦ σπινθῆρος ἡ κίνησις. Οὐκοῦν κατὰ καρ- δίας ἑτέραν πληγὴν ἀνταίαν εἰληφώς ὁ δηλωθείς λογοθέτης ἐκ τοῦ τῷ Στυτπειώτῃ δοθῆναι δοχεῖον ἐρυθροδάνου διέλυθον χρύσεον, καὶ τοῖς ὅρκοις τοῦ- τον ἐπιστατῆσαι κατὰ τὸν ἐν βλαχέρναις μέγαν νεών οι τὴν τοῦ κράτους διαδοχὴν ἐνεπέσουν 'Αλε- ξίῳ τε τῷ Οὐγγρίας καὶ τῇ θυγατρὶ τοῦ βασιλέως Μαρία, * τῷ λογοθετικῷ δήπουθεν ὀφφικίῳ ἦσαν ἁρμόδιά, συνθέσθαι λέγεται χάρτην λήρων ἔμπλεων παρὰ τοῦ Στυππειώνου δῆθεν τῷ τῆς Σικελίας ῥηγι σταλησόμενον, καὶ τοῦτον ἀναφύρας τοῖς τοῦ Στυπο πειώτου τόμοις καὶ γράμμασι πεῖσαι τὸν βασιλέα " ἀντὶ Λα τίνων μὲν Φράγγους, ἀντὶ δὲ Κιλικίας ᾿Αρμενίαν τίθησι. DE MANUELE COMNENO LIB. III. B pollent ab animo dissentiente, ac custodia munien. dum os, nec sinendam linguam temere extra dentium septum et labiorum munitionem evagari, quibus a natu a quasi duplici vallo est inclusa. Nam droni legotheta cum fortune benignitatem erga Styppiotam. et propensissimam imperato- ris voluntaten ferre non posset,ad quem illi semper pateret aditus et colloquendi potestas daretur, adeo ut digito et nutu quidvis conficeret, cum sibi certis horis tantum accedere permitteretur, et quæ Styppiotes sola voluntate impetraret, ea sibi ne per somnium quidem cernere contingeret'; invidia æstuans, quæ ipsius animi penetralia in- sederat, homo callidus et instar pestiferi serpentis bifida lingua instructus, amicitia simulatione virum circumvenit, et scyphi veneno pleni oras amicitiæ melle inungit, aliud dicens, aliud cogi- tans, et labiis honorans, cum animo esset alienis- simo. His rationibus Styppiotam hac una in re incautum et simplicem fallit, eumque apud impe- ratorem ut impostorem et dolosum criminatur, et Siculæ proditionis accusat; cum vero imperator adhuc in Cilicia agens fidem sibi fieri postularet, eum sub velo stare jubet : ipse Slyppiotam, tan- quam arcani aliquid dicturus, co seducit ubi im- perator occulebatur. Et ab aliis rebus exorsus tandem in Siciliæ mentionem fraudulentur delabi- tur,dataque illi occasione acta illa imperatoris reprehendendi colloquium dirimit. Ita irritato illius animo aliarum calumniarum occasiones quærit, magis etiam contra Styppiotam inflammatus, quod imperator illi aurea bulla cum radiantibus gemmis data mandarat ut in magna Blachernia ecclesia jurijurando præesset, quo imperii successio Alexio Hungaro et filim Marim confirmaretur (quod mu- nus ad logothete potius officium pertinebat), scriptum nugacissimum composuisse fertur, quod scilicet Styppiota ad Siciliæ regem missurus esset, coque in Styppiota codices et litteras clam inser- to, imperatori persuadet ut inquiri jubeat illas proditionis ad Siculum litteras. Quo facto impe- rator fulminis instar contra Styppiotam exarsit, eique oculos effodi jussit innocenti. O inspector omnium ocule justitiæ inevitabilis, cur sæpe con. nives ad tales injurias et graviores etiam cusus illiberalibus et moribus occultis præditi linguaque G D hominum, neque statim tonitrua et fulmina pro- nis, sed vindictam procrastinas? impervestigabile tuum est judicium, et humanis rationibus in- accessum. Tu vero sapiens es et accuratus utili- tatis judex, quamvis tenuitatem ingeniorum nos- trorum frustreris. Draconem quidem aut leonem qui videt aut audit in montibus, statim declinat ; lacrymis et precibus etiam latro mitigatur ad virum vero aliis insidiantem, qui aliud lingua Hlier. Wolfii nolæ. mutatio. Nam vetustus codex fere semper (79) Κιλικία. Αρμενία. Creberrima est hæc per
ὡς δ’ οὗτοι τὰς εἰσόδους παντάπασιν αὐτῷ ἐπεζύγωσαν τά τε τείχη παντοίοις ὅπλοις καὶ ἀφετηρίοις ὀργάνοις ἐκράτυναν, ἀλλὰ καὶ φαινόμενοι ἄνωθεν τὰς γλώσσας ἔθηγον ὡσεὶ ὄφεως, οὐκ ἀπὸ χειρῶν μόνον ἀφιέντες βέλη θανάσιμα, ἀλλὰ κἀκ τοῦ τῶν ὀδόντων ἕρκους αἰσχρορρημοσύνας τοξεύοντες ἰῷ ἀσπίδων τῷ ὑπὸ τὰ χείλη χριστάς, οὐδ’ οἱ Ῥωμαῖοι τὸ ἀπὸ τοῦδε χερσὶ κεναῖς αὐτοῖς προσεφέροντο, ἀλλὰ τοῦ κακορρημονεῖν ὡς ἀγεννοῦς ὅπλου καὶ γυναικείου ἀφιστάμενοι σιδήρῳ μάλιστα κακῶς διετίθεσαν. Πρῶτος τοίνυν ὁ βασιλεὺς τῷ τῆς μιμήσεως ὁμοίῳ διερεθίζων τοὺς ὑπ’ ἐκεῖνον κατὰ τῶν τῆς πόλεως πυλῶν τὸν ἵππον ἐφίησι καὶ μέσον αὐτῶν τὸ δόρυ ἤλασεν. ἐπὶ δὲ τούτοις τὴν τάφρον ἐμπλήσας ἀφυσγετοῦ διὰ τὴν τῶν λίθων στέρησιν τάς τε πετροβόλους μηχανὰς περιστήσας (τέσσαρες δ’ ἦσαν αὗται) τὰ τείχη κατασείειν ἐπέταττεν. ἐνεργεῖς μὲν οὖν ἅπασαι ἦσαν καὶ οἱ πέτροι ταλαντιαῖοι ἀφιέμενοι τὰς τῶν τειχῶν παρέλυον ἁρμογάς·
ὁπότοι τὸν μὲν τρόπον οὐκ ἐλευθέρ:οι, τὸ δὲ ἦθος Α ὑποκαθειμένοι καὶ τὴν γλῶτταν τῇ καρδία πλουτοῦν- τες ἀντίφθογγον, πρὸ πάντων δὲ τιθέναι τῷ στόματι φυλακὴν καὶ μὴ ἐῆν τὴν γλῶτταν προπετῶς ἐκπη δξν τοῦ ἔρκους τῶν ὀδόντων καὶ τοῦ τῶν χειλέων ἐπιτειχίσματος, ἅπερ οἷα διπλοῦν περίβολον ή φύσις ταὐτῇ περιεγύρωσεν. Ο γὰρ τοι τότε λογοθέτης του δρόμου οὐχ οἷός τε ὧν στέγειν τὴν ἐς τὸν Στυππειώ- την της τύχης εὐμένειαν καὶ τὴν ἀκροτάτην τοῦ βασιλέως ροπὴν καὶ τὸ τῷ μὲν ἅπαντα τὸν χρόνον τῆς ἐς τὸν κρατοῦντα παρρησίας τε καὶ παρουσίας εἶναι καιρὸν καὶ ἐξεῖναι δακτύλῳ πάντα μεταφέρειν καὶ νεύματι, αὐτῷ δὲ κατὰ τακτὰς ὥρας τὴν ἐς αὐτὸν ἀνεῳγέται πυλαίαν, καὶ τἄλλα ὅσα τῷ μὲν Στυππειώτῃ καὶ μόνον βουληθέντι ἀνύσιμα ἦν, τῷ δὲ οὐδ᾽ ὄναρ διὰ τοῦ φανταστικοῦ ἐφιπτάμενα καὶ διὰ τοῦτο τοῦ φθόνου γινόμενα ὑπεκκαύματα καὶ ἕως τοῦ ταμιείου πλήττοντα τῆς καρδίας, σκαιωρεῖ κατὰ τοῦ ἀνδρὸς τὰ οἰκτρότατα. Καὶ δεινὸς ὤν κατά τῦσαι δόλους καὶ δικρόαν εὐτυχών γλώτταν, ὁποίαν ὄφις ὁ ψίθυρος καὶ ἀρχέκακος, φιλίᾳ ὑποκλέπτει τὸν ἄνδρα, καλῷ πράγματι συσκιάζων άτοπα διαβούλια καὶ δηλητηρίου σκύφον περὶ χείλη ἀγάπης μέλιτι περιχρίων. Αμέλει τοι καὶ ἄλλα λέγων και διανοού μενος ἕτερα, καὶ χείλεσι μὲν τιμῶν τῇ δὲ καρδίᾳ πόρρω πλαζόμενος, ἐλελήθει τὸν κατὰ τοῦτο μόνον ἀρχαῖον καὶ ἁπλοϊκὸν Στυππειώτην. Ἐνδιαβάλλει τοίνυν ὡς μαγγανευτὴν τοῦτον καὶ δολιόφρονα, καὶ γράφεται προδοσίας, τὰ κατὰ Σικελίαν λέγων ανατα- ράττειν πράγματα. ᾿Απαιτηθεὶς οὖν ὑπὸ τοῦ βασι- λέως πίστεις τῶν λεγομένων, τῇ Κιλικία (79) ὅτι ἐνδιατρίβοντος, αὐτὸν μὲν ἐφίστησι παραπετάσματι, τὸν δὲ Στυππειώτην ἀπολαβὼν ὡς ἔχων τι μόνος μόνῳ προσδιαλέγεσθαι, άγει ὅπου ἦν ἀθέατος ὁ βασι λεὺς ἐστηκώς, καὶ λόγους ανακινήσας ἑτέρους εἶτα καὶ τοῖς κατὰ Σικελίαν δολίως ἐνέβαλε. καὶ διδοὺς αὐτὸς ἀφορμὰς τοῦ μεμψιμοιρεῖν μήτε μὴν ἀσπάζει σθαι τὸν Στυππειώτην ὅσα ὁ βασιλεὺς εἶχεν ἐπὶ τοῖς κατὰ Σικελίαν διαπραξάμενος πράγμασιν, οὕτω δια λύει τὴν ἐντυχίαν, καὶ τοιοῦτον ἐνθάψας σπινθήρα τῇ τοῦ βασιλέως ψυχῆ καὶ κατὰ τοῦ Στυππειώτου ἀφεὶς ὑποτύφεσθαι ἐσκέπτετο καὶ φορητοῦ εὐπορής σειν ἑτέρων συκοφαντήσεων, δι' ὧν προχειροτάτη ἐσεῖται τοῦ σπινθῆρος ἡ κίνησις. Οὐκοῦν κατὰ καρ- δίας ἑτέραν πληγὴν ἀνταίαν εἰληφώς ὁ δηλωθείς λογοθέτης ἐκ τοῦ τῷ Στυτπειώτῃ δοθῆναι δοχεῖον ἐρυθροδάνου διέλυθον χρύσεον, καὶ τοῖς ὅρκοις τοῦ- τον ἐπιστατῆσαι κατὰ τὸν ἐν βλαχέρναις μέγαν νεών οι τὴν τοῦ κράτους διαδοχὴν ἐνεπέσουν 'Αλε- ξίῳ τε τῷ Οὐγγρίας καὶ τῇ θυγατρὶ τοῦ βασιλέως Μαρία, * τῷ λογοθετικῷ δήπουθεν ὀφφικίῳ ἦσαν ἁρμόδιά, συνθέσθαι λέγεται χάρτην λήρων ἔμπλεων παρὰ τοῦ Στυππειώνου δῆθεν τῷ τῆς Σικελίας ῥηγι σταλησόμενον, καὶ τοῦτον ἀναφύρας τοῖς τοῦ Στυπο πειώτου τόμοις καὶ γράμμασι πεῖσαι τὸν βασιλέα " ἀντὶ Λα τίνων μὲν Φράγγους, ἀντὶ δὲ Κιλικίας ᾿Αρμενίαν τίθησι. DE MANUELE COMNENO LIB. III. B pollent ab animo dissentiente, ac custodia munien. dum os, nec sinendam linguam temere extra dentium septum et labiorum munitionem evagari, quibus a natu a quasi duplici vallo est inclusa. Nam droni legotheta cum fortune benignitatem erga Styppiotam. et propensissimam imperato- ris voluntaten ferre non posset,ad quem illi semper pateret aditus et colloquendi potestas daretur, adeo ut digito et nutu quidvis conficeret, cum sibi certis horis tantum accedere permitteretur, et quæ Styppiotes sola voluntate impetraret, ea sibi ne per somnium quidem cernere contingeret'; invidia æstuans, quæ ipsius animi penetralia in- sederat, homo callidus et instar pestiferi serpentis bifida lingua instructus, amicitia simulatione virum circumvenit, et scyphi veneno pleni oras amicitiæ melle inungit, aliud dicens, aliud cogi- tans, et labiis honorans, cum animo esset alienis- simo. His rationibus Styppiotam hac una in re incautum et simplicem fallit, eumque apud impe- ratorem ut impostorem et dolosum criminatur, et Siculæ proditionis accusat; cum vero imperator adhuc in Cilicia agens fidem sibi fieri postularet, eum sub velo stare jubet : ipse Slyppiotam, tan- quam arcani aliquid dicturus, co seducit ubi im- perator occulebatur. Et ab aliis rebus exorsus tandem in Siciliæ mentionem fraudulentur delabi- tur,dataque illi occasione acta illa imperatoris reprehendendi colloquium dirimit. Ita irritato illius animo aliarum calumniarum occasiones quærit, magis etiam contra Styppiotam inflammatus, quod imperator illi aurea bulla cum radiantibus gemmis data mandarat ut in magna Blachernia ecclesia jurijurando præesset, quo imperii successio Alexio Hungaro et filim Marim confirmaretur (quod mu- nus ad logothete potius officium pertinebat), scriptum nugacissimum composuisse fertur, quod scilicet Styppiota ad Siciliæ regem missurus esset, coque in Styppiota codices et litteras clam inser- to, imperatori persuadet ut inquiri jubeat illas proditionis ad Siculum litteras. Quo facto impe- rator fulminis instar contra Styppiotam exarsit, eique oculos effodi jussit innocenti. O inspector omnium ocule justitiæ inevitabilis, cur sæpe con. nives ad tales injurias et graviores etiam cusus illiberalibus et moribus occultis præditi linguaque G D hominum, neque statim tonitrua et fulmina pro- nis, sed vindictam procrastinas? impervestigabile tuum est judicium, et humanis rationibus in- accessum. Tu vero sapiens es et accuratus utili- tatis judex, quamvis tenuitatem ingeniorum nos- trorum frustreris. Draconem quidem aut leonem qui videt aut audit in montibus, statim declinat ; lacrymis et precibus etiam latro mitigatur ad virum vero aliis insidiantem, qui aliud lingua Hlier. Wolfii nolæ. mutatio. Nam vetustus codex fere semper (79) Κιλικία. Αρμενία. Creberrima est hæc per
PG 139:451μία δ’ ἐξ αὐτῶν μάλιστα, ἧς ἀρχιτέκτων ἦν Ἀνδρόνικος, αὐτὸς τὴν σφενδόνην τόν τε στρόφαλον καὶ τὸν λύγον διατιθέμενος, πλειόνως διεσάλευε τὸν περίβολον, ὡς καὶ τὸ μεσοπύργιον, καθ’ ὃ τὰ βάρη τῶν πετρῶν ἠκοντίζοντο, ὑποχαλᾶν ἤδη καὶ μεθίστασθαι τοῦ κεῖσθαι ὀρθόν, ἄλλως τε καὶ ὀρυκτῆρσιν ὑπομοχλευόμενον. τότε τοίνυν κατά τινα τῶν νυκτῶν τινες τῶν μεγιστάνων Παιόνων μίαν εἰσιόντες τῶν ἐκκρεμῶν τοῦ τείχους καὶ προνευουσῶν ἔξωθεν μηχανῶν (ἄρκλας οἶδε ταύτας ἡ κοινὴ καὶ πάνδημος φράσις καλεῖν) τῶν κουλεῶν τὰς σπάθας εἵλκυσαν καὶ γυμνὰς αὐτὰς ἀνατείνοντες διηπειλοῦντο Ῥωμαίοις ὑπέραυχα καὶ τῷ τέως βάπτειν μὴ ἔχοντες τὰ ξίφη αἵμασι σχήμασι τὸν ἀέρα ἔπληττον καὶ φωνῶν ἐγέμιζον κεκραγότες ὅσον ἐχώρουν αἱ κεφαλαί. ἀλλὰ κατὰ πόδας ἡ δίκη μέτεισι τούτους· τιτήνας γὰρ κατὰ τῆς ἀνεχούσης αὐτοὺς μηχανῆς τὸ βλῆμα Ἀνδρόνικος οὕτω διαφῆκεν ἐπιτυχὲς ὡς διαλυθῆναι μὲν αὐτίκα τοῦ τείχους τὸ προεκκρεμάμενον ἐκεῖνο ξύλινον σύνθεμα, ἐπικαταβληθῆναι δὲ καὶ τούτους ἐκτὸς ἐς ᾅδου στόμιον κατωκάρα πίπτοντας καὶ κυβιστῆρας ὁρωμένους ἐλεεινούς, διανηχομένους ἀθλίως Ἀχέροντα.
Α στεῖλαι τοὺς κατὰ ζήτησιν τοῦ πρὸς τὸν έργα γράμματος τὴν τοῦ Στυππειώτου σκηνὴν ἐρευνήσον- τας. οὗ καὶ γενομένου ὁ αὐτοκρέτωρ οἷα πυρσὸν αἰθέριον τὴν κατὰ τοῦ ἀνδρὸς ὀργὴν ἀνέκαυσε. Καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἐκκοπεῖς τὰς κόρας ἀδίκως τυφλός ἦν, μὴ βλέπων τὸν ἥλιον. Ὦ πάντ᾽ ἐφορῶν ὀφθαλμὲ τῆς δίκης ἀλάθητε, ἱῶς ἐπιμύεις πολλάκις ἐπὶ τιλίοις παρανομήμασιν ἢ καὶ μείζοσιν ἑτέροις ἀνθρώπων κακοπραγήμασιν, οὐδ᾽ ἐπάγεις εὐθὺς τοὺς πρηστή ρας καὶ τὸ κεραύνιον ἄναμμα, ἀλλ' ὑπερτιθέμενος ἐπέχεις τὴν κόλασιν ; Ανεξιχνίαστόν σου τὸ κρίμα, καὶ ἀνθρώπων λογισμοῖς ἀνεπίβατον· Πλὴν εἶ σοφὸς, ναί, καὶ γνώμων ἀκριβὴς τοῦ συνοίσοντος, καν ἡμᾶς τοὺς σμικρογνώμονας λέληθας. "Πδη μὲν οὖν τις θηρητήρ ὄφιν δαφοινὸν ἢ λέοντα λασιαύγεια εἰσορῶν καὶ ἀΐων ἐν ὄρεσιν εὐθέως ἐξέκλινεν. ᾿Αλλὰ καὶ κακόεργος ὅστις δὴ παραιτητός ἐστι, δάκρυσι καὶ λίταῖς παρυπάγεται. "Ανδρα δὲ κακὰ τῷ πλησίον βυσσοδομεύοντα καὶ ἄλλα ἐν μὲν φρεσὶ κεύθοντα, ἕτερα δὲ βάζοντα σοφίας δεῖ πολλῆς ἐκυφυγεῖν, καὶ χρεία τῆς ἀπὸ τοῦ κρείττονος ἐφάψεως. Εἰ εἰ *Ην δὲ ὁ λογοθέτης οὗτος, ἵνα καὶ ἔτι μικρὸν παι ρακινήσω τῆς ἱστορίας μοι τὸν εἱρμὸν, μαθημάτων μὲν ὑψηλοτέρων ἄκρῳ λιχανῷ γεγευμένος καὶ τῆς ὑπερσέμνου φιλοσοφίας οὐκ ἀκριβὴς ἐραστὴς οὐδ' εὐμαθὲς ὀπαδες, κράτιστος δὲ τῇ φυᾷ καὶ ἐῷ ἀμελε τήτῳ χαίρων τῆς φράσεως, ῥέων τε τῷ λόγῳ κατὰ πηγάδα καλλίρειθρον διεκδιδούσαν τῶν πρανῶν ἐκ τοῦδε κλέος ἀπηνέγκατο μέγιστον. Ανθρώπων δὲ όψοφαγώτατος ὧν καὶ οἰνοφλύγων ὁ κράτιστος πρὸς λύριον ἔψαλλε καὶ πρὸς κιθάραν μετεῤῥυθμίζετο καὶ κόρδακα ὠρχεῖνο καί τώ πόδε πολλάκις παρενετάλευε. Χανδὸν δὲ τῶν οἴνων ἐμφορούμενος, καὶ κατὰ τοὺς θαλαττίους χίας καὶ τὰς σπογγιάς συχνάκις τὸ ποτὸν ἀνεμώμενος, οὐ κατεπόντου τὸν νοῦν τῇ ἀρδείᾳ, μήτε παρασφαλλόμενος ὡς οἱ ἔξοινοι,μήτε το κάτι βάλλων κάρη βάλλων ἑτέρωσε ὡς ὑπὸ μέθης ἐπικλυζό μενος, ἀλλ' ἔλεγέ τι σοφόν, ἀναφλέγων τε καὶ ἄρδων ἐν τῷ πίνειν τὸ λογιζόμενον, καὶ πρὸς βλάστην λόγων μᾶλλον ἐπερωννύετο, Διώκων δὲ τὰ συμπόσια οὐ βασιλεῖ μόνον πλεῖστα κεχάριστο. ἀλλὰ καὶ δυνά- σταις μάλα περίλητο τῶν ἐθνῶν, ὁπόσοι τοὺς, κώμους περιεσκούδαζον. Κατὰ γὰρ πρεσβείαν αὐτοῖς παρα- βάλλων τοὺς μὲν ὑπερέβαλεν ἐν τοῖς πότοις καὶ πρὸς τὴν ὀψὲ κατήνεγκεν ἐκ τῆς μέθης ανάνηψιν καὶ τοῦ κάρου ἀνάνευσιν, τοῖς δὲ καὶ ισοφάρισεν· οὗτοι δὲ ἦταν οἱ πιθάκνας ὅλας ἐς τὴν γαστέρα μετήγγιζον καὶ ἀμφορέας ὤχουν τοῖς δακτύλοις ὡς κύλικας καὶ τὸν σκύφον εἶχον ἀεὶ ἐπιδείπνιον τὸν Ηράκλειον. Ἐπεὶ δὲ εἰς τοὺς περὶ τοῦ ἀνδρὸς τοῦδε λόγους και θάπαξ ἐνεπεπτώκειν, δεδόσθω κἀκεῖνα τῇ ἱστορία, μνήμης ὄντα καὶ διηγήσεως άξια. Συνέθετό ποτε τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ ὕδατος πλησθεῖσαν διεκροφῆσαι τὴν πορφύρεον λεκανίδα, ἤν εἶχε πρότερον μὲν ἡ αἴθριών δης τοῦ κοιτώνος αύλειος τοῦ βασιλέως Νικηφόρον τοῦ Φωκᾶ, ἡ ἄνωθεν τοῦ Βουκολέοντος ὑπτιάζουσα, νυνὶ δὲ ὁ παρὰ τοῦ εἰς ἱστορίαν προκειμένου βασι- λέως οἰκοδομηθεὶς χρυσόπαστος μέγιστος ἀνδρών. Βασιλεὺς δ' ἐν θαύματι θέμενος τὸ λεχθέν, καὶ πρὸς αὐτὸν, Υπερεύγε, λογοθέτα φάμενος, οθόνας εὐανθεῖς καὶ χρυσίου μνὰς ἱκανὰς ξυνέθετο οἱ καταβαλέσθαι ὁρῶντι ὡς ἔφησεν, ἢ μὲν ταυτὰ τουτονὶ καταθέσθαι με περατοῦντα τά ξυγκείμενα. ὡς δὲ τὸν λόγον ἀσμό νως ὁ ἀνὴρ ἠνωτίσατο, ἡ μὲν λεκανὶς ἦν ὑπερχειλής ὕδατος, κεχαδυῖα περὶ χύας δύο, ὁ δὲ κύψας τὸ ἄγγος ἐκένωσεν ὅσα βοῦς, ἅπαξ ἀνακόψας τὸ συνεχὲς τῆς πόσεως, καὶ τότε ὡς τὸ πνεῦμα πλεῖον συλλέξεις, καὶ εἶχεν εὐθύς τὰ ἐκ συμφώνου πρὸς βασιλέως ἀποδιδό NICETE CHONIATE promptum, aliud pectore clausum habet, caven· dum magna sapientia est opus et Numinis auxi- lio C Cæterum fuit is logotheia (ut historia seriem paulo diutius suspendium) talis qui sublimiores disciplinas primoribus duntaxat labris degustaral, sacrosanctæ sapientiæ parum diligens amator nec docilis discipulus, sed ingenio præstantissimo dictionis extemporalis studiosus, eloquentia fontis instar exuberante maximam gloriam adeptus. Fuit et mortalium omnium gulosissimus et bibulorum princeps; canere ad lyram et citharam pulsare, cordacem saltare et pedes celeriter buc atque illuc agitare promptus. Quamvis autem vinum avidissime ingurgitaret, tamen nullum in eo si- gouin ebrietatis apparebat ; ino quo plus biberat,eo prudentius irrigatione illa vini excitato ingenio loquebatur. Jam quia symposia consectabatur, cum imperatori acceptissimus eral, turn regulis provinciarum, qui comessationes amabant, caris- simus. Ad quos cum legatus ibat, alios potando superabat eoque redigebat ut longo tempore ad vinum edormiendum et ebrietatem discutiendam esset opus, alios æquabat, cum quidem ventres eorum integra daliola caperent et amphoras digiti ut calices versarent, et Herculanum scyphum cœnæ perpetuo subjungerent. Sed quia senel in hujus viri mentionem incidi, illa etiam memoratu digna referantur. Pepigit aliquando cum imperatore Manuele se porphyreticam patinam aqua plenam exhausturum, quæ olim in aula Phoca Nicephori fuit ad Bucolconteni spectante, nunc vero in ma- ximo illo conclavivisitur, quod is imperator cujus historiam scribinusæ liticavit.ld imperatoradmira- tus : « Oplime sane, inquit, logotheta. » multum lineæ vestis pretiosæ et complures auri mi- Das promisit, si ita fecisset : sin minus, tantundem ab eo stipulatus est. Quibus verbis homo delectatus D patinam aqua repletam, quæ ad duos choas capie- bat, instar bovis inclinatus exhausit, seinel tan- tum recepto inter potandum spiritu, ac stalim promissa ab imperatore munera ex pacto accepit. Etiam viridibus fabis impense delectabatur, ea- rumque tota arva consumebat. Aliquando igitur in castris cum trans fumen fabis consitum agellum conspexisset, statim cxulis vestibus tranavit ; nec inaximam devorasse partem contentus reliquias in fasciculos collectas et humeris impositas abstulit, et in tabernaculo suo sedens fabas suaviter absum- psit quasi longo tempore jejunasset. Fuit homo
Μετὰ βραχὺ δὲ καὶ αὐτὸ τὸ τεῖχος ὑπέκυπτε, καὶ διὰ κλιμάκων εἶχε Ῥωμαίους ἀνιόντας καὶ τὴν πόλιν εἰσιόντας. πολλοὶ μὲν οὖν βληθέντες εἰς θάνατον κατεβλήθησαν, οὐκ ὀλίγοι δὲ καὶ προσκεχωρηκότες τοῖς ἤδη κρατοῦσιν ἐσώθησαν· εἰσὶ δ’ οἳ καὶ ἀποδράντες σωτηρίαν ἐντεῦθεν εὕραντο. εἷς δὲ τῶν οἰκητόρων ἐκείνης τῆς πόλεως, καὶ οὗτος οὐ τῶν συγκλύδων καὶ τῶν συρφάκων ἀλλὰ τῶν πλούτῳ λαμπρῶν καὶ γένει ἐπισήμῳ διαπρεπῶν, ἀστεῖον τὸ εἶδος ηὔχει γύναιον καὶ σφόδρα καλὸν τὴν μορφήν. ὁρῶν δὲ παρά του τῶν Ῥωμαίων εἰς ὕβριν ἑλκόμενον καὶ μὴ ἔχων ἐπαμῦναι τυραννουμένῳ ἢ βίᾳ τὴν βίαν ὠθῆσαι καὶ στῆσαι τὸν ἄδικον ἐκεῖνον ἔρωτα βουλεύεται βουλὴν οὐχ ἥκιστα γενναίαν ἢ τολμηρὰν καὶ ἀθέμιτον καὶ τῷ τῆς τύχης ἐνεστῶτι κατάλληλον· διελαύνει τῶν σπλάγχνων τῆς φιλτάτης ὃν ἔφερεν ἀκινάκην. οὐκοῦν ὁ μὲν τῇ γυναικὶ ἐπιμαινόμενος ἄθεσμος ἐκεῖνος ἐραστὴς τὴν ἄλογον ἐμάρανεν ἔφεσιν οὐκέτι ὄντος τοῦ ὑπεκκαύματος, τὴν δὲ σχετλίαν τῷ ὄντι ἐρωμένην τὸ ἦμαρ ἔλιπε τὸ εὐφρόσυνον. Φεῦ πραγμάτων ἀναγκαίας ἐπιπλοκῆς καὶ φθονεροῦ Τελχῖνος καὶ ἐπιβούλου, τοιαύτας τραγῳδίας σκηνοποιοῦντος ἐπὶ θεάτρου πολυπληθοῦς.
Α στεῖλαι τοὺς κατὰ ζήτησιν τοῦ πρὸς τὸν έργα γράμματος τὴν τοῦ Στυππειώτου σκηνὴν ἐρευνήσον- τας. οὗ καὶ γενομένου ὁ αὐτοκρέτωρ οἷα πυρσὸν αἰθέριον τὴν κατὰ τοῦ ἀνδρὸς ὀργὴν ἀνέκαυσε. Καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἐκκοπεῖς τὰς κόρας ἀδίκως τυφλός ἦν, μὴ βλέπων τὸν ἥλιον. Ὦ πάντ᾽ ἐφορῶν ὀφθαλμὲ τῆς δίκης ἀλάθητε, ἱῶς ἐπιμύεις πολλάκις ἐπὶ τιλίοις παρανομήμασιν ἢ καὶ μείζοσιν ἑτέροις ἀνθρώπων κακοπραγήμασιν, οὐδ᾽ ἐπάγεις εὐθὺς τοὺς πρηστή ρας καὶ τὸ κεραύνιον ἄναμμα, ἀλλ' ὑπερτιθέμενος ἐπέχεις τὴν κόλασιν ; Ανεξιχνίαστόν σου τὸ κρίμα, καὶ ἀνθρώπων λογισμοῖς ἀνεπίβατον· Πλὴν εἶ σοφὸς, ναί, καὶ γνώμων ἀκριβὴς τοῦ συνοίσοντος, καν ἡμᾶς τοὺς σμικρογνώμονας λέληθας. "Πδη μὲν οὖν τις θηρητήρ ὄφιν δαφοινὸν ἢ λέοντα λασιαύγεια εἰσορῶν καὶ ἀΐων ἐν ὄρεσιν εὐθέως ἐξέκλινεν. ᾿Αλλὰ καὶ κακόεργος ὅστις δὴ παραιτητός ἐστι, δάκρυσι καὶ λίταῖς παρυπάγεται. "Ανδρα δὲ κακὰ τῷ πλησίον βυσσοδομεύοντα καὶ ἄλλα ἐν μὲν φρεσὶ κεύθοντα, ἕτερα δὲ βάζοντα σοφίας δεῖ πολλῆς ἐκυφυγεῖν, καὶ χρεία τῆς ἀπὸ τοῦ κρείττονος ἐφάψεως. Εἰ εἰ *Ην δὲ ὁ λογοθέτης οὗτος, ἵνα καὶ ἔτι μικρὸν παι ρακινήσω τῆς ἱστορίας μοι τὸν εἱρμὸν, μαθημάτων μὲν ὑψηλοτέρων ἄκρῳ λιχανῷ γεγευμένος καὶ τῆς ὑπερσέμνου φιλοσοφίας οὐκ ἀκριβὴς ἐραστὴς οὐδ' εὐμαθὲς ὀπαδες, κράτιστος δὲ τῇ φυᾷ καὶ ἐῷ ἀμελε τήτῳ χαίρων τῆς φράσεως, ῥέων τε τῷ λόγῳ κατὰ πηγάδα καλλίρειθρον διεκδιδούσαν τῶν πρανῶν ἐκ τοῦδε κλέος ἀπηνέγκατο μέγιστον. Ανθρώπων δὲ όψοφαγώτατος ὧν καὶ οἰνοφλύγων ὁ κράτιστος πρὸς λύριον ἔψαλλε καὶ πρὸς κιθάραν μετεῤῥυθμίζετο καὶ κόρδακα ὠρχεῖνο καί τώ πόδε πολλάκις παρενετάλευε. Χανδὸν δὲ τῶν οἴνων ἐμφορούμενος, καὶ κατὰ τοὺς θαλαττίους χίας καὶ τὰς σπογγιάς συχνάκις τὸ ποτὸν ἀνεμώμενος, οὐ κατεπόντου τὸν νοῦν τῇ ἀρδείᾳ, μήτε παρασφαλλόμενος ὡς οἱ ἔξοινοι,μήτε το κάτι βάλλων κάρη βάλλων ἑτέρωσε ὡς ὑπὸ μέθης ἐπικλυζό μενος, ἀλλ' ἔλεγέ τι σοφόν, ἀναφλέγων τε καὶ ἄρδων ἐν τῷ πίνειν τὸ λογιζόμενον, καὶ πρὸς βλάστην λόγων μᾶλλον ἐπερωννύετο, Διώκων δὲ τὰ συμπόσια οὐ βασιλεῖ μόνον πλεῖστα κεχάριστο. ἀλλὰ καὶ δυνά- σταις μάλα περίλητο τῶν ἐθνῶν, ὁπόσοι τοὺς, κώμους περιεσκούδαζον. Κατὰ γὰρ πρεσβείαν αὐτοῖς παρα- βάλλων τοὺς μὲν ὑπερέβαλεν ἐν τοῖς πότοις καὶ πρὸς τὴν ὀψὲ κατήνεγκεν ἐκ τῆς μέθης ανάνηψιν καὶ τοῦ κάρου ἀνάνευσιν, τοῖς δὲ καὶ ισοφάρισεν· οὗτοι δὲ ἦταν οἱ πιθάκνας ὅλας ἐς τὴν γαστέρα μετήγγιζον καὶ ἀμφορέας ὤχουν τοῖς δακτύλοις ὡς κύλικας καὶ τὸν σκύφον εἶχον ἀεὶ ἐπιδείπνιον τὸν Ηράκλειον. Ἐπεὶ δὲ εἰς τοὺς περὶ τοῦ ἀνδρὸς τοῦδε λόγους και θάπαξ ἐνεπεπτώκειν, δεδόσθω κἀκεῖνα τῇ ἱστορία, μνήμης ὄντα καὶ διηγήσεως άξια. Συνέθετό ποτε τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ ὕδατος πλησθεῖσαν διεκροφῆσαι τὴν πορφύρεον λεκανίδα, ἤν εἶχε πρότερον μὲν ἡ αἴθριών δης τοῦ κοιτώνος αύλειος τοῦ βασιλέως Νικηφόρον τοῦ Φωκᾶ, ἡ ἄνωθεν τοῦ Βουκολέοντος ὑπτιάζουσα, νυνὶ δὲ ὁ παρὰ τοῦ εἰς ἱστορίαν προκειμένου βασι- λέως οἰκοδομηθεὶς χρυσόπαστος μέγιστος ἀνδρών. Βασιλεὺς δ' ἐν θαύματι θέμενος τὸ λεχθέν, καὶ πρὸς αὐτὸν, Υπερεύγε, λογοθέτα φάμενος, οθόνας εὐανθεῖς καὶ χρυσίου μνὰς ἱκανὰς ξυνέθετο οἱ καταβαλέσθαι ὁρῶντι ὡς ἔφησεν, ἢ μὲν ταυτὰ τουτονὶ καταθέσθαι με περατοῦντα τά ξυγκείμενα. ὡς δὲ τὸν λόγον ἀσμό νως ὁ ἀνὴρ ἠνωτίσατο, ἡ μὲν λεκανὶς ἦν ὑπερχειλής ὕδατος, κεχαδυῖα περὶ χύας δύο, ὁ δὲ κύψας τὸ ἄγγος ἐκένωσεν ὅσα βοῦς, ἅπαξ ἀνακόψας τὸ συνεχὲς τῆς πόσεως, καὶ τότε ὡς τὸ πνεῦμα πλεῖον συλλέξεις, καὶ εἶχεν εὐθύς τὰ ἐκ συμφώνου πρὸς βασιλέως ἀποδιδό NICETE CHONIATE promptum, aliud pectore clausum habet, caven· dum magna sapientia est opus et Numinis auxi- lio C Cæterum fuit is logotheia (ut historia seriem paulo diutius suspendium) talis qui sublimiores disciplinas primoribus duntaxat labris degustaral, sacrosanctæ sapientiæ parum diligens amator nec docilis discipulus, sed ingenio præstantissimo dictionis extemporalis studiosus, eloquentia fontis instar exuberante maximam gloriam adeptus. Fuit et mortalium omnium gulosissimus et bibulorum princeps; canere ad lyram et citharam pulsare, cordacem saltare et pedes celeriter buc atque illuc agitare promptus. Quamvis autem vinum avidissime ingurgitaret, tamen nullum in eo si- gouin ebrietatis apparebat ; ino quo plus biberat,eo prudentius irrigatione illa vini excitato ingenio loquebatur. Jam quia symposia consectabatur, cum imperatori acceptissimus eral, turn regulis provinciarum, qui comessationes amabant, caris- simus. Ad quos cum legatus ibat, alios potando superabat eoque redigebat ut longo tempore ad vinum edormiendum et ebrietatem discutiendam esset opus, alios æquabat, cum quidem ventres eorum integra daliola caperent et amphoras digiti ut calices versarent, et Herculanum scyphum cœnæ perpetuo subjungerent. Sed quia senel in hujus viri mentionem incidi, illa etiam memoratu digna referantur. Pepigit aliquando cum imperatore Manuele se porphyreticam patinam aqua plenam exhausturum, quæ olim in aula Phoca Nicephori fuit ad Bucolconteni spectante, nunc vero in ma- ximo illo conclavivisitur, quod is imperator cujus historiam scribinusæ liticavit.ld imperatoradmira- tus : « Oplime sane, inquit, logotheta. » multum lineæ vestis pretiosæ et complures auri mi- Das promisit, si ita fecisset : sin minus, tantundem ab eo stipulatus est. Quibus verbis homo delectatus D patinam aqua repletam, quæ ad duos choas capie- bat, instar bovis inclinatus exhausit, seinel tan- tum recepto inter potandum spiritu, ac stalim promissa ab imperatore munera ex pacto accepit. Etiam viridibus fabis impense delectabatur, ea- rumque tota arva consumebat. Aliquando igitur in castris cum trans fumen fabis consitum agellum conspexisset, statim cxulis vestibus tranavit ; nec inaximam devorasse partem contentus reliquias in fasciculos collectas et humeris impositas abstulit, et in tabernaculo suo sedens fabas suaviter absum- psit quasi longo tempore jejunasset. Fuit homo
ὢ δύο ἀντιφερομένων ἐρώτων ἐπ’ ἄθλῳ ἑνί, ἐπιλήπτου καὶ σώφρονος, καὶ τοῦ μὲν ἐπ’ ἀθεμίτοις λέκτροις σώζειν ἐθέλοντος, τοῦ δὲ φθάνοντος τὸ αἶσχος καὶ νεκροῦντος καινότερον καὶ πάθει πάθος ἐκκρούοντος. Συνήραντο δὲ τοῖς Ῥωμαίοις εἰς τὴν τοῦ Ζευγμίνου ἐκπόρθησιν καὶ οὐκ ὀλίγοι τῶν ἔνδοθι, τὰ Ῥωμαίων φρονοῦντες καὶ τὰ τούτων ὡς εἶχον διανιστῶντες φρονήματα· οὗτοι γὰρ ἀτράκτοις ἀσιδήροις βιβλία προςδέοντες καὶ ταῦτα πρὸς τὸ Ῥωμαϊκὸν στράτευμα νυκτὸς ἐκτοξεύοντες παρίστων δι’ αὐτῶν ὅσα τε οἱ βάρβαροι ἐβουλεύοντο καὶ ὅση τούτων ἰσχὺς ἀκμάζουσα ἦν. Ἤγετο δὲ τῶν Παιόνων τις τηνικαῦτα αἰχμάλωτος ἔτι τὸν ἐγχώριον πῖλον ἐπὶ κεφαλῆς ἔχων καὶ τὴν λοιπὴν ἠμφιεσμένος πάτριον στολήν. ἀλλὰ τοῦτον Ῥωμαῖός τις ἐπιπαριὼν σιδήρῳ πλήττει καὶ θανατοῖ, καὶ τὸ τῆς κεφαλῆς ἐκείνου ἑαυτῷ περιτίθησι κάλυμμα, καὶ ἦν ἀνύων οὑτωσὶ τὴν ὁδόν. τῆς δὲ δίκης ἐφεπομένης ἀψόφῳ ἐμβάδι, καὶ ὃ ἄλλῳ τέτευχε κακὸν οὑτοσὶ καθ’ ἑαυτοῦ ἀγχωμάλως ἀναστρεφούσης, ἐφίσταταί οἱ τομώτερος ἕτερος ξιφήρης ἐκ τῶν ὄπισθεν Ῥωμαίων καὶ παίει καιρίαν κατὰ τοῦ τένοντος ὡς ζωγρίαν Παίονα καὶ τοῦ ζῆν ἐκ τοῦ σχεδὸν μεθίστησιν.
Α στεῖλαι τοὺς κατὰ ζήτησιν τοῦ πρὸς τὸν έργα γράμματος τὴν τοῦ Στυππειώτου σκηνὴν ἐρευνήσον- τας. οὗ καὶ γενομένου ὁ αὐτοκρέτωρ οἷα πυρσὸν αἰθέριον τὴν κατὰ τοῦ ἀνδρὸς ὀργὴν ἀνέκαυσε. Καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἐκκοπεῖς τὰς κόρας ἀδίκως τυφλός ἦν, μὴ βλέπων τὸν ἥλιον. Ὦ πάντ᾽ ἐφορῶν ὀφθαλμὲ τῆς δίκης ἀλάθητε, ἱῶς ἐπιμύεις πολλάκις ἐπὶ τιλίοις παρανομήμασιν ἢ καὶ μείζοσιν ἑτέροις ἀνθρώπων κακοπραγήμασιν, οὐδ᾽ ἐπάγεις εὐθὺς τοὺς πρηστή ρας καὶ τὸ κεραύνιον ἄναμμα, ἀλλ' ὑπερτιθέμενος ἐπέχεις τὴν κόλασιν ; Ανεξιχνίαστόν σου τὸ κρίμα, καὶ ἀνθρώπων λογισμοῖς ἀνεπίβατον· Πλὴν εἶ σοφὸς, ναί, καὶ γνώμων ἀκριβὴς τοῦ συνοίσοντος, καν ἡμᾶς τοὺς σμικρογνώμονας λέληθας. "Πδη μὲν οὖν τις θηρητήρ ὄφιν δαφοινὸν ἢ λέοντα λασιαύγεια εἰσορῶν καὶ ἀΐων ἐν ὄρεσιν εὐθέως ἐξέκλινεν. ᾿Αλλὰ καὶ κακόεργος ὅστις δὴ παραιτητός ἐστι, δάκρυσι καὶ λίταῖς παρυπάγεται. "Ανδρα δὲ κακὰ τῷ πλησίον βυσσοδομεύοντα καὶ ἄλλα ἐν μὲν φρεσὶ κεύθοντα, ἕτερα δὲ βάζοντα σοφίας δεῖ πολλῆς ἐκυφυγεῖν, καὶ χρεία τῆς ἀπὸ τοῦ κρείττονος ἐφάψεως. Εἰ εἰ *Ην δὲ ὁ λογοθέτης οὗτος, ἵνα καὶ ἔτι μικρὸν παι ρακινήσω τῆς ἱστορίας μοι τὸν εἱρμὸν, μαθημάτων μὲν ὑψηλοτέρων ἄκρῳ λιχανῷ γεγευμένος καὶ τῆς ὑπερσέμνου φιλοσοφίας οὐκ ἀκριβὴς ἐραστὴς οὐδ' εὐμαθὲς ὀπαδες, κράτιστος δὲ τῇ φυᾷ καὶ ἐῷ ἀμελε τήτῳ χαίρων τῆς φράσεως, ῥέων τε τῷ λόγῳ κατὰ πηγάδα καλλίρειθρον διεκδιδούσαν τῶν πρανῶν ἐκ τοῦδε κλέος ἀπηνέγκατο μέγιστον. Ανθρώπων δὲ όψοφαγώτατος ὧν καὶ οἰνοφλύγων ὁ κράτιστος πρὸς λύριον ἔψαλλε καὶ πρὸς κιθάραν μετεῤῥυθμίζετο καὶ κόρδακα ὠρχεῖνο καί τώ πόδε πολλάκις παρενετάλευε. Χανδὸν δὲ τῶν οἴνων ἐμφορούμενος, καὶ κατὰ τοὺς θαλαττίους χίας καὶ τὰς σπογγιάς συχνάκις τὸ ποτὸν ἀνεμώμενος, οὐ κατεπόντου τὸν νοῦν τῇ ἀρδείᾳ, μήτε παρασφαλλόμενος ὡς οἱ ἔξοινοι,μήτε το κάτι βάλλων κάρη βάλλων ἑτέρωσε ὡς ὑπὸ μέθης ἐπικλυζό μενος, ἀλλ' ἔλεγέ τι σοφόν, ἀναφλέγων τε καὶ ἄρδων ἐν τῷ πίνειν τὸ λογιζόμενον, καὶ πρὸς βλάστην λόγων μᾶλλον ἐπερωννύετο, Διώκων δὲ τὰ συμπόσια οὐ βασιλεῖ μόνον πλεῖστα κεχάριστο. ἀλλὰ καὶ δυνά- σταις μάλα περίλητο τῶν ἐθνῶν, ὁπόσοι τοὺς, κώμους περιεσκούδαζον. Κατὰ γὰρ πρεσβείαν αὐτοῖς παρα- βάλλων τοὺς μὲν ὑπερέβαλεν ἐν τοῖς πότοις καὶ πρὸς τὴν ὀψὲ κατήνεγκεν ἐκ τῆς μέθης ανάνηψιν καὶ τοῦ κάρου ἀνάνευσιν, τοῖς δὲ καὶ ισοφάρισεν· οὗτοι δὲ ἦταν οἱ πιθάκνας ὅλας ἐς τὴν γαστέρα μετήγγιζον καὶ ἀμφορέας ὤχουν τοῖς δακτύλοις ὡς κύλικας καὶ τὸν σκύφον εἶχον ἀεὶ ἐπιδείπνιον τὸν Ηράκλειον. Ἐπεὶ δὲ εἰς τοὺς περὶ τοῦ ἀνδρὸς τοῦδε λόγους και θάπαξ ἐνεπεπτώκειν, δεδόσθω κἀκεῖνα τῇ ἱστορία, μνήμης ὄντα καὶ διηγήσεως άξια. Συνέθετό ποτε τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ ὕδατος πλησθεῖσαν διεκροφῆσαι τὴν πορφύρεον λεκανίδα, ἤν εἶχε πρότερον μὲν ἡ αἴθριών δης τοῦ κοιτώνος αύλειος τοῦ βασιλέως Νικηφόρον τοῦ Φωκᾶ, ἡ ἄνωθεν τοῦ Βουκολέοντος ὑπτιάζουσα, νυνὶ δὲ ὁ παρὰ τοῦ εἰς ἱστορίαν προκειμένου βασι- λέως οἰκοδομηθεὶς χρυσόπαστος μέγιστος ἀνδρών. Βασιλεὺς δ' ἐν θαύματι θέμενος τὸ λεχθέν, καὶ πρὸς αὐτὸν, Υπερεύγε, λογοθέτα φάμενος, οθόνας εὐανθεῖς καὶ χρυσίου μνὰς ἱκανὰς ξυνέθετο οἱ καταβαλέσθαι ὁρῶντι ὡς ἔφησεν, ἢ μὲν ταυτὰ τουτονὶ καταθέσθαι με περατοῦντα τά ξυγκείμενα. ὡς δὲ τὸν λόγον ἀσμό νως ὁ ἀνὴρ ἠνωτίσατο, ἡ μὲν λεκανὶς ἦν ὑπερχειλής ὕδατος, κεχαδυῖα περὶ χύας δύο, ὁ δὲ κύψας τὸ ἄγγος ἐκένωσεν ὅσα βοῦς, ἅπαξ ἀνακόψας τὸ συνεχὲς τῆς πόσεως, καὶ τότε ὡς τὸ πνεῦμα πλεῖον συλλέξεις, καὶ εἶχεν εὐθύς τὰ ἐκ συμφώνου πρὸς βασιλέως ἀποδιδό NICETE CHONIATE promptum, aliud pectore clausum habet, caven· dum magna sapientia est opus et Numinis auxi- lio C Cæterum fuit is logotheia (ut historia seriem paulo diutius suspendium) talis qui sublimiores disciplinas primoribus duntaxat labris degustaral, sacrosanctæ sapientiæ parum diligens amator nec docilis discipulus, sed ingenio præstantissimo dictionis extemporalis studiosus, eloquentia fontis instar exuberante maximam gloriam adeptus. Fuit et mortalium omnium gulosissimus et bibulorum princeps; canere ad lyram et citharam pulsare, cordacem saltare et pedes celeriter buc atque illuc agitare promptus. Quamvis autem vinum avidissime ingurgitaret, tamen nullum in eo si- gouin ebrietatis apparebat ; ino quo plus biberat,eo prudentius irrigatione illa vini excitato ingenio loquebatur. Jam quia symposia consectabatur, cum imperatori acceptissimus eral, turn regulis provinciarum, qui comessationes amabant, caris- simus. Ad quos cum legatus ibat, alios potando superabat eoque redigebat ut longo tempore ad vinum edormiendum et ebrietatem discutiendam esset opus, alios æquabat, cum quidem ventres eorum integra daliola caperent et amphoras digiti ut calices versarent, et Herculanum scyphum cœnæ perpetuo subjungerent. Sed quia senel in hujus viri mentionem incidi, illa etiam memoratu digna referantur. Pepigit aliquando cum imperatore Manuele se porphyreticam patinam aqua plenam exhausturum, quæ olim in aula Phoca Nicephori fuit ad Bucolconteni spectante, nunc vero in ma- ximo illo conclavivisitur, quod is imperator cujus historiam scribinusæ liticavit.ld imperatoradmira- tus : « Oplime sane, inquit, logotheta. » multum lineæ vestis pretiosæ et complures auri mi- Das promisit, si ita fecisset : sin minus, tantundem ab eo stipulatus est. Quibus verbis homo delectatus D patinam aqua repletam, quæ ad duos choas capie- bat, instar bovis inclinatus exhausit, seinel tan- tum recepto inter potandum spiritu, ac stalim promissa ab imperatore munera ex pacto accepit. Etiam viridibus fabis impense delectabatur, ea- rumque tota arva consumebat. Aliquando igitur in castris cum trans fumen fabis consitum agellum conspexisset, statim cxulis vestibus tranavit ; nec inaximam devorasse partem contentus reliquias in fasciculos collectas et humeris impositas abstulit, et in tabernaculo suo sedens fabas suaviter absum- psit quasi longo tempore jejunasset. Fuit homo
Ἀλλ’ οὕτω μὲν ἑάλω τὸ Ζεύγμινον, ὡς ἐπιτρέχοντά με εἰπεῖν, οὐκ ἐμβραδύνοντα ταῖς διηγήσεσι. καὶ βασιλεὺς ἐκεῖθεν ἀπονοστήσας πρὸς τὰ Ῥωμαίων ὅρια μεταβέβηκε, τὸν δὲ αὐτοῦ θεῖον, τὸν ἀπὸ Φιλαδελφείας λέγω Κωνσταντῖνον τὸν Ἄγγελον, ἐπιτειχιστὴν εἴασε τοῦ Ζευγμίνου, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν Τρίψυχον Βασίλειον. καὶ οὗτοι τὰ ἐντεταλμένα περατοῦντες τό τε Ζεύγμινον ἠρτίωσαν ὅσαι κατηρείποντο τύρσεις ἐπισκευάσαντες καὶ τῆς ἄλλης ὁμοίως φρουρᾶς πεφροντίκασι, καὶ τὰ ἐν Βελεγράδοις δὲ πολίχνια πλείστης ὅσης ἐπιμελείας ἠξίωσαν αὐτόν τε τὸν Νίσον τείχεσι περιέβαλον καὶ τὴν Βρανίτζοβαν συνῴκισαν. καὶ τὰ λοιπὰ πρὸς τὸ εὖ διαθέμενοι ἔνθα διάγων ἦν ἀφίκοντο βασιλεύς. Οὗτος δὲ τὸν Δεσὲ μετελευσόμενος, ἑαυτοῦ γενόμενον κακουργότερον, τὴν ἐς Σερβίαν ὥρμα τραπέσθαι. ἀλλ’ ὁ Δεσὲ καὶ πόρρωθεν ἐπιτηρῶν τὰ πραττόμενα, μάλιστα δ’ ὅπερ ἦν δεδιώς, μή τι ἀηδὲς πάθοι καὶ ἀπευκταῖον βασιλέως εἰς τὴν ἑαυτοῦ χώραν παρεμβαλόντος, πέμψας εἰς βασιλέα ἐνδοθῆναί οἱ καθικετεύει τὴν ἐς αὐτὸν ἀπαθῆ ἄφιξιν.
Α στεῖλαι τοὺς κατὰ ζήτησιν τοῦ πρὸς τὸν έργα γράμματος τὴν τοῦ Στυππειώτου σκηνὴν ἐρευνήσον- τας. οὗ καὶ γενομένου ὁ αὐτοκρέτωρ οἷα πυρσὸν αἰθέριον τὴν κατὰ τοῦ ἀνδρὸς ὀργὴν ἀνέκαυσε. Καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἐκκοπεῖς τὰς κόρας ἀδίκως τυφλός ἦν, μὴ βλέπων τὸν ἥλιον. Ὦ πάντ᾽ ἐφορῶν ὀφθαλμὲ τῆς δίκης ἀλάθητε, ἱῶς ἐπιμύεις πολλάκις ἐπὶ τιλίοις παρανομήμασιν ἢ καὶ μείζοσιν ἑτέροις ἀνθρώπων κακοπραγήμασιν, οὐδ᾽ ἐπάγεις εὐθὺς τοὺς πρηστή ρας καὶ τὸ κεραύνιον ἄναμμα, ἀλλ' ὑπερτιθέμενος ἐπέχεις τὴν κόλασιν ; Ανεξιχνίαστόν σου τὸ κρίμα, καὶ ἀνθρώπων λογισμοῖς ἀνεπίβατον· Πλὴν εἶ σοφὸς, ναί, καὶ γνώμων ἀκριβὴς τοῦ συνοίσοντος, καν ἡμᾶς τοὺς σμικρογνώμονας λέληθας. "Πδη μὲν οὖν τις θηρητήρ ὄφιν δαφοινὸν ἢ λέοντα λασιαύγεια εἰσορῶν καὶ ἀΐων ἐν ὄρεσιν εὐθέως ἐξέκλινεν. ᾿Αλλὰ καὶ κακόεργος ὅστις δὴ παραιτητός ἐστι, δάκρυσι καὶ λίταῖς παρυπάγεται. "Ανδρα δὲ κακὰ τῷ πλησίον βυσσοδομεύοντα καὶ ἄλλα ἐν μὲν φρεσὶ κεύθοντα, ἕτερα δὲ βάζοντα σοφίας δεῖ πολλῆς ἐκυφυγεῖν, καὶ χρεία τῆς ἀπὸ τοῦ κρείττονος ἐφάψεως. Εἰ εἰ *Ην δὲ ὁ λογοθέτης οὗτος, ἵνα καὶ ἔτι μικρὸν παι ρακινήσω τῆς ἱστορίας μοι τὸν εἱρμὸν, μαθημάτων μὲν ὑψηλοτέρων ἄκρῳ λιχανῷ γεγευμένος καὶ τῆς ὑπερσέμνου φιλοσοφίας οὐκ ἀκριβὴς ἐραστὴς οὐδ' εὐμαθὲς ὀπαδες, κράτιστος δὲ τῇ φυᾷ καὶ ἐῷ ἀμελε τήτῳ χαίρων τῆς φράσεως, ῥέων τε τῷ λόγῳ κατὰ πηγάδα καλλίρειθρον διεκδιδούσαν τῶν πρανῶν ἐκ τοῦδε κλέος ἀπηνέγκατο μέγιστον. Ανθρώπων δὲ όψοφαγώτατος ὧν καὶ οἰνοφλύγων ὁ κράτιστος πρὸς λύριον ἔψαλλε καὶ πρὸς κιθάραν μετεῤῥυθμίζετο καὶ κόρδακα ὠρχεῖνο καί τώ πόδε πολλάκις παρενετάλευε. Χανδὸν δὲ τῶν οἴνων ἐμφορούμενος, καὶ κατὰ τοὺς θαλαττίους χίας καὶ τὰς σπογγιάς συχνάκις τὸ ποτὸν ἀνεμώμενος, οὐ κατεπόντου τὸν νοῦν τῇ ἀρδείᾳ, μήτε παρασφαλλόμενος ὡς οἱ ἔξοινοι,μήτε το κάτι βάλλων κάρη βάλλων ἑτέρωσε ὡς ὑπὸ μέθης ἐπικλυζό μενος, ἀλλ' ἔλεγέ τι σοφόν, ἀναφλέγων τε καὶ ἄρδων ἐν τῷ πίνειν τὸ λογιζόμενον, καὶ πρὸς βλάστην λόγων μᾶλλον ἐπερωννύετο, Διώκων δὲ τὰ συμπόσια οὐ βασιλεῖ μόνον πλεῖστα κεχάριστο. ἀλλὰ καὶ δυνά- σταις μάλα περίλητο τῶν ἐθνῶν, ὁπόσοι τοὺς, κώμους περιεσκούδαζον. Κατὰ γὰρ πρεσβείαν αὐτοῖς παρα- βάλλων τοὺς μὲν ὑπερέβαλεν ἐν τοῖς πότοις καὶ πρὸς τὴν ὀψὲ κατήνεγκεν ἐκ τῆς μέθης ανάνηψιν καὶ τοῦ κάρου ἀνάνευσιν, τοῖς δὲ καὶ ισοφάρισεν· οὗτοι δὲ ἦταν οἱ πιθάκνας ὅλας ἐς τὴν γαστέρα μετήγγιζον καὶ ἀμφορέας ὤχουν τοῖς δακτύλοις ὡς κύλικας καὶ τὸν σκύφον εἶχον ἀεὶ ἐπιδείπνιον τὸν Ηράκλειον. Ἐπεὶ δὲ εἰς τοὺς περὶ τοῦ ἀνδρὸς τοῦδε λόγους και θάπαξ ἐνεπεπτώκειν, δεδόσθω κἀκεῖνα τῇ ἱστορία, μνήμης ὄντα καὶ διηγήσεως άξια. Συνέθετό ποτε τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ ὕδατος πλησθεῖσαν διεκροφῆσαι τὴν πορφύρεον λεκανίδα, ἤν εἶχε πρότερον μὲν ἡ αἴθριών δης τοῦ κοιτώνος αύλειος τοῦ βασιλέως Νικηφόρον τοῦ Φωκᾶ, ἡ ἄνωθεν τοῦ Βουκολέοντος ὑπτιάζουσα, νυνὶ δὲ ὁ παρὰ τοῦ εἰς ἱστορίαν προκειμένου βασι- λέως οἰκοδομηθεὶς χρυσόπαστος μέγιστος ἀνδρών. Βασιλεὺς δ' ἐν θαύματι θέμενος τὸ λεχθέν, καὶ πρὸς αὐτὸν, Υπερεύγε, λογοθέτα φάμενος, οθόνας εὐανθεῖς καὶ χρυσίου μνὰς ἱκανὰς ξυνέθετο οἱ καταβαλέσθαι ὁρῶντι ὡς ἔφησεν, ἢ μὲν ταυτὰ τουτονὶ καταθέσθαι με περατοῦντα τά ξυγκείμενα. ὡς δὲ τὸν λόγον ἀσμό νως ὁ ἀνὴρ ἠνωτίσατο, ἡ μὲν λεκανὶς ἦν ὑπερχειλής ὕδατος, κεχαδυῖα περὶ χύας δύο, ὁ δὲ κύψας τὸ ἄγγος ἐκένωσεν ὅσα βοῦς, ἅπαξ ἀνακόψας τὸ συνεχὲς τῆς πόσεως, καὶ τότε ὡς τὸ πνεῦμα πλεῖον συλλέξεις, καὶ εἶχεν εὐθύς τὰ ἐκ συμφώνου πρὸς βασιλέως ἀποδιδό NICETE CHONIATE promptum, aliud pectore clausum habet, caven· dum magna sapientia est opus et Numinis auxi- lio C Cæterum fuit is logotheia (ut historia seriem paulo diutius suspendium) talis qui sublimiores disciplinas primoribus duntaxat labris degustaral, sacrosanctæ sapientiæ parum diligens amator nec docilis discipulus, sed ingenio præstantissimo dictionis extemporalis studiosus, eloquentia fontis instar exuberante maximam gloriam adeptus. Fuit et mortalium omnium gulosissimus et bibulorum princeps; canere ad lyram et citharam pulsare, cordacem saltare et pedes celeriter buc atque illuc agitare promptus. Quamvis autem vinum avidissime ingurgitaret, tamen nullum in eo si- gouin ebrietatis apparebat ; ino quo plus biberat,eo prudentius irrigatione illa vini excitato ingenio loquebatur. Jam quia symposia consectabatur, cum imperatori acceptissimus eral, turn regulis provinciarum, qui comessationes amabant, caris- simus. Ad quos cum legatus ibat, alios potando superabat eoque redigebat ut longo tempore ad vinum edormiendum et ebrietatem discutiendam esset opus, alios æquabat, cum quidem ventres eorum integra daliola caperent et amphoras digiti ut calices versarent, et Herculanum scyphum cœnæ perpetuo subjungerent. Sed quia senel in hujus viri mentionem incidi, illa etiam memoratu digna referantur. Pepigit aliquando cum imperatore Manuele se porphyreticam patinam aqua plenam exhausturum, quæ olim in aula Phoca Nicephori fuit ad Bucolconteni spectante, nunc vero in ma- ximo illo conclavivisitur, quod is imperator cujus historiam scribinusæ liticavit.ld imperatoradmira- tus : « Oplime sane, inquit, logotheta. » multum lineæ vestis pretiosæ et complures auri mi- Das promisit, si ita fecisset : sin minus, tantundem ab eo stipulatus est. Quibus verbis homo delectatus D patinam aqua repletam, quæ ad duos choas capie- bat, instar bovis inclinatus exhausit, seinel tan- tum recepto inter potandum spiritu, ac stalim promissa ab imperatore munera ex pacto accepit. Etiam viridibus fabis impense delectabatur, ea- rumque tota arva consumebat. Aliquando igitur in castris cum trans fumen fabis consitum agellum conspexisset, statim cxulis vestibus tranavit ; nec inaximam devorasse partem contentus reliquias in fasciculos collectas et humeris impositas abstulit, et in tabernaculo suo sedens fabas suaviter absum- psit quasi longo tempore jejunasset. Fuit homo
PG 139:453ὡς οὖν εἶχεν ὃ ᾔτησεν, ἀφίκετο δορυφορίας μετέχων σατραπικῆς καὶ εἰς θέαν τῷ βασιλεῖ καταστὰς τὸ δολιόφρον τῆς γνώμης κατονειδίζεται καὶ οὕτως ὡς ἄσπονδος ἀποπέμπεται. καὶ ἐγγὺς ἐλθὼν τοῦ συλληφθῆναι διαφίεται πάλιν οἴκαδε ἀπελθεῖν, τὴν τοῦ τρόπου μεταβολὴν καὶ τὸ μηκέτι τὰ μὴ δοκοῦντα τῷ βασιλεῖ διαπράττεσθαι φρικώδεσιν ὅρκοις ἐμπεδωσάμενος, κἂν οὐκ ἦν τὸν χαμαιλέοντα πρὸς τὴν τῆς ἀληθείας μεταβαλέσθαι λευκότητα ἐφ’ ἑτέραν πᾶσαν χροιὰν ῥᾳδίως μετατιθέμενον. ἐξιὼν γὰρ ἀπὸ προσώπου τοῦ βασιλέως πολλοῖς ἅμα τὴν ψυχὴν ἐμερίζετο πάθεσιν. ᾐσχύνετο ἐφ’ οἷς τῷ βασιλεῖ προσελήλυθεν, ὠργίζετο ὧν ἕνεκα πέπονθεν, ἐπαθαίνετο οἷς τὰς τῆς γνώμης παρεκτροπὰς θριγγίοις ὅρκων ἑαυτῷ ἀπετείχισε. τέλος δὲ ὅσα τε ὀμώμοκε τῷ βασιλεῖ καὶ ξυνέθετο κατανωτισάμενος τὴν συνήθη παρδαλέην ἑαυτῷ περιέθετο, τὸ τοῦ τραγῳδοῦ ὁ βάρβαρος ἐκεῖνος ἐπαινέσας ἄντικρυς καὶ εἰπὼν ἡ μὲν γλῶσς’ ὀμώμοκεν, ἡ δὲ φρὴν ἀνώμοτος. Καὶ εἶχε μὲν οὕτω ταῦτα.
μενα. Εττων δὲ ὤν τῆς τῶν χλωρῶν κυάμων ἑστιά- σεως οὐκ ἀπὸ ῥινός, ο φασιν, ἀλλ' ἐξ ὀδόντων τῷ θαλῷ τούτων εἵλκετο. Ὅλας οὖν ἀρούρας κατεδαπάνα καὶ θεὸς ἀκριβέστερον ἐπεξήρχετο. Καὶ τότε παρὰ τὸν ποταμὸν ἔνσκηνησάμενος, ἐπειδήπερ εἰς τὴν περαίαν κυάμων θεάσαιτο γήδιον, ἐξ αὐτῆς καὶ τὸν ἔσχατον χιτῶνα ἀποδυσάμενος διενήξατο, καὶ τὸ πλεῖον ἀποτραγὼν οὐδ᾽ οὕτως ἀπέσχετο, ἀλλ᾽ ἐς δεσμὰς τὸ μὴ κατεδηδομένον ξυνενεγκὼν ἐπὶ νώτου τε ἀράμενος διέβη τε τὸν ποταμὸν αὐτίκα δὴ μάλα, καὶ ἐπὶ δαπέδου τῆς σκηνῆς καθιζήσας ἀνελέγετο τοὺς κυάμους ἠδέως, ὡς εἰ νῆστις ἦν ἐπὶ μακρὸν καὶ ἀπόσιτος· Ηρωϊκοῦ δὲ σώματος μετέχων καὶ εἰς ἀρίστην ηλικίας ἀνατείνας ἀναδρομὴν οὐκ ἀπό. μαχος ἦν, ἀλλ' ἔβλεπε γενναῖον καὶ τοῦ αἵματος ἄξιον ἐξ οὗ τὸ πρὸς μητρὸς ἐκείνῳ γένος καθείλκετο. Τελευτῶν δὲ τὸν βίον, καὶ πλῆττον ἔχων αὐτὸν τὸ οἰκεῖον κριτήριον ἐφ᾽ οἷς κατὰ τοῦ Στυππειώτου ἐλογοποίησε, μετάπεμπτον ποιεῖται τὸν ἄνδρα καὶ συγγνώμην μετὰ δακρύων αἰτεῖται. Ὁ δὲ βραβεύων ἀμνησικάκως ἄφεσιν καὶ σωτηρίαν ψυχῆς προσεπηύξατο. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτω, καὶ οὐ κατὰ διήγησιν, οἶμαι, ἀλυσιτελῆ τοῖς πολλοῖς οὐδ᾽ ἀκαλλῆ τε καὶ ἀχαρίτωτον. ε΄. Ο δέ γε Μανουὴλ, ἀποβαλόμενος θανάτῳ τὴν Β ἐξ ᾿Αλαμανῶν σύνευνον, ἐκόψατο μὲν τὸν ἐκείνης μόρον διασπασμὸν οἰηθεὶς σώματος, καὶ ὡς λέων θρηνώδες ηρεύξατο, ταφῆς δὲ ἠξιωκώς μεγαλοπρε ποῦς, καὶ τῷ σκήνει ἐπιτελέσας τὰ ὅσια ἐν τῇ τοῦ Παντοκράτορος πατρώα μονῇ, καὶ καιρὸν ἐν [Ρ. 76] ἐδοκίμασέ παριππεύσας ἡμιθανὴς καὶ ἡμιτομος πρὸς μνήστρα δεύτερα ἔβλεψε, πατὴρ ἀκοῦσαι παιδὸς γλιχόμενος ἄῤῥενος. Πολλαχόθεν μὲν οὖν ἐπεφοίτων αὐτῷ καὶ γράμματα καὶ προμνώμενοι ἐκ βασιλέων, ἀπὸ ῥηγῶν καὶ δυναστῶν ἀπάσης τῆς γῆς· ὁ δὲ προέκρινεν ἀπασῶν μίαν τῶν θυγατέρων τοῦ τῆς Αντιοχείας σατραπεύοντος Πετεβίνου, ταύτην λέγω τὴν τῆς Κοίλης Συρίας προκαθημένην, ἢν Ορόντης ποτίζει και καταπνέει ζέφυρος ἄνεμος. Ην δὲ ὁ Πετεβίνος οὗτος Ιταλιώτης μὲν τὸ γένος, Ιππότης ο δ᾽ ἀκράδαντος καὶ ὑπὲρ τὸν Πρίσμον ἐκεῖνον εὐμε. λιος. Στείλας οὖν ἐκ τῶν τῆς γερουσίας καὶ τὸ γένος ἐπισήμους ἄνδρας εἰσοικίζεται τὴν κόρην, καὶ θύσας εἶχε τὰ γαμοδαίσια. Ἂν δὲ καλὴ (80) τὸ εἶδος ἡ γυνὴ, καὶ λίαν καλὴ, καὶ ἕως σφόδρα καλή, καὶ τὸ κάλλος ἀξύμβλητος, ὡς μῦθον εἶναι ἀτεχνῶς πρὸς αὐτὴν ᾿Αφροδίτην τὴν φιλομειδῆ καὶ χρυσῆν, Ηραν τὴν λευκώλενον καὶ βοῶπιν, καὶ τὴν δολιχόδειρον καὶ καλλίσφυρον Λάκαιναν, ἂς οἱ πάλαι διὰ τὸ κάλλος ἐξξώσαν, καὶ τὰς λοιπάς δὲ ἀπάσας βίβλοι καὶ ἱστορίαι διαπρεπεῖς τὴν θέαν παραδεδώ κασιν. Ὁ δὲ λόγος τὰ κατὰ τοὺς Τούρκους μέλλων αὖθις διεξιέναι, ἅτε εἰς ἀρχὴν καθιστάμενος, καὶ τινα τῶν ἄνωθεν σαφηνείας ἕνεκα δοίη, ἂν εἰς ἀφήγησιν. Τῷ κατάρχοντι τῶν Τούρκων Μασούς πολλοὶ μὲν ἦσαν υἱεῖς, καὶ θυγατέρες οὐκ ἐλάττους ἐγεγόνεια σαν· ἐν δὲ τῷ μέλλειν ἐξ ἀνθρώπων γίνεσθαι καὶ ταῖς ἐκεῖθεν κολάσεσιν (81) ὡς ἀσεβὴς παραπέμο πεσθαι διανέμει τοῖς ἐκείνου παισὶ τὰς ποτὲ μὲν τοῖς Ῥωμαίων ὅροις κληρουμένας, τότε δὲ ὑπ' ἐκείνῳ ταττομένας πόλεις καὶ χώρας, καὶ ἄλλοις μὲν εἰς DE MANUELE COMNENO LIB. III. A procera staturæ et heroici corporis, non inbel- lis sed fortis, eaque familia dignus ex qua mater- nain stirpem trahebat.. Moriturus, cum sauciam haberet Slyppiola calumniis conscientiam, virum accersit et lacrymis oppletus veniam petit.Quam ille oblitus injuriarum ei concessit, et salutem ejus animæ precatus est. Atque hæc hactenus; neque injucunda, ut opinor, neque inutilia. parabili brat. non secus ac membrum a suo corpore avulsum acerbissime deploravit, justisque ei persolutis eam in paterno monasterio Pantocratoris magni- ficentissime sepeliit; et luctus tempore, quod ipse sibi præfinierat, instar semianimis et dini- diati hominis exacto, secundas nuptias spectavit mascule prolis cupiditate. Multis itaque e locis litteræ ad eum mittuntur: offeruntur regum et principum filia ex omni terra. Ipse vero Pelebini Antiochiæ Cælesyriæ primariæ urbis, ad Orontem eitæ, quam ventus favonius perflat, satrapa fil- liam delegit. Is Pelebinus erat genere Italus et eques præstantissimus. Missis igitur ad eum sena- torii ordinis nobilibus viris puellam ducit incom- parabili forma præditam, ac C nuptias ccle- D Jam cum ad institutum redeundumsit,quæ dam supra commemorata perspicuitatis gratia repc- tenda sunt. Masuto Turcorum imperatori multi crant filii, nec filiæ pauciores. Moriturus provincias et urbes olim Romanas, tum vero suas,. inter eos distribuit. Cumque aliis alias assignasset, Iconium metropolim cum subjectis oppidis Clizas- thlani filio, generis vero, Jagupasani Amasiam et Ancyram fertilemquo Cappadociam cum locis f- nitimis, Daduni urbes felices et maximas, Hier. Wolfii notæ. formosa mulier, et valde formosa, et supra molum formosa, et incomparabili pulchritudine, ut plane nugæ essent ad eam collata: Venus risu gaudens, et aurea Juno candidis brachiis et grandibus oculis, et Luczna longo collo et pulchris talis, quas vetustas ob formam immortalitati consecravit, et cæteræ univer- sæ quarum insignis pulchritudo libris et historiis ce- lebratur. Hæc in conversione de industria præter- missa hic subjeci, ne me negligentiæ accusent, si qui forte sunt qui ineptiis delectentur. plicia ut homo impius rapiendus. Quorsum attinent ista tragica? Christianæ charitati nescio quam consentanea, pleca certo inhumanitatis; quare a me prætermissa sunt. Videat quisque ut ipse recte vivat et bene moriatur: judicium de aliis relinquat Deo cujus judicia longe alia sunt quam hominum, præsertim ineptorum. 5. Manuel autem conjugis Aleanna mortem (80) Ην δὲ καλή. Verba sic sonant: Erat aulem (81) Καὶ ταῖς ἐκεῖθεν κολάσεσι, ad inferna sup
μήπω δὲ γεννήσας ὁ Μανουὴλ υἱόν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ θυγατρὶ Μαρίᾳ, ἣν αὐτῷ ἡ ἐξ Ἀλαμανῶν ἀπέτεκεν ἄλοχος, τὰς τοῦ γένους σαλεύων διαδοχάς, ὅρκοις πάντας κατενεπέδωσε μετὰ τὸν αὐτοῦ μόρον αὐτήν τε τὴν Μαρίαν καὶ τὸν μνήστορα ταύτης Ἀλέξιον, ὅς, ὡς εἰρήκειμεν, ἐξ Οὐγγρίας ὥρμητο, κληρονόμους τῆς οἰκείας ἔχειν ἀρχῆς καὶ ὡς Ῥωμαίων ἄναξί σφισι καθυπείκειν καὶ προσκυνεῖν. ἔνθα οἱ μὲν ἄλλοι πάντες τοῖς ἐπιτετραμμένοις ὑπέκυπτον καὶ τοὺς ὅρκους, ὡς ὁ κρατῶν ἐκέλευεν, ἀπεδίδοσαν· μόνος δ’ ἦν ἀποδυσπετῶν Ἀνδρόνικος φάσκων ὡς ὁ βασιλεὺς εἰς δευτέρους ἀποκλίνας γάμους ἀρρενοτοκήσει δήπουθεν καὶ πιστουμένους ἡμᾶς τῷ ὑστέρῳ τόκῳ τοῦ βασιλέως τὰ τῆς ἀρχῆς δι’ ὅρκων ἐσέπειτα ἀνάγκη τῇ θυγατρὶ ἀρτίως ὅρκια διδόντας μὴ εὐορκεῖν. καὶ ἄλλως δὲ τίς ἡ τῷ βασιλεῖ θεοβλάβεια, ὡς πάντα μὲν Ῥωμαῖον τοῦ θυγατρίου κρίνειν ἀπόλεκτρον, τὸν δ’ ἀλλογενῆ καὶ παρέγγραπτον τουτονὶ εἰς ὄνειδος Ῥωμαίοις Ῥωμαίων βασιλεύειν προκεκρίσθαι καὶ ὑπερκαθῆσθαι ὅλων ὡς κύριον; ἀλλ’ οὐκ εἶχε λέξας τὰ χρηστὰ ταῦτα τὸν βασιλέα πειθόμενον, ἀθερίζοντα τὰ λεγόμενα ὡς ἀνδρὸς ἀντιδοξοῦντος καὶ ἰσχυρογνώμονος τερετίσματα.
μενα. Εττων δὲ ὤν τῆς τῶν χλωρῶν κυάμων ἑστιά- σεως οὐκ ἀπὸ ῥινός, ο φασιν, ἀλλ' ἐξ ὀδόντων τῷ θαλῷ τούτων εἵλκετο. Ὅλας οὖν ἀρούρας κατεδαπάνα καὶ θεὸς ἀκριβέστερον ἐπεξήρχετο. Καὶ τότε παρὰ τὸν ποταμὸν ἔνσκηνησάμενος, ἐπειδήπερ εἰς τὴν περαίαν κυάμων θεάσαιτο γήδιον, ἐξ αὐτῆς καὶ τὸν ἔσχατον χιτῶνα ἀποδυσάμενος διενήξατο, καὶ τὸ πλεῖον ἀποτραγὼν οὐδ᾽ οὕτως ἀπέσχετο, ἀλλ᾽ ἐς δεσμὰς τὸ μὴ κατεδηδομένον ξυνενεγκὼν ἐπὶ νώτου τε ἀράμενος διέβη τε τὸν ποταμὸν αὐτίκα δὴ μάλα, καὶ ἐπὶ δαπέδου τῆς σκηνῆς καθιζήσας ἀνελέγετο τοὺς κυάμους ἠδέως, ὡς εἰ νῆστις ἦν ἐπὶ μακρὸν καὶ ἀπόσιτος· Ηρωϊκοῦ δὲ σώματος μετέχων καὶ εἰς ἀρίστην ηλικίας ἀνατείνας ἀναδρομὴν οὐκ ἀπό. μαχος ἦν, ἀλλ' ἔβλεπε γενναῖον καὶ τοῦ αἵματος ἄξιον ἐξ οὗ τὸ πρὸς μητρὸς ἐκείνῳ γένος καθείλκετο. Τελευτῶν δὲ τὸν βίον, καὶ πλῆττον ἔχων αὐτὸν τὸ οἰκεῖον κριτήριον ἐφ᾽ οἷς κατὰ τοῦ Στυππειώτου ἐλογοποίησε, μετάπεμπτον ποιεῖται τὸν ἄνδρα καὶ συγγνώμην μετὰ δακρύων αἰτεῖται. Ὁ δὲ βραβεύων ἀμνησικάκως ἄφεσιν καὶ σωτηρίαν ψυχῆς προσεπηύξατο. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτω, καὶ οὐ κατὰ διήγησιν, οἶμαι, ἀλυσιτελῆ τοῖς πολλοῖς οὐδ᾽ ἀκαλλῆ τε καὶ ἀχαρίτωτον. ε΄. Ο δέ γε Μανουὴλ, ἀποβαλόμενος θανάτῳ τὴν Β ἐξ ᾿Αλαμανῶν σύνευνον, ἐκόψατο μὲν τὸν ἐκείνης μόρον διασπασμὸν οἰηθεὶς σώματος, καὶ ὡς λέων θρηνώδες ηρεύξατο, ταφῆς δὲ ἠξιωκώς μεγαλοπρε ποῦς, καὶ τῷ σκήνει ἐπιτελέσας τὰ ὅσια ἐν τῇ τοῦ Παντοκράτορος πατρώα μονῇ, καὶ καιρὸν ἐν [Ρ. 76] ἐδοκίμασέ παριππεύσας ἡμιθανὴς καὶ ἡμιτομος πρὸς μνήστρα δεύτερα ἔβλεψε, πατὴρ ἀκοῦσαι παιδὸς γλιχόμενος ἄῤῥενος. Πολλαχόθεν μὲν οὖν ἐπεφοίτων αὐτῷ καὶ γράμματα καὶ προμνώμενοι ἐκ βασιλέων, ἀπὸ ῥηγῶν καὶ δυναστῶν ἀπάσης τῆς γῆς· ὁ δὲ προέκρινεν ἀπασῶν μίαν τῶν θυγατέρων τοῦ τῆς Αντιοχείας σατραπεύοντος Πετεβίνου, ταύτην λέγω τὴν τῆς Κοίλης Συρίας προκαθημένην, ἢν Ορόντης ποτίζει και καταπνέει ζέφυρος ἄνεμος. Ην δὲ ὁ Πετεβίνος οὗτος Ιταλιώτης μὲν τὸ γένος, Ιππότης ο δ᾽ ἀκράδαντος καὶ ὑπὲρ τὸν Πρίσμον ἐκεῖνον εὐμε. λιος. Στείλας οὖν ἐκ τῶν τῆς γερουσίας καὶ τὸ γένος ἐπισήμους ἄνδρας εἰσοικίζεται τὴν κόρην, καὶ θύσας εἶχε τὰ γαμοδαίσια. Ἂν δὲ καλὴ (80) τὸ εἶδος ἡ γυνὴ, καὶ λίαν καλὴ, καὶ ἕως σφόδρα καλή, καὶ τὸ κάλλος ἀξύμβλητος, ὡς μῦθον εἶναι ἀτεχνῶς πρὸς αὐτὴν ᾿Αφροδίτην τὴν φιλομειδῆ καὶ χρυσῆν, Ηραν τὴν λευκώλενον καὶ βοῶπιν, καὶ τὴν δολιχόδειρον καὶ καλλίσφυρον Λάκαιναν, ἂς οἱ πάλαι διὰ τὸ κάλλος ἐξξώσαν, καὶ τὰς λοιπάς δὲ ἀπάσας βίβλοι καὶ ἱστορίαι διαπρεπεῖς τὴν θέαν παραδεδώ κασιν. Ὁ δὲ λόγος τὰ κατὰ τοὺς Τούρκους μέλλων αὖθις διεξιέναι, ἅτε εἰς ἀρχὴν καθιστάμενος, καὶ τινα τῶν ἄνωθεν σαφηνείας ἕνεκα δοίη, ἂν εἰς ἀφήγησιν. Τῷ κατάρχοντι τῶν Τούρκων Μασούς πολλοὶ μὲν ἦσαν υἱεῖς, καὶ θυγατέρες οὐκ ἐλάττους ἐγεγόνεια σαν· ἐν δὲ τῷ μέλλειν ἐξ ἀνθρώπων γίνεσθαι καὶ ταῖς ἐκεῖθεν κολάσεσιν (81) ὡς ἀσεβὴς παραπέμο πεσθαι διανέμει τοῖς ἐκείνου παισὶ τὰς ποτὲ μὲν τοῖς Ῥωμαίων ὅροις κληρουμένας, τότε δὲ ὑπ' ἐκείνῳ ταττομένας πόλεις καὶ χώρας, καὶ ἄλλοις μὲν εἰς DE MANUELE COMNENO LIB. III. A procera staturæ et heroici corporis, non inbel- lis sed fortis, eaque familia dignus ex qua mater- nain stirpem trahebat.. Moriturus, cum sauciam haberet Slyppiola calumniis conscientiam, virum accersit et lacrymis oppletus veniam petit.Quam ille oblitus injuriarum ei concessit, et salutem ejus animæ precatus est. Atque hæc hactenus; neque injucunda, ut opinor, neque inutilia. parabili brat. non secus ac membrum a suo corpore avulsum acerbissime deploravit, justisque ei persolutis eam in paterno monasterio Pantocratoris magni- ficentissime sepeliit; et luctus tempore, quod ipse sibi præfinierat, instar semianimis et dini- diati hominis exacto, secundas nuptias spectavit mascule prolis cupiditate. Multis itaque e locis litteræ ad eum mittuntur: offeruntur regum et principum filia ex omni terra. Ipse vero Pelebini Antiochiæ Cælesyriæ primariæ urbis, ad Orontem eitæ, quam ventus favonius perflat, satrapa fil- liam delegit. Is Pelebinus erat genere Italus et eques præstantissimus. Missis igitur ad eum sena- torii ordinis nobilibus viris puellam ducit incom- parabili forma præditam, ac C nuptias ccle- D Jam cum ad institutum redeundumsit,quæ dam supra commemorata perspicuitatis gratia repc- tenda sunt. Masuto Turcorum imperatori multi crant filii, nec filiæ pauciores. Moriturus provincias et urbes olim Romanas, tum vero suas,. inter eos distribuit. Cumque aliis alias assignasset, Iconium metropolim cum subjectis oppidis Clizas- thlani filio, generis vero, Jagupasani Amasiam et Ancyram fertilemquo Cappadociam cum locis f- nitimis, Daduni urbes felices et maximas, Hier. Wolfii notæ. formosa mulier, et valde formosa, et supra molum formosa, et incomparabili pulchritudine, ut plane nugæ essent ad eam collata: Venus risu gaudens, et aurea Juno candidis brachiis et grandibus oculis, et Luczna longo collo et pulchris talis, quas vetustas ob formam immortalitati consecravit, et cæteræ univer- sæ quarum insignis pulchritudo libris et historiis ce- lebratur. Hæc in conversione de industria præter- missa hic subjeci, ne me negligentiæ accusent, si qui forte sunt qui ineptiis delectentur. plicia ut homo impius rapiendus. Quorsum attinent ista tragica? Christianæ charitati nescio quam consentanea, pleca certo inhumanitatis; quare a me prætermissa sunt. Videat quisque ut ipse recte vivat et bene moriatur: judicium de aliis relinquat Deo cujus judicia longe alia sunt quam hominum, præsertim ineptorum. 5. Manuel autem conjugis Aleanna mortem (80) Ην δὲ καλή. Verba sic sonant: Erat aulem (81) Καὶ ταῖς ἐκεῖθεν κολάσεσι, ad inferna sup
PG 139:455εἰσὶ δ’ οἳ μετὰ τοὺς ὅρκους Ἀνδρονίκῳ γεγόνασι σύμψηφοι· καὶ οἱ μὲν αὐτόθεν τὸ δοκοῦν ἀπεφήναντο, οἱ δὲ καὶ τῷ λέγειν ἐφέντες ἀγωνιστικῶς κατεσκεύασαν μήθ’ ὅλως τῇ θυγατρὶ τοῦ βασιλέως, μήτε μὴν τῷ τῶν Ῥωμαίων ξυνοῖσον εἶναι πληρώματι τὸν ἐκ φυταλιᾶς ἑτεροφύλου ῥάδαμνον εἰς καλλιέλαιον μετεγκεντρίζειν πιότατον καὶ πρὸς τὸ ἀναζώσασθαι τὸ κράτος τῶν ἄλλων προτίθεσθαι. Ὁ δὲ λόγος προσθήσει τῇ ἱστορίᾳ καί τι ἕτερον τοῦ λαθεῖν ὑπέρτερον ὄν. τῷ βασιλεῖ τούτῳ πολλή τις ἦν ἡ μελεδὼν τῶν κατὰ Κιλικίαν πόλεων καὶ φρουρίων, ὧν ἡ λαμπρὰ καὶ περιφανὴς Ταρσὸς ὡς μητρόπολις προκαθέζεται. ὅθεν πολλῶν τῶν ἐπὶ δόξης καὶ τοῦ ἐπισήμου αἵματος ἡγεμόνων ἐκεῖσε ἀφικομένων, ἐφεξῆς ἡ ψῆφος περιελήλυθεν ἐς τὸν Κομνηνὸν Ἀνδρόνικον καὶ ὡς γένει μέγαν καὶ ὡς ἐν ἀνδράσιν ἀξιοθέατον.
NICETE CHONIATE κλῆρον πατρῷον κατέλιπεν ἕτερα, τὴν δὲ Ἰκοντίων ' Β μητρόπολιν καὶ ὅσα τετάχαται ὑπ' αὐτὴν τῷ Κλι- τζασθλήν ἀπομερίζει υἱῷ. Τῶν δὲ γαμβρῶν τῷ μὲν Ἰαγουπασὰν Αμάσειαν καὶ "Αγκυραν ἐκληροῦτο, καὶ τὴν Καππαδοκῶν εὐδαίμονα χώραν, καὶ ὅσα ταῖς πόλεσι ταύταις όμορα Δαδούνῃ δὲ ἀπονενέ- μηνται πόλεις εὐδαίμονές τε καὶ μέγισται· Καισά ρεια και Σεβάστεια. Αλλ' ἕως τίνος τὸν οἰκεῖον παρέψει κλῆρον, Κύριε, εἰς ἀπαγωγὴν ἐκκείμενον καὶ προνομὴν μακραίωνα καὶ κίνησιν κεφαλῆς λαῷ μωρῷ καὶ οὐχὶ σοφῷ καὶ πόῤῥωθεν ἀπεσχοι- νισμένῳ τῆς εὐσεβοῦς περὶ σὲ δόξης καὶ πίστεως μέχρι τίνος ἀφ' ἡμῶν ἀποστρέψεις τὸ οἰκεῖον πρόσο ωπον, ὁ φιλάνθρωπος, καὶ τῆς πτωχείας ἡμῶν ἐπι- λανθάνῃ οὐδ᾽ ἐνωτίζῃ τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰ δά- κρυα,ὁ ταχὺς τῶν θλιβομένων ἐπακουός, οὐδὲ δίκην ἐπιτίθης, ὁ τῶν ἐκδικήσεων Κύριος; ἕως πότε πα ραλλὰξ ἕρποντα ἐσεῖται τὰ ἄτοπα, καὶ οἱ μὲν τῆς δουλίδης 'Αγαρ ἀπόγονοι κατακυριεύσουσι τῶν ἐλευθέρων ἡμῶν, ἀπολοῦσί τε καὶ ἀποκτενοῦσι τὸ σὸν ἅγιον ἔθνος, δ' τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τὸ σὸν ἐπικέκλη ται άγιον όνομα, τοῦτο δὲ χρονίαν ὑπηρεσίαν ὑπομενεῖ, καὶ τοὺς ὀνειδισμούς ὑποίσει καὶ τοὺς κονδυλισμούς τῶν ἐπιτρέπτων τούτων ἀλλογενώς ; Εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ὀψέ ποτε, φιλάγαθε Δέσποτα, τῶν ἐν πέδαις ἡ συνοχή. Βοησάτω πρὸς σὲ καὶ νῦν τὸν φίλοικτον τὸ ἐκχεόμενον αἷμα τῶν σῶν οἰκετῶν, ὡς τὸ τοῦ ᾿Αβελ πρότερον. Ἐπιλαβοῦ ὅπλον καὶ θυρεοῦ, καὶ ἀνάστηθι εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, καὶ κραταιώσας ἂν αὐτὸς αἱρετίσῃ ἄνδρα καὶ ἐφ᾿ ὃν εὐδοκήσειας. Απόδος τοῖς πονηροῖς γείτοσιν ἡμῶν εἰς τὸ ἐπταπλάσιον ὅσα ἐπονηρεύσαντο κατὰ τῆς κληρονομίας σου· καὶ πολεις καὶ χώρας ἐπανασώσας ἡμῖν ἐν ἀνδρείᾳ, ἂς ὑφείλοντο οἱ ἀλλόφυλοι, ὅρια στήσαις τοῖς ἐκ τοῦ σοῦ καλουμένοις ονόματος ἀνίσχοντος ηλίου καὶ δυομένου πρώτας καὶ ὑστάτας αὐγάς. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἴσως οὐκ ἀκαίρως οὐδὲ μάτην η ἐξετοξεύσαμεν, Θεῷ τι μικρὸν προσλαλήσαντες, καὶ κενώσαντες τῆς λύπης βραχὺ ἐξ ὑπεράντλου ταύτη ψυχῆς. Οἱ δ' οὖν τοῦ Μασούτ τριχή δασάμενοι τὰ κεφαλαιώδη τῆς ἀρχῆς ὀρίσματα, ἤ, τὸ νητρικὲς εἰπεῖν, τὰ τῶν Ρωμαίων σχοινίσματα, παῖδες παρὰ πατρὸς ἐς αὐτοὺς καταβάντα διαδεξάμενοι, ὀλίγα μὲν εἰρήνῃ καὶ τοῖς τῆς συγγενείας θεσμοῖς ἐπέθυσαν, τὰ δὲ πλεῖστα εἰς διαφορὰς οἰκείας ἀπεῖδον καὶ προσέσχον ταῖς διαστάσεσιν. Αὐτίκα γὰρ ὁ τοῦ Ικονίου σουλτάν τῷ τῆς Καππαδοκίας τοπάρχη σκαιόν τι καὶ ἄγριον ἐπωφθάλμισε, καὶ οὗτος απ ἐκείνῳ βλέμμα ολέθριον ἔρριψε. Καὶ ἦν τὰ κατ' ἀλλήλων πονηρὰ διαβούλια οὐχ ὑπὸ σκότον καὶ κρύφα τελούμενα, ἀλλ' ἔκπυστα καὶ βασιλεῖ καὶ ἔκφορα ὑπ' αὐτῶν. Ὁ δὲ, ἐπαρώμενος ἀμφοῖν παν- ώλειαν, Αγάπα με μόνον μέχρι τοῦ ἐριθεύειν ἀπονεύειν ἀλλήλων καὶ ἀποσχίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ ὅπλα ἄραντας εἰς μοῖραν διαστῆναι ἀντίθετον, ἵν᾿ ἄγων ἠρεμίαν αὐτὸς τοῖς ἐκείνων ἐπιχαίρῃ κακοῖς ὡς ὁμοῦ τε ἀλλοφύλων καὶ ἀσεβῶν· καὶ πέμπων λάθρα ἀγγέλους θάτερον θατέρῳ ἐνῆγεν εἰς πόλεμον. Ἐκ δὲ τοῦ προδήλον τῷ Ἰαγουπασάνῃ προσέκειτο, καὶ οἱ τοῦ "Αρεος συνεθίγγανεν οἷς ἐδωρεῖτο, μυ σαττόμενος τὸν σουλτὴν ὡς ὑποκαθειμένην ἀεὶ τὴν γνώμην ἔχοντα καὶ ὕπουλον τὸ φρονεῖν καὶ περί- στροφον, καὶ μὴ μόνον δολοπλοκοῦντα τοῖς ἐκ γένους ἐκείνῳ καὶ αἵματος τὰ ἀνήκεστα, ἀλλὰ καὶ Ῥω Caesaream el Sebastiam, attribuit. Sed quousque, Domine, hareditatem tuam diripi ac prada et lu- dibrio esse populo vecordi et a ver tui cogni- tione ac fide alienissimo palieris ? quandiua nobis avertes faciem tuam, cum sis humanus, et men- dicitatis nostræ oblivisceris, nec gemitus nostros el ploratus audies, cum celeriter afflictis suc- currere soleas? neque pœnas sumnes, cum sis vindex ? quamdiu durabunt istæ absurditates, ul Agaris ancillæ posteris nobis ingenuis dominen- tur,et gentem sanctam tuam, quæ sanctissimum nomen tuum invocat, perlent et occident diuturnam servitutem et opprobria et alapas per- ditorum barbarorum sustinentem? Intuere tan- der, clementissime Domine, captivorum ærumnus. Sanguis famulorum tuarum nunc quoque, ut olim Abelia,te misericordem Dominum inclanet. Arripe arma et sculum, exsurge ad opem nobis ferendam ; confirmatoque viro qui tibi placuerit probatusque fuerit, improbis vicinis nostris septupla reddito quæ in hæreditatem tuam commiserunt, et provin- ciis atque urbibus fortiter recuperatis, quas bar- bari surripuerunt, orientem et occidentem solem eorum limites statuito qui a te cognomentum ac- ceperunt. Hæc fortasse non abs re neque temere effudi- G mus, cum D.o paulisper collocuti, et m:œrore oppressum animum nonnihil levavimits. Masuti autem liberi præcipuos regni piterni ac potius Romanorum fines trifariam partiti pacem et cogna- tionis jura parum curaverunt, ad bella intestina propenei. Nam Iconii Sultanus Cappadocin topar- chm,et hic illi vicisssin, infesto animo est insidia- tus,donec odia in apertum eruperunt et ab ipsis imperatori sunt exposita.Qui cum utrumque porditum cuperet, optabat ut non tantum inter sese rixarentur et divellerentur, sed armis eliam certarent, ut ipso otiosus illorum malis quippe barbarorum et impiorum insultaret ; ac per lega- tos clam utrumque contra allerum concitavit. Aperte vero Jagupasani donis missis opem tulit, sultani odio, qui esset homo obscuri ac dolosi ingenii, nec cognatis tentum suis perniciem mo- liretur, sed et Romanorum fines subinde latrociniis vexaret. Jagup sanes igitur imperatore fretus sultano bellum infert: ille vicissim in aciem egreditur. Crebræ pugnæ committuntur. Tandem post multas utrinque cædes factas penes Jagupa- sanem victoria fuit. Atque armis ad tempus positis hic in sua provincia mansit. Sultanus vero im- peratorem recens ex Occidente reversum adiit, et humaniter ac honorifice exceptus non minus Ma- nuelem exhilaravit quam ipse benignitate hos- D
τῷ τοι ἀφιγμένος ἐκεῖσε καὶ τὴν τῆς Κύπρου δασμολογίαν προσειληφώς, ὡς ἔχοι τὰς δαπάνας ἐκεῖθεν ἀντλεῖν, πολλάκις μὲν τῷ Τορούσῃ πρὸς μάχην ἀντικατέστη καὶ ἀνεκήρυξε πόλεμον ἐχθρά οἱ νοῶν καὶ ὑπ’ ἐκείνου πάλιν ἀποστυγούμενος, οὐδὲν δέ τι γενναῖον κατώρθωσε πώποτε, οὐδ’ ἧς ἔτρεφε πολυτρόπου πείρας περὶ πολέμους καὶ πανουργίας εἰργάσατο ἄξιον. τελευταῖον δὲ ἡττηκότος αὐτὸν αἰσχρῶς τοῦ Τορούση καὶ τρόπαιον στήσαντος, βουλεύεταί τι παραβολώτατον, ὁποῖον ὁ λόγος λέξων ἔρχεται. Ὡς γὰρ τὰς οἰκείας δυνάμεις ἑκάτερος κατ’ ἀλλήλων ἐξήνεγκαν, Ἀνδρόνικος μὲν ὅσα καὶ ζῶον τὴν στρατιὰν εἰς κεφαλὴν καὶ μέρος τὸ κατόπιν καὶ μέλη ἀνάλογα τῷ παντὶ συνδιαθέμενος εἶχεν, ὁ δὲ Τορούσης εἰς πολλὰ καταδιεῖλε τμήματα καὶ διασπείρας ἦν εἰς σπείρας καὶ λόχους τὸ οἰκεῖον στρατόπεδον. ἐπεὶ δὲ συμβαλόντες ἐμάχοντο, ἡ νίκη καὶ πάλιν ἐπεφοίτα τῷ Τορούσῃ λαμπρά· τοῖς γὰρ ἀεὶ ἐπιβοηθοῦσιν ἀκμῆσι καὶ τοῖς ἐκ τῶν λόχων λαθρηδὸν ἐκπηδῶσιν Ἀρμενίοις αἱ τοῦ Ἀνδρονίκου ἐνέδωκαν φάλαγγες καὶ εἰς τροπὴν ἐνέκλιναν ἄκοσμον.
NICETE CHONIATE κλῆρον πατρῷον κατέλιπεν ἕτερα, τὴν δὲ Ἰκοντίων ' Β μητρόπολιν καὶ ὅσα τετάχαται ὑπ' αὐτὴν τῷ Κλι- τζασθλήν ἀπομερίζει υἱῷ. Τῶν δὲ γαμβρῶν τῷ μὲν Ἰαγουπασὰν Αμάσειαν καὶ "Αγκυραν ἐκληροῦτο, καὶ τὴν Καππαδοκῶν εὐδαίμονα χώραν, καὶ ὅσα ταῖς πόλεσι ταύταις όμορα Δαδούνῃ δὲ ἀπονενέ- μηνται πόλεις εὐδαίμονές τε καὶ μέγισται· Καισά ρεια και Σεβάστεια. Αλλ' ἕως τίνος τὸν οἰκεῖον παρέψει κλῆρον, Κύριε, εἰς ἀπαγωγὴν ἐκκείμενον καὶ προνομὴν μακραίωνα καὶ κίνησιν κεφαλῆς λαῷ μωρῷ καὶ οὐχὶ σοφῷ καὶ πόῤῥωθεν ἀπεσχοι- νισμένῳ τῆς εὐσεβοῦς περὶ σὲ δόξης καὶ πίστεως μέχρι τίνος ἀφ' ἡμῶν ἀποστρέψεις τὸ οἰκεῖον πρόσο ωπον, ὁ φιλάνθρωπος, καὶ τῆς πτωχείας ἡμῶν ἐπι- λανθάνῃ οὐδ᾽ ἐνωτίζῃ τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰ δά- κρυα,ὁ ταχὺς τῶν θλιβομένων ἐπακουός, οὐδὲ δίκην ἐπιτίθης, ὁ τῶν ἐκδικήσεων Κύριος; ἕως πότε πα ραλλὰξ ἕρποντα ἐσεῖται τὰ ἄτοπα, καὶ οἱ μὲν τῆς δουλίδης 'Αγαρ ἀπόγονοι κατακυριεύσουσι τῶν ἐλευθέρων ἡμῶν, ἀπολοῦσί τε καὶ ἀποκτενοῦσι τὸ σὸν ἅγιον ἔθνος, δ' τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τὸ σὸν ἐπικέκλη ται άγιον όνομα, τοῦτο δὲ χρονίαν ὑπηρεσίαν ὑπομενεῖ, καὶ τοὺς ὀνειδισμούς ὑποίσει καὶ τοὺς κονδυλισμούς τῶν ἐπιτρέπτων τούτων ἀλλογενώς ; Εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ὀψέ ποτε, φιλάγαθε Δέσποτα, τῶν ἐν πέδαις ἡ συνοχή. Βοησάτω πρὸς σὲ καὶ νῦν τὸν φίλοικτον τὸ ἐκχεόμενον αἷμα τῶν σῶν οἰκετῶν, ὡς τὸ τοῦ ᾿Αβελ πρότερον. Ἐπιλαβοῦ ὅπλον καὶ θυρεοῦ, καὶ ἀνάστηθι εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, καὶ κραταιώσας ἂν αὐτὸς αἱρετίσῃ ἄνδρα καὶ ἐφ᾿ ὃν εὐδοκήσειας. Απόδος τοῖς πονηροῖς γείτοσιν ἡμῶν εἰς τὸ ἐπταπλάσιον ὅσα ἐπονηρεύσαντο κατὰ τῆς κληρονομίας σου· καὶ πολεις καὶ χώρας ἐπανασώσας ἡμῖν ἐν ἀνδρείᾳ, ἂς ὑφείλοντο οἱ ἀλλόφυλοι, ὅρια στήσαις τοῖς ἐκ τοῦ σοῦ καλουμένοις ονόματος ἀνίσχοντος ηλίου καὶ δυομένου πρώτας καὶ ὑστάτας αὐγάς. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἴσως οὐκ ἀκαίρως οὐδὲ μάτην η ἐξετοξεύσαμεν, Θεῷ τι μικρὸν προσλαλήσαντες, καὶ κενώσαντες τῆς λύπης βραχὺ ἐξ ὑπεράντλου ταύτη ψυχῆς. Οἱ δ' οὖν τοῦ Μασούτ τριχή δασάμενοι τὰ κεφαλαιώδη τῆς ἀρχῆς ὀρίσματα, ἤ, τὸ νητρικὲς εἰπεῖν, τὰ τῶν Ρωμαίων σχοινίσματα, παῖδες παρὰ πατρὸς ἐς αὐτοὺς καταβάντα διαδεξάμενοι, ὀλίγα μὲν εἰρήνῃ καὶ τοῖς τῆς συγγενείας θεσμοῖς ἐπέθυσαν, τὰ δὲ πλεῖστα εἰς διαφορὰς οἰκείας ἀπεῖδον καὶ προσέσχον ταῖς διαστάσεσιν. Αὐτίκα γὰρ ὁ τοῦ Ικονίου σουλτάν τῷ τῆς Καππαδοκίας τοπάρχη σκαιόν τι καὶ ἄγριον ἐπωφθάλμισε, καὶ οὗτος απ ἐκείνῳ βλέμμα ολέθριον ἔρριψε. Καὶ ἦν τὰ κατ' ἀλλήλων πονηρὰ διαβούλια οὐχ ὑπὸ σκότον καὶ κρύφα τελούμενα, ἀλλ' ἔκπυστα καὶ βασιλεῖ καὶ ἔκφορα ὑπ' αὐτῶν. Ὁ δὲ, ἐπαρώμενος ἀμφοῖν παν- ώλειαν, Αγάπα με μόνον μέχρι τοῦ ἐριθεύειν ἀπονεύειν ἀλλήλων καὶ ἀποσχίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ ὅπλα ἄραντας εἰς μοῖραν διαστῆναι ἀντίθετον, ἵν᾿ ἄγων ἠρεμίαν αὐτὸς τοῖς ἐκείνων ἐπιχαίρῃ κακοῖς ὡς ὁμοῦ τε ἀλλοφύλων καὶ ἀσεβῶν· καὶ πέμπων λάθρα ἀγγέλους θάτερον θατέρῳ ἐνῆγεν εἰς πόλεμον. Ἐκ δὲ τοῦ προδήλον τῷ Ἰαγουπασάνῃ προσέκειτο, καὶ οἱ τοῦ "Αρεος συνεθίγγανεν οἷς ἐδωρεῖτο, μυ σαττόμενος τὸν σουλτὴν ὡς ὑποκαθειμένην ἀεὶ τὴν γνώμην ἔχοντα καὶ ὕπουλον τὸ φρονεῖν καὶ περί- στροφον, καὶ μὴ μόνον δολοπλοκοῦντα τοῖς ἐκ γένους ἐκείνῳ καὶ αἵματος τὰ ἀνήκεστα, ἀλλὰ καὶ Ῥω Caesaream el Sebastiam, attribuit. Sed quousque, Domine, hareditatem tuam diripi ac prada et lu- dibrio esse populo vecordi et a ver tui cogni- tione ac fide alienissimo palieris ? quandiua nobis avertes faciem tuam, cum sis humanus, et men- dicitatis nostræ oblivisceris, nec gemitus nostros el ploratus audies, cum celeriter afflictis suc- currere soleas? neque pœnas sumnes, cum sis vindex ? quamdiu durabunt istæ absurditates, ul Agaris ancillæ posteris nobis ingenuis dominen- tur,et gentem sanctam tuam, quæ sanctissimum nomen tuum invocat, perlent et occident diuturnam servitutem et opprobria et alapas per- ditorum barbarorum sustinentem? Intuere tan- der, clementissime Domine, captivorum ærumnus. Sanguis famulorum tuarum nunc quoque, ut olim Abelia,te misericordem Dominum inclanet. Arripe arma et sculum, exsurge ad opem nobis ferendam ; confirmatoque viro qui tibi placuerit probatusque fuerit, improbis vicinis nostris septupla reddito quæ in hæreditatem tuam commiserunt, et provin- ciis atque urbibus fortiter recuperatis, quas bar- bari surripuerunt, orientem et occidentem solem eorum limites statuito qui a te cognomentum ac- ceperunt. Hæc fortasse non abs re neque temere effudi- G mus, cum D.o paulisper collocuti, et m:œrore oppressum animum nonnihil levavimits. Masuti autem liberi præcipuos regni piterni ac potius Romanorum fines trifariam partiti pacem et cogna- tionis jura parum curaverunt, ad bella intestina propenei. Nam Iconii Sultanus Cappadocin topar- chm,et hic illi vicisssin, infesto animo est insidia- tus,donec odia in apertum eruperunt et ab ipsis imperatori sunt exposita.Qui cum utrumque porditum cuperet, optabat ut non tantum inter sese rixarentur et divellerentur, sed armis eliam certarent, ut ipso otiosus illorum malis quippe barbarorum et impiorum insultaret ; ac per lega- tos clam utrumque contra allerum concitavit. Aperte vero Jagupasani donis missis opem tulit, sultani odio, qui esset homo obscuri ac dolosi ingenii, nec cognatis tentum suis perniciem mo- liretur, sed et Romanorum fines subinde latrociniis vexaret. Jagup sanes igitur imperatore fretus sultano bellum infert: ille vicissim in aciem egreditur. Crebræ pugnæ committuntur. Tandem post multas utrinque cædes factas penes Jagupa- sanem victoria fuit. Atque armis ad tempus positis hic in sua provincia mansit. Sultanus vero im- peratorem recens ex Occidente reversum adiit, et humaniter ac honorifice exceptus non minus Ma- nuelem exhilaravit quam ipse benignitate hos- D
διὰ ταῦτα τῇ λύπῃ καταποθεὶς Ἀνδρόνικος καὶ μὴ ἔχων, ὅπως τὴν ἧτταν ἀναμαχέσαιτο ἢ γοῦν ἐξ ὑπογυίου δράσειέ τι γενναῖον κατὰ τῶν θυόντων ἤδη πολεμίων τὰ νικητήρια, τοῖς ἐγγὺς ἀνεφίκτων ἐπιχειρεῖ. κατοπτεύσας γὰρ τὸν Τορούσην μετὰ τῶν δορυφορούντων αὐτὸν ἔτι που ἱστάμενον ἔφιππον, τὴν τῶν ταγμάτων συλλογὴν ἀναμένοντα ἐξ ἧς εἴχοντο ἐπιδιώξεως, ὅλῳ ῥυτῆρι τὸν ἵππον ἀνεὶς ἐνσείει κατ’ ἐκείνου τὸ δόρυ, καὶ δὴ κατὰ τοῦ θυρεοῦ βαλὼν ἀνατρέπει τοῦτον τοῦ ἵππου, καὶ διεκπαίσας τὸ περὶ ἐκεῖνον ἐπίλεκτον ὡς πτηνὸς ἱππότης ἢ ὀλισθηρά τις ἐγχέλυς τὰς τῶν ἁπάντων χεῖρας ἐξήλυξεν. ἀλλ’ ἕως τούτου σεμνὸν τὸ τοῦ Ἀνδρονίκου κατόρθωμα· τὸ δὲ παθεῖν τὸν Τορούσην κακῶς ἀπεκώλυσαν οἵ τε σιδήρεοι χιτῶνες, οὓς ἐνεδέδυτο, καὶ θυρεὸς ἐπιμήκης παρὰ πλευρὸν καταβαίνων τοῦ ἵππου πλάγιος. Οὐ πολλαὶ δ’ ἡμέραι παρήλθοσαν ὕστερον, καὶ λογίζονται τῷ Ἀνδρονίκῳ δευτέρου λόγου καὶ πάρεργα ἀνδροκτασίαι καὶ μάχαι καὶ πόλεμοι καὶ σάλπιγξ ἠχοῦσα τὸ ἐνυάλιον Δεῖμός τε Φόβος τε καὶ Ἄρης βροτολοιγός, καὶ ἔργα πολέμια παρωσάμενος τὰ τῆς Ἀφροδίτης μέτεισιν ὄργια.
NICETE CHONIATE κλῆρον πατρῷον κατέλιπεν ἕτερα, τὴν δὲ Ἰκοντίων ' Β μητρόπολιν καὶ ὅσα τετάχαται ὑπ' αὐτὴν τῷ Κλι- τζασθλήν ἀπομερίζει υἱῷ. Τῶν δὲ γαμβρῶν τῷ μὲν Ἰαγουπασὰν Αμάσειαν καὶ "Αγκυραν ἐκληροῦτο, καὶ τὴν Καππαδοκῶν εὐδαίμονα χώραν, καὶ ὅσα ταῖς πόλεσι ταύταις όμορα Δαδούνῃ δὲ ἀπονενέ- μηνται πόλεις εὐδαίμονές τε καὶ μέγισται· Καισά ρεια και Σεβάστεια. Αλλ' ἕως τίνος τὸν οἰκεῖον παρέψει κλῆρον, Κύριε, εἰς ἀπαγωγὴν ἐκκείμενον καὶ προνομὴν μακραίωνα καὶ κίνησιν κεφαλῆς λαῷ μωρῷ καὶ οὐχὶ σοφῷ καὶ πόῤῥωθεν ἀπεσχοι- νισμένῳ τῆς εὐσεβοῦς περὶ σὲ δόξης καὶ πίστεως μέχρι τίνος ἀφ' ἡμῶν ἀποστρέψεις τὸ οἰκεῖον πρόσο ωπον, ὁ φιλάνθρωπος, καὶ τῆς πτωχείας ἡμῶν ἐπι- λανθάνῃ οὐδ᾽ ἐνωτίζῃ τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰ δά- κρυα,ὁ ταχὺς τῶν θλιβομένων ἐπακουός, οὐδὲ δίκην ἐπιτίθης, ὁ τῶν ἐκδικήσεων Κύριος; ἕως πότε πα ραλλὰξ ἕρποντα ἐσεῖται τὰ ἄτοπα, καὶ οἱ μὲν τῆς δουλίδης 'Αγαρ ἀπόγονοι κατακυριεύσουσι τῶν ἐλευθέρων ἡμῶν, ἀπολοῦσί τε καὶ ἀποκτενοῦσι τὸ σὸν ἅγιον ἔθνος, δ' τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τὸ σὸν ἐπικέκλη ται άγιον όνομα, τοῦτο δὲ χρονίαν ὑπηρεσίαν ὑπομενεῖ, καὶ τοὺς ὀνειδισμούς ὑποίσει καὶ τοὺς κονδυλισμούς τῶν ἐπιτρέπτων τούτων ἀλλογενώς ; Εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ὀψέ ποτε, φιλάγαθε Δέσποτα, τῶν ἐν πέδαις ἡ συνοχή. Βοησάτω πρὸς σὲ καὶ νῦν τὸν φίλοικτον τὸ ἐκχεόμενον αἷμα τῶν σῶν οἰκετῶν, ὡς τὸ τοῦ ᾿Αβελ πρότερον. Ἐπιλαβοῦ ὅπλον καὶ θυρεοῦ, καὶ ἀνάστηθι εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, καὶ κραταιώσας ἂν αὐτὸς αἱρετίσῃ ἄνδρα καὶ ἐφ᾿ ὃν εὐδοκήσειας. Απόδος τοῖς πονηροῖς γείτοσιν ἡμῶν εἰς τὸ ἐπταπλάσιον ὅσα ἐπονηρεύσαντο κατὰ τῆς κληρονομίας σου· καὶ πολεις καὶ χώρας ἐπανασώσας ἡμῖν ἐν ἀνδρείᾳ, ἂς ὑφείλοντο οἱ ἀλλόφυλοι, ὅρια στήσαις τοῖς ἐκ τοῦ σοῦ καλουμένοις ονόματος ἀνίσχοντος ηλίου καὶ δυομένου πρώτας καὶ ὑστάτας αὐγάς. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἴσως οὐκ ἀκαίρως οὐδὲ μάτην η ἐξετοξεύσαμεν, Θεῷ τι μικρὸν προσλαλήσαντες, καὶ κενώσαντες τῆς λύπης βραχὺ ἐξ ὑπεράντλου ταύτη ψυχῆς. Οἱ δ' οὖν τοῦ Μασούτ τριχή δασάμενοι τὰ κεφαλαιώδη τῆς ἀρχῆς ὀρίσματα, ἤ, τὸ νητρικὲς εἰπεῖν, τὰ τῶν Ρωμαίων σχοινίσματα, παῖδες παρὰ πατρὸς ἐς αὐτοὺς καταβάντα διαδεξάμενοι, ὀλίγα μὲν εἰρήνῃ καὶ τοῖς τῆς συγγενείας θεσμοῖς ἐπέθυσαν, τὰ δὲ πλεῖστα εἰς διαφορὰς οἰκείας ἀπεῖδον καὶ προσέσχον ταῖς διαστάσεσιν. Αὐτίκα γὰρ ὁ τοῦ Ικονίου σουλτάν τῷ τῆς Καππαδοκίας τοπάρχη σκαιόν τι καὶ ἄγριον ἐπωφθάλμισε, καὶ οὗτος απ ἐκείνῳ βλέμμα ολέθριον ἔρριψε. Καὶ ἦν τὰ κατ' ἀλλήλων πονηρὰ διαβούλια οὐχ ὑπὸ σκότον καὶ κρύφα τελούμενα, ἀλλ' ἔκπυστα καὶ βασιλεῖ καὶ ἔκφορα ὑπ' αὐτῶν. Ὁ δὲ, ἐπαρώμενος ἀμφοῖν παν- ώλειαν, Αγάπα με μόνον μέχρι τοῦ ἐριθεύειν ἀπονεύειν ἀλλήλων καὶ ἀποσχίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ ὅπλα ἄραντας εἰς μοῖραν διαστῆναι ἀντίθετον, ἵν᾿ ἄγων ἠρεμίαν αὐτὸς τοῖς ἐκείνων ἐπιχαίρῃ κακοῖς ὡς ὁμοῦ τε ἀλλοφύλων καὶ ἀσεβῶν· καὶ πέμπων λάθρα ἀγγέλους θάτερον θατέρῳ ἐνῆγεν εἰς πόλεμον. Ἐκ δὲ τοῦ προδήλον τῷ Ἰαγουπασάνῃ προσέκειτο, καὶ οἱ τοῦ "Αρεος συνεθίγγανεν οἷς ἐδωρεῖτο, μυ σαττόμενος τὸν σουλτὴν ὡς ὑποκαθειμένην ἀεὶ τὴν γνώμην ἔχοντα καὶ ὕπουλον τὸ φρονεῖν καὶ περί- στροφον, καὶ μὴ μόνον δολοπλοκοῦντα τοῖς ἐκ γένους ἐκείνῳ καὶ αἵματος τὰ ἀνήκεστα, ἀλλὰ καὶ Ῥω Caesaream el Sebastiam, attribuit. Sed quousque, Domine, hareditatem tuam diripi ac prada et lu- dibrio esse populo vecordi et a ver tui cogni- tione ac fide alienissimo palieris ? quandiua nobis avertes faciem tuam, cum sis humanus, et men- dicitatis nostræ oblivisceris, nec gemitus nostros el ploratus audies, cum celeriter afflictis suc- currere soleas? neque pœnas sumnes, cum sis vindex ? quamdiu durabunt istæ absurditates, ul Agaris ancillæ posteris nobis ingenuis dominen- tur,et gentem sanctam tuam, quæ sanctissimum nomen tuum invocat, perlent et occident diuturnam servitutem et opprobria et alapas per- ditorum barbarorum sustinentem? Intuere tan- der, clementissime Domine, captivorum ærumnus. Sanguis famulorum tuarum nunc quoque, ut olim Abelia,te misericordem Dominum inclanet. Arripe arma et sculum, exsurge ad opem nobis ferendam ; confirmatoque viro qui tibi placuerit probatusque fuerit, improbis vicinis nostris septupla reddito quæ in hæreditatem tuam commiserunt, et provin- ciis atque urbibus fortiter recuperatis, quas bar- bari surripuerunt, orientem et occidentem solem eorum limites statuito qui a te cognomentum ac- ceperunt. Hæc fortasse non abs re neque temere effudi- G mus, cum D.o paulisper collocuti, et m:œrore oppressum animum nonnihil levavimits. Masuti autem liberi præcipuos regni piterni ac potius Romanorum fines trifariam partiti pacem et cogna- tionis jura parum curaverunt, ad bella intestina propenei. Nam Iconii Sultanus Cappadocin topar- chm,et hic illi vicisssin, infesto animo est insidia- tus,donec odia in apertum eruperunt et ab ipsis imperatori sunt exposita.Qui cum utrumque porditum cuperet, optabat ut non tantum inter sese rixarentur et divellerentur, sed armis eliam certarent, ut ipso otiosus illorum malis quippe barbarorum et impiorum insultaret ; ac per lega- tos clam utrumque contra allerum concitavit. Aperte vero Jagupasani donis missis opem tulit, sultani odio, qui esset homo obscuri ac dolosi ingenii, nec cognatis tentum suis perniciem mo- liretur, sed et Romanorum fines subinde latrociniis vexaret. Jagup sanes igitur imperatore fretus sultano bellum infert: ille vicissim in aciem egreditur. Crebræ pugnæ committuntur. Tandem post multas utrinque cædes factas penes Jagupa- sanem victoria fuit. Atque armis ad tempus positis hic in sua provincia mansit. Sultanus vero im- peratorem recens ex Occidente reversum adiit, et humaniter ac honorifice exceptus non minus Ma- nuelem exhilaravit quam ipse benignitate hos- D
PG 139:457ἡ δὲ Ἑλένην μὲν οὐχ ὑποβάλλει οὐδ’ οἷον ὑπ’ ὄψιν παρίστησι καθ’ Ἑλλάδα καὶ μέσον Ἄργος τὴν οἴκησιν ἔχουσαν καὶ διαχεῖ τῷ κάλλει καὶ ἐκμαίνει πρὸς ἔρωτα καὶ πηγνύει σκάφη καὶ ναύαρχον ἐφίστησι Φέρεκλον, ἐκ γειτόνων δὲ ὂν τὸ τῆς Φιλίππας εἶδος καθυπογράφει καὶ μαστροπεύει τῷ δυσέρωτι Ἀνδρονίκῳ· ἦν γὰρ ἐξ ἀκοῆς ἐρωτόληπτος. ῥίψας οὖν τὴν ἀσπίδα καὶ τὸ κράνος ἀποβαλόμενος καὶ τὸν ὅλον στρατιώτην ἀποσεισάμενος πρὸς τὴν ἐρωμένην αὐτομολεῖ, οὖσαν κατὰ πόλιν τὴν Ἀντιόχειαν. ἔνθα καὶ δὴ γεγονὼς καὶ τὴν Ἐρώτων ἀγλαί̈αν τῆς Ἄρεος σκευῆς ἀνθελόμενος μόνον οὐκ ἔξαινεν ἔρια οὐδ’ ἱστῷ προσανεῖχε καὶ συνεῖρεν ἠλάκατα, ὡς Ὀμφάλῃ πρὶν Ἡρακλῆς τῇ Φιλίππᾳ δουλεύων. ἡ δ’ ἄρα ἦν τῆς συναφθείσης τῷ τούτου ἐξαδέλφῳ τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ πρώην, οὔπω πάνυ πρώην, θυγατρὸς τοῦ Πετεβίνου ἀδελφή. Καὶ ὁ μὲν τὴν Ἀντιόχου καταλαβὼν τρυφαῖς ἐκεχήνει καὶ καλλωπισμοῖς ἐπελύττα καὶ δορυφόροις ἐπ’ ἀγυιῶν ἀργυροτόξοις ἐπόμπευε, τὴν ἡλικίαν εὐμήκεσιν, ἰούλῳ τε πρώτῳ λαχνουμένοις καὶ κόμαις πυρσαινομένοις ξανθαῖς, καὶ ἦν ἐντεῦθεν θηρῶν τὴν θηράσασαν, ἣν καὶ εἶχε ταῖς οἰκείαις ἐρωτοδέσμαις καταγοητεύσας Ἀνδρόνικος·
μαίων ἀεὶ κατὰ λῃστείαν τὸ γειτονοῦν ἐκτρίδοντα. Πεποιθώς τοίνυν Ἰαγουπασάνης τῷ αὐτοκράτορι ἐκφέρει κατὰ τοῦ σουλτὰν πόλεμον, καὶ οὗτος αὖθις ἀντέξεισι κατ' αὐτοῦ, καὶ συῤῥαγέντες πολλάκις ἐμάχοντο. Οψὲ σὲ καὶ μεθ' αἴματα ἐξ ἑκατέρων ρεύσαντα τῶν στρατῶν πρὸς Ἰαγουπασάνην ἔβλεψε τὸ νικᾷν. Καὶ πρὸς καιρὸν τὰ ὅπλα καταθέμενοι, ὁ μὲν ἐπέμενε κατὰ χώραν, ὁ δὲ σουλτὰν τῷ βασι λεῖ πρόσεισιν ἄρτι πρὸς τὴν πόλιν τὴν βασιλεύου σαν ἐκ τῶν δυσμικῶν ἐπανιόντι μερῶν, καὶ φιλο- φρόνως προσδεχθεὶς καὶ ἐντίμως οὐχ ἧττον ἐπ' αὐτῷ τὸν βασιλέα διαχυθῆναι πεποίηκεν ἤπερ αὐτ τὸς ἐπὶ τῷ τῆς ξενίας ἐνευφράνθη ἀπροσδεεῖ. Οὐκ ἐλπίσι γὰρ μόνον χρηστοτέραις ὑπεσαίνετο Μανουήλ, ὡς εὖ τὰ κατὰ τὴν ἕω διάθοιτο διὰ τῆς τοῦ σουλτά νου παρουσίας καὶ τοῦ κεχαρισμένου τῆς ξενίας, δυναμένου γοητεῦσαι φιλοχρήματον βάρβαρον· ἀλλὰ καὶ δόξαν αὐτῷ τῆς βασιλείας τὸ συμβάν ᾤετο. Εἰσιὼν τοίνυν ἅμα τῷ σουλτάνῳ τὴν Κωνσταντίνου κηρύττει θρίαμβον. Καὶ ἦν εὐπρεπῆς ὁ θρίαμβος, καλλίστοις καὶ τιμήεσι πέπλοις παμφαίνων καὶ τῷ τοῦ κόσμου πολυειδεῖ δαίδαλος. καὶ ἔμελλε βασιλεὺς διὰ τοῦ θριάμβου προϊέκαι πρὸς αὐτῶν τῶν ἀστῶν κροτούμενος, καὶ μέρος εἶναι τῆς τότε δορυ φορίας τε καὶ λαμπρότητος καὶ τῶν κυδρούντων τὸν αὐτοκράτορα καὶ σουλτάνος αὐτὸς ἐπιπαριών. Θεός δ' ἠκύρωσε τὰ τῆς ἡμέρας ἐκείνης λαμπρά· ἢ το γὰρ γῆ κλυνηθεῖσα πολλὰς κατεβεβήκει λαμ- προτάτας οἰκήσεις, καὶ ὁ ἀὴρ ταραχώδης ἦν ἐπιει- κῶς καὶ ἀνώμαλος, καὶ ἔτερ᾽ ἅττα ἐπισυμβάντα δείματα εκείνοις, οὐ θριάμβοις ήναγκάκει προσέχειν τὸν νοῦν, καὶ τὸ τῆς ψυχῆς ἐκύμαινε λογιζόμενον. Ἔφασκον δὲ καὶ οἱ τοῦ θείου νεὼ καὶ τοῦ βήμα- τος ἔντροφοι καὶ αὐτὸς βασιλεὺς, οὐκ ἀγαθὰς κλη δόνας δεχόμενος τὰ λεγόμενα, μηνίειν τὸ θεῖον καὶ μηδ' ὅλως ἀνέχεσθαι προκύψειν εἰς θρίαμβον μὴ θεοσεβείας ἄνδρα μετεσχηκότα, ὃν κοσμοῦσιν ἔπιπλα παναγῆ καὶ ἁγίων ἔκτυπα διειλήφασι καὶ χαρακτήρ καθαγιάζει Χριστοῦ. Καὶ οὕτω μὲν εἰκαίως θρίαμτος ἐσχεδίαστο, μηδαμῶς αὐτῷ προσεσχηκότος τοῦ αὐτοκράτορος, οὐδ᾽ ἐς ὅσον τὸ ἔθος ἀφοσιώσα- σθαι· εἰς ἱκανὸν δὲ ὁ σουλτάνος τῷ βασιλεῖ συνδιέ- τριψε χρόνον, καὶ ἵππων σταδιοδρόμων αμίλλαις τὸν ὀφθαλμὸν καθειστίακεν, ὅτε καὶ τις ανηρ τῆς Αγαρ ἀπόγονος, ὡς μὲν ἐδόκει τὰ πρῶτα θαυματ τοποιός, ὡς δ᾽ ὕστερον ἔδειξε, ταλάντατος ἀνθρώ- πων καὶ αὐτοέντης ἄντικρυς, ἐπὶ τὸν κατὰ τὸ θέατρον πύργον ἀναλάμενος, οὐ κάτωθεν μὲν αἱ τῶν ἐπὶ σταδίου θεόντῶν ἀφετηρίαι εἰς αψίδας παραλλήλους κεχήνασιν, ἄνωθεν δ᾽ ἵπποι χαλκήλα τοι πεπήγασι πίσυρες χρυσῷ ἠλειμμένοι, τους αὐχένας ὑπόγυροι, ἀντιβλάποντες ἀλλήλοις καὶ δρόμον καμπτήρος πνέοντες, διαπτῆναι τὸ στάδιον ἐπήγγέλλετο. Εἱστήκει οὖν ὡς ἐφ᾽ ἔσπληγγος τοῦ πύργου, ἠμφιεσμένος ποδηρέστατον εὐρέα χιτῶνα. Λευκὸς δὲ ἦν ὁ χιτών, λόγοι δὲ εἰς κύκλον περια χθέντες ἐποίουν κολπῶδες τὸ ἔφασμα. Ην δὲ σκοπὸς τῷ ᾿Αγαρηνῷ ὥσπερ ἱστίῳ ναός πτερωθῆναι τῷ - πέπλῳ, ταῖς τούτου κοιλότησι τοῦ πνεύματος ἐμφω δ DE MANUELE COMNENO LIB. III. B A C PATROL. GR. CXXXIX. D pitii est exhilaratus. Nam spem bonam habebat Manuel se ob sultani præsentiam non modo rebus Orientis consulturum et avaro barbaro hospitii liberalitate fucum esse facturum, sed ex eo casu gloriam quoque sperabat. Cpolim igitur una cum illo ingressus triumphum. indicit. Qui cum eleganter instructus pretiosis vestibus et or- namentorum varietate colluceret, atque imperator cum applausu et acclamationibus civium, adducto una sultano, qui inter cæteros proceres festivita- tem illam celebriorem redderet, proditurus esset, Deus illius diei splendorem fecit irritum. Nam terræ motu multæ splendidissimæ ædes corruerunt; et aeris intemperies ac caligo et alii quidam ter- rores æstuantes hominum animos a triumphis in se convertebant. Aiebant et sacræ ædis antistites (nec ipse imperator aliter ea omina accipiebat) irasci Deum neque velle ut homo impius eum triumphum intueretur, quem instrumenta sacra- tissima et divorum imagines ornarent et Christi signum consecraret. Sic triumphus frustra est instruclue, et ab ipso imperatore ita neglectus ut nec receptæ consuetudini satisfaceret. Sultanus vero non parvo tempore cum eo commoratus spectaculis circensibus est oblectatus. Tum Aga- renus quidam, principio præstigiator habitus, ut vero post declaravit, omnium mortalium miserri- mus, sua sponte Hippodromi turri conscensa, sub qua carceres sunt unde emittuntur equi, supra vero quatuor equi aurati stant, collis incurvis, obversi sibi invicem, alacritatis ad cursum pleni, se stadium transvolaturum jactat. Stabat igitur in turri tanquam in carceribus, ampla et promissa admodum veste candida indutus, quæ vinculis in orbem succincta sinuosa efficiebatur. Putabat enim se veluti velo navem, ita laciniis illius aere expletis ad volatum instructum fore. Omnium igi- tur oculi in eum convertuntur, rident spectatores, ac subinde clamant : « Volato, volato; » et : «Quam diu nos suspensos tenes, Saracene, et aerem ex turri libras ? » Imperatore hominem ab eo conatu deterrente, ipso vero sultano inter spem et metum suspenso, ne quid populari suo accideret. Is vero aerem subinde captans et ventum explorans spectatorum spom eludebat, ac manibus sæpe alarum instar ad volatum expansis et libratis ut plus venti colligeret, cum is tandem aptus et se- cundus aspirare videretur, instar volucris sese agitat, et dum per aerem incedere nititur, Icaro miserabilius in cœlo volitat. Neque enim corporis gravitas humum tendentis alta eum tenere sinebat, doncc prostratus exspiravit, manibus, pedibus et omnibus ossibus confractis. Is volatus cum risu et derisu Turcorum sultani comitum vulgi fabula erat, adeo ut forum transire inderisi non possent, fabris argentariis ferramenta mensarum concu- tientibus. Quo imperator audito ridebat scilicet, non ignarus jocorum et salium turbæ trivialis : sed in sultani gratiam, quem ista ludibria paulatim
καὶ ὅπερ ἐπεπόνθει, τοῦτο δράσας φιλοτιμότερον, πλουτῶν μὲν καὶ ἄλλως εἶδος ἀξιάγαστον καὶ ὡς ἔρνος ἀναβαίνων ἐλάτινον, ἐπτοημένος δὲ καὶ περὶ τὰς ἐξάλλους στολάς, καὶ τούτων ὅσαι περὶ γλουτὸν καὶ μηροὺς καταβαίνουσαι διασχίζονται καὶ οἷον εἰσί πως συνυφασμέναι τῷ σώματι, καὶ τοῖς ἄλλοις τῶν τοιούτων ἡγεμὼν καθιστάμενος. οὐκοῦν τὸ μὲν βλοσυρὸν ἐκεχάλαστο καὶ τὸ ἐπὶ συννοίας εἶναι ἀεὶ καὶ τὸ τοῦ ἤθους ἐμβριθὲς καὶ φροντιστικὸν ἐνδεδώκει καὶ τὸ ἐπισκύνιον ὁ θὴρ ἀπεβάλετο· ἡ δὲ ὡς ἑάλω κατάκρας, ὑπέκυψεν εἰς εὐνήν, οἴκου καὶ πατριᾶς ἐπελάθετο, καὶ τοῦ ἐραστοῦ αὐτῆς ὀπίσω κατηκολούθησεν. Ὁ Μανουὴλ δὲ ὡς τοῖς περὶ τούτου κατεβροντήθη ἀκούσμασι, μικροῦ καὶ ἐννεὸς ἦν καὶ πρὸς ἄμφω μεμέριστο· καὶ ὡς ἐρῶντα γὰρ ἔρον ἀξύμφυλον καὶ ὡς ἀθεμιτογαμοῦντα ἤχθαιρε τὸν Ἀνδρόνικον καὶ ὡς αὐτὸν τῶν κατ’ Ἀρμενίαν ἐλπίδων ψευσάμενον συλλαβεῖν ἐζήτει καὶ δίκας ἐξ ἐκείνου λαβεῖν. στέλλει τοίνυν τὸν σεβαστὸν Κωνσταντῖνον τὸν Καλαμάνον, ἄνδρα καὶ τόλμης λελογισμένης μεστὸν καὶ τὸ γενναῖον εὐτυχοῦντα στάσιμον, καὶ τοῖς κατ’ Ἀρμενίαν μὲν ἐπιστατήσοντα πράγμασι καὶ τῇ Φιλίππᾳ δ’ ὅπως συναφθείη, πειραθησόμενον.
μαίων ἀεὶ κατὰ λῃστείαν τὸ γειτονοῦν ἐκτρίδοντα. Πεποιθώς τοίνυν Ἰαγουπασάνης τῷ αὐτοκράτορι ἐκφέρει κατὰ τοῦ σουλτὰν πόλεμον, καὶ οὗτος αὖθις ἀντέξεισι κατ' αὐτοῦ, καὶ συῤῥαγέντες πολλάκις ἐμάχοντο. Οψὲ σὲ καὶ μεθ' αἴματα ἐξ ἑκατέρων ρεύσαντα τῶν στρατῶν πρὸς Ἰαγουπασάνην ἔβλεψε τὸ νικᾷν. Καὶ πρὸς καιρὸν τὰ ὅπλα καταθέμενοι, ὁ μὲν ἐπέμενε κατὰ χώραν, ὁ δὲ σουλτὰν τῷ βασι λεῖ πρόσεισιν ἄρτι πρὸς τὴν πόλιν τὴν βασιλεύου σαν ἐκ τῶν δυσμικῶν ἐπανιόντι μερῶν, καὶ φιλο- φρόνως προσδεχθεὶς καὶ ἐντίμως οὐχ ἧττον ἐπ' αὐτῷ τὸν βασιλέα διαχυθῆναι πεποίηκεν ἤπερ αὐτ τὸς ἐπὶ τῷ τῆς ξενίας ἐνευφράνθη ἀπροσδεεῖ. Οὐκ ἐλπίσι γὰρ μόνον χρηστοτέραις ὑπεσαίνετο Μανουήλ, ὡς εὖ τὰ κατὰ τὴν ἕω διάθοιτο διὰ τῆς τοῦ σουλτά νου παρουσίας καὶ τοῦ κεχαρισμένου τῆς ξενίας, δυναμένου γοητεῦσαι φιλοχρήματον βάρβαρον· ἀλλὰ καὶ δόξαν αὐτῷ τῆς βασιλείας τὸ συμβάν ᾤετο. Εἰσιὼν τοίνυν ἅμα τῷ σουλτάνῳ τὴν Κωνσταντίνου κηρύττει θρίαμβον. Καὶ ἦν εὐπρεπῆς ὁ θρίαμβος, καλλίστοις καὶ τιμήεσι πέπλοις παμφαίνων καὶ τῷ τοῦ κόσμου πολυειδεῖ δαίδαλος. καὶ ἔμελλε βασιλεὺς διὰ τοῦ θριάμβου προϊέκαι πρὸς αὐτῶν τῶν ἀστῶν κροτούμενος, καὶ μέρος εἶναι τῆς τότε δορυ φορίας τε καὶ λαμπρότητος καὶ τῶν κυδρούντων τὸν αὐτοκράτορα καὶ σουλτάνος αὐτὸς ἐπιπαριών. Θεός δ' ἠκύρωσε τὰ τῆς ἡμέρας ἐκείνης λαμπρά· ἢ το γὰρ γῆ κλυνηθεῖσα πολλὰς κατεβεβήκει λαμ- προτάτας οἰκήσεις, καὶ ὁ ἀὴρ ταραχώδης ἦν ἐπιει- κῶς καὶ ἀνώμαλος, καὶ ἔτερ᾽ ἅττα ἐπισυμβάντα δείματα εκείνοις, οὐ θριάμβοις ήναγκάκει προσέχειν τὸν νοῦν, καὶ τὸ τῆς ψυχῆς ἐκύμαινε λογιζόμενον. Ἔφασκον δὲ καὶ οἱ τοῦ θείου νεὼ καὶ τοῦ βήμα- τος ἔντροφοι καὶ αὐτὸς βασιλεὺς, οὐκ ἀγαθὰς κλη δόνας δεχόμενος τὰ λεγόμενα, μηνίειν τὸ θεῖον καὶ μηδ' ὅλως ἀνέχεσθαι προκύψειν εἰς θρίαμβον μὴ θεοσεβείας ἄνδρα μετεσχηκότα, ὃν κοσμοῦσιν ἔπιπλα παναγῆ καὶ ἁγίων ἔκτυπα διειλήφασι καὶ χαρακτήρ καθαγιάζει Χριστοῦ. Καὶ οὕτω μὲν εἰκαίως θρίαμτος ἐσχεδίαστο, μηδαμῶς αὐτῷ προσεσχηκότος τοῦ αὐτοκράτορος, οὐδ᾽ ἐς ὅσον τὸ ἔθος ἀφοσιώσα- σθαι· εἰς ἱκανὸν δὲ ὁ σουλτάνος τῷ βασιλεῖ συνδιέ- τριψε χρόνον, καὶ ἵππων σταδιοδρόμων αμίλλαις τὸν ὀφθαλμὸν καθειστίακεν, ὅτε καὶ τις ανηρ τῆς Αγαρ ἀπόγονος, ὡς μὲν ἐδόκει τὰ πρῶτα θαυματ τοποιός, ὡς δ᾽ ὕστερον ἔδειξε, ταλάντατος ἀνθρώ- πων καὶ αὐτοέντης ἄντικρυς, ἐπὶ τὸν κατὰ τὸ θέατρον πύργον ἀναλάμενος, οὐ κάτωθεν μὲν αἱ τῶν ἐπὶ σταδίου θεόντῶν ἀφετηρίαι εἰς αψίδας παραλλήλους κεχήνασιν, ἄνωθεν δ᾽ ἵπποι χαλκήλα τοι πεπήγασι πίσυρες χρυσῷ ἠλειμμένοι, τους αὐχένας ὑπόγυροι, ἀντιβλάποντες ἀλλήλοις καὶ δρόμον καμπτήρος πνέοντες, διαπτῆναι τὸ στάδιον ἐπήγγέλλετο. Εἱστήκει οὖν ὡς ἐφ᾽ ἔσπληγγος τοῦ πύργου, ἠμφιεσμένος ποδηρέστατον εὐρέα χιτῶνα. Λευκὸς δὲ ἦν ὁ χιτών, λόγοι δὲ εἰς κύκλον περια χθέντες ἐποίουν κολπῶδες τὸ ἔφασμα. Ην δὲ σκοπὸς τῷ ᾿Αγαρηνῷ ὥσπερ ἱστίῳ ναός πτερωθῆναι τῷ - πέπλῳ, ταῖς τούτου κοιλότησι τοῦ πνεύματος ἐμφω δ DE MANUELE COMNENO LIB. III. B A C PATROL. GR. CXXXIX. D pitii est exhilaratus. Nam spem bonam habebat Manuel se ob sultani præsentiam non modo rebus Orientis consulturum et avaro barbaro hospitii liberalitate fucum esse facturum, sed ex eo casu gloriam quoque sperabat. Cpolim igitur una cum illo ingressus triumphum. indicit. Qui cum eleganter instructus pretiosis vestibus et or- namentorum varietate colluceret, atque imperator cum applausu et acclamationibus civium, adducto una sultano, qui inter cæteros proceres festivita- tem illam celebriorem redderet, proditurus esset, Deus illius diei splendorem fecit irritum. Nam terræ motu multæ splendidissimæ ædes corruerunt; et aeris intemperies ac caligo et alii quidam ter- rores æstuantes hominum animos a triumphis in se convertebant. Aiebant et sacræ ædis antistites (nec ipse imperator aliter ea omina accipiebat) irasci Deum neque velle ut homo impius eum triumphum intueretur, quem instrumenta sacra- tissima et divorum imagines ornarent et Christi signum consecraret. Sic triumphus frustra est instruclue, et ab ipso imperatore ita neglectus ut nec receptæ consuetudini satisfaceret. Sultanus vero non parvo tempore cum eo commoratus spectaculis circensibus est oblectatus. Tum Aga- renus quidam, principio præstigiator habitus, ut vero post declaravit, omnium mortalium miserri- mus, sua sponte Hippodromi turri conscensa, sub qua carceres sunt unde emittuntur equi, supra vero quatuor equi aurati stant, collis incurvis, obversi sibi invicem, alacritatis ad cursum pleni, se stadium transvolaturum jactat. Stabat igitur in turri tanquam in carceribus, ampla et promissa admodum veste candida indutus, quæ vinculis in orbem succincta sinuosa efficiebatur. Putabat enim se veluti velo navem, ita laciniis illius aere expletis ad volatum instructum fore. Omnium igi- tur oculi in eum convertuntur, rident spectatores, ac subinde clamant : « Volato, volato; » et : «Quam diu nos suspensos tenes, Saracene, et aerem ex turri libras ? » Imperatore hominem ab eo conatu deterrente, ipso vero sultano inter spem et metum suspenso, ne quid populari suo accideret. Is vero aerem subinde captans et ventum explorans spectatorum spom eludebat, ac manibus sæpe alarum instar ad volatum expansis et libratis ut plus venti colligeret, cum is tandem aptus et se- cundus aspirare videretur, instar volucris sese agitat, et dum per aerem incedere nititur, Icaro miserabilius in cœlo volitat. Neque enim corporis gravitas humum tendentis alta eum tenere sinebat, doncc prostratus exspiravit, manibus, pedibus et omnibus ossibus confractis. Is volatus cum risu et derisu Turcorum sultani comitum vulgi fabula erat, adeo ut forum transire inderisi non possent, fabris argentariis ferramenta mensarum concu- tientibus. Quo imperator audito ridebat scilicet, non ignarus jocorum et salium turbæ trivialis : sed in sultani gratiam, quem ista ludibria paulatim
ὁ δὲ τὰ μὲν πρῶτα εἰς νυμφίον ἑαυτὸν διευθετίσας καὶ λαμπρυνάμενος, ὡς εἰκὸς καὶ καθ’ ὅσον ᾔδει τὴν ἐρωμένην ὑπαγαγέσθαι, τὴν Ἀντιόχειαν εἴσεισι. τοσοῦτον δὲ προσέσχεν αὐτῷ Φιλίππα καὶ οὕτως αὐτὴν τοῦ προτέρου μετέθηκεν ἔρωτος, ὡς μηδὲ βλέμματος γοῦν μεταδοῦναι ἢ προσρήματος ἀξιῶσαι τὸν Καλαμάνον, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ προσονειδίσαι τἀνδρὶ τὸ τῆς ἡλικίας βραχὺ καὶ ἐς αὐτὸν ἀποσκῶψαι τὸν αὐτοκράτορα Μανουήλ, εἰ οὕτως ἀμαθῶς καὶ εὐήθως ᾠήθη, ὡς ἀποστατήσει μὲν Ἀνδρονίκου αὕτη τοῦ ἥρωος, οὗ τὸ κλέος εὐρὺ καὶ οὗ τὸ γένος πολύ, προσκολληθήσεται δὲ ἀνδρί, ὃς τὸ γένος ἀπεσβεσμένος καὶ χθὲς καὶ πρώην, εἰ ἔστιν ὅλως, ἐγνώρισται. Ἐπεὶ γοῦν ὁ Κωνσταντῖνος ἀδοξοῦντας αὐτὸν ἑώρα τοὺς τῆς Φιλίππας ἔρωτας καὶ πρὸς ἄλλον λύοντας τὸ πτερὸν μηλοβολοῦντάς τε καὶ δᾳδουχοῦντας Ἀνδρόνικον, ἐκεῖθεν μεθίσταται καὶ τὴν Ταρσὸν καταλαβὼν μετὰ τῶν ἀντιπάλων Ῥωμαίοις Ἀρμενίων συνερρήγνυ πόλεμον. ὡς δέ ποτε τούτῳ ἐπέβρισαν οἱ διάφοροι, ἑάλω τε καὶ ἦν ἐν δεσμοῖς. ὁ δὲ βασιλεὺς ἐλύσατο τοῦτον ἱκανὰ ζωάγρια καταθέμενος.
μαίων ἀεὶ κατὰ λῃστείαν τὸ γειτονοῦν ἐκτρίδοντα. Πεποιθώς τοίνυν Ἰαγουπασάνης τῷ αὐτοκράτορι ἐκφέρει κατὰ τοῦ σουλτὰν πόλεμον, καὶ οὗτος αὖθις ἀντέξεισι κατ' αὐτοῦ, καὶ συῤῥαγέντες πολλάκις ἐμάχοντο. Οψὲ σὲ καὶ μεθ' αἴματα ἐξ ἑκατέρων ρεύσαντα τῶν στρατῶν πρὸς Ἰαγουπασάνην ἔβλεψε τὸ νικᾷν. Καὶ πρὸς καιρὸν τὰ ὅπλα καταθέμενοι, ὁ μὲν ἐπέμενε κατὰ χώραν, ὁ δὲ σουλτὰν τῷ βασι λεῖ πρόσεισιν ἄρτι πρὸς τὴν πόλιν τὴν βασιλεύου σαν ἐκ τῶν δυσμικῶν ἐπανιόντι μερῶν, καὶ φιλο- φρόνως προσδεχθεὶς καὶ ἐντίμως οὐχ ἧττον ἐπ' αὐτῷ τὸν βασιλέα διαχυθῆναι πεποίηκεν ἤπερ αὐτ τὸς ἐπὶ τῷ τῆς ξενίας ἐνευφράνθη ἀπροσδεεῖ. Οὐκ ἐλπίσι γὰρ μόνον χρηστοτέραις ὑπεσαίνετο Μανουήλ, ὡς εὖ τὰ κατὰ τὴν ἕω διάθοιτο διὰ τῆς τοῦ σουλτά νου παρουσίας καὶ τοῦ κεχαρισμένου τῆς ξενίας, δυναμένου γοητεῦσαι φιλοχρήματον βάρβαρον· ἀλλὰ καὶ δόξαν αὐτῷ τῆς βασιλείας τὸ συμβάν ᾤετο. Εἰσιὼν τοίνυν ἅμα τῷ σουλτάνῳ τὴν Κωνσταντίνου κηρύττει θρίαμβον. Καὶ ἦν εὐπρεπῆς ὁ θρίαμβος, καλλίστοις καὶ τιμήεσι πέπλοις παμφαίνων καὶ τῷ τοῦ κόσμου πολυειδεῖ δαίδαλος. καὶ ἔμελλε βασιλεὺς διὰ τοῦ θριάμβου προϊέκαι πρὸς αὐτῶν τῶν ἀστῶν κροτούμενος, καὶ μέρος εἶναι τῆς τότε δορυ φορίας τε καὶ λαμπρότητος καὶ τῶν κυδρούντων τὸν αὐτοκράτορα καὶ σουλτάνος αὐτὸς ἐπιπαριών. Θεός δ' ἠκύρωσε τὰ τῆς ἡμέρας ἐκείνης λαμπρά· ἢ το γὰρ γῆ κλυνηθεῖσα πολλὰς κατεβεβήκει λαμ- προτάτας οἰκήσεις, καὶ ὁ ἀὴρ ταραχώδης ἦν ἐπιει- κῶς καὶ ἀνώμαλος, καὶ ἔτερ᾽ ἅττα ἐπισυμβάντα δείματα εκείνοις, οὐ θριάμβοις ήναγκάκει προσέχειν τὸν νοῦν, καὶ τὸ τῆς ψυχῆς ἐκύμαινε λογιζόμενον. Ἔφασκον δὲ καὶ οἱ τοῦ θείου νεὼ καὶ τοῦ βήμα- τος ἔντροφοι καὶ αὐτὸς βασιλεὺς, οὐκ ἀγαθὰς κλη δόνας δεχόμενος τὰ λεγόμενα, μηνίειν τὸ θεῖον καὶ μηδ' ὅλως ἀνέχεσθαι προκύψειν εἰς θρίαμβον μὴ θεοσεβείας ἄνδρα μετεσχηκότα, ὃν κοσμοῦσιν ἔπιπλα παναγῆ καὶ ἁγίων ἔκτυπα διειλήφασι καὶ χαρακτήρ καθαγιάζει Χριστοῦ. Καὶ οὕτω μὲν εἰκαίως θρίαμτος ἐσχεδίαστο, μηδαμῶς αὐτῷ προσεσχηκότος τοῦ αὐτοκράτορος, οὐδ᾽ ἐς ὅσον τὸ ἔθος ἀφοσιώσα- σθαι· εἰς ἱκανὸν δὲ ὁ σουλτάνος τῷ βασιλεῖ συνδιέ- τριψε χρόνον, καὶ ἵππων σταδιοδρόμων αμίλλαις τὸν ὀφθαλμὸν καθειστίακεν, ὅτε καὶ τις ανηρ τῆς Αγαρ ἀπόγονος, ὡς μὲν ἐδόκει τὰ πρῶτα θαυματ τοποιός, ὡς δ᾽ ὕστερον ἔδειξε, ταλάντατος ἀνθρώ- πων καὶ αὐτοέντης ἄντικρυς, ἐπὶ τὸν κατὰ τὸ θέατρον πύργον ἀναλάμενος, οὐ κάτωθεν μὲν αἱ τῶν ἐπὶ σταδίου θεόντῶν ἀφετηρίαι εἰς αψίδας παραλλήλους κεχήνασιν, ἄνωθεν δ᾽ ἵπποι χαλκήλα τοι πεπήγασι πίσυρες χρυσῷ ἠλειμμένοι, τους αὐχένας ὑπόγυροι, ἀντιβλάποντες ἀλλήλοις καὶ δρόμον καμπτήρος πνέοντες, διαπτῆναι τὸ στάδιον ἐπήγγέλλετο. Εἱστήκει οὖν ὡς ἐφ᾽ ἔσπληγγος τοῦ πύργου, ἠμφιεσμένος ποδηρέστατον εὐρέα χιτῶνα. Λευκὸς δὲ ἦν ὁ χιτών, λόγοι δὲ εἰς κύκλον περια χθέντες ἐποίουν κολπῶδες τὸ ἔφασμα. Ην δὲ σκοπὸς τῷ ᾿Αγαρηνῷ ὥσπερ ἱστίῳ ναός πτερωθῆναι τῷ - πέπλῳ, ταῖς τούτου κοιλότησι τοῦ πνεύματος ἐμφω δ DE MANUELE COMNENO LIB. III. B A C PATROL. GR. CXXXIX. D pitii est exhilaratus. Nam spem bonam habebat Manuel se ob sultani præsentiam non modo rebus Orientis consulturum et avaro barbaro hospitii liberalitate fucum esse facturum, sed ex eo casu gloriam quoque sperabat. Cpolim igitur una cum illo ingressus triumphum. indicit. Qui cum eleganter instructus pretiosis vestibus et or- namentorum varietate colluceret, atque imperator cum applausu et acclamationibus civium, adducto una sultano, qui inter cæteros proceres festivita- tem illam celebriorem redderet, proditurus esset, Deus illius diei splendorem fecit irritum. Nam terræ motu multæ splendidissimæ ædes corruerunt; et aeris intemperies ac caligo et alii quidam ter- rores æstuantes hominum animos a triumphis in se convertebant. Aiebant et sacræ ædis antistites (nec ipse imperator aliter ea omina accipiebat) irasci Deum neque velle ut homo impius eum triumphum intueretur, quem instrumenta sacra- tissima et divorum imagines ornarent et Christi signum consecraret. Sic triumphus frustra est instruclue, et ab ipso imperatore ita neglectus ut nec receptæ consuetudini satisfaceret. Sultanus vero non parvo tempore cum eo commoratus spectaculis circensibus est oblectatus. Tum Aga- renus quidam, principio præstigiator habitus, ut vero post declaravit, omnium mortalium miserri- mus, sua sponte Hippodromi turri conscensa, sub qua carceres sunt unde emittuntur equi, supra vero quatuor equi aurati stant, collis incurvis, obversi sibi invicem, alacritatis ad cursum pleni, se stadium transvolaturum jactat. Stabat igitur in turri tanquam in carceribus, ampla et promissa admodum veste candida indutus, quæ vinculis in orbem succincta sinuosa efficiebatur. Putabat enim se veluti velo navem, ita laciniis illius aere expletis ad volatum instructum fore. Omnium igi- tur oculi in eum convertuntur, rident spectatores, ac subinde clamant : « Volato, volato; » et : «Quam diu nos suspensos tenes, Saracene, et aerem ex turri libras ? » Imperatore hominem ab eo conatu deterrente, ipso vero sultano inter spem et metum suspenso, ne quid populari suo accideret. Is vero aerem subinde captans et ventum explorans spectatorum spom eludebat, ac manibus sæpe alarum instar ad volatum expansis et libratis ut plus venti colligeret, cum is tandem aptus et se- cundus aspirare videretur, instar volucris sese agitat, et dum per aerem incedere nititur, Icaro miserabilius in cœlo volitat. Neque enim corporis gravitas humum tendentis alta eum tenere sinebat, doncc prostratus exspiravit, manibus, pedibus et omnibus ossibus confractis. Is volatus cum risu et derisu Turcorum sultani comitum vulgi fabula erat, adeo ut forum transire inderisi non possent, fabris argentariis ferramenta mensarum concu- tientibus. Quo imperator audito ridebat scilicet, non ignarus jocorum et salium turbæ trivialis : sed in sultani gratiam, quem ista ludibria paulatim
PG 139:459Ἀνδρόνικος δὲ τὰς ἀπειλὰς τοῦ Μανουὴλ δεδιὼς καὶ πτοηθείς, μήπως συλληφθεὶς τῶν φιλοτήτων Φιλίππας τὴν πρότερον εἱρκτὴν ἀνταλλάξαιτο καὶ ὑποσταίη χρόνιον κάκωσιν, ἄρας ἐκεῖθεν τῆς ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων εἴχετο, γαλῆ τὸ τοῦ λόγου πρὸς στέαρ ἐλεγχθείς, κἀπὶ τὰς πρώην ἐπαναδραμὼν δραπετεύσεις καὶ πρὸς τὰς παλαιτέρας αὐτοῦ μηχανὰς ἀπιδών. Ἀδιαφόρως δ’ ἔχων τοῦ βίου καὶ ὡς ἵππος θηλυμανὴς ταῖς παραλόγοις ἐπιθορνύμενος μίξεσιν ἐγχρίπτει σαρκικῶς καὶ ἐνασελγαίνει ἀκολάστως τῇ τοῦ πρώτου ἐξαδέλφου θυγατρὶ Θεοδώρᾳ (Ἰσαάκιον φημὶ τὸν σεβαστοκράτορα, τὸν τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ὁμαίμονα) θανάτῳ ἄρτι ἀποβαλούσῃ τὸν παρθένιον σύνευνον, ὃς ἦρχε πρὸ βραχέος τῆς Παλαιστίνης· Βαλδουῖνος ἦν οὗτος, τὸ γένος ἕλκων ἐξ Ἰταλῶν. ἑτέραν ἐπὶ τούτοις πληγὴν ὁ βασιλεὺς δέχεται Μανουὴλ καὶ πράττων ἦν πάντα καὶ διατεχνώμενος, εἴ πως εἴη συνειληφὼς Ἀνδρόνικον τῶν οἰκείων ἀμφιβλήστρων ἐντός· ὅθεν ἐρυθροδάνῳ ἐνσημανθὲν ἀφῆκε γραμμάτιον, ἐνάγον τοὺς κατὰ Κοίλην Συρίαν ἰσχύοντας Ἀνδρόνικον συσχεῖν ὡς ἀντίφρονα καὶ περὶ τὸ γένος ἀκολασταίνοντα καὶ τοῦ φάους στερῆσαι τῶν ὀφθαλμῶν.
Α λεύοντος. Πᾶς οὖν ἐπέστραπτο πρὸς αὐτὸν ὀφθαλ μὸς, καὶ ἐμειδία τὸ θέατρον, καὶ πυκνὰ ἐκραύγαζον οἱ θεώμενοι, « Πέτασον, πέτασον, « Πέτασον, πέτασον, » και, « Ἕως τίνος αἴρεις, Σαρακηνὲ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν, ταλαντεύων ἐκ τοῦ πόργου τὸν ἄνεμον ; » Βασιλεὺς δὲ πέμψας διεκώλυεν αὐτὸν τοῦ δομήματος. Θεατής δ' ὧν τῶν δρωμένων καὶ σουλτάνος αὐτὸς ἐπ' ἀμφιβόλῳ τῷ ἀποτελέσματι ἀνεκήκιέ τε καὶ ἐσεσήρει, μετέωρος ὤν τὴν γνώμην καὶ δεδιὼς περὶ τῷ ὁμογενεί. Ο δὲ, περιχάσκων τὸν ἀέρα συχνὰ, καὶ τὸ πνευμα διακρι βούμενος, τὰς τῶν θεατῶν ἐλπίδας ὑπέκλεπτε. Καὶ πολλάκις διάρας τὰς χεῖρας καὶ σχηματίσας ταύτας ὡν πτέρυγας εἰς κίνησιν πτήσεως ὑπεστείλατο, τὸ πνεῦμα μεταπεμπόμενος. Ἐπεὶ δὲ ποτε φορὸν παρ- εἶναι καὶ οὔριον δέδοκτο, διατινάσσεται στηνοῦ δίκην, ἀεροβατείν ο!ηθείς. Ἀλλ᾽ ἦν οὐρανοδρόμος Ικάρου ἐλεεινότερος. Καὶ ὡς σῶμα κεντροβαρές χαμαιρικής, οὐχ ὡς κούφος ἑπτάμενος, καὶ τέλος δὲ καταπεσὼν διέρρηξε την ψυχήν, γαστροκνημίδας καὶ χεῖρας καὶ ὅσα τοῦ σώματος ὅπτώση διαθρυβείς. Ην τοίνυν ὁ ἐκπετασμός οὗτος εἰς μωκίαν καὶ γέλωτα τῶν μετὰ τοῦ σουλτάνου Τούρκων τοῖς ἀστυπολίταις διαθρυλού μενος, οὐδ᾽ ἦν ἐπ᾿ ἀγορᾶς ἀκαταγελάστους αὐτοὺς παριέναι, τῶν ἀργυροκόπων ἀγοραίων τὰ τῶν τραπεζών διαψοφούντων σιδήρια. Ως δ' ἐνωτίζετο ταῦτα ὁ βασιλεὺς, διεχεῖτο μὲν, ὡς εἰκὸς, τὸ στωμύλον [Ρ. 79) καὶ φιλοπαίγμον τῶν ἐπὶ τῶν τριόδων εἰδὼς, σουλτάνῳ δὲ χαριζόμενος (κατὰ βραχὺ γὰρ τὴν τοῦ βαρβάρου ψυχὴν ὑπεισερχόμενα ἔδακνε τὰ βωμολοχεύματα) ἐπλάττετο τὸν τὸ ἐκείνων ἐλευθερόστομον ἀναπτέλο λοντα. ζ΄. Μετὰ δὲ τὴν ἀξιάγαστον φιλοφροσύνην δῶρα πολλὰ καὶ λαμπρὰ ἐκ τῶν βασιλικῶν χρυσώνων ὁ σουλτάνος ἀπαρυσάμενος, ἐφ᾽ οἷς καὶ ἐκθαμβος ἐγεγένητο καὶ διαπορούμενος ἦν εἰ καὶ ἑτέρων του σούτων τὸ πλῆθος καὶ τηλικούτων τὸ μέγεθος εὐπορεῖ βασιλεὺς, χαίρων ἐπανέζευξεν ἔμφορτος. Ο γὰρ αὐτοκράτωρ, εἰδὼς μὲν ὅτι βάρβαρος ἅπας λημμάτων ἥττηται, λαμπρυνόμενος δὲ μάλιστα καὶ ἐκπλῆξαι θέλων τὸν Κλιτζασθλάνην ἐπὶ τοῖς πολυταλάντοις τῶν θησαυρῶν οἷς ἡ βασιλεία Δωμαίων περιεβ- ξέετο, ἐν ἑνὶ τῶν κατὰ τὸ ἀρχεῖον λαμπροτάτων ἀνδρώνων ἑξῆς διατέθεικεν ὅσα τούτῳ παρασχέσθαι δώρα προέθετο. 'Ην δὲ ταῦτα χρυσός τε και άργυρος κεκομμένος εἰς νόμισμα, καὶ τρυφῶσα ἐσθῆς, ἀρ γύρεά τε ἐκπώματα καὶ θηρίκλεια χρύσεα, και ὀθόναι τῶν ἐξ ὑπερηφάνου ὑφῆς, ἄλλοι τε κόσμοι ἐξαίρετοι, Πωμαίοις μὲν καὶ πάνυ εὐπόριστοι, σπάνιοι δὲ παρὰ Βαρβάροις αὐτοῖς καὶ τὰ πολλὰ μηδὲ θεατοί. Εἰσιών οὖν ὁ βασιλεὺς τὸν ἀνδρῶνα, καὶ τὸν σουλτάνον ἐκεῖσε μεταπεμψάμενος, ήρετο εξ δωρηθῆναι οι τοῦ παρόντος βούλοιτο θησαυρού. Τοῦ δὲ εἰπόντος ὡς αἱρεῖται ὅσοις αὐτὸν δωρήσεται βασιλεὺς, αὖθις ἐπήγαγεν εἴ τις τῶν ἀντιπάλων Ῥω- μαίοις, αὐτοῦ ταῦτα κενωσαμένου εἰς ξενικὸν καὶ ἐν δαπὸν στράτευμα, ὑπενέγκοι ἂν ὅλως τὴν κατ᾽ ἐκεί νου τῶν Ῥωμαίων ὀρμήν. Τοῦ δὲ ἀγασαμένου καὶ εἰπόντος ὡς, εἰ δεσπόζων ἦν τοσούτων χρημάτων, εἶχεν ἄν παλαι τὸ κύκλῳ πολέμιον εἰς ὑπήκοον αὐτῷ μεταθέμενος, Φιλοτιμοῦμαι σε τοῖς πᾶσι, φησὶ βασιλεὺς, ἵνα καὶ τοὺμὸν εἰδείης φιλόδωρόν τε ἄμτα καὶ μεγαλόδωρον, ἀλλὰ καὶ ὅσων ἐστὶ κύριος χρη μάτων ὁ τοιούτοις καὶ τοσούτοις ἕνα δωρούμενος. » Ο δὲ ἥσθη τε καὶ ἐξέστη τῇ ἀπομαγδαλιν τῶν χρη- μάτων, τυφλώττων πρὸς κέρδος, καὶ βασιλεῖ τὴν Σεβάστειαν καὶ τὴν ταύτης χώραν παρασχέσθαι κατά επηγγείλατο. Ο Μανουὴλ δὲ, τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ἀσμένως δεξάμενος, καὶ ἕτερα δώσειν ξυνέθετο χρήματα, εἰ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις πιστώσηται. Καὶ αὐτὸς μὲν τὴν τοῦ βαρβάρου προφθάνων ροπήν, καὶ ἕως ἔτι ὁ σίδηρος ἐν ἀκμῇ, ἐνεργῷ χρήσασθαι τούτῳ βουλόμενος, διεπεπράχει ὡς εἰρήκει μετὰ χαιρόν· στείλας γὰρ τὸν Γαβρᾶν Κωνσταντῖνον ἐξ- « NICETE CHONIATÆ mordebant, se illorum liceutiam coercere simu- labat. G gnitatem et multa splendidaque munera ex impe- ratoriis thesauris exhausta, quibus obstupefactus dubitabat utrum tantumdem sibi reliqui fecisset imperator, lætus atque opibus onustus domum revertitur. Manuel enim cum sciret quemvis Bar- barum avarum esse, et Romanorum opulentiam ostentare vellet, quidquid Clizasthlani datu- rus erat, in splendidissimo quodam palatii con- clavi ordine exposuit. Ea fuere moneta aurea atque argentea, delicatæ vestes, argentea pocula et Thericlea aurea et tela subtilissima aliaque ornamenta eximia. Romanis paratu facillima, sed rara apud Barbaros et pleraque nunquam visa. Id igitur conclave ingressus sultanum accersit, nun- quid ex eɔ thesauro donari sibi velit rogat. Re- spondente illo id sibi fore acceptum quod ipse dedisset, rursus interrogabat, si eam pecuniam in militem domesticum et externum erogaret, num quis hostium suum impetum sustinere posset. Cun vero ille non sine admiratione dixisset se, si tantum pecuniæ habuisset, jam olim hostes omnes subacturum fuisse: « Hæc, inquit, omnia tibi dono, ut et munificentiam meam noris, et quantis opibus polleat is qui uni tantum donat, conjicias. » Je vero et letatus et obstupefactus et pe- cuniæ cupiditate cæcus se imperatori Sebastiam cum suburbano agro redditurum pollicetur. Qua re Ma- nuel cupide accepta, se illi plus pecuniæ datu- rum promisit, ubi verba ad rem contulisset. Et ut Barbari inconstantiam anteverteret et ferrum fer- vens adhuc suo arbilralu versaret Gabram Con- D stantinum cum multis aliis muneribus et omnis generis armis ad eum misit. Sed homo fallax et fidei servandæ ignarus, ut Iconium rediit, fœderis oblitus Sebastia vastata et vicinia ejus subacta summam rerum ad se transtulit, el Dadune ejecto Cesareaque occupata etiam reliquum popularem suumJagupasanem evertere atque occidere cupiebat. Qui cum et ipse vicissim copias suas cogeret seque ut contra adversarium jam majore potentia prædi- tum instrueret, in ipso belli apparatu exstinguitur. 6. Enimvero Clizasthlanes post mirabilem beni- B
Καὶ τάχ’ ἂν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξ αἵματος Ἀνδρόνικος ἠρευθοῦτο ὦχρός τέ μιν εἷλε παρειὰς συνεχόμενον καὶ δεσμούμενον ἢ καὶ εἰς πορφύρεον ἐβάπτετο θάνατον, εἰ χεῖρες εἶχον ἑτέρων τὸ τῆς βασιλικῆς βαφῆς ἐκεῖνο δελτάριον· νῦν δὲ τοῦ θεοῦ τηροῦντος αὐτόν, ὡς ἔοικεν, εἰς ἡμέραν ὀργῆς καὶ τοῖς μετόπισθεν κακοῖς ταμιεύοντος, ἅ τε παρὰ τὸ δέον εἰς τὸ ὑπήκοον ἐνεδείξατο Ῥωμαίων ἄρξας ἐκ τυραννίδος καὶ οἷς αὐτὸς ἀσυμπαθῶς ἐσέπειτα περιπέπτωκε, χερσὶ τῆς Θεοδώρας τὸ ἐπιστόλιον δίδοται. ἡ δὲ ἀναγνοῦσα τοῦτο καὶ γνοῦσα τὰ κατ’ Ἀνδρονίκου τυρευόμενα ἐξαυτῆς τὸν χάρτην αὐτῷ ἐγχειρίζει. Συνεὶς οὖν Ἀνδρόνικος ὡς χωρεῖν ἐκεῖθεν δέον καὶ ἐγκονεῖν, μηδ’ ἕδρας εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦδε ἀκμήν, φρίκη τε ὑφέρπεται καὶ πρὸς ἀπόδρασιν ἐνσκευάζεται.
Α λεύοντος. Πᾶς οὖν ἐπέστραπτο πρὸς αὐτὸν ὀφθαλ μὸς, καὶ ἐμειδία τὸ θέατρον, καὶ πυκνὰ ἐκραύγαζον οἱ θεώμενοι, « Πέτασον, πέτασον, « Πέτασον, πέτασον, » και, « Ἕως τίνος αἴρεις, Σαρακηνὲ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν, ταλαντεύων ἐκ τοῦ πόργου τὸν ἄνεμον ; » Βασιλεὺς δὲ πέμψας διεκώλυεν αὐτὸν τοῦ δομήματος. Θεατής δ' ὧν τῶν δρωμένων καὶ σουλτάνος αὐτὸς ἐπ' ἀμφιβόλῳ τῷ ἀποτελέσματι ἀνεκήκιέ τε καὶ ἐσεσήρει, μετέωρος ὤν τὴν γνώμην καὶ δεδιὼς περὶ τῷ ὁμογενεί. Ο δὲ, περιχάσκων τὸν ἀέρα συχνὰ, καὶ τὸ πνευμα διακρι βούμενος, τὰς τῶν θεατῶν ἐλπίδας ὑπέκλεπτε. Καὶ πολλάκις διάρας τὰς χεῖρας καὶ σχηματίσας ταύτας ὡν πτέρυγας εἰς κίνησιν πτήσεως ὑπεστείλατο, τὸ πνεῦμα μεταπεμπόμενος. Ἐπεὶ δὲ ποτε φορὸν παρ- εἶναι καὶ οὔριον δέδοκτο, διατινάσσεται στηνοῦ δίκην, ἀεροβατείν ο!ηθείς. Ἀλλ᾽ ἦν οὐρανοδρόμος Ικάρου ἐλεεινότερος. Καὶ ὡς σῶμα κεντροβαρές χαμαιρικής, οὐχ ὡς κούφος ἑπτάμενος, καὶ τέλος δὲ καταπεσὼν διέρρηξε την ψυχήν, γαστροκνημίδας καὶ χεῖρας καὶ ὅσα τοῦ σώματος ὅπτώση διαθρυβείς. Ην τοίνυν ὁ ἐκπετασμός οὗτος εἰς μωκίαν καὶ γέλωτα τῶν μετὰ τοῦ σουλτάνου Τούρκων τοῖς ἀστυπολίταις διαθρυλού μενος, οὐδ᾽ ἦν ἐπ᾿ ἀγορᾶς ἀκαταγελάστους αὐτοὺς παριέναι, τῶν ἀργυροκόπων ἀγοραίων τὰ τῶν τραπεζών διαψοφούντων σιδήρια. Ως δ' ἐνωτίζετο ταῦτα ὁ βασιλεὺς, διεχεῖτο μὲν, ὡς εἰκὸς, τὸ στωμύλον [Ρ. 79) καὶ φιλοπαίγμον τῶν ἐπὶ τῶν τριόδων εἰδὼς, σουλτάνῳ δὲ χαριζόμενος (κατὰ βραχὺ γὰρ τὴν τοῦ βαρβάρου ψυχὴν ὑπεισερχόμενα ἔδακνε τὰ βωμολοχεύματα) ἐπλάττετο τὸν τὸ ἐκείνων ἐλευθερόστομον ἀναπτέλο λοντα. ζ΄. Μετὰ δὲ τὴν ἀξιάγαστον φιλοφροσύνην δῶρα πολλὰ καὶ λαμπρὰ ἐκ τῶν βασιλικῶν χρυσώνων ὁ σουλτάνος ἀπαρυσάμενος, ἐφ᾽ οἷς καὶ ἐκθαμβος ἐγεγένητο καὶ διαπορούμενος ἦν εἰ καὶ ἑτέρων του σούτων τὸ πλῆθος καὶ τηλικούτων τὸ μέγεθος εὐπορεῖ βασιλεὺς, χαίρων ἐπανέζευξεν ἔμφορτος. Ο γὰρ αὐτοκράτωρ, εἰδὼς μὲν ὅτι βάρβαρος ἅπας λημμάτων ἥττηται, λαμπρυνόμενος δὲ μάλιστα καὶ ἐκπλῆξαι θέλων τὸν Κλιτζασθλάνην ἐπὶ τοῖς πολυταλάντοις τῶν θησαυρῶν οἷς ἡ βασιλεία Δωμαίων περιεβ- ξέετο, ἐν ἑνὶ τῶν κατὰ τὸ ἀρχεῖον λαμπροτάτων ἀνδρώνων ἑξῆς διατέθεικεν ὅσα τούτῳ παρασχέσθαι δώρα προέθετο. 'Ην δὲ ταῦτα χρυσός τε και άργυρος κεκομμένος εἰς νόμισμα, καὶ τρυφῶσα ἐσθῆς, ἀρ γύρεά τε ἐκπώματα καὶ θηρίκλεια χρύσεα, και ὀθόναι τῶν ἐξ ὑπερηφάνου ὑφῆς, ἄλλοι τε κόσμοι ἐξαίρετοι, Πωμαίοις μὲν καὶ πάνυ εὐπόριστοι, σπάνιοι δὲ παρὰ Βαρβάροις αὐτοῖς καὶ τὰ πολλὰ μηδὲ θεατοί. Εἰσιών οὖν ὁ βασιλεὺς τὸν ἀνδρῶνα, καὶ τὸν σουλτάνον ἐκεῖσε μεταπεμψάμενος, ήρετο εξ δωρηθῆναι οι τοῦ παρόντος βούλοιτο θησαυρού. Τοῦ δὲ εἰπόντος ὡς αἱρεῖται ὅσοις αὐτὸν δωρήσεται βασιλεὺς, αὖθις ἐπήγαγεν εἴ τις τῶν ἀντιπάλων Ῥω- μαίοις, αὐτοῦ ταῦτα κενωσαμένου εἰς ξενικὸν καὶ ἐν δαπὸν στράτευμα, ὑπενέγκοι ἂν ὅλως τὴν κατ᾽ ἐκεί νου τῶν Ῥωμαίων ὀρμήν. Τοῦ δὲ ἀγασαμένου καὶ εἰπόντος ὡς, εἰ δεσπόζων ἦν τοσούτων χρημάτων, εἶχεν ἄν παλαι τὸ κύκλῳ πολέμιον εἰς ὑπήκοον αὐτῷ μεταθέμενος, Φιλοτιμοῦμαι σε τοῖς πᾶσι, φησὶ βασιλεὺς, ἵνα καὶ τοὺμὸν εἰδείης φιλόδωρόν τε ἄμτα καὶ μεγαλόδωρον, ἀλλὰ καὶ ὅσων ἐστὶ κύριος χρη μάτων ὁ τοιούτοις καὶ τοσούτοις ἕνα δωρούμενος. » Ο δὲ ἥσθη τε καὶ ἐξέστη τῇ ἀπομαγδαλιν τῶν χρη- μάτων, τυφλώττων πρὸς κέρδος, καὶ βασιλεῖ τὴν Σεβάστειαν καὶ τὴν ταύτης χώραν παρασχέσθαι κατά επηγγείλατο. Ο Μανουὴλ δὲ, τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ἀσμένως δεξάμενος, καὶ ἕτερα δώσειν ξυνέθετο χρήματα, εἰ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις πιστώσηται. Καὶ αὐτὸς μὲν τὴν τοῦ βαρβάρου προφθάνων ροπήν, καὶ ἕως ἔτι ὁ σίδηρος ἐν ἀκμῇ, ἐνεργῷ χρήσασθαι τούτῳ βουλόμενος, διεπεπράχει ὡς εἰρήκει μετὰ χαιρόν· στείλας γὰρ τὸν Γαβρᾶν Κωνσταντῖνον ἐξ- « NICETE CHONIATÆ mordebant, se illorum liceutiam coercere simu- labat. G gnitatem et multa splendidaque munera ex impe- ratoriis thesauris exhausta, quibus obstupefactus dubitabat utrum tantumdem sibi reliqui fecisset imperator, lætus atque opibus onustus domum revertitur. Manuel enim cum sciret quemvis Bar- barum avarum esse, et Romanorum opulentiam ostentare vellet, quidquid Clizasthlani datu- rus erat, in splendidissimo quodam palatii con- clavi ordine exposuit. Ea fuere moneta aurea atque argentea, delicatæ vestes, argentea pocula et Thericlea aurea et tela subtilissima aliaque ornamenta eximia. Romanis paratu facillima, sed rara apud Barbaros et pleraque nunquam visa. Id igitur conclave ingressus sultanum accersit, nun- quid ex eɔ thesauro donari sibi velit rogat. Re- spondente illo id sibi fore acceptum quod ipse dedisset, rursus interrogabat, si eam pecuniam in militem domesticum et externum erogaret, num quis hostium suum impetum sustinere posset. Cun vero ille non sine admiratione dixisset se, si tantum pecuniæ habuisset, jam olim hostes omnes subacturum fuisse: « Hæc, inquit, omnia tibi dono, ut et munificentiam meam noris, et quantis opibus polleat is qui uni tantum donat, conjicias. » Je vero et letatus et obstupefactus et pe- cuniæ cupiditate cæcus se imperatori Sebastiam cum suburbano agro redditurum pollicetur. Qua re Ma- nuel cupide accepta, se illi plus pecuniæ datu- rum promisit, ubi verba ad rem contulisset. Et ut Barbari inconstantiam anteverteret et ferrum fer- vens adhuc suo arbilralu versaret Gabram Con- D stantinum cum multis aliis muneribus et omnis generis armis ad eum misit. Sed homo fallax et fidei servandæ ignarus, ut Iconium rediit, fœderis oblitus Sebastia vastata et vicinia ejus subacta summam rerum ad se transtulit, el Dadune ejecto Cesareaque occupata etiam reliquum popularem suumJagupasanem evertere atque occidere cupiebat. Qui cum et ipse vicissim copias suas cogeret seque ut contra adversarium jam majore potentia prædi- tum instrueret, in ipso belli apparatu exstinguitur. 6. Enimvero Clizasthlanes post mirabilem beni- B
PG 139:461σοφιστὴς δὲ ὢν καὶ ἀπατεὼν καὶ αὐτὴν ἀποπλανᾷ Θεοδώραν, καὶ ὥσπερ Εὐρώπην πάλαι ὁ Ζεὺς τοῦ χοροῦ τῶν παρθένων ἀποβουκολήσας ἧκε φέρων ἐπὶ νώτων εἰς βοῦν ἑαυτὸν μεταμορφώσας καλλίκερων, οὕτω καὶ οὗτος ἀποστήσας τῶν οἴκοι τὴν γυναῖκα καὶ συμφοιτῆσαί οἱ σαββάτου ὁδὸν αἰτησάμενος ὡς προπέμψουσαν ἐκεῖθεν καὶ συνταξομένην ἐκείνῳ τὰ ἐξιτήρια συνέκδημον καὶ συμπλανῆτιν ἑκοῦσαν ἐπεσπάσατο ἄκουσαν. Χώραν δ’ ἐκ χώρας ἀμείβων καὶ ἡγεμόσι καὶ δυνάσταις πολυπλανὴς ἐπιξενιζόμενος καὶ παρ’ οἷς κατέλυε τιμήεις ὢν καὶ αἰδέσιμος καὶ φιλοφροσύνης ὅτι πλείστης καταξιούμενος καὶ δωρεῶν ἁδρῶν ἐν μεθέξει γινόμενος ὀψέ ποτε καὶ μόλις παρὰ τῷ Σαλτούχῳ τῆς πλάνης ἵσταται. ἦν δ’ οὗτος τὰ τῇ Κολωνείᾳ τότε κληρούμενος ὅμορα καὶ ὅσα τῆς Χαλδίας πρόσοικά τε καὶ ἔγγιστα καρπιζόμενος.
ἐπεμψεν αὐτῷ φιλοτιμήματα ἄλλα ἄττα συχνὰ καὶ Β παντοδαποὺς ὁπλισμούς. Ὁ δὲ ἀπατεὼν ὢν καὶ μηδ' ὅλως ἀλήθειαν ἐγνωκώς ποτε, τῶν τε συνθηκῶν ἐπελάθετο ἀπελθὼν εἰς Ικόνιον, καὶ τὴν Σεβάστειαν ἐκπορθήσας καὶ τὰ ὑπ᾽ αὐτὴν χειρωσάμενος γέγονε τῶν ὅλων αὐτὸς ἐγκρατής. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τὸν Λα- δούνην τῆς οἰκείας ἀρχῆς παρέλυσιν, ἐκεῖνον μὲν δραπέτην καὶ πλανήτην ειργάσατο, τῆς δὲ Καισα ρείας αὐτὸς λαβόμενος καὶ τὸν λοιπὸν μετήρχετο ξύμφυλον, τὸν Ἰαγουπασανὴν φημί, νοσήσας κἀπὶ τῇ τούτου ἔρωτα χώρᾳ καὶ τὸν ἄνδρα διψῶν ἀνελεῖν. Ο δὲ καὶ αὐτὸς τὸ οἰκεῖον συγκροτῶν ἐν τῷ μέρει στρατόπεδον, [Ρ. 80] καὶ ὡς πρὸς ἀνταγωνιστὴν ἤδη μείζονα περιβαλλόμενον δύναμιν παραταττός μενος, φθάνει θανάτῳ τὴν προθυμίαν διακοπείς. Δαδούνης δὲ ὡς εἰς ἐρήμην δυνάστου τὴν τῶν Ἀμα σέων σατραπείαν παρεισιὼν ἐκεῖθέν τε ἀποκρούεται, " καὶ τῇ μεταπεμψαμένῃ τοῦτον τῇ τοῦ Ἰαγουπασάνη συνεύνῳ θανάτου αἴτιος γίνεται· οἱ γὰρ Ἀματεῖς ἐπαναστάντες αὐτὴν τε ὡς λάθρα τῷ Δαδούνῃ μνη στεύουσαν τὴν ἀρχὴν ἠμύναντο τελευτῇ, καὶ Δα- δούνην ἀδοξήσαντες ἄρχοντα μακρὰν ἀπεώσαντο. Αλλ' οὐχὶ καὶ τοῦ Κλιτζασιλᾶν γεγόνασιν ἰσχυρό τεροὶ, ἀλλ᾽ οὗτος αὐτῶν φανεὶς δυνατώτερος, ὡς εἶχε πρώην Καππαδοκίαν, οὕτω καὶ Αμάσειαν εἴληφεν ὕστερον, ὀξείᾳ καὶ ἐπιτυχεῖ τύχῇ πρὸς τὰ πράγματα χρώμενος, ἄνθρωπος οὐκ εὐφυής τὴν διαρτίαν τοῦ σώματος, ἀλλ᾽ ἀκρωτηριασμένος ἐν οὐκ ὀλίγοις τῶν καιρίων μελῶν. Αὐτίκα γὰρ αἱ χεῖρες τούτῳ ἐξήρ θρωντο καὶ τώ πόδε ὑποσκάζοντε ἦσαν, καὶ τὰ πολλὰ ἐφ᾽ ἁρμαμάξης τὴν πορείαν πεποίητο. Ὅθεν καὶ τὰς ἀρχὰς τῶν κατ' αὐτοῦ σκωμμάτων ἐξ αὐτοῦ δὴ ᾿Ανδρόνικος ἐσέπειτα ποριζόμενος Κουτζασιλά- νην (82) τοῦτον ὠνόμαζε, φιλολοίδορος ὢν εἴπερ τις ἄλλος, καὶ καθάψασθαι ἀνθρώπων δεινότατος, καὶ λόγοις Κερκώπων ἀπαλοῖς τοῖς οὐ καλῶς πε- πραγμένοις τῶν ἔργων ἢ τοις αηδῶς τοῦ σώματος ἔχουσι μώμον προστρίψασθαι ικανώτατος. Ὁ μὲν οὖν ὁποῖος ἂν καὶ ἦν τὴν πλάσιν τοῦ σώματος, εἶχε δὲ ὡς αὐτὸν, οἶμαι, ἡ πλάστρια φύσις ἐπαλα- μήσατο, – μεγάλην ἀρχὴν εἰληχὼς καὶ τοσαύτας δυνάμεις περιβαλόμενος οὐχ εἵλετο ἐντεῦθεν βίοτον ἤρεμον, ἀλλὰ φύσει ταραχώδης ὢν καὶ ἀκαταστά ρεστος ὥσπερ τις κόλπος θαλάττιος, Ῥωμαίοις μὲν ἐν οἷς εἶχε λυπεῖν ἀκηρυκτί διεφέρετο καὶ Ανέγκλητον πολλάκις ἐπῆγε τὸν πόλεμον, σὺν οὐδενὶ λόγῳ θεσμὰ παρατρέχων, καὶ συγχέων μὲν σπονδὰς, τῇ οἰκείᾳ δ' ἐφέσει ταλαντεύων τὸ πραχθησόμενον. Οὐδ᾽ αὐτῆς οὖν ἀπέσχετο τῆς Μελιτηνῆς, ἀλλὰ καὶ τὸν ταύτης ἔχων καθελεῖν ἀμηρᾶν, μηδὲ τὸ τῆς θρησ σκείας ταυτὸν ὑπειδόμενος ἢ τὸ μηδὲν ἔχειν ἐπεγκα- λεῖν ἀλγεινὸν τῷ ἀνθρώπῳ, αὐτὸς ἀνεπικαλύπτως αἰτίαν πλασάμενος καὶ γραψάμενος ἐκεῖθεν αὐτὸν ἐξήλασεν. Ἔπειτα καὶ τὸν οἰκεῖον ὑφέρπων κασία γνητον μετανάστην κἀκεῖνον ἔθετο. Οἱ δὲ φυγάδες - - DE MANUELE COMNENO LIB. III. B Dadunes vero Amasia satrapiam ut possessore vacuam clam ingressus, et rursus inde ejectus, B Jayupasanis uxori, a qua accersitus erat, causa mortis exstitit. Amaseni enim eam ut imperium Daduni clam conciliaturam per seditionem occiderunt ; et Dadunem, quem principem aversa- bantur, longe ejecerunt. Sed Clizaathlanis opibus resistere non potuerunt, quin, ut jam Cappadociam tenebat, sic deinde Amasiam quoque occuparet, homo prosperæ fortunæ flatu in rebus celeriter conficiendis utens, quamvis corpore parum integro et pluribus præcipuis membris mutilato: nam et articuli manuum elisi erant et pedes claudicabant, et cætera sic affectus erat ut plerumque curru vehe- retur. Quibus de causis Andronicus, hono dica- cissimus et cavillandi vel animi vel corporis vitia peritissimus, Cuzasthlanem illum appellabat.Quam- C D vis autem tali corpore a natura deformatus, tamen magnum adeptus imperium tantisque munitus copiis otio spreto, quippe turbulento et insatiabili præditus ingenio, Romanos ubi poterat, non indicto bello, nulla de causa violato fœdere, sed tantum quia ita libitum erat, vexabat atque oppu- gnabat. Nec ipsa Melilina abstinuit : sed facultate illius evertendæ perspecta, cum nullam ab Amera injuriam accepisset, causam impudenter commen- tus illum quoque, nihil eamdem religionem veritus, regno expulit. Deinde fratrem quoque suum fraude circumventum in exsilium egit. Exsules omnes ad imperatorem se contulere. Atque hæc posterius acciderunt. Sed tum aucta potentia verecundiam imperatoris deposuit, et qua obser- vantia eum temporibus adductus coluerat, eam- dem ab imperatore postulabat, barbarica plane inconstantia. Nam ut necessitate urgente ultra decorum se demiserat, ita rebus secundis insole- scebat, animo una cum fortuna mutato. Tamen ali- quando imperatorem venerabatur; et cum belluam potius ageret quam filium, patris illi honorem tri- buebat et filii adoptivi cognomentum ferebat. In litteris quidem pater imperator, et sultanus filius scribebantur. Nec tamen hæ appellationes sinceram inter eos amicitiam conciliabant aut pacta et con- venta stabiliebant. Nam ille instar exundantis tor- rentis aut draconis veneno turgentis obvia quæque inficiebat et abripiebat, multaque nostra oppida devorabat, improbitatis suæ virus expuendo. Impe- rator vero vias illi alias invictis exercitibus, alias auro obstruebat, et incitatam hominis cupi- ditatem ad pacem flectebat. Aliquando etiam Turcos in Romanorum fines effusos repressurus Pentapo- litanos invadit; ac Persis nec ad manus venire ausis, multis captivis, multis pectoribus abductis, triumphans urbem ingreditur. Eo tempore Solymas procerum sultani princeps, homo callidus et Hier. Wolfii notæ. aliis æque ac sibi notam esse ratus non declaravit. (82) Κουτζασθλάνην. Significat haud dubie vox hac aliquid, ut et μούρτζουφλος. sed scriptor banc
κἀκεῖσε ἦν ἀλύων καὶ συνὼν Θεοδώρᾳ μεθ’ ὧν ἀπέτεκεν αὕτη τούτῳ παίδων δυοῖν Ἀλεξίου τε καὶ Εἰρήνης, ἐπὶ δὲ καὶ Ἰωάννου, ὃν ἐκ τῶν γνησίων καὶ προτέρων οἱ σπερμάτων συνέκδημον ἐκ Βυζαντίου ἐπήγετο, ἕως τῆς ἐς αὐτὸν αὖθις τὸν αὐτοκράτορα Μανουὴλ ἐπαναλύσεως, ἣν κατὰ τὸν οἰκεῖον χρόνον καὶ πρόσφορον ὁ λόγος τῇ ἱστορίᾳ παρέξεται, ὡς εἴη συνημμένα δήπου καὶ συναφῆ τὰ ἐφεξῆς ὑπ’ αὐτοῦ πεπραγμένα καὶ τὰ παρ’ ἡμῶν αὖθις ἐπ’ αὐτῷ ῥηθησόμενα. Ἐν πολλοῖς μέντοι καὶ πολλάκις ὁ Μανουὴλ τὴν Ἀνδρονίκου δεσμεύων ψυχὴν καὶ ζητῶν ταύτην λαβεῖν τοῖς ἀνηνύτοις ἐγχειρῶν διηλέγχετο· ὁ γὰρ πολύπλαγκτος οὗτος καὶ ταλασίφρων Ἀνδρόνικος τὰς καθ’ αὑτοῦ προσβολὰς ὅσα καὶ νηπίων βολὰς εὐμαρῶς ἀπεκρούετο καὶ τῶν θηράτρων κούφως ὑπεραλλόμενος, ἅπερ αὐτῷ πολλάκις ὑφηπλοῦτο καὶ ἐξετείνετο, ἀπαγίδευτος ἦν καὶ ἀθήρευτος. Ἀλλὰ τίνα τὰ παρὰ πόδας; χρεὼν γὰρ μηδὲ τούτων ἀφέξεσθαι.
ἐπεμψεν αὐτῷ φιλοτιμήματα ἄλλα ἄττα συχνὰ καὶ Β παντοδαποὺς ὁπλισμούς. Ὁ δὲ ἀπατεὼν ὢν καὶ μηδ' ὅλως ἀλήθειαν ἐγνωκώς ποτε, τῶν τε συνθηκῶν ἐπελάθετο ἀπελθὼν εἰς Ικόνιον, καὶ τὴν Σεβάστειαν ἐκπορθήσας καὶ τὰ ὑπ᾽ αὐτὴν χειρωσάμενος γέγονε τῶν ὅλων αὐτὸς ἐγκρατής. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τὸν Λα- δούνην τῆς οἰκείας ἀρχῆς παρέλυσιν, ἐκεῖνον μὲν δραπέτην καὶ πλανήτην ειργάσατο, τῆς δὲ Καισα ρείας αὐτὸς λαβόμενος καὶ τὸν λοιπὸν μετήρχετο ξύμφυλον, τὸν Ἰαγουπασανὴν φημί, νοσήσας κἀπὶ τῇ τούτου ἔρωτα χώρᾳ καὶ τὸν ἄνδρα διψῶν ἀνελεῖν. Ο δὲ καὶ αὐτὸς τὸ οἰκεῖον συγκροτῶν ἐν τῷ μέρει στρατόπεδον, [Ρ. 80] καὶ ὡς πρὸς ἀνταγωνιστὴν ἤδη μείζονα περιβαλλόμενον δύναμιν παραταττός μενος, φθάνει θανάτῳ τὴν προθυμίαν διακοπείς. Δαδούνης δὲ ὡς εἰς ἐρήμην δυνάστου τὴν τῶν Ἀμα σέων σατραπείαν παρεισιὼν ἐκεῖθέν τε ἀποκρούεται, " καὶ τῇ μεταπεμψαμένῃ τοῦτον τῇ τοῦ Ἰαγουπασάνη συνεύνῳ θανάτου αἴτιος γίνεται· οἱ γὰρ Ἀματεῖς ἐπαναστάντες αὐτὴν τε ὡς λάθρα τῷ Δαδούνῃ μνη στεύουσαν τὴν ἀρχὴν ἠμύναντο τελευτῇ, καὶ Δα- δούνην ἀδοξήσαντες ἄρχοντα μακρὰν ἀπεώσαντο. Αλλ' οὐχὶ καὶ τοῦ Κλιτζασιλᾶν γεγόνασιν ἰσχυρό τεροὶ, ἀλλ᾽ οὗτος αὐτῶν φανεὶς δυνατώτερος, ὡς εἶχε πρώην Καππαδοκίαν, οὕτω καὶ Αμάσειαν εἴληφεν ὕστερον, ὀξείᾳ καὶ ἐπιτυχεῖ τύχῇ πρὸς τὰ πράγματα χρώμενος, ἄνθρωπος οὐκ εὐφυής τὴν διαρτίαν τοῦ σώματος, ἀλλ᾽ ἀκρωτηριασμένος ἐν οὐκ ὀλίγοις τῶν καιρίων μελῶν. Αὐτίκα γὰρ αἱ χεῖρες τούτῳ ἐξήρ θρωντο καὶ τώ πόδε ὑποσκάζοντε ἦσαν, καὶ τὰ πολλὰ ἐφ᾽ ἁρμαμάξης τὴν πορείαν πεποίητο. Ὅθεν καὶ τὰς ἀρχὰς τῶν κατ' αὐτοῦ σκωμμάτων ἐξ αὐτοῦ δὴ ᾿Ανδρόνικος ἐσέπειτα ποριζόμενος Κουτζασιλά- νην (82) τοῦτον ὠνόμαζε, φιλολοίδορος ὢν εἴπερ τις ἄλλος, καὶ καθάψασθαι ἀνθρώπων δεινότατος, καὶ λόγοις Κερκώπων ἀπαλοῖς τοῖς οὐ καλῶς πε- πραγμένοις τῶν ἔργων ἢ τοις αηδῶς τοῦ σώματος ἔχουσι μώμον προστρίψασθαι ικανώτατος. Ὁ μὲν οὖν ὁποῖος ἂν καὶ ἦν τὴν πλάσιν τοῦ σώματος, εἶχε δὲ ὡς αὐτὸν, οἶμαι, ἡ πλάστρια φύσις ἐπαλα- μήσατο, – μεγάλην ἀρχὴν εἰληχὼς καὶ τοσαύτας δυνάμεις περιβαλόμενος οὐχ εἵλετο ἐντεῦθεν βίοτον ἤρεμον, ἀλλὰ φύσει ταραχώδης ὢν καὶ ἀκαταστά ρεστος ὥσπερ τις κόλπος θαλάττιος, Ῥωμαίοις μὲν ἐν οἷς εἶχε λυπεῖν ἀκηρυκτί διεφέρετο καὶ Ανέγκλητον πολλάκις ἐπῆγε τὸν πόλεμον, σὺν οὐδενὶ λόγῳ θεσμὰ παρατρέχων, καὶ συγχέων μὲν σπονδὰς, τῇ οἰκείᾳ δ' ἐφέσει ταλαντεύων τὸ πραχθησόμενον. Οὐδ᾽ αὐτῆς οὖν ἀπέσχετο τῆς Μελιτηνῆς, ἀλλὰ καὶ τὸν ταύτης ἔχων καθελεῖν ἀμηρᾶν, μηδὲ τὸ τῆς θρησ σκείας ταυτὸν ὑπειδόμενος ἢ τὸ μηδὲν ἔχειν ἐπεγκα- λεῖν ἀλγεινὸν τῷ ἀνθρώπῳ, αὐτὸς ἀνεπικαλύπτως αἰτίαν πλασάμενος καὶ γραψάμενος ἐκεῖθεν αὐτὸν ἐξήλασεν. Ἔπειτα καὶ τὸν οἰκεῖον ὑφέρπων κασία γνητον μετανάστην κἀκεῖνον ἔθετο. Οἱ δὲ φυγάδες - - DE MANUELE COMNENO LIB. III. B Dadunes vero Amasia satrapiam ut possessore vacuam clam ingressus, et rursus inde ejectus, B Jayupasanis uxori, a qua accersitus erat, causa mortis exstitit. Amaseni enim eam ut imperium Daduni clam conciliaturam per seditionem occiderunt ; et Dadunem, quem principem aversa- bantur, longe ejecerunt. Sed Clizaathlanis opibus resistere non potuerunt, quin, ut jam Cappadociam tenebat, sic deinde Amasiam quoque occuparet, homo prosperæ fortunæ flatu in rebus celeriter conficiendis utens, quamvis corpore parum integro et pluribus præcipuis membris mutilato: nam et articuli manuum elisi erant et pedes claudicabant, et cætera sic affectus erat ut plerumque curru vehe- retur. Quibus de causis Andronicus, hono dica- cissimus et cavillandi vel animi vel corporis vitia peritissimus, Cuzasthlanem illum appellabat.Quam- C D vis autem tali corpore a natura deformatus, tamen magnum adeptus imperium tantisque munitus copiis otio spreto, quippe turbulento et insatiabili præditus ingenio, Romanos ubi poterat, non indicto bello, nulla de causa violato fœdere, sed tantum quia ita libitum erat, vexabat atque oppu- gnabat. Nec ipsa Melilina abstinuit : sed facultate illius evertendæ perspecta, cum nullam ab Amera injuriam accepisset, causam impudenter commen- tus illum quoque, nihil eamdem religionem veritus, regno expulit. Deinde fratrem quoque suum fraude circumventum in exsilium egit. Exsules omnes ad imperatorem se contulere. Atque hæc posterius acciderunt. Sed tum aucta potentia verecundiam imperatoris deposuit, et qua obser- vantia eum temporibus adductus coluerat, eam- dem ab imperatore postulabat, barbarica plane inconstantia. Nam ut necessitate urgente ultra decorum se demiserat, ita rebus secundis insole- scebat, animo una cum fortuna mutato. Tamen ali- quando imperatorem venerabatur; et cum belluam potius ageret quam filium, patris illi honorem tri- buebat et filii adoptivi cognomentum ferebat. In litteris quidem pater imperator, et sultanus filius scribebantur. Nec tamen hæ appellationes sinceram inter eos amicitiam conciliabant aut pacta et con- venta stabiliebant. Nam ille instar exundantis tor- rentis aut draconis veneno turgentis obvia quæque inficiebat et abripiebat, multaque nostra oppida devorabat, improbitatis suæ virus expuendo. Impe- rator vero vias illi alias invictis exercitibus, alias auro obstruebat, et incitatam hominis cupi- ditatem ad pacem flectebat. Aliquando etiam Turcos in Romanorum fines effusos repressurus Pentapo- litanos invadit; ac Persis nec ad manus venire ausis, multis captivis, multis pectoribus abductis, triumphans urbem ingreditur. Eo tempore Solymas procerum sultani princeps, homo callidus et Hier. Wolfii notæ. aliis æque ac sibi notam esse ratus non declaravit. (82) Κουτζασθλάνην. Significat haud dubie vox hac aliquid, ut et μούρτζουφλος. sed scriptor banc
περιδεὴς ἅπας κρατῶν καὶ καχύποπτος καὶ χαίρει διαπραττόμενος ὅσα Θάνατος καὶ Χάος καὶ Ἔρεβος ἐν τῷ τοὺς εὐπατρίδας ἀκροτομεῖν καὶ ἐκποδὼν τιθέναι πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον καὶ ἀποσκυβαλίζειν σύμβουλον ἀγαθὸν καὶ θερίζειν γενναῖον στρατηγὸν καὶ εὐπάλαμον. καὶ ἐοίκασιν ἀτεχνῶς οἱ τῆς γῆς δυναστεύοντες ὑψιτενέσι καὶ ἀκροκόμοις πίτυσιν· ὡς γὰρ αὗται καὶ βραχείαις ἀνέμων πνοαῖς τὰς τῶν κλάδων βελόνας διατινασσόμεναι ψιθυρίζουσιν, οὕτω δὴ καὶ οὗτοι καὶ τὸν πλούτῳ κομῶντα ὑποβλέπονται καὶ τὸν ἐπ’ ἀνδρείᾳ τῶν πολλῶν διαφέροντα κατεπτήχασι. κἂν εἴη τις τὸ κάλλος ἀγαλματίας καὶ τὴν γλῶτταν ὡς ὄρνις μουσηγέτης ἐστόμωται, κἂν τὸ ἦθος ὁρῷτο εὐτράπελος, οὐκ ἐᾷ καθεύδειν τὸν ἐπὶ τοῦ στέφους οὐδ’ ἠρεμεῖν, ἀλλὰ γίνεται τούτῳ τῶν ὕπνων ἐγκοπή, τῆς τρυφῆς ἀνατροπή, ἡδονῆς ὑφαίρεσις, φροντίδων ὑπόθεσις· καὶ κακῶς λέγων εὐλογεῖ τὴν φύσιν τὴν πλάστριαν, ὅτι καὶ ἑτέρους εἰς τὸ ἄρχειν ἐπιδόξους ἐπαλαμήσατο καὶ μὴ πρῶτον αὐτὸν καὶ ὕστατον κάλλιστον ἀνθρώπων ἐφύτευσεν.
ἐπεμψεν αὐτῷ φιλοτιμήματα ἄλλα ἄττα συχνὰ καὶ Β παντοδαποὺς ὁπλισμούς. Ὁ δὲ ἀπατεὼν ὢν καὶ μηδ' ὅλως ἀλήθειαν ἐγνωκώς ποτε, τῶν τε συνθηκῶν ἐπελάθετο ἀπελθὼν εἰς Ικόνιον, καὶ τὴν Σεβάστειαν ἐκπορθήσας καὶ τὰ ὑπ᾽ αὐτὴν χειρωσάμενος γέγονε τῶν ὅλων αὐτὸς ἐγκρατής. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τὸν Λα- δούνην τῆς οἰκείας ἀρχῆς παρέλυσιν, ἐκεῖνον μὲν δραπέτην καὶ πλανήτην ειργάσατο, τῆς δὲ Καισα ρείας αὐτὸς λαβόμενος καὶ τὸν λοιπὸν μετήρχετο ξύμφυλον, τὸν Ἰαγουπασανὴν φημί, νοσήσας κἀπὶ τῇ τούτου ἔρωτα χώρᾳ καὶ τὸν ἄνδρα διψῶν ἀνελεῖν. Ο δὲ καὶ αὐτὸς τὸ οἰκεῖον συγκροτῶν ἐν τῷ μέρει στρατόπεδον, [Ρ. 80] καὶ ὡς πρὸς ἀνταγωνιστὴν ἤδη μείζονα περιβαλλόμενον δύναμιν παραταττός μενος, φθάνει θανάτῳ τὴν προθυμίαν διακοπείς. Δαδούνης δὲ ὡς εἰς ἐρήμην δυνάστου τὴν τῶν Ἀμα σέων σατραπείαν παρεισιὼν ἐκεῖθέν τε ἀποκρούεται, " καὶ τῇ μεταπεμψαμένῃ τοῦτον τῇ τοῦ Ἰαγουπασάνη συνεύνῳ θανάτου αἴτιος γίνεται· οἱ γὰρ Ἀματεῖς ἐπαναστάντες αὐτὴν τε ὡς λάθρα τῷ Δαδούνῃ μνη στεύουσαν τὴν ἀρχὴν ἠμύναντο τελευτῇ, καὶ Δα- δούνην ἀδοξήσαντες ἄρχοντα μακρὰν ἀπεώσαντο. Αλλ' οὐχὶ καὶ τοῦ Κλιτζασιλᾶν γεγόνασιν ἰσχυρό τεροὶ, ἀλλ᾽ οὗτος αὐτῶν φανεὶς δυνατώτερος, ὡς εἶχε πρώην Καππαδοκίαν, οὕτω καὶ Αμάσειαν εἴληφεν ὕστερον, ὀξείᾳ καὶ ἐπιτυχεῖ τύχῇ πρὸς τὰ πράγματα χρώμενος, ἄνθρωπος οὐκ εὐφυής τὴν διαρτίαν τοῦ σώματος, ἀλλ᾽ ἀκρωτηριασμένος ἐν οὐκ ὀλίγοις τῶν καιρίων μελῶν. Αὐτίκα γὰρ αἱ χεῖρες τούτῳ ἐξήρ θρωντο καὶ τώ πόδε ὑποσκάζοντε ἦσαν, καὶ τὰ πολλὰ ἐφ᾽ ἁρμαμάξης τὴν πορείαν πεποίητο. Ὅθεν καὶ τὰς ἀρχὰς τῶν κατ' αὐτοῦ σκωμμάτων ἐξ αὐτοῦ δὴ ᾿Ανδρόνικος ἐσέπειτα ποριζόμενος Κουτζασιλά- νην (82) τοῦτον ὠνόμαζε, φιλολοίδορος ὢν εἴπερ τις ἄλλος, καὶ καθάψασθαι ἀνθρώπων δεινότατος, καὶ λόγοις Κερκώπων ἀπαλοῖς τοῖς οὐ καλῶς πε- πραγμένοις τῶν ἔργων ἢ τοις αηδῶς τοῦ σώματος ἔχουσι μώμον προστρίψασθαι ικανώτατος. Ὁ μὲν οὖν ὁποῖος ἂν καὶ ἦν τὴν πλάσιν τοῦ σώματος, εἶχε δὲ ὡς αὐτὸν, οἶμαι, ἡ πλάστρια φύσις ἐπαλα- μήσατο, – μεγάλην ἀρχὴν εἰληχὼς καὶ τοσαύτας δυνάμεις περιβαλόμενος οὐχ εἵλετο ἐντεῦθεν βίοτον ἤρεμον, ἀλλὰ φύσει ταραχώδης ὢν καὶ ἀκαταστά ρεστος ὥσπερ τις κόλπος θαλάττιος, Ῥωμαίοις μὲν ἐν οἷς εἶχε λυπεῖν ἀκηρυκτί διεφέρετο καὶ Ανέγκλητον πολλάκις ἐπῆγε τὸν πόλεμον, σὺν οὐδενὶ λόγῳ θεσμὰ παρατρέχων, καὶ συγχέων μὲν σπονδὰς, τῇ οἰκείᾳ δ' ἐφέσει ταλαντεύων τὸ πραχθησόμενον. Οὐδ᾽ αὐτῆς οὖν ἀπέσχετο τῆς Μελιτηνῆς, ἀλλὰ καὶ τὸν ταύτης ἔχων καθελεῖν ἀμηρᾶν, μηδὲ τὸ τῆς θρησ σκείας ταυτὸν ὑπειδόμενος ἢ τὸ μηδὲν ἔχειν ἐπεγκα- λεῖν ἀλγεινὸν τῷ ἀνθρώπῳ, αὐτὸς ἀνεπικαλύπτως αἰτίαν πλασάμενος καὶ γραψάμενος ἐκεῖθεν αὐτὸν ἐξήλασεν. Ἔπειτα καὶ τὸν οἰκεῖον ὑφέρπων κασία γνητον μετανάστην κἀκεῖνον ἔθετο. Οἱ δὲ φυγάδες - - DE MANUELE COMNENO LIB. III. B Dadunes vero Amasia satrapiam ut possessore vacuam clam ingressus, et rursus inde ejectus, B Jayupasanis uxori, a qua accersitus erat, causa mortis exstitit. Amaseni enim eam ut imperium Daduni clam conciliaturam per seditionem occiderunt ; et Dadunem, quem principem aversa- bantur, longe ejecerunt. Sed Clizaathlanis opibus resistere non potuerunt, quin, ut jam Cappadociam tenebat, sic deinde Amasiam quoque occuparet, homo prosperæ fortunæ flatu in rebus celeriter conficiendis utens, quamvis corpore parum integro et pluribus præcipuis membris mutilato: nam et articuli manuum elisi erant et pedes claudicabant, et cætera sic affectus erat ut plerumque curru vehe- retur. Quibus de causis Andronicus, hono dica- cissimus et cavillandi vel animi vel corporis vitia peritissimus, Cuzasthlanem illum appellabat.Quam- C D vis autem tali corpore a natura deformatus, tamen magnum adeptus imperium tantisque munitus copiis otio spreto, quippe turbulento et insatiabili præditus ingenio, Romanos ubi poterat, non indicto bello, nulla de causa violato fœdere, sed tantum quia ita libitum erat, vexabat atque oppu- gnabat. Nec ipsa Melilina abstinuit : sed facultate illius evertendæ perspecta, cum nullam ab Amera injuriam accepisset, causam impudenter commen- tus illum quoque, nihil eamdem religionem veritus, regno expulit. Deinde fratrem quoque suum fraude circumventum in exsilium egit. Exsules omnes ad imperatorem se contulere. Atque hæc posterius acciderunt. Sed tum aucta potentia verecundiam imperatoris deposuit, et qua obser- vantia eum temporibus adductus coluerat, eam- dem ab imperatore postulabat, barbarica plane inconstantia. Nam ut necessitate urgente ultra decorum se demiserat, ita rebus secundis insole- scebat, animo una cum fortuna mutato. Tamen ali- quando imperatorem venerabatur; et cum belluam potius ageret quam filium, patris illi honorem tri- buebat et filii adoptivi cognomentum ferebat. In litteris quidem pater imperator, et sultanus filius scribebantur. Nec tamen hæ appellationes sinceram inter eos amicitiam conciliabant aut pacta et con- venta stabiliebant. Nam ille instar exundantis tor- rentis aut draconis veneno turgentis obvia quæque inficiebat et abripiebat, multaque nostra oppida devorabat, improbitatis suæ virus expuendo. Impe- rator vero vias illi alias invictis exercitibus, alias auro obstruebat, et incitatam hominis cupi- ditatem ad pacem flectebat. Aliquando etiam Turcos in Romanorum fines effusos repressurus Pentapo- litanos invadit; ac Persis nec ad manus venire ausis, multis captivis, multis pectoribus abductis, triumphans urbem ingreditur. Eo tempore Solymas procerum sultani princeps, homo callidus et Hier. Wolfii notæ. aliis æque ac sibi notam esse ratus non declaravit. (82) Κουτζασθλάνην. Significat haud dubie vox hac aliquid, ut et μούρτζουφλος. sed scriptor banc
PG 139:463οὐκοῦν καὶ ἀντιστρατεύονται τὰ πολλὰ τῇ προνοίᾳ καὶ τῷ θείῳ ὑπέροπλοι γίνονται, πάντα ἀγαθὸν ἐκ τοῦ πλείονος ἐκχορδεύοντες καὶ ὡς θύματα σφαγιάζοντες, ὡς ἔχοιεν ἐφ’ ἡσυχίας δήπουθεν οὗτοι σπαθᾶν καὶ ὡς πατρῷον κλῆρον καθηδυπαθεῖν μονώτατοι τὰ δημόσια καὶ ὡς ἀνδραπόδοις χρᾶσθαι τοῖς ἐλευθέροις καὶ ὡς ὠνητοῖς τοῖς ἀξιωτέροις ἐνίοτε ἄρχειν προσφέρεσθαι, κακῶς εἰδότες καὶ τὸ φρονεῖν ὑπὸ τῆς ἐξουσίας ἀφῃρημένοι καὶ κακοβούλως τῶν πρότριτα λανθανόμενοι.
Α πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἵκοντο. Καὶ ταῦτα μὲν συμ- Β βέβηκεν ὕστερον· τότε δὲ πολυδύναμος γεγονὼς τὸ πρὸς τὸν βασιλέα αἰδῆμον ἀπεξύσατο, καὶ ἦν αὐτὸς θεραπείαν προσῆγε ταῖς τῶν πραγμάτων δυσκολίαις ἀγχόμενος, ταύτην ἐξητεῖτὸ οἱ παρέχειν τὸν αὐτο- κράτορα, βαρβαρικώς μεταλλοιούμενος τῷ καιρῷ, καὶ δεῖσαν ὑπὲρ τὸ δέον ὑποστελλόμενος, καὶ πτερού αὖθις ἐλαφριζόμενος εὐπετέστερον, ὅτε τῇ ἑτέρᾳ πλά- στιγγι ροπὴν ἡ τύχη παρείχετο, τοῖς παλινστρόφοις βραβεύουσα πράγμασι. Παττάλῳ δ' υπεκκρουόμενος πάτταλος εξομαλίζων ἦν τὸν βασιλέα καὶ θεραπεύων ἐνταχοῦ, οὐ μὴν ὑπ᾽ ἐκείνου θηροκομούμενος διε- δείκνυτο. καὶ δόξαν ἀπονέμων πατρὸς υἱοθεσίας τιο μὴν ἐλάμβανε· καὶ ἦν τὰ παρ' ἀλλήλων χαραττόμενα γράμματα πατέρα βασιλέα καὶ σουλ- τάνου υἱὸν καταγγέλλοντα. Πλὴν οὐδ᾽ οὕτως ἐς φι- λίαν ἀκραιφνῆ συνηρμόζοντο ἢ γοῦν τὰς σπονδὰς οὐ ξυνέχεον. Ὅθεν ὁ μὲν κατὰ χειμάρρουν πληθύοντα ἢ κατὰ πολλὰ ἐδηδοκότα φάρμακα δράκοντα κατα ἐκλυζέ τε καὶ παρέσυρε τὸ προστυχὸν, καὶ συχνά τῶν ἡμετέρων πολιχνίων κατέχασκε, τὸν τῆς κακίας ἀποπτύων τόν· ὁ δὲ βασιλεὺς περιεφραγμου τούτου τὰς διεξόδους καὶ εἰς ἀνάρξουν τὸ ῥεῦμα ὑπανεστοί- βαζε θριγγίῳ ἀῤῥαγεῖ στρατοπέδου, ἢ ὁλκῇ χρυσίου ἐφολκοῦ κατεκοίμιζε πρὸς εἰρήνην τὸ τούτου βλέ φαρον, καὶ ἦν τέως εἰς λῃστείαν ἐπηρίαινε λοφιὰν καὶ τὸν ὁλκὸν ὅν ἐπεσύρετο τοῦ στρατεύματος κατα- σιγάζων ἐπράϋνεν. Ενίοτε δὲ τοὺς ὡς πώεα πλατέα διακκεχυμένους τοῖς Ῥωμαϊκοῖς σχοινίσμασι Τούρ κους ἀναστέλλων τοῖς περὶ τὴν πεντάπολιν ἐπιτί θεται, καὶ σωμάτων ἀνθρωπίνων καὶ ζώων πολλῶν γενόμενος ἐγκρατής, μηδ' εἰς χεῖρας δεξαμένων αὐτ τὸν τῶν Περσῶν, τροπαιοφόρος ἐπανέζευξεν, ὁπηνίκα καὶ Σολυμᾶς ὁ τῶν παρὰ τῷ σουλτάνῳ τὰ μέγιστε δυναμένων κορυφαιότατος τῷ βασιλεῖ ἐποφθεὶς πολλὰ μὲν ὑπερηγόρει τοῦ σουλτάνου, ἀποτρέπων τῆς ἐκείνου γνώμης τὰ παρὰ τῶν Τούρκων πραττόμενα καὶ σοφιστικῶς οἷς διεξήει καταχαριζόμενος, ἀσύμ φώνα δ᾽ ὅμως τοῖς πράγμασι φθεγγόμενος ηλίσκετο ψευδολογίας ἐγκλήματι· πλὴν οὐδ᾽ οὕτω τι πρὸς βασ σιλέως πέπονθεν ἄχαρι Σολυμᾶς. Θεραπεύων δὲ καὶ ὑπὲρ τὸ ἀληθὲς ὡς ἔθος τοῖς βαρβάροις, τὸ ἄνακτα, καὶ τὰ ἐς ἀπάτην τεχναζόμενος ἵπποις αὐτὸν ὠκύ- ποσιν ἐκολάκευσεν, οὔς τὸ ἐκείνου ἐσίτευεν ἱπποστά σιον. Ὁ δὲ βασιλεὺς τοὺς ἵππους δεξάμενος καὶ Σολυμᾶν τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ ὑποταγῆς ἀποδεξά- μενος, εἰ καὶ μὴ τῆς ἐκείνου γνώμης ἴδιον ἦν, τοῦ δὲ καιροῦ ὑπῆρχε δῶρον τὸ φιλοφρόνημα, πρὸς τὸν σουλτάνον ἀπέστειλεν ἐξηγησόμενον ἐκείνῳ ἃ οὐκ ἦν ἀγνοῶν, καὶ ἐς αὐτὸ τοῦ τροπου ἀποσκώψοντα τὸ παλίμβολον τὸ ἔπιστόν τε καὶ κακόηθες, κἂν οὐκ ἦν αὐτὸν ἡρεμήσειν ἐπὶ τούτοις ἢ γοῦν καθυπερ- θέσθαι καὶ πρὸς βραχύ Ῥωμαίοις τὴν ἀντιπάθειαν. Ἐκλόπευε γοῦν ταῖς συνήθεσι λῃστείαις χρώμενος. Στείλας δὲ καὶ φάλαγγας ἐπιλέκτους τὴν κατὰ Φρύ γίαν ἐκπορθεῖ Λαοδίκειαν, οὐκέτι οὖσαν συνοικουμένην ὡς νῦν ἑώραται, οὐδ᾽ εὐερκέσι φραγνυμένην τείχεσι, κατὰ δὲ κώμας ἐκκεχυμένην περὶ τὰς ὑπωρείας τῶν ἐκεῖσε βουνῶν. Πλασε δ' ἐκεῖθεν βαρεῖεν λείαν ἀνθρώπων καὶ ζώων πλῆθος οὐ σταθμητόν· οὐ μετρίους δὲ καὶ κατέκτανεν, ἐν οἷς καὶ τὸν ἀρχιερέα Σολομῶντα, ἐκτομίαν μὲν ἄνθρωπον, χαρίεντα δ' ἄλλως τὸ ἦθος καὶ Θεῷ δι' ἀρετῆς προσεγγίζοντα. Είρω. νευόμενος δ' ἔφασκε πρὸς τοὺς οἰκείους ὡς ὅσῳ ἂν μείζω δράσεις Ῥωμαίους δεινά, τοσούτῳ μείζω παρὰ Ο NICETE CHONIATE B disertus, apud imperatorem multa pro domino suo verba fecit, ut Turcos illa contra sultani volun- tatem fecisse ostenderet, blanditiis verborum usus quæ cum factis non congruebant. Etsi autem aperte mentiebatur, tamen quia imperatorem, ut Bar- barorum mos est, immodicis laudibus efferebat oratione ad imposturam composita, et equos cur- sores in suis stabulis educatos offerebat, nihil incommodi passus est. Accepit equos imperator, et Solymam, ejus æquitate et submissione appro- bata (quanquam ea benignitas non ab hominis ingenio proficiscebatur, sed temporum erat), ad sultanum ablegavit, ut ea exponeret quæ non ignorabat, et levitatem illi perfidiam atque iniqui- tatem objiceret. Neque vero ille quieturus erat, aut cladem illatam vel ad exiguum tempus inul- tam passurus. Latrociniis igitur de more utebatur; et delectis cohortibus missis Laodicea Phrygia, quæ tum non, uti nunc cernitur, manibus ador- nata, sed instar pagorum ad radices collium sparsim exstructa erat, ingentem prædam pecudum et hominum abegit; multos etiam occidit, atque inter alios pontificem Solomonem, castratum illum qui- dem, sed gratiosum hominem et Deo virtute pro- pinquum. Dicebat autem per ludibrium sultanus ad suos, quo pluribus malis Romanos afficeret, eo majora sibi beneficia ab imperatore exspectanda esse: Ľam penes quem victoria sit, ad eum quoque munera confluere solere, ne latius vagetur victoria, quemadmodum morbi periculosi diligentius cu- rentur, ne serpant. Nec interea quievit Manuel, sed primum per Basilium Zicandlam, deinde per Michaelem Angelum Turcos eos invasit, qui ob gregum et armentorum copiam loca herbida et cam- pestria consectantur, eaque de causa suis relictis sc- dibus Romanorum fines cum omnifamilia occupant. Di enim expedita copiarum parte in cohortes descripta secumque adducta, noctu adversarios reclius invadi posse rati, hanc exercitui tesseram in nocturno illo conflictu dederunt, ut exclamarent: « ferrum,» ut suos ea voce agnita inviolatos praeter- irent, eos vero qui taciti accederent, occiderent ut peregrinos. Ea acclamatio totius pugnæ tempore gentes distinxit, et ut David ait, ferri instar in Persarum animos penetravit. Sed Turci post multam tandem cadem, tessera illa intellecta, eamdem vo- cem et ipsi usurparunt, donec elapsa nocte dirempti D [P. 81] sunt exercitus. Sunt et aliæ multæ Manuelis contra Turcas et Turcarum contra Romanos excursiones factæ; quas plerasque, quod nihil memorabile in iis actum est, prætermisi, ne crebra similium rerum repetitio, sine ulla gratia novitatis, fasti- dium pareret lectoribus.
Καὶ ὁ Μανουὴλ τοίνυν οὐδὲν ἄχαρι ἔχων ἐπεγκαλεῖν Ἀλεξίῳ τῷ πρωτοστράτορι ἢ ὅ τι ὅλως παραλελύπηκεν ἢ παρηνώχλησεν ἢ τῆς ὀφειλομένης εὐνοίας καὶ πίστεως καθυφῆκε βραχύ τι γοῦν ἀντίρροπα δράσας ὧν ὑπ’ αὐτοῦ πέπονθεν εὖ καὶ ὡς ἐπὶ ζυγοῦ τὴν ἑτέραν παρήνεγκε πλάστιγγα, ἐξ ὑπονοίας δὲ μόνης ὁρμώμενος καὶ κακοσχόλων τινῶν ὑφηγήσεσιν ἐκ τοῦ τὸν ἄνδρα ὁρᾶν καὶ στρατηγοῖς καὶ στρατιώταις ἐρώμενον καὶ φιλοτίμῳ γνώμῃ καὶ χειρὶ φιλοδώρῳ πρὸς ἅπαντας χρώμενον, ἴσως δὲ καὶ τοῦ προσόντος αὐτῷ πλούτου ὑποτύφων ἔφεσιν, συλλαμβάνει τοῦτον διάγων ἐν Σαρδικῇ, μήπω ἐπιφωσκούσης ἡμέρας, τῇ οἰκείᾳ ἔτι συγκατακείμενον ὁμευνέτιδι, καὶ οὐ μόνον τῶν ὄντων ἁπάντων ἀπογυμνοῖ, ἀλλὰ καὶ εἰς μοναχὸν ἀποκείρας ἐν ἑνὶ τῶν κατὰ τὸ Παπύκιον τὸ ὄρος φροντιστηρίων παραρριπτεῖ.
Α πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἵκοντο. Καὶ ταῦτα μὲν συμ- Β βέβηκεν ὕστερον· τότε δὲ πολυδύναμος γεγονὼς τὸ πρὸς τὸν βασιλέα αἰδῆμον ἀπεξύσατο, καὶ ἦν αὐτὸς θεραπείαν προσῆγε ταῖς τῶν πραγμάτων δυσκολίαις ἀγχόμενος, ταύτην ἐξητεῖτὸ οἱ παρέχειν τὸν αὐτο- κράτορα, βαρβαρικώς μεταλλοιούμενος τῷ καιρῷ, καὶ δεῖσαν ὑπὲρ τὸ δέον ὑποστελλόμενος, καὶ πτερού αὖθις ἐλαφριζόμενος εὐπετέστερον, ὅτε τῇ ἑτέρᾳ πλά- στιγγι ροπὴν ἡ τύχη παρείχετο, τοῖς παλινστρόφοις βραβεύουσα πράγμασι. Παττάλῳ δ' υπεκκρουόμενος πάτταλος εξομαλίζων ἦν τὸν βασιλέα καὶ θεραπεύων ἐνταχοῦ, οὐ μὴν ὑπ᾽ ἐκείνου θηροκομούμενος διε- δείκνυτο. καὶ δόξαν ἀπονέμων πατρὸς υἱοθεσίας τιο μὴν ἐλάμβανε· καὶ ἦν τὰ παρ' ἀλλήλων χαραττόμενα γράμματα πατέρα βασιλέα καὶ σουλ- τάνου υἱὸν καταγγέλλοντα. Πλὴν οὐδ᾽ οὕτως ἐς φι- λίαν ἀκραιφνῆ συνηρμόζοντο ἢ γοῦν τὰς σπονδὰς οὐ ξυνέχεον. Ὅθεν ὁ μὲν κατὰ χειμάρρουν πληθύοντα ἢ κατὰ πολλὰ ἐδηδοκότα φάρμακα δράκοντα κατα ἐκλυζέ τε καὶ παρέσυρε τὸ προστυχὸν, καὶ συχνά τῶν ἡμετέρων πολιχνίων κατέχασκε, τὸν τῆς κακίας ἀποπτύων τόν· ὁ δὲ βασιλεὺς περιεφραγμου τούτου τὰς διεξόδους καὶ εἰς ἀνάρξουν τὸ ῥεῦμα ὑπανεστοί- βαζε θριγγίῳ ἀῤῥαγεῖ στρατοπέδου, ἢ ὁλκῇ χρυσίου ἐφολκοῦ κατεκοίμιζε πρὸς εἰρήνην τὸ τούτου βλέ φαρον, καὶ ἦν τέως εἰς λῃστείαν ἐπηρίαινε λοφιὰν καὶ τὸν ὁλκὸν ὅν ἐπεσύρετο τοῦ στρατεύματος κατα- σιγάζων ἐπράϋνεν. Ενίοτε δὲ τοὺς ὡς πώεα πλατέα διακκεχυμένους τοῖς Ῥωμαϊκοῖς σχοινίσμασι Τούρ κους ἀναστέλλων τοῖς περὶ τὴν πεντάπολιν ἐπιτί θεται, καὶ σωμάτων ἀνθρωπίνων καὶ ζώων πολλῶν γενόμενος ἐγκρατής, μηδ' εἰς χεῖρας δεξαμένων αὐτ τὸν τῶν Περσῶν, τροπαιοφόρος ἐπανέζευξεν, ὁπηνίκα καὶ Σολυμᾶς ὁ τῶν παρὰ τῷ σουλτάνῳ τὰ μέγιστε δυναμένων κορυφαιότατος τῷ βασιλεῖ ἐποφθεὶς πολλὰ μὲν ὑπερηγόρει τοῦ σουλτάνου, ἀποτρέπων τῆς ἐκείνου γνώμης τὰ παρὰ τῶν Τούρκων πραττόμενα καὶ σοφιστικῶς οἷς διεξήει καταχαριζόμενος, ἀσύμ φώνα δ᾽ ὅμως τοῖς πράγμασι φθεγγόμενος ηλίσκετο ψευδολογίας ἐγκλήματι· πλὴν οὐδ᾽ οὕτω τι πρὸς βασ σιλέως πέπονθεν ἄχαρι Σολυμᾶς. Θεραπεύων δὲ καὶ ὑπὲρ τὸ ἀληθὲς ὡς ἔθος τοῖς βαρβάροις, τὸ ἄνακτα, καὶ τὰ ἐς ἀπάτην τεχναζόμενος ἵπποις αὐτὸν ὠκύ- ποσιν ἐκολάκευσεν, οὔς τὸ ἐκείνου ἐσίτευεν ἱπποστά σιον. Ὁ δὲ βασιλεὺς τοὺς ἵππους δεξάμενος καὶ Σολυμᾶν τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ ὑποταγῆς ἀποδεξά- μενος, εἰ καὶ μὴ τῆς ἐκείνου γνώμης ἴδιον ἦν, τοῦ δὲ καιροῦ ὑπῆρχε δῶρον τὸ φιλοφρόνημα, πρὸς τὸν σουλτάνον ἀπέστειλεν ἐξηγησόμενον ἐκείνῳ ἃ οὐκ ἦν ἀγνοῶν, καὶ ἐς αὐτὸ τοῦ τροπου ἀποσκώψοντα τὸ παλίμβολον τὸ ἔπιστόν τε καὶ κακόηθες, κἂν οὐκ ἦν αὐτὸν ἡρεμήσειν ἐπὶ τούτοις ἢ γοῦν καθυπερ- θέσθαι καὶ πρὸς βραχύ Ῥωμαίοις τὴν ἀντιπάθειαν. Ἐκλόπευε γοῦν ταῖς συνήθεσι λῃστείαις χρώμενος. Στείλας δὲ καὶ φάλαγγας ἐπιλέκτους τὴν κατὰ Φρύ γίαν ἐκπορθεῖ Λαοδίκειαν, οὐκέτι οὖσαν συνοικουμένην ὡς νῦν ἑώραται, οὐδ᾽ εὐερκέσι φραγνυμένην τείχεσι, κατὰ δὲ κώμας ἐκκεχυμένην περὶ τὰς ὑπωρείας τῶν ἐκεῖσε βουνῶν. Πλασε δ' ἐκεῖθεν βαρεῖεν λείαν ἀνθρώπων καὶ ζώων πλῆθος οὐ σταθμητόν· οὐ μετρίους δὲ καὶ κατέκτανεν, ἐν οἷς καὶ τὸν ἀρχιερέα Σολομῶντα, ἐκτομίαν μὲν ἄνθρωπον, χαρίεντα δ' ἄλλως τὸ ἦθος καὶ Θεῷ δι' ἀρετῆς προσεγγίζοντα. Είρω. νευόμενος δ' ἔφασκε πρὸς τοὺς οἰκείους ὡς ὅσῳ ἂν μείζω δράσεις Ῥωμαίους δεινά, τοσούτῳ μείζω παρὰ Ο NICETE CHONIATE B disertus, apud imperatorem multa pro domino suo verba fecit, ut Turcos illa contra sultani volun- tatem fecisse ostenderet, blanditiis verborum usus quæ cum factis non congruebant. Etsi autem aperte mentiebatur, tamen quia imperatorem, ut Bar- barorum mos est, immodicis laudibus efferebat oratione ad imposturam composita, et equos cur- sores in suis stabulis educatos offerebat, nihil incommodi passus est. Accepit equos imperator, et Solymam, ejus æquitate et submissione appro- bata (quanquam ea benignitas non ab hominis ingenio proficiscebatur, sed temporum erat), ad sultanum ablegavit, ut ea exponeret quæ non ignorabat, et levitatem illi perfidiam atque iniqui- tatem objiceret. Neque vero ille quieturus erat, aut cladem illatam vel ad exiguum tempus inul- tam passurus. Latrociniis igitur de more utebatur; et delectis cohortibus missis Laodicea Phrygia, quæ tum non, uti nunc cernitur, manibus ador- nata, sed instar pagorum ad radices collium sparsim exstructa erat, ingentem prædam pecudum et hominum abegit; multos etiam occidit, atque inter alios pontificem Solomonem, castratum illum qui- dem, sed gratiosum hominem et Deo virtute pro- pinquum. Dicebat autem per ludibrium sultanus ad suos, quo pluribus malis Romanos afficeret, eo majora sibi beneficia ab imperatore exspectanda esse: Ľam penes quem victoria sit, ad eum quoque munera confluere solere, ne latius vagetur victoria, quemadmodum morbi periculosi diligentius cu- rentur, ne serpant. Nec interea quievit Manuel, sed primum per Basilium Zicandlam, deinde per Michaelem Angelum Turcos eos invasit, qui ob gregum et armentorum copiam loca herbida et cam- pestria consectantur, eaque de causa suis relictis sc- dibus Romanorum fines cum omnifamilia occupant. Di enim expedita copiarum parte in cohortes descripta secumque adducta, noctu adversarios reclius invadi posse rati, hanc exercitui tesseram in nocturno illo conflictu dederunt, ut exclamarent: « ferrum,» ut suos ea voce agnita inviolatos praeter- irent, eos vero qui taciti accederent, occiderent ut peregrinos. Ea acclamatio totius pugnæ tempore gentes distinxit, et ut David ait, ferri instar in Persarum animos penetravit. Sed Turci post multam tandem cadem, tessera illa intellecta, eamdem vo- cem et ipsi usurparunt, donec elapsa nocte dirempti D [P. 81] sunt exercitus. Sunt et aliæ multæ Manuelis contra Turcas et Turcarum contra Romanos excursiones factæ; quas plerasque, quod nihil memorabile in iis actum est, prætermisi, ne crebra similium rerum repetitio, sine ulla gratia novitatis, fasti- dium pareret lectoribus.
Ἵνα δὲ μὴ εἴη τὸ πραχθὲν ἀπροφάσιστον καὶ προῦπτον διὰ τοῦτο τὸ βασιλικὸν ἀδίκημά τε καὶ ἀσχημόνημα, οἱ συκοφάνται παρῆσαν ἐγγύς, ὑφειμένοι παρ’ ὧν ὑπεβλήθησαν, καὶ γοητεῖαι κατὰ βασιλέως τὰ αἰτιάματα οὕτω πάνυ τοι πιθαναὶ καὶ δραστήριοι, ὡς ποιεῖν τὸν κεχρημένον πετόμενον καὶ μηδ’ ὅλως θεώμενον καθ’ ὧν ἂν ἐπιπτέσθαι ξιφηφόρος βούλοιτο, καὶ ἕτερ’ ἄττα βωμολόχα καὶ ἀκοαῖς ὑγιαινούσαις οὐκ εὐπαράδεκτα, ὁποῖα πάλαι τοῦ Περσέως λογοποιοῦντες κατηγόρευον Ἕλληνες. Ἦν δὲ ὁ τῶν συκοφαντῶν τοῦ ἀνδρός, ὡς ᾔδετο, προχειρότατος καὶ πλάστης πρώτιστος τῶν ληρημάτων καὶ εὑρετὴς τουτωνὶ ὁ Ἀαρὼν Ἰσαάκιος, Κορινθόθεν μὲν ὁρμώμενος, τὴν δὲ Λατινίδα γλῶτταν ἄκρως ἐξησκηκὼς ἡνίκα συναπήχθη τοῖς πατριώταις εἰς Σικελίαν αἰχμάλωτος καὶ τοῖς ἐκ τῆς διαλέκτου ταύτης τῷ βασιλεῖ ἐντυγχάνουσιν ὑποβολεὺς τηνικαῦτα γινόμενος.
Α πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἵκοντο. Καὶ ταῦτα μὲν συμ- Β βέβηκεν ὕστερον· τότε δὲ πολυδύναμος γεγονὼς τὸ πρὸς τὸν βασιλέα αἰδῆμον ἀπεξύσατο, καὶ ἦν αὐτὸς θεραπείαν προσῆγε ταῖς τῶν πραγμάτων δυσκολίαις ἀγχόμενος, ταύτην ἐξητεῖτὸ οἱ παρέχειν τὸν αὐτο- κράτορα, βαρβαρικώς μεταλλοιούμενος τῷ καιρῷ, καὶ δεῖσαν ὑπὲρ τὸ δέον ὑποστελλόμενος, καὶ πτερού αὖθις ἐλαφριζόμενος εὐπετέστερον, ὅτε τῇ ἑτέρᾳ πλά- στιγγι ροπὴν ἡ τύχη παρείχετο, τοῖς παλινστρόφοις βραβεύουσα πράγμασι. Παττάλῳ δ' υπεκκρουόμενος πάτταλος εξομαλίζων ἦν τὸν βασιλέα καὶ θεραπεύων ἐνταχοῦ, οὐ μὴν ὑπ᾽ ἐκείνου θηροκομούμενος διε- δείκνυτο. καὶ δόξαν ἀπονέμων πατρὸς υἱοθεσίας τιο μὴν ἐλάμβανε· καὶ ἦν τὰ παρ' ἀλλήλων χαραττόμενα γράμματα πατέρα βασιλέα καὶ σουλ- τάνου υἱὸν καταγγέλλοντα. Πλὴν οὐδ᾽ οὕτως ἐς φι- λίαν ἀκραιφνῆ συνηρμόζοντο ἢ γοῦν τὰς σπονδὰς οὐ ξυνέχεον. Ὅθεν ὁ μὲν κατὰ χειμάρρουν πληθύοντα ἢ κατὰ πολλὰ ἐδηδοκότα φάρμακα δράκοντα κατα ἐκλυζέ τε καὶ παρέσυρε τὸ προστυχὸν, καὶ συχνά τῶν ἡμετέρων πολιχνίων κατέχασκε, τὸν τῆς κακίας ἀποπτύων τόν· ὁ δὲ βασιλεὺς περιεφραγμου τούτου τὰς διεξόδους καὶ εἰς ἀνάρξουν τὸ ῥεῦμα ὑπανεστοί- βαζε θριγγίῳ ἀῤῥαγεῖ στρατοπέδου, ἢ ὁλκῇ χρυσίου ἐφολκοῦ κατεκοίμιζε πρὸς εἰρήνην τὸ τούτου βλέ φαρον, καὶ ἦν τέως εἰς λῃστείαν ἐπηρίαινε λοφιὰν καὶ τὸν ὁλκὸν ὅν ἐπεσύρετο τοῦ στρατεύματος κατα- σιγάζων ἐπράϋνεν. Ενίοτε δὲ τοὺς ὡς πώεα πλατέα διακκεχυμένους τοῖς Ῥωμαϊκοῖς σχοινίσμασι Τούρ κους ἀναστέλλων τοῖς περὶ τὴν πεντάπολιν ἐπιτί θεται, καὶ σωμάτων ἀνθρωπίνων καὶ ζώων πολλῶν γενόμενος ἐγκρατής, μηδ' εἰς χεῖρας δεξαμένων αὐτ τὸν τῶν Περσῶν, τροπαιοφόρος ἐπανέζευξεν, ὁπηνίκα καὶ Σολυμᾶς ὁ τῶν παρὰ τῷ σουλτάνῳ τὰ μέγιστε δυναμένων κορυφαιότατος τῷ βασιλεῖ ἐποφθεὶς πολλὰ μὲν ὑπερηγόρει τοῦ σουλτάνου, ἀποτρέπων τῆς ἐκείνου γνώμης τὰ παρὰ τῶν Τούρκων πραττόμενα καὶ σοφιστικῶς οἷς διεξήει καταχαριζόμενος, ἀσύμ φώνα δ᾽ ὅμως τοῖς πράγμασι φθεγγόμενος ηλίσκετο ψευδολογίας ἐγκλήματι· πλὴν οὐδ᾽ οὕτω τι πρὸς βασ σιλέως πέπονθεν ἄχαρι Σολυμᾶς. Θεραπεύων δὲ καὶ ὑπὲρ τὸ ἀληθὲς ὡς ἔθος τοῖς βαρβάροις, τὸ ἄνακτα, καὶ τὰ ἐς ἀπάτην τεχναζόμενος ἵπποις αὐτὸν ὠκύ- ποσιν ἐκολάκευσεν, οὔς τὸ ἐκείνου ἐσίτευεν ἱπποστά σιον. Ὁ δὲ βασιλεὺς τοὺς ἵππους δεξάμενος καὶ Σολυμᾶν τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ ὑποταγῆς ἀποδεξά- μενος, εἰ καὶ μὴ τῆς ἐκείνου γνώμης ἴδιον ἦν, τοῦ δὲ καιροῦ ὑπῆρχε δῶρον τὸ φιλοφρόνημα, πρὸς τὸν σουλτάνον ἀπέστειλεν ἐξηγησόμενον ἐκείνῳ ἃ οὐκ ἦν ἀγνοῶν, καὶ ἐς αὐτὸ τοῦ τροπου ἀποσκώψοντα τὸ παλίμβολον τὸ ἔπιστόν τε καὶ κακόηθες, κἂν οὐκ ἦν αὐτὸν ἡρεμήσειν ἐπὶ τούτοις ἢ γοῦν καθυπερ- θέσθαι καὶ πρὸς βραχύ Ῥωμαίοις τὴν ἀντιπάθειαν. Ἐκλόπευε γοῦν ταῖς συνήθεσι λῃστείαις χρώμενος. Στείλας δὲ καὶ φάλαγγας ἐπιλέκτους τὴν κατὰ Φρύ γίαν ἐκπορθεῖ Λαοδίκειαν, οὐκέτι οὖσαν συνοικουμένην ὡς νῦν ἑώραται, οὐδ᾽ εὐερκέσι φραγνυμένην τείχεσι, κατὰ δὲ κώμας ἐκκεχυμένην περὶ τὰς ὑπωρείας τῶν ἐκεῖσε βουνῶν. Πλασε δ' ἐκεῖθεν βαρεῖεν λείαν ἀνθρώπων καὶ ζώων πλῆθος οὐ σταθμητόν· οὐ μετρίους δὲ καὶ κατέκτανεν, ἐν οἷς καὶ τὸν ἀρχιερέα Σολομῶντα, ἐκτομίαν μὲν ἄνθρωπον, χαρίεντα δ' ἄλλως τὸ ἦθος καὶ Θεῷ δι' ἀρετῆς προσεγγίζοντα. Είρω. νευόμενος δ' ἔφασκε πρὸς τοὺς οἰκείους ὡς ὅσῳ ἂν μείζω δράσεις Ῥωμαίους δεινά, τοσούτῳ μείζω παρὰ Ο NICETE CHONIATE B disertus, apud imperatorem multa pro domino suo verba fecit, ut Turcos illa contra sultani volun- tatem fecisse ostenderet, blanditiis verborum usus quæ cum factis non congruebant. Etsi autem aperte mentiebatur, tamen quia imperatorem, ut Bar- barorum mos est, immodicis laudibus efferebat oratione ad imposturam composita, et equos cur- sores in suis stabulis educatos offerebat, nihil incommodi passus est. Accepit equos imperator, et Solymam, ejus æquitate et submissione appro- bata (quanquam ea benignitas non ab hominis ingenio proficiscebatur, sed temporum erat), ad sultanum ablegavit, ut ea exponeret quæ non ignorabat, et levitatem illi perfidiam atque iniqui- tatem objiceret. Neque vero ille quieturus erat, aut cladem illatam vel ad exiguum tempus inul- tam passurus. Latrociniis igitur de more utebatur; et delectis cohortibus missis Laodicea Phrygia, quæ tum non, uti nunc cernitur, manibus ador- nata, sed instar pagorum ad radices collium sparsim exstructa erat, ingentem prædam pecudum et hominum abegit; multos etiam occidit, atque inter alios pontificem Solomonem, castratum illum qui- dem, sed gratiosum hominem et Deo virtute pro- pinquum. Dicebat autem per ludibrium sultanus ad suos, quo pluribus malis Romanos afficeret, eo majora sibi beneficia ab imperatore exspectanda esse: Ľam penes quem victoria sit, ad eum quoque munera confluere solere, ne latius vagetur victoria, quemadmodum morbi periculosi diligentius cu- rentur, ne serpant. Nec interea quievit Manuel, sed primum per Basilium Zicandlam, deinde per Michaelem Angelum Turcos eos invasit, qui ob gregum et armentorum copiam loca herbida et cam- pestria consectantur, eaque de causa suis relictis sc- dibus Romanorum fines cum omnifamilia occupant. Di enim expedita copiarum parte in cohortes descripta secumque adducta, noctu adversarios reclius invadi posse rati, hanc exercitui tesseram in nocturno illo conflictu dederunt, ut exclamarent: « ferrum,» ut suos ea voce agnita inviolatos praeter- irent, eos vero qui taciti accederent, occiderent ut peregrinos. Ea acclamatio totius pugnæ tempore gentes distinxit, et ut David ait, ferri instar in Persarum animos penetravit. Sed Turci post multam tandem cadem, tessera illa intellecta, eamdem vo- cem et ipsi usurparunt, donec elapsa nocte dirempti D [P. 81] sunt exercitus. Sunt et aliæ multæ Manuelis contra Turcas et Turcarum contra Romanos excursiones factæ; quas plerasque, quod nihil memorabile in iis actum est, prætermisi, ne crebra similium rerum repetitio, sine ulla gratia novitatis, fasti- dium pareret lectoribus.
Ἡ δὲ τοῦ Ἀλεξίου γυνή, θυγάτηρ οὖσα τοῦ πορφυρογεννήτου Ἀλεξίου, ὃς ἐπρωτοτόκει τῶν τοῦ Μανουὴλ ἀδελφῶν, ἐφιλοτιμεῖτο μὲν ἑαυτὴν ἀνελεῖν, φιλανδρίαν καὶ σωφροσύνην ἐν ταῖς μάλιστα τῶν γυναικῶν ἀγαπήσασα καὶ τιμήσασα καὶ τῶν ἐκ τοῦ γένους θηλυτέρων καλλιστεῖον οὖσα καὶ λαμπρὸν ἐπικόσμημα καὶ περιλάλημα τοῖς πᾶσιν ἐράσμιον· τοῦ τοιούτου δ’ ἐγχειρήματος ἐκκρουσθεῖσα πεσοῦσα προσεκνυζᾶτο τοῖς τοῦ θείου καὶ βασιλέως ποσὶ καὶ ἐδεῖτο κοπτομένη θερμότερον, φήνης ἐλεεινότερον, δρακόντων ὀδυνηρότερον, ἀλκυόνος πολυπενθέστερον, χαρίσασθαι τὸν ἄνδρα αὐτῇ, μαρτυρομένη θεὸν καὶ εἴ τι που φρικῶδες τοῖς εὐσεβοῦσι πρᾶγμα καὶ ὄνομα ἀπαραλόγιστον εἶναι τῆς ἐκείνου βασιλείας θεράποντα καὶ ἀκαταιτίατον πάντῃ τὸν ἄκοιτιν αὐτῆς. ἀλλ’ οὐκ ἴσχυσε μεταθέσθαι τὴν γνώμην τοῦ αὐτοκράτορος, οὐδ’ ἀναλῦσαι ὅλως ἅπερ ἐκείνῳ ἤδη κεκύρωτό πως καὶ δέδοκτο, καὶ ταῦτα ἕως δακρύων αὐτὸν καὶ θέᾳ ἐλεεινῇ καὶ σχήμασιν ἱλασίμοις καὶ ῥήμασιν οἰκτροῖς ἐκθηλύνασα. ἀμέλει καὶ τὸν βίον φιλόδακρυν ἕλκουσα κατὰ τὰς φιλοσώφρονας τρυγόνας τὰ οἰκόπεδα περιέτρεχε καὶ περιέτρυζεν ὀλολύζουσα καὶ τὴν μόνωσιν ἀπωδύρετο·
Α πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἵκοντο. Καὶ ταῦτα μὲν συμ- Β βέβηκεν ὕστερον· τότε δὲ πολυδύναμος γεγονὼς τὸ πρὸς τὸν βασιλέα αἰδῆμον ἀπεξύσατο, καὶ ἦν αὐτὸς θεραπείαν προσῆγε ταῖς τῶν πραγμάτων δυσκολίαις ἀγχόμενος, ταύτην ἐξητεῖτὸ οἱ παρέχειν τὸν αὐτο- κράτορα, βαρβαρικώς μεταλλοιούμενος τῷ καιρῷ, καὶ δεῖσαν ὑπὲρ τὸ δέον ὑποστελλόμενος, καὶ πτερού αὖθις ἐλαφριζόμενος εὐπετέστερον, ὅτε τῇ ἑτέρᾳ πλά- στιγγι ροπὴν ἡ τύχη παρείχετο, τοῖς παλινστρόφοις βραβεύουσα πράγμασι. Παττάλῳ δ' υπεκκρουόμενος πάτταλος εξομαλίζων ἦν τὸν βασιλέα καὶ θεραπεύων ἐνταχοῦ, οὐ μὴν ὑπ᾽ ἐκείνου θηροκομούμενος διε- δείκνυτο. καὶ δόξαν ἀπονέμων πατρὸς υἱοθεσίας τιο μὴν ἐλάμβανε· καὶ ἦν τὰ παρ' ἀλλήλων χαραττόμενα γράμματα πατέρα βασιλέα καὶ σουλ- τάνου υἱὸν καταγγέλλοντα. Πλὴν οὐδ᾽ οὕτως ἐς φι- λίαν ἀκραιφνῆ συνηρμόζοντο ἢ γοῦν τὰς σπονδὰς οὐ ξυνέχεον. Ὅθεν ὁ μὲν κατὰ χειμάρρουν πληθύοντα ἢ κατὰ πολλὰ ἐδηδοκότα φάρμακα δράκοντα κατα ἐκλυζέ τε καὶ παρέσυρε τὸ προστυχὸν, καὶ συχνά τῶν ἡμετέρων πολιχνίων κατέχασκε, τὸν τῆς κακίας ἀποπτύων τόν· ὁ δὲ βασιλεὺς περιεφραγμου τούτου τὰς διεξόδους καὶ εἰς ἀνάρξουν τὸ ῥεῦμα ὑπανεστοί- βαζε θριγγίῳ ἀῤῥαγεῖ στρατοπέδου, ἢ ὁλκῇ χρυσίου ἐφολκοῦ κατεκοίμιζε πρὸς εἰρήνην τὸ τούτου βλέ φαρον, καὶ ἦν τέως εἰς λῃστείαν ἐπηρίαινε λοφιὰν καὶ τὸν ὁλκὸν ὅν ἐπεσύρετο τοῦ στρατεύματος κατα- σιγάζων ἐπράϋνεν. Ενίοτε δὲ τοὺς ὡς πώεα πλατέα διακκεχυμένους τοῖς Ῥωμαϊκοῖς σχοινίσμασι Τούρ κους ἀναστέλλων τοῖς περὶ τὴν πεντάπολιν ἐπιτί θεται, καὶ σωμάτων ἀνθρωπίνων καὶ ζώων πολλῶν γενόμενος ἐγκρατής, μηδ' εἰς χεῖρας δεξαμένων αὐτ τὸν τῶν Περσῶν, τροπαιοφόρος ἐπανέζευξεν, ὁπηνίκα καὶ Σολυμᾶς ὁ τῶν παρὰ τῷ σουλτάνῳ τὰ μέγιστε δυναμένων κορυφαιότατος τῷ βασιλεῖ ἐποφθεὶς πολλὰ μὲν ὑπερηγόρει τοῦ σουλτάνου, ἀποτρέπων τῆς ἐκείνου γνώμης τὰ παρὰ τῶν Τούρκων πραττόμενα καὶ σοφιστικῶς οἷς διεξήει καταχαριζόμενος, ἀσύμ φώνα δ᾽ ὅμως τοῖς πράγμασι φθεγγόμενος ηλίσκετο ψευδολογίας ἐγκλήματι· πλὴν οὐδ᾽ οὕτω τι πρὸς βασ σιλέως πέπονθεν ἄχαρι Σολυμᾶς. Θεραπεύων δὲ καὶ ὑπὲρ τὸ ἀληθὲς ὡς ἔθος τοῖς βαρβάροις, τὸ ἄνακτα, καὶ τὰ ἐς ἀπάτην τεχναζόμενος ἵπποις αὐτὸν ὠκύ- ποσιν ἐκολάκευσεν, οὔς τὸ ἐκείνου ἐσίτευεν ἱπποστά σιον. Ὁ δὲ βασιλεὺς τοὺς ἵππους δεξάμενος καὶ Σολυμᾶν τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ ὑποταγῆς ἀποδεξά- μενος, εἰ καὶ μὴ τῆς ἐκείνου γνώμης ἴδιον ἦν, τοῦ δὲ καιροῦ ὑπῆρχε δῶρον τὸ φιλοφρόνημα, πρὸς τὸν σουλτάνον ἀπέστειλεν ἐξηγησόμενον ἐκείνῳ ἃ οὐκ ἦν ἀγνοῶν, καὶ ἐς αὐτὸ τοῦ τροπου ἀποσκώψοντα τὸ παλίμβολον τὸ ἔπιστόν τε καὶ κακόηθες, κἂν οὐκ ἦν αὐτὸν ἡρεμήσειν ἐπὶ τούτοις ἢ γοῦν καθυπερ- θέσθαι καὶ πρὸς βραχύ Ῥωμαίοις τὴν ἀντιπάθειαν. Ἐκλόπευε γοῦν ταῖς συνήθεσι λῃστείαις χρώμενος. Στείλας δὲ καὶ φάλαγγας ἐπιλέκτους τὴν κατὰ Φρύ γίαν ἐκπορθεῖ Λαοδίκειαν, οὐκέτι οὖσαν συνοικουμένην ὡς νῦν ἑώραται, οὐδ᾽ εὐερκέσι φραγνυμένην τείχεσι, κατὰ δὲ κώμας ἐκκεχυμένην περὶ τὰς ὑπωρείας τῶν ἐκεῖσε βουνῶν. Πλασε δ' ἐκεῖθεν βαρεῖεν λείαν ἀνθρώπων καὶ ζώων πλῆθος οὐ σταθμητόν· οὐ μετρίους δὲ καὶ κατέκτανεν, ἐν οἷς καὶ τὸν ἀρχιερέα Σολομῶντα, ἐκτομίαν μὲν ἄνθρωπον, χαρίεντα δ' ἄλλως τὸ ἦθος καὶ Θεῷ δι' ἀρετῆς προσεγγίζοντα. Είρω. νευόμενος δ' ἔφασκε πρὸς τοὺς οἰκείους ὡς ὅσῳ ἂν μείζω δράσεις Ῥωμαίους δεινά, τοσούτῳ μείζω παρὰ Ο NICETE CHONIATE B disertus, apud imperatorem multa pro domino suo verba fecit, ut Turcos illa contra sultani volun- tatem fecisse ostenderet, blanditiis verborum usus quæ cum factis non congruebant. Etsi autem aperte mentiebatur, tamen quia imperatorem, ut Bar- barorum mos est, immodicis laudibus efferebat oratione ad imposturam composita, et equos cur- sores in suis stabulis educatos offerebat, nihil incommodi passus est. Accepit equos imperator, et Solymam, ejus æquitate et submissione appro- bata (quanquam ea benignitas non ab hominis ingenio proficiscebatur, sed temporum erat), ad sultanum ablegavit, ut ea exponeret quæ non ignorabat, et levitatem illi perfidiam atque iniqui- tatem objiceret. Neque vero ille quieturus erat, aut cladem illatam vel ad exiguum tempus inul- tam passurus. Latrociniis igitur de more utebatur; et delectis cohortibus missis Laodicea Phrygia, quæ tum non, uti nunc cernitur, manibus ador- nata, sed instar pagorum ad radices collium sparsim exstructa erat, ingentem prædam pecudum et hominum abegit; multos etiam occidit, atque inter alios pontificem Solomonem, castratum illum qui- dem, sed gratiosum hominem et Deo virtute pro- pinquum. Dicebat autem per ludibrium sultanus ad suos, quo pluribus malis Romanos afficeret, eo majora sibi beneficia ab imperatore exspectanda esse: Ľam penes quem victoria sit, ad eum quoque munera confluere solere, ne latius vagetur victoria, quemadmodum morbi periculosi diligentius cu- rentur, ne serpant. Nec interea quievit Manuel, sed primum per Basilium Zicandlam, deinde per Michaelem Angelum Turcos eos invasit, qui ob gregum et armentorum copiam loca herbida et cam- pestria consectantur, eaque de causa suis relictis sc- dibus Romanorum fines cum omnifamilia occupant. Di enim expedita copiarum parte in cohortes descripta secumque adducta, noctu adversarios reclius invadi posse rati, hanc exercitui tesseram in nocturno illo conflictu dederunt, ut exclamarent: « ferrum,» ut suos ea voce agnita inviolatos praeter- irent, eos vero qui taciti accederent, occiderent ut peregrinos. Ea acclamatio totius pugnæ tempore gentes distinxit, et ut David ait, ferri instar in Persarum animos penetravit. Sed Turci post multam tandem cadem, tessera illa intellecta, eamdem vo- cem et ipsi usurparunt, donec elapsa nocte dirempti D [P. 81] sunt exercitus. Sunt et aliæ multæ Manuelis contra Turcas et Turcarum contra Romanos excursiones factæ; quas plerasque, quod nihil memorabile in iis actum est, prætermisi, ne crebra similium rerum repetitio, sine ulla gratia novitatis, fasti- dium pareret lectoribus.
Book IVLiber IV
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
PG 139:465ὅθεν καὶ τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθεῖσα τὸ φρονεῖν παρακέκοπται, ἐπὶ παισὶν ἄρρεσι δυσὶ τὸ βιοῦν καταξαίνουσα καὶ ἑαυτὴν εἰς τέλος καταμαραίνουσα. Καὶ Ἀλέξιος μὲν τὸ μέλαν ἀσπασάμενος ἄμφιον τοῖς θείοις ἐκουφίζετο ἔρωσι τοῦ ἀκροτάτου τῶν ἀρετῶν ἐφιέμενος καὶ ὡς ὑψιπέτης ἀετὸς τῶν κάτω ὑπεριπτάμενος. κρεωδαισίας δ’ ἄκρος ὢν ἐραστὴς καὶ καρυκείαις χαίρων βρωμάτων καὶ πανθοινίαις προσκείμενος, ὁπηνίκα πλούτῳ πολλῷ περιερρεῖτο καὶ τοῖς κατὰ κόσμον ἐνευπάθει τερπνοῖς, ὡς καὶ τὰς νηστίμους τῶν ἡμερῶν (τετράδα φημὶ καὶ παρασκευὴν) κρεωβόρον αὐτῷ παρατίθεσθαι τράπεζαν, ἢ δεσποτικῆς κατὰ ταύτας τελετῆς ἀγομένης ἢ μνήμης ἐνδόξου μάρτυρος τελουμένης ἤ τινος τῶν ὀπαδῶν τοῦ Χριστοῦ, τότε ποηφαγῶν καὶ ταῖς ὀπώραις ἐνεστιώμενος καὶ ταῖς ἀκάπνοις θύων τῶν τραπεζῶν καὶ τὸ πεινῆν πεινῶν ἀτεχνῶς, ὀψὲ δὲ καὶ ἰχθύων ἐνεορτάζων ταῖς παραθέσεσιν ἔχαιρεν ὅτι μάλιστα καὶ μνήμην τῶν προτέρων λαμβάνων ὀψαρτυμάτων καὶ τῆς περιέργου τῶν κρεῶν δαιτρεύσεως ἀκκισμὸν ἐκάλει κοιλίας καὶ ὀρέξεως μέθοδον ὅσα οἱ ἀδδηφάγοι καὶ κρεωφάγοι προτίθενται μὴ δύνασθαι λέγοντες τοῦ ἄγαν ὑποχαλᾶν·
βασιλέως ἀγαθὰ πείσεται· « Ο γὰρ πάρεστι, φησί, τὸ κρατεῖν, τούτῳ καὶ αἱ δωρεαὶ φιλοῦσιν ἐπιξε νίζεσθαι, ἵνα [Ρ. 82] μὴ πλεῖον ἢ τὸ νικ ᾷν, ἐπειδὴ καὶ τὰ φλεγμαίνοντα τῶν σωμάτων τὰς νοσοκομίας ἐπισ σπώνται πλείονας, ἵνα ἀντισπῶνται καὶ σταῖεν τὰ πρόσω νεμόμενα. » Οὐδ᾽ ὁ Μανουὴλ μέντοι ἐπὶ τού τοῖς ἡσυχίαν ἡσπάσατο, ἀλλὰ πρῶτα μὲν διὰ τοῦ Γουδελίου Τζυκανδήλη, εἶτα καὶ διὰ τοῦ Ἀγγέλου Μιχαὴλ τοῖς Τούρκοις ἐπέθετο, ὅσοι πολυθρέμμονες ὄντες ἀναδιφῶσι πόας τὰς λειμωνίτιδας καὶ τούτων ἕνεκα τῶν οἰκείων ἠθῶν ἀπανιστάμενοι παγγενεὶ τὰ Ῥωμαίων ἐπεισίασιν ὅρια. Οὗτοι γὰρ ἐς λόχους τὸ τῶν στρατοπέδων συντάξαντες εὔζωνον καὶ μετ᾿ ἑαυτῶν παραλαβόντες ἐξῄεσαν. ᾿Αμείνω δὲ τὴν νύκτα κρίνοντες εἰς τὴν τῶν ἐναντίων ἐπίθεσιν, σύνθημα δεδώκασι τῷ στρατῷ ἐν τῷ κατὰ σκότον συμπλέκε σθαι τοῖς Τούρκοις ἀναφωνεῖν « Σίδηρος, » ὡς εἴη αὐτοῖς οὕτως ἀντιπαρέρχεσθαι μὲν τὸ ὁμόφυλον ὡς ὁμόφωνον, τὸ δὲ σιγῇ ἐπιὸν καίνοιεν ὡς ἀλλόγλωσσον. Καὶ τοῦτο δι' ὅλης τῆς τότε συμπλοκῆς ἐπι- φωνούμενον διέστελλε τὰ γένη, καὶ τὸ τοῦ Δαβίδ, ὁ σίδηρος τὰς τῶν Περσῶν ψυχὰς διήρχετο. Μετὰ δὲ πολύν ὀψέ ποτε φόνον οἱ Τοῦρκοι συνιέντες δ βούλεται τὸ ἀνὰ στόμα Ῥωμαίοις κείμενον, ξυνῳδὰ σφίσι καὶ αὐτοὶ ἐφθέγγοντο, ἕως τῆς νυκτὸς διαγενομένης ἀπ᾿ ἀλλήλων διέστησαν τὰ στρατεύματα. Πολε λαὶ μὲν οὖν ἐκδρομαὶ τὸ τηνικαῦτα καιροῦ τῷ βασιλεῖ τούτῳ κατὰ τῶν Τούρκων ἐγένοντο, καὶ παρὰ τούτων αὖθις Ῥωμαίοις ἐπιξυνέστησαν· παρῆκα δὲ τούτων ὅσαι σὺν τῷ μὴ ἀξιαφήγητόν τι κεκτῆσθαι καὶ κόρον τοῖς φιληκόοις ἐμποιήσειν ἤμελλον, οἷα τὰ πολλὰ εἰς ταυτὰ τὴν ἱστορίαν ἐπαναστρέφουσαι καὶ μηδέν τι παρεξηλλαχὸς εἰς τὴν διήγησιν ἔχουσαι. ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ. [Ρ. 83] α'. Ἐπάνειμι δ' αὖθις ἐπὶ τὰ Παιονικά, σα- Α φηνείας δ' ἔνεκα τοῦ ἱστορειν προαναβαλοῦμαι ταυτί. Τῷ τότε ἄρχοντι τῶν Ούννων Ἰατζα δύο ἦσαν ὁμαί μονες, Στέφανός τε καὶ Βλαδίσολαβος (83) και παῖδες Στέφανος καὶ Βελᾶς. Τῶν ἀδελφῶν τοίνυν ὁ Στέφανος τὰς ὁμογνίους ἐκφυγών χεῖρας κατ' αὐτοῦ φονώσας τὴν Κωνσταντίνου κατέλαβε, καὶ προσδε χθεὶς ἀσπασίως τῷ αὐτοκράτορι Μανουὴλ ἄλλης τε φιλοφροσύνης ὡς πλείστης ηὐμοίρησεν, ἀλλὰ δὴ καὶ Μαρίαν ἔγημε τὴν τούτου ἀνεψιάν, ἣν ὁ σεβαστος κράτωρ εφύτευσεν Ἰσαάκιος. Μετὰ βραχὺ δὲ καὶ ὁ τῶν ἀδελφῶν τρίτος Βλαδίσθλαβος κατ' ἔχνια βαίνων τῷ Στεφάνῳ τῷ Μανουὴλ προσεχώρησεν, οὐ τοσοῦτον Ἰατζά καταγνοὺς ὡς μὴ φιλοῦντος ὅσον εἰκὸς, ἡ ἐξ ἐκείνου ἐπιβουλὴν πτοηθεῖς, ὅσον τῇ τοῦ ἀδελφοῦ Στεφάνου φήμη γοητευθεὶς καὶ πρὸς αὐτὸν τὴν που ρείαν τεινάμενος. Τῷ τοι οὐδ᾽ αὐτὸς ἐξέπεσε τῶν ἐλπίδων ἢ ἀναξίως τοῦ γένους τῷ βασιλεῖ προσεί- ληπται, ἀλλὰ πάντα οἱ ἀπηντήκει κατὰ σκοπόν. Καὶ γυναῖκα δὲ ἂν ἡβούλετο ἀγαγέσθαι, καὶ ταύτην εκ βασιλείου ἂν ἔγημεν αἵματος. Ἀλλὰ γάμου μὲν ἀπέσχετο, ἵνα μὴ τῆς ἐς πατρίδα λαθόμενος επαν- έδου τὰ οἴκσι διαφθεροι, τῷ λωτῷ τῆς γυναικὸς προσηλούμενος. Ἀλλ᾽ οἷα τὰ ἐπὶ τούτοι: ; τελευτᾷ ὁ τῶν Ούννων ῥῆς Ἰατζᾶς, καὶ ὁ θάνατος ἥμερος, τῆς φύσεως δ' ἐνέθεινε βάρβιτον υποχαλασάσης τῆς ἁρο Β DE MANUELE COMNENO LIB. IV. LIBER QUARTUS RERUM A MANUELE COMNENO GESTARUM. - perspicitatis gratia, quædam præmittenda sunt. Hunnorum princeps Jazas duos fratres habuit, Stephanum et Bladisthlabum, totidemque filios, Stephanum et Belam. Stephanus, evitatis insidiis quæ a fratre sibi parabantur, Cpolim profectus et a Manuele imperatore humaniter susceptus, præter alia plurima beneficia, etiam Mariam uxorem acce- pit, imperatoris neptem, Isaacio sebastocratore natam. Paulo post alter quoque frater Bladisthlabus Stephanum imitatus ad Manuelem se contulit, non tam quod a fratre minus quam paresset amaretur aut insidiastimeret, quam fama rerum secundarum fratris Stephani impulsus. Neque vero spe sua frustratus est, aut aliter ab imperatore susceptus quam genus ejus decebat, sed omnia ex sententia confecit : ac uxorem quam vellet, vel ex impera- toria stirpe, ducere ei licuisset. Verum conjugio abstinuit, ne illius blanditiis irretitus neglecto reditu in patriam rebus suis minus consuleret. Sed quid fit? Hunnorum regi lazæ placida morte defuncto Stephanus filius in principatu succedit. At imperator eo casu delectatus, inilaque ratione, si Hunnorum satrapia ad Sthephanum affinem suum, cui jure deberetur, transiret, primum id sibi gloriæ fore, deinde Romano imperio forsitan aliquid Hier. wolfii notæ. 1. Priusquam aulem ad res Pannonicas redeam, (83) Βλαδίσθλαβος. Id fortasse nomen est, pro quo nunc Ladislaum usurpant.
πᾶν γὰρ τὸ παρατιθέμενον εἰδέναι τὸ σωμάτιον συνιστᾶν καὶ εὐεξίας εἶναι ποιητικόν. Τί δὲ ἡ φίλη δίκη; ἆρα πολύπους καὶ πολύχειρ οὖσα, ὀξυδερκής τε καὶ πανδερκής, καὶ μικροῦ ποδῆρες τὸ οὖς ἔχουσα, λήθεται ἢ οὐκ ἐννοεῖ ἢ τέλεον παρίησιν ἀνεκδίκητα ὅσα ἐπὶ τοῖς μὴ ἀλιτήμοσιν οἱ τῶν ἐπαινετέων κατήγοροι συρράπτουσιν ἔκδικα; οὐμενοῦν, ἀλλὰ παρυπέφηνε καὶ τότε ὡς τὰ ἐν μυχῷ γῆς διορᾷ καὶ τὰ ὑπὸ γλῶτταν ἐνωτίζεται τονθορυζόμενα. Εἰ μὲν οὖν καὶ βασιλεῖ ἐνεμέσησε τῆς μὴ ἐνδίκου ταυτησὶ πράξεως, οὐ τοῦ παρόντος καταλέγειν καιροῦ· ἔδει δὲ σοφὸν ὄντα τὸν Μανουήλ, μηδ’ ἀμαθῆ τε καὶ ἀναλφάβητον, οὐχ ὡς διαδεξόμενον ἐκεῖνον καὶ τῆς ἀρχῆς παραλῦσον τὸ ἄλφα περιεργάζεσθαι, ἀλλ’ ἐκείνῳ τὰ τοῦ ἄρχειν ἀνάπτειν πείσματα, ὃς εἶναί φησι τὸ Α καὶ τὸ Ω, ὡς Ἰωάννης ἐν τῇ Ἀποκαλύψει διδάσκει με. Τοὺς συκοφάντας μέντοι μετῆλθε καὶ ἄλλῳ μὲν ἄλλην δίκην ἐπέθηκε, τῷ δ’ Ἀαρὼν ἐπέβρισε χαλεπώτερον ταῖς οἰκείαις ἁρπεδόσι περισχοινίσασα.
βασιλέως ἀγαθὰ πείσεται· « Ο γὰρ πάρεστι, φησί, τὸ κρατεῖν, τούτῳ καὶ αἱ δωρεαὶ φιλοῦσιν ἐπιξε νίζεσθαι, ἵνα [Ρ. 82] μὴ πλεῖον ἢ τὸ νικ ᾷν, ἐπειδὴ καὶ τὰ φλεγμαίνοντα τῶν σωμάτων τὰς νοσοκομίας ἐπισ σπώνται πλείονας, ἵνα ἀντισπῶνται καὶ σταῖεν τὰ πρόσω νεμόμενα. » Οὐδ᾽ ὁ Μανουὴλ μέντοι ἐπὶ τού τοῖς ἡσυχίαν ἡσπάσατο, ἀλλὰ πρῶτα μὲν διὰ τοῦ Γουδελίου Τζυκανδήλη, εἶτα καὶ διὰ τοῦ Ἀγγέλου Μιχαὴλ τοῖς Τούρκοις ἐπέθετο, ὅσοι πολυθρέμμονες ὄντες ἀναδιφῶσι πόας τὰς λειμωνίτιδας καὶ τούτων ἕνεκα τῶν οἰκείων ἠθῶν ἀπανιστάμενοι παγγενεὶ τὰ Ῥωμαίων ἐπεισίασιν ὅρια. Οὗτοι γὰρ ἐς λόχους τὸ τῶν στρατοπέδων συντάξαντες εὔζωνον καὶ μετ᾿ ἑαυτῶν παραλαβόντες ἐξῄεσαν. ᾿Αμείνω δὲ τὴν νύκτα κρίνοντες εἰς τὴν τῶν ἐναντίων ἐπίθεσιν, σύνθημα δεδώκασι τῷ στρατῷ ἐν τῷ κατὰ σκότον συμπλέκε σθαι τοῖς Τούρκοις ἀναφωνεῖν « Σίδηρος, » ὡς εἴη αὐτοῖς οὕτως ἀντιπαρέρχεσθαι μὲν τὸ ὁμόφυλον ὡς ὁμόφωνον, τὸ δὲ σιγῇ ἐπιὸν καίνοιεν ὡς ἀλλόγλωσσον. Καὶ τοῦτο δι' ὅλης τῆς τότε συμπλοκῆς ἐπι- φωνούμενον διέστελλε τὰ γένη, καὶ τὸ τοῦ Δαβίδ, ὁ σίδηρος τὰς τῶν Περσῶν ψυχὰς διήρχετο. Μετὰ δὲ πολύν ὀψέ ποτε φόνον οἱ Τοῦρκοι συνιέντες δ βούλεται τὸ ἀνὰ στόμα Ῥωμαίοις κείμενον, ξυνῳδὰ σφίσι καὶ αὐτοὶ ἐφθέγγοντο, ἕως τῆς νυκτὸς διαγενομένης ἀπ᾿ ἀλλήλων διέστησαν τὰ στρατεύματα. Πολε λαὶ μὲν οὖν ἐκδρομαὶ τὸ τηνικαῦτα καιροῦ τῷ βασιλεῖ τούτῳ κατὰ τῶν Τούρκων ἐγένοντο, καὶ παρὰ τούτων αὖθις Ῥωμαίοις ἐπιξυνέστησαν· παρῆκα δὲ τούτων ὅσαι σὺν τῷ μὴ ἀξιαφήγητόν τι κεκτῆσθαι καὶ κόρον τοῖς φιληκόοις ἐμποιήσειν ἤμελλον, οἷα τὰ πολλὰ εἰς ταυτὰ τὴν ἱστορίαν ἐπαναστρέφουσαι καὶ μηδέν τι παρεξηλλαχὸς εἰς τὴν διήγησιν ἔχουσαι. ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ. [Ρ. 83] α'. Ἐπάνειμι δ' αὖθις ἐπὶ τὰ Παιονικά, σα- Α φηνείας δ' ἔνεκα τοῦ ἱστορειν προαναβαλοῦμαι ταυτί. Τῷ τότε ἄρχοντι τῶν Ούννων Ἰατζα δύο ἦσαν ὁμαί μονες, Στέφανός τε καὶ Βλαδίσολαβος (83) και παῖδες Στέφανος καὶ Βελᾶς. Τῶν ἀδελφῶν τοίνυν ὁ Στέφανος τὰς ὁμογνίους ἐκφυγών χεῖρας κατ' αὐτοῦ φονώσας τὴν Κωνσταντίνου κατέλαβε, καὶ προσδε χθεὶς ἀσπασίως τῷ αὐτοκράτορι Μανουὴλ ἄλλης τε φιλοφροσύνης ὡς πλείστης ηὐμοίρησεν, ἀλλὰ δὴ καὶ Μαρίαν ἔγημε τὴν τούτου ἀνεψιάν, ἣν ὁ σεβαστος κράτωρ εφύτευσεν Ἰσαάκιος. Μετὰ βραχὺ δὲ καὶ ὁ τῶν ἀδελφῶν τρίτος Βλαδίσθλαβος κατ' ἔχνια βαίνων τῷ Στεφάνῳ τῷ Μανουὴλ προσεχώρησεν, οὐ τοσοῦτον Ἰατζά καταγνοὺς ὡς μὴ φιλοῦντος ὅσον εἰκὸς, ἡ ἐξ ἐκείνου ἐπιβουλὴν πτοηθεῖς, ὅσον τῇ τοῦ ἀδελφοῦ Στεφάνου φήμη γοητευθεὶς καὶ πρὸς αὐτὸν τὴν που ρείαν τεινάμενος. Τῷ τοι οὐδ᾽ αὐτὸς ἐξέπεσε τῶν ἐλπίδων ἢ ἀναξίως τοῦ γένους τῷ βασιλεῖ προσεί- ληπται, ἀλλὰ πάντα οἱ ἀπηντήκει κατὰ σκοπόν. Καὶ γυναῖκα δὲ ἂν ἡβούλετο ἀγαγέσθαι, καὶ ταύτην εκ βασιλείου ἂν ἔγημεν αἵματος. Ἀλλὰ γάμου μὲν ἀπέσχετο, ἵνα μὴ τῆς ἐς πατρίδα λαθόμενος επαν- έδου τὰ οἴκσι διαφθεροι, τῷ λωτῷ τῆς γυναικὸς προσηλούμενος. Ἀλλ᾽ οἷα τὰ ἐπὶ τούτοι: ; τελευτᾷ ὁ τῶν Ούννων ῥῆς Ἰατζᾶς, καὶ ὁ θάνατος ἥμερος, τῆς φύσεως δ' ἐνέθεινε βάρβιτον υποχαλασάσης τῆς ἁρο Β DE MANUELE COMNENO LIB. IV. LIBER QUARTUS RERUM A MANUELE COMNENO GESTARUM. - perspicitatis gratia, quædam præmittenda sunt. Hunnorum princeps Jazas duos fratres habuit, Stephanum et Bladisthlabum, totidemque filios, Stephanum et Belam. Stephanus, evitatis insidiis quæ a fratre sibi parabantur, Cpolim profectus et a Manuele imperatore humaniter susceptus, præter alia plurima beneficia, etiam Mariam uxorem acce- pit, imperatoris neptem, Isaacio sebastocratore natam. Paulo post alter quoque frater Bladisthlabus Stephanum imitatus ad Manuelem se contulit, non tam quod a fratre minus quam paresset amaretur aut insidiastimeret, quam fama rerum secundarum fratris Stephani impulsus. Neque vero spe sua frustratus est, aut aliter ab imperatore susceptus quam genus ejus decebat, sed omnia ex sententia confecit : ac uxorem quam vellet, vel ex impera- toria stirpe, ducere ei licuisset. Verum conjugio abstinuit, ne illius blanditiis irretitus neglecto reditu in patriam rebus suis minus consuleret. Sed quid fit? Hunnorum regi lazæ placida morte defuncto Stephanus filius in principatu succedit. At imperator eo casu delectatus, inilaque ratione, si Hunnorum satrapia ad Sthephanum affinem suum, cui jure deberetur, transiret, primum id sibi gloriæ fore, deinde Romano imperio forsitan aliquid Hier. wolfii notæ. 1. Priusquam aulem ad res Pannonicas redeam, (83) Βλαδίσθλαβος. Id fortasse nomen est, pro quo nunc Ladislaum usurpant.
PG 139:467μετ’ οὐ πολὺν γάρ τινα χρόνον ἁλίσκεται μαγείαις προσανέχων καὶ προύκειτο χελώνης ἔκφορον μίμημα, ἔνδον στέγον τῆς χέλυος ἀνθρωπόμορφον εἴκασμα, πεπεδημένον ἄμφω τὼ πόδε καὶ τὸ στέρνον ἐληλαμένον ἥλῳ διαμπερές. ἑάλω δὲ καὶ βίβλον Σολομώντειον ἀνελίττων, ἥτις ἀναπτυσσομένη τε καὶ διερχομένη κατὰ λεγεῶνας συλλέγει καὶ παρίστησι τὰ δαιμόνια συχνάκις ἀναπυνθανόμενα, ἐφ’ ὅτῳ προσκέκληνται, καὶ τὸ ἐπιταττόμενον ἐπισπέρχοντα περατοῦν καὶ προθύμως δρῶντα τὸ κελευόμενον. Οὐκ ἐπὶ τούτοις δὲ μόνον Ἀαρὼν συνείληπτο, ἀλλὰ καὶ βασιλέως ἐνώπιον ὑποβάλλων ἃς ἐκ τῶν δυσμόθεν ἐθνῶν ἀφικόμενοι πρέσβεις ἐκόμιζον ἀγγελίας καὶ μὴ δυσαχθοῦντας ὁρῶν πρὸς τὰ τοῦ βασιλέως θελήματα ἐπιπλήττει τούτοις ἐν μιᾷ τῶν αἰτήσεων ὡς πρὸς τὰς καταθέσεις ἑτοιμορρόποις τε καὶ εὐκόλοις καὶ ὑποτίθησιν ἀντιτεῖναι πρὸς τὸ τῶν ζητημάτων τηνικαῦτα προκείμενον καὶ μὴ ῥᾳδίως οὕτω καὶ ἐκ πρώτης καθυπενδοῦναι, ὡς ἐντεῦθεν κερδανοῦντας καὶ φιλίαν μείζω ἐκ βασιλέως κἀκ τῶν ὁμογλώττων πλείω τιμήν.
μονίας καὶ διαλυσάσης πρὸς ἄ καὶ ἐξ ὧν συντέθειται. Β Ἡ δ' ἀρχὴ ἐπὶ τὸν ἐκείνου διαβαίνει παῖδα τὸν Στέφανον. Ὁ δὲ βασιλεὺς ὡς ἐκ ρίζης ἀνομοίου φυέν τι κάλλιστον τὸ γεγονὸς ἡγησάμενος, καὶ κατὰ νοῦν ἀναπολήσας, ὡς εἰ πρὸς τὸν ἐπ' ἀνεψιᾷ γαμβρόν Στέφανον, ὡς δῆθεν εἰς ἀρχὴν δικαιούμενον, ἡ τῶν Ούννων μεταβαίη σατράπευσις, σχοίη, ἂν τὰ πρῶτα κλέος αὐτὸς, ἔπειτα ἢ βασιλεία Ῥωμαίων μέρος ἴσως ἐκεῖθεν δασμοῦ, ἐκ τοῦ ἀναντιῤῥήτου δ' οὖν ἀσφαλῆ τὴν τοῦ Ζευγμένου καὶ τοῦ Φραγγοχωρίου κατασχεσιν, συντείνει τὸ πρόθυμον πρὸς τὴν τῶν σκοπουμένων ἐκπλήρωσιν. Καὶ εἶχεν εὐθὺς τοὺς μὲν πρέσβεις ἡ τῶν Ούννων χώρα, οἵτινες αὐτοῖς κατα- στάντες ἤμελλον ξυνδιαθέσθαι Στεφάνῳ τὸν τῆς ἀρ- χῆς στέφανον, μετὰ βραχὺ δὲ αὐτὸν ἡ Σαρδική. Ούννοι μὲν οὖν καὶ πρὸς τὴν πρώτην ἀκοὴν ἀπεπή- δησαν τοῦ Στεφάνου, καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν τὴν τούτου προσηγορίαν, καὶ δι᾿ ἄλλα μὲν φάσκοντες ἀποπέμπεσθαι τοῦτον, μάλιστα δὲ διὰ τὸ γῆμαι παρὰ Ῥωμαίοις· αὐτοῖς δὲ ἀσύμφορον όλως εἶναι προσ έσθαι ἄνδρα κατὰ κήδος τῷ βασιλεῖ Ρωμαίων συν απτόμενον· ὑποβλέπεσθαι γὰρ μὴ πως Ούννοι μὲν ὑπ' αὐτοῦ βασιλεύωνται, [Ρ. 84] αὐτὸς δὲ ὑπὸ τοῦ τῶν Ῥωμαίων ἄρχηται καὶ ὁρίζηται βασιλεύοντος. Διὰ ταῦτα τοίνυν οὔτε τῷ Στεφάνῳ ἐκεῖσέ ποι ἀφι κομένῳ προσέκειντο, καὶ τοὺς κατάγοντας αὐτὸν ἐκ βασιλέως ἀπράκτους ἡφίεσαν. Ἔνθεν τοι καὶ διὰ μείζονος ἰσχύος ἐπιβοηθῆσαι τῷ Στεφάνῳ δεῖν ὁ βασιλεὺς οἰηθεὶς αὐτός τε ἐκ Σαρδικῆς ἀπάρας ἀφι κνεῖται πρὸς τὰ παρίστρια, λέγω δὴ τὰ κατὰ βρα νίτζοβαν καὶ Βελέγραδα, καὶ τὸν ἀδελφιδοῦν ᾿Αλέξιον τὸν Κοντοστέφανον συνεκπέμπει τῷ Στεφάνῳ μετὰ ἰσχύος, οἳ καὶ ὡς τὸν Χράμον κατέλαβον, ὡς ἑνῆν τὰ πρὸς ἀρχὴν διεπράττοντο, ὑποποιούμενοί τε δώροις τοὺς μέγα παρὰ Παίοσι δυναμένους καὶ κολακεία ὑποφθείροντες καὶ ὑποσχέσεσι μεγίσταις επαίροντες ἑπέραινον δὲ οὐδὲν ἤ ὅσον Βλαδίοθλαβον τὸν τοῦ Στεφάνου κασίγνητον Οὔννους εἰς ἄρχοντα δέξασθαι. ᾿Αλλὰ καὶ τούτου βραχύν τινα χρόνον ἐπιβιώσαντος τῇ ἀρχῇ, ἐς τὸν τοῦ Ἰατζά υἱὸν Στέφανον οἱ Ούννοι πάλιν προσέθεψαν. Αλλ' οὔτε βασιλεὺς πράως ἤνεγκε τὸ γεγονὸς, καὶ ὁ τοῦ Ἰατζα κασίγνητος Στέφανος βασιλέως συναιρομένου πάντα ἦν μηχανώ μενος, εἴ πως τῆς ἀρχῆς ἐπιτεύζεται. Πολλῶν οὖν ἕνεκα τούτου συμβεβηκότων πολέμων, καὶ τοῦ βα σιλέως τὸν τοῦ Ιατζᾶ υἱὸν τὸν Βελᾶν εἰς γαμβρόν ἀνελομένου ἐπὶ τῇ θυγατρὶ ἐκείνου Μαρίᾳ, δν καὶ διάδοχον τῆς βασιλείας ἐμελέτα ποιῆσαι, οἱ τῶν Οὔννων ἀντικαθήμενοι τῷ Στεφάνῳ τῆς πρώτας τῶν ἐλπίδων ἐκριζοῦντες βλάστας καὶ ἀποτέμνοντες, τὸ ἐκ περιόδων τε ἐκείνῳ καὶ κύκλων μακρῶν ἀντι- πράττειν απολιπόντες καὶ ἑαυτοὺς πραγμάτων ἀλλοτριοῦντες, ἔγνωσαν ἐκποδὼν ποιήσασθαι δόλῳ τὸν ἀπεχθῆ, Στέφανον. Διὰ ταῦτα τὴν φαρμακοποσίαν ἐπηνεκότες ὡς πρόχειρον ζωῆς κατευνάστριαν, ριεσκόπουν τὸν τὴν θανατηφόρον κύλικα τῷ Στεφάνῳ τοῖς δακτύλοις σχήσοντα. Ως δ' εὗρον ὑποδρη στηρά τινα του Στεφάνου Θωμᾶν λεγόμενον, ἔστησαν τὸν μισθόν. Οὕτω δ᾽ ἦν ὀξύτατος ἐκεῖνος καὶ δεινότατος ἀνθρώπου καταλῦσαι ζωὴν καὶ σώματος διαστῆσαι ψυχήν, πονηρῷ κέρδει χεῖρα ὑποσχών, ὡς καὶ οίκο- θεν προσεφευρεῖν ἑτέραν μέθοδον δι' ἧς εἰς ᾅδου τάχιον καταλθήσεται Στέφανος. Αμέλει καὶ ἐν τῷ ἐξαιματοῦσθαι τὴν φλέβα τῷ Στεφάνῳ ἐγχρίεται φαρμάκῳ τὸ ἐπίθεμα τῆς τομῆς· τὸ δὲ ὅλῳ περι- χυθὲν τῷ σώματι καὶ διαδραμὸν καὶ τοῖς καιριωτέροις ἐνταῆψαν μέρεσιν ἀπάγει τοῦ ζῆν τὸν ἀνθρω που, πράγμασιν αὐτοῖς σαφῶς πιστωσάμενον τὰς τῶν ἀνθρώπων ἐπινοίας ἀκροσφαλεῖς καὶ δειλὰς, καὶ ὡς εἰκῇ καὶ μάτην τοῖς ἀκιχήτοις ἐγχειροῦσί τινες ἐφετοῖς καὶ διαπονοῦνται τοῖς οἰκείοις ἐπιτη Ο 756- - NICETE CHONIATÆ tributi accessurum, Zeugmino certe et Francochorio A citra controversiam potiturum, rei conficiendæ intendit animum. Legati statim ad llunnos mit- tuntur, qui cum eis de regno ad Stephanum trans- ferendo agerent paulo post ipse Sardicam venit. Hunni vero ad primum auditum a Stephano abhor- ruerunt et nomen ejus ægre tulerunt, eum se cum ob alia repudiare asserentes, tum quod Romanam uxorem duxisset: minime enim e re sua esse virum admittere Romanorum imperatori affinitate jun- ctum ; vereri se ne Hunni suo regi, rex vero imperatori Romanorum pareret. His de causis nec Stephano illuc profecto studuerunt, et legatos imperatoris rebus infectis dimiserunt. Unde Ste- phano majoribus viribus opitulandum ratue, Sardica ad Istri ripas, Branizobam et Belligradum, prufi- ciscitur, et nepotem Alexium Contostephanum cum copiis adjungit Stephano. Quicum Chramum tenuissent, pro virili egerunt ea quæ ad regnum ob- tinendum pertinebant. Quamvis autem Pannonum proceres et largitionibus ac adulationibus corrum- perent et maximis pollicitationibus inflarent, nihil tamen proficiebant, nisi ut Hunni Bladisthlabo Ste- phani fratri principatum deferrent. Quo paulo post defuncto rursus ad Iazæ filium Stephanum Hunni in- clinarunt. Quod factum neque imperatoræquo animo tulit et eo adjuvante lazæ frater Stephanus nihil non agebat, si quo modo regno potiretur. Ea de causa multis bellis conflatis, cum imperator lazæ filio Bele, quem imperii successorem designare in animo babebat, Mariam filiam despondisset, Hunni,uton- bus molestiis et periculis compendio defungeren- tur, invisum Stephanum dolo necare instituunt. Quam ad rem venenum aptissimum visum, quod per ministrum quemdam ejus Thomam largitionibus corruptum illi propinaretur. Is vero veneficii insignis artifex, e suo ingenio alia ratione deprompta, cum forte Stephanus venam incidisset, veneno ictu::. inunxit; quod in totum corpus diffusum, correptis vitalibus, hominem celeriter confecit. Cujus inte- ritus aperte declarat hominum cogitationes incer- tas et fallaces esse, ac nonnullos ea sequiquæ asse- qui nequeant, et frustra suis niti consiliis ac cona- tibus divino auxilio non suffragante, cadaver ejus lubridio habitum sepulturæ honore caruit. Zeugmi- num Hunnis deditionem fecit. His imperator au- ditis Hunnis bellum indicit. D
καὶ τότε μὲν ἡ διάλεξις διαλέλυτο, ἀφώρατα τῷ βασιλεῖ θεμένη τὰ τοιαδὶ τοῦ Ἀαρὼν εἰσηγήματα καὶ τῷ τῆς διαλέκτου διαφόρῳ τὰ ἔκθεσμα συσκιάσασα· κατὰ μόνας δὲ τὰ προβληθέντα τῶν ζητημάτων ἡ βασιλὶς ἀναπεμπάζει φρενί, Λατινὶς οὖσα τὸ γένος καὶ τῶν λεγομένων ἀκριβῶς συνιεῖσα, καὶ ἀνακαλύπτει πάντα τῷ ἄνακτι. ὁ δ’ ἐπὶ τοῖς ἠκουτισμένοις ἀγανακτήσας κακῶς τὸν Ἀαρὼν τίθησι τῶν τε ὀφθαλμῶν τὸ φῶς ἀμαυρώσας καὶ τῆς οὐσίας πάσης ἀποστερήσας.
μονίας καὶ διαλυσάσης πρὸς ἄ καὶ ἐξ ὧν συντέθειται. Β Ἡ δ' ἀρχὴ ἐπὶ τὸν ἐκείνου διαβαίνει παῖδα τὸν Στέφανον. Ὁ δὲ βασιλεὺς ὡς ἐκ ρίζης ἀνομοίου φυέν τι κάλλιστον τὸ γεγονὸς ἡγησάμενος, καὶ κατὰ νοῦν ἀναπολήσας, ὡς εἰ πρὸς τὸν ἐπ' ἀνεψιᾷ γαμβρόν Στέφανον, ὡς δῆθεν εἰς ἀρχὴν δικαιούμενον, ἡ τῶν Ούννων μεταβαίη σατράπευσις, σχοίη, ἂν τὰ πρῶτα κλέος αὐτὸς, ἔπειτα ἢ βασιλεία Ῥωμαίων μέρος ἴσως ἐκεῖθεν δασμοῦ, ἐκ τοῦ ἀναντιῤῥήτου δ' οὖν ἀσφαλῆ τὴν τοῦ Ζευγμένου καὶ τοῦ Φραγγοχωρίου κατασχεσιν, συντείνει τὸ πρόθυμον πρὸς τὴν τῶν σκοπουμένων ἐκπλήρωσιν. Καὶ εἶχεν εὐθὺς τοὺς μὲν πρέσβεις ἡ τῶν Ούννων χώρα, οἵτινες αὐτοῖς κατα- στάντες ἤμελλον ξυνδιαθέσθαι Στεφάνῳ τὸν τῆς ἀρ- χῆς στέφανον, μετὰ βραχὺ δὲ αὐτὸν ἡ Σαρδική. Ούννοι μὲν οὖν καὶ πρὸς τὴν πρώτην ἀκοὴν ἀπεπή- δησαν τοῦ Στεφάνου, καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν τὴν τούτου προσηγορίαν, καὶ δι᾿ ἄλλα μὲν φάσκοντες ἀποπέμπεσθαι τοῦτον, μάλιστα δὲ διὰ τὸ γῆμαι παρὰ Ῥωμαίοις· αὐτοῖς δὲ ἀσύμφορον όλως εἶναι προσ έσθαι ἄνδρα κατὰ κήδος τῷ βασιλεῖ Ρωμαίων συν απτόμενον· ὑποβλέπεσθαι γὰρ μὴ πως Ούννοι μὲν ὑπ' αὐτοῦ βασιλεύωνται, [Ρ. 84] αὐτὸς δὲ ὑπὸ τοῦ τῶν Ῥωμαίων ἄρχηται καὶ ὁρίζηται βασιλεύοντος. Διὰ ταῦτα τοίνυν οὔτε τῷ Στεφάνῳ ἐκεῖσέ ποι ἀφι κομένῳ προσέκειντο, καὶ τοὺς κατάγοντας αὐτὸν ἐκ βασιλέως ἀπράκτους ἡφίεσαν. Ἔνθεν τοι καὶ διὰ μείζονος ἰσχύος ἐπιβοηθῆσαι τῷ Στεφάνῳ δεῖν ὁ βασιλεὺς οἰηθεὶς αὐτός τε ἐκ Σαρδικῆς ἀπάρας ἀφι κνεῖται πρὸς τὰ παρίστρια, λέγω δὴ τὰ κατὰ βρα νίτζοβαν καὶ Βελέγραδα, καὶ τὸν ἀδελφιδοῦν ᾿Αλέξιον τὸν Κοντοστέφανον συνεκπέμπει τῷ Στεφάνῳ μετὰ ἰσχύος, οἳ καὶ ὡς τὸν Χράμον κατέλαβον, ὡς ἑνῆν τὰ πρὸς ἀρχὴν διεπράττοντο, ὑποποιούμενοί τε δώροις τοὺς μέγα παρὰ Παίοσι δυναμένους καὶ κολακεία ὑποφθείροντες καὶ ὑποσχέσεσι μεγίσταις επαίροντες ἑπέραινον δὲ οὐδὲν ἤ ὅσον Βλαδίοθλαβον τὸν τοῦ Στεφάνου κασίγνητον Οὔννους εἰς ἄρχοντα δέξασθαι. ᾿Αλλὰ καὶ τούτου βραχύν τινα χρόνον ἐπιβιώσαντος τῇ ἀρχῇ, ἐς τὸν τοῦ Ἰατζά υἱὸν Στέφανον οἱ Ούννοι πάλιν προσέθεψαν. Αλλ' οὔτε βασιλεὺς πράως ἤνεγκε τὸ γεγονὸς, καὶ ὁ τοῦ Ἰατζα κασίγνητος Στέφανος βασιλέως συναιρομένου πάντα ἦν μηχανώ μενος, εἴ πως τῆς ἀρχῆς ἐπιτεύζεται. Πολλῶν οὖν ἕνεκα τούτου συμβεβηκότων πολέμων, καὶ τοῦ βα σιλέως τὸν τοῦ Ιατζᾶ υἱὸν τὸν Βελᾶν εἰς γαμβρόν ἀνελομένου ἐπὶ τῇ θυγατρὶ ἐκείνου Μαρίᾳ, δν καὶ διάδοχον τῆς βασιλείας ἐμελέτα ποιῆσαι, οἱ τῶν Οὔννων ἀντικαθήμενοι τῷ Στεφάνῳ τῆς πρώτας τῶν ἐλπίδων ἐκριζοῦντες βλάστας καὶ ἀποτέμνοντες, τὸ ἐκ περιόδων τε ἐκείνῳ καὶ κύκλων μακρῶν ἀντι- πράττειν απολιπόντες καὶ ἑαυτοὺς πραγμάτων ἀλλοτριοῦντες, ἔγνωσαν ἐκποδὼν ποιήσασθαι δόλῳ τὸν ἀπεχθῆ, Στέφανον. Διὰ ταῦτα τὴν φαρμακοποσίαν ἐπηνεκότες ὡς πρόχειρον ζωῆς κατευνάστριαν, ριεσκόπουν τὸν τὴν θανατηφόρον κύλικα τῷ Στεφάνῳ τοῖς δακτύλοις σχήσοντα. Ως δ' εὗρον ὑποδρη στηρά τινα του Στεφάνου Θωμᾶν λεγόμενον, ἔστησαν τὸν μισθόν. Οὕτω δ᾽ ἦν ὀξύτατος ἐκεῖνος καὶ δεινότατος ἀνθρώπου καταλῦσαι ζωὴν καὶ σώματος διαστῆσαι ψυχήν, πονηρῷ κέρδει χεῖρα ὑποσχών, ὡς καὶ οίκο- θεν προσεφευρεῖν ἑτέραν μέθοδον δι' ἧς εἰς ᾅδου τάχιον καταλθήσεται Στέφανος. Αμέλει καὶ ἐν τῷ ἐξαιματοῦσθαι τὴν φλέβα τῷ Στεφάνῳ ἐγχρίεται φαρμάκῳ τὸ ἐπίθεμα τῆς τομῆς· τὸ δὲ ὅλῳ περι- χυθὲν τῷ σώματι καὶ διαδραμὸν καὶ τοῖς καιριωτέροις ἐνταῆψαν μέρεσιν ἀπάγει τοῦ ζῆν τὸν ἀνθρω που, πράγμασιν αὐτοῖς σαφῶς πιστωσάμενον τὰς τῶν ἀνθρώπων ἐπινοίας ἀκροσφαλεῖς καὶ δειλὰς, καὶ ὡς εἰκῇ καὶ μάτην τοῖς ἀκιχήτοις ἐγχειροῦσί τινες ἐφετοῖς καὶ διαπονοῦνται τοῖς οἰκείοις ἐπιτη Ο 756- - NICETE CHONIATÆ tributi accessurum, Zeugmino certe et Francochorio A citra controversiam potiturum, rei conficiendæ intendit animum. Legati statim ad llunnos mit- tuntur, qui cum eis de regno ad Stephanum trans- ferendo agerent paulo post ipse Sardicam venit. Hunni vero ad primum auditum a Stephano abhor- ruerunt et nomen ejus ægre tulerunt, eum se cum ob alia repudiare asserentes, tum quod Romanam uxorem duxisset: minime enim e re sua esse virum admittere Romanorum imperatori affinitate jun- ctum ; vereri se ne Hunni suo regi, rex vero imperatori Romanorum pareret. His de causis nec Stephano illuc profecto studuerunt, et legatos imperatoris rebus infectis dimiserunt. Unde Ste- phano majoribus viribus opitulandum ratue, Sardica ad Istri ripas, Branizobam et Belligradum, prufi- ciscitur, et nepotem Alexium Contostephanum cum copiis adjungit Stephano. Quicum Chramum tenuissent, pro virili egerunt ea quæ ad regnum ob- tinendum pertinebant. Quamvis autem Pannonum proceres et largitionibus ac adulationibus corrum- perent et maximis pollicitationibus inflarent, nihil tamen proficiebant, nisi ut Hunni Bladisthlabo Ste- phani fratri principatum deferrent. Quo paulo post defuncto rursus ad Iazæ filium Stephanum Hunni in- clinarunt. Quod factum neque imperatoræquo animo tulit et eo adjuvante lazæ frater Stephanus nihil non agebat, si quo modo regno potiretur. Ea de causa multis bellis conflatis, cum imperator lazæ filio Bele, quem imperii successorem designare in animo babebat, Mariam filiam despondisset, Hunni,uton- bus molestiis et periculis compendio defungeren- tur, invisum Stephanum dolo necare instituunt. Quam ad rem venenum aptissimum visum, quod per ministrum quemdam ejus Thomam largitionibus corruptum illi propinaretur. Is vero veneficii insignis artifex, e suo ingenio alia ratione deprompta, cum forte Stephanus venam incidisset, veneno ictu::. inunxit; quod in totum corpus diffusum, correptis vitalibus, hominem celeriter confecit. Cujus inte- ritus aperte declarat hominum cogitationes incer- tas et fallaces esse, ac nonnullos ea sequiquæ asse- qui nequeant, et frustra suis niti consiliis ac cona- tibus divino auxilio non suffragante, cadaver ejus lubridio habitum sepulturæ honore caruit. Zeugmi- num Hunnis deditionem fecit. His imperator au- ditis Hunnis bellum indicit. D
PG 139:469Κακοεργὸς δ’ ὢν Ἀαρὼν καὶ λιχνείαν φύσεως περὶ τὰ χείριστα δυςτυχῶν ἐς ὕστερον ἐνῆγεν Ἀνδρόνικον τυραννήσαντα μὴ μέχρι τοῦ ἐκκόπτειν τοὺς ὀφθαλμοὺς τὴν τῶν ἀντιφρόνων ἐκείνῳ τιμωρίαν περιιστᾶν, ἀλλ’ ἢ θάνατον ἁπάντων καταψηφίζεσθαι ἢ βαρυτέραις ἐκμοχλεύειν κολάσεσιν, ἑαυτὸν τιθεὶς εἰς παράδειγμα κἀντεῦθεν πιστούμενος τὰ λεγόμενα, ζῶντά τε καὶ κινούμενον καὶ πνέοντα καὶ φθεγγόμενον καὶ συμφράδμονα εἶναι δυνάμενον καὶ μὴ μόνον διὰ χειρῶν ἀντιλαβῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ γλώττης αὐτῆς ὡσεὶ καὶ μαχαίρας ὀξείας ἀποδειροτομεῖν ἰσχύοντα τὸν ἀντίδοξον, καὶ ἕτερ’ ἄττα φλύαρα καὶ ἀπάνθρωπα ὑφηγούμενος, δι’ ὧν τὸ ἀκροχολώτατον ἐκεῖνο καὶ ὑποδύσκολον τὸν τρόπον γερόντιον χαιρησιφονεῖν ἐπὶ μᾶλλον ἐπώτρυνεν. ὧν δὴ πονηρῶν διαβουλίων καὶ παραιφάσεων μικρὰν ἀποτιννὺς ἀμοιβὴν τῷ γεννήτορι Ἀαρὼν ὁ τὸν Ἀνδρόνικον ὕστερον τῆς ἀρχῆς καθελὼν Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος ἐκτέμνει τὴν αὐτοῦ γλῶτταν συναφελεῖν τε καὶ ἀφανιεῖν τὸν ἐπὶ ταύτης σπεύδων ἰόν. Ὁ δὲ βασιλεὺς Μανουὴλ ἐπέβλεψέ ποτε θυμῷ πλαγίῳ καὶ κινήσει ἐνδίκῳ κατὰ τοῦ Σκληροῦ Σὴθ καὶ τοῦ Σικιδίτου Μιχαήλ·
δεύμασι, μὴ καὶ θεϊκῆς συνεφαπτομένης χειρὸς ἄνωθεν καὶ τοῖς πραττομένοις ἐπευδοκούσης καὶ κατευθυνούσης τὰ τούτων διαβούλιά τε καὶ διαβήματα. Καὶ ὁ μὲν ἔκειτο οὕτως, καὶ ἦν ὁ νεκρὸς αὐτοῦ ὑβριζόμενος καὶ ὁσίας ἄμοιρος, καὶ τὸ Ζεύγμινον ὑπὸ Ούννων ὁμολογίᾳ ἑάλωκε. Ταῦτα ὡς ἠνώτιστο βασιλεύς, κατὰ τῶν Ούννων κηρύσσει πόλεμον. β΄. 'Οτε καὶ ᾿Ανδρόνικος πάλιν ἀποδρὰς καὶ παρα- γενόμενος εἰς Γάλιτζαν ἐκεῖθεν ἐπανέζευξεν. Εστι δὲ ἡ Γάλιτζα μία τῶν παρὰ τοῖς Ῥὼς τοπαρχιῶν, οἷς καὶ Σκύθας [Ρ. 85] Υπερβορέους φασίν. Ὁ δὲ τρόπος τῆς φυγῆς ἦν οὗτος. Πλάττεται τὸν νοσοῦντα, καὶ προκοίτου παιδὸς εἰς τας σωματικὰς ὑπηρεσίας η μοιρηκὼς ἀλλοεθνοῦς, καὶ τούτου καὶ τὰ πολλὰ τῆς ἡμετέρας διαλέκτου παραγραμματίζοντος, ἐπι- σκήπτει τούτῳ, ἐπεὶ καὶ μόνῳ ἀπὸ πάντων ἡ προς τὴν φρουρὰν ἀνεῖτο εἴσοδος, ὑφελέσθαι λάθρα τὰς κλεῖς τῶν τοῦ πύργου πυλῶν, ὁπότε πρὸς ἡμερινόν ὕπνον οἱ φύλακες τράποιντο δαψιλεστέρω χρησάμε- νοι τῷ ποτῷ, καὶ κηρῷ ἐκμάξασθαι ταύτας εἰς τὸ εὐτύπωτον, ὡς τῷ ἀρχετύπῳ εἶναι τὸ ἐκμαγεῖον κατὰ πᾶν ἐμφερὲς καὶ εἰκασμένον πρὸς ἔνδαλμα ἀπαράλλακτον. Δρᾷ τὸ ἀνδράποδον τὰ προστα- Β χθέντα, εἰσάγει ᾿Ανδρονίκῳ τὰ τῶν κλείθρων ίχνη. Ὁ δὲ τῷ παιδαρίσκῳ ὑποτίθησιν ἐμφανίσαι ταῦτα τῷ υἱῷ ἐκείνου τῷ Μανουὴλ, καὶ εἰπεῖν ὡς δεῖ τὴν τα χίστην τοιαῦτα χαλκεύσασθαι, οὐ ταῦτα δὲ μόνον, ἀλλὰ κἂν τοῖς ἀμφορεῦσι τῶν οἴνων, οἵπερ αὐτῷ τὸ τοῦ ἀρίστου στέγουσι πόμα, παραβύειν ἐκ λίνου νε νησμένα καλώδια καὶ ἀγαθίδας καὶ κρόκας καὶ μη ρίνθους λεπτάς. Ως δ' εἶχε πέρας τὰ βουληθέντα, ἀναπτύσσονται τὰ κλεῖθρα νυκτός, τὸ δεσμωτήριον ἀπραγμόνως ἀναπετάννυται· ὁ παῖς ὑπουργεῖ τὸ ἔργον, παρ' Ανδρονίκου λαβὼν τὸ ἐνδόσιμον· ὁ Ανδρόνικος ἔξειοι τὰ λίνα φέρων ἐν ταῖν χεροίν. Γίνεται οὖν αὐτῷ τὸ κατάντημα τῆς τότε νυκτός χόρτος ἀμφιλαφής περί που τὰ ἄβατα μέρη τῶν ανακτόρων φυεὶς καὶ εἰς ὕψος ἀναδραμών. Καὶ περὶ δευτέραν δὲ καὶ τρίτην ἡμέραν ταῖς πόαις ἐνειλημένος τοὺς διώκτας ελάνθανεν. ὡς δὲ ἄλις εἶχον οἱ διφῶντες τῆς κατὰ τὰ ἀρχεῖα ερεύνης, δια τίθησιν Ανδρόνικος τὰς στάλικας εἰς κλίμακας, καὶ διὰ μεσοπυργίου χαλασθεὶς ἀκάτιον εἴσεισιν ἐκ συν- θήματος περὶ τὰς ἀκτὰς σαλεῖον καὶ τοὺς προβλή τας, οἳ τὸ πάραλον τεῖχος τῆς πόλεως διειλήφασι, τὰς τῶν κυμάτων ἀποθραύοντες ἐμβολάς. Ην δὲ τοὐπίκλην Χρυσοχοόπουλος ὁ τῇ ἁλιάδι Ανδρόνικον εἰσδεξάμενος . Αλλ' οὕπω ἀκριβῶς ἀνάγεσθαι ἤρξαντο, καὶ συνέχονται παρὰ τῶν κατὰ τὸν Βου- κολέοντα προφυλάκων, οἳ πᾶσαν νύκτα σκοπεύουσι καὶ τῶν ἀνακτόρων οὐκ ἐῶσιν ἐχόμενα ἑνίας νῆας διαπλωΐζεσθαι. Ἐξ εκείνου δὲ τὰ τῆς σκοπιᾶς ταύ- της ἤρξαντο, ἐξ ὅτουπερ ὁ Τζιμισκῆς Ἰωάννης τῷ Φωκ. Νικηφόρῳ νυκτὸς ἐπέθετο διὰ σαργάνης ἀνι- μηθείς. Παρὰ βραχὺ γοῦν ἦν ἂν καὶ πάλιν ᾿Ανδρό- νικος χείροσι δεσμοῖς καὶ φυλακαῖς ἐνισχημένος, ἢ καὶ ξίφος τοῦ ζῆν αὐτὸν ὑπεξήγαγε τας πολλὰς εἰσέπειτα πλάνας ὑποτεμόμενον. Νῦν δὲ ἡ οἰκεία εὐτραπελία εῤῥύσατο καὶ τότε τὸν βαθυγνώμονα, ἐκ τῶν ἑαυτῆς ῥιζοτομήσασα κήπων τὰ τῷ καιρῷ προσφυή φάρμακα, ὥσπερ καὶ Δαβὶ ἐξέσωσε πρόσ τερον ἡ ἐν Γέθ τοῦ προσώπου ἀλλοίωσις ἐπιψόφησις DE MANUELE COMNENO LIB. IV. elapsus Galizam confugit: sed non diu ibi mansit. Est autem Galiza toparchia Rossorum, qui et Scy- the Hyperborei appellantur.Fugæ ratio hujusmodi fuit. Morbum fingit, ac puero peregrino, cujus opera in corporis ministeriis uteretur, linguæ nostratis non satis gnaro, sed cui soli ad custo- diam patebat aditus, mandat ut claves turris clam surripiat, cum vigiles largius poti meridianum somnum capiant, easque cera exquisite exprimat. Servulus jussa exsequitur, clavium exem- plum Andronici jussu Manueli filio ejus ostendit, ut quam primum tales fabricaretur, et in amphoras, quibus potus ad prandium ferretur, lineos funes, glomos et fila tenuia conjicit. Eo consilio ad A exitum perducto claustra noctu aperiuntur, carcer C D citra laborem patet. Andronicus pueri ministerio evadit, funiculos manibus gestane. Ea nocte in denso et alto palatii gramine, quo nemo adire s0- lebat, in diem usque tertium delitescit: inquisito- ribus deceptis et jam defatigatis, funibus pro scalis usus per moenia se demittit, naviculam conscendit, quæ ex composito in littore inter crepidines mari- timo urbis muro ad frangendum undarum impetum interjectas ductuabat : nautæ, a quo vehebatur, Chry- sopoli cognomentum erat. Sed cum vix ex eo loco solvissent ubi Joannes Zimisces sporla attra- ctus Nicephorum Phocam noctu oppressit, parum abfuit quin Andronicus aut gravioribus vinculis et duriore carcere constringeretur, aut sibi ipsi manus afferret, ut diuturnis molestiis liberaretur. Nunc hominem callidum ingenii dexteritas et so- lertia, quemadmodum olim Davidem insaniæ simu- latin Getæ, liberavit. Nam famuli persona simulata ex diuturnis vinculis elapsi, oravit eos a quibus comprehensus erat, ut sui miserescerent et ante multas acerbitates ab hero perpessi et nunc ob fugam male multandi. Herum autem Chrysopolum appellabat, et de industria barbare loquebatur, ac Græca multa se assequi dissimulabat. Sed et ipse Chrysopolus muneribus impetravit a speculato- ribus ut Andronicus tanquam servus fugitivus sibi redderetur. Ita præter spem ædes suas ingressus, cognomento Blanganas, eadem opera suos ut adve- niens salutavit et ut peregre abiens valere jussit; solutisque compedibus Meliboti equo con- scenso, qui ad fugam paratus erat, recta Anchia- lum contendit, quo cum venisset, Pupaci, qui (ut supra dictum est) primus Corcyræ arcem conscen- dit, se agnoscendum præbuit; sumptoque ab eo viatico et viæ ducibus Galizam proficiscitur. Cujus fines ingressus,quo tanquam in asylum tutissimum properabat, et jam persecutorum metu se libera- tum putans, a Blachis, qui fugam ejus ex fama cognorant, captus ad imperatorem reducitur. Ibi 2. Sub id tempus Andronicus denuo carcere
ὅθεν καὶ προστάξει τούτου ταῖς οἰκείαις ὄψεσιν ἄμφω τὸν σίδηρον ἐδέξαντο σίζοντα, λόγῳ μὲν ἀστρονομίας ἐχόμενοι, ἔργῳ δὲ μαγγανείαις προσκείμενοι δαιμονώδεσιν. Ὁ μὲν γὰρ Σκληρὸς ἐπιγάμου παρθένου ἤρα καὶ ἐπείρα λαμπρῶς, παρορώμενος δὲ ὑπὸ τῆς κόρης καὶ ἀδοξούμενος στέλλει ταύτῃ διὰ προαγωγοῦ τινος γυναίου μῆλον Περσικόν. ἡ δὲ παρθένος καταθεμένη τοῦτο τῷ κόλπῳ ἐκμαίνεται μάλα δὴ πρὸς ἔρωτα καὶ ἀφροδισίου ὑποπίμπλαται οἴστρου καὶ τέλος διακορεῖται παρ’ αὐτοῦ. οἱ δὲ τῆς παιδὸς προσγενεῖς βαρέως ἐνεγκόντες τὴν ταύτης ταπείνωσιν καταβοῶνται γενναίως μάλα τοῦ ταῖς νεάνισιν ἐφοπλίζοντος δαίμονας καὶ δίκην ὄφεως ἀρχεκάκου δι’ ὀπώρας τὰς παρθένους συλαγωγοῦντος καὶ τῆς σώφρονος βιοτῆς ὡς ἐξ Ἐδὲμ ἀπελαύνοντος. καὶ πικρόγαμος ἐντεῦθεν γενόμενος ἣν κακῶς ἔβλεψεν οὐδ’ ὅλως ἔτι ἑώρακεν. Ὁ δὲ Σικιδίτης διά τινων ἀρρητουργιῶν καὶ δεδορκότα τῶν θεωμένων ἐσκότου τὰ βλέφαρα καὶ ἀπεπλάνα τοῦ τὰ θεατὰ ὡς ὄντα ὁρᾶν καὶ τῶν ὁρώντων τὰς ὄψεις παρέφερε κατὰ φάλαγγας ἐπισυνιστῶν τοὺς δαίμονας, οὓς ἂν ἐκπλῆξαι βούλοιτο.
δεύμασι, μὴ καὶ θεϊκῆς συνεφαπτομένης χειρὸς ἄνωθεν καὶ τοῖς πραττομένοις ἐπευδοκούσης καὶ κατευθυνούσης τὰ τούτων διαβούλιά τε καὶ διαβήματα. Καὶ ὁ μὲν ἔκειτο οὕτως, καὶ ἦν ὁ νεκρὸς αὐτοῦ ὑβριζόμενος καὶ ὁσίας ἄμοιρος, καὶ τὸ Ζεύγμινον ὑπὸ Ούννων ὁμολογίᾳ ἑάλωκε. Ταῦτα ὡς ἠνώτιστο βασιλεύς, κατὰ τῶν Ούννων κηρύσσει πόλεμον. β΄. 'Οτε καὶ ᾿Ανδρόνικος πάλιν ἀποδρὰς καὶ παρα- γενόμενος εἰς Γάλιτζαν ἐκεῖθεν ἐπανέζευξεν. Εστι δὲ ἡ Γάλιτζα μία τῶν παρὰ τοῖς Ῥὼς τοπαρχιῶν, οἷς καὶ Σκύθας [Ρ. 85] Υπερβορέους φασίν. Ὁ δὲ τρόπος τῆς φυγῆς ἦν οὗτος. Πλάττεται τὸν νοσοῦντα, καὶ προκοίτου παιδὸς εἰς τας σωματικὰς ὑπηρεσίας η μοιρηκὼς ἀλλοεθνοῦς, καὶ τούτου καὶ τὰ πολλὰ τῆς ἡμετέρας διαλέκτου παραγραμματίζοντος, ἐπι- σκήπτει τούτῳ, ἐπεὶ καὶ μόνῳ ἀπὸ πάντων ἡ προς τὴν φρουρὰν ἀνεῖτο εἴσοδος, ὑφελέσθαι λάθρα τὰς κλεῖς τῶν τοῦ πύργου πυλῶν, ὁπότε πρὸς ἡμερινόν ὕπνον οἱ φύλακες τράποιντο δαψιλεστέρω χρησάμε- νοι τῷ ποτῷ, καὶ κηρῷ ἐκμάξασθαι ταύτας εἰς τὸ εὐτύπωτον, ὡς τῷ ἀρχετύπῳ εἶναι τὸ ἐκμαγεῖον κατὰ πᾶν ἐμφερὲς καὶ εἰκασμένον πρὸς ἔνδαλμα ἀπαράλλακτον. Δρᾷ τὸ ἀνδράποδον τὰ προστα- Β χθέντα, εἰσάγει ᾿Ανδρονίκῳ τὰ τῶν κλείθρων ίχνη. Ὁ δὲ τῷ παιδαρίσκῳ ὑποτίθησιν ἐμφανίσαι ταῦτα τῷ υἱῷ ἐκείνου τῷ Μανουὴλ, καὶ εἰπεῖν ὡς δεῖ τὴν τα χίστην τοιαῦτα χαλκεύσασθαι, οὐ ταῦτα δὲ μόνον, ἀλλὰ κἂν τοῖς ἀμφορεῦσι τῶν οἴνων, οἵπερ αὐτῷ τὸ τοῦ ἀρίστου στέγουσι πόμα, παραβύειν ἐκ λίνου νε νησμένα καλώδια καὶ ἀγαθίδας καὶ κρόκας καὶ μη ρίνθους λεπτάς. Ως δ' εἶχε πέρας τὰ βουληθέντα, ἀναπτύσσονται τὰ κλεῖθρα νυκτός, τὸ δεσμωτήριον ἀπραγμόνως ἀναπετάννυται· ὁ παῖς ὑπουργεῖ τὸ ἔργον, παρ' Ανδρονίκου λαβὼν τὸ ἐνδόσιμον· ὁ Ανδρόνικος ἔξειοι τὰ λίνα φέρων ἐν ταῖν χεροίν. Γίνεται οὖν αὐτῷ τὸ κατάντημα τῆς τότε νυκτός χόρτος ἀμφιλαφής περί που τὰ ἄβατα μέρη τῶν ανακτόρων φυεὶς καὶ εἰς ὕψος ἀναδραμών. Καὶ περὶ δευτέραν δὲ καὶ τρίτην ἡμέραν ταῖς πόαις ἐνειλημένος τοὺς διώκτας ελάνθανεν. ὡς δὲ ἄλις εἶχον οἱ διφῶντες τῆς κατὰ τὰ ἀρχεῖα ερεύνης, δια τίθησιν Ανδρόνικος τὰς στάλικας εἰς κλίμακας, καὶ διὰ μεσοπυργίου χαλασθεὶς ἀκάτιον εἴσεισιν ἐκ συν- θήματος περὶ τὰς ἀκτὰς σαλεῖον καὶ τοὺς προβλή τας, οἳ τὸ πάραλον τεῖχος τῆς πόλεως διειλήφασι, τὰς τῶν κυμάτων ἀποθραύοντες ἐμβολάς. Ην δὲ τοὐπίκλην Χρυσοχοόπουλος ὁ τῇ ἁλιάδι Ανδρόνικον εἰσδεξάμενος . Αλλ' οὕπω ἀκριβῶς ἀνάγεσθαι ἤρξαντο, καὶ συνέχονται παρὰ τῶν κατὰ τὸν Βου- κολέοντα προφυλάκων, οἳ πᾶσαν νύκτα σκοπεύουσι καὶ τῶν ἀνακτόρων οὐκ ἐῶσιν ἐχόμενα ἑνίας νῆας διαπλωΐζεσθαι. Ἐξ εκείνου δὲ τὰ τῆς σκοπιᾶς ταύ- της ἤρξαντο, ἐξ ὅτουπερ ὁ Τζιμισκῆς Ἰωάννης τῷ Φωκ. Νικηφόρῳ νυκτὸς ἐπέθετο διὰ σαργάνης ἀνι- μηθείς. Παρὰ βραχὺ γοῦν ἦν ἂν καὶ πάλιν ᾿Ανδρό- νικος χείροσι δεσμοῖς καὶ φυλακαῖς ἐνισχημένος, ἢ καὶ ξίφος τοῦ ζῆν αὐτὸν ὑπεξήγαγε τας πολλὰς εἰσέπειτα πλάνας ὑποτεμόμενον. Νῦν δὲ ἡ οἰκεία εὐτραπελία εῤῥύσατο καὶ τότε τὸν βαθυγνώμονα, ἐκ τῶν ἑαυτῆς ῥιζοτομήσασα κήπων τὰ τῷ καιρῷ προσφυή φάρμακα, ὥσπερ καὶ Δαβὶ ἐξέσωσε πρόσ τερον ἡ ἐν Γέθ τοῦ προσώπου ἀλλοίωσις ἐπιψόφησις DE MANUELE COMNENO LIB. IV. elapsus Galizam confugit: sed non diu ibi mansit. Est autem Galiza toparchia Rossorum, qui et Scy- the Hyperborei appellantur.Fugæ ratio hujusmodi fuit. Morbum fingit, ac puero peregrino, cujus opera in corporis ministeriis uteretur, linguæ nostratis non satis gnaro, sed cui soli ad custo- diam patebat aditus, mandat ut claves turris clam surripiat, cum vigiles largius poti meridianum somnum capiant, easque cera exquisite exprimat. Servulus jussa exsequitur, clavium exem- plum Andronici jussu Manueli filio ejus ostendit, ut quam primum tales fabricaretur, et in amphoras, quibus potus ad prandium ferretur, lineos funes, glomos et fila tenuia conjicit. Eo consilio ad A exitum perducto claustra noctu aperiuntur, carcer C D citra laborem patet. Andronicus pueri ministerio evadit, funiculos manibus gestane. Ea nocte in denso et alto palatii gramine, quo nemo adire s0- lebat, in diem usque tertium delitescit: inquisito- ribus deceptis et jam defatigatis, funibus pro scalis usus per moenia se demittit, naviculam conscendit, quæ ex composito in littore inter crepidines mari- timo urbis muro ad frangendum undarum impetum interjectas ductuabat : nautæ, a quo vehebatur, Chry- sopoli cognomentum erat. Sed cum vix ex eo loco solvissent ubi Joannes Zimisces sporla attra- ctus Nicephorum Phocam noctu oppressit, parum abfuit quin Andronicus aut gravioribus vinculis et duriore carcere constringeretur, aut sibi ipsi manus afferret, ut diuturnis molestiis liberaretur. Nunc hominem callidum ingenii dexteritas et so- lertia, quemadmodum olim Davidem insaniæ simu- latin Getæ, liberavit. Nam famuli persona simulata ex diuturnis vinculis elapsi, oravit eos a quibus comprehensus erat, ut sui miserescerent et ante multas acerbitates ab hero perpessi et nunc ob fugam male multandi. Herum autem Chrysopolum appellabat, et de industria barbare loquebatur, ac Græca multa se assequi dissimulabat. Sed et ipse Chrysopolus muneribus impetravit a speculato- ribus ut Andronicus tanquam servus fugitivus sibi redderetur. Ita præter spem ædes suas ingressus, cognomento Blanganas, eadem opera suos ut adve- niens salutavit et ut peregre abiens valere jussit; solutisque compedibus Meliboti equo con- scenso, qui ad fugam paratus erat, recta Anchia- lum contendit, quo cum venisset, Pupaci, qui (ut supra dictum est) primus Corcyræ arcem conscen- dit, se agnoscendum præbuit; sumptoque ab eo viatico et viæ ducibus Galizam proficiscitur. Cujus fines ingressus,quo tanquam in asylum tutissimum properabat, et jam persecutorum metu se libera- tum putans, a Blachis, qui fugam ejus ex fama cognorant, captus ad imperatorem reducitur. Ibi 2. Sub id tempus Andronicus denuo carcere
ἔτυχε γοῦν ποτε ἀπὸ μετεώρου τῶν βασιλείων βλέπων ἐς θάλασσαν, κατήγετο δὲ ἁλιὰς τρύβλια καὶ λοπάδας ἔχουσα τὰ ἀγώγιμα. φησὶ τοίνυν πρὸς τοὺς συνεστῶτας ὡς τίνα ἂν αὐτῷ κατάθωνται τὸν μισθόν, εἰ τὸν νηί̈την τῶν ὀρθῶν φρενῶν διεκπλεύσαντα μὴ ἂν ὀκνῆσαι παρασκευάσειεν ἀναστῆναί τε τῶν σελμάτων τὴν δικωπίαν προέμενον καὶ συντρῖψαι εἰς λεπτὰ τὰ κεράμια. τῶν δὲ εὐγνωμονεῖν εἰπόντων πρὸς ἅπαν τὸ παρ’ αὐτοῦ αἰτηθέν, ὁ πρωρεὺς μετὰ βραχὺ τῆς ἕδρας ἀνίσταται καὶ τὴν κώπην ἀνὰ χεῖρας λαβὼν κατέφερέ τε τῶν σκευαρίων συχνὰ καὶ οὐκ ἀνῆκεν οὕτω διαπραττόμενος, ἕως αὐτὰ εἰς κόνιν ἐλέπτυνεν. ἐκ δὲ τούτου οἱ μὲν ἄνωθεν θεώμενοι τῷ γέλωτι διερρήγνυντο τὸ γεγονὸς τιθέμενοι διὰ θαύματος· ὁ δὲ πλωτὴρ ἀμφοτέραις μετ’ οὐ πολὺ τῶν γενείων δραξάμενος γοερὸν ἐπωδύρετο καὶ ὡς θεοβλαβείᾳ τὰς φρένας παρακοπέντα πολλῷ ἔτι μᾶλλον ἀνανήψας τοῦ ζόφου ἑαυτὸν ὠλοφύρετο.
δεύμασι, μὴ καὶ θεϊκῆς συνεφαπτομένης χειρὸς ἄνωθεν καὶ τοῖς πραττομένοις ἐπευδοκούσης καὶ κατευθυνούσης τὰ τούτων διαβούλιά τε καὶ διαβήματα. Καὶ ὁ μὲν ἔκειτο οὕτως, καὶ ἦν ὁ νεκρὸς αὐτοῦ ὑβριζόμενος καὶ ὁσίας ἄμοιρος, καὶ τὸ Ζεύγμινον ὑπὸ Ούννων ὁμολογίᾳ ἑάλωκε. Ταῦτα ὡς ἠνώτιστο βασιλεύς, κατὰ τῶν Ούννων κηρύσσει πόλεμον. β΄. 'Οτε καὶ ᾿Ανδρόνικος πάλιν ἀποδρὰς καὶ παρα- γενόμενος εἰς Γάλιτζαν ἐκεῖθεν ἐπανέζευξεν. Εστι δὲ ἡ Γάλιτζα μία τῶν παρὰ τοῖς Ῥὼς τοπαρχιῶν, οἷς καὶ Σκύθας [Ρ. 85] Υπερβορέους φασίν. Ὁ δὲ τρόπος τῆς φυγῆς ἦν οὗτος. Πλάττεται τὸν νοσοῦντα, καὶ προκοίτου παιδὸς εἰς τας σωματικὰς ὑπηρεσίας η μοιρηκὼς ἀλλοεθνοῦς, καὶ τούτου καὶ τὰ πολλὰ τῆς ἡμετέρας διαλέκτου παραγραμματίζοντος, ἐπι- σκήπτει τούτῳ, ἐπεὶ καὶ μόνῳ ἀπὸ πάντων ἡ προς τὴν φρουρὰν ἀνεῖτο εἴσοδος, ὑφελέσθαι λάθρα τὰς κλεῖς τῶν τοῦ πύργου πυλῶν, ὁπότε πρὸς ἡμερινόν ὕπνον οἱ φύλακες τράποιντο δαψιλεστέρω χρησάμε- νοι τῷ ποτῷ, καὶ κηρῷ ἐκμάξασθαι ταύτας εἰς τὸ εὐτύπωτον, ὡς τῷ ἀρχετύπῳ εἶναι τὸ ἐκμαγεῖον κατὰ πᾶν ἐμφερὲς καὶ εἰκασμένον πρὸς ἔνδαλμα ἀπαράλλακτον. Δρᾷ τὸ ἀνδράποδον τὰ προστα- Β χθέντα, εἰσάγει ᾿Ανδρονίκῳ τὰ τῶν κλείθρων ίχνη. Ὁ δὲ τῷ παιδαρίσκῳ ὑποτίθησιν ἐμφανίσαι ταῦτα τῷ υἱῷ ἐκείνου τῷ Μανουὴλ, καὶ εἰπεῖν ὡς δεῖ τὴν τα χίστην τοιαῦτα χαλκεύσασθαι, οὐ ταῦτα δὲ μόνον, ἀλλὰ κἂν τοῖς ἀμφορεῦσι τῶν οἴνων, οἵπερ αὐτῷ τὸ τοῦ ἀρίστου στέγουσι πόμα, παραβύειν ἐκ λίνου νε νησμένα καλώδια καὶ ἀγαθίδας καὶ κρόκας καὶ μη ρίνθους λεπτάς. Ως δ' εἶχε πέρας τὰ βουληθέντα, ἀναπτύσσονται τὰ κλεῖθρα νυκτός, τὸ δεσμωτήριον ἀπραγμόνως ἀναπετάννυται· ὁ παῖς ὑπουργεῖ τὸ ἔργον, παρ' Ανδρονίκου λαβὼν τὸ ἐνδόσιμον· ὁ Ανδρόνικος ἔξειοι τὰ λίνα φέρων ἐν ταῖν χεροίν. Γίνεται οὖν αὐτῷ τὸ κατάντημα τῆς τότε νυκτός χόρτος ἀμφιλαφής περί που τὰ ἄβατα μέρη τῶν ανακτόρων φυεὶς καὶ εἰς ὕψος ἀναδραμών. Καὶ περὶ δευτέραν δὲ καὶ τρίτην ἡμέραν ταῖς πόαις ἐνειλημένος τοὺς διώκτας ελάνθανεν. ὡς δὲ ἄλις εἶχον οἱ διφῶντες τῆς κατὰ τὰ ἀρχεῖα ερεύνης, δια τίθησιν Ανδρόνικος τὰς στάλικας εἰς κλίμακας, καὶ διὰ μεσοπυργίου χαλασθεὶς ἀκάτιον εἴσεισιν ἐκ συν- θήματος περὶ τὰς ἀκτὰς σαλεῖον καὶ τοὺς προβλή τας, οἳ τὸ πάραλον τεῖχος τῆς πόλεως διειλήφασι, τὰς τῶν κυμάτων ἀποθραύοντες ἐμβολάς. Ην δὲ τοὐπίκλην Χρυσοχοόπουλος ὁ τῇ ἁλιάδι Ανδρόνικον εἰσδεξάμενος . Αλλ' οὕπω ἀκριβῶς ἀνάγεσθαι ἤρξαντο, καὶ συνέχονται παρὰ τῶν κατὰ τὸν Βου- κολέοντα προφυλάκων, οἳ πᾶσαν νύκτα σκοπεύουσι καὶ τῶν ἀνακτόρων οὐκ ἐῶσιν ἐχόμενα ἑνίας νῆας διαπλωΐζεσθαι. Ἐξ εκείνου δὲ τὰ τῆς σκοπιᾶς ταύ- της ἤρξαντο, ἐξ ὅτουπερ ὁ Τζιμισκῆς Ἰωάννης τῷ Φωκ. Νικηφόρῳ νυκτὸς ἐπέθετο διὰ σαργάνης ἀνι- μηθείς. Παρὰ βραχὺ γοῦν ἦν ἂν καὶ πάλιν ᾿Ανδρό- νικος χείροσι δεσμοῖς καὶ φυλακαῖς ἐνισχημένος, ἢ καὶ ξίφος τοῦ ζῆν αὐτὸν ὑπεξήγαγε τας πολλὰς εἰσέπειτα πλάνας ὑποτεμόμενον. Νῦν δὲ ἡ οἰκεία εὐτραπελία εῤῥύσατο καὶ τότε τὸν βαθυγνώμονα, ἐκ τῶν ἑαυτῆς ῥιζοτομήσασα κήπων τὰ τῷ καιρῷ προσφυή φάρμακα, ὥσπερ καὶ Δαβὶ ἐξέσωσε πρόσ τερον ἡ ἐν Γέθ τοῦ προσώπου ἀλλοίωσις ἐπιψόφησις DE MANUELE COMNENO LIB. IV. elapsus Galizam confugit: sed non diu ibi mansit. Est autem Galiza toparchia Rossorum, qui et Scy- the Hyperborei appellantur.Fugæ ratio hujusmodi fuit. Morbum fingit, ac puero peregrino, cujus opera in corporis ministeriis uteretur, linguæ nostratis non satis gnaro, sed cui soli ad custo- diam patebat aditus, mandat ut claves turris clam surripiat, cum vigiles largius poti meridianum somnum capiant, easque cera exquisite exprimat. Servulus jussa exsequitur, clavium exem- plum Andronici jussu Manueli filio ejus ostendit, ut quam primum tales fabricaretur, et in amphoras, quibus potus ad prandium ferretur, lineos funes, glomos et fila tenuia conjicit. Eo consilio ad A exitum perducto claustra noctu aperiuntur, carcer C D citra laborem patet. Andronicus pueri ministerio evadit, funiculos manibus gestane. Ea nocte in denso et alto palatii gramine, quo nemo adire s0- lebat, in diem usque tertium delitescit: inquisito- ribus deceptis et jam defatigatis, funibus pro scalis usus per moenia se demittit, naviculam conscendit, quæ ex composito in littore inter crepidines mari- timo urbis muro ad frangendum undarum impetum interjectas ductuabat : nautæ, a quo vehebatur, Chry- sopoli cognomentum erat. Sed cum vix ex eo loco solvissent ubi Joannes Zimisces sporla attra- ctus Nicephorum Phocam noctu oppressit, parum abfuit quin Andronicus aut gravioribus vinculis et duriore carcere constringeretur, aut sibi ipsi manus afferret, ut diuturnis molestiis liberaretur. Nunc hominem callidum ingenii dexteritas et so- lertia, quemadmodum olim Davidem insaniæ simu- latin Getæ, liberavit. Nam famuli persona simulata ex diuturnis vinculis elapsi, oravit eos a quibus comprehensus erat, ut sui miserescerent et ante multas acerbitates ab hero perpessi et nunc ob fugam male multandi. Herum autem Chrysopolum appellabat, et de industria barbare loquebatur, ac Græca multa se assequi dissimulabat. Sed et ipse Chrysopolus muneribus impetravit a speculato- ribus ut Andronicus tanquam servus fugitivus sibi redderetur. Ita præter spem ædes suas ingressus, cognomento Blanganas, eadem opera suos ut adve- niens salutavit et ut peregre abiens valere jussit; solutisque compedibus Meliboti equo con- scenso, qui ad fugam paratus erat, recta Anchia- lum contendit, quo cum venisset, Pupaci, qui (ut supra dictum est) primus Corcyræ arcem conscen- dit, se agnoscendum præbuit; sumptoque ab eo viatico et viæ ducibus Galizam proficiscitur. Cujus fines ingressus,quo tanquam in asylum tutissimum properabat, et jam persecutorum metu se libera- tum putans, a Blachis, qui fugam ejus ex fama cognorant, captus ad imperatorem reducitur. Ibi 2. Sub id tempus Andronicus denuo carcere
PG 139:471ἐρωτώμενος δέ, ὅ τι πεπονθὼς τὸν φόρτον οὑτωσὶ διέθετο, διεξῄει περιπαθῶς ὡς ταῖς κώπαις προσανέχων αἴφνης ὄφιν ὁρᾷ δαφοινόν, πυρσώδη τὸν λόφον, ἄνω τῶν τρυβλίων ἐκτεταμένον, ἐς αὐτὸν ἀτενὲς ὁρῶντα κατὰ τοὺς τῶν δρακόντων ἀκλινεῖς τὸ ὄμμα καὶ καταπιεῖν ὀριγνώμενον, ὃς καὶ οὐκ ἔληξε τῶν ἑλίξεων πρὶν ἢ κατηλόητο τὰ κεράμια· τὸ δ’ ἐκ τούτου ἠφάντωται, ὥσπερ ἐκ μέσων οἱ τῶν ὀφθαλμῶν ἀποπτάς. Καὶ τοῦτο μὲν τοιοῦτον. ἕτερον δὲ κἀκεῖνο· ἐν βαλανείῳ λουόμενος ἦν, ἐς διαφορὰν δὲ καταστὰς μετὰ τῶν τοῖς αὐτοῖς νίτροις ἁγνιζομένων εἰς τὰ ἀπόδυτρα ἔξεισι. μετὰ μικρὸν δὲ καὶ οἱ ἐν τῷ λουτρῷ φεύγοντες καὶ συμπατοῦντες ἀλλήλους ἐξῄεσαν ἐκεῖθεν περιδεεῖς, οἳ καὶ τοῖς συνειλεγμένοις πυκνὰ τὸ πνεῦμα συλλέγοντες ἔφασκον ὡς ἐκ τῆς θερμμορρόας ἐκπηδήσαντές τινες ἄνδρες πίσσης μελάντεροι ἐξῶσαν αὐτοὺς τοῦ λουτροῦ παίοντες κατὰ τῶν γλουτῶν τῷ πλατεῖ τοῦ ποδός. Διὰ ταῦτα τοίνυν ἀμφότεροι καὶ πράξεις δὲ ἀσελγεστέρας ἑτέρας τῶν ὄψεων ἐστερήθησαν·
Α τε του τυμπάνου καὶ ἡ μανικὴ τῶν ποδῶν παρεν σάλευσις. Οἰκέτου γὰρ οἰκότριβος ὑποδὺς προσω- πεῖον, χρόνια δεσμὰ ἐκδιδράσκοντος, ἐδεῖτο τῶν συλλαβόντων μὴ παριδεῖν αὐτὸν οὐκ ὀλίγα προς τοῦ δεσπότου πεπονθότα πάλαι δεινὰ, καὶ νῦν δὲ δί- και εἴσπραττόμενον τῆς φυγῆς. Ἐκάλει δ' οὕτω τὸν Χρυσοχούπουλον, μεταῤῥυθμίζων ἅμα πρὸς τὴν βάρβαρον φωνὴν τὴν Ἑλληνίδα διάλεκτον, καὶ μηδ' ἐπαΐειν τὰ πλεῖστα ταυτησί πλαττόμενος. Καὶ αὐτ τὸς δὲ ὁ Χρυσοχοόπουλος δώροις παρακρουσάμενος τοὺς σκοπούς ἴσχυσεν ᾿Ανδρόνικον ἐξελεῖν, ὡς δρα- πέτην ἑαυτοῦ δοῦλον αἰτησάμενος καὶ λαβών. Αμέσ λει καὶ παρὰ δόξαν ᾿Ανδρόνικος εἰς τὸν οἰκεῖον οἶκον παρελθὼν, ὅς τοῦ Βλάγγα ἐπικέκληται, ὁμοῦ το προσεῖπε τοὺς φιλτάτους τὰ εἰσιτήρια ἐποφθεὶς καὶ προσεφθέγξατο τὰ ἀπόδημα, τοὺς πόδας τῶν σιδή ρων ἀπολυθείς. Καὶ τὸ Μελίβετον καταλαβὼν καὶ τῶν ἐκεῖσε ἵππων ἐπιβὰς, οἵπερ ἐκείνῳ πρὸς ἀπό δρασιν ἡτοιμάσθησαν, τὴν εὐθὺ τῆς ᾿Αγχιάλου εται. Ἔνθα δὴ γεγονὼς καὶ τῷ Πουπάκῃ ἑαυτὸν ἐμφα νίσας, ὃς πρῶτος, ὡς ἤδη ἐῤῥέθη μοι, τὴν κατὰ Κορυφὼ ἐσανέβη κλίμακα, καὶ παρ᾽ ἐκείνου λαβὼν τὰ ἐφόδια καὶ ἡγεμόνων ὁδοῦ εὐπορήσας τὴν ἐς Γάλιτζαν ἐπορεύετο. Ἀλλ' ὅτε τοῦ δειμαίνειν ἀπεῖ χεν ᾿Ανδρόνικος ὡς ἤδη τὰς χεῖρας τῶν διωκόντων λαθὼν καὶ τῶν τῆς Γαλίτζης δρίων λαβόμενος, πρὸς ἦν ὡς εἰς σῶζον κρησφύγετον ώρμητο, τότε θηρευτῶν ἐμπίπτει ταῖς ἄρκυσι· συλληφθεὶς γὰρ παρὰ Βλάχων, οἷς ἡ φήμη τὴν αὐτοῦ φθάσασα φυγὴν ὑφηγήσατο, ἐς τούπίσω πρὸς βασιλέα πάλιν ἀπήγετο. Μὴ ἔχων οὖν τὸν σώζοντα καὶ λυτρούμενον, οὐ φίλον παρόντα παρήγορον, οὐχ ὑπασπιστήν, οὐ θεράποντα, τῇ οἰκείᾳ αὖθις μεθοδεία συνερίθῳ κέχρηται ὁ πολύφρων. Τῷ τοι καὶ πρὸς ἀπάτην τῶν ἀπαγόντων βυσιν γαστρός πλασάμενος συχνάκις τοῦ ἵππου ἀποκατέβαινε καὶ ἐξέκλινεν εἰς ἀπό πατον παρασκευαζόμενος καὶ καθ᾿ ἑαυτὸν ἀφιστάμενος καὶ ἰδιάζων, ὡς δῆθεν ἐνοχλούσης ἀποκενώ- σεως. Τοῦτο οὖν πολλάκις τοῦ νυχθημέρου τελῶν, λανθάνει κατασοφισάμενος τοὺς ἐφομαρτοῦντας· Τὸν γὰρ σκίπωνα ᾧ ἦν βακτηρευόμενος ὡς καχεξία δῆθεν παλαίων, σκοταῖος ἀναστὰς τῇ γῇ προσή ρεισε, καὶ τῇ μὲν χλαμύδι τοῦ σώματος περιείλησε τὸν λόγον, τὸν δ' ἐπὶ κρατὸς πῖλον ἐπέθηκεν ἄνωθεν, καὶ ἀνθρωπόμορφόν τι τὸ γόνυ κάμπτον καὶ ἀφοδεῦον τεκτηνάμενος τοὺς μὲν φύλακας τὸ ὑποκρινόμενο αὐτὸν ἀνδρείκελον ἐκλείπει περιαθρεῖν, αὐτὸς δὲ τὸν ἐκεῖσε λοχμώδη χῶρον καθυποδὺς ὥσπερ δορ κὰς ἐκ βρόχων καὶ ὄρνις ἐκ παγίδων ῥυσθεὶς ἐφέρετο. ὡς δ᾽ ὀψέ ποτε τὸν δόλον ἐκεῖνοι ἔγνωσαν, μὲν συνέτεινον τὸν δρόμον ἐπὶ τὰ ἔμπροσθεν, οἰόμενοι καὶ πάλιν ᾿Ανδρόνικον ἐκείνης ἧς καὶ πρότε ρον ἔχεσθαι, ὁ δὲ παλίμπους γενόμενος δι᾿ ἄλλης εἰς Γάλιτζαν ᾤχετο. Τὸν δὲ Πουπάκην ὁ βασιλεί δ συλλαβών, ἕξανε πολλαῖς διὰ λώρων δημοσίᾳ κατά τε τοῦ νώτου καὶ τῶν ὤμων. Μετὰ δὲ προάγων αὐτῷ - ὁ κῆρυξ ἐκ τοῦ τραχήλου σχοινόδετον, ἐπεβόα οὕτως τρανότερον· « Οστις τὸν ἐχθρὸν τοῦ βασιλέως προσιόντα οἱ εἰσοικίζεται καὶ διδοὺς ἐφόδια ἐκπέμπει, οὕτω καὶ μαστίζεται καὶ πομπεύεται. » Ὁ πρὸς τοὺς συνιόντας ἀτενὲς ὁρῶν διακεχυμένῳ προσώπῳ, « Αὕτη μοι αἰσχύνη πρὸς τοῦ βουλομένου παντὸς, » ἐφθέγγετο, « μὴ ἐπιστάντα τὸν εὐεργέτην καταπροδόντι ἢ ἐμβριθῶς ἀποπεμψαμένῳ, ἀλλ᾿ ὡς ἐξῆν τεθεραπευκότι καὶ ἀποπέμψαντι χαίροντα. » Τότε δ᾽ οὖν ὑπτίαις ἀγκάλαις πρὸς τοῦ τῆς Γαλί τζῆς ἐπιτροπεύοντος Ανδρόνικος προσδεχθεὶς ἔμεινε παρ' ἐκείνῳ χρόνον συχνός. Οὕτω δὲ πρὸς τὸν ἑπν- τοῦ πόθον ὅλον ἐκείνον ᾿Ανδρόνικος ανηρτήσατο, ὡς καὶ συνθηρεύειν καὶ κυνθωκεύειν ἐκείνῳ ὁμέστιος τε εἶναι καὶ σύσσιτος. γ΄. Ἀλλὰ τὴν τοῦ ἐξαδέλφου φυγὴν καὶ τὴν ἐκ τῆς ἐνεγκαμένης ἀπαλλοτρίωσιν οἰκεῖον ὄνειδος κρίσ νων ὁ βασιλεὺς Μανουὴλ, καὶ ἄλλως δὲ ὑφορώμενος τὸ τούτου ἐπὶ πλεῖστον ἀπόδημον, ἐπεὶ καὶ ᾔδετο παλεύειν μυρίαν Σκυθίδα ἵππον ὡς ἐς τὰ Ῥωμαίων ὅρια ἐσβάλῃ, ἔργον, ὅ φασι, τίθησιν ἀσχολίας ἀνώ- τερον ἐπανελθεῖν ᾿Ανδρόνικον. Οὐκοῦν μετάπεμπτον ἐκεῖθεν ποιεῖται, πίστεις δοὺς καὶ λαβὼν, καὶ τοῦ NICETE CHONIATÆ B cum nullum assertorem, non amicum, non arni- gerum, non ministrum ullum haberet,suapte indu- stria rursus evadit. Simulato enim ad decipiendos lictores ventris profluvio, crebro ex equo descendit et ad requisita naturæ secessit.Quod dum et noctu et interdiu sæpius facit, custodes hac ratione decipit scipionem, quo ut æger innitebatur, in tenebris humi deligit, et chlamyde circumposita et pileo imposito, ut hominem inflexis genibus cacantem repræsentaret, custodes simulacrum illud intueri sinit ; ipse saltum condensum ingressus instar feræ e cassibus elapsæ fugit. Cu- stodes vix landem intellecto dolo confectam viam repetunt, Andronicum eodem fugere opinati. Ve- rum is converso itinere alia via Galitzam pervenit. At Pupaces imperatoris jussu publice multis verbe- ribus in tergo et humeris afficitur. Deinde collo funi inserto a præcone circumducitur, magna voce proclamante: «Quisquis imperatoris hostem ædibus recipit datoque viatico dimittit, ita flagel- latur et circumducitur. » Ille vero intentis in po- puli concursum oculis, hilari vultu: « Hæc,inquit, contumelia a quovis objiciatur, modo virum bene meritum non prodiderim aut acerbe dimiserim, sed, ut licuit, coluerim et lætum ablegarim.» Tum vero Andronicus, obviis, quod aiunt, ulnis a Galitzæ præfecto susceptus est. Quem, etsi non diu ibi mansit, ita tamen sui desiderio devinxit, ut ei in venatu adesset et in senatu assideret, eodemque lecto et cibo uteretur. minis gibi esse ratus imperator, ac longio- rem ejus absentiam suspectam habens (nam in- gentem equitatum Scythicum cogere ferebatur, ut Romanorum fines incursaret), ante omnia revo- candum Andronicum censuit. Fide igitur data acceptaque hominem inde accersit: quo tempore, ut dixi, ruptis Pannonii fæderibus Romanas ad 3. Cæterum patruelis fugam et exsilium igno- C
οἱ δ’ αὐτοὶ ἐπιβιώσαντες, ὁ μὲν Σὴθ καὶ πάλιν τοῖς προτέροις ἐνησχόλητο, ἅτερος δὲ εἰς μοναχὸν ἀποθριξάμενος χρόνῳ ὕστερον σύγγραμμά τι περὶ τῶν θείων μυστηρίων ξυνθέμενος ἀφῆκε δι’ αὐτοῦ κυνῶν ὠρυγάς, ὁ τῶν θείων δωρεῶν ἀνάξιος. Ἔργον κἀκεῖνο τοῦ βασιλέως τούτου περιφανές. αἱ Ἀσιαναὶ πόλεις, τὰ Χλιαρά, τὸ Πέργαμόν τε καὶ Ἀτραμύτιον, κακῶς ἔπασχον ὑπὸ τῶν Περσῶν· αἱ γὰρ περιοικίδες χῶραι ἀσυνοίκιστοί τε ἦσαν πρώην κἀκ τοῦ κωμηδὸν οἰκεῖσθαι εἰς προνομὴν τοῖς πολεμίοις ἐξέκειντο. καὶ αὐτὰς τοίνυν ἐκρατύνατο τείχεσι καὶ τὰ πλησίον δὲ ἱππήλατα πεδία φρουρίοις διέλαβεν ἐρυμνοῖς. οὕτω δὲ πλήθουσιν οἰκητόρων ταῦτα δὴ τὰ πολίχνια καὶ τοῖς κατὰ τὸν ἥμερον βίοτον ἐνευθηνοῦνται χρηστοῖς, ὡς ὑπερανῳκίσθαι πόλεων πολλῶν εὐδαιμόνων· ἀγροί τε γὰρ εἰς εὐφορίαν καρπῶν ἡμερωθέντες ἐπέδωκαν καὶ φυτηκόμος χεὶρ ἐρριζούχησεν ἐκεῖσε ξύλον ἅπαν καρποδοτοῦν, ὡς μεταθέσθαι, φάναι τὸ τοῦ Δαυίδ, τὴν ἔρημον εἰς λίμνας ὑδάτων καὶ εἰς οἰκήσιμον τὴν πρώην ἀοίκητον.
Α τε του τυμπάνου καὶ ἡ μανικὴ τῶν ποδῶν παρεν σάλευσις. Οἰκέτου γὰρ οἰκότριβος ὑποδὺς προσω- πεῖον, χρόνια δεσμὰ ἐκδιδράσκοντος, ἐδεῖτο τῶν συλλαβόντων μὴ παριδεῖν αὐτὸν οὐκ ὀλίγα προς τοῦ δεσπότου πεπονθότα πάλαι δεινὰ, καὶ νῦν δὲ δί- και εἴσπραττόμενον τῆς φυγῆς. Ἐκάλει δ' οὕτω τὸν Χρυσοχούπουλον, μεταῤῥυθμίζων ἅμα πρὸς τὴν βάρβαρον φωνὴν τὴν Ἑλληνίδα διάλεκτον, καὶ μηδ' ἐπαΐειν τὰ πλεῖστα ταυτησί πλαττόμενος. Καὶ αὐτ τὸς δὲ ὁ Χρυσοχοόπουλος δώροις παρακρουσάμενος τοὺς σκοπούς ἴσχυσεν ᾿Ανδρόνικον ἐξελεῖν, ὡς δρα- πέτην ἑαυτοῦ δοῦλον αἰτησάμενος καὶ λαβών. Αμέσ λει καὶ παρὰ δόξαν ᾿Ανδρόνικος εἰς τὸν οἰκεῖον οἶκον παρελθὼν, ὅς τοῦ Βλάγγα ἐπικέκληται, ὁμοῦ το προσεῖπε τοὺς φιλτάτους τὰ εἰσιτήρια ἐποφθεὶς καὶ προσεφθέγξατο τὰ ἀπόδημα, τοὺς πόδας τῶν σιδή ρων ἀπολυθείς. Καὶ τὸ Μελίβετον καταλαβὼν καὶ τῶν ἐκεῖσε ἵππων ἐπιβὰς, οἵπερ ἐκείνῳ πρὸς ἀπό δρασιν ἡτοιμάσθησαν, τὴν εὐθὺ τῆς ᾿Αγχιάλου εται. Ἔνθα δὴ γεγονὼς καὶ τῷ Πουπάκῃ ἑαυτὸν ἐμφα νίσας, ὃς πρῶτος, ὡς ἤδη ἐῤῥέθη μοι, τὴν κατὰ Κορυφὼ ἐσανέβη κλίμακα, καὶ παρ᾽ ἐκείνου λαβὼν τὰ ἐφόδια καὶ ἡγεμόνων ὁδοῦ εὐπορήσας τὴν ἐς Γάλιτζαν ἐπορεύετο. Ἀλλ' ὅτε τοῦ δειμαίνειν ἀπεῖ χεν ᾿Ανδρόνικος ὡς ἤδη τὰς χεῖρας τῶν διωκόντων λαθὼν καὶ τῶν τῆς Γαλίτζης δρίων λαβόμενος, πρὸς ἦν ὡς εἰς σῶζον κρησφύγετον ώρμητο, τότε θηρευτῶν ἐμπίπτει ταῖς ἄρκυσι· συλληφθεὶς γὰρ παρὰ Βλάχων, οἷς ἡ φήμη τὴν αὐτοῦ φθάσασα φυγὴν ὑφηγήσατο, ἐς τούπίσω πρὸς βασιλέα πάλιν ἀπήγετο. Μὴ ἔχων οὖν τὸν σώζοντα καὶ λυτρούμενον, οὐ φίλον παρόντα παρήγορον, οὐχ ὑπασπιστήν, οὐ θεράποντα, τῇ οἰκείᾳ αὖθις μεθοδεία συνερίθῳ κέχρηται ὁ πολύφρων. Τῷ τοι καὶ πρὸς ἀπάτην τῶν ἀπαγόντων βυσιν γαστρός πλασάμενος συχνάκις τοῦ ἵππου ἀποκατέβαινε καὶ ἐξέκλινεν εἰς ἀπό πατον παρασκευαζόμενος καὶ καθ᾿ ἑαυτὸν ἀφιστάμενος καὶ ἰδιάζων, ὡς δῆθεν ἐνοχλούσης ἀποκενώ- σεως. Τοῦτο οὖν πολλάκις τοῦ νυχθημέρου τελῶν, λανθάνει κατασοφισάμενος τοὺς ἐφομαρτοῦντας· Τὸν γὰρ σκίπωνα ᾧ ἦν βακτηρευόμενος ὡς καχεξία δῆθεν παλαίων, σκοταῖος ἀναστὰς τῇ γῇ προσή ρεισε, καὶ τῇ μὲν χλαμύδι τοῦ σώματος περιείλησε τὸν λόγον, τὸν δ' ἐπὶ κρατὸς πῖλον ἐπέθηκεν ἄνωθεν, καὶ ἀνθρωπόμορφόν τι τὸ γόνυ κάμπτον καὶ ἀφοδεῦον τεκτηνάμενος τοὺς μὲν φύλακας τὸ ὑποκρινόμενο αὐτὸν ἀνδρείκελον ἐκλείπει περιαθρεῖν, αὐτὸς δὲ τὸν ἐκεῖσε λοχμώδη χῶρον καθυποδὺς ὥσπερ δορ κὰς ἐκ βρόχων καὶ ὄρνις ἐκ παγίδων ῥυσθεὶς ἐφέρετο. ὡς δ᾽ ὀψέ ποτε τὸν δόλον ἐκεῖνοι ἔγνωσαν, μὲν συνέτεινον τὸν δρόμον ἐπὶ τὰ ἔμπροσθεν, οἰόμενοι καὶ πάλιν ᾿Ανδρόνικον ἐκείνης ἧς καὶ πρότε ρον ἔχεσθαι, ὁ δὲ παλίμπους γενόμενος δι᾿ ἄλλης εἰς Γάλιτζαν ᾤχετο. Τὸν δὲ Πουπάκην ὁ βασιλεί δ συλλαβών, ἕξανε πολλαῖς διὰ λώρων δημοσίᾳ κατά τε τοῦ νώτου καὶ τῶν ὤμων. Μετὰ δὲ προάγων αὐτῷ - ὁ κῆρυξ ἐκ τοῦ τραχήλου σχοινόδετον, ἐπεβόα οὕτως τρανότερον· « Οστις τὸν ἐχθρὸν τοῦ βασιλέως προσιόντα οἱ εἰσοικίζεται καὶ διδοὺς ἐφόδια ἐκπέμπει, οὕτω καὶ μαστίζεται καὶ πομπεύεται. » Ὁ πρὸς τοὺς συνιόντας ἀτενὲς ὁρῶν διακεχυμένῳ προσώπῳ, « Αὕτη μοι αἰσχύνη πρὸς τοῦ βουλομένου παντὸς, » ἐφθέγγετο, « μὴ ἐπιστάντα τὸν εὐεργέτην καταπροδόντι ἢ ἐμβριθῶς ἀποπεμψαμένῳ, ἀλλ᾿ ὡς ἐξῆν τεθεραπευκότι καὶ ἀποπέμψαντι χαίροντα. » Τότε δ᾽ οὖν ὑπτίαις ἀγκάλαις πρὸς τοῦ τῆς Γαλί τζῆς ἐπιτροπεύοντος Ανδρόνικος προσδεχθεὶς ἔμεινε παρ' ἐκείνῳ χρόνον συχνός. Οὕτω δὲ πρὸς τὸν ἑπν- τοῦ πόθον ὅλον ἐκείνον ᾿Ανδρόνικος ανηρτήσατο, ὡς καὶ συνθηρεύειν καὶ κυνθωκεύειν ἐκείνῳ ὁμέστιος τε εἶναι καὶ σύσσιτος. γ΄. Ἀλλὰ τὴν τοῦ ἐξαδέλφου φυγὴν καὶ τὴν ἐκ τῆς ἐνεγκαμένης ἀπαλλοτρίωσιν οἰκεῖον ὄνειδος κρίσ νων ὁ βασιλεὺς Μανουὴλ, καὶ ἄλλως δὲ ὑφορώμενος τὸ τούτου ἐπὶ πλεῖστον ἀπόδημον, ἐπεὶ καὶ ᾔδετο παλεύειν μυρίαν Σκυθίδα ἵππον ὡς ἐς τὰ Ῥωμαίων ὅρια ἐσβάλῃ, ἔργον, ὅ φασι, τίθησιν ἀσχολίας ἀνώ- τερον ἐπανελθεῖν ᾿Ανδρόνικον. Οὐκοῦν μετάπεμπτον ἐκεῖθεν ποιεῖται, πίστεις δοὺς καὶ λαβὼν, καὶ τοῦ NICETE CHONIATÆ B cum nullum assertorem, non amicum, non arni- gerum, non ministrum ullum haberet,suapte indu- stria rursus evadit. Simulato enim ad decipiendos lictores ventris profluvio, crebro ex equo descendit et ad requisita naturæ secessit.Quod dum et noctu et interdiu sæpius facit, custodes hac ratione decipit scipionem, quo ut æger innitebatur, in tenebris humi deligit, et chlamyde circumposita et pileo imposito, ut hominem inflexis genibus cacantem repræsentaret, custodes simulacrum illud intueri sinit ; ipse saltum condensum ingressus instar feræ e cassibus elapsæ fugit. Cu- stodes vix landem intellecto dolo confectam viam repetunt, Andronicum eodem fugere opinati. Ve- rum is converso itinere alia via Galitzam pervenit. At Pupaces imperatoris jussu publice multis verbe- ribus in tergo et humeris afficitur. Deinde collo funi inserto a præcone circumducitur, magna voce proclamante: «Quisquis imperatoris hostem ædibus recipit datoque viatico dimittit, ita flagel- latur et circumducitur. » Ille vero intentis in po- puli concursum oculis, hilari vultu: « Hæc,inquit, contumelia a quovis objiciatur, modo virum bene meritum non prodiderim aut acerbe dimiserim, sed, ut licuit, coluerim et lætum ablegarim.» Tum vero Andronicus, obviis, quod aiunt, ulnis a Galitzæ præfecto susceptus est. Quem, etsi non diu ibi mansit, ita tamen sui desiderio devinxit, ut ei in venatu adesset et in senatu assideret, eodemque lecto et cibo uteretur. minis gibi esse ratus imperator, ac longio- rem ejus absentiam suspectam habens (nam in- gentem equitatum Scythicum cogere ferebatur, ut Romanorum fines incursaret), ante omnia revo- candum Andronicum censuit. Fide igitur data acceptaque hominem inde accersit: quo tempore, ut dixi, ruptis Pannonii fæderibus Romanas ad 3. Cæterum patruelis fugam et exsilium igno- C
εἴ τι οὖν κατόρθωμα μέγιστον, εἴ τι λυσιτελέστατον Αὔσοσιν ὁ Μανουὴλ διανενόηκέ τε καὶ διεπράξατο καθ’ ὅσους ἦρξε Ῥωμαίων ἐνιαυτούς, τοῦτο εἴη ἂν τὸ κράτιστον ὁμοῦ καὶ κοινωφελέστατον. τίς γὰρ παράγων ἐκεῖ καὶ εἰδώς, οἵαν μὲν ὁ χῶρος ἔτρεφεν ἀγριότητα, οἵους δ’ ἔστεγεν ἄνδρας, ἀναιδεῖς μὲν ὑπὲρ τὸν κορυνήτην Περιφήτην, ἀγριωτέρους δὲ τοῦ πιτυοκάμπου Σίνιδος καὶ τοῦ Σκίρωνος, οὓς ἀνεῖλε πάλαι Θησεύς, οὐκ ἂν τὰς χεῖρας ἀνατείνας τῷ βασιλεῖ ἐπεύξαιτο τῷδε κλῆρον ἐν Ἐδὲμ ἀί̈διον καὶ τόπον χλοερὸν καὶ ἀνώλεθρον; οὐκοῦν καὶ ἴδιον ἐπώνυμον ταυτὶ τὰ φρούρια κληρωσάμενα (Νεόκαστρα γὰρ ὀνομάζονται) οἰκεῖόν τε ἁρμοστὴν ἐκ Βυζαντίου στελλόμενον ἔχουσι καὶ εἰς τὸ βασίλειον ταμιεῖον ἐτήσια ξυμφέρουσι κέρματα. ΤΟΜΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ Αὖθις δὲ τῶν Παιόνων τοὺς ὅρκους συγχεάντων ὁ κατ’ αὐτῶν ἐκφύεται πόλεμος καὶ πρὸς καιρὸν ἀπορρυεὶς καὶ δόξας τέλος καταλελύσθαι, ὁ δὲ κατὰ πολύχουν ἀνεθήλησε λήϊον μάκαρος ἀνδρὸς ἀκμαιοτέρους ἀμητῆρας ἐθέλον.
Α τε του τυμπάνου καὶ ἡ μανικὴ τῶν ποδῶν παρεν σάλευσις. Οἰκέτου γὰρ οἰκότριβος ὑποδὺς προσω- πεῖον, χρόνια δεσμὰ ἐκδιδράσκοντος, ἐδεῖτο τῶν συλλαβόντων μὴ παριδεῖν αὐτὸν οὐκ ὀλίγα προς τοῦ δεσπότου πεπονθότα πάλαι δεινὰ, καὶ νῦν δὲ δί- και εἴσπραττόμενον τῆς φυγῆς. Ἐκάλει δ' οὕτω τὸν Χρυσοχούπουλον, μεταῤῥυθμίζων ἅμα πρὸς τὴν βάρβαρον φωνὴν τὴν Ἑλληνίδα διάλεκτον, καὶ μηδ' ἐπαΐειν τὰ πλεῖστα ταυτησί πλαττόμενος. Καὶ αὐτ τὸς δὲ ὁ Χρυσοχοόπουλος δώροις παρακρουσάμενος τοὺς σκοπούς ἴσχυσεν ᾿Ανδρόνικον ἐξελεῖν, ὡς δρα- πέτην ἑαυτοῦ δοῦλον αἰτησάμενος καὶ λαβών. Αμέσ λει καὶ παρὰ δόξαν ᾿Ανδρόνικος εἰς τὸν οἰκεῖον οἶκον παρελθὼν, ὅς τοῦ Βλάγγα ἐπικέκληται, ὁμοῦ το προσεῖπε τοὺς φιλτάτους τὰ εἰσιτήρια ἐποφθεὶς καὶ προσεφθέγξατο τὰ ἀπόδημα, τοὺς πόδας τῶν σιδή ρων ἀπολυθείς. Καὶ τὸ Μελίβετον καταλαβὼν καὶ τῶν ἐκεῖσε ἵππων ἐπιβὰς, οἵπερ ἐκείνῳ πρὸς ἀπό δρασιν ἡτοιμάσθησαν, τὴν εὐθὺ τῆς ᾿Αγχιάλου εται. Ἔνθα δὴ γεγονὼς καὶ τῷ Πουπάκῃ ἑαυτὸν ἐμφα νίσας, ὃς πρῶτος, ὡς ἤδη ἐῤῥέθη μοι, τὴν κατὰ Κορυφὼ ἐσανέβη κλίμακα, καὶ παρ᾽ ἐκείνου λαβὼν τὰ ἐφόδια καὶ ἡγεμόνων ὁδοῦ εὐπορήσας τὴν ἐς Γάλιτζαν ἐπορεύετο. Ἀλλ' ὅτε τοῦ δειμαίνειν ἀπεῖ χεν ᾿Ανδρόνικος ὡς ἤδη τὰς χεῖρας τῶν διωκόντων λαθὼν καὶ τῶν τῆς Γαλίτζης δρίων λαβόμενος, πρὸς ἦν ὡς εἰς σῶζον κρησφύγετον ώρμητο, τότε θηρευτῶν ἐμπίπτει ταῖς ἄρκυσι· συλληφθεὶς γὰρ παρὰ Βλάχων, οἷς ἡ φήμη τὴν αὐτοῦ φθάσασα φυγὴν ὑφηγήσατο, ἐς τούπίσω πρὸς βασιλέα πάλιν ἀπήγετο. Μὴ ἔχων οὖν τὸν σώζοντα καὶ λυτρούμενον, οὐ φίλον παρόντα παρήγορον, οὐχ ὑπασπιστήν, οὐ θεράποντα, τῇ οἰκείᾳ αὖθις μεθοδεία συνερίθῳ κέχρηται ὁ πολύφρων. Τῷ τοι καὶ πρὸς ἀπάτην τῶν ἀπαγόντων βυσιν γαστρός πλασάμενος συχνάκις τοῦ ἵππου ἀποκατέβαινε καὶ ἐξέκλινεν εἰς ἀπό πατον παρασκευαζόμενος καὶ καθ᾿ ἑαυτὸν ἀφιστάμενος καὶ ἰδιάζων, ὡς δῆθεν ἐνοχλούσης ἀποκενώ- σεως. Τοῦτο οὖν πολλάκις τοῦ νυχθημέρου τελῶν, λανθάνει κατασοφισάμενος τοὺς ἐφομαρτοῦντας· Τὸν γὰρ σκίπωνα ᾧ ἦν βακτηρευόμενος ὡς καχεξία δῆθεν παλαίων, σκοταῖος ἀναστὰς τῇ γῇ προσή ρεισε, καὶ τῇ μὲν χλαμύδι τοῦ σώματος περιείλησε τὸν λόγον, τὸν δ' ἐπὶ κρατὸς πῖλον ἐπέθηκεν ἄνωθεν, καὶ ἀνθρωπόμορφόν τι τὸ γόνυ κάμπτον καὶ ἀφοδεῦον τεκτηνάμενος τοὺς μὲν φύλακας τὸ ὑποκρινόμενο αὐτὸν ἀνδρείκελον ἐκλείπει περιαθρεῖν, αὐτὸς δὲ τὸν ἐκεῖσε λοχμώδη χῶρον καθυποδὺς ὥσπερ δορ κὰς ἐκ βρόχων καὶ ὄρνις ἐκ παγίδων ῥυσθεὶς ἐφέρετο. ὡς δ᾽ ὀψέ ποτε τὸν δόλον ἐκεῖνοι ἔγνωσαν, μὲν συνέτεινον τὸν δρόμον ἐπὶ τὰ ἔμπροσθεν, οἰόμενοι καὶ πάλιν ᾿Ανδρόνικον ἐκείνης ἧς καὶ πρότε ρον ἔχεσθαι, ὁ δὲ παλίμπους γενόμενος δι᾿ ἄλλης εἰς Γάλιτζαν ᾤχετο. Τὸν δὲ Πουπάκην ὁ βασιλεί δ συλλαβών, ἕξανε πολλαῖς διὰ λώρων δημοσίᾳ κατά τε τοῦ νώτου καὶ τῶν ὤμων. Μετὰ δὲ προάγων αὐτῷ - ὁ κῆρυξ ἐκ τοῦ τραχήλου σχοινόδετον, ἐπεβόα οὕτως τρανότερον· « Οστις τὸν ἐχθρὸν τοῦ βασιλέως προσιόντα οἱ εἰσοικίζεται καὶ διδοὺς ἐφόδια ἐκπέμπει, οὕτω καὶ μαστίζεται καὶ πομπεύεται. » Ὁ πρὸς τοὺς συνιόντας ἀτενὲς ὁρῶν διακεχυμένῳ προσώπῳ, « Αὕτη μοι αἰσχύνη πρὸς τοῦ βουλομένου παντὸς, » ἐφθέγγετο, « μὴ ἐπιστάντα τὸν εὐεργέτην καταπροδόντι ἢ ἐμβριθῶς ἀποπεμψαμένῳ, ἀλλ᾿ ὡς ἐξῆν τεθεραπευκότι καὶ ἀποπέμψαντι χαίροντα. » Τότε δ᾽ οὖν ὑπτίαις ἀγκάλαις πρὸς τοῦ τῆς Γαλί τζῆς ἐπιτροπεύοντος Ανδρόνικος προσδεχθεὶς ἔμεινε παρ' ἐκείνῳ χρόνον συχνός. Οὕτω δὲ πρὸς τὸν ἑπν- τοῦ πόθον ὅλον ἐκείνον ᾿Ανδρόνικος ανηρτήσατο, ὡς καὶ συνθηρεύειν καὶ κυνθωκεύειν ἐκείνῳ ὁμέστιος τε εἶναι καὶ σύσσιτος. γ΄. Ἀλλὰ τὴν τοῦ ἐξαδέλφου φυγὴν καὶ τὴν ἐκ τῆς ἐνεγκαμένης ἀπαλλοτρίωσιν οἰκεῖον ὄνειδος κρίσ νων ὁ βασιλεὺς Μανουὴλ, καὶ ἄλλως δὲ ὑφορώμενος τὸ τούτου ἐπὶ πλεῖστον ἀπόδημον, ἐπεὶ καὶ ᾔδετο παλεύειν μυρίαν Σκυθίδα ἵππον ὡς ἐς τὰ Ῥωμαίων ὅρια ἐσβάλῃ, ἔργον, ὅ φασι, τίθησιν ἀσχολίας ἀνώ- τερον ἐπανελθεῖν ᾿Ανδρόνικον. Οὐκοῦν μετάπεμπτον ἐκεῖθεν ποιεῖται, πίστεις δοὺς καὶ λαβὼν, καὶ τοῦ NICETE CHONIATÆ B cum nullum assertorem, non amicum, non arni- gerum, non ministrum ullum haberet,suapte indu- stria rursus evadit. Simulato enim ad decipiendos lictores ventris profluvio, crebro ex equo descendit et ad requisita naturæ secessit.Quod dum et noctu et interdiu sæpius facit, custodes hac ratione decipit scipionem, quo ut æger innitebatur, in tenebris humi deligit, et chlamyde circumposita et pileo imposito, ut hominem inflexis genibus cacantem repræsentaret, custodes simulacrum illud intueri sinit ; ipse saltum condensum ingressus instar feræ e cassibus elapsæ fugit. Cu- stodes vix landem intellecto dolo confectam viam repetunt, Andronicum eodem fugere opinati. Ve- rum is converso itinere alia via Galitzam pervenit. At Pupaces imperatoris jussu publice multis verbe- ribus in tergo et humeris afficitur. Deinde collo funi inserto a præcone circumducitur, magna voce proclamante: «Quisquis imperatoris hostem ædibus recipit datoque viatico dimittit, ita flagel- latur et circumducitur. » Ille vero intentis in po- puli concursum oculis, hilari vultu: « Hæc,inquit, contumelia a quovis objiciatur, modo virum bene meritum non prodiderim aut acerbe dimiserim, sed, ut licuit, coluerim et lætum ablegarim.» Tum vero Andronicus, obviis, quod aiunt, ulnis a Galitzæ præfecto susceptus est. Quem, etsi non diu ibi mansit, ita tamen sui desiderio devinxit, ut ei in venatu adesset et in senatu assideret, eodemque lecto et cibo uteretur. minis gibi esse ratus imperator, ac longio- rem ejus absentiam suspectam habens (nam in- gentem equitatum Scythicum cogere ferebatur, ut Romanorum fines incursaret), ante omnia revo- candum Andronicum censuit. Fide igitur data acceptaque hominem inde accersit: quo tempore, ut dixi, ruptis Pannonii fæderibus Romanas ad 3. Cæterum patruelis fugam et exsilium igno- C
PG 139:473ὡς οὖν ὑπέφαινεν ὥρα ὡραία τῇ ἐξόδῳ, ᾔει τὴν ἐπὶ Σαρδικῆς, ὅπου καὶ ταῖς δυνάμεσιν, ἃς ἄγειν ἤμελλεν ἐπὶ Παίονας, τεταγμένον ἦν αὐτῷ συμβαλεῖν. Ἐν ᾧ δὲ τὰ στρατεύματα ξυνελέγετο, ἐνωτίζεταί οἱ ὡς ἄνωθεν τῆς ἁψῖδος, ἥτις ἔκτισται κατὰ τὸ πρὸς δυσμὰς μέρος τῆς Κωνσταντινείου ἀγορᾶς, εἰκόνες ἐκ χαλκοῦ δύο ἵδρυντο πάλαι γυναικόμορφοι, ἡ μὲν καλουμένη Ῥωμαία, θατέρα δὲ Οὔγγρισσα, νῦν δὲ ὑπὸ τοῦ τὰ πάντα μετασκευάζοντος χρόνου ἡ μὲν ἀπὸ Ῥωμαίων τὴν κλῆσιν εἰληχυῖα τῆς ὀρθίας κατήρειπται στάσεως, ἡ δὲ λοιπὴ ἐπὶ τῆς προτέρας ἥδρασται βάσεως. θαυμάσας οὖν ἐκεῖνος τὸ εἰρημένον, πέμψας εὐθὺς τὴν μὲν ἀνέστησε, τὴν δ’ ἀνέτρεψε καὶ κατήνεγκε, ταῖς τῶν εἰκόνων μετασκευαῖς μεταβαλεῖν καὶ μεθαρμόσειν οἰόμενος καὶ τὰ πράγματα, καὶ τὰ μὲν τῶν Ῥωμαίων οἷον μετεωρίσειν, τὰ δὲ τῶν Παιόνων καθαιρήσειν. Συνηγμένων δὲ τῶν στρατοπέδων σκέψιν προύθηκεν, εἰ δεῖ καὶ αὐτὸν συνεκστρατεύσειν κατὰ Παιόνων, εἴτε μὴν στρατηγῷ τὰς δυνάμεις ἐπιτρέψαντα μετελθεῖν οὑτωσὶ τὸ ἀντίπαλον.
πλάνου τοῦτον ἐναγκαλίζεται, καθ᾽ ὅν, ὡς ἔφην, και - Α ρὸν οἱ Παίονες τὰς σπονδὰς ἀθετήσαντες τὴν παρί- στριον Ρωμαίων κατέτρεχον ἐπικράτειαν. Συμβα- λόντες δὲ καὶ τοῖς στρατηγοῖς τῷ τε Γαβρᾷ Μιχαὴλ καὶ τῷ Βρανᾷ Μιχαήλ, κατὰ κράτος τούτους τρέ ψαντο καὶ λείαν ὅτι πλείστην ήλασαν. Εν δὲ ὁ Γα- βρᾶς οὗτος νεωστὶ θύσας τὰ γαμοδαίσια μετὰ τῆς Κομνηνῆς Εὐδοκίας, η Ανδρόνικος ἐπλησίαζεν, ὡς ἤδη φθάσαντες ἐδηλώσαμεν. Οὐκουῦ καὶ τῶν προσγενῶν Εὐδοκίας συνιστᾶν αὐτὸν θελόντων τῷ αὐτοκράτορι, πολὺς ἦν ἐπὶ βασιλέως ὁ τούτου κρά- τος καὶ ἔπαινος, καὶ ἐῤῥωμένως αὐτὸν ἐν τῇ κατὰ τῶν Ούννων μάχῃ διαγωνίσασθαι ἰσχυρίζοντο, καὶ παρῆγον τῶν λεγομένων μάρτυρα τὸν συσράτηγον αὐτῷ Μιχαὴλ τὸν Βρανάν. Ὁ δὲ πρὸς τοῦ βασιλέως ἐπιταχθεὶς, ὅρκον τὴν οἰκείαν κεφαλὴν ἐπαγαγόντος, Β ἀληθῶς εἰπεῖν ἢ περὶ τοῦ Γαβρᾶ γενναῖον σύνοιδεν ἔργον, τὸ τέως μὲν ὑπερέθετο τὸν ἀπόλογον, πρὸς δὲ τὸν Γαβρᾶν στραφεὶς ἤρετο τοῦτον εἰ καὶ αὐ- τὸς ἀνδρεῖόν τι καὶ ἄξιον ἐπαίνου ἐνεδείξατο, εἴτε μὴν ὡς στρατηγὸς τὰ λῷονα διεπράξατο, ὅτε συμ. πεσόντες μετὰ τῶν Οὔγγρων Λιονυσίου στρατηγοῦν τος ἐμάχοντο. Τῷ τοι καὶ καθομολογοῦντα σχών τὸν Γαβρᾶν, καὶ ὡς οὐκ ἄλλον ὄντως τὸ τότε αὐτὸν ἀνδρίυασθαι μαρτυροῦντα, ἐπήγαγεν ὡς οὐκ ἔχων βασιλέως ἐνώπιον παρανοσφίζεσθαι τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὴν οἰκείαν κεφαλὴν αὐτὸν ἐξορκίζοντος, φησί μηδαμῶς ὑποστῆναι τὴν τῶν ἐναντίων ἐμβολὴν τὸν Γαβρᾶν· ἀλλ᾽ ἐκ πρώτης προσβολῆς ἀποδειλιάσαντα κΐχεσθαι φεύγοντα, καὶ ταῦτα αὐτοῦ πολλάκις ἀνα- οπλουμένου τοῦτον καὶ, « Στῆθι, ὦ φίλος, εἰπόν τος μετ' ἐκβοήσεως. 'Ατὰρ καὶ σπεύδων ὁ βασιλεὺς αὐτό τε τὸ Ζεύγμινον Ρωμαίοις ἐπανασώσασθαι καὶ δίκας τοὺς Οὔννους εἰσπράξασθαι ὧν εἰς Στέ- φανον πεπαρῳνήκασι, τοῖς ἐκεῖσε παρενέβαλε μέσ ρεσιν. Ηἱ δὲ βάρβαροι παρὰ τὰς ὄχθας του Ιστρου ποταμοῦ ὡς εἰς πόλεμον διαταξάμενοι διεκώλυον τῆς στρατιᾶς τὴν περαίωσιν, παντοῖα βέλη επα φιέντες καὶ τὰς ἐμβολὰς προκαταλαμβάνοντες, καν ἦσαν οὐδὲν περαίνοντες· οἱ γὰρ ἑκηβόλοι Ρωμαίοι καὶ τὸ ἄλλο ἅπαν ὁπλιτικὸν ὠσάμενο: τούτους ἐξέ- κρουσαν τῶν παρακτίων μερῶν. Βασιλεὺς δὲ σὺν παντὶ τῷ στρατεύματι κατὰ τὸ Ζεύγμινον ἀφικό μενος ἐκεῖ που στρατήγιον βάλλεται. Ἔστι δὲ τοῦτο κατὰ μεσημβρίαν ἀπρόσβατον γηλόφῳ παρήκοντα καὶ ποταμίῳ τειχιζόμενον ρεύματι. Πετο μὲν οὖν αὐτοβοεὶ αἱρήσειν τὸ πόλισμα οἷα τῶν ἔνδον καὶ κρὸς τὴν πρώτην αὐτοῦ θέαν καταπλαγέντων και, τὰς πύλας ἀνακλινάντων καὶ δεξαμένων αὐτὸν ἔνα διθι· ὡς δ᾽ οὗτοι τὰς εἰσόδους παντάπασιν αὐτῷ ἐπεζύγωσαν, τά τε τείχη παντοίοις ὅπλοις καὶ ἀφε τηρίοις ὀργάνοις ἐκράτυναν, ἀλλὰ καὶ φαινόμενοι ἄνωθεν τὰς γλώσσας ἔθηγον ὡσεὶ ὄφεως, οὐκ ἀπὸ χειρῶν μόνον ἀφιέντες βέλη θανάσιμα, ἀλλὰ κακ τοῦ τῶν ὀδόντων ἔρκους αἰσχροῤῥημοσύνας τοξεύον τες ἐῷ ἀςπίδων τῷ ὑπὸ τὰ χείλη χρισθείσας, οὐδ᾽ οἱ Ρωμαῖοι τὸ ἀπὸ τοῦδε χερσὶ κεναῖς αὐτοῖς προσ- εφέροντο, ἀλλὰ τοῦ κακοῤῥημονεῖν ὡς ἀγεννοῦς ὅπλου καὶ γυναικείου ἀφιστάμενοι σιδήρῳ μάλιστα DE MANUELE COMNENO LIB. IV. Istrum provincias populabantur, Michaele utroque D C Gabra et Brana acie victo et præda ingenti abacta. 1s Gabras nuper admodum cum Eudocia Comnenia Andronici amica, cujus ante meminimus, nuptias celebrarat, quem Eudociæ cognati ut imperatori commendarent, magno applausu et laudibus prose. quebantur, et in pugna Hunnica fortiter se ges- sisse affirmabant. Quod ut credibilius esset, Mi- chaelem Branam collegam ejus testem citabant. Qui cum in imperatoris caput jurare juberetur an aliquod forte Gabræ facinus vidisset, dilato re- sponso Gabram prius interrogat an ipse quoque aliquid laude dignum fecisset ac boni et strenui ducis officiis in pugna cum Dionysio Hungarorum duce functus esset Gabra vero affirmante fortissime se in illo prælio gessisse, subjicit se coram imperatore, in cujus caput jurare sit coactus, veritatem dissimulare non posse: Gabram hostium impetum nequaquam tulerasse, sed primo congres- su territum, fugam cepisse, quamvis ipse eum sæpius revocasset, et magna voce hortatus esset ut resisteret. Cæterum imperator Zeugmini recu- perandi et necis Stephani ulciscende cupidus exer citum in illas partes adduxit. Sed Barbari acie in Istri ripis instructa, omni telorum genere traji- cere nostros prohibebant, aditu omni intercluso. Sed frustra; Romani enim sagittarii et gravis armatura ripis eos depulerunt; et imperator cum omnibus legionibus ad Zeugminum castra locat. Id oppidum alto tumulo impositum, et præter- fluente infra flumine munitum, a meridie adiri non potest. Rebatur autem se id primo impetu capturum, defensoribus solo conspectu sui territis et portas aperientibus. Sed cum omni aditu exclu- deretur, et mœnia omni armorum et tormentorum genere firmarentur, et hostes de pinnaculis non modo lethalia tela, sed et obscœna dicteria et venenata probra jacularentur, Romani non amplius vacuis manibus accedebant, sed omissis maledictis, quibus feminæ pugnare solent, ferro rem fere- bant. Et imperator ut sui ænulatione milites accenderet, primus equo invectus hastam in media porta defigit. Deinde, quia saxa suppetebant, fossa humo et sordibus impleta et quatuor tormentis in circuitu collocatis, manis prosterni jussit. Quæ cum in officio essent omnia et saxa talenti pondere jacularentur, manium compagem labefactabant, unum potissimum, ab ipso Andronico ita directum ut murus inter duas turres conquassatus et vectibus suffossus penderet, ruinam minitans. Quadam autem nocte aliquot Hungarici proceres podium e trabibus contextum, foras prominens, ingressi et strictis gladiis aerem diverberantes, Romanis atrocissima quæque cum ingenti clamore minitabantur. Sed vindicta eos e vestigio consecuta est: nam Andronicus tormento solerter directo munitionem in qua stabant ita perculit, ut prostrata illos miserabiliter opprimeret. Nec multo post ipso quoque muro non
ὡς οὖν πᾶσι δέδοκτο βασιλέα μὲν ἐπὶ Σαρδικῆς καθῆσθαι, τῶν δ’ ἡγεμόνων τοὺς γενικοὺς ἀναρρηθῆναι στρατηγοὺς τοῦ πολέμου, ὅπως αἱ τῶν πραγμάτων ἄδηλοι ἐκβάσεις εἶεν οὕτω καὶ τὸ ἐκ τῆς ἥττης αἶσχος μετριάζουσαι καὶ τὸ κατορθωθὲν μεγαλύνουσαι μᾶλλον καὶ εἰς κλέος ἐξαίρουσαι μέγιστον ὡς κἀκείνου τε καὶ τούτου ξυμβεβηκότος κατ’ ἀπουσίαν τοῦ αὐτοκράτορος, ἀναδείκνυται τῆς ὅλης ἀρχηγὸς στρατιᾶς ὁ τοῦ στόλου δοὺξ Ἀνδρόνικος ὁ Κοντοστέφανος. Ἐν δὲ τῷ μέλλειν ἀπαίρειν τῆς Σαρδικῆς τὰ στρατόπεδα ἐν ἐπηκόῳ στὰς βασιλεὺς γίνεται γενναίων καὶ καλῶν λόγων καὶ πολὺ τὸ πιθανὸν ἐχόντων ἀγορητής. αὐτόν τε γὰρ τὸν Κοντοστέφανον παρεθάρρυνεν εἰς τὴν προκειμένην στρατήγησιν, οὐ μόνον μεθόδους ὑποτιθεὶς τακτικάς, ἀλλὰ καὶ καιρὸν αὐτῷ τῆς προσβολῆς ἐπισημαινόμενος εἶδός τε ὁπλίσεων καὶ σχήματα παρατάξεων· τούς τε ὑποστρατήγους καὶ τοὺς ἰλάρχας καὶ καθεξῆς ἅπαντας τοὺς ἐν ὅπλοις διανίστη πρὸς μαχησμόν, ἐνάγων εἰς μνήμην τῶν προηγωνισμένων καὶ πείθων τοῖς ὑποδείγμασι σπεῦσαι καὶ τὰ προκείμενα θαρρῆσαι δεινὰ καὶ ἀγαθὸν καὶ τούτοις σὺν θεῷ ἐπιθεῖναι τέλος καὶ μετὰ λαμπρῶν τροπαίων ἐπανελθεῖν·
πλάνου τοῦτον ἐναγκαλίζεται, καθ᾽ ὅν, ὡς ἔφην, και - Α ρὸν οἱ Παίονες τὰς σπονδὰς ἀθετήσαντες τὴν παρί- στριον Ρωμαίων κατέτρεχον ἐπικράτειαν. Συμβα- λόντες δὲ καὶ τοῖς στρατηγοῖς τῷ τε Γαβρᾷ Μιχαὴλ καὶ τῷ Βρανᾷ Μιχαήλ, κατὰ κράτος τούτους τρέ ψαντο καὶ λείαν ὅτι πλείστην ήλασαν. Εν δὲ ὁ Γα- βρᾶς οὗτος νεωστὶ θύσας τὰ γαμοδαίσια μετὰ τῆς Κομνηνῆς Εὐδοκίας, η Ανδρόνικος ἐπλησίαζεν, ὡς ἤδη φθάσαντες ἐδηλώσαμεν. Οὐκουῦ καὶ τῶν προσγενῶν Εὐδοκίας συνιστᾶν αὐτὸν θελόντων τῷ αὐτοκράτορι, πολὺς ἦν ἐπὶ βασιλέως ὁ τούτου κρά- τος καὶ ἔπαινος, καὶ ἐῤῥωμένως αὐτὸν ἐν τῇ κατὰ τῶν Ούννων μάχῃ διαγωνίσασθαι ἰσχυρίζοντο, καὶ παρῆγον τῶν λεγομένων μάρτυρα τὸν συσράτηγον αὐτῷ Μιχαὴλ τὸν Βρανάν. Ὁ δὲ πρὸς τοῦ βασιλέως ἐπιταχθεὶς, ὅρκον τὴν οἰκείαν κεφαλὴν ἐπαγαγόντος, Β ἀληθῶς εἰπεῖν ἢ περὶ τοῦ Γαβρᾶ γενναῖον σύνοιδεν ἔργον, τὸ τέως μὲν ὑπερέθετο τὸν ἀπόλογον, πρὸς δὲ τὸν Γαβρᾶν στραφεὶς ἤρετο τοῦτον εἰ καὶ αὐ- τὸς ἀνδρεῖόν τι καὶ ἄξιον ἐπαίνου ἐνεδείξατο, εἴτε μὴν ὡς στρατηγὸς τὰ λῷονα διεπράξατο, ὅτε συμ. πεσόντες μετὰ τῶν Οὔγγρων Λιονυσίου στρατηγοῦν τος ἐμάχοντο. Τῷ τοι καὶ καθομολογοῦντα σχών τὸν Γαβρᾶν, καὶ ὡς οὐκ ἄλλον ὄντως τὸ τότε αὐτὸν ἀνδρίυασθαι μαρτυροῦντα, ἐπήγαγεν ὡς οὐκ ἔχων βασιλέως ἐνώπιον παρανοσφίζεσθαι τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὴν οἰκείαν κεφαλὴν αὐτὸν ἐξορκίζοντος, φησί μηδαμῶς ὑποστῆναι τὴν τῶν ἐναντίων ἐμβολὴν τὸν Γαβρᾶν· ἀλλ᾽ ἐκ πρώτης προσβολῆς ἀποδειλιάσαντα κΐχεσθαι φεύγοντα, καὶ ταῦτα αὐτοῦ πολλάκις ἀνα- οπλουμένου τοῦτον καὶ, « Στῆθι, ὦ φίλος, εἰπόν τος μετ' ἐκβοήσεως. 'Ατὰρ καὶ σπεύδων ὁ βασιλεὺς αὐτό τε τὸ Ζεύγμινον Ρωμαίοις ἐπανασώσασθαι καὶ δίκας τοὺς Οὔννους εἰσπράξασθαι ὧν εἰς Στέ- φανον πεπαρῳνήκασι, τοῖς ἐκεῖσε παρενέβαλε μέσ ρεσιν. Ηἱ δὲ βάρβαροι παρὰ τὰς ὄχθας του Ιστρου ποταμοῦ ὡς εἰς πόλεμον διαταξάμενοι διεκώλυον τῆς στρατιᾶς τὴν περαίωσιν, παντοῖα βέλη επα φιέντες καὶ τὰς ἐμβολὰς προκαταλαμβάνοντες, καν ἦσαν οὐδὲν περαίνοντες· οἱ γὰρ ἑκηβόλοι Ρωμαίοι καὶ τὸ ἄλλο ἅπαν ὁπλιτικὸν ὠσάμενο: τούτους ἐξέ- κρουσαν τῶν παρακτίων μερῶν. Βασιλεὺς δὲ σὺν παντὶ τῷ στρατεύματι κατὰ τὸ Ζεύγμινον ἀφικό μενος ἐκεῖ που στρατήγιον βάλλεται. Ἔστι δὲ τοῦτο κατὰ μεσημβρίαν ἀπρόσβατον γηλόφῳ παρήκοντα καὶ ποταμίῳ τειχιζόμενον ρεύματι. Πετο μὲν οὖν αὐτοβοεὶ αἱρήσειν τὸ πόλισμα οἷα τῶν ἔνδον καὶ κρὸς τὴν πρώτην αὐτοῦ θέαν καταπλαγέντων και, τὰς πύλας ἀνακλινάντων καὶ δεξαμένων αὐτὸν ἔνα διθι· ὡς δ᾽ οὗτοι τὰς εἰσόδους παντάπασιν αὐτῷ ἐπεζύγωσαν, τά τε τείχη παντοίοις ὅπλοις καὶ ἀφε τηρίοις ὀργάνοις ἐκράτυναν, ἀλλὰ καὶ φαινόμενοι ἄνωθεν τὰς γλώσσας ἔθηγον ὡσεὶ ὄφεως, οὐκ ἀπὸ χειρῶν μόνον ἀφιέντες βέλη θανάσιμα, ἀλλὰ κακ τοῦ τῶν ὀδόντων ἔρκους αἰσχροῤῥημοσύνας τοξεύον τες ἐῷ ἀςπίδων τῷ ὑπὸ τὰ χείλη χρισθείσας, οὐδ᾽ οἱ Ρωμαῖοι τὸ ἀπὸ τοῦδε χερσὶ κεναῖς αὐτοῖς προσ- εφέροντο, ἀλλὰ τοῦ κακοῤῥημονεῖν ὡς ἀγεννοῦς ὅπλου καὶ γυναικείου ἀφιστάμενοι σιδήρῳ μάλιστα DE MANUELE COMNENO LIB. IV. Istrum provincias populabantur, Michaele utroque D C Gabra et Brana acie victo et præda ingenti abacta. 1s Gabras nuper admodum cum Eudocia Comnenia Andronici amica, cujus ante meminimus, nuptias celebrarat, quem Eudociæ cognati ut imperatori commendarent, magno applausu et laudibus prose. quebantur, et in pugna Hunnica fortiter se ges- sisse affirmabant. Quod ut credibilius esset, Mi- chaelem Branam collegam ejus testem citabant. Qui cum in imperatoris caput jurare juberetur an aliquod forte Gabræ facinus vidisset, dilato re- sponso Gabram prius interrogat an ipse quoque aliquid laude dignum fecisset ac boni et strenui ducis officiis in pugna cum Dionysio Hungarorum duce functus esset Gabra vero affirmante fortissime se in illo prælio gessisse, subjicit se coram imperatore, in cujus caput jurare sit coactus, veritatem dissimulare non posse: Gabram hostium impetum nequaquam tulerasse, sed primo congres- su territum, fugam cepisse, quamvis ipse eum sæpius revocasset, et magna voce hortatus esset ut resisteret. Cæterum imperator Zeugmini recu- perandi et necis Stephani ulciscende cupidus exer citum in illas partes adduxit. Sed Barbari acie in Istri ripis instructa, omni telorum genere traji- cere nostros prohibebant, aditu omni intercluso. Sed frustra; Romani enim sagittarii et gravis armatura ripis eos depulerunt; et imperator cum omnibus legionibus ad Zeugminum castra locat. Id oppidum alto tumulo impositum, et præter- fluente infra flumine munitum, a meridie adiri non potest. Rebatur autem se id primo impetu capturum, defensoribus solo conspectu sui territis et portas aperientibus. Sed cum omni aditu exclu- deretur, et mœnia omni armorum et tormentorum genere firmarentur, et hostes de pinnaculis non modo lethalia tela, sed et obscœna dicteria et venenata probra jacularentur, Romani non amplius vacuis manibus accedebant, sed omissis maledictis, quibus feminæ pugnare solent, ferro rem fere- bant. Et imperator ut sui ænulatione milites accenderet, primus equo invectus hastam in media porta defigit. Deinde, quia saxa suppetebant, fossa humo et sordibus impleta et quatuor tormentis in circuitu collocatis, manis prosterni jussit. Quæ cum in officio essent omnia et saxa talenti pondere jacularentur, manium compagem labefactabant, unum potissimum, ab ipso Andronico ita directum ut murus inter duas turres conquassatus et vectibus suffossus penderet, ruinam minitans. Quadam autem nocte aliquot Hungarici proceres podium e trabibus contextum, foras prominens, ingressi et strictis gladiis aerem diverberantes, Romanis atrocissima quæque cum ingenti clamore minitabantur. Sed vindicta eos e vestigio consecuta est: nam Andronicus tormento solerter directo munitionem in qua stabant ita perculit, ut prostrata illos miserabiliter opprimeret. Nec multo post ipso quoque muro non
οὕτω γὰρ ὑπ’ αὐτῶν δοξασθεὶς κἀν τῷ ἀπεῖναι τοὺς βαρβάρους νικήσας ἀντικαταθήσει καὶ αὐτὸς τούτοις οὐκ εὐαγκάλους τὰς ἀμοιβάς. Οἱ δὲ καί, ὅτε μὲν ᾔδετο ταῦτα πρὸς τοῦ κρατοῦντος, τὸ ἡδέως ἀκούειν καὶ παραδέχεσθαι προθύμως ὑπέφαινον ἐξ ὧν τὰς ἀκοὰς ὑπέκλινον καὶ σιγὴν ἐπὶ τοῖς λεγομένοις ἠσπάζοντο· ἐπεὶ δ’ ἐπαύσατο τοῦ λέγειν, ἔτι μᾶλλον τὴν ἔνδον διάθεσιν ὑπεσήμαινον καὶ ὃν εἶχον γάργαλον ἐν ψυχῇ τῷ μέλιτι τοῦ λόγου κατακηλούμενοι, ὑφ’ οὗ καὶ ἐῴκεσαν ἀτεχνῶς ἀποκλύσασθαι, εἴ τι που τούτοις εἰσήρρηκεν ἀηδὲς ἀπὸ τῆς μνήμης τῶν προτέρων πολέμων· βασιλέα τε γὰρ εὐφήμοις ἐκρότουν φωναῖς καὶ τὸ πρόθυμον καὶ ὑπὲρ ἰσχὺν ἐνδείξασθαι ἰσχυρίζοντο. ἀμέλει μηδὲ μέλλειν ἐβόων τὸν στρατηγόν, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ τοὺς πολεμίους ἄγειν αὐτούς. Οὕτως ἐξῃρμένων τῶν στρατευμάτων αἴφνης αἴρεται θροῦς ἐν τῷ στρατοπέδῳ συμμιγής· ἐκ γὰρ τοῦ τῶν Παιόνων τις ἔθνους τὸν ἵππον κατὰ κράτος ἐλαύνων καὶ προβαίνων εἰς ὅσον καὶ ὅσον ἐπὶ στόμα συγκατενήνεκται τῷ ὀχήματι.
πλάνου τοῦτον ἐναγκαλίζεται, καθ᾽ ὅν, ὡς ἔφην, και - Α ρὸν οἱ Παίονες τὰς σπονδὰς ἀθετήσαντες τὴν παρί- στριον Ρωμαίων κατέτρεχον ἐπικράτειαν. Συμβα- λόντες δὲ καὶ τοῖς στρατηγοῖς τῷ τε Γαβρᾷ Μιχαὴλ καὶ τῷ Βρανᾷ Μιχαήλ, κατὰ κράτος τούτους τρέ ψαντο καὶ λείαν ὅτι πλείστην ήλασαν. Εν δὲ ὁ Γα- βρᾶς οὗτος νεωστὶ θύσας τὰ γαμοδαίσια μετὰ τῆς Κομνηνῆς Εὐδοκίας, η Ανδρόνικος ἐπλησίαζεν, ὡς ἤδη φθάσαντες ἐδηλώσαμεν. Οὐκουῦ καὶ τῶν προσγενῶν Εὐδοκίας συνιστᾶν αὐτὸν θελόντων τῷ αὐτοκράτορι, πολὺς ἦν ἐπὶ βασιλέως ὁ τούτου κρά- τος καὶ ἔπαινος, καὶ ἐῤῥωμένως αὐτὸν ἐν τῇ κατὰ τῶν Ούννων μάχῃ διαγωνίσασθαι ἰσχυρίζοντο, καὶ παρῆγον τῶν λεγομένων μάρτυρα τὸν συσράτηγον αὐτῷ Μιχαὴλ τὸν Βρανάν. Ὁ δὲ πρὸς τοῦ βασιλέως ἐπιταχθεὶς, ὅρκον τὴν οἰκείαν κεφαλὴν ἐπαγαγόντος, Β ἀληθῶς εἰπεῖν ἢ περὶ τοῦ Γαβρᾶ γενναῖον σύνοιδεν ἔργον, τὸ τέως μὲν ὑπερέθετο τὸν ἀπόλογον, πρὸς δὲ τὸν Γαβρᾶν στραφεὶς ἤρετο τοῦτον εἰ καὶ αὐ- τὸς ἀνδρεῖόν τι καὶ ἄξιον ἐπαίνου ἐνεδείξατο, εἴτε μὴν ὡς στρατηγὸς τὰ λῷονα διεπράξατο, ὅτε συμ. πεσόντες μετὰ τῶν Οὔγγρων Λιονυσίου στρατηγοῦν τος ἐμάχοντο. Τῷ τοι καὶ καθομολογοῦντα σχών τὸν Γαβρᾶν, καὶ ὡς οὐκ ἄλλον ὄντως τὸ τότε αὐτὸν ἀνδρίυασθαι μαρτυροῦντα, ἐπήγαγεν ὡς οὐκ ἔχων βασιλέως ἐνώπιον παρανοσφίζεσθαι τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὴν οἰκείαν κεφαλὴν αὐτὸν ἐξορκίζοντος, φησί μηδαμῶς ὑποστῆναι τὴν τῶν ἐναντίων ἐμβολὴν τὸν Γαβρᾶν· ἀλλ᾽ ἐκ πρώτης προσβολῆς ἀποδειλιάσαντα κΐχεσθαι φεύγοντα, καὶ ταῦτα αὐτοῦ πολλάκις ἀνα- οπλουμένου τοῦτον καὶ, « Στῆθι, ὦ φίλος, εἰπόν τος μετ' ἐκβοήσεως. 'Ατὰρ καὶ σπεύδων ὁ βασιλεὺς αὐτό τε τὸ Ζεύγμινον Ρωμαίοις ἐπανασώσασθαι καὶ δίκας τοὺς Οὔννους εἰσπράξασθαι ὧν εἰς Στέ- φανον πεπαρῳνήκασι, τοῖς ἐκεῖσε παρενέβαλε μέσ ρεσιν. Ηἱ δὲ βάρβαροι παρὰ τὰς ὄχθας του Ιστρου ποταμοῦ ὡς εἰς πόλεμον διαταξάμενοι διεκώλυον τῆς στρατιᾶς τὴν περαίωσιν, παντοῖα βέλη επα φιέντες καὶ τὰς ἐμβολὰς προκαταλαμβάνοντες, καν ἦσαν οὐδὲν περαίνοντες· οἱ γὰρ ἑκηβόλοι Ρωμαίοι καὶ τὸ ἄλλο ἅπαν ὁπλιτικὸν ὠσάμενο: τούτους ἐξέ- κρουσαν τῶν παρακτίων μερῶν. Βασιλεὺς δὲ σὺν παντὶ τῷ στρατεύματι κατὰ τὸ Ζεύγμινον ἀφικό μενος ἐκεῖ που στρατήγιον βάλλεται. Ἔστι δὲ τοῦτο κατὰ μεσημβρίαν ἀπρόσβατον γηλόφῳ παρήκοντα καὶ ποταμίῳ τειχιζόμενον ρεύματι. Πετο μὲν οὖν αὐτοβοεὶ αἱρήσειν τὸ πόλισμα οἷα τῶν ἔνδον καὶ κρὸς τὴν πρώτην αὐτοῦ θέαν καταπλαγέντων και, τὰς πύλας ἀνακλινάντων καὶ δεξαμένων αὐτὸν ἔνα διθι· ὡς δ᾽ οὗτοι τὰς εἰσόδους παντάπασιν αὐτῷ ἐπεζύγωσαν, τά τε τείχη παντοίοις ὅπλοις καὶ ἀφε τηρίοις ὀργάνοις ἐκράτυναν, ἀλλὰ καὶ φαινόμενοι ἄνωθεν τὰς γλώσσας ἔθηγον ὡσεὶ ὄφεως, οὐκ ἀπὸ χειρῶν μόνον ἀφιέντες βέλη θανάσιμα, ἀλλὰ κακ τοῦ τῶν ὀδόντων ἔρκους αἰσχροῤῥημοσύνας τοξεύον τες ἐῷ ἀςπίδων τῷ ὑπὸ τὰ χείλη χρισθείσας, οὐδ᾽ οἱ Ρωμαῖοι τὸ ἀπὸ τοῦδε χερσὶ κεναῖς αὐτοῖς προσ- εφέροντο, ἀλλὰ τοῦ κακοῤῥημονεῖν ὡς ἀγεννοῦς ὅπλου καὶ γυναικείου ἀφιστάμενοι σιδήρῳ μάλιστα DE MANUELE COMNENO LIB. IV. Istrum provincias populabantur, Michaele utroque D C Gabra et Brana acie victo et præda ingenti abacta. 1s Gabras nuper admodum cum Eudocia Comnenia Andronici amica, cujus ante meminimus, nuptias celebrarat, quem Eudociæ cognati ut imperatori commendarent, magno applausu et laudibus prose. quebantur, et in pugna Hunnica fortiter se ges- sisse affirmabant. Quod ut credibilius esset, Mi- chaelem Branam collegam ejus testem citabant. Qui cum in imperatoris caput jurare juberetur an aliquod forte Gabræ facinus vidisset, dilato re- sponso Gabram prius interrogat an ipse quoque aliquid laude dignum fecisset ac boni et strenui ducis officiis in pugna cum Dionysio Hungarorum duce functus esset Gabra vero affirmante fortissime se in illo prælio gessisse, subjicit se coram imperatore, in cujus caput jurare sit coactus, veritatem dissimulare non posse: Gabram hostium impetum nequaquam tulerasse, sed primo congres- su territum, fugam cepisse, quamvis ipse eum sæpius revocasset, et magna voce hortatus esset ut resisteret. Cæterum imperator Zeugmini recu- perandi et necis Stephani ulciscende cupidus exer citum in illas partes adduxit. Sed Barbari acie in Istri ripis instructa, omni telorum genere traji- cere nostros prohibebant, aditu omni intercluso. Sed frustra; Romani enim sagittarii et gravis armatura ripis eos depulerunt; et imperator cum omnibus legionibus ad Zeugminum castra locat. Id oppidum alto tumulo impositum, et præter- fluente infra flumine munitum, a meridie adiri non potest. Rebatur autem se id primo impetu capturum, defensoribus solo conspectu sui territis et portas aperientibus. Sed cum omni aditu exclu- deretur, et mœnia omni armorum et tormentorum genere firmarentur, et hostes de pinnaculis non modo lethalia tela, sed et obscœna dicteria et venenata probra jacularentur, Romani non amplius vacuis manibus accedebant, sed omissis maledictis, quibus feminæ pugnare solent, ferro rem fere- bant. Et imperator ut sui ænulatione milites accenderet, primus equo invectus hastam in media porta defigit. Deinde, quia saxa suppetebant, fossa humo et sordibus impleta et quatuor tormentis in circuitu collocatis, manis prosterni jussit. Quæ cum in officio essent omnia et saxa talenti pondere jacularentur, manium compagem labefactabant, unum potissimum, ab ipso Andronico ita directum ut murus inter duas turres conquassatus et vectibus suffossus penderet, ruinam minitans. Quadam autem nocte aliquot Hungarici proceres podium e trabibus contextum, foras prominens, ingressi et strictis gladiis aerem diverberantes, Romanis atrocissima quæque cum ingenti clamore minitabantur. Sed vindicta eos e vestigio consecuta est: nam Andronicus tormento solerter directo munitionem in qua stabant ita perculit, ut prostrata illos miserabiliter opprimeret. Nec multo post ipso quoque muro non
βασιλεὺς τοίνυν ὡς τοῦτο εἶχε πυθόμενος, αὐτός τε διεκέχυτο καὶ θαρρεῖν παρεκελεύετο πᾶσιν, τὸ μέλλον ἐντεῦθεν οἰωνιζόμενος, καὶ χαίρειν ἐνῆγεν ὡς ἐπὶ δεξιᾷ ἤδη τοῦ πολέμου τῇ τελευτῇ. Καὶ ὁ μὲν ἐν τούτοις ἦν θεὸν σωτῆρα προηγὸν ἐπικαλούμενος τοῖς στρατεύμασιν· ὁ δ’ Ἀνδρόνικος τὸν στρατηγέτην ὑποζωσάμενος ἀπῆρεν ἐκεῖθεν μετὰ πασῶν τῶν δυνάμεων καὶ εἶχεν αὐτὸν ἡμερῶν τινων διαλειπουσῶν ὁ Σάουβος καὶ Δάννουβις διαπεραιούμενον καὶ τὸ Ζεύγμινον εἰσεδέχετο. Οὐδ’ οἱ Παίονες ἐπὶ τούτοις ἀναπεπτώκεσαν, ἀλλὰ τὰς οἰκείας ἴλας ἀγειράμενοι καὶ συμμαχικὸν ξενολογήσαντες οὐκ ὀλίγον ἐκ τῶν ὁμορούντων σφίσιν ἐθνῶν καὶ ἐξ αὐτῶν δὲ Ἀλαμανῶν, ὡς ἐλέγετο, καὶ Διονύσιον τούτοις ἐπιστήσαντες στρατηγὸν αὐτοκράτορα, γενναῖον ἄνδρα καὶ πολλάκις τὰς ἐναντίας συγκόψαντα φάλαγγας, καὶ φρονηματισθέντες οὕτω μετὰ κόμπου ἐπῄεσαν.
πλάνου τοῦτον ἐναγκαλίζεται, καθ᾽ ὅν, ὡς ἔφην, και - Α ρὸν οἱ Παίονες τὰς σπονδὰς ἀθετήσαντες τὴν παρί- στριον Ρωμαίων κατέτρεχον ἐπικράτειαν. Συμβα- λόντες δὲ καὶ τοῖς στρατηγοῖς τῷ τε Γαβρᾷ Μιχαὴλ καὶ τῷ Βρανᾷ Μιχαήλ, κατὰ κράτος τούτους τρέ ψαντο καὶ λείαν ὅτι πλείστην ήλασαν. Εν δὲ ὁ Γα- βρᾶς οὗτος νεωστὶ θύσας τὰ γαμοδαίσια μετὰ τῆς Κομνηνῆς Εὐδοκίας, η Ανδρόνικος ἐπλησίαζεν, ὡς ἤδη φθάσαντες ἐδηλώσαμεν. Οὐκουῦ καὶ τῶν προσγενῶν Εὐδοκίας συνιστᾶν αὐτὸν θελόντων τῷ αὐτοκράτορι, πολὺς ἦν ἐπὶ βασιλέως ὁ τούτου κρά- τος καὶ ἔπαινος, καὶ ἐῤῥωμένως αὐτὸν ἐν τῇ κατὰ τῶν Ούννων μάχῃ διαγωνίσασθαι ἰσχυρίζοντο, καὶ παρῆγον τῶν λεγομένων μάρτυρα τὸν συσράτηγον αὐτῷ Μιχαὴλ τὸν Βρανάν. Ὁ δὲ πρὸς τοῦ βασιλέως ἐπιταχθεὶς, ὅρκον τὴν οἰκείαν κεφαλὴν ἐπαγαγόντος, Β ἀληθῶς εἰπεῖν ἢ περὶ τοῦ Γαβρᾶ γενναῖον σύνοιδεν ἔργον, τὸ τέως μὲν ὑπερέθετο τὸν ἀπόλογον, πρὸς δὲ τὸν Γαβρᾶν στραφεὶς ἤρετο τοῦτον εἰ καὶ αὐ- τὸς ἀνδρεῖόν τι καὶ ἄξιον ἐπαίνου ἐνεδείξατο, εἴτε μὴν ὡς στρατηγὸς τὰ λῷονα διεπράξατο, ὅτε συμ. πεσόντες μετὰ τῶν Οὔγγρων Λιονυσίου στρατηγοῦν τος ἐμάχοντο. Τῷ τοι καὶ καθομολογοῦντα σχών τὸν Γαβρᾶν, καὶ ὡς οὐκ ἄλλον ὄντως τὸ τότε αὐτὸν ἀνδρίυασθαι μαρτυροῦντα, ἐπήγαγεν ὡς οὐκ ἔχων βασιλέως ἐνώπιον παρανοσφίζεσθαι τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὴν οἰκείαν κεφαλὴν αὐτὸν ἐξορκίζοντος, φησί μηδαμῶς ὑποστῆναι τὴν τῶν ἐναντίων ἐμβολὴν τὸν Γαβρᾶν· ἀλλ᾽ ἐκ πρώτης προσβολῆς ἀποδειλιάσαντα κΐχεσθαι φεύγοντα, καὶ ταῦτα αὐτοῦ πολλάκις ἀνα- οπλουμένου τοῦτον καὶ, « Στῆθι, ὦ φίλος, εἰπόν τος μετ' ἐκβοήσεως. 'Ατὰρ καὶ σπεύδων ὁ βασιλεὺς αὐτό τε τὸ Ζεύγμινον Ρωμαίοις ἐπανασώσασθαι καὶ δίκας τοὺς Οὔννους εἰσπράξασθαι ὧν εἰς Στέ- φανον πεπαρῳνήκασι, τοῖς ἐκεῖσε παρενέβαλε μέσ ρεσιν. Ηἱ δὲ βάρβαροι παρὰ τὰς ὄχθας του Ιστρου ποταμοῦ ὡς εἰς πόλεμον διαταξάμενοι διεκώλυον τῆς στρατιᾶς τὴν περαίωσιν, παντοῖα βέλη επα φιέντες καὶ τὰς ἐμβολὰς προκαταλαμβάνοντες, καν ἦσαν οὐδὲν περαίνοντες· οἱ γὰρ ἑκηβόλοι Ρωμαίοι καὶ τὸ ἄλλο ἅπαν ὁπλιτικὸν ὠσάμενο: τούτους ἐξέ- κρουσαν τῶν παρακτίων μερῶν. Βασιλεὺς δὲ σὺν παντὶ τῷ στρατεύματι κατὰ τὸ Ζεύγμινον ἀφικό μενος ἐκεῖ που στρατήγιον βάλλεται. Ἔστι δὲ τοῦτο κατὰ μεσημβρίαν ἀπρόσβατον γηλόφῳ παρήκοντα καὶ ποταμίῳ τειχιζόμενον ρεύματι. Πετο μὲν οὖν αὐτοβοεὶ αἱρήσειν τὸ πόλισμα οἷα τῶν ἔνδον καὶ κρὸς τὴν πρώτην αὐτοῦ θέαν καταπλαγέντων και, τὰς πύλας ἀνακλινάντων καὶ δεξαμένων αὐτὸν ἔνα διθι· ὡς δ᾽ οὗτοι τὰς εἰσόδους παντάπασιν αὐτῷ ἐπεζύγωσαν, τά τε τείχη παντοίοις ὅπλοις καὶ ἀφε τηρίοις ὀργάνοις ἐκράτυναν, ἀλλὰ καὶ φαινόμενοι ἄνωθεν τὰς γλώσσας ἔθηγον ὡσεὶ ὄφεως, οὐκ ἀπὸ χειρῶν μόνον ἀφιέντες βέλη θανάσιμα, ἀλλὰ κακ τοῦ τῶν ὀδόντων ἔρκους αἰσχροῤῥημοσύνας τοξεύον τες ἐῷ ἀςπίδων τῷ ὑπὸ τὰ χείλη χρισθείσας, οὐδ᾽ οἱ Ρωμαῖοι τὸ ἀπὸ τοῦδε χερσὶ κεναῖς αὐτοῖς προσ- εφέροντο, ἀλλὰ τοῦ κακοῤῥημονεῖν ὡς ἀγεννοῦς ὅπλου καὶ γυναικείου ἀφιστάμενοι σιδήρῳ μάλιστα DE MANUELE COMNENO LIB. IV. Istrum provincias populabantur, Michaele utroque D C Gabra et Brana acie victo et præda ingenti abacta. 1s Gabras nuper admodum cum Eudocia Comnenia Andronici amica, cujus ante meminimus, nuptias celebrarat, quem Eudociæ cognati ut imperatori commendarent, magno applausu et laudibus prose. quebantur, et in pugna Hunnica fortiter se ges- sisse affirmabant. Quod ut credibilius esset, Mi- chaelem Branam collegam ejus testem citabant. Qui cum in imperatoris caput jurare juberetur an aliquod forte Gabræ facinus vidisset, dilato re- sponso Gabram prius interrogat an ipse quoque aliquid laude dignum fecisset ac boni et strenui ducis officiis in pugna cum Dionysio Hungarorum duce functus esset Gabra vero affirmante fortissime se in illo prælio gessisse, subjicit se coram imperatore, in cujus caput jurare sit coactus, veritatem dissimulare non posse: Gabram hostium impetum nequaquam tulerasse, sed primo congres- su territum, fugam cepisse, quamvis ipse eum sæpius revocasset, et magna voce hortatus esset ut resisteret. Cæterum imperator Zeugmini recu- perandi et necis Stephani ulciscende cupidus exer citum in illas partes adduxit. Sed Barbari acie in Istri ripis instructa, omni telorum genere traji- cere nostros prohibebant, aditu omni intercluso. Sed frustra; Romani enim sagittarii et gravis armatura ripis eos depulerunt; et imperator cum omnibus legionibus ad Zeugminum castra locat. Id oppidum alto tumulo impositum, et præter- fluente infra flumine munitum, a meridie adiri non potest. Rebatur autem se id primo impetu capturum, defensoribus solo conspectu sui territis et portas aperientibus. Sed cum omni aditu exclu- deretur, et mœnia omni armorum et tormentorum genere firmarentur, et hostes de pinnaculis non modo lethalia tela, sed et obscœna dicteria et venenata probra jacularentur, Romani non amplius vacuis manibus accedebant, sed omissis maledictis, quibus feminæ pugnare solent, ferro rem fere- bant. Et imperator ut sui ænulatione milites accenderet, primus equo invectus hastam in media porta defigit. Deinde, quia saxa suppetebant, fossa humo et sordibus impleta et quatuor tormentis in circuitu collocatis, manis prosterni jussit. Quæ cum in officio essent omnia et saxa talenti pondere jacularentur, manium compagem labefactabant, unum potissimum, ab ipso Andronico ita directum ut murus inter duas turres conquassatus et vectibus suffossus penderet, ruinam minitans. Quadam autem nocte aliquot Hungarici proceres podium e trabibus contextum, foras prominens, ingressi et strictis gladiis aerem diverberantes, Romanis atrocissima quæque cum ingenti clamore minitabantur. Sed vindicta eos e vestigio consecuta est: nam Andronicus tormento solerter directo munitionem in qua stabant ita perculit, ut prostrata illos miserabiliter opprimeret. Nec multo post ipso quoque muro non
PG 139:475οὗτος δὲ ὁ Διονύσιος, ὅτε πρώτως ἠκηκόει τὸν Ἴστρον διαβῆναι Ῥωμαϊκὴν στρατιάν, γεγαυρωμένος ὢν ἐπὶ ταῖς προτέραις νίκαις, ἃς ἤρατο κατὰ Ῥωμαίων, μεγαλορρημονῶν ἔλεγεν ὡς εἰς κολωνὸν αὖθις ἐσεῖται ἀγηοχὼς τὰ τῶν εἰς πόλεμον πεσόντων Ῥωμαίων ὀστᾶ, καὶ οἷα τροπαίῳ τούτοις ὡς καὶ ἄλλοτέ ποτε χρήσαιτο, ἐπεὶ καὶ ἦν τι τοιοῦτον βαρβαρικῶς δεδρακώς, ὁπηνίκα τὸν Βρανᾶν καὶ τὸν Γαβρᾶν, ὡς ἤδη μοι ἐρρέθη, κατηγωνίσατο. Ἐνστάσης δὲ τῆς ἑορτίου μνήμης Προκοπίου τοῦ μάρτυρος, ἐκτάσσει τὰς δυνάμεις εἰς πόλεμον ὁ Κοντοστέφανος, καὶ αὐτὸς ἐνέδυ τὸν θώρακα καὶ τὴν ἄλλην πανοπλίαν ἠμφίεστο, καὶ τοῖς λοιποῖς ὡσαύτως ἐπέταττε δρᾶν, καὶ τὴν ἑαυτοῦ ἕκαστος τάξιν ἐπεπορεύετο καὶ καθίστα πρὸς τὸ εὔτακτον. καὶ τὸ μὲν τῆς φάλαγγος μέτωπον ἀπένειμεν ἑαυτῷ, τὸ δὲ κέρας τὸ δεξιὸν Ἀνδρόνικος ἐπεῖχεν ὁ Λαπαρδᾶς, τὸ δὲ λαιὸν ἄλλοι ταξίαρχοι, οὓς ὁ στρατηγὸς συνεπήγετο. ἐξετετάχει δὲ καὶ ἄλλας φάλαγγας, μικρὸν ἄποθεν αὐτὰς διαστήσας ἑκατέρου κέρατος, ὅπως ἐπιπαριοῦσαι κατὰ καιρὸν εἴησαν ἐπαρήγουσαι τοῖς κάμνουσι τάγμασιν.
Α κακῶς διετίθεσαν. Πρῶτος τοίνυν ὁ βασιλεὺς τῷ τῆς Ο Ο μιμήσεως ὁμοίῳ διερεθίζων τοὺς ὑπ᾽ ἐκεῖνον κατὰ τῶν τῆς πόλεως πυλῶν τὸν ἵππον ἐπαφίησι καὶ μέσ σον αὑτῶν τὸ δόρυ ἤλασεν. Ἐπὶ δὲ τούτοις τὴν τά φρον ἐμπλήσας ἀφυσγετοῦ διὰ τὴν τῶν λίθων στέ ρησιν, τάς τε πετροβόλους μηχανὰς περιστήσας (τέσσαρες δ᾽ ἦσαν αὗται) τὰ τείχη κατασείειν ἐπέ- ταττεν. Ενεργεῖς μὲν οὖν ἅπασαι ἦσαν, καὶ οἱ πέτροι ταλαντιαῖοι ἀφ έμενοι τὰς τῶν τειχῶν παρέσ λυον ἁρμογάς· μία δ' ἐξ αὐτῶν μάλιστα, ἧς ἀρχι τέκτων ἦν ᾿Ανδρόνικος, αὐτὸς τὴν σφενδόνην (84) τόν τε στρόφαλον καὶ τὸν λόγον διατιθέμενος, πλειόνως διεσάλευε τὸν περίβοκον, ὡς καὶ τὸ μεσο- πύργιον, καθ᾽ ὅ τὰ βάρη τῶν πετρῶν ἠκοντίζοντο, ὑποχαλῶν ἤδη και μεθίστασθαι τοῦ κεῖσθαι ὀρθόν, ἄλλως τε καὶ ὀρυκτῆρσιν ὑπομοχλευόμενον. Τότε τοίνυν κατά τινα τῶν νυκτῶν τινὲς τῶν μεγιστάνων Παιόνων μίαν εἰσιόντες τῶν ἐκκρεμῶν τοῦ τείχους καὶ προνευουσῶν ἔξωθεν μηχανών (άρκλας [85] οἶδε ταύτας ἡ κοινὴ καὶ πάνδημος φράσις καλεῖν) τῶν κουλεῶν τὰς σπάθας εἵλκυσαν, καὶ γυμνὸς αὐτὰς ἀνατείναντες διηπειλοῦντο Ρωμαίοις ὑπέραυχα, καὶ τὸ τέως βάπτειν μὴ ἔχοντες τὰ ξίφη αἵματι σχήμασι τὸν ἀέρα ἔπληττον καὶ φωνῶν ἐγέμιζον. κεκραγό- τες ὅσον ἐχώρουν αἱ κεφαλαί. ᾿Αλλὰ πόδας ἡ δίκη μέτεισι τούτους· τιτήνας γὰρ κατὰ τῆς ἀνεχού σης αὐτοὺς μηχανῆς τὸ βλῆμα Ανδρόνικος οὕτω διαφῆκεν ἐπιτυχὲς ὡς διαλυθῆναι μὲν αὐτίκα τοῦ τείχους τὸ προεκκρεμάμενον ἐκεῖνο ξύλινον σύνθεμα, ἐπικαταβληθῆναι δὲ καὶ τούτους ἐκτὸς ἐς ᾄδου στό μιον κατωκάρα πίπτοντας καὶ κυβιστῆρας ὁρωμένους, ἐλεεινούς, διανηχομένους ἀθλίως Αχέροντα. Μετὰ βραχὺ δὲ καί αὐτὸ τὸ τεῖχος ὑπέκυπτε, καὶ διὰ κλιμάκων εἶχε Ῥωμαίους ανιόντας καὶ τὴν πό- λιν εἰσιόντας. Πολλοὶ μὲν οὖν βληθέντες εἰς θάνατον κατεβλήθησαν, οὐκ ὀλίγο: δὲ καὶ προσκεχωρηκότες τοῖς ἤδη κρατοῦσιν ἐσώθησαν· εἰσὶ δ᾽ οὗ καὶ ἀποδράντες σωτηρίαν ἐντεῦθεν εὕραντο. Εἰς δὲ τῶν οἱ κητόρων ἐκείνης τῆς πόλεως, καὶ οὗτος οὐ τῶν συγκλύδων καὶ συρφάκων, ἀλλὰ τῶν πλούτῳ λαμπρών καὶ γένει ἐπισήμῳ διαπρεπῶν, ἀστεῖον τὸ εἶδος ηὔχει γύναιον καὶ σφόδρα καλὸν τὴν μορφήν. Ὁρῶν δὲ παρά του τῶν Ῥωμαίων εἰς ὕβριν ἑλκόμενον, καὶ μὴ ἔχων ἐπαμῦναι τυραννουμένῳ ἢ βία τὴν βίαν ὠθῆσαι καὶ στῆσαι τὸν ἄδικον ἐκεῖνον ἔρωτα, βουλεύεται βουλὴν οὐχ ἥκιστα γενναίας ή τολμηρὰν καὶ ἀθέμιτον καὶ τῷ τῆς τύχης ἐνεστῶτι κατάλληον· διελαύνει τῶν σπλάγχνων τῆς φιλτάτης ὄν ἔφερεν ἀκινάκην. Οὐκοῦν ὁ μὲν τῇ γυναικὶ ἐπιμαινόμενος ἄθεσμος ἐκεῖνος ἐραστὴς τὴν ἄλογον ἐμά- ρανεν ἔφεσιν, οὐκέτι, ὄντος τοῦ ὑπεκκαύματος, τὴν δὲ σχετλίαν τῷ ὄντι ἐρωμένην τὸ ἦμαρ ἔλιπε τὸ εὐφρόσυνον. Φεῦ πραγμάτων ἀναγκαίας ἐπιπλοκῆς καὶ φθονεροῦ Τελχίνος καὶ ἐπιβούλου, τοιαύτας τραγωδίας σκηνοποιοῦντος ἐπὶ θεάτρου πολυπληθούς ? ὦ ἀντιφερομένων ἐρώτων ἐπ' ἄθλῳ ἐνὶ ἐπιλήπτου καὶ σώφρονος, καὶ τοῦ μὲν ἐπ᾽ ἄθεροις λέκτδοίς σώζειν ἐθέλοντος, τοῦ δὲ φθάνοντος τὸ οἶσχος καὶ νεκροῦντος καινότερον καὶ πάθει πάθος ἐκκρούοντος ! [Ρ. 89] Συνήραντο δὲ τοῖς Ῥωμαίοις εἰς τὴν τοῦ Ζευγμίνου ἐκπόρθησιν καὶ οὐκ ὀλίγοι τῶν ἔνδον, τὰ Ῥωμαίων φρονοῦντες καὶ τὰ τούτων ὡς εἶχον διανιστῶντες φρονήματα· οὗτοι γὰρ ἀτράκτοις ἀσιδήροις βιβλία προσδέοντες. καὶ ταῦτα πρὸς τὸ Ρωμαϊκόν στράτευμα νυκτὸς ἐκτοξεύοντες, παρίστων δι' αὐτῶν ὅσα τε οἱ βάρβαροι ἐβουλεύοντο καὶ ὅση τούτων ἰσχὺς ἀκμάζουσα ἦν. Ηγετο δὲ τῶν Παιόνων τις τηνικαῦτα αἰχμάλωτος ἔτι τὸν ἐγχώριον πιλον ἐπὶ κεφαλῆς ἔχων καὶ τὴν λοιπὴν ἠμφιεσμένος πάτριον στολήν. ᾿Αλλὰ τοῦτον Ῥωμαῖός τις ἐπιπα- ριών σιδήρῳ πλήττει θανατοῖ, καὶ τὸ τῆς κεφαλῆς ἐκείνου ἑαυτῷ περιτίθησι κάλυμμα, καὶ ἦν ἀνύων οὕτωσὶ τὴν ὁδὸν. Τῆς δὲ δίκης ἐφεπομένης ἀψόφῳ ἐμβάδι, καὶ δ' ἄλλῳ τέτευχε κακὸν τουτων καθ᾿ ἑαυ τοῦ ἀγχωμάλως ἀναστρεφούσης, ἐφίσταται οἱ κομώτερος ἕτερος ξιφήρης ἐκ τῶν ὄπισθεν. Ῥωμαίων, καὶ παίει καιρίαν κατὰ τοῦ τένοντος ὡς ζωγρίαν Παίονα, καὶ τοῦ ζῆν ἐκ τοῦ σχεδὸν μεθίστησιν. 'Αλλ' οὕτω μὲν ἑάλω τὸ Ζεύγμινον, ὡς ἐπιτρέ- χοντά με εἰπεῖν, μὴ ἐμβραδύνοννα ταῖς διηγήσεσι. Αρκλας. NICETE CHONIATE collapso scalis admotis Romani transcenderunt. Tum multi sunt occisi, multi victoribus supplices conservati nonnulli etiam fuga salutem quæsi- verunt. Sed quidam illius urbis vir nobilis et dives, cum uxorem suum, excellenti forma mu- lierem, ad stuprum a milite rapi videret nec ejus pudicitiam aliter tueri posset, acinace miseram confodit. violenta rerum series, o fortunæ invidia atque insidiæ, quæ in amplissimo et frequentissimo theatro hujusmodi tragoedias agis. duplices amores inter vos contrarii, ad unum præmium tendentes; quorum alter per dedecus servare, alter per ferrum et sanguinem pudicitiam tueri studet. Ad expugnationem Zeu- gmini non parum contulerunt quidam ex civibus Romanorum studiosi, qui schedas sagittis sine ferro appensas noctu in castra ejaculantes et Barbaro- rum vires et consilia detegebant et Romanorum animos confirm:abant. Pannonius vero quidam captivus, pileo et reliquo habitu more patrio ornatus, a prætereunte milite occiditur. Is cum interfecti pileo capiti imposito pergeret, vindicta tacito pede illum consecuta effecit ut ab alio sequente Romano pro captivo Pannonio jugulare- tur, dignum e vestigio factis suis præmium con- secutus. B Zeugminc ad hunc modum capto, imperator in fines Romanorum discedit, avunculo suo Constan- Hier. Wolfii notæ. sive fundam, cardinem et baculum appellet hic, ob (85) Non abhorret a nostro vernaculo ignorationem cujusmodi machina fuerit, non satis erkher. (84) Αὐτὸς τὴν σφενδόνην. Cum quid palam G teneam, generaliter hunc locum sum interpretatus.
Οὕτω δ’ ἐκτάσσοντι τὰς δυνάμεις καὶ καθιστῶντι τῷ Ἀνδρονίκῳ ἐφίσταταί τις ἐκ βασιλέως κομίζων γράμματα ἐκείνην τὴν ἡμέραν καθυπερθέσθαι τὴν συμπλοκὴν ἐπιτάττοντα καὶ καθ’ ἑτέραν ἀναθέσθαι, ἣν καὶ αὐτὴν τὸ ἐπιστόλιον ἀνεδίδασκε. δεξάμενος οὖν ὁ στρατηγὸς τὸ βιβλίον εἰς τὸν οἰκεῖον καθῆκε κόλπον, μήτε τοῖς γραφομένοις προσσχών, μήτε τοῖς συνοῦσι μεγιστᾶσι δῆλα τὰ προσταττόμενα θέμενος, ἐπαινετῶς δὲ παρακρουσάμενος ἑτέρων ὑποθέσεων διηγήσεσιν. ἀπετρέπετο δὲ ὡς ἀποφρὰς ἡ τότε ἡμέρα καὶ ὅλως ἀξύμφορος πρὸς τὴν κατ’ Ἄρεα συμβολήν, ἐπεὶ καὶ ἦν τὰς πλείστας καὶ μεγίστας τῶν πράξεων καὶ παρὰ θεοῦ τὸ πέρας κατ’ εὐδοκίαν εἴτε καὶ μὴ δεχομένας ταῖς τῶν ἄστρων οὐκ οἶδ’ ὅπως περιπλοκαῖς καὶ ταῖς τοιαῖσδε θέσεσι καὶ κινήσεσιν ἐπανατιθεὶς καὶ τοῖς παρὰ τῶν ἀστρολεσχούντων λεγομένοις καθυπαγόμενος ἴσα ταῖς ἐκ θρανίδος θεοῦ ἀποφάσεσιν.
Α κακῶς διετίθεσαν. Πρῶτος τοίνυν ὁ βασιλεὺς τῷ τῆς Ο Ο μιμήσεως ὁμοίῳ διερεθίζων τοὺς ὑπ᾽ ἐκεῖνον κατὰ τῶν τῆς πόλεως πυλῶν τὸν ἵππον ἐπαφίησι καὶ μέσ σον αὑτῶν τὸ δόρυ ἤλασεν. Ἐπὶ δὲ τούτοις τὴν τά φρον ἐμπλήσας ἀφυσγετοῦ διὰ τὴν τῶν λίθων στέ ρησιν, τάς τε πετροβόλους μηχανὰς περιστήσας (τέσσαρες δ᾽ ἦσαν αὗται) τὰ τείχη κατασείειν ἐπέ- ταττεν. Ενεργεῖς μὲν οὖν ἅπασαι ἦσαν, καὶ οἱ πέτροι ταλαντιαῖοι ἀφ έμενοι τὰς τῶν τειχῶν παρέσ λυον ἁρμογάς· μία δ' ἐξ αὐτῶν μάλιστα, ἧς ἀρχι τέκτων ἦν ᾿Ανδρόνικος, αὐτὸς τὴν σφενδόνην (84) τόν τε στρόφαλον καὶ τὸν λόγον διατιθέμενος, πλειόνως διεσάλευε τὸν περίβοκον, ὡς καὶ τὸ μεσο- πύργιον, καθ᾽ ὅ τὰ βάρη τῶν πετρῶν ἠκοντίζοντο, ὑποχαλῶν ἤδη και μεθίστασθαι τοῦ κεῖσθαι ὀρθόν, ἄλλως τε καὶ ὀρυκτῆρσιν ὑπομοχλευόμενον. Τότε τοίνυν κατά τινα τῶν νυκτῶν τινὲς τῶν μεγιστάνων Παιόνων μίαν εἰσιόντες τῶν ἐκκρεμῶν τοῦ τείχους καὶ προνευουσῶν ἔξωθεν μηχανών (άρκλας [85] οἶδε ταύτας ἡ κοινὴ καὶ πάνδημος φράσις καλεῖν) τῶν κουλεῶν τὰς σπάθας εἵλκυσαν, καὶ γυμνὸς αὐτὰς ἀνατείναντες διηπειλοῦντο Ρωμαίοις ὑπέραυχα, καὶ τὸ τέως βάπτειν μὴ ἔχοντες τὰ ξίφη αἵματι σχήμασι τὸν ἀέρα ἔπληττον καὶ φωνῶν ἐγέμιζον. κεκραγό- τες ὅσον ἐχώρουν αἱ κεφαλαί. ᾿Αλλὰ πόδας ἡ δίκη μέτεισι τούτους· τιτήνας γὰρ κατὰ τῆς ἀνεχού σης αὐτοὺς μηχανῆς τὸ βλῆμα Ανδρόνικος οὕτω διαφῆκεν ἐπιτυχὲς ὡς διαλυθῆναι μὲν αὐτίκα τοῦ τείχους τὸ προεκκρεμάμενον ἐκεῖνο ξύλινον σύνθεμα, ἐπικαταβληθῆναι δὲ καὶ τούτους ἐκτὸς ἐς ᾄδου στό μιον κατωκάρα πίπτοντας καὶ κυβιστῆρας ὁρωμένους, ἐλεεινούς, διανηχομένους ἀθλίως Αχέροντα. Μετὰ βραχὺ δὲ καί αὐτὸ τὸ τεῖχος ὑπέκυπτε, καὶ διὰ κλιμάκων εἶχε Ῥωμαίους ανιόντας καὶ τὴν πό- λιν εἰσιόντας. Πολλοὶ μὲν οὖν βληθέντες εἰς θάνατον κατεβλήθησαν, οὐκ ὀλίγο: δὲ καὶ προσκεχωρηκότες τοῖς ἤδη κρατοῦσιν ἐσώθησαν· εἰσὶ δ᾽ οὗ καὶ ἀποδράντες σωτηρίαν ἐντεῦθεν εὕραντο. Εἰς δὲ τῶν οἱ κητόρων ἐκείνης τῆς πόλεως, καὶ οὗτος οὐ τῶν συγκλύδων καὶ συρφάκων, ἀλλὰ τῶν πλούτῳ λαμπρών καὶ γένει ἐπισήμῳ διαπρεπῶν, ἀστεῖον τὸ εἶδος ηὔχει γύναιον καὶ σφόδρα καλὸν τὴν μορφήν. Ὁρῶν δὲ παρά του τῶν Ῥωμαίων εἰς ὕβριν ἑλκόμενον, καὶ μὴ ἔχων ἐπαμῦναι τυραννουμένῳ ἢ βία τὴν βίαν ὠθῆσαι καὶ στῆσαι τὸν ἄδικον ἐκεῖνον ἔρωτα, βουλεύεται βουλὴν οὐχ ἥκιστα γενναίας ή τολμηρὰν καὶ ἀθέμιτον καὶ τῷ τῆς τύχης ἐνεστῶτι κατάλληον· διελαύνει τῶν σπλάγχνων τῆς φιλτάτης ὄν ἔφερεν ἀκινάκην. Οὐκοῦν ὁ μὲν τῇ γυναικὶ ἐπιμαινόμενος ἄθεσμος ἐκεῖνος ἐραστὴς τὴν ἄλογον ἐμά- ρανεν ἔφεσιν, οὐκέτι, ὄντος τοῦ ὑπεκκαύματος, τὴν δὲ σχετλίαν τῷ ὄντι ἐρωμένην τὸ ἦμαρ ἔλιπε τὸ εὐφρόσυνον. Φεῦ πραγμάτων ἀναγκαίας ἐπιπλοκῆς καὶ φθονεροῦ Τελχίνος καὶ ἐπιβούλου, τοιαύτας τραγωδίας σκηνοποιοῦντος ἐπὶ θεάτρου πολυπληθούς ? ὦ ἀντιφερομένων ἐρώτων ἐπ' ἄθλῳ ἐνὶ ἐπιλήπτου καὶ σώφρονος, καὶ τοῦ μὲν ἐπ᾽ ἄθεροις λέκτδοίς σώζειν ἐθέλοντος, τοῦ δὲ φθάνοντος τὸ οἶσχος καὶ νεκροῦντος καινότερον καὶ πάθει πάθος ἐκκρούοντος ! [Ρ. 89] Συνήραντο δὲ τοῖς Ῥωμαίοις εἰς τὴν τοῦ Ζευγμίνου ἐκπόρθησιν καὶ οὐκ ὀλίγοι τῶν ἔνδον, τὰ Ῥωμαίων φρονοῦντες καὶ τὰ τούτων ὡς εἶχον διανιστῶντες φρονήματα· οὗτοι γὰρ ἀτράκτοις ἀσιδήροις βιβλία προσδέοντες. καὶ ταῦτα πρὸς τὸ Ρωμαϊκόν στράτευμα νυκτὸς ἐκτοξεύοντες, παρίστων δι' αὐτῶν ὅσα τε οἱ βάρβαροι ἐβουλεύοντο καὶ ὅση τούτων ἰσχὺς ἀκμάζουσα ἦν. Ηγετο δὲ τῶν Παιόνων τις τηνικαῦτα αἰχμάλωτος ἔτι τὸν ἐγχώριον πιλον ἐπὶ κεφαλῆς ἔχων καὶ τὴν λοιπὴν ἠμφιεσμένος πάτριον στολήν. ᾿Αλλὰ τοῦτον Ῥωμαῖός τις ἐπιπα- ριών σιδήρῳ πλήττει θανατοῖ, καὶ τὸ τῆς κεφαλῆς ἐκείνου ἑαυτῷ περιτίθησι κάλυμμα, καὶ ἦν ἀνύων οὕτωσὶ τὴν ὁδὸν. Τῆς δὲ δίκης ἐφεπομένης ἀψόφῳ ἐμβάδι, καὶ δ' ἄλλῳ τέτευχε κακὸν τουτων καθ᾿ ἑαυ τοῦ ἀγχωμάλως ἀναστρεφούσης, ἐφίσταται οἱ κομώτερος ἕτερος ξιφήρης ἐκ τῶν ὄπισθεν. Ῥωμαίων, καὶ παίει καιρίαν κατὰ τοῦ τένοντος ὡς ζωγρίαν Παίονα, καὶ τοῦ ζῆν ἐκ τοῦ σχεδὸν μεθίστησιν. 'Αλλ' οὕτω μὲν ἑάλω τὸ Ζεύγμινον, ὡς ἐπιτρέ- χοντά με εἰπεῖν, μὴ ἐμβραδύνοννα ταῖς διηγήσεσι. Αρκλας. NICETE CHONIATE collapso scalis admotis Romani transcenderunt. Tum multi sunt occisi, multi victoribus supplices conservati nonnulli etiam fuga salutem quæsi- verunt. Sed quidam illius urbis vir nobilis et dives, cum uxorem suum, excellenti forma mu- lierem, ad stuprum a milite rapi videret nec ejus pudicitiam aliter tueri posset, acinace miseram confodit. violenta rerum series, o fortunæ invidia atque insidiæ, quæ in amplissimo et frequentissimo theatro hujusmodi tragoedias agis. duplices amores inter vos contrarii, ad unum præmium tendentes; quorum alter per dedecus servare, alter per ferrum et sanguinem pudicitiam tueri studet. Ad expugnationem Zeu- gmini non parum contulerunt quidam ex civibus Romanorum studiosi, qui schedas sagittis sine ferro appensas noctu in castra ejaculantes et Barbaro- rum vires et consilia detegebant et Romanorum animos confirm:abant. Pannonius vero quidam captivus, pileo et reliquo habitu more patrio ornatus, a prætereunte milite occiditur. Is cum interfecti pileo capiti imposito pergeret, vindicta tacito pede illum consecuta effecit ut ab alio sequente Romano pro captivo Pannonio jugulare- tur, dignum e vestigio factis suis præmium con- secutus. B Zeugminc ad hunc modum capto, imperator in fines Romanorum discedit, avunculo suo Constan- Hier. Wolfii notæ. sive fundam, cardinem et baculum appellet hic, ob (85) Non abhorret a nostro vernaculo ignorationem cujusmodi machina fuerit, non satis erkher. (84) Αὐτὸς τὴν σφενδόνην. Cum quid palam G teneam, generaliter hunc locum sum interpretatus.
PG 139:477Εἰδὼς δὲ Ἀνδρόνικος ὡς μέγα τι πολλάκις ὤνησε τὸν ἀθλοῦντα καὶ βραχεῖά τις ὑποφώνησις τοῦ ἀλείφοντος πρὸς τὸν ἐν χερσὶν ἀγῶνα διανίστησι λόγοις τὸ στράτευμα μνήσασθε, ὑποφθεγγόμενος ἄνδρες Ῥωμαῖοι, πολεμίου ἀλκῆς, μνήσασθε, καὶ μηδέν τι φρονήσητε τῆς δόξης καὶ τῆς τύχης τῆς ἐνούσης ἀνάξιον, εὖ εἰδότες ὡς καὶ θῆρες ὀρεινόμοι τοῖς κατ’ αὐτῶν εὐθαρσῶς ἐπιοῦσι δεδίασί τε προσεγχειρῆσαι καὶ διασοβηθέντες ἀπίασιν, ὅσοι δὲ αὐτοῖς ἀντιμέτωποι στῆναι πεφρίκασιν ἐς ἑτοίμην θοίνην ὠμοβορούμενοι πρόκεινται. ἀνδριστέον οὖν κατὰ τουτωνὶ τῶν θηριογνωμόνων βαρβάρων, μήπως ὑπ’ αὐτοῖς γενώμεθα φιλοψυχίαν ἀγεννῶς νοσήσαντες μὴ σώζουσαν ἀλλ’ ἀπόλλουσαν, τοῦτο δὴ ὅπερ αἱ ταῖς ἀρεταῖς ἀντίθετοι κακίαι εἰώθασι δρᾶν, εἰ καὶ παραπεπήγασιν αὐταῖς καὶ εἰσί πως ἀγχίθυροι. καὶ ἄλλως δὲ οὐχ ἡμεῖς μέν ἐσμεν καὶ βλητοὶ καὶ θνητοί, ἐκ δὲ χαλκοῦ τεχνητοὶ οἱ πολέμιοι· οὐδ’ οὗτοι μὲν χιτῶνας περίκεινται σιδηρέους καὶ ὠκύποσιν ἵπποις ἀνέχονται, ἡμεῖς δὲ τοὐναντίον ἅπαν καὶ σώματα γυμνὰ προβαλλόμενοι· οὐδ’ εὐπάλαμνον μὲν τὸ ἀντίπαλον, ἀπόμαχον δὲ τὸ ἡμέτερον·
Β Καὶ βασιλεὺς ἐκεῖθεν ἀπονοστήσας πρὸς τὰ 'Ρω- μαίων ὅρια μεταβέβηκε, τὸν δὲ ἑαυτοῦ θεῖον, τὸν ἀπὸ Φιλαδελφείας λέγω Κωνσταντῖνον τὸν ᾿Αγγελον, ἐπιτειχιστὴν εἴασε τοῦ Ζευγμίνου, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν Τρίψυχον Βασίλειον· καὶ οὗτοι τὰ ἐντεταλμένα περατοῦντες τό τε Ζεύγμινον ήρτίωσαν, ὅσαι κατα ηρείποντο τύρσεις ἐπισκευάσαντες, καὶ τῆς ἄλλης ὁμοίως φρουρᾶς πεφροντίκασι, καὶ τὰ ἐν Βελεγρά- δοις πολίχνια πλείστης ὅσης ἐπιμελείας ἠξίωσαν. Καὶ αὐτὸν δὲ τὸν Νίσον τείχεσι περιέβαλον, καὶ τὴν Βρανίτζοβαν συνώκισαν. Καὶ τὰ λοιπὰ πρὸς τὸ εὖ διαθέμενοι, ἔνθα διάγων ἦν βασιλεύς, ἀφίσ κοντο. Οὗτος δὲ τὸν Δεσὲ μετελευσόμενος ἑαυτοῦ γενόμενον κακουργότερον τὴν ἐς Σερβίαν ώρμα τρα- πέσθαι. Ἀλλ᾿ ὁ Δεσὲ καὶ ποῤῥωθεν ἐπιτηρῶν τὰ πραττόμενα, μάλιστα δ' ὅπερ ἦν ἀληθὲς δεδιὼς, μή τι ἀηδὲς πάθοι καὶ ἀπευκταίον βασιλέως εἰς τὴν ἑαυτοῦ χώραν παρεμβαλόντος, πέμψας εἰς βα σιλέα ἐνδοθῆναι οἱ καθικετεύει τὴν ἐς αὐτὸν ἀπαθῆ ἄφιξιν. Ὡς οὖν εἶχεν ὅ ᾔτησεν, ἀφίκετο δορυφορίας μετέχων σατραπικῆς, καὶ εἰς θέαν τῷ βασιλεῖ και ταστὰς τὸ δολιόφρον τῆς γνώμης κατονειδίζεται, καὶ οὕτως ὡς ἔσπονδος ἀποπέμπεται Καὶ ἐγγὺς ἐλθὼν τοῦ συλλλφθῆναι διαφίεται πάλιν οἴκαδε ἀπελ- θεῖν, τὴν τοῦ τρόπου μεταβολὴν καὶ τὸ μηκέτι τὰ μὴ δοκοῦντα βασιλεῖ διαπράττεσθαι φρικώδεσιν ὅρκοις Εμπεδωσάμενος, κἂν οὐκ ἦν τὸν χαμαιλέοντα πρὸς τὴν τῆς ἀληθείας μεταβαλέσθαι λευκότητα ἐφ᾽ ἑτές ραν πᾶσαν χροιάν ῥᾳδίως μετατιθέμενον. Ἐξιών γὰρ ἀπὸ προσώπου τοῦ βασιλέως πολλοῖς ἅμα τὴν ψυχὴν ἐμερίζετο πάθεσιν. Ἠσχύνετο ἐφ᾽ οἷς τῷ βα σιλεῖ προσελήλυθεν, ὠργίζετο ὧν ἕνεκα πέπονθεν, ἐπαθαίνετο οἷς τὰς τῆς γνώμης παρεκτροπάς Οριγ γίοις ἄρχων ἑαυτῷ ἐπετείχισε. Τέλος δὲ, ὅσα ὁμωμόκει τῷ βασιλεῖ τὴν οἰκείαν ἀποκρύπτων γνώμην καὶ συνέθετο, κατανωτισάμενος τὴν συνήθη παρδαλέην ἑαυτῷ περιτίθησι, τὸ τοῦ τραγῳδοῦ ὁ βάρο βαρος ἐκεῖνος ἐπαινέσας ἄντικρυς καὶ εἰπών· « Ἡ γλῶσσ᾽ ὁμώμοχ', ἡ δὲ φρὴν ἀνώμοτος. » δ' Καὶ εἶχε μὲν οὕτω ταῦτα· μήπω δὲ γεννήσας 4. ὁ Μανουὴλ υἱὸν, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῇ θυγατρί Μαρίᾳ, ἣν αὐτῷ ἡ ἐξ ᾿Αλαμανῶν ἀπέτεκεν ἄλογος, τὰς τοῦ γένους σαλεύων διαδοχάς, ὅρκοις πάντας κατενεπ- έδωσε μετὰ τὸν αὐτοῦ μόρον αὐτήν τε τὴν Μαρίαν καὶ τὸν μνήστορα ταύτης Αλέξιον, ὅς, ὡς εἰρήκει μεν, ἐξ Οὐγγρίας ώρμητο, κληρονόμους τῆς οἰκείας ἔχειν ἀρχῆς καὶ ὡς Ῥωμαίων αναξι σφίσι καθυπεί- κειν καὶ προσκυνεῖν. Ενθα οἱ μὲν ἄλλοι πάντες τοῖς ἐπιτετραμμένος ὑπέκυπτον, καὶ τοὺς ὅρκους ὡς ὁ κρατῶν ἐκέλευεν ἀπεδίδοσαν· μόνος δ᾽ ἦν ἀποδυσ- πετῶν ᾿Ανδρόνικος, φάσκων ὡς ὁ βασιλεὺς εἰς δευ τέρους ἀποκλίνας γάμους ἀῤῥενοτοκήσει δήπουθεν, καὶ πιστουμένους ἡμᾶς τῷ ὑστέρῳ τόκῳ τοῦ βασι λέως τὰ τῆς ἀρχῆς δι᾽ ὅρκων ἐσέπειτα ἀνάγκη τῇ θυγατρὶ ἀρτίως ὅρκια διδόντας μὴ εὐορκεῖν. Καὶ ἄλλως δὲ τίς ἡ τῷ βασιλεῖ θεοβλάβεια, ὡς πάντα μὲν Ῥωμαῖον τοῦ θυγατρίου κρίνειν ἀπόλεκτρον, τὸν δ᾽ ἀλλογενῆ καὶ παρέγγραπτον τουτονὶ εἰς ὄνειδος Ρωμαίοις Ρωμαίων βασιλεύειν προκεκρίσθαι καὶ ὑπερκαθῆσθαι ὅλων ὡς κύριον ; Αλλ' οὐκ εἶχε λέξας τὰ χρηστὰ ταῦτα τὸν βασιλέα πειθόμενον, ἀθερι ζοντα τα λεγόμενα ὡς ἀνδρὸς ἀντιδοξοῦντος καὶ ἰσχυρογνώμονος τερετίσματα. Εἰσὶ δ᾽ οἳ μετὰ τοὺς δρκους Ανδρονίκῳ γεγόνασι σύμψηφοι, καὶ οἱ μὲν αὐτόθεν τὸ δοκοῦν ἀπεφήναντο,· οἱ δὲ καὶ τὸ λέγειν ἀφέντες ἀγωνιστικῶς μετεσκεύασαν, μήθ᾽ ὅλως τῇ θυγατρὶ τοῦ βασιλέως μήτε μὴν τῷ τῶν Ῥωμαίων 'Pw- ad oppidi instaurationem relictis; qui non pro- stratas modo turres cæteraque ædificia refecerunt ac præsidiis munierunt, sed et oppida Belli- gradiensa magno studio curaverunt, ac ipsum Nisum moenibus circumdederunt, et Branizobam ducta colonia caterisque rebus constitutis ad im- peratorem abierunt. Is Desem ulturus, qui priori- bus facinoribus majora scelera adjecerat, in Ser- viam intendit animum. Sed Deses multo ante observans quid ageretur, et id quod res erat maxime timens, ne, si imperator impressionem in Serviam fecisset, gravius aliquid sibi accederet, per legatos supplex petiit ut imperatorem citra periculum adire liceret. Quo impetrato cum satra- pico comitatu advenit, ad imperatorem adducitur, qui dolɔsum ingenium ei objicit et pacem negat. Ac parum abfuit quin comprehenderetur, sed tamen domum redire jussus est, sanctissimo jure- jurando adactus se mutatis moribus nihil contra imperatorem admissurum, quamvis satis appareret eum a malitia non discessurum esse. Egressus ab imperatore variis curis æstuabat. Pudebat acces- cisse,irascebatur ita se tractatum esse,jurejurando se velut in ordinem coactum esse dolebat. Denique repudiatis omnibus quæ contra animi sui sententiam juraret, vulpina pelle resumpta tragi- cum illud homo barbarus collaudavit: « Juravi lingua, mentem injuratam gero. » DE MANUELE COMNENO LIB. IV. A tino Angelo Philadelphiense et Basilio Tripsycho Imperator vero nondum suscepto filio, omnes jurejurando adegit se post ipsius obitum Mariæ filiæ ex Alemanna procreatæ ejusque marito Alexio Hungaro, ut Romanorum imperatoribus,cum sum. ma observantia obtemperaturos. Huic edicto pa- ruerunt cæteri præter Andronicum ; qui iniquo id animo ferens, dicebat imperatorem secunda uxore ducla marem utique procreaturum, cui si jusju- randum daturi essent, jusjurandum Mariæ jam dan- dum utique fore irritum. Deinde ira Numinis Im- pulsum videri imperatorem, qui omnibus Romanis repudiatis alienigenam et ascititium istum filiæ ma- ritum et imperii successorem cum Romanorum om- nium contumelia delegerit.Sed nihil his verbis motus est imperator, ut hominis adversatoris et contuma- D cis. Quidam tamen dato jurejurando Andronico as- sensi sententiam suam statim protulerunt: alii sententiæ dictione omissa, vehementer contende- runt neque imperatoris filiæ neque Romanæ reipu- blicæ expedire hominem alienigenam rerum potiri.
τοῖς πᾶσιν ἡ αὐτὴ διάρτισις καὶ μέλησις πολέμων καὶ ὅπλισις. ἐῶ γὰρ λέγειν ὡς ὅσῳ λόγῳ καὶ παιδείᾳ τῶν βαρβάρων διενηνόχαμεν, ὡς καὶ εἰπεῖν ἔμπειροι καὶ ξυνιδεῖν οὐκ ἄποροι, τοσοῦτον καὶ τέχναις στρατηγικαῖς καὶ στρατιωτικαῖς μεθόδοις ὑπερφέρομεν. ἤδη δὲ καὶ ἄλλοτέ ποτε συμβαλόντες διημιλλήθημεν Παίοσι, τὴν γῆν αὐτῶν ἐπιόντες καὶ κείροντες. οὕτω τοίνυν καὶ νῦν αὐτοῖς συμπλεκοίμεθα, ὡς εἰς ἕξιν τοῦ νικᾶν προελθόντες. ναὶ ἄνδρες, ναὶ συστρατιῶται, οὕτως τέκνα καὶ συλλέκτρους ἴδοιτε. ἀράτω τὰς φωνὰς τῶν βαρβάρων ὁ βαθυδίνης οὑτοσὶ Ἴστρος ἐπιτριβομένων καὶ ταῖς δίναις ἐναποψυχόντων· ἀλλὰ καὶ αἱματώδης προρρέων δι’ ὧν χώρων ὁλκῷ σύρεται, διατρανούτω Παίονας ἡττημένους καὶ Ῥωμαίους ἀνακηρυττέτω νικῶντας, ἐξιστῶν τοὺς θεωμένους τῷ ἀήθει τῆς προχοῆς. Χρεὼν δὲ πρὸς τούτοις σκοπεῖν ὡς ὁ ἐκπέμψας ἡμᾶς ἐς τόνδε τὸν πόλεμον ἅπας ἡμῶν ἐξήρτηται καὶ χρησταῖς ἐλπίσιν ὑποθαλπόμενος ἐφ’ οἷς αὐτῷ καὶ ὑπὲρ ἰσχὺν ἀνδρίσασθαι συνεθέμεθα, μικροῦ τοὺς ζωγρίας ἀναπολεῖ καὶ τὸ τῆς νίκης φαντάζεται μέγεθος.
Β Καὶ βασιλεὺς ἐκεῖθεν ἀπονοστήσας πρὸς τὰ 'Ρω- μαίων ὅρια μεταβέβηκε, τὸν δὲ ἑαυτοῦ θεῖον, τὸν ἀπὸ Φιλαδελφείας λέγω Κωνσταντῖνον τὸν ᾿Αγγελον, ἐπιτειχιστὴν εἴασε τοῦ Ζευγμίνου, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν Τρίψυχον Βασίλειον· καὶ οὗτοι τὰ ἐντεταλμένα περατοῦντες τό τε Ζεύγμινον ήρτίωσαν, ὅσαι κατα ηρείποντο τύρσεις ἐπισκευάσαντες, καὶ τῆς ἄλλης ὁμοίως φρουρᾶς πεφροντίκασι, καὶ τὰ ἐν Βελεγρά- δοις πολίχνια πλείστης ὅσης ἐπιμελείας ἠξίωσαν. Καὶ αὐτὸν δὲ τὸν Νίσον τείχεσι περιέβαλον, καὶ τὴν Βρανίτζοβαν συνώκισαν. Καὶ τὰ λοιπὰ πρὸς τὸ εὖ διαθέμενοι, ἔνθα διάγων ἦν βασιλεύς, ἀφίσ κοντο. Οὗτος δὲ τὸν Δεσὲ μετελευσόμενος ἑαυτοῦ γενόμενον κακουργότερον τὴν ἐς Σερβίαν ώρμα τρα- πέσθαι. Ἀλλ᾿ ὁ Δεσὲ καὶ ποῤῥωθεν ἐπιτηρῶν τὰ πραττόμενα, μάλιστα δ' ὅπερ ἦν ἀληθὲς δεδιὼς, μή τι ἀηδὲς πάθοι καὶ ἀπευκταίον βασιλέως εἰς τὴν ἑαυτοῦ χώραν παρεμβαλόντος, πέμψας εἰς βα σιλέα ἐνδοθῆναι οἱ καθικετεύει τὴν ἐς αὐτὸν ἀπαθῆ ἄφιξιν. Ὡς οὖν εἶχεν ὅ ᾔτησεν, ἀφίκετο δορυφορίας μετέχων σατραπικῆς, καὶ εἰς θέαν τῷ βασιλεῖ και ταστὰς τὸ δολιόφρον τῆς γνώμης κατονειδίζεται, καὶ οὕτως ὡς ἔσπονδος ἀποπέμπεται Καὶ ἐγγὺς ἐλθὼν τοῦ συλλλφθῆναι διαφίεται πάλιν οἴκαδε ἀπελ- θεῖν, τὴν τοῦ τρόπου μεταβολὴν καὶ τὸ μηκέτι τὰ μὴ δοκοῦντα βασιλεῖ διαπράττεσθαι φρικώδεσιν ὅρκοις Εμπεδωσάμενος, κἂν οὐκ ἦν τὸν χαμαιλέοντα πρὸς τὴν τῆς ἀληθείας μεταβαλέσθαι λευκότητα ἐφ᾽ ἑτές ραν πᾶσαν χροιάν ῥᾳδίως μετατιθέμενον. Ἐξιών γὰρ ἀπὸ προσώπου τοῦ βασιλέως πολλοῖς ἅμα τὴν ψυχὴν ἐμερίζετο πάθεσιν. Ἠσχύνετο ἐφ᾽ οἷς τῷ βα σιλεῖ προσελήλυθεν, ὠργίζετο ὧν ἕνεκα πέπονθεν, ἐπαθαίνετο οἷς τὰς τῆς γνώμης παρεκτροπάς Οριγ γίοις ἄρχων ἑαυτῷ ἐπετείχισε. Τέλος δὲ, ὅσα ὁμωμόκει τῷ βασιλεῖ τὴν οἰκείαν ἀποκρύπτων γνώμην καὶ συνέθετο, κατανωτισάμενος τὴν συνήθη παρδαλέην ἑαυτῷ περιτίθησι, τὸ τοῦ τραγῳδοῦ ὁ βάρο βαρος ἐκεῖνος ἐπαινέσας ἄντικρυς καὶ εἰπών· « Ἡ γλῶσσ᾽ ὁμώμοχ', ἡ δὲ φρὴν ἀνώμοτος. » δ' Καὶ εἶχε μὲν οὕτω ταῦτα· μήπω δὲ γεννήσας 4. ὁ Μανουὴλ υἱὸν, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῇ θυγατρί Μαρίᾳ, ἣν αὐτῷ ἡ ἐξ ᾿Αλαμανῶν ἀπέτεκεν ἄλογος, τὰς τοῦ γένους σαλεύων διαδοχάς, ὅρκοις πάντας κατενεπ- έδωσε μετὰ τὸν αὐτοῦ μόρον αὐτήν τε τὴν Μαρίαν καὶ τὸν μνήστορα ταύτης Αλέξιον, ὅς, ὡς εἰρήκει μεν, ἐξ Οὐγγρίας ώρμητο, κληρονόμους τῆς οἰκείας ἔχειν ἀρχῆς καὶ ὡς Ῥωμαίων αναξι σφίσι καθυπεί- κειν καὶ προσκυνεῖν. Ενθα οἱ μὲν ἄλλοι πάντες τοῖς ἐπιτετραμμένος ὑπέκυπτον, καὶ τοὺς ὅρκους ὡς ὁ κρατῶν ἐκέλευεν ἀπεδίδοσαν· μόνος δ᾽ ἦν ἀποδυσ- πετῶν ᾿Ανδρόνικος, φάσκων ὡς ὁ βασιλεὺς εἰς δευ τέρους ἀποκλίνας γάμους ἀῤῥενοτοκήσει δήπουθεν, καὶ πιστουμένους ἡμᾶς τῷ ὑστέρῳ τόκῳ τοῦ βασι λέως τὰ τῆς ἀρχῆς δι᾽ ὅρκων ἐσέπειτα ἀνάγκη τῇ θυγατρὶ ἀρτίως ὅρκια διδόντας μὴ εὐορκεῖν. Καὶ ἄλλως δὲ τίς ἡ τῷ βασιλεῖ θεοβλάβεια, ὡς πάντα μὲν Ῥωμαῖον τοῦ θυγατρίου κρίνειν ἀπόλεκτρον, τὸν δ᾽ ἀλλογενῆ καὶ παρέγγραπτον τουτονὶ εἰς ὄνειδος Ρωμαίοις Ρωμαίων βασιλεύειν προκεκρίσθαι καὶ ὑπερκαθῆσθαι ὅλων ὡς κύριον ; Αλλ' οὐκ εἶχε λέξας τὰ χρηστὰ ταῦτα τὸν βασιλέα πειθόμενον, ἀθερι ζοντα τα λεγόμενα ὡς ἀνδρὸς ἀντιδοξοῦντος καὶ ἰσχυρογνώμονος τερετίσματα. Εἰσὶ δ᾽ οἳ μετὰ τοὺς δρκους Ανδρονίκῳ γεγόνασι σύμψηφοι, καὶ οἱ μὲν αὐτόθεν τὸ δοκοῦν ἀπεφήναντο,· οἱ δὲ καὶ τὸ λέγειν ἀφέντες ἀγωνιστικῶς μετεσκεύασαν, μήθ᾽ ὅλως τῇ θυγατρὶ τοῦ βασιλέως μήτε μὴν τῷ τῶν Ῥωμαίων 'Pw- ad oppidi instaurationem relictis; qui non pro- stratas modo turres cæteraque ædificia refecerunt ac præsidiis munierunt, sed et oppida Belli- gradiensa magno studio curaverunt, ac ipsum Nisum moenibus circumdederunt, et Branizobam ducta colonia caterisque rebus constitutis ad im- peratorem abierunt. Is Desem ulturus, qui priori- bus facinoribus majora scelera adjecerat, in Ser- viam intendit animum. Sed Deses multo ante observans quid ageretur, et id quod res erat maxime timens, ne, si imperator impressionem in Serviam fecisset, gravius aliquid sibi accederet, per legatos supplex petiit ut imperatorem citra periculum adire liceret. Quo impetrato cum satra- pico comitatu advenit, ad imperatorem adducitur, qui dolɔsum ingenium ei objicit et pacem negat. Ac parum abfuit quin comprehenderetur, sed tamen domum redire jussus est, sanctissimo jure- jurando adactus se mutatis moribus nihil contra imperatorem admissurum, quamvis satis appareret eum a malitia non discessurum esse. Egressus ab imperatore variis curis æstuabat. Pudebat acces- cisse,irascebatur ita se tractatum esse,jurejurando se velut in ordinem coactum esse dolebat. Denique repudiatis omnibus quæ contra animi sui sententiam juraret, vulpina pelle resumpta tragi- cum illud homo barbarus collaudavit: « Juravi lingua, mentem injuratam gero. » DE MANUELE COMNENO LIB. IV. A tino Angelo Philadelphiense et Basilio Tripsycho Imperator vero nondum suscepto filio, omnes jurejurando adegit se post ipsius obitum Mariæ filiæ ex Alemanna procreatæ ejusque marito Alexio Hungaro, ut Romanorum imperatoribus,cum sum. ma observantia obtemperaturos. Huic edicto pa- ruerunt cæteri præter Andronicum ; qui iniquo id animo ferens, dicebat imperatorem secunda uxore ducla marem utique procreaturum, cui si jusju- randum daturi essent, jusjurandum Mariæ jam dan- dum utique fore irritum. Deinde ira Numinis Im- pulsum videri imperatorem, qui omnibus Romanis repudiatis alienigenam et ascititium istum filiæ ma- ritum et imperii successorem cum Romanorum om- nium contumelia delegerit.Sed nihil his verbis motus est imperator, ut hominis adversatoris et contuma- D cis. Quidam tamen dato jurejurando Andronico as- sensi sententiam suam statim protulerunt: alii sententiæ dictione omissa, vehementer contende- runt neque imperatoris filiæ neque Romanæ reipu- blicæ expedire hominem alienigenam rerum potiri.
μὴ τοίνυν κἀκεῖνον αἰσχύνωμεν καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς κακῶς διαθώμεθα πρὸς τὸν ἐν ὄψει μαλακισθέντες κίνδυνον, οὐδὲν ὅτι μὴ θάνατον τὸ πέρας ἔχοντα. αἱ γὰρ ἀκμαὶ τῶν κακῶν οὐ φιλοῦσιν ἀνάδυσιν καὶ τὸ βραχέως ἐν τούτοις καθυπενδοῦναι καταπροδοῦναι τὸ πᾶν ἐστι. Τοιαῦτ’ εἰπὼν ἐπὶ πεδίου ἀναπεπταμένου προῆγεν. ἀντεξάγει δέ οἱ καὶ Διονύσιος τὰ οἰκεῖα στρατόπεδα, χαροπὸς τῷ προσώπῳ, κροτῶν ἅμα καὶ χαίρων ὡς ἐπὶ παιδιὰν ἐξιών. ὁπόθεν καὶ τὸ τί δεῖ ποιεῖν ἐπὶ καιροῦ μὴ εἰδώς, οὔτε εἰς κέρας δεξιὸν καὶ εὐώνυμον τὴν ὑπ’ αὐτὸν ἐμέρισε στρατιάν, οὔτε εἰς ἴλας ἀποδιεῖλε καὶ φάλαγγας, ἀλλ’ εἰς ὁμαιχμίαν μίαν συνεσπειρακὼς τοσοῦτον στράτευμα καὶ πυκνώσας οἷον αὐτὸ καὶ πυργώσας κατὰ νέφος μέλαν ἐπῆγεν, οὐδὲν ἐκλείπων ὑπεροψίας ὠμῆς. ἦν δὲ καὶ ἡ σημαία μετέωρος ἐπί τινος ἠνεμωμένη παχέος καὶ ὑψιτενοῦς ἱστοῦ τέτρασιν ὑποτρόχοις ἑλκομένου βοῶν ζεύγμασιν. αὐτὴ δὲ ἡ ἀντίμαχος ὁμαιχμία φρικαλέον ὄντως καὶ δυσαντίβλεπτον ὅραμα ἦν, πᾶσα οὖσα ἱππότης καὶ λογχηφόρος.
Β Καὶ βασιλεὺς ἐκεῖθεν ἀπονοστήσας πρὸς τὰ 'Ρω- μαίων ὅρια μεταβέβηκε, τὸν δὲ ἑαυτοῦ θεῖον, τὸν ἀπὸ Φιλαδελφείας λέγω Κωνσταντῖνον τὸν ᾿Αγγελον, ἐπιτειχιστὴν εἴασε τοῦ Ζευγμίνου, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ τὸν Τρίψυχον Βασίλειον· καὶ οὗτοι τὰ ἐντεταλμένα περατοῦντες τό τε Ζεύγμινον ήρτίωσαν, ὅσαι κατα ηρείποντο τύρσεις ἐπισκευάσαντες, καὶ τῆς ἄλλης ὁμοίως φρουρᾶς πεφροντίκασι, καὶ τὰ ἐν Βελεγρά- δοις πολίχνια πλείστης ὅσης ἐπιμελείας ἠξίωσαν. Καὶ αὐτὸν δὲ τὸν Νίσον τείχεσι περιέβαλον, καὶ τὴν Βρανίτζοβαν συνώκισαν. Καὶ τὰ λοιπὰ πρὸς τὸ εὖ διαθέμενοι, ἔνθα διάγων ἦν βασιλεύς, ἀφίσ κοντο. Οὗτος δὲ τὸν Δεσὲ μετελευσόμενος ἑαυτοῦ γενόμενον κακουργότερον τὴν ἐς Σερβίαν ώρμα τρα- πέσθαι. Ἀλλ᾿ ὁ Δεσὲ καὶ ποῤῥωθεν ἐπιτηρῶν τὰ πραττόμενα, μάλιστα δ' ὅπερ ἦν ἀληθὲς δεδιὼς, μή τι ἀηδὲς πάθοι καὶ ἀπευκταίον βασιλέως εἰς τὴν ἑαυτοῦ χώραν παρεμβαλόντος, πέμψας εἰς βα σιλέα ἐνδοθῆναι οἱ καθικετεύει τὴν ἐς αὐτὸν ἀπαθῆ ἄφιξιν. Ὡς οὖν εἶχεν ὅ ᾔτησεν, ἀφίκετο δορυφορίας μετέχων σατραπικῆς, καὶ εἰς θέαν τῷ βασιλεῖ και ταστὰς τὸ δολιόφρον τῆς γνώμης κατονειδίζεται, καὶ οὕτως ὡς ἔσπονδος ἀποπέμπεται Καὶ ἐγγὺς ἐλθὼν τοῦ συλλλφθῆναι διαφίεται πάλιν οἴκαδε ἀπελ- θεῖν, τὴν τοῦ τρόπου μεταβολὴν καὶ τὸ μηκέτι τὰ μὴ δοκοῦντα βασιλεῖ διαπράττεσθαι φρικώδεσιν ὅρκοις Εμπεδωσάμενος, κἂν οὐκ ἦν τὸν χαμαιλέοντα πρὸς τὴν τῆς ἀληθείας μεταβαλέσθαι λευκότητα ἐφ᾽ ἑτές ραν πᾶσαν χροιάν ῥᾳδίως μετατιθέμενον. Ἐξιών γὰρ ἀπὸ προσώπου τοῦ βασιλέως πολλοῖς ἅμα τὴν ψυχὴν ἐμερίζετο πάθεσιν. Ἠσχύνετο ἐφ᾽ οἷς τῷ βα σιλεῖ προσελήλυθεν, ὠργίζετο ὧν ἕνεκα πέπονθεν, ἐπαθαίνετο οἷς τὰς τῆς γνώμης παρεκτροπάς Οριγ γίοις ἄρχων ἑαυτῷ ἐπετείχισε. Τέλος δὲ, ὅσα ὁμωμόκει τῷ βασιλεῖ τὴν οἰκείαν ἀποκρύπτων γνώμην καὶ συνέθετο, κατανωτισάμενος τὴν συνήθη παρδαλέην ἑαυτῷ περιτίθησι, τὸ τοῦ τραγῳδοῦ ὁ βάρο βαρος ἐκεῖνος ἐπαινέσας ἄντικρυς καὶ εἰπών· « Ἡ γλῶσσ᾽ ὁμώμοχ', ἡ δὲ φρὴν ἀνώμοτος. » δ' Καὶ εἶχε μὲν οὕτω ταῦτα· μήπω δὲ γεννήσας 4. ὁ Μανουὴλ υἱὸν, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῇ θυγατρί Μαρίᾳ, ἣν αὐτῷ ἡ ἐξ ᾿Αλαμανῶν ἀπέτεκεν ἄλογος, τὰς τοῦ γένους σαλεύων διαδοχάς, ὅρκοις πάντας κατενεπ- έδωσε μετὰ τὸν αὐτοῦ μόρον αὐτήν τε τὴν Μαρίαν καὶ τὸν μνήστορα ταύτης Αλέξιον, ὅς, ὡς εἰρήκει μεν, ἐξ Οὐγγρίας ώρμητο, κληρονόμους τῆς οἰκείας ἔχειν ἀρχῆς καὶ ὡς Ῥωμαίων αναξι σφίσι καθυπεί- κειν καὶ προσκυνεῖν. Ενθα οἱ μὲν ἄλλοι πάντες τοῖς ἐπιτετραμμένος ὑπέκυπτον, καὶ τοὺς ὅρκους ὡς ὁ κρατῶν ἐκέλευεν ἀπεδίδοσαν· μόνος δ᾽ ἦν ἀποδυσ- πετῶν ᾿Ανδρόνικος, φάσκων ὡς ὁ βασιλεὺς εἰς δευ τέρους ἀποκλίνας γάμους ἀῤῥενοτοκήσει δήπουθεν, καὶ πιστουμένους ἡμᾶς τῷ ὑστέρῳ τόκῳ τοῦ βασι λέως τὰ τῆς ἀρχῆς δι᾽ ὅρκων ἐσέπειτα ἀνάγκη τῇ θυγατρὶ ἀρτίως ὅρκια διδόντας μὴ εὐορκεῖν. Καὶ ἄλλως δὲ τίς ἡ τῷ βασιλεῖ θεοβλάβεια, ὡς πάντα μὲν Ῥωμαῖον τοῦ θυγατρίου κρίνειν ἀπόλεκτρον, τὸν δ᾽ ἀλλογενῆ καὶ παρέγγραπτον τουτονὶ εἰς ὄνειδος Ρωμαίοις Ρωμαίων βασιλεύειν προκεκρίσθαι καὶ ὑπερκαθῆσθαι ὅλων ὡς κύριον ; Αλλ' οὐκ εἶχε λέξας τὰ χρηστὰ ταῦτα τὸν βασιλέα πειθόμενον, ἀθερι ζοντα τα λεγόμενα ὡς ἀνδρὸς ἀντιδοξοῦντος καὶ ἰσχυρογνώμονος τερετίσματα. Εἰσὶ δ᾽ οἳ μετὰ τοὺς δρκους Ανδρονίκῳ γεγόνασι σύμψηφοι, καὶ οἱ μὲν αὐτόθεν τὸ δοκοῦν ἀπεφήναντο,· οἱ δὲ καὶ τὸ λέγειν ἀφέντες ἀγωνιστικῶς μετεσκεύασαν, μήθ᾽ ὅλως τῇ θυγατρὶ τοῦ βασιλέως μήτε μὴν τῷ τῶν Ῥωμαίων 'Pw- ad oppidi instaurationem relictis; qui non pro- stratas modo turres cæteraque ædificia refecerunt ac præsidiis munierunt, sed et oppida Belli- gradiensa magno studio curaverunt, ac ipsum Nisum moenibus circumdederunt, et Branizobam ducta colonia caterisque rebus constitutis ad im- peratorem abierunt. Is Desem ulturus, qui priori- bus facinoribus majora scelera adjecerat, in Ser- viam intendit animum. Sed Deses multo ante observans quid ageretur, et id quod res erat maxime timens, ne, si imperator impressionem in Serviam fecisset, gravius aliquid sibi accederet, per legatos supplex petiit ut imperatorem citra periculum adire liceret. Quo impetrato cum satra- pico comitatu advenit, ad imperatorem adducitur, qui dolɔsum ingenium ei objicit et pacem negat. Ac parum abfuit quin comprehenderetur, sed tamen domum redire jussus est, sanctissimo jure- jurando adactus se mutatis moribus nihil contra imperatorem admissurum, quamvis satis appareret eum a malitia non discessurum esse. Egressus ab imperatore variis curis æstuabat. Pudebat acces- cisse,irascebatur ita se tractatum esse,jurejurando se velut in ordinem coactum esse dolebat. Denique repudiatis omnibus quæ contra animi sui sententiam juraret, vulpina pelle resumpta tragi- cum illud homo barbarus collaudavit: « Juravi lingua, mentem injuratam gero. » DE MANUELE COMNENO LIB. IV. A tino Angelo Philadelphiense et Basilio Tripsycho Imperator vero nondum suscepto filio, omnes jurejurando adegit se post ipsius obitum Mariæ filiæ ex Alemanna procreatæ ejusque marito Alexio Hungaro, ut Romanorum imperatoribus,cum sum. ma observantia obtemperaturos. Huic edicto pa- ruerunt cæteri præter Andronicum ; qui iniquo id animo ferens, dicebat imperatorem secunda uxore ducla marem utique procreaturum, cui si jusju- randum daturi essent, jusjurandum Mariæ jam dan- dum utique fore irritum. Deinde ira Numinis Im- pulsum videri imperatorem, qui omnibus Romanis repudiatis alienigenam et ascititium istum filiæ ma- ritum et imperii successorem cum Romanorum om- nium contumelia delegerit.Sed nihil his verbis motus est imperator, ut hominis adversatoris et contuma- D cis. Quidam tamen dato jurejurando Andronico as- sensi sententiam suam statim protulerunt: alii sententiæ dictione omissa, vehementer contende- runt neque imperatoris filiæ neque Romanæ reipu- blicæ expedire hominem alienigenam rerum potiri.
PG 139:479οὐ μόνον δὲ οἱ ἄνδρες μετεῖχον τοῦ ἀκριβοῦς ὁπλισμοῦ καὶ ποδηνεκοῦς, ἀλλ’ ἦν ὁρᾶν καὶ τῶν ἵππων αὐτῶν διαδήματα μασχαλιστῆρας προφαινόντων καὶ περικειμένων προμετωπίδια καὶ προστερνίδια τῶν βλημάτων ἐρύματα. ὁ δὲ τῶν ἵππων φριμαγμός, ἡ δὲ πρὸς ἥλιον ἀνταυγοῦσα τῶν ὅπλων στιλβηδών, ὡς ἐγγὺς ἦν τὰ στρατεύματα, καινοτέραν ἐποίει τὴν θέαν καὶ διὰ φόβου καὶ θαύματος τοῖς ἐκ τῶν στρατοπέδων ἀμφοῖν. Ἐπεὶ δὲ προῆλθον ὡς εἰς μεταίχμιον καὶ περὶ μεσημβρίαν ἦν ἡ ἡμέρα καὶ καιρὸς ἐδόκει συρρήγνυσθαι, ὁ μὲν Κοντοστέφανος τοῖς ἐκ δεξιοῦ καὶ λαιοῦ κέρως ἄγχιστα παρακολουθοῦσι τὰ τελευταῖα τῶν βαρβάρων κόπτειν ἐφῆκε, μάλιστα δὲ τοῖς ἱπποτοξόταις θαμὰ βάλλειν παρεκελεύετο. σκοπὸς δὲ ἦν ἐντεῦθεν τῷ στρατηγῷ κατασείσειν εἴτε μὴν ἐκκρούσειν τῆς συνεχείας τὰς Παιονικὰς φάλαγγας· κατὰ γὰρ τὴν Ὁμηρικὴν καὶ τότε παράταξιν ἀσπὶς ἀσπίδ’ ἔρειδε, κόρυς κόρυν, ἀνέρα δ’ ἀνήρ, καὶ ἴσας εἶχον οἱ ἵπποι τὰς κεφαλάς, ἔφριξε δ’ ἡ μάχη ἐγχείῃσι φθισίμβροτος καὶ κατὰ κινούμενον δράκοντα καὶ φρίσσοντα τὰς φολίδας ἐκύμαινον οἱ στρατοί.
ξυνοῖσον εἶναι πληρώματι τὸν ἐκ φυταλιᾶς ἑτεροφύλου ῥάδαμνον εἰς καλλιέλαιον μετεγκεντρίζειν πιότατον και πρὸς τὸ ἀναζώσασθαι τὸ κράτος τῶν ὅλων προτίθεσθαι. ε΄. Ὁ δὲ λόγος προσθήσει τῇ ἱστορία καί τι ἕτερου τοῦ λαθεῖν ὑπέρτερον δν. Τῷ βασιλεῖ τούτῳ πολλή τις ἦν ἡ μελεδὼν τῶν κατὰ Κιλικίαν πόλεων καὶ φρουρίων, ὧν ἦν ἡ λαμπρὰ καὶ περιφανὴς Ταρσός ὡς μητρόπολις προκαθέζεται. Οθεν πολλῶν τῶν ἐπὶ δόξης καὶ τῆς ἐπισήμου αἵματος ἡγεμόνων ἐκεῖσε ἀφικομένων, ἐφεξῆς ἡ ψῆφος περιελήλυθεν ἐς τὸν Κομνηνὸν Ἀνδρόνικον καὶ ὡς γένει μέγαν καὶ ὡς ἐν ἀνδράσιν ἀξιοθέατον. Τῷ τοι ἀφιγμένος ἐκεῖσε καὶ τὴν τῆς τοῦ Κύπρου δασμολογίαν προσειληφώς, ὡς ἔχοι τὰς δαπάνας ἐκεῖθὸν ἀντλεῖν, πολλάκις μὲν τῷ Τορούσῃ πρὸς μάχην ἀντικατέστη καὶ ἀνεκή- ρυξε πόλεμον, ἐχθρά οἱ νοῶν καὶ ὑπ᾽ ἐκείνου πά λιν ἀποστυγούμενος, οὐδὲν δέ τι γενναῖον κατ ώρθωσε πώποτε, οὐδ᾽ ἧς ἔτρεψε πολυτρόπου πείρας περὶ πολέμους καὶ πανουργίας εἰργάσατο ἄξιον. Τελευναῖον δὲ ἡττηκότος αὐτὸν αἰσχρῶς τοῦ Τορούση καὶ τρόπαιον στήσαντος, βουλεύεται τι παραβολώ τατον, ὁποῖον ὁ λόγος λέξων ἔρχεται. Ὡς γὰρ τὰς οἰκείας δυνάμεις ἑκάτερος κατ᾽ ἀλλήλων ἐξήνεγκαν, ᾿Ανδρόνικος μὲν ὅσα καὶ ζῶον τὴν στρατιάν εἰς κε- φαλὴν καὶ μέρος τὸ κατόπιν καὶ μέλη ἀνάλογα τῷ παντὶ συνδιαθέμενος εἶχεν, ὁ δὲ Τορούσης εἰς πολλὰ καταδιεῖλε τμήματα καὶ διασπείρας ἦν εἰς σπείρας καὶ λόχους τὸ οἰκεῖον στρατόπεδον. Ἐπεὶ δὲ συμβα- λόντες ἐμάχοντο, ἡ νίκη καὶ πάλιν ἐπεφοίτα τῷ Τορούσῃ λαμρά· τοῖς γὰρ ἀεὶ ἐπιβοηθοῦσιν ἀκμῆσι καὶ τοῖς ἐκ τῶν λόγων λαθρηδὸν ἐκπηδῶσιν ᾿Αρμε νίοις αἱ τοῦ [Ρ. 91] Ανδρονίκου ἐνέδωκαν φάλαγγες Ο καὶ εἰς τροπὴν ἐνέκλιναν ἄκοσμον. Διὰ ταῦτα τῇ λύπῃ καταποθεὶς ᾿Ανδρόνικος, καὶ μὴ ἔχων ὅπως ἢ τὴν ἧτταν ἀναμαχέσαιτο ἢ γοῦν ἐξ υπογυίου δράσεις τι γενναῖοι κατὰ τῶν θυόντων ἤδη πολεμίων τὰ νικητήρια, τοῖς ἐγγὺς ἀνεφίκτων ἐπιχειρεῖ. Κατο πτεύσας γὰρ τὸν Τορούσην μετὰ τῶν δορυφορούντων ἔτι που ἱστάμενον ἔφιππον, τὴν τῶν ταγμά των συλλογὴν ἀναμένοντα ἐξ ἧς είχοντο ἐπιδιώξεως, ὅλῳ ῥυτῆρι τὸν ἵππον ἀνεὶς ἐνσείει κατ᾽ ἐκείνου τὸ δόρυ, καὶ δὴ κατὰ τοῦ θυρεοῦ βαλὼν ἀνατρέπει τοῦτον τοῦ ἵππου, καὶ διεκπαίσας τὸ περὶ ἐκεῖνον ἐπίλεκτον, ὡς πτηνὸς ἱππότης ἢ ολισθηρά τις ἔγχελυς, τὰς τῶν ἁπάντων χεῖρας ἐξήλυξεν. Αλλ᾽ ἕως τούτου σεμνὸν τὸ τοῦ ᾿Ανδρονίκου κατόρθωμα· τὸ δὲ παθεῖν τὸν Τορούσην κακῶς ἀπεκώλυσαν οἵ τε σιδήρεοι χιτῶνες οὕς ἐνεδέδυτο, καὶ θυρεὸς ἐπιμήκης παρὰ πλευρόν καταβαίνων τοῦ ἵππου πλά γιος. Οὐ πολλαὶ δ᾽ ἡμεραι (86) παρήλθοσαν ὕστερον, NICET CHONIATE silentio prætereatur. Erat imperator de urbibus et castellis Ciliciæ, cujus metropolis Tarsus est, admodum sollicitus. Quo cum multi nobiles præ- fecti missi essent, tandem ca provincia Comneno Andronico ut illustri genere orto et spectatæ vir- tutis viro decreta est : adjectum etiam Cypri tri- butum al suotus facilius tolerandos. Eo profe- ctus cum Toruse inimico sæpe infeliciter dimicavit : tandem etiam turpiter victus audacissimum faci. nus ausus est. Ut enim uterque suas copias edu- xerunt, Andronicus universum exercitum suum ita instruxit, ut animantis instar capite et cauda cæterisque partibus constaret. Toruses contra suis in multos manipulos et cohortes distributis rursus illustrem victoriam est adeptus: nam Andronici phalanges iis qui subinde ex insidiis integri viri- bus prosiliebant, cesserunt ac turpi fugæ se manda- runt. Qua de causa Andronicus animo æger atque inops consilii, quo pacto rebus afflictis succur- rendum esset aut ulciscendi hostes jam pro vi- ctoria diis immolantes, rem aggreditur incredibi- lem. Cum enim Torusem cum satellitibus equo insidentem et militum ex hostium persecutione reditum exspectantem conspexisset, equo concitato, hasta directa percussoque scuto equo eum dejicit ; et per omnem ejus comitatum instar volucris equi- tis aut lubricæ anguillæ elabitur. Neque tamen Torusi, oblongo scuto et ferreo thorace munito, quidquam nocere potuit. B Paucis diebus post, sepositis bellicis occupatio- Hier Wolfii notæ. vire mihi est visus et pene ultra poeticæ licentiæ fines evagari sive Choniates sive paraphrastes quispiam ejus (nam velustus codex, qui ex arche- typo auctoris descriptus videtur, longe paucioribus rem absolvit), summam duntaxat hujus amatoriæ narratiuncula exposui. Ne tamen curiosus lector quidquam desideret, etiam hæc interpretari volui, quantumvis inepta; quæ (si typographis ita vide- bitur) in contextum historise reponi poterunt: Non multis diebus post Andronicus, neglectis et contem- ptis cadibus, pugnis, bellis, classicis, terrore, metu, Marte sanguinario et bellicis operibus, Veneris sacra colit. Quæ non Helenam ei subjicit aut velut in con- spectum adducit, in Græcia et mediis Aryis habitan. tem, et forma ejus exhilaratum furore concitat; nec navem ælificat, quam Phereclus gubernet: sed Phi- lippe in vicinia habitantis formam depingit et leno- cinio conciliat amatori Andronico,ex sola fama amo- et galea, repudiata spretaque omni militia, ad amicam Antio- chiæ degentem deficit. Quo cum venisset et amoris illecebris Martium habitum comnulasset, tantum non lanam tractabat aut telam texebat et colum tenebat, ut olim Hercules Omphalæ, sic ipse Philippæ serviens. Erat ea Petebini filia, soror ejus quæ non ita pridem Manueli imperatori, Andronici patrueli, nupserat. Antiochiæ degens deliciis inhiabat, ornamentorum pene ad insaniam studiosus, satellites per plateas circumducebat argenteis arcubus instructos, proce- ros, prima lanugine florescentes, flavis capillis niten- tes; eaque ratione venebatur eam a qua ipse captus erat et amatoriis vinculis irretitus, et par pari cum fænore referebat, cum alioqui admiranda forma con- spicuus, tum vestibus subinde mutatis insignis, iis præsertim quæ ultra nates et femora demissæ findun- tur et ita corporibus applicantur et veluti attext& illi esse videantur; cujus inventi auctore ipse exstitit, 5. Nunc aliud subjungendum est, indignum quod Α (86) Οὐ πολλαὶ δὲ ἡμέραι. Quia nimium lasci- D re inflammato. Igitur abjecto clypeo
ὁ δὲ Διονύσιος ὡς τεῖχος ἀτίνακτος προύβαινεν ἐς αὐτόν τε τὸν Κοντοστέφανον καὶ τὸ ἀμφ’ αὐτὸν τεταγμένον τιταίνων τὸ ἔγχος. ὡς οὖν ἐδέξαντο τοῦτον Ῥωμαῖοι, διαδορατισμοὶ παρ’ ἀλλήλων ἦσαν καὶ ὠθισμοὶ καὶ ἀντωθισμοὶ μέχρι τινός· ἐπεὶ δὲ τὰ δόρατα κατεάγη καὶ ἦν τὸ μεταίχμιον ἀποσχεδιασθὲν εἰς φραγμὸν τοῖς τῶν κοντῶν στοιβασμοῖς, τὰς ἐπιμήκεις ἐσέπειτα μαχαίρας ἐσπάσαντο καὶ αὖθις συμπεσόντες ἐμάχοντο. ὡς δ’ ἤδη καὶ αὗται τὰ στόματα ἠμβλύνθησαν διὰ τὸ τῶν στρατευμάτων πάγχαλκον καὶ πανσίδηρον, οἱ μὲν Παίονες ἠμηχάνουν τὸ ἀπὸ τοῦδε μηδαμῶς κατὰ νοῦν θέμενοι ὡς ἐπιόντας αὐτοὺς Ῥωμαῖοι δέξονται, Ῥωμαῖοι δὲ μετὰ χεῖρας τὰς ἐκ σιδήρου κορύνας χειρισάμενοι (ἔθος δὲ αὐτοῖς καὶ τοιόνδε φέρειν ὁπλισμόν, ἡνίκα ἂν εἰς πόλεμον ἴοιεν) ἔπαιον τοὺς Παίονας δι’ αὐτῶν· καὶ ἦν καίριον μάλα τὸ πλῆγμα κατὰ κεφαλῆς καὶ προσώπων γινόμενον. πολλοὶ τοίνυν σκοτοδινιῶντες τῆς οἰκείας ἀνετρέποντο ἕδρας· εἰσὶ δ’ οἳ καὶ ἐλειφαίμουν τοῖς τραύμασι.
ξυνοῖσον εἶναι πληρώματι τὸν ἐκ φυταλιᾶς ἑτεροφύλου ῥάδαμνον εἰς καλλιέλαιον μετεγκεντρίζειν πιότατον και πρὸς τὸ ἀναζώσασθαι τὸ κράτος τῶν ὅλων προτίθεσθαι. ε΄. Ὁ δὲ λόγος προσθήσει τῇ ἱστορία καί τι ἕτερου τοῦ λαθεῖν ὑπέρτερον δν. Τῷ βασιλεῖ τούτῳ πολλή τις ἦν ἡ μελεδὼν τῶν κατὰ Κιλικίαν πόλεων καὶ φρουρίων, ὧν ἦν ἡ λαμπρὰ καὶ περιφανὴς Ταρσός ὡς μητρόπολις προκαθέζεται. Οθεν πολλῶν τῶν ἐπὶ δόξης καὶ τῆς ἐπισήμου αἵματος ἡγεμόνων ἐκεῖσε ἀφικομένων, ἐφεξῆς ἡ ψῆφος περιελήλυθεν ἐς τὸν Κομνηνὸν Ἀνδρόνικον καὶ ὡς γένει μέγαν καὶ ὡς ἐν ἀνδράσιν ἀξιοθέατον. Τῷ τοι ἀφιγμένος ἐκεῖσε καὶ τὴν τῆς τοῦ Κύπρου δασμολογίαν προσειληφώς, ὡς ἔχοι τὰς δαπάνας ἐκεῖθὸν ἀντλεῖν, πολλάκις μὲν τῷ Τορούσῃ πρὸς μάχην ἀντικατέστη καὶ ἀνεκή- ρυξε πόλεμον, ἐχθρά οἱ νοῶν καὶ ὑπ᾽ ἐκείνου πά λιν ἀποστυγούμενος, οὐδὲν δέ τι γενναῖον κατ ώρθωσε πώποτε, οὐδ᾽ ἧς ἔτρεψε πολυτρόπου πείρας περὶ πολέμους καὶ πανουργίας εἰργάσατο ἄξιον. Τελευναῖον δὲ ἡττηκότος αὐτὸν αἰσχρῶς τοῦ Τορούση καὶ τρόπαιον στήσαντος, βουλεύεται τι παραβολώ τατον, ὁποῖον ὁ λόγος λέξων ἔρχεται. Ὡς γὰρ τὰς οἰκείας δυνάμεις ἑκάτερος κατ᾽ ἀλλήλων ἐξήνεγκαν, ᾿Ανδρόνικος μὲν ὅσα καὶ ζῶον τὴν στρατιάν εἰς κε- φαλὴν καὶ μέρος τὸ κατόπιν καὶ μέλη ἀνάλογα τῷ παντὶ συνδιαθέμενος εἶχεν, ὁ δὲ Τορούσης εἰς πολλὰ καταδιεῖλε τμήματα καὶ διασπείρας ἦν εἰς σπείρας καὶ λόχους τὸ οἰκεῖον στρατόπεδον. Ἐπεὶ δὲ συμβα- λόντες ἐμάχοντο, ἡ νίκη καὶ πάλιν ἐπεφοίτα τῷ Τορούσῃ λαμρά· τοῖς γὰρ ἀεὶ ἐπιβοηθοῦσιν ἀκμῆσι καὶ τοῖς ἐκ τῶν λόγων λαθρηδὸν ἐκπηδῶσιν ᾿Αρμε νίοις αἱ τοῦ [Ρ. 91] Ανδρονίκου ἐνέδωκαν φάλαγγες Ο καὶ εἰς τροπὴν ἐνέκλιναν ἄκοσμον. Διὰ ταῦτα τῇ λύπῃ καταποθεὶς ᾿Ανδρόνικος, καὶ μὴ ἔχων ὅπως ἢ τὴν ἧτταν ἀναμαχέσαιτο ἢ γοῦν ἐξ υπογυίου δράσεις τι γενναῖοι κατὰ τῶν θυόντων ἤδη πολεμίων τὰ νικητήρια, τοῖς ἐγγὺς ἀνεφίκτων ἐπιχειρεῖ. Κατο πτεύσας γὰρ τὸν Τορούσην μετὰ τῶν δορυφορούντων ἔτι που ἱστάμενον ἔφιππον, τὴν τῶν ταγμά των συλλογὴν ἀναμένοντα ἐξ ἧς είχοντο ἐπιδιώξεως, ὅλῳ ῥυτῆρι τὸν ἵππον ἀνεὶς ἐνσείει κατ᾽ ἐκείνου τὸ δόρυ, καὶ δὴ κατὰ τοῦ θυρεοῦ βαλὼν ἀνατρέπει τοῦτον τοῦ ἵππου, καὶ διεκπαίσας τὸ περὶ ἐκεῖνον ἐπίλεκτον, ὡς πτηνὸς ἱππότης ἢ ολισθηρά τις ἔγχελυς, τὰς τῶν ἁπάντων χεῖρας ἐξήλυξεν. Αλλ᾽ ἕως τούτου σεμνὸν τὸ τοῦ ᾿Ανδρονίκου κατόρθωμα· τὸ δὲ παθεῖν τὸν Τορούσην κακῶς ἀπεκώλυσαν οἵ τε σιδήρεοι χιτῶνες οὕς ἐνεδέδυτο, καὶ θυρεὸς ἐπιμήκης παρὰ πλευρόν καταβαίνων τοῦ ἵππου πλά γιος. Οὐ πολλαὶ δ᾽ ἡμεραι (86) παρήλθοσαν ὕστερον, NICET CHONIATE silentio prætereatur. Erat imperator de urbibus et castellis Ciliciæ, cujus metropolis Tarsus est, admodum sollicitus. Quo cum multi nobiles præ- fecti missi essent, tandem ca provincia Comneno Andronico ut illustri genere orto et spectatæ vir- tutis viro decreta est : adjectum etiam Cypri tri- butum al suotus facilius tolerandos. Eo profe- ctus cum Toruse inimico sæpe infeliciter dimicavit : tandem etiam turpiter victus audacissimum faci. nus ausus est. Ut enim uterque suas copias edu- xerunt, Andronicus universum exercitum suum ita instruxit, ut animantis instar capite et cauda cæterisque partibus constaret. Toruses contra suis in multos manipulos et cohortes distributis rursus illustrem victoriam est adeptus: nam Andronici phalanges iis qui subinde ex insidiis integri viri- bus prosiliebant, cesserunt ac turpi fugæ se manda- runt. Qua de causa Andronicus animo æger atque inops consilii, quo pacto rebus afflictis succur- rendum esset aut ulciscendi hostes jam pro vi- ctoria diis immolantes, rem aggreditur incredibi- lem. Cum enim Torusem cum satellitibus equo insidentem et militum ex hostium persecutione reditum exspectantem conspexisset, equo concitato, hasta directa percussoque scuto equo eum dejicit ; et per omnem ejus comitatum instar volucris equi- tis aut lubricæ anguillæ elabitur. Neque tamen Torusi, oblongo scuto et ferreo thorace munito, quidquam nocere potuit. B Paucis diebus post, sepositis bellicis occupatio- Hier Wolfii notæ. vire mihi est visus et pene ultra poeticæ licentiæ fines evagari sive Choniates sive paraphrastes quispiam ejus (nam velustus codex, qui ex arche- typo auctoris descriptus videtur, longe paucioribus rem absolvit), summam duntaxat hujus amatoriæ narratiuncula exposui. Ne tamen curiosus lector quidquam desideret, etiam hæc interpretari volui, quantumvis inepta; quæ (si typographis ita vide- bitur) in contextum historise reponi poterunt: Non multis diebus post Andronicus, neglectis et contem- ptis cadibus, pugnis, bellis, classicis, terrore, metu, Marte sanguinario et bellicis operibus, Veneris sacra colit. Quæ non Helenam ei subjicit aut velut in con- spectum adducit, in Græcia et mediis Aryis habitan. tem, et forma ejus exhilaratum furore concitat; nec navem ælificat, quam Phereclus gubernet: sed Phi- lippe in vicinia habitantis formam depingit et leno- cinio conciliat amatori Andronico,ex sola fama amo- et galea, repudiata spretaque omni militia, ad amicam Antio- chiæ degentem deficit. Quo cum venisset et amoris illecebris Martium habitum comnulasset, tantum non lanam tractabat aut telam texebat et colum tenebat, ut olim Hercules Omphalæ, sic ipse Philippæ serviens. Erat ea Petebini filia, soror ejus quæ non ita pridem Manueli imperatori, Andronici patrueli, nupserat. Antiochiæ degens deliciis inhiabat, ornamentorum pene ad insaniam studiosus, satellites per plateas circumducebat argenteis arcubus instructos, proce- ros, prima lanugine florescentes, flavis capillis niten- tes; eaque ratione venebatur eam a qua ipse captus erat et amatoriis vinculis irretitus, et par pari cum fænore referebat, cum alioqui admiranda forma con- spicuus, tum vestibus subinde mutatis insignis, iis præsertim quæ ultra nates et femora demissæ findun- tur et ita corporibus applicantur et veluti attext& illi esse videantur; cujus inventi auctore ipse exstitit, 5. Nunc aliud subjungendum est, indignum quod Α (86) Οὐ πολλαὶ δὲ ἡμέραι. Quia nimium lasci- D re inflammato. Igitur abjecto clypeo
καὶ οὕτω τοῦ ἀρραγοῦς ἐκείνου διασπασθέντος συντάγματος, οὐκ ἦν ὃς οὐκ ἦν τῶν Ῥωμαίων μὴ βάλλων καὶ καταβάλλων Παίονα ἢ μὴ σκυλεύων τὸν πεπτωκότα ἢ μὴ πανοπλίαν ἀλλοτρίαν ἐπενδυόμενος ἢ ἵππου μὴ ἐπιβαίνων, οὗ τὸν ἀναβάτην κατέκανεν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ ὀψίαν ἦν ἡ ἡμέρα, τὸ μὲν ἀνακλητικὸν διατόρως ἡ σάλπιγξ συνεθημάτιζε καὶ τὸ διαέριον ἐκεῖνο καθῃρεῖτο τῆς τοῦ Διονυσίου σημαίας δίαρμα, ὁ δ’ Ἴστρος εἶχε τὰ πορθμεῖα καθειλκυσμένα καὶ ὁ στρατὸς εἰς τὴν περαίαν ἀνήγετο. φήμη γὰρ ἀνὰ τὰ Ῥωμαϊκὰ στρατόπεδα διεφοίτα καὶ κατακρότους ἐτίθει τὰς τοῦ στρατηγοῦ μήνιγγας ὡς οἱ Παίονες οὐκ ἀγεννῆ ξενολογίαν κατὰ τὴν μετ’ ἐκείνην εἰσὶν ἐκδεχόμενοι. διὰ ταύτην οὖν τὴν ἀκοήν, μὴ πεφυκυῖαν ἐπίπαν ἀπόλλυσθαι, αὐτίκα μετὰ τέλος αἴσιον τοῦ πολέμου ἀπῆρεν ἐκεῖθεν Ἀνδρόνικος. Ἀλλ’ οὕτω μὲν κατεστρατήγηντο Παίονες, βασιλεὺς δὲ τὴν καλλίστην ταυτηνὶ νίκην ἐνωτισάμενος θύει θεῷ χαριστήρια καὶ αὐτὸς ἦν ἐν κρότοις καὶ χαρμοναῖς. κοινούμενος δὲ τοῖς τῆς βασιλίδος οἰκήτορσι πόλεως ταῦτα δὴ τὰ εὐφρόσυνα κατορθώματα γράμματα εὐάγγελα στέλλει τὴν τροπαιουχίαν περισαλπίζοντα.
ξυνοῖσον εἶναι πληρώματι τὸν ἐκ φυταλιᾶς ἑτεροφύλου ῥάδαμνον εἰς καλλιέλαιον μετεγκεντρίζειν πιότατον και πρὸς τὸ ἀναζώσασθαι τὸ κράτος τῶν ὅλων προτίθεσθαι. ε΄. Ὁ δὲ λόγος προσθήσει τῇ ἱστορία καί τι ἕτερου τοῦ λαθεῖν ὑπέρτερον δν. Τῷ βασιλεῖ τούτῳ πολλή τις ἦν ἡ μελεδὼν τῶν κατὰ Κιλικίαν πόλεων καὶ φρουρίων, ὧν ἦν ἡ λαμπρὰ καὶ περιφανὴς Ταρσός ὡς μητρόπολις προκαθέζεται. Οθεν πολλῶν τῶν ἐπὶ δόξης καὶ τῆς ἐπισήμου αἵματος ἡγεμόνων ἐκεῖσε ἀφικομένων, ἐφεξῆς ἡ ψῆφος περιελήλυθεν ἐς τὸν Κομνηνὸν Ἀνδρόνικον καὶ ὡς γένει μέγαν καὶ ὡς ἐν ἀνδράσιν ἀξιοθέατον. Τῷ τοι ἀφιγμένος ἐκεῖσε καὶ τὴν τῆς τοῦ Κύπρου δασμολογίαν προσειληφώς, ὡς ἔχοι τὰς δαπάνας ἐκεῖθὸν ἀντλεῖν, πολλάκις μὲν τῷ Τορούσῃ πρὸς μάχην ἀντικατέστη καὶ ἀνεκή- ρυξε πόλεμον, ἐχθρά οἱ νοῶν καὶ ὑπ᾽ ἐκείνου πά λιν ἀποστυγούμενος, οὐδὲν δέ τι γενναῖον κατ ώρθωσε πώποτε, οὐδ᾽ ἧς ἔτρεψε πολυτρόπου πείρας περὶ πολέμους καὶ πανουργίας εἰργάσατο ἄξιον. Τελευναῖον δὲ ἡττηκότος αὐτὸν αἰσχρῶς τοῦ Τορούση καὶ τρόπαιον στήσαντος, βουλεύεται τι παραβολώ τατον, ὁποῖον ὁ λόγος λέξων ἔρχεται. Ὡς γὰρ τὰς οἰκείας δυνάμεις ἑκάτερος κατ᾽ ἀλλήλων ἐξήνεγκαν, ᾿Ανδρόνικος μὲν ὅσα καὶ ζῶον τὴν στρατιάν εἰς κε- φαλὴν καὶ μέρος τὸ κατόπιν καὶ μέλη ἀνάλογα τῷ παντὶ συνδιαθέμενος εἶχεν, ὁ δὲ Τορούσης εἰς πολλὰ καταδιεῖλε τμήματα καὶ διασπείρας ἦν εἰς σπείρας καὶ λόχους τὸ οἰκεῖον στρατόπεδον. Ἐπεὶ δὲ συμβα- λόντες ἐμάχοντο, ἡ νίκη καὶ πάλιν ἐπεφοίτα τῷ Τορούσῃ λαμρά· τοῖς γὰρ ἀεὶ ἐπιβοηθοῦσιν ἀκμῆσι καὶ τοῖς ἐκ τῶν λόγων λαθρηδὸν ἐκπηδῶσιν ᾿Αρμε νίοις αἱ τοῦ [Ρ. 91] Ανδρονίκου ἐνέδωκαν φάλαγγες Ο καὶ εἰς τροπὴν ἐνέκλιναν ἄκοσμον. Διὰ ταῦτα τῇ λύπῃ καταποθεὶς ᾿Ανδρόνικος, καὶ μὴ ἔχων ὅπως ἢ τὴν ἧτταν ἀναμαχέσαιτο ἢ γοῦν ἐξ υπογυίου δράσεις τι γενναῖοι κατὰ τῶν θυόντων ἤδη πολεμίων τὰ νικητήρια, τοῖς ἐγγὺς ἀνεφίκτων ἐπιχειρεῖ. Κατο πτεύσας γὰρ τὸν Τορούσην μετὰ τῶν δορυφορούντων ἔτι που ἱστάμενον ἔφιππον, τὴν τῶν ταγμά των συλλογὴν ἀναμένοντα ἐξ ἧς είχοντο ἐπιδιώξεως, ὅλῳ ῥυτῆρι τὸν ἵππον ἀνεὶς ἐνσείει κατ᾽ ἐκείνου τὸ δόρυ, καὶ δὴ κατὰ τοῦ θυρεοῦ βαλὼν ἀνατρέπει τοῦτον τοῦ ἵππου, καὶ διεκπαίσας τὸ περὶ ἐκεῖνον ἐπίλεκτον, ὡς πτηνὸς ἱππότης ἢ ολισθηρά τις ἔγχελυς, τὰς τῶν ἁπάντων χεῖρας ἐξήλυξεν. Αλλ᾽ ἕως τούτου σεμνὸν τὸ τοῦ ᾿Ανδρονίκου κατόρθωμα· τὸ δὲ παθεῖν τὸν Τορούσην κακῶς ἀπεκώλυσαν οἵ τε σιδήρεοι χιτῶνες οὕς ἐνεδέδυτο, καὶ θυρεὸς ἐπιμήκης παρὰ πλευρόν καταβαίνων τοῦ ἵππου πλά γιος. Οὐ πολλαὶ δ᾽ ἡμεραι (86) παρήλθοσαν ὕστερον, NICET CHONIATE silentio prætereatur. Erat imperator de urbibus et castellis Ciliciæ, cujus metropolis Tarsus est, admodum sollicitus. Quo cum multi nobiles præ- fecti missi essent, tandem ca provincia Comneno Andronico ut illustri genere orto et spectatæ vir- tutis viro decreta est : adjectum etiam Cypri tri- butum al suotus facilius tolerandos. Eo profe- ctus cum Toruse inimico sæpe infeliciter dimicavit : tandem etiam turpiter victus audacissimum faci. nus ausus est. Ut enim uterque suas copias edu- xerunt, Andronicus universum exercitum suum ita instruxit, ut animantis instar capite et cauda cæterisque partibus constaret. Toruses contra suis in multos manipulos et cohortes distributis rursus illustrem victoriam est adeptus: nam Andronici phalanges iis qui subinde ex insidiis integri viri- bus prosiliebant, cesserunt ac turpi fugæ se manda- runt. Qua de causa Andronicus animo æger atque inops consilii, quo pacto rebus afflictis succur- rendum esset aut ulciscendi hostes jam pro vi- ctoria diis immolantes, rem aggreditur incredibi- lem. Cum enim Torusem cum satellitibus equo insidentem et militum ex hostium persecutione reditum exspectantem conspexisset, equo concitato, hasta directa percussoque scuto equo eum dejicit ; et per omnem ejus comitatum instar volucris equi- tis aut lubricæ anguillæ elabitur. Neque tamen Torusi, oblongo scuto et ferreo thorace munito, quidquam nocere potuit. B Paucis diebus post, sepositis bellicis occupatio- Hier Wolfii notæ. vire mihi est visus et pene ultra poeticæ licentiæ fines evagari sive Choniates sive paraphrastes quispiam ejus (nam velustus codex, qui ex arche- typo auctoris descriptus videtur, longe paucioribus rem absolvit), summam duntaxat hujus amatoriæ narratiuncula exposui. Ne tamen curiosus lector quidquam desideret, etiam hæc interpretari volui, quantumvis inepta; quæ (si typographis ita vide- bitur) in contextum historise reponi poterunt: Non multis diebus post Andronicus, neglectis et contem- ptis cadibus, pugnis, bellis, classicis, terrore, metu, Marte sanguinario et bellicis operibus, Veneris sacra colit. Quæ non Helenam ei subjicit aut velut in con- spectum adducit, in Græcia et mediis Aryis habitan. tem, et forma ejus exhilaratum furore concitat; nec navem ælificat, quam Phereclus gubernet: sed Phi- lippe in vicinia habitantis formam depingit et leno- cinio conciliat amatori Andronico,ex sola fama amo- et galea, repudiata spretaque omni militia, ad amicam Antio- chiæ degentem deficit. Quo cum venisset et amoris illecebris Martium habitum comnulasset, tantum non lanam tractabat aut telam texebat et colum tenebat, ut olim Hercules Omphalæ, sic ipse Philippæ serviens. Erat ea Petebini filia, soror ejus quæ non ita pridem Manueli imperatori, Andronici patrueli, nupserat. Antiochiæ degens deliciis inhiabat, ornamentorum pene ad insaniam studiosus, satellites per plateas circumducebat argenteis arcubus instructos, proce- ros, prima lanugine florescentes, flavis capillis niten- tes; eaque ratione venebatur eam a qua ipse captus erat et amatoriis vinculis irretitus, et par pari cum fænore referebat, cum alioqui admiranda forma con- spicuus, tum vestibus subinde mutatis insignis, iis præsertim quæ ultra nates et femora demissæ findun- tur et ita corporibus applicantur et veluti attext& illi esse videantur; cujus inventi auctore ipse exstitit, 5. Nunc aliud subjungendum est, indignum quod Α (86) Οὐ πολλαὶ δὲ ἡμέραι. Quia nimium lasci- D re inflammato. Igitur abjecto clypeo
PG 139:481Μεθ’ ἡμέρας δέ τινας καὶ αὐτὸς τὴν μεγαλόπολιν εἰσιὼν κατάγει θρίαμβον ἀπὸ τῆς ἑῴας πύλης, ἥτις ἀνέῳγε κατὰ τὴν ἀκρόπολιν. οἷα δ’ ἐπὶ μεγίστῳ τροπαίῳ καὶ ἀκραιφνεῖ θριαμβεύσειν μεγαλοπρεπῶς προθέμενος καὶ τὰ τῆς πομπείας διασκευασθῆναι πρὸς τὸ ὑπέρογκον διατέταχεν. ἅπας οὖν περιπόρφυρος πέπλος καὶ χρυσίῳ κατάστικτος ἀπῃώρητο καὶ οἱ ἀστυνόμοι ἄλλος ἄλλοθεν ἐπὶ τὴν πρόοδον ἐκείνην μεταρρυέντες ὡς ῥεῦμα κατὰ πρανοῦς ὀχετηγούμενον ἐξεκένωσαν ἀγορὰς οἴκους νεὼς ἐργαστήρια καὶ ἄλλο μέρος ἅπαν τῆς πολυχανδοῦς πόλεως. οὐδὲ τῆς τῶν αἰχμαλώτων συμμορίας ὁ θρίαμβος ἀπεστέρητο, ἀλλὰ καὶ τούτων πολλοὶ διῆγον τοὺς παρόντας καὶ ἐσέμνυνον τὴν πομπὴν παριόντες. αὐτὰ μέντοι τὰ καθ’ ἑκάτερα μέρη τῆς διόδου, καθ’ ἣν ἔμελλε τελεῖσθαι ὁ θρίαμβος, παρυφιστάμενα δρύφακτα εἰς διώροφά τε καὶ τριώροφα παρυψούμενα πᾶσιν ἐνεποίουν θαυμασμὸν καὶ τὰ τέγη δ’ οὐχ ἥκιστα μάλιστα πολλοὺς τοὺς θεωμένους καὶ πάντας ἀνέχοντα ἐκκρεμεῖς.
καὶ λογίζονται τῷ ᾿Ανδρονίκῳ δευτέρου λόγου και Α πάρεργα ἀνδροκτασίαι καὶ μάχαι καὶ πόλεμοι καὶ σάλπιγξ ἠχοῦσα τὸ ἐνυάλιον Δεῖμός τε Φόβος τε καὶ Αρης βροτολοιγός, καὶ ἔργα πολέμια παρω- σάμενος τὰ τῆς ᾿Αφροδίτης μέτεισιν ὄργια. Ἡ δὲ Ἑλένην μὲν οὐχ ὑποβάλλει, οὐδ᾽ οἷον ὑπ' ὄψιν παν ρίστησι καθ' Ελλάδα καὶ μέσον Αργους τὴν οἴκησιν ἔχουσαν, καὶ διαχεῖ τῷ κάλλει, καὶ ἐκμαίνει πρός ἔρωτα, καὶ πηγνύει σκάφην, καὶ ναύαρχον ἐφίστησι Φέρεκλον, ἐκ γειτόνων δὲ ἂν τὸ τῆς Φιλίππας εἶδος καθυπογράφει καὶ μαστροπεύει τῷ δυσέρωτι Ανα δρονίκῳ· ἦν γὰρ ἐξ ἀκοῆς ἐρωτόληπτος. Ρίψας οὖν τὴν ἀσπίδα καὶ τὸ κράνος ἀποβαλόμενος καὶ τὸν ὅλον στρατιώτην ἀποσεισάμενος πρὸς τὴν ἐρωμένην αὐτομολεῖ οὖσαν κατὰ πόλιν τὴν ᾿Αντιόχειαν. Ενθα δὴ γεγονώς, καὶ τὴν Ἐρώτων ἀγλαίαν τῆς ᾿Αρεος σκευῆς ἀνθελόμενος, μόνον οὐκ ἔξαινεν ἔρια οὐδ᾽ ἱστῷ προσανεῖχε καὶ συνῇρεν ἠλάκατα, ὡς Ὀμφάλῃ πρὶν Ἡρακλῆς τῇ Φιλίππα δουλεύων. Ἡ δ᾽ ἄρα ἦν τῆς συναφθείσης τῷ τούτου ἐξαδέλφῷ τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ πρώην οὔπω πάνυ θυγατρὸς τοῦ Πετεβίνου ἀδελφή. Καὶ ὁ μὲν τὴν Ἀντιόχειαν καταλαβὼν τρυφαῖς ἐκεχύνει καὶ καλλωπισμοῖς ὑπελύττα καὶ δορυφόροις ἐπ᾿ ἀγυιῶν ἀργυροτόξοις επόμπευε, τὴν ἡλικίαν εὐμήκεσιν, ἰούλῳ τε πρώτῳ λαχνουμένοις καὶ κόμαις πυρσαινομένοις ξανθαῖς, καὶ ἦν ἐντεῦθεν θηρῶν τὴν θηράσασαν. ἣν καὶ εἶχε ταῖς οἰκείαις ἐρωτοδέσμαις καταγοητεύσας. Ανδρόνικος, καὶ ὅπερ ἐπεπόνθει τοῦτο δράσας φιλοτιμότερον, πλουτῶν μὲν καὶ ἄλλως εἶδος ἀξιάγαστον καὶ ὡς ἔρνος ἀναβαίνων ἐλάτινον, ἐπτοημένος δὲ καὶ περὶ τὰς ἐξάλλους στολάς, καὶ τούτων ὅσαι περὶ γλουτὸν καὶ μηρούς καταβαίνουσαι διασχίζονται καὶ οἷον εἰσί πως συνυφασμέναι τῷ σώματι, καὶ τοῖς ἄλλοις τῶν τοιούτων ἡγεμὼν καθιστάμενος. Οὐκοῦν τὸ μὲν βλοσυρὸν ἐκεχάλαστο καὶ τὸ ἐπὶ συννοίας εἶναι ἀεὶ, καὶ τὸ τοῦ ἤθους ἐμβριθὲς καὶ φροντιστικὸν ἐνδεδώ κει, καὶ ἐπισκύνιον ὁ θὴρ ἀπεβάλετο· ἡ δὲ ὡς ἑάλω κατάκρας, ὑπέκυψεν εἰς εὐνὴν, οἴκου τε καὶ πατριᾶς ἐπελάθετο, καὶ τοῦ ἐραστοῦ αὐτῆς ὀπίσω κατηκολούθησεν. Ὁ βασιλεὺς δὲ ὡς τοῖς περὶ τούτου κατεβροντήθη Β ἀκούσμασι, μικροῦ καὶ ἐννεὸς ἦν καὶ πρὸς ἄμφω μεμέριστα· καὶ ὡς ἐρῶντα γὰρ ἔρον ἀξύμφυλον καὶ ἀθεμιτογαμοῦντα ἤχθραινε τὸν Ἀνδρόνικον, καὶ ὡς αὐτὸν τῶν κατ' ᾿Αρμενίων ἐλπίδων ψευσά- μενον συλλαβεῖν ἐζήτει καὶ δίκας ἐξ ἐκείνου λαβεῖν. Στέλλει τοίνυν τον σεβαστόν Κωνσταντῖνον τὸν Κα λαμᾶνον, ἄνδρα και τόλμης λελογισμένης μεστὸν καὶ τὸ γενναῖον εὐτυχοῦντα στάσιμον, καὶ τοῖς κατ' ᾿Αρμενίαν μὲν ἐπιστατήσοντα πράγμασι, καὶ τῇ Φιλίππα [Ρ. 92] δ' ὅπως συναφθεί η πειραθησόμε νον. Ὁ δὲ τὰ μὲν πρῶτα εἰς νυμφίον ἑαυτὸν διευθε τήσας, καὶ λαμπρυνάμενος ὡς εἰκὸς καὶ καθ᾽ ὅσον ᾔδει (87) τὴν ἄρωμένην ὑπαγαγέσθαι, τὴν Αντιόχου εἴσεισι. Τοσοῦτον δὲ προσέσχεν αὐτῷ Φιλίππα, καὶ οὕτως αὐτὴν τοῦ προτέρου μετέθηκεν ἔρωτος, ὡς μηδὲ βλέμματος γοῦν μεταδρῦναι ἢ προσρήματος ἀξιῶσαι τὸν Καλαμᾶνον, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ προσο ονειδίσαι τἀνδρὶ τὸ τῆς ἡλικίας βραχύ, καὶ ἐς αὐτὸν ἀποσκώψαι τὸν αὐτοκράτορα Μανουήλ, εἰ οὕτως ἀμαθῶς καὶ εὐήθως αὐτὴν ἔχειν ᾠήθη ὡς ἀποστατής σει μὲν ᾿Ανδρονίκου αὕτη τοῦ ἥρωος, οὗ τὸ κλέος εὐρὺ καὶ οὗ τὸ γένος πολύ, προσκολληθήσεται δὲ ἀνδρὶ δς τὸ γένος ἀπεσβεσμένος καὶ χθὲς καὶ πρώην εἰ ἔστιν ὅλως ἐγνώρισται. Ἐπεὶ γοῦν ὁ Κωνσταν τῖνος ἀδοξοῦντας αὐτὸν (88) ἑώρα τοὺς τῆς Φιλίππας ᾔδει ήδη παρὰ τὸ εἰδέναι DE MANUELE COMNENO LIB. IV. ea Petebini Antiocheni filia,soro ejus quam Manuel imperator non ita pridem duxerat), et Antiochiam profectus pulcherrimorum et ornatissimorum ju- venum comitatu et exquisitiæ elegantiæ vestitu, quo naturalis formæ dignitas et staturæ proceritas condecorabatur, mulierem ita in sui amorem pel- licil, ut parentum et patriæ oblita mutuo illius amore flagraret. nibus tolus Philippæ amore inflammatus (erat C Qua fama imperator pene attonitus Andronicum et ob incestos amores oderat, et spe Armeniæ recuperandæ frustratus comprehensum multare in animo habebat. Mittit igitur Augustum Constanti- num Calamanum, virum cordatum, magnanimum et constantem, qui et Armeniæ præesset et Phi- lippam, si posset, duceret. Is principio sponsi or- natu sumpto, itaque paratus ut adamatam in sui amorem pelliceret, Antiochiam ingreditur. Tan- tum autem abfuit ut Philippa ab Andronici amore avelleretur, ut Calamanum nec aspectu nec collo- quio dignaretur, ac potius brevitatem staturæ ejus irrideret; atque ipsum imperatorem insectaretur, qui inepte pularet ipsam, despecto inclyto et no- bilissimo heroe Andronico, ei nupturam qui ob- scura familia ortus nuper admodum nosci cœperit. Hoc sui contemptu et amore Philippe erga An- dronicum cognito Tarsum discedit; commissoque cum Armeniis prælio victus et captus magna pecu- nia ab imperatore redimitur. Andronicus autem Manuelis minas veritus, ac metuens ne Philippæ amorem pristino carcere et diuturnis ærumnis commularet, Hierosolyma versus iter intendit, fuga de more arrepta ; et ut homo luxuriosissimus, Theodoram Isaacii sebastocratoris filiam incestat, Balduini Franci, qui toti Palæstinæ nuper impe, Hier. Wolfii notæ. laxata vultus torvitale, perpetua severitale remissa, gravitate morum et sollicitudine seposita, abjectoque supercilio. Cæterum illa prorsus capta conjugio assensit, alque ædium et patriæ oblita amatorem secuta est. usitatum sit. Si aut legas- ne sic quidem placet ; judicium lectori relinquo. Cum igitur Constantinus se a Philippæ amoribus de- spici cerneret, qui alas ad alium librarent et Andro- nicum malis peterent eique faces præferrent. : (87) Καθ᾽ ὅσον ᾗ δει, pro jamjam, haud scio an (88) 'Αδοξοῦντας αὐτόν. Verba sic sonant :
ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦ τὸν αὐτοκράτορα παρελθεῖν ἐνειστήκει καιρός, προηγεῖτο μὲν ἀργύρεον ἐπίχρυσον τέτρωρον ἵπποις λευκοῖς ὡς αἱ χιόνων ἀποσπάδες ἑλκόμενον, ἵδρυτο δ’ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ εἰκὼν τῆς ἀπροσμάχου συμμάχου καὶ ἀκαταγωνίστου συστρατήγου τῷ βασιλεῖ θεομήτορος· οὐ μέγα δ’ ἔβραχεν ἄξων, ὅτι μηδὲ θεὰν ἦγε δεινὴν τὴν ψευδοπάρθενον Ἀθηνᾶν, ἀλλὰ τὴν ὡς ἀληθῶς παρθένον καὶ ὑπὲρ λόγον διὰ λόγου τὸν Λόγον λοχεύσασαν. μετὰ δὲ τοῦτο οἱ καθ’ αἷμα τῷ βασιλεῖ περιώνυμοι καὶ ὅσοι γερουσιάζοντες τὰς πολιτικὰς διεῖπον ἀρχὰς καὶ οἱ λαμπροὶ τοῖς ἀξιώμασι καὶ τῇ τοῦ βασιλέως εὐνοίᾳ περίκλυτοι. ἔπειτα δ’ ὁ κρατῶν προῄει αὐτός, ἵππῳ ὑψαύχενι ἔποχος, κύδιστος, μέγιστος, καὶ κόσμους τοὺς βασιλικοὺς περικείμενος. παρείπετο δέ οἱ καὶ ὁ τοῦ θριάμβου αἴτιος Κοντοστέφανος, ὑμνούμενος τῆς νίκης, τοῦ δεξιοῦ μακαριζόμενος στρατηγήματος. εἰς δὲ τὸν Μέγαν Νεὼν εἰσιὼν καὶ τοῦ παντὸς ἐνώπιον λεὼ τὴν τοῦ Κυρίου λαλήσας αἴνεσιν πρόεισιν ἐκεῖθεν εἰς τὰ βασίλεια. ὥσπερ δὲ τόξον ἀνιεὶς ἑαυτὸν τῆς ἄγαν τάσεως διεχεῖτο ἵππων ἁμίλλαις.
καὶ λογίζονται τῷ ᾿Ανδρονίκῳ δευτέρου λόγου και Α πάρεργα ἀνδροκτασίαι καὶ μάχαι καὶ πόλεμοι καὶ σάλπιγξ ἠχοῦσα τὸ ἐνυάλιον Δεῖμός τε Φόβος τε καὶ Αρης βροτολοιγός, καὶ ἔργα πολέμια παρω- σάμενος τὰ τῆς ᾿Αφροδίτης μέτεισιν ὄργια. Ἡ δὲ Ἑλένην μὲν οὐχ ὑποβάλλει, οὐδ᾽ οἷον ὑπ' ὄψιν παν ρίστησι καθ' Ελλάδα καὶ μέσον Αργους τὴν οἴκησιν ἔχουσαν, καὶ διαχεῖ τῷ κάλλει, καὶ ἐκμαίνει πρός ἔρωτα, καὶ πηγνύει σκάφην, καὶ ναύαρχον ἐφίστησι Φέρεκλον, ἐκ γειτόνων δὲ ἂν τὸ τῆς Φιλίππας εἶδος καθυπογράφει καὶ μαστροπεύει τῷ δυσέρωτι Ανα δρονίκῳ· ἦν γὰρ ἐξ ἀκοῆς ἐρωτόληπτος. Ρίψας οὖν τὴν ἀσπίδα καὶ τὸ κράνος ἀποβαλόμενος καὶ τὸν ὅλον στρατιώτην ἀποσεισάμενος πρὸς τὴν ἐρωμένην αὐτομολεῖ οὖσαν κατὰ πόλιν τὴν ᾿Αντιόχειαν. Ενθα δὴ γεγονώς, καὶ τὴν Ἐρώτων ἀγλαίαν τῆς ᾿Αρεος σκευῆς ἀνθελόμενος, μόνον οὐκ ἔξαινεν ἔρια οὐδ᾽ ἱστῷ προσανεῖχε καὶ συνῇρεν ἠλάκατα, ὡς Ὀμφάλῃ πρὶν Ἡρακλῆς τῇ Φιλίππα δουλεύων. Ἡ δ᾽ ἄρα ἦν τῆς συναφθείσης τῷ τούτου ἐξαδέλφῷ τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ πρώην οὔπω πάνυ θυγατρὸς τοῦ Πετεβίνου ἀδελφή. Καὶ ὁ μὲν τὴν Ἀντιόχειαν καταλαβὼν τρυφαῖς ἐκεχύνει καὶ καλλωπισμοῖς ὑπελύττα καὶ δορυφόροις ἐπ᾿ ἀγυιῶν ἀργυροτόξοις επόμπευε, τὴν ἡλικίαν εὐμήκεσιν, ἰούλῳ τε πρώτῳ λαχνουμένοις καὶ κόμαις πυρσαινομένοις ξανθαῖς, καὶ ἦν ἐντεῦθεν θηρῶν τὴν θηράσασαν. ἣν καὶ εἶχε ταῖς οἰκείαις ἐρωτοδέσμαις καταγοητεύσας. Ανδρόνικος, καὶ ὅπερ ἐπεπόνθει τοῦτο δράσας φιλοτιμότερον, πλουτῶν μὲν καὶ ἄλλως εἶδος ἀξιάγαστον καὶ ὡς ἔρνος ἀναβαίνων ἐλάτινον, ἐπτοημένος δὲ καὶ περὶ τὰς ἐξάλλους στολάς, καὶ τούτων ὅσαι περὶ γλουτὸν καὶ μηρούς καταβαίνουσαι διασχίζονται καὶ οἷον εἰσί πως συνυφασμέναι τῷ σώματι, καὶ τοῖς ἄλλοις τῶν τοιούτων ἡγεμὼν καθιστάμενος. Οὐκοῦν τὸ μὲν βλοσυρὸν ἐκεχάλαστο καὶ τὸ ἐπὶ συννοίας εἶναι ἀεὶ, καὶ τὸ τοῦ ἤθους ἐμβριθὲς καὶ φροντιστικὸν ἐνδεδώ κει, καὶ ἐπισκύνιον ὁ θὴρ ἀπεβάλετο· ἡ δὲ ὡς ἑάλω κατάκρας, ὑπέκυψεν εἰς εὐνὴν, οἴκου τε καὶ πατριᾶς ἐπελάθετο, καὶ τοῦ ἐραστοῦ αὐτῆς ὀπίσω κατηκολούθησεν. Ὁ βασιλεὺς δὲ ὡς τοῖς περὶ τούτου κατεβροντήθη Β ἀκούσμασι, μικροῦ καὶ ἐννεὸς ἦν καὶ πρὸς ἄμφω μεμέριστα· καὶ ὡς ἐρῶντα γὰρ ἔρον ἀξύμφυλον καὶ ἀθεμιτογαμοῦντα ἤχθραινε τὸν Ἀνδρόνικον, καὶ ὡς αὐτὸν τῶν κατ' ᾿Αρμενίων ἐλπίδων ψευσά- μενον συλλαβεῖν ἐζήτει καὶ δίκας ἐξ ἐκείνου λαβεῖν. Στέλλει τοίνυν τον σεβαστόν Κωνσταντῖνον τὸν Κα λαμᾶνον, ἄνδρα και τόλμης λελογισμένης μεστὸν καὶ τὸ γενναῖον εὐτυχοῦντα στάσιμον, καὶ τοῖς κατ' ᾿Αρμενίαν μὲν ἐπιστατήσοντα πράγμασι, καὶ τῇ Φιλίππα [Ρ. 92] δ' ὅπως συναφθεί η πειραθησόμε νον. Ὁ δὲ τὰ μὲν πρῶτα εἰς νυμφίον ἑαυτὸν διευθε τήσας, καὶ λαμπρυνάμενος ὡς εἰκὸς καὶ καθ᾽ ὅσον ᾔδει (87) τὴν ἄρωμένην ὑπαγαγέσθαι, τὴν Αντιόχου εἴσεισι. Τοσοῦτον δὲ προσέσχεν αὐτῷ Φιλίππα, καὶ οὕτως αὐτὴν τοῦ προτέρου μετέθηκεν ἔρωτος, ὡς μηδὲ βλέμματος γοῦν μεταδρῦναι ἢ προσρήματος ἀξιῶσαι τὸν Καλαμᾶνον, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ προσο ονειδίσαι τἀνδρὶ τὸ τῆς ἡλικίας βραχύ, καὶ ἐς αὐτὸν ἀποσκώψαι τὸν αὐτοκράτορα Μανουήλ, εἰ οὕτως ἀμαθῶς καὶ εὐήθως αὐτὴν ἔχειν ᾠήθη ὡς ἀποστατής σει μὲν ᾿Ανδρονίκου αὕτη τοῦ ἥρωος, οὗ τὸ κλέος εὐρὺ καὶ οὗ τὸ γένος πολύ, προσκολληθήσεται δὲ ἀνδρὶ δς τὸ γένος ἀπεσβεσμένος καὶ χθὲς καὶ πρώην εἰ ἔστιν ὅλως ἐγνώρισται. Ἐπεὶ γοῦν ὁ Κωνσταν τῖνος ἀδοξοῦντας αὐτὸν (88) ἑώρα τοὺς τῆς Φιλίππας ᾔδει ήδη παρὰ τὸ εἰδέναι DE MANUELE COMNENO LIB. IV. ea Petebini Antiocheni filia,soro ejus quam Manuel imperator non ita pridem duxerat), et Antiochiam profectus pulcherrimorum et ornatissimorum ju- venum comitatu et exquisitiæ elegantiæ vestitu, quo naturalis formæ dignitas et staturæ proceritas condecorabatur, mulierem ita in sui amorem pel- licil, ut parentum et patriæ oblita mutuo illius amore flagraret. nibus tolus Philippæ amore inflammatus (erat C Qua fama imperator pene attonitus Andronicum et ob incestos amores oderat, et spe Armeniæ recuperandæ frustratus comprehensum multare in animo habebat. Mittit igitur Augustum Constanti- num Calamanum, virum cordatum, magnanimum et constantem, qui et Armeniæ præesset et Phi- lippam, si posset, duceret. Is principio sponsi or- natu sumpto, itaque paratus ut adamatam in sui amorem pelliceret, Antiochiam ingreditur. Tan- tum autem abfuit ut Philippa ab Andronici amore avelleretur, ut Calamanum nec aspectu nec collo- quio dignaretur, ac potius brevitatem staturæ ejus irrideret; atque ipsum imperatorem insectaretur, qui inepte pularet ipsam, despecto inclyto et no- bilissimo heroe Andronico, ei nupturam qui ob- scura familia ortus nuper admodum nosci cœperit. Hoc sui contemptu et amore Philippe erga An- dronicum cognito Tarsum discedit; commissoque cum Armeniis prælio victus et captus magna pecu- nia ab imperatore redimitur. Andronicus autem Manuelis minas veritus, ac metuens ne Philippæ amorem pristino carcere et diuturnis ærumnis commularet, Hierosolyma versus iter intendit, fuga de more arrepta ; et ut homo luxuriosissimus, Theodoram Isaacii sebastocratoris filiam incestat, Balduini Franci, qui toti Palæstinæ nuper impe, Hier. Wolfii notæ. laxata vultus torvitale, perpetua severitale remissa, gravitate morum et sollicitudine seposita, abjectoque supercilio. Cæterum illa prorsus capta conjugio assensit, alque ædium et patriæ oblita amatorem secuta est. usitatum sit. Si aut legas- ne sic quidem placet ; judicium lectori relinquo. Cum igitur Constantinus se a Philippæ amoribus de- spici cerneret, qui alas ad alium librarent et Andro- nicum malis peterent eique faces præferrent. : (87) Καθ᾽ ὅσον ᾗ δει, pro jamjam, haud scio an (88) 'Αδοξοῦντας αὐτόν. Verba sic sonant :
Imperii Isaacii Angeli una cem Alexia Filio
PG 139:483Καὶ τὸ ἐπιὸν δὲ ἔαρ εἰς ἄνεσιν ταμιευσάμενος σώματος, ἐπειδὴ παρίππευσε Καρκίνον καὶ παρῆλθε Λέοντα ἥλιος ὅ τε Σείριος ὑπέληγε τῶν φλογώσεων, αἱ δὲ χειμέριοι τροπαὶ ἤδη παρεσκυθρώπαζον, ἔξεισι πρὸς τὰ ἑσπέρια καὶ κατὰ τὴν Φιλίππου ἐναυλίζεται. ἠκηκόει γὰρ ὡς ὁ τῶν Σέρβων σατράπης (ἦν δὲ τότε ὁ Νεεμὰν Στέφανος) ὑπὲρ ὃ δεῖ θρασύτερος γέγονε καὶ κακόσχολος ὤν τις ἥγηται σοφὸν τὸ περίεργον καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τρέφων ἀκόρεστον καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ πάντα διαπλωθῆναι φιλονεικῶν τοῖς ἐκ τοῦ αὐτοῦ φύλου βαρὺς ἐμπίπτει καὶ ξίφει τὸ γένος μέτεισι, μήτε μὴν τὰ οἰκεῖα εἰδὼς μέτρα Χορβατίαν ὑποποιεῖται καὶ πρὸς ἑαυτὸν ἐπισπᾶται τῶν Δεκατάρων τὴν κυριότητα. Διὰ ταῦτα τοίνυν πεῖραν εἰληφέναι θέλων τοῦ ἐπὶ τούτοις τῷ Νεεμὰν βουλήματος στέλλει μετὰ δυνάμεως τὸν Παδυάτην Θεόδωρον. τῷ δὲ τοπάρχῃ Νεεμὰν οὕτως ἀναρσίου μετῆν φρονήματος, ὡς εὐθὺς ἐξενεγκεῖν ἀκήρυκτον πόλεμον καὶ Ῥωμαίοις ἐπεισπεσεῖν. βασιλέως δὲ αὐτὸν μετελθεῖν κρίναντος, ὀλίγον τῇ μάχῃ παραφανεὶς ἀπεκρύψατο τὰς τῶν ὀρῶν καὶ πάλιν ὑποδὺς καταδύσεις καὶ τὰς πέτρας θέμενος εἰς ἀποκρυβήν.
βολοῦντάς τε καὶ δαδουχοῦντας Ανδρόνικον, ἐκεῖθεν μεθίσταται, καὶ τὴν Ταρσόν καταλαβὼν μετὰ τῶν ἀντιπάλων Ῥωμαίοις Αρμενίων συνεῤῥήγνυ πόλε- μον. ὡς δέ ποτε τούτῳ ἐπέβρισαν οἱ διάφοροι, ἐάλω- τε καὶ ἦν ἐν δεσμοῖς. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐλύσατο τοῦ τον, ἱκανὰ ζωάγρια καταθέμενος. ᾿Ανδρόνικος δὲ τὰς ἀπειλὲς τοῦ Μανουήλ δεδιώς, καὶ πτοηθεὶς μὴ πως συλληφθείς τῶν φιλοτήτων Φιλίππας τὴν προ- τέραν εἱρκτὴν ἀνταλλάξαιτο καὶ ὑποσταίη χρόνιον κάκωσιν, ἄρας ἐκεῖθεν τῆς ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων είχετο, γαλῆ τὸ τοῦ λόγου (89) πρὸς στέαρ ἐλεγ- χθεὶς, καπὶ τὰς πρώην ἐπαναδραμὼν δραπετεύσεις, καὶ πρὸς τὰς παλαιτέρας αὐτοῦ μηχανὰς ἀπιδών· Αδιαφόρως δ' ἔχων τοῦ βίου, καὶ ὡς ἵππος θηλυ ἔρωτας καὶ πρὸς ἄλλον λύοντας τὸ πτερὸν, μηλο- Η μανης ταῖς παραλόγοις ἐπιθορνύμενος μίξεσιν, ἐγχρίπτει σαρκικῶς καὶ ἐνασελγαίνει ἀκολάστως τῇ τοῦ πρώτου ἐξαδέλφου θυγατρὶ Θεοδώρα (Ισαακίου, φημί, τοῦ σεβαστοκράτορος, τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ὁμαίμονος) θανάτῳ ἄρτι ἀποβαλούσῃ τὸν παρθένιον σύνευνον, ὃς ἦρχε προ βραχέος τῆς Παλαιστίνης Βαλδουίνος ἦν οὗτος, τὸ γένος ἕλκων ἐξ Ιταλών, Ἐτέραν ἐπὶ τούτοις πληγὴν ὁ βασιλεὺς δέχεται Μανουήλ, καὶ πράττων ἦν πάντα διατεχνώμενος, εἴ πως εἴη συνεικη ως Ανδρόνικον τῶν οἰκείων ἀμφιβληστρων ἐντὸς, ὅθεν ἐρυθροδάνῳ ἐνσημανθὲν ἀφῆκε γραμμάτιον, ἐνάγων τοὺς κατὰ Κοίλην Συ ρίαν ἰσχύοντας ᾿Ανδρόνικον συσχεῖν ὡς ἀντίφρονα καὶ περὶ τὸ γένος ἀκολασταίνοντα, καὶ τοῦ φάους στερῆσαι τῶν ὀφθαλμῶν. Καὶ τάχ' ἂν τοὺς ὀφθαλ- μους 'Ανδρόνικος ἐξ αἵματος ἡρευθοῦτο, χρός τέ μιν είχε παρειὰς συνεχόμενον καὶ δεσμούμενον, ἢ καὶ εἰς πορφύρεον ἐβάπτετο θάνατον, εἰ χεῖρες εἶχον ἑτέρων τὸ τῆς βασιλικῆς ἐκεῖν βαφῆς δελτάριον. Νῦν δὲ τοῦ Θεοῦ τηροῦντος αὐτὸν, ὡς ἔοικεν, εἰς ἡμέραν ὀργῆς καὶ τοῖς μετόπισθεν κακοῖς ταμιεύοντος, ἅ τε παρὰ τὸ δέον εἰς τὸ ὑπήκοον ἐνεδείξατο, Ῥωμαίων άρξας ἐκ τυραννίδος, καὶ οἷς αὐτὸς ἀσυμπαθῶς ἐσέπειτα περιπέπτωκε, χερσὶ τὸ ἐπιστόλιον τῆς Θεοδώρας δίδοται. Ἡ δὲ ἀναγνοῦσα τοῦτο, καὶ γνοῦσα τὰ κατ' ᾿Ανδρονίκου τυρευόμενα, ἐξ αὐτῆς τὸν χάρτην αὐτῷ ἐγχειρίζει. Συνεὶς οὖν ᾿Ανδρόνικος ὡς χωρεῖν ἐκεῖθεν δέον καὶ ἐγκονεῖν, μηδ' ἕδρας εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦδε ἀκμὴν, φρίκη τε ὑφέρπεται, καὶ πρὸς ἀπόδρασιν ἐνσκευάζεται. Σοφιστὴς δὲ ὧν καὶ ἀπατεὼν καὶ αὐτὴν ἀποπλανᾷ Θεοδώραν, καὶ ὥσπερ Εὐρώπην πάλαι ὁ Ζεὺς τοῦ χοροῦ τῶν παρθένων ἀποβουκολήσας ἧκε φέρων ἐπὶ νώτων, εἰς βοῦν ἑαυτὸν μεταμορφώσας καλλίκερων, οὕτω καὶ οὗτος ἀποστήσας τῶν οἴκοι τὴν γυναῖκα καὶ συμφοιτῆσαί οἱ Σαββάτου ὁδὸν αἰτησάμενος ὡς προπέμψουσαν ἐκεῖθεν καὶ συνταξομένην ἐκείνῳ τὰ ἐξιτή ρια, συνέκδημου καὶ συμπλανήτιν ἐκοῦσαν ἐπεσπασατο ἄκουσαν. Χώραν δ' ἐκ χώρας ἀμείβων, καὶ ἡγεμόσι καὶ δυνάσταις ἐπιξενιζόμενος πολυπλανής, καὶ παρ᾽ οἷς κατέλυε, τιμήεις ὧν καὶ αἰδέσιμος καὶ φιλοφροσύνης ὅτι πλείστης καταξιούμενος καὶ δωρεῶν ἀδρῶν ἐν μεθέξει γινόμενος, ὀψέ ποτε μόλις παρὰ τῷ Σαλτούχῳ τῆς πλάνης ἵσταται. Ην δ' οὗτος τὰ τῇ Κολωνεία τότε κληρούμενος ὅμορα. καὶ ὅσα τῆς Χαλδαίας πρόσοικά τε καὶ ἔγγιστα καρπιζόμενος. Κἀκεῖσε ἦν ἀλύων καὶ συνών Θεοδώρα, μετ᾽ ὧν ἀπέτεκεν αὕτη τούτῳ παίδων δυοῖν ᾿Αλεξίου τε καὶ Εἰρήνης, ἔτι δὲ καὶ Ἰωάννου, ὅν ἐκ τῶν προ- τέρων καὶ γνησίων οἱ σπερμάτων συνεκδημον ἐκ Βυζαντίου ἐπήγετο, ἕως τῆς ἐς αὐτὸν αὖθις τὸν αὐτοκράτορα Μανουὴλ ἐπαναλύσεως, ἣν καὶ τὰ τὸν οἰκεῖον χρόνον καὶ πρόσφορον ὁ λόγις τῇ ἱστορία παρέξεται, ὡς εἴη συνημμένα δήπου καὶ συναφῆ τὰ ἐφεξῆς ὑπ' αὐτοῦ πεπραγμένα καὶ τὰ παρ᾿ ἡμῶν αὖθις ἐπ᾿ αὐτῷ ῥηθησόμενα. Εν πολλοῖς μέντοι καὶ πολλάκις ὁ Μανουὴλ τὴν ᾿Ανδρονίκου δεσμεύων ψυχὴν, καὶ ζητῶν ταύτην λαβεῖν, τοῖς ἀνηνύτοις ἐγχειρῶν διηλέγχετο· ὁ γὰρ πολύπλαγκτος οὗτος καὶ ταλασίφρων ᾿Ανδρόνικος τὰς καθ᾿ αὐτοῦ προσβολὰς εὐμαρῶς ἀπεκρούετο, καὶ τῶν θηράτρων κούφως ὑπεραλλόμενος, ἅπερ αὐτῷ πολλάκις ὑφη πλοῦτο καὶ ἐξετείνετο, ἀπαγίδευτος ἦν καὶ ἀθήρευτος. Γαλὴ τὸ τοῦ λόγου. καὶ NICETE CHONIATE rarat, viduam. Altera hao plaga accepta Manuel A nihil non molitur, quo Andronicum in suam po- lestatem redigal; missaque ad Calesyriæ topar- chas aurea Bulla mandat ut Andronicum hominem seditiosum atque incestum capiant et visu privent. Ac luminibus orbatus aut plane occisus esset Andronicus, si eæ litteræ ad manus aliorum per- venissent. Nunc Deo illum ad diem ultionis atque ad ea mala perpetranda et perferenda reservante quæ tyrannide ab eo occupata acciderunt, eæ litte- ra Theodoræ redduntur. Quibus ea lectis et insidiis cognitis chartam Andronico tradit.Qui ubi animadvertit ibi non hærendum esse diutius sed propere discedendum, territus fugam adornat ; et Theodoram fraude pellectam, ut se non longe comi- taretur, seu volentem seu invitam secum abducit. Dum autem provinciam provincia mutal etin multi- plici illo errore varios dynastas et regulos adit, ab omnibus honorifice excipitur et magnis muneribus afficitur. Sero tandem ad sultanum, qui Coloniam Chaldæam et finitima loca tenebat, divertit ; ibi- que cum Theodora et duobus ex eo susceptis liberis Alexio et Irene, ac Joanne quem ex legitima uxore procreatum Byzantio secum abduxerat, commo- ratur, donec ad Manuelem imperatorem reversus est ; id quod suo loco referetur, ut res ejus gesta cohæreant. Et si autem Manuel vitæ An- dronici crebras ponebat insidias, ille tamen mi- rabili sorlertia et tolerantia omnes laqueos eva- debal. B [P. 93] Hier. Wolfi notæ. · (89) Verba sic fere sonant : Quemadmodum mustela, ut aiunt, ad sebum, ad pristinas fugas reversus vetustisque suis machinis tentatis; et ut erat luxuriosæ vitæ et ut equus erga mulieres insaniens, in vetitos concubitus ruebat, car- naliter appropinquabat, et intemperanter indulgebat libidini Theodoræ filiæ palruelis natu majoris Isaacii.
ἀεὶ δέ τι περικόπτων τῆς προλαβούσης ὀφρύος καὶ ὑφαιρῶν τέλος τοῖς ἐκείνου ποσὶ τὴν οἰκείαν ὑποτέθεικε κεφαλήν, μέγας μεγαλωστὶ τεταμένος καὶ περὶ τοῦ μὴ παθεῖν κακῶς δεόμενος· ἠγωνία γάρ, μήπως αὐτὸς μὲν τῆς τῶν Σέρβων παραλυθῇ δυναστείας, τὸ δὲ κράτος μετενεχθῇ πρὸς τοὺς ἐκείνου ἄρχειν δικαιοτέρους καὶ οὓς αὐτὸς κατασπάσας εἶχε πρὸς τὴν ἀρχὴν ἀναχθείς. Οὕτω δ’ εὐμαρῶς μετῄει τοῦτον καὶ πρὸς τὴν ἐκείνου πίστιν μετέστρεφεν, εἴ ποτε ἀποπλανώμενον ἑώρα τοῦ εὐθέως καὶ ἐλεύθερον βλέποντα ἢ τῷ τῶν Ἀλαμανῶν ῥηγὶ προστιθέμενον ἢ τοῖς Οὔννοις προσνεύοντα καὶ κοινὸν ἐκείνοις βαλάντιον καὶ πήραν προσκτώμενον, ὡς οὐδὲ ποιμὴν ποίμνιον εὐπερίγραπτον. οὕτω δ’ ἐδεδοίκει τοῦτον ὡς οὐδὲ τὸν βασιλικώτατον θῆρα τὰ κνώδαλα· ὅς γε καὶ τὰ ἱππάσιμα μόνα πολλάκις ἐπιφερόμενος καὶ τοῖς δορυφοροῦσιν εἰπὼν ἕπεσθε τὰ Ῥωμαίων παρήλλαττεν ὅρια καὶ κατ’ αὐτοῦ ἐξορμῶν πρὸς τὸ οἰκεῖον ἐφετὸν τὰ ἐκεῖθι μετήμειβε πράγματα. Ἀλλὰ τίνα τὰ ἐπὶ τούτοις;
βολοῦντάς τε καὶ δαδουχοῦντας Ανδρόνικον, ἐκεῖθεν μεθίσταται, καὶ τὴν Ταρσόν καταλαβὼν μετὰ τῶν ἀντιπάλων Ῥωμαίοις Αρμενίων συνεῤῥήγνυ πόλε- μον. ὡς δέ ποτε τούτῳ ἐπέβρισαν οἱ διάφοροι, ἐάλω- τε καὶ ἦν ἐν δεσμοῖς. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐλύσατο τοῦ τον, ἱκανὰ ζωάγρια καταθέμενος. ᾿Ανδρόνικος δὲ τὰς ἀπειλὲς τοῦ Μανουήλ δεδιώς, καὶ πτοηθεὶς μὴ πως συλληφθείς τῶν φιλοτήτων Φιλίππας τὴν προ- τέραν εἱρκτὴν ἀνταλλάξαιτο καὶ ὑποσταίη χρόνιον κάκωσιν, ἄρας ἐκεῖθεν τῆς ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων είχετο, γαλῆ τὸ τοῦ λόγου (89) πρὸς στέαρ ἐλεγ- χθεὶς, καπὶ τὰς πρώην ἐπαναδραμὼν δραπετεύσεις, καὶ πρὸς τὰς παλαιτέρας αὐτοῦ μηχανὰς ἀπιδών· Αδιαφόρως δ' ἔχων τοῦ βίου, καὶ ὡς ἵππος θηλυ ἔρωτας καὶ πρὸς ἄλλον λύοντας τὸ πτερὸν, μηλο- Η μανης ταῖς παραλόγοις ἐπιθορνύμενος μίξεσιν, ἐγχρίπτει σαρκικῶς καὶ ἐνασελγαίνει ἀκολάστως τῇ τοῦ πρώτου ἐξαδέλφου θυγατρὶ Θεοδώρα (Ισαακίου, φημί, τοῦ σεβαστοκράτορος, τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ὁμαίμονος) θανάτῳ ἄρτι ἀποβαλούσῃ τὸν παρθένιον σύνευνον, ὃς ἦρχε προ βραχέος τῆς Παλαιστίνης Βαλδουίνος ἦν οὗτος, τὸ γένος ἕλκων ἐξ Ιταλών, Ἐτέραν ἐπὶ τούτοις πληγὴν ὁ βασιλεὺς δέχεται Μανουήλ, καὶ πράττων ἦν πάντα διατεχνώμενος, εἴ πως εἴη συνεικη ως Ανδρόνικον τῶν οἰκείων ἀμφιβληστρων ἐντὸς, ὅθεν ἐρυθροδάνῳ ἐνσημανθὲν ἀφῆκε γραμμάτιον, ἐνάγων τοὺς κατὰ Κοίλην Συ ρίαν ἰσχύοντας ᾿Ανδρόνικον συσχεῖν ὡς ἀντίφρονα καὶ περὶ τὸ γένος ἀκολασταίνοντα, καὶ τοῦ φάους στερῆσαι τῶν ὀφθαλμῶν. Καὶ τάχ' ἂν τοὺς ὀφθαλ- μους 'Ανδρόνικος ἐξ αἵματος ἡρευθοῦτο, χρός τέ μιν είχε παρειὰς συνεχόμενον καὶ δεσμούμενον, ἢ καὶ εἰς πορφύρεον ἐβάπτετο θάνατον, εἰ χεῖρες εἶχον ἑτέρων τὸ τῆς βασιλικῆς ἐκεῖν βαφῆς δελτάριον. Νῦν δὲ τοῦ Θεοῦ τηροῦντος αὐτὸν, ὡς ἔοικεν, εἰς ἡμέραν ὀργῆς καὶ τοῖς μετόπισθεν κακοῖς ταμιεύοντος, ἅ τε παρὰ τὸ δέον εἰς τὸ ὑπήκοον ἐνεδείξατο, Ῥωμαίων άρξας ἐκ τυραννίδος, καὶ οἷς αὐτὸς ἀσυμπαθῶς ἐσέπειτα περιπέπτωκε, χερσὶ τὸ ἐπιστόλιον τῆς Θεοδώρας δίδοται. Ἡ δὲ ἀναγνοῦσα τοῦτο, καὶ γνοῦσα τὰ κατ' ᾿Ανδρονίκου τυρευόμενα, ἐξ αὐτῆς τὸν χάρτην αὐτῷ ἐγχειρίζει. Συνεὶς οὖν ᾿Ανδρόνικος ὡς χωρεῖν ἐκεῖθεν δέον καὶ ἐγκονεῖν, μηδ' ἕδρας εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦδε ἀκμὴν, φρίκη τε ὑφέρπεται, καὶ πρὸς ἀπόδρασιν ἐνσκευάζεται. Σοφιστὴς δὲ ὧν καὶ ἀπατεὼν καὶ αὐτὴν ἀποπλανᾷ Θεοδώραν, καὶ ὥσπερ Εὐρώπην πάλαι ὁ Ζεὺς τοῦ χοροῦ τῶν παρθένων ἀποβουκολήσας ἧκε φέρων ἐπὶ νώτων, εἰς βοῦν ἑαυτὸν μεταμορφώσας καλλίκερων, οὕτω καὶ οὗτος ἀποστήσας τῶν οἴκοι τὴν γυναῖκα καὶ συμφοιτῆσαί οἱ Σαββάτου ὁδὸν αἰτησάμενος ὡς προπέμψουσαν ἐκεῖθεν καὶ συνταξομένην ἐκείνῳ τὰ ἐξιτή ρια, συνέκδημου καὶ συμπλανήτιν ἐκοῦσαν ἐπεσπασατο ἄκουσαν. Χώραν δ' ἐκ χώρας ἀμείβων, καὶ ἡγεμόσι καὶ δυνάσταις ἐπιξενιζόμενος πολυπλανής, καὶ παρ᾽ οἷς κατέλυε, τιμήεις ὧν καὶ αἰδέσιμος καὶ φιλοφροσύνης ὅτι πλείστης καταξιούμενος καὶ δωρεῶν ἀδρῶν ἐν μεθέξει γινόμενος, ὀψέ ποτε μόλις παρὰ τῷ Σαλτούχῳ τῆς πλάνης ἵσταται. Ην δ' οὗτος τὰ τῇ Κολωνεία τότε κληρούμενος ὅμορα. καὶ ὅσα τῆς Χαλδαίας πρόσοικά τε καὶ ἔγγιστα καρπιζόμενος. Κἀκεῖσε ἦν ἀλύων καὶ συνών Θεοδώρα, μετ᾽ ὧν ἀπέτεκεν αὕτη τούτῳ παίδων δυοῖν ᾿Αλεξίου τε καὶ Εἰρήνης, ἔτι δὲ καὶ Ἰωάννου, ὅν ἐκ τῶν προ- τέρων καὶ γνησίων οἱ σπερμάτων συνεκδημον ἐκ Βυζαντίου ἐπήγετο, ἕως τῆς ἐς αὐτὸν αὖθις τὸν αὐτοκράτορα Μανουὴλ ἐπαναλύσεως, ἣν καὶ τὰ τὸν οἰκεῖον χρόνον καὶ πρόσφορον ὁ λόγις τῇ ἱστορία παρέξεται, ὡς εἴη συνημμένα δήπου καὶ συναφῆ τὰ ἐφεξῆς ὑπ' αὐτοῦ πεπραγμένα καὶ τὰ παρ᾿ ἡμῶν αὖθις ἐπ᾿ αὐτῷ ῥηθησόμενα. Εν πολλοῖς μέντοι καὶ πολλάκις ὁ Μανουὴλ τὴν ᾿Ανδρονίκου δεσμεύων ψυχὴν, καὶ ζητῶν ταύτην λαβεῖν, τοῖς ἀνηνύτοις ἐγχειρῶν διηλέγχετο· ὁ γὰρ πολύπλαγκτος οὗτος καὶ ταλασίφρων ᾿Ανδρόνικος τὰς καθ᾿ αὐτοῦ προσβολὰς εὐμαρῶς ἀπεκρούετο, καὶ τῶν θηράτρων κούφως ὑπεραλλόμενος, ἅπερ αὐτῷ πολλάκις ὑφη πλοῦτο καὶ ἐξετείνετο, ἀπαγίδευτος ἦν καὶ ἀθήρευτος. Γαλὴ τὸ τοῦ λόγου. καὶ NICETE CHONIATE rarat, viduam. Altera hao plaga accepta Manuel A nihil non molitur, quo Andronicum in suam po- lestatem redigal; missaque ad Calesyriæ topar- chas aurea Bulla mandat ut Andronicum hominem seditiosum atque incestum capiant et visu privent. Ac luminibus orbatus aut plane occisus esset Andronicus, si eæ litteræ ad manus aliorum per- venissent. Nunc Deo illum ad diem ultionis atque ad ea mala perpetranda et perferenda reservante quæ tyrannide ab eo occupata acciderunt, eæ litte- ra Theodoræ redduntur. Quibus ea lectis et insidiis cognitis chartam Andronico tradit.Qui ubi animadvertit ibi non hærendum esse diutius sed propere discedendum, territus fugam adornat ; et Theodoram fraude pellectam, ut se non longe comi- taretur, seu volentem seu invitam secum abducit. Dum autem provinciam provincia mutal etin multi- plici illo errore varios dynastas et regulos adit, ab omnibus honorifice excipitur et magnis muneribus afficitur. Sero tandem ad sultanum, qui Coloniam Chaldæam et finitima loca tenebat, divertit ; ibi- que cum Theodora et duobus ex eo susceptis liberis Alexio et Irene, ac Joanne quem ex legitima uxore procreatum Byzantio secum abduxerat, commo- ratur, donec ad Manuelem imperatorem reversus est ; id quod suo loco referetur, ut res ejus gesta cohæreant. Et si autem Manuel vitæ An- dronici crebras ponebat insidias, ille tamen mi- rabili sorlertia et tolerantia omnes laqueos eva- debal. B [P. 93] Hier. Wolfi notæ. · (89) Verba sic fere sonant : Quemadmodum mustela, ut aiunt, ad sebum, ad pristinas fugas reversus vetustisque suis machinis tentatis; et ut erat luxuriosæ vitæ et ut equus erga mulieres insaniens, in vetitos concubitus ruebat, car- naliter appropinquabat, et intemperanter indulgebat libidini Theodoræ filiæ palruelis natu majoris Isaacii.
ἐρᾷ καὶ στρατείας ὑπερορίου καὶ τὸ τῆς Αἰγύπτου ἐνωτιζόμενος πάμφορον καὶ ὅσα γεωργεῖ Νεῖλος ὁ καρποδότης καὶ εὔσταχυς, τοῖς πήχεσι μετρῶν τὸ εὔδαιμον, ἔγνω ἐν θαλάσσῃ θέσθαι χεῖρα αὐτοῦ καὶ ἐν ποταμοῖς δεξιὰν αὐτοῦ, εἴ πως τὰ δι’ ἀκοῆς ἐρώμενα Αἰγύπτια ἀγαθὰ καὶ ὀφθαλμοῖς ἐντράνοις θεάσαιτο καὶ θείη ληπτὰ ταῖς χερσίν. ἐποίει δ’ ἐκεῖνον ταῦτα φαντάζεσθαι τὰ ἐν ποσὶν ὑπεραλλόμενον, καὶ ταῦτα ἔτι ὠδίνοντα, καὶ τεμνόμενα μὲν καὶ κατακαιόμενα, οὐκ ἀφαντούμενα δὲ καὶ ἀμαυρούμενα, ἀλλὰ παλιμφυῆ κατὰ τὴν Ὕδραν γινόμενα, φιλοδοξία τις ἄκαιρος καὶ τὸ πρὸς βασιλεῖς ἀνθαμιλλᾶσθαι, οἷς τὸ κλέος πολὺ καὶ τὰ σχοινίσματα οὐκ ἀπὸ θαλάσσης μόνον ἕως θαλάσσης ὑφαπλούμενα πρὶν παρετέτατο, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἑῴων ὁρισμάτων μέχρι τῶν ἑσπερίων διικνεῖτο στηλῶν.
βολοῦντάς τε καὶ δαδουχοῦντας Ανδρόνικον, ἐκεῖθεν μεθίσταται, καὶ τὴν Ταρσόν καταλαβὼν μετὰ τῶν ἀντιπάλων Ῥωμαίοις Αρμενίων συνεῤῥήγνυ πόλε- μον. ὡς δέ ποτε τούτῳ ἐπέβρισαν οἱ διάφοροι, ἐάλω- τε καὶ ἦν ἐν δεσμοῖς. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐλύσατο τοῦ τον, ἱκανὰ ζωάγρια καταθέμενος. ᾿Ανδρόνικος δὲ τὰς ἀπειλὲς τοῦ Μανουήλ δεδιώς, καὶ πτοηθεὶς μὴ πως συλληφθείς τῶν φιλοτήτων Φιλίππας τὴν προ- τέραν εἱρκτὴν ἀνταλλάξαιτο καὶ ὑποσταίη χρόνιον κάκωσιν, ἄρας ἐκεῖθεν τῆς ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων είχετο, γαλῆ τὸ τοῦ λόγου (89) πρὸς στέαρ ἐλεγ- χθεὶς, καπὶ τὰς πρώην ἐπαναδραμὼν δραπετεύσεις, καὶ πρὸς τὰς παλαιτέρας αὐτοῦ μηχανὰς ἀπιδών· Αδιαφόρως δ' ἔχων τοῦ βίου, καὶ ὡς ἵππος θηλυ ἔρωτας καὶ πρὸς ἄλλον λύοντας τὸ πτερὸν, μηλο- Η μανης ταῖς παραλόγοις ἐπιθορνύμενος μίξεσιν, ἐγχρίπτει σαρκικῶς καὶ ἐνασελγαίνει ἀκολάστως τῇ τοῦ πρώτου ἐξαδέλφου θυγατρὶ Θεοδώρα (Ισαακίου, φημί, τοῦ σεβαστοκράτορος, τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ὁμαίμονος) θανάτῳ ἄρτι ἀποβαλούσῃ τὸν παρθένιον σύνευνον, ὃς ἦρχε προ βραχέος τῆς Παλαιστίνης Βαλδουίνος ἦν οὗτος, τὸ γένος ἕλκων ἐξ Ιταλών, Ἐτέραν ἐπὶ τούτοις πληγὴν ὁ βασιλεὺς δέχεται Μανουήλ, καὶ πράττων ἦν πάντα διατεχνώμενος, εἴ πως εἴη συνεικη ως Ανδρόνικον τῶν οἰκείων ἀμφιβληστρων ἐντὸς, ὅθεν ἐρυθροδάνῳ ἐνσημανθὲν ἀφῆκε γραμμάτιον, ἐνάγων τοὺς κατὰ Κοίλην Συ ρίαν ἰσχύοντας ᾿Ανδρόνικον συσχεῖν ὡς ἀντίφρονα καὶ περὶ τὸ γένος ἀκολασταίνοντα, καὶ τοῦ φάους στερῆσαι τῶν ὀφθαλμῶν. Καὶ τάχ' ἂν τοὺς ὀφθαλ- μους 'Ανδρόνικος ἐξ αἵματος ἡρευθοῦτο, χρός τέ μιν είχε παρειὰς συνεχόμενον καὶ δεσμούμενον, ἢ καὶ εἰς πορφύρεον ἐβάπτετο θάνατον, εἰ χεῖρες εἶχον ἑτέρων τὸ τῆς βασιλικῆς ἐκεῖν βαφῆς δελτάριον. Νῦν δὲ τοῦ Θεοῦ τηροῦντος αὐτὸν, ὡς ἔοικεν, εἰς ἡμέραν ὀργῆς καὶ τοῖς μετόπισθεν κακοῖς ταμιεύοντος, ἅ τε παρὰ τὸ δέον εἰς τὸ ὑπήκοον ἐνεδείξατο, Ῥωμαίων άρξας ἐκ τυραννίδος, καὶ οἷς αὐτὸς ἀσυμπαθῶς ἐσέπειτα περιπέπτωκε, χερσὶ τὸ ἐπιστόλιον τῆς Θεοδώρας δίδοται. Ἡ δὲ ἀναγνοῦσα τοῦτο, καὶ γνοῦσα τὰ κατ' ᾿Ανδρονίκου τυρευόμενα, ἐξ αὐτῆς τὸν χάρτην αὐτῷ ἐγχειρίζει. Συνεὶς οὖν ᾿Ανδρόνικος ὡς χωρεῖν ἐκεῖθεν δέον καὶ ἐγκονεῖν, μηδ' ἕδρας εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦδε ἀκμὴν, φρίκη τε ὑφέρπεται, καὶ πρὸς ἀπόδρασιν ἐνσκευάζεται. Σοφιστὴς δὲ ὧν καὶ ἀπατεὼν καὶ αὐτὴν ἀποπλανᾷ Θεοδώραν, καὶ ὥσπερ Εὐρώπην πάλαι ὁ Ζεὺς τοῦ χοροῦ τῶν παρθένων ἀποβουκολήσας ἧκε φέρων ἐπὶ νώτων, εἰς βοῦν ἑαυτὸν μεταμορφώσας καλλίκερων, οὕτω καὶ οὗτος ἀποστήσας τῶν οἴκοι τὴν γυναῖκα καὶ συμφοιτῆσαί οἱ Σαββάτου ὁδὸν αἰτησάμενος ὡς προπέμψουσαν ἐκεῖθεν καὶ συνταξομένην ἐκείνῳ τὰ ἐξιτή ρια, συνέκδημου καὶ συμπλανήτιν ἐκοῦσαν ἐπεσπασατο ἄκουσαν. Χώραν δ' ἐκ χώρας ἀμείβων, καὶ ἡγεμόσι καὶ δυνάσταις ἐπιξενιζόμενος πολυπλανής, καὶ παρ᾽ οἷς κατέλυε, τιμήεις ὧν καὶ αἰδέσιμος καὶ φιλοφροσύνης ὅτι πλείστης καταξιούμενος καὶ δωρεῶν ἀδρῶν ἐν μεθέξει γινόμενος, ὀψέ ποτε μόλις παρὰ τῷ Σαλτούχῳ τῆς πλάνης ἵσταται. Ην δ' οὗτος τὰ τῇ Κολωνεία τότε κληρούμενος ὅμορα. καὶ ὅσα τῆς Χαλδαίας πρόσοικά τε καὶ ἔγγιστα καρπιζόμενος. Κἀκεῖσε ἦν ἀλύων καὶ συνών Θεοδώρα, μετ᾽ ὧν ἀπέτεκεν αὕτη τούτῳ παίδων δυοῖν ᾿Αλεξίου τε καὶ Εἰρήνης, ἔτι δὲ καὶ Ἰωάννου, ὅν ἐκ τῶν προ- τέρων καὶ γνησίων οἱ σπερμάτων συνεκδημον ἐκ Βυζαντίου ἐπήγετο, ἕως τῆς ἐς αὐτὸν αὖθις τὸν αὐτοκράτορα Μανουὴλ ἐπαναλύσεως, ἣν καὶ τὰ τὸν οἰκεῖον χρόνον καὶ πρόσφορον ὁ λόγις τῇ ἱστορία παρέξεται, ὡς εἴη συνημμένα δήπου καὶ συναφῆ τὰ ἐφεξῆς ὑπ' αὐτοῦ πεπραγμένα καὶ τὰ παρ᾿ ἡμῶν αὖθις ἐπ᾿ αὐτῷ ῥηθησόμενα. Εν πολλοῖς μέντοι καὶ πολλάκις ὁ Μανουὴλ τὴν ᾿Ανδρονίκου δεσμεύων ψυχὴν, καὶ ζητῶν ταύτην λαβεῖν, τοῖς ἀνηνύτοις ἐγχειρῶν διηλέγχετο· ὁ γὰρ πολύπλαγκτος οὗτος καὶ ταλασίφρων ᾿Ανδρόνικος τὰς καθ᾿ αὐτοῦ προσβολὰς εὐμαρῶς ἀπεκρούετο, καὶ τῶν θηράτρων κούφως ὑπεραλλόμενος, ἅπερ αὐτῷ πολλάκις ὑφη πλοῦτο καὶ ἐξετείνετο, ἀπαγίδευτος ἦν καὶ ἀθήρευτος. Γαλὴ τὸ τοῦ λόγου. καὶ NICETE CHONIATE rarat, viduam. Altera hao plaga accepta Manuel A nihil non molitur, quo Andronicum in suam po- lestatem redigal; missaque ad Calesyriæ topar- chas aurea Bulla mandat ut Andronicum hominem seditiosum atque incestum capiant et visu privent. Ac luminibus orbatus aut plane occisus esset Andronicus, si eæ litteræ ad manus aliorum per- venissent. Nunc Deo illum ad diem ultionis atque ad ea mala perpetranda et perferenda reservante quæ tyrannide ab eo occupata acciderunt, eæ litte- ra Theodoræ redduntur. Quibus ea lectis et insidiis cognitis chartam Andronico tradit.Qui ubi animadvertit ibi non hærendum esse diutius sed propere discedendum, territus fugam adornat ; et Theodoram fraude pellectam, ut se non longe comi- taretur, seu volentem seu invitam secum abducit. Dum autem provinciam provincia mutal etin multi- plici illo errore varios dynastas et regulos adit, ab omnibus honorifice excipitur et magnis muneribus afficitur. Sero tandem ad sultanum, qui Coloniam Chaldæam et finitima loca tenebat, divertit ; ibi- que cum Theodora et duobus ex eo susceptis liberis Alexio et Irene, ac Joanne quem ex legitima uxore procreatum Byzantio secum abduxerat, commo- ratur, donec ad Manuelem imperatorem reversus est ; id quod suo loco referetur, ut res ejus gesta cohæreant. Et si autem Manuel vitæ An- dronici crebras ponebat insidias, ille tamen mi- rabili sorlertia et tolerantia omnes laqueos eva- debal. B [P. 93] Hier. Wolfi notæ. · (89) Verba sic fere sonant : Quemadmodum mustela, ut aiunt, ad sebum, ad pristinas fugas reversus vetustisque suis machinis tentatis; et ut erat luxuriosæ vitæ et ut equus erga mulieres insaniens, in vetitos concubitus ruebat, car- naliter appropinquabat, et intemperanter indulgebat libidini Theodoræ filiæ palruelis natu majoris Isaacii.
PG 139:485Οὐκοῦν καὶ τὸ σκέμμα τῷ τῶν Ἱεροσολύμων ῥηγὶ Ἀμερρίγῳ κοινωσάμενος κἀκεῖνον εὑρὼν οὐκ ἀποπεμπόμενον τὸ ἐννόημα, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ συλλαβέσθαι οἱ τοῦ ἐγχειρήματος ὑπισχνούμενον, στόλον καταρτύει βαρὺν κατὰ τοῦ Ταμιάθι εἰς νῆας μακρὰς διακοσίας καὶ ἔτι πρὸς ἀριθμούμενον, ἐν αἷς κατελέγοντο δέκα μὲν αἱ ἀπὸ τῆς Ἐπιδάμνου ἀναχθεῖσαι, ἓξ δὲ ταχυναυτοῦσαι πᾶσαι, ἃς ἐπλήρουν οἱ Εὐβοεῖς· ἀναδείκνυσι δὲ ναύαρχον τὸν μέγαν δοῦκα τὸν Κοντοστέφανον Ἀνδρόνικον. ἀπὸ δὲ τουτωνὶ τῶν τριηρέων ἑξήκοντα τῷ Μαυροζώμῃ παραδοὺς Θεοδώρῳ πρὸς τὸν ῥῆγα ἐξέπεμψε, προκαταγγελοῦντα μὲν καὶ τὴν ὅσον οὐδέπω τοῦ λοιποῦ στόλου ἀναγωγὴν καὶ τὴν ἐκεῖσε τοῦ Κοντοστεφάνου ἄφιξιν, διαναστήσοντα δὲ κἀκεῖνον ὡς εἴη ἑτοιμασάμενος τὰ πρὸς ἔξοδον, ἅμα δ’ ἀποκομίσοντα καὶ τὰ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν ἱππέων ὀψώνια, ὅσοι συνεκστρατεύειν ἤμελλον τῷ ῥηγὶ συνεφαπτομένῳ τοῦ πολέμου καὶ κατ’ Αἰγυπτίων τιθεμένῳ τὴν κίνησιν, καθ’ ὧν ὁ στόλος ὁ Ῥωμαϊκὸς συγκεκρότητο.
ζ. ᾿Αλλὰ τίνα τὰ παρὰ πόδας ; χρεών γὰρ μηδὲ Α τούτων ἀφέξεσθαι. Περιδεεῖς οἱ πολλοὶ τῶν κρατούν των εἰσὶ και καχύποπτοι, καὶ χαίρουσι διαπραττό- μενοι ὅσα θάνατος καὶ Χάος καὶ Ἔρεβος ἐν τῷ τοὺς εὐπατρίδας ἀκροτομεῖν καὶ ἐκποδὼν τιθέναι πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον, καὶ ἐοίκασιν ἀτεχνῶς ὑψιτε νέσι καὶ ἀκροκόμοις πίτυσιν. ὡς γὰρ αὗται καὶ βραχείαις ἀνέμων πνοαῖς τὰς τῶν κλάδων βελόνας διατινασσόμεναι ψιθυρίζουσιν, οὕτω δὴ καὶ οὗτοι καὶ τὸν πλούτῳ κομώντα ὑποβλέπονται καὶ τὸν ἐπ᾿ ἀνδρίᾳ τῶν πολλῶν διαφέροντα κατεπτήχασι. Καν εἴη τις τὸ κάλλος ἀγαλματίας, καὶ τὴν γλῶτταν ὡς ὄρνις μουσηγέτης ἐστόμωτο, κἂν τὸ ἦθος ὁρῷτο εὐτράπελος, οὐκ ἐξ καθεύδειν τὸν ἐπὶ τοῦ στέφους οὐδ᾽ ἡρεμεῖν, ἀλλὰ γίνεται τούσῳ τῶν ὕπνων ἐκκοπή, τῆς τρυφῆς ἀνατροπή, ἡδονῆς ὑφαίρεσις, φνοντίδων ἀπόθεσις· καὶ τὴν φύσιν μέμφονται τὴν πλάστριαν, ὅτι καὶ ἑτέρους εἰς τὸ ἄρχειν ἐπιδόξους ἐπαλαμή- σατο, καὶ μὴ πρώτους αὐτοὺς καὶ ὑστάτους καλ λίστους ἀνθρώπων ἐφύτευσεν. Οὐκοῦν καὶ ἀντι- στρατεύονται τὰ πολλὰ τῇ προνοίᾳ καὶ τῷ θείῳ ὑπέρ οπλοι γίνονται, πάντα ἀγαθὰ ἐκ τοῦ πλείονος ἐκχορδεύοντες καὶ ὡς θύματα σφαγιάζοντες, ὡς ἔχοιεν ἐφ' ἡσυχίας δήπουθεν οὗτοι σπαθῆν καὶ ὡς πατρῷον κλῆρον καθηδυπαθεῖν μονώτατοι τά δημό. σια καὶ ὡς ἀνδραπόδοις χρῆσθαι τοῖς ἐλευθέροις καὶ ὡς ὠνητοῖς τοῖς ἀξιωτέροις ἔνιοτε ἄρχειν προσφέρε σθαι, κακῶς εἰδότες καὶ τὸ φρονεῖν ὑπὸ τῆς ἐξουσίας ἀφηρημένοι καὶ κακοβούλως τῶν πρότριτα λαυθα νόμενοι (90). Καὶ ὁ Μανουὴλ τοίνυν οὐδὲν ἄχαρι ἔχων ἐπεγκαλεῖν ᾿Αλεξίῳ τῷ πρωτοστράτορι, ἤ δ τι όλως παραλελύπηκεν ἤ παρηνώχλησεν ἢ τῆς ὀφειλομένης εὐνοίας καὶ πίστεως καθυφῆκε βραχύ τι [Ρ. 94] γοῦν ἀντίῤῥοπα δράσας ὧν ὑπ᾽ αὐτοῦ πέπονθεν εὖ, καὶ ὡς ἐπὶ ζυγοῦ τὴν ἑτέραν παρή- νεγκεν πλάστιγγα, ἐξ ὑπονοίας δὲ μόνης ὁρμώμενος, κακοσχόλων τινῶν, ὡς ἄνθρωπος, ὑπαχθεὶς ὑφηγή: σεσιν, ἐκ τοῦ τὸν ἄνδρα ὁρᾶν καὶ στρατηγοῖς καὶ στρατιώταις ἐρώμενον καὶ φιλοτίμῳ γνώμῃ καὶ χειρὶ φιλοδώρῳ πρὸς ἅπαντας χρώμενον, ἴσως δὲ καὶ τοῦ προσόντος αὐτῷ πλούτου ὑποτύφων ἔφεσιν, συλλαμβάνει τοῦτον διάγων ἐν Σαρδικῇ, μήπω ἐπι- φαυσκούτης ἡμέρας. τῇ οἰκείᾳ ἔτι συγκατακείμενον ὁμευνέτιδι, καὶ οὐ μόνον τῶν ὄντων ἁπάντων ἀπο- γυμνοί, ἀλλὰ καὶ εἰς μοναχὸν ἀποκείρας ἐν ἑνὶ τῶν κατὰ τὸ Ηαπύκιον όρος φροντιστηρίων παραῤῥιπτεῖ. Ἵνα δὲ μὴ ᾖ τὸ πραχθὲν ἀπροφάσιστον καὶ προϋ- στον διὰ τοῦτο τὸ βασιλικὴν ἀδίκημά τε καὶ ἄσχη- μόνημα, οι συκοφάνται παρῆσαν ἐγγὺς ὑφειμένοι παρ᾽ ὧν ὑπεβλήθησαν, καὶ γοητεῖχι κατὰ βασιλέως τὰ αἰτιάματα οὔπω πάνυ τι πιθαναὶ καὶ δρασκήριοι ὡς ποιεῖν τὸν κεχρημένον πετόμενον καὶ μηδ' όλως θεώμενον καθ' ὧν ἂν ἐπεισπέσθαι ξιφηφόρος βού. λοιτο, καὶ ἕτερ᾽ ἅττα βωμολόχα καὶ ἀκοπῆς ὑγιαι- νούσαις οὐκ εὐπαράδεκτα, ὁποῖα πάλαι τοῦ Περσέως DE MANUELE COMNENO LIB. IV. B tos eos que principes formidolosi sunt suspicaces, nec inferno et morte clementiores in viris nobilibus et generosis e medio tollendis ; et ut altæ picem levissimo vento impulsæ ramorum aculeis inter se collisis stridunt, sio ipsi et divitem suspectum habent et fortitudine insignem formnidant. Nec for- ma nec facundia nec morum comitas insignis quie- esse patiuntur, sed omni pene vitæ suavi- tate privant, adeo ut naturam ipsam accusent quod alios etiam idoneos imperio formarit nec ip- sos primos et postremos omnium mortalium pul- cherrimos finxerit, divinæque Providentiæ repu- gnent,et optimum quemque tollante medio et instar hostiarum sacrificent, ut ipsi metus et peri- culi expertes publica vectigalia tanquam privatum patrimonium pro sua libidine effundere et ingenuos homines pro mancipiis tractare possint, qui ali- quando ipsis sunt imperio digniores. Ita potentiæ fastigium prudentiam eis adimit, et pristinæ con- ditionis stultam oblivionem affert. Sic Manuel quo- que cum ab Alexio protostratore nulla re esset offensus, nec ejus fidem et benevolentiam deside- rare posset, ac tenuem pro meritis ei gratiam re- tulisset, sola suspicione adductus et improborum hominum calumniis impulsus, quia eum et duci- bus et militibus esse charum videbat et liberalitate erga omnes uti, quanquam fortassis etiam divitias ejus clam appetebat, Sardicæ agens hominem ante lucem cum uxore sua cubantem comprehendit, et omnibus opibus multatum in monasterium quod- dam Papycii montis conjicit. Ne autem id facinus manifesta injuriæ damnaretur, sycophantæ præsto erant, qui crimini darent eum magicis præstigiis imperatorem pelere ; quæ haud scio an ita effica ces sint (sanæ quidem aures ab istiusmodi com- mentis abhorrent) ut hominem efficiant volu- crem, itaque perstringant oculos ut stricto ense ir- ruens non conspiciatur. Quod genus illa sunt quæ Græci olim do Perseo fabulantur. Eorum calumnia- torum princeps esse ferebatur Aaron Isaacius, qui Corintho cum cæteris in Siciliam abductus ibique Latinam linguam exquisite edoctus Latinorum in. terpretem agebat apud imperatorem. Alexii vero uxor, Alexii primogeniti fratris Manuelis filia, pie- tate in maritum et pudicitia insignis et illustre C D muliebris sexus ornamentum, frustra sibi ipsi ma- nus afferre conata, ad patrui pedes supplex advo- luta summoque cum luctu et sanctissimo jureju- rando mariti innocentiam et erga imperatorem fidem atque observantiam testificata, permovere tamen ejus animum ad misericordiam, quamvis miserabili habitu,nec a sententia deducere po- tuit. Itaque ex perpetuo mærore solitudinis et luctu, castæ turturis instar, mentis errore usque ad obi- Hier. Wolfii notæ. hoc vel ad meritorum et rerum gestarum oblivio- nem, vel ad insolentiam pristine sortis imme- morem. 6. Hoc loco illud prætereundum non est. Pleri- (90) Τῶν πρότριτα λανθανόμενοι, Referri potest
Μετ’ οὐ πολὺ δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Κοντοστέφανος ἔξεισιν (ἦγε δὲ τότε ὀγδόην μὴν ὁ Ἰούλιος) καὶ δὴ πρὸς τὸ Μελίβοτον καταχθεὶς καὶ παρὰ τοῦ βασιλέως ἐκεῖσε ἀφιγμένου θεατοῦ τοῦ στόλου τὰ πρὸς τὸ ἔργον ὑφηγηθεὶς μετὰ δύο ἡμέρας ἀνάγεται καὶ κατάγεται εἰς τὰ Κοῖλα, ταῦτα δὴ τὰ περὶ Σηστόν τε καὶ Ἄβυδον, καὶ ἐντίθησι ταῖς τριήρεσι τὸ ἐκ Ῥωμαϊκῶν καὶ ἐθνικῶν ἰλῶν ἀποκριθὲν καὶ παραδοθέν οἱ στράτευμα. τὸ δ’ ἐντεῦθεν, ὡς ἦν τὸ πνεῦμα φορὸν καὶ οὔριον, τὰ πρυμνήσια λύσας καὶ τὰ ἱστία διαπετάσας τὴν ἐς Κύπρον παρανελέγετο κέλευθον. κατὰ δὲ τὸν πλοῦν τοῦτον ἓξ ἐγκύρσας ναυσίν, ἃς ὁ τῆς Αἰγύπτου ἀμηρᾶς ἐπεπόμφει πρὸς κατασκόπησιν, τὰς μὲν δύο συλλαβὼν εἶχεν, αἱ δ’ ἄλλαι, αἳ καὶ μὴ ἀγχώμαλα τὸν πλοῦν ἐπεποίηντο, καταταχήσασαι διαδιδράσκουσιν. Προσοκείλας δὲ τῇ Κύπρῳ τὴν ἄφιξιν αὐτοῦ παρίστησι τῷ ῥηγὶ καὶ πυνθάνεται, πρὸς ὅτῳ ἔχει τὸν νοῦν, εἰ προσμενεῖ αὐτὸν εἰς Κύπρον ἢ τὴν ἐπὶ Ἱεροσολύμων βαδιεῖται οὗτος.
ζ. ᾿Αλλὰ τίνα τὰ παρὰ πόδας ; χρεών γὰρ μηδὲ Α τούτων ἀφέξεσθαι. Περιδεεῖς οἱ πολλοὶ τῶν κρατούν των εἰσὶ και καχύποπτοι, καὶ χαίρουσι διαπραττό- μενοι ὅσα θάνατος καὶ Χάος καὶ Ἔρεβος ἐν τῷ τοὺς εὐπατρίδας ἀκροτομεῖν καὶ ἐκποδὼν τιθέναι πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον, καὶ ἐοίκασιν ἀτεχνῶς ὑψιτε νέσι καὶ ἀκροκόμοις πίτυσιν. ὡς γὰρ αὗται καὶ βραχείαις ἀνέμων πνοαῖς τὰς τῶν κλάδων βελόνας διατινασσόμεναι ψιθυρίζουσιν, οὕτω δὴ καὶ οὗτοι καὶ τὸν πλούτῳ κομώντα ὑποβλέπονται καὶ τὸν ἐπ᾿ ἀνδρίᾳ τῶν πολλῶν διαφέροντα κατεπτήχασι. Καν εἴη τις τὸ κάλλος ἀγαλματίας, καὶ τὴν γλῶτταν ὡς ὄρνις μουσηγέτης ἐστόμωτο, κἂν τὸ ἦθος ὁρῷτο εὐτράπελος, οὐκ ἐξ καθεύδειν τὸν ἐπὶ τοῦ στέφους οὐδ᾽ ἡρεμεῖν, ἀλλὰ γίνεται τούσῳ τῶν ὕπνων ἐκκοπή, τῆς τρυφῆς ἀνατροπή, ἡδονῆς ὑφαίρεσις, φνοντίδων ἀπόθεσις· καὶ τὴν φύσιν μέμφονται τὴν πλάστριαν, ὅτι καὶ ἑτέρους εἰς τὸ ἄρχειν ἐπιδόξους ἐπαλαμή- σατο, καὶ μὴ πρώτους αὐτοὺς καὶ ὑστάτους καλ λίστους ἀνθρώπων ἐφύτευσεν. Οὐκοῦν καὶ ἀντι- στρατεύονται τὰ πολλὰ τῇ προνοίᾳ καὶ τῷ θείῳ ὑπέρ οπλοι γίνονται, πάντα ἀγαθὰ ἐκ τοῦ πλείονος ἐκχορδεύοντες καὶ ὡς θύματα σφαγιάζοντες, ὡς ἔχοιεν ἐφ' ἡσυχίας δήπουθεν οὗτοι σπαθῆν καὶ ὡς πατρῷον κλῆρον καθηδυπαθεῖν μονώτατοι τά δημό. σια καὶ ὡς ἀνδραπόδοις χρῆσθαι τοῖς ἐλευθέροις καὶ ὡς ὠνητοῖς τοῖς ἀξιωτέροις ἔνιοτε ἄρχειν προσφέρε σθαι, κακῶς εἰδότες καὶ τὸ φρονεῖν ὑπὸ τῆς ἐξουσίας ἀφηρημένοι καὶ κακοβούλως τῶν πρότριτα λαυθα νόμενοι (90). Καὶ ὁ Μανουὴλ τοίνυν οὐδὲν ἄχαρι ἔχων ἐπεγκαλεῖν ᾿Αλεξίῳ τῷ πρωτοστράτορι, ἤ δ τι όλως παραλελύπηκεν ἤ παρηνώχλησεν ἢ τῆς ὀφειλομένης εὐνοίας καὶ πίστεως καθυφῆκε βραχύ τι [Ρ. 94] γοῦν ἀντίῤῥοπα δράσας ὧν ὑπ᾽ αὐτοῦ πέπονθεν εὖ, καὶ ὡς ἐπὶ ζυγοῦ τὴν ἑτέραν παρή- νεγκεν πλάστιγγα, ἐξ ὑπονοίας δὲ μόνης ὁρμώμενος, κακοσχόλων τινῶν, ὡς ἄνθρωπος, ὑπαχθεὶς ὑφηγή: σεσιν, ἐκ τοῦ τὸν ἄνδρα ὁρᾶν καὶ στρατηγοῖς καὶ στρατιώταις ἐρώμενον καὶ φιλοτίμῳ γνώμῃ καὶ χειρὶ φιλοδώρῳ πρὸς ἅπαντας χρώμενον, ἴσως δὲ καὶ τοῦ προσόντος αὐτῷ πλούτου ὑποτύφων ἔφεσιν, συλλαμβάνει τοῦτον διάγων ἐν Σαρδικῇ, μήπω ἐπι- φαυσκούτης ἡμέρας. τῇ οἰκείᾳ ἔτι συγκατακείμενον ὁμευνέτιδι, καὶ οὐ μόνον τῶν ὄντων ἁπάντων ἀπο- γυμνοί, ἀλλὰ καὶ εἰς μοναχὸν ἀποκείρας ἐν ἑνὶ τῶν κατὰ τὸ Ηαπύκιον όρος φροντιστηρίων παραῤῥιπτεῖ. Ἵνα δὲ μὴ ᾖ τὸ πραχθὲν ἀπροφάσιστον καὶ προϋ- στον διὰ τοῦτο τὸ βασιλικὴν ἀδίκημά τε καὶ ἄσχη- μόνημα, οι συκοφάνται παρῆσαν ἐγγὺς ὑφειμένοι παρ᾽ ὧν ὑπεβλήθησαν, καὶ γοητεῖχι κατὰ βασιλέως τὰ αἰτιάματα οὔπω πάνυ τι πιθαναὶ καὶ δρασκήριοι ὡς ποιεῖν τὸν κεχρημένον πετόμενον καὶ μηδ' όλως θεώμενον καθ' ὧν ἂν ἐπεισπέσθαι ξιφηφόρος βού. λοιτο, καὶ ἕτερ᾽ ἅττα βωμολόχα καὶ ἀκοπῆς ὑγιαι- νούσαις οὐκ εὐπαράδεκτα, ὁποῖα πάλαι τοῦ Περσέως DE MANUELE COMNENO LIB. IV. B tos eos que principes formidolosi sunt suspicaces, nec inferno et morte clementiores in viris nobilibus et generosis e medio tollendis ; et ut altæ picem levissimo vento impulsæ ramorum aculeis inter se collisis stridunt, sio ipsi et divitem suspectum habent et fortitudine insignem formnidant. Nec for- ma nec facundia nec morum comitas insignis quie- esse patiuntur, sed omni pene vitæ suavi- tate privant, adeo ut naturam ipsam accusent quod alios etiam idoneos imperio formarit nec ip- sos primos et postremos omnium mortalium pul- cherrimos finxerit, divinæque Providentiæ repu- gnent,et optimum quemque tollante medio et instar hostiarum sacrificent, ut ipsi metus et peri- culi expertes publica vectigalia tanquam privatum patrimonium pro sua libidine effundere et ingenuos homines pro mancipiis tractare possint, qui ali- quando ipsis sunt imperio digniores. Ita potentiæ fastigium prudentiam eis adimit, et pristinæ con- ditionis stultam oblivionem affert. Sic Manuel quo- que cum ab Alexio protostratore nulla re esset offensus, nec ejus fidem et benevolentiam deside- rare posset, ac tenuem pro meritis ei gratiam re- tulisset, sola suspicione adductus et improborum hominum calumniis impulsus, quia eum et duci- bus et militibus esse charum videbat et liberalitate erga omnes uti, quanquam fortassis etiam divitias ejus clam appetebat, Sardicæ agens hominem ante lucem cum uxore sua cubantem comprehendit, et omnibus opibus multatum in monasterium quod- dam Papycii montis conjicit. Ne autem id facinus manifesta injuriæ damnaretur, sycophantæ præsto erant, qui crimini darent eum magicis præstigiis imperatorem pelere ; quæ haud scio an ita effica ces sint (sanæ quidem aures ab istiusmodi com- mentis abhorrent) ut hominem efficiant volu- crem, itaque perstringant oculos ut stricto ense ir- ruens non conspiciatur. Quod genus illa sunt quæ Græci olim do Perseo fabulantur. Eorum calumnia- torum princeps esse ferebatur Aaron Isaacius, qui Corintho cum cæteris in Siciliam abductus ibique Latinam linguam exquisite edoctus Latinorum in. terpretem agebat apud imperatorem. Alexii vero uxor, Alexii primogeniti fratris Manuelis filia, pie- tate in maritum et pudicitia insignis et illustre C D muliebris sexus ornamentum, frustra sibi ipsi ma- nus afferre conata, ad patrui pedes supplex advo- luta summoque cum luctu et sanctissimo jureju- rando mariti innocentiam et erga imperatorem fidem atque observantiam testificata, permovere tamen ejus animum ad misericordiam, quamvis miserabili habitu,nec a sententia deducere po- tuit. Itaque ex perpetuo mærore solitudinis et luctu, castæ turturis instar, mentis errore usque ad obi- Hier. Wolfii notæ. hoc vel ad meritorum et rerum gestarum oblivio- nem, vel ad insolentiam pristine sortis imme- morem. 6. Hoc loco illud prætereundum non est. Pleri- (90) Τῶν πρότριτα λανθανόμενοι, Referri potest
ὁ δὲ ῥὴξ κατὰ τὸν Ἐπιμηθέα, ᾧ τὸ μὲν μέλειν οὐκ εἶναί φασι τὸ δὲ μεταμέλειν καὶ μάλα, τὴν καρδίαν μέσην ἐπλήττετο, ὅτι συναρήξειν ὅλως βασιλεῖ κατένευσεν ἢ γοῦν ἐπώτρυνε τὴν κατ’ Αἰγυπτίων μελετῶντα κίνησιν. τῷ τοι καὶ ἀναβαλλομένῳ ἐῴκει καὶ σκεπτομένῳ πολλάκις τὸ ποιητέον. ὀψὲ δ’ οὖν σημαίνει τῷ Ἀνδρονίκῳ τὴν ἐπὶ Ἱεροσολύμων ἵεσθαι, ὡς ἐκεῖσε συνελθόντες συνδιασκέψωνται κοινῶς ὃ διαπράξονται. Εἶχε τοίνυν ἡ μὲν Παλαιστίνη τὸν Κοντοστέφανον, τὸν δ’ Ἀμερρίγον αὖθις ἡ μέλλησις καὶ ὁ μετάμελος πολὺς ἐγκείμενος ὑπέτυφε τὴν ψυχήν. πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα Πάτροκλον πρόφασιν προτιθεὶς οὐδὲν ἧττον ἐπὶ πᾶσι καὶ τὴν τῶν οἰκείων στρατευμάτων προυβάλλετο συλλογήν. Ἀνδρόνικος δ’ ἐπὶ τούτοις ἤχθετο μὲν τοῦ καιροῦ τηνάλλως ἐκμετρουμένου, οὗπερ οὐκ ἦν εἰσαῦθις ἐπιλαβέσθαι ὡς μηδὲ κομῶντος ἐξόπισθεν, ὑπέθραττε δ’ αὐτὸν πλειόνως ὁ τοῦ ναυτικοῦ πληρώματος ὀψωνιασμὸς διακενῆς ἀναλούμενος. ὁ γὰρ βασιλεὺς τριῶν μηνῶν τῷ στόλῳ σιτηρέσιον ἐπεμέτρησεν ἐκ τοῦ Αὐγούστου μηνὸς ἀρξάμενος, ἦν δὲ τότε λήγων Σεπτέμβριος.
ζ. ᾿Αλλὰ τίνα τὰ παρὰ πόδας ; χρεών γὰρ μηδὲ Α τούτων ἀφέξεσθαι. Περιδεεῖς οἱ πολλοὶ τῶν κρατούν των εἰσὶ και καχύποπτοι, καὶ χαίρουσι διαπραττό- μενοι ὅσα θάνατος καὶ Χάος καὶ Ἔρεβος ἐν τῷ τοὺς εὐπατρίδας ἀκροτομεῖν καὶ ἐκποδὼν τιθέναι πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον, καὶ ἐοίκασιν ἀτεχνῶς ὑψιτε νέσι καὶ ἀκροκόμοις πίτυσιν. ὡς γὰρ αὗται καὶ βραχείαις ἀνέμων πνοαῖς τὰς τῶν κλάδων βελόνας διατινασσόμεναι ψιθυρίζουσιν, οὕτω δὴ καὶ οὗτοι καὶ τὸν πλούτῳ κομώντα ὑποβλέπονται καὶ τὸν ἐπ᾿ ἀνδρίᾳ τῶν πολλῶν διαφέροντα κατεπτήχασι. Καν εἴη τις τὸ κάλλος ἀγαλματίας, καὶ τὴν γλῶτταν ὡς ὄρνις μουσηγέτης ἐστόμωτο, κἂν τὸ ἦθος ὁρῷτο εὐτράπελος, οὐκ ἐξ καθεύδειν τὸν ἐπὶ τοῦ στέφους οὐδ᾽ ἡρεμεῖν, ἀλλὰ γίνεται τούσῳ τῶν ὕπνων ἐκκοπή, τῆς τρυφῆς ἀνατροπή, ἡδονῆς ὑφαίρεσις, φνοντίδων ἀπόθεσις· καὶ τὴν φύσιν μέμφονται τὴν πλάστριαν, ὅτι καὶ ἑτέρους εἰς τὸ ἄρχειν ἐπιδόξους ἐπαλαμή- σατο, καὶ μὴ πρώτους αὐτοὺς καὶ ὑστάτους καλ λίστους ἀνθρώπων ἐφύτευσεν. Οὐκοῦν καὶ ἀντι- στρατεύονται τὰ πολλὰ τῇ προνοίᾳ καὶ τῷ θείῳ ὑπέρ οπλοι γίνονται, πάντα ἀγαθὰ ἐκ τοῦ πλείονος ἐκχορδεύοντες καὶ ὡς θύματα σφαγιάζοντες, ὡς ἔχοιεν ἐφ' ἡσυχίας δήπουθεν οὗτοι σπαθῆν καὶ ὡς πατρῷον κλῆρον καθηδυπαθεῖν μονώτατοι τά δημό. σια καὶ ὡς ἀνδραπόδοις χρῆσθαι τοῖς ἐλευθέροις καὶ ὡς ὠνητοῖς τοῖς ἀξιωτέροις ἔνιοτε ἄρχειν προσφέρε σθαι, κακῶς εἰδότες καὶ τὸ φρονεῖν ὑπὸ τῆς ἐξουσίας ἀφηρημένοι καὶ κακοβούλως τῶν πρότριτα λαυθα νόμενοι (90). Καὶ ὁ Μανουὴλ τοίνυν οὐδὲν ἄχαρι ἔχων ἐπεγκαλεῖν ᾿Αλεξίῳ τῷ πρωτοστράτορι, ἤ δ τι όλως παραλελύπηκεν ἤ παρηνώχλησεν ἢ τῆς ὀφειλομένης εὐνοίας καὶ πίστεως καθυφῆκε βραχύ τι [Ρ. 94] γοῦν ἀντίῤῥοπα δράσας ὧν ὑπ᾽ αὐτοῦ πέπονθεν εὖ, καὶ ὡς ἐπὶ ζυγοῦ τὴν ἑτέραν παρή- νεγκεν πλάστιγγα, ἐξ ὑπονοίας δὲ μόνης ὁρμώμενος, κακοσχόλων τινῶν, ὡς ἄνθρωπος, ὑπαχθεὶς ὑφηγή: σεσιν, ἐκ τοῦ τὸν ἄνδρα ὁρᾶν καὶ στρατηγοῖς καὶ στρατιώταις ἐρώμενον καὶ φιλοτίμῳ γνώμῃ καὶ χειρὶ φιλοδώρῳ πρὸς ἅπαντας χρώμενον, ἴσως δὲ καὶ τοῦ προσόντος αὐτῷ πλούτου ὑποτύφων ἔφεσιν, συλλαμβάνει τοῦτον διάγων ἐν Σαρδικῇ, μήπω ἐπι- φαυσκούτης ἡμέρας. τῇ οἰκείᾳ ἔτι συγκατακείμενον ὁμευνέτιδι, καὶ οὐ μόνον τῶν ὄντων ἁπάντων ἀπο- γυμνοί, ἀλλὰ καὶ εἰς μοναχὸν ἀποκείρας ἐν ἑνὶ τῶν κατὰ τὸ Ηαπύκιον όρος φροντιστηρίων παραῤῥιπτεῖ. Ἵνα δὲ μὴ ᾖ τὸ πραχθὲν ἀπροφάσιστον καὶ προϋ- στον διὰ τοῦτο τὸ βασιλικὴν ἀδίκημά τε καὶ ἄσχη- μόνημα, οι συκοφάνται παρῆσαν ἐγγὺς ὑφειμένοι παρ᾽ ὧν ὑπεβλήθησαν, καὶ γοητεῖχι κατὰ βασιλέως τὰ αἰτιάματα οὔπω πάνυ τι πιθαναὶ καὶ δρασκήριοι ὡς ποιεῖν τὸν κεχρημένον πετόμενον καὶ μηδ' όλως θεώμενον καθ' ὧν ἂν ἐπεισπέσθαι ξιφηφόρος βού. λοιτο, καὶ ἕτερ᾽ ἅττα βωμολόχα καὶ ἀκοπῆς ὑγιαι- νούσαις οὐκ εὐπαράδεκτα, ὁποῖα πάλαι τοῦ Περσέως DE MANUELE COMNENO LIB. IV. B tos eos que principes formidolosi sunt suspicaces, nec inferno et morte clementiores in viris nobilibus et generosis e medio tollendis ; et ut altæ picem levissimo vento impulsæ ramorum aculeis inter se collisis stridunt, sio ipsi et divitem suspectum habent et fortitudine insignem formnidant. Nec for- ma nec facundia nec morum comitas insignis quie- esse patiuntur, sed omni pene vitæ suavi- tate privant, adeo ut naturam ipsam accusent quod alios etiam idoneos imperio formarit nec ip- sos primos et postremos omnium mortalium pul- cherrimos finxerit, divinæque Providentiæ repu- gnent,et optimum quemque tollante medio et instar hostiarum sacrificent, ut ipsi metus et peri- culi expertes publica vectigalia tanquam privatum patrimonium pro sua libidine effundere et ingenuos homines pro mancipiis tractare possint, qui ali- quando ipsis sunt imperio digniores. Ita potentiæ fastigium prudentiam eis adimit, et pristinæ con- ditionis stultam oblivionem affert. Sic Manuel quo- que cum ab Alexio protostratore nulla re esset offensus, nec ejus fidem et benevolentiam deside- rare posset, ac tenuem pro meritis ei gratiam re- tulisset, sola suspicione adductus et improborum hominum calumniis impulsus, quia eum et duci- bus et militibus esse charum videbat et liberalitate erga omnes uti, quanquam fortassis etiam divitias ejus clam appetebat, Sardicæ agens hominem ante lucem cum uxore sua cubantem comprehendit, et omnibus opibus multatum in monasterium quod- dam Papycii montis conjicit. Ne autem id facinus manifesta injuriæ damnaretur, sycophantæ præsto erant, qui crimini darent eum magicis præstigiis imperatorem pelere ; quæ haud scio an ita effica ces sint (sanæ quidem aures ab istiusmodi com- mentis abhorrent) ut hominem efficiant volu- crem, itaque perstringant oculos ut stricto ense ir- ruens non conspiciatur. Quod genus illa sunt quæ Græci olim do Perseo fabulantur. Eorum calumnia- torum princeps esse ferebatur Aaron Isaacius, qui Corintho cum cæteris in Siciliam abductus ibique Latinam linguam exquisite edoctus Latinorum in. terpretem agebat apud imperatorem. Alexii vero uxor, Alexii primogeniti fratris Manuelis filia, pie- tate in maritum et pudicitia insignis et illustre C D muliebris sexus ornamentum, frustra sibi ipsi ma- nus afferre conata, ad patrui pedes supplex advo- luta summoque cum luctu et sanctissimo jureju- rando mariti innocentiam et erga imperatorem fidem atque observantiam testificata, permovere tamen ejus animum ad misericordiam, quamvis miserabili habitu,nec a sententia deducere po- tuit. Itaque ex perpetuo mærore solitudinis et luctu, castæ turturis instar, mentis errore usque ad obi- Hier. Wolfii notæ. hoc vel ad meritorum et rerum gestarum oblivio- nem, vel ad insolentiam pristine sortis imme- morem. 6. Hoc loco illud prætereundum non est. Pleri- (90) Τῶν πρότριτα λανθανόμενοι, Referri potest
PG 139:487Ἐπεὶ δ’ ἐδόκει ἀπαίρειν, τὴν διὰ ξηρᾶς πορείαν ὁ ῥὴξ τοῦ θαλαττίου προτίθησι πλοῦ καὶ Ἀνδρονίκῳ οὑτωσὶ ποιεῖν ὑποτίθησι φάσκων εὐμαρεστέραν εἰδέναι ταύτην πολλῷ καὶ ἀπαθεστέραν τῷ ἑλομένῳ καὶ ὡς ἐσεῖται ἅμα οὕτως αὐτοῖς ἐξ ἐφόδου καὶ πάρεργον ὁδοῦ παραστήσασθαι τὸ Τούνιόν τε καὶ τὸ Τενέσιον. τὰ δέ ἐστι κωμύδρια τῷ τῆς Αἰγύπτου ἀμηρᾷ καθυπείκοντα, οὐ δυσπρόσοδα, οὐδὲ δυσέμβολα, ἀλλ’ ἐφ’ ὑπτίου κείμενα πεδίου καὶ τοὺς πλείστους τῶν κατοίκων ἔχοντα γνωριζομένους ἐξ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. ὡς ἀγαθῇ γοῦν τῇ παραιφάσει τοῦ ῥηγὸς πεισθεὶς Ἀνδρόνικος ἣν ᾑρεῖτο οὗτος ἐτράπετο. τὴν δ’ ἐν τῷ μεταξὺ πορείαν ἀλύπως ἀνύσαντες οἷς εἴπομεν φρουρίοις προςέβαλον καὶ ὁμολόγως αὐτὰ χειρωσάμενοι, ὅτι μηδ’ εἶχον ἔνδοθεν ἀξιόμαχον δύναμιν καὶ χεῖρα ἱκανὴν εἰς ἀντίπαλον μοῖραν χωρεῖν, τοῦ πρόσω εἴχοντο. Καὶ δὴ τῷ στόλῳ συμμίξαντες ἤδη τὰς κώπας ἐπὶ τοῦ Ταμιάθι σχάσαντι καὶ ἐφορμῶντι συρρήγνυνται τοῖς πρὸ τῆς πόλεως εὐθὺς ἐκχυθεῖσι καὶ μεθ’ ὅπλων ἀπαντῶσι Σαρακηνοῖς.
Α τὰς κώμας οπόσαι κατήκοοι χρύσῳ γεγόνασι, μετὰ δὲ τὴν τούτων χείρωσιν τῷ Προσακῳ παρεμβαλεῖν. οὕτω γὰρ ἐπεῖσθαι καὶ τὸ στράτευμα εὐθαρσέστε ρον, τὰ εὐχείρωτα καταστρεψάμενον πρότερον καὶ λείαν ἐκεῖθεν περιβαλόμενον, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν Χρύσον τῇ βίᾳ τῶν πραγμάτων ἀγχόμενον [Ρ. 396] μεταβουλεύσασθαί τι χρηστότερον, ἐνδόντα τοῦ ἄγαν ἢ καὶ ἀπογνόντα τῶν καθ᾿ αὐτόν. Τοῦ δὲ γε κατὰ τὴν πρώτην ὁρμὴν τοῖς ἀπροσμάχοις εὐθὺς προσβαλεῖν καὶ πρὸς ὄρη διαμιλλάσθαι ἀπότομα, μὴ καὶ εἶναι μάταιον ἔλεγον, καὶ ἄλλως ἱδρῶτας ὁρᾶν αἱματόεντας καὶ προσκείμενον πόνον πολύν, καὶ φαντάζεσθαι κόρσας ἀναύχενας τῶν μαχουμένων ἀνδρῶν. Καὶ οἱ μὲν ταῦτα παρήνουν, αντέστησαν δὲ γενναιότερον οἱ μὴ ἐνόρχαι τοῦ βασιλέως πρόκει Β τοι, ὧν ἐπρωτίστευεν ὁ Οἰανώτης Γεώργιος, καὶ τὰ ἐπὶ τῆς θεραπείας λειογένεια μειράκια. Οὗτοι γὰρ περιστάντες τὸν βασιλέα παλαιοὶ καὶ πανδέξιοι ἔπει σαν ἐς τὸν Πρόσακον εὐθυώρως ἄγειν τὴν στρατιάν, καὶ κατ᾿ αὐτοῦ τοῦ Χρύσου ἀντίον τὰ ὅπλα ἄγειν καὶ τὸ δόρυ διαγκωνίζεσθαι, ὡς « Εἰ οὗτος ἁλώσεται, οὐκ ἔστιν ὅστις ἐς τὸ ἐξῆς ἀντιστήσεται. Καὶ ἄλλως δὲ τί τὸ προσιστάμενον μὴ κατὰ τοῦ καιρίου μέρους αὐτίκα χωρεῖν, ἀλλ' ἐκ περιόδων καὶ κύκλων μετα έρχεσθαι τὸ πολέμιον ; πρὸς δὲ τούτοις τίς ἄν ἀνέ ξεται όγως ταῖς βαρβαρικαῖς ταύταις καὶ ἀχαριτών τοις χώραις διατρίβειν ἐπὶ πολὺ δι' οὐδὲν ἢ μικρὸν ὄφελος, τῆς τῶν συκίων καὶ τῶν πεπόνων ὥρας ἐφισταμένης καὶ τῶν ἄλλων περκαζόντων ωραίων τῆς γῆς, οἷς ὑπερβέβριθε Προποντὶς ὅσα Σαὶ παρά δεισος χειρὶ Θεοῦ φυτευθείς; Εἴθε ὑπὸ πλακὶ Ῥγ γίου γενοίμεθα καὶ ᾿Αφάμειαν θεασαίμεθα, ὅπως προσείποιμεν τὴν ἱερὰν Κωνσταντινούπολιν, και κεῖθεν ἐς τὰ τοῦ πρὸ τοῦ Πόντου τρυφερά χωρία προσαναπλεύσαιμεν, ἔνθα πραεῖα τις αὔρα βόρειος καὶ ζωογόνος προσβάλλει διὰ παντός, καὶ ἰχθύες νεαλεῖς περίσκαίρουσι, καὶ δελφίνες ἥδιστον ἀνα- θρώσκουσι, λουτρών τε χάριτες διαγελώσιν ἀπανταχή, καὶ ἀργύρια πλανώμενα ὕδατα τὸν θεατὴν διαχέουσι, καὶ τὰς ἀκοὰς τῶν δεῦρο κἀκεῖσε περιφοιτώντων ἑστιῶσι κατακηλοῦσαι κωτίλλουσαι χελιδόνες καὶ μελιάζουσαι ἀηδόνες καὶ πᾶν ἕτερον ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ τούζον ἐν ταῖς λόχμαις καὶ τιτυβίζον μουσικὸν πτερόν. • Ὅλῳ τοίνυν φυτῆρι πρὸς τὸν Πρόσακον φέρεται βασιλεὺς, εἴπερ ἐς ἴσον αὐτῷ κατέστη τῇ θέᾳ ὁ λόγος. Ὅθεν τινὰ μὲν ἐρύματα πάρεργον ὁδοῦ κατεστράφησαν, θημωνίας τε καρπῶν καὶ λήϊα πυροφόρα κατηθαλώθησαν, καὶ Περσῶν δήλωσαν Βλάχοι δορύκτητοι, οὕς ὁ τῆς πόλεως Αγκύρας σας τράπης ἐπικούρους ἀπέσταλκε βασιλεῖ, ὅτι καὶ τὸ μὲν περὶ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν ὑγιὲς καὶ θερμότερον τὸν βασιλέα ἐξελιπάρησε μὴ συγχωρῆσαι όλως τοῖς Τούρκοις οἴκαδε ἀνθρώπους μετενεγκεῖν Θεὸν ὄν ἡμεῖς πρεσβεύομεν σεβομένους, ἵνα μὴ τὴν πίστιν ἄκοντες μεταθέμενοι τὸ θεῖον κατὰ τῶν ἐκδόντων ἐκμήνωσιν, ἀλλὰ τὸ μὲν Βλαχικὸν αἰχμάλωτον ἐς οἰκετικὸν ἀποδοθῆναι Ρωμαίοις, αὐτοὺς δὲ τοὺς χειρωσαμένους Πέρσας φιλοφρονηθῆναι δεξιώσεσιν ἑτέραις βασιλικαῖς· ὁ δέ οὐδ᾽ ὅλως ἐπένευσεν. Ἐπεὶ NICETE CHONIATÆ versati, imperatori persuaserunt ut recta ad Pro- sacum adduceret exercitum, quo capto nihil deinceps posse resistere, præsertim cum nihil impediret quominus arcem belli invaderet, nec quidquam esset quod hostem per ambages quærere cogeret. Præterea neminem esse qui in barbaricis et fœdis illis locis diutius commorari sustineat, nullo aut exiguo cum fructu, ficuum et peponum tempore instante, et cæteris pomis maturescentibus, quibus Propontis ut paradisus Dei manibus consilus abundet « Ulinam, inquiunt, in Rhegii planitie essemus, et Aphameam cerne- remus, ut sacra Cpoli salutata in Propontidis amœ- nitates navigaremus, quam lenes et fecundo Aqui- lonis auræ jugiter perflant, ubi pisces recentes palpitant, ubi delphines jucundissime saltant, ubi lavacra passim arrident, ubi limpidorum rivu- lorum flexus spectatorem exhilarant, ubi auribus obambulantium garritus hirundinum et cantus lusciniarum cæterarumque avium blandiuntur. » Igitur imperator laxis habenis ad Prosacum fertur, quasi oculis ea usurpasset quæ auribus acce- perat. Obiter tamen castella quædam eversa sunt, et horrea et segetes incense, et a Persis, quos Anoyranus satrapa imperatori auxilio miseral, Blachi aliquot capti. Eum orthodox fidei cultores imperatorem oblestati sunt ne a Turcis homines qui eumdem Deum colant, quem nos veneraremur, abduci ullo modo pateretur, ne religionem abjurare coacti Deum contra eos quibus dediti essent instigurent: sed Blachis in Romanorum servitia distributis Perse, qui eos G cepissent, aliis largitionibus placarentur. Verum ille plane renuit; at castris ad Prosacum positis statim oppugnationem tentare instituit. Ac Ro- mani opera edebant præmio et admiratione digna, spem omnen alacrilalo superantee. Nam alii clypeis et strictis ensibus muniti, alii arcus et sagittas gestantes in arduos castelli tu- mulos arrepebant, et mænium defensores facti propiores impetebant. Denique post fati- gationem el cædem multam barbaros munitione recens portis obducta depulerunt. Erant eliam qui per precipites tramites funibus sese atlol- lentes, et in rupibus instar caprearum hesitan- tes, monia transcendere et in ipɛam arcem eva- dere niterentur. Sed cum profligatis et in castellum compulsis se rem sa- lutarem et pulcherrimam confecisse putarent, tum demum laboris sui vanitatem intellexerunt. Nam cum ligones ad monia diruenda postu. lassent, nemo fuit qui ea instrumenta suppeditaret. Cæterum nihilominus in opere per- severantes fabrum præfecto succensebant, et manibus ac gladiis pro ligonibus usi saxa e com- pagibus eruebant, et pinnas assiliendo revellebant. Sed cum res tardius procederet et ipsi ex supe- riore loco male tractarentur, vix tandem arma- mentario præfectus spado ligones in unum fascem propugnatoribus D
οὕτω δ’ ἐξέπληξαν αὐτοὺς Ῥωμαῖοι καὶ διετάραξαν τῷ ἀπτοήτῳ τῆς ἐμβολῆς, ὡς σὺν βοῇ τε καὶ ταράχῳ συνωθηθῆναι εἴσω πυλῶν, μηδὲ καθαρῶς ἀντιβλέψαι σφίσιν ὑπενεγκόντας. καὶ τοῦτο μὲν οὕτω τῆς ἡμέρας ἐκείνης πέπρακται, καθ’ ἣν αἱ μὲν τριήρεις τῷ Νείλῳ προσώκειλαν, ὁ δὲ ῥὴξ πεζῇ παρεγένετο. τῇ δ’ ὑστεραίᾳ πάλιν οἱ Σαρακηνοὶ συμπλακησόμενοι Ῥωμαίοις συνεληλύθεσαν κατὰ τὸ πρὸ τῆς πόλεως κολπῶδες καὶ ἐπικαμπὲς ἠρέμα περίτειχος. πλὴν οὐδὲ τότε Ῥωμαίους ὑπέστησαν. τῶν γὰρ πυλῶν ὅσον ἀποσχόντες βραχὺ καὶ μηδαμῇ τοῦ προτειχίσματος ἀφιστάμενοι οὕτω διετίθουν τὸν πόλεμον. ὡς δ’ ἐπ’ αὐτοὺς ὥρμηντο Ῥωμαῖοι μόνον, τὸ παθεῖν κακῶς φυλαττόμενοι ἐνέκλινον εἰς φυγὴν καὶ διὰ τῶν πυλῶν εἰσεχέοντο, μὴ εὐθύωρον ἄγειν εἰς τοὺς πολεμίους τὴν ἑαυτῶν ἀποθαρροῦντες φάλαγγα. καὶ τοῦτο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐγίνετο. ἦν δὲ ἡ στρατηγία αὕτη μηδὲν ἄλλο δυναμένη, ὡς δέδεικται, ἢ Ῥωμαίους κατασοφίζεσθαι, ὅπως εἰκῇ χρονοτριβῶσιν, ἐλπίσι μὴ περαινομέναις ὑποσυλώμενοι. Ἀμέλει τὰς ἑλεπόλεις ἐς νέωτα προσαγαγὼν Ἀνδρόνικος οὐκ ἀμογητὶ καὶ ἀκινδύνως τὸ τεῖχος ἔτυπτεν·
Α τὰς κώμας οπόσαι κατήκοοι χρύσῳ γεγόνασι, μετὰ δὲ τὴν τούτων χείρωσιν τῷ Προσακῳ παρεμβαλεῖν. οὕτω γὰρ ἐπεῖσθαι καὶ τὸ στράτευμα εὐθαρσέστε ρον, τὰ εὐχείρωτα καταστρεψάμενον πρότερον καὶ λείαν ἐκεῖθεν περιβαλόμενον, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν Χρύσον τῇ βίᾳ τῶν πραγμάτων ἀγχόμενον [Ρ. 396] μεταβουλεύσασθαί τι χρηστότερον, ἐνδόντα τοῦ ἄγαν ἢ καὶ ἀπογνόντα τῶν καθ᾿ αὐτόν. Τοῦ δὲ γε κατὰ τὴν πρώτην ὁρμὴν τοῖς ἀπροσμάχοις εὐθὺς προσβαλεῖν καὶ πρὸς ὄρη διαμιλλάσθαι ἀπότομα, μὴ καὶ εἶναι μάταιον ἔλεγον, καὶ ἄλλως ἱδρῶτας ὁρᾶν αἱματόεντας καὶ προσκείμενον πόνον πολύν, καὶ φαντάζεσθαι κόρσας ἀναύχενας τῶν μαχουμένων ἀνδρῶν. Καὶ οἱ μὲν ταῦτα παρήνουν, αντέστησαν δὲ γενναιότερον οἱ μὴ ἐνόρχαι τοῦ βασιλέως πρόκει Β τοι, ὧν ἐπρωτίστευεν ὁ Οἰανώτης Γεώργιος, καὶ τὰ ἐπὶ τῆς θεραπείας λειογένεια μειράκια. Οὗτοι γὰρ περιστάντες τὸν βασιλέα παλαιοὶ καὶ πανδέξιοι ἔπει σαν ἐς τὸν Πρόσακον εὐθυώρως ἄγειν τὴν στρατιάν, καὶ κατ᾿ αὐτοῦ τοῦ Χρύσου ἀντίον τὰ ὅπλα ἄγειν καὶ τὸ δόρυ διαγκωνίζεσθαι, ὡς « Εἰ οὗτος ἁλώσεται, οὐκ ἔστιν ὅστις ἐς τὸ ἐξῆς ἀντιστήσεται. Καὶ ἄλλως δὲ τί τὸ προσιστάμενον μὴ κατὰ τοῦ καιρίου μέρους αὐτίκα χωρεῖν, ἀλλ' ἐκ περιόδων καὶ κύκλων μετα έρχεσθαι τὸ πολέμιον ; πρὸς δὲ τούτοις τίς ἄν ἀνέ ξεται όγως ταῖς βαρβαρικαῖς ταύταις καὶ ἀχαριτών τοις χώραις διατρίβειν ἐπὶ πολὺ δι' οὐδὲν ἢ μικρὸν ὄφελος, τῆς τῶν συκίων καὶ τῶν πεπόνων ὥρας ἐφισταμένης καὶ τῶν ἄλλων περκαζόντων ωραίων τῆς γῆς, οἷς ὑπερβέβριθε Προποντὶς ὅσα Σαὶ παρά δεισος χειρὶ Θεοῦ φυτευθείς; Εἴθε ὑπὸ πλακὶ Ῥγ γίου γενοίμεθα καὶ ᾿Αφάμειαν θεασαίμεθα, ὅπως προσείποιμεν τὴν ἱερὰν Κωνσταντινούπολιν, και κεῖθεν ἐς τὰ τοῦ πρὸ τοῦ Πόντου τρυφερά χωρία προσαναπλεύσαιμεν, ἔνθα πραεῖα τις αὔρα βόρειος καὶ ζωογόνος προσβάλλει διὰ παντός, καὶ ἰχθύες νεαλεῖς περίσκαίρουσι, καὶ δελφίνες ἥδιστον ἀνα- θρώσκουσι, λουτρών τε χάριτες διαγελώσιν ἀπανταχή, καὶ ἀργύρια πλανώμενα ὕδατα τὸν θεατὴν διαχέουσι, καὶ τὰς ἀκοὰς τῶν δεῦρο κἀκεῖσε περιφοιτώντων ἑστιῶσι κατακηλοῦσαι κωτίλλουσαι χελιδόνες καὶ μελιάζουσαι ἀηδόνες καὶ πᾶν ἕτερον ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ τούζον ἐν ταῖς λόχμαις καὶ τιτυβίζον μουσικὸν πτερόν. • Ὅλῳ τοίνυν φυτῆρι πρὸς τὸν Πρόσακον φέρεται βασιλεὺς, εἴπερ ἐς ἴσον αὐτῷ κατέστη τῇ θέᾳ ὁ λόγος. Ὅθεν τινὰ μὲν ἐρύματα πάρεργον ὁδοῦ κατεστράφησαν, θημωνίας τε καρπῶν καὶ λήϊα πυροφόρα κατηθαλώθησαν, καὶ Περσῶν δήλωσαν Βλάχοι δορύκτητοι, οὕς ὁ τῆς πόλεως Αγκύρας σας τράπης ἐπικούρους ἀπέσταλκε βασιλεῖ, ὅτι καὶ τὸ μὲν περὶ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν ὑγιὲς καὶ θερμότερον τὸν βασιλέα ἐξελιπάρησε μὴ συγχωρῆσαι όλως τοῖς Τούρκοις οἴκαδε ἀνθρώπους μετενεγκεῖν Θεὸν ὄν ἡμεῖς πρεσβεύομεν σεβομένους, ἵνα μὴ τὴν πίστιν ἄκοντες μεταθέμενοι τὸ θεῖον κατὰ τῶν ἐκδόντων ἐκμήνωσιν, ἀλλὰ τὸ μὲν Βλαχικὸν αἰχμάλωτον ἐς οἰκετικὸν ἀποδοθῆναι Ρωμαίοις, αὐτοὺς δὲ τοὺς χειρωσαμένους Πέρσας φιλοφρονηθῆναι δεξιώσεσιν ἑτέραις βασιλικαῖς· ὁ δέ οὐδ᾽ ὅλως ἐπένευσεν. Ἐπεὶ NICETE CHONIATÆ versati, imperatori persuaserunt ut recta ad Pro- sacum adduceret exercitum, quo capto nihil deinceps posse resistere, præsertim cum nihil impediret quominus arcem belli invaderet, nec quidquam esset quod hostem per ambages quærere cogeret. Præterea neminem esse qui in barbaricis et fœdis illis locis diutius commorari sustineat, nullo aut exiguo cum fructu, ficuum et peponum tempore instante, et cæteris pomis maturescentibus, quibus Propontis ut paradisus Dei manibus consilus abundet « Ulinam, inquiunt, in Rhegii planitie essemus, et Aphameam cerne- remus, ut sacra Cpoli salutata in Propontidis amœ- nitates navigaremus, quam lenes et fecundo Aqui- lonis auræ jugiter perflant, ubi pisces recentes palpitant, ubi delphines jucundissime saltant, ubi lavacra passim arrident, ubi limpidorum rivu- lorum flexus spectatorem exhilarant, ubi auribus obambulantium garritus hirundinum et cantus lusciniarum cæterarumque avium blandiuntur. » Igitur imperator laxis habenis ad Prosacum fertur, quasi oculis ea usurpasset quæ auribus acce- perat. Obiter tamen castella quædam eversa sunt, et horrea et segetes incense, et a Persis, quos Anoyranus satrapa imperatori auxilio miseral, Blachi aliquot capti. Eum orthodox fidei cultores imperatorem oblestati sunt ne a Turcis homines qui eumdem Deum colant, quem nos veneraremur, abduci ullo modo pateretur, ne religionem abjurare coacti Deum contra eos quibus dediti essent instigurent: sed Blachis in Romanorum servitia distributis Perse, qui eos G cepissent, aliis largitionibus placarentur. Verum ille plane renuit; at castris ad Prosacum positis statim oppugnationem tentare instituit. Ac Ro- mani opera edebant præmio et admiratione digna, spem omnen alacrilalo superantee. Nam alii clypeis et strictis ensibus muniti, alii arcus et sagittas gestantes in arduos castelli tu- mulos arrepebant, et mænium defensores facti propiores impetebant. Denique post fati- gationem el cædem multam barbaros munitione recens portis obducta depulerunt. Erant eliam qui per precipites tramites funibus sese atlol- lentes, et in rupibus instar caprearum hesitan- tes, monia transcendere et in ipɛam arcem eva- dere niterentur. Sed cum profligatis et in castellum compulsis se rem sa- lutarem et pulcherrimam confecisse putarent, tum demum laboris sui vanitatem intellexerunt. Nam cum ligones ad monia diruenda postu. lassent, nemo fuit qui ea instrumenta suppeditaret. Cæterum nihilominus in opere per- severantes fabrum præfecto succensebant, et manibus ac gladiis pro ligonibus usi saxa e com- pagibus eruebant, et pinnas assiliendo revellebant. Sed cum res tardius procederet et ipsi ex supe- riore loco male tractarentur, vix tandem arma- mentario præfectus spado ligones in unum fascem propugnatoribus D
Imperium Alexii Dueæ Cognomento Murzufli
οἱ γὰρ βάρβαροι τοὺς διαπειρωμένους τῶν μηχανημάτων ἔβαλλον ὑψόθεν καὶ τοῦ ἔργου ἀπεκώλυον βέλη τε νιφάδων ἀφιέντες πυκνότερα καὶ ἀντεπινοοῦντες τὰ τῷ τείχει σωτήρια. ἴσχυσε δὲ καὶ οὕτως κόρσην κατερεῖψαι τείχους ἑνός, ἐφ’ οὗ κηῶδες ἵδρυτο τέμενος τῇ θεομήτορι ἀνακείμενον. ᾔδετο δὲ τοῖς ἀστοῖς ἐκεῖ που παύσασθαι τοῦ πλάνου τὴν μητροπάρθενον σύναμα Ἰωσὴφ τῷ μνήστορι, ὁπότε εἰς Αἴγυπτον ὥρμηντο τὸν παιδοφόνον Ἡρώδην ἐκκλίνοντες. οἱ τοίνυν Σαρακηνοὶ ἀπέσκωπτον εἰς Ῥωμαίους καὶ ὕβρεσιν Ἀνδρόνικον ἔπλυνον μὴ φειδόμενον νεώ, καθ’ οὗπερ ἐκκλησιάζοντες τὸ χριστώνυμον τὰ οἰκεῖα τελοῦνται μυστήρια, πῇ μὲν προσευκτήρια, πῇ δὲ καὶ χαριστήρια ᾄδοντες. Ὡς δὲ οὐδ’ οὕτω τὰ κατὰ νοῦν Ἀνδρόνικος ἐξεπέραινε, διὰ προςβολῆς ἰσχυροτέρας ἔγνω πειράσασθαι τῶν ἐντός. καὶ δὴ τῷ ῥηγὶ πρὸς λόγους ἐλθὼν ἐνῆγε κἀκεῖνον, πολὺς ἐγκείμενος, ἐξαγαγεῖν τὴν στρατιὰν καὶ τὸ τεῖχος ἅπαν διαλαβεῖν, κἂν εἰ προχωροίη τὰ τοῦ ἔργου, καὶ κλίμαξι χρήσασθαι καὶ τοὺς ἀναρριχωμένους διαφεῖναι.
Α τὰς κώμας οπόσαι κατήκοοι χρύσῳ γεγόνασι, μετὰ δὲ τὴν τούτων χείρωσιν τῷ Προσακῳ παρεμβαλεῖν. οὕτω γὰρ ἐπεῖσθαι καὶ τὸ στράτευμα εὐθαρσέστε ρον, τὰ εὐχείρωτα καταστρεψάμενον πρότερον καὶ λείαν ἐκεῖθεν περιβαλόμενον, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν Χρύσον τῇ βίᾳ τῶν πραγμάτων ἀγχόμενον [Ρ. 396] μεταβουλεύσασθαί τι χρηστότερον, ἐνδόντα τοῦ ἄγαν ἢ καὶ ἀπογνόντα τῶν καθ᾿ αὐτόν. Τοῦ δὲ γε κατὰ τὴν πρώτην ὁρμὴν τοῖς ἀπροσμάχοις εὐθὺς προσβαλεῖν καὶ πρὸς ὄρη διαμιλλάσθαι ἀπότομα, μὴ καὶ εἶναι μάταιον ἔλεγον, καὶ ἄλλως ἱδρῶτας ὁρᾶν αἱματόεντας καὶ προσκείμενον πόνον πολύν, καὶ φαντάζεσθαι κόρσας ἀναύχενας τῶν μαχουμένων ἀνδρῶν. Καὶ οἱ μὲν ταῦτα παρήνουν, αντέστησαν δὲ γενναιότερον οἱ μὴ ἐνόρχαι τοῦ βασιλέως πρόκει Β τοι, ὧν ἐπρωτίστευεν ὁ Οἰανώτης Γεώργιος, καὶ τὰ ἐπὶ τῆς θεραπείας λειογένεια μειράκια. Οὗτοι γὰρ περιστάντες τὸν βασιλέα παλαιοὶ καὶ πανδέξιοι ἔπει σαν ἐς τὸν Πρόσακον εὐθυώρως ἄγειν τὴν στρατιάν, καὶ κατ᾿ αὐτοῦ τοῦ Χρύσου ἀντίον τὰ ὅπλα ἄγειν καὶ τὸ δόρυ διαγκωνίζεσθαι, ὡς « Εἰ οὗτος ἁλώσεται, οὐκ ἔστιν ὅστις ἐς τὸ ἐξῆς ἀντιστήσεται. Καὶ ἄλλως δὲ τί τὸ προσιστάμενον μὴ κατὰ τοῦ καιρίου μέρους αὐτίκα χωρεῖν, ἀλλ' ἐκ περιόδων καὶ κύκλων μετα έρχεσθαι τὸ πολέμιον ; πρὸς δὲ τούτοις τίς ἄν ἀνέ ξεται όγως ταῖς βαρβαρικαῖς ταύταις καὶ ἀχαριτών τοις χώραις διατρίβειν ἐπὶ πολὺ δι' οὐδὲν ἢ μικρὸν ὄφελος, τῆς τῶν συκίων καὶ τῶν πεπόνων ὥρας ἐφισταμένης καὶ τῶν ἄλλων περκαζόντων ωραίων τῆς γῆς, οἷς ὑπερβέβριθε Προποντὶς ὅσα Σαὶ παρά δεισος χειρὶ Θεοῦ φυτευθείς; Εἴθε ὑπὸ πλακὶ Ῥγ γίου γενοίμεθα καὶ ᾿Αφάμειαν θεασαίμεθα, ὅπως προσείποιμεν τὴν ἱερὰν Κωνσταντινούπολιν, και κεῖθεν ἐς τὰ τοῦ πρὸ τοῦ Πόντου τρυφερά χωρία προσαναπλεύσαιμεν, ἔνθα πραεῖα τις αὔρα βόρειος καὶ ζωογόνος προσβάλλει διὰ παντός, καὶ ἰχθύες νεαλεῖς περίσκαίρουσι, καὶ δελφίνες ἥδιστον ἀνα- θρώσκουσι, λουτρών τε χάριτες διαγελώσιν ἀπανταχή, καὶ ἀργύρια πλανώμενα ὕδατα τὸν θεατὴν διαχέουσι, καὶ τὰς ἀκοὰς τῶν δεῦρο κἀκεῖσε περιφοιτώντων ἑστιῶσι κατακηλοῦσαι κωτίλλουσαι χελιδόνες καὶ μελιάζουσαι ἀηδόνες καὶ πᾶν ἕτερον ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ τούζον ἐν ταῖς λόχμαις καὶ τιτυβίζον μουσικὸν πτερόν. • Ὅλῳ τοίνυν φυτῆρι πρὸς τὸν Πρόσακον φέρεται βασιλεὺς, εἴπερ ἐς ἴσον αὐτῷ κατέστη τῇ θέᾳ ὁ λόγος. Ὅθεν τινὰ μὲν ἐρύματα πάρεργον ὁδοῦ κατεστράφησαν, θημωνίας τε καρπῶν καὶ λήϊα πυροφόρα κατηθαλώθησαν, καὶ Περσῶν δήλωσαν Βλάχοι δορύκτητοι, οὕς ὁ τῆς πόλεως Αγκύρας σας τράπης ἐπικούρους ἀπέσταλκε βασιλεῖ, ὅτι καὶ τὸ μὲν περὶ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν ὑγιὲς καὶ θερμότερον τὸν βασιλέα ἐξελιπάρησε μὴ συγχωρῆσαι όλως τοῖς Τούρκοις οἴκαδε ἀνθρώπους μετενεγκεῖν Θεὸν ὄν ἡμεῖς πρεσβεύομεν σεβομένους, ἵνα μὴ τὴν πίστιν ἄκοντες μεταθέμενοι τὸ θεῖον κατὰ τῶν ἐκδόντων ἐκμήνωσιν, ἀλλὰ τὸ μὲν Βλαχικὸν αἰχμάλωτον ἐς οἰκετικὸν ἀποδοθῆναι Ρωμαίοις, αὐτοὺς δὲ τοὺς χειρωσαμένους Πέρσας φιλοφρονηθῆναι δεξιώσεσιν ἑτέραις βασιλικαῖς· ὁ δέ οὐδ᾽ ὅλως ἐπένευσεν. Ἐπεὶ NICETE CHONIATÆ versati, imperatori persuaserunt ut recta ad Pro- sacum adduceret exercitum, quo capto nihil deinceps posse resistere, præsertim cum nihil impediret quominus arcem belli invaderet, nec quidquam esset quod hostem per ambages quærere cogeret. Præterea neminem esse qui in barbaricis et fœdis illis locis diutius commorari sustineat, nullo aut exiguo cum fructu, ficuum et peponum tempore instante, et cæteris pomis maturescentibus, quibus Propontis ut paradisus Dei manibus consilus abundet « Ulinam, inquiunt, in Rhegii planitie essemus, et Aphameam cerne- remus, ut sacra Cpoli salutata in Propontidis amœ- nitates navigaremus, quam lenes et fecundo Aqui- lonis auræ jugiter perflant, ubi pisces recentes palpitant, ubi delphines jucundissime saltant, ubi lavacra passim arrident, ubi limpidorum rivu- lorum flexus spectatorem exhilarant, ubi auribus obambulantium garritus hirundinum et cantus lusciniarum cæterarumque avium blandiuntur. » Igitur imperator laxis habenis ad Prosacum fertur, quasi oculis ea usurpasset quæ auribus acce- perat. Obiter tamen castella quædam eversa sunt, et horrea et segetes incense, et a Persis, quos Anoyranus satrapa imperatori auxilio miseral, Blachi aliquot capti. Eum orthodox fidei cultores imperatorem oblestati sunt ne a Turcis homines qui eumdem Deum colant, quem nos veneraremur, abduci ullo modo pateretur, ne religionem abjurare coacti Deum contra eos quibus dediti essent instigurent: sed Blachis in Romanorum servitia distributis Perse, qui eos G cepissent, aliis largitionibus placarentur. Verum ille plane renuit; at castris ad Prosacum positis statim oppugnationem tentare instituit. Ac Ro- mani opera edebant præmio et admiratione digna, spem omnen alacrilalo superantee. Nam alii clypeis et strictis ensibus muniti, alii arcus et sagittas gestantes in arduos castelli tu- mulos arrepebant, et mænium defensores facti propiores impetebant. Denique post fati- gationem el cædem multam barbaros munitione recens portis obducta depulerunt. Erant eliam qui per precipites tramites funibus sese atlol- lentes, et in rupibus instar caprearum hesitan- tes, monia transcendere et in ipɛam arcem eva- dere niterentur. Sed cum profligatis et in castellum compulsis se rem sa- lutarem et pulcherrimam confecisse putarent, tum demum laboris sui vanitatem intellexerunt. Nam cum ligones ad monia diruenda postu. lassent, nemo fuit qui ea instrumenta suppeditaret. Cæterum nihilominus in opere per- severantes fabrum præfecto succensebant, et manibus ac gladiis pro ligonibus usi saxa e com- pagibus eruebant, et pinnas assiliendo revellebant. Sed cum res tardius procederet et ipsi ex supe- riore loco male tractarentur, vix tandem arma- mentario præfectus spado ligones in unum fascem propugnatoribus D
PG 139:489ὁ δὲ ἐπῄνει μὲν τὰ λεγόμενα καὶ τῶν εὐμεθόδων βουλευμάτων ἀπεθείαζε τὸν Ἀνδρόνικον, οὐκ ἄλλως δὲ τῷ πράγματι ἐγχειρήσειν διεβεβαιοῦτο καὶ διετείνετο, τὸν τοῦ Χριστοῦ τάφον εἰς ὅρκον παραλαμβάνων, εἰ μὴ πρότερον πύργοι τεκτονηθήσονται ξύλινοι καὶ τούτους ἐπιστήσει τοῖς τείχεσι. καὶ ταῦτα λέγων ἐπέταττε τοὺς παραπεφυκότας φοίνικας καθαιρεῖν καὶ εἰς πύργων ἀποξέειν ὑψώματα. Οἱ μὲν οὖν εὐυψεῖς καὶ ἀκρόκομοι φοίνικες ἀπετέμνοντο καὶ τὰ ἄλση τῶν δένδρων ἀπεκενοῦτο καὶ ἐψιλοῦτο ἅπας παράδεισος, τὰ δὲ τῶν πύργων δοκανώματα καὶ ἡ τούτων ἁρμογὴ καὶ ἀπάρτισις ἐξεπεραίνετο οὐδαμοῦ· ὁ γὰρ ῥὴξ ἐς ἡλίους μακροὺς ἀπετίθει τὸ γενησόμενον ἐς αὔριον ἀεί πως ἀναβαλλόμενος μηδὲ τὰ δεδογμένα πληρῶν. ταῦτα δ’ ὁρῶν Ἀνδρόνικος ἤχθετο μέν, ὃ λειπόμενον ἦν, καὶ κατῴκτειρε τὴν στρατιὰν σιτίων ἤδη σπανίζουσαν καὶ θανεῖν λιμῷ κινδυνεύουσαν καὶ τοὺς μὲν μηδ’ ὀβολοῦ εὐποροῦντας, ὡς ἔχοιεν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐξωνούμενοι, τοὺς δὲ δυσχεραίνοντας, οἷς οἰκείαν μὴ ἔχοντες ἀγορὰν πλεῖστα τοῖς ἐπὶ τῆς σιτηγίας κατατιθέμενοι τοῦ ῥηγὸς ὀλίγων ηὐπόρουν τῶν πρὸς ἑστίασιν.
τακτον. Καὶ τὸ μὲν τῆς φάλαγγος μέτωπον ἀπένειμεν ὁ στρατηγὸς ἑαυτῷ, τὸ δὲ κέρας τὸ δεξιὸν ᾿Ανδρό- νικος ἐπεῖχεν ὁ Λαπαρδὰς, τὸ δὲ λαιὸν ἄλλοι τας ξίαρχοι, οὕς ὁ στρατηγὸς συνεπήγετο. Εξετετάχει δὲ καὶ ἄλλας φάλαγγας, μικρόν ἄποθεν αὐτὰς διαστήσας εκατέρου κέρατος, ὅπως ἐπιπεριοῦσαι κατὰ καιρὸν εἴησαν ἐπαρήγουσαι τοῖς κάμνουσι τάγμασιν. Οὕτω δ' ἐκτάσσοντι τὰς δυνάμεις καὶ καθιστῶντι τῷ ᾿Ανδρονίκῳ ἐφίσταται τις ἐκ βασιλέως κομίζων γράμματα, ἐκείνην τὴν ἡμέραν καθυπερ- θέσθαι τὴν συμπλοκὴν ἐπιτάσσοντα ὡς ἀσύμφορον ἐς ἔργα πολέμια, καὶ καθ' ἑτέραν ἀναθέσθαι, ἣν καὶ αὐτὴν τὸ ἐπιστόλιον ἀνεδίδασκε. Δεξάμενος οὖν ὁ στρατηγὸς τὸ βιβλίον εἰς τὸν οἰκεῖον καθῆκε κόλα πον, μήτε τοῖς γραφομένοις προσσχών, μήτε τοῖς συνοῦσι μεγιστάσι δῆλα τὰ προσταττόμενα θέμενος, « ἐπαινετῶς δὲ παρακρουσάμενος ἑτέρων ὑποθέσεων διηγήσεσιν. Ἀπετρέπετο δὲ ὡς ἀποφρὰς ἡ τότε ἡμέρα καὶ ὅλως ἀξύμφορος πρὸς τὴν κατ' Αρεα συμβολὴν, ἐπεὶ καὶ ἦν τάς πλείστας καὶ μεγίστας τῶν πράξεων, καὶ παρὰ Θεοῦ τό πέρας κατ᾿ εὐδο κίαν εἴτε μὴ δεχομένας, ταῖς τῶν ἄστρων οὐκ οἶδ᾽ ὅπως περιπλοκαῖς καὶ ταῖς τοιαῖσδε θέσεσι καὶ κινήσεσιν ἐπανατιθεῖς, καὶ τοῖς παρὰ τῶν ἀστρο- λεσχούντων λεγομένοις καθυπαγόμενος ἴσα ταῖς ἐκ θρανίδος Θεοῦ ἀποφάσεσιν. Ὁ δὲ μὴ τοῖς γραφο- μένοις ὅλως προσσχών, ἀλλ' εἰδὼς ὡς μέγα ώνη σε πολλάκις τὸν ἀθλοῦντα καὶ βραχεῖα τις ὑποφώνησις τοῦ ἀλείφοντος, πρὸς τὸν ἐν χερσὶν ἀγῶνα διανίστησι λόγοις τὸ στράτευμα, « Μνήσασθε, » ὑποφθεγγόμε- νος, « άνδρες Ῥωμαῖοι, πολεμίου ἀλκῆς, μνήσασθε, καὶ μηδέν τι φρονήσητε τῆς δόξης καὶ τῆς τύχης Β τῆς ἐνούσης ἀνάξιον, εὖ εἰδότες ὡς καὶ θῆρες ὀρει νόμοι [Ρ. 10] τοῖς κατ᾿ αὐτῶν εὐθαρσῶς ἐπιοῦσι δεδίασί τε προεγχειρῆσαι καὶ διασοβηθέντες ἀπία- σιν, ὅσοι δὲ αὐτοῖς ἀντιμέτωποι στῆναι πεφρίκασιν, εἰς ἑτοίμην θοίνην ὠμοβορούμενοι πρόκεινται. ᾿Ανα οριστέον οὖν κατὰ τουτωνὶ τῶν θηριογνωμόνων βαρβάρων, μὴ πως ὑπ᾽ αὐτοῖς γενώμεθα, φιλοψυ- χίαν ἀγεννῶς νοσήσαντες μή σώζουσαν, ἀλλ' ἀπολ- λύουσαν, τοῦτο δὴ ὅπερ (94) αἱ ταῖς ἀρεταῖς ἀντί- θετοι κακίαι εξώθασι δρᾶν, εἰ καὶ παραπεπήγασιν αὐταῖς ἐκεῖναι καὶ εἰσί πως ἀγχίθυροι. Καὶ ἄλλως δὲ οὐχ ἡμεῖς μὲν ἐσμὲν καὶ βλητοὶ καὶ θνητοί, ἐκ δὲ χαλκοῦ τεχνητοί οἱ πολέμιοι· οὐδ᾽ οὗτοι μὲν χιτῶνας περίκεινται σιδηρέους καὶ ὠκύποσιν ἵπποις Ενέχονται, ἡμεῖς δὲ τοὐναντίον ἅπαν καὶ σώματα γυμνά προβαλλόμενοι· οὐδ᾽ εὐπάλαμνον μὲν τὸ ἀντίπαλον, ἀπόμαχον δὲ τὸ ἡμέτερον. Τοῖς πᾶσιν ἡ αὐτὴ διάρτισις καὶ μέλησις πολέμων καὶ ὅπλισις. Εὼ γὰρ λέγειν ὡς ὅσῳ λόγῳ καὶ παιδείᾳ τῶν βαρβάρων διενηνόχαμεν, ὡς καὶ εἰπεῖν, ἔμπειροι καὶ ξυνιδεῖν οὐκ ἀποροι, τοσοῦτον καὶ τέχναις στρατηγικαῖς μεθόδοις ὑπερφέρομεν. Ηδη δὲ καὶ ἄλλοτε ποτε συμβαλόντες διημιλλήθημεν Παίοσι, τὴν γῆν αὐτῶν ἐπιόντες καὶ κείροντες. Οὕτω τοίνυν καὶ νῦν αὐτοῖς συμπλεκοίμεθα, ὡς εἰς ἔξιν τοῦ νίκαν προελθόντες. Ναί, ἄνδρες, καὶ συστρατιῶται. Οὕτω ὅπερ καὶ ἐν ταῖς καθολικαῖς ἀρεταῖς ἔχει τις τοῦτο ἰδεῖν. B DE MANUELE COMNENO LIB. V. A venirent.Interea litteræ imperatoris illi afferuntur, quibus pugnam in alium commodiorem diem in litteris declaratum differre jubebatur. At ille libello in sinu condito jussa negligit, et apud pro- ceres aliarum rerum mentione interjecta callide dissimulat. Is autem dies, ut ater et infaustus ad pugnam, improbabatur: nescio enim quomodo plurima et maxima quæque negotia, quæ arbitratu Dei secundos vel adversos exitus soruiuntur, ad astrorum circuitus et certos positus ac progres- siones Manuel referebat, et nugas astrologorum pro oraculis excipiebat. Cæterum Contostephanus iis litteris plane contemptis, non ignarus sæpe modicam cohortationem ad certamen pugili mul- tum profuisse,legiones ad hunc modum alloquitur: Fortes viros vos præbete, Quirites, neque fortuna et gloria vestra quidquam indignum admittite. Scitis enim etiam feras, si quis fortiter invadat, terreri ac in fugam conjici, timidos vero et fugaces ab eis devorari. Quare cum immacibus istis bar baris strenue dimicandum est, ne mortis formidine, quæ non salutem sed exitium affert, jugum eorum turpiter subeamus et ignaviæ nostræ graves panas demus. Neque vero aut nos soli vulneribus et morti expositi sumus, aut hostes ærei sunt et invulnerabiles: sed ut illi ferro muniti sunt et velocibus equis insident, ita eædem res nobis quoque suppetunt, neque fortitudine illis cedimus Omnibus eadem est instructio, eadem belli exer- citatio, eadem armorum ratio. Nam illud omitto, nos,quantum eloquentia et doctrina barbaros su- peramus, tanto eliam disciplina militari et solertia superiores esse. Sumus etiam antehac cum Pan- noniis congressi, corumque agros vastavimus. Aggrediamur eos nunc quoque victoria habitu confirmato. Agite, viri, agite, commilitones, ita liberos et conjuges vestras videatis: barbarorum pereuntium voces Istri gurgites hauriant, cruen- tumque furnen Pannoniorum cladem et Romano- rum victoriam insolito spectaculo terris iis nun- tiet quas perfluit. Præterea illud etiam est consi- derandum, cum a quo huc missi sumus totum pendere a nobis, et bona spe ex nostris pollicita- tionibus concepta jam fere captivos agitare animo et victoriæ magnitudinem sibi imaginari. Ne igitur præsenti periculo, quod nihil habet D morte gravius debilitati, vel illi pudori vel nobis ipsis calamitati simus. Summa enim mala tergi- versationem non patiuntur; in quibus vel exigua negligentia summæ rerum est eversio. » B Hier. Wolfi nota. banc appendicem, a me de industria prætermissam, sic interpreteris licet: Id quod opposita virtutibus vitia efficere consueverunt; quanquam illis propinqua sunt et pene adhærent. Alter codex habet (94) Τοῦτο δὴ ὅπερ. Ineptam et intempestivam
καὶ ὁ συντεθειμένος δὲ χρόνος τῇ στρατείᾳ πάλαι ἐκμετρηθεὶς σχετλιάζειν ἐποίει καὶ δυσφορεῖν, πρὸ δὲ πάντων ἡ κενὴ καὶ ἀνόνητος προσεδρεία, ἡμέρας ὑπερβᾶσα πεντήκοντα. Εἰς ἑτέραν δὲ μὴ ἔχων ἀπιδεῖν ἐργασίαν, ὅτι μηδὲ εἴων αὐτὸν τὰ τοῦ βασιλέως γράμματα ὅλως ἐγχειρεῖν ἃ μὴ εἴη ἀσπάσια τῷ ῥηγί, καθῆστο καραδοκῶν τὸ ἀπὸ τοῦ ῥηγὸς ἐνδόσιμον. ἐπεὶ δ’ οὐδέν τι χρηστὸν οὐδὲ μέτριον ἐκ τῶν πραττομένων κατελάμβανε τὸν ἄνδρα διανοούμενον, μήτε προσλαμβάνοντα καὶ συμμογοῦντα, καὶ εἰς δεινὰ δὲ καὶ ἀμήχανα πολλὰ ἐμπεπτωκέναι τὴν στρατιὰν κινδυνεύουσαν, οἷα τοῦ λιμοῦ ἐπιβρίθοντος καὶ δεινῶς ἐπιβοσκομένου, ὡς ἅπτεσθαι τῶν ἀπηγορευμένων σιτίων τινάς, πάντας δ’ ὁμῶς ῥιζοφαγεῖν καὶ τὰς τῶν φοινίκων δρέπεσθαι κόμας καὶ δεῖπνον ἕψοντας παρατίθεσθαι, οὐκ ἀγαθαὶ δὲ καὶ φῆμαι προσέβαλλον ὅσον οὔπω ξενολογίαν τοῖς πολιορκουμένοις ἀφίξεσθαι ἔκ τε τοῦ σουλτὰν τῆς Αἰγύπτου καὶ τῶν πρὸς ἥλιον Ἀράβων καὶ Ἀσσυρίαν δὲ ἵππον ἐωνημένην πολλῶν ἄγχιστα εἶναι, ἀφεὶς πρὸς οὖς νεκρῷ διαλέγεσθαι καὶ τὴν Λατινικὴν ἐξουδενώσας κόρυζαν ἐπαποδύσασθαι καὶ μόνος τὴν τοῦ πολέμου κέκρικεν ἅμιλλαν.
τακτον. Καὶ τὸ μὲν τῆς φάλαγγος μέτωπον ἀπένειμεν ὁ στρατηγὸς ἑαυτῷ, τὸ δὲ κέρας τὸ δεξιὸν ᾿Ανδρό- νικος ἐπεῖχεν ὁ Λαπαρδὰς, τὸ δὲ λαιὸν ἄλλοι τας ξίαρχοι, οὕς ὁ στρατηγὸς συνεπήγετο. Εξετετάχει δὲ καὶ ἄλλας φάλαγγας, μικρόν ἄποθεν αὐτὰς διαστήσας εκατέρου κέρατος, ὅπως ἐπιπεριοῦσαι κατὰ καιρὸν εἴησαν ἐπαρήγουσαι τοῖς κάμνουσι τάγμασιν. Οὕτω δ' ἐκτάσσοντι τὰς δυνάμεις καὶ καθιστῶντι τῷ ᾿Ανδρονίκῳ ἐφίσταται τις ἐκ βασιλέως κομίζων γράμματα, ἐκείνην τὴν ἡμέραν καθυπερ- θέσθαι τὴν συμπλοκὴν ἐπιτάσσοντα ὡς ἀσύμφορον ἐς ἔργα πολέμια, καὶ καθ' ἑτέραν ἀναθέσθαι, ἣν καὶ αὐτὴν τὸ ἐπιστόλιον ἀνεδίδασκε. Δεξάμενος οὖν ὁ στρατηγὸς τὸ βιβλίον εἰς τὸν οἰκεῖον καθῆκε κόλα πον, μήτε τοῖς γραφομένοις προσσχών, μήτε τοῖς συνοῦσι μεγιστάσι δῆλα τὰ προσταττόμενα θέμενος, « ἐπαινετῶς δὲ παρακρουσάμενος ἑτέρων ὑποθέσεων διηγήσεσιν. Ἀπετρέπετο δὲ ὡς ἀποφρὰς ἡ τότε ἡμέρα καὶ ὅλως ἀξύμφορος πρὸς τὴν κατ' Αρεα συμβολὴν, ἐπεὶ καὶ ἦν τάς πλείστας καὶ μεγίστας τῶν πράξεων, καὶ παρὰ Θεοῦ τό πέρας κατ᾿ εὐδο κίαν εἴτε μὴ δεχομένας, ταῖς τῶν ἄστρων οὐκ οἶδ᾽ ὅπως περιπλοκαῖς καὶ ταῖς τοιαῖσδε θέσεσι καὶ κινήσεσιν ἐπανατιθεῖς, καὶ τοῖς παρὰ τῶν ἀστρο- λεσχούντων λεγομένοις καθυπαγόμενος ἴσα ταῖς ἐκ θρανίδος Θεοῦ ἀποφάσεσιν. Ὁ δὲ μὴ τοῖς γραφο- μένοις ὅλως προσσχών, ἀλλ' εἰδὼς ὡς μέγα ώνη σε πολλάκις τὸν ἀθλοῦντα καὶ βραχεῖα τις ὑποφώνησις τοῦ ἀλείφοντος, πρὸς τὸν ἐν χερσὶν ἀγῶνα διανίστησι λόγοις τὸ στράτευμα, « Μνήσασθε, » ὑποφθεγγόμε- νος, « άνδρες Ῥωμαῖοι, πολεμίου ἀλκῆς, μνήσασθε, καὶ μηδέν τι φρονήσητε τῆς δόξης καὶ τῆς τύχης Β τῆς ἐνούσης ἀνάξιον, εὖ εἰδότες ὡς καὶ θῆρες ὀρει νόμοι [Ρ. 10] τοῖς κατ᾿ αὐτῶν εὐθαρσῶς ἐπιοῦσι δεδίασί τε προεγχειρῆσαι καὶ διασοβηθέντες ἀπία- σιν, ὅσοι δὲ αὐτοῖς ἀντιμέτωποι στῆναι πεφρίκασιν, εἰς ἑτοίμην θοίνην ὠμοβορούμενοι πρόκεινται. ᾿Ανα οριστέον οὖν κατὰ τουτωνὶ τῶν θηριογνωμόνων βαρβάρων, μὴ πως ὑπ᾽ αὐτοῖς γενώμεθα, φιλοψυ- χίαν ἀγεννῶς νοσήσαντες μή σώζουσαν, ἀλλ' ἀπολ- λύουσαν, τοῦτο δὴ ὅπερ (94) αἱ ταῖς ἀρεταῖς ἀντί- θετοι κακίαι εξώθασι δρᾶν, εἰ καὶ παραπεπήγασιν αὐταῖς ἐκεῖναι καὶ εἰσί πως ἀγχίθυροι. Καὶ ἄλλως δὲ οὐχ ἡμεῖς μὲν ἐσμὲν καὶ βλητοὶ καὶ θνητοί, ἐκ δὲ χαλκοῦ τεχνητοί οἱ πολέμιοι· οὐδ᾽ οὗτοι μὲν χιτῶνας περίκεινται σιδηρέους καὶ ὠκύποσιν ἵπποις Ενέχονται, ἡμεῖς δὲ τοὐναντίον ἅπαν καὶ σώματα γυμνά προβαλλόμενοι· οὐδ᾽ εὐπάλαμνον μὲν τὸ ἀντίπαλον, ἀπόμαχον δὲ τὸ ἡμέτερον. Τοῖς πᾶσιν ἡ αὐτὴ διάρτισις καὶ μέλησις πολέμων καὶ ὅπλισις. Εὼ γὰρ λέγειν ὡς ὅσῳ λόγῳ καὶ παιδείᾳ τῶν βαρβάρων διενηνόχαμεν, ὡς καὶ εἰπεῖν, ἔμπειροι καὶ ξυνιδεῖν οὐκ ἀποροι, τοσοῦτον καὶ τέχναις στρατηγικαῖς μεθόδοις ὑπερφέρομεν. Ηδη δὲ καὶ ἄλλοτε ποτε συμβαλόντες διημιλλήθημεν Παίοσι, τὴν γῆν αὐτῶν ἐπιόντες καὶ κείροντες. Οὕτω τοίνυν καὶ νῦν αὐτοῖς συμπλεκοίμεθα, ὡς εἰς ἔξιν τοῦ νίκαν προελθόντες. Ναί, ἄνδρες, καὶ συστρατιῶται. Οὕτω ὅπερ καὶ ἐν ταῖς καθολικαῖς ἀρεταῖς ἔχει τις τοῦτο ἰδεῖν. B DE MANUELE COMNENO LIB. V. A venirent.Interea litteræ imperatoris illi afferuntur, quibus pugnam in alium commodiorem diem in litteris declaratum differre jubebatur. At ille libello in sinu condito jussa negligit, et apud pro- ceres aliarum rerum mentione interjecta callide dissimulat. Is autem dies, ut ater et infaustus ad pugnam, improbabatur: nescio enim quomodo plurima et maxima quæque negotia, quæ arbitratu Dei secundos vel adversos exitus soruiuntur, ad astrorum circuitus et certos positus ac progres- siones Manuel referebat, et nugas astrologorum pro oraculis excipiebat. Cæterum Contostephanus iis litteris plane contemptis, non ignarus sæpe modicam cohortationem ad certamen pugili mul- tum profuisse,legiones ad hunc modum alloquitur: Fortes viros vos præbete, Quirites, neque fortuna et gloria vestra quidquam indignum admittite. Scitis enim etiam feras, si quis fortiter invadat, terreri ac in fugam conjici, timidos vero et fugaces ab eis devorari. Quare cum immacibus istis bar baris strenue dimicandum est, ne mortis formidine, quæ non salutem sed exitium affert, jugum eorum turpiter subeamus et ignaviæ nostræ graves panas demus. Neque vero aut nos soli vulneribus et morti expositi sumus, aut hostes ærei sunt et invulnerabiles: sed ut illi ferro muniti sunt et velocibus equis insident, ita eædem res nobis quoque suppetunt, neque fortitudine illis cedimus Omnibus eadem est instructio, eadem belli exer- citatio, eadem armorum ratio. Nam illud omitto, nos,quantum eloquentia et doctrina barbaros su- peramus, tanto eliam disciplina militari et solertia superiores esse. Sumus etiam antehac cum Pan- noniis congressi, corumque agros vastavimus. Aggrediamur eos nunc quoque victoria habitu confirmato. Agite, viri, agite, commilitones, ita liberos et conjuges vestras videatis: barbarorum pereuntium voces Istri gurgites hauriant, cruen- tumque furnen Pannoniorum cladem et Romano- rum victoriam insolito spectaculo terris iis nun- tiet quas perfluit. Præterea illud etiam est consi- derandum, cum a quo huc missi sumus totum pendere a nobis, et bona spe ex nostris pollicita- tionibus concepta jam fere captivos agitare animo et victoriæ magnitudinem sibi imaginari. Ne igitur præsenti periculo, quod nihil habet D morte gravius debilitati, vel illi pudori vel nobis ipsis calamitati simus. Summa enim mala tergi- versationem non patiuntur; in quibus vel exigua negligentia summæ rerum est eversio. » B Hier. Wolfi nota. banc appendicem, a me de industria prætermissam, sic interpreteris licet: Id quod opposita virtutibus vitia efficere consueverunt; quanquam illis propinqua sunt et pene adhærent. Alter codex habet (94) Τοῦτο δὴ ὅπερ. Ineptam et intempestivam
Ἐκκλησιάσας τοίνυν τὴν στρατιὰν καὶ τὸ ἐνθάδε φησὶν ἐπὶ πολὺ μένειν ἀνιαρὸν καὶ τὸ μηδέν τι δεδρακότας κακὸν καθ’ ὧν ἐπήλθομεν χερσὶν ἐπανεικέναι κεναῖς αἴσχιστον· χεῖρον δ’ ἀμφοῖν τούτων καὶ μὴ νῷ διοικουμένων ἄντικρυς ἔργον τὸ πείθεσθαι ἀνδρὶ οὐχ ὅπως κατ’ οὐδὲν ξυγκειμένῳ τὴν γνώμην Ῥωμαίοις, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρῶν οὔκουν διακειμένῳ ἄμεινον. οὐ συνίετε ὅπως ὁ ῥὴξ τὸν οἰκεῖον χάρακα τοῦ ἡμετέρου βαλὼν ἄποθεν πρόεισιν οὐδ’ ὅλως ἐκεῖθεν, ὁ συναγωνιστής, ὁ σύμμαχος, καθάπερ εἰς ἑόρτιον ἄνεσιν παρ’ ἡμῶν καὶ θεατὴς προςληφθείς, οὐκ ἐργάτης Ἄρεος ἔργων; οὐχ οὕτω καὶ οὗτοι δρῶσιν οἱ ἀντίπαλοι, ὅταν τὴν μάχην ὑπέρθωνται, οὐδὲ μαχούμενοι ἐξίασι τῶν πυλῶν; ὥστε τὸ ἀπὸ τοῦδε οὐ τοῦτό μοι ἔπεισι δεδιέναι, μὴ οὐδὲν χρηστὸν κατωρθωκότες ἀπίωμεν, ἀλλ’ εἰ μή πως οὐχ ἱκανοὶ ἐσοίμεθα τὰς ἡμετέρας ἐκσῶσαι ψυχάς. ἀλλ’ οὐδ’ ἐκεῖνό μοι διὰ μελέτης καὶ σκέψεως, ὅπως σὺν ἡμῖν μαχεῖται ὁ ῥήξ, ἀλλ’ εἴ πως τὰς αὐτοῦ δολοφροσύνας διαδράντες, οὐκ ἐγκρυφιάζοντος ἤδη μήτε μὴν παραπετάσματι συσκιάζοντος τὰ ἐνδόμυχα, ἀπείρατοι κακῶν ἐνθένδε ἀπάρωμεν τὸν ἐν ὀφθαλμοῖς διακρουσάμενοι κίνδυνον.
τακτον. Καὶ τὸ μὲν τῆς φάλαγγος μέτωπον ἀπένειμεν ὁ στρατηγὸς ἑαυτῷ, τὸ δὲ κέρας τὸ δεξιὸν ᾿Ανδρό- νικος ἐπεῖχεν ὁ Λαπαρδὰς, τὸ δὲ λαιὸν ἄλλοι τας ξίαρχοι, οὕς ὁ στρατηγὸς συνεπήγετο. Εξετετάχει δὲ καὶ ἄλλας φάλαγγας, μικρόν ἄποθεν αὐτὰς διαστήσας εκατέρου κέρατος, ὅπως ἐπιπεριοῦσαι κατὰ καιρὸν εἴησαν ἐπαρήγουσαι τοῖς κάμνουσι τάγμασιν. Οὕτω δ' ἐκτάσσοντι τὰς δυνάμεις καὶ καθιστῶντι τῷ ᾿Ανδρονίκῳ ἐφίσταται τις ἐκ βασιλέως κομίζων γράμματα, ἐκείνην τὴν ἡμέραν καθυπερ- θέσθαι τὴν συμπλοκὴν ἐπιτάσσοντα ὡς ἀσύμφορον ἐς ἔργα πολέμια, καὶ καθ' ἑτέραν ἀναθέσθαι, ἣν καὶ αὐτὴν τὸ ἐπιστόλιον ἀνεδίδασκε. Δεξάμενος οὖν ὁ στρατηγὸς τὸ βιβλίον εἰς τὸν οἰκεῖον καθῆκε κόλα πον, μήτε τοῖς γραφομένοις προσσχών, μήτε τοῖς συνοῦσι μεγιστάσι δῆλα τὰ προσταττόμενα θέμενος, « ἐπαινετῶς δὲ παρακρουσάμενος ἑτέρων ὑποθέσεων διηγήσεσιν. Ἀπετρέπετο δὲ ὡς ἀποφρὰς ἡ τότε ἡμέρα καὶ ὅλως ἀξύμφορος πρὸς τὴν κατ' Αρεα συμβολὴν, ἐπεὶ καὶ ἦν τάς πλείστας καὶ μεγίστας τῶν πράξεων, καὶ παρὰ Θεοῦ τό πέρας κατ᾿ εὐδο κίαν εἴτε μὴ δεχομένας, ταῖς τῶν ἄστρων οὐκ οἶδ᾽ ὅπως περιπλοκαῖς καὶ ταῖς τοιαῖσδε θέσεσι καὶ κινήσεσιν ἐπανατιθεῖς, καὶ τοῖς παρὰ τῶν ἀστρο- λεσχούντων λεγομένοις καθυπαγόμενος ἴσα ταῖς ἐκ θρανίδος Θεοῦ ἀποφάσεσιν. Ὁ δὲ μὴ τοῖς γραφο- μένοις ὅλως προσσχών, ἀλλ' εἰδὼς ὡς μέγα ώνη σε πολλάκις τὸν ἀθλοῦντα καὶ βραχεῖα τις ὑποφώνησις τοῦ ἀλείφοντος, πρὸς τὸν ἐν χερσὶν ἀγῶνα διανίστησι λόγοις τὸ στράτευμα, « Μνήσασθε, » ὑποφθεγγόμε- νος, « άνδρες Ῥωμαῖοι, πολεμίου ἀλκῆς, μνήσασθε, καὶ μηδέν τι φρονήσητε τῆς δόξης καὶ τῆς τύχης Β τῆς ἐνούσης ἀνάξιον, εὖ εἰδότες ὡς καὶ θῆρες ὀρει νόμοι [Ρ. 10] τοῖς κατ᾿ αὐτῶν εὐθαρσῶς ἐπιοῦσι δεδίασί τε προεγχειρῆσαι καὶ διασοβηθέντες ἀπία- σιν, ὅσοι δὲ αὐτοῖς ἀντιμέτωποι στῆναι πεφρίκασιν, εἰς ἑτοίμην θοίνην ὠμοβορούμενοι πρόκεινται. ᾿Ανα οριστέον οὖν κατὰ τουτωνὶ τῶν θηριογνωμόνων βαρβάρων, μὴ πως ὑπ᾽ αὐτοῖς γενώμεθα, φιλοψυ- χίαν ἀγεννῶς νοσήσαντες μή σώζουσαν, ἀλλ' ἀπολ- λύουσαν, τοῦτο δὴ ὅπερ (94) αἱ ταῖς ἀρεταῖς ἀντί- θετοι κακίαι εξώθασι δρᾶν, εἰ καὶ παραπεπήγασιν αὐταῖς ἐκεῖναι καὶ εἰσί πως ἀγχίθυροι. Καὶ ἄλλως δὲ οὐχ ἡμεῖς μὲν ἐσμὲν καὶ βλητοὶ καὶ θνητοί, ἐκ δὲ χαλκοῦ τεχνητοί οἱ πολέμιοι· οὐδ᾽ οὗτοι μὲν χιτῶνας περίκεινται σιδηρέους καὶ ὠκύποσιν ἵπποις Ενέχονται, ἡμεῖς δὲ τοὐναντίον ἅπαν καὶ σώματα γυμνά προβαλλόμενοι· οὐδ᾽ εὐπάλαμνον μὲν τὸ ἀντίπαλον, ἀπόμαχον δὲ τὸ ἡμέτερον. Τοῖς πᾶσιν ἡ αὐτὴ διάρτισις καὶ μέλησις πολέμων καὶ ὅπλισις. Εὼ γὰρ λέγειν ὡς ὅσῳ λόγῳ καὶ παιδείᾳ τῶν βαρβάρων διενηνόχαμεν, ὡς καὶ εἰπεῖν, ἔμπειροι καὶ ξυνιδεῖν οὐκ ἀποροι, τοσοῦτον καὶ τέχναις στρατηγικαῖς μεθόδοις ὑπερφέρομεν. Ηδη δὲ καὶ ἄλλοτε ποτε συμβαλόντες διημιλλήθημεν Παίοσι, τὴν γῆν αὐτῶν ἐπιόντες καὶ κείροντες. Οὕτω τοίνυν καὶ νῦν αὐτοῖς συμπλεκοίμεθα, ὡς εἰς ἔξιν τοῦ νίκαν προελθόντες. Ναί, ἄνδρες, καὶ συστρατιῶται. Οὕτω ὅπερ καὶ ἐν ταῖς καθολικαῖς ἀρεταῖς ἔχει τις τοῦτο ἰδεῖν. B DE MANUELE COMNENO LIB. V. A venirent.Interea litteræ imperatoris illi afferuntur, quibus pugnam in alium commodiorem diem in litteris declaratum differre jubebatur. At ille libello in sinu condito jussa negligit, et apud pro- ceres aliarum rerum mentione interjecta callide dissimulat. Is autem dies, ut ater et infaustus ad pugnam, improbabatur: nescio enim quomodo plurima et maxima quæque negotia, quæ arbitratu Dei secundos vel adversos exitus soruiuntur, ad astrorum circuitus et certos positus ac progres- siones Manuel referebat, et nugas astrologorum pro oraculis excipiebat. Cæterum Contostephanus iis litteris plane contemptis, non ignarus sæpe modicam cohortationem ad certamen pugili mul- tum profuisse,legiones ad hunc modum alloquitur: Fortes viros vos præbete, Quirites, neque fortuna et gloria vestra quidquam indignum admittite. Scitis enim etiam feras, si quis fortiter invadat, terreri ac in fugam conjici, timidos vero et fugaces ab eis devorari. Quare cum immacibus istis bar baris strenue dimicandum est, ne mortis formidine, quæ non salutem sed exitium affert, jugum eorum turpiter subeamus et ignaviæ nostræ graves panas demus. Neque vero aut nos soli vulneribus et morti expositi sumus, aut hostes ærei sunt et invulnerabiles: sed ut illi ferro muniti sunt et velocibus equis insident, ita eædem res nobis quoque suppetunt, neque fortitudine illis cedimus Omnibus eadem est instructio, eadem belli exer- citatio, eadem armorum ratio. Nam illud omitto, nos,quantum eloquentia et doctrina barbaros su- peramus, tanto eliam disciplina militari et solertia superiores esse. Sumus etiam antehac cum Pan- noniis congressi, corumque agros vastavimus. Aggrediamur eos nunc quoque victoria habitu confirmato. Agite, viri, agite, commilitones, ita liberos et conjuges vestras videatis: barbarorum pereuntium voces Istri gurgites hauriant, cruen- tumque furnen Pannoniorum cladem et Romano- rum victoriam insolito spectaculo terris iis nun- tiet quas perfluit. Præterea illud etiam est consi- derandum, cum a quo huc missi sumus totum pendere a nobis, et bona spe ex nostris pollicita- tionibus concepta jam fere captivos agitare animo et victoriæ magnitudinem sibi imaginari. Ne igitur præsenti periculo, quod nihil habet D morte gravius debilitati, vel illi pudori vel nobis ipsis calamitati simus. Summa enim mala tergi- versationem non patiuntur; in quibus vel exigua negligentia summæ rerum est eversio. » B Hier. Wolfi nota. banc appendicem, a me de industria prætermissam, sic interpreteris licet: Id quod opposita virtutibus vitia efficere consueverunt; quanquam illis propinqua sunt et pene adhærent. Alter codex habet (94) Τοῦτο δὴ ὅπερ. Ineptam et intempestivam
PG 139:491Τάχα καὶ νῦν Αἰγυπτίοις προσεξεύρηνται φάρμακα τῶν πάλαι παρ’ αὐτοῖς ἰσχυρότερα, ἃ μὴ κοιμίζειν μόνον λύπας ἔχουσι καὶ τὸ δεδηγμένον τῆς ψυχῆς ἀπροσδοκήτοις διαιτᾶν διαχύσεσιν, ὡς ἐκεῖνο πρώην τὸ φάρμακον, ὃ δεδώκει τῇ Λακαίνῃ Θώνου παράκοιτις νηπενθές, κακῶν ἁπάντων ἐπίληθες, ἀλλὰ καὶ πολεμικοὺς ἄνδρας ἐκθηλύνειν καὶ ποιεῖν ἀλκῆς ἐπιλήσμονας. καὶ τούτων, οἶμαι, τῶν φαρμάκων Ἀμερρίγῳ προύτειναν σκύφον Αἰγύπτιοι, καὶ γοητευθείς, ὡς ἔοικε, τῷ ποτῷ καὶ μετασχὼν ἐς μέθην τῆς κύλικος πρὸς κάρον ἀποδεδόχμωται χρόνιον. τῷ τοι παρὰ πάσσαλον μὲν αὐτῷ ἡ ἀσπίς, τὸ δὲ ξίφος καθυπνώττει τῷ κουλεῷ, ἐπὶ δὲ σαυρωτῆρος τὸ δόρυ πέπηγεν. ἢ τοῦτο μὲν οὐδαμῶς, ἀργύρῳ δὲ φαρμαχθεὶς τὰς φρένας ἠλλοίωται καὶ χρυσίῳ τὰ ὦτα βέβυσται καὶ τούτῳ κνώμενος πρὸς τὸ δυσήκοον μετεσκεύασται. Καὶ νῦν φροῦδαι μὲν αἱ ξυνθῆκαι, ἃς ὑπὲρ τοῦ συμμαχήσειν Ῥωμαίοις βασιλεῖ δέδωκε, χείλεσι μόνοις ἐκεῖνον τιμῶν, τῇ δὲ καρδίᾳ πόρρω φερόμενος· ἡμεῖς δὲ τηλίκοις δεινοῖς περιστοιχιζόμεθα, εἴγε πόλεμος ὁμοῦ καὶ λιμὸς ἡμᾶς δαπανᾷ, καὶ τὰ Ῥωμαίων ἐφ’ ἡμῖν αὐχήματα οἴχεται, τὰ δὲ λαμπρὰ τῶν κατορθωμάτων ἠφάντωται.
γέλλουσιν. Οὐ μὴν εἰς ὦτα ἀκουόντων τὰς σοφές ταύτας γνώμας ἦσαν εἰσηγούμενοι. Ο γὰρ βασι λεὺς ἐχέγγυον εἰς πίστιν τὸν τῆς υἱωνοῦ Θεοδώρας γαμον καθάπαξ ὑπολαβὼν οὐκ ἔστιν ὅπως ἐπὶ πά σιν οὐκ ἀσφαλῆ τὰ πρὸς εὔνοιαν καὶ ἀπρόσκοπον ἔκρινε τὸν ᾿Αλέξιον, καταγοητευούσης, οἶμαι, κανταῦθα τῆς κακοποιοῦ δυνάμεως τῆς ἐπὶ τὸ κέ- ταντες ἀεὶ φερούσης τὰ Ῥωμαίων πράγματα. Ως δ' οὐ πολλῷ ὕστερον εἰς ἔργον τὸ δέος ἐκβέβηκεν, ἐννεὸς ἐπὶ τοῖς ἤκουσμένοις φανεὶς καὶ μὴ ἔχων δ τι καὶ δοάσειεν ὡς ἀναῤῥαγέντος τοῦδε τοῦ κακοῦ ἀπροόπτως, καὶ ὅτι τῶν στρατευμάτων ἐργώδης ἡ συλλογή, ἐν μὲν τῷ παραυτίκα στέλλει πρὸς τὸν χειλέων ἐκφέρεσθαι, ἀλλ᾽ ἐν πολλοῖς καὶ φωνῆς τρανότερον ὅσα κέκευθεν ἡ φρὴν αἱ πράξεις ἐξαγ ἀποστάτην θλαδίαν τινὰ, τὰ πρῶτα τῶν ᾠκειωμέν νων αὐτῷ, ὑπομνήσοντα τοῦτον τῶν συνθηκῶν καὶ τοῦ μηδέν τι πώποτε παθεῖν ἀηδὲς καὶ τῶν ἐλπίδων ἀνάξιον, ἐξ ὅτου περ αὐτῷ προσκεχώρηκεν· οὐδὲ γὰρ ἦν ἀπογινώσκων τὴν τῆς γνώμης μεταβολήν. Τοῦ δὲ κατόπιν καὶ οἱ νεόνυμφοι γαμβροι του βα σιλέως συνεξήεσαν μετά γε παντὸς τοῦ οἰκιδίου και συγγενικού πληρώματος καὶ τῶν τότε ἐν τῷ παλα- τίῳ εὑρισκομένων στρατιωτῶν. Ἀφιγμένος οὖν ὁ βέβηλος εὐνοῦχος πρὸς τὸν ᾿Αλέξιον οὐ μόνον οὐδέν τι πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἑωράθη διαπραξάμενος, ἀλλὰ καὶ προσεπέῤῥωσε μᾶλλον ἐκεῖνον τῇ ἰδίᾳ παρουσίᾳ εἰς ἔργον τὸ ἐν χερσί, προσημάνας προπετῶς τὴν κατ᾿ αὐτοῦ τῶν Ῥωμαίων ὅσον οὐδέπω ἐπέλευσιν, καὶ διδάξας οἷς εἴρηκεν ἀποσχέσθαι μὲν τῶν πο δινῶν, ἐπιλαβέσθαι δὲ τῶν ὀρεινῶν, ὡς ἐκείνων σώ ζειν [Ρ. 331] ἐχόντων καὶ τὸ συναποστὰν ὁλόφωνον σύνταγμα. Οἱ δὲ περὶ τοὺς γαμβροὺς τοῦ βασιλέως καὶ τὸν πρωτοστράτορα Μανουὴλ τὸν Καμύτζην ἐδίω ξαν μὲν ὀπίσω ἱκανῶς τοῦ ἀντάρτου, καὶ ἦν θαυμαστή τις ἡ προθυμία, και πρωταγωνιστεῖν ἢ βούλοντο ξύμπαντες· τὴν δὲ τοῦ καιροῦ ῥοπὴν ἀπολέσαντες ἐκ τοῦ διασοβηθῆναι τὸ θήραμα τὸ πρόθυμον ἔσχα- σαν. Τοῖς μὲν οὖν θερμοτέροις ἐπιδιώκειν καὶ οὕ τως ἐδόκει καὶ διερευνᾶν ἐφέποντας οἷς τῶν ὀρέων ἀπέδρα ᾿Αλέξιος, τοῖς δ᾽ ἀσφαλεστέροις οὐχ ήνδανεν ὅλως ἀετοῦ ἴχνη ἀναδιφῶν ἐπιποτωμένου πάγοις καὶ ὄρεσιν, ἤ μεταλλῶν ἑρπυσμὴν ὄφεως ἐπὶ πέτραν, ἢ ἐκμαίνειν εἰς συμπλοκὴν χαυλιόδοντα μονιόν, πολλάκις τὸ στῆθος εἰς διακόντισεν προτεινάμενον, περιελθεῖν δὲ τὰ πολίχνια ὁπόσα ἐπεσκεύασε καὶ ἀνήγειρεν ὁ ᾿Αλέξιος, καὶ θέσθαι βασιλεῖ κατήκοα Καὶ τῆς βουλῆς ταύτης ὡς ἀμείνονος κυρωθείσης, τῷ φρουρίῳ προσβάλλουσιν ὃ καθ᾽ ὑπόβασιν ὄρους ἐν τόπῳ Κριτζιμῷ λεγομένῳ ἐδομήσατο ὁ ᾿Αλέξιος ἔνθα καὶ πλεῖστα Ρωμαίοι καμόντες καὶ φιλοκινού νως ἁμιλλησάμενοι οὐκ ὀλίγους ἄνδρας ἀγαθοὺς ἐν τῷ προσάγειν τῷ τεέχει τὰς κλίμακας ἀπεβάλοντο, ὧν ἦν πρώτιστος ὁ Παλαιολόγος Γεώργιος· ὑψὲ δ᾽ ἐξελόντες τὸ ἔρυμα καὶ ἕτερ᾽ ἄττα πολίσματα ἐπὶ τῷδε συναφῶς ἐχειρώσαντο, πῇ μὲν μεθ' αἵμα της, πῇ δὲ καὶ ὁμολογία τούτων περιγενόμενοι. Εὐ μήχανος δ' ὧν ὁ ᾿Αλέξιος καὶ πολύχους εἰς ἔργα πολέμια άλλα τε πλεῖστα κατὰ Ῥωμαίων ἔργα NICETE CHONIATE quod tinebatur, eo inopinato nuntio attonitus et A inops consilii ob difficilem exercitus convocationem, ad seditiosum statim spadonem quemdam ei fami- liarissimum mittit, qui pacta et conventa in me- moriam ei revocaret ; et quod nihil unquam ex co tempore, quo se ad Romanos contulisset, molesti aut spei suæ contrarium perpessus esset, admo- neret. Neque enim de eo reconciliando desperabat. Eum non longo intervallo secuti sunt imperatoris generi cum omni ministrorum et cognatoruin co- mitatu, et militibus qui in palatio reperie- bactur. Sed nefarius spado ad eum profectus non modo nihil quod ad rem pertineret confecit, sed illum sua præsentia ut cœpta persequeretur magis confirmavit, cum temere effutiisset Romanos e vestigio illum invasuros, et monuisset ut campe- p stribus relictis salutem suam et popularium mon- tanis locis committeret. Imperatoris vero generi, et protostrator Manuel Cumyzes, alacritate et æmula- tione mira seditiosum persecuti sunt: sed oppor- tunitate ob prædam fugatam anissa contentionem remiserunt. Ac fervidioribus sic etiam placebat persequi et in montibus quærere Alexium. Pruden- tiores autem haud consultum putabant aquila ve- stigia montes et rupes pervolantis consectari, aut volumina serpentis in saxo quæritare, aut aprum dentatum, qui pectus sæpe jaculis obtulerit, ad pugnam irritare; sed oppida ab Alexio instaurata et con·lita recuperanda esse. Quo consilio prælato, castellum in loco qui Crizimus dicitur ab Alexio con- ditum oppugnant; ubi Romani promptissime et fortis sime dimicantes multos viros fortes quorum princeps erat Georgius Palæologus, in admovendis ad monia scalis amiserunt. Tandem eo expugnato etiam alia quædam oppida deinceps, alia sanguine profuso,ali: deditione ceperunt. Alexius vero, cal- lidus homo et solers bellator, cum alia plurima disciplinæ militaris specimina edidit, tum uno insigni stratagemate præter alios ipsum etiam pro- tostratorem cepit. Namn plurimis pecoribus ex spe- culis in campos agi el a popularibus suis cum parte Romanorum captivorum in Hæmum ad Joannem Zagore principem, cum quo fædus contra Romanos inierat, muneris loco et gratianimi ergo duci jussis, Romanis insidias collocavit, rapacitatis et avaritiæ eorum et charitatis erga suos non ignarus, præ D quibus etiam salutem suam neglecturi essent. Nec eum fefellit opinio. Nam paulo post protostrator, eo nuntio accepto, Batrachocastro, ubi stativa ha- bebat, Bactunium profectus, specie rei decipitur; et non animadverso Alexii dolo exercitum ea quæ in conspectu essent spoliare jubet; ipse equo non bellico circumiens spectatorem agit. Tum vero ex insidiis consurgit Alexius, et protostratorem circumventum diductaque suorum acio veluti cas- sibus implicatum capit. Hoc desertoris commento Romani exercitus reliquiæ prorsus enervatæ, ii vero qui defecerant elati sunt. Neque jam Romani eum lacessere aut aggredi audebant, sed juxta C
κρεῖσσον ἦν μὴ ὅρμοις τοῖς ἐνταῦθα προσσχεῖν διαμεμετρηκότας πελάγη ἀχανῆ καὶ ἀόριστα, ἢ ἀπράκτους ἀπιέναι κατάραντας· ὡς νῦν γε οὐχ ἱστίοις λευκοῖς τὰς ναῦς πτερῶσαι ἡμῖν γενήσεται, ὁποίοις ἐκ Βυζαντίδος ἀνήχθημεν, ἀλλὰ φαιοῖς ἀτεχνῶς διὰ τὸ τῆς αἰσχύνης μελάνωμα. Ἀλλ’ ἄνδρες ὁμογενεῖς καὶ συστρατιῶται καὶ ὅσον ἐνταυθοῖ ξενικόν, ἀποκριθέντες τῶν Παλαιστίνηθεν ἱπποτῶν τῶν γαύρων τούτων καὶ ὑψαυχένων καὶ Ῥωμαίοις ἀπίστων, ὡς ἔδειξαν, προσβάλωμεν τοῖς βαρβάροις, τειχομαχίαν στησώμεθα, ἀγωνισώμεθα, ὡς τὸ πόλισμα τοῦτο ληψόμεθα, καὶ ὡς ἤδη ἔχοντες ἐν χερσὶ τὸν ἔνδον πλοῦτον ἁμιλληθῶμεν. εἰ τεῖχος τοῖς βαρβάροις τὸ πρόβλημα καὶ ἀφ’ ὕψους τῶν ἀμυντηρίων ἡ ἄφεσις, ἀλλ’ εἰσὶ καὶ παρ’ ἡμῖν ἀσπίδες, αἳ οὐκ ἀνδράσι ῥᾳδίως ἀνέχονται (ὑπὲρ γὰρ τὸ σάκος εἰσὶ τὸ Αἰάντειον ἐκεῖνο τὸ ἑπταβόειον), ἀλλ’ ὡς πύργοι ἀντιπροβέβληνται, οὐ μόνον ἀτίνακτοι βέλεσι καὶ τοῖς ἀπὸ χειρῶν οὐτήμασιν ἀδιάρρηκτοι, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπὸ μηχανῶν ἀφιεμένων δήπουθεν στεγανώτεραι. ταύτας ἀντιστήσαντες ὡς πυργοβάρεις ὀλίγα τοῦ τείχους καὶ τῶν ἐπ’ αὐτοῦ μαχομένων φροντίσομεν.
γέλλουσιν. Οὐ μὴν εἰς ὦτα ἀκουόντων τὰς σοφές ταύτας γνώμας ἦσαν εἰσηγούμενοι. Ο γὰρ βασι λεὺς ἐχέγγυον εἰς πίστιν τὸν τῆς υἱωνοῦ Θεοδώρας γαμον καθάπαξ ὑπολαβὼν οὐκ ἔστιν ὅπως ἐπὶ πά σιν οὐκ ἀσφαλῆ τὰ πρὸς εὔνοιαν καὶ ἀπρόσκοπον ἔκρινε τὸν ᾿Αλέξιον, καταγοητευούσης, οἶμαι, κανταῦθα τῆς κακοποιοῦ δυνάμεως τῆς ἐπὶ τὸ κέ- ταντες ἀεὶ φερούσης τὰ Ῥωμαίων πράγματα. Ως δ' οὐ πολλῷ ὕστερον εἰς ἔργον τὸ δέος ἐκβέβηκεν, ἐννεὸς ἐπὶ τοῖς ἤκουσμένοις φανεὶς καὶ μὴ ἔχων δ τι καὶ δοάσειεν ὡς ἀναῤῥαγέντος τοῦδε τοῦ κακοῦ ἀπροόπτως, καὶ ὅτι τῶν στρατευμάτων ἐργώδης ἡ συλλογή, ἐν μὲν τῷ παραυτίκα στέλλει πρὸς τὸν χειλέων ἐκφέρεσθαι, ἀλλ᾽ ἐν πολλοῖς καὶ φωνῆς τρανότερον ὅσα κέκευθεν ἡ φρὴν αἱ πράξεις ἐξαγ ἀποστάτην θλαδίαν τινὰ, τὰ πρῶτα τῶν ᾠκειωμέν νων αὐτῷ, ὑπομνήσοντα τοῦτον τῶν συνθηκῶν καὶ τοῦ μηδέν τι πώποτε παθεῖν ἀηδὲς καὶ τῶν ἐλπίδων ἀνάξιον, ἐξ ὅτου περ αὐτῷ προσκεχώρηκεν· οὐδὲ γὰρ ἦν ἀπογινώσκων τὴν τῆς γνώμης μεταβολήν. Τοῦ δὲ κατόπιν καὶ οἱ νεόνυμφοι γαμβροι του βα σιλέως συνεξήεσαν μετά γε παντὸς τοῦ οἰκιδίου και συγγενικού πληρώματος καὶ τῶν τότε ἐν τῷ παλα- τίῳ εὑρισκομένων στρατιωτῶν. Ἀφιγμένος οὖν ὁ βέβηλος εὐνοῦχος πρὸς τὸν ᾿Αλέξιον οὐ μόνον οὐδέν τι πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἑωράθη διαπραξάμενος, ἀλλὰ καὶ προσεπέῤῥωσε μᾶλλον ἐκεῖνον τῇ ἰδίᾳ παρουσίᾳ εἰς ἔργον τὸ ἐν χερσί, προσημάνας προπετῶς τὴν κατ᾿ αὐτοῦ τῶν Ῥωμαίων ὅσον οὐδέπω ἐπέλευσιν, καὶ διδάξας οἷς εἴρηκεν ἀποσχέσθαι μὲν τῶν πο δινῶν, ἐπιλαβέσθαι δὲ τῶν ὀρεινῶν, ὡς ἐκείνων σώ ζειν [Ρ. 331] ἐχόντων καὶ τὸ συναποστὰν ὁλόφωνον σύνταγμα. Οἱ δὲ περὶ τοὺς γαμβροὺς τοῦ βασιλέως καὶ τὸν πρωτοστράτορα Μανουὴλ τὸν Καμύτζην ἐδίω ξαν μὲν ὀπίσω ἱκανῶς τοῦ ἀντάρτου, καὶ ἦν θαυμαστή τις ἡ προθυμία, και πρωταγωνιστεῖν ἢ βούλοντο ξύμπαντες· τὴν δὲ τοῦ καιροῦ ῥοπὴν ἀπολέσαντες ἐκ τοῦ διασοβηθῆναι τὸ θήραμα τὸ πρόθυμον ἔσχα- σαν. Τοῖς μὲν οὖν θερμοτέροις ἐπιδιώκειν καὶ οὕ τως ἐδόκει καὶ διερευνᾶν ἐφέποντας οἷς τῶν ὀρέων ἀπέδρα ᾿Αλέξιος, τοῖς δ᾽ ἀσφαλεστέροις οὐχ ήνδανεν ὅλως ἀετοῦ ἴχνη ἀναδιφῶν ἐπιποτωμένου πάγοις καὶ ὄρεσιν, ἤ μεταλλῶν ἑρπυσμὴν ὄφεως ἐπὶ πέτραν, ἢ ἐκμαίνειν εἰς συμπλοκὴν χαυλιόδοντα μονιόν, πολλάκις τὸ στῆθος εἰς διακόντισεν προτεινάμενον, περιελθεῖν δὲ τὰ πολίχνια ὁπόσα ἐπεσκεύασε καὶ ἀνήγειρεν ὁ ᾿Αλέξιος, καὶ θέσθαι βασιλεῖ κατήκοα Καὶ τῆς βουλῆς ταύτης ὡς ἀμείνονος κυρωθείσης, τῷ φρουρίῳ προσβάλλουσιν ὃ καθ᾽ ὑπόβασιν ὄρους ἐν τόπῳ Κριτζιμῷ λεγομένῳ ἐδομήσατο ὁ ᾿Αλέξιος ἔνθα καὶ πλεῖστα Ρωμαίοι καμόντες καὶ φιλοκινού νως ἁμιλλησάμενοι οὐκ ὀλίγους ἄνδρας ἀγαθοὺς ἐν τῷ προσάγειν τῷ τεέχει τὰς κλίμακας ἀπεβάλοντο, ὧν ἦν πρώτιστος ὁ Παλαιολόγος Γεώργιος· ὑψὲ δ᾽ ἐξελόντες τὸ ἔρυμα καὶ ἕτερ᾽ ἄττα πολίσματα ἐπὶ τῷδε συναφῶς ἐχειρώσαντο, πῇ μὲν μεθ' αἵμα της, πῇ δὲ καὶ ὁμολογία τούτων περιγενόμενοι. Εὐ μήχανος δ' ὧν ὁ ᾿Αλέξιος καὶ πολύχους εἰς ἔργα πολέμια άλλα τε πλεῖστα κατὰ Ῥωμαίων ἔργα NICETE CHONIATE quod tinebatur, eo inopinato nuntio attonitus et A inops consilii ob difficilem exercitus convocationem, ad seditiosum statim spadonem quemdam ei fami- liarissimum mittit, qui pacta et conventa in me- moriam ei revocaret ; et quod nihil unquam ex co tempore, quo se ad Romanos contulisset, molesti aut spei suæ contrarium perpessus esset, admo- neret. Neque enim de eo reconciliando desperabat. Eum non longo intervallo secuti sunt imperatoris generi cum omni ministrorum et cognatoruin co- mitatu, et militibus qui in palatio reperie- bactur. Sed nefarius spado ad eum profectus non modo nihil quod ad rem pertineret confecit, sed illum sua præsentia ut cœpta persequeretur magis confirmavit, cum temere effutiisset Romanos e vestigio illum invasuros, et monuisset ut campe- p stribus relictis salutem suam et popularium mon- tanis locis committeret. Imperatoris vero generi, et protostrator Manuel Cumyzes, alacritate et æmula- tione mira seditiosum persecuti sunt: sed oppor- tunitate ob prædam fugatam anissa contentionem remiserunt. Ac fervidioribus sic etiam placebat persequi et in montibus quærere Alexium. Pruden- tiores autem haud consultum putabant aquila ve- stigia montes et rupes pervolantis consectari, aut volumina serpentis in saxo quæritare, aut aprum dentatum, qui pectus sæpe jaculis obtulerit, ad pugnam irritare; sed oppida ab Alexio instaurata et con·lita recuperanda esse. Quo consilio prælato, castellum in loco qui Crizimus dicitur ab Alexio con- ditum oppugnant; ubi Romani promptissime et fortis sime dimicantes multos viros fortes quorum princeps erat Georgius Palæologus, in admovendis ad monia scalis amiserunt. Tandem eo expugnato etiam alia quædam oppida deinceps, alia sanguine profuso,ali: deditione ceperunt. Alexius vero, cal- lidus homo et solers bellator, cum alia plurima disciplinæ militaris specimina edidit, tum uno insigni stratagemate præter alios ipsum etiam pro- tostratorem cepit. Namn plurimis pecoribus ex spe- culis in campos agi el a popularibus suis cum parte Romanorum captivorum in Hæmum ad Joannem Zagore principem, cum quo fædus contra Romanos inierat, muneris loco et gratianimi ergo duci jussis, Romanis insidias collocavit, rapacitatis et avaritiæ eorum et charitatis erga suos non ignarus, præ D quibus etiam salutem suam neglecturi essent. Nec eum fefellit opinio. Nam paulo post protostrator, eo nuntio accepto, Batrachocastro, ubi stativa ha- bebat, Bactunium profectus, specie rei decipitur; et non animadverso Alexii dolo exercitum ea quæ in conspectu essent spoliare jubet; ipse equo non bellico circumiens spectatorem agit. Tum vero ex insidiis consurgit Alexius, et protostratorem circumventum diductaque suorum acio veluti cas- sibus implicatum capit. Hoc desertoris commento Romani exercitus reliquiæ prorsus enervatæ, ii vero qui defecerant elati sunt. Neque jam Romani eum lacessere aut aggredi audebant, sed juxta C
Εἰ δὴ δίκαια ποιεῖν αἱρεῖσθε, ὥρα μοι πείθεσθαι, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ὅ τι ἂν δέῃ σὺν ὑμῖν ἀσμένως πείσομαι· μηδὲ γὰρ εἴη τινὰ ἐρεῖν ὡς Ἀνδρόνικος ὑπαγαγέσθαι μὲν λόγοις καὶ παραθῆξαι πρὸς Ἄρεα ἱκανώτατος, ἀρχηγὸς δ’ ἀχρεῖος, μηδ’ ἀποκρούσασθαι εἰδὼς τὸ πολέμιον. ἀλλὰ τὸ τῆς ἐμῆς κόρυθος μέτωπον ὄψονται πρὸ ὑμῶν οἱ ἀντίμαχοι. καὶ πρόμαχος ὤν, δέον οὕτω ποιεῖν, καὶ οὐραγὸς ἐσοίμην ὑμέτερος, εἰ καὶ τοῦτο δίδωσιν ὁ καιρός. θεὸς δὲ περαίνοι τὰ βεβουλευμένα, καὶ τράποιτο πᾶν ἀπαίσιον κατὰ κεφαλῆς ὧν τὴν χώραν κείρομεν. Ταῦτ’ εἰπὼν αὐτός τε ὡπλίσατο καὶ οἱ λοιποὶ διαλυθέντες τοῦ συλλόγου τὰς πανοπλίας ἐνεδύσαντο. ἐπεὶ δὲ τό τε ἦμαρ ηὐξάνετο ὡς ἐς τρίτην ὥραν προβεβηκέναι καὶ τὰ τάγματα ἐξῄεσαν, ἄρας ἐκεῖθεν προῄει σὺν κόσμῳ τοῦ παντὸς προαφεστὼς στρατεύματος. οἱ δὲ Σαρακηνοὶ τὰς πύλας διαλαβόντες κλεισὶ καὶ ὀχεῦσι καί τινα προπετάσαντες μηχανήματα τούτων ἐρύματα ἔμενον ἐπὶ τῶν τειχῶν, παντοίοις ὅπλοις τοὺς ἐπιόντας ἀποκρουόμενοι καὶ τὸν βέλους ἐντὸς ἅπαντα χῶρον ἀδιόδευτον ποιοῦντες οἷς τε ἀπεσφενδόνων ἐκ τῶν ἐπάλξεων καὶ οἷς ἐκ τόξων ἠφίεσαν.
γέλλουσιν. Οὐ μὴν εἰς ὦτα ἀκουόντων τὰς σοφές ταύτας γνώμας ἦσαν εἰσηγούμενοι. Ο γὰρ βασι λεὺς ἐχέγγυον εἰς πίστιν τὸν τῆς υἱωνοῦ Θεοδώρας γαμον καθάπαξ ὑπολαβὼν οὐκ ἔστιν ὅπως ἐπὶ πά σιν οὐκ ἀσφαλῆ τὰ πρὸς εὔνοιαν καὶ ἀπρόσκοπον ἔκρινε τὸν ᾿Αλέξιον, καταγοητευούσης, οἶμαι, κανταῦθα τῆς κακοποιοῦ δυνάμεως τῆς ἐπὶ τὸ κέ- ταντες ἀεὶ φερούσης τὰ Ῥωμαίων πράγματα. Ως δ' οὐ πολλῷ ὕστερον εἰς ἔργον τὸ δέος ἐκβέβηκεν, ἐννεὸς ἐπὶ τοῖς ἤκουσμένοις φανεὶς καὶ μὴ ἔχων δ τι καὶ δοάσειεν ὡς ἀναῤῥαγέντος τοῦδε τοῦ κακοῦ ἀπροόπτως, καὶ ὅτι τῶν στρατευμάτων ἐργώδης ἡ συλλογή, ἐν μὲν τῷ παραυτίκα στέλλει πρὸς τὸν χειλέων ἐκφέρεσθαι, ἀλλ᾽ ἐν πολλοῖς καὶ φωνῆς τρανότερον ὅσα κέκευθεν ἡ φρὴν αἱ πράξεις ἐξαγ ἀποστάτην θλαδίαν τινὰ, τὰ πρῶτα τῶν ᾠκειωμέν νων αὐτῷ, ὑπομνήσοντα τοῦτον τῶν συνθηκῶν καὶ τοῦ μηδέν τι πώποτε παθεῖν ἀηδὲς καὶ τῶν ἐλπίδων ἀνάξιον, ἐξ ὅτου περ αὐτῷ προσκεχώρηκεν· οὐδὲ γὰρ ἦν ἀπογινώσκων τὴν τῆς γνώμης μεταβολήν. Τοῦ δὲ κατόπιν καὶ οἱ νεόνυμφοι γαμβροι του βα σιλέως συνεξήεσαν μετά γε παντὸς τοῦ οἰκιδίου και συγγενικού πληρώματος καὶ τῶν τότε ἐν τῷ παλα- τίῳ εὑρισκομένων στρατιωτῶν. Ἀφιγμένος οὖν ὁ βέβηλος εὐνοῦχος πρὸς τὸν ᾿Αλέξιον οὐ μόνον οὐδέν τι πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἑωράθη διαπραξάμενος, ἀλλὰ καὶ προσεπέῤῥωσε μᾶλλον ἐκεῖνον τῇ ἰδίᾳ παρουσίᾳ εἰς ἔργον τὸ ἐν χερσί, προσημάνας προπετῶς τὴν κατ᾿ αὐτοῦ τῶν Ῥωμαίων ὅσον οὐδέπω ἐπέλευσιν, καὶ διδάξας οἷς εἴρηκεν ἀποσχέσθαι μὲν τῶν πο δινῶν, ἐπιλαβέσθαι δὲ τῶν ὀρεινῶν, ὡς ἐκείνων σώ ζειν [Ρ. 331] ἐχόντων καὶ τὸ συναποστὰν ὁλόφωνον σύνταγμα. Οἱ δὲ περὶ τοὺς γαμβροὺς τοῦ βασιλέως καὶ τὸν πρωτοστράτορα Μανουὴλ τὸν Καμύτζην ἐδίω ξαν μὲν ὀπίσω ἱκανῶς τοῦ ἀντάρτου, καὶ ἦν θαυμαστή τις ἡ προθυμία, και πρωταγωνιστεῖν ἢ βούλοντο ξύμπαντες· τὴν δὲ τοῦ καιροῦ ῥοπὴν ἀπολέσαντες ἐκ τοῦ διασοβηθῆναι τὸ θήραμα τὸ πρόθυμον ἔσχα- σαν. Τοῖς μὲν οὖν θερμοτέροις ἐπιδιώκειν καὶ οὕ τως ἐδόκει καὶ διερευνᾶν ἐφέποντας οἷς τῶν ὀρέων ἀπέδρα ᾿Αλέξιος, τοῖς δ᾽ ἀσφαλεστέροις οὐχ ήνδανεν ὅλως ἀετοῦ ἴχνη ἀναδιφῶν ἐπιποτωμένου πάγοις καὶ ὄρεσιν, ἤ μεταλλῶν ἑρπυσμὴν ὄφεως ἐπὶ πέτραν, ἢ ἐκμαίνειν εἰς συμπλοκὴν χαυλιόδοντα μονιόν, πολλάκις τὸ στῆθος εἰς διακόντισεν προτεινάμενον, περιελθεῖν δὲ τὰ πολίχνια ὁπόσα ἐπεσκεύασε καὶ ἀνήγειρεν ὁ ᾿Αλέξιος, καὶ θέσθαι βασιλεῖ κατήκοα Καὶ τῆς βουλῆς ταύτης ὡς ἀμείνονος κυρωθείσης, τῷ φρουρίῳ προσβάλλουσιν ὃ καθ᾽ ὑπόβασιν ὄρους ἐν τόπῳ Κριτζιμῷ λεγομένῳ ἐδομήσατο ὁ ᾿Αλέξιος ἔνθα καὶ πλεῖστα Ρωμαίοι καμόντες καὶ φιλοκινού νως ἁμιλλησάμενοι οὐκ ὀλίγους ἄνδρας ἀγαθοὺς ἐν τῷ προσάγειν τῷ τεέχει τὰς κλίμακας ἀπεβάλοντο, ὧν ἦν πρώτιστος ὁ Παλαιολόγος Γεώργιος· ὑψὲ δ᾽ ἐξελόντες τὸ ἔρυμα καὶ ἕτερ᾽ ἄττα πολίσματα ἐπὶ τῷδε συναφῶς ἐχειρώσαντο, πῇ μὲν μεθ' αἵμα της, πῇ δὲ καὶ ὁμολογία τούτων περιγενόμενοι. Εὐ μήχανος δ' ὧν ὁ ᾿Αλέξιος καὶ πολύχους εἰς ἔργα πολέμια άλλα τε πλεῖστα κατὰ Ῥωμαίων ἔργα NICETE CHONIATE quod tinebatur, eo inopinato nuntio attonitus et A inops consilii ob difficilem exercitus convocationem, ad seditiosum statim spadonem quemdam ei fami- liarissimum mittit, qui pacta et conventa in me- moriam ei revocaret ; et quod nihil unquam ex co tempore, quo se ad Romanos contulisset, molesti aut spei suæ contrarium perpessus esset, admo- neret. Neque enim de eo reconciliando desperabat. Eum non longo intervallo secuti sunt imperatoris generi cum omni ministrorum et cognatoruin co- mitatu, et militibus qui in palatio reperie- bactur. Sed nefarius spado ad eum profectus non modo nihil quod ad rem pertineret confecit, sed illum sua præsentia ut cœpta persequeretur magis confirmavit, cum temere effutiisset Romanos e vestigio illum invasuros, et monuisset ut campe- p stribus relictis salutem suam et popularium mon- tanis locis committeret. Imperatoris vero generi, et protostrator Manuel Cumyzes, alacritate et æmula- tione mira seditiosum persecuti sunt: sed oppor- tunitate ob prædam fugatam anissa contentionem remiserunt. Ac fervidioribus sic etiam placebat persequi et in montibus quærere Alexium. Pruden- tiores autem haud consultum putabant aquila ve- stigia montes et rupes pervolantis consectari, aut volumina serpentis in saxo quæritare, aut aprum dentatum, qui pectus sæpe jaculis obtulerit, ad pugnam irritare; sed oppida ab Alexio instaurata et con·lita recuperanda esse. Quo consilio prælato, castellum in loco qui Crizimus dicitur ab Alexio con- ditum oppugnant; ubi Romani promptissime et fortis sime dimicantes multos viros fortes quorum princeps erat Georgius Palæologus, in admovendis ad monia scalis amiserunt. Tandem eo expugnato etiam alia quædam oppida deinceps, alia sanguine profuso,ali: deditione ceperunt. Alexius vero, cal- lidus homo et solers bellator, cum alia plurima disciplinæ militaris specimina edidit, tum uno insigni stratagemate præter alios ipsum etiam pro- tostratorem cepit. Namn plurimis pecoribus ex spe- culis in campos agi el a popularibus suis cum parte Romanorum captivorum in Hæmum ad Joannem Zagore principem, cum quo fædus contra Romanos inierat, muneris loco et gratianimi ergo duci jussis, Romanis insidias collocavit, rapacitatis et avaritiæ eorum et charitatis erga suos non ignarus, præ D quibus etiam salutem suam neglecturi essent. Nec eum fefellit opinio. Nam paulo post protostrator, eo nuntio accepto, Batrachocastro, ubi stativa ha- bebat, Bactunium profectus, specie rei decipitur; et non animadverso Alexii dolo exercitum ea quæ in conspectu essent spoliare jubet; ipse equo non bellico circumiens spectatorem agit. Tum vero ex insidiis consurgit Alexius, et protostratorem circumventum diductaque suorum acio veluti cas- sibus implicatum capit. Hoc desertoris commento Romani exercitus reliquiæ prorsus enervatæ, ii vero qui defecerant elati sunt. Neque jam Romani eum lacessere aut aggredi audebant, sed juxta C
ἀλλὰ καίπερ οὕτω τῶν ἔνδον ἀμυνομένων, αὐτός τε τὸν ἵππον ἐπελάσας κατὰ τῆς πύλης Ἀνδρόνικος διηκόντισε καὶ οἱ τοξόται καὶ ἅπας ἕτερος ἐν ἔργοις ἐδείκνυντο αἵ τε σάλπιγγες πυκνὰ ἐνεπνέοντο τὸ παρακλητικὸν ἐς μάχην παρακελευόμεναι καὶ ἐβαρυήχει τὰ κύμβαλα, ὡς τοὺς εἰς τὰ τείχη καὶ τὰς βάρεις μὴ ἐνεγκεῖν τῶν στρατευμάτων τὴν ἀθρόαν ἀλαλαγὴν καὶ ἐπέλευσιν καὶ τὰ ἐκ παντοίων ὀργάνων ἀφέματα. Ἤδη δὲ τῶν κλιμάκων προσαγομένων καὶ κατὰ πολλὰ μέρη τοῦ τείχους ἐρειδομένων, ἡ τῶν γινομένων ἀγγελία παίει τὸν ῥῆγα διανταίαν πληγήν. ὁ δὲ ὡς αὐτός τι μέγα κακὸν καὶ ἀπαράκλητον πεπονθὼς ἢ τὸ λογιζόμενον πρηστῆρι διαφθαρεὶς ἐνεὸς ἦν ἐφ’ ἱκανόν. μόλις δ’ ἀνενεγκὼν τοῦ ἰλίγγου αἰτήσας ἵππον καὶ ἀναπηδήσας ἐφίσταται τῷ Ῥωμαϊκῷ στρατεύματι μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἐπιλέκτων καὶ τὰς ἁπάντων ἀνακόψας ὁρμὰς ὑποτίθησιν ἀποσχέσθαι τοῦ ἀνθρώποις μάχεσθαι πάλαι διαμεμηνυκόσιν αὐτῷ ὡς ἑαυτοὺς ἀναιμωτὶ καὶ τὴν πόλιν βασιλεῖ παραδώσουσι. Καὶ ὁ μὲν λόγος οὗτος οἷά τις νάρκη τὰς τῶν Ῥωμαίων χεῖρας ἐξέλυσε καὶ ἐγγὺς ἤδη τοῦ πορθεῖν τὴν πόλιν γεγενημένους ἔπαυσεν·
γέλλουσιν. Οὐ μὴν εἰς ὦτα ἀκουόντων τὰς σοφές ταύτας γνώμας ἦσαν εἰσηγούμενοι. Ο γὰρ βασι λεὺς ἐχέγγυον εἰς πίστιν τὸν τῆς υἱωνοῦ Θεοδώρας γαμον καθάπαξ ὑπολαβὼν οὐκ ἔστιν ὅπως ἐπὶ πά σιν οὐκ ἀσφαλῆ τὰ πρὸς εὔνοιαν καὶ ἀπρόσκοπον ἔκρινε τὸν ᾿Αλέξιον, καταγοητευούσης, οἶμαι, κανταῦθα τῆς κακοποιοῦ δυνάμεως τῆς ἐπὶ τὸ κέ- ταντες ἀεὶ φερούσης τὰ Ῥωμαίων πράγματα. Ως δ' οὐ πολλῷ ὕστερον εἰς ἔργον τὸ δέος ἐκβέβηκεν, ἐννεὸς ἐπὶ τοῖς ἤκουσμένοις φανεὶς καὶ μὴ ἔχων δ τι καὶ δοάσειεν ὡς ἀναῤῥαγέντος τοῦδε τοῦ κακοῦ ἀπροόπτως, καὶ ὅτι τῶν στρατευμάτων ἐργώδης ἡ συλλογή, ἐν μὲν τῷ παραυτίκα στέλλει πρὸς τὸν χειλέων ἐκφέρεσθαι, ἀλλ᾽ ἐν πολλοῖς καὶ φωνῆς τρανότερον ὅσα κέκευθεν ἡ φρὴν αἱ πράξεις ἐξαγ ἀποστάτην θλαδίαν τινὰ, τὰ πρῶτα τῶν ᾠκειωμέν νων αὐτῷ, ὑπομνήσοντα τοῦτον τῶν συνθηκῶν καὶ τοῦ μηδέν τι πώποτε παθεῖν ἀηδὲς καὶ τῶν ἐλπίδων ἀνάξιον, ἐξ ὅτου περ αὐτῷ προσκεχώρηκεν· οὐδὲ γὰρ ἦν ἀπογινώσκων τὴν τῆς γνώμης μεταβολήν. Τοῦ δὲ κατόπιν καὶ οἱ νεόνυμφοι γαμβροι του βα σιλέως συνεξήεσαν μετά γε παντὸς τοῦ οἰκιδίου και συγγενικού πληρώματος καὶ τῶν τότε ἐν τῷ παλα- τίῳ εὑρισκομένων στρατιωτῶν. Ἀφιγμένος οὖν ὁ βέβηλος εὐνοῦχος πρὸς τὸν ᾿Αλέξιον οὐ μόνον οὐδέν τι πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἑωράθη διαπραξάμενος, ἀλλὰ καὶ προσεπέῤῥωσε μᾶλλον ἐκεῖνον τῇ ἰδίᾳ παρουσίᾳ εἰς ἔργον τὸ ἐν χερσί, προσημάνας προπετῶς τὴν κατ᾿ αὐτοῦ τῶν Ῥωμαίων ὅσον οὐδέπω ἐπέλευσιν, καὶ διδάξας οἷς εἴρηκεν ἀποσχέσθαι μὲν τῶν πο δινῶν, ἐπιλαβέσθαι δὲ τῶν ὀρεινῶν, ὡς ἐκείνων σώ ζειν [Ρ. 331] ἐχόντων καὶ τὸ συναποστὰν ὁλόφωνον σύνταγμα. Οἱ δὲ περὶ τοὺς γαμβροὺς τοῦ βασιλέως καὶ τὸν πρωτοστράτορα Μανουὴλ τὸν Καμύτζην ἐδίω ξαν μὲν ὀπίσω ἱκανῶς τοῦ ἀντάρτου, καὶ ἦν θαυμαστή τις ἡ προθυμία, και πρωταγωνιστεῖν ἢ βούλοντο ξύμπαντες· τὴν δὲ τοῦ καιροῦ ῥοπὴν ἀπολέσαντες ἐκ τοῦ διασοβηθῆναι τὸ θήραμα τὸ πρόθυμον ἔσχα- σαν. Τοῖς μὲν οὖν θερμοτέροις ἐπιδιώκειν καὶ οὕ τως ἐδόκει καὶ διερευνᾶν ἐφέποντας οἷς τῶν ὀρέων ἀπέδρα ᾿Αλέξιος, τοῖς δ᾽ ἀσφαλεστέροις οὐχ ήνδανεν ὅλως ἀετοῦ ἴχνη ἀναδιφῶν ἐπιποτωμένου πάγοις καὶ ὄρεσιν, ἤ μεταλλῶν ἑρπυσμὴν ὄφεως ἐπὶ πέτραν, ἢ ἐκμαίνειν εἰς συμπλοκὴν χαυλιόδοντα μονιόν, πολλάκις τὸ στῆθος εἰς διακόντισεν προτεινάμενον, περιελθεῖν δὲ τὰ πολίχνια ὁπόσα ἐπεσκεύασε καὶ ἀνήγειρεν ὁ ᾿Αλέξιος, καὶ θέσθαι βασιλεῖ κατήκοα Καὶ τῆς βουλῆς ταύτης ὡς ἀμείνονος κυρωθείσης, τῷ φρουρίῳ προσβάλλουσιν ὃ καθ᾽ ὑπόβασιν ὄρους ἐν τόπῳ Κριτζιμῷ λεγομένῳ ἐδομήσατο ὁ ᾿Αλέξιος ἔνθα καὶ πλεῖστα Ρωμαίοι καμόντες καὶ φιλοκινού νως ἁμιλλησάμενοι οὐκ ὀλίγους ἄνδρας ἀγαθοὺς ἐν τῷ προσάγειν τῷ τεέχει τὰς κλίμακας ἀπεβάλοντο, ὧν ἦν πρώτιστος ὁ Παλαιολόγος Γεώργιος· ὑψὲ δ᾽ ἐξελόντες τὸ ἔρυμα καὶ ἕτερ᾽ ἄττα πολίσματα ἐπὶ τῷδε συναφῶς ἐχειρώσαντο, πῇ μὲν μεθ' αἵμα της, πῇ δὲ καὶ ὁμολογία τούτων περιγενόμενοι. Εὐ μήχανος δ' ὧν ὁ ᾿Αλέξιος καὶ πολύχους εἰς ἔργα πολέμια άλλα τε πλεῖστα κατὰ Ῥωμαίων ἔργα NICETE CHONIATE quod tinebatur, eo inopinato nuntio attonitus et A inops consilii ob difficilem exercitus convocationem, ad seditiosum statim spadonem quemdam ei fami- liarissimum mittit, qui pacta et conventa in me- moriam ei revocaret ; et quod nihil unquam ex co tempore, quo se ad Romanos contulisset, molesti aut spei suæ contrarium perpessus esset, admo- neret. Neque enim de eo reconciliando desperabat. Eum non longo intervallo secuti sunt imperatoris generi cum omni ministrorum et cognatoruin co- mitatu, et militibus qui in palatio reperie- bactur. Sed nefarius spado ad eum profectus non modo nihil quod ad rem pertineret confecit, sed illum sua præsentia ut cœpta persequeretur magis confirmavit, cum temere effutiisset Romanos e vestigio illum invasuros, et monuisset ut campe- p stribus relictis salutem suam et popularium mon- tanis locis committeret. Imperatoris vero generi, et protostrator Manuel Cumyzes, alacritate et æmula- tione mira seditiosum persecuti sunt: sed oppor- tunitate ob prædam fugatam anissa contentionem remiserunt. Ac fervidioribus sic etiam placebat persequi et in montibus quærere Alexium. Pruden- tiores autem haud consultum putabant aquila ve- stigia montes et rupes pervolantis consectari, aut volumina serpentis in saxo quæritare, aut aprum dentatum, qui pectus sæpe jaculis obtulerit, ad pugnam irritare; sed oppida ab Alexio instaurata et con·lita recuperanda esse. Quo consilio prælato, castellum in loco qui Crizimus dicitur ab Alexio con- ditum oppugnant; ubi Romani promptissime et fortis sime dimicantes multos viros fortes quorum princeps erat Georgius Palæologus, in admovendis ad monia scalis amiserunt. Tandem eo expugnato etiam alia quædam oppida deinceps, alia sanguine profuso,ali: deditione ceperunt. Alexius vero, cal- lidus homo et solers bellator, cum alia plurima disciplinæ militaris specimina edidit, tum uno insigni stratagemate præter alios ipsum etiam pro- tostratorem cepit. Namn plurimis pecoribus ex spe- culis in campos agi el a popularibus suis cum parte Romanorum captivorum in Hæmum ad Joannem Zagore principem, cum quo fædus contra Romanos inierat, muneris loco et gratianimi ergo duci jussis, Romanis insidias collocavit, rapacitatis et avaritiæ eorum et charitatis erga suos non ignarus, præ D quibus etiam salutem suam neglecturi essent. Nec eum fefellit opinio. Nam paulo post protostrator, eo nuntio accepto, Batrachocastro, ubi stativa ha- bebat, Bactunium profectus, specie rei decipitur; et non animadverso Alexii dolo exercitum ea quæ in conspectu essent spoliare jubet; ipse equo non bellico circumiens spectatorem agit. Tum vero ex insidiis consurgit Alexius, et protostratorem circumventum diductaque suorum acio veluti cas- sibus implicatum capit. Hoc desertoris commento Romani exercitus reliquiæ prorsus enervatæ, ii vero qui defecerant elati sunt. Neque jam Romani eum lacessere aut aggredi audebant, sed juxta C
Book VLiber V
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
PG 139:493αὐτὸς δὲ ὁ ῥὴξ ἐς συμβάσεις τραπόμενος ἀσπασίους μᾶλλον τοῖς ἐκ τῆς Ἄγαρ ἢ Ῥωμαίους κυδαινούσας τὰς ξυνθήκας εἰργάσατο. οἱ δ’ οὖν στρατιῶται μηδ’ ὅλως ὁποῖα τὰ τῆς εἰρήνης κατεξετάσαντες, ἀλλὰ καὶ πρὸς μόνην τὴν ταύτης ἀκοὴν νόστου μνησάμενοι, τὴν ναυτικὴν ἀπαιδευσίαν πράγμασιν αὐτοῖς καθυπέδειξαν ὡς εἴη τις δραστικωτέρα πυρός, καὶ ἀταξίας εὐθὺς ἐνέπλησαν τὰ στρατόπεδα. αἵ τε γὰρ ἑλεπόλεις ὑπ’ αὐτῶν ἐπυρώθησαν γνώμης ἄτερ τοῦ στρατηγοῦντος καὶ τὰς πλείστας ἀποφορτισάμενοι τῶν ὁπλίσεων πρὸς ταῖς κώπαις ἐγένοντο καὶ ἐπὶ πόντον ἔβλεψαν τὸν ἀτρύγετον, μανικώτερον εἰς τὰς ναῦς ἐφορμῶντες, μηδὲ τὸ τοῦ καιροῦ δυσχείμερον καὶ τὸ τοῦ πλοὸς ἔξωρον (τετάρτην γὰρ ἦγεν ὁ Δεκέμβριος μήν) κατὰ νοῦν θέμενοι. Ἦν οὖν ἰδεῖν τὸν πολύνεων ἐκεῖνον στόλον καὶ τὴν ἐπὶ λιμένων μίαν καταγωγὴν καὶ τὴν ἐκ τούτων αὖθις ἀναγωγὴν εἰς μυρία σκεδασθεῖσαν τμήματα, ἄλλων ἀγαπησάντων ἕτερον πλοῦν καὶ πάντων πρὸς τὰς πατρίδας οἰακοστροφούντων τὰς ναῦς, ὡς μόλις ἓξ ἔτι ναυλοχεῖσθαι τριήρεις, αἳ ἤμελλον ἀνακομίσειν Ἀνδρόνικον.
Α τάθεσιν τὸν προσδιαλεγόμενον ἐν τοῖς ὑπερφυέσι καὶ Ο μηδὲν ἔξωθεν δεομένοις ἐπιτεχνήσεως. ᾿Αλλὰ καὶ κατηχητηρίους συντιθεὶς λόγους τὴν τῶν νηστίμων ἡμερῶν προθεσμίαν ἐφεστάναι προκαταγγέλλοντας καὶ τοὺς τῆς πνευματικῆς πάλης πρὸς τὸν ἀγῶνα ὑπαλείφοντας, ἐν μέρει μνημονεύων τοῦ δόγματος ὅπως μὲν συνεζητήθη καὶ τίνα τὰ παρ᾽ αὐτοῦ δοξα- ζόμενα καὶ ἅ φασιν οἱ ἀντίφρονες σιωπῇ παρεδίδου, οἶμαι τὴν ἀντίφασιν ἐκτρεπόμενος, τῷ δὲ δόγματα ἐπιβάλλων ἐκεῖνα κινῶν κατηγόρευεν ἃ οὐδ᾽ ὅλως ᾔδεσαν [Ρ. 333] οὐδ᾽ ἐβάλλοντό ποτε κατὰ νοῦν. Ζη τήσεως γὰρ οὔσης εἰ τὸ μεταλαμβανόμενον ἅγιον σῶμα Χριστοῦ ἄφθαρτόν ἐστιν, ὁποῖον μετὰ τὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάστασιν, εἴτε μὴν φθαρτὸν ὡς πρὸ τοῦ πάθους, οἱ μὲν ἔλεγον ἄφθαρτον· ὁμολογίαν γάρ Β τινα καὶ ἀνάμνησιν εἶναι τοῦ τεθνάναι τὸ καὶ ἀνα- βιῶναι δι' ἡμᾶς τὸν Κύριον τὴν τῶν θείων μυστη ρίων μετάληψιν κατὰ τὸν μέγαν ἐν θεολογία Κύριλλον, καὶ ὡς δ᾽ ἄν μέρος τις δέξηται, ἐκεῖνον εἰσδέχεται ὅλον τὸν παρὰ τοῦ Θωμᾶ ψηλαφηθέντα, καὶ ὡς ἐσθίεται μετὰ τὴν ἀνάστασιν, καθὼς ὁ χρυ σοῦς τὴν γλῶτταν Ἰωάννης φησὶ πρὸς τοῖς ἑπομέν νοις· ο Ὢ τοῦ θαύματος! ὁ ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς καθήμενος, ἐν ταῖς χερσὶν ἡμῶν εὑρίσκεται τῶν ἁμαρτωλῶν· » καὶ πάλιν· « Ἤνθησεν ἐν τῷ νόμῳ, ηὔξησεν ἐν τοῖς προφήταις, ὡρίμασεν ἐν τῷ σταυρῷ, ἐσθίεται μετὰ τὴν ἀνάστασιν· » καὶ πρὸς τούτοις ὡς κ οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἢ ἐκεῖνο τὸ σῶμα δ τοῦ θανάτου κρεῖττον ἐδείχθη καὶ τῆς ζωῆς ἡμῶν προκατήρξατο καθάπερ γὰρ μικρὰ ζύμη, καθά φησιν ὁ ᾿Απόστολος, ὅλον τὸ φύραμα πρὸς ἑαυτὴν ἐξομοιοῖ καὶ ἰσάζει, οὕτω καὶ τὸ ἀθανατισθὲν τοῦ Θεοῦ σῶμα ἐν τῷ ἡμετέρῳ γενόμενον σώματι ὅλον πρὸς ἑαυτὸ μετα- ποιεῖ καὶ μετατίθησιν.» Κἀκεῖνα δὲ τῶν τοῦ λαμπτῆρος τῆς Ἐκκλησίας Εὐτυχίου προυτίθεσαν ἕτεροι· « Ὅλον οὖν τὸ ἅπαν ἅγιον σῶμα καὶ τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Κυ ρίου δέχεται, κἄν εἰ μέρος τις τούτων δέξηται. Μερί ζεται γὰρ ἀμερίστως ἐν ἅπασι διὰ τὴν ἔμμιξιν, καθώς καὶ σφραγὶς μία πάντα τὰ ἐκτυπώματα αὐτῆς καὶ μορφώματα τοῖς μεταλαμβανουσιν μεταδίδωσι, καὶ μία μένει καὶ μετὰ τὴν μετάδοσιν, οὐκ ἐλαττουμένη οὐδὲ ἀλλοιουμένη πρὸς τὰ μετέχοντα, κἄν ᾖ τῷ ἀριθμῷ πλείονα· ἤ καὶ ὡς μία φωνὴ ὑπό τινος προαχθεῖσα καὶ εἰς ἀέρα χυθεῖσα καὶ ἐν τῷ ταύτην προεμένῳ πᾶσα μένει καὶ ἐν τῷ ἀέρι γενομένη πᾶσα ταῖς ἀκοαῖς πάντων ἐναπετέθη, οὐδενὸς πλεῖον ἢ ἔλαττον τοῦ ἑτέρου τῶν ἀκουσάντων εἰσδε- χομένου, ἀλλὰ ὅλη ἐστὶν ἀδιαίρετος καὶ ὁλόκληρος παρὰ πᾶσι, κἂν μύριοι τὸν ἀριθμὸν ἢ πλείους ὦσιν οἱ ἀκούσαντες, καίτοι σῶμα υπάρχουσα· οὐδὲν γὰρ ἕτερόν ἐστι ἢ πεπληγμένος αήρ. Μηδεὶς οὖν ἀμφιβολίαν ἐχέτω, τὸ ἄφθαρτον μετὰ τὴν μυστικὴν ἱερουργίαν καὶ τὴν ἁγίαν ἀνάστασιν καὶ ἀθάνατον καὶ ἅγιον καὶ ζωοποιόν αἷμα τοῦ Κυρίου τοῖς ἀντιτύποις ἐντιθέμενον διὰ τῶν ἱερουργιῶν ἔλαττον τῶν προειρημένων παραδειγμάτων τὰς οἰκείας ἐναπομόργνυσθαι δυνάμεις, ἀλλ᾿ ὅλον ἐν ὅλοις εὑρίσκεσθαι. » Τῶν μὲν οὖν ταῦτα προτεινομένων καὶ μαρτυρίας άλλας πλείστας τῆς Ἐκκλησίας NICETE CHONIATÆ B sticus, quæ dies jejuniorum instare nuntiarent et sacerdotes ad id certamen exhortarentur, mentione inserta, quem degma illud ortum habuerit, et quid sentiat ipse exposuit: alversariorum vero dicta plane silentio dissimulavit, refutationem, ut arbi tror, veritus ; et ca tribuit adversariis, qum neque norant neque unquam cogitarunt. Nam cum in quæ- stione esset, utrum Christi corpus post perceptio- nem incorruptibile sit, quale post passionem el resurrectionem fuit, an corruptibile ut ante pas- sionem, alii dicebant incorruptibile, esse, quod divinorum mysteriorum perceptio confessio sit et recordatio quædam Domini propter nos mortui et redivivi, ut magnus in theologia Cyrillus tradit; et quam partem quisque acceperit, ab eo Christum integrum percipi quem Thomas palparit, eumque co- medi post resurrectionem, ut Joannes Chrysostomus affirmat his verbis : « rem miram ! qui ad dexte- ram Patris sedet, in nostrum peccatorum manibus invenitur. » Item: « Quacumque partem Quacumque partem acceperis, eum totum accipis, qui a Thoma palpatus est. » Et alio loco : « Floruit in lege, adolevit in prophetis, maturuit in cruce, comeditur post resur- rectionem. Neque enim aliud il est quod percipitur, quam illud corpus quod morte superata vitam nostram auspicatum est. Ut enim parum fermenti totam massam fermentat et sibi similem et parem reddit, ut divus Apostolus ait : sic immortale fa- ctum Dei corpus, cum in nostro corpore fuerit, totum i in se commutat et transfert. » Ait et ma- gnus Eutychius : « Totum igitur sacrosanctum cor- pus et pretiosum sanguinem Domini accipit homo, etsi horum pariem aliquam acceperit. Distribuitur enim impartibiliter inter omnes propter immistio- nem, ut unum sigillum omnes imagines suas omni materiæ imprimit, et unum manet etiam post communicationem, non imminutum, non mutatum in ea in quibus expressum est, etsi numero plura fuerint. Eodemque modo una vox ab aliquo prolata et in aere diffusa, in eo qui eam protulit tota ma- net, et per aerem tota ad aures perfertur, nemine auditorum plus minusve percipiente : sed tota est indivisibilis, et integra apud omnes, etsi decem millium numerum superent, quanivis ipsa corpus sit. Neque enim aliud est vox quam aer ictus. Nemo igitur ambigat, quin incorruptibile post mysticum sacrificium et sanctam et immorta- D lem resurrectionen, sanctum et vivificum corpus, sanguis Domini per sacrificia in res solidas imposi- tus, minus quam commemorata exempla suas vires minuens exprimatur et totus in tolis inveniatur. » His ergo hac proferentibus et alia plurina testi- monia Ecclesie citantibus, alteros, id mysterium non confessionem resurrectionis, sed sacrificium duntaxat esse, et proinde corruptibile et amens et inamine ; ad quod qui accedat, non totum Christum percipiat sed partem, ut qui partem percipiat. Nam si, inquiunt, incorruptibile esset, etiam men- tis esset particeps et animatum et intactile et ina- C
PG 139:495ὁ δὲ τὴν ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων ἅμα τῷ ῥηγὶ πορευθεὶς κἀκεῖθεν ἁρμοζόντως παραπεμφθεὶς τὸ Ἰκόνιον παραλλάξας ἐς Βυζάντιον παρεγένετο. τῶν δὲ πολλῶν ἐκείνων νηῶν αἱ μὲν ἀνέμων ἀντιπνοίαις περιπεσοῦσαι κατέδυσαν αὔτανδροι, αἱ δὲ κλύδωνι θαλαττίῳ διασπαρεῖσαι ὀψὲ καὶ ἔαρος ἐπιφαίνοντος τοῖς νεωσοίκοις τῆς πόλεως ἀπεδόθησαν. οὐκ ὀλίγαι δὲ καὶ τῶν ἐπιβατῶν κενωθεῖσαι καθάπαξ ἐπιλαβομένων τῆς γῆς ὡς Χαρώνεια πορθμεῖα τοῖς τῶν κυμάτων διαύλοις ἀνερμάτιστοι ἀφείθησαν φέρεσθαι, ὡς βραχείας περιλειφθῆναι βρασμὸν θαλάσσης καὶ ναυτῶν διαδράσας ἀμέλειαν. Οἱ δὲ Σαρακηνοὶ τὴν ἐς αὐτοὺς ὁδὸν τῶν Ῥωμαίων, ὡς ἔδειξαν, ἀποδειλιάσαντες καὶ τὸν ἐσέπειτα πλοῦν ἀνατρέποντες πρέσβεις ἐς βασιλέα ἔστειλαν καὶ δῶρα τὰ παρ’ αὐτοῖς τιμώμενα ἔπεμψαν καὶ τὴν εἰρήνην ἐκράτυναν. Ἤδη δὲ ὠδινούσης τῆς βασιλίδος καὶ τεκεῖν ἐγγιζούσης σεσάρωτο μὲν ἡ πορφύρα τὸ οἴκημα καὶ διηυτρέπιστο ἀκριβῶς τὰ πρὸς τὴν κύησιν τοῦ παιδὸς καὶ ὑποδοχὴν τῆς μητρός. ὡς δὲ κατήπειγον αἱ Εἰλείθυιαι, ὁ πορφύρεος δόμος εἶχεν ἐντὸς τὴν ἐπίτοκον.
Οἶστος ἔξωρμαν ὅν τῶν στρατευμάτων αἰρενῆς αἴρεται ἀρετεῖ θρυφών ἐν τῷ στρατοπέδῳ στρατηγῆς ἐκ γάρ τοῦ τῶν Ἡλιακῶν τις ἀνθρώπους τὸν ἐπὶ πατακότερα ἐλαχινόν, καὶ προσδιάνευς εἰς ὄντον καὶ ὀνομ, ἐπὶ στρατηγῆς συγκατανέσκεται τῷ ὀχηματί. Ηστικῶς τοίνυν ὡς τοῦτο εἶχε πιθόμενος, αὐτῶν τε διεκάλυτο καὶ θαρδεῖν παρεκελεύετο πᾶσι, οἱς ἄχρι τὸ μέλλον ἐντελεῖν ὀνωνζόμενος, καὶ χαρεῖν ἐνάγκων ὡς ἐπὶ δεξιὰ ἤδη τῇ τοῦ πολέμου τελευτῇ. Καὶ ὁ μὲν ἐν τούτοις ἦν, θεὶν ὁσπεῖρα προηγὸν ἐπικαλούμενος τοῖς στρατεύμασιν. Ὁ δὲ Ἀνδρῶνος τὸν στρατηγάνταν ἡμιζωσάμενος ἀπέπεν ἐκεῖνον μετὰ πασῶν τῶν ἀνυμμένων, καὶ εἶχεν σύντον ἐμερῶν τινὸν διαλειπούσῃ ὁ Σάκυμβος; καὶ Δάνονθις διαπερατομέμενον, καὶ τὸ Ζεύγμανον εἶσεδέχετο. Οὐδ' ὁ Παίσωνες ἐπὶ τούτοις ἀναπεπτώκασαν, ἀλλὰ τὰς αἰκείας ἤλας ἀγερεμάνει καὶ στραμαχικὸν ξενολογήσαντες οὖς ὀλίγον ἐκ τῶν ὀμβροσύνην σφίσιν ἐνθνῶν καὶ ἐξ ὄστῶν δὲ Ἀκαμανῶν, ὡς ἐλέγιτο, καὶ Διονύσιον τούτοις ἐπιστήσαντες στρατηγὸν αὐτομαχίαρα, γενναῖον ἀνδρα καὶ πολιάκις τὰς ἐννητίας συγχύφαντα φάλαγγας, καὶ φρονηματισθέντες οὐτο μετὰ κίμπου ἐκήσαντα. Οὐτος δὲ ἡ Διονύσιος ὁ ἐπρώτως ἐκήρχει τὸν Ἱστορν διαφήναν. Πρωμαχίαν στρατικὰ, γεγχυρωμένος ὡν ἐπὶ ταῖς πρότερον νήκως ἐξ ἱρατο κατὰ Πρωμαχίων, μεγαλοδηγήμανδον ἐλλεγν ὡς εἰς κολωνίν ὀνθὸς ἐστινατα ἀγγοχών τὰ τῶν εἰς πόλεμον πεσύτων Πρωμαχίων ὀστὰ καὶ οὐσα τροπαῖος τούτοις ὡς καὶ ἄλλοτε ποτε γρίζατο, ἐπεὶ καὶ ἦν τι τοῦτον βαρδρικριών δεδιακούς, ὅκρινα τὸν Ἀκαρδῶν καὶ τὰν Βρανάν, ὡς ἤδη μυρ ἀργήθη, κατηγωνίστα. πολιμον, ὥσπερ αἱ τῶν πραγμάτων ἄδηλοι ἐκδάσεις εἶνεν ὑψῶτα καὶ τὸ ἐκ τῆς ἤτης αἰσχρος μετριάζονται καὶ τὸ κατοίκωθεν μεγαλλίζονται μαλλον καὶ εἰς λόχοις ἐξαιρούσαι μέγιγτον, ὡς κακεῖνον τε καὶ τούτων ἐξυμβεθύχοτος κατ' ἀποσκάπτα τοῦ αὐτοκράτορος, ἀναδείκνυσται τῆς ὀλῆς ἀργηγὸς στρατικᾶ ὁ τοῦ στάλου δους Ἀνδρῶνικος ὁ Κοντοστίζοντα. Ἡν δὲ τῷ μελλεῖν ἀπαίρειν τῆς Σαρδικῆς τὰ στρατεύρατα ἐν ἐνηκώφων σπᾶς ὁ βασιλεὺς γίνεται καλῶν καὶ γενναῖον λόγων καὶ πολὺ τὸ πιθανὸν ἐχόντων ἀγορητής. Ἀδύντο τε γὰρ Κοντοστίζαντον παρεθάρμενον εἰς τὴν προκειμένην στρατηγήσῃ, οὐ μόνον μεθόδους ὅποιοιες ταξικὰς, ἀλλὰ καὶ καριὸν αὐτῷ τῆς προσδοκῆς ἐπιστραμνόμενος εἶδος το ἐπίσεις καὶ σχήματα παρατάξων, τούς τε ὀποιστρατηγῆς καὶ τούς Ἀρχράχας καὶ καθξῆς ἄπαντας τούς ἐν ὄπλοις διαχιστή πρὸς μαχισμὸν, ἐνάγκων εἰς μνήμην τῶν προηγωνισμένων, καὶ πειθων τοῖς ὑποδείγματι σημοῦσι καὶ τὰ προσειμένα (βαρδρήσει δεῖν ἦν καὶ ἀγριθών καὶ τούτοις ἡν θεῷ ἐπιθεῖνα τέλος καὶ μακτὰ λαμπρῶν τροπαίων ἐπανελθῆν ὑψῶτ γὰρ ὑπ' αὐτῶν δοξασθεὶς ἐκεῖνος, καὶ τῷ ἀπεῖνα τούς βαρδρᾶσαν υιχνίσας, ἀντικαταθρησκεῖ καὶ αὐτὰς τούτοις ὅμως εὐχαρίζοντας τὰς ἀμυνθάς. Οἱ δὲ καὶ δὲ τοῦ μὲν ἤδετο ταῦτα πρὸς τοῦ χραστοῦσι, τὸ δεῖν ἦς ἀκούειν καὶ πραγματιζόμενοι προδύματος ἐπέραιστον ἐξ ὡν τὰς ἀκοκὰς ὑπεκλινον καὶ σχήν ἐπὶ τοῖς λεγομένοις ἐν πάζαντον ἐπεὶ δ' ἐπασάχτα τοῦ λέγειν, ἵν ἦμαλλον τὴν ἐνδον διαθέσιν ὑπεσπαμαίνον καὶ ὁν εἶχον γάργειον ἐν ψυχῇ, τῷ μέλιτι τοῦ λόγου κατακηκαλούμενος, ὁδ' οὐ καὶ εἶχεσαν ἀτέχνως ἀποκλήσονται: ἤν τι που τούτοις τοῖς εἰπεύριζομένοις ἀδηδεῖς ἀπὸ τῆς μνήμης τῶν πρώνερων πολιμων βασιλέα τε γὰρ εὐφήμοιος ἐκόμπουν ὀναντί, καὶ τὰ πρώμυμον καὶ ὑπέρ τσχην ἐνδείξασθαι ἱσχυρίζοντο Ἀμελεῖ μηδε μέλλει ἐδώνων τὸν στρατηγέντα, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ τούς πολιμούς ἀγείν αὐτοῦς. β΄. Ἐνστασίᾳς δὲ τῷ ἐορνίῳ μνήμης Ἰροκυπίου τοῦ μέρτυρος, ἐκείνων τὰς δυνάμεις εἰς πόλεμον ὁ Κοντοστίζαντα, καὶ τότε τε ἐνδεὶ τὸν θώρακα καὶ τὴν ἀλλὴν πανωπλὰν ἡμεῖστο, καὶ τοῖς λοιποῖς ὥσπεστος ἐπέστατε δρᾶν, καὶ τὴν ἐκαυτοῦ ἐκαστοῦ τάξην ἐπαπορεύετο καὶ καθίστα πρὸς τὸ εὖ- εἰς τὴν προστασίαν ἀριθμού τῶν ἀναπαρασκευασμένων ἀπὸ τῆς μνήμης τῶν πρώνερων πολιμων βασιλέα τε γὰρ εὐφήμοιος ἐκόμπουν ὀναντί, καὶ τὰ πρώμυμον καὶ ὑπέρ τσχην ἐνδείξασθαι ἱσχυρίζονταν Ἀμελεῖ μηδε μέλλει ἐδώνων τὸν στρατηγέντα, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ τούς πολιμούς ἀγείν αὐτοῦς. Οὐτος δὲ ἡ Διονύσιος ὁ ἐπρώτως ἐκήρχει τὸν Ἱστορν διαφήναν. Πρωμαχίαν στρατικὰ, γεγχυρωμένος ὡν ἐπὶ ταῖς πρότερον νήκως ἐξ ἱρατο κατὰ Πρωμαχίων, μεγαλοδηγήμανδον ἐλλεγν ὡς εἰς κολωνίν ὀνθὸς ἐστινατα ἀγγοχών τὰ τῶν εἰς πόλεμον πεσύτων Πρωμαχίων ὀστὰ καὶ οὐσα τροπαῖος τούτοις ὡς καὶ ἄλλοτε ποτε γρίζατο, ἐπεὶ καὶ ἦν τι τοῦτον βαρδρικριών δεδιακούς, ὅκρινα τὸν Ἀκαρδῶν καὶ τὰν Βρανάν, ὡς ἤδη μυρ ἀργήθη, κατηγωνίστα. exemplis ad festinandum et imminentia pericula subeunda, quibus Deo adjutorium fortiter superat's illustrem victoriam reportaturi sint, incitat. Quodis gloriam ipsius illustrantur atque absenti victoriam peperant, se litterariter illos remuneraturum. At illi et dam huc dicebantur, attentione silentioque alarretatem suum ostendebant, et finita oratione magis etiam affectum suum et incitatos animos declarabant, ut verborum lenociniis delinivi, si quid molesti ex superioribus pugnis in temoria residebat, id totum aboliti videretur. Nam et imperotorem lætis acelinationibus celebrabant, et se ultra vires etiam dimicaturos pollicebantur, petebantque ut a duce sine mora contra hostem ducerentur. Ita incitatis exeritibus statim confusus clamor in castris tollitur, quod quidam ex gente Pannonica, dum concitato equo ac toto impetu fertur, pronus in faciem prolapsus erat. Quo imperator audito et ipse exhilaratus est et omnes bene animo esse jussit, bonum id omen interpretatus hæli felicem eventuri, et Deum servalorem ut ductor esset exercitus invocavit. An dronicus vero cum omnibus copiis digressus, post aliquot dies Savo et Danubio superalis Zeugminum ingreditur. Pauonii vero ea non nihil territi, sed suis cohortibus instructus et non parvis auxilios a finitimis populis atque ipsis Alemannis, ut ferebatur, conductis, summque rerum Dionysio viro strenuo et victorius inelyto mandata, pleni animorum et jactubundi incendebant. Is Dionysius, ut primum audit Romannum exercitum Istrum transisse, victorius prioribus inflatus insolentur glioratus est se, ut pridem, ita nunc etiam occisorum Romanorum ossibus in tumulum aggestis pro tropaeo usurum. Id enim barbarica feritate, victo Gabra et Brana, ut jam mori ni, fecerat. [P. 100] sub A C D 2. Contostephanus vero in festo Procopii mar tyriis armatas phalanxes in aciem educit, frontem exercitus ipse occupat, cornu dextrum Andronico Laparæ, sinistrum aliis tribunis mandat. Disposit et alias phalanxes paulum ab utroque cornu semotæ, ut per tempus laborantibus legionibus
ἠγωνία μὲν οὖν ἐπὶ τῇ γαμετῇ παρὼν βασιλεὺς καὶ τὰς ὠδίνας ἐκούφιζεν ὀπτανόμενος, τὸ πλέον δὲ τοῦ βλέμματος ἐχαρίζετο τῷ σκεπτομένῳ τοὺς ἀστέρας καὶ τοῖς κατ’ οὐρανὸν διαχαίνοντι. ἐπεὶ δὲ τὸ τεχθὲν ἐξώλισθε τῆς νηδύος καὶ ἦν ἄρσεν καὶ ἡ τέχνη ἐδίδασκεν ὄλβιον καὶ μοιρηγενὲς καὶ τῆς πατρῴας ἀρχῆς διάδοχον, θεῷ τε φωναὶ ἀπεδίδοντο χαριστήριοι καὶ ἅπας ἦν ἐν κρότοις καὶ χαρμοναῖς. Ὑπεξαίρων δὲ τὴν γενέθλιον καὶ ὀνομαστήριον τοῦ παιδὸς ἡμέραν, ὡς εἴθισται παρὰ τοῖς βασιλεῦσι Ῥωμαίων θαλίαις τοὺς ἀστυπολίτας εὐώχει, καὶ Ἀλέξιον τὸν παῖδα ὠνόμασεν, οὐχ ἁπλῶς τὴν κλῆσιν ταύτην ἀπολεξάμενος, οὐδὲ τὸν παῖδα τιμῶν τῷ τοῦ τεκόντος τὸν γεγεννηκότα ἐκεῖνον ὀνόματι, ἀλλὰ προσέχων τὸν νοῦν ᾧ χρηστηριώδης ἀνεῖπε φωνὴ πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐρώτησινἦν δ’ αὕτη ἐς ὅσον ἡ τοῦ Κομνηνοῦ Ἀλεξίου βασιλεύοντος διαρκέσει σειρά; τὸ δὲ χρησμῴδημα αἷμα ὃ τῆς συλλαβῆς διιστάμενον καὶ κατὰ στοιχεῖον ἀναλεγόμενον διὰ μὲν τοῦ ἄλφα σαφῶς ὑπέγραφε τὸν Ἀλέξιον, διὰ δὲ τοῦ ἰῶτα τὸν Ἰωάννην, διὰ δὲ τῶν ἐφεξῆς δύο γραμμάτων τὸν Μανουὴλ καὶ τὸν ἐξ ἐκείνου πάλιν παραληψόμενον τὴν ἀρχήν.
Οἶστος ἔξωρμαν ὅν τῶν στρατευμάτων αἰρενῆς αἴρεται ἀρετεῖ θρυφών ἐν τῷ στρατοπέδῳ στρατηγῆς ἐκ γάρ τοῦ τῶν Ἡλιακῶν τις ἀνθρώπους τὸν ἐπὶ πατακότερα ἐλαχινόν, καὶ προσδιάνευς εἰς ὄντον καὶ ὀνομ, ἐπὶ στρατηγῆς συγκατανέσκεται τῷ ὀχηματί. Ηστικῶς τοίνυν ὡς τοῦτο εἶχε πιθόμενος, αὐτῶν τε διεκάλυτο καὶ θαρδεῖν παρεκελεύετο πᾶσι, οἱς ἄχρι τὸ μέλλον ἐντελεῖν ὀνωνζόμενος, καὶ χαρεῖν ἐνάγκων ὡς ἐπὶ δεξιὰ ἤδη τῇ τοῦ πολέμου τελευτῇ. Καὶ ὁ μὲν ἐν τούτοις ἦν, θεὶν ὁσπεῖρα προηγὸν ἐπικαλούμενος τοῖς στρατεύμασιν. Ὁ δὲ Ἀνδρῶνος τὸν στρατηγάνταν ἡμιζωσάμενος ἀπέπεν ἐκεῖνον μετὰ πασῶν τῶν ἀνυμμένων, καὶ εἶχεν σύντον ἐμερῶν τινὸν διαλειπούσῃ ὁ Σάκυμβος; καὶ Δάνονθις διαπερατομέμενον, καὶ τὸ Ζεύγμανον εἶσεδέχετο. Οὐδ' ὁ Παίσωνες ἐπὶ τούτοις ἀναπεπτώκασαν, ἀλλὰ τὰς αἰκείας ἤλας ἀγερεμάνει καὶ στραμαχικὸν ξενολογήσαντες οὖς ὀλίγον ἐκ τῶν ὀμβροσύνην σφίσιν ἐνθνῶν καὶ ἐξ ὄστῶν δὲ Ἀκαμανῶν, ὡς ἐλέγιτο, καὶ Διονύσιον τούτοις ἐπιστήσαντες στρατηγὸν αὐτομαχίαρα, γενναῖον ἀνδρα καὶ πολιάκις τὰς ἐννητίας συγχύφαντα φάλαγγας, καὶ φρονηματισθέντες οὐτο μετὰ κίμπου ἐκήσαντα. Οὐτος δὲ ἡ Διονύσιος ὁ ἐπρώτως ἐκήρχει τὸν Ἱστορν διαφήναν. Πρωμαχίαν στρατικὰ, γεγχυρωμένος ὡν ἐπὶ ταῖς πρότερον νήκως ἐξ ἱρατο κατὰ Πρωμαχίων, μεγαλοδηγήμανδον ἐλλεγν ὡς εἰς κολωνίν ὀνθὸς ἐστινατα ἀγγοχών τὰ τῶν εἰς πόλεμον πεσύτων Πρωμαχίων ὀστὰ καὶ οὐσα τροπαῖος τούτοις ὡς καὶ ἄλλοτε ποτε γρίζατο, ἐπεὶ καὶ ἦν τι τοῦτον βαρδρικριών δεδιακούς, ὅκρινα τὸν Ἀκαρδῶν καὶ τὰν Βρανάν, ὡς ἤδη μυρ ἀργήθη, κατηγωνίστα. πολιμον, ὥσπερ αἱ τῶν πραγμάτων ἄδηλοι ἐκδάσεις εἶνεν ὑψῶτα καὶ τὸ ἐκ τῆς ἤτης αἰσχρος μετριάζονται καὶ τὸ κατοίκωθεν μεγαλλίζονται μαλλον καὶ εἰς λόχοις ἐξαιρούσαι μέγιγτον, ὡς κακεῖνον τε καὶ τούτων ἐξυμβεθύχοτος κατ' ἀποσκάπτα τοῦ αὐτοκράτορος, ἀναδείκνυσται τῆς ὀλῆς ἀργηγὸς στρατικᾶ ὁ τοῦ στάλου δους Ἀνδρῶνικος ὁ Κοντοστίζοντα. Ἡν δὲ τῷ μελλεῖν ἀπαίρειν τῆς Σαρδικῆς τὰ στρατεύρατα ἐν ἐνηκώφων σπᾶς ὁ βασιλεὺς γίνεται καλῶν καὶ γενναῖον λόγων καὶ πολὺ τὸ πιθανὸν ἐχόντων ἀγορητής. Ἀδύντο τε γὰρ Κοντοστίζαντον παρεθάρμενον εἰς τὴν προκειμένην στρατηγήσῃ, οὐ μόνον μεθόδους ὅποιοιες ταξικὰς, ἀλλὰ καὶ καριὸν αὐτῷ τῆς προσδοκῆς ἐπιστραμνόμενος εἶδος το ἐπίσεις καὶ σχήματα παρατάξων, τούς τε ὀποιστρατηγῆς καὶ τούς Ἀρχράχας καὶ καθξῆς ἄπαντας τούς ἐν ὄπλοις διαχιστή πρὸς μαχισμὸν, ἐνάγκων εἰς μνήμην τῶν προηγωνισμένων, καὶ πειθων τοῖς ὑποδείγματι σημοῦσι καὶ τὰ προσειμένα (βαρδρήσει δεῖν ἦν καὶ ἀγριθών καὶ τούτοις ἡν θεῷ ἐπιθεῖνα τέλος καὶ μακτὰ λαμπρῶν τροπαίων ἐπανελθῆν ὑψῶτ γὰρ ὑπ' αὐτῶν δοξασθεὶς ἐκεῖνος, καὶ τῷ ἀπεῖνα τούς βαρδρᾶσαν υιχνίσας, ἀντικαταθρησκεῖ καὶ αὐτὰς τούτοις ὅμως εὐχαρίζοντας τὰς ἀμυνθάς. Οἱ δὲ καὶ δὲ τοῦ μὲν ἤδετο ταῦτα πρὸς τοῦ χραστοῦσι, τὸ δεῖν ἦς ἀκούειν καὶ πραγματιζόμενοι προδύματος ἐπέραιστον ἐξ ὡν τὰς ἀκοκὰς ὑπεκλινον καὶ σχήν ἐπὶ τοῖς λεγομένοις ἐν πάζαντον ἐπεὶ δ' ἐπασάχτα τοῦ λέγειν, ἵν ἦμαλλον τὴν ἐνδον διαθέσιν ὑπεσπαμαίνον καὶ ὁν εἶχον γάργειον ἐν ψυχῇ, τῷ μέλιτι τοῦ λόγου κατακηκαλούμενος, ὁδ' οὐ καὶ εἶχεσαν ἀτέχνως ἀποκλήσονται: ἤν τι που τούτοις τοῖς εἰπεύριζομένοις ἀδηδεῖς ἀπὸ τῆς μνήμης τῶν πρώνερων πολιμων βασιλέα τε γὰρ εὐφήμοιος ἐκόμπουν ὀναντί, καὶ τὰ πρώμυμον καὶ ὑπέρ τσχην ἐνδείξασθαι ἱσχυρίζοντο Ἀμελεῖ μηδε μέλλει ἐδώνων τὸν στρατηγέντα, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ τούς πολιμούς ἀγείν αὐτοῦς. β΄. Ἐνστασίᾳς δὲ τῷ ἐορνίῳ μνήμης Ἰροκυπίου τοῦ μέρτυρος, ἐκείνων τὰς δυνάμεις εἰς πόλεμον ὁ Κοντοστίζαντα, καὶ τότε τε ἐνδεὶ τὸν θώρακα καὶ τὴν ἀλλὴν πανωπλὰν ἡμεῖστο, καὶ τοῖς λοιποῖς ὥσπεστος ἐπέστατε δρᾶν, καὶ τὴν ἐκαυτοῦ ἐκαστοῦ τάξην ἐπαπορεύετο καὶ καθίστα πρὸς τὸ εὖ- εἰς τὴν προστασίαν ἀριθμού τῶν ἀναπαρασκευασμένων ἀπὸ τῆς μνήμης τῶν πρώνερων πολιμων βασιλέα τε γὰρ εὐφήμοιος ἐκόμπουν ὀναντί, καὶ τὰ πρώμυμον καὶ ὑπέρ τσχην ἐνδείξασθαι ἱσχυρίζονταν Ἀμελεῖ μηδε μέλλει ἐδώνων τὸν στρατηγέντα, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ τούς πολιμούς ἀγείν αὐτοῦς. Οὐτος δὲ ἡ Διονύσιος ὁ ἐπρώτως ἐκήρχει τὸν Ἱστορν διαφήναν. Πρωμαχίαν στρατικὰ, γεγχυρωμένος ὡν ἐπὶ ταῖς πρότερον νήκως ἐξ ἱρατο κατὰ Πρωμαχίων, μεγαλοδηγήμανδον ἐλλεγν ὡς εἰς κολωνίν ὀνθὸς ἐστινατα ἀγγοχών τὰ τῶν εἰς πόλεμον πεσύτων Πρωμαχίων ὀστὰ καὶ οὐσα τροπαῖος τούτοις ὡς καὶ ἄλλοτε ποτε γρίζατο, ἐπεὶ καὶ ἦν τι τοῦτον βαρδρικριών δεδιακούς, ὅκρινα τὸν Ἀκαρδῶν καὶ τὰν Βρανάν, ὡς ἤδη μυρ ἀργήθη, κατηγωνίστα. exemplis ad festinandum et imminentia pericula subeunda, quibus Deo adjutorium fortiter superat's illustrem victoriam reportaturi sint, incitat. Quodis gloriam ipsius illustrantur atque absenti victoriam peperant, se litterariter illos remuneraturum. At illi et dam huc dicebantur, attentione silentioque alarretatem suum ostendebant, et finita oratione magis etiam affectum suum et incitatos animos declarabant, ut verborum lenociniis delinivi, si quid molesti ex superioribus pugnis in temoria residebat, id totum aboliti videretur. Nam et imperotorem lætis acelinationibus celebrabant, et se ultra vires etiam dimicaturos pollicebantur, petebantque ut a duce sine mora contra hostem ducerentur. Ita incitatis exeritibus statim confusus clamor in castris tollitur, quod quidam ex gente Pannonica, dum concitato equo ac toto impetu fertur, pronus in faciem prolapsus erat. Quo imperator audito et ipse exhilaratus est et omnes bene animo esse jussit, bonum id omen interpretatus hæli felicem eventuri, et Deum servalorem ut ductor esset exercitus invocavit. An dronicus vero cum omnibus copiis digressus, post aliquot dies Savo et Danubio superalis Zeugminum ingreditur. Pauonii vero ea non nihil territi, sed suis cohortibus instructus et non parvis auxilios a finitimis populis atque ipsis Alemannis, ut ferebatur, conductis, summque rerum Dionysio viro strenuo et victorius inelyto mandata, pleni animorum et jactubundi incendebant. Is Dionysius, ut primum audit Romannum exercitum Istrum transisse, victorius prioribus inflatus insolentur glioratus est se, ut pridem, ita nunc etiam occisorum Romanorum ossibus in tumulum aggestis pro tropaeo usurum. Id enim barbarica feritate, victo Gabra et Brana, ut jam mori ni, fecerat. [P. 100] sub A C D 2. Contostephanus vero in festo Procopii mar tyriis armatas phalanxes in aciem educit, frontem exercitus ipse occupat, cornu dextrum Andronico Laparæ, sinistrum aliis tribunis mandat. Disposit et alias phalanxes paulum ab utroque cornu semotæ, ut per tempus laborantibus legionibus
Ὡς οὖν ὁ παῖς τὴν ἡλικίαν προέκοπτε καὶ κατὰ εὐθαλὲς καὶ πῖον νεόφυτον εἰς αὔξην ἀνέτρεχεν, ἕτερος σκοπὸς ἀνῆκε τὸν βασιλέα. καὶ δὴ μετατίθησι τοὺς ὅρκους εἰς τὸν υἱόν, οὓς ἐπὶ τῇ θυγατρὶ Μαρίᾳ καὶ τῷ μνήστορι ταύτης Ἀλεξίῳ τῷ Παίονι πρώην εἶχε τετελεκώς. ὅθεν αὐτόν τε τὸν βασιλέα καὶ ἐφ’ ὃν οἱ ὅρκοι καὶ τοὺς ἀποδώσοντας τούτους τὸ ἐν Βλαχέρναις εἰσεδέχετο μέγα καὶ περίπυστον τῆς θεομήτορος τέμενος. καὶ διὰ τῆς τελεσιουργίας τῶν ὅρκων εἰς τὸν ἐξ ὀσφύος αὐτοῦ τὴν σκηπτουχίαν, ὡς ᾤετο, μεταθέμενος μετὰ βραχὺ τοῦ μνήστορος Ἀλεξίου τὸ θυγάτριον ἀποζεύγνυσι καὶ αὐτῷ μὲν εἰς γυναῖκα ἐγγυᾶται τὴν τῆς γυναικός οἱ ὁμόσπορον, ἄρτι σὺν τῷ ἀδελφῷ Βαλδουίνῳ τῆς Ἀντιοχείας ἀπάρασαν. Ἐπεὶ δὲ καὶ πέρας τοῦ βίου κατειλήφει τὸν τὴν Οὐνναρχίαν τότε περιζωννύμενον, ἀπρόοπτον εὐτύχημα τὸν τούτου θάνατον ὁ Μανουὴλ ἡγησάμενος πέμπει τὸν Ἀλέξιον εὐθὺς μετὰ λαμπρᾶς δορυφορίας καὶ βασιλείου πλείστης παρασκευῆς τὴν Παιονικὴν παραληψόμενον δυναστείαν καὶ βασιλεύσοντα τῶν ὁμοεθνῶν. καὶ εἶχε τοῦτον ἀταλαιπώρως ἡ Παιονία ταινίᾳ ῥηγικῇ διαδούμενον καὶ τοῦ γένους ὅλου ἀνενδοιάστως δεσπόζοντα.
Οἶστος ἔξωρμαν ὅν τῶν στρατευμάτων αἰρενῆς αἴρεται ἀρετεῖ θρυφών ἐν τῷ στρατοπέδῳ στρατηγῆς ἐκ γάρ τοῦ τῶν Ἡλιακῶν τις ἀνθρώπους τὸν ἐπὶ πατακότερα ἐλαχινόν, καὶ προσδιάνευς εἰς ὄντον καὶ ὀνομ, ἐπὶ στρατηγῆς συγκατανέσκεται τῷ ὀχηματί. Ηστικῶς τοίνυν ὡς τοῦτο εἶχε πιθόμενος, αὐτῶν τε διεκάλυτο καὶ θαρδεῖν παρεκελεύετο πᾶσι, οἱς ἄχρι τὸ μέλλον ἐντελεῖν ὀνωνζόμενος, καὶ χαρεῖν ἐνάγκων ὡς ἐπὶ δεξιὰ ἤδη τῇ τοῦ πολέμου τελευτῇ. Καὶ ὁ μὲν ἐν τούτοις ἦν, θεὶν ὁσπεῖρα προηγὸν ἐπικαλούμενος τοῖς στρατεύμασιν. Ὁ δὲ Ἀνδρῶνος τὸν στρατηγάνταν ἡμιζωσάμενος ἀπέπεν ἐκεῖνον μετὰ πασῶν τῶν ἀνυμμένων, καὶ εἶχεν σύντον ἐμερῶν τινὸν διαλειπούσῃ ὁ Σάκυμβος; καὶ Δάνονθις διαπερατομέμενον, καὶ τὸ Ζεύγμανον εἶσεδέχετο. Οὐδ' ὁ Παίσωνες ἐπὶ τούτοις ἀναπεπτώκασαν, ἀλλὰ τὰς αἰκείας ἤλας ἀγερεμάνει καὶ στραμαχικὸν ξενολογήσαντες οὖς ὀλίγον ἐκ τῶν ὀμβροσύνην σφίσιν ἐνθνῶν καὶ ἐξ ὄστῶν δὲ Ἀκαμανῶν, ὡς ἐλέγιτο, καὶ Διονύσιον τούτοις ἐπιστήσαντες στρατηγὸν αὐτομαχίαρα, γενναῖον ἀνδρα καὶ πολιάκις τὰς ἐννητίας συγχύφαντα φάλαγγας, καὶ φρονηματισθέντες οὐτο μετὰ κίμπου ἐκήσαντα. Οὐτος δὲ ἡ Διονύσιος ὁ ἐπρώτως ἐκήρχει τὸν Ἱστορν διαφήναν. Πρωμαχίαν στρατικὰ, γεγχυρωμένος ὡν ἐπὶ ταῖς πρότερον νήκως ἐξ ἱρατο κατὰ Πρωμαχίων, μεγαλοδηγήμανδον ἐλλεγν ὡς εἰς κολωνίν ὀνθὸς ἐστινατα ἀγγοχών τὰ τῶν εἰς πόλεμον πεσύτων Πρωμαχίων ὀστὰ καὶ οὐσα τροπαῖος τούτοις ὡς καὶ ἄλλοτε ποτε γρίζατο, ἐπεὶ καὶ ἦν τι τοῦτον βαρδρικριών δεδιακούς, ὅκρινα τὸν Ἀκαρδῶν καὶ τὰν Βρανάν, ὡς ἤδη μυρ ἀργήθη, κατηγωνίστα. πολιμον, ὥσπερ αἱ τῶν πραγμάτων ἄδηλοι ἐκδάσεις εἶνεν ὑψῶτα καὶ τὸ ἐκ τῆς ἤτης αἰσχρος μετριάζονται καὶ τὸ κατοίκωθεν μεγαλλίζονται μαλλον καὶ εἰς λόχοις ἐξαιρούσαι μέγιγτον, ὡς κακεῖνον τε καὶ τούτων ἐξυμβεθύχοτος κατ' ἀποσκάπτα τοῦ αὐτοκράτορος, ἀναδείκνυσται τῆς ὀλῆς ἀργηγὸς στρατικᾶ ὁ τοῦ στάλου δους Ἀνδρῶνικος ὁ Κοντοστίζοντα. Ἡν δὲ τῷ μελλεῖν ἀπαίρειν τῆς Σαρδικῆς τὰ στρατεύρατα ἐν ἐνηκώφων σπᾶς ὁ βασιλεὺς γίνεται καλῶν καὶ γενναῖον λόγων καὶ πολὺ τὸ πιθανὸν ἐχόντων ἀγορητής. Ἀδύντο τε γὰρ Κοντοστίζαντον παρεθάρμενον εἰς τὴν προκειμένην στρατηγήσῃ, οὐ μόνον μεθόδους ὅποιοιες ταξικὰς, ἀλλὰ καὶ καριὸν αὐτῷ τῆς προσδοκῆς ἐπιστραμνόμενος εἶδος το ἐπίσεις καὶ σχήματα παρατάξων, τούς τε ὀποιστρατηγῆς καὶ τούς Ἀρχράχας καὶ καθξῆς ἄπαντας τούς ἐν ὄπλοις διαχιστή πρὸς μαχισμὸν, ἐνάγκων εἰς μνήμην τῶν προηγωνισμένων, καὶ πειθων τοῖς ὑποδείγματι σημοῦσι καὶ τὰ προσειμένα (βαρδρήσει δεῖν ἦν καὶ ἀγριθών καὶ τούτοις ἡν θεῷ ἐπιθεῖνα τέλος καὶ μακτὰ λαμπρῶν τροπαίων ἐπανελθῆν ὑψῶτ γὰρ ὑπ' αὐτῶν δοξασθεὶς ἐκεῖνος, καὶ τῷ ἀπεῖνα τούς βαρδρᾶσαν υιχνίσας, ἀντικαταθρησκεῖ καὶ αὐτὰς τούτοις ὅμως εὐχαρίζοντας τὰς ἀμυνθάς. Οἱ δὲ καὶ δὲ τοῦ μὲν ἤδετο ταῦτα πρὸς τοῦ χραστοῦσι, τὸ δεῖν ἦς ἀκούειν καὶ πραγματιζόμενοι προδύματος ἐπέραιστον ἐξ ὡν τὰς ἀκοκὰς ὑπεκλινον καὶ σχήν ἐπὶ τοῖς λεγομένοις ἐν πάζαντον ἐπεὶ δ' ἐπασάχτα τοῦ λέγειν, ἵν ἦμαλλον τὴν ἐνδον διαθέσιν ὑπεσπαμαίνον καὶ ὁν εἶχον γάργειον ἐν ψυχῇ, τῷ μέλιτι τοῦ λόγου κατακηκαλούμενος, ὁδ' οὐ καὶ εἶχεσαν ἀτέχνως ἀποκλήσονται: ἤν τι που τούτοις τοῖς εἰπεύριζομένοις ἀδηδεῖς ἀπὸ τῆς μνήμης τῶν πρώνερων πολιμων βασιλέα τε γὰρ εὐφήμοιος ἐκόμπουν ὀναντί, καὶ τὰ πρώμυμον καὶ ὑπέρ τσχην ἐνδείξασθαι ἱσχυρίζοντο Ἀμελεῖ μηδε μέλλει ἐδώνων τὸν στρατηγέντα, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ τούς πολιμούς ἀγείν αὐτοῦς. β΄. Ἐνστασίᾳς δὲ τῷ ἐορνίῳ μνήμης Ἰροκυπίου τοῦ μέρτυρος, ἐκείνων τὰς δυνάμεις εἰς πόλεμον ὁ Κοντοστίζαντα, καὶ τότε τε ἐνδεὶ τὸν θώρακα καὶ τὴν ἀλλὴν πανωπλὰν ἡμεῖστο, καὶ τοῖς λοιποῖς ὥσπεστος ἐπέστατε δρᾶν, καὶ τὴν ἐκαυτοῦ ἐκαστοῦ τάξην ἐπαπορεύετο καὶ καθίστα πρὸς τὸ εὖ- εἰς τὴν προστασίαν ἀριθμού τῶν ἀναπαρασκευασμένων ἀπὸ τῆς μνήμης τῶν πρώνερων πολιμων βασιλέα τε γὰρ εὐφήμοιος ἐκόμπουν ὀναντί, καὶ τὰ πρώμυμον καὶ ὑπέρ τσχην ἐνδείξασθαι ἱσχυρίζονταν Ἀμελεῖ μηδε μέλλει ἐδώνων τὸν στρατηγέντα, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ τούς πολιμούς ἀγείν αὐτοῦς. Οὐτος δὲ ἡ Διονύσιος ὁ ἐπρώτως ἐκήρχει τὸν Ἱστορν διαφήναν. Πρωμαχίαν στρατικὰ, γεγχυρωμένος ὡν ἐπὶ ταῖς πρότερον νήκως ἐξ ἱρατο κατὰ Πρωμαχίων, μεγαλοδηγήμανδον ἐλλεγν ὡς εἰς κολωνίν ὀνθὸς ἐστινατα ἀγγοχών τὰ τῶν εἰς πόλεμον πεσύτων Πρωμαχίων ὀστὰ καὶ οὐσα τροπαῖος τούτοις ὡς καὶ ἄλλοτε ποτε γρίζατο, ἐπεὶ καὶ ἦν τι τοῦτον βαρδρικριών δεδιακούς, ὅκρινα τὸν Ἀκαρδῶν καὶ τὰν Βρανάν, ὡς ἤδη μυρ ἀργήθη, κατηγωνίστα. exemplis ad festinandum et imminentia pericula subeunda, quibus Deo adjutorium fortiter superat's illustrem victoriam reportaturi sint, incitat. Quodis gloriam ipsius illustrantur atque absenti victoriam peperant, se litterariter illos remuneraturum. At illi et dam huc dicebantur, attentione silentioque alarretatem suum ostendebant, et finita oratione magis etiam affectum suum et incitatos animos declarabant, ut verborum lenociniis delinivi, si quid molesti ex superioribus pugnis in temoria residebat, id totum aboliti videretur. Nam et imperotorem lætis acelinationibus celebrabant, et se ultra vires etiam dimicaturos pollicebantur, petebantque ut a duce sine mora contra hostem ducerentur. Ita incitatis exeritibus statim confusus clamor in castris tollitur, quod quidam ex gente Pannonica, dum concitato equo ac toto impetu fertur, pronus in faciem prolapsus erat. Quo imperator audito et ipse exhilaratus est et omnes bene animo esse jussit, bonum id omen interpretatus hæli felicem eventuri, et Deum servalorem ut ductor esset exercitus invocavit. An dronicus vero cum omnibus copiis digressus, post aliquot dies Savo et Danubio superalis Zeugminum ingreditur. Pauonii vero ea non nihil territi, sed suis cohortibus instructus et non parvis auxilios a finitimis populis atque ipsis Alemannis, ut ferebatur, conductis, summque rerum Dionysio viro strenuo et victorius inelyto mandata, pleni animorum et jactubundi incendebant. Is Dionysius, ut primum audit Romannum exercitum Istrum transisse, victorius prioribus inflatus insolentur glioratus est se, ut pridem, ita nunc etiam occisorum Romanorum ossibus in tumulum aggestis pro tropaeo usurum. Id enim barbarica feritate, victo Gabra et Brana, ut jam mori ni, fecerat. [P. 100] sub A C D 2. Contostephanus vero in festo Procopii mar tyriis armatas phalanxes in aciem educit, frontem exercitus ipse occupat, cornu dextrum Andronico Laparæ, sinistrum aliis tribunis mandat. Disposit et alias phalanxes paulum ab utroque cornu semotæ, ut per tempus laborantibus legionibus
Liber de REbus Gestis Post Urbem Captam
PG 139:497Ὁ δὲ βασιλεὺς αὖθις ἀνηρεύνα ἐπιμελῶς τὸν τῇ ἐκείνου θυγατρὶ συζευξόμενον. καὶ Ῥωμαίων ἀθερίζων ὅσοι πρὸς γάμον ἐπίδοξοι ἐφιλοκρίνει τοὺς δυνάστας ἐθνῶν, ὁπόσοι μὴ ζυγῖται, καὶ τοὺς ὅσοι παίδων γονεῖς τὴν πατρῴαν διαδεξομένων μετὰ πότμον τῶν γειναμένων τούτους ἀρχήν. καὶ ἐπειδήπερ ἔπιπτε τὸ πρωτεῖον πρὸς τὸν κρατοῦντα Σικελίας Γιλίελμον, ἄλλος ἐπ’ ἄλλῳ πρέσβυς εἰς ἐκεῖνον ἐστέλλετο καὶ παρ’ ἐκείνου αὖθις τὸ κῆδος πρεσβεύοντος ἐπάλληλα ἦν τὰ κηρύκεια καὶ ἦν ἐφ’ ἱκανὸν τὰ τῶν γάμων λογολεσχούμενα προεισόδια. ἀμφιτάλαντον δὲ τὴν ἐπὶ τούτοις καὶ τὰ πρῶτα ἔχων ῥοπὴν καὶ οἷον κυμαίνουσαν καὶ πολλὰς μεταβολὰς λαμβάνουσαν καὶ τροπὰς ὀψέ ποτε μεθίσταται τοῦ σκοποῦ Ῥωμαίοις κρίνας ἀσύμφορα τὰ μετὰ τοῦ ῥηγὸς Σικελίας μνηστεύματα. Ἦν οὖν ἡ κόρη πολυμνήστη βασίλεια καὶ κατὰ τὴν Ἀγαμεμνόνειον Ἠλέκτραν ἄλεκτρος ἐπὶ πολὺ τοῖς ἀνακτόροις ἀλύουσα καὶ κατ’ ἀχερωί̈δα ὑδρηλὴν ὑψηλὴ καὶ κοίτης ἀνδρώας ἱμείρουσα.
τακτον. Καὶ τὸ μὲν τῆς φάλαγγος μέτωπον ἀπένειμεν ὁ στρατηγὸς ἑαυτῷ, τὸ δὲ κέρας τὸ δεξιὸν ᾿Ανδρό- νικος ἐπεῖχεν ὁ Λαπαρδὰς, τὸ δὲ λαιὸν ἄλλοι τας ξίαρχοι, οὕς ὁ στρατηγὸς συνεπήγετο. Εξετετάχει δὲ καὶ ἄλλας φάλαγγας, μικρόν ἄποθεν αὐτὰς διαστήσας εκατέρου κέρατος, ὅπως ἐπιπεριοῦσαι κατὰ καιρὸν εἴησαν ἐπαρήγουσαι τοῖς κάμνουσι τάγμασιν. Οὕτω δ' ἐκτάσσοντι τὰς δυνάμεις καὶ καθιστῶντι τῷ ᾿Ανδρονίκῳ ἐφίσταται τις ἐκ βασιλέως κομίζων γράμματα, ἐκείνην τὴν ἡμέραν καθυπερ- θέσθαι τὴν συμπλοκὴν ἐπιτάσσοντα ὡς ἀσύμφορον ἐς ἔργα πολέμια, καὶ καθ' ἑτέραν ἀναθέσθαι, ἣν καὶ αὐτὴν τὸ ἐπιστόλιον ἀνεδίδασκε. Δεξάμενος οὖν ὁ στρατηγὸς τὸ βιβλίον εἰς τὸν οἰκεῖον καθῆκε κόλα πον, μήτε τοῖς γραφομένοις προσσχών, μήτε τοῖς συνοῦσι μεγιστάσι δῆλα τὰ προσταττόμενα θέμενος, « ἐπαινετῶς δὲ παρακρουσάμενος ἑτέρων ὑποθέσεων διηγήσεσιν. Ἀπετρέπετο δὲ ὡς ἀποφρὰς ἡ τότε ἡμέρα καὶ ὅλως ἀξύμφορος πρὸς τὴν κατ' Αρεα συμβολὴν, ἐπεὶ καὶ ἦν τάς πλείστας καὶ μεγίστας τῶν πράξεων, καὶ παρὰ Θεοῦ τό πέρας κατ᾿ εὐδο κίαν εἴτε μὴ δεχομένας, ταῖς τῶν ἄστρων οὐκ οἶδ᾽ ὅπως περιπλοκαῖς καὶ ταῖς τοιαῖσδε θέσεσι καὶ κινήσεσιν ἐπανατιθεῖς, καὶ τοῖς παρὰ τῶν ἀστρο- λεσχούντων λεγομένοις καθυπαγόμενος ἴσα ταῖς ἐκ θρανίδος Θεοῦ ἀποφάσεσιν. Ὁ δὲ μὴ τοῖς γραφο- μένοις ὅλως προσσχών, ἀλλ' εἰδὼς ὡς μέγα ώνη σε πολλάκις τὸν ἀθλοῦντα καὶ βραχεῖα τις ὑποφώνησις τοῦ ἀλείφοντος, πρὸς τὸν ἐν χερσὶν ἀγῶνα διανίστησι λόγοις τὸ στράτευμα, « Μνήσασθε, » ὑποφθεγγόμε- νος, « άνδρες Ῥωμαῖοι, πολεμίου ἀλκῆς, μνήσασθε, καὶ μηδέν τι φρονήσητε τῆς δόξης καὶ τῆς τύχης Β τῆς ἐνούσης ἀνάξιον, εὖ εἰδότες ὡς καὶ θῆρες ὀρει νόμοι [Ρ. 10] τοῖς κατ᾿ αὐτῶν εὐθαρσῶς ἐπιοῦσι δεδίασί τε προεγχειρῆσαι καὶ διασοβηθέντες ἀπία- σιν, ὅσοι δὲ αὐτοῖς ἀντιμέτωποι στῆναι πεφρίκασιν, εἰς ἑτοίμην θοίνην ὠμοβορούμενοι πρόκεινται. ᾿Ανα οριστέον οὖν κατὰ τουτωνὶ τῶν θηριογνωμόνων βαρβάρων, μὴ πως ὑπ᾽ αὐτοῖς γενώμεθα, φιλοψυ- χίαν ἀγεννῶς νοσήσαντες μή σώζουσαν, ἀλλ' ἀπολ- λύουσαν, τοῦτο δὴ ὅπερ (94) αἱ ταῖς ἀρεταῖς ἀντί- θετοι κακίαι εξώθασι δρᾶν, εἰ καὶ παραπεπήγασιν αὐταῖς ἐκεῖναι καὶ εἰσί πως ἀγχίθυροι. Καὶ ἄλλως δὲ οὐχ ἡμεῖς μὲν ἐσμὲν καὶ βλητοὶ καὶ θνητοί, ἐκ δὲ χαλκοῦ τεχνητοί οἱ πολέμιοι· οὐδ᾽ οὗτοι μὲν χιτῶνας περίκεινται σιδηρέους καὶ ὠκύποσιν ἵπποις Ενέχονται, ἡμεῖς δὲ τοὐναντίον ἅπαν καὶ σώματα γυμνά προβαλλόμενοι· οὐδ᾽ εὐπάλαμνον μὲν τὸ ἀντίπαλον, ἀπόμαχον δὲ τὸ ἡμέτερον. Τοῖς πᾶσιν ἡ αὐτὴ διάρτισις καὶ μέλησις πολέμων καὶ ὅπλισις. Εὼ γὰρ λέγειν ὡς ὅσῳ λόγῳ καὶ παιδείᾳ τῶν βαρβάρων διενηνόχαμεν, ὡς καὶ εἰπεῖν, ἔμπειροι καὶ ξυνιδεῖν οὐκ ἀποροι, τοσοῦτον καὶ τέχναις στρατηγικαῖς μεθόδοις ὑπερφέρομεν. Ηδη δὲ καὶ ἄλλοτε ποτε συμβαλόντες διημιλλήθημεν Παίοσι, τὴν γῆν αὐτῶν ἐπιόντες καὶ κείροντες. Οὕτω τοίνυν καὶ νῦν αὐτοῖς συμπλεκοίμεθα, ὡς εἰς ἔξιν τοῦ νίκαν προελθόντες. Ναί, ἄνδρες, καὶ συστρατιῶται. Οὕτω ὅπερ καὶ ἐν ταῖς καθολικαῖς ἀρεταῖς ἔχει τις τοῦτο ἰδεῖν. B DE MANUELE COMNENO LIB. V. A venirent.Interea litteræ imperatoris illi afferuntur, quibus pugnam in alium commodiorem diem in litteris declaratum differre jubebatur. At ille libello in sinu condito jussa negligit, et apud pro- ceres aliarum rerum mentione interjecta callide dissimulat. Is autem dies, ut ater et infaustus ad pugnam, improbabatur: nescio enim quomodo plurima et maxima quæque negotia, quæ arbitratu Dei secundos vel adversos exitus soruiuntur, ad astrorum circuitus et certos positus ac progres- siones Manuel referebat, et nugas astrologorum pro oraculis excipiebat. Cæterum Contostephanus iis litteris plane contemptis, non ignarus sæpe modicam cohortationem ad certamen pugili mul- tum profuisse,legiones ad hunc modum alloquitur: Fortes viros vos præbete, Quirites, neque fortuna et gloria vestra quidquam indignum admittite. Scitis enim etiam feras, si quis fortiter invadat, terreri ac in fugam conjici, timidos vero et fugaces ab eis devorari. Quare cum immacibus istis bar baris strenue dimicandum est, ne mortis formidine, quæ non salutem sed exitium affert, jugum eorum turpiter subeamus et ignaviæ nostræ graves panas demus. Neque vero aut nos soli vulneribus et morti expositi sumus, aut hostes ærei sunt et invulnerabiles: sed ut illi ferro muniti sunt et velocibus equis insident, ita eædem res nobis quoque suppetunt, neque fortitudine illis cedimus Omnibus eadem est instructio, eadem belli exer- citatio, eadem armorum ratio. Nam illud omitto, nos,quantum eloquentia et doctrina barbaros su- peramus, tanto eliam disciplina militari et solertia superiores esse. Sumus etiam antehac cum Pan- noniis congressi, corumque agros vastavimus. Aggrediamur eos nunc quoque victoria habitu confirmato. Agite, viri, agite, commilitones, ita liberos et conjuges vestras videatis: barbarorum pereuntium voces Istri gurgites hauriant, cruen- tumque furnen Pannoniorum cladem et Romano- rum victoriam insolito spectaculo terris iis nun- tiet quas perfluit. Præterea illud etiam est consi- derandum, cum a quo huc missi sumus totum pendere a nobis, et bona spe ex nostris pollicita- tionibus concepta jam fere captivos agitare animo et victoriæ magnitudinem sibi imaginari. Ne igitur præsenti periculo, quod nihil habet D morte gravius debilitati, vel illi pudori vel nobis ipsis calamitati simus. Summa enim mala tergi- versationem non patiuntur; in quibus vel exigua negligentia summæ rerum est eversio. » B Hier. Wolfi nota. banc appendicem, a me de industria prætermissam, sic interpreteris licet: Id quod opposita virtutibus vitia efficere consueverunt; quanquam illis propinqua sunt et pene adhærent. Alter codex habet (94) Τοῦτο δὴ ὅπερ. Ineptam et intempestivam
συνευνάζεται δ’ οὖν ὅμως μετὰ πολλὴν τοῦ βασιλέως προμήθειαν ὕστερον ἑνὶ τῶν τοῦ μαρκεσίου Μοντησφεράντης υἱῶν, χαρίεντι τὴν ὄψιν καὶ ἰδεῖν ἡδίστῳ καὶ τὴν κόμην ἡλιῶντι καὶ εὐπρεπεῖ καὶ μήπω φύοντι γένειον, αὐτὴ τὸ τριακοστὸν ὑπεραναβᾶσα ἔτος καὶ ἀνδρικὴ τυγχάνουσα τὴν ἰσχύν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τῆς ἱστορίας γενόμενος καὶ ταῦτα τοῖς εἰρημένοις προσθήσω. ἔστι τις θαλάσσιος κόλπος ἑσπέριος, Ἀδρίας λεγόμενος, ἀναχωρῶν μὲν τοῦ Σικελικοῦ πελάγους καὶ οἷά τι ἐξέραμα τοῦ Ἰονίου ῥοῦ, καθ’ ἑαυτὸν ἰδιάζων καὶ πρὸς βορρᾶν ἄνεμον ἐπὶ πολὺ συρόμενος. τούτου δὴ τὰ μυχαίτατα Ἐνετοὶ νέμονται, οὓς καὶ Βενετίκους εἴποι τις ἂν κατὰ γλώττης ἰδιότητα, ἄνδρες θαλάττης τρόφιμοι, κατὰ Φοίνικας ἀγύρται, πανοῦργοι τὸ φρόνημα. ἀλλ’ οὗτοι Ῥωμαίοις ἐσποιηθέντες κατὰ χρείαν ἦν ὅτε ναυμαχικὴν κα τὰ σμήνη καὶ φατρίας τὴν Κωνσταντίνου τῆς οἰκείας ἠλλάξαντο, ὅθεν ἁπανταχῇ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἐπικρατείας διασπαρέντες καὶ μόνον τὸ ἀπὸ γένους ὄνομα παραμεμενηκὸς αὐτοῖς ἔχοντες, τὰ δ’ ἄλλα σύμφυλοι ὄντες καὶ πάνυ Ῥωμαῖοι ηὐξάνοντό τε καὶ ἐχυδάϊζον.
τακτον. Καὶ τὸ μὲν τῆς φάλαγγος μέτωπον ἀπένειμεν ὁ στρατηγὸς ἑαυτῷ, τὸ δὲ κέρας τὸ δεξιὸν ᾿Ανδρό- νικος ἐπεῖχεν ὁ Λαπαρδὰς, τὸ δὲ λαιὸν ἄλλοι τας ξίαρχοι, οὕς ὁ στρατηγὸς συνεπήγετο. Εξετετάχει δὲ καὶ ἄλλας φάλαγγας, μικρόν ἄποθεν αὐτὰς διαστήσας εκατέρου κέρατος, ὅπως ἐπιπεριοῦσαι κατὰ καιρὸν εἴησαν ἐπαρήγουσαι τοῖς κάμνουσι τάγμασιν. Οὕτω δ' ἐκτάσσοντι τὰς δυνάμεις καὶ καθιστῶντι τῷ ᾿Ανδρονίκῳ ἐφίσταται τις ἐκ βασιλέως κομίζων γράμματα, ἐκείνην τὴν ἡμέραν καθυπερ- θέσθαι τὴν συμπλοκὴν ἐπιτάσσοντα ὡς ἀσύμφορον ἐς ἔργα πολέμια, καὶ καθ' ἑτέραν ἀναθέσθαι, ἣν καὶ αὐτὴν τὸ ἐπιστόλιον ἀνεδίδασκε. Δεξάμενος οὖν ὁ στρατηγὸς τὸ βιβλίον εἰς τὸν οἰκεῖον καθῆκε κόλα πον, μήτε τοῖς γραφομένοις προσσχών, μήτε τοῖς συνοῦσι μεγιστάσι δῆλα τὰ προσταττόμενα θέμενος, « ἐπαινετῶς δὲ παρακρουσάμενος ἑτέρων ὑποθέσεων διηγήσεσιν. Ἀπετρέπετο δὲ ὡς ἀποφρὰς ἡ τότε ἡμέρα καὶ ὅλως ἀξύμφορος πρὸς τὴν κατ' Αρεα συμβολὴν, ἐπεὶ καὶ ἦν τάς πλείστας καὶ μεγίστας τῶν πράξεων, καὶ παρὰ Θεοῦ τό πέρας κατ᾿ εὐδο κίαν εἴτε μὴ δεχομένας, ταῖς τῶν ἄστρων οὐκ οἶδ᾽ ὅπως περιπλοκαῖς καὶ ταῖς τοιαῖσδε θέσεσι καὶ κινήσεσιν ἐπανατιθεῖς, καὶ τοῖς παρὰ τῶν ἀστρο- λεσχούντων λεγομένοις καθυπαγόμενος ἴσα ταῖς ἐκ θρανίδος Θεοῦ ἀποφάσεσιν. Ὁ δὲ μὴ τοῖς γραφο- μένοις ὅλως προσσχών, ἀλλ' εἰδὼς ὡς μέγα ώνη σε πολλάκις τὸν ἀθλοῦντα καὶ βραχεῖα τις ὑποφώνησις τοῦ ἀλείφοντος, πρὸς τὸν ἐν χερσὶν ἀγῶνα διανίστησι λόγοις τὸ στράτευμα, « Μνήσασθε, » ὑποφθεγγόμε- νος, « άνδρες Ῥωμαῖοι, πολεμίου ἀλκῆς, μνήσασθε, καὶ μηδέν τι φρονήσητε τῆς δόξης καὶ τῆς τύχης Β τῆς ἐνούσης ἀνάξιον, εὖ εἰδότες ὡς καὶ θῆρες ὀρει νόμοι [Ρ. 10] τοῖς κατ᾿ αὐτῶν εὐθαρσῶς ἐπιοῦσι δεδίασί τε προεγχειρῆσαι καὶ διασοβηθέντες ἀπία- σιν, ὅσοι δὲ αὐτοῖς ἀντιμέτωποι στῆναι πεφρίκασιν, εἰς ἑτοίμην θοίνην ὠμοβορούμενοι πρόκεινται. ᾿Ανα οριστέον οὖν κατὰ τουτωνὶ τῶν θηριογνωμόνων βαρβάρων, μὴ πως ὑπ᾽ αὐτοῖς γενώμεθα, φιλοψυ- χίαν ἀγεννῶς νοσήσαντες μή σώζουσαν, ἀλλ' ἀπολ- λύουσαν, τοῦτο δὴ ὅπερ (94) αἱ ταῖς ἀρεταῖς ἀντί- θετοι κακίαι εξώθασι δρᾶν, εἰ καὶ παραπεπήγασιν αὐταῖς ἐκεῖναι καὶ εἰσί πως ἀγχίθυροι. Καὶ ἄλλως δὲ οὐχ ἡμεῖς μὲν ἐσμὲν καὶ βλητοὶ καὶ θνητοί, ἐκ δὲ χαλκοῦ τεχνητοί οἱ πολέμιοι· οὐδ᾽ οὗτοι μὲν χιτῶνας περίκεινται σιδηρέους καὶ ὠκύποσιν ἵπποις Ενέχονται, ἡμεῖς δὲ τοὐναντίον ἅπαν καὶ σώματα γυμνά προβαλλόμενοι· οὐδ᾽ εὐπάλαμνον μὲν τὸ ἀντίπαλον, ἀπόμαχον δὲ τὸ ἡμέτερον. Τοῖς πᾶσιν ἡ αὐτὴ διάρτισις καὶ μέλησις πολέμων καὶ ὅπλισις. Εὼ γὰρ λέγειν ὡς ὅσῳ λόγῳ καὶ παιδείᾳ τῶν βαρβάρων διενηνόχαμεν, ὡς καὶ εἰπεῖν, ἔμπειροι καὶ ξυνιδεῖν οὐκ ἀποροι, τοσοῦτον καὶ τέχναις στρατηγικαῖς μεθόδοις ὑπερφέρομεν. Ηδη δὲ καὶ ἄλλοτε ποτε συμβαλόντες διημιλλήθημεν Παίοσι, τὴν γῆν αὐτῶν ἐπιόντες καὶ κείροντες. Οὕτω τοίνυν καὶ νῦν αὐτοῖς συμπλεκοίμεθα, ὡς εἰς ἔξιν τοῦ νίκαν προελθόντες. Ναί, ἄνδρες, καὶ συστρατιῶται. Οὕτω ὅπερ καὶ ἐν ταῖς καθολικαῖς ἀρεταῖς ἔχει τις τοῦτο ἰδεῖν. B DE MANUELE COMNENO LIB. V. A venirent.Interea litteræ imperatoris illi afferuntur, quibus pugnam in alium commodiorem diem in litteris declaratum differre jubebatur. At ille libello in sinu condito jussa negligit, et apud pro- ceres aliarum rerum mentione interjecta callide dissimulat. Is autem dies, ut ater et infaustus ad pugnam, improbabatur: nescio enim quomodo plurima et maxima quæque negotia, quæ arbitratu Dei secundos vel adversos exitus soruiuntur, ad astrorum circuitus et certos positus ac progres- siones Manuel referebat, et nugas astrologorum pro oraculis excipiebat. Cæterum Contostephanus iis litteris plane contemptis, non ignarus sæpe modicam cohortationem ad certamen pugili mul- tum profuisse,legiones ad hunc modum alloquitur: Fortes viros vos præbete, Quirites, neque fortuna et gloria vestra quidquam indignum admittite. Scitis enim etiam feras, si quis fortiter invadat, terreri ac in fugam conjici, timidos vero et fugaces ab eis devorari. Quare cum immacibus istis bar baris strenue dimicandum est, ne mortis formidine, quæ non salutem sed exitium affert, jugum eorum turpiter subeamus et ignaviæ nostræ graves panas demus. Neque vero aut nos soli vulneribus et morti expositi sumus, aut hostes ærei sunt et invulnerabiles: sed ut illi ferro muniti sunt et velocibus equis insident, ita eædem res nobis quoque suppetunt, neque fortitudine illis cedimus Omnibus eadem est instructio, eadem belli exer- citatio, eadem armorum ratio. Nam illud omitto, nos,quantum eloquentia et doctrina barbaros su- peramus, tanto eliam disciplina militari et solertia superiores esse. Sumus etiam antehac cum Pan- noniis congressi, corumque agros vastavimus. Aggrediamur eos nunc quoque victoria habitu confirmato. Agite, viri, agite, commilitones, ita liberos et conjuges vestras videatis: barbarorum pereuntium voces Istri gurgites hauriant, cruen- tumque furnen Pannoniorum cladem et Romano- rum victoriam insolito spectaculo terris iis nun- tiet quas perfluit. Præterea illud etiam est consi- derandum, cum a quo huc missi sumus totum pendere a nobis, et bona spe ex nostris pollicita- tionibus concepta jam fere captivos agitare animo et victoriæ magnitudinem sibi imaginari. Ne igitur præsenti periculo, quod nihil habet D morte gravius debilitati, vel illi pudori vel nobis ipsis calamitati simus. Summa enim mala tergi- versationem non patiuntur; in quibus vel exigua negligentia summæ rerum est eversio. » B Hier. Wolfi nota. banc appendicem, a me de industria prætermissam, sic interpreteris licet: Id quod opposita virtutibus vitia efficere consueverunt; quanquam illis propinqua sunt et pene adhærent. Alter codex habet (94) Τοῦτο δὴ ὅπερ. Ineptam et intempestivam
οὐκοῦν καὶ περιβαλόμενοι πλοῦτον πολὺν αὐθάδειάν τε καὶ ἀναίδειαν μετεδίωκον, ὡς μὴ μόνον ἀναρσίως ἔχειν Ῥωμαίοις, ἀλλὰ καὶ τῶν βασιλικῶν ἀνεπιστρόφως ἀπειλῶν τε καὶ ἐντολῶν. Μεταλλοιοῖ τοίνυν τὰς ἐπ’ αὐτοῖς ῥοπὰς βασιλεύς, καὶ νῦν μὲν τοῦ κατὰ Κέρκυραν μεμνημένος ἐμπαροινήματος, νῦν δ’ ἄλλου πεῖραν λαμβάνων κακοῦ, αὖθις δ’ ἑτέρου καὶ χείρονος πανουργεύματος τὴν ἐκείνου διαρριπίζοντος ψυχήν, εἰς θυμὸν ἐρρόχθησεν, ὥσπερ ὑπὸ καικίου ἢ ἀπαρκτίου ἅλμη καταιγιδῶδες καὶ ἄγριον πνέοντος. καὶ ἐπειδὴ τὰ τούτων ἀτοπήματα ὑπέραντλά οἱ ἐδέδοκτο, γράμματα ἐφοίτων κατὰ πᾶσαν ἐπαρχίαν Ῥωμαϊκὴν τὴν τῶν Βενετίκων κατάσχεσιν ἐπιτείνοντα καὶ τὴν ἡμέραν διασημαίνοντα, καθ’ ἣν ἔδει τοῦτο γενέσθαι καὶ τὰ ἐκείνων ἐσεῖσθαι δημόσια χρήματα. Ἐνστάσης οὖν τῆς προθεσμίας ἅπας συνείληπτο καὶ τῶν κτημάτων ἐκείνοις τὰ μὲν εἶχε τὸ βασιλικὸν θησαυροφυλάκιον ξυνενεχθέντα ὁπόθεν, τὰ πλείω δὲ οἱ τοπαρχοῦντες ἐξιδιώσαντο.
τακτον. Καὶ τὸ μὲν τῆς φάλαγγος μέτωπον ἀπένειμεν ὁ στρατηγὸς ἑαυτῷ, τὸ δὲ κέρας τὸ δεξιὸν ᾿Ανδρό- νικος ἐπεῖχεν ὁ Λαπαρδὰς, τὸ δὲ λαιὸν ἄλλοι τας ξίαρχοι, οὕς ὁ στρατηγὸς συνεπήγετο. Εξετετάχει δὲ καὶ ἄλλας φάλαγγας, μικρόν ἄποθεν αὐτὰς διαστήσας εκατέρου κέρατος, ὅπως ἐπιπεριοῦσαι κατὰ καιρὸν εἴησαν ἐπαρήγουσαι τοῖς κάμνουσι τάγμασιν. Οὕτω δ' ἐκτάσσοντι τὰς δυνάμεις καὶ καθιστῶντι τῷ ᾿Ανδρονίκῳ ἐφίσταται τις ἐκ βασιλέως κομίζων γράμματα, ἐκείνην τὴν ἡμέραν καθυπερ- θέσθαι τὴν συμπλοκὴν ἐπιτάσσοντα ὡς ἀσύμφορον ἐς ἔργα πολέμια, καὶ καθ' ἑτέραν ἀναθέσθαι, ἣν καὶ αὐτὴν τὸ ἐπιστόλιον ἀνεδίδασκε. Δεξάμενος οὖν ὁ στρατηγὸς τὸ βιβλίον εἰς τὸν οἰκεῖον καθῆκε κόλα πον, μήτε τοῖς γραφομένοις προσσχών, μήτε τοῖς συνοῦσι μεγιστάσι δῆλα τὰ προσταττόμενα θέμενος, « ἐπαινετῶς δὲ παρακρουσάμενος ἑτέρων ὑποθέσεων διηγήσεσιν. Ἀπετρέπετο δὲ ὡς ἀποφρὰς ἡ τότε ἡμέρα καὶ ὅλως ἀξύμφορος πρὸς τὴν κατ' Αρεα συμβολὴν, ἐπεὶ καὶ ἦν τάς πλείστας καὶ μεγίστας τῶν πράξεων, καὶ παρὰ Θεοῦ τό πέρας κατ᾿ εὐδο κίαν εἴτε μὴ δεχομένας, ταῖς τῶν ἄστρων οὐκ οἶδ᾽ ὅπως περιπλοκαῖς καὶ ταῖς τοιαῖσδε θέσεσι καὶ κινήσεσιν ἐπανατιθεῖς, καὶ τοῖς παρὰ τῶν ἀστρο- λεσχούντων λεγομένοις καθυπαγόμενος ἴσα ταῖς ἐκ θρανίδος Θεοῦ ἀποφάσεσιν. Ὁ δὲ μὴ τοῖς γραφο- μένοις ὅλως προσσχών, ἀλλ' εἰδὼς ὡς μέγα ώνη σε πολλάκις τὸν ἀθλοῦντα καὶ βραχεῖα τις ὑποφώνησις τοῦ ἀλείφοντος, πρὸς τὸν ἐν χερσὶν ἀγῶνα διανίστησι λόγοις τὸ στράτευμα, « Μνήσασθε, » ὑποφθεγγόμε- νος, « άνδρες Ῥωμαῖοι, πολεμίου ἀλκῆς, μνήσασθε, καὶ μηδέν τι φρονήσητε τῆς δόξης καὶ τῆς τύχης Β τῆς ἐνούσης ἀνάξιον, εὖ εἰδότες ὡς καὶ θῆρες ὀρει νόμοι [Ρ. 10] τοῖς κατ᾿ αὐτῶν εὐθαρσῶς ἐπιοῦσι δεδίασί τε προεγχειρῆσαι καὶ διασοβηθέντες ἀπία- σιν, ὅσοι δὲ αὐτοῖς ἀντιμέτωποι στῆναι πεφρίκασιν, εἰς ἑτοίμην θοίνην ὠμοβορούμενοι πρόκεινται. ᾿Ανα οριστέον οὖν κατὰ τουτωνὶ τῶν θηριογνωμόνων βαρβάρων, μὴ πως ὑπ᾽ αὐτοῖς γενώμεθα, φιλοψυ- χίαν ἀγεννῶς νοσήσαντες μή σώζουσαν, ἀλλ' ἀπολ- λύουσαν, τοῦτο δὴ ὅπερ (94) αἱ ταῖς ἀρεταῖς ἀντί- θετοι κακίαι εξώθασι δρᾶν, εἰ καὶ παραπεπήγασιν αὐταῖς ἐκεῖναι καὶ εἰσί πως ἀγχίθυροι. Καὶ ἄλλως δὲ οὐχ ἡμεῖς μὲν ἐσμὲν καὶ βλητοὶ καὶ θνητοί, ἐκ δὲ χαλκοῦ τεχνητοί οἱ πολέμιοι· οὐδ᾽ οὗτοι μὲν χιτῶνας περίκεινται σιδηρέους καὶ ὠκύποσιν ἵπποις Ενέχονται, ἡμεῖς δὲ τοὐναντίον ἅπαν καὶ σώματα γυμνά προβαλλόμενοι· οὐδ᾽ εὐπάλαμνον μὲν τὸ ἀντίπαλον, ἀπόμαχον δὲ τὸ ἡμέτερον. Τοῖς πᾶσιν ἡ αὐτὴ διάρτισις καὶ μέλησις πολέμων καὶ ὅπλισις. Εὼ γὰρ λέγειν ὡς ὅσῳ λόγῳ καὶ παιδείᾳ τῶν βαρβάρων διενηνόχαμεν, ὡς καὶ εἰπεῖν, ἔμπειροι καὶ ξυνιδεῖν οὐκ ἀποροι, τοσοῦτον καὶ τέχναις στρατηγικαῖς μεθόδοις ὑπερφέρομεν. Ηδη δὲ καὶ ἄλλοτε ποτε συμβαλόντες διημιλλήθημεν Παίοσι, τὴν γῆν αὐτῶν ἐπιόντες καὶ κείροντες. Οὕτω τοίνυν καὶ νῦν αὐτοῖς συμπλεκοίμεθα, ὡς εἰς ἔξιν τοῦ νίκαν προελθόντες. Ναί, ἄνδρες, καὶ συστρατιῶται. Οὕτω ὅπερ καὶ ἐν ταῖς καθολικαῖς ἀρεταῖς ἔχει τις τοῦτο ἰδεῖν. B DE MANUELE COMNENO LIB. V. A venirent.Interea litteræ imperatoris illi afferuntur, quibus pugnam in alium commodiorem diem in litteris declaratum differre jubebatur. At ille libello in sinu condito jussa negligit, et apud pro- ceres aliarum rerum mentione interjecta callide dissimulat. Is autem dies, ut ater et infaustus ad pugnam, improbabatur: nescio enim quomodo plurima et maxima quæque negotia, quæ arbitratu Dei secundos vel adversos exitus soruiuntur, ad astrorum circuitus et certos positus ac progres- siones Manuel referebat, et nugas astrologorum pro oraculis excipiebat. Cæterum Contostephanus iis litteris plane contemptis, non ignarus sæpe modicam cohortationem ad certamen pugili mul- tum profuisse,legiones ad hunc modum alloquitur: Fortes viros vos præbete, Quirites, neque fortuna et gloria vestra quidquam indignum admittite. Scitis enim etiam feras, si quis fortiter invadat, terreri ac in fugam conjici, timidos vero et fugaces ab eis devorari. Quare cum immacibus istis bar baris strenue dimicandum est, ne mortis formidine, quæ non salutem sed exitium affert, jugum eorum turpiter subeamus et ignaviæ nostræ graves panas demus. Neque vero aut nos soli vulneribus et morti expositi sumus, aut hostes ærei sunt et invulnerabiles: sed ut illi ferro muniti sunt et velocibus equis insident, ita eædem res nobis quoque suppetunt, neque fortitudine illis cedimus Omnibus eadem est instructio, eadem belli exer- citatio, eadem armorum ratio. Nam illud omitto, nos,quantum eloquentia et doctrina barbaros su- peramus, tanto eliam disciplina militari et solertia superiores esse. Sumus etiam antehac cum Pan- noniis congressi, corumque agros vastavimus. Aggrediamur eos nunc quoque victoria habitu confirmato. Agite, viri, agite, commilitones, ita liberos et conjuges vestras videatis: barbarorum pereuntium voces Istri gurgites hauriant, cruen- tumque furnen Pannoniorum cladem et Romano- rum victoriam insolito spectaculo terris iis nun- tiet quas perfluit. Præterea illud etiam est consi- derandum, cum a quo huc missi sumus totum pendere a nobis, et bona spe ex nostris pollicita- tionibus concepta jam fere captivos agitare animo et victoriæ magnitudinem sibi imaginari. Ne igitur præsenti periculo, quod nihil habet D morte gravius debilitati, vel illi pudori vel nobis ipsis calamitati simus. Summa enim mala tergi- versationem non patiuntur; in quibus vel exigua negligentia summæ rerum est eversio. » B Hier. Wolfi nota. banc appendicem, a me de industria prætermissam, sic interpreteris licet: Id quod opposita virtutibus vitia efficere consueverunt; quanquam illis propinqua sunt et pene adhærent. Alter codex habet (94) Τοῦτο δὴ ὅπερ. Ineptam et intempestivam
PG 139:499οἱ δ’ ἐν τῇ πόλει τὰς οἰκήσεις ἔχοντες Βενέτικοι καὶ τούτων μάλιστα οἱ μὴ γάμοις ὡμιληκότες δρασμὸν βουλεύονται, καὶ ἐπειδὴ τοῖς νεωρίοις ἐνώρμει τῆς πόλεως ναῦς τῶν τριαρμενίων, ἧς δὴ πολυχανδεστέραν ἢ τὸ μέγεθος προφερεστέραν οὔ ποτε καιροῦ ναυλοχήσειν ἐλέγετο, ταύτης νυκτὸς ἐπιβάντες τάς τε ἀγκύρας ἀνίμησαν καὶ τὰ λαίφη τοῖς ἀνέμοις διαπετάσαντες ἀπενόστησαν. κατεδίωξαν μὲν οὖν ὀπίσω τούτων νῆες πυρφόροι καὶ τριήρεις βασιλικαὶ πλήρεις ἀνδρῶν οἳ τοὺς ἐτεροστόμους πελέκεις ἐπὶ τῶν ὤμων ἀνέχουσι. καὶ προσήγγισαν μὲν τῷ πλοίῳ, οὐκ εἶχον δ’ ὅ τι καὶ δράσαιεν, καὶ τοῦ πνεύματος μὲν τὴν νῆα ἐπείγοντος, ὡς ἵπτασθαι δοκεῖν οὐ ναυτίλλεσθαι, ἀπειπόντες δὲ μάλιστα πρὸς τὸ τῆς νηὸς ὕψος ἀτεχνῶς ἀναβαῖνον ἀέριον καὶ τὸ ἀπονενοημένον τῶν ἐμπλεόντων. Καὶ τότε μὲν ἡ πατρὶς Βενετία εἶχε τούτους εὐθυπλοήσαντας· κατὰ δὲ τὸν ἐπιόντα ἐνιαυτὸν στόλον κρατύναντες τὰς νήσους ἐπήρχοντο, ἐς δὲ τὴν Εὔβοιαν εἰσπλεύσαντες ἐπολιόρκουν τὸν Εὔριπον καὶ μέρος τι τούτου κατασχεῖν δεδυνημένοι πῦρ τοῖς οἰκοπέδοις ὑφῆψαν. ἔαρος δ’ ὑποφαίνοντος ἐκεῖθεν ἀνήχθησαν καὶ πρὸς τὴν νῆσον τὴν Χίον κατήχθησαν.
τέκνα καὶ συλλέκτρους ἔδητε. Αράτω τὰς φωνὰς τῶν Βαρβάρων ὁ βαθυδίνης οὗτοπὶ Ιστρος ἐπιτρι- βομένων καὶ δίναις ἐναποψυχόντων· ἀλλὰ καὶ αἱματώδης προῤῥέων δι' ὧν χωρῶν ὁλκῷ σύρεται, διατρανούτω Παίονας ηττημένους καὶ Ῥωμαίους ἀνακηρυττέτω νικῶντας, ἐξιστῶν τοὺς θεωμένους τῷ ἀήθει τῆς προχοῆς. Χρεὼν δὲ πρὸς τούτοις σκοπεῖν ὡς ὁ ἐκπέμψας ἡμᾶς ἐς τόνδε τὸν πόλεμον ἅπας ἡμῶν ἐξήρτηται, καὶ χρησταῖς ἐλπίσιν ὑποθαλπόμενος ἐφ᾽ οἷς αὐτῷ καὶ ὑπὲρ ἰσχὺν ἀνδρί σασθαι συνεθέμεθα, μικροῦ τοὺς ζωγρίας ἀναπολεῖ καὶ τὸ τῆς νίκης φαντάζεται μέγεθος. Μή τοίνυν κἀκεῖνον αἰσχύνωμεν καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς κακῶς διαθώμεθα πρὸς τὸν ἐν ὄψει μαλακισθέντες κίνδυνον, οὐδὲν ὅτι μὴ θάνατον τὸ πέρας ἔχοντα. Αἱ γὰρ ἀκμαὶ τῶν κακῶν οὐ φιλοῦσιν ἀνάδυσιν, καὶ τὸ βραχέως ἐν τούτοις καθυπενδοῦναι καταπροδοῦναι τὸ πᾶν ἐστι. » Β πεδίου ἀναπεπταμένου προῆγεν. ᾿Αντεξάγει δὲ οἱ καὶ Διονύσιος τὰ οἰκεῖα στρατόπεδα, χαροπὸς τῷ προσώπῳ, κροτῶν ἅμα καὶ χαίρων ὡς ἐπὶ παιδιὰν ἐξιών. Οπόθεν καὶ τὸ τί δεῖ ποιεῖν ἐπὶ καιροῦ μὴ εἰδὼς, οὔτε εἰς κέρας δεξιόν καὶ εὐώνυμον τὴν ὑπ' αὐτὸν ἐμέρισε στρατιάν οὔτε εἰς ἴλας ἀποδιεῖλε καὶ φάλαγγας, ἀλλ' ἐς ὁμαιχμίαν συνεσπειρακὼς μίαν τοσοῦτον στράτευμα καὶ πυκνώ σας οἷον αὐτὸ καὶ πυργώσας κατὰ νέφος μέλαν ἐπῆγεν, οὐδὲν ἐλλείπων ὑπεροψίας ὠμῆς Ἡν δὲ καὶ ἡ σημαία ἐκείνου μετεωρος, ἐπί τινος ήνεμω- μένη παχέος καὶ ὑψιτενοῦς ἱστοῦ, τέτρασιν υποτρό χοις ἑλκομένου βοῶν ζεύγμασιν. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀντίμα χος ὁμαιχμία φρικαλέον ὄντως καὶ δυσαντίβλεπτον δραμα ἦν, πᾶσα οὖσα ἱππότης καὶ λογχηφόρος. Ο μόνον δὲ οἱ ἄνδρες μετεῖχον τοῦ ἀκριβοῦς ὁπλισμού καὶ ποδηνεκούς, ἀλλ᾽ ἦν ὁρῶν καὶ τῶν ἵππων αὐτῶν διαδήματα, μασχαλιστήρας προφα νόντων καὶ περικειμένων προμετωπίδια και προ- στερνίδια των βλημάτων ἐρύματα. Ὁ δὲ τῶν ἵππων φριμαγμός, ή τε πρὸς ἥλιον ἀνταυγάζουσα τῶν ὅπλων στιλβηδων, ὡς ἐγγὺς ἦν τὰ στρατεύματα, καινοτέραν ἐποίει τὴν θέαν καὶ διὰ φόβου καὶ θαύ ματος τοῖς ἐκ τῶν στρατοπέδων ἀμφοῖν. Ἐπεὶ δὲ προῆλθον ὡς εἰς μεταίχμιον καὶ περὶ μεσημβρίαν ἦν ἡ ἡμέρα καὶ καιρὸς ἐδέκει συῤῥήγνυσθαι, ὁ μὲν Κοντοστέφανος τοῖς ἐκ δεξιοῦ καὶ λαιοῦ κέρως ἄγχιστα παρακολουθοῦσι τὰ τελευταῖα τῶν βαρβά ρων κόπτειν ἐφῆκε, μάλιστα δὲ τοῖς ἱπποτοξόσαις θαμὰ βάλλειν παρεκελεύετο. Σκοπὸς δὲ ἦν ἐντεῦθεν τῷ στρατηγῷ κατασείσειν εἴτε μὴν ἐκκρούσειν τῆς συνεχείας τὰς Παιονικάς φάλαγγας· κατὰ γὰρ τὴν Ομηρικήν καὶ τότε παράταξιν ο ἀσπὶς ἀσπίδε ἔρειδε, κόρυς κόρυν, ἀνέρα δ' ἀνὴρ, » καὶ ἴσας εἶν χον οἱ ἵπποι τὰς κεφαλὰς, ἔφριξε δ' ἡ μάχη ἐγχείησι φθισίμβροτος, καὶ κατὰ κινούμενον δρά κοντα καὶ φρίσσοντα τὰς φολίδας ἐκύμαινον οἱ στρατοί· Ὁ δὲ Διονύσιος ὡς τεῖχος ἀτίνακτον προὔβαινεν, ἐς αὐτόν τε τὸν Κοντοστέφανον καὶ τὸ άμφ' αὐτὸν τεταγμένον τιταίνων τὸ ἔγχος. Ὡς οὖν ἐδέξαντο τοῦτον Ῥωμαῖοι, διπιδορατισμοί παρ' ἀλλήλων ἦσαν καὶ ὠθισμοὶ καὶ ἀντωθισμοί μέχρι τινός· ἐπεὶ δὲ τὰ δόρατα κατεάγει καὶ ἦν τὸ μετ αἰχμιον ἀποσχεδιασθὲν εἰς φραγμὸν τοῖς τῶν κον τῶν στοιβασμοῖς, τὰς ἐπιμήκεις ἐσέπειτα μαχαίρας ἐσπάσαντο καὶ αὖθις συμπεσόντες ἐμάχοντο. ὡς δ' ἤδη καὶ αὗται τὰ στόματα ἡμβλύνθησαν διὰ τὸ τῶν στρατευμάτων πάγχαλκον καὶ πανσίδηρον, οἱ μὲν Παίονες ἠμηχάνουν τὸ ἀπὸ τοῦδε, μηδαμῶς κατὰ νοῦν θέμενοι ὡς ἐπιόντας αὐτοὺς Ῥωμαῖοι δέξον NICETE CHONIATE B [P. 102] educit. Idem contra et Dionysius facit, hilari vultu cum plausu et lætitia, quasi ad ludum iret. Unde quid agendum esset in præsentia ignarus, suas copias neque in dextrum sinistrumve cornu distri- buit, neque in distinctas turmas et phalanges de. scripsit: sed tantum exercitum in unam quasi turrim globatum ac densatum atræ nubis instar adduxit, cum summo et acerbissimo nostrorum contemptu. Vexillum ejus in crassa et alta trabe, quam rotis impositam quatuor juga boum trahebant, su- blime a ventis agitabatur. Erat ea acies omnino horrenda visu, tota equestris et hastata. Nec viri tantum armis egregie ad pedes usque muniti, sed et equorum pectora, et frontes ferro contra ictus armabantur. Ad hæc equorum hinnitus armo- rumque fulgor solis radiis everberatus, ut propius ventum est, utrique exercitui majorem admira- tionem et terrorem afferebat. Sub meridiem in medium processere. Contostephanus, ubi tempus visum est, dextri et sinistri cornu milites proxi- mos extremum barbarorum agmen jussit cædere, sagittarios vero equites in primis crebras sagittas ut conjicerent hortatus est, eo consilio ut Panno- niorum continua phalanx dissolveretur. Nam ut poeta noster ait, « Arma armis, pede pes hæret, densusque viro vir. Juncta equi capita habebant; atrox pugna hastis horrebat, instar draconis squa- mas attollentis undabant exercitus. Dionysius vero velut turris firmissima procedens hastam in Conto- stephanum et ejus exercitum vibrabat. Ubi ad manus ventum est, primo hastis rem gerunt, urgent, ur- gentur aliquandiu. Hastis fraclis et tanquam sepes in medio exaggeratis, prælongos enses strin- xerunt ac denuo congressi pugnaverunt. Quibus hebebatis (nam tota acies utrinque ferrea erat et ærea) Pannonii æstuabant, quippe qui Romanos suum impetum minime toleraturos putarant. Ro- mani ferreis clavis, quas in bellum ferre solent, arreptis Pannoniorum capita et facies opportune cædebant. Unde multi oborta caligine equis devol- vebantur,multi sanguinis profluvio exanimabantur. Ita firmissima illa acie perrupta, Romanorum nemo erat qui non Pannonium feriret ac dejiceret, pro- stratumque spoliaret, nec aliam panopliam in- dueret,equumque conscenderet cujus sessorem oc- ciderat. Vesperi receptui canebatur, sublimi illo D Dionysii vexillo sublato, et exercitus navibus im- positi Istrum trajiciebant. Fama enim per Romana castra vagata. Pannonios postridie auxilia firma C 3. Hæc locutus suas copias in patentem campum A γ'. Τοιαῦτ᾽ εἰπῶν ἐπὶ
Ἐπεὶ δὲ πύθοιτο ταῦτα ὁ Μανουήλ, στέλλει τὸν μέγαν δοῦκα τὸν Κοντοστέφανον Ἀνδρόνικον περί που τὰς ἐκατὸν καὶ πεντήκοντα τριήρεις ἔχοντα, ὅτι μηδὲ τῶν Βενετίκων ὁ στόλος ἦν ἐνδεέστερος ἢ ἄλλως τὸ κατεσπουδασμένον ἔχων καὶ μὴ κατηκριβωμένον ἐν ἅπασι· πρὸς γὰρ ἀγῶνα μέγαν καὶ ἀνταγωνιστὰς Ῥωμαίους ἑτοιμασάμενοι εὖ ἁπανταχόθεν ἡρμόσθησαν καὶ συμμαχίδας οὐκ ὀλίγας νῆας ἐπήγοντο ἀπὸ τῆς τῶν Σθλαβηνῶν ἐκπορισθείσας χώρας ἐκείνοις. πρὸς δὲ τὴν πρώτην ἀποκναίσαντες ἀκοὴν τῆς τῶν Ῥωμαϊκῶν νηῶν ἀποπλοίας παρὰ κώπην ἵζανον πάντες καὶ κατεδάρθανον. τοίνυν λύσαντες ἐκ Χίου πρὸς ἑτέρας νήσους μετέβαινον κἀκείνων ἀπανιστάμενοι καὶ ἀεὶ φεύγοντες ἄλλαις προσέπλεον, ὡς πράγματα ἔχειν κἀκείνους τὰς νήσους ἀμείβοντας καὶ Ῥωμαίους ἐν δεινῷ τίθεσθαι ὅτι μὴ εὐρόησέ σφισιν ὁ πλοῦς ἢ γοῦν ἀντίπρωροι τοῖς Βενετίκοις ἐγένοντο. ὡς δὲ μέχρι καὶ αὐτοῦ Μαλέου πεφθακὼς Ἀνδρόνικος ἦν διώκων ἄντικρυς τὰ ἀκίχητα ἢ τῆς Ἀργοῦς ὀπίσω ποντοπορεύων, πρύμναν κρουσάμενος τῷ ναυστάθμῳ προσέσχε τῆς πόλεως.
τέκνα καὶ συλλέκτρους ἔδητε. Αράτω τὰς φωνὰς τῶν Βαρβάρων ὁ βαθυδίνης οὗτοπὶ Ιστρος ἐπιτρι- βομένων καὶ δίναις ἐναποψυχόντων· ἀλλὰ καὶ αἱματώδης προῤῥέων δι' ὧν χωρῶν ὁλκῷ σύρεται, διατρανούτω Παίονας ηττημένους καὶ Ῥωμαίους ἀνακηρυττέτω νικῶντας, ἐξιστῶν τοὺς θεωμένους τῷ ἀήθει τῆς προχοῆς. Χρεὼν δὲ πρὸς τούτοις σκοπεῖν ὡς ὁ ἐκπέμψας ἡμᾶς ἐς τόνδε τὸν πόλεμον ἅπας ἡμῶν ἐξήρτηται, καὶ χρησταῖς ἐλπίσιν ὑποθαλπόμενος ἐφ᾽ οἷς αὐτῷ καὶ ὑπὲρ ἰσχὺν ἀνδρί σασθαι συνεθέμεθα, μικροῦ τοὺς ζωγρίας ἀναπολεῖ καὶ τὸ τῆς νίκης φαντάζεται μέγεθος. Μή τοίνυν κἀκεῖνον αἰσχύνωμεν καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς κακῶς διαθώμεθα πρὸς τὸν ἐν ὄψει μαλακισθέντες κίνδυνον, οὐδὲν ὅτι μὴ θάνατον τὸ πέρας ἔχοντα. Αἱ γὰρ ἀκμαὶ τῶν κακῶν οὐ φιλοῦσιν ἀνάδυσιν, καὶ τὸ βραχέως ἐν τούτοις καθυπενδοῦναι καταπροδοῦναι τὸ πᾶν ἐστι. » Β πεδίου ἀναπεπταμένου προῆγεν. ᾿Αντεξάγει δὲ οἱ καὶ Διονύσιος τὰ οἰκεῖα στρατόπεδα, χαροπὸς τῷ προσώπῳ, κροτῶν ἅμα καὶ χαίρων ὡς ἐπὶ παιδιὰν ἐξιών. Οπόθεν καὶ τὸ τί δεῖ ποιεῖν ἐπὶ καιροῦ μὴ εἰδὼς, οὔτε εἰς κέρας δεξιόν καὶ εὐώνυμον τὴν ὑπ' αὐτὸν ἐμέρισε στρατιάν οὔτε εἰς ἴλας ἀποδιεῖλε καὶ φάλαγγας, ἀλλ' ἐς ὁμαιχμίαν συνεσπειρακὼς μίαν τοσοῦτον στράτευμα καὶ πυκνώ σας οἷον αὐτὸ καὶ πυργώσας κατὰ νέφος μέλαν ἐπῆγεν, οὐδὲν ἐλλείπων ὑπεροψίας ὠμῆς Ἡν δὲ καὶ ἡ σημαία ἐκείνου μετεωρος, ἐπί τινος ήνεμω- μένη παχέος καὶ ὑψιτενοῦς ἱστοῦ, τέτρασιν υποτρό χοις ἑλκομένου βοῶν ζεύγμασιν. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀντίμα χος ὁμαιχμία φρικαλέον ὄντως καὶ δυσαντίβλεπτον δραμα ἦν, πᾶσα οὖσα ἱππότης καὶ λογχηφόρος. Ο μόνον δὲ οἱ ἄνδρες μετεῖχον τοῦ ἀκριβοῦς ὁπλισμού καὶ ποδηνεκούς, ἀλλ᾽ ἦν ὁρῶν καὶ τῶν ἵππων αὐτῶν διαδήματα, μασχαλιστήρας προφα νόντων καὶ περικειμένων προμετωπίδια και προ- στερνίδια των βλημάτων ἐρύματα. Ὁ δὲ τῶν ἵππων φριμαγμός, ή τε πρὸς ἥλιον ἀνταυγάζουσα τῶν ὅπλων στιλβηδων, ὡς ἐγγὺς ἦν τὰ στρατεύματα, καινοτέραν ἐποίει τὴν θέαν καὶ διὰ φόβου καὶ θαύ ματος τοῖς ἐκ τῶν στρατοπέδων ἀμφοῖν. Ἐπεὶ δὲ προῆλθον ὡς εἰς μεταίχμιον καὶ περὶ μεσημβρίαν ἦν ἡ ἡμέρα καὶ καιρὸς ἐδέκει συῤῥήγνυσθαι, ὁ μὲν Κοντοστέφανος τοῖς ἐκ δεξιοῦ καὶ λαιοῦ κέρως ἄγχιστα παρακολουθοῦσι τὰ τελευταῖα τῶν βαρβά ρων κόπτειν ἐφῆκε, μάλιστα δὲ τοῖς ἱπποτοξόσαις θαμὰ βάλλειν παρεκελεύετο. Σκοπὸς δὲ ἦν ἐντεῦθεν τῷ στρατηγῷ κατασείσειν εἴτε μὴν ἐκκρούσειν τῆς συνεχείας τὰς Παιονικάς φάλαγγας· κατὰ γὰρ τὴν Ομηρικήν καὶ τότε παράταξιν ο ἀσπὶς ἀσπίδε ἔρειδε, κόρυς κόρυν, ἀνέρα δ' ἀνὴρ, » καὶ ἴσας εἶν χον οἱ ἵπποι τὰς κεφαλὰς, ἔφριξε δ' ἡ μάχη ἐγχείησι φθισίμβροτος, καὶ κατὰ κινούμενον δρά κοντα καὶ φρίσσοντα τὰς φολίδας ἐκύμαινον οἱ στρατοί· Ὁ δὲ Διονύσιος ὡς τεῖχος ἀτίνακτον προὔβαινεν, ἐς αὐτόν τε τὸν Κοντοστέφανον καὶ τὸ άμφ' αὐτὸν τεταγμένον τιταίνων τὸ ἔγχος. Ὡς οὖν ἐδέξαντο τοῦτον Ῥωμαῖοι, διπιδορατισμοί παρ' ἀλλήλων ἦσαν καὶ ὠθισμοὶ καὶ ἀντωθισμοί μέχρι τινός· ἐπεὶ δὲ τὰ δόρατα κατεάγει καὶ ἦν τὸ μετ αἰχμιον ἀποσχεδιασθὲν εἰς φραγμὸν τοῖς τῶν κον τῶν στοιβασμοῖς, τὰς ἐπιμήκεις ἐσέπειτα μαχαίρας ἐσπάσαντο καὶ αὖθις συμπεσόντες ἐμάχοντο. ὡς δ' ἤδη καὶ αὗται τὰ στόματα ἡμβλύνθησαν διὰ τὸ τῶν στρατευμάτων πάγχαλκον καὶ πανσίδηρον, οἱ μὲν Παίονες ἠμηχάνουν τὸ ἀπὸ τοῦδε, μηδαμῶς κατὰ νοῦν θέμενοι ὡς ἐπιόντας αὐτοὺς Ῥωμαῖοι δέξον NICETE CHONIATE B [P. 102] educit. Idem contra et Dionysius facit, hilari vultu cum plausu et lætitia, quasi ad ludum iret. Unde quid agendum esset in præsentia ignarus, suas copias neque in dextrum sinistrumve cornu distri- buit, neque in distinctas turmas et phalanges de. scripsit: sed tantum exercitum in unam quasi turrim globatum ac densatum atræ nubis instar adduxit, cum summo et acerbissimo nostrorum contemptu. Vexillum ejus in crassa et alta trabe, quam rotis impositam quatuor juga boum trahebant, su- blime a ventis agitabatur. Erat ea acies omnino horrenda visu, tota equestris et hastata. Nec viri tantum armis egregie ad pedes usque muniti, sed et equorum pectora, et frontes ferro contra ictus armabantur. Ad hæc equorum hinnitus armo- rumque fulgor solis radiis everberatus, ut propius ventum est, utrique exercitui majorem admira- tionem et terrorem afferebat. Sub meridiem in medium processere. Contostephanus, ubi tempus visum est, dextri et sinistri cornu milites proxi- mos extremum barbarorum agmen jussit cædere, sagittarios vero equites in primis crebras sagittas ut conjicerent hortatus est, eo consilio ut Panno- niorum continua phalanx dissolveretur. Nam ut poeta noster ait, « Arma armis, pede pes hæret, densusque viro vir. Juncta equi capita habebant; atrox pugna hastis horrebat, instar draconis squa- mas attollentis undabant exercitus. Dionysius vero velut turris firmissima procedens hastam in Conto- stephanum et ejus exercitum vibrabat. Ubi ad manus ventum est, primo hastis rem gerunt, urgent, ur- gentur aliquandiu. Hastis fraclis et tanquam sepes in medio exaggeratis, prælongos enses strin- xerunt ac denuo congressi pugnaverunt. Quibus hebebatis (nam tota acies utrinque ferrea erat et ærea) Pannonii æstuabant, quippe qui Romanos suum impetum minime toleraturos putarant. Ro- mani ferreis clavis, quas in bellum ferre solent, arreptis Pannoniorum capita et facies opportune cædebant. Unde multi oborta caligine equis devol- vebantur,multi sanguinis profluvio exanimabantur. Ita firmissima illa acie perrupta, Romanorum nemo erat qui non Pannonium feriret ac dejiceret, pro- stratumque spoliaret, nec aliam panopliam in- dueret,equumque conscenderet cujus sessorem oc- ciderat. Vesperi receptui canebatur, sublimi illo D Dionysii vexillo sublato, et exercitus navibus im- positi Istrum trajiciebant. Fama enim per Romana castra vagata. Pannonios postridie auxilia firma C 3. Hæc locutus suas copias in patentem campum A γ'. Τοιαῦτ᾽ εἰπῶν ἐπὶ
Οἱ δὲ Βενέτικοι τὸ διὰ πολέμων αὐτοῖς ἐπαμύνειν οὔκουν προβαῖνον ὁρῶντες μετὰ τοῦ ῥηγὸς ἐσπείσαντο Σικελίας, ἵν’ ἐντεῦθεν εὐθυωροῖτο τούτοις τὰ τῆς ἀμύνης καὶ ἔχοιεν τὸν ἐπικουρήσοντα, ἢν Ῥωμαῖοι κατ’ αὐτῶν ἐπίοιεν. ὁ δὲ βασιλεὺς οὐκ ἀφροντιστήσας τούτων τῶν ἀκουσμάτων (ᾔδει γὰρ ὡς καὶ φαύλη τις αἰτία πολλάκις παρεμπεσοῦσα πολλῶν πραγμάτων ὠδινήκει μεταβολὰς καὶ συμφορὰς ἀπέτεκεν ὑπερόγκους) πρὸς τὰς προτέρας μετὰ τῶν Βενετίκων ξυνθήκας ἀπέβλεψεν, ὡς ἐνῆν μὲν ἠγωνισμένος ἀκυρῶσαι τὰς μετὰ τοῦ ῥηγὸς Σικελίας τούτων σπονδάς· τούτων δὲ μὴ ἀθετουμένων καὶ οὕτως αὐτοὺς ἐπεσπάσατο, καὶ ἀνεξικακίαν αἰτουμένοις καὶ φιλίαν προσένειμεν. ὅσα τοίνυν ἔθιμα ἦν αὐτοῖς ἰσοπολίταις οὖσι Ῥωμαίοις ἀνανεωσάμενος οὐδὲ τοῦ ἀποδοῦναι γοῦν ἀπέσχετο ἅπερ τῆς οὐσίας σφῶν ἡ βασίλειος γάζα ἔστεγεν.
τέκνα καὶ συλλέκτρους ἔδητε. Αράτω τὰς φωνὰς τῶν Βαρβάρων ὁ βαθυδίνης οὗτοπὶ Ιστρος ἐπιτρι- βομένων καὶ δίναις ἐναποψυχόντων· ἀλλὰ καὶ αἱματώδης προῤῥέων δι' ὧν χωρῶν ὁλκῷ σύρεται, διατρανούτω Παίονας ηττημένους καὶ Ῥωμαίους ἀνακηρυττέτω νικῶντας, ἐξιστῶν τοὺς θεωμένους τῷ ἀήθει τῆς προχοῆς. Χρεὼν δὲ πρὸς τούτοις σκοπεῖν ὡς ὁ ἐκπέμψας ἡμᾶς ἐς τόνδε τὸν πόλεμον ἅπας ἡμῶν ἐξήρτηται, καὶ χρησταῖς ἐλπίσιν ὑποθαλπόμενος ἐφ᾽ οἷς αὐτῷ καὶ ὑπὲρ ἰσχὺν ἀνδρί σασθαι συνεθέμεθα, μικροῦ τοὺς ζωγρίας ἀναπολεῖ καὶ τὸ τῆς νίκης φαντάζεται μέγεθος. Μή τοίνυν κἀκεῖνον αἰσχύνωμεν καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς κακῶς διαθώμεθα πρὸς τὸν ἐν ὄψει μαλακισθέντες κίνδυνον, οὐδὲν ὅτι μὴ θάνατον τὸ πέρας ἔχοντα. Αἱ γὰρ ἀκμαὶ τῶν κακῶν οὐ φιλοῦσιν ἀνάδυσιν, καὶ τὸ βραχέως ἐν τούτοις καθυπενδοῦναι καταπροδοῦναι τὸ πᾶν ἐστι. » Β πεδίου ἀναπεπταμένου προῆγεν. ᾿Αντεξάγει δὲ οἱ καὶ Διονύσιος τὰ οἰκεῖα στρατόπεδα, χαροπὸς τῷ προσώπῳ, κροτῶν ἅμα καὶ χαίρων ὡς ἐπὶ παιδιὰν ἐξιών. Οπόθεν καὶ τὸ τί δεῖ ποιεῖν ἐπὶ καιροῦ μὴ εἰδὼς, οὔτε εἰς κέρας δεξιόν καὶ εὐώνυμον τὴν ὑπ' αὐτὸν ἐμέρισε στρατιάν οὔτε εἰς ἴλας ἀποδιεῖλε καὶ φάλαγγας, ἀλλ' ἐς ὁμαιχμίαν συνεσπειρακὼς μίαν τοσοῦτον στράτευμα καὶ πυκνώ σας οἷον αὐτὸ καὶ πυργώσας κατὰ νέφος μέλαν ἐπῆγεν, οὐδὲν ἐλλείπων ὑπεροψίας ὠμῆς Ἡν δὲ καὶ ἡ σημαία ἐκείνου μετεωρος, ἐπί τινος ήνεμω- μένη παχέος καὶ ὑψιτενοῦς ἱστοῦ, τέτρασιν υποτρό χοις ἑλκομένου βοῶν ζεύγμασιν. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀντίμα χος ὁμαιχμία φρικαλέον ὄντως καὶ δυσαντίβλεπτον δραμα ἦν, πᾶσα οὖσα ἱππότης καὶ λογχηφόρος. Ο μόνον δὲ οἱ ἄνδρες μετεῖχον τοῦ ἀκριβοῦς ὁπλισμού καὶ ποδηνεκούς, ἀλλ᾽ ἦν ὁρῶν καὶ τῶν ἵππων αὐτῶν διαδήματα, μασχαλιστήρας προφα νόντων καὶ περικειμένων προμετωπίδια και προ- στερνίδια των βλημάτων ἐρύματα. Ὁ δὲ τῶν ἵππων φριμαγμός, ή τε πρὸς ἥλιον ἀνταυγάζουσα τῶν ὅπλων στιλβηδων, ὡς ἐγγὺς ἦν τὰ στρατεύματα, καινοτέραν ἐποίει τὴν θέαν καὶ διὰ φόβου καὶ θαύ ματος τοῖς ἐκ τῶν στρατοπέδων ἀμφοῖν. Ἐπεὶ δὲ προῆλθον ὡς εἰς μεταίχμιον καὶ περὶ μεσημβρίαν ἦν ἡ ἡμέρα καὶ καιρὸς ἐδέκει συῤῥήγνυσθαι, ὁ μὲν Κοντοστέφανος τοῖς ἐκ δεξιοῦ καὶ λαιοῦ κέρως ἄγχιστα παρακολουθοῦσι τὰ τελευταῖα τῶν βαρβά ρων κόπτειν ἐφῆκε, μάλιστα δὲ τοῖς ἱπποτοξόσαις θαμὰ βάλλειν παρεκελεύετο. Σκοπὸς δὲ ἦν ἐντεῦθεν τῷ στρατηγῷ κατασείσειν εἴτε μὴν ἐκκρούσειν τῆς συνεχείας τὰς Παιονικάς φάλαγγας· κατὰ γὰρ τὴν Ομηρικήν καὶ τότε παράταξιν ο ἀσπὶς ἀσπίδε ἔρειδε, κόρυς κόρυν, ἀνέρα δ' ἀνὴρ, » καὶ ἴσας εἶν χον οἱ ἵπποι τὰς κεφαλὰς, ἔφριξε δ' ἡ μάχη ἐγχείησι φθισίμβροτος, καὶ κατὰ κινούμενον δρά κοντα καὶ φρίσσοντα τὰς φολίδας ἐκύμαινον οἱ στρατοί· Ὁ δὲ Διονύσιος ὡς τεῖχος ἀτίνακτον προὔβαινεν, ἐς αὐτόν τε τὸν Κοντοστέφανον καὶ τὸ άμφ' αὐτὸν τεταγμένον τιταίνων τὸ ἔγχος. Ὡς οὖν ἐδέξαντο τοῦτον Ῥωμαῖοι, διπιδορατισμοί παρ' ἀλλήλων ἦσαν καὶ ὠθισμοὶ καὶ ἀντωθισμοί μέχρι τινός· ἐπεὶ δὲ τὰ δόρατα κατεάγει καὶ ἦν τὸ μετ αἰχμιον ἀποσχεδιασθὲν εἰς φραγμὸν τοῖς τῶν κον τῶν στοιβασμοῖς, τὰς ἐπιμήκεις ἐσέπειτα μαχαίρας ἐσπάσαντο καὶ αὖθις συμπεσόντες ἐμάχοντο. ὡς δ' ἤδη καὶ αὗται τὰ στόματα ἡμβλύνθησαν διὰ τὸ τῶν στρατευμάτων πάγχαλκον καὶ πανσίδηρον, οἱ μὲν Παίονες ἠμηχάνουν τὸ ἀπὸ τοῦδε, μηδαμῶς κατὰ νοῦν θέμενοι ὡς ἐπιόντας αὐτοὺς Ῥωμαῖοι δέξον NICETE CHONIATE B [P. 102] educit. Idem contra et Dionysius facit, hilari vultu cum plausu et lætitia, quasi ad ludum iret. Unde quid agendum esset in præsentia ignarus, suas copias neque in dextrum sinistrumve cornu distri- buit, neque in distinctas turmas et phalanges de. scripsit: sed tantum exercitum in unam quasi turrim globatum ac densatum atræ nubis instar adduxit, cum summo et acerbissimo nostrorum contemptu. Vexillum ejus in crassa et alta trabe, quam rotis impositam quatuor juga boum trahebant, su- blime a ventis agitabatur. Erat ea acies omnino horrenda visu, tota equestris et hastata. Nec viri tantum armis egregie ad pedes usque muniti, sed et equorum pectora, et frontes ferro contra ictus armabantur. Ad hæc equorum hinnitus armo- rumque fulgor solis radiis everberatus, ut propius ventum est, utrique exercitui majorem admira- tionem et terrorem afferebat. Sub meridiem in medium processere. Contostephanus, ubi tempus visum est, dextri et sinistri cornu milites proxi- mos extremum barbarorum agmen jussit cædere, sagittarios vero equites in primis crebras sagittas ut conjicerent hortatus est, eo consilio ut Panno- niorum continua phalanx dissolveretur. Nam ut poeta noster ait, « Arma armis, pede pes hæret, densusque viro vir. Juncta equi capita habebant; atrox pugna hastis horrebat, instar draconis squa- mas attollentis undabant exercitus. Dionysius vero velut turris firmissima procedens hastam in Conto- stephanum et ejus exercitum vibrabat. Ubi ad manus ventum est, primo hastis rem gerunt, urgent, ur- gentur aliquandiu. Hastis fraclis et tanquam sepes in medio exaggeratis, prælongos enses strin- xerunt ac denuo congressi pugnaverunt. Quibus hebebatis (nam tota acies utrinque ferrea erat et ærea) Pannonii æstuabant, quippe qui Romanos suum impetum minime toleraturos putarant. Ro- mani ferreis clavis, quas in bellum ferre solent, arreptis Pannoniorum capita et facies opportune cædebant. Unde multi oborta caligine equis devol- vebantur,multi sanguinis profluvio exanimabantur. Ita firmissima illa acie perrupta, Romanorum nemo erat qui non Pannonium feriret ac dejiceret, pro- stratumque spoliaret, nec aliam panopliam in- dueret,equumque conscenderet cujus sessorem oc- ciderat. Vesperi receptui canebatur, sublimi illo D Dionysii vexillo sublato, et exercitus navibus im- positi Istrum trajiciebant. Fama enim per Romana castra vagata. Pannonios postridie auxilia firma C 3. Hæc locutus suas copias in patentem campum A γ'. Τοιαῦτ᾽ εἰπῶν ἐπὶ
PG 139:501οἱ δὲ τὴν κερδαλεωτέραν, ὡς αὐτοῖς ἐδόκει, καὶ οὐμενοῦν ἀργαλεωτέραν τραπόμενοι τὸν μὲν ἀναδασμὸν τῶν οἰκείων χρημάτων χαίρειν εἴασαν ἐμπορικόν τι καὶ δραστήριον ἐννοήσαντες, ἐκ δὲ συμφώνου συνήλθοσαν δέκα πρὸς τοῖς πέντε χρυσίου λήψεσθαι κεντηνάρια ἀνθ’ ὧν ἀπώλεσαν, καὶ εἶχον ταῦτα οὐχ ἅμα, πολλάκις δὲ χορηγούμενα. ΤΟΜΟΣ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ Ἀλλ’ οὕτω μὲν καὶ ταῦτα διήνυστο τῷ βασιλεῖ Μανουήλ. ὁ δὲ λόγος προβαινέτω τοῖς ἐφεξῆς καὶ διδότω τῇ ἱστορίᾳ, ὡς ἕκαστον ἔχει καὶ χρόνου καὶ τάξεως. ἐπεὶ γὰρ οὐκ ἦν ἡσυχίαν τὸν σουλτὰν ἀσπάσασθαι ἅπαξ ἐπιτήδειον ἑαυτῷ πρὸς χρηματισμὸν καὶ τοῖς Τούρκοις δὲ ὅλως ἀνυσιμώτατον γνόντα τὸ ἀεὶ ἐπὶ τὰ Ῥωμαίων ὅρια ἐκκεχύσθαι, ἔξεισι καὶ πάλιν κατ’ αὐτοῦ βασιλεύς. τὰ πλεῖστα μέντοι οὐδ’ αὐτὸς εἴα τὸν Περσάρχην καθεύδειν, ἀλλ’ ὅσα καὶ θῆρα ὠμηστὴν ἐφυπνώττοντα ἐξηγρίαινεν ὑπονύσσων καὶ τοῦ κοίτου ἀνίστη καὶ πρὸς μάχην ἠρέθιζεν.
ται, Ῥωμαῖοι δὲ μετὰ χεῖρας τὰς ἐκ σιδήρου και ρύνας χειρισάμενοι (ἔθος δὲ αὐτοῖς καὶ τοιόνδε φέ- ρειν ὀπλισμὸν, ἡνίκα ἄν εἰς πόλεμον ἴοιεν) ἔπαιον τους Παίονας δι' αὐτῶν· καὶ ἦν καίριον μάλα τὸ πλήγμα, κατὰ κεφαλῆς καὶ προσώπων γινόμενον. Πολλοὶ τοίνυν σκοτοδινιῶντες τῆς ἱππείας ἀνετρέ ποντο ἔδρας· εἰσὶ δ᾽ οἳ καὶ ἐλειφαίμουν τοῖς τραύμασι· Καὶ οὕτω τοῦ ἀῤῥαγοῦς ἐκείνου διασπασθέν τος συντάγματος, οὐκ ἦν ὃς οὐκ ἦν τῶν Ῥωμαίων βάλλων καὶ καταβάλλων Παίονα, ἢ μὴ σκυλεύων τὸν πεπτωκότα, ἢ μὴ πανοπλίαν ἑτέραν ἐπενδυόμενος, ἢ ἵππου μὴ ἐπιβαίνων οὗ τὸν ἀναβάτην κατέκανεν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ ὀψίαν ἦν ἡ ἡμέρα, τὸ μὲν ἀνακλητικὸν ἡ σάλπιγξ διατόρως συνεθημάτιζε, καὶ τὸ διαέριον ἐκεῖνο καθῃρεῖτο τῆς τοῦ Διονυσίου σημαίας δίαρμα, ὁ δ᾽ Ἴστρος εἶχε τὰ πορθμεία καθα ειλκυσμένα, καὶ ὁ στρατὸς εἰς τὴν περαίαν ἀνήγετο. Φήμη γὰρ ἀνὰ τὰ Ῥωμαϊκά στρατόπεδα ἐπεφοίτα καὶ κατακρότους ἐτίθει τὰς τοῦ στρατηγοῦ μήνιγγας, ὡς οἱ Παίονες οὐκ ἀγεννή ξενολογίαν κατὰ τὴν μετ' ἐκείνην εἰσὶν ἐκδεχόμενοι. Διὰ ταύτην οὖν τὴν ἀκοῆν, μὴ πεφυκυῖαν ἐπίπαν ἀπόλο λυσθαι, αὐτίκα μετὰ τέλος αἴσιον τοῦ πολέμου ἀπῆρεν ἐκεῖθεν ᾿Ανδρόνικος. Αλλ' οὕτω μὲν κατεστρατήγηντο Παίονες βασιλεὺς Β δὲ τὴν καλλίστην ταυτηνὶ νίκην ἐνωτισάμενος θύει θεῷ χαριστήρια, καὶ αὐτὸς ἦν ἐν κρότοις καὶ χαρμοναῖς. Κοινούμενος δὲ τοῖς τῆς βασιλίδος οικήτορσι πόλεως ταῦτα δὴ τὰ εὐφρόσυνα κατορθώματα, γράμματα εὐθὺς εὐάγγελα στέλλει, τὴν τροπαιουχίαν περισαλπίζοντα. Μεθ᾿ ἡμέρας δέ τινας καὶ αὐτὸς τὴν μεγαλόπολιν εἰσιών κατάγει θρίαμβον ἀπὸ τῆς ἕψας πύλης, ἥτις ἀνέωγε κατὰ τὴν ἀκρόπολιν. Οἷα δ' ἐπὶ μεγίστῳ τροπαίῳ καὶ ἀκραιφνεί κατορθώματι θριαμβεύειν μεγαλοπρεπῶς προθέμενος, καὶ τὰ τῆς πομπείας διασκευασθῆναι πρὸς τὸ ὑπέρογκον διατέ ταχεν. Απας οὖν περιπόρφυρος πέπλος καὶ χρυσίῳ κατάστικτος ἀπῃώρητο, καὶ οἱ ἀστυνόμοι ἄλλος ἄλλοθεν ἐπὶ τὴν πρόοδον ἐκείνην μεταῤῥυέντες ὡς ῥεῦμα κατὰ πρανοῦς ὀχετηγούμενον ἐξεκένωσαν ἀγο- ράς, οἴκους, νεώς, Εργαστήρια καὶ ἄλλο μέρος ἅπαν τῆς πολυχανδοῦς πόλεως. Οὐδὲ τῆς τῶν αἰχμαλώτων συμμορίας ὁ θρίαμβος ἀπεστέρητο, ἀλλὰ καὶ τούτων πολλοὶ διήγον τοὺς παρόντας καὶ ἐσέμνυνον τὴν πομπὴν παριόντες. Αὐτὰ μέντοι τὰ καθ᾿ ἑκάτερα μέρη τῆς ἀγνιᾶς, καθ᾽ ἦν ἔμελλε τελεῖσθαι ὁ θρίαμ- βος, παρυφιστάμενα δρύφακτα εἰς διώροφά τε καὶ τριώροφα παρυψούμενα πᾶσιν ἐνεποίουν θαυμασμόν, καὶ τὰ τέγη δ' οὐχ ἥκιστα μάλιστα πολλοὺς τοὺς θεωμένους και πάντας ἀνέχοντα ἐκκρεμεῖς. Ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦ τὸν αὐτοκράτορα παρελθεῖν ἐπῆγε καιρός, προηγεῖτο μὲν ἀργύρεον ἐπίχρυσον τέτρωρον, ἵπποις λευκοῖς ὡς αἱ χιόνων ἀποσπάδες Ελκόμενον, ἵδρυτο δ' ἐπ' αὐτοῦ ἡ εἰκὼν τῆς ἀπροσμάχου συμμάχου καὶ ἀκαταγωνίστου συστρατήγου τῷ βασιλεῖ Θεομήτορος. Οὐ μέγα δ' ἔδραχεν ἄξων, ἄτι μηδὲ θεὸν ἦγε δεινήν τὴν ψευδοπάρθενον ᾿Αθηνῶν, ἀλλὰ τὴν ὡς ἀληθῶς παρθένον καὶ ὑπὲρ λόγον διὰ λόγου τὸν λόγον λοχεύ σασαν. Μετὰ δὲ τοῦτο οἱ καθ' αἷμα τῷ βασιλεῖ περιώνυμοι, καὶ ὅσοι γερουσιάζοντες τὰς πολιτικὰς διεῖπον ἀρχὰς, καὶ οἱ λαμπροὶ τοῖς ἀξιώμασι καὶ τῇ τοῦ βασιλέως εὐνοίᾳ περίκλυτοι. Επειτα δ' ὁ κρατῶν προῄει αὐτὸς, ἱππῳ ὑψαύχενι ἔποχος, κύδιστος, μέγιστος καὶ κόσμους τοὺς βασιλικούς περιφανῶς πε- ρικείμενος. Παρείπετο δέ οἱ καὶ ὁ τοῦ θριάμβου αἴτιος Κοντοστέφανος, ὑμνούμενος τῆς νίκης, τοῦ δεξιοῦ μακαριζόμενος ἀγωνίσματος. Εἰς δὲ τὸν μέγαν νεὼν καὶ τοῦ παντὸς ἐνώπιου λεὼ τὴν τοῦ Κυ ρίου λαλήσας αἴνεσιν πρόεισιν ἐκεῖθεν εἰς τὰ βασίλεια. Ὥσπερ δὲ τύξον ἀνιεὶς ἑαυτὸν τῆς ἄγαν τάσεως διεχεῖτο ἵππων ἁμίλλαις. δ. Καὶ τὸ ἐπιὸν δὲ ἔαρ εἰς ἄνεσιν ταμιευσάμενος σώματος, ἐπειδὴ παρίππευσε Καρκίνον καὶ παρῆλθε Λέοντα ἥλιος, ὅ τε Σείριος ὑπέληγε τῶν φλογώσεων, αἱ δὲ χειμέριοι τροπαὶ ἤδη παρεσκυθρώπαζον, ἔξεισι DE MANUELE COMNENO LIB. V. igitur famam, quæ non prorsus inanis esse puta- batur, post felicem pugnæ eventum inde discessit Andronicus. A exspectare, ducem sollicitum reddebat. Ob cam Pannoniis hoo modo superatis, imperator tanta victoria lætus exsultans, Deo gratiis actis, statim rei bene gesta nuntios in urbem mittit, ac post dies aliquot et ipse Cpolim ingressus trium- phum ducit ab orientali porta, quæ ad arcem patet, eumque ob insignem et incruentam victoriam quam splendidissime et magnificentissime adornal. Ex- pansæ sunt omnes purpureæ et auratæ vestes ; et cives alii aliunde ad pompam illam confluentes instar torrentis ex monte decurrentis, fora, mdes, templa, officinas et loca omnia urbis amplissima desuererunt. Sunt et captivi in triumpho ducti. Platea illa utrinque suggesta habuit ad binas et ternas contignationes educta ; tecta quoque omnia spectatoribus referta fuerunt. Imperatorum qua- drizm argentes aurate eum equis nivo candidiori- bus præcedebant ; quibus imposita erat imago in- victæ adjutricis et insuperabilis commilitonis Matris Dei. Neque vero axis magnum sonuit, quia non vehebat acrem dean Minervam, quæ falso virgo dicitur, sed veram Virginem, quæ Verbum inexplicabili ratione per verbum peperit. Eum cur- rum imperatoris propinqui atque amici, senatus, viri magistratibus et dignitatibus insignes, pone sequebantur. Deinde ipse imperator prodiit, equo feroci insidens, vir inclytus et maximus, ornamen- tis illustribus insignis, comitante Contostephano triumphi auctore, qui ob victoriam et rem bene gestam celebrabatur. Magnum templum ingressus, Deoque coram omni populo laudato, id palatium pergit, laxataque nimia bellorum contentione lu- [P. 103] C D die equestribus recreatur. insumpto, posquam sol Cancrum et Leonem per- mearat et æstus Caniculæ desævierat, bruma jam instante in Occidentem egreditur. Audierat enim 4. Sequenti etiam vere in animi oblectationem
ἀτὰρ οὐδ’ ἀνακωχαὶ πολέμων, οὐδ’ ἐκεχειρίαι τῶν ἀντιτάξεων σπονδαί τε καὶ ξυνθῆκαι καὶ διακηρυκεύματα πρέσβεων ἀπεῖργον τὰς κατ’ ἀλλήλων ἐπελεύσεις καὶ ἀπετείχιζον, ἀλλ’ ἄμφω πρὸς θερμουργίαν ὄντες ἐπιρρεπεῖς καὶ πρὸς πόλεμον εὐπετεῖς καὶ μικρᾶς ἐνίοτε παρεισφρησάσης αἰτίας ἀλλήλοις ἀντεπεξῄεσαν· καὶ ἦν ἔργον αὐτοῖς τὰ μάλιστα περισπούδαστον ἡ πανοπλίας περίδυσις καὶ ἡ τῶν ταγμάτων συναγωγὴ καὶ τὸ ταῦτα συμπεσόντα διαπληκτίζεσθαι. κατὰ τοῦτο δὲ ἀλλήλων διήλλαττον, ὅτι ὁ μὲν σουλτὰν προμηθευτικὸς ἀεὶ καὶ βουλευτικὸς ἐδόκει τις εἶναι καὶ τὰ ἔργα ποιῶν μετὰ σκέμματος καὶ ἐτολύπευε τὰς μάχας πεφυλαγμένως διὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν στρατηγῶν (οὐ γάρ πω τις αὐτὸν ἐθεάσατο ἐπὶ μετώπου ἱστάμενον φάλαγγος ἢ τὸν κάματον τοῖς στρατιώταις συνδιαφέροντα), ὁ δὲ βασιλεὺς γενναίαν ἔχων τὴν φύσιν ὀξύρροπος ἐν τοῖς πολέμοις ἐδείκνυτο καὶ τὰς διὰ χειρὸς πράξεις δραστήριος ἦν καὶ φήμης διαδοθείσης πολλάκις ἐσβαλεῖν που τοὺς πολεμίους καὶ κακῶς τιθέναι τὴν ὑπ’ ἐκεῖνον ἀρχὴν πρῶτος ἐκεῖνος τὸν ἵππον ἀνέβαινε καὶ ἀπεθάρρει τὴν ἔξοδον.
ται, Ῥωμαῖοι δὲ μετὰ χεῖρας τὰς ἐκ σιδήρου και ρύνας χειρισάμενοι (ἔθος δὲ αὐτοῖς καὶ τοιόνδε φέ- ρειν ὀπλισμὸν, ἡνίκα ἄν εἰς πόλεμον ἴοιεν) ἔπαιον τους Παίονας δι' αὐτῶν· καὶ ἦν καίριον μάλα τὸ πλήγμα, κατὰ κεφαλῆς καὶ προσώπων γινόμενον. Πολλοὶ τοίνυν σκοτοδινιῶντες τῆς ἱππείας ἀνετρέ ποντο ἔδρας· εἰσὶ δ᾽ οἳ καὶ ἐλειφαίμουν τοῖς τραύμασι· Καὶ οὕτω τοῦ ἀῤῥαγοῦς ἐκείνου διασπασθέν τος συντάγματος, οὐκ ἦν ὃς οὐκ ἦν τῶν Ῥωμαίων βάλλων καὶ καταβάλλων Παίονα, ἢ μὴ σκυλεύων τὸν πεπτωκότα, ἢ μὴ πανοπλίαν ἑτέραν ἐπενδυόμενος, ἢ ἵππου μὴ ἐπιβαίνων οὗ τὸν ἀναβάτην κατέκανεν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ ὀψίαν ἦν ἡ ἡμέρα, τὸ μὲν ἀνακλητικὸν ἡ σάλπιγξ διατόρως συνεθημάτιζε, καὶ τὸ διαέριον ἐκεῖνο καθῃρεῖτο τῆς τοῦ Διονυσίου σημαίας δίαρμα, ὁ δ᾽ Ἴστρος εἶχε τὰ πορθμεία καθα ειλκυσμένα, καὶ ὁ στρατὸς εἰς τὴν περαίαν ἀνήγετο. Φήμη γὰρ ἀνὰ τὰ Ῥωμαϊκά στρατόπεδα ἐπεφοίτα καὶ κατακρότους ἐτίθει τὰς τοῦ στρατηγοῦ μήνιγγας, ὡς οἱ Παίονες οὐκ ἀγεννή ξενολογίαν κατὰ τὴν μετ' ἐκείνην εἰσὶν ἐκδεχόμενοι. Διὰ ταύτην οὖν τὴν ἀκοῆν, μὴ πεφυκυῖαν ἐπίπαν ἀπόλο λυσθαι, αὐτίκα μετὰ τέλος αἴσιον τοῦ πολέμου ἀπῆρεν ἐκεῖθεν ᾿Ανδρόνικος. Αλλ' οὕτω μὲν κατεστρατήγηντο Παίονες βασιλεὺς Β δὲ τὴν καλλίστην ταυτηνὶ νίκην ἐνωτισάμενος θύει θεῷ χαριστήρια, καὶ αὐτὸς ἦν ἐν κρότοις καὶ χαρμοναῖς. Κοινούμενος δὲ τοῖς τῆς βασιλίδος οικήτορσι πόλεως ταῦτα δὴ τὰ εὐφρόσυνα κατορθώματα, γράμματα εὐθὺς εὐάγγελα στέλλει, τὴν τροπαιουχίαν περισαλπίζοντα. Μεθ᾿ ἡμέρας δέ τινας καὶ αὐτὸς τὴν μεγαλόπολιν εἰσιών κατάγει θρίαμβον ἀπὸ τῆς ἕψας πύλης, ἥτις ἀνέωγε κατὰ τὴν ἀκρόπολιν. Οἷα δ' ἐπὶ μεγίστῳ τροπαίῳ καὶ ἀκραιφνεί κατορθώματι θριαμβεύειν μεγαλοπρεπῶς προθέμενος, καὶ τὰ τῆς πομπείας διασκευασθῆναι πρὸς τὸ ὑπέρογκον διατέ ταχεν. Απας οὖν περιπόρφυρος πέπλος καὶ χρυσίῳ κατάστικτος ἀπῃώρητο, καὶ οἱ ἀστυνόμοι ἄλλος ἄλλοθεν ἐπὶ τὴν πρόοδον ἐκείνην μεταῤῥυέντες ὡς ῥεῦμα κατὰ πρανοῦς ὀχετηγούμενον ἐξεκένωσαν ἀγο- ράς, οἴκους, νεώς, Εργαστήρια καὶ ἄλλο μέρος ἅπαν τῆς πολυχανδοῦς πόλεως. Οὐδὲ τῆς τῶν αἰχμαλώτων συμμορίας ὁ θρίαμβος ἀπεστέρητο, ἀλλὰ καὶ τούτων πολλοὶ διήγον τοὺς παρόντας καὶ ἐσέμνυνον τὴν πομπὴν παριόντες. Αὐτὰ μέντοι τὰ καθ᾿ ἑκάτερα μέρη τῆς ἀγνιᾶς, καθ᾽ ἦν ἔμελλε τελεῖσθαι ὁ θρίαμ- βος, παρυφιστάμενα δρύφακτα εἰς διώροφά τε καὶ τριώροφα παρυψούμενα πᾶσιν ἐνεποίουν θαυμασμόν, καὶ τὰ τέγη δ' οὐχ ἥκιστα μάλιστα πολλοὺς τοὺς θεωμένους και πάντας ἀνέχοντα ἐκκρεμεῖς. Ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦ τὸν αὐτοκράτορα παρελθεῖν ἐπῆγε καιρός, προηγεῖτο μὲν ἀργύρεον ἐπίχρυσον τέτρωρον, ἵπποις λευκοῖς ὡς αἱ χιόνων ἀποσπάδες Ελκόμενον, ἵδρυτο δ' ἐπ' αὐτοῦ ἡ εἰκὼν τῆς ἀπροσμάχου συμμάχου καὶ ἀκαταγωνίστου συστρατήγου τῷ βασιλεῖ Θεομήτορος. Οὐ μέγα δ' ἔδραχεν ἄξων, ἄτι μηδὲ θεὸν ἦγε δεινήν τὴν ψευδοπάρθενον ᾿Αθηνῶν, ἀλλὰ τὴν ὡς ἀληθῶς παρθένον καὶ ὑπὲρ λόγον διὰ λόγου τὸν λόγον λοχεύ σασαν. Μετὰ δὲ τοῦτο οἱ καθ' αἷμα τῷ βασιλεῖ περιώνυμοι, καὶ ὅσοι γερουσιάζοντες τὰς πολιτικὰς διεῖπον ἀρχὰς, καὶ οἱ λαμπροὶ τοῖς ἀξιώμασι καὶ τῇ τοῦ βασιλέως εὐνοίᾳ περίκλυτοι. Επειτα δ' ὁ κρατῶν προῄει αὐτὸς, ἱππῳ ὑψαύχενι ἔποχος, κύδιστος, μέγιστος καὶ κόσμους τοὺς βασιλικούς περιφανῶς πε- ρικείμενος. Παρείπετο δέ οἱ καὶ ὁ τοῦ θριάμβου αἴτιος Κοντοστέφανος, ὑμνούμενος τῆς νίκης, τοῦ δεξιοῦ μακαριζόμενος ἀγωνίσματος. Εἰς δὲ τὸν μέγαν νεὼν καὶ τοῦ παντὸς ἐνώπιου λεὼ τὴν τοῦ Κυ ρίου λαλήσας αἴνεσιν πρόεισιν ἐκεῖθεν εἰς τὰ βασίλεια. Ὥσπερ δὲ τύξον ἀνιεὶς ἑαυτὸν τῆς ἄγαν τάσεως διεχεῖτο ἵππων ἁμίλλαις. δ. Καὶ τὸ ἐπιὸν δὲ ἔαρ εἰς ἄνεσιν ταμιευσάμενος σώματος, ἐπειδὴ παρίππευσε Καρκίνον καὶ παρῆλθε Λέοντα ἥλιος, ὅ τε Σείριος ὑπέληγε τῶν φλογώσεων, αἱ δὲ χειμέριοι τροπαὶ ἤδη παρεσκυθρώπαζον, ἔξεισι DE MANUELE COMNENO LIB. V. igitur famam, quæ non prorsus inanis esse puta- batur, post felicem pugnæ eventum inde discessit Andronicus. A exspectare, ducem sollicitum reddebat. Ob cam Pannoniis hoo modo superatis, imperator tanta victoria lætus exsultans, Deo gratiis actis, statim rei bene gesta nuntios in urbem mittit, ac post dies aliquot et ipse Cpolim ingressus trium- phum ducit ab orientali porta, quæ ad arcem patet, eumque ob insignem et incruentam victoriam quam splendidissime et magnificentissime adornal. Ex- pansæ sunt omnes purpureæ et auratæ vestes ; et cives alii aliunde ad pompam illam confluentes instar torrentis ex monte decurrentis, fora, mdes, templa, officinas et loca omnia urbis amplissima desuererunt. Sunt et captivi in triumpho ducti. Platea illa utrinque suggesta habuit ad binas et ternas contignationes educta ; tecta quoque omnia spectatoribus referta fuerunt. Imperatorum qua- drizm argentes aurate eum equis nivo candidiori- bus præcedebant ; quibus imposita erat imago in- victæ adjutricis et insuperabilis commilitonis Matris Dei. Neque vero axis magnum sonuit, quia non vehebat acrem dean Minervam, quæ falso virgo dicitur, sed veram Virginem, quæ Verbum inexplicabili ratione per verbum peperit. Eum cur- rum imperatoris propinqui atque amici, senatus, viri magistratibus et dignitatibus insignes, pone sequebantur. Deinde ipse imperator prodiit, equo feroci insidens, vir inclytus et maximus, ornamen- tis illustribus insignis, comitante Contostephano triumphi auctore, qui ob victoriam et rem bene gestam celebrabatur. Magnum templum ingressus, Deoque coram omni populo laudato, id palatium pergit, laxataque nimia bellorum contentione lu- [P. 103] C D die equestribus recreatur. insumpto, posquam sol Cancrum et Leonem per- mearat et æstus Caniculæ desævierat, bruma jam instante in Occidentem egreditur. Audierat enim 4. Sequenti etiam vere in animi oblectationem
Θελήσας οὖν τὸ Δορύλεον ἀνακτίσαι προσεξῆψέ τε καὶ ἐπέθηξε τὸν βάρβαρον ἐντεῦθεν πρὸς πόλεμον· ὅτε καὶ τὴν βασιλέως ἐς τὸ Δορύλεον ἄφιξιν ἀγνοεῖν πλαττόμενος διαπρεσβευσάμενος τὴν αἰτίαν ἐπυνθάνετο καὶ παρῃτεῖτο αὐτὸν ἐκεῖθεν ἀπαναστεῦσαι. ὁ δὲ κέρτομόν τι καὶ σεσηρὸς ἐνορῶν οἷς τὰ τοῦ σουλτὰν γράμματα διεξῄει ἐν μέρει δὴ οὐ τοῦ τυχόντος ἐτίθετο θαύματος, ὅπως τὸν μέχρι καὶ Δορυλέου δρόμον ἐκείνου ἠγνόησε καὶ τὴν αἰτίαν πλάττεται μὴ εἰδέναι. ἐπεὶ δὲ καὶ τὴν πόλιν ἀνοικοδομεῖν ἐπεβάλετο, νωτοφορεῖν τοὺς λίθους ἀρξάμενος οὕτω καὶ τοὺς ἄλλους ἠρρένωσεν, ὡς ἀπτέρῳ τάχει τὸ τεῖχος ἀνεγερθῆναι καὶ προσεπιβληθῆναί οἱ χαράκωμα ἔξωθεν καὶ ἀνορυχθῆναι φρεάτια ἔσωθεν εἰς πλείονας ὑδάτων ἀντλήσεις. Ἐν δεινῷ δὲ οἱ Πέρσαι τιθέμενοι, εἴπερ τῶν Δορυλέου πεδίων ἀπανασταῖεν, ἐν οἷς ἐθέριζε τὰ τούτων αἰπόλια καὶ βουκόλια πόαις ἐνσκιρτῶντα ταῖς λειμωνίτισι, καὶ δομηθήσεται πόλις καὶ φρουρὸς ἐγκαθεσθείη φάλαγξ Ῥωμαϊκή, ὅλαις ἡνίαις κατὰ Ῥωμαίων ἐφέροντο καὶ τὰς ἐπὶ σιτισμὸν ἐξόδους τηροῦντες τὴν ξύλευσιν ἀνεῖργον καὶ ἀνῄρουν τοὺς ἐν χερσίν. ὁ βασιλεὺς δὲ τὸ δεινὸν τοῦτο ῥᾳόνως ἰάσατο·
ται, Ῥωμαῖοι δὲ μετὰ χεῖρας τὰς ἐκ σιδήρου και ρύνας χειρισάμενοι (ἔθος δὲ αὐτοῖς καὶ τοιόνδε φέ- ρειν ὀπλισμὸν, ἡνίκα ἄν εἰς πόλεμον ἴοιεν) ἔπαιον τους Παίονας δι' αὐτῶν· καὶ ἦν καίριον μάλα τὸ πλήγμα, κατὰ κεφαλῆς καὶ προσώπων γινόμενον. Πολλοὶ τοίνυν σκοτοδινιῶντες τῆς ἱππείας ἀνετρέ ποντο ἔδρας· εἰσὶ δ᾽ οἳ καὶ ἐλειφαίμουν τοῖς τραύμασι· Καὶ οὕτω τοῦ ἀῤῥαγοῦς ἐκείνου διασπασθέν τος συντάγματος, οὐκ ἦν ὃς οὐκ ἦν τῶν Ῥωμαίων βάλλων καὶ καταβάλλων Παίονα, ἢ μὴ σκυλεύων τὸν πεπτωκότα, ἢ μὴ πανοπλίαν ἑτέραν ἐπενδυόμενος, ἢ ἵππου μὴ ἐπιβαίνων οὗ τὸν ἀναβάτην κατέκανεν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ ὀψίαν ἦν ἡ ἡμέρα, τὸ μὲν ἀνακλητικὸν ἡ σάλπιγξ διατόρως συνεθημάτιζε, καὶ τὸ διαέριον ἐκεῖνο καθῃρεῖτο τῆς τοῦ Διονυσίου σημαίας δίαρμα, ὁ δ᾽ Ἴστρος εἶχε τὰ πορθμεία καθα ειλκυσμένα, καὶ ὁ στρατὸς εἰς τὴν περαίαν ἀνήγετο. Φήμη γὰρ ἀνὰ τὰ Ῥωμαϊκά στρατόπεδα ἐπεφοίτα καὶ κατακρότους ἐτίθει τὰς τοῦ στρατηγοῦ μήνιγγας, ὡς οἱ Παίονες οὐκ ἀγεννή ξενολογίαν κατὰ τὴν μετ' ἐκείνην εἰσὶν ἐκδεχόμενοι. Διὰ ταύτην οὖν τὴν ἀκοῆν, μὴ πεφυκυῖαν ἐπίπαν ἀπόλο λυσθαι, αὐτίκα μετὰ τέλος αἴσιον τοῦ πολέμου ἀπῆρεν ἐκεῖθεν ᾿Ανδρόνικος. Αλλ' οὕτω μὲν κατεστρατήγηντο Παίονες βασιλεὺς Β δὲ τὴν καλλίστην ταυτηνὶ νίκην ἐνωτισάμενος θύει θεῷ χαριστήρια, καὶ αὐτὸς ἦν ἐν κρότοις καὶ χαρμοναῖς. Κοινούμενος δὲ τοῖς τῆς βασιλίδος οικήτορσι πόλεως ταῦτα δὴ τὰ εὐφρόσυνα κατορθώματα, γράμματα εὐθὺς εὐάγγελα στέλλει, τὴν τροπαιουχίαν περισαλπίζοντα. Μεθ᾿ ἡμέρας δέ τινας καὶ αὐτὸς τὴν μεγαλόπολιν εἰσιών κατάγει θρίαμβον ἀπὸ τῆς ἕψας πύλης, ἥτις ἀνέωγε κατὰ τὴν ἀκρόπολιν. Οἷα δ' ἐπὶ μεγίστῳ τροπαίῳ καὶ ἀκραιφνεί κατορθώματι θριαμβεύειν μεγαλοπρεπῶς προθέμενος, καὶ τὰ τῆς πομπείας διασκευασθῆναι πρὸς τὸ ὑπέρογκον διατέ ταχεν. Απας οὖν περιπόρφυρος πέπλος καὶ χρυσίῳ κατάστικτος ἀπῃώρητο, καὶ οἱ ἀστυνόμοι ἄλλος ἄλλοθεν ἐπὶ τὴν πρόοδον ἐκείνην μεταῤῥυέντες ὡς ῥεῦμα κατὰ πρανοῦς ὀχετηγούμενον ἐξεκένωσαν ἀγο- ράς, οἴκους, νεώς, Εργαστήρια καὶ ἄλλο μέρος ἅπαν τῆς πολυχανδοῦς πόλεως. Οὐδὲ τῆς τῶν αἰχμαλώτων συμμορίας ὁ θρίαμβος ἀπεστέρητο, ἀλλὰ καὶ τούτων πολλοὶ διήγον τοὺς παρόντας καὶ ἐσέμνυνον τὴν πομπὴν παριόντες. Αὐτὰ μέντοι τὰ καθ᾿ ἑκάτερα μέρη τῆς ἀγνιᾶς, καθ᾽ ἦν ἔμελλε τελεῖσθαι ὁ θρίαμ- βος, παρυφιστάμενα δρύφακτα εἰς διώροφά τε καὶ τριώροφα παρυψούμενα πᾶσιν ἐνεποίουν θαυμασμόν, καὶ τὰ τέγη δ' οὐχ ἥκιστα μάλιστα πολλοὺς τοὺς θεωμένους και πάντας ἀνέχοντα ἐκκρεμεῖς. Ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦ τὸν αὐτοκράτορα παρελθεῖν ἐπῆγε καιρός, προηγεῖτο μὲν ἀργύρεον ἐπίχρυσον τέτρωρον, ἵπποις λευκοῖς ὡς αἱ χιόνων ἀποσπάδες Ελκόμενον, ἵδρυτο δ' ἐπ' αὐτοῦ ἡ εἰκὼν τῆς ἀπροσμάχου συμμάχου καὶ ἀκαταγωνίστου συστρατήγου τῷ βασιλεῖ Θεομήτορος. Οὐ μέγα δ' ἔδραχεν ἄξων, ἄτι μηδὲ θεὸν ἦγε δεινήν τὴν ψευδοπάρθενον ᾿Αθηνῶν, ἀλλὰ τὴν ὡς ἀληθῶς παρθένον καὶ ὑπὲρ λόγον διὰ λόγου τὸν λόγον λοχεύ σασαν. Μετὰ δὲ τοῦτο οἱ καθ' αἷμα τῷ βασιλεῖ περιώνυμοι, καὶ ὅσοι γερουσιάζοντες τὰς πολιτικὰς διεῖπον ἀρχὰς, καὶ οἱ λαμπροὶ τοῖς ἀξιώμασι καὶ τῇ τοῦ βασιλέως εὐνοίᾳ περίκλυτοι. Επειτα δ' ὁ κρατῶν προῄει αὐτὸς, ἱππῳ ὑψαύχενι ἔποχος, κύδιστος, μέγιστος καὶ κόσμους τοὺς βασιλικούς περιφανῶς πε- ρικείμενος. Παρείπετο δέ οἱ καὶ ὁ τοῦ θριάμβου αἴτιος Κοντοστέφανος, ὑμνούμενος τῆς νίκης, τοῦ δεξιοῦ μακαριζόμενος ἀγωνίσματος. Εἰς δὲ τὸν μέγαν νεὼν καὶ τοῦ παντὸς ἐνώπιου λεὼ τὴν τοῦ Κυ ρίου λαλήσας αἴνεσιν πρόεισιν ἐκεῖθεν εἰς τὰ βασίλεια. Ὥσπερ δὲ τύξον ἀνιεὶς ἑαυτὸν τῆς ἄγαν τάσεως διεχεῖτο ἵππων ἁμίλλαις. δ. Καὶ τὸ ἐπιὸν δὲ ἔαρ εἰς ἄνεσιν ταμιευσάμενος σώματος, ἐπειδὴ παρίππευσε Καρκίνον καὶ παρῆλθε Λέοντα ἥλιος, ὅ τε Σείριος ὑπέληγε τῶν φλογώσεων, αἱ δὲ χειμέριοι τροπαὶ ἤδη παρεσκυθρώπαζον, ἔξεισι DE MANUELE COMNENO LIB. V. igitur famam, quæ non prorsus inanis esse puta- batur, post felicem pugnæ eventum inde discessit Andronicus. A exspectare, ducem sollicitum reddebat. Ob cam Pannoniis hoo modo superatis, imperator tanta victoria lætus exsultans, Deo gratiis actis, statim rei bene gesta nuntios in urbem mittit, ac post dies aliquot et ipse Cpolim ingressus trium- phum ducit ab orientali porta, quæ ad arcem patet, eumque ob insignem et incruentam victoriam quam splendidissime et magnificentissime adornal. Ex- pansæ sunt omnes purpureæ et auratæ vestes ; et cives alii aliunde ad pompam illam confluentes instar torrentis ex monte decurrentis, fora, mdes, templa, officinas et loca omnia urbis amplissima desuererunt. Sunt et captivi in triumpho ducti. Platea illa utrinque suggesta habuit ad binas et ternas contignationes educta ; tecta quoque omnia spectatoribus referta fuerunt. Imperatorum qua- drizm argentes aurate eum equis nivo candidiori- bus præcedebant ; quibus imposita erat imago in- victæ adjutricis et insuperabilis commilitonis Matris Dei. Neque vero axis magnum sonuit, quia non vehebat acrem dean Minervam, quæ falso virgo dicitur, sed veram Virginem, quæ Verbum inexplicabili ratione per verbum peperit. Eum cur- rum imperatoris propinqui atque amici, senatus, viri magistratibus et dignitatibus insignes, pone sequebantur. Deinde ipse imperator prodiit, equo feroci insidens, vir inclytus et maximus, ornamen- tis illustribus insignis, comitante Contostephano triumphi auctore, qui ob victoriam et rem bene gestam celebrabatur. Magnum templum ingressus, Deoque coram omni populo laudato, id palatium pergit, laxataque nimia bellorum contentione lu- [P. 103] C D die equestribus recreatur. insumpto, posquam sol Cancrum et Leonem per- mearat et æstus Caniculæ desævierat, bruma jam instante in Occidentem egreditur. Audierat enim 4. Sequenti etiam vere in animi oblectationem
τακτὸν γὰρ ὁρίσας καιρὸν τοῖς ἐπὶ συλλογὴν ἐξιοῦσι τῶν ἀναγκαίων αὐτὸς προσημαίνων τῇ σάλπιγγι πρῶτος τοῦ χάρακος ἀπανίστατο καὶ ἡγεῖτο τῆς ὁδοῦ. οὐκοῦν οὐδὲ πρὸς βραχὺ τῶν τὰ ἐπιτήδεια διφώντων μεθιστάμενος ἐνίοτε περὶ βουλυτὸν ἢ καὶ βαθεῖαν ἑσπέραν ἐπανέλυεν εἰς τὸ στρατόπεδον. Πέρσαις δ’ ἔμελε μὲν καὶ πολέμων πρὸς ταῦτα καὶ συνεχῶς ἐκονίζοντο, παρεδίδοσαν δὲ καὶ πυρὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὰς σκηνὰς ἐνεπίμπρων, ὅπως μὴ εὐποροῖεν Ῥωμαῖοι δι’ ὧν τραφήσονται. Ὁτὲ δέ, πρὸς ἑστίασιν τραπομένου τοῦ βασιλέως μῆλόν τε περσικὸν μαχαιρίῳ ἀπολεπίζοντος, ἐπιδρομή τις ἀγγέλλεται Περσικὴ κατὰ τῶν τὰ βιώσιμα συλλεγόντων, καὶ ῥίψας τὴν ὀπώραν αὐτίκα καὶ τὸν ἀκινάκην περιζωσάμενος καὶ περιδὺς τὸν θώρακα καὶ τὸν ἵππον ἀναβὰς ἐξώρμησε. καὶ οἱ βάρβαροι κατὰ φάλαγγας ἵστασθαι σχηματιζόμενοι μετ’ οὐ πολὺ τούτου ἐποφθέντος τὴν τάξιν ἔλυον· ὅθεν ἀποδιδράσκειν πλαττόμενοι τοὺς ἐπιόντας ἔπληττον ὑποστρεφόμενοι καὶ τὸν τῆς τροπῆς καιρὸν εἰς τὸ βάλλειν διατιθέμενοι καὶ καταβάλλειν τὸ ἐπικείμενον.
ται, Ῥωμαῖοι δὲ μετὰ χεῖρας τὰς ἐκ σιδήρου και ρύνας χειρισάμενοι (ἔθος δὲ αὐτοῖς καὶ τοιόνδε φέ- ρειν ὀπλισμὸν, ἡνίκα ἄν εἰς πόλεμον ἴοιεν) ἔπαιον τους Παίονας δι' αὐτῶν· καὶ ἦν καίριον μάλα τὸ πλήγμα, κατὰ κεφαλῆς καὶ προσώπων γινόμενον. Πολλοὶ τοίνυν σκοτοδινιῶντες τῆς ἱππείας ἀνετρέ ποντο ἔδρας· εἰσὶ δ᾽ οἳ καὶ ἐλειφαίμουν τοῖς τραύμασι· Καὶ οὕτω τοῦ ἀῤῥαγοῦς ἐκείνου διασπασθέν τος συντάγματος, οὐκ ἦν ὃς οὐκ ἦν τῶν Ῥωμαίων βάλλων καὶ καταβάλλων Παίονα, ἢ μὴ σκυλεύων τὸν πεπτωκότα, ἢ μὴ πανοπλίαν ἑτέραν ἐπενδυόμενος, ἢ ἵππου μὴ ἐπιβαίνων οὗ τὸν ἀναβάτην κατέκανεν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ ὀψίαν ἦν ἡ ἡμέρα, τὸ μὲν ἀνακλητικὸν ἡ σάλπιγξ διατόρως συνεθημάτιζε, καὶ τὸ διαέριον ἐκεῖνο καθῃρεῖτο τῆς τοῦ Διονυσίου σημαίας δίαρμα, ὁ δ᾽ Ἴστρος εἶχε τὰ πορθμεία καθα ειλκυσμένα, καὶ ὁ στρατὸς εἰς τὴν περαίαν ἀνήγετο. Φήμη γὰρ ἀνὰ τὰ Ῥωμαϊκά στρατόπεδα ἐπεφοίτα καὶ κατακρότους ἐτίθει τὰς τοῦ στρατηγοῦ μήνιγγας, ὡς οἱ Παίονες οὐκ ἀγεννή ξενολογίαν κατὰ τὴν μετ' ἐκείνην εἰσὶν ἐκδεχόμενοι. Διὰ ταύτην οὖν τὴν ἀκοῆν, μὴ πεφυκυῖαν ἐπίπαν ἀπόλο λυσθαι, αὐτίκα μετὰ τέλος αἴσιον τοῦ πολέμου ἀπῆρεν ἐκεῖθεν ᾿Ανδρόνικος. Αλλ' οὕτω μὲν κατεστρατήγηντο Παίονες βασιλεὺς Β δὲ τὴν καλλίστην ταυτηνὶ νίκην ἐνωτισάμενος θύει θεῷ χαριστήρια, καὶ αὐτὸς ἦν ἐν κρότοις καὶ χαρμοναῖς. Κοινούμενος δὲ τοῖς τῆς βασιλίδος οικήτορσι πόλεως ταῦτα δὴ τὰ εὐφρόσυνα κατορθώματα, γράμματα εὐθὺς εὐάγγελα στέλλει, τὴν τροπαιουχίαν περισαλπίζοντα. Μεθ᾿ ἡμέρας δέ τινας καὶ αὐτὸς τὴν μεγαλόπολιν εἰσιών κατάγει θρίαμβον ἀπὸ τῆς ἕψας πύλης, ἥτις ἀνέωγε κατὰ τὴν ἀκρόπολιν. Οἷα δ' ἐπὶ μεγίστῳ τροπαίῳ καὶ ἀκραιφνεί κατορθώματι θριαμβεύειν μεγαλοπρεπῶς προθέμενος, καὶ τὰ τῆς πομπείας διασκευασθῆναι πρὸς τὸ ὑπέρογκον διατέ ταχεν. Απας οὖν περιπόρφυρος πέπλος καὶ χρυσίῳ κατάστικτος ἀπῃώρητο, καὶ οἱ ἀστυνόμοι ἄλλος ἄλλοθεν ἐπὶ τὴν πρόοδον ἐκείνην μεταῤῥυέντες ὡς ῥεῦμα κατὰ πρανοῦς ὀχετηγούμενον ἐξεκένωσαν ἀγο- ράς, οἴκους, νεώς, Εργαστήρια καὶ ἄλλο μέρος ἅπαν τῆς πολυχανδοῦς πόλεως. Οὐδὲ τῆς τῶν αἰχμαλώτων συμμορίας ὁ θρίαμβος ἀπεστέρητο, ἀλλὰ καὶ τούτων πολλοὶ διήγον τοὺς παρόντας καὶ ἐσέμνυνον τὴν πομπὴν παριόντες. Αὐτὰ μέντοι τὰ καθ᾿ ἑκάτερα μέρη τῆς ἀγνιᾶς, καθ᾽ ἦν ἔμελλε τελεῖσθαι ὁ θρίαμ- βος, παρυφιστάμενα δρύφακτα εἰς διώροφά τε καὶ τριώροφα παρυψούμενα πᾶσιν ἐνεποίουν θαυμασμόν, καὶ τὰ τέγη δ' οὐχ ἥκιστα μάλιστα πολλοὺς τοὺς θεωμένους και πάντας ἀνέχοντα ἐκκρεμεῖς. Ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦ τὸν αὐτοκράτορα παρελθεῖν ἐπῆγε καιρός, προηγεῖτο μὲν ἀργύρεον ἐπίχρυσον τέτρωρον, ἵπποις λευκοῖς ὡς αἱ χιόνων ἀποσπάδες Ελκόμενον, ἵδρυτο δ' ἐπ' αὐτοῦ ἡ εἰκὼν τῆς ἀπροσμάχου συμμάχου καὶ ἀκαταγωνίστου συστρατήγου τῷ βασιλεῖ Θεομήτορος. Οὐ μέγα δ' ἔδραχεν ἄξων, ἄτι μηδὲ θεὸν ἦγε δεινήν τὴν ψευδοπάρθενον ᾿Αθηνῶν, ἀλλὰ τὴν ὡς ἀληθῶς παρθένον καὶ ὑπὲρ λόγον διὰ λόγου τὸν λόγον λοχεύ σασαν. Μετὰ δὲ τοῦτο οἱ καθ' αἷμα τῷ βασιλεῖ περιώνυμοι, καὶ ὅσοι γερουσιάζοντες τὰς πολιτικὰς διεῖπον ἀρχὰς, καὶ οἱ λαμπροὶ τοῖς ἀξιώμασι καὶ τῇ τοῦ βασιλέως εὐνοίᾳ περίκλυτοι. Επειτα δ' ὁ κρατῶν προῄει αὐτὸς, ἱππῳ ὑψαύχενι ἔποχος, κύδιστος, μέγιστος καὶ κόσμους τοὺς βασιλικούς περιφανῶς πε- ρικείμενος. Παρείπετο δέ οἱ καὶ ὁ τοῦ θριάμβου αἴτιος Κοντοστέφανος, ὑμνούμενος τῆς νίκης, τοῦ δεξιοῦ μακαριζόμενος ἀγωνίσματος. Εἰς δὲ τὸν μέγαν νεὼν καὶ τοῦ παντὸς ἐνώπιου λεὼ τὴν τοῦ Κυ ρίου λαλήσας αἴνεσιν πρόεισιν ἐκεῖθεν εἰς τὰ βασίλεια. Ὥσπερ δὲ τύξον ἀνιεὶς ἑαυτὸν τῆς ἄγαν τάσεως διεχεῖτο ἵππων ἁμίλλαις. δ. Καὶ τὸ ἐπιὸν δὲ ἔαρ εἰς ἄνεσιν ταμιευσάμενος σώματος, ἐπειδὴ παρίππευσε Καρκίνον καὶ παρῆλθε Λέοντα ἥλιος, ὅ τε Σείριος ὑπέληγε τῶν φλογώσεων, αἱ δὲ χειμέριοι τροπαὶ ἤδη παρεσκυθρώπαζον, ἔξεισι DE MANUELE COMNENO LIB. V. igitur famam, quæ non prorsus inanis esse puta- batur, post felicem pugnæ eventum inde discessit Andronicus. A exspectare, ducem sollicitum reddebat. Ob cam Pannoniis hoo modo superatis, imperator tanta victoria lætus exsultans, Deo gratiis actis, statim rei bene gesta nuntios in urbem mittit, ac post dies aliquot et ipse Cpolim ingressus trium- phum ducit ab orientali porta, quæ ad arcem patet, eumque ob insignem et incruentam victoriam quam splendidissime et magnificentissime adornal. Ex- pansæ sunt omnes purpureæ et auratæ vestes ; et cives alii aliunde ad pompam illam confluentes instar torrentis ex monte decurrentis, fora, mdes, templa, officinas et loca omnia urbis amplissima desuererunt. Sunt et captivi in triumpho ducti. Platea illa utrinque suggesta habuit ad binas et ternas contignationes educta ; tecta quoque omnia spectatoribus referta fuerunt. Imperatorum qua- drizm argentes aurate eum equis nivo candidiori- bus præcedebant ; quibus imposita erat imago in- victæ adjutricis et insuperabilis commilitonis Matris Dei. Neque vero axis magnum sonuit, quia non vehebat acrem dean Minervam, quæ falso virgo dicitur, sed veram Virginem, quæ Verbum inexplicabili ratione per verbum peperit. Eum cur- rum imperatoris propinqui atque amici, senatus, viri magistratibus et dignitatibus insignes, pone sequebantur. Deinde ipse imperator prodiit, equo feroci insidens, vir inclytus et maximus, ornamen- tis illustribus insignis, comitante Contostephano triumphi auctore, qui ob victoriam et rem bene gestam celebrabatur. Magnum templum ingressus, Deoque coram omni populo laudato, id palatium pergit, laxataque nimia bellorum contentione lu- [P. 103] C D die equestribus recreatur. insumpto, posquam sol Cancrum et Leonem per- mearat et æstus Caniculæ desævierat, bruma jam instante in Occidentem egreditur. Audierat enim 4. Sequenti etiam vere in animi oblectationem
PG 139:503ἵππος μὲν γὰρ συχνὰ κεντρίζεται παρὰ Πέρσαις, ὁ δὲ κόπτων θαμὰ τὸ δάπεδον ῥαγδαίως φέρεται καὶ ὁ Πέρσης τὸ βέλος ἔχων ἐν ταῖν χεροῖν ὀπίσω τοῦτο ἀφίησι καὶ τὸν ὁρμῶντα φθάνειν φθάσας αὐτὸς ἀνῄρηκε καὶ τὸν ἤδη καταληψόμενον κατέβαλεν αἴφνης μεταμειφθεὶς ὁ διωκόμενος εἰς διώκοντα. Ἐπεὶ δὲ ἀνεπόλισε τὸ Δορύλεον καὶ τὰ εἰς φυλακὴν τούτου παντοίως ἀπηκριβώσατο, ἐκ τῶν ἐκεῖσε μερῶν ἀπανίσταται, εἰς δὲ τὸ Σούβλεον ὡς εἶχε παραγενόμενος ἀνήγειρέ τε κἀκεῖνο καὶ φρουρᾶς μετέδωκε. καὶ τὰ λοιπά, ὡς ᾤετο, ἀρίστως διαπραξάμενος εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν ὑπέστρεψεν. Ἀλλ’ οὔπω χρόνος συχνός, καὶ αὖθις κατ’ ἀλλήλων τὰς γνώμας ἐφλέγμαινον. τῷ τοι καὶ ἀλλήλοις ἀντενεκάλουν τε καὶ προσῆπτον, βασιλεὺς μὲν τὸ πρὸς τὸν εὐεργέτην ἀχάριστον καὶ τὸ ἀμνῆμον τῶν προηγησαμένων εὐποιϊῶν καὶ τῆς εἰς τὸ ἄρχειν τῶν ὁμοφύλων παντοίας συνάρσεως, ὁ δὲ σουλτὰν τὸ πρόχειρον εἰς παρασπόνδησιν καὶ τὸ φιλίας εὐκόλως ἀποπηδᾶν καὶ συγχέειν ἐκ τοῦ παραυτίκα τοὺς ὑπὲρ εἰρήνης τεθέντας θεσμοὺς καὶ τὸ πλείσταις μὲν ἐκεῖνον ἐπαίρειν φιλοδωριῶν ὑποσχέσεσι καὶ βασιλικαῖς ὑποσημαίνειν ταύτας γραφαῖς καὶ βαφαῖς, ὀλίγα δὲ χορηγεῖν.
Α πρὸς τὰ ἑσπέρια καὶ κατὰ τὴν Φιλίππου ἐναυλίζεται. Ἠκηκύει γὰρ ὡς ὁ τῶν Σέρφων σατράπης (ἦν δὲ τότε ὁ Νεεμάν Στέφανος) ὑπὲρ δ δεῖ θρασύτερος γέγονε, καὶ κακόσχολος ὢν τις ἤγηται σοφὸν τὸ περίεργον, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τρέφων ακόρεστον καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ πάντα διαπλωθῆναι φιλονεικῶν τοῖς ἐκ τοῦ αὐτοῦ φύλου βαρὺς ἐμπίπτει καὶ ξίφει τὸ γένος μέτο εισι, μήτε μὴν τὰ οἰκεῖα εἰδὼς μέτρα Χορβατίαν ὑποποιεῖται καὶ πρὸς ἑαυτὸν ἐπισπᾶται τῶν Καττά- ρων τὴν κυριότητα. Διὰ ταῦτα τοίνυν πεῖραν εἰλης φέναι θέλων τοῦ ἐπὶ τούτοις τῷ Νεεμάν βουλήματος, στέλλει μετὰ δυνάμεως τὸν Παδιάτην Θεόδωρον. Τῷ δὲ τοπάρχῃ Νεεμᾶν οὕτως ἀναρσίου μετήν φρονήμα τος ὡς [Ρ. 104] εὐθὺς ἐξενεγκεῖν ἀκήρυκτον πόλεμον καὶ Ῥωμαίοις ἐπεισπεσεῖν. Βασιλέως δ' αὐτὸν μετο ελθεῖν κρίναντος, ὀλίγον τῇ μάχῃ παραφανεὶς ἀπε κρύψατο, τὰς τῶν ὁρῶν καὶ πάλιν ἐποδὺς καταδύ σεις καὶ τὰς πέτρας θέμενος εἰς ἀποκρυβήν. Αεί δέ τι περικόπτων τῆς προλαβούσης οφρύος καὶ ἐφαιρῶν, τέλος τοῖς ἐκείνου ποσὶ τὴν οἰκείαν ὑποτέθεικε κε- φαλήν, μέγας μεγαλωστί τεταμένος καὶ περὶ τοῦ μὴ παθεῖν κακῶς δεόμενος· ἡγωνία γὰρ μή πως αὐτὸς μὲν τῆς τῶν Σερβων παραλυθῇ δυναστείας, τὸ δὲ κράτος μετενεχθῇ πρὸς τοὺς ἐκείνου ἄρχειν δι καιοτέρους, καὶ οὕς αὐτὸς κατασπάσας εἶχε πρὸς τὴν ἀρχὴν ἀναχθείς. Οὕτω δ᾽ εὐμαρῶς μετῄει τοῦτον καὶ πρὸς τὴν ἐκείνου πίστιν μετέστρεφεν, εἴ ποτε ἀπο- πλανώμενον ἑώρα τοῦ εὐθέως καὶ ἐλεύθερον βλέποντα, ἢ τῷ τῶν ᾿Αλαμανων ῥηγὶ προστιθέμενον ἢ τοῖς Ούννοις προσνεύοντα καὶ κοινὸν ἐκείνοις βαλάντιον (95) καὶ πήραν προσκτώμενον, ὡς οὐδὲ ποιμὴν ποίμνιον εὐπερίγραπτον. Οὕτω δ' ἐδεδοίκει τοῦτον ὁ Νεεμὰν ὡς οὐδὲ τὸν βασιλικώτατον θῆρα τὰ κνώδαλα ὅ γε καὶ τὰ ἱππάσιμα μόνα πολλάκις ἐπιφερόμενος καὶ τοῖς δορυφοροῦσιν εἰπὼν « Επεσθε, » τὰ Ῥωμαίων παρήλλαττεν ὅρια, καὶ κατ' αὐτοῦ ἐξορμῶν πρὸς τὸ οἰκεῖον ἐφετὸν τὰ ἐκεῖθεν μετήμε σε πράγματα. ε. ᾿Αλλὰ τίνα τὰ ἐπὶ τούτοις ; ἐρᾷ καὶ στρατείας ὑπερορίου, καὶ τὸ τῆς Αἰγύπνου ἐνωτιζόμενος πάμε φορον, καὶ ὅσα γεωργεῖ Νεῖλος ὁ καρποδότης καὶ εὔσταχυς, τοῖς πήχεσι μετρῶν τὸ εὔδαιμον (96), ἔγνω ἐν θαλάσσῃ θέσθαι χεῖρα αὐτοῦ καὶ ἐν ποταμοῖς δε- ξιὰν αὐτοῦ, εἴ πως τὰ δι' ἀκοῆς ἐρώμενα Αἰγύπτια ἀγαθὰ καὶ ὀφθαλμοῖς ἐντράνοις (9) θεάσαιτο καὶ θείη ληπτὰ ταῖς χερσίν. Ἐποίει δ' ἐκεῖνον ταῦτα φαντάζεσθαι τὰ ἐν ποσὶν ὑπεραλλόμενον, καὶ ταῦτα ἔτι ὡδίνοντα, καὶ τεμνόμενα μὲν καὶ κατακαιόμενα, οὐκ ἀφαντούμενα δὲ καὶ ἀμαυρούμενα, ἀλλὰ παλιμφυῇ κατὰ τὴν ὕδραν γινόμενα, φιλοδοξία τις ἄκαιρος καὶ τὸ πρὸς βασιλεῖς ἀνθαμιλλάσθαι, οἷς τὸ κλέος πολὺ καὶ τὰ σχοινίσματα οὐκ ἀπὸ θαλάσσης μόνον ἕως θαλάσσης ὑφαπλούμενα πρὶν παρετέτατο, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἐῴων ὁρισμάτων μέχρι τῶν ἐσπερίων διικνεῖτο στηλῶν. Οὐκοῦν καὶ τὸ σκέμμα τῷ τῶν Ἱεροσολύ μων ῥηγὶ ᾿Αμερίγῳ κοινωσάμενος, κἀκεῖνον εὑρὼν οὐκ ἀποπεμπόμενον τὸ εννόημα, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ συλλαβέσθαι οἱ τοῦ ἐγχειρήματος ὑπισχνούμενον, ἔντρανος NICETE CHONIATE Serviorum principem, inquieto et insatiabili inge- nio hominem, Stephanum Neemanem justo auda- ciorem factum finitima quæque invadere, ac popu- lares suos graviter premere ferro grassantem, suæ- que fortunæ oblitum Crabatiam; et Cattaro- rum dominatum sibi vindicare. Ut igitur Neemanis voluntatem exploraret, Theodorum Padiatem cum copiis ablegat. Erat autem ea Neemanis ferocia ut bello non indicto statim Romanos invaderet. Pos- quam autem ipse imperator eum ulcisci statuit, bello celeriter relicto in montes confugit et spelun- cas ac petras subiit ; et subinde imminuta nonnihil superbia tandem supplex ad pedes illius procumbit. Augebatur enim animo, ne Serviæ principatus ali- cui ex iis quos ipse everterat, qui esset eo dignior, tribueretur. Eum igitur hominem imperator B tanta arte tractabat et ad fidem sibi servandam convertebat si quando a recta via aberrare et li- bertatem spectare videbat, aut cum Alemannorum rege se conjungere, aut ad Huanos inclinare et manubias communicare, quanta diligentia nec opilio exiguum gregem custodire solet. Neeman vero illum non minus formidabat quam leonem cæteræ animantes. Nam cum imperator equitatu tantum educto et satellitibus sequi jussis Roma- norum fines egressus contra illum ferebatur, Serviæ statum suo arbitratu extemplo immutabat. 5.Post hæc Manuel, audita Egypti fertilitate c et frugiferis Nili exundationibus, classe eam terram petere, et quæ auribus acceperat, oculis intueri et contrectare manibus instituit. Quamvis autem proxima quæque adhuc in motu essent et licet secarentur et urerentur, non tamen tollerentur, sed instar redivive bydræ repullularent,lamen importu- na ambitione impulsus, et veterum principum æmulatione ac gloria adductus, qui non modo a mari ad mare, sed ab Oriente usque ad Occidentem dominati fuerunt, rebus magis urgentibus omissis longinquam expeditionem suscepit, consilioque suo cum Amerigo Ilierosolymorum rege communi- cato, qui se ei præsto futurum pollicebatur, classem amplius cc longarum navium contra Tamiathum comparat, inter quas erant x Epidamniæ et sex Euboics expedila Daves. Navarchum designat D Andronicum Contostephanum magnum ducem ; et Theodorum Naurozumem cum LX triremibus ad regem premittit, qui reliquam classem et Hier. Wolfii notæ. de latrocinii societate et partitione manubiarum loqui. ad dimensiones agrorum, limitibus exundatione Nili confusis, unde quidam censent geometriam ortum habuisse. sed alibi me legere non memini. (95) Κοινὸν ἐκείνοις βαλάντιον. Puto Choniatem (96) Τοῖς πήχεσι μετρῶν τὸ εὔδαιμον. Alludit (97) Εντράνοις, Τρανής et τρανός usitata sunt,
Διὰ ταῦτα τοίνυν τάς τε οὔσας συνεκρότει δυνάμεις ὁ βασιλεὺς καὶ νεωστὶ ἐπὶ ταύταις ἄλλας συνέταττεν· ἐστρατολόγει δὲ καὶ ξενικὸν οὐκ ὀλίγον, καὶ τοῦτο ἐκ τοῦ γένους μάλιστα τῶν Λατίνων καὶ ἀπ’ αὐτῶν δὴ τῶν Παριστρίων Σκυθῶν. καὶ δὴ ἐς μυριάδας τὸ οἰκεῖον ἀριθμήσας στράτευμα ὡς ἀφανίσων ἐπῄει τὸ Περσικὸν καὶ αὐτοῖς ἀναρπάσων τείχεσι τὸ Ἰκόνιον καὶ τὸν σουλτὰν ληψόμενος ὑποχείριον καὶ κατὰ τοῦ τραχήλου τοῦτον πατήσων ἐν τῷ ὑποθεῖναι δίκην θρανίδος ταῖς βάσεσιν. Ἀμέλει τοι τὰ πρὸς τὴν ἔξοδον ἑτοιμασάμενος εἴσεισι τὸν Μέγαν Νεών, ὃς ἀπὸ τῆς θείας καὶ ἀρρήτου Σοφίας ὠνόμασται, καὶ τὸ θεῖον ἐπικαλεῖται συνέριθον καὶ τὴν νίκην αἰτεῖται μὲν ἐκεῖθεν, οὐ δέχεται δέ, ὡς τὸ τοῦ πολέμου πέρας ὑπέφηνε, μετατεθεῖσαν πρὸς τὸν ἀντίπαλον ἀνεφίκτοις ἡμῖν θεϊκοῖς κρίμασιν. Ἀπάρας οὖν τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων Φρυγίαν τε καὶ Λαοδίκειαν διελθὼν ἀφικνεῖται ἐς Χώνας, πόλιν εὐδαίμονα καὶ μεγάλην, πάλαι τὰς Κολοσσάς, τὴν ἐμοῦ τοῦ συγγραφέως πατρίδα.
Α πρὸς τὰ ἑσπέρια καὶ κατὰ τὴν Φιλίππου ἐναυλίζεται. Ἠκηκύει γὰρ ὡς ὁ τῶν Σέρφων σατράπης (ἦν δὲ τότε ὁ Νεεμάν Στέφανος) ὑπὲρ δ δεῖ θρασύτερος γέγονε, καὶ κακόσχολος ὢν τις ἤγηται σοφὸν τὸ περίεργον, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τρέφων ακόρεστον καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ πάντα διαπλωθῆναι φιλονεικῶν τοῖς ἐκ τοῦ αὐτοῦ φύλου βαρὺς ἐμπίπτει καὶ ξίφει τὸ γένος μέτο εισι, μήτε μὴν τὰ οἰκεῖα εἰδὼς μέτρα Χορβατίαν ὑποποιεῖται καὶ πρὸς ἑαυτὸν ἐπισπᾶται τῶν Καττά- ρων τὴν κυριότητα. Διὰ ταῦτα τοίνυν πεῖραν εἰλης φέναι θέλων τοῦ ἐπὶ τούτοις τῷ Νεεμάν βουλήματος, στέλλει μετὰ δυνάμεως τὸν Παδιάτην Θεόδωρον. Τῷ δὲ τοπάρχῃ Νεεμᾶν οὕτως ἀναρσίου μετήν φρονήμα τος ὡς [Ρ. 104] εὐθὺς ἐξενεγκεῖν ἀκήρυκτον πόλεμον καὶ Ῥωμαίοις ἐπεισπεσεῖν. Βασιλέως δ' αὐτὸν μετο ελθεῖν κρίναντος, ὀλίγον τῇ μάχῃ παραφανεὶς ἀπε κρύψατο, τὰς τῶν ὁρῶν καὶ πάλιν ἐποδὺς καταδύ σεις καὶ τὰς πέτρας θέμενος εἰς ἀποκρυβήν. Αεί δέ τι περικόπτων τῆς προλαβούσης οφρύος καὶ ἐφαιρῶν, τέλος τοῖς ἐκείνου ποσὶ τὴν οἰκείαν ὑποτέθεικε κε- φαλήν, μέγας μεγαλωστί τεταμένος καὶ περὶ τοῦ μὴ παθεῖν κακῶς δεόμενος· ἡγωνία γὰρ μή πως αὐτὸς μὲν τῆς τῶν Σερβων παραλυθῇ δυναστείας, τὸ δὲ κράτος μετενεχθῇ πρὸς τοὺς ἐκείνου ἄρχειν δι καιοτέρους, καὶ οὕς αὐτὸς κατασπάσας εἶχε πρὸς τὴν ἀρχὴν ἀναχθείς. Οὕτω δ᾽ εὐμαρῶς μετῄει τοῦτον καὶ πρὸς τὴν ἐκείνου πίστιν μετέστρεφεν, εἴ ποτε ἀπο- πλανώμενον ἑώρα τοῦ εὐθέως καὶ ἐλεύθερον βλέποντα, ἢ τῷ τῶν ᾿Αλαμανων ῥηγὶ προστιθέμενον ἢ τοῖς Ούννοις προσνεύοντα καὶ κοινὸν ἐκείνοις βαλάντιον (95) καὶ πήραν προσκτώμενον, ὡς οὐδὲ ποιμὴν ποίμνιον εὐπερίγραπτον. Οὕτω δ' ἐδεδοίκει τοῦτον ὁ Νεεμὰν ὡς οὐδὲ τὸν βασιλικώτατον θῆρα τὰ κνώδαλα ὅ γε καὶ τὰ ἱππάσιμα μόνα πολλάκις ἐπιφερόμενος καὶ τοῖς δορυφοροῦσιν εἰπὼν « Επεσθε, » τὰ Ῥωμαίων παρήλλαττεν ὅρια, καὶ κατ' αὐτοῦ ἐξορμῶν πρὸς τὸ οἰκεῖον ἐφετὸν τὰ ἐκεῖθεν μετήμε σε πράγματα. ε. ᾿Αλλὰ τίνα τὰ ἐπὶ τούτοις ; ἐρᾷ καὶ στρατείας ὑπερορίου, καὶ τὸ τῆς Αἰγύπνου ἐνωτιζόμενος πάμε φορον, καὶ ὅσα γεωργεῖ Νεῖλος ὁ καρποδότης καὶ εὔσταχυς, τοῖς πήχεσι μετρῶν τὸ εὔδαιμον (96), ἔγνω ἐν θαλάσσῃ θέσθαι χεῖρα αὐτοῦ καὶ ἐν ποταμοῖς δε- ξιὰν αὐτοῦ, εἴ πως τὰ δι' ἀκοῆς ἐρώμενα Αἰγύπτια ἀγαθὰ καὶ ὀφθαλμοῖς ἐντράνοις (9) θεάσαιτο καὶ θείη ληπτὰ ταῖς χερσίν. Ἐποίει δ' ἐκεῖνον ταῦτα φαντάζεσθαι τὰ ἐν ποσὶν ὑπεραλλόμενον, καὶ ταῦτα ἔτι ὡδίνοντα, καὶ τεμνόμενα μὲν καὶ κατακαιόμενα, οὐκ ἀφαντούμενα δὲ καὶ ἀμαυρούμενα, ἀλλὰ παλιμφυῇ κατὰ τὴν ὕδραν γινόμενα, φιλοδοξία τις ἄκαιρος καὶ τὸ πρὸς βασιλεῖς ἀνθαμιλλάσθαι, οἷς τὸ κλέος πολὺ καὶ τὰ σχοινίσματα οὐκ ἀπὸ θαλάσσης μόνον ἕως θαλάσσης ὑφαπλούμενα πρὶν παρετέτατο, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἐῴων ὁρισμάτων μέχρι τῶν ἐσπερίων διικνεῖτο στηλῶν. Οὐκοῦν καὶ τὸ σκέμμα τῷ τῶν Ἱεροσολύ μων ῥηγὶ ᾿Αμερίγῳ κοινωσάμενος, κἀκεῖνον εὑρὼν οὐκ ἀποπεμπόμενον τὸ εννόημα, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ συλλαβέσθαι οἱ τοῦ ἐγχειρήματος ὑπισχνούμενον, ἔντρανος NICETE CHONIATE Serviorum principem, inquieto et insatiabili inge- nio hominem, Stephanum Neemanem justo auda- ciorem factum finitima quæque invadere, ac popu- lares suos graviter premere ferro grassantem, suæ- que fortunæ oblitum Crabatiam; et Cattaro- rum dominatum sibi vindicare. Ut igitur Neemanis voluntatem exploraret, Theodorum Padiatem cum copiis ablegat. Erat autem ea Neemanis ferocia ut bello non indicto statim Romanos invaderet. Pos- quam autem ipse imperator eum ulcisci statuit, bello celeriter relicto in montes confugit et spelun- cas ac petras subiit ; et subinde imminuta nonnihil superbia tandem supplex ad pedes illius procumbit. Augebatur enim animo, ne Serviæ principatus ali- cui ex iis quos ipse everterat, qui esset eo dignior, tribueretur. Eum igitur hominem imperator B tanta arte tractabat et ad fidem sibi servandam convertebat si quando a recta via aberrare et li- bertatem spectare videbat, aut cum Alemannorum rege se conjungere, aut ad Huanos inclinare et manubias communicare, quanta diligentia nec opilio exiguum gregem custodire solet. Neeman vero illum non minus formidabat quam leonem cæteræ animantes. Nam cum imperator equitatu tantum educto et satellitibus sequi jussis Roma- norum fines egressus contra illum ferebatur, Serviæ statum suo arbitratu extemplo immutabat. 5.Post hæc Manuel, audita Egypti fertilitate c et frugiferis Nili exundationibus, classe eam terram petere, et quæ auribus acceperat, oculis intueri et contrectare manibus instituit. Quamvis autem proxima quæque adhuc in motu essent et licet secarentur et urerentur, non tamen tollerentur, sed instar redivive bydræ repullularent,lamen importu- na ambitione impulsus, et veterum principum æmulatione ac gloria adductus, qui non modo a mari ad mare, sed ab Oriente usque ad Occidentem dominati fuerunt, rebus magis urgentibus omissis longinquam expeditionem suscepit, consilioque suo cum Amerigo Ilierosolymorum rege communi- cato, qui se ei præsto futurum pollicebatur, classem amplius cc longarum navium contra Tamiathum comparat, inter quas erant x Epidamniæ et sex Euboics expedila Daves. Navarchum designat D Andronicum Contostephanum magnum ducem ; et Theodorum Naurozumem cum LX triremibus ad regem premittit, qui reliquam classem et Hier. Wolfii notæ. de latrocinii societate et partitione manubiarum loqui. ad dimensiones agrorum, limitibus exundatione Nili confusis, unde quidam censent geometriam ortum habuisse. sed alibi me legere non memini. (95) Κοινὸν ἐκείνοις βαλάντιον. Puto Choniatem (96) Τοῖς πήχεσι μετρῶν τὸ εὔδαιμον. Alludit (97) Εντράνοις, Τρανής et τρανός usitata sunt,
PG 139:505καὶ τὸν ἀρχαγγελικὸν ναὸν εἰσιών, μεγέθει μέγιστον καὶ κάλλει κάλλιστον ὄντα καὶ θαυμασίας χειρὸς ἅπαντα ἔργον, ἐκεῖθεν ἐξελάσας εἰς Λάμπην ἵκετο καὶ πόλιν Κελαινάς, ἔνθα τοῦ Μαιάνδρου εἰσὶν αἱ ἐκδόσεις καὶ ὁ Μαρσύας ῥεῖ ποταμὸς ἐμβάλλων εἰς Μαίανδρον καὶ ὁ Ἀπόλλων ἐκδεῖραι Μαρσύαν ἐκεῖ που λέγεται καθάπερ μύωπι οἰστρηθέντα βιαίῳ καὶ περὶ τῆς ἀοιδῆς ἐρίζειν ἀρξάμενον πρὸς Ἀπόλλωνα. κἀκεῖθεν εἰς τὸ Χῶμα ἐλθὼν τῷ Μυριοκεφάλῳ ἐφίσταται· φρούριον δὲ τοῦτο παλαιὸν καὶ ἀοίκητον, προκληθέν, οἶμαι, ὃ ἐγένετο ἢ γεγονὸς ὃ προεκλήθη· περὶ γὰρ αὐτὸ πολλάκις μυρίαις κεφαλαῖς Ῥωμαίων ἐβλήθη θάνατος, ὡς λέξων ἔρχομαι. Ἀεὶ δὲ σὺν κόσμῳ καὶ τάξει τοὺς σταθμοὺς ὁ βασιλεὺς ἐτίθετο βάλλων χάρακας καὶ τὰς ἀπάρσεις σὺν λόγῳ ποιούμενος καὶ μεθόδοις στρατηγικαῖς χρώμενος, εἰ καὶ τὴν πορείαν εἶχε σχολαίαν διὰ τὰ τὰς μηχανὰς ἀνέχοντα ὑποζύγια καὶ τοὺς ἐπὶ τούτοις τεταγμένους, πολλοὺς ὄντας καὶ ἀπομάχους πάντας.
στόλον καταρτύει βαρύν κατὰ τοῦ Ταμιάθου εἰς νέας μακράς διακοσίας καὶ ἔτι πρὸς ἀριθμούμενον, ἐν αἷς κατελέγοντο δέκα μὲν αἱ ἀπὸ τῆς Ἐπιδάμνου ανα χθεῖσαι, ἓξ δὲ ταχυναντοῦσαι ἅπασαι, ἄς ἐπλήρουν οἱ Εὐβοεῖς. ἀναδείκνυσι δὲ ναύαρχον τὸν μέγαν δοῦκαν τὸν Κοντοστέφανον Ανδρόνικον. ᾿Απὸ δὲ τούτωνὶ τῶν τριηρέων ἐξήκοντα τῷ Μαυροζούμη παραδούς Θεοδώρῳ πρὸς τὸν ῥῆγα ἐξέπεμψε, προκαταγγε λοῦντα μὲν καὶ τὴν ὅσον οὐδέπω τοῦ λοιποῦ στόλου ἀναγωγὴν καὶ τὴν ἐκεῖσε τοῦ Κοντοστεφάνου ἄφιξιν, διαναστήσοντα δὲ κἀκεῖνον ὡς εἴη ἑτοιμασάμενος τὰ πρὸς τὴν ἔξοδον, ἅμα δ' ἀποκομίσοντά οἱ καὶ τὰ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν ἱππέων ὀψώνια, ὅσοι συνεκστρατεύειν ἔμελλον τῷ ῥηγὶ συνεφαπτομένῳ τοῦ πολέμου καὶ κατ' Αἰγυπτίων τιθεμένῳ τὴν κίνησιν, [Ρ. 105] καθ᾽ ὧν ὁ στόλος ὁ Ῥωμαϊκὸς συγκεκρότητο. Μετ᾽ οὐ πολὺ δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Κοντοστέφανος ἔξεισιν (ἦγε δὲ τότε ὀγδόην μὴν ὁ Ἰούλιος), καὶ δὴ πρὸς τὸ Μελίβοτον καταχθεῖς, καὶ παρὰ τοῦ βασιλέως ἐκεῖσε ἀφιγμένου θεατοῦ τοῦ στόλου τὰ πρὸς τὸ ἔργον ὑφηγηθεὶς, μετὰ δύο ἡμέρας ἀνάγεται, καὶ κατάγεται εἰς τὰ Κοῖλα, ταῦτα δὴ τὰ περὶ Σηστόν τε καὶ Αβυδον, καὶ ἐντίθησι ταῖς τριήρεσι τὸ ἐκ Ρωμαϊκῶν καὶ ἐθνικῶν ἰλῶν ἀποκριθὲν καὶ παραδοθέν οἱ στράτευμα. Τὸ δ' ἐντεῦθεν, ὡς ἂν τὸ πνεῦμα φορὸν καὶ οὔριον· τὰ πρυμνήσια λύσας καὶ τὰ ἱστία διαπετάσας τὴν ἐς Κύπρον παρανελέγετο κόλευθον. Κατὰ δὲ τὸν πλοῦν τοῦτον ἓξ ἐγκύρω σας ναυσὶν ὡς ὁ τῆς Αἰγύπτου ἀμηρᾶς ἐπεπόμφει πρὸς κατασκόπησιν, τὰς μὲν δύο συλλαβῶν εἶχεν· αἱ δ' ἄλλαι, αἳ καὶ μὴ ἀγχώμαλα τὸν πλοῦν ἐτίθεντο, καταταχήσασαι διαδιδράσκουσιν. ς Προσωκείλας δὲ τῇ Κύπρῳ τὴν ἄφιξιν αὐτοῦ Β παρίστησι τῷ ῥηγὶ, καὶ πυνθάνεται πρὸς ὅτῳ ἔχει τὸν νοῦν ἐκείνος, καὶ εἰ προσμενεῖ αὐτὸν εἰς Κύπρον ἢ τὴν ἐπὶ Ἱεροσολύμων βαδιεῖται οὗτος. Ὁ δὲ ρήξ κατὰ τὸν Ἐπιμηθέα, ᾧ τὸ μὲν μέλειν οὐκ εἶναί φασι τὸ δὲ μεταμέλειν, καί μάλα τὴν καρδίαν μέσην ἐπλήττετο, ὅτι συναρήξειν όλως βασιλεῖ κατένευσεν ἤ γοῦν ἐπώτρυνε τὴν κατ' Αἰγυπτίων μελετῶντα κί- νησιν. Τῷ τοι καὶ ἀναβαλλομένῳ ἐῴκει καὶ σκεπτο- μένῳ πολλάκις τὸ ποιητέον. Οψὲ δ᾽ οὖν σημαίνει τῷ Ανδρονίκῳ τὴν ἐπί Ιεροσολύμων ἵεσθαι, ὡς ἐκεῖσε συνελθόντες συνδιασκέψωνται ἀμφότεροι δ κοινῶς διαπράξονται. Εἶχε τοίνυν ἢ μὲν Παλαιστίνη τὸν Κοντοστέφανον, τὸν δ᾽ ᾿Αμέριγον αὖθις ἡ μέλλησις καὶ ὁ μετάμελος πολὺς ἐγκείμενος ὑπέτυφε τὴν ψυχήν. Πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα Πάτροκλον πρόφασιν προ- τιθεὶς (98), οὐδὲν ἧττον ἐπὶ πᾶσι καὶ τὴν τῶν οἱ κείων στρατευμάτων προβάλλετο συλλογήν Ανα δρόνικος δ᾽ ἐπὶ τούτοις ήχθετο μὲν τοῦ καιροῦ της νάλλως ἐκμετρουμένου, οὔπερ οὐκ ἦν εἰσαῦθις ἐπι- λαβέσθαι ὡς μηδὲ κομῶντος ἐξόπισθεν ὑπέθραττε δε αὐτὸν πλειόνως ὁ τοῦ ναυτικοῦ πληρώματος ὀψω- γιασμός διακενῆς ἀναλούμενος. Ὁ γὰρ βασιλεὺς τριῶν μηνῶν τῷ στόλῳ σιτηρέσιον ἐπεμέτρησεν ἐκ τοῦ Αὐγούστου μηνὸς ἀρξάμενος· ἦν δὲ τότε λήγων ὁ Σεπτέμβριος. Ἐπὶ δ᾽ ἐδόκει ἀπαίρειν, τὴν διὰ ξη ρᾶς πορείαν ὁ ῥήξ τοῦ θαλαττίου προτίθησι πλοῦ, καὶ ᾿Ανδρονίκῳ οὐτωσ! ποιεῖν ὑποτίθησι, φάσκων εὐμαρεστέραν εἰδέναι ταύτην πολλῷ καὶ ἀπαθεστέραν τῷ ἑλομένῳ, καὶ ὡς ἐσεῖται ἅμα οὕτως σφίσιν Κάτθανε καὶ Πάτροκλος τις σέο πολλῷ ἀμείνων. DE MANUELE COMNENO LIB. V. eum hortaretur ut ipse expeditionem maturaret ; simul etiam Hierosolymitanis equitibus, qui regem in Egyptum secuturi essent, stipendia afferret. Non multo post, vir die mensis Julii, Conteste- phanus ad Melibotum appulit, ubi ab imperatore, qui classis spectandæ gratia aderat, quæ in rem fore viderentur edoctus, biduo post Cola, quæ circa Sestum et Abydum sunt, pervenit, et Romanas auxiliaresque copias sibi assignatas triremibus im- ponit. Inde dum secundis ventris Cyprum versus navigat, in sex speculatrices naves ab Egypti Amera missas incidit ; quarum duabus captis, quatuor reliquæ eminus accelerato cursu evase- runt. A Contostephanum jamjam adfore prænuntiaret,atque C nuntiat, illiusque sententiam exquirit, utrum ipse in Cyprum venire an se Hierosolyma ire malit ? At rex Epimethei more,quem post factum deliberare aiunt, cum plane poenituisset quod se imperatori opem laturum promisissot atque ejus Egyptiacam expeditionem approbasset, magnopere ange- batur. Proinde rem procrastinat, ac subinde quid agendum sit deliberat. Tandem Andronicum Hie- rosolyma accersit, ut ibi in commune consulant. Quo cum Andronicus venisset, Amerigus denuo cunctatur, et pœnitentia vehementer æstuans aliud atque aliud excusat, suarumque legionum con- vocationem causatur. Andronicus eam moram tum ob irrecuperabilis occasionis neglectum, tum vero propter frustra insumpta in classem slipendia egre ferebat, quæ imperator ad tres menses duntaxat numerarat, ab Augusto auspicatus, cum Septem- ber tum exiret. Cum autem rex terrestre iter tum ut commodius et tutius navigationi prætulisset, tum quod obiter Tunium et Tenebium pagos adītu faciles et in planitie sitos, quorum habitatores Christiani plerique nominis Egypti Ameræ pare- rent,occupare liceret, Andronicus regis consilium sequitur. Interjecto itinere citra molestiam con- fecto, et castellis quæ diximus, quod justo præsi- dio non munita erant, in deditionem ac- ceptis,pergunt ; et cum classe, quæ jam ad Tamia- thum appulerat, congressi Sarracenos urbe effusos intrepida acie sic exceperunt, ut cum clamore et Hier. Wolfli notæ. Chiliadem; quanquam haud scio an ad Homeri- cum Achille alludatur, qui sævitiæ suæ Patro- eli cædem prætexebat, cum hosti mortem depre- canti respondet : Occidit et Patroclus qui te virtutibus anteit. 6. Ad Cyprum appulsus regi suum adventum (98) Πάτροκλον πρόφασιν προτιθείς. Vide Erasmi
ἀλλὰ καὶ οἱ Πέρσαι παραφαινόμενοι δι’ ἀκροβολισμῶν ἐπέκειντο καὶ προϊππεύοντες τὴν πόαν ἔκειρον τὴν ἐνόδιον, ὡς μὴ εἶεν τοῖς Ῥωμαίων ἵπποις χιλοί, καὶ τὰ ὕδατα ἠχρείουν, ὡς μὴ καθαροῦ σπῷεν Ῥωμαῖοι ὕδατος. αὐτοὶ μέντοι Ῥωμαῖοι κοιλιακῷ συνισχημένοι νοσήματι κακῶς ἔπασχον καὶ ἦν ἡ νοσηλεία αὕτη ἐπιβοσκομένη μάλα τὸ στράτευμα. Ἐπὶ δὲ τούτοις ἐμέλησε μὲν τῷ σουλτὰν καὶ τοῦ πολέμου καὶ ξυμμαχικὸν συνεπορίσατο ἱκανὸν ἀπό τε τῆς Μέσης τῶν ποταμῶν καὶ τῶν ἄνω συμφύλων βαρβάρων, διαπρεσβευσάμενος δὲ καὶ ἐς βασιλέα τὰ πρὸς εἰρήνην συνθήκας ᾐτεῖτο καὶ τῶν ἐκείνῳ βουλητέων, ὁποῖα ἂν καὶ ὦσιν, ἐπένευε τὴν περάτωσιν. ἅπαντες τοίνυν, ὅσοι πολέμων οὐκ ἀμελέτητοι καὶ μάλιστα δὴ τῶν Περσικῶν καὶ χρόνῳ προήκοντες, ἐξελιπάρουν τὸν Μανουὴλ ἁρπάσαι τὴν τοῦ Πέρσου πρεσβείαν καὶ μὴ τῷ κύβῳ τοῦ πολέμου τὰς ἐλπίδας ὅλας ἀποχαρίζεσθαι, ἀφορῶντα μὲν καὶ πρὸς τὸ τοῦ ἀγῶνος μέγιστον καὶ τὰ μὴ βάσιμα ῥᾳδίως τῶν τόπων, ἃ οἱ ἀντίπαλοι προλοχίσουσιν, ὑποβλεπόμενον δὲ οὐχ ἧττον καὶ τὴν τῶν Τούρκων ἀκμαιοτάτην πᾶσαν καὶ εὔιππον δύναμιν, μὴ παρατρέχοντα δὲ καὶ τὴν νόσον, ἣ πιέζει τὸ στράτευμα.
στόλον καταρτύει βαρύν κατὰ τοῦ Ταμιάθου εἰς νέας μακράς διακοσίας καὶ ἔτι πρὸς ἀριθμούμενον, ἐν αἷς κατελέγοντο δέκα μὲν αἱ ἀπὸ τῆς Ἐπιδάμνου ανα χθεῖσαι, ἓξ δὲ ταχυναντοῦσαι ἅπασαι, ἄς ἐπλήρουν οἱ Εὐβοεῖς. ἀναδείκνυσι δὲ ναύαρχον τὸν μέγαν δοῦκαν τὸν Κοντοστέφανον Ανδρόνικον. ᾿Απὸ δὲ τούτωνὶ τῶν τριηρέων ἐξήκοντα τῷ Μαυροζούμη παραδούς Θεοδώρῳ πρὸς τὸν ῥῆγα ἐξέπεμψε, προκαταγγε λοῦντα μὲν καὶ τὴν ὅσον οὐδέπω τοῦ λοιποῦ στόλου ἀναγωγὴν καὶ τὴν ἐκεῖσε τοῦ Κοντοστεφάνου ἄφιξιν, διαναστήσοντα δὲ κἀκεῖνον ὡς εἴη ἑτοιμασάμενος τὰ πρὸς τὴν ἔξοδον, ἅμα δ' ἀποκομίσοντά οἱ καὶ τὰ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν ἱππέων ὀψώνια, ὅσοι συνεκστρατεύειν ἔμελλον τῷ ῥηγὶ συνεφαπτομένῳ τοῦ πολέμου καὶ κατ' Αἰγυπτίων τιθεμένῳ τὴν κίνησιν, [Ρ. 105] καθ᾽ ὧν ὁ στόλος ὁ Ῥωμαϊκὸς συγκεκρότητο. Μετ᾽ οὐ πολὺ δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Κοντοστέφανος ἔξεισιν (ἦγε δὲ τότε ὀγδόην μὴν ὁ Ἰούλιος), καὶ δὴ πρὸς τὸ Μελίβοτον καταχθεῖς, καὶ παρὰ τοῦ βασιλέως ἐκεῖσε ἀφιγμένου θεατοῦ τοῦ στόλου τὰ πρὸς τὸ ἔργον ὑφηγηθεὶς, μετὰ δύο ἡμέρας ἀνάγεται, καὶ κατάγεται εἰς τὰ Κοῖλα, ταῦτα δὴ τὰ περὶ Σηστόν τε καὶ Αβυδον, καὶ ἐντίθησι ταῖς τριήρεσι τὸ ἐκ Ρωμαϊκῶν καὶ ἐθνικῶν ἰλῶν ἀποκριθὲν καὶ παραδοθέν οἱ στράτευμα. Τὸ δ' ἐντεῦθεν, ὡς ἂν τὸ πνεῦμα φορὸν καὶ οὔριον· τὰ πρυμνήσια λύσας καὶ τὰ ἱστία διαπετάσας τὴν ἐς Κύπρον παρανελέγετο κόλευθον. Κατὰ δὲ τὸν πλοῦν τοῦτον ἓξ ἐγκύρω σας ναυσὶν ὡς ὁ τῆς Αἰγύπτου ἀμηρᾶς ἐπεπόμφει πρὸς κατασκόπησιν, τὰς μὲν δύο συλλαβῶν εἶχεν· αἱ δ' ἄλλαι, αἳ καὶ μὴ ἀγχώμαλα τὸν πλοῦν ἐτίθεντο, καταταχήσασαι διαδιδράσκουσιν. ς Προσωκείλας δὲ τῇ Κύπρῳ τὴν ἄφιξιν αὐτοῦ Β παρίστησι τῷ ῥηγὶ, καὶ πυνθάνεται πρὸς ὅτῳ ἔχει τὸν νοῦν ἐκείνος, καὶ εἰ προσμενεῖ αὐτὸν εἰς Κύπρον ἢ τὴν ἐπὶ Ἱεροσολύμων βαδιεῖται οὗτος. Ὁ δὲ ρήξ κατὰ τὸν Ἐπιμηθέα, ᾧ τὸ μὲν μέλειν οὐκ εἶναί φασι τὸ δὲ μεταμέλειν, καί μάλα τὴν καρδίαν μέσην ἐπλήττετο, ὅτι συναρήξειν όλως βασιλεῖ κατένευσεν ἤ γοῦν ἐπώτρυνε τὴν κατ' Αἰγυπτίων μελετῶντα κί- νησιν. Τῷ τοι καὶ ἀναβαλλομένῳ ἐῴκει καὶ σκεπτο- μένῳ πολλάκις τὸ ποιητέον. Οψὲ δ᾽ οὖν σημαίνει τῷ Ανδρονίκῳ τὴν ἐπί Ιεροσολύμων ἵεσθαι, ὡς ἐκεῖσε συνελθόντες συνδιασκέψωνται ἀμφότεροι δ κοινῶς διαπράξονται. Εἶχε τοίνυν ἢ μὲν Παλαιστίνη τὸν Κοντοστέφανον, τὸν δ᾽ ᾿Αμέριγον αὖθις ἡ μέλλησις καὶ ὁ μετάμελος πολὺς ἐγκείμενος ὑπέτυφε τὴν ψυχήν. Πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα Πάτροκλον πρόφασιν προ- τιθεὶς (98), οὐδὲν ἧττον ἐπὶ πᾶσι καὶ τὴν τῶν οἱ κείων στρατευμάτων προβάλλετο συλλογήν Ανα δρόνικος δ᾽ ἐπὶ τούτοις ήχθετο μὲν τοῦ καιροῦ της νάλλως ἐκμετρουμένου, οὔπερ οὐκ ἦν εἰσαῦθις ἐπι- λαβέσθαι ὡς μηδὲ κομῶντος ἐξόπισθεν ὑπέθραττε δε αὐτὸν πλειόνως ὁ τοῦ ναυτικοῦ πληρώματος ὀψω- γιασμός διακενῆς ἀναλούμενος. Ὁ γὰρ βασιλεὺς τριῶν μηνῶν τῷ στόλῳ σιτηρέσιον ἐπεμέτρησεν ἐκ τοῦ Αὐγούστου μηνὸς ἀρξάμενος· ἦν δὲ τότε λήγων ὁ Σεπτέμβριος. Ἐπὶ δ᾽ ἐδόκει ἀπαίρειν, τὴν διὰ ξη ρᾶς πορείαν ὁ ῥήξ τοῦ θαλαττίου προτίθησι πλοῦ, καὶ ᾿Ανδρονίκῳ οὐτωσ! ποιεῖν ὑποτίθησι, φάσκων εὐμαρεστέραν εἰδέναι ταύτην πολλῷ καὶ ἀπαθεστέραν τῷ ἑλομένῳ, καὶ ὡς ἐσεῖται ἅμα οὕτως σφίσιν Κάτθανε καὶ Πάτροκλος τις σέο πολλῷ ἀμείνων. DE MANUELE COMNENO LIB. V. eum hortaretur ut ipse expeditionem maturaret ; simul etiam Hierosolymitanis equitibus, qui regem in Egyptum secuturi essent, stipendia afferret. Non multo post, vir die mensis Julii, Conteste- phanus ad Melibotum appulit, ubi ab imperatore, qui classis spectandæ gratia aderat, quæ in rem fore viderentur edoctus, biduo post Cola, quæ circa Sestum et Abydum sunt, pervenit, et Romanas auxiliaresque copias sibi assignatas triremibus im- ponit. Inde dum secundis ventris Cyprum versus navigat, in sex speculatrices naves ab Egypti Amera missas incidit ; quarum duabus captis, quatuor reliquæ eminus accelerato cursu evase- runt. A Contostephanum jamjam adfore prænuntiaret,atque C nuntiat, illiusque sententiam exquirit, utrum ipse in Cyprum venire an se Hierosolyma ire malit ? At rex Epimethei more,quem post factum deliberare aiunt, cum plane poenituisset quod se imperatori opem laturum promisissot atque ejus Egyptiacam expeditionem approbasset, magnopere ange- batur. Proinde rem procrastinat, ac subinde quid agendum sit deliberat. Tandem Andronicum Hie- rosolyma accersit, ut ibi in commune consulant. Quo cum Andronicus venisset, Amerigus denuo cunctatur, et pœnitentia vehementer æstuans aliud atque aliud excusat, suarumque legionum con- vocationem causatur. Andronicus eam moram tum ob irrecuperabilis occasionis neglectum, tum vero propter frustra insumpta in classem slipendia egre ferebat, quæ imperator ad tres menses duntaxat numerarat, ab Augusto auspicatus, cum Septem- ber tum exiret. Cum autem rex terrestre iter tum ut commodius et tutius navigationi prætulisset, tum quod obiter Tunium et Tenebium pagos adītu faciles et in planitie sitos, quorum habitatores Christiani plerique nominis Egypti Ameræ pare- rent,occupare liceret, Andronicus regis consilium sequitur. Interjecto itinere citra molestiam con- fecto, et castellis quæ diximus, quod justo præsi- dio non munita erant, in deditionem ac- ceptis,pergunt ; et cum classe, quæ jam ad Tamia- thum appulerat, congressi Sarracenos urbe effusos intrepida acie sic exceperunt, ut cum clamore et Hier. Wolfli notæ. Chiliadem; quanquam haud scio an ad Homeri- cum Achille alludatur, qui sævitiæ suæ Patro- eli cædem prætexebat, cum hosti mortem depre- canti respondet : Occidit et Patroclus qui te virtutibus anteit. 6. Ad Cyprum appulsus regi suum adventum (98) Πάτροκλον πρόφασιν προτιθείς. Vide Erasmi
Narratio Dr Statuis quas Franci Destruxerunt Captam Urrem
PG 139:507ὁ δὲ τοῖς παρὰ τῶν πρεσβυτέρων λεγομένοις μηδ’ ὅλως προσσχών, τὴν δ’ ἀκοὴν ὅλην ἀναπετάσας τοῖς ἐξ αἵματος αὐτῷ προσήκουσι καὶ τούτων μάλιστα ὁπόσοι σάλπιγγος ἐνυαλίου ἦσαν ἀπεριήχητοι καὶ τὴν κόμην ἀγλαοὶ καὶ φαιδροὶ τὰ πρόσωπα καὶ κλοιοῖς χρυσέοις καὶ περιδερραίοις διαφανέσιν ἐκ λίθων τηλαυγῶν καὶ μαργαρίδων τιμαλφῶν τοὺς τραχήλους περιδεόμενοι, τοὺς πρέσβεις ἀπράκτους ἀπέπεμψεν. Ὁ δὲ σουλτὰν οὐκ ἀνῆκεν αὖθις τὰ πρὸς εἰρήνην διαλεγόμενος. ἐπεὶ δὲ ἑώρα μὴ προχωρούσας τὰς συμβάσεις, ἀλλὰ καὶ βασιλέα αὐτὸν κατὰ τὸ Ἰκόνιον ἀποκρινεῖσθαί οἱ μεγαλαυχοῦντα, προκαταλαμβάνει τὰς δυσχωρίας, αἳ κλεισώρειαι τοῦ Τζιβρίτζη κατονομάζονται, ἃς καὶ ἤμελλον Ῥωμαῖοι μετὰ τὴν ἀπὸ τοῦ Μυριοκεφάλου παριέναι ἄπαρσιν, κἀκεῖσε τὰς οἰκείας παραβύει φάλαγγας, ὡς ἀντιτάξαιντο Ῥωμαίοις αὐτίκα δὴ παριοῦσιν. ἔστι δὲ ὁ τόπος οὗτος ἐπιμήκης αὐλὼν ἔχων ὀρῶν ὑπερβολάς, κατὰ μὲν τὸ βόρειον κλίμα ὑποκαταβαίνων τοῦ ἀνάντους ἠρέμα εἰς γήλοφα καὶ πρὸς εὐρείας κοιλαινόμενος φάραγγας, κατὰ δὲ θάτερον μέρος εἰς προτομὰς προνεύων πετρῶν καὶ εἰς κρημνώδεις σύμπας ἀναστάσεις παρερρωγώς.
ἐξ ἐφόδου και πάρε γον ὁδοῦ παραστήσασθαι τὸ Β Τούνιόν τε καὶ τὸ Τενέσιον. Τὰ δέ ἐστι κωμύδρια τῷ τῆς Αἰγύπτου ἐμηρᾷ καθυπείκοντα, οὐ δυσπρόσοδα οὐδὲ δυσέμβολα, ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ὑπτίου κείμενα πεδίου, καὶ τοὺς πλείστους τῶν κατοίκων ἔχοντα γνωριζομένους ἐξ ονόματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀγαθῇ γοῦν τῇ παραι φάσει τοῦ ῥηγὸς πεισθεὶς ᾿Ανδρόνικος, ἣν ᾑρεῖτο οὗτος, ετράπετο. Τὴν δ᾽ ἐν τῷ μεταξὺ πορείαν ἀλύπως ἀνύσαντες, οἷς εἴπομεν φρουρίοις προσέβα λον, καὶ ὁμολόγως αὐτὰ χειρωσάμενοι, ὅτι μηδ' εἶχον ἔνδοθεν ἀξιόμαχον δύναμιν καὶ χεῖρα ἱκανὴν εἰς ἀντίπαλον μοῖραν χωρεῖν, τοῦ πρόσω είχοντο. Καὶ δὴ τῷ στόλῳ συμμίξαντες ἤδη τὰς κώπας ἐπὶ τοῦ Ταμιάθου σχάσαντι καὶ ἐφορμῶντι, τοῖς πρὸ τῆς πόλεως εὐθὺς ἐκχυθεῖσι καὶ μεθ᾽ ὅπλων ἐποφθέῖσι Σαρακηνοῖς συμμίγνυνται. Οὕτω δ᾽ ἐξέπληξαν αὐτοὺς Ῥωμαῖοι καὶ διετάραξαν τῷ ἀποτοήτῳ τῆς ἀντιτάξεως ὡς σὺν βοῇ τε καὶ ταράχῳ συνωθηθῆναι εἴσω πυ λων, μηδὲ καθαρῶς ἀντιβλέψαι σφίσιν ὑπενεγκόντας. Καὶ τοῦτο μὲν οὕτω τῆς ἡμέρας ἐκείνης πέπρακται, καθ᾽ ἣν αἱ μὲν τριήρεις τῷ Νείλῳ προσώκειλαν, ὁ δὲ ῥήξ πεζῇ παρεγένετο· τῇ δ᾽ ὑστεραίᾳ πάλιν οἱ Σαρα κηνοί συμπλακησόμενοι Ρωμαίοις συνεληλύθεσαν κατὰ τὸ πρὸ τῆς πόλεως κολπῶδες πεδίον καὶ ἐπι- καμπὲς ἠρέμα περὶ τὸ τεῖχος. Πλὴν οὐδὲ τότε Ῥω- μαίους ὑπέστησαν. Τῶν γὰρ πυλῶν ὅσον ἀποσχόντες βραχὺ καὶ μηδαμή τοῦ προτειχίσματος ἀφιστάμενοι, οὕτω διετίθουν τὸν πόλεμον· ὡς δ' ἐπ᾿ αὐτοὺς ὥρ μηντο Ῥωμαῖοι μόνον τὸ παθεῖν κακῶς φυλαττόμε. νοι ἐνέκλινον εἰς φυγὴν καὶ διὰ τῶν πυλῶν εἶσε- ( χέοντο, μὴ εὐθύωρον ἄγειν εἰς τοὺς πολεμίους τὴν ἑαυτῶν ἀποθαῤῥοῦντες φάλαγγα· καὶ τοῦτο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐγίνετο. Πν δὲ ἡ στρατηγία αὕτη μηδὲν ἄλλο δυναμένη, ὡς δέδεικται, ἢ Ῥωμαίους κατασο- φίζεσθαι, ὅπως εἰκῆ χρονοτριβῶσιν, ἐλπίσι μὴ περαι- νομέναις ὑποσυλώμενοι. ᾿Αμέλει τοι τὰς ἐλεπόλεις ἐς νέωτα προσαγαγὼν ὁ ᾿Ανδρόνικος οὐκ ἀμογητί καὶ ἀκινδύνως τὸ τεῖχος ἔτυπτεν· οἱ γὰρ βάρβαροι τοὺς διαπειρωμένους τῶν μηχανημάτων ἔβαλλον ὑψόθεν καὶ τοῦ ἔργου ἀπεκώλυον, βέλη τε νιφάδων ἀφιέντες πυκνότερα καὶ ἀντεπινοοῦντες τὰ τῷ τείχει σωτήρια. Ἴσχυσε δὲ καὶ οὕτω κόρσην κατερείψαι τεί- χους, ἐφ᾽ οὗ κτώδες ίδρυτο τέμενος τῇ Θεομήτορι ἀνακείμενον. Ηδετο δὲ τοῖς ἀστοῖς ἐκεῖ που παύο σασθαι τοῦ πλάνου τὴν μητροπάρθενον σύναμα Ιω- σὴφ τῷ μνήστορι, ὁπότε εἰς Αἴγυπτον ὥρμηντο τὸν παιδοφόνον Ηρώδην ἐκκλίνοντες. Οἱ τοίνυν Σαρακηνο ἀπέσκωπτον ἐς Ρωμαίους, καὶ ὕβρεσιν ᾿Ανδρόνικον ἔπλυνον οἷα μὴ φειδόμενον νεὼ καθ᾽ οὔπερ ἐκκλησιά- ζοντες τὸ χριστώνυμον τὰ οἰκεῖα τελοῦνται μυστή ρια, πῆ μὲν προσευκτήρια, τῆ δὲ καὶ χαριστήρια ᾄδοντες. ὡς δὲ οὐδ᾽ οὕτω τὰ κατὰ νοῦν ᾿Ανδρόνικος ἐξεπέραινε, διὰ προσβολῆς ἰσχυροτέρας ἔγνω πειρά- σασθαι τῶν ἐντός. Καὶ δὴ τῷ ῥηγὶ πρὸς λόγους έλ- θὼν ἐνῆγε κακεῖνον, πολὺς ἐγκείμενος, ἐξαγαγεῖν τὴν στρατιὰν καὶ τὸ τεῖχος ἅπαν διαλαβεῖν, κἄν εἰ προ- χωροίη τὰ τοῦ ἔργου, καὶ κλίμαξι χρήσασθαι καὶ τοὺς ἀναῤῥιχωμένους διαφεῖναι. Ὁ δὲ ἐπήνει μὲν τὰ λεγόμενα καὶ τῶν εὐμεθόδων βουλευμάτων ἀπεθείαζε NICETE CHONIATÆ tumultu, vix aspecta Romanorum tolerato, intra A portas refugerent.Id ea die factum qua et triremes Nilum sunt ingressæ, et rex pedes eodem venit. Postridie Sarraceni denuo convenerunt, cum Ro- manis in campo sinuoso et leniter ad murum in- flexo dimicaturi. Sed ne tum quidem eis restiterunt. Nam ita pugnabant, ut paulum a portis progressi nusquam a munitionibus discederent. Romanis au. tem irruentibus, salutem fuga quærere contenti in portas irruunt,suam phalangem hostibus opponere non ausi.Jd per dies complures factum. Quod eo pertinebat, ut res ostendit, ut Romani vana spe inflati tempus tererent. Aliquando post An- dronicus muros ferire arietibus non sine labore et periculo coepit.Nam Berbari eos qui machinas ad- movebant, superne jaciendo et telis grandinis in modum ingerendis ab opere depellebant, aliaque comminiscebantur ad mœnium defensionem. Nihi- lominus partem muri dejecit, in quo celebris ædes Dei Genetricis exstructa erat. Nam ibi narrabant cives Virginem Matrem cum sponso Josepho fugam stitisse, cum sanguinarii Herodis metuin Ægyptum fugerent. Proinde Sarraceni Romanos irridebant et Andronicum insectabantur, quod ædi non peper- cisset in qua Christiani Deo preces offerrent et vota exsolverent et sua mysteria peragerent. Sed cum ne sic quidem quidquam ex sententia succe- deret, majore impetu bostes invadendos ratus regem adiit, vehementer instans ut et ipsi suis productis copiis urbem corona cingerent et si res facultatem haberet scalis admotis conscenderent. Is vero etsi institutum et prudentiam Andronici collaudabat,ta- men salutare Christi sepulcrum testatus se eam rem prius aggressurum esse negavit quam lignes turres fabricarentur, quas moenibus admoveret. Jussitque palmas suburbani agriin eum usum suc- cidi. Quod cum factum esset, turres nihilo magis exstruebantnr ob regis procrastinationem et tergi- versationem. Ea re tristis Andronicus exercitum miserabatur jam commeatu destitutum et fame periclitantem. Nam alii ne obolum quidem ad emenda cibaria habebant; alii indignabantur quod peculiare forum non habentes a frumentatoribus regiis magna pecunia parum impetrarent. Et mili- tiæ tempus jampridem elapsum querelas et mole- stias militum augebat. In primis tamen inanis et irrit obsidionis ultra dies quinquaginta prorogats pigebat. Cum autem nihil per imperatoris litteras agere liceret nisi quod regi placuisset, illius sententiam exspectavit. Sed cum reipsa compe- risset eum nihil æqui animo agitare neque quid- quam opis afferre, exercitum vero in multis ærum- nis et periculis versari videret, quippe fame ur- gente, ut nonnulli cibis inusitatis uterentur, omnes vero radicibus et palmarum comis elixis vescerentur,accedebat fama parum secunda, a sul- tano Ægypti et orientalibus Arabibus jamjam au- xilia submissum iri, et magna pecunia conductos equites Assyrios in propinquo esse. Mortuo non in aurem insusurrandum ratus, contempto Latinorum D
Ἐπὶ τοιαύτης οὖν ἐλαύνειν μέλλων ὁδοῦ οὐδέν τι τῷ στρατῷ συνοῖσον προμηθευσάμενος φαίνεται· οὔτε γὰρ τὸ πολὺ τῶν σκευοφόρων ἀπεσκευάσατο ἢ γοῦν τὰς ἁμάξας ἐκποδὼν ἔθετο, αἳ τὰς τειχομάχους ἔφερον μηχανάς, οὔτε μὴν ἀπεπειράσατο σὺν εὐζώνῳ τάγματι ἀπώσασθαι Πέρσας πρότερον ἐκ τῶν ἀμφιλαφῶν ἐκείνων καὶ ὀρειαίων παρόδων καὶ λειᾶναι οὕτω τῷ στρατῷ τὴν δίοδον, ἀλλ’ ὡς εἶχεν ἐπὶ πεδινῶν ποιούμενος τὴν πορείαν, οὕτω κἀπὶ τῆς τρυμαλιᾶς ἐκείνης συνθλίβεσθαι εἵλετο, καίπερ ἀκοῇ προειληφώς, μετὰ βραχὺ δὲ καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχων αὐτοπείρως πιστουμένους τὰ ἀκουόμενα, ὡς οἱ βάρβαροι κατειληφότες τὰς ἀκρωρείας ἐπίθωνται καὶ ὡς πᾶσαν μὲν φαρέτραν ἐκπωματίσουσι, πᾶν δὲ βέλος ἀφήσουσιν, ὅπως Ῥωμαίους τροπωσάμενοι τοῦ πρόσω βαίνειν ἐπίσχωσιν. Ἐπῆγεν οὖν οὕτω τὰς φάλαγγας βασιλεύς. ἦν δὲ τότε μὴν ὁ Σεπτέμβριος. προηγοῦντο δὲ τοῦ στρατοῦ μετὰ τῶν οἰκείων τάξεων οἱ δύο υἱοὶ τοῦ Ἀγγέλου Κωνσταντίνου, ὅ τε Ἰωάννης καὶ ὁ Ἀνδρόνικος, ὁ Μακροδούκας Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Λαπαρδᾶς Ἀνδρόνικος.
ἐξ ἐφόδου και πάρε γον ὁδοῦ παραστήσασθαι τὸ Β Τούνιόν τε καὶ τὸ Τενέσιον. Τὰ δέ ἐστι κωμύδρια τῷ τῆς Αἰγύπτου ἐμηρᾷ καθυπείκοντα, οὐ δυσπρόσοδα οὐδὲ δυσέμβολα, ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ὑπτίου κείμενα πεδίου, καὶ τοὺς πλείστους τῶν κατοίκων ἔχοντα γνωριζομένους ἐξ ονόματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀγαθῇ γοῦν τῇ παραι φάσει τοῦ ῥηγὸς πεισθεὶς ᾿Ανδρόνικος, ἣν ᾑρεῖτο οὗτος, ετράπετο. Τὴν δ᾽ ἐν τῷ μεταξὺ πορείαν ἀλύπως ἀνύσαντες, οἷς εἴπομεν φρουρίοις προσέβα λον, καὶ ὁμολόγως αὐτὰ χειρωσάμενοι, ὅτι μηδ' εἶχον ἔνδοθεν ἀξιόμαχον δύναμιν καὶ χεῖρα ἱκανὴν εἰς ἀντίπαλον μοῖραν χωρεῖν, τοῦ πρόσω είχοντο. Καὶ δὴ τῷ στόλῳ συμμίξαντες ἤδη τὰς κώπας ἐπὶ τοῦ Ταμιάθου σχάσαντι καὶ ἐφορμῶντι, τοῖς πρὸ τῆς πόλεως εὐθὺς ἐκχυθεῖσι καὶ μεθ᾽ ὅπλων ἐποφθέῖσι Σαρακηνοῖς συμμίγνυνται. Οὕτω δ᾽ ἐξέπληξαν αὐτοὺς Ῥωμαῖοι καὶ διετάραξαν τῷ ἀποτοήτῳ τῆς ἀντιτάξεως ὡς σὺν βοῇ τε καὶ ταράχῳ συνωθηθῆναι εἴσω πυ λων, μηδὲ καθαρῶς ἀντιβλέψαι σφίσιν ὑπενεγκόντας. Καὶ τοῦτο μὲν οὕτω τῆς ἡμέρας ἐκείνης πέπρακται, καθ᾽ ἣν αἱ μὲν τριήρεις τῷ Νείλῳ προσώκειλαν, ὁ δὲ ῥήξ πεζῇ παρεγένετο· τῇ δ᾽ ὑστεραίᾳ πάλιν οἱ Σαρα κηνοί συμπλακησόμενοι Ρωμαίοις συνεληλύθεσαν κατὰ τὸ πρὸ τῆς πόλεως κολπῶδες πεδίον καὶ ἐπι- καμπὲς ἠρέμα περὶ τὸ τεῖχος. Πλὴν οὐδὲ τότε Ῥω- μαίους ὑπέστησαν. Τῶν γὰρ πυλῶν ὅσον ἀποσχόντες βραχὺ καὶ μηδαμή τοῦ προτειχίσματος ἀφιστάμενοι, οὕτω διετίθουν τὸν πόλεμον· ὡς δ' ἐπ᾿ αὐτοὺς ὥρ μηντο Ῥωμαῖοι μόνον τὸ παθεῖν κακῶς φυλαττόμε. νοι ἐνέκλινον εἰς φυγὴν καὶ διὰ τῶν πυλῶν εἶσε- ( χέοντο, μὴ εὐθύωρον ἄγειν εἰς τοὺς πολεμίους τὴν ἑαυτῶν ἀποθαῤῥοῦντες φάλαγγα· καὶ τοῦτο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐγίνετο. Πν δὲ ἡ στρατηγία αὕτη μηδὲν ἄλλο δυναμένη, ὡς δέδεικται, ἢ Ῥωμαίους κατασο- φίζεσθαι, ὅπως εἰκῆ χρονοτριβῶσιν, ἐλπίσι μὴ περαι- νομέναις ὑποσυλώμενοι. ᾿Αμέλει τοι τὰς ἐλεπόλεις ἐς νέωτα προσαγαγὼν ὁ ᾿Ανδρόνικος οὐκ ἀμογητί καὶ ἀκινδύνως τὸ τεῖχος ἔτυπτεν· οἱ γὰρ βάρβαροι τοὺς διαπειρωμένους τῶν μηχανημάτων ἔβαλλον ὑψόθεν καὶ τοῦ ἔργου ἀπεκώλυον, βέλη τε νιφάδων ἀφιέντες πυκνότερα καὶ ἀντεπινοοῦντες τὰ τῷ τείχει σωτήρια. Ἴσχυσε δὲ καὶ οὕτω κόρσην κατερείψαι τεί- χους, ἐφ᾽ οὗ κτώδες ίδρυτο τέμενος τῇ Θεομήτορι ἀνακείμενον. Ηδετο δὲ τοῖς ἀστοῖς ἐκεῖ που παύο σασθαι τοῦ πλάνου τὴν μητροπάρθενον σύναμα Ιω- σὴφ τῷ μνήστορι, ὁπότε εἰς Αἴγυπτον ὥρμηντο τὸν παιδοφόνον Ηρώδην ἐκκλίνοντες. Οἱ τοίνυν Σαρακηνο ἀπέσκωπτον ἐς Ρωμαίους, καὶ ὕβρεσιν ᾿Ανδρόνικον ἔπλυνον οἷα μὴ φειδόμενον νεὼ καθ᾽ οὔπερ ἐκκλησιά- ζοντες τὸ χριστώνυμον τὰ οἰκεῖα τελοῦνται μυστή ρια, πῆ μὲν προσευκτήρια, τῆ δὲ καὶ χαριστήρια ᾄδοντες. ὡς δὲ οὐδ᾽ οὕτω τὰ κατὰ νοῦν ᾿Ανδρόνικος ἐξεπέραινε, διὰ προσβολῆς ἰσχυροτέρας ἔγνω πειρά- σασθαι τῶν ἐντός. Καὶ δὴ τῷ ῥηγὶ πρὸς λόγους έλ- θὼν ἐνῆγε κακεῖνον, πολὺς ἐγκείμενος, ἐξαγαγεῖν τὴν στρατιὰν καὶ τὸ τεῖχος ἅπαν διαλαβεῖν, κἄν εἰ προ- χωροίη τὰ τοῦ ἔργου, καὶ κλίμαξι χρήσασθαι καὶ τοὺς ἀναῤῥιχωμένους διαφεῖναι. Ὁ δὲ ἐπήνει μὲν τὰ λεγόμενα καὶ τῶν εὐμεθόδων βουλευμάτων ἀπεθείαζε NICETE CHONIATÆ tumultu, vix aspecta Romanorum tolerato, intra A portas refugerent.Id ea die factum qua et triremes Nilum sunt ingressæ, et rex pedes eodem venit. Postridie Sarraceni denuo convenerunt, cum Ro- manis in campo sinuoso et leniter ad murum in- flexo dimicaturi. Sed ne tum quidem eis restiterunt. Nam ita pugnabant, ut paulum a portis progressi nusquam a munitionibus discederent. Romanis au. tem irruentibus, salutem fuga quærere contenti in portas irruunt,suam phalangem hostibus opponere non ausi.Jd per dies complures factum. Quod eo pertinebat, ut res ostendit, ut Romani vana spe inflati tempus tererent. Aliquando post An- dronicus muros ferire arietibus non sine labore et periculo coepit.Nam Berbari eos qui machinas ad- movebant, superne jaciendo et telis grandinis in modum ingerendis ab opere depellebant, aliaque comminiscebantur ad mœnium defensionem. Nihi- lominus partem muri dejecit, in quo celebris ædes Dei Genetricis exstructa erat. Nam ibi narrabant cives Virginem Matrem cum sponso Josepho fugam stitisse, cum sanguinarii Herodis metuin Ægyptum fugerent. Proinde Sarraceni Romanos irridebant et Andronicum insectabantur, quod ædi non peper- cisset in qua Christiani Deo preces offerrent et vota exsolverent et sua mysteria peragerent. Sed cum ne sic quidem quidquam ex sententia succe- deret, majore impetu bostes invadendos ratus regem adiit, vehementer instans ut et ipsi suis productis copiis urbem corona cingerent et si res facultatem haberet scalis admotis conscenderent. Is vero etsi institutum et prudentiam Andronici collaudabat,ta- men salutare Christi sepulcrum testatus se eam rem prius aggressurum esse negavit quam lignes turres fabricarentur, quas moenibus admoveret. Jussitque palmas suburbani agriin eum usum suc- cidi. Quod cum factum esset, turres nihilo magis exstruebantnr ob regis procrastinationem et tergi- versationem. Ea re tristis Andronicus exercitum miserabatur jam commeatu destitutum et fame periclitantem. Nam alii ne obolum quidem ad emenda cibaria habebant; alii indignabantur quod peculiare forum non habentes a frumentatoribus regiis magna pecunia parum impetrarent. Et mili- tiæ tempus jampridem elapsum querelas et mole- stias militum augebat. In primis tamen inanis et irrit obsidionis ultra dies quinquaginta prorogats pigebat. Cum autem nihil per imperatoris litteras agere liceret nisi quod regi placuisset, illius sententiam exspectavit. Sed cum reipsa compe- risset eum nihil æqui animo agitare neque quid- quam opis afferre, exercitum vero in multis ærum- nis et periculis versari videret, quippe fame ur- gente, ut nonnulli cibis inusitatis uterentur, omnes vero radicibus et palmarum comis elixis vescerentur,accedebat fama parum secunda, a sul- tano Ægypti et orientalibus Arabibus jamjam au- xilia submissum iri, et magna pecunia conductos equites Assyrios in propinquo esse. Mortuo non in aurem insusurrandum ratus, contempto Latinorum D
μετὰ δὲ τούτους τὸ μὲν δεξιὸν ἐπεῖχε κέρας ὁ τοῦ βασιλέως γυναικάδελφος Βαλδουῖνος, τὸ δ’ ἀριστερὸν ὁ Μαυροζώμης Θεόδωρος. ἐπὶ τούτοις εἵποντο τὰ σκευοφόρα καὶ τὸ οἰκετικὸν αἵ τε φέρουσαι τὰς ἑλεπόλεις ἅμαξαι, μετὰ δὲ βασιλεὺς αὐτὸς καὶ ὅσον ἐπίλεκτον, μεθ’ οὓς ὀπισθοφύλαξ ὢν Ἀνδρόνικος ὁ Κοντοστέφανος. Ἐπεὶ δὲ ἥψαντο τῶν δυσβάτων πορειῶν, τὰ μὲν περὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἀγγέλου καὶ τὸν Μακροδούκαν καὶ τὸν Λαπαρδᾶν τάγματα διεληλύθεσαν ἀπείρατα κακῶν· αἱ γὰρ πεζικαὶ δυνάμεις προβεβλημέναι διεσόβουν τοὺς βαρβάρους ἐκ τῶν γηλόφων ἀνασειράζουσαι, ἐφ’ ὧν ἀπὸ τοῦ ὄρους καθηκόντων ἐπιστάντες ἐμάχοντο, κἀπὶ τὸ ἄναντες παλίμποδας ἀνεστοίβαζον.
ἐξ ἐφόδου και πάρε γον ὁδοῦ παραστήσασθαι τὸ Β Τούνιόν τε καὶ τὸ Τενέσιον. Τὰ δέ ἐστι κωμύδρια τῷ τῆς Αἰγύπτου ἐμηρᾷ καθυπείκοντα, οὐ δυσπρόσοδα οὐδὲ δυσέμβολα, ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ὑπτίου κείμενα πεδίου, καὶ τοὺς πλείστους τῶν κατοίκων ἔχοντα γνωριζομένους ἐξ ονόματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀγαθῇ γοῦν τῇ παραι φάσει τοῦ ῥηγὸς πεισθεὶς ᾿Ανδρόνικος, ἣν ᾑρεῖτο οὗτος, ετράπετο. Τὴν δ᾽ ἐν τῷ μεταξὺ πορείαν ἀλύπως ἀνύσαντες, οἷς εἴπομεν φρουρίοις προσέβα λον, καὶ ὁμολόγως αὐτὰ χειρωσάμενοι, ὅτι μηδ' εἶχον ἔνδοθεν ἀξιόμαχον δύναμιν καὶ χεῖρα ἱκανὴν εἰς ἀντίπαλον μοῖραν χωρεῖν, τοῦ πρόσω είχοντο. Καὶ δὴ τῷ στόλῳ συμμίξαντες ἤδη τὰς κώπας ἐπὶ τοῦ Ταμιάθου σχάσαντι καὶ ἐφορμῶντι, τοῖς πρὸ τῆς πόλεως εὐθὺς ἐκχυθεῖσι καὶ μεθ᾽ ὅπλων ἐποφθέῖσι Σαρακηνοῖς συμμίγνυνται. Οὕτω δ᾽ ἐξέπληξαν αὐτοὺς Ῥωμαῖοι καὶ διετάραξαν τῷ ἀποτοήτῳ τῆς ἀντιτάξεως ὡς σὺν βοῇ τε καὶ ταράχῳ συνωθηθῆναι εἴσω πυ λων, μηδὲ καθαρῶς ἀντιβλέψαι σφίσιν ὑπενεγκόντας. Καὶ τοῦτο μὲν οὕτω τῆς ἡμέρας ἐκείνης πέπρακται, καθ᾽ ἣν αἱ μὲν τριήρεις τῷ Νείλῳ προσώκειλαν, ὁ δὲ ῥήξ πεζῇ παρεγένετο· τῇ δ᾽ ὑστεραίᾳ πάλιν οἱ Σαρα κηνοί συμπλακησόμενοι Ρωμαίοις συνεληλύθεσαν κατὰ τὸ πρὸ τῆς πόλεως κολπῶδες πεδίον καὶ ἐπι- καμπὲς ἠρέμα περὶ τὸ τεῖχος. Πλὴν οὐδὲ τότε Ῥω- μαίους ὑπέστησαν. Τῶν γὰρ πυλῶν ὅσον ἀποσχόντες βραχὺ καὶ μηδαμή τοῦ προτειχίσματος ἀφιστάμενοι, οὕτω διετίθουν τὸν πόλεμον· ὡς δ' ἐπ᾿ αὐτοὺς ὥρ μηντο Ῥωμαῖοι μόνον τὸ παθεῖν κακῶς φυλαττόμε. νοι ἐνέκλινον εἰς φυγὴν καὶ διὰ τῶν πυλῶν εἶσε- ( χέοντο, μὴ εὐθύωρον ἄγειν εἰς τοὺς πολεμίους τὴν ἑαυτῶν ἀποθαῤῥοῦντες φάλαγγα· καὶ τοῦτο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐγίνετο. Πν δὲ ἡ στρατηγία αὕτη μηδὲν ἄλλο δυναμένη, ὡς δέδεικται, ἢ Ῥωμαίους κατασο- φίζεσθαι, ὅπως εἰκῆ χρονοτριβῶσιν, ἐλπίσι μὴ περαι- νομέναις ὑποσυλώμενοι. ᾿Αμέλει τοι τὰς ἐλεπόλεις ἐς νέωτα προσαγαγὼν ὁ ᾿Ανδρόνικος οὐκ ἀμογητί καὶ ἀκινδύνως τὸ τεῖχος ἔτυπτεν· οἱ γὰρ βάρβαροι τοὺς διαπειρωμένους τῶν μηχανημάτων ἔβαλλον ὑψόθεν καὶ τοῦ ἔργου ἀπεκώλυον, βέλη τε νιφάδων ἀφιέντες πυκνότερα καὶ ἀντεπινοοῦντες τὰ τῷ τείχει σωτήρια. Ἴσχυσε δὲ καὶ οὕτω κόρσην κατερείψαι τεί- χους, ἐφ᾽ οὗ κτώδες ίδρυτο τέμενος τῇ Θεομήτορι ἀνακείμενον. Ηδετο δὲ τοῖς ἀστοῖς ἐκεῖ που παύο σασθαι τοῦ πλάνου τὴν μητροπάρθενον σύναμα Ιω- σὴφ τῷ μνήστορι, ὁπότε εἰς Αἴγυπτον ὥρμηντο τὸν παιδοφόνον Ηρώδην ἐκκλίνοντες. Οἱ τοίνυν Σαρακηνο ἀπέσκωπτον ἐς Ρωμαίους, καὶ ὕβρεσιν ᾿Ανδρόνικον ἔπλυνον οἷα μὴ φειδόμενον νεὼ καθ᾽ οὔπερ ἐκκλησιά- ζοντες τὸ χριστώνυμον τὰ οἰκεῖα τελοῦνται μυστή ρια, πῆ μὲν προσευκτήρια, τῆ δὲ καὶ χαριστήρια ᾄδοντες. ὡς δὲ οὐδ᾽ οὕτω τὰ κατὰ νοῦν ᾿Ανδρόνικος ἐξεπέραινε, διὰ προσβολῆς ἰσχυροτέρας ἔγνω πειρά- σασθαι τῶν ἐντός. Καὶ δὴ τῷ ῥηγὶ πρὸς λόγους έλ- θὼν ἐνῆγε κακεῖνον, πολὺς ἐγκείμενος, ἐξαγαγεῖν τὴν στρατιὰν καὶ τὸ τεῖχος ἅπαν διαλαβεῖν, κἄν εἰ προ- χωροίη τὰ τοῦ ἔργου, καὶ κλίμαξι χρήσασθαι καὶ τοὺς ἀναῤῥιχωμένους διαφεῖναι. Ὁ δὲ ἐπήνει μὲν τὰ λεγόμενα καὶ τῶν εὐμεθόδων βουλευμάτων ἀπεθείαζε NICETE CHONIATÆ tumultu, vix aspecta Romanorum tolerato, intra A portas refugerent.Id ea die factum qua et triremes Nilum sunt ingressæ, et rex pedes eodem venit. Postridie Sarraceni denuo convenerunt, cum Ro- manis in campo sinuoso et leniter ad murum in- flexo dimicaturi. Sed ne tum quidem eis restiterunt. Nam ita pugnabant, ut paulum a portis progressi nusquam a munitionibus discederent. Romanis au. tem irruentibus, salutem fuga quærere contenti in portas irruunt,suam phalangem hostibus opponere non ausi.Jd per dies complures factum. Quod eo pertinebat, ut res ostendit, ut Romani vana spe inflati tempus tererent. Aliquando post An- dronicus muros ferire arietibus non sine labore et periculo coepit.Nam Berbari eos qui machinas ad- movebant, superne jaciendo et telis grandinis in modum ingerendis ab opere depellebant, aliaque comminiscebantur ad mœnium defensionem. Nihi- lominus partem muri dejecit, in quo celebris ædes Dei Genetricis exstructa erat. Nam ibi narrabant cives Virginem Matrem cum sponso Josepho fugam stitisse, cum sanguinarii Herodis metuin Ægyptum fugerent. Proinde Sarraceni Romanos irridebant et Andronicum insectabantur, quod ædi non peper- cisset in qua Christiani Deo preces offerrent et vota exsolverent et sua mysteria peragerent. Sed cum ne sic quidem quidquam ex sententia succe- deret, majore impetu bostes invadendos ratus regem adiit, vehementer instans ut et ipsi suis productis copiis urbem corona cingerent et si res facultatem haberet scalis admotis conscenderent. Is vero etsi institutum et prudentiam Andronici collaudabat,ta- men salutare Christi sepulcrum testatus se eam rem prius aggressurum esse negavit quam lignes turres fabricarentur, quas moenibus admoveret. Jussitque palmas suburbani agriin eum usum suc- cidi. Quod cum factum esset, turres nihilo magis exstruebantnr ob regis procrastinationem et tergi- versationem. Ea re tristis Andronicus exercitum miserabatur jam commeatu destitutum et fame periclitantem. Nam alii ne obolum quidem ad emenda cibaria habebant; alii indignabantur quod peculiare forum non habentes a frumentatoribus regiis magna pecunia parum impetrarent. Et mili- tiæ tempus jampridem elapsum querelas et mole- stias militum augebat. In primis tamen inanis et irrit obsidionis ultra dies quinquaginta prorogats pigebat. Cum autem nihil per imperatoris litteras agere liceret nisi quod regi placuisset, illius sententiam exspectavit. Sed cum reipsa compe- risset eum nihil æqui animo agitare neque quid- quam opis afferre, exercitum vero in multis ærum- nis et periculis versari videret, quippe fame ur- gente, ut nonnulli cibis inusitatis uterentur, omnes vero radicibus et palmarum comis elixis vescerentur,accedebat fama parum secunda, a sul- tano Ægypti et orientalibus Arabibus jamjam au- xilia submissum iri, et magna pecunia conductos equites Assyrios in propinquo esse. Mortuo non in aurem insusurrandum ratus, contempto Latinorum D
PG 139:509τάχα δ’ ἂν καὶ τὰ ἐφεπόμενα τούτοις στρατεύματα παρήλθοσαν ἀπαθῶς τὰς τῶν Περσῶν ἐπισυστάσεις, εἴπερ ἔργον ἔθεντο Ῥωμαῖοι συμφράξασθαι καὶ τοῖς προηγουμένοις ἐφέπεσθαι τάγμασι καὶ διὰ τῶν τοξοτῶν ἀνέκοπτον τῶν ἐπικειμένων Περσῶν τὰ ὁρμήματα, νῦν δὲ αὐτοί τε τῆς συνεχείας κατημελήκασι καὶ οἱ Πέρσαι πλείονες ἐπιβρίσαντες ἀπό τε τῶν ὑψηλῶν ἐπὶ τὰ ταπεινὰ καὶ πρὸς τὸ πρανὲς ἐκ τῶν γηλόφων ὑποκαταβάντες διαζευγνύουσι τὰς τάξεις συρραγέντες παραβολώτερον· καὶ τρέπονται τοὺς περὶ τὸν Βαλδουῖνον καὶ πολλοὺς μὲν τιτρώσκουσιν, οὐκ ὀλίγους δὲ ἀναιροῦσιν. ἔνθα δὴ ὁ Βαλδουῖνος πονηρὰ τὰ καθ’ αὑτὸν ὁρῶν τάγματα καὶ ἀτονώτερα, ὥστε διελεῖν τοὺς πολεμίους καὶ παρελθεῖν, καὶ πάντοθεν πιεζόμενος ἀναλαβὼν ἱππέας τινὰς εἰς τὰς φάλαγγας διελᾷ τῶν Περσῶν, κυκλωθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν πολεμίων αὐτός τε κατακαίνεται καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πίπτουσιν ἅπαντες ἀλκῆς ἔργα καὶ χειρὸς γενναίας παράστημα ἐνδειξάμενοι. Ἐκ δὲ τούτου πλεῖον ἐπαρθὲν τὸ βάρβαρον ἀπόρους πάντῃ Ῥωμαίοις ἐποίουν τὰς τροχιὰς καὶ βύζην νενησμένοι ἀπεῖργον τὴν πάροδον.
τὸν ᾿Ανδρόνικον, οὐκ ἄλλως δὲ τῷ πράγματι ἐγχει- Α ρήσειν διεβεβαιοῦτο καὶ διετείνετο, τὸν τοῦ Χριστοῦ τάφον εἰς ὅρκον παραλαμβάνων, εἰ μὴ πρότερον πύργοι τεκτονηθήσονται ξύλινοι καὶ τούτους ἐπιστή- σει τοῖς τείχεσι. Καὶ ταῦτα λέγων ἐπέττατε τοὺς τῇ πόλει παραπεφυκότας φοίνικας καθαιρεῖν καὶ εἰς πύρ- γων ἀποξέειν ὑψώματα. Οἱ μὲν οὖν εὐυψεῖς καὶ ἀκρό- κομοι φοίνικες ἀπετέμνοντο, καὶ τὰ ἄλση τῶν δένδρων ἀπεκενοῦτο, ἐψιλοῦτο ἅπας παράδεισος, τὰ δὲ τῶν πύργων δικανώματα καὶ ἡ τούτων ἀρμογὴ καὶ ἀπάρτισις ἐξεπεραίνετο οὐδαμοῦ· ὁ γὰρ ῥῆξ ἐς ἡλίους μακροὺς ἀπετίθει τὸ γενησόμενον ἐς αὔριον ἀεί πως ἀναβαλλόμενος, μηδὲ τὰ δεδογμένα πληρῶν. Ταῦτα δ' ὁρῶν ᾿Ανδρόνικος ήχθετο μεν, ὃ λειπόμενον ἦν, καὶ κατῴκτειρε τὴν στρατιὰν σιτίων ἤδη σπα- νίζουσαν καὶ λιμῷ θανεῖν κινδυνεύουσαν, καὶ τοὺς Β μὲν μηδ' οβολοῦ εὐποροῦντας ὡς ἔχοιεν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐξωνούμενοι, τοὺς δὲ δυσχεραίνοντας ὡς οἰκείαν μὴ ἔχοντες ἀγορὰν, πλεῖστα τοῖς ἐπὶ τῆς σιτηγίας κατατιθέμενοι τοῦ ῥηγὸς, ὀλίγων τὐπόρουν τῶν πρὸς ἐστίασιν. Καὶ ὁ συντεθειμένος δὲ χρόνος τῇ στρα. τείᾳ πάλαι ἐκμετρηθεὶς σχτελιάζειν ἐποίει καὶ δυσφο ρεῖν, πρὸ δὲ πάντων ἡ κενὴ καὶ ἀνόνητος προσεδρία, ἡμέρας ὑπερβᾶσα πεντήκοντα. Εἰς ἑτέραν δὲ μὴ ἔχων ἐπιδεῖν ἐργασίαν, ὅτι μηδὲ εἴων αὐτὸν τὰ τοῦ βασιλέως γράμματα ὅλως ἔγχειρεῖν ἄ μὴ εἴη ἀσπά- σια τῷ ῥηγί, καθῆστο καραδοκῶν τὸ ἀπὸ τοῦ ῥηγὸς ἐνδόσιμον. Ἐπεὶ δ᾽ οὐδέν τι χρηστὸν οὐδὲ μέτριον ἐκ τῶν πραττομένων κατελάμβανε τὴν ἄνδρα διανοούμε νον μήτε μὴν προσλαμβάνοντα καὶ συμμογοῦντα, καὶ εἰς δεινὰ δὲ καὶ ἀμήχανα πολλὰ ἐμπεπτωκέναι τὴν στρατιὰν ὁρῶν κινδυνεύουσαν, οἷα τοῦ λιμοῦ ἐπιβρί- θοντος καὶ δεινῶς ἐπιβοσκομένου, ὡς ἄπτεσθαι τῶν ἀπηγορευμένων σιτίων τινας, πάντας δ᾽ ὁμῶς ριζοσ φαγεῖν καὶ τὰς τῶν φοινίκων δρέπεσθαι κόμας καὶ δείπνον έψοντας παρατίθεσθαι, οὐκ ἀγαθαὶ δὲ καὶ είμαι προσέβαλλον, ὅσον οὔπω ξενολογίαν τοῖς που λιορκουμένοις ἀφίξεσθαι ἔκ τε τοῦ σουλτάνου τῆς Αἰ γύπτου καὶ τῶν πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον Αράβων, καὶ Αστυρίαν δὲ ἵππον ἐωνημένην πολλὴν ἂγχιστα εἶναι, ἀφεὶς πρὸς οὗς νεκρῷ διαλέγεσθαι καὶ τὴν Λατινικήν ἐξουδενώσας κόρυζαν ἐπαποδύσασθαι καὶ μόνος τὴν του πολέμου κέκρικεν ἅμιλλαν. Εκκλησιάσας τοίνυν τὴν στρατιάν, « Καὶ τὸ ἐνθάδε, » φησὶν, ο ἐπὶ πολὺ μένειν ἀνιαρόν, καὶ τὸ μηδέν τι δεδρακότας κακόν, κάθ' ὧν ἐπήλθομεν, χερσὶν ἐπανηκέναι κεναῖς αἴσχιστον· χεῖρον δ᾽ ἀμφοῖν τούτων καὶ μὴ νῷ διοι- κουμένων ἄντικρυς ἔργον τὸ πείθεσθαι ἀνδρὶ οὐ ὅπως κατ᾿ οὐδὲν ξυγκειμένῳ τὴν γνώμην Ρωμαίοις, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρῶν οὔχουν διακειμένῳ ἄμεινον. Οὐ συνίετε ὅπως ὁ ρήξ τὸν οἰκεῖον χάρακα τοῦ ἡμετέρου βαλὼν ἀποθεν πρόεισιν οὐδ' ὅλως ἐκεῖθεν ὁ συναγω νιστής, ὁ σύμμαχος, καθάπερ εἰς ἑόρτιον ἄνεσιν παρ' ἡμῶν καὶ θεατὴς προσληφθείς, οὐκ ἐργάτης "Αρεος ἔργων ; οὐχ οὕτω καὶ οὗτοι ὁρῶσιν οἱ ἀντίπαλοι, ὅταν τὴν μάχην ὑπέρθωνται, οὐδὲ μαχούμενοι ἐξίασι τῶν πυλῶν, ὥστε τὸ ἀπὸ τοῦδε τοῦτό μοι ἔπεισι δεδιέναι, μὴ οὐδὲν χρηστὸν κατωρθωκότες ἀπίωμεν, ἀλλ᾽ εἴ πως οὐχ ἱκανοὶ ἐσοίμεθα τὰς ἡμετέρας ἐκσῶσαι ψυχάς. Αλλ' οὐδ᾽ ἐκεῖνό μοι διὰ μελέτης και σκέψεως, ὅπως σὺν ἡμῖν μαχεῖται ὁ βήξ, ἀλλ᾽ ὅπως τὰς αὐτοῦ δολοφροσύνας διαδράντες, οὐκ ἐγκρυφιά DE MANUELE COMNENO LIB. V. Convocatoque exercitu ad hunc modum disseruit: «Et hic diu commorari molestum est ; et nulla clade iis illata quos oppugnatum ivimus, ac vacuis reverti manibus turpissimum. Utroque vero pejus est summæque dementiæ, parere viroa Romanorum commodis prorsus abhorrenti et nihilo melius erga nos affecto quam ipsi hostes. Non videtis ut rex vallum longe a nostro communierit, neque inde prodeat, socius et confoderatus noster, non secus ac si ad festum et spectaculum invitatus esset, non autem belli societatem nobiscum coisset ? nonne idem et hostes nostri faciunt, cum dilata pugna intra mænia se continent ? itaque vereri mihi subit ne non modo rebus infectis discedamus, sed ne vitam quidem nostram tueri possimus. Neque mibi curæ est an rex opem nobis ferat, sed illud, quo pacto dolos ejus effugiamus qui suas insidiasjam ne dissimulare quidem stutet ac imminente peri- culo evitato incolumes hinc discedamus. Fortasse nunc Egyptii nova medicamenta invenerunt, vete- ribus illis efficaciora, quibus non modo animi tri- tistia pellatur, ut illo Helenæ a Thoni uxore dato, sed fortes etiam viri effeminentur. Hujusmodi poculo Amerigus ad ebrietatem hausto in diutur- num veternum incidisse videtur, ignavoque otio abjectis et neglectis armis torpescere, aut potius pecunia infectus mutasse animum et auro obiura- tis auribus obsurduisse. Nuno inane fœdus est quod cum imperatore icit ; quem verbis duntaxat colit, animo ab eo abhorrens. Nos vero tantis malis circumventi et fame et bello absumemur. Romani frustra virtute gloriantur: res a nobis præclare. gestæ interciderunt. Præstitisset nos nun- quam per tanta maria portus hos intrasse, quam infectis rebus discedere hinc. Nunc albis velis, qualia Byzantio tulimus, redire non licebit, sed fuscis naves operiemus ob ignominiæ labem. Ve- rum nos, commilitones, sive populares sive pere- grini, sejuncti a Palæstinis equitibus, hominibus superbia elatis et perfidis, barbaros invadamus, monia oppugnemus, certatim oppidum hoc capia- mus, itaque contendamus, quasi hostium divitiis jamjam potituri. Si manibus muniti sunt barbari et ex superiore loco tela conjiciunt, sunt nobis in- gentes clypei,quos instar turrium opponamus, non telis modo et gladiis impervii,sed tormentorum etiam ictibus in violabiles. Quodsi officio fungi vultis,me 80- quimini,paratum une vobiscum perpeti quidquid sors dederit. Neque enim committam ut quisquam dicat Andronicum solertem esse ad verba facienda et acuendos militum animos, sed ducem ignavum et ulciscendi hostis rudem. Imo et in prima acie stabo, ut decebit, et extremum agmen claudam, ubi oportuerit. Deus consilia nostra fortunet, et calamitates in hostium capita vertat. » fastu vel solus belli fortunam experiri decrevit, [P. 107] D se-
οἱ δὲ Ῥωμαῖοι οἷα ἐν στενῷ χωρίῳ εἱλούμενοι καὶ ἀλλήλοις περιπίπτοντες οὐ μόνον δρᾶσαί τι κακὸν οὐκ εἶχον τοὺς πολεμίους, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐπιπορευομένοις προσιστάμενοι ἀχρείους κἀκείνους ἐποίουν εἰς τὸ ἀμύνασθαι. ὅθεν καὶ ῥᾷον ὑπὸ τῶν ἐπικειμένων αὐτοῖς ἔθνησκον· καὶ ἦν οὐδὲ μία τις ἐπιβοήθησις ἀπὸ τῶν οὐραγούντων ταγμάτων ἢ ἐκ βασιλέως αὐτοῦ ἢ ὑποχώρησις καὶ παρέγκλισις ἐπὶ θάτερα· αἱ γὰρ ἅμαξαι κατὰ μέσον ἑλκόμεναι ὑπονοστῆσαι μὲν οὐδαμῶς εἴων τὰς προηγουμένας τάξεις καὶ μετατάξασθαι πρὸς τὸ χρήσιμον, τοῖς δὲ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος στρατεύμασιν ὥσπερ ἀντίφραγμα γινόμεναι τὴν ἐς τὰ πρόσω πορείαν ἀπετείχιζον. Ἔπιπτε τοίνυν βοῦς ἐκ τοξεύματος Περσικοῦ καὶ παρ’ αὐτῷ βοώτης ἀπέψυχεν. ἵππος καὶ ἀναβάτης ὁμοῦ κατεβέβληντο. αἱ σήραγγες μεσταὶ σωμάτων προυφαίνοντο. τὰ ἄλση τῶν πεσόντων πεπλήρωτο. αἱμάτων ῥύακες προύβαινον κελαρύζοντες. αἷμα συνεφύρετο αἵματι, τῷ τῶν ὑποζυγίων τὸ βρότειον. οὕτως ἦν δεινὰ τὰ ἐκεῖ καὶ πᾶσαν ὑπερβαίνοντα συγγραφήν.
τὸν ᾿Ανδρόνικον, οὐκ ἄλλως δὲ τῷ πράγματι ἐγχει- Α ρήσειν διεβεβαιοῦτο καὶ διετείνετο, τὸν τοῦ Χριστοῦ τάφον εἰς ὅρκον παραλαμβάνων, εἰ μὴ πρότερον πύργοι τεκτονηθήσονται ξύλινοι καὶ τούτους ἐπιστή- σει τοῖς τείχεσι. Καὶ ταῦτα λέγων ἐπέττατε τοὺς τῇ πόλει παραπεφυκότας φοίνικας καθαιρεῖν καὶ εἰς πύρ- γων ἀποξέειν ὑψώματα. Οἱ μὲν οὖν εὐυψεῖς καὶ ἀκρό- κομοι φοίνικες ἀπετέμνοντο, καὶ τὰ ἄλση τῶν δένδρων ἀπεκενοῦτο, ἐψιλοῦτο ἅπας παράδεισος, τὰ δὲ τῶν πύργων δικανώματα καὶ ἡ τούτων ἀρμογὴ καὶ ἀπάρτισις ἐξεπεραίνετο οὐδαμοῦ· ὁ γὰρ ῥῆξ ἐς ἡλίους μακροὺς ἀπετίθει τὸ γενησόμενον ἐς αὔριον ἀεί πως ἀναβαλλόμενος, μηδὲ τὰ δεδογμένα πληρῶν. Ταῦτα δ' ὁρῶν ᾿Ανδρόνικος ήχθετο μεν, ὃ λειπόμενον ἦν, καὶ κατῴκτειρε τὴν στρατιὰν σιτίων ἤδη σπα- νίζουσαν καὶ λιμῷ θανεῖν κινδυνεύουσαν, καὶ τοὺς Β μὲν μηδ' οβολοῦ εὐποροῦντας ὡς ἔχοιεν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐξωνούμενοι, τοὺς δὲ δυσχεραίνοντας ὡς οἰκείαν μὴ ἔχοντες ἀγορὰν, πλεῖστα τοῖς ἐπὶ τῆς σιτηγίας κατατιθέμενοι τοῦ ῥηγὸς, ὀλίγων τὐπόρουν τῶν πρὸς ἐστίασιν. Καὶ ὁ συντεθειμένος δὲ χρόνος τῇ στρα. τείᾳ πάλαι ἐκμετρηθεὶς σχτελιάζειν ἐποίει καὶ δυσφο ρεῖν, πρὸ δὲ πάντων ἡ κενὴ καὶ ἀνόνητος προσεδρία, ἡμέρας ὑπερβᾶσα πεντήκοντα. Εἰς ἑτέραν δὲ μὴ ἔχων ἐπιδεῖν ἐργασίαν, ὅτι μηδὲ εἴων αὐτὸν τὰ τοῦ βασιλέως γράμματα ὅλως ἔγχειρεῖν ἄ μὴ εἴη ἀσπά- σια τῷ ῥηγί, καθῆστο καραδοκῶν τὸ ἀπὸ τοῦ ῥηγὸς ἐνδόσιμον. Ἐπεὶ δ᾽ οὐδέν τι χρηστὸν οὐδὲ μέτριον ἐκ τῶν πραττομένων κατελάμβανε τὴν ἄνδρα διανοούμε νον μήτε μὴν προσλαμβάνοντα καὶ συμμογοῦντα, καὶ εἰς δεινὰ δὲ καὶ ἀμήχανα πολλὰ ἐμπεπτωκέναι τὴν στρατιὰν ὁρῶν κινδυνεύουσαν, οἷα τοῦ λιμοῦ ἐπιβρί- θοντος καὶ δεινῶς ἐπιβοσκομένου, ὡς ἄπτεσθαι τῶν ἀπηγορευμένων σιτίων τινας, πάντας δ᾽ ὁμῶς ριζοσ φαγεῖν καὶ τὰς τῶν φοινίκων δρέπεσθαι κόμας καὶ δείπνον έψοντας παρατίθεσθαι, οὐκ ἀγαθαὶ δὲ καὶ είμαι προσέβαλλον, ὅσον οὔπω ξενολογίαν τοῖς που λιορκουμένοις ἀφίξεσθαι ἔκ τε τοῦ σουλτάνου τῆς Αἰ γύπτου καὶ τῶν πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον Αράβων, καὶ Αστυρίαν δὲ ἵππον ἐωνημένην πολλὴν ἂγχιστα εἶναι, ἀφεὶς πρὸς οὗς νεκρῷ διαλέγεσθαι καὶ τὴν Λατινικήν ἐξουδενώσας κόρυζαν ἐπαποδύσασθαι καὶ μόνος τὴν του πολέμου κέκρικεν ἅμιλλαν. Εκκλησιάσας τοίνυν τὴν στρατιάν, « Καὶ τὸ ἐνθάδε, » φησὶν, ο ἐπὶ πολὺ μένειν ἀνιαρόν, καὶ τὸ μηδέν τι δεδρακότας κακόν, κάθ' ὧν ἐπήλθομεν, χερσὶν ἐπανηκέναι κεναῖς αἴσχιστον· χεῖρον δ᾽ ἀμφοῖν τούτων καὶ μὴ νῷ διοι- κουμένων ἄντικρυς ἔργον τὸ πείθεσθαι ἀνδρὶ οὐ ὅπως κατ᾿ οὐδὲν ξυγκειμένῳ τὴν γνώμην Ρωμαίοις, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρῶν οὔχουν διακειμένῳ ἄμεινον. Οὐ συνίετε ὅπως ὁ ρήξ τὸν οἰκεῖον χάρακα τοῦ ἡμετέρου βαλὼν ἀποθεν πρόεισιν οὐδ' ὅλως ἐκεῖθεν ὁ συναγω νιστής, ὁ σύμμαχος, καθάπερ εἰς ἑόρτιον ἄνεσιν παρ' ἡμῶν καὶ θεατὴς προσληφθείς, οὐκ ἐργάτης "Αρεος ἔργων ; οὐχ οὕτω καὶ οὗτοι ὁρῶσιν οἱ ἀντίπαλοι, ὅταν τὴν μάχην ὑπέρθωνται, οὐδὲ μαχούμενοι ἐξίασι τῶν πυλῶν, ὥστε τὸ ἀπὸ τοῦδε τοῦτό μοι ἔπεισι δεδιέναι, μὴ οὐδὲν χρηστὸν κατωρθωκότες ἀπίωμεν, ἀλλ᾽ εἴ πως οὐχ ἱκανοὶ ἐσοίμεθα τὰς ἡμετέρας ἐκσῶσαι ψυχάς. Αλλ' οὐδ᾽ ἐκεῖνό μοι διὰ μελέτης και σκέψεως, ὅπως σὺν ἡμῖν μαχεῖται ὁ βήξ, ἀλλ᾽ ὅπως τὰς αὐτοῦ δολοφροσύνας διαδράντες, οὐκ ἐγκρυφιά DE MANUELE COMNENO LIB. V. Convocatoque exercitu ad hunc modum disseruit: «Et hic diu commorari molestum est ; et nulla clade iis illata quos oppugnatum ivimus, ac vacuis reverti manibus turpissimum. Utroque vero pejus est summæque dementiæ, parere viroa Romanorum commodis prorsus abhorrenti et nihilo melius erga nos affecto quam ipsi hostes. Non videtis ut rex vallum longe a nostro communierit, neque inde prodeat, socius et confoderatus noster, non secus ac si ad festum et spectaculum invitatus esset, non autem belli societatem nobiscum coisset ? nonne idem et hostes nostri faciunt, cum dilata pugna intra mænia se continent ? itaque vereri mihi subit ne non modo rebus infectis discedamus, sed ne vitam quidem nostram tueri possimus. Neque mibi curæ est an rex opem nobis ferat, sed illud, quo pacto dolos ejus effugiamus qui suas insidiasjam ne dissimulare quidem stutet ac imminente peri- culo evitato incolumes hinc discedamus. Fortasse nunc Egyptii nova medicamenta invenerunt, vete- ribus illis efficaciora, quibus non modo animi tri- tistia pellatur, ut illo Helenæ a Thoni uxore dato, sed fortes etiam viri effeminentur. Hujusmodi poculo Amerigus ad ebrietatem hausto in diutur- num veternum incidisse videtur, ignavoque otio abjectis et neglectis armis torpescere, aut potius pecunia infectus mutasse animum et auro obiura- tis auribus obsurduisse. Nuno inane fœdus est quod cum imperatore icit ; quem verbis duntaxat colit, animo ab eo abhorrens. Nos vero tantis malis circumventi et fame et bello absumemur. Romani frustra virtute gloriantur: res a nobis præclare. gestæ interciderunt. Præstitisset nos nun- quam per tanta maria portus hos intrasse, quam infectis rebus discedere hinc. Nunc albis velis, qualia Byzantio tulimus, redire non licebit, sed fuscis naves operiemus ob ignominiæ labem. Ve- rum nos, commilitones, sive populares sive pere- grini, sejuncti a Palæstinis equitibus, hominibus superbia elatis et perfidis, barbaros invadamus, monia oppugnemus, certatim oppidum hoc capia- mus, itaque contendamus, quasi hostium divitiis jamjam potituri. Si manibus muniti sunt barbari et ex superiore loco tela conjiciunt, sunt nobis in- gentes clypei,quos instar turrium opponamus, non telis modo et gladiis impervii,sed tormentorum etiam ictibus in violabiles. Quodsi officio fungi vultis,me 80- quimini,paratum une vobiscum perpeti quidquid sors dederit. Neque enim committam ut quisquam dicat Andronicum solertem esse ad verba facienda et acuendos militum animos, sed ducem ignavum et ulciscendi hostis rudem. Imo et in prima acie stabo, ut decebit, et extremum agmen claudam, ubi oportuerit. Deus consilia nostra fortunet, et calamitates in hostium capita vertat. » fastu vel solus belli fortunam experiri decrevit, [P. 107] D se-
ὡς οὖν οὔτε προχωρεῖν ἐξῆν καὶ τὸ ἀναζεῦξαι δὲ ἄλλως ἀδύνατον (οἱ γὰρ Πέρσαι καὶ κατὰ νώτου ἐγένοντο καὶ τὰ πρόσω ἐποίουν ἄβατα), ὅσα καὶ θρεμμάτων ἀγέλαι Ῥωμαῖοι περὶ σταθμοὺς τὰς δυσχωρίας ἐκείνας ἐφθείροντο. Ἀλλὰ καὶ εἴ τι που γενναίου φρονήματος ἐπῆν εἰσέτι αὐτοῖς ἢ θυμοῦ κατὰ τῶν ἀντιπάλων ὑπολέλειπτο ζώπυρον, καὶ τοῦτο σβεσθὲν ἀφῄρητο καὶ ἀπέλιπεν αὐτοὺς τὸ πρόθυμον τέλεον ἐκ τοῦ τοὺς πολεμίους ὑπ’ ὄψιν ἄγειν αὐτοῖς ἕτερον συμφορᾶς ἐπεισόδιον, αἰχμῇ περιπαρεῖσαν τὴν Ἀνδρονίκου τοῦ Βατάτζη κεφαλήν. ἦν δὲ οὗτος ἀδελφιδοὺς μὲν τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, ἀπέσταλτο δὲ μετὰ στρατιᾶς, ὅσηπερ ἐκ Παφλαγόνων καὶ τῆς ἐν Πόντῳ Ἡρακλείας ἐστρατολόγητο, τοῖς Ἀμασεῦσι Τούρκοις ἀντιταξόμενος. Φήμαις τοίνυν τοιαύταις ὁ βασιλεὺς καὶ ἀπευκταίοις τοιοῖσδε θεάμασι τὸ λογιζόμενον συγχυθεὶς καὶ τὴν τοῦ ἀνεψιοῦ προτεινομένην ὁρῶν κεφαλὴν καὶ τὸ τοῦ κινδύνου, ἐν ᾦ συνείληπτο, προορώμενος μέγεθος ἀθυμίᾳ συνείχετο καὶ ἀφασίᾳ πέσσων τὸ ἄλγος καὶ κωφοῖς, ὃ λέγεται, δάκρυσι τὸ πένθος ἀφοσιούμενος τὸ μέλλον ἐκαραδόκει καὶ τὴν γνώμην ἀμφιρρεπὴς ἐδείκνυτο.
τὸν ᾿Ανδρόνικον, οὐκ ἄλλως δὲ τῷ πράγματι ἐγχει- Α ρήσειν διεβεβαιοῦτο καὶ διετείνετο, τὸν τοῦ Χριστοῦ τάφον εἰς ὅρκον παραλαμβάνων, εἰ μὴ πρότερον πύργοι τεκτονηθήσονται ξύλινοι καὶ τούτους ἐπιστή- σει τοῖς τείχεσι. Καὶ ταῦτα λέγων ἐπέττατε τοὺς τῇ πόλει παραπεφυκότας φοίνικας καθαιρεῖν καὶ εἰς πύρ- γων ἀποξέειν ὑψώματα. Οἱ μὲν οὖν εὐυψεῖς καὶ ἀκρό- κομοι φοίνικες ἀπετέμνοντο, καὶ τὰ ἄλση τῶν δένδρων ἀπεκενοῦτο, ἐψιλοῦτο ἅπας παράδεισος, τὰ δὲ τῶν πύργων δικανώματα καὶ ἡ τούτων ἀρμογὴ καὶ ἀπάρτισις ἐξεπεραίνετο οὐδαμοῦ· ὁ γὰρ ῥῆξ ἐς ἡλίους μακροὺς ἀπετίθει τὸ γενησόμενον ἐς αὔριον ἀεί πως ἀναβαλλόμενος, μηδὲ τὰ δεδογμένα πληρῶν. Ταῦτα δ' ὁρῶν ᾿Ανδρόνικος ήχθετο μεν, ὃ λειπόμενον ἦν, καὶ κατῴκτειρε τὴν στρατιὰν σιτίων ἤδη σπα- νίζουσαν καὶ λιμῷ θανεῖν κινδυνεύουσαν, καὶ τοὺς Β μὲν μηδ' οβολοῦ εὐποροῦντας ὡς ἔχοιεν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐξωνούμενοι, τοὺς δὲ δυσχεραίνοντας ὡς οἰκείαν μὴ ἔχοντες ἀγορὰν, πλεῖστα τοῖς ἐπὶ τῆς σιτηγίας κατατιθέμενοι τοῦ ῥηγὸς, ὀλίγων τὐπόρουν τῶν πρὸς ἐστίασιν. Καὶ ὁ συντεθειμένος δὲ χρόνος τῇ στρα. τείᾳ πάλαι ἐκμετρηθεὶς σχτελιάζειν ἐποίει καὶ δυσφο ρεῖν, πρὸ δὲ πάντων ἡ κενὴ καὶ ἀνόνητος προσεδρία, ἡμέρας ὑπερβᾶσα πεντήκοντα. Εἰς ἑτέραν δὲ μὴ ἔχων ἐπιδεῖν ἐργασίαν, ὅτι μηδὲ εἴων αὐτὸν τὰ τοῦ βασιλέως γράμματα ὅλως ἔγχειρεῖν ἄ μὴ εἴη ἀσπά- σια τῷ ῥηγί, καθῆστο καραδοκῶν τὸ ἀπὸ τοῦ ῥηγὸς ἐνδόσιμον. Ἐπεὶ δ᾽ οὐδέν τι χρηστὸν οὐδὲ μέτριον ἐκ τῶν πραττομένων κατελάμβανε τὴν ἄνδρα διανοούμε νον μήτε μὴν προσλαμβάνοντα καὶ συμμογοῦντα, καὶ εἰς δεινὰ δὲ καὶ ἀμήχανα πολλὰ ἐμπεπτωκέναι τὴν στρατιὰν ὁρῶν κινδυνεύουσαν, οἷα τοῦ λιμοῦ ἐπιβρί- θοντος καὶ δεινῶς ἐπιβοσκομένου, ὡς ἄπτεσθαι τῶν ἀπηγορευμένων σιτίων τινας, πάντας δ᾽ ὁμῶς ριζοσ φαγεῖν καὶ τὰς τῶν φοινίκων δρέπεσθαι κόμας καὶ δείπνον έψοντας παρατίθεσθαι, οὐκ ἀγαθαὶ δὲ καὶ είμαι προσέβαλλον, ὅσον οὔπω ξενολογίαν τοῖς που λιορκουμένοις ἀφίξεσθαι ἔκ τε τοῦ σουλτάνου τῆς Αἰ γύπτου καὶ τῶν πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον Αράβων, καὶ Αστυρίαν δὲ ἵππον ἐωνημένην πολλὴν ἂγχιστα εἶναι, ἀφεὶς πρὸς οὗς νεκρῷ διαλέγεσθαι καὶ τὴν Λατινικήν ἐξουδενώσας κόρυζαν ἐπαποδύσασθαι καὶ μόνος τὴν του πολέμου κέκρικεν ἅμιλλαν. Εκκλησιάσας τοίνυν τὴν στρατιάν, « Καὶ τὸ ἐνθάδε, » φησὶν, ο ἐπὶ πολὺ μένειν ἀνιαρόν, καὶ τὸ μηδέν τι δεδρακότας κακόν, κάθ' ὧν ἐπήλθομεν, χερσὶν ἐπανηκέναι κεναῖς αἴσχιστον· χεῖρον δ᾽ ἀμφοῖν τούτων καὶ μὴ νῷ διοι- κουμένων ἄντικρυς ἔργον τὸ πείθεσθαι ἀνδρὶ οὐ ὅπως κατ᾿ οὐδὲν ξυγκειμένῳ τὴν γνώμην Ρωμαίοις, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρῶν οὔχουν διακειμένῳ ἄμεινον. Οὐ συνίετε ὅπως ὁ ρήξ τὸν οἰκεῖον χάρακα τοῦ ἡμετέρου βαλὼν ἀποθεν πρόεισιν οὐδ' ὅλως ἐκεῖθεν ὁ συναγω νιστής, ὁ σύμμαχος, καθάπερ εἰς ἑόρτιον ἄνεσιν παρ' ἡμῶν καὶ θεατὴς προσληφθείς, οὐκ ἐργάτης "Αρεος ἔργων ; οὐχ οὕτω καὶ οὗτοι ὁρῶσιν οἱ ἀντίπαλοι, ὅταν τὴν μάχην ὑπέρθωνται, οὐδὲ μαχούμενοι ἐξίασι τῶν πυλῶν, ὥστε τὸ ἀπὸ τοῦδε τοῦτό μοι ἔπεισι δεδιέναι, μὴ οὐδὲν χρηστὸν κατωρθωκότες ἀπίωμεν, ἀλλ᾽ εἴ πως οὐχ ἱκανοὶ ἐσοίμεθα τὰς ἡμετέρας ἐκσῶσαι ψυχάς. Αλλ' οὐδ᾽ ἐκεῖνό μοι διὰ μελέτης και σκέψεως, ὅπως σὺν ἡμῖν μαχεῖται ὁ βήξ, ἀλλ᾽ ὅπως τὰς αὐτοῦ δολοφροσύνας διαδράντες, οὐκ ἐγκρυφιά DE MANUELE COMNENO LIB. V. Convocatoque exercitu ad hunc modum disseruit: «Et hic diu commorari molestum est ; et nulla clade iis illata quos oppugnatum ivimus, ac vacuis reverti manibus turpissimum. Utroque vero pejus est summæque dementiæ, parere viroa Romanorum commodis prorsus abhorrenti et nihilo melius erga nos affecto quam ipsi hostes. Non videtis ut rex vallum longe a nostro communierit, neque inde prodeat, socius et confoderatus noster, non secus ac si ad festum et spectaculum invitatus esset, non autem belli societatem nobiscum coisset ? nonne idem et hostes nostri faciunt, cum dilata pugna intra mænia se continent ? itaque vereri mihi subit ne non modo rebus infectis discedamus, sed ne vitam quidem nostram tueri possimus. Neque mibi curæ est an rex opem nobis ferat, sed illud, quo pacto dolos ejus effugiamus qui suas insidiasjam ne dissimulare quidem stutet ac imminente peri- culo evitato incolumes hinc discedamus. Fortasse nunc Egyptii nova medicamenta invenerunt, vete- ribus illis efficaciora, quibus non modo animi tri- tistia pellatur, ut illo Helenæ a Thoni uxore dato, sed fortes etiam viri effeminentur. Hujusmodi poculo Amerigus ad ebrietatem hausto in diutur- num veternum incidisse videtur, ignavoque otio abjectis et neglectis armis torpescere, aut potius pecunia infectus mutasse animum et auro obiura- tis auribus obsurduisse. Nuno inane fœdus est quod cum imperatore icit ; quem verbis duntaxat colit, animo ab eo abhorrens. Nos vero tantis malis circumventi et fame et bello absumemur. Romani frustra virtute gloriantur: res a nobis præclare. gestæ interciderunt. Præstitisset nos nun- quam per tanta maria portus hos intrasse, quam infectis rebus discedere hinc. Nunc albis velis, qualia Byzantio tulimus, redire non licebit, sed fuscis naves operiemus ob ignominiæ labem. Ve- rum nos, commilitones, sive populares sive pere- grini, sejuncti a Palæstinis equitibus, hominibus superbia elatis et perfidis, barbaros invadamus, monia oppugnemus, certatim oppidum hoc capia- mus, itaque contendamus, quasi hostium divitiis jamjam potituri. Si manibus muniti sunt barbari et ex superiore loco tela conjiciunt, sunt nobis in- gentes clypei,quos instar turrium opponamus, non telis modo et gladiis impervii,sed tormentorum etiam ictibus in violabiles. Quodsi officio fungi vultis,me 80- quimini,paratum une vobiscum perpeti quidquid sors dederit. Neque enim committam ut quisquam dicat Andronicum solertem esse ad verba facienda et acuendos militum animos, sed ducem ignavum et ulciscendi hostis rudem. Imo et in prima acie stabo, ut decebit, et extremum agmen claudam, ubi oportuerit. Deus consilia nostra fortunet, et calamitates in hostium capita vertat. » fastu vel solus belli fortunam experiri decrevit, [P. 107] D se-
PG 139:511Τὰ δέ γε προπορευθέντα Ῥωμαίων τάγματα τὰς ἐπισφαλεῖς ἐκείνας ὁδοὺς ἀπαθῶς διελθόντα ἐνηυλίσαντό που καὶ χάρακα ἔβαλον γηλόφου λαβόμενα ἀσφάλειαν ἐκ μέρους βραβεύοντος. Οἱ δὲ Πέρσαι τὸ πᾶν εἰσέφερον τῆς σπουδῆς τὰ περὶ τὸν βασιλέα καταπαλαῖσαι στρατεύματα, ὡς εἰ τὸ πλεῖστον κατατροπωθείη καὶ κράτιστον, κἀκεῖνα ῥᾳδίως παραλύσειν οἰόμενοι· καθὰ καὶ ἐπὶ δράκοντος ὁρῶμεν γινόμενον, τῆς γὰρ κεφαλῆς συντριβείσης καὶ ὁ λοιπὸς συννεκροῦται ὁλκὸς τοῦ σώματος, ἢ καὶ ἐπ’ ἀκροπόλεως, ταύτης γὰρ ἐξαιρεθείσης καὶ ἡ λοιπὴ πόλις ὡς κατάκρας ἁλοῦσα τὰ οἴκτιστα πέπονθε. καὶ βασιλεὺς μὲν πολλάκις ἀπεπειράσατο τοὺς βαρβάρους μεταστῆσαι τῶν ἐκεῖσε δυσπαρόδων ὁδῶν καὶ πολὺς ἦν ἐγκείμενος τοῖς ὑπ’ αὐτὸν ἐξομαλίσειν τὴν δίοδον· οὐχ ὁρῶν δὲ τὰ κατὰ σκοπὸν προβαίνοντα καὶ ὡς ἀπολεῖται οὐδὲν μεῖον καὶ μένων κατὰ χώραν, οἷα τῶν Περσῶν ἐπικρατεστέρων ἀεὶ γινομένων ὡς ἐξ ὑπερδεξίων μαχομένων, ἐσβάλλει πρὸς τοὺς ἐνώπιον αὐτῷ πολεμίους μετ’ ὀλίγων τῶν ἀμφ’ ἐκεῖνον, καὶ τοῖς λοιποῖς δὲ ὑποτίθησι σώζειν σφᾶς, ὡς ἕκαστος δύναται· μηδὲν γὰρ χρηστὸν ἐκ τῶν ἐν ὄψει κατανοεῖν.
ζοντος ἤδη μήτε μὴν παραπετάσματι συσκιάζοντος τὰ ἐνδόμυχα, ἀπείρατοι κακῶν ἐνθένδε ἀπάρωμεν, τὸν ἐν ὀφθαλμοῖς διακρουσάμενοι κίνδυνον. Τάχα καὶ νῦν Αἰγυπτίοις προσεξεύρηνται φάρμακα τῶν πάλαι παρ αὐτοῖς ἰσχυρότερα ἢ καὶ μὴ κοιμίζειν μόνον λύπας ἔχουσι καὶ τὸ δεδηγμένον τῆς ψυχῆς ἀπροσδοκήτοις διαιτῶν διαχύσεσιν, ὡς ἐκεῖνο πρώην τὸ φάρμακον δ' δεδώκει τῇ Λακαίνῃ Θώνου παράκοιτις νηπενθές, κακῶν ἀπάντων ἐπίληθες, ἀλλὰ καὶ πολεμικοὺς ἄνδρας ἐκθηλύνειν καὶ ποιεῖν [108] ἀλκῆς ἐπιλήσμονας. Καὶ τούτων, οἶμαι, τῶν φαρμάκων Αμερίγῳ προτειναν σκύφον Αἰγύπτιοι, καὶ γοητευθείς, ὡς ἔοικε, τῷ ποτῷ καὶ μετασχὼν ἐς μέθην τῆς κύλικος πρὸς κάρον ἀποδεδόχμωται χρόνιον. Τῷ τοι παρὰ πάσσαλον μὲν αὐτῷ ἡ ἀσπὶς, τὸ δὲ ξίφος καθυπνώττει τῷ κουλεῷ, ἐπὶ δὲ σαυρωτῆρος τὸ δόρυ πέπηγεν. "Η τοῦτο μὲν οὐδαμῶς, ἀργύρῳ δὲ φαρμαχθεὶς τας φρένας ἠλλοίωται καὶ χρυσίῳ τὰ ὦτα βέβυσται, καὶ τούτῳ κνώμενος πρὸς τὸ δυσήκοον μετεσκεύασται. Καὶ νῦν φροῦδαι μὲν αἱ ξυνθῆκαι ἄς ὑπὲρ τοῦ συμμαχήσειν Ρωμαίοις βασιλεῖ δέδωκε, χείλεσι μόνοις ἐκεῖνον τιμῶν, τῇ δὲ καρδίᾳ τόῤῥω φερόμενος· ἡμεῖς δὲ τηλίκοις δεινοῖς περιστοιχι ζόμεθα, είχε πόλεμος ὁμοῦ καὶ λιμὸς ἡμᾶς δαπανᾷ, καὶ τὰ Ῥωμαίων ἐφ' ἡμῖν αὐχήματα οἴχεται, τὰ δὲ λαμπρὰ τῶν κατορθωμάτων ἠφάντωται. Κρεῖσσον ἦν μὴ ὅρμοις τοῖς ἐνταῦθα προσχεῖν, διαμεμετ ρηκότας πελάγη ἀχανῆ καὶ ἀόριστα, ἤ ἀπράκτους ἀπιέναι κατάραντας, ὡς νῦν γε οὐχ ἱστίοις λευκοῖς τὰς ναῦς πτερῶσαι ἡμῖν, ὡς οἶμαι, γενήσεται, ὁποίοις ἐκ Βυζαντίδος ἀνήχθημεν, ἀλλὰ φαιοῖς ἀτεχνῶς διὰ τὸ τῆς αἰσχύνης μελάνωμα. Αλλ' ἄνδρες ὁμογενεῖς καὶ συστρατιῶται, καὶ ὅσον ἐνταυθοί ξενικόν, ἀποκριθέντες τῶν Παλαιστίνηθεν ἱπποτῶν τῶν γαύρων τούτων καὶ ὑψαυχένων καὶ Ῥωμαίοις ὡς ἔδειξαν ἀπίστων προσβάλωμεν τοῖς βαρβάροις, τειχομαχίαν στησώμεθα, ἀγωνισώμεθα ὡς τὸ πόλισμα τοῦτο ληψόμεθα, καὶ ὡς ἤδη ἔχοντες ἐν χερσὶ τὸν ἔνδον πλοῦτον ἀμιλληθῶμεν. Εἰ τεῖχος τοῖς βαρβάροις τὸ πρόβλημα καὶ ἀφ᾽ ὕψους τῶν ἀμυντηρίων ἡ ἄφεσις, ἀλλ᾽ εἰσὶ καὶ παρ' ἡμῖν ἀσπίδες, αἳ οὐκ ἀνδράσι ῥᾳδίως ἀνέχονται (ὑπὲρ γὰρ τὸ σάκος εἰσὶ τὸ Αἰάντειον ἐκεῖνο τὸ ἑπταβόειον) ἀλλ' ὡς πύργοι ἀντιπροβέβληνται, οὐ μόνον ἀτίνακτο: βέλεσι καὶ τοῖς ἀπὸ χειρῶν οὐτήμασιν ἀδιάῤῥηκτοι, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπὸ μηχανῶν ἀφιεμένων πάντων δήπουθεν στεγανώτεραι. Ταύτας ἀντιστήσαντες ὡς πυργοβάρεις, ὀλίγα τοῦ τείχους καὶ τῶν ἀπ᾿ αὐτοῦ μαχομένων φροντίσωμεν. Εἰ δὴ δίκαια ποιεῖν αἱρεῖσθε, ὥρα μοι πείθεσθαι, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ὅ τι ἂν δέῃ σὺν ὑμῖν ἀσμένως πείσομαι· μηδὲ γὰρ εἴη τινὰ ἐρεῖν ὡς ᾿Ανδρόνικος, ὑπαγαγέσθαι μὲν λόγοις, καὶ παραθῆξαι προς Αρεα ἱκανώτατος, ἀρχηγὸς δ᾽ ἀχρεῖος μηδ᾽ ἀποκρούσασθαι εἰδὼς τὸ πολέμιον. ᾿Αλλὰ τὸ τῆς ἐμῆς κόρυθος μέτωπον ὄψονται πρὸ ὑμῶν οἱ ἀντίμαχοι. Καὶ πρόμαχος ὢν, δέον οὕτω ποιεῖν, καὶ οὐραγὸς ἐσοίμην ὑμέτερος, εἰ καὶ τοῦτο δίδωσιν ὁ καιρός· Θεὸς δὲ περαίνοι τὰ βεβουλευμένα, καὶ τράποιτο πᾶν ἄπαί- στον κατὰ κεφαλῆς ὧν τὴν χώραν κείρομεν. » ζ'. Ταῦτ᾽ εἰπὼν αὐτός τε ὡπλίσατο, καὶ οἱ λοι ποὺ διαλυθέντες τοῦ συλλόγου τὰς πανοπλίας ἐνεδύ- σαντο. Ἐπεὶ δὲ τότε ἦμαρ ηὐξάνετο ὡς ἐς τρίτην ὥραν προβεβηκέναι καὶ τὰ τάγματα ἐξήεσαν, ἄρας ἐκεῖθεν προῄει σὺν κόσμῳ, τοῦ παντὸς προαφεστώς στρατεύματος. Οἱ δὲ Σαρακηνοὶ τὰς πύλας διπλα βόντες κλεισὶ καὶ ὀχεῦσι, καί τινα προπετάσαντες μηχανήματα τούτων ἐρύματα, ἔμενον ἐπὶ τῶν τει- χῶν, παντοίοις ὅπλοις τοὺς ἐπιόντας ἀποκρουόμενοι, καὶ τὸν βέλους ἐντὸς ἅπαντα χῶρον τιθέντες ἀδιεξ- όδευτον οἷς τε ἀπεσφενδόνουν ἐκ τῶν ἐπάλξεων καὶ οἷς ἐκ τόξων ἡφίεσαν. ᾿Αλλὰ καίπερ οὕτω τῶν [Ρ. σας κατὰ τῆς πύλης Ανδρόνικος τὸ δόρυ ἔθυνε, καὶ οἱ τοξόται καὶ ἅπας ἕτερος ἐνεργεῖς ἐδείκνυντο, απ η τε σάλπιγγες πυκνὰ ἐνεπνέοντο, τὸ παρακλητικὸν Б ἐς μάχην παρακελευόμεναι, καὶ ἐβαρνήχει τὰ κύμα βαλα, ὡς τοὺς εἰς τὰ τείχη καὶ τὰς βάρεις ἐκπλαγῆναι τὴν τῶν Ῥωμαίων ἀθρόαν ἐμβολὴν καὶ ἐπέλευσιν καὶ τὰ ἐκ παντοίων ὀργάνων ἀφέματα. Ηδη δὲ τῶν κλιμά κων προσαγομένων καὶ κατὰ πολλὰ μέρη τοῦ τείχους ἐρειδομένων, ἡ τῶν γινομένων ἀγγελία παίει τὸν ῥῆγα διανταίαν πληγήν. Ὁ δὲ ὡς αὐτός τι μέγα κακὸν καὶ ἀπαράκλητον πεπονθώς, ἢ τὸ λογιζόμενον πρηστήρι παρακοπεῖς, ἐνεὸς ἦν ἐφ᾽ ἱκανόν. Μόλις δ᾽ ἀνενεγκών τοῦ ἐλίγγου, αἰτήσας ἵππον καὶ ἀναπηδήσας ἐφίστα- ται τῷ Ρωμαϊκῷ στρατεύματι μετὰ τῶν ὑπ' αὐτὸν ἐπιλέκτων, καὶ τὰς ἀπάντων ἀνακόψας ὁρμᾶς ὑπο τίθησι μὴ διαμάχεσθαι ἀνθρώποις πάλαι διαμεμη NICETE CHONIATÆ cione arma ceperunt. Et sub tertiam diei horam legiones instructas educit, primus ante omnem exercitum incedens. At Sarraceni portas serris et vectibus mnnierunt, et machinis quibusdam ad eas muniendas suspensis, de mænibus nostros omni telorum genere perebant, ut intra teli jactum ne- mini accedere liceret. Sed Andronicus nihilominus equo concitato bastam in portam dirigil, sagitta- riis et cæteris omnibus strenuo sequentibus, et classicis continenter canentibus, et tympanis re- sonantibus, ut defensores urbis subito Romano- rum impetu et tormentorum ictibus percellerentur. Sed cum jam multis murorum partibus scalæ ad- moverentur, rex eo nuntio perturbatus, quaei ipse magno malo affectus aut fulmine ictus esset, diu tacitus stetit. Ac vix tandem pulsa illa caligine, conscenso equo cum delectis cohortibus ad Romanum exercitum properat, monetque ne cum iis pugnent qui jam pridem sibi nuntiarint se Ro- manorum imperatori deditionem facturos. Ea ora- tio militum manus torpedinis instar alligavit et ab urbe jamjam capienda revocavit. Pactione vero a rege facta, hostibus magis utili quam Romanis honesta, milites nulla ratione habita qualis ea pax essel, sed mentione ejns duntaxat audita, reditus cupidi nauticam petulantiam igni esse atrociorem reipsa monstraverunt, ac tumultu tota castra com- pleverunt. Nam et arietes injussu ducis incende- 409] ἔνδον ἀμυνομένων, αὐτός τε τὸν ἵππον ἐπελά- 7. Hæc locutus et ipse et cæteri dimissa con- Α
Καὶ βασιλεὺς μὲν ὡς ἐκ γαλεάγρας τῆς τότε αὐτὸν διειληφυίας ἐξώλισθε φάλαγγος μετὰ τραύματα πολλὰ καὶ μώλωπας συνεχεῖς, οὓς ἀπὸ ξιφῶν ἐπλήγη καὶ κορυνῶν ὑπὸ τῶν περιστάντων αὐτὸν Περσῶν, ἐπεὶ καὶ οὕτω δι’ ὅλου τοῦ σώματος τετραυμάτιστο, ὡς τὸν μὲν θυρεὸν περί που τοὺς τριάκοντα ἔχειν ἐμπεπηγότας διψητικοὺς αἵματος ὀϊστούς, αὐτὸν δὲ μηδ’ ἀνορθῶσαι ὅλως δύνασθαι περιτραπεῖσαν τὴν κόρυθα. πλὴν καὶ οὕτω παρὰ δόξαν τὰς τῶν βαρβάρων διέδρα λαβάς, ὑπὸ θεοῦ φρουρηθεὶς τοῦ καὶ ἐπὶ κεφαλὴν πάλαι Δαυὶδ ἐν ἡμέρᾳ πολέμου ἐπισκιάζοντος, ὡς αὐτός φησιν ὁ φιλόψαλμος. τὰ δ’ ἄλλα τάγματα χειρόνως ἔπασχον ἀεὶ δόρασι περισταδὸν λελογχωμένοις νυσσόμενα καὶ βέλεσιν ἐκ τοῦ σχεδὸν διαμπερὲς ἐλαυνόμενα καὶ ὑπ’ ἀλλήλων ἐν τῷ συμπίπτειν διαφθειρόμενα. εἰσὶ δ’ οἳ καὶ ταύτην μὲν ἀπαθεῖς παρῆλθον τὴν φάραγγα καὶ τοὺς ἐπ’ αὐτῆς ἱσταμένους Πέρσας ἐσόβησαν, προελθόντες δὲ καὶ τῆς μετ’ ἐκείνην ἁψάμενοι σήραγγος ὑπὸ τῶν ἐκεῖσε πολεμίων ἀπώλοντο. εἰς γὰρ κοιλάδας ἑπτὰ ταφρώδεις πάσας καὶ ἀγχιτέρμονας ἡ πάροδος ἐκείνη διέσχιστο, εὐρυνομένη βραχὺ καὶ συμπτυσσομένη πάλιν πρὸς τὸ στενόπορον·
ζοντος ἤδη μήτε μὴν παραπετάσματι συσκιάζοντος τὰ ἐνδόμυχα, ἀπείρατοι κακῶν ἐνθένδε ἀπάρωμεν, τὸν ἐν ὀφθαλμοῖς διακρουσάμενοι κίνδυνον. Τάχα καὶ νῦν Αἰγυπτίοις προσεξεύρηνται φάρμακα τῶν πάλαι παρ αὐτοῖς ἰσχυρότερα ἢ καὶ μὴ κοιμίζειν μόνον λύπας ἔχουσι καὶ τὸ δεδηγμένον τῆς ψυχῆς ἀπροσδοκήτοις διαιτῶν διαχύσεσιν, ὡς ἐκεῖνο πρώην τὸ φάρμακον δ' δεδώκει τῇ Λακαίνῃ Θώνου παράκοιτις νηπενθές, κακῶν ἀπάντων ἐπίληθες, ἀλλὰ καὶ πολεμικοὺς ἄνδρας ἐκθηλύνειν καὶ ποιεῖν [108] ἀλκῆς ἐπιλήσμονας. Καὶ τούτων, οἶμαι, τῶν φαρμάκων Αμερίγῳ προτειναν σκύφον Αἰγύπτιοι, καὶ γοητευθείς, ὡς ἔοικε, τῷ ποτῷ καὶ μετασχὼν ἐς μέθην τῆς κύλικος πρὸς κάρον ἀποδεδόχμωται χρόνιον. Τῷ τοι παρὰ πάσσαλον μὲν αὐτῷ ἡ ἀσπὶς, τὸ δὲ ξίφος καθυπνώττει τῷ κουλεῷ, ἐπὶ δὲ σαυρωτῆρος τὸ δόρυ πέπηγεν. "Η τοῦτο μὲν οὐδαμῶς, ἀργύρῳ δὲ φαρμαχθεὶς τας φρένας ἠλλοίωται καὶ χρυσίῳ τὰ ὦτα βέβυσται, καὶ τούτῳ κνώμενος πρὸς τὸ δυσήκοον μετεσκεύασται. Καὶ νῦν φροῦδαι μὲν αἱ ξυνθῆκαι ἄς ὑπὲρ τοῦ συμμαχήσειν Ρωμαίοις βασιλεῖ δέδωκε, χείλεσι μόνοις ἐκεῖνον τιμῶν, τῇ δὲ καρδίᾳ τόῤῥω φερόμενος· ἡμεῖς δὲ τηλίκοις δεινοῖς περιστοιχι ζόμεθα, είχε πόλεμος ὁμοῦ καὶ λιμὸς ἡμᾶς δαπανᾷ, καὶ τὰ Ῥωμαίων ἐφ' ἡμῖν αὐχήματα οἴχεται, τὰ δὲ λαμπρὰ τῶν κατορθωμάτων ἠφάντωται. Κρεῖσσον ἦν μὴ ὅρμοις τοῖς ἐνταῦθα προσχεῖν, διαμεμετ ρηκότας πελάγη ἀχανῆ καὶ ἀόριστα, ἤ ἀπράκτους ἀπιέναι κατάραντας, ὡς νῦν γε οὐχ ἱστίοις λευκοῖς τὰς ναῦς πτερῶσαι ἡμῖν, ὡς οἶμαι, γενήσεται, ὁποίοις ἐκ Βυζαντίδος ἀνήχθημεν, ἀλλὰ φαιοῖς ἀτεχνῶς διὰ τὸ τῆς αἰσχύνης μελάνωμα. Αλλ' ἄνδρες ὁμογενεῖς καὶ συστρατιῶται, καὶ ὅσον ἐνταυθοί ξενικόν, ἀποκριθέντες τῶν Παλαιστίνηθεν ἱπποτῶν τῶν γαύρων τούτων καὶ ὑψαυχένων καὶ Ῥωμαίοις ὡς ἔδειξαν ἀπίστων προσβάλωμεν τοῖς βαρβάροις, τειχομαχίαν στησώμεθα, ἀγωνισώμεθα ὡς τὸ πόλισμα τοῦτο ληψόμεθα, καὶ ὡς ἤδη ἔχοντες ἐν χερσὶ τὸν ἔνδον πλοῦτον ἀμιλληθῶμεν. Εἰ τεῖχος τοῖς βαρβάροις τὸ πρόβλημα καὶ ἀφ᾽ ὕψους τῶν ἀμυντηρίων ἡ ἄφεσις, ἀλλ᾽ εἰσὶ καὶ παρ' ἡμῖν ἀσπίδες, αἳ οὐκ ἀνδράσι ῥᾳδίως ἀνέχονται (ὑπὲρ γὰρ τὸ σάκος εἰσὶ τὸ Αἰάντειον ἐκεῖνο τὸ ἑπταβόειον) ἀλλ' ὡς πύργοι ἀντιπροβέβληνται, οὐ μόνον ἀτίνακτο: βέλεσι καὶ τοῖς ἀπὸ χειρῶν οὐτήμασιν ἀδιάῤῥηκτοι, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπὸ μηχανῶν ἀφιεμένων πάντων δήπουθεν στεγανώτεραι. Ταύτας ἀντιστήσαντες ὡς πυργοβάρεις, ὀλίγα τοῦ τείχους καὶ τῶν ἀπ᾿ αὐτοῦ μαχομένων φροντίσωμεν. Εἰ δὴ δίκαια ποιεῖν αἱρεῖσθε, ὥρα μοι πείθεσθαι, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ὅ τι ἂν δέῃ σὺν ὑμῖν ἀσμένως πείσομαι· μηδὲ γὰρ εἴη τινὰ ἐρεῖν ὡς ᾿Ανδρόνικος, ὑπαγαγέσθαι μὲν λόγοις, καὶ παραθῆξαι προς Αρεα ἱκανώτατος, ἀρχηγὸς δ᾽ ἀχρεῖος μηδ᾽ ἀποκρούσασθαι εἰδὼς τὸ πολέμιον. ᾿Αλλὰ τὸ τῆς ἐμῆς κόρυθος μέτωπον ὄψονται πρὸ ὑμῶν οἱ ἀντίμαχοι. Καὶ πρόμαχος ὢν, δέον οὕτω ποιεῖν, καὶ οὐραγὸς ἐσοίμην ὑμέτερος, εἰ καὶ τοῦτο δίδωσιν ὁ καιρός· Θεὸς δὲ περαίνοι τὰ βεβουλευμένα, καὶ τράποιτο πᾶν ἄπαί- στον κατὰ κεφαλῆς ὧν τὴν χώραν κείρομεν. » ζ'. Ταῦτ᾽ εἰπὼν αὐτός τε ὡπλίσατο, καὶ οἱ λοι ποὺ διαλυθέντες τοῦ συλλόγου τὰς πανοπλίας ἐνεδύ- σαντο. Ἐπεὶ δὲ τότε ἦμαρ ηὐξάνετο ὡς ἐς τρίτην ὥραν προβεβηκέναι καὶ τὰ τάγματα ἐξήεσαν, ἄρας ἐκεῖθεν προῄει σὺν κόσμῳ, τοῦ παντὸς προαφεστώς στρατεύματος. Οἱ δὲ Σαρακηνοὶ τὰς πύλας διπλα βόντες κλεισὶ καὶ ὀχεῦσι, καί τινα προπετάσαντες μηχανήματα τούτων ἐρύματα, ἔμενον ἐπὶ τῶν τει- χῶν, παντοίοις ὅπλοις τοὺς ἐπιόντας ἀποκρουόμενοι, καὶ τὸν βέλους ἐντὸς ἅπαντα χῶρον τιθέντες ἀδιεξ- όδευτον οἷς τε ἀπεσφενδόνουν ἐκ τῶν ἐπάλξεων καὶ οἷς ἐκ τόξων ἡφίεσαν. ᾿Αλλὰ καίπερ οὕτω τῶν [Ρ. σας κατὰ τῆς πύλης Ανδρόνικος τὸ δόρυ ἔθυνε, καὶ οἱ τοξόται καὶ ἅπας ἕτερος ἐνεργεῖς ἐδείκνυντο, απ η τε σάλπιγγες πυκνὰ ἐνεπνέοντο, τὸ παρακλητικὸν Б ἐς μάχην παρακελευόμεναι, καὶ ἐβαρνήχει τὰ κύμα βαλα, ὡς τοὺς εἰς τὰ τείχη καὶ τὰς βάρεις ἐκπλαγῆναι τὴν τῶν Ῥωμαίων ἀθρόαν ἐμβολὴν καὶ ἐπέλευσιν καὶ τὰ ἐκ παντοίων ὀργάνων ἀφέματα. Ηδη δὲ τῶν κλιμά κων προσαγομένων καὶ κατὰ πολλὰ μέρη τοῦ τείχους ἐρειδομένων, ἡ τῶν γινομένων ἀγγελία παίει τὸν ῥῆγα διανταίαν πληγήν. Ὁ δὲ ὡς αὐτός τι μέγα κακὸν καὶ ἀπαράκλητον πεπονθώς, ἢ τὸ λογιζόμενον πρηστήρι παρακοπεῖς, ἐνεὸς ἦν ἐφ᾽ ἱκανόν. Μόλις δ᾽ ἀνενεγκών τοῦ ἐλίγγου, αἰτήσας ἵππον καὶ ἀναπηδήσας ἐφίστα- ται τῷ Ρωμαϊκῷ στρατεύματι μετὰ τῶν ὑπ' αὐτὸν ἐπιλέκτων, καὶ τὰς ἀπάντων ἀνακόψας ὁρμᾶς ὑπο τίθησι μὴ διαμάχεσθαι ἀνθρώποις πάλαι διαμεμη NICETE CHONIATÆ cione arma ceperunt. Et sub tertiam diei horam legiones instructas educit, primus ante omnem exercitum incedens. At Sarraceni portas serris et vectibus mnnierunt, et machinis quibusdam ad eas muniendas suspensis, de mænibus nostros omni telorum genere perebant, ut intra teli jactum ne- mini accedere liceret. Sed Andronicus nihilominus equo concitato bastam in portam dirigil, sagitta- riis et cæteris omnibus strenuo sequentibus, et classicis continenter canentibus, et tympanis re- sonantibus, ut defensores urbis subito Romano- rum impetu et tormentorum ictibus percellerentur. Sed cum jam multis murorum partibus scalæ ad- moverentur, rex eo nuntio perturbatus, quaei ipse magno malo affectus aut fulmine ictus esset, diu tacitus stetit. Ac vix tandem pulsa illa caligine, conscenso equo cum delectis cohortibus ad Romanum exercitum properat, monetque ne cum iis pugnent qui jam pridem sibi nuntiarint se Ro- manorum imperatori deditionem facturos. Ea ora- tio militum manus torpedinis instar alligavit et ab urbe jamjam capienda revocavit. Pactione vero a rege facta, hostibus magis utili quam Romanis honesta, milites nulla ratione habita qualis ea pax essel, sed mentione ejns duntaxat audita, reditus cupidi nauticam petulantiam igni esse atrociorem reipsa monstraverunt, ac tumultu tota castra com- pleverunt. Nam et arietes injussu ducis incende- 409] ἔνδον ἀμυνομένων, αὐτός τε τὸν ἵππον ἐπελά- 7. Hæc locutus et ipse et cæteri dimissa con- Α
καὶ ἦσαν αὗται παρὰ τῶν Τούρκων ἀκριβῶς ἐφεστώτων τηρούμεναι. ἀλλ’ οὐδ’ ὁ λοιπὸς χῶρος τῶν πολεμίων ἐσπάνιζε καθαρῶς, ἀλλ’ ἅπας τούτων πεπλήρωτο. Τότε δὲ καὶ ἀνέμου πνεύσαντος καὶ θῖνα βαθεῖαν ἐκ τῆς ἐκεῖσε ψαμμώδους μετεωρίσαντος γῆς σύρδην ἐμπίπτουσαν ἀμφότερα συμπεσεῖν ἐγένετο τὰ στρατεύματα καὶ ὡς ἐν νυκτομαχίᾳ καὶ σκότει ψηλαφητῷ ἀλλήλοις προσφερόμενα τοῖς ἐχθροῖς τοὺς φίλους ἐπικατέσφαττον καὶ οὐκ ἦν ἐξ ὁμοφύλου διακρίνειν ἀλλόφυλον, ἀλλὰ Πέρσαι καὶ Ῥωμαῖοι συμβεβλημένοι καὶ καθ’ ὁμογενῶν ἐσπῶντο τὰ ξίφη καὶ τὸν προσιόντα κατέκαινον ὡς πολέμιον, ὡς τὰς τάφρους τάφον ἕνα γενέσθαι καὶ πάμμικτον πολυάνδριον καὶ σκήνωμα κοινὸν Ῥωμαίων τε καὶ βαρβάρων καὶ ἵππων καὶ βοῶν καὶ ὄνων ἀχθοφορούντων. Ἔπεσον οὖν ἀριθμῷ πλείους Ῥωμαῖοι καὶ πλεῖστοι μάλιστα τῶν ἐκ τοῦ γένους τῷ βασιλεῖ καὶ τούτων οἷς πολὺ τὸ ἐπίσημον.
ζοντος ἤδη μήτε μὴν παραπετάσματι συσκιάζοντος τὰ ἐνδόμυχα, ἀπείρατοι κακῶν ἐνθένδε ἀπάρωμεν, τὸν ἐν ὀφθαλμοῖς διακρουσάμενοι κίνδυνον. Τάχα καὶ νῦν Αἰγυπτίοις προσεξεύρηνται φάρμακα τῶν πάλαι παρ αὐτοῖς ἰσχυρότερα ἢ καὶ μὴ κοιμίζειν μόνον λύπας ἔχουσι καὶ τὸ δεδηγμένον τῆς ψυχῆς ἀπροσδοκήτοις διαιτῶν διαχύσεσιν, ὡς ἐκεῖνο πρώην τὸ φάρμακον δ' δεδώκει τῇ Λακαίνῃ Θώνου παράκοιτις νηπενθές, κακῶν ἀπάντων ἐπίληθες, ἀλλὰ καὶ πολεμικοὺς ἄνδρας ἐκθηλύνειν καὶ ποιεῖν [108] ἀλκῆς ἐπιλήσμονας. Καὶ τούτων, οἶμαι, τῶν φαρμάκων Αμερίγῳ προτειναν σκύφον Αἰγύπτιοι, καὶ γοητευθείς, ὡς ἔοικε, τῷ ποτῷ καὶ μετασχὼν ἐς μέθην τῆς κύλικος πρὸς κάρον ἀποδεδόχμωται χρόνιον. Τῷ τοι παρὰ πάσσαλον μὲν αὐτῷ ἡ ἀσπὶς, τὸ δὲ ξίφος καθυπνώττει τῷ κουλεῷ, ἐπὶ δὲ σαυρωτῆρος τὸ δόρυ πέπηγεν. "Η τοῦτο μὲν οὐδαμῶς, ἀργύρῳ δὲ φαρμαχθεὶς τας φρένας ἠλλοίωται καὶ χρυσίῳ τὰ ὦτα βέβυσται, καὶ τούτῳ κνώμενος πρὸς τὸ δυσήκοον μετεσκεύασται. Καὶ νῦν φροῦδαι μὲν αἱ ξυνθῆκαι ἄς ὑπὲρ τοῦ συμμαχήσειν Ρωμαίοις βασιλεῖ δέδωκε, χείλεσι μόνοις ἐκεῖνον τιμῶν, τῇ δὲ καρδίᾳ τόῤῥω φερόμενος· ἡμεῖς δὲ τηλίκοις δεινοῖς περιστοιχι ζόμεθα, είχε πόλεμος ὁμοῦ καὶ λιμὸς ἡμᾶς δαπανᾷ, καὶ τὰ Ῥωμαίων ἐφ' ἡμῖν αὐχήματα οἴχεται, τὰ δὲ λαμπρὰ τῶν κατορθωμάτων ἠφάντωται. Κρεῖσσον ἦν μὴ ὅρμοις τοῖς ἐνταῦθα προσχεῖν, διαμεμετ ρηκότας πελάγη ἀχανῆ καὶ ἀόριστα, ἤ ἀπράκτους ἀπιέναι κατάραντας, ὡς νῦν γε οὐχ ἱστίοις λευκοῖς τὰς ναῦς πτερῶσαι ἡμῖν, ὡς οἶμαι, γενήσεται, ὁποίοις ἐκ Βυζαντίδος ἀνήχθημεν, ἀλλὰ φαιοῖς ἀτεχνῶς διὰ τὸ τῆς αἰσχύνης μελάνωμα. Αλλ' ἄνδρες ὁμογενεῖς καὶ συστρατιῶται, καὶ ὅσον ἐνταυθοί ξενικόν, ἀποκριθέντες τῶν Παλαιστίνηθεν ἱπποτῶν τῶν γαύρων τούτων καὶ ὑψαυχένων καὶ Ῥωμαίοις ὡς ἔδειξαν ἀπίστων προσβάλωμεν τοῖς βαρβάροις, τειχομαχίαν στησώμεθα, ἀγωνισώμεθα ὡς τὸ πόλισμα τοῦτο ληψόμεθα, καὶ ὡς ἤδη ἔχοντες ἐν χερσὶ τὸν ἔνδον πλοῦτον ἀμιλληθῶμεν. Εἰ τεῖχος τοῖς βαρβάροις τὸ πρόβλημα καὶ ἀφ᾽ ὕψους τῶν ἀμυντηρίων ἡ ἄφεσις, ἀλλ᾽ εἰσὶ καὶ παρ' ἡμῖν ἀσπίδες, αἳ οὐκ ἀνδράσι ῥᾳδίως ἀνέχονται (ὑπὲρ γὰρ τὸ σάκος εἰσὶ τὸ Αἰάντειον ἐκεῖνο τὸ ἑπταβόειον) ἀλλ' ὡς πύργοι ἀντιπροβέβληνται, οὐ μόνον ἀτίνακτο: βέλεσι καὶ τοῖς ἀπὸ χειρῶν οὐτήμασιν ἀδιάῤῥηκτοι, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπὸ μηχανῶν ἀφιεμένων πάντων δήπουθεν στεγανώτεραι. Ταύτας ἀντιστήσαντες ὡς πυργοβάρεις, ὀλίγα τοῦ τείχους καὶ τῶν ἀπ᾿ αὐτοῦ μαχομένων φροντίσωμεν. Εἰ δὴ δίκαια ποιεῖν αἱρεῖσθε, ὥρα μοι πείθεσθαι, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ὅ τι ἂν δέῃ σὺν ὑμῖν ἀσμένως πείσομαι· μηδὲ γὰρ εἴη τινὰ ἐρεῖν ὡς ᾿Ανδρόνικος, ὑπαγαγέσθαι μὲν λόγοις, καὶ παραθῆξαι προς Αρεα ἱκανώτατος, ἀρχηγὸς δ᾽ ἀχρεῖος μηδ᾽ ἀποκρούσασθαι εἰδὼς τὸ πολέμιον. ᾿Αλλὰ τὸ τῆς ἐμῆς κόρυθος μέτωπον ὄψονται πρὸ ὑμῶν οἱ ἀντίμαχοι. Καὶ πρόμαχος ὢν, δέον οὕτω ποιεῖν, καὶ οὐραγὸς ἐσοίμην ὑμέτερος, εἰ καὶ τοῦτο δίδωσιν ὁ καιρός· Θεὸς δὲ περαίνοι τὰ βεβουλευμένα, καὶ τράποιτο πᾶν ἄπαί- στον κατὰ κεφαλῆς ὧν τὴν χώραν κείρομεν. » ζ'. Ταῦτ᾽ εἰπὼν αὐτός τε ὡπλίσατο, καὶ οἱ λοι ποὺ διαλυθέντες τοῦ συλλόγου τὰς πανοπλίας ἐνεδύ- σαντο. Ἐπεὶ δὲ τότε ἦμαρ ηὐξάνετο ὡς ἐς τρίτην ὥραν προβεβηκέναι καὶ τὰ τάγματα ἐξήεσαν, ἄρας ἐκεῖθεν προῄει σὺν κόσμῳ, τοῦ παντὸς προαφεστώς στρατεύματος. Οἱ δὲ Σαρακηνοὶ τὰς πύλας διπλα βόντες κλεισὶ καὶ ὀχεῦσι, καί τινα προπετάσαντες μηχανήματα τούτων ἐρύματα, ἔμενον ἐπὶ τῶν τει- χῶν, παντοίοις ὅπλοις τοὺς ἐπιόντας ἀποκρουόμενοι, καὶ τὸν βέλους ἐντὸς ἅπαντα χῶρον τιθέντες ἀδιεξ- όδευτον οἷς τε ἀπεσφενδόνουν ἐκ τῶν ἐπάλξεων καὶ οἷς ἐκ τόξων ἡφίεσαν. ᾿Αλλὰ καίπερ οὕτω τῶν [Ρ. σας κατὰ τῆς πύλης Ανδρόνικος τὸ δόρυ ἔθυνε, καὶ οἱ τοξόται καὶ ἅπας ἕτερος ἐνεργεῖς ἐδείκνυντο, απ η τε σάλπιγγες πυκνὰ ἐνεπνέοντο, τὸ παρακλητικὸν Б ἐς μάχην παρακελευόμεναι, καὶ ἐβαρνήχει τὰ κύμα βαλα, ὡς τοὺς εἰς τὰ τείχη καὶ τὰς βάρεις ἐκπλαγῆναι τὴν τῶν Ῥωμαίων ἀθρόαν ἐμβολὴν καὶ ἐπέλευσιν καὶ τὰ ἐκ παντοίων ὀργάνων ἀφέματα. Ηδη δὲ τῶν κλιμά κων προσαγομένων καὶ κατὰ πολλὰ μέρη τοῦ τείχους ἐρειδομένων, ἡ τῶν γινομένων ἀγγελία παίει τὸν ῥῆγα διανταίαν πληγήν. Ὁ δὲ ὡς αὐτός τι μέγα κακὸν καὶ ἀπαράκλητον πεπονθώς, ἢ τὸ λογιζόμενον πρηστήρι παρακοπεῖς, ἐνεὸς ἦν ἐφ᾽ ἱκανόν. Μόλις δ᾽ ἀνενεγκών τοῦ ἐλίγγου, αἰτήσας ἵππον καὶ ἀναπηδήσας ἐφίστα- ται τῷ Ρωμαϊκῷ στρατεύματι μετὰ τῶν ὑπ' αὐτὸν ἐπιλέκτων, καὶ τὰς ἀπάντων ἀνακόψας ὁρμᾶς ὑπο τίθησι μὴ διαμάχεσθαι ἀνθρώποις πάλαι διαμεμη NICETE CHONIATÆ cione arma ceperunt. Et sub tertiam diei horam legiones instructas educit, primus ante omnem exercitum incedens. At Sarraceni portas serris et vectibus mnnierunt, et machinis quibusdam ad eas muniendas suspensis, de mænibus nostros omni telorum genere perebant, ut intra teli jactum ne- mini accedere liceret. Sed Andronicus nihilominus equo concitato bastam in portam dirigil, sagitta- riis et cæteris omnibus strenuo sequentibus, et classicis continenter canentibus, et tympanis re- sonantibus, ut defensores urbis subito Romano- rum impetu et tormentorum ictibus percellerentur. Sed cum jam multis murorum partibus scalæ ad- moverentur, rex eo nuntio perturbatus, quaei ipse magno malo affectus aut fulmine ictus esset, diu tacitus stetit. Ac vix tandem pulsa illa caligine, conscenso equo cum delectis cohortibus ad Romanum exercitum properat, monetque ne cum iis pugnent qui jam pridem sibi nuntiarint se Ro- manorum imperatori deditionem facturos. Ea ora- tio militum manus torpedinis instar alligavit et ab urbe jamjam capienda revocavit. Pactione vero a rege facta, hostibus magis utili quam Romanis honesta, milites nulla ratione habita qualis ea pax essel, sed mentione ejns duntaxat audita, reditus cupidi nauticam petulantiam igni esse atrociorem reipsa monstraverunt, ac tumultu tota castra com- pleverunt. Nam et arietes injussu ducis incende- 409] ἔνδον ἀμυνομένων, αὐτός τε τὸν ἵππον ἐπελά- 7. Hæc locutus et ipse et cæteri dimissa con- Α
PG 139:513ὡς δὲ ἡ κόνις ἐλώφησεν ἥ τε ἀχλὺς ἐκείνη καὶ ἡ ἀορασία διεσκέδαστο, ὠπτάνοντό τινες (φεῦ τοῦ ἀπευκταίου πράγματος καὶ ὁράματος) ἕως ἰξύος καὶ τραχήλου συνισχημένοι τοῖς πτώμασιν, οἳ καὶ χεῖρας μὲν ἱκέτιδας ὤρεγον καὶ σχήμασιν ἐλεεινοῖς καὶ φωναῖς γοερὸν ὑπηχούσαις προυκαλοῦντο τοὺς παριόντας εἰς ἀρωγήν, οὐδένα δὲ τὸν ἀμύνειν δυνάμενον εἶχον οὐδὲ τὸν σώζοντα· πάντες γὰρ οἷς ἔπασχον ἐκεῖνοι τὴν οἰκείαν προτυπούμενοι συμφορὰν τὸν περὶ ψυχῆς τρέχοντες ἀκούσιοί τινες ἦσαν ἀνοικτίρμονες καὶ ὡς τάχους εἶχον σώζειν ἑαυτοὺς ἔσπευδον. Ὁ δὲ Μανουὴλ σκιὰν ὑπελθὼν ἀχλαδηφοροῦντος δένδρου ἀνελάμβανεν ἑαυτὸν καὶ καμοῦσαν συνέλεγε τὴν ἰσχύν, μὴ ἔχων ὑπασπιστὴν συνιστάμενον, μὴ δορυφόρον ἐπισπόμενον, μὴ σωματοφύλακα ἐφεπόμενον. ἰδὼν δέ τις αὐτὸν καὶ οἰκτείρας ἐκ τοῦ τῶν ἱππέων τάγματος, καὶ οὗτος τῶν ἀφανῶν καὶ πολλῶν Ῥωμαίων, ἐφίσταταί οἱ προθύμως κατὰ προαίρεσιν καὶ διακονεῖν αἱρεῖται τὰ δυνατά, ὅθεν καὶ τὴν κυνέην ἑτέρωσε βαλλομένην τῇ ἐκείνου ἐφήρμοσε κεφαλῇ.
νυκόσιν αὐτῷ ὡς ἑαυτοὺς ἀναιμωτὶ καὶ τὴν πόλιν βασιλεῖ παραδώσουσι. Καὶ ὁ μὲν λόγος οὗτος οἷά τις νάρκη τὰς Ῥωμαίων χεῖρας ἐπέδησε καὶ ἐγγὺς ἤδη τοῦ πορθεῖν τὴν πόλιν γιγενημένους ἔπαυσεν· αὐτὸς δὲ ὁ ρήξ ἐς συμβάσεις τραπόμενος ἀσπασίους μᾶλο λον τοῖς ἐκ τῆς ᾿Αγαρ ἤ Ῥωμαίους κυδαινούσας τὰς ξυνθήκας εἰργάσατο. Οἱ δ' οὖν στρατιῶται μηδ' ὅλως ὁποῖα τὰ τῆς εἰρήνης κατεξετάσαντες, ἀλλὰ καὶ πρὸς μόνην τὴν ταύτης ἀκοὴν νόστου μνησάμενοι, τὴν ναυτικὴν ἀπαιδευσίαν πράγμασιν αὐτοῖς καθυπο έδειξαν δραστικωτέραν πυρὸς, καὶ ἀταξίας εὐθὺς ἐνέπλησαν τὰ στρατόπεδα. Δί τε γὰρ ἐλεπόλεις ὑπ᾽ αὐτῶν ἐπυρώθησαν γνώμης ἄτερ τοῦ στρατηγοῦν- τος, καὶ τὰς πλείστας ἀποφορτισάμενοι τῶν ὁπλίο σεων πρὸς ταῖς κώπαις ἐγένοντο καὶ ἐπί πόντον ἔβλεψαν τὸν ἀτρύγετον, μανικώτερον εἰς τὰς ναῦς ἐφορμῶντες, μηδὲ τὸ τοῦ καιροῦ δυσχείμερον καὶ τὸ τοῦ πλοὸς ἕξωρον ἐννοοῦντες· τετάρτην γὰρ ἦγεν ὁ Δεκέμβριος μήν. Ιν οὖν ἰδεῖν τὸν πολύνεων ἐκεῖνον στόλον καὶ τὴν ἐπὶ λιμένων μίαν καταγωγὴν καὶ τὴν ἐκ τούτων αὖθις ἀναγωγὴν εἰς μύρια σκεδασθεῖσαν τμή ματα, ἄλλων ἀγαπησάντων ἕτερον πλοῦν καὶ πάντων πρὸς τὰς πατρίδας οιακοστροφούντων τὰς ναῦς, ὡς μόλις ὃς ἔτι ναυλοχεῖσθαι τριήρεις, αἱ ἡμελλον ἀνακομ σειν ᾿Ανδρόνικον, Ὁ δὲ τὴν ἐπὶ Ἱεροσολύμων ἅμα τῷ ῥηγὶ τραπόμενος κἀκεῖθεν άρμοζόντως παραπεμφθεὶς τὸ Ικόνιον παραλλάξας, ἐς Βυζάντιον παρεγένετο. Τῶν δὲ πολλῶν ἐκείνων νηῶν αἱ μὲν ἀνέμων ἀντιπνοίαις περιπεσοῦσαι κατέδυσαν αὔτανδροι, αἱ δὲ κλύδωνι θαλαττίῳ διασπαρείσαι ὀψὲ καὶ ἔαρος ἐπιφαίνοντος τοῖς νεωσοίκοις τῆς πόλεως απεδόθησαν. Οὐκ ὀλίγαι δὲ καὶ τῶν ἐπιβατῶν κενωθεῖσαι καθάπαξ ἐπιλαβο- μένων τῆς γῆς ὡς Χαρώνεια πορθμεῖα τοῖς τῶν κυμάτων διαύλοις ἀφείθησαν φέρεσθαι, ὡς βραχείας περιλειφθῆναι, βρασμόν θαλάσσης καὶ ναυτῶν διαδράσας ἀμέλειαν. Οἱ δὲ Σαρακηνοὶ τὴν ἐς αὐτοὺς ὁδὸν τῶν Ῥωμαίων, ὡς ἔδειξαν, ἀποδειλιάσαντες καὶ τόν ἐσέπειτα πλοῦν ἀποτρέποντες πρέσβεις ἐς βασιλέα ἔστειλαν, καὶ δῶρα τὰ παρ' αὐτοῖς τιμώμενα ἔπεμψαν, καί τὴν εἰρήνην ἐκράτυναν. τ΄. Ηδη δὲ ὠδινούσης τῆς βασιλίδος καὶ τεκεῖν ἐγγιζούσης σεσάρωτο μὲν τὸ οἴκημα καὶ διηντρέ- πιστο ἀκριβῶς τὰ πρὸς τὴν κόησιν τοῦ παιδὸς καὶ τὴν ὑποδοχὴν τῆς μητρός. ὡς δὲ κατήπειγον αἱ Εἰλείθυιαι, ὁ πορφύρεος δόμος εἶχεν ἐντὸς τῆν ἐπίσ τόκον. Ηγωνία μὲν οὖν ἐπὶ τῇ γαμετῇ παρών βασιλεὺς, καὶ τὰς ὁδύνας ἐκούφιζεν ὀπτανόμενος, τὸ πλέον δὲ τοῦ βλέμματος ἐχαρίζετο τῷ σκεπτομένῳ τοὺς ἀστέρας καὶ τοῖς κατ᾿ οὐρανὸν διχαίνοντα· Ἐπεὶ δὲ τὸ τεχθὲν ἐξώλισθε τῆς νηδύος καὶ ἦν ἄρσεν καὶ ἡ τέχνη ἐδίδασκεν όλβιον καὶ μοιρηγενές καὶ τῆς πατρῴας ἀρχῆς διάδοχον, Θεῷ τε φωναί ἀπεδίδοντο χαριστήριοι καὶ ἅπας ἦν ἐν κρότοις καὶ χαρμοναῖς. Υπεξαίρων δὲ τὴν γενέθλιον καὶ ὀνομα στήριον τοῦ παιδὸς ἡμέραν, ὡς εἴθισται παρὰ τοῖς βασιλεῦσι Ρωμαίων τοὺς ἐντιμοτέρους τῶν πολι τῶν μετὰ κλάδων βαλιῶν εἰς τροφὴν ἐκάλει, καὶ Αλέξιον τὸν παῖδα ὠνόμασεν, οὐχ ἁπλῶς τὴν κλῆσιν ἀπολεξάμενος, οὐδέ τὸν παῖδα τιμῶν τῷ τοῦ τεκόνα τος τὸν γεγεννηκότα ἐκεῖνον ὀνόματι, ἀλλὰ προσέ- χων τὸν νοῦν προῤῥήματι πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐρώτησιν ἐξενεχθέντι, ἥτις ἦν ἐς ὅσον ἢ τοῦ βασι λέως Αλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ παραταθείη σειρά, τὸ δὲ προαγόρευμα αἷμα, δ τῆς συλλαβής διιστάμενον καὶ καλὰ στοιχεῖον ἀναλεγόμενον διὰ μὲν τοῦ Α σα φῶς ὑπέγραφε τὸν ᾿Αλέξιον, διὰ δὲ τοῦ Ι τὸν Ιωάν- νην, διὰ δὲ τῶν ἐφεξῆς δύο γραμμάτων τὸν Μανουήλ καὶ τὸν ἐξ ἐκείνου πάλιν παραληψόμενον τὴν ἀρχήν. DE MANUELE COMNENO LIB. V. buerunt,furore quodam in naves irruentes, nihil hiberno tempore territi, ad navigationem minime apto: quartus enim Decembris dies tum agebatur. Tuin videre licebat ingentem illam classem ex una statione in varias diffundi partes, aliis aliam viam sequentibus, dum suami quique patriam pe- tunt, ut vix sex naves superessant, quæ Andronicum domum reveherent. Is vero Hieroso- lyma cum rege profectus, atque cum justo comi- tatu Iconium prætervectus, Byzantium rediit. Ex multis autem illis navibus alias adversi venti una cum vectoribus demerserunt; aliæ fluctibus disje- ctæ verno tempore demum in navalia urbana sunt reductæ ; neque paucæ ubi vectores ad terram pervexerant, fluctuum arbitrio sunt permissæ. Ita perexiguæ vel maris æstum vel nautarum negligen- tiam evitarunt. Cæterum Sarraceni Romanorum impressiones metuentes, eorumque navigationes in posterum præcavere cupientes, legatis et am- plis muneribus ad imperatorem missis pacem fir- A runt, et armis plerisque depositis in remos incu- C D B marunt. 8.Cum autem imperatrix partui propinqua es- set, deprompta et adornata est purpura ad puerum suscipiendum. Doloribus vero urgentibus, ea in purpura collocata, adest et imperator, sua- que præsentia conjugem solatur et sublevat, ma- gis larnen in stellas et punctum edendi fetus ani- mo intentus. Nato filio, quem astronomia docebat divitem fore atque unigenitum et paterni imperii successore:n, Deo gratiæ agebantur, omnesque subditi plaudebant et lætabantur. Ipse vero impe- rator, ut diem natalem celebriorem redderet, cives honoratiores,uti moris erat, ramos gestantes con- viviis excepit, et puerum Alexium nominavit. Idque non temere, nec tam ut cum proavi sui nomine honoraret, quam propter oraculum, quo ei per ambages responsum fuerat seriem Comnenia fa- miliæ duraturam tantum, quot litteras nomen Aima, boc est sanguis, complecteretur ac per A Alexius, per / Joannes, per M et A Manuel et filius ejus alter Alexius haud obscure significabantur. Cum puer ætate procederet et instar fecundæ plantæ cresceret, aliud consilium capit imperator, et jusjurandum de imperii successione a Ma- ria filia et ejus marito Alexio Pannonio in filium transferre instituit. Proinde cum filio et civibus in amplissimo templo Genitricis Dei convenit, et per jusjurandum imperii successione in filium, ut pu- tabal, translata, paulo post filiam ab Alexio sejun-
Ἐν ᾧ δὲ καθ’ ὃ εἰρήκειμεν δένδρον ὁ βασιλεὺς ἀνεκώχευεν, ἐπιδραμών τις Πέρσης ἐφεῖλκε τοῦτον τοῦ χαλινοῦ κατὰ πολλὴν τοῦ κωλύσοντος ἐρημίαν· ὁ δὲ πλήξας αὐτὸν κατὰ κεφαλῆς τῷ τοῦ δόρατος τμήματι, ὃ εἶχεν ἔτι ἐν ταῖν χεροῖν, εἰς γῆν ἔβαλε. μετ’ οὐ πολὺ δ’ ἕτεροι Πέρσαι ζωγρίαν ἑλεῖν ὀριγνώμενοι ἐπ’ αὐτὸν ἵενται, ῥᾳδίως δὲ καὶ τούτους ἐώσατο· βασιλεὺς μὲν γὰρ τὸ τοῦ συνεστῶτος ἱππότου δόρυ ἀγκοινησάμενος διαπείρει ἕνα τῶν ἐπιόντων ἕως καὶ εἰς αὐτὸν θάνατον, αὐτὸς δὲ ὁ ἱππότης τὸ ξίφος σπασάμενος ἀποκαρατομεῖ ἕτερον. Συναλισθέντων δὲ περὶ τὸν βασιλέα ἑτέρων ὁπλοφόρων δέκα Ῥωμαίων, ἐκεῖθεν μετέβαινε, συμμῖξαι γλιχόμενος τοῖς προηγησαμένοις τάγμασιν. ἀλλ’ αὖθις μικρόν τι προβὰς ὑπό τε Τούρκων τῆς πρόσω πορείας εἴργεται καὶ τοῖς τῶν πεσόντων οὐχ ἧττον νεκροῖς ἀπερύκεται, οἳ περὶ τὰς ὁδοὺς αἰθριάζοντες ἀπέφραττον αὐτὰς σωρηδὸν κείμενοι. μόλις δὲ τὰ ἐκεῖ δυσπόρευτα χωρία καὶ τὸν ἐγγύς που παραρρέοντα χείμαρρον διελθών, ἐνιαχοῦ τῶν θνησιμαίων ἐπιβαίνων καὶ τούτων ὕπερθεν ἱππαζόμενος, ἀθροίζει καὶ ἄλλο τι στῖφος Ῥωμαϊκὸν κατὰ θέαν αὐτοῦ συνδραμόν·
νυκόσιν αὐτῷ ὡς ἑαυτοὺς ἀναιμωτὶ καὶ τὴν πόλιν βασιλεῖ παραδώσουσι. Καὶ ὁ μὲν λόγος οὗτος οἷά τις νάρκη τὰς Ῥωμαίων χεῖρας ἐπέδησε καὶ ἐγγὺς ἤδη τοῦ πορθεῖν τὴν πόλιν γιγενημένους ἔπαυσεν· αὐτὸς δὲ ὁ ρήξ ἐς συμβάσεις τραπόμενος ἀσπασίους μᾶλο λον τοῖς ἐκ τῆς ᾿Αγαρ ἤ Ῥωμαίους κυδαινούσας τὰς ξυνθήκας εἰργάσατο. Οἱ δ' οὖν στρατιῶται μηδ' ὅλως ὁποῖα τὰ τῆς εἰρήνης κατεξετάσαντες, ἀλλὰ καὶ πρὸς μόνην τὴν ταύτης ἀκοὴν νόστου μνησάμενοι, τὴν ναυτικὴν ἀπαιδευσίαν πράγμασιν αὐτοῖς καθυπο έδειξαν δραστικωτέραν πυρὸς, καὶ ἀταξίας εὐθὺς ἐνέπλησαν τὰ στρατόπεδα. Δί τε γὰρ ἐλεπόλεις ὑπ᾽ αὐτῶν ἐπυρώθησαν γνώμης ἄτερ τοῦ στρατηγοῦν- τος, καὶ τὰς πλείστας ἀποφορτισάμενοι τῶν ὁπλίο σεων πρὸς ταῖς κώπαις ἐγένοντο καὶ ἐπί πόντον ἔβλεψαν τὸν ἀτρύγετον, μανικώτερον εἰς τὰς ναῦς ἐφορμῶντες, μηδὲ τὸ τοῦ καιροῦ δυσχείμερον καὶ τὸ τοῦ πλοὸς ἕξωρον ἐννοοῦντες· τετάρτην γὰρ ἦγεν ὁ Δεκέμβριος μήν. Ιν οὖν ἰδεῖν τὸν πολύνεων ἐκεῖνον στόλον καὶ τὴν ἐπὶ λιμένων μίαν καταγωγὴν καὶ τὴν ἐκ τούτων αὖθις ἀναγωγὴν εἰς μύρια σκεδασθεῖσαν τμή ματα, ἄλλων ἀγαπησάντων ἕτερον πλοῦν καὶ πάντων πρὸς τὰς πατρίδας οιακοστροφούντων τὰς ναῦς, ὡς μόλις ὃς ἔτι ναυλοχεῖσθαι τριήρεις, αἱ ἡμελλον ἀνακομ σειν ᾿Ανδρόνικον, Ὁ δὲ τὴν ἐπὶ Ἱεροσολύμων ἅμα τῷ ῥηγὶ τραπόμενος κἀκεῖθεν άρμοζόντως παραπεμφθεὶς τὸ Ικόνιον παραλλάξας, ἐς Βυζάντιον παρεγένετο. Τῶν δὲ πολλῶν ἐκείνων νηῶν αἱ μὲν ἀνέμων ἀντιπνοίαις περιπεσοῦσαι κατέδυσαν αὔτανδροι, αἱ δὲ κλύδωνι θαλαττίῳ διασπαρείσαι ὀψὲ καὶ ἔαρος ἐπιφαίνοντος τοῖς νεωσοίκοις τῆς πόλεως απεδόθησαν. Οὐκ ὀλίγαι δὲ καὶ τῶν ἐπιβατῶν κενωθεῖσαι καθάπαξ ἐπιλαβο- μένων τῆς γῆς ὡς Χαρώνεια πορθμεῖα τοῖς τῶν κυμάτων διαύλοις ἀφείθησαν φέρεσθαι, ὡς βραχείας περιλειφθῆναι, βρασμόν θαλάσσης καὶ ναυτῶν διαδράσας ἀμέλειαν. Οἱ δὲ Σαρακηνοὶ τὴν ἐς αὐτοὺς ὁδὸν τῶν Ῥωμαίων, ὡς ἔδειξαν, ἀποδειλιάσαντες καὶ τόν ἐσέπειτα πλοῦν ἀποτρέποντες πρέσβεις ἐς βασιλέα ἔστειλαν, καὶ δῶρα τὰ παρ' αὐτοῖς τιμώμενα ἔπεμψαν, καί τὴν εἰρήνην ἐκράτυναν. τ΄. Ηδη δὲ ὠδινούσης τῆς βασιλίδος καὶ τεκεῖν ἐγγιζούσης σεσάρωτο μὲν τὸ οἴκημα καὶ διηντρέ- πιστο ἀκριβῶς τὰ πρὸς τὴν κόησιν τοῦ παιδὸς καὶ τὴν ὑποδοχὴν τῆς μητρός. ὡς δὲ κατήπειγον αἱ Εἰλείθυιαι, ὁ πορφύρεος δόμος εἶχεν ἐντὸς τῆν ἐπίσ τόκον. Ηγωνία μὲν οὖν ἐπὶ τῇ γαμετῇ παρών βασιλεὺς, καὶ τὰς ὁδύνας ἐκούφιζεν ὀπτανόμενος, τὸ πλέον δὲ τοῦ βλέμματος ἐχαρίζετο τῷ σκεπτομένῳ τοὺς ἀστέρας καὶ τοῖς κατ᾿ οὐρανὸν διχαίνοντα· Ἐπεὶ δὲ τὸ τεχθὲν ἐξώλισθε τῆς νηδύος καὶ ἦν ἄρσεν καὶ ἡ τέχνη ἐδίδασκεν όλβιον καὶ μοιρηγενές καὶ τῆς πατρῴας ἀρχῆς διάδοχον, Θεῷ τε φωναί ἀπεδίδοντο χαριστήριοι καὶ ἅπας ἦν ἐν κρότοις καὶ χαρμοναῖς. Υπεξαίρων δὲ τὴν γενέθλιον καὶ ὀνομα στήριον τοῦ παιδὸς ἡμέραν, ὡς εἴθισται παρὰ τοῖς βασιλεῦσι Ρωμαίων τοὺς ἐντιμοτέρους τῶν πολι τῶν μετὰ κλάδων βαλιῶν εἰς τροφὴν ἐκάλει, καὶ Αλέξιον τὸν παῖδα ὠνόμασεν, οὐχ ἁπλῶς τὴν κλῆσιν ἀπολεξάμενος, οὐδέ τὸν παῖδα τιμῶν τῷ τοῦ τεκόνα τος τὸν γεγεννηκότα ἐκεῖνον ὀνόματι, ἀλλὰ προσέ- χων τὸν νοῦν προῤῥήματι πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐρώτησιν ἐξενεχθέντι, ἥτις ἦν ἐς ὅσον ἢ τοῦ βασι λέως Αλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ παραταθείη σειρά, τὸ δὲ προαγόρευμα αἷμα, δ τῆς συλλαβής διιστάμενον καὶ καλὰ στοιχεῖον ἀναλεγόμενον διὰ μὲν τοῦ Α σα φῶς ὑπέγραφε τὸν ᾿Αλέξιον, διὰ δὲ τοῦ Ι τὸν Ιωάν- νην, διὰ δὲ τῶν ἐφεξῆς δύο γραμμάτων τὸν Μανουήλ καὶ τὸν ἐξ ἐκείνου πάλιν παραληψόμενον τὴν ἀρχήν. DE MANUELE COMNENO LIB. V. buerunt,furore quodam in naves irruentes, nihil hiberno tempore territi, ad navigationem minime apto: quartus enim Decembris dies tum agebatur. Tuin videre licebat ingentem illam classem ex una statione in varias diffundi partes, aliis aliam viam sequentibus, dum suami quique patriam pe- tunt, ut vix sex naves superessant, quæ Andronicum domum reveherent. Is vero Hieroso- lyma cum rege profectus, atque cum justo comi- tatu Iconium prætervectus, Byzantium rediit. Ex multis autem illis navibus alias adversi venti una cum vectoribus demerserunt; aliæ fluctibus disje- ctæ verno tempore demum in navalia urbana sunt reductæ ; neque paucæ ubi vectores ad terram pervexerant, fluctuum arbitrio sunt permissæ. Ita perexiguæ vel maris æstum vel nautarum negligen- tiam evitarunt. Cæterum Sarraceni Romanorum impressiones metuentes, eorumque navigationes in posterum præcavere cupientes, legatis et am- plis muneribus ad imperatorem missis pacem fir- A runt, et armis plerisque depositis in remos incu- C D B marunt. 8.Cum autem imperatrix partui propinqua es- set, deprompta et adornata est purpura ad puerum suscipiendum. Doloribus vero urgentibus, ea in purpura collocata, adest et imperator, sua- que præsentia conjugem solatur et sublevat, ma- gis larnen in stellas et punctum edendi fetus ani- mo intentus. Nato filio, quem astronomia docebat divitem fore atque unigenitum et paterni imperii successore:n, Deo gratiæ agebantur, omnesque subditi plaudebant et lætabantur. Ipse vero impe- rator, ut diem natalem celebriorem redderet, cives honoratiores,uti moris erat, ramos gestantes con- viviis excepit, et puerum Alexium nominavit. Idque non temere, nec tam ut cum proavi sui nomine honoraret, quam propter oraculum, quo ei per ambages responsum fuerat seriem Comnenia fa- miliæ duraturam tantum, quot litteras nomen Aima, boc est sanguis, complecteretur ac per A Alexius, per / Joannes, per M et A Manuel et filius ejus alter Alexius haud obscure significabantur. Cum puer ætate procederet et instar fecundæ plantæ cresceret, aliud consilium capit imperator, et jusjurandum de imperii successione a Ma- ria filia et ejus marito Alexio Pannonio in filium transferre instituit. Proinde cum filio et civibus in amplissimo templo Genitricis Dei convenit, et per jusjurandum imperii successione in filium, ut pu- tabal, translata, paulo post filiam ab Alexio sejun-
ὅτε καὶ ἀναβλέψας ὁρᾷ τοῖς ὀφθαλμοῖς τὸν ἐπ’ ἀνεψιᾷ γαμβρόν, τὸν Καντακουζηνὸν Ἰωάννην, ἕνα πρὸς πλείονας ἁμιλλώμενον καὶ ἀνδρείως αὐτοῖς προσφερόμενον καὶ περιβλεπόμενον μέν, εἴ τις ἐπαρήξων ἐκείνῳ ἐλεύσεται, ἐκ δὲ τοῦ μηδένα τὸν ἀμύνοντα παρεστάναι μετὰ βραχὺ πίπτοντά τε καὶ σκυλευόμενον. Οἱ δὲ τοῦτον ἀπεκτονότες Πέρσαι, ὡς εἶδον παριόντα τὸν αὐτοκράτορα (οὐδὲ γὰρ ἦν λαθεῖν), συγκροτηθέντες εἰς σπείραν ὡς εἰς θήραμα μέγα τὸν βασιλέα ἐπῄεσαν· ᾤοντο γὰρ αὐτίκα δὴ μάλα τοῦτον αἱρήσειν ἢ ἀναιρήσειν. ἦσαν δ’ οὗτοι πάντες Ἀραβίοις ἔποχοι ἵπποις καὶ κατὰ θέαν τῶν πολλῶν ὑπερφέροντες· ὁπλισμοῖς τε γὰρ ἐκπρεπέσιν ἐκάζοντο καὶ τοὺς ἵππους εἶχον ἠσκημένους ἄλλοις τε κόσμοις λαμπροτάτοις, ἀλλὰ δὴ καὶ ἐπαυχενίοις ἀγλαί̈σμασιν ἐκ τριχῶν συγκειμένοις ἱππείων ἐς ἱκανὸν καθιεμένων καὶ περιηρτημένους ἐχουσῶν ἠχητικοὺς κώδωνας.
νυκόσιν αὐτῷ ὡς ἑαυτοὺς ἀναιμωτὶ καὶ τὴν πόλιν βασιλεῖ παραδώσουσι. Καὶ ὁ μὲν λόγος οὗτος οἷά τις νάρκη τὰς Ῥωμαίων χεῖρας ἐπέδησε καὶ ἐγγὺς ἤδη τοῦ πορθεῖν τὴν πόλιν γιγενημένους ἔπαυσεν· αὐτὸς δὲ ὁ ρήξ ἐς συμβάσεις τραπόμενος ἀσπασίους μᾶλο λον τοῖς ἐκ τῆς ᾿Αγαρ ἤ Ῥωμαίους κυδαινούσας τὰς ξυνθήκας εἰργάσατο. Οἱ δ' οὖν στρατιῶται μηδ' ὅλως ὁποῖα τὰ τῆς εἰρήνης κατεξετάσαντες, ἀλλὰ καὶ πρὸς μόνην τὴν ταύτης ἀκοὴν νόστου μνησάμενοι, τὴν ναυτικὴν ἀπαιδευσίαν πράγμασιν αὐτοῖς καθυπο έδειξαν δραστικωτέραν πυρὸς, καὶ ἀταξίας εὐθὺς ἐνέπλησαν τὰ στρατόπεδα. Δί τε γὰρ ἐλεπόλεις ὑπ᾽ αὐτῶν ἐπυρώθησαν γνώμης ἄτερ τοῦ στρατηγοῦν- τος, καὶ τὰς πλείστας ἀποφορτισάμενοι τῶν ὁπλίο σεων πρὸς ταῖς κώπαις ἐγένοντο καὶ ἐπί πόντον ἔβλεψαν τὸν ἀτρύγετον, μανικώτερον εἰς τὰς ναῦς ἐφορμῶντες, μηδὲ τὸ τοῦ καιροῦ δυσχείμερον καὶ τὸ τοῦ πλοὸς ἕξωρον ἐννοοῦντες· τετάρτην γὰρ ἦγεν ὁ Δεκέμβριος μήν. Ιν οὖν ἰδεῖν τὸν πολύνεων ἐκεῖνον στόλον καὶ τὴν ἐπὶ λιμένων μίαν καταγωγὴν καὶ τὴν ἐκ τούτων αὖθις ἀναγωγὴν εἰς μύρια σκεδασθεῖσαν τμή ματα, ἄλλων ἀγαπησάντων ἕτερον πλοῦν καὶ πάντων πρὸς τὰς πατρίδας οιακοστροφούντων τὰς ναῦς, ὡς μόλις ὃς ἔτι ναυλοχεῖσθαι τριήρεις, αἱ ἡμελλον ἀνακομ σειν ᾿Ανδρόνικον, Ὁ δὲ τὴν ἐπὶ Ἱεροσολύμων ἅμα τῷ ῥηγὶ τραπόμενος κἀκεῖθεν άρμοζόντως παραπεμφθεὶς τὸ Ικόνιον παραλλάξας, ἐς Βυζάντιον παρεγένετο. Τῶν δὲ πολλῶν ἐκείνων νηῶν αἱ μὲν ἀνέμων ἀντιπνοίαις περιπεσοῦσαι κατέδυσαν αὔτανδροι, αἱ δὲ κλύδωνι θαλαττίῳ διασπαρείσαι ὀψὲ καὶ ἔαρος ἐπιφαίνοντος τοῖς νεωσοίκοις τῆς πόλεως απεδόθησαν. Οὐκ ὀλίγαι δὲ καὶ τῶν ἐπιβατῶν κενωθεῖσαι καθάπαξ ἐπιλαβο- μένων τῆς γῆς ὡς Χαρώνεια πορθμεῖα τοῖς τῶν κυμάτων διαύλοις ἀφείθησαν φέρεσθαι, ὡς βραχείας περιλειφθῆναι, βρασμόν θαλάσσης καὶ ναυτῶν διαδράσας ἀμέλειαν. Οἱ δὲ Σαρακηνοὶ τὴν ἐς αὐτοὺς ὁδὸν τῶν Ῥωμαίων, ὡς ἔδειξαν, ἀποδειλιάσαντες καὶ τόν ἐσέπειτα πλοῦν ἀποτρέποντες πρέσβεις ἐς βασιλέα ἔστειλαν, καὶ δῶρα τὰ παρ' αὐτοῖς τιμώμενα ἔπεμψαν, καί τὴν εἰρήνην ἐκράτυναν. τ΄. Ηδη δὲ ὠδινούσης τῆς βασιλίδος καὶ τεκεῖν ἐγγιζούσης σεσάρωτο μὲν τὸ οἴκημα καὶ διηντρέ- πιστο ἀκριβῶς τὰ πρὸς τὴν κόησιν τοῦ παιδὸς καὶ τὴν ὑποδοχὴν τῆς μητρός. ὡς δὲ κατήπειγον αἱ Εἰλείθυιαι, ὁ πορφύρεος δόμος εἶχεν ἐντὸς τῆν ἐπίσ τόκον. Ηγωνία μὲν οὖν ἐπὶ τῇ γαμετῇ παρών βασιλεὺς, καὶ τὰς ὁδύνας ἐκούφιζεν ὀπτανόμενος, τὸ πλέον δὲ τοῦ βλέμματος ἐχαρίζετο τῷ σκεπτομένῳ τοὺς ἀστέρας καὶ τοῖς κατ᾿ οὐρανὸν διχαίνοντα· Ἐπεὶ δὲ τὸ τεχθὲν ἐξώλισθε τῆς νηδύος καὶ ἦν ἄρσεν καὶ ἡ τέχνη ἐδίδασκεν όλβιον καὶ μοιρηγενές καὶ τῆς πατρῴας ἀρχῆς διάδοχον, Θεῷ τε φωναί ἀπεδίδοντο χαριστήριοι καὶ ἅπας ἦν ἐν κρότοις καὶ χαρμοναῖς. Υπεξαίρων δὲ τὴν γενέθλιον καὶ ὀνομα στήριον τοῦ παιδὸς ἡμέραν, ὡς εἴθισται παρὰ τοῖς βασιλεῦσι Ρωμαίων τοὺς ἐντιμοτέρους τῶν πολι τῶν μετὰ κλάδων βαλιῶν εἰς τροφὴν ἐκάλει, καὶ Αλέξιον τὸν παῖδα ὠνόμασεν, οὐχ ἁπλῶς τὴν κλῆσιν ἀπολεξάμενος, οὐδέ τὸν παῖδα τιμῶν τῷ τοῦ τεκόνα τος τὸν γεγεννηκότα ἐκεῖνον ὀνόματι, ἀλλὰ προσέ- χων τὸν νοῦν προῤῥήματι πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐρώτησιν ἐξενεχθέντι, ἥτις ἦν ἐς ὅσον ἢ τοῦ βασι λέως Αλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ παραταθείη σειρά, τὸ δὲ προαγόρευμα αἷμα, δ τῆς συλλαβής διιστάμενον καὶ καλὰ στοιχεῖον ἀναλεγόμενον διὰ μὲν τοῦ Α σα φῶς ὑπέγραφε τὸν ᾿Αλέξιον, διὰ δὲ τοῦ Ι τὸν Ιωάν- νην, διὰ δὲ τῶν ἐφεξῆς δύο γραμμάτων τὸν Μανουήλ καὶ τὸν ἐξ ἐκείνου πάλιν παραληψόμενον τὴν ἀρχήν. DE MANUELE COMNENO LIB. V. buerunt,furore quodam in naves irruentes, nihil hiberno tempore territi, ad navigationem minime apto: quartus enim Decembris dies tum agebatur. Tuin videre licebat ingentem illam classem ex una statione in varias diffundi partes, aliis aliam viam sequentibus, dum suami quique patriam pe- tunt, ut vix sex naves superessant, quæ Andronicum domum reveherent. Is vero Hieroso- lyma cum rege profectus, atque cum justo comi- tatu Iconium prætervectus, Byzantium rediit. Ex multis autem illis navibus alias adversi venti una cum vectoribus demerserunt; aliæ fluctibus disje- ctæ verno tempore demum in navalia urbana sunt reductæ ; neque paucæ ubi vectores ad terram pervexerant, fluctuum arbitrio sunt permissæ. Ita perexiguæ vel maris æstum vel nautarum negligen- tiam evitarunt. Cæterum Sarraceni Romanorum impressiones metuentes, eorumque navigationes in posterum præcavere cupientes, legatis et am- plis muneribus ad imperatorem missis pacem fir- A runt, et armis plerisque depositis in remos incu- C D B marunt. 8.Cum autem imperatrix partui propinqua es- set, deprompta et adornata est purpura ad puerum suscipiendum. Doloribus vero urgentibus, ea in purpura collocata, adest et imperator, sua- que præsentia conjugem solatur et sublevat, ma- gis larnen in stellas et punctum edendi fetus ani- mo intentus. Nato filio, quem astronomia docebat divitem fore atque unigenitum et paterni imperii successore:n, Deo gratiæ agebantur, omnesque subditi plaudebant et lætabantur. Ipse vero impe- rator, ut diem natalem celebriorem redderet, cives honoratiores,uti moris erat, ramos gestantes con- viviis excepit, et puerum Alexium nominavit. Idque non temere, nec tam ut cum proavi sui nomine honoraret, quam propter oraculum, quo ei per ambages responsum fuerat seriem Comnenia fa- miliæ duraturam tantum, quot litteras nomen Aima, boc est sanguis, complecteretur ac per A Alexius, per / Joannes, per M et A Manuel et filius ejus alter Alexius haud obscure significabantur. Cum puer ætate procederet et instar fecundæ plantæ cresceret, aliud consilium capit imperator, et jusjurandum de imperii successione a Ma- ria filia et ejus marito Alexio Pannonio in filium transferre instituit. Proinde cum filio et civibus in amplissimo templo Genitricis Dei convenit, et per jusjurandum imperii successione in filium, ut pu- tabal, translata, paulo post filiam ab Alexio sejun-
βασιλεὺς δ’ ἀναστήσας τῶν περὶ αὐτὸν τὰ φρονήματα τὴν τῶν πολεμίων ἐπέλευσιν εὐπετῶς ἀποκρούεται, ἀεὶ δὲ κατὰ βραχὺ προβαίνων τοῖς ἔμπροσθεν καὶ νῦν μὲν πολέμου νόμῳ, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ ἀναιμωτὶ παριππεύων τοὺς Πέρσας, ἄλλους ἐπ’ ἄλλοις συνιόντας καὶ πάντας συλλαβεῖν αὐτὸν σπεύδοντας, τρισάσμενος ἐφίσταται καὶ ἀσπάσιος τοῖς προωδευκόσι τάγμασιν οὐ μᾶλλον περὶ αὐτοῖς δυσχεραίνουσιν ἢ ἐπ’ αὐτῷ μὴ φαινομένῳ ἀγωνιῶσιν. Οὔπω δὲ συμμίξας τούτοις, ἀλλ’ ἐκεῖσε ἔτι ὤν, ἔνθα ποταμὸν παραρρέειν ὁ λόγος εἴρηκε, δίψει συνέχεται· καὶ δὴ αἰτεῖται τῶν παρεστώτων τινὰ λαβόντα ὑδρεῖον ὕδωρ ἀρύσασθαι καὶ αὐτῷ ἀποκομίσαι πιεῖν. σπάσας τοίνυν τοῦ ὕδατος ὅσον ἂν τὴν ἐκείνου ἐδίανεν ὑπερῴην τὸ λοιπὸν ἐξέχεεν, οἷα μὴ τοῦ ποθέντος ἡδέως διὰ τοῦ οἰσοφάγου κατολισθαίνοντος. πολυπραγμονήσας δὲ τὸ ποτὸν καὶ λυθρῶδες τοῦτο κατανοήσας ᾤμωξε καὶ εἶπε μὴ εὐτυχῶς ἀπογεύσασθαι τοῦ τῶν Χριστιανῶν αἵματος. παρεστὼς δέ τις ἀνὴρ ἰταμὸς καὶ θρασύς, ὡς ἔδειξε, καὶ τοῦ τότε καιροῦ δυσκολώτερος ἀνερυθριάστως ἔφησεν ἄπαγε, βασιλεῦ, οὔκουν ταῦτα, οὐχί·
νυκόσιν αὐτῷ ὡς ἑαυτοὺς ἀναιμωτὶ καὶ τὴν πόλιν βασιλεῖ παραδώσουσι. Καὶ ὁ μὲν λόγος οὗτος οἷά τις νάρκη τὰς Ῥωμαίων χεῖρας ἐπέδησε καὶ ἐγγὺς ἤδη τοῦ πορθεῖν τὴν πόλιν γιγενημένους ἔπαυσεν· αὐτὸς δὲ ὁ ρήξ ἐς συμβάσεις τραπόμενος ἀσπασίους μᾶλο λον τοῖς ἐκ τῆς ᾿Αγαρ ἤ Ῥωμαίους κυδαινούσας τὰς ξυνθήκας εἰργάσατο. Οἱ δ' οὖν στρατιῶται μηδ' ὅλως ὁποῖα τὰ τῆς εἰρήνης κατεξετάσαντες, ἀλλὰ καὶ πρὸς μόνην τὴν ταύτης ἀκοὴν νόστου μνησάμενοι, τὴν ναυτικὴν ἀπαιδευσίαν πράγμασιν αὐτοῖς καθυπο έδειξαν δραστικωτέραν πυρὸς, καὶ ἀταξίας εὐθὺς ἐνέπλησαν τὰ στρατόπεδα. Δί τε γὰρ ἐλεπόλεις ὑπ᾽ αὐτῶν ἐπυρώθησαν γνώμης ἄτερ τοῦ στρατηγοῦν- τος, καὶ τὰς πλείστας ἀποφορτισάμενοι τῶν ὁπλίο σεων πρὸς ταῖς κώπαις ἐγένοντο καὶ ἐπί πόντον ἔβλεψαν τὸν ἀτρύγετον, μανικώτερον εἰς τὰς ναῦς ἐφορμῶντες, μηδὲ τὸ τοῦ καιροῦ δυσχείμερον καὶ τὸ τοῦ πλοὸς ἕξωρον ἐννοοῦντες· τετάρτην γὰρ ἦγεν ὁ Δεκέμβριος μήν. Ιν οὖν ἰδεῖν τὸν πολύνεων ἐκεῖνον στόλον καὶ τὴν ἐπὶ λιμένων μίαν καταγωγὴν καὶ τὴν ἐκ τούτων αὖθις ἀναγωγὴν εἰς μύρια σκεδασθεῖσαν τμή ματα, ἄλλων ἀγαπησάντων ἕτερον πλοῦν καὶ πάντων πρὸς τὰς πατρίδας οιακοστροφούντων τὰς ναῦς, ὡς μόλις ὃς ἔτι ναυλοχεῖσθαι τριήρεις, αἱ ἡμελλον ἀνακομ σειν ᾿Ανδρόνικον, Ὁ δὲ τὴν ἐπὶ Ἱεροσολύμων ἅμα τῷ ῥηγὶ τραπόμενος κἀκεῖθεν άρμοζόντως παραπεμφθεὶς τὸ Ικόνιον παραλλάξας, ἐς Βυζάντιον παρεγένετο. Τῶν δὲ πολλῶν ἐκείνων νηῶν αἱ μὲν ἀνέμων ἀντιπνοίαις περιπεσοῦσαι κατέδυσαν αὔτανδροι, αἱ δὲ κλύδωνι θαλαττίῳ διασπαρείσαι ὀψὲ καὶ ἔαρος ἐπιφαίνοντος τοῖς νεωσοίκοις τῆς πόλεως απεδόθησαν. Οὐκ ὀλίγαι δὲ καὶ τῶν ἐπιβατῶν κενωθεῖσαι καθάπαξ ἐπιλαβο- μένων τῆς γῆς ὡς Χαρώνεια πορθμεῖα τοῖς τῶν κυμάτων διαύλοις ἀφείθησαν φέρεσθαι, ὡς βραχείας περιλειφθῆναι, βρασμόν θαλάσσης καὶ ναυτῶν διαδράσας ἀμέλειαν. Οἱ δὲ Σαρακηνοὶ τὴν ἐς αὐτοὺς ὁδὸν τῶν Ῥωμαίων, ὡς ἔδειξαν, ἀποδειλιάσαντες καὶ τόν ἐσέπειτα πλοῦν ἀποτρέποντες πρέσβεις ἐς βασιλέα ἔστειλαν, καὶ δῶρα τὰ παρ' αὐτοῖς τιμώμενα ἔπεμψαν, καί τὴν εἰρήνην ἐκράτυναν. τ΄. Ηδη δὲ ὠδινούσης τῆς βασιλίδος καὶ τεκεῖν ἐγγιζούσης σεσάρωτο μὲν τὸ οἴκημα καὶ διηντρέ- πιστο ἀκριβῶς τὰ πρὸς τὴν κόησιν τοῦ παιδὸς καὶ τὴν ὑποδοχὴν τῆς μητρός. ὡς δὲ κατήπειγον αἱ Εἰλείθυιαι, ὁ πορφύρεος δόμος εἶχεν ἐντὸς τῆν ἐπίσ τόκον. Ηγωνία μὲν οὖν ἐπὶ τῇ γαμετῇ παρών βασιλεὺς, καὶ τὰς ὁδύνας ἐκούφιζεν ὀπτανόμενος, τὸ πλέον δὲ τοῦ βλέμματος ἐχαρίζετο τῷ σκεπτομένῳ τοὺς ἀστέρας καὶ τοῖς κατ᾿ οὐρανὸν διχαίνοντα· Ἐπεὶ δὲ τὸ τεχθὲν ἐξώλισθε τῆς νηδύος καὶ ἦν ἄρσεν καὶ ἡ τέχνη ἐδίδασκεν όλβιον καὶ μοιρηγενές καὶ τῆς πατρῴας ἀρχῆς διάδοχον, Θεῷ τε φωναί ἀπεδίδοντο χαριστήριοι καὶ ἅπας ἦν ἐν κρότοις καὶ χαρμοναῖς. Υπεξαίρων δὲ τὴν γενέθλιον καὶ ὀνομα στήριον τοῦ παιδὸς ἡμέραν, ὡς εἴθισται παρὰ τοῖς βασιλεῦσι Ρωμαίων τοὺς ἐντιμοτέρους τῶν πολι τῶν μετὰ κλάδων βαλιῶν εἰς τροφὴν ἐκάλει, καὶ Αλέξιον τὸν παῖδα ὠνόμασεν, οὐχ ἁπλῶς τὴν κλῆσιν ἀπολεξάμενος, οὐδέ τὸν παῖδα τιμῶν τῷ τοῦ τεκόνα τος τὸν γεγεννηκότα ἐκεῖνον ὀνόματι, ἀλλὰ προσέ- χων τὸν νοῦν προῤῥήματι πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐρώτησιν ἐξενεχθέντι, ἥτις ἦν ἐς ὅσον ἢ τοῦ βασι λέως Αλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ παραταθείη σειρά, τὸ δὲ προαγόρευμα αἷμα, δ τῆς συλλαβής διιστάμενον καὶ καλὰ στοιχεῖον ἀναλεγόμενον διὰ μὲν τοῦ Α σα φῶς ὑπέγραφε τὸν ᾿Αλέξιον, διὰ δὲ τοῦ Ι τὸν Ιωάν- νην, διὰ δὲ τῶν ἐφεξῆς δύο γραμμάτων τὸν Μανουήλ καὶ τὸν ἐξ ἐκείνου πάλιν παραληψόμενον τὴν ἀρχήν. DE MANUELE COMNENO LIB. V. buerunt,furore quodam in naves irruentes, nihil hiberno tempore territi, ad navigationem minime apto: quartus enim Decembris dies tum agebatur. Tuin videre licebat ingentem illam classem ex una statione in varias diffundi partes, aliis aliam viam sequentibus, dum suami quique patriam pe- tunt, ut vix sex naves superessant, quæ Andronicum domum reveherent. Is vero Hieroso- lyma cum rege profectus, atque cum justo comi- tatu Iconium prætervectus, Byzantium rediit. Ex multis autem illis navibus alias adversi venti una cum vectoribus demerserunt; aliæ fluctibus disje- ctæ verno tempore demum in navalia urbana sunt reductæ ; neque paucæ ubi vectores ad terram pervexerant, fluctuum arbitrio sunt permissæ. Ita perexiguæ vel maris æstum vel nautarum negligen- tiam evitarunt. Cæterum Sarraceni Romanorum impressiones metuentes, eorumque navigationes in posterum præcavere cupientes, legatis et am- plis muneribus ad imperatorem missis pacem fir- A runt, et armis plerisque depositis in remos incu- C D B marunt. 8.Cum autem imperatrix partui propinqua es- set, deprompta et adornata est purpura ad puerum suscipiendum. Doloribus vero urgentibus, ea in purpura collocata, adest et imperator, sua- que præsentia conjugem solatur et sublevat, ma- gis larnen in stellas et punctum edendi fetus ani- mo intentus. Nato filio, quem astronomia docebat divitem fore atque unigenitum et paterni imperii successore:n, Deo gratiæ agebantur, omnesque subditi plaudebant et lætabantur. Ipse vero impe- rator, ut diem natalem celebriorem redderet, cives honoratiores,uti moris erat, ramos gestantes con- viviis excepit, et puerum Alexium nominavit. Idque non temere, nec tam ut cum proavi sui nomine honoraret, quam propter oraculum, quo ei per ambages responsum fuerat seriem Comnenia fa- miliæ duraturam tantum, quot litteras nomen Aima, boc est sanguis, complecteretur ac per A Alexius, per / Joannes, per M et A Manuel et filius ejus alter Alexius haud obscure significabantur. Cum puer ætate procederet et instar fecundæ plantæ cresceret, aliud consilium capit imperator, et jusjurandum de imperii successione a Ma- ria filia et ejus marito Alexio Pannonio in filium transferre instituit. Proinde cum filio et civibus in amplissimo templo Genitricis Dei convenit, et per jusjurandum imperii successione in filium, ut pu- tabal, translata, paulo post filiam ab Alexio sejun-
PG 139:515οὐ γὰρ νῦν πρώτως, ἀλλὰ πάλαι καὶ πολλάκις καὶ εἰς κραιπάλην καὶ ἄγαν ἀκραιφνὴς Χριστιανικῶν αἱμάτων κρατὴρ ἐκεράσθη σοι, καλαμωμένῳ τε καὶ ἐπιφυλλίζοντι τὸ ὑπήκοον. οὕτω δ’ ἱλαρῶς τὸν κακήγορον ἐκεῖνον καὶ λοίδορον ὑπήνεγκεν ἄνθρωπον, ὡς εἰ μὴ ἦν ἀκούων μηδ’ ἔχων ἐλεγμοὺς ἐν τῷ στόματι. Ὁρῶν δὲ καὶ τοὺς θησαυροφύλακας θυλάκους διασπωμένους ὑπὸ Περσῶν καὶ κατὰ γῆς χεόμενον καὶ ἁρπαζόμενον τὸν εἰς νόμισμα κεκομμένον χρυσόν τε καὶ ἄργυρον ἐνῆγε τοὺς συνόντας Ῥωμαίους ἐπεισπεσεῖν τοῖς βαρβάροις καὶ κτήσασθαι τὰ χρήματα Περσῶν δικαιότερον. συστὰς δὲ αὖθις ἐκεῖνος ἀνὴρ διελοιδορεῖτο ἀναιδῶς βασιλεῖ τοιαῦτα κελεύοντι ἐχρῆν λέγων ἑκουσίως καὶ πρότερον διδόναι Ῥωμαίοις ταυτί, οὐχὶ δὲ πάντως νυνί, ὅτε ἡ κτῆσις δυσχερὴς καὶ μεθ’ αἵματος. εἰ δ’ αὐτός ἐστιν ἰσχύος ἀνήρ, ὁποῖος εὔχεται εἶναι, ἢ γοῦν ἀναξυρίδα περίκειται, τοῖς χρυσοσύλαις συρραγεὶς Πέρσαις καὶ συγκόψας τούτους θαρραλεώτερον ἐπανασωσάτω Ῥωμαίοις τὰ ἁρπαζόμενα. ἐσιώπα δὲ κἀπὶ τούτοις τοῖς ῥήμασι μὴ ὑπ’ ὀδόντα γρύζων μὴ τονθορύζων, ἀλλὰ φέρων τὴν τοῦ κερτόμου προπέτειαν ὡς Δαυὶδ πάλαι Σεμεεὶ τὴν αὐθάδειαν.
Ὁς οὖν ὁ παῖος τὴν ἡλικίαν προέκοπτε καὶ κατὰ εὐδαλλεῖς καὶ πῶπον νέφορον εἰς αὐτῷ ἀνέπτεν, ἐπὶς ὁ πρὸς σκοπὸς ἀνήκει τὸν βασιλέα· καὶ δὴ μενατι- θησαυτοῦ δρκουσ πρὸς τὸν υἱὸν, ὥσπερ ἐπὶ τῇ θυγατρὶ Μαρίᾳ καὶ τῷ μνήστρῳ ταῦτας Ἀλεξίφῳ τῷ Ήσονίῳ πρώγιν εἶχε τετελεκμένος. "Οὖσα γὰρ τοῦ τὸν βασιλέα, καὶ ἐφ' ὃν ὁ δρκοτι, καὶ τούς ἀποθώσωντας τούτους τὸ ἐν Βλαχχάρνικι ἐποδόχετο τῆς Θεοματόρου μέγιν καὶ περιπτυχίον τέμενος. Καὶ δὴ τῆς τελεσιοῦργίας τῶν δρκων εἰς τὸν ἐξ ὁρφῶς αὐτοῦ τὴν σκηπτού- χίαν, ὥσπετο, μεταβήμενος, μενὶ βραχὺ τοῦ μνή- στερος Ἀλεξίου τὸ θυγάτριον ἀκοζεύγυσι, καὶ αὐτῷ μὲν εἰς γυναῖκα ἐγγυάζται τῇ τῆς γυναικός ὁ ἁρδσπορον, ὅρτι ὁύν τῷ ἀδελφῷ Βαλδούνφ τῆς Ἀντιοχείας ἀκάρσαν. Ἡς δὲ κατὰ τὸν καριὸν ἐκείνον ὁ τῆς Οὐγγρίας ἀπέθανε ῥῆξ, εὐτύχημα τὸν τούτον θάνατον ὁ Μανουήλ ἡγητάσμενος πέμπει τὸν Ἀλεξίον εὐοῦς μετὰ λαμπρᾶς δομφρορίας καὶ βασι- λείου πλεῖστης παρασκευῆς, τὴν Ηανιονικὴν παρα- λιγμένων δυνατεῖσθαν καὶ βραχιλεύοντο τῶν ὁμο- θῶν. Καὶ εἴχε τοῦτον ἀταλικιώρως ἡ Ηανιονία τανίρᾳ ἀργιγικὴ διαδούμενον καὶ τοῦ γνώμου ὀλου ανενδοιάστως ὀδσπάζοντα. Ὁ δὲ βασιλεὺς αὖθις ἀνη- ρεύνα ἐπιμελῶς τὸν τῇ ἐκείνου θυγατρὶ συζυσμέ- νον. Καὶ Ῥωμαλίων ἀρσίρισων ὁσὶ πρὸς γνώμους ἐπὶ δοξοι, ἐφιλοχρήνει τούς δυνάζοντας ἐθῶν, ὁπόσοι μὴ ζυγίτα; καὶ τούς ὀσοι πατρώφαν διαδεξομένων μετὰ πύτμον τῶν γενιαμένων τούτους ἀρχὴν. Καὶ ἐπειδὴπερ ἐπιπτε τὸ πρωτεῖον πρὸς τὸν κρατοῦντα Σι- κελίας Γιλίεμον ἄλλος ἐπ' ἄλλω πρεσβυσι εἰς ἐκείνον ἐστέλλαντο, καὶ πχρ' ἐκείνου αὐθὶς τὸ κηζοῦν πρεσβεύοντος ἐπαλλάκην ἦν τὰ κηρύκεια, καὶ ἦν ἐφ' ἰκανὸν τὰ τῶν γάμων λογολεσχόμενα προσι- ὀδα. Ἀμφιταλλάκτον δὲ τὴν ἐπὶ τούτοις καὶ τὰ πρῶτα ἔχων ὁ βαπιλεῦς ἀρκηνὸν καὶ ὀλιν κυμαίνου- σαν καὶ πολλὰς μετεχόλας λαμβάνουσαν καὶ τρόπας, ὀφθι ποτε μεθ' ἐτατας τοῦ σλυποῦ, Ῥωμαλίας χρήνας ἀσφιμροσα τὰ μετὰ τοῦ ἀργὴς Σικελίας μνηστεύματο, "Ην οὖν ἡ κόρη πολιμνήστη βασίλεια, καὶ κατὰ τὴν Ἀγακμεμνόνειν Ἡλέκτραν ἄλεκτρος ἐπὶ πολὶ τοῖς ἀνακτάροις ἀλύουσα, καὶ κατ' ἄχε- ρωδία (99) ὀδρηλὴ ὀφηλὴ καὶ κοίτης ἀνδρώφως ἱμερίουσα. Συνέζευκτο ὃ ὀν ὑμως μετὰ πολλὴν τοῦ βασιλεύων προμήθειαν ὅστερον ἐνὶ τῶν τοῦ μαρκεσίου Μόντης φεράντης ὀλῶν, χαρίεντε τὴν ὀφθι καὶ ἰδεῖν ἡδίστω καὶ τὴν κόμην ἤλιωντε καὶ εὐπρεπεῖ καὶ μήπω υἱόντι γένειον, αὐτὴ τὰ τριακόστον ἡ περασονάσῃ ἐτος καὶ ἀνδρικὴ τούγχνάζουστα τὴν ἰσχύν. Ὁ'. Ἀλλ' ἐνταῦθα τῆς ἰστορίκης γενόμενα καὶ ταχύτε τοῖς εἰρημένοις προσεπαγάγην. "Εστι τις θα- λάττιος κόλπος ἐπέπειος, Ἀδρίας ἀεγύμενος, ἀνα- γωρῶν μὲν τοῦ Σικελικοῦ πελάγους καὶ οἶα τι ἐξέραμπα τοῦ Ἰονίου ῥοῦ, καὶ ἀκαυτὸν ἰδάζων καὶ πρὸς Βορδᾶν ἀνεμον ἐπὶ πολὶ συρρήμενος. Τοῦτον δὴ τὰ μυχαίτατα Ἐνετοί νέμονται, ὥσπερ καὶ βεντι- κούς εἶποι τις ἄν κατὰ γλώττης ἰδώτητα, ἀνδρεῖς ἐκαλάττης τροφίμοι, κατὰ Φοίνικας ἀγράται, πα- νοῦργο τὸ φρόνμικα. Ἀλλ' ὀστοὶ Ῥωμαλοὶ εἰσποτη- θόντες κατὰ χρείαν ἦν ὅτε ναυμαχικὴν, κατὰ συγχην καὶ φατρίας τὴν Κωνσταντίνου τῆς οἰκείας ἡλλά- ξντο, ὥθην ἀπανταχοῦ τῆς Ῥωμαλίων ἐπιναρεῖας διασπαρέντες, καὶ μύνον τὸ ὀπὸ γνώμου ὀνομα παρα- μεμενκὴς αὐτοῖς ἔχοντες, τὰ δ' ἀλλα σύμφυλοι ὄντες καὶ φίλο: πάνω Ῥωμαλοὶ γῆξάνοντο τε καὶ ἔχυδαζᾶντον. Οὐκοῦν καὶ περαλλαλόμενοι πλοῦτον πα- λῶν ὀυδεδεῖν τε καὶ ἀναδείαν μετεσδίκων, ὥσ μὴ git; eique uxoris suæ sororem, recons cum Balduino fratre Antiochiae profeclam, despondet. Ut autem cum id tempus Hunæria: rex oblit, Manuel ejus mortem peropportunam ratus Alexium statim cum splendidum comitatu et maximo apparatu regio ad Pannoniæ dominatum accipiendum ablogat. Eu sine labore diademate ornato, et totius Hungariorum rege citra controversiam declarato, imperator studiose maritum alterum filias quaerit; se nobilibus Romanis præteritis, indagat qui exterarum natio- num principes aut cœlibes essent aut filios habe- rent paternis regnis successuros. Cum autem Guilielmus Siciliæ rex in eo genere principatum tenere videretur et ab illis nuptiis non abhorreret, crebræ legationes ultro citroque missæ de matri- monii conditionibus frustra agitabant. Nam imperator a principio ambignus, et animo diversis consiliis distracto subinde fluctuans, sententiam tandem mutat, affinitatem Siciliæ regis non e re publica fore existimans. Ita filia ejus, quamvis a multiis procis expetita, diu cœlebs et moesta in palatio desedit. Sed post longam patris circumspectionem, tandem uni ex filiis Mun- tisferrati marchionis, adolescenti formosissimo suavissimoque, imberbi adhuc nubit, quamvis ipsa xxx annum excessisset, virili prædita ro- bore. A. [P. 141], C. D. Hier. Wolfii notæ. 9. Ηοι λοco ilud etiam est inserendum. Oci- deutalis maris einuæ, qui Adria dicitur, h Siculo pe lago remotus et lionii maris abessus quidam se- paratus, Aquilone spirante late exæstuat. Ejus si- nus intima Heneti, qui et Veneti appellantur, inco- lunt, homines maris alumni, vagi Phœnicum instar, callidis præditi ingeniis. Hi 223 aliquando a Ro- manis ob belli navalis necessitatem suscepi ma- ximo numero Cpoli consederunt, et in omnibus Romanis provinciis dispersi, solo retento nomine veleri, affinitatibus, amicitiis cœterisque rebus conjunctissimi Romanis admodum creverunt; et magnas opes nacti contumaces et impudentes eva- serunt; nec Romanos tantum odisse, sed etiam edicta et mina imperatoris negligere cœperunt. Unde factum est ut is mutata benevolentia, nunc Goreyrææ insolentiæ recordatus, nunc alia atque alia injuria irritatus, vehementer illis iraseretur; (99) Κατ' ἀχρεωδία. Procera instar populi irrigue.
PG 139:517Ὀψὲ δὲ καὶ ὁ Κοντοστέφανος Ἀνδρόνικος ἀβλαβὴς παρῆν, ὃς ὠπισθοφυλάκει, καὶ ἕτεροι τῶν δυναμένων μέγα παρὰ τῷ Μανουὴλ ἀπλῆγες συνδεδραμήκασιν. Ἐπεὶ δὲ νὺξ ἐπῆλθε καὶ σκότος ἡμέρας διάδοχον τὸν πόλεμον ἔπαυσεν, ἀδημονῶν ἅπας καθῆστο ὑπτίῳ τῷ τῆς χειρὸς κοίλῳ ῥίψας τὴν κεφαλὴν καὶ τὸν ἐνεστῶτα κίνδυνον φανταζόμενος οὐ τοῖς ζῶσι συνέταττεν ἑαυτόν, καὶ μάλισθ’ ὅτι τὸν χάρακα περιτρέχοντες διαπρυσίοις ἀνεκάλουν φωναῖς οἱ βάρβαροι τοὺς ὁμοεθνεῖς αὐτοῖς, οἳ κατὰ χρείαν ἢ μετάθεσιν πίστεως πρὸς Ῥωμαίους πάλαι προυχώρησαν, καὶ παρῄνουν ἐξελθεῖν αὐτονυχὶ τοῦ στρατηγίου ὡς ἀπολουμένων ἄρδην ἕωθεν αὐτίκα τῶν ἐν αὐτῷ. διενυκτέρευον οὖν Ῥωμαῖοι κατὰ φήτρας καὶ λογάδας φίλας συναγειρόμενοι, βαπτόμενοι πρὸς ὦχρον ὑπὸ δέους, εἰς οἷον τὰ πέταλα τῶν δένδρων κατὰ καιρὸν τὸν φυλλοχόον μεταμορφάζεται. Αὐτὸς δὲ ὁ κρατῶν ἀγενεστάτας βουλὰς ὤδινεν.
μόνον ἀναρσίως ἔχειν Ῥωμαίοις, ἀλλὰ καὶ τῶν βα- σιλικῶν ἀνεπιστρόφως ἀπειλῶν τε καὶ ἐντολῶν. Μεταλλοιοί τοίνυν τὰς ἐπ᾿ αὐτοῖς ῥοπας βασιλεύς, καὶ νῦν μὲν τοῦ κατὰ Κέρκυραν μεμνημένος ἐμπαρ- οιλήματος, νῦν δ᾽ ἄλλου πεῖραν λαμβάνων κακοῦ, αὖθις δ' ἑτέρου καὶ χείρονος πανουργεύματος τὴν ἐκεῖνου διαῤῥιπίζοντος ψυχὴν, εἰς θυμὸν ἐῤῥόχθησε, ὥσπερ ὑπὸ Καικίου ἢ ἀπαρκτίου άλμη καταιγιδώ- δες καὶ ἄγριον πνέοντος. Καὶ ἐπειδὴ τὰ τούτων ἀτοπήματα ὑπέραντλά οἱ ἐδέδοκτο, γράμματα ἐφοί των κατὰ πᾶσαν ἐπαρχίαν Ῥωμαϊκὴν τὴν τῶν Βε νετίκων κατάσχεσιν ἐπιτείνοντα, καὶ τὴν ἡμέραν διασημαίνονται καθ᾿ ἣν ἔδει τοῦτο γενέσθαι καὶ τὰ ἐκείνων ἐσεῖσθαι δημόσια χρήματα. Ενστάσης οὖν τῆς προθεσμίας ἅπας συνείληπτο, καὶ τῶν κτημάτων ἐκείνοις τὰ μὲν εἶχε τὸ βασιλικὸν θησαυροφυλάκιον ξυνενεχθέντα ὁπόθεν, τὰ πλείω δὲ οἱ τοπαρχοῦντες ἐξιδιώσαντο. Οἱ δ' ἐν τῇ πόλει τὰς οἰκήσεις ἔχοντες Βενέτικοι, καὶ τούτων μάλιστα οἱ μὴ γάμοις ώμι ληκότες, δρασμὸν βουλεύονται, καὶ ἐπειδὴ τοῖς νεω ρίοις ἐνώρμει τῆς πόλεως ναῦς τῶν τριαρμενίων, ἦς δὴ πολυανδεστέραν ἢ μᾶλλον το μεγεθος προς φερεστέραν οὔ ποτε καιροῦ ναυλοχήσειν ἐλέγετο, ταύτης νυκτὸς ἐπιβάντες τάς τε ἀγκύρας ἀνίμησαν καὶ τὰ λαίφη τοῖς ἀνέμοις διαπετάσαντες ἀπενόστησαν. Κατεδίωξαν μὲν οὖν ὀπίσω τούτων νῆες πυρφόροι καὶ τριήρεις βασιλικαί πλήρει ἀνα δρῶν οἳ τοὺς ἑτεροστόμους πελέκεις ἐπὶ τῶν ὤμων ἀνέχουσι. Καὶ προσήγγισαν μὲν τῷ πλοίῳ, οὐκ ἴσχυσαν δ' ὅ τι καὶ δράσαιεν, καὶ τοῦ πνεύματος μὲν τὴν νῆα ἐπείγοντος ὡς ἵπτασθαι δοκεῖν, οὐ ναυτίλο λεσθαι, ἀπειπόντες δὲ μάλιστα πρὸς τὸ τῆς νηὸς ὕψος ἀτεχνῶς ἀναβαῖνον ἀέριον καὶ τὸ ἀπονενοημέ νον τῶν ἐμπλεόντων. Καὶ τότε μὲν ἡ πατρὶς Βενετία εἶχε τούτους εὐθυπλοήσαντας· κατὰ δὲ τὸν ἐπιόντα ἐνιαυτὸν στόλον κρατύναντες τὰς νήσους ἐπήρχοντο, ἐς δὲ τὴν Εὔβοιαν εἰσπλεύσαντες ἐπολιόρκουν τὸν Εύριπον, καὶ μέρος τι τούτου κατασχεῖν δεδυνημέν και πῦρ τοῖς οἰκοπέδοις ὑφῆψαν, Εαρος δ' ὑποφα!- νοντος ἐκεῖθεν ἀνήχθησαν καὶ πρὸς τὴν νῆσον τὴν Χίον κατῆραν. Ἐπεὶ δὲ πύθοιτο ταῦτα ὁ βασιλεὺς Μανουήλ, στέλλει τὸν μέγαν δοῦκα τὸν Κοντοστέφα τον Ανδρόνικον περὶ που τὰς ἑκατόν και πεντήκον- τα τριήρεις ἔχοντα, ὅτι μηδὲ τῶν Βενετίκων ὁ στόλος ἦν ἐνδεέστερος ἢ ἄλλως τὸ κατετπουδασμέν του ἔχων μὴ κατηκριβωμένον ἐν ἅπασι· πρὸς γὰρ ἀγῶνα μέγαν καὶ ἀνταγωνιστές Ρωμαίους ἑτοιμασάμενοι εξ ἀπανταχόθεν ἡρμόσθησαν, καὶ συμμαχίδας οὐκ ὀλίγας νέας ἐπήγοντο ἀπὸ τῆς τῶν Σθλαβίνων ἐκπορισθείσας χώρας ἐκείνοις. Πρὸς δὲ τὴν πρώτην ἀποκναίσαντες ἀκοὴν τῆς τῶν Ῥωμαῖο κῶν νεῶν ἀποπλοίας παρὰ κώπην ἵζανον πάντες καὶ κατεδάρθανον. Τοίνυν λύσαντες ἐκ Χίου πρὸς ἑτέρας νήσους μενέβαινον, κακείνων ἀπανιστάμενοι καὶ ἀεὶ φεύγοντες ἄλλαις προσέπλεον, ὡς πράγμα τα ἔχειν κἀκείνους τὰς νήσους ἀμείβοντας, καὶ Ῥωμαίους ἓν δεινῷ τίθεσθαι ὅτι μὴ εὐρόησέ σφισιν ὁ πλοῦ, ἤ γοῦν ἀντίπρωροι τοῖς Βενετίκοις ἐγένοντο. ὡς δὲ μέχρι καὶ αὐτοῦ Μαλέου πεφθακώς ᾿Ανδρό νικος ἦν διώκων ἄντικρυς τὰ ἀκίχητα ἢ τῆς Αργούς ὀπίσω ποντοπορεύων, πρύμναν κρουσάμενος τῷ λιμένι προσέσχε τῆς πόλεως. Οἱ δὲ Βενέτικοι τὸ διὰ πολέμων ἑαυτοῖς ἐπαμύνειν οὔκουν εἰς ἀγαθὸν προ- βαΐνον ὁρῶντες μετὰ τοῦ ῥηγὸς ἐσπείσαντο Σικελίας, ἵν᾿ ἐντεῦθεν εὐθεωροῖτο τούτοις τὰ τῆς ἀμύνης καὶ Β DE MANUELE COMNENO LIB. V. A eorumque grassationes intolerabiles ratus, litteris [P. 112] C D in omnes provincias missis Venetos omnes certa die comprehendi eorumque bona publicari jube. ret. Quod cum ad constitutum tempus factum esset, eorumque bona partim in fiscum relata, partim a præsidibus provinciarum occupata essent, Veneti qui in urbe habitabant, coitbes in primis, fugam adornant; navique tribus ornata velis noctu con- scensa, qua nulla unquam major ædificatum iri creditur, abierunt ; quos cum imperatoris naves armatis plenæ, ancipites secures gestare solitis, persequerentur, adepta quidem illos sunt : sed ob navis altitudinem et velocitatem secundo vento volantis magis quam currentis, et vectorum audaciam, re infecta domum redire sunt coacta. Veneti prospero cursu Venetias pervecti, anno 8e- quente classe instructa, insulas invaserunt ; ao B Eubmam ingressi Buripum obsederunt, et parte quadam ejus occupata ignem edificiis injecerunt. Vere instante inde Cbium appulerunt. Qua re au- dita Manuel magnum ducem Contostephanum Andronicum, cum navibus circiter CL ablegat, quod nos Veneta classis minor erat, summaque diligentia et omni apparatu ut ad magnum bellum et contra hostes Romanos instructa erat, multis etiam auxiliaribus Sclavinorum navibus ascitis. Cæterum ad primam famam expeditionis Romano- rum turbati in naves se contulerunt, et in alias insulas subinde fugiendo transierunt, ut et ipsis mutationes laboriosæ essent, et Romani ægre ferrent negotium minus feliciter succedere neo sibi pugnandi potestatem ab hoste feri. Andro- nicus vero Maleam usque provectus, cum ea sequi cerneret quæ assequi non posset, con. verso cursu in portum Byzantinum rediit. Enim- vero Veneti, cum: suos bello parum proficere viderent, cum rege Siciliæ pacem fecerunt, ut si arma eis inferrentur, illius auxiliis contra Romanos defenderentur. Ea fama impulsus imperator, non ignarus sæpe ex levi causa magnas mulationes et ingentes calamitates esse ortas, antiquum foedus cum Venetis renovavit. Et quanquam eos a pace Siciliensi avellere non poterat, tamen petentibus veniam dedit, eaque restituit omnia, quæ de more, ut Romani cives, obtinuerant: et quidquid de eorum opibus in fiscum relatum erat, reddere non recusavit ; sed ipsi aliam commodiorem el utiliorem rationem secuti, ut strenui et solertes mercatores, omissa pecuniæ suæ repetitione pe- pigerunt ut sibi quindecim auri centenarii pro confiscatis bonis darentur ; quæ summa non sinul, sed pluribus pensionibus eis persoluta est.
ὡς δὲ ταύτας ἀποτεκὼν εἰς ἀκοὴν τῶν σὺν ἐκείνῳ ἐξέφερε καὶ ἦν τὸ ὑφηγούμενον λαθραία φυγὴ καὶ τῶν τοσούτων ψυχῶν εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ θάνατον ἔκδοσις, ἐκπλήττει τοὺς ἀκροωμένους καὶ πλέον τὸν Κοντοστέφανον, ἀνδρὸς ἀλλοφρονοῦντος καὶ περιστρεφομένου σκοτοδίνῃ ἀτεχνῶς φθεγγόμενος ῥήματα. οὐ μόνον δὲ οἱ πρὸς σκέψιν τοῦ ποιητέου συνελθόντες βαρέως ἤνεγκαν τὰ ἠνωτισμένα, ἀλλὰ καί τις ἔξωθεν ἑστὼς τῆς σκηνῆς ἐκ τῶν ἀγνώστων στρατιωτῶν, ὡς τὸ βασιλικὸν ἐς οὖς ἐδέξατο σκέμμα, ὑψώσας τὴν φωνὴν καὶ διωλύγιον ἀνοιμώξας φεῦ, εἶπεν ὁποῖα καὶ δὴ ὁ βασιλεὺς Ῥωμαίων εἰς νοῦν ἐβάλετο. καὶ πρὸς ἐκεῖνον τὴν τοῦ λόγου στρέψας ὁρμὴν οὐχὶ σύ φησιν ὁ διὰ τῆς ἐρήμης ταύτης καὶ στενῆς ὁδοῦ ἐκθλίψας ἡμᾶς καὶ εἰς ἀπώλειαν διηθήσας, ἢ μᾶλλον οἱονεί τινι ὅλμῳ ἐκπιέσας τοῖς συμπίπτουσι τούτοις σκοπέλοις καὶ τοῖς πεσοῦσιν ἀτεχνῶς ἐφ’ ἡμᾶς ὄρεσι; τί ἡμῖν καὶ τῇ κοιλάδι ταύτῃ τοῦ κλαυθμῶνος καὶ τῷ στομίῳ τοῦ ᾅδου ἄντικρυς καὶ τῷ παρελθεῖν τὰς ἀνωμάλους ταύτας καὶ τραχείας τροχιάς;
μόνον ἀναρσίως ἔχειν Ῥωμαίοις, ἀλλὰ καὶ τῶν βα- σιλικῶν ἀνεπιστρόφως ἀπειλῶν τε καὶ ἐντολῶν. Μεταλλοιοί τοίνυν τὰς ἐπ᾿ αὐτοῖς ῥοπας βασιλεύς, καὶ νῦν μὲν τοῦ κατὰ Κέρκυραν μεμνημένος ἐμπαρ- οιλήματος, νῦν δ᾽ ἄλλου πεῖραν λαμβάνων κακοῦ, αὖθις δ' ἑτέρου καὶ χείρονος πανουργεύματος τὴν ἐκεῖνου διαῤῥιπίζοντος ψυχὴν, εἰς θυμὸν ἐῤῥόχθησε, ὥσπερ ὑπὸ Καικίου ἢ ἀπαρκτίου άλμη καταιγιδώ- δες καὶ ἄγριον πνέοντος. Καὶ ἐπειδὴ τὰ τούτων ἀτοπήματα ὑπέραντλά οἱ ἐδέδοκτο, γράμματα ἐφοί των κατὰ πᾶσαν ἐπαρχίαν Ῥωμαϊκὴν τὴν τῶν Βε νετίκων κατάσχεσιν ἐπιτείνοντα, καὶ τὴν ἡμέραν διασημαίνονται καθ᾿ ἣν ἔδει τοῦτο γενέσθαι καὶ τὰ ἐκείνων ἐσεῖσθαι δημόσια χρήματα. Ενστάσης οὖν τῆς προθεσμίας ἅπας συνείληπτο, καὶ τῶν κτημάτων ἐκείνοις τὰ μὲν εἶχε τὸ βασιλικὸν θησαυροφυλάκιον ξυνενεχθέντα ὁπόθεν, τὰ πλείω δὲ οἱ τοπαρχοῦντες ἐξιδιώσαντο. Οἱ δ' ἐν τῇ πόλει τὰς οἰκήσεις ἔχοντες Βενέτικοι, καὶ τούτων μάλιστα οἱ μὴ γάμοις ώμι ληκότες, δρασμὸν βουλεύονται, καὶ ἐπειδὴ τοῖς νεω ρίοις ἐνώρμει τῆς πόλεως ναῦς τῶν τριαρμενίων, ἦς δὴ πολυανδεστέραν ἢ μᾶλλον το μεγεθος προς φερεστέραν οὔ ποτε καιροῦ ναυλοχήσειν ἐλέγετο, ταύτης νυκτὸς ἐπιβάντες τάς τε ἀγκύρας ἀνίμησαν καὶ τὰ λαίφη τοῖς ἀνέμοις διαπετάσαντες ἀπενόστησαν. Κατεδίωξαν μὲν οὖν ὀπίσω τούτων νῆες πυρφόροι καὶ τριήρεις βασιλικαί πλήρει ἀνα δρῶν οἳ τοὺς ἑτεροστόμους πελέκεις ἐπὶ τῶν ὤμων ἀνέχουσι. Καὶ προσήγγισαν μὲν τῷ πλοίῳ, οὐκ ἴσχυσαν δ' ὅ τι καὶ δράσαιεν, καὶ τοῦ πνεύματος μὲν τὴν νῆα ἐπείγοντος ὡς ἵπτασθαι δοκεῖν, οὐ ναυτίλο λεσθαι, ἀπειπόντες δὲ μάλιστα πρὸς τὸ τῆς νηὸς ὕψος ἀτεχνῶς ἀναβαῖνον ἀέριον καὶ τὸ ἀπονενοημέ νον τῶν ἐμπλεόντων. Καὶ τότε μὲν ἡ πατρὶς Βενετία εἶχε τούτους εὐθυπλοήσαντας· κατὰ δὲ τὸν ἐπιόντα ἐνιαυτὸν στόλον κρατύναντες τὰς νήσους ἐπήρχοντο, ἐς δὲ τὴν Εὔβοιαν εἰσπλεύσαντες ἐπολιόρκουν τὸν Εύριπον, καὶ μέρος τι τούτου κατασχεῖν δεδυνημέν και πῦρ τοῖς οἰκοπέδοις ὑφῆψαν, Εαρος δ' ὑποφα!- νοντος ἐκεῖθεν ἀνήχθησαν καὶ πρὸς τὴν νῆσον τὴν Χίον κατῆραν. Ἐπεὶ δὲ πύθοιτο ταῦτα ὁ βασιλεὺς Μανουήλ, στέλλει τὸν μέγαν δοῦκα τὸν Κοντοστέφα τον Ανδρόνικον περὶ που τὰς ἑκατόν και πεντήκον- τα τριήρεις ἔχοντα, ὅτι μηδὲ τῶν Βενετίκων ὁ στόλος ἦν ἐνδεέστερος ἢ ἄλλως τὸ κατετπουδασμέν του ἔχων μὴ κατηκριβωμένον ἐν ἅπασι· πρὸς γὰρ ἀγῶνα μέγαν καὶ ἀνταγωνιστές Ρωμαίους ἑτοιμασάμενοι εξ ἀπανταχόθεν ἡρμόσθησαν, καὶ συμμαχίδας οὐκ ὀλίγας νέας ἐπήγοντο ἀπὸ τῆς τῶν Σθλαβίνων ἐκπορισθείσας χώρας ἐκείνοις. Πρὸς δὲ τὴν πρώτην ἀποκναίσαντες ἀκοὴν τῆς τῶν Ῥωμαῖο κῶν νεῶν ἀποπλοίας παρὰ κώπην ἵζανον πάντες καὶ κατεδάρθανον. Τοίνυν λύσαντες ἐκ Χίου πρὸς ἑτέρας νήσους μενέβαινον, κακείνων ἀπανιστάμενοι καὶ ἀεὶ φεύγοντες ἄλλαις προσέπλεον, ὡς πράγμα τα ἔχειν κἀκείνους τὰς νήσους ἀμείβοντας, καὶ Ῥωμαίους ἓν δεινῷ τίθεσθαι ὅτι μὴ εὐρόησέ σφισιν ὁ πλοῦ, ἤ γοῦν ἀντίπρωροι τοῖς Βενετίκοις ἐγένοντο. ὡς δὲ μέχρι καὶ αὐτοῦ Μαλέου πεφθακώς ᾿Ανδρό νικος ἦν διώκων ἄντικρυς τὰ ἀκίχητα ἢ τῆς Αργούς ὀπίσω ποντοπορεύων, πρύμναν κρουσάμενος τῷ λιμένι προσέσχε τῆς πόλεως. Οἱ δὲ Βενέτικοι τὸ διὰ πολέμων ἑαυτοῖς ἐπαμύνειν οὔκουν εἰς ἀγαθὸν προ- βαΐνον ὁρῶντες μετὰ τοῦ ῥηγὸς ἐσπείσαντο Σικελίας, ἵν᾿ ἐντεῦθεν εὐθεωροῖτο τούτοις τὰ τῆς ἀμύνης καὶ Β DE MANUELE COMNENO LIB. V. A eorumque grassationes intolerabiles ratus, litteris [P. 112] C D in omnes provincias missis Venetos omnes certa die comprehendi eorumque bona publicari jube. ret. Quod cum ad constitutum tempus factum esset, eorumque bona partim in fiscum relata, partim a præsidibus provinciarum occupata essent, Veneti qui in urbe habitabant, coitbes in primis, fugam adornant; navique tribus ornata velis noctu con- scensa, qua nulla unquam major ædificatum iri creditur, abierunt ; quos cum imperatoris naves armatis plenæ, ancipites secures gestare solitis, persequerentur, adepta quidem illos sunt : sed ob navis altitudinem et velocitatem secundo vento volantis magis quam currentis, et vectorum audaciam, re infecta domum redire sunt coacta. Veneti prospero cursu Venetias pervecti, anno 8e- quente classe instructa, insulas invaserunt ; ao B Eubmam ingressi Buripum obsederunt, et parte quadam ejus occupata ignem edificiis injecerunt. Vere instante inde Cbium appulerunt. Qua re au- dita Manuel magnum ducem Contostephanum Andronicum, cum navibus circiter CL ablegat, quod nos Veneta classis minor erat, summaque diligentia et omni apparatu ut ad magnum bellum et contra hostes Romanos instructa erat, multis etiam auxiliaribus Sclavinorum navibus ascitis. Cæterum ad primam famam expeditionis Romano- rum turbati in naves se contulerunt, et in alias insulas subinde fugiendo transierunt, ut et ipsis mutationes laboriosæ essent, et Romani ægre ferrent negotium minus feliciter succedere neo sibi pugnandi potestatem ab hoste feri. Andro- nicus vero Maleam usque provectus, cum ea sequi cerneret quæ assequi non posset, con. verso cursu in portum Byzantinum rediit. Enim- vero Veneti, cum: suos bello parum proficere viderent, cum rege Siciliæ pacem fecerunt, ut si arma eis inferrentur, illius auxiliis contra Romanos defenderentur. Ea fama impulsus imperator, non ignarus sæpe ex levi causa magnas mulationes et ingentes calamitates esse ortas, antiquum foedus cum Venetis renovavit. Et quanquam eos a pace Siciliensi avellere non poterat, tamen petentibus veniam dedit, eaque restituit omnia, quæ de more, ut Romani cives, obtinuerant: et quidquid de eorum opibus in fiscum relatum erat, reddere non recusavit ; sed ipsi aliam commodiorem el utiliorem rationem secuti, ut strenui et solertes mercatores, omissa pecuniæ suæ repetitione pe- pigerunt ut sibi quindecim auri centenarii pro confiscatis bonis darentur ; quæ summa non sinul, sed pluribus pensionibus eis persoluta est.
ἢ τί ἴδιον ἐπάγειν τοῖς βαρβάροις ἐπίκλημα εἴχομεν, οἳ τοὺς χώρους τούτους τοὺς στενούς τε καὶ βιαίους καὶ σκολιοὺς περικαθίσαντες ἡμᾶς ἐσαγήνευσαν; καὶ νῦν ὅπως καταπροδίδως ὡς πρόβατα σφαγῆς τοῖς ἐχθροῖς; τούτοις μαλαχθεὶς τὴν ψυχὴν εἴτ’ οὖν ἕως καρδίας δηχθεὶς εἰς ἑτέραν ἐτράπετο καὶ τὴν κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἐλᾶν εἵλετο. Ἀλλ’ ὁ σπέρμα ἐγκαταλείπων πάλαι τῷ Ἰσραήλ, ἵνα μὴ εἰς τέλος ἀφαντωθείη τὸ οἰκεῖον κληρούχημα ὡς Σόδομα γεγονὸς καὶ ὁμοιωθὲν ὡς Γόμορρα, ὁ παιδεύων καὶ πάλιν ἰώμενος, ὁ πατάσσων καὶ ζῆν ποιῶν, ὁ μὴ τὴν ῥάβδον τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπὶ τὸν κλῆρον τῶν δικαίων ἐῶν, οὗτος καὶ τότε τὸ ἅγιον ἔθνος κατοικτειρήσας καὶ μὴ ἀπώσασθαι θελήσας εἰς τέλος κάμπτει τὴν τοῦ σουλτὰν ψυχὴν εἰς ἀξύμφυλον ἔλεον, τὸ καινότατον, καὶ ὃς τὴν τοῦ βασιλέως ἀρετὴν αἰδούμενος πρότερον, τότε καὶ ταῖς ἐκείνου συμφοραῖς ἐπικλᾶται· ἢ γοῦν ὁ διὰ Χουσὶ τὴν Ἀχιτόφελ ἀκυρώσας βουλὴν καὶ τὰς φρένας ἀλλοιώσας Ἀβεσαλώμ, ὡς τοῖς καθ’ ἐαυτοῦ καὶ χείροσιν ἐπαγάλλεσθαι, αὐτὸς καὶ τότε τὸν Περσάρχην ἐξέκρουσε τοῦ καθήκοντος.
μόνον ἀναρσίως ἔχειν Ῥωμαίοις, ἀλλὰ καὶ τῶν βα- σιλικῶν ἀνεπιστρόφως ἀπειλῶν τε καὶ ἐντολῶν. Μεταλλοιοί τοίνυν τὰς ἐπ᾿ αὐτοῖς ῥοπας βασιλεύς, καὶ νῦν μὲν τοῦ κατὰ Κέρκυραν μεμνημένος ἐμπαρ- οιλήματος, νῦν δ᾽ ἄλλου πεῖραν λαμβάνων κακοῦ, αὖθις δ' ἑτέρου καὶ χείρονος πανουργεύματος τὴν ἐκεῖνου διαῤῥιπίζοντος ψυχὴν, εἰς θυμὸν ἐῤῥόχθησε, ὥσπερ ὑπὸ Καικίου ἢ ἀπαρκτίου άλμη καταιγιδώ- δες καὶ ἄγριον πνέοντος. Καὶ ἐπειδὴ τὰ τούτων ἀτοπήματα ὑπέραντλά οἱ ἐδέδοκτο, γράμματα ἐφοί των κατὰ πᾶσαν ἐπαρχίαν Ῥωμαϊκὴν τὴν τῶν Βε νετίκων κατάσχεσιν ἐπιτείνοντα, καὶ τὴν ἡμέραν διασημαίνονται καθ᾿ ἣν ἔδει τοῦτο γενέσθαι καὶ τὰ ἐκείνων ἐσεῖσθαι δημόσια χρήματα. Ενστάσης οὖν τῆς προθεσμίας ἅπας συνείληπτο, καὶ τῶν κτημάτων ἐκείνοις τὰ μὲν εἶχε τὸ βασιλικὸν θησαυροφυλάκιον ξυνενεχθέντα ὁπόθεν, τὰ πλείω δὲ οἱ τοπαρχοῦντες ἐξιδιώσαντο. Οἱ δ' ἐν τῇ πόλει τὰς οἰκήσεις ἔχοντες Βενέτικοι, καὶ τούτων μάλιστα οἱ μὴ γάμοις ώμι ληκότες, δρασμὸν βουλεύονται, καὶ ἐπειδὴ τοῖς νεω ρίοις ἐνώρμει τῆς πόλεως ναῦς τῶν τριαρμενίων, ἦς δὴ πολυανδεστέραν ἢ μᾶλλον το μεγεθος προς φερεστέραν οὔ ποτε καιροῦ ναυλοχήσειν ἐλέγετο, ταύτης νυκτὸς ἐπιβάντες τάς τε ἀγκύρας ἀνίμησαν καὶ τὰ λαίφη τοῖς ἀνέμοις διαπετάσαντες ἀπενόστησαν. Κατεδίωξαν μὲν οὖν ὀπίσω τούτων νῆες πυρφόροι καὶ τριήρεις βασιλικαί πλήρει ἀνα δρῶν οἳ τοὺς ἑτεροστόμους πελέκεις ἐπὶ τῶν ὤμων ἀνέχουσι. Καὶ προσήγγισαν μὲν τῷ πλοίῳ, οὐκ ἴσχυσαν δ' ὅ τι καὶ δράσαιεν, καὶ τοῦ πνεύματος μὲν τὴν νῆα ἐπείγοντος ὡς ἵπτασθαι δοκεῖν, οὐ ναυτίλο λεσθαι, ἀπειπόντες δὲ μάλιστα πρὸς τὸ τῆς νηὸς ὕψος ἀτεχνῶς ἀναβαῖνον ἀέριον καὶ τὸ ἀπονενοημέ νον τῶν ἐμπλεόντων. Καὶ τότε μὲν ἡ πατρὶς Βενετία εἶχε τούτους εὐθυπλοήσαντας· κατὰ δὲ τὸν ἐπιόντα ἐνιαυτὸν στόλον κρατύναντες τὰς νήσους ἐπήρχοντο, ἐς δὲ τὴν Εὔβοιαν εἰσπλεύσαντες ἐπολιόρκουν τὸν Εύριπον, καὶ μέρος τι τούτου κατασχεῖν δεδυνημέν και πῦρ τοῖς οἰκοπέδοις ὑφῆψαν, Εαρος δ' ὑποφα!- νοντος ἐκεῖθεν ἀνήχθησαν καὶ πρὸς τὴν νῆσον τὴν Χίον κατῆραν. Ἐπεὶ δὲ πύθοιτο ταῦτα ὁ βασιλεὺς Μανουήλ, στέλλει τὸν μέγαν δοῦκα τὸν Κοντοστέφα τον Ανδρόνικον περὶ που τὰς ἑκατόν και πεντήκον- τα τριήρεις ἔχοντα, ὅτι μηδὲ τῶν Βενετίκων ὁ στόλος ἦν ἐνδεέστερος ἢ ἄλλως τὸ κατετπουδασμέν του ἔχων μὴ κατηκριβωμένον ἐν ἅπασι· πρὸς γὰρ ἀγῶνα μέγαν καὶ ἀνταγωνιστές Ρωμαίους ἑτοιμασάμενοι εξ ἀπανταχόθεν ἡρμόσθησαν, καὶ συμμαχίδας οὐκ ὀλίγας νέας ἐπήγοντο ἀπὸ τῆς τῶν Σθλαβίνων ἐκπορισθείσας χώρας ἐκείνοις. Πρὸς δὲ τὴν πρώτην ἀποκναίσαντες ἀκοὴν τῆς τῶν Ῥωμαῖο κῶν νεῶν ἀποπλοίας παρὰ κώπην ἵζανον πάντες καὶ κατεδάρθανον. Τοίνυν λύσαντες ἐκ Χίου πρὸς ἑτέρας νήσους μενέβαινον, κακείνων ἀπανιστάμενοι καὶ ἀεὶ φεύγοντες ἄλλαις προσέπλεον, ὡς πράγμα τα ἔχειν κἀκείνους τὰς νήσους ἀμείβοντας, καὶ Ῥωμαίους ἓν δεινῷ τίθεσθαι ὅτι μὴ εὐρόησέ σφισιν ὁ πλοῦ, ἤ γοῦν ἀντίπρωροι τοῖς Βενετίκοις ἐγένοντο. ὡς δὲ μέχρι καὶ αὐτοῦ Μαλέου πεφθακώς ᾿Ανδρό νικος ἦν διώκων ἄντικρυς τὰ ἀκίχητα ἢ τῆς Αργούς ὀπίσω ποντοπορεύων, πρύμναν κρουσάμενος τῷ λιμένι προσέσχε τῆς πόλεως. Οἱ δὲ Βενέτικοι τὸ διὰ πολέμων ἑαυτοῖς ἐπαμύνειν οὔκουν εἰς ἀγαθὸν προ- βαΐνον ὁρῶντες μετὰ τοῦ ῥηγὸς ἐσπείσαντο Σικελίας, ἵν᾿ ἐντεῦθεν εὐθεωροῖτο τούτοις τὰ τῆς ἀμύνης καὶ Β DE MANUELE COMNENO LIB. V. A eorumque grassationes intolerabiles ratus, litteris [P. 112] C D in omnes provincias missis Venetos omnes certa die comprehendi eorumque bona publicari jube. ret. Quod cum ad constitutum tempus factum esset, eorumque bona partim in fiscum relata, partim a præsidibus provinciarum occupata essent, Veneti qui in urbe habitabant, coitbes in primis, fugam adornant; navique tribus ornata velis noctu con- scensa, qua nulla unquam major ædificatum iri creditur, abierunt ; quos cum imperatoris naves armatis plenæ, ancipites secures gestare solitis, persequerentur, adepta quidem illos sunt : sed ob navis altitudinem et velocitatem secundo vento volantis magis quam currentis, et vectorum audaciam, re infecta domum redire sunt coacta. Veneti prospero cursu Venetias pervecti, anno 8e- quente classe instructa, insulas invaserunt ; ao B Eubmam ingressi Buripum obsederunt, et parte quadam ejus occupata ignem edificiis injecerunt. Vere instante inde Cbium appulerunt. Qua re au- dita Manuel magnum ducem Contostephanum Andronicum, cum navibus circiter CL ablegat, quod nos Veneta classis minor erat, summaque diligentia et omni apparatu ut ad magnum bellum et contra hostes Romanos instructa erat, multis etiam auxiliaribus Sclavinorum navibus ascitis. Cæterum ad primam famam expeditionis Romano- rum turbati in naves se contulerunt, et in alias insulas subinde fugiendo transierunt, ut et ipsis mutationes laboriosæ essent, et Romani ægre ferrent negotium minus feliciter succedere neo sibi pugnandi potestatem ab hoste feri. Andro- nicus vero Maleam usque provectus, cum ea sequi cerneret quæ assequi non posset, con. verso cursu in portum Byzantinum rediit. Enim- vero Veneti, cum: suos bello parum proficere viderent, cum rege Siciliæ pacem fecerunt, ut si arma eis inferrentur, illius auxiliis contra Romanos defenderentur. Ea fama impulsus imperator, non ignarus sæpe ex levi causa magnas mulationes et ingentes calamitates esse ortas, antiquum foedus cum Venetis renovavit. Et quanquam eos a pace Siciliensi avellere non poterat, tamen petentibus veniam dedit, eaque restituit omnia, quæ de more, ut Romani cives, obtinuerant: et quidquid de eorum opibus in fiscum relatum erat, reddere non recusavit ; sed ipsi aliam commodiorem el utiliorem rationem secuti, ut strenui et solertes mercatores, omissa pecuniæ suæ repetitione pe- pigerunt ut sibi quindecim auri centenarii pro confiscatis bonis darentur ; quæ summa non sinul, sed pluribus pensionibus eis persoluta est.
Book VILiber VI
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
PG 139:519παρασυρεὶς γὰρ οὗτος ταῖς τῶν μεγιστάνων αὐτοῦ ὑποθημοσύναις, οἵπερ ἀπήντλουν ἀμφοτέραις ἐκ βασιλέως κατὰ τὸν τῆς εἰρήνης καιρὸν τὰ χρήματα, πέμψας πρεσβείαν εἰρηνικὰ διαλέγεται καὶ τὴν συνομολογίαν ὡς πρώην αὖθις ἐπιζητεῖ, προφθάνων οἷον προαιρετῶς, τοῦ Κρείττονος ἐποτρύνοντος, τὸν ἀναγκαστῶς εἰς τὰς συμβάσεις βλέψαντα ἄνακτα. Οἱ δὲ δὴ Πέρσαι μήπω τῶν κατὰ σκοπὸν τῷ σουλτὰν ἀπεκφανθέντων ἅμα ἕῳ προσήλαυνον ὡς κυκλωσόμενοι Ῥωμαίους καὶ ὥσπερ ὄψον εὐτρεπὲς καὶ καθ’ ὁρμὴν μίαν, οἷα θῆρες, λαφύξοντες, ἢ ὡς ἐγκαταλελειμμένα ᾠὰ καὶ νοσσιὰν ἐρήμην ἀπάξοντες. περιστείχοντες τοίνυν τὸν χάρακα τοὺς ἐντὸς κατετόξευον, κύκλῳ περιελαύνοντες καὶ βαρβαρικῶς ἀλαλάζοντες. βασιλεὺς οὖν ἐγκελεύεται Ἰωάννῃ τῷ τοῦ Ἀγγέλου Κωνσταντίνου υἱῷ μετὰ τοῦ συνόντος αὐτῷ τάγματος τοῖς Πέρσαις προσβαλεῖν· ὁ δὲ κατὰ τὴν βασιλικὴν ἐπιταγὴν ἀναστελεῖν τοὺς Τούρκους πειρᾶται, οὐδὲν δέ τι δράσας γενναῖον παλίνστροφος γίνεται. ἐκ δὲ τούτου ὁ Μακροδούκας Κωνσταντῖνος τὴν ὑπ’ αὐτὸν ἐξάγει στρατιὰν ἐκ τῶν ἑῴων στρατολογουμένην ταγμάτων· ἀλλὰ καὶ οὗτος μικρόν τι φανεὶς ὑπενόστησεν.
ἔχοιεν τὸν ἐπικουρήσοντα, εἰ Ρωμαῖοι κατ' αὐτῶν ἐπίοιεν. Ὁ δὲ βασιλεὺς οὐκ ἀφροντιστήσας τούτων τῶν ἀκουσμάτων (ᾔδει γὰρ ὡς καὶ φαύλη αἰτία πολλάκις παρεμπεσοῦσα πολλών πραγμάτων ὠδινήκει μεταβολὰς καὶ συμφορὰς ἀπέτεκεν ὑπερόγκους) πρὸς τὰς προτέρας μετὰ τῶν Βενετίκων ξυνθήκας ἀπέβλεψεν, ὡς ἐνῆν μὲν, ήγωνισμένος ἀκυρῶσαι τὰς μετὰ τοῦ ῥηγός Σικελίας τούτων σπονδὰς τού- των δὲ μὴ ἀθετουμένων καὶ οὕτως αὐτοὺς ἐπισπασάμενος, καὶ ἀνεξ:γακίαν αἰτουμένοις καὶ φιλίαν προσεπινείμας. "Οσα τοίνυν ἔθιμα ἦν αὐτοῖς ἰσοπολίταις οὔσι Ρωμαίοις, ἀνανεωσάμενος, οὐδὲ τοῦ ἀποδοῦναι γοῦν ἀπέσχετο ἅπερ τῆς οὐσίας σφῶν ἡ βασίλειος γάζα ἔστεγεν. Οἱ δὲ τὴν κιρδαλέαν ὡς ἔμποροι μηδ' αὐτοῖς καὶ βασιλεῖ ἀργαλέαν τραπύμενοι τὸν μὲν ἀναδασμὸν τῶν οἰκείων χρημάτων χαίρειν εἴασαν, σοφιστικόν τι καὶ δραστήριον ἐννοήσαντες, ἐκ δὲ συμφώνου συνήλθοσαν δέκα πρὸς τοῖς πέντε χρυσίου λήψεσθαι κεντηνάρια ἀνθ' ὧν ἀπώλεσαν χρημάτων παντοδαπών. Καὶ εἶχον ταῦτα οὐχ ἅμα, πολλάκις δὲ χορηγούμενα, ΤΟΜΟΣ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ. Β α'. ᾿Αλλ' οὕτω μὲν ταῦτα διήνυστο τῷ βασιλεῖ Μανουήλ· ὁ δὲ λόγος προβαινέτω τοῖς ἐφεξῆς, καὶ διδότω τῇ ἱστορία ὡς ἕκαστον ἔχει καὶ χρόνου καὶ πράγματος. Ἐπὶ γὰρ οὐκ ἦν ἡσυχίαν τὸν σουλτάνον ἀσπάσασθαι, ἅπαξ ἐπιτήδειον ἑαυτῷ πρὸς χρημα- τισμὸν καὶ τοῖς Τούρκοις δὲ ὅλως ἀνυσιμώτατον γνόντα τὸ ἀεὶ ἐπὶ τὰ Ῥωμαίων ὅρια ἐκκεχύσθαι, ἔξεισι καὶ πάλιν κατ᾿ αὐτοῦ βασιλεύς. Τὰ πλεῖστα μέντοι οὐδ᾽ αὐτὸς εἶα τὸν Περσάρχην καθεύδειν, ἀλλ' ὅσα καὶ θῆρα ὠμηστὴν ἐφυπνώττοντα ἐξηγρίαι- γεν ὑπονύσσων καὶ τοῦ κοίτου ἀνίστη καὶ πρὸς μάχην ἠρέθιζεν. ᾿Ατὰρ οὐδ᾽ ἀνακωχαὶ πολέμων οὐδ' ἐκεχειρίαι τῶν ἀντιτάξεων σπονδαί τε καὶ ξυν θῆκαι και διακηρυκεύματα πρέσβεων ἀπεῖργον τὰς κατ' ἀλλήλων ἐπελεύσεις καὶ ἀπετείχιζον· ἀλλ᾽ ἄμφω πρὸς θερμουργίαν ὄντες ἐπιρρεπεῖς καὶ πρὸς πόλεμον εὐπετεῖς καὶ μικρὰς ἐνίοτε παρεισφρησάσης αἰτίας ἀλλήλοις ἀντεπεξῄεσαν, καὶ ἦν ἔργον αὐτοῖς τὰ μάλιστα περισπούδαστον ἡ πανοπλίας περίδοσις καὶ ἡ τῶν ταγμάτων συναγωγὴ καὶ τὸ ταῦτα συμ πεσόντα διαπληκτίζεσθαι· Κατὰ τοῦτο δὲ ἀλλήλων διήλλαττον, ὅτι ὁ μὲν σουλτάνος ἀεὶ προμηθευτικός καὶ βουλευτικὸς ἐδόκει τις εἶναι καὶ τὰ ἔργα ποιῶν μετὰ σκέμματος, καὶ ἐτολύπευε τὰς μάχας διὰ τῶν ὑπ' αὐτὸν στρατηγών πεφυλαγμένως οὐ γάρ πού τις αὐτὸν ἐθεάσατο ἐπὶ μετώπου ἱστάμενον φάλαγ γος ἢ τὸν κάματον τοῖς στρατιώταις συνδιαφέρον- τα), ὁ δὲ βασιλεὺς γενναίαν ἔχων τὴν φύσιν ὀξύρ ῥοπος ἐν τοῖς πολέμοις εγείκνυτο, καὶ τὰς διὰ χειρὸς πράξεις δραστήριος ἦν, καὶ φήμης διαδο- θείσης πολλάκις ἐσβαλεῖν που τοὺς πολεμίους καὶ κακῶς τιθέναι τὴν ὑπ' ἐκείνῳ ἀρχὴν πρῶτος τὸν ἵππον ἀνέβαινε καὶ ἀπεθαῤῥει τὴν ἔξοδον. Θελήσας οὖν τὸ Δορύλαιον ἀνακτίσαι, προσεξῆψέ τε καὶ παν NICETE CHONIATE LIBER SEXTUS. RERUM A MANUELE COMNENO GESTARUM. B educit copias, hominem inquieti ingenii, Romana- rum provinciarum perpetuas incursiones suis Turcarumque opibus augendis utilissimas judican- ten. Quare nihil otii concedendum ei, sed subinde armis vicissim lacess-ndum esse putavit. Proinde nulla foedera, nullæ induciæ, legationes nulla ex- peditiones eorum morabantur, cum uterque audax et belli cupidus levissima de causa ad arma alteri inferenda moveretur. Nihil igitur eis erat antiquius quam perpetuo in armis esse, legiones contrabere, inter sese decertare. lloc tantum inter eos intererat, quod sultanus magno consilio et providentia omnia administrabat. At imperator generoso præditus animo, acer in pugnis et manu strenuus, quoties hostes ingruere et provincias male tractare audiebat, primus equo conscenso in militiam egrediebatur. Dorilæum autem instaura- turus sultanum ad bellum conc:tavit; qui quasi ignoraret quid ibi ageret, per legatos causam illius profectionis sciscitatur, oraique ut inde discedat. Imperator, cui sultani dissimulatio ex eis litteris subolebat, viciesim se non parum mirari simulabat illum tantum suum iter ejusque itineris causam ignorare. Urbis autem instaurationem aggressus ipse primus saxa humeris portare cœpit; eaque re aliorum alacritatem ita excitavit, ut murus celerrime in altum eductus vallo extrinsecus mu- niretur, et intra moenia putei complures ut afla- tim aqua suppeteret, effoderentur. At Persæ non ferendum esse rati, si Dorylæi campis pellerentur, in quibus greges et armenta eorum pascebantur, et in urbe præsidium collocaretur, laxis habenis contra Romanos forebantur; observatoque eorum C 1. Hoc negotio confecto Manuel contra sultanum A
Ὁ δέ γε σουλτὰν πέμπει πρὸς βασιλέα Γαβρᾶν τὰ πρῶτα τῶν παρ’ αὐτῷ τετιμημένων καὶ ᾠκειωμένων μάλιστα. τὸ δ’ ἀπὸ τοῦδε οἵ τε Τοῦρκοι ἐκ παραγγελίας τοῦ προσβάλλειν περιστάδην ἀπέστησαν καὶ Ῥωμαῖοι τοῦ ἐπεξέρχεσθαι λήγουσιν. ὀφθῆναι δὲ τῷ βασιλεῖ μέλλων Γαβρᾶς βαθεῖαν καὶ βαρβαρικὴν ἀπονέμει προσκύνησιν καὶ ἅμα ἵππον προςάγει δῶρον ἐκ τοῦ σουλτὰν Νισαῖον ἀργυροχάλινον ἐκ τῶν φατνιζομένων εἰς πομπὰς καὶ περιμήκη ἀμφήκη μάχαιραν καὶ λόγον κινεῖ περὶ σπονδῶν, διομαλίσας πρότερον λόγοις ἁπαλοῖς τὴν ἐπὶ τοῖς συμβᾶσιν ὑπεμφαινομένην ἀχθηδόνα τοῦ βασιλέως καὶ καταστείλας τὸ τοῦ πάθους φλεγμαῖνον, οἷά τισιν ἐπᾴσμασιν, οἷς πρὸς τὸ οὖς ἐκείνῳ ὑπεψιθύρισε ῥήμασι. θεασάμενος δὲ Γαβρᾶς ἣν εἶχε στολάδα ἐπὶ τοῦ θώρακος βασιλεύς, τὴν χροιὰν χολοβάφινον, οὐκ εὐσύμβολον τὸ χρῶμα τοῦτό φησιν, ὦ βασιλεῦ, ἀλλὰ καὶ λίαν κατὰ τὴν ὥραν τοῦ πολέμου ταῖς ἀγαθαῖς τύχαις ἀντιπρᾶττον. αὐτὸς δ’ ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις βραχὺ καὶ βεβιασμένον μειδιάσας τὴν ἐπιθωράκιον στολὴν ἀποδὺς ἐκείνῳ δίδωσι πορφύρᾳ καὶ χρυσῷ διηνθισμένην.
ἔχοιεν τὸν ἐπικουρήσοντα, εἰ Ρωμαῖοι κατ' αὐτῶν ἐπίοιεν. Ὁ δὲ βασιλεὺς οὐκ ἀφροντιστήσας τούτων τῶν ἀκουσμάτων (ᾔδει γὰρ ὡς καὶ φαύλη αἰτία πολλάκις παρεμπεσοῦσα πολλών πραγμάτων ὠδινήκει μεταβολὰς καὶ συμφορὰς ἀπέτεκεν ὑπερόγκους) πρὸς τὰς προτέρας μετὰ τῶν Βενετίκων ξυνθήκας ἀπέβλεψεν, ὡς ἐνῆν μὲν, ήγωνισμένος ἀκυρῶσαι τὰς μετὰ τοῦ ῥηγός Σικελίας τούτων σπονδὰς τού- των δὲ μὴ ἀθετουμένων καὶ οὕτως αὐτοὺς ἐπισπασάμενος, καὶ ἀνεξ:γακίαν αἰτουμένοις καὶ φιλίαν προσεπινείμας. "Οσα τοίνυν ἔθιμα ἦν αὐτοῖς ἰσοπολίταις οὔσι Ρωμαίοις, ἀνανεωσάμενος, οὐδὲ τοῦ ἀποδοῦναι γοῦν ἀπέσχετο ἅπερ τῆς οὐσίας σφῶν ἡ βασίλειος γάζα ἔστεγεν. Οἱ δὲ τὴν κιρδαλέαν ὡς ἔμποροι μηδ' αὐτοῖς καὶ βασιλεῖ ἀργαλέαν τραπύμενοι τὸν μὲν ἀναδασμὸν τῶν οἰκείων χρημάτων χαίρειν εἴασαν, σοφιστικόν τι καὶ δραστήριον ἐννοήσαντες, ἐκ δὲ συμφώνου συνήλθοσαν δέκα πρὸς τοῖς πέντε χρυσίου λήψεσθαι κεντηνάρια ἀνθ' ὧν ἀπώλεσαν χρημάτων παντοδαπών. Καὶ εἶχον ταῦτα οὐχ ἅμα, πολλάκις δὲ χορηγούμενα, ΤΟΜΟΣ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ. Β α'. ᾿Αλλ' οὕτω μὲν ταῦτα διήνυστο τῷ βασιλεῖ Μανουήλ· ὁ δὲ λόγος προβαινέτω τοῖς ἐφεξῆς, καὶ διδότω τῇ ἱστορία ὡς ἕκαστον ἔχει καὶ χρόνου καὶ πράγματος. Ἐπὶ γὰρ οὐκ ἦν ἡσυχίαν τὸν σουλτάνον ἀσπάσασθαι, ἅπαξ ἐπιτήδειον ἑαυτῷ πρὸς χρημα- τισμὸν καὶ τοῖς Τούρκοις δὲ ὅλως ἀνυσιμώτατον γνόντα τὸ ἀεὶ ἐπὶ τὰ Ῥωμαίων ὅρια ἐκκεχύσθαι, ἔξεισι καὶ πάλιν κατ᾿ αὐτοῦ βασιλεύς. Τὰ πλεῖστα μέντοι οὐδ᾽ αὐτὸς εἶα τὸν Περσάρχην καθεύδειν, ἀλλ' ὅσα καὶ θῆρα ὠμηστὴν ἐφυπνώττοντα ἐξηγρίαι- γεν ὑπονύσσων καὶ τοῦ κοίτου ἀνίστη καὶ πρὸς μάχην ἠρέθιζεν. ᾿Ατὰρ οὐδ᾽ ἀνακωχαὶ πολέμων οὐδ' ἐκεχειρίαι τῶν ἀντιτάξεων σπονδαί τε καὶ ξυν θῆκαι και διακηρυκεύματα πρέσβεων ἀπεῖργον τὰς κατ' ἀλλήλων ἐπελεύσεις καὶ ἀπετείχιζον· ἀλλ᾽ ἄμφω πρὸς θερμουργίαν ὄντες ἐπιρρεπεῖς καὶ πρὸς πόλεμον εὐπετεῖς καὶ μικρὰς ἐνίοτε παρεισφρησάσης αἰτίας ἀλλήλοις ἀντεπεξῄεσαν, καὶ ἦν ἔργον αὐτοῖς τὰ μάλιστα περισπούδαστον ἡ πανοπλίας περίδοσις καὶ ἡ τῶν ταγμάτων συναγωγὴ καὶ τὸ ταῦτα συμ πεσόντα διαπληκτίζεσθαι· Κατὰ τοῦτο δὲ ἀλλήλων διήλλαττον, ὅτι ὁ μὲν σουλτάνος ἀεὶ προμηθευτικός καὶ βουλευτικὸς ἐδόκει τις εἶναι καὶ τὰ ἔργα ποιῶν μετὰ σκέμματος, καὶ ἐτολύπευε τὰς μάχας διὰ τῶν ὑπ' αὐτὸν στρατηγών πεφυλαγμένως οὐ γάρ πού τις αὐτὸν ἐθεάσατο ἐπὶ μετώπου ἱστάμενον φάλαγ γος ἢ τὸν κάματον τοῖς στρατιώταις συνδιαφέρον- τα), ὁ δὲ βασιλεὺς γενναίαν ἔχων τὴν φύσιν ὀξύρ ῥοπος ἐν τοῖς πολέμοις εγείκνυτο, καὶ τὰς διὰ χειρὸς πράξεις δραστήριος ἦν, καὶ φήμης διαδο- θείσης πολλάκις ἐσβαλεῖν που τοὺς πολεμίους καὶ κακῶς τιθέναι τὴν ὑπ' ἐκείνῳ ἀρχὴν πρῶτος τὸν ἵππον ἀνέβαινε καὶ ἀπεθαῤῥει τὴν ἔξοδον. Θελήσας οὖν τὸ Δορύλαιον ἀνακτίσαι, προσεξῆψέ τε καὶ παν NICETE CHONIATE LIBER SEXTUS. RERUM A MANUELE COMNENO GESTARUM. B educit copias, hominem inquieti ingenii, Romana- rum provinciarum perpetuas incursiones suis Turcarumque opibus augendis utilissimas judican- ten. Quare nihil otii concedendum ei, sed subinde armis vicissim lacess-ndum esse putavit. Proinde nulla foedera, nullæ induciæ, legationes nulla ex- peditiones eorum morabantur, cum uterque audax et belli cupidus levissima de causa ad arma alteri inferenda moveretur. Nihil igitur eis erat antiquius quam perpetuo in armis esse, legiones contrabere, inter sese decertare. lloc tantum inter eos intererat, quod sultanus magno consilio et providentia omnia administrabat. At imperator generoso præditus animo, acer in pugnis et manu strenuus, quoties hostes ingruere et provincias male tractare audiebat, primus equo conscenso in militiam egrediebatur. Dorilæum autem instaura- turus sultanum ad bellum conc:tavit; qui quasi ignoraret quid ibi ageret, per legatos causam illius profectionis sciscitatur, oraique ut inde discedat. Imperator, cui sultani dissimulatio ex eis litteris subolebat, viciesim se non parum mirari simulabat illum tantum suum iter ejusque itineris causam ignorare. Urbis autem instaurationem aggressus ipse primus saxa humeris portare cœpit; eaque re aliorum alacritatem ita excitavit, ut murus celerrime in altum eductus vallo extrinsecus mu- niretur, et intra moenia putei complures ut afla- tim aqua suppeteret, effoderentur. At Persæ non ferendum esse rati, si Dorylæi campis pellerentur, in quibus greges et armenta eorum pascebantur, et in urbe præsidium collocaretur, laxis habenis contra Romanos forebantur; observatoque eorum C 1. Hoc negotio confecto Manuel contra sultanum A
τὸν δ’ ἵππον καὶ τὸ ξίφος δεξάμενος ἐγγράφους τίθεται τὰς σπονδὰς καὶ τὴν χεῖρα τούτοις βραβεύει. ἐνῆν δὲ τῷ γραμματίῳ καὶ ἄλλα μὲν ὅσα ὁ καιρὸς ἐπέταττε κατὰ μηδὲν ἀκριβολογούμενος, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ καταστραφῆναι τὰ φρούρια τό τε Δορύλεον καὶ τὸ Σούβλεον. Οὕτως οὖν εὑρηκὼς τὸν βάρβαρον τὰ πρὸς εἰρήνην ἀληθῶς λαλήσαντα καὶ μὴ ἐπ’ ὀργὴν δόλους διαλογιζόμενον αἰτεῖται δι’ ἄλλης ὁδοῦ πορευθῆναι καὶ μὴ τὴν αὐτὴν ἀναμετρήσειν αὖθις, ἣν ἐβάδισε πρότερον, ἐκκλῖναι τοὺς πεσόντας βουλόμενος· οἱ δὲ τῆς ὁδοῦ ἡγεμόνες κατ’ αὐτὸ τοῦτο μᾶλλον ἐπὶ τὴν ἐκεῖσε προῆγον, ἵν’ ὀφθαλμοῖς οἰκείοις ἐπόψοιτο τὰ οἰκτρότατα ἐκεῖνα θεάματα. καὶ ἦν γὰρ ἀληθῶς δακρύων ἄξια τὰ ὁρώμενα, ἢ ἀληθέστερον εἰπεῖν, μείζω τοῦ ἀνακλαυσθῆναι διὰ τὸ τοῦ κακοῦ μέγεθος. αἵ τε γὰρ φάραγγες ἐς ἰσόπεδον ἀνέβαινον καὶ αἱ κοιλάδες εἰς κολωνοὺς ἀνηγείροντο, καὶ τὰ ἄλση τοῖς θνησιμαίοις ἐκεκάλυπτο. ἅπας δὲ κείμενος ἀποσυρεὶς ἦν τὸ δέρμα τῆς κορυφῆς, πολλοὶ δὲ καὶ τοὺς ἰθυφάλλους ἀπεκαυλίσθησαν.
ἔχοιεν τὸν ἐπικουρήσοντα, εἰ Ρωμαῖοι κατ' αὐτῶν ἐπίοιεν. Ὁ δὲ βασιλεὺς οὐκ ἀφροντιστήσας τούτων τῶν ἀκουσμάτων (ᾔδει γὰρ ὡς καὶ φαύλη αἰτία πολλάκις παρεμπεσοῦσα πολλών πραγμάτων ὠδινήκει μεταβολὰς καὶ συμφορὰς ἀπέτεκεν ὑπερόγκους) πρὸς τὰς προτέρας μετὰ τῶν Βενετίκων ξυνθήκας ἀπέβλεψεν, ὡς ἐνῆν μὲν, ήγωνισμένος ἀκυρῶσαι τὰς μετὰ τοῦ ῥηγός Σικελίας τούτων σπονδὰς τού- των δὲ μὴ ἀθετουμένων καὶ οὕτως αὐτοὺς ἐπισπασάμενος, καὶ ἀνεξ:γακίαν αἰτουμένοις καὶ φιλίαν προσεπινείμας. "Οσα τοίνυν ἔθιμα ἦν αὐτοῖς ἰσοπολίταις οὔσι Ρωμαίοις, ἀνανεωσάμενος, οὐδὲ τοῦ ἀποδοῦναι γοῦν ἀπέσχετο ἅπερ τῆς οὐσίας σφῶν ἡ βασίλειος γάζα ἔστεγεν. Οἱ δὲ τὴν κιρδαλέαν ὡς ἔμποροι μηδ' αὐτοῖς καὶ βασιλεῖ ἀργαλέαν τραπύμενοι τὸν μὲν ἀναδασμὸν τῶν οἰκείων χρημάτων χαίρειν εἴασαν, σοφιστικόν τι καὶ δραστήριον ἐννοήσαντες, ἐκ δὲ συμφώνου συνήλθοσαν δέκα πρὸς τοῖς πέντε χρυσίου λήψεσθαι κεντηνάρια ἀνθ' ὧν ἀπώλεσαν χρημάτων παντοδαπών. Καὶ εἶχον ταῦτα οὐχ ἅμα, πολλάκις δὲ χορηγούμενα, ΤΟΜΟΣ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ. Β α'. ᾿Αλλ' οὕτω μὲν ταῦτα διήνυστο τῷ βασιλεῖ Μανουήλ· ὁ δὲ λόγος προβαινέτω τοῖς ἐφεξῆς, καὶ διδότω τῇ ἱστορία ὡς ἕκαστον ἔχει καὶ χρόνου καὶ πράγματος. Ἐπὶ γὰρ οὐκ ἦν ἡσυχίαν τὸν σουλτάνον ἀσπάσασθαι, ἅπαξ ἐπιτήδειον ἑαυτῷ πρὸς χρημα- τισμὸν καὶ τοῖς Τούρκοις δὲ ὅλως ἀνυσιμώτατον γνόντα τὸ ἀεὶ ἐπὶ τὰ Ῥωμαίων ὅρια ἐκκεχύσθαι, ἔξεισι καὶ πάλιν κατ᾿ αὐτοῦ βασιλεύς. Τὰ πλεῖστα μέντοι οὐδ᾽ αὐτὸς εἶα τὸν Περσάρχην καθεύδειν, ἀλλ' ὅσα καὶ θῆρα ὠμηστὴν ἐφυπνώττοντα ἐξηγρίαι- γεν ὑπονύσσων καὶ τοῦ κοίτου ἀνίστη καὶ πρὸς μάχην ἠρέθιζεν. ᾿Ατὰρ οὐδ᾽ ἀνακωχαὶ πολέμων οὐδ' ἐκεχειρίαι τῶν ἀντιτάξεων σπονδαί τε καὶ ξυν θῆκαι και διακηρυκεύματα πρέσβεων ἀπεῖργον τὰς κατ' ἀλλήλων ἐπελεύσεις καὶ ἀπετείχιζον· ἀλλ᾽ ἄμφω πρὸς θερμουργίαν ὄντες ἐπιρρεπεῖς καὶ πρὸς πόλεμον εὐπετεῖς καὶ μικρὰς ἐνίοτε παρεισφρησάσης αἰτίας ἀλλήλοις ἀντεπεξῄεσαν, καὶ ἦν ἔργον αὐτοῖς τὰ μάλιστα περισπούδαστον ἡ πανοπλίας περίδοσις καὶ ἡ τῶν ταγμάτων συναγωγὴ καὶ τὸ ταῦτα συμ πεσόντα διαπληκτίζεσθαι· Κατὰ τοῦτο δὲ ἀλλήλων διήλλαττον, ὅτι ὁ μὲν σουλτάνος ἀεὶ προμηθευτικός καὶ βουλευτικὸς ἐδόκει τις εἶναι καὶ τὰ ἔργα ποιῶν μετὰ σκέμματος, καὶ ἐτολύπευε τὰς μάχας διὰ τῶν ὑπ' αὐτὸν στρατηγών πεφυλαγμένως οὐ γάρ πού τις αὐτὸν ἐθεάσατο ἐπὶ μετώπου ἱστάμενον φάλαγ γος ἢ τὸν κάματον τοῖς στρατιώταις συνδιαφέρον- τα), ὁ δὲ βασιλεὺς γενναίαν ἔχων τὴν φύσιν ὀξύρ ῥοπος ἐν τοῖς πολέμοις εγείκνυτο, καὶ τὰς διὰ χειρὸς πράξεις δραστήριος ἦν, καὶ φήμης διαδο- θείσης πολλάκις ἐσβαλεῖν που τοὺς πολεμίους καὶ κακῶς τιθέναι τὴν ὑπ' ἐκείνῳ ἀρχὴν πρῶτος τὸν ἵππον ἀνέβαινε καὶ ἀπεθαῤῥει τὴν ἔξοδον. Θελήσας οὖν τὸ Δορύλαιον ἀνακτίσαι, προσεξῆψέ τε καὶ παν NICETE CHONIATE LIBER SEXTUS. RERUM A MANUELE COMNENO GESTARUM. B educit copias, hominem inquieti ingenii, Romana- rum provinciarum perpetuas incursiones suis Turcarumque opibus augendis utilissimas judican- ten. Quare nihil otii concedendum ei, sed subinde armis vicissim lacess-ndum esse putavit. Proinde nulla foedera, nullæ induciæ, legationes nulla ex- peditiones eorum morabantur, cum uterque audax et belli cupidus levissima de causa ad arma alteri inferenda moveretur. Nihil igitur eis erat antiquius quam perpetuo in armis esse, legiones contrabere, inter sese decertare. lloc tantum inter eos intererat, quod sultanus magno consilio et providentia omnia administrabat. At imperator generoso præditus animo, acer in pugnis et manu strenuus, quoties hostes ingruere et provincias male tractare audiebat, primus equo conscenso in militiam egrediebatur. Dorilæum autem instaura- turus sultanum ad bellum conc:tavit; qui quasi ignoraret quid ibi ageret, per legatos causam illius profectionis sciscitatur, oraique ut inde discedat. Imperator, cui sultani dissimulatio ex eis litteris subolebat, viciesim se non parum mirari simulabat illum tantum suum iter ejusque itineris causam ignorare. Urbis autem instaurationem aggressus ipse primus saxa humeris portare cœpit; eaque re aliorum alacritatem ita excitavit, ut murus celerrime in altum eductus vallo extrinsecus mu- niretur, et intra moenia putei complures ut afla- tim aqua suppeteret, effoderentur. At Persæ non ferendum esse rati, si Dorylæi campis pellerentur, in quibus greges et armenta eorum pascebantur, et in urbe præsidium collocaretur, laxis habenis contra Romanos forebantur; observatoque eorum C 1. Hoc negotio confecto Manuel contra sultanum A
PG 139:521ἐλέγετο δὲ τοὺς Πέρσας τοῦτο τεχνάσασθαι, ἵνα μὴ τοῦ ἀκροβύστου ὁ ἐμπερίτομος διαστέλλοιτο καὶ ἡ νίκη οὕτως εἴη ἀμφιπαλὴς καὶ ἀμφήριστος, ὡς ἐξ ἑκατέρων τῶν στρατοπέδων καταβληθέντων πολλῶν. οὐδεὶς τοίνυν ἀντιπαρῆλθεν, ἀλλὰ μέγα πάντες ἀνέκλαυσαν καὶ ὀνομαστὶ τοὺς ἀπολωλότας ἑταίρους καὶ συνήθεις ἐκάλεσαν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος ἐκεῖνο ἔχω εἰπεῖν, ὡς δυςφύλακτον τὸ μέλλον τοῖς ἀνθρώποις ἡμῖν καὶ οὐκ ἄν τις ῥᾳδίως ἐξαναλύσῃ τὸ ἐπιόν, εἰ μή τῳ τὸ θεῖον ἐκ λιπαρίας ἱλεωθὲν ἀπώσαιτο τὰ δεινὰ ἢ ἐκ τούτου εἰς τοῦτο μετακλινεῖ καταμιγνύον τὸ τῆς κινήσεως ἀκραιφνὲς καὶ τῷ φιλανθρώπῳ καπηλεῦον τὸ ἄκρατον. βασιλεὺς μὲν γὰρ ἡνίκα ἦν κατὰ Περσῶν ἐκστρατεύειν προθέμενος, ἐδόκει καθ’ ὕπνους ὁρᾶν ὡς εἰς στρατηγίδα νῆα ἐμβὰς αὐτός τε καὶ συχνοὶ τῶν ἐπιτηδείων τὴν Προποντίδα ἀνελέγετο, αἴφνης δὲ συμπεσεῖν τὰ ἐξ Εὐρώπης καὶ Ἀσίας ὄρη, ὡς ἀφανισθῆναι μὲν τῆς νηὸς θραυσθείσης τὸ ἐμπλέον ἅπαν, αὐτὸν δὲ μόλις ἐκδοθῆναι τῇ χέρσῳ ταῖς χερσὶ νηχόμενον.
ρεθηξε τὸ βάρβαρον εἰς πόλεμον ἐντεῦθεν, ὅτε καὶ Α τὴν βασιλέως ἐς τὸ Δορύλαιον ἄφιξιν ἀγνοεῖν πλατ τόμενος, διαπρεσβευσάμενος τὴν αἰτίαν ἐπυνθάνετο καὶ παρητεῖτο αὐτὸν ἐκεῖθεν ἀπαναστεῦσαι. Ὁ δὲ κέρτομόν τι καὶ σεσηρὸς ἐνορῶν οἷς τὰ τοῦ σουλτά νου γράμματα διεξῄει, ἐν μέρει δὴ οὐ τοῦ τυχόντος ἐτίθετο θαύματος ὅπως τὸν μέχρι και Δορυλαίου δρόμον ἐκείνου Αγνόησε καὶ τὴν αἰτίαν πλάττεται μὴ εἰδέναι. Ἐπεὶ δὲ καὶ τὴν πόλιν ἀνοικοδομεῖν ἐπεβάλετο, νωτοφορεῖν τοὺς λίθους ἀρξάμενον οὕτω καὶ τοὺς ἄλλους ἠῤῥένωσεν ὡς ἀπτέρῳ τάχει τὸ τεῖχος ἀνεγερθῆναι καὶ προσεπιβληθῆναι οἱ χαρά- κωμα ἔξωθεν καὶ ἀνορυχθῆναι φρεάτια ἔσωθεν εἰς πλείονας ὑδάτων ἀντλήσεις. Ἐν δεινῷ δὲ οἱ Πέρσαι τιθέμενοι εἴπερ τῶν Δορυλαίου πεδίων ἀπανασταῖεν, ἐν οἷς ἐθέριζε τὰ τούτων αιπόλια και βουκόλια πόαις ἐνσκιρτώντα ταῖς λειμωνίτισι, καὶ δομηθήσεται πόλις καὶ φρουρός εγκαθεσθείη φάλαγξ Ρωμαϊκή. ὅλεις ηνίαις κατὰ Ῥωμαίων ἐφέροντο, καὶ τὰς ἐπὶ σιτισμὸν ἐξόδους ἐκείνων τηροῦντες τὴν ξυλευσιν ἀνεῖργον καὶ ἀνήρουν τοὺς ἐν χερσίν. Ο βασιλεύς δὲ τὸ δεινὸν τοῦτο ῥᾳόνως ιάσατο· τακτὸν γὰρ ὁρία σας καιρὸν τοῖς ἐπὶ συλλογὴν ἐξιοῦσι τῶν ἀναγκαίων, αὐτὸς προσημαίνων τῇ σάλπιγγι πρῶτος τοῦ Χάρα κος ἀπανίστατο καὶ ἡγεῖτο τῆς ἐξόδου. Οὐκοῦν οὐδὲ πρὸς βραχὺ τῶν τὰ ἐπιτήδεια διφώντων μεθιστάμενος ἐνίοτε περὶ βουλυτὸν ἢ καὶ βαθεῖαν ἐσπεραν ἐπανέλυεν εἰς τὸ στρατόπεδον. Πέρσαις δ᾽ ἔμελε μὲν καὶ πολέμων πρὸς ταῦτα, καὶ συνεχῶς ἐκονίζοντα· παρεδίδοσαν δὲ καὶ πυρὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὰς σκηνὰς ἐνεπίμπρων, ὅπως μὴ εύποροῖεν 'Ρωμαῖοι δι' ὧν τραφήσονται. Οτὲ δὲ πρὸς ἑστίασιν τραπομένου τοῦ βασιλέως μῆλόν τε Περσικόν μαχαιρίῳ ἀπολε πίζοντος ἐπιδρομή τις ἀπήγγελτο Περσικὴ κατὰ τῶν τὰ βιώσιμα συλλεγόντων, καὶ ρίψας τὴν ὀπώραν αὐτίκα καὶ τὸν ἀκινάκην περιζωσάμενος καὶ περιοὺς τὸν θώρακα καὶ τὸν ἵππον ἀναβὰς ἐξώρμησε. Καὶ οἱ Βάρβαροι κατὰ φάλαγγας ἵσταςθα σχηματιζόμενοι μετ' οὐ πολὺ τούτου ἐποφθέντος τὴν τάξιν ἔλυον, εἶτ᾽ ἀποδιδράσκειν πλαττόμενοι τοὺς ἐπιόντας ἔπληττον πάλιν ὑποστρεφόμενοι καὶ τὸν τῆς τροπῆς καιρὸν εἰς τὸ βάλλειν τὸ ἐπικείμενον καὶ καταβάλλειν διατιθέμενοι. Ιππος γὰρ συχνά κεντρίζεται παρὰ Πέρσαις· ὁ δὲ κόπτων θαμὰ τὸ δάπεδον ραγδαίως φέρεται, καὶ ὁ Πέρσης τὸ βέλος ἔχων ἐν ταῖν χεροῖν ὀπίσω τοῦτο ἀφίησι, καὶ τὸν ὀρμῶντα φθάσας αὐτὸς ἀνῄρηκε, καὶ τὸν ἤδη καταληψόμενον κατέλαβεν, αίφνης μεταμειφθεὶς ὁ διωκόμενος εἰς διώκοντα. Ἐπεὶ δὲ ἀνεπόλισε τὸ Δορύλαιον καὶ τὰ εἰς φυλακὴν τούτου τελείως ἀπηκριβώσατο, ἐκ τῶν ἐκεῖσε μερῶν ἀπανίσταται, εἰς δὲ τὸ Σούβλεον ὡς εἶχε παραγενόμενος ἀνήγειρέ τε κἀκεῖνο καὶ φρουρᾶς μετέδωκε. Καὶ τὰ λοιπὰ, ὡς ᾤετο, ἀρίστως διαπραξάμενος εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν ὑπέστρεψεν. Αλλ᾽ οὔπω χρόνος συχνὸς, καὶ αὖθις κατ' ἀλλή λων τὰς γνώμας ἐφλέγμαινον. Τῷ τοι καὶ ἀλλήλοις ἀντενεκάλουν τε καὶ προσῆπτον, βασιλεὺς μὲν τὸ πρὸς τὸν εὐεργέτην ἀχάριστον καὶ τὸ ἀμνημον τῶν προηγησαμένων εὐποιιῶν καὶ τῆς εἰς τὸ ἄρχειν τῶν ὁμοφύλων ἐκείνῳ παντοίας συνάρσεως, ὁ δὲ σουλτὰν τὸ πρόχειρον εἰς παρασπόνδησιν, καὶ τὸ φιλίας εὐ κόλως ἀποπηδαν καὶ συγχέειν ἐκ τοῦ παραυτίκα τοὺς ὑπὲρ εἰρήνης τεθέντας θεσμούς, καὶ τὸ πλεί- σταις μὲν ἐκεῖνον ἐπαίρειν φιλοδωριῶν ὑποσχέσεσι καὶ βασιλικαῖς ὑποσημαίνειν ταύτας γραφαῖς καὶ βαφαῖς, ὀλίγα δὲ χορηγεῖν. Διὰ ταῦτα τοίνυν τάς τε οὖσας συνεκρότει δυνάμεις ὁ βασιλεὺς, καὶ νεωστί ἐπὶ ταύταις ἄλλας συνέταττεν· ἔστρατολόγει δὲ καὶ ξενικόν οὐκ ὀλίγον, καὶ τοῦτο ἐκ τοῦ γένους μάλιστα τῶν Λατίνων καὶ ἀπ᾿ αὐτῶν δὴ τῶν παριστριων Σκυθῶν. Καὶ δὴ ἐς μυριάδας τὸ οἰκεῖον ἀριθμήσας " στράτευμα ὡς ἀφανίσων ἐπῇει τὸ Περσικὸν καὶ αὐτ DE MANUELE COMNENO LIB. VI. ad petenda necessaria egressu obvios quosque oc- cidebant. Id incommodum imperator facile avertit ; nam certo tempore ad quærendum commeatum præfinito datoque tuba signo, primus vallo relicto dux erat eorum qui necessaria conquirebant; ao minime ab eis recedens, aliquando vesperi el cre- pusculo demum in castra revertebatur. Quam rem Perse moleste ferentes, et in bellum intenti, fru- ctus et casas incendebant, ne hostibus cibaria suppeterent. Accidit autem aliquando ut imperatori cibum capturo, et malum Persicum cal- tello purganti nuntiaretur Persas in frumentatores fecisse impetum. Quare pomo abjecto, et armis propere sumplis, quo conscenso egreditur. Eo viso Barbari, qui phalangis instar constiterant, paulo post acie dissoluta fugaque simulata, subito B conversi eos qui persequebantur cædebant. Solent enim subinde calcaribus equos pungere ; qui cum impetu feruatur, sagittas a tergo emittunt ; muta- taque subito pugnæ facie, qui fugiebat fugat et in- sequentem interimit. Durylmo instaurato, et quæ ad ejus defensionem pertinerent, rebus omnibus instructo, discessit ; et Sublco quoque instaurato et munito, cæterisque rebus qnam optime ordina- lis, in urbem imperatricem rediit. C Nec multo post renovatis simultatibus, uterque cum ultero expostulans, imperator sultano imme- morem et ingratum pro tantis beneficiis et auxiliis animum, quibus regnum in populares ei confir- massel, sultanus imperatori violata pacta et in dissolvenda amicitia levitatem, et pacis conditionibus temere abrogandis, et inanes magno- rum munerum pollicitationes, quæ rubricatis quidem litteris inscriberentur, sed exigua præ berentur, objiciebal. His de causis imperator el veteres copias colligebat et novas conscribebat; et auxilio peregrina haud parva accersebat, a Latinis potissimum et Scythis ad Istrum incolenti- bus; coacloque ingenti excrcitu ita se parabat, quasi Persicam gentem eversurus esset et Iconium cum ipsis mœnibus abrepturus et sultani caput D pedibus conculcaturus. Rebus ad expeditionem necessariis præparatis magnum templum divinæ et PATROL. GR. CXXXIX.
καθ’ ἣν δὲ ἡμέραν τῶν ἐπισφαλῶν ἐκείνων ἐπέβαινε τρίβων ἀνήρ τις προσελθὼν αὐτῷ δίγλωττος, τὸ γένος Ῥωμαῖος, τοὐπίκλην Μαυρόπουλος, δόξαι οἱ ἔφατο κατ’ ὄναρ τὸν ἐκ τοῦ Κύρου παρώνυμον ναὸν εἰσελθεῖν, ἐν δὲ τῷ ἱλεοῦσθαί οἱ τὴν εἰκόνα τῆς θεομήτορος φωνὴν ἐξικνουμένην ἐκεῖθεν ἐνωτισθῆναι λέγουσαν ὡς ἀρτίως ἐν μεγίστοις μάλιστα κινδύνοις ὁ βασιλεύς, καὶ τίς ἀπελεύσεταί μοι τούτῳ συνέριθος; εἰρηκότος δέ τινος ἀοράτως ἀπελθέτω ὁ Γεώργιος νωθὴς οὗτος εἰπεῖν, κἀκείνου δὲ πάλιν ἐπενεγκόντος ἀπίτω ὁ Θεόδωρος καὶ πρὸς τοῦτον ἀπανήνασθαι καὶ τέλος μετὰ περιαλγείας φθέγξασθαι ὡς οὐδεὶς προφθάσει τὸ φυόμενον κακόν. καὶ ταῦτα μὲν οὕτω. Μετὰ δὲ τὸ ὑποκαταβῆναι τὰς δυσχωρίας ἐνέκειντο καὶ πάλιν οἱ Πέρσαι Ῥωμαίοις ἐκ τῶν ὄπισθεν ἐπιφαινόμενοι· μεταμέλῳ γὰρ ἐλέγετο πληγῆναι τὸν Πέρσην, ὅτι τὸ ἐν χερσὶ παρῆκε θήραμα, κἀντεῦθεν ἐνδοῦναι τοῖς οἰκείοις ἐκεῖνα ἐπιοῦσιν ἐνδείκνυσθαι, ὅσα καὶ πρὸ τῶν σπονδῶν ἐξῆν διαπράττεσθαι. οὐ πανσυδὶ δὲ καὶ ὡς ἡνίκα τὰ δυςέμβολα χωρία Ῥωμαῖοι διήρχοντο, οἱ Τοῦρκοι παρείποντο, ἀλλὰ κατὰ διαλειπούσας συμμορίας ἐπηκολούθουν·
ρεθηξε τὸ βάρβαρον εἰς πόλεμον ἐντεῦθεν, ὅτε καὶ Α τὴν βασιλέως ἐς τὸ Δορύλαιον ἄφιξιν ἀγνοεῖν πλατ τόμενος, διαπρεσβευσάμενος τὴν αἰτίαν ἐπυνθάνετο καὶ παρητεῖτο αὐτὸν ἐκεῖθεν ἀπαναστεῦσαι. Ὁ δὲ κέρτομόν τι καὶ σεσηρὸς ἐνορῶν οἷς τὰ τοῦ σουλτά νου γράμματα διεξῄει, ἐν μέρει δὴ οὐ τοῦ τυχόντος ἐτίθετο θαύματος ὅπως τὸν μέχρι και Δορυλαίου δρόμον ἐκείνου Αγνόησε καὶ τὴν αἰτίαν πλάττεται μὴ εἰδέναι. Ἐπεὶ δὲ καὶ τὴν πόλιν ἀνοικοδομεῖν ἐπεβάλετο, νωτοφορεῖν τοὺς λίθους ἀρξάμενον οὕτω καὶ τοὺς ἄλλους ἠῤῥένωσεν ὡς ἀπτέρῳ τάχει τὸ τεῖχος ἀνεγερθῆναι καὶ προσεπιβληθῆναι οἱ χαρά- κωμα ἔξωθεν καὶ ἀνορυχθῆναι φρεάτια ἔσωθεν εἰς πλείονας ὑδάτων ἀντλήσεις. Ἐν δεινῷ δὲ οἱ Πέρσαι τιθέμενοι εἴπερ τῶν Δορυλαίου πεδίων ἀπανασταῖεν, ἐν οἷς ἐθέριζε τὰ τούτων αιπόλια και βουκόλια πόαις ἐνσκιρτώντα ταῖς λειμωνίτισι, καὶ δομηθήσεται πόλις καὶ φρουρός εγκαθεσθείη φάλαγξ Ρωμαϊκή. ὅλεις ηνίαις κατὰ Ῥωμαίων ἐφέροντο, καὶ τὰς ἐπὶ σιτισμὸν ἐξόδους ἐκείνων τηροῦντες τὴν ξυλευσιν ἀνεῖργον καὶ ἀνήρουν τοὺς ἐν χερσίν. Ο βασιλεύς δὲ τὸ δεινὸν τοῦτο ῥᾳόνως ιάσατο· τακτὸν γὰρ ὁρία σας καιρὸν τοῖς ἐπὶ συλλογὴν ἐξιοῦσι τῶν ἀναγκαίων, αὐτὸς προσημαίνων τῇ σάλπιγγι πρῶτος τοῦ Χάρα κος ἀπανίστατο καὶ ἡγεῖτο τῆς ἐξόδου. Οὐκοῦν οὐδὲ πρὸς βραχὺ τῶν τὰ ἐπιτήδεια διφώντων μεθιστάμενος ἐνίοτε περὶ βουλυτὸν ἢ καὶ βαθεῖαν ἐσπεραν ἐπανέλυεν εἰς τὸ στρατόπεδον. Πέρσαις δ᾽ ἔμελε μὲν καὶ πολέμων πρὸς ταῦτα, καὶ συνεχῶς ἐκονίζοντα· παρεδίδοσαν δὲ καὶ πυρὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὰς σκηνὰς ἐνεπίμπρων, ὅπως μὴ εύποροῖεν 'Ρωμαῖοι δι' ὧν τραφήσονται. Οτὲ δὲ πρὸς ἑστίασιν τραπομένου τοῦ βασιλέως μῆλόν τε Περσικόν μαχαιρίῳ ἀπολε πίζοντος ἐπιδρομή τις ἀπήγγελτο Περσικὴ κατὰ τῶν τὰ βιώσιμα συλλεγόντων, καὶ ρίψας τὴν ὀπώραν αὐτίκα καὶ τὸν ἀκινάκην περιζωσάμενος καὶ περιοὺς τὸν θώρακα καὶ τὸν ἵππον ἀναβὰς ἐξώρμησε. Καὶ οἱ Βάρβαροι κατὰ φάλαγγας ἵσταςθα σχηματιζόμενοι μετ' οὐ πολὺ τούτου ἐποφθέντος τὴν τάξιν ἔλυον, εἶτ᾽ ἀποδιδράσκειν πλαττόμενοι τοὺς ἐπιόντας ἔπληττον πάλιν ὑποστρεφόμενοι καὶ τὸν τῆς τροπῆς καιρὸν εἰς τὸ βάλλειν τὸ ἐπικείμενον καὶ καταβάλλειν διατιθέμενοι. Ιππος γὰρ συχνά κεντρίζεται παρὰ Πέρσαις· ὁ δὲ κόπτων θαμὰ τὸ δάπεδον ραγδαίως φέρεται, καὶ ὁ Πέρσης τὸ βέλος ἔχων ἐν ταῖν χεροῖν ὀπίσω τοῦτο ἀφίησι, καὶ τὸν ὀρμῶντα φθάσας αὐτὸς ἀνῄρηκε, καὶ τὸν ἤδη καταληψόμενον κατέλαβεν, αίφνης μεταμειφθεὶς ὁ διωκόμενος εἰς διώκοντα. Ἐπεὶ δὲ ἀνεπόλισε τὸ Δορύλαιον καὶ τὰ εἰς φυλακὴν τούτου τελείως ἀπηκριβώσατο, ἐκ τῶν ἐκεῖσε μερῶν ἀπανίσταται, εἰς δὲ τὸ Σούβλεον ὡς εἶχε παραγενόμενος ἀνήγειρέ τε κἀκεῖνο καὶ φρουρᾶς μετέδωκε. Καὶ τὰ λοιπὰ, ὡς ᾤετο, ἀρίστως διαπραξάμενος εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν ὑπέστρεψεν. Αλλ᾽ οὔπω χρόνος συχνὸς, καὶ αὖθις κατ' ἀλλή λων τὰς γνώμας ἐφλέγμαινον. Τῷ τοι καὶ ἀλλήλοις ἀντενεκάλουν τε καὶ προσῆπτον, βασιλεὺς μὲν τὸ πρὸς τὸν εὐεργέτην ἀχάριστον καὶ τὸ ἀμνημον τῶν προηγησαμένων εὐποιιῶν καὶ τῆς εἰς τὸ ἄρχειν τῶν ὁμοφύλων ἐκείνῳ παντοίας συνάρσεως, ὁ δὲ σουλτὰν τὸ πρόχειρον εἰς παρασπόνδησιν, καὶ τὸ φιλίας εὐ κόλως ἀποπηδαν καὶ συγχέειν ἐκ τοῦ παραυτίκα τοὺς ὑπὲρ εἰρήνης τεθέντας θεσμούς, καὶ τὸ πλεί- σταις μὲν ἐκεῖνον ἐπαίρειν φιλοδωριῶν ὑποσχέσεσι καὶ βασιλικαῖς ὑποσημαίνειν ταύτας γραφαῖς καὶ βαφαῖς, ὀλίγα δὲ χορηγεῖν. Διὰ ταῦτα τοίνυν τάς τε οὖσας συνεκρότει δυνάμεις ὁ βασιλεὺς, καὶ νεωστί ἐπὶ ταύταις ἄλλας συνέταττεν· ἔστρατολόγει δὲ καὶ ξενικόν οὐκ ὀλίγον, καὶ τοῦτο ἐκ τοῦ γένους μάλιστα τῶν Λατίνων καὶ ἀπ᾿ αὐτῶν δὴ τῶν παριστριων Σκυθῶν. Καὶ δὴ ἐς μυριάδας τὸ οἰκεῖον ἀριθμήσας " στράτευμα ὡς ἀφανίσων ἐπῇει τὸ Περσικὸν καὶ αὐτ DE MANUELE COMNENO LIB. VI. ad petenda necessaria egressu obvios quosque oc- cidebant. Id incommodum imperator facile avertit ; nam certo tempore ad quærendum commeatum præfinito datoque tuba signo, primus vallo relicto dux erat eorum qui necessaria conquirebant; ao minime ab eis recedens, aliquando vesperi el cre- pusculo demum in castra revertebatur. Quam rem Perse moleste ferentes, et in bellum intenti, fru- ctus et casas incendebant, ne hostibus cibaria suppeterent. Accidit autem aliquando ut imperatori cibum capturo, et malum Persicum cal- tello purganti nuntiaretur Persas in frumentatores fecisse impetum. Quare pomo abjecto, et armis propere sumplis, quo conscenso egreditur. Eo viso Barbari, qui phalangis instar constiterant, paulo post acie dissoluta fugaque simulata, subito B conversi eos qui persequebantur cædebant. Solent enim subinde calcaribus equos pungere ; qui cum impetu feruatur, sagittas a tergo emittunt ; muta- taque subito pugnæ facie, qui fugiebat fugat et in- sequentem interimit. Durylmo instaurato, et quæ ad ejus defensionem pertinerent, rebus omnibus instructo, discessit ; et Sublco quoque instaurato et munito, cæterisque rebus qnam optime ordina- lis, in urbem imperatricem rediit. C Nec multo post renovatis simultatibus, uterque cum ultero expostulans, imperator sultano imme- morem et ingratum pro tantis beneficiis et auxiliis animum, quibus regnum in populares ei confir- massel, sultanus imperatori violata pacta et in dissolvenda amicitia levitatem, et pacis conditionibus temere abrogandis, et inanes magno- rum munerum pollicitationes, quæ rubricatis quidem litteris inscriberentur, sed exigua præ berentur, objiciebal. His de causis imperator el veteres copias colligebat et novas conscribebat; et auxilio peregrina haud parva accersebat, a Latinis potissimum et Scythis ad Istrum incolenti- bus; coacloque ingenti excrcitu ita se parabat, quasi Persicam gentem eversurus esset et Iconium cum ipsis mœnibus abrepturus et sultani caput D pedibus conculcaturus. Rebus ad expeditionem necessariis præparatis magnum templum divinæ et PATROL. GR. CXXXIX.
οἱ γὰρ κράτιστοι καὶ πλεῖστοι ταῖς τῶν σκύλων ὠφελείαις ἔμφορτοι γενόμενοι τῆς οἴκαδε φερούσης ἥψαντο. πλὴν καὶ οἱ παρεπόμενοι ἐκεῖνοι πολλοὺς διέφθειρον, καὶ τούτους μάλιστα, ὁπόσοι τραυματίαι τε καὶ ἀπόμαχοι, καίπερ τοῦ βασιλέως τοὺς πολεμικοὺς τῶν ἡγεμόνων καὶ δραστηρίους οὐραγεῖν ἐπιτάξαντος. Ὡς δὲ κατὰ τὰς Χώνας παρεγένοντο, ἄσμενοι ἐκεῖσε τὸ γόνυ ἔκαμψαν, ὡς οὐκέτι τοὺς πολεμίους ὀψόμενοι. βασιλεῖ δὲ καὶ τούτου ἐμέλησεν, ἑκάστῳ καχεκτοῦντι στατῆρα διαδοῦναι ἀργύρεον νοσοκομίας ἐφόδιον πρόσκαιρον. καταβὰς δὲ εἰς Φιλαδέλφειαν ἡμέρας τινὰς ἐκεῖσε διέτριψε τὴν τοῦ σώματος διάθεσιν ἀνακτώμενος καθῃρημένην οἷς ἐπεπόνθει κατὰ τὸν πόλεμον.
ρεθηξε τὸ βάρβαρον εἰς πόλεμον ἐντεῦθεν, ὅτε καὶ Α τὴν βασιλέως ἐς τὸ Δορύλαιον ἄφιξιν ἀγνοεῖν πλατ τόμενος, διαπρεσβευσάμενος τὴν αἰτίαν ἐπυνθάνετο καὶ παρητεῖτο αὐτὸν ἐκεῖθεν ἀπαναστεῦσαι. Ὁ δὲ κέρτομόν τι καὶ σεσηρὸς ἐνορῶν οἷς τὰ τοῦ σουλτά νου γράμματα διεξῄει, ἐν μέρει δὴ οὐ τοῦ τυχόντος ἐτίθετο θαύματος ὅπως τὸν μέχρι και Δορυλαίου δρόμον ἐκείνου Αγνόησε καὶ τὴν αἰτίαν πλάττεται μὴ εἰδέναι. Ἐπεὶ δὲ καὶ τὴν πόλιν ἀνοικοδομεῖν ἐπεβάλετο, νωτοφορεῖν τοὺς λίθους ἀρξάμενον οὕτω καὶ τοὺς ἄλλους ἠῤῥένωσεν ὡς ἀπτέρῳ τάχει τὸ τεῖχος ἀνεγερθῆναι καὶ προσεπιβληθῆναι οἱ χαρά- κωμα ἔξωθεν καὶ ἀνορυχθῆναι φρεάτια ἔσωθεν εἰς πλείονας ὑδάτων ἀντλήσεις. Ἐν δεινῷ δὲ οἱ Πέρσαι τιθέμενοι εἴπερ τῶν Δορυλαίου πεδίων ἀπανασταῖεν, ἐν οἷς ἐθέριζε τὰ τούτων αιπόλια και βουκόλια πόαις ἐνσκιρτώντα ταῖς λειμωνίτισι, καὶ δομηθήσεται πόλις καὶ φρουρός εγκαθεσθείη φάλαγξ Ρωμαϊκή. ὅλεις ηνίαις κατὰ Ῥωμαίων ἐφέροντο, καὶ τὰς ἐπὶ σιτισμὸν ἐξόδους ἐκείνων τηροῦντες τὴν ξυλευσιν ἀνεῖργον καὶ ἀνήρουν τοὺς ἐν χερσίν. Ο βασιλεύς δὲ τὸ δεινὸν τοῦτο ῥᾳόνως ιάσατο· τακτὸν γὰρ ὁρία σας καιρὸν τοῖς ἐπὶ συλλογὴν ἐξιοῦσι τῶν ἀναγκαίων, αὐτὸς προσημαίνων τῇ σάλπιγγι πρῶτος τοῦ Χάρα κος ἀπανίστατο καὶ ἡγεῖτο τῆς ἐξόδου. Οὐκοῦν οὐδὲ πρὸς βραχὺ τῶν τὰ ἐπιτήδεια διφώντων μεθιστάμενος ἐνίοτε περὶ βουλυτὸν ἢ καὶ βαθεῖαν ἐσπεραν ἐπανέλυεν εἰς τὸ στρατόπεδον. Πέρσαις δ᾽ ἔμελε μὲν καὶ πολέμων πρὸς ταῦτα, καὶ συνεχῶς ἐκονίζοντα· παρεδίδοσαν δὲ καὶ πυρὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὰς σκηνὰς ἐνεπίμπρων, ὅπως μὴ εύποροῖεν 'Ρωμαῖοι δι' ὧν τραφήσονται. Οτὲ δὲ πρὸς ἑστίασιν τραπομένου τοῦ βασιλέως μῆλόν τε Περσικόν μαχαιρίῳ ἀπολε πίζοντος ἐπιδρομή τις ἀπήγγελτο Περσικὴ κατὰ τῶν τὰ βιώσιμα συλλεγόντων, καὶ ρίψας τὴν ὀπώραν αὐτίκα καὶ τὸν ἀκινάκην περιζωσάμενος καὶ περιοὺς τὸν θώρακα καὶ τὸν ἵππον ἀναβὰς ἐξώρμησε. Καὶ οἱ Βάρβαροι κατὰ φάλαγγας ἵσταςθα σχηματιζόμενοι μετ' οὐ πολὺ τούτου ἐποφθέντος τὴν τάξιν ἔλυον, εἶτ᾽ ἀποδιδράσκειν πλαττόμενοι τοὺς ἐπιόντας ἔπληττον πάλιν ὑποστρεφόμενοι καὶ τὸν τῆς τροπῆς καιρὸν εἰς τὸ βάλλειν τὸ ἐπικείμενον καὶ καταβάλλειν διατιθέμενοι. Ιππος γὰρ συχνά κεντρίζεται παρὰ Πέρσαις· ὁ δὲ κόπτων θαμὰ τὸ δάπεδον ραγδαίως φέρεται, καὶ ὁ Πέρσης τὸ βέλος ἔχων ἐν ταῖν χεροῖν ὀπίσω τοῦτο ἀφίησι, καὶ τὸν ὀρμῶντα φθάσας αὐτὸς ἀνῄρηκε, καὶ τὸν ἤδη καταληψόμενον κατέλαβεν, αίφνης μεταμειφθεὶς ὁ διωκόμενος εἰς διώκοντα. Ἐπεὶ δὲ ἀνεπόλισε τὸ Δορύλαιον καὶ τὰ εἰς φυλακὴν τούτου τελείως ἀπηκριβώσατο, ἐκ τῶν ἐκεῖσε μερῶν ἀπανίσταται, εἰς δὲ τὸ Σούβλεον ὡς εἶχε παραγενόμενος ἀνήγειρέ τε κἀκεῖνο καὶ φρουρᾶς μετέδωκε. Καὶ τὰ λοιπὰ, ὡς ᾤετο, ἀρίστως διαπραξάμενος εἰς τὴν βασιλίδα πόλιν ὑπέστρεψεν. Αλλ᾽ οὔπω χρόνος συχνὸς, καὶ αὖθις κατ' ἀλλή λων τὰς γνώμας ἐφλέγμαινον. Τῷ τοι καὶ ἀλλήλοις ἀντενεκάλουν τε καὶ προσῆπτον, βασιλεὺς μὲν τὸ πρὸς τὸν εὐεργέτην ἀχάριστον καὶ τὸ ἀμνημον τῶν προηγησαμένων εὐποιιῶν καὶ τῆς εἰς τὸ ἄρχειν τῶν ὁμοφύλων ἐκείνῳ παντοίας συνάρσεως, ὁ δὲ σουλτὰν τὸ πρόχειρον εἰς παρασπόνδησιν, καὶ τὸ φιλίας εὐ κόλως ἀποπηδαν καὶ συγχέειν ἐκ τοῦ παραυτίκα τοὺς ὑπὲρ εἰρήνης τεθέντας θεσμούς, καὶ τὸ πλεί- σταις μὲν ἐκεῖνον ἐπαίρειν φιλοδωριῶν ὑποσχέσεσι καὶ βασιλικαῖς ὑποσημαίνειν ταύτας γραφαῖς καὶ βαφαῖς, ὀλίγα δὲ χορηγεῖν. Διὰ ταῦτα τοίνυν τάς τε οὖσας συνεκρότει δυνάμεις ὁ βασιλεὺς, καὶ νεωστί ἐπὶ ταύταις ἄλλας συνέταττεν· ἔστρατολόγει δὲ καὶ ξενικόν οὐκ ὀλίγον, καὶ τοῦτο ἐκ τοῦ γένους μάλιστα τῶν Λατίνων καὶ ἀπ᾿ αὐτῶν δὴ τῶν παριστριων Σκυθῶν. Καὶ δὴ ἐς μυριάδας τὸ οἰκεῖον ἀριθμήσας " στράτευμα ὡς ἀφανίσων ἐπῇει τὸ Περσικὸν καὶ αὐτ DE MANUELE COMNENO LIB. VI. ad petenda necessaria egressu obvios quosque oc- cidebant. Id incommodum imperator facile avertit ; nam certo tempore ad quærendum commeatum præfinito datoque tuba signo, primus vallo relicto dux erat eorum qui necessaria conquirebant; ao minime ab eis recedens, aliquando vesperi el cre- pusculo demum in castra revertebatur. Quam rem Perse moleste ferentes, et in bellum intenti, fru- ctus et casas incendebant, ne hostibus cibaria suppeterent. Accidit autem aliquando ut imperatori cibum capturo, et malum Persicum cal- tello purganti nuntiaretur Persas in frumentatores fecisse impetum. Quare pomo abjecto, et armis propere sumplis, quo conscenso egreditur. Eo viso Barbari, qui phalangis instar constiterant, paulo post acie dissoluta fugaque simulata, subito B conversi eos qui persequebantur cædebant. Solent enim subinde calcaribus equos pungere ; qui cum impetu feruatur, sagittas a tergo emittunt ; muta- taque subito pugnæ facie, qui fugiebat fugat et in- sequentem interimit. Durylmo instaurato, et quæ ad ejus defensionem pertinerent, rebus omnibus instructo, discessit ; et Sublco quoque instaurato et munito, cæterisque rebus qnam optime ordina- lis, in urbem imperatricem rediit. C Nec multo post renovatis simultatibus, uterque cum ultero expostulans, imperator sultano imme- morem et ingratum pro tantis beneficiis et auxiliis animum, quibus regnum in populares ei confir- massel, sultanus imperatori violata pacta et in dissolvenda amicitia levitatem, et pacis conditionibus temere abrogandis, et inanes magno- rum munerum pollicitationes, quæ rubricatis quidem litteris inscriberentur, sed exigua præ berentur, objiciebal. His de causis imperator el veteres copias colligebat et novas conscribebat; et auxilio peregrina haud parva accersebat, a Latinis potissimum et Scythis ad Istrum incolenti- bus; coacloque ingenti excrcitu ita se parabat, quasi Persicam gentem eversurus esset et Iconium cum ipsis mœnibus abrepturus et sultani caput D pedibus conculcaturus. Rebus ad expeditionem necessariis præparatis magnum templum divinæ et PATROL. GR. CXXXIX.
Chronologia Nicetæ
PG 139:523Προεκπέμψας δ’ ἀγγέλους τὰ συμβεβηκότα ταῦτα τοῖς Κωνσταντινουπολίταις παρίστα, νῦν μὲν ταὐτοπαθῆ πως ἑαυτὸν Ῥωμανῷ τῷ Διογένει κατονομάζων, ἐπεὶ καὶ οὗτος ὁ βασιλεὺς κατὰ τῶν Τούρκων ἐξενεγκών ποτε πόλεμον τό τε πολὺ τῆς στρατιᾶς ἀπεβάλετο καὶ αὐτὸς συλληφθεὶς ἀπήχθη αἰχμάλωτος, νῦν δὲ τὰς μετὰ τοῦ σουλτὰν σπονδὰς ὑπεξαίρων καὶ κάτωθεν τῆς ἑαυτοῦ σημαίας μεγαλορρημονῶν αὐτὰς περατῶσαι, ἀνέμῳ ἀναπεπταμένης καὶ πρὸς τὸ τῶν ἀντιπάλων ἀφορώσης μέτωπον ὡς φόβον ἐμπίπτειν καὶ τρόμον αὐτοῖς. Οὐ μὴν ἀλλὰ τὸ μὲν Σούβλεον ἐπιπαριὼν κατὰ τὸ σουλτὰν δοκοῦν αὐτὸς καθαιρεῖ, τὸ δέ γε Δορύλεον οὐδαμοῦ. ὅθεν στείλας ὁ σουλτὰν πρεσβείαν τῶν τε συνθηκῶν αὐτὸν ἀνεμίμνησκε καὶ θαυμάζειν ἔλεγεν, ὅπως μὴ ἐς δεῦρο καθῄρηται τὸ Δορύλεον. ὁ δὲ ὀλίγα τοῖς κατ’ ἀνάγκην γενομένοις τὸν νοῦν προσέχειν εἰπὼν κατεδαφίσαι δὴ τὸ Δορύλεον οὐδ’ ἄκροις ὠσὶ παρεδέχετο, ἐκεῖνο ἀτεχνῶς τῶν τῆς Πυθίας πρὸς τὸν Ἐπικυδίδην ἐπῶν ἀποτεμόμενος καὶ αἰνέσας ὄμνυ, ἐπεὶ θάνατός γε καὶ εὔορκον ἄνδρα μένει, τὰ δὲ ἐφεξῆς, ἅ φασιν οὕτω, παρεπισχών, ἀλλ’ ὅρκου πάϊς ἐστὶν ἀνώνυμος·
Α τοῖς ἀναρπάσων τείχεσι τὸ Ικόνιον, καὶ τὸν σουλτά νον ληψόμενος ὑποχείριον, καὶ κατὰ τοῦ τραχήλου τοῦτον πατήσων ἐν τῷ ὑποθεῖναι δίκην θρανίδος ταῖς βάσεσιν ἑαυτοῦ. Ἀμέλει τοι τὰ πρὸς τὴν ἔξοδον ἑτοιμασάμενος εἴσεισι τὸν μέγαν νεών ὃς ἀπὸ τῆς θείας καὶ ἀῤῥητου Σοφίας ὠνόμασται, καὶ τὸ θεῖον ἐπικαλεῖται συνέριθον, καὶ τὴν νίκην αἰτεῖται μὲν ἐκεῖθεν, οὐ δέχεται δὲ, ὡς τὸ τοῦ πολέμου πέρας ὑπέφηνε, μετατεθεῖσαν πρὸς τὸ ἀντίπαλον ἀνεφί κτοις ἡμῖν θεϊκοῖς κρίμασιν. Απάρας οὖν τῆς βασι λίδος τῶν πόλεων, Φρυγίαν τε καὶ Αποδίκειαν διελ- θὼν ἀφικνεῖται ἐς Χώνας, πόλιν εὐδαίμονα καὶ μέσ γάλην, πάλαι τὰς Κολασσας (1), τὴν ἐμοῦ τοῦ συγγραφέως πατρίδα. Καὶ τὸν ἀρχαγγελικὸν ναὸν εἰσιών, μεγέθει μέγιστον καὶ κάλλει κάλλιστον όντα καὶ θαυμασίας χειρός ἅπαντα ἔργον, ἐκεῖθεν ἐξε λάσας εἰς Λάμπιν ἵκετο καὶ μόλιν Κελαινάς, ἔνθα τοῦ Μαιάνδρου εἰσὶν αἱ ἐκδόσεις καὶ ὁ Μαρσύας βεῖ ποταμὸς ἐμβάλλων εἰς Μαίανδρον, καὶ ὁ ᾿Απόλλων ἐκδεῖραι Μαρσύαν ἐκεῖ που λέγεται καθάπερ μύωπι ο!στρηθέντα βιαίῳ καὶ περὶ τῆς ἀοιδῆς ἐρίζειν ἀρ ξάμενον πρὸς 'Απόλλωνα. Κἀκεῖθεν εἰς τὸ Χώμα ἐλθὼν τῷ Μυριοκεφάλῳ ἐφίσταται. Φρούριον δὲ τοῦτο παλαιὸν καὶ ἀοίκητον, προκληθὲν, οἶμαι, ὃ ἐγένετο, ἢ γεγονὸς δ προεκλήθη· περὶ γὰρ αὐτὸ πολλάκις μυρίαις κεφαλαῖς Ῥωμαίων ἐβλήθη θέ νατος, ὡς λέξων ἔρχομαι. 'Αεὶ δὲ σὺν κόσμῳ καὶ τάξει τοὺς σταθμοὺς ὁ βασιλεὺς ἐτίθετο, βάλλων χάρακας καὶ τὰς ἀπάρσεις σὺν λόγῳ ποιούμενος καὶ μεθόδοις στρατηγικαῖς χρώμενος, εἰ καὶ τὴν πορείαν εἶχε σχολαίαν διὰ τὰ τὰς μηχανὰς ἀνέχοντα ὑποζύγια καὶ τοὺς ἐπὶ τούτοις τεταγμένους, πολλοὺς ὄντας καὶ ἀπομάχους πάντας. ᾿Αλλὰ καὶ οἱ Πέρσαι παραφαινόμενοι δι' ἀκροβολισμῶν ἐπέκειντο, καὶ προϊππεύοντες τὴν πόας ἔκειρον τὴν ἐνόδιον, ὡς μὴ εἶεν τοῖς Ῥωμαίων ἵπποις χιλοί, καὶ τὰ ὕδατα ἠχρείουν, ὡς μὴ καθαροῦ σπῷεν Ῥωμαῖοι ὕδατος. Αὐτοὶ μέντοι Ῥωμαῖοι κοιλιακῷ συνισχόμενοι νοσήματι κακῶς ἔπασχον, καὶ ἦν νοσηλεία αὕτη ἐπιβοσκομένη μάλα τὸ στράτευμα. Β΄. Ἐπὶ δὲ τούτοις ἐμέλησε μὲν τῷ σουλτάνῳ καὶ τοῦ πολέμου, καὶ ξυμμαχικὸν συνεπορίσατο ἱκανὸν ἀπό τε τῆς μέσης τῶν ποταμῶν καὶ τῶν ἄνω συμφύλων βαρβάρων διαπρεσβευσάμενος δὲ καὶ εἰς βασιλέα τάς πρὸς εἰρήνην συνθήκας ᾐτεῖτο, καὶ τῶν ἐκείνῳ βουλητέων, ὁποῖα ἂν καὶ ὦσιν, ἐπένευε τὴν περάτωσιν. "Απαντες τοίνυν ὅσοι πολέμων οὐκ ἀμελέτητοι, καὶ μάλιστα δὴ τῶν Περσικῶν, καὶ χρόνῳ προήκοντες, ἐξελ:πάρουν τὸν Μανουὴλ ἀρ πάσαι τὴν τοῦ Πέρσου πρεσβείαν καὶ μὴ τῷ κύβω τοῦ πολέμου τὰς ἐλπίδας ὅλας ἀποχαρίζεσθαι, ἀφος ρῶντα μὲν καὶ πρὸς τὸ τοῦ ἀγῶνος μέγιστον καὶ τὰ μὴ βάσιμα ῥᾳδίως τῶν τόπων, ὦ οἱ ἀντίπαλοι προλο- χίσουσιν, ὑποβλεπόμενον δὲ οὐχ ἧττον καὶ τὴν τῶν Τούρκων ακμαιοτάτην πᾶσαν καὶ εὔΐππον δύναμιν, μὴ παρατρέχοντα δὲ καὶ τὴν νόσον ἢ πιέζει τὸ στράτευμα. Ὁ δὲ τοῖς παρά τῶν πρεσβυτέρων λε γομένοις μηδ' όλως προσοχών, τὴν δ᾽ ἀκοὴν ὅλην ἀναπετάσας τοῖς ἐξ αἵματος αὐτῷ προσήκουσι, καὶ τούτων μάλιστα ὁπόσοι σάλπιγγος ἐνυπλίου ἦσαν ἀπεριήχητοι καὶ τὴν κόμην ἀγλαοὶ καὶ φαιδροι τά NICETE CHONIATÆ ineftabilis Sapientim ingressus numinis opem im- plorat el victoriam oral ille quidem, sed non ; impetrat, ut belli eventus docuit, Porsis judicio Dei nobis inexplicabili concessam. Urbe digressus per Phrygiam et Laodiceam Chonas, olim Palassas, urbem magnam et beatum,patriam meam,pervenit ; et ædem Archangeli magnitudine, pulchritudine et mirabili artificio insignem ingressus, Lampia disce- dit et Celenas ingreditur, ubi Mændri fontes sunt in quem Marsyas fluvius fluit ; quo hoc Marsyam Apollo excoriasse fertur, furore quodam de canendi peritia secum certare ausum. Inde Cho- ma et Myriocephalum transit. Castellum vetus et desertum id est,cui vel nomen ex re est inditum,vel res nomen subsecuta est; nam ibi sæpe multa millia Romanorum capitum perierunt, ut dicturus sum. B Semper aulem caute instruclaque acie procedebat " et vallum communiebat, neque usquam fortunæ temeritati se committebat. Tamen ut tardius ince- deret, jumenta efliciebant, a quibus machina trahebantur, et quæ eas curabat imbellium homi- num multitudo. Cæterum Persæ subinde se osten- dentes levibus præliis Romanos lacessebant ; et gramen, qua eundem eis erat, demetebant, ul pabulum jumentis deesset; et aquas inficiebant, Unde Romani morbo cœliaco magnopere afflige- bantur et absumebantur. II. Post hæc bello sultanus intendit animum; et C magnis auxiliis ex Mesopotamia et ab aliis popula- ribus suis comparatis per legatos ab imperatore pacem petiit, iis conditionibus quas ipse præ- scriberet. Quare omnes in bellis præsertim Persicis exercitati et ætate provectiores Manueli auctores erant Persicæ legationis cupide admittendæ, neque spem omnem incertæ Martis aleæ committendi : bellum esse injens, loca ab hostibus occupata non facile transiri posse, Turcas validissimis equitum turmis florere; ad hæc luem in exercitu grassantem considerandam esse. Verum ille neglectis prorsus seniorum consiliis, cognatis vero suis cupido auditis, iisque potissimum qui classicum nunquam audierant, forma et auro gemmisque conspicui, legatos voti impotes dimisit. Cæterum sultanus cum denuo pacem petiisset, et imperator gloriatus – esset se illi fconii responsurum, in angustiis quæ Clisura Zybrize appellantur, per quas Romanis Myriocephalo digressis transeundum erat, suas phalanges abdit, ut impetum in eos prætereuntes D Hier. Wolfii notæ. quos epistola D. Pauli exstat, (1) Τις Κολασσάς. Suspicor Choniatas post appellatos esse qui olim Colossenses dicti fuere, ad
οὐδ’ ἔπι χεῖρες οὐδὲ πόδες, κραιπνὸς δὲ μετέρχεται, εἰσόκε πᾶσαν συμμάρψας ὀλέσῃ γενεὴν καὶ οἶκον ἅπαντα. ἀνδρὸς δ’ εὐόρκου γενεὴ μετόπισθεν ἀμείνων. Ὁ δέ γε Πέρσης μοῖραν ἀπόλεκτον τῆς ὅλης αὐτοῦ στρατιᾶς ἀποδιελών, εἰς χιλιάδας εἴκοσι πρὸς ταῖς τέσσαρσι μετρουμένην, καὶ στρατηγὸν αὐτῇ τὸν ἀτάπακαν ἐπιστήσας πέμπει τὰς ἄχρι θαλάττης πόλεις καὶ χώρας πορθήσοντα, φείσασθαι μηδαμῇ μηδεμιᾶς ἐπισκήψας ἀποκομίσαι τε αὐτῷ ὕδωρ θαλάττιον καὶ κώπην καὶ ψάμαθον. ὁ δὲ τὰ ἐπιτεταγμένα διδοὺς πέρατι τὰς Μαιανδρικὰς ἐπιὼν πόλεις ἐδῄου οἰκτρῶς, ἐσβολὰς ἀκηρύκτους καὶ ἐφόδους ἀπροόπτους τιθέμενος. παρεστήσατο δὲ καὶ τὰς Τράλλεις τὴν πόλιν καὶ τὴν κατὰ Φρυγίαν Ἀντιόχειαν τὰ Λοῦμά τε καὶ τὸν Πεντάχειρα καὶ ἕτερ’ ἄττα ἐρύματα κατάκρας ἑλὼν ἐσκύλευσεν. ὁδῷ δὲ προϊὼν καὶ τὰς παραθαλαττιδίους ἐλυμήνατο χώρας.
Α τοῖς ἀναρπάσων τείχεσι τὸ Ικόνιον, καὶ τὸν σουλτά νον ληψόμενος ὑποχείριον, καὶ κατὰ τοῦ τραχήλου τοῦτον πατήσων ἐν τῷ ὑποθεῖναι δίκην θρανίδος ταῖς βάσεσιν ἑαυτοῦ. Ἀμέλει τοι τὰ πρὸς τὴν ἔξοδον ἑτοιμασάμενος εἴσεισι τὸν μέγαν νεών ὃς ἀπὸ τῆς θείας καὶ ἀῤῥητου Σοφίας ὠνόμασται, καὶ τὸ θεῖον ἐπικαλεῖται συνέριθον, καὶ τὴν νίκην αἰτεῖται μὲν ἐκεῖθεν, οὐ δέχεται δὲ, ὡς τὸ τοῦ πολέμου πέρας ὑπέφηνε, μετατεθεῖσαν πρὸς τὸ ἀντίπαλον ἀνεφί κτοις ἡμῖν θεϊκοῖς κρίμασιν. Απάρας οὖν τῆς βασι λίδος τῶν πόλεων, Φρυγίαν τε καὶ Αποδίκειαν διελ- θὼν ἀφικνεῖται ἐς Χώνας, πόλιν εὐδαίμονα καὶ μέσ γάλην, πάλαι τὰς Κολασσας (1), τὴν ἐμοῦ τοῦ συγγραφέως πατρίδα. Καὶ τὸν ἀρχαγγελικὸν ναὸν εἰσιών, μεγέθει μέγιστον καὶ κάλλει κάλλιστον όντα καὶ θαυμασίας χειρός ἅπαντα ἔργον, ἐκεῖθεν ἐξε λάσας εἰς Λάμπιν ἵκετο καὶ μόλιν Κελαινάς, ἔνθα τοῦ Μαιάνδρου εἰσὶν αἱ ἐκδόσεις καὶ ὁ Μαρσύας βεῖ ποταμὸς ἐμβάλλων εἰς Μαίανδρον, καὶ ὁ ᾿Απόλλων ἐκδεῖραι Μαρσύαν ἐκεῖ που λέγεται καθάπερ μύωπι ο!στρηθέντα βιαίῳ καὶ περὶ τῆς ἀοιδῆς ἐρίζειν ἀρ ξάμενον πρὸς 'Απόλλωνα. Κἀκεῖθεν εἰς τὸ Χώμα ἐλθὼν τῷ Μυριοκεφάλῳ ἐφίσταται. Φρούριον δὲ τοῦτο παλαιὸν καὶ ἀοίκητον, προκληθὲν, οἶμαι, ὃ ἐγένετο, ἢ γεγονὸς δ προεκλήθη· περὶ γὰρ αὐτὸ πολλάκις μυρίαις κεφαλαῖς Ῥωμαίων ἐβλήθη θέ νατος, ὡς λέξων ἔρχομαι. 'Αεὶ δὲ σὺν κόσμῳ καὶ τάξει τοὺς σταθμοὺς ὁ βασιλεὺς ἐτίθετο, βάλλων χάρακας καὶ τὰς ἀπάρσεις σὺν λόγῳ ποιούμενος καὶ μεθόδοις στρατηγικαῖς χρώμενος, εἰ καὶ τὴν πορείαν εἶχε σχολαίαν διὰ τὰ τὰς μηχανὰς ἀνέχοντα ὑποζύγια καὶ τοὺς ἐπὶ τούτοις τεταγμένους, πολλοὺς ὄντας καὶ ἀπομάχους πάντας. ᾿Αλλὰ καὶ οἱ Πέρσαι παραφαινόμενοι δι' ἀκροβολισμῶν ἐπέκειντο, καὶ προϊππεύοντες τὴν πόας ἔκειρον τὴν ἐνόδιον, ὡς μὴ εἶεν τοῖς Ῥωμαίων ἵπποις χιλοί, καὶ τὰ ὕδατα ἠχρείουν, ὡς μὴ καθαροῦ σπῷεν Ῥωμαῖοι ὕδατος. Αὐτοὶ μέντοι Ῥωμαῖοι κοιλιακῷ συνισχόμενοι νοσήματι κακῶς ἔπασχον, καὶ ἦν νοσηλεία αὕτη ἐπιβοσκομένη μάλα τὸ στράτευμα. Β΄. Ἐπὶ δὲ τούτοις ἐμέλησε μὲν τῷ σουλτάνῳ καὶ τοῦ πολέμου, καὶ ξυμμαχικὸν συνεπορίσατο ἱκανὸν ἀπό τε τῆς μέσης τῶν ποταμῶν καὶ τῶν ἄνω συμφύλων βαρβάρων διαπρεσβευσάμενος δὲ καὶ εἰς βασιλέα τάς πρὸς εἰρήνην συνθήκας ᾐτεῖτο, καὶ τῶν ἐκείνῳ βουλητέων, ὁποῖα ἂν καὶ ὦσιν, ἐπένευε τὴν περάτωσιν. "Απαντες τοίνυν ὅσοι πολέμων οὐκ ἀμελέτητοι, καὶ μάλιστα δὴ τῶν Περσικῶν, καὶ χρόνῳ προήκοντες, ἐξελ:πάρουν τὸν Μανουὴλ ἀρ πάσαι τὴν τοῦ Πέρσου πρεσβείαν καὶ μὴ τῷ κύβω τοῦ πολέμου τὰς ἐλπίδας ὅλας ἀποχαρίζεσθαι, ἀφος ρῶντα μὲν καὶ πρὸς τὸ τοῦ ἀγῶνος μέγιστον καὶ τὰ μὴ βάσιμα ῥᾳδίως τῶν τόπων, ὦ οἱ ἀντίπαλοι προλο- χίσουσιν, ὑποβλεπόμενον δὲ οὐχ ἧττον καὶ τὴν τῶν Τούρκων ακμαιοτάτην πᾶσαν καὶ εὔΐππον δύναμιν, μὴ παρατρέχοντα δὲ καὶ τὴν νόσον ἢ πιέζει τὸ στράτευμα. Ὁ δὲ τοῖς παρά τῶν πρεσβυτέρων λε γομένοις μηδ' όλως προσοχών, τὴν δ᾽ ἀκοὴν ὅλην ἀναπετάσας τοῖς ἐξ αἵματος αὐτῷ προσήκουσι, καὶ τούτων μάλιστα ὁπόσοι σάλπιγγος ἐνυπλίου ἦσαν ἀπεριήχητοι καὶ τὴν κόμην ἀγλαοὶ καὶ φαιδροι τά NICETE CHONIATÆ ineftabilis Sapientim ingressus numinis opem im- plorat el victoriam oral ille quidem, sed non ; impetrat, ut belli eventus docuit, Porsis judicio Dei nobis inexplicabili concessam. Urbe digressus per Phrygiam et Laodiceam Chonas, olim Palassas, urbem magnam et beatum,patriam meam,pervenit ; et ædem Archangeli magnitudine, pulchritudine et mirabili artificio insignem ingressus, Lampia disce- dit et Celenas ingreditur, ubi Mændri fontes sunt in quem Marsyas fluvius fluit ; quo hoc Marsyam Apollo excoriasse fertur, furore quodam de canendi peritia secum certare ausum. Inde Cho- ma et Myriocephalum transit. Castellum vetus et desertum id est,cui vel nomen ex re est inditum,vel res nomen subsecuta est; nam ibi sæpe multa millia Romanorum capitum perierunt, ut dicturus sum. B Semper aulem caute instruclaque acie procedebat " et vallum communiebat, neque usquam fortunæ temeritati se committebat. Tamen ut tardius ince- deret, jumenta efliciebant, a quibus machina trahebantur, et quæ eas curabat imbellium homi- num multitudo. Cæterum Persæ subinde se osten- dentes levibus præliis Romanos lacessebant ; et gramen, qua eundem eis erat, demetebant, ul pabulum jumentis deesset; et aquas inficiebant, Unde Romani morbo cœliaco magnopere afflige- bantur et absumebantur. II. Post hæc bello sultanus intendit animum; et C magnis auxiliis ex Mesopotamia et ab aliis popula- ribus suis comparatis per legatos ab imperatore pacem petiit, iis conditionibus quas ipse præ- scriberet. Quare omnes in bellis præsertim Persicis exercitati et ætate provectiores Manueli auctores erant Persicæ legationis cupide admittendæ, neque spem omnem incertæ Martis aleæ committendi : bellum esse injens, loca ab hostibus occupata non facile transiri posse, Turcas validissimis equitum turmis florere; ad hæc luem in exercitu grassantem considerandam esse. Verum ille neglectis prorsus seniorum consiliis, cognatis vero suis cupido auditis, iisque potissimum qui classicum nunquam audierant, forma et auro gemmisque conspicui, legatos voti impotes dimisit. Cæterum sultanus cum denuo pacem petiisset, et imperator gloriatus – esset se illi fconii responsurum, in angustiis quæ Clisura Zybrize appellantur, per quas Romanis Myriocephalo digressis transeundum erat, suas phalanges abdit, ut impetum in eos prætereuntes D Hier. Wolfii notæ. quos epistola D. Pauli exstat, (1) Τις Κολασσάς. Suspicor Choniatas post appellatos esse qui olim Colossenses dicti fuere, ad
Βασιλεὺς δὲ ταῦτα ἐνωτισάμενος ἄλλαις τε πλείσταις μεθόδοις ἐχρήσατο καὶ δὴ καὶ τῷ μὴ ἐπὶ βυκάναις καὶ σάλπιγγι τῆς σκηνῆς παριέναι οὐ χρεία λέγων τοιούτων ἄρτι τινῶν, ἀλλὰ τόξων καὶ δοράτων, ἵνα τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς, οἳ (κατὰ Δαυὶδ εἰπεῖν) ἤχησαν καὶ ἦραν κεφαλάς, τῶν Ῥωμαϊκῶν ἀποπεμψώμεθα χώρων. καὶ αὐτὸς μὲν τὴν εἰς τοὺς πολεμίους ἀπᾶραι οὐδαμῶς ἐδικαίωσε, στέλλει δὲ τὸν ἀνεψιὸν Ἰωάννην τὸν Βατάτζην, τῷ δραστηρίῳ ἐν δέοντι χρώμενον, τὸν Δούκαν Κωνσταντῖνον, νεανίαν ἄρτι ὑπηνήτην καὶ κατὰ τῶν φυτῶν τὰ εὐγενῆ καρπογονεῖν πρὸ ὥρας ἐπαγγελλόμενον, ἔτι δὲ τὸν Ἀσπιέτην Μιχαήλ, πολλὰ παραινέσας αὐτοῖς σὺν εὐβουλίᾳ καὶ τάξει τὸ πραχθησόμενον ἅπαν ποιεῖν, πρὸ δὲ τούτων μὴ προσπελάσαι παντάπασι τοῖς βαρβάροις, εἰ μὴ πείρᾳ γνοῖεν ἀκριβεῖ πρότερον, ὁπόσοι εἶεν τὸ πλῆθος καὶ ὡς νικῷεν αὐτοὺς μαχεσάμενοι. Καὶ Πέρσαι μὲν πέρας τῆς ἐφόδου τὴν θάλατταν θέμενοι μετὰ πλείστης ὅτι λείας ἀνέλυον κἀκεῖνα κείροντες, οἷς κατὰ τὴν κάθοδον οὐ προςέβαλον·
Α τοῖς ἀναρπάσων τείχεσι τὸ Ικόνιον, καὶ τὸν σουλτά νον ληψόμενος ὑποχείριον, καὶ κατὰ τοῦ τραχήλου τοῦτον πατήσων ἐν τῷ ὑποθεῖναι δίκην θρανίδος ταῖς βάσεσιν ἑαυτοῦ. Ἀμέλει τοι τὰ πρὸς τὴν ἔξοδον ἑτοιμασάμενος εἴσεισι τὸν μέγαν νεών ὃς ἀπὸ τῆς θείας καὶ ἀῤῥητου Σοφίας ὠνόμασται, καὶ τὸ θεῖον ἐπικαλεῖται συνέριθον, καὶ τὴν νίκην αἰτεῖται μὲν ἐκεῖθεν, οὐ δέχεται δὲ, ὡς τὸ τοῦ πολέμου πέρας ὑπέφηνε, μετατεθεῖσαν πρὸς τὸ ἀντίπαλον ἀνεφί κτοις ἡμῖν θεϊκοῖς κρίμασιν. Απάρας οὖν τῆς βασι λίδος τῶν πόλεων, Φρυγίαν τε καὶ Αποδίκειαν διελ- θὼν ἀφικνεῖται ἐς Χώνας, πόλιν εὐδαίμονα καὶ μέσ γάλην, πάλαι τὰς Κολασσας (1), τὴν ἐμοῦ τοῦ συγγραφέως πατρίδα. Καὶ τὸν ἀρχαγγελικὸν ναὸν εἰσιών, μεγέθει μέγιστον καὶ κάλλει κάλλιστον όντα καὶ θαυμασίας χειρός ἅπαντα ἔργον, ἐκεῖθεν ἐξε λάσας εἰς Λάμπιν ἵκετο καὶ μόλιν Κελαινάς, ἔνθα τοῦ Μαιάνδρου εἰσὶν αἱ ἐκδόσεις καὶ ὁ Μαρσύας βεῖ ποταμὸς ἐμβάλλων εἰς Μαίανδρον, καὶ ὁ ᾿Απόλλων ἐκδεῖραι Μαρσύαν ἐκεῖ που λέγεται καθάπερ μύωπι ο!στρηθέντα βιαίῳ καὶ περὶ τῆς ἀοιδῆς ἐρίζειν ἀρ ξάμενον πρὸς 'Απόλλωνα. Κἀκεῖθεν εἰς τὸ Χώμα ἐλθὼν τῷ Μυριοκεφάλῳ ἐφίσταται. Φρούριον δὲ τοῦτο παλαιὸν καὶ ἀοίκητον, προκληθὲν, οἶμαι, ὃ ἐγένετο, ἢ γεγονὸς δ προεκλήθη· περὶ γὰρ αὐτὸ πολλάκις μυρίαις κεφαλαῖς Ῥωμαίων ἐβλήθη θέ νατος, ὡς λέξων ἔρχομαι. 'Αεὶ δὲ σὺν κόσμῳ καὶ τάξει τοὺς σταθμοὺς ὁ βασιλεὺς ἐτίθετο, βάλλων χάρακας καὶ τὰς ἀπάρσεις σὺν λόγῳ ποιούμενος καὶ μεθόδοις στρατηγικαῖς χρώμενος, εἰ καὶ τὴν πορείαν εἶχε σχολαίαν διὰ τὰ τὰς μηχανὰς ἀνέχοντα ὑποζύγια καὶ τοὺς ἐπὶ τούτοις τεταγμένους, πολλοὺς ὄντας καὶ ἀπομάχους πάντας. ᾿Αλλὰ καὶ οἱ Πέρσαι παραφαινόμενοι δι' ἀκροβολισμῶν ἐπέκειντο, καὶ προϊππεύοντες τὴν πόας ἔκειρον τὴν ἐνόδιον, ὡς μὴ εἶεν τοῖς Ῥωμαίων ἵπποις χιλοί, καὶ τὰ ὕδατα ἠχρείουν, ὡς μὴ καθαροῦ σπῷεν Ῥωμαῖοι ὕδατος. Αὐτοὶ μέντοι Ῥωμαῖοι κοιλιακῷ συνισχόμενοι νοσήματι κακῶς ἔπασχον, καὶ ἦν νοσηλεία αὕτη ἐπιβοσκομένη μάλα τὸ στράτευμα. Β΄. Ἐπὶ δὲ τούτοις ἐμέλησε μὲν τῷ σουλτάνῳ καὶ τοῦ πολέμου, καὶ ξυμμαχικὸν συνεπορίσατο ἱκανὸν ἀπό τε τῆς μέσης τῶν ποταμῶν καὶ τῶν ἄνω συμφύλων βαρβάρων διαπρεσβευσάμενος δὲ καὶ εἰς βασιλέα τάς πρὸς εἰρήνην συνθήκας ᾐτεῖτο, καὶ τῶν ἐκείνῳ βουλητέων, ὁποῖα ἂν καὶ ὦσιν, ἐπένευε τὴν περάτωσιν. "Απαντες τοίνυν ὅσοι πολέμων οὐκ ἀμελέτητοι, καὶ μάλιστα δὴ τῶν Περσικῶν, καὶ χρόνῳ προήκοντες, ἐξελ:πάρουν τὸν Μανουὴλ ἀρ πάσαι τὴν τοῦ Πέρσου πρεσβείαν καὶ μὴ τῷ κύβω τοῦ πολέμου τὰς ἐλπίδας ὅλας ἀποχαρίζεσθαι, ἀφος ρῶντα μὲν καὶ πρὸς τὸ τοῦ ἀγῶνος μέγιστον καὶ τὰ μὴ βάσιμα ῥᾳδίως τῶν τόπων, ὦ οἱ ἀντίπαλοι προλο- χίσουσιν, ὑποβλεπόμενον δὲ οὐχ ἧττον καὶ τὴν τῶν Τούρκων ακμαιοτάτην πᾶσαν καὶ εὔΐππον δύναμιν, μὴ παρατρέχοντα δὲ καὶ τὴν νόσον ἢ πιέζει τὸ στράτευμα. Ὁ δὲ τοῖς παρά τῶν πρεσβυτέρων λε γομένοις μηδ' όλως προσοχών, τὴν δ᾽ ἀκοὴν ὅλην ἀναπετάσας τοῖς ἐξ αἵματος αὐτῷ προσήκουσι, καὶ τούτων μάλιστα ὁπόσοι σάλπιγγος ἐνυπλίου ἦσαν ἀπεριήχητοι καὶ τὴν κόμην ἀγλαοὶ καὶ φαιδροι τά NICETE CHONIATÆ ineftabilis Sapientim ingressus numinis opem im- plorat el victoriam oral ille quidem, sed non ; impetrat, ut belli eventus docuit, Porsis judicio Dei nobis inexplicabili concessam. Urbe digressus per Phrygiam et Laodiceam Chonas, olim Palassas, urbem magnam et beatum,patriam meam,pervenit ; et ædem Archangeli magnitudine, pulchritudine et mirabili artificio insignem ingressus, Lampia disce- dit et Celenas ingreditur, ubi Mændri fontes sunt in quem Marsyas fluvius fluit ; quo hoc Marsyam Apollo excoriasse fertur, furore quodam de canendi peritia secum certare ausum. Inde Cho- ma et Myriocephalum transit. Castellum vetus et desertum id est,cui vel nomen ex re est inditum,vel res nomen subsecuta est; nam ibi sæpe multa millia Romanorum capitum perierunt, ut dicturus sum. B Semper aulem caute instruclaque acie procedebat " et vallum communiebat, neque usquam fortunæ temeritati se committebat. Tamen ut tardius ince- deret, jumenta efliciebant, a quibus machina trahebantur, et quæ eas curabat imbellium homi- num multitudo. Cæterum Persæ subinde se osten- dentes levibus præliis Romanos lacessebant ; et gramen, qua eundem eis erat, demetebant, ul pabulum jumentis deesset; et aquas inficiebant, Unde Romani morbo cœliaco magnopere afflige- bantur et absumebantur. II. Post hæc bello sultanus intendit animum; et C magnis auxiliis ex Mesopotamia et ab aliis popula- ribus suis comparatis per legatos ab imperatore pacem petiit, iis conditionibus quas ipse præ- scriberet. Quare omnes in bellis præsertim Persicis exercitati et ætate provectiores Manueli auctores erant Persicæ legationis cupide admittendæ, neque spem omnem incertæ Martis aleæ committendi : bellum esse injens, loca ab hostibus occupata non facile transiri posse, Turcas validissimis equitum turmis florere; ad hæc luem in exercitu grassantem considerandam esse. Verum ille neglectis prorsus seniorum consiliis, cognatis vero suis cupido auditis, iisque potissimum qui classicum nunquam audierant, forma et auro gemmisque conspicui, legatos voti impotes dimisit. Cæterum sultanus cum denuo pacem petiisset, et imperator gloriatus – esset se illi fconii responsurum, in angustiis quæ Clisura Zybrize appellantur, per quas Romanis Myriocephalo digressis transeundum erat, suas phalanges abdit, ut impetum in eos prætereuntes D Hier. Wolfii notæ. quos epistola D. Pauli exstat, (1) Τις Κολασσάς. Suspicor Choniatas post appellatos esse qui olim Colossenses dicti fuere, ad
PG 139:525οἱ δ’ ἀμφὶ τὸν Βατάτζην τὰς δυνάμεις ἀναλαβόντες, ὅσαις τε αὐτοὺς ὁ βασιλεὺς ἐφωδίασε καὶ ὅσαι κατὰ πάροδον ξυνελέγησαν, ἤλαυνον εὐθὺ τοῦ Ὑελίου καὶ τοῦ Λειμμόχειρος τῶν πολιχνίων, καθ’ ἃ περὶ ποταμῷ τῷ Μαιάνδρῳ πάλαι ποτὲ γέφυρα περιήγετο. ἐπεὶ δὲ οἱ σκοποί, οὓς ἄρα ὁ Βατάτζης κατέστησε κατὰ πάσας τὰς ὁποιοῦν φερούσας ὁδούς, ἀπήγγελλον τὴν τῶν Τούρκων ἀνάζευξιν καὶ ὡς οὐ πρόσω ἤδη εἰσὶν ἐφορμῶντες, εἰς δύο ἀποτμηματίσας τὴν στρατιὰν τὸ μὲν πλέον ταύτης εἰς λόχους καθίστησι κατὰ τὰς ὁδούς, ἃς τέμνειν ἤμελλε τὸ πολέμιον, τὸ δὲ λοιπὸν ἐς τὰς μετὰ τὴν παλαιὰν γέφυραν ἐκβάσεις τοῦ ποταμοῦ διασπείρας προσμένειν ἐκέλευε μερίδος τινὸς ἀπὸ τῶν Τούρκων περαίωσιν, καὶ τηνικαῦτα μηδ’ ὅλως κατορρωδεῖν, ἀλλὰ θαρραλέως προσυπαντᾶν. Καὶ ὁ μέν, ὡς ἄμεινόν οἱ ἐδέδοκτο, οὕτω δὴ τὸ οἰκεῖον διεσκεύασε στράτευμα· οἱ δὲ Τοῦρκοι ὡς εἴχοντο τοῦ διαβαίνειν, ἐξ ὑπερδεξίων βαλλόμενοι τῷ ποταμῷ ἐπωθοῦντο καὶ ἀπεπνίγοντο.
πρόσωπα και κλοιοῖς χρυσίοις καὶ περιδεραίοις Α διαφανέσιν ἐκ λίθων τηλαυγῶν καὶ μαργαρίδων τις μαλγῶν τοὺς τραχήλους περιδεόμενοι, τοὺς πρέσβεις ἀπράκτους ἀπέπεμψεν. Ὁ δὲ σουλτάνος οὐκ ἀνῆκεν αὖθις τὰ πρὸς εἰρήνην διαλεγόμενος. Ἐπεὶ δὲ ἑώρα μὴ προχωρούσας τὰς συμβάσεις ἀλλὰ καὶ βασιλέα αὐτὸν κατὰ τὸ Ικόνιον ἀποκρινείσθαί οἱ μεγαλαυ χοῦντα, προκαλαταμβάνει τὰς δυσχωρίας αἱ κλει σοῦρει τοῦ Τζυβρίτζη κατονομάζονται, ἄς καὶ ἤμελλον Ῥωμαῖοι μετὰ τὴν ἀπὸ Μυριοκεφάλου παρ ιέναι άπαρσιν, κἀκεῖσε τὰς οἰκείας παραβύει φά- λαγγας, ὡς ἀντιτάξαιντο Ρωμαίοις αὐτίκα δή παριοῦσιν. Ἔστι δὲ ὁ τόπος οὗτος ἐπιμήκης αὐλών, ἔχων ἐρῶν ὑπερβολὴς, κατὰ μὲν τὸ βόρειον κλίμα ὑποκαταβαίνων τοῦ ἀνάντους ηρέμα εἰς γήλοφα καὶ πρὸς εὐρείας κοιλαινόμενος φάραγγας, κατὰ δὲ θά- τερον μέρος εἰς προτομές προνεύων πετρῶν καὶ εἰς κρημνώδεις σύμπας ἀναστάσεις περιεῤῥωγώς. Ἐπὶ τοιαύτης οὖν μέλλων ἐλαύνειν ὁδοῦ οὐδέν τι τῷ στρατῷ συνοῖσον προμηθευσάμενος φαίνεται· οὔτε γὰρ τὸ πολὺ τῶν σκευοφόρων ἀπεσκευάσατο, ἤ γοῦν τὰς ἁμάξας ἐκποδὼν ἔθετο αἵ τὰς τειχομάχους ἔφε- ρον μηχανάς, οὔτε μὴν ἀπεπειράσατο σὺν εὐζώνῳ τάγματι ἀπώσασθαι τους Πέρσας πρότερον ἐκ τῶν ἀμφιλαφῶν ἐκείνων καὶ ὁρείων παρόδων καὶ λειᾶναι οὕτω τῷ στρατῷ τὴν δίοδον. Ἀλλ᾿ ὡς εἶχεν ἐπὶ πε- δινῶν ποιούμενος [Ρ. 117] τὴν πορείαν, οὕτω κἀπὶ τῆς τρυμαλιᾶς ἐκείνης συνθλίβεσθαι είλετο, καίπερ ἀκοῇ προειληφώς, μετὰ βραχὺ δὲ ἔχων καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοπείρως πιστουμένους τὰ ἀκουόμενα, ὡς οἱ βάρβαροι προκατειληφότες τὰς ἀκρωρείας ἐπίθωνται, καὶ ὡς πᾶσαν μὲν φαρέτραν ἐκπωματί σουσι, πᾶν δὲ βέλος ἀφήσουσιν, όπως Ῥωμαίους τροπωσάμενοι τοῦ πρόσω προβαίνειν ἐπίσχωσιν. Επῆγεν οὖν οὕτω τὰς φάλαγγας βασιλεύς· ἦν δὲ τότε μὴν ὁ σεπτέμβριος. Προηγοῦντο δὲ τοῦ στρατοῦ δ μετὰ τῶν οἰκείων τάξεων οἱ δύο υἱοὶ τοῦ Ἀγγέλου Κωνσταντίνου, ὅ τε Ιωάννης καὶ ὁ ᾿Ανδρόνικος, ὁ Μακροδούκας ἐπ' αὐτοῖς Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Λα- παρδᾶς ᾿Ανδρόνικος. Μετὰ δὲ τούτους τὸ μὲν δεξιὸν ἐπεῖχε κέρας ὁ τοῦ βασιλέως γυναικάδελφος Βαλ- δουῖνος, τὸ δ' ἀριστερὸν ὁ Μαυροζώμης Θεόδωρος. Ἐπὶ τούτοις εἶποντο τὰ σκευοφόρα καὶ τὸ οἰκετικὸν τοῦ στρατεύματος αἱ τε φέρουσαι τὰς ἑλεπόλεις ἅμαξαι, μετὰ δὲ βασιλεὺς αὐτὸς καὶ ὅσον ἐπίλεκτον, μεθ᾽ οἷς ὀπισθοφύλαξ ὢν ᾿Ανδρόνικος ὁ Κοντοστέ φανος. Ἐπεὶ δὲ ἥψαντο τῶν δυσβάτων πορειῶν, τὰ μὲν περὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ ᾿Αγγέλου καὶ τὸν Μακρο δούκαν καὶ τὸν Λαπαρδὸν τάγματα διεληλύθεισαν ἀπείρατα κακῶν· αἱ γάρ πεζικαὶ δυνάμεις προβε- βλημέναι διεσόβουν τους Βαρβάρους ἐκ τῶν γηλόφων ἀνπσειράζουσα:, ἐφ᾽ ὧν ἀπὸ τοῦ ὅρους καθηκόντων ἐπιστάντες ἐμάχοντο, κἀπὶ τὸ ἄναντες παλίμποδας ἀνεστοίβαζον. Τάχα δ' ἂν καὶ τὰ ἐφεπόμενα τούτοις στρατεύματα παρήλθοσαν ἀπαθῶς τὰς τῶν Περσῶν ἐπισυστάσεις, είπερ ἔργον ἔθεντο Ρωμαίοι συμφρά ξασθαι καὶ τοῖς προηγουμένοις συναπτῶς ἐφέπεσθαι τάγμασι, καὶ διὰ τῶν τοξοτῶν ἀνέκοπτον τῶν ἐπι- κειμένων Περσῶν τὰ ὁρμήματα. Νῦν δὲ αὐτοί τε τῆς DE MANUELE COMNENO LIB. VI. B facerent : est autem is locus oblonga convallis A D C verticibus montium assurgens, quæ ad septentrio- nem paulo declivior in colles, in patentiores vallos protenditur; ab altera vero parte altis rupium præcipitiis includitur. Per talem viam transiturus Manuel nihil providit quod exercitui expediret: neque enim impedimentorum multitudinem, aut currus qui machinas vehebant removit, neque expedita coborte Persas ex montanis illis angustiis depulit, ut exercitui viam aperiret. Sed ut in paten- tibus campis, ita etiam in faucibus illis iter fecit, quamvis ante audiisset, id quod paulo post vidit, Barbaros jugis præoccupatis omnes pharetras ex- hausturos, omne telorum genus conjecturos et nihil intentatum relicturos quo Romanos ulteriore pro- gressu prohiberent. Imperator (Septembri mense id factum est) sic processit. Angeli Constantini duo filii Joannes et Andronicus cum suis ordini- bus antecedebant. Eos Macroducas Constantinus et Lapardas Andronicus sequebantur. In dextro cornu Balduinus imperatoris sororius, in sinistro Maurozomes Theodorus curabat. Hos secuta sunt impedimenta, lix, calones, currus qui ma- chinas vehebant. Inde imperator ipse cum delecta manu. Extremum agmen clausit Andronicus Con- tostephanus. Impeditum illud iter cohortes filiorum Angeli, Macroduca et Laparum incolumes transie- runt, quod pedestres copia Barbaros e collibus, unde pugnabant, in montes repulerant. Forsitan et reliquæ legiones salva transiissent, si Romani testudinem egissent, et antegressas cohortes stre- nue consecutæ essent, et per sagittarios Persarum impetum repressissent. Sed quia eas commoditates neglexerunt, Persarum densum agmen ab editis locis in humilia et e tumulis in planitiem magna vi incubuit, et confidentius in nostros invectum perrupit aciem, et Balduini cornu in fugam verso multos vulneravit, multos occidit. Ibi Balduinus suos laborare et undique premi videns, et imbe- cillores esse quam ut Persarum phalangem perrumperent, cum aliquot equitibus in medios hostes invehitur: sed ab iis circumventus et ipse occiditur, et ejus milites omnes fortissime dimican- tes cadunt. Eo successu elati Barbari et conglobati omnes vias Romanis præcluserunt; qui ut in angustiis, inter se impliciti et alii alios impedien-- tes, adversariis adeo nocere non poterant, ut et defensoribus suis obsisterent et urgentibus hostibus facilius interirent, nec ab extremo agmine aut ipso imperatore juvari aut recedere aut ad alter utrum latus declinare possent. Nam currus, qui in medio trahebantur, nec antecedentes legiones recipere sese aut aciem commodius instruere patiebantur; et imperatoris progressum tanquam vallo objecto impediebant. Jumenta pariter et homines telis Persicis sternebantur; valles plenæ erant cadaveribus, saltus interfectis scatebant ; manabant rivi sanguinis, cruore pecudum et homi- num permisto, tanta atrocitate, quæ nullis expri-
ὁ δέ γε ἀτάπακας μετὰ τῶν ἀμφ’ αὑτὸν εὐοπλοτάτων εἰς λόχον συσπειραθεὶς καὶ συστραφεὶς ἀγχωμάλως Ῥωμαίοις συμπλέκεται, καὶ τὸ ἀντίμαχον ἐντεῦθεν κακῶσαι βουλόμενος καὶ τοῖς ὁμογενέσιν ἐκεχειρίαν διδόναι τῆς τοῦ ποταμοῦ περαιώσεως, ὡς μὴ φθάνειν ἑκάστου προθυμουμένου βραδεῖα μὲν ἡ διάβασις γίνοιτο, δεινὴ δὲ ἡ τῶν σφαλλομένων ἀπώλεια. ἐφ’ ἱκανὸν μὲν οὖν ἀντισχὼν ἐκθύμως ἐμάχετο ἀνδρείου φρονήματος καὶ χειρὸς γενναίας ἔργα δεικνύς. ὡς δὲ μάθοι καὶ κατὰ τὴν περαίαν τοῦ ποταμοῦ Ῥωμαίους ἐφεστάναι καὶ ἀναιρεῖν τὸ διαβαῖνον τοῦ Περσικοῦ στρατεύματος, κατακλᾶται τὸ πρόθυμον καὶ τοῦ ἀκμαίου ἐκείνου μεθαρμοσθεὶς λήματος τὴν σωτηρίαν ἑαυτῷ διατίθησι. καὶ δὴ τὴν προκειμένην παραλλάξας πορείαν ἀνωτέρω μεταχωρεῖ, ἀναδιφῶν ἑτέραν περαίωσιν. ὡς δὲ ἄπορος ἦν ὁ ποταμὸς παντόθεν, τοὺς διώκοντας δεδιὼς τὴν ἀσπίδα ὑποθεὶς τῷ ὕδατι ὡς κελητίῳ ταύτῃ ἐχρῆτο, ἀρίστως ἀντικαταστὰς τῷ τῆς ἀνάγκης ὀξεῖ. καὶ τοίνυν τῇ μὲν λαιᾷ τὸν ἵππον κατέχων περινηχόμενον, τῇ δεξιᾷ δὲ τὴν σπάθην γυμνὴν δεδωκὼς καὶ προσποιῶν ἐν τῷ παραυτίκα ταύτην εἰς οἴακα, ἐσάλευεν οὕτω κατὰ βραχὺ τοῦ ποταμοῦ διαπλέων τὸ πέλαγος.
πρόσωπα και κλοιοῖς χρυσίοις καὶ περιδεραίοις Α διαφανέσιν ἐκ λίθων τηλαυγῶν καὶ μαργαρίδων τις μαλγῶν τοὺς τραχήλους περιδεόμενοι, τοὺς πρέσβεις ἀπράκτους ἀπέπεμψεν. Ὁ δὲ σουλτάνος οὐκ ἀνῆκεν αὖθις τὰ πρὸς εἰρήνην διαλεγόμενος. Ἐπεὶ δὲ ἑώρα μὴ προχωρούσας τὰς συμβάσεις ἀλλὰ καὶ βασιλέα αὐτὸν κατὰ τὸ Ικόνιον ἀποκρινείσθαί οἱ μεγαλαυ χοῦντα, προκαλαταμβάνει τὰς δυσχωρίας αἱ κλει σοῦρει τοῦ Τζυβρίτζη κατονομάζονται, ἄς καὶ ἤμελλον Ῥωμαῖοι μετὰ τὴν ἀπὸ Μυριοκεφάλου παρ ιέναι άπαρσιν, κἀκεῖσε τὰς οἰκείας παραβύει φά- λαγγας, ὡς ἀντιτάξαιντο Ρωμαίοις αὐτίκα δή παριοῦσιν. Ἔστι δὲ ὁ τόπος οὗτος ἐπιμήκης αὐλών, ἔχων ἐρῶν ὑπερβολὴς, κατὰ μὲν τὸ βόρειον κλίμα ὑποκαταβαίνων τοῦ ἀνάντους ηρέμα εἰς γήλοφα καὶ πρὸς εὐρείας κοιλαινόμενος φάραγγας, κατὰ δὲ θά- τερον μέρος εἰς προτομές προνεύων πετρῶν καὶ εἰς κρημνώδεις σύμπας ἀναστάσεις περιεῤῥωγώς. Ἐπὶ τοιαύτης οὖν μέλλων ἐλαύνειν ὁδοῦ οὐδέν τι τῷ στρατῷ συνοῖσον προμηθευσάμενος φαίνεται· οὔτε γὰρ τὸ πολὺ τῶν σκευοφόρων ἀπεσκευάσατο, ἤ γοῦν τὰς ἁμάξας ἐκποδὼν ἔθετο αἵ τὰς τειχομάχους ἔφε- ρον μηχανάς, οὔτε μὴν ἀπεπειράσατο σὺν εὐζώνῳ τάγματι ἀπώσασθαι τους Πέρσας πρότερον ἐκ τῶν ἀμφιλαφῶν ἐκείνων καὶ ὁρείων παρόδων καὶ λειᾶναι οὕτω τῷ στρατῷ τὴν δίοδον. Ἀλλ᾿ ὡς εἶχεν ἐπὶ πε- δινῶν ποιούμενος [Ρ. 117] τὴν πορείαν, οὕτω κἀπὶ τῆς τρυμαλιᾶς ἐκείνης συνθλίβεσθαι είλετο, καίπερ ἀκοῇ προειληφώς, μετὰ βραχὺ δὲ ἔχων καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοπείρως πιστουμένους τὰ ἀκουόμενα, ὡς οἱ βάρβαροι προκατειληφότες τὰς ἀκρωρείας ἐπίθωνται, καὶ ὡς πᾶσαν μὲν φαρέτραν ἐκπωματί σουσι, πᾶν δὲ βέλος ἀφήσουσιν, όπως Ῥωμαίους τροπωσάμενοι τοῦ πρόσω προβαίνειν ἐπίσχωσιν. Επῆγεν οὖν οὕτω τὰς φάλαγγας βασιλεύς· ἦν δὲ τότε μὴν ὁ σεπτέμβριος. Προηγοῦντο δὲ τοῦ στρατοῦ δ μετὰ τῶν οἰκείων τάξεων οἱ δύο υἱοὶ τοῦ Ἀγγέλου Κωνσταντίνου, ὅ τε Ιωάννης καὶ ὁ ᾿Ανδρόνικος, ὁ Μακροδούκας ἐπ' αὐτοῖς Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Λα- παρδᾶς ᾿Ανδρόνικος. Μετὰ δὲ τούτους τὸ μὲν δεξιὸν ἐπεῖχε κέρας ὁ τοῦ βασιλέως γυναικάδελφος Βαλ- δουῖνος, τὸ δ' ἀριστερὸν ὁ Μαυροζώμης Θεόδωρος. Ἐπὶ τούτοις εἶποντο τὰ σκευοφόρα καὶ τὸ οἰκετικὸν τοῦ στρατεύματος αἱ τε φέρουσαι τὰς ἑλεπόλεις ἅμαξαι, μετὰ δὲ βασιλεὺς αὐτὸς καὶ ὅσον ἐπίλεκτον, μεθ᾽ οἷς ὀπισθοφύλαξ ὢν ᾿Ανδρόνικος ὁ Κοντοστέ φανος. Ἐπεὶ δὲ ἥψαντο τῶν δυσβάτων πορειῶν, τὰ μὲν περὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ ᾿Αγγέλου καὶ τὸν Μακρο δούκαν καὶ τὸν Λαπαρδὸν τάγματα διεληλύθεισαν ἀπείρατα κακῶν· αἱ γάρ πεζικαὶ δυνάμεις προβε- βλημέναι διεσόβουν τους Βαρβάρους ἐκ τῶν γηλόφων ἀνπσειράζουσα:, ἐφ᾽ ὧν ἀπὸ τοῦ ὅρους καθηκόντων ἐπιστάντες ἐμάχοντο, κἀπὶ τὸ ἄναντες παλίμποδας ἀνεστοίβαζον. Τάχα δ' ἂν καὶ τὰ ἐφεπόμενα τούτοις στρατεύματα παρήλθοσαν ἀπαθῶς τὰς τῶν Περσῶν ἐπισυστάσεις, είπερ ἔργον ἔθεντο Ρωμαίοι συμφρά ξασθαι καὶ τοῖς προηγουμένοις συναπτῶς ἐφέπεσθαι τάγμασι, καὶ διὰ τῶν τοξοτῶν ἀνέκοπτον τῶν ἐπι- κειμένων Περσῶν τὰ ὁρμήματα. Νῦν δὲ αὐτοί τε τῆς DE MANUELE COMNENO LIB. VI. B facerent : est autem is locus oblonga convallis A D C verticibus montium assurgens, quæ ad septentrio- nem paulo declivior in colles, in patentiores vallos protenditur; ab altera vero parte altis rupium præcipitiis includitur. Per talem viam transiturus Manuel nihil providit quod exercitui expediret: neque enim impedimentorum multitudinem, aut currus qui machinas vehebant removit, neque expedita coborte Persas ex montanis illis angustiis depulit, ut exercitui viam aperiret. Sed ut in paten- tibus campis, ita etiam in faucibus illis iter fecit, quamvis ante audiisset, id quod paulo post vidit, Barbaros jugis præoccupatis omnes pharetras ex- hausturos, omne telorum genus conjecturos et nihil intentatum relicturos quo Romanos ulteriore pro- gressu prohiberent. Imperator (Septembri mense id factum est) sic processit. Angeli Constantini duo filii Joannes et Andronicus cum suis ordini- bus antecedebant. Eos Macroducas Constantinus et Lapardas Andronicus sequebantur. In dextro cornu Balduinus imperatoris sororius, in sinistro Maurozomes Theodorus curabat. Hos secuta sunt impedimenta, lix, calones, currus qui ma- chinas vehebant. Inde imperator ipse cum delecta manu. Extremum agmen clausit Andronicus Con- tostephanus. Impeditum illud iter cohortes filiorum Angeli, Macroduca et Laparum incolumes transie- runt, quod pedestres copia Barbaros e collibus, unde pugnabant, in montes repulerant. Forsitan et reliquæ legiones salva transiissent, si Romani testudinem egissent, et antegressas cohortes stre- nue consecutæ essent, et per sagittarios Persarum impetum repressissent. Sed quia eas commoditates neglexerunt, Persarum densum agmen ab editis locis in humilia et e tumulis in planitiem magna vi incubuit, et confidentius in nostros invectum perrupit aciem, et Balduini cornu in fugam verso multos vulneravit, multos occidit. Ibi Balduinus suos laborare et undique premi videns, et imbe- cillores esse quam ut Persarum phalangem perrumperent, cum aliquot equitibus in medios hostes invehitur: sed ab iis circumventus et ipse occiditur, et ejus milites omnes fortissime dimican- tes cadunt. Eo successu elati Barbari et conglobati omnes vias Romanis præcluserunt; qui ut in angustiis, inter se impliciti et alii alios impedien-- tes, adversariis adeo nocere non poterant, ut et defensoribus suis obsisterent et urgentibus hostibus facilius interirent, nec ab extremo agmine aut ipso imperatore juvari aut recedere aut ad alter utrum latus declinare possent. Nam currus, qui in medio trahebantur, nec antecedentes legiones recipere sese aut aciem commodius instruere patiebantur; et imperatoris progressum tanquam vallo objecto impediebant. Jumenta pariter et homines telis Persicis sternebantur; valles plenæ erant cadaveribus, saltus interfectis scatebant ; manabant rivi sanguinis, cruore pecudum et homi- num permisto, tanta atrocitate, quæ nullis expri-
PG 139:527οὐ μὴν ἐς τέλος ἐξέπλευσε τὸ θανεῖν· εἰς γὰρ τὸ ἀντιπέραν ἤδη γενόμενος ἐπί τι γήλοφον ἄνεισιν, ἑαυτὸν ὅστις ἐστὶν εὐφημῶν καὶ μεγάλης γλώττης κόμπῳ χρώμενος, οὐδενὸς δ’ ἐκ τῶν ἐπισήμων καὶ αὐτὸν εἰδότων Ῥωμαίων προσπελάσαντος, ἀλλά τινος τῶν ἐπικούρων Ἀλανῶν ἐπιδραμόντος ὅπου τὴν καινὴν ἐκείνην εἰρεσίαν σχάσειν ἔμελλεν, ἀναιρεῖται ἀμφιστόμῳ κνώδοντι. ἐκ δὲ τούτου ἀκόσμως τε Πέρσης ἕκαστος ἀπεδίδρασκε καὶ Μαίανδρος τοὺς πλείονας εἰσεδέχετο, ὡς βραχεῖς ἐκ τῶν τοσούτων χιλιάδων διασωθῆναι. Καὶ τοῦτο τὸ ἔργον, εἴπερ τι ἄλλο, ἀνέρρωσε μὲν τὰ Ῥωμαίων πράγματα, καθεῖλε δὲ τὰ Περσῶν φρυάγματα· ὡς γὰρ οὐ δεξομένων σφᾶς τῶν Ῥωμαίων γεγηθότες ἐπῄεσαν καὶ ὡς πᾶσαν ἀφανίσοντες μικροῦ τὴν Φρυγίαν καὶ φθεροῦντες ὁπόσην ἔπεισι Μαίανδρος ἀγκυλορρόας ἐκβάλλων εἰς θάλασσαν. Πίπτει δὲ κατὰ τοῦτον τὸν πόλεμον Ἀσπιέτης ἐξ αἰτίας τοιᾶσδε· Πέρσης ἀντικαταστὰς Ἀσπιέτῃ πλήττειν οὐκ ἔχων κατὰ τοῦ σώματος (τὰ γὰρ ὅπλα ἦν ἰσχυρὰ καὶ ἡ ἀσπὶς ἐς πόδας καθήκουσα) ἐπὶ τὸν ἵππον, ᾧ ἦν Ἀσπιέτης ἔποχος, θυμῷ φέρεται·
συνεχείας κατημελήκασι, καὶ οἱ Πέρσαι πλείονες ἐπιβρίσαντες, από τε τῶν ὑψηλῶν ἐπὶ τὰ ταπεινὰ καὶ πρὸς τὸ πρανές ἐκ τῶν γηλόφων ὁποκαταβάν τες, διαζευγνύουσι τὰς τάξεις συῤῥαγέντες παρα- βολώτερον, καὶ τρέπονται τοὺς περὶ τὸν Βαλδουίνον, καὶ πολλοὺς μὲν τιτρώσκουσιν, οὐκ ὀλίγους δὲ ἀναιροῦσιν. Ἔνθα δὴ ὁ Βαλδουῖνος πονηρὰ τὰ καθ᾿ αὐτὸν ὀρῶν πράγματα καὶ τὰ στρατεύματα ατονώ τερα ὥστε διελεῖν τοὺς πολεμίους καὶ παρελθεῖν, καὶ πάντοθεν πιεζόμενος, ἀναλαβὼν ἱππέας τινὰς εἰς τὰς φάλαγγας διελᾷ τῶν Περσῶν, κυκλωθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν πολεμίων αὐτός τε κατακαίνεται καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πίπτουσιν ἅπαντες, ἀλκῆς ἔργα καὶ χειρός γενναίας παράδειγμα ἐνδειξάμενοι. Ἐκ δὲ τούτου πλεῖον ἐπαρθὲν τὸ βάρβαρον ἀπόρους πάντη Ρω μαίοις ἐποίουν τὰς τροχιάς, καὶ βύζην νενησμένοι ἀπεῖργον τὴν πάροδον. Οἱ δὲ Ῥωμαῖοι οἷα ἐν στενῷ Β χωρίῳ εἰλούμενοι καὶ ἀλλήλοις περιπίπτοντες οὐ μόνον δράσα! τι κακὸν οὐκ εἶχον τοὺς πολεμίους, ἀλλὰ καὶ τοῖς καὶ τοῖς ἐπιπορευομένοις προσ:στάμενοι ἀχρείους κακείνους ἐποίουν εἰς τὸ ἀμύνεσθαι. Ὅθεν καὶ ῥᾷον ὑπὸ τῶν ἐπικειμένων αὐτοῖς ἔθνησκον, καὶ ἦν οὐδὲ μία τις ἐπιβοήθησις ἀπὸ τῶν οὐραγούντων ταγμάτων ἤ ἐκ βασιλέως αὐτοῦ, ἤ ὑποχώρησις καὶ παρέκκλισις ἐπὶ θάτερα· αἱ γὰρ ἅμαξαι κατὰ μέσον ελισσόμεναι ὑπονοστῆσαι μὲν οὐδαμῶς εἴων τὰς προηγουμένας τάξεις καὶ μετατάξασθαι πρὸς τὸ χρήσιμον, τοῖς δὲ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος στρατεύ μασιν ὥσπερ ἀντίφραγμα γινόμεναι τὴν ἐς τὰ πρόσω πορείαν ἀπετείχιζον. Επιπτε τοίνυν βοῦς ἐκ τοξεύ ματος Περσικού, καὶ παρ' αὐτῷ βοώτης ἀπέψυχεν. Ιππος καὶ ἀναβάτης ὁμοῦ κατεβέβληντο. Αἱ σήραγ γες μεσταὶ σωμάτων προϋφαίνοντο. Τὰ ἄλση τῶν πεσόντων πεπλήρωτο. Αἱμάτων ρύακες προϋβαινον κελαρύζοντες. Αίμα συνεφέρετο αἵματι, τῷ τῶν ὑποζυγίων τὸ βρότειον. Οὕτως ἦν δεινὰ τὰ ἐκεῖ καὶ πᾶσαν ὑπερβαίνοντα συγγραφήν. Ὡς οὖν οὔτε προχωρεῖν ἐξῆν καὶ τὸ ἀναζεύξαι δὲ ἄλλως ἀδύνατον (το γὰρ Πέρσαι καὶ κατὰ νώτου ἐγένοντο καὶ τὰ πρόσω ἐποίουν ἄβατα), ὅσα καὶ θρεμμάτων ἐγέλαι Ρωμαῖοι περὶ σταθμούς τὰς δυσχωρίας εκείνας ἐφθείροντο. ᾿Αλλὰ καὶ εἴ τί που γενναίου φρονήμα τος ἐπῖν εἰσέτι αὐτοῖς ἢ θυμοῦ κατὰ τῶν ἀντιπάλων ὑπολέλειπτο ζώπυρον, καὶ τοῦτο σβεσθὲν ἀφῄρητο, καὶ ἀπέλιπεν αὐτοὺς τὸ πρόθυμον τέλεον, ἐκ τοῦ τοὺς πολεμίους ὑπ' ὄψιν ἄγειν αὐτοῖς ἕτερον συμ- φορᾶς ἐπεισόδιον, αἰχμῇ περιπαρεῖσαν τὴν τοῦ ᾿Ανδρονίκου του Βατάτζη κεφαλήν. Ην δὲ οὗτος ἀδελφιδοῦς μὲν τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, ἀπέσταλτο δὲ μετὰ στρατιᾶς ὅση περ ἐκ Παφλαγόνων καὶ τῆς ἐν Πόντῳ Ηρακλείας ἐστρατολόγητο τοῖς Αμασεῦσι Τούρκοις ἀντιταξόμενος. Φήμαις τοίνυν τοιαύταις ὁ βασιλεὺς καὶ ἀπευκτέοις τοιοῖσδε θεάμασι τὸ λογιζόμενον συγχυθείς, καὶ τὴν τοῦ ἀνεψιοῦ προτεινομένην ὁρῶν κεφαλὴν, καὶ τὸ τοῦ κινδύνου ἐν ᾧ συνείληπτο προορώμενος μέγεθος, ἀθυμίᾳ συνείχετο, καὶ ἀφα- σίᾳ πέσσων τὸ ἄλγος καὶ κωφοῖς (δ λέγεται) δάκρυσι τὸ πένθος ἀφοσιούμενος τὸ μέλλον ἐκαραδόκει, καὶ τὴν γνώμην ἀμφι βεπής εδείκνυτο. Τὰ δέ γε προπορευθέντα Ῥωμαίων τάγματα, τὰς ἐπισφαλεῖς ἐκείνας ἀτραποὺς ἀπαθῶς διελθόντα, ἐνηυλίσαντό που καὶ χάρακα ἔβαλον, γηλόφου λαβόμενα ἀσφάλειαν ἐκ μέρους βραβεύοντος. Γ. Οἱ δὲ Πέρσαι τὸ πᾶν εἰσέφερον τῆς σπουδῆς τὰ περὶ τὸν βασιλέα καταπαλαίσαι στρατεύματα, ὡς εἴ τὸ πλεῖστον κατατροπωθείη καὶ κράτιστον, κἀκεῖνα βαδίως παραλύσειν οιόμενοι, καθὰ καὶ ἐπὶ δράκοντος ὁρῶμεν γινόμενον (τῆς γὰρ κεφαλῆς συν τριβείσης καὶ ὁ λοιπὸς συννεκροῦται ὁλκὸς τοῦ σώ ματος) ἢ καὶ ἐπ᾽ ἀκροπόλεως· ταύτης γάρ εξαιρε θείσης καὶ ἡ λοιπή πόλις ὡς κατάκρας ἁλοῦσα τὰ οἴκτιστα πέπονθε. Καὶ βασιλεὺς μὲν πολλάκις απε- πειράσατο τῶν ἐκεῖσε δυσπαρόδων ὁδῶν τοὺς βαρβά ρους μεταστῆσαι, καὶ πολὺς ἦν ἐγκείμενος τοῖς ὑπ᾽ αὐτὸν ἐξομαλίσειν τὴν δίοδον· οὐχ ὁρῶν δὲ τὰ κατὰ σκοπὸν προβαίνοντα, καὶ ὡς ἀπολεῖται οὐδὲν μεῖον μένων κατά χώραν οἷα τῶν Περσῶν ἐπικρατεστέρων ἀεὶ γινομένων ὡς ἐξ ὑπερδεξίων μαχομένων, ἐσβάλ λει πρὸς τοὺς ἐνώπιον αὐτῷ πολεμίους μετ᾿ ὀλίγων τῶν ἀμφ' ἐκεῖνον, καὶ τοῖς λοιποῖς δὲ ὁποτίθησι NICETE CHONIATÆ mi litteris possit. Cum igitur neque progredi neque À regredi liceret (nam Persæ a tergo etiam immi- nebant), in angustiis illis Romani ovium instar cædebantur. Quodsi quid generosi animi, si quis audaciæ fomes in hostem supererat, ea quoque deperdita et penitus exstincta sunt. Nam præter cætera mala hostes caput Andronici Batazæ bastæ præfixum ostentarunt, qui Manuelis ex sorore nepos cum exercitu ex Paphlagonia et Heraclea Pontica collecto contra Turcas Amasenos missug fuerat. Itaque Manuel imperator hujusmodi rumo- ribus et spectaculis perturbatus, tum quod nepotis caput videbat, tum quod periculi quo circumventus erat magnitudinem cernebat, animo æger et dolo- rem silentio tegens, et mutis, quod aiunt, lacrymis luctum dissimulans, eventum exspectabat; et inops consilii, quo se verteret, nesciebat. Tamen Romanæ B legiones quæ antecesserant, periculosis illis itineri- bus superatis, in colle quodam aliquid ad securita- tem conferente vallum munierunt. III. At Persa omni contentione copias, quæ cum C imperatore erant, debellare nitebantur, quod maxima et potissima parte profligata illas quoque se facile superaturos putabant, quemadmo- dum in serpentibus videmus capite contrito una etiam reliquum corporis tractum emori, et arce expugnata, urbem bostibus resistere non posse. Imperator vero etsi sæpe Barbaros ex angustiis illis depellere est conatus est suis viam complanare, tamen cum eum conatum videret non succedere se- quæ æque periturum, crescentibus subinde Persarum viribus, ut qui e superiore loco pugnarent, si ma- neret, ac si progrederetur, cum paucis quos secum babebat, recta in hostes fertur, cæterosque monet ut quisque salutem quærat, ut possit: se enim nihil boni sperare posse ex iis quæ videat. Atque ita poet multa vulnera et vibices, ensibus et ferreis D
καὶ δὴ ὡς ἐπλήγη καιρίαν κατὰ τῶν προσώπων ὁ ἵππος, εἰς τοὐπίσω τε ἀναχάζεται καὶ τοὺς πρόσθεν πόδας μετεωρίσας ἐπικαταβάλλει τὸν ἀναβάτην εἰς τὸν ποταμόν. Ἐπὶ δὲ τῷδε τῷ ἔργῳ καὶ ἕτερον ὁ Μανουὴλ ἀνύσαι προθέμενος ἔξεισιν ἀνὰ μέρος κατὰ τῶν ἐν Λακερίῳ καὶ Πανασίῳ κατασκηνούντων Περσῶν. καὶ δὴ ἀναστήσας τοὺς κατὰ τὸ Πανάσιον, τοὺς ἐν Λακερίῳ μέτεισιν ἔπειτα. πρὸ δὲ τοῦ τῶν χώρων ἐντὸς γενέσθαι, καθ’ οὓς ηὐλίζοντο οἱ πολέμιοι, στέλλει τὸν Λαοδικέα Κατίδην ἐν οἷς ἐστι τὰ τῶν Τούρκων κατασκεψόμενον καὶ τάχος ἐκείνῳ ἀπαγγελοῦντα τὸ ὁραθέν. ὁ δὲ διασοβεῖ τοὺς Πέρσας, ἐς οὓς ἐξώρμα ὁ βασιλεὺς ὡς εἰς λείαν ἑτοίμην καὶ ὅτι ἐγγύτατον θήραμα, καὶ τὴν αὐτοῦ παρουσίαν δήλην ἐκείνοις τίθησι. καὶ τῷ μὲν χαλεπήνας καὶ πρὸς ὀργὴν ἐξενεχθεὶς δίκην ἐπέθηκε τὴν ἐκτομὴν τῆς ῥινός· αὐτὸς δὲ μηδὲ βραχύ τι γοῦν ἀναδύς, ἀλλ’ ἐπιταχύνας ὡς εἶχεν οὐ κατόπιν ἥκει καὶ οὕτως τῶν πολεμίων. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτέ ποτε δι’ Ἀνδρονίκου τοῦ Ἀγγέλου τοῖς Τούρκοις ἐπέθετο, κἂν οὐχ ὡς ἄριστα καὶ τότε τὰ κατὰ πόλεμον αὐτῷ ὑπηντίασε.
συνεχείας κατημελήκασι, καὶ οἱ Πέρσαι πλείονες ἐπιβρίσαντες, από τε τῶν ὑψηλῶν ἐπὶ τὰ ταπεινὰ καὶ πρὸς τὸ πρανές ἐκ τῶν γηλόφων ὁποκαταβάν τες, διαζευγνύουσι τὰς τάξεις συῤῥαγέντες παρα- βολώτερον, καὶ τρέπονται τοὺς περὶ τὸν Βαλδουίνον, καὶ πολλοὺς μὲν τιτρώσκουσιν, οὐκ ὀλίγους δὲ ἀναιροῦσιν. Ἔνθα δὴ ὁ Βαλδουῖνος πονηρὰ τὰ καθ᾿ αὐτὸν ὀρῶν πράγματα καὶ τὰ στρατεύματα ατονώ τερα ὥστε διελεῖν τοὺς πολεμίους καὶ παρελθεῖν, καὶ πάντοθεν πιεζόμενος, ἀναλαβὼν ἱππέας τινὰς εἰς τὰς φάλαγγας διελᾷ τῶν Περσῶν, κυκλωθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν πολεμίων αὐτός τε κατακαίνεται καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πίπτουσιν ἅπαντες, ἀλκῆς ἔργα καὶ χειρός γενναίας παράδειγμα ἐνδειξάμενοι. Ἐκ δὲ τούτου πλεῖον ἐπαρθὲν τὸ βάρβαρον ἀπόρους πάντη Ρω μαίοις ἐποίουν τὰς τροχιάς, καὶ βύζην νενησμένοι ἀπεῖργον τὴν πάροδον. Οἱ δὲ Ῥωμαῖοι οἷα ἐν στενῷ Β χωρίῳ εἰλούμενοι καὶ ἀλλήλοις περιπίπτοντες οὐ μόνον δράσα! τι κακὸν οὐκ εἶχον τοὺς πολεμίους, ἀλλὰ καὶ τοῖς καὶ τοῖς ἐπιπορευομένοις προσ:στάμενοι ἀχρείους κακείνους ἐποίουν εἰς τὸ ἀμύνεσθαι. Ὅθεν καὶ ῥᾷον ὑπὸ τῶν ἐπικειμένων αὐτοῖς ἔθνησκον, καὶ ἦν οὐδὲ μία τις ἐπιβοήθησις ἀπὸ τῶν οὐραγούντων ταγμάτων ἤ ἐκ βασιλέως αὐτοῦ, ἤ ὑποχώρησις καὶ παρέκκλισις ἐπὶ θάτερα· αἱ γὰρ ἅμαξαι κατὰ μέσον ελισσόμεναι ὑπονοστῆσαι μὲν οὐδαμῶς εἴων τὰς προηγουμένας τάξεις καὶ μετατάξασθαι πρὸς τὸ χρήσιμον, τοῖς δὲ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος στρατεύ μασιν ὥσπερ ἀντίφραγμα γινόμεναι τὴν ἐς τὰ πρόσω πορείαν ἀπετείχιζον. Επιπτε τοίνυν βοῦς ἐκ τοξεύ ματος Περσικού, καὶ παρ' αὐτῷ βοώτης ἀπέψυχεν. Ιππος καὶ ἀναβάτης ὁμοῦ κατεβέβληντο. Αἱ σήραγ γες μεσταὶ σωμάτων προϋφαίνοντο. Τὰ ἄλση τῶν πεσόντων πεπλήρωτο. Αἱμάτων ρύακες προϋβαινον κελαρύζοντες. Αίμα συνεφέρετο αἵματι, τῷ τῶν ὑποζυγίων τὸ βρότειον. Οὕτως ἦν δεινὰ τὰ ἐκεῖ καὶ πᾶσαν ὑπερβαίνοντα συγγραφήν. Ὡς οὖν οὔτε προχωρεῖν ἐξῆν καὶ τὸ ἀναζεύξαι δὲ ἄλλως ἀδύνατον (το γὰρ Πέρσαι καὶ κατὰ νώτου ἐγένοντο καὶ τὰ πρόσω ἐποίουν ἄβατα), ὅσα καὶ θρεμμάτων ἐγέλαι Ρωμαῖοι περὶ σταθμούς τὰς δυσχωρίας εκείνας ἐφθείροντο. ᾿Αλλὰ καὶ εἴ τί που γενναίου φρονήμα τος ἐπῖν εἰσέτι αὐτοῖς ἢ θυμοῦ κατὰ τῶν ἀντιπάλων ὑπολέλειπτο ζώπυρον, καὶ τοῦτο σβεσθὲν ἀφῄρητο, καὶ ἀπέλιπεν αὐτοὺς τὸ πρόθυμον τέλεον, ἐκ τοῦ τοὺς πολεμίους ὑπ' ὄψιν ἄγειν αὐτοῖς ἕτερον συμ- φορᾶς ἐπεισόδιον, αἰχμῇ περιπαρεῖσαν τὴν τοῦ ᾿Ανδρονίκου του Βατάτζη κεφαλήν. Ην δὲ οὗτος ἀδελφιδοῦς μὲν τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, ἀπέσταλτο δὲ μετὰ στρατιᾶς ὅση περ ἐκ Παφλαγόνων καὶ τῆς ἐν Πόντῳ Ηρακλείας ἐστρατολόγητο τοῖς Αμασεῦσι Τούρκοις ἀντιταξόμενος. Φήμαις τοίνυν τοιαύταις ὁ βασιλεὺς καὶ ἀπευκτέοις τοιοῖσδε θεάμασι τὸ λογιζόμενον συγχυθείς, καὶ τὴν τοῦ ἀνεψιοῦ προτεινομένην ὁρῶν κεφαλὴν, καὶ τὸ τοῦ κινδύνου ἐν ᾧ συνείληπτο προορώμενος μέγεθος, ἀθυμίᾳ συνείχετο, καὶ ἀφα- σίᾳ πέσσων τὸ ἄλγος καὶ κωφοῖς (δ λέγεται) δάκρυσι τὸ πένθος ἀφοσιούμενος τὸ μέλλον ἐκαραδόκει, καὶ τὴν γνώμην ἀμφι βεπής εδείκνυτο. Τὰ δέ γε προπορευθέντα Ῥωμαίων τάγματα, τὰς ἐπισφαλεῖς ἐκείνας ἀτραποὺς ἀπαθῶς διελθόντα, ἐνηυλίσαντό που καὶ χάρακα ἔβαλον, γηλόφου λαβόμενα ἀσφάλειαν ἐκ μέρους βραβεύοντος. Γ. Οἱ δὲ Πέρσαι τὸ πᾶν εἰσέφερον τῆς σπουδῆς τὰ περὶ τὸν βασιλέα καταπαλαίσαι στρατεύματα, ὡς εἴ τὸ πλεῖστον κατατροπωθείη καὶ κράτιστον, κἀκεῖνα βαδίως παραλύσειν οιόμενοι, καθὰ καὶ ἐπὶ δράκοντος ὁρῶμεν γινόμενον (τῆς γὰρ κεφαλῆς συν τριβείσης καὶ ὁ λοιπὸς συννεκροῦται ὁλκὸς τοῦ σώ ματος) ἢ καὶ ἐπ᾽ ἀκροπόλεως· ταύτης γάρ εξαιρε θείσης καὶ ἡ λοιπή πόλις ὡς κατάκρας ἁλοῦσα τὰ οἴκτιστα πέπονθε. Καὶ βασιλεὺς μὲν πολλάκις απε- πειράσατο τῶν ἐκεῖσε δυσπαρόδων ὁδῶν τοὺς βαρβά ρους μεταστῆσαι, καὶ πολὺς ἦν ἐγκείμενος τοῖς ὑπ᾽ αὐτὸν ἐξομαλίσειν τὴν δίοδον· οὐχ ὁρῶν δὲ τὰ κατὰ σκοπὸν προβαίνοντα, καὶ ὡς ἀπολεῖται οὐδὲν μεῖον μένων κατά χώραν οἷα τῶν Περσῶν ἐπικρατεστέρων ἀεὶ γινομένων ὡς ἐξ ὑπερδεξίων μαχομένων, ἐσβάλ λει πρὸς τοὺς ἐνώπιον αὐτῷ πολεμίους μετ᾿ ὀλίγων τῶν ἀμφ' ἐκεῖνον, καὶ τοῖς λοιποῖς δὲ ὁποτίθησι NICETE CHONIATÆ mi litteris possit. Cum igitur neque progredi neque À regredi liceret (nam Persæ a tergo etiam immi- nebant), in angustiis illis Romani ovium instar cædebantur. Quodsi quid generosi animi, si quis audaciæ fomes in hostem supererat, ea quoque deperdita et penitus exstincta sunt. Nam præter cætera mala hostes caput Andronici Batazæ bastæ præfixum ostentarunt, qui Manuelis ex sorore nepos cum exercitu ex Paphlagonia et Heraclea Pontica collecto contra Turcas Amasenos missug fuerat. Itaque Manuel imperator hujusmodi rumo- ribus et spectaculis perturbatus, tum quod nepotis caput videbat, tum quod periculi quo circumventus erat magnitudinem cernebat, animo æger et dolo- rem silentio tegens, et mutis, quod aiunt, lacrymis luctum dissimulans, eventum exspectabat; et inops consilii, quo se verteret, nesciebat. Tamen Romanæ B legiones quæ antecesserant, periculosis illis itineri- bus superatis, in colle quodam aliquid ad securita- tem conferente vallum munierunt. III. At Persa omni contentione copias, quæ cum C imperatore erant, debellare nitebantur, quod maxima et potissima parte profligata illas quoque se facile superaturos putabant, quemadmo- dum in serpentibus videmus capite contrito una etiam reliquum corporis tractum emori, et arce expugnata, urbem bostibus resistere non posse. Imperator vero etsi sæpe Barbaros ex angustiis illis depellere est conatus est suis viam complanare, tamen cum eum conatum videret non succedere se- quæ æque periturum, crescentibus subinde Persarum viribus, ut qui e superiore loco pugnarent, si ma- neret, ac si progrederetur, cum paucis quos secum babebat, recta in hostes fertur, cæterosque monet ut quisque salutem quærat, ut possit: se enim nihil boni sperare posse ex iis quæ videat. Atque ita poet multa vulnera et vibices, ensibus et ferreis D
τῷ γὰρ ἀνδρὶ τούτῳ τῶν ἑῴων ταγμάτων ὅτιπερ κράτιστον παραδοὺς καὶ συνεκπέμψας αὐτῷ τὸν Καντακουζηνὸν Μανουήλ, ἄνδρα περὶ τὰς πράξεις ἀγαθὸν καὶ γενναῖον, καὶ ἑτέρους τῶν ἐπὶ δόξης Ῥωμαίων κατὰ τῶν ἐν τῷ Χάρακι Τούρκων ἀφίησι· κεῖται δὲ ὁ Χάραξ οὗτος μεταξὺ τῆς Λάμπης καὶ τοῦ τῆς Γραὸς Γάλακτος. τὰς δυνάμεις τοίνυν ἀναλαβὼν Ἀνδρόνικος πρῶτα μὲν εἰς τὸ τῆς Γραὸς παρεμβάλλει Γάλα, ἔπειτα δ’ ἐκεῖσε τὰ ὑποζύγια καὶ τὴν ἄλλην ἀποσκευὴν καταθέμενος ἄνεισιν ἐς νέωτα πρὸς τὸν Χάρακα κούφως ὡπλισμένην ἔχων τὴν στρατιάν. οὐ γενναῖον δέ τι δράσας οὐδ’ ἄξιον τοῦ τοσούτου στρατεύματος, ὃ τηνικαῦτα ἐπήγετο, ἀλλὰ συμμετρήσας τὸ ἔργον βοσκημάτων ἁρπαγαῖς καὶ ποιμνίταις ὀλίγοις Τούρκοις περιδεὴς ἐκεῖθεν ἀπονοστεῖ. ἐπιφανέντων γὰρ ἐκ τῶν ὄπισθεν νυκτὸς βαρβάρων τινῶν καὶ βοησάντων, μὴ ἀναμείνας ἢ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιόντων κατεξετάσαι ἢ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν εἰς μάχην καταστησάμενος ἀνεὶς τὸν ὑπεκφέροντα ἵππον καὶ χερσὶ καὶ ποσὶ καὶ φωνῇ πρὸς τὸ φέρεσθαι ὀξέως διήγειρεν, οὐ τὴν εἰς τὸ στρατήγιον φέρουσαν ὁδεύων, ἀλλ’ εὐθὺ τῆς τῶν Χωνῶν ὁρμώμενος πόλεως.
συνεχείας κατημελήκασι, καὶ οἱ Πέρσαι πλείονες ἐπιβρίσαντες, από τε τῶν ὑψηλῶν ἐπὶ τὰ ταπεινὰ καὶ πρὸς τὸ πρανές ἐκ τῶν γηλόφων ὁποκαταβάν τες, διαζευγνύουσι τὰς τάξεις συῤῥαγέντες παρα- βολώτερον, καὶ τρέπονται τοὺς περὶ τὸν Βαλδουίνον, καὶ πολλοὺς μὲν τιτρώσκουσιν, οὐκ ὀλίγους δὲ ἀναιροῦσιν. Ἔνθα δὴ ὁ Βαλδουῖνος πονηρὰ τὰ καθ᾿ αὐτὸν ὀρῶν πράγματα καὶ τὰ στρατεύματα ατονώ τερα ὥστε διελεῖν τοὺς πολεμίους καὶ παρελθεῖν, καὶ πάντοθεν πιεζόμενος, ἀναλαβὼν ἱππέας τινὰς εἰς τὰς φάλαγγας διελᾷ τῶν Περσῶν, κυκλωθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν πολεμίων αὐτός τε κατακαίνεται καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πίπτουσιν ἅπαντες, ἀλκῆς ἔργα καὶ χειρός γενναίας παράδειγμα ἐνδειξάμενοι. Ἐκ δὲ τούτου πλεῖον ἐπαρθὲν τὸ βάρβαρον ἀπόρους πάντη Ρω μαίοις ἐποίουν τὰς τροχιάς, καὶ βύζην νενησμένοι ἀπεῖργον τὴν πάροδον. Οἱ δὲ Ῥωμαῖοι οἷα ἐν στενῷ Β χωρίῳ εἰλούμενοι καὶ ἀλλήλοις περιπίπτοντες οὐ μόνον δράσα! τι κακὸν οὐκ εἶχον τοὺς πολεμίους, ἀλλὰ καὶ τοῖς καὶ τοῖς ἐπιπορευομένοις προσ:στάμενοι ἀχρείους κακείνους ἐποίουν εἰς τὸ ἀμύνεσθαι. Ὅθεν καὶ ῥᾷον ὑπὸ τῶν ἐπικειμένων αὐτοῖς ἔθνησκον, καὶ ἦν οὐδὲ μία τις ἐπιβοήθησις ἀπὸ τῶν οὐραγούντων ταγμάτων ἤ ἐκ βασιλέως αὐτοῦ, ἤ ὑποχώρησις καὶ παρέκκλισις ἐπὶ θάτερα· αἱ γὰρ ἅμαξαι κατὰ μέσον ελισσόμεναι ὑπονοστῆσαι μὲν οὐδαμῶς εἴων τὰς προηγουμένας τάξεις καὶ μετατάξασθαι πρὸς τὸ χρήσιμον, τοῖς δὲ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος στρατεύ μασιν ὥσπερ ἀντίφραγμα γινόμεναι τὴν ἐς τὰ πρόσω πορείαν ἀπετείχιζον. Επιπτε τοίνυν βοῦς ἐκ τοξεύ ματος Περσικού, καὶ παρ' αὐτῷ βοώτης ἀπέψυχεν. Ιππος καὶ ἀναβάτης ὁμοῦ κατεβέβληντο. Αἱ σήραγ γες μεσταὶ σωμάτων προϋφαίνοντο. Τὰ ἄλση τῶν πεσόντων πεπλήρωτο. Αἱμάτων ρύακες προϋβαινον κελαρύζοντες. Αίμα συνεφέρετο αἵματι, τῷ τῶν ὑποζυγίων τὸ βρότειον. Οὕτως ἦν δεινὰ τὰ ἐκεῖ καὶ πᾶσαν ὑπερβαίνοντα συγγραφήν. Ὡς οὖν οὔτε προχωρεῖν ἐξῆν καὶ τὸ ἀναζεύξαι δὲ ἄλλως ἀδύνατον (το γὰρ Πέρσαι καὶ κατὰ νώτου ἐγένοντο καὶ τὰ πρόσω ἐποίουν ἄβατα), ὅσα καὶ θρεμμάτων ἐγέλαι Ρωμαῖοι περὶ σταθμούς τὰς δυσχωρίας εκείνας ἐφθείροντο. ᾿Αλλὰ καὶ εἴ τί που γενναίου φρονήμα τος ἐπῖν εἰσέτι αὐτοῖς ἢ θυμοῦ κατὰ τῶν ἀντιπάλων ὑπολέλειπτο ζώπυρον, καὶ τοῦτο σβεσθὲν ἀφῄρητο, καὶ ἀπέλιπεν αὐτοὺς τὸ πρόθυμον τέλεον, ἐκ τοῦ τοὺς πολεμίους ὑπ' ὄψιν ἄγειν αὐτοῖς ἕτερον συμ- φορᾶς ἐπεισόδιον, αἰχμῇ περιπαρεῖσαν τὴν τοῦ ᾿Ανδρονίκου του Βατάτζη κεφαλήν. Ην δὲ οὗτος ἀδελφιδοῦς μὲν τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, ἀπέσταλτο δὲ μετὰ στρατιᾶς ὅση περ ἐκ Παφλαγόνων καὶ τῆς ἐν Πόντῳ Ηρακλείας ἐστρατολόγητο τοῖς Αμασεῦσι Τούρκοις ἀντιταξόμενος. Φήμαις τοίνυν τοιαύταις ὁ βασιλεὺς καὶ ἀπευκτέοις τοιοῖσδε θεάμασι τὸ λογιζόμενον συγχυθείς, καὶ τὴν τοῦ ἀνεψιοῦ προτεινομένην ὁρῶν κεφαλὴν, καὶ τὸ τοῦ κινδύνου ἐν ᾧ συνείληπτο προορώμενος μέγεθος, ἀθυμίᾳ συνείχετο, καὶ ἀφα- σίᾳ πέσσων τὸ ἄλγος καὶ κωφοῖς (δ λέγεται) δάκρυσι τὸ πένθος ἀφοσιούμενος τὸ μέλλον ἐκαραδόκει, καὶ τὴν γνώμην ἀμφι βεπής εδείκνυτο. Τὰ δέ γε προπορευθέντα Ῥωμαίων τάγματα, τὰς ἐπισφαλεῖς ἐκείνας ἀτραποὺς ἀπαθῶς διελθόντα, ἐνηυλίσαντό που καὶ χάρακα ἔβαλον, γηλόφου λαβόμενα ἀσφάλειαν ἐκ μέρους βραβεύοντος. Γ. Οἱ δὲ Πέρσαι τὸ πᾶν εἰσέφερον τῆς σπουδῆς τὰ περὶ τὸν βασιλέα καταπαλαίσαι στρατεύματα, ὡς εἴ τὸ πλεῖστον κατατροπωθείη καὶ κράτιστον, κἀκεῖνα βαδίως παραλύσειν οιόμενοι, καθὰ καὶ ἐπὶ δράκοντος ὁρῶμεν γινόμενον (τῆς γὰρ κεφαλῆς συν τριβείσης καὶ ὁ λοιπὸς συννεκροῦται ὁλκὸς τοῦ σώ ματος) ἢ καὶ ἐπ᾽ ἀκροπόλεως· ταύτης γάρ εξαιρε θείσης καὶ ἡ λοιπή πόλις ὡς κατάκρας ἁλοῦσα τὰ οἴκτιστα πέπονθε. Καὶ βασιλεὺς μὲν πολλάκις απε- πειράσατο τῶν ἐκεῖσε δυσπαρόδων ὁδῶν τοὺς βαρβά ρους μεταστῆσαι, καὶ πολὺς ἦν ἐγκείμενος τοῖς ὑπ᾽ αὐτὸν ἐξομαλίσειν τὴν δίοδον· οὐχ ὁρῶν δὲ τὰ κατὰ σκοπὸν προβαίνοντα, καὶ ὡς ἀπολεῖται οὐδὲν μεῖον μένων κατά χώραν οἷα τῶν Περσῶν ἐπικρατεστέρων ἀεὶ γινομένων ὡς ἐξ ὑπερδεξίων μαχομένων, ἐσβάλ λει πρὸς τοὺς ἐνώπιον αὐτῷ πολεμίους μετ᾿ ὀλίγων τῶν ἀμφ' ἐκεῖνον, καὶ τοῖς λοιποῖς δὲ ὁποτίθησι NICETE CHONIATÆ mi litteris possit. Cum igitur neque progredi neque À regredi liceret (nam Persæ a tergo etiam immi- nebant), in angustiis illis Romani ovium instar cædebantur. Quodsi quid generosi animi, si quis audaciæ fomes in hostem supererat, ea quoque deperdita et penitus exstincta sunt. Nam præter cætera mala hostes caput Andronici Batazæ bastæ præfixum ostentarunt, qui Manuelis ex sorore nepos cum exercitu ex Paphlagonia et Heraclea Pontica collecto contra Turcas Amasenos missug fuerat. Itaque Manuel imperator hujusmodi rumo- ribus et spectaculis perturbatus, tum quod nepotis caput videbat, tum quod periculi quo circumventus erat magnitudinem cernebat, animo æger et dolo- rem silentio tegens, et mutis, quod aiunt, lacrymis luctum dissimulans, eventum exspectabat; et inops consilii, quo se verteret, nesciebat. Tamen Romanæ B legiones quæ antecesserant, periculosis illis itineri- bus superatis, in colle quodam aliquid ad securita- tem conferente vallum munierunt. III. At Persa omni contentione copias, quæ cum C imperatore erant, debellare nitebantur, quod maxima et potissima parte profligata illas quoque se facile superaturos putabant, quemadmo- dum in serpentibus videmus capite contrito una etiam reliquum corporis tractum emori, et arce expugnata, urbem bostibus resistere non posse. Imperator vero etsi sæpe Barbaros ex angustiis illis depellere est conatus est suis viam complanare, tamen cum eum conatum videret non succedere se- quæ æque periturum, crescentibus subinde Persarum viribus, ut qui e superiore loco pugnarent, si ma- neret, ac si progrederetur, cum paucis quos secum babebat, recta in hostes fertur, cæterosque monet ut quisque salutem quærat, ut possit: se enim nihil boni sperare posse ex iis quæ videat. Atque ita poet multa vulnera et vibices, ensibus et ferreis D
ἰδὼν δὲ τὸν ἵππον καὶ πορρωτέρω χωρεῖν ἔχοντα οὐδ’ ἐκεῖσε τὸν δρόμον ἵστησιν, ἀλλ’ ἐς τὴν ἐν Φρυγίᾳ Λαοδίκειαν ὅλον συντείνει τὸ πρόθυμον. τὸ δὲ στράτευμα πρὸς τὴν ἀθρόαν τοῦ ἡγεμόνος ἀφάντωσιν ἐκταραχθὲν διαλύεται τῆς συντάξεως καὶ σὺν οὐδενὶ κόσμῳ τρέπεται πρὸς φυγὴν τῶν θρεμμάτων καὶ τῶν αἰχμαλώτων ἀφέμενον. Τάχα δ’ ἂν καὶ ἑαυτοῖς συμπεσόντες ἐμαχέσαντο Ῥωμαῖοι νυκτὸς ἔτι οὔσης, εἰ μὴ ὁ Καντακουζηνὸς Μανουὴλ ὡς ἐξ ἀντιπάλου συστὰς καὶ σπασάμενος μάχαιραν ἔπαιε τῷ ταύτης πλατεῖ τοὺς δραπέτας στῆτε, λέγων οὐδένων ἐπικειμένων ποῖ φέρεσθε; καὶ οὕτως ἔληξάν ποτε πρὸς μικρὸν τῆς ἀλόγου ἐκείνης ἀπάρσεως καὶ τοῦ ὅλῳ ῥυτῆρι κατά τε πρανῶν κατά τε φαράγγων καὶ γηλόφων ἵεσθαι. Πρὸς ἣν ἀκλεᾶ τοῦ Ἀνδρονίκου φυγὴν βαρυαλγήσας ὁ βασιλεὺς ἐγγὺς ἦλθε τοῦ διὰ τῶν ἀμφόδων τῆς πόλεως ἐκφαυλίσαι Ἀνδρόνικον γυναικείαν στολὴν περικείμενον. φιλοικεῖος δ’ ὢν καὶ ἀεὶ ἐνδιδοὺς πρὸς τὸ αἷμα καθεῖλε τὸν χόλον, καὶ ἄλλως μαθὼν ὡς βράχιστοι Ῥωμαίων ἐν τῷ πολέμῳ τούτῳ πεπτώκασιν.
συνεχείας κατημελήκασι, καὶ οἱ Πέρσαι πλείονες ἐπιβρίσαντες, από τε τῶν ὑψηλῶν ἐπὶ τὰ ταπεινὰ καὶ πρὸς τὸ πρανές ἐκ τῶν γηλόφων ὁποκαταβάν τες, διαζευγνύουσι τὰς τάξεις συῤῥαγέντες παρα- βολώτερον, καὶ τρέπονται τοὺς περὶ τὸν Βαλδουίνον, καὶ πολλοὺς μὲν τιτρώσκουσιν, οὐκ ὀλίγους δὲ ἀναιροῦσιν. Ἔνθα δὴ ὁ Βαλδουῖνος πονηρὰ τὰ καθ᾿ αὐτὸν ὀρῶν πράγματα καὶ τὰ στρατεύματα ατονώ τερα ὥστε διελεῖν τοὺς πολεμίους καὶ παρελθεῖν, καὶ πάντοθεν πιεζόμενος, ἀναλαβὼν ἱππέας τινὰς εἰς τὰς φάλαγγας διελᾷ τῶν Περσῶν, κυκλωθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν πολεμίων αὐτός τε κατακαίνεται καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πίπτουσιν ἅπαντες, ἀλκῆς ἔργα καὶ χειρός γενναίας παράδειγμα ἐνδειξάμενοι. Ἐκ δὲ τούτου πλεῖον ἐπαρθὲν τὸ βάρβαρον ἀπόρους πάντη Ρω μαίοις ἐποίουν τὰς τροχιάς, καὶ βύζην νενησμένοι ἀπεῖργον τὴν πάροδον. Οἱ δὲ Ῥωμαῖοι οἷα ἐν στενῷ Β χωρίῳ εἰλούμενοι καὶ ἀλλήλοις περιπίπτοντες οὐ μόνον δράσα! τι κακὸν οὐκ εἶχον τοὺς πολεμίους, ἀλλὰ καὶ τοῖς καὶ τοῖς ἐπιπορευομένοις προσ:στάμενοι ἀχρείους κακείνους ἐποίουν εἰς τὸ ἀμύνεσθαι. Ὅθεν καὶ ῥᾷον ὑπὸ τῶν ἐπικειμένων αὐτοῖς ἔθνησκον, καὶ ἦν οὐδὲ μία τις ἐπιβοήθησις ἀπὸ τῶν οὐραγούντων ταγμάτων ἤ ἐκ βασιλέως αὐτοῦ, ἤ ὑποχώρησις καὶ παρέκκλισις ἐπὶ θάτερα· αἱ γὰρ ἅμαξαι κατὰ μέσον ελισσόμεναι ὑπονοστῆσαι μὲν οὐδαμῶς εἴων τὰς προηγουμένας τάξεις καὶ μετατάξασθαι πρὸς τὸ χρήσιμον, τοῖς δὲ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος στρατεύ μασιν ὥσπερ ἀντίφραγμα γινόμεναι τὴν ἐς τὰ πρόσω πορείαν ἀπετείχιζον. Επιπτε τοίνυν βοῦς ἐκ τοξεύ ματος Περσικού, καὶ παρ' αὐτῷ βοώτης ἀπέψυχεν. Ιππος καὶ ἀναβάτης ὁμοῦ κατεβέβληντο. Αἱ σήραγ γες μεσταὶ σωμάτων προϋφαίνοντο. Τὰ ἄλση τῶν πεσόντων πεπλήρωτο. Αἱμάτων ρύακες προϋβαινον κελαρύζοντες. Αίμα συνεφέρετο αἵματι, τῷ τῶν ὑποζυγίων τὸ βρότειον. Οὕτως ἦν δεινὰ τὰ ἐκεῖ καὶ πᾶσαν ὑπερβαίνοντα συγγραφήν. Ὡς οὖν οὔτε προχωρεῖν ἐξῆν καὶ τὸ ἀναζεύξαι δὲ ἄλλως ἀδύνατον (το γὰρ Πέρσαι καὶ κατὰ νώτου ἐγένοντο καὶ τὰ πρόσω ἐποίουν ἄβατα), ὅσα καὶ θρεμμάτων ἐγέλαι Ρωμαῖοι περὶ σταθμούς τὰς δυσχωρίας εκείνας ἐφθείροντο. ᾿Αλλὰ καὶ εἴ τί που γενναίου φρονήμα τος ἐπῖν εἰσέτι αὐτοῖς ἢ θυμοῦ κατὰ τῶν ἀντιπάλων ὑπολέλειπτο ζώπυρον, καὶ τοῦτο σβεσθὲν ἀφῄρητο, καὶ ἀπέλιπεν αὐτοὺς τὸ πρόθυμον τέλεον, ἐκ τοῦ τοὺς πολεμίους ὑπ' ὄψιν ἄγειν αὐτοῖς ἕτερον συμ- φορᾶς ἐπεισόδιον, αἰχμῇ περιπαρεῖσαν τὴν τοῦ ᾿Ανδρονίκου του Βατάτζη κεφαλήν. Ην δὲ οὗτος ἀδελφιδοῦς μὲν τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, ἀπέσταλτο δὲ μετὰ στρατιᾶς ὅση περ ἐκ Παφλαγόνων καὶ τῆς ἐν Πόντῳ Ηρακλείας ἐστρατολόγητο τοῖς Αμασεῦσι Τούρκοις ἀντιταξόμενος. Φήμαις τοίνυν τοιαύταις ὁ βασιλεὺς καὶ ἀπευκτέοις τοιοῖσδε θεάμασι τὸ λογιζόμενον συγχυθείς, καὶ τὴν τοῦ ἀνεψιοῦ προτεινομένην ὁρῶν κεφαλὴν, καὶ τὸ τοῦ κινδύνου ἐν ᾧ συνείληπτο προορώμενος μέγεθος, ἀθυμίᾳ συνείχετο, καὶ ἀφα- σίᾳ πέσσων τὸ ἄλγος καὶ κωφοῖς (δ λέγεται) δάκρυσι τὸ πένθος ἀφοσιούμενος τὸ μέλλον ἐκαραδόκει, καὶ τὴν γνώμην ἀμφι βεπής εδείκνυτο. Τὰ δέ γε προπορευθέντα Ῥωμαίων τάγματα, τὰς ἐπισφαλεῖς ἐκείνας ἀτραποὺς ἀπαθῶς διελθόντα, ἐνηυλίσαντό που καὶ χάρακα ἔβαλον, γηλόφου λαβόμενα ἀσφάλειαν ἐκ μέρους βραβεύοντος. Γ. Οἱ δὲ Πέρσαι τὸ πᾶν εἰσέφερον τῆς σπουδῆς τὰ περὶ τὸν βασιλέα καταπαλαίσαι στρατεύματα, ὡς εἴ τὸ πλεῖστον κατατροπωθείη καὶ κράτιστον, κἀκεῖνα βαδίως παραλύσειν οιόμενοι, καθὰ καὶ ἐπὶ δράκοντος ὁρῶμεν γινόμενον (τῆς γὰρ κεφαλῆς συν τριβείσης καὶ ὁ λοιπὸς συννεκροῦται ὁλκὸς τοῦ σώ ματος) ἢ καὶ ἐπ᾽ ἀκροπόλεως· ταύτης γάρ εξαιρε θείσης καὶ ἡ λοιπή πόλις ὡς κατάκρας ἁλοῦσα τὰ οἴκτιστα πέπονθε. Καὶ βασιλεὺς μὲν πολλάκις απε- πειράσατο τῶν ἐκεῖσε δυσπαρόδων ὁδῶν τοὺς βαρβά ρους μεταστῆσαι, καὶ πολὺς ἦν ἐγκείμενος τοῖς ὑπ᾽ αὐτὸν ἐξομαλίσειν τὴν δίοδον· οὐχ ὁρῶν δὲ τὰ κατὰ σκοπὸν προβαίνοντα, καὶ ὡς ἀπολεῖται οὐδὲν μεῖον μένων κατά χώραν οἷα τῶν Περσῶν ἐπικρατεστέρων ἀεὶ γινομένων ὡς ἐξ ὑπερδεξίων μαχομένων, ἐσβάλ λει πρὸς τοὺς ἐνώπιον αὐτῷ πολεμίους μετ᾿ ὀλίγων τῶν ἀμφ' ἐκεῖνον, καὶ τοῖς λοιποῖς δὲ ὁποτίθησι NICETE CHONIATÆ mi litteris possit. Cum igitur neque progredi neque À regredi liceret (nam Persæ a tergo etiam immi- nebant), in angustiis illis Romani ovium instar cædebantur. Quodsi quid generosi animi, si quis audaciæ fomes in hostem supererat, ea quoque deperdita et penitus exstincta sunt. Nam præter cætera mala hostes caput Andronici Batazæ bastæ præfixum ostentarunt, qui Manuelis ex sorore nepos cum exercitu ex Paphlagonia et Heraclea Pontica collecto contra Turcas Amasenos missug fuerat. Itaque Manuel imperator hujusmodi rumo- ribus et spectaculis perturbatus, tum quod nepotis caput videbat, tum quod periculi quo circumventus erat magnitudinem cernebat, animo æger et dolo- rem silentio tegens, et mutis, quod aiunt, lacrymis luctum dissimulans, eventum exspectabat; et inops consilii, quo se verteret, nesciebat. Tamen Romanæ B legiones quæ antecesserant, periculosis illis itineri- bus superatis, in colle quodam aliquid ad securita- tem conferente vallum munierunt. III. At Persa omni contentione copias, quæ cum C imperatore erant, debellare nitebantur, quod maxima et potissima parte profligata illas quoque se facile superaturos putabant, quemadmo- dum in serpentibus videmus capite contrito una etiam reliquum corporis tractum emori, et arce expugnata, urbem bostibus resistere non posse. Imperator vero etsi sæpe Barbaros ex angustiis illis depellere est conatus est suis viam complanare, tamen cum eum conatum videret non succedere se- quæ æque periturum, crescentibus subinde Persarum viribus, ut qui e superiore loco pugnarent, si ma- neret, ac si progrederetur, cum paucis quos secum babebat, recta in hostes fertur, cæterosque monet ut quisque salutem quærat, ut possit: se enim nihil boni sperare posse ex iis quæ videat. Atque ita poet multa vulnera et vibices, ensibus et ferreis D
Ἠρίστευσαν δὲ οὐδένες κατὰ ταύτην τὴν ἔφοδον, οἷα τῆς ἐς τοὺς βαρβάρους ἀνόδου γενομένης ὀξείας καὶ τῆς ἐς τοὐπίσω αὖθις ὀξυτέρας μεταχωρήσεως. Πέρσης δέ τις ἀνάντους τόπου λαβόμενος κἀνταῦθα ὑφιζήσας πολλοὺς τῶν παριόντων Ῥωμαίων ἀνῄρει θανάσιμα πάντα καὶ κατάγοντα ἐς ᾅδου βέλεμνα πέμπων· διὰ γὰρ ἀσπίδος διῄει καὶ θώρακος καὶ ἦσαν ἀμαιμάκετον κακόν. ἐπὶ τοῦτον πολλοὶ μέν, ὅσοι ἀρετῆς μετεποιοῦντο, ἐπισυνέστησαν καὶ ἀγχοτάτω παραγενόμενοι ἔβαλλον βέλεσι καὶ ἔπαιον δόρασι θυμῷ πολλῷ χρώμενοι. ὁ δὲ πυρριχίζων ἄντικρυς ἐξωρχεῖτο πάντα τὰ ἐς αὐτὸν φερόμενα βλήματα καὶ στροφάδην τοὺς ὑπαντιάζοντας ἔκτεινεν, ἕως ὁ Ξηρὸς Μανουὴλ ἀπὸ τοῦ ἵππου κατεπήδησε καὶ τὴν ἀσπίδα προβεβλημένος ξιφήρης τὴν χεῖρα τῷ Πέρσῃ ἐπῆλθε, τὰ βέλη πάντα τῷ σάκει δεχόμενος, καὶ κατὰ κεφαλῆς καιρίαν ἔπληξε καὶ ἀνῄρηκεν. οὕτω δὲ τὸν Ξηρὸν ἀπέχοντα εὗρεν ὁ Πέρσης τοῦ ἐκεῖνον ἀπεκτονέναι καὶ πρὸς τὴν αὐτοῦ περὶ τοῦ μὴ θανεῖν δέησιν ἀκαμπῆ καὶ σκληρὸν ἀληθῶς καὶ ἀνένδοτον, ὡς καὶ δευτέραν πληγὴν ἐπὶ τῇ προτέρᾳ λαβεῖν οἷς παρακαίρια ἔβαζε, φιλανθρώπων τυχεῖν δεόμενος ὧν αὐτὸς κακὸν ὀλέθριον ἦν.
συνεχείας κατημελήκασι, καὶ οἱ Πέρσαι πλείονες ἐπιβρίσαντες, από τε τῶν ὑψηλῶν ἐπὶ τὰ ταπεινὰ καὶ πρὸς τὸ πρανές ἐκ τῶν γηλόφων ὁποκαταβάν τες, διαζευγνύουσι τὰς τάξεις συῤῥαγέντες παρα- βολώτερον, καὶ τρέπονται τοὺς περὶ τὸν Βαλδουίνον, καὶ πολλοὺς μὲν τιτρώσκουσιν, οὐκ ὀλίγους δὲ ἀναιροῦσιν. Ἔνθα δὴ ὁ Βαλδουῖνος πονηρὰ τὰ καθ᾿ αὐτὸν ὀρῶν πράγματα καὶ τὰ στρατεύματα ατονώ τερα ὥστε διελεῖν τοὺς πολεμίους καὶ παρελθεῖν, καὶ πάντοθεν πιεζόμενος, ἀναλαβὼν ἱππέας τινὰς εἰς τὰς φάλαγγας διελᾷ τῶν Περσῶν, κυκλωθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν πολεμίων αὐτός τε κατακαίνεται καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πίπτουσιν ἅπαντες, ἀλκῆς ἔργα καὶ χειρός γενναίας παράδειγμα ἐνδειξάμενοι. Ἐκ δὲ τούτου πλεῖον ἐπαρθὲν τὸ βάρβαρον ἀπόρους πάντη Ρω μαίοις ἐποίουν τὰς τροχιάς, καὶ βύζην νενησμένοι ἀπεῖργον τὴν πάροδον. Οἱ δὲ Ῥωμαῖοι οἷα ἐν στενῷ Β χωρίῳ εἰλούμενοι καὶ ἀλλήλοις περιπίπτοντες οὐ μόνον δράσα! τι κακὸν οὐκ εἶχον τοὺς πολεμίους, ἀλλὰ καὶ τοῖς καὶ τοῖς ἐπιπορευομένοις προσ:στάμενοι ἀχρείους κακείνους ἐποίουν εἰς τὸ ἀμύνεσθαι. Ὅθεν καὶ ῥᾷον ὑπὸ τῶν ἐπικειμένων αὐτοῖς ἔθνησκον, καὶ ἦν οὐδὲ μία τις ἐπιβοήθησις ἀπὸ τῶν οὐραγούντων ταγμάτων ἤ ἐκ βασιλέως αὐτοῦ, ἤ ὑποχώρησις καὶ παρέκκλισις ἐπὶ θάτερα· αἱ γὰρ ἅμαξαι κατὰ μέσον ελισσόμεναι ὑπονοστῆσαι μὲν οὐδαμῶς εἴων τὰς προηγουμένας τάξεις καὶ μετατάξασθαι πρὸς τὸ χρήσιμον, τοῖς δὲ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος στρατεύ μασιν ὥσπερ ἀντίφραγμα γινόμεναι τὴν ἐς τὰ πρόσω πορείαν ἀπετείχιζον. Επιπτε τοίνυν βοῦς ἐκ τοξεύ ματος Περσικού, καὶ παρ' αὐτῷ βοώτης ἀπέψυχεν. Ιππος καὶ ἀναβάτης ὁμοῦ κατεβέβληντο. Αἱ σήραγ γες μεσταὶ σωμάτων προϋφαίνοντο. Τὰ ἄλση τῶν πεσόντων πεπλήρωτο. Αἱμάτων ρύακες προϋβαινον κελαρύζοντες. Αίμα συνεφέρετο αἵματι, τῷ τῶν ὑποζυγίων τὸ βρότειον. Οὕτως ἦν δεινὰ τὰ ἐκεῖ καὶ πᾶσαν ὑπερβαίνοντα συγγραφήν. Ὡς οὖν οὔτε προχωρεῖν ἐξῆν καὶ τὸ ἀναζεύξαι δὲ ἄλλως ἀδύνατον (το γὰρ Πέρσαι καὶ κατὰ νώτου ἐγένοντο καὶ τὰ πρόσω ἐποίουν ἄβατα), ὅσα καὶ θρεμμάτων ἐγέλαι Ρωμαῖοι περὶ σταθμούς τὰς δυσχωρίας εκείνας ἐφθείροντο. ᾿Αλλὰ καὶ εἴ τί που γενναίου φρονήμα τος ἐπῖν εἰσέτι αὐτοῖς ἢ θυμοῦ κατὰ τῶν ἀντιπάλων ὑπολέλειπτο ζώπυρον, καὶ τοῦτο σβεσθὲν ἀφῄρητο, καὶ ἀπέλιπεν αὐτοὺς τὸ πρόθυμον τέλεον, ἐκ τοῦ τοὺς πολεμίους ὑπ' ὄψιν ἄγειν αὐτοῖς ἕτερον συμ- φορᾶς ἐπεισόδιον, αἰχμῇ περιπαρεῖσαν τὴν τοῦ ᾿Ανδρονίκου του Βατάτζη κεφαλήν. Ην δὲ οὗτος ἀδελφιδοῦς μὲν τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, ἀπέσταλτο δὲ μετὰ στρατιᾶς ὅση περ ἐκ Παφλαγόνων καὶ τῆς ἐν Πόντῳ Ηρακλείας ἐστρατολόγητο τοῖς Αμασεῦσι Τούρκοις ἀντιταξόμενος. Φήμαις τοίνυν τοιαύταις ὁ βασιλεὺς καὶ ἀπευκτέοις τοιοῖσδε θεάμασι τὸ λογιζόμενον συγχυθείς, καὶ τὴν τοῦ ἀνεψιοῦ προτεινομένην ὁρῶν κεφαλὴν, καὶ τὸ τοῦ κινδύνου ἐν ᾧ συνείληπτο προορώμενος μέγεθος, ἀθυμίᾳ συνείχετο, καὶ ἀφα- σίᾳ πέσσων τὸ ἄλγος καὶ κωφοῖς (δ λέγεται) δάκρυσι τὸ πένθος ἀφοσιούμενος τὸ μέλλον ἐκαραδόκει, καὶ τὴν γνώμην ἀμφι βεπής εδείκνυτο. Τὰ δέ γε προπορευθέντα Ῥωμαίων τάγματα, τὰς ἐπισφαλεῖς ἐκείνας ἀτραποὺς ἀπαθῶς διελθόντα, ἐνηυλίσαντό που καὶ χάρακα ἔβαλον, γηλόφου λαβόμενα ἀσφάλειαν ἐκ μέρους βραβεύοντος. Γ. Οἱ δὲ Πέρσαι τὸ πᾶν εἰσέφερον τῆς σπουδῆς τὰ περὶ τὸν βασιλέα καταπαλαίσαι στρατεύματα, ὡς εἴ τὸ πλεῖστον κατατροπωθείη καὶ κράτιστον, κἀκεῖνα βαδίως παραλύσειν οιόμενοι, καθὰ καὶ ἐπὶ δράκοντος ὁρῶμεν γινόμενον (τῆς γὰρ κεφαλῆς συν τριβείσης καὶ ὁ λοιπὸς συννεκροῦται ὁλκὸς τοῦ σώ ματος) ἢ καὶ ἐπ᾽ ἀκροπόλεως· ταύτης γάρ εξαιρε θείσης καὶ ἡ λοιπή πόλις ὡς κατάκρας ἁλοῦσα τὰ οἴκτιστα πέπονθε. Καὶ βασιλεὺς μὲν πολλάκις απε- πειράσατο τῶν ἐκεῖσε δυσπαρόδων ὁδῶν τοὺς βαρβά ρους μεταστῆσαι, καὶ πολὺς ἦν ἐγκείμενος τοῖς ὑπ᾽ αὐτὸν ἐξομαλίσειν τὴν δίοδον· οὐχ ὁρῶν δὲ τὰ κατὰ σκοπὸν προβαίνοντα, καὶ ὡς ἀπολεῖται οὐδὲν μεῖον μένων κατά χώραν οἷα τῶν Περσῶν ἐπικρατεστέρων ἀεὶ γινομένων ὡς ἐξ ὑπερδεξίων μαχομένων, ἐσβάλ λει πρὸς τοὺς ἐνώπιον αὐτῷ πολεμίους μετ᾿ ὀλίγων τῶν ἀμφ' ἐκεῖνον, καὶ τοῖς λοιποῖς δὲ ὁποτίθησι NICETE CHONIATÆ mi litteris possit. Cum igitur neque progredi neque À regredi liceret (nam Persæ a tergo etiam immi- nebant), in angustiis illis Romani ovium instar cædebantur. Quodsi quid generosi animi, si quis audaciæ fomes in hostem supererat, ea quoque deperdita et penitus exstincta sunt. Nam præter cætera mala hostes caput Andronici Batazæ bastæ præfixum ostentarunt, qui Manuelis ex sorore nepos cum exercitu ex Paphlagonia et Heraclea Pontica collecto contra Turcas Amasenos missug fuerat. Itaque Manuel imperator hujusmodi rumo- ribus et spectaculis perturbatus, tum quod nepotis caput videbat, tum quod periculi quo circumventus erat magnitudinem cernebat, animo æger et dolo- rem silentio tegens, et mutis, quod aiunt, lacrymis luctum dissimulans, eventum exspectabat; et inops consilii, quo se verteret, nesciebat. Tamen Romanæ B legiones quæ antecesserant, periculosis illis itineri- bus superatis, in colle quodam aliquid ad securita- tem conferente vallum munierunt. III. At Persa omni contentione copias, quæ cum C imperatore erant, debellare nitebantur, quod maxima et potissima parte profligata illas quoque se facile superaturos putabant, quemadmo- dum in serpentibus videmus capite contrito una etiam reliquum corporis tractum emori, et arce expugnata, urbem bostibus resistere non posse. Imperator vero etsi sæpe Barbaros ex angustiis illis depellere est conatus est suis viam complanare, tamen cum eum conatum videret non succedere se- quæ æque periturum, crescentibus subinde Persarum viribus, ut qui e superiore loco pugnarent, si ma- neret, ac si progrederetur, cum paucis quos secum babebat, recta in hostes fertur, cæterosque monet ut quisque salutem quærat, ut possit: se enim nihil boni sperare posse ex iis quæ videat. Atque ita poet multa vulnera et vibices, ensibus et ferreis D
PG 139:529Τότε καὶ ἐμὸς συγγενής, τῷ κλήρῳ μὲν τῆς πόλεως κατειλεγμένος Χωνῶν, λευίτης τὴν τάξιν, λήματος δ’ ἀνδρείου πλήρης, συνανελθὼν τῷ λοιπῷ στρατεύματι ἐς τὸν Χάρακα μετὰ σκευῆς πολεμικῆς καὶ σκυλεύσας, εἴ τι που ἐφεῦρεν ἡ χεὶρ ἐν τοῖς τῶν Τούρκων σκηνώμασιν, οὐκ ἀπεφορτίσατο κατ’ αὐτὸ τὸ δεινὸν τὰ λάφυρα, ἀλλὰ ταῦτα φέρων, ἃ καὶ ἦσαν στολαὶ Περσικαὶ πήρας ἐντὸς καὶ ὄϊς πηγεσίμαλλος, βάδην ἐπορεύετο, ἐπιστρέφων τὰς ἁπάντων ὄψεις εἰς ἑαυτὸν καὶ ὑπὸ μὲν τῶν ὡς ἀδεὴς ἐν τοῖς περιστατικοῖς καιροῖς εὐφημούμενος καὶ κορυφαία κρινόμενος ἄντικρυς τῶν κατ’ ἐκεῖνο στρατευσάντων καιροῦ, ὑπὸ δὲ τῶν τωθαζόμενος ὡς προβατίου ἀρνύμενος θάνατον. αὐτὸς μέντοι καὶ οὕτω τὴν ὁδὸν ἤνυεν ὅπῃ παρείκοι τοὺς δραπέτας βάλλων ὀνείδεσιν ὡς μηδενὸς διώκοντος ἀγεννῶς ἀπαίροντας. Οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον χρόνῳ τὴν ἐκ Κλαυδίου Καίσαρος παρώνυμον πόλιν οἱ Τοῦρκοι περικαθίσαντες πρῶτα μὲν οὐδὲ προελθεῖν ὅλως εἴων τοὺς ἀποτεταγμένους εἰς τὴν ταύτης φρουράν, ἔπειτα δὲ καὶ πολιορκεῖν ἐπεβάλοντο.
σώζειν σφᾶς ὡς ἕκαστος δύναται· μηδὲν γὰρ χρηστὸν ἐκ τῶν ἐν ὄψει κατανοεῖν. Καὶ βασιλεὺς μὲν ὡς ἐκ γαλεάγρας τῆς τότε αὐτὸν διειληφυίας βαρβαρικής Εξώλισθε φάλαγγος μετά τραύματα πολλὰ καὶ μώλωπας συνεχεῖς, οὓς ἀπὸ ξιφῶν ἐπλήγη καὶ σιδηρέων κορυνῶν ὑπὸ τῶν περιστάντων αὐτὸν Περσῶν τυπτσόμενος, ἐπεὶ καὶ οὕτω δι᾿ ὅλου τοῦ σώματος τετραυμάτιστο ὡς τὸν μὲν θυρεὸν περὶ που τοὺς τριάκοντα ἔχειν ἐμπεπηγότας δυψητικούς αἵματος δϊστούς, αὐτὸν δὲ μηδ᾽ ἀνορθώσαι ὅλως δύο νασθαι περιτραπεῖσαν τὴν κόρυθα. Πλὴν καὶ οὕτω παρὰ δόξαν τὰς τῶν βαρβάρων διέδρα λαβές, ὑπὸ Θεοῦ φρουρηθεὶς τοῦ καὶ ἐπὶ κεφαλὴν πάλαι Δαβίδ ἐν ἡμέρᾳ πολέμου ἐπισκιάζοντος, ὡς αὐτός φησιν ὁ φιλόψαλμος. Τὰ δ' ἄλλα Ῥωμαϊκά τάγματα χειρόνως ἔπασχον ἀεὶ δόρασι περισταδόν λελογχωμένοις νυστ σόμενα καὶ βέλεσιν ἐκ τοῦ σχεδόν διαμπερὲς ἐλαυ- νόμενα καὶ ὑπ᾽ ἀλλήλων ἐν τῷ συμπίπτειν διαφθει- ρόμενα. Εἰσὶ δ' οἳ καὶ ταύτην μὲν ἀπαθεῖς παρῆλθον τὴν φάραγγα καὶ τοὺς ἐπ᾿ αὐτῆς ἱσταμένους Πέρσας ἐσόβησαν, προελθόντες δὲ καὶ τῆς μετ᾿ ἐκείνην ἀψάμενοι σήραγγος ὑπὸ τῶν ἐκεῖσε πολεμίων ἀπώ- λοντο. Εἰς γὰρ ἑπτὰ κοιλάδας ταφρώδεις πάσας καὶ ἀγχιτέρμονας πάροδος ἐκείνη διέσχιστο, εὐρυνο- μένη βραχὺ καὶ συμπτυσσομένη πάλιν πρὸς τὸ στε νόπορον· καὶ ἦσαν αὗται παρὰ τῶν Τούρκων ἄκρι- βῶς ἐφεστώτων τηρούμεναι. Αλλ' οὐδ᾽ ὁ λοιπός χῶρος τῶν πολεμίων ἐσπάνιζε καθαρῶς, ἀλλ᾽ ἅπας τούτων πεπλήρωτο. Τότε δὲ καὶ ἀνέμου πνεύσαντος καὶ θῖνα βαθεῖαν ἐκ τῆς ἐκεῖσε ψαμμώδους μετεω ρίσαντος γῆς σύρδην ἐμπίπτουσαν ἀμφότερα συμ πεσεῖν ἐγένετο τὰ στρατεύματα, καὶ ὡς ἐν νυκτο- μαχίᾳ καὶ σκύτει ψηλαφητῷ ἀλλήλοις προσφερόμενα τοῖς ἐχθροῖς τοὺς φίλους ἐπικατέσφαττον, καὶ οὐκ ἐξ ὁμοφύλου διακρίνειν ἀλλόφυλον, ἀλλὰ Πέρσαι καὶ Ῥωμαῖοι συμβεβλημένοι καὶ καθ' ὁμογενῶν ἐσπῶντο τὰ ξίφη καὶ τὸν προσιόντα κατέκαινὸν ὡς πολέμιον, ὡς τὰς τάφρους τάφον ἕνα γενέσθαι καὶ πέμμικτον πολυάνδριον καὶ σκήνωμα κοινὸν Ρω- μπίων τε καὶ βαρβάρων καὶ ἵππων καὶ βοῶν καὶ ὄνων ἀχθηφορούντων. Ἔπεσον οὖν ἀριθμῷ πλείους Ῥωμαῖοι, και μάλιστα τῶν ἐκ τοῦ γένους τῷ βα σιλεῖ, καὶ τούτων οἷς πολὺ τὸ ἐπίσημον. ὡς δὲ ἡ κόνις ἐλώφησεν ἤ τε ἀχλὺς ἐκείνην καὶ ἀορασία διε σκέδαστο, ὠπτάνοντό τινες (φεῦ τοῦ ἀπευκτέου πράγματος καὶ δράματος) ἕως ἐξύος καὶ τραχήλου συνισχημένοι τοῖς πτώμασιν, οἳ καὶ χεῖρας μὲν ] Ικέτιδας ὤρεγον καὶ σχήμασιν ἐλεεινοῖς καὶ φωναῖς γοερὸν ὑπηχούσαις προκαλοῦντο τοὺς παριόντας εἰς ἀρωγὴν, οὐδένα δὲ τὸν ἀμύνειν δυνάμενον εἶχον οὐδὲ τὸν σώζονται πάντες γὰρ οἷς ἔπασχον ἐκεῖνοι τὴν οἰκείαν προτυπούμενοι συμφοράν, τὴν περὶ ψυχῆς τρέχοντες, ἀκούσιοι τινες ἦσαν ἀνοικτίρμο- νες, καὶ ὡς τάχους εἶχον σώζειν ἑαυτοὺς ἔσπευδον. Ο δὲ βασιλεὺς Μανουὴλ σκιὰν ὑπελθὼν ἀχλαδηρο ροῦντος δένδρου ἀνελάμβανεν ἑαυτὸν καὶ καμοῦσαν συνέλεγε τὴν ἰσχύν, μὴ ἔχων ὑπασπιστὴν συνιστάμενον, μὴ δορυφόρον ἐπισπόμενον, μηδὲ σωματοφύ λακα ἐρεπόμενον. Ἰδὼν δέ τις αὐτὸν καὶ οἰκτείρας ἐκ τοῦ τῶν ἱππέων τάγματος, καὶ οὗτος τῶν ἀγανῶν καὶ πολλῶν Ῥωμαίων, ἐφίσταται οἱ προθύμως κατά προαίρεσιν καὶ διακονεῖν αἱρεῖται τὰ δυνατά, ὅθεν DE MANUELE COMNENO LIB. VI. B decipula, est elapsus, sic quidem toto corpore convulneratus, ut sculo ejus circiter xxx sagitt iubererent, et ipse cassidem decussam attollere non posset. Tamen vel sic Deo defendente, qui in die belli caput ejus, quemadmadum olim Davidis, ut ipse in Psalmis fatetur, custodiebat, mirabiliter Barbarorum manus effugit. Cetera vero legiones subinde pejus tractabantur. Nam et ferra- tis bastis undique pungebantur et jaculis peteban- tur, et invicem ipsi sese prostrati conculcabant. Quodsi qui has quoque fauces, Barbaris qui cas insederant pulsis, superarant, in altera valle ab hostibus interibant. Is enim transitus in vu pro- fundas valles inter sese vicinas findebatur, et Initio paulo latior rursus in angustias complicabatur, Eæ vero, omnes accurate a Turcis custodiebantur, atque adeo cetero quoque loca Turcarum plena erant. Ad hæc procellis arenarum vento in eos impulsis ambo exercitus impetu congressi, veluti noctu et in densissimis tenebris pugnabant: nec ullo discrimine amici aut inimici, obvii quique trucidabantur; eodemque loco Turci et Romani, jumenta et homines jacebant, ut vallis illa nibil esset aliud nisi amplissimum quoddam et commune Rom noram, Barbarorum, jumentorum pecudum que sepulcrum. Plures tamen Romani ceciderunt, præsertim illustrissimi quique imperatoris cognati. Ut autem tnrbo ille discussa caligine quievit, conspecti quidam sunt (heu miserum spectalum) usque ad lumbos et colla cadaveribus circumsepti, qni supplices tendebant manus et gestu miserabili ac lugubri voce prætereuntium opem implorabant: sed nemo erat qui auxiliari posset. Nam quique suam cladem illorum exemplis metientes, in vitæ periculo haud sponte immisericordes erant et fuga salutem quærere satagebant. Imperator vero sub pyri sylvestris umbra vires exhaustas recipie- bat, sine armigero, sine satellite, sine custode ullo. Sed quidam gregarius eques ejus misertus ultro accedit, eique pro virili ministrare studet, et galeam huo atque illuc cadentem capiti reponit. Interea Persa quidam accurrit, et freno prehenso eum abstrahere studet, quod nemo erat qui obsi- steret. Sed eum Manuel impacto in caput haslæ fragmine, quod adhuo reliquum habebat, humi prostravit. Paulo post eliam alii Persa accurrunt, qui eum virum capere conabantur,sed et illos facile propulsavit arrepta hasta assistentis sibi equitis et uno ex hostibus transfxo: ipse vero eques stricto ense alteri caput amputavit. Deinde aliis x Romanis militibus accuarentibusindo digre- ditur, conjungere se eum legionibus quæ anteces- serant cupiens. Sed rursus paulum progressus, et Turcarum occursu et cadaverum acervis in viis A clavis facta, ex barbarica illa phalange, tanquam jacentium impediebatur. C
ὅθεν οἱ ἔσωθεν, εἰ μή τις αὐτοῖς ἐπαρήξειεν ἔξωθεν, σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τὴν πόλιν καταπροδώσειν ἠπείλουν ὡς μὴ χρόνια λιμώττειν στέγοντες, ἔτι καὶ τοὺς πολεμίους ἀποτρέψασθαι ὅλως οὐκ ἔχοντες. Μὴ ἀναμείνας οὖν τὴν τελείαν τοῦ κακοῦ ἀγγελίαν ὁ Μανουὴλ ἀναστὰς τὴν ὑστεραίαν ᾗ τάχους εἶχεν ἐπὶ τὴν Κλαυδίου διὰ τῆς Νικομήδους ἤλαυνε πόλιν, μὴ αὐλαίαν ἀνακτορικήν, μὴ κλίνην, μὴ στιβάδα, μήτε τινὰ ἄλλην σκευὴν τρυφῶσαν ἀρχικὴν ἐπαγόμενος, μόνα δὲ τὰ ἱππάσιμα φέρων καὶ στολὰς φολίσι σιδηραῖς ὑφαντάς. ἐπέτεινεν οὖν τοὺς σταθμούς. τοσοῦτον δ’ ἦν ἐκείνῳ τὸ πρόθυμον φθάσαι τοὺς πολιορκοῦντας ποθοῦντι πρὸ τοῦ παθεῖν τι τοὺς ἔνδον δεινόν, ὁποῖον οὐκ ἔστι λόγῳ περιηγήσασθαι. οὐκοῦν τὰς νύκτας ἴαυεν ἀύ̈πνους καὶ πρὸς τὴν πορείαν ἐχρᾶτο φωτὶ ποιητῷ βαδίζων διὰ τῆς Βιθυνῶν· ἡ δὲ ὡς ἐπίπαν ταῖς ξυναγκείαις πεπύκνωται καὶ ἄπορός ἐστι πολλαχῇ τῷ τῆς ὕλης συνηρεφεῖ. εἰ δέ που καὶ χρείας ἱκανούσης ἐδεῖτο διαναπαύεσθαι, γήϊνον εἶχε τὴν καθέδραν καὶ κάρφη ὑποβεβλημένη καὶ φορυτὸς ὑποκείμενος ἐκείνῳ τὴν στρωμνὴν ἐσχεδίαζεν·
σώζειν σφᾶς ὡς ἕκαστος δύναται· μηδὲν γὰρ χρηστὸν ἐκ τῶν ἐν ὄψει κατανοεῖν. Καὶ βασιλεὺς μὲν ὡς ἐκ γαλεάγρας τῆς τότε αὐτὸν διειληφυίας βαρβαρικής Εξώλισθε φάλαγγος μετά τραύματα πολλὰ καὶ μώλωπας συνεχεῖς, οὓς ἀπὸ ξιφῶν ἐπλήγη καὶ σιδηρέων κορυνῶν ὑπὸ τῶν περιστάντων αὐτὸν Περσῶν τυπτσόμενος, ἐπεὶ καὶ οὕτω δι᾿ ὅλου τοῦ σώματος τετραυμάτιστο ὡς τὸν μὲν θυρεὸν περὶ που τοὺς τριάκοντα ἔχειν ἐμπεπηγότας δυψητικούς αἵματος δϊστούς, αὐτὸν δὲ μηδ᾽ ἀνορθώσαι ὅλως δύο νασθαι περιτραπεῖσαν τὴν κόρυθα. Πλὴν καὶ οὕτω παρὰ δόξαν τὰς τῶν βαρβάρων διέδρα λαβές, ὑπὸ Θεοῦ φρουρηθεὶς τοῦ καὶ ἐπὶ κεφαλὴν πάλαι Δαβίδ ἐν ἡμέρᾳ πολέμου ἐπισκιάζοντος, ὡς αὐτός φησιν ὁ φιλόψαλμος. Τὰ δ' ἄλλα Ῥωμαϊκά τάγματα χειρόνως ἔπασχον ἀεὶ δόρασι περισταδόν λελογχωμένοις νυστ σόμενα καὶ βέλεσιν ἐκ τοῦ σχεδόν διαμπερὲς ἐλαυ- νόμενα καὶ ὑπ᾽ ἀλλήλων ἐν τῷ συμπίπτειν διαφθει- ρόμενα. Εἰσὶ δ' οἳ καὶ ταύτην μὲν ἀπαθεῖς παρῆλθον τὴν φάραγγα καὶ τοὺς ἐπ᾿ αὐτῆς ἱσταμένους Πέρσας ἐσόβησαν, προελθόντες δὲ καὶ τῆς μετ᾿ ἐκείνην ἀψάμενοι σήραγγος ὑπὸ τῶν ἐκεῖσε πολεμίων ἀπώ- λοντο. Εἰς γὰρ ἑπτὰ κοιλάδας ταφρώδεις πάσας καὶ ἀγχιτέρμονας πάροδος ἐκείνη διέσχιστο, εὐρυνο- μένη βραχὺ καὶ συμπτυσσομένη πάλιν πρὸς τὸ στε νόπορον· καὶ ἦσαν αὗται παρὰ τῶν Τούρκων ἄκρι- βῶς ἐφεστώτων τηρούμεναι. Αλλ' οὐδ᾽ ὁ λοιπός χῶρος τῶν πολεμίων ἐσπάνιζε καθαρῶς, ἀλλ᾽ ἅπας τούτων πεπλήρωτο. Τότε δὲ καὶ ἀνέμου πνεύσαντος καὶ θῖνα βαθεῖαν ἐκ τῆς ἐκεῖσε ψαμμώδους μετεω ρίσαντος γῆς σύρδην ἐμπίπτουσαν ἀμφότερα συμ πεσεῖν ἐγένετο τὰ στρατεύματα, καὶ ὡς ἐν νυκτο- μαχίᾳ καὶ σκύτει ψηλαφητῷ ἀλλήλοις προσφερόμενα τοῖς ἐχθροῖς τοὺς φίλους ἐπικατέσφαττον, καὶ οὐκ ἐξ ὁμοφύλου διακρίνειν ἀλλόφυλον, ἀλλὰ Πέρσαι καὶ Ῥωμαῖοι συμβεβλημένοι καὶ καθ' ὁμογενῶν ἐσπῶντο τὰ ξίφη καὶ τὸν προσιόντα κατέκαινὸν ὡς πολέμιον, ὡς τὰς τάφρους τάφον ἕνα γενέσθαι καὶ πέμμικτον πολυάνδριον καὶ σκήνωμα κοινὸν Ρω- μπίων τε καὶ βαρβάρων καὶ ἵππων καὶ βοῶν καὶ ὄνων ἀχθηφορούντων. Ἔπεσον οὖν ἀριθμῷ πλείους Ῥωμαῖοι, και μάλιστα τῶν ἐκ τοῦ γένους τῷ βα σιλεῖ, καὶ τούτων οἷς πολὺ τὸ ἐπίσημον. ὡς δὲ ἡ κόνις ἐλώφησεν ἤ τε ἀχλὺς ἐκείνην καὶ ἀορασία διε σκέδαστο, ὠπτάνοντό τινες (φεῦ τοῦ ἀπευκτέου πράγματος καὶ δράματος) ἕως ἐξύος καὶ τραχήλου συνισχημένοι τοῖς πτώμασιν, οἳ καὶ χεῖρας μὲν ] Ικέτιδας ὤρεγον καὶ σχήμασιν ἐλεεινοῖς καὶ φωναῖς γοερὸν ὑπηχούσαις προκαλοῦντο τοὺς παριόντας εἰς ἀρωγὴν, οὐδένα δὲ τὸν ἀμύνειν δυνάμενον εἶχον οὐδὲ τὸν σώζονται πάντες γὰρ οἷς ἔπασχον ἐκεῖνοι τὴν οἰκείαν προτυπούμενοι συμφοράν, τὴν περὶ ψυχῆς τρέχοντες, ἀκούσιοι τινες ἦσαν ἀνοικτίρμο- νες, καὶ ὡς τάχους εἶχον σώζειν ἑαυτοὺς ἔσπευδον. Ο δὲ βασιλεὺς Μανουὴλ σκιὰν ὑπελθὼν ἀχλαδηρο ροῦντος δένδρου ἀνελάμβανεν ἑαυτὸν καὶ καμοῦσαν συνέλεγε τὴν ἰσχύν, μὴ ἔχων ὑπασπιστὴν συνιστάμενον, μὴ δορυφόρον ἐπισπόμενον, μηδὲ σωματοφύ λακα ἐρεπόμενον. Ἰδὼν δέ τις αὐτὸν καὶ οἰκτείρας ἐκ τοῦ τῶν ἱππέων τάγματος, καὶ οὗτος τῶν ἀγανῶν καὶ πολλῶν Ῥωμαίων, ἐφίσταται οἱ προθύμως κατά προαίρεσιν καὶ διακονεῖν αἱρεῖται τὰ δυνατά, ὅθεν DE MANUELE COMNENO LIB. VI. B decipula, est elapsus, sic quidem toto corpore convulneratus, ut sculo ejus circiter xxx sagitt iubererent, et ipse cassidem decussam attollere non posset. Tamen vel sic Deo defendente, qui in die belli caput ejus, quemadmadum olim Davidis, ut ipse in Psalmis fatetur, custodiebat, mirabiliter Barbarorum manus effugit. Cetera vero legiones subinde pejus tractabantur. Nam et ferra- tis bastis undique pungebantur et jaculis peteban- tur, et invicem ipsi sese prostrati conculcabant. Quodsi qui has quoque fauces, Barbaris qui cas insederant pulsis, superarant, in altera valle ab hostibus interibant. Is enim transitus in vu pro- fundas valles inter sese vicinas findebatur, et Initio paulo latior rursus in angustias complicabatur, Eæ vero, omnes accurate a Turcis custodiebantur, atque adeo cetero quoque loca Turcarum plena erant. Ad hæc procellis arenarum vento in eos impulsis ambo exercitus impetu congressi, veluti noctu et in densissimis tenebris pugnabant: nec ullo discrimine amici aut inimici, obvii quique trucidabantur; eodemque loco Turci et Romani, jumenta et homines jacebant, ut vallis illa nibil esset aliud nisi amplissimum quoddam et commune Rom noram, Barbarorum, jumentorum pecudum que sepulcrum. Plures tamen Romani ceciderunt, præsertim illustrissimi quique imperatoris cognati. Ut autem tnrbo ille discussa caligine quievit, conspecti quidam sunt (heu miserum spectalum) usque ad lumbos et colla cadaveribus circumsepti, qni supplices tendebant manus et gestu miserabili ac lugubri voce prætereuntium opem implorabant: sed nemo erat qui auxiliari posset. Nam quique suam cladem illorum exemplis metientes, in vitæ periculo haud sponte immisericordes erant et fuga salutem quærere satagebant. Imperator vero sub pyri sylvestris umbra vires exhaustas recipie- bat, sine armigero, sine satellite, sine custode ullo. Sed quidam gregarius eques ejus misertus ultro accedit, eique pro virili ministrare studet, et galeam huo atque illuc cadentem capiti reponit. Interea Persa quidam accurrit, et freno prehenso eum abstrahere studet, quod nemo erat qui obsi- steret. Sed eum Manuel impacto in caput haslæ fragmine, quod adhuo reliquum habebat, humi prostravit. Paulo post eliam alii Persa accurrunt, qui eum virum capere conabantur,sed et illos facile propulsavit arrepta hasta assistentis sibi equitis et uno ex hostibus transfxo: ipse vero eques stricto ense alteri caput amputavit. Deinde aliis x Romanis militibus accuarentibusindo digre- ditur, conjungere se eum legionibus quæ anteces- serant cupiens. Sed rursus paulum progressus, et Turcarum occursu et cadaverum acervis in viis A clavis facta, ex barbarica illa phalange, tanquam jacentium impediebatur. C
PG 139:531ὁτὲ δὲ ὑετοῦ κατενεχθέντος καὶ τοῦ σταθμοῦ γενομένου κατὰ φάραγγα τεναγώδη ἄνωθέν τε ταῖς σταγόσιν ἐτέγγετο καὶ τὸν ὕπνον διεσπᾶτο τῷ τὴν στιβάδα ὑποτρέχοντι νάματι. κἀπὶ τοῖς τοιούτοις ἠγαπᾶτο μᾶλλον καὶ ἠγᾶτο ἢ ὅτε διαδήματι ἐταινιοῦτο καὶ περιέκειτο τὴν ἁλουργίδα καὶ τὸν ἵππον ἀνέβαινε τὸν χρυσοφάλαρον. Ὡς δὲ ἤγγισεν οὗ ἐπορεύετο καὶ ὦπτο τοῖς περὶ τὴν Κλαυδιούπολιν ἐσκηνωκόσι βαρβάροις, οἱ μὲν ἐς φυγὴν αὐτίκα ἐκεῖθεν ὥρμησαν ἐγνωκότες τὴν αὐτοῦ ἔλευσιν ἔκ τε τῶν σημείων τῶν ταγμάτων καὶ τῆς τῶν ὅπλων λαμπρότητος, αὐτὸς δ’ ἐπέκειτο διώκων ἐς ὅσον ἦν ἐφικτὸν ὡς προσωτάτω τῆς μάχης. οὕτω δ’ ἀσπάσιος ἐπέστη τοῖς ἐν ἐκείνῃ τῇ πόλει Ῥωμαίοις ἀπειρηκόσιν ἤδη πρὸς τὰ τῶν Τούρκων φρονήματα, ὡς οὐδὲ ναύταις οὖρος προσκεκμηκόσι ταῖς κώπαις καὶ πλεῖστον αὐταῖς ἐνιδρώσασι καὶ ἔαρ ἥδιστον μετὰ χειμῶνος κατήφειαν ἢ ἕτερόν τι τῶν ὅσα ἐκ λυπηρῶν ἀρχῶν εἰς χρηστοτέραν μεταβαίνει κατάστασιν. ΤΟΜΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ Δοτέον τῷ λόγῳ κἀκεῖνα.
καὶ τὴν κυνέην ἑτέρωσε βαλλομένην τῇ ἐκείνου εφήρμοσε κεφαλῇ. Ἐν [Ρ. 120] ᾧ δὲ καθ᾽ ὅ ειρήκει μεν δένδρον ὁ βασιλεὺς ἀνεκώχευεν, ἐπιδραμών τις Πέρσης ἐφεῖλκε τοῦτον τοῦ χαλινοῦ κατὰ πολλὴν τοῦ κωλύσοντος ἐρημίαν· ὁ δὲ πλήξας αὐτὸν κατὰ κεφαλῆς τῷ τοῦ δόρατος τμήματι δ' εἶχεν ἔτι ἐν ταῖν χεροῖν, εἰς γῆν ἔβαλλε. Μετ᾿ οὐ πολὺ δ' ἔτεροι Πέρσαι ζωγρίαν ἐλεῖν ὀριγνώμενοι ἐπ' αὐτὸν ἵενται, ῥᾳδίως δὲ καὶ τούτους ἑώτατο βασιλεὺς μὲν γὰρ τὸ τοῦ συνεστῶτος ἱππότου δόρυ ἀγκοινησάμενος διαπείρει ἕνα τῶν ἐπιόντων ἕως καὶ εἰς αὐτὸν θάνατον, αὐτὸς δ᾽ ὁ ἱππότης τὸ ξίφος σπασάμενος ἀπο- καρατομεῖ ἕτερον. Συναλισθέντων δὲ καὶ περὶ τὸν βασιλέα ἑτέρων οπλοφόρων δέκα Ῥωμαίων ἐκεῖθεν μετέβαινε, συμμίξαι γλιχόμενος τοῖς προηγησαμένοις τάγμασιν. Ἀλλ᾽ αὖθις μικρόν τι προβάς ὑπότε Τούρκων τῆς πρόσω πορείας είργεται, καὶ τοῖς τῶν πεσόντων οὐχ ἧττον νεκροῖς ἀπερύκεται, οἱ περὶ τὰς ὁδοὺς αἰθριάζοντες ἀπέφραττον αὐτὰς σωρηδόν προκείμενοι. Α Δ'. Μόλις δὲ τὰ ἐκεῖσε δυσπόρευτα χωρία καὶ τὸν εγγύς που παραῤῥέοντα ποταμὸν διελθὼν, ἐνιαχού τῶν θνησιμαίων ἐπιβαίνων καὶ τούτων ὕπερθεν ἱππαζόμενος, ἀθροίζει καὶ ἄλλο τι στίφος Ῥωμαϊκὸν κατὰ θέαν αὐτοῦ συνδραμόν, ὅτε καὶ ἀναβλέψας δρα τοῖς ὀφθαλμοῖς τὸν ἐπ' ἀνεψιᾷ γαμβρόν, τὸν Καντα κουζηνὸν Ἰωάννην, ἕνα πρὸς πλείους διαμιλλώμε- νον καὶ ἀνδρείως αὐτοῖς προσφερόμενον, καὶ περι βλεπόμενον μὲν εἴ τις ἐπαρήξων ἐκείνῳ ἐλεύσεται, ἐκ δὲ τοῦ μηδένα τὸν ἀμύνοντα παρεστάναι μετά βραχὺ πίπτοντά τε καὶ σκυλευόμενον. Οἱ δὲ τοῦτον ἀπεκτονότες Πέρσαι ὡς εἶδον παριόντα τὸν αὐτο- κράτορα (οὐδὲ γὰρ ἦν λαθεῖν), συγκροτηθέντες εἰς σπείραν ὡς εἰς θήραμα μέγα τὸν βασιλέα ἐπῄεσαν ᾤοντο γὰρ αὐτίκα δὴ μάλα τοῦτον αἱρήσειν ἢ ἐναι ρήσειν. Ησαν δ᾽ οὗτοι πάντες ᾿Αραβίοις ἔποχοι Υπ ποις καὶ κατὰ θέαν τῶν πολλῶν ὑπερφέροντες· όπλισμοῖς τε γὰρ ἐκπρεπέσιν ἐκάζοντο, καὶ τοὺς ἵππους ήσκημένους εἶχον ἄλλοις τε κόσμοις λαμ- προτάτοις, ἀλλὰ δὴ καὶ ἐπαυχενίοις ἀγλαίσμασιν ἐκ τριχῶν συγκειμένοις ἱππείων, ἐς ἱκανὸν καθιεμένων καὶ περιηρτημένους ἐχουσῶν ἠχητικούς κώδωνας. Βασιλεὺς δ' ἀναστήσας τὰ τῶν περὶ αὐτὸν φρονή ματα τὴν τῶν πολεμίων ἐπέλευσιν εὐπετῶς ἀπο- κρούεται, ἀεὶ δὲ κατὰ βραχύ προβαίνων τοῖς ἔμ- προσθεν· καὶ νῦν μὲν πολέμου νόμῳ ἐνιαχοῦ δὲ καὶ είναι μωτί παριππεύων τοὺς Πέρσας, ἄλλους ἐπ' ἄλλοις συνιόντας καὶ πάντας συλλαβεῖν αὐτὸν σπεύ δοντας τρισάσμενος ἐφίσταται καὶ ἀσπάσιος τοῖς προωδευκόσι τάγμασιν, οὐ μᾶλλον περὶ αὐτοῖς δυσχεραίνουσιν ἢ ἐπ' αὐτῷ μὴ φαινομένῳ ἀγωνιῶσιν. Οὔπω δὲ συμμίξας τούτοις, ἀλλ' ἐκεῖσε ἔτι ὧν ἔνθα ποταμὸν παραῤῥέειν ὁ λόγος εΐρηκε, δίψει συνέχει ται, καὶ δὴ αἰτεῖται τῶν καρεστώτων τινὰ λαβόντα ὑδρεῖον ὕδωρ ἀρύσασθαι καὶ οἱ ἀποκομίσαι πιεῖν. Σπάσας τοίνυν τοῦ ὕδατος ὅσον ἂν τὴν ἐκείνου ἰδίανεν ὑπερῴαν, τὸ λοιπὸν ἐξέχεεν οἷα μὴ τοῦ που θέντος ἡδέως διὰ τοῦ οισοφάγου κατολισθαίνοντος. Πολυπραγμονήσας δὲ τὸ ποιὸν καὶ λυθρῶδες τοῦτο κατανοήσας ᾤμωξε, καὶ εἶπε μὴ εὐτυχῶς ἀπογεύ σασθαι τοῦ τῶν Χριστιανῶν αἵματος. Παρεστώς δέ τις ἀνὴρ Ιταμὸς καὶ θρασύς, ὡς ἔδειξε, καὶ τοῦ τότε και ροῦ δυσκολώτερος, ἀνερυθριάστως ἔφησεν, ο "Απαγε, βασιλεῦ οἴκουν ταῦτα, οὐχί· οὐ γὰρ νῦν [Ρ. 121] πρώτως, ἀλλὰ πάλαι καὶ πολλάκις καὶ εἰς κραιπάλην καὶ ἀκραιφνώς Χριστιανικῶν αἱμάτων κρατὴρ ἐκει ράσθη σοι, καλαμωμένω τε καὶ ἐπιφυλλίζοντι τὸ υπήκοον. » Οὕτω δ᾽ ἱλαρῶς τὸν κατήγορον ἐκεῖνον καὶ λοίδορον ὑπήνεγκεν ἄνθρωπον, ὡς εἴ μὴ ἦν NICETE CHONIATE B VI. Faucibus istis et præterfuente amne agresu- peratis, alicubi super cadavera equitando, aliam Romanam manum cogit, quæ ad conspectum ejus accurrit. Ibi Joannem Cantacuzenum neptis mari- tum unum cum multis strenue dimicare, et dum frustra auxilia circumspecta, sterni ac spoliari videt. Perse vero qui illum occiderant, ut impera- torem præterire viderunt (neque enim latere pote- Fat), in cohortem conglobati, imperatorem ut opi mam prædam petebant: quem se mox aut ca- pturos aut interfecturos opinabantur. Erant ii viri eximii et armis insignes, et omnes equis Arabicis insidebant : qui præter alia ornamenta splen- didissima prolixas tricas ex equinis pilis contextas et sonoras nolas de collis dependentes habebant. Verum imperator, animis suorum excitatis, ho- stium impetum facile propulsat; ac subinde paula- tim progrediendo, et nunc more belli nunc citra sanguinem Persas prætereundo, quorum alii atque alii ad eum capiendum properabant, exoptalus ad legiones quæ antecesserant pervenit, non lam suam vicem dolentes quam illius periculo soilicitas. Sed antequam eas adipisceretur, aquam e præter fluente fluvio haustam afferri sibijussit ; quasum- mis labris gustata et effusa, quod ex insuavi sapore tabo infec.am cognovisset, cum suspicio : « Infeli- citer, inquit Christianorum sanguinem libavi. » Ibi quidam audax et importunus homo,et illo acer- bissimo temgore acerbior:« Non nunc, inquit, imperator, non nunc primum, sed olim et sape et ad ebrietatem usque Christianorum sanguinem hausisti,dum pauperes subditos exactionibus vexas et deglubis. • Eum conviciatorem Manuel ita æquo animo tulit ac si surdus esset ; et cum vidu- os,in quibus signata pecunia erat erat,a Persis diripi let effundi videret, Romanos hortatus est ut impetu in Barbaros facto pecuniam illam ipsi potius debi- tam arriperent. Tum rursus idem ille impudenter in imperatorem invectus : « Ultro,inquit,ista prius Romanis danda fuit,non nunc,ubi cum difficultate et sanguine paranda est. Quodsi vir fortis est,ut glo- riatur etchlamys postulat, in raptores Pareas impetum faciat,iisque fortiter cæsis rapinas recuperet. » Ta- cuit et ad ea verba hominis importuni Manuel,eine ullo murmure, non secus atque olim David Semeis intemperias tulit.Tandem Contostephanus quoque Andronicus incolumis advenit, qui extremum ag- D men ducebat : et alii quidam apud Manuclem gra- tiosi, vulnerum expertes, concurrerunt. C
ὁ βασιλεὺς οὗτος μὴ ἔχων νόμῳ πολέμου κατὰ τῶν ἐθνῶν ἐπελθεῖν, ὅσα κόλπον ἀμφινέμεται τὸν Ἰόνιον, ἢ μᾶλλον, τὴν κατὰ Ῥωμαίων ἔφοδον τούτων πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχων ἀεὶ καὶ κρίνων φοβερὰν καὶ δυσάντητον, οἷα εἰδὼς τὰς τῶν Ῥωμαίων δυνάμεις ἀπροσφυεῖς ἐξ ἀντιπάλου στῆναι ταῖς ἑσπερίαις καὶ ἄντικρυς χύτρας πρὸς λέβητας, ὡς ἐξὸν καὶ τὸ θέσθαι διαθήκην κατὰ Ῥωμαίων καὶ συμφρονήσειν ὅλως τοὺς δυσμόθεν καὶ πρὸς μίαν τραπέσθαι σύμπνοιαν ὑπεβλέπετο καὶ παντοίως ἀσφαλιζόμενος πόρρωθεν τοὺς μὲν κατὰ τὴν ἕω βαρβάρους ἐξεῖναί οἱ ἔφασκε χρήμασι πρὸς φιλίαν ὑπάγεσθαι καὶ διὰ μάχης συμπείθειν τῶν οἰκείων ὅρων μὴ ἐκκεχύσθαι, τὴν δέ γε μὴν ἑσπερίαν ὑφορᾶσθαι πολλαχῶς ἐθνικὴν πολυσπέρειαν· ὑψαυχεῖν τε γὰρ τοὺς ἄνδρας καὶ τὸ φρονεῖν εἶναι ἀκαταπλήκτους τε καὶ ἀταπεινώτους, τό τε φιλαίματον διὰ μελέτης ἔχειν ἀεί, καὶ μὴ μόνον πλοῦτον περιβεβλῆσθαι πολὺν καὶ σιδηροφορεῖν πάντας εἰς πόλεμον, ἀλλὰ καὶ τὸ δύσνουν τρέφειν κατὰ Ῥωμαίων ἀκοίμητον καὶ φιλεχθρεῖν ἀεὶ κατὰ τούτων καὶ λοξὸν ὁρᾶν καὶ λυττᾶν.
καὶ τὴν κυνέην ἑτέρωσε βαλλομένην τῇ ἐκείνου εφήρμοσε κεφαλῇ. Ἐν [Ρ. 120] ᾧ δὲ καθ᾽ ὅ ειρήκει μεν δένδρον ὁ βασιλεὺς ἀνεκώχευεν, ἐπιδραμών τις Πέρσης ἐφεῖλκε τοῦτον τοῦ χαλινοῦ κατὰ πολλὴν τοῦ κωλύσοντος ἐρημίαν· ὁ δὲ πλήξας αὐτὸν κατὰ κεφαλῆς τῷ τοῦ δόρατος τμήματι δ' εἶχεν ἔτι ἐν ταῖν χεροῖν, εἰς γῆν ἔβαλλε. Μετ᾿ οὐ πολὺ δ' ἔτεροι Πέρσαι ζωγρίαν ἐλεῖν ὀριγνώμενοι ἐπ' αὐτὸν ἵενται, ῥᾳδίως δὲ καὶ τούτους ἑώτατο βασιλεὺς μὲν γὰρ τὸ τοῦ συνεστῶτος ἱππότου δόρυ ἀγκοινησάμενος διαπείρει ἕνα τῶν ἐπιόντων ἕως καὶ εἰς αὐτὸν θάνατον, αὐτὸς δ᾽ ὁ ἱππότης τὸ ξίφος σπασάμενος ἀπο- καρατομεῖ ἕτερον. Συναλισθέντων δὲ καὶ περὶ τὸν βασιλέα ἑτέρων οπλοφόρων δέκα Ῥωμαίων ἐκεῖθεν μετέβαινε, συμμίξαι γλιχόμενος τοῖς προηγησαμένοις τάγμασιν. Ἀλλ᾽ αὖθις μικρόν τι προβάς ὑπότε Τούρκων τῆς πρόσω πορείας είργεται, καὶ τοῖς τῶν πεσόντων οὐχ ἧττον νεκροῖς ἀπερύκεται, οἱ περὶ τὰς ὁδοὺς αἰθριάζοντες ἀπέφραττον αὐτὰς σωρηδόν προκείμενοι. Α Δ'. Μόλις δὲ τὰ ἐκεῖσε δυσπόρευτα χωρία καὶ τὸν εγγύς που παραῤῥέοντα ποταμὸν διελθὼν, ἐνιαχού τῶν θνησιμαίων ἐπιβαίνων καὶ τούτων ὕπερθεν ἱππαζόμενος, ἀθροίζει καὶ ἄλλο τι στίφος Ῥωμαϊκὸν κατὰ θέαν αὐτοῦ συνδραμόν, ὅτε καὶ ἀναβλέψας δρα τοῖς ὀφθαλμοῖς τὸν ἐπ' ἀνεψιᾷ γαμβρόν, τὸν Καντα κουζηνὸν Ἰωάννην, ἕνα πρὸς πλείους διαμιλλώμε- νον καὶ ἀνδρείως αὐτοῖς προσφερόμενον, καὶ περι βλεπόμενον μὲν εἴ τις ἐπαρήξων ἐκείνῳ ἐλεύσεται, ἐκ δὲ τοῦ μηδένα τὸν ἀμύνοντα παρεστάναι μετά βραχὺ πίπτοντά τε καὶ σκυλευόμενον. Οἱ δὲ τοῦτον ἀπεκτονότες Πέρσαι ὡς εἶδον παριόντα τὸν αὐτο- κράτορα (οὐδὲ γὰρ ἦν λαθεῖν), συγκροτηθέντες εἰς σπείραν ὡς εἰς θήραμα μέγα τὸν βασιλέα ἐπῄεσαν ᾤοντο γὰρ αὐτίκα δὴ μάλα τοῦτον αἱρήσειν ἢ ἐναι ρήσειν. Ησαν δ᾽ οὗτοι πάντες ᾿Αραβίοις ἔποχοι Υπ ποις καὶ κατὰ θέαν τῶν πολλῶν ὑπερφέροντες· όπλισμοῖς τε γὰρ ἐκπρεπέσιν ἐκάζοντο, καὶ τοὺς ἵππους ήσκημένους εἶχον ἄλλοις τε κόσμοις λαμ- προτάτοις, ἀλλὰ δὴ καὶ ἐπαυχενίοις ἀγλαίσμασιν ἐκ τριχῶν συγκειμένοις ἱππείων, ἐς ἱκανὸν καθιεμένων καὶ περιηρτημένους ἐχουσῶν ἠχητικούς κώδωνας. Βασιλεὺς δ' ἀναστήσας τὰ τῶν περὶ αὐτὸν φρονή ματα τὴν τῶν πολεμίων ἐπέλευσιν εὐπετῶς ἀπο- κρούεται, ἀεὶ δὲ κατὰ βραχύ προβαίνων τοῖς ἔμ- προσθεν· καὶ νῦν μὲν πολέμου νόμῳ ἐνιαχοῦ δὲ καὶ είναι μωτί παριππεύων τοὺς Πέρσας, ἄλλους ἐπ' ἄλλοις συνιόντας καὶ πάντας συλλαβεῖν αὐτὸν σπεύ δοντας τρισάσμενος ἐφίσταται καὶ ἀσπάσιος τοῖς προωδευκόσι τάγμασιν, οὐ μᾶλλον περὶ αὐτοῖς δυσχεραίνουσιν ἢ ἐπ' αὐτῷ μὴ φαινομένῳ ἀγωνιῶσιν. Οὔπω δὲ συμμίξας τούτοις, ἀλλ' ἐκεῖσε ἔτι ὧν ἔνθα ποταμὸν παραῤῥέειν ὁ λόγος εΐρηκε, δίψει συνέχει ται, καὶ δὴ αἰτεῖται τῶν καρεστώτων τινὰ λαβόντα ὑδρεῖον ὕδωρ ἀρύσασθαι καὶ οἱ ἀποκομίσαι πιεῖν. Σπάσας τοίνυν τοῦ ὕδατος ὅσον ἂν τὴν ἐκείνου ἰδίανεν ὑπερῴαν, τὸ λοιπὸν ἐξέχεεν οἷα μὴ τοῦ που θέντος ἡδέως διὰ τοῦ οισοφάγου κατολισθαίνοντος. Πολυπραγμονήσας δὲ τὸ ποιὸν καὶ λυθρῶδες τοῦτο κατανοήσας ᾤμωξε, καὶ εἶπε μὴ εὐτυχῶς ἀπογεύ σασθαι τοῦ τῶν Χριστιανῶν αἵματος. Παρεστώς δέ τις ἀνὴρ Ιταμὸς καὶ θρασύς, ὡς ἔδειξε, καὶ τοῦ τότε και ροῦ δυσκολώτερος, ἀνερυθριάστως ἔφησεν, ο "Απαγε, βασιλεῦ οἴκουν ταῦτα, οὐχί· οὐ γὰρ νῦν [Ρ. 121] πρώτως, ἀλλὰ πάλαι καὶ πολλάκις καὶ εἰς κραιπάλην καὶ ἀκραιφνώς Χριστιανικῶν αἱμάτων κρατὴρ ἐκει ράσθη σοι, καλαμωμένω τε καὶ ἐπιφυλλίζοντι τὸ υπήκοον. » Οὕτω δ᾽ ἱλαρῶς τὸν κατήγορον ἐκεῖνον καὶ λοίδορον ὑπήνεγκεν ἄνθρωπον, ὡς εἴ μὴ ἦν NICETE CHONIATE B VI. Faucibus istis et præterfuente amne agresu- peratis, alicubi super cadavera equitando, aliam Romanam manum cogit, quæ ad conspectum ejus accurrit. Ibi Joannem Cantacuzenum neptis mari- tum unum cum multis strenue dimicare, et dum frustra auxilia circumspecta, sterni ac spoliari videt. Perse vero qui illum occiderant, ut impera- torem præterire viderunt (neque enim latere pote- Fat), in cohortem conglobati, imperatorem ut opi mam prædam petebant: quem se mox aut ca- pturos aut interfecturos opinabantur. Erant ii viri eximii et armis insignes, et omnes equis Arabicis insidebant : qui præter alia ornamenta splen- didissima prolixas tricas ex equinis pilis contextas et sonoras nolas de collis dependentes habebant. Verum imperator, animis suorum excitatis, ho- stium impetum facile propulsat; ac subinde paula- tim progrediendo, et nunc more belli nunc citra sanguinem Persas prætereundo, quorum alii atque alii ad eum capiendum properabant, exoptalus ad legiones quæ antecesserant pervenit, non lam suam vicem dolentes quam illius periculo soilicitas. Sed antequam eas adipisceretur, aquam e præter fluente fluvio haustam afferri sibijussit ; quasum- mis labris gustata et effusa, quod ex insuavi sapore tabo infec.am cognovisset, cum suspicio : « Infeli- citer, inquit Christianorum sanguinem libavi. » Ibi quidam audax et importunus homo,et illo acer- bissimo temgore acerbior:« Non nunc, inquit, imperator, non nunc primum, sed olim et sape et ad ebrietatem usque Christianorum sanguinem hausisti,dum pauperes subditos exactionibus vexas et deglubis. • Eum conviciatorem Manuel ita æquo animo tulit ac si surdus esset ; et cum vidu- os,in quibus signata pecunia erat erat,a Persis diripi let effundi videret, Romanos hortatus est ut impetu in Barbaros facto pecuniam illam ipsi potius debi- tam arriperent. Tum rursus idem ille impudenter in imperatorem invectus : « Ultro,inquit,ista prius Romanis danda fuit,non nunc,ubi cum difficultate et sanguine paranda est. Quodsi vir fortis est,ut glo- riatur etchlamys postulat, in raptores Pareas impetum faciat,iisque fortiter cæsis rapinas recuperet. » Ta- cuit et ad ea verba hominis importuni Manuel,eine ullo murmure, non secus atque olim David Semeis intemperias tulit.Tandem Contostephanus quoque Andronicus incolumis advenit, qui extremum ag- D men ducebat : et alii quidam apud Manuclem gra- tiosi, vulnerum expertes, concurrerunt. C
PG 139:533Ἀμέλει Βενετίαν καὶ Γένουαν, Πίσσαν τε καὶ τὸν Ἀγκῶνα καὶ ὅσα περὶ θάλατταν ἔθνη ἕτερα διεκκέχυται φίλια Ῥωμαίοις ἐτίθει, κατεμπεδῶν ὅρκοις καὶ παντοδαπαῖς φιλοφροσύναις ὑποποιούμενος καὶ καταγωγαῖς αὐτὰ δεξιούμενος ἐν τῇ ἀρχούσῃ τῶν πόλεων. ὑφορώμενος δὲ μή πως τῶν παρ’ αὐτοῖς λεγομένων ῥηγῶν ἰσχύν τις περιδὺς μείζονα εἶτα κατὰ Ῥωμαίων ἐπίῃ, χρημάτων ἀνελάμβανε δόσεσιν, ἐσωμάσκει τε καὶ ἐπέθηγε πρὸς ἀνθόπλισιν τὸ ὑποπίπτειν κινδυνεῦον γένος ἄρχοντι ὑπερέχοντι. Ἰταλιώτας οὖν πλειστάκις κατὰ τοῦ ῥηγὸς Ἀλαμανίας τοῦ Φρεδερίχου ἀνθώπλισεν. ὁ μὲν γὰρ ὑποκλιθῆναί οἱ καὶ τὰ καθ’ αὑτοὺς ἐπιτρέψειν ἐκείνῳ διὰ πλείστου ἐτίθετο· ὁ δὲ πέμπων ἐνίσχυε καὶ κραταιοῦσθαι ὑπετίθει καὶ τὰς τοῦ ῥηγὸς δολοφροσύνας ἐνῆγε φυλάττεσθαι.
ἀκούων μηδ' ἔχων ἐλεγμοὺς ἐν τῷ στόματι. Ὁρῶν δὲ καὶ τοὺς θησαυροφύλακας θυλάκους διασπωμένους ὑπὸ Περσῶν καὶ κατὰ γῆς χεόμενον καὶ ἁρπαζόμενον τὸν εἰς νόμισμα κεκομμένον χρυσόν τε καὶ ἄργυρον, ἐνῆγε τοὺς συνόντας Ῥωμαίους ἐπεισπεσεῖν τοῖς βαρβάροις καὶ κτήσασθαι τὰ χρήματα Περσῶν δια καιότερον. Συστὰς δὲ αὖθις ὁ λῆρος ἐκεῖνος ἀνὴρ διελοιδορεῖτο ἀναιδῶς βασιλεῖ τοιαῦτα κελεύοντι. • Εχρήν, » λέγων, « ἑκουσίως καὶ πρότερον διδόναι Ῥωμαίοις ταυτί, οὐχὶ δὲ πάντως νυνί, ὁπότε ἡ κτῆσις δυσχερής καὶ μεθ᾿ αἵματος. Εἰ δ' αὐτὸς ἀνήρ ἐστιν ἰσχύος, ὁποῖος εὔχεται εἶναι, ἤ γοῦν ἀναξυρίδα περίκειται, τοῖς χρυσοσύλαις συῤῥαγείς Πέρσαις καὶ συγκόψας τούτους θαῤῥαλεώτερον ἐπα- νεσωσάτω Ρμαίοις τὰ ἁρπαζόμενα. » Εσιώπα δὲ κάπί τούτοις τοῖς βήμασι, ὑπ᾽ ὀδόντα γρύζων μηδὲ τονθορύζων, ἀλλὰ φέρων τὴν τοῦ κερτόμου προπέτειαν ὡς Δαβὶδ πάλαι Σεμεεὶ τὴν αὐθάδειαν. Οψὲ δὲ καὶ ὁ Κοντοστέφανος ᾿Ανδρόνικος ἀβλαβὴς παρῆν, ὅς ἡγεῖτο τῶν τελευταίων τάξεων, καὶ ἕτεροι τῶν δυναμένων μέγα παρὰ τῷ Μανουὴλ ἀπληγες συνδεδραμήκασιν. Ε. 'Επεὶ δὲ νὺξ ἐπῆλθε καὶ σκότος ἡμέρας διάδο- Α χον τὸν πόλεμον ἔπαυσεν, ἀδημονῶν ἅπας καθῆστο ὑποίῳ τῷ τῆς χειρὸς κοίλῳ ρίψας τὴν κεφαλὴν, καὶ τὸν ἐνεστῶτα κίνδυνον φανταζόμενος οὐ τοῖς ζῶσι συνέτατεν ἑαυτὸν, καὶ μάλισθ' ὅτι τὸν χάρακα περ ριτρέχοντες διαπρυσίοις ἀνεκάλουν φωναῖς οἱ Βάρβα- ροι τοὺς ὁμοεθνεῖς αὐτοῖς, οἱ κατὰ χρείαν ἢ μετά- Θεσιν πίστεως πρὸς Ρωμαίους προχώρησαν πάλαι, καὶ παρήνουν ἐξελθεῖν αὐτονυχὶ τοῦ στρατηγίου ὡς ἀπολουμένων άρδην ἕωθεν αὐτίκα τῶν ἐν αὐτῷ. Διενυκτέρευον οὖν Ῥωμαῖοι κατὰ φρήτρας καὶ λο- γάδας τοῖς φύλοις φύλα συναγειρόμενοι, βαπτόμε- ναι πρὸς ἄχρον ὑπὸ δέους, εἰς οἷον τὰ πέταλα τῶν δένδρων κατὰ καιρὸν τὸν φυλλοχόον μεταμορφάζεται. Αὐτὸς δὲ ὁ κρατῶν ἀγενεστάτας βουλὰς ὤδενεν. Ὡς δὲ ταύτας ἀποτεκὼν εἰς ἀκοὴν τῶν σὺν ἐκείνῳ ἐξ- έφερε, καὶ ἦν τὸ ὑφηγούμενον λαθραία φυγή και τοσούτων ψυχῶν εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ θάνατον ἔκδο- σις, Εκπλήττει τοὺς ἀκροωμένους, καὶ μᾶλλον τὸν Κοντοστέφανον, ὡς ἀνδρὸς ἀλλοφρονοῦντος καὶ περι- στρεφομένου σκοτοδίνῃ ἀτεχνῶς φθεγγόμενος ῥήματα. Οὐ μόνον δὲ οἱ πρὸς σκέψιν τοῦ ποιητέον συνελ- θόντες βαρέως ἤνεγκαν τὰ ἠνωτισμένα, ἀλλὰ καὶ τις ἔξωθεν ἑστὼς τῆς σκηνῆς ἐκ τῶν ἀγνώστων καὶ τῶν πλείστων στρατιωτῶν, ὡς τὸ βασιλικὸν ἐς οἷς ἐδέξατο σκέμμα, ὑψώσας τὴν φωνὴν καὶ διωλύ γιον ἀνοιμώξας, « Φεῦ, » εἶπεν, « ὁποῖα δὴ καὶ ὁ βασι- λεὺς Ῥωμαίων εἰς νοῦν ἐβάλετο. » Καὶ πρὸς ἐκεῖνον τὴν τοῦ λόγου στρέψας ὁρμὴν, « Οὐχὶ σύ, » φησὶν, ὁ διὰ τῆς ἐρήμης ταύτης καὶ στενῆς ὁδοῦ ἐκθλίψας ἡμᾶς καὶ εἰς [Ρ. 122] ἀπώλειαν διηθήσας, ἢ μᾶλο λον οιονεί τινι ὅλμῳ ἐκπιέσας τοῖς συμπίπτουσι τούτοις σκοπέλοις καὶ τοῖς πεσοῦσιν ἀτεχνῶς ἐφ' ἡμᾶς ὄρεσι ; Τί ἡμῖν καὶ τῇ κοιλάδι ταύτῃ τοῦ κλαυθμῶνος καὶ τῷ στομίῳ τοῦ ᾅδου ἄντικρυς καὶ τῷ παρελθεῖν τὰς ἀνωμάλους τούτας καὶ τραχείας τροχιάς; "Η τί ίδιον ἐπάγειν τοῖς βαρβάροις ἐπίκλημα εἴχομεν, οἳ τοὺς χώρους τους στενούς τε καὶ βιαίους καὶ σκολιούς περικαθίσαντες ἡμᾶς ἐσαγήνευσαν ; καὶ νῦν ὅπως καταπροδίδως ὡς πρόβατα σφαγῆς τοῖς ἐχθροῖς ; » Τούτσις μαλαχθεὶς τὴν ψυχὴν εἴτ᾿ οὖν ἕως καρδίας δηχθεὶς εἰς ἑτέραν έτραπετο καὶ τὴν κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἐλᾷν είλετο. Ἀλλ᾽ ὁ σπέρμα ἐγκαταλείπων πάλαι τῷ Ἰσραὴλ, ἵνα μὴ εἰς τέλος ἀφαντωθείη τὸ ἐκείνου κληρούχημα ὡς Σόδομα γεγονὸς καὶ ὁμοιωθεν ὡς Γόμορρα, ὁ παιδεύων καὶ πάλιν ἰώμενος, ὁ πατάσσων καὶ ζῆν ποιῶν, ὁ μὴ τὴν ῥάβδον τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπὶ τὸν κλῆρον τῶν δικαίων εἰς τέλος ἐῶν οὗτος καὶ τότε τὸ ἅγιον ἔθνος κατοικτειρήσας καὶ μὴ ἀπώσασθαι θελήσας ἐπίπαν κάμπτει τὴν τοῦ σουλτάνου ψυχὴν εἰς ἀξύμ DE MANUELE COMNENO LIB. VI. B V. Ubi nos prælium diremit, omnes sederunt tristes, capita manibus sustinentes ; et dum præ- sens discrimen reputant, se vivis non adnumera- bant, eo potissimum territi, quod Barbari circum vallum cursitantes populares suos, qui vel religione mulata vel aliis de causis olim ad Ro- manos se contulerant, cum maximis clamoribus hortabantur ut ea nocte castris excederent; mane enim omnes qui in iis essent perituros. Eam no- ctem ita exegerunt Romani, metu pallentes, at tribules cum tribulibus, amici cum amicis se con- jungerent. At imperator cum ignavissimum consi- lium de clandestina fuga et tot millibus neci obji- ciendis proceribus aperuisset, auditores, et Con- tostephanus in primis, obstupuerunt, quasi verba hominis parum sani loqueretur. Nec iis solum qui in consilium adhibiti fuerant, eam orationem graviter tulerunt: sed quidam obscurus miles, qui extra tabernaculum steterat, audito ejus pro- posito, cum ingenti suspirio et alla voce: « Quid, inquit, Romanorum imperatori in mentem venit ? » Et ad ipsum conversus: « Non tu, inquit, is es, qui in desertam et angustam istam viam nos intru- sisti et in interitum præcipitasti? et conour- rentibus istis scopulis et montibus nos omnino oppressuris veluti mortario contudisti? quid nobis rei est cum ista valle luctus et faucibus inferni? cur istos iniquos asperos tramites penetramus ? quid nos privatim de Barbaris queri possumus, qui violentia islis anfraclibus atque angustiis in- festis nos irretiverunt? et tu nos tanquam oves C mactationi destinatas prodis ? » His verbis animo emollito ac potius consauciato consilium mutavit, et eam sequi viam instituit quam tempus pateretur. D Enimvero is qui olim Israeli semen reliquit, ne sua sors penitus, Sodomæ et Gomorrbæ instar, aboleretur; qui castigat et rursus medetur ; qui percutit et vivere facit; qui baculum peccatorum non perpetuo in sortem justorum grassari sinit, is tum quoque sancti sui populi misertus, quem non penitus repudiare volebat, sultani animum ad inu- sitatam clementiam flectit, ut qui dudum Manuelis
Ἀλλὰ καὶ τὴν πρεσβυτέραν Ῥώμην εἰσιέναι καὶ στεφθῆναι τὸν αὐτὸν ῥῆγα πολλάκις ἐπιβαλόμενον ἀπεῖρξε τοῦ ἐγχειρήματος μὴ δώσεις ἑτέρῳ τὴν δόξαν σου γράφων τῷ πάπᾳ, μηδὲ πατέρων ὅρια μέταιρε, μή πως τὸ ἀπρομήθευτον ὕστερον ἔργοις αὐτοῖς ὁποῖόν ἐστιν ἐπιγνοὺς τηνικαῦτα πλήττῃ τὴν ψυχὴν μεταμέλῳ διὰ τὴν τοῦ εἰκότος ὀλιγωρίαν, ὁπότε τὸ κακὸν παντάπασιν ἀθεράπευτον. καὶ ἦν ἐκ τούτου τῆς μεγαλοδόξου Ῥώμης ἀποκλειόμενος καθά τις ἄνοπλος ὁ μυριάσι γαυριῶν στρατευμάτων. Ἔστι δ’ ὅτε τὰ μὲν τείχη Μεδιολάνων ὑπ’ Ἀλαμανῶν κατεστράφησαν, οἱ δὲ τῆς πόλεως ταύτης οἰκήτορες κατασοφισάμενοι τοὺς ἔνορκον ἀνάγκην σφίσιν ἐπενεγκόντας μὴ ἂν τὸ τεῖχος ἀναδομήσειν ποτέ, τὰ μὲν πρῶτα ἐπὶ τάφρῳ ᾤκουν βαθείᾳ καὶ ὀρυκτῇ μὴ ἐπιορκεῖν ἐκ τοῦδε λέγοντες, ἔπειτα δὲ ὡς πρότερον βασιλέως γενομένου συλλήπτορος.
ἀκούων μηδ' ἔχων ἐλεγμοὺς ἐν τῷ στόματι. Ὁρῶν δὲ καὶ τοὺς θησαυροφύλακας θυλάκους διασπωμένους ὑπὸ Περσῶν καὶ κατὰ γῆς χεόμενον καὶ ἁρπαζόμενον τὸν εἰς νόμισμα κεκομμένον χρυσόν τε καὶ ἄργυρον, ἐνῆγε τοὺς συνόντας Ῥωμαίους ἐπεισπεσεῖν τοῖς βαρβάροις καὶ κτήσασθαι τὰ χρήματα Περσῶν δια καιότερον. Συστὰς δὲ αὖθις ὁ λῆρος ἐκεῖνος ἀνὴρ διελοιδορεῖτο ἀναιδῶς βασιλεῖ τοιαῦτα κελεύοντι. • Εχρήν, » λέγων, « ἑκουσίως καὶ πρότερον διδόναι Ῥωμαίοις ταυτί, οὐχὶ δὲ πάντως νυνί, ὁπότε ἡ κτῆσις δυσχερής καὶ μεθ᾿ αἵματος. Εἰ δ' αὐτὸς ἀνήρ ἐστιν ἰσχύος, ὁποῖος εὔχεται εἶναι, ἤ γοῦν ἀναξυρίδα περίκειται, τοῖς χρυσοσύλαις συῤῥαγείς Πέρσαις καὶ συγκόψας τούτους θαῤῥαλεώτερον ἐπα- νεσωσάτω Ρμαίοις τὰ ἁρπαζόμενα. » Εσιώπα δὲ κάπί τούτοις τοῖς βήμασι, ὑπ᾽ ὀδόντα γρύζων μηδὲ τονθορύζων, ἀλλὰ φέρων τὴν τοῦ κερτόμου προπέτειαν ὡς Δαβὶδ πάλαι Σεμεεὶ τὴν αὐθάδειαν. Οψὲ δὲ καὶ ὁ Κοντοστέφανος ᾿Ανδρόνικος ἀβλαβὴς παρῆν, ὅς ἡγεῖτο τῶν τελευταίων τάξεων, καὶ ἕτεροι τῶν δυναμένων μέγα παρὰ τῷ Μανουὴλ ἀπληγες συνδεδραμήκασιν. Ε. 'Επεὶ δὲ νὺξ ἐπῆλθε καὶ σκότος ἡμέρας διάδο- Α χον τὸν πόλεμον ἔπαυσεν, ἀδημονῶν ἅπας καθῆστο ὑποίῳ τῷ τῆς χειρὸς κοίλῳ ρίψας τὴν κεφαλὴν, καὶ τὸν ἐνεστῶτα κίνδυνον φανταζόμενος οὐ τοῖς ζῶσι συνέτατεν ἑαυτὸν, καὶ μάλισθ' ὅτι τὸν χάρακα περ ριτρέχοντες διαπρυσίοις ἀνεκάλουν φωναῖς οἱ Βάρβα- ροι τοὺς ὁμοεθνεῖς αὐτοῖς, οἱ κατὰ χρείαν ἢ μετά- Θεσιν πίστεως πρὸς Ρωμαίους προχώρησαν πάλαι, καὶ παρήνουν ἐξελθεῖν αὐτονυχὶ τοῦ στρατηγίου ὡς ἀπολουμένων άρδην ἕωθεν αὐτίκα τῶν ἐν αὐτῷ. Διενυκτέρευον οὖν Ῥωμαῖοι κατὰ φρήτρας καὶ λο- γάδας τοῖς φύλοις φύλα συναγειρόμενοι, βαπτόμε- ναι πρὸς ἄχρον ὑπὸ δέους, εἰς οἷον τὰ πέταλα τῶν δένδρων κατὰ καιρὸν τὸν φυλλοχόον μεταμορφάζεται. Αὐτὸς δὲ ὁ κρατῶν ἀγενεστάτας βουλὰς ὤδενεν. Ὡς δὲ ταύτας ἀποτεκὼν εἰς ἀκοὴν τῶν σὺν ἐκείνῳ ἐξ- έφερε, καὶ ἦν τὸ ὑφηγούμενον λαθραία φυγή και τοσούτων ψυχῶν εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ θάνατον ἔκδο- σις, Εκπλήττει τοὺς ἀκροωμένους, καὶ μᾶλλον τὸν Κοντοστέφανον, ὡς ἀνδρὸς ἀλλοφρονοῦντος καὶ περι- στρεφομένου σκοτοδίνῃ ἀτεχνῶς φθεγγόμενος ῥήματα. Οὐ μόνον δὲ οἱ πρὸς σκέψιν τοῦ ποιητέον συνελ- θόντες βαρέως ἤνεγκαν τὰ ἠνωτισμένα, ἀλλὰ καὶ τις ἔξωθεν ἑστὼς τῆς σκηνῆς ἐκ τῶν ἀγνώστων καὶ τῶν πλείστων στρατιωτῶν, ὡς τὸ βασιλικὸν ἐς οἷς ἐδέξατο σκέμμα, ὑψώσας τὴν φωνὴν καὶ διωλύ γιον ἀνοιμώξας, « Φεῦ, » εἶπεν, « ὁποῖα δὴ καὶ ὁ βασι- λεὺς Ῥωμαίων εἰς νοῦν ἐβάλετο. » Καὶ πρὸς ἐκεῖνον τὴν τοῦ λόγου στρέψας ὁρμὴν, « Οὐχὶ σύ, » φησὶν, ὁ διὰ τῆς ἐρήμης ταύτης καὶ στενῆς ὁδοῦ ἐκθλίψας ἡμᾶς καὶ εἰς [Ρ. 122] ἀπώλειαν διηθήσας, ἢ μᾶλο λον οιονεί τινι ὅλμῳ ἐκπιέσας τοῖς συμπίπτουσι τούτοις σκοπέλοις καὶ τοῖς πεσοῦσιν ἀτεχνῶς ἐφ' ἡμᾶς ὄρεσι ; Τί ἡμῖν καὶ τῇ κοιλάδι ταύτῃ τοῦ κλαυθμῶνος καὶ τῷ στομίῳ τοῦ ᾅδου ἄντικρυς καὶ τῷ παρελθεῖν τὰς ἀνωμάλους τούτας καὶ τραχείας τροχιάς; "Η τί ίδιον ἐπάγειν τοῖς βαρβάροις ἐπίκλημα εἴχομεν, οἳ τοὺς χώρους τους στενούς τε καὶ βιαίους καὶ σκολιούς περικαθίσαντες ἡμᾶς ἐσαγήνευσαν ; καὶ νῦν ὅπως καταπροδίδως ὡς πρόβατα σφαγῆς τοῖς ἐχθροῖς ; » Τούτσις μαλαχθεὶς τὴν ψυχὴν εἴτ᾿ οὖν ἕως καρδίας δηχθεὶς εἰς ἑτέραν έτραπετο καὶ τὴν κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἐλᾷν είλετο. Ἀλλ᾽ ὁ σπέρμα ἐγκαταλείπων πάλαι τῷ Ἰσραὴλ, ἵνα μὴ εἰς τέλος ἀφαντωθείη τὸ ἐκείνου κληρούχημα ὡς Σόδομα γεγονὸς καὶ ὁμοιωθεν ὡς Γόμορρα, ὁ παιδεύων καὶ πάλιν ἰώμενος, ὁ πατάσσων καὶ ζῆν ποιῶν, ὁ μὴ τὴν ῥάβδον τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπὶ τὸν κλῆρον τῶν δικαίων εἰς τέλος ἐῶν οὗτος καὶ τότε τὸ ἅγιον ἔθνος κατοικτειρήσας καὶ μὴ ἀπώσασθαι θελήσας ἐπίπαν κάμπτει τὴν τοῦ σουλτάνου ψυχὴν εἰς ἀξύμ DE MANUELE COMNENO LIB. VI. B V. Ubi nos prælium diremit, omnes sederunt tristes, capita manibus sustinentes ; et dum præ- sens discrimen reputant, se vivis non adnumera- bant, eo potissimum territi, quod Barbari circum vallum cursitantes populares suos, qui vel religione mulata vel aliis de causis olim ad Ro- manos se contulerant, cum maximis clamoribus hortabantur ut ea nocte castris excederent; mane enim omnes qui in iis essent perituros. Eam no- ctem ita exegerunt Romani, metu pallentes, at tribules cum tribulibus, amici cum amicis se con- jungerent. At imperator cum ignavissimum consi- lium de clandestina fuga et tot millibus neci obji- ciendis proceribus aperuisset, auditores, et Con- tostephanus in primis, obstupuerunt, quasi verba hominis parum sani loqueretur. Nec iis solum qui in consilium adhibiti fuerant, eam orationem graviter tulerunt: sed quidam obscurus miles, qui extra tabernaculum steterat, audito ejus pro- posito, cum ingenti suspirio et alla voce: « Quid, inquit, Romanorum imperatori in mentem venit ? » Et ad ipsum conversus: « Non tu, inquit, is es, qui in desertam et angustam istam viam nos intru- sisti et in interitum præcipitasti? et conour- rentibus istis scopulis et montibus nos omnino oppressuris veluti mortario contudisti? quid nobis rei est cum ista valle luctus et faucibus inferni? cur istos iniquos asperos tramites penetramus ? quid nos privatim de Barbaris queri possumus, qui violentia islis anfraclibus atque angustiis in- festis nos irretiverunt? et tu nos tanquam oves C mactationi destinatas prodis ? » His verbis animo emollito ac potius consauciato consilium mutavit, et eam sequi viam instituit quam tempus pateretur. D Enimvero is qui olim Israeli semen reliquit, ne sua sors penitus, Sodomæ et Gomorrbæ instar, aboleretur; qui castigat et rursus medetur ; qui percutit et vivere facit; qui baculum peccatorum non perpetuo in sortem justorum grassari sinit, is tum quoque sancti sui populi misertus, quem non penitus repudiare volebat, sultani animum ad inu- sitatam clementiam flectit, ut qui dudum Manuelis
Ἐπὶ τούτοις γε μὴν τὸν Μοντησφεράντης μαρκέσιον, εὐγενείᾳ καὶ εὐτεκνίᾳ κομῶντα καὶ μέγα δυνάμενον, εἰς φίλον Ῥωμαίοις ἐγγράψας τοῦτο μὲν δωρήμασιν ἁδροῖς, τοῦτο δὲ τῷ τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν νεώτερον συνευνάσαι τῇ οἰκείᾳ θυγατρὶ τῇ Μαρίᾳ, ὡς ὀλίγῳ πρότερον εἴπομεν, ἔτι μᾶλλον ἠκύρου τὰ διαβούλια τοῦ ἀρχηγοῦντος Ἀλαμανῶν. ὥστε ὁ μὲν τὸν οἰκεῖον, ὡς ἡ Λατίνων βούλεται φωνή, καγκελάριον, ὡς δ’ Ἕλληνες εἴποιεν, λογοθέτην (ἦν δὲ οὗτος, ὁ Μαγέντζης ἐπίσκοπος) πέμψας μετὰ πλείστης δυνάμεως τὰς Ἰταλικὰς ὑπεποιεῖτο πόλεις ἀποσπῶν αὐτὰς ἐκ τοῦ πάπα καὶ κατὰ παρρησίαν ἀνεύθυνον ὑπονοσφιζόμενος· βασιλεὺς δὲ τὸν μαρκέσιον χρημάτων ὑποσχέσεσιν ἐλαφρίσας πείθει τῷ Μαγέντζη ἐς ἀντίπαλον διαφεῖναι τὸν οἰκεῖον υἱὸν Κορράδον, καλὸν ὄντα ἰδεῖν καὶ τὴν ὥραν εὐπρεπῆ, ἀνδρείας τε καὶ συνέσεως ἐς ὅτι κράτιστον καὶ ἀκρότατον ἥκοντα καὶ ἀκμάζοντα ῥώμῃ σώματος. καὶ συμπλοκῆς γενομένης Ἀλαμανοὺς ἀπεκρούσατο ἱππομαχίᾳ τρεψάμενος, ἐνίων δὲ καὶ κρατήσας, ἐν οἷς ἠριθμεῖτο καὶ ὁ Μαγέντζης ἐπίσκοπος. τάχα δ’ ἂν ἦν οὗτος καὶ ἐς Βυζάντιον ἀναπεμπόμενος, εἰ μὴ βασιλεὺς ἐξ ἀνθρώπων ἐγένετο.
ἀκούων μηδ' ἔχων ἐλεγμοὺς ἐν τῷ στόματι. Ὁρῶν δὲ καὶ τοὺς θησαυροφύλακας θυλάκους διασπωμένους ὑπὸ Περσῶν καὶ κατὰ γῆς χεόμενον καὶ ἁρπαζόμενον τὸν εἰς νόμισμα κεκομμένον χρυσόν τε καὶ ἄργυρον, ἐνῆγε τοὺς συνόντας Ῥωμαίους ἐπεισπεσεῖν τοῖς βαρβάροις καὶ κτήσασθαι τὰ χρήματα Περσῶν δια καιότερον. Συστὰς δὲ αὖθις ὁ λῆρος ἐκεῖνος ἀνὴρ διελοιδορεῖτο ἀναιδῶς βασιλεῖ τοιαῦτα κελεύοντι. • Εχρήν, » λέγων, « ἑκουσίως καὶ πρότερον διδόναι Ῥωμαίοις ταυτί, οὐχὶ δὲ πάντως νυνί, ὁπότε ἡ κτῆσις δυσχερής καὶ μεθ᾿ αἵματος. Εἰ δ' αὐτὸς ἀνήρ ἐστιν ἰσχύος, ὁποῖος εὔχεται εἶναι, ἤ γοῦν ἀναξυρίδα περίκειται, τοῖς χρυσοσύλαις συῤῥαγείς Πέρσαις καὶ συγκόψας τούτους θαῤῥαλεώτερον ἐπα- νεσωσάτω Ρμαίοις τὰ ἁρπαζόμενα. » Εσιώπα δὲ κάπί τούτοις τοῖς βήμασι, ὑπ᾽ ὀδόντα γρύζων μηδὲ τονθορύζων, ἀλλὰ φέρων τὴν τοῦ κερτόμου προπέτειαν ὡς Δαβὶδ πάλαι Σεμεεὶ τὴν αὐθάδειαν. Οψὲ δὲ καὶ ὁ Κοντοστέφανος ᾿Ανδρόνικος ἀβλαβὴς παρῆν, ὅς ἡγεῖτο τῶν τελευταίων τάξεων, καὶ ἕτεροι τῶν δυναμένων μέγα παρὰ τῷ Μανουὴλ ἀπληγες συνδεδραμήκασιν. Ε. 'Επεὶ δὲ νὺξ ἐπῆλθε καὶ σκότος ἡμέρας διάδο- Α χον τὸν πόλεμον ἔπαυσεν, ἀδημονῶν ἅπας καθῆστο ὑποίῳ τῷ τῆς χειρὸς κοίλῳ ρίψας τὴν κεφαλὴν, καὶ τὸν ἐνεστῶτα κίνδυνον φανταζόμενος οὐ τοῖς ζῶσι συνέτατεν ἑαυτὸν, καὶ μάλισθ' ὅτι τὸν χάρακα περ ριτρέχοντες διαπρυσίοις ἀνεκάλουν φωναῖς οἱ Βάρβα- ροι τοὺς ὁμοεθνεῖς αὐτοῖς, οἱ κατὰ χρείαν ἢ μετά- Θεσιν πίστεως πρὸς Ρωμαίους προχώρησαν πάλαι, καὶ παρήνουν ἐξελθεῖν αὐτονυχὶ τοῦ στρατηγίου ὡς ἀπολουμένων άρδην ἕωθεν αὐτίκα τῶν ἐν αὐτῷ. Διενυκτέρευον οὖν Ῥωμαῖοι κατὰ φρήτρας καὶ λο- γάδας τοῖς φύλοις φύλα συναγειρόμενοι, βαπτόμε- ναι πρὸς ἄχρον ὑπὸ δέους, εἰς οἷον τὰ πέταλα τῶν δένδρων κατὰ καιρὸν τὸν φυλλοχόον μεταμορφάζεται. Αὐτὸς δὲ ὁ κρατῶν ἀγενεστάτας βουλὰς ὤδενεν. Ὡς δὲ ταύτας ἀποτεκὼν εἰς ἀκοὴν τῶν σὺν ἐκείνῳ ἐξ- έφερε, καὶ ἦν τὸ ὑφηγούμενον λαθραία φυγή και τοσούτων ψυχῶν εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ θάνατον ἔκδο- σις, Εκπλήττει τοὺς ἀκροωμένους, καὶ μᾶλλον τὸν Κοντοστέφανον, ὡς ἀνδρὸς ἀλλοφρονοῦντος καὶ περι- στρεφομένου σκοτοδίνῃ ἀτεχνῶς φθεγγόμενος ῥήματα. Οὐ μόνον δὲ οἱ πρὸς σκέψιν τοῦ ποιητέον συνελ- θόντες βαρέως ἤνεγκαν τὰ ἠνωτισμένα, ἀλλὰ καὶ τις ἔξωθεν ἑστὼς τῆς σκηνῆς ἐκ τῶν ἀγνώστων καὶ τῶν πλείστων στρατιωτῶν, ὡς τὸ βασιλικὸν ἐς οἷς ἐδέξατο σκέμμα, ὑψώσας τὴν φωνὴν καὶ διωλύ γιον ἀνοιμώξας, « Φεῦ, » εἶπεν, « ὁποῖα δὴ καὶ ὁ βασι- λεὺς Ῥωμαίων εἰς νοῦν ἐβάλετο. » Καὶ πρὸς ἐκεῖνον τὴν τοῦ λόγου στρέψας ὁρμὴν, « Οὐχὶ σύ, » φησὶν, ὁ διὰ τῆς ἐρήμης ταύτης καὶ στενῆς ὁδοῦ ἐκθλίψας ἡμᾶς καὶ εἰς [Ρ. 122] ἀπώλειαν διηθήσας, ἢ μᾶλο λον οιονεί τινι ὅλμῳ ἐκπιέσας τοῖς συμπίπτουσι τούτοις σκοπέλοις καὶ τοῖς πεσοῦσιν ἀτεχνῶς ἐφ' ἡμᾶς ὄρεσι ; Τί ἡμῖν καὶ τῇ κοιλάδι ταύτῃ τοῦ κλαυθμῶνος καὶ τῷ στομίῳ τοῦ ᾅδου ἄντικρυς καὶ τῷ παρελθεῖν τὰς ἀνωμάλους τούτας καὶ τραχείας τροχιάς; "Η τί ίδιον ἐπάγειν τοῖς βαρβάροις ἐπίκλημα εἴχομεν, οἳ τοὺς χώρους τους στενούς τε καὶ βιαίους καὶ σκολιούς περικαθίσαντες ἡμᾶς ἐσαγήνευσαν ; καὶ νῦν ὅπως καταπροδίδως ὡς πρόβατα σφαγῆς τοῖς ἐχθροῖς ; » Τούτσις μαλαχθεὶς τὴν ψυχὴν εἴτ᾿ οὖν ἕως καρδίας δηχθεὶς εἰς ἑτέραν έτραπετο καὶ τὴν κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἐλᾷν είλετο. Ἀλλ᾽ ὁ σπέρμα ἐγκαταλείπων πάλαι τῷ Ἰσραὴλ, ἵνα μὴ εἰς τέλος ἀφαντωθείη τὸ ἐκείνου κληρούχημα ὡς Σόδομα γεγονὸς καὶ ὁμοιωθεν ὡς Γόμορρα, ὁ παιδεύων καὶ πάλιν ἰώμενος, ὁ πατάσσων καὶ ζῆν ποιῶν, ὁ μὴ τὴν ῥάβδον τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπὶ τὸν κλῆρον τῶν δικαίων εἰς τέλος ἐῶν οὗτος καὶ τότε τὸ ἅγιον ἔθνος κατοικτειρήσας καὶ μὴ ἀπώσασθαι θελήσας ἐπίπαν κάμπτει τὴν τοῦ σουλτάνου ψυχὴν εἰς ἀξύμ DE MANUELE COMNENO LIB. VI. B V. Ubi nos prælium diremit, omnes sederunt tristes, capita manibus sustinentes ; et dum præ- sens discrimen reputant, se vivis non adnumera- bant, eo potissimum territi, quod Barbari circum vallum cursitantes populares suos, qui vel religione mulata vel aliis de causis olim ad Ro- manos se contulerant, cum maximis clamoribus hortabantur ut ea nocte castris excederent; mane enim omnes qui in iis essent perituros. Eam no- ctem ita exegerunt Romani, metu pallentes, at tribules cum tribulibus, amici cum amicis se con- jungerent. At imperator cum ignavissimum consi- lium de clandestina fuga et tot millibus neci obji- ciendis proceribus aperuisset, auditores, et Con- tostephanus in primis, obstupuerunt, quasi verba hominis parum sani loqueretur. Nec iis solum qui in consilium adhibiti fuerant, eam orationem graviter tulerunt: sed quidam obscurus miles, qui extra tabernaculum steterat, audito ejus pro- posito, cum ingenti suspirio et alla voce: « Quid, inquit, Romanorum imperatori in mentem venit ? » Et ad ipsum conversus: « Non tu, inquit, is es, qui in desertam et angustam istam viam nos intru- sisti et in interitum præcipitasti? et conour- rentibus istis scopulis et montibus nos omnino oppressuris veluti mortario contudisti? quid nobis rei est cum ista valle luctus et faucibus inferni? cur istos iniquos asperos tramites penetramus ? quid nos privatim de Barbaris queri possumus, qui violentia islis anfraclibus atque angustiis in- festis nos irretiverunt? et tu nos tanquam oves C mactationi destinatas prodis ? » His verbis animo emollito ac potius consauciato consilium mutavit, et eam sequi viam instituit quam tempus pateretur. D Enimvero is qui olim Israeli semen reliquit, ne sua sors penitus, Sodomæ et Gomorrbæ instar, aboleretur; qui castigat et rursus medetur ; qui percutit et vivere facit; qui baculum peccatorum non perpetuo in sortem justorum grassari sinit, is tum quoque sancti sui populi misertus, quem non penitus repudiare volebat, sultani animum ad inu- sitatam clementiam flectit, ut qui dudum Manuelis
PG 139:535Ἀλλ’ οὐδέ τις ἦν τῶν Ἰταλιωτίδων ἢ τῶν ἔτι πορρωτέρω πόλεων, καθ’ ἣν ὁ βασιλεὺς οὗτος οὐκ εἶχεν ὀμότην οἰκεῖον καὶ φρονοῦντά οἱ πιστά. ἀμέλει καὶ ὅσα εἰς τὰ ταμιεῖα τῶν ταμιείων εἰσιόντες ἐν κρυπτῷ ἐτύρευον καὶ ἐτύρβαζον ὁπόσοι τῶν ἐκεῖ Ῥωμαίοις ἀντίφρονες ἀκουστὰ ἦν ἐκείνῳ καὶ ἔκπυστα. Ἄλλοτε δέ ποτε κατὰ τὸν Ἀγκῶνα ἧκον ἐκ βασιλέως τινές, δεῆσαν οὕτω, κατὰ χρείαν πραγμάτων. οἱ μὲν οὖν τὰ κατὰ σκοπὸν ἐξεπέραινον καὶ τὰ διατεταγμένα σφίσιν ἐδίδοσαν πέρατι, εἴτε τὸ εἰς φιλίαν ἐκείνου ἑλκύσαι τινὰς ἦν, οὓς λιζίους φασίν, εἴτε τι ἕτερον Ῥωμαίοις ὠφέλιμον· ὁ δέ γε ῥὴξ τῶν Ἀλαμανῶν θυμοῦ ὑποπίμπλαται καὶ πέμπει τοὺς τὸν Ἀγκῶνα πορθήσοντας καὶ τισομένους τοὺς ἐκεῖ καὶ κολάσοντας, οἷς σπένδονται Ῥωμαίοις καὶ κατὰ τὴν ἑαυτῶν εἰσδέχονται πρέσβεις οὐδὲν ἕτερον ὅτι μὴ τὰ κατ’ αὐτοῦ δηλαδὴ μετιόντας καὶ πόλεις τὰς ἐκεῖ μεθιστῶντας τῆς ἐς αὐτὸν εὐνοίας καὶ πίστεως. καὶ τὸ μὲν πεμφθὲν στράτευμα ὡς πολεμίους τοὺς Ἀγκωνίτας μετήρχοντο καὶ περιζώσαντες τὴν πόλιν ἀπῄτουν ἐκδοῦναι σφίσι Ῥωμαίους·
Α φυλον ἔλεον τὸ καινότατον, καὶ ὅς τὴν τοῦ βασιλέως ἀρετὴν αἰδούμενος πρότερον, τότε καὶ ταῖς ἐκείνου συμφοραῖς ἐπικλᾶται· ἢ γοῦν ὁ διὰ Χουσὶ τὴν ᾿Αχι τόβελ ἀκυρώσας βουλὴν, καὶ τὰς φρένας ἀλλοιώσας τοῦ ᾿Αβεσαλώμ ὡς τοῖς καθ᾿ ἑαυτοῦ καὶ χείροσιν ἐπαγγέλλεσθαι, αὐτὸς καὶ τότε τὸν Περσάρχην ἐξέ- κρουσε τοῦ καθήκοντος. Παρασυρεὶς γὰρ οὗτος ταῖς τῶν μεγιστάνων αὐτοῦ ὑποθημοσύναις, οἵπερ ἀπήντλουν ἀμφοτέραις ἐκ βασιλέως, κατὰ τὸν τῆς εἰρήνης καιρὸν τὰ χρήματα, πέμψας πρεσβείαν εἰρηνικὰ διαλέγεται καὶ τὴν συνομολογίαν ὡς πρώην αὖθις ἐπιζητεῖ, προφθάνων οἷον προαιρετῶς, τοῦ κρείττονος ἐποτρύνοντος, τὸν ἀναγκαστῶς ἐς τὰς συμβάσεις βλέψαντα ἄνακτα. Οἱ δὲ δὴ Πέρσαι μήπω τῶν κατὰ σκοπὸν τῷ σουλτάνῳ ἐκφανθέντων με ἔῳ προσήλαυνον ὡς κυκλωσάμενοι Ρωμαίους καὶ ὥσπερ ὄψον εὐτρεπὲς καὶ καθ᾽ ὁρμὴν μίαν οἷα θήρες, λαφύξοντες, ἢ ὡς ἐγκαταλελειμμένα ὡς καὶ νουσιὰν ἐρήμην ἀπάξοντες. Περιστείχοντες τοίνυν τὸν χάσ ρακα τοὺς ἐντὸς κατετόξευον, κύκλῳ περιελαύνοντες καὶ βαρβαρικῶς ἀλαλάζοντες. Βασιλεὺς οὖν ἔγκε λεύεται Ἰωάννῃ τῷ τοῦ ᾿Αγγέλου Κωνσταντίνου υἱῷ μετὰ τοῦ συνόντος ἐκείνῳ τάγματος τοῖς Πέρσαις προσβαλεῖν· ὁ δὲ κατὰ τὴν βασιλικὴν ἐπιταγὴν ἀναστελεῖν τοὺς Τούρκους πειρᾶται, οὐδὲν δέ τι καὶ δράσας γενναῖον παλίστροφος γίνεται. Ἐκ δὲ τούτου • Μακροδούκας Κωνσταντίνος τὴν ὑπ' αὐτὸν ἐξάγει στρατιὰν ἐκ τῶν ἔῴων στρατολογουμένην ταγμάτων ἀλλὰ καὶ οὗτος μικρόν τι φανεὶς ὑπενόστησεν. Ο δὲ γε σουλτάνος πέμπει πρὸς βασιλέα Γαβρῶν τὰ πρῶτα τῶν παρ' αὐτῷ καὶ τετιμημένον τὰ μέγιστα· τὸ δ᾽ ἀπὸ τοῦδε εἵ τε Τοῦρκοι ἐκ παραγγελίας τοῦ προσβάλλειν περιστάδην ἀπέστησαν καὶ Ῥωμαῖοι τοῦ ὑπεξέρχεσθαι λήγουσιν. Ὀφθῆναι δὲ τῷ βασιλεῖ μέλλων Γαβράς βαθεῖαν καὶ βαρβαρικήν απονέμει τιμὴν καὶ προσκύνησιν, καὶ ἅμα ἵππον προσάγει δῶρον Νισαῖον ἀργυροχάλινον, ἐκ τῶν φατνιζομέ νων εἰς πομπάς, καὶ περιμήκη αμφήκη μάχαιραν, καὶ λόγον κινεῖ περὶ σπονδῶν, διομαλίσας πρότερον λόγοις ἀπαλοῖς τὴν ἐπὶ τοῖς συμβᾶσιν ὑπεμφαινομέ νην ἀχθηδόνα τοῦ βασιλέως, καὶ καταστείλας τὸ τοῦ πάθους φλεγμαίνον οἷά τισιν ἐπάσμασιν, οἷς πρός τὸ οἷς ἐκείνῳ ὑπεψιθύρισε βήματι. Θεασάμενος δὲ Γαβρᾶς ἦν εἶχε στολάδα ἐπὶ τοῦ θώρακος βασιλεὺς, τὴν χροιὰν χολοβάφινον, « Οὐκ εὐσύμβολον τὸ χρῶμα τοῦτο ἡ φησίν, « ὦ βασιλεῦ, ἀλλὰ καὶ λίαν κατὰ τὴν ὥραν τοῦ πολέμου ταῖς ἀγαθαῖς τύχαις ἀντιπρᾶττον (2). » Αὐτὸς δ' ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις τούτοις βραχύ τι καὶ βεβιασμένον μειδιάσας, τὴν ἐπιθωράκιον στολὴν ἀποδὺς ἐκείνῳ δίδωσι πορφύρα και χρυσῷ διηνθι σμένην. Τὸν δ᾽ ἵππον καὶ τὸ ξίφος δεξάμενος ἐγγράφους τίθεται τὰς σπονδὰς, καὶ τὴν χεῖρα τούτοις βραβεύει. Ενἦν δὲ τῷ γραμματίῳ καὶ ἄλλα μὲν ὅσα ὁ καιρὸς ἐπέταττε κατὰ μηδὲν ἀκριβολογούμενος, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ καταστραφήναι τὰ φρούρια τό τε Δορύλαιον καὶ τὸ Σούβλεον. Οὕτως οὖν εὐρηκὼς τὸν Βάρβαρον τὰ πρὸς εἰρήνην ἀληθῶς λαλήσαντα καὶ μὴ ἐπ' ὀργὴν δόλους διαλο γιζόμενον, αἱρεῖται δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ πορευθῆναι καὶ μὴ τὴν αὐτὴν ἀναμετρήσειν αὖθις ἣν ἐβάδισε πρό- τερον, ἐκκλῖναι τοὺς πεσόντας βουλόμενος. Οἱ δὲ τῆς ὁδοῦ ἡγεμόνες κατ' αὐτὸ τοῦτο μᾶλλον ἐπὶ τὴν σμὸς, $35 NICETÆ CHONIATÆ B virtutem verebatur, nuno ejus calamitate frange- retur aut ut olim per Chusin Achitophelis con- : silia evertit, et animum Absalonis mutavit, ut ea sequeretur quæ perniciem ei allatura erant, ita. tum quoque Persarum principem transver- sum egit, ut procerum consiliis impulsus, quibus tempore pacis ab imperatore pecunia affluebat, per legatos ultro prior divinitus pacem imperatori offerret, quam is urgente necessitate petiturus erat, et pactiones rursus, ut ante, flagitaret. Perse vero sultani consilio nondum patefacto, castra di- luculo oppugnatum ibant, uno impetu Romanos delendi spe concepta. Itaque cum barbarice ejulatu obequitarent et milites intra vallum sagittis confi- cerent, Joannes Constantini Angeli filius cum sua cohorte, jussu imperatoris, ad Turcorum impetum reprimendum egreditur. Qui cum irrito conatu, nullo forti facinore edito, rediisset, Macroducas Constantinus orientales copias educit. Sed is quo- que non multo post in castra se recepit. Interea sultanus Gabram, honoratissimum inter suos s&- trapos, ad imperatorem mittit; cujus jussu Turoi oppugnare vallum desistunt, et Romani clam sub- ducere seso desinunt. Is Gabras imperatori Barbarorum more submisse adorato dono adducit equum Nissum, frenis argenteis ornatum, ex iis qui ad pompas aluntur; et longum ancipitem gla- dium, ac sermonem de pacifications interjicit, animo ejus ob acceptam oladem, ui apparebat tristi, prius mollibus verbis quæ in aurem illi dicebat delinito, et doloris acerbitate velut incan- tamentis quibusdam mitigata. Cum autem thoracem C imperatoris fulva veste tectum vidisset : « Iste color, inquit, imperator, pugnæ tempore minime commodus est, sed plane inauspicatus. . id di- ctum imperator exiguo et conoto risu excepit ; eamque vestem purpura et auro intextam illi dedit, acceptoque ense et equo pacem conscribit suaque manu subsignat. Inter cæteras conditiones, quas id tempus scrupulosius exquirere non sinebat, illa quoque erat, ut Dorylæum et Bubleum castella everterentur. Manuel cum pacem nihil insidiarum ba-D bere et sincere secum agere Barbarum videret, alia via domum redire instituit, ut aspectum inter- fectorum declinaret. At via duces ob id ipsum po- tissimum eodem eum reducebant, ut miserabilia illa spectacula oculis intueretur, quæ quidem nul- Hier. Wolfii notæ. sibi velit, utrum rideat Manuelem ut metu pallentem,an vero innuat aurea arma periculosiora esse ferreis, quod spe prædæ plures alliciant. (2) Nescio quid hoo sive scomma sive σαρκα-
οἱ δ’ Ἀγκωνῖται οὕτως ἦσαν εὐγνώμονες ἀκροαταὶ τῶν ἠπειλημένων ἢ τῷ βληθέντι παρὰ τῶν πολεμίων ἐξέστησαν χάρακι ἢ τῷ ἀρεϊκῷ ἐκείνῳ ἠχθέσθησαν περιζώματι, ὥστε οὐ μόνον [οὐ] προύδωκαν οὓς Ἀλαμανοὶ ἐπέκειντο ἐξαιτούμενοι, ἀλλὰ καὶ μακρὰ χαίρειν εἴασαν γενναίως τὸν παρόντα διαφέροντες κίνδυνον. ἐπιτεινομένης δὲ τῆς πολιορκίας καὶ χρονιζόντων τῶν πολεμίων, ἥψαντο τῶν ἀήθων καὶ πρὸς ἃ μὴ θέμις τρεχεδειπνεῖν σιτοφαγεῖν αἱρούμενον ἄνθρωπον. Οἱ τοῦ βασιλέως τοίνυν τὸ πλῆθος ἐκκλησιάσαντες, εἰ ἔξεστιν αὐτοῖς ἐπικουρίαν εἰσενεγκεῖν, ἐπυνθάνοντο. τῶν δὲ εἰπόντων ἐξεῖναι μέν, χρημάτων δ’ αὐτόθεν μὴ εὐπορεῖν αὐτοὶ διετείνοντο καὶ θεὸν τοῦ λόγου πεποίηντο μάρτυρα καὶ μὴ μέλλειν ἐνῆγον, ὡς βασιλεὺς ἅπαν καταθήσει δαπάνημα· ἢ μὴν ἀπεκδέχεσθαί σφας τὰ ἀνύποιστα προύλεγον ὑπὸ τῶν τὴν πόλιν διειληφότων, παίδων μὲν καὶ γυναικῶν ἀπαγομένων, χρημάτων δὲ καὶ πραγμάτων ἁρπαζομένων.
Α φυλον ἔλεον τὸ καινότατον, καὶ ὅς τὴν τοῦ βασιλέως ἀρετὴν αἰδούμενος πρότερον, τότε καὶ ταῖς ἐκείνου συμφοραῖς ἐπικλᾶται· ἢ γοῦν ὁ διὰ Χουσὶ τὴν ᾿Αχι τόβελ ἀκυρώσας βουλὴν, καὶ τὰς φρένας ἀλλοιώσας τοῦ ᾿Αβεσαλώμ ὡς τοῖς καθ᾿ ἑαυτοῦ καὶ χείροσιν ἐπαγγέλλεσθαι, αὐτὸς καὶ τότε τὸν Περσάρχην ἐξέ- κρουσε τοῦ καθήκοντος. Παρασυρεὶς γὰρ οὗτος ταῖς τῶν μεγιστάνων αὐτοῦ ὑποθημοσύναις, οἵπερ ἀπήντλουν ἀμφοτέραις ἐκ βασιλέως, κατὰ τὸν τῆς εἰρήνης καιρὸν τὰ χρήματα, πέμψας πρεσβείαν εἰρηνικὰ διαλέγεται καὶ τὴν συνομολογίαν ὡς πρώην αὖθις ἐπιζητεῖ, προφθάνων οἷον προαιρετῶς, τοῦ κρείττονος ἐποτρύνοντος, τὸν ἀναγκαστῶς ἐς τὰς συμβάσεις βλέψαντα ἄνακτα. Οἱ δὲ δὴ Πέρσαι μήπω τῶν κατὰ σκοπὸν τῷ σουλτάνῳ ἐκφανθέντων με ἔῳ προσήλαυνον ὡς κυκλωσάμενοι Ρωμαίους καὶ ὥσπερ ὄψον εὐτρεπὲς καὶ καθ᾽ ὁρμὴν μίαν οἷα θήρες, λαφύξοντες, ἢ ὡς ἐγκαταλελειμμένα ὡς καὶ νουσιὰν ἐρήμην ἀπάξοντες. Περιστείχοντες τοίνυν τὸν χάσ ρακα τοὺς ἐντὸς κατετόξευον, κύκλῳ περιελαύνοντες καὶ βαρβαρικῶς ἀλαλάζοντες. Βασιλεὺς οὖν ἔγκε λεύεται Ἰωάννῃ τῷ τοῦ ᾿Αγγέλου Κωνσταντίνου υἱῷ μετὰ τοῦ συνόντος ἐκείνῳ τάγματος τοῖς Πέρσαις προσβαλεῖν· ὁ δὲ κατὰ τὴν βασιλικὴν ἐπιταγὴν ἀναστελεῖν τοὺς Τούρκους πειρᾶται, οὐδὲν δέ τι καὶ δράσας γενναῖον παλίστροφος γίνεται. Ἐκ δὲ τούτου • Μακροδούκας Κωνσταντίνος τὴν ὑπ' αὐτὸν ἐξάγει στρατιὰν ἐκ τῶν ἔῴων στρατολογουμένην ταγμάτων ἀλλὰ καὶ οὗτος μικρόν τι φανεὶς ὑπενόστησεν. Ο δὲ γε σουλτάνος πέμπει πρὸς βασιλέα Γαβρῶν τὰ πρῶτα τῶν παρ' αὐτῷ καὶ τετιμημένον τὰ μέγιστα· τὸ δ᾽ ἀπὸ τοῦδε εἵ τε Τοῦρκοι ἐκ παραγγελίας τοῦ προσβάλλειν περιστάδην ἀπέστησαν καὶ Ῥωμαῖοι τοῦ ὑπεξέρχεσθαι λήγουσιν. Ὀφθῆναι δὲ τῷ βασιλεῖ μέλλων Γαβράς βαθεῖαν καὶ βαρβαρικήν απονέμει τιμὴν καὶ προσκύνησιν, καὶ ἅμα ἵππον προσάγει δῶρον Νισαῖον ἀργυροχάλινον, ἐκ τῶν φατνιζομέ νων εἰς πομπάς, καὶ περιμήκη αμφήκη μάχαιραν, καὶ λόγον κινεῖ περὶ σπονδῶν, διομαλίσας πρότερον λόγοις ἀπαλοῖς τὴν ἐπὶ τοῖς συμβᾶσιν ὑπεμφαινομέ νην ἀχθηδόνα τοῦ βασιλέως, καὶ καταστείλας τὸ τοῦ πάθους φλεγμαίνον οἷά τισιν ἐπάσμασιν, οἷς πρός τὸ οἷς ἐκείνῳ ὑπεψιθύρισε βήματι. Θεασάμενος δὲ Γαβρᾶς ἦν εἶχε στολάδα ἐπὶ τοῦ θώρακος βασιλεὺς, τὴν χροιὰν χολοβάφινον, « Οὐκ εὐσύμβολον τὸ χρῶμα τοῦτο ἡ φησίν, « ὦ βασιλεῦ, ἀλλὰ καὶ λίαν κατὰ τὴν ὥραν τοῦ πολέμου ταῖς ἀγαθαῖς τύχαις ἀντιπρᾶττον (2). » Αὐτὸς δ' ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις τούτοις βραχύ τι καὶ βεβιασμένον μειδιάσας, τὴν ἐπιθωράκιον στολὴν ἀποδὺς ἐκείνῳ δίδωσι πορφύρα και χρυσῷ διηνθι σμένην. Τὸν δ᾽ ἵππον καὶ τὸ ξίφος δεξάμενος ἐγγράφους τίθεται τὰς σπονδὰς, καὶ τὴν χεῖρα τούτοις βραβεύει. Ενἦν δὲ τῷ γραμματίῳ καὶ ἄλλα μὲν ὅσα ὁ καιρὸς ἐπέταττε κατὰ μηδὲν ἀκριβολογούμενος, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ καταστραφήναι τὰ φρούρια τό τε Δορύλαιον καὶ τὸ Σούβλεον. Οὕτως οὖν εὐρηκὼς τὸν Βάρβαρον τὰ πρὸς εἰρήνην ἀληθῶς λαλήσαντα καὶ μὴ ἐπ' ὀργὴν δόλους διαλο γιζόμενον, αἱρεῖται δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ πορευθῆναι καὶ μὴ τὴν αὐτὴν ἀναμετρήσειν αὖθις ἣν ἐβάδισε πρό- τερον, ἐκκλῖναι τοὺς πεσόντας βουλόμενος. Οἱ δὲ τῆς ὁδοῦ ἡγεμόνες κατ' αὐτὸ τοῦτο μᾶλλον ἐπὶ τὴν σμὸς, $35 NICETÆ CHONIATÆ B virtutem verebatur, nuno ejus calamitate frange- retur aut ut olim per Chusin Achitophelis con- : silia evertit, et animum Absalonis mutavit, ut ea sequeretur quæ perniciem ei allatura erant, ita. tum quoque Persarum principem transver- sum egit, ut procerum consiliis impulsus, quibus tempore pacis ab imperatore pecunia affluebat, per legatos ultro prior divinitus pacem imperatori offerret, quam is urgente necessitate petiturus erat, et pactiones rursus, ut ante, flagitaret. Perse vero sultani consilio nondum patefacto, castra di- luculo oppugnatum ibant, uno impetu Romanos delendi spe concepta. Itaque cum barbarice ejulatu obequitarent et milites intra vallum sagittis confi- cerent, Joannes Constantini Angeli filius cum sua cohorte, jussu imperatoris, ad Turcorum impetum reprimendum egreditur. Qui cum irrito conatu, nullo forti facinore edito, rediisset, Macroducas Constantinus orientales copias educit. Sed is quo- que non multo post in castra se recepit. Interea sultanus Gabram, honoratissimum inter suos s&- trapos, ad imperatorem mittit; cujus jussu Turoi oppugnare vallum desistunt, et Romani clam sub- ducere seso desinunt. Is Gabras imperatori Barbarorum more submisse adorato dono adducit equum Nissum, frenis argenteis ornatum, ex iis qui ad pompas aluntur; et longum ancipitem gla- dium, ac sermonem de pacifications interjicit, animo ejus ob acceptam oladem, ui apparebat tristi, prius mollibus verbis quæ in aurem illi dicebat delinito, et doloris acerbitate velut incan- tamentis quibusdam mitigata. Cum autem thoracem C imperatoris fulva veste tectum vidisset : « Iste color, inquit, imperator, pugnæ tempore minime commodus est, sed plane inauspicatus. . id di- ctum imperator exiguo et conoto risu excepit ; eamque vestem purpura et auro intextam illi dedit, acceptoque ense et equo pacem conscribit suaque manu subsignat. Inter cæteras conditiones, quas id tempus scrupulosius exquirere non sinebat, illa quoque erat, ut Dorylæum et Bubleum castella everterentur. Manuel cum pacem nihil insidiarum ba-D bere et sincere secum agere Barbarum videret, alia via domum redire instituit, ut aspectum inter- fectorum declinaret. At via duces ob id ipsum po- tissimum eodem eum reducebant, ut miserabilia illa spectacula oculis intueretur, quæ quidem nul- Hier. Wolfii notæ. sibi velit, utrum rideat Manuelem ut metu pallentem,an vero innuat aurea arma periculosiora esse ferreis, quod spe prædæ plures alliciant. (2) Nescio quid hoo sive scomma sive σαρκα-
ἔνθεν τοι καὶ μετάπεμπτόν τινα τιθέασι κόμητα Γιλίελμον τοὔνομα καὶ γυναῖκα τῶν εὐγενῶν οὐ πρὸ πολλοῦ μὲν θανάτῳ σπανιζομένην τοῦ ὁμευνέτου, γενικὴν δὲ τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν ἐκείνου κληρουμένην ἀρχήν, καὶ τούτοις ἁδρὰ τὰ δόματα στήσαντες κἀντεῦθεν σὺν οὐδενὶ πόνῳ τὸ πολέμιον ἀποτρεψάμενοι, ὡς ἐκ βάθους θαλάσσης τῆς αὐτῶν ἀνανηξαμένης πόλεως ἔχαιρον τὴν ἐλευθερίαν ἀνασωσάμενοι. βασιλεὺς δ’ ἐπὶ τούτοις ὅσα εἰκὸς εὐφρανθεὶς τούς τε Ἀγκωνίτας ἐπαίνοις τῶν γεγονότων ἀμείβεται καὶ τοῖς ἰσοπολίταις τῷ γένει Ῥωμαίων ἐγκρίνας ἅπαντα ὑπισχνεῖται παρέξειν, ὅσα οἱ ἀμεμφῆ τε καὶ δυνατὰ κἀκείνους δέον αἰτεῖν. ἀλλὰ καὶ τὸ χρυσίον πολλαπλάσιον πέπομφε. Καὶ εἰς τόδε μὲν τὰ τῶν Ἀγκωνιτῶν ἐτελεύτα πράγματα, φύσει τὸ πιστὸν ἔχειν δοξάντων καὶ μὴ πρὸς τὸ συμπῖπτον τῆς τύχης τὰς γνώμας μετακυβεύεσθαι.
Α φυλον ἔλεον τὸ καινότατον, καὶ ὅς τὴν τοῦ βασιλέως ἀρετὴν αἰδούμενος πρότερον, τότε καὶ ταῖς ἐκείνου συμφοραῖς ἐπικλᾶται· ἢ γοῦν ὁ διὰ Χουσὶ τὴν ᾿Αχι τόβελ ἀκυρώσας βουλὴν, καὶ τὰς φρένας ἀλλοιώσας τοῦ ᾿Αβεσαλώμ ὡς τοῖς καθ᾿ ἑαυτοῦ καὶ χείροσιν ἐπαγγέλλεσθαι, αὐτὸς καὶ τότε τὸν Περσάρχην ἐξέ- κρουσε τοῦ καθήκοντος. Παρασυρεὶς γὰρ οὗτος ταῖς τῶν μεγιστάνων αὐτοῦ ὑποθημοσύναις, οἵπερ ἀπήντλουν ἀμφοτέραις ἐκ βασιλέως, κατὰ τὸν τῆς εἰρήνης καιρὸν τὰ χρήματα, πέμψας πρεσβείαν εἰρηνικὰ διαλέγεται καὶ τὴν συνομολογίαν ὡς πρώην αὖθις ἐπιζητεῖ, προφθάνων οἷον προαιρετῶς, τοῦ κρείττονος ἐποτρύνοντος, τὸν ἀναγκαστῶς ἐς τὰς συμβάσεις βλέψαντα ἄνακτα. Οἱ δὲ δὴ Πέρσαι μήπω τῶν κατὰ σκοπὸν τῷ σουλτάνῳ ἐκφανθέντων με ἔῳ προσήλαυνον ὡς κυκλωσάμενοι Ρωμαίους καὶ ὥσπερ ὄψον εὐτρεπὲς καὶ καθ᾽ ὁρμὴν μίαν οἷα θήρες, λαφύξοντες, ἢ ὡς ἐγκαταλελειμμένα ὡς καὶ νουσιὰν ἐρήμην ἀπάξοντες. Περιστείχοντες τοίνυν τὸν χάσ ρακα τοὺς ἐντὸς κατετόξευον, κύκλῳ περιελαύνοντες καὶ βαρβαρικῶς ἀλαλάζοντες. Βασιλεὺς οὖν ἔγκε λεύεται Ἰωάννῃ τῷ τοῦ ᾿Αγγέλου Κωνσταντίνου υἱῷ μετὰ τοῦ συνόντος ἐκείνῳ τάγματος τοῖς Πέρσαις προσβαλεῖν· ὁ δὲ κατὰ τὴν βασιλικὴν ἐπιταγὴν ἀναστελεῖν τοὺς Τούρκους πειρᾶται, οὐδὲν δέ τι καὶ δράσας γενναῖον παλίστροφος γίνεται. Ἐκ δὲ τούτου • Μακροδούκας Κωνσταντίνος τὴν ὑπ' αὐτὸν ἐξάγει στρατιὰν ἐκ τῶν ἔῴων στρατολογουμένην ταγμάτων ἀλλὰ καὶ οὗτος μικρόν τι φανεὶς ὑπενόστησεν. Ο δὲ γε σουλτάνος πέμπει πρὸς βασιλέα Γαβρῶν τὰ πρῶτα τῶν παρ' αὐτῷ καὶ τετιμημένον τὰ μέγιστα· τὸ δ᾽ ἀπὸ τοῦδε εἵ τε Τοῦρκοι ἐκ παραγγελίας τοῦ προσβάλλειν περιστάδην ἀπέστησαν καὶ Ῥωμαῖοι τοῦ ὑπεξέρχεσθαι λήγουσιν. Ὀφθῆναι δὲ τῷ βασιλεῖ μέλλων Γαβράς βαθεῖαν καὶ βαρβαρικήν απονέμει τιμὴν καὶ προσκύνησιν, καὶ ἅμα ἵππον προσάγει δῶρον Νισαῖον ἀργυροχάλινον, ἐκ τῶν φατνιζομέ νων εἰς πομπάς, καὶ περιμήκη αμφήκη μάχαιραν, καὶ λόγον κινεῖ περὶ σπονδῶν, διομαλίσας πρότερον λόγοις ἀπαλοῖς τὴν ἐπὶ τοῖς συμβᾶσιν ὑπεμφαινομέ νην ἀχθηδόνα τοῦ βασιλέως, καὶ καταστείλας τὸ τοῦ πάθους φλεγμαίνον οἷά τισιν ἐπάσμασιν, οἷς πρός τὸ οἷς ἐκείνῳ ὑπεψιθύρισε βήματι. Θεασάμενος δὲ Γαβρᾶς ἦν εἶχε στολάδα ἐπὶ τοῦ θώρακος βασιλεὺς, τὴν χροιὰν χολοβάφινον, « Οὐκ εὐσύμβολον τὸ χρῶμα τοῦτο ἡ φησίν, « ὦ βασιλεῦ, ἀλλὰ καὶ λίαν κατὰ τὴν ὥραν τοῦ πολέμου ταῖς ἀγαθαῖς τύχαις ἀντιπρᾶττον (2). » Αὐτὸς δ' ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις τούτοις βραχύ τι καὶ βεβιασμένον μειδιάσας, τὴν ἐπιθωράκιον στολὴν ἀποδὺς ἐκείνῳ δίδωσι πορφύρα και χρυσῷ διηνθι σμένην. Τὸν δ᾽ ἵππον καὶ τὸ ξίφος δεξάμενος ἐγγράφους τίθεται τὰς σπονδὰς, καὶ τὴν χεῖρα τούτοις βραβεύει. Ενἦν δὲ τῷ γραμματίῳ καὶ ἄλλα μὲν ὅσα ὁ καιρὸς ἐπέταττε κατὰ μηδὲν ἀκριβολογούμενος, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ καταστραφήναι τὰ φρούρια τό τε Δορύλαιον καὶ τὸ Σούβλεον. Οὕτως οὖν εὐρηκὼς τὸν Βάρβαρον τὰ πρὸς εἰρήνην ἀληθῶς λαλήσαντα καὶ μὴ ἐπ' ὀργὴν δόλους διαλο γιζόμενον, αἱρεῖται δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ πορευθῆναι καὶ μὴ τὴν αὐτὴν ἀναμετρήσειν αὖθις ἣν ἐβάδισε πρό- τερον, ἐκκλῖναι τοὺς πεσόντας βουλόμενος. Οἱ δὲ τῆς ὁδοῦ ἡγεμόνες κατ' αὐτὸ τοῦτο μᾶλλον ἐπὶ τὴν σμὸς, $35 NICETÆ CHONIATÆ B virtutem verebatur, nuno ejus calamitate frange- retur aut ut olim per Chusin Achitophelis con- : silia evertit, et animum Absalonis mutavit, ut ea sequeretur quæ perniciem ei allatura erant, ita. tum quoque Persarum principem transver- sum egit, ut procerum consiliis impulsus, quibus tempore pacis ab imperatore pecunia affluebat, per legatos ultro prior divinitus pacem imperatori offerret, quam is urgente necessitate petiturus erat, et pactiones rursus, ut ante, flagitaret. Perse vero sultani consilio nondum patefacto, castra di- luculo oppugnatum ibant, uno impetu Romanos delendi spe concepta. Itaque cum barbarice ejulatu obequitarent et milites intra vallum sagittis confi- cerent, Joannes Constantini Angeli filius cum sua cohorte, jussu imperatoris, ad Turcorum impetum reprimendum egreditur. Qui cum irrito conatu, nullo forti facinore edito, rediisset, Macroducas Constantinus orientales copias educit. Sed is quo- que non multo post in castra se recepit. Interea sultanus Gabram, honoratissimum inter suos s&- trapos, ad imperatorem mittit; cujus jussu Turoi oppugnare vallum desistunt, et Romani clam sub- ducere seso desinunt. Is Gabras imperatori Barbarorum more submisse adorato dono adducit equum Nissum, frenis argenteis ornatum, ex iis qui ad pompas aluntur; et longum ancipitem gla- dium, ac sermonem de pacifications interjicit, animo ejus ob acceptam oladem, ui apparebat tristi, prius mollibus verbis quæ in aurem illi dicebat delinito, et doloris acerbitate velut incan- tamentis quibusdam mitigata. Cum autem thoracem C imperatoris fulva veste tectum vidisset : « Iste color, inquit, imperator, pugnæ tempore minime commodus est, sed plane inauspicatus. . id di- ctum imperator exiguo et conoto risu excepit ; eamque vestem purpura et auro intextam illi dedit, acceptoque ense et equo pacem conscribit suaque manu subsignat. Inter cæteras conditiones, quas id tempus scrupulosius exquirere non sinebat, illa quoque erat, ut Dorylæum et Bubleum castella everterentur. Manuel cum pacem nihil insidiarum ba-D bere et sincere secum agere Barbarum videret, alia via domum redire instituit, ut aspectum inter- fectorum declinaret. At via duces ob id ipsum po- tissimum eodem eum reducebant, ut miserabilia illa spectacula oculis intueretur, quæ quidem nul- Hier. Wolfii notæ. sibi velit, utrum rideat Manuelem ut metu pallentem,an vero innuat aurea arma periculosiora esse ferreis, quod spe prædæ plures alliciant. (2) Nescio quid hoo sive scomma sive σαρκα-
PG 139:537εἴπῃ γὰρ ἄν τις, ὅπως τοῦ μὲν ἐκ γειτόνων αὐτοῖς δυνάστου καὶ κατάρχειν ἀξιωτέρου παρηγκωνίσαντο τὸ ἐπίταγμα, ὅς ἐστιν ὁ τῶν Ἀλαμανῶν ῥήξ, τὸν δὲ μετὰ πολλὴν ὀπτανόμενον γῆν καὶ ὄρη σκιόεντα Ῥωμαίων ἄνακτα ἠγαπήκεσαν, εἰ μή τις αὐτοῖς ἐμπεφυκυῖα ἦν αὐτόφυτος συνείδησις τἀγαθοῦ κἀν τοῖς δεινοῖς ἀπτόητος ὅρμησις καὶ πρὸς τὸ τῶν πραγμάτων οὐχ ὅμοιον βεβηκυῖα καὶ μὴ εὐτίνακτος. εἴη δ’ ἂν ἕτερον τούτοις οὐκ ἀρεσκόμενον ἀνθυπενεγκεῖν, ὡς ἥττονες ὄντες κέρδους οἱ Ἀγκωνῖται καὶ ἀγυρτεύοντες καὶ πρὸς τὸ λαβεῖν χεῖρα προτείνοντες ἀπέστησαν μὲν τοῦ χθές τε καὶ πρώην ἐς ἡγεμόνα σφῶν ἀποτεταγμένου, ὀπίσω δ’ ἐπορεύθησαν ἄλλου, ὃς ἤνεγκεν αὐτοῖς τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὸ κερδαλέον καὶ κάπηλον ἐθεράπευσε τοῦ φρονήματος.
ἐκεῖσε προήγον, ἵν᾿ ὀφθαλμοῖς οἰκείοις επόψοιτο βασιλεὺς τὰ οἰκτρότατα ἐκεῖνα θεάματα. Καὶ γὰρ ἦν ἀληθῶς δακρύων ἄξια τὰ ὀρώμενα, ἢ ἀληθέστε- ρον εἰπεῖν μείζω τοῦ ἀνακλαυσθῆναι διὰ τὸ τοῦ κακοῦ μέγεθος. Αἵ τε γὰρ φάραγγες εἰς ἰσόπεδον ἀνέβαι νον, καὶ οἱ κοιλάδες εἰς κολωνοὺς ἀνηγείροντο, καὶ τὰ ἄλση τοῖς θνησιμαίοις ἐκεκάλυπτο. Απας δὲ κείμενος ἀποσυρεὶς ἦν τὸ δέρμα τῆς κεφαλῆς (3), πολλοὶ δὲ καὶ τοὺς ἐθυφάλλους ἀπεκαυλίσθησαν. Ελέγετο δὲ τοὺς Πέρσας τοῦτο τεχνάσασθαι, ἵνα μὴ τοῦ ἀκροβύστου ὁ ἐμπερίτομος διαστέλλοιτο καὶ ἡ νίκη οὕτως εἴη ἀμφιπαλὴς καὶ ἀμφήριστος, ὡς ἐξ ἑκατέρων τῶν στρατοπέδων καταβληθέντων πολλῶν. Οὐδεὶς τοίνυν χωρίς δακρύων καὶ στεναγμῶν ἀντὶ παρῆλθεν, ἀλλὰ μέγα πάντες ἀνέκλαυσαν καὶ ὀνομαστὶ τοὺς ἀπολωλότας ἑταίρους καὶ συνήθεις Εκά- λεσαν. Αλλ' ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος· ἐκεῖνο ἔχω εἰ- Β πεῖν, ὡς δυσφύλακτον τὸ μέλλον τοῖς ἀνθρώποις ἡμῖν, καὶ οὐκ ἄν τις ῥᾳδίως ἐξαναλύξῃ τὸ ἐπιὸν, εἰ μή τῷ τὸ θεῖον ἐκ λιπαρίας {λεωθὲν ἀπώσαιτο τὰ δεινά ἢ ἐκ τούτου εἰς τοῦτο μετακλινεί, καταμιγνύον τὸ τῆς κινήσεως ἀκραιφνὲς καὶ τῷ φιλανθρώπῳ καπη λεύον τὸ ἄκρατον. Βασιλεὺς γὰρ ἡνίκα ἦν κατὰ Περσῶν ἐκστρατεύειν προθέμενος, ἐδόκει καθ᾽ ὕπνους ὁρᾶν ὡς εἰς στρατηγίδα νῆα ἐμβὰς αὐτός τε καὶ συχνοὶ τῶν ἐπιτηδείων τὴν Προποντίδα ἀνελέγετο, αΐφνης δὲ συμπεσεῖν τὰ ἐξ Εὐρώπης καὶ ᾿Ασίας ὄρη, ὡς ἀφανισθῆναι μὲν τῆς νηός θραυσθείσης τὸ ἐμπλέον ἅπαν, αὐτὸν δὲ μόλις ἐκδοθῆναι τῇ χέρσῳ ταῖς χερσὶ νηχόμενον. Καθ᾽ ἣν δὲ ἡμέραν τῶν ἐπι σφαλῶν ἐκείνων ἐπέβαινε τρίβων, ανήρ τις προσελ θὼν [Ρ. 124] αὐτῷ δίγλωττος, τὸ γένος Ῥωμαῖος, τοὺπίκλην Μαυρόπουλος, δόξαι οἱ ἔφατο κατ' όναρ τὸν ἐκ τοῦ Κύρου παρώνυμον ναὸν εἰσελθεῖν, ἐν δὲ τῷ ἐλεοῦσθαί οἱ τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος φωνήν ἐξικνουμένην ἐκεῖθεν ἐνωτισθῆναι, λέγουσαν ὡς « Αρτίως ἐν μεγίστοις μάλιστα κινδύνοις ὁ βασιλεὺς, καὶ τίς ἀπελεύσεταί μοι τούτῳ συνέριθος; » Εἰρη- κότος δέ τινος ἀοράτως « Απελθέτω Γεώργιος, » « Νωθής οὗτος, » εἰπεῖν. Κάκείνου δὲ πάλιν ἐπενεγκόντος, « 'Απίτω Θεόδωρος, » καὶ πρὸς τοῦτον ἀπανήνασθαι, τέλος δὲ μετὰ περιαλγείας φθέγξασθαι ὡς οὐδεὶς προφθάσει τὸ φυόμενον ἐκείνῳ κακόν. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτω. Γ΄. Μετὰ δὲ τὸ ὑποκαταβῆναι τὰς δυσχωρίας ἐνα ἔκειντο καὶ πάλιν οἱ Πέρσαι Ρωμαίοις ἐκ τῶν ὄπισθεν Επιφαινόμενοι· μεταμέλῳ γὰρ ἐλέγετο πληγῆναι τὸν Πέρσην ὅτι τὸ ἐν χερσι παρῆκε θήραμα, κάντεῦθεν ἐνδοῦναι τοῖς οἰκείοις ἐκεῖνα ἐπιοῦσιν ἐνδείκνυσθαι ὅσα καὶ πρὸ τῶν σπουδῶν ἐξῆν διαπράττεσθαι. Οὐ πανσυδί δὲ καὶ ὡς ἡνίκα τὰ δυσέμβολα χωρία 'Ρω- μαῖοι διήρχοντο, οἱ Τοῦρκοι παρείποντο, ἀλλὰ κατὰ διαλειπούσας συμμορίας ἐπηκολούθουν· οἱ γὰρ κράτιστοι καὶ πλεῖστοι ταῖς τῶν σκύλων ὠφε λείπις έμφορτοι γενόμενοι τῆς οίκαδε φερούσης ἤψαντο. Πλὴν καὶ οἱ παρεπόμενοι ἐκεῖνοι πολλούς διέφθειρον, καὶ τούτους πάλιστα ὁπόσοι τραυματίαι τε καὶ ἀπόμαχοι, καίπερ τοῦ βασιλέως τοὺς πολε- μικοὺς τῶν ἡγεμόνων και δραστηρίους οὐραγεῖν exquatæ erant, valles in lumulos assurgebant, saltus cadaveribus operiebantur. Prostratis omni- bus cutis capitis detracta erat, nonnullis pudenda etiam præcisa. Ideo factum a Persis dicebatur, ut circumcisis a Christianis non distinctis victoria anceps esset; nam ex utroque exercitu multi ceci- derant. Nemo igitur præteriit quin lamentaretur et nominatim familiares atque amicos euos inter- fectos compellaret. DE MANUELE COMNENO LIB. VI. A lis lacrymis satis deplorari queant. Nam fauces Hoc loco illud in mentem mihi venit, res futu- ras difficulter ab hominibus posse præcaveri, ne- que facile quemquam pericula evasurum, nisi numine exorato divinitus custodiatur malo- rumque levamen impetret. Nam imperator, cum Persis inferre bellum statuisset, in somnis sibi visus est conscensa imperatoria nave cum multis familiaribus Propontidis oram legere; subito vero Europe et Asiæ montes concidisse, fractaque nave, cæteris omnibus sublatis, se vix manibus in littus enatasse. Quo autem die periculosas illas vias in- gressurus erat, homo quidam duarum linguarum peritus, natione Romanus, cognomento Mauropulus, ei dixit so visum in somnis Cyri ædem ingredi, et dum Genitricem Dei placaret, vocem ex ea editam audire, quæ diceret : « Nunc in summo discrimine versatur imperator, et quis ei meo nomine opem feret ? » Cum quidam ex obscuro dixisset: « Ab- eat Georgius, » illam respondisse: « Tardus hic est. » Illo iterum dicente: « Abeat Theodorus, » eo quoque repudiato denique mostam exclamasse · neminem malum illi imminens præcavere posse. Atque hæc hactenus. C VI. Postquam autem ex angustiis evaserunt, Perss Romanos iterum a tergo sunt adorti. Persam enim poenituisse ferebant quod paratam prædam e manibus amisisset, et suis concessisse ut Romanis ostenderent ea quæ etiam ante pacem facere po- D tuissent. Non tamen toto exercitu, ut tum cum angustias transirent Romani, assectabantur, sed ex intervallis et sejunctis cohortibus. Nam plerique, optimi quique præsertim, manubiis onusti domos suas repetebant. Nihilominus tamen illi qui tergis inhærebant multos occidebant, vulneratos preser tim atque imbelles, quamvis imperator bellicosos et strenuos duces extremum agmen claudere jus- sisset. Ubi Chonas pervenerunt, cupide quioverunt ut hostes non amplius visuri. Imperator vero uni- Hier. Wolfii notæ. ostentare eos voluisse, nullum Turcam sed Chri- stianos duntaxat periisse. Quia vero Turcis addere præputia non poterant, Christianis ea præciderunt; et quos viventes non potuerant, defunctos in Tur- cas transformarunt utique ludibrii causa. (3) Hic apertius consilium Turcorum declarat,
Τῷ δὲ βασιλεῖ ταῦτα οὕτω διοικουμένῳ χλευασμοὶ παρὰ Ῥωμαίων ἐπετρίβοντο ὡς ὑπερορίους δῆθεν ἐπιθυμίας διὰ τὸ φίλαυτον τρέφοντι καὶ ὀφθαλμοὺς ἐπ’ ἄκρα γῆς ἐκτείνοντι καί, ὅσα θερμὰ καὶ τολμηρά, ταῦτα διαπραττομένῳ καὶ τῶν ἀξόνων βάλλοντι πόρρωθεν, οὓς οἱ πρώην ἔτεμνον βασιλεῖς, καὶ πρὸς χρήσιμον οὐδὲν ἀπαντλοῦντι τὰ χρήματα, ἃ συλλέγει τὸ ὑπ’ ἀρχὴν καλαμώμενος ἀπογραφαῖς τε καὶ φόροις ἐκδαπανῶν ἀσυνήθεσιν. οὐ καλῶς δὲ παντάπασιν ἐκείνῳ τὰ τοιάδε προσέρριπτον, ὅτι μηδ’ ἦν καινοτομία τις ἄλογος ἐς τὸ παντελὲς τὰ πραττόμενα, ἀλλὰ τὰ τῶν Λατίνων ὁρῶν ἄμαχον ἰσχὺν περικείμενα ἐδεδίει τὸ σύμπνουν, ὡς ἔφην, μὴ κατακλύσειε τὰ ἡμέτερα, ὥσπερ καὶ χειμάρρους ἐξ ὀλίγου μέγας φανεὶς παρασύρει γήδια γεωργῶν.
ἐκεῖσε προήγον, ἵν᾿ ὀφθαλμοῖς οἰκείοις επόψοιτο βασιλεὺς τὰ οἰκτρότατα ἐκεῖνα θεάματα. Καὶ γὰρ ἦν ἀληθῶς δακρύων ἄξια τὰ ὀρώμενα, ἢ ἀληθέστε- ρον εἰπεῖν μείζω τοῦ ἀνακλαυσθῆναι διὰ τὸ τοῦ κακοῦ μέγεθος. Αἵ τε γὰρ φάραγγες εἰς ἰσόπεδον ἀνέβαι νον, καὶ οἱ κοιλάδες εἰς κολωνοὺς ἀνηγείροντο, καὶ τὰ ἄλση τοῖς θνησιμαίοις ἐκεκάλυπτο. Απας δὲ κείμενος ἀποσυρεὶς ἦν τὸ δέρμα τῆς κεφαλῆς (3), πολλοὶ δὲ καὶ τοὺς ἐθυφάλλους ἀπεκαυλίσθησαν. Ελέγετο δὲ τοὺς Πέρσας τοῦτο τεχνάσασθαι, ἵνα μὴ τοῦ ἀκροβύστου ὁ ἐμπερίτομος διαστέλλοιτο καὶ ἡ νίκη οὕτως εἴη ἀμφιπαλὴς καὶ ἀμφήριστος, ὡς ἐξ ἑκατέρων τῶν στρατοπέδων καταβληθέντων πολλῶν. Οὐδεὶς τοίνυν χωρίς δακρύων καὶ στεναγμῶν ἀντὶ παρῆλθεν, ἀλλὰ μέγα πάντες ἀνέκλαυσαν καὶ ὀνομαστὶ τοὺς ἀπολωλότας ἑταίρους καὶ συνήθεις Εκά- λεσαν. Αλλ' ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος· ἐκεῖνο ἔχω εἰ- Β πεῖν, ὡς δυσφύλακτον τὸ μέλλον τοῖς ἀνθρώποις ἡμῖν, καὶ οὐκ ἄν τις ῥᾳδίως ἐξαναλύξῃ τὸ ἐπιὸν, εἰ μή τῷ τὸ θεῖον ἐκ λιπαρίας {λεωθὲν ἀπώσαιτο τὰ δεινά ἢ ἐκ τούτου εἰς τοῦτο μετακλινεί, καταμιγνύον τὸ τῆς κινήσεως ἀκραιφνὲς καὶ τῷ φιλανθρώπῳ καπη λεύον τὸ ἄκρατον. Βασιλεὺς γὰρ ἡνίκα ἦν κατὰ Περσῶν ἐκστρατεύειν προθέμενος, ἐδόκει καθ᾽ ὕπνους ὁρᾶν ὡς εἰς στρατηγίδα νῆα ἐμβὰς αὐτός τε καὶ συχνοὶ τῶν ἐπιτηδείων τὴν Προποντίδα ἀνελέγετο, αΐφνης δὲ συμπεσεῖν τὰ ἐξ Εὐρώπης καὶ ᾿Ασίας ὄρη, ὡς ἀφανισθῆναι μὲν τῆς νηός θραυσθείσης τὸ ἐμπλέον ἅπαν, αὐτὸν δὲ μόλις ἐκδοθῆναι τῇ χέρσῳ ταῖς χερσὶ νηχόμενον. Καθ᾽ ἣν δὲ ἡμέραν τῶν ἐπι σφαλῶν ἐκείνων ἐπέβαινε τρίβων, ανήρ τις προσελ θὼν [Ρ. 124] αὐτῷ δίγλωττος, τὸ γένος Ῥωμαῖος, τοὺπίκλην Μαυρόπουλος, δόξαι οἱ ἔφατο κατ' όναρ τὸν ἐκ τοῦ Κύρου παρώνυμον ναὸν εἰσελθεῖν, ἐν δὲ τῷ ἐλεοῦσθαί οἱ τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος φωνήν ἐξικνουμένην ἐκεῖθεν ἐνωτισθῆναι, λέγουσαν ὡς « Αρτίως ἐν μεγίστοις μάλιστα κινδύνοις ὁ βασιλεὺς, καὶ τίς ἀπελεύσεταί μοι τούτῳ συνέριθος; » Εἰρη- κότος δέ τινος ἀοράτως « Απελθέτω Γεώργιος, » « Νωθής οὗτος, » εἰπεῖν. Κάκείνου δὲ πάλιν ἐπενεγκόντος, « 'Απίτω Θεόδωρος, » καὶ πρὸς τοῦτον ἀπανήνασθαι, τέλος δὲ μετὰ περιαλγείας φθέγξασθαι ὡς οὐδεὶς προφθάσει τὸ φυόμενον ἐκείνῳ κακόν. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτω. Γ΄. Μετὰ δὲ τὸ ὑποκαταβῆναι τὰς δυσχωρίας ἐνα ἔκειντο καὶ πάλιν οἱ Πέρσαι Ρωμαίοις ἐκ τῶν ὄπισθεν Επιφαινόμενοι· μεταμέλῳ γὰρ ἐλέγετο πληγῆναι τὸν Πέρσην ὅτι τὸ ἐν χερσι παρῆκε θήραμα, κάντεῦθεν ἐνδοῦναι τοῖς οἰκείοις ἐκεῖνα ἐπιοῦσιν ἐνδείκνυσθαι ὅσα καὶ πρὸ τῶν σπουδῶν ἐξῆν διαπράττεσθαι. Οὐ πανσυδί δὲ καὶ ὡς ἡνίκα τὰ δυσέμβολα χωρία 'Ρω- μαῖοι διήρχοντο, οἱ Τοῦρκοι παρείποντο, ἀλλὰ κατὰ διαλειπούσας συμμορίας ἐπηκολούθουν· οἱ γὰρ κράτιστοι καὶ πλεῖστοι ταῖς τῶν σκύλων ὠφε λείπις έμφορτοι γενόμενοι τῆς οίκαδε φερούσης ἤψαντο. Πλὴν καὶ οἱ παρεπόμενοι ἐκεῖνοι πολλούς διέφθειρον, καὶ τούτους πάλιστα ὁπόσοι τραυματίαι τε καὶ ἀπόμαχοι, καίπερ τοῦ βασιλέως τοὺς πολε- μικοὺς τῶν ἡγεμόνων και δραστηρίους οὐραγεῖν exquatæ erant, valles in lumulos assurgebant, saltus cadaveribus operiebantur. Prostratis omni- bus cutis capitis detracta erat, nonnullis pudenda etiam præcisa. Ideo factum a Persis dicebatur, ut circumcisis a Christianis non distinctis victoria anceps esset; nam ex utroque exercitu multi ceci- derant. Nemo igitur præteriit quin lamentaretur et nominatim familiares atque amicos euos inter- fectos compellaret. DE MANUELE COMNENO LIB. VI. A lis lacrymis satis deplorari queant. Nam fauces Hoc loco illud in mentem mihi venit, res futu- ras difficulter ab hominibus posse præcaveri, ne- que facile quemquam pericula evasurum, nisi numine exorato divinitus custodiatur malo- rumque levamen impetret. Nam imperator, cum Persis inferre bellum statuisset, in somnis sibi visus est conscensa imperatoria nave cum multis familiaribus Propontidis oram legere; subito vero Europe et Asiæ montes concidisse, fractaque nave, cæteris omnibus sublatis, se vix manibus in littus enatasse. Quo autem die periculosas illas vias in- gressurus erat, homo quidam duarum linguarum peritus, natione Romanus, cognomento Mauropulus, ei dixit so visum in somnis Cyri ædem ingredi, et dum Genitricem Dei placaret, vocem ex ea editam audire, quæ diceret : « Nunc in summo discrimine versatur imperator, et quis ei meo nomine opem feret ? » Cum quidam ex obscuro dixisset: « Ab- eat Georgius, » illam respondisse: « Tardus hic est. » Illo iterum dicente: « Abeat Theodorus, » eo quoque repudiato denique mostam exclamasse · neminem malum illi imminens præcavere posse. Atque hæc hactenus. C VI. Postquam autem ex angustiis evaserunt, Perss Romanos iterum a tergo sunt adorti. Persam enim poenituisse ferebant quod paratam prædam e manibus amisisset, et suis concessisse ut Romanis ostenderent ea quæ etiam ante pacem facere po- D tuissent. Non tamen toto exercitu, ut tum cum angustias transirent Romani, assectabantur, sed ex intervallis et sejunctis cohortibus. Nam plerique, optimi quique præsertim, manubiis onusti domos suas repetebant. Nihilominus tamen illi qui tergis inhærebant multos occidebant, vulneratos preser tim atque imbelles, quamvis imperator bellicosos et strenuos duces extremum agmen claudere jus- sisset. Ubi Chonas pervenerunt, cupide quioverunt ut hostes non amplius visuri. Imperator vero uni- Hier. Wolfii notæ. ostentare eos voluisse, nullum Turcam sed Chri- stianos duntaxat periisse. Quia vero Turcis addere præputia non poterant, Christianis ea præciderunt; et quos viventes non potuerant, defunctos in Tur- cas transformarunt utique ludibrii causa. (3) Hic apertius consilium Turcorum declarat,
διά τοι τοῦτο καὶ τὸ μικρὸν ὑφορώμενος ἔναυσμα ὡς πυρσοῦ παραίτιον, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ εἰς μεγίστην προβαῖνον πυρκαϊὰν καὶ εἰς ἐμπρησμὸν ἔκτοτε, ἢν εὐπρήστου ὕλης τύχῃ λαβόμενον, καὶ πρὸς μόνην ὑποψίαν φυομένην τὴν τῶν λυπούντων ἀρχὴν ἀπεμάχετο, τοὺς ἀρίστους τῶν γηπόνων μιμούμενος, οἳ τὰς τὴν πρασιὰν λυμαινομένας ἀκάνθας νεαρὰς ἔτι ἐκσπῶσι καὶ καταστρέφουσιν ἀρτιθαλῆ τῶν δένδρων τὰ μὴ κηπεύσιμα. Ὅτι μέντοι καλῶς τε καὶ εὐφρόνως διενοεῖτο οὕτω καὶ διεπράττετο, σαφῶς ὑπέδειξε τὰ μετέπειτα, ἡνίκα τὴν μὲν ἐνταῦθα ζωὴν αὐτὸς μετηλλάχει, τὰ δέ γε πράγματα κυβερνήτην ἀποβαλόντα σοφὸν μικροῦ τὸ τῆς βασιλείας σκάφος ἐβάπτισαν. Τὸ δ’ οὖν τῶν δασμῶν ἐπιτεταμένον οὐδ’ αὐτὸς ὡς μετεδίωκεν ἀποκρύψομαι. ἀλλ’ οὐδ’ ὅτι αἱ ἀρχαὶ δημοσιώναις προυβέβληντο, παραδράμοιμι, ὥσπερ καὶ τὸ ποθεῖν νεώματα ἐν ἀρούραις καὶ τῷ ἑαυτοῦ ἀρότρῳ διασχίζειν αὔλακας, ἐξ ὧν αὐτῷ ἁδρομεγέθης ἀνέβλαστεν ἄσταχυς.
ἐκεῖσε προήγον, ἵν᾿ ὀφθαλμοῖς οἰκείοις επόψοιτο βασιλεὺς τὰ οἰκτρότατα ἐκεῖνα θεάματα. Καὶ γὰρ ἦν ἀληθῶς δακρύων ἄξια τὰ ὀρώμενα, ἢ ἀληθέστε- ρον εἰπεῖν μείζω τοῦ ἀνακλαυσθῆναι διὰ τὸ τοῦ κακοῦ μέγεθος. Αἵ τε γὰρ φάραγγες εἰς ἰσόπεδον ἀνέβαι νον, καὶ οἱ κοιλάδες εἰς κολωνοὺς ἀνηγείροντο, καὶ τὰ ἄλση τοῖς θνησιμαίοις ἐκεκάλυπτο. Απας δὲ κείμενος ἀποσυρεὶς ἦν τὸ δέρμα τῆς κεφαλῆς (3), πολλοὶ δὲ καὶ τοὺς ἐθυφάλλους ἀπεκαυλίσθησαν. Ελέγετο δὲ τοὺς Πέρσας τοῦτο τεχνάσασθαι, ἵνα μὴ τοῦ ἀκροβύστου ὁ ἐμπερίτομος διαστέλλοιτο καὶ ἡ νίκη οὕτως εἴη ἀμφιπαλὴς καὶ ἀμφήριστος, ὡς ἐξ ἑκατέρων τῶν στρατοπέδων καταβληθέντων πολλῶν. Οὐδεὶς τοίνυν χωρίς δακρύων καὶ στεναγμῶν ἀντὶ παρῆλθεν, ἀλλὰ μέγα πάντες ἀνέκλαυσαν καὶ ὀνομαστὶ τοὺς ἀπολωλότας ἑταίρους καὶ συνήθεις Εκά- λεσαν. Αλλ' ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος· ἐκεῖνο ἔχω εἰ- Β πεῖν, ὡς δυσφύλακτον τὸ μέλλον τοῖς ἀνθρώποις ἡμῖν, καὶ οὐκ ἄν τις ῥᾳδίως ἐξαναλύξῃ τὸ ἐπιὸν, εἰ μή τῷ τὸ θεῖον ἐκ λιπαρίας {λεωθὲν ἀπώσαιτο τὰ δεινά ἢ ἐκ τούτου εἰς τοῦτο μετακλινεί, καταμιγνύον τὸ τῆς κινήσεως ἀκραιφνὲς καὶ τῷ φιλανθρώπῳ καπη λεύον τὸ ἄκρατον. Βασιλεὺς γὰρ ἡνίκα ἦν κατὰ Περσῶν ἐκστρατεύειν προθέμενος, ἐδόκει καθ᾽ ὕπνους ὁρᾶν ὡς εἰς στρατηγίδα νῆα ἐμβὰς αὐτός τε καὶ συχνοὶ τῶν ἐπιτηδείων τὴν Προποντίδα ἀνελέγετο, αΐφνης δὲ συμπεσεῖν τὰ ἐξ Εὐρώπης καὶ ᾿Ασίας ὄρη, ὡς ἀφανισθῆναι μὲν τῆς νηός θραυσθείσης τὸ ἐμπλέον ἅπαν, αὐτὸν δὲ μόλις ἐκδοθῆναι τῇ χέρσῳ ταῖς χερσὶ νηχόμενον. Καθ᾽ ἣν δὲ ἡμέραν τῶν ἐπι σφαλῶν ἐκείνων ἐπέβαινε τρίβων, ανήρ τις προσελ θὼν [Ρ. 124] αὐτῷ δίγλωττος, τὸ γένος Ῥωμαῖος, τοὺπίκλην Μαυρόπουλος, δόξαι οἱ ἔφατο κατ' όναρ τὸν ἐκ τοῦ Κύρου παρώνυμον ναὸν εἰσελθεῖν, ἐν δὲ τῷ ἐλεοῦσθαί οἱ τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος φωνήν ἐξικνουμένην ἐκεῖθεν ἐνωτισθῆναι, λέγουσαν ὡς « Αρτίως ἐν μεγίστοις μάλιστα κινδύνοις ὁ βασιλεὺς, καὶ τίς ἀπελεύσεταί μοι τούτῳ συνέριθος; » Εἰρη- κότος δέ τινος ἀοράτως « Απελθέτω Γεώργιος, » « Νωθής οὗτος, » εἰπεῖν. Κάκείνου δὲ πάλιν ἐπενεγκόντος, « 'Απίτω Θεόδωρος, » καὶ πρὸς τοῦτον ἀπανήνασθαι, τέλος δὲ μετὰ περιαλγείας φθέγξασθαι ὡς οὐδεὶς προφθάσει τὸ φυόμενον ἐκείνῳ κακόν. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτω. Γ΄. Μετὰ δὲ τὸ ὑποκαταβῆναι τὰς δυσχωρίας ἐνα ἔκειντο καὶ πάλιν οἱ Πέρσαι Ρωμαίοις ἐκ τῶν ὄπισθεν Επιφαινόμενοι· μεταμέλῳ γὰρ ἐλέγετο πληγῆναι τὸν Πέρσην ὅτι τὸ ἐν χερσι παρῆκε θήραμα, κάντεῦθεν ἐνδοῦναι τοῖς οἰκείοις ἐκεῖνα ἐπιοῦσιν ἐνδείκνυσθαι ὅσα καὶ πρὸ τῶν σπουδῶν ἐξῆν διαπράττεσθαι. Οὐ πανσυδί δὲ καὶ ὡς ἡνίκα τὰ δυσέμβολα χωρία 'Ρω- μαῖοι διήρχοντο, οἱ Τοῦρκοι παρείποντο, ἀλλὰ κατὰ διαλειπούσας συμμορίας ἐπηκολούθουν· οἱ γὰρ κράτιστοι καὶ πλεῖστοι ταῖς τῶν σκύλων ὠφε λείπις έμφορτοι γενόμενοι τῆς οίκαδε φερούσης ἤψαντο. Πλὴν καὶ οἱ παρεπόμενοι ἐκεῖνοι πολλούς διέφθειρον, καὶ τούτους πάλιστα ὁπόσοι τραυματίαι τε καὶ ἀπόμαχοι, καίπερ τοῦ βασιλέως τοὺς πολε- μικοὺς τῶν ἡγεμόνων και δραστηρίους οὐραγεῖν exquatæ erant, valles in lumulos assurgebant, saltus cadaveribus operiebantur. Prostratis omni- bus cutis capitis detracta erat, nonnullis pudenda etiam præcisa. Ideo factum a Persis dicebatur, ut circumcisis a Christianis non distinctis victoria anceps esset; nam ex utroque exercitu multi ceci- derant. Nemo igitur præteriit quin lamentaretur et nominatim familiares atque amicos euos inter- fectos compellaret. DE MANUELE COMNENO LIB. VI. A lis lacrymis satis deplorari queant. Nam fauces Hoc loco illud in mentem mihi venit, res futu- ras difficulter ab hominibus posse præcaveri, ne- que facile quemquam pericula evasurum, nisi numine exorato divinitus custodiatur malo- rumque levamen impetret. Nam imperator, cum Persis inferre bellum statuisset, in somnis sibi visus est conscensa imperatoria nave cum multis familiaribus Propontidis oram legere; subito vero Europe et Asiæ montes concidisse, fractaque nave, cæteris omnibus sublatis, se vix manibus in littus enatasse. Quo autem die periculosas illas vias in- gressurus erat, homo quidam duarum linguarum peritus, natione Romanus, cognomento Mauropulus, ei dixit so visum in somnis Cyri ædem ingredi, et dum Genitricem Dei placaret, vocem ex ea editam audire, quæ diceret : « Nunc in summo discrimine versatur imperator, et quis ei meo nomine opem feret ? » Cum quidam ex obscuro dixisset: « Ab- eat Georgius, » illam respondisse: « Tardus hic est. » Illo iterum dicente: « Abeat Theodorus, » eo quoque repudiato denique mostam exclamasse · neminem malum illi imminens præcavere posse. Atque hæc hactenus. C VI. Postquam autem ex angustiis evaserunt, Perss Romanos iterum a tergo sunt adorti. Persam enim poenituisse ferebant quod paratam prædam e manibus amisisset, et suis concessisse ut Romanis ostenderent ea quæ etiam ante pacem facere po- D tuissent. Non tamen toto exercitu, ut tum cum angustias transirent Romani, assectabantur, sed ex intervallis et sejunctis cohortibus. Nam plerique, optimi quique præsertim, manubiis onusti domos suas repetebant. Nihilominus tamen illi qui tergis inhærebant multos occidebant, vulneratos preser tim atque imbelles, quamvis imperator bellicosos et strenuos duces extremum agmen claudere jus- sisset. Ubi Chonas pervenerunt, cupide quioverunt ut hostes non amplius visuri. Imperator vero uni- Hier. Wolfii notæ. ostentare eos voluisse, nullum Turcam sed Chri- stianos duntaxat periisse. Quia vero Turcis addere præputia non poterant, Christianis ea præciderunt; et quos viventes non potuerant, defunctos in Tur- cas transformarunt utique ludibrii causa. (3) Hic apertius consilium Turcorum declarat,
PG 139:539ἦν δὲ τὰ συλλεγόμενα χρήματα οὐ τοσοῦτον ἀποθήκαις ἀποτιθέμενα ἢ μυχῷ γῆς ἐγκατορυττόμενα, ὅσον ἀμφοτέραις ἀποκενούμενα καὶ ἀφειδῶς παρεχόμενα καὶ μοναῖς μὲν καὶ τεμένεσι καὶ Ῥωμαίοις ἐλαςσουμένοις, τὰ δὲ πλεῖστα ταῖς τῶν ἐθνῶν μεταγγιζόμενα πανσπερμίαις καὶ μάλιστα ταῖς Λατινικαῖς ἐκρέοντα ὁμηγύρεσι. φιλοδωρίας γὰρ μεταδιώκων ἐπίδειξιν ἀσώτως ἐσκόρπιζε καὶ ἀνήλισκεν ἅπερ ἀμφοτέραις ξυνέλεγε τοὺς ἄκρως κερματιστὰς φροντιστὰς τῶν κοινῶν ἐφιστῶν. Μέρος δὲ τὰ τῆς δαπάνης καίριον ἦσαν καὶ ὅσοι καθ’ αἷμα ἐκείνῳ συνήπτοντο καὶ ἄλλως ᾠκείωντο. αὐτίκα τοίνυν ἡ ἀνεψιὰ Θεοδώρα, ᾗ καὶ, ὡς ἔφημεν, ἐπλησίαζε, βασιλικωτάτης μετεῖχε δορυφορίας καὶ μόνον οὐ διαδουμένη καὶ τῶν ἀρχείων σαρουμένων παριέναι ἤθελε, καὶ κατὰ φυσικὴν μὲν ἰδιότητα σοβαρὰν ἕλκουσα τὴν ὀφρὺν καὶ ἄνω τὸ ὄμμα τείνουσα, τὸ δὲ πλέον ἀγέρωχον βλέπουσα. καὶ ὁ ἐκ ταύτης δὲ τῷ βασιλεῖ γενόμενος παῖς καὶ ἐφεξῆς ἕτεροι ὅλας θαλάσσας χρημάτων εἰς ἑαυτοὺς μετωχέτευον.
ἄσμενοι ἐκεῖσε τὸ γόνυ ἔκαμψαν, ὡς οὐκέτι τους πολεμίους ὀψόμενοι. Βασιλεῖ δὲ καὶ τούτου ἐμέλησεν, ἑκάστῳ καχεκτοῦντι στατήρα διαδοῦνα: ἀργύρεον, νοσοκομίας ἐφόδιον πρόσκαιρον. Καταβὰς δὲ εἰς Φιλο αδέλφειαν ἡμέρας τινὰς ἐκεῖσε διέτριψε, τὴν τοῦ σώματος διάθεσιν ἀνακτώμενος, καθηρημένην οἷς ἐπεπόνθει κατὰ τὸν πόλεμον. Προεκπέμψας δ' άγο γέλους τὰ συμβεβηκότα ταῦτα τοῖς Κωνσταντίνου- πολίταις παρίστα, νῦν μὲν ταυτοπαθῆ πως ἑαυτὸν Ρω- μανῷ τῷ Διογένει κατονομάζων, ἐπεὶ καὶ οὗτος ὁ βασι- λεὺς κατὰ τῶν Τούρκων ἐξενεγκών ποτε πόλεμον τό τε πολὺ τῆς στρατιᾶς ἀπεβάλετο καὶ αὐτὸς συλληφθείς απήχθη αἰχμάλωτος, νῦν δὲ τὰς μετὰ τοῦ σουλ- τάνου σπονδὰς ὑπεξαίρων, καὶ κάτωθεν (4) τῆς Α ἐπιτάξαντος. Ὡς δὲ κατὰ τὰς Χώνας παρεγένοντο, ἑαυτοῦ σημαίας μεγαλοῤῥημονῶν αὐτὰς περστῶσαι, ἀνέμῳ ἀναπεπταμένης καὶ πρὸς τὸ τῶν ἀντιπάλων ἀφορώσης μέτωπον ὡς φόβον ἀντιπίπτειν καὶ τρόμον αὐτοῖς. Οὐ μὴν ἀλλὰ τὸ μὲν Σούβλεον ἐπιπαριών. κατὰ τὸ σουλτάνῳ δοκοῦν αὐτὸς καθαιρεῖ, τὸ δέ γε Δορύλαιον οὐδαμοῦ. Ὅθεν στείλας ὁ σουλτάνος προ σβείαν τῶν τε συνθηκῶν αὐτὸν ἀνεμίμνησκε, καὶ θαυμάζειν ἔλεγεν ὅπως μὴ ἐς δεῦρο καθῄρηται τὸ Δορύλαιον. Ὁ δὲ ὀλίγα τοῖς κατ' ἀνάγκην γενομένοις τὸν νοῦν προσέχειν εἰπὼν, κατεδαφίσαι δὴ τὸ Δορύ λαιον οὐδ᾽ ἄκροις ὠσὶ παρεδέχετο, ἐκεῖνο ἀτέχνῶς τῶν τῆς Πυθίας πρὸς τὸν Ἐπικυδίδην ἐπῶν ἀποτε μόμενος καὶ [Ρ. 125] αἰνέσας" « Ομνυ, ἐπεὶ θάνατός γε καὶ εὔορκον μένει ἄνδρα, » τὰ δὲ ἐφεξῆς, ὦ φασιν οὕτω, παρεπισχών, « Αλλ' ὅρκου παϊς ἐστὶν ἐνώνυμος· οὐδ' ἔπι χεῖρες Οὐδὲ πόδες, κραιπνὸς δὲ μετέρχεται, εἰσόκε πᾶσαν Συμμάρψας ὀλέσῃ γενεὴν καὶ οἶκον ἅπαντα. 'Ανδρος δ' εὐάρκου γενεή μετόπισθεν ἀμείνων. » Ὁ δὲ γε Πέρσης μοῖραν ἀπόλεκτον τῆς ὅλης αὐτοῦ στρατιᾶς ἀποδιελών, εἰς χιλιάδας εἴκοσι πρὸς ταῖς τέσσαρσι μετρουμένην, καὶ στρατηγὸν αὐτῇ τὸν Ατάπακον ἐπιστήσας πέμπει τὰς ἄχρι θαλάττης πολαις καὶ χώρας πορθήσοντα, φείσασθαι μηδαμή μηδεμιᾶς ἐπισκήψας, ἀποκομίσαι τε αὐτῷ ὕδωρ θαλάττιον καὶ κώπην καὶ ψέμαθον. Ὁ δὲ τὰ ἐπιτε ταγμένα διδοὺς πέρατι, τὰς Μαιανδρικὰς ἐπιών πόλεις ἐδῄου οἰκτρῶς, ἐσβολὰς ἀκηρύκτους καὶ ἐφός δους ἀπρούπτους τιθέμενος. Παρεστήσατο δὲ καὶ τὰς Τράλλεις τὴν πόλιν καὶ τὴν καὶ Φρυγίαν Αντιόχειαν, τὰ Λουμά τε καὶ τὸν Πεντάχειρα και καὶ ἕτερ' ἄττα ἐρύματα κατάκρας Ελὼν ἐσκύλευσεν. Οδῷ δὲ προϊὼν καὶ τὰς παραθαλαττιδίους ἐλυμήνατο χώρας. Ζ΄. Βασιλεὺς δὲ ταῦτα ἐνωτισμένος ἄλλαις τε πλείσταις μεθόδοις ἐχρήσατο καὶ δὴ καὶ τῷ μὴ ἐπὶ βυκάναις καὶ σάλπιγγι τῆς σκηνής προϊέναι, « Οὐ χρεία, « λέγων, » τοιούτων ἄρτι τινῶν, ἀλλὰ τόξων καὶ δοράτων, ἵνα τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς, οἳ (κατὰ Δαβίδ εἰπεῖν) ἔχησαν καὶ ἦραν κεφαλὰς, τῶν Ῥωμαϊκῶν ἀποπεμψώμεθα χωρῶν. » Καὶ αὐτὸς μὲν τὴν εἰς τοὺς πολεμίους ἀπᾶραι οὐδαμῶς ἐδικαίωσε, στέλλει δὲ τὸν NICETÆ CHONIATÆ cuique male habenti staterem viaticum dedit ad morbum pro tempore curandum, Chonis Philadel- phiam descendit, atque ibi ad valetudinem a belli ærumnis recreandam aliquot dies commoratus, promissis in urbem nuntiis acceptum cladem Gpo- litanis per litteras significavit; in quibus nunc idem sibi quod Romano Diogeni accidisse quere- batur, qui bello Sarracenis illato magnam copia- rum partem amisisset et ipse captus fuisset: nunc sultanicum fœdus extollebat, et sultanum pacem expetiisse jactabat, aurea bulla consigna- tam pactionem ostentans, a sullano subscriptam, quasi metu id fecisset. Nihilominus tamen Subleum in transitu ex sultani voluntate diruit, sed Dory- læum nequaquam. Quare a sultano per legatos pactionis est admonitus, mirari se dicente quod D Dorylæum nondum eversum esset. Ille vero, B parum ea curare quæ necessitate facta essent re- spondens, Dorylæi evertendi mentionem minime ferebat, illam opinor partem Delpbici oraculi, quod Epicyaidi est redditum, secutus : Jura, mors rapit, hos etiam, qui fædera servant; ea vero quæ sequuntur neglexit: Jurisjurandi sed filia nominis expers, Trunca pedum manuumque, celerrima sed tamen instal, Persequiturque virum, dum stirpem funditus omnem Hauserit. Ai soboles servantis fœdera floret Post obitum magis, in seros rediviva nepotes. Ceterum Persa Alapacum ducem cum delecta ex C omni exercitu IV et XX millium manu ablegat, ut ad mare usque omnes urbes et provincias vastet ac nemini parcat, sibique aquam marinam, remum et arenam apportet. Is jussa exsequens Mæandrias urbes subitis et improvisis incursioni- bus miserabiliter populatur, Tralles et Phrygiæ Antiochiam deditione capit, Luma Pentachira et alias munitiones vi expugnatas spoliat, et ordine progressus oram maritimai quoque vastat. VII. Quibus rebus auditis imperator, cum aliis plu- D rimis artibus usus est, tum sine buccinis et tubis e tentorio prodiit. Nunc enim talibus rebus non esse opus, sed arcubus et hastis, ut insolentes ho- stes Romanis provinciis exigantur. Ac ipse sibi non exeundum ratus, Joannem Batatzem nepotem suum misit, virum cautum et strenuum, et Ducam Con- stantinum, adolescentem adbuc pene imberbem, Hier. Wolfi nolæ. expansum, et hostium frontem spectans, ut ii metu et tremore corriperentur, pacem confecisse sulianum gloriabatur. (4) Καὶ κάτωθεν. Et infra vexillum suum vento
Εὔκολος δὲ ὢν καὶ εὐχείρωτος τοῖς κατευναστῆρσι καὶ θαλαμηπόλοις ἐκτομίαις, ἀλλὰ δὴ καὶ τοῖς ἀπὸ γενῶν ἑτερογλώττων ὑποβαρβαρίζουσιν ὑπηρέταις, ὧν ὁ σίελος τοῦ λόγου προηκοντίζετο, τοῖς ῥυηφενέσι καὶ τούτους ἐνέταττεν εὐπετῶς, τὰ πολλὰ τὸ οὖς αὐτοῖς ὑποκλίνων καὶ ἅπερ ᾐτοῦντο ῥᾳόνως ἐκπερατῶν. τισὶ τοίνυν ἐκ τούτων οὕτως εὐρόει τὰ κατὰ βίοτον, ὡς σωρείαις χρημάτων ἐνευθηνεῖσθαι καὶ τοῖς κατὰ κόσμον πᾶσι περιρρεῖσθαι λαμπροῖς ἴσα καὶ μεγιστᾶσι μεγίστων ἐθνῶν, καὶ ταῦτα παιδείας ἁπάσης ἐστερημένοις καὶ φωνῆς Ἑλληνίδος τὰ ἴχνη μεταδιώκουσιν ὡς αἱ σκοπιαί τε καὶ αἱ πέτραι πρὸς τὰ τῶν ποιμένων αὐλήματα τὸ τῆς ἠχοῦς ὑστερόφωνον. κἀπὶ τούτοις ὡς πιστοτάτοις αὐτῷ καὶ θερμοῖς θεράπουσι μάλιστα πεποιθὼς οὐ μόνον αὐτοῖς τὰς μεγίστας ἀρχὰς ἐγχειρίζει, ἀλλὰ καὶ κρίσεσιν ἐφίστα δικαστικαῖς, ὧν ὀψὲ καὶ νομοτριβεῖς ἄνδρες ἐφίκοιντο ἄν. Δεῆσαν δὲ καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τινὰς ἀπογράφεσθαι (τοῦτο δὲ συχνάκις ἐγίνετο), ὁ τοιόσδε χορὸς τοῦ λογίμου προυτίθετο.
ἄσμενοι ἐκεῖσε τὸ γόνυ ἔκαμψαν, ὡς οὐκέτι τους πολεμίους ὀψόμενοι. Βασιλεῖ δὲ καὶ τούτου ἐμέλησεν, ἑκάστῳ καχεκτοῦντι στατήρα διαδοῦνα: ἀργύρεον, νοσοκομίας ἐφόδιον πρόσκαιρον. Καταβὰς δὲ εἰς Φιλο αδέλφειαν ἡμέρας τινὰς ἐκεῖσε διέτριψε, τὴν τοῦ σώματος διάθεσιν ἀνακτώμενος, καθηρημένην οἷς ἐπεπόνθει κατὰ τὸν πόλεμον. Προεκπέμψας δ' άγο γέλους τὰ συμβεβηκότα ταῦτα τοῖς Κωνσταντίνου- πολίταις παρίστα, νῦν μὲν ταυτοπαθῆ πως ἑαυτὸν Ρω- μανῷ τῷ Διογένει κατονομάζων, ἐπεὶ καὶ οὗτος ὁ βασι- λεὺς κατὰ τῶν Τούρκων ἐξενεγκών ποτε πόλεμον τό τε πολὺ τῆς στρατιᾶς ἀπεβάλετο καὶ αὐτὸς συλληφθείς απήχθη αἰχμάλωτος, νῦν δὲ τὰς μετὰ τοῦ σουλ- τάνου σπονδὰς ὑπεξαίρων, καὶ κάτωθεν (4) τῆς Α ἐπιτάξαντος. Ὡς δὲ κατὰ τὰς Χώνας παρεγένοντο, ἑαυτοῦ σημαίας μεγαλοῤῥημονῶν αὐτὰς περστῶσαι, ἀνέμῳ ἀναπεπταμένης καὶ πρὸς τὸ τῶν ἀντιπάλων ἀφορώσης μέτωπον ὡς φόβον ἀντιπίπτειν καὶ τρόμον αὐτοῖς. Οὐ μὴν ἀλλὰ τὸ μὲν Σούβλεον ἐπιπαριών. κατὰ τὸ σουλτάνῳ δοκοῦν αὐτὸς καθαιρεῖ, τὸ δέ γε Δορύλαιον οὐδαμοῦ. Ὅθεν στείλας ὁ σουλτάνος προ σβείαν τῶν τε συνθηκῶν αὐτὸν ἀνεμίμνησκε, καὶ θαυμάζειν ἔλεγεν ὅπως μὴ ἐς δεῦρο καθῄρηται τὸ Δορύλαιον. Ὁ δὲ ὀλίγα τοῖς κατ' ἀνάγκην γενομένοις τὸν νοῦν προσέχειν εἰπὼν, κατεδαφίσαι δὴ τὸ Δορύ λαιον οὐδ᾽ ἄκροις ὠσὶ παρεδέχετο, ἐκεῖνο ἀτέχνῶς τῶν τῆς Πυθίας πρὸς τὸν Ἐπικυδίδην ἐπῶν ἀποτε μόμενος καὶ [Ρ. 125] αἰνέσας" « Ομνυ, ἐπεὶ θάνατός γε καὶ εὔορκον μένει ἄνδρα, » τὰ δὲ ἐφεξῆς, ὦ φασιν οὕτω, παρεπισχών, « Αλλ' ὅρκου παϊς ἐστὶν ἐνώνυμος· οὐδ' ἔπι χεῖρες Οὐδὲ πόδες, κραιπνὸς δὲ μετέρχεται, εἰσόκε πᾶσαν Συμμάρψας ὀλέσῃ γενεὴν καὶ οἶκον ἅπαντα. 'Ανδρος δ' εὐάρκου γενεή μετόπισθεν ἀμείνων. » Ὁ δὲ γε Πέρσης μοῖραν ἀπόλεκτον τῆς ὅλης αὐτοῦ στρατιᾶς ἀποδιελών, εἰς χιλιάδας εἴκοσι πρὸς ταῖς τέσσαρσι μετρουμένην, καὶ στρατηγὸν αὐτῇ τὸν Ατάπακον ἐπιστήσας πέμπει τὰς ἄχρι θαλάττης πολαις καὶ χώρας πορθήσοντα, φείσασθαι μηδαμή μηδεμιᾶς ἐπισκήψας, ἀποκομίσαι τε αὐτῷ ὕδωρ θαλάττιον καὶ κώπην καὶ ψέμαθον. Ὁ δὲ τὰ ἐπιτε ταγμένα διδοὺς πέρατι, τὰς Μαιανδρικὰς ἐπιών πόλεις ἐδῄου οἰκτρῶς, ἐσβολὰς ἀκηρύκτους καὶ ἐφός δους ἀπρούπτους τιθέμενος. Παρεστήσατο δὲ καὶ τὰς Τράλλεις τὴν πόλιν καὶ τὴν καὶ Φρυγίαν Αντιόχειαν, τὰ Λουμά τε καὶ τὸν Πεντάχειρα και καὶ ἕτερ' ἄττα ἐρύματα κατάκρας Ελὼν ἐσκύλευσεν. Οδῷ δὲ προϊὼν καὶ τὰς παραθαλαττιδίους ἐλυμήνατο χώρας. Ζ΄. Βασιλεὺς δὲ ταῦτα ἐνωτισμένος ἄλλαις τε πλείσταις μεθόδοις ἐχρήσατο καὶ δὴ καὶ τῷ μὴ ἐπὶ βυκάναις καὶ σάλπιγγι τῆς σκηνής προϊέναι, « Οὐ χρεία, « λέγων, » τοιούτων ἄρτι τινῶν, ἀλλὰ τόξων καὶ δοράτων, ἵνα τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς, οἳ (κατὰ Δαβίδ εἰπεῖν) ἔχησαν καὶ ἦραν κεφαλὰς, τῶν Ῥωμαϊκῶν ἀποπεμψώμεθα χωρῶν. » Καὶ αὐτὸς μὲν τὴν εἰς τοὺς πολεμίους ἀπᾶραι οὐδαμῶς ἐδικαίωσε, στέλλει δὲ τὸν NICETÆ CHONIATÆ cuique male habenti staterem viaticum dedit ad morbum pro tempore curandum, Chonis Philadel- phiam descendit, atque ibi ad valetudinem a belli ærumnis recreandam aliquot dies commoratus, promissis in urbem nuntiis acceptum cladem Gpo- litanis per litteras significavit; in quibus nunc idem sibi quod Romano Diogeni accidisse quere- batur, qui bello Sarracenis illato magnam copia- rum partem amisisset et ipse captus fuisset: nunc sultanicum fœdus extollebat, et sultanum pacem expetiisse jactabat, aurea bulla consigna- tam pactionem ostentans, a sullano subscriptam, quasi metu id fecisset. Nihilominus tamen Subleum in transitu ex sultani voluntate diruit, sed Dory- læum nequaquam. Quare a sultano per legatos pactionis est admonitus, mirari se dicente quod D Dorylæum nondum eversum esset. Ille vero, B parum ea curare quæ necessitate facta essent re- spondens, Dorylæi evertendi mentionem minime ferebat, illam opinor partem Delpbici oraculi, quod Epicyaidi est redditum, secutus : Jura, mors rapit, hos etiam, qui fædera servant; ea vero quæ sequuntur neglexit: Jurisjurandi sed filia nominis expers, Trunca pedum manuumque, celerrima sed tamen instal, Persequiturque virum, dum stirpem funditus omnem Hauserit. Ai soboles servantis fœdera floret Post obitum magis, in seros rediviva nepotes. Ceterum Persa Alapacum ducem cum delecta ex C omni exercitu IV et XX millium manu ablegat, ut ad mare usque omnes urbes et provincias vastet ac nemini parcat, sibique aquam marinam, remum et arenam apportet. Is jussa exsequens Mæandrias urbes subitis et improvisis incursioni- bus miserabiliter populatur, Tralles et Phrygiæ Antiochiam deditione capit, Luma Pentachira et alias munitiones vi expugnatas spoliat, et ordine progressus oram maritimai quoque vastat. VII. Quibus rebus auditis imperator, cum aliis plu- D rimis artibus usus est, tum sine buccinis et tubis e tentorio prodiit. Nunc enim talibus rebus non esse opus, sed arcubus et hastis, ut insolentes ho- stes Romanis provinciis exigantur. Ac ipse sibi non exeundum ratus, Joannem Batatzem nepotem suum misit, virum cautum et strenuum, et Ducam Con- stantinum, adolescentem adbuc pene imberbem, Hier. Wolfi nolæ. expansum, et hostium frontem spectans, ut ii metu et tremore corriperentur, pacem confecisse sulianum gloriabatur. (4) Καὶ κάτωθεν. Et infra vexillum suum vento
εἰ δέ που καὶ παρεζεύγνυτό τις αὐτοῖς εὐγενὴς Ῥωμαῖος ἀνήρ, βάπτων ὅλως εἰς νοῦν καὶ γέμων φρονήσεως, κατὰ τοῦτο ξυνεπέμπετο, ὅπως ὁ μὲν ἀπογράφων ἔσται καὶ τολυπεύων τὰς ὑποθέσεις, ἐξ ὧν ἤμελλον οἱ φόροι συνάγεσθαι, ὁ δὲ ὡς κερδοσυλλέκτης προεδρεύῃ καὶ τὰ φασκώλια σφραγῖσι διασημήνηται, ἃ ἤμελλον εἰσφέρεσθαι βασιλεῖ. τὰ πλεῖστα μέντοι πρὸς τοὐναντίον αὐτῷ περιίστατο καὶ ἠσυνθετεῖτό οἱ ἐντεῦθεν τὰ σκέμματα·
ἄσμενοι ἐκεῖσε τὸ γόνυ ἔκαμψαν, ὡς οὐκέτι τους πολεμίους ὀψόμενοι. Βασιλεῖ δὲ καὶ τούτου ἐμέλησεν, ἑκάστῳ καχεκτοῦντι στατήρα διαδοῦνα: ἀργύρεον, νοσοκομίας ἐφόδιον πρόσκαιρον. Καταβὰς δὲ εἰς Φιλο αδέλφειαν ἡμέρας τινὰς ἐκεῖσε διέτριψε, τὴν τοῦ σώματος διάθεσιν ἀνακτώμενος, καθηρημένην οἷς ἐπεπόνθει κατὰ τὸν πόλεμον. Προεκπέμψας δ' άγο γέλους τὰ συμβεβηκότα ταῦτα τοῖς Κωνσταντίνου- πολίταις παρίστα, νῦν μὲν ταυτοπαθῆ πως ἑαυτὸν Ρω- μανῷ τῷ Διογένει κατονομάζων, ἐπεὶ καὶ οὗτος ὁ βασι- λεὺς κατὰ τῶν Τούρκων ἐξενεγκών ποτε πόλεμον τό τε πολὺ τῆς στρατιᾶς ἀπεβάλετο καὶ αὐτὸς συλληφθείς απήχθη αἰχμάλωτος, νῦν δὲ τὰς μετὰ τοῦ σουλ- τάνου σπονδὰς ὑπεξαίρων, καὶ κάτωθεν (4) τῆς Α ἐπιτάξαντος. Ὡς δὲ κατὰ τὰς Χώνας παρεγένοντο, ἑαυτοῦ σημαίας μεγαλοῤῥημονῶν αὐτὰς περστῶσαι, ἀνέμῳ ἀναπεπταμένης καὶ πρὸς τὸ τῶν ἀντιπάλων ἀφορώσης μέτωπον ὡς φόβον ἀντιπίπτειν καὶ τρόμον αὐτοῖς. Οὐ μὴν ἀλλὰ τὸ μὲν Σούβλεον ἐπιπαριών. κατὰ τὸ σουλτάνῳ δοκοῦν αὐτὸς καθαιρεῖ, τὸ δέ γε Δορύλαιον οὐδαμοῦ. Ὅθεν στείλας ὁ σουλτάνος προ σβείαν τῶν τε συνθηκῶν αὐτὸν ἀνεμίμνησκε, καὶ θαυμάζειν ἔλεγεν ὅπως μὴ ἐς δεῦρο καθῄρηται τὸ Δορύλαιον. Ὁ δὲ ὀλίγα τοῖς κατ' ἀνάγκην γενομένοις τὸν νοῦν προσέχειν εἰπὼν, κατεδαφίσαι δὴ τὸ Δορύ λαιον οὐδ᾽ ἄκροις ὠσὶ παρεδέχετο, ἐκεῖνο ἀτέχνῶς τῶν τῆς Πυθίας πρὸς τὸν Ἐπικυδίδην ἐπῶν ἀποτε μόμενος καὶ [Ρ. 125] αἰνέσας" « Ομνυ, ἐπεὶ θάνατός γε καὶ εὔορκον μένει ἄνδρα, » τὰ δὲ ἐφεξῆς, ὦ φασιν οὕτω, παρεπισχών, « Αλλ' ὅρκου παϊς ἐστὶν ἐνώνυμος· οὐδ' ἔπι χεῖρες Οὐδὲ πόδες, κραιπνὸς δὲ μετέρχεται, εἰσόκε πᾶσαν Συμμάρψας ὀλέσῃ γενεὴν καὶ οἶκον ἅπαντα. 'Ανδρος δ' εὐάρκου γενεή μετόπισθεν ἀμείνων. » Ὁ δὲ γε Πέρσης μοῖραν ἀπόλεκτον τῆς ὅλης αὐτοῦ στρατιᾶς ἀποδιελών, εἰς χιλιάδας εἴκοσι πρὸς ταῖς τέσσαρσι μετρουμένην, καὶ στρατηγὸν αὐτῇ τὸν Ατάπακον ἐπιστήσας πέμπει τὰς ἄχρι θαλάττης πολαις καὶ χώρας πορθήσοντα, φείσασθαι μηδαμή μηδεμιᾶς ἐπισκήψας, ἀποκομίσαι τε αὐτῷ ὕδωρ θαλάττιον καὶ κώπην καὶ ψέμαθον. Ὁ δὲ τὰ ἐπιτε ταγμένα διδοὺς πέρατι, τὰς Μαιανδρικὰς ἐπιών πόλεις ἐδῄου οἰκτρῶς, ἐσβολὰς ἀκηρύκτους καὶ ἐφός δους ἀπρούπτους τιθέμενος. Παρεστήσατο δὲ καὶ τὰς Τράλλεις τὴν πόλιν καὶ τὴν καὶ Φρυγίαν Αντιόχειαν, τὰ Λουμά τε καὶ τὸν Πεντάχειρα και καὶ ἕτερ' ἄττα ἐρύματα κατάκρας Ελὼν ἐσκύλευσεν. Οδῷ δὲ προϊὼν καὶ τὰς παραθαλαττιδίους ἐλυμήνατο χώρας. Ζ΄. Βασιλεὺς δὲ ταῦτα ἐνωτισμένος ἄλλαις τε πλείσταις μεθόδοις ἐχρήσατο καὶ δὴ καὶ τῷ μὴ ἐπὶ βυκάναις καὶ σάλπιγγι τῆς σκηνής προϊέναι, « Οὐ χρεία, « λέγων, » τοιούτων ἄρτι τινῶν, ἀλλὰ τόξων καὶ δοράτων, ἵνα τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς, οἳ (κατὰ Δαβίδ εἰπεῖν) ἔχησαν καὶ ἦραν κεφαλὰς, τῶν Ῥωμαϊκῶν ἀποπεμψώμεθα χωρῶν. » Καὶ αὐτὸς μὲν τὴν εἰς τοὺς πολεμίους ἀπᾶραι οὐδαμῶς ἐδικαίωσε, στέλλει δὲ τὸν NICETÆ CHONIATÆ cuique male habenti staterem viaticum dedit ad morbum pro tempore curandum, Chonis Philadel- phiam descendit, atque ibi ad valetudinem a belli ærumnis recreandam aliquot dies commoratus, promissis in urbem nuntiis acceptum cladem Gpo- litanis per litteras significavit; in quibus nunc idem sibi quod Romano Diogeni accidisse quere- batur, qui bello Sarracenis illato magnam copia- rum partem amisisset et ipse captus fuisset: nunc sultanicum fœdus extollebat, et sultanum pacem expetiisse jactabat, aurea bulla consigna- tam pactionem ostentans, a sullano subscriptam, quasi metu id fecisset. Nihilominus tamen Subleum in transitu ex sultani voluntate diruit, sed Dory- læum nequaquam. Quare a sultano per legatos pactionis est admonitus, mirari se dicente quod D Dorylæum nondum eversum esset. Ille vero, B parum ea curare quæ necessitate facta essent re- spondens, Dorylæi evertendi mentionem minime ferebat, illam opinor partem Delpbici oraculi, quod Epicyaidi est redditum, secutus : Jura, mors rapit, hos etiam, qui fædera servant; ea vero quæ sequuntur neglexit: Jurisjurandi sed filia nominis expers, Trunca pedum manuumque, celerrima sed tamen instal, Persequiturque virum, dum stirpem funditus omnem Hauserit. Ai soboles servantis fœdera floret Post obitum magis, in seros rediviva nepotes. Ceterum Persa Alapacum ducem cum delecta ex C omni exercitu IV et XX millium manu ablegat, ut ad mare usque omnes urbes et provincias vastet ac nemini parcat, sibique aquam marinam, remum et arenam apportet. Is jussa exsequens Mæandrias urbes subitis et improvisis incursioni- bus miserabiliter populatur, Tralles et Phrygiæ Antiochiam deditione capit, Luma Pentachira et alias munitiones vi expugnatas spoliat, et ordine progressus oram maritimai quoque vastat. VII. Quibus rebus auditis imperator, cum aliis plu- D rimis artibus usus est, tum sine buccinis et tubis e tentorio prodiit. Nunc enim talibus rebus non esse opus, sed arcubus et hastis, ut insolentes ho- stes Romanis provinciis exigantur. Ac ipse sibi non exeundum ratus, Joannem Batatzem nepotem suum misit, virum cautum et strenuum, et Ducam Con- stantinum, adolescentem adbuc pene imberbem, Hier. Wolfi nolæ. expansum, et hostium frontem spectans, ut ii metu et tremore corriperentur, pacem confecisse sulianum gloriabatur. (4) Καὶ κάτωθεν. Et infra vexillum suum vento
PG 139:541Ῥωμαίους γὰρ ὡς κλεμματιστὰς ἐκτρεπόμενος εἴτε ὑποβλεπόμενος ἐλάνθανεν ἑαυτὸν ἐρασιχρημάτους ὀλβίζων βαρβάρους καὶ εὖ ποιῶν ἀνδράρια κακοδαίμονα καὶ τοῦ κατὰ φύσιν καὶ παιδείαν χρηστοῦ καὶ πιστοῦ πρὸς τὴν ἀντικειμένην γνώμην τοὺς ἐνδαποὺς καθιστῶν, ἐπεὶ καὶ τὸ εἰς αὐτοὺς καχύποπτον τοῦ βασιλέως ἐκεῖνοι γνωρίζοντες καὶ ὡς ὑπηρέται πλέον καὶ προαγωγοὶ λημμάτων ἤπερ ἀσφαλεῖς τὰ ἐς πίστιν κρινόμενοι τοῖς ἐθνικοῖς συντάττονται κατὰ σύνδυο ἐκπεμπόμενοι ἢ γοῦν ὡς παρήοροι καὶ παράσειροι τοῦ τῆς ἀρχῆς λογίζονται ἅρματος, τὸ διατεταγμένον μόνον ἐποίουν θερίζοντες καὶ δεσμεύοντες ὡς δράγματα τὰ κέρματα καὶ ὡς εἰς ἅλωνα συμφοροῦντες τὸν ἐπὶ πολλῶν καθιστάμενον ἐκεῖνον καὶ πλείστων ἄλλων ἀντάξιον Ῥωμαίων κρινόμενον βάρβαρον, τὰ δ’ ἄλλα παρέβλεπον, ἵνα μὴ λέγοιμι ὡς βασιλεῖ μὲν ἐνίοτε βραχέα καὶ οἷον ἀφαιρέματα τῶν ὅλων εἰσήγετο, τὰ δὲ πλείω ἐκεῖνοι παρενοσφίζοντο, τοῦ ἀγαθοῦ καὶ πιστοῦ παρὰ βασιλεῖ δούλου ἐν πρώτοις ἑαυτῷ φύροντος ἐγκρυφίας ἐκ τῶν ἀλοωμένων πυρῶν εἴτ’ οὖν χρυσίνων καὶ μετέπειτα μεταδιδόντος καὶ τῷ συνάρχοντι.
Β ἀνεψιόν Ἰωάννην τὸν Βατάτζην, τῷ δραστηρίῳ ἐν δέοντι χρώμενον, καὶ τὸν δούκαν Κωνσταντίνον, νεα νίαν ἄρτι ὑπεηνήτην καὶ κατὰ τῶν φυτῶν τὰ εὐγεν καρπογονεῖν πρὸ ὥρας ἐπαγγελλόμενον, ἔτι δὲ τὸν Ασπιέτην Μιχαήλ, πολλὰ παραινέσας αὐτοῖς σὺν εὐβουλίᾳ καὶ τάξει τὸ πραχθησόμενον ἅπαν ποιεῖν, πρὸ δὲ τούτων μὴ προσπελάσαι παντάπασι τοῖς βαρ- βάροις, εἰ μὴ πείρα γνοῖεν ἀκριβεῖ πρότερον ὁπόσοι εἶεν τὸ πλῆθος καὶ ὡς νικίψεν αὐτοὺς μαχεσάμενοι. Καὶ Πέρσαι μὲν πέρας τῆς ἐφόδου τὴν θάλατταν θέμενοι μετὰ πλείστης ὅτι λείας ἀνέλυον, κἀκεῖνα κείροντε οἷς κατὰ τὴν κάθοδον οὐ προσέβαλον· οἱ δ' ἀμφὶ τὸν Βατάτζην τὰς δυνάμεις ἀναλαβόντες, ὅσαις τε αὐτοὺς ὁ βασιλεὺς ἐφωδίασε καὶ ὅσαι κατὰ πάρο οδον ξυνελέγησαν, ἤλαυνον εὐθὺ τοῦ Ἱελίου καὶ τοῦ Δειμμόχειρος τῶν πολιχνίων, καθ' ἃ περί πο- ταμῷ τῷ Μαιάνδρῳ πάλαι ποτὲ γέφυρα περιήγετο. Επεὶ δὲ οἱ σκοποί, οὓς ἄρα ὁ Βατάτζης κατάστησε κατὰ πάσας τὰς ὁποιοῦν φερούσας ὁδοὺς, ἀπήγγελ- λον τὴν τῶν Τούρκων ἀνάζευξιν καὶ ὡς οὐ πρόσω ἤδη εἰσὶν ἔφορμῶντες, εἰς δύο ἀποτμηματίσας τὴν στρατιὰν τὸ μὲν πλέον ταύτης εἰς λόχους καθίστησι κατὰ τὰς ὁδοὺς, ἄς ἔμελλε τέμνειν τὸ πολέμιον, τὸ δὲ λοιπὸν ἐς τὰς μετὰ τὴν παλαιὰν γέφυραν ἐκδά- σεις τοῦ ποταμοῦ διασπείρας προσμένειν ἐκέλευε μερίδος τινὸς ἀπὸ τῶν Τούρκων μετὰ τῆς αἰχμαλω- σίας περαίωσιν, καὶ τηνικαῦτα μηδ' όλως κατορ ἑωδεῖν, ἀλλὰ θαββαλέως προσυπαντῶν. Καὶ ὁ μὲν, ὡς ἔμεινόν οἱ δέδοκτο, οὕτω δὴ τὸ οἰκεῖον διεσκεύασε στράτευμα· οἱ δὲ Τοῦρκοι ὡς εἴχοντο τοῦ διαβαίνειν, ἐξ ὑπερδεξίων βαλλόμενοι εἰς τὸν ποταμὸν συνωθοῦντο καὶ ἀπεπνίγοντο, Ὁ δὲ γε Ατάπακος μετὰ τῶν ἀμφ' αὐτὸν εὐοπλοτάτων εἰς λόχον συσπειραθείς και συστραφεὶς ἀγχωμάλως Ρωμαίοις συμπλέκεται, καὶ τὸ ἐντίμαχον ἐντεῦθεν κακῶται βουλόμενος καὶ τοῖς ὁμογενέσιν ἐκεχειρίαν διδόναι τῆς τοῦ ποταμοῦ περαιώσεως, ὡς μὴ φθά νειν ἑκάστου προθυμουμένου βραδεῖα μὲν ἡ διάβασις γίνοιτο, δεινὴ δὲ ἡ τῶν σφαλλομένων ἀπώλεια. Εφ' ἱκανὸν μὲν οὖν ἀντισχὼν ἐκθύμως ἐμάγετο, ἀνδρείου φρονήματος καὶ χειρὸς γενναιοτάτης ἔργα δεικνύς. ὡς δὲ μάθοι καὶ κατὰ τὴν περαίαν τοῦ ποταμοῦ Ρωμαίους ἐφεστάναι καὶ ἀφαιρεῖν τὸ διαβαῖνον τοῦ Περσικού στρατεύματος, κατακλᾶται τὸ πρόθυμον, καὶ τοῦ ἀκμαίου ἐκείνου μεθαρμοσθείς λήματος τὴν σωτηρίαν ἑαυτῷ διατίθησι, καὶ δὴ τὴν προκειμένην παραλλάξας πορείαν ἀνωτέρω μεταχωρεί, αναδι- φῶν ἑτέραν περαίωσιν. ὡς δὲ ἄπορος ἦν ὁ ποταμὸς πανταχόθεν, τοὺς ἐπιδιώκοντας δεδιώς, τὴν ἀσπίδα ὑποθεὶς τῷ ὕδατι ὡς κελητίῳ ταύτῃ ἐχρῆτο, άρισ στως ἀντικαταστὰς τῷ τῆς ἀνάγκης ἐξεῖ. Καὶ τοί νυν τῇ μὲν λαιᾷ τὸν ἵππον κατέχων παρανηχόμε νον, τῇ δεξιᾷ δὲ τὴν σπάθην γυμνὴν δεδωκώς, καὶ προσποιῶν ἐν τῷ παραυτίκα ταύτην εἰ οἴακα, ἐσάλευεν οὕτω κατὰ βραχὺ τοῦ ποταμοῦ διαπλέων τὸ πέλαγος. Οὐ μὴν ἐς τέλος ἐξέπλευσε τὸ θανείν. Εἰς γὰρ τὸ ἀντιπέραν ἤδη γενόμενος ἐπί τι γήλοφον ἄνεισιν, ἑαυτὸν ὅστις ἐστὶν εὐφημῶν καὶ μεγάλης γλώττης κόμπῳ χρώμενος, ὅπως συναχθῶσι καὶ Έτεροι Τούρκοι μετ' αὐτοῦ· οὐδενὸς δὲ τῶν ἐπισήμων καὶ αὐτὸν εἰδότων Ρωμαίων προσπελάσαντος, ἀλλὰ τινος τῶν ἐπικούρων ᾿Αλανῶν ἐπιδραμόντος ὅπου τὴν καινὴν εἰρεσίαν σχάζειν ἔμελλεν, ἀναιρεῖ- ται ἀμφιστόμῳ κνώδοντι. Ἐκ δὲ τούτου ἀκόσμως το Πέρσης έκαστος ἀπεδίδρασκε καὶ Μαίανδρος τοὺς DE MANUELE COMNENO LIB. VI. B A sed virili maturitate præditum, et Michaelem Aspie- tem, multum hortatus ut prudenter et tempe- stive omnia administrarent, nec prius Barbaros invaderent quam numerum eorum cognovissent et victoria™ penes se fore intellexissent. Persæ vero, quorum excursionis terminus mare fuit, cum opima prada recedentes ea quoque in reditu populati sunt, quæ ante non attigerant. Batatzes vero cum copiis et ab imperatore acceptis et in itinere collectis recta Hyelium et Limmochirem oppida petierunt, qua olim Mæandri fluminis pons fuit.Sed cum speculatores, quos in omnibus viis constitue- rat, Turcorum discessum, qui quidem in propinquo essent, significarent, exercitu in duas diviso par- tes majorem in insidiis collocat, qua hostes transi- turi erant, alteram ultra fluvium juxta veterem pontem dispersam exspectare, et turmas Turcarum cum captivis trajecturas fortiter invadere jubet. Cum vero Turci ex superiore loco telis petiti in flumine mergerentur, Atapacus cum fortissima co- horte cum Romanis congreditur, ut suis trajicien- di spatium præberet, ne singulis antevertere ou- pientibus et longior mora intercederet, et qui vado aberrarent, crudeliter interirent. Ita diu acerrime dimicando, et fortis animipromptissimæque manus facinora egregia edendo, ut etiam ultra fumen Romanos stare cognovit, et quidquid Persarum transiret occidere,253 tracta alacritate et generoso [P. 126] illo spiritu debilitato suæ saluti consulit,et propo- sito itinere declinato superius abscedit,aliud vadum quæsiturus. Quia vero flumen nusquam transiri poterat, capto ex tempore consilio scuto pro lintre utitur, læva equum juxta natantem ducit,et dextra gladium pro gubernaculo sustinens natando pau- latim progreditur. Mortem tamen evitare non po- tuit. Nam cum in ulteriorem ripam evasisset, tumulo conscenso quis sit prædicat, et arroganti- bus verbis semet ipsum celebrat,quo plures Turco eo confluerent. Verum non ab illustri aliquo et noto Romano, sed ab Alano quodam occiditur. Ex eo Persæ effuse fugientes plerique in Mæandro submerguntur, perpaucis ex tot millibus conserva- tis. Id factum, si quid aliud, rem Romanam erexit et Persarum insolentiam repressit. Alacres enim invehebantur, et Romanos terga daturos, se vero totam prope Phrygiam, quam late Mæander ad D mare usque protenditur, deleturos putabant. In hoc pralio Aspistes cecidit hoc modo. Persa quidam cum ipsum ob firmitatem armorum et scu- tum ad pedes usque demissum vulnerare non pos- set, impetu in equum ejus invehitur; qui lethaliter in fronte percussus regreditur, et in posteriores pedes erectus sessorem in flumen præcipitat. C
Ἔργον τοῦ βασιλέως τούτου καὶ ὁ μὴ πολὺ τῆς θαλάσσης ἔνδον ἱστάμενος πύργος τῆς προσκλυζούσης τὴν χέρσον, ἥτις ὀνομάζεται Δάμαλις, ἀλλὰ δὴ καὶ ὁ ἀντίπορθμος τούτῳ ἕτερος πύργος τῆς τῶν Μαγγάνων ἔγγιστα δεδομημένος μονῆς. ἦν δὲ σκοπὸς τῷ τούτους ἀνεγείροντι ἄνακτι, κατὰ καιρὸν ἐπαγωγῆς πλοίων βαρβαρικῶν σιδηρᾶν ἐξ ἑκατέρων ἅλυσιν διατείνεσθαι καὶ ἄβατα ἐντεῦθεν γίνεσθαι ὁπόσα περὶ τὴν ἀκρόπολιν μέρη τῆς πόλεως καὶ τὸν συρόμενον ἔσωθεν ὁλκὸν ἕως καὶ ἐς αὐτὰ τὰ ἐν Βλαχέρναις βασίλεια. Φιλοκαλίαν δὲ κατηγοροῦσι τοῦδε τοῦ βασιλέως καὶ οἱ κατ’ ἄμφω τὰ ἀνάκτορα ἐπιμήκιστοι καὶ περίστυλοι ἀνδρῶνες, οὓς αὐτὸς ἀνήγειρεν, οἳ ψηφίδων χρυσῶν ἐπιθέσεσι διαυγάζοντες τυποῦσιν ἄνθεσι βαφῆς πολυχρόου καὶ τέχνῃ χειρουργῷ θαυμασίᾳ ὅσα οὗτος κατὰ βαρβάρων ἠνδρίσατο ἢ ἄλλως ἐπὶ τὸ βέλτιον Ῥωμαίοις διεσκευάκει. ἀλλὰ καὶ τὰς πλείους τῶν κατὰ τὸν πορθμὸν τῆς Προποντίδος λαμπρῶν οἰκοδομιῶν, ἐν αἷς οἱ βασιλεῖς Ῥωμαίων θερίζουσι τὰς εὐωρίας μεταδιώκοντες ὡς οἱ πάλαι κρατοῦντες Περσῶν τὰ Σοῦσά τε καὶ Ἐκβάτανα, οὗτος ἀνήγειρε καὶ πρὸς κόσμον ὑπεξῆρε πλείονα.
Β ἀνεψιόν Ἰωάννην τὸν Βατάτζην, τῷ δραστηρίῳ ἐν δέοντι χρώμενον, καὶ τὸν δούκαν Κωνσταντίνον, νεα νίαν ἄρτι ὑπεηνήτην καὶ κατὰ τῶν φυτῶν τὰ εὐγεν καρπογονεῖν πρὸ ὥρας ἐπαγγελλόμενον, ἔτι δὲ τὸν Ασπιέτην Μιχαήλ, πολλὰ παραινέσας αὐτοῖς σὺν εὐβουλίᾳ καὶ τάξει τὸ πραχθησόμενον ἅπαν ποιεῖν, πρὸ δὲ τούτων μὴ προσπελάσαι παντάπασι τοῖς βαρ- βάροις, εἰ μὴ πείρα γνοῖεν ἀκριβεῖ πρότερον ὁπόσοι εἶεν τὸ πλῆθος καὶ ὡς νικίψεν αὐτοὺς μαχεσάμενοι. Καὶ Πέρσαι μὲν πέρας τῆς ἐφόδου τὴν θάλατταν θέμενοι μετὰ πλείστης ὅτι λείας ἀνέλυον, κἀκεῖνα κείροντε οἷς κατὰ τὴν κάθοδον οὐ προσέβαλον· οἱ δ' ἀμφὶ τὸν Βατάτζην τὰς δυνάμεις ἀναλαβόντες, ὅσαις τε αὐτοὺς ὁ βασιλεὺς ἐφωδίασε καὶ ὅσαι κατὰ πάρο οδον ξυνελέγησαν, ἤλαυνον εὐθὺ τοῦ Ἱελίου καὶ τοῦ Δειμμόχειρος τῶν πολιχνίων, καθ' ἃ περί πο- ταμῷ τῷ Μαιάνδρῳ πάλαι ποτὲ γέφυρα περιήγετο. Επεὶ δὲ οἱ σκοποί, οὓς ἄρα ὁ Βατάτζης κατάστησε κατὰ πάσας τὰς ὁποιοῦν φερούσας ὁδοὺς, ἀπήγγελ- λον τὴν τῶν Τούρκων ἀνάζευξιν καὶ ὡς οὐ πρόσω ἤδη εἰσὶν ἔφορμῶντες, εἰς δύο ἀποτμηματίσας τὴν στρατιὰν τὸ μὲν πλέον ταύτης εἰς λόχους καθίστησι κατὰ τὰς ὁδοὺς, ἄς ἔμελλε τέμνειν τὸ πολέμιον, τὸ δὲ λοιπὸν ἐς τὰς μετὰ τὴν παλαιὰν γέφυραν ἐκδά- σεις τοῦ ποταμοῦ διασπείρας προσμένειν ἐκέλευε μερίδος τινὸς ἀπὸ τῶν Τούρκων μετὰ τῆς αἰχμαλω- σίας περαίωσιν, καὶ τηνικαῦτα μηδ' όλως κατορ ἑωδεῖν, ἀλλὰ θαββαλέως προσυπαντῶν. Καὶ ὁ μὲν, ὡς ἔμεινόν οἱ δέδοκτο, οὕτω δὴ τὸ οἰκεῖον διεσκεύασε στράτευμα· οἱ δὲ Τοῦρκοι ὡς εἴχοντο τοῦ διαβαίνειν, ἐξ ὑπερδεξίων βαλλόμενοι εἰς τὸν ποταμὸν συνωθοῦντο καὶ ἀπεπνίγοντο, Ὁ δὲ γε Ατάπακος μετὰ τῶν ἀμφ' αὐτὸν εὐοπλοτάτων εἰς λόχον συσπειραθείς και συστραφεὶς ἀγχωμάλως Ρωμαίοις συμπλέκεται, καὶ τὸ ἐντίμαχον ἐντεῦθεν κακῶται βουλόμενος καὶ τοῖς ὁμογενέσιν ἐκεχειρίαν διδόναι τῆς τοῦ ποταμοῦ περαιώσεως, ὡς μὴ φθά νειν ἑκάστου προθυμουμένου βραδεῖα μὲν ἡ διάβασις γίνοιτο, δεινὴ δὲ ἡ τῶν σφαλλομένων ἀπώλεια. Εφ' ἱκανὸν μὲν οὖν ἀντισχὼν ἐκθύμως ἐμάγετο, ἀνδρείου φρονήματος καὶ χειρὸς γενναιοτάτης ἔργα δεικνύς. ὡς δὲ μάθοι καὶ κατὰ τὴν περαίαν τοῦ ποταμοῦ Ρωμαίους ἐφεστάναι καὶ ἀφαιρεῖν τὸ διαβαῖνον τοῦ Περσικού στρατεύματος, κατακλᾶται τὸ πρόθυμον, καὶ τοῦ ἀκμαίου ἐκείνου μεθαρμοσθείς λήματος τὴν σωτηρίαν ἑαυτῷ διατίθησι, καὶ δὴ τὴν προκειμένην παραλλάξας πορείαν ἀνωτέρω μεταχωρεί, αναδι- φῶν ἑτέραν περαίωσιν. ὡς δὲ ἄπορος ἦν ὁ ποταμὸς πανταχόθεν, τοὺς ἐπιδιώκοντας δεδιώς, τὴν ἀσπίδα ὑποθεὶς τῷ ὕδατι ὡς κελητίῳ ταύτῃ ἐχρῆτο, άρισ στως ἀντικαταστὰς τῷ τῆς ἀνάγκης ἐξεῖ. Καὶ τοί νυν τῇ μὲν λαιᾷ τὸν ἵππον κατέχων παρανηχόμε νον, τῇ δεξιᾷ δὲ τὴν σπάθην γυμνὴν δεδωκώς, καὶ προσποιῶν ἐν τῷ παραυτίκα ταύτην εἰ οἴακα, ἐσάλευεν οὕτω κατὰ βραχὺ τοῦ ποταμοῦ διαπλέων τὸ πέλαγος. Οὐ μὴν ἐς τέλος ἐξέπλευσε τὸ θανείν. Εἰς γὰρ τὸ ἀντιπέραν ἤδη γενόμενος ἐπί τι γήλοφον ἄνεισιν, ἑαυτὸν ὅστις ἐστὶν εὐφημῶν καὶ μεγάλης γλώττης κόμπῳ χρώμενος, ὅπως συναχθῶσι καὶ Έτεροι Τούρκοι μετ' αὐτοῦ· οὐδενὸς δὲ τῶν ἐπισήμων καὶ αὐτὸν εἰδότων Ρωμαίων προσπελάσαντος, ἀλλὰ τινος τῶν ἐπικούρων ᾿Αλανῶν ἐπιδραμόντος ὅπου τὴν καινὴν εἰρεσίαν σχάζειν ἔμελλεν, ἀναιρεῖ- ται ἀμφιστόμῳ κνώδοντι. Ἐκ δὲ τούτου ἀκόσμως το Πέρσης έκαστος ἀπεδίδρασκε καὶ Μαίανδρος τοὺς DE MANUELE COMNENO LIB. VI. B A sed virili maturitate præditum, et Michaelem Aspie- tem, multum hortatus ut prudenter et tempe- stive omnia administrarent, nec prius Barbaros invaderent quam numerum eorum cognovissent et victoria™ penes se fore intellexissent. Persæ vero, quorum excursionis terminus mare fuit, cum opima prada recedentes ea quoque in reditu populati sunt, quæ ante non attigerant. Batatzes vero cum copiis et ab imperatore acceptis et in itinere collectis recta Hyelium et Limmochirem oppida petierunt, qua olim Mæandri fluminis pons fuit.Sed cum speculatores, quos in omnibus viis constitue- rat, Turcorum discessum, qui quidem in propinquo essent, significarent, exercitu in duas diviso par- tes majorem in insidiis collocat, qua hostes transi- turi erant, alteram ultra fluvium juxta veterem pontem dispersam exspectare, et turmas Turcarum cum captivis trajecturas fortiter invadere jubet. Cum vero Turci ex superiore loco telis petiti in flumine mergerentur, Atapacus cum fortissima co- horte cum Romanis congreditur, ut suis trajicien- di spatium præberet, ne singulis antevertere ou- pientibus et longior mora intercederet, et qui vado aberrarent, crudeliter interirent. Ita diu acerrime dimicando, et fortis animipromptissimæque manus facinora egregia edendo, ut etiam ultra fumen Romanos stare cognovit, et quidquid Persarum transiret occidere,253 tracta alacritate et generoso [P. 126] illo spiritu debilitato suæ saluti consulit,et propo- sito itinere declinato superius abscedit,aliud vadum quæsiturus. Quia vero flumen nusquam transiri poterat, capto ex tempore consilio scuto pro lintre utitur, læva equum juxta natantem ducit,et dextra gladium pro gubernaculo sustinens natando pau- latim progreditur. Mortem tamen evitare non po- tuit. Nam cum in ulteriorem ripam evasisset, tumulo conscenso quis sit prædicat, et arroganti- bus verbis semet ipsum celebrat,quo plures Turco eo confluerent. Verum non ab illustri aliquo et noto Romano, sed ab Alano quodam occiditur. Ex eo Persæ effuse fugientes plerique in Mæandro submerguntur, perpaucis ex tot millibus conserva- tis. Id factum, si quid aliud, rem Romanam erexit et Persarum insolentiam repressit. Alacres enim invehebantur, et Romanos terga daturos, se vero totam prope Phrygiam, quam late Mæander ad D mare usque protenditur, deleturos putabant. In hoc pralio Aspistes cecidit hoc modo. Persa quidam cum ipsum ob firmitatem armorum et scu- tum ad pedes usque demissum vulnerare non pos- set, impetu in equum ejus invehitur; qui lethaliter in fronte percussus regreditur, et in posteriores pedes erectus sessorem in flumen præcipitat. C
PG 139:543Καὶ πρὸς τοὺς πόνους γὰρ ἀντεῖχε μάλα, καιροῦ καλοῦντος μοχθεῖν, καὶ ψῦχος ἔστεγε καὶ πνῖγος ἔφερε καὶ πρὸς ὕπνον ἀπεμάχετο, καὶ ταῖς τρυφαῖς δὲ προσανεῖχε πολέμων ἄγων σχολὴν καὶ ἐνησμένιζε ταῖς ἀνέσεσιν. εἰ τοίνυν περιεργότερον τοῦτον ἠθρήκει τις, ὅπως ἔχαιρε καρυκείαις βρωμάτων καὶ τοῖς πρὸς λύριον καὶ κιθάραν καὶ συμφωνίαν ᾠδῶν ἔχουσιν οὐκ ἀπηχθάνετο, εἶπεν ἂν ὡς μόνοις ἐννεάσας ἔχει τοῖς τοιούτοις καὶ ἡδονὴν τὸ πέρας ἥγηται τῆς ζωῆς· εἰ δὲ τοὐναντίον αὐτῷ προσέβλεψε πρὸς πᾶσαν ἀταπεινώτῳ γλυκυθυμίαν τυγχάνοντι καὶ τιθεμένῳ παρὰ φαῦλον ἡδυπάθειαν δυσκόλων ἐπιστάντων καιρῶν, ἐθαύμασεν ἄν, ὅπως ἐξήλλακτο πρὸς ἀμφότερα. Ἐπιβαλόμενος δὲ τὸν πρὸς θάλασσαν τῆς ἁγίας Εἰρήνης ἀναδομήσειν νεών, ὃν μεγέθει μέγιστον καὶ κάλλει κάλλιστον πάλαι Μαρκιανὸς ὁ πάνυ ἤγειρε, πῦρ δὲ ᾐθάλωσε, μέρη τινὰ τοῦ τοιούτου τεμένους ἐκ βάθρων οἰκοδομήσας τοῦ λοιποῦ ἐπαύσατο.
πλείονας εἰσεδέχετο (5), ώς βραχεῖς ἐκ τῶν τοσούτων χιλιάδων διασωθῆναι. Καὶ τοῦτο τὸ ἔργον, εἴπερ τι ἄλλο, ανάρρωσε μὲν τὰ Ῥωμαίων πράγματα, καθεῖλε δὲ τὰ Περσῶν φρυάγματα· ὡς γὰρ οὐ δεξομέν νων σφᾶς τῶν Ῥωμαίων γεγηθότες ἐπήεσαν, καὶ ὡς πᾶσαν ἀφανίσοντες μικροῦ τὴν Φρυγίαν καὶ φθε ροῦντες ὁπόσην ἔπεισι Μαίανδρος ἀγκυλοῤῥόας, ἐσβάλλων εἰς θάλασσαν. Πίπτει δὲ κατὰ τοῦτον τὸν πόλεμον 'Ασπιέτης ἐξ αἰτίας τοιάσδε.. Πέρσης ἀντικαταστὰς Ασπιέτῃ, πλήττειν οὐκ ἔχων κατὰ τοῦ σώματος (τὰ γὰρ ὅπλα ἦν ἰσχυρὰ καὶ ἡ ἀσπὶς ἐς πόδας καθήκουσα) ἐπὶ τὸν ἵππον ᾧ ἦν Ἀσπιέτης ἔποχος θυμῷ φέρεται· καὶ δὴ ὡς ἐπλήγη καιρίαν κατὰ τῶν προσώπων ὁ ἵππος, εἷς τούπίσω τε ἀναχάζεται, καὶ τοὺς πρόσθεν πόδας μετεωρίσας μετεωρίσας ἐπικαταβάλλει τὸν ἀναβάτην εἰς τὸν ποταμόν. Η΄. Ἐπὶ δὲ τῷδε τῷ ἔργῳ καὶ ἕτερον ὁ βασιλεὺς ἀνύσαι προθέμενος, ἔξεισι κατὰ μέρος κατὰ τῶν ἐν Λακερίῳ καὶ Πανασίῳ κατασκηνούντων Περσών. Καὶ εἰ ἀναστήσας τοὺς κατὰ τὸ Πανάσιον, τοὺς ἐν Λακερίῳ μέτεισιν ἔπειτα. Πρὸ δὲ τοῦ τῶν χώρων ἐντὸς γενέσθαι καθ᾽ οἷς ηὐλίζοντο οἱ πολέμιοι, στέλο λει τὸν Λαοδικές Κατίδην ἐν οἷς ἐστι τὰ τῶν Ταύρο κων κατασκεψόμενον καὶ τάχος ἐκείνῳ ἀπαγγε λοῦντα τὸ ὁραθέν. Ὁ δὲ διασοβεῖ τοὺς Πέρσας, ἐς οὕς ἐξώρμα ὁ βασιλεὺς ὡς εἰς λείαν ἐτοί- μην καὶ ὅτι ἐγγύτατον θήραμα, καὶ τὴν αὐτοῦ παρ- ουσίαν δήλην ἐκείνοις τίθησι, διαθροῦσαι θέλων τοὺς Πέρσας τῷ βασιλέως ονόματι. Καὶ τῷ μὲν χα- λεπήνας ἐκεῖνος καὶ πρὸς ὀργὴν ἐξενεχθείς δίκην ἐπέθηκε τὴν ἐκτομὴν τῆς ῥινός· αὐτὸς δὲ μηδὲ βραχύ τι γοῦν ἀναδύς, ἀλλ' ἐπιταχύνας ὡς εἶχεν, οὐ κατόπιν ἔχει καὶ οὕτω τῶν πολεμίων. ᾿Αλλὰ καὶ ἄλλοτέ ποτε δι' ᾿Ανδρονίκου τοῦ Ἀγγέλου τοῖς Τούρκοις ἐπέθετο, κἄν οὐχ ὡς ἄριστα καὶ τότε τά κατά τὸν πόλεμον αὐτῷ ὑπηντίασε. Τῷ γὰρ ἀνδρὶ τούτῳ τῶν ἔῴων ταγμάτων δ τί περ κράτιστον πλο ραδούς, καὶ συνεκπέμψας αὐτῷ τὸν Καντακουζηνὸν Μανουὴν, ἄνδρα περὶ τὰς πράξεις ἀγαθὸν καὶ γεν- ναῖον, καὶ ἑτέρους τῶν ἐπὶ δόξης Ῥωμαίων, κατά τῶν ἐν τῷ Χάρακι Τούρκων ἀφίησι· κεῖται δὲ ὁ Χάραξ οὗτος μεταξὺ Λάμπης καὶ τοῦ τῆς Γραὸς Γάλακτος. Τὰς δυνάμεις τοίνυν ἀναλαβὼν Ανδρόνι κος πρῶτα μὲν εἰς τὸ τῆς Γραὸς παρεμβάλλει Γάλα, ἔπειτα δ' ἐκεῖσε τὰ ὑποζύγια [καὶ τὴν ἄλλην ἀπο- σκευὴν καταθέμενος ἄνεισιν ἐς νέωτα πρὸς τὸν Χά ρακα, κούφως ώπλισμένην ἔχων τὴν στρατιάν. Οὐ γενναῖον δὲ τι δράσας οὐδ' ἄξιον τοῦ τοσούτου στρα τεύματος, δ τηνικαῦνα ἐπήγετο, ἀλλὰ συμμετρή σας τὸ ἔργον βοσκημάτων ἁρπαγαῖς καὶ ποιμνίταις ὀλίγοις Τούρκους, περιδιὴς ἐκεῖθεν ἀπονοστεῖ. Επι- φανέντων γὰρ ἐκ τῶν ὄπισθεν νυκτός βαρβάρων τινῶν καὶ βοησάντων, μὴ ἀναμείνας ἢ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιόντων κατεξετάσαι ἢ τοὺς ὑπ' αὐτὸν εἰς μάχην καταστησάμενος, ἀνεὶς τὸν ὑπεκφέροντα απο πον καὶ χερσὶ καὶ ποσὶ καὶ φωνῇ πρὸς τὸ φέρεσθαι οξέως διήγειρεν, οὐ τὴν ἐς στρατήγιον φέρουσαν ὁδεύων, ἀλλ᾽ εὐθὺ τῆς τῶν Χωνῶν ὡρμηκώς πό- λεως. Ἰδὼν δὲ τὸν ἵππον καὶ ποῤῥωτέρω χωρεῖν ἔχοντα οὐδ᾽ ἐκεῖσε τὸν δρόμον ίστησιν, ἀλλ᾽ ἐς τὴν ἐν Φρμγία Λαοδίκειαν ὅλον συντείνει τὸ πρόθυμον. Τὸ δὲ στράτευμα πρὸς τὴν ἀθρόαν τοῦ ἡγεμόνος ἀφάντωσιν ἐκταραχθὲν διαλύεται τῆς συντάξεως καὶ σὺν οὐδενὶ κόσμῳ τρέπεται πρὸς φυγήν, τῶν Ο NICETE CHONIATÆ B VIII. Post hunc successum Manuel bellum Persis A infert, qui ad Lacerium et Panasium incolunt, et Panasianis profligatis Lacerianos invadit. Sed priusquam ad hostes ventum esset, Catidem Lao- dicensem speculatum mittit, qui ut Turcarum res se haberont quam celerrime renuntiaret. Is vero ut Turcis, contra quos imperator ut paratam prædam ibat, terrorem incuteret, imperatoris præsentia nuntiata facit ut diffugiant. Quamobrem iratus [P. 127] imperator nasum illi præcidit: sed hostes nulla festinatione assequi potuit. Alio quoque tempore Turcos per Andronicum Angelum aggressus parum prospere pugnavit. Cui cum Orientalium copiarum partem optimam dedisset et legatum Ma- nuelem Cantacuzenum adjunxisset, virum in rebus gerendis strenuum, una cum aliis illustribus Ro- manis, Turcos Characenos jussit invadere. 1s Cha- rax inter Lampem et Graosgala situs est Androni. cus copiis assumptis in Graosgalacte primum ca- strametatur,deinde jumentis et reliquis impedimen- tis ibi relictis Characem cum levi armatura invadit. Sed nullo facinore edito quod tanto exercitu di- gnum esset, raptis tantum pecudibus et paucis Turcis pastoribus abductis, trepidus inde refugit. Nam cum se noctu Turcæ cum clamoribus osten- dissent, non quantus eorum esset numerus «xspe- ctavit, non suos ad pugnam instruxit, sed equum et manibus et pedibus et voce ad velocissimum cur- sum incitavit, nec in castra sed Chonas properavit. Et quia equum currere diutius posse videbat, ne ibi quidem cursum inhibet, sed Phrygiæ Laodiceam contendit. Enimvero exercitus inopinata ducis absentia consternatus acie soluta effuse fugit,256 pecudibus et captivis omissis. Forsitan etiam inter Bese certassent Romani, quia nox adhuc erat, nisi Manuel Cantacuzenus stricto ense obstitisset, et fugitivos obliquo gladio perculisset,ac stare jussis- set prosequente nemine. Sic tandem fæda et præ- ceps illa fuga nonnihil compressa est. Qua indi. gnatus imperator parum adfuit quin Andronicum muliebri habitu per urbem circumduci juberet.Scd ut suorum amans, cognationis ratione habita, iræ imperavit, presertim cum in ca pugna paucissimi cecidissent. Nihil in ea expeditione memorabile gestum est, quod et subito eductus est exercitus et celerius reductus. Persa vero quidam arduo loco occupato, multos prætereuntium Romanorum sa- D gittis interemit, etiam thoraces penetrantibus. Hier. Wolfii. notæ. (3) Μαίανδρος τοὺς πλείονας εἰσεδέχετο Adde ἕτεροι δὲ ἐφονεύοντο, alii occidebantnr.
Ἱδρύσατο δὲ φροντιστήριον ἱερὸν περί που τὸ τοῦ Πόντου στόμα, εἰς τόπον τινὰ Κατασκέπην λεγόμενον, εἰς ὄνομα τοῦ ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ, καθ’ ὃ τῶν τότε μοναστῶν ἠθροικὼς τοὺς ὀνομαστοτάτους τε καὶ ἀκρέμονας πάντῃ μοναδικὸν καὶ ἀπράγμονα μετιέναι βίον προεμηθεύσατο. εἰδὼς γὰρ τὸ κτηματικοὺς εἶναι καὶ τυρβάζεσθαι πάλιν περὶ πολλὰ τοὺς τὸν ἐρημικὸν βίον ἀνελομένους τῆς ἡσυχίας αὐτοὺς μεθιστῶν καὶ τοῦ κατὰ θεὸν ζῆν ἀπάγον, τοῦτο δὴ τὸ οἰκεῖον αὐτοῖς ἐπάγγελμα, οὐδὲν κτησείδιον ἀπετάμετο, οὔτε μὴν ἀγροὺς καὶ ἀμπελῶνας τῷ φροντιστηρίῳ ἐπέταξε, πᾶσαν δὲ τοῖς μονασταῖς δίαιταν ἐκ τῶν βασιλικῶν χρυσώνων ἐπιμετρήσας ἐκεῖθεν αὐτὴν ἐβράβευεν, ἀνακόπτων ἐντεῦθεν, οἶμαι, τὸν πολὺν ἔρωτα τῶν πλείστων περὶ τοῦ μονὰς συνιστᾶν καὶ παράδειγμα διδοὺς τοῖς μετόπισθεν, ὅπως χρεὼν νεὼς ἀνιστᾶν καὶ οἵαν δέον ἑτοιμάζειν τράπεζαν τοῖς ἐρημικοῖς καὶ ἀβίοις καὶ τῆς ὕλης ἑαυτοὺς ἐκλύσασι.
πλείονας εἰσεδέχετο (5), ώς βραχεῖς ἐκ τῶν τοσούτων χιλιάδων διασωθῆναι. Καὶ τοῦτο τὸ ἔργον, εἴπερ τι ἄλλο, ανάρρωσε μὲν τὰ Ῥωμαίων πράγματα, καθεῖλε δὲ τὰ Περσῶν φρυάγματα· ὡς γὰρ οὐ δεξομέν νων σφᾶς τῶν Ῥωμαίων γεγηθότες ἐπήεσαν, καὶ ὡς πᾶσαν ἀφανίσοντες μικροῦ τὴν Φρυγίαν καὶ φθε ροῦντες ὁπόσην ἔπεισι Μαίανδρος ἀγκυλοῤῥόας, ἐσβάλλων εἰς θάλασσαν. Πίπτει δὲ κατὰ τοῦτον τὸν πόλεμον 'Ασπιέτης ἐξ αἰτίας τοιάσδε.. Πέρσης ἀντικαταστὰς Ασπιέτῃ, πλήττειν οὐκ ἔχων κατὰ τοῦ σώματος (τὰ γὰρ ὅπλα ἦν ἰσχυρὰ καὶ ἡ ἀσπὶς ἐς πόδας καθήκουσα) ἐπὶ τὸν ἵππον ᾧ ἦν Ἀσπιέτης ἔποχος θυμῷ φέρεται· καὶ δὴ ὡς ἐπλήγη καιρίαν κατὰ τῶν προσώπων ὁ ἵππος, εἷς τούπίσω τε ἀναχάζεται, καὶ τοὺς πρόσθεν πόδας μετεωρίσας μετεωρίσας ἐπικαταβάλλει τὸν ἀναβάτην εἰς τὸν ποταμόν. Η΄. Ἐπὶ δὲ τῷδε τῷ ἔργῳ καὶ ἕτερον ὁ βασιλεὺς ἀνύσαι προθέμενος, ἔξεισι κατὰ μέρος κατὰ τῶν ἐν Λακερίῳ καὶ Πανασίῳ κατασκηνούντων Περσών. Καὶ εἰ ἀναστήσας τοὺς κατὰ τὸ Πανάσιον, τοὺς ἐν Λακερίῳ μέτεισιν ἔπειτα. Πρὸ δὲ τοῦ τῶν χώρων ἐντὸς γενέσθαι καθ᾽ οἷς ηὐλίζοντο οἱ πολέμιοι, στέλο λει τὸν Λαοδικές Κατίδην ἐν οἷς ἐστι τὰ τῶν Ταύρο κων κατασκεψόμενον καὶ τάχος ἐκείνῳ ἀπαγγε λοῦντα τὸ ὁραθέν. Ὁ δὲ διασοβεῖ τοὺς Πέρσας, ἐς οὕς ἐξώρμα ὁ βασιλεὺς ὡς εἰς λείαν ἐτοί- μην καὶ ὅτι ἐγγύτατον θήραμα, καὶ τὴν αὐτοῦ παρ- ουσίαν δήλην ἐκείνοις τίθησι, διαθροῦσαι θέλων τοὺς Πέρσας τῷ βασιλέως ονόματι. Καὶ τῷ μὲν χα- λεπήνας ἐκεῖνος καὶ πρὸς ὀργὴν ἐξενεχθείς δίκην ἐπέθηκε τὴν ἐκτομὴν τῆς ῥινός· αὐτὸς δὲ μηδὲ βραχύ τι γοῦν ἀναδύς, ἀλλ' ἐπιταχύνας ὡς εἶχεν, οὐ κατόπιν ἔχει καὶ οὕτω τῶν πολεμίων. ᾿Αλλὰ καὶ ἄλλοτέ ποτε δι' ᾿Ανδρονίκου τοῦ Ἀγγέλου τοῖς Τούρκοις ἐπέθετο, κἄν οὐχ ὡς ἄριστα καὶ τότε τά κατά τὸν πόλεμον αὐτῷ ὑπηντίασε. Τῷ γὰρ ἀνδρὶ τούτῳ τῶν ἔῴων ταγμάτων δ τί περ κράτιστον πλο ραδούς, καὶ συνεκπέμψας αὐτῷ τὸν Καντακουζηνὸν Μανουὴν, ἄνδρα περὶ τὰς πράξεις ἀγαθὸν καὶ γεν- ναῖον, καὶ ἑτέρους τῶν ἐπὶ δόξης Ῥωμαίων, κατά τῶν ἐν τῷ Χάρακι Τούρκων ἀφίησι· κεῖται δὲ ὁ Χάραξ οὗτος μεταξὺ Λάμπης καὶ τοῦ τῆς Γραὸς Γάλακτος. Τὰς δυνάμεις τοίνυν ἀναλαβὼν Ανδρόνι κος πρῶτα μὲν εἰς τὸ τῆς Γραὸς παρεμβάλλει Γάλα, ἔπειτα δ' ἐκεῖσε τὰ ὑποζύγια [καὶ τὴν ἄλλην ἀπο- σκευὴν καταθέμενος ἄνεισιν ἐς νέωτα πρὸς τὸν Χά ρακα, κούφως ώπλισμένην ἔχων τὴν στρατιάν. Οὐ γενναῖον δὲ τι δράσας οὐδ' ἄξιον τοῦ τοσούτου στρα τεύματος, δ τηνικαῦνα ἐπήγετο, ἀλλὰ συμμετρή σας τὸ ἔργον βοσκημάτων ἁρπαγαῖς καὶ ποιμνίταις ὀλίγοις Τούρκους, περιδιὴς ἐκεῖθεν ἀπονοστεῖ. Επι- φανέντων γὰρ ἐκ τῶν ὄπισθεν νυκτός βαρβάρων τινῶν καὶ βοησάντων, μὴ ἀναμείνας ἢ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιόντων κατεξετάσαι ἢ τοὺς ὑπ' αὐτὸν εἰς μάχην καταστησάμενος, ἀνεὶς τὸν ὑπεκφέροντα απο πον καὶ χερσὶ καὶ ποσὶ καὶ φωνῇ πρὸς τὸ φέρεσθαι οξέως διήγειρεν, οὐ τὴν ἐς στρατήγιον φέρουσαν ὁδεύων, ἀλλ᾽ εὐθὺ τῆς τῶν Χωνῶν ὡρμηκώς πό- λεως. Ἰδὼν δὲ τὸν ἵππον καὶ ποῤῥωτέρω χωρεῖν ἔχοντα οὐδ᾽ ἐκεῖσε τὸν δρόμον ίστησιν, ἀλλ᾽ ἐς τὴν ἐν Φρμγία Λαοδίκειαν ὅλον συντείνει τὸ πρόθυμον. Τὸ δὲ στράτευμα πρὸς τὴν ἀθρόαν τοῦ ἡγεμόνος ἀφάντωσιν ἐκταραχθὲν διαλύεται τῆς συντάξεως καὶ σὺν οὐδενὶ κόσμῳ τρέπεται πρὸς φυγήν, τῶν Ο NICETE CHONIATÆ B VIII. Post hunc successum Manuel bellum Persis A infert, qui ad Lacerium et Panasium incolunt, et Panasianis profligatis Lacerianos invadit. Sed priusquam ad hostes ventum esset, Catidem Lao- dicensem speculatum mittit, qui ut Turcarum res se haberont quam celerrime renuntiaret. Is vero ut Turcis, contra quos imperator ut paratam prædam ibat, terrorem incuteret, imperatoris præsentia nuntiata facit ut diffugiant. Quamobrem iratus [P. 127] imperator nasum illi præcidit: sed hostes nulla festinatione assequi potuit. Alio quoque tempore Turcos per Andronicum Angelum aggressus parum prospere pugnavit. Cui cum Orientalium copiarum partem optimam dedisset et legatum Ma- nuelem Cantacuzenum adjunxisset, virum in rebus gerendis strenuum, una cum aliis illustribus Ro- manis, Turcos Characenos jussit invadere. 1s Cha- rax inter Lampem et Graosgala situs est Androni. cus copiis assumptis in Graosgalacte primum ca- strametatur,deinde jumentis et reliquis impedimen- tis ibi relictis Characem cum levi armatura invadit. Sed nullo facinore edito quod tanto exercitu di- gnum esset, raptis tantum pecudibus et paucis Turcis pastoribus abductis, trepidus inde refugit. Nam cum se noctu Turcæ cum clamoribus osten- dissent, non quantus eorum esset numerus «xspe- ctavit, non suos ad pugnam instruxit, sed equum et manibus et pedibus et voce ad velocissimum cur- sum incitavit, nec in castra sed Chonas properavit. Et quia equum currere diutius posse videbat, ne ibi quidem cursum inhibet, sed Phrygiæ Laodiceam contendit. Enimvero exercitus inopinata ducis absentia consternatus acie soluta effuse fugit,256 pecudibus et captivis omissis. Forsitan etiam inter Bese certassent Romani, quia nox adhuc erat, nisi Manuel Cantacuzenus stricto ense obstitisset, et fugitivos obliquo gladio perculisset,ac stare jussis- set prosequente nemine. Sic tandem fæda et præ- ceps illa fuga nonnihil compressa est. Qua indi. gnatus imperator parum adfuit quin Andronicum muliebri habitu per urbem circumduci juberet.Scd ut suorum amans, cognationis ratione habita, iræ imperavit, presertim cum in ca pugna paucissimi cecidissent. Nihil in ea expeditione memorabile gestum est, quod et subito eductus est exercitus et celerius reductus. Persa vero quidam arduo loco occupato, multos prætereuntium Romanorum sa- D gittis interemit, etiam thoraces penetrantibus. Hier. Wolfii. notæ. (3) Μαίανδρος τοὺς πλείονας εἰσεδέχετο Adde ἕτεροι δὲ ἐφονεύοντο, alii occidebantnr.
Τοσοῦτον δ’ ἀπεῖχε τὴν νῦν κατάστασιν ἐπαινεῖν, οἳ μονάζειν μὲν ἐπαγγέλλονται, πολυκτήμονες δὲ καὶ πολυφρόντιδές εἰσιν ὑπὲρ τοὺς τῇ ἐνταῦθα φιληδοῦντας ζωῇ, ὥστε καὶ τὴν νεαρὰν νομοθεσίαν, ἣν ὁ βασιλεύτατος τῷ ὄντι Νικηφόρος ὁ Φωκᾶς, ὁ τὴν ἰσχὺν ἡρωϊκὸς καὶ πολὺς τὴν σύνεσιν, ἔθετο παύουσαν τὰς μονὰς ἐμπλατύνεσθαι κτήσεσι, τεθνηκυῖαν πάλαι τῷ χρόνῳ καὶ τὸ κῦρος ἀποθεμένην, τῷ ἐρυθρῷ τῆς βαφῆς ὡς αἵματι ἀναθάλψας ἐζώωσεν. Οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τῷ πατρὶ καὶ τῷ πάππῳ καὶ τοῖς καθ’ αἷμα προςήκουσι λοιποῖς ἅπασιν, ὁπόσοι μονὰς δειμάμενοι ὅλα πλέθρα γῆς καρποφόρα καὶ λειμῶνας χλοεροὺς αὐταῖς προσεκλήρωσαν, ἐπεγκαλῶν οὐκ ἐπαύετο, οὐ κατὰ τοῦτο μεμψιμοιρῶν ἢ μυκτῆρα καταχέων πλατὺν τῶν ἀνθρώπων, ὅτι τῆς οὐσίας θεῷ τι ἀπένειμαν, ἀλλ’ ὅτι μὴ καλῶς τὸ καλὸν εἰργάσαντο.
πλείονας εἰσεδέχετο (5), ώς βραχεῖς ἐκ τῶν τοσούτων χιλιάδων διασωθῆναι. Καὶ τοῦτο τὸ ἔργον, εἴπερ τι ἄλλο, ανάρρωσε μὲν τὰ Ῥωμαίων πράγματα, καθεῖλε δὲ τὰ Περσῶν φρυάγματα· ὡς γὰρ οὐ δεξομέν νων σφᾶς τῶν Ῥωμαίων γεγηθότες ἐπήεσαν, καὶ ὡς πᾶσαν ἀφανίσοντες μικροῦ τὴν Φρυγίαν καὶ φθε ροῦντες ὁπόσην ἔπεισι Μαίανδρος ἀγκυλοῤῥόας, ἐσβάλλων εἰς θάλασσαν. Πίπτει δὲ κατὰ τοῦτον τὸν πόλεμον 'Ασπιέτης ἐξ αἰτίας τοιάσδε.. Πέρσης ἀντικαταστὰς Ασπιέτῃ, πλήττειν οὐκ ἔχων κατὰ τοῦ σώματος (τὰ γὰρ ὅπλα ἦν ἰσχυρὰ καὶ ἡ ἀσπὶς ἐς πόδας καθήκουσα) ἐπὶ τὸν ἵππον ᾧ ἦν Ἀσπιέτης ἔποχος θυμῷ φέρεται· καὶ δὴ ὡς ἐπλήγη καιρίαν κατὰ τῶν προσώπων ὁ ἵππος, εἷς τούπίσω τε ἀναχάζεται, καὶ τοὺς πρόσθεν πόδας μετεωρίσας μετεωρίσας ἐπικαταβάλλει τὸν ἀναβάτην εἰς τὸν ποταμόν. Η΄. Ἐπὶ δὲ τῷδε τῷ ἔργῳ καὶ ἕτερον ὁ βασιλεὺς ἀνύσαι προθέμενος, ἔξεισι κατὰ μέρος κατὰ τῶν ἐν Λακερίῳ καὶ Πανασίῳ κατασκηνούντων Περσών. Καὶ εἰ ἀναστήσας τοὺς κατὰ τὸ Πανάσιον, τοὺς ἐν Λακερίῳ μέτεισιν ἔπειτα. Πρὸ δὲ τοῦ τῶν χώρων ἐντὸς γενέσθαι καθ᾽ οἷς ηὐλίζοντο οἱ πολέμιοι, στέλο λει τὸν Λαοδικές Κατίδην ἐν οἷς ἐστι τὰ τῶν Ταύρο κων κατασκεψόμενον καὶ τάχος ἐκείνῳ ἀπαγγε λοῦντα τὸ ὁραθέν. Ὁ δὲ διασοβεῖ τοὺς Πέρσας, ἐς οὕς ἐξώρμα ὁ βασιλεὺς ὡς εἰς λείαν ἐτοί- μην καὶ ὅτι ἐγγύτατον θήραμα, καὶ τὴν αὐτοῦ παρ- ουσίαν δήλην ἐκείνοις τίθησι, διαθροῦσαι θέλων τοὺς Πέρσας τῷ βασιλέως ονόματι. Καὶ τῷ μὲν χα- λεπήνας ἐκεῖνος καὶ πρὸς ὀργὴν ἐξενεχθείς δίκην ἐπέθηκε τὴν ἐκτομὴν τῆς ῥινός· αὐτὸς δὲ μηδὲ βραχύ τι γοῦν ἀναδύς, ἀλλ' ἐπιταχύνας ὡς εἶχεν, οὐ κατόπιν ἔχει καὶ οὕτω τῶν πολεμίων. ᾿Αλλὰ καὶ ἄλλοτέ ποτε δι' ᾿Ανδρονίκου τοῦ Ἀγγέλου τοῖς Τούρκοις ἐπέθετο, κἄν οὐχ ὡς ἄριστα καὶ τότε τά κατά τὸν πόλεμον αὐτῷ ὑπηντίασε. Τῷ γὰρ ἀνδρὶ τούτῳ τῶν ἔῴων ταγμάτων δ τί περ κράτιστον πλο ραδούς, καὶ συνεκπέμψας αὐτῷ τὸν Καντακουζηνὸν Μανουὴν, ἄνδρα περὶ τὰς πράξεις ἀγαθὸν καὶ γεν- ναῖον, καὶ ἑτέρους τῶν ἐπὶ δόξης Ῥωμαίων, κατά τῶν ἐν τῷ Χάρακι Τούρκων ἀφίησι· κεῖται δὲ ὁ Χάραξ οὗτος μεταξὺ Λάμπης καὶ τοῦ τῆς Γραὸς Γάλακτος. Τὰς δυνάμεις τοίνυν ἀναλαβὼν Ανδρόνι κος πρῶτα μὲν εἰς τὸ τῆς Γραὸς παρεμβάλλει Γάλα, ἔπειτα δ' ἐκεῖσε τὰ ὑποζύγια [καὶ τὴν ἄλλην ἀπο- σκευὴν καταθέμενος ἄνεισιν ἐς νέωτα πρὸς τὸν Χά ρακα, κούφως ώπλισμένην ἔχων τὴν στρατιάν. Οὐ γενναῖον δὲ τι δράσας οὐδ' ἄξιον τοῦ τοσούτου στρα τεύματος, δ τηνικαῦνα ἐπήγετο, ἀλλὰ συμμετρή σας τὸ ἔργον βοσκημάτων ἁρπαγαῖς καὶ ποιμνίταις ὀλίγοις Τούρκους, περιδιὴς ἐκεῖθεν ἀπονοστεῖ. Επι- φανέντων γὰρ ἐκ τῶν ὄπισθεν νυκτός βαρβάρων τινῶν καὶ βοησάντων, μὴ ἀναμείνας ἢ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιόντων κατεξετάσαι ἢ τοὺς ὑπ' αὐτὸν εἰς μάχην καταστησάμενος, ἀνεὶς τὸν ὑπεκφέροντα απο πον καὶ χερσὶ καὶ ποσὶ καὶ φωνῇ πρὸς τὸ φέρεσθαι οξέως διήγειρεν, οὐ τὴν ἐς στρατήγιον φέρουσαν ὁδεύων, ἀλλ᾽ εὐθὺ τῆς τῶν Χωνῶν ὡρμηκώς πό- λεως. Ἰδὼν δὲ τὸν ἵππον καὶ ποῤῥωτέρω χωρεῖν ἔχοντα οὐδ᾽ ἐκεῖσε τὸν δρόμον ίστησιν, ἀλλ᾽ ἐς τὴν ἐν Φρμγία Λαοδίκειαν ὅλον συντείνει τὸ πρόθυμον. Τὸ δὲ στράτευμα πρὸς τὴν ἀθρόαν τοῦ ἡγεμόνος ἀφάντωσιν ἐκταραχθὲν διαλύεται τῆς συντάξεως καὶ σὺν οὐδενὶ κόσμῳ τρέπεται πρὸς φυγήν, τῶν Ο NICETE CHONIATÆ B VIII. Post hunc successum Manuel bellum Persis A infert, qui ad Lacerium et Panasium incolunt, et Panasianis profligatis Lacerianos invadit. Sed priusquam ad hostes ventum esset, Catidem Lao- dicensem speculatum mittit, qui ut Turcarum res se haberont quam celerrime renuntiaret. Is vero ut Turcis, contra quos imperator ut paratam prædam ibat, terrorem incuteret, imperatoris præsentia nuntiata facit ut diffugiant. Quamobrem iratus [P. 127] imperator nasum illi præcidit: sed hostes nulla festinatione assequi potuit. Alio quoque tempore Turcos per Andronicum Angelum aggressus parum prospere pugnavit. Cui cum Orientalium copiarum partem optimam dedisset et legatum Ma- nuelem Cantacuzenum adjunxisset, virum in rebus gerendis strenuum, una cum aliis illustribus Ro- manis, Turcos Characenos jussit invadere. 1s Cha- rax inter Lampem et Graosgala situs est Androni. cus copiis assumptis in Graosgalacte primum ca- strametatur,deinde jumentis et reliquis impedimen- tis ibi relictis Characem cum levi armatura invadit. Sed nullo facinore edito quod tanto exercitu di- gnum esset, raptis tantum pecudibus et paucis Turcis pastoribus abductis, trepidus inde refugit. Nam cum se noctu Turcæ cum clamoribus osten- dissent, non quantus eorum esset numerus «xspe- ctavit, non suos ad pugnam instruxit, sed equum et manibus et pedibus et voce ad velocissimum cur- sum incitavit, nec in castra sed Chonas properavit. Et quia equum currere diutius posse videbat, ne ibi quidem cursum inhibet, sed Phrygiæ Laodiceam contendit. Enimvero exercitus inopinata ducis absentia consternatus acie soluta effuse fugit,256 pecudibus et captivis omissis. Forsitan etiam inter Bese certassent Romani, quia nox adhuc erat, nisi Manuel Cantacuzenus stricto ense obstitisset, et fugitivos obliquo gladio perculisset,ac stare jussis- set prosequente nemine. Sic tandem fæda et præ- ceps illa fuga nonnihil compressa est. Qua indi. gnatus imperator parum adfuit quin Andronicum muliebri habitu per urbem circumduci juberet.Scd ut suorum amans, cognationis ratione habita, iræ imperavit, presertim cum in ca pugna paucissimi cecidissent. Nihil in ea expeditione memorabile gestum est, quod et subito eductus est exercitus et celerius reductus. Persa vero quidam arduo loco occupato, multos prætereuntium Romanorum sa- D gittis interemit, etiam thoraces penetrantibus. Hier. Wolfii. notæ. (3) Μαίανδρος τοὺς πλείονας εἰσεδέχετο Adde ἕτεροι δὲ ἐφονεύοντο, alii occidebantnr.
PG 139:545δέον γὰρ ἐν τόποις δυσερευνήτοις καὶ χωρίοις πανερήμοις καὶ σπηλαίων ὀπαῖς καὶ ὀρῶν περιωπαῖς τοῖς μονάζουσιν ἀποτάξαι τὸ σκήνωμα καὶ παριδεῖν ταυτηνὶ τὴν ἐφ’ Ἑλλησπόντῳ κειμένην καλλίπολιν ὡς τὸν λωτὸν Ὀδυσσεὺς καὶ Σειρήνεια μέλη τὰ δυσαπόσπαστα, οἱ δὲ τὸν ἐξ ἀνθρώπων θηρώμενοι ἔπαινον καὶ τοὺς κεκονιαμένους ἑαυτῶν τάφους εἰς θέαν τοῖς εἰσιοῦσι τοὺς νεὼς προτιθέντες καὶ νεκροὶ ἐρῶντες στεφανούμενοι δείκνυσθαι καὶ στιλπνοὶ καὶ φαιδροὶ τὰ πρόσωπα ἐπ’ ἀγορᾶς τε καὶ τριόδων τὰ θεῖα ᾠκοδόμησαν φροντιστήρια, ἐνλακκεύσαντες ἐν τούτοις καὶ ἐνσηκάσαντες οὐκ ἐπιλέγδην τὸ ἀρεταῖνον, τὸ δὲ μέχρι τριχῶν ἀποβολῆς καὶ τῆς τῶν ἐσθημάτων μεταβολῆς καὶ τοῦ ἀφειμένου πώγωνος χαρακτηρίζον τὸν μοναστήν. διὰ ταῦτα τοίνυν εἴτε τὴν μοναδικὴν ὑπερείδων σεμνότητα ἤδη ἀφαντουμένην καὶ πρηνῆ ἐπὶ στόμα πίπτουσαν, εἴτε μὴν δεδιὼς μὴ ἐσεῖται μέσος ληφθεὶς οἷς διεβέβλητο, ἑτέραν ἐτράπετο ἧς οἱ ἐξ αἵματος ἐκείνῳ ἐβάδισαν.
θρεμμάτων καὶ τῶν αἰχμαλώτων ἀφέμενον. Τάχα δ᾽ ἂν καὶ ἑαυτοῖς συμπεσόντες ἐμαχέσαντο Ρω μαῖοι νυκτὸς ὅτι οὔσης, εἰ μὴ ὁ Καντακουζηνός Μανουὴλ ὡς ἐξ ἀντιπάλου συστὰς καὶ σπασάμενος μάχαιραν ἔπαιε τῷ ταύτης πλατεῖ τοὺς δραπέτας, • Στητε, λέγων «οὐδένων ἐπικειμένων που φέρεσθε ;ι Καὶ οὕτως ἔληξάν ποτε πρὸς μικρὸν τῆς ἀλόγου ἐκείνης ἀπάρσεως καὶ τοῦ ὅλῳ ῥυτῆρι κατὰ τε πρα- νῶν κατὰ τε φαράγγων και γηλόφων ἴεσθαι. Πρὸς ἦν ἀκλεᾶ τοῦ ᾿Ανδρονίκου φυγήν βαρυαλγήσεις δ βασιλεὺς ἐγγὺς ἦλθε τοῦ διὰ τῶν ἀμφόδων τῆς πόλεως ἐκφαυλίσαι ᾿Ανδρόνικον γυναικείαν στολὴν περικείμενον. Φιλοικεῖος δ' ῶς καὶ ἀεὶ ἐνδιδοὺς πρὸς τὸ αἷμα καθεῖλε τὸν χόλον, καὶ ἄλλῶς μαθὼν ὡς βράχισοι Ρωμαίων ἐν τῷ πολέμῳ τούτῳ πεπτώκασιν. Ἠρίστευσαν δὲ οὐδένες κατὰ ταύτην τὴν ἔφοδον, οἷα τῆς ἐς τοὺς βαρβάρους ἀνόδου γενομένης ὀξείας καὶ τῆς ἐς τούπίσω αὖθις οξυτέρας με ταχωρήσεως. Πέρσης δέ τις τηνικαῦτα τόπου ἀνάντους λαβόμενος κανταῦθα ὑφιζήσας πολλοὺς τῶν παριόντων Ῥωμαίων ἀνήρει, θανάσιμα πάντα καὶ κατάγοντα ἐς [Ρ. 128] ᾅδου βέλεμνα πέμπων· διὰ γὰρ ἀσπίδος διῄει καὶ θώρακος, καὶ ἦσαν ἀμαιμάκετον κακόν. Ἐπὶ τοῦτον πολλοὶ μὲν ὅσοι ἀρετῆ ἀντεποιοῦντο ἐπισυνέστησαν, καὶ ἀγχοτάτω παραγενόμενοι ἔβαλλον βέλεσι καὶ ἔπειρον δόραστι, θυμῷ πολλῷ χρώμενοι. Ὁ δὲ πυῤῥιχίζων ἄντικρυς ἐξωρχεῖτο πάντα τὰ ἐς αὐτὸν φερόμενα βλήματα καὶ στροφάδην τοὺς ὑπαντιάζοντας ἔκτεινεν, ἕως ὁ Ξηρός Μανουὴλ ἀπὸ τοῦ ἵππου κατεπήδησε καὶ τὴν ἀσπίδα προβεβλημένος ξιφήρης, τὴν χεῖρα τῷ Πέρσῃ ἐπῆλθε, τὰ βέλη πάντα τῷ σάκει δεχόμενος, καὶ κατά κεφαλῆς καιρίαν ἔπληξε, καὶ ἀνῄρηκεν. Οὕτω δὲ τὸν Ξηρὸν ἀπέχοκτα εὗρεν ὁ Πέρσης τοῦ ἐκεῖνον ἀπικτονέναι καὶ πρὸς τὴν αὐτοῦ περὶ τοῦ μὴ θανεῖν δέησιν ἀκαμπῆ καὶ σκληρόν αληθῶς καὶ ἀνένα δοντον, ὡς καὶ δευτέραν πληγὴν ἐπὶ τῇ προτέρα λαβεῖν οἷς καὶ παρακαίρια ἔβαζε, φιλανθρώπων τυχεῖν δεόμενος ὧν αὐτὸς κακὸν ὀλέθριον ἦν. Τότε καὶ ἐμὸς συγγενής, τῷ κλήρῳ μὲν τῆ πό- λεως κατειλεγμένος Κωνῶν, Λευίτης τὴν τάξιν, λήματος δ' ἀνδρειου πλήρης, συνανελθὼν τῷ λοιπῷ στρατεύματι ἐς τὸν Χάρακα μετὰ σκευῆς πολεμικής, καὶ σκυλεύσας εἴ τί που ἐφεῦρεν ἡ χεὶρ ἐν τοῖς τῶν Τούρκων σκηνώμασιν, οὐκ ἀπεφορτίσατο κατ' αὐτὸ τὸ δεινὸν τὰ λάφυρα, ἀλλὰ ταῦτα φέρων, ἄ καὶ ἦσαν στολαὶ Περσικαὶ πήρας ἐντὸς καὶ δις πηγεσίμαλλος βάδην ἐπορεύετο, ἐπιστρέφων τὰς ἁπάντων ύψεις εἰς ἑαυτὸν, καὶ ὑπὸ μὲν τῶν ὡς ἀδεῖς ἐν τοις πε- ριστατικοῖς καιροῖς εὐφημούμενος και κορυφαίος κρινόμενος ἔντικους τῶν κατ' ἐκεῖνο στρατευσάν- των καιροῦ, ὑπὸ δὲ τῶν τωθαζόμενος ὡς προβατίου ἀρνύμενος θάνατον. Αὐτὸς μέντοι καὶ οὕτω τὴν ὁδὸν ένυεν, ὅπη παρείκοι, τοὺς δραπέτας βάλλων ἐνείδεσιν ὡς μηδενὸς διώκοντος ἀγεννῶς ἀπαίροντας, Οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον χρόνῳ τὴν ἐκ Κλαυδίου Καίσαρος παρώνυμον πόλιν οἱ Τοῦρκοι περικαθί- σαντες πρῶτα μὲν οὐδὲ προελθεῖν ὅλως εἴων τοὺς ἀποτεταγμένους εἰς τὴν ταύτης φρουράν Ρωμαίους, ἔπειτα δὲ καὶ πολιορκεῖν ἐπεβάλοντο. Ὅθεν οἱ ἔσω- θεν, εἰ μή τις αὐτοῖς ἐπαρήξειεν ἔξωθεν, σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τὴν πόλιν καταπροδώσειν ἠπείλουν, ὡς μὴ χρόνια λιμώττειν στέγοντες ἔτι, καὶ τοὺς που λεμίους ἀποτρέψασθαι ὅλως οὐκ ἔχοντες. Μὴ ἀνα- μείνας οὖν τὴν τελείαν τοῦ κακοῦ ἀγγελίαν ὁ Μα νουήλ. ἀναστὰς τὴν ὑστεραίαν, ᾗ τάχους εἶχεν, ἐπὶ τὴν Κλαυδίου διὰ τῆς Νικονήδους ήλαυνε, μὴ αὐ- λαίαν ἀνακτορική κλίνην, μή στιβάδα μήτε τινά ἄλλην σκευὴν τρυφῶσαν ἀρχικὴν ἐπαγόμενος, μόνα δὲ τὰ ἱππάσιμα φέρων καὶ στολὰς φολίσι σιδηραῖς ὑφαντάς. Ἐπέτεινεν οὖν τους σταθμούς. Τοσοῦτον δ᾽ ἦν ἐκείνῳ τὸ πρόθυμον φθάσαι τοὺς πολιαρκοῦν τας ποθοῦντι πρὸ τοῦ παθεῖν τι τοὺς ἔνδον δεινόν, ὁποῖον οὐκ ἔστι λόγῳ περιηγήσασθαι. Οὐκοῦν τας νύχτας ἴαυεν αύπνους καὶ πρὸς τὴν πορείαν ἐχρῆτο DE MANUELE COMNENO LIB. VI. haslis cominus irati feriebant. Verum ille agilitate corporis et tela in se excussa evitabat, doneo Xerus Manuel equo desiluit, objectoque scuto telis ejus exceptis, stricto ense iterato ictu caput ei frustra mortem deprecanti, et ab iis petenti veniam in quos tanquam immanis fera grassatus fuerat, dissecuit. A Huno multi viri fortes adorti et telis eminus et B Tum cognatus quoque meus, clericus urbis Chonarum,ordine Levita, sed animo forti prædilus, qui cum exercitu pro milite ad Characem iverat et spolia in Turcarum tabernaculis reperta legerat, in ipso periculo parta præda non deposita (erant autem stolæ Persicæ et ovilla vellera in pera) pede- tentim incessit, conversis in eum oculis omnium, aliis ut in rebus asperis interritum et primarium militem laudantibus, aliis deridentibus quod vitam ove commutaret. Sed ille sic etiam iter conficiebat, et ubi res ferebat, fugam cæteris turpem perse- quente nemine exprobrabat. C D Non multo post Turci Claudiopolim obsederunt, ac primo Romanum præsidium exitu intercluse- runt, deinde etiam mania oppugnare cape- runt. Obsessi autem, nisi mature auxilia mitte- rentur, quod nec diuturnam famem perpeti necho- stes populsare ullo modo possent, deditionem facturos minabantur. Manuel igitur mali extremi nuntio non exspectato, postridie, quanta celeritata poterat, per Nicomediam Claudiopolim maximis itineribus contendit, sine ullis aulicis deliciis, ar- mis et equis duntaxat instructus; et ut hostium conatus anteverteret, insomnes noctes agit; et ad faces per Bithyniam, quæ propter crebras valles et densas silvas multis in locis impedita habet itinera, pedes profciscitur. Quod sicubi quiescendum erat, cubile illi erat humus, lectus e paleis et fœno con- stabat. Cum pluvio tempore in palustri loco diver- sabatur, nubes et subterfuentes rivi somnum ei interrumpebant. Quæ res majorem ei hominum et benevolentiam et admirationem peperit, quam in
Θεσμοῦ δὲ παρὰ Ῥωμαίοις κειμένου, οἶμαι δὲ καὶ παρὰ βαρβάροις αὐτοῖς κρατοῦντος, ὀψώνια τοῖς στρατευομένοις παρέχεσθαι καὶ τούτων πολλάκις ἔκταξιν γίνεσθαι, εἰ εὐοπλοῦσιν, εἰ τῶν ἵππων ἐπιμεμέληνται, ἀλλὰ καὶ τοὺς νεωστὶ στρατευομένους πρότερον ἐξετάζεσθαι, εἰ εὐρώστως ἔχουσι τῶν σωμάτων, εἰ τόξων εἰσὶν εἰδήμονες, εἰ κραδαίνειν δόρυ ἐπήσκησαν, εἶθ’ οὕτω τοῖς καταλόγοις ἐγγράφεσθαι, ὁ βασιλεὺς οὗτος τὰ τοῖς στρατιώταις διδόμενα σιτηρέσια ὡς εἰς δεξαμενὴν ὕδωρ τὰ ταμιεῖα συσχὼν ἰᾶτο τὸ δίψος τῶν στρατευμάτων ταῖς λεγομέναις τῶν παροίκων δωρεαῖς, ἔργῳ καταχρησάμενος παρὰ τῶν πρώην ἐφευρημένῳ βασιλέων καὶ σπανίως ἐπί τισι γινομένῳ τοὺς πολεμίους πολλάκις συγκόψασιν. Ἔλαθεν οὖν ἐντεῦθεν καὶ τὸ στρατιωτικὸν ἀτονώτερον ἐργασάμενος καὶ χρημάτων ἀβύσσους εἰς ἀργὰς γαστέρας ὀχετηγήσας καὶ τὰς Ῥωμαϊκὰς ἐπαρχίας ἄγαν κακῶς θέμενος·
θρεμμάτων καὶ τῶν αἰχμαλώτων ἀφέμενον. Τάχα δ᾽ ἂν καὶ ἑαυτοῖς συμπεσόντες ἐμαχέσαντο Ρω μαῖοι νυκτὸς ὅτι οὔσης, εἰ μὴ ὁ Καντακουζηνός Μανουὴλ ὡς ἐξ ἀντιπάλου συστὰς καὶ σπασάμενος μάχαιραν ἔπαιε τῷ ταύτης πλατεῖ τοὺς δραπέτας, • Στητε, λέγων «οὐδένων ἐπικειμένων που φέρεσθε ;ι Καὶ οὕτως ἔληξάν ποτε πρὸς μικρὸν τῆς ἀλόγου ἐκείνης ἀπάρσεως καὶ τοῦ ὅλῳ ῥυτῆρι κατὰ τε πρα- νῶν κατὰ τε φαράγγων και γηλόφων ἴεσθαι. Πρὸς ἦν ἀκλεᾶ τοῦ ᾿Ανδρονίκου φυγήν βαρυαλγήσεις δ βασιλεὺς ἐγγὺς ἦλθε τοῦ διὰ τῶν ἀμφόδων τῆς πόλεως ἐκφαυλίσαι ᾿Ανδρόνικον γυναικείαν στολὴν περικείμενον. Φιλοικεῖος δ' ῶς καὶ ἀεὶ ἐνδιδοὺς πρὸς τὸ αἷμα καθεῖλε τὸν χόλον, καὶ ἄλλῶς μαθὼν ὡς βράχισοι Ρωμαίων ἐν τῷ πολέμῳ τούτῳ πεπτώκασιν. Ἠρίστευσαν δὲ οὐδένες κατὰ ταύτην τὴν ἔφοδον, οἷα τῆς ἐς τοὺς βαρβάρους ἀνόδου γενομένης ὀξείας καὶ τῆς ἐς τούπίσω αὖθις οξυτέρας με ταχωρήσεως. Πέρσης δέ τις τηνικαῦτα τόπου ἀνάντους λαβόμενος κανταῦθα ὑφιζήσας πολλοὺς τῶν παριόντων Ῥωμαίων ἀνήρει, θανάσιμα πάντα καὶ κατάγοντα ἐς [Ρ. 128] ᾅδου βέλεμνα πέμπων· διὰ γὰρ ἀσπίδος διῄει καὶ θώρακος, καὶ ἦσαν ἀμαιμάκετον κακόν. Ἐπὶ τοῦτον πολλοὶ μὲν ὅσοι ἀρετῆ ἀντεποιοῦντο ἐπισυνέστησαν, καὶ ἀγχοτάτω παραγενόμενοι ἔβαλλον βέλεσι καὶ ἔπειρον δόραστι, θυμῷ πολλῷ χρώμενοι. Ὁ δὲ πυῤῥιχίζων ἄντικρυς ἐξωρχεῖτο πάντα τὰ ἐς αὐτὸν φερόμενα βλήματα καὶ στροφάδην τοὺς ὑπαντιάζοντας ἔκτεινεν, ἕως ὁ Ξηρός Μανουὴλ ἀπὸ τοῦ ἵππου κατεπήδησε καὶ τὴν ἀσπίδα προβεβλημένος ξιφήρης, τὴν χεῖρα τῷ Πέρσῃ ἐπῆλθε, τὰ βέλη πάντα τῷ σάκει δεχόμενος, καὶ κατά κεφαλῆς καιρίαν ἔπληξε, καὶ ἀνῄρηκεν. Οὕτω δὲ τὸν Ξηρὸν ἀπέχοκτα εὗρεν ὁ Πέρσης τοῦ ἐκεῖνον ἀπικτονέναι καὶ πρὸς τὴν αὐτοῦ περὶ τοῦ μὴ θανεῖν δέησιν ἀκαμπῆ καὶ σκληρόν αληθῶς καὶ ἀνένα δοντον, ὡς καὶ δευτέραν πληγὴν ἐπὶ τῇ προτέρα λαβεῖν οἷς καὶ παρακαίρια ἔβαζε, φιλανθρώπων τυχεῖν δεόμενος ὧν αὐτὸς κακὸν ὀλέθριον ἦν. Τότε καὶ ἐμὸς συγγενής, τῷ κλήρῳ μὲν τῆ πό- λεως κατειλεγμένος Κωνῶν, Λευίτης τὴν τάξιν, λήματος δ' ἀνδρειου πλήρης, συνανελθὼν τῷ λοιπῷ στρατεύματι ἐς τὸν Χάρακα μετὰ σκευῆς πολεμικής, καὶ σκυλεύσας εἴ τί που ἐφεῦρεν ἡ χεὶρ ἐν τοῖς τῶν Τούρκων σκηνώμασιν, οὐκ ἀπεφορτίσατο κατ' αὐτὸ τὸ δεινὸν τὰ λάφυρα, ἀλλὰ ταῦτα φέρων, ἄ καὶ ἦσαν στολαὶ Περσικαὶ πήρας ἐντὸς καὶ δις πηγεσίμαλλος βάδην ἐπορεύετο, ἐπιστρέφων τὰς ἁπάντων ύψεις εἰς ἑαυτὸν, καὶ ὑπὸ μὲν τῶν ὡς ἀδεῖς ἐν τοις πε- ριστατικοῖς καιροῖς εὐφημούμενος και κορυφαίος κρινόμενος ἔντικους τῶν κατ' ἐκεῖνο στρατευσάν- των καιροῦ, ὑπὸ δὲ τῶν τωθαζόμενος ὡς προβατίου ἀρνύμενος θάνατον. Αὐτὸς μέντοι καὶ οὕτω τὴν ὁδὸν ένυεν, ὅπη παρείκοι, τοὺς δραπέτας βάλλων ἐνείδεσιν ὡς μηδενὸς διώκοντος ἀγεννῶς ἀπαίροντας, Οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον χρόνῳ τὴν ἐκ Κλαυδίου Καίσαρος παρώνυμον πόλιν οἱ Τοῦρκοι περικαθί- σαντες πρῶτα μὲν οὐδὲ προελθεῖν ὅλως εἴων τοὺς ἀποτεταγμένους εἰς τὴν ταύτης φρουράν Ρωμαίους, ἔπειτα δὲ καὶ πολιορκεῖν ἐπεβάλοντο. Ὅθεν οἱ ἔσω- θεν, εἰ μή τις αὐτοῖς ἐπαρήξειεν ἔξωθεν, σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τὴν πόλιν καταπροδώσειν ἠπείλουν, ὡς μὴ χρόνια λιμώττειν στέγοντες ἔτι, καὶ τοὺς που λεμίους ἀποτρέψασθαι ὅλως οὐκ ἔχοντες. Μὴ ἀνα- μείνας οὖν τὴν τελείαν τοῦ κακοῦ ἀγγελίαν ὁ Μα νουήλ. ἀναστὰς τὴν ὑστεραίαν, ᾗ τάχους εἶχεν, ἐπὶ τὴν Κλαυδίου διὰ τῆς Νικονήδους ήλαυνε, μὴ αὐ- λαίαν ἀνακτορική κλίνην, μή στιβάδα μήτε τινά ἄλλην σκευὴν τρυφῶσαν ἀρχικὴν ἐπαγόμενος, μόνα δὲ τὰ ἱππάσιμα φέρων καὶ στολὰς φολίσι σιδηραῖς ὑφαντάς. Ἐπέτεινεν οὖν τους σταθμούς. Τοσοῦτον δ᾽ ἦν ἐκείνῳ τὸ πρόθυμον φθάσαι τοὺς πολιαρκοῦν τας ποθοῦντι πρὸ τοῦ παθεῖν τι τοὺς ἔνδον δεινόν, ὁποῖον οὐκ ἔστι λόγῳ περιηγήσασθαι. Οὐκοῦν τας νύχτας ἴαυεν αύπνους καὶ πρὸς τὴν πορείαν ἐχρῆτο DE MANUELE COMNENO LIB. VI. haslis cominus irati feriebant. Verum ille agilitate corporis et tela in se excussa evitabat, doneo Xerus Manuel equo desiluit, objectoque scuto telis ejus exceptis, stricto ense iterato ictu caput ei frustra mortem deprecanti, et ab iis petenti veniam in quos tanquam immanis fera grassatus fuerat, dissecuit. A Huno multi viri fortes adorti et telis eminus et B Tum cognatus quoque meus, clericus urbis Chonarum,ordine Levita, sed animo forti prædilus, qui cum exercitu pro milite ad Characem iverat et spolia in Turcarum tabernaculis reperta legerat, in ipso periculo parta præda non deposita (erant autem stolæ Persicæ et ovilla vellera in pera) pede- tentim incessit, conversis in eum oculis omnium, aliis ut in rebus asperis interritum et primarium militem laudantibus, aliis deridentibus quod vitam ove commutaret. Sed ille sic etiam iter conficiebat, et ubi res ferebat, fugam cæteris turpem perse- quente nemine exprobrabat. C D Non multo post Turci Claudiopolim obsederunt, ac primo Romanum præsidium exitu intercluse- runt, deinde etiam mania oppugnare cape- runt. Obsessi autem, nisi mature auxilia mitte- rentur, quod nec diuturnam famem perpeti necho- stes populsare ullo modo possent, deditionem facturos minabantur. Manuel igitur mali extremi nuntio non exspectato, postridie, quanta celeritata poterat, per Nicomediam Claudiopolim maximis itineribus contendit, sine ullis aulicis deliciis, ar- mis et equis duntaxat instructus; et ut hostium conatus anteverteret, insomnes noctes agit; et ad faces per Bithyniam, quæ propter crebras valles et densas silvas multis in locis impedita habet itinera, pedes profciscitur. Quod sicubi quiescendum erat, cubile illi erat humus, lectus e paleis et fœno con- stabat. Cum pluvio tempore in palustri loco diver- sabatur, nubes et subterfuentes rivi somnum ei interrumpebant. Quæ res majorem ei hominum et benevolentiam et admirationem peperit, quam in
οἵ τε γὰρ ἀγαθοὶ στρατιῶται τὸ ἐν τοῖς δεινοῖς φιλότιμον καταλελύκασιν, οὐκέτι τοῦ ὑπονύσσοντος πρὸς ἐπίδειξιν ἀρετῆς ἰδίου αὐτοῖς ὡς πρότερον μένοντος, ἀλλ’ εὐπορίστου προκειμένου τοῖς ἅπασι, καὶ οἱ τὸν δημόσιον πάλαι δεσπότην λαχόντες τῶν ἐπαρχιῶν οἰκήτορες ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀπληστίας πεπόνθασι τὰ οἰκτρότατα, οὐκ ἀργύριον καὶ ὀβολὸν ἀφαιρούμενοι, ἀλλὰ καὶ τοῦ τελευταίου χιτῶνος ψιλούμενοι, ἐνίοτε δὲ καὶ τῶν φιλτάτων αὐτῶν ἀποσπώμενοι.
θρεμμάτων καὶ τῶν αἰχμαλώτων ἀφέμενον. Τάχα δ᾽ ἂν καὶ ἑαυτοῖς συμπεσόντες ἐμαχέσαντο Ρω μαῖοι νυκτὸς ὅτι οὔσης, εἰ μὴ ὁ Καντακουζηνός Μανουὴλ ὡς ἐξ ἀντιπάλου συστὰς καὶ σπασάμενος μάχαιραν ἔπαιε τῷ ταύτης πλατεῖ τοὺς δραπέτας, • Στητε, λέγων «οὐδένων ἐπικειμένων που φέρεσθε ;ι Καὶ οὕτως ἔληξάν ποτε πρὸς μικρὸν τῆς ἀλόγου ἐκείνης ἀπάρσεως καὶ τοῦ ὅλῳ ῥυτῆρι κατὰ τε πρα- νῶν κατὰ τε φαράγγων και γηλόφων ἴεσθαι. Πρὸς ἦν ἀκλεᾶ τοῦ ᾿Ανδρονίκου φυγήν βαρυαλγήσεις δ βασιλεὺς ἐγγὺς ἦλθε τοῦ διὰ τῶν ἀμφόδων τῆς πόλεως ἐκφαυλίσαι ᾿Ανδρόνικον γυναικείαν στολὴν περικείμενον. Φιλοικεῖος δ' ῶς καὶ ἀεὶ ἐνδιδοὺς πρὸς τὸ αἷμα καθεῖλε τὸν χόλον, καὶ ἄλλῶς μαθὼν ὡς βράχισοι Ρωμαίων ἐν τῷ πολέμῳ τούτῳ πεπτώκασιν. Ἠρίστευσαν δὲ οὐδένες κατὰ ταύτην τὴν ἔφοδον, οἷα τῆς ἐς τοὺς βαρβάρους ἀνόδου γενομένης ὀξείας καὶ τῆς ἐς τούπίσω αὖθις οξυτέρας με ταχωρήσεως. Πέρσης δέ τις τηνικαῦτα τόπου ἀνάντους λαβόμενος κανταῦθα ὑφιζήσας πολλοὺς τῶν παριόντων Ῥωμαίων ἀνήρει, θανάσιμα πάντα καὶ κατάγοντα ἐς [Ρ. 128] ᾅδου βέλεμνα πέμπων· διὰ γὰρ ἀσπίδος διῄει καὶ θώρακος, καὶ ἦσαν ἀμαιμάκετον κακόν. Ἐπὶ τοῦτον πολλοὶ μὲν ὅσοι ἀρετῆ ἀντεποιοῦντο ἐπισυνέστησαν, καὶ ἀγχοτάτω παραγενόμενοι ἔβαλλον βέλεσι καὶ ἔπειρον δόραστι, θυμῷ πολλῷ χρώμενοι. Ὁ δὲ πυῤῥιχίζων ἄντικρυς ἐξωρχεῖτο πάντα τὰ ἐς αὐτὸν φερόμενα βλήματα καὶ στροφάδην τοὺς ὑπαντιάζοντας ἔκτεινεν, ἕως ὁ Ξηρός Μανουὴλ ἀπὸ τοῦ ἵππου κατεπήδησε καὶ τὴν ἀσπίδα προβεβλημένος ξιφήρης, τὴν χεῖρα τῷ Πέρσῃ ἐπῆλθε, τὰ βέλη πάντα τῷ σάκει δεχόμενος, καὶ κατά κεφαλῆς καιρίαν ἔπληξε, καὶ ἀνῄρηκεν. Οὕτω δὲ τὸν Ξηρὸν ἀπέχοκτα εὗρεν ὁ Πέρσης τοῦ ἐκεῖνον ἀπικτονέναι καὶ πρὸς τὴν αὐτοῦ περὶ τοῦ μὴ θανεῖν δέησιν ἀκαμπῆ καὶ σκληρόν αληθῶς καὶ ἀνένα δοντον, ὡς καὶ δευτέραν πληγὴν ἐπὶ τῇ προτέρα λαβεῖν οἷς καὶ παρακαίρια ἔβαζε, φιλανθρώπων τυχεῖν δεόμενος ὧν αὐτὸς κακὸν ὀλέθριον ἦν. Τότε καὶ ἐμὸς συγγενής, τῷ κλήρῳ μὲν τῆ πό- λεως κατειλεγμένος Κωνῶν, Λευίτης τὴν τάξιν, λήματος δ' ἀνδρειου πλήρης, συνανελθὼν τῷ λοιπῷ στρατεύματι ἐς τὸν Χάρακα μετὰ σκευῆς πολεμικής, καὶ σκυλεύσας εἴ τί που ἐφεῦρεν ἡ χεὶρ ἐν τοῖς τῶν Τούρκων σκηνώμασιν, οὐκ ἀπεφορτίσατο κατ' αὐτὸ τὸ δεινὸν τὰ λάφυρα, ἀλλὰ ταῦτα φέρων, ἄ καὶ ἦσαν στολαὶ Περσικαὶ πήρας ἐντὸς καὶ δις πηγεσίμαλλος βάδην ἐπορεύετο, ἐπιστρέφων τὰς ἁπάντων ύψεις εἰς ἑαυτὸν, καὶ ὑπὸ μὲν τῶν ὡς ἀδεῖς ἐν τοις πε- ριστατικοῖς καιροῖς εὐφημούμενος και κορυφαίος κρινόμενος ἔντικους τῶν κατ' ἐκεῖνο στρατευσάν- των καιροῦ, ὑπὸ δὲ τῶν τωθαζόμενος ὡς προβατίου ἀρνύμενος θάνατον. Αὐτὸς μέντοι καὶ οὕτω τὴν ὁδὸν ένυεν, ὅπη παρείκοι, τοὺς δραπέτας βάλλων ἐνείδεσιν ὡς μηδενὸς διώκοντος ἀγεννῶς ἀπαίροντας, Οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον χρόνῳ τὴν ἐκ Κλαυδίου Καίσαρος παρώνυμον πόλιν οἱ Τοῦρκοι περικαθί- σαντες πρῶτα μὲν οὐδὲ προελθεῖν ὅλως εἴων τοὺς ἀποτεταγμένους εἰς τὴν ταύτης φρουράν Ρωμαίους, ἔπειτα δὲ καὶ πολιορκεῖν ἐπεβάλοντο. Ὅθεν οἱ ἔσω- θεν, εἰ μή τις αὐτοῖς ἐπαρήξειεν ἔξωθεν, σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τὴν πόλιν καταπροδώσειν ἠπείλουν, ὡς μὴ χρόνια λιμώττειν στέγοντες ἔτι, καὶ τοὺς που λεμίους ἀποτρέψασθαι ὅλως οὐκ ἔχοντες. Μὴ ἀνα- μείνας οὖν τὴν τελείαν τοῦ κακοῦ ἀγγελίαν ὁ Μα νουήλ. ἀναστὰς τὴν ὑστεραίαν, ᾗ τάχους εἶχεν, ἐπὶ τὴν Κλαυδίου διὰ τῆς Νικονήδους ήλαυνε, μὴ αὐ- λαίαν ἀνακτορική κλίνην, μή στιβάδα μήτε τινά ἄλλην σκευὴν τρυφῶσαν ἀρχικὴν ἐπαγόμενος, μόνα δὲ τὰ ἱππάσιμα φέρων καὶ στολὰς φολίσι σιδηραῖς ὑφαντάς. Ἐπέτεινεν οὖν τους σταθμούς. Τοσοῦτον δ᾽ ἦν ἐκείνῳ τὸ πρόθυμον φθάσαι τοὺς πολιαρκοῦν τας ποθοῦντι πρὸ τοῦ παθεῖν τι τοὺς ἔνδον δεινόν, ὁποῖον οὐκ ἔστι λόγῳ περιηγήσασθαι. Οὐκοῦν τας νύχτας ἴαυεν αύπνους καὶ πρὸς τὴν πορείαν ἐχρῆτο DE MANUELE COMNENO LIB. VI. haslis cominus irati feriebant. Verum ille agilitate corporis et tela in se excussa evitabat, doneo Xerus Manuel equo desiluit, objectoque scuto telis ejus exceptis, stricto ense iterato ictu caput ei frustra mortem deprecanti, et ab iis petenti veniam in quos tanquam immanis fera grassatus fuerat, dissecuit. A Huno multi viri fortes adorti et telis eminus et B Tum cognatus quoque meus, clericus urbis Chonarum,ordine Levita, sed animo forti prædilus, qui cum exercitu pro milite ad Characem iverat et spolia in Turcarum tabernaculis reperta legerat, in ipso periculo parta præda non deposita (erant autem stolæ Persicæ et ovilla vellera in pera) pede- tentim incessit, conversis in eum oculis omnium, aliis ut in rebus asperis interritum et primarium militem laudantibus, aliis deridentibus quod vitam ove commutaret. Sed ille sic etiam iter conficiebat, et ubi res ferebat, fugam cæteris turpem perse- quente nemine exprobrabat. C D Non multo post Turci Claudiopolim obsederunt, ac primo Romanum præsidium exitu intercluse- runt, deinde etiam mania oppugnare cape- runt. Obsessi autem, nisi mature auxilia mitte- rentur, quod nec diuturnam famem perpeti necho- stes populsare ullo modo possent, deditionem facturos minabantur. Manuel igitur mali extremi nuntio non exspectato, postridie, quanta celeritata poterat, per Nicomediam Claudiopolim maximis itineribus contendit, sine ullis aulicis deliciis, ar- mis et equis duntaxat instructus; et ut hostium conatus anteverteret, insomnes noctes agit; et ad faces per Bithyniam, quæ propter crebras valles et densas silvas multis in locis impedita habet itinera, pedes profciscitur. Quod sicubi quiescendum erat, cubile illi erat humus, lectus e paleis et fœno con- stabat. Cum pluvio tempore in palustri loco diver- sabatur, nubes et subterfuentes rivi somnum ei interrumpebant. Quæ res majorem ei hominum et benevolentiam et admirationem peperit, quam in
Book VIILiber VII
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
Ἦν τοίνυν διὰ ταῦτα τὸ στρατολογεῖσθαι τοῦ βουλομένου παντός, καὶ πολλοὶ ταῖς ῥαφίσι χαίρειν εἰπόντες ὡς ἐπεισκομιζούσαις αὐτοῖς τὰ χρειώδη στενῶς καὶ δυσεκβιάστως, ἄλλοι τὸ ἱπποκομεῖν ἐκλακτίσαντες καὶ τὸν ἐκ πλινθείας βόρβορον ἀπονιψάμενοι ἕτεροι, εἰσὶ δ’ οἳ καὶ τὴν τῶν χαλκείων ἀσβόλην ἀπομορξάμενοι τοῖς στρατολογοῦσι παρέστησαν καὶ παρενεγκόντες ἵππον Περσαῖον ἢ χρυσίνους ἀριθμῷ βραχεῖς καταθέμενοι ταῖς στρατιώτισι κατελέγησαν ἴλαις ἀβασανίστως κἀκ τοῦ παραυτίκα βασιλικοῖς ἐφωδιάσθησαν γράμμασι πλέθρα γῆς δροσερὰ καὶ ἀρούρας σιτοφόρους καὶ Ῥωμαίους ὑποφόρους βραβεύουσιν, ὡς ὑπηρετεῖν ἐν σχήματι δούλων, ἐνίοτε καὶ κατατιθέναι φόρους ἀνδραρίῳ μιξοβαρβάρῳ, μηδὲ εἰ ἔστιν ὅλως ἐγνωκότι παράταξις, Ῥωμαῖον ἄνδρα, γεραρὸν τὸ εἶδος καὶ οὕτως εὖ εἰδότα πολέμων καὶ τοσοῦτον τοῦ φορολογοῦντος αὐτὸν ὑπερφέροντα, ὡς Ἀχιλλέα πρὸς ἐκεῖνον δοκεῖν ἢ διτταῖς χερσὶν ὁπλιζόμενον κρίνεσθαι πρὸς τὸν μηδετέραν ἀπὸ πάθους ὀρέγοντα.
θρεμμάτων καὶ τῶν αἰχμαλώτων ἀφέμενον. Τάχα δ᾽ ἂν καὶ ἑαυτοῖς συμπεσόντες ἐμαχέσαντο Ρω μαῖοι νυκτὸς ὅτι οὔσης, εἰ μὴ ὁ Καντακουζηνός Μανουὴλ ὡς ἐξ ἀντιπάλου συστὰς καὶ σπασάμενος μάχαιραν ἔπαιε τῷ ταύτης πλατεῖ τοὺς δραπέτας, • Στητε, λέγων «οὐδένων ἐπικειμένων που φέρεσθε ;ι Καὶ οὕτως ἔληξάν ποτε πρὸς μικρὸν τῆς ἀλόγου ἐκείνης ἀπάρσεως καὶ τοῦ ὅλῳ ῥυτῆρι κατὰ τε πρα- νῶν κατὰ τε φαράγγων και γηλόφων ἴεσθαι. Πρὸς ἦν ἀκλεᾶ τοῦ ᾿Ανδρονίκου φυγήν βαρυαλγήσεις δ βασιλεὺς ἐγγὺς ἦλθε τοῦ διὰ τῶν ἀμφόδων τῆς πόλεως ἐκφαυλίσαι ᾿Ανδρόνικον γυναικείαν στολὴν περικείμενον. Φιλοικεῖος δ' ῶς καὶ ἀεὶ ἐνδιδοὺς πρὸς τὸ αἷμα καθεῖλε τὸν χόλον, καὶ ἄλλῶς μαθὼν ὡς βράχισοι Ρωμαίων ἐν τῷ πολέμῳ τούτῳ πεπτώκασιν. Ἠρίστευσαν δὲ οὐδένες κατὰ ταύτην τὴν ἔφοδον, οἷα τῆς ἐς τοὺς βαρβάρους ἀνόδου γενομένης ὀξείας καὶ τῆς ἐς τούπίσω αὖθις οξυτέρας με ταχωρήσεως. Πέρσης δέ τις τηνικαῦτα τόπου ἀνάντους λαβόμενος κανταῦθα ὑφιζήσας πολλοὺς τῶν παριόντων Ῥωμαίων ἀνήρει, θανάσιμα πάντα καὶ κατάγοντα ἐς [Ρ. 128] ᾅδου βέλεμνα πέμπων· διὰ γὰρ ἀσπίδος διῄει καὶ θώρακος, καὶ ἦσαν ἀμαιμάκετον κακόν. Ἐπὶ τοῦτον πολλοὶ μὲν ὅσοι ἀρετῆ ἀντεποιοῦντο ἐπισυνέστησαν, καὶ ἀγχοτάτω παραγενόμενοι ἔβαλλον βέλεσι καὶ ἔπειρον δόραστι, θυμῷ πολλῷ χρώμενοι. Ὁ δὲ πυῤῥιχίζων ἄντικρυς ἐξωρχεῖτο πάντα τὰ ἐς αὐτὸν φερόμενα βλήματα καὶ στροφάδην τοὺς ὑπαντιάζοντας ἔκτεινεν, ἕως ὁ Ξηρός Μανουὴλ ἀπὸ τοῦ ἵππου κατεπήδησε καὶ τὴν ἀσπίδα προβεβλημένος ξιφήρης, τὴν χεῖρα τῷ Πέρσῃ ἐπῆλθε, τὰ βέλη πάντα τῷ σάκει δεχόμενος, καὶ κατά κεφαλῆς καιρίαν ἔπληξε, καὶ ἀνῄρηκεν. Οὕτω δὲ τὸν Ξηρὸν ἀπέχοκτα εὗρεν ὁ Πέρσης τοῦ ἐκεῖνον ἀπικτονέναι καὶ πρὸς τὴν αὐτοῦ περὶ τοῦ μὴ θανεῖν δέησιν ἀκαμπῆ καὶ σκληρόν αληθῶς καὶ ἀνένα δοντον, ὡς καὶ δευτέραν πληγὴν ἐπὶ τῇ προτέρα λαβεῖν οἷς καὶ παρακαίρια ἔβαζε, φιλανθρώπων τυχεῖν δεόμενος ὧν αὐτὸς κακὸν ὀλέθριον ἦν. Τότε καὶ ἐμὸς συγγενής, τῷ κλήρῳ μὲν τῆ πό- λεως κατειλεγμένος Κωνῶν, Λευίτης τὴν τάξιν, λήματος δ' ἀνδρειου πλήρης, συνανελθὼν τῷ λοιπῷ στρατεύματι ἐς τὸν Χάρακα μετὰ σκευῆς πολεμικής, καὶ σκυλεύσας εἴ τί που ἐφεῦρεν ἡ χεὶρ ἐν τοῖς τῶν Τούρκων σκηνώμασιν, οὐκ ἀπεφορτίσατο κατ' αὐτὸ τὸ δεινὸν τὰ λάφυρα, ἀλλὰ ταῦτα φέρων, ἄ καὶ ἦσαν στολαὶ Περσικαὶ πήρας ἐντὸς καὶ δις πηγεσίμαλλος βάδην ἐπορεύετο, ἐπιστρέφων τὰς ἁπάντων ύψεις εἰς ἑαυτὸν, καὶ ὑπὸ μὲν τῶν ὡς ἀδεῖς ἐν τοις πε- ριστατικοῖς καιροῖς εὐφημούμενος και κορυφαίος κρινόμενος ἔντικους τῶν κατ' ἐκεῖνο στρατευσάν- των καιροῦ, ὑπὸ δὲ τῶν τωθαζόμενος ὡς προβατίου ἀρνύμενος θάνατον. Αὐτὸς μέντοι καὶ οὕτω τὴν ὁδὸν ένυεν, ὅπη παρείκοι, τοὺς δραπέτας βάλλων ἐνείδεσιν ὡς μηδενὸς διώκοντος ἀγεννῶς ἀπαίροντας, Οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον χρόνῳ τὴν ἐκ Κλαυδίου Καίσαρος παρώνυμον πόλιν οἱ Τοῦρκοι περικαθί- σαντες πρῶτα μὲν οὐδὲ προελθεῖν ὅλως εἴων τοὺς ἀποτεταγμένους εἰς τὴν ταύτης φρουράν Ρωμαίους, ἔπειτα δὲ καὶ πολιορκεῖν ἐπεβάλοντο. Ὅθεν οἱ ἔσω- θεν, εἰ μή τις αὐτοῖς ἐπαρήξειεν ἔξωθεν, σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τὴν πόλιν καταπροδώσειν ἠπείλουν, ὡς μὴ χρόνια λιμώττειν στέγοντες ἔτι, καὶ τοὺς που λεμίους ἀποτρέψασθαι ὅλως οὐκ ἔχοντες. Μὴ ἀνα- μείνας οὖν τὴν τελείαν τοῦ κακοῦ ἀγγελίαν ὁ Μα νουήλ. ἀναστὰς τὴν ὑστεραίαν, ᾗ τάχους εἶχεν, ἐπὶ τὴν Κλαυδίου διὰ τῆς Νικονήδους ήλαυνε, μὴ αὐ- λαίαν ἀνακτορική κλίνην, μή στιβάδα μήτε τινά ἄλλην σκευὴν τρυφῶσαν ἀρχικὴν ἐπαγόμενος, μόνα δὲ τὰ ἱππάσιμα φέρων καὶ στολὰς φολίσι σιδηραῖς ὑφαντάς. Ἐπέτεινεν οὖν τους σταθμούς. Τοσοῦτον δ᾽ ἦν ἐκείνῳ τὸ πρόθυμον φθάσαι τοὺς πολιαρκοῦν τας ποθοῦντι πρὸ τοῦ παθεῖν τι τοὺς ἔνδον δεινόν, ὁποῖον οὐκ ἔστι λόγῳ περιηγήσασθαι. Οὐκοῦν τας νύχτας ἴαυεν αύπνους καὶ πρὸς τὴν πορείαν ἐχρῆτο DE MANUELE COMNENO LIB. VI. haslis cominus irati feriebant. Verum ille agilitate corporis et tela in se excussa evitabat, doneo Xerus Manuel equo desiluit, objectoque scuto telis ejus exceptis, stricto ense iterato ictu caput ei frustra mortem deprecanti, et ab iis petenti veniam in quos tanquam immanis fera grassatus fuerat, dissecuit. A Huno multi viri fortes adorti et telis eminus et B Tum cognatus quoque meus, clericus urbis Chonarum,ordine Levita, sed animo forti prædilus, qui cum exercitu pro milite ad Characem iverat et spolia in Turcarum tabernaculis reperta legerat, in ipso periculo parta præda non deposita (erant autem stolæ Persicæ et ovilla vellera in pera) pede- tentim incessit, conversis in eum oculis omnium, aliis ut in rebus asperis interritum et primarium militem laudantibus, aliis deridentibus quod vitam ove commutaret. Sed ille sic etiam iter conficiebat, et ubi res ferebat, fugam cæteris turpem perse- quente nemine exprobrabat. C D Non multo post Turci Claudiopolim obsederunt, ac primo Romanum præsidium exitu intercluse- runt, deinde etiam mania oppugnare cape- runt. Obsessi autem, nisi mature auxilia mitte- rentur, quod nec diuturnam famem perpeti necho- stes populsare ullo modo possent, deditionem facturos minabantur. Manuel igitur mali extremi nuntio non exspectato, postridie, quanta celeritata poterat, per Nicomediam Claudiopolim maximis itineribus contendit, sine ullis aulicis deliciis, ar- mis et equis duntaxat instructus; et ut hostium conatus anteverteret, insomnes noctes agit; et ad faces per Bithyniam, quæ propter crebras valles et densas silvas multis in locis impedita habet itinera, pedes profciscitur. Quod sicubi quiescendum erat, cubile illi erat humus, lectus e paleis et fœno con- stabat. Cum pluvio tempore in palustri loco diver- sabatur, nubes et subterfuentes rivi somnum ei interrumpebant. Quæ res majorem ei hominum et benevolentiam et admirationem peperit, quam in
PG 139:547Ἐπαξίως οὖν τῆς ἀκομιστίας ταύτης τῶν στρατευμάτων αἱ Ῥωμαϊκαὶ πεπράγασιν ἐπαρχίαι, αἱ μὲν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ὑπὸ τῶν ἀλλοφύλων σκυλευόμεναι καὶ εἰς ἀρχὴν αὐτοῖς ἰδιούμεναι, αἱ δὲ ὡς ἀλλότριαι τοῖς ἡμετέροις ἀφαντούμεναι καὶ δῃούμεναι. Ἀλλ’ ἕως πότε, Κύριε, τῆς σῆς ἐπιλήσῃ κληρονομίας καὶ τὸ σὸν ἀποστρέφων ἀφ’ ἡμῶν πρόσωπον ὁδοποιήσεις τρίβον τῇ ὀργῇ σου; πότε ἐπόψει ἐξ ἁγίου ἐπιβλέψας κατοικητηρίου σου καὶ ἰδὼν ἴδῃς τὴν ἡμετέραν συνοχήν τε καὶ κάκωσιν καὶ ῥύσῃ τῶν ἐφεστώτων κακῶν, ἀπαλλαγὴν δὲ παρέξεις καὶ τῶν πολὺ τούτων ἐλπιζομένων χαλεπωτέρων; Πρὸς δὲ τοῖς εἰρημένοις κἀκεῖνα δοτέον τῇ ἱστορίᾳ. τοῖς πλείοσι βασιλεῦσι Ῥωμαίων οὐκ ἀνεκτόν ἐστιν ὅλως ἄρχειν μόνον καὶ χρυσοφορεῖν καὶ χρᾶσθαι τοῖς κοινοῖς ὡς ἰδίοις, οὐδὲ μὴν ὡς δούλοις τοῖς ἐλευθέροις προσφέρεσθαι, ἀλλ’ εἰ μὴ καὶ σοφοὶ δοκοῖεν καὶ θεοείκελοι τὴν μορφὴν καὶ ἥρωες τὴν ἰσχὺν καὶ ὡς Σολομῶν θεόσοφοι καὶ δογματισταὶ θειότατοι καὶ κανόνες τῶν κανόνων εὐθέστεροι καὶ ἁπλῶς θείων καὶ ἀνθρωπίνων πραγμάτων ἀπροσφαλεῖς γνώμονες, δεινὰ οἴονται πάσχειν.
άγχοροῦσαν πολλὰ ἂν κατ᾿ εὐπέτειαν Βενετίκοις κακουργεῖν ἀποτρόπαια. Υπ' ἐννοιῶν τοίνυν με πάντη ἀλογίστων κεκινημένος ὁ Δανδουλος, καὶ τὰ πολλοῖς τῶν ὁρώντων δυστεκμαρτα ταῖς τοῦ νοῦ καταλαμβάνων δράσεσιν ὁ πηρὸς ἐκεῖνος τὰς κόρας τοῦ σώματος, παρακρούσατο μὲν τὸν Βονιφάτιον μαρκέσιον, τῶν δὲ Βενετίκων καὶ τῶν Φραγκίσκων εἰς μίαν συνδραμόντων γνώμην τὸν Βαλδουίνον ἀνθείλοντο, εἰδὼς ἐκ τῶν κάτω Γαλλιών ορμώμενον, Γαλλιῶν δὲ καὶ Βενετίας ἐς τοσοῦτον τοὺς όρους ἀφεστάναι ἐς ὅσον Βενετία Ρωμαίων ἀποσχοινίζεται, καὶ ἅμα οἱ Βαλδουίνον ὅλῃ ψυχῇ προσκεχηνότα καὶ ασμένως ὡς πατρὶ προσφερόμενον, μήτε μὴν ὑπὸ χρονίας γυμνασίας ἐντακέντα πράγμασιν, ὁποῖον ἐπίστατο τὸν μαρκέσιον· οὐ γερ πω Βαλδουίνος τριάκοντα καὶ δύο ἔτη γεγένηται. 'Ην δὲ καὶ ἄλλως ὁ ἀνὴρ οὗτος εὐλαβὴς τὰ πρὸς Θεὸν, ὡς ἐλέγετο, καὶ τὴν δίαιταν ἐγκρατής, γυναικὶ δὲ μηδὲ μέχρι βλέμματος προσεσχηκὼς ἐφ' ὅσον χρόνον τῆς οἰκείας γαμετῆς ἀπεφοίτησεν. ᾿Αλλὰ καὶ εἰς τοὺς ὕμνους ἐσχόλαζε τοῦ Θεοῦ, καὶ τοὺς ἐν ἀνάγκαις ἐλυβερνα, καὶ ἀκούειν τοὺς πρὸς αὐτὸν ἀντιλέγοντας κατεδέχετο. Τὸ δὲ μέγιστον, δις εἶχεν ἑκάστης εβδομάδος τὸν ἑσπέρας ἐπεμβοῶντα μηδέν, τῶν οἰκείων ἀρχείων ἐντὸς κατευνάζεσθαι μὴ νομίμῳ γυναικὶ πλησιάζοντα. ζ'. Βασιλεύσας τοίνυν ὁ Βαλδουίνος ἐς μέρη ἔξεισι τὰ ἑσπέρια, οὐχ ὡς αὐτὰ χειρωσόμενος (πάντα γάρ οἱ ἀλώσιμα ᾤετο, « Βῶ καὶ κινήσω τὰν γᾶν τῷ δόρατι, » μικροῦ κομπάζων καὶ λίαν αγερώχως ὑπὲρ Εὐκλείδην (63) φθεγγόμενος) ἀλλ' ὡς διὰ φιλίων χώρων παρελευσόμενος καὶ βασιλεύς Ῥωμαίων αναγορευθησόμενος πρὸς παντός, οὗ χάριν οὐδὲ κομιδῆς οἱασοῦν κατηξιώκει τινὰς τῶν ῾Ρω· μαίων ἐκ τοῦ στρατιωτικού τε καὶ πολιτικοῦ συν τάγματος, ἀλλ' ἀπαξάπαντας ἀπεπέμψατο. Τοῦτο δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις τοῦ στρατιωτικοῦ ἡγεμόσι καὶ κόμησι δέδοκτο· τὴν γὰρ ἀνδρίαν τῶν συννέμων ἀρετῶν ἀφορίζοντες, καὶ ταύτην ἑαυτοῖς οἰκειοῦντες ὡς συγγενὲς καὶ σύντροφον ἐπιτήδευμα, οὐδὲν τῶν ἄλλων ἐθνῶν εἰς Αρεος ἔργα παρασυμβολισθαί σφισιν ἡνείχοντο. Αλλ' οὐδέ τις τῶν Χαρίτων ἢ τῶν Μουσῶν παρὰ τοῖς βαρβάροις τούτοις ἐπεξενίζεται καὶ παρὰ τοῦτο, οἶμαι, τὴν φύσιν ἦσαν ἀνήμεροι καὶ τὸν χόλον εἶχον τοῦ λόγου προτρέχοντα· Διελθὼν τοίνυν τὰς Θρακας πόλεις ὁ Βαλδουίνος τῇ μὲν Ορεστιάδι φρουρὰν ἐγκατέλεξεν, ὁμοίως δὲ καὶ κατά τὸ Διδυμότοιχον καὶ τὴν ἐκ Φιλίππου παρώνυμον πόλιν διεπράξατο. Ὡς δ᾽ εἰς Ξάνθειαν ἵκετο, λόγου οἱ ἐκεῖσε ὑποκαθίσαντες Σενάχερίμ τινος εξηγου μένου τῷ στρατεύματι λάθρα ἐπέθεντο· μικρὸν δέ τι φανέντες ἀπεκρύψαντο, ἐπανιόντες δείλανδρο: ἔψει ἐξῇεσαν θρασυκάρδιοι. Ὁ δὲ ἀμαχεὶ ἐκ τοῦδε προ χώρει πρὸς τὴν Θεσσαλονικέων μητρόπολιν. Ετεί- πετο δὲ οἱ ὁ Βονιφάτιος μαρκέσιος, τὴν ἐκ Παιόνων Μαρίαν επαγόμενος. Ισαακίῳ μὲν τῷ ἐξ ᾿Αγγέλων ἀρμοσθεῖσαν πρότερον, μετὰ δὲ τὴν ἐκείνου ἐκβίωσιν καὶ τὴν τῆς πόλεως άλωσιν συνευνασθεῖσαν αὐτῷ κατά νόμους. Ἐπεὶ δὲ ὁ μὲν Βαλδουίνος αὐλίζοντο κατὰ τὴν Μοσυνόπολιν, ὁ δὲ μαρκέσιος παρά πλείστων μηδέ ποτε προθέσθαι τὸν Βαλδουῖνον ὑπερε στῆναί οἱ τῆς λογίμης Θεσσαλονίκης, καθάπερ δὴ Εὐκλείδου ἄρχοντος τὸ ὑπὲρ Ευκλείδην προθεσμίαν τῶν κυ ρίων νόμων NICETE CHONIATÆ rerum usu pollebat ut marchio. Nondum enim A Balduinus annum ætatis trigesimum secundum ex- cesserat; et alioqui vir erat pius et modestus, ne impudico quidem aspectu mulierem intuitur, quandiu a sua conjuge abfuerat. Vrcabal divinis laudibus, necessitatibus conflictantes sublevabat, suæ sententiæ adversantes æquo animo audiebat. Et quod maximum cst, bis qualibet hebdomade vesperi proclamari jubebat ne quis in suo palatio cubaret, qui alienam mulierem attigisset. c C 7. Imperator designatus Balduinus in B partes occidentales abit, non ut eas subigal (pu- tabat enim nihil sibi posse obsistere, ac lantum non insolenter atque intempestive jactabat : « Quo eam ut terram hasta quutiam ?), sed ut amicas provincias peragrans ab omnibus Romanorum imperator salutaretur. Qua de causa nullam Roma- norum sive militaris sive politici ordinis rationem habuit, sed eos omnes repudiavit, quod idem cæle- ris quoque comitibus et ducibus exercitus proba- batur. Nam cum fortitudinem a cognatis virtutibus sejunctam sibi ut et natura insitam et usu confir- malam vindicarent, nullas alias gentes in re bellica sibi vel adjungi vel conferri patiebantur, et quia nul- lus musis,nullus gratiis apud istos Barbaros locus re- linquebatur, immanibus utique erant ingeniiset bi- lem ratione promptiorem habebant. Sed Balduinus, Thraciis urbibus peragratis, Orestiadi Didymoticho et Philippopoli præsidia imposuit. Ubi Xanthiam pervenit, provinciales Sennacheribo quodam duce insidias illius exercitui collocarunt; qui eum se paulisper ostendissent, rursus abdiderunt, timidi co reversi unde feroces prodierant. Ex eo citra pugnam versus, Thessalonicam metropolim abiit, Bonifacio marchione comitante, qui Mariam Pannoniam secum ducebat, Isaacio Angelo pridem nuptam, sed post illius obitum et urbem captam legitimo sibi matrimonio junctam.Cæterum cum ad Mosynopolim ventum esset, et ex plurimis audi- visset nunquam in animo habuisse Balduinum sibi inclyta Thessalonica, ut convenisset, cedere, sed ea de causa id iter suscepisse et celerius ire, ut urbem illam occuparet, longo tempore veluti attonitus stetit. Deinde præ animi ægritudine convertit iter Balduinum fallaciorem Græcis, perfidum, levem, tessera mutabiliorem vocat, [P. 386] Hier. Wolfii notæ. bent.Nec mihi nota est historia de Euclidis alicujus insolentia. ft mentio apud De- mosthenem, de legibus ante vel post Euclidem D irritis. Fortassis hoc vult pra mature, intempestive, insolenter encomium cum canere ante victoriam, ut ad alludat. (63) Τὸ ὑπὲρ Εὐκλείδην. Ceteri codices non ha-
ἔνθεν τοι καὶ δέον τοῖς ἀπαιδευτέροις καὶ θρασυτέροις ἐπιτιμᾶν ἐπεισάγουσιν ἀσυνήθη καὶ νέα τῇ ἐκκλησίᾳ δόγματα ἢ γοῦν ἀνατιθέναι ταῦτα οἷς ἐπάγγελμα τὰ περὶ θεοῦ εἰδέναι καὶ λέγειν, οἱ δὲ οὐδὲ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος δευτερεύειν οὑτινοσοῦν ἀνεχόμενοι οἱ αὐτοὶ δογμάτων εἰσηγηταὶ καὶ δικασταὶ τούτων καὶ ὁρισταί, πολλαχοῦ δὲ καὶ κολασταὶ τῶν μὴ συμφωνούντων αὐτοῖς γίνονται. Καὶ ὁ βασιλεὺς τοιγαροῦν οὗτος εὐγλωττίαν εὐτυχηκὼς καὶ λόγου ἔμφυτον χάριν πεπλουτηκὼς οὐ λαμυρῶς ἐπέστελλε μόνον, ἀλλὰ καὶ κατηχητηρίους ὤδινε λόγους, οὕς φασι σελέντια, καὶ εἰς κοινὴν ἀνέπτυσσεν ἀκοήν. ὁδῷ δὲ προϊὼν καὶ δογμάτων ἥπτετο θείων καὶ περὶ θεοῦ διελέγετο. ἀμέλει καὶ κατασχηματιζόμενος πολλάκις τὸν ἀποροῦντα γραφικὰς εἰσῆγε ζητήσεις καὶ περὶ τῶν λύσεων τουτωνὶ διεπυνθάνετο ξυναγείρων ὅσον ἔχαιρε λογιότητι.
άγχοροῦσαν πολλὰ ἂν κατ᾿ εὐπέτειαν Βενετίκοις κακουργεῖν ἀποτρόπαια. Υπ' ἐννοιῶν τοίνυν με πάντη ἀλογίστων κεκινημένος ὁ Δανδουλος, καὶ τὰ πολλοῖς τῶν ὁρώντων δυστεκμαρτα ταῖς τοῦ νοῦ καταλαμβάνων δράσεσιν ὁ πηρὸς ἐκεῖνος τὰς κόρας τοῦ σώματος, παρακρούσατο μὲν τὸν Βονιφάτιον μαρκέσιον, τῶν δὲ Βενετίκων καὶ τῶν Φραγκίσκων εἰς μίαν συνδραμόντων γνώμην τὸν Βαλδουίνον ἀνθείλοντο, εἰδὼς ἐκ τῶν κάτω Γαλλιών ορμώμενον, Γαλλιῶν δὲ καὶ Βενετίας ἐς τοσοῦτον τοὺς όρους ἀφεστάναι ἐς ὅσον Βενετία Ρωμαίων ἀποσχοινίζεται, καὶ ἅμα οἱ Βαλδουίνον ὅλῃ ψυχῇ προσκεχηνότα καὶ ασμένως ὡς πατρὶ προσφερόμενον, μήτε μὴν ὑπὸ χρονίας γυμνασίας ἐντακέντα πράγμασιν, ὁποῖον ἐπίστατο τὸν μαρκέσιον· οὐ γερ πω Βαλδουίνος τριάκοντα καὶ δύο ἔτη γεγένηται. 'Ην δὲ καὶ ἄλλως ὁ ἀνὴρ οὗτος εὐλαβὴς τὰ πρὸς Θεὸν, ὡς ἐλέγετο, καὶ τὴν δίαιταν ἐγκρατής, γυναικὶ δὲ μηδὲ μέχρι βλέμματος προσεσχηκὼς ἐφ' ὅσον χρόνον τῆς οἰκείας γαμετῆς ἀπεφοίτησεν. ᾿Αλλὰ καὶ εἰς τοὺς ὕμνους ἐσχόλαζε τοῦ Θεοῦ, καὶ τοὺς ἐν ἀνάγκαις ἐλυβερνα, καὶ ἀκούειν τοὺς πρὸς αὐτὸν ἀντιλέγοντας κατεδέχετο. Τὸ δὲ μέγιστον, δις εἶχεν ἑκάστης εβδομάδος τὸν ἑσπέρας ἐπεμβοῶντα μηδέν, τῶν οἰκείων ἀρχείων ἐντὸς κατευνάζεσθαι μὴ νομίμῳ γυναικὶ πλησιάζοντα. ζ'. Βασιλεύσας τοίνυν ὁ Βαλδουίνος ἐς μέρη ἔξεισι τὰ ἑσπέρια, οὐχ ὡς αὐτὰ χειρωσόμενος (πάντα γάρ οἱ ἀλώσιμα ᾤετο, « Βῶ καὶ κινήσω τὰν γᾶν τῷ δόρατι, » μικροῦ κομπάζων καὶ λίαν αγερώχως ὑπὲρ Εὐκλείδην (63) φθεγγόμενος) ἀλλ' ὡς διὰ φιλίων χώρων παρελευσόμενος καὶ βασιλεύς Ῥωμαίων αναγορευθησόμενος πρὸς παντός, οὗ χάριν οὐδὲ κομιδῆς οἱασοῦν κατηξιώκει τινὰς τῶν ῾Ρω· μαίων ἐκ τοῦ στρατιωτικού τε καὶ πολιτικοῦ συν τάγματος, ἀλλ' ἀπαξάπαντας ἀπεπέμψατο. Τοῦτο δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις τοῦ στρατιωτικοῦ ἡγεμόσι καὶ κόμησι δέδοκτο· τὴν γὰρ ἀνδρίαν τῶν συννέμων ἀρετῶν ἀφορίζοντες, καὶ ταύτην ἑαυτοῖς οἰκειοῦντες ὡς συγγενὲς καὶ σύντροφον ἐπιτήδευμα, οὐδὲν τῶν ἄλλων ἐθνῶν εἰς Αρεος ἔργα παρασυμβολισθαί σφισιν ἡνείχοντο. Αλλ' οὐδέ τις τῶν Χαρίτων ἢ τῶν Μουσῶν παρὰ τοῖς βαρβάροις τούτοις ἐπεξενίζεται καὶ παρὰ τοῦτο, οἶμαι, τὴν φύσιν ἦσαν ἀνήμεροι καὶ τὸν χόλον εἶχον τοῦ λόγου προτρέχοντα· Διελθὼν τοίνυν τὰς Θρακας πόλεις ὁ Βαλδουίνος τῇ μὲν Ορεστιάδι φρουρὰν ἐγκατέλεξεν, ὁμοίως δὲ καὶ κατά τὸ Διδυμότοιχον καὶ τὴν ἐκ Φιλίππου παρώνυμον πόλιν διεπράξατο. Ὡς δ᾽ εἰς Ξάνθειαν ἵκετο, λόγου οἱ ἐκεῖσε ὑποκαθίσαντες Σενάχερίμ τινος εξηγου μένου τῷ στρατεύματι λάθρα ἐπέθεντο· μικρὸν δέ τι φανέντες ἀπεκρύψαντο, ἐπανιόντες δείλανδρο: ἔψει ἐξῇεσαν θρασυκάρδιοι. Ὁ δὲ ἀμαχεὶ ἐκ τοῦδε προ χώρει πρὸς τὴν Θεσσαλονικέων μητρόπολιν. Ετεί- πετο δὲ οἱ ὁ Βονιφάτιος μαρκέσιος, τὴν ἐκ Παιόνων Μαρίαν επαγόμενος. Ισαακίῳ μὲν τῷ ἐξ ᾿Αγγέλων ἀρμοσθεῖσαν πρότερον, μετὰ δὲ τὴν ἐκείνου ἐκβίωσιν καὶ τὴν τῆς πόλεως άλωσιν συνευνασθεῖσαν αὐτῷ κατά νόμους. Ἐπεὶ δὲ ὁ μὲν Βαλδουίνος αὐλίζοντο κατὰ τὴν Μοσυνόπολιν, ὁ δὲ μαρκέσιος παρά πλείστων μηδέ ποτε προθέσθαι τὸν Βαλδουῖνον ὑπερε στῆναί οἱ τῆς λογίμης Θεσσαλονίκης, καθάπερ δὴ Εὐκλείδου ἄρχοντος τὸ ὑπὲρ Ευκλείδην προθεσμίαν τῶν κυ ρίων νόμων NICETE CHONIATÆ rerum usu pollebat ut marchio. Nondum enim A Balduinus annum ætatis trigesimum secundum ex- cesserat; et alioqui vir erat pius et modestus, ne impudico quidem aspectu mulierem intuitur, quandiu a sua conjuge abfuerat. Vrcabal divinis laudibus, necessitatibus conflictantes sublevabat, suæ sententiæ adversantes æquo animo audiebat. Et quod maximum cst, bis qualibet hebdomade vesperi proclamari jubebat ne quis in suo palatio cubaret, qui alienam mulierem attigisset. c C 7. Imperator designatus Balduinus in B partes occidentales abit, non ut eas subigal (pu- tabat enim nihil sibi posse obsistere, ac lantum non insolenter atque intempestive jactabat : « Quo eam ut terram hasta quutiam ?), sed ut amicas provincias peragrans ab omnibus Romanorum imperator salutaretur. Qua de causa nullam Roma- norum sive militaris sive politici ordinis rationem habuit, sed eos omnes repudiavit, quod idem cæle- ris quoque comitibus et ducibus exercitus proba- batur. Nam cum fortitudinem a cognatis virtutibus sejunctam sibi ut et natura insitam et usu confir- malam vindicarent, nullas alias gentes in re bellica sibi vel adjungi vel conferri patiebantur, et quia nul- lus musis,nullus gratiis apud istos Barbaros locus re- linquebatur, immanibus utique erant ingeniiset bi- lem ratione promptiorem habebant. Sed Balduinus, Thraciis urbibus peragratis, Orestiadi Didymoticho et Philippopoli præsidia imposuit. Ubi Xanthiam pervenit, provinciales Sennacheribo quodam duce insidias illius exercitui collocarunt; qui eum se paulisper ostendissent, rursus abdiderunt, timidi co reversi unde feroces prodierant. Ex eo citra pugnam versus, Thessalonicam metropolim abiit, Bonifacio marchione comitante, qui Mariam Pannoniam secum ducebat, Isaacio Angelo pridem nuptam, sed post illius obitum et urbem captam legitimo sibi matrimonio junctam.Cæterum cum ad Mosynopolim ventum esset, et ex plurimis audi- visset nunquam in animo habuisse Balduinum sibi inclyta Thessalonica, ut convenisset, cedere, sed ea de causa id iter suscepisse et celerius ire, ut urbem illam occuparet, longo tempore veluti attonitus stetit. Deinde præ animi ægritudine convertit iter Balduinum fallaciorem Græcis, perfidum, levem, tessera mutabiliorem vocat, [P. 386] Hier. Wolfii notæ. bent.Nec mihi nota est historia de Euclidis alicujus insolentia. ft mentio apud De- mosthenem, de legibus ante vel post Euclidem D irritis. Fortassis hoc vult pra mature, intempestive, insolenter encomium cum canere ante victoriam, ut ad alludat. (63) Τὸ ὑπὲρ Εὐκλείδην. Ceteri codices non ha-
PG 139:549ἀλλ’ ἦν ἂν ἐπαινετέος κἀν τούτοις, εἰ μέχρι τούτων τὴν λιχνείαν ἐκτείνων τοῖς δυσεφίκτοις οὐ προσέβαινε δόγμασιν ἢ καὶ τούτοις ἐφιστάνων τὸν νοῦν οὐκ ἦν ἰσχυρογνωμῶν, οὐδὲ τὸν νοῦν τῶν γραφομένων πρὸς τὴν οἰκείαν μεθεῖλκεν ἐν πολλοῖς πρόθεσιν, ὁρίζων καὶ προσεπάγων ἐξηγήσεις ἐν οἷς πρὸς ὀρθὴν ἔννοιαν οἱ πατέρες ἐφθέγξαντο, ὡς εἴπερ ὅλον αὐτὸν συνείληφε τὸν Χριστὸν καὶ ὑπ’ αὐτοῦ μεμύηται τὰ περὶ αὐτοῦ τρανότερον καὶ θειότερον. Ζητήσεως οὖν γενομένης περὶ τοῦ γραφικοῦ ῥητοῦ, ὅ φησι τὸν σεσαρκωμένον θεὸν προσφέρειν τε ὁμοῦ καὶ προσφέρεσθαι, καὶ τῶν τότε λογίων ἀνδρῶν εἰς ἐναντίας μοίρας ἀποκριθέντων, ἐφ’ ἱκανὸν τὰ τῆς ἐξετάσεως παρετάθησαν, ῥήσεις τε καὶ ἀντιρρήσεις ἐξ ἑκατέρων ἐχέθησαν τῶν μερῶν.
Ν παρ' αὐτοῖς λεγομένων ῥηγῶν ἰσχύν τις περιδὺς μείζονα, εἶτα κατὰ Ῥωμαίων ἐπίῃ, χρημάτων ἀν- ελάμβανε δόσεσιν, ἐσωμάσκει τε καὶ ἐπέθηγε πρὸς ἀνθόπλισιν τὸ ὑποπίπτειν κινδυνεύον γένος αρχοντι ὑπερέχοντι. Ιταλιώτας οὖν πολλάκις κατὰ τοῦ ῥη γὸς ᾿Αλαμανίας τοῦ Φρενερίχου ἀνθώπλισεν. Ὁ μὲν γὰρ ὑποκλιθῆναί οἱ τούτους καὶ τὰ καθ᾽ αὑτοὺς ἐπισ τρέψειν ἐκείνῳ διὰ πλείστου ἐτίθετο· ὁ δὲ Μανουήλ πέμπων ἐνίσχυεν ἐκείνους καὶ κραταιούσθαι ὑπετί θεῖ, καὶ τὰς τοῦ ῥηγός δολοφροσύνας ένῆγε φυλάτ τεσθαι. ᾿Αλλὰ καὶ τὴν πρεσβυτέραν Ῥώμην εἰσ ιέναι καὶ στεφθῆναι τὸν αὐτὸν ῥῆγα πολλάκις ἐπιβαλόμενον ἀπεῖρξε τοῦ ἐγχειρήματος, « « Μὴ δώσ σεις ἑτέρῳ τὴν δόξαν σου, » γράφων τῷ πάππα, « μηδὲ πατέρων ὅρια μέταιρε, μή πως τὸ ἀπρομήθευτον ὕστερον ἔργοις αὐτοῖς ὁποῖόν ἐστιν ἐπιγνούς τηνι καῦτα πλήττῃ τὴν ψυχὴν μεταμέλῳ διὰ τὴν τοῦ εἰκότος ὀλιγωρίαν, ὁπότε τὸ κακὸν παντάπασι ἀθε ράπευτον. » Καὶ ἦν ἐκ τούτου τῆς μεγαλοδόξου Ῥώμης ἀποκλειόμενος, καθά τις ἄοπλος, ὁ μυριάσι γαυριῶν στρατευμάτων. Εστι δ' ὅτε τὰ μὲν τείχη Μεδιολάνων ὑπ' ᾿Αλαμανῶν κατεστράφησαν, οἱ δὲ τῆς πόλεως ταύτης οικήτορες κατασοφισάμενοι τοὺς Ένορκον ἀνάγκην σφίσιν ἐπενεγκόντας μὴ ἄν τὸ τοῖχος ἀναδομήσειν ποτέ, τὰ μὲν πρῶτα ἐπὶ τάφρῳ ᾤχουν βαθείᾳ καὶ ὀρυκτῇ, μὴ ἐπιορκεῖν ἐκ τοῦδε λέγοντες, ἔπειτα δὲ ὡς πρότερον τὰ τείχη ἀνεκαί νισαν τοῦ βασιλέως τοῦδε γενομένου συλλήπτορος. Επὶ τούτοις γε μὴν τὸν Μόντης Φεράντης μαρκέ- στον, εὐγενείᾳ καὶ εὐτεκνίᾳ κομῶντα καὶ μέγα δυο νάμενον, εἰς φίλον Ῥωμαίοις ἐγγράψας τοῦτο μὲν δωρήμασιν ἀδροῖς, τοῦτο δὲ τῷ τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν νεώτερον συνευνάσαι τῇ οἰκείᾳ θυγατρὶ τῇ Μαρία, ὡς ὀλίγῳ πρότερον εἴπομεν, ἔτι μᾶλλον ἡκύρου τὰ διαβούλια τοῦ ἀρχηγοῦντος ᾿Αλαμανῶν. ὥστε ὁ μὲν τὸν οἰκεῖον, ὡς ἡ Λατίνων βούλεται φωνή, καγκε λάριον, ὡς δ' Ελληνες είποιεν, λογοθέτην (ἦν δὲ οὐ τος ὁ Μαγέντζης ἐπίσκοπος) πέμψας μετὰ πλείστης δυνάμεως τὰς Ἰταλικὰς ὑπεποιεῖτο πόλεις, ἀπο- σπῶν αὐτὰς ἐκ τοῦ πάππα καὶ κατὰ παῤῥησίαν ἀνεύ- θυνον ὑπονοσφιζόμενος βασιλεὺς δὲ τὸν μαρκέσιον χρημάτων ὑποσχέσεσιν ἐλαφρίσας πείθει τῷ Μα. γέντζης ἀντίπαλον διαφεῖναι τὸν οἰκεῖον υἱὸν Κορ ῥάδον, καλὸν ὄντα ἰδεῖν καὶ τὴν ὥραν εὐπρεπή, ἀνδρίας τε καὶ συνέσεως ἐς ὅτι κράτιστον καὶ ἀκρότατον ήκοντα, καὶ ἀκμάζοντα ῥώμῃ σώματος Και συμπλοκῆς γενομένης τοὺς ᾿Αλαμανού ἀπ. ωρούσατο Ιππομαχία τρεψάμενος, ἐνίων δὲ καὶ κρα τήσας, ἐν οἷς ἡριθμεῖτο καὶ ὁ Μαγέντζης ἐπίκτο πος. Τάχα δ' ἂν οὗτος καὶ ἐς Βυζάντιον ἦν ἀνα- πεμφθείς, εἰ μὴ βασιλεὺς ἐξ ἀνθρώπων ἐγένετο Ἀλλ᾽ οὐδέ τις ἦν τῶν [Ρ. 131] Ιταλιωτίδων ἤ τῶν Ιτι ποῤῥωτέρω πόλεων καθ᾿ ἣν ὁ βασιλεὺς οὗτος οὐκ εἶχεν ὁμοτὴν οἰκεῖον καὶ φρονοῦντά οἱ πιστά. Αμέσ λει καὶ ὅσα εἰς τὰ ταμιεῖα τῶν ταμιείων εἰσιόντες ἐν κρυπτῷ ἐτύρευον καὶ ἐτύρβαζον ὁπόσοι τῶν ἐκεῖ Ῥωμαίοις ἀντίφρονες, ἀκουστὰ ἦν ἐκείνῳ καὶ έκπυστα. Αλλοτε δέ ποτε κατὰ τὸν Ἀγκῶνα ἦχον ἐκ βασιλέως τινὲς, δεῆσαν οὕτω, κατά χρείαν πραγ DE MANUELE COMNENO LIB. VII. B ret, ne temeritatis et negligentiæ tum demum peniteret, cum accepta mala corrigi non possent. Ita inclytæ Roma aditu tanquam inermis exclu- sus est is qui armatis legionibus efferebatur. Quo- dam tempore Mediolani mœnia sunt ab Alemanis diruta: sed cives jurejurando adacti se nunquam ea instauraturos, ita victores eluserunt ut urbem principio profunda fossa munirent,se pacta et con- venta violare negantes. Deinde imperatoris auxilio freti ipsa mœnia reposuerunt. Ad hæc Montisfer- rati marchione, viro nobilitate auctoritate et felici sobole insigni, tum amplis muneribus tum Maria filia, ut supra expositum est, ejus flio desponsa ad Romanorum amicitiam adjuncto,magis etiam prin- cipis Alemanorum consilia fregit. Qui Moguntino episcopo, cancellario suo, cum magnis copiis mis- so,Italicas urbes a papa avulsas sine ullo metu subigebat. Verum Montisferrati marchio lar- gitionibus imperatoris impulsus Conradum filium, hominem formosum, fortem, cordatum, viribus et ætate florentem, cum copiis contra Moguntinum mittit. Commisso prælio Alemani ab equitatu pro- fligantur; et inter alios ipse Moguntinus captus forsitan Byzantium missus esset, nisi imperator ante obiisset. Nec ulla fuit urbs Italiæ, aut etiam ab Italia remotior, in qua imperatornon unu:.. con- juratum et hominem sibi fidelem haberet. Unde quæ in conclavibus Romanorum adversarii clam consultabant,ea omnia resciscebat. Aliquando ejus legati negotii cujusdam causa Anconam missi, sive ut quosdam ad imperatoris amicitiam attraherent quos Lizios vocant, sive ut aliquid aliud Romanis utile conficerent,cum id expedivissent, Alemanorum rex ira plenus copias ad vastandam eam urbem mittit et cives puniendos, qui cum imperatore fœ- dus facerent, ejusque legatos in fraudem utique suam ad urbes a se alienandas recepissent. Is exer- citus Ancona hostiliter circumsessa Romano- rum legatos dedi sibi postulabat. Anconitani vero eas minas ita audiverunt, vallum obductum arma- tamque aciem ita timuerunt, ut legatos non modo non prodiderint, sed contemptis Alemanis perica- Ium illud fortiter tolerarint, et ducta obsidione insolitos quoque cibos gustarint. Imperatorii vero legati, populo pro concione interrogato an auxilia A gloriam alteri daret neve limites patrum transfer- C D sibi accersere liceret, cum populus respondisset jicere quidem, sed pecuniam in promptu non 6830, ipsi Deum testati affirmarunt imperatorem omnes belli impensas persoluturum, et ne cunctarentur hortati sunt alioqui gravissima quæque ab hosti- bus toleraturos, uxoribus et liberis in servitutem abductis, pecunia et rebus omnibus direptis. Ita- que a quodam comite Guilielmo et vidua nobili, quæ nuper defuncti mariti opibus potiebatur, ma- gno fenore accepta pecunia et auxiliis introductis libertatem sum civitati restitutam sunt gralu- lati. Quo successu lætus imperator Anconitanos collaudat; et civitate Romana donatis omnia se
ὀρθοτομηθέντος δὲ τοῦ ζητουμένου καὶ τῇ δόξῃ προστεθέντος τοῦ βασιλέως τῇ θεοφιλεῖ τε καὶ κρείττονι, καθαίρεσιν ὑπέστησαν ὡς ἀντίφρονες ὁ ὑποψήφιος τῆς Θεουπόλεως μεγάλης Ἀντιοχείας Σωτήριχος ὁ Παντεύγενος, ὁ Δυρραχίου Εὐστάθιος, ὁ τοῦ Θεσσαλονίκης Μιχαὴλ τὸν ῥητορικὸν θρόνον κοσμῶν καὶ τὸν εὐαγγελικὸν ἀναβαίνων ὀκρίβαντα, ὁ Βασιλάκης Νικηφόρος τὰς τοῦ Παύλου ἀναπτύσσων ἐπ’ ἐκκλησίας ἐπιστολὰς καὶ διαλευκαίνων τῷ τῆς καλλιρρημοσύνης φωτὶ ὅσαι τῶν ἀποστολικῶν ῥήσεων τῇ ἀσαφείᾳ ὑπομελαίνονται καὶ τῷ βάθει τοῦ Πνεύματος ἐπιφρίσσουσι.
Ν παρ' αὐτοῖς λεγομένων ῥηγῶν ἰσχύν τις περιδὺς μείζονα, εἶτα κατὰ Ῥωμαίων ἐπίῃ, χρημάτων ἀν- ελάμβανε δόσεσιν, ἐσωμάσκει τε καὶ ἐπέθηγε πρὸς ἀνθόπλισιν τὸ ὑποπίπτειν κινδυνεύον γένος αρχοντι ὑπερέχοντι. Ιταλιώτας οὖν πολλάκις κατὰ τοῦ ῥη γὸς ᾿Αλαμανίας τοῦ Φρενερίχου ἀνθώπλισεν. Ὁ μὲν γὰρ ὑποκλιθῆναί οἱ τούτους καὶ τὰ καθ᾽ αὑτοὺς ἐπισ τρέψειν ἐκείνῳ διὰ πλείστου ἐτίθετο· ὁ δὲ Μανουήλ πέμπων ἐνίσχυεν ἐκείνους καὶ κραταιούσθαι ὑπετί θεῖ, καὶ τὰς τοῦ ῥηγός δολοφροσύνας ένῆγε φυλάτ τεσθαι. ᾿Αλλὰ καὶ τὴν πρεσβυτέραν Ῥώμην εἰσ ιέναι καὶ στεφθῆναι τὸν αὐτὸν ῥῆγα πολλάκις ἐπιβαλόμενον ἀπεῖρξε τοῦ ἐγχειρήματος, « « Μὴ δώσ σεις ἑτέρῳ τὴν δόξαν σου, » γράφων τῷ πάππα, « μηδὲ πατέρων ὅρια μέταιρε, μή πως τὸ ἀπρομήθευτον ὕστερον ἔργοις αὐτοῖς ὁποῖόν ἐστιν ἐπιγνούς τηνι καῦτα πλήττῃ τὴν ψυχὴν μεταμέλῳ διὰ τὴν τοῦ εἰκότος ὀλιγωρίαν, ὁπότε τὸ κακὸν παντάπασι ἀθε ράπευτον. » Καὶ ἦν ἐκ τούτου τῆς μεγαλοδόξου Ῥώμης ἀποκλειόμενος, καθά τις ἄοπλος, ὁ μυριάσι γαυριῶν στρατευμάτων. Εστι δ' ὅτε τὰ μὲν τείχη Μεδιολάνων ὑπ' ᾿Αλαμανῶν κατεστράφησαν, οἱ δὲ τῆς πόλεως ταύτης οικήτορες κατασοφισάμενοι τοὺς Ένορκον ἀνάγκην σφίσιν ἐπενεγκόντας μὴ ἄν τὸ τοῖχος ἀναδομήσειν ποτέ, τὰ μὲν πρῶτα ἐπὶ τάφρῳ ᾤχουν βαθείᾳ καὶ ὀρυκτῇ, μὴ ἐπιορκεῖν ἐκ τοῦδε λέγοντες, ἔπειτα δὲ ὡς πρότερον τὰ τείχη ἀνεκαί νισαν τοῦ βασιλέως τοῦδε γενομένου συλλήπτορος. Επὶ τούτοις γε μὴν τὸν Μόντης Φεράντης μαρκέ- στον, εὐγενείᾳ καὶ εὐτεκνίᾳ κομῶντα καὶ μέγα δυο νάμενον, εἰς φίλον Ῥωμαίοις ἐγγράψας τοῦτο μὲν δωρήμασιν ἀδροῖς, τοῦτο δὲ τῷ τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν νεώτερον συνευνάσαι τῇ οἰκείᾳ θυγατρὶ τῇ Μαρία, ὡς ὀλίγῳ πρότερον εἴπομεν, ἔτι μᾶλλον ἡκύρου τὰ διαβούλια τοῦ ἀρχηγοῦντος ᾿Αλαμανῶν. ὥστε ὁ μὲν τὸν οἰκεῖον, ὡς ἡ Λατίνων βούλεται φωνή, καγκε λάριον, ὡς δ' Ελληνες είποιεν, λογοθέτην (ἦν δὲ οὐ τος ὁ Μαγέντζης ἐπίσκοπος) πέμψας μετὰ πλείστης δυνάμεως τὰς Ἰταλικὰς ὑπεποιεῖτο πόλεις, ἀπο- σπῶν αὐτὰς ἐκ τοῦ πάππα καὶ κατὰ παῤῥησίαν ἀνεύ- θυνον ὑπονοσφιζόμενος βασιλεὺς δὲ τὸν μαρκέσιον χρημάτων ὑποσχέσεσιν ἐλαφρίσας πείθει τῷ Μα. γέντζης ἀντίπαλον διαφεῖναι τὸν οἰκεῖον υἱὸν Κορ ῥάδον, καλὸν ὄντα ἰδεῖν καὶ τὴν ὥραν εὐπρεπή, ἀνδρίας τε καὶ συνέσεως ἐς ὅτι κράτιστον καὶ ἀκρότατον ήκοντα, καὶ ἀκμάζοντα ῥώμῃ σώματος Και συμπλοκῆς γενομένης τοὺς ᾿Αλαμανού ἀπ. ωρούσατο Ιππομαχία τρεψάμενος, ἐνίων δὲ καὶ κρα τήσας, ἐν οἷς ἡριθμεῖτο καὶ ὁ Μαγέντζης ἐπίκτο πος. Τάχα δ' ἂν οὗτος καὶ ἐς Βυζάντιον ἦν ἀνα- πεμφθείς, εἰ μὴ βασιλεὺς ἐξ ἀνθρώπων ἐγένετο Ἀλλ᾽ οὐδέ τις ἦν τῶν [Ρ. 131] Ιταλιωτίδων ἤ τῶν Ιτι ποῤῥωτέρω πόλεων καθ᾿ ἣν ὁ βασιλεὺς οὗτος οὐκ εἶχεν ὁμοτὴν οἰκεῖον καὶ φρονοῦντά οἱ πιστά. Αμέσ λει καὶ ὅσα εἰς τὰ ταμιεῖα τῶν ταμιείων εἰσιόντες ἐν κρυπτῷ ἐτύρευον καὶ ἐτύρβαζον ὁπόσοι τῶν ἐκεῖ Ῥωμαίοις ἀντίφρονες, ἀκουστὰ ἦν ἐκείνῳ καὶ έκπυστα. Αλλοτε δέ ποτε κατὰ τὸν Ἀγκῶνα ἦχον ἐκ βασιλέως τινὲς, δεῆσαν οὕτω, κατά χρείαν πραγ DE MANUELE COMNENO LIB. VII. B ret, ne temeritatis et negligentiæ tum demum peniteret, cum accepta mala corrigi non possent. Ita inclytæ Roma aditu tanquam inermis exclu- sus est is qui armatis legionibus efferebatur. Quo- dam tempore Mediolani mœnia sunt ab Alemanis diruta: sed cives jurejurando adacti se nunquam ea instauraturos, ita victores eluserunt ut urbem principio profunda fossa munirent,se pacta et con- venta violare negantes. Deinde imperatoris auxilio freti ipsa mœnia reposuerunt. Ad hæc Montisfer- rati marchione, viro nobilitate auctoritate et felici sobole insigni, tum amplis muneribus tum Maria filia, ut supra expositum est, ejus flio desponsa ad Romanorum amicitiam adjuncto,magis etiam prin- cipis Alemanorum consilia fregit. Qui Moguntino episcopo, cancellario suo, cum magnis copiis mis- so,Italicas urbes a papa avulsas sine ullo metu subigebat. Verum Montisferrati marchio lar- gitionibus imperatoris impulsus Conradum filium, hominem formosum, fortem, cordatum, viribus et ætate florentem, cum copiis contra Moguntinum mittit. Commisso prælio Alemani ab equitatu pro- fligantur; et inter alios ipse Moguntinus captus forsitan Byzantium missus esset, nisi imperator ante obiisset. Nec ulla fuit urbs Italiæ, aut etiam ab Italia remotior, in qua imperatornon unu:.. con- juratum et hominem sibi fidelem haberet. Unde quæ in conclavibus Romanorum adversarii clam consultabant,ea omnia resciscebat. Aliquando ejus legati negotii cujusdam causa Anconam missi, sive ut quosdam ad imperatoris amicitiam attraherent quos Lizios vocant, sive ut aliquid aliud Romanis utile conficerent,cum id expedivissent, Alemanorum rex ira plenus copias ad vastandam eam urbem mittit et cives puniendos, qui cum imperatore fœ- dus facerent, ejusque legatos in fraudem utique suam ad urbes a se alienandas recepissent. Is exer- citus Ancona hostiliter circumsessa Romano- rum legatos dedi sibi postulabat. Anconitani vero eas minas ita audiverunt, vallum obductum arma- tamque aciem ita timuerunt, ut legatos non modo non prodiderint, sed contemptis Alemanis perica- Ium illud fortiter tolerarint, et ducta obsidione insolitos quoque cibos gustarint. Imperatorii vero legati, populo pro concione interrogato an auxilia A gloriam alteri daret neve limites patrum transfer- C D sibi accersere liceret, cum populus respondisset jicere quidem, sed pecuniam in promptu non 6830, ipsi Deum testati affirmarunt imperatorem omnes belli impensas persoluturum, et ne cunctarentur hortati sunt alioqui gravissima quæque ab hosti- bus toleraturos, uxoribus et liberis in servitutem abductis, pecunia et rebus omnibus direptis. Ita- que a quodam comite Guilielmo et vidua nobili, quæ nuper defuncti mariti opibus potiebatur, ma- gno fenore accepta pecunia et auxiliis introductis libertatem sum civitati restitutam sunt gralu- lati. Quo successu lætus imperator Anconitanos collaudat; et civitate Romana donatis omnia se
Λέγεται δὲ ὡς τοῦ δόγματος τούτου ὑποκινουμένου καὶ εἰς κοινὴν ἐπικρινομένου προτεθῆναι βάσανον, ἐξώρως ἐκραγῆναι βροντὴν ἐξαισίαν, ὑφ’ ἧς καὶ περικτυπηθῆναι τὰς ἀκοὰς τὸ συνὸν ἅπαν τῷ βασιλεῖ, κατὰ Πελαγονίαν διατρίβοντι τότε, καί τινα τῶν λόγῳ τροφίμων, Ἠλίαν τοὔνομα, τὴν τύχην ὑπὲρ τοὺς πολλούς, τοῦ στρατοῦ φύλακα, βίβλον ἀναπτύξαντα περὶ βροντῶν καὶ σεισμῶν διεξιοῦσαν καὶ τὰ περὶ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καθ’ ὃν ἐβρόντησεν, ἐπελθόντα φάσκοντα εὑρεῖν οὑτωσὶ πτῶσις σοφῶν. Οὐ μόνον τοίνυν οἱ ῥηθέντες, τῶν τηνικαῦτα ὄντες σοφῶν οἱ κράτιστοι, τῆς ἐκκλησίας ἀπεσφενδονήθησαν καὶ πάσης ἱερᾶς ὑπηρεσίας ἐξωστρακίσθησαν, ἀλλὰ σὺν αὐτοῖς καὶ ἕτεροι τῶν θείων περιβόλων ἀποσηκασθέντες ἠλάθησαν.
Ν παρ' αὐτοῖς λεγομένων ῥηγῶν ἰσχύν τις περιδὺς μείζονα, εἶτα κατὰ Ῥωμαίων ἐπίῃ, χρημάτων ἀν- ελάμβανε δόσεσιν, ἐσωμάσκει τε καὶ ἐπέθηγε πρὸς ἀνθόπλισιν τὸ ὑποπίπτειν κινδυνεύον γένος αρχοντι ὑπερέχοντι. Ιταλιώτας οὖν πολλάκις κατὰ τοῦ ῥη γὸς ᾿Αλαμανίας τοῦ Φρενερίχου ἀνθώπλισεν. Ὁ μὲν γὰρ ὑποκλιθῆναί οἱ τούτους καὶ τὰ καθ᾽ αὑτοὺς ἐπισ τρέψειν ἐκείνῳ διὰ πλείστου ἐτίθετο· ὁ δὲ Μανουήλ πέμπων ἐνίσχυεν ἐκείνους καὶ κραταιούσθαι ὑπετί θεῖ, καὶ τὰς τοῦ ῥηγός δολοφροσύνας ένῆγε φυλάτ τεσθαι. ᾿Αλλὰ καὶ τὴν πρεσβυτέραν Ῥώμην εἰσ ιέναι καὶ στεφθῆναι τὸν αὐτὸν ῥῆγα πολλάκις ἐπιβαλόμενον ἀπεῖρξε τοῦ ἐγχειρήματος, « « Μὴ δώσ σεις ἑτέρῳ τὴν δόξαν σου, » γράφων τῷ πάππα, « μηδὲ πατέρων ὅρια μέταιρε, μή πως τὸ ἀπρομήθευτον ὕστερον ἔργοις αὐτοῖς ὁποῖόν ἐστιν ἐπιγνούς τηνι καῦτα πλήττῃ τὴν ψυχὴν μεταμέλῳ διὰ τὴν τοῦ εἰκότος ὀλιγωρίαν, ὁπότε τὸ κακὸν παντάπασι ἀθε ράπευτον. » Καὶ ἦν ἐκ τούτου τῆς μεγαλοδόξου Ῥώμης ἀποκλειόμενος, καθά τις ἄοπλος, ὁ μυριάσι γαυριῶν στρατευμάτων. Εστι δ' ὅτε τὰ μὲν τείχη Μεδιολάνων ὑπ' ᾿Αλαμανῶν κατεστράφησαν, οἱ δὲ τῆς πόλεως ταύτης οικήτορες κατασοφισάμενοι τοὺς Ένορκον ἀνάγκην σφίσιν ἐπενεγκόντας μὴ ἄν τὸ τοῖχος ἀναδομήσειν ποτέ, τὰ μὲν πρῶτα ἐπὶ τάφρῳ ᾤχουν βαθείᾳ καὶ ὀρυκτῇ, μὴ ἐπιορκεῖν ἐκ τοῦδε λέγοντες, ἔπειτα δὲ ὡς πρότερον τὰ τείχη ἀνεκαί νισαν τοῦ βασιλέως τοῦδε γενομένου συλλήπτορος. Επὶ τούτοις γε μὴν τὸν Μόντης Φεράντης μαρκέ- στον, εὐγενείᾳ καὶ εὐτεκνίᾳ κομῶντα καὶ μέγα δυο νάμενον, εἰς φίλον Ῥωμαίοις ἐγγράψας τοῦτο μὲν δωρήμασιν ἀδροῖς, τοῦτο δὲ τῷ τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν νεώτερον συνευνάσαι τῇ οἰκείᾳ θυγατρὶ τῇ Μαρία, ὡς ὀλίγῳ πρότερον εἴπομεν, ἔτι μᾶλλον ἡκύρου τὰ διαβούλια τοῦ ἀρχηγοῦντος ᾿Αλαμανῶν. ὥστε ὁ μὲν τὸν οἰκεῖον, ὡς ἡ Λατίνων βούλεται φωνή, καγκε λάριον, ὡς δ' Ελληνες είποιεν, λογοθέτην (ἦν δὲ οὐ τος ὁ Μαγέντζης ἐπίσκοπος) πέμψας μετὰ πλείστης δυνάμεως τὰς Ἰταλικὰς ὑπεποιεῖτο πόλεις, ἀπο- σπῶν αὐτὰς ἐκ τοῦ πάππα καὶ κατὰ παῤῥησίαν ἀνεύ- θυνον ὑπονοσφιζόμενος βασιλεὺς δὲ τὸν μαρκέσιον χρημάτων ὑποσχέσεσιν ἐλαφρίσας πείθει τῷ Μα. γέντζης ἀντίπαλον διαφεῖναι τὸν οἰκεῖον υἱὸν Κορ ῥάδον, καλὸν ὄντα ἰδεῖν καὶ τὴν ὥραν εὐπρεπή, ἀνδρίας τε καὶ συνέσεως ἐς ὅτι κράτιστον καὶ ἀκρότατον ήκοντα, καὶ ἀκμάζοντα ῥώμῃ σώματος Και συμπλοκῆς γενομένης τοὺς ᾿Αλαμανού ἀπ. ωρούσατο Ιππομαχία τρεψάμενος, ἐνίων δὲ καὶ κρα τήσας, ἐν οἷς ἡριθμεῖτο καὶ ὁ Μαγέντζης ἐπίκτο πος. Τάχα δ' ἂν οὗτος καὶ ἐς Βυζάντιον ἦν ἀνα- πεμφθείς, εἰ μὴ βασιλεὺς ἐξ ἀνθρώπων ἐγένετο Ἀλλ᾽ οὐδέ τις ἦν τῶν [Ρ. 131] Ιταλιωτίδων ἤ τῶν Ιτι ποῤῥωτέρω πόλεων καθ᾿ ἣν ὁ βασιλεὺς οὗτος οὐκ εἶχεν ὁμοτὴν οἰκεῖον καὶ φρονοῦντά οἱ πιστά. Αμέσ λει καὶ ὅσα εἰς τὰ ταμιεῖα τῶν ταμιείων εἰσιόντες ἐν κρυπτῷ ἐτύρευον καὶ ἐτύρβαζον ὁπόσοι τῶν ἐκεῖ Ῥωμαίοις ἀντίφρονες, ἀκουστὰ ἦν ἐκείνῳ καὶ έκπυστα. Αλλοτε δέ ποτε κατὰ τὸν Ἀγκῶνα ἦχον ἐκ βασιλέως τινὲς, δεῆσαν οὕτω, κατά χρείαν πραγ DE MANUELE COMNENO LIB. VII. B ret, ne temeritatis et negligentiæ tum demum peniteret, cum accepta mala corrigi non possent. Ita inclytæ Roma aditu tanquam inermis exclu- sus est is qui armatis legionibus efferebatur. Quo- dam tempore Mediolani mœnia sunt ab Alemanis diruta: sed cives jurejurando adacti se nunquam ea instauraturos, ita victores eluserunt ut urbem principio profunda fossa munirent,se pacta et con- venta violare negantes. Deinde imperatoris auxilio freti ipsa mœnia reposuerunt. Ad hæc Montisfer- rati marchione, viro nobilitate auctoritate et felici sobole insigni, tum amplis muneribus tum Maria filia, ut supra expositum est, ejus flio desponsa ad Romanorum amicitiam adjuncto,magis etiam prin- cipis Alemanorum consilia fregit. Qui Moguntino episcopo, cancellario suo, cum magnis copiis mis- so,Italicas urbes a papa avulsas sine ullo metu subigebat. Verum Montisferrati marchio lar- gitionibus imperatoris impulsus Conradum filium, hominem formosum, fortem, cordatum, viribus et ætate florentem, cum copiis contra Moguntinum mittit. Commisso prælio Alemani ab equitatu pro- fligantur; et inter alios ipse Moguntinus captus forsitan Byzantium missus esset, nisi imperator ante obiisset. Nec ulla fuit urbs Italiæ, aut etiam ab Italia remotior, in qua imperatornon unu:.. con- juratum et hominem sibi fidelem haberet. Unde quæ in conclavibus Romanorum adversarii clam consultabant,ea omnia resciscebat. Aliquando ejus legati negotii cujusdam causa Anconam missi, sive ut quosdam ad imperatoris amicitiam attraherent quos Lizios vocant, sive ut aliquid aliud Romanis utile conficerent,cum id expedivissent, Alemanorum rex ira plenus copias ad vastandam eam urbem mittit et cives puniendos, qui cum imperatore fœ- dus facerent, ejusque legatos in fraudem utique suam ad urbes a se alienandas recepissent. Is exer- citus Ancona hostiliter circumsessa Romano- rum legatos dedi sibi postulabat. Anconitani vero eas minas ita audiverunt, vallum obductum arma- tamque aciem ita timuerunt, ut legatos non modo non prodiderint, sed contemptis Alemanis perica- Ium illud fortiter tolerarint, et ducta obsidione insolitos quoque cibos gustarint. Imperatorii vero legati, populo pro concione interrogato an auxilia A gloriam alteri daret neve limites patrum transfer- C D sibi accersere liceret, cum populus respondisset jicere quidem, sed pecuniam in promptu non 6830, ipsi Deum testati affirmarunt imperatorem omnes belli impensas persoluturum, et ne cunctarentur hortati sunt alioqui gravissima quæque ab hosti- bus toleraturos, uxoribus et liberis in servitutem abductis, pecunia et rebus omnibus direptis. Ita- que a quodam comite Guilielmo et vidua nobili, quæ nuper defuncti mariti opibus potiebatur, ma- gno fenore accepta pecunia et auxiliis introductis libertatem sum civitati restitutam sunt gralu- lati. Quo successu lætus imperator Anconitanos collaudat; et civitate Romana donatis omnia se
PG 139:551Μετὰ χρόνους δέ τινας τὴν ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι τοῦ θεανθρώπου φωνὴν προθεὶς εἰς ἐξέτασιν ὀλίγα ταῖς τῶν πατέρων προσσχὼν ἐξηγήσεσι, καὶ ταῦτα διαφόροις οὔσαις καὶ ἱκαναῖς πρὸς τὴν τοῦ ζητουμένου παράστασιν καὶ σαφήνειαν, ἐφερμηνεύσεις οἰκείας εἰσήνεγκε, φιλονείκως τῶν ἅπαξ δοξάντων περιεχόμενος καὶ πρὸς τὸ οἰκεῖον ἀνθέλκων βούλημα καὶ ὃ κυρώσειν προέθετο τὰς μηδὲν τῇ ἀληθείᾳ λυμαινομένας ἀλλὰ θεοσόφως λεχθείσας ῥήσεις τῶν μακαρίων διδασκάλων τῆς οἰκουμένης. τῶν μὲν γὰρ λεγόντων τῷ αἰτίῳ εἰρῆσθαι μείζονα, τῶν δὲ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον ἐξειληφότων καὶ τῷ προσλήμματι, οὐ τῷ Λόγῳ τὴν φωνὴν ταύτην ἀπονειμαμένων, ὥσπερ καὶ τὸ πρὸς τὸν πατέρα πορεύεσθαι καὶ τὸ ἔρχεσθαι τοῦ κόσμου τὸν ἄρχοντα καὶ ἐρευνῶντα μηδὲν ὅλως εὑρίσκειν ἐν αὐτῷ, τινῶν δὲ περὶ τοῦ Λόγου τὸ μεῖζον ἐκλαβομένων, οὐχ ἁπλῶς δὲ καὶ κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐν τῷ ἐνανθρωπῆσαι ἄκραν κένωσιν καὶ ταπείνωσιν, καὶ ἄλλων ἄλλως εὐσεβῶς μέντοι ἐκδεξαμένων, ταύτας οὐκ οἶδ’ ὅπως ἀποστέρξας ὡς οὐχ ἱκανῶς περὶ τοῦ προκειμένου εἰπούσας καὶ ἑτέρως αὐτὸ διηρμήνευεν.
Α σιν, ὡς καὶ καχλάζειν ἐν πολλοῖς ἐπὶ μέγα τὸ ῥό- Οιον καὶ τὰς ὄχθας τῇ τῶν κτύπων ἀνεπέμψει συνεπηχεῖν, περὶ δὲ τὰς τῶν ὁρῶν ὑποβάσεις μίαν άτραπὸν παρανοίγουσι, συνεπτυγμένην καὶ ταύτην καὶ χαλεπὴν τοῖς βαδίζουσι, ὥστε πη μηδ' ἐπὶ τετ- σάρων ἀσπίδων (66) αὐτὴν ἀναπτύσσεσθαι, ὑπὸ πετρῶν λισσάδων καὶ ποταμίου ρεύματος ἐς τὸ πάντη συνιούσαν στενόπορον. Εκ δὲ Λαρίσσης ἄρας προσχώρει τοῖς ἔμπροσθεν, μηδενὸς εἰς χεῖρας αὐτῷ προσιέναι θαῤῥεῖν ἔχοντος. Όψὲ δὲ καὶ μόλις περὶ τὰς Θερμοπύλας λόχον ὁ Σγουρός Λέων ὑποκαθίσας, μηδὲν δέ τι καὶ δράσας γενναῖον, ἀλλὰ καὶ πρὸς μόνην τὴν τῶν ἱππέων Λατίνων ὄψιν ἀλλοφρονήσας φυγὰς ἐκεῖθεν ἐς τὸν ᾿Ακροκόρινθον ᾤχετο. Ὁ 8, Σγουρὸς οὗτος ἐκ τοῦ Ναυπλίου γεγενημένος χρόνο μὲν τινα τῶν ἐκ τοῦ γένους βίᾳ μᾶλλον ἤπερ πειθοί κατίσχυε, πατρόν τι μέτρον ἀναπληρῶν καὶ χειρί τον οὐχ αἱμάτων καθαρεύον κληρούχημα· ἀεὶ δὲ τῷ τῶν πραγμάτων ανωμάλῳ ἐπιδιδοὺς καὶ τοῖς στα· σιώδεσι καιροῖς οἶδαινόμενος μέγας ἐκ μικροῦ πρόει· σιν, ὡς οἱ χείμαῤῥοι τοῖς ὄμβροις καὶ τοῖς βιαίοις τὰ κύματα πνεύμασι. Τὸ γὰρ ἱππόβοτον "Αργος ὑπονοθεύσας, καὶ ἐπὶ τῷδε τὴν Κόρινθον ληϊσάμενος, καὶ πρωϊὼν ἀεὶ τοῖς λῃστεύμασιν, εἶτα καὶ ταῖς ᾿Αθήναις αὐταῖς προσήραξε μετὰ πολεμικῶν νηών καὶ τὸν Ἰσθμὸν διελθόντος στρατεύματος, ἐλπίσι θαλπόμενος ὡς εὐμαρῶς κρατήσει τῆς ἀκροπόλεως, ἤ γοῦν ἑλεπόλεις ἐπιστήσας ὡς ἀπόλεμον θροήσει τὸ ἔνδον ἀπομαχόμενον. Ην δ' ἀναπεμπάζων φρεσί καὶ εἰκαίως διανοούμενος τὰ μὴ πέρας ὅλως δεξί μενα. Ο γὰρ ἀρχιποιμὴν ᾿Αθηνῶν Μιχαὴλ ὁ Χω νιάτης (κασίγνητος οὗτος ἐμὸς, καὶ ἐμὸς ἐγκαλ λωπίζομαι γὰρ τῇ ὁμογνιότητι, καὶ χαίρω καθ' αἷμα τῷ ἀνδρὶ συναπτόμενος, εἰ καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ λόγου κατὰ διάμετρον ἐκδιίσταμαι) τὸ οἱ κεῖον λάχος ὁρῶν (67) τῶν αὐτοῦ βουλῶν καὶ εὐχῶν εξεχόμενον, ἐπεὶ παρευβαλόντα θεάσαιτο τὸν Σγου ρόν, ἔγνω μετιέναι τοῦτον θεοφιλῶς, εἴ πως εκείθεν ἀποστῆσαι δυνήσεται, μηδ' ἄλλως ἀσυνήθως ἔχοντε πρὸς αὐτὸν, ἐς δὲ λόγους ἐληλυθότα πολλάκις. Καὶ δὴ ὡς ἐξ ὑπερδεξίων τῆς πόλεως τοξεύει παραινέ σεων βέλεμνα, καὶ τῇ ποιμαντικῇ σφενδόνῃ ἀκροβο λίζεται διαφιείς θεόπλοκα βήματα. Εστι δ᾽ ὅπη καὶ ὡς ἐξ ἐλεπόλειν τῶν πατρικῶν ἀπειλῶν πειράται κατασείειν τὸ ἐκείνου φρόνημα, μὴ δεῖν λέγων ἀπὸ Χριστοῦ καλούμενον καὶ Ῥωμαίοις συνεξεταζόμενον διὰ μάχης Ρωμαίοις χωρεῖν, εἰ μὴ πιστούται μόν νοις [Ρ. 391] χείλεσι τὸ Χριστώνυμον, ὡς ἐσθῆτι καὶ γλώττῃ τὸν Ῥωμαίοις ὁμόφωνον, τῇ δὲ καρδίᾳ πόῤῥω πλάζοιτο τῶν καλουμένων ἀπὸ Χριστοῦ. Τί δὲ καὶ ἔχων Αθηναίοις ἐπεγκαλεῖν τῇ Αττική ἐπεστράτευσε; τοῖς μὲν γὰρ γείτοσιν Αργείοις εἶχεν ἄν τι καὶ ἐπάγειν ὡς ὁμόροις αἰτίαμα, ποιοῦν ἀνεύ παραταξάμενοι NICETE CHONIATE nantibus ; et unum, eumque angustum tramitem B et transitu haud facilem aperiunt, ut vix quaterni milites præ rupibus et torrentibus possint incedere. Larissa digressus ullerius pergebat, nemine resi- stere audente, donec sero ac vix tandem Scurus Leo circa Thermopylas insidias ei struxit. Sed nullo forti edito facinore, ad solum conspe- ctum Latinorum equitum territus Acrocorinthum confugit. Scurus hic Nauplio ortus aliquandiu vi magis quam voluntate popularium principatum tenuit a patre susceptum, ad cujus imitationem non sine sanguine imperavit. Sed confusione re- rum auctus, et turbulentis temporibus ut torrentes imbribus et turbinibus unde tumefactus, e parvo magnus exstitit. Argos dolo, Corinthum latrocinio cepit: et grassando subinde progressus ipsas Athenas cum bellicis navibus et exercitu per Isthmum tra- ducto est adortus, ea spe se arcis facile potiturum, aut machinis adductis imbelle præsidium facile territurum. Cæterum ea agitabat animo et frustra conabatur, quæ ad exitum perduci non poterant. Nam Athenarum summus pastor Michael Choniates, frater meus (meus inquam : nam laudi mihi duco cognationem ejus, et ei me sanguine propinquum esse gaudeo, licet a virtute et eloquentia ejus re- motissimus), cum sui muneris esse intelligeret consilio et precibus rem publicam juvare, Scuri castris visis, pie cum eo agere instituit, an homi- nem, præsertim non ignotum sed sæpe col- locutum,amovere posset. Itaque ex urbe tanquam superiore loco monitorum sagittas ejaculatur, et pastorali funda divina verba jacit. Aliquando etiam spiritualibus minis tanquam arietibus animum illius sternere instituit. Non enim decere eum qui Christianus sit et inter Romanos nomen suum pro- fileatur, Romanos bello petere, nisi forte solis la- biis Christianum agat, ut et veste et lingua dun- taxat Romanum, corde vero a Christianis sit re- motissimus. Quam vero causam habeat oppu- gnani Athenas ? nam Argivis ob vicinitatem pos set forsitan aliquid crimini dare, quo illorum expugnatio excusetur, quemadmodum et Corinthiis nuper archiepiscopi eorum crebrae insidias obje- cerit, unde Romanum exercitum Nauplium accur- rere et naves hostiles appellere viderit. Athenien- ses vero et ipsum, ut locis distent, ita nihil invicem habere negotii, et ab omni emulatione remolos D esse. Cum urbis porro sacerdote nihil intercedere nisi pia et spiritualia commercia, quoniam hunc ipse patrem et pastorem appellare nunquam recu- sarit, et suavitate orationis ejus magis afficiatur quam mellis dulcedine, eaque semper frui cupiat, hic vero ipsum in spiritualium liberorum numerum C Hier. Wolfii notæ. αpud Isocratem in Archidamo legi- tur. Quod vix credibile videtur, aciem in longum extensam nec uno viro profundiorem multis milli- bus restitisse. muneris esse intelligeret. Quodsi cui displicet, re- ponat cum suum gregem, vel cives suos, a consiliis et precibus suis pendere videret. (66) Ἐπὶ τεσσάρων ἀσπίδων. Ἐπὶ μιᾶς ἀσπίδος (67) Τὸ οἰκεῖον λάχος ὁρῶν. Converti, cum sui
Ἀμέλει καὶ σύνοδον συγκροτήσας καὶ ἅπαν ὅσον τοῖς θείοις ἔχαιρε δόγμασι συναθροίσας ἐνῆγεν ἕκαστον ἐν τόμῳ δογματικῷ ὑπογράφειν ὁρίζοντας οὑτωσὶ ἀποδέχομαι μὲν καὶ τὰς περὶ τοῦ ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι τῶν θεοφόρων πατέρων φωνάς, λέγω δὲ εἰρῆσθαι τοῦτο καὶ κατὰ τὴν ἐν αὐτῷ κτιστὴν καὶ παθητὴν σάρκα. Τοῦτο δὲ οὐκ οἶδ’ ὅπως τὸ ἔλαττον πρὸς τὸν πατέρα τῷ υἱῷ σαρκοφορήσαντι περιτίθησιν, ὡς εἴπερ ἀπωλίσθησε τῆς ἰσότητος διὰ τὴν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως πρόσληψιν καὶ τὴν πρὸς ἡμᾶς ἐπιδημίαν, μὴ τὴν ἰδίαν καὶ οὕτως ἀνασώζων δόξαν, τοῖς δὲ τῆς κενώσεως μέτροις ἐναπομείνας, ἢ μὴ θεώσας καὶ ὑψώσας τὸ ταπεινὸν καὶ τῶν οἰκείων αὐχημάτων μέτοχον ἀποδείξας ἐξ αὐτῆς ἑνώσεως, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτοῦ τοὐναντίον ταπεινωθείς, ὅπερ ἄτοπον. Ἀμέλει καὶ γραφαῖς ἐρυθραῖς ὡς φλογίνῃ ῥομφαίᾳ τὸ δόγμα τοῦτο διειληφώς, ἀπειλούσαις θάνατον καὶ ἀποκήρυξιν πίστεως τῷ προσεμβλέψαι ὅλως ἔνδον τολμήσαντι καὶ κατὰ πρώτην τοῦ νοῦ κίνησιν, πολλοῦ δέω εἰπεῖν ἐπιλαβομένῳ καὶ ὑποτονθορύσαντι, ἔπειτα καὶ λιθίναις πλαξὶν ἐγχαράξας ὑποθήκαις τινῶν ἐπὶ Νεὼ τοῦ Μεγίστου ἀνέθετο.
Α σιν, ὡς καὶ καχλάζειν ἐν πολλοῖς ἐπὶ μέγα τὸ ῥό- Οιον καὶ τὰς ὄχθας τῇ τῶν κτύπων ἀνεπέμψει συνεπηχεῖν, περὶ δὲ τὰς τῶν ὁρῶν ὑποβάσεις μίαν άτραπὸν παρανοίγουσι, συνεπτυγμένην καὶ ταύτην καὶ χαλεπὴν τοῖς βαδίζουσι, ὥστε πη μηδ' ἐπὶ τετ- σάρων ἀσπίδων (66) αὐτὴν ἀναπτύσσεσθαι, ὑπὸ πετρῶν λισσάδων καὶ ποταμίου ρεύματος ἐς τὸ πάντη συνιούσαν στενόπορον. Εκ δὲ Λαρίσσης ἄρας προσχώρει τοῖς ἔμπροσθεν, μηδενὸς εἰς χεῖρας αὐτῷ προσιέναι θαῤῥεῖν ἔχοντος. Όψὲ δὲ καὶ μόλις περὶ τὰς Θερμοπύλας λόχον ὁ Σγουρός Λέων ὑποκαθίσας, μηδὲν δέ τι καὶ δράσας γενναῖον, ἀλλὰ καὶ πρὸς μόνην τὴν τῶν ἱππέων Λατίνων ὄψιν ἀλλοφρονήσας φυγὰς ἐκεῖθεν ἐς τὸν ᾿Ακροκόρινθον ᾤχετο. Ὁ 8, Σγουρὸς οὗτος ἐκ τοῦ Ναυπλίου γεγενημένος χρόνο μὲν τινα τῶν ἐκ τοῦ γένους βίᾳ μᾶλλον ἤπερ πειθοί κατίσχυε, πατρόν τι μέτρον ἀναπληρῶν καὶ χειρί τον οὐχ αἱμάτων καθαρεύον κληρούχημα· ἀεὶ δὲ τῷ τῶν πραγμάτων ανωμάλῳ ἐπιδιδοὺς καὶ τοῖς στα· σιώδεσι καιροῖς οἶδαινόμενος μέγας ἐκ μικροῦ πρόει· σιν, ὡς οἱ χείμαῤῥοι τοῖς ὄμβροις καὶ τοῖς βιαίοις τὰ κύματα πνεύμασι. Τὸ γὰρ ἱππόβοτον "Αργος ὑπονοθεύσας, καὶ ἐπὶ τῷδε τὴν Κόρινθον ληϊσάμενος, καὶ πρωϊὼν ἀεὶ τοῖς λῃστεύμασιν, εἶτα καὶ ταῖς ᾿Αθήναις αὐταῖς προσήραξε μετὰ πολεμικῶν νηών καὶ τὸν Ἰσθμὸν διελθόντος στρατεύματος, ἐλπίσι θαλπόμενος ὡς εὐμαρῶς κρατήσει τῆς ἀκροπόλεως, ἤ γοῦν ἑλεπόλεις ἐπιστήσας ὡς ἀπόλεμον θροήσει τὸ ἔνδον ἀπομαχόμενον. Ην δ' ἀναπεμπάζων φρεσί καὶ εἰκαίως διανοούμενος τὰ μὴ πέρας ὅλως δεξί μενα. Ο γὰρ ἀρχιποιμὴν ᾿Αθηνῶν Μιχαὴλ ὁ Χω νιάτης (κασίγνητος οὗτος ἐμὸς, καὶ ἐμὸς ἐγκαλ λωπίζομαι γὰρ τῇ ὁμογνιότητι, καὶ χαίρω καθ' αἷμα τῷ ἀνδρὶ συναπτόμενος, εἰ καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ λόγου κατὰ διάμετρον ἐκδιίσταμαι) τὸ οἱ κεῖον λάχος ὁρῶν (67) τῶν αὐτοῦ βουλῶν καὶ εὐχῶν εξεχόμενον, ἐπεὶ παρευβαλόντα θεάσαιτο τὸν Σγου ρόν, ἔγνω μετιέναι τοῦτον θεοφιλῶς, εἴ πως εκείθεν ἀποστῆσαι δυνήσεται, μηδ' ἄλλως ἀσυνήθως ἔχοντε πρὸς αὐτὸν, ἐς δὲ λόγους ἐληλυθότα πολλάκις. Καὶ δὴ ὡς ἐξ ὑπερδεξίων τῆς πόλεως τοξεύει παραινέ σεων βέλεμνα, καὶ τῇ ποιμαντικῇ σφενδόνῃ ἀκροβο λίζεται διαφιείς θεόπλοκα βήματα. Εστι δ᾽ ὅπη καὶ ὡς ἐξ ἐλεπόλειν τῶν πατρικῶν ἀπειλῶν πειράται κατασείειν τὸ ἐκείνου φρόνημα, μὴ δεῖν λέγων ἀπὸ Χριστοῦ καλούμενον καὶ Ῥωμαίοις συνεξεταζόμενον διὰ μάχης Ρωμαίοις χωρεῖν, εἰ μὴ πιστούται μόν νοις [Ρ. 391] χείλεσι τὸ Χριστώνυμον, ὡς ἐσθῆτι καὶ γλώττῃ τὸν Ῥωμαίοις ὁμόφωνον, τῇ δὲ καρδίᾳ πόῤῥω πλάζοιτο τῶν καλουμένων ἀπὸ Χριστοῦ. Τί δὲ καὶ ἔχων Αθηναίοις ἐπεγκαλεῖν τῇ Αττική ἐπεστράτευσε; τοῖς μὲν γὰρ γείτοσιν Αργείοις εἶχεν ἄν τι καὶ ἐπάγειν ὡς ὁμόροις αἰτίαμα, ποιοῦν ἀνεύ παραταξάμενοι NICETE CHONIATE nantibus ; et unum, eumque angustum tramitem B et transitu haud facilem aperiunt, ut vix quaterni milites præ rupibus et torrentibus possint incedere. Larissa digressus ullerius pergebat, nemine resi- stere audente, donec sero ac vix tandem Scurus Leo circa Thermopylas insidias ei struxit. Sed nullo forti edito facinore, ad solum conspe- ctum Latinorum equitum territus Acrocorinthum confugit. Scurus hic Nauplio ortus aliquandiu vi magis quam voluntate popularium principatum tenuit a patre susceptum, ad cujus imitationem non sine sanguine imperavit. Sed confusione re- rum auctus, et turbulentis temporibus ut torrentes imbribus et turbinibus unde tumefactus, e parvo magnus exstitit. Argos dolo, Corinthum latrocinio cepit: et grassando subinde progressus ipsas Athenas cum bellicis navibus et exercitu per Isthmum tra- ducto est adortus, ea spe se arcis facile potiturum, aut machinis adductis imbelle præsidium facile territurum. Cæterum ea agitabat animo et frustra conabatur, quæ ad exitum perduci non poterant. Nam Athenarum summus pastor Michael Choniates, frater meus (meus inquam : nam laudi mihi duco cognationem ejus, et ei me sanguine propinquum esse gaudeo, licet a virtute et eloquentia ejus re- motissimus), cum sui muneris esse intelligeret consilio et precibus rem publicam juvare, Scuri castris visis, pie cum eo agere instituit, an homi- nem, præsertim non ignotum sed sæpe col- locutum,amovere posset. Itaque ex urbe tanquam superiore loco monitorum sagittas ejaculatur, et pastorali funda divina verba jacit. Aliquando etiam spiritualibus minis tanquam arietibus animum illius sternere instituit. Non enim decere eum qui Christianus sit et inter Romanos nomen suum pro- fileatur, Romanos bello petere, nisi forte solis la- biis Christianum agat, ut et veste et lingua dun- taxat Romanum, corde vero a Christianis sit re- motissimus. Quam vero causam habeat oppu- gnani Athenas ? nam Argivis ob vicinitatem pos set forsitan aliquid crimini dare, quo illorum expugnatio excusetur, quemadmodum et Corinthiis nuper archiepiscopi eorum crebrae insidias obje- cerit, unde Romanum exercitum Nauplium accur- rere et naves hostiles appellere viderit. Athenien- ses vero et ipsum, ut locis distent, ita nihil invicem habere negotii, et ab omni emulatione remolos D esse. Cum urbis porro sacerdote nihil intercedere nisi pia et spiritualia commercia, quoniam hunc ipse patrem et pastorem appellare nunquam recu- sarit, et suavitate orationis ejus magis afficiatur quam mellis dulcedine, eaque semper frui cupiat, hic vero ipsum in spiritualium liberorum numerum C Hier. Wolfii notæ. αpud Isocratem in Archidamo legi- tur. Quod vix credibile videtur, aciem in longum extensam nec uno viro profundiorem multis milli- bus restitisse. muneris esse intelligeret. Quodsi cui displicet, re- ponat cum suum gregem, vel cives suos, a consiliis et precibus suis pendere videret. (66) Ἐπὶ τεσσάρων ἀσπίδων. Ἐπὶ μιᾶς ἀσπίδος (67) Τὸ οἰκεῖον λάχος ὁρῶν. Converti, cum sui
ὑφωρῶντο γὰρ τὴν τῶν κυρωθέντων ἀνάλυσιν ὡς εἰς αὐτὸν τὸν Λόγον διὰ μέσης τῆς σαρκὸς ἀποφερόντων τὸ ἔλαττον, καὶ μάλισθ’ ὅτι τὴν κένωσιν καὶ τὸ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον νοούμενον παρεβλέψαντο. Οἷον δὲ καὶ τόδ’ ἔρεξεν ἀνὴρ οὑτοσὶ περὶ τὸ πέρας τῆς αὐτοῦ βιοτῆς. ἔγκειται τῷ κατηχητικῷ πυκτίῳ μεθ’ ἑτέρων ἀφορισμῶν καὶ τὸ ἀνάθεμα τῷ θεῷ τοῦ Μωάμετ, περὶ οὗ λέγει οὔτε ἐγέννησεν οὔτε ἐγεννήθη καὶ ὅτι ὁλόσφυρός ἐστι. τὸν τοιοῦτον τοίνυν ἀναθεματισμὸν ἀπαλεῖψαι τῶν ὅλων κατηχητηρίων βίβλων προέθετο, ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ πυκτίδος ἀρξάμενος. καὶ ἡ πρόφασις ὡς μάλα εὐπρόσωπος· ἔφασκε γὰρ ὡς εἰς σκάνδαλον πρόκειται τῶν μετατιθεμένων Ἀγαρηνῶν εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς θεοσεβῆ πίστιν τὸ βλασφημεῖσθαι ὅλως θεόν. Οὐκοῦν μετάκλητον τίθησι τὸν μέγιστον Θεοδόσιον, ὃς διεῖπε καὶ ἐκόσμει τηνικαῦτα θρόνον τὸν πρώτιστον, καὶ τῶν κατὰ τὴν πόλιν ἐνδημούντων ἀρχιερέων τοὺς λόγῳ καὶ ἀρετῇ διαπρέποντας καὶ κοινοῦται τούτοις τὸ σκέμμα μετ’ ὀγκηρῶν προεισοδίων τῆς ὑποθέσεως.
Α σιν, ὡς καὶ καχλάζειν ἐν πολλοῖς ἐπὶ μέγα τὸ ῥό- Οιον καὶ τὰς ὄχθας τῇ τῶν κτύπων ἀνεπέμψει συνεπηχεῖν, περὶ δὲ τὰς τῶν ὁρῶν ὑποβάσεις μίαν άτραπὸν παρανοίγουσι, συνεπτυγμένην καὶ ταύτην καὶ χαλεπὴν τοῖς βαδίζουσι, ὥστε πη μηδ' ἐπὶ τετ- σάρων ἀσπίδων (66) αὐτὴν ἀναπτύσσεσθαι, ὑπὸ πετρῶν λισσάδων καὶ ποταμίου ρεύματος ἐς τὸ πάντη συνιούσαν στενόπορον. Εκ δὲ Λαρίσσης ἄρας προσχώρει τοῖς ἔμπροσθεν, μηδενὸς εἰς χεῖρας αὐτῷ προσιέναι θαῤῥεῖν ἔχοντος. Όψὲ δὲ καὶ μόλις περὶ τὰς Θερμοπύλας λόχον ὁ Σγουρός Λέων ὑποκαθίσας, μηδὲν δέ τι καὶ δράσας γενναῖον, ἀλλὰ καὶ πρὸς μόνην τὴν τῶν ἱππέων Λατίνων ὄψιν ἀλλοφρονήσας φυγὰς ἐκεῖθεν ἐς τὸν ᾿Ακροκόρινθον ᾤχετο. Ὁ 8, Σγουρὸς οὗτος ἐκ τοῦ Ναυπλίου γεγενημένος χρόνο μὲν τινα τῶν ἐκ τοῦ γένους βίᾳ μᾶλλον ἤπερ πειθοί κατίσχυε, πατρόν τι μέτρον ἀναπληρῶν καὶ χειρί τον οὐχ αἱμάτων καθαρεύον κληρούχημα· ἀεὶ δὲ τῷ τῶν πραγμάτων ανωμάλῳ ἐπιδιδοὺς καὶ τοῖς στα· σιώδεσι καιροῖς οἶδαινόμενος μέγας ἐκ μικροῦ πρόει· σιν, ὡς οἱ χείμαῤῥοι τοῖς ὄμβροις καὶ τοῖς βιαίοις τὰ κύματα πνεύμασι. Τὸ γὰρ ἱππόβοτον "Αργος ὑπονοθεύσας, καὶ ἐπὶ τῷδε τὴν Κόρινθον ληϊσάμενος, καὶ πρωϊὼν ἀεὶ τοῖς λῃστεύμασιν, εἶτα καὶ ταῖς ᾿Αθήναις αὐταῖς προσήραξε μετὰ πολεμικῶν νηών καὶ τὸν Ἰσθμὸν διελθόντος στρατεύματος, ἐλπίσι θαλπόμενος ὡς εὐμαρῶς κρατήσει τῆς ἀκροπόλεως, ἤ γοῦν ἑλεπόλεις ἐπιστήσας ὡς ἀπόλεμον θροήσει τὸ ἔνδον ἀπομαχόμενον. Ην δ' ἀναπεμπάζων φρεσί καὶ εἰκαίως διανοούμενος τὰ μὴ πέρας ὅλως δεξί μενα. Ο γὰρ ἀρχιποιμὴν ᾿Αθηνῶν Μιχαὴλ ὁ Χω νιάτης (κασίγνητος οὗτος ἐμὸς, καὶ ἐμὸς ἐγκαλ λωπίζομαι γὰρ τῇ ὁμογνιότητι, καὶ χαίρω καθ' αἷμα τῷ ἀνδρὶ συναπτόμενος, εἰ καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ λόγου κατὰ διάμετρον ἐκδιίσταμαι) τὸ οἱ κεῖον λάχος ὁρῶν (67) τῶν αὐτοῦ βουλῶν καὶ εὐχῶν εξεχόμενον, ἐπεὶ παρευβαλόντα θεάσαιτο τὸν Σγου ρόν, ἔγνω μετιέναι τοῦτον θεοφιλῶς, εἴ πως εκείθεν ἀποστῆσαι δυνήσεται, μηδ' ἄλλως ἀσυνήθως ἔχοντε πρὸς αὐτὸν, ἐς δὲ λόγους ἐληλυθότα πολλάκις. Καὶ δὴ ὡς ἐξ ὑπερδεξίων τῆς πόλεως τοξεύει παραινέ σεων βέλεμνα, καὶ τῇ ποιμαντικῇ σφενδόνῃ ἀκροβο λίζεται διαφιείς θεόπλοκα βήματα. Εστι δ᾽ ὅπη καὶ ὡς ἐξ ἐλεπόλειν τῶν πατρικῶν ἀπειλῶν πειράται κατασείειν τὸ ἐκείνου φρόνημα, μὴ δεῖν λέγων ἀπὸ Χριστοῦ καλούμενον καὶ Ῥωμαίοις συνεξεταζόμενον διὰ μάχης Ρωμαίοις χωρεῖν, εἰ μὴ πιστούται μόν νοις [Ρ. 391] χείλεσι τὸ Χριστώνυμον, ὡς ἐσθῆτι καὶ γλώττῃ τὸν Ῥωμαίοις ὁμόφωνον, τῇ δὲ καρδίᾳ πόῤῥω πλάζοιτο τῶν καλουμένων ἀπὸ Χριστοῦ. Τί δὲ καὶ ἔχων Αθηναίοις ἐπεγκαλεῖν τῇ Αττική ἐπεστράτευσε; τοῖς μὲν γὰρ γείτοσιν Αργείοις εἶχεν ἄν τι καὶ ἐπάγειν ὡς ὁμόροις αἰτίαμα, ποιοῦν ἀνεύ παραταξάμενοι NICETE CHONIATE nantibus ; et unum, eumque angustum tramitem B et transitu haud facilem aperiunt, ut vix quaterni milites præ rupibus et torrentibus possint incedere. Larissa digressus ullerius pergebat, nemine resi- stere audente, donec sero ac vix tandem Scurus Leo circa Thermopylas insidias ei struxit. Sed nullo forti edito facinore, ad solum conspe- ctum Latinorum equitum territus Acrocorinthum confugit. Scurus hic Nauplio ortus aliquandiu vi magis quam voluntate popularium principatum tenuit a patre susceptum, ad cujus imitationem non sine sanguine imperavit. Sed confusione re- rum auctus, et turbulentis temporibus ut torrentes imbribus et turbinibus unde tumefactus, e parvo magnus exstitit. Argos dolo, Corinthum latrocinio cepit: et grassando subinde progressus ipsas Athenas cum bellicis navibus et exercitu per Isthmum tra- ducto est adortus, ea spe se arcis facile potiturum, aut machinis adductis imbelle præsidium facile territurum. Cæterum ea agitabat animo et frustra conabatur, quæ ad exitum perduci non poterant. Nam Athenarum summus pastor Michael Choniates, frater meus (meus inquam : nam laudi mihi duco cognationem ejus, et ei me sanguine propinquum esse gaudeo, licet a virtute et eloquentia ejus re- motissimus), cum sui muneris esse intelligeret consilio et precibus rem publicam juvare, Scuri castris visis, pie cum eo agere instituit, an homi- nem, præsertim non ignotum sed sæpe col- locutum,amovere posset. Itaque ex urbe tanquam superiore loco monitorum sagittas ejaculatur, et pastorali funda divina verba jacit. Aliquando etiam spiritualibus minis tanquam arietibus animum illius sternere instituit. Non enim decere eum qui Christianus sit et inter Romanos nomen suum pro- fileatur, Romanos bello petere, nisi forte solis la- biis Christianum agat, ut et veste et lingua dun- taxat Romanum, corde vero a Christianis sit re- motissimus. Quam vero causam habeat oppu- gnani Athenas ? nam Argivis ob vicinitatem pos set forsitan aliquid crimini dare, quo illorum expugnatio excusetur, quemadmodum et Corinthiis nuper archiepiscopi eorum crebrae insidias obje- cerit, unde Romanum exercitum Nauplium accur- rere et naves hostiles appellere viderit. Athenien- ses vero et ipsum, ut locis distent, ita nihil invicem habere negotii, et ab omni emulatione remolos D esse. Cum urbis porro sacerdote nihil intercedere nisi pia et spiritualia commercia, quoniam hunc ipse patrem et pastorem appellare nunquam recu- sarit, et suavitate orationis ejus magis afficiatur quam mellis dulcedine, eaque semper frui cupiat, hic vero ipsum in spiritualium liberorum numerum C Hier. Wolfii notæ. αpud Isocratem in Archidamo legi- tur. Quod vix credibile videtur, aciem in longum extensam nec uno viro profundiorem multis milli- bus restitisse. muneris esse intelligeret. Quodsi cui displicet, re- ponat cum suum gregem, vel cives suos, a consiliis et precibus suis pendere videret. (66) Ἐπὶ τεσσάρων ἀσπίδων. Ἐπὶ μιᾶς ἀσπίδος (67) Τὸ οἰκεῖον λάχος ὁρῶν. Converti, cum sui
PG 139:553ἀνανεύοντας δὲ πάντας εὑρὼν καὶ μηδ’ ἄκροις παραδεχομένους ὠσὶ τὰ εἰςηγούμενα ὡς ἀπόφημα καὶ τῆς εἰς θεὸν ἀληθεστάτης δόξης ἀπάγοντα, ἐξηγουμένους δὲ θεοφιλῶς τὸ εἰς σκάνδαλον δῆθεν καὶ πρόσκομμα κείμενον καὶ διασαφοῦντας μὴ ὅλως θεὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς ποιητὴν καθυποβάλλεσθαι ἀναθέματι, ἀλλὰ τὸν παρὰ τῷ λήρῳ καὶ δαιμονώδει Μωάμετ ἀναπλαττόμενον ὁλόσφυρον θεὸν καὶ μήτε γεννηθέντα μήτε γεννήσαντα· παρὰ Χριστιανοῖς μὲν γὰρ δοξάζεσθαι πατέρα θεόν, αὐτὰ δὲ τὰ ἀπόβλητα τοῦ Μωάμετ ληρήματα τοῦτο ἀπαγορεύειν ὅλως· καὶ ἄλλως δὲ μὴ συνιέναι, ὁποῖον τί ἐστι τὸ ὁλόσφυρον, αὐτοὺς μὲν φθινύθειν εἴασεν ἐν στήθεσιν ἔχων νόον ἀκήλητον, καθ’ ἑαυτὸν δ’ ἐκτίθησι τόμον, ὑπουργοῖς ἐς τοῦτο χρησάμενος οὓς ᾔδει τῶν ἐκ τῆς βασιλείου αὐλῆς τὸν καιρὸν κολακεύοντας καὶ λόγου μετέχοντας, ὑπερηγοροῦντα μὲν τῆς τοῦ Μωάμετ μωρολογίας (οὐ γὰρ ἂν εἴποιμι θεολογίας), καθαπτόμενον δὲ λαμπρῶς τῶν πρότερον βασιλέων καὶ τῶν ἐκ τοῦ καταλόγου τοῦ ἱεροῦ ὡς ἀμαθῶς καὶ ἀπερισκέπτως ἀνεχομένων ὑπὸ ἀνάθεμα τίθεσθαι θεὸν τὸν ἀληθινόν.
Α ᾿Αλεξίῳ συγγίνεται (οὗτος γὰρ τῶν (69) τοῦ βορ πλευρῶν κατασυρεὶς καὶ τῆς ἐν πόλεσιν ἀρχοντες ἐκσφαιρισθεὶς τοῖς Θετταλοῖς παρέβαλε Τέμπεσιν), ἐπὶ δὲ καὶ τῆς ἐκείνου θυγατρὸς Εὐδοκίας εὐνέτης γίνεται. Αὕτη δὲ Στεφάνῳ συναφθεῖσα πρότερον τῷ ἀρχηγοῦντι τῶν Τριβαλλῶν παρὰ μὲν ἐκείνου ἐμ- βριθῶς ἀποπέμπεται, τὸ δὲ Βυζάντιον κατειληφυία εἰς γυναῖκα ἂγεται ὕστερον μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς πόλεως καὶ τὴν ἐκ ταύτης ἀπονόστησιν ᾿Αλεξίῳ τῷ Δούκα, ὃς ἐπωνομάζετο Μούρτζουρλος καὶ τὰ σκέ πτρα τῶν Ῥωμαίων λοῖσθος ἐνεχειρίσατο. Πλὴν οὐδ' οὗτος ὁ Δούκας ἕως γήρως καὶ πρεσβείου τῇ Εὐδοκία συνώκησεν· ὁ γὰρ ταύτης πατὴρ Αλέξιος, οὐκ οἶδ' ὅ τι παθών, σὺν δόλῳ τὸν ἄνδρα συνείλησε καὶ κακῶς ἐς τὰς κόρας διέθετο, πλάνης πλάνητα μισῶν κομιδῆ καὶ φυγὰς βασιλείας τῷ ἀποπεσόντι ταύτης ἀντικαθήμενος. Μετ᾿ οὐ πολὺν δέ τινα χρόνον τῆς πηρώσεως εἰς χεῖρας ἐμπεσὼν τῶν Λατίνων ὁ Δούκας εἰς τὸ Βυζάντιον ἀνακομίζεται, καὶ ὑπὸ δίκην ἀχθεὶς ὡς τὸν ἑαυτοῦ κύριον καὶ βασιλέα συνειληφώς καὶ τοῦ ζῆν ἐξαγαγών δι᾿ ἀγχόνης ἀπελογήσατο μὲν ἐκεῖνον προδότην τῆς πατρίδος δοθῆναι καὶ ἀξίως τὰ εἰκότα παθεῖν, μὴ μόνῳ δέ οἱ ταῦτα διαπραχθῆναι, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις, ὅσοι κατ' οἰκείωσιν καὶ γένος ἐκείνῳ συνήπτοντο. Οἱ δὲ μὴ προσσχόντες οἷς εἴρη κεν, οὔτε μὴν οἷς ἔτι ὤδινεν εἰπεῖν τὰς ἀκοὰς ὁποσον οὖν ὑποσχόντες, καταψηφίζονται θάνατον τοῦ ἀν δρὸς καινότροπον τε καὶ βιαιότατον. Εἰς γὰρ τὸν ἐν τῷ Ταύρῳ ἱστάμενον ὑψιτενη κίονα τοῦτον ἀνενεγ κόντες βάλλουσιν ἐκεῖθεν κάτω· ὁ δ᾽ ἐπὶ πόδες μέχρι τινὸς κατιών, εἶτα ανατραπεὶς κατωκάρα κα μετὰ βραχὺ κατα βαγείς δόχμιος διέρρηξεν οικτρό τατα τὴν ψυχήν. Τῇ γοῦν Εὐδοκία συναφθεὶς ὁ Σγουρὸς τοῦ μαρκεσίου τῇ Ἑλλάδι προσάγοντος αὐτὸς, ὡς μικρῷ πρόσθεν εἰρήκειν, τὸ ἐν Θερμοπί λαις ἐτήρει τέναγος καὶ τὸ ἐπικρεμάμενον ταύταις σκιόεν ὄρος καὶ ὑψικόρυμβον καὶ τἀλλ᾽ ὁπόσα τὴν Ελλάδα δυσπρόσοδον τίθησιν. ᾿Αλλὰ καὶ οὕτω κατά πᾶσαν εὐμάρειαν οἱ ἐκεῖσε τῷ μαρκεσίῳ ὑπέκυπτον ἀγεννεῖ καὶ καταβεβλημένῳ φρονήματι καὶ προσχωρεῖν ἀεί πως έγνωκότι τοῖς κρείττος, καὶ ταῦτα μὴ στρατιάν ἄγοντι μυριάριθμον μηδὲ συμβαίνουσαν ταῖς γνώμαις, ἀλλ᾿ ἀσύμφωνον ἐν πλείστοις ὡς ἐκ πόλεων ἡλισμένην πολλῶν. Ἐλάτας δὲ κἀπὶ τὴν Βοιωτίαν αὐτὴν, ὡς οὐδέ τις επανήκων οἴκαδε χρόνιος, ὑπὸ τῶν Καδμείων ασμένως προσδέ- χεται. Προϊὼν δὲ κρατεῖ καὶ τῆς Ἀττικῆς, καὶ τῇ ἀκροπόλει φρουρὰν ἐγκαθίστησιν. Εἶχε δὲ ὁ προ- εδρεύων ἱερατικῶς τῆς πόλεως, ὥσπερ Σγουρὸν πρό- τερον, οὕτω καὶ τότε μαρκέσιον αποπέμψασθαι· μὴ εἶναι δὲ δοκιμάζων καιρὸν ἀντιστάσεως, οἷα τῆς τῶν ὅλων βασιλίδος αλούσης, τῆς δ' ἐσπερίου καὶ έψας ὑπὸ Ῥωμαίους λήξεως τὴν σκιὰν ὑπιούσης του Λατινοῦ δόρατος, ἀναιμωτὶ τοῦ ἐρύματος ὑπερ ίσταται. Ἐπὶ πᾶσι δ' οὐδ᾽ Εὔβοια γενναῖον βλέπε: τι καὶ ἐλεύθερον, ἀλλὰ καὶ αὕτη χεῖρα προτείνει, ρείς. NICET CHONIATE B ciam uxorem ducit, quæ prius Stephano Triballo- rum duci nupta, ab eoque repudiata et Byzantium reversa, post captam urbem et deser am Alexio Ducæ cognomento Murzuflo, qui Romanum impe- rium postremus invasit nuperat. Sed ne is qui- dem illam ad senectutem usque tenuit. Nam Eu- dociæ pater Alexius, haud scio qua re impulsus, dolo eum comprehensum luminibus orbavit, erro errori infestissimus, et imperio dejectus simili ca- lamitate conflictato inimicissimus. Neque multo post excæcationem a Latinis comprehensus Ducas Byzantium reducitur, et ob dominum et impera- torem suum comprehensum et laqueo enectum in judicium adductus, pro sui defensione attulit illum patriæ proditorem exstitisse et dignas suo scelere dedisse pœnas. Neque se unum id fecisse, sed et reliquos illius cognatos. Verum illi, spreta ejus oratione, et iis quæ adjungere cupiebat plane repudiatis, capitis hominem condemnant, novo et violentissimo supplicii genere. Nam in altissimam columnam, quæ in Tauro stat,perductum præcipi- tant.805 ls vero aliquandiu in pedes descendens, deinde in caput subversus et humi allisus mise- rabiliter interiit. Scurus autem ducta Eudocia, mare chione in Greciam transituro, ut paulo ante dixi, Thermopylarum angustias et altum montem eis imminentem, cæteraque loca quæ Græciæ aditum intercludunt, accurate custodiebat. Verum nihilo- minus ille iis locis facillime potitus est ob nostro- rum ignaviam ac degeneres abjectosque animos, subinde potentiores colere volentium; idque cum non magnum adduceret exercitum nec inter se con- sentientem, sed plerisque in rebus, quippe ex mul- tis urbibus collectum, dissidentem. Et cum ipsam Boeotiam invaderet, tam cupide susceptus est quam quisquam qui ex longinqua et diuturna pere- grinatione domum revertitur. Progressus etiam Attica potitur, et arci presidium imponit. Cum au- tem idem archiepiscopus, ut pridem Scurum, ita et tunc marchionem propulsare posset, tamen tempus a resistendo alienum esse ratus, quippe urbe imperatrice expugnata et tam Orientalibus, quam Occidentalibus provinciis Latinæ hastæ um- bram subeuntibus, citra dimicationem munitione cedit. Postremo Euboea quoque, omissa de- fensione, supplices ad marchionem manus tendit, et exercitui Euripo concitatiori pontem subster D nit; et in ipso freto castellum ædificatum, in eoquo sedentem exercitum cernit, a quo mutabiles insu- larium animi et callida consilia a detectione coer- cerentur. Sed quid meam orationem barbari an!e- vertunt et bistoriæ cursum occupant, nec ab ulio adversario detinentur ? nam hæc, ut Thebis spo. liatis et Athenis occupatis in Euboeam transierint, adhuc refert : illi vero, non ut pedites, sed ut aeriæ volucres, alis supra historiam evecti, ad [P. 393] Hier. Wolfii notæ. Non satis assequor quid sibi velit. Vetustus C codex et hic mutilus est, ut et alibi, ubi ejus sub- sidio perquam opus est. (67) Οὗτος γὰρ τῶν τοῦ βορρᾶ πλευρῶν κατασ
καὶ τοῦτον εἰς κοινὴν ἀκρόασιν ἐπὶ τῶν ἱερῶν ἀρχείων ἐκδίδωσι συνεκπεπομφὼς οἷον τοῦ τόμου προοδευτὰς καὶ νεολαῖαν κροτοῦσαν τὰ γεγραμμένα ὅσοι τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ τῆς γερουσίας ἦσαν κεφάλαιον καὶ τοὺς ἐκ τοῦ γένους λογιότητι χαίροντας. τοσοῦτον δὲ τὸ πιθανὸν ὁ λόγος ἐπλούτει, οὐκ ἐν διδακτοῖς Πνεύματος βρίθων ῥήμασιν, ἀλλ’ ἐν πειθοῖ σοφίας ἀνθρωπίνης κομῶν, ὡς μικροῦ δεῖν ἀπαιωρῆσαι τῶν ὤτων μὴ μόνον ὅσον ἀφεώρα πρὸς τὴν ποικίλην τούτου περιβολὴν καὶ τὸ ἐπίχαρι τοῦ πτερώματος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ μεταλλεῦον τῶν γεγραμμένων τὸν νοῦν. Καὶ τάχ’ ἂν ἦν ὡς ἀληθὴς θεὸς δοξαζόμενος ὁ τῷ Μωάμετ ὁστισοῦν ληρούμενος ὁλόσφυρος θεός, εἰ μὴ ὁλοσχερῶς ὁ πατριάρχης ἀντέβη· οὔτε γὰρ οὗτος τοῖς γραφομένοις τὸν νοῦν προσέσχηκεν ὡς ἐπισφαλῆ καὶ νέα ἐπεισάγουσι δόγματα καὶ τοὺς λοιποὺς δὲ ὡς δηλητηριώδη ταῦτα ὑφορᾶσθαι παρέπειθεν. ὁ δὲ ὥσπερ τι δεινὸν πεπονθὼς ὀνείδεσιν ἔπλυνε τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ μωρὰ τοῦ κόσμου τούτους ὠνόμαζεν, ἄλλως τε καὶ νόσῳ προσπαλαίων τότε δεινῇ, ὑφ’ ἧς τὸν βίον ἀπέλιπε, καὶ ἐπίχολος ἐντεῦθεν γινόμενος.
Α ᾿Αλεξίῳ συγγίνεται (οὗτος γὰρ τῶν (69) τοῦ βορ πλευρῶν κατασυρεὶς καὶ τῆς ἐν πόλεσιν ἀρχοντες ἐκσφαιρισθεὶς τοῖς Θετταλοῖς παρέβαλε Τέμπεσιν), ἐπὶ δὲ καὶ τῆς ἐκείνου θυγατρὸς Εὐδοκίας εὐνέτης γίνεται. Αὕτη δὲ Στεφάνῳ συναφθεῖσα πρότερον τῷ ἀρχηγοῦντι τῶν Τριβαλλῶν παρὰ μὲν ἐκείνου ἐμ- βριθῶς ἀποπέμπεται, τὸ δὲ Βυζάντιον κατειληφυία εἰς γυναῖκα ἂγεται ὕστερον μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς πόλεως καὶ τὴν ἐκ ταύτης ἀπονόστησιν ᾿Αλεξίῳ τῷ Δούκα, ὃς ἐπωνομάζετο Μούρτζουρλος καὶ τὰ σκέ πτρα τῶν Ῥωμαίων λοῖσθος ἐνεχειρίσατο. Πλὴν οὐδ' οὗτος ὁ Δούκας ἕως γήρως καὶ πρεσβείου τῇ Εὐδοκία συνώκησεν· ὁ γὰρ ταύτης πατὴρ Αλέξιος, οὐκ οἶδ' ὅ τι παθών, σὺν δόλῳ τὸν ἄνδρα συνείλησε καὶ κακῶς ἐς τὰς κόρας διέθετο, πλάνης πλάνητα μισῶν κομιδῆ καὶ φυγὰς βασιλείας τῷ ἀποπεσόντι ταύτης ἀντικαθήμενος. Μετ᾿ οὐ πολὺν δέ τινα χρόνον τῆς πηρώσεως εἰς χεῖρας ἐμπεσὼν τῶν Λατίνων ὁ Δούκας εἰς τὸ Βυζάντιον ἀνακομίζεται, καὶ ὑπὸ δίκην ἀχθεὶς ὡς τὸν ἑαυτοῦ κύριον καὶ βασιλέα συνειληφώς καὶ τοῦ ζῆν ἐξαγαγών δι᾿ ἀγχόνης ἀπελογήσατο μὲν ἐκεῖνον προδότην τῆς πατρίδος δοθῆναι καὶ ἀξίως τὰ εἰκότα παθεῖν, μὴ μόνῳ δέ οἱ ταῦτα διαπραχθῆναι, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις, ὅσοι κατ' οἰκείωσιν καὶ γένος ἐκείνῳ συνήπτοντο. Οἱ δὲ μὴ προσσχόντες οἷς εἴρη κεν, οὔτε μὴν οἷς ἔτι ὤδινεν εἰπεῖν τὰς ἀκοὰς ὁποσον οὖν ὑποσχόντες, καταψηφίζονται θάνατον τοῦ ἀν δρὸς καινότροπον τε καὶ βιαιότατον. Εἰς γὰρ τὸν ἐν τῷ Ταύρῳ ἱστάμενον ὑψιτενη κίονα τοῦτον ἀνενεγ κόντες βάλλουσιν ἐκεῖθεν κάτω· ὁ δ᾽ ἐπὶ πόδες μέχρι τινὸς κατιών, εἶτα ανατραπεὶς κατωκάρα κα μετὰ βραχὺ κατα βαγείς δόχμιος διέρρηξεν οικτρό τατα τὴν ψυχήν. Τῇ γοῦν Εὐδοκία συναφθεὶς ὁ Σγουρὸς τοῦ μαρκεσίου τῇ Ἑλλάδι προσάγοντος αὐτὸς, ὡς μικρῷ πρόσθεν εἰρήκειν, τὸ ἐν Θερμοπί λαις ἐτήρει τέναγος καὶ τὸ ἐπικρεμάμενον ταύταις σκιόεν ὄρος καὶ ὑψικόρυμβον καὶ τἀλλ᾽ ὁπόσα τὴν Ελλάδα δυσπρόσοδον τίθησιν. ᾿Αλλὰ καὶ οὕτω κατά πᾶσαν εὐμάρειαν οἱ ἐκεῖσε τῷ μαρκεσίῳ ὑπέκυπτον ἀγεννεῖ καὶ καταβεβλημένῳ φρονήματι καὶ προσχωρεῖν ἀεί πως έγνωκότι τοῖς κρείττος, καὶ ταῦτα μὴ στρατιάν ἄγοντι μυριάριθμον μηδὲ συμβαίνουσαν ταῖς γνώμαις, ἀλλ᾿ ἀσύμφωνον ἐν πλείστοις ὡς ἐκ πόλεων ἡλισμένην πολλῶν. Ἐλάτας δὲ κἀπὶ τὴν Βοιωτίαν αὐτὴν, ὡς οὐδέ τις επανήκων οἴκαδε χρόνιος, ὑπὸ τῶν Καδμείων ασμένως προσδέ- χεται. Προϊὼν δὲ κρατεῖ καὶ τῆς Ἀττικῆς, καὶ τῇ ἀκροπόλει φρουρὰν ἐγκαθίστησιν. Εἶχε δὲ ὁ προ- εδρεύων ἱερατικῶς τῆς πόλεως, ὥσπερ Σγουρὸν πρό- τερον, οὕτω καὶ τότε μαρκέσιον αποπέμψασθαι· μὴ εἶναι δὲ δοκιμάζων καιρὸν ἀντιστάσεως, οἷα τῆς τῶν ὅλων βασιλίδος αλούσης, τῆς δ' ἐσπερίου καὶ έψας ὑπὸ Ῥωμαίους λήξεως τὴν σκιὰν ὑπιούσης του Λατινοῦ δόρατος, ἀναιμωτὶ τοῦ ἐρύματος ὑπερ ίσταται. Ἐπὶ πᾶσι δ' οὐδ᾽ Εὔβοια γενναῖον βλέπε: τι καὶ ἐλεύθερον, ἀλλὰ καὶ αὕτη χεῖρα προτείνει, ρείς. NICET CHONIATE B ciam uxorem ducit, quæ prius Stephano Triballo- rum duci nupta, ab eoque repudiata et Byzantium reversa, post captam urbem et deser am Alexio Ducæ cognomento Murzuflo, qui Romanum impe- rium postremus invasit nuperat. Sed ne is qui- dem illam ad senectutem usque tenuit. Nam Eu- dociæ pater Alexius, haud scio qua re impulsus, dolo eum comprehensum luminibus orbavit, erro errori infestissimus, et imperio dejectus simili ca- lamitate conflictato inimicissimus. Neque multo post excæcationem a Latinis comprehensus Ducas Byzantium reducitur, et ob dominum et impera- torem suum comprehensum et laqueo enectum in judicium adductus, pro sui defensione attulit illum patriæ proditorem exstitisse et dignas suo scelere dedisse pœnas. Neque se unum id fecisse, sed et reliquos illius cognatos. Verum illi, spreta ejus oratione, et iis quæ adjungere cupiebat plane repudiatis, capitis hominem condemnant, novo et violentissimo supplicii genere. Nam in altissimam columnam, quæ in Tauro stat,perductum præcipi- tant.805 ls vero aliquandiu in pedes descendens, deinde in caput subversus et humi allisus mise- rabiliter interiit. Scurus autem ducta Eudocia, mare chione in Greciam transituro, ut paulo ante dixi, Thermopylarum angustias et altum montem eis imminentem, cæteraque loca quæ Græciæ aditum intercludunt, accurate custodiebat. Verum nihilo- minus ille iis locis facillime potitus est ob nostro- rum ignaviam ac degeneres abjectosque animos, subinde potentiores colere volentium; idque cum non magnum adduceret exercitum nec inter se con- sentientem, sed plerisque in rebus, quippe ex mul- tis urbibus collectum, dissidentem. Et cum ipsam Boeotiam invaderet, tam cupide susceptus est quam quisquam qui ex longinqua et diuturna pere- grinatione domum revertitur. Progressus etiam Attica potitur, et arci presidium imponit. Cum au- tem idem archiepiscopus, ut pridem Scurum, ita et tunc marchionem propulsare posset, tamen tempus a resistendo alienum esse ratus, quippe urbe imperatrice expugnata et tam Orientalibus, quam Occidentalibus provinciis Latinæ hastæ um- bram subeuntibus, citra dimicationem munitione cedit. Postremo Euboea quoque, omissa de- fensione, supplices ad marchionem manus tendit, et exercitui Euripo concitatiori pontem subster D nit; et in ipso freto castellum ædificatum, in eoquo sedentem exercitum cernit, a quo mutabiles insu- larium animi et callida consilia a detectione coer- cerentur. Sed quid meam orationem barbari an!e- vertunt et bistoriæ cursum occupant, nec ab ulio adversario detinentur ? nam hæc, ut Thebis spo. liatis et Athenis occupatis in Euboeam transierint, adhuc refert : illi vero, non ut pedites, sed ut aeriæ volucres, alis supra historiam evecti, ad [P. 393] Hier. Wolfii notæ. Non satis assequor quid sibi velit. Vetustus C codex et hic mutilus est, ut et alibi, ubi ejus sub- sidio perquam opus est. (67) Οὗτος γὰρ τῶν τοῦ βορρᾶ πλευρῶν κατασ
Οὐκοῦν ὅσα τῷ προτέρῳ τόμῳ ἐμπλατυνόμενος εἴρηκεν ἀπηρτημένῃ κατασκευῇ καὶ μεθόδοις ῥητορικαῖς χρησάμενος, ταῦτα ἐπιτεμὼν καὶ τὸ τοῦ δόγματος αὖθις περιθεὶς δέλεαρ ἕτερον τόμον ἐξέθετο. καὶ ἐπεὶ ἔτυχε τότε τοῖς κατὰ Δάμαλιν ἀρχείοις ἐναυλιζόμενος, ἃ Σκουτάριον ὀνομάζονται, τὴν τοῦ ἀέρος εὐκρασίαν μεταδιώκων καὶ τῆς πολυοχλίας ἀπανιστάμενος καὶ ἅπας τῆς νοσοκομίας γινόμενος, διαπλωί̈ζονται ἐκεῖσε βασιλικῷ ἐπιτάγματι ὅ τε τῶν ἀρχιερέων σύλλογος καὶ ὅσοι τὸ πρεσβεῖον ἐκ τῶν λόγων ἐκτήσαντο. ἀλλ’ οὔπω καθαρῶς τῶν λεμβαδίων ἀπέβησαν, καί τις τῶν παρὰ τῷ βασιλεῖ παρρησίαν ἐχόντων ὑπογραμματέων ἐφίσταται (ὁ Ματζούκης ἦν οὗτος Θεόδωρος) καὶ πρός γε τὸν πατριάρχην καὶ τὴν τῶν ἀρχιερέων ὁμήγυριν τὸν λόγον ἀποτεινάμενος τὴν μὲν ἐς τὸν βασιλέα πάροδον μὴ εἶναι ἔφησε νυνὶ ἐφικτὴν διά τι παρεισφρῆσαν ἐκ τῆς νόσου ἐπμόδιον, τῇ δὲ τούτων ἀναγνώσει προςέχειν χρεών, τοὺς χάρτας δείξας τοὺς ἐν χεροῖν.
Α ᾿Αλεξίῳ συγγίνεται (οὗτος γὰρ τῶν (69) τοῦ βορ πλευρῶν κατασυρεὶς καὶ τῆς ἐν πόλεσιν ἀρχοντες ἐκσφαιρισθεὶς τοῖς Θετταλοῖς παρέβαλε Τέμπεσιν), ἐπὶ δὲ καὶ τῆς ἐκείνου θυγατρὸς Εὐδοκίας εὐνέτης γίνεται. Αὕτη δὲ Στεφάνῳ συναφθεῖσα πρότερον τῷ ἀρχηγοῦντι τῶν Τριβαλλῶν παρὰ μὲν ἐκείνου ἐμ- βριθῶς ἀποπέμπεται, τὸ δὲ Βυζάντιον κατειληφυία εἰς γυναῖκα ἂγεται ὕστερον μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς πόλεως καὶ τὴν ἐκ ταύτης ἀπονόστησιν ᾿Αλεξίῳ τῷ Δούκα, ὃς ἐπωνομάζετο Μούρτζουρλος καὶ τὰ σκέ πτρα τῶν Ῥωμαίων λοῖσθος ἐνεχειρίσατο. Πλὴν οὐδ' οὗτος ὁ Δούκας ἕως γήρως καὶ πρεσβείου τῇ Εὐδοκία συνώκησεν· ὁ γὰρ ταύτης πατὴρ Αλέξιος, οὐκ οἶδ' ὅ τι παθών, σὺν δόλῳ τὸν ἄνδρα συνείλησε καὶ κακῶς ἐς τὰς κόρας διέθετο, πλάνης πλάνητα μισῶν κομιδῆ καὶ φυγὰς βασιλείας τῷ ἀποπεσόντι ταύτης ἀντικαθήμενος. Μετ᾿ οὐ πολὺν δέ τινα χρόνον τῆς πηρώσεως εἰς χεῖρας ἐμπεσὼν τῶν Λατίνων ὁ Δούκας εἰς τὸ Βυζάντιον ἀνακομίζεται, καὶ ὑπὸ δίκην ἀχθεὶς ὡς τὸν ἑαυτοῦ κύριον καὶ βασιλέα συνειληφώς καὶ τοῦ ζῆν ἐξαγαγών δι᾿ ἀγχόνης ἀπελογήσατο μὲν ἐκεῖνον προδότην τῆς πατρίδος δοθῆναι καὶ ἀξίως τὰ εἰκότα παθεῖν, μὴ μόνῳ δέ οἱ ταῦτα διαπραχθῆναι, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις, ὅσοι κατ' οἰκείωσιν καὶ γένος ἐκείνῳ συνήπτοντο. Οἱ δὲ μὴ προσσχόντες οἷς εἴρη κεν, οὔτε μὴν οἷς ἔτι ὤδινεν εἰπεῖν τὰς ἀκοὰς ὁποσον οὖν ὑποσχόντες, καταψηφίζονται θάνατον τοῦ ἀν δρὸς καινότροπον τε καὶ βιαιότατον. Εἰς γὰρ τὸν ἐν τῷ Ταύρῳ ἱστάμενον ὑψιτενη κίονα τοῦτον ἀνενεγ κόντες βάλλουσιν ἐκεῖθεν κάτω· ὁ δ᾽ ἐπὶ πόδες μέχρι τινὸς κατιών, εἶτα ανατραπεὶς κατωκάρα κα μετὰ βραχὺ κατα βαγείς δόχμιος διέρρηξεν οικτρό τατα τὴν ψυχήν. Τῇ γοῦν Εὐδοκία συναφθεὶς ὁ Σγουρὸς τοῦ μαρκεσίου τῇ Ἑλλάδι προσάγοντος αὐτὸς, ὡς μικρῷ πρόσθεν εἰρήκειν, τὸ ἐν Θερμοπί λαις ἐτήρει τέναγος καὶ τὸ ἐπικρεμάμενον ταύταις σκιόεν ὄρος καὶ ὑψικόρυμβον καὶ τἀλλ᾽ ὁπόσα τὴν Ελλάδα δυσπρόσοδον τίθησιν. ᾿Αλλὰ καὶ οὕτω κατά πᾶσαν εὐμάρειαν οἱ ἐκεῖσε τῷ μαρκεσίῳ ὑπέκυπτον ἀγεννεῖ καὶ καταβεβλημένῳ φρονήματι καὶ προσχωρεῖν ἀεί πως έγνωκότι τοῖς κρείττος, καὶ ταῦτα μὴ στρατιάν ἄγοντι μυριάριθμον μηδὲ συμβαίνουσαν ταῖς γνώμαις, ἀλλ᾿ ἀσύμφωνον ἐν πλείστοις ὡς ἐκ πόλεων ἡλισμένην πολλῶν. Ἐλάτας δὲ κἀπὶ τὴν Βοιωτίαν αὐτὴν, ὡς οὐδέ τις επανήκων οἴκαδε χρόνιος, ὑπὸ τῶν Καδμείων ασμένως προσδέ- χεται. Προϊὼν δὲ κρατεῖ καὶ τῆς Ἀττικῆς, καὶ τῇ ἀκροπόλει φρουρὰν ἐγκαθίστησιν. Εἶχε δὲ ὁ προ- εδρεύων ἱερατικῶς τῆς πόλεως, ὥσπερ Σγουρὸν πρό- τερον, οὕτω καὶ τότε μαρκέσιον αποπέμψασθαι· μὴ εἶναι δὲ δοκιμάζων καιρὸν ἀντιστάσεως, οἷα τῆς τῶν ὅλων βασιλίδος αλούσης, τῆς δ' ἐσπερίου καὶ έψας ὑπὸ Ῥωμαίους λήξεως τὴν σκιὰν ὑπιούσης του Λατινοῦ δόρατος, ἀναιμωτὶ τοῦ ἐρύματος ὑπερ ίσταται. Ἐπὶ πᾶσι δ' οὐδ᾽ Εὔβοια γενναῖον βλέπε: τι καὶ ἐλεύθερον, ἀλλὰ καὶ αὕτη χεῖρα προτείνει, ρείς. NICET CHONIATE B ciam uxorem ducit, quæ prius Stephano Triballo- rum duci nupta, ab eoque repudiata et Byzantium reversa, post captam urbem et deser am Alexio Ducæ cognomento Murzuflo, qui Romanum impe- rium postremus invasit nuperat. Sed ne is qui- dem illam ad senectutem usque tenuit. Nam Eu- dociæ pater Alexius, haud scio qua re impulsus, dolo eum comprehensum luminibus orbavit, erro errori infestissimus, et imperio dejectus simili ca- lamitate conflictato inimicissimus. Neque multo post excæcationem a Latinis comprehensus Ducas Byzantium reducitur, et ob dominum et impera- torem suum comprehensum et laqueo enectum in judicium adductus, pro sui defensione attulit illum patriæ proditorem exstitisse et dignas suo scelere dedisse pœnas. Neque se unum id fecisse, sed et reliquos illius cognatos. Verum illi, spreta ejus oratione, et iis quæ adjungere cupiebat plane repudiatis, capitis hominem condemnant, novo et violentissimo supplicii genere. Nam in altissimam columnam, quæ in Tauro stat,perductum præcipi- tant.805 ls vero aliquandiu in pedes descendens, deinde in caput subversus et humi allisus mise- rabiliter interiit. Scurus autem ducta Eudocia, mare chione in Greciam transituro, ut paulo ante dixi, Thermopylarum angustias et altum montem eis imminentem, cæteraque loca quæ Græciæ aditum intercludunt, accurate custodiebat. Verum nihilo- minus ille iis locis facillime potitus est ob nostro- rum ignaviam ac degeneres abjectosque animos, subinde potentiores colere volentium; idque cum non magnum adduceret exercitum nec inter se con- sentientem, sed plerisque in rebus, quippe ex mul- tis urbibus collectum, dissidentem. Et cum ipsam Boeotiam invaderet, tam cupide susceptus est quam quisquam qui ex longinqua et diuturna pere- grinatione domum revertitur. Progressus etiam Attica potitur, et arci presidium imponit. Cum au- tem idem archiepiscopus, ut pridem Scurum, ita et tunc marchionem propulsare posset, tamen tempus a resistendo alienum esse ratus, quippe urbe imperatrice expugnata et tam Orientalibus, quam Occidentalibus provinciis Latinæ hastæ um- bram subeuntibus, citra dimicationem munitione cedit. Postremo Euboea quoque, omissa de- fensione, supplices ad marchionem manus tendit, et exercitui Euripo concitatiori pontem subster D nit; et in ipso freto castellum ædificatum, in eoquo sedentem exercitum cernit, a quo mutabiles insu- larium animi et callida consilia a detectione coer- cerentur. Sed quid meam orationem barbari an!e- vertunt et bistoriæ cursum occupant, nec ab ulio adversario detinentur ? nam hæc, ut Thebis spo. liatis et Athenis occupatis in Euboeam transierint, adhuc refert : illi vero, non ut pedites, sed ut aeriæ volucres, alis supra historiam evecti, ad [P. 393] Hier. Wolfii notæ. Non satis assequor quid sibi velit. Vetustus C codex et hic mutilus est, ut et alibi, ubi ejus sub- sidio perquam opus est. (67) Οὗτος γὰρ τῶν τοῦ βορρᾶ πλευρῶν κατασ
PG 139:555Ἦν δὲ ὁ μὲν περὶ τοῦ προκειμένου δόγματος διαλαμβάνων, ὅν, ὡς εἰρήκειμεν, καὶ ὑπογράψαι τοὺς συνελθόντας ἀρχιερεῖς διὰ σπουδῆς ὁ αὐτοκράτωρ ἐτίθετο, ὁ δ’ ἕτερος τὸν βασιλέα ἔχων διαλεγόμενον τῷ ἀρχιποίμενί τε Θεοδοσίῳ καὶ τῇ συνόδῳ οὐδὲν μέτριον οὐδὲ χάριεν διεξῄει, ἀλλὰ τῇ ἐνστάσει τοῦ πατριάρχου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἀρχιερέων ὡς μὴ κατὰ λόγον γινομένῃ ἐπιμεμφόμενος διηπειλεῖτο μείζονος συνόδου συγκρότησιν καὶ τὴν μετ’ αὐτοῦ τοῦ πάπα τῶν προκειμένων διάσκεψιν.
τοῦτο ξυνεπέμπετο, ὅπως ὁ μὲν ἀπογράφων ἔσται καὶ τολυπεύων τὰς ὑποθέσεις, ἐξ ὧν ἤμελλον οἱ φόροι συνάγεσθαι, ὁ δὲ ὡς κερδοσυλλέκτης προεδρεύει καὶ τὰ φασκώλια σφραγίδι διασημαίνεται ἃ ἤμελλον εἰσφέρεσθαι βασιλεῖ. Τὰ πλεῖστα μέντοι πρὸς τοὐναντίον αὐτῷ περιίστατο, καὶ ἠθέτητό οἱ ἐντεῦθεν τὰ σκέμματα· Ρωμαίους γὰρ ὡς κλεμματιστὰς ἐκτρεπόμενος εἴτε ὑποβλεπόμενος, ἐλάνθανεν ἑαυτὸν ερασιχρημάτους ὀλβίζων Βαρβάρους καὶ εὖ ποιῶν ἀνδράρια κακοδαίμονα, καὶ τοῦ κατὰ φύσιν καὶ παιδείαν χρηστοῦ καὶ πιστοῦ πρὸς τὴν ἀντικειμένην γνώμην τοὺς ἐνδαποὺς καθιστῶν, ἐπεὶ καὶ τὸ εἰς αὐτοὺς καχύποπτον τοῦ βασιλέως ἐκεῖνοι γνωρίζοντες, καὶ ὡς ὑπηρέται πλέον καὶ προαγωγοί λημμάτων ἤπερ ἀσφαλεῖς τὰ εἰς πίστιν κρινόμενοι τοῖς ἐθνικοῖς συντάττονται, κατὰ σύνδυο ἐκπεμπό μενοι, ἤ γοῦν ὡς πακοροι καὶ παράπειροι τοῦ τῆς ἀρχῆς λογίζονται ἅρματος, τὸ διατεταγμένον μόνον ἐποίουν, θερίζοντες καὶ δεσμεύοντες ὡς δράγματα τὰ κέρματα, καὶ ὡς εἰς ἅλωνα συμφοροῦντες τὸν ἐπὶ πολλῶν καθιστάμενον ἐκεῖνον καὶ πλείστων ἄλλων Ῥωμαίων ἀντάξιον κρινόμενον Βάρβαρον, τὰ δ᾽ ἀλλὰ παρέβλεπον, ἵνα μὴ λέγοιμι ὡς βασιλεῖ μὲν βραχέα καὶ οἶοι ἀφαιρέματα τῶν ἄλλων εἴσω ήγετο, τὰ δὲ πλείω ἐκεῖνοι παρενοσφίζοντο, τοῦ ἀγαθοῦ καὶ πιστοῦ παρὰ βασιλεῖ δούλου ἐν πρώτοις ἑαυτῷ φύροντος ἐγκρυφίας ἐκ τῶν ἀλοωμένων πυρῶν εἴτ' οὖν χρυσίνων, καὶ μετέπειτα μεταδιδόντος καὶ τῷ συνάρχοντι. ἄγω γ'. Εργον τοῦ βασιλέως τούτου καὶ ὁ μὴ πολὺ τῆς [Ρ. 134] θαλάσσης ἔνδον ἱσταμενος πύργος τῆς προσκλυζούσης τὴν χέρσον, ἥτις ὠνομάζετο Δάμα λις, τὰ νῦν δὲ Αρκλα καλεῖται, ἀλλὰ δὴ καὶ ὁ ἀντίπορθμος οὗτος πύργος τῆς τῶν Μαγγάνων αγω χιστα δεδομημένος μονῆς. Ην δὲ σκοπὸς τῷ τούτους ἀνεγείραντι ἄνακτι κατὰ καιρὸν ἐπαγωγῆς πλοίων Βαρβαρικών σιδηρᾶν ἐξ ἑκατέρων άλυσιν διατείνε σθαι, καὶ ἄβατον ἐντεῦθεν γίνεσθαι ὁπόσα περὶ τὴν ἀκρόπολιν μέρη τῆς πόλεως καὶ τὸν συρόμενον ἔσωθεν ὁλκὸν ἕως καὶ ἐς αὐτὰ τὰ ἐν Βλαχέρναις βασίλειαν. Φιλοκαλίαν δὲ κατηγοροῦσι τοῦδε τοῦ βασιλέως καὶ οἱ κατ᾽ ἄμφω τὰ ἀνάκτορα ἐπιμήκιστοι περίστυλοι ἀνδρῶνες, οὔς αὐτὸς ἀνήγειρεν, οἳ ψηφί δων χρυσῶν ἐπιθέσεσι διαυγάζοντες τυποῦσιν ἂνθεσι βαφής πολυχρόου καὶ τέχνῃ χειρῶν θαυμασία ὅσα οὗτος κατὰ Βαρβάρων Ανδρίσατο ἤ ἄλλως ἐπὶ βέλ τον Ρωμαίοις διεσκευάκει. Αλλὰ καὶ τὰς πλείστας τῶν κατὰ τὸν πορθμὸν τῆς Προποντίδος λαμπρών οἰκοδομιῶν, ἐν αἷς οἱ βασιλεῖς Ῥωμαίων θερίζουσι τὰς εὐωρίας μεταδιώκοντες ὡς οἱ πάλαι κρατοῦντες Περσῶν τὰ Σουσά τε καὶ Ἐσβάτανα, οὗτος ἀνήγειρε καὶ πρὸς κόσμον ὑπεξῆρε πλείονα. Καὶ πρὸς τοὺς πόνους γὰρ ἀντεῖχε μάλα, καιροῦ καλοῦντος μο χθεῖν, καὶ ψύχος ἔστεγε καὶ πνίγος ἔφερε καὶ πρὸς ὕπνον ἀπεμάχετο, καὶ ταῖς τρυφαῖς δὲ προσανεῖχε πολέμων ἄγων σχολὴν καὶ ἐνησμένιζε ταῖς ἀνέσεσιν. Εἰ τοίνυν περιεργότερον τοῦτον ἠθρήκει τις, ὅπως έχαιρε καρυκείαις βρωμάτων καὶ τοῖς πρὸς λύριον καὶ κιθάραν καὶ συμφωνίαν ᾠδῶν ἔχουσιν οὐκ ἀπὸ ηχθάνετο, εἶπεν ἂν ὡς μόνοις ἐννεάσας ἔχει τοῖς τοι ούτοις καὶ ἡδονὴν τὸ πέρας ἤγηται τῆς ζωῆς· εἰ δὲ τοὐναντίον αὐτῷ προσέβλεψε πρὸς πᾶσαν ἀταπει νώτῳ γλυκυθυμίαν τυγχάνοντι καὶ τιθεμένῳ παρὰ φαῦλον ἡ δυπάθειαν δυσκόλων ἐπιστάντων καιρῶν, ἐθαύμασεν ἂν ἄν ὅπως ἐξήλλακτο πρὸς ἀμφότερα. Ἐπιβαλόμενος δὲ τὸν πρὸς θάλασσαν τῆς ἁγίας Εἰρήνης οικοδομήσειν νεών, δν μεγέθει μέγιστον καὶ κάλλει κάλλιστον πάλαι Μαρκιανὸς ὁ πάνω ἀνα ἤγειρε, πῦρ δὲ ἠθάλωσε, μέρη τινὰ τοῦ τοιούτου τεμένους ἐκ βάθρων δειμάμενος τοῦ λοιποῦ τῆς ναοδομίας επαύσατο. Ἱδρύσατο δὲ φροντιστήριον ἱερὸν περὶ που τὸ τοῦ Πόντου στόμα, εἰς τόπον τινὰ NICETE CHONIATA sibi primum panes conficere, deinde etiam college A aliquid impertiri. continente in mari exstructa est, quæ Damalis pri- dem,nunc Arcula dicitur, et allera turris e regione juxta Manganium monasterium, eo consilio ut ferrea calena utrinque extenta barbaris navibus aditus in loca urbis arci vicina et tractum illum omnem usque ad Blacherniam regiam interclude- retur. Magnificentiam ejus testantur etiam ma- xima illa conclavia in utroque palatio structa, aureis laminis refulgentia et illustribus coloribus exornata, in quibus bella ejus cum barbaris alia- que ex utilitate Romani imperii administrata sum- mo depicta artificio spectantur. Ad hæc pleraque splendida in freto Propontidis difcia, in quibus imperatores propter aeris temperiem æstatem exigere solent, ut olim Persarum reges Susis atque C Ecbatanis, exædificavit et exornavit. Nam et cum tempus postulabat, patientissimus erat laborum, frigoris,æstus,insomniæ ; et eum a bellis vacabat, jucunditati se dabat et genio indulgebat. Ac si quis accuratius observasset quantopere lautitiis ciborum et lyra, cithara, symphoniis delectaretur, eum in iis solis ætatem exegisse et voluptatem summum bonum statuisse judicasset.Sin duristem- poribus omnem jucunditatem despicere et volupta- tem in vitio ponere vidisset, ingenium ad utrumque paratum miratus esset. Templum divinæ Irenæ ma- ximum et pulcherrimum a Marciano impera- tore conditum et incendio absumptum instaurare aggressus, cum partes quasdam ex fundamentis exstruxisset, destitit; et monasterium in Ponti faucibns, loco qui Catascepe dicitur, archiducis D Michaelis nomine exstruxit; in quo celeberrimos quosque et præstantissimos monachos collocavit, ea ratione ut solitariam et quietam vitam sino ulla sollicitudine possent degere. Cum enim mo- nachos possessionibus et negotiis turbatos et tranquillitate animi et Dei cultu excidere intel- ligeret, nullas eis vineas, nullos agros, nullas possessiones, quas nec corum professio admittit, assignavit, sed ex fisco tantum pendi jussit quan- tum ad victum et cultum opus esset. Videtur ni- mirum immodicam cupiditatem struendi monasteria 3. Ab hoc imperatore turris illa non procul a B
ἀγνώμων γὰρ ἂν εἴην ἔλεγε καὶ ἀλόγιστος, εἰ μὴ πολλοστὸν ἀντιδοίην μέρος τῷ ἐμῷ βασιλευτῇ καὶ βασιλεῖ τῶν ὅλων θεῷ, ὧν ἐκεῖθεν κρειττόνως ἔσχηκα, πᾶσαν σπουδὴν εἰσενεγκών, ὥστε μὴ τοῦτον ἀναθέματι καθυποβάλλεσθαι ἀληθινὸν ὄντα θεόν. Τοσοῦτον δὲ τοῦ διαθροηθῆναι τοῖς τοιούτοις ἀπεῖχον οἱ ἀκροώμενοι ἀπειλήμασιν, ὥστε καὶ ὁ τῆς Θεσσαλονίκης πρόεδρος, ὁ πολὺς καὶ μέγας ἐν λόγοις Εὐστάθιος, ζήλου ἐπὶ τοῖς ἀνεγνωσμένοις πλησθεὶς καὶ μὴ ἐνεγκὼν θεὸν ἀληθινὸν ὀνομάζεσθαι ὁλόσφυρόν τι διανοίας ἀνάπλασμα κακοδαίμονος ἐσοίμην ἂν ἔφη καταπεπατημένον ταῖς πτέρναις φορῶν τὸν ἐγκέφαλον καὶ τοῦ σχήματος τούτου παράπαν ἀνάξιος, τὸν ἐπὶ τῶν ὤμων δείξας μανδύαν, εἰ θεὸν ἡγοίμην ἀληθινὸν τὸν παιδεραστὴν καὶ καμηλώδη καὶ πάσης πράξεως μυσαρᾶς ὑφηγητὴν καὶ διδάσκαλον. ἐπεπήγεσαν οὖν ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις τούτοις οἱ ἀκηκοότες μικροῦ· ἦν γὰρ καὶ διατόρως ταῦτα φθεγγόμενος καὶ προδήλως χαρακτηρίζων τὸν ζήλῳ εὐσεβείας πυρούμενον. ὁ δὲ τοῦ γράμματος ὑπαγορευτὴς ἐκπλαγεὶς παλίμπους εἰς τὸν αὐτοκράτορα εἴσεισι.
τοῦτο ξυνεπέμπετο, ὅπως ὁ μὲν ἀπογράφων ἔσται καὶ τολυπεύων τὰς ὑποθέσεις, ἐξ ὧν ἤμελλον οἱ φόροι συνάγεσθαι, ὁ δὲ ὡς κερδοσυλλέκτης προεδρεύει καὶ τὰ φασκώλια σφραγίδι διασημαίνεται ἃ ἤμελλον εἰσφέρεσθαι βασιλεῖ. Τὰ πλεῖστα μέντοι πρὸς τοὐναντίον αὐτῷ περιίστατο, καὶ ἠθέτητό οἱ ἐντεῦθεν τὰ σκέμματα· Ρωμαίους γὰρ ὡς κλεμματιστὰς ἐκτρεπόμενος εἴτε ὑποβλεπόμενος, ἐλάνθανεν ἑαυτὸν ερασιχρημάτους ὀλβίζων Βαρβάρους καὶ εὖ ποιῶν ἀνδράρια κακοδαίμονα, καὶ τοῦ κατὰ φύσιν καὶ παιδείαν χρηστοῦ καὶ πιστοῦ πρὸς τὴν ἀντικειμένην γνώμην τοὺς ἐνδαποὺς καθιστῶν, ἐπεὶ καὶ τὸ εἰς αὐτοὺς καχύποπτον τοῦ βασιλέως ἐκεῖνοι γνωρίζοντες, καὶ ὡς ὑπηρέται πλέον καὶ προαγωγοί λημμάτων ἤπερ ἀσφαλεῖς τὰ εἰς πίστιν κρινόμενοι τοῖς ἐθνικοῖς συντάττονται, κατὰ σύνδυο ἐκπεμπό μενοι, ἤ γοῦν ὡς πακοροι καὶ παράπειροι τοῦ τῆς ἀρχῆς λογίζονται ἅρματος, τὸ διατεταγμένον μόνον ἐποίουν, θερίζοντες καὶ δεσμεύοντες ὡς δράγματα τὰ κέρματα, καὶ ὡς εἰς ἅλωνα συμφοροῦντες τὸν ἐπὶ πολλῶν καθιστάμενον ἐκεῖνον καὶ πλείστων ἄλλων Ῥωμαίων ἀντάξιον κρινόμενον Βάρβαρον, τὰ δ᾽ ἀλλὰ παρέβλεπον, ἵνα μὴ λέγοιμι ὡς βασιλεῖ μὲν βραχέα καὶ οἶοι ἀφαιρέματα τῶν ἄλλων εἴσω ήγετο, τὰ δὲ πλείω ἐκεῖνοι παρενοσφίζοντο, τοῦ ἀγαθοῦ καὶ πιστοῦ παρὰ βασιλεῖ δούλου ἐν πρώτοις ἑαυτῷ φύροντος ἐγκρυφίας ἐκ τῶν ἀλοωμένων πυρῶν εἴτ' οὖν χρυσίνων, καὶ μετέπειτα μεταδιδόντος καὶ τῷ συνάρχοντι. ἄγω γ'. Εργον τοῦ βασιλέως τούτου καὶ ὁ μὴ πολὺ τῆς [Ρ. 134] θαλάσσης ἔνδον ἱσταμενος πύργος τῆς προσκλυζούσης τὴν χέρσον, ἥτις ὠνομάζετο Δάμα λις, τὰ νῦν δὲ Αρκλα καλεῖται, ἀλλὰ δὴ καὶ ὁ ἀντίπορθμος οὗτος πύργος τῆς τῶν Μαγγάνων αγω χιστα δεδομημένος μονῆς. Ην δὲ σκοπὸς τῷ τούτους ἀνεγείραντι ἄνακτι κατὰ καιρὸν ἐπαγωγῆς πλοίων Βαρβαρικών σιδηρᾶν ἐξ ἑκατέρων άλυσιν διατείνε σθαι, καὶ ἄβατον ἐντεῦθεν γίνεσθαι ὁπόσα περὶ τὴν ἀκρόπολιν μέρη τῆς πόλεως καὶ τὸν συρόμενον ἔσωθεν ὁλκὸν ἕως καὶ ἐς αὐτὰ τὰ ἐν Βλαχέρναις βασίλειαν. Φιλοκαλίαν δὲ κατηγοροῦσι τοῦδε τοῦ βασιλέως καὶ οἱ κατ᾽ ἄμφω τὰ ἀνάκτορα ἐπιμήκιστοι περίστυλοι ἀνδρῶνες, οὔς αὐτὸς ἀνήγειρεν, οἳ ψηφί δων χρυσῶν ἐπιθέσεσι διαυγάζοντες τυποῦσιν ἂνθεσι βαφής πολυχρόου καὶ τέχνῃ χειρῶν θαυμασία ὅσα οὗτος κατὰ Βαρβάρων Ανδρίσατο ἤ ἄλλως ἐπὶ βέλ τον Ρωμαίοις διεσκευάκει. Αλλὰ καὶ τὰς πλείστας τῶν κατὰ τὸν πορθμὸν τῆς Προποντίδος λαμπρών οἰκοδομιῶν, ἐν αἷς οἱ βασιλεῖς Ῥωμαίων θερίζουσι τὰς εὐωρίας μεταδιώκοντες ὡς οἱ πάλαι κρατοῦντες Περσῶν τὰ Σουσά τε καὶ Ἐσβάτανα, οὗτος ἀνήγειρε καὶ πρὸς κόσμον ὑπεξῆρε πλείονα. Καὶ πρὸς τοὺς πόνους γὰρ ἀντεῖχε μάλα, καιροῦ καλοῦντος μο χθεῖν, καὶ ψύχος ἔστεγε καὶ πνίγος ἔφερε καὶ πρὸς ὕπνον ἀπεμάχετο, καὶ ταῖς τρυφαῖς δὲ προσανεῖχε πολέμων ἄγων σχολὴν καὶ ἐνησμένιζε ταῖς ἀνέσεσιν. Εἰ τοίνυν περιεργότερον τοῦτον ἠθρήκει τις, ὅπως έχαιρε καρυκείαις βρωμάτων καὶ τοῖς πρὸς λύριον καὶ κιθάραν καὶ συμφωνίαν ᾠδῶν ἔχουσιν οὐκ ἀπὸ ηχθάνετο, εἶπεν ἂν ὡς μόνοις ἐννεάσας ἔχει τοῖς τοι ούτοις καὶ ἡδονὴν τὸ πέρας ἤγηται τῆς ζωῆς· εἰ δὲ τοὐναντίον αὐτῷ προσέβλεψε πρὸς πᾶσαν ἀταπει νώτῳ γλυκυθυμίαν τυγχάνοντι καὶ τιθεμένῳ παρὰ φαῦλον ἡ δυπάθειαν δυσκόλων ἐπιστάντων καιρῶν, ἐθαύμασεν ἂν ἄν ὅπως ἐξήλλακτο πρὸς ἀμφότερα. Ἐπιβαλόμενος δὲ τὸν πρὸς θάλασσαν τῆς ἁγίας Εἰρήνης οικοδομήσειν νεών, δν μεγέθει μέγιστον καὶ κάλλει κάλλιστον πάλαι Μαρκιανὸς ὁ πάνω ἀνα ἤγειρε, πῦρ δὲ ἠθάλωσε, μέρη τινὰ τοῦ τοιούτου τεμένους ἐκ βάθρων δειμάμενος τοῦ λοιποῦ τῆς ναοδομίας επαύσατο. Ἱδρύσατο δὲ φροντιστήριον ἱερὸν περὶ που τὸ τοῦ Πόντου στόμα, εἰς τόπον τινὰ NICETE CHONIATA sibi primum panes conficere, deinde etiam college A aliquid impertiri. continente in mari exstructa est, quæ Damalis pri- dem,nunc Arcula dicitur, et allera turris e regione juxta Manganium monasterium, eo consilio ut ferrea calena utrinque extenta barbaris navibus aditus in loca urbis arci vicina et tractum illum omnem usque ad Blacherniam regiam interclude- retur. Magnificentiam ejus testantur etiam ma- xima illa conclavia in utroque palatio structa, aureis laminis refulgentia et illustribus coloribus exornata, in quibus bella ejus cum barbaris alia- que ex utilitate Romani imperii administrata sum- mo depicta artificio spectantur. Ad hæc pleraque splendida in freto Propontidis difcia, in quibus imperatores propter aeris temperiem æstatem exigere solent, ut olim Persarum reges Susis atque C Ecbatanis, exædificavit et exornavit. Nam et cum tempus postulabat, patientissimus erat laborum, frigoris,æstus,insomniæ ; et eum a bellis vacabat, jucunditati se dabat et genio indulgebat. Ac si quis accuratius observasset quantopere lautitiis ciborum et lyra, cithara, symphoniis delectaretur, eum in iis solis ætatem exegisse et voluptatem summum bonum statuisse judicasset.Sin duristem- poribus omnem jucunditatem despicere et volupta- tem in vitio ponere vidisset, ingenium ad utrumque paratum miratus esset. Templum divinæ Irenæ ma- ximum et pulcherrimum a Marciano impera- tore conditum et incendio absumptum instaurare aggressus, cum partes quasdam ex fundamentis exstruxisset, destitit; et monasterium in Ponti faucibns, loco qui Catascepe dicitur, archiducis D Michaelis nomine exstruxit; in quo celeberrimos quosque et præstantissimos monachos collocavit, ea ratione ut solitariam et quietam vitam sino ulla sollicitudine possent degere. Cum enim mo- nachos possessionibus et negotiis turbatos et tranquillitate animi et Dei cultu excidere intel- ligeret, nullas eis vineas, nullos agros, nullas possessiones, quas nec corum professio admittit, assignavit, sed ex fisco tantum pendi jussit quan- tum ad victum et cultum opus esset. Videtur ni- mirum immodicam cupiditatem struendi monasteria 3. Ab hoc imperatore turris illa non procul a B
PG 139:557καὶ ὃς τὰ λαληθέντα ἐνωτισάμενος καὶ οἷον περιψοφηθεὶς ποικίλος ἦν τὸν ἀπόλογον, τὸ μακρόθυμον ἐπῃνεκὼς ὡς οὐδέποτε. καὶ ἑαυτὸν γὰρ τοῖς ἄγαν ὀρθοδοξοῦσι Χριστιανοῖς ἐνέταττε καὶ πατέρων ὡμολόγει πανευσεβῶν προελθεῖν, τοὺς φιλαιτίους ἐκκλίνων καὶ φιλοσκώμμονας. καὶ τὴν μετὰ τοῦ Θεσσαλονίκης κρίσιν πολὺς ἐνέκειτο ἐξαιτούμενος· ἢ γάρ, φησί, δικαιωθεὶς ὡς μὴ θεῷ πιστεύων παιδεραστῇ μηδὲ εἰσάγων παραχάραγμα πίστεως δικαίαν ἐπιθήσει δίκην τῷ κατὰ χριστοῦ Κυρίου ἐρυγγάνοντι βλάσφημα, ἢ κατακριθεὶς ὡς ἕτερον δοξάζων θεὸν παρ’ ὃν οἱ ἐκ Χριστοῦ καλούμενοι σέβονται μεταμαθήσεται τὴν ἀλήθειαν καὶ χάριν εἴσεται οὐ μικρὰν τῷ τῆς χείρονος αὐτὸν μεταστήσαντι δόξης καὶ μυήσαντι τὴν ἀλήθειαν.
Κατασκέπην λεγόμενον, εἰς ὄνομα τοῦ ἀρχιστρατ- Α ήγου Μιχαήλ, καθ᾽ ὅ τῶν τότε μοναστῶν ἡθροικώς τοὺς ὀνομαστοτάτους τε καὶ ἀκρέμονας πάντη μοναδικὸν καὶ ἀπράγμονα μετιέναι βίον προεμη- θεύσατο. Εἰδὼς γὰρ τὸ κτηματικοὺς εἶναι καὶ τυρ βάζεσθαι πάλιν περὶ πολλὰ τοὺς τὸν ἐρημικὸν βίον ἀνελομένους τῆς ἡσυχίας σφᾶς μεθιστῶν καὶ τοῦ κατὰ Θεὸν ζῆν ἀπάγον, τοῦτο δὴ τὸ οἰκεῖον αὐτοῖς ἐπάγγελμα, οὐδὲν κτησίδιον αὐτοῖς ἀπετάμ το οὔτε μὴν ἀγροὺς καὶ ἀμπελῶνας τῷ φροντιστηρίῳ ἀπὸ έταξε, πᾶσαν δὲ τοῖς μονασταῖς δίαιταν ἐκ τῶν βασιλικών χρυσώνων ἐπιμετρήσας ἐκεῖθεν αὐτὴν ἐβράβευεν, ἀνακόπτων, οἶμαι, ἐντεῦθεν τὸν πολὺν ἔρωτα τῶν πλείστων περὶ τοῦ μονὰς συνιστῶν, καὶ [Ρ. 135] παράδειγμα διδοὺς τοῖς μετόπισθεν ὅπως χρεὼν νεὼς ἀνιστῶν καὶ οἵαν δέον ἑτοιμάζειν τρά πεζαν τοῖς ἐρημικοῖς καὶ ἀβίοις καὶ τῆς ὕλης ἑαυ τοὺς ἐκλύσασι. Τοσοῦτον δ' ἀπεῖχε τοῦ τὴν νῦν κατάστασιν ἐπαινεῖν, οι μονάζειν μὲν ἐπαγγέλλον ται, πολυκτήμονες δὲ καὶ πολυφρόντιδές εἰσιν ὑπὲρ τοὺς τῇ ἐνταῦθα φιληδοῦντας ζωῇ, ὥστε καὶ τὴν νεαρὰν νομοθεσίαν, ἦν ὁ βασιλεύτατος τῷ ὄντι Νικη- φόρος ὁ Φωκᾶς, ὁ τὴν ἰσχὺν ἡρωϊκός καὶ πολὺς τὴν δ σύνεσιν, ἔθετο παύουσαν τὰς μονὰς ἔμπλατυνεσθαι κτήσεσι, τεθνηκυῖαν πάλαι τῷ χρόνῳ καὶ τὸ κύρος ἀποθεμένην, τῷ ἐρυθρῷ τῆς βασιλείου βαφῆς ὡς αἵματι ἀναθάλψας ἐζώωσεν. Οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τῷ πατρὶ καὶ τῷ πάππῳ καὶ τοῖς καθ' αἷμά προσήκουσι λοιποῖς ἅπασιν, ὁπό σοι μονὰς δειμάμενοι όλα πλέθρα γῆς καρποφόρα καὶ λειμώνας χλοεροὺς αὐταῖς προσ- εκλήρωσαν, ἐπεγκαλῶν οὐκ ἐπαύετο, οὐ κατὰ τοῦτο μεμψιμοιρῶν ἤ μυκτήρα καταχέων πλατὺν τῶν ἀνθρώπων, ὅτι τῆς οὐσίας Θεῷ τι ἀπένειμαν, ἀλλ' ὅτι μὴ καλῶς τὸ καλὸν εἰργάσαντο. Δέον γὰρ ἐν τόποις δυσερευνήτοις καὶ χωρίοις πανερήμοις καὶ σπηλαίων ἐπαῖς καὶ ὁρῶν περιωπαῖς τοῖς μονάζουσ σιν ἀποτάξαι τὸ σκήνωμα, καὶ παριδεῖν ταυτηνὶ τὴν ἐφ᾽ Ἑλλησπόντῳ κειμένην καλλίπολιν ὡς τὸν λωτὸν Οδυσσεὺς καὶ Σειρήνεια μέλη τὰ δυσαπόσπαστα, οἱ δὲ τὸν ἐξ ἀνθρώπων θηρώμενοι ἔπαινον, καὶ τοὺς κεκονιαμένους ἑαυτῶν τάφους καὶ ψηφίσι πολυχρώμοις διηνθισμένους εἰς θέαν τοῖς εἰσιοῦσι τοὺς νεώς προτιθέντες, καὶ νεκροὶ ἐρῶντες στεφανούμενοι δείκνυσθαι καὶ στιλπνοὶ καὶ φαιδροὶ τὰ πρόσωπα, ἐπ᾿ ἀγορᾶς τε καὶ τριόδων τὰ θεῖα ᾠκοδόμησαν φροντιστήρια, ἐνλακκεύσαντες ἐν τούτοις καὶ ἐνση κάσαντες οὐκ ἐπιλέγδην τὸ ἀρεταῖνον, τὸ δὲ μέχρι τριχῶν ἀποβολῆς καὶ τῆς τῶν ἐσθημάτων μεταβολῆς καὶ τοῦ ἀφειμένου πώγωνος χαρακτηρίζον τὸν μοναστήν. Διὰ ταῦτα τοίνυν εἴτε τὴν μοναδικὴν ὑπε- ρείδων σεμνότητα ἤδη ἀφαντουμένην καὶ πρηνῆ ἐπὶ στόμα πίπτουσαν, εἴτε μὴν δεδὼς μὴ ἐσεῖται μέσος ληφ- θεὶς ὡς χαίρων οἷς διεβέβλητο, ἑτέραν ἐτράπετο ἧς οἱ ἐξ αἵματος ἐκείνῳ ἐβάδισαν. δ. Θεσμοῦ δὲ παρὰ Ρωμαίοις κειμένου, οἶμαι δὲ καὶ παρὰ Βαρβάροις αὐτοῖς κρατοῦντος, ὀψώνια τοῖς στρατευομένοις παρέχεσθαι, καὶ τούτων πολ- λάκις ἔκταξιν γίνεσθαι, εἰ εὐοπλοῦσιν, εἰ τῶν ἵππων ἐπιμεμέληνται, ἀλλὰ καὶ τοὺς νεωστί στρατευομέ νως πρότερον ἐξετάζεσθαι, εἰ εὐρώστως ἔχουσι τῶν σωμάτων, εἰ τόξων εἰσὶν εἰδήμονες, εἰ κραδαίνειν δόρυ ἐπήσκησαν, εἶθ᾽ οὕτω τοῖς καταλόγοις ἐγγά- φεσθαι, ὁ βασιλεὺς οὗτος τὰ τοῖς στρατιώταις διδό μενα σιτηρέσια ὡς εἰς δεξαμενὴν ὕδωρ τὰ ταμεία συσχών, ἰᾶτο τὸ δίψος τῶν στρατευμάτων ταῖς λεγο- μέναις τῶν παροίκων δωρεαῖς, ἔργῳ καταχρησά- μενος παρὰ τῶν πρώην ἐφευρημένῳ βασιλέων καὶ σπανίως ἐπί τισι γινομένῳ τοὺς πολεμίους πολλάκις συγκόψασιν. Ἔλαθεν οὖν ἐντεῦθεν καὶ τὸ στρατιω DE MANUELE COMNENO LIB. VII. B quo pacto templa condenda, et quæ vivendi ratio eremitis pauperibus et a terrenis rebus se abstra- hentibus proponenda sit. Tantum autem abfuit ut eorum institutum laudaret, qui monasticam vitam professi et opibus affluunt et multitudine curarum magis distrahuntur quam ii qui hujus vitæ deliciis occupantur, ut sanctionem Nicephori Phocæ, fortissimi et cordatissimiimperatoris, olim abolitam, de non augendis monasteriorum latifun- diis, quasi postliminio revocarit, neque patrem, avum cæterosque cognatos suos omnes, qui mona- steriis amplissima prædia donarant, incusare de- stiterit, non quod de suis opibus Deo aliquid con- secrassent, sed quod rem bonam male admini- strassent. Nam cum monachis habitationes in abditis et desertis locis, in antris et montium ca- cuminibus assignandæ essent, et Cpolis tanquam Sirenum cantus vitanda, gloriola ductos incrustata sua sepulcra et vario marmore exornata iis qui templa ingrediantur spectanda proposuisse, et mor- tuos quoque coronari et hilari splendidoque vultu conspici voluisse, et in foro ac triviis monasteria edificasse, et ibi nullo cum delectu virtutis velut in cavea conclusisse eos, qui monachos non ultra tonsum capillum et mutatum habitum promissam- que barbam exprimerent. His igitur de causis, sive ut monasticam sanctimoniam nutantem ac po- tius humi fere prostratam fulciret, sive metuens ne ea ipse facere diceretur quæ reprehen- deret, rationem a suis majoribus diversam est se- cutus. improbasse, et exemplum prodere posteris voluisse, C nor, est in more positum ut stipendia militibus solvantur et i sæpe in medium producantur, ut exquiratur an armis instructi sint, an equos probe curatos habeant ; item ut tirones, priusquam in catalogos referantur, explorentur an corporibus valeant, an sagittare sciant, an vibranda hasta se exercuerint; hic imperaior slipendia militaria in fiscum tanquam aquas in cisternam coegit, et exercituum cupiditatem donativis quæ incolarum dicuntur levavit, abusus re a veteribus imperato- ribus inventa el raro usurpata in eos qui hostes sape ceciderant. Hinc factum est ut et milites enervarentur, et maximum pecunia flumen in ignavos ventres effunderetur, et Romanæ provin™ 4. Jam quia Romanis; ac Barbaris etiam, ut opi-
Μετὰ βραχὺ δὲ τοῦ πατριάρχου εἰς θέαν ἐκείνου ἐληλυθότος καὶ κατεπᾴσαντος τὰ εἰκότα, τοῦ τε θυμοῦ ἔληξε καὶ τῷ Εὐσταθίῳ συγγνώμην παρέσχετο ἐφ’ οἷς παρεφθέγξατο ἐνδεδωκὼς αὐτῷ ὅσα ᾑρεῖτο ἀπολογήσασθαι, τελευταῖον δὲ καὶ αὐτὸς ἐπειπὼν ὡς δεῖ σε σοφὸν ὄντα μὴ αἰσχρορρήμονα δείκνυσθαι, μηδὲ θρασυστομεῖν παρακαίρια. Ἐπὶ δὲ τούτοις εἰς κοινὴν δοθέντος ἀκρόασιν τοῦ περὶ τοῦ δόγματος τόμου καὶ πάντων ἐπαινεσάντων τὰ γεγραμμένα ὡς εὐσεβῶς ὀρθοτομηθέντα καὶ περιχαρῶς ἐν αὐτῷ ὑπογράψαι καταθεμένων, ὁ σύλλογος διελέλυτο. καὶ οἱ μὲν ἀπῄεσαν ἀγαλλόμενοι ὡς τῇ οἰκείᾳ ἐνστάσει τὸν βασιλέα νενικηκότες, ὁ δὲ ἔχαιρεν ὡς τῇ ἑαυτοῦ καθυποκλίνας τούτους βουλῇ καὶ σχὼν διὰ βραχυλογίας οὗπερ διὰ τοῦ πολυστίχου προτέρου τόμου οὐδαμῶς ἐφίκετο.
Κατασκέπην λεγόμενον, εἰς ὄνομα τοῦ ἀρχιστρατ- Α ήγου Μιχαήλ, καθ᾽ ὅ τῶν τότε μοναστῶν ἡθροικώς τοὺς ὀνομαστοτάτους τε καὶ ἀκρέμονας πάντη μοναδικὸν καὶ ἀπράγμονα μετιέναι βίον προεμη- θεύσατο. Εἰδὼς γὰρ τὸ κτηματικοὺς εἶναι καὶ τυρ βάζεσθαι πάλιν περὶ πολλὰ τοὺς τὸν ἐρημικὸν βίον ἀνελομένους τῆς ἡσυχίας σφᾶς μεθιστῶν καὶ τοῦ κατὰ Θεὸν ζῆν ἀπάγον, τοῦτο δὴ τὸ οἰκεῖον αὐτοῖς ἐπάγγελμα, οὐδὲν κτησίδιον αὐτοῖς ἀπετάμ το οὔτε μὴν ἀγροὺς καὶ ἀμπελῶνας τῷ φροντιστηρίῳ ἀπὸ έταξε, πᾶσαν δὲ τοῖς μονασταῖς δίαιταν ἐκ τῶν βασιλικών χρυσώνων ἐπιμετρήσας ἐκεῖθεν αὐτὴν ἐβράβευεν, ἀνακόπτων, οἶμαι, ἐντεῦθεν τὸν πολὺν ἔρωτα τῶν πλείστων περὶ τοῦ μονὰς συνιστῶν, καὶ [Ρ. 135] παράδειγμα διδοὺς τοῖς μετόπισθεν ὅπως χρεὼν νεὼς ἀνιστῶν καὶ οἵαν δέον ἑτοιμάζειν τρά πεζαν τοῖς ἐρημικοῖς καὶ ἀβίοις καὶ τῆς ὕλης ἑαυ τοὺς ἐκλύσασι. Τοσοῦτον δ' ἀπεῖχε τοῦ τὴν νῦν κατάστασιν ἐπαινεῖν, οι μονάζειν μὲν ἐπαγγέλλον ται, πολυκτήμονες δὲ καὶ πολυφρόντιδές εἰσιν ὑπὲρ τοὺς τῇ ἐνταῦθα φιληδοῦντας ζωῇ, ὥστε καὶ τὴν νεαρὰν νομοθεσίαν, ἦν ὁ βασιλεύτατος τῷ ὄντι Νικη- φόρος ὁ Φωκᾶς, ὁ τὴν ἰσχὺν ἡρωϊκός καὶ πολὺς τὴν δ σύνεσιν, ἔθετο παύουσαν τὰς μονὰς ἔμπλατυνεσθαι κτήσεσι, τεθνηκυῖαν πάλαι τῷ χρόνῳ καὶ τὸ κύρος ἀποθεμένην, τῷ ἐρυθρῷ τῆς βασιλείου βαφῆς ὡς αἵματι ἀναθάλψας ἐζώωσεν. Οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τῷ πατρὶ καὶ τῷ πάππῳ καὶ τοῖς καθ' αἷμά προσήκουσι λοιποῖς ἅπασιν, ὁπό σοι μονὰς δειμάμενοι όλα πλέθρα γῆς καρποφόρα καὶ λειμώνας χλοεροὺς αὐταῖς προσ- εκλήρωσαν, ἐπεγκαλῶν οὐκ ἐπαύετο, οὐ κατὰ τοῦτο μεμψιμοιρῶν ἤ μυκτήρα καταχέων πλατὺν τῶν ἀνθρώπων, ὅτι τῆς οὐσίας Θεῷ τι ἀπένειμαν, ἀλλ' ὅτι μὴ καλῶς τὸ καλὸν εἰργάσαντο. Δέον γὰρ ἐν τόποις δυσερευνήτοις καὶ χωρίοις πανερήμοις καὶ σπηλαίων ἐπαῖς καὶ ὁρῶν περιωπαῖς τοῖς μονάζουσ σιν ἀποτάξαι τὸ σκήνωμα, καὶ παριδεῖν ταυτηνὶ τὴν ἐφ᾽ Ἑλλησπόντῳ κειμένην καλλίπολιν ὡς τὸν λωτὸν Οδυσσεὺς καὶ Σειρήνεια μέλη τὰ δυσαπόσπαστα, οἱ δὲ τὸν ἐξ ἀνθρώπων θηρώμενοι ἔπαινον, καὶ τοὺς κεκονιαμένους ἑαυτῶν τάφους καὶ ψηφίσι πολυχρώμοις διηνθισμένους εἰς θέαν τοῖς εἰσιοῦσι τοὺς νεώς προτιθέντες, καὶ νεκροὶ ἐρῶντες στεφανούμενοι δείκνυσθαι καὶ στιλπνοὶ καὶ φαιδροὶ τὰ πρόσωπα, ἐπ᾿ ἀγορᾶς τε καὶ τριόδων τὰ θεῖα ᾠκοδόμησαν φροντιστήρια, ἐνλακκεύσαντες ἐν τούτοις καὶ ἐνση κάσαντες οὐκ ἐπιλέγδην τὸ ἀρεταῖνον, τὸ δὲ μέχρι τριχῶν ἀποβολῆς καὶ τῆς τῶν ἐσθημάτων μεταβολῆς καὶ τοῦ ἀφειμένου πώγωνος χαρακτηρίζον τὸν μοναστήν. Διὰ ταῦτα τοίνυν εἴτε τὴν μοναδικὴν ὑπε- ρείδων σεμνότητα ἤδη ἀφαντουμένην καὶ πρηνῆ ἐπὶ στόμα πίπτουσαν, εἴτε μὴν δεδὼς μὴ ἐσεῖται μέσος ληφ- θεὶς ὡς χαίρων οἷς διεβέβλητο, ἑτέραν ἐτράπετο ἧς οἱ ἐξ αἵματος ἐκείνῳ ἐβάδισαν. δ. Θεσμοῦ δὲ παρὰ Ρωμαίοις κειμένου, οἶμαι δὲ καὶ παρὰ Βαρβάροις αὐτοῖς κρατοῦντος, ὀψώνια τοῖς στρατευομένοις παρέχεσθαι, καὶ τούτων πολ- λάκις ἔκταξιν γίνεσθαι, εἰ εὐοπλοῦσιν, εἰ τῶν ἵππων ἐπιμεμέληνται, ἀλλὰ καὶ τοὺς νεωστί στρατευομέ νως πρότερον ἐξετάζεσθαι, εἰ εὐρώστως ἔχουσι τῶν σωμάτων, εἰ τόξων εἰσὶν εἰδήμονες, εἰ κραδαίνειν δόρυ ἐπήσκησαν, εἶθ᾽ οὕτω τοῖς καταλόγοις ἐγγά- φεσθαι, ὁ βασιλεὺς οὗτος τὰ τοῖς στρατιώταις διδό μενα σιτηρέσια ὡς εἰς δεξαμενὴν ὕδωρ τὰ ταμεία συσχών, ἰᾶτο τὸ δίψος τῶν στρατευμάτων ταῖς λεγο- μέναις τῶν παροίκων δωρεαῖς, ἔργῳ καταχρησά- μενος παρὰ τῶν πρώην ἐφευρημένῳ βασιλέων καὶ σπανίως ἐπί τισι γινομένῳ τοὺς πολεμίους πολλάκις συγκόψασιν. Ἔλαθεν οὖν ἐντεῦθεν καὶ τὸ στρατιω DE MANUELE COMNENO LIB. VII. B quo pacto templa condenda, et quæ vivendi ratio eremitis pauperibus et a terrenis rebus se abstra- hentibus proponenda sit. Tantum autem abfuit ut eorum institutum laudaret, qui monasticam vitam professi et opibus affluunt et multitudine curarum magis distrahuntur quam ii qui hujus vitæ deliciis occupantur, ut sanctionem Nicephori Phocæ, fortissimi et cordatissimiimperatoris, olim abolitam, de non augendis monasteriorum latifun- diis, quasi postliminio revocarit, neque patrem, avum cæterosque cognatos suos omnes, qui mona- steriis amplissima prædia donarant, incusare de- stiterit, non quod de suis opibus Deo aliquid con- secrassent, sed quod rem bonam male admini- strassent. Nam cum monachis habitationes in abditis et desertis locis, in antris et montium ca- cuminibus assignandæ essent, et Cpolis tanquam Sirenum cantus vitanda, gloriola ductos incrustata sua sepulcra et vario marmore exornata iis qui templa ingrediantur spectanda proposuisse, et mor- tuos quoque coronari et hilari splendidoque vultu conspici voluisse, et in foro ac triviis monasteria edificasse, et ibi nullo cum delectu virtutis velut in cavea conclusisse eos, qui monachos non ultra tonsum capillum et mutatum habitum promissam- que barbam exprimerent. His igitur de causis, sive ut monasticam sanctimoniam nutantem ac po- tius humi fere prostratam fulciret, sive metuens ne ea ipse facere diceretur quæ reprehen- deret, rationem a suis majoribus diversam est se- cutus. improbasse, et exemplum prodere posteris voluisse, C nor, est in more positum ut stipendia militibus solvantur et i sæpe in medium producantur, ut exquiratur an armis instructi sint, an equos probe curatos habeant ; item ut tirones, priusquam in catalogos referantur, explorentur an corporibus valeant, an sagittare sciant, an vibranda hasta se exercuerint; hic imperaior slipendia militaria in fiscum tanquam aquas in cisternam coegit, et exercituum cupiditatem donativis quæ incolarum dicuntur levavit, abusus re a veteribus imperato- ribus inventa el raro usurpata in eos qui hostes sape ceciderant. Hinc factum est ut et milites enervarentur, et maximum pecunia flumen in ignavos ventres effunderetur, et Romanæ provin™ 4. Jam quia Romanis; ac Barbaris etiam, ut opi-
Κατὰ δὲ τὴν μετ’ ἐκείνην ἡμέραν εἰς τὴν πατριαρχικὴν ἑστίαν ἡ σύνοδος ἀθροισθεῖσα, ὅπως κατὰ τὰ συμφωνηθέντα δράσωσιν (ἅμα γὰρ ἕῳ παρῆσαν οἱ ἐκ βασιλέως αὐτοὺς εἰς ἕνα ἀθροισμὸν ξυναγείροντες), οἱ δ’ οὐκέτ’ ἦσαν αὐτοί, ἀλλ’ ἀνένευον πάντες πάλιν καὶ ἀπεπήδων ὡς τῇ ὑπηγορευμένῃ γραφῇ καὶ ἔτι ἐγκειμένων ἐπιληψίμων ῥημάτων τινῶν καὶ ἤθελον καὶ ταῦτα ὀβελισθῆναι καὶ ἕτερα ἐντεθῆναι τῷ ὀρθῷ κατὰ μηδέν τι προσιστάμενα δόγματι. ἦν οὖν αὖθις παροξυνόμενος ὁ κρατῶν καὶ ὡς ἀνοηταίνουσι καθαρῶς ἐπεγκαλῶν τὸ τῆς γνώμης ἄστατον καὶ ἀγχίστροφον. ὀψὲ δὲ καὶ μόλις συνήλθοσαν, ἵνα τὸ μὲν ἀνάθεμα τῷ θεῷ τοῦ Μωάμετ τῶν κατηχητικῶν βιβλίων ἀπαλιφῇ, ἐγγραφῇ δὲ ἀνάθεμα τῷ Μωάμετ καὶ πάσῃ τῇ αὐτοῦ διδαχῇ. καὶ τοῦτο δογματίσαντες καὶ κυρώσαντες τῶν πολλῶν ἐκείνων συνόδων καὶ συλλόγων ἔληξαν. Ἀλλὰ γὰρ οὐχ ὑπερβήσομαί τι καὶ ἄλλο τῶν ἀξίων εἰρῆσθαι, τοῦ ἱστορεῖν ἐνταῦθα γενόμενος.
Κατασκέπην λεγόμενον, εἰς ὄνομα τοῦ ἀρχιστρατ- Α ήγου Μιχαήλ, καθ᾽ ὅ τῶν τότε μοναστῶν ἡθροικώς τοὺς ὀνομαστοτάτους τε καὶ ἀκρέμονας πάντη μοναδικὸν καὶ ἀπράγμονα μετιέναι βίον προεμη- θεύσατο. Εἰδὼς γὰρ τὸ κτηματικοὺς εἶναι καὶ τυρ βάζεσθαι πάλιν περὶ πολλὰ τοὺς τὸν ἐρημικὸν βίον ἀνελομένους τῆς ἡσυχίας σφᾶς μεθιστῶν καὶ τοῦ κατὰ Θεὸν ζῆν ἀπάγον, τοῦτο δὴ τὸ οἰκεῖον αὐτοῖς ἐπάγγελμα, οὐδὲν κτησίδιον αὐτοῖς ἀπετάμ το οὔτε μὴν ἀγροὺς καὶ ἀμπελῶνας τῷ φροντιστηρίῳ ἀπὸ έταξε, πᾶσαν δὲ τοῖς μονασταῖς δίαιταν ἐκ τῶν βασιλικών χρυσώνων ἐπιμετρήσας ἐκεῖθεν αὐτὴν ἐβράβευεν, ἀνακόπτων, οἶμαι, ἐντεῦθεν τὸν πολὺν ἔρωτα τῶν πλείστων περὶ τοῦ μονὰς συνιστῶν, καὶ [Ρ. 135] παράδειγμα διδοὺς τοῖς μετόπισθεν ὅπως χρεὼν νεὼς ἀνιστῶν καὶ οἵαν δέον ἑτοιμάζειν τρά πεζαν τοῖς ἐρημικοῖς καὶ ἀβίοις καὶ τῆς ὕλης ἑαυ τοὺς ἐκλύσασι. Τοσοῦτον δ' ἀπεῖχε τοῦ τὴν νῦν κατάστασιν ἐπαινεῖν, οι μονάζειν μὲν ἐπαγγέλλον ται, πολυκτήμονες δὲ καὶ πολυφρόντιδές εἰσιν ὑπὲρ τοὺς τῇ ἐνταῦθα φιληδοῦντας ζωῇ, ὥστε καὶ τὴν νεαρὰν νομοθεσίαν, ἦν ὁ βασιλεύτατος τῷ ὄντι Νικη- φόρος ὁ Φωκᾶς, ὁ τὴν ἰσχὺν ἡρωϊκός καὶ πολὺς τὴν δ σύνεσιν, ἔθετο παύουσαν τὰς μονὰς ἔμπλατυνεσθαι κτήσεσι, τεθνηκυῖαν πάλαι τῷ χρόνῳ καὶ τὸ κύρος ἀποθεμένην, τῷ ἐρυθρῷ τῆς βασιλείου βαφῆς ὡς αἵματι ἀναθάλψας ἐζώωσεν. Οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τῷ πατρὶ καὶ τῷ πάππῳ καὶ τοῖς καθ' αἷμά προσήκουσι λοιποῖς ἅπασιν, ὁπό σοι μονὰς δειμάμενοι όλα πλέθρα γῆς καρποφόρα καὶ λειμώνας χλοεροὺς αὐταῖς προσ- εκλήρωσαν, ἐπεγκαλῶν οὐκ ἐπαύετο, οὐ κατὰ τοῦτο μεμψιμοιρῶν ἤ μυκτήρα καταχέων πλατὺν τῶν ἀνθρώπων, ὅτι τῆς οὐσίας Θεῷ τι ἀπένειμαν, ἀλλ' ὅτι μὴ καλῶς τὸ καλὸν εἰργάσαντο. Δέον γὰρ ἐν τόποις δυσερευνήτοις καὶ χωρίοις πανερήμοις καὶ σπηλαίων ἐπαῖς καὶ ὁρῶν περιωπαῖς τοῖς μονάζουσ σιν ἀποτάξαι τὸ σκήνωμα, καὶ παριδεῖν ταυτηνὶ τὴν ἐφ᾽ Ἑλλησπόντῳ κειμένην καλλίπολιν ὡς τὸν λωτὸν Οδυσσεὺς καὶ Σειρήνεια μέλη τὰ δυσαπόσπαστα, οἱ δὲ τὸν ἐξ ἀνθρώπων θηρώμενοι ἔπαινον, καὶ τοὺς κεκονιαμένους ἑαυτῶν τάφους καὶ ψηφίσι πολυχρώμοις διηνθισμένους εἰς θέαν τοῖς εἰσιοῦσι τοὺς νεώς προτιθέντες, καὶ νεκροὶ ἐρῶντες στεφανούμενοι δείκνυσθαι καὶ στιλπνοὶ καὶ φαιδροὶ τὰ πρόσωπα, ἐπ᾿ ἀγορᾶς τε καὶ τριόδων τὰ θεῖα ᾠκοδόμησαν φροντιστήρια, ἐνλακκεύσαντες ἐν τούτοις καὶ ἐνση κάσαντες οὐκ ἐπιλέγδην τὸ ἀρεταῖνον, τὸ δὲ μέχρι τριχῶν ἀποβολῆς καὶ τῆς τῶν ἐσθημάτων μεταβολῆς καὶ τοῦ ἀφειμένου πώγωνος χαρακτηρίζον τὸν μοναστήν. Διὰ ταῦτα τοίνυν εἴτε τὴν μοναδικὴν ὑπε- ρείδων σεμνότητα ἤδη ἀφαντουμένην καὶ πρηνῆ ἐπὶ στόμα πίπτουσαν, εἴτε μὴν δεδὼς μὴ ἐσεῖται μέσος ληφ- θεὶς ὡς χαίρων οἷς διεβέβλητο, ἑτέραν ἐτράπετο ἧς οἱ ἐξ αἵματος ἐκείνῳ ἐβάδισαν. δ. Θεσμοῦ δὲ παρὰ Ρωμαίοις κειμένου, οἶμαι δὲ καὶ παρὰ Βαρβάροις αὐτοῖς κρατοῦντος, ὀψώνια τοῖς στρατευομένοις παρέχεσθαι, καὶ τούτων πολ- λάκις ἔκταξιν γίνεσθαι, εἰ εὐοπλοῦσιν, εἰ τῶν ἵππων ἐπιμεμέληνται, ἀλλὰ καὶ τοὺς νεωστί στρατευομέ νως πρότερον ἐξετάζεσθαι, εἰ εὐρώστως ἔχουσι τῶν σωμάτων, εἰ τόξων εἰσὶν εἰδήμονες, εἰ κραδαίνειν δόρυ ἐπήσκησαν, εἶθ᾽ οὕτω τοῖς καταλόγοις ἐγγά- φεσθαι, ὁ βασιλεὺς οὗτος τὰ τοῖς στρατιώταις διδό μενα σιτηρέσια ὡς εἰς δεξαμενὴν ὕδωρ τὰ ταμεία συσχών, ἰᾶτο τὸ δίψος τῶν στρατευμάτων ταῖς λεγο- μέναις τῶν παροίκων δωρεαῖς, ἔργῳ καταχρησά- μενος παρὰ τῶν πρώην ἐφευρημένῳ βασιλέων καὶ σπανίως ἐπί τισι γινομένῳ τοὺς πολεμίους πολλάκις συγκόψασιν. Ἔλαθεν οὖν ἐντεῦθεν καὶ τὸ στρατιω DE MANUELE COMNENO LIB. VII. B quo pacto templa condenda, et quæ vivendi ratio eremitis pauperibus et a terrenis rebus se abstra- hentibus proponenda sit. Tantum autem abfuit ut eorum institutum laudaret, qui monasticam vitam professi et opibus affluunt et multitudine curarum magis distrahuntur quam ii qui hujus vitæ deliciis occupantur, ut sanctionem Nicephori Phocæ, fortissimi et cordatissimiimperatoris, olim abolitam, de non augendis monasteriorum latifun- diis, quasi postliminio revocarit, neque patrem, avum cæterosque cognatos suos omnes, qui mona- steriis amplissima prædia donarant, incusare de- stiterit, non quod de suis opibus Deo aliquid con- secrassent, sed quod rem bonam male admini- strassent. Nam cum monachis habitationes in abditis et desertis locis, in antris et montium ca- cuminibus assignandæ essent, et Cpolis tanquam Sirenum cantus vitanda, gloriola ductos incrustata sua sepulcra et vario marmore exornata iis qui templa ingrediantur spectanda proposuisse, et mor- tuos quoque coronari et hilari splendidoque vultu conspici voluisse, et in foro ac triviis monasteria edificasse, et ibi nullo cum delectu virtutis velut in cavea conclusisse eos, qui monachos non ultra tonsum capillum et mutatum habitum promissam- que barbam exprimerent. His igitur de causis, sive ut monasticam sanctimoniam nutantem ac po- tius humi fere prostratam fulciret, sive metuens ne ea ipse facere diceretur quæ reprehen- deret, rationem a suis majoribus diversam est se- cutus. improbasse, et exemplum prodere posteris voluisse, C nor, est in more positum ut stipendia militibus solvantur et i sæpe in medium producantur, ut exquiratur an armis instructi sint, an equos probe curatos habeant ; item ut tirones, priusquam in catalogos referantur, explorentur an corporibus valeant, an sagittare sciant, an vibranda hasta se exercuerint; hic imperaior slipendia militaria in fiscum tanquam aquas in cisternam coegit, et exercituum cupiditatem donativis quæ incolarum dicuntur levavit, abusus re a veteribus imperato- ribus inventa el raro usurpata in eos qui hostes sape ceciderant. Hinc factum est ut et milites enervarentur, et maximum pecunia flumen in ignavos ventres effunderetur, et Romanæ provin™ 4. Jam quia Romanis; ac Barbaris etiam, ut opi-
ἦν τις εὐνοῦχος ἀρχιερατικῶς προεδρεύων τῆς τῶν Χωνῶν πόλεως, Νικήτας τοὔνομα, πάσης ἀρετῆς καταγώγιον, οὕτω δὴ προφητικὸς καὶ προβλέπων τὰ ἔμπροσθεν, ὡς τοῖς μεγίστοις τῶν ὁρώντων ἐγκρίνεσθαι καὶ εἰς θαῦμα κεῖσθαι παρ’ οἷς ὁ ἀνὴρ ἐγνώριστο, εἴπερ ἡ καθ’ ἡμᾶς γενεὰ πονηρὰ οὖσα καὶ μοιχαλὶς τοιοῦτον ηὐτύχησεν ἀγαθόν. ἀμέλει καὶ τοῦ βασιλέως τούτου ἐξ Ἀρμενίας παριόντος τὰς Χώνας ἀρτιστεφοῦς καὶ τῆς πατρῴας διαδόχου ἀρχῆς καὶ τὸν ἀρχαγγελικὸν ναὸν εἰσελθόντος καὶ χειρὶ τοῦ ἀρχιερέως τούτου εὐλογηθέντος, ἐπειδὴ καὶ περιώνυμος ἦν ἐκ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῖς ἅπασι διὰ στόματος, ἦσαν οἳ τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος καὶ τούτων οἱ ἐς νοῦν βάπτοντες ἐν ἀπόρῳ ἐτίθεντο, εἰ νέος ὢν ὁ Μανουὴλ καὶ ἄρτι πρώτως χνοάζων τὸν ἴουλον διακυβερνήσειν ὅλως τὴν βασιλείαν δυνήσεται, ἥτις τὸ πολὺ δεῖται ἀνδρὸς πολιοῦ μὲν τὸ φρονεῖν, λαχνήεντος δὲ τὸν πώγωνα, ἔτι γε μὴν εἰ τὸν κασίγνητον καταπαλαίσειεν Ἰσαάκιον, δικαιότερον ὄντα πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ἔνδον ἱζάνοντα.
Κατασκέπην λεγόμενον, εἰς ὄνομα τοῦ ἀρχιστρατ- Α ήγου Μιχαήλ, καθ᾽ ὅ τῶν τότε μοναστῶν ἡθροικώς τοὺς ὀνομαστοτάτους τε καὶ ἀκρέμονας πάντη μοναδικὸν καὶ ἀπράγμονα μετιέναι βίον προεμη- θεύσατο. Εἰδὼς γὰρ τὸ κτηματικοὺς εἶναι καὶ τυρ βάζεσθαι πάλιν περὶ πολλὰ τοὺς τὸν ἐρημικὸν βίον ἀνελομένους τῆς ἡσυχίας σφᾶς μεθιστῶν καὶ τοῦ κατὰ Θεὸν ζῆν ἀπάγον, τοῦτο δὴ τὸ οἰκεῖον αὐτοῖς ἐπάγγελμα, οὐδὲν κτησίδιον αὐτοῖς ἀπετάμ το οὔτε μὴν ἀγροὺς καὶ ἀμπελῶνας τῷ φροντιστηρίῳ ἀπὸ έταξε, πᾶσαν δὲ τοῖς μονασταῖς δίαιταν ἐκ τῶν βασιλικών χρυσώνων ἐπιμετρήσας ἐκεῖθεν αὐτὴν ἐβράβευεν, ἀνακόπτων, οἶμαι, ἐντεῦθεν τὸν πολὺν ἔρωτα τῶν πλείστων περὶ τοῦ μονὰς συνιστῶν, καὶ [Ρ. 135] παράδειγμα διδοὺς τοῖς μετόπισθεν ὅπως χρεὼν νεὼς ἀνιστῶν καὶ οἵαν δέον ἑτοιμάζειν τρά πεζαν τοῖς ἐρημικοῖς καὶ ἀβίοις καὶ τῆς ὕλης ἑαυ τοὺς ἐκλύσασι. Τοσοῦτον δ' ἀπεῖχε τοῦ τὴν νῦν κατάστασιν ἐπαινεῖν, οι μονάζειν μὲν ἐπαγγέλλον ται, πολυκτήμονες δὲ καὶ πολυφρόντιδές εἰσιν ὑπὲρ τοὺς τῇ ἐνταῦθα φιληδοῦντας ζωῇ, ὥστε καὶ τὴν νεαρὰν νομοθεσίαν, ἦν ὁ βασιλεύτατος τῷ ὄντι Νικη- φόρος ὁ Φωκᾶς, ὁ τὴν ἰσχὺν ἡρωϊκός καὶ πολὺς τὴν δ σύνεσιν, ἔθετο παύουσαν τὰς μονὰς ἔμπλατυνεσθαι κτήσεσι, τεθνηκυῖαν πάλαι τῷ χρόνῳ καὶ τὸ κύρος ἀποθεμένην, τῷ ἐρυθρῷ τῆς βασιλείου βαφῆς ὡς αἵματι ἀναθάλψας ἐζώωσεν. Οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τῷ πατρὶ καὶ τῷ πάππῳ καὶ τοῖς καθ' αἷμά προσήκουσι λοιποῖς ἅπασιν, ὁπό σοι μονὰς δειμάμενοι όλα πλέθρα γῆς καρποφόρα καὶ λειμώνας χλοεροὺς αὐταῖς προσ- εκλήρωσαν, ἐπεγκαλῶν οὐκ ἐπαύετο, οὐ κατὰ τοῦτο μεμψιμοιρῶν ἤ μυκτήρα καταχέων πλατὺν τῶν ἀνθρώπων, ὅτι τῆς οὐσίας Θεῷ τι ἀπένειμαν, ἀλλ' ὅτι μὴ καλῶς τὸ καλὸν εἰργάσαντο. Δέον γὰρ ἐν τόποις δυσερευνήτοις καὶ χωρίοις πανερήμοις καὶ σπηλαίων ἐπαῖς καὶ ὁρῶν περιωπαῖς τοῖς μονάζουσ σιν ἀποτάξαι τὸ σκήνωμα, καὶ παριδεῖν ταυτηνὶ τὴν ἐφ᾽ Ἑλλησπόντῳ κειμένην καλλίπολιν ὡς τὸν λωτὸν Οδυσσεὺς καὶ Σειρήνεια μέλη τὰ δυσαπόσπαστα, οἱ δὲ τὸν ἐξ ἀνθρώπων θηρώμενοι ἔπαινον, καὶ τοὺς κεκονιαμένους ἑαυτῶν τάφους καὶ ψηφίσι πολυχρώμοις διηνθισμένους εἰς θέαν τοῖς εἰσιοῦσι τοὺς νεώς προτιθέντες, καὶ νεκροὶ ἐρῶντες στεφανούμενοι δείκνυσθαι καὶ στιλπνοὶ καὶ φαιδροὶ τὰ πρόσωπα, ἐπ᾿ ἀγορᾶς τε καὶ τριόδων τὰ θεῖα ᾠκοδόμησαν φροντιστήρια, ἐνλακκεύσαντες ἐν τούτοις καὶ ἐνση κάσαντες οὐκ ἐπιλέγδην τὸ ἀρεταῖνον, τὸ δὲ μέχρι τριχῶν ἀποβολῆς καὶ τῆς τῶν ἐσθημάτων μεταβολῆς καὶ τοῦ ἀφειμένου πώγωνος χαρακτηρίζον τὸν μοναστήν. Διὰ ταῦτα τοίνυν εἴτε τὴν μοναδικὴν ὑπε- ρείδων σεμνότητα ἤδη ἀφαντουμένην καὶ πρηνῆ ἐπὶ στόμα πίπτουσαν, εἴτε μὴν δεδὼς μὴ ἐσεῖται μέσος ληφ- θεὶς ὡς χαίρων οἷς διεβέβλητο, ἑτέραν ἐτράπετο ἧς οἱ ἐξ αἵματος ἐκείνῳ ἐβάδισαν. δ. Θεσμοῦ δὲ παρὰ Ρωμαίοις κειμένου, οἶμαι δὲ καὶ παρὰ Βαρβάροις αὐτοῖς κρατοῦντος, ὀψώνια τοῖς στρατευομένοις παρέχεσθαι, καὶ τούτων πολ- λάκις ἔκταξιν γίνεσθαι, εἰ εὐοπλοῦσιν, εἰ τῶν ἵππων ἐπιμεμέληνται, ἀλλὰ καὶ τοὺς νεωστί στρατευομέ νως πρότερον ἐξετάζεσθαι, εἰ εὐρώστως ἔχουσι τῶν σωμάτων, εἰ τόξων εἰσὶν εἰδήμονες, εἰ κραδαίνειν δόρυ ἐπήσκησαν, εἶθ᾽ οὕτω τοῖς καταλόγοις ἐγγά- φεσθαι, ὁ βασιλεὺς οὗτος τὰ τοῖς στρατιώταις διδό μενα σιτηρέσια ὡς εἰς δεξαμενὴν ὕδωρ τὰ ταμεία συσχών, ἰᾶτο τὸ δίψος τῶν στρατευμάτων ταῖς λεγο- μέναις τῶν παροίκων δωρεαῖς, ἔργῳ καταχρησά- μενος παρὰ τῶν πρώην ἐφευρημένῳ βασιλέων καὶ σπανίως ἐπί τισι γινομένῳ τοὺς πολεμίους πολλάκις συγκόψασιν. Ἔλαθεν οὖν ἐντεῦθεν καὶ τὸ στρατιω DE MANUELE COMNENO LIB. VII. B quo pacto templa condenda, et quæ vivendi ratio eremitis pauperibus et a terrenis rebus se abstra- hentibus proponenda sit. Tantum autem abfuit ut eorum institutum laudaret, qui monasticam vitam professi et opibus affluunt et multitudine curarum magis distrahuntur quam ii qui hujus vitæ deliciis occupantur, ut sanctionem Nicephori Phocæ, fortissimi et cordatissimiimperatoris, olim abolitam, de non augendis monasteriorum latifun- diis, quasi postliminio revocarit, neque patrem, avum cæterosque cognatos suos omnes, qui mona- steriis amplissima prædia donarant, incusare de- stiterit, non quod de suis opibus Deo aliquid con- secrassent, sed quod rem bonam male admini- strassent. Nam cum monachis habitationes in abditis et desertis locis, in antris et montium ca- cuminibus assignandæ essent, et Cpolis tanquam Sirenum cantus vitanda, gloriola ductos incrustata sua sepulcra et vario marmore exornata iis qui templa ingrediantur spectanda proposuisse, et mor- tuos quoque coronari et hilari splendidoque vultu conspici voluisse, et in foro ac triviis monasteria edificasse, et ibi nullo cum delectu virtutis velut in cavea conclusisse eos, qui monachos non ultra tonsum capillum et mutatum habitum promissam- que barbam exprimerent. His igitur de causis, sive ut monasticam sanctimoniam nutantem ac po- tius humi fere prostratam fulciret, sive metuens ne ea ipse facere diceretur quæ reprehen- deret, rationem a suis majoribus diversam est se- cutus. improbasse, et exemplum prodere posteris voluisse, C nor, est in more positum ut stipendia militibus solvantur et i sæpe in medium producantur, ut exquiratur an armis instructi sint, an equos probe curatos habeant ; item ut tirones, priusquam in catalogos referantur, explorentur an corporibus valeant, an sagittare sciant, an vibranda hasta se exercuerint; hic imperaior slipendia militaria in fiscum tanquam aquas in cisternam coegit, et exercituum cupiditatem donativis quæ incolarum dicuntur levavit, abusus re a veteribus imperato- ribus inventa el raro usurpata in eos qui hostes sape ceciderant. Hinc factum est ut et milites enervarentur, et maximum pecunia flumen in ignavos ventres effunderetur, et Romanæ provin™ 4. Jam quia Romanis; ac Barbaris etiam, ut opi-
PG 139:559ὁ δὲ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ ὄντως ἄνθρωπος τοῦ θεοῦ λύων τὸ ἄπορον καὶ διασαφῶν τὸ παρ’ ἐκείνοις ἀμφιγνοούμενον ναί φησι, καὶ τὴν βασιλείαν ὁ μεῖραξ οὗτος διιθυνεῖ, καὶ αὐτῷ ὑποπεσεῖται ὁ ἀδελφός· οὕτω γὰρ θεῷ δέδοκται καὶ προώρισται. ἵνα δὲ εἰδῆτε καὶ περὶ ὧν οὐδ’ ὅλως με ἤρεσθε, τὸν οἰκεῖον πάππον, λέγων δ’ ἦν τὸν αὐτοκράτορα Ῥωμαίων καὶ προπάτορα ἐκείνῳ Ἀλέξιον, ὑπερβήσεται οὗτος βραχύ τι κατὰ τοὺς τῆς ζωῆς χρόνους, τῆς δὲ τελευτῆς αὐτῷ ἐγγιζούσης μανήσεται. Ἦν οὖν ἡ πρόρρησις αὕτη καὶ ἐμοὶ τῷ συγγραφεῖ Νικήτᾳ σὺν ἄλλοις πλείστοις γνώριμος, ὅτι καὶ ἐμὸς ὁ προφάντωρ ἀνάδοχος ἐκ τοῦ θείου βαπτίσματος. τίς δὲ ἔσται ἡ μανία καὶ οἷος ὁ τρόπος αὐτῆς, οὐδεὶς εἶχεν ἀκριβῶς συμβαλέσθαι τῶν εἰδότων τὸ προαγόρευμα· οἱ μὲν γὰρ ἐς τὸ χρυσομανὲς ἀνέφερον τὸ προφοίβασμα, οἱ δ’ ἐς ἄλλο τι σαρκικὸν ἐλάττωμα ᾐχμαλώτιζον.
Α τικὸν ἀτονωτερον ἐργασάμενος καὶ χρημάτων ἀβύ- στους εἰς ἀργὰς γαστέρας έχετηγήσας καὶ τὰς Ρωμαϊκὰς ἐπαρχίας κακῶς διαθέμενος· [Ρ. 136] οἵ τε γὰρ ἀγαθοὶ στρατιῶται τὸ ἐν τοῖς δεινοῖς φιλότιμον ἐνθένδε καταλελύκασιν, οὐκέτι τοῦ ὑπο- νύσσοντος πρὸς ἀρετῆς ἀρεϊκῆς ἐπίδειξιν ἰδίου σφίσιν ὡς πρώην μένοντος, ἀλλ᾽ εὐπορίστου προ- κειμένου τοῖς ἅπασι, καὶ οἱ τὸν δημόσιον πάλαι δεσπότην λαχόντες τῶν ἐπαρχιῶν οἰκήτορες ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀπλητίας πεπόνθασι τὰ οἰκτρό τατα, οὐκ ἀργύριον μόνον καὶ ἀβολον ἀφαιρούμενοι, ἀλλὰ καὶ τοῦ τελευταίου χιτῶνος ψιλούμενοι, ἐνίοτε δὲ καὶ τῶν φιλτάτων αὐτῶν ἀποσπώμενοι. Ην τοίνυν διὰ ταῦτα τὸ στρατολογεῖσθαι παντὸς τοῦ βουλομένου. καὶ πολλοὶ ταῖς ῥαφίσι χαίρειν εἰπόντες ὡς ἐπεισκομιζούσαις αὐτοῖς τὰ χρειώδη στενῶς καὶ δυσεκβιάστως, ἄλλοι τὸ ἱπποκομεῖν λάξαντες, καὶ τὴν ἐκ πλινθείας ἐλὺν ἀπονιψάμενοι ἕτεροι, εἰσὶ δ' οἱ καὶ τὴν τῶν χαλκείων ἀσβόλην ἀπομορξάμενοι τοῖς στρατολογοῦσι παρέστησαν, καὶ παρενεγκόντες ἵππον Περσαῖον ἢ χρυσίνους ἀριθμῷ βραχεῖς κα- ταθέμενοι ταῖς στρατιώτισι κατελέγησαν ἵλαις ἀβασανίστες, κὰν τοῦ παραυτίκα βασιλικοῖς έξω· διάσθησαν γράμμασι πλέθρα γῆς δροσερὰ καὶ ἀρούσ ρας σιτοφόρους καὶ Ῥωμαίους ὑποφόρους βραβεύ ουσιν, ὡς ὑπηρετεῖν ἐν σχήματι δούλων, ἐνίοτε δὲ καὶ κατατιθέναι φόρους ἀνδραρίῳ μιξοβαρβάρω, μηδὲ εἰ ἔστιν ὅλως ἐγνωκότι παράταξις, Ρωμαῖον ἄνδρα γερατὸν τὸ εἶδος καὶ οὕτως εὖ εἰδότα πολέ μων καὶ τοσοῦτον τοῦ φορολογοῦντος αὐτὸν ὑπερ- φέροντα ὡς ᾿Αχιλλέα πρὸς ἐκεῖνον δοκεῖν, ἢ διτταῖς χερσὶν ὁπλιζόμενον κρίνεσθαι πρὸς τὸν μηδετέραν ἀπὸ πάθους ὀρέγοντα. Επαξίως οὖν τῆς ἀκοσμίας ταύτης τῶν στρατευμάτων αἱ Ρωμαϊκαὶ πεπράγασιν ἐπαρχίαι, αἱ μὲν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ὑπὸ τῶν ἀλλοφύλων σκυλευόμεναι καὶ εἰς ἀρχὴν αὐτοῖς ἰδιούμεναι, αἱ δὲ ὡς ἀλλότριαι τοῖς ἡμετέροις φαντούμεναι καὶ δῃούμεναι. ᾿Αλλ᾿ ἕως πότε, Κύριε, τῆς σῆς ἐπιλήσῃ κληρονομίας, καὶ τὸ σὸν ἀπο- τρέφων ἀφ᾿ ἡμῶν πρόσωπον ὁδοποιήσεις τρίβον τῇ ὀργῇ σου; Πότε ἐπόψει ἐξ ἁγίου ἐπιβλέψας κατοικητηρίου σου, καὶ ἰδὼν ἴδῃς τὴν ἡμετέραν συνοχήν τε καὶ κάκωσιν, καὶ ῥύσῃ τῶν ἐφεστώτων κακῶν, ἀπαλλαγὴν δὲ παρέξεις καὶ τῶν πολὺ τούτων ἐλπιζομένων χαλεπωτέρων ; ε. Πρὸς δὲ τοῖς εἰρημένοις κἀκεῖνα δοτέον τῇ ἱστορίᾳ. Τοῖς πλείοσι βασιλεῦσι Ρωμαίων οὐκ ἀνεκτόν ἐστιν ὅλως ἄρχειν μόνον καὶ χρυσοφορεῖν καὶ χρῆσθαι τοῖς κοινοῖς ὡς ἰδίοις καὶ διαδιδόναι ταῦτα καθώς ἄρα καὶ οἷς βούλονται, οὐδὲ μὴν ὡς δούλοις τοῖς ἐλευθέροις προσφέρεσθαι, ἀλλ᾽ εἰ μὴ καὶ σοφοί δοκωῖεν καὶ θεοείκελοι την μορφήν καὶ ἥρωες τὴν ἰσχὺν καὶ ὡς Σολομῶν Θεοσόφοι καὶ δογματιστεί θειότατοι καὶ κανόνες των κανόνων εὐθέστεροι καὶ ἁπλῶς θείων καὶ ἀνθρωπίνων πρά γμάτων ἀπροσφαλείς γνώμονες, δεινὸ οἴονται πά σχειν. Ενθεν τοι καὶ δέον τοῖς ἀπαιδευτοτέροις καὶ θρασυτέροις ἐπιτιμην ἐπεισάγουσι νέα καὶ ἀτυνήθη τῇ Ἐκκλησίᾳ δόγματα, ἢ γοῦν ἀνατιθέναι ταῦτα οἷς ἐπαγγελμα τὰ περὶ Θεοῦ εἰδέναι καὶ λέγειν, οἱ δὲ οὐδὲ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος δευτερεύειν οὐτινοσοῦν ἀνεχόμενοι οἱ αὐτοὶ δογμάτων εἰσηγηταί καὶ δικασταὶ τούτων καὶ ὀρισταί, πολλαχοῦ δὲ καὶ κολασταὶ τῶν μὴ συμφωνούντων αὐτοῖς γίνονται. Καὶ ὁ βασιλεὺς τοιγαροῦν οὗτος εὐγλωττίαν εὐτυχης κὼς καὶ λόγου ἔμφυτον χάριν πεπλουτηκώς οὐ NICETE CHONIATE cim male tractarentur. Nam et strenui milites, cum non amplius id exspectarent quo peculiariter ad virtutem bellicam excitabantur, quod tum pro- miscue omnibus idem præmium propositum erat, alacritatem illam in periculis adeundis abje- cerunt ; et provinciales, qui clim fisco pecuniam numerabant, a militari avaritia pessime sunt tra- ctati, erepta non pecunia tantum, sed et intima tanica, aliquando a liberis et uxoribus avulsi. Proinde quilibet militiæ nomen dabat, et multi ignavissimi et sordidisaimi opifices, vel equo Per- sico donato vel paucis aureis datis, nullo delectu acto in militum catalogos relati litteris imperia- libus irrigua prata et rura fertilia et Romanos tributarios accipiebant, ut eis aliquando servili habitu ministrarent; et vir Romanus gravi vultu, rei militaris peritus, et tanto excellentior ut illi comparatus Achilles videretur, aut duabus mani- bus armatus cum eo compararetur qui neutram incolumem haberet, tributum penderet homun- cioni semibarbaro, qui instructam aciem nunquam viderat. Enimvero perturbationis hujus Romanæ provinciæ graves pœnas dederunt, quarum aliæ ante oculus nostros a Barbaris spolialæ et occupatæ sunt, aliæ a nostris tanquam alienæ va- statæ et eversa. Sed quousque, Domine, hæredita- tis tuæ oblivisceris, aversaque a nobis facie iræ tuæ locum dabis ? quando ex sancta æde tua pro- spectans nostras ærumnas et calamitates intuebe- ris, malisque non urgentibus liberabis ? eaque avertes quæ longe graviora impendere videntur ? Romanorum imperatores imperare, aurum gestare, communibus ut privatis uti, eaque suo arbitratu quibus volunt donare non contenti, nisi sapientes, forma diis, robore heroibus similes, et ut Salomon, divinitus edocti et doctores Divinitatis et normæ rectissimæ, denique divinarum humanarumque rerum interpretes verissimi habeantur, injuriam sibi fieri censent. Unde fit ut, cum immodestiores et audaciores, qui nova dogmata in Ecclesiam introducunt, coercere aut id munus iis qui theolo- giæ scientiam profitentur mandare deberent, nec in hac parte ullo inferiores esse volentes, iidem dogmatum et auctores et arbitri ac disceptatores exsistant, sape etiam dissentientes multent. Hic quidem imperator natura facundus et suavis sermonis affluentia ornatus non elegantes tantum epistolas scribebat, sed et religionis institutiones. parturicbat ac publice declamabat. Tandem etiam de divinis dogmatibus et ipso Deo disserebat. Sepe etiam dubitationem præ se ferens, quæstiones D [P. 137] 5. Nunc illud cliam addendum est. Plerique C
τοῦ δὲ προσεχῶς εἰρημένου δόγματος κινηθέντος καὶ παραβόλως ἐνισταμένου τὰ πρῶτα τοῦ βασιλέως ἀληθῆ δοξάζειν θεὸν τὸν παρὰ Μωάμετ ὁλόσφυρον καὶ μὴ γεγεννημένον ἢ γεννήσαντα θεόν, πέρας εἰληφέναι πάντες τὴν προθέσπισιν ἔφασκον, ἐπεὶ καὶ μανίαν ἀτεχνῶς ὀρθήν τε καὶ χειρίστην τὴν δόξαν εἶναι ταυτηνὶ ὡς τῆς ἀληθείας ἐπίπαν ἀντίθετον. Κατήρξατο μὲν οὖν τῷ βασιλεῖ τὰ τῆς νόσου πρὸ τοῦ Μαρτίου μηνὸς τῆς ἐνισταμένης τότε τρισκαιδεκάτης ἰνδικτιῶνος, ὅτε καὶ τὰ περὶ τοῦ δόγματος ἐπεκύμαινε. καὶ αὐτὰ μὲν ἀφύβρισαν περί που μῆνα τὸν Μάϊον, ὁ δ’ αὐτοκράτωρ ἐπιστάντος τοῦ Σεπτεμβρίου τὸ ζῆν ἐξεμέτρησεν. οὐδὲν δέ τι κάλλιστον περὶ τῆς βασιλείας διῴκησεν, ἀλλὰ νωθέστερον ἦν διακείμενος πρὸς τὴν τῶν μετὰ τὴν μετάστασιν αὐτοῦ γενησομένων διαταγήν τε καὶ ὑποτύπωσιν. τὸ δ’ αἴτιον, οὐ παρεδέχετο ὁπωσοῦν ὡς ἤγγικεν ἐκείνῳ τὸ τελευτᾶν, ἀλλ’ εὖ εἰδέναι διετείνετο ὡς ἐνιαυτοὶ ζωῆς ἕτεροι δεκατέσσαρες αὐτῷ ἐπιδαψιλεύονται.
Α τικὸν ἀτονωτερον ἐργασάμενος καὶ χρημάτων ἀβύ- στους εἰς ἀργὰς γαστέρας έχετηγήσας καὶ τὰς Ρωμαϊκὰς ἐπαρχίας κακῶς διαθέμενος· [Ρ. 136] οἵ τε γὰρ ἀγαθοὶ στρατιῶται τὸ ἐν τοῖς δεινοῖς φιλότιμον ἐνθένδε καταλελύκασιν, οὐκέτι τοῦ ὑπο- νύσσοντος πρὸς ἀρετῆς ἀρεϊκῆς ἐπίδειξιν ἰδίου σφίσιν ὡς πρώην μένοντος, ἀλλ᾽ εὐπορίστου προ- κειμένου τοῖς ἅπασι, καὶ οἱ τὸν δημόσιον πάλαι δεσπότην λαχόντες τῶν ἐπαρχιῶν οἰκήτορες ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀπλητίας πεπόνθασι τὰ οἰκτρό τατα, οὐκ ἀργύριον μόνον καὶ ἀβολον ἀφαιρούμενοι, ἀλλὰ καὶ τοῦ τελευταίου χιτῶνος ψιλούμενοι, ἐνίοτε δὲ καὶ τῶν φιλτάτων αὐτῶν ἀποσπώμενοι. Ην τοίνυν διὰ ταῦτα τὸ στρατολογεῖσθαι παντὸς τοῦ βουλομένου. καὶ πολλοὶ ταῖς ῥαφίσι χαίρειν εἰπόντες ὡς ἐπεισκομιζούσαις αὐτοῖς τὰ χρειώδη στενῶς καὶ δυσεκβιάστως, ἄλλοι τὸ ἱπποκομεῖν λάξαντες, καὶ τὴν ἐκ πλινθείας ἐλὺν ἀπονιψάμενοι ἕτεροι, εἰσὶ δ' οἱ καὶ τὴν τῶν χαλκείων ἀσβόλην ἀπομορξάμενοι τοῖς στρατολογοῦσι παρέστησαν, καὶ παρενεγκόντες ἵππον Περσαῖον ἢ χρυσίνους ἀριθμῷ βραχεῖς κα- ταθέμενοι ταῖς στρατιώτισι κατελέγησαν ἵλαις ἀβασανίστες, κὰν τοῦ παραυτίκα βασιλικοῖς έξω· διάσθησαν γράμμασι πλέθρα γῆς δροσερὰ καὶ ἀρούσ ρας σιτοφόρους καὶ Ῥωμαίους ὑποφόρους βραβεύ ουσιν, ὡς ὑπηρετεῖν ἐν σχήματι δούλων, ἐνίοτε δὲ καὶ κατατιθέναι φόρους ἀνδραρίῳ μιξοβαρβάρω, μηδὲ εἰ ἔστιν ὅλως ἐγνωκότι παράταξις, Ρωμαῖον ἄνδρα γερατὸν τὸ εἶδος καὶ οὕτως εὖ εἰδότα πολέ μων καὶ τοσοῦτον τοῦ φορολογοῦντος αὐτὸν ὑπερ- φέροντα ὡς ᾿Αχιλλέα πρὸς ἐκεῖνον δοκεῖν, ἢ διτταῖς χερσὶν ὁπλιζόμενον κρίνεσθαι πρὸς τὸν μηδετέραν ἀπὸ πάθους ὀρέγοντα. Επαξίως οὖν τῆς ἀκοσμίας ταύτης τῶν στρατευμάτων αἱ Ρωμαϊκαὶ πεπράγασιν ἐπαρχίαι, αἱ μὲν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ὑπὸ τῶν ἀλλοφύλων σκυλευόμεναι καὶ εἰς ἀρχὴν αὐτοῖς ἰδιούμεναι, αἱ δὲ ὡς ἀλλότριαι τοῖς ἡμετέροις φαντούμεναι καὶ δῃούμεναι. ᾿Αλλ᾿ ἕως πότε, Κύριε, τῆς σῆς ἐπιλήσῃ κληρονομίας, καὶ τὸ σὸν ἀπο- τρέφων ἀφ᾿ ἡμῶν πρόσωπον ὁδοποιήσεις τρίβον τῇ ὀργῇ σου; Πότε ἐπόψει ἐξ ἁγίου ἐπιβλέψας κατοικητηρίου σου, καὶ ἰδὼν ἴδῃς τὴν ἡμετέραν συνοχήν τε καὶ κάκωσιν, καὶ ῥύσῃ τῶν ἐφεστώτων κακῶν, ἀπαλλαγὴν δὲ παρέξεις καὶ τῶν πολὺ τούτων ἐλπιζομένων χαλεπωτέρων ; ε. Πρὸς δὲ τοῖς εἰρημένοις κἀκεῖνα δοτέον τῇ ἱστορίᾳ. Τοῖς πλείοσι βασιλεῦσι Ρωμαίων οὐκ ἀνεκτόν ἐστιν ὅλως ἄρχειν μόνον καὶ χρυσοφορεῖν καὶ χρῆσθαι τοῖς κοινοῖς ὡς ἰδίοις καὶ διαδιδόναι ταῦτα καθώς ἄρα καὶ οἷς βούλονται, οὐδὲ μὴν ὡς δούλοις τοῖς ἐλευθέροις προσφέρεσθαι, ἀλλ᾽ εἰ μὴ καὶ σοφοί δοκωῖεν καὶ θεοείκελοι την μορφήν καὶ ἥρωες τὴν ἰσχὺν καὶ ὡς Σολομῶν Θεοσόφοι καὶ δογματιστεί θειότατοι καὶ κανόνες των κανόνων εὐθέστεροι καὶ ἁπλῶς θείων καὶ ἀνθρωπίνων πρά γμάτων ἀπροσφαλείς γνώμονες, δεινὸ οἴονται πά σχειν. Ενθεν τοι καὶ δέον τοῖς ἀπαιδευτοτέροις καὶ θρασυτέροις ἐπιτιμην ἐπεισάγουσι νέα καὶ ἀτυνήθη τῇ Ἐκκλησίᾳ δόγματα, ἢ γοῦν ἀνατιθέναι ταῦτα οἷς ἐπαγγελμα τὰ περὶ Θεοῦ εἰδέναι καὶ λέγειν, οἱ δὲ οὐδὲ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος δευτερεύειν οὐτινοσοῦν ἀνεχόμενοι οἱ αὐτοὶ δογμάτων εἰσηγηταί καὶ δικασταὶ τούτων καὶ ὀρισταί, πολλαχοῦ δὲ καὶ κολασταὶ τῶν μὴ συμφωνούντων αὐτοῖς γίνονται. Καὶ ὁ βασιλεὺς τοιγαροῦν οὗτος εὐγλωττίαν εὐτυχης κὼς καὶ λόγου ἔμφυτον χάριν πεπλουτηκώς οὐ NICETE CHONIATE cim male tractarentur. Nam et strenui milites, cum non amplius id exspectarent quo peculiariter ad virtutem bellicam excitabantur, quod tum pro- miscue omnibus idem præmium propositum erat, alacritatem illam in periculis adeundis abje- cerunt ; et provinciales, qui clim fisco pecuniam numerabant, a militari avaritia pessime sunt tra- ctati, erepta non pecunia tantum, sed et intima tanica, aliquando a liberis et uxoribus avulsi. Proinde quilibet militiæ nomen dabat, et multi ignavissimi et sordidisaimi opifices, vel equo Per- sico donato vel paucis aureis datis, nullo delectu acto in militum catalogos relati litteris imperia- libus irrigua prata et rura fertilia et Romanos tributarios accipiebant, ut eis aliquando servili habitu ministrarent; et vir Romanus gravi vultu, rei militaris peritus, et tanto excellentior ut illi comparatus Achilles videretur, aut duabus mani- bus armatus cum eo compararetur qui neutram incolumem haberet, tributum penderet homun- cioni semibarbaro, qui instructam aciem nunquam viderat. Enimvero perturbationis hujus Romanæ provinciæ graves pœnas dederunt, quarum aliæ ante oculus nostros a Barbaris spolialæ et occupatæ sunt, aliæ a nostris tanquam alienæ va- statæ et eversa. Sed quousque, Domine, hæredita- tis tuæ oblivisceris, aversaque a nobis facie iræ tuæ locum dabis ? quando ex sancta æde tua pro- spectans nostras ærumnas et calamitates intuebe- ris, malisque non urgentibus liberabis ? eaque avertes quæ longe graviora impendere videntur ? Romanorum imperatores imperare, aurum gestare, communibus ut privatis uti, eaque suo arbitratu quibus volunt donare non contenti, nisi sapientes, forma diis, robore heroibus similes, et ut Salomon, divinitus edocti et doctores Divinitatis et normæ rectissimæ, denique divinarum humanarumque rerum interpretes verissimi habeantur, injuriam sibi fieri censent. Unde fit ut, cum immodestiores et audaciores, qui nova dogmata in Ecclesiam introducunt, coercere aut id munus iis qui theolo- giæ scientiam profitentur mandare deberent, nec in hac parte ullo inferiores esse volentes, iidem dogmatum et auctores et arbitri ac disceptatores exsistant, sape etiam dissentientes multent. Hic quidem imperator natura facundus et suavis sermonis affluentia ornatus non elegantes tantum epistolas scribebat, sed et religionis institutiones. parturicbat ac publice declamabat. Tandem etiam de divinis dogmatibus et ipso Deo disserebat. Sepe etiam dubitationem præ se ferens, quæstiones D [P. 137] 5. Nunc illud cliam addendum est. Plerique C
PG 139:561καὶ τοῦτο πρὸς αὐτὸν εἴρηκε τὸν σοφὸν καὶ τρισμάκαρα πατριάρχην τὸν Θεοδόσιον ὑποτιθέμενον πατρικῶς φροντίδα τῶν τῆς βασιλείας θέσθαι πραγμάτων, ἕως ἔτι καιρὸς κἀκείνῳ ἔρρωται τὸ φρονεῖν, καὶ διφῆσαι τὸν ἀνθεξόμενον ἀκραιφνῶς τοῦ τῆς ἀρχῆς κληρονόμου παιδὸς οὔπω παραγγείλαντος εἰς ἥβην καὶ πιστῶς προστησόμενον τῆς βασιλίδος καὶ οἷον μητροκομήσοντα. οἱ δὲ παντοδήλητοι ἀστροφάντορες καὶ περὶ ἐρωτικά, κατ’ αὐτοὺς εἰπεῖν, τὸν βασιλέα σχολάσειν ἀπετόλμων λέγειν ἀνασφήλαντα τῆς νόσου μετὰ βραχὺ καὶ πόλεων ἀλλοφύλων εἰς χῶμα τεθησομένων καθαιρέσεις ἀπηναιδεύοντο. τὸ δὲ δὴ παραλογώτερον, πρόχειροι τὴν γλῶτταν ὄντες καὶ τῷ ψεύδει ἐνειθισμένοι καὶ συγκίνησιν προύλεγον τοῦ παντὸς συνδρομάς τε καὶ συνόδους τῶν μεγίστων ἀστέρων καὶ ἀνέμων ἐξαισίων ἐκρήξεις καὶ σχεδὸν τοῦ παντὸς μεταστοιχείωσιν προεφοίβαζον, ἐγγαστρίμυθοι πλέον ἢ ἀστεροσκόποι δεικνύμενοι.
λαμυρῶς ἐπέστελλε μόνον, ἀλλὰ καὶ κατηχητηρίους ὢδινε λόγους, οὕς φασι σελέντια, καὶ εἰς κοινὴν ἀνέπτυσσεν ἀκοήν. Οδῷ δὲ προϊὼν καὶ δογμάτων Επτετο θείων καὶ περὶ Θεοῦ διελέγετο. 'Αμέλει καὶ κατασχηματιζόμενος πολλάκις τὸν ἀποροῦντα Γρα- οικὰς εἰσῆγε ζητήσεις, καὶ περὶ τῶν λύσεων του των διεπυνθάνετο ξυναγείρων ὅσον έχαιρε λογιότητι· Αλλ' ἦν ἂν ἐπαινετέος καν τούτοις, εἰ μέχρι τούτων τὴν λιχνείαν ἐκτείνων τοῖς δυσεφίκτοις οὐδ᾽ ὅλως προσέβαινε δόγμασιν, ἢ καὶ τούτοις ἐφιστάνων τὸν νοῦν οὐκ ἦν ἰσχυρογνώμων, οὐδὲ τὸν νοῦν τῶν γραφομένων πρὸς τὴν οἰκείαν μεθεῖλκεν ἐν πολλοῖς πρόθεσιν, ὁρίζων καὶ προσεπάγων ἐξηγήσεις ἐν οἷς πρὸς ὀρθὴν ἔννοιαν οἱ Πατέρες ἐφθέγξαντο, ὡς εἴπερ ὅλον αὐτὸν συνείλησε τὸν Χριστὸν καὶ ὑπ' αὐτοῦ μεμύηται τὰ περὶ αὐτοῦ τρανότερον καὶ θειότερον. Η Ζητήσεως οὖν γενομένης περὶ τοῦ Γραφικοῦ ῥητοῦ φησι τὸν σεσαρκωμένον Θεὸν προσφέρειν τε ὁμοῦ καὶ προσφέρεσθαι, καὶ τῶν τότε λογίων ἀνδρῶν εἰς ἐναντίας μοίρας ἀποκριθέντων, ἐφ᾽ ἱκανὸν τὰ τῆς εξετάσεως παρετάθησαν, ῥήσεις τε καὶ ἀντιῤῥήσεις ἐξ ἑκατέρων ἐχύθησαν τῶν μερῶν. Ορθοτομηθέντος δὲ τοῦ ζητουμένου, καὶ τῇ δόξῃ προστεθέντος τοῦ βασιλέως τῇ θεοφιλεῖ τε καὶ κρείττονι, καθαίρεσιν ὑπέστησαν ὡς ἀντίφρονες ὁ Ὑποψήφιος τῆς Θεου- πόλεως, μεγάλης Αντιοχείας Σωτήρχος ὁ Παντεύ γενος, ὁ Δυρραχίου Εὐστάθιος, ὁ τῆς Θεσσαλονίκης Μιχαὴλ τὸν ῥητορικόν κοσμῶν θρόνον καὶ τὸν εὐαγγελικὸν ἀναβαίνων ἀκρίβαντα, ὁ Βασιλάκης Νικηφόρος τὰς τοῦ Παύλου ἀναπτύσσων ἐπ' ἐκ κλησίας ἐπιστολὰς καὶ διαλευκαίνων τῷ τῆς καλλι βημοσύνης φωτὶ ὅσαι τῶν ἀποστολικῶν ῥήσεων τῇ ἀσαφείᾳ ὑπομελαίνονται καὶ τῷ βάθει τοῦ πνεύματ τος ἐπιφρίσσουσι. Λέγεται δὲ ὡς τοῦ δόγματος τούτου υποκινουμένου καὶ εἰς κοινὴν ἐπικρινομένου προτεθῆναι βάσανον, ἐξώρως ἐκραγήναι βροντήν ἐξαισίαν, ὑφ' ης καὶ περικτυπηθῆναι τὰς ἀκοὰς τὸ συνὸν ἅπαν τῷ βασιλεῖ κατὰ Πελαγονίαν διατρίβοντι τότε, ὡς ἀπὸ τοῦ κτύπου πολλοὺς εἰς γῆν καταπίω πτειν καί τινα τῶν λόγου τροφίμων, Ἡλίαν του. νομα, τὴν τύχην ὑπὲρ τοὺς πολλούς, τοῦ στρατοῦ φύλακα, βίβλον ἀναπτύξαντα περί βροντῶν καὶ σεισμῶν διεξιοῦσαν, καὶ τὰ περὶ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον καθ' δν ἑβρόντησεν ἐπελθόντα, φάσκοντα εὑρεῖν οὕτωσὶ, Πτῶσις σοφῶν. Οὐ μόνον τοίνυν οἱ ρηθέν- τες ἄνδρες, τῶν τηνικαῦτα σοφῶν ὄντες οἱ κράτι- στοι, τῆς Ἐκκλησίας ἀπεσφενδονήθησαν καὶ πάσης ἱερᾶς ὑπηρεσίας εξωστρακίσθησαν, ἀλλὰ σὺν αὐτοῖς καὶ ἕτεροι τῶν ἱερῶν καὶ θείων περιβόλων αποση - κασθέντες ἠλάθησαν. Μετὰ χρόνους δέ τινας τήν « Ο Πατήρ μου μείζων μου ἐστι, » τοῦ θεανθρώ- που φωνὴν προθεὶς εἰς ἐξέτασιν, ολίγα (Γ. 138] ταῖς τῶν Πατέρων προσσχὼν ἐξηγήσεσι, καὶ ταῦτα διαφόροις οὔσαις καὶ ἱκαναῖς πρὸς τὴν τοῦ ζητου- μένου παράστασιν καὶ σαφήνειαν, ἐφερμηνεύσεις οικείας εἰσήνεγκε, φιλονείκως τῶν ἅπαξ δοξάντων περιεχόμενος, καὶ πρὸς τὸ οἰκεῖον ἀνθέλκων βούτ λημα, καὶ δ' κυρώσειν προέθετο, τὰς μηδὲν τῇ ἀλη θεία λυμαινομένας, ἀλλὰ θεοσόφως λεχθείσας βήσεις DE MANUELE COMNENO LIB. VII. A Scripturis proponebat, earumque solutiones eru- C D ditis omnibus convocalis requirebat, quanquam in his etiam laudari potuisset, nisi curiositate ingenii eas etiam quæstiones agitasset quæ attingi se nullo modo patiuntur, aut saltem omissa pertinacia Scri- pturarum sententiam in multis ad suam opinio- nem novis interpretationibus non accommodasset, veris declarationibus veterum repudiatis, quasi ipse totum Christum comprehendisset et ab ipso de natura ejus dilucidius ac divinius edoctus esset. Orta igitur quæstione de illo dicto, quo dicitur in- carnatum Deum simul et offerre et offerri, et eruditis inter se dissentientibus, disceptatio longo tempore est extracta, multis et confirmationibus et confutationibus utrinque allatis. Verum impe- ratora pia et vera sententia post solertem contro- versiæ explicationen assenso, adversarii loco moti sunt ut perperam sentientes, Hypopsephius Theo- politanus, Soterichus Panteugenus Antiochenus, Eustathius Dyrrachinus, Michael Thessalo- nicensis concionator, Nicephorus Basilaces, qui Paulinas epistolas interpretabatur et lumine elo- quentiæ apostolicorum scriptorum obscuritatem altissimo spiritu refertam illustrabat. Ferunt, cum hæc controversia agitaretur et publice disceptanda proponeretur,alieno anni tempore ingens erupisse tonitru, et auribus eorum omnium qui tum Pela- goniæ cum imperatore erant ita insonuisse ut nonnulli humi prolaberentur. Et Eliam quemdam bominem eruditum et celebrem, aperto libro qui de tonitribus et terræmotibus dissereret, et iis lectis quæ ad tempus illud pertinerent, scriptum inve- nisse Casus sapientum. Itaque non ii modo quos diximus, doctorum eruditissimi, ecclesiis pulsi et omnibus sacris ministeriis interdioti sunt, sed alii quoque una cum illis. Aliquot annis post quæstione de Dei hominis dicto : « Pater major est me, » proposita, parum curatis Patrum explicationibus, iisque variis et ad controversiæ explicationem et declarationem sufficientibus, suas interpretationes attulit, easque pertinaciter defendit: et ad suam voluntatem et sententiam universalium do- ctorum sententias, non modo veritati non adver- santes sed divinitus editas, accommodavit.Nam cum alii dicant Patrem ut Filii auctorem dici majorem, alii de natura humana id intelligant, et id dictum non Verbo sed assumptæ carni attribuant, ut et illa de profectione ad Patrem, de adventu princi- pis mundi, qui nihil in ipso inveniat alii, etsi de Verbo vocem major accipiant, non absolute tamen et essentialiter, sed ob inhumanationis summam extenuationem et humilitatem ; atque alii aliter, pie tamen, explicent: iis, nescio quomodo, ut propositæ quæstioni non satisfacientibus improba- tis,aliam attulit interpretationem, indictoque con- cilio et omnibus sacrarum Litterarum studiosis convocatis singulos hortatus est ut ei decreto hoo mado subscriberent: « Equidem etiam sanctorum Patrum voces de illo dicto, Pater major est me,
οὐ χρόνους δὲ μόνον καὶ μῆνας ἠρίθμουν καὶ ἑβδομάδας κατέλεγον, ἐφ’ ὧν ταῦτα γενήσεται, καὶ βασιλεῖ διεσήμαινον, ἀλλὰ καὶ ἡμέρας ἠκριβολόγουν καὶ τὸ τῆς ὥρας ἀκαριαῖον ἐβωμολόχουν, ὡς εἴπερ σαφῶς ᾔδεσαν ἅπερ ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ ἔθετο ὁ πατὴρ καὶ περὶ ὧν ἐπετίμα πυνθανομένοις τοῖς μαθηταῖς ὁ σωτήρ. ἀμέλει τοι οὐ μόνον αὐτὸς βασιλεὺς σπήλαια καὶ καταδύσεις ἀλεξηνέμους διηρευνᾶτο καὶ προητοίμαζεν εἰς ἐνοίκησιν καὶ οἱ τῶν βασιλικῶν οἰκοπέδων καθῃροῦντο ὕελοι, ὡς εἶεν ἀπαθεῖς ταῖς τῶν ἀνέμων ἐκθησαυριζομέναις πνοαῖς, ἀλλὰ καὶ ὁπόσοι τῇ θεραπείᾳ τούτου καὶ συγγενείᾳ ἐνεγράφοντο καὶ οἳ κολακικῶς αὐτὸν ὑπεισήρχοντο τοῖς αὐτοῖς ἐπιμελῶς ἐνέκειντο, ὡς τοὺς μὲν γεωρυχεῖν κατὰ μύρμηκας, τοὺς δὲ σκηνοποιεῖν καὶ σχοινία περιδέειν ἔντριτα καὶ πασσάλους ἀποξύνειν πηχυαίους εἰς ἀκράδαντον ἔρεισμα τῶν σκηνῶν.
λαμυρῶς ἐπέστελλε μόνον, ἀλλὰ καὶ κατηχητηρίους ὢδινε λόγους, οὕς φασι σελέντια, καὶ εἰς κοινὴν ἀνέπτυσσεν ἀκοήν. Οδῷ δὲ προϊὼν καὶ δογμάτων Επτετο θείων καὶ περὶ Θεοῦ διελέγετο. 'Αμέλει καὶ κατασχηματιζόμενος πολλάκις τὸν ἀποροῦντα Γρα- οικὰς εἰσῆγε ζητήσεις, καὶ περὶ τῶν λύσεων του των διεπυνθάνετο ξυναγείρων ὅσον έχαιρε λογιότητι· Αλλ' ἦν ἂν ἐπαινετέος καν τούτοις, εἰ μέχρι τούτων τὴν λιχνείαν ἐκτείνων τοῖς δυσεφίκτοις οὐδ᾽ ὅλως προσέβαινε δόγμασιν, ἢ καὶ τούτοις ἐφιστάνων τὸν νοῦν οὐκ ἦν ἰσχυρογνώμων, οὐδὲ τὸν νοῦν τῶν γραφομένων πρὸς τὴν οἰκείαν μεθεῖλκεν ἐν πολλοῖς πρόθεσιν, ὁρίζων καὶ προσεπάγων ἐξηγήσεις ἐν οἷς πρὸς ὀρθὴν ἔννοιαν οἱ Πατέρες ἐφθέγξαντο, ὡς εἴπερ ὅλον αὐτὸν συνείλησε τὸν Χριστὸν καὶ ὑπ' αὐτοῦ μεμύηται τὰ περὶ αὐτοῦ τρανότερον καὶ θειότερον. Η Ζητήσεως οὖν γενομένης περὶ τοῦ Γραφικοῦ ῥητοῦ φησι τὸν σεσαρκωμένον Θεὸν προσφέρειν τε ὁμοῦ καὶ προσφέρεσθαι, καὶ τῶν τότε λογίων ἀνδρῶν εἰς ἐναντίας μοίρας ἀποκριθέντων, ἐφ᾽ ἱκανὸν τὰ τῆς εξετάσεως παρετάθησαν, ῥήσεις τε καὶ ἀντιῤῥήσεις ἐξ ἑκατέρων ἐχύθησαν τῶν μερῶν. Ορθοτομηθέντος δὲ τοῦ ζητουμένου, καὶ τῇ δόξῃ προστεθέντος τοῦ βασιλέως τῇ θεοφιλεῖ τε καὶ κρείττονι, καθαίρεσιν ὑπέστησαν ὡς ἀντίφρονες ὁ Ὑποψήφιος τῆς Θεου- πόλεως, μεγάλης Αντιοχείας Σωτήρχος ὁ Παντεύ γενος, ὁ Δυρραχίου Εὐστάθιος, ὁ τῆς Θεσσαλονίκης Μιχαὴλ τὸν ῥητορικόν κοσμῶν θρόνον καὶ τὸν εὐαγγελικὸν ἀναβαίνων ἀκρίβαντα, ὁ Βασιλάκης Νικηφόρος τὰς τοῦ Παύλου ἀναπτύσσων ἐπ' ἐκ κλησίας ἐπιστολὰς καὶ διαλευκαίνων τῷ τῆς καλλι βημοσύνης φωτὶ ὅσαι τῶν ἀποστολικῶν ῥήσεων τῇ ἀσαφείᾳ ὑπομελαίνονται καὶ τῷ βάθει τοῦ πνεύματ τος ἐπιφρίσσουσι. Λέγεται δὲ ὡς τοῦ δόγματος τούτου υποκινουμένου καὶ εἰς κοινὴν ἐπικρινομένου προτεθῆναι βάσανον, ἐξώρως ἐκραγήναι βροντήν ἐξαισίαν, ὑφ' ης καὶ περικτυπηθῆναι τὰς ἀκοὰς τὸ συνὸν ἅπαν τῷ βασιλεῖ κατὰ Πελαγονίαν διατρίβοντι τότε, ὡς ἀπὸ τοῦ κτύπου πολλοὺς εἰς γῆν καταπίω πτειν καί τινα τῶν λόγου τροφίμων, Ἡλίαν του. νομα, τὴν τύχην ὑπὲρ τοὺς πολλούς, τοῦ στρατοῦ φύλακα, βίβλον ἀναπτύξαντα περί βροντῶν καὶ σεισμῶν διεξιοῦσαν, καὶ τὰ περὶ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον καθ' δν ἑβρόντησεν ἐπελθόντα, φάσκοντα εὑρεῖν οὕτωσὶ, Πτῶσις σοφῶν. Οὐ μόνον τοίνυν οἱ ρηθέν- τες ἄνδρες, τῶν τηνικαῦτα σοφῶν ὄντες οἱ κράτι- στοι, τῆς Ἐκκλησίας ἀπεσφενδονήθησαν καὶ πάσης ἱερᾶς ὑπηρεσίας εξωστρακίσθησαν, ἀλλὰ σὺν αὐτοῖς καὶ ἕτεροι τῶν ἱερῶν καὶ θείων περιβόλων αποση - κασθέντες ἠλάθησαν. Μετὰ χρόνους δέ τινας τήν « Ο Πατήρ μου μείζων μου ἐστι, » τοῦ θεανθρώ- που φωνὴν προθεὶς εἰς ἐξέτασιν, ολίγα (Γ. 138] ταῖς τῶν Πατέρων προσσχὼν ἐξηγήσεσι, καὶ ταῦτα διαφόροις οὔσαις καὶ ἱκαναῖς πρὸς τὴν τοῦ ζητου- μένου παράστασιν καὶ σαφήνειαν, ἐφερμηνεύσεις οικείας εἰσήνεγκε, φιλονείκως τῶν ἅπαξ δοξάντων περιεχόμενος, καὶ πρὸς τὸ οἰκεῖον ἀνθέλκων βούτ λημα, καὶ δ' κυρώσειν προέθετο, τὰς μηδὲν τῇ ἀλη θεία λυμαινομένας, ἀλλὰ θεοσόφως λεχθείσας βήσεις DE MANUELE COMNENO LIB. VII. A Scripturis proponebat, earumque solutiones eru- C D ditis omnibus convocalis requirebat, quanquam in his etiam laudari potuisset, nisi curiositate ingenii eas etiam quæstiones agitasset quæ attingi se nullo modo patiuntur, aut saltem omissa pertinacia Scri- pturarum sententiam in multis ad suam opinio- nem novis interpretationibus non accommodasset, veris declarationibus veterum repudiatis, quasi ipse totum Christum comprehendisset et ab ipso de natura ejus dilucidius ac divinius edoctus esset. Orta igitur quæstione de illo dicto, quo dicitur in- carnatum Deum simul et offerre et offerri, et eruditis inter se dissentientibus, disceptatio longo tempore est extracta, multis et confirmationibus et confutationibus utrinque allatis. Verum impe- ratora pia et vera sententia post solertem contro- versiæ explicationen assenso, adversarii loco moti sunt ut perperam sentientes, Hypopsephius Theo- politanus, Soterichus Panteugenus Antiochenus, Eustathius Dyrrachinus, Michael Thessalo- nicensis concionator, Nicephorus Basilaces, qui Paulinas epistolas interpretabatur et lumine elo- quentiæ apostolicorum scriptorum obscuritatem altissimo spiritu refertam illustrabat. Ferunt, cum hæc controversia agitaretur et publice disceptanda proponeretur,alieno anni tempore ingens erupisse tonitru, et auribus eorum omnium qui tum Pela- goniæ cum imperatore erant ita insonuisse ut nonnulli humi prolaberentur. Et Eliam quemdam bominem eruditum et celebrem, aperto libro qui de tonitribus et terræmotibus dissereret, et iis lectis quæ ad tempus illud pertinerent, scriptum inve- nisse Casus sapientum. Itaque non ii modo quos diximus, doctorum eruditissimi, ecclesiis pulsi et omnibus sacris ministeriis interdioti sunt, sed alii quoque una cum illis. Aliquot annis post quæstione de Dei hominis dicto : « Pater major est me, » proposita, parum curatis Patrum explicationibus, iisque variis et ad controversiæ explicationem et declarationem sufficientibus, suas interpretationes attulit, easque pertinaciter defendit: et ad suam voluntatem et sententiam universalium do- ctorum sententias, non modo veritati non adver- santes sed divinitus editas, accommodavit.Nam cum alii dicant Patrem ut Filii auctorem dici majorem, alii de natura humana id intelligant, et id dictum non Verbo sed assumptæ carni attribuant, ut et illa de profectione ad Patrem, de adventu princi- pis mundi, qui nihil in ipso inveniat alii, etsi de Verbo vocem major accipiant, non absolute tamen et essentialiter, sed ob inhumanationis summam extenuationem et humilitatem ; atque alii aliter, pie tamen, explicent: iis, nescio quomodo, ut propositæ quæstioni non satisfacientibus improba- tis,aliam attulit interpretationem, indictoque con- cilio et omnibus sacrarum Litterarum studiosis convocatis singulos hortatus est ut ei decreto hoo mado subscriberent: « Equidem etiam sanctorum Patrum voces de illo dicto, Pater major est me,
Ἀλλ’ ὅπερ ἔλεγον, ἐπειδὴ τὰ τῆς νόσου ἐπέτεινε, παραβόλως βαλανείῳ ἐχρήσατο καὶ γνοὺς ἔτι πλέον ἐντεῦθεν τὰς τοῦ ζῆν ἀπαλειφομένας ἐλπίδας καὶ οἷον καθ’ ὑγρῶν τυπουμένας καὶ τὴν προθεσμίαν ἤδη ἀνυπεξάλυκτον, ὀλίγα περὶ τοῦ παιδὸς Ἀλεξίου τοῖς περιεστῶσι διείλεκται κεράσας οἰμωγαῖς τὰ ῥήματα ἐκ τοῦ προορᾶν οἷον τὰ μετὰ τὴν ἐκείνου συμβησόμενα ἔξοδον. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἀστρονομίας ὑποθήκῃ τοῦ πατριάρχου βραχύν τινα χάρτην ὑπεσημήνατο πρὸς τὴν ἐναντίαν δόξαν μεθαρμοσθείς. Τέλος δὲ καὶ αὐτὸς τῇ ἀρτηρίᾳ προσάγων τὴν χεῖρα καὶ τὰς κινήσεις τοῦ σφυγμοῦ γνωματεύων βύθιόν τι στενάξας καὶ πλήξας τῇ χειρὶ τὸν μηρὸν τὸ μοναδικὸν σχῆμα ᾔτησε. θορύβου δέ, ὡς εἰκός, ἐπὶ τῷ ῥήματι τούτῳ ἀρθέντος καὶ τῆς πνευματικωτέρας ἀμφιάσεως ἐχούσης τὸ ἀπαράσκευον, τριβωνίου μέλανος οἱ περὶ τὸν βασιλέα ὁθενοῦν εὐπορήσαντες περιδύουσι μὲν αὐτὸν τὰ μαλακὰ καὶ ἀρχικὰ ἄμφια, ἐπενδύουσι δὲ τὸ τραχὺ τῆς κατὰ θεὸν πολιτείας ἔνδυμα, εἰς ὁπλίτην μετημειφότες πνευματικὸν κράνει τε θειοτέρῳ καὶ θώρακι σεμνοτέρῳ, τῷ οὐρανίῳ στρατολογήσαντες ἡγεμόνι.
λαμυρῶς ἐπέστελλε μόνον, ἀλλὰ καὶ κατηχητηρίους ὢδινε λόγους, οὕς φασι σελέντια, καὶ εἰς κοινὴν ἀνέπτυσσεν ἀκοήν. Οδῷ δὲ προϊὼν καὶ δογμάτων Επτετο θείων καὶ περὶ Θεοῦ διελέγετο. 'Αμέλει καὶ κατασχηματιζόμενος πολλάκις τὸν ἀποροῦντα Γρα- οικὰς εἰσῆγε ζητήσεις, καὶ περὶ τῶν λύσεων του των διεπυνθάνετο ξυναγείρων ὅσον έχαιρε λογιότητι· Αλλ' ἦν ἂν ἐπαινετέος καν τούτοις, εἰ μέχρι τούτων τὴν λιχνείαν ἐκτείνων τοῖς δυσεφίκτοις οὐδ᾽ ὅλως προσέβαινε δόγμασιν, ἢ καὶ τούτοις ἐφιστάνων τὸν νοῦν οὐκ ἦν ἰσχυρογνώμων, οὐδὲ τὸν νοῦν τῶν γραφομένων πρὸς τὴν οἰκείαν μεθεῖλκεν ἐν πολλοῖς πρόθεσιν, ὁρίζων καὶ προσεπάγων ἐξηγήσεις ἐν οἷς πρὸς ὀρθὴν ἔννοιαν οἱ Πατέρες ἐφθέγξαντο, ὡς εἴπερ ὅλον αὐτὸν συνείλησε τὸν Χριστὸν καὶ ὑπ' αὐτοῦ μεμύηται τὰ περὶ αὐτοῦ τρανότερον καὶ θειότερον. Η Ζητήσεως οὖν γενομένης περὶ τοῦ Γραφικοῦ ῥητοῦ φησι τὸν σεσαρκωμένον Θεὸν προσφέρειν τε ὁμοῦ καὶ προσφέρεσθαι, καὶ τῶν τότε λογίων ἀνδρῶν εἰς ἐναντίας μοίρας ἀποκριθέντων, ἐφ᾽ ἱκανὸν τὰ τῆς εξετάσεως παρετάθησαν, ῥήσεις τε καὶ ἀντιῤῥήσεις ἐξ ἑκατέρων ἐχύθησαν τῶν μερῶν. Ορθοτομηθέντος δὲ τοῦ ζητουμένου, καὶ τῇ δόξῃ προστεθέντος τοῦ βασιλέως τῇ θεοφιλεῖ τε καὶ κρείττονι, καθαίρεσιν ὑπέστησαν ὡς ἀντίφρονες ὁ Ὑποψήφιος τῆς Θεου- πόλεως, μεγάλης Αντιοχείας Σωτήρχος ὁ Παντεύ γενος, ὁ Δυρραχίου Εὐστάθιος, ὁ τῆς Θεσσαλονίκης Μιχαὴλ τὸν ῥητορικόν κοσμῶν θρόνον καὶ τὸν εὐαγγελικὸν ἀναβαίνων ἀκρίβαντα, ὁ Βασιλάκης Νικηφόρος τὰς τοῦ Παύλου ἀναπτύσσων ἐπ' ἐκ κλησίας ἐπιστολὰς καὶ διαλευκαίνων τῷ τῆς καλλι βημοσύνης φωτὶ ὅσαι τῶν ἀποστολικῶν ῥήσεων τῇ ἀσαφείᾳ ὑπομελαίνονται καὶ τῷ βάθει τοῦ πνεύματ τος ἐπιφρίσσουσι. Λέγεται δὲ ὡς τοῦ δόγματος τούτου υποκινουμένου καὶ εἰς κοινὴν ἐπικρινομένου προτεθῆναι βάσανον, ἐξώρως ἐκραγήναι βροντήν ἐξαισίαν, ὑφ' ης καὶ περικτυπηθῆναι τὰς ἀκοὰς τὸ συνὸν ἅπαν τῷ βασιλεῖ κατὰ Πελαγονίαν διατρίβοντι τότε, ὡς ἀπὸ τοῦ κτύπου πολλοὺς εἰς γῆν καταπίω πτειν καί τινα τῶν λόγου τροφίμων, Ἡλίαν του. νομα, τὴν τύχην ὑπὲρ τοὺς πολλούς, τοῦ στρατοῦ φύλακα, βίβλον ἀναπτύξαντα περί βροντῶν καὶ σεισμῶν διεξιοῦσαν, καὶ τὰ περὶ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον καθ' δν ἑβρόντησεν ἐπελθόντα, φάσκοντα εὑρεῖν οὕτωσὶ, Πτῶσις σοφῶν. Οὐ μόνον τοίνυν οἱ ρηθέν- τες ἄνδρες, τῶν τηνικαῦτα σοφῶν ὄντες οἱ κράτι- στοι, τῆς Ἐκκλησίας ἀπεσφενδονήθησαν καὶ πάσης ἱερᾶς ὑπηρεσίας εξωστρακίσθησαν, ἀλλὰ σὺν αὐτοῖς καὶ ἕτεροι τῶν ἱερῶν καὶ θείων περιβόλων αποση - κασθέντες ἠλάθησαν. Μετὰ χρόνους δέ τινας τήν « Ο Πατήρ μου μείζων μου ἐστι, » τοῦ θεανθρώ- που φωνὴν προθεὶς εἰς ἐξέτασιν, ολίγα (Γ. 138] ταῖς τῶν Πατέρων προσσχὼν ἐξηγήσεσι, καὶ ταῦτα διαφόροις οὔσαις καὶ ἱκαναῖς πρὸς τὴν τοῦ ζητου- μένου παράστασιν καὶ σαφήνειαν, ἐφερμηνεύσεις οικείας εἰσήνεγκε, φιλονείκως τῶν ἅπαξ δοξάντων περιεχόμενος, καὶ πρὸς τὸ οἰκεῖον ἀνθέλκων βούτ λημα, καὶ δ' κυρώσειν προέθετο, τὰς μηδὲν τῇ ἀλη θεία λυμαινομένας, ἀλλὰ θεοσόφως λεχθείσας βήσεις DE MANUELE COMNENO LIB. VII. A Scripturis proponebat, earumque solutiones eru- C D ditis omnibus convocalis requirebat, quanquam in his etiam laudari potuisset, nisi curiositate ingenii eas etiam quæstiones agitasset quæ attingi se nullo modo patiuntur, aut saltem omissa pertinacia Scri- pturarum sententiam in multis ad suam opinio- nem novis interpretationibus non accommodasset, veris declarationibus veterum repudiatis, quasi ipse totum Christum comprehendisset et ab ipso de natura ejus dilucidius ac divinius edoctus esset. Orta igitur quæstione de illo dicto, quo dicitur in- carnatum Deum simul et offerre et offerri, et eruditis inter se dissentientibus, disceptatio longo tempore est extracta, multis et confirmationibus et confutationibus utrinque allatis. Verum impe- ratora pia et vera sententia post solertem contro- versiæ explicationen assenso, adversarii loco moti sunt ut perperam sentientes, Hypopsephius Theo- politanus, Soterichus Panteugenus Antiochenus, Eustathius Dyrrachinus, Michael Thessalo- nicensis concionator, Nicephorus Basilaces, qui Paulinas epistolas interpretabatur et lumine elo- quentiæ apostolicorum scriptorum obscuritatem altissimo spiritu refertam illustrabat. Ferunt, cum hæc controversia agitaretur et publice disceptanda proponeretur,alieno anni tempore ingens erupisse tonitru, et auribus eorum omnium qui tum Pela- goniæ cum imperatore erant ita insonuisse ut nonnulli humi prolaberentur. Et Eliam quemdam bominem eruditum et celebrem, aperto libro qui de tonitribus et terræmotibus dissereret, et iis lectis quæ ad tempus illud pertinerent, scriptum inve- nisse Casus sapientum. Itaque non ii modo quos diximus, doctorum eruditissimi, ecclesiis pulsi et omnibus sacris ministeriis interdioti sunt, sed alii quoque una cum illis. Aliquot annis post quæstione de Dei hominis dicto : « Pater major est me, » proposita, parum curatis Patrum explicationibus, iisque variis et ad controversiæ explicationem et declarationem sufficientibus, suas interpretationes attulit, easque pertinaciter defendit: et ad suam voluntatem et sententiam universalium do- ctorum sententias, non modo veritati non adver- santes sed divinitus editas, accommodavit.Nam cum alii dicant Patrem ut Filii auctorem dici majorem, alii de natura humana id intelligant, et id dictum non Verbo sed assumptæ carni attribuant, ut et illa de profectione ad Patrem, de adventu princi- pis mundi, qui nihil in ipso inveniat alii, etsi de Verbo vocem major accipiant, non absolute tamen et essentialiter, sed ob inhumanationis summam extenuationem et humilitatem ; atque alii aliter, pie tamen, explicent: iis, nescio quomodo, ut propositæ quæstioni non satisfacientibus improba- tis,aliam attulit interpretationem, indictoque con- cilio et omnibus sacrarum Litterarum studiosis convocatis singulos hortatus est ut ei decreto hoo mado subscriberent: « Equidem etiam sanctorum Patrum voces de illo dicto, Pater major est me,
PG 139:563τὸ δὲ ῥάκος μὴ ποδῆρες ὂν μήτε μὴν δι’ ὅλου τοῦ ἡρωϊκοῦ ἐκείνου καταβαῖνον σώματος εἴα τὰς κνήμας ἀκαλυφεῖς, ὡς μηδένα τῶν ὁρώντων εἶναι ἀδάκρυτον, ἐν νῷ βαλλόμενον τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν καὶ τὴν ἐν τῷ τελευτᾶν τὸν βίον τοῦ σώματος ἀχρειότητα, ὅπερ ἡμῖν ὡς ὄστρεον περιπλάττεται καὶ συμφύεται τῇ ψυχῇ. Τοῦ βίου γοῦν οὕτω καὶ τῆς βασιλείας μεθίσταται, τριάκοντα καὶ ὀκτὼ χρόνους γεγονὼς ἐν τῇ βασιλείᾳ λειπόντων μηνῶν τριῶν. πρὸς ἣν οἶμαι παράτασιν τῆς ἀρχῆς καὶ τὸ παλαίτατον ἐκεῖνο λόγιον ἀφορᾶν, ὃ διέξεισιν οὑτωσί ἀλλ’ ὑστάτη σε κερδανεῖ λαβὴ λόγου· ἡ γὰρ τελευταία τοῦ ὀνόματος συλλαβὴ τὸν ὀκτὼ καὶ τριάκοντα διασημαίνεται ἀριθμόν. Τέθαπται οὖν παρὰ πλάγιον πλευρὰν τῷ τὸν νεὼν εἰσιόντι τῆς τοῦ Παντοκράτορος μονῆς, οὐκ ἐν αὐτῷ τῷ τεμένει, ἀλλ’ ἐν τῷ περὶ τοῦτον ἡρώῳ. τοῦ δὲ τοίχου τοῦ νεὼ εἰς ἁψῖδα περιαχθέντος ἡ περὶ τὴν σορὸν εὐρεῖα διαστέλλεται εἴσοδος. συνέχει δὲ τοῦτον λίθος τὴν μελανίαν ὑποκρινόμενος καὶ διὰ τοῦτο στυγνάζοντι ἐοικώς, ὃς καὶ εἰς ἑπτὰ διέσχισται λοφιάς.
Α τῶν μακαρίων διδασκάλων τῆς οικουμένης. Τῶν μὲν Β γὰρ λεγόντων τῷ αἰτίῳ εἰρῆσθαι μείζονα, τῶν δὲ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον ἐξειληφότων καὶ τῷ προσλήμα ματι, οὐ τῷ λόγῳ τὴν φωνὴν ταύτην ἀπονειμαμέ νων, ὥσπερ καὶ τὸ πρὸς τὸν Πατέρα πορεύεσθαι καὶ τὸ ἔρχεσθαι τοῦ κόσμου τὸν ἄρχοντα καὶ ἔρευ νῶντα μηδὲν ὅλως εὑρίσκειν ἐν αὐτῷ, τινῶν δὲ περὶ τοῦ λόγου τὴ μεῖζον ἐκλαβομένων, οὐχ ἁπλῶς δὲ καὶ κατ' οὐσίαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐν τῷ ἐνανθρωπή και ἄκραν κένωσιν καὶ ταπείνωσιν; καὶ ἄλλων ἄλλως εὐσεβῶς μέντο: ἐκδεξαμένων. ταύτας οὐκ οἶδ᾽ ὅπως ἀποστέρξας ὡς οὐχ ἱκανῶς περὶ τοῦ προκειμένου εἰπούσας, καὶ ἑτέρως αὐτὸ διηρμήνευεν. Αμέλει καὶ σύνοδον συγκροτήσας καὶ ἅπαν ὅσον τοῖς θείοις ἔχαιρε δόγμασι συναθροίσας, ἐνῆγεν ἕκαστον ἐν τόμῳ δογματικῷ ὑπογράφειν ορίζοντας οὕτως! Αποδέχομαι μὲν καὶ τὰς περὶ τοῦ, Ο Πατήρ μου μείζων μου ἐστι, τῶν θεοφόρων Πατέρων φωνές, λέγω δὲ εἰρῆσθαι τοῦτο καὶ κατὰ τὴν ἐν αὐτῷ κτι στὴν καὶ παθητὴν σάρκα, » Τοῦτο δὲ οὐκ οἶδ' ὅπως τὸ ἔλαττον πρὸς τὸν Πατέρα τῷ Υἱῷ σαρκοφορήσαντι περιτίθησιν, ὡς εἴπερ ἀπωλίσθησε τῆς ἰσότητος διὰ τὴν ἀνθρωπίνης φύσεως πρόσληψιν καὶ τὴν πρὸς ἡμᾶς ἐπιδημίαν, μὴ τὴν ἰδίαν καὶ οὕτως ἀνασώζων δόξαν, τοῖς δὲ τῆς κενώσεως μέτροις ἐναπομείνας, ἢ μὴ θεώσας καὶ ὑψώσας τὸ ταπεινὸν καὶ τῶν οἰκείων αὐχημάτων μέτοχον ἀναδείξας ἐξ αὐτῆς τῆς ἑνώσεως, ἀλλ' ὑπ᾽ αὐτοῦ τοὐναντίον ταπεινωθεὶς, ὅπερ ἄτοπον. Αμέλει καὶ γραφαῖς ἐρυθραῖς ὡς φλογίνῃ ρομφαίᾳ τὸ δόγμα τοῦτο διειληφώς, ἀπειλούσαις θάνατον καὶ ἀποκήρυξιν πίστεως τῷ προσεμβλέψαι ὅλως ἔνδον τολμή σαντι καὶ κατὰ πρώτην τοῦ νοῦ κίνησιν, πολλῷ δέω εἰπεῖν ἐπιλαβομένῳ καὶ ὑποτονθορύσαντι, ἔπειτα λιθίναις πλαξὶν ἐγχαράξας υποθήκαις τινῶν τῶν ἐπακολουθούντων αὐτῷ καὶ κολακευόντων ἐπὶ νεώ τοῦ μεγίστου ἀνέθετο. Υφεωρῶντο γὰρ τὴν τῶν κυρωθέντων ἀνάλυσιν ὡς εἰς αὐτὸν τὸν λόγον διὰ μέσης τῆς σαρκὸς ἀποφερόντων τὸ ἔλαττον, καὶ μάλισθ' ὅτι τὴν κένωσιν καὶ τὸ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον νοούμενον παρε- βλέψαντο. ϛ΄. Οἷον δὲ καὶ τόδ' ἔρεξεν ἀνὴρ οὐτοσὶ περὶ τὸ πέρας τῆς αὐτοῦ βιοτῆς. Πγκειται τῷ κατηχητικῷ πυκτίῳ μεθ᾿ ἑτέρων ἀφορισμῶν καὶ τὸ ἀνάθεμα τῷ Θεῷ τοῦ Μωάμετ, περὶ οὗ λέγει, « Οὔτε ἐγέννησεν οὔτε ἐγεννήθη, » καὶ ὅτι ὁλόσφυρός ἐστι. Τὸν τοιοῦ τον τοίνυν ἀναθεματισμὸν ἀπαλεῖψαι τῶν ὅλω κατηχητηρίων βίβλων προέθετο, ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς ἐν τῇ Μεγάλη ἐκκλησίᾳ [Ρ. 139] πυκτίδος ἀρξάμενος. Καὶ ἡ πρόφασις ὡς μάλα εὐπρόσωπος· ἔφασκε γὰρ ὡς εἰς σκάνδαλον πρόκειται τῶν μετατιθεμένων Αγαρηνῶν εἰς τὴν καθ᾿ ἡμᾶς θεοσεβῆ πίστιν τὸ βλασφημεῖσθαι ὅλως Θεόν. Οὐκοῦν μετάκλητον τίθησι τὸν μέγιστον Θεοδόσιον, ὅς διεῖπε τηνικαῦτα καὶ έκόσμει θρόνον τὸν πρώτιστον, καὶ τῶν κατὰ τὴν πόλιν ἐνδημούντων ἀρχιερέων τους λόγῳ καὶ ἀρετῇ διαπρέποντας, καὶ κοινοῦται τούτοις τὸ σκέμμα μετ' ὀγκηρῶν προεισοδίων τῆς ὑποθέσεως. Ανανεύοντας δὲ πάντας εὑρὼν καὶ μηδ᾽ ἄκροις παραδεχομένους ὠσὶ τὰ εἰσηγούμενα ὡς ἀπόφημα καὶ τῆς εἰς Θεον ἀληθεστάτης δόξης ἀπάγοντα, ἐξηγουμένους δὲ θεο- φιλῶς τὸ εἰς σκάνδαλον δῆθεν καὶ πρόσκομμα και μενον, καὶ διασαφοῦντας μὴ ὅλως Θεὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς ποιητὴν καθυποβάλλεσθαι ἀναθέματι, ἀλλὰ τὸν παρὰ τῷ λήρῳ καὶ δαιμονιώδει Μωάμετ ἀναπγηττός μενον ὁλόσφυρον Θεὸν καὶ μήτε γεννηθέντα μήτε γεννήσαντα (παρά Χριστιανοῖς μὲν γὰρ δοξάζεσθαι Πατέρα Θεόν, αὐτὰ τὲ τὰ ἀπόβλητα του Μωάμετ ληρήματα τοῦτο ἀπαγορεύειν ὅλως· καὶ ἄλλως δὲ NICETE CHONIATE amplector: aio tamen id dictum pertinere ad car- nem in eo conditam et passibilem. » Quod nescio quomodo Filio incarnato minus tribuit quam Patri, perinde ac si ob naturæ humanæ assumptionem et peregrinationem in terram pari dignitate excidisset ac suam auctoritatem amisset, et intra li- mites extenuationis constitisset, ac non deificas- set et extulisset humilia, et sua gloria per unionem illam ornasset potius quam ea re ipse depressus esset. Quod absurdum est. Atque etiam rubra scriptura tanquam ense flammeo decretum hoc munivit, quo mortem minitabatur et excommu- nicationem ei qui, non dico prima impulsione animi reprehendere et submurmurare, sed tantum introspicere ausus esset. Deinde idem decretum de quorumdam assensorum vel assentalorum po- tius consilio lapideis tabulis insculptum in maxi- mo templo dedicavit. Verebantur enim ne sanctio illa, ut quæ prætextu carnis ipsi Verbo derogaret, abrogaretur, præsertim cum extenuationem et hu- manitatis rationem præteriissent. sub vitæ finem fecit. Exstat inter cæteras cateche- ticæ tabula sanctiones anathema in Mahometi Deum, quem nec genuisse nec genitum sed bo- losphyron esse affirmat. Id anathema ex omnibus catecheticis libellis aboleri voluit ab ipsa Magnæ ecclesia tabula auspicatus, idque ratione probabili scilicet. Aiebat enim blasphemiis in Deum quali- buscunque offendi Agarenos, qui ad piam nostram religionem deficerent. Proinde maximo Theodosio accersito, qui principem sedem curabat atque ornabat, et primariis sacerdotibus, qui tum in urbe erant eloquentia et virtute præstantes, quæstionem cum tumido exordio proponit. Qui cum omnes refragarentur, nec ullo modo illa ad- mitterent ut absurda et a vera de Deo sententia abducentia, atque anathema illud offensionis ple- num pie explicarent (nec enim Deum cœli et terræ conditorem ullo modo anathemate notari, sed ho- losphyrum illum Deum, quem delirus et furiosus Machometus nec genitum nec gignentem confin- geret nam apud Christianos Deum Patrem cele- brari, quod detestandis Machomcti nugamentis plane prohibeatur. Deinde se non satis intelligero quid sit illud holosphyrum), eis animo nihil mi- tigato contemptis, suapte auctoritate, et aulicorum eruditorum, quos tempori servire norat, ministe- rio, decretum proponit, quo [et Machometi deli- D 6. Ejusdem generis illud etiam est quod Manuel C
παράκειται δέ οἱ ἐπὶ κρηπῖδος καὶ προσκύνησιν δέχεται λίθος ἐρυθρὸς ἀνδρομήκης, ὃν εἶχε πρότερον μὲν ὁ κατ’ Ἔφεσον ναὸς ἐκεῖνον εἶναι διαθρυλλούμενον, ἐφ’ οὗ Χριστὸς μετὰ τὴν ἀπὸ σταυροῦ καθαίρεσιν νεκροταφίοις εἱληθεὶς ἐσμυρνίσθη, ὁ δὲ βασιλεὺς οὗτος ἐκεῖθεν μετακομίσας καί οἱ τὸν νῶτον ὑποστρώσας ὡς ὁμόθεον σῶμα καὶ γεγονὸς ὅπερ τὸ χρῖσαν βαστάσαντι ἐκ τοῦ κατὰ τὸν Βουκολέοντα λιμένος εἰς τὸν ἐν τῷ φάρῳ τοῦ παλατίου νεὼν ἀνήγαγε. μετ’ οὐ πολλὴν μέντοι ἐν ὑστέρῳ χρόνου περίοδον τοῦ βασιλέως τὸν βίον ἀπολιπόντος, καὶ ὁ λίθος οὗτος ἐξήρθη τῶν ἀνακτόρων καὶ μετενήνεκται ἔνθα δὴ ἀρτίως ἐμνήσθην, κεκράξων, οἶμαι, καὶ διατρανωσόμενος ὁπόσα ὁ τῇ σορῷ σιωπῶν εἰργάσατό πως καὶ ἠγωνίσατο. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑΛΕΞΙΟΥ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΥ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ Καὶ οὕτω μὲν ὁ Κομνηνὸς Μανουὴλ καταλύει τὸν βίον, βασιλεύει δὲ μετ’ αὐτὸν ὁ ἐκείνου παῖς Ἀλέξιος, οὔπω καθαρῶς τῆς ἥβης ἁψάμενος, ἀλλ’ ἔτι παιδοκόμων καὶ τιτθευτρίας δεόμενος.
Α τῶν μακαρίων διδασκάλων τῆς οικουμένης. Τῶν μὲν Β γὰρ λεγόντων τῷ αἰτίῳ εἰρῆσθαι μείζονα, τῶν δὲ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον ἐξειληφότων καὶ τῷ προσλήμα ματι, οὐ τῷ λόγῳ τὴν φωνὴν ταύτην ἀπονειμαμέ νων, ὥσπερ καὶ τὸ πρὸς τὸν Πατέρα πορεύεσθαι καὶ τὸ ἔρχεσθαι τοῦ κόσμου τὸν ἄρχοντα καὶ ἔρευ νῶντα μηδὲν ὅλως εὑρίσκειν ἐν αὐτῷ, τινῶν δὲ περὶ τοῦ λόγου τὴ μεῖζον ἐκλαβομένων, οὐχ ἁπλῶς δὲ καὶ κατ' οὐσίαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐν τῷ ἐνανθρωπή και ἄκραν κένωσιν καὶ ταπείνωσιν; καὶ ἄλλων ἄλλως εὐσεβῶς μέντο: ἐκδεξαμένων. ταύτας οὐκ οἶδ᾽ ὅπως ἀποστέρξας ὡς οὐχ ἱκανῶς περὶ τοῦ προκειμένου εἰπούσας, καὶ ἑτέρως αὐτὸ διηρμήνευεν. Αμέλει καὶ σύνοδον συγκροτήσας καὶ ἅπαν ὅσον τοῖς θείοις ἔχαιρε δόγμασι συναθροίσας, ἐνῆγεν ἕκαστον ἐν τόμῳ δογματικῷ ὑπογράφειν ορίζοντας οὕτως! Αποδέχομαι μὲν καὶ τὰς περὶ τοῦ, Ο Πατήρ μου μείζων μου ἐστι, τῶν θεοφόρων Πατέρων φωνές, λέγω δὲ εἰρῆσθαι τοῦτο καὶ κατὰ τὴν ἐν αὐτῷ κτι στὴν καὶ παθητὴν σάρκα, » Τοῦτο δὲ οὐκ οἶδ' ὅπως τὸ ἔλαττον πρὸς τὸν Πατέρα τῷ Υἱῷ σαρκοφορήσαντι περιτίθησιν, ὡς εἴπερ ἀπωλίσθησε τῆς ἰσότητος διὰ τὴν ἀνθρωπίνης φύσεως πρόσληψιν καὶ τὴν πρὸς ἡμᾶς ἐπιδημίαν, μὴ τὴν ἰδίαν καὶ οὕτως ἀνασώζων δόξαν, τοῖς δὲ τῆς κενώσεως μέτροις ἐναπομείνας, ἢ μὴ θεώσας καὶ ὑψώσας τὸ ταπεινὸν καὶ τῶν οἰκείων αὐχημάτων μέτοχον ἀναδείξας ἐξ αὐτῆς τῆς ἑνώσεως, ἀλλ' ὑπ᾽ αὐτοῦ τοὐναντίον ταπεινωθεὶς, ὅπερ ἄτοπον. Αμέλει καὶ γραφαῖς ἐρυθραῖς ὡς φλογίνῃ ρομφαίᾳ τὸ δόγμα τοῦτο διειληφώς, ἀπειλούσαις θάνατον καὶ ἀποκήρυξιν πίστεως τῷ προσεμβλέψαι ὅλως ἔνδον τολμή σαντι καὶ κατὰ πρώτην τοῦ νοῦ κίνησιν, πολλῷ δέω εἰπεῖν ἐπιλαβομένῳ καὶ ὑποτονθορύσαντι, ἔπειτα λιθίναις πλαξὶν ἐγχαράξας υποθήκαις τινῶν τῶν ἐπακολουθούντων αὐτῷ καὶ κολακευόντων ἐπὶ νεώ τοῦ μεγίστου ἀνέθετο. Υφεωρῶντο γὰρ τὴν τῶν κυρωθέντων ἀνάλυσιν ὡς εἰς αὐτὸν τὸν λόγον διὰ μέσης τῆς σαρκὸς ἀποφερόντων τὸ ἔλαττον, καὶ μάλισθ' ὅτι τὴν κένωσιν καὶ τὸ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον νοούμενον παρε- βλέψαντο. ϛ΄. Οἷον δὲ καὶ τόδ' ἔρεξεν ἀνὴρ οὐτοσὶ περὶ τὸ πέρας τῆς αὐτοῦ βιοτῆς. Πγκειται τῷ κατηχητικῷ πυκτίῳ μεθ᾿ ἑτέρων ἀφορισμῶν καὶ τὸ ἀνάθεμα τῷ Θεῷ τοῦ Μωάμετ, περὶ οὗ λέγει, « Οὔτε ἐγέννησεν οὔτε ἐγεννήθη, » καὶ ὅτι ὁλόσφυρός ἐστι. Τὸν τοιοῦ τον τοίνυν ἀναθεματισμὸν ἀπαλεῖψαι τῶν ὅλω κατηχητηρίων βίβλων προέθετο, ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς ἐν τῇ Μεγάλη ἐκκλησίᾳ [Ρ. 139] πυκτίδος ἀρξάμενος. Καὶ ἡ πρόφασις ὡς μάλα εὐπρόσωπος· ἔφασκε γὰρ ὡς εἰς σκάνδαλον πρόκειται τῶν μετατιθεμένων Αγαρηνῶν εἰς τὴν καθ᾿ ἡμᾶς θεοσεβῆ πίστιν τὸ βλασφημεῖσθαι ὅλως Θεόν. Οὐκοῦν μετάκλητον τίθησι τὸν μέγιστον Θεοδόσιον, ὅς διεῖπε τηνικαῦτα καὶ έκόσμει θρόνον τὸν πρώτιστον, καὶ τῶν κατὰ τὴν πόλιν ἐνδημούντων ἀρχιερέων τους λόγῳ καὶ ἀρετῇ διαπρέποντας, καὶ κοινοῦται τούτοις τὸ σκέμμα μετ' ὀγκηρῶν προεισοδίων τῆς ὑποθέσεως. Ανανεύοντας δὲ πάντας εὑρὼν καὶ μηδ᾽ ἄκροις παραδεχομένους ὠσὶ τὰ εἰσηγούμενα ὡς ἀπόφημα καὶ τῆς εἰς Θεον ἀληθεστάτης δόξης ἀπάγοντα, ἐξηγουμένους δὲ θεο- φιλῶς τὸ εἰς σκάνδαλον δῆθεν καὶ πρόσκομμα και μενον, καὶ διασαφοῦντας μὴ ὅλως Θεὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς ποιητὴν καθυποβάλλεσθαι ἀναθέματι, ἀλλὰ τὸν παρὰ τῷ λήρῳ καὶ δαιμονιώδει Μωάμετ ἀναπγηττός μενον ὁλόσφυρον Θεὸν καὶ μήτε γεννηθέντα μήτε γεννήσαντα (παρά Χριστιανοῖς μὲν γὰρ δοξάζεσθαι Πατέρα Θεόν, αὐτὰ τὲ τὰ ἀπόβλητα του Μωάμετ ληρήματα τοῦτο ἀπαγορεύειν ὅλως· καὶ ἄλλως δὲ NICETE CHONIATE amplector: aio tamen id dictum pertinere ad car- nem in eo conditam et passibilem. » Quod nescio quomodo Filio incarnato minus tribuit quam Patri, perinde ac si ob naturæ humanæ assumptionem et peregrinationem in terram pari dignitate excidisset ac suam auctoritatem amisset, et intra li- mites extenuationis constitisset, ac non deificas- set et extulisset humilia, et sua gloria per unionem illam ornasset potius quam ea re ipse depressus esset. Quod absurdum est. Atque etiam rubra scriptura tanquam ense flammeo decretum hoc munivit, quo mortem minitabatur et excommu- nicationem ei qui, non dico prima impulsione animi reprehendere et submurmurare, sed tantum introspicere ausus esset. Deinde idem decretum de quorumdam assensorum vel assentalorum po- tius consilio lapideis tabulis insculptum in maxi- mo templo dedicavit. Verebantur enim ne sanctio illa, ut quæ prætextu carnis ipsi Verbo derogaret, abrogaretur, præsertim cum extenuationem et hu- manitatis rationem præteriissent. sub vitæ finem fecit. Exstat inter cæteras cateche- ticæ tabula sanctiones anathema in Mahometi Deum, quem nec genuisse nec genitum sed bo- losphyron esse affirmat. Id anathema ex omnibus catecheticis libellis aboleri voluit ab ipsa Magnæ ecclesia tabula auspicatus, idque ratione probabili scilicet. Aiebat enim blasphemiis in Deum quali- buscunque offendi Agarenos, qui ad piam nostram religionem deficerent. Proinde maximo Theodosio accersito, qui principem sedem curabat atque ornabat, et primariis sacerdotibus, qui tum in urbe erant eloquentia et virtute præstantes, quæstionem cum tumido exordio proponit. Qui cum omnes refragarentur, nec ullo modo illa ad- mitterent ut absurda et a vera de Deo sententia abducentia, atque anathema illud offensionis ple- num pie explicarent (nec enim Deum cœli et terræ conditorem ullo modo anathemate notari, sed ho- losphyrum illum Deum, quem delirus et furiosus Machometus nec genitum nec gignentem confin- geret nam apud Christianos Deum Patrem cele- brari, quod detestandis Machomcti nugamentis plane prohibeatur. Deinde se non satis intelligero quid sit illud holosphyrum), eis animo nihil mi- tigato contemptis, suapte auctoritate, et aulicorum eruditorum, quos tempori servire norat, ministe- rio, decretum proponit, quo [et Machometi deli- D 6. Ejusdem generis illud etiam est quod Manuel C
PG 139:565πλημμελῶς τοίνυν καὶ ἀχρείως τὰ Ῥωμαίων ἐφέρετο πράγματα καὶ χειρόνως ἢ ὅτε ὁ Φαέθων τὴν ἐν ἄστροις οὐρανοῦ τέμνειν ὁδὸν ἐπεβάλετο τοῦ πατρικοῦ καὶ χρυσοκολλήτου ἐπιβὰς ἅρματος. αὐτὸς μὲν γὰρ ὁ κρατῶν διὰ τὸ τῆς ἡλικίας ἀτελὲς καὶ τὸ τοῦ τὰ συνοίσοντα φρονεῖν ἐνδεὲς οὐδενὸς ἦν τῶν καθηκόντων ἐπιστρεφόμενος, κούφοις δὲ τρεφόμενος πνεύμασι καὶ τὸ χαίρειν καὶ τὸ λυπεῖσθαι μήπω μεμαθηκὼς ἀκριβῶς κυνηγεσίοις προσανεῖχε καὶ ἱππηλασίοις προσέκειτο, παιδαρίοις συμπαίγμοσι συγγινόμενος καὶ τὸ ἦθος ἐν τοῖς χειρίστοις τυπούμενος. οἱ δέ γε πατρῷοι τούτῳ ἑταῖροι καὶ οἱ καθ’ αἷμα δήπου προσήκοντες ἑτέροις τὸν νοῦν προσέχοντες τῆς τούτου καλλίστης κατημέλουν ἀγωγῆς καὶ τροφῆς καὶ τὰ κοινὰ φθειρόμενα παρεβλέποντο. οἱ μὲν γὰρ τῆς βασιλίδος ἤρων καὶ ἐπείρων, ἐπαφροδίτως βοστρυχιζόμενοι, καὶ τὸν ταύτης ἀντέρωτα θηρώμενοι ἐμυροῦντο νηπιωδῶς καὶ ἐμιτροῦντο γυναικωδῶς περιδερραίοις λιθοκόλλοις καὶ ὅλοις ἐς ἐκείνην ὀφθαλμοῖς ἐνητένιζον·
μὴ συνιέναι ἀκριβῶς ὁποῖόν τί ἐστι τὸ ὁλόσφυρον), αὐτοὺς μὲν φθινύθειν εἴασεν ἐν στήθεσιν ἔχων νέον ἀκήλητον, καθ᾿ ἑαυτὸν δ' ἐκτίθησι τόμον, ὑπουργοῖς εἰς τοῦτο χρησάμενος οὔς ᾔδει τῶν ἐκ τῆς βασιλείου αὐλῆς τὸν καιρὸν κολακεύοντας καὶ λόγου μετέχοντας, υπερηγοροῦντα μὲν τῆς τοῦ Μωάμετ μωρολογίας (οὐ γὰρ ἂν εἴποιμι θεολογίας), καθαπτόμενον δὲ λαμπρῶς τῶν πρότερον βασιλέων καὶ τῶν ἐκ τοῦ καταλόγου τοῦ ἱεροῦ ὡς ἀμαθῶς καὶ ἀπερισκέπτως ἀνεχομένων ὑπὸ ἀνάθεμα τίθεσθαι Θεὸν τὸν ἀληθι νὸν, καὶ τοῦτον εἰς κοινὴν ἀκρόασιν ἐπὶ τῶν ἱερῶν ἀρχείων ἐκδίδωσι, συνεκπεπομφὼς οἷον τοῦ τόμου προοδευτὰς καὶ νεολαίαν κροτοῦσαν τὰ γεγραμμένα ὅσοι τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ τῆς γερουσίας ἦσαν κεφάλαιον, καὶ τοὺς ἐκ γένοὺς ἐκείνῳ λογιό- τητι χαίροντας. Τοσοῦτον δὲ τὸ πιθανὸν ὁ λόγος Β ἐπλούτει, οὐκ ἐν διδακτοῖς πνεύματος βρίθων ῥή- μασιν, ἀλλ᾽ ἐν πειθοῖ σοφίας ἀνθρωπίνης κομῶν, ὡς μικροῦ δεῖν ἀπαιωρῆσαι τῶν των μὴ μόνον ὅσον ἀφεώρα πρὸς τὴν ποικίλην τούτου περιβολὴν καὶ τὸ ἐπίχαρι τοῦ πτερώματος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ μετα αλλεύον τῶν γεγραμμένων τὸν νοῦν. Καὶ τάχ᾽ ἂν ἦν ὡς ἀληθὴς Θεὸς δοξαζόμενος ὁ παρὰ τῷ Μωάμετ ὁστισοῦν κληρούμενος ὁλόσφυρος Θεὸς, εἰ μὴ ὁλοσχε ρῶς ὁ πατριάρχης ἀντέβη· οὔτε γὰρ οὗτος τοῖς γραφομένοις τὸν νοῦν προσέσχηκεν ὡς ἐπισφαλῆ καὶ νέα ἐπεισάγουσι δόγματα, καὶ τοὺς λοιποὺς δὲ ὡς δηλητηριώδη ταῦτα ὑφορᾶσθαι παρέπειθεν. Ὁ δὲ ὥσπερ τι δεινὸν πεπονθὼς ἀνείδεσιν ἔπλυνε τοὺς ἀρχιερεῖς, καὶ μωρὰ τοῦ κόσμου τούτους ὠνόμαζεν, ἦς ἄλλως τε καὶ νόσῳ τότε προσπαλαίων δεινή, ὑφ᾽ της καὶ τὸν βίον ἀπέλιπε, καὶ ἐπίχολος ἐντεῦθεν γινόμενος· Οὐκοῦν ὅσα τῷ προτέρῳ τόμῳ ἐμπλατυνόμενος εἴρη- κεν, ἀπηρτισμένῃ κατασκευῇ καὶ μεθόδοις ῥητορικαῖς χρησάμενος, ταῦτα ἐπιτεμὼν καὶ τὸ τοῦ δόγματος αὖθις περιθεὶς δέλεαρ ἕτερον τόμον ἐξέθετο. Καὶ ἐπεὶ ἔτυχε τότε τοῖς κατὰ Δάμαλιν ἀρχείοις ἐναυλι ζόμενος, ἃ Σκουτάριον ὀνομάζονται, τὴν τοῦ ἀέρος εὐκρασίαν μεταδιώκων καὶ τῆς πολυοχλίας ἀπανι- στάμενος καὶ ἅπας τῆς νοσοκομίας γινόμενος, δια- πλωίζονται ἐκεῖσε βασιλικῷ ἐπιτάγματι ὅ τε τῶν ἀρ- χιερέων σύλλογος καὶ ὅσοι τὸ πρεσβεῖον ἐκ τῶν λόγων ἐκτήσαντο. Ἀλλ᾽ οὔπω καθαρῶς τῶν λεμβαδίων ἀπέ βησαν, καί τις τῶν παρὰ τῷ βασιλεῖ παῤῥησίαν ἐχόντων καὶ τὰ μέγιστα δυναμένων ὑπογραμματέων ἐφίσταται. Ο Ματζούκης ἦν οὗτος Θεόδωρος, καὶ πρός τε τὸν πατριάρχην καὶ τὴν τῶν ἀρχιερέων ὁμήγυριν τὸν λόγον ἀποτεινάμενος τὴν μὲν ἐς τὸν βασιλέα πάροδον μὴ εἶναι ἔφησε νυνὶ ἐφικτὴν διά τι παρεισφρῆσαν ἐκ τῆς νόσου ἐμπόδιον, τῇ δὲ τούς των αναγνώσει προσέχειν χρεών, τοὺς χάρτας δεῖ ξας αὐτοῖς τοὺς ἐν χεροῖν. 'Πν δὲ ὁ μὲν περὶ τοῦ προκειμένου δόγματος διαλαμβάνων, ὅν, ὡς εἰρή- καμεν, ὑπογράψαι τους συνελθόντας ἀρχιερεῖς δια σπουδῆς ὁ αὐτοκράτωρ ἐτίθετο· ὁ δ᾽ ἕτερος τὸν βα σιλέα ἔχων διαλεγόμενον τῷ ἀρχιποιμενί τε Θεοδο σίῳ καὶ τῇ συνόδῳ οὐδὲν μέτριον οὐδὲ χάριεν διεξ- ῄει, ἀλλὰ καὶ τῇ ἐνστάσει τοῦ πατριάρχου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἀρχιερέων ὡς μὴ κατὰ λόγον γενομένη DE MANUELE COMNENO LIB. VII. A rium (cur enim theologiam dicam ?) defende- C batur, et superiores imperatores sacrorumque antistites aperte taxabantur, qui Deum verum ine- rudite ct inconsiderate anathemate notari passi essent. Et id decretum in sacro palatio pu- blice recitandum cural, principibus senatus et cognatis suis litterarum studiosis, qui veluti viam præpararent atque applauderent, præmissis. Erat autem oratio adeo probabilis, non spiritualium verborum gravitate sed humanæ sapientiæ suavi- tate, ut aures non eorum duntaxat qui variam ejus compositionem et jucundam vanitatem spectabant, sed eorum etiam qui ipsius scripti sententiam in- dagabant, propemodum suspensas teneret. Ac forsitan veri Dei gloria Machometano illi Deo, quisquis est, nisi patriarcha strenue adversatus nec ipse id scriptum curasset, quo nova et peri- oulosa dogmata introducerentur, et cæteros, ut id tanquam venenum suspectum haberent, monuisset. At imperator, quasi gravi affectus injuria, ponti- fices conviciis insectabatur et homines omnium mortalium stultissimos appellabat, quippe ex morbo gravissimo, qui exitium ei attulit, pronior ad iram factus. Proinde iis quæ priore decreto fu- sius, oratoriis ornamentis adhibitis, scripserat, in compendium redactis et dogmatis illecebris ador- natis,aliud decretum promulgavit. Cum autem tum in palatio ad Damalim, quod Scularium di- citur, tum ad vitandam turbam tum ob aeris tem- periem versaretur, totus curandæ valetudini in- tentus,jussu ejus pontificum collegium et erudi- tissimi quique eo trajiciunt. Qui cum vix ex D lintribus descendissent, Theodorus Mazuca, homo apud imperatorem gratiosus et inter scribas au- ctoritate princeps, adest; et oratione ad patriar. cham et pontificum collegium instituta imperato- rem nunc adiri posse negat ob morbi quamdam accessionem,litteras vero quas manu teneret, esse audiendas. Agebant autem alteræ de proposito dogmate, quibus a pontificibus subscribi cupiebat imperator; alters sub persona ejusdem cum summo pastore Theodosio et pontificibus ob præposteram adversationem expostulantes, majus concilium minabantur, et controversia discepta- tionem ipso veteris Romæ papa adhibito jureju- rando testificabantur. « Ingratus, inquit, universi- tatis rerum Deo, & quo præter imperii fastigium aliis illustribus prærogativis sum ornatus, et in- sanus essem, nisi pro tenuitate mea quale- cunque illi studium meum declararem, et summis in id viribus incumberem, ne is verus Dei ana- themate notaretur. » Cæterum auditores ea ma- gniloquentia adeo non percellebantur, ut vir doctissimus et eloquentissimus, Eustathius Thes- salonica archiepiscopus, ea oratione vehementer commotus,verum Deum aliquid holosphyrum, in- felicis ingenii commentum, perhiberi nullo modo fer- ret. « Enimvero, inquit, insanirem et hoc habitu, » ostenso pallio « indignus essem, si Deum verum
οἱ δέ, χρηματιστικοὶ ὄντες καὶ δημοβόροι, παρενοσφίζοντο τὰ δημόσια ταῖς τε ἐφευρημέναις δαπάναις ἀφειδέστερον χρώμενοι καὶ νέας προσεφευρίσκοντες, ἵν’ ἔχοιεν οὕτω τὸ χθὲς κενὸν καὶ σύσπαστον βαλάντιον πλῆρες καὶ διῳδηκὸς σήμερον· οἱ δέ, τοῦ βασιλεύσειν ἔχοντες ἔφεσιν, πρὸς τοῦτο τὸν οἰκεῖον σκοπὸν συνέτεινον ἅπαντα. ὡς γάρ τινος παιδαγωγοῦ γενναίου καὶ ἐμβριθοῦς ἐκποδὼν γεγενημένου, ἀταξίας τὸ πᾶν ἐπεπλήρωτο, ἑκάστου τὸ οἰκεῖον μεταδιώκοντος ἐφετὸν καὶ ἀλλήλοις ἁπάντων ἀντιπραττόντων, ἢ κίονος ὑποσπασθέντος ἑδραίου καὶ ἀστραβοῦς πρὸς ἐναντίαν φορὰν ἀπονενεύκεισαν ἅπαντα. τῆς δὲ ἰσοτιμίας ἀτιμασθείσης παρὰ τοῖς τότε τὰ μέγιστα δυναμένοις καὶ κατὰ γένος συναπτομένοις τῷ βασιλεῖ, αἵ τε ὑπὲρ τῶν κοινῶν φροντίδες ἐξέλιπον καὶ αἱ συνδρομαὶ καὶ σύνοδοι ἠφαντώθησαν.
μὴ συνιέναι ἀκριβῶς ὁποῖόν τί ἐστι τὸ ὁλόσφυρον), αὐτοὺς μὲν φθινύθειν εἴασεν ἐν στήθεσιν ἔχων νέον ἀκήλητον, καθ᾿ ἑαυτὸν δ' ἐκτίθησι τόμον, ὑπουργοῖς εἰς τοῦτο χρησάμενος οὔς ᾔδει τῶν ἐκ τῆς βασιλείου αὐλῆς τὸν καιρὸν κολακεύοντας καὶ λόγου μετέχοντας, υπερηγοροῦντα μὲν τῆς τοῦ Μωάμετ μωρολογίας (οὐ γὰρ ἂν εἴποιμι θεολογίας), καθαπτόμενον δὲ λαμπρῶς τῶν πρότερον βασιλέων καὶ τῶν ἐκ τοῦ καταλόγου τοῦ ἱεροῦ ὡς ἀμαθῶς καὶ ἀπερισκέπτως ἀνεχομένων ὑπὸ ἀνάθεμα τίθεσθαι Θεὸν τὸν ἀληθι νὸν, καὶ τοῦτον εἰς κοινὴν ἀκρόασιν ἐπὶ τῶν ἱερῶν ἀρχείων ἐκδίδωσι, συνεκπεπομφὼς οἷον τοῦ τόμου προοδευτὰς καὶ νεολαίαν κροτοῦσαν τὰ γεγραμμένα ὅσοι τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ τῆς γερουσίας ἦσαν κεφάλαιον, καὶ τοὺς ἐκ γένοὺς ἐκείνῳ λογιό- τητι χαίροντας. Τοσοῦτον δὲ τὸ πιθανὸν ὁ λόγος Β ἐπλούτει, οὐκ ἐν διδακτοῖς πνεύματος βρίθων ῥή- μασιν, ἀλλ᾽ ἐν πειθοῖ σοφίας ἀνθρωπίνης κομῶν, ὡς μικροῦ δεῖν ἀπαιωρῆσαι τῶν των μὴ μόνον ὅσον ἀφεώρα πρὸς τὴν ποικίλην τούτου περιβολὴν καὶ τὸ ἐπίχαρι τοῦ πτερώματος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ μετα αλλεύον τῶν γεγραμμένων τὸν νοῦν. Καὶ τάχ᾽ ἂν ἦν ὡς ἀληθὴς Θεὸς δοξαζόμενος ὁ παρὰ τῷ Μωάμετ ὁστισοῦν κληρούμενος ὁλόσφυρος Θεὸς, εἰ μὴ ὁλοσχε ρῶς ὁ πατριάρχης ἀντέβη· οὔτε γὰρ οὗτος τοῖς γραφομένοις τὸν νοῦν προσέσχηκεν ὡς ἐπισφαλῆ καὶ νέα ἐπεισάγουσι δόγματα, καὶ τοὺς λοιποὺς δὲ ὡς δηλητηριώδη ταῦτα ὑφορᾶσθαι παρέπειθεν. Ὁ δὲ ὥσπερ τι δεινὸν πεπονθὼς ἀνείδεσιν ἔπλυνε τοὺς ἀρχιερεῖς, καὶ μωρὰ τοῦ κόσμου τούτους ὠνόμαζεν, ἦς ἄλλως τε καὶ νόσῳ τότε προσπαλαίων δεινή, ὑφ᾽ της καὶ τὸν βίον ἀπέλιπε, καὶ ἐπίχολος ἐντεῦθεν γινόμενος· Οὐκοῦν ὅσα τῷ προτέρῳ τόμῳ ἐμπλατυνόμενος εἴρη- κεν, ἀπηρτισμένῃ κατασκευῇ καὶ μεθόδοις ῥητορικαῖς χρησάμενος, ταῦτα ἐπιτεμὼν καὶ τὸ τοῦ δόγματος αὖθις περιθεὶς δέλεαρ ἕτερον τόμον ἐξέθετο. Καὶ ἐπεὶ ἔτυχε τότε τοῖς κατὰ Δάμαλιν ἀρχείοις ἐναυλι ζόμενος, ἃ Σκουτάριον ὀνομάζονται, τὴν τοῦ ἀέρος εὐκρασίαν μεταδιώκων καὶ τῆς πολυοχλίας ἀπανι- στάμενος καὶ ἅπας τῆς νοσοκομίας γινόμενος, δια- πλωίζονται ἐκεῖσε βασιλικῷ ἐπιτάγματι ὅ τε τῶν ἀρ- χιερέων σύλλογος καὶ ὅσοι τὸ πρεσβεῖον ἐκ τῶν λόγων ἐκτήσαντο. Ἀλλ᾽ οὔπω καθαρῶς τῶν λεμβαδίων ἀπέ βησαν, καί τις τῶν παρὰ τῷ βασιλεῖ παῤῥησίαν ἐχόντων καὶ τὰ μέγιστα δυναμένων ὑπογραμματέων ἐφίσταται. Ο Ματζούκης ἦν οὗτος Θεόδωρος, καὶ πρός τε τὸν πατριάρχην καὶ τὴν τῶν ἀρχιερέων ὁμήγυριν τὸν λόγον ἀποτεινάμενος τὴν μὲν ἐς τὸν βασιλέα πάροδον μὴ εἶναι ἔφησε νυνὶ ἐφικτὴν διά τι παρεισφρῆσαν ἐκ τῆς νόσου ἐμπόδιον, τῇ δὲ τούς των αναγνώσει προσέχειν χρεών, τοὺς χάρτας δεῖ ξας αὐτοῖς τοὺς ἐν χεροῖν. 'Πν δὲ ὁ μὲν περὶ τοῦ προκειμένου δόγματος διαλαμβάνων, ὅν, ὡς εἰρή- καμεν, ὑπογράψαι τους συνελθόντας ἀρχιερεῖς δια σπουδῆς ὁ αὐτοκράτωρ ἐτίθετο· ὁ δ᾽ ἕτερος τὸν βα σιλέα ἔχων διαλεγόμενον τῷ ἀρχιποιμενί τε Θεοδο σίῳ καὶ τῇ συνόδῳ οὐδὲν μέτριον οὐδὲ χάριεν διεξ- ῄει, ἀλλὰ καὶ τῇ ἐνστάσει τοῦ πατριάρχου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἀρχιερέων ὡς μὴ κατὰ λόγον γενομένη DE MANUELE COMNENO LIB. VII. A rium (cur enim theologiam dicam ?) defende- C batur, et superiores imperatores sacrorumque antistites aperte taxabantur, qui Deum verum ine- rudite ct inconsiderate anathemate notari passi essent. Et id decretum in sacro palatio pu- blice recitandum cural, principibus senatus et cognatis suis litterarum studiosis, qui veluti viam præpararent atque applauderent, præmissis. Erat autem oratio adeo probabilis, non spiritualium verborum gravitate sed humanæ sapientiæ suavi- tate, ut aures non eorum duntaxat qui variam ejus compositionem et jucundam vanitatem spectabant, sed eorum etiam qui ipsius scripti sententiam in- dagabant, propemodum suspensas teneret. Ac forsitan veri Dei gloria Machometano illi Deo, quisquis est, nisi patriarcha strenue adversatus nec ipse id scriptum curasset, quo nova et peri- oulosa dogmata introducerentur, et cæteros, ut id tanquam venenum suspectum haberent, monuisset. At imperator, quasi gravi affectus injuria, ponti- fices conviciis insectabatur et homines omnium mortalium stultissimos appellabat, quippe ex morbo gravissimo, qui exitium ei attulit, pronior ad iram factus. Proinde iis quæ priore decreto fu- sius, oratoriis ornamentis adhibitis, scripserat, in compendium redactis et dogmatis illecebris ador- natis,aliud decretum promulgavit. Cum autem tum in palatio ad Damalim, quod Scularium di- citur, tum ad vitandam turbam tum ob aeris tem- periem versaretur, totus curandæ valetudini in- tentus,jussu ejus pontificum collegium et erudi- tissimi quique eo trajiciunt. Qui cum vix ex D lintribus descendissent, Theodorus Mazuca, homo apud imperatorem gratiosus et inter scribas au- ctoritate princeps, adest; et oratione ad patriar. cham et pontificum collegium instituta imperato- rem nunc adiri posse negat ob morbi quamdam accessionem,litteras vero quas manu teneret, esse audiendas. Agebant autem alteræ de proposito dogmate, quibus a pontificibus subscribi cupiebat imperator; alters sub persona ejusdem cum summo pastore Theodosio et pontificibus ob præposteram adversationem expostulantes, majus concilium minabantur, et controversia discepta- tionem ipso veteris Romæ papa adhibito jureju- rando testificabantur. « Ingratus, inquit, universi- tatis rerum Deo, & quo præter imperii fastigium aliis illustribus prærogativis sum ornatus, et in- sanus essem, nisi pro tenuitate mea quale- cunque illi studium meum declararem, et summis in id viribus incumberem, ne is verus Dei ana- themate notaretur. » Cæterum auditores ea ma- gniloquentia adeo non percellebantur, ut vir doctissimus et eloquentissimus, Eustathius Thes- salonica archiepiscopus, ea oratione vehementer commotus,verum Deum aliquid holosphyrum, in- felicis ingenii commentum, perhiberi nullo modo fer- ret. « Enimvero, inquit, insanirem et hoc habitu, » ostenso pallio « indignus essem, si Deum verum
Καὶ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ καὶ πρωτοβεστιαρίου Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ, ὃς ἀνεψιὸς ἦν πρὸς πατρὸς τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, τῇ τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως μητρὶ πλησιάζοντος, ὡς ἐλέγετο, καὶ θαμὰ αὐτῇ ὁμιλοῦντος καὶ ὑπὲρ πάντα ἰσχύοντος ἕτερον, οἱ τοῦ αὐτοῦ μεταλαχόντες αἵματος καὶ ἰσοκρατεῖς εἶναι παρὰ τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ἐαθέντες καὶ ἀξιώμασι μεγίστοις ἐμπρέποντες ἔστιν ᾗ ἀπεπνίγοντο τοῖς γινομένοις, ἔστι δ’ ᾗ καὶ τυραννίδα φυομένην ὁρῶντες τὸν πρωτοσεβαστὸν ὑπεβλέποντο, οὐ τοσοῦτον μὴ ὁ βασιλεύων ἀηδές τι πάθῃ περὶ πλείστου ἔχοντες, ὅσον μὴ αὐτοὶ συλληφθεῖεν ὑφορώμενοι. καὶ διὰ ταῦτα καραδοκοῦντες τὸ μέλλον, τὸ καθ’ αὑτοὺς ἀσφαλὲς τοῦ πέλας προυτίθεσαν. ἤδη γὰρ ἡ φήμη λάλος ἦν καὶ διαρρήδην κραυγάζουσα ὡς Ἀλέξιος τῇ μητρὶ τοῦ βασιλέως συγγίνεται καὶ καθελεῖν μὲν τοῦτον τῆς δυναστείας ἐν νῷ τίθεται, ἑαυτὸν δ’ ἐπιβήτορα ταύτης, ὥσπερ δὴ καὶ τῆς τεκούσης, γενήσεσθαι σκέπτεται. Καὶ οὕτω μὲν τὰ κατὰ τὴν βασιλείαν αὐτὴν πάσης ὄντα συγχύσεως καὶ παντοίου χειμῶνος ἔμπλεα, καὶ τὸ τοῦ μυθικοῦ δράκοντος πράγμασιν αὐτοῖς ὁρώμενον ἦν, ὃς κακῶς διετίθετο κωφῷ καὶ τυφλῷ μέρει τῷ οὐραίῳ διεξαγόμενος.
μὴ συνιέναι ἀκριβῶς ὁποῖόν τί ἐστι τὸ ὁλόσφυρον), αὐτοὺς μὲν φθινύθειν εἴασεν ἐν στήθεσιν ἔχων νέον ἀκήλητον, καθ᾿ ἑαυτὸν δ' ἐκτίθησι τόμον, ὑπουργοῖς εἰς τοῦτο χρησάμενος οὔς ᾔδει τῶν ἐκ τῆς βασιλείου αὐλῆς τὸν καιρὸν κολακεύοντας καὶ λόγου μετέχοντας, υπερηγοροῦντα μὲν τῆς τοῦ Μωάμετ μωρολογίας (οὐ γὰρ ἂν εἴποιμι θεολογίας), καθαπτόμενον δὲ λαμπρῶς τῶν πρότερον βασιλέων καὶ τῶν ἐκ τοῦ καταλόγου τοῦ ἱεροῦ ὡς ἀμαθῶς καὶ ἀπερισκέπτως ἀνεχομένων ὑπὸ ἀνάθεμα τίθεσθαι Θεὸν τὸν ἀληθι νὸν, καὶ τοῦτον εἰς κοινὴν ἀκρόασιν ἐπὶ τῶν ἱερῶν ἀρχείων ἐκδίδωσι, συνεκπεπομφὼς οἷον τοῦ τόμου προοδευτὰς καὶ νεολαίαν κροτοῦσαν τὰ γεγραμμένα ὅσοι τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ τῆς γερουσίας ἦσαν κεφάλαιον, καὶ τοὺς ἐκ γένοὺς ἐκείνῳ λογιό- τητι χαίροντας. Τοσοῦτον δὲ τὸ πιθανὸν ὁ λόγος Β ἐπλούτει, οὐκ ἐν διδακτοῖς πνεύματος βρίθων ῥή- μασιν, ἀλλ᾽ ἐν πειθοῖ σοφίας ἀνθρωπίνης κομῶν, ὡς μικροῦ δεῖν ἀπαιωρῆσαι τῶν των μὴ μόνον ὅσον ἀφεώρα πρὸς τὴν ποικίλην τούτου περιβολὴν καὶ τὸ ἐπίχαρι τοῦ πτερώματος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ μετα αλλεύον τῶν γεγραμμένων τὸν νοῦν. Καὶ τάχ᾽ ἂν ἦν ὡς ἀληθὴς Θεὸς δοξαζόμενος ὁ παρὰ τῷ Μωάμετ ὁστισοῦν κληρούμενος ὁλόσφυρος Θεὸς, εἰ μὴ ὁλοσχε ρῶς ὁ πατριάρχης ἀντέβη· οὔτε γὰρ οὗτος τοῖς γραφομένοις τὸν νοῦν προσέσχηκεν ὡς ἐπισφαλῆ καὶ νέα ἐπεισάγουσι δόγματα, καὶ τοὺς λοιποὺς δὲ ὡς δηλητηριώδη ταῦτα ὑφορᾶσθαι παρέπειθεν. Ὁ δὲ ὥσπερ τι δεινὸν πεπονθὼς ἀνείδεσιν ἔπλυνε τοὺς ἀρχιερεῖς, καὶ μωρὰ τοῦ κόσμου τούτους ὠνόμαζεν, ἦς ἄλλως τε καὶ νόσῳ τότε προσπαλαίων δεινή, ὑφ᾽ της καὶ τὸν βίον ἀπέλιπε, καὶ ἐπίχολος ἐντεῦθεν γινόμενος· Οὐκοῦν ὅσα τῷ προτέρῳ τόμῳ ἐμπλατυνόμενος εἴρη- κεν, ἀπηρτισμένῃ κατασκευῇ καὶ μεθόδοις ῥητορικαῖς χρησάμενος, ταῦτα ἐπιτεμὼν καὶ τὸ τοῦ δόγματος αὖθις περιθεὶς δέλεαρ ἕτερον τόμον ἐξέθετο. Καὶ ἐπεὶ ἔτυχε τότε τοῖς κατὰ Δάμαλιν ἀρχείοις ἐναυλι ζόμενος, ἃ Σκουτάριον ὀνομάζονται, τὴν τοῦ ἀέρος εὐκρασίαν μεταδιώκων καὶ τῆς πολυοχλίας ἀπανι- στάμενος καὶ ἅπας τῆς νοσοκομίας γινόμενος, δια- πλωίζονται ἐκεῖσε βασιλικῷ ἐπιτάγματι ὅ τε τῶν ἀρ- χιερέων σύλλογος καὶ ὅσοι τὸ πρεσβεῖον ἐκ τῶν λόγων ἐκτήσαντο. Ἀλλ᾽ οὔπω καθαρῶς τῶν λεμβαδίων ἀπέ βησαν, καί τις τῶν παρὰ τῷ βασιλεῖ παῤῥησίαν ἐχόντων καὶ τὰ μέγιστα δυναμένων ὑπογραμματέων ἐφίσταται. Ο Ματζούκης ἦν οὗτος Θεόδωρος, καὶ πρός τε τὸν πατριάρχην καὶ τὴν τῶν ἀρχιερέων ὁμήγυριν τὸν λόγον ἀποτεινάμενος τὴν μὲν ἐς τὸν βασιλέα πάροδον μὴ εἶναι ἔφησε νυνὶ ἐφικτὴν διά τι παρεισφρῆσαν ἐκ τῆς νόσου ἐμπόδιον, τῇ δὲ τούς των αναγνώσει προσέχειν χρεών, τοὺς χάρτας δεῖ ξας αὐτοῖς τοὺς ἐν χεροῖν. 'Πν δὲ ὁ μὲν περὶ τοῦ προκειμένου δόγματος διαλαμβάνων, ὅν, ὡς εἰρή- καμεν, ὑπογράψαι τους συνελθόντας ἀρχιερεῖς δια σπουδῆς ὁ αὐτοκράτωρ ἐτίθετο· ὁ δ᾽ ἕτερος τὸν βα σιλέα ἔχων διαλεγόμενον τῷ ἀρχιποιμενί τε Θεοδο σίῳ καὶ τῇ συνόδῳ οὐδὲν μέτριον οὐδὲ χάριεν διεξ- ῄει, ἀλλὰ καὶ τῇ ἐνστάσει τοῦ πατριάρχου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἀρχιερέων ὡς μὴ κατὰ λόγον γενομένη DE MANUELE COMNENO LIB. VII. A rium (cur enim theologiam dicam ?) defende- C batur, et superiores imperatores sacrorumque antistites aperte taxabantur, qui Deum verum ine- rudite ct inconsiderate anathemate notari passi essent. Et id decretum in sacro palatio pu- blice recitandum cural, principibus senatus et cognatis suis litterarum studiosis, qui veluti viam præpararent atque applauderent, præmissis. Erat autem oratio adeo probabilis, non spiritualium verborum gravitate sed humanæ sapientiæ suavi- tate, ut aures non eorum duntaxat qui variam ejus compositionem et jucundam vanitatem spectabant, sed eorum etiam qui ipsius scripti sententiam in- dagabant, propemodum suspensas teneret. Ac forsitan veri Dei gloria Machometano illi Deo, quisquis est, nisi patriarcha strenue adversatus nec ipse id scriptum curasset, quo nova et peri- oulosa dogmata introducerentur, et cæteros, ut id tanquam venenum suspectum haberent, monuisset. At imperator, quasi gravi affectus injuria, ponti- fices conviciis insectabatur et homines omnium mortalium stultissimos appellabat, quippe ex morbo gravissimo, qui exitium ei attulit, pronior ad iram factus. Proinde iis quæ priore decreto fu- sius, oratoriis ornamentis adhibitis, scripserat, in compendium redactis et dogmatis illecebris ador- natis,aliud decretum promulgavit. Cum autem tum in palatio ad Damalim, quod Scularium di- citur, tum ad vitandam turbam tum ob aeris tem- periem versaretur, totus curandæ valetudini in- tentus,jussu ejus pontificum collegium et erudi- tissimi quique eo trajiciunt. Qui cum vix ex D lintribus descendissent, Theodorus Mazuca, homo apud imperatorem gratiosus et inter scribas au- ctoritate princeps, adest; et oratione ad patriar. cham et pontificum collegium instituta imperato- rem nunc adiri posse negat ob morbi quamdam accessionem,litteras vero quas manu teneret, esse audiendas. Agebant autem alteræ de proposito dogmate, quibus a pontificibus subscribi cupiebat imperator; alters sub persona ejusdem cum summo pastore Theodosio et pontificibus ob præposteram adversationem expostulantes, majus concilium minabantur, et controversia discepta- tionem ipso veteris Romæ papa adhibito jureju- rando testificabantur. « Ingratus, inquit, universi- tatis rerum Deo, & quo præter imperii fastigium aliis illustribus prærogativis sum ornatus, et in- sanus essem, nisi pro tenuitate mea quale- cunque illi studium meum declararem, et summis in id viribus incumberem, ne is verus Dei ana- themate notaretur. » Cæterum auditores ea ma- gniloquentia adeo non percellebantur, ut vir doctissimus et eloquentissimus, Eustathius Thes- salonica archiepiscopus, ea oratione vehementer commotus,verum Deum aliquid holosphyrum, in- felicis ingenii commentum, perhiberi nullo modo fer- ret. « Enimvero, inquit, insanirem et hoc habitu, » ostenso pallio « indignus essem, si Deum verum
PG 139:567ἢ τὸ τέρας πέρας ἐλάμβανεν, ὃ τὸν βίον τελευτῶντος ἐπεφάνη τοῦ αὐτοκράτορος Μανουήλ· γυνὴ γάρ τις κατὰ τὴν Προποντίδα λαχοῦσα τὴν οἴκησιν παιδίον ἀπέτεκεν ἄρρεν, τὸν μὲν λοιπὸν ἄνθρωπον ἐξηρθρωμένον καὶ λίαν βραχυμερέστατον, τὴν δέ γε κεφαλὴν χρῆμά τι ἐπὶ τῶν ὤμων ἀνέχον μέγα τε καὶ ἐξαίσιον, ὃ καὶ συλλελόγιστο πολυαρχίας εἶναι σημαντικόν, ἥτις μήτηρ ἀναρχίας ἐστίν. Ὁ δὲ Κομνηνὸς Ἀνδρόνικος ὁ τοῦ βασιλέως ἐξάδελφος Μανουήλ, περὶ οὗ τὸ λέγειν ἐν τῇ κατὰ τὸν βασιλέα τοῦτον ἱστορίᾳ ἔρρευσεν ἱκανώτατα, διατρίβων τηνικαῦτα κατὰ τὸ Οἴναιον, ἐπεὶ πύθοιτο τὸν τοῦ Μανουὴλ θάνατον καὶ διαστασιάζειν ἔγνωκε τὰ βασίλεια, τὸν παλαιὸν τῆς τυραννίδος ἀνασκάλλει ἔρωτα. ἀλλὰ μήπω περὶ τούτων, καθ’ εἱρμὸν δὲ προϊὸν τὸ λέγειν ἐκεῖθεν τῆς ἱστορίας τῶν κατὰ τὸν ἄνδρα τοῦτον ἐχέσθω, ὁπόθεν ἔχεσθαι ἄμεινον συναφείας ἕνεκα καὶ τοῦ μὴ παραλιπεῖν τι τῶν ῥηθῆναι ἀξίων. Ὁ Ἀνδρόνικος τοίνυν οὗτος τὰς λαβὰς ἐκφεύγων τοῦ Μανουὴλ ἀειφυγίαν εἵλετο καὶ πόλεις ἀμείψας συχνὰς καὶ πλεῖστα ἐθνῶν ἄστεα κατιδὼν τέλος, ὡς εἰπόντες ἔχομεν, καταλύει παρὰ τῷ Σαλτούχῳ·
ἐπιμεμφόμενος δημιουλείτο μείζυνος συνδόσου συγκρότησιν, καὶ τὴν μὴ τὸν τοῦ πάπα τὴν πρεσβυτέρας Ῥώματα τῶν προειμίνων ἐπώμυτο δικασεφτι. « Ἀγνώμων γὰρ ἂν ἔχῃ, » ἔλγες « καὶ ἀλόγιστος, εἰ μὴ πολλοστὸν ἀντιδικήν μέρος τῷ ἐμῷ βασιλευτῷ καὶ βασιλεῖ τῶν ὄλων θεῷ, ὥσπερ ἐκεῖνον κρειτόνως ἔχοντα, παῦσα σπουδὴν εἰσεγγκών ὥστε μὴ τοῦτον ἀναθήματα: καθυποδάλλεσθαι ἀλληθῆν ὑγὴ θεῶν. » Τοπωῦτον δὲ τοῦ διάφορον, οὖν τοῖς τοιούτοις ἀπέχων οἱ ἀκροώμενοι καμπάσμασιν, ὥσπερ καὶ ὁ τῆς θεσσαλονίκης πρὸδερος, ὁ πολὺς καὶ μὴς; ἐν λόγαις Ἐοπτάθιος, ζηλου ἐπὶ τοῖς ἀγνωνσιμίοις πληθεῖς καὶ μὴ ἐνυγκών θεὸν ἀληθῶν ὀδεξάζεσθαι ὀλοσφεύγων τι ἀναθύξα ἀνάπλασμα κακοδικίμονος, « Ἐσομένην ὥν, » ἔφη, « καταπαπατημένον τοῖς προβαίνεις φρῶσιν τὴν ἐγχέφαλον, καὶ τοῦ σχήματος τοῦτον παράπτων ἀνάξιος ἐ τὸν ἐπὶ τῶν ὀλων δεξάζεις μανδών, « ἐν θεὸν ἐγχέιμην ἀληθῶν τὸν παλιδεραστὴν καὶ καμηλιδήν καὶ πάττης προξέως μυσαρχὴ ὑψηγητὴν καὶ διασκαλλον. » Ἐνεπηγοταν ὑψὸ ἐπὶ τοῖς εἰς ἐσχημένοις τούτοις οἱ ἀκηκούτες μικροῦ ἦν γὰρ καὶ διατόρως παῦτα φθεγγήμενος καὶ προθέλως γραφηκηρίζων τὸν ζηλόν εἶδεσθεὶς πυρούμενον. Ὁ δὲ τοῦ γράμματος ὑπαγορευτὴς, στὰς ἐπὶ βραχὺ ἐν ὕσς καὶ τὰ χρήλη μόσσα, παλιμπούει τελε εἰς τὸν αὐτοπράτυρα ἀντιστείσει. Καὶ ὁς τὰ λαληθέντα ἐνδιατάξιμενος, ὥσπερ περιψοφηθεὶς, ποικίλος ἦν τὸν ἀπήληγον, τὸ μακρόθομον ἐπηνεκώς ὡς οὐδέπεστο. Καὶ ἐκαυτὸν γὰρ τοῖς ἄγνω ἀρθροῦδοῦσιν Χριστιανοῖς ἐνέταττε, καὶ πατέριον ὀλιγλόγιον πανευστῶν προσελθεῖν, τοῦς φιλαιτίους ἐκκλήνων καὶ φιλοσκοπιμανοῦν. Καὶ τὴν μετὰ τοῦ θεσσαλονίκης κρίσιν πολὺς ἐνίκιοτο ἐξικατομμένος. Ἡ γὰρ, φρσι, δικαιοθεὶς ὡς μὴ θεῷ πιστεύων παιδεραστὴ, μὴδὲ εἰσάγων παραχάρησμα πᾶστες, δικαίων ἐπιθύσει δικήν τῷ κατὰ Χριστοῦ Κυρίου ἐργυγάννοντα βλάστημα, ἤ κατακριθεὶ ὡς ἔτερον δοξάζον θεὸν παρ' ὃν οἱ ἐκ Χριστοῦ καλοῦνεντα ἀντίστατα μετακριθήσεται καὶ ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' judicarem brutum illum pædiconem et omnibus obsec- nitalis et sceleris doctrinem. « Quem cum clara voce et magno verba pietatis affectu dixisset, auditores pene obstupuerunt. Scripti vero illius recilior, paulisper velut attonitus, compressis habili aslit, deinde ad imperatorem reversus est; qui ea or- tione perturbatus varia defensione usus est; et patientia, ut nunquam antea, laudata, ut quereles et cavillatoris vitaret, etque integriminis Christianis adnumerabat, et religiosisnimis natum esse pursentibus asserebat, et contra Thessalon- censem judicium vehementer efflagilabat. Aut enim, si absoiveretur ut qui Deo pædiconi non erederet, nec de religione perperum sentiret, se justas pœnas de eo sumperrem, qui contumeliosa verba in unctum Domini effutiret; aut, si condemnatus esset quasi alium quam Christiani Deum celeret, veritatem velle discere, et gratiam ei non parvam habiturum, qui sibi eroremus extorsisset et veritatem explesset. Paulo post patriarcha in ejus cons- pectum venit, et quæ res postulabat locutus, effe- cit ut iracundia placata veniam habitœ orationis et defendendi sui potestatem Thessalonicensi daret, cum hac tamen castigatione, opulere cum, ut vi- rum sipientem, ab obscenitate verborum sibi tem- perare, nec effuture temere que nihil ad rem pertinereat. Postea cum scriptum de eo dogmatico publico recitarunt, et ab omnibus ut pie explicat- tum laudatur, se libenter subscripturos polli- centibus, consilium est dimissum. Ac illi abibant leti, quod advercatio sua imperatorem vicissent; is vero gaudehat, quod eos ad suam voluntatem flexisset, ac paucis verbis id consecutus esset quod antea verboso scriptio impetrare non potisset. Postridie concilium prima fuce jussu imperatoris in patriarchæ ædibus convenit, ut facentem quemadmodum promiserant. Verum illi omnes sententia mutata subscriptionem recusabat, quod in illo scripto adhuc verba quædam reprehenda la- terent, quibus erasis alia reponenda essent, quæ cum vera sententia congruerent. Rursus igitur censutius imperator corum vœcardium, inecon- stantiam et levitatem aperta insectatus est. Sed illi tandem agere assensuerat, ut anathema a Deo Machometi in ipse Machometum et omnem ejus doctrinam et sectam in catechisme libellis trans- feretur. Quo post multos congressus decreto et confirmato tandom quieverunt. A
τοπάρχης δ’ ἦν οὗτος εἰς ἀρχὴν ἔχων ἐξαιρεθεῖσαν τὴν τῇ Χαλδίᾳ προσεγγίζουσαν χώραν, Ῥωμαίοις μὲν πάλαι ὑπόφορον, τότε δὲ τοῖς Τούρκοις καὶ τοῖς τούτων ὑπείκουσαν ἔθεσι. καὶ παρειληφώς τι φρούριον αὐτοῦ ἑκόντος καὶ τῇ φυσικῇ τούτου ἐρυμνότητι τὴν ἀπὸ τῆς τέχνης προσθεὶς ἐκεῖσε προσέμενε συμπλανῆτιν ἔχων ἑαυτῷ καὶ συνέκδημον τὴν Κομνηνὴν Θεοδώραν, ἥτις ἀθεμίτως αὐτῷ συνηυνάζετο θυγάτηρ Ἰσαακίου οὖσα τοῦ σεβαστοκράτορος· ἐξ ἀδελφῶν δ’ ἔφυσαν ἄμφω, Ἰσαάκιος καὶ Ἀνδρόνικος. Ὁ τοίνυν αὐτοκράτωρ Μανουὴλ συνειληφέναι οὐκ ἔχων Ἀνδρόνικον, ἀλλ’ ὅσα καὶ Ἰξίων Ἥρας τούτου ἀποπλαζόμενος, ὡς γοῦν νεφέλην τὴν ἀνεψιὰν Θεοδώραν περισχεῖν διὰ φροντίδος ἐτίθετο καὶ τοῦ κατὰ σκοπὸν ἐπιτυχὴς γεγονὼς διὰ τοῦ τότε τὴν ἀρχὴν τῆς Τραπεζοῦντος ἀνεζωσμένου Νικηφόρου τοῦ Παλαιολόγου μετὰ βραχὺ καὶ αὐτὸν ἐπισπᾶται Ἀνδρόνικον, ὅσα καὶ δελητίῳ τῇ Θεοδώρᾳ κατασπώμενον καὶ τῷ ταύτης ἀγκιστρευόμενον ἔρωτι, οὐ μικρῶς δὲ καὶ τῷ τῶν παίδων πυρὶ δαπανώμενον, οὓς ἀπέτεκεν αὐτῷ Θεοδώρα.
ἐπιμεμφόμενος δημιουλείτο μείζυνος συνδόσου συγκρότησιν, καὶ τὴν μὴ τὸν τοῦ πάπα τὴν πρεσβυτέρας Ῥώματα τῶν προειμίνων ἐπώμυτο δικασεφτι. « Ἀγνώμων γὰρ ἂν ἔχῃ, » ἔλγες « καὶ ἀλόγιστος, εἰ μὴ πολλοστὸν ἀντιδικήν μέρος τῷ ἐμῷ βασιλευτῷ καὶ βασιλεῖ τῶν ὄλων θεῷ, ὥσπερ ἐκεῖνον κρειτόνως ἔχοντα, παῦσα σπουδὴν εἰσεγγκών ὥστε μὴ τοῦτον ἀναθήματα: καθυποδάλλεσθαι ἀλληθῆν ὑγὴ θεῶν. » Τοπωῦτον δὲ τοῦ διάφορον, οὖν τοῖς τοιούτοις ἀπέχων οἱ ἀκροώμενοι καμπάσμασιν, ὥσπερ καὶ ὁ τῆς θεσσαλονίκης πρὸδερος, ὁ πολὺς καὶ μὴς; ἐν λόγαις Ἐοπτάθιος, ζηλου ἐπὶ τοῖς ἀγνωνσιμίοις πληθεῖς καὶ μὴ ἐνυγκών θεὸν ἀληθῶν ὀδεξάζεσθαι ὀλοσφεύγων τι ἀναθύξα ἀνάπλασμα κακοδικίμονος, « Ἐσομένην ὥν, » ἔφη, « καταπαπατημένον τοῖς προβαίνεις φρῶσιν τὴν ἐγχέφαλον, καὶ τοῦ σχήματος τοῦτον παράπτων ἀνάξιος ἐ τὸν ἐπὶ τῶν ὀλων δεξάζεις μανδών, « ἐν θεὸν ἐγχέιμην ἀληθῶν τὸν παλιδεραστὴν καὶ καμηλιδήν καὶ πάττης προξέως μυσαρχὴ ὑψηγητὴν καὶ διασκαλλον. » Ἐνεπηγοταν ὑψὸ ἐπὶ τοῖς εἰς ἐσχημένοις τούτοις οἱ ἀκηκούτες μικροῦ ἦν γὰρ καὶ διατόρως παῦτα φθεγγήμενος καὶ προθέλως γραφηκηρίζων τὸν ζηλόν εἶδεσθεὶς πυρούμενον. Ὁ δὲ τοῦ γράμματος ὑπαγορευτὴς, στὰς ἐπὶ βραχὺ ἐν ὕσς καὶ τὰ χρήλη μόσσα, παλιμπούει τελε εἰς τὸν αὐτοπράτυρα ἀντιστείσει. Καὶ ὁς τὰ λαληθέντα ἐνδιατάξιμενος, ὥσπερ περιψοφηθεὶς, ποικίλος ἦν τὸν ἀπήληγον, τὸ μακρόθομον ἐπηνεκώς ὡς οὐδέπεστο. Καὶ ἐκαυτὸν γὰρ τοῖς ἄγνω ἀρθροῦδοῦσιν Χριστιανοῖς ἐνέταττε, καὶ πατέριον ὀλιγλόγιον πανευστῶν προσελθεῖν, τοῦς φιλαιτίους ἐκκλήνων καὶ φιλοσκοπιμανοῦν. Καὶ τὴν μετὰ τοῦ θεσσαλονίκης κρίσιν πολὺς ἐνίκιοτο ἐξικατομμένος. Ἡ γὰρ, φρσι, δικαιοθεὶς ὡς μὴ θεῷ πιστεύων παιδεραστὴ, μὴδὲ εἰσάγων παραχάρησμα πᾶστες, δικαίων ἐπιθύσει δικήν τῷ κατὰ Χριστοῦ Κυρίου ἐργυγάννοντα βλάστημα, ἤ κατακριθεὶ ὡς ἔτερον δοξάζον θεὸν παρ' ὃν οἱ ἐκ Χριστοῦ καλοῦνεντα ἀντίστατα μετακριθήσεται καὶ ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' judicarem brutum illum pædiconem et omnibus obsec- nitalis et sceleris doctrinem. « Quem cum clara voce et magno verba pietatis affectu dixisset, auditores pene obstupuerunt. Scripti vero illius recilior, paulisper velut attonitus, compressis habili aslit, deinde ad imperatorem reversus est; qui ea or- tione perturbatus varia defensione usus est; et patientia, ut nunquam antea, laudata, ut quereles et cavillatoris vitaret, etque integriminis Christianis adnumerabat, et religiosisnimis natum esse pursentibus asserebat, et contra Thessalon- censem judicium vehementer efflagilabat. Aut enim, si absoiveretur ut qui Deo pædiconi non erederet, nec de religione perperum sentiret, se justas pœnas de eo sumperrem, qui contumeliosa verba in unctum Domini effutiret; aut, si condemnatus esset quasi alium quam Christiani Deum celeret, veritatem velle discere, et gratiam ei non parvam habiturum, qui sibi eroremus extorsisset et veritatem explesset. Paulo post patriarcha in ejus cons- pectum venit, et quæ res postulabat locutus, effe- cit ut iracundia placata veniam habitœ orationis et defendendi sui potestatem Thessalonicensi daret, cum hac tamen castigatione, opulere cum, ut vi- rum sipientem, ab obscenitate verborum sibi tem- perare, nec effuture temere que nihil ad rem pertinereat. Postea cum scriptum de eo dogmatico publico recitarunt, et ab omnibus ut pie explicat- tum laudatur, se libenter subscripturos polli- centibus, consilium est dimissum. Ac illi abibant leti, quod advercatio sua imperatorem vicissent; is vero gaudehat, quod eos ad suam voluntatem flexisset, ac paucis verbis id consecutus esset quod antea verboso scriptio impetrare non potisset. Postridie concilium prima fuce jussu imperatoris in patriarchæ ædibus convenit, ut facentem quemadmodum promiserant. Verum illi omnes sententia mutata subscriptionem recusabat, quod in illo scripto adhuc verba quædam reprehenda la- terent, quibus erasis alia reponenda essent, quæ cum vera sententia congruerent. Rursus igitur censutius imperator corum vœcardium, inecon- stantiam et levitatem aperta insectatus est. Sed illi tandem agere assensuerat, ut anathema a Deo Machometi in ipse Machometum et omnem ejus doctrinam et sectam in catechisme libellis trans- feretur. Quo post multos congressus decreto et confirmato tandom quieverunt. A
στείλας τοίνυν πρέσβεις ἐς βασιλέα αἰτεῖται ὧν πεπαρῴνηκεν ἀμνηστίαν, πρὸς δὲ καὶ ἀσφάλειαν ὡς οὐδέν τι πείσεται θυμαλγὲς ἀφικόμενος. καὶ τοῦ βασιλέως πρὸς ἄμφω οὐκ ἀπατηλῶς κατανεύσαντος μετά τινα καιρὸν προσχωρεῖ. Πολυμήχανος δ’ ὢν Ἀνδρόνικος καὶ παντοίοις δόλοις καζόμενος ἁλύσει σιδηρέᾳ βαρυταλάντῳ διαλαμβάνει τὸν τράχηλον καὶ ταύτην ἔνδον συσχὼν καὶ περιθάλψας τῷ ἱματίῳ ἐς τὰ τῶν ποδῶν ἔσχατα καταβαίνουσαν, ὡς εἴη βασιλεῖ τε ἀφώρατος καὶ τοῖς τὸ βῆμα τούτου πληροῦσιν ἀθέατος, λαβὼν τοῦ ὀφθῆναι τῷ αὐτοκράτορι καὶ θεάσασθαι τὸ ἐνδόσιμον, ἐπεὶ ἅπαξ ἐκείνῳ εἰς θέαν κατέστη, μέγας μεγαλωστὶ κατὰ τοῦ δαπέδου ἐκτείνεται προτείνας τὴν ἅλυσιν καὶ δακρύοις τέγγων τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐδεῖτο θερμότερον καὶ περιπαθῶς καθικέτευε συγγνώμην εὑρεῖν ἐφ’ οἷς δῆθεν παραλελύπηκεν. ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπὶ τοῖς δρωμένοις ἔκθαμβος γεγονὼς αὐτός τε προήχθη πρὸς δάκρυα καὶ τοὺς ἐξεγεροῦντας ἐπέταξεν. ὁ δὲ οὐκ ἀναστῆναι τῶν κάτω διισχυρίζετο, εἰ μὴ βασιλέως ἐπιτεταχότος αὐτόν τις τῶν παρεστηκότων διὰ τῆς ῥυμοτομίας ἐφελκύσει τοῦ βήματος λαβόμενος τῆς ἁλύσεως καὶ προσουδίσει τῷ θρόνῳ τῷ βασιλικῷ.
ἐπιμεμφόμενος δημιουλείτο μείζυνος συνδόσου συγκρότησιν, καὶ τὴν μὴ τὸν τοῦ πάπα τὴν πρεσβυτέρας Ῥώματα τῶν προειμίνων ἐπώμυτο δικασεφτι. « Ἀγνώμων γὰρ ἂν ἔχῃ, » ἔλγες « καὶ ἀλόγιστος, εἰ μὴ πολλοστὸν ἀντιδικήν μέρος τῷ ἐμῷ βασιλευτῷ καὶ βασιλεῖ τῶν ὄλων θεῷ, ὥσπερ ἐκεῖνον κρειτόνως ἔχοντα, παῦσα σπουδὴν εἰσεγγκών ὥστε μὴ τοῦτον ἀναθήματα: καθυποδάλλεσθαι ἀλληθῆν ὑγὴ θεῶν. » Τοπωῦτον δὲ τοῦ διάφορον, οὖν τοῖς τοιούτοις ἀπέχων οἱ ἀκροώμενοι καμπάσμασιν, ὥσπερ καὶ ὁ τῆς θεσσαλονίκης πρὸδερος, ὁ πολὺς καὶ μὴς; ἐν λόγαις Ἐοπτάθιος, ζηλου ἐπὶ τοῖς ἀγνωνσιμίοις πληθεῖς καὶ μὴ ἐνυγκών θεὸν ἀληθῶν ὀδεξάζεσθαι ὀλοσφεύγων τι ἀναθύξα ἀνάπλασμα κακοδικίμονος, « Ἐσομένην ὥν, » ἔφη, « καταπαπατημένον τοῖς προβαίνεις φρῶσιν τὴν ἐγχέφαλον, καὶ τοῦ σχήματος τοῦτον παράπτων ἀνάξιος ἐ τὸν ἐπὶ τῶν ὀλων δεξάζεις μανδών, « ἐν θεὸν ἐγχέιμην ἀληθῶν τὸν παλιδεραστὴν καὶ καμηλιδήν καὶ πάττης προξέως μυσαρχὴ ὑψηγητὴν καὶ διασκαλλον. » Ἐνεπηγοταν ὑψὸ ἐπὶ τοῖς εἰς ἐσχημένοις τούτοις οἱ ἀκηκούτες μικροῦ ἦν γὰρ καὶ διατόρως παῦτα φθεγγήμενος καὶ προθέλως γραφηκηρίζων τὸν ζηλόν εἶδεσθεὶς πυρούμενον. Ὁ δὲ τοῦ γράμματος ὑπαγορευτὴς, στὰς ἐπὶ βραχὺ ἐν ὕσς καὶ τὰ χρήλη μόσσα, παλιμπούει τελε εἰς τὸν αὐτοπράτυρα ἀντιστείσει. Καὶ ὁς τὰ λαληθέντα ἐνδιατάξιμενος, ὥσπερ περιψοφηθεὶς, ποικίλος ἦν τὸν ἀπήληγον, τὸ μακρόθομον ἐπηνεκώς ὡς οὐδέπεστο. Καὶ ἐκαυτὸν γὰρ τοῖς ἄγνω ἀρθροῦδοῦσιν Χριστιανοῖς ἐνέταττε, καὶ πατέριον ὀλιγλόγιον πανευστῶν προσελθεῖν, τοῦς φιλαιτίους ἐκκλήνων καὶ φιλοσκοπιμανοῦν. Καὶ τὴν μετὰ τοῦ θεσσαλονίκης κρίσιν πολὺς ἐνίκιοτο ἐξικατομμένος. Ἡ γὰρ, φρσι, δικαιοθεὶς ὡς μὴ θεῷ πιστεύων παιδεραστὴ, μὴδὲ εἰσάγων παραχάρησμα πᾶστες, δικαίων ἐπιθύσει δικήν τῷ κατὰ Χριστοῦ Κυρίου ἐργυγάννοντα βλάστημα, ἤ κατακριθεὶ ὡς ἔτερον δοξάζον θεὸν παρ' ὃν οἱ ἐκ Χριστοῦ καλοῦνεντα ἀντίστατα μετακριθήσεται καὶ ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' ἀλλ' judicarem brutum illum pædiconem et omnibus obsec- nitalis et sceleris doctrinem. « Quem cum clara voce et magno verba pietatis affectu dixisset, auditores pene obstupuerunt. Scripti vero illius recilior, paulisper velut attonitus, compressis habili aslit, deinde ad imperatorem reversus est; qui ea or- tione perturbatus varia defensione usus est; et patientia, ut nunquam antea, laudata, ut quereles et cavillatoris vitaret, etque integriminis Christianis adnumerabat, et religiosisnimis natum esse pursentibus asserebat, et contra Thessalon- censem judicium vehementer efflagilabat. Aut enim, si absoiveretur ut qui Deo pædiconi non erederet, nec de religione perperum sentiret, se justas pœnas de eo sumperrem, qui contumeliosa verba in unctum Domini effutiret; aut, si condemnatus esset quasi alium quam Christiani Deum celeret, veritatem velle discere, et gratiam ei non parvam habiturum, qui sibi eroremus extorsisset et veritatem explesset. Paulo post patriarcha in ejus cons- pectum venit, et quæ res postulabat locutus, effe- cit ut iracundia placata veniam habitœ orationis et defendendi sui potestatem Thessalonicensi daret, cum hac tamen castigatione, opulere cum, ut vi- rum sipientem, ab obscenitate verborum sibi tem- perare, nec effuture temere que nihil ad rem pertinereat. Postea cum scriptum de eo dogmatico publico recitarunt, et ab omnibus ut pie explicat- tum laudatur, se libenter subscripturos polli- centibus, consilium est dimissum. Ac illi abibant leti, quod advercatio sua imperatorem vicissent; is vero gaudehat, quod eos ad suam voluntatem flexisset, ac paucis verbis id consecutus esset quod antea verboso scriptio impetrare non potisset. Postridie concilium prima fuce jussu imperatoris in patriarchæ ædibus convenit, ut facentem quemadmodum promiserant. Verum illi omnes sententia mutata subscriptionem recusabat, quod in illo scripto adhuc verba quædam reprehenda la- terent, quibus erasis alia reponenda essent, quæ cum vera sententia congruerent. Rursus igitur censutius imperator corum vœcardium, inecon- stantiam et levitatem aperta insectatus est. Sed illi tandem agere assensuerat, ut anathema a Deo Machometi in ipse Machometum et omnem ejus doctrinam et sectam in catechisme libellis trans- feretur. Quo post multos congressus decreto et confirmato tandom quieverunt. A
PG 139:569ἀμέλει καὶ γέγονεν, ὡς ἐδεῖτο Ἀνδρόνικος. ὑπουργήκει δὲ πρὸς τοὖργον τοῦτο ὁ Ἄγγελος Ἰσαάκιος ὁ καθελὼν τῆς τυραννίδος Ἀνδρόνικον ὕστερον· καὶ θαυμάσας ἄν τις τὸ τελεσθὲν τηνικάδε καιροῦ οὐκ εἰς ἄλογον συγκυρίαν ἢ αὐτόματον ἀπολύσει τοῦτο περίπτωσιν. Τῷ δ’ οὖν τότε λαμπρότατα προσδεχθεὶς ὁ ἀνὴρ καὶ φιλοφροσύνης μεγαλοπρεποῦς ἀξιωθείς, ὡς ἔδει τηλίκον ἄνδρα χρόνιον ἐπανήκοντα, πρὸς τὸ Οἴναιον ἀποστέλλεται, ἐκεῖσε τὰς διατριβὰς τελέσων καὶ τὴν μακρὰν ἀνακωχεύσων περιοδείαν καὶ τὸν πολυετῆ καταπαύσων πλάνον. ᾔδεσαν γὰρ ἀμφότεροι τὰ τῆς ἐν ταὐτῷ συνουσίας εἰς τὰς προτέρας ἐπαναλύσοντα συμφοράς· μηδὲ γὰρ ἠρεμήσειν ὅλως τὸν φθόνον καὶ οἷς ἔργον τῷ φιλαιτίῳ τὴν παρὰ τοῖς κρατοῦσιν οἰκείωσιν ἄρνυσθαι καὶ ταῖς τῶν ἄλλων διαβολαῖς ἑαυτοὺς κρατύνειν καὶ εἰς μείζους προςεπαίρειν τιμάς. Ἦν οὖν Ἀνδρόνικος Διός τε πόρρω καὶ κεραυνοῦ, παρὰ τοσοῦτον οὐ τὸν πρώην ἕλκων πόνηρον βίοτον, παρ’ ὅσον οὐ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἐπλάζετο ὑπερόριος καὶ δωρεῶν ἐνεφορεῖτο βασιλικῶν.
ἐγγραφῇ δὲ ἀνάθεμα τῷ Μωάμετ καὶ πάσῃ τῇ αὐτοῦ διδαχῇ καὶ διαδοχῇ. Καὶ τοῦτο δογματίσαντες καὶ κυ ρώσαντες τῶν πολλῶν ἐκείνων συνόδων καὶ συλλόγων ἔληξαν. ζ'. Ἀλλὰ γὰρ οὐχ ὑπερβήσομαί τι καὶ ἄλλο τῶν Α 7. ἀξίων εἰρῆσθαι, τοῦ ἱστορεῖν ἐνταῦθα γενόμενος. Ην τις εὐνοῦχος ἀρχιερατικῶς προεδρεύων τῆς τῶν Χωνῶν πόλεως, Νικήτας τοὔνομα, πάσης ἀρετῆς καταγώγιον, οὕτω δὴ προφητικὸς καὶ προβλέπων τὰ ἔμπροσθεν ὡς τοῖς μεγίστοις τῶν ὁρώντων ἐγκρί- νεσθαι καὶ εἰς θαῦμα κεῖσθαι παρ' οἷς ὁ ἀνὴρ ἐγνώ ριστο, εἴπερ ἡ καθ' ἡμᾶς γενεὰ πονηρὰ οὖσα καὶ μοιχαλίς τοιοῦτον ηὐτύχησεν ἀγαθόν. ᾿Αμέλει καὶ τοῦ βασιλέως τούτου ἐξ ᾿Αρμενίας παριόντος τὰς Χώνας ἀρτιστετοῦς καὶ τῆς πατρώας διαδόχου ἀρχῆς, καὶ τὸν ἀρχαγγελικόν νεὼν εἰσελθόντος καὶ χειρὶ τοῦ ἀρχιερέως τούτου εὐλογηθέντος, ἐπειδὴ καὶ περιώνυμος ἦν ἐκ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῖς ἅπασι διὰ στόματος, ἦσαν οἱ τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος, καὶ τούτων οἱ ἐς νοῦν βάπτοντες, ἐν ἀπόρῳ ἐτίθεντο εἰ νέος ὧν ὁ Μανουήλ [Ρ. 142] καὶ ἄρτί πρώτως χνοάζων τὸν ἴουλον διακυβερνήσειν ὅλως τὴν βασιλείαν δυνήσεται, ἥτις τὸ πολὺ δεῖται ἀνδρὸς πολιοῦ μὲν τὸ φρονεῖν, λαχνήεντος δὲ τὸν πώγωνα, ἔτι γε μὴν εἰ τὸν κασίγνητον καταπαλαίσειεν Ἰσαάκιον δικαιό τερον ὄντα πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ἔνδον ἱζάνοντα. Ὁ δὲ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ ὄντως ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, λύων τὸ ἄπορον καὶ διασαφῶν τὸ παρ' ἐκείνοις ἀμφιγνοούμενον, « Ναί, » φησί, « καὶ τὴν βασιλείαν ὁ μεῖρας οὗτος ευθυνεῖ, καὶ αὐτῷ ὑποπεσεῖται ὁ ἀδελφές· οὕτω γὰρ Θεῷ δέδοκται καὶ προώρισται. Ίνα δὲ εἰδῆτε καὶ περὶ ὧν οὐδ᾽ ὅλως με ἤρεσθε, τὸν οἰκεῖον πάππον, λέγω δὴ τὸν αὐτοκράτορα Ρωμαίων και προπάτορα ἐκείνω ᾿Αλέξιον, ὑπερβήσεται οὗτος βραχύ τι κατὰ τοὺς τῆς ζωῆς χρόνους. Τῆς δὲ τελευτῆς αὐτῷ ἐγγιζούσης μανήσεται. » Ην οὖν ἡ πρόῤῥησις αὕτη καὶ ἐμοὶ τῷ συγγραφεῖ Νικήτα σὺν ἄλλοις πλείστοις γνώριμος, ὅτι καὶ ἐμὸς ὁ προφάντωρ (6) ἀνάδοχος ἐκ τοῦ θείου βαπτίσματος. Τίς δὲ ἄρα ἔσται ἡ μανία καὶ οἷος ὁ τρόπος αὐτῆς, οὐδεὶς εἶχεν ἀκριβῶς συμ βαλέσθαι τῶν εἰδότων τὸ προαγόρευμα· οἱ μὲν γὰρ ἐς τὸ χρυσομανὲς ἀνέφερον τὸ προφοίβάσμα, οἱ δ' ἐς ἄλλο τι σαρκικὸν ἐλάττωμα ᾐχμαλώτιζον. Τοῦ δὲ προσεχῶς εἰρημένου δόγματος κινηθέντος, καὶ παραβόλως ἐνισταμένου τὰ πρῶτα τοῦ βασιλέως ἀληθῆ δοξάζειν Θεὸν τὸν παρὰ τῷ Μωάμετ ὁλόσφυρον καὶ μὴ γεγεννημένον ἢ γεννήσαντα Θεόν, πέρας εἰληφέναι πάντες τὴν προθέσπισιν ἔφασκον, ἐπεὶ καὶ μανίαν ἀτεχνῶς ὀρθήν τε καὶ χειρίστην τὴν δόξαν εἶναι ταυτηνὶ ὡς τῆς ἀληθείας ἐπίπαν ἀντίθετον. Κατήρξατο μὲν οὖν τῷ βασιλεῖ τὰ τῆς νόσου πρό τοῦ Μαρτίου μηνός, τῆς ἐνισταμένης τότε ιγ' ινδι κτιῶνος, ὅτε καὶ τὰ περὶ τοῦ δόγματος ἐπεκ- μαινε. Καὶ αὐτὰ μὲν ἀφύβρισαν περί που μῆνα τὸν Μάϊον, ὁ δ᾽ αὐτοκράτωρ ἐπιστάντος τοῦ Σεπτεμ βρίου τὸ ζῆν ἐξεμέτρησεν. Οὐδὲν δ' ἔτι κάλλιστον περὶ τῆς βασιλείας διώκησεν, ἀλλὰ νωθέστερον ἦν διακείμενος πρὸς τὴν τῶν μετὰ τὴν μετάστασιν αὐτοῦ γενησομένων διαταγήν τε καὶ ὑποτύπωσιν. Τὸ δ' αἴτιον· οὐ παρεδέχετο όπωσούν ὡς ἤγγικεν ἐκείνῳ τὸ τελευτήν, ἀλλ' εὖ εἰδέναι διετείνετο ὡς : DE MANUELE COMNENO LIB. VII. Adjiciam eliam aliud memoratu dignum, postquam huc progressus sum. Fuit eunuchus Ni- cetas, Chonarum episcopus, omni genere virtutis ornatus, futurarum rerum ita præscius ut inter maximos vates haberetur et omnibus qui eum no- rant admirationi esset, quod nostræ ætati impro- bæ atque adulteræ tantum bonum contigisset. Cum autem hic imperator recens diademate redi. mitus, peterni imperii successor, ex Armenia re- vertens Chonis Archangeli elem ingressus faustam comprecatiouem ab hoc pontifice acce- pisset ut ob virtutem ubique gentium celeberrimo, quidam sacerdotes, iique prudentissimi, dubita- bant an Manuel adhuc adolescens ac pene imberbis tantum imperium administrare posset, quod virum senili prudentia præditum et maturum postularet. Deinde an fratrem Isaacium, qui urbem impera- tricem obtineret, superaturus esset, cui meliore jure imperium deberetur. Tum magnus ille vir et vere divinus homo in hunc modum respondit : << Omnino adolescens iste et imperium guberna- bit et fratrem superabit: sic enim a Deo decre- tum et constitutum est. Ut autem ea quoque scia- tis de quibus non interrogastis, avum Alexium ætate paulum superabit: sed instante obitu in- saniet. » Id præsagium et mihi et aliis plurimis fuit notum is enim vates ex divino baptismate me suscepit. Quæ autem ea insania et cujusmodi futura esset, nemo tum recte conjicere potuit : nam alii id præsagium ad insanam auri cupidita- tem, alii ad libidinis intemperantiam detorque- C bant; sed cum hæc, quam dixi, controversia agi- tata esset, imperatore temere principio conten- dente holosphyrum illum Machometi verum esse Deum, qui nec genitus esset nec genuisset, omnes id oraculum eo retulerunt, quod illa cpinio a veritate alienissima germana et pessima esset insania. B D Imperator autem nocte, mense Martio, morbo correptus, indictione decima quinta, quo tempore dogma illud in quæstionem vocatum est et mense Maio demum sopitum, mense Septembri obiit, nec de imperio quidquam præclari ordinavit, in iis quæ post suum obitum facienda essent, mandandis et præscribendis segnior. In causa fuit quod ne- quaquam credebat instare sibi mortem, sed scire se affirmabat xiv vitæ annos adhuc restare. Idque ad ipsum patriarcham Theodosium dixit, a quo monebatur ut pro paterna pietate rei publice cu- Hier. Wolfi notæ. (6) Alter codex de compatriatu, ut vocant, alter de administratione baptismatis logui videtur.
Ἐκεῖσε τοίνυν ὢν τὸν τοῦ Μανουὴλ ἠνωτίσατο θάνατον καὶ τὰς ἐν τοῖς βασιλείοις νόσους ἠκρίβωκε καὶ ὡς ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος ἱππασμοῖς διαχεῖται καὶ προστέτηκε παιδιαῖς, ὁπόσαις φιληδοῦσιν οἱ παιδαριώδεις τὴν φρόνησιν, τῶν δὲ παιδοκομούντων αὐτὸν εὐπατριδῶν οἱ μὲν κατὰ τὰς μελίσσας συχνὰ πρὸς τὰς ἐπαρχίας λύουσι τὸ πτερὸν καὶ ὡς μέλι τὰ χρήματα τιθαιβώσσουσιν, οἱ δὲ κατὰ τὰς αἶγας τοῦ τῆς βασιλείας ἐρῶσι θαλλοῦ καὶ συνεχῶς ἐρωτιῶσι τουτονὶ δρέπεσθαι, ἔνιοι δὲ τὰς ὗς μιμούμενοι ἐκ τῶν ῥυπαρωτέρων προσόδων λιπαίνονται, πρὸς μὲν τὸ ἐπαινετὸν καὶ τῆς κοινῆς πατρίδος ὠφέλιμον οὐδ’ ἀναθρεῖν ὅλως οὐδ’ ἀνακύπτειν αἱρούμενοι, ταῖς δὲ μυσαραῖς ἐγκυλινδούμενοι πράξεσι καὶ συωδῶς πρὸς ἅπαν ἐγκυπτάζοντες χείριστον. Αἰτίαν οὖν ἐφιλοκρίνει καὶ ἀνηρεύνα περιεργότερον, δι’ ἧς εὐαφόρμως τῇ βασιλείᾳ ἐπίθοιτο.
ἐγγραφῇ δὲ ἀνάθεμα τῷ Μωάμετ καὶ πάσῃ τῇ αὐτοῦ διδαχῇ καὶ διαδοχῇ. Καὶ τοῦτο δογματίσαντες καὶ κυ ρώσαντες τῶν πολλῶν ἐκείνων συνόδων καὶ συλλόγων ἔληξαν. ζ'. Ἀλλὰ γὰρ οὐχ ὑπερβήσομαί τι καὶ ἄλλο τῶν Α 7. ἀξίων εἰρῆσθαι, τοῦ ἱστορεῖν ἐνταῦθα γενόμενος. Ην τις εὐνοῦχος ἀρχιερατικῶς προεδρεύων τῆς τῶν Χωνῶν πόλεως, Νικήτας τοὔνομα, πάσης ἀρετῆς καταγώγιον, οὕτω δὴ προφητικὸς καὶ προβλέπων τὰ ἔμπροσθεν ὡς τοῖς μεγίστοις τῶν ὁρώντων ἐγκρί- νεσθαι καὶ εἰς θαῦμα κεῖσθαι παρ' οἷς ὁ ἀνὴρ ἐγνώ ριστο, εἴπερ ἡ καθ' ἡμᾶς γενεὰ πονηρὰ οὖσα καὶ μοιχαλίς τοιοῦτον ηὐτύχησεν ἀγαθόν. ᾿Αμέλει καὶ τοῦ βασιλέως τούτου ἐξ ᾿Αρμενίας παριόντος τὰς Χώνας ἀρτιστετοῦς καὶ τῆς πατρώας διαδόχου ἀρχῆς, καὶ τὸν ἀρχαγγελικόν νεὼν εἰσελθόντος καὶ χειρὶ τοῦ ἀρχιερέως τούτου εὐλογηθέντος, ἐπειδὴ καὶ περιώνυμος ἦν ἐκ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῖς ἅπασι διὰ στόματος, ἦσαν οἱ τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος, καὶ τούτων οἱ ἐς νοῦν βάπτοντες, ἐν ἀπόρῳ ἐτίθεντο εἰ νέος ὧν ὁ Μανουήλ [Ρ. 142] καὶ ἄρτί πρώτως χνοάζων τὸν ἴουλον διακυβερνήσειν ὅλως τὴν βασιλείαν δυνήσεται, ἥτις τὸ πολὺ δεῖται ἀνδρὸς πολιοῦ μὲν τὸ φρονεῖν, λαχνήεντος δὲ τὸν πώγωνα, ἔτι γε μὴν εἰ τὸν κασίγνητον καταπαλαίσειεν Ἰσαάκιον δικαιό τερον ὄντα πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ἔνδον ἱζάνοντα. Ὁ δὲ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ ὄντως ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, λύων τὸ ἄπορον καὶ διασαφῶν τὸ παρ' ἐκείνοις ἀμφιγνοούμενον, « Ναί, » φησί, « καὶ τὴν βασιλείαν ὁ μεῖρας οὗτος ευθυνεῖ, καὶ αὐτῷ ὑποπεσεῖται ὁ ἀδελφές· οὕτω γὰρ Θεῷ δέδοκται καὶ προώρισται. Ίνα δὲ εἰδῆτε καὶ περὶ ὧν οὐδ᾽ ὅλως με ἤρεσθε, τὸν οἰκεῖον πάππον, λέγω δὴ τὸν αὐτοκράτορα Ρωμαίων και προπάτορα ἐκείνω ᾿Αλέξιον, ὑπερβήσεται οὗτος βραχύ τι κατὰ τοὺς τῆς ζωῆς χρόνους. Τῆς δὲ τελευτῆς αὐτῷ ἐγγιζούσης μανήσεται. » Ην οὖν ἡ πρόῤῥησις αὕτη καὶ ἐμοὶ τῷ συγγραφεῖ Νικήτα σὺν ἄλλοις πλείστοις γνώριμος, ὅτι καὶ ἐμὸς ὁ προφάντωρ (6) ἀνάδοχος ἐκ τοῦ θείου βαπτίσματος. Τίς δὲ ἄρα ἔσται ἡ μανία καὶ οἷος ὁ τρόπος αὐτῆς, οὐδεὶς εἶχεν ἀκριβῶς συμ βαλέσθαι τῶν εἰδότων τὸ προαγόρευμα· οἱ μὲν γὰρ ἐς τὸ χρυσομανὲς ἀνέφερον τὸ προφοίβάσμα, οἱ δ' ἐς ἄλλο τι σαρκικὸν ἐλάττωμα ᾐχμαλώτιζον. Τοῦ δὲ προσεχῶς εἰρημένου δόγματος κινηθέντος, καὶ παραβόλως ἐνισταμένου τὰ πρῶτα τοῦ βασιλέως ἀληθῆ δοξάζειν Θεὸν τὸν παρὰ τῷ Μωάμετ ὁλόσφυρον καὶ μὴ γεγεννημένον ἢ γεννήσαντα Θεόν, πέρας εἰληφέναι πάντες τὴν προθέσπισιν ἔφασκον, ἐπεὶ καὶ μανίαν ἀτεχνῶς ὀρθήν τε καὶ χειρίστην τὴν δόξαν εἶναι ταυτηνὶ ὡς τῆς ἀληθείας ἐπίπαν ἀντίθετον. Κατήρξατο μὲν οὖν τῷ βασιλεῖ τὰ τῆς νόσου πρό τοῦ Μαρτίου μηνός, τῆς ἐνισταμένης τότε ιγ' ινδι κτιῶνος, ὅτε καὶ τὰ περὶ τοῦ δόγματος ἐπεκ- μαινε. Καὶ αὐτὰ μὲν ἀφύβρισαν περί που μῆνα τὸν Μάϊον, ὁ δ᾽ αὐτοκράτωρ ἐπιστάντος τοῦ Σεπτεμ βρίου τὸ ζῆν ἐξεμέτρησεν. Οὐδὲν δ' ἔτι κάλλιστον περὶ τῆς βασιλείας διώκησεν, ἀλλὰ νωθέστερον ἦν διακείμενος πρὸς τὴν τῶν μετὰ τὴν μετάστασιν αὐτοῦ γενησομένων διαταγήν τε καὶ ὑποτύπωσιν. Τὸ δ' αἴτιον· οὐ παρεδέχετο όπωσούν ὡς ἤγγικεν ἐκείνῳ τὸ τελευτήν, ἀλλ' εὖ εἰδέναι διετείνετο ὡς : DE MANUELE COMNENO LIB. VII. Adjiciam eliam aliud memoratu dignum, postquam huc progressus sum. Fuit eunuchus Ni- cetas, Chonarum episcopus, omni genere virtutis ornatus, futurarum rerum ita præscius ut inter maximos vates haberetur et omnibus qui eum no- rant admirationi esset, quod nostræ ætati impro- bæ atque adulteræ tantum bonum contigisset. Cum autem hic imperator recens diademate redi. mitus, peterni imperii successor, ex Armenia re- vertens Chonis Archangeli elem ingressus faustam comprecatiouem ab hoc pontifice acce- pisset ut ob virtutem ubique gentium celeberrimo, quidam sacerdotes, iique prudentissimi, dubita- bant an Manuel adhuc adolescens ac pene imberbis tantum imperium administrare posset, quod virum senili prudentia præditum et maturum postularet. Deinde an fratrem Isaacium, qui urbem impera- tricem obtineret, superaturus esset, cui meliore jure imperium deberetur. Tum magnus ille vir et vere divinus homo in hunc modum respondit : << Omnino adolescens iste et imperium guberna- bit et fratrem superabit: sic enim a Deo decre- tum et constitutum est. Ut autem ea quoque scia- tis de quibus non interrogastis, avum Alexium ætate paulum superabit: sed instante obitu in- saniet. » Id præsagium et mihi et aliis plurimis fuit notum is enim vates ex divino baptismate me suscepit. Quæ autem ea insania et cujusmodi futura esset, nemo tum recte conjicere potuit : nam alii id præsagium ad insanam auri cupidita- tem, alii ad libidinis intemperantiam detorque- C bant; sed cum hæc, quam dixi, controversia agi- tata esset, imperatore temere principio conten- dente holosphyrum illum Machometi verum esse Deum, qui nec genitus esset nec genuisset, omnes id oraculum eo retulerunt, quod illa cpinio a veritate alienissima germana et pessima esset insania. B D Imperator autem nocte, mense Martio, morbo correptus, indictione decima quinta, quo tempore dogma illud in quæstionem vocatum est et mense Maio demum sopitum, mense Septembri obiit, nec de imperio quidquam præclari ordinavit, in iis quæ post suum obitum facienda essent, mandandis et præscribendis segnior. In causa fuit quod ne- quaquam credebat instare sibi mortem, sed scire se affirmabat xiv vitæ annos adhuc restare. Idque ad ipsum patriarcham Theodosium dixit, a quo monebatur ut pro paterna pietate rei publice cu- Hier. Wolfi notæ. (6) Alter codex de compatriatu, ut vocant, alter de administratione baptismatis logui videtur.
καὶ πολλοὺς λογισμοὺς ἀνελίξας καὶ πᾶσαν μηχανὴν μετελθὼν τέλος τὸ τοῦ ὅρκου βιβλίον ἔπεισιν, ὃν τῷ Μανουὴλ καὶ τῷ υἱῷ ἐκείνου Ἀλεξίῳ εἶχεν ὀμωμοκώς, καὶ μεθ’ ἑτέρων εὑρὼν καὶ ταῦτα ἐγκείμεναχρεὼν δὲ μὴ ὑπονοθεύειν ἑτέρᾳ φράσει τὰ ῥήματα, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ λέξεων εἶχον, οὑτωσὶ καὶ δηλοῦν, διεξῄεσαν δὲ ὧδε καὶ εἴ τι δὲ ἴδω ἢ νοήσω ἢ ἀκοῇ παραλήψομαι εἰς ἀτιμίαν ὑμῶν καὶ λύμην τοῦ ὑμετέρου φερόμενον στέμματος, καὶ ὑμῖν τὴν περὶ τούτου διδοὺς ἐσοίμην εἴδησιν καὶ αὐτὸς δέ, ὡς ἐξόν μοι, τοῦτο κωλύω. Καὶ τοῖς ῥήμασι τούτοις ἐπικαθίσας ὡς αἱ μυῖαι τοῖς μώλωψι, πάνυ χρησίμοις οὖσι πρὸς ἣν πάλαι ὤδινε τυραννίδα ἐμβριθέστερον ἔχων τὸ ἦθος καὶ τὸ φρόνημα ἀρχικώτερον, ἐπάλληλα τὰ γράμματα ἔστελλε πρός τε τὸν ἀνεψιὸν καὶ βασιλέα Ἀλέξιον καὶ τὸν τῆς μεγίστης ἱερωσύνης κοσμήτορα Θεοδόσιον καὶ τοὺς λοιπούς, οἷς ζώπυρον φιλίας ὑπῆν πρὸς τὸν κατοιχόμενον βασιλέα τὸν Μανουήλ, ἐν δεινῷ τιθέμενος τὰ τῆς ἀσχήμονος φήμης περιλαλήματα καὶ τὸν ἀγανακτοῦντα ὑποκρινόμενος, εἰ μὴ ὁ πρωτοσεβαστὸς τῆς δυναστείας παραλυθείη καὶ τὴν μετριωτέραν τύχην εἴη μετειληφὼς καὶ διὰ τὸν προσέρποντα μὲν ἐντεῦθεν καὶ ἤδη καθιστάμενον προδηλότατον τοῦ βασιλέως Ἀλεξίου ὄλεθρον, ἀλλὰ δὴ καὶ τὴν ἀπρεπῆ οὐχ ἥκιστα φήμην καὶ ὠσὶν ἡμέροις οὐκ εὐπαράδεκτον, ἥτις ἐπ’ ἄκρων τειχέων κηρύσσεται καὶ πύλαις δυναστῶν ἐφεδρεύει καὶ πρόεισι παγκόσμιον περιήχημα.
ἐγγραφῇ δὲ ἀνάθεμα τῷ Μωάμετ καὶ πάσῃ τῇ αὐτοῦ διδαχῇ καὶ διαδοχῇ. Καὶ τοῦτο δογματίσαντες καὶ κυ ρώσαντες τῶν πολλῶν ἐκείνων συνόδων καὶ συλλόγων ἔληξαν. ζ'. Ἀλλὰ γὰρ οὐχ ὑπερβήσομαί τι καὶ ἄλλο τῶν Α 7. ἀξίων εἰρῆσθαι, τοῦ ἱστορεῖν ἐνταῦθα γενόμενος. Ην τις εὐνοῦχος ἀρχιερατικῶς προεδρεύων τῆς τῶν Χωνῶν πόλεως, Νικήτας τοὔνομα, πάσης ἀρετῆς καταγώγιον, οὕτω δὴ προφητικὸς καὶ προβλέπων τὰ ἔμπροσθεν ὡς τοῖς μεγίστοις τῶν ὁρώντων ἐγκρί- νεσθαι καὶ εἰς θαῦμα κεῖσθαι παρ' οἷς ὁ ἀνὴρ ἐγνώ ριστο, εἴπερ ἡ καθ' ἡμᾶς γενεὰ πονηρὰ οὖσα καὶ μοιχαλίς τοιοῦτον ηὐτύχησεν ἀγαθόν. ᾿Αμέλει καὶ τοῦ βασιλέως τούτου ἐξ ᾿Αρμενίας παριόντος τὰς Χώνας ἀρτιστετοῦς καὶ τῆς πατρώας διαδόχου ἀρχῆς, καὶ τὸν ἀρχαγγελικόν νεὼν εἰσελθόντος καὶ χειρὶ τοῦ ἀρχιερέως τούτου εὐλογηθέντος, ἐπειδὴ καὶ περιώνυμος ἦν ἐκ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῖς ἅπασι διὰ στόματος, ἦσαν οἱ τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος, καὶ τούτων οἱ ἐς νοῦν βάπτοντες, ἐν ἀπόρῳ ἐτίθεντο εἰ νέος ὧν ὁ Μανουήλ [Ρ. 142] καὶ ἄρτί πρώτως χνοάζων τὸν ἴουλον διακυβερνήσειν ὅλως τὴν βασιλείαν δυνήσεται, ἥτις τὸ πολὺ δεῖται ἀνδρὸς πολιοῦ μὲν τὸ φρονεῖν, λαχνήεντος δὲ τὸν πώγωνα, ἔτι γε μὴν εἰ τὸν κασίγνητον καταπαλαίσειεν Ἰσαάκιον δικαιό τερον ὄντα πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ἔνδον ἱζάνοντα. Ὁ δὲ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ ὄντως ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, λύων τὸ ἄπορον καὶ διασαφῶν τὸ παρ' ἐκείνοις ἀμφιγνοούμενον, « Ναί, » φησί, « καὶ τὴν βασιλείαν ὁ μεῖρας οὗτος ευθυνεῖ, καὶ αὐτῷ ὑποπεσεῖται ὁ ἀδελφές· οὕτω γὰρ Θεῷ δέδοκται καὶ προώρισται. Ίνα δὲ εἰδῆτε καὶ περὶ ὧν οὐδ᾽ ὅλως με ἤρεσθε, τὸν οἰκεῖον πάππον, λέγω δὴ τὸν αὐτοκράτορα Ρωμαίων και προπάτορα ἐκείνω ᾿Αλέξιον, ὑπερβήσεται οὗτος βραχύ τι κατὰ τοὺς τῆς ζωῆς χρόνους. Τῆς δὲ τελευτῆς αὐτῷ ἐγγιζούσης μανήσεται. » Ην οὖν ἡ πρόῤῥησις αὕτη καὶ ἐμοὶ τῷ συγγραφεῖ Νικήτα σὺν ἄλλοις πλείστοις γνώριμος, ὅτι καὶ ἐμὸς ὁ προφάντωρ (6) ἀνάδοχος ἐκ τοῦ θείου βαπτίσματος. Τίς δὲ ἄρα ἔσται ἡ μανία καὶ οἷος ὁ τρόπος αὐτῆς, οὐδεὶς εἶχεν ἀκριβῶς συμ βαλέσθαι τῶν εἰδότων τὸ προαγόρευμα· οἱ μὲν γὰρ ἐς τὸ χρυσομανὲς ἀνέφερον τὸ προφοίβάσμα, οἱ δ' ἐς ἄλλο τι σαρκικὸν ἐλάττωμα ᾐχμαλώτιζον. Τοῦ δὲ προσεχῶς εἰρημένου δόγματος κινηθέντος, καὶ παραβόλως ἐνισταμένου τὰ πρῶτα τοῦ βασιλέως ἀληθῆ δοξάζειν Θεὸν τὸν παρὰ τῷ Μωάμετ ὁλόσφυρον καὶ μὴ γεγεννημένον ἢ γεννήσαντα Θεόν, πέρας εἰληφέναι πάντες τὴν προθέσπισιν ἔφασκον, ἐπεὶ καὶ μανίαν ἀτεχνῶς ὀρθήν τε καὶ χειρίστην τὴν δόξαν εἶναι ταυτηνὶ ὡς τῆς ἀληθείας ἐπίπαν ἀντίθετον. Κατήρξατο μὲν οὖν τῷ βασιλεῖ τὰ τῆς νόσου πρό τοῦ Μαρτίου μηνός, τῆς ἐνισταμένης τότε ιγ' ινδι κτιῶνος, ὅτε καὶ τὰ περὶ τοῦ δόγματος ἐπεκ- μαινε. Καὶ αὐτὰ μὲν ἀφύβρισαν περί που μῆνα τὸν Μάϊον, ὁ δ᾽ αὐτοκράτωρ ἐπιστάντος τοῦ Σεπτεμ βρίου τὸ ζῆν ἐξεμέτρησεν. Οὐδὲν δ' ἔτι κάλλιστον περὶ τῆς βασιλείας διώκησεν, ἀλλὰ νωθέστερον ἦν διακείμενος πρὸς τὴν τῶν μετὰ τὴν μετάστασιν αὐτοῦ γενησομένων διαταγήν τε καὶ ὑποτύπωσιν. Τὸ δ' αἴτιον· οὐ παρεδέχετο όπωσούν ὡς ἤγγικεν ἐκείνῳ τὸ τελευτήν, ἀλλ' εὖ εἰδέναι διετείνετο ὡς : DE MANUELE COMNENO LIB. VII. Adjiciam eliam aliud memoratu dignum, postquam huc progressus sum. Fuit eunuchus Ni- cetas, Chonarum episcopus, omni genere virtutis ornatus, futurarum rerum ita præscius ut inter maximos vates haberetur et omnibus qui eum no- rant admirationi esset, quod nostræ ætati impro- bæ atque adulteræ tantum bonum contigisset. Cum autem hic imperator recens diademate redi. mitus, peterni imperii successor, ex Armenia re- vertens Chonis Archangeli elem ingressus faustam comprecatiouem ab hoc pontifice acce- pisset ut ob virtutem ubique gentium celeberrimo, quidam sacerdotes, iique prudentissimi, dubita- bant an Manuel adhuc adolescens ac pene imberbis tantum imperium administrare posset, quod virum senili prudentia præditum et maturum postularet. Deinde an fratrem Isaacium, qui urbem impera- tricem obtineret, superaturus esset, cui meliore jure imperium deberetur. Tum magnus ille vir et vere divinus homo in hunc modum respondit : << Omnino adolescens iste et imperium guberna- bit et fratrem superabit: sic enim a Deo decre- tum et constitutum est. Ut autem ea quoque scia- tis de quibus non interrogastis, avum Alexium ætate paulum superabit: sed instante obitu in- saniet. » Id præsagium et mihi et aliis plurimis fuit notum is enim vates ex divino baptismate me suscepit. Quæ autem ea insania et cujusmodi futura esset, nemo tum recte conjicere potuit : nam alii id præsagium ad insanam auri cupidita- tem, alii ad libidinis intemperantiam detorque- C bant; sed cum hæc, quam dixi, controversia agi- tata esset, imperatore temere principio conten- dente holosphyrum illum Machometi verum esse Deum, qui nec genitus esset nec genuisset, omnes id oraculum eo retulerunt, quod illa cpinio a veritate alienissima germana et pessima esset insania. B D Imperator autem nocte, mense Martio, morbo correptus, indictione decima quinta, quo tempore dogma illud in quæstionem vocatum est et mense Maio demum sopitum, mense Septembri obiit, nec de imperio quidquam præclari ordinavit, in iis quæ post suum obitum facienda essent, mandandis et præscribendis segnior. In causa fuit quod ne- quaquam credebat instare sibi mortem, sed scire se affirmabat xiv vitæ annos adhuc restare. Idque ad ipsum patriarcham Theodosium dixit, a quo monebatur ut pro paterna pietate rei publice cu- Hier. Wolfi notæ. (6) Alter codex de compatriatu, ut vocant, alter de administratione baptismatis logui videtur.
PG 139:571καὶ ταῦτα λέγων καὶ γράφων μεθ’ οἵας οὐκ εἴπῃ τις ἂν πειθανάγκης καὶ λαμυρότητος (ἦν γάρ, εἰ καί τις ἄλλος, γραμμάτων ἔμπειρος καὶ ἀνὰ στόμα φέρων τοῦ πνευματορρήτορος Παύλου τὰ ἐπιστόλια) εἶχε πάντας τῇ αὐτοῦ γνώμῃ προστιθεμένους καὶ πρὸς ἐκεῖνον νενευκότας μονώτατον ὡς φιλορώμαιον ἄνδρα καὶ χρόνῳ μακρῷ καὶ πείρᾳ πολιωτέρᾳ τὰ κάλλιστα συλλεξάμενον. Καὶ αὐτὸς δὲ τοῦ Οἰναίου ἀπάρας πρὸς τὴν τῶν πόλεων βασιλίδα μετέβαινε τὸν οἰκεῖον καθ’ οὓς ἐπισταίη ὅρκον ἀναπτύσσων καὶ τοῖς πυνθανομένοις διεξιὼν τὸ τῆς κινήσεως αἴτιον. καὶ περὶ ἐκεῖνον ὅσα καὶ πρὸς ἀετὸν ὑψινεφῆ καὶ γαμψώνυχα κολοιοὶ ἐγάρυον ἄκραντα οἱ πραγμάτων νεωτέρων τρέφοντες ἔφεσιν καὶ οἷς ἡ πάλαι φήμη περιεσπούδαστο, ἣ δήπου βασιλεύσειν Ἀνδρόνικον προηγόρευε. καὶ εἶχεν αὐτὸν οὕτω μεταβάντα ἡ τῶν Παφλαγόνων μερὶς καὶ ὅσα καὶ σωτῆρα καὶ κατὰ θεῖον ἥκοντα προσδεχόμενον ἐριτίμως. Ὁ δὲ πρωτοσεβαστὸς Ἀλέξιος ἐκπάγλως ἐμαίνετο, τῷ ἰδίῳ πίσυνος κράτει καὶ τῇ παραδυναστείᾳ τῆς δεσποίνης καταχρώμενος, ὥσπερ καὶ ὁ πολλὰ πολλάκις ἐδηδοκὼς φάρμακα δράκων καὶ γενόμενος δυσαντίβλεπτος.
ένιαυτοὶ ζωῆς καὶ ἕτεροι δεκατέσσαρες αὐτῷ ἐπιδα Η Ο ψιλεύονται. Καὶ τοῦτο πρὸς αὐτὸν εἴρηκε τὸν σοφὸν καὶ τρισμάκαρα πατριάρχην τὸν Θεοδόσιον, ὑποτι θέμενον πατρικῶς φροντίδα τῶν τῆς βασιλείας θέ- σθαι πραγμάτων, ἕως ἔτι καιρός κἀκείνῳ ἔῤῥωται τὸ φρονεῖν, καὶ διφῆσαι τὸν ἀνθεξόμενον ἀκριβῶς τοῦ τῆς ἀρχῆς κληρονόμου παιδὸς οὔπω παραγγεί λαντος εἰς ἥβην, καὶ πιστῶς προστησόμενον τῆς βασιλίδος καὶ οἷον μητροκομήσοντα. Οἱ δὲ παντο δήλητοι ἀστροφένακες καὶ περὶ ἐρωτικά, κατ' αὐ τοὺς εἰπεῖν, τὸν βασιλέα σχολάσειν ἀπετόλμων λέγειν ἀνασφήλαντα τῆς νόσου μετὰ βραχύ, καὶ πόλεων ἀλλοφύλων εἰς χώμα τεθησομένων καθαιρέσεις ἀπη- ναιδεύοντο. Τὸ δὲ δὴ παραλογώτερον, πρόχειροι τὴν γλῶτταν ὄντες καὶ τῷ ψεύδει ἐνειθισμένοι και συγ κίνησιν προλεγον τοῦ παντὸς συνδρομάς τε καὶ συνόδους τῶν μεγίστων ἀστέρων καὶ ἀνέμων ἐξαι σίων ἐκρήξεις, καὶ σχεδὸν τοῦ παντὸς μεταστοι χείωσιν προεφοίβαζον, ἐγγαστρίμυθοι πλέον ἢ ἀστεροσκόποι δεικνύμενοι. Οὐ χρόνους δὲ μόνον καὶ μῆνας ἠρίθμουν καὶ ἑβδομάδας κατέλεγον, ἐφ᾽ ὧν ταῦτα γενήσεται, καὶ βασιλεῖ διεσήμαινον, ἀλλὰ καὶ ἡμέρας ἠκριβολόγουν καὶ τὸ τῆς ὥρας ἀκαριαῖον ἐβω- μολόχουν, ὡς εἴπερ σαφῶς ᾔδεσαν ἅπερ ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ ἔθετο ὁ Πατὴρ, καὶ περὶ ὧν ἐπετίμα πιν θανομένους τοῖς μαθηταῖς ὁ Σωτήρ. 'Αμέλει τοι οὐ μόνον αὐτὸς ὁ βασιλεὺς σπήλαια καὶ καταδύ σεις ἀλεξηνέμους διηρευνᾶτο καὶ προητοίμαζεν εἰς ἐνοίκησιν, καὶ οἱ τῶν βασιλικῶν οἰκοπέδων καθο ᾑροῦντο ὕελοι, ὡς εἶεν ἀπαθεῖς ταῖς τῶν ἀνέμων ἐκθησαυριζομέναις πνοαῖς, ἀλλὰ καὶ ὁπόσοι τῇ θερα πείᾳ τούτου καὶ συγγενείᾳ ἐνεγραφοντο, καὶ οἱ κολακικῶς αὐτὸν ὑπεισήρχοντο, τοῖς αὐτοῖς ἐπιμελῶς ἐνέκειντο, ὡς τοὺς μὲν γεωρυχεῖν κατὰ μύρμηκας, τοὺς δὲ σκηνοῤῥαφεῖν καὶ σχοινία περιδέειν ἔντριτα καὶ πασσάλους ἀποξύνειν πηχυαίους εἰς ἀκράδαντον ἔρεισμα τῶν σκηνῶν. Ἀλλ᾿ ὅπερ ἔλεγον, ἐπειδὴ τὰ τῆς νόσου τῷ βασιλεῖ ἐπέτεινε, παραβόλως βαλανείῳ έχρήσατο, καὶ γνοὺς ἔτι πλέον ἐντεῦθεν τὰς τοῦ ζῆν ἀπαλειφομένας ἐλπίδας καὶ οἷον καθ᾽ ὑγρῶν τυπουμένας καὶ τὴν προθεσμίαν ἀνυπεξάλυκτον έφεστῶσαν ὀλίγα περὶ τοῦ παιδὸς ᾿Αλεξίου τοῖς περιεστῶσι διείλεκται, κεράσας οιμωγαῖς τὰ βήματα ἐχ του προορᾷν οἷον τὰ μετὰ τὴν ἐκείνου συμβησόμενα ἔξοδον. ᾿Αλλὰ καὶ περὶ τῆς ἀστρονο- μίας ὑποθήκῃ τοῦ πατριάρχου βραχύν τινα χάρτην ὑπεσημήνατο, πρὸς τὴν ἐναντίαν δόξαν μεθαρμο ηλ, σθείς. Τέλος δὲ καὶ αὐτὸς τῇ ἀρτηρίᾳ προσάγων τὴν χεῖρα καὶ τὰς κινήσεις τοῦ σφυγμοῦ γνωματεύων, βύθιόν τι στενάξας καὶ πλήξας τῇ χειρὶ τὸν μηρόν τὸ μοναδικόν σχῆμα ᾔτησε. Θορύβου δὲ, ὡς εἰκὸς, ἐπὶ τῷ ῥήματι τούτῳ ἀρθέντος, καὶ τῆς πνευματι- κωτέρας ἀμφιάσεως ἐχούσης τὸ ἀπαράσκευον, τρι βωνίου μέλανος οἱ περὶ τὸν βασιλέα ὁθενοῦν εὐπου ρήσαντες περιδύουσι μὲν αὐτὸν τὰ μαλακὰ καὶ ἀρο χικὰ ἄμφια, ἐπενδύουσι δὲ τὸ τραχὺ τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας ένδυμα, εἰς ὁπλίτην μεταμειφότες πνευ- ματικὸν κράνει τε θειοτέρῳ καὶ θώρακι σεμνοτέρῳ, τῷ οὐρανίῳ στρατολογήσαντες ἡγεμόνι. Τὸ δὲ ῥάκος NICETE CHONIATA ram integris adhuc sensibus mature susciperet, et A curatorem fidelem filii successoris, impuberis adhuc, et imperatricis quæreret. Sed pestilentes impostores astrologi imperatorem paulo post ex morbo recreatum vacaturum esse amoribus, et barbaricas urbes eversurum, impudenter asserebant; et quod incredibilius est, homines præcipiti lingua et assueti mendaciis, motum uni- versi orbis et maximorum siderum congressus et concursus ventorumque procellas ingentes et uni- versitatis rerum pene mutationem prædicebant, engastrimythi potius quam astrologi. Neque vero annos duntaxat et menses et hebdomadas nume- rabant, sed dies etiam et horæ punctum designare non verebantur, quæ suæ potestati reservavit Pater, el Servator discipulos suos percontantes castigavit. Proinde non ipse modo imperator speluncas et meatus subterraneos contra ventorum impetum inquirebat et ad habitandum præparabat, et pa- laliorum fastigia demoliebantur, ut minus impetu ventorum læderentur; sed et ministri et cognati et adulatores ejus iisdem rebus intenti partim terram formicarum instar effodiebant, partim tentoria tri- pliciter consuebant et vectes cubitales, quo minus tabernacula concuterentur, acuebant. Sed morbo, ut dixi, ingravescente, balneo usus co- gnovit spem vitæ evanescera et terminum instare inevitabilem ; ac pauca cum astantibus de Alexio filio locutus, oratione suspiriis interpolata, quia prævidebat quæ post suum obitum tempestates im- penderent, patriarchæ monitu brevi chartæ de as- trologia subscripsit, mutata pristina sententia. B Denique admota ad arteriam manu et pulsu per- tentato, cum alto suspirio femur porcussit, et mo- nasticum habitum postulavit. Quo dicto cum, ut fieri solet, tumultus esset ortus, et spiritualem vestem nigro panno omnis ornatus expertem, mi- nistri nescio ubi nacti, mollibus et regiis vestibus detractis, et aspero illo divina vitæ indumento illi inducto,in spiritualem eum convertunt militem, et galea thoraceque insigniore ornatum in celestia imperatoris catalogum referunt.Ea lacerna, quippe brevior,crura heroici illius corporis non tegebal, ut nemo qui id cornebat a lacrymis sibi tempe- raret.humanæ imbecillitatis cogitatione et vilitate corporis in morte, quo animus tanquam testæ inclusus coalescit. Sic igitur et vita et im- D perio cedit, quod annos triginta octo gubernavit, tribus mensibus demptis.Ad quod imperii spatium vetustissimum illud oraculum alludere videtur : • Tui prehendet te postrema nominis. » Nam postrema syllaba nominis Manuelis, apud Græcos tantum numerum complectitur. Sepultus est in obliquo latere monasterii Pantocratoris, juxta tem. pli fores, in sacello adjuncto, qua templi muro in fornicem circumflexo latus circa tumulum ingres- sus distinguitur. Lapis eum tegit nigricans et ma- stum aliquid præ se ferens, qui in septem vertices assurgit. Non procul inde basi impositus adoratur
οὐκοῦν οὐκ ἦν τι τῶν ἁπάντων, ὃ μὴ δι’ αὐτοῦ ἐπεραίνετο. εἰ δέ τι καὶ διεπεπράχει λαθὼν ἕτερος, ἢ τῆς βασιλίσσης δεηθεὶς ἢ τὸν βασιλέα καρυατιζόμενον εὑρὼν ἢ ῥιμμῷ λιθιδίων καταλαβὼν προσανέχοντα καὶ τῷ καιρῷ πρὸς περάτωσιν τοῦ αἰτουμένου χρησάμενος, οὐδὲ τοῦτο τῶν ἐκείνου ἐκπεριίστατο ὀφθαλμῶν· σκεψάμενος γὰρ τρόπον, δι’ οὗ τὰ παρ’ ἄλλων διηνυσμένα πρὸς ἐκεῖνον ἐπαναλύσουσιν ὡς εἰς στροφάλιγγα περιδινούμενα ῥεύματα, δόγμα ἐκ βασιλέως ἐξήνεγκε μὴ ἄλλως εὐπαράδεκτα οἴεσθαι ὅσα ἡ βασιλικὴ χεὶρ ὑποσημαίνεται, γράμματα, εἰ μὴ πρότερον ὀφθεῖεν τῷ Ἀλεξίῳ καὶ οὗτος τὴν δεξιὰν τῷ βατραχείῳ ἐπιδοὺς βάμματι τὴν τοῦ ἐτηρήθησαν ἐπισημασίαν βραβεύσειεν. ἦγεν οὖν, ὡς ᾑρεῖτο, πάντα καὶ μετεπέττευε, καὶ ἅπερ οἱ ἐκ Κομνηνῶν πρότερον βασιλεῖς ἱδρῶσι πολλοῖς, εἴπω δὲ καὶ τοὺς πένητας καλαμώμενοι, συλλογιμαίως ἀπεθησαύρισαν χρήματα, ταῦτα τῷ πρωτοσεβαστῷ καὶ τῇ βασιλίσσῃ πρὸς ἀποχέτευσιν προύκειντο· καὶ τὸ τοῦ Ἀρχιλόχου ἄντικρυς ἐπεραίνετο, ὅ φησιν, εἰς ἔντερον πόρνης πολλάκις μεταρρυί̈σκεσθαι τὰ χρόνῳ καὶ πόνῳ συλλεγέντα μακρῷ.
ένιαυτοὶ ζωῆς καὶ ἕτεροι δεκατέσσαρες αὐτῷ ἐπιδα Η Ο ψιλεύονται. Καὶ τοῦτο πρὸς αὐτὸν εἴρηκε τὸν σοφὸν καὶ τρισμάκαρα πατριάρχην τὸν Θεοδόσιον, ὑποτι θέμενον πατρικῶς φροντίδα τῶν τῆς βασιλείας θέ- σθαι πραγμάτων, ἕως ἔτι καιρός κἀκείνῳ ἔῤῥωται τὸ φρονεῖν, καὶ διφῆσαι τὸν ἀνθεξόμενον ἀκριβῶς τοῦ τῆς ἀρχῆς κληρονόμου παιδὸς οὔπω παραγγεί λαντος εἰς ἥβην, καὶ πιστῶς προστησόμενον τῆς βασιλίδος καὶ οἷον μητροκομήσοντα. Οἱ δὲ παντο δήλητοι ἀστροφένακες καὶ περὶ ἐρωτικά, κατ' αὐ τοὺς εἰπεῖν, τὸν βασιλέα σχολάσειν ἀπετόλμων λέγειν ἀνασφήλαντα τῆς νόσου μετὰ βραχύ, καὶ πόλεων ἀλλοφύλων εἰς χώμα τεθησομένων καθαιρέσεις ἀπη- ναιδεύοντο. Τὸ δὲ δὴ παραλογώτερον, πρόχειροι τὴν γλῶτταν ὄντες καὶ τῷ ψεύδει ἐνειθισμένοι και συγ κίνησιν προλεγον τοῦ παντὸς συνδρομάς τε καὶ συνόδους τῶν μεγίστων ἀστέρων καὶ ἀνέμων ἐξαι σίων ἐκρήξεις, καὶ σχεδὸν τοῦ παντὸς μεταστοι χείωσιν προεφοίβαζον, ἐγγαστρίμυθοι πλέον ἢ ἀστεροσκόποι δεικνύμενοι. Οὐ χρόνους δὲ μόνον καὶ μῆνας ἠρίθμουν καὶ ἑβδομάδας κατέλεγον, ἐφ᾽ ὧν ταῦτα γενήσεται, καὶ βασιλεῖ διεσήμαινον, ἀλλὰ καὶ ἡμέρας ἠκριβολόγουν καὶ τὸ τῆς ὥρας ἀκαριαῖον ἐβω- μολόχουν, ὡς εἴπερ σαφῶς ᾔδεσαν ἅπερ ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ ἔθετο ὁ Πατὴρ, καὶ περὶ ὧν ἐπετίμα πιν θανομένους τοῖς μαθηταῖς ὁ Σωτήρ. 'Αμέλει τοι οὐ μόνον αὐτὸς ὁ βασιλεὺς σπήλαια καὶ καταδύ σεις ἀλεξηνέμους διηρευνᾶτο καὶ προητοίμαζεν εἰς ἐνοίκησιν, καὶ οἱ τῶν βασιλικῶν οἰκοπέδων καθο ᾑροῦντο ὕελοι, ὡς εἶεν ἀπαθεῖς ταῖς τῶν ἀνέμων ἐκθησαυριζομέναις πνοαῖς, ἀλλὰ καὶ ὁπόσοι τῇ θερα πείᾳ τούτου καὶ συγγενείᾳ ἐνεγραφοντο, καὶ οἱ κολακικῶς αὐτὸν ὑπεισήρχοντο, τοῖς αὐτοῖς ἐπιμελῶς ἐνέκειντο, ὡς τοὺς μὲν γεωρυχεῖν κατὰ μύρμηκας, τοὺς δὲ σκηνοῤῥαφεῖν καὶ σχοινία περιδέειν ἔντριτα καὶ πασσάλους ἀποξύνειν πηχυαίους εἰς ἀκράδαντον ἔρεισμα τῶν σκηνῶν. Ἀλλ᾿ ὅπερ ἔλεγον, ἐπειδὴ τὰ τῆς νόσου τῷ βασιλεῖ ἐπέτεινε, παραβόλως βαλανείῳ έχρήσατο, καὶ γνοὺς ἔτι πλέον ἐντεῦθεν τὰς τοῦ ζῆν ἀπαλειφομένας ἐλπίδας καὶ οἷον καθ᾽ ὑγρῶν τυπουμένας καὶ τὴν προθεσμίαν ἀνυπεξάλυκτον έφεστῶσαν ὀλίγα περὶ τοῦ παιδὸς ᾿Αλεξίου τοῖς περιεστῶσι διείλεκται, κεράσας οιμωγαῖς τὰ βήματα ἐχ του προορᾷν οἷον τὰ μετὰ τὴν ἐκείνου συμβησόμενα ἔξοδον. ᾿Αλλὰ καὶ περὶ τῆς ἀστρονο- μίας ὑποθήκῃ τοῦ πατριάρχου βραχύν τινα χάρτην ὑπεσημήνατο, πρὸς τὴν ἐναντίαν δόξαν μεθαρμο ηλ, σθείς. Τέλος δὲ καὶ αὐτὸς τῇ ἀρτηρίᾳ προσάγων τὴν χεῖρα καὶ τὰς κινήσεις τοῦ σφυγμοῦ γνωματεύων, βύθιόν τι στενάξας καὶ πλήξας τῇ χειρὶ τὸν μηρόν τὸ μοναδικόν σχῆμα ᾔτησε. Θορύβου δὲ, ὡς εἰκὸς, ἐπὶ τῷ ῥήματι τούτῳ ἀρθέντος, καὶ τῆς πνευματι- κωτέρας ἀμφιάσεως ἐχούσης τὸ ἀπαράσκευον, τρι βωνίου μέλανος οἱ περὶ τὸν βασιλέα ὁθενοῦν εὐπου ρήσαντες περιδύουσι μὲν αὐτὸν τὰ μαλακὰ καὶ ἀρο χικὰ ἄμφια, ἐπενδύουσι δὲ τὸ τραχὺ τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας ένδυμα, εἰς ὁπλίτην μεταμειφότες πνευ- ματικὸν κράνει τε θειοτέρῳ καὶ θώρακι σεμνοτέρῳ, τῷ οὐρανίῳ στρατολογήσαντες ἡγεμόνι. Τὸ δὲ ῥάκος NICETE CHONIATA ram integris adhuc sensibus mature susciperet, et A curatorem fidelem filii successoris, impuberis adhuc, et imperatricis quæreret. Sed pestilentes impostores astrologi imperatorem paulo post ex morbo recreatum vacaturum esse amoribus, et barbaricas urbes eversurum, impudenter asserebant; et quod incredibilius est, homines præcipiti lingua et assueti mendaciis, motum uni- versi orbis et maximorum siderum congressus et concursus ventorumque procellas ingentes et uni- versitatis rerum pene mutationem prædicebant, engastrimythi potius quam astrologi. Neque vero annos duntaxat et menses et hebdomadas nume- rabant, sed dies etiam et horæ punctum designare non verebantur, quæ suæ potestati reservavit Pater, el Servator discipulos suos percontantes castigavit. Proinde non ipse modo imperator speluncas et meatus subterraneos contra ventorum impetum inquirebat et ad habitandum præparabat, et pa- laliorum fastigia demoliebantur, ut minus impetu ventorum læderentur; sed et ministri et cognati et adulatores ejus iisdem rebus intenti partim terram formicarum instar effodiebant, partim tentoria tri- pliciter consuebant et vectes cubitales, quo minus tabernacula concuterentur, acuebant. Sed morbo, ut dixi, ingravescente, balneo usus co- gnovit spem vitæ evanescera et terminum instare inevitabilem ; ac pauca cum astantibus de Alexio filio locutus, oratione suspiriis interpolata, quia prævidebat quæ post suum obitum tempestates im- penderent, patriarchæ monitu brevi chartæ de as- trologia subscripsit, mutata pristina sententia. B Denique admota ad arteriam manu et pulsu per- tentato, cum alto suspirio femur porcussit, et mo- nasticum habitum postulavit. Quo dicto cum, ut fieri solet, tumultus esset ortus, et spiritualem vestem nigro panno omnis ornatus expertem, mi- nistri nescio ubi nacti, mollibus et regiis vestibus detractis, et aspero illo divina vitæ indumento illi inducto,in spiritualem eum convertunt militem, et galea thoraceque insigniore ornatum in celestia imperatoris catalogum referunt.Ea lacerna, quippe brevior,crura heroici illius corporis non tegebal, ut nemo qui id cornebat a lacrymis sibi tempe- raret.humanæ imbecillitatis cogitatione et vilitate corporis in morte, quo animus tanquam testæ inclusus coalescit. Sic igitur et vita et im- D perio cedit, quod annos triginta octo gubernavit, tribus mensibus demptis.Ad quod imperii spatium vetustissimum illud oraculum alludere videtur : • Tui prehendet te postrema nominis. » Nam postrema syllaba nominis Manuelis, apud Græcos tantum numerum complectitur. Sepultus est in obliquo latere monasterii Pantocratoris, juxta tem. pli fores, in sacello adjuncto, qua templi muro in fornicem circumflexo latus circa tumulum ingres- sus distinguitur. Lapis eum tegit nigricans et ma- stum aliquid præ se ferens, qui in septem vertices assurgit. Non procul inde basi impositus adoratur
Ἐντεῦθεν ἡ πᾶσα πόλις πρὸς Ἀνδρόνικον ἔβλεπε καὶ ἡ ἐκείνου ἄφιξις ὡς ἐν σκοτομήνῃ λαμπτὴρ καὶ ἀστὴρ ἀρίζηλος ἐδοξάζετο. τῷ τοι καὶ ἐνῆγον διὰ γραμμάτων κρύβδην πεμπομένων οἱ μέγα τότε δυνάμενοι καταταχῆσαι τὴν εἴσοδον, ὡς ἀντιταξομένων οὐδένων, οὔτε μὴν πρὸς τὸ ἀντωπὸν τῆς ἐκείνου στησομένων σκιᾶς, ἀλλ’ ὑπτίαις ὅλων προσδεξομένων χερσὶ καὶ ἀναπετασόντων ἀσμένως τὰς τῆς καρδίας περιπτυχάς. Διαφερόντως δὲ αὐτὸν παρεκρότει καὶ θαρραλέως προσιέναι διένυττεν ἡ πορφυρογέννητος Μαρία ἡ τοῦ βασιλέως Ἀλεξίου ἑτεροθαλὴς ἀδελφὴ καὶ ὁ παριαύων ταύτῃ καῖσαρ ἐξ Ἰταλῶν ὁρμώμενος. αὕτη γὰρ ἀποπνιγομένη μικροῦ τῷ τὴν πατρῴαν κοίτην ἀνοσίως ὑπὸ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ ἐρευνᾶσθαι, καὶ ἄλλως δὲ θερμουργίαν ἀσπαζομένη καὶ ἀνδρικὴ τὸ φρόνημα οὖσα, προσκτωμένη δὲ καὶ τὸ φύσει πρὸς τὴν μητρυιὰν βαρύζηλον, οὐχὶ στέγουσα δὲ καὶ τὸ παρευδοκιμεῖσθαι καὶ ὡς ἀντικαθισταμένη τις ὑποβλέπεσθαι τὸν Ἀνδρόνικον τοῖς γράμμασιν ἐμυώπιζεν ὡς ἵππον ἐφ’ ὕσπληγγος ἑστῶτα καὶ δρόμον πνέοντα, ἑὸν κακὸν ἀμφαγαπῶσα καὶ τὸν οἰκεῖον ὄλεθρον ἐπισπέρχουσα.
ένιαυτοὶ ζωῆς καὶ ἕτεροι δεκατέσσαρες αὐτῷ ἐπιδα Η Ο ψιλεύονται. Καὶ τοῦτο πρὸς αὐτὸν εἴρηκε τὸν σοφὸν καὶ τρισμάκαρα πατριάρχην τὸν Θεοδόσιον, ὑποτι θέμενον πατρικῶς φροντίδα τῶν τῆς βασιλείας θέ- σθαι πραγμάτων, ἕως ἔτι καιρός κἀκείνῳ ἔῤῥωται τὸ φρονεῖν, καὶ διφῆσαι τὸν ἀνθεξόμενον ἀκριβῶς τοῦ τῆς ἀρχῆς κληρονόμου παιδὸς οὔπω παραγγεί λαντος εἰς ἥβην, καὶ πιστῶς προστησόμενον τῆς βασιλίδος καὶ οἷον μητροκομήσοντα. Οἱ δὲ παντο δήλητοι ἀστροφένακες καὶ περὶ ἐρωτικά, κατ' αὐ τοὺς εἰπεῖν, τὸν βασιλέα σχολάσειν ἀπετόλμων λέγειν ἀνασφήλαντα τῆς νόσου μετὰ βραχύ, καὶ πόλεων ἀλλοφύλων εἰς χώμα τεθησομένων καθαιρέσεις ἀπη- ναιδεύοντο. Τὸ δὲ δὴ παραλογώτερον, πρόχειροι τὴν γλῶτταν ὄντες καὶ τῷ ψεύδει ἐνειθισμένοι και συγ κίνησιν προλεγον τοῦ παντὸς συνδρομάς τε καὶ συνόδους τῶν μεγίστων ἀστέρων καὶ ἀνέμων ἐξαι σίων ἐκρήξεις, καὶ σχεδὸν τοῦ παντὸς μεταστοι χείωσιν προεφοίβαζον, ἐγγαστρίμυθοι πλέον ἢ ἀστεροσκόποι δεικνύμενοι. Οὐ χρόνους δὲ μόνον καὶ μῆνας ἠρίθμουν καὶ ἑβδομάδας κατέλεγον, ἐφ᾽ ὧν ταῦτα γενήσεται, καὶ βασιλεῖ διεσήμαινον, ἀλλὰ καὶ ἡμέρας ἠκριβολόγουν καὶ τὸ τῆς ὥρας ἀκαριαῖον ἐβω- μολόχουν, ὡς εἴπερ σαφῶς ᾔδεσαν ἅπερ ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ ἔθετο ὁ Πατὴρ, καὶ περὶ ὧν ἐπετίμα πιν θανομένους τοῖς μαθηταῖς ὁ Σωτήρ. 'Αμέλει τοι οὐ μόνον αὐτὸς ὁ βασιλεὺς σπήλαια καὶ καταδύ σεις ἀλεξηνέμους διηρευνᾶτο καὶ προητοίμαζεν εἰς ἐνοίκησιν, καὶ οἱ τῶν βασιλικῶν οἰκοπέδων καθο ᾑροῦντο ὕελοι, ὡς εἶεν ἀπαθεῖς ταῖς τῶν ἀνέμων ἐκθησαυριζομέναις πνοαῖς, ἀλλὰ καὶ ὁπόσοι τῇ θερα πείᾳ τούτου καὶ συγγενείᾳ ἐνεγραφοντο, καὶ οἱ κολακικῶς αὐτὸν ὑπεισήρχοντο, τοῖς αὐτοῖς ἐπιμελῶς ἐνέκειντο, ὡς τοὺς μὲν γεωρυχεῖν κατὰ μύρμηκας, τοὺς δὲ σκηνοῤῥαφεῖν καὶ σχοινία περιδέειν ἔντριτα καὶ πασσάλους ἀποξύνειν πηχυαίους εἰς ἀκράδαντον ἔρεισμα τῶν σκηνῶν. Ἀλλ᾿ ὅπερ ἔλεγον, ἐπειδὴ τὰ τῆς νόσου τῷ βασιλεῖ ἐπέτεινε, παραβόλως βαλανείῳ έχρήσατο, καὶ γνοὺς ἔτι πλέον ἐντεῦθεν τὰς τοῦ ζῆν ἀπαλειφομένας ἐλπίδας καὶ οἷον καθ᾽ ὑγρῶν τυπουμένας καὶ τὴν προθεσμίαν ἀνυπεξάλυκτον έφεστῶσαν ὀλίγα περὶ τοῦ παιδὸς ᾿Αλεξίου τοῖς περιεστῶσι διείλεκται, κεράσας οιμωγαῖς τὰ βήματα ἐχ του προορᾷν οἷον τὰ μετὰ τὴν ἐκείνου συμβησόμενα ἔξοδον. ᾿Αλλὰ καὶ περὶ τῆς ἀστρονο- μίας ὑποθήκῃ τοῦ πατριάρχου βραχύν τινα χάρτην ὑπεσημήνατο, πρὸς τὴν ἐναντίαν δόξαν μεθαρμο ηλ, σθείς. Τέλος δὲ καὶ αὐτὸς τῇ ἀρτηρίᾳ προσάγων τὴν χεῖρα καὶ τὰς κινήσεις τοῦ σφυγμοῦ γνωματεύων, βύθιόν τι στενάξας καὶ πλήξας τῇ χειρὶ τὸν μηρόν τὸ μοναδικόν σχῆμα ᾔτησε. Θορύβου δὲ, ὡς εἰκὸς, ἐπὶ τῷ ῥήματι τούτῳ ἀρθέντος, καὶ τῆς πνευματι- κωτέρας ἀμφιάσεως ἐχούσης τὸ ἀπαράσκευον, τρι βωνίου μέλανος οἱ περὶ τὸν βασιλέα ὁθενοῦν εὐπου ρήσαντες περιδύουσι μὲν αὐτὸν τὰ μαλακὰ καὶ ἀρο χικὰ ἄμφια, ἐπενδύουσι δὲ τὸ τραχὺ τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας ένδυμα, εἰς ὁπλίτην μεταμειφότες πνευ- ματικὸν κράνει τε θειοτέρῳ καὶ θώρακι σεμνοτέρῳ, τῷ οὐρανίῳ στρατολογήσαντες ἡγεμόνι. Τὸ δὲ ῥάκος NICETE CHONIATA ram integris adhuc sensibus mature susciperet, et A curatorem fidelem filii successoris, impuberis adhuc, et imperatricis quæreret. Sed pestilentes impostores astrologi imperatorem paulo post ex morbo recreatum vacaturum esse amoribus, et barbaricas urbes eversurum, impudenter asserebant; et quod incredibilius est, homines præcipiti lingua et assueti mendaciis, motum uni- versi orbis et maximorum siderum congressus et concursus ventorumque procellas ingentes et uni- versitatis rerum pene mutationem prædicebant, engastrimythi potius quam astrologi. Neque vero annos duntaxat et menses et hebdomadas nume- rabant, sed dies etiam et horæ punctum designare non verebantur, quæ suæ potestati reservavit Pater, el Servator discipulos suos percontantes castigavit. Proinde non ipse modo imperator speluncas et meatus subterraneos contra ventorum impetum inquirebat et ad habitandum præparabat, et pa- laliorum fastigia demoliebantur, ut minus impetu ventorum læderentur; sed et ministri et cognati et adulatores ejus iisdem rebus intenti partim terram formicarum instar effodiebant, partim tentoria tri- pliciter consuebant et vectes cubitales, quo minus tabernacula concuterentur, acuebant. Sed morbo, ut dixi, ingravescente, balneo usus co- gnovit spem vitæ evanescera et terminum instare inevitabilem ; ac pauca cum astantibus de Alexio filio locutus, oratione suspiriis interpolata, quia prævidebat quæ post suum obitum tempestates im- penderent, patriarchæ monitu brevi chartæ de as- trologia subscripsit, mutata pristina sententia. B Denique admota ad arteriam manu et pulsu per- tentato, cum alto suspirio femur porcussit, et mo- nasticum habitum postulavit. Quo dicto cum, ut fieri solet, tumultus esset ortus, et spiritualem vestem nigro panno omnis ornatus expertem, mi- nistri nescio ubi nacti, mollibus et regiis vestibus detractis, et aspero illo divina vitæ indumento illi inducto,in spiritualem eum convertunt militem, et galea thoraceque insigniore ornatum in celestia imperatoris catalogum referunt.Ea lacerna, quippe brevior,crura heroici illius corporis non tegebal, ut nemo qui id cornebat a lacrymis sibi tempe- raret.humanæ imbecillitatis cogitatione et vilitate corporis in morte, quo animus tanquam testæ inclusus coalescit. Sic igitur et vita et im- D perio cedit, quod annos triginta octo gubernavit, tribus mensibus demptis.Ad quod imperii spatium vetustissimum illud oraculum alludere videtur : • Tui prehendet te postrema nominis. » Nam postrema syllaba nominis Manuelis, apud Græcos tantum numerum complectitur. Sepultus est in obliquo latere monasterii Pantocratoris, juxta tem. pli fores, in sacello adjuncto, qua templi muro in fornicem circumflexo latus circa tumulum ingres- sus distinguitur. Lapis eum tegit nigricans et ma- stum aliquid præ se ferens, qui in septem vertices assurgit. Non procul inde basi impositus adoratur
PG 139:573τὴν δὲ πρὸς τὸν πρωτοσεβαστὸν οὐχ οἵα τε οὖσα περιστέλλειν ἀπέχθειαν ἐς τοὐμφανὲς αὐτῷ ἀντεφέρετο καὶ οὖδ’ ὁπωσοῦν διελελοίπει ὅσα οἱ πρὸς λύμην βυσσοδομεύουσα. Ἀμέλει καὶ ὑποποιησαμένη τῶν πρὸς γένους ἐκείνῃ τινάς, ὁπόσους δηλαδὴ τῷ Ἀνδρονίκῳ ᾔδει προστιθεμένους, φιλεχθροῦντας δὲ τῷ πρωτοσεβαστῷ (ἦσαν δ’ οὗτοι ὁ Κομνηνὸς Ἀλέξιος, ὃς ἀπετέχθη τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ ἐκ τῆς ἀνεψιᾶς Θεοδώρας, ὁ Λαπαρδᾶς Ἀνδρόνικος, οἱ δύο τοῦ Ἀνδρονίκου υἱοὶ ὅ τε Ἰωάννης καὶ ὁ Μανουήλ, ὁ τῆς πόλεως ἔπαρχος Ἰωάννης ὁ Καματηρὸς καὶ συχνοὶ ἕτεροι), καὶ διὰ συνωμοσίας τὴν μὲν ἐς τὸν ἀδελφὸν καὶ βασιλέα πίστιν κρατυναμένη, τὸν δὲ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ κυρώσασα θάνατον, ἐκαιροφυλάκει τὴν τούτου κατάλυσιν. Εὔκαιρον δὲ πρὸς τὴν μελετωμένην πρᾶξιν εὑρηκέναι οἰηθεῖσα καιρὸν τὴν εἰς τὸν Βαθὺν Ῥύακα μετὰ τοῦ βασιλέως ἐξέλευσιν τοῦ πρωτοσεβαστοῦ ἐπὶ τῷ τελεσθῆναι τὰ ὅσια Θεοδώρῳ τῷ χριστομάρτυρι κατὰ τὴν ἑβδόμην τῆς πρώτης τῶν νηστεῶν τὴν μὲν ἐγχείρησιν ἡτοιμάσατο καὶ τοὺς σφαγέας τοῦ ἀντιπάλου ἐπήγετο τὸ φονουργὸν παραγυμνοῦντας σιδήριον, ἐκ δέ τινος περιπετείας τοῦ οἰκείου ἐκκρούεται σκέμματος.
μὴ ποδήρες ὄν μήτε μὴν δι᾿ ὅλου τοῦ ἡρωϊκοῦ ἐκεί- Α νου καταβαῖνον σώματος ενα τὰς κνήμας ἀκαλυφεῖς, ὡς μηδένα τῶν ὁρώντων εἶναι ἀδάκρυτον, ἐν νῷ βαλλόμενον τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν καὶ τὴν ἐν τῷ τελευτῶν τὸν βίον τοῦ σώματος ἀχρειότητα, ὅπερ ἡμῖν ὡς ὄστρεον περιπλάττεται καὶ συμφύεται τῇ ψυχῇ. Τοῦ βίου γοῦν οὕτω καὶ τῆς βασιλείας μεθίσταται, τριάκοντα καὶ ὀκτὼ χρόνους γεγονώς ἐν τῇ βασιλείᾳ, λειπόντων μηνῶν τριῶν. Πρὸς ἦν οἶμαι παράτασιν τῆς ἀρχῆς καὶ τὸ παλαίτατον ἐκεῖνο λόγιον ἀφορῶν, ὅ διέξεισιν οὕτωσί· * Αλλ' ὑστάτη σε κερδανεί λαβή λόγου, ἡ γὰρ τελευταία τοῦ ὀνόματος συλλαβὴ τὸν ὀκτὼ καὶ τριάκοντα διαση μαίνεται ἀριθμόν. Τέθαπται οὖν παρὰ πλάγιον πλευρὰν τῷ τὸν νεών εἰσιόντι τῆς τοῦ Παντοκράτορος μονῆς, οὐκ ἐν αὐτῷ τῷ τεμένει, ἀλλ᾽ ἐν τῷ περὶ τοῦτον ἡρῴῳ. Τοῦ δὲ τοίχου τοῦ νεὼ εἰς ἀψίδα προ ριαχθέντος ἡ περὶ τὴν σορὸν εὐρεῖα διαστέλλεται εἴσοδος. Συνέχει δὲ τοῦτον λίθος τὴν μελανίαν ὑπο- κρινόμενος καὶ διὰ τοῦτο στυγνάζοντι ἐοικώς, ὃς καὶ εἰς ἑπτὰ διέσχισται λοφιάς. Παράκειται δέ οἱ ἐπὶ κρηπῖδος καὶ προσκύνησιν δέχεται λίθος ἐρυθρὸς ἀνδρομήκης, ὃν εἶχε πρότερον μὲν ὁ κατ' Ἔφεσον τὴν πόλιν ναὸς, ἐκεῖνον εἶναι διαθρυλούμενον ἐφ᾽ οὗ Χριστὸς μετὰ τὴν ἀπὸ σταυροῦ καθαίρεσιν νεκροτα φίοις εἰληθεὶς ἐσμυρνίσθη. Ὁ δὲ βασιλεὺς οὗτος διακομίσας ἐκεῖθεν, καί οἱ τὸν νῶτον ὑποστρώσας ὡς ὁμόθεον σῶμα καὶ γεγονὸς ὅπερ τὸ χρῖσαν (7) βαστάσαντι, ἐκ τοῦ κατὰ τὸν Βουκολέοντα λιμένος εἰς τὸν ἐν τῷ φάρῳ τοῦ μεγάλου παλατίου νεὼν τοῦτον ἀνήγαγε. Μετ' οὐ πολλὴν μέντοι ἐν ὑστέρῳ χρόνου περίοδον τοῦ βασιλέως τὸν βίον ἀπολιπόντος καὶ ὁ λίθος οὗτος ἐξήρθη τῶν ἀνακτόρων, καὶ μετενήνεκται ἔνθα δὴ ἀρτίως ἐμνήσθην, κεκράξων, οἶμαι, καὶ διατρανωσόμενος ὁπόσα ὁ τῇ σορῷ σιωπῶν εἰργάσατό πως καὶ Αγωνίσατο. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑΛΕΞΙΟΥ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΥ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΜΑΝΟΥΗΛ. α. Καὶ οὕτω μὲν ὁ βασιλεὺς Μανουὴλ ὁ Κομνηνός Β καταλύει τὸν βίον, βασιλεύει δὲ μετ᾿ αὐτὸν ὁ ἐκείνου ταῖς Ἀλέξιος, οὔπω καθαρῶς τῆς 46ης ἁψάμενος, ἀλλ' ἔτι παιδοκόμων καὶ τιθευτρίας δεόμενος. Πλημμελῶς τοίνυν καὶ ἀχρείως τὰ Ῥωμαίων ἐφέ ρετο πράγματα, καὶ χειρόνως ἢ ὅτε ὁ Φαέθων τὴν ἐν ἄστροις οὐρανοῦ τέμνειν ὁδὸν ἐπεβάλλετο, τοῦ πατρικοῦ καὶ χρυσοκολλήτου ἐπιβὰς ἁρματος. Αὐτ τὸς μὲν γὰρ ὁ κρατῶν διὰ τὸ τῆς ἡλικίας ἀτελὲς καὶ τοῦ τὰ συνοίσοντα φρονεῖν ἐνδεὶς οὐδενὸς ἦν τῶν καθηκόντων ἐπιστρεφόμενος, κούφοις δὲ μόνον τρε- φόμενος πνεύμασι καὶ τὸ χαίρειν καὶ τὸ λυπεῖσθαι μήπω μεμαθηκώς ἀκριβῶς κυνηγεσίοις προσανεῖχε 1. DE MANUELE COMNENO LIB. VII. Ephesi; et is esse dicitur, in quo Christus de cruce sublatus et fasciis involutus conditus fuerit. Eum lapidem imperator inde advectum humeris suis,quippe qui divinum corpus ipsumque Chri- stum gestasset, a portu Bucoleontis usque ad æ- dem quæ in turri palatii est, pertulit. Sed non multo post imperatoris obitum saxum illud e palatio ad sepulcrum illius est translatum, ul clara voce defuncti res gestas et certamina procla- met. lapis purpureis, viri magnitudine, qui ante fuit Hier. Wolfii notæ. IMPERIUM ALEXII COMNENI PORPHYROGENITI MANUELIS IMPERATORIS FILII. - Manuele Comneno ad hunc modum de- functo, filius Alexius fere impubis adhuc et puer, qui pædagogi et nutricis opera non satis commode carebat, successit. Itaque Romana res publica perperam administrabatur, et pejus se habebat quam cun) Phaeton paternum currum per cœlum regere conatus est. Nam imperator ob immaturam ælatein et inopiam consilii nullam officii rationem habebat, inani superbia elatus, et vix salis gnarus quæ res tristes aut jucundæ essent, vena- tioni et equitationi incumbebat; puerorum cum quibus colluderet, familiaritate utebatur, vita pes- sime instituta. Paterni vero ejus cognati et amici, (7) Quid sit illud ὅπερ τὸ χρῖσαν, non intelligo. Et qualemcunque sententiam conjectura sum secutus.
Reign of Alexius ComnenusImperium Alexii Comneni
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
καὶ τῆς βουλῆς ὁμοῦ καὶ τῆς ἐπιβουλῆς μικρῷ ὕστερον φωραθείσης, τοὺς μὲν λοιποὺς εἶχε βῆμα βασιλικὸν καὶ σκέψις τοῦ ἀτοπήματος προύκειτο σχήμασι μόνοις ἀλλ’ οὐχὶ πράγμασιν· ἐφωμάρτει γὰρ ἡ καταδίκη εὐθὺς καὶ ὡς ἄφωνοι ἰχθύες οἱ συσχεθέντες ἀπήγοντο μηδ’ ὅλως δεξάμενοι τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὸ τὰ δοκοῦντά σφισιν ἀπολογήσασθαι. Αὐτὴ δὲ ἡ πορφυρογέννητος σὺν τῷ ἀνδρὶ τῷ καίσαρι τῷ Μεγίστῳ Ναῷ προσρύεται, βαρυμηνιῶσαν κατ’ αὐτῆς ἐκδιδράσκειν φάσκουσα μητρυιὰν καὶ τὸν ταύτης κάρταμον ἐραστήν. οἶκτον οὖν οὐ τῷ πατριάρχῃ μόνον ἐμπεποιήκει καὶ τοῖς ὅσοι τῆς ἱερᾶς κιγκλίδος ἐντός, ἀλλὰ καὶ τοὺς πλείστους τῶν ἐκ τοῦ ξύγκλυδος δήμου καὶ σύρφακος οὕτω κατέκαμψε καὶ μετέφερεν, ὡς μικροῦ δακρυρροεῖν ἐπ’ αὐτῇ. ἔνθεν τοι καὶ ταῖς τῶν πολλῶν ἀναθερμανθεῖσα περιπαθείαις, ἐν τῷ μέρει δὲ καὶ αὐτὴ διαδόσεσι στατήρων χαλκέων πρὸς ἀποστασίαν τὸ πτωχεῦον πλῆθος ἐξαγριαίνουσα, τὰ τοῖς πρόσφυξιν ἠδόξει βραβευόμενα ἔθιμα, καὶ προτεινομένης ἀμνηστίας ὧν ἑάλω δρῶσα κακῶς, οὐδ’ ἐπαί̈ειν ὅλως ἠνείχετο, ἀλλ’ ἀπῄτει παλινδικίαν τῶν ταύτης συνωμοτῶν καὶ ἄνεσιν τῶν καθείρξεων.
μὴ ποδήρες ὄν μήτε μὴν δι᾿ ὅλου τοῦ ἡρωϊκοῦ ἐκεί- Α νου καταβαῖνον σώματος ενα τὰς κνήμας ἀκαλυφεῖς, ὡς μηδένα τῶν ὁρώντων εἶναι ἀδάκρυτον, ἐν νῷ βαλλόμενον τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν καὶ τὴν ἐν τῷ τελευτῶν τὸν βίον τοῦ σώματος ἀχρειότητα, ὅπερ ἡμῖν ὡς ὄστρεον περιπλάττεται καὶ συμφύεται τῇ ψυχῇ. Τοῦ βίου γοῦν οὕτω καὶ τῆς βασιλείας μεθίσταται, τριάκοντα καὶ ὀκτὼ χρόνους γεγονώς ἐν τῇ βασιλείᾳ, λειπόντων μηνῶν τριῶν. Πρὸς ἦν οἶμαι παράτασιν τῆς ἀρχῆς καὶ τὸ παλαίτατον ἐκεῖνο λόγιον ἀφορῶν, ὅ διέξεισιν οὕτωσί· * Αλλ' ὑστάτη σε κερδανεί λαβή λόγου, ἡ γὰρ τελευταία τοῦ ὀνόματος συλλαβὴ τὸν ὀκτὼ καὶ τριάκοντα διαση μαίνεται ἀριθμόν. Τέθαπται οὖν παρὰ πλάγιον πλευρὰν τῷ τὸν νεών εἰσιόντι τῆς τοῦ Παντοκράτορος μονῆς, οὐκ ἐν αὐτῷ τῷ τεμένει, ἀλλ᾽ ἐν τῷ περὶ τοῦτον ἡρῴῳ. Τοῦ δὲ τοίχου τοῦ νεὼ εἰς ἀψίδα προ ριαχθέντος ἡ περὶ τὴν σορὸν εὐρεῖα διαστέλλεται εἴσοδος. Συνέχει δὲ τοῦτον λίθος τὴν μελανίαν ὑπο- κρινόμενος καὶ διὰ τοῦτο στυγνάζοντι ἐοικώς, ὃς καὶ εἰς ἑπτὰ διέσχισται λοφιάς. Παράκειται δέ οἱ ἐπὶ κρηπῖδος καὶ προσκύνησιν δέχεται λίθος ἐρυθρὸς ἀνδρομήκης, ὃν εἶχε πρότερον μὲν ὁ κατ' Ἔφεσον τὴν πόλιν ναὸς, ἐκεῖνον εἶναι διαθρυλούμενον ἐφ᾽ οὗ Χριστὸς μετὰ τὴν ἀπὸ σταυροῦ καθαίρεσιν νεκροτα φίοις εἰληθεὶς ἐσμυρνίσθη. Ὁ δὲ βασιλεὺς οὗτος διακομίσας ἐκεῖθεν, καί οἱ τὸν νῶτον ὑποστρώσας ὡς ὁμόθεον σῶμα καὶ γεγονὸς ὅπερ τὸ χρῖσαν (7) βαστάσαντι, ἐκ τοῦ κατὰ τὸν Βουκολέοντα λιμένος εἰς τὸν ἐν τῷ φάρῳ τοῦ μεγάλου παλατίου νεὼν τοῦτον ἀνήγαγε. Μετ' οὐ πολλὴν μέντοι ἐν ὑστέρῳ χρόνου περίοδον τοῦ βασιλέως τὸν βίον ἀπολιπόντος καὶ ὁ λίθος οὗτος ἐξήρθη τῶν ἀνακτόρων, καὶ μετενήνεκται ἔνθα δὴ ἀρτίως ἐμνήσθην, κεκράξων, οἶμαι, καὶ διατρανωσόμενος ὁπόσα ὁ τῇ σορῷ σιωπῶν εἰργάσατό πως καὶ Αγωνίσατο. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑΛΕΞΙΟΥ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΥ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΜΑΝΟΥΗΛ. α. Καὶ οὕτω μὲν ὁ βασιλεὺς Μανουὴλ ὁ Κομνηνός Β καταλύει τὸν βίον, βασιλεύει δὲ μετ᾿ αὐτὸν ὁ ἐκείνου ταῖς Ἀλέξιος, οὔπω καθαρῶς τῆς 46ης ἁψάμενος, ἀλλ' ἔτι παιδοκόμων καὶ τιθευτρίας δεόμενος. Πλημμελῶς τοίνυν καὶ ἀχρείως τὰ Ῥωμαίων ἐφέ ρετο πράγματα, καὶ χειρόνως ἢ ὅτε ὁ Φαέθων τὴν ἐν ἄστροις οὐρανοῦ τέμνειν ὁδὸν ἐπεβάλλετο, τοῦ πατρικοῦ καὶ χρυσοκολλήτου ἐπιβὰς ἁρματος. Αὐτ τὸς μὲν γὰρ ὁ κρατῶν διὰ τὸ τῆς ἡλικίας ἀτελὲς καὶ τοῦ τὰ συνοίσοντα φρονεῖν ἐνδεὶς οὐδενὸς ἦν τῶν καθηκόντων ἐπιστρεφόμενος, κούφοις δὲ μόνον τρε- φόμενος πνεύμασι καὶ τὸ χαίρειν καὶ τὸ λυπεῖσθαι μήπω μεμαθηκώς ἀκριβῶς κυνηγεσίοις προσανεῖχε 1. DE MANUELE COMNENO LIB. VII. Ephesi; et is esse dicitur, in quo Christus de cruce sublatus et fasciis involutus conditus fuerit. Eum lapidem imperator inde advectum humeris suis,quippe qui divinum corpus ipsumque Chri- stum gestasset, a portu Bucoleontis usque ad æ- dem quæ in turri palatii est, pertulit. Sed non multo post imperatoris obitum saxum illud e palatio ad sepulcrum illius est translatum, ul clara voce defuncti res gestas et certamina procla- met. lapis purpureis, viri magnitudine, qui ante fuit Hier. Wolfii notæ. IMPERIUM ALEXII COMNENI PORPHYROGENITI MANUELIS IMPERATORIS FILII. - Manuele Comneno ad hunc modum de- functo, filius Alexius fere impubis adhuc et puer, qui pædagogi et nutricis opera non satis commode carebat, successit. Itaque Romana res publica perperam administrabatur, et pejus se habebat quam cun) Phaeton paternum currum per cœlum regere conatus est. Nam imperator ob immaturam ælatein et inopiam consilii nullam officii rationem habebat, inani superbia elatus, et vix salis gnarus quæ res tristes aut jucundæ essent, vena- tioni et equitationi incumbebat; puerorum cum quibus colluderet, familiaritate utebatur, vita pes- sime instituta. Paterni vero ejus cognati et amici, (7) Quid sit illud ὅπερ τὸ χρῖσαν, non intelligo. Et qualemcunque sententiam conjectura sum secutus.
PG 139:575τόν τε πρωτοσεβαστὸν τῆς τῶν κοινῶν ἔχεσθαι διοικήσεως οὐδαμῶς φέρουσα ἦν, ἀλλ’ ἀποφλαυρίζουσα τουτονὶ πόδα ὑπερβάθμιον τείνειν ἔφασκε τοῖς οὐκ ἐφικτοῖς καὶ κατολισθαίνειν εἰς πρᾶξιν ἀθέμιτον καὶ τὸ γένος οἱ ἐντεῦθεν ἐπιθολοῦν. ὁδῷ δὲ προϊοῦσα καὶ τῶν βασιλείων ἀποσκορακισθῆναι τοῦτον ἐνέκειτο καὶ οἷά τι παρεκφυὲν ζιζάνιον τῆς εὐγενοῦς ἀποσπασθῆναι φυταλιᾶς καὶ ζημιωθῆναι ὀλέθρῳ συναναβαῖνον καὶ συμπνῖγον ὡς σῖτον τὸν αὐτοκράτορα. Ἦν δὲ ἄντικρυς ὀριγνωμένη ἃ μὴ τελέεσθαι ἔμελλεν. ὁ γὰρ ἀνὴρ οὗτος τοῖς ἀνακτορικοῖς θαλάμοις ὡς πολύπους ταῖς πέτραις καθάπαξ ἐμφὺς καὶ τὰς κοτυληδόνας κύκλῳ διαφεὶς οὐδ’ ὅλως μεταβαίνειν ἐκεῖθεν ἠβούλετο. καὶ δήποτε τοῦ βασιλέως καὶ ἀδελφοῦ διηπειληκότος τῇ κασιγνήτῳ καισαρίσσῃ τὴν ἐκ τοῦ νεὼ ἀφαίρεσιν καὶ κατάσπασιν, εἰ μὴ ἐκσταίη ἑκοῦσα τοῦ ἱεροῦ (βασιλέα δὲ λέγων τὰ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ φημι ἐπιτάγματα καὶ τῆς τοῦ βασιλέως μητρός), τὸ ἑκοῦσα εἶναι μηδαμῶς προελθεῖν ἀντηπείλησεν.
καὶ ἱππηλασίοις προσέκειτο, παιδαρίοις συμπαίγμοσι συγγινόμενος καὶ τὸ ἦθος ἐν τοῖς χειρίστοις τυπού μενος. Οἱ δέ γε πατρῷοι τούτῳ ἑταῖροι καὶ οἱ καθ' αἷμα δή που προσήκοντες, ἑτέροις τὸν νοῦν προσο έχοντες, τῆς τούτου καλλίστης κατημέλουν ἀγωγῆς καὶ τροφῆς καὶ τὰ κοινὰ φθειρόμενα παρεβλέποντο. Οἱ μὲν γὰρ τῆς βασιλίδος ήρων καὶ ἐπείρων μάλα λαμπρῶς, ἐπαφροδίτως βοστρυχιζόμενοι, καὶ τὸν ταύτης ἀντέρωτα θηρώμενοι ἐμυροῦντο νηπιωδῶς καὶ ἐμ:τροῦντο γυναικωδῶς περιδεῤῥαίοις λιθοκόλ- λοις, καὶ ὅλοις ὀφθαλμοῖς εἰς αὐτὴν ἐνητένιζον· οἱ δὲ χρηματιστικοὶ ὄντες καὶ δημοβόροι παρενοσφί ζοντο τὰ δημόσια, ταῖς τε ἐφευρημέναις δαπάναις ἀφειδέστερον χρωμένοι καὶ νέας προσεφευρίσκοντες, ἵν' ἔχοιεν οὕτω τὸ χθὲς κενὸν καὶ σύσπαστον βα Βλάντιον πλῆρες καὶ διῳδηκὸς σήμερον· οἱ δὲ τοῦ βασιλεύειν ἔχοντες ἔφεσιν πρὸς τοῦτο τὸν οἰκεῖον σκοπὸν συνέτεινον ἅπαντα. Ὡς γάρ τινος παιδαγω γοῦ γενναίου καὶ ἐμβριθοῦς ἐκποδὼν γενομένου ἀταξίας τὸ πᾶν ἐπεπλήρωτο, ἑκάστου τὸ οἰκεῖον μεταδιώκοντες ἐφετὸν καὶ ἀλλήλοις ἁπάντων ἀντι- πραττόντων, ἤ κίονος ὑποσπασθέντος ἑδραίου καὶ ἀστραβοῦς πρὸς ἐναντίαν φορὰν ἀπονενεύκεισαν ἅπαντα. Τῆς δὲ ἰσοτιμίας ἀτιμασθείσης παρὰ τοῖς τότε τὰ μέγιστα δυναμένοις καὶ κατὰ γένος συν απτομένοις τῷ βασιλεῖ, αἱ τε ὑπὲρ τῶν κοινῶν φρον τίδες ἐξέλιπον καὶ αἱ συνδρομαὶ καὶ σύνοδοι ἡφαν- τώθησαν. Καὶ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ δὲ καὶ πρωτο- βεστιαρίου Αλεξίου τοῦ Κομνηνού, ὃς ἀνεψιὸς ἦν πρὸς πατρὸς τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, τὴν τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως μητέρα ὑποποιησαμένου καὶ θαμὰ αὐτῇ ὁμιλοῦντος καὶ ὑπὲρ πάντα ισχύοντος ἕτερον, οἱ τοῦ αὐτοῦ μεταλαχόντες αἵματος καὶ ἰσοκρατεῖς εἶναι παρὰ τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ἐαθέντες καὶ αξιώμασι μεγίστοις ἐμπρέποντες ἔστιν ἢ ἀπεπνί γοντο τοῖς γινομένοις, ἔστι δ᾽ ᾖ καὶ τυραννίδα φυο μένην ὁρῶντες τὸν πρωτοσεβαστὸν ὑπεβλέποντο, οὐ τοσοῦτον μὴ ὁ βασιλεύων ᾿Αλέξιος ἀηδές τι πά- θοι περὶ πλείστου ἔχοντες, ὅσον μὴ αὐτοὶ συλλη φθεῖεν ὑφορώμενοι. Καὶ διὰ ταῦτα καραδοκοῦντες τὸ μέλλον, τὸ καθ᾿ αὐτοὺς ἀσφαλὲς τοῦ πέλας πρου- τίθεσαν. Ηδη γὰρ ἡ φήμη λάλος ἦν καὶ διαῤῥήδην κραυγάζουσα ὡς ᾿Αλέξιος τῇ μητρὶ τοῦ βασιλέως σύμφυτος μικροῦ καὶ σύμπνους γενόμενος μέτεισ. τοὺς πολλοὺς φιλίᾳ καὶ χρήμασι, καὶ καθελεῖν μὲν αὐτὸν τῆς βασιλείας ἐν νῷ τίθεται, ἑαυτὸν δ' ἐπιβήτορα ταύτης, ὥσπερ δὴ καὶ τῆς τεκούσης, γενήσεσθαι σκέπτ ται. Καὶ οὕτω μὲν τὰ κατὰ τὴν βασίλειον αὐλὴν πάσας ὄντα συγχύσεως καὶ παντοίου χειμῶνος ἔμπλετ, καὶ τὸ τοῦ μυθικοῦ δράκοντος πράγμασιν αὐτοῖς ὁρώμενον ἦν, ὅς κακῶς διετίθετο κωφῷ καὶ τυφλῷ μέρει τῷ οὐραίῳ διεξαγόμενος. Η τὸ τέρας πέρας ἐλάμβανεν, δ τὸν βίον τελευτῶντος ἐπεφάνη τοῦ αὐτοκράτορος Μανουήλ. Γυνὴ γάρ τις κατὰ τὴν Προποντίδα λαχοῦσα τὴν οἴκησιν παιδίον ἀπέτεκεν ἄρξεν, τὸν μὲν λοιπὸν ἄνθρωπον ἐξηρθρω μένον καὶ λίαν βραχυμερέστατον, τὴν δέ γε κεφαλὴν χρῆμά τι ἐπὶ τῶν ὤμων ἀνέχον μέγα τε καὶ ἐξαίσιον, δ καὶ συλλελόγιστο πολυαρχίας είναι σημαντικὸν, ἥτις μήτηρ ἀναρχίας ἐστίν. ἐξάδελφος Μανουὴλ, περὶ οὗ τὸ λέγειν ἐν τῇ κατὰ τὸν βασιλέα τοῦτον ἱστορία κατέρρευσεν ικανώτατα, διατρίβων τηνικαῦτα κατὰ τὸ Οἶναιον, ἐπεὶ πύθοιτο τὸν τοῦ Μανουὴλ θάνατον καὶ διαστασιάζειν ἔγνωκε τὰ βασίλεια, τὸν παλαιὸν τῆς τυραννίδος ἀνασκάλο λει ἔρωτα. ᾿Αλλὰ μήπω περὶ τούτων, καθ' εἱρμὸν NICETE CHONIATÆ aliis rebus intenti, illius educationem aliis rebus A omnibus antevertendam negligebant, nec interitum rei publicæ curabant. Nam alii imperatricis amore flagrabant et ejus pudicitiam haud dissimulanter tentabant; calamistris, unguentis puerilibus, mi- tris mulieribus, aurcis torquibus ornati, defixos in illam oculos habebant et mutuum illius amorem captabant. Alii, homines avari et rapaces, cum luxuriosissime viverent, fiscum depeculabantur,ut crumenam immodicis sumptibus exhaustam pecu- nia resarcirent. Alii ad imperii cupiditatem omnia referebant, Denique tanquam strenuo et gravi pæ- dagogo sublato, confusa crant omnia, dum suum quisque negotium agit et alteri adversatur; aut velut columna firma revulsa,in partem contrariam omnia inclinabant. Proinde cum potentissimi quique, et cognati imperatoris, qualitatem sper- nerent, rei publicæ cura defecit, congressus et concilia deserta sunt. Cum autem protosebastus et protovestiarius Alexius Comnenus, Manuelis pa- truelis, pueri imperatoris matrem sibi conciliasset, et crebro ejus consuetudine uteretur, ceterosque omnes auctoritate vinceret, ii qui eadem orti erant familia el Manuele imperante parem potestatem obtinuerant, maximis dignitatibus præditi, mole- stissime illa ferebant. Quidam etiam cum tyranni- dem suboriri oernerent, protosebastum suspectum habebant, non tam de imperatoris Alexii salute. solliciti, quam ne ipsi comprehenderentur metuen- tes.Quapropter exspectatione rerum futurarum sus- pensi, modo ipsi tuti essent, cateros minus cura- bant. Fama enim, ut loquax est, jam vociferabatur Alexium imperatrici adhærere cum eaque conspi- rasse, multos sibi officiis et largitionibus conciliare, et imperatore ejecto regnum affectare et matris ejus nuptias ambire. Atque ita sese res imperti habebant, confusionis et turbarum plenæ, non aliter quam in fabulis de serpente illo traditur, qui cauda surda et caca non sine multis offensionibus pro- grediebatur. Is rerum status monstro illo sub Ma- nuelis obitum edito præsignificatus fuit. Nam mu- lier quædam in Propontide habitans puerum po- perit, cætera perexilem et imbecillem, sed capiteln- genti. Id principatus multorum, quem omnis imperii et disciplinæ contemptus sequitur, omen habitum. C lis patruelis, de quo in illius historia copiose scri- psimus, cum imperatoris mortem et aulæ dissidia Œnæi audivisset, velerem tyrannidis amorem re- novat. Sed hæc suo loco commodius referentur: nunc vero, ne ordo historiæ interrumpatur neque quicquam memoratu dignum prætermittatur, paulo 2. At Comnenus Andronicus imperatcris Manue- D β΄. Ὁ δὲ Κομνηνός Ανδρόνικος ὁ τοῦ βασιλέως
Ἔνθεν τοι καὶ δεδοικυῖα μὴ συλληφθείη, ταῖς τε πύλαις τοῦ νεὼ ἐφίστησι φύλακας καὶ πάσας τὰς εἰσόδους διαλαμβάνει φρουραῖς, τὸν τῆς προσευχῆς οἶκον διασκευάζουσα πρὸς λῃστήριον ἢ φρούριον ἐχυρὸν καὶ ἀπότομον, δυσάλωτον τοῖς προσβάλλουσιν. ἀεὶ δ’ ἐπεκτεινομένη τοῖς χείροσι καὶ προβαίνουσα τοῖς οὐκ ἐπαινετέοις καὶ συμμαχικὸν τάγμα ξενολογεῖ καὶ τίθησι στρατόπεδον τὸν θεῖον περίβολον. καὶ Ἰταλιώτας γὰρ συναγήοχεν ὁπλομάχους καὶ μεγαθύμους ἑῴους ἐστρατολόγησεν Ἴβηρας, κατ’ ἐμπορίαν τῇ πόλει παραβαλόντας, καὶ Ῥωμαίων ὁπλιτεύουσαν ἐπεσπάσατο φάλαγγα, ἐμπαζομένη μηδενὸς τὰ πρὸς εἰρήνην αὐτῇ κατεπᾴδοντος, μήτ’ αὐτὸν τὸν πατριάρχην ὑποστελλομένη ἐμβριθῶς ἐγκείμενον καὶ μάλα κοτέοντα, καὶ πολλάκις πρὸς ὀργὴν ἐπιπλήττοντα. Καὶ ξύμπαν μὲν οὖν ἑτέρας πόλεως ἀλογίᾳ χαίρει τὸ πλῆθος καὶ τὴν ἐπί τι ῥοπὴν δυσμαχώτατόν ἐστι· τὸ δὲ τῆς Κωνσταντίνου φιλοταραχώτατον μάλιστα, προπετείᾳ χαῖρον καὶ σκολιάζον ταῖς ὁδοῖς, ὅσῳ καὶ ἐκ διαφόρων πολιτεύεται τῶν γενῶν καὶ τῇ τῶν τεχνῶν ποικιλίᾳ συμμεταποιοῦται, ὡς εἴποι τις, τὸ φρονεῖν.
καὶ ἱππηλασίοις προσέκειτο, παιδαρίοις συμπαίγμοσι συγγινόμενος καὶ τὸ ἦθος ἐν τοῖς χειρίστοις τυπού μενος. Οἱ δέ γε πατρῷοι τούτῳ ἑταῖροι καὶ οἱ καθ' αἷμα δή που προσήκοντες, ἑτέροις τὸν νοῦν προσο έχοντες, τῆς τούτου καλλίστης κατημέλουν ἀγωγῆς καὶ τροφῆς καὶ τὰ κοινὰ φθειρόμενα παρεβλέποντο. Οἱ μὲν γὰρ τῆς βασιλίδος ήρων καὶ ἐπείρων μάλα λαμπρῶς, ἐπαφροδίτως βοστρυχιζόμενοι, καὶ τὸν ταύτης ἀντέρωτα θηρώμενοι ἐμυροῦντο νηπιωδῶς καὶ ἐμ:τροῦντο γυναικωδῶς περιδεῤῥαίοις λιθοκόλ- λοις, καὶ ὅλοις ὀφθαλμοῖς εἰς αὐτὴν ἐνητένιζον· οἱ δὲ χρηματιστικοὶ ὄντες καὶ δημοβόροι παρενοσφί ζοντο τὰ δημόσια, ταῖς τε ἐφευρημέναις δαπάναις ἀφειδέστερον χρωμένοι καὶ νέας προσεφευρίσκοντες, ἵν' ἔχοιεν οὕτω τὸ χθὲς κενὸν καὶ σύσπαστον βα Βλάντιον πλῆρες καὶ διῳδηκὸς σήμερον· οἱ δὲ τοῦ βασιλεύειν ἔχοντες ἔφεσιν πρὸς τοῦτο τὸν οἰκεῖον σκοπὸν συνέτεινον ἅπαντα. Ὡς γάρ τινος παιδαγω γοῦ γενναίου καὶ ἐμβριθοῦς ἐκποδὼν γενομένου ἀταξίας τὸ πᾶν ἐπεπλήρωτο, ἑκάστου τὸ οἰκεῖον μεταδιώκοντες ἐφετὸν καὶ ἀλλήλοις ἁπάντων ἀντι- πραττόντων, ἤ κίονος ὑποσπασθέντος ἑδραίου καὶ ἀστραβοῦς πρὸς ἐναντίαν φορὰν ἀπονενεύκεισαν ἅπαντα. Τῆς δὲ ἰσοτιμίας ἀτιμασθείσης παρὰ τοῖς τότε τὰ μέγιστα δυναμένοις καὶ κατὰ γένος συν απτομένοις τῷ βασιλεῖ, αἱ τε ὑπὲρ τῶν κοινῶν φρον τίδες ἐξέλιπον καὶ αἱ συνδρομαὶ καὶ σύνοδοι ἡφαν- τώθησαν. Καὶ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ δὲ καὶ πρωτο- βεστιαρίου Αλεξίου τοῦ Κομνηνού, ὃς ἀνεψιὸς ἦν πρὸς πατρὸς τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, τὴν τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως μητέρα ὑποποιησαμένου καὶ θαμὰ αὐτῇ ὁμιλοῦντος καὶ ὑπὲρ πάντα ισχύοντος ἕτερον, οἱ τοῦ αὐτοῦ μεταλαχόντες αἵματος καὶ ἰσοκρατεῖς εἶναι παρὰ τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ἐαθέντες καὶ αξιώμασι μεγίστοις ἐμπρέποντες ἔστιν ἢ ἀπεπνί γοντο τοῖς γινομένοις, ἔστι δ᾽ ᾖ καὶ τυραννίδα φυο μένην ὁρῶντες τὸν πρωτοσεβαστὸν ὑπεβλέποντο, οὐ τοσοῦτον μὴ ὁ βασιλεύων ᾿Αλέξιος ἀηδές τι πά- θοι περὶ πλείστου ἔχοντες, ὅσον μὴ αὐτοὶ συλλη φθεῖεν ὑφορώμενοι. Καὶ διὰ ταῦτα καραδοκοῦντες τὸ μέλλον, τὸ καθ᾿ αὐτοὺς ἀσφαλὲς τοῦ πέλας πρου- τίθεσαν. Ηδη γὰρ ἡ φήμη λάλος ἦν καὶ διαῤῥήδην κραυγάζουσα ὡς ᾿Αλέξιος τῇ μητρὶ τοῦ βασιλέως σύμφυτος μικροῦ καὶ σύμπνους γενόμενος μέτεισ. τοὺς πολλοὺς φιλίᾳ καὶ χρήμασι, καὶ καθελεῖν μὲν αὐτὸν τῆς βασιλείας ἐν νῷ τίθεται, ἑαυτὸν δ' ἐπιβήτορα ταύτης, ὥσπερ δὴ καὶ τῆς τεκούσης, γενήσεσθαι σκέπτ ται. Καὶ οὕτω μὲν τὰ κατὰ τὴν βασίλειον αὐλὴν πάσας ὄντα συγχύσεως καὶ παντοίου χειμῶνος ἔμπλετ, καὶ τὸ τοῦ μυθικοῦ δράκοντος πράγμασιν αὐτοῖς ὁρώμενον ἦν, ὅς κακῶς διετίθετο κωφῷ καὶ τυφλῷ μέρει τῷ οὐραίῳ διεξαγόμενος. Η τὸ τέρας πέρας ἐλάμβανεν, δ τὸν βίον τελευτῶντος ἐπεφάνη τοῦ αὐτοκράτορος Μανουήλ. Γυνὴ γάρ τις κατὰ τὴν Προποντίδα λαχοῦσα τὴν οἴκησιν παιδίον ἀπέτεκεν ἄρξεν, τὸν μὲν λοιπὸν ἄνθρωπον ἐξηρθρω μένον καὶ λίαν βραχυμερέστατον, τὴν δέ γε κεφαλὴν χρῆμά τι ἐπὶ τῶν ὤμων ἀνέχον μέγα τε καὶ ἐξαίσιον, δ καὶ συλλελόγιστο πολυαρχίας είναι σημαντικὸν, ἥτις μήτηρ ἀναρχίας ἐστίν. ἐξάδελφος Μανουὴλ, περὶ οὗ τὸ λέγειν ἐν τῇ κατὰ τὸν βασιλέα τοῦτον ἱστορία κατέρρευσεν ικανώτατα, διατρίβων τηνικαῦτα κατὰ τὸ Οἶναιον, ἐπεὶ πύθοιτο τὸν τοῦ Μανουὴλ θάνατον καὶ διαστασιάζειν ἔγνωκε τὰ βασίλεια, τὸν παλαιὸν τῆς τυραννίδος ἀνασκάλο λει ἔρωτα. ᾿Αλλὰ μήπω περὶ τούτων, καθ' εἱρμὸν NICETE CHONIATÆ aliis rebus intenti, illius educationem aliis rebus A omnibus antevertendam negligebant, nec interitum rei publicæ curabant. Nam alii imperatricis amore flagrabant et ejus pudicitiam haud dissimulanter tentabant; calamistris, unguentis puerilibus, mi- tris mulieribus, aurcis torquibus ornati, defixos in illam oculos habebant et mutuum illius amorem captabant. Alii, homines avari et rapaces, cum luxuriosissime viverent, fiscum depeculabantur,ut crumenam immodicis sumptibus exhaustam pecu- nia resarcirent. Alii ad imperii cupiditatem omnia referebant, Denique tanquam strenuo et gravi pæ- dagogo sublato, confusa crant omnia, dum suum quisque negotium agit et alteri adversatur; aut velut columna firma revulsa,in partem contrariam omnia inclinabant. Proinde cum potentissimi quique, et cognati imperatoris, qualitatem sper- nerent, rei publicæ cura defecit, congressus et concilia deserta sunt. Cum autem protosebastus et protovestiarius Alexius Comnenus, Manuelis pa- truelis, pueri imperatoris matrem sibi conciliasset, et crebro ejus consuetudine uteretur, ceterosque omnes auctoritate vinceret, ii qui eadem orti erant familia el Manuele imperante parem potestatem obtinuerant, maximis dignitatibus præditi, mole- stissime illa ferebant. Quidam etiam cum tyranni- dem suboriri oernerent, protosebastum suspectum habebant, non tam de imperatoris Alexii salute. solliciti, quam ne ipsi comprehenderentur metuen- tes.Quapropter exspectatione rerum futurarum sus- pensi, modo ipsi tuti essent, cateros minus cura- bant. Fama enim, ut loquax est, jam vociferabatur Alexium imperatrici adhærere cum eaque conspi- rasse, multos sibi officiis et largitionibus conciliare, et imperatore ejecto regnum affectare et matris ejus nuptias ambire. Atque ita sese res imperti habebant, confusionis et turbarum plenæ, non aliter quam in fabulis de serpente illo traditur, qui cauda surda et caca non sine multis offensionibus pro- grediebatur. Is rerum status monstro illo sub Ma- nuelis obitum edito præsignificatus fuit. Nam mu- lier quædam in Propontide habitans puerum po- perit, cætera perexilem et imbecillem, sed capiteln- genti. Id principatus multorum, quem omnis imperii et disciplinæ contemptus sequitur, omen habitum. C lis patruelis, de quo in illius historia copiose scri- psimus, cum imperatoris mortem et aulæ dissidia Œnæi audivisset, velerem tyrannidis amorem re- novat. Sed hæc suo loco commodius referentur: nunc vero, ne ordo historiæ interrumpatur neque quicquam memoratu dignum prætermittatur, paulo 2. At Comnenus Andronicus imperatcris Manue- D β΄. Ὁ δὲ Κομνηνός Ανδρόνικος ὁ τοῦ βασιλέως
ἐπειδὴ δὲ ἀεὶ τὰ χείρω νικᾶν εἴωθε καὶ ἐν πολλοῖς ὄμφαξι μίαν ῥᾶγα πεπανθεῖσαν μόλις εὑρήσει τις, διὰ τοῦτο οὔτε λόγῳ ἐφ’ ὁτιοῦν χωρεῖ, οὔτε μετὰ προμηθείας ἐφίσταται οἷς ἐφορμήσειεν, ἀλλ’ ὅπῃ μὲν πρὸς στάσιν καὶ φήμῃ μόνῃ μεθαρμοζόμενον πυρός ἐστι δραστικώτερον, χορεῦον οἷον κατὰ ξιφῶν καὶ προβλῆσι καὶ κύμασι κωφοῖς ἀνθιστάμενον, ὅπῃ δὲ κατεπτηχὸς ὡς ψοφοδεὲς καὶ τὸν αὐχένα παντὶ τῷ βουλομένῳ παρέχει πατεῖν. εἰκότως οὖν ὡς ἀστασίαν ἤθους νοσοῦν καὶ παλιμβολώτατον διαβέβληται. οὔτε οὖν ἑαυτοῖς ποτε τὰ κάλλιστα πεφώρανται πράξαντες οἱ τῆς Κωνσταντίνου οἰκήτορες, οὔθ’ ἑτέροις εἰσηγουμένοις τὰ κοινωφελῆ ἐπειθάρχησαν, ἀεὶ δὲ τἀναντία ταῖς εὐδαιμονούσαις παρακαθιστάντες πόλεσιν, ὅσα γῆ καὶ θάλασσα τούτοις δορυφορεῖ, ἐπ’ ἀνηνύτοις εἰς ἑτέρας πόλεις ἀλλοεθνῶν διαφοροῦσι καὶ μεταγγίζουσι. τὸ δὲ πρὸς τοὺς κρατοῦντας ἀδιάφορον ὡς ἔμφυτον αὐτοῖς κακὸν συντετήρηται· ὃν γὰρ ὡς ἐννόμως σήμερον ἐξαίρουσιν ἄρχοντα, τοῦτον ὡς κακοεργὸν ἐς νέωτα διασύρουσι, τοῦτό τε κἀκεῖνο παριστῶντες μὴ σὺν λόγῳ ποιεῖν ἀνεπιστημοσύνῃ τοῦ κρείττονος καὶ τῷ εὐριπίστῳ τοῦ φρονήματος.
καὶ ἱππηλασίοις προσέκειτο, παιδαρίοις συμπαίγμοσι συγγινόμενος καὶ τὸ ἦθος ἐν τοῖς χειρίστοις τυπού μενος. Οἱ δέ γε πατρῷοι τούτῳ ἑταῖροι καὶ οἱ καθ' αἷμα δή που προσήκοντες, ἑτέροις τὸν νοῦν προσο έχοντες, τῆς τούτου καλλίστης κατημέλουν ἀγωγῆς καὶ τροφῆς καὶ τὰ κοινὰ φθειρόμενα παρεβλέποντο. Οἱ μὲν γὰρ τῆς βασιλίδος ήρων καὶ ἐπείρων μάλα λαμπρῶς, ἐπαφροδίτως βοστρυχιζόμενοι, καὶ τὸν ταύτης ἀντέρωτα θηρώμενοι ἐμυροῦντο νηπιωδῶς καὶ ἐμ:τροῦντο γυναικωδῶς περιδεῤῥαίοις λιθοκόλ- λοις, καὶ ὅλοις ὀφθαλμοῖς εἰς αὐτὴν ἐνητένιζον· οἱ δὲ χρηματιστικοὶ ὄντες καὶ δημοβόροι παρενοσφί ζοντο τὰ δημόσια, ταῖς τε ἐφευρημέναις δαπάναις ἀφειδέστερον χρωμένοι καὶ νέας προσεφευρίσκοντες, ἵν' ἔχοιεν οὕτω τὸ χθὲς κενὸν καὶ σύσπαστον βα Βλάντιον πλῆρες καὶ διῳδηκὸς σήμερον· οἱ δὲ τοῦ βασιλεύειν ἔχοντες ἔφεσιν πρὸς τοῦτο τὸν οἰκεῖον σκοπὸν συνέτεινον ἅπαντα. Ὡς γάρ τινος παιδαγω γοῦ γενναίου καὶ ἐμβριθοῦς ἐκποδὼν γενομένου ἀταξίας τὸ πᾶν ἐπεπλήρωτο, ἑκάστου τὸ οἰκεῖον μεταδιώκοντες ἐφετὸν καὶ ἀλλήλοις ἁπάντων ἀντι- πραττόντων, ἤ κίονος ὑποσπασθέντος ἑδραίου καὶ ἀστραβοῦς πρὸς ἐναντίαν φορὰν ἀπονενεύκεισαν ἅπαντα. Τῆς δὲ ἰσοτιμίας ἀτιμασθείσης παρὰ τοῖς τότε τὰ μέγιστα δυναμένοις καὶ κατὰ γένος συν απτομένοις τῷ βασιλεῖ, αἱ τε ὑπὲρ τῶν κοινῶν φρον τίδες ἐξέλιπον καὶ αἱ συνδρομαὶ καὶ σύνοδοι ἡφαν- τώθησαν. Καὶ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ δὲ καὶ πρωτο- βεστιαρίου Αλεξίου τοῦ Κομνηνού, ὃς ἀνεψιὸς ἦν πρὸς πατρὸς τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, τὴν τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως μητέρα ὑποποιησαμένου καὶ θαμὰ αὐτῇ ὁμιλοῦντος καὶ ὑπὲρ πάντα ισχύοντος ἕτερον, οἱ τοῦ αὐτοῦ μεταλαχόντες αἵματος καὶ ἰσοκρατεῖς εἶναι παρὰ τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ἐαθέντες καὶ αξιώμασι μεγίστοις ἐμπρέποντες ἔστιν ἢ ἀπεπνί γοντο τοῖς γινομένοις, ἔστι δ᾽ ᾖ καὶ τυραννίδα φυο μένην ὁρῶντες τὸν πρωτοσεβαστὸν ὑπεβλέποντο, οὐ τοσοῦτον μὴ ὁ βασιλεύων ᾿Αλέξιος ἀηδές τι πά- θοι περὶ πλείστου ἔχοντες, ὅσον μὴ αὐτοὶ συλλη φθεῖεν ὑφορώμενοι. Καὶ διὰ ταῦτα καραδοκοῦντες τὸ μέλλον, τὸ καθ᾿ αὐτοὺς ἀσφαλὲς τοῦ πέλας πρου- τίθεσαν. Ηδη γὰρ ἡ φήμη λάλος ἦν καὶ διαῤῥήδην κραυγάζουσα ὡς ᾿Αλέξιος τῇ μητρὶ τοῦ βασιλέως σύμφυτος μικροῦ καὶ σύμπνους γενόμενος μέτεισ. τοὺς πολλοὺς φιλίᾳ καὶ χρήμασι, καὶ καθελεῖν μὲν αὐτὸν τῆς βασιλείας ἐν νῷ τίθεται, ἑαυτὸν δ' ἐπιβήτορα ταύτης, ὥσπερ δὴ καὶ τῆς τεκούσης, γενήσεσθαι σκέπτ ται. Καὶ οὕτω μὲν τὰ κατὰ τὴν βασίλειον αὐλὴν πάσας ὄντα συγχύσεως καὶ παντοίου χειμῶνος ἔμπλετ, καὶ τὸ τοῦ μυθικοῦ δράκοντος πράγμασιν αὐτοῖς ὁρώμενον ἦν, ὅς κακῶς διετίθετο κωφῷ καὶ τυφλῷ μέρει τῷ οὐραίῳ διεξαγόμενος. Η τὸ τέρας πέρας ἐλάμβανεν, δ τὸν βίον τελευτῶντος ἐπεφάνη τοῦ αὐτοκράτορος Μανουήλ. Γυνὴ γάρ τις κατὰ τὴν Προποντίδα λαχοῦσα τὴν οἴκησιν παιδίον ἀπέτεκεν ἄρξεν, τὸν μὲν λοιπὸν ἄνθρωπον ἐξηρθρω μένον καὶ λίαν βραχυμερέστατον, τὴν δέ γε κεφαλὴν χρῆμά τι ἐπὶ τῶν ὤμων ἀνέχον μέγα τε καὶ ἐξαίσιον, δ καὶ συλλελόγιστο πολυαρχίας είναι σημαντικὸν, ἥτις μήτηρ ἀναρχίας ἐστίν. ἐξάδελφος Μανουὴλ, περὶ οὗ τὸ λέγειν ἐν τῇ κατὰ τὸν βασιλέα τοῦτον ἱστορία κατέρρευσεν ικανώτατα, διατρίβων τηνικαῦτα κατὰ τὸ Οἶναιον, ἐπεὶ πύθοιτο τὸν τοῦ Μανουὴλ θάνατον καὶ διαστασιάζειν ἔγνωκε τὰ βασίλεια, τὸν παλαιὸν τῆς τυραννίδος ἀνασκάλο λει ἔρωτα. ᾿Αλλὰ μήπω περὶ τούτων, καθ' εἱρμὸν NICETE CHONIATÆ aliis rebus intenti, illius educationem aliis rebus A omnibus antevertendam negligebant, nec interitum rei publicæ curabant. Nam alii imperatricis amore flagrabant et ejus pudicitiam haud dissimulanter tentabant; calamistris, unguentis puerilibus, mi- tris mulieribus, aurcis torquibus ornati, defixos in illam oculos habebant et mutuum illius amorem captabant. Alii, homines avari et rapaces, cum luxuriosissime viverent, fiscum depeculabantur,ut crumenam immodicis sumptibus exhaustam pecu- nia resarcirent. Alii ad imperii cupiditatem omnia referebant, Denique tanquam strenuo et gravi pæ- dagogo sublato, confusa crant omnia, dum suum quisque negotium agit et alteri adversatur; aut velut columna firma revulsa,in partem contrariam omnia inclinabant. Proinde cum potentissimi quique, et cognati imperatoris, qualitatem sper- nerent, rei publicæ cura defecit, congressus et concilia deserta sunt. Cum autem protosebastus et protovestiarius Alexius Comnenus, Manuelis pa- truelis, pueri imperatoris matrem sibi conciliasset, et crebro ejus consuetudine uteretur, ceterosque omnes auctoritate vinceret, ii qui eadem orti erant familia el Manuele imperante parem potestatem obtinuerant, maximis dignitatibus præditi, mole- stissime illa ferebant. Quidam etiam cum tyranni- dem suboriri oernerent, protosebastum suspectum habebant, non tam de imperatoris Alexii salute. solliciti, quam ne ipsi comprehenderentur metuen- tes.Quapropter exspectatione rerum futurarum sus- pensi, modo ipsi tuti essent, cateros minus cura- bant. Fama enim, ut loquax est, jam vociferabatur Alexium imperatrici adhærere cum eaque conspi- rasse, multos sibi officiis et largitionibus conciliare, et imperatore ejecto regnum affectare et matris ejus nuptias ambire. Atque ita sese res imperti habebant, confusionis et turbarum plenæ, non aliter quam in fabulis de serpente illo traditur, qui cauda surda et caca non sine multis offensionibus pro- grediebatur. Is rerum status monstro illo sub Ma- nuelis obitum edito præsignificatus fuit. Nam mu- lier quædam in Propontide habitans puerum po- perit, cætera perexilem et imbecillem, sed capiteln- genti. Id principatus multorum, quem omnis imperii et disciplinæ contemptus sequitur, omen habitum. C lis patruelis, de quo in illius historia copiose scri- psimus, cum imperatoris mortem et aulæ dissidia Œnæi audivisset, velerem tyrannidis amorem re- novat. Sed hæc suo loco commodius referentur: nunc vero, ne ordo historiæ interrumpatur neque quicquam memoratu dignum prætermittatur, paulo 2. At Comnenus Andronicus imperatcris Manue- D β΄. Ὁ δὲ Κομνηνός Ανδρόνικος ὁ τοῦ βασιλέως
Ἦν οὖν τηνικαῦτα ὁρᾶν κατὰ συλλόγους ἀθροιζομένους καὶ ἀγειρομένους κατὰ συστήματα, οἳ καὶ πρῶτα μὲν ἠλευθεροστόμουν τὴν μὲν πορφυρογέννητον Μαρίαν δῆθεν οἰκτείροντες ὡς παρ’ ἀξίαν πάσχουσαν, τοῦ δὲ πρωτοσεβαστοῦ καταβοώμενοι ὡς μὴ σὺν λόγῳ εὐπραγοῦντος μηδ’ ὡς χρὴ τῇ τύχῃ χρωμένου καὶ κατὰ τῆς τοῦ βασιλέως ἠγανάκτουν μητρός. κατὰ μικρὸν δὲ προϊόντες καὶ εἰς στασιασμὸν ἀνερρώγεσαν καί τις τῶν ἱερέων ἔκτυπον τοῦ Χριστοῦ ἐπ’ ἀγορᾶς παρενεγκὼν καὶ ἄλλος ἄρας σταυρὸν ἐπωμάδιον καὶ ἕτερος σημαίαν ἱερὰν ἀνεμώσας ὡς γλάγος μυίας τοὺς στασιαστὰς ἐπεσπάσαντο. καὶ ὥσπερ ὑφ’ ἑνὶ συνθήματι κινηθέντες τὸν μὲν βασιλέα εὐφήμοις ἐδεξιοῦντο φωναῖς (τοῦτο δὴ τὸ τῶν ἐς νεώτερα χωρούντων ἔργα τεκμήριον ἐκ καλλίστης καταρχομένων ἀρχῆς τὰ μέντοι τελευταῖα βλεπόντων εἰς ἐπανάστασιν), τὸν δὲ πρωτοσεβαστὸν καὶ τὴν δέσποιναν καθυπέβαλλον ἀναθέματι. οὐκ ἐς αὐτὸ δὲ μόνον ἔδρων ταῦτα τὸ Μίλιον, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν τῆς λαμπρᾶς ἱπποδρομίας σφενδόνην παραγενόμενοι καὶ ἀφορῶντες εἰς τὰ ἀνάκτορα. καὶ τοῦτο ἐφ’ ἡμέρας συχνὰς γινόμενον ἐξεκύμαινε τὸν δῆμον καὶ εἰς στάσιν ἀνέφλεγε.
καὶ ἱππηλασίοις προσέκειτο, παιδαρίοις συμπαίγμοσι συγγινόμενος καὶ τὸ ἦθος ἐν τοῖς χειρίστοις τυπού μενος. Οἱ δέ γε πατρῷοι τούτῳ ἑταῖροι καὶ οἱ καθ' αἷμα δή που προσήκοντες, ἑτέροις τὸν νοῦν προσο έχοντες, τῆς τούτου καλλίστης κατημέλουν ἀγωγῆς καὶ τροφῆς καὶ τὰ κοινὰ φθειρόμενα παρεβλέποντο. Οἱ μὲν γὰρ τῆς βασιλίδος ήρων καὶ ἐπείρων μάλα λαμπρῶς, ἐπαφροδίτως βοστρυχιζόμενοι, καὶ τὸν ταύτης ἀντέρωτα θηρώμενοι ἐμυροῦντο νηπιωδῶς καὶ ἐμ:τροῦντο γυναικωδῶς περιδεῤῥαίοις λιθοκόλ- λοις, καὶ ὅλοις ὀφθαλμοῖς εἰς αὐτὴν ἐνητένιζον· οἱ δὲ χρηματιστικοὶ ὄντες καὶ δημοβόροι παρενοσφί ζοντο τὰ δημόσια, ταῖς τε ἐφευρημέναις δαπάναις ἀφειδέστερον χρωμένοι καὶ νέας προσεφευρίσκοντες, ἵν' ἔχοιεν οὕτω τὸ χθὲς κενὸν καὶ σύσπαστον βα Βλάντιον πλῆρες καὶ διῳδηκὸς σήμερον· οἱ δὲ τοῦ βασιλεύειν ἔχοντες ἔφεσιν πρὸς τοῦτο τὸν οἰκεῖον σκοπὸν συνέτεινον ἅπαντα. Ὡς γάρ τινος παιδαγω γοῦ γενναίου καὶ ἐμβριθοῦς ἐκποδὼν γενομένου ἀταξίας τὸ πᾶν ἐπεπλήρωτο, ἑκάστου τὸ οἰκεῖον μεταδιώκοντες ἐφετὸν καὶ ἀλλήλοις ἁπάντων ἀντι- πραττόντων, ἤ κίονος ὑποσπασθέντος ἑδραίου καὶ ἀστραβοῦς πρὸς ἐναντίαν φορὰν ἀπονενεύκεισαν ἅπαντα. Τῆς δὲ ἰσοτιμίας ἀτιμασθείσης παρὰ τοῖς τότε τὰ μέγιστα δυναμένοις καὶ κατὰ γένος συν απτομένοις τῷ βασιλεῖ, αἱ τε ὑπὲρ τῶν κοινῶν φρον τίδες ἐξέλιπον καὶ αἱ συνδρομαὶ καὶ σύνοδοι ἡφαν- τώθησαν. Καὶ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ δὲ καὶ πρωτο- βεστιαρίου Αλεξίου τοῦ Κομνηνού, ὃς ἀνεψιὸς ἦν πρὸς πατρὸς τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, τὴν τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως μητέρα ὑποποιησαμένου καὶ θαμὰ αὐτῇ ὁμιλοῦντος καὶ ὑπὲρ πάντα ισχύοντος ἕτερον, οἱ τοῦ αὐτοῦ μεταλαχόντες αἵματος καὶ ἰσοκρατεῖς εἶναι παρὰ τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ἐαθέντες καὶ αξιώμασι μεγίστοις ἐμπρέποντες ἔστιν ἢ ἀπεπνί γοντο τοῖς γινομένοις, ἔστι δ᾽ ᾖ καὶ τυραννίδα φυο μένην ὁρῶντες τὸν πρωτοσεβαστὸν ὑπεβλέποντο, οὐ τοσοῦτον μὴ ὁ βασιλεύων ᾿Αλέξιος ἀηδές τι πά- θοι περὶ πλείστου ἔχοντες, ὅσον μὴ αὐτοὶ συλλη φθεῖεν ὑφορώμενοι. Καὶ διὰ ταῦτα καραδοκοῦντες τὸ μέλλον, τὸ καθ᾿ αὐτοὺς ἀσφαλὲς τοῦ πέλας πρου- τίθεσαν. Ηδη γὰρ ἡ φήμη λάλος ἦν καὶ διαῤῥήδην κραυγάζουσα ὡς ᾿Αλέξιος τῇ μητρὶ τοῦ βασιλέως σύμφυτος μικροῦ καὶ σύμπνους γενόμενος μέτεισ. τοὺς πολλοὺς φιλίᾳ καὶ χρήμασι, καὶ καθελεῖν μὲν αὐτὸν τῆς βασιλείας ἐν νῷ τίθεται, ἑαυτὸν δ' ἐπιβήτορα ταύτης, ὥσπερ δὴ καὶ τῆς τεκούσης, γενήσεσθαι σκέπτ ται. Καὶ οὕτω μὲν τὰ κατὰ τὴν βασίλειον αὐλὴν πάσας ὄντα συγχύσεως καὶ παντοίου χειμῶνος ἔμπλετ, καὶ τὸ τοῦ μυθικοῦ δράκοντος πράγμασιν αὐτοῖς ὁρώμενον ἦν, ὅς κακῶς διετίθετο κωφῷ καὶ τυφλῷ μέρει τῷ οὐραίῳ διεξαγόμενος. Η τὸ τέρας πέρας ἐλάμβανεν, δ τὸν βίον τελευτῶντος ἐπεφάνη τοῦ αὐτοκράτορος Μανουήλ. Γυνὴ γάρ τις κατὰ τὴν Προποντίδα λαχοῦσα τὴν οἴκησιν παιδίον ἀπέτεκεν ἄρξεν, τὸν μὲν λοιπὸν ἄνθρωπον ἐξηρθρω μένον καὶ λίαν βραχυμερέστατον, τὴν δέ γε κεφαλὴν χρῆμά τι ἐπὶ τῶν ὤμων ἀνέχον μέγα τε καὶ ἐξαίσιον, δ καὶ συλλελόγιστο πολυαρχίας είναι σημαντικὸν, ἥτις μήτηρ ἀναρχίας ἐστίν. ἐξάδελφος Μανουὴλ, περὶ οὗ τὸ λέγειν ἐν τῇ κατὰ τὸν βασιλέα τοῦτον ἱστορία κατέρρευσεν ικανώτατα, διατρίβων τηνικαῦτα κατὰ τὸ Οἶναιον, ἐπεὶ πύθοιτο τὸν τοῦ Μανουὴλ θάνατον καὶ διαστασιάζειν ἔγνωκε τὰ βασίλεια, τὸν παλαιὸν τῆς τυραννίδος ἀνασκάλο λει ἔρωτα. ᾿Αλλὰ μήπω περὶ τούτων, καθ' εἱρμὸν NICETE CHONIATÆ aliis rebus intenti, illius educationem aliis rebus A omnibus antevertendam negligebant, nec interitum rei publicæ curabant. Nam alii imperatricis amore flagrabant et ejus pudicitiam haud dissimulanter tentabant; calamistris, unguentis puerilibus, mi- tris mulieribus, aurcis torquibus ornati, defixos in illam oculos habebant et mutuum illius amorem captabant. Alii, homines avari et rapaces, cum luxuriosissime viverent, fiscum depeculabantur,ut crumenam immodicis sumptibus exhaustam pecu- nia resarcirent. Alii ad imperii cupiditatem omnia referebant, Denique tanquam strenuo et gravi pæ- dagogo sublato, confusa crant omnia, dum suum quisque negotium agit et alteri adversatur; aut velut columna firma revulsa,in partem contrariam omnia inclinabant. Proinde cum potentissimi quique, et cognati imperatoris, qualitatem sper- nerent, rei publicæ cura defecit, congressus et concilia deserta sunt. Cum autem protosebastus et protovestiarius Alexius Comnenus, Manuelis pa- truelis, pueri imperatoris matrem sibi conciliasset, et crebro ejus consuetudine uteretur, ceterosque omnes auctoritate vinceret, ii qui eadem orti erant familia el Manuele imperante parem potestatem obtinuerant, maximis dignitatibus præditi, mole- stissime illa ferebant. Quidam etiam cum tyranni- dem suboriri oernerent, protosebastum suspectum habebant, non tam de imperatoris Alexii salute. solliciti, quam ne ipsi comprehenderentur metuen- tes.Quapropter exspectatione rerum futurarum sus- pensi, modo ipsi tuti essent, cateros minus cura- bant. Fama enim, ut loquax est, jam vociferabatur Alexium imperatrici adhærere cum eaque conspi- rasse, multos sibi officiis et largitionibus conciliare, et imperatore ejecto regnum affectare et matris ejus nuptias ambire. Atque ita sese res imperti habebant, confusionis et turbarum plenæ, non aliter quam in fabulis de serpente illo traditur, qui cauda surda et caca non sine multis offensionibus pro- grediebatur. Is rerum status monstro illo sub Ma- nuelis obitum edito præsignificatus fuit. Nam mu- lier quædam in Propontide habitans puerum po- perit, cætera perexilem et imbecillem, sed capiteln- genti. Id principatus multorum, quem omnis imperii et disciplinæ contemptus sequitur, omen habitum. C lis patruelis, de quo in illius historia copiose scri- psimus, cum imperatoris mortem et aulæ dissidia Œnæi audivisset, velerem tyrannidis amorem re- novat. Sed hæc suo loco commodius referentur: nunc vero, ne ordo historiæ interrumpatur neque quicquam memoratu dignum prætermittatur, paulo 2. At Comnenus Andronicus imperatcris Manue- D β΄. Ὁ δὲ Κομνηνός Ανδρόνικος ὁ τοῦ βασιλέως
PG 139:577καὶ εἰς αὐθάδειαν οἱ πολλοὶ τραχυνόμενοι οἴκους λαμπροτάτους κατέσπασαν καὶ τὰ ἐντὸς τούτων διήρπασαν οἷς διαφερόντως ἔβλεπον ἥμερον ὅ τε πρωτοσεβαστὸς καὶ ἡ δέσποινα· σὺν οἷς καὶ τὸ τοῦ Παντεχνῆ Θεοδώρου περικαλλὲς οἴκημα, ἐπάρχου ὄντος τῆς πόλεως καὶ τὸ τῶν οἰκειακῶν διέποντος σέκρετον τῷ δικαιοδοτικῷ τε θρόνῳ ἐμπρέποντος. καὶ αὐτὸς μὲν ἐξήλυξε δρασμῷ τὸ πεσεῖν· τὰ δ’ ἐνόντα διαρπασάμενοι οὐδ’ αὐτῶν τῶν δημοσίων τόμων ἀπέσχοντο, οἷα τὸ μὲν χρήσιμον ἐχόντων κοινῇ διαβαῖνον πρὸς ἅπαντας ἢ τοὺς πλείονας, ἀφαυρὸν δὲ τὸ ἐκ τοῦ ἰδιώσασθαι κέρδος καὶ μηδ’ ὅσον τὸν ἐκείνων ἐδίανεν ἂν οἰνοποτάζοντα φάρυγγα. Οἱ περὶ τὸν πρωτοσεβαστὸν τοίνυν ὁρῶντες ἀεὶ τὰ χείρω προβαίνοντα σκέπτονται βουλὴν καθιζήσαντες, ὅπως τὴν λύμην στήσωσι ταυτηνί. καὶ ἐπεὶ κατ’ οὐδένα τρόπον ἑώρων τὴν καισάρισσαν Μαρίαν τῶν οἰκείων βουλευμάτων μεθισταμένην ἢ βραχύ τι γοῦν ὑπενδιδοῦσαν τῶν ὑπερόγκων ζητημάτων, ἃ προυτείνετο, ἔγνων διὰ πολέμου ἐπ’ ἐκείνην χωρεῖν καὶ ὡς ἀπό τινος ἐρύματος τοῦ θείου ἐξελάσαι νεώ.
δὲ προϊὸν τὸ λέγειν ἐκεῖθεν τῆς ἱστορίας τῶν κατὰ τὸν ἄνδρα τοῦτον ἐχέσθω, ὁπόθεν ἄρχεσθαι ἄμεινον συναφείας ἕνεκα καὶ τοῦ μὴ παραλιπεῖν τι τῶν ῥηθῆναι ἀξίων. Ὁ Ἀνδρόνικος τοίνυν οὗτος τὰς λαβὰς ἐκφεύγων τοῦ Μανουὴλ ἀε:φυγίαν εἵλετο, καὶ πόλεις ἀμείψας συχνὰς καὶ πλεῖστα ἐθνῶν ἄστεα κατιδὼν τέλος, ὡς εἰπόντες ἔχομεν, καταλύει παρὰ τῷ Σαλτούχῳ· τοπάρχης δ᾽ ἦν οὗτος εἰς ἀρχὴν ἔχων ἐξαιρεθεῖσαν τὴν τῇ Χαλδαία προσεγγίζουσαν χώραν, Ρωμαίοις μὲν πάλαι ὑπόφορον, τότε δὲ τοῖς Τούρκοις καὶ τοῖς τούτων ὑπείκουσαν ἔθεσι. Καὶ παρ- ειληφώς τι φρούριον αὐτοῦ ἑκόντος, καὶ τῇ φυσικῇ τούτου ἐρυμνότητι τὴν ἀπὸ τῆς τέχνης προσθεὶς, ἐκεῖσε προσέμενε, συμπλανήτιν ἔχων ἑαυτῷ καὶ συνέκδημον την Κομνηνὴν Θεοδώραν, ἥτις ἀθεμίτως αὐτῷ συνηυάζετο θυγάτηρ Ισαακίου οὖσα τοῦ η σεβαστοκράτορος· ἐξ ἀδελφῶν δ' ἔφυσαν ἄμφω, Ισαάκιος καὶ ᾿Ανδρόνικος. Ο τοίνυν αὐτοκράτωρ Μανουήλ συνειληφέναι οὐκ ἔχων ᾿Ανδρόνικον, ἀλλ' ὅτα καὶ Ιξίων Ἥρας τούτου ἀποπλαζόμενος, ὡς γοῦν νεφέλην τὴν ἀνεψιάν Θεοδώραν περισχεῖν διὰ φροντίδος ἐτίθετο, καὶ τοῦ κατὰ σκοπὸν ἐπιτυχής γεγονώς διὰ τοῦ τότε τὴν ἀρχὴν τῆς Τραπεζοῦντος ἀνεζωσμένου Νικηφόρου του Παλαιολόγου, μετὰ βραχὺ καὶ αὐτὸν ἐπισπᾶται Ανδρόνικον, ὅσα καὶ δελητίῳ τῇ Θεοδώρα κατασπώμενον καὶ τῷ ταύτης ἀγκιστρευόμενον ἔρωτι, οὐ μικρῶς καὶ τῷ τῶν παί δων πυρὶ δαπανώμενον οὓς ἀπέτεκεν αὐτῷ Θεοδώρα. Στείλας τοίνυν πρέσβεις εἰς βασιλέα αἰτεῖται ὧν πεπαρώνηκεν αμνηστίαν, πρὸς δὲ καὶ ἀσφά- Λειαν ὡς οὐδέν τι πείσεται θυμαλγές ἀφικόμενος. Καὶ τοῦ βασιλέως πρὸς ἄμφω οὐκ ἀπατηλῶς κατα μνεύσαντος, μετά τινα καιρὸν προσχωρεί. Πολυμήχα νος δ' ὢν ᾿Ανδρόνικος καὶ παντοίοις δόλοις καζόμενος ἁλύσει σιδηρέᾳ πολυταλάντω διαλαμβάνει τὸν τρά χηλον, καὶ ταύτην ἔνδον συσχὼν καὶ περιθάλψας τῷ ἱματίῳ ἐς τὰ τῶν ποδῶν ἔσχατα καταβαίνουσαν, ὡς εἴη βασιλεῖ τε ἀφώματος καὶ τοῖς τὸ βῆμα τούτου πληροῦσιν ἀθέατος, λαβὼν τοῦ ὀρθῆναι τῷ αὐτοκρά του: καὶ θεάσασθαι τὸ ἐνδόσιμον, ἐπεὶ καθάπαξ ἐκείνῳ εἰς θέαν κατέστη, μέγας μεγαλωστὶ κατὰ τοῦ δαπέδου ἐκτείνεται προτείνας τὴν ἄλυσιν, καὶ σχο κρύοις τέγγων τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐδεῖτο θερμότερον καὶ περιπαθῶς καθικέτευε συγγνώμην εὑρεῖν ἐφ' οἷς δή που παραλελύπηκεν. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπὶ τοῖς δρωμένοις ἔκθαμβος γεγονώς αὐτός τε πρὸς δά- κρυα προήχθη καὶ τοὺς ἐξεγεροῦντας ἐπέταξεν. Ὁ δὲ οὐκ ἀναστῆναι τῶν κάτω διισχυρίζετο, εἰ μὴ βασιλέως ἐπιτεταχότος αὐτὸν τις τῶν παρεστηκό των διὰ τῆς ρυμοτομίας ἑλκύσει τοῦ βήματος λαβόμενος τῆς ἁλύσεως, καὶ προσουδίσει τη θρόνῳ τῷ βασιλείῳ. Αμέλει καὶ γέγονεν ὡς ἐδεῖτο ᾿Ανδρόνικος. Υπουργήκει δὲ πρὸς τοῦργον τοῦτο Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος ὁ καθελὼν τῆς τυραννίδος ᾿Ανδρόνικον ὕστερον· καὶ θαυμάσας ἄν τις τὸ τελεσθεν τηνικάδε καιροῦ οὐκ εἰς ἄλογον συγκυρίαν ἢ αὐτόματον ἀπολύσει τοῦτο περίπτωσιν. Τῷ δ᾽ οὖν τότε λαμπρότατα προσδεχθεὶς ὁ ἀνὴς καὶ φιλοφροσύνης μεγαλοπρεποῦς ἀξιωθείς, ὡς ἔδει τηλικοῦ τὸν ἄνδρα χρόνιον ἐπανήκοντα, πρὸς τὸ Οἴναιον ἀποστέλλεται, ἐκεῖσε τὰς διατριβάς τελέσων καὶ τὴν μακρὰν ἀνακωχεύσων περιοδείαν καὶ τὸν πολυετή καταπαύσων πλάνον. Ήδεσαν γὰρ ἀμφότεροι τὰ τῆς ἐν ταὐτῷ συνουσίας εἰς τὰς προτέρας ἐπαναλύσοντα συμφοράς· μηδὲ γὰρ ἂν ἠρεμή ειν ὅλως τὸν φθόνον καὶ οἷς ἔργον τῷ φιλαιτίῳ τὴν παρὰ τοῖς κρατοῦσιν οἰκείωσιν ἄρνυσθαι καὶ ταῖς τῶν ἄλλων διαβολαῖς ἑαυτοὺς ἐπικρατύνειν καὶ εἰς μείζους πρόσε παίρειν τιμάς. ALEXIUS MANUELIS FILIUS. B casses evitaret, cum perpetuum sibi exsilium in- dixisset,multis urbibus, multis provinciis peragra. tis, tandem ad Saltuchum, ut diximus, divertit. Toparcha is erat, cui regio Chaldææ vicina in por- tionem cesserat, olim Romanis tributaria, tum autem Turcica ditionis et religionis ; et ca- stello illius voluntate occupato, atque ad naturalem loci situm artis munitione adjuncta, ibi se tenebat, Theodora Comnenia, Isaacii sebastocratoris filia, quam incesto amore prosequebatur, fugæ comite : orti autem fratribus erant Isaacius et Andronicus. Manuel vero cum eum non magis comprehendere quam Junonem Ixion posset, Theodoram, tanquam ille nubem, capere studuit; atque ejus voti per A allius exordiamur. Hic Andronicus, ut Manuelis Trapezuntis principem Nicephorum Palmologum C D compos factus, paulo post ipsum etiam Androni. cum, Theodoræ amore tanquam esca illectuin et non mediocri filiorum,quos illa ei pepererat, desi- derio flagrantem, attraxit. Missis enim ad impera. torem legatis delictorum veniam et fidem publicam postulavit: et utraque ro impetrata, aliquanto post in urbem reversus, ut crat solers et callidus, gravi catena ferrea collo circumvoluta et sub veste ad pedes usque demissa, ne vel ab imperatore vel ab astantibus cerneretur, cum in ejus conspectum venisset,humi porrectus quautus erat, prolata ca- tena et lacrymis oppletus offensarum veniam magna contentione, supplici et miscrabili gestu, flagitavit. Imperator eo spectaculo stupefactus et ipse in lacrymas erupit, eumque levari jussit. Ille vero se surrecturum esse negavit, nisi jussu imperato- ris ab aliquo ex astantibus catena ad tribunal im- peratorium attraheretur atque procumberet. Factum est ut petiit Andronicus, Angelo Isaacio, a quo post et imperio et vita privatus est, ministro : ad- miratione digna res, quæque non fortuito accidisse videri queat. Tum autem splendidissime et magni- ficentissime susceptus et humanissime tractatus, ut decebat tantum virum ex diuturna peregrina- tione reversus, Enum ablegatur, ut ibi habita- ret et ex longinquis erroribus sc recrearet. Ambo enim norant, si una degerent, fore ut veteres si- multates recrudescerent. Neque enim quieturam invidiam, neque otium acturos eos quibus studio est criminando principum captare benevolentiam, et alios calumniando suas opes firmare et ad altio- rem dignitatis gradum ascendere. "
Συλλεγέντος τοίνυν οὐκ ὀλίγου στρατεύματος ἐκ τῶν ἑῴων τε καὶ ἑσπερίων ταγμάτων καὶ πάντων ὡς εἰς ἓν συναθροισθέντων στρατόπεδον τὸ μέγα παλάτιον, ὁ ἐπιτήδειος χῶρος ἀνεδιφᾶτο, καθ’ ὃν ἂν τοῖς ἐπὶ τοῦ ναοῦ ἐπίθωνται· ἤδη γὰρ καὶ ἡ καισάρισσα πρὸς τὴν ἀντίταξιν ἡτοιμάσατο διακριθῆναι πολέμῳ τὰ καθ’ αὑτὴν ἐθέλουσα. οὐκοῦν ὅσαι τῷ ἱερῷ οἰκίαι κατὰ τὸν Αὐγουστεῶνα συνήπτοντο, παρὰ τῶν ὑπ’ αὐτὴν ἀπερράγησαν καὶ τῆς μεγίστης ἁψῖδος ἄνωθεν, ἥτις κατὰ τὸ Μίλιον ἵσταται, οἱ ἀπ’ αὐτῆς ἀνήλθοσαν τοῖς βασιλικοῖς ἀντιπλακησόμενοι. καὶ τὸν νεὼν δέ, ὃς τοῦ Ἀλεξίου κατονομάζεται, τῇ δὲ τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίᾳ προσήνωται, στρατιῶται εἰσιόντες ἐφύλαττον. Αὐτοὶ μέντοι οἱ βασιλικοὶ καθ’ ἡμέραν ἑβδόμην, δευτέραν τοῦ Μαί̈ου μηνὸς τῆς πεντεκαιδεκάτης ἰνδικτιῶνος, ἐκ τοῦ μεγάλου παλατίου κατὰ τὸ περίορθρον ἐκθορόντες εἰσίασι τὰ πρῶτα τὸν τοῦ θεολόγου Ἰωάννου ναόν, ᾧ τὸ ἐπίκλην Διίππειον, στρατίαρχον ἔχοντές τινα Σαββάτιον Ἀρμένιον. ἔπειτα τοῦ τεμένους ἄνωθεν γενόμενοι ἀσήμους λαλαγὰς ἠφίεσαν.
δὲ προϊὸν τὸ λέγειν ἐκεῖθεν τῆς ἱστορίας τῶν κατὰ τὸν ἄνδρα τοῦτον ἐχέσθω, ὁπόθεν ἄρχεσθαι ἄμεινον συναφείας ἕνεκα καὶ τοῦ μὴ παραλιπεῖν τι τῶν ῥηθῆναι ἀξίων. Ὁ Ἀνδρόνικος τοίνυν οὗτος τὰς λαβὰς ἐκφεύγων τοῦ Μανουὴλ ἀε:φυγίαν εἵλετο, καὶ πόλεις ἀμείψας συχνὰς καὶ πλεῖστα ἐθνῶν ἄστεα κατιδὼν τέλος, ὡς εἰπόντες ἔχομεν, καταλύει παρὰ τῷ Σαλτούχῳ· τοπάρχης δ᾽ ἦν οὗτος εἰς ἀρχὴν ἔχων ἐξαιρεθεῖσαν τὴν τῇ Χαλδαία προσεγγίζουσαν χώραν, Ρωμαίοις μὲν πάλαι ὑπόφορον, τότε δὲ τοῖς Τούρκοις καὶ τοῖς τούτων ὑπείκουσαν ἔθεσι. Καὶ παρ- ειληφώς τι φρούριον αὐτοῦ ἑκόντος, καὶ τῇ φυσικῇ τούτου ἐρυμνότητι τὴν ἀπὸ τῆς τέχνης προσθεὶς, ἐκεῖσε προσέμενε, συμπλανήτιν ἔχων ἑαυτῷ καὶ συνέκδημον την Κομνηνὴν Θεοδώραν, ἥτις ἀθεμίτως αὐτῷ συνηυάζετο θυγάτηρ Ισαακίου οὖσα τοῦ η σεβαστοκράτορος· ἐξ ἀδελφῶν δ' ἔφυσαν ἄμφω, Ισαάκιος καὶ ᾿Ανδρόνικος. Ο τοίνυν αὐτοκράτωρ Μανουήλ συνειληφέναι οὐκ ἔχων ᾿Ανδρόνικον, ἀλλ' ὅτα καὶ Ιξίων Ἥρας τούτου ἀποπλαζόμενος, ὡς γοῦν νεφέλην τὴν ἀνεψιάν Θεοδώραν περισχεῖν διὰ φροντίδος ἐτίθετο, καὶ τοῦ κατὰ σκοπὸν ἐπιτυχής γεγονώς διὰ τοῦ τότε τὴν ἀρχὴν τῆς Τραπεζοῦντος ἀνεζωσμένου Νικηφόρου του Παλαιολόγου, μετὰ βραχὺ καὶ αὐτὸν ἐπισπᾶται Ανδρόνικον, ὅσα καὶ δελητίῳ τῇ Θεοδώρα κατασπώμενον καὶ τῷ ταύτης ἀγκιστρευόμενον ἔρωτι, οὐ μικρῶς καὶ τῷ τῶν παί δων πυρὶ δαπανώμενον οὓς ἀπέτεκεν αὐτῷ Θεοδώρα. Στείλας τοίνυν πρέσβεις εἰς βασιλέα αἰτεῖται ὧν πεπαρώνηκεν αμνηστίαν, πρὸς δὲ καὶ ἀσφά- Λειαν ὡς οὐδέν τι πείσεται θυμαλγές ἀφικόμενος. Καὶ τοῦ βασιλέως πρὸς ἄμφω οὐκ ἀπατηλῶς κατα μνεύσαντος, μετά τινα καιρὸν προσχωρεί. Πολυμήχα νος δ' ὢν ᾿Ανδρόνικος καὶ παντοίοις δόλοις καζόμενος ἁλύσει σιδηρέᾳ πολυταλάντω διαλαμβάνει τὸν τρά χηλον, καὶ ταύτην ἔνδον συσχὼν καὶ περιθάλψας τῷ ἱματίῳ ἐς τὰ τῶν ποδῶν ἔσχατα καταβαίνουσαν, ὡς εἴη βασιλεῖ τε ἀφώματος καὶ τοῖς τὸ βῆμα τούτου πληροῦσιν ἀθέατος, λαβὼν τοῦ ὀρθῆναι τῷ αὐτοκρά του: καὶ θεάσασθαι τὸ ἐνδόσιμον, ἐπεὶ καθάπαξ ἐκείνῳ εἰς θέαν κατέστη, μέγας μεγαλωστὶ κατὰ τοῦ δαπέδου ἐκτείνεται προτείνας τὴν ἄλυσιν, καὶ σχο κρύοις τέγγων τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐδεῖτο θερμότερον καὶ περιπαθῶς καθικέτευε συγγνώμην εὑρεῖν ἐφ' οἷς δή που παραλελύπηκεν. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπὶ τοῖς δρωμένοις ἔκθαμβος γεγονώς αὐτός τε πρὸς δά- κρυα προήχθη καὶ τοὺς ἐξεγεροῦντας ἐπέταξεν. Ὁ δὲ οὐκ ἀναστῆναι τῶν κάτω διισχυρίζετο, εἰ μὴ βασιλέως ἐπιτεταχότος αὐτὸν τις τῶν παρεστηκό των διὰ τῆς ρυμοτομίας ἑλκύσει τοῦ βήματος λαβόμενος τῆς ἁλύσεως, καὶ προσουδίσει τη θρόνῳ τῷ βασιλείῳ. Αμέλει καὶ γέγονεν ὡς ἐδεῖτο ᾿Ανδρόνικος. Υπουργήκει δὲ πρὸς τοῦργον τοῦτο Ἰσαάκιος ὁ Ἄγγελος ὁ καθελὼν τῆς τυραννίδος ᾿Ανδρόνικον ὕστερον· καὶ θαυμάσας ἄν τις τὸ τελεσθεν τηνικάδε καιροῦ οὐκ εἰς ἄλογον συγκυρίαν ἢ αὐτόματον ἀπολύσει τοῦτο περίπτωσιν. Τῷ δ᾽ οὖν τότε λαμπρότατα προσδεχθεὶς ὁ ἀνὴς καὶ φιλοφροσύνης μεγαλοπρεποῦς ἀξιωθείς, ὡς ἔδει τηλικοῦ τὸν ἄνδρα χρόνιον ἐπανήκοντα, πρὸς τὸ Οἴναιον ἀποστέλλεται, ἐκεῖσε τὰς διατριβάς τελέσων καὶ τὴν μακρὰν ἀνακωχεύσων περιοδείαν καὶ τὸν πολυετή καταπαύσων πλάνον. Ήδεσαν γὰρ ἀμφότεροι τὰ τῆς ἐν ταὐτῷ συνουσίας εἰς τὰς προτέρας ἐπαναλύσοντα συμφοράς· μηδὲ γὰρ ἂν ἠρεμή ειν ὅλως τὸν φθόνον καὶ οἷς ἔργον τῷ φιλαιτίῳ τὴν παρὰ τοῖς κρατοῦσιν οἰκείωσιν ἄρνυσθαι καὶ ταῖς τῶν ἄλλων διαβολαῖς ἑαυτοὺς ἐπικρατύνειν καὶ εἰς μείζους πρόσε παίρειν τιμάς. ALEXIUS MANUELIS FILIUS. B casses evitaret, cum perpetuum sibi exsilium in- dixisset,multis urbibus, multis provinciis peragra. tis, tandem ad Saltuchum, ut diximus, divertit. Toparcha is erat, cui regio Chaldææ vicina in por- tionem cesserat, olim Romanis tributaria, tum autem Turcica ditionis et religionis ; et ca- stello illius voluntate occupato, atque ad naturalem loci situm artis munitione adjuncta, ibi se tenebat, Theodora Comnenia, Isaacii sebastocratoris filia, quam incesto amore prosequebatur, fugæ comite : orti autem fratribus erant Isaacius et Andronicus. Manuel vero cum eum non magis comprehendere quam Junonem Ixion posset, Theodoram, tanquam ille nubem, capere studuit; atque ejus voti per A allius exordiamur. Hic Andronicus, ut Manuelis Trapezuntis principem Nicephorum Palmologum C D compos factus, paulo post ipsum etiam Androni. cum, Theodoræ amore tanquam esca illectuin et non mediocri filiorum,quos illa ei pepererat, desi- derio flagrantem, attraxit. Missis enim ad impera. torem legatis delictorum veniam et fidem publicam postulavit: et utraque ro impetrata, aliquanto post in urbem reversus, ut crat solers et callidus, gravi catena ferrea collo circumvoluta et sub veste ad pedes usque demissa, ne vel ab imperatore vel ab astantibus cerneretur, cum in ejus conspectum venisset,humi porrectus quautus erat, prolata ca- tena et lacrymis oppletus offensarum veniam magna contentione, supplici et miscrabili gestu, flagitavit. Imperator eo spectaculo stupefactus et ipse in lacrymas erupit, eumque levari jussit. Ille vero se surrecturum esse negavit, nisi jussu imperato- ris ab aliquo ex astantibus catena ad tribunal im- peratorium attraheretur atque procumberet. Factum est ut petiit Andronicus, Angelo Isaacio, a quo post et imperio et vita privatus est, ministro : ad- miratione digna res, quæque non fortuito accidisse videri queat. Tum autem splendidissime et magni- ficentissime susceptus et humanissime tractatus, ut decebat tantum virum ex diuturna peregrina- tione reversus, Enum ablegatur, ut ibi habita- ret et ex longinquis erroribus sc recrearet. Ambo enim norant, si una degerent, fore ut veteres si- multates recrudescerent. Neque enim quieturam invidiam, neque otium acturos eos quibus studio est criminando principum captare benevolentiam, et alios calumniando suas opes firmare et ad altio- rem dignitatis gradum ascendere. "
PG 139:579ὡς δ’ ἐνειστήκει καιρὸς τοῦ μάχεσθαι, περὶ τρίτην ὥραν οὔσης τῆς ἡμέρας καὶ πληθούσης μάλιστα τῆς ἀγορᾶς, οὐ μετρίως τοὺς ἐκ τῆς ἁψῖδος τοῦ Μιλίου καὶ τοὺς ἀπὸ τοῦ νεὼ τοῦ Ἀλεξίου μαχομένους ὁπλίτας τῆς καισαρίσσης ἐσίνοντο οὗτοι, ἐξ ὑπερδεξίων μαχόμενοι καὶ ὡς ἀφ’ ὕψους σκηπτοὺς ἐπαφιέντες κάτω τὰ βέλεμνα. ἀλλὰ καὶ ἑτέρων καταλόγων εὐοπλοτάτων τοῦ παλατίου ἐξιόντων καὶ τὰς ῥυμίδας πληρωσάντων καὶ τοὺς στενωποὺς διαλαβόντων, ὁπόσοι πρὸς τὸ μέγα τέμενος φέρουσιν, ὅ τε δῆμος τοῦ ἐπιβοηθεῖν τῇ καισαρίσσῃ ἐπαύσατο διὰ τὸ πᾶσαν πάροδον τοῖς ὅπλοις ἀποταφρεύεσθαι καὶ οἱ ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἐπεξιόντες καὶ τὴν αὐλαίαν τοῦ Αὐγουστεῶνος ὑπερβαίνοντες καὶ τοῖς βασιλικοῖς κατὰ τὰς ἀγυιὰς συμπλεκόμενοι, ὀλίγοι πρὸς πλείους διαμιλλώμενοι, δῆλοι ἦσαν κάμνοντες ἤδη καὶ κατὰ βραχὺ τοῦ θαρραλέου ὑπεκλυόμενοι λήματος. Καὶ οὕτω δ’ οὖν τὰ τῆς συμπλοκῆς ἐνειστήκει λαμπρῶς καὶ μάχη συνέρρωγε κρατερά, ἡ μὲν ἀπὸ τόξων βολῆς, ἡ δὲ καὶ ἐν χερσὶν ἀγχώμαλος, καὶ στόνος μὲν τῶν πληττομένων ἐπικελευσμὸς δὲ τῶν ἀναιρούντων ἑκατέρωθεν ἐξηκούετο.
Α γ'. 'Ην οὖν Ανδρόνικος Διός τε πόῤῥω καὶ και ραυνού, παρὰ τοσοῦτον οὐ τὸν πρώην ἕλκων που νηρὸν βίοτον παρ᾽ ὅσον οὐ τῆς Ῥωμαίων ἐπλάζετο ὑπερόριος καὶ δωρεῶν ἐνεφορεῖτο βασιλικῶν. Ἐκεῖσε τοίνυν ὤν τὸν τοῦ Μανουὴλ ἐνωτίσατο θάνατον καὶ τὰς ἐν τοῖς βασιλείοις νόσους ηκρίβωκε, καὶ ὡς ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος ἱππασμοῖς διαχεῖται καὶ προσο τέτηκε παιδιαῖς ὁπόσαις φιληδοῦσιν οἱ παιδαριώ δοις τὴν φρόνησιν, τῶν δὲ παιδοκομούντων αὐτὸν εὐπατριδῶν οἱ μὲν κατὰ τὰς μελίσσας συχνὰ πρὸς τὰς ἐπαρχίας λύουσι τὸ πτερὸν καὶ ὡς μέλι τὰ χρήματα τιθαιβώσσουσιν, οἱ δὲ κατὰ τὰς αἶγας τοῦ τῆς βασιλείας ἐρῶσι θαλλοῦ καὶ συνεχῶς ἑρωτιώσι τουτονὶ δρέπεσθαι, ἔνιοι δὲ τὰς ἧς μιμούμενοι ἐκ τῶν ῥυπαρωτέρων προσόδων λιπαίνονται, πρὸς μὲν τὸ ἐπαινετὸν καὶ τῆς κοινῆς πατρίδος ὠφέλιμον οὐδ᾽ ἀναθρεῖν ὅλως οὐδ᾽ ἀνακύπτειν αιρούμενοι, ταῖς δὲ μυσαραῖς ἐγκυλινδούμενοι πράξεσι καὶ συ ωδῶς πρὸς ἅπαν ἐγκυπτάζοντες χείριστον. Αἰτίαν οὖν ἐφιλοκρίνει καὶ ἀνηρεύνα περιεργότερον, δι' ἧς εὐ αφόρμως τῇ βασιλείᾳ ἐπίθοιτο· καὶ πολλοὺς λογισμούς ἀνελίξας καὶ πᾶσαν μηχανήν μετελθὼν τέλος τὸ τοῦ ὅρκου βιβλίον ἔπεισιν δν τῷ Μανουὴλ καὶ τῷ υἱῷ εκείνου ᾿Αλεξίῳ εἶχεν όμωμοκώς, καὶ μεθ᾿ ἑτέρων εὑρὼν ῥημάτων καὶ ταῦτα ἐγκείμενα. Χρεών δὲ μὴ ὑπονοθεύειν (8) ἑτέρα φράσει τὰ ῥήματα, ἀλλ᾽ ὡς ἐπὶ λέξεων εἶχον, ούτωσὶ καὶ δηλοῦν. Δι εξήεσαν δὲ ὧδε· « Καὶ εἴ τι δὲ ἴδω ἢ νοήσω ἢ ἀκοῇ παραλήψομαι εἰς ἀτιμίαν ὑμῶν καὶ λύμην τοῦ ὑμετέρου φερόμενον στέμματος καὶ ὑμῖν τὴν περὶ τούτου διδοὺς ἐσοίμην εἴδησιν, καὶ αὐτὸς δὲ, ὡς ἐξόν μοι, τοῦτο κωλύω. » Καὶ τοῖς ῥήμασι τούτοις ἐπικαθίσας ὡς αἱ μυῖαι τοῖς μώλωψι, πάνυ χρησί μοις οὖσι πρὸς ἢν πάλαι ὧδινε τυραννίδα ἐμβρι θέστερον ἔχων τὸ ἦθος καὶ τὸ φρόνημα ἀρχικώτε ρον, ἐπάλληλα τὰ γράμματα ἔστελλε πρός τε τὴν ἀνεψιόν καὶ βασιλέα Αλέξιον καὶ τὸν τῆς μεγίστης ἱερωσύνης κοσμήτορα Θεοδόσιον καὶ τοὺς λοιποὺς οἷς ζώπυρον φιλίας ὑπῆν πρὸς τὸν κατοιχόμενον βασιλέα τὸν Μανουήλ, ἐν δεινῷ τιθέμενος τὰ τῆς ἀσχήμονος φήμης περιλαλήματα, καὶ τὸν ἀγανα κτοῦντα ὑποκρινόμενος εἰ μὴ ὁ πρωτοσεβαστὸς τῆς δυναστείας παραλυθείη καὶ τὴν μετριωτέραν τυχὴν εἴη μετειληφώς, καὶ διὰ τὸν προσέρποντα μὲν ἐν- τεῦθεν καὶ ἤδη καθιστάμενον προδηλότατον τοῦ βασιλέως Αλεξίου όλεθρον, ἀλλὰ δὲ καὶ τὴν ἀπρεπῆ οὐχ ἥκιστα φήμην καὶ ὠσὶν ἡμετέροις οὐκ εὐπαράδεκτον, ἥτις ἐπ᾿ ἄκρων τειχέων κηρύσσεται καὶ πύλαις δυναστῶν ἐφεδρεύει καὶ πρόεισι παγκό- σμιον περιήχημα. Καὶ ταῦτα λέγων και γράφων μεθ᾽ οἷας οὐκ εἴποι τις ἂν πειθανάγκης καὶ λαμυ ρότητος (ἦν γὰρ, εἰ καί τις ἄλλος, γραμμάτων ἔμ- πειρος καὶ ἀνὰ στόμα φέρων ἀεὶ τοῦ πνευματορήτορος Παύλου τὰ ἐπιστόλια) είχε πάντας τῇ αὐτοῦ γνώμῃ προστιθεμένους καὶ πρὸς ἐκεῖνον νενευκότας μονώτατον ὡς φιλορωμαιον ἄνδρα καὶ χρόνῳ μακρῷ προκαταληπτικὴν, NICETÆ CHONIATA. B - 3.Erat igitur Andronicus procul a Jove et a ful- mine, in voluntario exsilio, sed ærumnis illis errorum liber, et imperatoria munificentia fruebatur. Eo loco degens oum Manuelis obitum et palatina dissidia et Alexii equitationes et lusus, quibus puerilia ingenia capiuntur, audisset, cura- tores vero ejus patricios partim ut apes crebro in provincias evolare et pro melle pecuniam conge- rere, partim, ut capræ frondes, ita imperium con- tinenter appetere, partim porcorum imitatione sordidis proventibus pinguescere, laudis vero et rei publicæ nullam prorsus rationem habere, sed in turpitudine et flagitiis omnibus volutari compe- risset,speciosam invadendi regni causam quæritat, ac post varias cogitationes et multiplices conatus jurisjurandi libellum, quod Manueli et filio ejus Alexio dederat, legit. In quo cum verba non in alium sensum detorquenda essent, sed in sua na- tiva significatione accipienda, illi huic clausulæ : « Si quid videro, aut intellexero, aut audivero, quod honori imperio et saluti vestra fraudi sit, id et vobis indicabo et ipse pro virili mea prohi bebo, »ut musco: ulceribus inhæsit, opportunæ admodum ad tyrannidem, quam jam olim partu- riebat. Et ut homo acer erat et imperiosus, crebras litteras ad imperatorem et nepotem Alexium et ad patriarcham Theodosium ac cæteros, in quibus aliqua ecintilla amoris erga Manuelem defunctum apparebat, mittit, in quibus infamiam exaggerabat, seque indignari simulabat, quod protosebastus non adempta potentia ad moderatiorem fortunam redi- geretur, tum quod haud dubium imperatori exi- tium jamjam inde impenderet,tum ob turpissimum rumorem et ipsis auribus gravem, qui in summis moenibus clamitet,et in foribus principum versalus totum orbem terrarum pervagetur. Hæc cum sum- ma gravitate et splendore loquendo et scribendo (erat enim litterarum apprime peritus, et divini oratoris Pauli Epistolas subinde in ore habebat) omnes in suam sententiam pertraxit; atque id consecutus est, ut tanquam rei publicæ studiosis- simus et longo tempore ac usu rerum diuturno perpolitus summam auctoritatem obtineret. Itaque OEnæo relicto Cpolim proficiscitur; et quo- cunque venit, jusjurandum suum profert; rogatus profectionis suæ causam exponit. Homines autem novarum rerum cupidi, et qui veteri famæ Andro- D nico regnum vaticinanti credebant, ad illum tan- quam ad aquilam monedulæ confluentes irrita verba fundebant. Hoc modo usque in Paphlagoniæ partes pervenit, et ubique ut servator divinitus missus honorificentissime excipitur. C Hier. Wolfii notæ. etiam ad scriptorem ipsum referri per parenthesin hoc modo : in quo hac etiam verba præter cætera continentur: neque vero adul- teranda sunt aliena dictione, sed ita ut scripta sunt referenda : si quid, etc. (8) Χρεὼν δὲ μὴ ὑπονοθεύειν. Possunt hæc verba
ἕως μὲν οὖν σταθερᾶς μεσημβρίας ἦν ἡ μάχη ἀμφιπαλὴς καὶ ἡ νίκη ἀμφήριστος, ἐπ’ ἴσης τὰς τῶν ἀμφοτέρων στρατευμάτων ταλαντεύουσα πλάστιγγας κλίνουσά τε ἀνὰ μέρος καὶ αὖθις ἀνάγουσα τὸ τότε μαχόμενον· τῆς δ’ ἡμέρας ἤδη ὑποληγούσης περιφανὴς ἡ νίκη τοῖς ἐκ βασιλέως προσέρρεψεν. ὠσάμενοι γὰρ τοὺς ἐκ τοῦ νεὼ εἴσω τοῦ Αὐγουστεῶνος κατέκλεισαν ἐκ τῶν ἀμφόδων ἀποκρουσάμενοι· τούτων δὲ συνειληθέντων ἐντός, καὶ οἱ ταῖς ἁψῖσιν ἐφεστῶτες καὶ οἱ ἐκ τοῦ νεὼ τοῦ Ἀλεξίου διαμαχόμενοι πρὸς τροπὴν ἔβλεψαν. καὶ ὡς ἐπελάβοντο τῶν χώρων τούτων, ὁ τοῦ βασιλέως στρατὸς τὰς μὲν σημαίας τῶν ἁψίδων ἄνωθεν ἔστησαν, αἳ τοὺς βασιλεῖς ἀπεικάζουσιν, αἱ δὲ πύλαι τοῦ Αὐγουστεῶνος ἐν πελέκει καὶ λαξευτηρίῳ κατερράγησαν·
Α γ'. 'Ην οὖν Ανδρόνικος Διός τε πόῤῥω καὶ και ραυνού, παρὰ τοσοῦτον οὐ τὸν πρώην ἕλκων που νηρὸν βίοτον παρ᾽ ὅσον οὐ τῆς Ῥωμαίων ἐπλάζετο ὑπερόριος καὶ δωρεῶν ἐνεφορεῖτο βασιλικῶν. Ἐκεῖσε τοίνυν ὤν τὸν τοῦ Μανουὴλ ἐνωτίσατο θάνατον καὶ τὰς ἐν τοῖς βασιλείοις νόσους ηκρίβωκε, καὶ ὡς ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος ἱππασμοῖς διαχεῖται καὶ προσο τέτηκε παιδιαῖς ὁπόσαις φιληδοῦσιν οἱ παιδαριώ δοις τὴν φρόνησιν, τῶν δὲ παιδοκομούντων αὐτὸν εὐπατριδῶν οἱ μὲν κατὰ τὰς μελίσσας συχνὰ πρὸς τὰς ἐπαρχίας λύουσι τὸ πτερὸν καὶ ὡς μέλι τὰ χρήματα τιθαιβώσσουσιν, οἱ δὲ κατὰ τὰς αἶγας τοῦ τῆς βασιλείας ἐρῶσι θαλλοῦ καὶ συνεχῶς ἑρωτιώσι τουτονὶ δρέπεσθαι, ἔνιοι δὲ τὰς ἧς μιμούμενοι ἐκ τῶν ῥυπαρωτέρων προσόδων λιπαίνονται, πρὸς μὲν τὸ ἐπαινετὸν καὶ τῆς κοινῆς πατρίδος ὠφέλιμον οὐδ᾽ ἀναθρεῖν ὅλως οὐδ᾽ ἀνακύπτειν αιρούμενοι, ταῖς δὲ μυσαραῖς ἐγκυλινδούμενοι πράξεσι καὶ συ ωδῶς πρὸς ἅπαν ἐγκυπτάζοντες χείριστον. Αἰτίαν οὖν ἐφιλοκρίνει καὶ ἀνηρεύνα περιεργότερον, δι' ἧς εὐ αφόρμως τῇ βασιλείᾳ ἐπίθοιτο· καὶ πολλοὺς λογισμούς ἀνελίξας καὶ πᾶσαν μηχανήν μετελθὼν τέλος τὸ τοῦ ὅρκου βιβλίον ἔπεισιν δν τῷ Μανουὴλ καὶ τῷ υἱῷ εκείνου ᾿Αλεξίῳ εἶχεν όμωμοκώς, καὶ μεθ᾿ ἑτέρων εὑρὼν ῥημάτων καὶ ταῦτα ἐγκείμενα. Χρεών δὲ μὴ ὑπονοθεύειν (8) ἑτέρα φράσει τὰ ῥήματα, ἀλλ᾽ ὡς ἐπὶ λέξεων εἶχον, ούτωσὶ καὶ δηλοῦν. Δι εξήεσαν δὲ ὧδε· « Καὶ εἴ τι δὲ ἴδω ἢ νοήσω ἢ ἀκοῇ παραλήψομαι εἰς ἀτιμίαν ὑμῶν καὶ λύμην τοῦ ὑμετέρου φερόμενον στέμματος καὶ ὑμῖν τὴν περὶ τούτου διδοὺς ἐσοίμην εἴδησιν, καὶ αὐτὸς δὲ, ὡς ἐξόν μοι, τοῦτο κωλύω. » Καὶ τοῖς ῥήμασι τούτοις ἐπικαθίσας ὡς αἱ μυῖαι τοῖς μώλωψι, πάνυ χρησί μοις οὖσι πρὸς ἢν πάλαι ὧδινε τυραννίδα ἐμβρι θέστερον ἔχων τὸ ἦθος καὶ τὸ φρόνημα ἀρχικώτε ρον, ἐπάλληλα τὰ γράμματα ἔστελλε πρός τε τὴν ἀνεψιόν καὶ βασιλέα Αλέξιον καὶ τὸν τῆς μεγίστης ἱερωσύνης κοσμήτορα Θεοδόσιον καὶ τοὺς λοιποὺς οἷς ζώπυρον φιλίας ὑπῆν πρὸς τὸν κατοιχόμενον βασιλέα τὸν Μανουήλ, ἐν δεινῷ τιθέμενος τὰ τῆς ἀσχήμονος φήμης περιλαλήματα, καὶ τὸν ἀγανα κτοῦντα ὑποκρινόμενος εἰ μὴ ὁ πρωτοσεβαστὸς τῆς δυναστείας παραλυθείη καὶ τὴν μετριωτέραν τυχὴν εἴη μετειληφώς, καὶ διὰ τὸν προσέρποντα μὲν ἐν- τεῦθεν καὶ ἤδη καθιστάμενον προδηλότατον τοῦ βασιλέως Αλεξίου όλεθρον, ἀλλὰ δὲ καὶ τὴν ἀπρεπῆ οὐχ ἥκιστα φήμην καὶ ὠσὶν ἡμετέροις οὐκ εὐπαράδεκτον, ἥτις ἐπ᾿ ἄκρων τειχέων κηρύσσεται καὶ πύλαις δυναστῶν ἐφεδρεύει καὶ πρόεισι παγκό- σμιον περιήχημα. Καὶ ταῦτα λέγων και γράφων μεθ᾽ οἷας οὐκ εἴποι τις ἂν πειθανάγκης καὶ λαμυ ρότητος (ἦν γὰρ, εἰ καί τις ἄλλος, γραμμάτων ἔμ- πειρος καὶ ἀνὰ στόμα φέρων ἀεὶ τοῦ πνευματορήτορος Παύλου τὰ ἐπιστόλια) είχε πάντας τῇ αὐτοῦ γνώμῃ προστιθεμένους καὶ πρὸς ἐκεῖνον νενευκότας μονώτατον ὡς φιλορωμαιον ἄνδρα καὶ χρόνῳ μακρῷ προκαταληπτικὴν, NICETÆ CHONIATA. B - 3.Erat igitur Andronicus procul a Jove et a ful- mine, in voluntario exsilio, sed ærumnis illis errorum liber, et imperatoria munificentia fruebatur. Eo loco degens oum Manuelis obitum et palatina dissidia et Alexii equitationes et lusus, quibus puerilia ingenia capiuntur, audisset, cura- tores vero ejus patricios partim ut apes crebro in provincias evolare et pro melle pecuniam conge- rere, partim, ut capræ frondes, ita imperium con- tinenter appetere, partim porcorum imitatione sordidis proventibus pinguescere, laudis vero et rei publicæ nullam prorsus rationem habere, sed in turpitudine et flagitiis omnibus volutari compe- risset,speciosam invadendi regni causam quæritat, ac post varias cogitationes et multiplices conatus jurisjurandi libellum, quod Manueli et filio ejus Alexio dederat, legit. In quo cum verba non in alium sensum detorquenda essent, sed in sua na- tiva significatione accipienda, illi huic clausulæ : « Si quid videro, aut intellexero, aut audivero, quod honori imperio et saluti vestra fraudi sit, id et vobis indicabo et ipse pro virili mea prohi bebo, »ut musco: ulceribus inhæsit, opportunæ admodum ad tyrannidem, quam jam olim partu- riebat. Et ut homo acer erat et imperiosus, crebras litteras ad imperatorem et nepotem Alexium et ad patriarcham Theodosium ac cæteros, in quibus aliqua ecintilla amoris erga Manuelem defunctum apparebat, mittit, in quibus infamiam exaggerabat, seque indignari simulabat, quod protosebastus non adempta potentia ad moderatiorem fortunam redi- geretur, tum quod haud dubium imperatori exi- tium jamjam inde impenderet,tum ob turpissimum rumorem et ipsis auribus gravem, qui in summis moenibus clamitet,et in foribus principum versalus totum orbem terrarum pervagetur. Hæc cum sum- ma gravitate et splendore loquendo et scribendo (erat enim litterarum apprime peritus, et divini oratoris Pauli Epistolas subinde in ore habebat) omnes in suam sententiam pertraxit; atque id consecutus est, ut tanquam rei publicæ studiosis- simus et longo tempore ac usu rerum diuturno perpolitus summam auctoritatem obtineret. Itaque OEnæo relicto Cpolim proficiscitur; et quo- cunque venit, jusjurandum suum profert; rogatus profectionis suæ causam exponit. Homines autem novarum rerum cupidi, et qui veteri famæ Andro- D nico regnum vaticinanti credebant, ad illum tan- quam ad aquilam monedulæ confluentes irrita verba fundebant. Hoc modo usque in Paphlagoniæ partes pervenit, et ubique ut servator divinitus missus honorificentissime excipitur. C Hier. Wolfii notæ. etiam ad scriptorem ipsum referri per parenthesin hoc modo : in quo hac etiam verba præter cætera continentur: neque vero adul- teranda sunt aliena dictione, sed ita ut scripta sunt referenda : si quid, etc. (8) Χρεὼν δὲ μὴ ὑπονοθεύειν. Possunt hæc verba
καὶ τὸ τῆς καισαρίσσης ὁπλιτικὸν οὐκέτι ἀντιπίπτειν ἔχον ὡς τοῖς ἐκ τῶν ἁψίδων κατὰ κορυφὴν οὖσι βαλλόμενον κἀκ τῶν εἰσχεθέντων εἰς τὴν αὐλαίαν στρατιωτῶν ταῖς κατὰ χεῖρα συμπλοκαῖς πάσχον τὰ χείριστα κατὰ μικρὸν ὑπέκλεπτε τὴν φυγήν, βραχείας ἀρωγῆς εὐμοιροῦν διά τε λίθων βολῆς καὶ βελῶν ἀφέσεως ἐκ τῶν ὕπερθεν ἐπαμυνόντων κατά τε τὸν ἐν τοῖς Κατηχουμενείοις ἀνδρῶνα τὸν λεγόμενον Μάκρωνα ἐς τὸν Αὐγουστεῶνα προνεύοντα καὶ τὸν Θωμαί̈την αὐτόν. τέλος δὲ τοῖς πάντοθεν βάλλουσιν οἱ ἐκ τοῦ νεὼ πιεζόμενοι ἀφίστανται τῆς τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίας καὶ εἰσίασι τὸ πρόναον, καθ’ ὃ δὴ ὁ πρώτιστος καὶ μέγιστος τῶν παραστατούντων ἀρχαγγέλων θεῷ ἐσπασμένος ῥομφαίαν ἐστήλωται ψηφίδων λεπταῖς ἐπιθέσεσι, φύλαξ προβεβλημένος τοῦ ἱεροῦ. ἐκ δὲ τούτου οὔτε οἱ τοῦ βασιλέως προσωτέρω βαίνειν ἠδύναντο ὑποπτεύοντες τοὺς τοῦ ναοῦ στενωπούς, οὔτε οἱ τῆς καισαρίσσης ὑπερπονοῦντες ἐκεῖθεν ἐξῄεσαν ὡς μαχούμενοι.
Α γ'. 'Ην οὖν Ανδρόνικος Διός τε πόῤῥω καὶ και ραυνού, παρὰ τοσοῦτον οὐ τὸν πρώην ἕλκων που νηρὸν βίοτον παρ᾽ ὅσον οὐ τῆς Ῥωμαίων ἐπλάζετο ὑπερόριος καὶ δωρεῶν ἐνεφορεῖτο βασιλικῶν. Ἐκεῖσε τοίνυν ὤν τὸν τοῦ Μανουὴλ ἐνωτίσατο θάνατον καὶ τὰς ἐν τοῖς βασιλείοις νόσους ηκρίβωκε, καὶ ὡς ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος ἱππασμοῖς διαχεῖται καὶ προσο τέτηκε παιδιαῖς ὁπόσαις φιληδοῦσιν οἱ παιδαριώ δοις τὴν φρόνησιν, τῶν δὲ παιδοκομούντων αὐτὸν εὐπατριδῶν οἱ μὲν κατὰ τὰς μελίσσας συχνὰ πρὸς τὰς ἐπαρχίας λύουσι τὸ πτερὸν καὶ ὡς μέλι τὰ χρήματα τιθαιβώσσουσιν, οἱ δὲ κατὰ τὰς αἶγας τοῦ τῆς βασιλείας ἐρῶσι θαλλοῦ καὶ συνεχῶς ἑρωτιώσι τουτονὶ δρέπεσθαι, ἔνιοι δὲ τὰς ἧς μιμούμενοι ἐκ τῶν ῥυπαρωτέρων προσόδων λιπαίνονται, πρὸς μὲν τὸ ἐπαινετὸν καὶ τῆς κοινῆς πατρίδος ὠφέλιμον οὐδ᾽ ἀναθρεῖν ὅλως οὐδ᾽ ἀνακύπτειν αιρούμενοι, ταῖς δὲ μυσαραῖς ἐγκυλινδούμενοι πράξεσι καὶ συ ωδῶς πρὸς ἅπαν ἐγκυπτάζοντες χείριστον. Αἰτίαν οὖν ἐφιλοκρίνει καὶ ἀνηρεύνα περιεργότερον, δι' ἧς εὐ αφόρμως τῇ βασιλείᾳ ἐπίθοιτο· καὶ πολλοὺς λογισμούς ἀνελίξας καὶ πᾶσαν μηχανήν μετελθὼν τέλος τὸ τοῦ ὅρκου βιβλίον ἔπεισιν δν τῷ Μανουὴλ καὶ τῷ υἱῷ εκείνου ᾿Αλεξίῳ εἶχεν όμωμοκώς, καὶ μεθ᾿ ἑτέρων εὑρὼν ῥημάτων καὶ ταῦτα ἐγκείμενα. Χρεών δὲ μὴ ὑπονοθεύειν (8) ἑτέρα φράσει τὰ ῥήματα, ἀλλ᾽ ὡς ἐπὶ λέξεων εἶχον, ούτωσὶ καὶ δηλοῦν. Δι εξήεσαν δὲ ὧδε· « Καὶ εἴ τι δὲ ἴδω ἢ νοήσω ἢ ἀκοῇ παραλήψομαι εἰς ἀτιμίαν ὑμῶν καὶ λύμην τοῦ ὑμετέρου φερόμενον στέμματος καὶ ὑμῖν τὴν περὶ τούτου διδοὺς ἐσοίμην εἴδησιν, καὶ αὐτὸς δὲ, ὡς ἐξόν μοι, τοῦτο κωλύω. » Καὶ τοῖς ῥήμασι τούτοις ἐπικαθίσας ὡς αἱ μυῖαι τοῖς μώλωψι, πάνυ χρησί μοις οὖσι πρὸς ἢν πάλαι ὧδινε τυραννίδα ἐμβρι θέστερον ἔχων τὸ ἦθος καὶ τὸ φρόνημα ἀρχικώτε ρον, ἐπάλληλα τὰ γράμματα ἔστελλε πρός τε τὴν ἀνεψιόν καὶ βασιλέα Αλέξιον καὶ τὸν τῆς μεγίστης ἱερωσύνης κοσμήτορα Θεοδόσιον καὶ τοὺς λοιποὺς οἷς ζώπυρον φιλίας ὑπῆν πρὸς τὸν κατοιχόμενον βασιλέα τὸν Μανουήλ, ἐν δεινῷ τιθέμενος τὰ τῆς ἀσχήμονος φήμης περιλαλήματα, καὶ τὸν ἀγανα κτοῦντα ὑποκρινόμενος εἰ μὴ ὁ πρωτοσεβαστὸς τῆς δυναστείας παραλυθείη καὶ τὴν μετριωτέραν τυχὴν εἴη μετειληφώς, καὶ διὰ τὸν προσέρποντα μὲν ἐν- τεῦθεν καὶ ἤδη καθιστάμενον προδηλότατον τοῦ βασιλέως Αλεξίου όλεθρον, ἀλλὰ δὲ καὶ τὴν ἀπρεπῆ οὐχ ἥκιστα φήμην καὶ ὠσὶν ἡμετέροις οὐκ εὐπαράδεκτον, ἥτις ἐπ᾿ ἄκρων τειχέων κηρύσσεται καὶ πύλαις δυναστῶν ἐφεδρεύει καὶ πρόεισι παγκό- σμιον περιήχημα. Καὶ ταῦτα λέγων και γράφων μεθ᾽ οἷας οὐκ εἴποι τις ἂν πειθανάγκης καὶ λαμυ ρότητος (ἦν γὰρ, εἰ καί τις ἄλλος, γραμμάτων ἔμ- πειρος καὶ ἀνὰ στόμα φέρων ἀεὶ τοῦ πνευματορήτορος Παύλου τὰ ἐπιστόλια) είχε πάντας τῇ αὐτοῦ γνώμῃ προστιθεμένους καὶ πρὸς ἐκεῖνον νενευκότας μονώτατον ὡς φιλορωμαιον ἄνδρα καὶ χρόνῳ μακρῷ προκαταληπτικὴν, NICETÆ CHONIATA. B - 3.Erat igitur Andronicus procul a Jove et a ful- mine, in voluntario exsilio, sed ærumnis illis errorum liber, et imperatoria munificentia fruebatur. Eo loco degens oum Manuelis obitum et palatina dissidia et Alexii equitationes et lusus, quibus puerilia ingenia capiuntur, audisset, cura- tores vero ejus patricios partim ut apes crebro in provincias evolare et pro melle pecuniam conge- rere, partim, ut capræ frondes, ita imperium con- tinenter appetere, partim porcorum imitatione sordidis proventibus pinguescere, laudis vero et rei publicæ nullam prorsus rationem habere, sed in turpitudine et flagitiis omnibus volutari compe- risset,speciosam invadendi regni causam quæritat, ac post varias cogitationes et multiplices conatus jurisjurandi libellum, quod Manueli et filio ejus Alexio dederat, legit. In quo cum verba non in alium sensum detorquenda essent, sed in sua na- tiva significatione accipienda, illi huic clausulæ : « Si quid videro, aut intellexero, aut audivero, quod honori imperio et saluti vestra fraudi sit, id et vobis indicabo et ipse pro virili mea prohi bebo, »ut musco: ulceribus inhæsit, opportunæ admodum ad tyrannidem, quam jam olim partu- riebat. Et ut homo acer erat et imperiosus, crebras litteras ad imperatorem et nepotem Alexium et ad patriarcham Theodosium ac cæteros, in quibus aliqua ecintilla amoris erga Manuelem defunctum apparebat, mittit, in quibus infamiam exaggerabat, seque indignari simulabat, quod protosebastus non adempta potentia ad moderatiorem fortunam redi- geretur, tum quod haud dubium imperatori exi- tium jamjam inde impenderet,tum ob turpissimum rumorem et ipsis auribus gravem, qui in summis moenibus clamitet,et in foribus principum versalus totum orbem terrarum pervagetur. Hæc cum sum- ma gravitate et splendore loquendo et scribendo (erat enim litterarum apprime peritus, et divini oratoris Pauli Epistolas subinde in ore habebat) omnes in suam sententiam pertraxit; atque id consecutus est, ut tanquam rei publicæ studiosis- simus et longo tempore ac usu rerum diuturno perpolitus summam auctoritatem obtineret. Itaque OEnæo relicto Cpolim proficiscitur; et quo- cunque venit, jusjurandum suum profert; rogatus profectionis suæ causam exponit. Homines autem novarum rerum cupidi, et qui veteri famæ Andro- D nico regnum vaticinanti credebant, ad illum tan- quam ad aquilam monedulæ confluentes irrita verba fundebant. Hoc modo usque in Paphlagoniæ partes pervenit, et ubique ut servator divinitus missus honorificentissime excipitur. C Hier. Wolfii notæ. etiam ad scriptorem ipsum referri per parenthesin hoc modo : in quo hac etiam verba præter cætera continentur: neque vero adul- teranda sunt aliena dictione, sed ita ut scripta sunt referenda : si quid, etc. (8) Χρεὼν δὲ μὴ ὑπονοθεύειν. Possunt hæc verba
PG 139:581Ὁ δὲ καῖσαρ καὶ ὁ πατριάρχης αὐτός, ὁ μὲν δείσας περὶ ἑαυτῷ τε καὶ τῇ ἀλόχῳ, μὴ συλληφθεῖεν ἀγεννῶς ὑπὸ τῶν διαφόρων, ὁ δέ, μή πως ἔνδον τοῦ ἱεροῦ παρεισίωσιν οἱ πολέμιοι καὶ ποσὶ μὲν οὐχ ὁσίοις τὸ ἅγιον πατήσωσι δάπεδον, χερσὶ δὲ ἀνάγνοις καὶ θερμὸν ἔτι σταζούσαις τὸ αἷμα τὰ παναγῆ λῃστεύσωσιν ἀναθήματα, ὁ μὲν τὴν ἀρχιερατικὴν στολὴν ἐπενδὺς καὶ τὰ θεῖα μετὰ χεῖρας δεξάμενος λόγια κάτεισιν εἰς τὸ προσκήνιον τοῦ νεώ, ἐν ᾧ οἱ τῆς καισαρίσσης ὑπερμαχοῦντες ηὐλίσθησαν φεύγοντες, ὃ καὶ Πρωτεκδικεῖόν φασι, ὁ δὲ καῖσαρ τοὺς τὰς εἰσόδους τῆς ἐκκλησίας τηροῦντας ὁπλομάχους ἀγηοχὼς καὶ ὅσον περὶ αὐτὸν ἀκραιφνὲς ἔτι Λατινικὸν δορυφορικὸν καὶ τὸ περὶ τὴν ὁμόλεκτρον αὐτοῦ θεραπευτικὸν καὶ οἰκίδιον καὶ περὶ τοὺς ἑκατὸν τοὺς πάντας ἠριθμηκὼς ἐπί τινος μετεώρου σκιμποδίου κατὰ τὸν Μάκρωνα παρευρεθέντος στὰς αὐτὸς καὶ περιστήσας τοὺς παρεσκευασμένους εἰς πόλεμον ἔφησε τοιάδε· Ἐχρῆν μὲν μὴ καθ’ ὁμοφύλων καὶ ὁμοπίστων, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ σταυροῦ τὰς πολεμικὰς ταύτας περιβεβλῆσθαι στολὰς καὶ τὰς χεῖρας τοῖς φασγάνοις καθωπλίσθαι·
καὶ πείρᾳ πολιωτέρᾳ τὰ κάλλιστα συλλεξάμενον. Καὶ αὐτὸς δὲ τοῦ Οἰναίου ἀπάρας πρὸς τὴν τῶν πόλεων βασιλίδα μετέβαινε, τὸν οἰκεῖον καθ' οὕς ἐπισταίη ὅρκον ἀναπτύσσων, καὶ τοῖς πυνθανομένοις διεξιών τὸ τῆς κινήσεως αἴτιον. Καὶ περὶ ἐκεῖνον ὅσα καὶ ἀετὸν ὑψινεφῆ καὶ γαμψώνυχα κολοιοί ἐγάρυον ἄκραντα οἱ πραγμάτων νεωτέρων τρέφοντες ἔφεσιν, καὶ οἷς ἡ πάλαι φήμη περιεσπούδαστο, ἤ δή που βασιλεύσειν ᾿Ανδρόνικον προηγόρευε. Καὶ εἶχεν αὐτὸν οὕτω μεταβάντα ἡ τῶν Παφλαγόνων μερὶς, καὶ ὅσα καὶ σωτῆρα καὶ κατὰ θεῖον ἥκοντα προσδεχόμενον εριτίμως. δ'. Ὁ δὲ πρωτοσεβαστός ᾿Αλέξιος τὴν τῶν ὅλων Α διοίκησιν εἰς ἑαυτὸν ἐπεσπᾶτο, τῷ ἰδίῳ φυσιούμεν νος κράτει καὶ τῇ παραδυναστείᾳ τῆς δεσποίνης και ταχρώμενος, ὥσπερ καὶ ὁ πολλὰ πολλάκις εδηδοκως φάρμακα δράκων καὶ γενόμενος δυσαντίβλίπτος. Οὐκοῦν οὐκ ἦν τι τῶν ἁπάντων δ μή δι' αὐτοῦ ἐπεραίνετο. Εἰ δέ τι καὶ διεπεπράχει λαθὼν ἕτε ρος, ἤ τῆς βασιλίσσης δεηθεὶς, ἢ τὸν βασιλέα καρυκε τιζόμενον εὐρὼν ἢ ῥιμμῷ λιθιδίων καταλαβὼν προσανέχοντα καὶ τῷ καιρῷ πρὸς περάτωσιν πρὸς περάτωσιν τοῦ αἰτουμένου χρησάμενος, οὐδὲ τοῦτο τῶν ἐκείνου ἐκπεριίστατο ὀφθαλμῶν· σκεψάμενος γὰρ τρόπον δι᾽ οὗ τὰ παρ᾽ ἄλλων διηνυσμένα πρὸς ἐκεῖνον ἐπ· αναλύσουσιν ὡς εἰς στροφάλιγγα περιδινούμενα ρεύματα, δόγμα ἐκ βασιλέως εξήνεγκε μὴ ἄλλως εὐπαράδεκτα οἴεσθαι ὅσα ἡ βασιλική χειρ ὑποσης μαίνεται γράμματα, εἰ μή πρότερον ὀφθεῖεν τῷ Αλεξίῳ καὶ οὗτος τὴν δεξιὰν τῷ βατραχείῳ ἐπιδοὺς χρώματι τὴν τοῦ « ἐτηρήθησαν» επισημασίαν βραβεύσειεν. Ἤγεν οὖν ὡς ἡρεῖτο πάντα καὶ μετα επέπτευεν, καὶ ἅπερ οἱ ἐκ Κομνηνών πρότερον βασιλεῖς ἱδρῶσι πολλοῖς, εἴπω δὲ καὶ τοὺς πένητας καλαμώμενοι, συλλογιμαίως ἀπεθησαύρισαν χρή- ματα, ταῦτα τῷ πρωτοσεβαστῷ καὶ τῇ βασιλίσσῃ πρὸς ἀποχέτευσιν προὔκειτο, καὶ τὸ τοῦ Ἀρχιλόχου ἄντικρυς ἐπεραίνετο, δ φησιν, εἰς ἔντερον πόρνης πολλάκις μεταῤῥυίσκεσθαι τὰ χρόνῳ καὶ πόνῳ συλλεγέντα μακρῷ. Εντεῦθεν ἡ πᾶσα πόλις πρὸς ᾿Ανδρόνικον ἔβλεπε, καὶ ἡ ἐκείνου ἄφιξις ὡς ἐν σκοτομήνῃ λαμπτήρ καὶ ἀστὴρ ἀρίζηλος ἐδοξάζετο. Τῷ τοι καὶ ἐνῆγον διὰ γραμμάτων κρύβδην πεμ πομένων οἱ μέγα τότε δυνάμενοι καταταχῆσαι τὴν εἴσοδον, ὡς ἀντιταξομένων οὐδένων, οὔτε μὴν πρὸς τὸ ἀντωπὸν τῆς ἐκείνου στησομένων σκιᾶς, ἀλλ' ὑπτίαις ὅλων προσδεξαμένων χερσὶ καὶ ἀναπετασόν- των ἀσμένως τὰς τῆς καρδίας περιπτυχάς. Διαφέ- ρόντως δὲ αὐτὸν παρεκράτει καὶ θαῤῥαλέως προσ είναι διένυττεν ἡ πορφυρογέννητος Μαρία ἡ τοῦ βασιλέως Αλεξίου ἑτεροθαλὴς ἀδελφὴ, καὶ ὁ παρ- ἱαύων ταύτῃ Καίσαρ ἐξ Ιταλῶν ὁρμώμενος. Αὕτη γὰρ ἀποπνιγομένη μικροῦ τῷ τὴν πατρώαν βασι- λείαν ὑπὸ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ συλᾶσθαι, καὶ ἄλλως δὲ θερμουργίαν ἀσπαζομένη καὶ ἀνδρικὴ τὸ φρόν νημα οὖσα, προσκτωμένη δὲ καὶ τὸ φύσει πρὸς τὴν μητρυιάν βαρύζηλον, οὐχὶ στέγουσα δὲ καὶ τὸ παρευδοκιμεῖσθαι καὶ ὡς ἀντικαθισταμένη τις υποβλέπεσθαι, τὸν Ἀνδρόνικον τοῖς γράμ- μασιν ἐμυώπιζεν ὡς ἵππων ἐφ᾽ ἔσπληγγος ἐστῶτα καὶ δρόμον καμπτῆρος πνέοντα, ἐὸν κακὸν ἀμθαγα- πῶσα καὶ τὸν οἰκεῖον όλεθρον ἐπισπέρχούσα. Τὴν δὲ πρὸς τὸν πρωτοσεβαστὸν οὐχ οἷα τε οὖσα περισ στέλλειν ἀπέχθειαν εἰς τοὺμφανὲς αὐτῷ ἀντεφέρετο, καὶ οὐδ᾽ ὀπωσοῦν διελελοίπει, ὅσα οἱ πρὸς λύμην, ALEXIUS DE MANUELIS FILIUS. B D C et imperatoris gratia fretus, summam rerum sibi vindicabat et insolenter se gerebat, ut draco, cujus aspectum post multa venena devorata nemo susti- neat. Neque quidquam erat rerum omnium quod per eum non gubernaretur. Quodsi quis alius clam aliquid vel ab imperatrice exorasset, vel occasione usus ab imperatore, nucibus aut lapillis ludente impetrasset, ne id quidem inexploratum relinquebat. Eam enim rationem iniit, qua per alios confecta ad se referrentur, aquarum instar in verticem redeuntium, impetrato edicto quo con- tincbatur, ea quibus manus imperatoris subscri- psisset non aliter rata fore, nisi prius Ale- xius ea vidisset et colore viridi subscripsisset, « Rala sunt.» Itaque suo arbitratu versabat omnia ; et quas pecunias Comnenii imperatores multis su- doribus atque etiam deglubendis pauperibus in thesauros retulerant, eas in se et imperatricem derivabat, ut plane id fieret quod Archilochus scribit, eu sape in scorti pudenda confuere, quæ longo labore et tempore sint congesta. Hinc tota civitas Andronicum spectabat: ejus adventus ut fax in tenebris et stella radians exspectabatur. Proceres eum clam per litteras ad accelerandum iter hortabantur: neminem enim fore qui ei adversetur aut umbræ ejus se opponat, sed omnes supinis manibus eum excepturos, et intimos cordium re- cessus ei libenter revelaturos. In primis vero Maria Porphyrogenita, imperatoris Alexii germana sed non uterina soror, eum confirmabat, et Cæsar ejus maritus natione Italus. Quæ cum ægerrime patere- tur paternum imperium sebastocratori prædæ esse; et alioqui iracunda mulier et virago,naturali etiam in novercam odio incitata, præterea superioris impatiens et su ut adversariam suspectam esse ægre ferens, litteris Andronicum, ut equum in carceribus stantem et ad metam aspirantem, veluti flagellis incitabat ; idque suo malo, acccle- rato sibi interitu. Et quia sebastocratoris odium dissimulare non poterat, aperte ei adversabatur, et nihil non in ejus perniciem conabatur, conciliatis etiam cognatis suis, quos favere norat Andronico, et protosebasto inimicos esse. Hi erant Comnenus Alexius, nothus Manuelis filius ex nepte Theodora susceptus, Andronicus Lapardas, duo Andronici filii, Joannes et Manuel, præfectus urbis Joannes Camaterus, et alii complures. Ita sua in fratrem et imperatorem fide per conjurationem firmata, et morte protosebasti destinata, ejus aggrediendi tempus cupide observabat. Quam ad rem cum ejus in profundum Rbyacem egressum cum imperatore ad celebrandam Theodori martyris memoriam so- 4. Ceterum Alexius sebastocrator, sua potentia
ἐπεὶ δὲ οἱ τὰ τῆς βασιλείας Ῥωμαίων μοχθηρῶς διέποντες τοῦτο μὲν ἀφείλοντο, ἀναγκαστῶς δὲ καὶ οὔκουν προαιρετῶς τὰς ἡμετέρας λόγχας καθ’ ἑαυτῶν ἀκονήσαντες ἔχουσι, μὴ δὴ ἀγεννῶς ἐπιστῶμεν τοῖς ἐπιοῦσι, μηδ’ ὅτι ταυτόπιστοι καὶ ὁμογενεῖς ἀναλογισώμεθα, ἀλλ’ ὡς πολεμίους θεοῦ πρότερον, οὗ τὸ ἱερὸν τόδε εἰσίασιν ἀναιδῶς, ἔπειτα δὲ καὶ ἡμῶν αὐτῶν ἀντιπάλους ἀμυνώμεθα. πάντως δέ εἰσι τὰ τῆς ἀμύνης ἀνεύθυνα· οἷς γάρ τι οὐ προςέστημεν ὅλως καὶ καθ’ ὧν ὅπλα οὐδ’ ὅλως ἠράμεθα, οὗτοι ἀνερυθριάστως ἡμῖν προσίασιν ὡς ἐπιθανατίοις καὶ ἐσχάτοις καὶ κειμένων ἀδαημοσύνῃ κατεπεμβαίνουσι τοῦ καλοῦ καὶ προσρυομένους θεῷ ἐκ τοῦ νεὼ τούτου ἀποσπᾶν ἐθέλουσι, χρεὼν μὴ οὕτω ποιεῖν, ὅτι τε οὐδὲν ἄχαρι ἐπεγκαλεῖν ἡμῖν ἔχουσι καὶ ὅτι τῆς ἐσχάτης ἐστὶν ἀπονοίας ἐπιτιμᾶν ὅλως ἢ ὡς δεινὰ δρῶσιν οὐκ ἐνδιδόναι τοῖς εἰς θεὸν καταφεύγουσι καὶ μεσίτην τοῦτον προβαλλομένοις καὶ διαλλακτῆρα τῶν ἐν διχονοίαις ἡμῶν.
καὶ πείρᾳ πολιωτέρᾳ τὰ κάλλιστα συλλεξάμενον. Καὶ αὐτὸς δὲ τοῦ Οἰναίου ἀπάρας πρὸς τὴν τῶν πόλεων βασιλίδα μετέβαινε, τὸν οἰκεῖον καθ' οὕς ἐπισταίη ὅρκον ἀναπτύσσων, καὶ τοῖς πυνθανομένοις διεξιών τὸ τῆς κινήσεως αἴτιον. Καὶ περὶ ἐκεῖνον ὅσα καὶ ἀετὸν ὑψινεφῆ καὶ γαμψώνυχα κολοιοί ἐγάρυον ἄκραντα οἱ πραγμάτων νεωτέρων τρέφοντες ἔφεσιν, καὶ οἷς ἡ πάλαι φήμη περιεσπούδαστο, ἤ δή που βασιλεύσειν ᾿Ανδρόνικον προηγόρευε. Καὶ εἶχεν αὐτὸν οὕτω μεταβάντα ἡ τῶν Παφλαγόνων μερὶς, καὶ ὅσα καὶ σωτῆρα καὶ κατὰ θεῖον ἥκοντα προσδεχόμενον εριτίμως. δ'. Ὁ δὲ πρωτοσεβαστός ᾿Αλέξιος τὴν τῶν ὅλων Α διοίκησιν εἰς ἑαυτὸν ἐπεσπᾶτο, τῷ ἰδίῳ φυσιούμεν νος κράτει καὶ τῇ παραδυναστείᾳ τῆς δεσποίνης και ταχρώμενος, ὥσπερ καὶ ὁ πολλὰ πολλάκις εδηδοκως φάρμακα δράκων καὶ γενόμενος δυσαντίβλίπτος. Οὐκοῦν οὐκ ἦν τι τῶν ἁπάντων δ μή δι' αὐτοῦ ἐπεραίνετο. Εἰ δέ τι καὶ διεπεπράχει λαθὼν ἕτε ρος, ἤ τῆς βασιλίσσης δεηθεὶς, ἢ τὸν βασιλέα καρυκε τιζόμενον εὐρὼν ἢ ῥιμμῷ λιθιδίων καταλαβὼν προσανέχοντα καὶ τῷ καιρῷ πρὸς περάτωσιν πρὸς περάτωσιν τοῦ αἰτουμένου χρησάμενος, οὐδὲ τοῦτο τῶν ἐκείνου ἐκπεριίστατο ὀφθαλμῶν· σκεψάμενος γὰρ τρόπον δι᾽ οὗ τὰ παρ᾽ ἄλλων διηνυσμένα πρὸς ἐκεῖνον ἐπ· αναλύσουσιν ὡς εἰς στροφάλιγγα περιδινούμενα ρεύματα, δόγμα ἐκ βασιλέως εξήνεγκε μὴ ἄλλως εὐπαράδεκτα οἴεσθαι ὅσα ἡ βασιλική χειρ ὑποσης μαίνεται γράμματα, εἰ μή πρότερον ὀφθεῖεν τῷ Αλεξίῳ καὶ οὗτος τὴν δεξιὰν τῷ βατραχείῳ ἐπιδοὺς χρώματι τὴν τοῦ « ἐτηρήθησαν» επισημασίαν βραβεύσειεν. Ἤγεν οὖν ὡς ἡρεῖτο πάντα καὶ μετα επέπτευεν, καὶ ἅπερ οἱ ἐκ Κομνηνών πρότερον βασιλεῖς ἱδρῶσι πολλοῖς, εἴπω δὲ καὶ τοὺς πένητας καλαμώμενοι, συλλογιμαίως ἀπεθησαύρισαν χρή- ματα, ταῦτα τῷ πρωτοσεβαστῷ καὶ τῇ βασιλίσσῃ πρὸς ἀποχέτευσιν προὔκειτο, καὶ τὸ τοῦ Ἀρχιλόχου ἄντικρυς ἐπεραίνετο, δ φησιν, εἰς ἔντερον πόρνης πολλάκις μεταῤῥυίσκεσθαι τὰ χρόνῳ καὶ πόνῳ συλλεγέντα μακρῷ. Εντεῦθεν ἡ πᾶσα πόλις πρὸς ᾿Ανδρόνικον ἔβλεπε, καὶ ἡ ἐκείνου ἄφιξις ὡς ἐν σκοτομήνῃ λαμπτήρ καὶ ἀστὴρ ἀρίζηλος ἐδοξάζετο. Τῷ τοι καὶ ἐνῆγον διὰ γραμμάτων κρύβδην πεμ πομένων οἱ μέγα τότε δυνάμενοι καταταχῆσαι τὴν εἴσοδον, ὡς ἀντιταξομένων οὐδένων, οὔτε μὴν πρὸς τὸ ἀντωπὸν τῆς ἐκείνου στησομένων σκιᾶς, ἀλλ' ὑπτίαις ὅλων προσδεξαμένων χερσὶ καὶ ἀναπετασόν- των ἀσμένως τὰς τῆς καρδίας περιπτυχάς. Διαφέ- ρόντως δὲ αὐτὸν παρεκράτει καὶ θαῤῥαλέως προσ είναι διένυττεν ἡ πορφυρογέννητος Μαρία ἡ τοῦ βασιλέως Αλεξίου ἑτεροθαλὴς ἀδελφὴ, καὶ ὁ παρ- ἱαύων ταύτῃ Καίσαρ ἐξ Ιταλῶν ὁρμώμενος. Αὕτη γὰρ ἀποπνιγομένη μικροῦ τῷ τὴν πατρώαν βασι- λείαν ὑπὸ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ συλᾶσθαι, καὶ ἄλλως δὲ θερμουργίαν ἀσπαζομένη καὶ ἀνδρικὴ τὸ φρόν νημα οὖσα, προσκτωμένη δὲ καὶ τὸ φύσει πρὸς τὴν μητρυιάν βαρύζηλον, οὐχὶ στέγουσα δὲ καὶ τὸ παρευδοκιμεῖσθαι καὶ ὡς ἀντικαθισταμένη τις υποβλέπεσθαι, τὸν Ἀνδρόνικον τοῖς γράμ- μασιν ἐμυώπιζεν ὡς ἵππων ἐφ᾽ ἔσπληγγος ἐστῶτα καὶ δρόμον καμπτῆρος πνέοντα, ἐὸν κακὸν ἀμθαγα- πῶσα καὶ τὸν οἰκεῖον όλεθρον ἐπισπέρχούσα. Τὴν δὲ πρὸς τὸν πρωτοσεβαστὸν οὐχ οἷα τε οὖσα περισ στέλλειν ἀπέχθειαν εἰς τοὺμφανὲς αὐτῷ ἀντεφέρετο, καὶ οὐδ᾽ ὀπωσοῦν διελελοίπει, ὅσα οἱ πρὸς λύμην, ALEXIUS DE MANUELIS FILIUS. B D C et imperatoris gratia fretus, summam rerum sibi vindicabat et insolenter se gerebat, ut draco, cujus aspectum post multa venena devorata nemo susti- neat. Neque quidquam erat rerum omnium quod per eum non gubernaretur. Quodsi quis alius clam aliquid vel ab imperatrice exorasset, vel occasione usus ab imperatore, nucibus aut lapillis ludente impetrasset, ne id quidem inexploratum relinquebat. Eam enim rationem iniit, qua per alios confecta ad se referrentur, aquarum instar in verticem redeuntium, impetrato edicto quo con- tincbatur, ea quibus manus imperatoris subscri- psisset non aliter rata fore, nisi prius Ale- xius ea vidisset et colore viridi subscripsisset, « Rala sunt.» Itaque suo arbitratu versabat omnia ; et quas pecunias Comnenii imperatores multis su- doribus atque etiam deglubendis pauperibus in thesauros retulerant, eas in se et imperatricem derivabat, ut plane id fieret quod Archilochus scribit, eu sape in scorti pudenda confuere, quæ longo labore et tempore sint congesta. Hinc tota civitas Andronicum spectabat: ejus adventus ut fax in tenebris et stella radians exspectabatur. Proceres eum clam per litteras ad accelerandum iter hortabantur: neminem enim fore qui ei adversetur aut umbræ ejus se opponat, sed omnes supinis manibus eum excepturos, et intimos cordium re- cessus ei libenter revelaturos. In primis vero Maria Porphyrogenita, imperatoris Alexii germana sed non uterina soror, eum confirmabat, et Cæsar ejus maritus natione Italus. Quæ cum ægerrime patere- tur paternum imperium sebastocratori prædæ esse; et alioqui iracunda mulier et virago,naturali etiam in novercam odio incitata, præterea superioris impatiens et su ut adversariam suspectam esse ægre ferens, litteris Andronicum, ut equum in carceribus stantem et ad metam aspirantem, veluti flagellis incitabat ; idque suo malo, acccle- rato sibi interitu. Et quia sebastocratoris odium dissimulare non poterat, aperte ei adversabatur, et nihil non in ejus perniciem conabatur, conciliatis etiam cognatis suis, quos favere norat Andronico, et protosebasto inimicos esse. Hi erant Comnenus Alexius, nothus Manuelis filius ex nepte Theodora susceptus, Andronicus Lapardas, duo Andronici filii, Joannes et Manuel, præfectus urbis Joannes Camaterus, et alii complures. Ita sua in fratrem et imperatorem fide per conjurationem firmata, et morte protosebasti destinata, ejus aggrediendi tempus cupide observabat. Quam ad rem cum ejus in profundum Rbyacem egressum cum imperatore ad celebrandam Theodori martyris memoriam so- 4. Ceterum Alexius sebastocrator, sua potentia
Οὔτε οὖν ὑφορᾶσθαι δέον ὡς ἀνόσιον τὸ ὑπερμάχεσθαί τινα ἑαυτοῦ καὶ σπεύδειν κατὰ τοῦ πλήττοντος αὐτὸν ἐπιστρέφειν τὸν ἐκεῖθεν ἐπαγόμενον θάνατον, οὔτε τὸν μετὰ ξίφους ἐπιόντα καὶ ἀναιροῦντα ὁμογενῆ ἀπλῆγα δεῖ παριέναι, ἀλλ’ ἅπας κακῶς διατιθεὶς κρινέσθω πολέμιος καὶ ὁ ἀναιρήσων πιπτέτω. ἡμῖν δὲ καὶ τὸ θεῖον εἴσεται δήπουθεν χάριν, εἰ ἐκ τοῦ ἱεροῦ τοῦδε τοὺς μιαιφόνους ἀποσοβήσομεν, εἴτε μὴν κεχηνόσιν, ὡς ὁρᾶτε, κατὰ τῶν ἁγίων καὶ διαρπάσαι ταῦτα προθυμουμένοις ἀντιβαίημεν. εἰ γὰρ μὴ τοῦτ’ ἦν καὶ διέστελλον ἀνὰ μέσον βεβήλου καὶ ἱεροῦ, πάλαι ἂν τὴν ἐνδοτέρω τῶν προνάων παρῆκαν ὁρμὴν ὡς ἤδη τὸ νικᾶν ἔχοντες. οἱ δὲ οὕτω τοί εἰσιν ἀναιδέστατοι, ὡς οὐ μόνον σκυλεῦσαι φαντάζεσθαι τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ θεοῦ ἰδιώσασθαι οἱ ἀβέλτεροι.
καὶ πείρᾳ πολιωτέρᾳ τὰ κάλλιστα συλλεξάμενον. Καὶ αὐτὸς δὲ τοῦ Οἰναίου ἀπάρας πρὸς τὴν τῶν πόλεων βασιλίδα μετέβαινε, τὸν οἰκεῖον καθ' οὕς ἐπισταίη ὅρκον ἀναπτύσσων, καὶ τοῖς πυνθανομένοις διεξιών τὸ τῆς κινήσεως αἴτιον. Καὶ περὶ ἐκεῖνον ὅσα καὶ ἀετὸν ὑψινεφῆ καὶ γαμψώνυχα κολοιοί ἐγάρυον ἄκραντα οἱ πραγμάτων νεωτέρων τρέφοντες ἔφεσιν, καὶ οἷς ἡ πάλαι φήμη περιεσπούδαστο, ἤ δή που βασιλεύσειν ᾿Ανδρόνικον προηγόρευε. Καὶ εἶχεν αὐτὸν οὕτω μεταβάντα ἡ τῶν Παφλαγόνων μερὶς, καὶ ὅσα καὶ σωτῆρα καὶ κατὰ θεῖον ἥκοντα προσδεχόμενον εριτίμως. δ'. Ὁ δὲ πρωτοσεβαστός ᾿Αλέξιος τὴν τῶν ὅλων Α διοίκησιν εἰς ἑαυτὸν ἐπεσπᾶτο, τῷ ἰδίῳ φυσιούμεν νος κράτει καὶ τῇ παραδυναστείᾳ τῆς δεσποίνης και ταχρώμενος, ὥσπερ καὶ ὁ πολλὰ πολλάκις εδηδοκως φάρμακα δράκων καὶ γενόμενος δυσαντίβλίπτος. Οὐκοῦν οὐκ ἦν τι τῶν ἁπάντων δ μή δι' αὐτοῦ ἐπεραίνετο. Εἰ δέ τι καὶ διεπεπράχει λαθὼν ἕτε ρος, ἤ τῆς βασιλίσσης δεηθεὶς, ἢ τὸν βασιλέα καρυκε τιζόμενον εὐρὼν ἢ ῥιμμῷ λιθιδίων καταλαβὼν προσανέχοντα καὶ τῷ καιρῷ πρὸς περάτωσιν πρὸς περάτωσιν τοῦ αἰτουμένου χρησάμενος, οὐδὲ τοῦτο τῶν ἐκείνου ἐκπεριίστατο ὀφθαλμῶν· σκεψάμενος γὰρ τρόπον δι᾽ οὗ τὰ παρ᾽ ἄλλων διηνυσμένα πρὸς ἐκεῖνον ἐπ· αναλύσουσιν ὡς εἰς στροφάλιγγα περιδινούμενα ρεύματα, δόγμα ἐκ βασιλέως εξήνεγκε μὴ ἄλλως εὐπαράδεκτα οἴεσθαι ὅσα ἡ βασιλική χειρ ὑποσης μαίνεται γράμματα, εἰ μή πρότερον ὀφθεῖεν τῷ Αλεξίῳ καὶ οὗτος τὴν δεξιὰν τῷ βατραχείῳ ἐπιδοὺς χρώματι τὴν τοῦ « ἐτηρήθησαν» επισημασίαν βραβεύσειεν. Ἤγεν οὖν ὡς ἡρεῖτο πάντα καὶ μετα επέπτευεν, καὶ ἅπερ οἱ ἐκ Κομνηνών πρότερον βασιλεῖς ἱδρῶσι πολλοῖς, εἴπω δὲ καὶ τοὺς πένητας καλαμώμενοι, συλλογιμαίως ἀπεθησαύρισαν χρή- ματα, ταῦτα τῷ πρωτοσεβαστῷ καὶ τῇ βασιλίσσῃ πρὸς ἀποχέτευσιν προὔκειτο, καὶ τὸ τοῦ Ἀρχιλόχου ἄντικρυς ἐπεραίνετο, δ φησιν, εἰς ἔντερον πόρνης πολλάκις μεταῤῥυίσκεσθαι τὰ χρόνῳ καὶ πόνῳ συλλεγέντα μακρῷ. Εντεῦθεν ἡ πᾶσα πόλις πρὸς ᾿Ανδρόνικον ἔβλεπε, καὶ ἡ ἐκείνου ἄφιξις ὡς ἐν σκοτομήνῃ λαμπτήρ καὶ ἀστὴρ ἀρίζηλος ἐδοξάζετο. Τῷ τοι καὶ ἐνῆγον διὰ γραμμάτων κρύβδην πεμ πομένων οἱ μέγα τότε δυνάμενοι καταταχῆσαι τὴν εἴσοδον, ὡς ἀντιταξομένων οὐδένων, οὔτε μὴν πρὸς τὸ ἀντωπὸν τῆς ἐκείνου στησομένων σκιᾶς, ἀλλ' ὑπτίαις ὅλων προσδεξαμένων χερσὶ καὶ ἀναπετασόν- των ἀσμένως τὰς τῆς καρδίας περιπτυχάς. Διαφέ- ρόντως δὲ αὐτὸν παρεκράτει καὶ θαῤῥαλέως προσ είναι διένυττεν ἡ πορφυρογέννητος Μαρία ἡ τοῦ βασιλέως Αλεξίου ἑτεροθαλὴς ἀδελφὴ, καὶ ὁ παρ- ἱαύων ταύτῃ Καίσαρ ἐξ Ιταλῶν ὁρμώμενος. Αὕτη γὰρ ἀποπνιγομένη μικροῦ τῷ τὴν πατρώαν βασι- λείαν ὑπὸ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ συλᾶσθαι, καὶ ἄλλως δὲ θερμουργίαν ἀσπαζομένη καὶ ἀνδρικὴ τὸ φρόν νημα οὖσα, προσκτωμένη δὲ καὶ τὸ φύσει πρὸς τὴν μητρυιάν βαρύζηλον, οὐχὶ στέγουσα δὲ καὶ τὸ παρευδοκιμεῖσθαι καὶ ὡς ἀντικαθισταμένη τις υποβλέπεσθαι, τὸν Ἀνδρόνικον τοῖς γράμ- μασιν ἐμυώπιζεν ὡς ἵππων ἐφ᾽ ἔσπληγγος ἐστῶτα καὶ δρόμον καμπτῆρος πνέοντα, ἐὸν κακὸν ἀμθαγα- πῶσα καὶ τὸν οἰκεῖον όλεθρον ἐπισπέρχούσα. Τὴν δὲ πρὸς τὸν πρωτοσεβαστὸν οὐχ οἷα τε οὖσα περισ στέλλειν ἀπέχθειαν εἰς τοὺμφανὲς αὐτῷ ἀντεφέρετο, καὶ οὐδ᾽ ὀπωσοῦν διελελοίπει, ὅσα οἱ πρὸς λύμην, ALEXIUS DE MANUELIS FILIUS. B D C et imperatoris gratia fretus, summam rerum sibi vindicabat et insolenter se gerebat, ut draco, cujus aspectum post multa venena devorata nemo susti- neat. Neque quidquam erat rerum omnium quod per eum non gubernaretur. Quodsi quis alius clam aliquid vel ab imperatrice exorasset, vel occasione usus ab imperatore, nucibus aut lapillis ludente impetrasset, ne id quidem inexploratum relinquebat. Eam enim rationem iniit, qua per alios confecta ad se referrentur, aquarum instar in verticem redeuntium, impetrato edicto quo con- tincbatur, ea quibus manus imperatoris subscri- psisset non aliter rata fore, nisi prius Ale- xius ea vidisset et colore viridi subscripsisset, « Rala sunt.» Itaque suo arbitratu versabat omnia ; et quas pecunias Comnenii imperatores multis su- doribus atque etiam deglubendis pauperibus in thesauros retulerant, eas in se et imperatricem derivabat, ut plane id fieret quod Archilochus scribit, eu sape in scorti pudenda confuere, quæ longo labore et tempore sint congesta. Hinc tota civitas Andronicum spectabat: ejus adventus ut fax in tenebris et stella radians exspectabatur. Proceres eum clam per litteras ad accelerandum iter hortabantur: neminem enim fore qui ei adversetur aut umbræ ejus se opponat, sed omnes supinis manibus eum excepturos, et intimos cordium re- cessus ei libenter revelaturos. In primis vero Maria Porphyrogenita, imperatoris Alexii germana sed non uterina soror, eum confirmabat, et Cæsar ejus maritus natione Italus. Quæ cum ægerrime patere- tur paternum imperium sebastocratori prædæ esse; et alioqui iracunda mulier et virago,naturali etiam in novercam odio incitata, præterea superioris impatiens et su ut adversariam suspectam esse ægre ferens, litteris Andronicum, ut equum in carceribus stantem et ad metam aspirantem, veluti flagellis incitabat ; idque suo malo, acccle- rato sibi interitu. Et quia sebastocratoris odium dissimulare non poterat, aperte ei adversabatur, et nihil non in ejus perniciem conabatur, conciliatis etiam cognatis suis, quos favere norat Andronico, et protosebasto inimicos esse. Hi erant Comnenus Alexius, nothus Manuelis filius ex nepte Theodora susceptus, Andronicus Lapardas, duo Andronici filii, Joannes et Manuel, præfectus urbis Joannes Camaterus, et alii complures. Ita sua in fratrem et imperatorem fide per conjurationem firmata, et morte protosebasti destinata, ejus aggrediendi tempus cupide observabat. Quam ad rem cum ejus in profundum Rbyacem egressum cum imperatore ad celebrandam Theodori martyris memoriam so- 4. Ceterum Alexius sebastocrator, sua potentia
PG 139:583ἀλλ’ οὐ μὰ τὸν παγέντα σταυρῷ καὶ τὴν λόγχην ταύτην, οὔκουν αὐτοῖς ἐσεῖται πέρας ἐπιθεῖναι τοῖς ἐγχειρήμασιν, ἐπεὶ καὶ θεῷ τὰ οἰκεῖα χερσὶ κεχραμέναις ἄψαυστα διαφυλαχθήσονται καὶ ἡμεῖς ἐσοίμεθα ἂν ἀπρονόμευτοι. Τούτοις καὶ τοιούτοις χρησάμενος ῥήμασιν αὐτός τε κάτεισιν εἰς τὸν πρόναον, ἔνθα ὁ λόγος εἴρηκε ῥομφαίαν ἐσπασμένον ἵστασθαι τὸν τῶν ἄνω καὶ θείων ταγμάτων κατάρχοντα Μιχαήλ, καὶ οἱ λοιποὶ δὲ ὡς ἡγεμόνι τούτῳ παρείποντο ἀσπιδηφόροι πάντες καὶ ἀτεχνῶς ἀνδριάντες χάλκεοι. κἀκεῖσε εἰς τάξιν τὸ περὶ αὐτὸν καταστήσας καὶ τῷ σταυρικῷ σημείῳ φραξάμενος τῶν ἄλλων προεκπηδᾷ. οἱ δ’ ἐπὶ τῆς τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίας καὶ πρὸς τὴν πρώτην ὁρμὴν διαταραχθέντες τοῦ καίσαρος διὰ τῶν εἰσόδων θλιβόμενοι ἐξεχέοντο, ὅτε καὶ τραυματίαι μὲν ἐκ τῶν τοῦ βασιλικοῦ τάγματος πολλοὶ γεγόνασιν, εἷς δέ τις καὶ ἐτεθνήκει τῷ ξίφει διελαθείς. Τὸ δ’ ἀπὸ τοῦδε ὁ μὲν καῖσαρ ἐπάνεισιν αὖθις ὅθεν ἐξώρμησεν, οἱ δ’ ἐκ τῶν τοῦ βασιλέως τάξεων οὐκέτι παρελθεῖν ἐθάρρησαν εἰς τὴν αὔλειον, ἀλλὰ δι’ ἀκροβολισμῶν ἠγάπων μαχόμενοι.
Α βυσσοδομεύουσα. Αμέλει καὶ ὁποποιησαμένη τῶν πρὸς γένους ἐκείνῃ τινας, οπόσους δηλαδή τῷ 'Αν δρονίκῳ ᾔδει προστιθεμένους, φιλεχθροῦντας δὲ τῷ πρωτοσεβαστῷ (ἦσαν δ' οὗτοι ὁ Κομνηνός Αλέξιος, ὃς ἐκ νοθείας ἀπετέχθη τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, ὁ Λα- παρεας Ανδρόνικος, οἱ δύο τοῦ ᾿Ανδρονίκου υἱοὶ δ τε Ἰωάννης καὶ ὁ Μανουὴλ, ὁ τῆς πόλεως ἔπαρχος Ἰωάννης ὁ Καματηρὸς καὶ συχνοί ἕτεροι), καὶ διὰ συνωμοσίας τὴν μὲν ἐς τὸν ἀδελφὸν καὶ βασιλέα πίστιν κρατυναμένη, τὸν δὲ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ κυ ρώσασα θάνατον, ἐκαιροφυλάκει τὴν τούτου καθαίρεσιν. Εὔκαιρον δὲ πρὸς τὴν μελετωμένην πράξιν εὐρηκέναι καιρὸν οἰηθεῖσα τὴν εἰς τὴν Βαθὺν Ῥύακα μετὰ τοῦ βασιλέως ἐξέλευσιν τοῦ πρωτοσεβαστοῦ ἐπὶ τῷ τελεσθῆναι τὰ ὅσια Θεοδώρῳ τῷ χριστομάρτυρι κατὰ τὴν ἐβδόμην τῆς πρώτη τῶν νηστειῶν, τὴν μὲν ἐγχείρησιν ἡτοιμάσατο καὶ τοὺς σφαγέας τοῦ ἀντιπάλου ἐπήγετο τὸ φονουργὸν παραγυμνοῦντας σιδήριον, ἐκ δέ τινος περιπετείας τοῦ οἰκείου ἐκκρούεται σκέμματος. Καὶ τῆς βουλῆς ὁμοῦ καὶ τῆς ἐπιβουλῆς μικρῷ ὕστερον φωραθείσης τοὺς μὲν λοιποὺς τοῦ συστρέμματος είχε βῆμα βασιλικὸν, καὶ σκέ ψις τοῦ ἀτοπήματος προΰκει το σχήμασι μόνοις, ἀλλ' οὐχὶ πράγμασιν· ἐφωμάρτει γὰρ ἡ καταδίκη εὐθὺς, καὶ ὡς ἄφωνοι ἔχθύες οἱ συσχεθέντες ἀπήγοντο, μηδ' όλως δεξάμενοι τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὸ τὰ δοκοῦντά σφίσιν ἀπο- λογήσασθαι. ε΄. Αὐτὴ δὲ ἡ Πορφυρογέννητος σὺν τῷ ἀνδρὶ τῷ Καίσαρι τῷ μεγίστῳ ναῷ προσρύεται, βαρυμη νιώσαν κατ' αὐτῆς ἐκδιδράσκειν φάσκουσα μητρνιὰν καὶ τὸν ταύτης κάρταμον ἐραστήν. Οἶκτον οὖν οὐ τῷ παρ τριάρχῃ μόνον ἐμπεποιήκει καὶ τοῖς ὅσοι τῆς ἱερᾶς κιγκλίδος ἐντὸς, ἀλλὰ καὶ πλείστους τῶν ἐκ τοῦ ξύγκλυδος δήμου καὶ σύρφακος οὕτω κατέκαμψε καὶ μετέφερεν ὡς μικροῦ καὶ δακρυῤῥοεῖν ἐπ' αὐτῇ. Ενθεν τοι καὶ ταῖς τῶν πολλῶν ἀναθερμαν θεῖσα περιπαθείαις, ἐν τῷ μέρει δὲ καὶ αὐτὴ διαδό σεσι στατήρων χαλκέων πρὸς ἀποστασίαν τὸ πτω χεῦον πλῆθος ἐξαγριαίνουσα, τὰ τοῖς πρόσφυξιν ἡ δόξει βραβευόμενα ἔθιμα, καὶ προτεινομένης ἀμνη- στίας ὧν ἑάλω δρῶσα κακῶς οὐδ᾽ ἐπαΐειν ὅλως ήνείχετο, ἀλλ' ἀπῄτει παλινδικίαν τῶν ταύτης συνωμοτῶν καὶ ἄνεσιν τῶν καθείρξεων. Τον πρωτοσεβαστὸν τῆς τῶν κοινῶν ἔχεσθαι διοικήσεως οὐδαμῶς φέρουσα ἦν, ἀλλ' ἀποφλαυρίζουσα τουτονὶ πόδα ὑπερβάθμιον τείνειν ἔφασκε τοῖς οὐκ ἐφικτοῖς και κατολισθαίνειν εἰς πράξεις μηδαμῇ θεμιτάς, καὶ τὸ γένος οἱ ἐντεῦθεν ἐπιθολοῦν. Ὁδῷ δὲ προϊοῦτα καὶ τῶν βασιλείων ἀποσκορακισθῆναι τοῦτον ἐνέκειτο ἐξαιτοῦσα, καὶ οἷά τι παρεκφυὲν ζιζάνιον τὴν εὐγενοῦς ἀποσπασθῆναι φυταλιᾶς καὶ ζημιωθῆναι ὀλέθρῳ, συναναβαῖνον καὶ συμ- πνίγον ὡς σῖτον τὸν αὐτοκράτορα. Ἐν δὲ ἄντν- κρυς ὅριγνωμένη ἃ μὴ τελέεσθαι ἔμελλεν. Ὁ γὰρ ἀνὴρ οὗτος τοῖς ἀνακτορικοῖς θαλάμοις ὡς πολύπους ταῖς πέτραις καθάπαξ ἐμφὺς καὶ τὰς κοτυληδόνας κύκλῳ διαφεὶς οὐδ᾽ ὅλως μεταβαίνειν ἐκεῖθεν ἡβού λετο. Καὶ δήποτε του βασιλέως καὶ ἀδελφοῦ δι ηπειληκότος τῇ κασιγνήτῳ Καισαρίσσῃ τὴν ἐκ τοῦ νεὼ ἀφαίρεσιν καὶ κατάσπασιν, εἰ μὴ ἐκσταίη ἐκοῦσα τοῦ ἱεροῦ (βασιλέα δὲ λέγων τὰ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ φημ: [Ρ. 152] ἐπιτάγματα καὶ τῆς τοῦ βασιλέως μή τρός), τὸ ἑκοῦσα εἶναι μηδαμῶς προελθεῖν ἀντ ηπείλησεν. "Ενθεν τοι καὶ δεδοικυῖα μὴ συλληφθείη, ταῖς τε πύλαις τοῦ νεὼ ἐφίστησι φύλακας καὶ πά σας τὰς εἰσόδους διαλαμβάνει φρουραῖς, τὸν τῆς προσευχῆς οἶκον διασκευάζουσα πρὸς λῃστήριον ἢ NICETE CHONIATE ptimo primi jejuniorum opportunum fore putaret, facinus instruxit, et percussores subornavit, qui ferrum in ejus sanguine tingerent. Sed casu quodam eo consilio frustrata est. Nam insidiis paulo post deprehensis cæteri ad tribunal impera- tcris adducti sunt, ut sententia de eo scelere fer- retur; idque specie duntaxat, non revera. Statim enim condemnatio sequebatur; et illi ut muti pis- ces, non data defendendi sui potestate, in vincula abducebantur. rito ad maximum templum confugit, iratanı nover- cam et ejus acerrimum defensorem et amatorem se fugere vociferans. Non igitur patriarcha solum et collegium sacerdotum ejus sunt miserti, sed plebem quoque promiscuam, quæ eo confluxerat, ita commovit ut vix a lacrymis temperarent. Quo populi affectu freta, et paupere turba æreorum staterum largitione ad seditionem concitala, con- suetudinem supplicum contempsit ; et veniæ men- tionem, quæ ei offerebatur, audire nolens, postu- labat ut conjuratis carcere eductis denuo causa dictio daretur; neque ullo modo ferebat ut seba- stocrator rem publicam administraret: cum enin: limites transilire et in mullas res nefarias impin- gere et tenebras suis majoribus offundere quære- C batur. Nec his contenta ut palatio exigeretur, postulabat, et veluti ramum adulterinum ex nobili stirpe revelli et perdi ; qui si una adolesceret im- peratorem suffocaturus esset. Cæterum ea desidera- bat mulier quæ eventura non erant; nam vir im- peratricis thalamo ut polypus petris adhærens, ace. tabulis passim expansis, nequaquam inde sibi dis- cedendum putabat. Cæterum imperatore sorori Cæsarissæ comminato, nisi ultro templo excederet, vi abstractum iri (cum imperatorem dico, protose- basti et matris imperatoris edicta dico), illa so ultro excessuram pernegat ; ct verita ne comprehende- retur, custodes in portis collocat et omnes aditus munit, domo precationis in speluncam latronum aut castelluin munitissimum et inexpugnabile con- versa.Ita subinde progressa in delerius et res il- laudatas aggressa copias auxiliares conscribit, et templi ambitum castra facit. Nam et Italicos gla- diatores coegit, et magnanimos Iberes ex Oriente conscripsit, qui negotiandi causa in urbe erant ; et armatam Romanorum phalangem ascivit, con- temptis omnibue qui ad pacem hortabantur, nec ipsum patriarcham verita, qui acriter insta- bat, et graviter monebat quid agendum esset, et D TS 5. Ipsa vero Porphyrogenita cum Cesara ma- Β
ἤδη δὲ τῆς ἡμέρας ὑποκλινούσης αὐτοί τε οἱ μαχόμενοι καμόντες ἐνέδωκαν, καὶ τοῦ πατριάρχου στείλαντος εἰς τὴν δέσποιναν τὸν ἑαυτοῦ ὑπηρέτην, ὃς ἐκ τοῦ παραβάλλειν εἰς τὰ ἀρχεῖα καὶ διαπορθμεύειν τοῖς βασιλεῦσι τὰ βουλητέα καὶ τὰς ἀποκρίσεις ἐκεῖθεν αὖθις μεταφέρειν παλατῖνος ὠνόμασται, καὶ πρῶτα μὲν τὴν θείαν ἐπεμβριμησαμένου ταύτῃ ὀργὴν οὕτως ὀξυδερκοῦσαν καὶ καθορῶσαν ἀκαρῆ τὰ ὁπουδήποτε δρώμενα ἄθεσμα, ἔπειτα δὲ τὰς περὶ σπονδῶν τῆς καισαρίσσης διαμεμηνυκότος φωνάς, ἀφικνεῖται λυτὴρ τῶν διαφορῶν ὁ μέγας δοὺξ Ἀνδρόνικος ὁ Κοντοστέφανος, ὁ μέγας ἑταιρειάρχης Ἰωάννης ὁ Δούκας καὶ συχνοὶ ἕτεροι, τὸ γένος ἀριπρεπεῖς καὶ μεγίστοις περίβλεπτοι ἀξιώμασι. Καὶ τότε μὲν νυκτὶ μᾶλλον πεισθέντες ἢ ταῖς καταλλαγαῖς τεθαρρηκότες τὸν ἀγῶνα διέλυσαν, τῇ δ’ ὑστεραίᾳ καὶ αὖθις πρὸς πόλεμον διηρρένωντο.
Α βυσσοδομεύουσα. Αμέλει καὶ ὁποποιησαμένη τῶν πρὸς γένους ἐκείνῃ τινας, οπόσους δηλαδή τῷ 'Αν δρονίκῳ ᾔδει προστιθεμένους, φιλεχθροῦντας δὲ τῷ πρωτοσεβαστῷ (ἦσαν δ' οὗτοι ὁ Κομνηνός Αλέξιος, ὃς ἐκ νοθείας ἀπετέχθη τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, ὁ Λα- παρεας Ανδρόνικος, οἱ δύο τοῦ ᾿Ανδρονίκου υἱοὶ δ τε Ἰωάννης καὶ ὁ Μανουὴλ, ὁ τῆς πόλεως ἔπαρχος Ἰωάννης ὁ Καματηρὸς καὶ συχνοί ἕτεροι), καὶ διὰ συνωμοσίας τὴν μὲν ἐς τὸν ἀδελφὸν καὶ βασιλέα πίστιν κρατυναμένη, τὸν δὲ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ κυ ρώσασα θάνατον, ἐκαιροφυλάκει τὴν τούτου καθαίρεσιν. Εὔκαιρον δὲ πρὸς τὴν μελετωμένην πράξιν εὐρηκέναι καιρὸν οἰηθεῖσα τὴν εἰς τὴν Βαθὺν Ῥύακα μετὰ τοῦ βασιλέως ἐξέλευσιν τοῦ πρωτοσεβαστοῦ ἐπὶ τῷ τελεσθῆναι τὰ ὅσια Θεοδώρῳ τῷ χριστομάρτυρι κατὰ τὴν ἐβδόμην τῆς πρώτη τῶν νηστειῶν, τὴν μὲν ἐγχείρησιν ἡτοιμάσατο καὶ τοὺς σφαγέας τοῦ ἀντιπάλου ἐπήγετο τὸ φονουργὸν παραγυμνοῦντας σιδήριον, ἐκ δέ τινος περιπετείας τοῦ οἰκείου ἐκκρούεται σκέμματος. Καὶ τῆς βουλῆς ὁμοῦ καὶ τῆς ἐπιβουλῆς μικρῷ ὕστερον φωραθείσης τοὺς μὲν λοιποὺς τοῦ συστρέμματος είχε βῆμα βασιλικὸν, καὶ σκέ ψις τοῦ ἀτοπήματος προΰκει το σχήμασι μόνοις, ἀλλ' οὐχὶ πράγμασιν· ἐφωμάρτει γὰρ ἡ καταδίκη εὐθὺς, καὶ ὡς ἄφωνοι ἔχθύες οἱ συσχεθέντες ἀπήγοντο, μηδ' όλως δεξάμενοι τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὸ τὰ δοκοῦντά σφίσιν ἀπο- λογήσασθαι. ε΄. Αὐτὴ δὲ ἡ Πορφυρογέννητος σὺν τῷ ἀνδρὶ τῷ Καίσαρι τῷ μεγίστῳ ναῷ προσρύεται, βαρυμη νιώσαν κατ' αὐτῆς ἐκδιδράσκειν φάσκουσα μητρνιὰν καὶ τὸν ταύτης κάρταμον ἐραστήν. Οἶκτον οὖν οὐ τῷ παρ τριάρχῃ μόνον ἐμπεποιήκει καὶ τοῖς ὅσοι τῆς ἱερᾶς κιγκλίδος ἐντὸς, ἀλλὰ καὶ πλείστους τῶν ἐκ τοῦ ξύγκλυδος δήμου καὶ σύρφακος οὕτω κατέκαμψε καὶ μετέφερεν ὡς μικροῦ καὶ δακρυῤῥοεῖν ἐπ' αὐτῇ. Ενθεν τοι καὶ ταῖς τῶν πολλῶν ἀναθερμαν θεῖσα περιπαθείαις, ἐν τῷ μέρει δὲ καὶ αὐτὴ διαδό σεσι στατήρων χαλκέων πρὸς ἀποστασίαν τὸ πτω χεῦον πλῆθος ἐξαγριαίνουσα, τὰ τοῖς πρόσφυξιν ἡ δόξει βραβευόμενα ἔθιμα, καὶ προτεινομένης ἀμνη- στίας ὧν ἑάλω δρῶσα κακῶς οὐδ᾽ ἐπαΐειν ὅλως ήνείχετο, ἀλλ' ἀπῄτει παλινδικίαν τῶν ταύτης συνωμοτῶν καὶ ἄνεσιν τῶν καθείρξεων. Τον πρωτοσεβαστὸν τῆς τῶν κοινῶν ἔχεσθαι διοικήσεως οὐδαμῶς φέρουσα ἦν, ἀλλ' ἀποφλαυρίζουσα τουτονὶ πόδα ὑπερβάθμιον τείνειν ἔφασκε τοῖς οὐκ ἐφικτοῖς και κατολισθαίνειν εἰς πράξεις μηδαμῇ θεμιτάς, καὶ τὸ γένος οἱ ἐντεῦθεν ἐπιθολοῦν. Ὁδῷ δὲ προϊοῦτα καὶ τῶν βασιλείων ἀποσκορακισθῆναι τοῦτον ἐνέκειτο ἐξαιτοῦσα, καὶ οἷά τι παρεκφυὲν ζιζάνιον τὴν εὐγενοῦς ἀποσπασθῆναι φυταλιᾶς καὶ ζημιωθῆναι ὀλέθρῳ, συναναβαῖνον καὶ συμ- πνίγον ὡς σῖτον τὸν αὐτοκράτορα. Ἐν δὲ ἄντν- κρυς ὅριγνωμένη ἃ μὴ τελέεσθαι ἔμελλεν. Ὁ γὰρ ἀνὴρ οὗτος τοῖς ἀνακτορικοῖς θαλάμοις ὡς πολύπους ταῖς πέτραις καθάπαξ ἐμφὺς καὶ τὰς κοτυληδόνας κύκλῳ διαφεὶς οὐδ᾽ ὅλως μεταβαίνειν ἐκεῖθεν ἡβού λετο. Καὶ δήποτε του βασιλέως καὶ ἀδελφοῦ δι ηπειληκότος τῇ κασιγνήτῳ Καισαρίσσῃ τὴν ἐκ τοῦ νεὼ ἀφαίρεσιν καὶ κατάσπασιν, εἰ μὴ ἐκσταίη ἐκοῦσα τοῦ ἱεροῦ (βασιλέα δὲ λέγων τὰ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ φημ: [Ρ. 152] ἐπιτάγματα καὶ τῆς τοῦ βασιλέως μή τρός), τὸ ἑκοῦσα εἶναι μηδαμῶς προελθεῖν ἀντ ηπείλησεν. "Ενθεν τοι καὶ δεδοικυῖα μὴ συλληφθείη, ταῖς τε πύλαις τοῦ νεὼ ἐφίστησι φύλακας καὶ πά σας τὰς εἰσόδους διαλαμβάνει φρουραῖς, τὸν τῆς προσευχῆς οἶκον διασκευάζουσα πρὸς λῃστήριον ἢ NICETE CHONIATE ptimo primi jejuniorum opportunum fore putaret, facinus instruxit, et percussores subornavit, qui ferrum in ejus sanguine tingerent. Sed casu quodam eo consilio frustrata est. Nam insidiis paulo post deprehensis cæteri ad tribunal impera- tcris adducti sunt, ut sententia de eo scelere fer- retur; idque specie duntaxat, non revera. Statim enim condemnatio sequebatur; et illi ut muti pis- ces, non data defendendi sui potestate, in vincula abducebantur. rito ad maximum templum confugit, iratanı nover- cam et ejus acerrimum defensorem et amatorem se fugere vociferans. Non igitur patriarcha solum et collegium sacerdotum ejus sunt miserti, sed plebem quoque promiscuam, quæ eo confluxerat, ita commovit ut vix a lacrymis temperarent. Quo populi affectu freta, et paupere turba æreorum staterum largitione ad seditionem concitala, con- suetudinem supplicum contempsit ; et veniæ men- tionem, quæ ei offerebatur, audire nolens, postu- labat ut conjuratis carcere eductis denuo causa dictio daretur; neque ullo modo ferebat ut seba- stocrator rem publicam administraret: cum enin: limites transilire et in mullas res nefarias impin- gere et tenebras suis majoribus offundere quære- C batur. Nec his contenta ut palatio exigeretur, postulabat, et veluti ramum adulterinum ex nobili stirpe revelli et perdi ; qui si una adolesceret im- peratorem suffocaturus esset. Cæterum ea desidera- bat mulier quæ eventura non erant; nam vir im- peratricis thalamo ut polypus petris adhærens, ace. tabulis passim expansis, nequaquam inde sibi dis- cedendum putabat. Cæterum imperatore sorori Cæsarissæ comminato, nisi ultro templo excederet, vi abstractum iri (cum imperatorem dico, protose- basti et matris imperatoris edicta dico), illa so ultro excessuram pernegat ; ct verita ne comprehende- retur, custodes in portis collocat et omnes aditus munit, domo precationis in speluncam latronum aut castelluin munitissimum et inexpugnabile con- versa.Ita subinde progressa in delerius et res il- laudatas aggressa copias auxiliares conscribit, et templi ambitum castra facit. Nam et Italicos gla- diatores coegit, et magnanimos Iberes ex Oriente conscripsit, qui negotiandi causa in urbe erant ; et armatam Romanorum phalangem ascivit, con- temptis omnibue qui ad pacem hortabantur, nec ipsum patriarcham verita, qui acriter insta- bat, et graviter monebat quid agendum esset, et D TS 5. Ipsa vero Porphyrogenita cum Cesara ma- Β
τῶν δ’ αὐτῶν καὶ πάλιν παραγενομένων ἀνδρῶν καὶ πίστεις δόντων τῇ καισαρίσσῃ καὶ τῷ ταύτης ἀνδρὶ καὶ ὅρκοις κρατυναμένων αὐτὰς καὶ πληροφορίαν παρασχομένων ὡς οὐκ ἄν τι πάθοιεν ἀηδές, οὔτε μὴν ἀφαιρεθεῖεν τὴν οἰκείαν ἐπιτιμίαν πρὸς τοῦ ἀδελφοῦ καὶ βασιλέως ἢ τῆς μητρυιᾶς δεσποίνης ἢ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ Ἀλεξίου, ἀλλὰ δὴ καὶ ἀμνηστίας κακοῦ δωρηθείσης οἵπερ αὐτοῖς προσεχώρησαν καὶ εἰς συμμάχους ἐνεγράφησαν, οὕτω δὴ τῆς δευτέρας ἀπέσχοντο συμπλοκῆς. καὶ οἱ μὲν ἀπῄεσαν εὐθὺς μετὰ τὴν τῶν ὅρκων καὶ τῶν σπονδῶν ἐκπεράτωσιν, νυκτὸς δ’ ἐπιστάσης ὁ καῖσαρ καὶ ἡ τούτου ξύνευνος ἐξίασι τοῦ νεὼ καὶ ἀφικνοῦνται πρὸς τὸ μέγα παλάτιον, καθ’ ὃ τότε οἱ κρατοῦντες διέτριβον. Τοιοῦτο μὲν οὖν τὰ κατὰ τὸν καίσαρα πέρας εἰλήφασι καὶ δι’ αἰτίας ταύτας ὁ δυσκλεὴς ἐκεῖνος ξυνέστη πόλεμος καὶ τὴν θείαν ἐπισπάσας καθ’ ἡμῶν κίνησιν δι’ ὅσα κατὰ τὸ ἱερὸν ἐπισυνέβησαν ἄθεσμα.
Α βυσσοδομεύουσα. Αμέλει καὶ ὁποποιησαμένη τῶν πρὸς γένους ἐκείνῃ τινας, οπόσους δηλαδή τῷ 'Αν δρονίκῳ ᾔδει προστιθεμένους, φιλεχθροῦντας δὲ τῷ πρωτοσεβαστῷ (ἦσαν δ' οὗτοι ὁ Κομνηνός Αλέξιος, ὃς ἐκ νοθείας ἀπετέχθη τῷ βασιλεῖ Μανουήλ, ὁ Λα- παρεας Ανδρόνικος, οἱ δύο τοῦ ᾿Ανδρονίκου υἱοὶ δ τε Ἰωάννης καὶ ὁ Μανουὴλ, ὁ τῆς πόλεως ἔπαρχος Ἰωάννης ὁ Καματηρὸς καὶ συχνοί ἕτεροι), καὶ διὰ συνωμοσίας τὴν μὲν ἐς τὸν ἀδελφὸν καὶ βασιλέα πίστιν κρατυναμένη, τὸν δὲ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ κυ ρώσασα θάνατον, ἐκαιροφυλάκει τὴν τούτου καθαίρεσιν. Εὔκαιρον δὲ πρὸς τὴν μελετωμένην πράξιν εὐρηκέναι καιρὸν οἰηθεῖσα τὴν εἰς τὴν Βαθὺν Ῥύακα μετὰ τοῦ βασιλέως ἐξέλευσιν τοῦ πρωτοσεβαστοῦ ἐπὶ τῷ τελεσθῆναι τὰ ὅσια Θεοδώρῳ τῷ χριστομάρτυρι κατὰ τὴν ἐβδόμην τῆς πρώτη τῶν νηστειῶν, τὴν μὲν ἐγχείρησιν ἡτοιμάσατο καὶ τοὺς σφαγέας τοῦ ἀντιπάλου ἐπήγετο τὸ φονουργὸν παραγυμνοῦντας σιδήριον, ἐκ δέ τινος περιπετείας τοῦ οἰκείου ἐκκρούεται σκέμματος. Καὶ τῆς βουλῆς ὁμοῦ καὶ τῆς ἐπιβουλῆς μικρῷ ὕστερον φωραθείσης τοὺς μὲν λοιποὺς τοῦ συστρέμματος είχε βῆμα βασιλικὸν, καὶ σκέ ψις τοῦ ἀτοπήματος προΰκει το σχήμασι μόνοις, ἀλλ' οὐχὶ πράγμασιν· ἐφωμάρτει γὰρ ἡ καταδίκη εὐθὺς, καὶ ὡς ἄφωνοι ἔχθύες οἱ συσχεθέντες ἀπήγοντο, μηδ' όλως δεξάμενοι τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὸ τὰ δοκοῦντά σφίσιν ἀπο- λογήσασθαι. ε΄. Αὐτὴ δὲ ἡ Πορφυρογέννητος σὺν τῷ ἀνδρὶ τῷ Καίσαρι τῷ μεγίστῳ ναῷ προσρύεται, βαρυμη νιώσαν κατ' αὐτῆς ἐκδιδράσκειν φάσκουσα μητρνιὰν καὶ τὸν ταύτης κάρταμον ἐραστήν. Οἶκτον οὖν οὐ τῷ παρ τριάρχῃ μόνον ἐμπεποιήκει καὶ τοῖς ὅσοι τῆς ἱερᾶς κιγκλίδος ἐντὸς, ἀλλὰ καὶ πλείστους τῶν ἐκ τοῦ ξύγκλυδος δήμου καὶ σύρφακος οὕτω κατέκαμψε καὶ μετέφερεν ὡς μικροῦ καὶ δακρυῤῥοεῖν ἐπ' αὐτῇ. Ενθεν τοι καὶ ταῖς τῶν πολλῶν ἀναθερμαν θεῖσα περιπαθείαις, ἐν τῷ μέρει δὲ καὶ αὐτὴ διαδό σεσι στατήρων χαλκέων πρὸς ἀποστασίαν τὸ πτω χεῦον πλῆθος ἐξαγριαίνουσα, τὰ τοῖς πρόσφυξιν ἡ δόξει βραβευόμενα ἔθιμα, καὶ προτεινομένης ἀμνη- στίας ὧν ἑάλω δρῶσα κακῶς οὐδ᾽ ἐπαΐειν ὅλως ήνείχετο, ἀλλ' ἀπῄτει παλινδικίαν τῶν ταύτης συνωμοτῶν καὶ ἄνεσιν τῶν καθείρξεων. Τον πρωτοσεβαστὸν τῆς τῶν κοινῶν ἔχεσθαι διοικήσεως οὐδαμῶς φέρουσα ἦν, ἀλλ' ἀποφλαυρίζουσα τουτονὶ πόδα ὑπερβάθμιον τείνειν ἔφασκε τοῖς οὐκ ἐφικτοῖς και κατολισθαίνειν εἰς πράξεις μηδαμῇ θεμιτάς, καὶ τὸ γένος οἱ ἐντεῦθεν ἐπιθολοῦν. Ὁδῷ δὲ προϊοῦτα καὶ τῶν βασιλείων ἀποσκορακισθῆναι τοῦτον ἐνέκειτο ἐξαιτοῦσα, καὶ οἷά τι παρεκφυὲν ζιζάνιον τὴν εὐγενοῦς ἀποσπασθῆναι φυταλιᾶς καὶ ζημιωθῆναι ὀλέθρῳ, συναναβαῖνον καὶ συμ- πνίγον ὡς σῖτον τὸν αὐτοκράτορα. Ἐν δὲ ἄντν- κρυς ὅριγνωμένη ἃ μὴ τελέεσθαι ἔμελλεν. Ὁ γὰρ ἀνὴρ οὗτος τοῖς ἀνακτορικοῖς θαλάμοις ὡς πολύπους ταῖς πέτραις καθάπαξ ἐμφὺς καὶ τὰς κοτυληδόνας κύκλῳ διαφεὶς οὐδ᾽ ὅλως μεταβαίνειν ἐκεῖθεν ἡβού λετο. Καὶ δήποτε του βασιλέως καὶ ἀδελφοῦ δι ηπειληκότος τῇ κασιγνήτῳ Καισαρίσσῃ τὴν ἐκ τοῦ νεὼ ἀφαίρεσιν καὶ κατάσπασιν, εἰ μὴ ἐκσταίη ἐκοῦσα τοῦ ἱεροῦ (βασιλέα δὲ λέγων τὰ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ φημ: [Ρ. 152] ἐπιτάγματα καὶ τῆς τοῦ βασιλέως μή τρός), τὸ ἑκοῦσα εἶναι μηδαμῶς προελθεῖν ἀντ ηπείλησεν. "Ενθεν τοι καὶ δεδοικυῖα μὴ συλληφθείη, ταῖς τε πύλαις τοῦ νεὼ ἐφίστησι φύλακας καὶ πά σας τὰς εἰσόδους διαλαμβάνει φρουραῖς, τὸν τῆς προσευχῆς οἶκον διασκευάζουσα πρὸς λῃστήριον ἢ NICETE CHONIATE ptimo primi jejuniorum opportunum fore putaret, facinus instruxit, et percussores subornavit, qui ferrum in ejus sanguine tingerent. Sed casu quodam eo consilio frustrata est. Nam insidiis paulo post deprehensis cæteri ad tribunal impera- tcris adducti sunt, ut sententia de eo scelere fer- retur; idque specie duntaxat, non revera. Statim enim condemnatio sequebatur; et illi ut muti pis- ces, non data defendendi sui potestate, in vincula abducebantur. rito ad maximum templum confugit, iratanı nover- cam et ejus acerrimum defensorem et amatorem se fugere vociferans. Non igitur patriarcha solum et collegium sacerdotum ejus sunt miserti, sed plebem quoque promiscuam, quæ eo confluxerat, ita commovit ut vix a lacrymis temperarent. Quo populi affectu freta, et paupere turba æreorum staterum largitione ad seditionem concitala, con- suetudinem supplicum contempsit ; et veniæ men- tionem, quæ ei offerebatur, audire nolens, postu- labat ut conjuratis carcere eductis denuo causa dictio daretur; neque ullo modo ferebat ut seba- stocrator rem publicam administraret: cum enin: limites transilire et in mullas res nefarias impin- gere et tenebras suis majoribus offundere quære- C batur. Nec his contenta ut palatio exigeretur, postulabat, et veluti ramum adulterinum ex nobili stirpe revelli et perdi ; qui si una adolesceret im- peratorem suffocaturus esset. Cæterum ea desidera- bat mulier quæ eventura non erant; nam vir im- peratricis thalamo ut polypus petris adhærens, ace. tabulis passim expansis, nequaquam inde sibi dis- cedendum putabat. Cæterum imperatore sorori Cæsarissæ comminato, nisi ultro templo excederet, vi abstractum iri (cum imperatorem dico, protose- basti et matris imperatoris edicta dico), illa so ultro excessuram pernegat ; ct verita ne comprehende- retur, custodes in portis collocat et omnes aditus munit, domo precationis in speluncam latronum aut castelluin munitissimum et inexpugnabile con- versa.Ita subinde progressa in delerius et res il- laudatas aggressa copias auxiliares conscribit, et templi ambitum castra facit. Nam et Italicos gla- diatores coegit, et magnanimos Iberes ex Oriente conscripsit, qui negotiandi causa in urbe erant ; et armatam Romanorum phalangem ascivit, con- temptis omnibue qui ad pacem hortabantur, nec ipsum patriarcham verita, qui acriter insta- bat, et graviter monebat quid agendum esset, et D TS 5. Ipsa vero Porphyrogenita cum Cesara ma- Β
PG 139:585οὔτε γὰρ τὴν προσρυεῖσαν καισάρισσαν ἀφίημι τοῦ ἐγκλήματος εἰς ἀτάσθαλα ἔργα ῥέψασαν καὶ διακυκήσασαν τὸ πολίτευμα, καί γε τοὺς μὴ καθυφέντας βραχὺ πρὸς τὰ τῆς δεομένης ταυτησὶ ῥήματα, τὴν δ’ οὐκ ἀγαθὴν ἔριν ἀνελομένους καὶ τὸν τῆς προσευχῆς οἶκον ἐντεῦθεν φονίου πλήσαντας αἵματος εἴπῃ ἄν τις ἐνόχους παρανομήματος. εἰ γὰρ ὁ τῶν Ῥωμαίων στρατηγὸς Τῖτος, ὁ πάλαι τῇ Ἱερουσαλὴμ βαλὼν χάρακα, τοσοῦτον ἐφείδετο τοῦ Σολομωντείου νεὼ καὶ οὕτω τοῦ ἐκεῖνον ἐξείχετο σώζεσθαι, ὡς ἑλέσθαι βάλλεσθαι μᾶλλον ὑπὸ τοῦ ἐκεῖθεν ἐκπηδῶντος Ἰουδαϊκοῦ τάγματος καὶ κακῶς πάσχειν τὸ οἰκεῖον στράτευμα ἢ γοῦν τι θεομισὲς ἐπὶ τῷ πολυτελεῖ ἐκείνῳ καὶ θαυμασίῳ ἔργῳ βουλεύσασθαι, ἀνὴρ καὶ ταῦτα μὴ εἰδὼς θεόν, οὗ τὸ τέμενος ὑπεστέλλετο, ἀλλὰ θεοῖς ἀπονέμων σέβας κακῶς, οἳ τὸν οὐρανὸν οὐκ ἐποίησαν, ποίαν οὐκ ἂν ἔδει τιμὴν θεοσεβοῦντας ἀπονεῖμαι Χριστιανοὺς τῷ καλλίστῳ τῷδε καὶ θείῳ ναῷ, ὅνπερ ἀτεχνῶς θεοῦ χεῖρες ἠρχιτεκτόνησαν καὶ ὕστατον καὶ πρῶτον ἐκαλλιτέχνησαν ἔργον ἀμίμητον καὶ ἄντικρυς ἐπὶ γῆς οὐράνιον σφαίρωμα.
φρούριον ἐχυρὸν καὶ ἀπότομον, δυσάλωτον τοῖς προσβάλλουσιν. Αεὶ δ᾽ ἐπεκτεινομένη τοῖς χείροσι καὶ προβαίνουσα τοῖς οὐκ ἐπαινετέοις, καὶ ξυμμα χικὸν τάγμα ξενολογεῖ καὶ τίθησι στρατόπεδον τὸν θεῖον περίβολον. Καὶ Ἰταλιώτας γὰρ συναγήσχεν ὁπλομάχους, καὶ μεγαθύμους έψους ἑστρατολόγησεν Ίβηρας κατ' ἐμπορίαν τῇ πόλει περιβαλόντας, καὶ Ῥωμαίων ὁπλιτεύουσαν ἐπεσπάσατο φάλαγγα, ἐμ- παζομένη μηδενὸς τὰ πρὸς εἰρήνην αὐτῇ κατεπά- δοντος, μητ' αὐτὸν τὸν πατριάρχην ὑποστελλομένη ἐμβριθῶς ἐγκείμενον καὶ μάλα πρακτικῶς ὑποτι θέμενον τὸ πρακτέον, πολλάκις δὲ καὶ πρὸς ὀργὴν ἐπιπλήττοντα. Καὶ ξύμπαν μὲν οὖν ἑτέρας πόλεως τὸ λαῶδες πλῆθος ἀλογία χαίρει καὶ τὴν ἐπί τι ροπὴν δυσ μαχώτατόν ἐστι· τὸ δὲ τῆς Κωνσταντίνου ἀγοραῖον φιλοταραχώτατον μάλιστα, προπετείᾳ χαῖρον καὶ σχολιάζον ταῖς ὁδοῖς, ὅσῳ καὶ ἐκ διαφόρων πολιτεύεται γενῶν καὶ τῇ τῶν τεχνῶν ποικιλίᾳ συμμεταποιοῦται, ὡς εἴπῃ τις, τὸ φρονεῖν. Ἐπειδὴ δὲ ἀεὶ τὰ χείρω εἴωθε καὶ ἐν πολλοῖς ὄμφαξε μίαν ῥᾶγα πεπανθεῖσαν μόλις εὑρήσει τις, διὰ τοῦτο οὔτε σὺν λόγῳ τὸ τοῦ πολιτεύματος ἀγοραῖον ἐφ᾽ ὁτιοῦν χωρεῖ οὔτε μετὰ προθυμίας ἐφίσταται οἷς ἐφορμήσειεν οὐ προσή κόντως, ἀλλ' ὅπη μὲν πρὸς στάσιν καὶ φήμῃ μόνῃ μεθαρμοζόμενον πυρός ἐστι δραστικώτερον, χορεύον οἷον κατὰ ξιφῶν καὶ προβλῆσι καὶ κύμασι κωφοῖς ἀνθιστάμενον, ὅπη δὲ κατεπτηχὸς ὡς ψοφοδεὲς καὶ τὸν αὐχένα παντὶ τῷ βουλομένῳ παρέχει πατεῖν. Εἰκότως οὖν ὡς ἀστασίαν ἤθους νοσοῦν καὶ παλιμβολώτατον διαβέβληται. Οὔτε οὖν ἑαυτοῖς ποτε τὰ κάλλιστα πεφώρανται πράξαντες οἱ τῆς Κωνσταντίνου συγκλυδες ὄχλοι, οὔθ᾽ ἑτέροις εἰσηγουμένοις τὰ κοινωφελῆ καὶ σωτήρια ἐπειθαρ χησαν, ἀεὶ δὲ ταναντία ταῖς εὐδαιμονούσαις παρακαθιστάντες πόλεσιν, ὅσα γῆ καὶ θάλασσα τούτοις δωροφορεῖ, ἐπ' ἀνηνύτοις εἰς ἑτέρας πόλεις ἀλλοεθνῶν διαφέρουσι καὶ μεταγγίζουσι. Τὸ δὲ πρὸς τοὺς κρατοῦντας ἀδιάφορον ὡς ἔμφυτον αὐτοῖς κακὸν συντετήρηται· ὃν γὰρ ὡς ἐννόμως σήμερον ἐξαίρουσιν ἄρχοντα, τοῦτον ὡς κακοεργὸν ἐς νέωτα διασύρουσι, τοῦτό τε κἀκεῖνο παριστῶντες μὴ σὺν λόγῳ ποιεῖν, ἀνεπιστημοσύνῃ τοῦ κρείττονος καὶ τῷ εὐριπίστῳ τοῦ φρονήματος. ἀθροιζομένους καὶ ἀγειρομένους κατὰ συστήματα, οἱ καὶ πρῶτα μὲν ἠλευθεροστόμουν, τὴν μὲν πορτ φυρογέννητον Μαρίαν δῆθεν οἰκτείροντες ὡς παρ αξίαν πάσχουσαν, τοῦ δὲ πρωτοσεβαστοῦ καταβο- ώμενοι ὡς μὴ σὺν λόγῳ εὐπραγοῦντος μηδ᾿ ὡς χρὴ τῇ τύχῃ χρωμένου. Καὶ κατὰ τῆς τοῦ βασιλέως Αγανάκτουν μητρός. Κατὰ μικρὸν δὲ προϊόντες καὶ εἰς στασιασμὸν ἀνεῤῥώγεσαν, και τις [Ρ. 152] τῶν ἱερέων ἔκτυπον τοῦ Χριστοῦ ἐπ' ἀγορᾶς ἐνεγκών καὶ ἄλλος ἄρας σταυρὸν ἐπωμάδιον καὶ ἕτερος στ μαίαν ἱερὰν ἀνεμώτας ως γλάγος μυίας τοὺς στα σιαστὰς ἐπεσπάσαντο. Καὶ ὥσπερ ὑφ᾽ ἑνὶ συνθήματι κινηθέντες τὸν μὲν βασιλέα εὐφήμοις ἐδεξιοῦντο φως ναῖς, τοῦτο δὲ τὸ τῶν ἐς νεώτερα χωρούντων ἔργα τεκμήριον, ἐκ καλλίστης καταρχομένων ἀρχῆς, τὰ ; μέντοι τελευταῖα βλεπόντων εἰς ἐπανάστασιν, τὸν δὲ πρωτοσεβαστὸν καὶ τὴν δέσποιναν καθυπέβαλλον ἀναθέματι. Οὐκ ἐς αὐτὸ δὲ μόνον ἔδρων ἀθροιζόμε. νοι ταῦτα τὸ Μίλιον, ἀλλὰ καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν τῆς λαμπρᾶς ἱπποδρομίας σφενδόνην παραγενόμενοι καὶ ἀφορῶντες εἰς τὰ ἀνάκτορα τὰ οὕτως ἀπρεπῆ διε πράττοντο. Καὶ τοῦτο ἐφ' ἡμέρας συχνάς γινόμενον ἐξεκύμαινε τὸν δῆμον καὶ εἰς στάσιν ἀνέφλεγε. Καὶ εἰς αὐθάδειαν οἱ πολλοὶ τραχυνόμενοι οἴκους λαμ- ALEXIUS MANUELIS FILIUS. B A saepe etiam iracunde objurgabat. Eat profecto more bus hic omnium civitatum, ut plebs sit temeraria et magno impetu feratur. Sed Cpoli turba circum- foranea omnium turbulentissima est, et rectis con- siliis eo minus gaudet quo ex pluribus gentibus constat, et artium varietate quodammodo ingenia mutat. Et quia pejora vincere solent et in multis immaturis uvis vix unus maturus acinus reperitur, neque consilio quidquam aggreditur, neque æquo animo ab inhonestis conatibus desistit; et inter- dum fama tantum seditionis impulsa, igni magis exaestuat, in enses, in præcipitia, in marinos sco- pulos ceco furore ruit. Contra, cum perterrita est, ad quemvis strepitum expavescit, cuivis collum calcandum præbet. Recte igitur inconstantiæ et temeritatis nomine reprehenditur. Nam colluvies illa populi neque ipsa sibi recte consulere, neque aliis bene præcipientibus auscultare solet ; et contra fortunatarum urbium consuetudinem, quidquid terra marique importatur, nullo cum fructu ia peregrinas urbes effundit. Levitas vero et perfidia erga imperatores natura eis insita est. Quem enim hodie ut legitimum magistratum ex- tollunt, eum pcrendie pro malefico traducunt. Unde satis apparet eos nihil cum ratione agere, sed te- meritate quadam et levitate ingenii. PATROL. GR. CXXXIX. riari; ac primum Mariam miserari, quod alia for- tuna esset quam ejus dignitas postularct ; et in protosebastum vociferari, quod præter meritum felix fortuna abuteretur; imperatoris etiam matri succensere, ac paulatim in seditionem erumpere. Et quidam sacerdos Christi imagine in forum allata, alter cruce in tergum sublata, alius sacro vexillo arrepto, seditiosos attraxerunt ut Cæcias nubes, ut velut ex composito omnes imperatorem lauda- rent, et qui seditiosorum mos est, a bono principio ad malum finem delapsi, protoscbastum et dominam exsecrarentur. Hoc non in Milio duntaxat fecerunt, sed nec in circo equestri, palatium intuen- tes, a tanta fœditate abhorruerunt. Quod diebus compluribus continuatum populum ad seditionem concitatavit. Proinde vulgus, omni metu posito, splen- didissimas ædes eorum quos protosebasto et do- minæ in priunis charos esse norant diripuit et diruit ; inter quas insignis domus Theodori Pan- techni,præfecti urbis, domestici secretarii et pro- toris, destructa est. Ac ipse quidem fuga salutem quæsit ; sed instrumento omni direpto, ncc publi cis commentariis, quibus jura civitatis a veteribus descripta imperatoribus con descripta imperatoribus con ebantur, abstinue- 5. Ην οὖν τηνικαῦτα ὁρᾶν καὶ κατὰ συλλόγους ( 6. Tum igitur in manipulos et cohortes centu-
Κατὰ δὲ τοῦ πατριάρχου Θεοδοσίου βαρύμηνις ὢν ὁ πρωτοσεβαστὸς ὡς τοῖς αὐτοῦ βουλήμασιν ἀνθισταμένου λαμπρῶς καὶ τὰς οἰκείας ἐφέσεις ἐγκόπτοντος καὶ πρότερον μὲν κατ’ αὐτοῦ πολλοὺς τῶν ἀρχιερέων ἐπισυνέστησε χρυσίῳ καὶ συμποσίῳ διαφθείρας καὶ καθαιρέσει τοῦτον καὶ ἀπόντα ὑπέβαλεν ὡς δῆθεν τῇ καισαρίσσῃ κατὰ τοῦ βασιλέως ἐπαναστάσῃ προσθέμενον καὶ ὡς ἀφ’ ὁρμητηρίου τοῦ ἱεροῦ στασιοκοπεῖν αὐτῇ μεθ’ ὅπλων ἐνδόντα καὶ νεωτεροποιεῖν ἀφρόνως καὶ ἀλογίστως· τάχα δ’ ἂν καὶ τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου ἀτίμως τηνικαῦτα κατέσπασεν, εἴπερ ἡ καισάρισσα μὴ ἀμφοτέραις προσίστατο, τῷ μὲν πρωτοσεβαστῷ μὴ χώραν διδοῦσα τὸν πατριάρχην καταγαγεῖν καὶ ἀντεισαγαγεῖν ἕτερον, αὐτὸν δὲ τὸν ἱερώτατον ἄνδρα ἐπιμελῶς φρουροῦσα, μήπως ὑποχωρήσας ἑαυτὸν μὲν ἀπαλλάξῃ πραγμάτων ἐν τῷ καθ’ ἡσυχίαν ζῆν εἰς ἣν ἐδομήσατο μονὴν κατὰ τὴν νῆσον τὴν Τερέβινθον, ἑαυτῇ δὲ ἀπωλείας φανεῖται πρόξενος εὐθὺς ἐκ τοῦ ναοῦ ἁρπαγησομένῃ καὶ πεισομένῃ τὰ χείριστα. τότε δὲ καιρὸν εὑρὼν τῷ θυμῷ χαρίσασθαι τῶν ἱερῶν ἀρχείων ἀπελαύνει τὸν ὅσιον καὶ τῇ τοῦ Παντεπόπτου περιορίζει μονῇ.
φρούριον ἐχυρὸν καὶ ἀπότομον, δυσάλωτον τοῖς προσβάλλουσιν. Αεὶ δ᾽ ἐπεκτεινομένη τοῖς χείροσι καὶ προβαίνουσα τοῖς οὐκ ἐπαινετέοις, καὶ ξυμμα χικὸν τάγμα ξενολογεῖ καὶ τίθησι στρατόπεδον τὸν θεῖον περίβολον. Καὶ Ἰταλιώτας γὰρ συναγήσχεν ὁπλομάχους, καὶ μεγαθύμους έψους ἑστρατολόγησεν Ίβηρας κατ' ἐμπορίαν τῇ πόλει περιβαλόντας, καὶ Ῥωμαίων ὁπλιτεύουσαν ἐπεσπάσατο φάλαγγα, ἐμ- παζομένη μηδενὸς τὰ πρὸς εἰρήνην αὐτῇ κατεπά- δοντος, μητ' αὐτὸν τὸν πατριάρχην ὑποστελλομένη ἐμβριθῶς ἐγκείμενον καὶ μάλα πρακτικῶς ὑποτι θέμενον τὸ πρακτέον, πολλάκις δὲ καὶ πρὸς ὀργὴν ἐπιπλήττοντα. Καὶ ξύμπαν μὲν οὖν ἑτέρας πόλεως τὸ λαῶδες πλῆθος ἀλογία χαίρει καὶ τὴν ἐπί τι ροπὴν δυσ μαχώτατόν ἐστι· τὸ δὲ τῆς Κωνσταντίνου ἀγοραῖον φιλοταραχώτατον μάλιστα, προπετείᾳ χαῖρον καὶ σχολιάζον ταῖς ὁδοῖς, ὅσῳ καὶ ἐκ διαφόρων πολιτεύεται γενῶν καὶ τῇ τῶν τεχνῶν ποικιλίᾳ συμμεταποιοῦται, ὡς εἴπῃ τις, τὸ φρονεῖν. Ἐπειδὴ δὲ ἀεὶ τὰ χείρω εἴωθε καὶ ἐν πολλοῖς ὄμφαξε μίαν ῥᾶγα πεπανθεῖσαν μόλις εὑρήσει τις, διὰ τοῦτο οὔτε σὺν λόγῳ τὸ τοῦ πολιτεύματος ἀγοραῖον ἐφ᾽ ὁτιοῦν χωρεῖ οὔτε μετὰ προθυμίας ἐφίσταται οἷς ἐφορμήσειεν οὐ προσή κόντως, ἀλλ' ὅπη μὲν πρὸς στάσιν καὶ φήμῃ μόνῃ μεθαρμοζόμενον πυρός ἐστι δραστικώτερον, χορεύον οἷον κατὰ ξιφῶν καὶ προβλῆσι καὶ κύμασι κωφοῖς ἀνθιστάμενον, ὅπη δὲ κατεπτηχὸς ὡς ψοφοδεὲς καὶ τὸν αὐχένα παντὶ τῷ βουλομένῳ παρέχει πατεῖν. Εἰκότως οὖν ὡς ἀστασίαν ἤθους νοσοῦν καὶ παλιμβολώτατον διαβέβληται. Οὔτε οὖν ἑαυτοῖς ποτε τὰ κάλλιστα πεφώρανται πράξαντες οἱ τῆς Κωνσταντίνου συγκλυδες ὄχλοι, οὔθ᾽ ἑτέροις εἰσηγουμένοις τὰ κοινωφελῆ καὶ σωτήρια ἐπειθαρ χησαν, ἀεὶ δὲ ταναντία ταῖς εὐδαιμονούσαις παρακαθιστάντες πόλεσιν, ὅσα γῆ καὶ θάλασσα τούτοις δωροφορεῖ, ἐπ' ἀνηνύτοις εἰς ἑτέρας πόλεις ἀλλοεθνῶν διαφέρουσι καὶ μεταγγίζουσι. Τὸ δὲ πρὸς τοὺς κρατοῦντας ἀδιάφορον ὡς ἔμφυτον αὐτοῖς κακὸν συντετήρηται· ὃν γὰρ ὡς ἐννόμως σήμερον ἐξαίρουσιν ἄρχοντα, τοῦτον ὡς κακοεργὸν ἐς νέωτα διασύρουσι, τοῦτό τε κἀκεῖνο παριστῶντες μὴ σὺν λόγῳ ποιεῖν, ἀνεπιστημοσύνῃ τοῦ κρείττονος καὶ τῷ εὐριπίστῳ τοῦ φρονήματος. ἀθροιζομένους καὶ ἀγειρομένους κατὰ συστήματα, οἱ καὶ πρῶτα μὲν ἠλευθεροστόμουν, τὴν μὲν πορτ φυρογέννητον Μαρίαν δῆθεν οἰκτείροντες ὡς παρ αξίαν πάσχουσαν, τοῦ δὲ πρωτοσεβαστοῦ καταβο- ώμενοι ὡς μὴ σὺν λόγῳ εὐπραγοῦντος μηδ᾿ ὡς χρὴ τῇ τύχῃ χρωμένου. Καὶ κατὰ τῆς τοῦ βασιλέως Αγανάκτουν μητρός. Κατὰ μικρὸν δὲ προϊόντες καὶ εἰς στασιασμὸν ἀνεῤῥώγεσαν, και τις [Ρ. 152] τῶν ἱερέων ἔκτυπον τοῦ Χριστοῦ ἐπ' ἀγορᾶς ἐνεγκών καὶ ἄλλος ἄρας σταυρὸν ἐπωμάδιον καὶ ἕτερος στ μαίαν ἱερὰν ἀνεμώτας ως γλάγος μυίας τοὺς στα σιαστὰς ἐπεσπάσαντο. Καὶ ὥσπερ ὑφ᾽ ἑνὶ συνθήματι κινηθέντες τὸν μὲν βασιλέα εὐφήμοις ἐδεξιοῦντο φως ναῖς, τοῦτο δὲ τὸ τῶν ἐς νεώτερα χωρούντων ἔργα τεκμήριον, ἐκ καλλίστης καταρχομένων ἀρχῆς, τὰ ; μέντοι τελευταῖα βλεπόντων εἰς ἐπανάστασιν, τὸν δὲ πρωτοσεβαστὸν καὶ τὴν δέσποιναν καθυπέβαλλον ἀναθέματι. Οὐκ ἐς αὐτὸ δὲ μόνον ἔδρων ἀθροιζόμε. νοι ταῦτα τὸ Μίλιον, ἀλλὰ καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν τῆς λαμπρᾶς ἱπποδρομίας σφενδόνην παραγενόμενοι καὶ ἀφορῶντες εἰς τὰ ἀνάκτορα τὰ οὕτως ἀπρεπῆ διε πράττοντο. Καὶ τοῦτο ἐφ' ἡμέρας συχνάς γινόμενον ἐξεκύμαινε τὸν δῆμον καὶ εἰς στάσιν ἀνέφλεγε. Καὶ εἰς αὐθάδειαν οἱ πολλοὶ τραχυνόμενοι οἴκους λαμ- ALEXIUS MANUELIS FILIUS. B A saepe etiam iracunde objurgabat. Eat profecto more bus hic omnium civitatum, ut plebs sit temeraria et magno impetu feratur. Sed Cpoli turba circum- foranea omnium turbulentissima est, et rectis con- siliis eo minus gaudet quo ex pluribus gentibus constat, et artium varietate quodammodo ingenia mutat. Et quia pejora vincere solent et in multis immaturis uvis vix unus maturus acinus reperitur, neque consilio quidquam aggreditur, neque æquo animo ab inhonestis conatibus desistit; et inter- dum fama tantum seditionis impulsa, igni magis exaestuat, in enses, in præcipitia, in marinos sco- pulos ceco furore ruit. Contra, cum perterrita est, ad quemvis strepitum expavescit, cuivis collum calcandum præbet. Recte igitur inconstantiæ et temeritatis nomine reprehenditur. Nam colluvies illa populi neque ipsa sibi recte consulere, neque aliis bene præcipientibus auscultare solet ; et contra fortunatarum urbium consuetudinem, quidquid terra marique importatur, nullo cum fructu ia peregrinas urbes effundit. Levitas vero et perfidia erga imperatores natura eis insita est. Quem enim hodie ut legitimum magistratum ex- tollunt, eum pcrendie pro malefico traducunt. Unde satis apparet eos nihil cum ratione agere, sed te- meritate quadam et levitate ingenii. PATROL. GR. CXXXIX. riari; ac primum Mariam miserari, quod alia for- tuna esset quam ejus dignitas postularct ; et in protosebastum vociferari, quod præter meritum felix fortuna abuteretur; imperatoris etiam matri succensere, ac paulatim in seditionem erumpere. Et quidam sacerdos Christi imagine in forum allata, alter cruce in tergum sublata, alius sacro vexillo arrepto, seditiosos attraxerunt ut Cæcias nubes, ut velut ex composito omnes imperatorem lauda- rent, et qui seditiosorum mos est, a bono principio ad malum finem delapsi, protoscbastum et dominam exsecrarentur. Hoc non in Milio duntaxat fecerunt, sed nec in circo equestri, palatium intuen- tes, a tanta fœditate abhorruerunt. Quod diebus compluribus continuatum populum ad seditionem concitatavit. Proinde vulgus, omni metu posito, splen- didissimas ædes eorum quos protosebasto et do- minæ in priunis charos esse norant diripuit et diruit ; inter quas insignis domus Theodori Pan- techni,præfecti urbis, domestici secretarii et pro- toris, destructa est. Ac ipse quidem fuga salutem quæsit ; sed instrumento omni direpto, ncc publi cis commentariis, quibus jura civitatis a veteribus descripta imperatoribus con descripta imperatoribus con ebantur, abstinue- 5. Ην οὖν τηνικαῦτα ὁρᾶν καὶ κατὰ συλλόγους ( 6. Tum igitur in manipulos et cohortes centu-
πλείστας γε μὴν ὁδοὺς τεμὼν καὶ πολλαῖς ἀντιπαλαίσας ἐννοίαις καὶ τοῖς τότε πονηροτάτοις τῶν ἐκ τῆς συγκλήτου βουλῆς συγγενόμενος καὶ ὁπόσοι τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος μήτε θεοῦ ὄπιν μήτ’ ἀνθρώπων ὑφωρῶντο νέμεσιν συμβούλοις χρησάμενος, ὅπως εὐσχημόνως ὁ ἱερὸς οὗτος καὶ εὐπροσώπως ἀποβληθείη ἀνήρ, οὐκ ἔσχεν ἐπιτελῆ τὰ κατὰ σκοπὸν καὶ διὰ τὸ καθαιρέσει μὲν εὐλόγως οὐδ’ ὁτιοῦν ὑπάγον ἐν αὐτῷ εὑρίσκεσθαι, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ τὴν δέσποιναν καὶ τοὺς πλείους σχεδὸν ἢ τοὺς ἅπαντας τῶν ἐκ τοῦ βασιλείου αἵματος ὑπερβαλλόντως τὸν ἄνδρα τιμᾶν. ἄκων οὖν ὁ σκολιὸς ὄφις τῶν ἑλίξεων ἀποστὰς καὶ τὸν ἰὸν αὖθις κατεσπακώς, ὃν ἐμημεκέναι κατὰ τοῦ ἁγίου προητοιμάκει, ἐπευδοκεῖ καὶ αὐτὸς τῇ ἐς τὸν πρότερον θρόνον αὖθις τούτου ἐπανελεύσει. Ἐπεὶ δὲ ἡ κυρία τῆς ἀνόδου ἐνειστήκει, ὁπόσοι τῶν ἐν τέλει καὶ ὅσοι τοῦ βήματος τοῦ καλοῦ ἔτρεφον ἔρωτα καὶ ὁ τῆς πόλεως ἅπας δῆμος εἰς τὸ ἱερὸν φροντιστήριον συνδραμόντες λαμπροτάτην ἐκείνῳ συντελοῦσι τὴν πρόοδον μύροις τὰς ἀγυιὰς τέγγοντες καὶ τοῖς Ἰνδικοῖς ξύλοις καὶ καρυκευτοῖς ἀρώμασι τὸν ἀέρα εὐωδιάζοντες.
φρούριον ἐχυρὸν καὶ ἀπότομον, δυσάλωτον τοῖς προσβάλλουσιν. Αεὶ δ᾽ ἐπεκτεινομένη τοῖς χείροσι καὶ προβαίνουσα τοῖς οὐκ ἐπαινετέοις, καὶ ξυμμα χικὸν τάγμα ξενολογεῖ καὶ τίθησι στρατόπεδον τὸν θεῖον περίβολον. Καὶ Ἰταλιώτας γὰρ συναγήσχεν ὁπλομάχους, καὶ μεγαθύμους έψους ἑστρατολόγησεν Ίβηρας κατ' ἐμπορίαν τῇ πόλει περιβαλόντας, καὶ Ῥωμαίων ὁπλιτεύουσαν ἐπεσπάσατο φάλαγγα, ἐμ- παζομένη μηδενὸς τὰ πρὸς εἰρήνην αὐτῇ κατεπά- δοντος, μητ' αὐτὸν τὸν πατριάρχην ὑποστελλομένη ἐμβριθῶς ἐγκείμενον καὶ μάλα πρακτικῶς ὑποτι θέμενον τὸ πρακτέον, πολλάκις δὲ καὶ πρὸς ὀργὴν ἐπιπλήττοντα. Καὶ ξύμπαν μὲν οὖν ἑτέρας πόλεως τὸ λαῶδες πλῆθος ἀλογία χαίρει καὶ τὴν ἐπί τι ροπὴν δυσ μαχώτατόν ἐστι· τὸ δὲ τῆς Κωνσταντίνου ἀγοραῖον φιλοταραχώτατον μάλιστα, προπετείᾳ χαῖρον καὶ σχολιάζον ταῖς ὁδοῖς, ὅσῳ καὶ ἐκ διαφόρων πολιτεύεται γενῶν καὶ τῇ τῶν τεχνῶν ποικιλίᾳ συμμεταποιοῦται, ὡς εἴπῃ τις, τὸ φρονεῖν. Ἐπειδὴ δὲ ἀεὶ τὰ χείρω εἴωθε καὶ ἐν πολλοῖς ὄμφαξε μίαν ῥᾶγα πεπανθεῖσαν μόλις εὑρήσει τις, διὰ τοῦτο οὔτε σὺν λόγῳ τὸ τοῦ πολιτεύματος ἀγοραῖον ἐφ᾽ ὁτιοῦν χωρεῖ οὔτε μετὰ προθυμίας ἐφίσταται οἷς ἐφορμήσειεν οὐ προσή κόντως, ἀλλ' ὅπη μὲν πρὸς στάσιν καὶ φήμῃ μόνῃ μεθαρμοζόμενον πυρός ἐστι δραστικώτερον, χορεύον οἷον κατὰ ξιφῶν καὶ προβλῆσι καὶ κύμασι κωφοῖς ἀνθιστάμενον, ὅπη δὲ κατεπτηχὸς ὡς ψοφοδεὲς καὶ τὸν αὐχένα παντὶ τῷ βουλομένῳ παρέχει πατεῖν. Εἰκότως οὖν ὡς ἀστασίαν ἤθους νοσοῦν καὶ παλιμβολώτατον διαβέβληται. Οὔτε οὖν ἑαυτοῖς ποτε τὰ κάλλιστα πεφώρανται πράξαντες οἱ τῆς Κωνσταντίνου συγκλυδες ὄχλοι, οὔθ᾽ ἑτέροις εἰσηγουμένοις τὰ κοινωφελῆ καὶ σωτήρια ἐπειθαρ χησαν, ἀεὶ δὲ ταναντία ταῖς εὐδαιμονούσαις παρακαθιστάντες πόλεσιν, ὅσα γῆ καὶ θάλασσα τούτοις δωροφορεῖ, ἐπ' ἀνηνύτοις εἰς ἑτέρας πόλεις ἀλλοεθνῶν διαφέρουσι καὶ μεταγγίζουσι. Τὸ δὲ πρὸς τοὺς κρατοῦντας ἀδιάφορον ὡς ἔμφυτον αὐτοῖς κακὸν συντετήρηται· ὃν γὰρ ὡς ἐννόμως σήμερον ἐξαίρουσιν ἄρχοντα, τοῦτον ὡς κακοεργὸν ἐς νέωτα διασύρουσι, τοῦτό τε κἀκεῖνο παριστῶντες μὴ σὺν λόγῳ ποιεῖν, ἀνεπιστημοσύνῃ τοῦ κρείττονος καὶ τῷ εὐριπίστῳ τοῦ φρονήματος. ἀθροιζομένους καὶ ἀγειρομένους κατὰ συστήματα, οἱ καὶ πρῶτα μὲν ἠλευθεροστόμουν, τὴν μὲν πορτ φυρογέννητον Μαρίαν δῆθεν οἰκτείροντες ὡς παρ αξίαν πάσχουσαν, τοῦ δὲ πρωτοσεβαστοῦ καταβο- ώμενοι ὡς μὴ σὺν λόγῳ εὐπραγοῦντος μηδ᾿ ὡς χρὴ τῇ τύχῃ χρωμένου. Καὶ κατὰ τῆς τοῦ βασιλέως Αγανάκτουν μητρός. Κατὰ μικρὸν δὲ προϊόντες καὶ εἰς στασιασμὸν ἀνεῤῥώγεσαν, και τις [Ρ. 152] τῶν ἱερέων ἔκτυπον τοῦ Χριστοῦ ἐπ' ἀγορᾶς ἐνεγκών καὶ ἄλλος ἄρας σταυρὸν ἐπωμάδιον καὶ ἕτερος στ μαίαν ἱερὰν ἀνεμώτας ως γλάγος μυίας τοὺς στα σιαστὰς ἐπεσπάσαντο. Καὶ ὥσπερ ὑφ᾽ ἑνὶ συνθήματι κινηθέντες τὸν μὲν βασιλέα εὐφήμοις ἐδεξιοῦντο φως ναῖς, τοῦτο δὲ τὸ τῶν ἐς νεώτερα χωρούντων ἔργα τεκμήριον, ἐκ καλλίστης καταρχομένων ἀρχῆς, τὰ ; μέντοι τελευταῖα βλεπόντων εἰς ἐπανάστασιν, τὸν δὲ πρωτοσεβαστὸν καὶ τὴν δέσποιναν καθυπέβαλλον ἀναθέματι. Οὐκ ἐς αὐτὸ δὲ μόνον ἔδρων ἀθροιζόμε. νοι ταῦτα τὸ Μίλιον, ἀλλὰ καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν τῆς λαμπρᾶς ἱπποδρομίας σφενδόνην παραγενόμενοι καὶ ἀφορῶντες εἰς τὰ ἀνάκτορα τὰ οὕτως ἀπρεπῆ διε πράττοντο. Καὶ τοῦτο ἐφ' ἡμέρας συχνάς γινόμενον ἐξεκύμαινε τὸν δῆμον καὶ εἰς στάσιν ἀνέφλεγε. Καὶ εἰς αὐθάδειαν οἱ πολλοὶ τραχυνόμενοι οἴκους λαμ- ALEXIUS MANUELIS FILIUS. B A saepe etiam iracunde objurgabat. Eat profecto more bus hic omnium civitatum, ut plebs sit temeraria et magno impetu feratur. Sed Cpoli turba circum- foranea omnium turbulentissima est, et rectis con- siliis eo minus gaudet quo ex pluribus gentibus constat, et artium varietate quodammodo ingenia mutat. Et quia pejora vincere solent et in multis immaturis uvis vix unus maturus acinus reperitur, neque consilio quidquam aggreditur, neque æquo animo ab inhonestis conatibus desistit; et inter- dum fama tantum seditionis impulsa, igni magis exaestuat, in enses, in præcipitia, in marinos sco- pulos ceco furore ruit. Contra, cum perterrita est, ad quemvis strepitum expavescit, cuivis collum calcandum præbet. Recte igitur inconstantiæ et temeritatis nomine reprehenditur. Nam colluvies illa populi neque ipsa sibi recte consulere, neque aliis bene præcipientibus auscultare solet ; et contra fortunatarum urbium consuetudinem, quidquid terra marique importatur, nullo cum fructu ia peregrinas urbes effundit. Levitas vero et perfidia erga imperatores natura eis insita est. Quem enim hodie ut legitimum magistratum ex- tollunt, eum pcrendie pro malefico traducunt. Unde satis apparet eos nihil cum ratione agere, sed te- meritate quadam et levitate ingenii. PATROL. GR. CXXXIX. riari; ac primum Mariam miserari, quod alia for- tuna esset quam ejus dignitas postularct ; et in protosebastum vociferari, quod præter meritum felix fortuna abuteretur; imperatoris etiam matri succensere, ac paulatim in seditionem erumpere. Et quidam sacerdos Christi imagine in forum allata, alter cruce in tergum sublata, alius sacro vexillo arrepto, seditiosos attraxerunt ut Cæcias nubes, ut velut ex composito omnes imperatorem lauda- rent, et qui seditiosorum mos est, a bono principio ad malum finem delapsi, protoscbastum et dominam exsecrarentur. Hoc non in Milio duntaxat fecerunt, sed nec in circo equestri, palatium intuen- tes, a tanta fœditate abhorruerunt. Quod diebus compluribus continuatum populum ad seditionem concitatavit. Proinde vulgus, omni metu posito, splen- didissimas ædes eorum quos protosebasto et do- minæ in priunis charos esse norant diripuit et diruit ; inter quas insignis domus Theodori Pan- techni,præfecti urbis, domestici secretarii et pro- toris, destructa est. Ac ipse quidem fuga salutem quæsit ; sed instrumento omni direpto, ncc publi cis commentariis, quibus jura civitatis a veteribus descripta imperatoribus con descripta imperatoribus con ebantur, abstinue- 5. Ην οὖν τηνικαῦτα ὁρᾶν καὶ κατὰ συλλόγους ( 6. Tum igitur in manipulos et cohortes centu-
PG 139:587οὕτω δὲ ἡ προπομπὴ μυριάνθρωπος ἦν, ὡς μόλις περὶ βαθεῖαν ἑσπέραν ἐπαναζεῦξαι τὸν προπεμπόμενον ἐς τὸν μέγαν τῆς ἁγίας θεοῦ Σοφίας νεών, ὑποφαινομένης ἡμέρας ἐκ τῆς τοῦ Παντεπόπτου μονῆς ἀπάραντα. τοσαύτη δ’ αἰσχύνη τὰ τῶν θεμένων αὐτὸν ὑπόδικον ἀρχιερέων ἐκάλυψε πρόσωπα, ὡς μὴ μόνον τὰς δημοσίους παρόδους ἐκτρέπεσθαι διὰ τὸ ἐς τὸν ἀρχιθύτην ἀμπλάκημα καὶ τὸ ἐκείνων ἐντεῦθεν παγκαταγέλαστον, ἀλλὰ καὶ τὸ θανεῖν ὑποβλέπεσθαι. καὶ ταῦτα μὲν εἶχεν οὕτως.
προτάτους κατέσπασαν καὶ τὰ ἐντὸς τούτων διήρα πασαν, οἷς διαφερόντως ἔβλεπον ἤμερον ὅ τε πρωτ τοσεβαστὸς καὶ ἡ δέσποινα· σὺν οἷς καὶ τὸ τοῦ Παν- τεχνῆ Θεοδώρου περικαλλές οίκημα, επάρχου ὄντος τῆς πόλεως καὶ τὸ τῶν οἰκειακῶν διέποντος σέκρε- τον τῷ δικαιοδοτικῷ τε θρόνῳ ἐμπρέποντος. Καὶ αὐτὸς μὲν ἐξήλυξε δρασμῷ τὸ πεσεῖν· τὰ δ᾽ ἐνόντα διαρπασάμενοι οὐδ᾽ αὐτῶν τῶν δημοσίων τόμων ἀπέσχοντο, οἱ τὰ δίκαια τῆς πολιτείας παρὰ τῶν πρώην βασιλέων ἔχουσιν ὑπογεγραμμένοι καὶ τὸ μὲν χρήσιμον κοινῇ διαβαῖνον πρὸς ἅπαντας ἢ τοὺς πλείονας, ἀφαυρὸν δὲ τὸ ἐκ τοῦ ἰδιώσασθαι κέρδος, καὶ μηδ' ὅσον τὸν ἐκείνων ἰδίανεν ἄν οἰνοποτάζοντα φάρυγγα. Οἱ περὶ τὸν πρωτοσεβαστὸν τοίνυν ὁρῶν τες ἀεὶ τὰ χείρω προβαίνοντα, σκέπτονται βουλὴν Β καθιζήσαντες όπως τὴν λύμην στήσωσι ταυτηνί. Καὶ ἐπεὶ κατ᾽ οὐδένα τρόπον ἑώρων τὴν Καισάρισσαν Μαρίαν τῶν οἰκείων βουλευμάτων μεθισταμένην ἢ βραχύ τι γοῦν ὑπενδιδοῦσαν τῶν ὑπερόγκων ζητη μάτων ἄ προτείνετο, ἔγνων διὰ πολέμου ἐπ' ἐκεί ντν χωρεῖν καὶ ὡς ἀπό τινος ἐρύματος τοῦ θείου ἐξελάσαι ταύτην νεώ. Συλλεγέντος τοίνυν οὐκ ὀλίγου στρατεύματος ἐκ τῶν ἑῴων τε καὶ ἑσπερίων ταγ μάτων καὶ πάντων ὡς εἰς ἓν συναθροισθέντων στρατ τόπεδον τόπεδον τὸ μέγα παλάτιον, ὁ ἐπιτήδεος χῶρος ἀνεδιφᾶτο καθ᾿ ὃν ἂν τοῖς ἐπὶ τοῦ νεὼ ἐπίθωνται. Ηδη γὰρ καὶ ἡ Καισάρισσα πρὸς τὴν ἀντίταξιν ἑτοιμάσατο, διακριθῆναι πολέμῳ τὰ καθ' αὐτὴν ἐθέλουσα. Οὐκοῦν ὅσαι τῷ μεγίστῳ ἱερῷ οἰκίαι κατὰ τὸν Αὐγουστεῶνα συνήπτοντο, παρὰ τῶν ὑπ' αὐτὴν ἀποῤῥάγησαν, καὶ τῆς μεγίστης ἀψίδος ἄνω- θεν, ἥτις κατὰ τὸ Μίλιον ἵσταται, οἱ ἀπ αὐτῆς ἀνήλθοσαν τοῖς βασιλικοῖς ἀντιλακησόμενοι στρατ τεύμασι. Καὶ τὸν νεὼν δὲ ὅς τοῦ ᾿Αλεξίου κατονο- μάζεται, τῇ δὲ τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίᾳ προσή νωται, στρατιῶται εἰσιόντες ἐφύλαττον. Αὐτοὶ μένο τοι οἱ βασιλικοί καθ᾿ ἡμέραν ἑβδόμην, δευτέραν τοῦ Μαΐου μηνός, τῆς πεντεκαιδεκάτης ινδικτιῶ νος, ἐκ τοῦ μεγάλου παλατίου κατὰ τὸ περίορθρον έκθορόντες εἰσίασι τὰ πρῶτα τὸν τοῦ Θεολόγου Ιωάννου ναόν, ᾧ τὸ ἐπίκλην Διίππειον, στρατίας- χον ἔχοντές τινα Σαββάτιον ᾿Αρμένιον. Επειτα τοῦ τεμένους ἄνωθεν γενόμενοι ἀσήμους λαλα γὰ; ἠφίεσαν. ὡς δ' ἐνειστήκει καιρὸς τοῦ μάχε σθαι, περὶ τρίτην ὥραν οὔσης τῆς ἡμέρας καὶ πλη θούσης μάλιστα τῆς ἀγορᾶς, οὐ μετρίως τοὺς ἐκ τῆς ἁψιδος τοῦ Μιλίου καὶ τοὺς ἀπὸ τοῦ νεὼ τοῦ Αλεξίου μαχομένους ὁπλίτας τῆς Καισαρίσσης ἐσί- νοντο οὗτοι, ἐξ ὑπερδεξίων μαχόμενοι καὶ ὡς ἀφ' ὕψους σκηπτούς ἐπαφιέντες κάτω τὰ βέλεμνα. ᾿Αλλὰ καὶ ἑτέρων καταλόγων εὐοπλοτάτων του πα- λατίου ἐξιόντων καὶ τὰς διόδους πληρωσάντων καὶ τοὺς στενωπούς διειληφότων οπόσοι πρὸς τὸ μέγα τέμενος φέρουσιν, ὅ τε δῆμος τοῦ ἐπιβοηθεῖν τῇ Καισαρίστῃ ἐπαύσατο διὰ τὸ πᾶσιν ἔφοδον τοῖς ὅπλοις ἀποταφρεύεσθαι, καὶ οἱ ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἐπεξιόν τες καὶ τὴν αὐλαβαν τοῦ Αὐγουστεῶνος ὑπερβαίνον- τες καὶ τοῖς βασιλικοῖς στρατοῖς κατὰ τὰς ἀγυιάς συμπλεκόμενοι, ὀλίγοι πρὸς πλείους διαμιλλώμενοι, NICET CHONIATE B runt ; quorum utilitas cum publice permanet ad A omnes aut plurimos, privata eorum possessio tan- tum cupiditatis sitim nullo modo possit exstinguere. Protosebastus igitur cum malum subinde crescere videret, consilium tumultus illius comprimendi init et quia Mariam Cæsarissam ab instituto non recessuram neque de arrogantibus et immodicis istis postulationibus quidquam remissuram provi- debat, bello controversiam dirimere statuit eam- que sacra æde velut arce ejicere. Itaque ex Orientalibus copiis exercitu non exiguo collecto, et in magnum palatium ut una castra convocato, locus idoneus quærebatur ex quo templum inva- derent. Jam enim etiam Cæsarissa ad vim bello propulsandam se parabat, et ædes maximo templo juxta Augusteoneın contiguas illius milites ever- terunt: et maximo fornice, qui est in Millio, con- scenso ad prop ulsandos imperatorios se parabant, Divi quoque Alexii ædem, Augusteonis atrio jua- ctam, custodierunt. Verum imperatoris milites mensis Maii dio vit, indictione XV, diluculo pala- tio egressi, Joannis Theologi ædem cognomento Diippum,Sabbatio Armenio duce occupant, eaque conscensa confusum clamorem tollunt. Hora diei tertia cum pugna esset auspicanda, foro pleno hominibus, Cæsarisse milites, qui e Milii fornice et Alexii æde pugnabant, telis e superiore loco tan- quam fulminibus conjectis non mediocriter læ- serunt. Cum autem aliæ quoque cohortes armis instructissimæ palatio educerentur, et omnes vicos, omnes angulos, omnes angiportus, qua ad templum itur, occuparent, populi ad Cæsarissam concursus compressus est. Casarianos quoque mi- lites relicto templo et Augustconis vestibulo cum imperatoriis exercitibus in vicis congressos, pau- cos cum multis, fatigari et paulatim remollescere apparebat. Ita manifeste ad manus ventum est, et pugna magna vi commissa, eminus sagittis et co- minus manu.Gemitus cadentium et cohortationes occidentium utrinque audiuntur, aucipiti in ipsum usque meridiem victoria. Die xero jam inclinante, imperatorii baud obscure superiores evaserunt, Caesarianis ex biviis in Augusteonem compulsis. Deinde etiam ii qui in fornice Milii stabant et ex æde Alexii pugnabant, fugam spectarunt. Quibus locis occupatis imperatorius exercitus vexilla cum imaginibus in fornicibus erexit, et fores Augu- D steonis securibus et malleis perrupit.Cæsariani vero quia resistere non poterant, cum et ex fornicibus superne et cominus in Augusteone a globo mi- litum pessime tractarentur, paulatim dilabebantur, parum adjuti ab iis qui ex Macronis, ubi Catechumeni instituuntur, et Thomoite superiori- bus locis suxa et tela jaculabantur. Tandem armis undique circumvenit et Augusteone in templi vo- stibulum irruunt,ubi princeps et maximus Dei appa- ritor, archangelus Michael stricto gladio pro tem- pli custode statuam habet tenuibus calculis inter- punctam. Ex eo neque imperatorii ulterius pro- C [P. 154]
Ὁ δ’ Ἀνδρόνικος τῇ ἐφέσει τῆς ἀρχῆς κουφιζόμενος καὶ τοῖς ἐπιστολίοις πτερούμενος, ἅπερ αὐτῷ συχνάκις ἐπεποτῶντο τηλεβολούμενα ἐξ οἴκων λαμπρῶν, ὡς ἤδη ἐρρέθη μοι, τέλος καὶ αὐτὴν τὴν θυγατέρα Μαρίαν δραπέτιδα πρὸς αὐτὸν ἀφιγμένην, ἐπεὶ καὶ τοίου πατρὸς εὔχετο εἶναι, διδάσκαλον ἀπαράγραπτον τῶν κατὰ τὰ ἀρχεῖα τελουμένων κατὰ θεῖον ηὐτύχησε καὶ μυωπισθεὶς ὡς ἵππος σταδιευτὴς οἷς παρ’ αὐτῆς ἠκηκόει θυμήρεσι ῥήμασι τὰ μὲν τῶν Παφλαγόνων μεθίησιν ὅρια, εἰς δὲ τὴν κατὰ Πόντον Ἡράκλειαν παραγίνεται κἀκεῖθεν προσωτέρω μεταχωρεῖ, τῇ πολυτρόπῳ μεθοδείᾳ καὶ τῷ τοῦ ἤθους ὑποκαθημένῳ καὶ δολιόφρονι ἐξοκείλας τοὺς ἐν ποσὶ πάντας καὶ οἰκειούμενος, ἐπεὶ καὶ τίς ἐκ πέτρας ἀγελάστου οὕτως ἦν προϊὼν ἢ καρδίαν σιδηρέῳ χαλκευθεὶς ἄκμονι, ὡς ἄτεγκτος εἶναι τοῖς Ἀνδρονίκου δακρυρροήμασι καὶ τῇ αἱμυλίᾳ τῶν ῥημάτων ὁπωσοῦν ἀγοήτευτος, ἅπερ κατὰ κρήνην μελάνυδρον ἔχεε καὶ οἷς ἀπατηλῶς τε ἅμα καὶ ἐφολκῶς ἐστωμύλλετο τὸν ὑπὲρ τοῦ καλοῦ ζῆλον προφέρων καὶ τὴν τοῦ κρατοῦντος ἐλευθερίαν ὑποκρινόμενος.
προτάτους κατέσπασαν καὶ τὰ ἐντὸς τούτων διήρα πασαν, οἷς διαφερόντως ἔβλεπον ἤμερον ὅ τε πρωτ τοσεβαστὸς καὶ ἡ δέσποινα· σὺν οἷς καὶ τὸ τοῦ Παν- τεχνῆ Θεοδώρου περικαλλές οίκημα, επάρχου ὄντος τῆς πόλεως καὶ τὸ τῶν οἰκειακῶν διέποντος σέκρε- τον τῷ δικαιοδοτικῷ τε θρόνῳ ἐμπρέποντος. Καὶ αὐτὸς μὲν ἐξήλυξε δρασμῷ τὸ πεσεῖν· τὰ δ᾽ ἐνόντα διαρπασάμενοι οὐδ᾽ αὐτῶν τῶν δημοσίων τόμων ἀπέσχοντο, οἱ τὰ δίκαια τῆς πολιτείας παρὰ τῶν πρώην βασιλέων ἔχουσιν ὑπογεγραμμένοι καὶ τὸ μὲν χρήσιμον κοινῇ διαβαῖνον πρὸς ἅπαντας ἢ τοὺς πλείονας, ἀφαυρὸν δὲ τὸ ἐκ τοῦ ἰδιώσασθαι κέρδος, καὶ μηδ' ὅσον τὸν ἐκείνων ἰδίανεν ἄν οἰνοποτάζοντα φάρυγγα. Οἱ περὶ τὸν πρωτοσεβαστὸν τοίνυν ὁρῶν τες ἀεὶ τὰ χείρω προβαίνοντα, σκέπτονται βουλὴν Β καθιζήσαντες όπως τὴν λύμην στήσωσι ταυτηνί. Καὶ ἐπεὶ κατ᾽ οὐδένα τρόπον ἑώρων τὴν Καισάρισσαν Μαρίαν τῶν οἰκείων βουλευμάτων μεθισταμένην ἢ βραχύ τι γοῦν ὑπενδιδοῦσαν τῶν ὑπερόγκων ζητη μάτων ἄ προτείνετο, ἔγνων διὰ πολέμου ἐπ' ἐκεί ντν χωρεῖν καὶ ὡς ἀπό τινος ἐρύματος τοῦ θείου ἐξελάσαι ταύτην νεώ. Συλλεγέντος τοίνυν οὐκ ὀλίγου στρατεύματος ἐκ τῶν ἑῴων τε καὶ ἑσπερίων ταγ μάτων καὶ πάντων ὡς εἰς ἓν συναθροισθέντων στρατ τόπεδον τόπεδον τὸ μέγα παλάτιον, ὁ ἐπιτήδεος χῶρος ἀνεδιφᾶτο καθ᾿ ὃν ἂν τοῖς ἐπὶ τοῦ νεὼ ἐπίθωνται. Ηδη γὰρ καὶ ἡ Καισάρισσα πρὸς τὴν ἀντίταξιν ἑτοιμάσατο, διακριθῆναι πολέμῳ τὰ καθ' αὐτὴν ἐθέλουσα. Οὐκοῦν ὅσαι τῷ μεγίστῳ ἱερῷ οἰκίαι κατὰ τὸν Αὐγουστεῶνα συνήπτοντο, παρὰ τῶν ὑπ' αὐτὴν ἀποῤῥάγησαν, καὶ τῆς μεγίστης ἀψίδος ἄνω- θεν, ἥτις κατὰ τὸ Μίλιον ἵσταται, οἱ ἀπ αὐτῆς ἀνήλθοσαν τοῖς βασιλικοῖς ἀντιλακησόμενοι στρατ τεύμασι. Καὶ τὸν νεὼν δὲ ὅς τοῦ ᾿Αλεξίου κατονο- μάζεται, τῇ δὲ τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίᾳ προσή νωται, στρατιῶται εἰσιόντες ἐφύλαττον. Αὐτοὶ μένο τοι οἱ βασιλικοί καθ᾿ ἡμέραν ἑβδόμην, δευτέραν τοῦ Μαΐου μηνός, τῆς πεντεκαιδεκάτης ινδικτιῶ νος, ἐκ τοῦ μεγάλου παλατίου κατὰ τὸ περίορθρον έκθορόντες εἰσίασι τὰ πρῶτα τὸν τοῦ Θεολόγου Ιωάννου ναόν, ᾧ τὸ ἐπίκλην Διίππειον, στρατίας- χον ἔχοντές τινα Σαββάτιον ᾿Αρμένιον. Επειτα τοῦ τεμένους ἄνωθεν γενόμενοι ἀσήμους λαλα γὰ; ἠφίεσαν. ὡς δ' ἐνειστήκει καιρὸς τοῦ μάχε σθαι, περὶ τρίτην ὥραν οὔσης τῆς ἡμέρας καὶ πλη θούσης μάλιστα τῆς ἀγορᾶς, οὐ μετρίως τοὺς ἐκ τῆς ἁψιδος τοῦ Μιλίου καὶ τοὺς ἀπὸ τοῦ νεὼ τοῦ Αλεξίου μαχομένους ὁπλίτας τῆς Καισαρίσσης ἐσί- νοντο οὗτοι, ἐξ ὑπερδεξίων μαχόμενοι καὶ ὡς ἀφ' ὕψους σκηπτούς ἐπαφιέντες κάτω τὰ βέλεμνα. ᾿Αλλὰ καὶ ἑτέρων καταλόγων εὐοπλοτάτων του πα- λατίου ἐξιόντων καὶ τὰς διόδους πληρωσάντων καὶ τοὺς στενωπούς διειληφότων οπόσοι πρὸς τὸ μέγα τέμενος φέρουσιν, ὅ τε δῆμος τοῦ ἐπιβοηθεῖν τῇ Καισαρίστῃ ἐπαύσατο διὰ τὸ πᾶσιν ἔφοδον τοῖς ὅπλοις ἀποταφρεύεσθαι, καὶ οἱ ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἐπεξιόν τες καὶ τὴν αὐλαβαν τοῦ Αὐγουστεῶνος ὑπερβαίνον- τες καὶ τοῖς βασιλικοῖς στρατοῖς κατὰ τὰς ἀγυιάς συμπλεκόμενοι, ὀλίγοι πρὸς πλείους διαμιλλώμενοι, NICET CHONIATE B runt ; quorum utilitas cum publice permanet ad A omnes aut plurimos, privata eorum possessio tan- tum cupiditatis sitim nullo modo possit exstinguere. Protosebastus igitur cum malum subinde crescere videret, consilium tumultus illius comprimendi init et quia Mariam Cæsarissam ab instituto non recessuram neque de arrogantibus et immodicis istis postulationibus quidquam remissuram provi- debat, bello controversiam dirimere statuit eam- que sacra æde velut arce ejicere. Itaque ex Orientalibus copiis exercitu non exiguo collecto, et in magnum palatium ut una castra convocato, locus idoneus quærebatur ex quo templum inva- derent. Jam enim etiam Cæsarissa ad vim bello propulsandam se parabat, et ædes maximo templo juxta Augusteoneın contiguas illius milites ever- terunt: et maximo fornice, qui est in Millio, con- scenso ad prop ulsandos imperatorios se parabant, Divi quoque Alexii ædem, Augusteonis atrio jua- ctam, custodierunt. Verum imperatoris milites mensis Maii dio vit, indictione XV, diluculo pala- tio egressi, Joannis Theologi ædem cognomento Diippum,Sabbatio Armenio duce occupant, eaque conscensa confusum clamorem tollunt. Hora diei tertia cum pugna esset auspicanda, foro pleno hominibus, Cæsarisse milites, qui e Milii fornice et Alexii æde pugnabant, telis e superiore loco tan- quam fulminibus conjectis non mediocriter læ- serunt. Cum autem aliæ quoque cohortes armis instructissimæ palatio educerentur, et omnes vicos, omnes angulos, omnes angiportus, qua ad templum itur, occuparent, populi ad Cæsarissam concursus compressus est. Casarianos quoque mi- lites relicto templo et Augustconis vestibulo cum imperatoriis exercitibus in vicis congressos, pau- cos cum multis, fatigari et paulatim remollescere apparebat. Ita manifeste ad manus ventum est, et pugna magna vi commissa, eminus sagittis et co- minus manu.Gemitus cadentium et cohortationes occidentium utrinque audiuntur, aucipiti in ipsum usque meridiem victoria. Die xero jam inclinante, imperatorii baud obscure superiores evaserunt, Caesarianis ex biviis in Augusteonem compulsis. Deinde etiam ii qui in fornice Milii stabant et ex æde Alexii pugnabant, fugam spectarunt. Quibus locis occupatis imperatorius exercitus vexilla cum imaginibus in fornicibus erexit, et fores Augu- D steonis securibus et malleis perrupit.Cæsariani vero quia resistere non poterant, cum et ex fornicibus superne et cominus in Augusteone a globo mi- litum pessime tractarentur, paulatim dilabebantur, parum adjuti ab iis qui ex Macronis, ubi Catechumeni instituuntur, et Thomoite superiori- bus locis suxa et tela jaculabantur. Tandem armis undique circumvenit et Augusteone in templi vo- stibulum irruunt,ubi princeps et maximus Dei appa- ritor, archangelus Michael stricto gladio pro tem- pli custode statuam habet tenuibus calculis inter- punctam. Ex eo neque imperatorii ulterius pro- C [P. 154]
Ἀλλ’ οὐδ’ ὁ πρωτοσεβαστὸς ἐπὶ τούτοις ἠμέλει παντάπασιν, καίτοι γύνανδρος ὢν καὶ μὴ μόνον τὴν ἕω ἐς τὸ νήγρετον ὑπνώττειν καταναλίσκων, ἀλλὰ καὶ πολὺ τῆς ἡμέρας πρὸς τοῦτο ἐκδαπανῶν, καὶ ἵνα μὴ τὸ ἀσπασιώτατον τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις ἡλίου βλέφαρον τὰς ἐκείνου κόρας ὑπανοίγῃ διαφωτίζον, παραπετάσμασι στεγανωτέροις ἐκζοφῶν τὸ δωμάτιον, ἐν ᾧ ἐκάθευδε, καὶ καθ’ ἕτερόν τι σημαινόμενον ἀποκρυβὴν ἑαυτοῦ τὸ σκότος τιθέμενος. εἰ δὲ δεῖ ἀληθέστερον εἰπεῖν, τὰ μὲν νυκτὸς ἔργα τρυφῶν φωτὶ ποιητῷ τὸ νύκτερον διέλυε ζόφωμα, ἡλίου δὲ τὸν ἑῷον ὁρίζοντα ἀναβαίνοντος κατὰ τὰ θηρία τὸν κοῖτον μεταδιώκων τάπησι καὶ πέπλοις ἁλουργέσι τὸ φῶς ἀντέφραττε.
προτάτους κατέσπασαν καὶ τὰ ἐντὸς τούτων διήρα πασαν, οἷς διαφερόντως ἔβλεπον ἤμερον ὅ τε πρωτ τοσεβαστὸς καὶ ἡ δέσποινα· σὺν οἷς καὶ τὸ τοῦ Παν- τεχνῆ Θεοδώρου περικαλλές οίκημα, επάρχου ὄντος τῆς πόλεως καὶ τὸ τῶν οἰκειακῶν διέποντος σέκρε- τον τῷ δικαιοδοτικῷ τε θρόνῳ ἐμπρέποντος. Καὶ αὐτὸς μὲν ἐξήλυξε δρασμῷ τὸ πεσεῖν· τὰ δ᾽ ἐνόντα διαρπασάμενοι οὐδ᾽ αὐτῶν τῶν δημοσίων τόμων ἀπέσχοντο, οἱ τὰ δίκαια τῆς πολιτείας παρὰ τῶν πρώην βασιλέων ἔχουσιν ὑπογεγραμμένοι καὶ τὸ μὲν χρήσιμον κοινῇ διαβαῖνον πρὸς ἅπαντας ἢ τοὺς πλείονας, ἀφαυρὸν δὲ τὸ ἐκ τοῦ ἰδιώσασθαι κέρδος, καὶ μηδ' ὅσον τὸν ἐκείνων ἰδίανεν ἄν οἰνοποτάζοντα φάρυγγα. Οἱ περὶ τὸν πρωτοσεβαστὸν τοίνυν ὁρῶν τες ἀεὶ τὰ χείρω προβαίνοντα, σκέπτονται βουλὴν Β καθιζήσαντες όπως τὴν λύμην στήσωσι ταυτηνί. Καὶ ἐπεὶ κατ᾽ οὐδένα τρόπον ἑώρων τὴν Καισάρισσαν Μαρίαν τῶν οἰκείων βουλευμάτων μεθισταμένην ἢ βραχύ τι γοῦν ὑπενδιδοῦσαν τῶν ὑπερόγκων ζητη μάτων ἄ προτείνετο, ἔγνων διὰ πολέμου ἐπ' ἐκεί ντν χωρεῖν καὶ ὡς ἀπό τινος ἐρύματος τοῦ θείου ἐξελάσαι ταύτην νεώ. Συλλεγέντος τοίνυν οὐκ ὀλίγου στρατεύματος ἐκ τῶν ἑῴων τε καὶ ἑσπερίων ταγ μάτων καὶ πάντων ὡς εἰς ἓν συναθροισθέντων στρατ τόπεδον τόπεδον τὸ μέγα παλάτιον, ὁ ἐπιτήδεος χῶρος ἀνεδιφᾶτο καθ᾿ ὃν ἂν τοῖς ἐπὶ τοῦ νεὼ ἐπίθωνται. Ηδη γὰρ καὶ ἡ Καισάρισσα πρὸς τὴν ἀντίταξιν ἑτοιμάσατο, διακριθῆναι πολέμῳ τὰ καθ' αὐτὴν ἐθέλουσα. Οὐκοῦν ὅσαι τῷ μεγίστῳ ἱερῷ οἰκίαι κατὰ τὸν Αὐγουστεῶνα συνήπτοντο, παρὰ τῶν ὑπ' αὐτὴν ἀποῤῥάγησαν, καὶ τῆς μεγίστης ἀψίδος ἄνω- θεν, ἥτις κατὰ τὸ Μίλιον ἵσταται, οἱ ἀπ αὐτῆς ἀνήλθοσαν τοῖς βασιλικοῖς ἀντιλακησόμενοι στρατ τεύμασι. Καὶ τὸν νεὼν δὲ ὅς τοῦ ᾿Αλεξίου κατονο- μάζεται, τῇ δὲ τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίᾳ προσή νωται, στρατιῶται εἰσιόντες ἐφύλαττον. Αὐτοὶ μένο τοι οἱ βασιλικοί καθ᾿ ἡμέραν ἑβδόμην, δευτέραν τοῦ Μαΐου μηνός, τῆς πεντεκαιδεκάτης ινδικτιῶ νος, ἐκ τοῦ μεγάλου παλατίου κατὰ τὸ περίορθρον έκθορόντες εἰσίασι τὰ πρῶτα τὸν τοῦ Θεολόγου Ιωάννου ναόν, ᾧ τὸ ἐπίκλην Διίππειον, στρατίας- χον ἔχοντές τινα Σαββάτιον ᾿Αρμένιον. Επειτα τοῦ τεμένους ἄνωθεν γενόμενοι ἀσήμους λαλα γὰ; ἠφίεσαν. ὡς δ' ἐνειστήκει καιρὸς τοῦ μάχε σθαι, περὶ τρίτην ὥραν οὔσης τῆς ἡμέρας καὶ πλη θούσης μάλιστα τῆς ἀγορᾶς, οὐ μετρίως τοὺς ἐκ τῆς ἁψιδος τοῦ Μιλίου καὶ τοὺς ἀπὸ τοῦ νεὼ τοῦ Αλεξίου μαχομένους ὁπλίτας τῆς Καισαρίσσης ἐσί- νοντο οὗτοι, ἐξ ὑπερδεξίων μαχόμενοι καὶ ὡς ἀφ' ὕψους σκηπτούς ἐπαφιέντες κάτω τὰ βέλεμνα. ᾿Αλλὰ καὶ ἑτέρων καταλόγων εὐοπλοτάτων του πα- λατίου ἐξιόντων καὶ τὰς διόδους πληρωσάντων καὶ τοὺς στενωπούς διειληφότων οπόσοι πρὸς τὸ μέγα τέμενος φέρουσιν, ὅ τε δῆμος τοῦ ἐπιβοηθεῖν τῇ Καισαρίστῃ ἐπαύσατο διὰ τὸ πᾶσιν ἔφοδον τοῖς ὅπλοις ἀποταφρεύεσθαι, καὶ οἱ ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἐπεξιόν τες καὶ τὴν αὐλαβαν τοῦ Αὐγουστεῶνος ὑπερβαίνον- τες καὶ τοῖς βασιλικοῖς στρατοῖς κατὰ τὰς ἀγυιάς συμπλεκόμενοι, ὀλίγοι πρὸς πλείους διαμιλλώμενοι, NICET CHONIATE B runt ; quorum utilitas cum publice permanet ad A omnes aut plurimos, privata eorum possessio tan- tum cupiditatis sitim nullo modo possit exstinguere. Protosebastus igitur cum malum subinde crescere videret, consilium tumultus illius comprimendi init et quia Mariam Cæsarissam ab instituto non recessuram neque de arrogantibus et immodicis istis postulationibus quidquam remissuram provi- debat, bello controversiam dirimere statuit eam- que sacra æde velut arce ejicere. Itaque ex Orientalibus copiis exercitu non exiguo collecto, et in magnum palatium ut una castra convocato, locus idoneus quærebatur ex quo templum inva- derent. Jam enim etiam Cæsarissa ad vim bello propulsandam se parabat, et ædes maximo templo juxta Augusteoneın contiguas illius milites ever- terunt: et maximo fornice, qui est in Millio, con- scenso ad prop ulsandos imperatorios se parabant, Divi quoque Alexii ædem, Augusteonis atrio jua- ctam, custodierunt. Verum imperatoris milites mensis Maii dio vit, indictione XV, diluculo pala- tio egressi, Joannis Theologi ædem cognomento Diippum,Sabbatio Armenio duce occupant, eaque conscensa confusum clamorem tollunt. Hora diei tertia cum pugna esset auspicanda, foro pleno hominibus, Cæsarisse milites, qui e Milii fornice et Alexii æde pugnabant, telis e superiore loco tan- quam fulminibus conjectis non mediocriter læ- serunt. Cum autem aliæ quoque cohortes armis instructissimæ palatio educerentur, et omnes vicos, omnes angulos, omnes angiportus, qua ad templum itur, occuparent, populi ad Cæsarissam concursus compressus est. Casarianos quoque mi- lites relicto templo et Augustconis vestibulo cum imperatoriis exercitibus in vicis congressos, pau- cos cum multis, fatigari et paulatim remollescere apparebat. Ita manifeste ad manus ventum est, et pugna magna vi commissa, eminus sagittis et co- minus manu.Gemitus cadentium et cohortationes occidentium utrinque audiuntur, aucipiti in ipsum usque meridiem victoria. Die xero jam inclinante, imperatorii baud obscure superiores evaserunt, Caesarianis ex biviis in Augusteonem compulsis. Deinde etiam ii qui in fornice Milii stabant et ex æde Alexii pugnabant, fugam spectarunt. Quibus locis occupatis imperatorius exercitus vexilla cum imaginibus in fornicibus erexit, et fores Augu- D steonis securibus et malleis perrupit.Cæsariani vero quia resistere non poterant, cum et ex fornicibus superne et cominus in Augusteone a globo mi- litum pessime tractarentur, paulatim dilabebantur, parum adjuti ab iis qui ex Macronis, ubi Catechumeni instituuntur, et Thomoite superiori- bus locis suxa et tela jaculabantur. Tandem armis undique circumvenit et Augusteone in templi vo- stibulum irruunt,ubi princeps et maximus Dei appa- ritor, archangelus Michael stricto gladio pro tem- pli custode statuam habet tenuibus calculis inter- punctam. Ex eo neque imperatorii ulterius pro- C [P. 154]
PG 139:589τοίνυν καὶ σμήχων τοὺς σαπριῶντας τῶν ὀδόντων καὶ καταπιττώμασιν ἀναπληρῶν τοὺς ὑπὸ χρόνου ἐκκρουσθέντας θηλυδρίας τε ὢν καὶ ὑπόνωθρος τοὺς πλείστους τῶν τηνικαῦτα εὐγενῶν ἀνδρῶν ἑαυτοῦ καινοπρεπῶς ἐξηρτήσατο, χρώμενος μὲν τὰ πολλὰ προτειχίσματι ἤ, ἀληθῶς εἰπεῖν, μειλίγματι ἀμάχῳ τῇ τοῦ βασιλέως μητρὶ (αὕτη γὰρ τῷ τῆς θέας λαμπρῷ καὶ τῷ τῆς ὄψεως μαργαρώδει καὶ τῷ τοῦ ἤθους ὁμαλῷ καὶ τῷ τοῦ φρονήματος ἀσυμπλόκῳ καὶ τῷ ἐπαγωγῷ τοῦ φθέγματος ὡς ἀπὸ μηρίνθου πάντας ἐφείλκετο), τὰ δὲ πλεῖστα τοῖς χρήμασιν ὑπαγόμενος καὶ τῇ φιλοδωρίᾳ κατακοιμίζων τοὺς ἐν δεινῷ τιθεμένους ἐκείνου φέρειν τὰ δεύτερα. ὅθεν οὐδεὶς τῶν ἐπιταχθέντων ἀντιτάξασθαι Ἀνδρονίκῳ πρὸς Ἀνδρόνικον μετετάξατο τὸν ἤδη λαμπρῶς τῆς τυραννίδος ἁπτόμενον ἀποπτύσας πρωτοσεβαστὸν καὶ τῷ προσωπείῳ τοῦ μισοτυράννου Ἀνδρονίκου δελεασθείς. Ἥ τε οὖν προκαθημένη τῶν Βιθυνῶν μεγίστη πόλις ἡ Νίκαια οὐδ’ ὅλως Ἀνδρονίκῳ προσέθετο καὶ ὁ τὴν ταύτης ἐμπιστευθεὶς φυλακὴν Ἰωάννης ὁ Δούκας τοῖς Ἀνδρονίκου γράμμασι μεμένηκεν ἀστυφέλικτος, καίπερ τὰς γνώμας πλήττουσιν ἑλεπόλεων ἀκριβέστερον καὶ τειχομαχίου ξύμπαντος ἰσχυρότερον.
δῆλοι ἦσαν κάμνοντες ἤδη καὶ κατὰ βραχὺ τοῦ θαῤῥαλίου ὑπεκλυόμενοι λήματος. Καὶ οὕτω δ' οὖν τὰ τῆς συμπλοκῆς ἐνειστήκει λαμπρῶς, καὶ μάχη συνέῤῥωγε καρτερὰ, ἡ μὲν ἀπὸ τόξων βολῆς, ἡ δὲ καὶ ἐν χερσὶν ἀγχώμαλος, καὶ στόνος μὲν τῶν πλητα τομένων, ἐπικελευσμὸς δὲ τῶν ἀναιρούντων ἑκατέρωθεν ἐξηκούετο. Εως μὲν οὖν σταθερᾶς μεσημβρίας ἦν ἡ μάχη ἀμφιπαλὴς καὶ ἡ νίκη ἀμφήριστος, ἐπ᾽ ἴσης τῶν ἀμφοτέρων στρατευμάτων ταλαντεύουσα τὰς πλάστιγ γας, κλίνουσά τε ἀνὰ μέρος καὶ αὖθις ἀνάγουσα τὸ τότε μαχόμενον· τῆς δ᾽ ἡμέρας ἤδη ὑποληγούσης περι- φανὴς ἡ νίκη τοῖς ἐκ βασιλέως προσέῤῥεψεν. Ωσάμενοι γὰρ τοὺς ἐκ τοῦ νεώ εἴσω τοῦ Αὐγουστεῶνος κατέκ λεισαν, ἐν τῶν ἀμφόδων ἀποκρουσάμενοι· τούτων δὲ συνειληθέντων ἐντὸς, καὶ οἱ ταῖς ἁψίσι τοῦ Μιλίου ἐρεστῶτες καὶ οἱ ἐκ τοῦ νεὼ τοῦ ᾿Αλεξίου μαχόμενοι πρὸς τροπὴν ἔβλεψαν. Καὶ ὡς ἐπελάβοντο τῶν χώρων τούτων, ὁ τοῦ βασιλέως στρατὸς τὰς μὲν σημαίας τῶν ἁψίδων ἄνωθεν ἔστησαν αἳ τοὺς βασιλεῖς εἰκονίζουσιν, αἱ δὲ πύλαι τοῦ Αὐγουστεῶνος ἐν πελέκει καὶ λαξευτηρίῳ κατεῤῥάγησαν· καὶ τὸ τῆς Καισαρίσσης ὁπλιτικὸν οὐκέτι ἀντιπλήττειν ἔχον ὡς τοῖς ἀνιοῦσι τὰς ἁψίδας κατὰ κορυφὴν βαλλόμενον, κἀκ τῶν εἰσχυθέντων εἰς τὴν αὔλειον στρατιωτῶν ταῖς κατὰ χεῖρα συμπλοκαῖς πάσχον τὰ χείριστα, κατὰ μικρὸν ὑπέκλεπτε τὴν φυγὴν, βραχείας ἀρωγῆς ἀπολαῦον διά τε λίθων βολῆς καὶ βελῶν ἀφέσεως ἐκ τῶν ὕπερθεν ἐπαμυνόντων σφίσι Ρωμαίων ἀπό τε τοῦ ἀνδρῶνος τοῦ καλουμένου Μάκρωνος ἐς τὸν Αὐγουστεῶνα προνεύοντος, καὶ τοῦ συνημμένου τούτῳ Θωμαΐτου δόμου. Τέλος δὲ τοῖς πάντοθεν βάλ λουσιν ἐκ τοῦ νεώ πιεζόμενοι ἀφίστανται τῆς τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίας καὶ εἰσίασι τὸ πρόναον, καθ᾽ ὅ δὴ ὁ πρώτιστος καὶ μέγιστος τῶν παραστατούντων ἀρχαγγέλων Θεῷ Μιχαὴλ ἐσπασμένος ρομφαίαν ἐστήλωται ψηφί δων λεπταῖς ἐπιθέσεσι, φύλαξ προβεβλημένος τοῦ ἱεροῦ. Ἐκ δὲ τούτου οὔτε οἱ τοῦ βασιλέως προσωτέρω βαίνειν ἠδύναντο, υφορώμενοι τοὺς τοῦ ναοῦ στενωπούς, οὔτε οἱ τῆς Καισαρίσσης ὑπερπονοῦντες ἐκεῖθεν ἐξῄεσαν ὡς μαχούμενοι. ζ· Ὁ δὲ Καῖσαρ καὶ ὁ πατριάρχης αὐτὸς, ὁ μὲν Β 7. δείσας περὶ ἑαυτῷ τε καὶ τῇ ἀλόχῳ μὴ συλληφθεῖεν ἀγεννῶς ὑπὸ τῶν διαφόρων, ὁ δὲ μὴ πως ἔνδον τοῦ ἱεροῦ παρεισίωσιν οἱ πολέμιοι καὶ ποσὶ μὲν οὐχ ὁσίοις τὸ ἅγιον πατήσωσι δάπεδον, χερσὶ δ᾽ ἀνάγνοις καὶ θερμὸν ἔτι σταζούσαις τῷ λύθρω τὰ παναγή λῃ στεύσωσιν ἀναθέματα, ὁ μὲν τὴν ἀρχιερατικὴν στολὴν ἐπενδὺς καὶ τὰ θεῖα μετὰ χεῖρας δεξάμενος λόγια κάτεισιν εἰς τὸ προσκήνιον τοῦ νεώ, ἐν ᾧ οἱ τῆς Καισαρίσσης υπερμαχοῦντες ἡλίσθησαν φεύγοντες, δ καὶ πρωτεκδικεῖον κικλήσκεται· ὁ δὲ Καῖσαρ τοὺς τὰς εἰσόδους τῆς ἐκκλησίας τηροῦντας ὁπλομάχους ἀγποχώς, καὶ ὅσον περὶ αὐτὸν ἀκραιφνὲς ἔτι Λατι νικὸν δορυφορικὸν, καὶ τὸ περὶ τὴν ὁμόλεκτρον αὐτοῦ θεραπευτικὸν καὶ οἰκίδιον, καὶ περὶ τοὺς ἑκατὸν πεντ τήκοντα πάντας ἠριθμηκώς, ἐπί τινος μετεώρου σκιμ- ποδίσκου κατὰ τὸν Μάκρωνα παρευρεθέντος στὰς αὐτὸς, καὶ περιστήσας τοὺς παρεσκευασμένους εἰς πόλεμον, ἔφησε τοιάδε· « Ἐχρῆν μὲν μὴ καθ᾽ ὁμο φύλων καὶ ὁμοπίστων, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ σταυροῦ τὰς πολεμικάς ταύτας περιβεβλῆσθαι στο λὰς καὶ τὰς χεῖρας τοῖς φασγάνοις καθωπλίσθαι· ἐπεὶ δὲ οἱ τὰ τῆς βασιλείας Ῥωμαίων μοχθηρῶς διέποντες τοῦτο μὲν ἀφείλοντο, ἀναγκαστῶς δὲ καὶ οὔκουν προαιρετῶς τὰς ἡμετέρας λόγχας καθ' ἑαυτῶν ἀκονήσαντες ἔχουσι, μὴ δὴ ἀγεννῶς ἐπι στῶμεν τοῖς ἐπιοῦσι, μηδ' ὅτι ταυτόπιστοι καὶ τὴν αὐτὴν οἰκοῦντες ἀναλογισώμεθα, ἀλλ' ὡς πολε μίους Θεῷ πρότερον, οὗ τὸ ἱερὸν τόδε εἰσίασιν ἀναι δῶς, ἔπειτα δὲ καὶ ἡμῶν αὐτῶν ἀπεχθεῖς ἄμυνώ. μεθα. Πάντως δέ εἰσι τὰ τῆς ἀμύνης ἀνεύθυνα· οἷς γάρ τι οὐ προσέστημεν ὅλως καὶ καθ᾽ ὧν ὅπλα οὐδ᾽ ὅλως ἠράμεθα, ἀνερυθριάστως οὗτοι προσίασιν ἡμῖν ὡς ἐπιθανατίοις τισὶ καὶ ἐσχάτοις, καὶ κει· μένων ἀδαημοσύνη κατεπεμβαίνουσι τοῦ καλοῦ, καὶ προσρυομένους Θεῷ ἐκ τοῦ τε τούτου ἀποσπᾶν ALEXIUS MANUELIS FILIUS A gredi potuerunt ob suspectps templi angiportus ; neque Cæsarissæ defensores inde ad pugnam pro- dibant. At Cæsar de seipso et conjuge sollicitus, ne [P. 155] D turpiter ab inimicis caperentur, patriarcha me- tuens ne hostes in templum penetrarent, et profa- pis pedibus sacrum solum calcarent et impuris el calidum adhuc sanguinem stillantibus manibus sanctissima donaria raperent, pontificia stola ornatus et divina oracula manibus gestans, in tem- pli vestibulum, quod et protecdiceum dicitur, quo se Caesariani fuga receperant, descendit. Cæsar vero gladiatores, qui ecclesiæ fores tuebantur, et Latinos satellites adhuc viribus integros, et uxoris suæ ac domesticos ministros circiter CL secum ad- duxit; et sublime subsellium in Macrono nactus orationem hujusmodi habuit: « Etsi non contra po- pulares et eadem religione initiatos, sed contra crucis inimicos arma sumi decuisset, tamen quia ii,qui Romanum imperium male administrant,illud nobis ademerunt, et quantumvis invitas hastas no- stras in se acuere neque religionis coegerunt, hostes haud timide propulsemus, neque nationis ratione ha- bila: sed primum ut hostes Dei, cujus templum impa- denter ingrediuntur, deinde ut nostros adversarios ulciscamur. Neque nos eo nomine quisquam repre- hendet. Hi enim quos nunquam offendimus, contra quos arma non cepimus, contra nos veluti capitis damnatos impudenter accurrunt, nullo re- spectu honestatis ; nosque Deo supplices, contra omnem æquitatem ex æde avellere contendunt, nulla a nobis injuria lacessiti. Est enim extremæ insaniæ eos vel objurgare vel ut injurios lacessere, qui ad Deum confugiunt, eoque intercessore et defeneore persecutionum remedium quærunt. Quare nemo nefas putare debet suam salutem pro- pugnare et ictum hostilem antevertere. Neque po- pulari suo, stricto ense mortem miuitanti, par- cendum est.Quisquis nocet, hostis habeatur. Qui
ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας δομέστικος Ἰωάννης ὁ Κομνηνὸς τὴν ἐπαρχίαν διέπων τῶν Θρᾳκησίων οὐ μόνον ἔβυε τὰ ὦτα πρὸς τὰ τοῦ Ἀνδρονίκου ἐπᾴσματα, ἀλλὰ καὶ ὡς τύραννον διετώθαζεν, οἷα κατόπτρῳ τοῖς γραφομένοις προκύπτων λείῳ καὶ ἀποστίλβοντι καὶ διαφαινόμενον ἐν τούτοις ὁρῶν τὸν πολύμορφον Πρωτέα καὶ τυραννικὸν τὸν τρόπον Ἀνδρόνικον. Ἐπεὶ δὲ τῇ Ταρσίᾳ ἤγγιζε καὶ τῶν περὶ τὴν Νικομήδους πόλιν οἱ πλείονες αὐτῷ προσεχώρουν, στέλλεται κατ’ αὐτοῦ μετὰ δυνάμεως ἱκανῆς Ἀνδρόνικος ὁ Ἄγγελος, οὗπερ οἱ υἱεῖς εἰς ὕστερον Ἰσαάκιός τε καὶ Ἀλέξιος μετ’ Ἀνδρόνικον ἐπέβησαν τῆς ἀρχῆς. ὁ δὲ περὶ τὸν Χάρακα τὸ χωρίον πόλεμον συγκροτήσας ἡττᾶται λαμπρῶς, καίπερ οὐκ ἰσοπαλεῖ προσπλακεὶς στρατιᾷ ἢ τὸν ἀνταγωνιστὴν εὑρὼν ἀξιόμαχον, ἀλλ’ ἐκτομίᾳ τινὶ συμμίξας ἀχρείους στρατολογήσαντι γεωργοὺς καὶ μοῖραν συνεπαγομένῳ Παφλαγόνων στρατιωτῶν. εἰς τὴν πόλιν τοίνυν εὐθὺς μετὰ τὴν ἧτταν εἰσιὼν ἀκλεῶς ἀπῃτεῖτο καταθέσθαι τὰ χρήματα, ὅσα οἱ πρὸς τὰς κατὰ πόλεμον δαπάνας βεβράβευται.
δῆλοι ἦσαν κάμνοντες ἤδη καὶ κατὰ βραχὺ τοῦ θαῤῥαλίου ὑπεκλυόμενοι λήματος. Καὶ οὕτω δ' οὖν τὰ τῆς συμπλοκῆς ἐνειστήκει λαμπρῶς, καὶ μάχη συνέῤῥωγε καρτερὰ, ἡ μὲν ἀπὸ τόξων βολῆς, ἡ δὲ καὶ ἐν χερσὶν ἀγχώμαλος, καὶ στόνος μὲν τῶν πλητα τομένων, ἐπικελευσμὸς δὲ τῶν ἀναιρούντων ἑκατέρωθεν ἐξηκούετο. Εως μὲν οὖν σταθερᾶς μεσημβρίας ἦν ἡ μάχη ἀμφιπαλὴς καὶ ἡ νίκη ἀμφήριστος, ἐπ᾽ ἴσης τῶν ἀμφοτέρων στρατευμάτων ταλαντεύουσα τὰς πλάστιγ γας, κλίνουσά τε ἀνὰ μέρος καὶ αὖθις ἀνάγουσα τὸ τότε μαχόμενον· τῆς δ᾽ ἡμέρας ἤδη ὑποληγούσης περι- φανὴς ἡ νίκη τοῖς ἐκ βασιλέως προσέῤῥεψεν. Ωσάμενοι γὰρ τοὺς ἐκ τοῦ νεώ εἴσω τοῦ Αὐγουστεῶνος κατέκ λεισαν, ἐν τῶν ἀμφόδων ἀποκρουσάμενοι· τούτων δὲ συνειληθέντων ἐντὸς, καὶ οἱ ταῖς ἁψίσι τοῦ Μιλίου ἐρεστῶτες καὶ οἱ ἐκ τοῦ νεὼ τοῦ ᾿Αλεξίου μαχόμενοι πρὸς τροπὴν ἔβλεψαν. Καὶ ὡς ἐπελάβοντο τῶν χώρων τούτων, ὁ τοῦ βασιλέως στρατὸς τὰς μὲν σημαίας τῶν ἁψίδων ἄνωθεν ἔστησαν αἳ τοὺς βασιλεῖς εἰκονίζουσιν, αἱ δὲ πύλαι τοῦ Αὐγουστεῶνος ἐν πελέκει καὶ λαξευτηρίῳ κατεῤῥάγησαν· καὶ τὸ τῆς Καισαρίσσης ὁπλιτικὸν οὐκέτι ἀντιπλήττειν ἔχον ὡς τοῖς ἀνιοῦσι τὰς ἁψίδας κατὰ κορυφὴν βαλλόμενον, κἀκ τῶν εἰσχυθέντων εἰς τὴν αὔλειον στρατιωτῶν ταῖς κατὰ χεῖρα συμπλοκαῖς πάσχον τὰ χείριστα, κατὰ μικρὸν ὑπέκλεπτε τὴν φυγὴν, βραχείας ἀρωγῆς ἀπολαῦον διά τε λίθων βολῆς καὶ βελῶν ἀφέσεως ἐκ τῶν ὕπερθεν ἐπαμυνόντων σφίσι Ρωμαίων ἀπό τε τοῦ ἀνδρῶνος τοῦ καλουμένου Μάκρωνος ἐς τὸν Αὐγουστεῶνα προνεύοντος, καὶ τοῦ συνημμένου τούτῳ Θωμαΐτου δόμου. Τέλος δὲ τοῖς πάντοθεν βάλ λουσιν ἐκ τοῦ νεώ πιεζόμενοι ἀφίστανται τῆς τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίας καὶ εἰσίασι τὸ πρόναον, καθ᾽ ὅ δὴ ὁ πρώτιστος καὶ μέγιστος τῶν παραστατούντων ἀρχαγγέλων Θεῷ Μιχαὴλ ἐσπασμένος ρομφαίαν ἐστήλωται ψηφί δων λεπταῖς ἐπιθέσεσι, φύλαξ προβεβλημένος τοῦ ἱεροῦ. Ἐκ δὲ τούτου οὔτε οἱ τοῦ βασιλέως προσωτέρω βαίνειν ἠδύναντο, υφορώμενοι τοὺς τοῦ ναοῦ στενωπούς, οὔτε οἱ τῆς Καισαρίσσης ὑπερπονοῦντες ἐκεῖθεν ἐξῄεσαν ὡς μαχούμενοι. ζ· Ὁ δὲ Καῖσαρ καὶ ὁ πατριάρχης αὐτὸς, ὁ μὲν Β 7. δείσας περὶ ἑαυτῷ τε καὶ τῇ ἀλόχῳ μὴ συλληφθεῖεν ἀγεννῶς ὑπὸ τῶν διαφόρων, ὁ δὲ μὴ πως ἔνδον τοῦ ἱεροῦ παρεισίωσιν οἱ πολέμιοι καὶ ποσὶ μὲν οὐχ ὁσίοις τὸ ἅγιον πατήσωσι δάπεδον, χερσὶ δ᾽ ἀνάγνοις καὶ θερμὸν ἔτι σταζούσαις τῷ λύθρω τὰ παναγή λῃ στεύσωσιν ἀναθέματα, ὁ μὲν τὴν ἀρχιερατικὴν στολὴν ἐπενδὺς καὶ τὰ θεῖα μετὰ χεῖρας δεξάμενος λόγια κάτεισιν εἰς τὸ προσκήνιον τοῦ νεώ, ἐν ᾧ οἱ τῆς Καισαρίσσης υπερμαχοῦντες ἡλίσθησαν φεύγοντες, δ καὶ πρωτεκδικεῖον κικλήσκεται· ὁ δὲ Καῖσαρ τοὺς τὰς εἰσόδους τῆς ἐκκλησίας τηροῦντας ὁπλομάχους ἀγποχώς, καὶ ὅσον περὶ αὐτὸν ἀκραιφνὲς ἔτι Λατι νικὸν δορυφορικὸν, καὶ τὸ περὶ τὴν ὁμόλεκτρον αὐτοῦ θεραπευτικὸν καὶ οἰκίδιον, καὶ περὶ τοὺς ἑκατὸν πεντ τήκοντα πάντας ἠριθμηκώς, ἐπί τινος μετεώρου σκιμ- ποδίσκου κατὰ τὸν Μάκρωνα παρευρεθέντος στὰς αὐτὸς, καὶ περιστήσας τοὺς παρεσκευασμένους εἰς πόλεμον, ἔφησε τοιάδε· « Ἐχρῆν μὲν μὴ καθ᾽ ὁμο φύλων καὶ ὁμοπίστων, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ σταυροῦ τὰς πολεμικάς ταύτας περιβεβλῆσθαι στο λὰς καὶ τὰς χεῖρας τοῖς φασγάνοις καθωπλίσθαι· ἐπεὶ δὲ οἱ τὰ τῆς βασιλείας Ῥωμαίων μοχθηρῶς διέποντες τοῦτο μὲν ἀφείλοντο, ἀναγκαστῶς δὲ καὶ οὔκουν προαιρετῶς τὰς ἡμετέρας λόγχας καθ' ἑαυτῶν ἀκονήσαντες ἔχουσι, μὴ δὴ ἀγεννῶς ἐπι στῶμεν τοῖς ἐπιοῦσι, μηδ' ὅτι ταυτόπιστοι καὶ τὴν αὐτὴν οἰκοῦντες ἀναλογισώμεθα, ἀλλ' ὡς πολε μίους Θεῷ πρότερον, οὗ τὸ ἱερὸν τόδε εἰσίασιν ἀναι δῶς, ἔπειτα δὲ καὶ ἡμῶν αὐτῶν ἀπεχθεῖς ἄμυνώ. μεθα. Πάντως δέ εἰσι τὰ τῆς ἀμύνης ἀνεύθυνα· οἷς γάρ τι οὐ προσέστημεν ὅλως καὶ καθ᾽ ὧν ὅπλα οὐδ᾽ ὅλως ἠράμεθα, ἀνερυθριάστως οὗτοι προσίασιν ἡμῖν ὡς ἐπιθανατίοις τισὶ καὶ ἐσχάτοις, καὶ κει· μένων ἀδαημοσύνη κατεπεμβαίνουσι τοῦ καλοῦ, καὶ προσρυομένους Θεῷ ἐκ τοῦ τε τούτου ἀποσπᾶν ALEXIUS MANUELIS FILIUS A gredi potuerunt ob suspectps templi angiportus ; neque Cæsarissæ defensores inde ad pugnam pro- dibant. At Cæsar de seipso et conjuge sollicitus, ne [P. 155] D turpiter ab inimicis caperentur, patriarcha me- tuens ne hostes in templum penetrarent, et profa- pis pedibus sacrum solum calcarent et impuris el calidum adhuc sanguinem stillantibus manibus sanctissima donaria raperent, pontificia stola ornatus et divina oracula manibus gestans, in tem- pli vestibulum, quod et protecdiceum dicitur, quo se Caesariani fuga receperant, descendit. Cæsar vero gladiatores, qui ecclesiæ fores tuebantur, et Latinos satellites adhuc viribus integros, et uxoris suæ ac domesticos ministros circiter CL secum ad- duxit; et sublime subsellium in Macrono nactus orationem hujusmodi habuit: « Etsi non contra po- pulares et eadem religione initiatos, sed contra crucis inimicos arma sumi decuisset, tamen quia ii,qui Romanum imperium male administrant,illud nobis ademerunt, et quantumvis invitas hastas no- stras in se acuere neque religionis coegerunt, hostes haud timide propulsemus, neque nationis ratione ha- bila: sed primum ut hostes Dei, cujus templum impa- denter ingrediuntur, deinde ut nostros adversarios ulciscamur. Neque nos eo nomine quisquam repre- hendet. Hi enim quos nunquam offendimus, contra quos arma non cepimus, contra nos veluti capitis damnatos impudenter accurrunt, nullo re- spectu honestatis ; nosque Deo supplices, contra omnem æquitatem ex æde avellere contendunt, nulla a nobis injuria lacessiti. Est enim extremæ insaniæ eos vel objurgare vel ut injurios lacessere, qui ad Deum confugiunt, eoque intercessore et defeneore persecutionum remedium quærunt. Quare nemo nefas putare debet suam salutem pro- pugnare et ictum hostilem antevertere. Neque po- pulari suo, stricto ense mortem miuitanti, par- cendum est.Quisquis nocet, hostis habeatur. Qui
PG 139:591ὁ δὲ βασανιζομένην ὁρῶν τὴν αὐτοῦ κατάσχεσιν, ὅτι φίλα φρονῶν Ἀνδρονίκῳ τὰ πράγματα χειρόνως διέθετο, ἅπερ εὐμαρίσειν ἀπέσταλτο, ἐναγόμενος παρὰ τῶν υἱέων ἓξ ὄντων καὶ πάντων ὁπλοτέρων τὰς φρένας καὶ κατὰ χεῖρα γενναίων, ἐπεβάλετο μὲν τὸν οἰκεῖον οἶκον διακρατύνειν καὶ κατασκευάζειν ἐπιτειχίσματα κατὰ τὸ ἔξω Κιόνιον διακείμενον καὶ τῶν ἐκ τοῦ δήμου τινὰς ἐπεσπᾶτο πρὸς ἑαυτόν· ὁρῶν δὲ ὡς οὐκ ἀκμαῖός ἐστι πρὸς βασίλειον πλεονεκτοῦσαν ἀνθόπλισιν καὶ ὡς οὐκ ἂν σχοίη περιγενέσθαι τῶν διαφόρων, πρὸς φυγὴν μεθαρμόζεται· καὶ τοὺς ἓξ υἱοὺς παραλαβών, τὴν δ’ ὁμόλεκτρον τοῦ δόμου ἀπαγαγών, νηὸς ἐπιβὰς τῆς ἐς Ἀνδρόνικον ἅπτεται. ὁ δὲ ἰδὼν προσιόντα τὸν Ἄγγελον λέγεται εἰπεῖν ἰδού, ἀποστελῶ τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου. Θάρσος οὖν ἐπὶ τῇ τοῦ ἐξαδέλφου παρουσίᾳ λαβὼν καὶ τὰ κατ’ ἔφεσιν ὁρῶν προβαίνοντα τῶν ἐνοδίων ἐκτροπῶν ἀφέμενος καὶ χαίρειν ἐάσας τὰς πόλεις Νίκαιάν τε καὶ Νικομήδειαν καὶ τὸ τῇδε ἢ ἐκεῖσε μεταστρέφεσθαι πρὸς τὴν Κωνσταντίνου τὸν δρόμον ἀκλινεῖ συνέτεινε νεύματι, ὡς ὁδοῦ Φιλιστιεὶμ τῆς ἐς αὐτὴν φερούσης ἐχόμενος.
ἐπεγκαλεῖν ἡμῖν ἔχουσι, καὶ ὅτι τῆς ἐσχάτης ἐστὶν ἀπονοίας ἐπιτιμᾶν ὅλως ἢ ὡς δεινὰ δρῶσιν ἀρει μανίους σφᾶς ἐπιέναι τοῖς εἰς Θεὸν καταφεύγουσι καὶ μεσίτην τοῦτον προβαλλομένοις καὶ λυτῆρα τῶν διενέξεων. Οὔτε οὖν ὑφορᾶσθαι δέον ὡς ἀνόσιον τὸ ὑπερμάχεσθαί τινα ἑαυτοῦ καὶ σπεύδειν κατὰ τοῦ πλήττοντος αὐτὸν ἐπιστρέφειν τὸν ἐκεῖθεν ἐπαγό μενον θάνατον, οὔτε τὸν μετὰ ξίφους ἐπιόντα καὶ ἀναιροῦντα ὁμογενῆ ἀπλῆγα δεῖ παριέναι, ἀλλ' ἅπας κακῶς διατιθεὶς κρινέσθω πολέμιος καὶ ὁ ἀναιρήσων πιπτέτω. Ἡμῖν δὲ καὶ τὸ θεῖον εἴσεται δήπουθεν χάριν, εἰ ἐκ τοῦ ἱεροῦ τοῦδε τοὺς μιαι φόνους αποσοβήσομεν, εἴτε μὴν κεχηνόσιν, ὡς ὁρᾶτε, κατὰ τῶν ἁγίων καὶ διαρπάσαι ταῦτα προθυ μουμένοις ἀντιβαίημεν. Εἰ μὴ γὰρ τοῦτ᾽ ἦν, ἀλλὰ διέστελλον ἀνὰ μέσον βεβήλου καὶ ἱεροῦ, πάλαι ἄν τὴν ἐνδοτέρω τῶν προνίων παρῆκαν λίχνευσιν, ὡς ἤδη τὸ νικᾶν ἔχοντες. Οἱ δὲ οὕτω τοί εἰσιν ἀναι δέστατοι ὡς οὐ μόνον σκυλεῦσαι φαντάζεσθαι τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ ἰδιώσασθαι οἱ ἀβέλο τεροι. Αλλ' οὐ μὲ τὸν παγέντα σταυρῷ καὶ τὴν λόγχην ταύτην, οὔκουν αὐτοῖς ἐσεῖται πέρας ἐπισ θεῖναι τοῖς ἐγχειρήμασιν, ἐπεὶ καὶ Θεῷ τὰ οἰκεῖα χερσὶ κερασμέναις αψευστα διαφυλαχθήσονται καὶ ἡμεῖς ἐσοίμεθα ἄν ἀπονόμευτοι. » Τούτοις καὶ τοιούτοις χρησάμενος ῥήμασιν αὐτός τε κάτεισιν εἰς τὸν πρόναον ἔνθα ὁ λόγος εἴρηκε βομφαίαν ἐσπασμές νον ἵστασθαι τὸν τῶν [Ρ. 156] ἄνω καὶ θείων ταγμά των κατάρχοντα Μιχαὴλ, καὶ οἱ λοιποὶ δὲ ὡς ἡγεμόνι τούτῳ παρείποντο, ἀσπιδηφόροι πάντες καὶ μαχαίρας αμφήσεις ἐγχειριζόμενοι καὶ ἀτεχνῶς ἀνδριάντες χάλκεοι. Κακεῖσε εἰς τάξιν τὸ περὶ αὐτὸν καταστήσας ὁ Καίσαρ καὶ τῷ σταυρικῷ σημείω φραξάμενος τῶν ἄλλων προεκπηδή. Οἱ δ᾽ ἐπὶ τῆς τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίας, καὶ πρὸς τὴν πρώτην ὁρμὴν ἐκθαμβηθέντες τοῦ Καίσαρος, διὰ τῶν εἰσό- δων θλιβόμενοι ἐξεχέοντο, ὅτε καὶ τραυματίαι μὲν ἐκ τῶν τοῦ βασιλικού τάγματος πολλοί γε- γόνασιν, εἷς δέ τις καὶ ἐτεθνήκει τῷ ξίφει διε λαθείς. Τὸ δ᾽ ἀπὸ τοῦδε ὁ μὲν Καίσαρ ἐπάνεισιν αὖθις ὅθεν ἐξώρμησεν, οἱ δ' ἐκ τῶν τοῦ βασιλέως τάξεων οὐκέτι τάξεων οὐκέτι παρελθεῖν ἐθάρησαν εἰς τὴν απο λειον, ἀλλὰ δι' ἀκροβολισμῶν ἠγάπων μαχόμε νοι. Ἤδη δὲ τῆς ἡμέρας ὑποκλινούσης αὐτοί τε οἱ μαχόμενοι καμόντες ἐνέδωκαν, καὶ τοῦ Α ἐθέλουσι, χρεὼν μὴ οὕτω ὁρᾶν ὅτι τε οὐδὲν ἄχαρι η πατριάρχου στείλαντος εἰς τὴν δέσποιναν τὸν ἑαυτοῦ ὑπηρέτην, ὃς ἐκ τοῦ παραβάλλειν εἰς τὰ ἀρχεῖα καὶ διαπορθμεύειν τοῖς βασιλεῦσι τὰ βουλη τέα καὶ τὰς ἀποκρίσεις αὖθις ἐκεῖθεν μεταφέρειν Παλατίνος ὠνόμασται, καὶ πρῶτα μὲν τὴν θείαν ἐπεμβριμησαμένου ταύτῃ ὀργὴν οὕτως ὀξυδερκοῦσαν καὶ καθορῶσαν ἐν ἀκαρεῖ τὰ ὁπουδήποτε δρώ μενα ἄθεσμα, ἔπειτα δὲ τὰς περὶ σπονδῶν τῆς Καισαρίστης διαμεμη νυκότος φωνές, ἀφικνεῖται λυτήρ τῶν μηνυμάτων ἀμφοτέροις τοῖς μέρεσιν ὁ μέγας δοὺς ᾿Ανδρόνικος ὁ Κοντοστέφανος, ὁ μέγας εται ρειάρχης Ιωάννης ὁ Δούκας, καὶ συχνοὶ ἕτερο: τὸ γένος ἀριπρεπεῖς καὶ μεγίστοις περίβλεπτοι ἀζίώ- μασι. Καὶ τότε μὲν νυκτὶ μᾶλλον πεισθέντες ἢ ταῖς καταλλαγαῖς τεθαῤῥηκότες τὸν ἀγῶνα διέλυσαν, τῇ δ' ὑστεραίᾳ καὶ αὖθις πρὸς πόλεμον διηῤῥένωντο. Τῶν δ᾽ αὐτῶν καὶ πάλιν παραγενομένων ἀνδρῶν, καὶ πίστεις δόντων τῇ Καισαρίσσῃ ταὶ τῷ ταύτης ἀνδρὶ, καὶ ὅρκοις κρατυναμένων αὐτὰς, καὶ πλη- ροφορίαν παρασχομένων ὡς οὐκ ἄν τι πάθοιεν ἀηδὲς οὔτε μὴν ἀφαιρεθεῖεν τὴν οἰκείαν ἐπιτιμίαν πρὸς τοῦ ἀδελφοῦ καὶ βασιλέως ἤ τῆς μητρυιάς δεσποίνης ἤ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ ᾿Αλεξίου, ἀλλὰ δὲ NICETE CHONIATÆ B occisum it, occidatur. Imo Deus ipse gratiam no- bis habebit, si templum suum contra istos carnis fices defenderimus, qui hianti ore, ut videtis, ad sacra diripienda veniunt.Quod nisi animis haberent, et sacra profanaque juxta æstimarent, jampridem quippe victores,ultra templi vestibulum vi penetra- re destitissent. Verum tanta est eorum impudentia, ut non modo nos, sed ipsum etiam Deum spoliatum velint. Sed cruei affixum et hanc hastam testor, haudquaquam ad exitum cœpta perducent. Nam et Deo donaria hæc a pollutis manibus intacta con- servabimus, et nostram salutem haud negli gemus. » Hujusmodi oratione habita in templi ve- stibulum descendit,ad Michaelis archangelistatuam, cæteris eum ut ducem sequentibus, qui omnes clypeos et longos ancipites enees gestabant, plane æneis statuis similes. Ibi Cæsar acie instructa, signo crucis munitus, ante alios prosiluit. Qui vero in Augusteonis atrio erant, primo illius impetu perturbati foribus, alii alios urgentes, effundun- tur; ac multi ex imperatoria legione vulnerati sunt; unus etiam ense trajectus est. Post hoc Cæ- sar eo redit unde venerat, imperatoriis ultra atrium prodire non audentibus, sed eminus tela in- gerore contentis. Die jam ad occasum vergente, milites utrinque fatigati pugnare destiterunt. Pa- triarcha ministro ad dominam isso,qui quod pa- latium ingredi et imperatorem adire et nuntios ultro citroque perferre solet, palatinus dicitur, principio divinam ei iram comminatus est, quæ acutissimis oculis, quidquid ubique nefarie fiat, in ictu oculi intueatur. Deindo Cesarissæ verba de C pacificatione 31s nuntiavit. Magnus itaque dux Andronicus Contostephanus, magnus hæteriarcha Joannes Ducas, et alii complures, viri nobiles et maximis ornati dignitatibus, ad iras utrinque com- ponendas adsunt. Ac tum quidem ob noctem magis qnam quod invicem crederent, ab armis discesse- runt. Postridie ad redintegrandam pugnam incitati, cum iidem viri iterum adessent, et Cæsarissæ ac marito ejus fidem dedissent nihil eis mali timen- dum esse, vel a fratre imperatore, vel a domina no- verca, vel a protosebasto Alexio, neque dignitatem eis ereptum iri, ita demum, data etiam sociis et adjutoribus eorum venia, secundo prælio abstinue- runt. Ac alii jurejurandu dato et pacificatione per- asta statim abierunt: Gæsar vero et Cmaarissa D noctu templo excesserunt et in magnum palatium se contulerunt, in quo tum imperatoros dagebant.
καὶ δὴ κατὰ τὰ Πευκία ἐναυλισάμενος (τόπος δέ ἐστι ταῦτα ἐν τοῖς ἄνω τῆς Χαλκηδόνος διακείμενος μέρεσι καὶ οὕτως ὀνομαζόμενος) καὶ πυρὰ πολλὰ καύσας κατὰ τὴν νύκτα ὅλην ἐκείνην, μὴ κατὰ λόγον τῆς συνούσης αὐτῷ στρατιᾶς, ἀλλ’ ἐς δόκησιν στρατεύματος πλείονος, ἐκκρεμεῖς αὐτοῦ τοὺς Βυζαντίους ἔθετο, ὡς τὰ ἀνὰ χεῖρας προεμένους ἔργα εἰς τὴν περαίαν τείνειν τὸ ὄμμα ἀκταῖς τε καὶ γηλόφοις προσιόντας τῆς πόλεως καὶ πόρρωθεν ὄντα Ἀνδρόνικον ἐπισπᾶσθαι οἷον τοῖς νεύμασιν. ὧδε μὲν οὖν ἐχώρει τὰ κατὰ τὸν ἀναφαλαντίαν καὶ πολιοκόρσην Ἀνδρόνικον. Ἀλέξιος δὲ ὁ πρωτοσεβαστὸς μὴ ἔχων διὰ πεζῆς φάλαγγος ἀποσοβῆσαι τὸν ἐπιόντα οἱ πολέμιον (ἤδη γὰρ οἱ μὲν μετέβαινον ταῖς γνώμαις κρυφιωδῶς πρὸς Ἀνδρόνικον, ὁπόσοις οὐκ ἦν ὅλως ἀκίνδυνος ἡ πρὸς ἐκεῖνον τοπικὴ μετάβασις, τοῖς δὲ ἀρκετὸν ἐς τὴν πρὸς τὸν κρατοῦντα πίστιν λελόγιστο τὸ ἐπ’ οἴκου μόνον καθῆσθαι καὶ μηδενὶ προστίθεσθαι τῶν μερῶν·
ἐπεγκαλεῖν ἡμῖν ἔχουσι, καὶ ὅτι τῆς ἐσχάτης ἐστὶν ἀπονοίας ἐπιτιμᾶν ὅλως ἢ ὡς δεινὰ δρῶσιν ἀρει μανίους σφᾶς ἐπιέναι τοῖς εἰς Θεὸν καταφεύγουσι καὶ μεσίτην τοῦτον προβαλλομένοις καὶ λυτῆρα τῶν διενέξεων. Οὔτε οὖν ὑφορᾶσθαι δέον ὡς ἀνόσιον τὸ ὑπερμάχεσθαί τινα ἑαυτοῦ καὶ σπεύδειν κατὰ τοῦ πλήττοντος αὐτὸν ἐπιστρέφειν τὸν ἐκεῖθεν ἐπαγό μενον θάνατον, οὔτε τὸν μετὰ ξίφους ἐπιόντα καὶ ἀναιροῦντα ὁμογενῆ ἀπλῆγα δεῖ παριέναι, ἀλλ' ἅπας κακῶς διατιθεὶς κρινέσθω πολέμιος καὶ ὁ ἀναιρήσων πιπτέτω. Ἡμῖν δὲ καὶ τὸ θεῖον εἴσεται δήπουθεν χάριν, εἰ ἐκ τοῦ ἱεροῦ τοῦδε τοὺς μιαι φόνους αποσοβήσομεν, εἴτε μὴν κεχηνόσιν, ὡς ὁρᾶτε, κατὰ τῶν ἁγίων καὶ διαρπάσαι ταῦτα προθυ μουμένοις ἀντιβαίημεν. Εἰ μὴ γὰρ τοῦτ᾽ ἦν, ἀλλὰ διέστελλον ἀνὰ μέσον βεβήλου καὶ ἱεροῦ, πάλαι ἄν τὴν ἐνδοτέρω τῶν προνίων παρῆκαν λίχνευσιν, ὡς ἤδη τὸ νικᾶν ἔχοντες. Οἱ δὲ οὕτω τοί εἰσιν ἀναι δέστατοι ὡς οὐ μόνον σκυλεῦσαι φαντάζεσθαι τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ ἰδιώσασθαι οἱ ἀβέλο τεροι. Αλλ' οὐ μὲ τὸν παγέντα σταυρῷ καὶ τὴν λόγχην ταύτην, οὔκουν αὐτοῖς ἐσεῖται πέρας ἐπισ θεῖναι τοῖς ἐγχειρήμασιν, ἐπεὶ καὶ Θεῷ τὰ οἰκεῖα χερσὶ κερασμέναις αψευστα διαφυλαχθήσονται καὶ ἡμεῖς ἐσοίμεθα ἄν ἀπονόμευτοι. » Τούτοις καὶ τοιούτοις χρησάμενος ῥήμασιν αὐτός τε κάτεισιν εἰς τὸν πρόναον ἔνθα ὁ λόγος εἴρηκε βομφαίαν ἐσπασμές νον ἵστασθαι τὸν τῶν [Ρ. 156] ἄνω καὶ θείων ταγμά των κατάρχοντα Μιχαὴλ, καὶ οἱ λοιποὶ δὲ ὡς ἡγεμόνι τούτῳ παρείποντο, ἀσπιδηφόροι πάντες καὶ μαχαίρας αμφήσεις ἐγχειριζόμενοι καὶ ἀτεχνῶς ἀνδριάντες χάλκεοι. Κακεῖσε εἰς τάξιν τὸ περὶ αὐτὸν καταστήσας ὁ Καίσαρ καὶ τῷ σταυρικῷ σημείω φραξάμενος τῶν ἄλλων προεκπηδή. Οἱ δ᾽ ἐπὶ τῆς τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίας, καὶ πρὸς τὴν πρώτην ὁρμὴν ἐκθαμβηθέντες τοῦ Καίσαρος, διὰ τῶν εἰσό- δων θλιβόμενοι ἐξεχέοντο, ὅτε καὶ τραυματίαι μὲν ἐκ τῶν τοῦ βασιλικού τάγματος πολλοί γε- γόνασιν, εἷς δέ τις καὶ ἐτεθνήκει τῷ ξίφει διε λαθείς. Τὸ δ᾽ ἀπὸ τοῦδε ὁ μὲν Καίσαρ ἐπάνεισιν αὖθις ὅθεν ἐξώρμησεν, οἱ δ' ἐκ τῶν τοῦ βασιλέως τάξεων οὐκέτι τάξεων οὐκέτι παρελθεῖν ἐθάρησαν εἰς τὴν απο λειον, ἀλλὰ δι' ἀκροβολισμῶν ἠγάπων μαχόμε νοι. Ἤδη δὲ τῆς ἡμέρας ὑποκλινούσης αὐτοί τε οἱ μαχόμενοι καμόντες ἐνέδωκαν, καὶ τοῦ Α ἐθέλουσι, χρεὼν μὴ οὕτω ὁρᾶν ὅτι τε οὐδὲν ἄχαρι η πατριάρχου στείλαντος εἰς τὴν δέσποιναν τὸν ἑαυτοῦ ὑπηρέτην, ὃς ἐκ τοῦ παραβάλλειν εἰς τὰ ἀρχεῖα καὶ διαπορθμεύειν τοῖς βασιλεῦσι τὰ βουλη τέα καὶ τὰς ἀποκρίσεις αὖθις ἐκεῖθεν μεταφέρειν Παλατίνος ὠνόμασται, καὶ πρῶτα μὲν τὴν θείαν ἐπεμβριμησαμένου ταύτῃ ὀργὴν οὕτως ὀξυδερκοῦσαν καὶ καθορῶσαν ἐν ἀκαρεῖ τὰ ὁπουδήποτε δρώ μενα ἄθεσμα, ἔπειτα δὲ τὰς περὶ σπονδῶν τῆς Καισαρίστης διαμεμη νυκότος φωνές, ἀφικνεῖται λυτήρ τῶν μηνυμάτων ἀμφοτέροις τοῖς μέρεσιν ὁ μέγας δοὺς ᾿Ανδρόνικος ὁ Κοντοστέφανος, ὁ μέγας εται ρειάρχης Ιωάννης ὁ Δούκας, καὶ συχνοὶ ἕτερο: τὸ γένος ἀριπρεπεῖς καὶ μεγίστοις περίβλεπτοι ἀζίώ- μασι. Καὶ τότε μὲν νυκτὶ μᾶλλον πεισθέντες ἢ ταῖς καταλλαγαῖς τεθαῤῥηκότες τὸν ἀγῶνα διέλυσαν, τῇ δ' ὑστεραίᾳ καὶ αὖθις πρὸς πόλεμον διηῤῥένωντο. Τῶν δ᾽ αὐτῶν καὶ πάλιν παραγενομένων ἀνδρῶν, καὶ πίστεις δόντων τῇ Καισαρίσσῃ ταὶ τῷ ταύτης ἀνδρὶ, καὶ ὅρκοις κρατυναμένων αὐτὰς, καὶ πλη- ροφορίαν παρασχομένων ὡς οὐκ ἄν τι πάθοιεν ἀηδὲς οὔτε μὴν ἀφαιρεθεῖεν τὴν οἰκείαν ἐπιτιμίαν πρὸς τοῦ ἀδελφοῦ καὶ βασιλέως ἤ τῆς μητρυιάς δεσποίνης ἤ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ ᾿Αλεξίου, ἀλλὰ δὲ NICETE CHONIATÆ B occisum it, occidatur. Imo Deus ipse gratiam no- bis habebit, si templum suum contra istos carnis fices defenderimus, qui hianti ore, ut videtis, ad sacra diripienda veniunt.Quod nisi animis haberent, et sacra profanaque juxta æstimarent, jampridem quippe victores,ultra templi vestibulum vi penetra- re destitissent. Verum tanta est eorum impudentia, ut non modo nos, sed ipsum etiam Deum spoliatum velint. Sed cruei affixum et hanc hastam testor, haudquaquam ad exitum cœpta perducent. Nam et Deo donaria hæc a pollutis manibus intacta con- servabimus, et nostram salutem haud negli gemus. » Hujusmodi oratione habita in templi ve- stibulum descendit,ad Michaelis archangelistatuam, cæteris eum ut ducem sequentibus, qui omnes clypeos et longos ancipites enees gestabant, plane æneis statuis similes. Ibi Cæsar acie instructa, signo crucis munitus, ante alios prosiluit. Qui vero in Augusteonis atrio erant, primo illius impetu perturbati foribus, alii alios urgentes, effundun- tur; ac multi ex imperatoria legione vulnerati sunt; unus etiam ense trajectus est. Post hoc Cæ- sar eo redit unde venerat, imperatoriis ultra atrium prodire non audentibus, sed eminus tela in- gerore contentis. Die jam ad occasum vergente, milites utrinque fatigati pugnare destiterunt. Pa- triarcha ministro ad dominam isso,qui quod pa- latium ingredi et imperatorem adire et nuntios ultro citroque perferre solet, palatinus dicitur, principio divinam ei iram comminatus est, quæ acutissimis oculis, quidquid ubique nefarie fiat, in ictu oculi intueatur. Deindo Cesarissæ verba de C pacificatione 31s nuntiavit. Magnus itaque dux Andronicus Contostephanus, magnus hæteriarcha Joannes Ducas, et alii complures, viri nobiles et maximis ornati dignitatibus, ad iras utrinque com- ponendas adsunt. Ac tum quidem ob noctem magis qnam quod invicem crederent, ab armis discesse- runt. Postridie ad redintegrandam pugnam incitati, cum iidem viri iterum adessent, et Cæsarissæ ac marito ejus fidem dedissent nihil eis mali timen- dum esse, vel a fratre imperatore, vel a domina no- verca, vel a protosebasto Alexio, neque dignitatem eis ereptum iri, ita demum, data etiam sociis et adjutoribus eorum venia, secundo prælio abstinue- runt. Ac alii jurejurandu dato et pacificatione per- asta statim abierunt: Gæsar vero et Cmaarissa D noctu templo excesserunt et in magnum palatium se contulerunt, in quo tum imperatoros dagebant.
οὕτω γὰρ φρονεῖν τε καὶ λέγειν τοὺς πολλοὺς ἐξεπαίδευσε τὸ τῆς γνώμης κερδαλεόφρον καὶ τὸ διὰ φόνων ἀεὶ καὶ προχύσεως αἵματος τοὺς πλείους τῶν βασιλέων τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐπιβαίνειν ἀρχῆς) διὰ ναυμαχίας ἐπειρᾶτο τὸν προσέρποντα κίνδυνον ἀποκρούσασθαι. Τριήρεις τοίνυν τὴν Προποντίδα ἐκάλυπτον, αἱ μὲν Ῥωμαίους ἔχουσαι τοὺς ἐρέσσοντας καὶ τοὺς ἐκ τῶν καταστρωμάτων διαμάχεσθαι μέλλοντας, αἱ δὲ τῶν κατὰ πόλιν διαφορογενῶν Λατίνων ὅτιπερ κράτιστον μέρος καὶ μαχιμώτατον, οἷς καὶ τὰ χρήματα ποταμηδὸν ἐπεχέοντο, ἐπεὶ καὶ τούτοις ἐπεποίθει μᾶλλον ὁ χρώμενος πρωτοσεβαστὸς ἤπερ τοῖς Ῥωμαίοις αὐτοῖς ὡς ἀρήξουσιν. ὥρμησε μὲν οὖν τοὺς πιστοτάτους αὐτῷ ἐπιστῆσαι τριηράρχας καὶ παραδοῦναι τὸν στόλον τοῖς ἐκείνῳ κατὰ γένος ἐγγίζουσι, τοῦ δὲ μεγάλου δουκὸς τοῦ Κοντοστεφάνου ἀντιπνεύσαντος καὶ τῆς στολαρχίας παντὶ τρόπῳ ἐξεχομένου ὡς αὐτῷ καὶ οὐχ ἑτέρῳ δή τινι προσηκούσης, ἀναγκαστῶς τὴν βούλησιν μετατίθησι. καὶ δὴ ὁ μὲν Κοντοστέφανος Ἀνδρόνικος κύριος καθειστήκει τοῦ στόλου παντὸς καὶ κατάπλους ἅπας τοῖς ἀπὸ τῆς ἕω περαιουμένοις ἀποτετείχιστο·
ἐπεγκαλεῖν ἡμῖν ἔχουσι, καὶ ὅτι τῆς ἐσχάτης ἐστὶν ἀπονοίας ἐπιτιμᾶν ὅλως ἢ ὡς δεινὰ δρῶσιν ἀρει μανίους σφᾶς ἐπιέναι τοῖς εἰς Θεὸν καταφεύγουσι καὶ μεσίτην τοῦτον προβαλλομένοις καὶ λυτῆρα τῶν διενέξεων. Οὔτε οὖν ὑφορᾶσθαι δέον ὡς ἀνόσιον τὸ ὑπερμάχεσθαί τινα ἑαυτοῦ καὶ σπεύδειν κατὰ τοῦ πλήττοντος αὐτὸν ἐπιστρέφειν τὸν ἐκεῖθεν ἐπαγό μενον θάνατον, οὔτε τὸν μετὰ ξίφους ἐπιόντα καὶ ἀναιροῦντα ὁμογενῆ ἀπλῆγα δεῖ παριέναι, ἀλλ' ἅπας κακῶς διατιθεὶς κρινέσθω πολέμιος καὶ ὁ ἀναιρήσων πιπτέτω. Ἡμῖν δὲ καὶ τὸ θεῖον εἴσεται δήπουθεν χάριν, εἰ ἐκ τοῦ ἱεροῦ τοῦδε τοὺς μιαι φόνους αποσοβήσομεν, εἴτε μὴν κεχηνόσιν, ὡς ὁρᾶτε, κατὰ τῶν ἁγίων καὶ διαρπάσαι ταῦτα προθυ μουμένοις ἀντιβαίημεν. Εἰ μὴ γὰρ τοῦτ᾽ ἦν, ἀλλὰ διέστελλον ἀνὰ μέσον βεβήλου καὶ ἱεροῦ, πάλαι ἄν τὴν ἐνδοτέρω τῶν προνίων παρῆκαν λίχνευσιν, ὡς ἤδη τὸ νικᾶν ἔχοντες. Οἱ δὲ οὕτω τοί εἰσιν ἀναι δέστατοι ὡς οὐ μόνον σκυλεῦσαι φαντάζεσθαι τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ ἰδιώσασθαι οἱ ἀβέλο τεροι. Αλλ' οὐ μὲ τὸν παγέντα σταυρῷ καὶ τὴν λόγχην ταύτην, οὔκουν αὐτοῖς ἐσεῖται πέρας ἐπισ θεῖναι τοῖς ἐγχειρήμασιν, ἐπεὶ καὶ Θεῷ τὰ οἰκεῖα χερσὶ κερασμέναις αψευστα διαφυλαχθήσονται καὶ ἡμεῖς ἐσοίμεθα ἄν ἀπονόμευτοι. » Τούτοις καὶ τοιούτοις χρησάμενος ῥήμασιν αὐτός τε κάτεισιν εἰς τὸν πρόναον ἔνθα ὁ λόγος εἴρηκε βομφαίαν ἐσπασμές νον ἵστασθαι τὸν τῶν [Ρ. 156] ἄνω καὶ θείων ταγμά των κατάρχοντα Μιχαὴλ, καὶ οἱ λοιποὶ δὲ ὡς ἡγεμόνι τούτῳ παρείποντο, ἀσπιδηφόροι πάντες καὶ μαχαίρας αμφήσεις ἐγχειριζόμενοι καὶ ἀτεχνῶς ἀνδριάντες χάλκεοι. Κακεῖσε εἰς τάξιν τὸ περὶ αὐτὸν καταστήσας ὁ Καίσαρ καὶ τῷ σταυρικῷ σημείω φραξάμενος τῶν ἄλλων προεκπηδή. Οἱ δ᾽ ἐπὶ τῆς τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίας, καὶ πρὸς τὴν πρώτην ὁρμὴν ἐκθαμβηθέντες τοῦ Καίσαρος, διὰ τῶν εἰσό- δων θλιβόμενοι ἐξεχέοντο, ὅτε καὶ τραυματίαι μὲν ἐκ τῶν τοῦ βασιλικού τάγματος πολλοί γε- γόνασιν, εἷς δέ τις καὶ ἐτεθνήκει τῷ ξίφει διε λαθείς. Τὸ δ᾽ ἀπὸ τοῦδε ὁ μὲν Καίσαρ ἐπάνεισιν αὖθις ὅθεν ἐξώρμησεν, οἱ δ' ἐκ τῶν τοῦ βασιλέως τάξεων οὐκέτι τάξεων οὐκέτι παρελθεῖν ἐθάρησαν εἰς τὴν απο λειον, ἀλλὰ δι' ἀκροβολισμῶν ἠγάπων μαχόμε νοι. Ἤδη δὲ τῆς ἡμέρας ὑποκλινούσης αὐτοί τε οἱ μαχόμενοι καμόντες ἐνέδωκαν, καὶ τοῦ Α ἐθέλουσι, χρεὼν μὴ οὕτω ὁρᾶν ὅτι τε οὐδὲν ἄχαρι η πατριάρχου στείλαντος εἰς τὴν δέσποιναν τὸν ἑαυτοῦ ὑπηρέτην, ὃς ἐκ τοῦ παραβάλλειν εἰς τὰ ἀρχεῖα καὶ διαπορθμεύειν τοῖς βασιλεῦσι τὰ βουλη τέα καὶ τὰς ἀποκρίσεις αὖθις ἐκεῖθεν μεταφέρειν Παλατίνος ὠνόμασται, καὶ πρῶτα μὲν τὴν θείαν ἐπεμβριμησαμένου ταύτῃ ὀργὴν οὕτως ὀξυδερκοῦσαν καὶ καθορῶσαν ἐν ἀκαρεῖ τὰ ὁπουδήποτε δρώ μενα ἄθεσμα, ἔπειτα δὲ τὰς περὶ σπονδῶν τῆς Καισαρίστης διαμεμη νυκότος φωνές, ἀφικνεῖται λυτήρ τῶν μηνυμάτων ἀμφοτέροις τοῖς μέρεσιν ὁ μέγας δοὺς ᾿Ανδρόνικος ὁ Κοντοστέφανος, ὁ μέγας εται ρειάρχης Ιωάννης ὁ Δούκας, καὶ συχνοὶ ἕτερο: τὸ γένος ἀριπρεπεῖς καὶ μεγίστοις περίβλεπτοι ἀζίώ- μασι. Καὶ τότε μὲν νυκτὶ μᾶλλον πεισθέντες ἢ ταῖς καταλλαγαῖς τεθαῤῥηκότες τὸν ἀγῶνα διέλυσαν, τῇ δ' ὑστεραίᾳ καὶ αὖθις πρὸς πόλεμον διηῤῥένωντο. Τῶν δ᾽ αὐτῶν καὶ πάλιν παραγενομένων ἀνδρῶν, καὶ πίστεις δόντων τῇ Καισαρίσσῃ ταὶ τῷ ταύτης ἀνδρὶ, καὶ ὅρκοις κρατυναμένων αὐτὰς, καὶ πλη- ροφορίαν παρασχομένων ὡς οὐκ ἄν τι πάθοιεν ἀηδὲς οὔτε μὴν ἀφαιρεθεῖεν τὴν οἰκείαν ἐπιτιμίαν πρὸς τοῦ ἀδελφοῦ καὶ βασιλέως ἤ τῆς μητρυιάς δεσποίνης ἤ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ ᾿Αλεξίου, ἀλλὰ δὲ NICETE CHONIATÆ B occisum it, occidatur. Imo Deus ipse gratiam no- bis habebit, si templum suum contra istos carnis fices defenderimus, qui hianti ore, ut videtis, ad sacra diripienda veniunt.Quod nisi animis haberent, et sacra profanaque juxta æstimarent, jampridem quippe victores,ultra templi vestibulum vi penetra- re destitissent. Verum tanta est eorum impudentia, ut non modo nos, sed ipsum etiam Deum spoliatum velint. Sed cruei affixum et hanc hastam testor, haudquaquam ad exitum cœpta perducent. Nam et Deo donaria hæc a pollutis manibus intacta con- servabimus, et nostram salutem haud negli gemus. » Hujusmodi oratione habita in templi ve- stibulum descendit,ad Michaelis archangelistatuam, cæteris eum ut ducem sequentibus, qui omnes clypeos et longos ancipites enees gestabant, plane æneis statuis similes. Ibi Cæsar acie instructa, signo crucis munitus, ante alios prosiluit. Qui vero in Augusteonis atrio erant, primo illius impetu perturbati foribus, alii alios urgentes, effundun- tur; ac multi ex imperatoria legione vulnerati sunt; unus etiam ense trajectus est. Post hoc Cæ- sar eo redit unde venerat, imperatoriis ultra atrium prodire non audentibus, sed eminus tela in- gerore contentis. Die jam ad occasum vergente, milites utrinque fatigati pugnare destiterunt. Pa- triarcha ministro ad dominam isso,qui quod pa- latium ingredi et imperatorem adire et nuntios ultro citroque perferre solet, palatinus dicitur, principio divinam ei iram comminatus est, quæ acutissimis oculis, quidquid ubique nefarie fiat, in ictu oculi intueatur. Deindo Cesarissæ verba de C pacificatione 31s nuntiavit. Magnus itaque dux Andronicus Contostephanus, magnus hæteriarcha Joannes Ducas, et alii complures, viri nobiles et maximis ornati dignitatibus, ad iras utrinque com- ponendas adsunt. Ac tum quidem ob noctem magis qnam quod invicem crederent, ab armis discesse- runt. Postridie ad redintegrandam pugnam incitati, cum iidem viri iterum adessent, et Cæsarissæ ac marito ejus fidem dedissent nihil eis mali timen- dum esse, vel a fratre imperatore, vel a domina no- verca, vel a protosebasto Alexio, neque dignitatem eis ereptum iri, ita demum, data etiam sociis et adjutoribus eorum venia, secundo prælio abstinue- runt. Ac alii jurejurandu dato et pacificatione per- asta statim abierunt: Gæsar vero et Cmaarissa D noctu templo excesserunt et in magnum palatium se contulerunt, in quo tum imperatoros dagebant.
συνῆν δὲ τῷ Κοντοστεφάνῳ καί τι τοῦ πρωτοσεβαστοῦ συγγενικὸν καὶ οἰκίδιον. Μετὰ βραχὺ δὲ καὶ πρέσβις ἀπὸ τοῦ βασιλέως ἐς Ἀνδρόνικον στέλλεταί τις τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος. ὁ Ξιφιλῖνος ἦν οὗτος Γεώργιος, ὃς καὶ εἰς ὄψιν τῷ τυράννῳ ἐληλυθὼς τά τε γράμματα ἐνεχείρισε καὶ τὰ διαμηνυθέντα ἀπήγγειλεν. ἦσαν δὲ ταῦτα δωρεῶν ἐπαγγελίαι μειζόνων καὶ ἀξιωμάτων ἀνάβαθμοι καὶ χάρις ἀπὸ τοῦ πρυτανεύοντος εἰρήνην θεοῦ ἀποστάντι μὲν τοῦ προκειμένου σκέμματος, ἐξ οὗπερ ἐμφύλιοι συμβήσονται πόλεμοι, πρὸς δὲ ἤθη τὰ πρότερον ἐπανήκοντι.
ἐπεγκαλεῖν ἡμῖν ἔχουσι, καὶ ὅτι τῆς ἐσχάτης ἐστὶν ἀπονοίας ἐπιτιμᾶν ὅλως ἢ ὡς δεινὰ δρῶσιν ἀρει μανίους σφᾶς ἐπιέναι τοῖς εἰς Θεὸν καταφεύγουσι καὶ μεσίτην τοῦτον προβαλλομένοις καὶ λυτῆρα τῶν διενέξεων. Οὔτε οὖν ὑφορᾶσθαι δέον ὡς ἀνόσιον τὸ ὑπερμάχεσθαί τινα ἑαυτοῦ καὶ σπεύδειν κατὰ τοῦ πλήττοντος αὐτὸν ἐπιστρέφειν τὸν ἐκεῖθεν ἐπαγό μενον θάνατον, οὔτε τὸν μετὰ ξίφους ἐπιόντα καὶ ἀναιροῦντα ὁμογενῆ ἀπλῆγα δεῖ παριέναι, ἀλλ' ἅπας κακῶς διατιθεὶς κρινέσθω πολέμιος καὶ ὁ ἀναιρήσων πιπτέτω. Ἡμῖν δὲ καὶ τὸ θεῖον εἴσεται δήπουθεν χάριν, εἰ ἐκ τοῦ ἱεροῦ τοῦδε τοὺς μιαι φόνους αποσοβήσομεν, εἴτε μὴν κεχηνόσιν, ὡς ὁρᾶτε, κατὰ τῶν ἁγίων καὶ διαρπάσαι ταῦτα προθυ μουμένοις ἀντιβαίημεν. Εἰ μὴ γὰρ τοῦτ᾽ ἦν, ἀλλὰ διέστελλον ἀνὰ μέσον βεβήλου καὶ ἱεροῦ, πάλαι ἄν τὴν ἐνδοτέρω τῶν προνίων παρῆκαν λίχνευσιν, ὡς ἤδη τὸ νικᾶν ἔχοντες. Οἱ δὲ οὕτω τοί εἰσιν ἀναι δέστατοι ὡς οὐ μόνον σκυλεῦσαι φαντάζεσθαι τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ ἰδιώσασθαι οἱ ἀβέλο τεροι. Αλλ' οὐ μὲ τὸν παγέντα σταυρῷ καὶ τὴν λόγχην ταύτην, οὔκουν αὐτοῖς ἐσεῖται πέρας ἐπισ θεῖναι τοῖς ἐγχειρήμασιν, ἐπεὶ καὶ Θεῷ τὰ οἰκεῖα χερσὶ κερασμέναις αψευστα διαφυλαχθήσονται καὶ ἡμεῖς ἐσοίμεθα ἄν ἀπονόμευτοι. » Τούτοις καὶ τοιούτοις χρησάμενος ῥήμασιν αὐτός τε κάτεισιν εἰς τὸν πρόναον ἔνθα ὁ λόγος εἴρηκε βομφαίαν ἐσπασμές νον ἵστασθαι τὸν τῶν [Ρ. 156] ἄνω καὶ θείων ταγμά των κατάρχοντα Μιχαὴλ, καὶ οἱ λοιποὶ δὲ ὡς ἡγεμόνι τούτῳ παρείποντο, ἀσπιδηφόροι πάντες καὶ μαχαίρας αμφήσεις ἐγχειριζόμενοι καὶ ἀτεχνῶς ἀνδριάντες χάλκεοι. Κακεῖσε εἰς τάξιν τὸ περὶ αὐτὸν καταστήσας ὁ Καίσαρ καὶ τῷ σταυρικῷ σημείω φραξάμενος τῶν ἄλλων προεκπηδή. Οἱ δ᾽ ἐπὶ τῆς τοῦ Αὐγουστεῶνος αὐλαίας, καὶ πρὸς τὴν πρώτην ὁρμὴν ἐκθαμβηθέντες τοῦ Καίσαρος, διὰ τῶν εἰσό- δων θλιβόμενοι ἐξεχέοντο, ὅτε καὶ τραυματίαι μὲν ἐκ τῶν τοῦ βασιλικού τάγματος πολλοί γε- γόνασιν, εἷς δέ τις καὶ ἐτεθνήκει τῷ ξίφει διε λαθείς. Τὸ δ᾽ ἀπὸ τοῦδε ὁ μὲν Καίσαρ ἐπάνεισιν αὖθις ὅθεν ἐξώρμησεν, οἱ δ' ἐκ τῶν τοῦ βασιλέως τάξεων οὐκέτι τάξεων οὐκέτι παρελθεῖν ἐθάρησαν εἰς τὴν απο λειον, ἀλλὰ δι' ἀκροβολισμῶν ἠγάπων μαχόμε νοι. Ἤδη δὲ τῆς ἡμέρας ὑποκλινούσης αὐτοί τε οἱ μαχόμενοι καμόντες ἐνέδωκαν, καὶ τοῦ Α ἐθέλουσι, χρεὼν μὴ οὕτω ὁρᾶν ὅτι τε οὐδὲν ἄχαρι η πατριάρχου στείλαντος εἰς τὴν δέσποιναν τὸν ἑαυτοῦ ὑπηρέτην, ὃς ἐκ τοῦ παραβάλλειν εἰς τὰ ἀρχεῖα καὶ διαπορθμεύειν τοῖς βασιλεῦσι τὰ βουλη τέα καὶ τὰς ἀποκρίσεις αὖθις ἐκεῖθεν μεταφέρειν Παλατίνος ὠνόμασται, καὶ πρῶτα μὲν τὴν θείαν ἐπεμβριμησαμένου ταύτῃ ὀργὴν οὕτως ὀξυδερκοῦσαν καὶ καθορῶσαν ἐν ἀκαρεῖ τὰ ὁπουδήποτε δρώ μενα ἄθεσμα, ἔπειτα δὲ τὰς περὶ σπονδῶν τῆς Καισαρίστης διαμεμη νυκότος φωνές, ἀφικνεῖται λυτήρ τῶν μηνυμάτων ἀμφοτέροις τοῖς μέρεσιν ὁ μέγας δοὺς ᾿Ανδρόνικος ὁ Κοντοστέφανος, ὁ μέγας εται ρειάρχης Ιωάννης ὁ Δούκας, καὶ συχνοὶ ἕτερο: τὸ γένος ἀριπρεπεῖς καὶ μεγίστοις περίβλεπτοι ἀζίώ- μασι. Καὶ τότε μὲν νυκτὶ μᾶλλον πεισθέντες ἢ ταῖς καταλλαγαῖς τεθαῤῥηκότες τὸν ἀγῶνα διέλυσαν, τῇ δ' ὑστεραίᾳ καὶ αὖθις πρὸς πόλεμον διηῤῥένωντο. Τῶν δ᾽ αὐτῶν καὶ πάλιν παραγενομένων ἀνδρῶν, καὶ πίστεις δόντων τῇ Καισαρίσσῃ ταὶ τῷ ταύτης ἀνδρὶ, καὶ ὅρκοις κρατυναμένων αὐτὰς, καὶ πλη- ροφορίαν παρασχομένων ὡς οὐκ ἄν τι πάθοιεν ἀηδὲς οὔτε μὴν ἀφαιρεθεῖεν τὴν οἰκείαν ἐπιτιμίαν πρὸς τοῦ ἀδελφοῦ καὶ βασιλέως ἤ τῆς μητρυιάς δεσποίνης ἤ τοῦ πρωτοσεβαστοῦ ᾿Αλεξίου, ἀλλὰ δὲ NICETE CHONIATÆ B occisum it, occidatur. Imo Deus ipse gratiam no- bis habebit, si templum suum contra istos carnis fices defenderimus, qui hianti ore, ut videtis, ad sacra diripienda veniunt.Quod nisi animis haberent, et sacra profanaque juxta æstimarent, jampridem quippe victores,ultra templi vestibulum vi penetra- re destitissent. Verum tanta est eorum impudentia, ut non modo nos, sed ipsum etiam Deum spoliatum velint. Sed cruei affixum et hanc hastam testor, haudquaquam ad exitum cœpta perducent. Nam et Deo donaria hæc a pollutis manibus intacta con- servabimus, et nostram salutem haud negli gemus. » Hujusmodi oratione habita in templi ve- stibulum descendit,ad Michaelis archangelistatuam, cæteris eum ut ducem sequentibus, qui omnes clypeos et longos ancipites enees gestabant, plane æneis statuis similes. Ibi Cæsar acie instructa, signo crucis munitus, ante alios prosiluit. Qui vero in Augusteonis atrio erant, primo illius impetu perturbati foribus, alii alios urgentes, effundun- tur; ac multi ex imperatoria legione vulnerati sunt; unus etiam ense trajectus est. Post hoc Cæ- sar eo redit unde venerat, imperatoriis ultra atrium prodire non audentibus, sed eminus tela in- gerore contentis. Die jam ad occasum vergente, milites utrinque fatigati pugnare destiterunt. Pa- triarcha ministro ad dominam isso,qui quod pa- latium ingredi et imperatorem adire et nuntios ultro citroque perferre solet, palatinus dicitur, principio divinam ei iram comminatus est, quæ acutissimis oculis, quidquid ubique nefarie fiat, in ictu oculi intueatur. Deindo Cesarissæ verba de C pacificatione 31s nuntiavit. Magnus itaque dux Andronicus Contostephanus, magnus hæteriarcha Joannes Ducas, et alii complures, viri nobiles et maximis ornati dignitatibus, ad iras utrinque com- ponendas adsunt. Ac tum quidem ob noctem magis qnam quod invicem crederent, ab armis discesse- runt. Postridie ad redintegrandam pugnam incitati, cum iidem viri iterum adessent, et Cæsarissæ ac marito ejus fidem dedissent nihil eis mali timen- dum esse, vel a fratre imperatore, vel a domina no- verca, vel a protosebasto Alexio, neque dignitatem eis ereptum iri, ita demum, data etiam sociis et adjutoribus eorum venia, secundo prælio abstinue- runt. Ac alii jurejurandu dato et pacificatione per- asta statim abierunt: Gæsar vero et Cmaarissa D noctu templo excesserunt et in magnum palatium se contulerunt, in quo tum imperatoros dagebant.
PG 139:593ὁ δέ, τοῦ πρεσβευτοῦ, ὥς φασι, Ξιφιλίνου τὴν πρεσβείαν ὑπονοθεύσαντος καὶ μὴ ἐνδοῦναι ὅλως ἢ βραχύ τι γοῦν καθυφεῖναι παρακελευσαμένου, τήν τε αἴτησιν ἀποπέμπεται καὶ τὴν προσλαλιὰν ποιεῖται τοῖς διαπρεσβευσαμένοις ὑπέρογκον φάσκων πρὸς ὀργὴν ὡς ἢν Ἀνδρόνικον βούλοιντο παλίνορσον ἀναζεῦξαι ὅθεν ἐλήλυθεν, ἀποσκορακισθήτω μὲν ἐκ τοῦ μέσου ὁ πρωτοσεβαστὸς καὶ δότω λόγους ὧν πεπαρῴνηκεν, ἡ δὲ τοῦ βασιλέως μήτηρ καθ’ ἑαυτὴν βιοτευέτω τὴν τρίχα κειραμένη καθάπαξ τὴν κοσμικήν, ὁ δὲ βασιλεὺς κατὰ τὴν πατρῴαν διαθήκην ἀρχέτω μὴ ὡς στάχυς αἴραις τοῖς παραδυναστεύουσι συμπνιγόμενος. Ἀλλ’ οὔπω ἡμέραι συχναὶ παρήλθοσαν, καὶ μεταχωρεῖ ἐς Ἀνδρόνικον καὶ ὁ μέγας δοὺξ Ἀνδρόνικος τὰς μακρὰς νῆας παρειληφώς, ὁπόσας ὁ Ῥωμαίων ἐπλήρου κατάλογος. καὶ τοῦτο τὸ ἔργον ἐπῆρε μὲν ὑπὲρ ἅπαν ἄλλο τὸν ἀποστάτην, τὸν δὲ πρωτοσεβαστὸν ἠφάντωσε τέλεον, πάσας τὰς ἐλπίδας ἀπεγνωκότα καὶ κατακλασθέντα τὸ πρόθυμον. οὐκέτι γὰρ λαθραῖαι σύνοδοι τῶν Ἀνδρονίκῳ προσκειμένων ἐγίνοντο, ἀλλ’ ἀνέδην τὸν πρωτοσεβαστὸν ἐρεσχελοῦντες οἱ ταῖς τῶν πραγμάτων μεταβολαῖς χαίροντες ἐς Χαλκηδόνα διεπλωί̈ζοντο·
καὶ ἀμνηστίας κακοῦ δοθείσης οἵπερ αὐτοῖς προσεχώρησαν καὶ εἰς συμμάχους ἐνεγράφησαν, οὕτω δή τῆς δευτέρας ἀπέσχοντο συμπλοκῆς. Καὶ οἱ μὲν ἀπῄεσαν εὐθὺς μετὰ τὴν τῶν ὅρκων καὶ τῶν σπουδῶν ἐκπεράτωσιν, νυκτὸς δ᾽ ἐπιστάσης ὁ Καῖσαρ καὶ ἡ τούτου ξύνευνος ἐξίασι τοῦ νεὼ καὶ ἀφικνοῦνται πρὸς τὸ μέγα παλάτιον, καθ' δ' τότε οἱ κρατοῦντες διέτριβον. η. Τοιοῦτο μὲν οὖν τὰ κατὰ τὸν Καίσαρα πέρας Α εἰλήφασι, καὶ δι' αἰτίας ταύτας ὁ δυσκλεὴς ἐκεῖνος συνέστη πόλεμος, καὶ τὴν θείαν ἐπενέγκας καθ' ἡμῶν κίνησιν δι' ὅσα κατὰ τὸ ἱερὸν ἐπισυνέβησαν ἄθεσμα. Οὔτε γὰρ τὴν προσροεῖσαν Καισάρισσαν ἀφίημι τοῦ ἐγκλήματος, εἰς ἀτάσθαλα ἔργα ῥέψασαν καὶ διακυκήσασαν τὸ πολίτευμα· καί γε τοὺς μὴ καθυφέντας βραχὺ πρὸς τὰ τῆς δεομένης ταυτησί ῥήματα, τὴν δ' οὐκ ἀγαθὴν ἔριν ἀνελομένους καὶ τὸν τῆς προσευχῆς οἶκον ἐντεῦθεν φονίου πλήσαν- τας αἵματος, εἴποι ἄν τις ἐνόχους παρανος μήματος. Εἰ γὰρ ὁ τῶν Ῥωμαίων στρατηγός Τίτος, ὁ πάλαι τῇ Ἱερουσαλήμ βαλών χάρακα, τοσοῦτον ἐφείδετο τοῦ Σολομωντείου νεὼ καὶ οὕτω τοῦ ἐκεῖνον ἐξείχετο σώζεσθαι ὡς ἑλέσθαι βάλλεσθαι μᾶλλον ὑπὸ τοῦ ἐκεῖθεν ἐκπηδῶντος Ἰουδαϊκοῦ τάγματος καὶ και κῶς πάσχειν τὸ οἰκεῖον στράτευμα ἢ γοῦν τι θεομισὲς ἐπὶ τῷ πολυτελεῖ ἐκείνῳ καὶ θαυμασίῳ ἔργῳ βουλεύ- σασθαι, ἀνὴρ καὶ ταῦτα μὴ εἰδὼς Θεὸν οὗ τὸ τέμενος ὑπεστέλλετο, ἀλλὰ θεοῖς ἀπονέμων σέβας κακῶς οἵ τὸν οὐρανὸν οὐκ ἐποίησαν, ποίαν οὐκ ἂν ἔδει τιμὴν θεοσεβοῦντας ἀπονείμαι Χριστιανοὺς τῷ καλλίστῳ τῷδε καὶ θείῳ ναῷ, ὅνπερ ἀτεχνῶς Θεοῦ χεῖρες ἡρχιτεκτόνησαν καὶ ὕστατον καὶ πρῶτον ἐκαλλιτέχνησαν ἔργον ἀμίμητον καὶ ἄντικρυς ἐπὶ γῆς οὐράνιον σφαίρωμα ; Κατὰ δὲ τοῦ πατριάρχου Θεοδοσίου βαρύμηνις ὢν ὁ πρωτοσεβαστὸς ὡς τοῖς αὐτοῦ βουλήμασιν ἀνθι σταμένου λαμπρῶς καὶ τὰς οἰκείας ἐφέσεις ἐγκό πτοντος, καὶ πρότερον μὲν κατ' αὐτοῦ πολλοὺς τῶν ἀρχιερέων ἐπισυνέστησε χρυσίῳ καὶ συμποσίῳ δια- φθείρας, καὶ καθαιρέσει τοῦτον καὶ ἀπόντα ὑπέβαλε, ὁ δῆθεν τῇ Καισαρίστῃ κατὰ τοῦ βασιλέως ἐπα- ναστάσῃ προσθέμενον καὶ ὡς ἀφ᾿ ὀρμητηρίου τοῦ 18- ροῦ στασιοκοπεῖν αὐτῇ μεθ᾽ ὅπλων ἐνδόντα καὶ νεω- τεροποιεῖν ἀφρόνως καὶ ἀλογίστως. Τάχα δ᾽ ἂν καὶ τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου ἀτίμως τοῦτον κατέσπα σεν, εἴπερ ἡ Καισάρισσα μὴ ἀμφοτέραις προσίστατο, τῷ μὲν πρωτοσεβαστῷ μὴ χώραν διδοῦσα τὸν πα τριάρχην καταγαγεῖν καὶ ἀντεισαγαγεῖν ἔτερον, αὐτὸν δὲ τὸν ἱερώτατον ἄνδρα ἐπιμελῶς φρουροῦσα, μήπως ὑποχωρήσας ἑαυτὸν μὲν ἀπαλλάξῃ πραγμά- η των ἐν τῷ καθ᾿ ἡσυχίαν ζῆν εἰς ἣν ἐδομήσατο μου νὴν κατὰ τὴν νῆσον τὴν Τερέβινθον, ἑαυτῇ δὲ ἀπω λείας ὀφθήσεται πρόξενος εὐθὺς ἐκ τοῦ ναοῦ ἁρπα γησομένῃ καὶ πεισομένῃ τὰ χείριστα· Τότε δὲ καιρὸν εὐρὼν τῷ θυμῷ χαρίσασθαι, τῶν ἱερῶν ἀρχείων ἀπε- λαύνει τὸν ὅσιον καὶ τῇ τοῦ Παντεπόπτου περιορίζει μονῇ. Πλείστας γε μὴν ὁδοὺς τεμὼν καὶ πολλαῖς ἀντιπολαίσας ἐννοίαις, καὶ τοῖς τότε πονηροτάτοις τῶν ἐκ τῆς ουγκλήτου βουλῆς συγγενόμενος, καὶ ὁπόσοι τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος μήτε Θεοῦ ὅπιν μήτ' ἀνθρώπων ὑφωρῶντο νέμεσιν συμβούλοις χρη- σάμενος, ὅπως εὐσχημόνως ὁ ἱερὸς οὗτος καὶ εὐπροσ- ό ώπως ἀποβληθείη ἀνὴρ, οὐκ ἔσχεν ἐπιτελῆ τὰ κατὰ σκοπὸν καὶ διὰ τὸ καθαιρέσει μὲν εὐλόγως οὐδ᾽ ---- ALEXIUS MANUELIS FILIUS. causis ignominiosum illud bellum est conflatum, quo divina indignatio propter sacra polluta contra nos commota est. Neque enim Cæsarissam sup- plicem absolvo, quæ temeritate sua rem pu- blicam turbavit ; neque eos qui verba supplicis aspernali in contentionem haud sane laudabilom descenderunt et domum precationis cædibus imple- verunt,piaculi expertes esse statuo. Nam si Titus imperator,urbis Hierosolymorum oppugnator, Sa- lomonio templo usque adeo pepercit, et ei defen- dendo ita studuit, ut ab erumpente inde Judaica cohorte teiis peti et male tractari suum exercitum quam sumptuosum et mirandum illud opus violari maluerit; idque homo ejus Dei ignarus cujus tem- plum reverebatur, et eorum deorum cultor qui cœlum non fecerunt, quis honos a religiosis et a Christianis huic pulcherrimo et plane divino tem- plo habendus non fuit, quod omnino Dei manibus fabricatum est, primum ac postremum opus, pul- cherrimum atque inimitabile, nec in terris aliud quam orbis quidam cœlestis exstitit ? [P. 157] B G At protosebastus patriarchs Theodosio iratus ut D suis cupiditatibus aperte adversanti, principio mul- tos primarios sacerdotes auro et conviviis cor- ruptos contra illum subornavit. Deinde etiam de absente judicium fieri jussit,quod Cæsarissæ contra imperatorem seditiosa $15 faverit, et e templo quasi arce quadam tumultus cum armis excitandi et novis studendi rebus occastonem impudenter ac temere suppeditarit. Forsitan etiam patriarchico solio tum eum detraxisset, nisi Cæsarissa manibus pedibusque obstitisset, nec ei tantum olii conces- sisset ut hoc patriarcha pulso alium substitueret, et virum sanctissimum diligentissime observasset, ne a turbis negotiorum in otium monasterii, quod in Terebintho insula struxerat, se clam subduceret ipsique causa interitus esset, statim e templo abri- piendæ et gravissimo supplicio afficiendæ. Tune autem opportunitatem explendi animi nactus, virum sanctum sacro palatio pulsum in Pantepopti mo- nasterium relegat, plurimis viis ante tentatis et variis rationibus excogitatis, improbissimorum se- natorum et sacerdolum consiliis usus, qui neo Deum nec homines metucbant, ut id facinus ho- nesta specie fucarot. Non tamen successit negotium, tum quod nihil in eo comperiebatur propter quod pellendus esset, tum quod domina et alii plurimi, atque adeo fere omnes imperatoris consan- guinei, virum iilum summopere venerabantur. ln- vitus igitur obliquus iste anguis, voluminibus omissis, et veneno quod in virum sanctum evo- 8. Hunc Cesaris res exitum habuerunt, et his de
καὶ τῷ Ἀνδρονίκῳ κατὰ φατρίας συγγινόμενοι φυὴν ἐκείνου καὶ εἶδος ἀγητὸν καὶ γῆρας σεμνὸν ἀπεθαύμαζον καὶ τὸ τῆς ἐκείνου γλώττης τρυγῶντες μελίκηρον καί, ὡς ἄγρωστις ὄμβρον ἢ δρόσον Ἀερμωνίτην τὰ ὄρη Σιών, ἃ ἦν ὑψηγορῶν προσιέμενοι μετὰ πλείστης ἐπανέστρεφον χαρμονῆς, ὡς εἴπερ τὰς ᾀδομένας χρυσᾶς ἔννας καὶ τὴν ἀληλεσμένην τοῦ μύθου δίαιταν ἢ τὴν ἡλίου λεγομένην τράπεζαν παρακειμένην εὕραντο καὶ κατακορεῖς αὐτῆς ἐγεγόνεισαν. ἦσαν δ’ οἳ κἀκ πρώτης ὄψεως εὐθὺς τὸν ἐν δέρματι προβάτου κεκρυμμένον λύκον ἐγνώρισαν καὶ τὸν ὅσον οὔπω μετὰ θάλψιν ἐπιθησόμενον ὄφιν καὶ κακῶς τοὺς ὑπὸ κόλπον φέροντας δράσοντα. Ἐπὶ τούτοις ἀνίενται μὲν τῆς εἱρκτῆς αὐτοῦ τε τοῦ Ἀνδρονίκου οἱ παῖδες ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Μανουὴλ καὶ οἱ λοιποί, οὓς καθεῖρξεν ὁ πρωτοσεβαστός, ἐγκλείονται δ’ ἕτεροι, οἷς οὗτος προσέβλεπεν ἥμερον καὶ ὅσοι τῆς αὐτοῦ μερίδος καὶ συγγενείας. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ πρωτοσεβαστὸς κατὰ τὰ ἀνάκτορα συλληφθεὶς καὶ φρουρᾷ διαληφθεὶς Γερμανῶν, οἳ κατωμαδὸν τοὺς ἑτεροστόμους πελέκεις ἀνέχουσιν, ἀπρόϊτος ἔμενεν.
καὶ ἀμνηστίας κακοῦ δοθείσης οἵπερ αὐτοῖς προσεχώρησαν καὶ εἰς συμμάχους ἐνεγράφησαν, οὕτω δή τῆς δευτέρας ἀπέσχοντο συμπλοκῆς. Καὶ οἱ μὲν ἀπῄεσαν εὐθὺς μετὰ τὴν τῶν ὅρκων καὶ τῶν σπουδῶν ἐκπεράτωσιν, νυκτὸς δ᾽ ἐπιστάσης ὁ Καῖσαρ καὶ ἡ τούτου ξύνευνος ἐξίασι τοῦ νεὼ καὶ ἀφικνοῦνται πρὸς τὸ μέγα παλάτιον, καθ' δ' τότε οἱ κρατοῦντες διέτριβον. η. Τοιοῦτο μὲν οὖν τὰ κατὰ τὸν Καίσαρα πέρας Α εἰλήφασι, καὶ δι' αἰτίας ταύτας ὁ δυσκλεὴς ἐκεῖνος συνέστη πόλεμος, καὶ τὴν θείαν ἐπενέγκας καθ' ἡμῶν κίνησιν δι' ὅσα κατὰ τὸ ἱερὸν ἐπισυνέβησαν ἄθεσμα. Οὔτε γὰρ τὴν προσροεῖσαν Καισάρισσαν ἀφίημι τοῦ ἐγκλήματος, εἰς ἀτάσθαλα ἔργα ῥέψασαν καὶ διακυκήσασαν τὸ πολίτευμα· καί γε τοὺς μὴ καθυφέντας βραχὺ πρὸς τὰ τῆς δεομένης ταυτησί ῥήματα, τὴν δ' οὐκ ἀγαθὴν ἔριν ἀνελομένους καὶ τὸν τῆς προσευχῆς οἶκον ἐντεῦθεν φονίου πλήσαν- τας αἵματος, εἴποι ἄν τις ἐνόχους παρανος μήματος. Εἰ γὰρ ὁ τῶν Ῥωμαίων στρατηγός Τίτος, ὁ πάλαι τῇ Ἱερουσαλήμ βαλών χάρακα, τοσοῦτον ἐφείδετο τοῦ Σολομωντείου νεὼ καὶ οὕτω τοῦ ἐκεῖνον ἐξείχετο σώζεσθαι ὡς ἑλέσθαι βάλλεσθαι μᾶλλον ὑπὸ τοῦ ἐκεῖθεν ἐκπηδῶντος Ἰουδαϊκοῦ τάγματος καὶ και κῶς πάσχειν τὸ οἰκεῖον στράτευμα ἢ γοῦν τι θεομισὲς ἐπὶ τῷ πολυτελεῖ ἐκείνῳ καὶ θαυμασίῳ ἔργῳ βουλεύ- σασθαι, ἀνὴρ καὶ ταῦτα μὴ εἰδὼς Θεὸν οὗ τὸ τέμενος ὑπεστέλλετο, ἀλλὰ θεοῖς ἀπονέμων σέβας κακῶς οἵ τὸν οὐρανὸν οὐκ ἐποίησαν, ποίαν οὐκ ἂν ἔδει τιμὴν θεοσεβοῦντας ἀπονείμαι Χριστιανοὺς τῷ καλλίστῳ τῷδε καὶ θείῳ ναῷ, ὅνπερ ἀτεχνῶς Θεοῦ χεῖρες ἡρχιτεκτόνησαν καὶ ὕστατον καὶ πρῶτον ἐκαλλιτέχνησαν ἔργον ἀμίμητον καὶ ἄντικρυς ἐπὶ γῆς οὐράνιον σφαίρωμα ; Κατὰ δὲ τοῦ πατριάρχου Θεοδοσίου βαρύμηνις ὢν ὁ πρωτοσεβαστὸς ὡς τοῖς αὐτοῦ βουλήμασιν ἀνθι σταμένου λαμπρῶς καὶ τὰς οἰκείας ἐφέσεις ἐγκό πτοντος, καὶ πρότερον μὲν κατ' αὐτοῦ πολλοὺς τῶν ἀρχιερέων ἐπισυνέστησε χρυσίῳ καὶ συμποσίῳ δια- φθείρας, καὶ καθαιρέσει τοῦτον καὶ ἀπόντα ὑπέβαλε, ὁ δῆθεν τῇ Καισαρίστῃ κατὰ τοῦ βασιλέως ἐπα- ναστάσῃ προσθέμενον καὶ ὡς ἀφ᾿ ὀρμητηρίου τοῦ 18- ροῦ στασιοκοπεῖν αὐτῇ μεθ᾽ ὅπλων ἐνδόντα καὶ νεω- τεροποιεῖν ἀφρόνως καὶ ἀλογίστως. Τάχα δ᾽ ἂν καὶ τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου ἀτίμως τοῦτον κατέσπα σεν, εἴπερ ἡ Καισάρισσα μὴ ἀμφοτέραις προσίστατο, τῷ μὲν πρωτοσεβαστῷ μὴ χώραν διδοῦσα τὸν πα τριάρχην καταγαγεῖν καὶ ἀντεισαγαγεῖν ἔτερον, αὐτὸν δὲ τὸν ἱερώτατον ἄνδρα ἐπιμελῶς φρουροῦσα, μήπως ὑποχωρήσας ἑαυτὸν μὲν ἀπαλλάξῃ πραγμά- η των ἐν τῷ καθ᾿ ἡσυχίαν ζῆν εἰς ἣν ἐδομήσατο μου νὴν κατὰ τὴν νῆσον τὴν Τερέβινθον, ἑαυτῇ δὲ ἀπω λείας ὀφθήσεται πρόξενος εὐθὺς ἐκ τοῦ ναοῦ ἁρπα γησομένῃ καὶ πεισομένῃ τὰ χείριστα· Τότε δὲ καιρὸν εὐρὼν τῷ θυμῷ χαρίσασθαι, τῶν ἱερῶν ἀρχείων ἀπε- λαύνει τὸν ὅσιον καὶ τῇ τοῦ Παντεπόπτου περιορίζει μονῇ. Πλείστας γε μὴν ὁδοὺς τεμὼν καὶ πολλαῖς ἀντιπολαίσας ἐννοίαις, καὶ τοῖς τότε πονηροτάτοις τῶν ἐκ τῆς ουγκλήτου βουλῆς συγγενόμενος, καὶ ὁπόσοι τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος μήτε Θεοῦ ὅπιν μήτ' ἀνθρώπων ὑφωρῶντο νέμεσιν συμβούλοις χρη- σάμενος, ὅπως εὐσχημόνως ὁ ἱερὸς οὗτος καὶ εὐπροσ- ό ώπως ἀποβληθείη ἀνὴρ, οὐκ ἔσχεν ἐπιτελῆ τὰ κατὰ σκοπὸν καὶ διὰ τὸ καθαιρέσει μὲν εὐλόγως οὐδ᾽ ---- ALEXIUS MANUELIS FILIUS. causis ignominiosum illud bellum est conflatum, quo divina indignatio propter sacra polluta contra nos commota est. Neque enim Cæsarissam sup- plicem absolvo, quæ temeritate sua rem pu- blicam turbavit ; neque eos qui verba supplicis aspernali in contentionem haud sane laudabilom descenderunt et domum precationis cædibus imple- verunt,piaculi expertes esse statuo. Nam si Titus imperator,urbis Hierosolymorum oppugnator, Sa- lomonio templo usque adeo pepercit, et ei defen- dendo ita studuit, ut ab erumpente inde Judaica cohorte teiis peti et male tractari suum exercitum quam sumptuosum et mirandum illud opus violari maluerit; idque homo ejus Dei ignarus cujus tem- plum reverebatur, et eorum deorum cultor qui cœlum non fecerunt, quis honos a religiosis et a Christianis huic pulcherrimo et plane divino tem- plo habendus non fuit, quod omnino Dei manibus fabricatum est, primum ac postremum opus, pul- cherrimum atque inimitabile, nec in terris aliud quam orbis quidam cœlestis exstitit ? [P. 157] B G At protosebastus patriarchs Theodosio iratus ut D suis cupiditatibus aperte adversanti, principio mul- tos primarios sacerdotes auro et conviviis cor- ruptos contra illum subornavit. Deinde etiam de absente judicium fieri jussit,quod Cæsarissæ contra imperatorem seditiosa $15 faverit, et e templo quasi arce quadam tumultus cum armis excitandi et novis studendi rebus occastonem impudenter ac temere suppeditarit. Forsitan etiam patriarchico solio tum eum detraxisset, nisi Cæsarissa manibus pedibusque obstitisset, nec ei tantum olii conces- sisset ut hoc patriarcha pulso alium substitueret, et virum sanctissimum diligentissime observasset, ne a turbis negotiorum in otium monasterii, quod in Terebintho insula struxerat, se clam subduceret ipsique causa interitus esset, statim e templo abri- piendæ et gravissimo supplicio afficiendæ. Tune autem opportunitatem explendi animi nactus, virum sanctum sacro palatio pulsum in Pantepopti mo- nasterium relegat, plurimis viis ante tentatis et variis rationibus excogitatis, improbissimorum se- natorum et sacerdolum consiliis usus, qui neo Deum nec homines metucbant, ut id facinus ho- nesta specie fucarot. Non tamen successit negotium, tum quod nihil in eo comperiebatur propter quod pellendus esset, tum quod domina et alii plurimi, atque adeo fere omnes imperatoris consan- guinei, virum iilum summopere venerabantur. ln- vitus igitur obliquus iste anguis, voluminibus omissis, et veneno quod in virum sanctum evo- 8. Hunc Cesaris res exitum habuerunt, et his de
PG 139:595αὖθις δὲ τῶν μὲν βασιλείων λαθραίως καὶ περὶ μέσας νύκτας ἐξάγεται, τοῖς δὲ κατὰ τὸ ἱερὸν ἀνάκτορον οἰκήμασι δίδοται, ὧν δομήτωρ ὁ πατριάρχης γέγονε Μιχαήλ, μετὰ τῆς αὐτῆς καὶ πάλιν καὶ πλειόνως ἀσφαλεστέρας φρουρᾶς. Ὢ πραγμάτων παλινστρόφου φορᾶς καὶ θᾶττον ἢ λόγος μετακλινομένης ἐνίοτε. ὁ κατὰ τῆς ἐκκλησίας χθὲς εἰσενεγκὼν ἀκήρυκτον πόλεμον καὶ θρασὺς καὶ αὐθάδης καὶ λίαν ὑπέραυχος καὶ τοὺς φυγάδας ἐκεῖθεν ἀποσπῶν, ὡς οὐκ ἔδει, καὶ μυριάσιν ὄχλων περιβομβούμενος σήμερον δέσμιος καὶ ἀνέστιος μηδένα ἔχων ὀπαδὸν καὶ συλλήπτορα ἢ τὸν σώζοντα καὶ λυτρούμενον. ὁ δὲ ἐδυσχέραινε μὲν κἀπὶ τούτοις, ἐπαθαίνετο δὲ πλέον ὅτι μὴ ἐῷτο ὑπνώττειν ὑπὸ τῶν φυλάκων ἀεὶ ἐπιπιπτόντων αὐτῷ, πρὸς ὕπνον τρεπομένῳ καὶ βιαζόντων ἱστᾶν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὥσπερ κέρας ἢ σίδηρον. ὁ δὲ πατριάρχης μὴ μνησικακῶν, ἀλλ’ οἰκτείρων τῆς μεταβολῆς τὸν ἄνθρωπον θεραπείας τε ἱκανῆς μετεδίδου καὶ συγγινόμενος τὸ ἄχθος ἐκούφιζε καὶ μετρίως ἐκείνῳ προσφέρεσθαι παρῄνει τοῖς φύλαξι, μηδὲ γίνεσθαι βαρυτέρους τύχης τῆς ἐνεστώσης.
ὁτιοῦν ὑπάγον ἐν αὐτῷ εὐρίσκεσθαι, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ τὴν δέσποιναν καὶ τοὺς πλείους σχεδὸν ἢ τοὺς ἀπαν τας τῶν ἐκ τοῦ βασιλείου αἵματος ὑπερβαλλόντως τὸν ἄνδρα τιμᾷν. Ακων οὖν ὁ σκολιὸς ὄφις τῶν ἐλί- ξεων ἀποστὰς, καὶ τὸν ἰὸν αὖθις κατεσπακὼς ὅν ἐμη μεκέναι κατὰ τοῦ ἁγίου [αὖθις] προητοιμάχει, ἐπευδοκεῖ καὶ αὐτὸς τῇ ἐς τὸν πρότερον θρόνον αυ θις τοῦ πατριάρχου ἐπανελεύσει. Ἐπεὶ δὲ ἡ κυρία τῆς ἀνόδου ἐνειστήκει, οπόσοι τῶν ἐν τέλει καὶ ὅσοι τοῦ βήματος τοῦ καλοῦ ἔτρεφον ἔρωτα, καὶ ὁ τῆς πό λεως ἅπας δῆμος εἰς τὸ [Ρ. 158] ἱερὸν φροντιστήριον συνδραμόντες λαμπροτάτην ἐκείνῳ συντελοῦσι τὴν πρόοδον, μύροις τὰς ἀγυιὰς τέγγοντες καὶ τοῖς Ἰν δικοῖς ξύλοις καὶ καρυκευτοῖς ἀρώμασι τὸν ἀέρα εὐωδιάζοντες· Οὕτω δὲ ἡ προπομπή μυριάνθρωπος ἦν ὡς μόλις περὶ βαθεῖαν ἑσπέραν ἐπαναζεύξαι τὸν προπεμπόμενον ἐς τὸν μέγαν τῆς Σοφίας Θεοῦ ναόν, υποφαινομένης ἡμέρας ἐκ τῆς τοῦ Παντεπόπτου μας νῆς ἀπάραντα. Τοσαύτη δ' αἰσχύνη τὰ τῶν θεμένων αὐτὸν ὑπόδικον ἀρχιερέων ἐκάλυψε πρόσωπα, ὡς μὴ μόνον τὰς δημοσίους παρόδους ἐκτρέπεσθαι διὰ τὸ ἐς τὸν ἀρχιθύτην ἀμπλάκημα καὶ τὸ ἐκείνων ἐντεῦθεν παγκαταγέλαστον, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ θανεῖν ὑποβλέπεσθαι. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχεν οὕτως. 0΄. Ὁ δ' ᾿Ανδρόνικος τῇ ἐφέσει τῆς ἀρχῆς κουφι Ο ζόμενος, καὶ τοῖς ἐπιστολίοις πτερούμενος ἅπερ αὐτῷ συχνάκις ἐπεποτῶντο τηλεβολούμενα ἐξ οἴκων λαμπρῶν, ὡς ἤδη ἐῤῥέθη μοι, τέλος καὶ αὐτὴν τὴν θυγατέρα Μαρίαν δραπέτιδα πρὸς αὐτὸν ἀφιγμένην, ἐπεὶ καὶ τοιούτου πατρὸς εὔχετο εἶναι, διδάσκαλον ἀπαράγραπτον τῶν κατὰ ἀρχεῖα τελουμένων ηύ τύχησε, καὶ μυωπισθεὶς οἷς παρ' αὐτῆς ἠκηκόει θυ- μήρεσι βήμασιν ὡς ἵππος σταδιευτής, τὰ μὲν τῶν Παφλαγόνων μεθίησιν ὅρια, εἰς δὲ τὴν κατὰ Πόντον Ηράκλειαν παραγίνεται, κἀκεῖθεν προσωτέρω χω- ρεῖ, τῇ πολυτρόπῳ μεθοδείᾳ καὶ τῷ τοῦ ἤθους ὑπο- καθειμένῳ καὶ τῷ σεσοφισμένῳ φρονήματι ἐξομιλῶν τοὺς ἐν ποσὶ πάντας καὶ οἰκειούμενος. Ἐπεὶ καὶ τίς ἐκ πέτρας ἀγελάστου οὕτως ἦν προϊὼν ἢ καρδίαν σιδηρέῳ χαλκευθεὶς ἄκμονι, ὡς ἄτεγκτος εἶναι τοῖς Ανδρονίκου δακρυῤῥοήμασι καὶ τῇ αἱμυλίᾳ τῶν ῥη μάτων ὀπωσοῦν ἀγοήτευτος, ἅπερ κατὰ κρήνην μετ λάνυδρον ἔχει καὶ οἷς ἀπατηλῶς τε ἅμα καὶ ἐφολκῶς ἐστωμύλλετο, τὸν ὑπὲρ τοῦ καλοῦ ζῆλον προφέρων καὶ τὴν τοῦ κρατοῦντος ἐλευθερίαν ὑποκρινόμενος; 'Αλλ' οὐδ᾽ ὁ πρωτοσεβαστὸς ἐπὶ τούτοις ἠμέλει παν- τάπασιν, καίτοι γυνανδρος ὤν, καὶ μὴ μόνον τὴν ἕω εἰς τὸ νήγρετον ἐπνώττειν καταναλίσκων, ἀλλὰ καὶ πολὺ τῆς ἡμέρας πρὸς τοῦτο ἐκδαπανῶν, καὶ ἵνα μὴ τὸ ἀσπασιώτατον τοῖς ἄλλοις ἡλίου βλέφαρον τὰς ἐκείνου κόρας ὑπανοίγῃ διαφωτίζον, παραπε- τάσμασι στεγανωτέροις ἐκζοφῶν τὸ δωμάτιον ἐν ᾧ ἐκάθευδε, καὶ καθ᾿ ἕτερον τι σημαινόμενον ἀποκρυ 6ὴν ἑαυτοῦ τὸ σκότος τιθέμενος. Εἰ δὲ δεῖ ἀληθέ- στερον εἰπεῖν, τὰ μὲν νυκτὸς ἔργα τρυφῶν φωτὶ ποιητῷ τὸ νύκτερον διέλυε ζόφωμα, ἡλίου δὲ τὸν ἑῷον ορίζοντα ἀναβαίνοντος κατὰ τὰ θηρία τὸν κοῖτον μεταδιώκων τάπησι καὶ πέπλοις τὸ φῶς ἀντέφραττε. Τοίνυν καὶ σμήχων τοὺς σαπριῶντας τῶν ὀδόντων καὶ καταπιττώμασι ἀναπληρῶν τοὺς ὑπὸ χρόνου ἐκε κρουσθέντας, θηλυδρίας τε ὢν καὶ ὑπόνωθρος τοὺς πλείστους τῶν τηνικαῦτα εὐγενῶν ἀνδρῶν ἑαυτοῦ καινοπρεπῶς ἐξηρτήσατο, χρώμενος μὲν καὶ προς τειχίσματι ἢ ἀληθῶς εἰπεῖν μειλίγματι ἀμάχῳ τῇ NICETE CHONIATÆ mendum curarat rursus devorato, ipse quoqueas- A sentitur ut patriarcha in pristinam sedem repona- tur. Die reditus instante omnes magistratus, om- nes sacerdotes honestatis amantes, et tota urbis multitudo, concursu ad monasterium facto, pro- gressionem cives splendidissimam effecerunt: vici unguentis delibuti, suffitus ex lignis Indicis et aromatibus facti, tanta multitudine comitante, ut vesperi demum in magnum Sophiæ templum per. veniret,cum primo diluculo monasterium egressus esset. Sacerdotes vero qui ei dignitatem abroga- rant, ita facti puduit, ut non modo publicas vias declinarent ob admissum facinis et derisum, sed mortem etiam optarent. C crebis illustrium virorum litteris confirmatus, quæ, ut dixi, ex longinquo ad eum advolabant, denique Maria quoque filia, quæ haud ab ipso 31% dege- nerabat, fuga ad eum elapsa et diserte omnem pa- latii statum referente, suavibus illius verbis ut equus cursor flagellis concitatus, Paphlagonum fini- bus relictis Ponti Heracleam proficiscitur. Atque inde longius progressus multiplici calliditate, ob- scuro ingenio et simulandi artificio obvios quosque præparavit et conciliavit. Nam quis ex dura adeo rupe natus esset et corde adeo ferrco præditus, ut Andronici lacrymis et verborum præstigiis atque il- lecebris, quæ fontis instar exuberabant, non move- retur? Jactabat enim honesti studium, et impera- toris libertatem curæ sibi esse profitebatur. Cæte- rum nec protosebastus ita negligebat, quanquam homo effeminatus, qui non auroram tantum ster- tendo consumebal,sed magnam diei quoque partem somno tribuebat ; et ne jubar solis, aliis optatis- simum, radiis oculos ei aperiret, velis densioribus cubiculum obscurabat; quæ res eo quoque perti- nebat ut in tenebris delitesceret. Quod si verius dicendum est, opera nocturni luxus facibus ac- censis peragebat, factitio lumine discussis tenebris. Sole vero in nostrum hemisphærium ascendente, more ferarum cubile petens, tapetibus et peplis lumen excludebat. Proinde cum putrescentes dentes abstergeret, et qui ob ætatem exciderant, picatione expleret, mollis homo et ignavus plu- rimos viros nobilos nova sibi ratione conciliavit, imperatoris matre plerumque propugnatrice aut D potius conciliatrice insuperabili utendo ; quæ splendore et elegantia vultus, æquabilitate morum, animi candore et suavitate verborum veluti funi- culo attrahebat omnes. Plerumque tamen pecunia placavit et munificentia delinivit eos, qui se po- steriores ferre iniquis animis patiebantur. Itaque nullus Adronico resistere jussus a protosebasto ad eum defecit, jam haud obscure regnum affe- 9. Interim Andronicus spes principatus elatus et Β
Οὐ μὴν ἀλλ’ ἡμερῶν τινῶν διαλειπουσῶν, ἑῷος ἀπάγεται τοῦ νεὼ ἵππῳ βραχυτάτῳ ἐπικαθήμενος καὶ προοδεύουσαν ἔχων σημαίαν ἐπὶ καλάμῳ ἠνεμωμένην καὶ παροινούμενος οὕτω κατῄει πρὸς θάλασσαν. κἀκεῖθεν παραρριφεὶς ἁλιάδι ἐς τὸ πέραν ἀνάγεται πρὸς Ἀνδρόνικον, ἔπειτα καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξορύττεται, κοινῶς ἁπάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ συνελθόντων καὶ μετ’ Ἀνδρονίκου τὴν τοιαύτην πρᾶξιν κυρωσαμένων. Καὶ τοιοῦτο μὲν τὰ τῆς αὐτοῦ παραδυναστείας ἢ μᾶλλον οὔπω παγείσης ἀκριβῶς τυραννίδος πέρας εἰλήφεσαν. εἶχε δ’ ἄν, εἰ τὰς χεῖρας πρὸς παράταξιν ὥπλιστο καὶ τοὺς δακτύλους πρὸς πόλεμον ἐδεδίδακτο καὶ μὴ ἦν μαλθακὸς αἰχμητὴς καὶ βάτταλος καὶ τῆς ἡμέρας ῥέγκων τὸ ὑπερήμισυ, τῷ τε Ἀνδρονίκῳ τὴν εἰς τὴν πόλιν πάροδον ἀποκλείσας καὶ ἑαυτὸν ἀπείρατον διαφυλάξας τοῦ τότε κακοῦ· ποιεῖν γὰρ ἐπὶ τοῖς βασιλείοις ἠδύνατο θησαυροῖς ὁπόσα ἠβούλετο καὶ ταῖς τριήρεσιν ἐνῆν χρήσασθαι πρὸς τὴν τοῦ ἀνθισταμένου καταπολέμησιν, αἳ τὸ ἐκ Λατίνων εἶχον ὁπλιτικόν, οὕτω μὲν ἐπικρατέστερον ὂν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ ναυτικοῦ, οὕτω δὲ πάγχαλκον καὶ ὅλον αἱμοχαρές.
ὁτιοῦν ὑπάγον ἐν αὐτῷ εὐρίσκεσθαι, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ τὴν δέσποιναν καὶ τοὺς πλείους σχεδὸν ἢ τοὺς ἀπαν τας τῶν ἐκ τοῦ βασιλείου αἵματος ὑπερβαλλόντως τὸν ἄνδρα τιμᾷν. Ακων οὖν ὁ σκολιὸς ὄφις τῶν ἐλί- ξεων ἀποστὰς, καὶ τὸν ἰὸν αὖθις κατεσπακὼς ὅν ἐμη μεκέναι κατὰ τοῦ ἁγίου [αὖθις] προητοιμάχει, ἐπευδοκεῖ καὶ αὐτὸς τῇ ἐς τὸν πρότερον θρόνον αυ θις τοῦ πατριάρχου ἐπανελεύσει. Ἐπεὶ δὲ ἡ κυρία τῆς ἀνόδου ἐνειστήκει, οπόσοι τῶν ἐν τέλει καὶ ὅσοι τοῦ βήματος τοῦ καλοῦ ἔτρεφον ἔρωτα, καὶ ὁ τῆς πό λεως ἅπας δῆμος εἰς τὸ [Ρ. 158] ἱερὸν φροντιστήριον συνδραμόντες λαμπροτάτην ἐκείνῳ συντελοῦσι τὴν πρόοδον, μύροις τὰς ἀγυιὰς τέγγοντες καὶ τοῖς Ἰν δικοῖς ξύλοις καὶ καρυκευτοῖς ἀρώμασι τὸν ἀέρα εὐωδιάζοντες· Οὕτω δὲ ἡ προπομπή μυριάνθρωπος ἦν ὡς μόλις περὶ βαθεῖαν ἑσπέραν ἐπαναζεύξαι τὸν προπεμπόμενον ἐς τὸν μέγαν τῆς Σοφίας Θεοῦ ναόν, υποφαινομένης ἡμέρας ἐκ τῆς τοῦ Παντεπόπτου μας νῆς ἀπάραντα. Τοσαύτη δ' αἰσχύνη τὰ τῶν θεμένων αὐτὸν ὑπόδικον ἀρχιερέων ἐκάλυψε πρόσωπα, ὡς μὴ μόνον τὰς δημοσίους παρόδους ἐκτρέπεσθαι διὰ τὸ ἐς τὸν ἀρχιθύτην ἀμπλάκημα καὶ τὸ ἐκείνων ἐντεῦθεν παγκαταγέλαστον, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ θανεῖν ὑποβλέπεσθαι. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχεν οὕτως. 0΄. Ὁ δ' ᾿Ανδρόνικος τῇ ἐφέσει τῆς ἀρχῆς κουφι Ο ζόμενος, καὶ τοῖς ἐπιστολίοις πτερούμενος ἅπερ αὐτῷ συχνάκις ἐπεποτῶντο τηλεβολούμενα ἐξ οἴκων λαμπρῶν, ὡς ἤδη ἐῤῥέθη μοι, τέλος καὶ αὐτὴν τὴν θυγατέρα Μαρίαν δραπέτιδα πρὸς αὐτὸν ἀφιγμένην, ἐπεὶ καὶ τοιούτου πατρὸς εὔχετο εἶναι, διδάσκαλον ἀπαράγραπτον τῶν κατὰ ἀρχεῖα τελουμένων ηύ τύχησε, καὶ μυωπισθεὶς οἷς παρ' αὐτῆς ἠκηκόει θυ- μήρεσι βήμασιν ὡς ἵππος σταδιευτής, τὰ μὲν τῶν Παφλαγόνων μεθίησιν ὅρια, εἰς δὲ τὴν κατὰ Πόντον Ηράκλειαν παραγίνεται, κἀκεῖθεν προσωτέρω χω- ρεῖ, τῇ πολυτρόπῳ μεθοδείᾳ καὶ τῷ τοῦ ἤθους ὑπο- καθειμένῳ καὶ τῷ σεσοφισμένῳ φρονήματι ἐξομιλῶν τοὺς ἐν ποσὶ πάντας καὶ οἰκειούμενος. Ἐπεὶ καὶ τίς ἐκ πέτρας ἀγελάστου οὕτως ἦν προϊὼν ἢ καρδίαν σιδηρέῳ χαλκευθεὶς ἄκμονι, ὡς ἄτεγκτος εἶναι τοῖς Ανδρονίκου δακρυῤῥοήμασι καὶ τῇ αἱμυλίᾳ τῶν ῥη μάτων ὀπωσοῦν ἀγοήτευτος, ἅπερ κατὰ κρήνην μετ λάνυδρον ἔχει καὶ οἷς ἀπατηλῶς τε ἅμα καὶ ἐφολκῶς ἐστωμύλλετο, τὸν ὑπὲρ τοῦ καλοῦ ζῆλον προφέρων καὶ τὴν τοῦ κρατοῦντος ἐλευθερίαν ὑποκρινόμενος; 'Αλλ' οὐδ᾽ ὁ πρωτοσεβαστὸς ἐπὶ τούτοις ἠμέλει παν- τάπασιν, καίτοι γυνανδρος ὤν, καὶ μὴ μόνον τὴν ἕω εἰς τὸ νήγρετον ἐπνώττειν καταναλίσκων, ἀλλὰ καὶ πολὺ τῆς ἡμέρας πρὸς τοῦτο ἐκδαπανῶν, καὶ ἵνα μὴ τὸ ἀσπασιώτατον τοῖς ἄλλοις ἡλίου βλέφαρον τὰς ἐκείνου κόρας ὑπανοίγῃ διαφωτίζον, παραπε- τάσμασι στεγανωτέροις ἐκζοφῶν τὸ δωμάτιον ἐν ᾧ ἐκάθευδε, καὶ καθ᾿ ἕτερον τι σημαινόμενον ἀποκρυ 6ὴν ἑαυτοῦ τὸ σκότος τιθέμενος. Εἰ δὲ δεῖ ἀληθέ- στερον εἰπεῖν, τὰ μὲν νυκτὸς ἔργα τρυφῶν φωτὶ ποιητῷ τὸ νύκτερον διέλυε ζόφωμα, ἡλίου δὲ τὸν ἑῷον ορίζοντα ἀναβαίνοντος κατὰ τὰ θηρία τὸν κοῖτον μεταδιώκων τάπησι καὶ πέπλοις τὸ φῶς ἀντέφραττε. Τοίνυν καὶ σμήχων τοὺς σαπριῶντας τῶν ὀδόντων καὶ καταπιττώμασι ἀναπληρῶν τοὺς ὑπὸ χρόνου ἐκε κρουσθέντας, θηλυδρίας τε ὢν καὶ ὑπόνωθρος τοὺς πλείστους τῶν τηνικαῦτα εὐγενῶν ἀνδρῶν ἑαυτοῦ καινοπρεπῶς ἐξηρτήσατο, χρώμενος μὲν καὶ προς τειχίσματι ἢ ἀληθῶς εἰπεῖν μειλίγματι ἀμάχῳ τῇ NICETE CHONIATÆ mendum curarat rursus devorato, ipse quoqueas- A sentitur ut patriarcha in pristinam sedem repona- tur. Die reditus instante omnes magistratus, om- nes sacerdotes honestatis amantes, et tota urbis multitudo, concursu ad monasterium facto, pro- gressionem cives splendidissimam effecerunt: vici unguentis delibuti, suffitus ex lignis Indicis et aromatibus facti, tanta multitudine comitante, ut vesperi demum in magnum Sophiæ templum per. veniret,cum primo diluculo monasterium egressus esset. Sacerdotes vero qui ei dignitatem abroga- rant, ita facti puduit, ut non modo publicas vias declinarent ob admissum facinis et derisum, sed mortem etiam optarent. C crebis illustrium virorum litteris confirmatus, quæ, ut dixi, ex longinquo ad eum advolabant, denique Maria quoque filia, quæ haud ab ipso 31% dege- nerabat, fuga ad eum elapsa et diserte omnem pa- latii statum referente, suavibus illius verbis ut equus cursor flagellis concitatus, Paphlagonum fini- bus relictis Ponti Heracleam proficiscitur. Atque inde longius progressus multiplici calliditate, ob- scuro ingenio et simulandi artificio obvios quosque præparavit et conciliavit. Nam quis ex dura adeo rupe natus esset et corde adeo ferrco præditus, ut Andronici lacrymis et verborum præstigiis atque il- lecebris, quæ fontis instar exuberabant, non move- retur? Jactabat enim honesti studium, et impera- toris libertatem curæ sibi esse profitebatur. Cæte- rum nec protosebastus ita negligebat, quanquam homo effeminatus, qui non auroram tantum ster- tendo consumebal,sed magnam diei quoque partem somno tribuebat ; et ne jubar solis, aliis optatis- simum, radiis oculos ei aperiret, velis densioribus cubiculum obscurabat; quæ res eo quoque perti- nebat ut in tenebris delitesceret. Quod si verius dicendum est, opera nocturni luxus facibus ac- censis peragebat, factitio lumine discussis tenebris. Sole vero in nostrum hemisphærium ascendente, more ferarum cubile petens, tapetibus et peplis lumen excludebat. Proinde cum putrescentes dentes abstergeret, et qui ob ætatem exciderant, picatione expleret, mollis homo et ignavus plu- rimos viros nobilos nova sibi ratione conciliavit, imperatoris matre plerumque propugnatrice aut D potius conciliatrice insuperabili utendo ; quæ splendore et elegantia vultus, æquabilitate morum, animi candore et suavitate verborum veluti funi- culo attrahebat omnes. Plerumque tamen pecunia placavit et munificentia delinivit eos, qui se po- steriores ferre iniquis animis patiebantur. Itaque nullus Adronico resistere jussus a protosebasto ad eum defecit, jam haud obscure regnum affe- 9. Interim Andronicus spes principatus elatus et Β
ἀλλὰ τοῦ μορσίμου, ὡς ἔοικεν, ἀντικρούσαντος, ὁ μὲν τὸ πρόθυμον ὑπεχάλασεν, Ἀνδρόνικος δ’ ἐπιτείνας ὑπεσκέλισε τουτονὶ ἀντιτρέχοντα καὶ τὴν νίκην λαμπρὰν ἀπηνέγκατο. Ὃς καὶ κατὰ τὴν περαίαν ἔτι διατρίβων στείλας τριήρεις, ὅσαι ὀπίσω τοῦ μεγάλου δουκὸς ἠκολούθησαν, καὶ τῶν συνακολουθησάντων αὐτῷ ἐκ τῶν κατὰ πάροδον χωρῶν στρατιωτικῶν καταλόγων ἅπαν ἐπίλεκτον πόλεμον συγκροτεῖ κατὰ τῶν ἐν τῇ πόλει Λατίνων. καὶ δὴ καὶ τοῦ δήμου τῆς πόλεως ἀναθαρρήσαντος κατ’ αὐτῶν καὶ ἀλλήλους ἐς συνασπισμὸν παραθήξαντος, ἐπιθαλάττιος ὁμοῦ καὶ ἐπίγειος ἔρις φύεται. καὶ πρὸς ἄμφω τὰ πλήθη κυκλωσάμενά τε καὶ περιζώσαντα μὴ ἀντιπαλαίειν σθένοντες οἱ Λατῖνοι ὡς εἶχον ἕκαστος σώζειν ἑαυτοὺς ἐπεβάλοντο, τὰς οἰκίας ἀνέντες πλήρεις πλούτου παντὸς καὶ πολυειδῶν ἀγαθῶν, ὁπόσα μεταδιώκουσιν ἄνθρωποι, τοῖς βουλομένοις προνόμευμα· οὐδὲ γὰρ μένειν κατὰ χώραν ἐτόλμησαν ἢ κατὰ Ῥωμαίων αὐτοὶ ἐπελθεῖν ἢ ὅλως ἐπιόντας ὑποστῆναι καὶ δέξασθαι.
ὁτιοῦν ὑπάγον ἐν αὐτῷ εὐρίσκεσθαι, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ τὴν δέσποιναν καὶ τοὺς πλείους σχεδὸν ἢ τοὺς ἀπαν τας τῶν ἐκ τοῦ βασιλείου αἵματος ὑπερβαλλόντως τὸν ἄνδρα τιμᾷν. Ακων οὖν ὁ σκολιὸς ὄφις τῶν ἐλί- ξεων ἀποστὰς, καὶ τὸν ἰὸν αὖθις κατεσπακὼς ὅν ἐμη μεκέναι κατὰ τοῦ ἁγίου [αὖθις] προητοιμάχει, ἐπευδοκεῖ καὶ αὐτὸς τῇ ἐς τὸν πρότερον θρόνον αυ θις τοῦ πατριάρχου ἐπανελεύσει. Ἐπεὶ δὲ ἡ κυρία τῆς ἀνόδου ἐνειστήκει, οπόσοι τῶν ἐν τέλει καὶ ὅσοι τοῦ βήματος τοῦ καλοῦ ἔτρεφον ἔρωτα, καὶ ὁ τῆς πό λεως ἅπας δῆμος εἰς τὸ [Ρ. 158] ἱερὸν φροντιστήριον συνδραμόντες λαμπροτάτην ἐκείνῳ συντελοῦσι τὴν πρόοδον, μύροις τὰς ἀγυιὰς τέγγοντες καὶ τοῖς Ἰν δικοῖς ξύλοις καὶ καρυκευτοῖς ἀρώμασι τὸν ἀέρα εὐωδιάζοντες· Οὕτω δὲ ἡ προπομπή μυριάνθρωπος ἦν ὡς μόλις περὶ βαθεῖαν ἑσπέραν ἐπαναζεύξαι τὸν προπεμπόμενον ἐς τὸν μέγαν τῆς Σοφίας Θεοῦ ναόν, υποφαινομένης ἡμέρας ἐκ τῆς τοῦ Παντεπόπτου μας νῆς ἀπάραντα. Τοσαύτη δ' αἰσχύνη τὰ τῶν θεμένων αὐτὸν ὑπόδικον ἀρχιερέων ἐκάλυψε πρόσωπα, ὡς μὴ μόνον τὰς δημοσίους παρόδους ἐκτρέπεσθαι διὰ τὸ ἐς τὸν ἀρχιθύτην ἀμπλάκημα καὶ τὸ ἐκείνων ἐντεῦθεν παγκαταγέλαστον, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ θανεῖν ὑποβλέπεσθαι. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχεν οὕτως. 0΄. Ὁ δ' ᾿Ανδρόνικος τῇ ἐφέσει τῆς ἀρχῆς κουφι Ο ζόμενος, καὶ τοῖς ἐπιστολίοις πτερούμενος ἅπερ αὐτῷ συχνάκις ἐπεποτῶντο τηλεβολούμενα ἐξ οἴκων λαμπρῶν, ὡς ἤδη ἐῤῥέθη μοι, τέλος καὶ αὐτὴν τὴν θυγατέρα Μαρίαν δραπέτιδα πρὸς αὐτὸν ἀφιγμένην, ἐπεὶ καὶ τοιούτου πατρὸς εὔχετο εἶναι, διδάσκαλον ἀπαράγραπτον τῶν κατὰ ἀρχεῖα τελουμένων ηύ τύχησε, καὶ μυωπισθεὶς οἷς παρ' αὐτῆς ἠκηκόει θυ- μήρεσι βήμασιν ὡς ἵππος σταδιευτής, τὰ μὲν τῶν Παφλαγόνων μεθίησιν ὅρια, εἰς δὲ τὴν κατὰ Πόντον Ηράκλειαν παραγίνεται, κἀκεῖθεν προσωτέρω χω- ρεῖ, τῇ πολυτρόπῳ μεθοδείᾳ καὶ τῷ τοῦ ἤθους ὑπο- καθειμένῳ καὶ τῷ σεσοφισμένῳ φρονήματι ἐξομιλῶν τοὺς ἐν ποσὶ πάντας καὶ οἰκειούμενος. Ἐπεὶ καὶ τίς ἐκ πέτρας ἀγελάστου οὕτως ἦν προϊὼν ἢ καρδίαν σιδηρέῳ χαλκευθεὶς ἄκμονι, ὡς ἄτεγκτος εἶναι τοῖς Ανδρονίκου δακρυῤῥοήμασι καὶ τῇ αἱμυλίᾳ τῶν ῥη μάτων ὀπωσοῦν ἀγοήτευτος, ἅπερ κατὰ κρήνην μετ λάνυδρον ἔχει καὶ οἷς ἀπατηλῶς τε ἅμα καὶ ἐφολκῶς ἐστωμύλλετο, τὸν ὑπὲρ τοῦ καλοῦ ζῆλον προφέρων καὶ τὴν τοῦ κρατοῦντος ἐλευθερίαν ὑποκρινόμενος; 'Αλλ' οὐδ᾽ ὁ πρωτοσεβαστὸς ἐπὶ τούτοις ἠμέλει παν- τάπασιν, καίτοι γυνανδρος ὤν, καὶ μὴ μόνον τὴν ἕω εἰς τὸ νήγρετον ἐπνώττειν καταναλίσκων, ἀλλὰ καὶ πολὺ τῆς ἡμέρας πρὸς τοῦτο ἐκδαπανῶν, καὶ ἵνα μὴ τὸ ἀσπασιώτατον τοῖς ἄλλοις ἡλίου βλέφαρον τὰς ἐκείνου κόρας ὑπανοίγῃ διαφωτίζον, παραπε- τάσμασι στεγανωτέροις ἐκζοφῶν τὸ δωμάτιον ἐν ᾧ ἐκάθευδε, καὶ καθ᾿ ἕτερον τι σημαινόμενον ἀποκρυ 6ὴν ἑαυτοῦ τὸ σκότος τιθέμενος. Εἰ δὲ δεῖ ἀληθέ- στερον εἰπεῖν, τὰ μὲν νυκτὸς ἔργα τρυφῶν φωτὶ ποιητῷ τὸ νύκτερον διέλυε ζόφωμα, ἡλίου δὲ τὸν ἑῷον ορίζοντα ἀναβαίνοντος κατὰ τὰ θηρία τὸν κοῖτον μεταδιώκων τάπησι καὶ πέπλοις τὸ φῶς ἀντέφραττε. Τοίνυν καὶ σμήχων τοὺς σαπριῶντας τῶν ὀδόντων καὶ καταπιττώμασι ἀναπληρῶν τοὺς ὑπὸ χρόνου ἐκε κρουσθέντας, θηλυδρίας τε ὢν καὶ ὑπόνωθρος τοὺς πλείστους τῶν τηνικαῦτα εὐγενῶν ἀνδρῶν ἑαυτοῦ καινοπρεπῶς ἐξηρτήσατο, χρώμενος μὲν καὶ προς τειχίσματι ἢ ἀληθῶς εἰπεῖν μειλίγματι ἀμάχῳ τῇ NICETE CHONIATÆ mendum curarat rursus devorato, ipse quoqueas- A sentitur ut patriarcha in pristinam sedem repona- tur. Die reditus instante omnes magistratus, om- nes sacerdotes honestatis amantes, et tota urbis multitudo, concursu ad monasterium facto, pro- gressionem cives splendidissimam effecerunt: vici unguentis delibuti, suffitus ex lignis Indicis et aromatibus facti, tanta multitudine comitante, ut vesperi demum in magnum Sophiæ templum per. veniret,cum primo diluculo monasterium egressus esset. Sacerdotes vero qui ei dignitatem abroga- rant, ita facti puduit, ut non modo publicas vias declinarent ob admissum facinis et derisum, sed mortem etiam optarent. C crebis illustrium virorum litteris confirmatus, quæ, ut dixi, ex longinquo ad eum advolabant, denique Maria quoque filia, quæ haud ab ipso 31% dege- nerabat, fuga ad eum elapsa et diserte omnem pa- latii statum referente, suavibus illius verbis ut equus cursor flagellis concitatus, Paphlagonum fini- bus relictis Ponti Heracleam proficiscitur. Atque inde longius progressus multiplici calliditate, ob- scuro ingenio et simulandi artificio obvios quosque præparavit et conciliavit. Nam quis ex dura adeo rupe natus esset et corde adeo ferrco præditus, ut Andronici lacrymis et verborum præstigiis atque il- lecebris, quæ fontis instar exuberabant, non move- retur? Jactabat enim honesti studium, et impera- toris libertatem curæ sibi esse profitebatur. Cæte- rum nec protosebastus ita negligebat, quanquam homo effeminatus, qui non auroram tantum ster- tendo consumebal,sed magnam diei quoque partem somno tribuebat ; et ne jubar solis, aliis optatis- simum, radiis oculos ei aperiret, velis densioribus cubiculum obscurabat; quæ res eo quoque perti- nebat ut in tenebris delitesceret. Quod si verius dicendum est, opera nocturni luxus facibus ac- censis peragebat, factitio lumine discussis tenebris. Sole vero in nostrum hemisphærium ascendente, more ferarum cubile petens, tapetibus et peplis lumen excludebat. Proinde cum putrescentes dentes abstergeret, et qui ob ætatem exciderant, picatione expleret, mollis homo et ignavus plu- rimos viros nobilos nova sibi ratione conciliavit, imperatoris matre plerumque propugnatrice aut D potius conciliatrice insuperabili utendo ; quæ splendore et elegantia vultus, æquabilitate morum, animi candore et suavitate verborum veluti funi- culo attrahebat omnes. Plerumque tamen pecunia placavit et munificentia delinivit eos, qui se po- steriores ferre iniquis animis patiebantur. Itaque nullus Adronico resistere jussus a protosebasto ad eum defecit, jam haud obscure regnum affe- 9. Interim Andronicus spes principatus elatus et Β
PG 139:597ἐντεῦθεν οἱ μὲν κατὰ πόλιν διασπαρέντες, ὡς ἔτυχεν, ἄλλοι προσρυέντες οἴκοις ὑπερηφάνοις, οἱ δὲ καὶ τῶν μακρῶν ἐπιβάντες νηῶν, ἃς ἐπλήρουν οἱ ὁμόφυλοί σφισιν, ἐξέφυγον τὸ μαχαίρᾳ πεσεῖν. ὅσοι δὲ συνελήφθησαν θανάτῳ ὑπεδικάσθησαν. πάντες μέντοι τὰς οὐσίας ἀπεβάλοντο. αἱ δὲ πλήρεις τῶν δραπετευσάντων τριήρεις τῶν τῆς πόλεως ἀναχθεῖσαι λιμένων καὶ βλέψασαι πρὸς Ἑλλήσποντον τὸ μὲν λεῖπον τῆς ἡμέρας ἐκείνης προσωρμηκυῖαι ταῖς νήσοις ἐξεπέραναν, ὁπόσαι μικρὸν ἄποθεν τῆς βασιλίδος ἀμφιρρέονται πόλεως μὴ πάνυ πελάγιαι, φημὶ τὴν Πρίγκιπον καὶ τὴν Πρώτην καὶ ὅσαι περὶ αὐτὰς ἀνίσχουσι τοῦ βυθοῦ· τὴν δ’ ἐπιοῦσάν τινα τῶν ἐν αὐταῖς ἱερῶν φροντιστηρίων πυρπολήσασαι ἐξῆραν ἐκεῖθεν κώπαις ἁπάσαις καὶ διαπετασθεῖσι λαίφεσι. μηδενὸς δ’ ἐπιδιώκοντος, ἔνθα ἦν πρὸς βουλῆς καταίρουσαι ἔδρων ὅ τι καὶ εἶχον κακὸν τοὺς ἐκεῖσε Ῥωμαίους. Κατ’ ἐκείνας δὲ τὰς ἡμέρας καὶ κομήτης ἐφάνη κατ’ οὐρανὸν ὑποσημαίνων τὰ ἐσόμενα χείριστα καὶ αὐτὸν ἀτεχνῶς διαχαράττων Ἀνδρόνικον·
τοῦ βασιλέως μητρί (αὕτη γὰρ τῷ τῆς θέας λαμ- πρῳ καὶ τῷ τῆς ὄψεως μαργαρώδει καὶ τῷ τοῦ ἤθους ὁμαλῷ καὶ τῷ τοῦ φρονήματος ἀσυμπλόκῳ καὶ τῷ ἐπαγωγῷ τοῦ φθέγματος ὡς ἀπὸ μηρίνθου πάντας ἐφείλκετο), τὰ πλεῖστα μέντοι τοῖς χρήμα σιν ὑπαγόμενος καὶ τῇ φιλοδωρία κατακοιμίζων τοὺς ἐν δεινῷ τι θεμένους ἐκείνου φέρειν τὰ δεύτερα. Ὅθεν οὐδεὶς τῶν ἐπιταχθέντων ἀντιτάξασθαι 'Ανο δρονίκῳ πρὸς ᾿Ανδρόνικον μετετάξατο τὸν ἤδη λαμ πρῶς τῆς τυραννίδος ἀπτόμενον, ἀποπτύσας τὸν πρωτοσεβαστὸν καὶ τῷ προσωπείῳ τοῦ μισοτυράν- του Ανδρονίκου δελεασθείς. Η τε οὖν προκαθη- μένη τῶν Βιθυνῶν μεγίστη πόλις ἡ Νίκαια οὐδ᾽ ὅλως ᾿Ανδρονίκῳ προσέθετο, καὶ ὁ τὴν ταύτης ἐμπι- στευθείς φυλακὴν Ἰωάννης ὁ Δούκας τοῖς Ἀνδρονί που γράμμασι μεμένηκεν ἀστυφέλικτος, καίπερ η τὰς γνώμας πλήττουσιν ἑλεπόλεων ἀκριβέστερον καὶ τειχομαχείου ξύμπαντος ισχυρότερον. ᾿Αλλὰ καὶ δ μέγας δομέστικος Ἰωάννης ὁ Κομνηνὸς τὴν ἐπαρ- χίαν διέπων τῶν Θρακησίων οὐ μόνον ἔβυε τὰ ὦτα πρὸς τὰ τοῦ ᾿Ανδρονίκου ἐπάσματα, ἀλλὰ καὶ ὡς τύ ραννον διετώθαζεν, οἷα κατόπτρῳ τοῖς λεγομένοις προσκύπτων λείῳ καὶ ἀποστίλβοντι, καὶ διαφαινό- μενον ἐν τούτοις ὁρῶν τὸν πολύμορφον Πρωτέα καὶ τυραννικὸν τὸν τρόπον Ανδρόνικον. Ἐπεὶ δὲ τῇ Ταρσίᾳ ὁ ᾿Ανδρόνικος Αγγιζε καὶ τῶν περὶ τὴν Νι κομήδους πόλιν οἱ πλείονες αὐτῷ προσεχώρουν, στέλλεται κατ' αὐτοῦ μετὰ δυνάμεως ἱκανῆς ᾿Ανδρό νικος ὁ Ἄγγελος, οὔπερ οἱ υἱεῖς ἐς ὕστερον Ἰσαά- κιός τε καὶ ᾿Αλέξιος μετ᾿ ᾿Ανδρόνικον ἐπέβησαν τῆς ἀρχῆς. Ὁ δὲ περὶ τὸν Χάρακα τὸ χωρίον πόλεμον συγκροτήσας ἡττᾶται λαμπρῶς, καίπερ οὐκ ἰσοπα. λεῖ συμπλακείς στρατιᾷ ἢ τὸν ἀνταγωνιστὴν εὐρὼν ἀξιόμαχον, αλλ' ἐκτομίᾳ τινὶ συμμίξας ἀχρείους στρατολογήσαντι γεωργούς και μοῖραν συνεπαγο- μένῳ Παφλαγόνων στρατιωτῶν. Εἰς τὴν πόλιν τοί νυν εὐθὺς μετὰ τὴν ήτταν εἰσιὼν ἀκλεῶς ἀπητε το καταθέσθαι τὰ χρήματα, ὅσα οἱ πρὸς τὰς κατὰ πό- λεμον δαπάνας βεβράβευτο. Ὁ δὲ βασανιζομένην ὁρῶν τὴν αὐτοῦ κατάσχεσιν, ὅτι φίλια φρονῶν τῷ ᾿Ανδρονίκῷ τὰ πράγματα χειρόνως διέθετο ἅπερ εὐμαρίσειν ἀπέσταλτο, ἐναγόμενος παρὰ τῶν υἱέων ἐξ ὄντων καὶ πάντων ὁπλοτέρων τὰς φρένας καὶ κατὰ χεῖρα γενναίων, ἐπεβάλετο μὲν τὸν οἰκεῖον οἶ κον διακρατύνειν καὶ κατασκευάζειν ἐπιτειχίσματα κατὰ τὸ ἔξω Κιόνιον διακείμενον, καὶ τῶν ἐκ τοῦ δήμου τινὰς ἐπεσπάσατο πρὸς ἑαυτόν· ὁρῶν δὲ ὡς οὐκ ἀκμαῖός ἐστι πρὸς βασίλειον πλεονεκτοῦσαν ἀνθόπλισιν καὶ ὡς οὐκ ἂν σχοίη περιγενέσθαι τῶν δια- φόρων, πρὸς φυγὴν μεθαρμόζεται, καὶ τοὺς ἕξ υἱοὺς παραλαβὼν, τὴν δ᾽ ὁμόλεκτρον τοῦ δόμου ἀπαγαγών, νηὸς ἐπιβὰς τῆς ἐς ᾿Ανδρόνικον ἄπτεται. Ὁ δὲ ἰδὼν προσιόντα τὸν Ἄγγελον λέγεται εἰπεῖν· « Ἰδου, ἀπο- στελῶ τὸν ἄγγελόν μου προ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου. » Θάρσος οὖν ἐπὶ τῇ τοῦ ἐξαδέλφου παρουσίᾳ λαβὼν ᾿Ανδρόνικος καὶ τὰ κατ᾽ ἔφεσιν ὁρῶν προβαίνοντα, τῶν ἐνοι δίων ἐκτροπῶν ἀπέμενος καὶ χαίρειν εάσας τας πόλεις Νίκαιάν τε καὶ Νικομήδειαν καὶ τὸ τῇδε ἢ ἐκεῖσε μεταστρέφεσθαι, πρὸς τὴν Κωνσταντίνου τὸν δρόμον ἀκλινεῖ συνέτεινε νεύματι, ὡς ὁδοῦ Φιλι στιεὶμ τῆς ἐς αὐτὴν φερούσης ἐχόμενος. Καὶ δὴ κατὰ τὰ Πευκία ἐναυλισάμενος (τόπος δέ ἐστι ταῦτα ἐν τοῖς ἄνω Χαλκηδόνος διακείμενος μέρεσι καὶ οὕτως ονομαζόμενος) [Ρ. 160] καὶ πυρὰ πολλὰ καύσας τὴν νύκτα ὅλην ἐκείνην, μὴ κατὰ λόγον τῆς συνούσης αὐτῷ στρατιᾶς, ἀλλ' ἐς δόκησιν στρατεύματος πλείο- νος, ἐκκρεμεῖς ἑαυτοῦ τοὺς Βυζαντίους ἔθετο ὡς τὰ ἀνὰ χεῖρας προεμένους ἔργα εἰς τὴν περαίαν τείνειν Ο ALEXIUS MANUELIS FILIUS. B hostem tyrannidis, est deceptus. Nicæa enim prin- ceps ac maxima Bithyniæ urbs plane repudiavit Andronicum; nec ejus urbis præfectus Joannes Ducas litteris illius se de gradu dejici passus est, licet acrius ferientibus quam moenia ulli arietes aliæve machinæ. Præterea magnus domesticus Joannes Comnenus, Thraciæ præfectas, non solum aures contra Andronici carmina obturavit, verum etiam uttyrannum insectatus est, perspecto in ejus litteris multiformi Proteo, tyrannico An- dronici ingenio velut in claro speculo relucente. Qui cum Tarsiæ appropinquaretet Nicomediensium maximam partem sibi adjunxisset, Andronicus An- gelus, cujus filii Isaacius et Alexius post ad im- perii fastigium ascenderunt, cum justis copiis A ctantem ; neque persona illa, qua se is velabat ut [P. 159] contra eum mittitur et circa Characem castellum commisso prælio succumbit, quanquam neque cum pari exercitu neque cum duce bellicoso, sed cum spadone quodam congressus, qui rusticos inutiles et cohortes aliquot militum Paphlagonum adduxerat. Post acceptam cladem cum statim in urbem ve- nisset, repetita est ab eo pecunia quam ad bellum administrandum acceperat. Videns igitur casum eum sic accipi quasi ex amicitia Andronici rem de industria pejus gessisset, a sex filiis impulsus, qui omnes cordati et manu strenui viri erant, do- mum suam in exteriore Cionio sitam firmare præ- sidiis instituit, aliquot ex plebe adjutoribus asci- tis. Sed cum res suas eo vergere cerneret, ut ab imperatore oppugnaretur et adversariis re- sistere non posset, mutato consilio, sex aliis et uxore in navem impositis, ad Andronicum abit. Qui eo viso dixisse fertur: « Ecce mittam Angelum meum ante faciem tuam, qui viam tibi præparet. » Resumpta igitur ex præsentia consobrini fiducia, et successu consilii sui confirmatus, itineris am- bagibus omissis et urbibus Nicæa et Nicomedia contemptis, recla Cpolim pergit. Et Peuciis diver satus (locus is est supra Chalcedonem), et multis pyris incensis, non pro magnitudine exercitus,sed ut majores copias habere videretur, omnes Byzan- tinos suspensos reddidit, ut suis operibus omissis littus oppositum intuerentur, et collibus ac tu- mulis conscensis Andronicum adhuc procul ab urbe remotum nutibus veluti attraherent. Ita res D recalvastri et cani Andronici procedebant.
ὄφεως γὰρ σχῆμα καὶ ἕλιγμα ἡ τοῦ φανέντος ἀνάμματος ὄψις διατυποῦσα νῦν μὲν διετέτατο, νῦν δ’ ἀμφιπεριειλίσσετο εἰς ὁλκούς, ἄλλοτε εἰς χάσμα ἀνοιγομένη στόματος φόβον ἐνεποίει τοῖς θεωμένοις οἱονεὶ καταχάσκουσα ἐξ ὕψους τῶν κάτωθεν καὶ ἀνδρομέου γλιχομένη αἵματος. ἡμέρας οὖν ἐκείνης τὸ μήπω ἐκμετρηθὲν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα διαρκέσας ἠφάντωται. Ἀλλὰ καὶ ἱέραξ τοῦ θηρεύειν ἐθάς, λευκὸς τὴν πτίλωσιν, τοὺς πόδας λωροπεδούμενος, κἀπὶ καλιᾶς πτερορρυήσας πολλάκις καὶ αὖ πάλιν ἀνηβηκώς, οἴμησεν ἐκ τῆς ἕω πρὸς τὸ τοῦ Λόγου μέγιστον τέμενος καὶ τὸν Θωμαί̈την εἰσιὼν δόμον πολλοὺς κατὰ φήμην θεατὰς ἐφειλκύσατο. ἦσαν δ’ οἳ καὶ διετεχνῶντο συλλαβεῖν αὐτόν· ὁ δ’ ἐκεῖθεν ἀρθεὶς κατέπτη πρὸς τὸ μέγα βασίλειον καὶ ἄνω τοῦ οἰκήματος καταπαύσας, ἐν ᾧ τοὺς ὑπογυίως τῆς ἀρχῆς ἐπειλημμένους εἴθισται πρὸς παντὸς τοῦ δήμου ἀνευφημεῖσθαι στεφανηφόρους, μετὰ βραχὺ ἐπάνεισι πάλιν πρὸς τὸν νεών. καὶ τὴν τοιαύτην περιοδείαν τρισσῶς σταδιεύσας ὕστερον παρά του θηρεύεται καὶ εἰσάγεται βασιλεῖ.
τοῦ βασιλέως μητρί (αὕτη γὰρ τῷ τῆς θέας λαμ- πρῳ καὶ τῷ τῆς ὄψεως μαργαρώδει καὶ τῷ τοῦ ἤθους ὁμαλῷ καὶ τῷ τοῦ φρονήματος ἀσυμπλόκῳ καὶ τῷ ἐπαγωγῷ τοῦ φθέγματος ὡς ἀπὸ μηρίνθου πάντας ἐφείλκετο), τὰ πλεῖστα μέντοι τοῖς χρήμα σιν ὑπαγόμενος καὶ τῇ φιλοδωρία κατακοιμίζων τοὺς ἐν δεινῷ τι θεμένους ἐκείνου φέρειν τὰ δεύτερα. Ὅθεν οὐδεὶς τῶν ἐπιταχθέντων ἀντιτάξασθαι 'Ανο δρονίκῳ πρὸς ᾿Ανδρόνικον μετετάξατο τὸν ἤδη λαμ πρῶς τῆς τυραννίδος ἀπτόμενον, ἀποπτύσας τὸν πρωτοσεβαστὸν καὶ τῷ προσωπείῳ τοῦ μισοτυράν- του Ανδρονίκου δελεασθείς. Η τε οὖν προκαθη- μένη τῶν Βιθυνῶν μεγίστη πόλις ἡ Νίκαια οὐδ᾽ ὅλως ᾿Ανδρονίκῳ προσέθετο, καὶ ὁ τὴν ταύτης ἐμπι- στευθείς φυλακὴν Ἰωάννης ὁ Δούκας τοῖς Ἀνδρονί που γράμμασι μεμένηκεν ἀστυφέλικτος, καίπερ η τὰς γνώμας πλήττουσιν ἑλεπόλεων ἀκριβέστερον καὶ τειχομαχείου ξύμπαντος ισχυρότερον. ᾿Αλλὰ καὶ δ μέγας δομέστικος Ἰωάννης ὁ Κομνηνὸς τὴν ἐπαρ- χίαν διέπων τῶν Θρακησίων οὐ μόνον ἔβυε τὰ ὦτα πρὸς τὰ τοῦ ᾿Ανδρονίκου ἐπάσματα, ἀλλὰ καὶ ὡς τύ ραννον διετώθαζεν, οἷα κατόπτρῳ τοῖς λεγομένοις προσκύπτων λείῳ καὶ ἀποστίλβοντι, καὶ διαφαινό- μενον ἐν τούτοις ὁρῶν τὸν πολύμορφον Πρωτέα καὶ τυραννικὸν τὸν τρόπον Ανδρόνικον. Ἐπεὶ δὲ τῇ Ταρσίᾳ ὁ ᾿Ανδρόνικος Αγγιζε καὶ τῶν περὶ τὴν Νι κομήδους πόλιν οἱ πλείονες αὐτῷ προσεχώρουν, στέλλεται κατ' αὐτοῦ μετὰ δυνάμεως ἱκανῆς ᾿Ανδρό νικος ὁ Ἄγγελος, οὔπερ οἱ υἱεῖς ἐς ὕστερον Ἰσαά- κιός τε καὶ ᾿Αλέξιος μετ᾿ ᾿Ανδρόνικον ἐπέβησαν τῆς ἀρχῆς. Ὁ δὲ περὶ τὸν Χάρακα τὸ χωρίον πόλεμον συγκροτήσας ἡττᾶται λαμπρῶς, καίπερ οὐκ ἰσοπα. λεῖ συμπλακείς στρατιᾷ ἢ τὸν ἀνταγωνιστὴν εὐρὼν ἀξιόμαχον, αλλ' ἐκτομίᾳ τινὶ συμμίξας ἀχρείους στρατολογήσαντι γεωργούς και μοῖραν συνεπαγο- μένῳ Παφλαγόνων στρατιωτῶν. Εἰς τὴν πόλιν τοί νυν εὐθὺς μετὰ τὴν ήτταν εἰσιὼν ἀκλεῶς ἀπητε το καταθέσθαι τὰ χρήματα, ὅσα οἱ πρὸς τὰς κατὰ πό- λεμον δαπάνας βεβράβευτο. Ὁ δὲ βασανιζομένην ὁρῶν τὴν αὐτοῦ κατάσχεσιν, ὅτι φίλια φρονῶν τῷ ᾿Ανδρονίκῷ τὰ πράγματα χειρόνως διέθετο ἅπερ εὐμαρίσειν ἀπέσταλτο, ἐναγόμενος παρὰ τῶν υἱέων ἐξ ὄντων καὶ πάντων ὁπλοτέρων τὰς φρένας καὶ κατὰ χεῖρα γενναίων, ἐπεβάλετο μὲν τὸν οἰκεῖον οἶ κον διακρατύνειν καὶ κατασκευάζειν ἐπιτειχίσματα κατὰ τὸ ἔξω Κιόνιον διακείμενον, καὶ τῶν ἐκ τοῦ δήμου τινὰς ἐπεσπάσατο πρὸς ἑαυτόν· ὁρῶν δὲ ὡς οὐκ ἀκμαῖός ἐστι πρὸς βασίλειον πλεονεκτοῦσαν ἀνθόπλισιν καὶ ὡς οὐκ ἂν σχοίη περιγενέσθαι τῶν δια- φόρων, πρὸς φυγὴν μεθαρμόζεται, καὶ τοὺς ἕξ υἱοὺς παραλαβὼν, τὴν δ᾽ ὁμόλεκτρον τοῦ δόμου ἀπαγαγών, νηὸς ἐπιβὰς τῆς ἐς ᾿Ανδρόνικον ἄπτεται. Ὁ δὲ ἰδὼν προσιόντα τὸν Ἄγγελον λέγεται εἰπεῖν· « Ἰδου, ἀπο- στελῶ τὸν ἄγγελόν μου προ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου. » Θάρσος οὖν ἐπὶ τῇ τοῦ ἐξαδέλφου παρουσίᾳ λαβὼν ᾿Ανδρόνικος καὶ τὰ κατ᾽ ἔφεσιν ὁρῶν προβαίνοντα, τῶν ἐνοι δίων ἐκτροπῶν ἀπέμενος καὶ χαίρειν εάσας τας πόλεις Νίκαιάν τε καὶ Νικομήδειαν καὶ τὸ τῇδε ἢ ἐκεῖσε μεταστρέφεσθαι, πρὸς τὴν Κωνσταντίνου τὸν δρόμον ἀκλινεῖ συνέτεινε νεύματι, ὡς ὁδοῦ Φιλι στιεὶμ τῆς ἐς αὐτὴν φερούσης ἐχόμενος. Καὶ δὴ κατὰ τὰ Πευκία ἐναυλισάμενος (τόπος δέ ἐστι ταῦτα ἐν τοῖς ἄνω Χαλκηδόνος διακείμενος μέρεσι καὶ οὕτως ονομαζόμενος) [Ρ. 160] καὶ πυρὰ πολλὰ καύσας τὴν νύκτα ὅλην ἐκείνην, μὴ κατὰ λόγον τῆς συνούσης αὐτῷ στρατιᾶς, ἀλλ' ἐς δόκησιν στρατεύματος πλείο- νος, ἐκκρεμεῖς ἑαυτοῦ τοὺς Βυζαντίους ἔθετο ὡς τὰ ἀνὰ χεῖρας προεμένους ἔργα εἰς τὴν περαίαν τείνειν Ο ALEXIUS MANUELIS FILIUS. B hostem tyrannidis, est deceptus. Nicæa enim prin- ceps ac maxima Bithyniæ urbs plane repudiavit Andronicum; nec ejus urbis præfectus Joannes Ducas litteris illius se de gradu dejici passus est, licet acrius ferientibus quam moenia ulli arietes aliæve machinæ. Præterea magnus domesticus Joannes Comnenus, Thraciæ præfectas, non solum aures contra Andronici carmina obturavit, verum etiam uttyrannum insectatus est, perspecto in ejus litteris multiformi Proteo, tyrannico An- dronici ingenio velut in claro speculo relucente. Qui cum Tarsiæ appropinquaretet Nicomediensium maximam partem sibi adjunxisset, Andronicus An- gelus, cujus filii Isaacius et Alexius post ad im- perii fastigium ascenderunt, cum justis copiis A ctantem ; neque persona illa, qua se is velabat ut [P. 159] contra eum mittitur et circa Characem castellum commisso prælio succumbit, quanquam neque cum pari exercitu neque cum duce bellicoso, sed cum spadone quodam congressus, qui rusticos inutiles et cohortes aliquot militum Paphlagonum adduxerat. Post acceptam cladem cum statim in urbem ve- nisset, repetita est ab eo pecunia quam ad bellum administrandum acceperat. Videns igitur casum eum sic accipi quasi ex amicitia Andronici rem de industria pejus gessisset, a sex filiis impulsus, qui omnes cordati et manu strenui viri erant, do- mum suam in exteriore Cionio sitam firmare præ- sidiis instituit, aliquot ex plebe adjutoribus asci- tis. Sed cum res suas eo vergere cerneret, ut ab imperatore oppugnaretur et adversariis re- sistere non posset, mutato consilio, sex aliis et uxore in navem impositis, ad Andronicum abit. Qui eo viso dixisse fertur: « Ecce mittam Angelum meum ante faciem tuam, qui viam tibi præparet. » Resumpta igitur ex præsentia consobrini fiducia, et successu consilii sui confirmatus, itineris am- bagibus omissis et urbibus Nicæa et Nicomedia contemptis, recla Cpolim pergit. Et Peuciis diver satus (locus is est supra Chalcedonem), et multis pyris incensis, non pro magnitudine exercitus,sed ut majores copias habere videretur, omnes Byzan- tinos suspensos reddidit, ut suis operibus omissis littus oppositum intuerentur, et collibus ac tu- mulis conscensis Andronicum adhuc procul ab urbe remotum nutibus veluti attraherent. Ita res D recalvastri et cani Andronici procedebant.
τοῖς μὲν οὖν πλείστοις μέλλειν αὐτίκα Ἀνδρόνικον συλληφθῆναι οἰωνίζετο ἐνθένδε καὶ δίκας γενναίας ὑφέξειν, ἐπεὶ καὶ ἐς αὐτὸν ἔφασκον ἀτεχνῶς τὸ οἰώνισμα ἀφορᾶν πλειστάκις ἐνειρχθέντα δεσμωτηρίῳ καὶ τὸ τῆς κεφαλῆς τρίχωμα χιονούμενον· οἱ δέ γε σοφώτερόν τι προβλέποντες καὶ τὸ φρονεῖν ὑψιβάμονες τριετὲς ἕλιγμα χρονικὸν τὴν τριττὴν εἰς τὸ αὐτὸ κατάντημα πτῆσιν ἰσχυρίζοντο προσημαίνειν καὶ τελευταῖον αὖθις Ἀνδρόνικον φρουρὰν καὶ ποδοκάκας καθυποδέχεσθαι Ῥωμαίων κατάρξαντα. Πάντων δ’ ἐς Ἀνδρόνικον διαπορθμευομένων λοῖσθος ἐς αὐτὸν περαιοῦται ὁ πατριάρχης Θεοδόσιος μετὰ τῶν λογίμων τοῦ βήματος. ὁ μὲν οὖν εἰς τὴν ἑαυτοῦ ἐγγίζειν σκηνὴν τὸν μέγαν ἀρχιερέα ἐνωτισάμενος ἔξεισιν εὐθὺς πρὸς ὑπάντησιν στολὴν ἠμφιεσμένος σχιστὴν ἰοβάφινον ὑφῆς τῆς Ἰβηρικῆς ἐς γόνατα καὶ γλουτοὺς καταβαίνουσαν καὶ πυκάζουσαν τὰ ἕως βραχίονος καὶ πυραμιδουμένην καλύπτραν τῇ κεφαλῇ περικείμενος καπνηρὰν τὴν χροιάν. καὶ πρὸ τῶν ἱππείων χηλῶν βαλὼν ἑαυτὸν ἔκειτο τετανυσμένος μέγας μεγαλωστί.
τοῦ βασιλέως μητρί (αὕτη γὰρ τῷ τῆς θέας λαμ- πρῳ καὶ τῷ τῆς ὄψεως μαργαρώδει καὶ τῷ τοῦ ἤθους ὁμαλῷ καὶ τῷ τοῦ φρονήματος ἀσυμπλόκῳ καὶ τῷ ἐπαγωγῷ τοῦ φθέγματος ὡς ἀπὸ μηρίνθου πάντας ἐφείλκετο), τὰ πλεῖστα μέντοι τοῖς χρήμα σιν ὑπαγόμενος καὶ τῇ φιλοδωρία κατακοιμίζων τοὺς ἐν δεινῷ τι θεμένους ἐκείνου φέρειν τὰ δεύτερα. Ὅθεν οὐδεὶς τῶν ἐπιταχθέντων ἀντιτάξασθαι 'Ανο δρονίκῳ πρὸς ᾿Ανδρόνικον μετετάξατο τὸν ἤδη λαμ πρῶς τῆς τυραννίδος ἀπτόμενον, ἀποπτύσας τὸν πρωτοσεβαστὸν καὶ τῷ προσωπείῳ τοῦ μισοτυράν- του Ανδρονίκου δελεασθείς. Η τε οὖν προκαθη- μένη τῶν Βιθυνῶν μεγίστη πόλις ἡ Νίκαια οὐδ᾽ ὅλως ᾿Ανδρονίκῳ προσέθετο, καὶ ὁ τὴν ταύτης ἐμπι- στευθείς φυλακὴν Ἰωάννης ὁ Δούκας τοῖς Ἀνδρονί που γράμμασι μεμένηκεν ἀστυφέλικτος, καίπερ η τὰς γνώμας πλήττουσιν ἑλεπόλεων ἀκριβέστερον καὶ τειχομαχείου ξύμπαντος ισχυρότερον. ᾿Αλλὰ καὶ δ μέγας δομέστικος Ἰωάννης ὁ Κομνηνὸς τὴν ἐπαρ- χίαν διέπων τῶν Θρακησίων οὐ μόνον ἔβυε τὰ ὦτα πρὸς τὰ τοῦ ᾿Ανδρονίκου ἐπάσματα, ἀλλὰ καὶ ὡς τύ ραννον διετώθαζεν, οἷα κατόπτρῳ τοῖς λεγομένοις προσκύπτων λείῳ καὶ ἀποστίλβοντι, καὶ διαφαινό- μενον ἐν τούτοις ὁρῶν τὸν πολύμορφον Πρωτέα καὶ τυραννικὸν τὸν τρόπον Ανδρόνικον. Ἐπεὶ δὲ τῇ Ταρσίᾳ ὁ ᾿Ανδρόνικος Αγγιζε καὶ τῶν περὶ τὴν Νι κομήδους πόλιν οἱ πλείονες αὐτῷ προσεχώρουν, στέλλεται κατ' αὐτοῦ μετὰ δυνάμεως ἱκανῆς ᾿Ανδρό νικος ὁ Ἄγγελος, οὔπερ οἱ υἱεῖς ἐς ὕστερον Ἰσαά- κιός τε καὶ ᾿Αλέξιος μετ᾿ ᾿Ανδρόνικον ἐπέβησαν τῆς ἀρχῆς. Ὁ δὲ περὶ τὸν Χάρακα τὸ χωρίον πόλεμον συγκροτήσας ἡττᾶται λαμπρῶς, καίπερ οὐκ ἰσοπα. λεῖ συμπλακείς στρατιᾷ ἢ τὸν ἀνταγωνιστὴν εὐρὼν ἀξιόμαχον, αλλ' ἐκτομίᾳ τινὶ συμμίξας ἀχρείους στρατολογήσαντι γεωργούς και μοῖραν συνεπαγο- μένῳ Παφλαγόνων στρατιωτῶν. Εἰς τὴν πόλιν τοί νυν εὐθὺς μετὰ τὴν ήτταν εἰσιὼν ἀκλεῶς ἀπητε το καταθέσθαι τὰ χρήματα, ὅσα οἱ πρὸς τὰς κατὰ πό- λεμον δαπάνας βεβράβευτο. Ὁ δὲ βασανιζομένην ὁρῶν τὴν αὐτοῦ κατάσχεσιν, ὅτι φίλια φρονῶν τῷ ᾿Ανδρονίκῷ τὰ πράγματα χειρόνως διέθετο ἅπερ εὐμαρίσειν ἀπέσταλτο, ἐναγόμενος παρὰ τῶν υἱέων ἐξ ὄντων καὶ πάντων ὁπλοτέρων τὰς φρένας καὶ κατὰ χεῖρα γενναίων, ἐπεβάλετο μὲν τὸν οἰκεῖον οἶ κον διακρατύνειν καὶ κατασκευάζειν ἐπιτειχίσματα κατὰ τὸ ἔξω Κιόνιον διακείμενον, καὶ τῶν ἐκ τοῦ δήμου τινὰς ἐπεσπάσατο πρὸς ἑαυτόν· ὁρῶν δὲ ὡς οὐκ ἀκμαῖός ἐστι πρὸς βασίλειον πλεονεκτοῦσαν ἀνθόπλισιν καὶ ὡς οὐκ ἂν σχοίη περιγενέσθαι τῶν δια- φόρων, πρὸς φυγὴν μεθαρμόζεται, καὶ τοὺς ἕξ υἱοὺς παραλαβὼν, τὴν δ᾽ ὁμόλεκτρον τοῦ δόμου ἀπαγαγών, νηὸς ἐπιβὰς τῆς ἐς ᾿Ανδρόνικον ἄπτεται. Ὁ δὲ ἰδὼν προσιόντα τὸν Ἄγγελον λέγεται εἰπεῖν· « Ἰδου, ἀπο- στελῶ τὸν ἄγγελόν μου προ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου. » Θάρσος οὖν ἐπὶ τῇ τοῦ ἐξαδέλφου παρουσίᾳ λαβὼν ᾿Ανδρόνικος καὶ τὰ κατ᾽ ἔφεσιν ὁρῶν προβαίνοντα, τῶν ἐνοι δίων ἐκτροπῶν ἀπέμενος καὶ χαίρειν εάσας τας πόλεις Νίκαιάν τε καὶ Νικομήδειαν καὶ τὸ τῇδε ἢ ἐκεῖσε μεταστρέφεσθαι, πρὸς τὴν Κωνσταντίνου τὸν δρόμον ἀκλινεῖ συνέτεινε νεύματι, ὡς ὁδοῦ Φιλι στιεὶμ τῆς ἐς αὐτὴν φερούσης ἐχόμενος. Καὶ δὴ κατὰ τὰ Πευκία ἐναυλισάμενος (τόπος δέ ἐστι ταῦτα ἐν τοῖς ἄνω Χαλκηδόνος διακείμενος μέρεσι καὶ οὕτως ονομαζόμενος) [Ρ. 160] καὶ πυρὰ πολλὰ καύσας τὴν νύκτα ὅλην ἐκείνην, μὴ κατὰ λόγον τῆς συνούσης αὐτῷ στρατιᾶς, ἀλλ' ἐς δόκησιν στρατεύματος πλείο- νος, ἐκκρεμεῖς ἑαυτοῦ τοὺς Βυζαντίους ἔθετο ὡς τὰ ἀνὰ χεῖρας προεμένους ἔργα εἰς τὴν περαίαν τείνειν Ο ALEXIUS MANUELIS FILIUS. B hostem tyrannidis, est deceptus. Nicæa enim prin- ceps ac maxima Bithyniæ urbs plane repudiavit Andronicum; nec ejus urbis præfectus Joannes Ducas litteris illius se de gradu dejici passus est, licet acrius ferientibus quam moenia ulli arietes aliæve machinæ. Præterea magnus domesticus Joannes Comnenus, Thraciæ præfectas, non solum aures contra Andronici carmina obturavit, verum etiam uttyrannum insectatus est, perspecto in ejus litteris multiformi Proteo, tyrannico An- dronici ingenio velut in claro speculo relucente. Qui cum Tarsiæ appropinquaretet Nicomediensium maximam partem sibi adjunxisset, Andronicus An- gelus, cujus filii Isaacius et Alexius post ad im- perii fastigium ascenderunt, cum justis copiis A ctantem ; neque persona illa, qua se is velabat ut [P. 159] contra eum mittitur et circa Characem castellum commisso prælio succumbit, quanquam neque cum pari exercitu neque cum duce bellicoso, sed cum spadone quodam congressus, qui rusticos inutiles et cohortes aliquot militum Paphlagonum adduxerat. Post acceptam cladem cum statim in urbem ve- nisset, repetita est ab eo pecunia quam ad bellum administrandum acceperat. Videns igitur casum eum sic accipi quasi ex amicitia Andronici rem de industria pejus gessisset, a sex filiis impulsus, qui omnes cordati et manu strenui viri erant, do- mum suam in exteriore Cionio sitam firmare præ- sidiis instituit, aliquot ex plebe adjutoribus asci- tis. Sed cum res suas eo vergere cerneret, ut ab imperatore oppugnaretur et adversariis re- sistere non posset, mutato consilio, sex aliis et uxore in navem impositis, ad Andronicum abit. Qui eo viso dixisse fertur: « Ecce mittam Angelum meum ante faciem tuam, qui viam tibi præparet. » Resumpta igitur ex præsentia consobrini fiducia, et successu consilii sui confirmatus, itineris am- bagibus omissis et urbibus Nicæa et Nicomedia contemptis, recla Cpolim pergit. Et Peuciis diver satus (locus is est supra Chalcedonem), et multis pyris incensis, non pro magnitudine exercitus,sed ut majores copias habere videretur, omnes Byzan- tinos suspensos reddidit, ut suis operibus omissis littus oppositum intuerentur, et collibus ac tu- mulis conscensis Andronicum adhuc procul ab urbe remotum nutibus veluti attraherent. Ita res D recalvastri et cani Andronici procedebant.
PG 139:599μετὰ μικρὸν δ’ ἀνίσταται καὶ τῶν ἐκείνου ποδῶν περιλιχμᾶται τὰ πέλματα, σωτῆρα τοῦ βασιλέως ἀποκαλῶν, ζηλωτὴν τοῦ καλοῦ καὶ τῆς ἀληθείας ὑπέρμαχον, τῷ χρυσῷ τὴν γλῶτταν Ἰωάννῃ ἀνθάμιλλον, καὶ πᾶσαν αὐτῷ προσηγορίαν περιτιθεὶς ἀγαθήν. ὁ δὲ τότε πρώτως Ἀνδρόνικον θεασάμενος, ἐπεὶ κατηθρήκει περιεργότερον βλέμμα γοργόν, ὑποκαθήμενον φρόνημα, σοφιστικὸν καὶ περίεργον ἦθος, ἡλικίας ἀναδρομὴν ἐς πόδα δέκατον μικροῦ ἀνατείνουσαν, ἀγέρωχον βάδισμα, ὀφρὺν ἐπιλλώπτουσαν ὑπεροψίαν, φροντιστικόν τε καὶ ἐπὶ συννοίας ἀεὶ ἄνθρωπον, ταλανίσας τοὺς ἀφρόνως ἄνδρα τοιοῦτον εἰσοικισαμένους ἐπ’ ἀνηκέστοις ἑαυτῶν συμφοραῖς ἀκοῇ μέν φησιν ἤκουόν σου τὸ πρότερον, νῦν δὲ καὶ ἑωράκειν καὶ ἐγνώκειν σαφῶς. καὶ αὖ πάλιν τὸ τοῦ Δαυὶδ ἀποκνίσας εἶπε καθάπερ ἠκούσαμεν, οὕτως καὶ εἴδομεν αἱμύλως καθαπτόμενος Ἀνδρονίκου, οἷς τὰ τῆς ἀπαντῆς τῷ σκηνικῷ ὑπεξῆρε τῆς γνώμης ἑαυτὸν ἐδαφίζων καὶ κυνηδὸν προσκνυζώμενος, ἀναφέρων ἅμα τὰ ὀφθέντα πρὸς ἅπερ αὐτῷ ἀπήγγελλεν ὁ βασιλεὺς Μανουὴλ διαζωγραφῶν τῷ λόγῳ Ἀνδρόνικον καὶ οἷον ἀγνοοῦντι τιθεὶς ὑπόψιον.
τὸ ὄμμα, ἀκταῖς τε καὶ γηλόφοις προσιόντας τῆς πόλεως, καὶ πόῤῥωθεν ὄντα 'Ανδρόνικον ἐπισπᾶσθαι οἷον τοῖς νεύμασιν. Ωδε μὲν οὖν ἐχώρει τὰ κατὰ τὸν ἀναφαλαντίαν καὶ πολιοκόρσην 'Ανδρόνικον. ζῆς φάλαγγος ἀποσοβῆσαι τὸν ἐπιόντα οἱ πολέμιον (ἤδη γὰρ οἱ μὲν μετέβαινον ταῖς γνώμαις κρυφιωδῶς πρὸς ᾿Ανδρόνικον, ὁπόσοις οὐκ ἤ ὅλως ἀκίνδυνος ή πρὸς ἐκεῖνον τοπική μετάβασις, τοῖς δὲ ἀρκετὸν ἐς τὴν πρὸς τὸν κρατοῦντα πίστιν λελόγιστο τὸ ἐπ' ο κου καθῆσθαι καὶ μηδενὶ προστίθεσθαι τῶν μερῶν· οὕτω γὰρ φρονεῖν τε καὶ λέγειν τοὺς πολλοὺς ἔξε παίδευσε τὸ τῆς γνώμης κερδαλεόφρον καὶ τὸ διὰ φόνων ἀεὶ καὶ προχύσεως αἵματος τοὺς πλείους τῶν βασιλέων τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐπιβαίνειν ἀρχῆς) διὰ ναυ- μαχίας ἔπειρᾶτο τὸν προσέρποντα κίνδυνον ἀπο- κρούσασθαι. Τριήρεις τοινυν τὴν Προποντίδα ἐκά- λυπτον, αἱ μὲν Ῥωμαίους ἔχουσαι τοὺς ἐρέσσοντας καὶ τοὺς ἐκ τῶν καταστρωμάτων διαμαχέσασθαι Β μέλλοντας, αἱ δὲ τῶν κατὰ πόλιν διαφορογενῶν Λατίνων ὅ τι περ κράτιστον μέρος καὶ μαχιμώτα- τον, οἷς καὶ τὰ χρήματα ποταμηδὸν ἐπεχέοντο, ἐπεὶ καὶ τούτοις ἐπεποίθει μᾶλλον ὁ χρώμενος πρωτοσε βαστὸς ἤπερ τοῖς Ῥωμαίοις αὐτοῖς ὡς ἄρήξουσιν. Ὥρμησε μὲν οὖν τοὺς πιστοτάτους ἑαυτῷ ἐπιστῆσαι τριηράρχας καὶ παραδοῦναι τὸν στόλον τοῖς ἐκείνῳ κατὰ γένος ἐγγίζουσι. Τοῦ δὲ μεγάλου δουκὸς τοῦ Κοντοστεφάνου ἀντιπνεύσαντος καὶ τῆς στολαρχίας παντὶ τρόπῳ ἐξεχομένου ὡς αὐτῷ καὶ οὐχ ἑτέρῳ δή πουθεν προσηκούσης, ἀναγκαστῶς τὴν βούλησιν μετατίθησι. Καὶ δὴ ὁ μὲν Κοντοστέφανος Ανδρόνι κος κύριος καθειστήκει τοῦ στόλου παντὸς, καὶ και τάπλους ἅπας τοῖς ἀπὸ τῆς ἕω περαιουμένοις ἀπο- τετείχιστο· συνῆν δὲ τῷ Κοντοστεφάνῳ καί τι τοῦ πρωτοσεβαστοῦ συγγενικὸν καὶ οἰκίδιον. Μετὰ βραχύ δὲ καὶ πρέσβις ἀπὸ τοῦ βασιλέως ἐς Ανδρόνικον στέλλεται τις τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος. Ο Ξιφιο λῖνος ἦν οὗτος Γεώργιος, ὃς καὶ εἰς ὄψιν τῷ τυρανν ἐληλυθὼς τά τε γράμματα ἐνεχείρισε καὶ τὰ δια μηνυθέντα οἱ ἀπήγγειλεν. Εν δὲ ταῦτα δωρεῶν επαγγελίαι μειζόνων καὶ ἄξιωμάτων ἀναβαθμοὶ καὶ χάρις ἀπὸ τοῦ πρυτανεύοντος εἰρήνην Θεοῦ ἀπο- στάντι μὲν τοῦ προκειμένου σκέμματος, ἐξ οὗπερ ἐμφύλιοι συμβήσονται πόλεμοι, πρὸς δὲ ἤθη τὰ πρό- τερον ἐπανήκοντα. Ὁ δὲ τοῦ πρεσβευτού, ὥς φασι, Ξιφιλίνου τὴν πρεσβείαν ὑπονοθεύσαντος, καὶ μὴ Ενδοῦναι ὅλως ἢ βραχύ τι γοῦν καθυφεῖναι παρακε λευσαμένου τῷ ᾿Ανδρονίκῳ, τήν τε αἴτησιν ἀπο- πέμπεται καὶ τὴν προσλαλιάν ποιεῖται τοῖς διαπρε- σβευσαμένοις ὑπέρογκον, φάσκων πρὸς ὀργὴν ὡς, Εἰ Ανδρόνικον βούλοιντο παλίνορσον ἀναζεύξαι ὅθεν ἐλήλυθεν, ἀποσκορακισθήτω μὲν ἐκ μέσου ὁ πρωτο- σεβαστός [Ρ. 161] καὶ δότω λόγους ὧν πεπαρώνη - κεν, ἡ δὲ τοῦ βασιλέως μήτηρ καθ' ἑαυτὴν βιοτευ- έτω, τὴν τρίχα κειραμένη καθάπαξ τὴν κοσμικὴν, ὁ δὲ βασιλεὺς κατὰ τὴν πατρώαν διαθήκην ἀρχέτω, μὴ ὡς στάχυς αΐραις τοῖς παραδυναστεύουσι συμ- πνιγόμενος. Ἀλλ᾽ οὔπω ἡμέραι συχνα! παρήλθο σαν, και μεταχωρεῖ ἐς ᾿Ανδρόνικον καὶ ὁ μέγας δοὺξ ᾿Ανδρόνικος, τὰς μακρὰς νῆας παρειληφώς, ὀπόσας ὁ Ῥωμαίων επλήρου κατάλογος. Καὶ τοῦτο NICETE CHONIATE B hostem pedestribus copiis propulsare non posset (jam enim alii animis clam ad Andronicum incli- nabant, quibus ad eum transire pedibus tuto non licebat ; alii se fidem suam imperatori satis probasse putabant, si domi sederent, neutri parti addicti : sic enim animi calliditas, et consuetudo illa ut plerique cædibus et sanguine imperio potiantur, vulgus et sentire et loqui docuit), navali pugna imminens discrimen avertere conatur. Igitur tri- remibus occupata est Propontis, in quibus partim Romani remigabant et ex tabulatis pugnabant, partim diversæ nationes Latini nominis, pars for- tissima et pugnacissima copiarum, quibus, quia plus quam Romanis fretus erat, pecuniam ingen- tem numerabat. Cum autem sibi fidississimos tri- erarchas deligere et cognatos suos classi præficere in animo haberet, Contostephano magno duce ad- versante et præfecturam classis sibi quovis modo vendicante, coactus consilium mutat et Contoste- phanum universe classi præficit, adjunctis etiam cognatis et domesticis suis. Ita Orientalibus na- vibus aditu intercluso, paulo post quidam ex or- dine sacerdotum, Georgius Xiphilinue, ab impera tore ad Andronicum mittitur. Qui cum in tyranni conspectum venisset, litteras reddidit, et quæ in mandatis acceperat exposuit. Ea erant pro- missio magnorum munerum et amplioris dignita- tis et gratia Dei pacem procurantis, si a proposito desisteret, unde bella civilia oritura essent, et ad pristinum vitæ genus reverteretur. Andronicus vo- ro, cum legatus Xiphilinus, ut aiunt, mala fide munus suum obiisset eumque monuisset ne vel minimum cederet, postulationem illam rejicit. Et legatos superbe dimissos vicissim nuntiare impe- ratori jussit, si Andronicum eo reverti velint unde discesserit, protosebastum in primis pellendum esse et ad reddendas facinorum suorum rationes adigendum, imperatoris matrem in ordinem co- gendum et tonso capillo in monasterium abden- dam, imperatori ex testamento paterno capessen- dum imperium ; neque committendum ut aliorum potentia tanquam spica lolio suffocetur. Verum paucis diebus post magnus dux Andronicus cum omnibus longis navibus,quas Romanorum catalo- gus continebat, ad Andronicum defecit. Quæ res seditiosum Andronicum super omnia extulit, D et protosebaslum adeo depressit, ut rebus despe- ratis omneſ animi alacritatem amitteret. Neque enim amplius dissimulanter concursabant Andronici studiosi, seal protosebastum impudenter irridentes, qui novis rebus gaudebant, Chalcedonem trajicie- bant, et turmatim Andronicum adeuntes staturam ejus et formam pulcherrimam et venerabilem se- nectutem mirabantur. Et suavitate orationis ejus magnificentia pollicentis capti alacres et læti do- mum redeunt,non secus ac si in fortunatis insulis G 10. Alexius vero protosebastus cum ingruentem A ι. Αλέξιος δὲ ὁ πρωτοσεβαστὸς μὴ ἔχων διὰ πει
ἀλλ’ οὐκ ἔλαθε τὸ τῶν ῥημάτων ἀμφοτερίζον τὸν πολύμητιν Ἀνδρόνικον· ὅθεν καὶ τῇ τῶν λεχθέντων διπλόῃ ὡς οἷα διπάλτῳ ξίφει τρωθεὶς τὴν ψυχὴν καὶ τὴν σκυζομένην οἷον καὶ συνηρεφῆ τῶν ὀφρύων τοῦ πατριάρχου γραμμὴν τῶν ἔνδον καὶ περὶ ψυχὴν κινημάτων εὑρὼν προμνήστριαν ἴδε φησὶ βαθὺς Ἀρμένιος, ἐπεὶ καὶ τὸ πατρῷον γένος ἐξ Ἀρμενίων ἕλκειν ἐλέγετο. Τοῦτο δὲ καὶ ἄλλοτέ ποτε ἐπέσκωψεν ἐς αὐτὸν Ἀνδρόνικος, ὅτε ὁ μὲν πρὸς τὸν πατριάρχην τὸν λόγον ποιούμενος ἀχθομένῳ ἐῴκει καὶ μόνος ὑπολελεῖφθαι τοῦ βασιλέως Ἀλεξίου κηδεμὼν ἔλεγε, μηδένα ἔχων τὸν συμπονοῦντά τε καὶ συγκάμνοντα, μηδ’ αὐτὴν τὴν ἐκείνου ἁγιότητα, καίπερ τοῦ βασιλέως καὶ πατρὸς τῷ βασιλεῖ Ἀλεξίῳ ἐς αὐτὸν ἀναθεμένου τὴν τοῦ υἱοῦ τημελούχησιν καὶ τὴν τοῦ κράτους αὐτῷ κυβέρνησιν, ὁ δ’ ἔφησεν ἀποφροντίσαι πάλαι τὸν βασιλέα, εἴτ’ οὖν τοῖς τεθνεῶσιν ἔχειν ἐναρίθμιον, ἐξ ὅτου περ αὐτὸς Ἀνδρόνικος τὴν βασιλίδα πόλιν εἰσεληλύθει καὶ τὰ κοινὰ διαχειρίζει πράγματα. πρὸς ἣν ἀπόκρισιν τοῦ πατριάρχου ἐρυθριάσας Ἀνδρόνικος ἤρετο, τί ἐστι τὸ ἀποφροντίσαι καὶ πρὸς ὃ σημαινόμενον ἐκτετόξευται, τὸν μὴ συνιέντα πλαττόμενος.
τὸ ὄμμα, ἀκταῖς τε καὶ γηλόφοις προσιόντας τῆς πόλεως, καὶ πόῤῥωθεν ὄντα 'Ανδρόνικον ἐπισπᾶσθαι οἷον τοῖς νεύμασιν. Ωδε μὲν οὖν ἐχώρει τὰ κατὰ τὸν ἀναφαλαντίαν καὶ πολιοκόρσην 'Ανδρόνικον. ζῆς φάλαγγος ἀποσοβῆσαι τὸν ἐπιόντα οἱ πολέμιον (ἤδη γὰρ οἱ μὲν μετέβαινον ταῖς γνώμαις κρυφιωδῶς πρὸς ᾿Ανδρόνικον, ὁπόσοις οὐκ ἤ ὅλως ἀκίνδυνος ή πρὸς ἐκεῖνον τοπική μετάβασις, τοῖς δὲ ἀρκετὸν ἐς τὴν πρὸς τὸν κρατοῦντα πίστιν λελόγιστο τὸ ἐπ' ο κου καθῆσθαι καὶ μηδενὶ προστίθεσθαι τῶν μερῶν· οὕτω γὰρ φρονεῖν τε καὶ λέγειν τοὺς πολλοὺς ἔξε παίδευσε τὸ τῆς γνώμης κερδαλεόφρον καὶ τὸ διὰ φόνων ἀεὶ καὶ προχύσεως αἵματος τοὺς πλείους τῶν βασιλέων τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐπιβαίνειν ἀρχῆς) διὰ ναυ- μαχίας ἔπειρᾶτο τὸν προσέρποντα κίνδυνον ἀπο- κρούσασθαι. Τριήρεις τοινυν τὴν Προποντίδα ἐκά- λυπτον, αἱ μὲν Ῥωμαίους ἔχουσαι τοὺς ἐρέσσοντας καὶ τοὺς ἐκ τῶν καταστρωμάτων διαμαχέσασθαι Β μέλλοντας, αἱ δὲ τῶν κατὰ πόλιν διαφορογενῶν Λατίνων ὅ τι περ κράτιστον μέρος καὶ μαχιμώτα- τον, οἷς καὶ τὰ χρήματα ποταμηδὸν ἐπεχέοντο, ἐπεὶ καὶ τούτοις ἐπεποίθει μᾶλλον ὁ χρώμενος πρωτοσε βαστὸς ἤπερ τοῖς Ῥωμαίοις αὐτοῖς ὡς ἄρήξουσιν. Ὥρμησε μὲν οὖν τοὺς πιστοτάτους ἑαυτῷ ἐπιστῆσαι τριηράρχας καὶ παραδοῦναι τὸν στόλον τοῖς ἐκείνῳ κατὰ γένος ἐγγίζουσι. Τοῦ δὲ μεγάλου δουκὸς τοῦ Κοντοστεφάνου ἀντιπνεύσαντος καὶ τῆς στολαρχίας παντὶ τρόπῳ ἐξεχομένου ὡς αὐτῷ καὶ οὐχ ἑτέρῳ δή πουθεν προσηκούσης, ἀναγκαστῶς τὴν βούλησιν μετατίθησι. Καὶ δὴ ὁ μὲν Κοντοστέφανος Ανδρόνι κος κύριος καθειστήκει τοῦ στόλου παντὸς, καὶ και τάπλους ἅπας τοῖς ἀπὸ τῆς ἕω περαιουμένοις ἀπο- τετείχιστο· συνῆν δὲ τῷ Κοντοστεφάνῳ καί τι τοῦ πρωτοσεβαστοῦ συγγενικὸν καὶ οἰκίδιον. Μετὰ βραχύ δὲ καὶ πρέσβις ἀπὸ τοῦ βασιλέως ἐς Ανδρόνικον στέλλεται τις τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος. Ο Ξιφιο λῖνος ἦν οὗτος Γεώργιος, ὃς καὶ εἰς ὄψιν τῷ τυρανν ἐληλυθὼς τά τε γράμματα ἐνεχείρισε καὶ τὰ δια μηνυθέντα οἱ ἀπήγγειλεν. Εν δὲ ταῦτα δωρεῶν επαγγελίαι μειζόνων καὶ ἄξιωμάτων ἀναβαθμοὶ καὶ χάρις ἀπὸ τοῦ πρυτανεύοντος εἰρήνην Θεοῦ ἀπο- στάντι μὲν τοῦ προκειμένου σκέμματος, ἐξ οὗπερ ἐμφύλιοι συμβήσονται πόλεμοι, πρὸς δὲ ἤθη τὰ πρό- τερον ἐπανήκοντα. Ὁ δὲ τοῦ πρεσβευτού, ὥς φασι, Ξιφιλίνου τὴν πρεσβείαν ὑπονοθεύσαντος, καὶ μὴ Ενδοῦναι ὅλως ἢ βραχύ τι γοῦν καθυφεῖναι παρακε λευσαμένου τῷ ᾿Ανδρονίκῳ, τήν τε αἴτησιν ἀπο- πέμπεται καὶ τὴν προσλαλιάν ποιεῖται τοῖς διαπρε- σβευσαμένοις ὑπέρογκον, φάσκων πρὸς ὀργὴν ὡς, Εἰ Ανδρόνικον βούλοιντο παλίνορσον ἀναζεύξαι ὅθεν ἐλήλυθεν, ἀποσκορακισθήτω μὲν ἐκ μέσου ὁ πρωτο- σεβαστός [Ρ. 161] καὶ δότω λόγους ὧν πεπαρώνη - κεν, ἡ δὲ τοῦ βασιλέως μήτηρ καθ' ἑαυτὴν βιοτευ- έτω, τὴν τρίχα κειραμένη καθάπαξ τὴν κοσμικὴν, ὁ δὲ βασιλεὺς κατὰ τὴν πατρώαν διαθήκην ἀρχέτω, μὴ ὡς στάχυς αΐραις τοῖς παραδυναστεύουσι συμ- πνιγόμενος. Ἀλλ᾽ οὔπω ἡμέραι συχνα! παρήλθο σαν, και μεταχωρεῖ ἐς ᾿Ανδρόνικον καὶ ὁ μέγας δοὺξ ᾿Ανδρόνικος, τὰς μακρὰς νῆας παρειληφώς, ὀπόσας ὁ Ῥωμαίων επλήρου κατάλογος. Καὶ τοῦτο NICETE CHONIATE B hostem pedestribus copiis propulsare non posset (jam enim alii animis clam ad Andronicum incli- nabant, quibus ad eum transire pedibus tuto non licebat ; alii se fidem suam imperatori satis probasse putabant, si domi sederent, neutri parti addicti : sic enim animi calliditas, et consuetudo illa ut plerique cædibus et sanguine imperio potiantur, vulgus et sentire et loqui docuit), navali pugna imminens discrimen avertere conatur. Igitur tri- remibus occupata est Propontis, in quibus partim Romani remigabant et ex tabulatis pugnabant, partim diversæ nationes Latini nominis, pars for- tissima et pugnacissima copiarum, quibus, quia plus quam Romanis fretus erat, pecuniam ingen- tem numerabat. Cum autem sibi fidississimos tri- erarchas deligere et cognatos suos classi præficere in animo haberet, Contostephano magno duce ad- versante et præfecturam classis sibi quovis modo vendicante, coactus consilium mutat et Contoste- phanum universe classi præficit, adjunctis etiam cognatis et domesticis suis. Ita Orientalibus na- vibus aditu intercluso, paulo post quidam ex or- dine sacerdotum, Georgius Xiphilinue, ab impera tore ad Andronicum mittitur. Qui cum in tyranni conspectum venisset, litteras reddidit, et quæ in mandatis acceperat exposuit. Ea erant pro- missio magnorum munerum et amplioris dignita- tis et gratia Dei pacem procurantis, si a proposito desisteret, unde bella civilia oritura essent, et ad pristinum vitæ genus reverteretur. Andronicus vo- ro, cum legatus Xiphilinus, ut aiunt, mala fide munus suum obiisset eumque monuisset ne vel minimum cederet, postulationem illam rejicit. Et legatos superbe dimissos vicissim nuntiare impe- ratori jussit, si Andronicum eo reverti velint unde discesserit, protosebastum in primis pellendum esse et ad reddendas facinorum suorum rationes adigendum, imperatoris matrem in ordinem co- gendum et tonso capillo in monasterium abden- dam, imperatori ex testamento paterno capessen- dum imperium ; neque committendum ut aliorum potentia tanquam spica lolio suffocetur. Verum paucis diebus post magnus dux Andronicus cum omnibus longis navibus,quas Romanorum catalo- gus continebat, ad Andronicum defecit. Quæ res seditiosum Andronicum super omnia extulit, D et protosebaslum adeo depressit, ut rebus despe- ratis omneſ animi alacritatem amitteret. Neque enim amplius dissimulanter concursabant Andronici studiosi, seal protosebastum impudenter irridentes, qui novis rebus gaudebant, Chalcedonem trajicie- bant, et turmatim Andronicum adeuntes staturam ejus et formam pulcherrimam et venerabilem se- nectutem mirabantur. Et suavitate orationis ejus magnificentia pollicentis capti alacres et læti do- mum redeunt,non secus ac si in fortunatis insulis G 10. Alexius vero protosebastus cum ingruentem A ι. Αλέξιος δὲ ὁ πρωτοσεβαστὸς μὴ ἔχων διὰ πει
PG 139:601ὁ δὲ τὸν θῆρα μὴ ἐκμαίνειν ἐθέλων καὶ ἄλλως κατ’ αὐτοῦ ὠρυόμενον ἢ τὴν κάμηλον ἀναστομοῦν εἰς ἐξέραμα, πρὸς ὅπερ εἴθιστο, οὐ κατὰ τὴν ἀληθῆ καὶ πρὸς ἣν ἐρρέθη προβάλλων ἐξήγησιν ἑτεροίως τὸν τοῦ ῥήματος νοῦν ἡρμήνευσε, μηκέτι φάσκων φροντίζειν τοῦ βασιλέως ἀλλὰ τὸ τούτου παριδεῖν τημελές· αὐτὸς γὰρ Ἀνδρόνικος αὐτάρκης παιδοκομεῖν αὐτὸν καὶ μονώτατος.
τὸ ἔργον ἐπῆρε μὲν ὑπὲρ ἅπαν ἄλλο τὸν ἀποστάτην Ἀνδρόνικον, τὸν δὲ πρωτοσεβαστὸν ἠφάντωσε τέλεον, πάσας τὰς ἐλπίδας ἀπεγνωκότα καὶ κατακλασθέντα τὸ πρόθυμον. Οὐκέτι γὰρ λαθραία: σύνοδοι τῶν ᾿Αν δρονίκῳ προσκειμένων ἐγίνοντο, ἀλλ' ἀνέδην τὸν πρωτοσεβαστὸν ἐρεσχελοῦντες οἱ ταῖς τῶν πραγμάτων μεταβολαῖς χαίροντες ἐς Χαλκηδόνα διεπλω ζοντο, καὶ τῷ ᾿Ανδρονίκῳ κατὰ φατρίας συγγινόμενοι φυὴν ἐκείνου καὶ εἶδος ἀγητὸν καὶ γῆρας σεμνὸν ἀπεθαύμαζον, καὶ τὸ τῆς ἐκείνου γλώττης τρυγῶντες μελίκηρον, καὶ ὡς ἄγρωστις ὄμβρον (9) ἢ δρόσον Ερμωνίτιν τὰ ὄρη Σιών, ἃ ἦν ὑψηγορῶν προσιέμενοι, μετὰ πλείστης ἐπανέστρεφον χαρμονῆς, ὡς εἰ περ τὰς ἀδομένας χρυσᾶς ἔννας καὶ τὴν ἀληλεσμένην τοῦ μήλου δίαιταν ἢ τὴν λεγομένην ἡλίου τράπεζαν παρακειμένην εὕραντο καὶ κατακορεῖς αὐτῆς ἐγεγόνεισαν. Ησαν οι κἀκ πρώτης όψεως εὐθὺς τὸν ἐν δέρματι προβάτου κεκρυμμένον λύκον ἐγνώρισαν, καὶ τὸν ὅσον ούπω μετὰ θάλψιν ἐπιθησόμενον ὅριν καὶ κακῶς τοὺς ὑπὸ κόλπον φέροντας δράσοντα. ιά'. Ἐπὶ τούτοις ἀνίενται μὲν τῆς εἰρκτῆς αὐτοῦ τε Β τοῦ ᾿Ανδρονίκου οἱ παῖδες ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Μανουήλ καὶ οἱ λοιποί οὕς καθείρξεν ὁ πρωτοσεβαστός, ἐγκλείονται δ᾽ ἕτεροι, οἷς οὗτος προσέβλεπεν ήμερον, καὶ ὅσον τῆς αὐτοῦ μερίδος και συγγενείας. Καὶ αὐτὸς δὲ κατὰ τὰ ἀνάκτορα συλληφθεὶς ὁ πρωτοσε βαστὸς καὶ φρουρά διαληφθεὶς Γερμανῶν, οἱ κατω- μαδὸν τοὺς ἑτεροστόμους πελέκεις ἀνέχουσιν (10), ἀπρόσιτος ἔμενεν. Αὖθις δὲ τῶν μὲν βασιλείων λα θραίως καὶ περὶ μέσας νύκτας ἐξάγεται, τοῖς δὲ κατὰ τὸ ἱερὸν ἀνάκτορον οἰκήμασι δίδοται, ὧν δομή τωρ ὁ πατριάρχης γέγονε Μιχαήλ, μετὰ τῆς αὐτῆς καὶ πάλιν καὶ πλείονος ἀσφαλεστέρας φρουράς. Ω πραγμάτων παλινστρόφου φορᾶς, καὶ θάττον ἢ λό- γος μετακλινομένης ἐνίοτε ! Ὁ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας χθὲς εἰσενεγκὼν ἀκήρυκτον πόλεμον ὡς πολὺς τὸ γένος καὶ τὴν τύχην υπέρυχος, καὶ τοὺς φυγάδας ἀκεῖθεν ἀποσπῶν ὡς οὐκ ἔδει, καὶ μυριάσιν ὄχλων περιβομβούμενος, σήμερον δέσμιος καὶ ἀνέστιος, μη- δίνο ἔχων ἀπαδὸν καὶ συλλήπτορα ἢ τὸν σώζοντα καὶ λυτρούμενον. Ο δὲ ἐδυσχέραινε μὲν κάπί τού- τοῖς, ἐπαθαίνετο δὲ μειζόνως ὅτι μὴ εῷτο υπνώττειν ὑπὸ τῶν φυλάκων ἀεὶ ἐπιπιπτόντων αὐτῷ πρὸς ὕπνον τρεπομένῳ καὶ βιαζόντων ἱστῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὥσπερ κέρας ἢ σίδηρον. Ὁ δὲ πατριάρχης μὴ μνη- σικακῶν ἀλλ᾽ οἰκτείρων τῆς μεταβολῆς [Ρ. 162] τὸν ἄνθρωπον θεραπείας τε ἱκανῆς μετεδίδου καὶ συγκ γινόμενες τὸ ἄχος ἐκούφιζε, καὶ μετρίως ἐκείνῳ προσφέρεσθαι παρήνει τοῖς φύλαξι μηδὲ γίνεσθαι βαρυτέρους τύχης τῆς ἐνεστώσης. Οὐ μὴν ἀλλ' ἡμε ρῶν τινων διαλιπουσῶν ἑῷος ἀπάγεται τοῦ νεὼ ἵππῳ βραχυτάτῳ ἐπικαθήμενος καὶ προοδεύουσαν ἔχων σημαίαν ἐπὶ καλάμῳ ἠνεμωμένην, καὶ παροινούμε νος οὕτω κατήει προς θάλασσαν. Κἀκεῖθεν παραβρι φεὶς ἁλιάδι ἐς τὸ πέραν ἀνάγεται πρὸς ᾿Ανδρόνικον, ἔπειτα καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξορύττεται, κοινῶς ἁπάν Ο χερον καὶ ὡς ἄγρωστις ὄμβρον. τὴν ἀληλεσμένην τοῦ μύλου δίαιταν Τὸ ἕτερον, ἑτερόφθαλ μος Τὸ ἑτερόστομον ALEXIUS MANNELIS FILIUS. etiam qui sub pelle ovina delitescentem lupum ex primo congressu perspexerunt, et serpentem sta- tim a refocillatione grassaturum in eos quorum sinu foveretur. A omni deliciarum genere expleti fuissent. Fuerunt C D Manuel, caterique quos protosebastus in vincula conjecerat, carcere emittuntur; et alii co conji- ciuntur, quibus idem favebat, atque adeo omnis ejus factio atque cognatio, et ipse protosebastus in palatio comprehensus a custodia Germanorum ancipites secures in humeris gestantium exitu prohibetur. Sed sub mediam noctem clam palatio eductus in ædes sacræ curiæ, quas patriar- cha Michael struxit, perducitur, cum eadem et majoro ac firmiore custodia. vicissitudinem re- rum aliquando dicto citius ingruentem. Is qui pridie bellum atrocissimum Ecclesiæ intulerat, amplissima familia ortus, in summo fastigio col- locatus, qui contra officium supplices inde abstra here studuerat,quem multa millia circumsonabant, is perendie vinclus, extorris, nullum pedissequum, nullum adjutorem, nullum vindicem habuit. Quæ cum ægre ferret, illud magis querebatur, quod a custodibus dormire prohiberetur, subinde irruen- tibus et immotis oculis astare cogentibus. At pa- triarcha oblitus injuriarum, et mutatæ fortunæ misertus, non parvam ejus curam gessit, et onus illud suo colloquio levavit, hortans ut moderate cum custodibus ageret, neque arrogantius quam pro fortuna loqueretur. Aliquot diebus elapsis, ma- tutino temporo ex templo abducitur, et minutis- simo equulo impositus, vexillo, quod in calamo ventilabatur, præeunte, per ludibrium ad mare deductus et in lintrem conjectus ad Andronicum defertur. Post cliam de sententia omnium procerum, jussu Andronici excmcatur. Hic exitus fuit potentiæ ac potius nondum firmatæ tyran- nidis et administrationis protosebasti; qui si, ut erat homo rei bellicæ peritus et non ignavus, ita majores copias comparasset et majore vigilantia Hier. Wolfii notæ. Favum lingu illius, ut gramen imbrem aut rorem Hermonium montes Sionii,magniloquentiam ejus amplecteban- tur, maxima cum lætitia redeuntes, non secus ac si aureum sæculum et molitum mola victum aut solis mensam appositam reperissent, etc. Verba suspecta mihi sunt, nisi sit recens aliquod proverbium. Utcunque sit, ego sententiam expressisse contentus fui. ut supra etiam monui, in compositione fere alterum e duobus significat, ut cocles. His pro ancipiti verti, quod intelligere videtur hellempurtas. Si quis vero partisonas intel- ligere mavult,non impedio. certe nonnisi per ambages molestas proprie explicabitur. 11. Post hæc duo Andronici filii, Joannes et (9) Τὸ τῆς ἐκείνου γλώττης τρυγωντες μελί- (10) Τοὺς ἑτεροστόμους πελέκεις ἀνέχουσιν.
Τῶν δὲ κατὰ τὰ ἀρχεῖα πραγμάτων, ὡς Ἀνδρονίκῳ ἐδόκει καὶ ἀρίστως εἶχε, διῳκημένων παρά τε τῶν υἱέων ἐκείνου καὶ ὅσοιπερ αὐτῷ προσέθεντο, ὀψὲ καὶ αὐτὸς μεταχωρεῖ τῆς Δαμάλεως ὑποψήλας τὸ τοῦ Δαυὶδ ἐν τῷ τὸν πορθμὸν διαβαίνειν καὶ ὑποφθεγξάμενος μετὰ διαχύσεως ἐπίστρεψον, ψυχή μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, ὅτι Κύριος εὐηργέτησέ σε, ὅτι ἐξείλετο τὴν ψυχήν μου ἐκ θανάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων καὶ τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. τοῦ δ’ Ἀλεξίου καὶ τῆς ἐκείνου μητρὸς Ξένης ἐξιόντων μὲν τῶν βασιλείων κατὰ τὴν Ἀνδρονίκου βούλησιν, εἰς δὲ τὰς ἐν τῷ Φιλοπατίῳ βασιλικὰς μετασκηνησαμένων οἰκοδομάς, αἳ τοῦ Μαγγάνη ἐλέγοντο, πρόσεισιν ἐκεῖσε Ἀνδρόνικος καὶ τῷ μὲν βασιλεῖ βαθεῖαν ἀπονέμει προσκύνησιν καὶ τοὺς ἐκείνου πόδας προσπτύσσεται, ὡς εἰώθει κοψάμενος καὶ δάκρυ χεάμενος, τῇ δὲ τούτου μητρὶ Ξένῃ ὅσα καὶ ἀπούσῃ τὴν τιμὴν ἀφοσιωσάμενος καὶ τῆς ἐκεῖσε παρουσίας πάρεργον ἀπονείμας τὴν προσαγόρευσιν, βραχύ τι προσδιατρίψας μεταχωρεῖ.
τὸ ἔργον ἐπῆρε μὲν ὑπὲρ ἅπαν ἄλλο τὸν ἀποστάτην Ἀνδρόνικον, τὸν δὲ πρωτοσεβαστὸν ἠφάντωσε τέλεον, πάσας τὰς ἐλπίδας ἀπεγνωκότα καὶ κατακλασθέντα τὸ πρόθυμον. Οὐκέτι γὰρ λαθραία: σύνοδοι τῶν ᾿Αν δρονίκῳ προσκειμένων ἐγίνοντο, ἀλλ' ἀνέδην τὸν πρωτοσεβαστὸν ἐρεσχελοῦντες οἱ ταῖς τῶν πραγμάτων μεταβολαῖς χαίροντες ἐς Χαλκηδόνα διεπλω ζοντο, καὶ τῷ ᾿Ανδρονίκῳ κατὰ φατρίας συγγινόμενοι φυὴν ἐκείνου καὶ εἶδος ἀγητὸν καὶ γῆρας σεμνὸν ἀπεθαύμαζον, καὶ τὸ τῆς ἐκείνου γλώττης τρυγῶντες μελίκηρον, καὶ ὡς ἄγρωστις ὄμβρον (9) ἢ δρόσον Ερμωνίτιν τὰ ὄρη Σιών, ἃ ἦν ὑψηγορῶν προσιέμενοι, μετὰ πλείστης ἐπανέστρεφον χαρμονῆς, ὡς εἰ περ τὰς ἀδομένας χρυσᾶς ἔννας καὶ τὴν ἀληλεσμένην τοῦ μήλου δίαιταν ἢ τὴν λεγομένην ἡλίου τράπεζαν παρακειμένην εὕραντο καὶ κατακορεῖς αὐτῆς ἐγεγόνεισαν. Ησαν οι κἀκ πρώτης όψεως εὐθὺς τὸν ἐν δέρματι προβάτου κεκρυμμένον λύκον ἐγνώρισαν, καὶ τὸν ὅσον ούπω μετὰ θάλψιν ἐπιθησόμενον ὅριν καὶ κακῶς τοὺς ὑπὸ κόλπον φέροντας δράσοντα. ιά'. Ἐπὶ τούτοις ἀνίενται μὲν τῆς εἰρκτῆς αὐτοῦ τε Β τοῦ ᾿Ανδρονίκου οἱ παῖδες ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Μανουήλ καὶ οἱ λοιποί οὕς καθείρξεν ὁ πρωτοσεβαστός, ἐγκλείονται δ᾽ ἕτεροι, οἷς οὗτος προσέβλεπεν ήμερον, καὶ ὅσον τῆς αὐτοῦ μερίδος και συγγενείας. Καὶ αὐτὸς δὲ κατὰ τὰ ἀνάκτορα συλληφθεὶς ὁ πρωτοσε βαστὸς καὶ φρουρά διαληφθεὶς Γερμανῶν, οἱ κατω- μαδὸν τοὺς ἑτεροστόμους πελέκεις ἀνέχουσιν (10), ἀπρόσιτος ἔμενεν. Αὖθις δὲ τῶν μὲν βασιλείων λα θραίως καὶ περὶ μέσας νύκτας ἐξάγεται, τοῖς δὲ κατὰ τὸ ἱερὸν ἀνάκτορον οἰκήμασι δίδοται, ὧν δομή τωρ ὁ πατριάρχης γέγονε Μιχαήλ, μετὰ τῆς αὐτῆς καὶ πάλιν καὶ πλείονος ἀσφαλεστέρας φρουράς. Ω πραγμάτων παλινστρόφου φορᾶς, καὶ θάττον ἢ λό- γος μετακλινομένης ἐνίοτε ! Ὁ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας χθὲς εἰσενεγκὼν ἀκήρυκτον πόλεμον ὡς πολὺς τὸ γένος καὶ τὴν τύχην υπέρυχος, καὶ τοὺς φυγάδας ἀκεῖθεν ἀποσπῶν ὡς οὐκ ἔδει, καὶ μυριάσιν ὄχλων περιβομβούμενος, σήμερον δέσμιος καὶ ἀνέστιος, μη- δίνο ἔχων ἀπαδὸν καὶ συλλήπτορα ἢ τὸν σώζοντα καὶ λυτρούμενον. Ο δὲ ἐδυσχέραινε μὲν κάπί τού- τοῖς, ἐπαθαίνετο δὲ μειζόνως ὅτι μὴ εῷτο υπνώττειν ὑπὸ τῶν φυλάκων ἀεὶ ἐπιπιπτόντων αὐτῷ πρὸς ὕπνον τρεπομένῳ καὶ βιαζόντων ἱστῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὥσπερ κέρας ἢ σίδηρον. Ὁ δὲ πατριάρχης μὴ μνη- σικακῶν ἀλλ᾽ οἰκτείρων τῆς μεταβολῆς [Ρ. 162] τὸν ἄνθρωπον θεραπείας τε ἱκανῆς μετεδίδου καὶ συγκ γινόμενες τὸ ἄχος ἐκούφιζε, καὶ μετρίως ἐκείνῳ προσφέρεσθαι παρήνει τοῖς φύλαξι μηδὲ γίνεσθαι βαρυτέρους τύχης τῆς ἐνεστώσης. Οὐ μὴν ἀλλ' ἡμε ρῶν τινων διαλιπουσῶν ἑῷος ἀπάγεται τοῦ νεὼ ἵππῳ βραχυτάτῳ ἐπικαθήμενος καὶ προοδεύουσαν ἔχων σημαίαν ἐπὶ καλάμῳ ἠνεμωμένην, καὶ παροινούμε νος οὕτω κατήει προς θάλασσαν. Κἀκεῖθεν παραβρι φεὶς ἁλιάδι ἐς τὸ πέραν ἀνάγεται πρὸς ᾿Ανδρόνικον, ἔπειτα καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξορύττεται, κοινῶς ἁπάν Ο χερον καὶ ὡς ἄγρωστις ὄμβρον. τὴν ἀληλεσμένην τοῦ μύλου δίαιταν Τὸ ἕτερον, ἑτερόφθαλ μος Τὸ ἑτερόστομον ALEXIUS MANNELIS FILIUS. etiam qui sub pelle ovina delitescentem lupum ex primo congressu perspexerunt, et serpentem sta- tim a refocillatione grassaturum in eos quorum sinu foveretur. A omni deliciarum genere expleti fuissent. Fuerunt C D Manuel, caterique quos protosebastus in vincula conjecerat, carcere emittuntur; et alii co conji- ciuntur, quibus idem favebat, atque adeo omnis ejus factio atque cognatio, et ipse protosebastus in palatio comprehensus a custodia Germanorum ancipites secures in humeris gestantium exitu prohibetur. Sed sub mediam noctem clam palatio eductus in ædes sacræ curiæ, quas patriar- cha Michael struxit, perducitur, cum eadem et majoro ac firmiore custodia. vicissitudinem re- rum aliquando dicto citius ingruentem. Is qui pridie bellum atrocissimum Ecclesiæ intulerat, amplissima familia ortus, in summo fastigio col- locatus, qui contra officium supplices inde abstra here studuerat,quem multa millia circumsonabant, is perendie vinclus, extorris, nullum pedissequum, nullum adjutorem, nullum vindicem habuit. Quæ cum ægre ferret, illud magis querebatur, quod a custodibus dormire prohiberetur, subinde irruen- tibus et immotis oculis astare cogentibus. At pa- triarcha oblitus injuriarum, et mutatæ fortunæ misertus, non parvam ejus curam gessit, et onus illud suo colloquio levavit, hortans ut moderate cum custodibus ageret, neque arrogantius quam pro fortuna loqueretur. Aliquot diebus elapsis, ma- tutino temporo ex templo abducitur, et minutis- simo equulo impositus, vexillo, quod in calamo ventilabatur, præeunte, per ludibrium ad mare deductus et in lintrem conjectus ad Andronicum defertur. Post cliam de sententia omnium procerum, jussu Andronici excmcatur. Hic exitus fuit potentiæ ac potius nondum firmatæ tyran- nidis et administrationis protosebasti; qui si, ut erat homo rei bellicæ peritus et non ignavus, ita majores copias comparasset et majore vigilantia Hier. Wolfii notæ. Favum lingu illius, ut gramen imbrem aut rorem Hermonium montes Sionii,magniloquentiam ejus amplecteban- tur, maxima cum lætitia redeuntes, non secus ac si aureum sæculum et molitum mola victum aut solis mensam appositam reperissent, etc. Verba suspecta mihi sunt, nisi sit recens aliquod proverbium. Utcunque sit, ego sententiam expressisse contentus fui. ut supra etiam monui, in compositione fere alterum e duobus significat, ut cocles. His pro ancipiti verti, quod intelligere videtur hellempurtas. Si quis vero partisonas intel- ligere mavult,non impedio. certe nonnisi per ambages molestas proprie explicabitur. 11. Post hæc duo Andronici filii, Joannes et (9) Τὸ τῆς ἐκείνου γλώττης τρυγωντες μελί- (10) Τοὺς ἑτεροστόμους πελέκεις ἀνέχουσιν.
καὶ κατὰ τὴν προηυτρεπισμένην αὐτῷ ἐκεῖ που σκηνὴν ἀφικόμενος εἶχε περὶ αὐτὸν τὰς αὐλαίας πηξαμένους, ὃν τρόπον αἱ ὄρνεις ὑπὸ τὰς ἑαυτῶν ἐπισυνάγουσι πτέρυγας τὰ νεόττια, πάντα εὐγενῆ καὶ περίδοξον. Ὅτε καί τις ἀνήρ, Ἶρος ἄλλος, μολοβρὸς καὶ ἀνέστιος, ἀλύων ἁλοὺς ἀωρὶ τῶν νυκτῶν περὶ τὴν Ἀνδρονίκου σκηνήν, ἐξωμίας καὶ παραβλώψ, τὰ μὲν πρῶτα ὑπὸ τῆς θεραπείας Ἀνδρονίκου ὡς γοητείαις εὐθύνεται χρώμενος, ἔπειτα καὶ τῷ δήμῳ τῆς πόλεως ἐκδίδοται· οἱ δὲ ἀνεξελέγκτως αὐτὸν εἰς τὸ θέατρον κραῦρα ξύλα καὶ φακιόλους φορυτῶν ξυναγείραντες κατακαίουσιν. Συχνὰς δ’ ἐκμετρήσας ἡμέρας Ἀνδρόνικος σὺν τῷ βασιλεῖ κατὰ τὸ Φιλοπάτιον ἔσχεν ἔρον εἰς τὴν μεγαλόπολιν εἰσελθεῖν καὶ τὸν τοῦ βασιλέως καὶ ἐξαδέλφου Μανουὴλ τάφον ἰδεῖν.
τὸ ἔργον ἐπῆρε μὲν ὑπὲρ ἅπαν ἄλλο τὸν ἀποστάτην Ἀνδρόνικον, τὸν δὲ πρωτοσεβαστὸν ἠφάντωσε τέλεον, πάσας τὰς ἐλπίδας ἀπεγνωκότα καὶ κατακλασθέντα τὸ πρόθυμον. Οὐκέτι γὰρ λαθραία: σύνοδοι τῶν ᾿Αν δρονίκῳ προσκειμένων ἐγίνοντο, ἀλλ' ἀνέδην τὸν πρωτοσεβαστὸν ἐρεσχελοῦντες οἱ ταῖς τῶν πραγμάτων μεταβολαῖς χαίροντες ἐς Χαλκηδόνα διεπλω ζοντο, καὶ τῷ ᾿Ανδρονίκῳ κατὰ φατρίας συγγινόμενοι φυὴν ἐκείνου καὶ εἶδος ἀγητὸν καὶ γῆρας σεμνὸν ἀπεθαύμαζον, καὶ τὸ τῆς ἐκείνου γλώττης τρυγῶντες μελίκηρον, καὶ ὡς ἄγρωστις ὄμβρον (9) ἢ δρόσον Ερμωνίτιν τὰ ὄρη Σιών, ἃ ἦν ὑψηγορῶν προσιέμενοι, μετὰ πλείστης ἐπανέστρεφον χαρμονῆς, ὡς εἰ περ τὰς ἀδομένας χρυσᾶς ἔννας καὶ τὴν ἀληλεσμένην τοῦ μήλου δίαιταν ἢ τὴν λεγομένην ἡλίου τράπεζαν παρακειμένην εὕραντο καὶ κατακορεῖς αὐτῆς ἐγεγόνεισαν. Ησαν οι κἀκ πρώτης όψεως εὐθὺς τὸν ἐν δέρματι προβάτου κεκρυμμένον λύκον ἐγνώρισαν, καὶ τὸν ὅσον ούπω μετὰ θάλψιν ἐπιθησόμενον ὅριν καὶ κακῶς τοὺς ὑπὸ κόλπον φέροντας δράσοντα. ιά'. Ἐπὶ τούτοις ἀνίενται μὲν τῆς εἰρκτῆς αὐτοῦ τε Β τοῦ ᾿Ανδρονίκου οἱ παῖδες ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Μανουήλ καὶ οἱ λοιποί οὕς καθείρξεν ὁ πρωτοσεβαστός, ἐγκλείονται δ᾽ ἕτεροι, οἷς οὗτος προσέβλεπεν ήμερον, καὶ ὅσον τῆς αὐτοῦ μερίδος και συγγενείας. Καὶ αὐτὸς δὲ κατὰ τὰ ἀνάκτορα συλληφθεὶς ὁ πρωτοσε βαστὸς καὶ φρουρά διαληφθεὶς Γερμανῶν, οἱ κατω- μαδὸν τοὺς ἑτεροστόμους πελέκεις ἀνέχουσιν (10), ἀπρόσιτος ἔμενεν. Αὖθις δὲ τῶν μὲν βασιλείων λα θραίως καὶ περὶ μέσας νύκτας ἐξάγεται, τοῖς δὲ κατὰ τὸ ἱερὸν ἀνάκτορον οἰκήμασι δίδοται, ὧν δομή τωρ ὁ πατριάρχης γέγονε Μιχαήλ, μετὰ τῆς αὐτῆς καὶ πάλιν καὶ πλείονος ἀσφαλεστέρας φρουράς. Ω πραγμάτων παλινστρόφου φορᾶς, καὶ θάττον ἢ λό- γος μετακλινομένης ἐνίοτε ! Ὁ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας χθὲς εἰσενεγκὼν ἀκήρυκτον πόλεμον ὡς πολὺς τὸ γένος καὶ τὴν τύχην υπέρυχος, καὶ τοὺς φυγάδας ἀκεῖθεν ἀποσπῶν ὡς οὐκ ἔδει, καὶ μυριάσιν ὄχλων περιβομβούμενος, σήμερον δέσμιος καὶ ἀνέστιος, μη- δίνο ἔχων ἀπαδὸν καὶ συλλήπτορα ἢ τὸν σώζοντα καὶ λυτρούμενον. Ο δὲ ἐδυσχέραινε μὲν κάπί τού- τοῖς, ἐπαθαίνετο δὲ μειζόνως ὅτι μὴ εῷτο υπνώττειν ὑπὸ τῶν φυλάκων ἀεὶ ἐπιπιπτόντων αὐτῷ πρὸς ὕπνον τρεπομένῳ καὶ βιαζόντων ἱστῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὥσπερ κέρας ἢ σίδηρον. Ὁ δὲ πατριάρχης μὴ μνη- σικακῶν ἀλλ᾽ οἰκτείρων τῆς μεταβολῆς [Ρ. 162] τὸν ἄνθρωπον θεραπείας τε ἱκανῆς μετεδίδου καὶ συγκ γινόμενες τὸ ἄχος ἐκούφιζε, καὶ μετρίως ἐκείνῳ προσφέρεσθαι παρήνει τοῖς φύλαξι μηδὲ γίνεσθαι βαρυτέρους τύχης τῆς ἐνεστώσης. Οὐ μὴν ἀλλ' ἡμε ρῶν τινων διαλιπουσῶν ἑῷος ἀπάγεται τοῦ νεὼ ἵππῳ βραχυτάτῳ ἐπικαθήμενος καὶ προοδεύουσαν ἔχων σημαίαν ἐπὶ καλάμῳ ἠνεμωμένην, καὶ παροινούμε νος οὕτω κατήει προς θάλασσαν. Κἀκεῖθεν παραβρι φεὶς ἁλιάδι ἐς τὸ πέραν ἀνάγεται πρὸς ᾿Ανδρόνικον, ἔπειτα καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξορύττεται, κοινῶς ἁπάν Ο χερον καὶ ὡς ἄγρωστις ὄμβρον. τὴν ἀληλεσμένην τοῦ μύλου δίαιταν Τὸ ἕτερον, ἑτερόφθαλ μος Τὸ ἑτερόστομον ALEXIUS MANNELIS FILIUS. etiam qui sub pelle ovina delitescentem lupum ex primo congressu perspexerunt, et serpentem sta- tim a refocillatione grassaturum in eos quorum sinu foveretur. A omni deliciarum genere expleti fuissent. Fuerunt C D Manuel, caterique quos protosebastus in vincula conjecerat, carcere emittuntur; et alii co conji- ciuntur, quibus idem favebat, atque adeo omnis ejus factio atque cognatio, et ipse protosebastus in palatio comprehensus a custodia Germanorum ancipites secures in humeris gestantium exitu prohibetur. Sed sub mediam noctem clam palatio eductus in ædes sacræ curiæ, quas patriar- cha Michael struxit, perducitur, cum eadem et majoro ac firmiore custodia. vicissitudinem re- rum aliquando dicto citius ingruentem. Is qui pridie bellum atrocissimum Ecclesiæ intulerat, amplissima familia ortus, in summo fastigio col- locatus, qui contra officium supplices inde abstra here studuerat,quem multa millia circumsonabant, is perendie vinclus, extorris, nullum pedissequum, nullum adjutorem, nullum vindicem habuit. Quæ cum ægre ferret, illud magis querebatur, quod a custodibus dormire prohiberetur, subinde irruen- tibus et immotis oculis astare cogentibus. At pa- triarcha oblitus injuriarum, et mutatæ fortunæ misertus, non parvam ejus curam gessit, et onus illud suo colloquio levavit, hortans ut moderate cum custodibus ageret, neque arrogantius quam pro fortuna loqueretur. Aliquot diebus elapsis, ma- tutino temporo ex templo abducitur, et minutis- simo equulo impositus, vexillo, quod in calamo ventilabatur, præeunte, per ludibrium ad mare deductus et in lintrem conjectus ad Andronicum defertur. Post cliam de sententia omnium procerum, jussu Andronici excmcatur. Hic exitus fuit potentiæ ac potius nondum firmatæ tyran- nidis et administrationis protosebasti; qui si, ut erat homo rei bellicæ peritus et non ignavus, ita majores copias comparasset et majore vigilantia Hier. Wolfii notæ. Favum lingu illius, ut gramen imbrem aut rorem Hermonium montes Sionii,magniloquentiam ejus amplecteban- tur, maxima cum lætitia redeuntes, non secus ac si aureum sæculum et molitum mola victum aut solis mensam appositam reperissent, etc. Verba suspecta mihi sunt, nisi sit recens aliquod proverbium. Utcunque sit, ego sententiam expressisse contentus fui. ut supra etiam monui, in compositione fere alterum e duobus significat, ut cocles. His pro ancipiti verti, quod intelligere videtur hellempurtas. Si quis vero partisonas intel- ligere mavult,non impedio. certe nonnisi per ambages molestas proprie explicabitur. 11. Post hæc duo Andronici filii, Joannes et (9) Τὸ τῆς ἐκείνου γλώττης τρυγωντες μελί- (10) Τοὺς ἑτεροστόμους πελέκεις ἀνέχουσιν.
PG 139:603ὅθεν κατὰ τὴν τοῦ Παντοκράτορος μονὴν γεγονὼς καί, ποῦ τέθαπται ὁ νεκρός, ἐρωτήσας καὶ ἐπιστὰς τῷ σωματοφυλακοῦντι μνήματι πικρῶς ἐπεδάκρυσε καὶ περιπαθῶς ὠλοφύρατο, ὡς καὶ πολλοὺς τῶν παρεστώτων μὴ τὸν κρυψίνουν ὅλως διορᾶν Ἀνδρόνικον ἔχοντας θαυμάσαι λίαν καὶ εἰπεῖν ὢ τοῦ θαύματος, πῶς ἐφίλει τὸν προσγενῆ ἄνακτα, καίπερ διώκτην ὄντα θερμὸν καὶ φιλανθρώπως αὐτῷ μὴ χρησάμενον. τινῶν δὲ τῶν ἐκ τοῦ γένους ἀποσπώντων αὐτὸν τῆς σοροῦ καὶ ἀρκούντως ὑποφωνούντων τεθρηνηκέναι, οὐδ’ ὅλως καθυπεῖξε ταῖς παραιφάσεσιν, ἀλλ’ αἰτήσας καὶ ἔτι μικρὸν ἐνδοθῆναί οἱ προσκαρτερῆσαι τῷ τάφῳ, ἔχειν γάρ τι τῷ κειμένῳ κατὰ μόνας διαλεχθῆναι, τὰς χεῖρας ὡς πρὸς ἱκεσίαν διασκευάσας καὶ διαπετάσας τὰς παλάμας καὶ διάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς λίθον τὸν νεκροδέγμονα τὰ χείλη μὲν κινῶν, φωνὴν δ’ οὐδαμῶς ἐξικνουμένην εἰς ὦτα τῶν συνεστώτων οὐμενοῦν ἀφιεὶς διάλεξίν τινα λαθραίαν ἐπεποίητο. τοῖς μὲν οὖν πλείστοις ἐπῳδή τις βαρβαρικὴ λελόγιστο τὰ ὑποψαλλόμενα·
των τῶν ἐν ὑπεροχῇ συνελθόντων και μετ' ᾿Ανδρονί κου τὴν τοιαύτην πρᾶξιν κυρωσαμένων. Καὶ τοιοῦτο μὲν τὰ τῆς τοῦ πρωτοσεβαστοῦ παραδυναστείας ἢ μᾶλλον οὔπω παγείσης ἀκριβῶς τυραννίδος καὶ τῆς τῶν κοινῶν πραγμάτων διοικήσεως πέρας εἰλήψε σαν. Εἶχε μὲν οὖν τὰς χεῖρας εἰς παράταξιν ἱκανὰς καὶ τοὺς δακτύλους πρὸς πόλεμον ἐδεδίδακτο, ἴσως δ᾽ ἂν καὶ πλείονι πολέμου παρασκευῇ καὶ ὁρμῇ ὀξυ τέρα χρησάμενος τῷ τε ᾿Ανδρονίκῳ τὴν εἰς τὴν πόλιν πάροδον ἀπετείχισε καὶ ἑαυτὸν ἀπείρατον διεφύλαξε τοῦ ἐφεστῶτος κακοῦ· ποιεῖν γὰρ ἐπὶ τοῖς βασιλείοις ἠδύνατο θησαυροῖς ὁπόσα ἠβούλετο, καὶ ταῖς τριή ρεσιν ἐνῆν χρήσασθαι πρὸς τὴν τοῦ ἀνθισταμένου καταπολέμησιν αἴ τὸ ἐκ Λατίνων εἶχον ὁπλιτικών, οὕτω μὲν ἐπικρατέστερον ὄν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ παντά- Β πασι ναυτικοῦ, οὕτω δὲ πάγχαλκον καὶ ὅλον αἱμο- χαρές. ᾿Αλλὰ τοῦ μορσίμου, ὡς ἔοικεν, αντικρούσαν τος ὁ μὲν τὸ πρόθυμον ὑπεχάλασεν, ᾿Ανδρόνικος δ' ἐπιτείνας ὑπεσκέλισε τουτονί καὶ ὑπέδραμεν ἀντι- τρέχοντα, καὶ τὴν νίκην λαμπρὰν ἀπηνέγκατο. Ὃς καὶ κατὰ τὴν περαίαν ἔτι διατρίβων, στείλας τριή ρεις ὅσάι ὀπίσω του μεγάλου δουκὸς ἢκολούθησαν κακ τῶν συνακολουθησάντων αὐτῷ κατὰ πάροδον στρατιωτικῶν καταλόγων ἅπαν ἐπίλεκτον, πόλεμον συγκροτεί κατὰ τῶν ἐν τῇ πόλει Λατίνων. Καὶ δὴ καὶ τοῦ δήμου τῆς πόλεως ἀνεθαῤῥήσαντος κατ' αὐτ τῶν καὶ ἀλλήλους ἐς συνασπισμόν παραθήξαντος θαλάττιος ὁμοῦ καὶ ἐπίγειος ἔρις φύεται. Καὶ πρὸς ἄμφα τὰ πλήθη κυκλωσάμενὰ τε καὶ περιζώσαντα μὴ ἀντιπαλαίειν σθένοντες οἱ Λατίνοι, ὡς εἶχον, ἕκαστος σώζειν ἑαυτοὺς ἐπεβάλοντο, τὰς οἰκίας ἀνένα τες πλήρεις πλούτου παντὸς καὶ πολυειδῶν ἀγαθῶν, ὁπόσα μεταδιώκουσιν ἀνθρωποι, τοῖς βουλομένοις προνόμευμα, οὐδὲ γὰρ μένειν κατὰ χώραν ἐτόλμη σαν, ἢ κατὰ Ῥωμαίων ἐπήλθοσαν αὐτοί, ἢ ὅλως ἐπιόντας ὑπέστησαν, Ἐντεῦθεν οἱ μὲν κατὰ πόλιν διασπαρέντες ὡς ἔτυχεν, ἄλλοι προσρυέντες οἴκοις ὑπερηφάνοις, οἱ δὲ καὶ τῶν μακρῶν ἐπιβάντες νηῶν ἂς ἐκλήρουν οἱ ὁμόφυλοί σφισιν, ἐξέφυγον μόλις τὸ μαχαίρᾳ περιπεσεῖν. Οπόσοι δὲ συνελήφθησαν, θα νάτῳ ὑπεδικάσθησαν. Πάντες μέντοι τὰς οὐσίας ἀπεβάλοντο. Αἱ δὲ πλήρεις τῶν δραπετευσάντων τριή ρεις τῶν τῆς πόλεως ἀναχθεῖσαι λιμένων καὶ βλέψασαι πρὸς Ἑλλήσποντον τὸ μὲν λεἶπον τῆς ἡμέρας ἐκείνης ταῖς νήσοις προσωρμηκυῖαι ἐξεπέραναν, οπόσαι μικρὸν ἄποθεν τῆς βασιλίδος ἀμφιῤῥέονται πόλεως μὴ πάνυ πελάγιαι, φημὶ δὴ τὴν Πρίγκιπον καὶ τὴν [Ρ. 163] Πρώτην καὶ ἀσαι περὶ αὐτὰς ἀνί σχουσι τοῦ βυθοῦ· τὴν δ' ἐπιοῦσαν τινα τῶν ἐν αὐταῖς ἱερῶν φροντιστηρίων πυρπολήσασα: ἐξῆραν ἐκεῖθεν κώπαις ἀπάσαις καὶ διαπετασθεῖσι λαίφεσι· Μηδενὸς δ᾽ ἐπιδιώκοντος, ἔνθα ἦν πρὸς βουλῆς και ταίρουσαι. ἔδρων ὅ τι καὶ εἶχον κακὸν τοὺς ἐκεῖσε Ῥωμαίους. ἐφάνη κατ' οὐρανὸν, ὑποσημαίνων τὰ ἐσόμενα χεί ριστα καὶ αὐτὸν ἀτεχνῶς διαχαράττων 'Ανδρόνικον ὄφεως γὰρ σχῆμα καὶ ἕλιγμα ἡ τοῦ φανέντος ἀνάμε ματος ὄψις διατυποῦσα νῦν μὲν διετέτατο, μετὰ βραχὺ δ' ἀμφιπεριελίσσετο εἰς ὀλκους, ἄλλοτε εἰς χάσμα ἀνοιγομένη στόματος φόβον ἐνεποίει τοῖς θεωμένοις οἱονεὶ καταγάσκουσα ἐξ ὕψους τῶν κάτω- θεν καὶ ἀνδρομέων γλιχομένη αἵματος· Ημέρας ούν ἐκείνης τὸ μήπω ἐκμετρηθὲν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νύ κτα διαρκέσας ἠφάντωται. ᾿Αλλὰ καὶ ἱέραξ τοῦ θη- ρεύειν ἐθὰς, λευκὸς τὴν πτίλωσιν, τοὺς πόδας λω ροπεδούμενος. κἀπὶ καλιᾶς πτεροῤῥυήσας πολλάκις καὶ αὖ πάλιν ἀνηβηκώς, ὥρμησεν ἐκ τῆς ἕω πρὸς τὸ τοῦ Λόγου μέγιστον τέμενος, καὶ τὸν Θωμαΐτην εἰσ- : NICETE CHONIATÆ rem gessisset, tam Andronicum urbis ingressu A prohibere quam ipse illa mala evitare potuisset. Nam de imperatoriis thesauris sumere licuisset quantum libuisset : et triremibus ad debellandum adversarium uti potuisset, in quibus Latini mi- lites erant, tola Romana classe potiores, toli fer- rei et cruenti. Enimvero eum, fato adversante, so- gniorem Andronicus factus alacrior evertit, illustri victoria potitus; qui dum ultra fretum adhuc ver- saretur, missis triremibus quæ magnum ducem sequebantur et delectis ex suo exerciti cohortibus, bellum Latinis in urbe versantibus infert. Cum autem urbana quoque multitudo animos contra eos sumpsisset et invicem ad strenue pugnandum cohortati essent, terra marique simul pugnatum est ; et Latini a duobus exercitibus circumventi, quia se defendere non poterant, ut quisque potuit, salutem quæsiverunt, apertis ad diripiendum ædi- bus, quæ plenæ divitiarum omnis generis eorum- que bonorum fuerunt quæ mortales expetere solent. Neque enim consistero, neque Romanos invadere, neque eorum impetum sustinere audebant. Itaque alii, quo sors tulit, in urbe sunt dispersi; alii in magnatum ædes evaserunt; alii longis navibus suorum popularium conscensis ferrum vix evase- runt.Qui comprehensi fuere, capitis sunt damnati ; omnes rei familiaris jacturam fecerunt. Triremes vero fugitivis plenæ, et portubus urbis in Helles- pontum provecta, eo die ad insulas Principis et Protain cæterasque urbi vicinas, non in alto sitas, appulerunt. Postridie, nonnullis earum monasteriis incensis, velis remisque discesserunt. Nemine au- tem persequente,ubi placuit descensu facto, Roma- nis quidquid potuere nocuerunt. C qui gravissimas clades, quæ consecuta sunt, portendit,atque ipsum adeo Andronicum expressit. Nam serpentem sinuosum repræsentans nunc por- rigebatur,nunc in spiras se colligebat, nunc cum horrore intuentium, quasi inferiores ex alto devo- raturus esset humani sanguinis avidus, vastum rictum aperiebat. Sed cum non ultra diei illius reliquum et secutam noctem durasset, evanuit. Ac- cipiter quoque aucupio exercitatus, albus, vincula pedibus gestans, qui plumis in nido sæpe amissis repubuerat, ab oriente in Verbi maximum tem- plum tetendit ac Thomaiticam ædem ingressus multos ad sui spectaculum attraxit. Erant etiam qui eum comprehendere studerent: verum ipse 12. Diebus illis cometa in calo conspectus est, D ιβ'. Κατ' ἐκείνας δὲ τὰς ἡμέρας καὶ κομήτης
ἦσαν δ’ οἵ, καὶ τούτων μάλιστα οἱ τὴν εὐτραπελίαν μεταδιώκοντες, ἐπικερτομεῖν Ἀνδρόνικον ἔφασκον τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ καὶ ἀτεχνῶς κειμένῳ ἐπεμβαίνοντα λέγειν ἔχω σε τὸν διώκτην καὶ πολλὰς ἐμοὶ πλάνας προυξενηκότα καὶ ὑφ’ οὗ παγκόσμιον μικροῦ γεγένημαι περιλάλημα, πᾶσαν δυστυχῶς ἐπιὼν ὁπόσην ἔπεισιν ἥλιος ἅρματι. καὶ σὲ μὲν ὁ ἑπτακόρυμβος οὑτοσὶ συνέξει λίθος ὅσα καὶ ἄφυκτον δεσμωτήριον νήγρετον καθεύδοντα ὕπνον καὶ τῆς τελευταίας σάλπιγγος ἐπιδεᾶ·
των τῶν ἐν ὑπεροχῇ συνελθόντων και μετ' ᾿Ανδρονί κου τὴν τοιαύτην πρᾶξιν κυρωσαμένων. Καὶ τοιοῦτο μὲν τὰ τῆς τοῦ πρωτοσεβαστοῦ παραδυναστείας ἢ μᾶλλον οὔπω παγείσης ἀκριβῶς τυραννίδος καὶ τῆς τῶν κοινῶν πραγμάτων διοικήσεως πέρας εἰλήψε σαν. Εἶχε μὲν οὖν τὰς χεῖρας εἰς παράταξιν ἱκανὰς καὶ τοὺς δακτύλους πρὸς πόλεμον ἐδεδίδακτο, ἴσως δ᾽ ἂν καὶ πλείονι πολέμου παρασκευῇ καὶ ὁρμῇ ὀξυ τέρα χρησάμενος τῷ τε ᾿Ανδρονίκῳ τὴν εἰς τὴν πόλιν πάροδον ἀπετείχισε καὶ ἑαυτὸν ἀπείρατον διεφύλαξε τοῦ ἐφεστῶτος κακοῦ· ποιεῖν γὰρ ἐπὶ τοῖς βασιλείοις ἠδύνατο θησαυροῖς ὁπόσα ἠβούλετο, καὶ ταῖς τριή ρεσιν ἐνῆν χρήσασθαι πρὸς τὴν τοῦ ἀνθισταμένου καταπολέμησιν αἴ τὸ ἐκ Λατίνων εἶχον ὁπλιτικών, οὕτω μὲν ἐπικρατέστερον ὄν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ παντά- Β πασι ναυτικοῦ, οὕτω δὲ πάγχαλκον καὶ ὅλον αἱμο- χαρές. ᾿Αλλὰ τοῦ μορσίμου, ὡς ἔοικεν, αντικρούσαν τος ὁ μὲν τὸ πρόθυμον ὑπεχάλασεν, ᾿Ανδρόνικος δ' ἐπιτείνας ὑπεσκέλισε τουτονί καὶ ὑπέδραμεν ἀντι- τρέχοντα, καὶ τὴν νίκην λαμπρὰν ἀπηνέγκατο. Ὃς καὶ κατὰ τὴν περαίαν ἔτι διατρίβων, στείλας τριή ρεις ὅσάι ὀπίσω του μεγάλου δουκὸς ἢκολούθησαν κακ τῶν συνακολουθησάντων αὐτῷ κατὰ πάροδον στρατιωτικῶν καταλόγων ἅπαν ἐπίλεκτον, πόλεμον συγκροτεί κατὰ τῶν ἐν τῇ πόλει Λατίνων. Καὶ δὴ καὶ τοῦ δήμου τῆς πόλεως ἀνεθαῤῥήσαντος κατ' αὐτ τῶν καὶ ἀλλήλους ἐς συνασπισμόν παραθήξαντος θαλάττιος ὁμοῦ καὶ ἐπίγειος ἔρις φύεται. Καὶ πρὸς ἄμφα τὰ πλήθη κυκλωσάμενὰ τε καὶ περιζώσαντα μὴ ἀντιπαλαίειν σθένοντες οἱ Λατίνοι, ὡς εἶχον, ἕκαστος σώζειν ἑαυτοὺς ἐπεβάλοντο, τὰς οἰκίας ἀνένα τες πλήρεις πλούτου παντὸς καὶ πολυειδῶν ἀγαθῶν, ὁπόσα μεταδιώκουσιν ἀνθρωποι, τοῖς βουλομένοις προνόμευμα, οὐδὲ γὰρ μένειν κατὰ χώραν ἐτόλμη σαν, ἢ κατὰ Ῥωμαίων ἐπήλθοσαν αὐτοί, ἢ ὅλως ἐπιόντας ὑπέστησαν, Ἐντεῦθεν οἱ μὲν κατὰ πόλιν διασπαρέντες ὡς ἔτυχεν, ἄλλοι προσρυέντες οἴκοις ὑπερηφάνοις, οἱ δὲ καὶ τῶν μακρῶν ἐπιβάντες νηῶν ἂς ἐκλήρουν οἱ ὁμόφυλοί σφισιν, ἐξέφυγον μόλις τὸ μαχαίρᾳ περιπεσεῖν. Οπόσοι δὲ συνελήφθησαν, θα νάτῳ ὑπεδικάσθησαν. Πάντες μέντοι τὰς οὐσίας ἀπεβάλοντο. Αἱ δὲ πλήρεις τῶν δραπετευσάντων τριή ρεις τῶν τῆς πόλεως ἀναχθεῖσαι λιμένων καὶ βλέψασαι πρὸς Ἑλλήσποντον τὸ μὲν λεἶπον τῆς ἡμέρας ἐκείνης ταῖς νήσοις προσωρμηκυῖαι ἐξεπέραναν, οπόσαι μικρὸν ἄποθεν τῆς βασιλίδος ἀμφιῤῥέονται πόλεως μὴ πάνυ πελάγιαι, φημὶ δὴ τὴν Πρίγκιπον καὶ τὴν [Ρ. 163] Πρώτην καὶ ἀσαι περὶ αὐτὰς ἀνί σχουσι τοῦ βυθοῦ· τὴν δ' ἐπιοῦσαν τινα τῶν ἐν αὐταῖς ἱερῶν φροντιστηρίων πυρπολήσασα: ἐξῆραν ἐκεῖθεν κώπαις ἀπάσαις καὶ διαπετασθεῖσι λαίφεσι· Μηδενὸς δ᾽ ἐπιδιώκοντος, ἔνθα ἦν πρὸς βουλῆς και ταίρουσαι. ἔδρων ὅ τι καὶ εἶχον κακὸν τοὺς ἐκεῖσε Ῥωμαίους. ἐφάνη κατ' οὐρανὸν, ὑποσημαίνων τὰ ἐσόμενα χεί ριστα καὶ αὐτὸν ἀτεχνῶς διαχαράττων 'Ανδρόνικον ὄφεως γὰρ σχῆμα καὶ ἕλιγμα ἡ τοῦ φανέντος ἀνάμε ματος ὄψις διατυποῦσα νῦν μὲν διετέτατο, μετὰ βραχὺ δ' ἀμφιπεριελίσσετο εἰς ὀλκους, ἄλλοτε εἰς χάσμα ἀνοιγομένη στόματος φόβον ἐνεποίει τοῖς θεωμένοις οἱονεὶ καταγάσκουσα ἐξ ὕψους τῶν κάτω- θεν καὶ ἀνδρομέων γλιχομένη αἵματος· Ημέρας ούν ἐκείνης τὸ μήπω ἐκμετρηθὲν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νύ κτα διαρκέσας ἠφάντωται. ᾿Αλλὰ καὶ ἱέραξ τοῦ θη- ρεύειν ἐθὰς, λευκὸς τὴν πτίλωσιν, τοὺς πόδας λω ροπεδούμενος. κἀπὶ καλιᾶς πτεροῤῥυήσας πολλάκις καὶ αὖ πάλιν ἀνηβηκώς, ὥρμησεν ἐκ τῆς ἕω πρὸς τὸ τοῦ Λόγου μέγιστον τέμενος, καὶ τὸν Θωμαΐτην εἰσ- : NICETE CHONIATÆ rem gessisset, tam Andronicum urbis ingressu A prohibere quam ipse illa mala evitare potuisset. Nam de imperatoriis thesauris sumere licuisset quantum libuisset : et triremibus ad debellandum adversarium uti potuisset, in quibus Latini mi- lites erant, tola Romana classe potiores, toli fer- rei et cruenti. Enimvero eum, fato adversante, so- gniorem Andronicus factus alacrior evertit, illustri victoria potitus; qui dum ultra fretum adhuc ver- saretur, missis triremibus quæ magnum ducem sequebantur et delectis ex suo exerciti cohortibus, bellum Latinis in urbe versantibus infert. Cum autem urbana quoque multitudo animos contra eos sumpsisset et invicem ad strenue pugnandum cohortati essent, terra marique simul pugnatum est ; et Latini a duobus exercitibus circumventi, quia se defendere non poterant, ut quisque potuit, salutem quæsiverunt, apertis ad diripiendum ædi- bus, quæ plenæ divitiarum omnis generis eorum- que bonorum fuerunt quæ mortales expetere solent. Neque enim consistero, neque Romanos invadere, neque eorum impetum sustinere audebant. Itaque alii, quo sors tulit, in urbe sunt dispersi; alii in magnatum ædes evaserunt; alii longis navibus suorum popularium conscensis ferrum vix evase- runt.Qui comprehensi fuere, capitis sunt damnati ; omnes rei familiaris jacturam fecerunt. Triremes vero fugitivis plenæ, et portubus urbis in Helles- pontum provecta, eo die ad insulas Principis et Protain cæterasque urbi vicinas, non in alto sitas, appulerunt. Postridie, nonnullis earum monasteriis incensis, velis remisque discesserunt. Nemine au- tem persequente,ubi placuit descensu facto, Roma- nis quidquid potuere nocuerunt. C qui gravissimas clades, quæ consecuta sunt, portendit,atque ipsum adeo Andronicum expressit. Nam serpentem sinuosum repræsentans nunc por- rigebatur,nunc in spiras se colligebat, nunc cum horrore intuentium, quasi inferiores ex alto devo- raturus esset humani sanguinis avidus, vastum rictum aperiebat. Sed cum non ultra diei illius reliquum et secutam noctem durasset, evanuit. Ac- cipiter quoque aucupio exercitatus, albus, vincula pedibus gestans, qui plumis in nido sæpe amissis repubuerat, ab oriente in Verbi maximum tem- plum tetendit ac Thomaiticam ædem ingressus multos ad sui spectaculum attraxit. Erant etiam qui eum comprehendere studerent: verum ipse 12. Diebus illis cometa in calo conspectus est, D ιβ'. Κατ' ἐκείνας δὲ τὰς ἡμέρας καὶ κομήτης
ἐγὼ δὲ τὸ σὸν μετελεύσομαι γένος οἷα καὶ λέων μεγάλῳ ἐπεγκύρσας θηράματι καὶ δίκας ὧν ὑπὸ σοῦ κακῶς ἐπεπόνθειν γενναίας εἰσπράξομαι, τὴν ἑπτάλοφον ταυτηνὶ καὶ λαμπρὰν εἰσιὼν μεγαλόπολιν. Ἐκ δὲ τούτου πάντα οἶκον ἐπιὼν περιφανῆ καὶ λαμπρὸν καὶ σταθμοὺς ἐν αὐτοῖς τιθέμενος, ὥσπερ οἱ παροδεύοντες, ἐχρῆτο τοῖς κοινοῖς, ὡς ᾑρεῖτο, πράγμασι, τῷ μὲν βασιλεῖ Ἀλεξίῳ κυνηγεσίοις ἐφιεὶς προςανέχειν καὶ κούφοις τῷ τέως τρέφεσθαι πνεύμασι μετὰ τῶν φυλάκων, οὓς αὐτῷ ἐπέστησεν οὐ μόνον τὴν εἴσοδον αὐτοῦ καὶ τὴν ἔξοδον ἐφορῶντας τοῦ μυθικοῦ πολυομμάτου Ἄργου περιεργότερον, ἀλλὰ καὶ μηδένα τῶν ἁπάντων παρεῶντας μόνῳ ἐντυγχάνειν αὐτῷ ὑπέρ τε οὑτινοσοῦν διομιλεῖσθαι πράγματος, ἑαυτὸν δὲ ὅλον ἐπιδοὺς ταῖς μερίμναις, οὐχ ὅπως εὖ πράττοιεν τὰ Ῥωμαίων, ἀλλ’ ὅπως ἀφελεῖ ἐκ τῶν βασιλείων καὶ σύμβουλον ἀγαθὸν καὶ κατὰ χεῖρα γενναῖον ἄνδρα καὶ ἀρειμάνιον καὶ οἱονδήτι ἕτερον κατόρθωμα κτώμενον. Ἀμειβόμενος δὲ τῆς πρὸς αὐτὸν εὐνοίας τοὺς Παφλαγόνας καὶ πάντα ἄλλον συνεφαψάμενον αὐτῷ τῆς ἀποστασίας ἀξιώμασι τούτους ἐτίμησε καὶ δωρεαῖς φιλοτίμοις ἐδεξιώσατο.
των τῶν ἐν ὑπεροχῇ συνελθόντων και μετ' ᾿Ανδρονί κου τὴν τοιαύτην πρᾶξιν κυρωσαμένων. Καὶ τοιοῦτο μὲν τὰ τῆς τοῦ πρωτοσεβαστοῦ παραδυναστείας ἢ μᾶλλον οὔπω παγείσης ἀκριβῶς τυραννίδος καὶ τῆς τῶν κοινῶν πραγμάτων διοικήσεως πέρας εἰλήψε σαν. Εἶχε μὲν οὖν τὰς χεῖρας εἰς παράταξιν ἱκανὰς καὶ τοὺς δακτύλους πρὸς πόλεμον ἐδεδίδακτο, ἴσως δ᾽ ἂν καὶ πλείονι πολέμου παρασκευῇ καὶ ὁρμῇ ὀξυ τέρα χρησάμενος τῷ τε ᾿Ανδρονίκῳ τὴν εἰς τὴν πόλιν πάροδον ἀπετείχισε καὶ ἑαυτὸν ἀπείρατον διεφύλαξε τοῦ ἐφεστῶτος κακοῦ· ποιεῖν γὰρ ἐπὶ τοῖς βασιλείοις ἠδύνατο θησαυροῖς ὁπόσα ἠβούλετο, καὶ ταῖς τριή ρεσιν ἐνῆν χρήσασθαι πρὸς τὴν τοῦ ἀνθισταμένου καταπολέμησιν αἴ τὸ ἐκ Λατίνων εἶχον ὁπλιτικών, οὕτω μὲν ἐπικρατέστερον ὄν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ παντά- Β πασι ναυτικοῦ, οὕτω δὲ πάγχαλκον καὶ ὅλον αἱμο- χαρές. ᾿Αλλὰ τοῦ μορσίμου, ὡς ἔοικεν, αντικρούσαν τος ὁ μὲν τὸ πρόθυμον ὑπεχάλασεν, ᾿Ανδρόνικος δ' ἐπιτείνας ὑπεσκέλισε τουτονί καὶ ὑπέδραμεν ἀντι- τρέχοντα, καὶ τὴν νίκην λαμπρὰν ἀπηνέγκατο. Ὃς καὶ κατὰ τὴν περαίαν ἔτι διατρίβων, στείλας τριή ρεις ὅσάι ὀπίσω του μεγάλου δουκὸς ἢκολούθησαν κακ τῶν συνακολουθησάντων αὐτῷ κατὰ πάροδον στρατιωτικῶν καταλόγων ἅπαν ἐπίλεκτον, πόλεμον συγκροτεί κατὰ τῶν ἐν τῇ πόλει Λατίνων. Καὶ δὴ καὶ τοῦ δήμου τῆς πόλεως ἀνεθαῤῥήσαντος κατ' αὐτ τῶν καὶ ἀλλήλους ἐς συνασπισμόν παραθήξαντος θαλάττιος ὁμοῦ καὶ ἐπίγειος ἔρις φύεται. Καὶ πρὸς ἄμφα τὰ πλήθη κυκλωσάμενὰ τε καὶ περιζώσαντα μὴ ἀντιπαλαίειν σθένοντες οἱ Λατίνοι, ὡς εἶχον, ἕκαστος σώζειν ἑαυτοὺς ἐπεβάλοντο, τὰς οἰκίας ἀνένα τες πλήρεις πλούτου παντὸς καὶ πολυειδῶν ἀγαθῶν, ὁπόσα μεταδιώκουσιν ἀνθρωποι, τοῖς βουλομένοις προνόμευμα, οὐδὲ γὰρ μένειν κατὰ χώραν ἐτόλμη σαν, ἢ κατὰ Ῥωμαίων ἐπήλθοσαν αὐτοί, ἢ ὅλως ἐπιόντας ὑπέστησαν, Ἐντεῦθεν οἱ μὲν κατὰ πόλιν διασπαρέντες ὡς ἔτυχεν, ἄλλοι προσρυέντες οἴκοις ὑπερηφάνοις, οἱ δὲ καὶ τῶν μακρῶν ἐπιβάντες νηῶν ἂς ἐκλήρουν οἱ ὁμόφυλοί σφισιν, ἐξέφυγον μόλις τὸ μαχαίρᾳ περιπεσεῖν. Οπόσοι δὲ συνελήφθησαν, θα νάτῳ ὑπεδικάσθησαν. Πάντες μέντοι τὰς οὐσίας ἀπεβάλοντο. Αἱ δὲ πλήρεις τῶν δραπετευσάντων τριή ρεις τῶν τῆς πόλεως ἀναχθεῖσαι λιμένων καὶ βλέψασαι πρὸς Ἑλλήσποντον τὸ μὲν λεἶπον τῆς ἡμέρας ἐκείνης ταῖς νήσοις προσωρμηκυῖαι ἐξεπέραναν, οπόσαι μικρὸν ἄποθεν τῆς βασιλίδος ἀμφιῤῥέονται πόλεως μὴ πάνυ πελάγιαι, φημὶ δὴ τὴν Πρίγκιπον καὶ τὴν [Ρ. 163] Πρώτην καὶ ἀσαι περὶ αὐτὰς ἀνί σχουσι τοῦ βυθοῦ· τὴν δ' ἐπιοῦσαν τινα τῶν ἐν αὐταῖς ἱερῶν φροντιστηρίων πυρπολήσασα: ἐξῆραν ἐκεῖθεν κώπαις ἀπάσαις καὶ διαπετασθεῖσι λαίφεσι· Μηδενὸς δ᾽ ἐπιδιώκοντος, ἔνθα ἦν πρὸς βουλῆς και ταίρουσαι. ἔδρων ὅ τι καὶ εἶχον κακὸν τοὺς ἐκεῖσε Ῥωμαίους. ἐφάνη κατ' οὐρανὸν, ὑποσημαίνων τὰ ἐσόμενα χεί ριστα καὶ αὐτὸν ἀτεχνῶς διαχαράττων 'Ανδρόνικον ὄφεως γὰρ σχῆμα καὶ ἕλιγμα ἡ τοῦ φανέντος ἀνάμε ματος ὄψις διατυποῦσα νῦν μὲν διετέτατο, μετὰ βραχὺ δ' ἀμφιπεριελίσσετο εἰς ὀλκους, ἄλλοτε εἰς χάσμα ἀνοιγομένη στόματος φόβον ἐνεποίει τοῖς θεωμένοις οἱονεὶ καταγάσκουσα ἐξ ὕψους τῶν κάτω- θεν καὶ ἀνδρομέων γλιχομένη αἵματος· Ημέρας ούν ἐκείνης τὸ μήπω ἐκμετρηθὲν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νύ κτα διαρκέσας ἠφάντωται. ᾿Αλλὰ καὶ ἱέραξ τοῦ θη- ρεύειν ἐθὰς, λευκὸς τὴν πτίλωσιν, τοὺς πόδας λω ροπεδούμενος. κἀπὶ καλιᾶς πτεροῤῥυήσας πολλάκις καὶ αὖ πάλιν ἀνηβηκώς, ὥρμησεν ἐκ τῆς ἕω πρὸς τὸ τοῦ Λόγου μέγιστον τέμενος, καὶ τὸν Θωμαΐτην εἰσ- : NICETE CHONIATÆ rem gessisset, tam Andronicum urbis ingressu A prohibere quam ipse illa mala evitare potuisset. Nam de imperatoriis thesauris sumere licuisset quantum libuisset : et triremibus ad debellandum adversarium uti potuisset, in quibus Latini mi- lites erant, tola Romana classe potiores, toli fer- rei et cruenti. Enimvero eum, fato adversante, so- gniorem Andronicus factus alacrior evertit, illustri victoria potitus; qui dum ultra fretum adhuc ver- saretur, missis triremibus quæ magnum ducem sequebantur et delectis ex suo exerciti cohortibus, bellum Latinis in urbe versantibus infert. Cum autem urbana quoque multitudo animos contra eos sumpsisset et invicem ad strenue pugnandum cohortati essent, terra marique simul pugnatum est ; et Latini a duobus exercitibus circumventi, quia se defendere non poterant, ut quisque potuit, salutem quæsiverunt, apertis ad diripiendum ædi- bus, quæ plenæ divitiarum omnis generis eorum- que bonorum fuerunt quæ mortales expetere solent. Neque enim consistero, neque Romanos invadere, neque eorum impetum sustinere audebant. Itaque alii, quo sors tulit, in urbe sunt dispersi; alii in magnatum ædes evaserunt; alii longis navibus suorum popularium conscensis ferrum vix evase- runt.Qui comprehensi fuere, capitis sunt damnati ; omnes rei familiaris jacturam fecerunt. Triremes vero fugitivis plenæ, et portubus urbis in Helles- pontum provecta, eo die ad insulas Principis et Protain cæterasque urbi vicinas, non in alto sitas, appulerunt. Postridie, nonnullis earum monasteriis incensis, velis remisque discesserunt. Nemine au- tem persequente,ubi placuit descensu facto, Roma- nis quidquid potuere nocuerunt. C qui gravissimas clades, quæ consecuta sunt, portendit,atque ipsum adeo Andronicum expressit. Nam serpentem sinuosum repræsentans nunc por- rigebatur,nunc in spiras se colligebat, nunc cum horrore intuentium, quasi inferiores ex alto devo- raturus esset humani sanguinis avidus, vastum rictum aperiebat. Sed cum non ultra diei illius reliquum et secutam noctem durasset, evanuit. Ac- cipiter quoque aucupio exercitatus, albus, vincula pedibus gestans, qui plumis in nido sæpe amissis repubuerat, ab oriente in Verbi maximum tem- plum tetendit ac Thomaiticam ædem ingressus multos ad sui spectaculum attraxit. Erant etiam qui eum comprehendere studerent: verum ipse 12. Diebus illis cometa in calo conspectus est, D ιβ'. Κατ' ἐκείνας δὲ τὰς ἡμέρας καὶ κομήτης
PG 139:605καὶ τὰ λαμπρὰ δὲ τῶν ἀξιωμάτων καὶ τὰ τῶν ὀφφικίων μεγαλοπρεπῆ, ὥσπερ οἱ ἐδόκει, μετατιθεὶς ἐπὶ τινῶν μὲν τοὺς ἑαυτοῦ παῖδας προυβάλετο, ἄλλοις δ’ ὑπεξῆρεν ἑτέρους, ἐκείνους δήπουθεν, οἳ ὀπίσω αὐτοῦ ἐπορεύθησαν ὡς τοῦ Βάαλ πρότερον οἱ ἀποστάντες ζῶντος θεοῦ καὶ οἳ τὴν παρ’ ἐκείνῳ δόξαν προέθεντο τῆς ἐπαινετῆς καὶ προτέρας τιμῆς καὶ τῷ δικαίῳ μερίδα παρεχομένης. Οἱ μὲν τοίνυν τῶν ἀνθρώπων ἀπηλαύνοντο οἴκου καὶ πατρίδος καὶ τῶν φιλτάτων ἀποδιίσταντο, οἱ δὲ εἱρκταῖς καὶ χειροπέδαις σιδηραῖς παρεδίδοντο, ἄλλοι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξεκόπτοντο, αἰτίαν οὐδεμίαν πρόδηλον ἐπαγομένην ἑαυτοῖς εὑρίσκοντες, τὸ δὲ εἶναι τῶν εὐπατριδῶν σιωπηλῶς ἐγκαλούμενοι καὶ κατὰ πόλεμον πολλάκις εὐδοκιμῆσαι ἢ φυῆς σώματος γενναιοτάτης ἢ ὥρας ἱκανωτάτης μεταλαχεῖν ἤ τι ἕτερον φέρειν ἐπαινετὸν ὑποκνίζον Ἀνδρόνικον, οὐδ’ ἀγαθὰς ἐκείνῳ τὰς ἐλπίδας ὑποβάλλον, εἴτε μὴν παλαιᾶς μικρολυπίας ὑποτῦφον ἐμπύρευμα καὶ φρυκτεῦον κατὰ βραχὺ τὸ πρώην λεληθὸς καὶ σποδιούμενον τοῦ θυμοῦ. Ἦν τοίνυν ἀνύποιστος ἡ τοῦ τότε καιροῦ φορὰ καὶ ἡ πρὸς ἀλλήλους καὶ τῶν πάνυ γνησιωτάτων οὐκ εὐπιστία κακὸν ἀφόρητον ἦν.
ιών δόμον πολλούς κατὰ φήμην θεατάς έφειλκύ- σατο. Ησαν δ' οἵ καὶ διετεχνῶντο συλλαβεῖν αὐτὸν. Ὁ δ' ἐκεῖθεν ἀρθεὶς κατέπτη πρὸς τὸ μέγα βασί- λειον, καὶ ἄνω τοῦ οἰκήματος καταπαύσας ἐν ᾧ τοὺς ὑπογυίως τοὺς ἄρχειν ἐπειλημμένους είθισται πρὸς τοῦ δήμου παντὸς ἀνευφημεῖσθαι στεφανηφόρους, μετ᾿ οὐ πολὺ ἐπάνεισι πάλιν πρὸς τὸν νεών. Καὶ τὴν τοιαύτην περιοδείαν τρισσῶς σταδιεύσας ὕστε ρον παρά του θηρεύεται καὶ εἰσάγεται τῷ βασιλεῖ. τῶν μὲν οὖν πλείστοις μέλλειν αὐτίκα ᾿Ανδρόνικον συληφ είναι οἰωνίζετο ἐνθένδε καὶ δίκας γενναίας ἀφέξειν, ἐπεὶ καὶ ἐς αὐτὸν ἔφασκον ἀτεχνῶς τό οιώ- νισμα ἀφορήν, πλειστάκις ἐνειρχθέντα δεσμωτηρίῳ καὶ τὸ τῆς κεφαλῆς τρίχωμα χιονούμενον· οἱ δὲ γε σοφώτερόν τι προβλέποντες καὶ τὸ φρονεῖν ὑψιβά μονες τριετὲς ἔλιγμα χρονικὸν τὴν τριττὴν εἰς τὸ αὐτὸ κατάντημα πτῆσιν ἰσχυρίζοντα προσημαίνειν' καὶ τελευ- ταῖον αὖθις Ανδρόνικον φρουρὰν καὶ ποδοκάκας καθυποδέχεσθαι Ρωμαίων κατάρξαντα. Πάντων δ' ἐς Ανδρόνικον διαπορθμευομένων, Β λοῖσθος ἐς αὐτὸν περαιοῦται ὁ πατριάρχης Θεοδόσιος μετὰ τῶν λογίμων τοῦ βήματος. Ὁ μὲν οὖν εἰς τὴν ἑαυτοῦ ἐγγίζειν σκηνὴν τὸν μέγαν ἀρχιερέα ἐνωτι σάμενος ἔξεισιν εὐθὺς πρὸς ὑπάντησιν, στολὴν ἡμ- φιεσμένος σχιστὴν ἰσβάφινον ὑφῆς τῆς Ἰβηρικής, εἰς γόνατα καὶ γλουτούς (11) καταβαίνουσαν καὶ πυκάζουσαν τὰ ἕως βραχίονος, καὶ πυραμιδουμένην καλύπτραν τῇ κεφαλῇ περικείμενος, καπνηρὰν τὴν χροιάν· καὶ πρὸς τῶν ἱππείων χηλῶν βαλὼν ἑαυτὸν έκειτο τετανυσμένος μέγας μεγαλωστί. Μετὰ μικρὸν δ᾽ ἀνίσταται, καὶ τῶν τοῦ πατριάρχος ποδῶν περι λιχμᾶται τὰ πέλματα, σωτῆρα τοῦ βασιλέως ἀποκα λῶν, ζηλωτὴν τοῦ καλοῦ, τῆς ἀληθείας ὑπέρμαχον, τῷ χρυσῷ τὴν γλῶτταν Ἰωάννῃ ἀνθάμιλλον, καὶ πᾶσαν αὐτῷ προσηγορίαν [Ρ. 104] περιτιθεὶς ἀγαθήν. Ὁ δὲ τότε πρώτως ᾿Ανδρόνικον θεασάμενος, ἐπεὶ κατηβρήκει περιεργότερον βλέμμα γοργόν, ὑποκα θειμένον φρόνημα, σοφιστικὸν καὶ περίεργον ἦθος, ἡλικίας ἀναδρομὴν ἐς πόδα δέκατον μικροῦ ἀνατεί νούσαν, αγέρωχον βάδισμα, όφρὺν ἐπιλλώπτουσαν ὑπεροψίαν, φροντιστικόν τε καὶ ἐπὶ συννοίας ἀεὶ ἄνθρωπον, ταλανίσας τοὺς ἀφρόνως ἄνδρα τοιοῦτον εἰσοικισαμένους ἐπ᾿ ἀνηκέστοις ἑαυτῶν συμφοραῖς, • Ακοῇ μὲν, φησίν, Ακουόν σου το πρότερον, νῦν δὲ καὶ ἑωράκειν καὶ ἐγνώκειν σαφῶς. » Καὶ αὖ πάλιν τὸ τοῦ Δαβὶδ ἀποκναίσας εἶπε· « Καθάπερ ἠκούσαμεν, οὕτω καὶ είδομεν, » αἱμύλως καθαπτόμενος Ανδρο- νικου οἷς τὰ τῆς ὑπαντήσεως ἐκείνῳ τῷ σκηνικῷ ὑπεξῆρε τῆς γνώμης, ἑαυτὸν ἐδαφίζων καὶ κυνηδὸν προσκνυζόμενος, ἀναφέρων ἅμα τὰ ὀφθέντα πρὸς ἅπερ αὐτῷ ἀπήγγειλεν ὁ βασιλεὺς Μανουήλ, διαζω- γραφῶν τῷ λόγῳ 'Ανδρόνικον καὶ οἷον ἀγνοοῦντι τεθεὶς ὑπόψιον. Αλλ' οὐκ ἔλαβε τὸ τῶν ῥημάτων ἀμφοτερίζον τὸν πολύμητιν ᾿Ανδρόνικον· ὅθεν καὶ τῇ τῶν λεχθέντων διπλόῃ ὡς οἷα διπάλτῳ ξίφει τρωθεὶς τὴν ψυχὴν, καὶ τὴν σκυζομένην οἷον καὶ συντρεφή τῶν ὀφρύων τοῦ πατριάρχου γραμμὴν τῶν ἔνδον καὶ περὶ ψυχὴν κινημάτων εὐρὼν προς γαστροκνημίδων. : : ALEXIUS MANUELIS FILIUS. A inde in magnum palatium pervolavit, et super eo Omnibus autem ad Andronicum navigantibus, postremus omnium etiam patriarcha Theodosius cum primariis sacerdotibus trajicit.Qui cum ponti- ficem ad suum tentorium accedere audivisset, statim ei obviam procedit, veste indutus fissa violacei coloris, telæ Iberica, usque ad genua et cubitos pertinente, pileum in capite gerens, in acutam pyramidis instar desinentem, pulli coloris; et quantus erat, se ad equi ungulas prosternit. Paulo post assurgit, et patriarchæ plantas deoscu- lans eum imperatoris servatorem, honestatis ama- torem, veritatis propugnatorem vocal et Joanni Chrysostomo comparandum, nullo honorifico titulo prætermisso. Patriarcha vero, qui tum primum Andronicum videbat, accuratius eo perlustrato, canclavi consedit in quo recens imperio potitos, diademnate redimitos, ab omni populo celebrari moris est. Paulo post ad templum revertitur; et hoc circuitu ter peracto tandem a quodam captus ad imperatorem affertur. Id auspicium quidam plane ad Andronicum referentes, qui et sæpissime in carcerem conjectus et canus esset,cum statim pœnas gravissimas daturum interpretabantur. Sed prudentiores et sublimioribus præditi ingeniis, volatum illum ter repetitum triennium significare asserebant, quo in imperio exacto Andronicus rursus in custodia et compedibus futurus esset. C animadversoque visu truci, occulto ingenio, callidis et affectatis moribus, statura ad decem fere pedes assurgente, superbo incessu, arrectis superciliis, severitate et tristitia perpetua, miseratus eos qui talem virum in perniciem suam accersivissent : Hactenus, inquit, audivi, nunc etiam vidi et pa- lam cognovi.» Ac Davidicum illud non sine dolore adjicit : « Ut audivimus,ita quoque vidimus. » Qui- bus verbis salse perstringebat simulatum Andro- nici occursum et submissionem. Simul etiam me- moria repetebat verba Manuelis imperatoris, qui Andronicum Oratione depinxerat et ignorantis patriarchæ veluti oculis subjecerat. Sed illo verbo- rum ambages Andronici sagacitatem non latuerunt, qui ambiguis illis verbis tanquam ancipiti gladio vulneratus, visa superciliorum patriarchæ subtristi et densa serie ad oculos vergente, quæ affectionum animi index esset : « Ecce, inquit, occultum Arme- nium.» Nam patre Armenio natus esse ferebatur. Eodem dicterio eum alias quoque perstringit, cum in colloquio dolenti similis diceret se unum impe- ratoris Alexii curatorem superesse, sine ullo mo- lestiarum et laborum socio, ne sanctitate qui- dem ejus adjuvante, quanquam ei Manuel Hier. Wolfii notæ. D (44) Ἐς γόνατα και γλουτούς. Γλουτούς videtur hic ponere non pro clunibus, sed pro suris, ἀντὶ
οὐ γὰρ μόνον ἀδελφὸς παρεώρα κασίγνητον καὶ πατὴρ υἱέα παρέτρεχεν, ἂν οὕτως ἤρεσκεν Ἀνδρονίκῳ, ἀλλὰ καὶ τοῖς καταπροδιδοῦσι τούτους συνέπραττον τὰ ἀνήκεστα καὶ τὴν τοῦ γένους συνδιετίθουν ἀπώλειαν. εἰσὶ δ’ οἳ καὶ κατεμήνυον αὐτότατοι τοὺς οἰκείους ὡς ἢ τὰ παρ’ Ἀνδρονίκου χλευάζοντας δρώμενα ἢ γοῦν τῷ τὴν πατρῴαν ἄρχοντι ἀρχὴν Ἀλεξίῳ προσκειμένους, Ἀνδρονίκου δὲ ἀπαυχενίζοντας ἑαυτούς. πολλοὶ δὲ κἀν τῷ ἄρτι κατηγορεῖν κατηγόρηντο καὶ διελέγχοντες ἑτέρους ἐπ’ Ἀνδρονίκῳ τέκτονας κακῶν ὑπ’ αὐτῶν τῶν κατηγορουμένων ἢ καὶ ἄλλων παρεστώτων προσηγγέλλοντο καὶ εἶχε τούτους κἀκείνους συναπαγομένους μία φρουρά. Καὶ πιστοῦταί μοι τὸν λόγον ὁ Καντακουζηνὸς Ἰωάννης παλαμναιοτάταις πυγμαῖς παίων ἐκτομίαν τινὰ Τζίταν καλούμενον καὶ τοὺς ὀδόντας ἐκριζῶν καὶ τὰ χείλη ἀφαιματῶν, ὅτι πεφώραται ὅλως Ἀλεξίῳ τῷ βασιλεῖ περὶ τῶν κοινῶν διαλεχθεὶς συμφορῶν, παραχρῆμα δὲ συλλαμβανόμενος καὶ αὐτὸς ἐξομματούμενός τε καὶ εἱρκτῇ ζοφώδει παραρριπτούμενος, οἷς προσαγορείαν διὰ τοῦ δεσμοφύλακος πέπομφεν ἑνὶ τῶν γυναιχομαίμων Ἀγγέλων δεσμώτῃ ὄντι τῷ Κωνσταντίνῳ.
ιών δόμον πολλούς κατὰ φήμην θεατάς έφειλκύ- σατο. Ησαν δ' οἵ καὶ διετεχνῶντο συλλαβεῖν αὐτὸν. Ὁ δ' ἐκεῖθεν ἀρθεὶς κατέπτη πρὸς τὸ μέγα βασί- λειον, καὶ ἄνω τοῦ οἰκήματος καταπαύσας ἐν ᾧ τοὺς ὑπογυίως τοὺς ἄρχειν ἐπειλημμένους είθισται πρὸς τοῦ δήμου παντὸς ἀνευφημεῖσθαι στεφανηφόρους, μετ᾿ οὐ πολὺ ἐπάνεισι πάλιν πρὸς τὸν νεών. Καὶ τὴν τοιαύτην περιοδείαν τρισσῶς σταδιεύσας ὕστε ρον παρά του θηρεύεται καὶ εἰσάγεται τῷ βασιλεῖ. τῶν μὲν οὖν πλείστοις μέλλειν αὐτίκα ᾿Ανδρόνικον συληφ είναι οἰωνίζετο ἐνθένδε καὶ δίκας γενναίας ἀφέξειν, ἐπεὶ καὶ ἐς αὐτὸν ἔφασκον ἀτεχνῶς τό οιώ- νισμα ἀφορήν, πλειστάκις ἐνειρχθέντα δεσμωτηρίῳ καὶ τὸ τῆς κεφαλῆς τρίχωμα χιονούμενον· οἱ δὲ γε σοφώτερόν τι προβλέποντες καὶ τὸ φρονεῖν ὑψιβά μονες τριετὲς ἔλιγμα χρονικὸν τὴν τριττὴν εἰς τὸ αὐτὸ κατάντημα πτῆσιν ἰσχυρίζοντα προσημαίνειν' καὶ τελευ- ταῖον αὖθις Ανδρόνικον φρουρὰν καὶ ποδοκάκας καθυποδέχεσθαι Ρωμαίων κατάρξαντα. Πάντων δ' ἐς Ανδρόνικον διαπορθμευομένων, Β λοῖσθος ἐς αὐτὸν περαιοῦται ὁ πατριάρχης Θεοδόσιος μετὰ τῶν λογίμων τοῦ βήματος. Ὁ μὲν οὖν εἰς τὴν ἑαυτοῦ ἐγγίζειν σκηνὴν τὸν μέγαν ἀρχιερέα ἐνωτι σάμενος ἔξεισιν εὐθὺς πρὸς ὑπάντησιν, στολὴν ἡμ- φιεσμένος σχιστὴν ἰσβάφινον ὑφῆς τῆς Ἰβηρικής, εἰς γόνατα καὶ γλουτούς (11) καταβαίνουσαν καὶ πυκάζουσαν τὰ ἕως βραχίονος, καὶ πυραμιδουμένην καλύπτραν τῇ κεφαλῇ περικείμενος, καπνηρὰν τὴν χροιάν· καὶ πρὸς τῶν ἱππείων χηλῶν βαλὼν ἑαυτὸν έκειτο τετανυσμένος μέγας μεγαλωστί. Μετὰ μικρὸν δ᾽ ἀνίσταται, καὶ τῶν τοῦ πατριάρχος ποδῶν περι λιχμᾶται τὰ πέλματα, σωτῆρα τοῦ βασιλέως ἀποκα λῶν, ζηλωτὴν τοῦ καλοῦ, τῆς ἀληθείας ὑπέρμαχον, τῷ χρυσῷ τὴν γλῶτταν Ἰωάννῃ ἀνθάμιλλον, καὶ πᾶσαν αὐτῷ προσηγορίαν [Ρ. 104] περιτιθεὶς ἀγαθήν. Ὁ δὲ τότε πρώτως ᾿Ανδρόνικον θεασάμενος, ἐπεὶ κατηβρήκει περιεργότερον βλέμμα γοργόν, ὑποκα θειμένον φρόνημα, σοφιστικὸν καὶ περίεργον ἦθος, ἡλικίας ἀναδρομὴν ἐς πόδα δέκατον μικροῦ ἀνατεί νούσαν, αγέρωχον βάδισμα, όφρὺν ἐπιλλώπτουσαν ὑπεροψίαν, φροντιστικόν τε καὶ ἐπὶ συννοίας ἀεὶ ἄνθρωπον, ταλανίσας τοὺς ἀφρόνως ἄνδρα τοιοῦτον εἰσοικισαμένους ἐπ᾿ ἀνηκέστοις ἑαυτῶν συμφοραῖς, • Ακοῇ μὲν, φησίν, Ακουόν σου το πρότερον, νῦν δὲ καὶ ἑωράκειν καὶ ἐγνώκειν σαφῶς. » Καὶ αὖ πάλιν τὸ τοῦ Δαβὶδ ἀποκναίσας εἶπε· « Καθάπερ ἠκούσαμεν, οὕτω καὶ είδομεν, » αἱμύλως καθαπτόμενος Ανδρο- νικου οἷς τὰ τῆς ὑπαντήσεως ἐκείνῳ τῷ σκηνικῷ ὑπεξῆρε τῆς γνώμης, ἑαυτὸν ἐδαφίζων καὶ κυνηδὸν προσκνυζόμενος, ἀναφέρων ἅμα τὰ ὀφθέντα πρὸς ἅπερ αὐτῷ ἀπήγγειλεν ὁ βασιλεὺς Μανουήλ, διαζω- γραφῶν τῷ λόγῳ 'Ανδρόνικον καὶ οἷον ἀγνοοῦντι τεθεὶς ὑπόψιον. Αλλ' οὐκ ἔλαβε τὸ τῶν ῥημάτων ἀμφοτερίζον τὸν πολύμητιν ᾿Ανδρόνικον· ὅθεν καὶ τῇ τῶν λεχθέντων διπλόῃ ὡς οἷα διπάλτῳ ξίφει τρωθεὶς τὴν ψυχὴν, καὶ τὴν σκυζομένην οἷον καὶ συντρεφή τῶν ὀφρύων τοῦ πατριάρχου γραμμὴν τῶν ἔνδον καὶ περὶ ψυχὴν κινημάτων εὐρὼν προς γαστροκνημίδων. : : ALEXIUS MANUELIS FILIUS. A inde in magnum palatium pervolavit, et super eo Omnibus autem ad Andronicum navigantibus, postremus omnium etiam patriarcha Theodosius cum primariis sacerdotibus trajicit.Qui cum ponti- ficem ad suum tentorium accedere audivisset, statim ei obviam procedit, veste indutus fissa violacei coloris, telæ Iberica, usque ad genua et cubitos pertinente, pileum in capite gerens, in acutam pyramidis instar desinentem, pulli coloris; et quantus erat, se ad equi ungulas prosternit. Paulo post assurgit, et patriarchæ plantas deoscu- lans eum imperatoris servatorem, honestatis ama- torem, veritatis propugnatorem vocal et Joanni Chrysostomo comparandum, nullo honorifico titulo prætermisso. Patriarcha vero, qui tum primum Andronicum videbat, accuratius eo perlustrato, canclavi consedit in quo recens imperio potitos, diademnate redimitos, ab omni populo celebrari moris est. Paulo post ad templum revertitur; et hoc circuitu ter peracto tandem a quodam captus ad imperatorem affertur. Id auspicium quidam plane ad Andronicum referentes, qui et sæpissime in carcerem conjectus et canus esset,cum statim pœnas gravissimas daturum interpretabantur. Sed prudentiores et sublimioribus præditi ingeniis, volatum illum ter repetitum triennium significare asserebant, quo in imperio exacto Andronicus rursus in custodia et compedibus futurus esset. C animadversoque visu truci, occulto ingenio, callidis et affectatis moribus, statura ad decem fere pedes assurgente, superbo incessu, arrectis superciliis, severitate et tristitia perpetua, miseratus eos qui talem virum in perniciem suam accersivissent : Hactenus, inquit, audivi, nunc etiam vidi et pa- lam cognovi.» Ac Davidicum illud non sine dolore adjicit : « Ut audivimus,ita quoque vidimus. » Qui- bus verbis salse perstringebat simulatum Andro- nici occursum et submissionem. Simul etiam me- moria repetebat verba Manuelis imperatoris, qui Andronicum Oratione depinxerat et ignorantis patriarchæ veluti oculis subjecerat. Sed illo verbo- rum ambages Andronici sagacitatem non latuerunt, qui ambiguis illis verbis tanquam ancipiti gladio vulneratus, visa superciliorum patriarchæ subtristi et densa serie ad oculos vergente, quæ affectionum animi index esset : « Ecce, inquit, occultum Arme- nium.» Nam patre Armenio natus esse ferebatur. Eodem dicterio eum alias quoque perstringit, cum in colloquio dolenti similis diceret se unum impe- ratoris Alexii curatorem superesse, sine ullo mo- lestiarum et laborum socio, ne sanctitate qui- dem ejus adjuvante, quanquam ei Manuel Hier. Wolfii notæ. D (44) Ἐς γόνατα και γλουτούς. Γλουτούς videtur hic ponere non pro clunibus, sed pro suris, ἀντὶ
Οὐκοῦν διὰ ταῦτα ἦν εἰς πόνον ἅπασα κεφαλὴ καὶ παρρησίαν ἦγον, ὡς οὔποτε τοῖς ἔργοις αὐτοῖς πιστούμενα, ὅσα τὸ Ἐμπεδόκλειον νεῖκος τερθρεύεται τέρατα. οὐ γὰρ ἐκλεκτὸς ἅπας καὶ ὑψηλὸς τῆς ἐναντίας Ἀνδρονίκῳ μερίδος ἔπασχε τὰ οἰκτρότατα, ἀλλὰ καὶ περὶ τοὺς οἰκείους θεραπευτῆρας ἀπιστότατος ὤν, οὓς χθὲς ἐψώμιζε στέαρ πυροῦ καὶ οἷς τὸν μόσχον παρετίθει τὸν σιτευτὸν καὶ τὸν ἀνθοσμίαν ἐκίρνη ζωρότερον καὶ τῷ κύκλῳ τῶν περὶ ἐκεῖνον ἐνέγραφε, τούτους διετίθει χειρίστως σήμερον. ἦν δὲ καὶ τὸν αὐτὸν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας πολλάκις ὁρᾶν στεφανούμενον ἅμα κατὰ τὸν τοῦ Ξέρξου ναύαρχον καὶ δειροτομούμενον, ὑμνούμενόν τε καὶ βλασφημούμενον. ὥστε καὶ πολλοὶ τῶν τῆς ἐκείνῳ μερίδος, οἱ ὅλως ἐς νοῦν βάπτοντες, τὸν ἐξ Ἀνδρονίκου ἔπαινον καταβολὴν ἐνόμιζον ὕβρεως καὶ τὴν ἀγαθοῦ τινος ἀνθρωπικοῦ παροχὴν ἔμεσιν τῶν προσόντων καὶ καταστροφὴν τὴν ἐπιστροφήν. Ὁ δ’ αὐτὸς φαρμακὸς ὢν ὀλοώτατος ἐλελήθει πρότερον, ἡνίκα τυραννεῖν ἐπεβάλετο·
ιών δόμον πολλούς κατὰ φήμην θεατάς έφειλκύ- σατο. Ησαν δ' οἵ καὶ διετεχνῶντο συλλαβεῖν αὐτὸν. Ὁ δ' ἐκεῖθεν ἀρθεὶς κατέπτη πρὸς τὸ μέγα βασί- λειον, καὶ ἄνω τοῦ οἰκήματος καταπαύσας ἐν ᾧ τοὺς ὑπογυίως τοὺς ἄρχειν ἐπειλημμένους είθισται πρὸς τοῦ δήμου παντὸς ἀνευφημεῖσθαι στεφανηφόρους, μετ᾿ οὐ πολὺ ἐπάνεισι πάλιν πρὸς τὸν νεών. Καὶ τὴν τοιαύτην περιοδείαν τρισσῶς σταδιεύσας ὕστε ρον παρά του θηρεύεται καὶ εἰσάγεται τῷ βασιλεῖ. τῶν μὲν οὖν πλείστοις μέλλειν αὐτίκα ᾿Ανδρόνικον συληφ είναι οἰωνίζετο ἐνθένδε καὶ δίκας γενναίας ἀφέξειν, ἐπεὶ καὶ ἐς αὐτὸν ἔφασκον ἀτεχνῶς τό οιώ- νισμα ἀφορήν, πλειστάκις ἐνειρχθέντα δεσμωτηρίῳ καὶ τὸ τῆς κεφαλῆς τρίχωμα χιονούμενον· οἱ δὲ γε σοφώτερόν τι προβλέποντες καὶ τὸ φρονεῖν ὑψιβά μονες τριετὲς ἔλιγμα χρονικὸν τὴν τριττὴν εἰς τὸ αὐτὸ κατάντημα πτῆσιν ἰσχυρίζοντα προσημαίνειν' καὶ τελευ- ταῖον αὖθις Ανδρόνικον φρουρὰν καὶ ποδοκάκας καθυποδέχεσθαι Ρωμαίων κατάρξαντα. Πάντων δ' ἐς Ανδρόνικον διαπορθμευομένων, Β λοῖσθος ἐς αὐτὸν περαιοῦται ὁ πατριάρχης Θεοδόσιος μετὰ τῶν λογίμων τοῦ βήματος. Ὁ μὲν οὖν εἰς τὴν ἑαυτοῦ ἐγγίζειν σκηνὴν τὸν μέγαν ἀρχιερέα ἐνωτι σάμενος ἔξεισιν εὐθὺς πρὸς ὑπάντησιν, στολὴν ἡμ- φιεσμένος σχιστὴν ἰσβάφινον ὑφῆς τῆς Ἰβηρικής, εἰς γόνατα καὶ γλουτούς (11) καταβαίνουσαν καὶ πυκάζουσαν τὰ ἕως βραχίονος, καὶ πυραμιδουμένην καλύπτραν τῇ κεφαλῇ περικείμενος, καπνηρὰν τὴν χροιάν· καὶ πρὸς τῶν ἱππείων χηλῶν βαλὼν ἑαυτὸν έκειτο τετανυσμένος μέγας μεγαλωστί. Μετὰ μικρὸν δ᾽ ἀνίσταται, καὶ τῶν τοῦ πατριάρχος ποδῶν περι λιχμᾶται τὰ πέλματα, σωτῆρα τοῦ βασιλέως ἀποκα λῶν, ζηλωτὴν τοῦ καλοῦ, τῆς ἀληθείας ὑπέρμαχον, τῷ χρυσῷ τὴν γλῶτταν Ἰωάννῃ ἀνθάμιλλον, καὶ πᾶσαν αὐτῷ προσηγορίαν [Ρ. 104] περιτιθεὶς ἀγαθήν. Ὁ δὲ τότε πρώτως ᾿Ανδρόνικον θεασάμενος, ἐπεὶ κατηβρήκει περιεργότερον βλέμμα γοργόν, ὑποκα θειμένον φρόνημα, σοφιστικὸν καὶ περίεργον ἦθος, ἡλικίας ἀναδρομὴν ἐς πόδα δέκατον μικροῦ ἀνατεί νούσαν, αγέρωχον βάδισμα, όφρὺν ἐπιλλώπτουσαν ὑπεροψίαν, φροντιστικόν τε καὶ ἐπὶ συννοίας ἀεὶ ἄνθρωπον, ταλανίσας τοὺς ἀφρόνως ἄνδρα τοιοῦτον εἰσοικισαμένους ἐπ᾿ ἀνηκέστοις ἑαυτῶν συμφοραῖς, • Ακοῇ μὲν, φησίν, Ακουόν σου το πρότερον, νῦν δὲ καὶ ἑωράκειν καὶ ἐγνώκειν σαφῶς. » Καὶ αὖ πάλιν τὸ τοῦ Δαβὶδ ἀποκναίσας εἶπε· « Καθάπερ ἠκούσαμεν, οὕτω καὶ είδομεν, » αἱμύλως καθαπτόμενος Ανδρο- νικου οἷς τὰ τῆς ὑπαντήσεως ἐκείνῳ τῷ σκηνικῷ ὑπεξῆρε τῆς γνώμης, ἑαυτὸν ἐδαφίζων καὶ κυνηδὸν προσκνυζόμενος, ἀναφέρων ἅμα τὰ ὀφθέντα πρὸς ἅπερ αὐτῷ ἀπήγγειλεν ὁ βασιλεὺς Μανουήλ, διαζω- γραφῶν τῷ λόγῳ 'Ανδρόνικον καὶ οἷον ἀγνοοῦντι τεθεὶς ὑπόψιον. Αλλ' οὐκ ἔλαβε τὸ τῶν ῥημάτων ἀμφοτερίζον τὸν πολύμητιν ᾿Ανδρόνικον· ὅθεν καὶ τῇ τῶν λεχθέντων διπλόῃ ὡς οἷα διπάλτῳ ξίφει τρωθεὶς τὴν ψυχὴν, καὶ τὴν σκυζομένην οἷον καὶ συντρεφή τῶν ὀφρύων τοῦ πατριάρχου γραμμὴν τῶν ἔνδον καὶ περὶ ψυχὴν κινημάτων εὐρὼν προς γαστροκνημίδων. : : ALEXIUS MANUELIS FILIUS. A inde in magnum palatium pervolavit, et super eo Omnibus autem ad Andronicum navigantibus, postremus omnium etiam patriarcha Theodosius cum primariis sacerdotibus trajicit.Qui cum ponti- ficem ad suum tentorium accedere audivisset, statim ei obviam procedit, veste indutus fissa violacei coloris, telæ Iberica, usque ad genua et cubitos pertinente, pileum in capite gerens, in acutam pyramidis instar desinentem, pulli coloris; et quantus erat, se ad equi ungulas prosternit. Paulo post assurgit, et patriarchæ plantas deoscu- lans eum imperatoris servatorem, honestatis ama- torem, veritatis propugnatorem vocal et Joanni Chrysostomo comparandum, nullo honorifico titulo prætermisso. Patriarcha vero, qui tum primum Andronicum videbat, accuratius eo perlustrato, canclavi consedit in quo recens imperio potitos, diademnate redimitos, ab omni populo celebrari moris est. Paulo post ad templum revertitur; et hoc circuitu ter peracto tandem a quodam captus ad imperatorem affertur. Id auspicium quidam plane ad Andronicum referentes, qui et sæpissime in carcerem conjectus et canus esset,cum statim pœnas gravissimas daturum interpretabantur. Sed prudentiores et sublimioribus præditi ingeniis, volatum illum ter repetitum triennium significare asserebant, quo in imperio exacto Andronicus rursus in custodia et compedibus futurus esset. C animadversoque visu truci, occulto ingenio, callidis et affectatis moribus, statura ad decem fere pedes assurgente, superbo incessu, arrectis superciliis, severitate et tristitia perpetua, miseratus eos qui talem virum in perniciem suam accersivissent : Hactenus, inquit, audivi, nunc etiam vidi et pa- lam cognovi.» Ac Davidicum illud non sine dolore adjicit : « Ut audivimus,ita quoque vidimus. » Qui- bus verbis salse perstringebat simulatum Andro- nici occursum et submissionem. Simul etiam me- moria repetebat verba Manuelis imperatoris, qui Andronicum Oratione depinxerat et ignorantis patriarchæ veluti oculis subjecerat. Sed illo verbo- rum ambages Andronici sagacitatem non latuerunt, qui ambiguis illis verbis tanquam ancipiti gladio vulneratus, visa superciliorum patriarchæ subtristi et densa serie ad oculos vergente, quæ affectionum animi index esset : « Ecce, inquit, occultum Arme- nium.» Nam patre Armenio natus esse ferebatur. Eodem dicterio eum alias quoque perstringit, cum in colloquio dolenti similis diceret se unum impe- ratoris Alexii curatorem superesse, sine ullo mo- lestiarum et laborum socio, ne sanctitate qui- dem ejus adjuvante, quanquam ei Manuel Hier. Wolfii notæ. D (44) Ἐς γόνατα και γλουτούς. Γλουτούς videtur hic ponere non pro clunibus, sed pro suris, ἀντὶ
PG 139:607ἡμερῶν δέ τινων διαλειπουσῶν ᾔδετο παρὰ πᾶσι καὶ θανασίμους κεραννύειν ἐπίστασθαι κύλικας καὶ τῆς ὀλεθρίας ταύτης ἐς ᾅδου καταγωγῆς πρώτην πειραθῆναι τὴν καισάρισσαν Μαρίαν τὴν θυγατέρα τοῦ βασιλέως Μανουήλ, τὴν ὑπὲρ πάντας τὴν αὐτοῦ κάθοδον ἐς τὴν πατρίδα γλιχομένην ἰδεῖν· ὑποφθαρῆναι γὰρ χρησταῖς ὑποσχέσεσιν ἐκτομίαν τινὰ πατρῷον ὑπηρέτην τῇ γυναικί, ᾧ τὸ ἐπίκλην Πτερυγεωνίτης, καὶ λυγρὸν ἐγχέαι διὰ τούτου τῇ ἀνθρώπῳ τὸ φάρμακον, εἶναι δὲ οὐ τῶν αὐτίκα θανατούντων τὸ ποθὲν δηλητήριον ἀλλὰ τῶν κατὰ βραχὺ παρατιθεμένων θανάτῳ καὶ ὑπεξαγόντων τοῦ ζῆν σχολαιότερον. Οὐ πολὺς ὁ ἐν μέσῳ καιρός, καὶ τῷ τῆς γυναικὸς μόρῳ καὶ ὁ ταύτῃ σύζυγος καῖσαρ ἐπηκολούθησε. πλὴν οὐδ’ οὗτος φυσικῶς ἐλέγετο τελευτᾶν, ἀλλὰ κἀπὶ τούτῳ ἀνδροφόνος ἐθρυλλεῖτο παρὰ πάντων Ἀνδρόνικος καὶ κύλιξ ἐτεκμαίρετο μία δύο ἀμαυρῶσαι τέκνα πιότητος.
δε, φησὶ, βαθὺς ᾿Αρμένιος, » ἐπεὶ καὶ τὸ πατρῷον γένος ἐξ ᾿Αρμενίων ἕλκειν ἐλέγετο. Τοῦτο δὲ καὶ ἄλλοτέ ποτε ἐπέσκωψεν ἐς αὐτὸν ᾿Αν δρόνικος, ὅτε ὁ μὲν πρὸς τὸν πατριάρχην τὸν λόγον ποιούμενος ἀχθομένῳ ἐῴχει καὶ μόνος υπολελεῖσθαι τοῦ βασιλέως Αλεξίου κηδεμών ἕλεγε, μηδένα ἔχων τὸν συμπονοῦντά τε καὶ συγκάμνοντα, μηδ' αὐτὴν τὴν ἐκείνου ἁγιότητα, καίπερ τοῦ βασιλέως Μανουήλ καὶ πατρὸς τῷ βασιλεῖ 'Αλεξίῳ ἐς αὐτὸν ἀναθεμένου τὸν πατριάρχην τὴν τοῦ υἱοῦ τημελούχησιν καὶ τὴν τοῦ κράτους αὐτῷ κυβέρνησιν ὑπὲρ τοὺς τούτῳ κατὰ γένος προσήκοντας· ὁ δ' ἔφησεν ἀποφροντίσαι πάλαι τὸν βασιλέα, εἴτ᾿ οὖν τοῖς τεθνεῶσιν ἔχειν ἐνάριθμον, ἐξ ὅτου περ αὐτὸς ᾿Ανδρόνικος τὴν βασ σιλίδα πόλιν εἰσεληλύθει καὶ τὰ κοινὰ διαχειρίζει Α μνήστριαν, ο Β πράγματα. Πρὸς ἣν ἀπόκρισιν τοῦ πατριάρχου ἐρυθριάσας 'Ανδρόνικος ήρετο τί ἐστι τὸ ἀποφρον τίσαι καὶ πρὸς δ σημαινόμενον ἐκτετόξευται, τὸν μὴ συνιέντα πλαττόμενος, καίτοι ἐγνωκὼς ἀληθῶς ὡς τὸν τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως θάνατον ἀνίξατο δι' ὧν ὁ θεῖος οὗτος ἀνὴρ ἐφθέγξατο. Ὁ δὲ τὸν θῆρα μὴ ἐκμαίνειν ἐθέλων καὶ ἄλλως κατ' αὐτοῦ ὠρυόμενον, ἢ τὴν κάμηλον ἀναστομοῦν εἰς ἐξέραμα πρὸς ὅπερ εἴθιστο, οὐ κατὰ τὴν ἀληθῆ καὶ πρὸς ἢν ἐξέθη ἐξήγησιν τὸν τοῦ ῥήματος νοῦν ῥῆμήνευσεν, ἀλλὰ, μηκέτι ἔφησε φροντίζειν τοῦ βασιλέως καὶ τὸ τούτου πάλαι παριδεῖν τημελὲς καὶ διὰ τὸ τοὺς κανόνας μὲν καὶ τὸ γῆρας μὴ ἐγχωρεῖν αὐτῷ τοῖς κατὰ κόσμον συμπλέκεσθαι πράγμασι, τὸ τὲ πλέον αὐτὸν τὸν ᾿Ανδρόνικον αὐτάρκη καὶ μονώτατον εἶναι τὸν βασιλέα παιδοκομεῖν. ιγ΄. Τῶν μέντοι κατὰ τὰ ἀρχεῖα πραγμάτων ούτ τωσὶ διῳκημένων ὡς Ἀνδρόνικος ὑπέθετο τοῖς υἱεῖ σιν αὐτοῦ καὶ τοῖς φίλοις καὶ οἱ τῶν καθ' αἷμα ᾠκειωμένων τῷ βασιλεῖ ἀνεύθυνον ἐκ βασιλέως καὶ τὸ ὅλον ἀνάγκλητον εἶχον τὸ προσιέναι Ανδρονίκῳ καὶ τοῖς ἐκείνου προσανέχειν βουλεύμασιν, ὀψέ ποτε καὶ αὐτὸς 'Ανδρόνικος ὑποχωρεῖ τῆς Δαμάλεως εἰσο ιών τριήρη καὶ ὑποψήλας τὸ τοῦ Δαβὶδ ἐν τῷ τὸν πορθμὸν [Ρ. 15] διαβαίνειν τῆς βασιλίδος τῶν πό- λεων καὶ ἀποφθεγξάμενος μετὰ διαχύσεως, « Επί στρεψον, ψυχή μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, ὅτι Κύριος εὐηργέτησέ σε, ὅτι ἐξείλετο τὴν ψυχήν μου ἐκ θα νάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων καὶ τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. » Τοῦ δὲ βασιλέως ᾿Αλε- ξίου καὶ τῆς ἐκείνου μητρὸς Ξένης ἐξιόντων μὲν ἐκ τῶν βασιλείων κατὰ τὴν Ανδρονίκου βούλησιν, εἰς δὲ τὰς ἐν τῷ Φιλοπατίῳ βασιλικὰς μετασκηνη- σαμένων οἰκοδομὰς αἱ τοῦ Μαγγάνη ἐλέγοντο, πρόσω εισιν ἐκεῖσε ᾿Ανδρόνικος, καὶ τῷ μὲν βασιλεῖ βα- θεῖαν ἀπονέμει προσκύνησιν ἐπὶ γόνυ πεσών, καὶ τοὺς ἐκείνου πόδας προσπτύσσεται, ὡς εἰώθει, και ψάμενος καὶ δάκρυα χεάμενος, τῇ δὲ τούτου μητρὶ Ξένῃ ὅσα καὶ ἀπούσῃ τὴν τιμὴν ἀφοσιωσάμενος καὶ τῆς ἐκεῖσε παρουσίας πάρεργον ἀπονείμας τὴν προσε αγόρευσιν, καὶ ταύτην ὑποψίας μεστὴν καὶ τοῦ μίσους ἐνδεικτικὴν ὅπερ κατ' αὐτῆς ἐκ μακροῦ τῇ ψυχῇ ἐναπέθετο, βραχύ τι προσδιατρίψας μεταχω ρεῖ. Καὶ κατὰ τὴν προηυτρεπισμένην αὐτῷ ἐκεῖ που σκηνὴν ἀφικόμενος εἶχε περὶ αὐτὸν τὰς αὐλαίας πηξαμένους, ὃν τρόπον αἱ ὄρνεις ὑπὸ τᾶς ἑαυτῶν ἐπισυνάγουσι πτέρυγας τὰ νεόττια, πάντα ἄνδρα εὐγενῆ καὶ περίδοξον, ὅτε και τις ἀνὴρ Ίρος ἄλλος Ομηρικός, μολοβρὸς καὶ ἀνέστιος, τὰς τῶν πλουσίων θύρας ἐκτρίβων καὶ θεραπεύων τὴν γαστέρα τοῖς τῶν ἄρτων τεμάχεσιν, άλω τὰ βιώσιμα αἰτῶν ἀωρὶ τῶν νυκτῶν περὶ τὴν Ἀνδρονίκου σκηνὴν εἰλούμενος, ἐξωμίας ἂνθρωπος καὶ παραβλώψ, καὶ τὰ μὲν πρῶτα ὑπὸ τῆς θεραπείας Ανδρονίκου ὡς γοητείαις εὐθύνεται χρώμενος, ἔπειτα καὶ τῷ δήμῳ τῆς πόλεως NICETE CHONIATE Alexii filii curam mandasset, et imperii admini- strationem etiam præ cognatis commisisset. Cui patriarcha respondit se jam olim sollicitudinem de imperatore deposuisse, hoc est inter mortuos eum numerare, posteaquam Andronicus urbem ingres- sus rerum administrationem susceperit. Quo res- ponso confusus Andronicus, et se intellexisse dis- simulans, rogavit quid sibi vellet ea oratio, quam- vis satis sciret divinum virum pueri imperatoris mortem designasse. At ille, ne feram alioqui contra se rugientem magis irritaret, aut camelum ad solitum vomitum provocaret, dictum illud alio detorsit, ac se jam olim, et canonibus et senio re- rum administratione interdicentibus, imperatorem curare desiisse, neque licere sibi mundanis rebus implicari ; prælerea ipsum Andronicum vel solum parem esse imperatori educando. tia per filios et amicos ejus quam rectissime con- stitutis,et imperatoris etiam amicis ejus acce- dendi et ejus voluntati se accommodandi potestate data, tandem ipse quoque Andronicus Damali discedit. Ac triremi conscensa, dum per fretum in urbem trajicit, Davidicum illud hilariter succinuit : « Revertere, anima mea,in requiem tuam,quoniam Dominus tibi benefecit, erepta vita mea ex morte, oculis meis a lacrymis, pedibus meis a lapsu vindicatis.» Imperotere Alexio et matre ejus Xene e palatio, ut voluerat Andronicus, in Manganicas regales ædes ad Philopatium digressis, eo se con- fert ; ac, imperatore submisse adorato, pedes ejus amplectitur cum solito planctu et fletu. Matre vero ejus obiter et,contemptim salutata, sine dissimula- tione veteris in eam odii, citra moram longiorem in tentorium non proculinde paratum discedit, vbi omnes viri nobiles et honorati sua quoque taber- nacula erexerunt, quemadmodum pulli sub galli- næ alas confugiunt. Tum homo quidam, alter Irus Homericus, teter, sine domo, divitum limina terens ut frustis panis famem sedaret, captus est, cum intempesta nocte juxta Andronici tabernacu- lum victum mendicaret, vir procerus et strabus. Ac primum ab Andronici ministris pro mago in- simulatur, deinde urbana plebi præter opinionem deditur. Ea vero spectando Andronico, ut divino vultui intenta, cum indicta causa, congestis in theatro lignis aridis et sarmentis, in Andronici gratiam exurit. D 13. Caterum palatii rebus ex Andronici senten- C
Βουληθεὶς δὲ τὸ ἐκ τῆς ἀνεψιᾶς Θεοδώρας ἀποτεχθὲν αὐτῷ θυγάτριον τὴν Εἰρήνην εἰς γάμον ἁρμόσαι τῷ Ἀλεξίῳ, ὃν ἡ ἀδελφόπαις τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ Θεοδώρα συνερχομένη τούτῳ ἐγείνατο, βιβλίον λακωνίζον ξυντίθησι πρὸς τὴν ἱερὰν σύνοδον καὶ τοῦτο ὑποσημηνάμενος κάτωθεν διὰ μέλανος τῷ οἰκείῳ ὀνόματι ἐπὶ κοινῆς ἀκροάσεώς τε καὶ σκέψεως ἀναδίδωσιν. ἦν δὲ τῶν γραφομένων ὁ νοῦς, εἰ συγχωρηθήσεται προβῆναι συνάλλαγμα γαμικὸν βραχὺ μὲν ἢ οὐδὲν παρυπεμφαῖνον τὸ ἄσεμνον, γενησόμενον δ’ ὅμως εἰς ἁρμογὴν τῆς ἑῴας καὶ ἑσπερίου λήξεως καὶ ἀνάρρυσιν αἰχμαλώτων καὶ χορηγὸν πλείστων ὅσων ἑτέρων συνοισόντων κοινῇ. καὶ τὸ βραχυσύλλαβον τοῦτο γραμμάτιον καθά τις εὐρυχανδὴς ζωμήρυσις ἢ Ποσειδώνειος τρίαινα ἢ τὸ εὐφυὲς τῆς Ἔριδος μῆλον τήν τε σύνοδον διεκύκησε καὶ τῆς συγκλήτου μέρος, ὁπόσον περὶ τὸ κρίνειν διέστησεν, ἢ ἀληθέστερον εἰπεῖν, κατ’ ἀλλήλων ἐφώπλισε καὶ εἰς μοίρας ἐναντίας ἀπέκρινε. χρήμασι γὰρ οἱ πλεῖστοι τούτων καθυπαχθέντες καὶ τιμῶν ἀναβάσεσι μαλαχθέντες ἐπευδόκουν, ὡς οὐκ ὤφελον, οἷα μὴ κεκωλυμένῳ τῷ γάμῳ·
δε, φησὶ, βαθὺς ᾿Αρμένιος, » ἐπεὶ καὶ τὸ πατρῷον γένος ἐξ ᾿Αρμενίων ἕλκειν ἐλέγετο. Τοῦτο δὲ καὶ ἄλλοτέ ποτε ἐπέσκωψεν ἐς αὐτὸν ᾿Αν δρόνικος, ὅτε ὁ μὲν πρὸς τὸν πατριάρχην τὸν λόγον ποιούμενος ἀχθομένῳ ἐῴχει καὶ μόνος υπολελεῖσθαι τοῦ βασιλέως Αλεξίου κηδεμών ἕλεγε, μηδένα ἔχων τὸν συμπονοῦντά τε καὶ συγκάμνοντα, μηδ' αὐτὴν τὴν ἐκείνου ἁγιότητα, καίπερ τοῦ βασιλέως Μανουήλ καὶ πατρὸς τῷ βασιλεῖ 'Αλεξίῳ ἐς αὐτὸν ἀναθεμένου τὸν πατριάρχην τὴν τοῦ υἱοῦ τημελούχησιν καὶ τὴν τοῦ κράτους αὐτῷ κυβέρνησιν ὑπὲρ τοὺς τούτῳ κατὰ γένος προσήκοντας· ὁ δ' ἔφησεν ἀποφροντίσαι πάλαι τὸν βασιλέα, εἴτ᾿ οὖν τοῖς τεθνεῶσιν ἔχειν ἐνάριθμον, ἐξ ὅτου περ αὐτὸς ᾿Ανδρόνικος τὴν βασ σιλίδα πόλιν εἰσεληλύθει καὶ τὰ κοινὰ διαχειρίζει Α μνήστριαν, ο Β πράγματα. Πρὸς ἣν ἀπόκρισιν τοῦ πατριάρχου ἐρυθριάσας 'Ανδρόνικος ήρετο τί ἐστι τὸ ἀποφρον τίσαι καὶ πρὸς δ σημαινόμενον ἐκτετόξευται, τὸν μὴ συνιέντα πλαττόμενος, καίτοι ἐγνωκὼς ἀληθῶς ὡς τὸν τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως θάνατον ἀνίξατο δι' ὧν ὁ θεῖος οὗτος ἀνὴρ ἐφθέγξατο. Ὁ δὲ τὸν θῆρα μὴ ἐκμαίνειν ἐθέλων καὶ ἄλλως κατ' αὐτοῦ ὠρυόμενον, ἢ τὴν κάμηλον ἀναστομοῦν εἰς ἐξέραμα πρὸς ὅπερ εἴθιστο, οὐ κατὰ τὴν ἀληθῆ καὶ πρὸς ἢν ἐξέθη ἐξήγησιν τὸν τοῦ ῥήματος νοῦν ῥῆμήνευσεν, ἀλλὰ, μηκέτι ἔφησε φροντίζειν τοῦ βασιλέως καὶ τὸ τούτου πάλαι παριδεῖν τημελὲς καὶ διὰ τὸ τοὺς κανόνας μὲν καὶ τὸ γῆρας μὴ ἐγχωρεῖν αὐτῷ τοῖς κατὰ κόσμον συμπλέκεσθαι πράγμασι, τὸ τὲ πλέον αὐτὸν τὸν ᾿Ανδρόνικον αὐτάρκη καὶ μονώτατον εἶναι τὸν βασιλέα παιδοκομεῖν. ιγ΄. Τῶν μέντοι κατὰ τὰ ἀρχεῖα πραγμάτων ούτ τωσὶ διῳκημένων ὡς Ἀνδρόνικος ὑπέθετο τοῖς υἱεῖ σιν αὐτοῦ καὶ τοῖς φίλοις καὶ οἱ τῶν καθ' αἷμα ᾠκειωμένων τῷ βασιλεῖ ἀνεύθυνον ἐκ βασιλέως καὶ τὸ ὅλον ἀνάγκλητον εἶχον τὸ προσιέναι Ανδρονίκῳ καὶ τοῖς ἐκείνου προσανέχειν βουλεύμασιν, ὀψέ ποτε καὶ αὐτὸς 'Ανδρόνικος ὑποχωρεῖ τῆς Δαμάλεως εἰσο ιών τριήρη καὶ ὑποψήλας τὸ τοῦ Δαβὶδ ἐν τῷ τὸν πορθμὸν [Ρ. 15] διαβαίνειν τῆς βασιλίδος τῶν πό- λεων καὶ ἀποφθεγξάμενος μετὰ διαχύσεως, « Επί στρεψον, ψυχή μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, ὅτι Κύριος εὐηργέτησέ σε, ὅτι ἐξείλετο τὴν ψυχήν μου ἐκ θα νάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων καὶ τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. » Τοῦ δὲ βασιλέως ᾿Αλε- ξίου καὶ τῆς ἐκείνου μητρὸς Ξένης ἐξιόντων μὲν ἐκ τῶν βασιλείων κατὰ τὴν Ανδρονίκου βούλησιν, εἰς δὲ τὰς ἐν τῷ Φιλοπατίῳ βασιλικὰς μετασκηνη- σαμένων οἰκοδομὰς αἱ τοῦ Μαγγάνη ἐλέγοντο, πρόσω εισιν ἐκεῖσε ᾿Ανδρόνικος, καὶ τῷ μὲν βασιλεῖ βα- θεῖαν ἀπονέμει προσκύνησιν ἐπὶ γόνυ πεσών, καὶ τοὺς ἐκείνου πόδας προσπτύσσεται, ὡς εἰώθει, και ψάμενος καὶ δάκρυα χεάμενος, τῇ δὲ τούτου μητρὶ Ξένῃ ὅσα καὶ ἀπούσῃ τὴν τιμὴν ἀφοσιωσάμενος καὶ τῆς ἐκεῖσε παρουσίας πάρεργον ἀπονείμας τὴν προσε αγόρευσιν, καὶ ταύτην ὑποψίας μεστὴν καὶ τοῦ μίσους ἐνδεικτικὴν ὅπερ κατ' αὐτῆς ἐκ μακροῦ τῇ ψυχῇ ἐναπέθετο, βραχύ τι προσδιατρίψας μεταχω ρεῖ. Καὶ κατὰ τὴν προηυτρεπισμένην αὐτῷ ἐκεῖ που σκηνὴν ἀφικόμενος εἶχε περὶ αὐτὸν τὰς αὐλαίας πηξαμένους, ὃν τρόπον αἱ ὄρνεις ὑπὸ τᾶς ἑαυτῶν ἐπισυνάγουσι πτέρυγας τὰ νεόττια, πάντα ἄνδρα εὐγενῆ καὶ περίδοξον, ὅτε και τις ἀνὴρ Ίρος ἄλλος Ομηρικός, μολοβρὸς καὶ ἀνέστιος, τὰς τῶν πλουσίων θύρας ἐκτρίβων καὶ θεραπεύων τὴν γαστέρα τοῖς τῶν ἄρτων τεμάχεσιν, άλω τὰ βιώσιμα αἰτῶν ἀωρὶ τῶν νυκτῶν περὶ τὴν Ἀνδρονίκου σκηνὴν εἰλούμενος, ἐξωμίας ἂνθρωπος καὶ παραβλώψ, καὶ τὰ μὲν πρῶτα ὑπὸ τῆς θεραπείας Ανδρονίκου ὡς γοητείαις εὐθύνεται χρώμενος, ἔπειτα καὶ τῷ δήμῳ τῆς πόλεως NICETE CHONIATE Alexii filii curam mandasset, et imperii admini- strationem etiam præ cognatis commisisset. Cui patriarcha respondit se jam olim sollicitudinem de imperatore deposuisse, hoc est inter mortuos eum numerare, posteaquam Andronicus urbem ingres- sus rerum administrationem susceperit. Quo res- ponso confusus Andronicus, et se intellexisse dis- simulans, rogavit quid sibi vellet ea oratio, quam- vis satis sciret divinum virum pueri imperatoris mortem designasse. At ille, ne feram alioqui contra se rugientem magis irritaret, aut camelum ad solitum vomitum provocaret, dictum illud alio detorsit, ac se jam olim, et canonibus et senio re- rum administratione interdicentibus, imperatorem curare desiisse, neque licere sibi mundanis rebus implicari ; prælerea ipsum Andronicum vel solum parem esse imperatori educando. tia per filios et amicos ejus quam rectissime con- stitutis,et imperatoris etiam amicis ejus acce- dendi et ejus voluntati se accommodandi potestate data, tandem ipse quoque Andronicus Damali discedit. Ac triremi conscensa, dum per fretum in urbem trajicit, Davidicum illud hilariter succinuit : « Revertere, anima mea,in requiem tuam,quoniam Dominus tibi benefecit, erepta vita mea ex morte, oculis meis a lacrymis, pedibus meis a lapsu vindicatis.» Imperotere Alexio et matre ejus Xene e palatio, ut voluerat Andronicus, in Manganicas regales ædes ad Philopatium digressis, eo se con- fert ; ac, imperatore submisse adorato, pedes ejus amplectitur cum solito planctu et fletu. Matre vero ejus obiter et,contemptim salutata, sine dissimula- tione veteris in eam odii, citra moram longiorem in tentorium non proculinde paratum discedit, vbi omnes viri nobiles et honorati sua quoque taber- nacula erexerunt, quemadmodum pulli sub galli- næ alas confugiunt. Tum homo quidam, alter Irus Homericus, teter, sine domo, divitum limina terens ut frustis panis famem sedaret, captus est, cum intempesta nocte juxta Andronici tabernacu- lum victum mendicaret, vir procerus et strabus. Ac primum ab Andronici ministris pro mago in- simulatur, deinde urbana plebi præter opinionem deditur. Ea vero spectando Andronico, ut divino vultui intenta, cum indicta causa, congestis in theatro lignis aridis et sarmentis, in Andronici gratiam exurit. D 13. Caterum palatii rebus ex Andronici senten- C
οἱ δὲ θρασύτεροι τῶν δικαστῶν καὶ ψηφοφαγεῖν εἰωθότες καὶ κατὰ τοὺς περιφανεῖς ἀγυρτεύοντες οἴκους καὶ οἱ φιλόχρυσοι τῶν ἐκ τῆς συνόδου καὶ θεοκάπηλοι μηδὲ συγγένειαν ἐπισύρεσθαι διετείνοντο τὰ συναφθησόμενα πρόσωπα διὰ τὸ ἐξ ἀθεμίτων ἑνώσεων ἀμφότερα γεγενῆσθαι καὶ τοῖς νόμοις τὰ τοιάδε κυήματα ἀνεπικοινώνητα συγγενείας καὶ ἐκ διαμέτρου ἀφεστῶτα λογίζεσθαι καὶ ἀμαθὲς ἔλεγον εἶναι καὶ τὸ οἴεσθαι ὅλως δεῖν ὑπ’ ἐξέτασιν πίπτειν ἐκδηλοτέραν ἡλίου ὑπόθεσιν. οἱ δὲ οὐδ’ ἄκροις ὠσὶ παραδεχόμενοι τὰ φθεγγόμενα καὶ ὡς ἀγχεμάχοις ὅπλοις τοῖς νόμοις τὰς προσβολὰς αὐτῶν ἀπρακτοῦντες μηδὲ συγχωροῦντες τῇ πράξει ὡς ἀθεμιτογαμίας μεστῇ ἀντέπιπτον γενναιότερον. Ἦσαν δὲ οἱ τὴν καλλίστην ταύτην εἰσηγούμενοι γνώμην καὶ τῆς πάλης τῆς κρείττονος βραχεῖς ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος καί τινες εὐσύνοπτοι τῶν τῆς συγκλή του βουλῆς. καὶ αὐτοὺς δὲ ὁ τοῦ πατριάρχου ζῆλος ἐπισυνίστη τε καὶ ἐπήλειφεν οὐκ ἐῶν ἑτεροζυγεῖν καὶ οἴκοθεν ἄλλως σπεύδοντας.
δε, φησὶ, βαθὺς ᾿Αρμένιος, » ἐπεὶ καὶ τὸ πατρῷον γένος ἐξ ᾿Αρμενίων ἕλκειν ἐλέγετο. Τοῦτο δὲ καὶ ἄλλοτέ ποτε ἐπέσκωψεν ἐς αὐτὸν ᾿Αν δρόνικος, ὅτε ὁ μὲν πρὸς τὸν πατριάρχην τὸν λόγον ποιούμενος ἀχθομένῳ ἐῴχει καὶ μόνος υπολελεῖσθαι τοῦ βασιλέως Αλεξίου κηδεμών ἕλεγε, μηδένα ἔχων τὸν συμπονοῦντά τε καὶ συγκάμνοντα, μηδ' αὐτὴν τὴν ἐκείνου ἁγιότητα, καίπερ τοῦ βασιλέως Μανουήλ καὶ πατρὸς τῷ βασιλεῖ 'Αλεξίῳ ἐς αὐτὸν ἀναθεμένου τὸν πατριάρχην τὴν τοῦ υἱοῦ τημελούχησιν καὶ τὴν τοῦ κράτους αὐτῷ κυβέρνησιν ὑπὲρ τοὺς τούτῳ κατὰ γένος προσήκοντας· ὁ δ' ἔφησεν ἀποφροντίσαι πάλαι τὸν βασιλέα, εἴτ᾿ οὖν τοῖς τεθνεῶσιν ἔχειν ἐνάριθμον, ἐξ ὅτου περ αὐτὸς ᾿Ανδρόνικος τὴν βασ σιλίδα πόλιν εἰσεληλύθει καὶ τὰ κοινὰ διαχειρίζει Α μνήστριαν, ο Β πράγματα. Πρὸς ἣν ἀπόκρισιν τοῦ πατριάρχου ἐρυθριάσας 'Ανδρόνικος ήρετο τί ἐστι τὸ ἀποφρον τίσαι καὶ πρὸς δ σημαινόμενον ἐκτετόξευται, τὸν μὴ συνιέντα πλαττόμενος, καίτοι ἐγνωκὼς ἀληθῶς ὡς τὸν τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως θάνατον ἀνίξατο δι' ὧν ὁ θεῖος οὗτος ἀνὴρ ἐφθέγξατο. Ὁ δὲ τὸν θῆρα μὴ ἐκμαίνειν ἐθέλων καὶ ἄλλως κατ' αὐτοῦ ὠρυόμενον, ἢ τὴν κάμηλον ἀναστομοῦν εἰς ἐξέραμα πρὸς ὅπερ εἴθιστο, οὐ κατὰ τὴν ἀληθῆ καὶ πρὸς ἢν ἐξέθη ἐξήγησιν τὸν τοῦ ῥήματος νοῦν ῥῆμήνευσεν, ἀλλὰ, μηκέτι ἔφησε φροντίζειν τοῦ βασιλέως καὶ τὸ τούτου πάλαι παριδεῖν τημελὲς καὶ διὰ τὸ τοὺς κανόνας μὲν καὶ τὸ γῆρας μὴ ἐγχωρεῖν αὐτῷ τοῖς κατὰ κόσμον συμπλέκεσθαι πράγμασι, τὸ τὲ πλέον αὐτὸν τὸν ᾿Ανδρόνικον αὐτάρκη καὶ μονώτατον εἶναι τὸν βασιλέα παιδοκομεῖν. ιγ΄. Τῶν μέντοι κατὰ τὰ ἀρχεῖα πραγμάτων ούτ τωσὶ διῳκημένων ὡς Ἀνδρόνικος ὑπέθετο τοῖς υἱεῖ σιν αὐτοῦ καὶ τοῖς φίλοις καὶ οἱ τῶν καθ' αἷμα ᾠκειωμένων τῷ βασιλεῖ ἀνεύθυνον ἐκ βασιλέως καὶ τὸ ὅλον ἀνάγκλητον εἶχον τὸ προσιέναι Ανδρονίκῳ καὶ τοῖς ἐκείνου προσανέχειν βουλεύμασιν, ὀψέ ποτε καὶ αὐτὸς 'Ανδρόνικος ὑποχωρεῖ τῆς Δαμάλεως εἰσο ιών τριήρη καὶ ὑποψήλας τὸ τοῦ Δαβὶδ ἐν τῷ τὸν πορθμὸν [Ρ. 15] διαβαίνειν τῆς βασιλίδος τῶν πό- λεων καὶ ἀποφθεγξάμενος μετὰ διαχύσεως, « Επί στρεψον, ψυχή μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, ὅτι Κύριος εὐηργέτησέ σε, ὅτι ἐξείλετο τὴν ψυχήν μου ἐκ θα νάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων καὶ τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. » Τοῦ δὲ βασιλέως ᾿Αλε- ξίου καὶ τῆς ἐκείνου μητρὸς Ξένης ἐξιόντων μὲν ἐκ τῶν βασιλείων κατὰ τὴν Ανδρονίκου βούλησιν, εἰς δὲ τὰς ἐν τῷ Φιλοπατίῳ βασιλικὰς μετασκηνη- σαμένων οἰκοδομὰς αἱ τοῦ Μαγγάνη ἐλέγοντο, πρόσω εισιν ἐκεῖσε ᾿Ανδρόνικος, καὶ τῷ μὲν βασιλεῖ βα- θεῖαν ἀπονέμει προσκύνησιν ἐπὶ γόνυ πεσών, καὶ τοὺς ἐκείνου πόδας προσπτύσσεται, ὡς εἰώθει, και ψάμενος καὶ δάκρυα χεάμενος, τῇ δὲ τούτου μητρὶ Ξένῃ ὅσα καὶ ἀπούσῃ τὴν τιμὴν ἀφοσιωσάμενος καὶ τῆς ἐκεῖσε παρουσίας πάρεργον ἀπονείμας τὴν προσε αγόρευσιν, καὶ ταύτην ὑποψίας μεστὴν καὶ τοῦ μίσους ἐνδεικτικὴν ὅπερ κατ' αὐτῆς ἐκ μακροῦ τῇ ψυχῇ ἐναπέθετο, βραχύ τι προσδιατρίψας μεταχω ρεῖ. Καὶ κατὰ τὴν προηυτρεπισμένην αὐτῷ ἐκεῖ που σκηνὴν ἀφικόμενος εἶχε περὶ αὐτὸν τὰς αὐλαίας πηξαμένους, ὃν τρόπον αἱ ὄρνεις ὑπὸ τᾶς ἑαυτῶν ἐπισυνάγουσι πτέρυγας τὰ νεόττια, πάντα ἄνδρα εὐγενῆ καὶ περίδοξον, ὅτε και τις ἀνὴρ Ίρος ἄλλος Ομηρικός, μολοβρὸς καὶ ἀνέστιος, τὰς τῶν πλουσίων θύρας ἐκτρίβων καὶ θεραπεύων τὴν γαστέρα τοῖς τῶν ἄρτων τεμάχεσιν, άλω τὰ βιώσιμα αἰτῶν ἀωρὶ τῶν νυκτῶν περὶ τὴν Ἀνδρονίκου σκηνὴν εἰλούμενος, ἐξωμίας ἂνθρωπος καὶ παραβλώψ, καὶ τὰ μὲν πρῶτα ὑπὸ τῆς θεραπείας Ανδρονίκου ὡς γοητείαις εὐθύνεται χρώμενος, ἔπειτα καὶ τῷ δήμῳ τῆς πόλεως NICETE CHONIATE Alexii filii curam mandasset, et imperii admini- strationem etiam præ cognatis commisisset. Cui patriarcha respondit se jam olim sollicitudinem de imperatore deposuisse, hoc est inter mortuos eum numerare, posteaquam Andronicus urbem ingres- sus rerum administrationem susceperit. Quo res- ponso confusus Andronicus, et se intellexisse dis- simulans, rogavit quid sibi vellet ea oratio, quam- vis satis sciret divinum virum pueri imperatoris mortem designasse. At ille, ne feram alioqui contra se rugientem magis irritaret, aut camelum ad solitum vomitum provocaret, dictum illud alio detorsit, ac se jam olim, et canonibus et senio re- rum administratione interdicentibus, imperatorem curare desiisse, neque licere sibi mundanis rebus implicari ; prælerea ipsum Andronicum vel solum parem esse imperatori educando. tia per filios et amicos ejus quam rectissime con- stitutis,et imperatoris etiam amicis ejus acce- dendi et ejus voluntati se accommodandi potestate data, tandem ipse quoque Andronicus Damali discedit. Ac triremi conscensa, dum per fretum in urbem trajicit, Davidicum illud hilariter succinuit : « Revertere, anima mea,in requiem tuam,quoniam Dominus tibi benefecit, erepta vita mea ex morte, oculis meis a lacrymis, pedibus meis a lapsu vindicatis.» Imperotere Alexio et matre ejus Xene e palatio, ut voluerat Andronicus, in Manganicas regales ædes ad Philopatium digressis, eo se con- fert ; ac, imperatore submisse adorato, pedes ejus amplectitur cum solito planctu et fletu. Matre vero ejus obiter et,contemptim salutata, sine dissimula- tione veteris in eam odii, citra moram longiorem in tentorium non proculinde paratum discedit, vbi omnes viri nobiles et honorati sua quoque taber- nacula erexerunt, quemadmodum pulli sub galli- næ alas confugiunt. Tum homo quidam, alter Irus Homericus, teter, sine domo, divitum limina terens ut frustis panis famem sedaret, captus est, cum intempesta nocte juxta Andronici tabernacu- lum victum mendicaret, vir procerus et strabus. Ac primum ab Andronici ministris pro mago in- simulatur, deinde urbana plebi præter opinionem deditur. Ea vero spectando Andronico, ut divino vultui intenta, cum indicta causa, congestis in theatro lignis aridis et sarmentis, in Andronici gratiam exurit. D 13. Caterum palatii rebus ex Andronici senten- C
PG 139:609οὔτε γὰρ Ἀνδρονικικὸς αὐτὸν ἐξέλυσε στομφασμός, οὔθ’ ἡ τῶν αὐτοῦ λόγων ἐστυφέλιξε δύναμις, οὔθ’ αἱ ἀπειλαὶ διετάραξαν, ἀλλ’ ἦν ἀτίνακτος ὡς ἐκεῖνος ὁ πρόβολος, περὶ ὃν ἀεὶ κῦμα ὀρθὸν ἵσταται καὶ ἅλμη περιμορμύρουσα, ὁ δὲ εἰς ἀφρὸν διαλύων καὶ μακρὰ κλάειν ἐῶν τὴν ἠχήεσσαν θάλασσαν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐστήρικται βάσεως. Ἀμέλει τοι καὶ ἰδὼν ὡς οὐδὲν ὠφελεῖ, ἀλλ’ ἀνακαλύπτως ἔπεισι τὰ δεινὰ καὶ νικᾷ τὰ χείρονα, τῶν ἱερῶν ἀρχείων ἀπανίσταται καὶ πρὸς τὴν νῆσον ἀφικνεῖται Τερέβινθον, καθ’ ἣν αὐτῷ τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν τοῦ σκήνους ηὐτρεπίκει κατάθεσιν. ὁ δ’ Ἀνδρόνικος τὴν τοῦ Θεοδοσίου ὑποχώρησιν δεξίωμα τύχης κάλλιστον ἡγησάμενος, ὡς παρὰ δόξαν ἅμα καὶ κατὰ γνώμην ἐκείνῳ γεγενημένην, τό τε συνάλλαγμα ἐξεπέρανε τῶν γάμων, εὐλογητὴν ἀναδείξας τὸν ἀρχιποίμενα τῶν Βουλγάρων παρόντα τηνικαῦτα τῇ πόλει, καὶ περὶ τοῦ τὸν πατριαρχικὸν θρόνον διαδεξομένου καὶ αὐτῷ πληρώσοντος τὰ κατ’ ἔφεσιν διασκέπτεται.
ἐκδίδοται παραλόγως. Οἱ δὲ ὅσα καὶ θείας ὄψεως τῆς ᾿Ανδρονίκου θέας ἐχόμενοι, ἀνεξελέγκτως αὐτὸν εἰς τὸ θέατρον ἀπαγαγόντες καὶ κραῦρα ξύλα καὶ φακιόλους φορυτῶν ξυναγείραντες κατακαίουσιν Ανδρονίκῳ χαριζό μενοι. Συχνὰς δ' ἐκμετρήσας ἡμέρας Ανδρόνικος σὺν τῷ Α βασιλεῖ κατὰ τὸ Φιλοπάτιον, ἔσχεν ἔρον εἰς τὴν μετ γαλόπολιν εἰσιέναι καὶ τὸν τοῦ βασιλέως ἐξαδέλφου Μανουὴλ τάφον ἰδεῖν. Ὅθεν κατὰ τὴν τοῦ Παντοκρά τορος μονὴν γεγονώς, καὶ ποῦ τέθαπται ὁ νεκρὸς ἐρωτήσας, καὶ ἔπιστὰς τῷ σωματοφυλακοῦντι μνή- ματι πικρῶς ἐπεδάκρυσε καὶ περιπαθῶς ὠλοφύρετο, ὡς καὶ πολλοὺς τῶν παρεστώτων μὴν τὸν κρυψίνουν Ο ὅλως διορᾷν Ανδρόνικον ἔχοντας θαυμάσαι λίαν, καὶ εἰπεῖν· « Ω τοῦ θαύματος, πῶς ἐφίλει τὸν προσγενῆ ἄνακτα, καίπερ διώκτην ὄντα θερμὸν καὶ φιλανθρώ- πως αὐτῷ μὴ χρησάμενον. » Τινῶν δὲ τῶν ἐκ τοῦ γένους ἀποσπώντων αὐτὸν τῆς σοροῦ καὶ ἀρκούντως ὑποφωνούντων τεθρηνηκέναι, οὐδ᾽ ὅλως καθυπεῖξε ταῖς παραιφάσεσιν, ἀλλ᾽ αἰτήσας καὶ ἔτι μικρὸν ἐνδοθῆναί οἱ προσκαρτερῆσαι τῷ τάφῳ, ἔχειν γάρ τι Β τῷ κειμένῳ κατὰ μόνας διαλεχθῆναι, τὰς χεῖρας ὡς πρὸς ἱκεσίαν διασκευάσας καὶ διαπετάσας τὰς παλά μας καὶ διαρας τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς λίθον τὸν νεκροδέγμονα, καὶ τὰ χείλῃ μὲν κινῶν, φωνὴν δ' οὐδαμῶς ἐξικνουμένην εἰς ὦτα τῶν παρεστώτων οὐμενοῦν ἀφιείς, διάλεξιν τινα λαθραίαν ἐπεποίητο. Τοῖς [Ρ. 166] μὲν οὖν πλείστοις ἐπῳδή τις βαρβα ρικὴ λελόγιστο τὰ ὑποψαλλόμενα· ἦσαν δ' οί, καὶ τούτων μάλιστα οἱ τὴν εὐτραπελίαν μεταδιώκοντες, ἐπικερτομεῖν Ανδρόνικον ἔφασκον τῷ βασιλεῖ Μα- νουὴλ, καὶ ἀτεχνῶς κειμένῳ ἐπεμβαίνοντα λέγειν, Ἔχω σε τὸν διώκτην καὶ πολλὰς ἐμοὶ πλάνας προς- ξενηκότα, καὶ ὑφ' οὗ παγκόσμιον μικροῦ γεγένημαι περιλάλημα, πᾶσαν δυστυχῶς ἐπιὼν ὁπόσην ἥλιος ἔπεισιν ἄρματι. Καὶ σὲ μὲν ὁ ἑπτακόρυμβος αὑτοσὶ α συνέξει λίθος ὅσα καὶ ἄφυκτον δεσμωτήριον, νήγερ τον καθεύδοντα ὕπνον καὶ τῆς τελευταίας σάλπιγγος ἐπιδεῖ· ἐγὼ δὲ τὸ σὸν μετελεύσομαι γένος οἷα καὶ λέων μεγάλῳ ἐπεγκύρσας θηράματι, καὶ δίκας ὧν ὑπὸ σοῦ κακῶς ἐπεπόνθειν γενναίας εισπράξομαι τὴν ἐπτάλοφον ταυτηνὶ καὶ λαμπρὶν εἰσιών μεγαλόπολιν. » ιδ'. Ἐκ δὲ τούτου πάντα οἶκον ἐπιών περιφανή καὶ λαμπρὸν, καὶ σταθμοὺς ἐν αὐτοῖς τιθέμενος ὥσπερ οἱ παροδεύοντες, ἐχρῆτο τοῖς κοινοῖς ὡς ᾑρεῖτο πράγματι, τῷ μὲν βασιλεῖ Αλεξίῳ κυνηγε σίοις ἐφιεὶς προσανέχειν καὶ κούφοις τῷ τέως τρέ- φεσθαι πνεύματι μετὰ τῶν φυλάκων οὔς αὐτῷ ἐπέ- στησεν, οὐ μόνον τὴν εἴσοδον αὐτοῦ καὶ τὴν ἔξοδον ἐφορῶντας τοῦ μυθικοῦ πολυομμάτου "Αργου περιερ γότερον, ἀλλὰ καὶ μηδένα τῶν ἁπάντων παρεῶντας μόνῳ ἐντυγχάνειν αὐτῷ ὑπέρ τε οὐτινοτοῦν διομι λεῖσθαι πράγματος, ἑαυτὸν δὲ ὅλον ἐπιδοὺς ταῖς μερίμναις, οὐχ όπως εὖ πράττοιεν τὰ Ῥωμαίων, ἀλλ' ὅπως ἀφελεῖ ἐκ τῶν βασιλείων καὶ σύμβουλον ἀγαθὸν καὶ κατὰ χεῖρα γενναῖον ἀνδρα καὶ ἀρειμά νιον καὶ ὕποπτον ἐκείνῳ καὶ πρὸς ἀρχὴν ἐπιτήδειον. Αμειβόμενος δὲ τῆς πρὸς αὐτὸν εὐνοίας τοὺς Πα- φλαγόνας καὶ πάντα ἄλλον συνεφαψάμενον αὐτῷ τῆς ἀποστασίας, ἀξιώμασι τούτους ἐτίμησε καὶ δω ρεαῖς φιλοτίμοις ἐδεξιώσατο. Καὶ τὰ λαμπρὰ δὲ τῶν ἀξιωμάτων καὶ τὰ τῶν ὀφφικίων μεγαλοπρεπή, ὡς ἐκείνῳ ἐδόκει, μετατιθεὶς ἐπί τινων μὲν τοὺς ἑαυ- ALEXIUS MANUELIS FILIUS. Qui dies complures cum imperatore in Philopa- tio commoratus, magnam urbem intrare desidera- vit et Manuelis patruelis sepulcrum spectare. Cum in Pantocratoris nonasterium venisset, quæsivit ubi silus esset imperator ; ejusque sepulcro as- tans acerbe flevit, miserabiliter ejulans, ut qui- dam ex astantibus artium Andronici ignari, præ admiratione dicerent: « rem miram ! ut impera- torem cognatum, quamvis acrem et inhumanum perseculorem, dixit : « Cum autem quidam ex cognatis eum a tumulo avellerent, et luclui satis esse datum dicerent, monitis eorum nequaquam acquievit, sed petiit at se paulisper adhuc se- pulchro inhærere paterentur; habero enim quod cum defuncto seorsim colloquatur. Itaque manibus et palmis supplicis in modum compositis, et oculis in sepulcri saxum intentis labia movit, editaque voce, quæ a nemine exaudiretur, occultum collo- quium babuit. At plerique murmur illud incanta- tionem barbaricam esse, facetiores autem Andro- nicum Manueli insultare et manes ejus exagitare dicebant his verbis: « Habeo te, persecutor, a quo multis actus sum erroribus et totius pene mundi factus fabula, universo orbe pererrato; ac te quidem sepulchrum istud in septem vertices assurgens et inevitabilis carcer profundo somno oppressum tenet, ex quo nonnisi ultimæ tubæ « clangore excitaberis ; ego vero tuum genus ulciscar, ut leo prædam opimam nactus, et panasinjuriarum tuarum graves exigam, postquam hanc splendidam urbem sum ingressus, quæ septem una sibi muro circumdedit arces. » C D pervagando, et viatorum instar in eis divereando, rem publicam suo arbitratu administrabat. Impera- tori Alexio venationes et alia ludicra indulsit, custodibus adhibitis, qui non modo ingressum et eg- ressum ejus diligentissime observarent, sed etiam ne- minem omnino ulla de re cum eo colloqui paterentur: sibi curam rerum vendicavit, non in id intentus, ut Romana res floreret, sed utomnes tam consilio quam manu pollentes et imperio idonei, diversæ factionis, palatio exigerentur. Paphlagones cæterosque omnes quorum opera et studiis regnum occuparat, et honoribus et largitionibus est remuneratus. Digni- tates et officia magnifica pro libito partim in filios suos,partim in alios transtulit,eos utique qui ipsum secuti erant, ut olim ii qui a Deo vivente ad Baalem defecerunt, quique ipsius gloriam priori laudabili dignitati cum justitia cunjunctæ prætule- runt. Proinde clari viri partim domo et patria pellebantur,a charissimis suis avulsi, partim oculis privabantur, partim in carcerem et ferreas manicas 14. Deinceps omnes domcsillustres et splendidas
καὶ ἐπικρίνεται Ἀνδρονίκῳ εἰς τὴν οἰκουμενικὴν προεδρίαν ὁ Καματηρὸς Βασίλειος, ἢ τὸ ἔμπαλιν, ὡς ἐλέγετο, αὐτὸς Ἀνδρόνικον ἐφειλκύσατο πρὸς τὴν τοιαύτην ἐπιλογήν, οἷς μονώτατος ἐξ ἁπάντων Ἀνδρονίκῳ ἐγγράφως συνέθετο ἐκεῖνα ἐν τῷ ἀρχιερατεύειν διαπράττεσθαι, ὅσα φιλητὰ Ἀνδρονίκῳ, κἂν εἴησαν παναθέμιτα, κἀκεῖνα πάλιν ἀποστυγεῖν, ὁπόσα οὐχ ἡδύνει Ἀνδρόνικον. Οὐ μόνον δὲ τὰ κατὰ πόλιν οὕτως ἐνόσουν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξω χειρόνως ἔπασχον, ἀντιπεριάγοντος τοῦ δαιμονίου τὴν ὑπὸ Ῥωμαίους ἐς πᾶν ἀξύμφορον. ὁ γὰρ τοῦ Ἰκονίου σουλτάν, ὃν ἐδείμαινε πέτρον ἀεὶ κατὰ Τάνταλον ὑπὲρ κεφαλῆς ἀνατέλλοντα, φημὶ δὴ τὸν ἄνακτα Μανουήλ, ἐς ᾅδου μετακεχωρηκότα μαθὼν τήν τε Σωζόπολιν πολέμου νόμῳ κατέσχε καὶ τὰς πέριξ κωμοπόλεις ληϊσάμενος ὑφ’ ἑαυτὸν ἐποιήσατο, καὶ τὴν Ἀττάλου δὲ λαμπροτάτην πόλιν πολιορκίᾳ χρονίᾳ ἐκάκωσε καὶ τὸ Κοτυάειον ἐξεπόρθησε καὶ ἑτέρας συχνὰς πόλεις παρεστήσατο.
ἐκδίδοται παραλόγως. Οἱ δὲ ὅσα καὶ θείας ὄψεως τῆς ᾿Ανδρονίκου θέας ἐχόμενοι, ἀνεξελέγκτως αὐτὸν εἰς τὸ θέατρον ἀπαγαγόντες καὶ κραῦρα ξύλα καὶ φακιόλους φορυτῶν ξυναγείραντες κατακαίουσιν Ανδρονίκῳ χαριζό μενοι. Συχνὰς δ' ἐκμετρήσας ἡμέρας Ανδρόνικος σὺν τῷ Α βασιλεῖ κατὰ τὸ Φιλοπάτιον, ἔσχεν ἔρον εἰς τὴν μετ γαλόπολιν εἰσιέναι καὶ τὸν τοῦ βασιλέως ἐξαδέλφου Μανουὴλ τάφον ἰδεῖν. Ὅθεν κατὰ τὴν τοῦ Παντοκρά τορος μονὴν γεγονώς, καὶ ποῦ τέθαπται ὁ νεκρὸς ἐρωτήσας, καὶ ἔπιστὰς τῷ σωματοφυλακοῦντι μνή- ματι πικρῶς ἐπεδάκρυσε καὶ περιπαθῶς ὠλοφύρετο, ὡς καὶ πολλοὺς τῶν παρεστώτων μὴν τὸν κρυψίνουν Ο ὅλως διορᾷν Ανδρόνικον ἔχοντας θαυμάσαι λίαν, καὶ εἰπεῖν· « Ω τοῦ θαύματος, πῶς ἐφίλει τὸν προσγενῆ ἄνακτα, καίπερ διώκτην ὄντα θερμὸν καὶ φιλανθρώ- πως αὐτῷ μὴ χρησάμενον. » Τινῶν δὲ τῶν ἐκ τοῦ γένους ἀποσπώντων αὐτὸν τῆς σοροῦ καὶ ἀρκούντως ὑποφωνούντων τεθρηνηκέναι, οὐδ᾽ ὅλως καθυπεῖξε ταῖς παραιφάσεσιν, ἀλλ᾽ αἰτήσας καὶ ἔτι μικρὸν ἐνδοθῆναί οἱ προσκαρτερῆσαι τῷ τάφῳ, ἔχειν γάρ τι Β τῷ κειμένῳ κατὰ μόνας διαλεχθῆναι, τὰς χεῖρας ὡς πρὸς ἱκεσίαν διασκευάσας καὶ διαπετάσας τὰς παλά μας καὶ διαρας τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς λίθον τὸν νεκροδέγμονα, καὶ τὰ χείλῃ μὲν κινῶν, φωνὴν δ' οὐδαμῶς ἐξικνουμένην εἰς ὦτα τῶν παρεστώτων οὐμενοῦν ἀφιείς, διάλεξιν τινα λαθραίαν ἐπεποίητο. Τοῖς [Ρ. 166] μὲν οὖν πλείστοις ἐπῳδή τις βαρβα ρικὴ λελόγιστο τὰ ὑποψαλλόμενα· ἦσαν δ' οί, καὶ τούτων μάλιστα οἱ τὴν εὐτραπελίαν μεταδιώκοντες, ἐπικερτομεῖν Ανδρόνικον ἔφασκον τῷ βασιλεῖ Μα- νουὴλ, καὶ ἀτεχνῶς κειμένῳ ἐπεμβαίνοντα λέγειν, Ἔχω σε τὸν διώκτην καὶ πολλὰς ἐμοὶ πλάνας προς- ξενηκότα, καὶ ὑφ' οὗ παγκόσμιον μικροῦ γεγένημαι περιλάλημα, πᾶσαν δυστυχῶς ἐπιὼν ὁπόσην ἥλιος ἔπεισιν ἄρματι. Καὶ σὲ μὲν ὁ ἑπτακόρυμβος αὑτοσὶ α συνέξει λίθος ὅσα καὶ ἄφυκτον δεσμωτήριον, νήγερ τον καθεύδοντα ὕπνον καὶ τῆς τελευταίας σάλπιγγος ἐπιδεῖ· ἐγὼ δὲ τὸ σὸν μετελεύσομαι γένος οἷα καὶ λέων μεγάλῳ ἐπεγκύρσας θηράματι, καὶ δίκας ὧν ὑπὸ σοῦ κακῶς ἐπεπόνθειν γενναίας εισπράξομαι τὴν ἐπτάλοφον ταυτηνὶ καὶ λαμπρὶν εἰσιών μεγαλόπολιν. » ιδ'. Ἐκ δὲ τούτου πάντα οἶκον ἐπιών περιφανή καὶ λαμπρὸν, καὶ σταθμοὺς ἐν αὐτοῖς τιθέμενος ὥσπερ οἱ παροδεύοντες, ἐχρῆτο τοῖς κοινοῖς ὡς ᾑρεῖτο πράγματι, τῷ μὲν βασιλεῖ Αλεξίῳ κυνηγε σίοις ἐφιεὶς προσανέχειν καὶ κούφοις τῷ τέως τρέ- φεσθαι πνεύματι μετὰ τῶν φυλάκων οὔς αὐτῷ ἐπέ- στησεν, οὐ μόνον τὴν εἴσοδον αὐτοῦ καὶ τὴν ἔξοδον ἐφορῶντας τοῦ μυθικοῦ πολυομμάτου "Αργου περιερ γότερον, ἀλλὰ καὶ μηδένα τῶν ἁπάντων παρεῶντας μόνῳ ἐντυγχάνειν αὐτῷ ὑπέρ τε οὐτινοτοῦν διομι λεῖσθαι πράγματος, ἑαυτὸν δὲ ὅλον ἐπιδοὺς ταῖς μερίμναις, οὐχ όπως εὖ πράττοιεν τὰ Ῥωμαίων, ἀλλ' ὅπως ἀφελεῖ ἐκ τῶν βασιλείων καὶ σύμβουλον ἀγαθὸν καὶ κατὰ χεῖρα γενναῖον ἀνδρα καὶ ἀρειμά νιον καὶ ὕποπτον ἐκείνῳ καὶ πρὸς ἀρχὴν ἐπιτήδειον. Αμειβόμενος δὲ τῆς πρὸς αὐτὸν εὐνοίας τοὺς Πα- φλαγόνας καὶ πάντα ἄλλον συνεφαψάμενον αὐτῷ τῆς ἀποστασίας, ἀξιώμασι τούτους ἐτίμησε καὶ δω ρεαῖς φιλοτίμοις ἐδεξιώσατο. Καὶ τὰ λαμπρὰ δὲ τῶν ἀξιωμάτων καὶ τὰ τῶν ὀφφικίων μεγαλοπρεπή, ὡς ἐκείνῳ ἐδόκει, μετατιθεὶς ἐπί τινων μὲν τοὺς ἑαυ- ALEXIUS MANUELIS FILIUS. Qui dies complures cum imperatore in Philopa- tio commoratus, magnam urbem intrare desidera- vit et Manuelis patruelis sepulcrum spectare. Cum in Pantocratoris nonasterium venisset, quæsivit ubi silus esset imperator ; ejusque sepulcro as- tans acerbe flevit, miserabiliter ejulans, ut qui- dam ex astantibus artium Andronici ignari, præ admiratione dicerent: « rem miram ! ut impera- torem cognatum, quamvis acrem et inhumanum perseculorem, dixit : « Cum autem quidam ex cognatis eum a tumulo avellerent, et luclui satis esse datum dicerent, monitis eorum nequaquam acquievit, sed petiit at se paulisper adhuc se- pulchro inhærere paterentur; habero enim quod cum defuncto seorsim colloquatur. Itaque manibus et palmis supplicis in modum compositis, et oculis in sepulcri saxum intentis labia movit, editaque voce, quæ a nemine exaudiretur, occultum collo- quium babuit. At plerique murmur illud incanta- tionem barbaricam esse, facetiores autem Andro- nicum Manueli insultare et manes ejus exagitare dicebant his verbis: « Habeo te, persecutor, a quo multis actus sum erroribus et totius pene mundi factus fabula, universo orbe pererrato; ac te quidem sepulchrum istud in septem vertices assurgens et inevitabilis carcer profundo somno oppressum tenet, ex quo nonnisi ultimæ tubæ « clangore excitaberis ; ego vero tuum genus ulciscar, ut leo prædam opimam nactus, et panasinjuriarum tuarum graves exigam, postquam hanc splendidam urbem sum ingressus, quæ septem una sibi muro circumdedit arces. » C D pervagando, et viatorum instar in eis divereando, rem publicam suo arbitratu administrabat. Impera- tori Alexio venationes et alia ludicra indulsit, custodibus adhibitis, qui non modo ingressum et eg- ressum ejus diligentissime observarent, sed etiam ne- minem omnino ulla de re cum eo colloqui paterentur: sibi curam rerum vendicavit, non in id intentus, ut Romana res floreret, sed utomnes tam consilio quam manu pollentes et imperio idonei, diversæ factionis, palatio exigerentur. Paphlagones cæterosque omnes quorum opera et studiis regnum occuparat, et honoribus et largitionibus est remuneratus. Digni- tates et officia magnifica pro libito partim in filios suos,partim in alios transtulit,eos utique qui ipsum secuti erant, ut olim ii qui a Deo vivente ad Baalem defecerunt, quique ipsius gloriam priori laudabili dignitati cum justitia cunjunctæ prætule- runt. Proinde clari viri partim domo et patria pellebantur,a charissimis suis avulsi, partim oculis privabantur, partim in carcerem et ferreas manicas 14. Deinceps omnes domcsillustres et splendidas
Καὶ ὁ μέγας δὲ δομέστικος Ἰωάννης ὁ ἐκ Κομνηνῶν, ᾧ τὸ ἐπώνυμον Βατάτζης, ἀνὴρ οὐ φαῦλος τὰ τακτικά, πολλὰς δὲ νίκας πολλάκις ἐπανῃρημένος κατὰ Περσῶν, τῇ Φιλαδελφείᾳ ἐνδιατρίβων ἀντεκάθητο γενναίως τῷ Ἀνδρονίκῳ καὶ ὀλιγώρως τῶν τούτου εἶχεν ἐπιταγῶν καὶ ἀπειλοῦντι δεινὰ ἀντενεβριμᾶτο δεινότερα καὶ κακῶς ἀκούων ὡς τυραννίδι ἐπιχειρῶν τῷ ἤδη τετυραννηκότι λαμπρῶς ἐπετίμα τε καὶ ἐπέπληττεν ὡς ἐνστάτῃ δαίμονι τὸ βασίλειον γένος ἐκτρίβοντι. Ὅθεν ἐμφυλίων στάσεων καὶ πολέμων αἱ Ἀσιάτιδες ἔγεμον πόλεις. καὶ ἦν τὰ ἐντεῦθεν δρώμενα δυσαχθέστερα τῶν ἐκ τῶν γειτόνων συμβαινόντων ἐχθρῶν, ἢ καὶ οὕτως εἰπεῖν, ᾧ χεὶρ οὐκ ἐπεξῆλθεν ἀλλόγλωττος, τοῦτο ἡ ἐγχώριος ἐθέριζε δεξιά, καὶ κατ’ ἀλλήλων ἐκπεπολέμωτο τὸ ὁμόφυλον βαρβαρωθὲν καὶ τοὺς τῆς συγγενείας νόμους ἠγνοηκός. Καὶ Ἀνδρόνικος μὲν ὁπλίζειν ἔγνω κατὰ τοῦ Βατάτζη τὸν Λαπαρδᾶν Ἀνδρόνικον, ἄνδρα βραχὺν μὲν τὸ δέμας, δραστήριον δὲ τὰ πολέμια, οὐκ ὀλίγον αὐτῷ στρατολογήσας ὁπλιτικόν·
ἐκδίδοται παραλόγως. Οἱ δὲ ὅσα καὶ θείας ὄψεως τῆς ᾿Ανδρονίκου θέας ἐχόμενοι, ἀνεξελέγκτως αὐτὸν εἰς τὸ θέατρον ἀπαγαγόντες καὶ κραῦρα ξύλα καὶ φακιόλους φορυτῶν ξυναγείραντες κατακαίουσιν Ανδρονίκῳ χαριζό μενοι. Συχνὰς δ' ἐκμετρήσας ἡμέρας Ανδρόνικος σὺν τῷ Α βασιλεῖ κατὰ τὸ Φιλοπάτιον, ἔσχεν ἔρον εἰς τὴν μετ γαλόπολιν εἰσιέναι καὶ τὸν τοῦ βασιλέως ἐξαδέλφου Μανουὴλ τάφον ἰδεῖν. Ὅθεν κατὰ τὴν τοῦ Παντοκρά τορος μονὴν γεγονώς, καὶ ποῦ τέθαπται ὁ νεκρὸς ἐρωτήσας, καὶ ἔπιστὰς τῷ σωματοφυλακοῦντι μνή- ματι πικρῶς ἐπεδάκρυσε καὶ περιπαθῶς ὠλοφύρετο, ὡς καὶ πολλοὺς τῶν παρεστώτων μὴν τὸν κρυψίνουν Ο ὅλως διορᾷν Ανδρόνικον ἔχοντας θαυμάσαι λίαν, καὶ εἰπεῖν· « Ω τοῦ θαύματος, πῶς ἐφίλει τὸν προσγενῆ ἄνακτα, καίπερ διώκτην ὄντα θερμὸν καὶ φιλανθρώ- πως αὐτῷ μὴ χρησάμενον. » Τινῶν δὲ τῶν ἐκ τοῦ γένους ἀποσπώντων αὐτὸν τῆς σοροῦ καὶ ἀρκούντως ὑποφωνούντων τεθρηνηκέναι, οὐδ᾽ ὅλως καθυπεῖξε ταῖς παραιφάσεσιν, ἀλλ᾽ αἰτήσας καὶ ἔτι μικρὸν ἐνδοθῆναί οἱ προσκαρτερῆσαι τῷ τάφῳ, ἔχειν γάρ τι Β τῷ κειμένῳ κατὰ μόνας διαλεχθῆναι, τὰς χεῖρας ὡς πρὸς ἱκεσίαν διασκευάσας καὶ διαπετάσας τὰς παλά μας καὶ διαρας τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς λίθον τὸν νεκροδέγμονα, καὶ τὰ χείλῃ μὲν κινῶν, φωνὴν δ' οὐδαμῶς ἐξικνουμένην εἰς ὦτα τῶν παρεστώτων οὐμενοῦν ἀφιείς, διάλεξιν τινα λαθραίαν ἐπεποίητο. Τοῖς [Ρ. 166] μὲν οὖν πλείστοις ἐπῳδή τις βαρβα ρικὴ λελόγιστο τὰ ὑποψαλλόμενα· ἦσαν δ' οί, καὶ τούτων μάλιστα οἱ τὴν εὐτραπελίαν μεταδιώκοντες, ἐπικερτομεῖν Ανδρόνικον ἔφασκον τῷ βασιλεῖ Μα- νουὴλ, καὶ ἀτεχνῶς κειμένῳ ἐπεμβαίνοντα λέγειν, Ἔχω σε τὸν διώκτην καὶ πολλὰς ἐμοὶ πλάνας προς- ξενηκότα, καὶ ὑφ' οὗ παγκόσμιον μικροῦ γεγένημαι περιλάλημα, πᾶσαν δυστυχῶς ἐπιὼν ὁπόσην ἥλιος ἔπεισιν ἄρματι. Καὶ σὲ μὲν ὁ ἑπτακόρυμβος αὑτοσὶ α συνέξει λίθος ὅσα καὶ ἄφυκτον δεσμωτήριον, νήγερ τον καθεύδοντα ὕπνον καὶ τῆς τελευταίας σάλπιγγος ἐπιδεῖ· ἐγὼ δὲ τὸ σὸν μετελεύσομαι γένος οἷα καὶ λέων μεγάλῳ ἐπεγκύρσας θηράματι, καὶ δίκας ὧν ὑπὸ σοῦ κακῶς ἐπεπόνθειν γενναίας εισπράξομαι τὴν ἐπτάλοφον ταυτηνὶ καὶ λαμπρὶν εἰσιών μεγαλόπολιν. » ιδ'. Ἐκ δὲ τούτου πάντα οἶκον ἐπιών περιφανή καὶ λαμπρὸν, καὶ σταθμοὺς ἐν αὐτοῖς τιθέμενος ὥσπερ οἱ παροδεύοντες, ἐχρῆτο τοῖς κοινοῖς ὡς ᾑρεῖτο πράγματι, τῷ μὲν βασιλεῖ Αλεξίῳ κυνηγε σίοις ἐφιεὶς προσανέχειν καὶ κούφοις τῷ τέως τρέ- φεσθαι πνεύματι μετὰ τῶν φυλάκων οὔς αὐτῷ ἐπέ- στησεν, οὐ μόνον τὴν εἴσοδον αὐτοῦ καὶ τὴν ἔξοδον ἐφορῶντας τοῦ μυθικοῦ πολυομμάτου "Αργου περιερ γότερον, ἀλλὰ καὶ μηδένα τῶν ἁπάντων παρεῶντας μόνῳ ἐντυγχάνειν αὐτῷ ὑπέρ τε οὐτινοτοῦν διομι λεῖσθαι πράγματος, ἑαυτὸν δὲ ὅλον ἐπιδοὺς ταῖς μερίμναις, οὐχ όπως εὖ πράττοιεν τὰ Ῥωμαίων, ἀλλ' ὅπως ἀφελεῖ ἐκ τῶν βασιλείων καὶ σύμβουλον ἀγαθὸν καὶ κατὰ χεῖρα γενναῖον ἀνδρα καὶ ἀρειμά νιον καὶ ὕποπτον ἐκείνῳ καὶ πρὸς ἀρχὴν ἐπιτήδειον. Αμειβόμενος δὲ τῆς πρὸς αὐτὸν εὐνοίας τοὺς Πα- φλαγόνας καὶ πάντα ἄλλον συνεφαψάμενον αὐτῷ τῆς ἀποστασίας, ἀξιώμασι τούτους ἐτίμησε καὶ δω ρεαῖς φιλοτίμοις ἐδεξιώσατο. Καὶ τὰ λαμπρὰ δὲ τῶν ἀξιωμάτων καὶ τὰ τῶν ὀφφικίων μεγαλοπρεπή, ὡς ἐκείνῳ ἐδόκει, μετατιθεὶς ἐπί τινων μὲν τοὺς ἑαυ- ALEXIUS MANUELIS FILIUS. Qui dies complures cum imperatore in Philopa- tio commoratus, magnam urbem intrare desidera- vit et Manuelis patruelis sepulcrum spectare. Cum in Pantocratoris nonasterium venisset, quæsivit ubi silus esset imperator ; ejusque sepulcro as- tans acerbe flevit, miserabiliter ejulans, ut qui- dam ex astantibus artium Andronici ignari, præ admiratione dicerent: « rem miram ! ut impera- torem cognatum, quamvis acrem et inhumanum perseculorem, dixit : « Cum autem quidam ex cognatis eum a tumulo avellerent, et luclui satis esse datum dicerent, monitis eorum nequaquam acquievit, sed petiit at se paulisper adhuc se- pulchro inhærere paterentur; habero enim quod cum defuncto seorsim colloquatur. Itaque manibus et palmis supplicis in modum compositis, et oculis in sepulcri saxum intentis labia movit, editaque voce, quæ a nemine exaudiretur, occultum collo- quium babuit. At plerique murmur illud incanta- tionem barbaricam esse, facetiores autem Andro- nicum Manueli insultare et manes ejus exagitare dicebant his verbis: « Habeo te, persecutor, a quo multis actus sum erroribus et totius pene mundi factus fabula, universo orbe pererrato; ac te quidem sepulchrum istud in septem vertices assurgens et inevitabilis carcer profundo somno oppressum tenet, ex quo nonnisi ultimæ tubæ « clangore excitaberis ; ego vero tuum genus ulciscar, ut leo prædam opimam nactus, et panasinjuriarum tuarum graves exigam, postquam hanc splendidam urbem sum ingressus, quæ septem una sibi muro circumdedit arces. » C D pervagando, et viatorum instar in eis divereando, rem publicam suo arbitratu administrabat. Impera- tori Alexio venationes et alia ludicra indulsit, custodibus adhibitis, qui non modo ingressum et eg- ressum ejus diligentissime observarent, sed etiam ne- minem omnino ulla de re cum eo colloqui paterentur: sibi curam rerum vendicavit, non in id intentus, ut Romana res floreret, sed utomnes tam consilio quam manu pollentes et imperio idonei, diversæ factionis, palatio exigerentur. Paphlagones cæterosque omnes quorum opera et studiis regnum occuparat, et honoribus et largitionibus est remuneratus. Digni- tates et officia magnifica pro libito partim in filios suos,partim in alios transtulit,eos utique qui ipsum secuti erant, ut olim ii qui a Deo vivente ad Baalem defecerunt, quique ipsius gloriam priori laudabili dignitati cum justitia cunjunctæ prætule- runt. Proinde clari viri partim domo et patria pellebantur,a charissimis suis avulsi, partim oculis privabantur, partim in carcerem et ferreas manicas 14. Deinceps omnes domcsillustres et splendidas
PG 139:611ὁ δὲ Κομνηνὸς Ἰωάννης νόσῳ τότε συνισχημένος καὶ περί που τὴν Φιλαδελφέων πόλιν ἐσκηνημένος ἀντεξάγει τῷ Λαπαρδᾷ τοὺς υἱεῖς, τόν τε Μανουὴλ καὶ τὸν Ἀλέξιον. τοῦ δὲ πολέμου συχνὰς μεταλαβόντος τροπάς, ὁποίας αὐτὸς ἴσησι, καὶ πολλῶν ἐξ ἑκατέρων ἀναιρουμένων ταῖς ἐμφυλίοις συμπλοκαῖς, βαρυπενθὴς ἦν ὁ Βατάτζης τῇ ἐνσκηψάσῃ καχεξίᾳ ἐπιστυγνάζων ὡς ἀμφοτέραις αὐτὸν συσχούσῃ καὶ καταβαλούσῃ δυστυχῶς ἐπὶ κλίνης, ὅτε δημοσιεύειν ἔδει καὶ παριστᾶν ὃ τρέφει περὶ τὰ πολεμικὰ γενναῖον καὶ τὰς ἐπὶ νίκῃ νενομισμένας φωνὰς πρὸς τῶν ἑῴων πόλεων δέχεσθαι, ἔτι δὲ πιστοῦσθαι τοῖς ἔργοις πρὸς οἷον ἀντιφέρεται ἀρχηγὸν ὁ βαθυγέρων Ἀνδρόνικος. πράγμασι δὲ καθυποδεικνὺς ὡς προθυμία καὶ νεκροὺς ἀνίστησι καὶ ὡς οὐδὲν καρδίας αἰσθητικῆς ἰσχυρότερον, αἴρειν αὐτὸν ἐπὶ κλινιδίου αὐτοσκεύου προτρέπεται καὶ στῆσαι φέροντας ἐν γηλόφῳ, ὅθεν ὁρατά οἱ τὰ κατὰ πόλεμον ἔσοιτο. οὗ δὴ γεγονότος καὶ τοὺς υἱεῖς αὐτοῦ τὴν στρατιὰν κατὰ τὸν δοκοῦντά οἱ τρόπον ἐκτάξαι κελεύσαντος, ἡ νίκη περιφανῶς πρὸς τὸ ἐκείνου μετέβη στράτευμα, τὸ δὲ τοῦ Λαπαρδᾶ τὰ νῶτα μεταβαλὸν ἐπὶ πλεῖστον ἦν χρόνον διωκόμενον καὶ κτεινόμενον.
ἐκείνους δήπουθεν οἱ ὀπίσω αὐτοῦ ἐπορεύθησαν ὡς τοῦ Βάαλ πρότερον οἱ ἀποστάντες ζῶντος Θεοῦ, καὶ οἱ τὴν παρ' ἐκείνῳ δόξαν προέθεντο τῆς ἐπαινετῆς καὶ προτέρας τιμῆς καὶ τῷ δικαίῳ μερίδα παρεχο μένης. Οἱ μὲν τοίνυν τῶν ἐπιστήμων ἀνδρῶν ἀπηλαύ- νοντο οἴκου καὶ πατρίδος καὶ τῶν φιλτάτων ἀποδιί- σταντο, οἱ δὲ εἰρκταῖς καὶ χειροπέδαις σιδηραῖς παι ρεδίδοντο, ἄλλοι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξεκόπτοντο, αἰτίαν οὐδεμίαν πρόδηλον ἐπαγομένην σφίσιν εὑρίσκοντες, τὸ δ' εἶναι τῶν εὐπατριδών σιωπηλώς εγκαλούμενοι, καὶ κατὰ πόλεμον πολλάκις εὐδοκιμῆσαι, ἢ φυῆς σώματος γενναιοτάτης ἤ ὥρας ἱκανωτάτης μεταλα χεῖν, ἢ τι ἕτερον φέρειν ἐπαινετόν, ὑποκνίζον 'Αν δρόνικον οὐδ᾽ ἀγαθὰς ἐκείνῳ τὰς ἐλπίδας ὑποβάλλον, εἴτε μὴν παλαιᾶς μικρολυπίας ὑποτῦρον ἐμπόρευμα καὶ φρυκτεῦον κατὰ βραχὺ τὸ πρώην λεληθὸς καὶ σποδιούμενον τοῦ θυμοῦ. Εν τοίνυν ἀνύποιστος ἡ τοῦ τότε καιροῦ φορά, καὶ ἡ πρὸς ἀλλήλους καὶ τῶν πάνυ γνησιωτάτων οὐκ εὐπιστία κακόν [Ρ. 167] ἀφόρητον ἦν. Οὐ γὰρ μόνον ἀδελφὸς παρεώρα και σίγνητον καὶ πατήρ υἱέα παρέτρεχεν, ἂν οὕτως ἤρεσκεν ᾿Ανδρονίκῳ· ἀλλὰ καὶ τοῖς καταπροδιδοῦσι τούτους συνέπραττον τὰ ἀνήκεστα, καὶ τὴν τοῦ γέ νους συνδιετίθουν ἀπώλειαν. Εἰσὶ δ᾽ οὗ καὶ κατεμή νυον αὐτότατοι τοὺς οἰκείους ὡς ἢ τὰ παρ' ᾿Ανδρο νίκου χλευάζοντας δρώμενα ἢ γοῦν τῷ τὴν πατρώαν ἄρχοντι ἀρχὴν ᾿Αλεξίῳ προσκειμένους, Ανδρονίκου δὲ ἀπαυχενίζοντας ἑαυτούς. Πολλοὶ δὲ κὰν τῷ ἄρτι κατηγορεῖν κατηγόρηντο, καὶ διελέγχοντες ἑτέρους ἐπ' ᾿Ανδρονικῳ τέκτονας κακῶν ὑπ᾽ αὐτῶν ἐκείνων τῶν κατηγορουμένων ἢ καὶ ἄλλων παρεστώτων προσηγγέλλοντο, καὶ εἶχε τούτους κἀκείνους συνα- παγομένους μία φρουρά. Καὶ πιστοῦταί μοι τὸν λό- γον ὁ Καντακουζηνός Ιωάννης παλαμναιοτάταις πυγμαῖς παίων ἐκτομίαν τινὰ Τζίταν καλούμενον καὶ τοὺς ὀδόντας ἐκριζων καὶ τὰ χείλη αφαιματών, ὅτι πεφώραται όλως Αλεξίῳ τῷ βασιλεῖ περὶ τῶν κοινῶν διαλεχθείς συμφορῶν, παραχρῆμα δὲ συλ λαμβανόμενος καὶ αὐτὸς ἐξομματούμενός τε καὶ εἰρκτῇ ζοφώδει παραῤῥιπτούμενος οἷς προσηγορίαν διὰ τοῦ δεσμοφύλακος πέπομφεν ἑνὶ τῶν γυναικο- μαίμων ᾿Αγγέλῳ δεσμώτῃ ὄντι τῷ Κωνσταντίνῳ. Οὐκοῦν διὰ ταῦτα ἦν εἰς πόνον ἅπασα κεφαλή, καὶ παρρησίαν ἦγον ὡς οὔ ποτε, τοῖς ἔργοις αὐτοῖς πιστούμενα, ὅσα τὸ Ἐμπεδόκλειον νεῖκος τερθρεύε Α τοῦ παῖδας προὐβάλετο, ἄλλοις δ' ὑπεξῆρεν ἑτέρους, ται τέρατα. Οὐ γὰρ ἐκλεκτὸς μόνον ἅπας καὶ ὑψη λὸς τῆς ἐναντίας ὢν ᾿Ανδρονίκῳ μερίδος ἔπασχε τὰ οἰκτρότατα, ἀλλὰ καὶ περὶ τοὺς οἰκείους θεραπευτή- ρας ἀπιστότατος ὢν, οὔς χθὲς ἐψώμιζε στέαρ πυροῦ καὶ οἷς τὸν μόσχον παρετίθει τὸν σιτευτὸν καὶ τὸν ἀνθοσμίαν ἐκίρνα ζωρότερον καὶ τῷ κύκλῳ τῶν περὶ ἐκεῖνον ἐνέγραφε, τούτους διετίθει χειρίστως σήμερον. "Ην δὲ καὶ τὸν αὐτὸν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας πολλάκις ὁρᾶν στεφανούμενόν τε ἄμα κατὰ τὸν τοῦ Ξέρξου ναύαρχον καὶ δειροτομούμενον, ὑμνούμενόν τε καὶ βλασφημούμενον. Ὥστε καὶ πολλοὶ τῶν ἐπι γραφομένων ᾿Ανδρόνικον, οἱ ὅλως ἐς νοῦν βάπτοντες, τὸν ἐξ ἐκείνου ἔπαινον καταβολὴν ἐνόμιζον ὕβρεως, καὶ τὴν ἀγαθοῦ τινος ἀνθρωπικοῦ παροχὴν ἔμεσιν τῶν προσόντων ᾤοντο εἶναι καὶ καταστροφὴν τὴν ἐπιστροφήν. Ὁ δ' αὐτὸς φαρμακὸς ὢν ολοώτατος ἐλελήθει πρότερον, ηνίκα τυραννεῖν ἐπεβάλλετον NICETE CHONIATÆ B conjiciebantur, nullius sibl sceleris conscii, sed illius criminis tacite condemnati, quod ex nobilitate essent et bello sæpe fortiter se gessissent, aut proceritate corporis et elegantia formæ, aut alia quapiam re quæ morderet Andronicum et spe haud bona aleret, antecellerent; aut ob resi- duas veterum offensarum scintillas, quæ hactenus velut ignis sub cinere latuerant, resuscitatas, multabantur. llaque peracerba fuit illorum tempo- rum conditio, et conjunctissimorum inter se per- fidia malum intolerabile. Nec enim frater dunta- xat fratrem, pater filium negligebat, si Andronico itu visum esset: sed proditores eorum infestissimos ad internecionem familiæ adjutabant. Erant etiam qui ipsi euos deferrent, ut aut Andronici acla irri dentes,aut spreto Andronico paternum imperium gerenti Alexio addictos. Multi quoque inter accu- sandum sunt accusati; et dum alios arguunt ut Andronici insidiatores, ab ipsis reis aut circum- stantibus sunt delati, et in eamdem custodiam utrique abducti. Orationem meam confirmat Joan- ues Cantacuzenus,qui pugnis in spadonem Zitam ita sæviit, ut dentes ci excuteret et labia discinde- ret, quod cum imperatore Alexio de communibus miseriis esset collocutus ; idemque mox com- prehensus et oculis erutis in obscurum carcerem est conjectus, quod per quemdam carceris custo- dem fratri uxoris suæ Angelo Constantino salutem dixerat. Nemo igitur ærumnarum erat expers; et si nunquam alias, tum certe reipsa monstra illa apparebant, quæ Empedocles de contentione fubu- lalur. Neque enim proceres duntaxat Andronici adversarii, sed ejus etiam cultores crudelissimo tractabantur. Nam quos heri humanissime excepe- rat et inter intimos habuerat, in eos hodie atroci- ter sæviebat. Ita videre erat cumdem eodem die, ut de navarcho Xerxis est memoriæ proditum, et coronati et securi percuti, laudari et conviciis proscindi.Itaque prudentiores Andronici laudatio- nem injuria principium, et benificentiam ejus facultatum rapinam, benignitatem ejus interitum judicabant. Neque vero constabat, cum regnum affectaret, eum veneficum esse atrocissimum et Iehalia pocula miscendi peritum sed aliquot diebus post id omnibus in ore crat, vere necne, haud scio ; ac ejus nefariæ artis prima fecisse periculum Maria Casarissa, Manuelis imperatoris D filia, ferebatur, quæ et princeps et præ cæteris omnibus Andronici reditum expetiverat. Nam pollicitationibus ab co corruptum paternum ejus spadonem, cognomento Pterygionitein, lentum illi vonenum miscuisse. Nec multo post Cæsar uxoris obitum est consecutus, qui nec ipse naturali morte decessisse, sed unus calix duos præstantes homi- nes, Andronici insidiis, confecisse putabatur. C
Μετὰ βραχείας δ’ ἡμέρας τὸν βίον καταστρέψαντος τοῦ Βατάτζη, οἱ Φιλαδελφεῖς πικρῶς ἐπ’ αὐτῷ καὶ βύθιον ὀλολύξαντες προσχωρεῖν ἐγνώκεισαν Ἀνδρονίκῳ, ὡς μὴ εἶναι ὅστις οὐ τῶν ἁπάντων. οἱ δὲ καὶ ἐς αὐτὴν τὴν βασιλεύουσαν πόλιν τὸ τῆς προθυμίας πτερὸν ἔλυον καὶ Ἀνδρόνικον θεραπεύοντες κατὰ τοῦ ἀετιδοῦς ὄρνιθος τοῦ Βατάτζη καὶ τῶν ἐκείνου νεοττῶν ἔκρωζον ὡς κορῶναι λακέρυζαι ἢ γοῦν ὡς κηφῆνες περιεβόμβουν ἀγυιὰς καὶ ἀνάκτορα, ὁποῖον δὴ τῶν κακοσχόλων τὸ ἐπιτήδευμα καὶ τῶν δικρόαν τρεφόντων γλῶτταν ἐπὶ τοῦ στόματος. οἱ δὲ τοῦ μεγάλου δομεστίκου υἱοὶ δείσαντες, μὴ συσχεθεῖεν καὶ καταπροδοθεῖεν Ἀνδρονίκῳ, μεθίστανται ἐκεῖθεν καὶ τῷ Ἰκονιεῖ σουλτὰν προσρύονται· οἳ καὶ ὕστερον ἐξ ὧν ἔπαθον προδήλως ὑπέδειξαν μὴ ἐξεῖναι τὰς πάγας ὑπεραλέσθαι τινὰ ἢ τὸ ἀμφίβληστρον διεκδῦναι, ὃ ἡ ἄνωθεν ἐξέτεινε πρόνοια. δυσχεράναντες γὰρ ἐπὶ τῇ μετὰ τοῦ σουλτάνου χρονίᾳ διατριβῇ ὡς οὐκ ἀμύνειν τοὺς ἐχθροὺς ἐκείνοις ἐθέλοντος εἰς Σικελίαν ἀπαίρειν κεκρίκασι. καὶ δὴ νηὸς ἐπιβάντες καὶ οὐρίῳ τὰ πρῶτα πνεύματι χρώμενοι τὸ Κρητικὸν διαπλωί̈ζονται πέλαγος·
ἐκείνους δήπουθεν οἱ ὀπίσω αὐτοῦ ἐπορεύθησαν ὡς τοῦ Βάαλ πρότερον οἱ ἀποστάντες ζῶντος Θεοῦ, καὶ οἱ τὴν παρ' ἐκείνῳ δόξαν προέθεντο τῆς ἐπαινετῆς καὶ προτέρας τιμῆς καὶ τῷ δικαίῳ μερίδα παρεχο μένης. Οἱ μὲν τοίνυν τῶν ἐπιστήμων ἀνδρῶν ἀπηλαύ- νοντο οἴκου καὶ πατρίδος καὶ τῶν φιλτάτων ἀποδιί- σταντο, οἱ δὲ εἰρκταῖς καὶ χειροπέδαις σιδηραῖς παι ρεδίδοντο, ἄλλοι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξεκόπτοντο, αἰτίαν οὐδεμίαν πρόδηλον ἐπαγομένην σφίσιν εὑρίσκοντες, τὸ δ' εἶναι τῶν εὐπατριδών σιωπηλώς εγκαλούμενοι, καὶ κατὰ πόλεμον πολλάκις εὐδοκιμῆσαι, ἢ φυῆς σώματος γενναιοτάτης ἤ ὥρας ἱκανωτάτης μεταλα χεῖν, ἢ τι ἕτερον φέρειν ἐπαινετόν, ὑποκνίζον 'Αν δρόνικον οὐδ᾽ ἀγαθὰς ἐκείνῳ τὰς ἐλπίδας ὑποβάλλον, εἴτε μὴν παλαιᾶς μικρολυπίας ὑποτῦρον ἐμπόρευμα καὶ φρυκτεῦον κατὰ βραχὺ τὸ πρώην λεληθὸς καὶ σποδιούμενον τοῦ θυμοῦ. Εν τοίνυν ἀνύποιστος ἡ τοῦ τότε καιροῦ φορά, καὶ ἡ πρὸς ἀλλήλους καὶ τῶν πάνυ γνησιωτάτων οὐκ εὐπιστία κακόν [Ρ. 167] ἀφόρητον ἦν. Οὐ γὰρ μόνον ἀδελφὸς παρεώρα και σίγνητον καὶ πατήρ υἱέα παρέτρεχεν, ἂν οὕτως ἤρεσκεν ᾿Ανδρονίκῳ· ἀλλὰ καὶ τοῖς καταπροδιδοῦσι τούτους συνέπραττον τὰ ἀνήκεστα, καὶ τὴν τοῦ γέ νους συνδιετίθουν ἀπώλειαν. Εἰσὶ δ᾽ οὗ καὶ κατεμή νυον αὐτότατοι τοὺς οἰκείους ὡς ἢ τὰ παρ' ᾿Ανδρο νίκου χλευάζοντας δρώμενα ἢ γοῦν τῷ τὴν πατρώαν ἄρχοντι ἀρχὴν ᾿Αλεξίῳ προσκειμένους, Ανδρονίκου δὲ ἀπαυχενίζοντας ἑαυτούς. Πολλοὶ δὲ κὰν τῷ ἄρτι κατηγορεῖν κατηγόρηντο, καὶ διελέγχοντες ἑτέρους ἐπ' ᾿Ανδρονικῳ τέκτονας κακῶν ὑπ᾽ αὐτῶν ἐκείνων τῶν κατηγορουμένων ἢ καὶ ἄλλων παρεστώτων προσηγγέλλοντο, καὶ εἶχε τούτους κἀκείνους συνα- παγομένους μία φρουρά. Καὶ πιστοῦταί μοι τὸν λό- γον ὁ Καντακουζηνός Ιωάννης παλαμναιοτάταις πυγμαῖς παίων ἐκτομίαν τινὰ Τζίταν καλούμενον καὶ τοὺς ὀδόντας ἐκριζων καὶ τὰ χείλη αφαιματών, ὅτι πεφώραται όλως Αλεξίῳ τῷ βασιλεῖ περὶ τῶν κοινῶν διαλεχθείς συμφορῶν, παραχρῆμα δὲ συλ λαμβανόμενος καὶ αὐτὸς ἐξομματούμενός τε καὶ εἰρκτῇ ζοφώδει παραῤῥιπτούμενος οἷς προσηγορίαν διὰ τοῦ δεσμοφύλακος πέπομφεν ἑνὶ τῶν γυναικο- μαίμων ᾿Αγγέλῳ δεσμώτῃ ὄντι τῷ Κωνσταντίνῳ. Οὐκοῦν διὰ ταῦτα ἦν εἰς πόνον ἅπασα κεφαλή, καὶ παρρησίαν ἦγον ὡς οὔ ποτε, τοῖς ἔργοις αὐτοῖς πιστούμενα, ὅσα τὸ Ἐμπεδόκλειον νεῖκος τερθρεύε Α τοῦ παῖδας προὐβάλετο, ἄλλοις δ' ὑπεξῆρεν ἑτέρους, ται τέρατα. Οὐ γὰρ ἐκλεκτὸς μόνον ἅπας καὶ ὑψη λὸς τῆς ἐναντίας ὢν ᾿Ανδρονίκῳ μερίδος ἔπασχε τὰ οἰκτρότατα, ἀλλὰ καὶ περὶ τοὺς οἰκείους θεραπευτή- ρας ἀπιστότατος ὢν, οὔς χθὲς ἐψώμιζε στέαρ πυροῦ καὶ οἷς τὸν μόσχον παρετίθει τὸν σιτευτὸν καὶ τὸν ἀνθοσμίαν ἐκίρνα ζωρότερον καὶ τῷ κύκλῳ τῶν περὶ ἐκεῖνον ἐνέγραφε, τούτους διετίθει χειρίστως σήμερον. "Ην δὲ καὶ τὸν αὐτὸν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας πολλάκις ὁρᾶν στεφανούμενόν τε ἄμα κατὰ τὸν τοῦ Ξέρξου ναύαρχον καὶ δειροτομούμενον, ὑμνούμενόν τε καὶ βλασφημούμενον. Ὥστε καὶ πολλοὶ τῶν ἐπι γραφομένων ᾿Ανδρόνικον, οἱ ὅλως ἐς νοῦν βάπτοντες, τὸν ἐξ ἐκείνου ἔπαινον καταβολὴν ἐνόμιζον ὕβρεως, καὶ τὴν ἀγαθοῦ τινος ἀνθρωπικοῦ παροχὴν ἔμεσιν τῶν προσόντων ᾤοντο εἶναι καὶ καταστροφὴν τὴν ἐπιστροφήν. Ὁ δ' αὐτὸς φαρμακὸς ὢν ολοώτατος ἐλελήθει πρότερον, ηνίκα τυραννεῖν ἐπεβάλλετον NICETE CHONIATÆ B conjiciebantur, nullius sibl sceleris conscii, sed illius criminis tacite condemnati, quod ex nobilitate essent et bello sæpe fortiter se gessissent, aut proceritate corporis et elegantia formæ, aut alia quapiam re quæ morderet Andronicum et spe haud bona aleret, antecellerent; aut ob resi- duas veterum offensarum scintillas, quæ hactenus velut ignis sub cinere latuerant, resuscitatas, multabantur. llaque peracerba fuit illorum tempo- rum conditio, et conjunctissimorum inter se per- fidia malum intolerabile. Nec enim frater dunta- xat fratrem, pater filium negligebat, si Andronico itu visum esset: sed proditores eorum infestissimos ad internecionem familiæ adjutabant. Erant etiam qui ipsi euos deferrent, ut aut Andronici acla irri dentes,aut spreto Andronico paternum imperium gerenti Alexio addictos. Multi quoque inter accu- sandum sunt accusati; et dum alios arguunt ut Andronici insidiatores, ab ipsis reis aut circum- stantibus sunt delati, et in eamdem custodiam utrique abducti. Orationem meam confirmat Joan- ues Cantacuzenus,qui pugnis in spadonem Zitam ita sæviit, ut dentes ci excuteret et labia discinde- ret, quod cum imperatore Alexio de communibus miseriis esset collocutus ; idemque mox com- prehensus et oculis erutis in obscurum carcerem est conjectus, quod per quemdam carceris custo- dem fratri uxoris suæ Angelo Constantino salutem dixerat. Nemo igitur ærumnarum erat expers; et si nunquam alias, tum certe reipsa monstra illa apparebant, quæ Empedocles de contentione fubu- lalur. Neque enim proceres duntaxat Andronici adversarii, sed ejus etiam cultores crudelissimo tractabantur. Nam quos heri humanissime excepe- rat et inter intimos habuerat, in eos hodie atroci- ter sæviebat. Ita videre erat cumdem eodem die, ut de navarcho Xerxis est memoriæ proditum, et coronati et securi percuti, laudari et conviciis proscindi.Itaque prudentiores Andronici laudatio- nem injuria principium, et benificentiam ejus facultatum rapinam, benignitatem ejus interitum judicabant. Neque vero constabat, cum regnum affectaret, eum veneficum esse atrocissimum et Iehalia pocula miscendi peritum sed aliquot diebus post id omnibus in ore crat, vere necne, haud scio ; ac ejus nefariæ artis prima fecisse periculum Maria Casarissa, Manuelis imperatoris D filia, ferebatur, quæ et princeps et præ cæteris omnibus Andronici reditum expetiverat. Nam pollicitationibus ab co corruptum paternum ejus spadonem, cognomento Pterygionitein, lentum illi vonenum miscuisse. Nec multo post Cæsar uxoris obitum est consecutus, qui nec ipse naturali morte decessisse, sed unus calix duos præstantes homi- nes, Andronici insidiis, confecisse putabatur. C
κατὰ δὲ τοῦτο τοῦ πνεύματος ἀντιστάντος ἀναγκαστῶς τῇ Κρήτῃ προσίσχουσι καὶ γνωσθέντες παρά τινος ἐκεῖσε φυλάσσοντος (γένους οὗτος τοῦ πελεκυφόρου καὶ Κελτικοῦ) συλλαμβάνονται καὶ τῷ τῆς Κρήτης δασμολόγῳ καταμηνύονται. ὁ δὲ ᾑρεῖτο μὲν τοὺς ἄνδρας ἐκσῶσαι καὶ τῆς νήσου ἀρτεμέας ἐκπέμψαι, ἄλφιτα αὐτοῖς ὑδρευσάμενος καὶ οἶνον ἐπισιτισάμενος καὶ τἆλλα τὰ πρὸς τὸν πλοῦν ἐπιτήδεια χορηγήσας, οὐκ ἔχων δ’ ὅπως περανεῖ τὰ κατὰ σκοπὸν (καταφανεῖς γὰρ ἤδη τοῖς ἅπασιν ἐγεγόνεισαν) δῆλα τίθησιν Ἀνδρονίκῳ τὰ κατὰ τοὺς τάλανας Κομνηνούς. καὶ οὗτος μισοφαὴς ὢν καὶ ταῖς τῶν ἀνδρῶν κόραις ἀκορέστως ἀντικαθήμενος τοῦ φωτὸς τούτους ἀποστερεῖ. Τότε δ’ οὖν Ἀνδρόνικος θείαν ἐπισκοπὴν τὸν τοῦ Βατάτζη θάνατον ἡγησάμενος καὶ προστιθεὶς ταῖς λοιπαῖς αὐτοῦ δολοφροσύναις καὶ ἕτερον τοῦ τρόπου προκάλυμμα στεφθῆναι αὐτοκράτορα εἰσηγεῖται τὸν βασιλέα Ἀλέξιον.
ἐκείνους δήπουθεν οἱ ὀπίσω αὐτοῦ ἐπορεύθησαν ὡς τοῦ Βάαλ πρότερον οἱ ἀποστάντες ζῶντος Θεοῦ, καὶ οἱ τὴν παρ' ἐκείνῳ δόξαν προέθεντο τῆς ἐπαινετῆς καὶ προτέρας τιμῆς καὶ τῷ δικαίῳ μερίδα παρεχο μένης. Οἱ μὲν τοίνυν τῶν ἐπιστήμων ἀνδρῶν ἀπηλαύ- νοντο οἴκου καὶ πατρίδος καὶ τῶν φιλτάτων ἀποδιί- σταντο, οἱ δὲ εἰρκταῖς καὶ χειροπέδαις σιδηραῖς παι ρεδίδοντο, ἄλλοι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξεκόπτοντο, αἰτίαν οὐδεμίαν πρόδηλον ἐπαγομένην σφίσιν εὑρίσκοντες, τὸ δ' εἶναι τῶν εὐπατριδών σιωπηλώς εγκαλούμενοι, καὶ κατὰ πόλεμον πολλάκις εὐδοκιμῆσαι, ἢ φυῆς σώματος γενναιοτάτης ἤ ὥρας ἱκανωτάτης μεταλα χεῖν, ἢ τι ἕτερον φέρειν ἐπαινετόν, ὑποκνίζον 'Αν δρόνικον οὐδ᾽ ἀγαθὰς ἐκείνῳ τὰς ἐλπίδας ὑποβάλλον, εἴτε μὴν παλαιᾶς μικρολυπίας ὑποτῦρον ἐμπόρευμα καὶ φρυκτεῦον κατὰ βραχὺ τὸ πρώην λεληθὸς καὶ σποδιούμενον τοῦ θυμοῦ. Εν τοίνυν ἀνύποιστος ἡ τοῦ τότε καιροῦ φορά, καὶ ἡ πρὸς ἀλλήλους καὶ τῶν πάνυ γνησιωτάτων οὐκ εὐπιστία κακόν [Ρ. 167] ἀφόρητον ἦν. Οὐ γὰρ μόνον ἀδελφὸς παρεώρα και σίγνητον καὶ πατήρ υἱέα παρέτρεχεν, ἂν οὕτως ἤρεσκεν ᾿Ανδρονίκῳ· ἀλλὰ καὶ τοῖς καταπροδιδοῦσι τούτους συνέπραττον τὰ ἀνήκεστα, καὶ τὴν τοῦ γέ νους συνδιετίθουν ἀπώλειαν. Εἰσὶ δ᾽ οὗ καὶ κατεμή νυον αὐτότατοι τοὺς οἰκείους ὡς ἢ τὰ παρ' ᾿Ανδρο νίκου χλευάζοντας δρώμενα ἢ γοῦν τῷ τὴν πατρώαν ἄρχοντι ἀρχὴν ᾿Αλεξίῳ προσκειμένους, Ανδρονίκου δὲ ἀπαυχενίζοντας ἑαυτούς. Πολλοὶ δὲ κὰν τῷ ἄρτι κατηγορεῖν κατηγόρηντο, καὶ διελέγχοντες ἑτέρους ἐπ' ᾿Ανδρονικῳ τέκτονας κακῶν ὑπ᾽ αὐτῶν ἐκείνων τῶν κατηγορουμένων ἢ καὶ ἄλλων παρεστώτων προσηγγέλλοντο, καὶ εἶχε τούτους κἀκείνους συνα- παγομένους μία φρουρά. Καὶ πιστοῦταί μοι τὸν λό- γον ὁ Καντακουζηνός Ιωάννης παλαμναιοτάταις πυγμαῖς παίων ἐκτομίαν τινὰ Τζίταν καλούμενον καὶ τοὺς ὀδόντας ἐκριζων καὶ τὰ χείλη αφαιματών, ὅτι πεφώραται όλως Αλεξίῳ τῷ βασιλεῖ περὶ τῶν κοινῶν διαλεχθείς συμφορῶν, παραχρῆμα δὲ συλ λαμβανόμενος καὶ αὐτὸς ἐξομματούμενός τε καὶ εἰρκτῇ ζοφώδει παραῤῥιπτούμενος οἷς προσηγορίαν διὰ τοῦ δεσμοφύλακος πέπομφεν ἑνὶ τῶν γυναικο- μαίμων ᾿Αγγέλῳ δεσμώτῃ ὄντι τῷ Κωνσταντίνῳ. Οὐκοῦν διὰ ταῦτα ἦν εἰς πόνον ἅπασα κεφαλή, καὶ παρρησίαν ἦγον ὡς οὔ ποτε, τοῖς ἔργοις αὐτοῖς πιστούμενα, ὅσα τὸ Ἐμπεδόκλειον νεῖκος τερθρεύε Α τοῦ παῖδας προὐβάλετο, ἄλλοις δ' ὑπεξῆρεν ἑτέρους, ται τέρατα. Οὐ γὰρ ἐκλεκτὸς μόνον ἅπας καὶ ὑψη λὸς τῆς ἐναντίας ὢν ᾿Ανδρονίκῳ μερίδος ἔπασχε τὰ οἰκτρότατα, ἀλλὰ καὶ περὶ τοὺς οἰκείους θεραπευτή- ρας ἀπιστότατος ὢν, οὔς χθὲς ἐψώμιζε στέαρ πυροῦ καὶ οἷς τὸν μόσχον παρετίθει τὸν σιτευτὸν καὶ τὸν ἀνθοσμίαν ἐκίρνα ζωρότερον καὶ τῷ κύκλῳ τῶν περὶ ἐκεῖνον ἐνέγραφε, τούτους διετίθει χειρίστως σήμερον. "Ην δὲ καὶ τὸν αὐτὸν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας πολλάκις ὁρᾶν στεφανούμενόν τε ἄμα κατὰ τὸν τοῦ Ξέρξου ναύαρχον καὶ δειροτομούμενον, ὑμνούμενόν τε καὶ βλασφημούμενον. Ὥστε καὶ πολλοὶ τῶν ἐπι γραφομένων ᾿Ανδρόνικον, οἱ ὅλως ἐς νοῦν βάπτοντες, τὸν ἐξ ἐκείνου ἔπαινον καταβολὴν ἐνόμιζον ὕβρεως, καὶ τὴν ἀγαθοῦ τινος ἀνθρωπικοῦ παροχὴν ἔμεσιν τῶν προσόντων ᾤοντο εἶναι καὶ καταστροφὴν τὴν ἐπιστροφήν. Ὁ δ' αὐτὸς φαρμακὸς ὢν ολοώτατος ἐλελήθει πρότερον, ηνίκα τυραννεῖν ἐπεβάλλετον NICETE CHONIATÆ B conjiciebantur, nullius sibl sceleris conscii, sed illius criminis tacite condemnati, quod ex nobilitate essent et bello sæpe fortiter se gessissent, aut proceritate corporis et elegantia formæ, aut alia quapiam re quæ morderet Andronicum et spe haud bona aleret, antecellerent; aut ob resi- duas veterum offensarum scintillas, quæ hactenus velut ignis sub cinere latuerant, resuscitatas, multabantur. llaque peracerba fuit illorum tempo- rum conditio, et conjunctissimorum inter se per- fidia malum intolerabile. Nec enim frater dunta- xat fratrem, pater filium negligebat, si Andronico itu visum esset: sed proditores eorum infestissimos ad internecionem familiæ adjutabant. Erant etiam qui ipsi euos deferrent, ut aut Andronici acla irri dentes,aut spreto Andronico paternum imperium gerenti Alexio addictos. Multi quoque inter accu- sandum sunt accusati; et dum alios arguunt ut Andronici insidiatores, ab ipsis reis aut circum- stantibus sunt delati, et in eamdem custodiam utrique abducti. Orationem meam confirmat Joan- ues Cantacuzenus,qui pugnis in spadonem Zitam ita sæviit, ut dentes ci excuteret et labia discinde- ret, quod cum imperatore Alexio de communibus miseriis esset collocutus ; idemque mox com- prehensus et oculis erutis in obscurum carcerem est conjectus, quod per quemdam carceris custo- dem fratri uxoris suæ Angelo Constantino salutem dixerat. Nemo igitur ærumnarum erat expers; et si nunquam alias, tum certe reipsa monstra illa apparebant, quæ Empedocles de contentione fubu- lalur. Neque enim proceres duntaxat Andronici adversarii, sed ejus etiam cultores crudelissimo tractabantur. Nam quos heri humanissime excepe- rat et inter intimos habuerat, in eos hodie atroci- ter sæviebat. Ita videre erat cumdem eodem die, ut de navarcho Xerxis est memoriæ proditum, et coronati et securi percuti, laudari et conviciis proscindi.Itaque prudentiores Andronici laudatio- nem injuria principium, et benificentiam ejus facultatum rapinam, benignitatem ejus interitum judicabant. Neque vero constabat, cum regnum affectaret, eum veneficum esse atrocissimum et Iehalia pocula miscendi peritum sed aliquot diebus post id omnibus in ore crat, vere necne, haud scio ; ac ejus nefariæ artis prima fecisse periculum Maria Casarissa, Manuelis imperatoris D filia, ferebatur, quæ et princeps et præ cæteris omnibus Andronici reditum expetiverat. Nam pollicitationibus ab co corruptum paternum ejus spadonem, cognomento Pterygionitein, lentum illi vonenum miscuisse. Nec multo post Cæsar uxoris obitum est consecutus, qui nec ipse naturali morte decessisse, sed unus calix duos præstantes homi- nes, Andronici insidiis, confecisse putabatur. C
PG 139:613καὶ δὴ ἐπὶ τῶν ὤμων ἄρας αὐτὸν καὶ μετὰ δακρύων θερμῶν εἰς τὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀνακομίσας ἀνάσταθμον ἐπὶ μάρτυσι μυριάσι πολλαῖς πλήθους ἀστικοῦ καὶ ἀλλοίου καὶ πάλιν ὁμοίως ἐκεῖθεν κατενεγκὼν ἔδοξε φιλοστοργότερος εἶναι πατρὸς καὶ δεξιὰ χεὶρ ἐπιστῆναι τῷ νεαρῷ τῆς βασιλείας ὅρπηκι. ὁ δὲ τὸ τοῦ Δαυὶδ ἄντικρυς διδοὺς πέρατι, ὅ φησιν ἐπάρας κατέρραξάς με διενοεῖτο ταῦτα καὶ ἐπετέλει. Τῷ τοι καὶ πάντας ἐκποδὼν θέσθαι προθυμηθεὶς διεξῆγεν, ὡς ᾑρεῖτο, τὰ κατὰ τὴν βασιλείαν πράγματα τῶν ὅλων κύριος καθεστώς.
ἡμερῶν δέ τινων διαλειπουσῶν ᾔδετο παρὰ πᾶσιν (εἰ δὲ καὶ ἀληθῶς, οὐκ ἔχω λέγειν) καὶ θανασίμους κεραννύειν ἐπίστασθαι κύλικας, καὶ τῆς ὀλεθριας ταύτης ἐς ᾅδου καταγωγῆς πρώτην τῶν ἄλλων πειραθῆναι τὴν Καισάρισσαν Μαρίαν τὴν θυγατέρα τοῦ βασιλέως Μανουήλ, τὴν καὶ πρώτως καὶ παρὰ πάντας μάλιστα τὴν ᾿Ανδρονίκου κάθοδον ἐς τὴν πατρίδα γλιχομένην ἰδεῖν· ὑποφθαρῆναι γὰρ χρησταῖς ὑποσχέσεσιν ἐκτομίαν τινὰ πατρῷον ὑπηρέτην τῇ γυναικι, τοὐπίκλην Πτερυγιονίτην, καὶ λυγρόν ἐγχυθῆναι τῇ ἀνθρώπῳ διὰ τούτου φάρμακον, εἶναι δὲ μὴ τῶν αὐτίκα θανατούντων τὸ ποθὲν δηλητήριον, ἀλλὰ τῶν κατὰ βραχὺ παρακα- τατιθεμένων θανάτῳ καὶ ὑπεξαγόντων τοῦ ζῆν σχολαίτερον. Οὐ πολὺς ὁ ἐν μέσῳ καιρὸς, καὶ τῷ τῆς γυναικός μόρῳ καὶ ὁ ταύτῃ συζυγείς Καῖσαρ ἐπηκολούθησε. Πλὴν οὐδ᾽ οὗτος φυσικῶς ἐλέγετο τελευταν, ἀλλ᾽ ὕποπτος [Ρ. 168] ἦν καν τούτῳ Ανδρόνικος, καὶ κύλιξ ἑτεκμαίρετὸ μία ζωῇς κατευνάστρια δύο ἀμαυρῶσαι τέκνα πιότητος. ις΄. Βουληθεὶς δὲ τὸ ἐκ τῆς ἀνέψιας Θεοδώρας Α ἀποτεχθὲν αὐτῷ θυγάτριον τὴν Εἰρήνην εἰς γάμον ἁρμόσαι τῷ ᾿Αλεξίῳ, ἂν ἡ Κομνηνή Θεοδώρα τῷ βασιλεῖ ἐγείνατο Μανουήλ, βιβλίον λακωνίζον ξυντί. θησι πρὸς τὴν ἱερὰν σύνοδον, καὶ τοῦτο ὑποσημηνά- μενος κάτωθεν διὰ μέλανος τῷ οἰκείῳ ὀνόματι ἐπὶ κοινῆς ἀκροάσεώς τε καὶ σκέψεως ἀναδίδωσιν. Ἂν δὲ τῶν γραφομένων ὁ νοῦς, εἰ συγχωρηθήσεται προβῆναι δ συνάλλαγμα γαμικόν βραχὺ μὲν ἢ οὐδὲν παρεπεμ- φαῖνον τὸ ἄσεμνον, γενησόμενον δ' ὅμως εἰς ἁρμογὴν τῆς Εψας καὶ Ἑσπερίου λήξεως καὶ ἀνάῤῥυσιν αἰχ- μαλώτων καὶ χορηγὸν πλείστων ὅσων ἑτέρων συνοι σόντων κοινῇ. Καὶ τὸ βραχυσύλλαβον τοῦτο γραμ μάτιον, καθά τις εὑρυχανδὴς ζωμήρυσις ἤ Ποσειδώνιος τρίαινα ἤ γοῦν τὸ εὐφυὲς τῆς Εριδος μῆλον, τήν τε σύνοδον διεκύκησε καὶ τῆς συγκλήτου μέρος ὁπόσον περὶ τὸ κρίνειν διέστησεν, ἤ ἀληθέστερον εἰπεῖν κατ' ἀλλήλων ἐφώπλισε καὶ εἰς μοίρας ἐναντίας ἀπέκρινε. Χρήματι γὰρ οἱ πλεῖστοι τούτων καθυ παχθέντες καὶ τιμῶν ἀναβάσεσι μαλαχθέντες ἐπευ- δίκουν, ὡς οὐκ ὤφελον, οἷα μὴ κεκωλυμένῳ τῷ γάμῳ. Οἱ δὲ θρασύτεροι τῶν δικαστῶν καὶ ψηφοφα- γεῖν εἰωθότες καὶ κατὰ τοὺς περιφανεῖς ἀγυρτεύον- τις οἴκους, καὶ οἱ φιλόχρυσοι τῶν ἐκ τῆς συνόδου καὶ θεοκάπηλοι, μηδὲ συγγένειαν ἐπισύρεσθαι διε- τείνοντο τὰ συναφθησόμενα πρόσωπα διὰ τὸ ἐξ ἀθεμίτων ενώσεων ἀμφότερα γεγενῆσθαι καὶ τοῖς νόμοις τὰ τοιάδε κυήματα ἀνεπικοινώνητα συγγενείας καὶ ἐκ διαμέτρου ἀφεστῶτα λογίζεσθαι· καὶ ἀμαθες ὃς ἔλεγον εἶναι καὶ τὸ οἴεσθαι ὅλως δεῖν ὑπ' ἐξέτασιν πίπτειν ἐκδηλοτέραν ἡλίου ὑπόθεσιν. Οἱ δ᾽ οὐδ᾽ ἄκροις ὠσὶ παραδεχόμενοι τὰ φθεγγόμενα, καὶ ὡς ἀγχω-C μάλοις ὅπλοις τοῖς νόμοις τὰς προσβολὰς αὐτῶν ἀπρακτοῦντες, μηδὲ συγχωροῦντες τῇ πράξει ὡς ἀθεμιτογαμίας μεστῇ ἀντέπιπτον γενναιότερον. Ήσαν δ᾽ οἱ τὴν καλλίστην ταύτην εἰσηγούμενοι γνώ- μην, καὶ τῆς πάλης τῆς κρείττονος, βραχεῖς ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος καὶ τινες εὐσύνοπται τῶν τῆς συγκλήτου βουλῆς. Καὶ αὐτοὺς δὲ ὁ τοῦ πατριάρχου ζῆλος ἐπισυνίστη τε καὶ ἐπήλει φεν, οὐκ ἐῶν ἑτεροζυγεῖν καὶ εἴκοθεν ἄλλως σπεύ έοντας. Οὔτε γὰρ ἡ Ἀνδρονίκου τοῦτον ἐξέλυσε μεγαλειότης οὔθ᾽ ἡ τῶν αὐτοῦ λόγων ἐστυφέλιξε δύναμις, οὔθ᾽ αἱ ἀπειλαὶ διετάραξαν, ἀλλ᾽ ἦν ἀτίνας κτος ὡς ἐκεῖνος ὁ πρόβολος περὶ ἂν ἀεὶ κῦμα ὀρθὸν ἵσταται καὶ άλμη περιμορμύρουσα· ὁ δὲ εἰς ἀφρὸν διαλύων καὶ μακρὰ κλάειν ἐῶν τὴν ἠχήεσσαν θάλασ- σαν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐστήρικται βάσεως. Αμέλει τοι καὶ ἰδὼν ὡς οὐδὲν ὠφελεῖ, ἀλλ᾽ ἀνακαλύπτως ἔπεισι ALEXIUS MANUELIS FILIUS. B Theodora Comnena contra leges susceptam, Alexio, Manuelis ex incesto concubitu Theodoræ filio, des- pondere vellet, breve scriptum ad sanctum conci- lium componit, idque suo nomine atramento sub- scriptum publice recitandum et deliberandum proponit. Cujus hæc erat sententia, utrum feren- dum esset matrimonium, quod cum parum aut nihil potius incommodi præ se ferat, tamen ad Orientis et Occidentis conjunctionem ef captivorum redemptionem pertineret, ac plura alia commoda rei publicæ allaturum esset.Id breve scriptum ve- luti ahenum ebulliens aut Neptunius tridens, aut ingeniosé confictum illud contentionis pomum, concilium permiscuit; et inter senatorios judices omnes dissidium effecit,aut ut verius dicam, alios in alios armavit et in contrarias velut acies dis- traxit. Nam eorum maxima pars corrupta largitio- nibus et amplificandæ dignitatis promissionibus, id conjugium ut licitum (quod utinam factum non esset) approbavit. Judices vero audaciores, qui procerum ædes frequentare ac suffragia convi- viis eorum condonare solent, et homines avari et res divinas cauponari soliti, eas personas inter se cognatas esse negabant, propterea quod ex iliicitis nuptiis procreatæ nihil cum jure cognationis com- mune haberent ac alienissimæ putarentur. Esse autem inscitiæ, causam sole illustriorem in quæstio- nem vocari. Alii vero argumentis istis plane repu- diatis fortiter adversabantur, et nuptias istas, quæ incestæ essent, procedere nequaquam patiebantur. Ejus pulcherrima sententia auctores erant pauci ex ordine pontificum et sacerdotum, et ex patribus conscriptis aliquot, qui et ipsi patriare D rum episcopo, qui tum forte in urbe erat, cæremo- chæ studio incitati et auctoritate confirmati in recta sententia,quamvis eam domo non attulissent, permanebant. Hunc enim neque Andronici maje- stas debilitavit, neque vis eloquentiæ evertit, neque minæ perturbarunt, quominus instar marinæ petræ inconcussus maneret. Qui cum se nihil proficere et mala manifeste ingruere et partem meliorem a majore vinci cerneret, e sacro palatio in insulam Terebinthum, ubi sibi diversorium et sepulcrum struxerat, discedit. Andronicus vero, ut desidera- tum, ita inopinatum ejus discessum instituto suo commodissimum ratus, nuptias perficit, Bulgaro- nias matrimonii peragente. Cum de successore suæ factionis patriarcha dando deliberaret. Camatero 15. Cum autem filiam Irenen, ex consobrina
καὶ πρῶτα μὲν τὴν τοῦ βασιλέως μητέρα τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως ἀποστῆσαι βουλόμενος οὐκ ἔληγεν αὐτῆς καταβοώμενος καὶ τὸν ἀπονοστοῦντα πλαττόμενος φάσκων ἀντικαθίστασθαί οἱ ταυτηνὶ προδηλότατα καὶ πρὸς πᾶσαν πρᾶξιν καὶ μηχανὴν τῷ κοινῷ τῆς πολιτείας καὶ τῷ βασιλεῖ συνοίσουσαν ἀντιπολιτεύεσθαι καὶ τὸν δῆμον εἰς τὰς κατ’ αὐτῆς ἐξεκύμαινεν ὕβρεις, ὡς πολλάκις εἰς τὸ ἱερὸν ἀρχεῖον ἐκδημαγωγηθέντα συναθροισθῆναι καὶ πρὸς τὴν κατὰ τῆς δεσποίνης σκέψιν τε καὶ προβούλευσιν ἀφαρπάσαι καὶ μὴ ἑκόντα τὸν πατριάρχην τὸν πάνυ τὸν Θεοδόσιον καὶ παραβιάσασθαι τοῦτον εὐδοκῆσαι δι’ ὑπομνήματος τὴν ἐκ τοῦ μέσου ταύτης μετάστασιν καὶ τὴν ἐκ τῶν βασιλείων ἄπαρσιν. τάχα δ’ ἂν καὶ τῶν γενείων αὐτοῦ ἐπελάβοντο τῶν ἀγοραίων οἱ κυνογνώμονες παρ’ οὐδὲν τὴν ἐμπρέπουσαν ἐκείνῳ θέμενοι ὁσιότητα, εἰ μὴ κατένευσε πρὸς τὰ παρ’ Ἀνδρονίκου αἰτούμενα ἐπὶ τὸ εὖ διατιθεὶς τὴν τοῦ κινδύνου σφοδρότητα.
ἡμερῶν δέ τινων διαλειπουσῶν ᾔδετο παρὰ πᾶσιν (εἰ δὲ καὶ ἀληθῶς, οὐκ ἔχω λέγειν) καὶ θανασίμους κεραννύειν ἐπίστασθαι κύλικας, καὶ τῆς ὀλεθριας ταύτης ἐς ᾅδου καταγωγῆς πρώτην τῶν ἄλλων πειραθῆναι τὴν Καισάρισσαν Μαρίαν τὴν θυγατέρα τοῦ βασιλέως Μανουήλ, τὴν καὶ πρώτως καὶ παρὰ πάντας μάλιστα τὴν ᾿Ανδρονίκου κάθοδον ἐς τὴν πατρίδα γλιχομένην ἰδεῖν· ὑποφθαρῆναι γὰρ χρησταῖς ὑποσχέσεσιν ἐκτομίαν τινὰ πατρῷον ὑπηρέτην τῇ γυναικι, τοὐπίκλην Πτερυγιονίτην, καὶ λυγρόν ἐγχυθῆναι τῇ ἀνθρώπῳ διὰ τούτου φάρμακον, εἶναι δὲ μὴ τῶν αὐτίκα θανατούντων τὸ ποθὲν δηλητήριον, ἀλλὰ τῶν κατὰ βραχὺ παρακα- τατιθεμένων θανάτῳ καὶ ὑπεξαγόντων τοῦ ζῆν σχολαίτερον. Οὐ πολὺς ὁ ἐν μέσῳ καιρὸς, καὶ τῷ τῆς γυναικός μόρῳ καὶ ὁ ταύτῃ συζυγείς Καῖσαρ ἐπηκολούθησε. Πλὴν οὐδ᾽ οὗτος φυσικῶς ἐλέγετο τελευταν, ἀλλ᾽ ὕποπτος [Ρ. 168] ἦν καν τούτῳ Ανδρόνικος, καὶ κύλιξ ἑτεκμαίρετὸ μία ζωῇς κατευνάστρια δύο ἀμαυρῶσαι τέκνα πιότητος. ις΄. Βουληθεὶς δὲ τὸ ἐκ τῆς ἀνέψιας Θεοδώρας Α ἀποτεχθὲν αὐτῷ θυγάτριον τὴν Εἰρήνην εἰς γάμον ἁρμόσαι τῷ ᾿Αλεξίῳ, ἂν ἡ Κομνηνή Θεοδώρα τῷ βασιλεῖ ἐγείνατο Μανουήλ, βιβλίον λακωνίζον ξυντί. θησι πρὸς τὴν ἱερὰν σύνοδον, καὶ τοῦτο ὑποσημηνά- μενος κάτωθεν διὰ μέλανος τῷ οἰκείῳ ὀνόματι ἐπὶ κοινῆς ἀκροάσεώς τε καὶ σκέψεως ἀναδίδωσιν. Ἂν δὲ τῶν γραφομένων ὁ νοῦς, εἰ συγχωρηθήσεται προβῆναι δ συνάλλαγμα γαμικόν βραχὺ μὲν ἢ οὐδὲν παρεπεμ- φαῖνον τὸ ἄσεμνον, γενησόμενον δ' ὅμως εἰς ἁρμογὴν τῆς Εψας καὶ Ἑσπερίου λήξεως καὶ ἀνάῤῥυσιν αἰχ- μαλώτων καὶ χορηγὸν πλείστων ὅσων ἑτέρων συνοι σόντων κοινῇ. Καὶ τὸ βραχυσύλλαβον τοῦτο γραμ μάτιον, καθά τις εὑρυχανδὴς ζωμήρυσις ἤ Ποσειδώνιος τρίαινα ἤ γοῦν τὸ εὐφυὲς τῆς Εριδος μῆλον, τήν τε σύνοδον διεκύκησε καὶ τῆς συγκλήτου μέρος ὁπόσον περὶ τὸ κρίνειν διέστησεν, ἤ ἀληθέστερον εἰπεῖν κατ' ἀλλήλων ἐφώπλισε καὶ εἰς μοίρας ἐναντίας ἀπέκρινε. Χρήματι γὰρ οἱ πλεῖστοι τούτων καθυ παχθέντες καὶ τιμῶν ἀναβάσεσι μαλαχθέντες ἐπευ- δίκουν, ὡς οὐκ ὤφελον, οἷα μὴ κεκωλυμένῳ τῷ γάμῳ. Οἱ δὲ θρασύτεροι τῶν δικαστῶν καὶ ψηφοφα- γεῖν εἰωθότες καὶ κατὰ τοὺς περιφανεῖς ἀγυρτεύον- τις οἴκους, καὶ οἱ φιλόχρυσοι τῶν ἐκ τῆς συνόδου καὶ θεοκάπηλοι, μηδὲ συγγένειαν ἐπισύρεσθαι διε- τείνοντο τὰ συναφθησόμενα πρόσωπα διὰ τὸ ἐξ ἀθεμίτων ενώσεων ἀμφότερα γεγενῆσθαι καὶ τοῖς νόμοις τὰ τοιάδε κυήματα ἀνεπικοινώνητα συγγενείας καὶ ἐκ διαμέτρου ἀφεστῶτα λογίζεσθαι· καὶ ἀμαθες ὃς ἔλεγον εἶναι καὶ τὸ οἴεσθαι ὅλως δεῖν ὑπ' ἐξέτασιν πίπτειν ἐκδηλοτέραν ἡλίου ὑπόθεσιν. Οἱ δ᾽ οὐδ᾽ ἄκροις ὠσὶ παραδεχόμενοι τὰ φθεγγόμενα, καὶ ὡς ἀγχω-C μάλοις ὅπλοις τοῖς νόμοις τὰς προσβολὰς αὐτῶν ἀπρακτοῦντες, μηδὲ συγχωροῦντες τῇ πράξει ὡς ἀθεμιτογαμίας μεστῇ ἀντέπιπτον γενναιότερον. Ήσαν δ᾽ οἱ τὴν καλλίστην ταύτην εἰσηγούμενοι γνώ- μην, καὶ τῆς πάλης τῆς κρείττονος, βραχεῖς ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν ἐντρόφων τοῦ βήματος καὶ τινες εὐσύνοπται τῶν τῆς συγκλήτου βουλῆς. Καὶ αὐτοὺς δὲ ὁ τοῦ πατριάρχου ζῆλος ἐπισυνίστη τε καὶ ἐπήλει φεν, οὐκ ἐῶν ἑτεροζυγεῖν καὶ εἴκοθεν ἄλλως σπεύ έοντας. Οὔτε γὰρ ἡ Ἀνδρονίκου τοῦτον ἐξέλυσε μεγαλειότης οὔθ᾽ ἡ τῶν αὐτοῦ λόγων ἐστυφέλιξε δύναμις, οὔθ᾽ αἱ ἀπειλαὶ διετάραξαν, ἀλλ᾽ ἦν ἀτίνας κτος ὡς ἐκεῖνος ὁ πρόβολος περὶ ἂν ἀεὶ κῦμα ὀρθὸν ἵσταται καὶ άλμη περιμορμύρουσα· ὁ δὲ εἰς ἀφρὸν διαλύων καὶ μακρὰ κλάειν ἐῶν τὴν ἠχήεσσαν θάλασ- σαν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐστήρικται βάσεως. Αμέλει τοι καὶ ἰδὼν ὡς οὐδὲν ὠφελεῖ, ἀλλ᾽ ἀνακαλύπτως ἔπεισι ALEXIUS MANUELIS FILIUS. B Theodora Comnena contra leges susceptam, Alexio, Manuelis ex incesto concubitu Theodoræ filio, des- pondere vellet, breve scriptum ad sanctum conci- lium componit, idque suo nomine atramento sub- scriptum publice recitandum et deliberandum proponit. Cujus hæc erat sententia, utrum feren- dum esset matrimonium, quod cum parum aut nihil potius incommodi præ se ferat, tamen ad Orientis et Occidentis conjunctionem ef captivorum redemptionem pertineret, ac plura alia commoda rei publicæ allaturum esset.Id breve scriptum ve- luti ahenum ebulliens aut Neptunius tridens, aut ingeniosé confictum illud contentionis pomum, concilium permiscuit; et inter senatorios judices omnes dissidium effecit,aut ut verius dicam, alios in alios armavit et in contrarias velut acies dis- traxit. Nam eorum maxima pars corrupta largitio- nibus et amplificandæ dignitatis promissionibus, id conjugium ut licitum (quod utinam factum non esset) approbavit. Judices vero audaciores, qui procerum ædes frequentare ac suffragia convi- viis eorum condonare solent, et homines avari et res divinas cauponari soliti, eas personas inter se cognatas esse negabant, propterea quod ex iliicitis nuptiis procreatæ nihil cum jure cognationis com- mune haberent ac alienissimæ putarentur. Esse autem inscitiæ, causam sole illustriorem in quæstio- nem vocari. Alii vero argumentis istis plane repu- diatis fortiter adversabantur, et nuptias istas, quæ incestæ essent, procedere nequaquam patiebantur. Ejus pulcherrima sententia auctores erant pauci ex ordine pontificum et sacerdotum, et ex patribus conscriptis aliquot, qui et ipsi patriare D rum episcopo, qui tum forte in urbe erat, cæremo- chæ studio incitati et auctoritate confirmati in recta sententia,quamvis eam domo non attulissent, permanebant. Hunc enim neque Andronici maje- stas debilitavit, neque vis eloquentiæ evertit, neque minæ perturbarunt, quominus instar marinæ petræ inconcussus maneret. Qui cum se nihil proficere et mala manifeste ingruere et partem meliorem a majore vinci cerneret, e sacro palatio in insulam Terebinthum, ubi sibi diversorium et sepulcrum struxerat, discedit. Andronicus vero, ut desidera- tum, ita inopinatum ejus discessum instituto suo commodissimum ratus, nuptias perficit, Bulgaro- nias matrimonii peragente. Cum de successore suæ factionis patriarcha dando deliberaret. Camatero 15. Cum autem filiam Irenen, ex consobrina
PG 139:615Μικροῦ δὲ ἐδέησε κινδυνεῦσαι περὶ τὸ ζῆν κἀκ τῶν τοῦ βήλου κριτῶν τὸν Τορνίκην Δημήτριον, τὸν Μοναστηριώτην Λέοντα καὶ Κωνσταντῖνον τὸν Πατρηνόν, οὔπω τῷ κύκλῳ ἐγγραφέντας τῶν Ἀνδρονίκῳ προσθεμένων, μηδὲ πρὸς πᾶν ἐράσμιον ἐκείνῳ δουλογραφηθέντας τρανότερον καὶ τὸ γόνυ βαθέως κάμψαντας. οἱ μὲν γὰρ ἀπαιτούμενοι τὸ παριστάμενον εἰπεῖν πρὸς τὰ κατὰ τῆς δεσποίνης εἰσαγόμενα ἐθέλειν πρώτως ἔφασαν μαθεῖν, εἰ ὁ σύλλογος ἐκεῖνος καὶ ἡ συνέλευσις καὶ ἡ περὶ τῶν προκειμένων ἐξέτασις κατὰ γνώμην γίνεται τοῦ κρατοῦντος καὶ ὁρισμόν. ὁ δ’ Ἀνδρόνικος ὡς βουκέντρῳ τῷ λόγῳ τούτῳ τρωθεὶς οὗτοί εἰσιν ἔφησεν οἱ τὸν πρωτοσεβαστὸν ἐνάγοντες εἰς τὸ τὰ ἄτοπα δρᾶν· συλλάβετε αὐτούς. καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε οἱ μὲν δορυφόροι τὰ ἐπὶ τῶν ὤμων ἑτερόθηκτα ξίφη ὡς καθιξόμενοι κατήνεγκαν, ὁ δὲ δῆμος τῇδε κἀκεῖσε τῶν χλαμύδων λαβόμενοι περιέφερον μεθ’ ὕβρεως, ὡς μόλις ἐκφυγεῖν τὸ θανεῖν. Τοῦτο δ’ ἀνύσας Ἀνδρόνικος τοῖς μεγιστᾶσι μετέπειτα ἐπεφύετο.
Α τὰ δεινὰ καὶ νικῷ τὰ χείρονα, τῶν ἱερῶν ἀπανίστα ται ἀρχείων καὶ πρὸς τὴν νῆσον ἀφικνεῖται Τερέ βινθον, καθ' ήν αὐτῷ τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν τοῦ σκήνους ηὐτρεπίκει κατάθεσιν. Ὁ δὲ ᾿Ανδρόνικος τὴν τοῦ Θεοδοσίου ὑποχώρησιν δεξίωμα [Ρ. 169] τύχης κάλλιστον ἡγησάμενος ὡς παρὰ δόξαν ἅμα καὶ κατὰ γνώμην ἐκείνῳ γεγενημένην, τό τε συνάλλαγμα έξε! πέρανε τῶν γάμων, εὐλογητὴν ἀναδείξας τὸν ἀρχιποίμενα τῶν Βουλγάρων παρόντα τηνικαῦτα τῇ πόλει, καὶ περὶ τοῦ τὸν πατριαρχικὸν θρόνον διαδεξομένου καὶ αὐτῷ πληρώσοντος τὰ κατ' ἔφεσιν διασκέπτεται. Καὶ ἐπικεί. νεται ᾿Ανδρονίκῳ εἰς τὴν οἰκουμενικὴν προεδρίαν ὁ Καματηρός Βασίλειος, ἢ τὸ ἔμπαλιν, ὡς ἐλέγετο, αὐτὸς Ανδρόνικον ἐφειλκύσατο πρὸς τὴν τοιαύτην ἐπιλογὴν οἷς μονώτατος ἐξ ἁπάντων Ανδρονίκῳ ἐγγράφως συνέθετο ἐκεῖνα ἐν τῷ ἀρχιερατεύειν διαπράττεσθαι ὅσα φιλητὰ ᾿Ανδρονίκῳ, κἂν εἴησαν παναθέμιτα, κἀκεῖνα πάλιν ἀποστ τυγεῖν ὁπότα οὐχ ἡδύνει ᾿Ανδρόνικον. Β ις΄. Οὐ μόνον δὲ τὰ κατὰ τὴν πόλιν οὕτως ἐνό- σουν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξω χειρόνως ἔμασχον, ἀντιπε ριάγοντος, οἶμαι, τοῦ δαιμονίου τὴν ὑπὸ Ῥωμαίους εἰς πᾶν ἀξύμφορον. Ὁ γὰρ τοῦ Ικονίου σουλτάνος, ἓν ἐδείμαινε πέτρον ἀεὶ κατὰ Τάνταλον ὑπὲρ κεφα λῆς ἀνατέλλοντα, φημὶ δὲ τὸν ἄνακτα Μανουήλ, εἰς ᾅδου μετακεχωρηκέναι μαθὼν τὴν τε Σωζόπολιν πολέμου νόμῳ κατέσχε, καὶ τὰς πέριξ κωμοπόλεις ληϊσάμενος ὑφ' ἑαυτὸν ἐποιήσατο, καὶ τὴν ᾿Αττάλου δὲ λαμπροτάτην πόλιν πολιορκία χρονία επάκωσε, καὶ τὸ Κοτυάειον ἐξεπόρθησε, καὶ ἑτέρας συχνάς χώρας παρεστήσατο. Καὶ ὁ μέγας δὲ δομέστικος Ἰωάννης ὁ ἐκ Κομνηνῶν, ᾧ τὸ ἐπώνυμον Βατάτζης, ανήρ οὐ φαῦλος τὰ τακτικά, πολλὰς δὲ νίκας πολι λάκις ἐπανηρημένος κατὰ Περσῶν, τῇ Φιλαδελφεία ἐνδιατρίβων ἀντεκάθητο γενναίως τῷ ᾿Ανδρονίκῳ καὶ ὀλιγώρως τῶν τούτου εἶχεν ἐπιταγῶν, καὶ ἀπει λοῦντι δεινὰ ἀντενεβριμᾶτο δεινότερα, καὶ κακῶς ἀκούων ὡς τυραννίδι ἐπιχειρῶν τῷ ἤδη τετυραννη 16. κάτι λαμπρῶς ἐπετίμα τε καὶ ἐπέπληττεν ὡς ἐνστάτη δαίμονι, τὸ βασίλειον γένος ἐκτρίβοντι. Οθεν ἐμφυλίων στάσεων καὶ πολέμων αἱ ᾿Ασιάτιδες ἔγεμον πόλεις. Καὶ ἦν τὰ ἐντεῦθεν δρώμενα πολλῷ δυσαχθέστερα τῶν ἐξ ὁμόρων συμβαινόντων ἐθνῶν, ἢ καὶ οὕτως εἰπεῖν, ᾧ χεὶρ οὐκ ἐπεξῆλθεν ἀλλό γλωττος, τοῦτο ἡ ἐγχώριος ἐθέριζε δεξιὰ, καὶ κατ' ἀλλήλων ἐκπεπολέμωτο˙ τὸ ὁμόφυλον βαρβαρωθέν ἅπαν καὶ τοὺς τῆς συγγενείας νόμους Αγνοηκός. Καὶ Ανδρόνικος μὲν ὁπλίζειν ἔγνω κατὰ τοῦ Βατάτζη τὸν Λαπαρδάν ᾿Ανδρόνικον, άνδρα βραχὺν μὲν τὸ δέμας, δραστήριον δὲ τὰ πολέμια, οὐκ ὀλίγον αὐτῷ στρατολογήσας ὁπλιτικόν. Ὁ δὲ Κομνηνός Ἰωάννης νόσῳ τότε συνισχημένος καὶ περί που τὴν Φιλαδελ- φέων πόλιν ἐσκηνημένος ἀντεξάγει τῷ Λαπαρδᾷ τοὺς υἱεῖς, τὸν τε Μανουὴλ καὶ τὸν ᾿Αλέξιον. Τοῦ δὲ πολέμου συχνάς μεταλαβόντος τροπὰς ὁποίας αὐτὸς ἔστησι, καὶ πολλῶν ἐξεκατέρωθεν ἀναιρουμέ νων ταῖς ἐμφυλίοις συμπλοκαῖς, βαρυπενθὴς ἦν ὁ Βατάτζης τῇ ἐνσκηψάσῃ καχέξια ἐπιστυγνάζων ὡς ἀμφοτέραις αὐτὸν συσχούσῃ καὶ καταβαλούση δυστυχῶς ἐπὶ κλίνης, ὅτι δημοσιεύειν ἔδει καὶ παριστάν & τρέφει [Ρ. 170] περὶ τὰ πολεμικά γεν- ναῖον, καὶ τὰς ἐπὶ νίκῃ νενομισμένας φωνὰς πρὸς τῶν ἑῴων πόλεων δέχεσθαι, ἔτι δὲ πιστοῦσθαι τοῖς ἔργοις πρὸς οἷον ἀντιφέρεται ἀρχηγὸν ὁ βαρυγές ρων 'Ανδρόνικος. Πράγμασι δὲ καθυποδεικνὺς ὡς προθυμία καὶ νεκροὺς ἀνίστησι καὶ ὡς οὐδὲ NICETE CHONIATÆ. Basilio acumenicum pontificatum defert; aut potius illius syngrapha impulsus vendit, qua is promiserat se quidquid cordi esset Andronico, quantumvis illicitum, facturum, et ea declinatu- rum quæ illi displicerent. Hoc tam afflicto civitatis statu pro- vinciæ pejus etiam habebunt, nescio quo fato Ro- manum imperium labefactante. Nam Iconii sultanus audito Manuelis imperatoris obitu, quem ut Tan- talus saxum jamjam capiti imminens formidarat, Sozopolim belli jure capit, oppida circumjacentia direpta suæ ditionis facit, et splendidissimam At- tali urbem longa obsidione afligit ; Cotyalium vastat, et alias complures provincias in deditionem accipit. Ad hæc magnus domesticus Joannes Com- nenus, cognomento Batatzes, vir rei bellicæ non ignarus, multis victoriis contra Persas insignis, tum Philadelphia degens, acriter Andronico ad- versatur, ejus edicta negligit, minas ejus gravio- ribus minis eludit. Et cum ob aflectuti regni crimen male audiret, eum qui id jam invaserat objurgat, et ut malum genium, genus imperato- rium exstirpantem, exsecratur. Unde Asianæ uries seditionibus et intestinis bellis gravius quam a finitimis hostibus a:figebantur. ino, quem barbari C non violarant, eum cives trucidabant; et concilati – contra sese populares, obliti necessitudinis, bar- barico more alii in alios grassabantur. Ao Andronicus in animo habuit Andronicum Lapar- dam justis copiis datis cum Bataize committere, virum parvum illum quidem, sed bellicosum. At Joannes Comnenus oppressus morbo, circa Phila- delphiam castrametatus, filios Manuelem et Alexium contra Lapardam mittit. Cum autem vario eventu pugnaretur et multi utrinque civilibus armis ca- derent, in magno luctu erat Bataizes, ac fortunas suas miserabatur, quod tum infeliciter in lecto decumberet,cum in publico et in acie versandum et bellica virtus declaranda ac Orientalium urbium voces ob victoriam audiendæ essent, ut re ipsa intelligeret senex Andronicus, cum quali sibi ad- versario res esset. Sed quid non facit alacritas et animus in re mala bonus? Jubet se in tumulum, unde pugna conspici posset, in lectulo deferri, et filiis ut instruenda sit acies præcipit. Sic victoria illustri potilur ejus exercitus, et Lapardanos loige persequitur ac calit. Paucis diebus post Batatzis interitus magnum Philadelphiensibus lu- ctum attulit, et animos corum omnium ita immu- tavit ut cum Andronico se conjungere statuerent, et missis Cpolim legatis, ad captandam Andronici benevolentiam, Batatzem et filios ejus summa D
οἱ δὲ ὡς οὐκ ἀνεκτὰ τὰ τοιαῦτα ἔργα ὑφορώμενοι καὶ τὴν Κυκλώπειον ἄντικρυς πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντες καταθοίνησιν ἀλλήλοις πίστεις δόντες τε καὶ λαβόντες καὶ τὴν ὁμόνοιαν κρατυνάμενοι καὶ ὅρκοις τὸ ὁμόπνουν φρικώδεσιν ἐμπεδώσαντες συνέθεντο μὴ δοῦναι ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς, μηδὲ τοῖς κροτάφοις, εἰ δυνατόν, παρασχέσθαι ἀνάπαυσιν, ἕως οὗ θανεῖται Ἀνδρόνικος καὶ τὸ τούτου αἷμα πρὸ τοῦ τῆς κόγχης χρώσειεν αὐτόν, ἐξ ἧς βάψαι τὴν οἰκείαν στολὴν ἱμειρόμενος πᾶσαν τὴν βασίλειον φυταλιὰν ἀναιρεῖ καὶ ὡς μονιὸς διαλυμαίνεται ἄγριος. ἦσαν δὲ οἱ οὕτω συνομοσάμενοι Ἀνδρόνικος ὁ υἱὸς τοῦ Ἀγγέλου Κωνστανίνου, ὁ μέγας δοὺξ Ἀνδρόνικος ὁ Κοντοστέφανος καὶ οἱ τούτων υἱεῖς ἑκκαίδεκα ὄντες, πάντες ἀκμαῖοι καὶ ῥομφαίαν ἐσπασμένοι πρὸς πόλεμον, ὁ τοῦ δρόμου λογοθέτης ὁ Καματηρὸς Βασίλειος καὶ συχνοὶ ἕτεροι, κατὰ γένος αὐτοῖς συναπτόμενοι καὶ ἄλλως τὸ ἐπίσημον ἔχοντες. Ἀλλ’ οὐκ ἔλαθε τὸ σύστρεμμα τὸν Ἀνδρόνικον οὐκ εἰς τέλος ἄφθεγκτον καὶ κρύφιον διαμεῖναν.
Α τὰ δεινὰ καὶ νικῷ τὰ χείρονα, τῶν ἱερῶν ἀπανίστα ται ἀρχείων καὶ πρὸς τὴν νῆσον ἀφικνεῖται Τερέ βινθον, καθ' ήν αὐτῷ τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν τοῦ σκήνους ηὐτρεπίκει κατάθεσιν. Ὁ δὲ ᾿Ανδρόνικος τὴν τοῦ Θεοδοσίου ὑποχώρησιν δεξίωμα [Ρ. 169] τύχης κάλλιστον ἡγησάμενος ὡς παρὰ δόξαν ἅμα καὶ κατὰ γνώμην ἐκείνῳ γεγενημένην, τό τε συνάλλαγμα έξε! πέρανε τῶν γάμων, εὐλογητὴν ἀναδείξας τὸν ἀρχιποίμενα τῶν Βουλγάρων παρόντα τηνικαῦτα τῇ πόλει, καὶ περὶ τοῦ τὸν πατριαρχικὸν θρόνον διαδεξομένου καὶ αὐτῷ πληρώσοντος τὰ κατ' ἔφεσιν διασκέπτεται. Καὶ ἐπικεί. νεται ᾿Ανδρονίκῳ εἰς τὴν οἰκουμενικὴν προεδρίαν ὁ Καματηρός Βασίλειος, ἢ τὸ ἔμπαλιν, ὡς ἐλέγετο, αὐτὸς Ανδρόνικον ἐφειλκύσατο πρὸς τὴν τοιαύτην ἐπιλογὴν οἷς μονώτατος ἐξ ἁπάντων Ανδρονίκῳ ἐγγράφως συνέθετο ἐκεῖνα ἐν τῷ ἀρχιερατεύειν διαπράττεσθαι ὅσα φιλητὰ ᾿Ανδρονίκῳ, κἂν εἴησαν παναθέμιτα, κἀκεῖνα πάλιν ἀποστ τυγεῖν ὁπότα οὐχ ἡδύνει ᾿Ανδρόνικον. Β ις΄. Οὐ μόνον δὲ τὰ κατὰ τὴν πόλιν οὕτως ἐνό- σουν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξω χειρόνως ἔμασχον, ἀντιπε ριάγοντος, οἶμαι, τοῦ δαιμονίου τὴν ὑπὸ Ῥωμαίους εἰς πᾶν ἀξύμφορον. Ὁ γὰρ τοῦ Ικονίου σουλτάνος, ἓν ἐδείμαινε πέτρον ἀεὶ κατὰ Τάνταλον ὑπὲρ κεφα λῆς ἀνατέλλοντα, φημὶ δὲ τὸν ἄνακτα Μανουήλ, εἰς ᾅδου μετακεχωρηκέναι μαθὼν τὴν τε Σωζόπολιν πολέμου νόμῳ κατέσχε, καὶ τὰς πέριξ κωμοπόλεις ληϊσάμενος ὑφ' ἑαυτὸν ἐποιήσατο, καὶ τὴν ᾿Αττάλου δὲ λαμπροτάτην πόλιν πολιορκία χρονία επάκωσε, καὶ τὸ Κοτυάειον ἐξεπόρθησε, καὶ ἑτέρας συχνάς χώρας παρεστήσατο. Καὶ ὁ μέγας δὲ δομέστικος Ἰωάννης ὁ ἐκ Κομνηνῶν, ᾧ τὸ ἐπώνυμον Βατάτζης, ανήρ οὐ φαῦλος τὰ τακτικά, πολλὰς δὲ νίκας πολι λάκις ἐπανηρημένος κατὰ Περσῶν, τῇ Φιλαδελφεία ἐνδιατρίβων ἀντεκάθητο γενναίως τῷ ᾿Ανδρονίκῳ καὶ ὀλιγώρως τῶν τούτου εἶχεν ἐπιταγῶν, καὶ ἀπει λοῦντι δεινὰ ἀντενεβριμᾶτο δεινότερα, καὶ κακῶς ἀκούων ὡς τυραννίδι ἐπιχειρῶν τῷ ἤδη τετυραννη 16. κάτι λαμπρῶς ἐπετίμα τε καὶ ἐπέπληττεν ὡς ἐνστάτη δαίμονι, τὸ βασίλειον γένος ἐκτρίβοντι. Οθεν ἐμφυλίων στάσεων καὶ πολέμων αἱ ᾿Ασιάτιδες ἔγεμον πόλεις. Καὶ ἦν τὰ ἐντεῦθεν δρώμενα πολλῷ δυσαχθέστερα τῶν ἐξ ὁμόρων συμβαινόντων ἐθνῶν, ἢ καὶ οὕτως εἰπεῖν, ᾧ χεὶρ οὐκ ἐπεξῆλθεν ἀλλό γλωττος, τοῦτο ἡ ἐγχώριος ἐθέριζε δεξιὰ, καὶ κατ' ἀλλήλων ἐκπεπολέμωτο˙ τὸ ὁμόφυλον βαρβαρωθέν ἅπαν καὶ τοὺς τῆς συγγενείας νόμους Αγνοηκός. Καὶ Ανδρόνικος μὲν ὁπλίζειν ἔγνω κατὰ τοῦ Βατάτζη τὸν Λαπαρδάν ᾿Ανδρόνικον, άνδρα βραχὺν μὲν τὸ δέμας, δραστήριον δὲ τὰ πολέμια, οὐκ ὀλίγον αὐτῷ στρατολογήσας ὁπλιτικόν. Ὁ δὲ Κομνηνός Ἰωάννης νόσῳ τότε συνισχημένος καὶ περί που τὴν Φιλαδελ- φέων πόλιν ἐσκηνημένος ἀντεξάγει τῷ Λαπαρδᾷ τοὺς υἱεῖς, τὸν τε Μανουὴλ καὶ τὸν ᾿Αλέξιον. Τοῦ δὲ πολέμου συχνάς μεταλαβόντος τροπὰς ὁποίας αὐτὸς ἔστησι, καὶ πολλῶν ἐξεκατέρωθεν ἀναιρουμέ νων ταῖς ἐμφυλίοις συμπλοκαῖς, βαρυπενθὴς ἦν ὁ Βατάτζης τῇ ἐνσκηψάσῃ καχέξια ἐπιστυγνάζων ὡς ἀμφοτέραις αὐτὸν συσχούσῃ καὶ καταβαλούση δυστυχῶς ἐπὶ κλίνης, ὅτι δημοσιεύειν ἔδει καὶ παριστάν & τρέφει [Ρ. 170] περὶ τὰ πολεμικά γεν- ναῖον, καὶ τὰς ἐπὶ νίκῃ νενομισμένας φωνὰς πρὸς τῶν ἑῴων πόλεων δέχεσθαι, ἔτι δὲ πιστοῦσθαι τοῖς ἔργοις πρὸς οἷον ἀντιφέρεται ἀρχηγὸν ὁ βαρυγές ρων 'Ανδρόνικος. Πράγμασι δὲ καθυποδεικνὺς ὡς προθυμία καὶ νεκροὺς ἀνίστησι καὶ ὡς οὐδὲ NICETE CHONIATÆ. Basilio acumenicum pontificatum defert; aut potius illius syngrapha impulsus vendit, qua is promiserat se quidquid cordi esset Andronico, quantumvis illicitum, facturum, et ea declinatu- rum quæ illi displicerent. Hoc tam afflicto civitatis statu pro- vinciæ pejus etiam habebunt, nescio quo fato Ro- manum imperium labefactante. Nam Iconii sultanus audito Manuelis imperatoris obitu, quem ut Tan- talus saxum jamjam capiti imminens formidarat, Sozopolim belli jure capit, oppida circumjacentia direpta suæ ditionis facit, et splendidissimam At- tali urbem longa obsidione afligit ; Cotyalium vastat, et alias complures provincias in deditionem accipit. Ad hæc magnus domesticus Joannes Com- nenus, cognomento Batatzes, vir rei bellicæ non ignarus, multis victoriis contra Persas insignis, tum Philadelphia degens, acriter Andronico ad- versatur, ejus edicta negligit, minas ejus gravio- ribus minis eludit. Et cum ob aflectuti regni crimen male audiret, eum qui id jam invaserat objurgat, et ut malum genium, genus imperato- rium exstirpantem, exsecratur. Unde Asianæ uries seditionibus et intestinis bellis gravius quam a finitimis hostibus a:figebantur. ino, quem barbari C non violarant, eum cives trucidabant; et concilati – contra sese populares, obliti necessitudinis, bar- barico more alii in alios grassabantur. Ao Andronicus in animo habuit Andronicum Lapar- dam justis copiis datis cum Bataize committere, virum parvum illum quidem, sed bellicosum. At Joannes Comnenus oppressus morbo, circa Phila- delphiam castrametatus, filios Manuelem et Alexium contra Lapardam mittit. Cum autem vario eventu pugnaretur et multi utrinque civilibus armis ca- derent, in magno luctu erat Bataizes, ac fortunas suas miserabatur, quod tum infeliciter in lecto decumberet,cum in publico et in acie versandum et bellica virtus declaranda ac Orientalium urbium voces ob victoriam audiendæ essent, ut re ipsa intelligeret senex Andronicus, cum quali sibi ad- versario res esset. Sed quid non facit alacritas et animus in re mala bonus? Jubet se in tumulum, unde pugna conspici posset, in lectulo deferri, et filiis ut instruenda sit acies præcipit. Sic victoria illustri potilur ejus exercitus, et Lapardanos loige persequitur ac calit. Paucis diebus post Batatzis interitus magnum Philadelphiensibus lu- ctum attulit, et animos corum omnium ita immu- tavit ut cum Andronico se conjungere statuerent, et missis Cpolim legatis, ad captandam Andronici benevolentiam, Batatzem et filios ejus summa D
διὸ καὶ αὐτίκα ὅ γε κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀγγέλου ὁρμήσας, μικρὸν ἄποθεν τῶν χερσαίων αὐλιζομένου πυλῶν τῆς πόλεως τηνικαῦτα, ἐκεῖνον μὲν φυγάδα μετὰ τῶν υἱέων τίθησιν, ἀσπασίως διεκδράντα τὴν σαγήνην, ἣν οἱ ὁπλοφόροι Ἀνδρονίκου αὐτῷ διεπέτασαν, ἐκ τοῦ μόλις ἀκατίῳ περιτυχεῖν ἀμφορέων πλήρει κενῶν καὶ αὐτὰ μὲν ἐκτινάξαι εἰς θάλασσαν ὅσα καὶ ἀμφιβλήστρου σκύβαλα, αὐτὸν δ’ ἐν τούτῳ διεκπλεῦσαι μετὰ τῶν παίδων τὸν κίνδυνον· τὸν δέ γε Κοντοστέφανον συνειληφὼς καὶ τέσσαρας τῶν παίδων καὶ τὸν Καματηρὸν Βασίλειον πάντας ἐξομματοῖ, πρὸς δὲ καὶ ἄλλους, ὁπόσους οὐ μετ’ ἔλεγχον προφανῆ, ἀλλὰ κατὰ φήμην ψιλήν, καὶ ταύτην ἀμφίλογον, ἠκηκόει κοινωνῆσαι τοῖς εἰρημένοις τοῦ σκέμματος.
Α τὰ δεινὰ καὶ νικῷ τὰ χείρονα, τῶν ἱερῶν ἀπανίστα ται ἀρχείων καὶ πρὸς τὴν νῆσον ἀφικνεῖται Τερέ βινθον, καθ' ήν αὐτῷ τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν τοῦ σκήνους ηὐτρεπίκει κατάθεσιν. Ὁ δὲ ᾿Ανδρόνικος τὴν τοῦ Θεοδοσίου ὑποχώρησιν δεξίωμα [Ρ. 169] τύχης κάλλιστον ἡγησάμενος ὡς παρὰ δόξαν ἅμα καὶ κατὰ γνώμην ἐκείνῳ γεγενημένην, τό τε συνάλλαγμα έξε! πέρανε τῶν γάμων, εὐλογητὴν ἀναδείξας τὸν ἀρχιποίμενα τῶν Βουλγάρων παρόντα τηνικαῦτα τῇ πόλει, καὶ περὶ τοῦ τὸν πατριαρχικὸν θρόνον διαδεξομένου καὶ αὐτῷ πληρώσοντος τὰ κατ' ἔφεσιν διασκέπτεται. Καὶ ἐπικεί. νεται ᾿Ανδρονίκῳ εἰς τὴν οἰκουμενικὴν προεδρίαν ὁ Καματηρός Βασίλειος, ἢ τὸ ἔμπαλιν, ὡς ἐλέγετο, αὐτὸς Ανδρόνικον ἐφειλκύσατο πρὸς τὴν τοιαύτην ἐπιλογὴν οἷς μονώτατος ἐξ ἁπάντων Ανδρονίκῳ ἐγγράφως συνέθετο ἐκεῖνα ἐν τῷ ἀρχιερατεύειν διαπράττεσθαι ὅσα φιλητὰ ᾿Ανδρονίκῳ, κἂν εἴησαν παναθέμιτα, κἀκεῖνα πάλιν ἀποστ τυγεῖν ὁπότα οὐχ ἡδύνει ᾿Ανδρόνικον. Β ις΄. Οὐ μόνον δὲ τὰ κατὰ τὴν πόλιν οὕτως ἐνό- σουν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξω χειρόνως ἔμασχον, ἀντιπε ριάγοντος, οἶμαι, τοῦ δαιμονίου τὴν ὑπὸ Ῥωμαίους εἰς πᾶν ἀξύμφορον. Ὁ γὰρ τοῦ Ικονίου σουλτάνος, ἓν ἐδείμαινε πέτρον ἀεὶ κατὰ Τάνταλον ὑπὲρ κεφα λῆς ἀνατέλλοντα, φημὶ δὲ τὸν ἄνακτα Μανουήλ, εἰς ᾅδου μετακεχωρηκέναι μαθὼν τὴν τε Σωζόπολιν πολέμου νόμῳ κατέσχε, καὶ τὰς πέριξ κωμοπόλεις ληϊσάμενος ὑφ' ἑαυτὸν ἐποιήσατο, καὶ τὴν ᾿Αττάλου δὲ λαμπροτάτην πόλιν πολιορκία χρονία επάκωσε, καὶ τὸ Κοτυάειον ἐξεπόρθησε, καὶ ἑτέρας συχνάς χώρας παρεστήσατο. Καὶ ὁ μέγας δὲ δομέστικος Ἰωάννης ὁ ἐκ Κομνηνῶν, ᾧ τὸ ἐπώνυμον Βατάτζης, ανήρ οὐ φαῦλος τὰ τακτικά, πολλὰς δὲ νίκας πολι λάκις ἐπανηρημένος κατὰ Περσῶν, τῇ Φιλαδελφεία ἐνδιατρίβων ἀντεκάθητο γενναίως τῷ ᾿Ανδρονίκῳ καὶ ὀλιγώρως τῶν τούτου εἶχεν ἐπιταγῶν, καὶ ἀπει λοῦντι δεινὰ ἀντενεβριμᾶτο δεινότερα, καὶ κακῶς ἀκούων ὡς τυραννίδι ἐπιχειρῶν τῷ ἤδη τετυραννη 16. κάτι λαμπρῶς ἐπετίμα τε καὶ ἐπέπληττεν ὡς ἐνστάτη δαίμονι, τὸ βασίλειον γένος ἐκτρίβοντι. Οθεν ἐμφυλίων στάσεων καὶ πολέμων αἱ ᾿Ασιάτιδες ἔγεμον πόλεις. Καὶ ἦν τὰ ἐντεῦθεν δρώμενα πολλῷ δυσαχθέστερα τῶν ἐξ ὁμόρων συμβαινόντων ἐθνῶν, ἢ καὶ οὕτως εἰπεῖν, ᾧ χεὶρ οὐκ ἐπεξῆλθεν ἀλλό γλωττος, τοῦτο ἡ ἐγχώριος ἐθέριζε δεξιὰ, καὶ κατ' ἀλλήλων ἐκπεπολέμωτο˙ τὸ ὁμόφυλον βαρβαρωθέν ἅπαν καὶ τοὺς τῆς συγγενείας νόμους Αγνοηκός. Καὶ Ανδρόνικος μὲν ὁπλίζειν ἔγνω κατὰ τοῦ Βατάτζη τὸν Λαπαρδάν ᾿Ανδρόνικον, άνδρα βραχὺν μὲν τὸ δέμας, δραστήριον δὲ τὰ πολέμια, οὐκ ὀλίγον αὐτῷ στρατολογήσας ὁπλιτικόν. Ὁ δὲ Κομνηνός Ἰωάννης νόσῳ τότε συνισχημένος καὶ περί που τὴν Φιλαδελ- φέων πόλιν ἐσκηνημένος ἀντεξάγει τῷ Λαπαρδᾷ τοὺς υἱεῖς, τὸν τε Μανουὴλ καὶ τὸν ᾿Αλέξιον. Τοῦ δὲ πολέμου συχνάς μεταλαβόντος τροπὰς ὁποίας αὐτὸς ἔστησι, καὶ πολλῶν ἐξεκατέρωθεν ἀναιρουμέ νων ταῖς ἐμφυλίοις συμπλοκαῖς, βαρυπενθὴς ἦν ὁ Βατάτζης τῇ ἐνσκηψάσῃ καχέξια ἐπιστυγνάζων ὡς ἀμφοτέραις αὐτὸν συσχούσῃ καὶ καταβαλούση δυστυχῶς ἐπὶ κλίνης, ὅτι δημοσιεύειν ἔδει καὶ παριστάν & τρέφει [Ρ. 170] περὶ τὰ πολεμικά γεν- ναῖον, καὶ τὰς ἐπὶ νίκῃ νενομισμένας φωνὰς πρὸς τῶν ἑῴων πόλεων δέχεσθαι, ἔτι δὲ πιστοῦσθαι τοῖς ἔργοις πρὸς οἷον ἀντιφέρεται ἀρχηγὸν ὁ βαρυγές ρων 'Ανδρόνικος. Πράγμασι δὲ καθυποδεικνὺς ὡς προθυμία καὶ νεκροὺς ἀνίστησι καὶ ὡς οὐδὲ NICETE CHONIATÆ. Basilio acumenicum pontificatum defert; aut potius illius syngrapha impulsus vendit, qua is promiserat se quidquid cordi esset Andronico, quantumvis illicitum, facturum, et ea declinatu- rum quæ illi displicerent. Hoc tam afflicto civitatis statu pro- vinciæ pejus etiam habebunt, nescio quo fato Ro- manum imperium labefactante. Nam Iconii sultanus audito Manuelis imperatoris obitu, quem ut Tan- talus saxum jamjam capiti imminens formidarat, Sozopolim belli jure capit, oppida circumjacentia direpta suæ ditionis facit, et splendidissimam At- tali urbem longa obsidione afligit ; Cotyalium vastat, et alias complures provincias in deditionem accipit. Ad hæc magnus domesticus Joannes Com- nenus, cognomento Batatzes, vir rei bellicæ non ignarus, multis victoriis contra Persas insignis, tum Philadelphia degens, acriter Andronico ad- versatur, ejus edicta negligit, minas ejus gravio- ribus minis eludit. Et cum ob aflectuti regni crimen male audiret, eum qui id jam invaserat objurgat, et ut malum genium, genus imperato- rium exstirpantem, exsecratur. Unde Asianæ uries seditionibus et intestinis bellis gravius quam a finitimis hostibus a:figebantur. ino, quem barbari C non violarant, eum cives trucidabant; et concilati – contra sese populares, obliti necessitudinis, bar- barico more alii in alios grassabantur. Ao Andronicus in animo habuit Andronicum Lapar- dam justis copiis datis cum Bataize committere, virum parvum illum quidem, sed bellicosum. At Joannes Comnenus oppressus morbo, circa Phila- delphiam castrametatus, filios Manuelem et Alexium contra Lapardam mittit. Cum autem vario eventu pugnaretur et multi utrinque civilibus armis ca- derent, in magno luctu erat Bataizes, ac fortunas suas miserabatur, quod tum infeliciter in lecto decumberet,cum in publico et in acie versandum et bellica virtus declaranda ac Orientalium urbium voces ob victoriam audiendæ essent, ut re ipsa intelligeret senex Andronicus, cum quali sibi ad- versario res esset. Sed quid non facit alacritas et animus in re mala bonus? Jubet se in tumulum, unde pugna conspici posset, in lectulo deferri, et filiis ut instruenda sit acies præcipit. Sic victoria illustri potilur ejus exercitus, et Lapardanos loige persequitur ac calit. Paucis diebus post Batatzis interitus magnum Philadelphiensibus lu- ctum attulit, et animos corum omnium ita immu- tavit ut cum Andronico se conjungere statuerent, et missis Cpolim legatis, ad captandam Andronici benevolentiam, Batatzem et filios ejus summa D
PG 139:617Οὕτω τοίνυν θύσας καὶ ἀπολέσας Ἀνδρόνικος οὓς πάλαι μὲν συλλαβεῖν ὤδινεν, εἰς καιρὸν δ’ ἀνεβάλλετο τὴν ἐπίθεσιν, τινὰς δὲ καὶ δεσμωτηρίοις παραδούς, καὶ ὑπερορίᾳ δὲ καταδικάσας ἑτέρους καὶ ἄλλους ἄλλως διαφθείρας, ὁρῶν δὲ καὶ εἴ τινες κατελείφθησαν εὐαρίθμητοί τε καὶ εὔγνωστοι, εἰς τοὔμπαλιν ἰέναι πρώην τοῖς πλείοσιν ἐπιχειροῦντες, κατὰ τοὺς πλανωμένους τῶν ἀστέρων κἀκείνους μεταθεμένους τὰς γνώμας καὶ τὸν αὐχένα παρεχομένους Ἀνδρονίκῳ πατεῖν καὶ τῷ ἐκείνου ἅμα συμφερομένους ἄξονι, τὸν τῆς δεσποίνης ἐπέσπευδεν ὄλεθρον καὶ διαφόρους αἰτίας ξυνθεὶς τέλος καὶ προδοσίας κρίνει τὴν ἄνθρωπον, συναγαγὼν τὸ ἐκείνῳ φίλον συνέδριον καὶ τῶν δικαστῶν οἳ κατακρινεῖν, οὐ κρινεῖν τὴν ταλαίπωρον ἤμελλον.
καρδίας αἰσθητικῆς ἰσχυρότερον, αἵρειν αὐτὸν ἐπὶ κλινιδίου αὐτοσκεύου προτρέπεται, καὶ στῆσαι φέροντας ἐν γηλόφῳ, ὅθεν ὁρατά οἱ τὰ κατὰ πόλεμον ἔσοιτο. Οὐ δὴ γεγονοτος, καὶ τοὺς υἱεῖς αὐτοῦ τὴν στρατιάν κατὰ τὸν δοκοῦντά οἱ τρόπον ἐκτάξαι κελεύσαντος, ἡ νίκη περιφανῶς πρὸς τὸ ἐκείνου μετέβη στράτευμα· τὸ δὲ τοῦ Λαπαρδᾶ τὰ νῶτα μεταβαλὸν ἐπὶ πλεῖστον ἦν χρόνον διωκόμενον καὶ κτεινόμενον. Μετά βραχείας δ' ἡμέρας τὸν βίον καταστρέψαντος τοῦ Βατάτζη, οἱ Φιλαδελφεῖς πιο κρῶς ἐπ᾿ αὐτῷ καὶ βύθιον ὁλολύξαντες προσχωρεῖν ἐγνώκεισαν ᾿Ανδρονίκῳ, ὡς μὴ εἶναι ὅστις οὐχὶ τῶν ἁπάντων. Οἱ δὲ καὶ ἐς αὐτὴν τὴν βασιλεύουσαν πόλιν τὸ τῆς προθυμίας πτερὸν ἔλυον, καὶ Ἀνδρόνικον θεραπεύοντες κατὰ τοῦ ἀετιδοῦς ὄρνιθος τοῦ Βα- τάτζη καὶ τῶν ἐκείνου νεοττῶν ἔκρωζον ὡς κορῶναι λακέρυζαι, ἢ γοῦν ὡς κηφήνες περιεβόμβουν ἀγνιὰς καὶ ἀνάκτορα, ὁποῖον δὴ τῶν κακοσχόλων τὸ ἐπιτήδευμα καὶ τῶν δικρόαν τρεφόντων γλῶτταν ἐπὶ τοῦ στόματος. Οἱ δὲ τοῦ μεγάλου δομεστίκου μιοι, δείσαντες μὴ συσχεθεῖεν καὶ καταπροδοθεῖεν. ᾿Ανδρονίκῳ, μεθίστανται ἐκεῖθεν καὶ τῷ Ἰκονιεῖ σουλτάνῳ προσρύονται· οἳ καὶ ὕστερον, ἐξ ὧν ἔπαθον, προδήλως ὑπέδειξαν μὴ ἐξεῖναί τινι τὰς πάγας ὑπερα λέσθαι ἢ τὸ ἀμφίβληστρον διεκδῦναι ὁ ἡ ἂνωθν ἐξέτεινε Πρόνοια. Δυσχεράναντες γὰρ ἐπὶ τῇ μετὰ τοῦ σουλτάνου χρονία διατριβή, ὡς οὐκ ἀμύνειν τοὺς ἐχθροὺς ἐκείνοις ἐθέλοντος, εἰς Σικελίαν ἀπαίρειν κεκρίκασι, καὶ δὴ νηὸς ἐπιβάντες καὶ οὐρίῳ τὰ πρῶτα πνεύματι χρώμενοι τὸ Κρητικὸν διαπλωΐζον- ται πέλαγος. Κατὰ δὲ τοῦτο τοῦ πνεύματος ἀντιστάντος ἀναγκαστῶς τῇ Κρήτῃ προσίσχουσι, καὶ γνωσθέντες παρά τινος ἐκεῖσε φυλάσσοντος (γένους οὗτος τοῦ πελεκυφόρου καὶ Κελτικού) συλλαμβάνον- ται καὶ τῷ τῆς Κρήτης δασμολόγῳ καταμηνύονται. Ὁ αὲ ἠρεῖτο μὲν τοὺς ἄνδρας ἐκσῶσαι καὶ τῆς νήσου ἀρτεμέας ἐκπέμψαι, ἄλφιτα αὐτοῖς ἐπισιτισάμενος καὶ οἶνον ὑδρευσάμενος καὶ τἄλλα τὰ πρὸς τὸν πλοῦν ἐπιτήδεια χορηγήσας, οὐκ ἔχων δ' ὅπως περανεῖ τὰ κατὰ σκοπὸν (καταφανεῖς γὰρ ἤδη τοῖς ἅπασιν ἐγε γόνεισαν) δῆλα τίθησιν ᾿Ανδρονίκῳ τὰ κατὰ τούτους τοὺς τάλανας Κομνηνούς. Καὶ οὗτος μισοφαὴς ὢν καὶ ταῖς τῶν ἀνδρών κόραις ἀκορέστως ἀντικαθήμενος τοῦ φωτὸς τούτους ἀποστερεῖ. ις. Τότε δ' οὖν ᾿Ανδρόνικος θείαν ἐπισκοπὴν τὸν ( τοῦ Βατάτζη θάνατον ἡγησάμενος, καὶ προστιθεὶς ταῖς λοιπαῖς ἑαυτοῦ δολοφροσύναις καὶ ἕτερον τοῦ τρόπου προκάλυμμα, στεφθῆναι αὐτοκράτορα εἰσ ἡγεῖται τὸν βασιλέα ᾿Αλέξιον. Καὶ δὴ ἐπὶ τῶν ὤμων ἄρας αὐτὸν καὶ μετὰ δακρύων θερμῶν εἰς τὸν τῆς Μεγάλης Εκκλησίας ἀνακομίσας ἀνάσταθμον ἐπὶ μάρ- τοσι μυριάσι πολλαῖς πλήθους ἀστικοῦ καὶ ἀλλοίον, καὶ πάλιν ὁμοίως ἐκεῖθεν κατενεγκών, ἔδοξε φιλο- στοργότερος εἶναι πατρὸς καὶ χεὶρ δεξιὰ ἐπιστῆναι, τῷ νεαρῷ τῆς βασιλείας όρπηκι. Ὁ δὲ τὸ τοῦ Δαβίδ Αντικους διδοὺς πέρατι, δ φησιν, « Επάρας κατέῤῥαξέ με, ο διενοείτο ταῦτα [Ρ. 171] καὶ ἐπετέλει. Τῷ τοι και πάντας ἐκποδὼν θέσθαι προθυμηθείς διεξή γεν ὡς ἡγεῖτο τὰ κατὰ τὴν βασιλείαν πράγματα, τῶν όλων κύριος καθεστώς. Καὶ πρῶτα μὲν τὴν τοῦ βασιλέως μητέρα τοῦ υἱοῦ καὶ βασιλέως ἀποστῆσαι βουλόμενος, οὐκ ἔληγεν αὐτῆς καταβοώμενος καὶ τὸν ἀπονοστούντα πλαττόμενος, φάσκων ἀντικαθίστα- σθα: οἱ ταυτηνὶ προδηλότατα καὶ πρὸς πᾶσαν πρᾶξιν καὶ μηχανὴν τῷ κοινῷ τῆς πολιτείας καὶ τῷ βασιλεῖ συνοίσουσαν ἀντιπολιτεύεσθαι, καὶ τὸν δῆμον εἰς τὰς κατ' αὐτῆς ἐξεκύμαινεν ὕβρεις, ὡς πολλάκις εἰς τὸ ἱερὸν ἀρχεῖον ἐκδημαγωγηθέντα συναθροισθῆναι, καὶ πρὸς τὴν κατὰ τῆς δεσποίνης σκέψιν τε καὶ προδούλευσιν ἐξαρπάσαι καὶ μὴ ἑκόντα τὸν πατριάρ χην τον πάνυ τὸν Θεοδόσιον, καὶ παραβιάσασθαι ALEXIUS MANUELIS FILIUS. A animi levitate criminarentur. Proinde magal do- mestici filii, metuentes ne comprehensi Andronico proderentur, ad Iconiensem sultanum confugiunt; quorum calamitate declaratum est laqueos et retia divinæ Providentiæ neminem posse evadere. Nam cum sultani cessationem in ferendis contra hostem auxiliis moleste ferrent, abire in Siciliam decre- verunt; et navi conscensa, principio prospero flatu Cretici pelagi oram legunt. Ibi vero adverso vento coorto ad Cretam appellere coacti, et a quodam præsidiario Gallo, ex eorum ordine qui secures gestant, cogniti comprehenduntur, et apud Creta quæstorem deferuntur. Qui cum eos incolumes et commeatu instructos ex insula dimittere in animo haberet, nec tamen suum exsequi consilium illis jam agnitis posset, rem Andronico indicat. Qui ut lucis inimicus et oculis infestissimus, mise- ros illos Comnenos excæcal. B PATROL. GR. CXXXIX. D terpretatus, cateris dolis etiam hunc adjecit in- genii sui dissimulandi causa. Auctor est coronandi Alexii, eumque in humeros elatum lacrymans in Magna ecclesiæ ambonem pertulit; atque inde retulit, ut patrem pietate superare videretur et adolescentis imperatoris præsidium haberetur,cum ipse aliud in animo haberet, ac Davidicum illud agitaret, « Elatum me allisit. » Quare omnibusaul proceribus amotis, summaque rerum in se trans- lata, imperium suo arbitratu gerebat ; ac principio matrem imperatoris, ut aperte sibi et imperatoris ao rei publicæ commodis adversantem, criminari non destitit, seque discessurum iterum simulavit; et populo ad eam conviciis lacerandam concitato, suis artibus effecit ut in sacro palatio conveniret, et patriarcham Theodosium importunis flagi- tationibus et crebris conviciis perpelleret ut in imperatricis ejectionem e palatio consentiret. Tanta enim circumforaneæ turbæ vecordia erat, ut timendum esset ne in barbam ejus involarent, nihil elucentem in eo sanctimoniam reveriti, ni Andronici postulatis, ut ab injuria esset tulior, annuisset. Beli quoque judices, Monasteriotes Leo, Tornicius Demetrius et Constantinus Patrenus, nondum in album eorum inscripti qui Andronico studebant, nec apertissime illius cupiditatibus 17. Ao Batatzis obitum divinum beneficium in-
καὶ ἡ μὲν ὡς τὸν ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸν τὸν ῥῆγα Οὐγγρίας τὸν Βελᾶν ἀνασείουσα καὶ πορθεῖν τὰ κατὰ Βρανίτζοβαν καὶ Βελέγραδα γραφαῖς ἐνάγουσα καὶ ἁδραῖς ἐπαίρουσα ὑποσχέσεσιν εἰς τὴν τοῦ ἁγίου Διομήδους μονὴν περί τινα ἐκεῖ που στενοτάτην οὖσαν εἱρκτὴν ἀκλεῶς ἀπάγεται, ἔνθα καὶ ἐφ’ ἱκανὸν παρὰ τῶν φυλάκων ἐρεσχελούντων παροινουμένη καὶ λιμῷ καὶ δίψει τετρυχωμένη τὸν σφαγέα διηνεκῶς ἐφαντάζετο ἐκ δεξιῶν ἑστῶτα τομώτατον. ὁ δὲ οὐδὲ βραχὺ γοῦν τοῦ ἀγριαίνειν ὑποκεχάλαστο, ἀλλὰ τὸ τοῦ Δαυίδ, πόνον καὶ θυμὸν κατανοῶν καὶ παραδοῦναι σπεύδων αὐτὴν εἰς θάνατον, καιρὸς οὔπω πολύς, καὶ τοῖς ζῶσιν ὅτι σύνεστι δυσχεραίνων ἀθροίζει πάλιν τοὺς τῇ ἀδικίᾳ βραβεύοντας δικαστὰς καὶ ὧν ἡ δεξιὰ δεξιὰ ἀδικίας καὶ ἐρώτησιν προτεινάμενος, ὁποία τις ἐκ τῶν νόμων ἐπήρτηται ποινὴ τοῖς προδόταις πόλεων καὶ χωρῶν, καὶ ἀπόφασιν ἔγγραφον θανάτῳ ὑποδικάζουσαν τοὺς οὕτω δρῶντας ἀνὰ χεῖρας δεξάμενος, ἦν τὸ ἐκ τούτου κατὰ τῆς ἀνάσσης ἄσχετος τὴν ὁρμήν.
καρδίας αἰσθητικῆς ἰσχυρότερον, αἵρειν αὐτὸν ἐπὶ κλινιδίου αὐτοσκεύου προτρέπεται, καὶ στῆσαι φέροντας ἐν γηλόφῳ, ὅθεν ὁρατά οἱ τὰ κατὰ πόλεμον ἔσοιτο. Οὐ δὴ γεγονοτος, καὶ τοὺς υἱεῖς αὐτοῦ τὴν στρατιάν κατὰ τὸν δοκοῦντά οἱ τρόπον ἐκτάξαι κελεύσαντος, ἡ νίκη περιφανῶς πρὸς τὸ ἐκείνου μετέβη στράτευμα· τὸ δὲ τοῦ Λαπαρδᾶ τὰ νῶτα μεταβαλὸν ἐπὶ πλεῖστον ἦν χρόνον διωκόμενον καὶ κτεινόμενον. Μετά βραχείας δ' ἡμέρας τὸν βίον καταστρέψαντος τοῦ Βατάτζη, οἱ Φιλαδελφεῖς πιο κρῶς ἐπ᾿ αὐτῷ καὶ βύθιον ὁλολύξαντες προσχωρεῖν ἐγνώκεισαν ᾿Ανδρονίκῳ, ὡς μὴ εἶναι ὅστις οὐχὶ τῶν ἁπάντων. Οἱ δὲ καὶ ἐς αὐτὴν τὴν βασιλεύουσαν πόλιν τὸ τῆς προθυμίας πτερὸν ἔλυον, καὶ Ἀνδρόνικον θεραπεύοντες κατὰ τοῦ ἀετιδοῦς ὄρνιθος τοῦ Βα- τάτζη καὶ τῶν ἐκείνου νεοττῶν ἔκρωζον ὡς κορῶναι λακέρυζαι, ἢ γοῦν ὡς κηφήνες περιεβόμβουν ἀγνιὰς καὶ ἀνάκτορα, ὁποῖον δὴ τῶν κακοσχόλων τὸ ἐπιτήδευμα καὶ τῶν δικρόαν τρεφόντων γλῶτταν ἐπὶ τοῦ στόματος. Οἱ δὲ τοῦ μεγάλου δομεστίκου μιοι, δείσαντες μὴ συσχεθεῖεν καὶ καταπροδοθεῖεν. ᾿Ανδρονίκῳ, μεθίστανται ἐκεῖθεν καὶ τῷ Ἰκονιεῖ σουλτάνῳ προσρύονται· οἳ καὶ ὕστερον, ἐξ ὧν ἔπαθον, προδήλως ὑπέδειξαν μὴ ἐξεῖναί τινι τὰς πάγας ὑπερα λέσθαι ἢ τὸ ἀμφίβληστρον διεκδῦναι ὁ ἡ ἂνωθν ἐξέτεινε Πρόνοια. Δυσχεράναντες γὰρ ἐπὶ τῇ μετὰ τοῦ σουλτάνου χρονία διατριβή, ὡς οὐκ ἀμύνειν τοὺς ἐχθροὺς ἐκείνοις ἐθέλοντος, εἰς Σικελίαν ἀπαίρειν κεκρίκασι, καὶ δὴ νηὸς ἐπιβάντες καὶ οὐρίῳ τὰ πρῶτα πνεύματι χρώμενοι τὸ Κρητικὸν διαπλωΐζον- ται πέλαγος. Κατὰ δὲ τοῦτο τοῦ πνεύματος ἀντιστάντος ἀναγκαστῶς τῇ Κρήτῃ προσίσχουσι, καὶ γνωσθέντες παρά τινος ἐκεῖσε φυλάσσοντος (γένους οὗτος τοῦ πελεκυφόρου καὶ Κελτικού) συλλαμβάνον- ται καὶ τῷ τῆς Κρήτης δασμολόγῳ καταμηνύονται. Ὁ αὲ ἠρεῖτο μὲν τοὺς ἄνδρας ἐκσῶσαι καὶ τῆς νήσου ἀρτεμέας ἐκπέμψαι, ἄλφιτα αὐτοῖς ἐπισιτισάμενος καὶ οἶνον ὑδρευσάμενος καὶ τἄλλα τὰ πρὸς τὸν πλοῦν ἐπιτήδεια χορηγήσας, οὐκ ἔχων δ' ὅπως περανεῖ τὰ κατὰ σκοπὸν (καταφανεῖς γὰρ ἤδη τοῖς ἅπασιν ἐγε γόνεισαν) δῆλα τίθησιν ᾿Ανδρονίκῳ τὰ κατὰ τούτους τοὺς τάλανας Κομνηνούς. Καὶ οὗτος μισοφαὴς ὢν καὶ ταῖς τῶν ἀνδρών κόραις ἀκορέστως ἀντικαθήμενος τοῦ φωτὸς τούτους ἀποστερεῖ. ις. Τότε δ' οὖν ᾿Ανδρόνικος θείαν ἐπισκοπὴν τὸν ( τοῦ Βατάτζη θάνατον ἡγησάμενος, καὶ προστιθεὶς ταῖς λοιπαῖς ἑαυτοῦ δολοφροσύναις καὶ ἕτερον τοῦ τρόπου προκάλυμμα, στεφθῆναι αὐτοκράτορα εἰσ ἡγεῖται τὸν βασιλέα ᾿Αλέξιον. Καὶ δὴ ἐπὶ τῶν ὤμων ἄρας αὐτὸν καὶ μετὰ δακρύων θερμῶν εἰς τὸν τῆς Μεγάλης Εκκλησίας ἀνακομίσας ἀνάσταθμον ἐπὶ μάρ- τοσι μυριάσι πολλαῖς πλήθους ἀστικοῦ καὶ ἀλλοίον, καὶ πάλιν ὁμοίως ἐκεῖθεν κατενεγκών, ἔδοξε φιλο- στοργότερος εἶναι πατρὸς καὶ χεὶρ δεξιὰ ἐπιστῆναι, τῷ νεαρῷ τῆς βασιλείας όρπηκι. Ὁ δὲ τὸ τοῦ Δαβίδ Αντικους διδοὺς πέρατι, δ φησιν, « Επάρας κατέῤῥαξέ με, ο διενοείτο ταῦτα [Ρ. 171] καὶ ἐπετέλει. Τῷ τοι και πάντας ἐκποδὼν θέσθαι προθυμηθείς διεξή γεν ὡς ἡγεῖτο τὰ κατὰ τὴν βασιλείαν πράγματα, τῶν όλων κύριος καθεστώς. Καὶ πρῶτα μὲν τὴν τοῦ βασιλέως μητέρα τοῦ υἱοῦ καὶ βασιλέως ἀποστῆσαι βουλόμενος, οὐκ ἔληγεν αὐτῆς καταβοώμενος καὶ τὸν ἀπονοστούντα πλαττόμενος, φάσκων ἀντικαθίστα- σθα: οἱ ταυτηνὶ προδηλότατα καὶ πρὸς πᾶσαν πρᾶξιν καὶ μηχανὴν τῷ κοινῷ τῆς πολιτείας καὶ τῷ βασιλεῖ συνοίσουσαν ἀντιπολιτεύεσθαι, καὶ τὸν δῆμον εἰς τὰς κατ' αὐτῆς ἐξεκύμαινεν ὕβρεις, ὡς πολλάκις εἰς τὸ ἱερὸν ἀρχεῖον ἐκδημαγωγηθέντα συναθροισθῆναι, καὶ πρὸς τὴν κατὰ τῆς δεσποίνης σκέψιν τε καὶ προδούλευσιν ἐξαρπάσαι καὶ μὴ ἑκόντα τὸν πατριάρ χην τον πάνυ τὸν Θεοδόσιον, καὶ παραβιάσασθαι ALEXIUS MANUELIS FILIUS. A animi levitate criminarentur. Proinde magal do- mestici filii, metuentes ne comprehensi Andronico proderentur, ad Iconiensem sultanum confugiunt; quorum calamitate declaratum est laqueos et retia divinæ Providentiæ neminem posse evadere. Nam cum sultani cessationem in ferendis contra hostem auxiliis moleste ferrent, abire in Siciliam decre- verunt; et navi conscensa, principio prospero flatu Cretici pelagi oram legunt. Ibi vero adverso vento coorto ad Cretam appellere coacti, et a quodam præsidiario Gallo, ex eorum ordine qui secures gestant, cogniti comprehenduntur, et apud Creta quæstorem deferuntur. Qui cum eos incolumes et commeatu instructos ex insula dimittere in animo haberet, nec tamen suum exsequi consilium illis jam agnitis posset, rem Andronico indicat. Qui ut lucis inimicus et oculis infestissimus, mise- ros illos Comnenos excæcal. B PATROL. GR. CXXXIX. D terpretatus, cateris dolis etiam hunc adjecit in- genii sui dissimulandi causa. Auctor est coronandi Alexii, eumque in humeros elatum lacrymans in Magna ecclesiæ ambonem pertulit; atque inde retulit, ut patrem pietate superare videretur et adolescentis imperatoris præsidium haberetur,cum ipse aliud in animo haberet, ac Davidicum illud agitaret, « Elatum me allisit. » Quare omnibusaul proceribus amotis, summaque rerum in se trans- lata, imperium suo arbitratu gerebat ; ac principio matrem imperatoris, ut aperte sibi et imperatoris ao rei publicæ commodis adversantem, criminari non destitit, seque discessurum iterum simulavit; et populo ad eam conviciis lacerandam concitato, suis artibus effecit ut in sacro palatio conveniret, et patriarcham Theodosium importunis flagi- tationibus et crebris conviciis perpelleret ut in imperatricis ejectionem e palatio consentiret. Tanta enim circumforaneæ turbæ vecordia erat, ut timendum esset ne in barbam ejus involarent, nihil elucentem in eo sanctimoniam reveriti, ni Andronici postulatis, ut ab injuria esset tulior, annuisset. Beli quoque judices, Monasteriotes Leo, Tornicius Demetrius et Constantinus Patrenus, nondum in album eorum inscripti qui Andronico studebant, nec apertissime illius cupiditatibus 17. Ao Batatzis obitum divinum beneficium in-
τοίνυν καὶ τὴν φωνὴν ὑψωσάντων καὶ βοησάντων τῶν παρανόμων ψηφηφόρων ἐκείνων δεῖν ἐκ τοῦ βίου γενέσθαι τὴν δύσποτμον ἐκείνην ἐν γυναιξί, χάρτης εὐθὺς παρὰ τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως ὑποσημαίνεται, ἀτεχνῶς ψεκάδι τοῦ μητρικοῦ διεντυπούμενος αἵματος, ταύτην μετατιθεὶς τῆς ζωῆς. Ἐκλέγονται τοίνυν εἰς τὸ καθυπουργῆσαι τῇ μυσαρᾷ ταύτῃ καὶ ἀνοσίῳ πράξει ὁ τοῦ Ἀνδρονίκου πρωτότοκος υἱὸς Μανουὴλ καὶ ὁ σεβαστὸς Γεώργιος ὁ τῆς Ἀνδρονίκου γυναικὸς ἀδελφός. ἄμφω δὲ καὶ πρὸς μόνην ἀπεπήδησαν τὴν ἐπιλογὴν δυσχεράναντες καὶ τὸ τοῦ βασιλέως ἐξεφαύλισαν δόγμα εἰπόντες μήτε πρότερον τῇ ἀναιρέσει τῆς βασιλίδος συνευδοκῆσαι ὅλως καὶ τὰς χεῖρας φέρειν ἁγνὰς τοῦ μιάσματος, καὶ νῦν δὲ πολλῷ πλέον μὴ ἀνέξεσθαι αὐτῶν θεωμένων σῶμα διεσπᾶσθαι δίκαιον, κἂν Ἀνδρόνικος ὡς σκηπτῷ τοῖς λεγομένοις πληγείς, παρὰ δόξαν πᾶσαν ἀπηντηκόσι, τάς τε τοῦ γενείου τρίχας πυκνὰ περιείλισσε τοῖς δακτύλοις, πῦρ τῶν ὀμμάτων βλέπων καὶ τὸ κάρη κλίνων τε καὶ ἀνάγων ἑαυτὸν ἐταλάνισε καὶ μέγ’ ὤχθησε πολλάκις, οἷς οὐκ εἶχε τὸ φίλιον αἱμοχαρὲς καὶ πρὸς μιαιφονίαν μόνῳ ἐκπυρούμενον νεύματι.
καρδίας αἰσθητικῆς ἰσχυρότερον, αἵρειν αὐτὸν ἐπὶ κλινιδίου αὐτοσκεύου προτρέπεται, καὶ στῆσαι φέροντας ἐν γηλόφῳ, ὅθεν ὁρατά οἱ τὰ κατὰ πόλεμον ἔσοιτο. Οὐ δὴ γεγονοτος, καὶ τοὺς υἱεῖς αὐτοῦ τὴν στρατιάν κατὰ τὸν δοκοῦντά οἱ τρόπον ἐκτάξαι κελεύσαντος, ἡ νίκη περιφανῶς πρὸς τὸ ἐκείνου μετέβη στράτευμα· τὸ δὲ τοῦ Λαπαρδᾶ τὰ νῶτα μεταβαλὸν ἐπὶ πλεῖστον ἦν χρόνον διωκόμενον καὶ κτεινόμενον. Μετά βραχείας δ' ἡμέρας τὸν βίον καταστρέψαντος τοῦ Βατάτζη, οἱ Φιλαδελφεῖς πιο κρῶς ἐπ᾿ αὐτῷ καὶ βύθιον ὁλολύξαντες προσχωρεῖν ἐγνώκεισαν ᾿Ανδρονίκῳ, ὡς μὴ εἶναι ὅστις οὐχὶ τῶν ἁπάντων. Οἱ δὲ καὶ ἐς αὐτὴν τὴν βασιλεύουσαν πόλιν τὸ τῆς προθυμίας πτερὸν ἔλυον, καὶ Ἀνδρόνικον θεραπεύοντες κατὰ τοῦ ἀετιδοῦς ὄρνιθος τοῦ Βα- τάτζη καὶ τῶν ἐκείνου νεοττῶν ἔκρωζον ὡς κορῶναι λακέρυζαι, ἢ γοῦν ὡς κηφήνες περιεβόμβουν ἀγνιὰς καὶ ἀνάκτορα, ὁποῖον δὴ τῶν κακοσχόλων τὸ ἐπιτήδευμα καὶ τῶν δικρόαν τρεφόντων γλῶτταν ἐπὶ τοῦ στόματος. Οἱ δὲ τοῦ μεγάλου δομεστίκου μιοι, δείσαντες μὴ συσχεθεῖεν καὶ καταπροδοθεῖεν. ᾿Ανδρονίκῳ, μεθίστανται ἐκεῖθεν καὶ τῷ Ἰκονιεῖ σουλτάνῳ προσρύονται· οἳ καὶ ὕστερον, ἐξ ὧν ἔπαθον, προδήλως ὑπέδειξαν μὴ ἐξεῖναί τινι τὰς πάγας ὑπερα λέσθαι ἢ τὸ ἀμφίβληστρον διεκδῦναι ὁ ἡ ἂνωθν ἐξέτεινε Πρόνοια. Δυσχεράναντες γὰρ ἐπὶ τῇ μετὰ τοῦ σουλτάνου χρονία διατριβή, ὡς οὐκ ἀμύνειν τοὺς ἐχθροὺς ἐκείνοις ἐθέλοντος, εἰς Σικελίαν ἀπαίρειν κεκρίκασι, καὶ δὴ νηὸς ἐπιβάντες καὶ οὐρίῳ τὰ πρῶτα πνεύματι χρώμενοι τὸ Κρητικὸν διαπλωΐζον- ται πέλαγος. Κατὰ δὲ τοῦτο τοῦ πνεύματος ἀντιστάντος ἀναγκαστῶς τῇ Κρήτῃ προσίσχουσι, καὶ γνωσθέντες παρά τινος ἐκεῖσε φυλάσσοντος (γένους οὗτος τοῦ πελεκυφόρου καὶ Κελτικού) συλλαμβάνον- ται καὶ τῷ τῆς Κρήτης δασμολόγῳ καταμηνύονται. Ὁ αὲ ἠρεῖτο μὲν τοὺς ἄνδρας ἐκσῶσαι καὶ τῆς νήσου ἀρτεμέας ἐκπέμψαι, ἄλφιτα αὐτοῖς ἐπισιτισάμενος καὶ οἶνον ὑδρευσάμενος καὶ τἄλλα τὰ πρὸς τὸν πλοῦν ἐπιτήδεια χορηγήσας, οὐκ ἔχων δ' ὅπως περανεῖ τὰ κατὰ σκοπὸν (καταφανεῖς γὰρ ἤδη τοῖς ἅπασιν ἐγε γόνεισαν) δῆλα τίθησιν ᾿Ανδρονίκῳ τὰ κατὰ τούτους τοὺς τάλανας Κομνηνούς. Καὶ οὗτος μισοφαὴς ὢν καὶ ταῖς τῶν ἀνδρών κόραις ἀκορέστως ἀντικαθήμενος τοῦ φωτὸς τούτους ἀποστερεῖ. ις. Τότε δ' οὖν ᾿Ανδρόνικος θείαν ἐπισκοπὴν τὸν ( τοῦ Βατάτζη θάνατον ἡγησάμενος, καὶ προστιθεὶς ταῖς λοιπαῖς ἑαυτοῦ δολοφροσύναις καὶ ἕτερον τοῦ τρόπου προκάλυμμα, στεφθῆναι αὐτοκράτορα εἰσ ἡγεῖται τὸν βασιλέα ᾿Αλέξιον. Καὶ δὴ ἐπὶ τῶν ὤμων ἄρας αὐτὸν καὶ μετὰ δακρύων θερμῶν εἰς τὸν τῆς Μεγάλης Εκκλησίας ἀνακομίσας ἀνάσταθμον ἐπὶ μάρ- τοσι μυριάσι πολλαῖς πλήθους ἀστικοῦ καὶ ἀλλοίον, καὶ πάλιν ὁμοίως ἐκεῖθεν κατενεγκών, ἔδοξε φιλο- στοργότερος εἶναι πατρὸς καὶ χεὶρ δεξιὰ ἐπιστῆναι, τῷ νεαρῷ τῆς βασιλείας όρπηκι. Ὁ δὲ τὸ τοῦ Δαβίδ Αντικους διδοὺς πέρατι, δ φησιν, « Επάρας κατέῤῥαξέ με, ο διενοείτο ταῦτα [Ρ. 171] καὶ ἐπετέλει. Τῷ τοι και πάντας ἐκποδὼν θέσθαι προθυμηθείς διεξή γεν ὡς ἡγεῖτο τὰ κατὰ τὴν βασιλείαν πράγματα, τῶν όλων κύριος καθεστώς. Καὶ πρῶτα μὲν τὴν τοῦ βασιλέως μητέρα τοῦ υἱοῦ καὶ βασιλέως ἀποστῆσαι βουλόμενος, οὐκ ἔληγεν αὐτῆς καταβοώμενος καὶ τὸν ἀπονοστούντα πλαττόμενος, φάσκων ἀντικαθίστα- σθα: οἱ ταυτηνὶ προδηλότατα καὶ πρὸς πᾶσαν πρᾶξιν καὶ μηχανὴν τῷ κοινῷ τῆς πολιτείας καὶ τῷ βασιλεῖ συνοίσουσαν ἀντιπολιτεύεσθαι, καὶ τὸν δῆμον εἰς τὰς κατ' αὐτῆς ἐξεκύμαινεν ὕβρεις, ὡς πολλάκις εἰς τὸ ἱερὸν ἀρχεῖον ἐκδημαγωγηθέντα συναθροισθῆναι, καὶ πρὸς τὴν κατὰ τῆς δεσποίνης σκέψιν τε καὶ προδούλευσιν ἐξαρπάσαι καὶ μὴ ἑκόντα τὸν πατριάρ χην τον πάνυ τὸν Θεοδόσιον, καὶ παραβιάσασθαι ALEXIUS MANUELIS FILIUS. A animi levitate criminarentur. Proinde magal do- mestici filii, metuentes ne comprehensi Andronico proderentur, ad Iconiensem sultanum confugiunt; quorum calamitate declaratum est laqueos et retia divinæ Providentiæ neminem posse evadere. Nam cum sultani cessationem in ferendis contra hostem auxiliis moleste ferrent, abire in Siciliam decre- verunt; et navi conscensa, principio prospero flatu Cretici pelagi oram legunt. Ibi vero adverso vento coorto ad Cretam appellere coacti, et a quodam præsidiario Gallo, ex eorum ordine qui secures gestant, cogniti comprehenduntur, et apud Creta quæstorem deferuntur. Qui cum eos incolumes et commeatu instructos ex insula dimittere in animo haberet, nec tamen suum exsequi consilium illis jam agnitis posset, rem Andronico indicat. Qui ut lucis inimicus et oculis infestissimus, mise- ros illos Comnenos excæcal. B PATROL. GR. CXXXIX. D terpretatus, cateris dolis etiam hunc adjecit in- genii sui dissimulandi causa. Auctor est coronandi Alexii, eumque in humeros elatum lacrymans in Magna ecclesiæ ambonem pertulit; atque inde retulit, ut patrem pietate superare videretur et adolescentis imperatoris præsidium haberetur,cum ipse aliud in animo haberet, ac Davidicum illud agitaret, « Elatum me allisit. » Quare omnibusaul proceribus amotis, summaque rerum in se trans- lata, imperium suo arbitratu gerebat ; ac principio matrem imperatoris, ut aperte sibi et imperatoris ao rei publicæ commodis adversantem, criminari non destitit, seque discessurum iterum simulavit; et populo ad eam conviciis lacerandam concitato, suis artibus effecit ut in sacro palatio conveniret, et patriarcham Theodosium importunis flagi- tationibus et crebris conviciis perpelleret ut in imperatricis ejectionem e palatio consentiret. Tanta enim circumforaneæ turbæ vecordia erat, ut timendum esset ne in barbam ejus involarent, nihil elucentem in eo sanctimoniam reveriti, ni Andronici postulatis, ut ab injuria esset tulior, annuisset. Beli quoque judices, Monasteriotes Leo, Tornicius Demetrius et Constantinus Patrenus, nondum in album eorum inscripti qui Andronico studebant, nec apertissime illius cupiditatibus 17. Ao Batatzis obitum divinum beneficium in-
PG 139:619Τότε μὲν οὖν τῆς ὁρμῆς ἀνασειρασθείς, ὡσεὶ καὶ ἵππος θερμὸς καὶ δυσκάθεκτος ἢ ὅσα καὶ καπνὸς φλόγα περὶ αὐτὴν εἰληθείς, τὸν οἰκεῖον ἀποσβέσας μὴ ὑπεξιόντα θυμὸν ὑπερέθετο τὴν ἀναίρεσιν· μετὰ δὲ βραχείας ἡμέρας τῷ διὰ πνιγμονῆς ἐλεεινῷ μόρῳ ὑποδικάζει τὴν κακοδαίμονα, ἐπιστατησάντων τῷ ὑπουργήματι τοῦ Τριψύχου Κωνσταντίνου, ὃς τὴν τῆς ἑταιρειαρχείας ζώνην εἶχε, καὶ τοῦ ἐκτομίου Πτερυγεωνίτου, ὃν εἰπεῖν ἔφθημεν καὶ τὸν τῆς πορφυρογεννήτου Μαρίας διὰ φαρμάκου κακουργῆσαι θάνατον. καὶ τὴν μέν, τὸ γλυκερὸν φάος καὶ καλὸν ὅραμα ἀνθρώποις, εἶχεν ἡ ἐκεῖ που ἀκτὴ τῇ ψάμμῳ καταχωσθεῖσαν (ἥλιε τοῦ μιάσματος, καὶ Λόγε θεοῦ προάναρχε, τῆς ὑπὲρ κατάληψιν σῆς ἀνοχῆς), ὁ δ’ Ἀνδρόνικος ἐπὶ τούτοις ἐσκίρταπῶς ἂν εἴποι τις; καὶ διεχεῖτο τὴν αἱμοβόρον ψυχήν, τοῦ γένους ἐκτριβομένου τοῦ Μανουὴλ καὶ δενδροτομουμένου κήπου τοῦ βασιλείου, ὡς μόνος οἰκήσων τὴν ὑπὸ Ῥωμαίους καὶ τῶν ταύτης σκήπτρων ἐπιληψόμενος ἀδεῶς. Ἐνστάντος δὲ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνὸς τῆς δευτέρας ἰνδικτιῶνος τοῦ ἑξακισχιλιοστοῦ ἑξακοσιοστοῦ ἐννενηκοστοῦ τρίτου ἔτους, τῇ ἀναρρήσει ἐπιβάλλει.
Α κἀκεῖνὸν εὐδοκῆσαι δι' ὑπομνήματος τὴν ἐκ μέσου ταύτης μετάστασιν καὶ τὴν ἐκ τῶν βασιλείων ἄπαρο σιν. Τάχα δ' ἂν καὶ τῶν γενείων αὐτοῦ ἐπελάβοντο τῶν ἀγοραίων οι κυνογνώμονες, παρ' οὐδὲν τὴν έμπρέπουσαν ἐκείνῳ θέμενοι οσιότητα, εἰ μὴ κατέ νευσε πρὸς τὰ παρ' Ανδρονίκου αιτούμενα, ἐπὶ τὸ εὖ διατιθεὶς τὴν τοῦ κινδύνου σφοδρότητα. Μικροῦ δὲ ἐδέησε κινδυνεῦσαι περὶ τὸ ζῆν κἀκ τῶν τοῦ Βήλου κριτῶν τὸν Τορνίκην Δημήτριον, τὸν Μονα- στηριώτην Λέοντα καὶ Κωνσταντῖνον τὸν Πατρηνόν, οὔπω τῷ κύκλῳ ἐγγραφέντας τῶν ᾿Ανδρονίκῳ προσ- θεμένων, μηδὲ πρὸς πᾶν ἐράσμιον ἐκείνῳ δουλο γραφηθέντας τρανότερον καὶ τὸ γόνυ βαθέως κάμε ψαντας. Οἱ μὲν γὰρ ἀπαιτούμενοι τὸ παριστάμενον εἰπεῖν πρὸς τὰ κατὰ τῆς δεσποίνης εἰσαγόμενα ἐθέλειν πρώτως ἔφασαν μαθεῖν εἰ ὁ σύλλογος ἐκεῖνος καὶ ἡ συνέλευσις καὶ ἡ περὶ τῶν προκειμένων ἐξέ τασις κατὰ γνώμην γίνεται τοῦ κρατοῦντος καὶ ὁρισμόν· ὁ δ᾽ ᾿Ανδρόνικος ὡς βουκέντρῳ τῷ λόγῳ τούτῳ τρωθείς, « Οὗτοί εἰσιν, » ἔφησεν, « οἱ τὸν πρωτ τοσεβαστὸν ἐνάγοντες εἰς τὸ τὰ ἂτοπα δραν συλλά βετε αυτούς. » Καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε οἱ μὲν δορυφόροι τὰ ἐπὶ τῶν ὤμων ετερόθηκτα ξίφη ὡς καθιξόμενοι κατήνεγκαν· ὁ δὲ δῆμος τῇδέ τε κἀκεῖσε τῶν χλαμύ δων λαβόμενοι περιέφερον τοὺς ἄνδρας μεθ᾽ ὕβρεως, ὡς μόλις ἐκφυγεῖν τὸ θανεῖν. Τοῦτο δ᾽ ἀνύσας ᾿Αν δρόνικος τοῖς μεγιστᾶσι μετέπεινα ἐπεφύετο. Οἱ δὲ ὡς οὐκ ἀνεκτὰ τὰ τοιαῦτα ἔργα υφορώμενοι καὶ τὴν Κυκλώπειον ἂντικρυς πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντες κατα θοίνησιν, ἀλλήλοις πίστεις δόντες τε καὶ λαβόντες, καὶ τὴν ὁμόνοιαν κρατυνάμενοι καὶ ὅρκοις τὸ ὁμό. τνουν φρικώδεσιν ἐμπεδώσαντες συνέθεντο μὴ δοῦναι ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς, μηδὲ τοῖς κροτάφοις, εἰ δυνατόν, παρασχέσθαι ἀνάπαυσιν, ἕως οὗ θανείται Ανδρόνικος καὶ τὸ τούτου αἷμα πρὸ τοῦ τῆς κόγχης χρώσειεν αὐτοῦ, ἐξ ἧς βάψαι τὴν οἰκείαν στολήν μειρόμενος πᾶσαν τὴν βασίλειον φυταλιὰν ἐκριζοῖ καὶ ὡς μονιὸς διαλυμαίνεται ἄγριος. Ησαν δὲ οὕτω συνομοσάμενοι Ανδρόνικος ὁ υἱὸς τοῦ Ἀγγέλου Κωνσταντίνου, ὁ μέγας δοὺξ ᾿Ανδρόνικος ὁ Κοντο στέφανος, καὶ οἱ τούτων υἱεῖς ἐκκαίδεκα ὄντες, πάν- τες ἀκμαῖοι καὶ ῥομφαίαν ἐσπασμένοι πρὸς πόλε- μον, ὁ τοῦ [Ρ. 172] δρόμου λογοθέτης ὁ Καματηρός Βασίλειος, καὶ συχνοί ἕτεροι κατὰ γένος αὐτοῖς συναπτόμενοι καὶ ἄλλως τὸ ἐπίσημον ἔχοντες. 'Αλλ' οὐκ ἔλαβε τὸ σύστρεμμα τον Ανδρόνικον, οὐκ εἰς τέλος ἄφθεγκτον καὶ κρύφιον διαμείναν. Διὸ καὶ αὐτίκα όγε κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ᾿Αγγέλου ὁρμήσας, μικρὸν ἄποθεν αὐλιζομένου τῶν χερσαίων πυλῶν τῆς πόλεως τηνικαῦτα, ἐκεῖνον μὲν φυγάδα μετὰ τῶν υξέων τίθησιν, ἀσπασίως διεκδράντα τὴν σαγήν;ν ἦν οἱ ὁπλοφόροι Ανδρονίκου αὐτῷ διεπέτασαν, ἐκ τοῦ μόλις ἀκατίῳ περιτυχεῖν ἀμφορέων πλήρει κενῶν, καὶ αὐτὰ μὲν ἐκτινάξαι εἰς θάλασσαν ὅσα καὶ ἀμφιβλήτρου σκύβαλα, αὐτὸν δ' ἐν τούτῳ διεκπλεύ σαι μετὰ τῶν παίδων μόλις τὸν κίνδυνον· τὸν δέ γε Κοντοστέφανον συνειληφὼς καὶ τέσσαρας τῶν παί δων καὶ τὸν Καματηρόν Βασίλειον πάντας ἐξομμα τοῖ, πρὸς δὲ καὶ ἄλλους, ὁπόσους οὐ μετ᾿ ἔλεγχον NICETÆ CHONIATÆ mancipati, vitæ periculum adierunt. Nam de im- peratrice sententias rogati responderunt se prius velle cognoscere, an id concilium de imperatoris sententia coactum esset. Qua oratione tanquam stimulo vulneratus Andronicus : « Isti sunt,inquit qui protosebastum ad illa facinora impellunt:, comprehendite eos. » Statim igitur satellites gla- dios quos humeris sustinebant in illos vi- brarunt; et populus chlamydibus eorum apprehen- sis viros per contumeliam huc et illuc traxit, ut mortem ægre effugerent. His peractis Andronicus proceres invasit ; qui cum ea facinora ferenda non ducerent, et Cyclopiam cœnam ante oculos habe- rent, fidem inter sese dederunt et acceperunt, et concordiam sanctissimo jurejurando firmaverunt, pacti se nec oculis somnum visuros nec capitibus quietem daturos, ni prius Andronicum, si fieri pcsset, sustulissent, ut suopte potius quam concha sanguine (qua vestem suam tingere cupiens, om- nem imperatoriam stirpem evellere et tanquam immanis bellua devorare conaretur) purpurasce- ret. Conjurati erant Andronicus Angeli Constantini filius, magnus dux Andronicus Contostephanus, et horum filii sedecim, omnes viri robusti et bel- licosi; Logotheta dromi Camaterus Basilius, et alii complures juncti genere eis, viri illustres. Sed ea conspiratio prodita non diu latuit Andro- nicum; qui impetu facto in Andronicum Angeli filium, tum non procul a terrestribus mœ- nibus habitantem, illum cum quatuor filiis in ex- silium agit: nam sagena satellitum Andronici cupidissime evitata, conscensaque cum filiis navi- cula, vacuis amphoris quæ in ea erant ejectis, periculum vix evitavit. Contostephanus cum qua- tuor filiis et Camaterus Basilius comprehensi omnes excæcantur. Item alii non convicti, ex fama duntaxat eaque ambigua conjurationis, easdem poenas dederunt. Ad hunc modum iis quos olim comprehensos cupiebat, per occasionem in pote- statem redactis, et aliis in carcerem conjectis, aliis in exsilium actis, aliis aliter multatis, cum paucos admodum reliquos esse cerneret, qui omissa pertinacia, errantium stellarum more, cursu in contrarium mutato sibi studerent, do- minæ perniciem molitur; ao post varias crimina- tiones miseram mulierem concilio suorum, et eorum judicum cætu coacto, qui non judicaturi D sed damnaturi erant, proditionis accusat : eam ad Belam Hungariæ regem, sororis maritum, crebras dedisse litteras, et magnis pollicitationibus eum impulisse ut Branizobam et Belligradum va- staret. Itaque in augustissimum carcerem prope S. Diomedis monasterium ignominiose abducitur, Ubi et custodum ludibriis ac contumeliis et fame sitique afflicta, sævissimi carnificis manum conti- nenter exspectabat. Andronicus vero nihil immi- nuta feritate, nihil nisi atrox et crudele cogitans et vivere illam graviter ferens, non multo post injuriarum ministros judices convocat, quæ pœna B tyouv C
οὐκοῦν οἱ ἐκ τῆς φαύλης συμμορίας τοῦ Ἀνδρονίκου, κατὰ γνώμην δήπουθεν Ἀνδρονίκου, κἂν ἐπέκρυπτε τὴν ἑαυτοῦ βούλησιν, λόγον εἰσήνεγκαν τῷ συνεδρίῳ περὶ τῆς νεοχμωθείσης τοῖς Βιθυνοῖς ἐπαναστάσεως καὶ τῆς ἐντὸς τῆς πόλεως Νικαίας παραδοχῆς Ἰσαακίου τοῦ ἐξ Ἀγγέλων καὶ Θεοδώρου τοῦ Καντακουζηνοῦ, ἀλλὰ δὴ καὶ ὅσα κακουργοῦσιν οἱ Προυσαεῖς εἰσοικισάμενοι Θεόδωρον τὸν Ἄγγελον καὶ ταὐτὰ τοῖς Νικαεῦσι φρονήσαντες. καὶ φάμενοι μὴ οὐκ ἂν ἄλλως ἠρεμήσειν τοὺς στασιώδεις, εἰ μὴ Ἀνδρόνικος βασιλεύσειεν, ὁ διὰ τὴν ὑπαργυρίζουσαν τῷ χρόνῳ τρίχα τῶν νέων ἔχων λέξαι σοφώτερα, καὶ ἐπὶ θρόνου καθίσας τοῦ διαλίθου καὶ τῇ βασιλείῳ ταινίᾳ διαδηθεὶς συναυτοκρατοροίη τῷ παναφήλικι βασιλεῖ καὶ διορῴη τὸ γενησόμενον καὶ περατοῖ τὸ πραχθησόμενον μετ’ ἰσχύος μείζονος καὶ ἐξουσίας ἀρχικωτέρας, εἶχον εὐθὺς τοὺς περιεστῶτας καὶ ὅσοι περ ἐκείνῳ συνήδρευον διὰ γένους σεμνότητα καὶ ἀξιωμάτων λαμπρότητα ὁμοφώνως ἀνακραγόντας πάλαι αὐτοῖς εἶναι τὸ προβληθὲν δι’ ἐφέσεως καὶ μηκέτι καιρὸν εἶναι τοῦ ἀναδύεσθαι· ἦ γὰρ ἂν καὶ βίαν συμμίξωσι, προχωροῦσαν οὐκ ἔχοντες τὴν πειθώ.
Α κἀκεῖνὸν εὐδοκῆσαι δι' ὑπομνήματος τὴν ἐκ μέσου ταύτης μετάστασιν καὶ τὴν ἐκ τῶν βασιλείων ἄπαρο σιν. Τάχα δ' ἂν καὶ τῶν γενείων αὐτοῦ ἐπελάβοντο τῶν ἀγοραίων οι κυνογνώμονες, παρ' οὐδὲν τὴν έμπρέπουσαν ἐκείνῳ θέμενοι οσιότητα, εἰ μὴ κατέ νευσε πρὸς τὰ παρ' Ανδρονίκου αιτούμενα, ἐπὶ τὸ εὖ διατιθεὶς τὴν τοῦ κινδύνου σφοδρότητα. Μικροῦ δὲ ἐδέησε κινδυνεῦσαι περὶ τὸ ζῆν κἀκ τῶν τοῦ Βήλου κριτῶν τὸν Τορνίκην Δημήτριον, τὸν Μονα- στηριώτην Λέοντα καὶ Κωνσταντῖνον τὸν Πατρηνόν, οὔπω τῷ κύκλῳ ἐγγραφέντας τῶν ᾿Ανδρονίκῳ προσ- θεμένων, μηδὲ πρὸς πᾶν ἐράσμιον ἐκείνῳ δουλο γραφηθέντας τρανότερον καὶ τὸ γόνυ βαθέως κάμε ψαντας. Οἱ μὲν γὰρ ἀπαιτούμενοι τὸ παριστάμενον εἰπεῖν πρὸς τὰ κατὰ τῆς δεσποίνης εἰσαγόμενα ἐθέλειν πρώτως ἔφασαν μαθεῖν εἰ ὁ σύλλογος ἐκεῖνος καὶ ἡ συνέλευσις καὶ ἡ περὶ τῶν προκειμένων ἐξέ τασις κατὰ γνώμην γίνεται τοῦ κρατοῦντος καὶ ὁρισμόν· ὁ δ᾽ ᾿Ανδρόνικος ὡς βουκέντρῳ τῷ λόγῳ τούτῳ τρωθείς, « Οὗτοί εἰσιν, » ἔφησεν, « οἱ τὸν πρωτ τοσεβαστὸν ἐνάγοντες εἰς τὸ τὰ ἂτοπα δραν συλλά βετε αυτούς. » Καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε οἱ μὲν δορυφόροι τὰ ἐπὶ τῶν ὤμων ετερόθηκτα ξίφη ὡς καθιξόμενοι κατήνεγκαν· ὁ δὲ δῆμος τῇδέ τε κἀκεῖσε τῶν χλαμύ δων λαβόμενοι περιέφερον τοὺς ἄνδρας μεθ᾽ ὕβρεως, ὡς μόλις ἐκφυγεῖν τὸ θανεῖν. Τοῦτο δ᾽ ἀνύσας ᾿Αν δρόνικος τοῖς μεγιστᾶσι μετέπεινα ἐπεφύετο. Οἱ δὲ ὡς οὐκ ἀνεκτὰ τὰ τοιαῦτα ἔργα υφορώμενοι καὶ τὴν Κυκλώπειον ἂντικρυς πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντες κατα θοίνησιν, ἀλλήλοις πίστεις δόντες τε καὶ λαβόντες, καὶ τὴν ὁμόνοιαν κρατυνάμενοι καὶ ὅρκοις τὸ ὁμό. τνουν φρικώδεσιν ἐμπεδώσαντες συνέθεντο μὴ δοῦναι ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς, μηδὲ τοῖς κροτάφοις, εἰ δυνατόν, παρασχέσθαι ἀνάπαυσιν, ἕως οὗ θανείται Ανδρόνικος καὶ τὸ τούτου αἷμα πρὸ τοῦ τῆς κόγχης χρώσειεν αὐτοῦ, ἐξ ἧς βάψαι τὴν οἰκείαν στολήν μειρόμενος πᾶσαν τὴν βασίλειον φυταλιὰν ἐκριζοῖ καὶ ὡς μονιὸς διαλυμαίνεται ἄγριος. Ησαν δὲ οὕτω συνομοσάμενοι Ανδρόνικος ὁ υἱὸς τοῦ Ἀγγέλου Κωνσταντίνου, ὁ μέγας δοὺξ ᾿Ανδρόνικος ὁ Κοντο στέφανος, καὶ οἱ τούτων υἱεῖς ἐκκαίδεκα ὄντες, πάν- τες ἀκμαῖοι καὶ ῥομφαίαν ἐσπασμένοι πρὸς πόλε- μον, ὁ τοῦ [Ρ. 172] δρόμου λογοθέτης ὁ Καματηρός Βασίλειος, καὶ συχνοί ἕτεροι κατὰ γένος αὐτοῖς συναπτόμενοι καὶ ἄλλως τὸ ἐπίσημον ἔχοντες. 'Αλλ' οὐκ ἔλαβε τὸ σύστρεμμα τον Ανδρόνικον, οὐκ εἰς τέλος ἄφθεγκτον καὶ κρύφιον διαμείναν. Διὸ καὶ αὐτίκα όγε κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ᾿Αγγέλου ὁρμήσας, μικρὸν ἄποθεν αὐλιζομένου τῶν χερσαίων πυλῶν τῆς πόλεως τηνικαῦτα, ἐκεῖνον μὲν φυγάδα μετὰ τῶν υξέων τίθησιν, ἀσπασίως διεκδράντα τὴν σαγήν;ν ἦν οἱ ὁπλοφόροι Ανδρονίκου αὐτῷ διεπέτασαν, ἐκ τοῦ μόλις ἀκατίῳ περιτυχεῖν ἀμφορέων πλήρει κενῶν, καὶ αὐτὰ μὲν ἐκτινάξαι εἰς θάλασσαν ὅσα καὶ ἀμφιβλήτρου σκύβαλα, αὐτὸν δ' ἐν τούτῳ διεκπλεύ σαι μετὰ τῶν παίδων μόλις τὸν κίνδυνον· τὸν δέ γε Κοντοστέφανον συνειληφὼς καὶ τέσσαρας τῶν παί δων καὶ τὸν Καματηρόν Βασίλειον πάντας ἐξομμα τοῖ, πρὸς δὲ καὶ ἄλλους, ὁπόσους οὐ μετ᾿ ἔλεγχον NICETÆ CHONIATÆ mancipati, vitæ periculum adierunt. Nam de im- peratrice sententias rogati responderunt se prius velle cognoscere, an id concilium de imperatoris sententia coactum esset. Qua oratione tanquam stimulo vulneratus Andronicus : « Isti sunt,inquit qui protosebastum ad illa facinora impellunt:, comprehendite eos. » Statim igitur satellites gla- dios quos humeris sustinebant in illos vi- brarunt; et populus chlamydibus eorum apprehen- sis viros per contumeliam huc et illuc traxit, ut mortem ægre effugerent. His peractis Andronicus proceres invasit ; qui cum ea facinora ferenda non ducerent, et Cyclopiam cœnam ante oculos habe- rent, fidem inter sese dederunt et acceperunt, et concordiam sanctissimo jurejurando firmaverunt, pacti se nec oculis somnum visuros nec capitibus quietem daturos, ni prius Andronicum, si fieri pcsset, sustulissent, ut suopte potius quam concha sanguine (qua vestem suam tingere cupiens, om- nem imperatoriam stirpem evellere et tanquam immanis bellua devorare conaretur) purpurasce- ret. Conjurati erant Andronicus Angeli Constantini filius, magnus dux Andronicus Contostephanus, et horum filii sedecim, omnes viri robusti et bel- licosi; Logotheta dromi Camaterus Basilius, et alii complures juncti genere eis, viri illustres. Sed ea conspiratio prodita non diu latuit Andro- nicum; qui impetu facto in Andronicum Angeli filium, tum non procul a terrestribus mœ- nibus habitantem, illum cum quatuor filiis in ex- silium agit: nam sagena satellitum Andronici cupidissime evitata, conscensaque cum filiis navi- cula, vacuis amphoris quæ in ea erant ejectis, periculum vix evitavit. Contostephanus cum qua- tuor filiis et Camaterus Basilius comprehensi omnes excæcantur. Item alii non convicti, ex fama duntaxat eaque ambigua conjurationis, easdem poenas dederunt. Ad hunc modum iis quos olim comprehensos cupiebat, per occasionem in pote- statem redactis, et aliis in carcerem conjectis, aliis in exsilium actis, aliis aliter multatis, cum paucos admodum reliquos esse cerneret, qui omissa pertinacia, errantium stellarum more, cursu in contrarium mutato sibi studerent, do- minæ perniciem molitur; ao post varias crimina- tiones miseram mulierem concilio suorum, et eorum judicum cætu coacto, qui non judicaturi D sed damnaturi erant, proditionis accusat : eam ad Belam Hungariæ regem, sororis maritum, crebras dedisse litteras, et magnis pollicitationibus eum impulisse ut Branizobam et Belligradum va- staret. Itaque in augustissimum carcerem prope S. Diomedis monasterium ignominiose abducitur, Ubi et custodum ludibriis ac contumeliis et fame sitique afflicta, sævissimi carnificis manum conti- nenter exspectabat. Andronicus vero nihil immi- nuta feritate, nihil nisi atrox et crudele cogitans et vivere illam graviter ferens, non multo post injuriarum ministros judices convocat, quæ pœna B tyouv C
ἀμέλει καὶ τῆς εὐφημίας κατάρχονται καὶ οὑτωσί πως διατιθέασι τὴν ἀνάρρησιν Ἀλεξίου καὶ Ἀνδρονίκου μεγάλων βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων Ῥωμαίων τῶν Κομνηνῶν πολλὰ τὰ ἔτη πλατέσι καὶ ἀνεωγόσιν ᾄδοντες στόμασι καὶ μικροῦ διαρρηγνύμενοι ταῖς φωναῖς. Διαδοθέντος δὲ τοῦ καλοῦ τοῦδε πράγματος τοῖς ἐν τῇ πόλει καὶ ἀβελτέροις (οὕτω γὰρ χρεὼν τὸν Κωνσταντινουπολίτην δῆμον καλεῖν) ὡς μελισσῶν σμήνη σίμβλων ἀπαναστάντα τὰ πλήθη συνείλεκτο, ἐκ παντὸς γένους καὶ τέχνης ἁπάσης καὶ ἡλικίας τῆς συνόδου γεγενημένης·
Α κἀκεῖνὸν εὐδοκῆσαι δι' ὑπομνήματος τὴν ἐκ μέσου ταύτης μετάστασιν καὶ τὴν ἐκ τῶν βασιλείων ἄπαρο σιν. Τάχα δ' ἂν καὶ τῶν γενείων αὐτοῦ ἐπελάβοντο τῶν ἀγοραίων οι κυνογνώμονες, παρ' οὐδὲν τὴν έμπρέπουσαν ἐκείνῳ θέμενοι οσιότητα, εἰ μὴ κατέ νευσε πρὸς τὰ παρ' Ανδρονίκου αιτούμενα, ἐπὶ τὸ εὖ διατιθεὶς τὴν τοῦ κινδύνου σφοδρότητα. Μικροῦ δὲ ἐδέησε κινδυνεῦσαι περὶ τὸ ζῆν κἀκ τῶν τοῦ Βήλου κριτῶν τὸν Τορνίκην Δημήτριον, τὸν Μονα- στηριώτην Λέοντα καὶ Κωνσταντῖνον τὸν Πατρηνόν, οὔπω τῷ κύκλῳ ἐγγραφέντας τῶν ᾿Ανδρονίκῳ προσ- θεμένων, μηδὲ πρὸς πᾶν ἐράσμιον ἐκείνῳ δουλο γραφηθέντας τρανότερον καὶ τὸ γόνυ βαθέως κάμε ψαντας. Οἱ μὲν γὰρ ἀπαιτούμενοι τὸ παριστάμενον εἰπεῖν πρὸς τὰ κατὰ τῆς δεσποίνης εἰσαγόμενα ἐθέλειν πρώτως ἔφασαν μαθεῖν εἰ ὁ σύλλογος ἐκεῖνος καὶ ἡ συνέλευσις καὶ ἡ περὶ τῶν προκειμένων ἐξέ τασις κατὰ γνώμην γίνεται τοῦ κρατοῦντος καὶ ὁρισμόν· ὁ δ᾽ ᾿Ανδρόνικος ὡς βουκέντρῳ τῷ λόγῳ τούτῳ τρωθείς, « Οὗτοί εἰσιν, » ἔφησεν, « οἱ τὸν πρωτ τοσεβαστὸν ἐνάγοντες εἰς τὸ τὰ ἂτοπα δραν συλλά βετε αυτούς. » Καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε οἱ μὲν δορυφόροι τὰ ἐπὶ τῶν ὤμων ετερόθηκτα ξίφη ὡς καθιξόμενοι κατήνεγκαν· ὁ δὲ δῆμος τῇδέ τε κἀκεῖσε τῶν χλαμύ δων λαβόμενοι περιέφερον τοὺς ἄνδρας μεθ᾽ ὕβρεως, ὡς μόλις ἐκφυγεῖν τὸ θανεῖν. Τοῦτο δ᾽ ἀνύσας ᾿Αν δρόνικος τοῖς μεγιστᾶσι μετέπεινα ἐπεφύετο. Οἱ δὲ ὡς οὐκ ἀνεκτὰ τὰ τοιαῦτα ἔργα υφορώμενοι καὶ τὴν Κυκλώπειον ἂντικρυς πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντες κατα θοίνησιν, ἀλλήλοις πίστεις δόντες τε καὶ λαβόντες, καὶ τὴν ὁμόνοιαν κρατυνάμενοι καὶ ὅρκοις τὸ ὁμό. τνουν φρικώδεσιν ἐμπεδώσαντες συνέθεντο μὴ δοῦναι ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς, μηδὲ τοῖς κροτάφοις, εἰ δυνατόν, παρασχέσθαι ἀνάπαυσιν, ἕως οὗ θανείται Ανδρόνικος καὶ τὸ τούτου αἷμα πρὸ τοῦ τῆς κόγχης χρώσειεν αὐτοῦ, ἐξ ἧς βάψαι τὴν οἰκείαν στολήν μειρόμενος πᾶσαν τὴν βασίλειον φυταλιὰν ἐκριζοῖ καὶ ὡς μονιὸς διαλυμαίνεται ἄγριος. Ησαν δὲ οὕτω συνομοσάμενοι Ανδρόνικος ὁ υἱὸς τοῦ Ἀγγέλου Κωνσταντίνου, ὁ μέγας δοὺξ ᾿Ανδρόνικος ὁ Κοντο στέφανος, καὶ οἱ τούτων υἱεῖς ἐκκαίδεκα ὄντες, πάν- τες ἀκμαῖοι καὶ ῥομφαίαν ἐσπασμένοι πρὸς πόλε- μον, ὁ τοῦ [Ρ. 172] δρόμου λογοθέτης ὁ Καματηρός Βασίλειος, καὶ συχνοί ἕτεροι κατὰ γένος αὐτοῖς συναπτόμενοι καὶ ἄλλως τὸ ἐπίσημον ἔχοντες. 'Αλλ' οὐκ ἔλαβε τὸ σύστρεμμα τον Ανδρόνικον, οὐκ εἰς τέλος ἄφθεγκτον καὶ κρύφιον διαμείναν. Διὸ καὶ αὐτίκα όγε κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ᾿Αγγέλου ὁρμήσας, μικρὸν ἄποθεν αὐλιζομένου τῶν χερσαίων πυλῶν τῆς πόλεως τηνικαῦτα, ἐκεῖνον μὲν φυγάδα μετὰ τῶν υξέων τίθησιν, ἀσπασίως διεκδράντα τὴν σαγήν;ν ἦν οἱ ὁπλοφόροι Ανδρονίκου αὐτῷ διεπέτασαν, ἐκ τοῦ μόλις ἀκατίῳ περιτυχεῖν ἀμφορέων πλήρει κενῶν, καὶ αὐτὰ μὲν ἐκτινάξαι εἰς θάλασσαν ὅσα καὶ ἀμφιβλήτρου σκύβαλα, αὐτὸν δ' ἐν τούτῳ διεκπλεύ σαι μετὰ τῶν παίδων μόλις τὸν κίνδυνον· τὸν δέ γε Κοντοστέφανον συνειληφὼς καὶ τέσσαρας τῶν παί δων καὶ τὸν Καματηρόν Βασίλειον πάντας ἐξομμα τοῖ, πρὸς δὲ καὶ ἄλλους, ὁπόσους οὐ μετ᾿ ἔλεγχον NICETÆ CHONIATÆ mancipati, vitæ periculum adierunt. Nam de im- peratrice sententias rogati responderunt se prius velle cognoscere, an id concilium de imperatoris sententia coactum esset. Qua oratione tanquam stimulo vulneratus Andronicus : « Isti sunt,inquit qui protosebastum ad illa facinora impellunt:, comprehendite eos. » Statim igitur satellites gla- dios quos humeris sustinebant in illos vi- brarunt; et populus chlamydibus eorum apprehen- sis viros per contumeliam huc et illuc traxit, ut mortem ægre effugerent. His peractis Andronicus proceres invasit ; qui cum ea facinora ferenda non ducerent, et Cyclopiam cœnam ante oculos habe- rent, fidem inter sese dederunt et acceperunt, et concordiam sanctissimo jurejurando firmaverunt, pacti se nec oculis somnum visuros nec capitibus quietem daturos, ni prius Andronicum, si fieri pcsset, sustulissent, ut suopte potius quam concha sanguine (qua vestem suam tingere cupiens, om- nem imperatoriam stirpem evellere et tanquam immanis bellua devorare conaretur) purpurasce- ret. Conjurati erant Andronicus Angeli Constantini filius, magnus dux Andronicus Contostephanus, et horum filii sedecim, omnes viri robusti et bel- licosi; Logotheta dromi Camaterus Basilius, et alii complures juncti genere eis, viri illustres. Sed ea conspiratio prodita non diu latuit Andro- nicum; qui impetu facto in Andronicum Angeli filium, tum non procul a terrestribus mœ- nibus habitantem, illum cum quatuor filiis in ex- silium agit: nam sagena satellitum Andronici cupidissime evitata, conscensaque cum filiis navi- cula, vacuis amphoris quæ in ea erant ejectis, periculum vix evitavit. Contostephanus cum qua- tuor filiis et Camaterus Basilius comprehensi omnes excæcantur. Item alii non convicti, ex fama duntaxat eaque ambigua conjurationis, easdem poenas dederunt. Ad hunc modum iis quos olim comprehensos cupiebat, per occasionem in pote- statem redactis, et aliis in carcerem conjectis, aliis in exsilium actis, aliis aliter multatis, cum paucos admodum reliquos esse cerneret, qui omissa pertinacia, errantium stellarum more, cursu in contrarium mutato sibi studerent, do- minæ perniciem molitur; ao post varias crimina- tiones miseram mulierem concilio suorum, et eorum judicum cætu coacto, qui non judicaturi D sed damnaturi erant, proditionis accusat : eam ad Belam Hungariæ regem, sororis maritum, crebras dedisse litteras, et magnis pollicitationibus eum impulisse ut Branizobam et Belligradum va- staret. Itaque in augustissimum carcerem prope S. Diomedis monasterium ignominiose abducitur, Ubi et custodum ludibriis ac contumeliis et fame sitique afflicta, sævissimi carnificis manum conti- nenter exspectabat. Andronicus vero nihil immi- nuta feritate, nihil nisi atrox et crudele cogitans et vivere illam graviter ferens, non multo post injuriarum ministros judices convocat, quæ pœna B tyouv C
PG 139:621ὅτε καί τις τῶν τοῦ βήλου κριτῶν (τὸ δὲ ὄνομα ἑκὼν ὑπερβήσομαι) εἰς τὸ τοῦ ἐπὶ τῶν δεήσεων ὀφφίκιον ἀναβὰς ὡς θεράπων Ἀνδρονίκου θερμότατος καὶ ἄλλος δέ τις πρωτονοτάριος τιμηθεὶς γλωττογάστωρ καὶ μηδενὸς ἀγεννέστερος τῆς τυραννίδος ὑποδρηστήρ, τῆς κατὰ τὴν ἀνάρρησιν Ἀνδρονίκου φήμης ἁπανταχῇ διατρεχούσης καὶ αὐτῶν δὲ τῶν φαυλοκολάκων τὰ ὦτα περικτυπησάσης, ὥσπερ ἐν ἑνὶ πνεύματι τὸ τυραννεῖον καταλαβόντες, καθ’ ὃ ἐτελεταρχεῖτο ταῦτα τὰ ἄθεσμα (τοῦτο δὲ ἦν ὁ τοῦ Μιχαηλίτζη λεγόμενος οἶκος), τὰ συγκλητικῶς ἐξυφασμένα τῶν κεφαλῶν ἐξενεγκόντες καλύμματα καὶ τῶν κατὰ νώτου κεχυμένων λευκολίνων λαβόμενοι διείλουν αὐτὰ ὡς σφαίρας, χοροστατοῦντες τοῖς ἐκ τριόδων καὶ τῆς τότε τελετῆς προεξάρχοντες· καὶ πρὸς μέλος κεκλασμένον μεταρρυθμίζοντες τὴν φωνὴν καὶ πανικῶς ἐξαλλόμενοι καὶ τὰς χεῖρας ὡς ἐς κρότον ξυμβάλλοντες τὼ πόδε ὑπεσάλευον καὶ κατὰ μέσον ἐδίνευον μολπῇ τ’ ἰυγμῷ τε τὴν γῆν ἐκρότουν ὑπορχούμενοι. ὢ τῆς ἀναιδείας καὶ τῆς μικρογνώμονος φρενὸς καὶ κουφότητος.
Β προφανῆ, ἀλλὰ κατὰ φήμην, ψιλήν και ταύτην ἀμφίλογον, ἠκηκόει κοινωνῆσαι τοῖς εἰρημένοις τοῦ σκέμματος. Οὕτω τοίνυν θύσας καὶ ἀπολέσας Ανα δρόνικος οὕς πάλαι μὲν συλλαβεῖν ὤδινεν, εἰς και ρὸν δ᾽ ἀνεβάλλετο τὴν ἐπίθεσιν, τινὰς δὲ καὶ δε σμωτηρίοις παραδούς, τῇ ὑπερορίᾳ δὲ καταδικάσας ἑτέρους καὶ ἄλλους ἄλλως διαφθείρας, ὁρῶν δὲ καὶ ὅσοιπερ κατελείφθησαν εὔγνωστοί τε καὶ εὐαρίθω μητοι, εἰς τοὔμπαλιν έναι πρώην τοῖς πλείοσιν ἐπιχειροῦντες κατὰ τοὺς πλανωμένους τῶν ἀστέρων κἀκείνους μεταθεμένους τὰς γνώμας καὶ τὸν αὐχένα παρεχομένους Ανδρονίκῳ πατεῖν καὶ τῷ ἐκείνου ἅμα συμφερομένους ἄξονι, τὸν τῆς δεσποίνης ἐπέ- σπευδεν ὄλεθρον, καὶ διαφόρους αἰτίας ξυνθέμενος τέλος καὶ προδοσίας κρίνει τὴν ἄνθρωπον, συναγαγὼν τὸ ἐκείνῳ φίλον συνέδριον καὶ τῶν δικαστῶν οἱ κατακρινεῖν, οὐ κρινεῖν τὴν ἐν γυναιξὶ ταλαίπωρον ἤμελλον. Καὶ ἡ μὲν ὡς τὸν ἐπ᾽ ἀδελφῇ γαμβρόν τὸν ῥῆγα Οὐγγρίας τὸν Βελᾶν ἀνασείουσα καὶ πορε θεῖν τὰ κατὰ Βρανίτζοβαν καὶ Βελιγραδα γραφαῖς ἐνάγουσα καὶ ἀδραῖς ἐπαίρουσα ὑποσχέσεσιν, εἰς τὴν τοῦ ἁγίου Διομήδους μονὴν περί τινα ἐκεῖ που στενωτάτην ούσαν εἰοκτὴν ἀκλεῶς ἀπάγεται, ἔνθα δὴ καὶ ἐφ᾽ ἱκανὸν παρὰ τῶν φυλάκων ἐρεσχελούντων παροινουμένη καὶ λιμῷ καὶ δίψει τετρυχωμένη τὸν σφαγέα διηνεκῶς ἐφαντάζετο ἐν δεξιῶν ἑστῶτα τομώ- τατον. Ο δ' Ανδρόνικος οὐδὲ βραχὺ γοῦν τοῦ ἀγριαίνειν ὑποκεχάλαστο, ἀλλὰ τὸ τοῦ Δαβίδ, πόνον καὶ θυμὸν κατανοῶν καὶ παραδοῦναι σπεύδων αὐτὴν εἰς θάνατον, καιρὸς οὔπω πολὺς καὶ τοῖς ζῶσιν ὅτι σύνεστι δυσχεραίνων ἀθροίζει πάλιν τοὺς τῇ ἀδικίᾳ βραβεύοντας δικαστάς, καὶ ὧν ἡ δεξιὰ δεξιὰ ἀδι κίας, καὶ ἐρώτησιν προτεινόμενος ὁποία τις ἐκ τῶν νόμων ἐπήρτηται ποινὴ τοῖς προδόταις πόλεων καὶ χωρῶν, καὶ ἀπόφασιν ἔγγραφον θανάτῳ ὑποδικάζουσαν τοὺς οὕτω δρῶντας ἀνὰ χεῖρας δεξάμενος, ἦν τὸ ἐκ τούτου κατὰ τῆς ἀνάσσης ἄσχετος τὴν ὀρμήν. Τοίνυν καὶ τὴν φωνὴν ὑψωσάντων καὶ διατόρως βοη σάντων τῶν παρανόμων ἐκείνων ψηφηφόρων δεῖν ἐκ τοῦ βίου γενέσθαι τὴν δύσποτμον ἐκείνην ἐν βασιλίσσαις, χάρτης εὐθὺς παρὰ τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως υποσημαίνεται, ἀτεχνῶς ψεκάδι του μητρικοῦ διεκτυπού- μενος αἵματος, ταύτην μετατιθεὶς τῆς ζωῆς. Ἐκκέγονται τοίνυν εἰς τὸ [Ρ. 173] καθυπουργῆσαι τῇ μυσαρᾷ ταύτῃ καὶ ἀνοσίῳ πράξει ὁ τοῦ ᾿Ανδρονίκου πρωτότοκος υἱὸς Μανοὴλ καὶ ὁ σεβαστός Γεώργιος ὁ τῆς τοῦ ᾿Ανδρονίκου γυναικὸς ἀδελφός. Αμφω δὲ καὶ πρὸς μόνην ἀπεπήδησαν τὴν ἐπιλογὴν ταύτην δυσχεράναντες, καὶ τὸ τοῦ βασιλέως ἐξεφαύλισαν δόγμα, εἰπόντες μήτε πρότερον τῇ ἀναιρέσει τῆς βασιλίδος συνευδοκήσα: ὅλως, ἀλλὰ τὰς χεῖρας φέρειν ἁγνὸς τοῦ μιάσματος, καὶ νῦν δὲ πολλῷ πλέον μὴ ἀνέξεσθαι αὐτῶν θεωμένων σῶμα διεκσπᾶσθαι δίκαιον, κἂν Ανδρόνικος ὡς σκηπτῷ τοῖς λεγομένοις νούτοις πληγείς, παρὰ δόξαν πᾶσαν ἀπηντηκόσι, τάς τε τοῦ γενείου τρίχας πυκνὰ περιείλισσε τοῖς δακτύλοις, πῦρ τῶν ὀμμάτων βλέπων, καὶ τὸ κάρη κλίνων τε καὶ ἀνάγων ἑαυτὸν ἱκανῶς ἐταλάνισε καὶ μέγ' ὤχθησε πολλάκις οἷς οὐκ εἶχε τὸ φίλιον αἱμοχαρὲς καὶ πρὸς φονουργίαν μόνῳ ἐκπυρούμενον νεύματι. Τότε μὲν οὖν τῆς ὁρμῆς ἀνασειρασθεὶς ὡσεὶ καὶ ἵππος θερμὸς καὶ δυσκάθεκτος, ἤ ὅσα καὶ καπνός φλόγα περὶ αὐτὴν εἰληθεὶς, τὸν οἰκεῖον ἀποσβέσας μὴ ὑπεξιόντα θυμόν, ὑπερέθετο τὴν ἀναίρεσιν· μετὰ δὲ βραχείας ἡμέρα τῷ διὰ πνιγμονῆς ἐλεεινῷ μόρῳ ὑποδικάζει την κακοδαίμονα, ἐπιστατησάντων τῷ ὑπουργήματι τοῦ Τριψύχου Κωνσταντίνου, ὃς τὴν τῆς ἐταιρειαρχίας ζώνην εἶχε, καὶ τοῦ ἐκτομίου Πτερυγιονίτου, ὃς διεθρυλλεῖτο πορὰ πᾶσι καὶ τὸν τῆς Πορφυρογεννή του Μαρίας διὰ φαρμάκου κακουργῆσαι θάνατον. Καὶ τὴν μὲν, τὸ γλυκερόν φάος καὶ καλὸν ὅραμα ἀνθρώ- ποις, εἶχεν ἡ ἐκεῖ ποὺ ἀκτὴ τῇ ψάμμῳ καταχωσθεῖσαν. Ηλιε τοῦ μιάσματος, καὶ Λόγε Θεού προ- ἀναρχε, τῆς ὑπὲρ κατάληψιν τῆς ἀνοχῆς! ιη. Ο δ' Ανδρόνικος ἐπὶ τούτοις ἐσκίρτα, πῶς ἂν εἴποι τις ; καὶ διεχείτο τὸ τῆς ψυχῆς ἡδόμενον, τοῦ γένους ἐκτριβομένου τοῦ Μανουὴλ καὶ δενδροτο- μουμένου κήπου τοῦ βασιλείου, ὡς μόνος οἰκήσων ALEXIUS MANUELIS FILIUS. tuta sit rogat. Accepto scripto, quo respondebatur capitale id esse facinus, cohiberi non potuit quin impetu in imperatricem ferretur, Cum autem ju- dices illi iniqui clara voce exclamassent miserri- mam illam imperatricem e medio tollendam esse, slatim chartæ ab imperatore,filio ejus, quasi gutta materni sanguinis, qua illa mori jubebatur, subscribitur. Illius crudelissimi et nefarii facinoris ministri Manuel primogenitus Andronici, et Geor- gius Augustus Andronici affinis, deliguntur. li vero ad solam ejus rei mentionem consternati, neglecto imperatorio mandato, libere dixerunt se nec ante in imperatricis necem consensisse, et ab eo piaculo puras habere manus, et nunc multo minus commissuros ut in conspectu suo corpus innocens lanietur. Quibus verbis Andronicus plane inopinatis turbatus barbam digitis subinde impli- cuit; et ardentibus oculis caput subinde attollendo et demittendo suam miseriam deploravit, crebro indignatus, quod amicissimi sui a crudelitate ab- horrentes solo nutu ad facinus atrocissimum non impellerentur. Ac tum represso impetu, ut equus ferox et contumax, suppressaque iracundia, ut ignis fumo involutus occulitur, paucis diebus post miseram suffocari jubet, ejus mandati Constantino Tripsycho hetæriarcha et spadone Pterygionite, cujus veneficio Mariam Porphyrogenitam exstinctam esse supra dixi, exsecutoribus. Sic illud eximium formæ decus jucundissimæ lucis aspectu privatum in littore arena obruitur. Hou tantum nefas solem intueri ? O Dei Verbum omni princi- pio prius, eamne esse tuam Ienitatem incredibi- lem? A legibus in urbium et provinciarum proditores sta- C D cum familia Manuelis exscinderetur et imperatorii horti arbores exscinderentur, quasi solus Roma- nis provinciis potiturus et imperium sine ullo peri 18. Andronicus vero exsultabat ac lætabatur,
Τοῦ δ’ Ἀνδρονίκου καταβάντος ἀπὸ τοῦ τυραννείου ἐς τὸ ἐν Βλαχέρναις βασίλειον καὶ γενομένου κατὰ τὸν ἐντὸς τούτου ὑψηρεφῆ δόμον, ὃς Πολύτιμος λέγεται, ἐφίσταται καὶ ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος ὁμοῦ παιάνων τε καὶ στεναγμάτων (οὐ γὰρ πάντες τῷ καιρῷ παρεσύρησαν) εὑρὼν μεστὰ τὰ ἀνάκτορα καὶ αὐτὸν Ἀνδρόνικον ὡς βασιλέα παρὰ πάντων καταλαβὼν εὐφημούμενον. ἑκὼν τοίνυν ἀέκοντί γε θυμῷ τοῖς τελουμένοις ἐπευδοκήσας ἐκολάκευε κἀκεῖνος σὺν τοῖς λοιποῖς τὸ γερόντιον εἰς τὸ συμβασιλεύειν ἐπεγείρων καὶ προθυμοποιῶν εἰς τὸ ἐνεστὼς ἔργον τὸν ἀκρατῶς ἐπὶ τοῦτο πάλαι φερόμενον. τὸ δὲ τῆς Ἀνδρονίκου φατρίας θερμότερον καὶ ἀκκιζόμενον Ἀνδρόνικον καὶ τὴν συνεδρίαν εἰρωνευόμενον ἀμφοτέραις συσχόντες εἰς τὴν χρυσόπαστον κλίνην ἐφῆκαν, ἐφ’ ἧς ὁ βασιλεὺς ἵζανεν. ἄλλοι δὲ τὴν καπνηρὰν καὶ πυραμιδοειδῆ ἐρέαν τῆς κεφαλῆς ἀφελόμενοι πυρσὴν αὐτῷ περιέθεντο καὶ στολὴν βασιλικὴν ἐνέδυσαν ἕτεροι. Τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἐπὶ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀρξαμένης τῆς τῶν βασιλέων ἀναρρήσεως γίνεσθαι Ἀνδρόνικος ἀνηγορεύετο πρότερον, ὁ δ’ Ἀλέξιος ὑπεβίβαστο, μεταπεσούσης τῆς τάξεως. καὶ ἡ αἰτία ὡς καλλίστη καὶ εὐπρεπής·
Β προφανῆ, ἀλλὰ κατὰ φήμην, ψιλήν και ταύτην ἀμφίλογον, ἠκηκόει κοινωνῆσαι τοῖς εἰρημένοις τοῦ σκέμματος. Οὕτω τοίνυν θύσας καὶ ἀπολέσας Ανα δρόνικος οὕς πάλαι μὲν συλλαβεῖν ὤδινεν, εἰς και ρὸν δ᾽ ἀνεβάλλετο τὴν ἐπίθεσιν, τινὰς δὲ καὶ δε σμωτηρίοις παραδούς, τῇ ὑπερορίᾳ δὲ καταδικάσας ἑτέρους καὶ ἄλλους ἄλλως διαφθείρας, ὁρῶν δὲ καὶ ὅσοιπερ κατελείφθησαν εὔγνωστοί τε καὶ εὐαρίθω μητοι, εἰς τοὔμπαλιν έναι πρώην τοῖς πλείοσιν ἐπιχειροῦντες κατὰ τοὺς πλανωμένους τῶν ἀστέρων κἀκείνους μεταθεμένους τὰς γνώμας καὶ τὸν αὐχένα παρεχομένους Ανδρονίκῳ πατεῖν καὶ τῷ ἐκείνου ἅμα συμφερομένους ἄξονι, τὸν τῆς δεσποίνης ἐπέ- σπευδεν ὄλεθρον, καὶ διαφόρους αἰτίας ξυνθέμενος τέλος καὶ προδοσίας κρίνει τὴν ἄνθρωπον, συναγαγὼν τὸ ἐκείνῳ φίλον συνέδριον καὶ τῶν δικαστῶν οἱ κατακρινεῖν, οὐ κρινεῖν τὴν ἐν γυναιξὶ ταλαίπωρον ἤμελλον. Καὶ ἡ μὲν ὡς τὸν ἐπ᾽ ἀδελφῇ γαμβρόν τὸν ῥῆγα Οὐγγρίας τὸν Βελᾶν ἀνασείουσα καὶ πορε θεῖν τὰ κατὰ Βρανίτζοβαν καὶ Βελιγραδα γραφαῖς ἐνάγουσα καὶ ἀδραῖς ἐπαίρουσα ὑποσχέσεσιν, εἰς τὴν τοῦ ἁγίου Διομήδους μονὴν περί τινα ἐκεῖ που στενωτάτην ούσαν εἰοκτὴν ἀκλεῶς ἀπάγεται, ἔνθα δὴ καὶ ἐφ᾽ ἱκανὸν παρὰ τῶν φυλάκων ἐρεσχελούντων παροινουμένη καὶ λιμῷ καὶ δίψει τετρυχωμένη τὸν σφαγέα διηνεκῶς ἐφαντάζετο ἐν δεξιῶν ἑστῶτα τομώ- τατον. Ο δ' Ανδρόνικος οὐδὲ βραχὺ γοῦν τοῦ ἀγριαίνειν ὑποκεχάλαστο, ἀλλὰ τὸ τοῦ Δαβίδ, πόνον καὶ θυμὸν κατανοῶν καὶ παραδοῦναι σπεύδων αὐτὴν εἰς θάνατον, καιρὸς οὔπω πολὺς καὶ τοῖς ζῶσιν ὅτι σύνεστι δυσχεραίνων ἀθροίζει πάλιν τοὺς τῇ ἀδικίᾳ βραβεύοντας δικαστάς, καὶ ὧν ἡ δεξιὰ δεξιὰ ἀδι κίας, καὶ ἐρώτησιν προτεινόμενος ὁποία τις ἐκ τῶν νόμων ἐπήρτηται ποινὴ τοῖς προδόταις πόλεων καὶ χωρῶν, καὶ ἀπόφασιν ἔγγραφον θανάτῳ ὑποδικάζουσαν τοὺς οὕτω δρῶντας ἀνὰ χεῖρας δεξάμενος, ἦν τὸ ἐκ τούτου κατὰ τῆς ἀνάσσης ἄσχετος τὴν ὀρμήν. Τοίνυν καὶ τὴν φωνὴν ὑψωσάντων καὶ διατόρως βοη σάντων τῶν παρανόμων ἐκείνων ψηφηφόρων δεῖν ἐκ τοῦ βίου γενέσθαι τὴν δύσποτμον ἐκείνην ἐν βασιλίσσαις, χάρτης εὐθὺς παρὰ τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως υποσημαίνεται, ἀτεχνῶς ψεκάδι του μητρικοῦ διεκτυπού- μενος αἵματος, ταύτην μετατιθεὶς τῆς ζωῆς. Ἐκκέγονται τοίνυν εἰς τὸ [Ρ. 173] καθυπουργῆσαι τῇ μυσαρᾷ ταύτῃ καὶ ἀνοσίῳ πράξει ὁ τοῦ ᾿Ανδρονίκου πρωτότοκος υἱὸς Μανοὴλ καὶ ὁ σεβαστός Γεώργιος ὁ τῆς τοῦ ᾿Ανδρονίκου γυναικὸς ἀδελφός. Αμφω δὲ καὶ πρὸς μόνην ἀπεπήδησαν τὴν ἐπιλογὴν ταύτην δυσχεράναντες, καὶ τὸ τοῦ βασιλέως ἐξεφαύλισαν δόγμα, εἰπόντες μήτε πρότερον τῇ ἀναιρέσει τῆς βασιλίδος συνευδοκήσα: ὅλως, ἀλλὰ τὰς χεῖρας φέρειν ἁγνὸς τοῦ μιάσματος, καὶ νῦν δὲ πολλῷ πλέον μὴ ἀνέξεσθαι αὐτῶν θεωμένων σῶμα διεκσπᾶσθαι δίκαιον, κἂν Ανδρόνικος ὡς σκηπτῷ τοῖς λεγομένοις νούτοις πληγείς, παρὰ δόξαν πᾶσαν ἀπηντηκόσι, τάς τε τοῦ γενείου τρίχας πυκνὰ περιείλισσε τοῖς δακτύλοις, πῦρ τῶν ὀμμάτων βλέπων, καὶ τὸ κάρη κλίνων τε καὶ ἀνάγων ἑαυτὸν ἱκανῶς ἐταλάνισε καὶ μέγ' ὤχθησε πολλάκις οἷς οὐκ εἶχε τὸ φίλιον αἱμοχαρὲς καὶ πρὸς φονουργίαν μόνῳ ἐκπυρούμενον νεύματι. Τότε μὲν οὖν τῆς ὁρμῆς ἀνασειρασθεὶς ὡσεὶ καὶ ἵππος θερμὸς καὶ δυσκάθεκτος, ἤ ὅσα καὶ καπνός φλόγα περὶ αὐτὴν εἰληθεὶς, τὸν οἰκεῖον ἀποσβέσας μὴ ὑπεξιόντα θυμόν, ὑπερέθετο τὴν ἀναίρεσιν· μετὰ δὲ βραχείας ἡμέρα τῷ διὰ πνιγμονῆς ἐλεεινῷ μόρῳ ὑποδικάζει την κακοδαίμονα, ἐπιστατησάντων τῷ ὑπουργήματι τοῦ Τριψύχου Κωνσταντίνου, ὃς τὴν τῆς ἐταιρειαρχίας ζώνην εἶχε, καὶ τοῦ ἐκτομίου Πτερυγιονίτου, ὃς διεθρυλλεῖτο πορὰ πᾶσι καὶ τὸν τῆς Πορφυρογεννή του Μαρίας διὰ φαρμάκου κακουργῆσαι θάνατον. Καὶ τὴν μὲν, τὸ γλυκερόν φάος καὶ καλὸν ὅραμα ἀνθρώ- ποις, εἶχεν ἡ ἐκεῖ ποὺ ἀκτὴ τῇ ψάμμῳ καταχωσθεῖσαν. Ηλιε τοῦ μιάσματος, καὶ Λόγε Θεού προ- ἀναρχε, τῆς ὑπὲρ κατάληψιν τῆς ἀνοχῆς! ιη. Ο δ' Ανδρόνικος ἐπὶ τούτοις ἐσκίρτα, πῶς ἂν εἴποι τις ; καὶ διεχείτο τὸ τῆς ψυχῆς ἡδόμενον, τοῦ γένους ἐκτριβομένου τοῦ Μανουὴλ καὶ δενδροτο- μουμένου κήπου τοῦ βασιλείου, ὡς μόνος οἰκήσων ALEXIUS MANUELIS FILIUS. tuta sit rogat. Accepto scripto, quo respondebatur capitale id esse facinus, cohiberi non potuit quin impetu in imperatricem ferretur, Cum autem ju- dices illi iniqui clara voce exclamassent miserri- mam illam imperatricem e medio tollendam esse, slatim chartæ ab imperatore,filio ejus, quasi gutta materni sanguinis, qua illa mori jubebatur, subscribitur. Illius crudelissimi et nefarii facinoris ministri Manuel primogenitus Andronici, et Geor- gius Augustus Andronici affinis, deliguntur. li vero ad solam ejus rei mentionem consternati, neglecto imperatorio mandato, libere dixerunt se nec ante in imperatricis necem consensisse, et ab eo piaculo puras habere manus, et nunc multo minus commissuros ut in conspectu suo corpus innocens lanietur. Quibus verbis Andronicus plane inopinatis turbatus barbam digitis subinde impli- cuit; et ardentibus oculis caput subinde attollendo et demittendo suam miseriam deploravit, crebro indignatus, quod amicissimi sui a crudelitate ab- horrentes solo nutu ad facinus atrocissimum non impellerentur. Ac tum represso impetu, ut equus ferox et contumax, suppressaque iracundia, ut ignis fumo involutus occulitur, paucis diebus post miseram suffocari jubet, ejus mandati Constantino Tripsycho hetæriarcha et spadone Pterygionite, cujus veneficio Mariam Porphyrogenitam exstinctam esse supra dixi, exsecutoribus. Sic illud eximium formæ decus jucundissimæ lucis aspectu privatum in littore arena obruitur. Hou tantum nefas solem intueri ? O Dei Verbum omni princi- pio prius, eamne esse tuam Ienitatem incredibi- lem? A legibus in urbium et provinciarum proditores sta- C D cum familia Manuelis exscinderetur et imperatorii horti arbores exscinderentur, quasi solus Roma- nis provinciis potiturus et imperium sine ullo peri 18. Andronicus vero exsultabat ac lætabatur,
οὔ φασι δεῖν τὸν ἴνφαντα καὶ ἐς μέτρον οὔπω ἡλικίας ἱκόμενον λειογένειον προαναγορεύεσθαι τοῦ πολιότριχος Ἀνδρονίκου καὶ γεραροῦ τὸ φρονεῖν καὶ ἅμα πρόσω καὶ ὀπίσω ὁρᾶν ἔχοντος τῷ ἐσθλῷ τῆς φύσεως. ἐπεὶ δὲ καὶ αὐτὸς Ἀνδρόνικος τὰ ἱερὰ ἐσαφίκετο μέλαθρα στεφθησόμενος, τότε πρώτως ὤφθη τοῖς ἀνθρώποις διαχυθεὶς καὶ τὸ τοῦ βλέμματος ὁ θὴρ μεταθέμενος βλοσυρὸν καὶ τὴν ἐπὶ τὸ κρεῖττον τῶν πραγμάτων ἀλλοίωσιν πολλοῖς τῶν δεομένων καθυποσχόμενος. ἦν δὲ ταῦτα φενάκη πρόδηλος καὶ ψευδὴς ἐπαγγελία τοῦ ἀπατεῶνος καὶ τὸ τοῦ προσώπου ἱλαρὸν φιλανθρωπίας παρυφιστάνον ἰσχνότητα ἴνδαλμα πρόσκαιρον συσκιάζον τὴν ἔνδοθεν ἀγριότητα.
Β προφανῆ, ἀλλὰ κατὰ φήμην, ψιλήν και ταύτην ἀμφίλογον, ἠκηκόει κοινωνῆσαι τοῖς εἰρημένοις τοῦ σκέμματος. Οὕτω τοίνυν θύσας καὶ ἀπολέσας Ανα δρόνικος οὕς πάλαι μὲν συλλαβεῖν ὤδινεν, εἰς και ρὸν δ᾽ ἀνεβάλλετο τὴν ἐπίθεσιν, τινὰς δὲ καὶ δε σμωτηρίοις παραδούς, τῇ ὑπερορίᾳ δὲ καταδικάσας ἑτέρους καὶ ἄλλους ἄλλως διαφθείρας, ὁρῶν δὲ καὶ ὅσοιπερ κατελείφθησαν εὔγνωστοί τε καὶ εὐαρίθω μητοι, εἰς τοὔμπαλιν έναι πρώην τοῖς πλείοσιν ἐπιχειροῦντες κατὰ τοὺς πλανωμένους τῶν ἀστέρων κἀκείνους μεταθεμένους τὰς γνώμας καὶ τὸν αὐχένα παρεχομένους Ανδρονίκῳ πατεῖν καὶ τῷ ἐκείνου ἅμα συμφερομένους ἄξονι, τὸν τῆς δεσποίνης ἐπέ- σπευδεν ὄλεθρον, καὶ διαφόρους αἰτίας ξυνθέμενος τέλος καὶ προδοσίας κρίνει τὴν ἄνθρωπον, συναγαγὼν τὸ ἐκείνῳ φίλον συνέδριον καὶ τῶν δικαστῶν οἱ κατακρινεῖν, οὐ κρινεῖν τὴν ἐν γυναιξὶ ταλαίπωρον ἤμελλον. Καὶ ἡ μὲν ὡς τὸν ἐπ᾽ ἀδελφῇ γαμβρόν τὸν ῥῆγα Οὐγγρίας τὸν Βελᾶν ἀνασείουσα καὶ πορε θεῖν τὰ κατὰ Βρανίτζοβαν καὶ Βελιγραδα γραφαῖς ἐνάγουσα καὶ ἀδραῖς ἐπαίρουσα ὑποσχέσεσιν, εἰς τὴν τοῦ ἁγίου Διομήδους μονὴν περί τινα ἐκεῖ που στενωτάτην ούσαν εἰοκτὴν ἀκλεῶς ἀπάγεται, ἔνθα δὴ καὶ ἐφ᾽ ἱκανὸν παρὰ τῶν φυλάκων ἐρεσχελούντων παροινουμένη καὶ λιμῷ καὶ δίψει τετρυχωμένη τὸν σφαγέα διηνεκῶς ἐφαντάζετο ἐν δεξιῶν ἑστῶτα τομώ- τατον. Ο δ' Ανδρόνικος οὐδὲ βραχὺ γοῦν τοῦ ἀγριαίνειν ὑποκεχάλαστο, ἀλλὰ τὸ τοῦ Δαβίδ, πόνον καὶ θυμὸν κατανοῶν καὶ παραδοῦναι σπεύδων αὐτὴν εἰς θάνατον, καιρὸς οὔπω πολὺς καὶ τοῖς ζῶσιν ὅτι σύνεστι δυσχεραίνων ἀθροίζει πάλιν τοὺς τῇ ἀδικίᾳ βραβεύοντας δικαστάς, καὶ ὧν ἡ δεξιὰ δεξιὰ ἀδι κίας, καὶ ἐρώτησιν προτεινόμενος ὁποία τις ἐκ τῶν νόμων ἐπήρτηται ποινὴ τοῖς προδόταις πόλεων καὶ χωρῶν, καὶ ἀπόφασιν ἔγγραφον θανάτῳ ὑποδικάζουσαν τοὺς οὕτω δρῶντας ἀνὰ χεῖρας δεξάμενος, ἦν τὸ ἐκ τούτου κατὰ τῆς ἀνάσσης ἄσχετος τὴν ὀρμήν. Τοίνυν καὶ τὴν φωνὴν ὑψωσάντων καὶ διατόρως βοη σάντων τῶν παρανόμων ἐκείνων ψηφηφόρων δεῖν ἐκ τοῦ βίου γενέσθαι τὴν δύσποτμον ἐκείνην ἐν βασιλίσσαις, χάρτης εὐθὺς παρὰ τοῦ παιδὸς καὶ βασιλέως υποσημαίνεται, ἀτεχνῶς ψεκάδι του μητρικοῦ διεκτυπού- μενος αἵματος, ταύτην μετατιθεὶς τῆς ζωῆς. Ἐκκέγονται τοίνυν εἰς τὸ [Ρ. 173] καθυπουργῆσαι τῇ μυσαρᾷ ταύτῃ καὶ ἀνοσίῳ πράξει ὁ τοῦ ᾿Ανδρονίκου πρωτότοκος υἱὸς Μανοὴλ καὶ ὁ σεβαστός Γεώργιος ὁ τῆς τοῦ ᾿Ανδρονίκου γυναικὸς ἀδελφός. Αμφω δὲ καὶ πρὸς μόνην ἀπεπήδησαν τὴν ἐπιλογὴν ταύτην δυσχεράναντες, καὶ τὸ τοῦ βασιλέως ἐξεφαύλισαν δόγμα, εἰπόντες μήτε πρότερον τῇ ἀναιρέσει τῆς βασιλίδος συνευδοκήσα: ὅλως, ἀλλὰ τὰς χεῖρας φέρειν ἁγνὸς τοῦ μιάσματος, καὶ νῦν δὲ πολλῷ πλέον μὴ ἀνέξεσθαι αὐτῶν θεωμένων σῶμα διεκσπᾶσθαι δίκαιον, κἂν Ανδρόνικος ὡς σκηπτῷ τοῖς λεγομένοις νούτοις πληγείς, παρὰ δόξαν πᾶσαν ἀπηντηκόσι, τάς τε τοῦ γενείου τρίχας πυκνὰ περιείλισσε τοῖς δακτύλοις, πῦρ τῶν ὀμμάτων βλέπων, καὶ τὸ κάρη κλίνων τε καὶ ἀνάγων ἑαυτὸν ἱκανῶς ἐταλάνισε καὶ μέγ' ὤχθησε πολλάκις οἷς οὐκ εἶχε τὸ φίλιον αἱμοχαρὲς καὶ πρὸς φονουργίαν μόνῳ ἐκπυρούμενον νεύματι. Τότε μὲν οὖν τῆς ὁρμῆς ἀνασειρασθεὶς ὡσεὶ καὶ ἵππος θερμὸς καὶ δυσκάθεκτος, ἤ ὅσα καὶ καπνός φλόγα περὶ αὐτὴν εἰληθεὶς, τὸν οἰκεῖον ἀποσβέσας μὴ ὑπεξιόντα θυμόν, ὑπερέθετο τὴν ἀναίρεσιν· μετὰ δὲ βραχείας ἡμέρα τῷ διὰ πνιγμονῆς ἐλεεινῷ μόρῳ ὑποδικάζει την κακοδαίμονα, ἐπιστατησάντων τῷ ὑπουργήματι τοῦ Τριψύχου Κωνσταντίνου, ὃς τὴν τῆς ἐταιρειαρχίας ζώνην εἶχε, καὶ τοῦ ἐκτομίου Πτερυγιονίτου, ὃς διεθρυλλεῖτο πορὰ πᾶσι καὶ τὸν τῆς Πορφυρογεννή του Μαρίας διὰ φαρμάκου κακουργῆσαι θάνατον. Καὶ τὴν μὲν, τὸ γλυκερόν φάος καὶ καλὸν ὅραμα ἀνθρώ- ποις, εἶχεν ἡ ἐκεῖ ποὺ ἀκτὴ τῇ ψάμμῳ καταχωσθεῖσαν. Ηλιε τοῦ μιάσματος, καὶ Λόγε Θεού προ- ἀναρχε, τῆς ὑπὲρ κατάληψιν τῆς ἀνοχῆς! ιη. Ο δ' Ανδρόνικος ἐπὶ τούτοις ἐσκίρτα, πῶς ἂν εἴποι τις ; καὶ διεχείτο τὸ τῆς ψυχῆς ἡδόμενον, τοῦ γένους ἐκτριβομένου τοῦ Μανουὴλ καὶ δενδροτο- μουμένου κήπου τοῦ βασιλείου, ὡς μόνος οἰκήσων ALEXIUS MANUELIS FILIUS. tuta sit rogat. Accepto scripto, quo respondebatur capitale id esse facinus, cohiberi non potuit quin impetu in imperatricem ferretur, Cum autem ju- dices illi iniqui clara voce exclamassent miserri- mam illam imperatricem e medio tollendam esse, slatim chartæ ab imperatore,filio ejus, quasi gutta materni sanguinis, qua illa mori jubebatur, subscribitur. Illius crudelissimi et nefarii facinoris ministri Manuel primogenitus Andronici, et Geor- gius Augustus Andronici affinis, deliguntur. li vero ad solam ejus rei mentionem consternati, neglecto imperatorio mandato, libere dixerunt se nec ante in imperatricis necem consensisse, et ab eo piaculo puras habere manus, et nunc multo minus commissuros ut in conspectu suo corpus innocens lanietur. Quibus verbis Andronicus plane inopinatis turbatus barbam digitis subinde impli- cuit; et ardentibus oculis caput subinde attollendo et demittendo suam miseriam deploravit, crebro indignatus, quod amicissimi sui a crudelitate ab- horrentes solo nutu ad facinus atrocissimum non impellerentur. Ac tum represso impetu, ut equus ferox et contumax, suppressaque iracundia, ut ignis fumo involutus occulitur, paucis diebus post miseram suffocari jubet, ejus mandati Constantino Tripsycho hetæriarcha et spadone Pterygionite, cujus veneficio Mariam Porphyrogenitam exstinctam esse supra dixi, exsecutoribus. Sic illud eximium formæ decus jucundissimæ lucis aspectu privatum in littore arena obruitur. Hou tantum nefas solem intueri ? O Dei Verbum omni princi- pio prius, eamne esse tuam Ienitatem incredibi- lem? A legibus in urbium et provinciarum proditores sta- C D cum familia Manuelis exscinderetur et imperatorii horti arbores exscinderentur, quasi solus Roma- nis provinciis potiturus et imperium sine ullo peri 18. Andronicus vero exsultabat ac lætabatur,
PG 139:623Εἰσελθὼν δὲ τὸ ἱερὸν καὶ τελεσθεὶς ὁπόσα τοῖς στεφομένοις εἴθισται ἄναξι πρόσεισι, δεῆσαν τῶν ἀχράντων ἁγιασμῶν μετασχεῖν, καὶ τὸν οὐράνιον ἄρτον δεξάμενος ἐν τῷ προσεγγίζειν τῷ ἐκπώματι, ἵν’ ἐκπίῃ τοῦ ἐν αὐτῷ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ αἵματος, τὰς χεῖρας ὡς πρὸς τὸ ποτήριον διάρας καὶ ἑαυτὸν εἰς παθαινόμενον σχηματίσας κατὰ τῶν φρικωδῶν ἐπόμνυσι μυστηρίων, ἁπάντων ἐφεστώτων σχεδὸν καὶ ἀκροωμένων, ὁπόσους τὸ ἱερὸν συνεῖχεν ἄδυτον, μὴ δι’ ἕτερόν τι βασιλεύσειν αἱρετίσασθαι ἢ τὸ βουληθῆναι βοηθῆσαι τούτῳ καὶ τῷ τούτου κράτει, δείξας τὸν συνεστῶτα βασιλέα καὶ ἀνεψιὸν Ἀλέξιον, ὃν μεθ’ ἡμέρας ἀπηγχόνησε καὶ τῷ τῆς θαλάσσης βυθῷ παρέπεμψεν. Ἐξιὼν δὲ τοῦ ἱεροῦ μετὰ δορυφορίας ὡς ἐνῆν μάλιστα λαμπροτέρας καὶ πλείστων ὑπασπιστῶν (τὸ γὰρ δειμαίνειν ἄκρως τοιαῦτα ὑφηγεῖτο ἐκείνῳ) καὶ διελθὼν τὸν ἐν τῇ Χαλκῇ νεὼν τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ τὴν πορείαν ἐπέτεινεν, οὐ βάδην προβαίνων καὶ ἔστιν οὗ ἐμβραδύνων, ὡς ἔθος τοῖς θριαμβεύουσιν αὐτοκράτορσιν, ἀλλ’ ἀνεὶς τὸν ἵππον ἐλευθέρῳ ποδὶ προχωρεῖν. ἦν οὖν τὸ γεγονὸς τοῦτο εἰς ἀμφίλογον·
Λε την ἀπὸ Ῥωμαίων καὶ τῶν ταύτης σκηπτρῶν ἐπιληφήμενος ἀδελφ. Ἐνταντάνον ἦ τοῦ Λεπτεμβρίου μηνῶν τῆς δευτέρας ἀνδρασίας τοῦ ἐξακοσίαλοτοῦ ἐξακοσιστοῦ ἐξους τῇ ἀναρρίπτῃ: ἐπιτάλλει. Οὐκοῦν οἱ ἐκ τῆς φασίλης συμμορίζει, κατὰ γνώμην διάποιθεν Ἀνδρούχου, καὶ περιέκρυπτε ἐν τῇ ἑστοοῦ βούληση, λόγον εἰσγνήσκαν τῷ συνδεδήρῳ περὶ τῆς νεομηχθεῖσης τοῦ Βιδόνοις ἐπαναχωτάσει: καὶ ἐν ἐντος τῆς πόλεως Νικιαίας παραθοργῆς Ἱσακκίου τοῦ ἐξ Ἀγγέλων καὶ θεσδιόρρος τοῦ Καντανουξηγοῦ, ἀλλὰ δὴ καὶ δοσα κακαυργοῦσιν οἱ Ποσουσεῖς, εἰσοικισάμενοι θεσδιόρρον τὸν Ἀγγελὸν καὶ ταύτα τῶν Νικεσεῦ φρονόμαντες. Καὶ φάμενοι μὴ οὖν ἀλλὰς ἥρεμείσειν τοὺς στασιώδεις, εἰ μὴ Ἀνδρόνονς βασιλεύσεις ὃ διὰ τὴν ὑπαργυρίζουσχν τῷ χρώνῳ τρίχα τῶν νέων ἔχων λεῖξι σοφῶτερα, καὶ ἐπὶ θόμου καθίσας τοῦ διαλήθην καὶ τῇ βασιλείῳ ταυτὶ διαληθεὶς συναυτοκρατούσῃ τῷ παναφλικῷ βασιλεῖ καὶ διορφὴ τὰ γνησόμενον καὶ περατοῦ τὸ πραχθονόμενο μετ' ἰσχύος μειζοῦνς καὶ ἐξοσασμένος ἀργωτωτέρας, εἴχον εὐθὺς τοὺς περιεστῶτας, καὶ ὑποτεπε ἐκείνων συνδερευον ἀδιὰ γένους λαμπράτητα καὶ ἀδιξιμάτων σεμνότητα, ὁμοφώνως ἀνάκρατόντας πλάκα: αὐτοῖς ἐναὶ τὸ προδηλθῆν ἐν ἐρέσεως, καὶ μηκέτι: καιρὸν εἶναι τοῦ ἀναδύσεσθαι ἦ γὰρ ἂν καὶ βίαν συγμαχῶν, προχωρωσταν ὃν ἔχουστεν, τὴν πειτῶν. Ἀμέλες: καὶ τῆς εὐρημίας καταρχόνται, καὶ οὐτωστὶ πως διατιθέσατε: τὴν ἀνάρδρησιν, Ἀλεξίου καὶ Ἀνδρονίου μεγάλων βασιλεῖων καὶ αὐτοκρατάρων Ῥωμαίων τῶν Καμνηνῶν πολλὰ τὰ ἐντ., ἐπαλείται καὶ ἀνεωγότης ἀδοντες στόμασι καὶ μικροῦ διορδήγνομενοι ταῖς φωναῖς. Διαδοθέντος δὲ τοῦ καλλοῦ τοῦδε πράχματος τοῖς ἐν τῇ πόλει ἀδελφέσιοι (οὐσὶ γὰρ χρεών τὸν Κωνσταντίνουπολίτην ὄνης καλλεῖν [12]), ὥσ μελισσοῦν σφάλμη τῶν σίμβλων ἀπανστάντα τὰ πληθο συνείλεκτο ἐκ παντὸ γένους καὶ τέχνης ἀπάσης καὶ πάσης ἀληθικῆς τῆς συνδοῦν γενημένης, ὅτε καὶ τις τῶν τοῦ Βίλλου χρήσθην (τὸ δὲ ὀνομα ἐκών ὑπερθόσματα): ἐσά τὸ τοῦ ἐπὶ τῶν δῆσεων ὁφρίζον ἀνάδαξ ὡς θεράπων Ἀνδρονίου θερμάτατος, καὶ ἀλλὰ δὲ τις πρωσονοάτρος τιμηθείς γλωττονάστωρ καὶ μηδενὸς ἀνθυνόταρος τῆς τυραννίδος ὑποδρεστήρ, τῆς κατὰ τὴν ἀνάρδρησην τοῦ Ἀνδρονίου ψήμα ἀπανταχή διατρετήσοντας καὶ αἰτῶν δὲ τῶν φαυλοκολάχων τὰ ὥτα περικτυπήσας, ὥσπερ ἐν ἐνὶ πνεύματι τὸ τυραννεῖον καταλαθνύετε culo occupaturus. Igitur Septembri mense, indictione II, anno aundi exordio sexies millesimo et sexcentesimo, designatione suae adjicit animum; ac improbus ille grex et mercenaria manus, quanquam Andronico voluntatem suam dissimulante, de Bithynica seditioneque Isaeio Angelo et Theo. doro Cantacuzeno Nicææ rec eptis, et de improbis Prusaensium conatibus, qui Theodorum Angelum Nicæenses imitati recepsent, concilii indicto aserit nullum fore seditionum finem, nisi Andronicus imperaret, qui ob venerabilem senectutem prudentia superet adolescentes, et in solio gemmato considens et imperatorio diademate redimus pari potestate cum immaturo imperatore uteret, oculis atque animo in rerum omnium administrationem et exsecutionem majoribus viribus et auctoretate intentus. Corona vero circumstans, et Andronici ob splendorem generis et dignitatum excellentium assessores, una vœcasse neeclamarunt eam rei sibi jam eom in vœtis esse, nee tergiversationi locum relinqui. Quod nisi cum gratia impetrarent, vim minilantes, acclamationem hanc (Alexius et Andronicus Combeni, magni imperatores et principes Romanorum, multos annos vivunto) hianti ore et plenis faucibus cecinerunt, ut parum absedet quin clamoribus rumperentur. Cum ea præclara res ad simplicis pupuli aures pervenisset (sic enim Cpolitana plebs vocenda est), omnis generis, ætatis, opificii multitudo velut apum examina alvearibus effusa convenit; et quidam Beli judex, enjus nomen libens prætereo, ut observantissimus Andronici famulus supplicum libellorum officium adeptus, et alius quidam protonotarius, homo tumea lingua et præcipuus tyrannidis minister, rumore qui de Andronici designatione passim vagabatur auditio, improbi assentatores uno spiritu in tyrannicam domum qua: Michaelize dicitur, ubi ista tractabantur, propterurant; et senatoriis capitum tegminibus detractis, albas sindones ex humeris dependentes in orbem convolverunt; et cœtibus in trivis cœctis, ut præsultores choreæ, fractum et molle canticum auspicatis exsultarunt, cum plausu manuum, ad numerum saltantes. () impudentium singularem et vecordis animi lovitatem cum autem Andronicus ex tyrannicis ædibus in Blachernium palatum descendisset et Polytini sublimes ædes ingressus esset, etiam Alexius imperator acclamationibus et suspiriis hominum excitus (neque enim omnibus sæ intemperie agitabant) ubi palatum hominibus refertum et Andronicum ab omnibus pro imperatore celebrari vidit, temporis serviendum ratus seni cum cœteris adulatus est, eumque ad imperii societatem vocavit, ad quod jam olim magno impetu forebatur. factio- A [P. 174] δite B C D Hier. Wolffii nota. (12) In vetusti codicis margine hoc loco mendacii arguitur Choniales, quasi populo Byzantino fiat injuria: et, si qua perperum committantur, ea potius hominibus potentibus et seditionis sint ascribenda. Quanquam enim scriptura non satis legi potest, tamen satis apparet hanc esse sententium.
οἱ μὲν γὰρ δειλίαν τὸ ποιητικὸν αἴτιον τοῦ ὁρωμένου ἀπεφοίβαζον, οἱ δὲ κεχοδέναι τὴν βράκα τὸ γερόντιον διετείνοντο τῷ πανημερίῳ μόγῳ καὶ τῇ ἀχθοφορίᾳ τῶν βασιλικῶν παρασήμων ἀποκαμὸν καὶ μὴ στέγειν ἔχον ἐπὶ πολὺ τὰ λύματα τῆς γαστρός. γενόμενος δὲ κατὰ τὸ μέγα παλάτιον καὶ θύσας ἐφ’ ἱκαναῖς ἡμέραις τὰ ἀναγορευτήρια ἐφ’ ἕτερα τρέπει τὸν νοῦν παρανομίας γέμοντα ἔργα. Ἐκποδὼν γὰρ θέσθαι τὸν βασιλέα βουληθεὶς Ἀλέξιον τὴν φίλιον καὶ πάλιν ἀθροίζει πνύκα καὶ τὴν ἑταιρείαν συναγείρει τὴν ἐκείνῳ συνοργιάζουσαν τὰ μὴ ὅσια. καὶ τοίνυν τὸ Ὁμήρειον ἔπος φωνήσαντες ἅπαντες, ὃ διέξεισιν οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω, εἷς βασιλεύς, καὶ ὡς ἀετοῦ γῆρας, κορύδου νεότης, ψηφίζονται ἰδιωτεῦσαι τὸν βασιλέα Ἀλέξιον οὐκέτι λόγων οἰκονομίας ἀδήλου τοῖς πολλοῖς μεμνημένοι παιδοκομίας τε καὶ διαμονῆς τοῦ κράτους καλλίονος, ταῦτα δὴ τὰ χθές τε καὶ πρώην λαρυγγιζόμενα καὶ τοῖς ἐρωτῶσι τὴν αἰτίαν τῶν γινομένων εἰς ἀπολογίαν προκείμενα, εἴ τις τέως παροικῶν ἀτεχνῶς ἐν τῇ λαμπροτάτῃ πόλει τοῦ Κωνσταντίνου οὐκ ἦν εἰδὼς τὰ γινόμενα καὶ τὸν λόγον ὅλως ἠγνοηκώς, δι’ ὃν ἐπεραίνοντο.
Λε την ἀπὸ Ῥωμαίων καὶ τῶν ταύτης σκηπτρῶν ἐπιληφήμενος ἀδελφ. Ἐνταντάνον ἦ τοῦ Λεπτεμβρίου μηνῶν τῆς δευτέρας ἀνδρασίας τοῦ ἐξακοσίαλοτοῦ ἐξακοσιστοῦ ἐξους τῇ ἀναρρίπτῃ: ἐπιτάλλει. Οὐκοῦν οἱ ἐκ τῆς φασίλης συμμορίζει, κατὰ γνώμην διάποιθεν Ἀνδρούχου, καὶ περιέκρυπτε ἐν τῇ ἑστοοῦ βούληση, λόγον εἰσγνήσκαν τῷ συνδεδήρῳ περὶ τῆς νεομηχθεῖσης τοῦ Βιδόνοις ἐπαναχωτάσει: καὶ ἐν ἐντος τῆς πόλεως Νικιαίας παραθοργῆς Ἱσακκίου τοῦ ἐξ Ἀγγέλων καὶ θεσδιόρρος τοῦ Καντανουξηγοῦ, ἀλλὰ δὴ καὶ δοσα κακαυργοῦσιν οἱ Ποσουσεῖς, εἰσοικισάμενοι θεσδιόρρον τὸν Ἀγγελὸν καὶ ταύτα τῶν Νικεσεῦ φρονόμαντες. Καὶ φάμενοι μὴ οὖν ἀλλὰς ἥρεμείσειν τοὺς στασιώδεις, εἰ μὴ Ἀνδρόνονς βασιλεύσεις ὃ διὰ τὴν ὑπαργυρίζουσχν τῷ χρώνῳ τρίχα τῶν νέων ἔχων λεῖξι σοφῶτερα, καὶ ἐπὶ θόμου καθίσας τοῦ διαλήθην καὶ τῇ βασιλείῳ ταυτὶ διαληθεὶς συναυτοκρατούσῃ τῷ παναφλικῷ βασιλεῖ καὶ διορφὴ τὰ γνησόμενον καὶ περατοῦ τὸ πραχθονόμενο μετ' ἰσχύος μειζοῦνς καὶ ἐξοσασμένος ἀργωτωτέρας, εἴχον εὐθὺς τοὺς περιεστῶτας, καὶ ὑποτεπε ἐκείνων συνδερευον ἀδιὰ γένους λαμπράτητα καὶ ἀδιξιμάτων σεμνότητα, ὁμοφώνως ἀνάκρατόντας πλάκα: αὐτοῖς ἐναὶ τὸ προδηλθῆν ἐν ἐρέσεως, καὶ μηκέτι: καιρὸν εἶναι τοῦ ἀναδύσεσθαι ἦ γὰρ ἂν καὶ βίαν συγμαχῶν, προχωρωσταν ὃν ἔχουστεν, τὴν πειτῶν. Ἀμέλες: καὶ τῆς εὐρημίας καταρχόνται, καὶ οὐτωστὶ πως διατιθέσατε: τὴν ἀνάρδρησιν, Ἀλεξίου καὶ Ἀνδρονίου μεγάλων βασιλεῖων καὶ αὐτοκρατάρων Ῥωμαίων τῶν Καμνηνῶν πολλὰ τὰ ἐντ., ἐπαλείται καὶ ἀνεωγότης ἀδοντες στόμασι καὶ μικροῦ διορδήγνομενοι ταῖς φωναῖς. Διαδοθέντος δὲ τοῦ καλλοῦ τοῦδε πράχματος τοῖς ἐν τῇ πόλει ἀδελφέσιοι (οὐσὶ γὰρ χρεών τὸν Κωνσταντίνουπολίτην ὄνης καλλεῖν [12]), ὥσ μελισσοῦν σφάλμη τῶν σίμβλων ἀπανστάντα τὰ πληθο συνείλεκτο ἐκ παντὸ γένους καὶ τέχνης ἀπάσης καὶ πάσης ἀληθικῆς τῆς συνδοῦν γενημένης, ὅτε καὶ τις τῶν τοῦ Βίλλου χρήσθην (τὸ δὲ ὀνομα ἐκών ὑπερθόσματα): ἐσά τὸ τοῦ ἐπὶ τῶν δῆσεων ὁφρίζον ἀνάδαξ ὡς θεράπων Ἀνδρονίου θερμάτατος, καὶ ἀλλὰ δὲ τις πρωσονοάτρος τιμηθείς γλωττονάστωρ καὶ μηδενὸς ἀνθυνόταρος τῆς τυραννίδος ὑποδρεστήρ, τῆς κατὰ τὴν ἀνάρδρησην τοῦ Ἀνδρονίου ψήμα ἀπανταχή διατρετήσοντας καὶ αἰτῶν δὲ τῶν φαυλοκολάχων τὰ ὥτα περικτυπήσας, ὥσπερ ἐν ἐνὶ πνεύματι τὸ τυραννεῖον καταλαθνύετε culo occupaturus. Igitur Septembri mense, indictione II, anno aundi exordio sexies millesimo et sexcentesimo, designatione suae adjicit animum; ac improbus ille grex et mercenaria manus, quanquam Andronico voluntatem suam dissimulante, de Bithynica seditioneque Isaeio Angelo et Theo. doro Cantacuzeno Nicææ rec eptis, et de improbis Prusaensium conatibus, qui Theodorum Angelum Nicæenses imitati recepsent, concilii indicto aserit nullum fore seditionum finem, nisi Andronicus imperaret, qui ob venerabilem senectutem prudentia superet adolescentes, et in solio gemmato considens et imperatorio diademate redimus pari potestate cum immaturo imperatore uteret, oculis atque animo in rerum omnium administrationem et exsecutionem majoribus viribus et auctoretate intentus. Corona vero circumstans, et Andronici ob splendorem generis et dignitatum excellentium assessores, una vœcasse neeclamarunt eam rei sibi jam eom in vœtis esse, nee tergiversationi locum relinqui. Quod nisi cum gratia impetrarent, vim minilantes, acclamationem hanc (Alexius et Andronicus Combeni, magni imperatores et principes Romanorum, multos annos vivunto) hianti ore et plenis faucibus cecinerunt, ut parum absedet quin clamoribus rumperentur. Cum ea præclara res ad simplicis pupuli aures pervenisset (sic enim Cpolitana plebs vocenda est), omnis generis, ætatis, opificii multitudo velut apum examina alvearibus effusa convenit; et quidam Beli judex, enjus nomen libens prætereo, ut observantissimus Andronici famulus supplicum libellorum officium adeptus, et alius quidam protonotarius, homo tumea lingua et præcipuus tyrannidis minister, rumore qui de Andronici designatione passim vagabatur auditio, improbi assentatores uno spiritu in tyrannicam domum qua: Michaelize dicitur, ubi ista tractabantur, propterurant; et senatoriis capitum tegminibus detractis, albas sindones ex humeris dependentes in orbem convolverunt; et cœtibus in trivis cœctis, ut præsultores choreæ, fractum et molle canticum auspicatis exsultarunt, cum plausu manuum, ad numerum saltantes. () impudentium singularem et vecordis animi lovitatem cum autem Andronicus ex tyrannicis ædibus in Blachernium palatum descendisset et Polytini sublimes ædes ingressus esset, etiam Alexius imperator acclamationibus et suspiriis hominum excitus (neque enim omnibus sæ intemperie agitabant) ubi palatum hominibus refertum et Andronicum ab omnibus pro imperatore celebrari vidit, temporis serviendum ratus seni cum cœteris adulatus est, eumque ad imperii societatem vocavit, ad quod jam olim magno impetu forebatur. factio- A [P. 174] δite B C D Hier. Wolffii nota. (12) In vetusti codicis margine hoc loco mendacii arguitur Choniales, quasi populo Byzantino fiat injuria: et, si qua perperum committantur, ea potius hominibus potentibus et seditionis sint ascribenda. Quanquam enim scriptura non satis legi potest, tamen satis apparet hanc esse sententium.
Ἀλλ’ οὔπω ἀκριβῶς τὸ βράβευμα τοῦτο τῇ πολιτείᾳ ἐγνώριστο, καὶ κρίμα θανάτου κατὰ τοῦ βασιλέως ἐξάγεται παρὰ τῆς φατρίας ἐκείνης τῆς πονηρᾶς, τὸ τοῦ Σολομῶντος ἄντικρυς ἐπαινεσάντων ἐκεῖνο καὶ φθεγξαμένων τῶν μιαιφόνων δήσωμεν τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι καὶ ὡς βαρύς ἐστι καὶ μόνον βλεπόμενος. καὶ νυκτὸς ἐπεισπεσόντων αὐτῷ τοῦ Ἁγιοχριστοφορίτου Στεφάνου, τοῦ Τριψύχου Κωνσταντίνου καί τινος Δαδιβρηνοῦ Θεοδώρου, προεστῶτος τῶν ῥαβδοφόρων, τὴν διὰ τόξου νευρᾶς καθυποδέχεται πνιγμονήν. ἀρθεὶς δὲ ὁ νεκρὸς καὶ ἀχθεὶς ἐς Ἀνδρόνικον κατὰ τοῦ κενεῶνος τῷ ἐκείνου τύπτεται ποδὶ καὶ τῶν τοκέων τῷ κειμένῳ ὁ μὲν ὡς ἐπίορκος διατωθάζεται, ἡ δὲ ὡς περιλεσχήνευτον ἑταιρικὸν περιυβρίζεται γύναιον· ἔπειτα τιτρᾶται ὀβελίσκῳ τὸ οὖς καὶ κρόκης ἐξαφθείσης κηρὸς περιπλασθεὶς τῷ Ἀνδρονίκου σφραγιστηρίῳ ἐνσημαίνεται δακτυλίῳ. Καὶ τὸ μὲν λοιπὸν σῶμα καταδικάζεται ῥιφῆναι βυθῷ, ἡ δὲ κεφαλὴ ἀποτμηθῆναι καὶ αὖθις Ἀνδρονίκῳ προσενεχθῆναι.
Λε την ἀπὸ Ῥωμαίων καὶ τῶν ταύτης σκηπτρῶν ἐπιληφήμενος ἀδελφ. Ἐνταντάνον ἦ τοῦ Λεπτεμβρίου μηνῶν τῆς δευτέρας ἀνδρασίας τοῦ ἐξακοσίαλοτοῦ ἐξακοσιστοῦ ἐξους τῇ ἀναρρίπτῃ: ἐπιτάλλει. Οὐκοῦν οἱ ἐκ τῆς φασίλης συμμορίζει, κατὰ γνώμην διάποιθεν Ἀνδρούχου, καὶ περιέκρυπτε ἐν τῇ ἑστοοῦ βούληση, λόγον εἰσγνήσκαν τῷ συνδεδήρῳ περὶ τῆς νεομηχθεῖσης τοῦ Βιδόνοις ἐπαναχωτάσει: καὶ ἐν ἐντος τῆς πόλεως Νικιαίας παραθοργῆς Ἱσακκίου τοῦ ἐξ Ἀγγέλων καὶ θεσδιόρρος τοῦ Καντανουξηγοῦ, ἀλλὰ δὴ καὶ δοσα κακαυργοῦσιν οἱ Ποσουσεῖς, εἰσοικισάμενοι θεσδιόρρον τὸν Ἀγγελὸν καὶ ταύτα τῶν Νικεσεῦ φρονόμαντες. Καὶ φάμενοι μὴ οὖν ἀλλὰς ἥρεμείσειν τοὺς στασιώδεις, εἰ μὴ Ἀνδρόνονς βασιλεύσεις ὃ διὰ τὴν ὑπαργυρίζουσχν τῷ χρώνῳ τρίχα τῶν νέων ἔχων λεῖξι σοφῶτερα, καὶ ἐπὶ θόμου καθίσας τοῦ διαλήθην καὶ τῇ βασιλείῳ ταυτὶ διαληθεὶς συναυτοκρατούσῃ τῷ παναφλικῷ βασιλεῖ καὶ διορφὴ τὰ γνησόμενον καὶ περατοῦ τὸ πραχθονόμενο μετ' ἰσχύος μειζοῦνς καὶ ἐξοσασμένος ἀργωτωτέρας, εἴχον εὐθὺς τοὺς περιεστῶτας, καὶ ὑποτεπε ἐκείνων συνδερευον ἀδιὰ γένους λαμπράτητα καὶ ἀδιξιμάτων σεμνότητα, ὁμοφώνως ἀνάκρατόντας πλάκα: αὐτοῖς ἐναὶ τὸ προδηλθῆν ἐν ἐρέσεως, καὶ μηκέτι: καιρὸν εἶναι τοῦ ἀναδύσεσθαι ἦ γὰρ ἂν καὶ βίαν συγμαχῶν, προχωρωσταν ὃν ἔχουστεν, τὴν πειτῶν. Ἀμέλες: καὶ τῆς εὐρημίας καταρχόνται, καὶ οὐτωστὶ πως διατιθέσατε: τὴν ἀνάρδρησιν, Ἀλεξίου καὶ Ἀνδρονίου μεγάλων βασιλεῖων καὶ αὐτοκρατάρων Ῥωμαίων τῶν Καμνηνῶν πολλὰ τὰ ἐντ., ἐπαλείται καὶ ἀνεωγότης ἀδοντες στόμασι καὶ μικροῦ διορδήγνομενοι ταῖς φωναῖς. Διαδοθέντος δὲ τοῦ καλλοῦ τοῦδε πράχματος τοῖς ἐν τῇ πόλει ἀδελφέσιοι (οὐσὶ γὰρ χρεών τὸν Κωνσταντίνουπολίτην ὄνης καλλεῖν [12]), ὥσ μελισσοῦν σφάλμη τῶν σίμβλων ἀπανστάντα τὰ πληθο συνείλεκτο ἐκ παντὸ γένους καὶ τέχνης ἀπάσης καὶ πάσης ἀληθικῆς τῆς συνδοῦν γενημένης, ὅτε καὶ τις τῶν τοῦ Βίλλου χρήσθην (τὸ δὲ ὀνομα ἐκών ὑπερθόσματα): ἐσά τὸ τοῦ ἐπὶ τῶν δῆσεων ὁφρίζον ἀνάδαξ ὡς θεράπων Ἀνδρονίου θερμάτατος, καὶ ἀλλὰ δὲ τις πρωσονοάτρος τιμηθείς γλωττονάστωρ καὶ μηδενὸς ἀνθυνόταρος τῆς τυραννίδος ὑποδρεστήρ, τῆς κατὰ τὴν ἀνάρδρησην τοῦ Ἀνδρονίου ψήμα ἀπανταχή διατρετήσοντας καὶ αἰτῶν δὲ τῶν φαυλοκολάχων τὰ ὥτα περικτυπήσας, ὥσπερ ἐν ἐνὶ πνεύματι τὸ τυραννεῖον καταλαθνύετε culo occupaturus. Igitur Septembri mense, indictione II, anno aundi exordio sexies millesimo et sexcentesimo, designatione suae adjicit animum; ac improbus ille grex et mercenaria manus, quanquam Andronico voluntatem suam dissimulante, de Bithynica seditioneque Isaeio Angelo et Theo. doro Cantacuzeno Nicææ rec eptis, et de improbis Prusaensium conatibus, qui Theodorum Angelum Nicæenses imitati recepsent, concilii indicto aserit nullum fore seditionum finem, nisi Andronicus imperaret, qui ob venerabilem senectutem prudentia superet adolescentes, et in solio gemmato considens et imperatorio diademate redimus pari potestate cum immaturo imperatore uteret, oculis atque animo in rerum omnium administrationem et exsecutionem majoribus viribus et auctoretate intentus. Corona vero circumstans, et Andronici ob splendorem generis et dignitatum excellentium assessores, una vœcasse neeclamarunt eam rei sibi jam eom in vœtis esse, nee tergiversationi locum relinqui. Quod nisi cum gratia impetrarent, vim minilantes, acclamationem hanc (Alexius et Andronicus Combeni, magni imperatores et principes Romanorum, multos annos vivunto) hianti ore et plenis faucibus cecinerunt, ut parum absedet quin clamoribus rumperentur. Cum ea præclara res ad simplicis pupuli aures pervenisset (sic enim Cpolitana plebs vocenda est), omnis generis, ætatis, opificii multitudo velut apum examina alvearibus effusa convenit; et quidam Beli judex, enjus nomen libens prætereo, ut observantissimus Andronici famulus supplicum libellorum officium adeptus, et alius quidam protonotarius, homo tumea lingua et præcipuus tyrannidis minister, rumore qui de Andronici designatione passim vagabatur auditio, improbi assentatores uno spiritu in tyrannicam domum qua: Michaelize dicitur, ubi ista tractabantur, propterurant; et senatoriis capitum tegminibus detractis, albas sindones ex humeris dependentes in orbem convolverunt; et cœtibus in trivis cœctis, ut præsultores choreæ, fractum et molle canticum auspicatis exsultarunt, cum plausu manuum, ad numerum saltantes. () impudentium singularem et vecordis animi lovitatem cum autem Andronicus ex tyrannicis ædibus in Blachernium palatum descendisset et Polytini sublimes ædes ingressus esset, etiam Alexius imperator acclamationibus et suspiriis hominum excitus (neque enim omnibus sæ intemperie agitabant) ubi palatum hominibus refertum et Andronicum ab omnibus pro imperatore celebrari vidit, temporis serviendum ratus seni cum cœteris adulatus est, eumque ad imperii societatem vocavit, ad quod jam olim magno impetu forebatur. factio- A [P. 174] δite B C D Hier. Wolffii nota. (12) In vetusti codicis margine hoc loco mendacii arguitur Choniales, quasi populo Byzantino fiat injuria: et, si qua perperum committantur, ea potius hominibus potentibus et seditionis sint ascribenda. Quanquam enim scriptura non satis legi potest, tamen satis apparet hanc esse sententium.
PG 139:625καὶ πέρας εἰληφότος τοῦ ἐπιτάγματος, ἡ μὲν ἐν παραβύστῳ κατὰ τὴν λεγομένην Καταβατὴν διαφίεται, τὸ δὲ σκῆνος κεράμῳ μολιβδίνῳ ἐνειληθὲν τοῖς θαλαττίοις κόλποις ἐκδίδοται, τῆς ἁλιάδος, ἥτις τὸν οἰκτρότατον τοῦτον φόρτον ἀνεῖχε, δυσὶν ἀναγομένης ἐνδόξοις ἀνδράσι μετὰ μολπῶν καὶ ᾠδῶν, δηλαδὴ τῷ ἐπὶ τοῦ κανικλείου Ἰωάννῃ τῷ Καματηρῷ, ὃν καὶ ὕστερον ἀρχιποίμενα ἡ τῶν Βουλγάρων προεδρεύουσα ἔλαχε, καὶ Θεοδώρῳ τῷ Χούμνῳ, ὃς τετίμητο χαρτουλάριος. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΕΝ ΤΟΜΟΙΣ ΔΥΣΙ Καὶ οὕτω μὲν ἐξ ἀνθρώπων ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος ἐγεγένητο, ζήσας τὸν μὲν ἅπαντα χρόνον ἔτη μὴ ἀκραιφνῶς πεντεκαίδεκα, τρία δ’ ἐκ τούτων ἄρξας, οὐ καθ’ ἑαυτόν τε καὶ ἀμιγῶς, ἀλλὰ τὰ μὲν πρῶτα ὑπὸ μητρὶ τὴν ἀρχὴν διεξαγούσῃ παιδοκομούμενος, ἔπειτα ὑπὸ δυοῖν τυράννων τῶν πραγμάτων τῆς βασιλείας ἐπειλημμένων ὅσα καὶ ἥλιος ὑπὸ νέφους συσκιαζόμενος, ὥστε καὶ βασιλευομένῳ ἐῴκει μᾶλλον ἢ βασιλεύοντι, ἐκεῖνα ἐπιτάσσων καὶ δρῶν, ὅσα εἰσηγοῦντό οἱ οἱ ἀποστάται, μέχρι καὶ τοῦ δι’ ἀγχόνης τὸ πέρας δέξασθαι τῆς ζωῆς.
κρότον ξυμβάλλοντες τώ πόδε ὑπεσάλευον, καὶ κατὰ μέσον ἐδίνευον, μολπῇ τ' ϋγμῷ τε τὴν γῆν ἐκρότουν ὑπαρχούμενοι. α τῆς ἀναιδείας καὶ τῆς μικρογνώ- μονος φρενὸς καὶ κουφότητος ! Τοῦ δ᾽ Ανδρονίκου καταβάντος ἀπὸ τοῦ τυραννείου ἐς τὸ ἐν Βλαχέρναις βασίλειον, καὶ γενομένου κατὰ τὸν ἐντὸς τούτου υψηρεφή δόμον δς Πολύτιμος λέγεται, ἐφίσταται καὶ ὁ βασιλεὺς ᾿Αλέξιος ἐκ τῶν ἔξωθεν, ὁμοῦ παιά- νων τε καὶ στεναγμάτων (οὐ γὰρ πάντες τῷ καιρῷ παρεσύρησαν) εὐρὼν μεστὰ τὰ ἀνάκτορα, καὶ αὐτὸν Ανδρόνικον ὡς βασιλέα σχεδόν παρὰ πάντων κατα- λαβὼν εὐφημούμενον. Εκὼν τοίνυν αέκοντί γε θυμῷ τοῖς τελουμένοις ἐπευδοκήσας ἐκολάκευε και κεῖνος ἐν τοῖς λοιποῖς τὸ γερόντιον, Ανδρόνικον εἰς τὸ συμβασιλεύειν ἐπεγείρων, καὶ προθυμοποιῶν εἰς τὸ ἐνεστὸς ἔργον τὸν ἀκρατῶς εἰς τοῦτο πάλαι β φερόμενον. Τὸ δὲ τῆς ᾿Ανδρονίκου φατρίας θερμό τερον καὶ ἀκκιζόμενον. Αννρόνικον καὶ τὴν συνε- δρίαν εἰρωνευόμενον ἀμφοτέραις συσχόντες εἰς τὴν χρυσόπαστον κλίνην ἐφῆκαν ἐφ᾿ ἧς ὁ βασιλεὺς ζα- νεν. Αλλοι δὲ τὴν καπνηρὰν καὶ πυραμοειδῆ ἐρέαν τῆς κεφαλῆς ἀφελόμενοι πυρσὴν αὐτῷ περιέθεντο, καὶ στολὴν βασιλικὴν ἐνέδυσαν ἕτεροι. Τῇ δὲ ὑστε ραίᾳ ἐπὶ τῆς Μεγάλης Εκκλησίας ἀρξαμένης τῆς τῶν βασιλέων ἀναῤῥήσεως γίνεσθαι Ανδρόνικος ἀνηγο- ρεύετο πρότερον, ὁ δὲ ᾿Αλέξιος [Ρ. 175] ὑπεβέβαστο, μεταπεσούσης τῆς τάξεως. Καὶ ἡ αἰτία ὡς καλλίστη καὶ εὐπρεπής· οὗ φασι δεῖν τὸν ἵνφαντα καὶ ἐς μέσ τρον οὔπω ἡλικίας ἰκόμενον λειογένειον προαναγού ρεύεσθαι τοῦ πολιότριχος ᾿Ανδρονίκου καὶ γεραροῦ τὸ φρονεῖν καὶ ἅμα πρόσω καὶ ὁπίσω τὸ ὁρᾶν ἔχοντος τῷ ἐσθλῷ τῆς φύσεως. Ἐπεὶ δὲ καὶ αὐτὸς ᾿Ανδρόνι κος τὰ ἱερὰ ἐσαφίκετο μέλαθρα στεφθησόμενος, τότε πρώτως ὤφθη τοῖς ἀνθρώποις διαχυθεὶς καὶ τὸ τοῦ βλέμματος ὁ θὴρ μεταθέμενος βλοσυρὸν καὶ τὴν ἐπὶ τὸ κρεῖττον τῶν πραγμάτων ἀλλοίωσιν πολλοῖς τῶν δεομένων καθυποσχόμενος. Ην δὲ ταῦτα φενάκη πρόδηλος καὶ ψευδὴς ἐπαγγελία τοῦ ἀπατεῶνος, καὶ τὸ τοῦ προσώπου ἱλαρόν, φιλανθρωπίας παρυφιστών ἰσχνότατον ἴνδαλμα πρόσκαιρον συσκιάζον τὴν ἔνα δοθεν ἀγριότητα. Εἰσελθὼν δὲ τὸ ἱερὸν καὶ τελεσθείς ὁπόσα τοῖς στεφομένοις είθισται ἄναξι, πρόσεισι δεῖσαν τῶν ἀχράντων ἁγιασμῶν μετασχεῖν, καὶ τὸν ουράνιον ἄρτον δεξάμενος ἐν τῷ ἐγγίζειν τῷ ἐκπώ- ματι τὰς χεῖρας ἀνέσχε, καὶ σχηματίσας ἑαυτὸν εἰς παθαινόμενον κατὰ τῶν φρικωδῶν ἐπόμνυσι μυστη ρίων, ἀκροωμένων σχεδὸν ἀπάντων ὅσους τὸ ἱερὸν συνεῖχεν ἄδυτον, μὴ δι' ἕτερόν τι βασιλεύσειν αἱρε τίσασθαι ἤ τὸ θέλῆσαι βοηθῆσαι τούτῳ καὶ τῷ τούτου κράτει, δείξας τὸν συνεστῶτα βασιλέα καὶ ἀνεψιόν Ἀλέξιον, ὃν μεθ' ἡμέρας απηγγόνησε καὶ τῷ τῆς θαλάσσης βυθῷ παρέπεμψεν. Εξιὼν δὲ τοῦ ἱεροῦ μετὰ δορυφορίας ὡς ἐνῆν μάλιστα λαμπροτέρας καὶ πλείστων ὑπασπιστῶν τὸ γὰρ δειμαίνειν ἄκρως τοιαῦτα ὑφηγεῖτο ἐκείνῳ καὶ διελθὼν τὸν ἐν τῇ Χαλκῇ νεὼν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τὴν πορείαν ἐπ- έτεινεν, οὐ βάδην προβαίνων καὶ ἔστιν οὗ ἐμβραδύ νων, ὡς ἔθος τοῖς θριαμβεύουσιν αὐτοκράτορσιν, ἀλλ᾽ ἀνεὶς τὸν ἵππον ἐλευθέρω ποδι πορεύεσθαι. Εν ALEXIUS MANUELIS FILIUS B sessum recusantem scilicet, ambabus manibus comprehensum, in aurata sella collocavit : alii pullo et aculo pileo detracto, rubram mitram ejus capiti imposuerunt; alii stola imperatoria eum in- duerunt. Postridie cum in Magna ecclesia impera- tores proclamarentur, ordine mutato Andronici nomen priore, Alexii posteriore loco est pronun- tiatum, ob causam nimirum honestam et specio- sam : non decere infantem, immaturæ ælalis, lævi- bus malis, celebrari ante Andronicum, virum canum, prudentia venerabilem, excellenti prædi- tum ingenio. Postquam vero ipse Andronicus in sacram ædem pervenit ut coronaretur, tum pri- mum hilarior visus est truci aspectu posito; et A nis pars acrior Andronicum tergiversantem et con- multis supplicantibus spem rerum meliorem fecit, D C manifesta utique fraude et falsa pollicitatione im- postoris. Nam illa vultus hilaritas, tenuissimam humanitatis speciem ad tempus pra se ferens, abstrusam in eo immanitatem obtegebat. Templum ingressus, coronationis cæremoniis peractis, cum sacrosancta mysteria percipienda essent, cum cœ- lesti pane percepto ad calicem pretiosi et vivifici sanguinis bibendum accederet, manibus lan- quam ad poculum prehendendum extentis et vultu ad tristitiam composito, per veneranda mysteria, fere omnibus illis stantibus et audientibus qui in macro adyto erant, jurat se non alia de causa impe- rium accepisse nisi ut Alexium imperatorem et consobrinum juvaret, ejusque potentiam stabiliret, quem paucis diebus post laqueo præfocatum in ma- ris fundum demersit. Templum cum splendidissimo comitatu et plurimis armigeris egressus (eam enim rationem dictabat illi metus accerrimus) ubi per Servatoris Christi ædem in Chalcem transiit, non pedetentim processit nec alicubi immoratus eat, qui triumphantium imperatorum mos eal, sed equum libero pede incedere passus est. Id factum in quæ- stione fuit utrum a metu proficisceretur, an aliam causam haberet. Postquam in magnum palatium pervenit et compluribus diebus pro imperii auspi- ciis rem divinam fecit, ad alia scelera convertit animum. Nam cum Alexium imperatorem e medio sublaturus esset, senatum suum convocat et sodalitium scelerum ministrorum cogit. Hi vero Homericum illud statim uno ore exclamant : « Est mala res multos dominarier: unicus esto Rex do- minusque » item aquila senium esse corydali juventam. Ac decernunt privatam vitam agendam esse Alexio ; nec jam ambagibus involvunt oratio- nem, omissa mentione educationis et conservationis imperii, quæ non ita pridem in maxima populi frequentia jactarant, quæque rerum illarum igna- ris pro defensione facinorum responderi solebant. Vix jam decretum erat in re publica cognitum, cum imperator Alexius ab improbo illo ca tu capitis damnatur, tantum non Salomonium illud elocuto : « Vinciamus justum : quia non est nobis commo- dus conspectus ejus nobis est gravis. » Itaque
Τῆς δὲ μυσαρᾶς πράξεως ταύτης οὕτω τετελεσμένης, οἰκτρῶς ἁρμόζεται Ἀνδρονίκῳ πρὸς συμβίωσιν Ἄννα ἡ τοῦ βασιλέως Ἀλεξίου μνηστή, θυγάτηρ οὖσα τοῦ τὴν ἀρχὴν τῶν Φράγγων διέποντος. καὶ οὐκ ᾐσχύνετο Κρονίων ἀπόζων ἀνεψιοῦ γυναικὶ μιλτοπαρήῳ καὶ τρυφερᾷ καὶ μήπω τὸ ἑνδέκατον ἔτος ἐξηνυκυίᾳ μέλλων ἀθεμίτως συγκατακλίνεσθαι καὶ παραγκαλίζεσθαι ὁ πέπων τὴν ὀμφακίζουσαν, ὁ ὑπέρωρος τὴν ἡλικίαν τὴν ὀρθοτίτθιον νεάνιδα, ὁ ῥικνὸς καὶ χαλαρὸς τὴν ῥοδοδάκτυλον καὶ δρόσον ἔρωτος στάζουσαν. Ἐπὶ δὲ τούτοις δευτέραν αἰτεῖται χάριν Ἀνδρόνικος τὸν τῶν αὐτοῦ θελήσεων πληρωτὴν πατριάρχην, τὸν Καματηρὸν λέγω Βασίλειον, καὶ τὴν τότε σύνοδον· ἡ δὲ ἦν τὸ λυθῆναι τοῦ ὅρκου Ἀνδρόνικον, ὃν εἶχεν ὀμωμοκὼς τῷ βασιλεῖ Μανουὴλ καὶ τῷ ἐκείνου ταλαιπώρῳ παιδί, καὶ τοὺς ἄλλους, ὅσοι παραβάται ὤφθησαν τῶν ὀμωμοσμένων. καὶ οἱ μέν, ὡς εἰ δεσμεῖν ἀδιαφόρως καὶ λύειν τὰ πάντα εἰλήφασι πρὸς θεοῦ, τόμους ἐξέθεντο παραυτίκα, δι’ ὧν ἀμνηστίαν τῶν ἠνομημένων ἐδίδοσαν ἁπαξάπασιν. ὁ δὲ ὡς θαυμαστήν τινα παρέχει τὴν ἀμοιβὴν τοῖς τῶν ἐπιταγμάτων αὐτοῦ πληρωταῖς·
κρότον ξυμβάλλοντες τώ πόδε ὑπεσάλευον, καὶ κατὰ μέσον ἐδίνευον, μολπῇ τ' ϋγμῷ τε τὴν γῆν ἐκρότουν ὑπαρχούμενοι. α τῆς ἀναιδείας καὶ τῆς μικρογνώ- μονος φρενὸς καὶ κουφότητος ! Τοῦ δ᾽ Ανδρονίκου καταβάντος ἀπὸ τοῦ τυραννείου ἐς τὸ ἐν Βλαχέρναις βασίλειον, καὶ γενομένου κατὰ τὸν ἐντὸς τούτου υψηρεφή δόμον δς Πολύτιμος λέγεται, ἐφίσταται καὶ ὁ βασιλεὺς ᾿Αλέξιος ἐκ τῶν ἔξωθεν, ὁμοῦ παιά- νων τε καὶ στεναγμάτων (οὐ γὰρ πάντες τῷ καιρῷ παρεσύρησαν) εὐρὼν μεστὰ τὰ ἀνάκτορα, καὶ αὐτὸν Ανδρόνικον ὡς βασιλέα σχεδόν παρὰ πάντων κατα- λαβὼν εὐφημούμενον. Εκὼν τοίνυν αέκοντί γε θυμῷ τοῖς τελουμένοις ἐπευδοκήσας ἐκολάκευε και κεῖνος ἐν τοῖς λοιποῖς τὸ γερόντιον, Ανδρόνικον εἰς τὸ συμβασιλεύειν ἐπεγείρων, καὶ προθυμοποιῶν εἰς τὸ ἐνεστὸς ἔργον τὸν ἀκρατῶς εἰς τοῦτο πάλαι β φερόμενον. Τὸ δὲ τῆς ᾿Ανδρονίκου φατρίας θερμό τερον καὶ ἀκκιζόμενον. Αννρόνικον καὶ τὴν συνε- δρίαν εἰρωνευόμενον ἀμφοτέραις συσχόντες εἰς τὴν χρυσόπαστον κλίνην ἐφῆκαν ἐφ᾿ ἧς ὁ βασιλεὺς ζα- νεν. Αλλοι δὲ τὴν καπνηρὰν καὶ πυραμοειδῆ ἐρέαν τῆς κεφαλῆς ἀφελόμενοι πυρσὴν αὐτῷ περιέθεντο, καὶ στολὴν βασιλικὴν ἐνέδυσαν ἕτεροι. Τῇ δὲ ὑστε ραίᾳ ἐπὶ τῆς Μεγάλης Εκκλησίας ἀρξαμένης τῆς τῶν βασιλέων ἀναῤῥήσεως γίνεσθαι Ανδρόνικος ἀνηγο- ρεύετο πρότερον, ὁ δὲ ᾿Αλέξιος [Ρ. 175] ὑπεβέβαστο, μεταπεσούσης τῆς τάξεως. Καὶ ἡ αἰτία ὡς καλλίστη καὶ εὐπρεπής· οὗ φασι δεῖν τὸν ἵνφαντα καὶ ἐς μέσ τρον οὔπω ἡλικίας ἰκόμενον λειογένειον προαναγού ρεύεσθαι τοῦ πολιότριχος ᾿Ανδρονίκου καὶ γεραροῦ τὸ φρονεῖν καὶ ἅμα πρόσω καὶ ὁπίσω τὸ ὁρᾶν ἔχοντος τῷ ἐσθλῷ τῆς φύσεως. Ἐπεὶ δὲ καὶ αὐτὸς ᾿Ανδρόνι κος τὰ ἱερὰ ἐσαφίκετο μέλαθρα στεφθησόμενος, τότε πρώτως ὤφθη τοῖς ἀνθρώποις διαχυθεὶς καὶ τὸ τοῦ βλέμματος ὁ θὴρ μεταθέμενος βλοσυρὸν καὶ τὴν ἐπὶ τὸ κρεῖττον τῶν πραγμάτων ἀλλοίωσιν πολλοῖς τῶν δεομένων καθυποσχόμενος. Ην δὲ ταῦτα φενάκη πρόδηλος καὶ ψευδὴς ἐπαγγελία τοῦ ἀπατεῶνος, καὶ τὸ τοῦ προσώπου ἱλαρόν, φιλανθρωπίας παρυφιστών ἰσχνότατον ἴνδαλμα πρόσκαιρον συσκιάζον τὴν ἔνα δοθεν ἀγριότητα. Εἰσελθὼν δὲ τὸ ἱερὸν καὶ τελεσθείς ὁπόσα τοῖς στεφομένοις είθισται ἄναξι, πρόσεισι δεῖσαν τῶν ἀχράντων ἁγιασμῶν μετασχεῖν, καὶ τὸν ουράνιον ἄρτον δεξάμενος ἐν τῷ ἐγγίζειν τῷ ἐκπώ- ματι τὰς χεῖρας ἀνέσχε, καὶ σχηματίσας ἑαυτὸν εἰς παθαινόμενον κατὰ τῶν φρικωδῶν ἐπόμνυσι μυστη ρίων, ἀκροωμένων σχεδὸν ἀπάντων ὅσους τὸ ἱερὸν συνεῖχεν ἄδυτον, μὴ δι' ἕτερόν τι βασιλεύσειν αἱρε τίσασθαι ἤ τὸ θέλῆσαι βοηθῆσαι τούτῳ καὶ τῷ τούτου κράτει, δείξας τὸν συνεστῶτα βασιλέα καὶ ἀνεψιόν Ἀλέξιον, ὃν μεθ' ἡμέρας απηγγόνησε καὶ τῷ τῆς θαλάσσης βυθῷ παρέπεμψεν. Εξιὼν δὲ τοῦ ἱεροῦ μετὰ δορυφορίας ὡς ἐνῆν μάλιστα λαμπροτέρας καὶ πλείστων ὑπασπιστῶν τὸ γὰρ δειμαίνειν ἄκρως τοιαῦτα ὑφηγεῖτο ἐκείνῳ καὶ διελθὼν τὸν ἐν τῇ Χαλκῇ νεὼν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τὴν πορείαν ἐπ- έτεινεν, οὐ βάδην προβαίνων καὶ ἔστιν οὗ ἐμβραδύ νων, ὡς ἔθος τοῖς θριαμβεύουσιν αὐτοκράτορσιν, ἀλλ᾽ ἀνεὶς τὸν ἵππον ἐλευθέρω ποδι πορεύεσθαι. Εν ALEXIUS MANUELIS FILIUS B sessum recusantem scilicet, ambabus manibus comprehensum, in aurata sella collocavit : alii pullo et aculo pileo detracto, rubram mitram ejus capiti imposuerunt; alii stola imperatoria eum in- duerunt. Postridie cum in Magna ecclesia impera- tores proclamarentur, ordine mutato Andronici nomen priore, Alexii posteriore loco est pronun- tiatum, ob causam nimirum honestam et specio- sam : non decere infantem, immaturæ ælalis, lævi- bus malis, celebrari ante Andronicum, virum canum, prudentia venerabilem, excellenti prædi- tum ingenio. Postquam vero ipse Andronicus in sacram ædem pervenit ut coronaretur, tum pri- mum hilarior visus est truci aspectu posito; et A nis pars acrior Andronicum tergiversantem et con- multis supplicantibus spem rerum meliorem fecit, D C manifesta utique fraude et falsa pollicitatione im- postoris. Nam illa vultus hilaritas, tenuissimam humanitatis speciem ad tempus pra se ferens, abstrusam in eo immanitatem obtegebat. Templum ingressus, coronationis cæremoniis peractis, cum sacrosancta mysteria percipienda essent, cum cœ- lesti pane percepto ad calicem pretiosi et vivifici sanguinis bibendum accederet, manibus lan- quam ad poculum prehendendum extentis et vultu ad tristitiam composito, per veneranda mysteria, fere omnibus illis stantibus et audientibus qui in macro adyto erant, jurat se non alia de causa impe- rium accepisse nisi ut Alexium imperatorem et consobrinum juvaret, ejusque potentiam stabiliret, quem paucis diebus post laqueo præfocatum in ma- ris fundum demersit. Templum cum splendidissimo comitatu et plurimis armigeris egressus (eam enim rationem dictabat illi metus accerrimus) ubi per Servatoris Christi ædem in Chalcem transiit, non pedetentim processit nec alicubi immoratus eat, qui triumphantium imperatorum mos eal, sed equum libero pede incedere passus est. Id factum in quæ- stione fuit utrum a metu proficisceretur, an aliam causam haberet. Postquam in magnum palatium pervenit et compluribus diebus pro imperii auspi- ciis rem divinam fecit, ad alia scelera convertit animum. Nam cum Alexium imperatorem e medio sublaturus esset, senatum suum convocat et sodalitium scelerum ministrorum cogit. Hi vero Homericum illud statim uno ore exclamant : « Est mala res multos dominarier: unicus esto Rex do- minusque » item aquila senium esse corydali juventam. Ac decernunt privatam vitam agendam esse Alexio ; nec jam ambagibus involvunt oratio- nem, omissa mentione educationis et conservationis imperii, quæ non ita pridem in maxima populi frequentia jactarant, quæque rerum illarum igna- ris pro defensione facinorum responderi solebant. Vix jam decretum erat in re publica cognitum, cum imperator Alexius ab improbo illo ca tu capitis damnatur, tantum non Salomonium illud elocuto : « Vinciamus justum : quia non est nobis commo- dus conspectus ejus nobis est gravis. » Itaque
Reign of Andronicus Comnenus, Book IImperii Andronici Comneni Liber I
Clean text (TLG). Diplomatic Greek text; the machine OCR of the Migne page is kept in the OCR and Page views.
PG 139:627ἡ δὲ ἦν καὶ τῶν τότε μὲν αἰτηθέντων ῥᾳδία τερμάτωσις, ἃ μικρὰ δήπουθεν ἦσαν καὶ περὶ μικρῶν ὑφηγούμενα, τὸ δὲ μέγιστον τὸ συνεδρεύειν ἐκείνους αὐτῷ, σκιμποδίσκων παρατιθεμένων καὶ παρεισφερομένων τῷ βασιλείῳ θρόνῳ κλισμῶν, ὃ καὶ οὐχ ἧττον εἰς γέλωτα τῶν ἑλομένων καὶ καταδεξαμένων ἀρχιερέων οὐκ ἐπὶ συχναῖς ἡμέραις συμβὰν ἤπερ φαντασίαν τιμῆς καὶ δόξης ἴνδαλμα ἐπὶ τὴν προτέραν ἐπανῆλθε συνήθειαν, καθὰ καὶ ξύλον ἐπικλινὲς βίᾳ πρὸς τὴν ἑτέραν ἕξιν μετενεχθέν. μᾶλλον μὲν οὖν καὶ ταύτης πολὺ παρεσπάσατο· ἵνα γὰρ μὴ δοκῇ Ἀνδρόνικος παλιμβολώτατος ἀνθρώπων καὶ ἀστασίαν ἤθους κἀπὶ τοῖς μικροτάτοις νοσῶν, τὸ εἰς ὄψιν ἐκείνῳ ἐλθεῖν οἱ ἀρχιερεῖς οὗτοι οὐχ εὕρισκον εὐχερὲς ἐπὶ βήματος καθημένῳ λαμπροῦ. καὶ οἱ πρὸ μικροῦ τῇ συνεδρίᾳ τῇ βασιλικῇ σεμνυνόμενοι καὶ γέρας εἰληφέναι τοῦτο Δαυιτικῶς ὡς πιστοὶ τῆς γῆς βρενθυόμενοι τότε ὑπενόστουν ἐγκαλυπτόμενοι καὶ ταλανίζοντες ἑαυτούς, οἷς θεοῦ ἀπέστησαν τὰ ἄλυτα λύοντες καὶ τὸν ἐμπαίκτην διακενῆς Ἀνδρόνικον θεραπεύοντες.
Α οὖν τὸ γεγονὸς τοῦτο εἰς ἀμφίλογον· οἱ μὲν γὰρ δειλίαν τὸ ποιητικὸν αἴτιον τοῦ ὁρωμένου ἀπεφοίοπ- ζον, οἱ δὲ ἄλλο τι ὑπενόουν. Γενόμενος δὲ κατὰ τὸ μέγα παλάτιον καὶ ὅσας τὰ ἀναγορευτήρια, ἐφ' ἕτερα τρέπει τὸν νοῦν ἐναγῆ ἔργα. Ἐκποδών γάρ θέσθαι τὸν βασιλέα βουληθείς ᾿Αλέξιον, τὴν φίλιον καὶ πάλιν ἀθροίζει πνύκα καὶ τὴν ἑταιρείαν ἀγείο ρει τὴν ἐκείνου συνοργιάζουσαν τὰ μὴ ὅσια. Καὶ τοίνυν τὸ Ὁμήρειον ἔπος ἅπαντες φωνήσαντες, δ διέξεισιν, « Οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω, εἰς βασιλεὺς, » καὶ ὡς ἀετοῦ γῆρας κορύδου νεότης, ψηφίζονται ἰδιωτεῦσαι τὸν βασιλέα ᾿Αλέξιον, οὐκέτι λόγων οἰκονομίας ἀδήλων τοῖς πολλοῖς μεμνη- μένοι παιδοκομίας τε καὶ διαμονῆς τοῦ κράτους καλλίονος, ταῦτα δὴ τὰ χθές τε καὶ πρώην ἐπὶ η πολυανθρώπων συνελεύσεων προβαλλόμενα καὶ τοῖς ἐρωτῶσι τὴν αἰτίαν τῶν γινομένων εἰς ἀπολογίαν προκείμενα, εἴ τις τέως παροικῶν ἀτεχνῶς ἐν τῇ λαμπροτάτη πόλει τοῦ Κωνσταντίνου οὐκ ἦν ρἰδὼς τὰ γινόμενα καὶ τὸν λόγον ὅλως ἠγνοηκώς δι' δν ἐπεραίνοντο. Αλλ' οὔπω ἀκριβῶς τὸ βράβευμα τοῦτο τῇ πολιτεία [Ρ. 176] ἐγνώριστο, καὶ κρίμα θανάτου κατὰ του βασιλέως ἐξάγεται παρὰ τῆς φατρίας ἐκείνης τῆς πονηρᾶς, τὸ τοῦ. Σολομῶντος ἄντικρυς ἐπαινε- σάντων τῶν συνειλεγμένων τότε καὶ φθεγξαμένων ἀνσιδῶς· « Δήσωμεν τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι καὶ βαρύς ἐστι καὶ μόνον βλεπόμενος. » Καὶ νυκτὸς ἐπεισπεσόντων αὐτῷ τοῦ ᾿Αγιοχριστοφο ρίτου Στεφάνου, τοῦ Τριψύχου Κωνσταντίνου καί τινος Δαδιβρηνοῦ Θεοδώρου, προεστῶτος τῶν ῥαβδο- φόρων, τὴν διὰ τόξου νευρᾶς καθυποδέχεται πνιγμονήν. Αρθεὶς δὲ ὁ νεκρὸς καὶ ἀχθεὶς εἰς ᾿Ανδρόνικον κατὰ τοῦ κενεώνος τῷ ἐκείνου ποδὶ τύπτεται, καὶ τῶν τοκέων τῷ κειμένῳ ὁ μὲν ὡς ἐπίορκος ἐκείνῳ καὶ ἐπηρεαστὴς διατωθάζεται, ἡ δὲ ὡς περιλεσχήνευτον εταιρικὸν καταμωκᾶται γύναιον, ἔπειτα τιτρά ται ὀβελίσκῳ τὸ οἷς, καὶ κρόκης ἐξαφθείσης κηρὸς περιπλασθεὶς τῷ ᾿Ανδρονίκου σφραγιστηρίῳ ἐνση- μαίνεται δακτυλίῳ. Καὶ τὸ μὲν λοιπὸν σῶμα καταδικάζεται ῥιφῆναι βυθῷ, ἡ δὲ κεφαλὴ ἀποτμηθῆναι καὶ αὖθις ᾿Ανδρονίκῳ προσενεχθῆναι. Καὶ πέρας εἰληφότος τοῦ ἐπιτάγματος ἡ μὲν ἐν παραβύστῳ κατὰ τὴν λεγομένην Καταβατὴν διαφίεται, τὸ δὲ σκῆνος κεράμῳ μολιβδίνῳ ἐνειληθὲν τοῖς θαλαττίοις κόλποις ἐκδίδοται, τῆς ἁλιάδος, ἥτις τὸν οἰκτρότατον τοῦτον φόρτον ἀνεῖχε, δυσὶν ἀναγομένης ἐνδόξοις ἀνδράσι μετὰ μολπῶν καὶ ᾠδῶν, δηλαδὴ τῷ ἐπὶ τοῦ κανικλείου Ἰωάννῃ τῷ Καματηρῷ, δν καὶ ὕστερον ἀρχιποίμενα ἡ τῶν Βουλγάρων προεδρεύουσα ἔλαχε, καὶ Θεοδώρῳ τῷ Χούμνῳ, ὃς τετίμητο χαρτου λάριος. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΕΝ ΤΟΜΟΙΣ ΔΥΣΙ. - α΄. Καὶ οὕτω μὲν ἐξ ἀνθρώπων ὁ βασιλεὺς Αλέξιος ἐγεγένητο, ζήσας τὸν μὲν ἅπαντα χρόνον ἔτη μὴ ἀκραιφνώς πεντεκαίδεκα, τρία δὲ ἐκ τούτων ἄρξας, οὐ καθ᾿ ἑαυτὸν δὲ καὶ ἀμιγῶς, ἀλλὰ τὰ μὲν πρῶτα ὑπὸ μητρὶ τὴν ἀρχὴν διεξαγούσῃ παιδοκου μούμενος, ἔπειτα ὑπὸ δυοῖν τυράννων τῶν πραγμά των τῆς βασιλείας ἐπειλημμένων ὅσα καὶ ἥλιος ὑπὸ νέφους συσκιαζόμενος, ὥστε καὶ βασιλευομένῳ ἐψ κει μᾶλλον ἢ βασιλεύοντι, ἐκεῖνα ἐπιτάσσων καὶ NICETE CHONIATA Chartulario B Stephanus Hagiochristophorita, Constantinus Tri- psychus et Theodorus quidam Badibrenus, lictorum præfectus, noctu eum adorti nervo arcus strangu- lant. Andronicus cadaveris latus pede tundit; et parentum ejus alterum ut perjurum et injurium, alteram ut vulgati corporis mulierculam contume- liose insectatur. Deinde veru auris ei perforatur, trajectoque filo appensa sera Andronici annulo signatur reliquum corpus in profundum maris abjici, caput vero a cervice revulsum ad Androni- cum referri jubetur. Peractis mandatis caput clam in Catabaton (loci nomen id est) abjicitur, truncus arcæ plumbeæ involutus in mare demergitur. Cymba, qua miserrima illa sarcina vecta erat, a duobus claris viris cum carminibus et tripudiis, Joanne Gamatero Caniclæi præfecto, qui post Bulgariæ patriarcha exstitit, et a Theodoro est reducta. IMPERII ANDRONICI COMNENI LIBRI DUO 1. Ad hunc modum Alexius imperator C [P. 178] rebus humanis exemptus est, anno ætatis nondum zv, imperii tertio exacto. Quod tamen suo arbi- tratu non gessit, a matre principio, deinde a duobus tyrannis re publica administrata; per quos ut a nube sol abscondebatur, ministro quam im- peratori similior, cum ea faceret et juberet quæ præceptores jubebant, donec laqueo præfocatus est. Isto miserabili facinore perpetrato An-
Ὡς δὲ τὰ κατὰ τὴν ἀνάρρησιν Ἀνδρονίκου καὶ τὴν ἀναίρεσιν Ἀλεξίου τοῦ βασιλέως δῆλα ἦσαν Ἀλεξίῳ τε τῷ Βρανᾷ καὶ Ἀνδρονίκῳ τῷ Λαπαρδᾷ, τοῖς τῶν ταγμάτων στρατηγοῖς, ἅπερ ἀντεφέροντο κατὰ τὸν Νίσον καὶ τὴν Βρανίτζοβαν τῷ τῆς Οὐγγρίας ῥηγὶ τῷ Βελᾷ πορθοῦντι τὰ ἐκεῖ πάντα καὶ ποιοῦντι κακῶς τοῖς ξίφεσιν, ἅτερος μὲν τῶν ἀρχηγῶν ὁ Λαπαρδᾶς ἀπειρητέαν κέκρικε τὴν ζωὴν καὶ τὴν εὐρυχανδῆ γένυν Ἀνδρονίκου διὰ παντὸς ὑπεβλέπετο καταχάσκειν ἔκτοτε μέλλουσαν καὶ αὐτοῦ, ὁ δέ γε Βρανᾶς ἀσμένως τὴν μετάθεσιν τῆς βασιλείας ὑπέφερεν ἤδη τῷ χορῷ ἐγγραφεὶς οἷς Ἀνδρόνικος ἐπέβλεπεν ἥμερον. Πολλὰς οὖν ὁ Λαπαρδᾶς Ἀνδρόνικος ὁδοὺς τραπόμενος ἐνθυμήσεων καὶ κατὰ κύνα Λάκαιναν ἣν θευσεῖται ἰχνηλατήσας μίαν εὕρισκε σώζουσαν ἀτραπὸν τὸ τῆς ὄψεως καὶ ἐξουσίας ἀποπλάζεσθαι Ἀνδρονίκου. καὶ εἶχεν ἂν ἀπαθῆ κακῶν ἑαυτὸν διατηρήσας, εἰ τῇ βουλῇ ταύτῃ ἐπέμενε καὶ μὴ πρὸς πρᾶξιν ἑτέραν μετακεκύβευτο. ἐρασθεὶς δὲ κακῶς δράσειν Ἀνδρόνικον καὶ τῆς εἰς τὸν κύριον καὶ βασιλέα παρανομίας ἀμύνασθαι, θαρρεῖ τὴν ἀπόστασιν·
Α οὖν τὸ γεγονὸς τοῦτο εἰς ἀμφίλογον· οἱ μὲν γὰρ δειλίαν τὸ ποιητικὸν αἴτιον τοῦ ὁρωμένου ἀπεφοίοπ- ζον, οἱ δὲ ἄλλο τι ὑπενόουν. Γενόμενος δὲ κατὰ τὸ μέγα παλάτιον καὶ ὅσας τὰ ἀναγορευτήρια, ἐφ' ἕτερα τρέπει τὸν νοῦν ἐναγῆ ἔργα. Ἐκποδών γάρ θέσθαι τὸν βασιλέα βουληθείς ᾿Αλέξιον, τὴν φίλιον καὶ πάλιν ἀθροίζει πνύκα καὶ τὴν ἑταιρείαν ἀγείο ρει τὴν ἐκείνου συνοργιάζουσαν τὰ μὴ ὅσια. Καὶ τοίνυν τὸ Ὁμήρειον ἔπος ἅπαντες φωνήσαντες, δ διέξεισιν, « Οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω, εἰς βασιλεὺς, » καὶ ὡς ἀετοῦ γῆρας κορύδου νεότης, ψηφίζονται ἰδιωτεῦσαι τὸν βασιλέα ᾿Αλέξιον, οὐκέτι λόγων οἰκονομίας ἀδήλων τοῖς πολλοῖς μεμνη- μένοι παιδοκομίας τε καὶ διαμονῆς τοῦ κράτους καλλίονος, ταῦτα δὴ τὰ χθές τε καὶ πρώην ἐπὶ η πολυανθρώπων συνελεύσεων προβαλλόμενα καὶ τοῖς ἐρωτῶσι τὴν αἰτίαν τῶν γινομένων εἰς ἀπολογίαν προκείμενα, εἴ τις τέως παροικῶν ἀτεχνῶς ἐν τῇ λαμπροτάτη πόλει τοῦ Κωνσταντίνου οὐκ ἦν ρἰδὼς τὰ γινόμενα καὶ τὸν λόγον ὅλως ἠγνοηκώς δι' δν ἐπεραίνοντο. Αλλ' οὔπω ἀκριβῶς τὸ βράβευμα τοῦτο τῇ πολιτεία [Ρ. 176] ἐγνώριστο, καὶ κρίμα θανάτου κατὰ του βασιλέως ἐξάγεται παρὰ τῆς φατρίας ἐκείνης τῆς πονηρᾶς, τὸ τοῦ. Σολομῶντος ἄντικρυς ἐπαινε- σάντων τῶν συνειλεγμένων τότε καὶ φθεγξαμένων ἀνσιδῶς· « Δήσωμεν τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι καὶ βαρύς ἐστι καὶ μόνον βλεπόμενος. » Καὶ νυκτὸς ἐπεισπεσόντων αὐτῷ τοῦ ᾿Αγιοχριστοφο ρίτου Στεφάνου, τοῦ Τριψύχου Κωνσταντίνου καί τινος Δαδιβρηνοῦ Θεοδώρου, προεστῶτος τῶν ῥαβδο- φόρων, τὴν διὰ τόξου νευρᾶς καθυποδέχεται πνιγμονήν. Αρθεὶς δὲ ὁ νεκρὸς καὶ ἀχθεὶς εἰς ᾿Ανδρόνικον κατὰ τοῦ κενεώνος τῷ ἐκείνου ποδὶ τύπτεται, καὶ τῶν τοκέων τῷ κειμένῳ ὁ μὲν ὡς ἐπίορκος ἐκείνῳ καὶ ἐπηρεαστὴς διατωθάζεται, ἡ δὲ ὡς περιλεσχήνευτον εταιρικὸν καταμωκᾶται γύναιον, ἔπειτα τιτρά ται ὀβελίσκῳ τὸ οἷς, καὶ κρόκης ἐξαφθείσης κηρὸς περιπλασθεὶς τῷ ᾿Ανδρονίκου σφραγιστηρίῳ ἐνση- μαίνεται δακτυλίῳ. Καὶ τὸ μὲν λοιπὸν σῶμα καταδικάζεται ῥιφῆναι βυθῷ, ἡ δὲ κεφαλὴ ἀποτμηθῆναι καὶ αὖθις ᾿Ανδρονίκῳ προσενεχθῆναι. Καὶ πέρας εἰληφότος τοῦ ἐπιτάγματος ἡ μὲν ἐν παραβύστῳ κατὰ τὴν λεγομένην Καταβατὴν διαφίεται, τὸ δὲ σκῆνος κεράμῳ μολιβδίνῳ ἐνειληθὲν τοῖς θαλαττίοις κόλποις ἐκδίδοται, τῆς ἁλιάδος, ἥτις τὸν οἰκτρότατον τοῦτον φόρτον ἀνεῖχε, δυσὶν ἀναγομένης ἐνδόξοις ἀνδράσι μετὰ μολπῶν καὶ ᾠδῶν, δηλαδὴ τῷ ἐπὶ τοῦ κανικλείου Ἰωάννῃ τῷ Καματηρῷ, δν καὶ ὕστερον ἀρχιποίμενα ἡ τῶν Βουλγάρων προεδρεύουσα ἔλαχε, καὶ Θεοδώρῳ τῷ Χούμνῳ, ὃς τετίμητο χαρτου λάριος. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΕΝ ΤΟΜΟΙΣ ΔΥΣΙ. - α΄. Καὶ οὕτω μὲν ἐξ ἀνθρώπων ὁ βασιλεὺς Αλέξιος ἐγεγένητο, ζήσας τὸν μὲν ἅπαντα χρόνον ἔτη μὴ ἀκραιφνώς πεντεκαίδεκα, τρία δὲ ἐκ τούτων ἄρξας, οὐ καθ᾿ ἑαυτὸν δὲ καὶ ἀμιγῶς, ἀλλὰ τὰ μὲν πρῶτα ὑπὸ μητρὶ τὴν ἀρχὴν διεξαγούσῃ παιδοκου μούμενος, ἔπειτα ὑπὸ δυοῖν τυράννων τῶν πραγμά των τῆς βασιλείας ἐπειλημμένων ὅσα καὶ ἥλιος ὑπὸ νέφους συσκιαζόμενος, ὥστε καὶ βασιλευομένῳ ἐψ κει μᾶλλον ἢ βασιλεύοντι, ἐκεῖνα ἐπιτάσσων καὶ NICETE CHONIATA Chartulario B Stephanus Hagiochristophorita, Constantinus Tri- psychus et Theodorus quidam Badibrenus, lictorum præfectus, noctu eum adorti nervo arcus strangu- lant. Andronicus cadaveris latus pede tundit; et parentum ejus alterum ut perjurum et injurium, alteram ut vulgati corporis mulierculam contume- liose insectatur. Deinde veru auris ei perforatur, trajectoque filo appensa sera Andronici annulo signatur reliquum corpus in profundum maris abjici, caput vero a cervice revulsum ad Androni- cum referri jubetur. Peractis mandatis caput clam in Catabaton (loci nomen id est) abjicitur, truncus arcæ plumbeæ involutus in mare demergitur. Cymba, qua miserrima illa sarcina vecta erat, a duobus claris viris cum carminibus et tripudiis, Joanne Gamatero Caniclæi præfecto, qui post Bulgariæ patriarcha exstitit, et a Theodoro est reducta. IMPERII ANDRONICI COMNENI LIBRI DUO 1. Ad hunc modum Alexius imperator C [P. 178] rebus humanis exemptus est, anno ætatis nondum zv, imperii tertio exacto. Quod tamen suo arbi- tratu non gessit, a matre principio, deinde a duobus tyrannis re publica administrata; per quos ut a nube sol abscondebatur, ministro quam im- peratori similior, cum ea faceret et juberet quæ præceptores jubebant, donec laqueo præfocatus est. Isto miserabili facinore perpetrato An-
καὶ τὴν δυσμὴν ὁρῶν οὐ χωρήσουσαν αὐτόν, μήτε μὴν παραδεξομένην τὴν κατ’ Ἀνδρονίκου ὁρμὴν διὰ τὸν παρόντα καὶ συστρατηγοῦντα Βρανᾶν, τὴν ἕω φαντάζεται καὶ πρὸς ἐκείνην ἐκτείνει τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ὡς συνηθεστέραν μὲν ἑαυτῷ ἄρξαντι πολλάκις κατ’ αὐτὴν τὰς μεγίστας ἀρχὰς καὶ ὡς θερμὰ δὲ πρὸς ἀντιστασίαν οὐχ ἧττον τρέφουσαν σώματα. Ἀμέλει καὶ τῷ συνηγεμόνι κοινολογησάμενος καὶ πείσας Βρανᾶν μὲν κατὰ χώραν μένειν, αὐτὸς δὲ πρὸς τὸν πρεσβύτην ἅμα καὶ πρόσφατον αὐτοκράτορα παραγενέσθαι ὡς εἶχεν εὐθὺς ἐξώρμησε τὴν φήμην προφθάνων, ἣ καὶ τὰ ὑπὸ γὴν κρυπτόμενα διορᾷ καὶ τὰ γενησόμενα πολλάκις ὡς ἤδη γεγενημένα διατρανοῖ. καὶ γεγονὼς κατὰ τὴν Ὀρεστιάδα, εἴπῃ δ’ ἄν τις ἄλλος Ἀδριανούπολιν, ἀφ’ ἧς ὥρμητο, καὶ βραχύ τι ἐγκαρτερήσας καὶ ὅσον ταῖς ἐκεῖ κατοικούσαις ἀδελφαῖς ὁραθῆναι καὶ συντάξασθαι τὰ ἀπόδημα ἔγνω μὴ περαιτέρω ἐλινύειν, ἀλλ’ ὡς ἐνὸν ἐπισπέρχειν τὴν ἐς ἕω περαίωσιν· ἤδη γὰρ ἡ φήμη ἀθυρόγλωττος ἦν καὶ ἐπὶ τριόδων καὶ πλατειῶν ἄκρων τε τειχέων καὶ δόμων εὐστόμει τὴν ἀπόδρασιν τοῦ ἀνδρὸς καὶ πολλαχῇ ἐτίθει διατοξεύσιμον.
Α οὖν τὸ γεγονὸς τοῦτο εἰς ἀμφίλογον· οἱ μὲν γὰρ δειλίαν τὸ ποιητικὸν αἴτιον τοῦ ὁρωμένου ἀπεφοίοπ- ζον, οἱ δὲ ἄλλο τι ὑπενόουν. Γενόμενος δὲ κατὰ τὸ μέγα παλάτιον καὶ ὅσας τὰ ἀναγορευτήρια, ἐφ' ἕτερα τρέπει τὸν νοῦν ἐναγῆ ἔργα. Ἐκποδών γάρ θέσθαι τὸν βασιλέα βουληθείς ᾿Αλέξιον, τὴν φίλιον καὶ πάλιν ἀθροίζει πνύκα καὶ τὴν ἑταιρείαν ἀγείο ρει τὴν ἐκείνου συνοργιάζουσαν τὰ μὴ ὅσια. Καὶ τοίνυν τὸ Ὁμήρειον ἔπος ἅπαντες φωνήσαντες, δ διέξεισιν, « Οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω, εἰς βασιλεὺς, » καὶ ὡς ἀετοῦ γῆρας κορύδου νεότης, ψηφίζονται ἰδιωτεῦσαι τὸν βασιλέα ᾿Αλέξιον, οὐκέτι λόγων οἰκονομίας ἀδήλων τοῖς πολλοῖς μεμνη- μένοι παιδοκομίας τε καὶ διαμονῆς τοῦ κράτους καλλίονος, ταῦτα δὴ τὰ χθές τε καὶ πρώην ἐπὶ η πολυανθρώπων συνελεύσεων προβαλλόμενα καὶ τοῖς ἐρωτῶσι τὴν αἰτίαν τῶν γινομένων εἰς ἀπολογίαν προκείμενα, εἴ τις τέως παροικῶν ἀτεχνῶς ἐν τῇ λαμπροτάτη πόλει τοῦ Κωνσταντίνου οὐκ ἦν ρἰδὼς τὰ γινόμενα καὶ τὸν λόγον ὅλως ἠγνοηκώς δι' δν ἐπεραίνοντο. Αλλ' οὔπω ἀκριβῶς τὸ βράβευμα τοῦτο τῇ πολιτεία [Ρ. 176] ἐγνώριστο, καὶ κρίμα θανάτου κατὰ του βασιλέως ἐξάγεται παρὰ τῆς φατρίας ἐκείνης τῆς πονηρᾶς, τὸ τοῦ. Σολομῶντος ἄντικρυς ἐπαινε- σάντων τῶν συνειλεγμένων τότε καὶ φθεγξαμένων ἀνσιδῶς· « Δήσωμεν τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι καὶ βαρύς ἐστι καὶ μόνον βλεπόμενος. » Καὶ νυκτὸς ἐπεισπεσόντων αὐτῷ τοῦ ᾿Αγιοχριστοφο ρίτου Στεφάνου, τοῦ Τριψύχου Κωνσταντίνου καί τινος Δαδιβρηνοῦ Θεοδώρου, προεστῶτος τῶν ῥαβδο- φόρων, τὴν διὰ τόξου νευρᾶς καθυποδέχεται πνιγμονήν. Αρθεὶς δὲ ὁ νεκρὸς καὶ ἀχθεὶς εἰς ᾿Ανδρόνικον κατὰ τοῦ κενεώνος τῷ ἐκείνου ποδὶ τύπτεται, καὶ τῶν τοκέων τῷ κειμένῳ ὁ μὲν ὡς ἐπίορκος ἐκείνῳ καὶ ἐπηρεαστὴς διατωθάζεται, ἡ δὲ ὡς περιλεσχήνευτον εταιρικὸν καταμωκᾶται γύναιον, ἔπειτα τιτρά ται ὀβελίσκῳ τὸ οἷς, καὶ κρόκης ἐξαφθείσης κηρὸς περιπλασθεὶς τῷ ᾿Ανδρονίκου σφραγιστηρίῳ ἐνση- μαίνεται δακτυλίῳ. Καὶ τὸ μὲν λοιπὸν σῶμα καταδικάζεται ῥιφῆναι βυθῷ, ἡ δὲ κεφαλὴ ἀποτμηθῆναι καὶ αὖθις ᾿Ανδρονίκῳ προσενεχθῆναι. Καὶ πέρας εἰληφότος τοῦ ἐπιτάγματος ἡ μὲν ἐν παραβύστῳ κατὰ τὴν λεγομένην Καταβατὴν διαφίεται, τὸ δὲ σκῆνος κεράμῳ μολιβδίνῳ ἐνειληθὲν τοῖς θαλαττίοις κόλποις ἐκδίδοται, τῆς ἁλιάδος, ἥτις τὸν οἰκτρότατον τοῦτον φόρτον ἀνεῖχε, δυσὶν ἀναγομένης ἐνδόξοις ἀνδράσι μετὰ μολπῶν καὶ ᾠδῶν, δηλαδὴ τῷ ἐπὶ τοῦ κανικλείου Ἰωάννῃ τῷ Καματηρῷ, δν καὶ ὕστερον ἀρχιποίμενα ἡ τῶν Βουλγάρων προεδρεύουσα ἔλαχε, καὶ Θεοδώρῳ τῷ Χούμνῳ, ὃς τετίμητο χαρτου λάριος. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΕΝ ΤΟΜΟΙΣ ΔΥΣΙ. - α΄. Καὶ οὕτω μὲν ἐξ ἀνθρώπων ὁ βασιλεὺς Αλέξιος ἐγεγένητο, ζήσας τὸν μὲν ἅπαντα χρόνον ἔτη μὴ ἀκραιφνώς πεντεκαίδεκα, τρία δὲ ἐκ τούτων ἄρξας, οὐ καθ᾿ ἑαυτὸν δὲ καὶ ἀμιγῶς, ἀλλὰ τὰ μὲν πρῶτα ὑπὸ μητρὶ τὴν ἀρχὴν διεξαγούσῃ παιδοκου μούμενος, ἔπειτα ὑπὸ δυοῖν τυράννων τῶν πραγμά των τῆς βασιλείας ἐπειλημμένων ὅσα καὶ ἥλιος ὑπὸ νέφους συσκιαζόμενος, ὥστε καὶ βασιλευομένῳ ἐψ κει μᾶλλον ἢ βασιλεύοντι, ἐκεῖνα ἐπιτάσσων καὶ NICETE CHONIATA Chartulario B Stephanus Hagiochristophorita, Constantinus Tri- psychus et Theodorus quidam Badibrenus, lictorum præfectus, noctu eum adorti nervo arcus strangu- lant. Andronicus cadaveris latus pede tundit; et parentum ejus alterum ut perjurum et injurium, alteram ut vulgati corporis mulierculam contume- liose insectatur. Deinde veru auris ei perforatur, trajectoque filo appensa sera Andronici annulo signatur reliquum corpus in profundum maris abjici, caput vero a cervice revulsum ad Androni- cum referri jubetur. Peractis mandatis caput clam in Catabaton (loci nomen id est) abjicitur, truncus arcæ plumbeæ involutus in mare demergitur. Cymba, qua miserrima illa sarcina vecta erat, a duobus claris viris cum carminibus et tripudiis, Joanne Gamatero Caniclæi præfecto, qui post Bulgariæ patriarcha exstitit, et a Theodoro est reducta. IMPERII ANDRONICI COMNENI LIBRI DUO 1. Ad hunc modum Alexius imperator C [P. 178] rebus humanis exemptus est, anno ætatis nondum zv, imperii tertio exacto. Quod tamen suo arbi- tratu non gessit, a matre principio, deinde a duobus tyrannis re publica administrata; per quos ut a nube sol abscondebatur, ministro quam im- peratori similior, cum ea faceret et juberet quæ præceptores jubebant, donec laqueo præfocatus est. Isto miserabili facinore perpetrato An-
PG 139:631μιᾷ τοίνυν νυκτὶ πρὸς θάλαςσαν κάτεισι καὶ ναυσὶν ἐμβὰς αὐτός τε καὶ οἱ σὺν αὐτῷ, αἳ κατὰ τὸ Ὑελοκαστέλλιον τούτου ἕνεκα ἡτοιμάσθησαν, ἐς τὴν περαίαν γίνεται. κἀντεῦθεν ἀναπνεύσας βραχὺ ἐκφυγεῖν τὸ διολέσθαι ᾤετο καὶ τὸ προβεβλῆσθαι θοίνη τις ἑτοίμη ἢ ἐπιτράγημα πρόχειρον ταῖς γνάθοις τοῦ Ἀνδρονίκου. ἦν δ’, ὡς ἔοικε, καὶ οὗτος τῇ προνοίᾳ ἐκ τῆς τῶν ζώντων βίβλου ἀπηλειμμένος καὶ βορὰ τῷ θηρὶ προδαιταλευθείς. Ἔνθεν τοι καὶ τοῦ θείου ἀντιπνεύσαντος ἐκείνων ταῖς χερσὶ θηρᾶται καὶ ἀναπέμπεται πρὸς Ἀνδρόνικον, ὑφ’ ὧν ἐλπίσιν ἐθάλπετο συντηρηθῆναι ἀδιαλώβητος, εὖ τε καὶ ὡς ἀρίστως πράξειν, καὶ χειρὶ καὶ ψυχῇ παντοίαν σύναρσιν καὶ ἄρηξιν εὕρασθαι πρὸς τὸ καταπαλαῖσαι Ἀνδρόνικον. ἦσαν δὲ ταῦτα διανοίας οὐκ εὐτυχοῦς ἀναπλάσματα καὶ ὀνειρώδη, ὡς δέδεικται, φαντάσματα.
1129 THESAURI LIB. II. 1130 horrebat, ut qui Dei Filius esset, hominis quoque A unitatem supernaturalis ejus impartibilitatis, ra- B Filius evaderet; et quemadmodum vitam homini- bus largitus erat, ita nobis quoque non tantum vitam, sed bonam etiam vitam adventu suo lar-. giretur, salvis ambabus naturis: divina, inquam, quæ eadem prima est, et hominis captum tran- scendit; necnon humana, quam propter nos ad tempus speciali quadam proprietate assumpsit. Præsertim quia hominis culpa factum fuerat, ut homo salute excluderetur, cui consequendæ nihil Mosaica lex, nihil propheticæ prædictiones pro- desse potuerant, nihil denique angelorum quis- piam nobis hac in re proferre posse videretur : tametsi hoc Deo supra modum arrisisset, quod rebus hominum deploratis præsens remedium et ac recuperandam salutem efficacissimum afferret. Qui enim fieri potuisset, ut simplex homo, nec ullius divinitatis particeps, unam eamdemque in fidem gentes congregaret, illisque cæremoniis tinem imponeret, quibus lex obnoxios nos effi- ciebat? vel etiam eadem potestate uti potuisset, qua Christus utitur, his verbis: Lex quidem ait, Non mochaberis ego autem, Nemulierem quidem aspicies, ad concupiscendam eam 10, et que sequuntur, eo quidem sensu accipienda, ut ad legis perfectionem, non autem ad destructionem dicta et tradita in- telligantur. Sed ne malorum quidem spirituum vires infirmare potuisset angelus, præsertim cum Scriptura nos moneat, Michaelem archangelum cum diabolo quidem super Mosis corpore con- tendisse, eo tamen audaciæ nequaquam evasisse, ut illum tanquam blasphemum condemnaret, sed C his duntaxat verbis usum esse; Increpet te Do- minus. Quin et angeli in angelos insurgunt, quem- admodum vir ille desideriorum et prophetarum suis scriptis explicat. perspicacissimus Daniel Quocirca prout oportebat, ita etiam creata sunt omnia, creata vero et facta sunt ita ut et mundo salutifera, nec Deo indigna essent. Atque hæc bactenus, etiamsi citra omnem orationis ornatum dicta sint. Jam quædam scriptis mandanda super- sunt, ex quibus sanctissimi Patres et theologi nos docuerunt, quidnam de supersubstantiali Trinitate sentiendum sit. CAP. VI. B. Dionysii Areopagitæ, ex cap. 2, De unila et distincta theologia, de Patre, et Filio et Spiritu sancto (4). Patrem quidem fontem divinitalis esse, Filium autem et Spiritum Deigenæ divinitatis germina, ut ita dicam, divinitus pullulantia et quasi flores, supersubstantialiaque lumina, sacris ex oraculis accepimus; at quonam id tandem pacto fiat, nec oratione quisquam, nec intellectu consequi potest. Ilem, proinde in omni fere theologica disputatione summæ Divinitatis sacras laudes intuemur,partim quidem, quia unitas sit propter simplicitatem et Matth. v 28, 29. PATROL. GR. CXXXIX. D tione cujus tanquam unificæ potentiæ, unimur, dividuisque nostri diversitatibus, supra mundi hujus conditionem, complicatis, in Deiformem monadem, eamque unitatem colligimur, quæ di- vinam illam imitetur: partim vero, quia Trinitas sit, trium illarum personarum ratione, quæ ex fecunditate supersubstantiali elucescunt, ex qua coelestis omnis familia et est et denominatur. Item, Divinitas illa, quæ rerum omnium præses, et uni- tas et Trinitas celebri nomine dicitur, non ea est unitas et Trinitas, quæ vel nobis, vel alii cuiquam eorum quæ sunt innotescat, sed ut ipsius unita- tem unitate omni superiorem, Deigenamque fe- cunditatem vere laudemus, illam trina ot una Divinitatis appellatione denominamus: cum la- men omnia nomina transcendat, et eorum quæ sunt essentiam exsuperet. Nulla porro unitas, aut Trinitas, aut nullus numerus aut unitas, aut fecunditas, nullum denique aliud ex iis quæ sunt, quod quidem cognitioni scientiæque pateat, arca- num illud nulla oratione nulloque intellectu ex- plicabile, retegere potest, quod in ea super Divi- nitate inest, quæ substantia sua nullam non sub- stantiam multis parasangis exsuperat. Ipsa vero neque ullo nomine, reque ulla ratione, aut ora- tione exprimi potest, sed in ipsis adytorum pene- tralibus, quasi de medio sublata delitescit. CAP. VII. Magni Basilii ex epistola ad Gregorium fratrem, quæ de essentiæ et hypostaseos differentia in- scribitur (5). Ubicunque in sancta Trinitate Patrem intelle- otu assequitur, una eadem opera et ipsum per se Patrem intelligit, et Filium cogitatione compre- hendit. Qui autem Filium tenet, Spiritum quoque complectitur, et consequenter quidem secundum ordinem, conjuncte vero secundum naturam, trium in seipso confusam et commistam fidem expressit. Spiritum item. solum qui dixit, hujusmodi confessione eum quoque, cujus et Spiritus est, nempe Christum, et eum ex quo pro- cedit, nempe Deum, ut Apostolus ait, complexus est. Quemadmodum autem in cætena, qui annulum unum attingit, simul etiam alterum extremum attrabit, ita quicunque Spiritum trahit, ut auctor est propheta, is vero per istum Filii quoque et Patris compos factus est. Quod si quis apprehen- dat, ab utroque ejusdem latere, hoc quidem ejus- dem Patrem, illo vero proprium ejusdem Spiritum eadem hac inductione sibi conciliaverit. Nec enim fieri poterit, ut is a Patre separetur, qui semper in Patre manet, aut a proprio unquam Spiritu disjungatur, qui omnia in ipso agit. Proinde nulla prorsus sectio aut divisio excogitari potest, qua vel Pater sine Filio, vel Filius sine Spiritu intel- ligatur. Imo vero ea in iis conjunctio et divisio 36 (4) Vide Patrologiæ Græca tom. III, col. 674. (5) Vide tom. XXXII, col. 331.
γενόμενος γὰρ κατὰ τὸ Ἀτραμύττιον συλλαμβάνεται παρά τινος Κεφαλᾶ, ἀνδρὸς μέγα δυναμένου τότε παρὰ τῇ χώρᾳ καὶ πρωτιστεύοντος πιστοῦ τε τῷ τυραννοῦντι, ὡς ἔδειξε, καὶ παρακατατίθεται χερσὶν Ἀνδρονίκου σφάγιον εὐτρεπὲς καὶ ἱερεῖον ἀνακογχυλιαζόμενον πρὸς ἀναίρεσιν καὶ τὰς κόρας ἐκκόπτεται καὶ παραρριπτεῖται τῇ τοῦ Παντεπόπτου μονῇ τὴν τῶν κατ’ αὐτὸν πραγμάτων φορὰν ὡς ἀγνώμονα ὀδυρόμενος· τὸν μὲν γὰρ ὑπὲρ καλλίστης αἰτίας τὸν τῆς ἀποστασίας ἀναρρῖψαι κύβον, τὴν δὲ οὐδὲ τὸ βραχύτατον γοῦν προσσχοῦσαν οἷς μετ’ εὐβουλίας ἐπέβαλε προσδέσθαι μερίδι τῇ χείρονι. Οὕτω κρύψας ἔχει θεὸς οὐ μόνον τὸν ἄμοχθον καὶ ἀνόδυρτον βίοτον, ἀλλὰ καὶ τὸ προαισθέσθαι τὸ μέλλον κακὸν καὶ τὸ προελέσθαι τὸ ἀκίνδυνον ἐπιτήδευμα.
1129 THESAURI LIB. II. 1130 horrebat, ut qui Dei Filius esset, hominis quoque A unitatem supernaturalis ejus impartibilitatis, ra- B Filius evaderet; et quemadmodum vitam homini- bus largitus erat, ita nobis quoque non tantum vitam, sed bonam etiam vitam adventu suo lar-. giretur, salvis ambabus naturis: divina, inquam, quæ eadem prima est, et hominis captum tran- scendit; necnon humana, quam propter nos ad tempus speciali quadam proprietate assumpsit. Præsertim quia hominis culpa factum fuerat, ut homo salute excluderetur, cui consequendæ nihil Mosaica lex, nihil propheticæ prædictiones pro- desse potuerant, nihil denique angelorum quis- piam nobis hac in re proferre posse videretur : tametsi hoc Deo supra modum arrisisset, quod rebus hominum deploratis præsens remedium et ac recuperandam salutem efficacissimum afferret. Qui enim fieri potuisset, ut simplex homo, nec ullius divinitatis particeps, unam eamdemque in fidem gentes congregaret, illisque cæremoniis tinem imponeret, quibus lex obnoxios nos effi- ciebat? vel etiam eadem potestate uti potuisset, qua Christus utitur, his verbis: Lex quidem ait, Non mochaberis ego autem, Nemulierem quidem aspicies, ad concupiscendam eam 10, et que sequuntur, eo quidem sensu accipienda, ut ad legis perfectionem, non autem ad destructionem dicta et tradita in- telligantur. Sed ne malorum quidem spirituum vires infirmare potuisset angelus, præsertim cum Scriptura nos moneat, Michaelem archangelum cum diabolo quidem super Mosis corpore con- tendisse, eo tamen audaciæ nequaquam evasisse, ut illum tanquam blasphemum condemnaret, sed C his duntaxat verbis usum esse; Increpet te Do- minus. Quin et angeli in angelos insurgunt, quem- admodum vir ille desideriorum et prophetarum suis scriptis explicat. perspicacissimus Daniel Quocirca prout oportebat, ita etiam creata sunt omnia, creata vero et facta sunt ita ut et mundo salutifera, nec Deo indigna essent. Atque hæc bactenus, etiamsi citra omnem orationis ornatum dicta sint. Jam quædam scriptis mandanda super- sunt, ex quibus sanctissimi Patres et theologi nos docuerunt, quidnam de supersubstantiali Trinitate sentiendum sit. CAP. VI. B. Dionysii Areopagitæ, ex cap. 2, De unila et distincta theologia, de Patre, et Filio et Spiritu sancto (4). Patrem quidem fontem divinitalis esse, Filium autem et Spiritum Deigenæ divinitatis germina, ut ita dicam, divinitus pullulantia et quasi flores, supersubstantialiaque lumina, sacris ex oraculis accepimus; at quonam id tandem pacto fiat, nec oratione quisquam, nec intellectu consequi potest. Ilem, proinde in omni fere theologica disputatione summæ Divinitatis sacras laudes intuemur,partim quidem, quia unitas sit propter simplicitatem et Matth. v 28, 29. PATROL. GR. CXXXIX. D tione cujus tanquam unificæ potentiæ, unimur, dividuisque nostri diversitatibus, supra mundi hujus conditionem, complicatis, in Deiformem monadem, eamque unitatem colligimur, quæ di- vinam illam imitetur: partim vero, quia Trinitas sit, trium illarum personarum ratione, quæ ex fecunditate supersubstantiali elucescunt, ex qua coelestis omnis familia et est et denominatur. Item, Divinitas illa, quæ rerum omnium præses, et uni- tas et Trinitas celebri nomine dicitur, non ea est unitas et Trinitas, quæ vel nobis, vel alii cuiquam eorum quæ sunt innotescat, sed ut ipsius unita- tem unitate omni superiorem, Deigenamque fe- cunditatem vere laudemus, illam trina ot una Divinitatis appellatione denominamus: cum la- men omnia nomina transcendat, et eorum quæ sunt essentiam exsuperet. Nulla porro unitas, aut Trinitas, aut nullus numerus aut unitas, aut fecunditas, nullum denique aliud ex iis quæ sunt, quod quidem cognitioni scientiæque pateat, arca- num illud nulla oratione nulloque intellectu ex- plicabile, retegere potest, quod in ea super Divi- nitate inest, quæ substantia sua nullam non sub- stantiam multis parasangis exsuperat. Ipsa vero neque ullo nomine, reque ulla ratione, aut ora- tione exprimi potest, sed in ipsis adytorum pene- tralibus, quasi de medio sublata delitescit. CAP. VII. Magni Basilii ex epistola ad Gregorium fratrem, quæ de essentiæ et hypostaseos differentia in- scribitur (5). Ubicunque in sancta Trinitate Patrem intelle- otu assequitur, una eadem opera et ipsum per se Patrem intelligit, et Filium cogitatione compre- hendit. Qui autem Filium tenet, Spiritum quoque complectitur, et consequenter quidem secundum ordinem, conjuncte vero secundum naturam, trium in seipso confusam et commistam fidem expressit. Spiritum item. solum qui dixit, hujusmodi confessione eum quoque, cujus et Spiritus est, nempe Christum, et eum ex quo pro- cedit, nempe Deum, ut Apostolus ait, complexus est. Quemadmodum autem in cætena, qui annulum unum attingit, simul etiam alterum extremum attrabit, ita quicunque Spiritum trahit, ut auctor est propheta, is vero per istum Filii quoque et Patris compos factus est. Quod si quis apprehen- dat, ab utroque ejusdem latere, hoc quidem ejus- dem Patrem, illo vero proprium ejusdem Spiritum eadem hac inductione sibi conciliaverit. Nec enim fieri poterit, ut is a Patre separetur, qui semper in Patre manet, aut a proprio unquam Spiritu disjungatur, qui omnia in ipso agit. Proinde nulla prorsus sectio aut divisio excogitari potest, qua vel Pater sine Filio, vel Filius sine Spiritu intel- ligatur. Imo vero ea in iis conjunctio et divisio 36 (4) Vide Patrologiæ Græca tom. III, col. 674. (5) Vide tom. XXXII, col. 331.
καὶ οὗτος γὰρ ὁ ἀνὴρ ἐν πολλοῖς ὀφθεὶς στρατηγικώτατος αἰσχρὸν δουλεύειν οἰηθεὶς Ἀνδρονίκῳ μετὰ τὸν τοῦ βασιλέως Ἀλεξίου μόρον καὶ τὸν ἐκ τοῦ τυράννου προφθάνων θάνατον καὶ πρὸς φόνον ἑτοιμοτάτης ἀποξενῶν ἑαυτὸν φύσεως ἔλαθεν ὑπ’ ἐκείνου καταλαμβανόμενος, ὃν ἔφευγεν, ἢ χερσὶν ἐμπίπτων, ἃς ἀπεδίδρασκεν, ἢ τὸν ἐξόπισθεν καταλήψεσθαι προσδοκώμενον ὡς ἐπιδιώκοντα κατὰ στόμα προσυπαντῶντα εὑρίσκων καὶ ἐνώπιον συμπλεκόμενον καὶ συνέχοντα. Καὶ ὁ μὲν μετ’ οὐ πολύν τινα χρόνον τοῦ βίου θανάτῳ ἀπάγεται· ὁ δ’ Ἀνδρόνικος οὕτω τῇ ἀποστασίᾳ τοῦ ἀνδρὸς τούτου κατεπτοήθη, ὡς παρ’ ὅλην τὴν ἐκείνου φυγὴν τὴν οἰκείαν ὡς ἤδη ἐφεστῶσαν φαντάζεσθαι καταστροφήν· ἐδεδίει γὰρ ὡς περὶ τὰς μάχας ὀξύρροπον καὶ λήματος ἀνδρείου μέτοχον. ἀμέλει καὶ μὴ προχωροῦσαν ὁρῶν τὴν δι’ ἐπιδιώξεως ἢ μεθ’ ὅπλων τούτου καταπολέμησιν πρὸς τὴν διὰ γραμμάτων μεθαρμόζεται πανουργίαν καὶ τὸν τρόπον καινὸν ὁ σοφιστὴς ἀνεπλάσατο. βασιλικὰ γὰρ ξυνθέμενος γράμματα ἐκπέμπει ταῦτα πρὸς τοὺς τῶν ἑῴων ἐπαρχιῶν πρωτεύοντας·
1129 THESAURI LIB. II. 1130 horrebat, ut qui Dei Filius esset, hominis quoque A unitatem supernaturalis ejus impartibilitatis, ra- B Filius evaderet; et quemadmodum vitam homini- bus largitus erat, ita nobis quoque non tantum vitam, sed bonam etiam vitam adventu suo lar-. giretur, salvis ambabus naturis: divina, inquam, quæ eadem prima est, et hominis captum tran- scendit; necnon humana, quam propter nos ad tempus speciali quadam proprietate assumpsit. Præsertim quia hominis culpa factum fuerat, ut homo salute excluderetur, cui consequendæ nihil Mosaica lex, nihil propheticæ prædictiones pro- desse potuerant, nihil denique angelorum quis- piam nobis hac in re proferre posse videretur : tametsi hoc Deo supra modum arrisisset, quod rebus hominum deploratis præsens remedium et ac recuperandam salutem efficacissimum afferret. Qui enim fieri potuisset, ut simplex homo, nec ullius divinitatis particeps, unam eamdemque in fidem gentes congregaret, illisque cæremoniis tinem imponeret, quibus lex obnoxios nos effi- ciebat? vel etiam eadem potestate uti potuisset, qua Christus utitur, his verbis: Lex quidem ait, Non mochaberis ego autem, Nemulierem quidem aspicies, ad concupiscendam eam 10, et que sequuntur, eo quidem sensu accipienda, ut ad legis perfectionem, non autem ad destructionem dicta et tradita in- telligantur. Sed ne malorum quidem spirituum vires infirmare potuisset angelus, præsertim cum Scriptura nos moneat, Michaelem archangelum cum diabolo quidem super Mosis corpore con- tendisse, eo tamen audaciæ nequaquam evasisse, ut illum tanquam blasphemum condemnaret, sed C his duntaxat verbis usum esse; Increpet te Do- minus. Quin et angeli in angelos insurgunt, quem- admodum vir ille desideriorum et prophetarum suis scriptis explicat. perspicacissimus Daniel Quocirca prout oportebat, ita etiam creata sunt omnia, creata vero et facta sunt ita ut et mundo salutifera, nec Deo indigna essent. Atque hæc bactenus, etiamsi citra omnem orationis ornatum dicta sint. Jam quædam scriptis mandanda super- sunt, ex quibus sanctissimi Patres et theologi nos docuerunt, quidnam de supersubstantiali Trinitate sentiendum sit. CAP. VI. B. Dionysii Areopagitæ, ex cap. 2, De unila et distincta theologia, de Patre, et Filio et Spiritu sancto (4). Patrem quidem fontem divinitalis esse, Filium autem et Spiritum Deigenæ divinitatis germina, ut ita dicam, divinitus pullulantia et quasi flores, supersubstantialiaque lumina, sacris ex oraculis accepimus; at quonam id tandem pacto fiat, nec oratione quisquam, nec intellectu consequi potest. Ilem, proinde in omni fere theologica disputatione summæ Divinitatis sacras laudes intuemur,partim quidem, quia unitas sit propter simplicitatem et Matth. v 28, 29. PATROL. GR. CXXXIX. D tione cujus tanquam unificæ potentiæ, unimur, dividuisque nostri diversitatibus, supra mundi hujus conditionem, complicatis, in Deiformem monadem, eamque unitatem colligimur, quæ di- vinam illam imitetur: partim vero, quia Trinitas sit, trium illarum personarum ratione, quæ ex fecunditate supersubstantiali elucescunt, ex qua coelestis omnis familia et est et denominatur. Item, Divinitas illa, quæ rerum omnium præses, et uni- tas et Trinitas celebri nomine dicitur, non ea est unitas et Trinitas, quæ vel nobis, vel alii cuiquam eorum quæ sunt innotescat, sed ut ipsius unita- tem unitate omni superiorem, Deigenamque fe- cunditatem vere laudemus, illam trina ot una Divinitatis appellatione denominamus: cum la- men omnia nomina transcendat, et eorum quæ sunt essentiam exsuperet. Nulla porro unitas, aut Trinitas, aut nullus numerus aut unitas, aut fecunditas, nullum denique aliud ex iis quæ sunt, quod quidem cognitioni scientiæque pateat, arca- num illud nulla oratione nulloque intellectu ex- plicabile, retegere potest, quod in ea super Divi- nitate inest, quæ substantia sua nullam non sub- stantiam multis parasangis exsuperat. Ipsa vero neque ullo nomine, reque ulla ratione, aut ora- tione exprimi potest, sed in ipsis adytorum pene- tralibus, quasi de medio sublata delitescit. CAP. VII. Magni Basilii ex epistola ad Gregorium fratrem, quæ de essentiæ et hypostaseos differentia in- scribitur (5). Ubicunque in sancta Trinitate Patrem intelle- otu assequitur, una eadem opera et ipsum per se Patrem intelligit, et Filium cogitatione compre- hendit. Qui autem Filium tenet, Spiritum quoque complectitur, et consequenter quidem secundum ordinem, conjuncte vero secundum naturam, trium in seipso confusam et commistam fidem expressit. Spiritum item. solum qui dixit, hujusmodi confessione eum quoque, cujus et Spiritus est, nempe Christum, et eum ex quo pro- cedit, nempe Deum, ut Apostolus ait, complexus est. Quemadmodum autem in cætena, qui annulum unum attingit, simul etiam alterum extremum attrabit, ita quicunque Spiritum trahit, ut auctor est propheta, is vero per istum Filii quoque et Patris compos factus est. Quod si quis apprehen- dat, ab utroque ejusdem latere, hoc quidem ejus- dem Patrem, illo vero proprium ejusdem Spiritum eadem hac inductione sibi conciliaverit. Nec enim fieri poterit, ut is a Patre separetur, qui semper in Patre manet, aut a proprio unquam Spiritu disjungatur, qui omnia in ipso agit. Proinde nulla prorsus sectio aut divisio excogitari potest, qua vel Pater sine Filio, vel Filius sine Spiritu intel- ligatur. Imo vero ea in iis conjunctio et divisio 36 (4) Vide Patrologiæ Græca tom. III, col. 674. (5) Vide tom. XXXII, col. 331.
ἐλάλουν δὲ πονηρίαν ἀληθῶς τὰ γραφόμενα, καὶ διετείνοντο, ὁμιλοῦντα ἔχοντα τὸν Ἀνδρόνικον, παρ’ αὐτοῦ σταλῆναι κατὰ τὴν Ἀσίαν τὸν Λαπαρδᾶν καὶ πᾶν, ὅπερ ἂν διαπράξηται κατ’ οἰκονομίας ἄγνωστον τοῖς πολλοῖς τρόπον, ὑπὲρ τῆς αὐτοῦ βασιλείας μέλλειν τοῦτο πραχθήσεσθαι, καὶ ἐνῆγε πάντας εἰς τὴν τούτου ἀνενδοίαστον παραδοχήν. ἦν δὲ ὁ σκοπὸς Ἀνδρονίκῳ, ἐντεῦθεν ἐγκόψαι τὴν ὁρμὴν τῶν πολλῶν ὑφορωμένων, ἐφ’ ὅτῳ δὴ αὐτὸς μὲν ὁ Λαπαρδᾶς κατ’ Ἀνδρονίκου ἐξῆρκε τὸ φρόνημα καὶ ὡς ἀντίφρων τὰς τῶν ἀνδρῶν στίχας ἐπιπορεύεται, ὁ δ’ Ἀνδρόνικος τῷ ἀποστάτῃ τὴν πίστιν ἐπιμαρτύρεται καὶ ὡς παρ’ αὐτοῦ πεμφθέντα τὸν πεφευγότα δέξασθαι διορίζεται. καὶ τί μὲν ἂν τὰ καινοφανῆ ταῦτα ἔδρασάν τε καὶ ἴσχυσαν γράμματα, ἡ ὀξεῖα τοῦ ἀνδρὸς κατάσχεσις οὐ παρῆκε διαγνωσθῆναι. Τότε δὲ καὶ τὴν πτοίαν ταύτην παρὰ δόξαν Ἀνδρόνικος ἀποκρουσάμενος ἰάνθη τὸ ψυχίδιον ὡσεί τε περὶ σταχύεσσιν ἐέρση·
1129 THESAURI LIB. II. 1130 horrebat, ut qui Dei Filius esset, hominis quoque A unitatem supernaturalis ejus impartibilitatis, ra- B Filius evaderet; et quemadmodum vitam homini- bus largitus erat, ita nobis quoque non tantum vitam, sed bonam etiam vitam adventu suo lar-. giretur, salvis ambabus naturis: divina, inquam, quæ eadem prima est, et hominis captum tran- scendit; necnon humana, quam propter nos ad tempus speciali quadam proprietate assumpsit. Præsertim quia hominis culpa factum fuerat, ut homo salute excluderetur, cui consequendæ nihil Mosaica lex, nihil propheticæ prædictiones pro- desse potuerant, nihil denique angelorum quis- piam nobis hac in re proferre posse videretur : tametsi hoc Deo supra modum arrisisset, quod rebus hominum deploratis præsens remedium et ac recuperandam salutem efficacissimum afferret. Qui enim fieri potuisset, ut simplex homo, nec ullius divinitatis particeps, unam eamdemque in fidem gentes congregaret, illisque cæremoniis tinem imponeret, quibus lex obnoxios nos effi- ciebat? vel etiam eadem potestate uti potuisset, qua Christus utitur, his verbis: Lex quidem ait, Non mochaberis ego autem, Nemulierem quidem aspicies, ad concupiscendam eam 10, et que sequuntur, eo quidem sensu accipienda, ut ad legis perfectionem, non autem ad destructionem dicta et tradita in- telligantur. Sed ne malorum quidem spirituum vires infirmare potuisset angelus, præsertim cum Scriptura nos moneat, Michaelem archangelum cum diabolo quidem super Mosis corpore con- tendisse, eo tamen audaciæ nequaquam evasisse, ut illum tanquam blasphemum condemnaret, sed C his duntaxat verbis usum esse; Increpet te Do- minus. Quin et angeli in angelos insurgunt, quem- admodum vir ille desideriorum et prophetarum suis scriptis explicat. perspicacissimus Daniel Quocirca prout oportebat, ita etiam creata sunt omnia, creata vero et facta sunt ita ut et mundo salutifera, nec Deo indigna essent. Atque hæc bactenus, etiamsi citra omnem orationis ornatum dicta sint. Jam quædam scriptis mandanda super- sunt, ex quibus sanctissimi Patres et theologi nos docuerunt, quidnam de supersubstantiali Trinitate sentiendum sit. CAP. VI. B. Dionysii Areopagitæ, ex cap. 2, De unila et distincta theologia, de Patre, et Filio et Spiritu sancto (4). Patrem quidem fontem divinitalis esse, Filium autem et Spiritum Deigenæ divinitatis germina, ut ita dicam, divinitus pullulantia et quasi flores, supersubstantialiaque lumina, sacris ex oraculis accepimus; at quonam id tandem pacto fiat, nec oratione quisquam, nec intellectu consequi potest. Ilem, proinde in omni fere theologica disputatione summæ Divinitatis sacras laudes intuemur,partim quidem, quia unitas sit propter simplicitatem et Matth. v 28, 29. PATROL. GR. CXXXIX. D tione cujus tanquam unificæ potentiæ, unimur, dividuisque nostri diversitatibus, supra mundi hujus conditionem, complicatis, in Deiformem monadem, eamque unitatem colligimur, quæ di- vinam illam imitetur: partim vero, quia Trinitas sit, trium illarum personarum ratione, quæ ex fecunditate supersubstantiali elucescunt, ex qua coelestis omnis familia et est et denominatur. Item, Divinitas illa, quæ rerum omnium præses, et uni- tas et Trinitas celebri nomine dicitur, non ea est unitas et Trinitas, quæ vel nobis, vel alii cuiquam eorum quæ sunt innotescat, sed ut ipsius unita- tem unitate omni superiorem, Deigenamque fe- cunditatem vere laudemus, illam trina ot una Divinitatis appellatione denominamus: cum la- men omnia nomina transcendat, et eorum quæ sunt essentiam exsuperet. Nulla porro unitas, aut Trinitas, aut nullus numerus aut unitas, aut fecunditas, nullum denique aliud ex iis quæ sunt, quod quidem cognitioni scientiæque pateat, arca- num illud nulla oratione nulloque intellectu ex- plicabile, retegere potest, quod in ea super Divi- nitate inest, quæ substantia sua nullam non sub- stantiam multis parasangis exsuperat. Ipsa vero neque ullo nomine, reque ulla ratione, aut ora- tione exprimi potest, sed in ipsis adytorum pene- tralibus, quasi de medio sublata delitescit. CAP. VII. Magni Basilii ex epistola ad Gregorium fratrem, quæ de essentiæ et hypostaseos differentia in- scribitur (5). Ubicunque in sancta Trinitate Patrem intelle- otu assequitur, una eadem opera et ipsum per se Patrem intelligit, et Filium cogitatione compre- hendit. Qui autem Filium tenet, Spiritum quoque complectitur, et consequenter quidem secundum ordinem, conjuncte vero secundum naturam, trium in seipso confusam et commistam fidem expressit. Spiritum item. solum qui dixit, hujusmodi confessione eum quoque, cujus et Spiritus est, nempe Christum, et eum ex quo pro- cedit, nempe Deum, ut Apostolus ait, complexus est. Quemadmodum autem in cætena, qui annulum unum attingit, simul etiam alterum extremum attrabit, ita quicunque Spiritum trahit, ut auctor est propheta, is vero per istum Filii quoque et Patris compos factus est. Quod si quis apprehen- dat, ab utroque ejusdem latere, hoc quidem ejus- dem Patrem, illo vero proprium ejusdem Spiritum eadem hac inductione sibi conciliaverit. Nec enim fieri poterit, ut is a Patre separetur, qui semper in Patre manet, aut a proprio unquam Spiritu disjungatur, qui omnia in ipso agit. Proinde nulla prorsus sectio aut divisio excogitari potest, qua vel Pater sine Filio, vel Filius sine Spiritu intel- ligatur. Imo vero ea in iis conjunctio et divisio 36 (4) Vide Patrologiæ Græca tom. III, col. 674. (5) Vide tom. XXXII, col. 331.
καὶ τῆς πόλεως ἔξεισι καὶ ὁμαλαῖς κινήσεσι καὶ σταθμοῖς βραχέσι καταλαμβάνει τὰ Κύψελλα καὶ τοῖς ἐκεῖσε κυνηγεσίοις ἐνευφρανθεὶς κατὰ τὴν πατρῴαν ἀφικνεῖται μονὴν τὴν ἐν τῇ Βήρᾳ διακειμένην καὶ τῷ τοῦ φύσαντος ἐφίσταται μνήματι μετὰ δορυφορίας καὶ δόξης βασιλικῆς, ἧς κἀκεῖνος πάλαι ποτὲ ἐρῶν οὐκ ἐφίκετο, ἐπεὶ καὶ τὸ βασιλειᾶν πατρόθεν Ἀνδρόνικος ὡς κλῆρον καταβὰν διεδέξατο. καὶ κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας σχάσας τὸ κολάζειν ἐπὶ βραχύ, ὡς Ἁλκυονίδας πρὸς πολλῶν ὀνομάζεσθαι, μετὰ μικρὸν ἐπάνεισιν εἰς τὰ βασίλεια, τῶν γενεθλίων ἐπιστάντων Χριστοῦ. Καὶ ἁμίλλαις ἵππων καὶ θεωρείοις προσσχών, ἔαρος ὑποφαίνοντος τὸ στρατιωτικὸν ἅπαν συνήθροισεν, ὅσον τε ἑσπέριον καὶ τοῦ ἑῴου ὁπόσον οὐκ ἀφηνίασε· καὶ αὐτὸς μὲν τὴν εὐθὺ τῆς πόλεως Νικαίας ἵεται, τὸν δὲ Βρανᾶν Ἀλέξιον ἐκ τῶν κατὰ Βρανίτζοβαν ἐπανεληλυθότα μερῶν ἐκπέμπει μετὰ στρατιᾶς ἱκανῆς τοῖς περὶ τὸ Λοπάδιον ἀντιταξόμενον· ἤδη γὰρ καὶ οὗτοι τοῖς ὁμόροις Νικαεῦσί τε καὶ Προυσαεῦσιν ἐς τὸ αὐτὸ ἥκοντες ἀπέστησαν φρόνημα.
1129 THESAURI LIB. II. 1130 horrebat, ut qui Dei Filius esset, hominis quoque A unitatem supernaturalis ejus impartibilitatis, ra- B Filius evaderet; et quemadmodum vitam homini- bus largitus erat, ita nobis quoque non tantum vitam, sed bonam etiam vitam adventu suo lar-. giretur, salvis ambabus naturis: divina, inquam, quæ eadem prima est, et hominis captum tran- scendit; necnon humana, quam propter nos ad tempus speciali quadam proprietate assumpsit. Præsertim quia hominis culpa factum fuerat, ut homo salute excluderetur, cui consequendæ nihil Mosaica lex, nihil propheticæ prædictiones pro- desse potuerant, nihil denique angelorum quis- piam nobis hac in re proferre posse videretur : tametsi hoc Deo supra modum arrisisset, quod rebus hominum deploratis præsens remedium et ac recuperandam salutem efficacissimum afferret. Qui enim fieri potuisset, ut simplex homo, nec ullius divinitatis particeps, unam eamdemque in fidem gentes congregaret, illisque cæremoniis tinem imponeret, quibus lex obnoxios nos effi- ciebat? vel etiam eadem potestate uti potuisset, qua Christus utitur, his verbis: Lex quidem ait, Non mochaberis ego autem, Nemulierem quidem aspicies, ad concupiscendam eam 10, et que sequuntur, eo quidem sensu accipienda, ut ad legis perfectionem, non autem ad destructionem dicta et tradita in- telligantur. Sed ne malorum quidem spirituum vires infirmare potuisset angelus, præsertim cum Scriptura nos moneat, Michaelem archangelum cum diabolo quidem super Mosis corpore con- tendisse, eo tamen audaciæ nequaquam evasisse, ut illum tanquam blasphemum condemnaret, sed C his duntaxat verbis usum esse; Increpet te Do- minus. Quin et angeli in angelos insurgunt, quem- admodum vir ille desideriorum et prophetarum suis scriptis explicat. perspicacissimus Daniel Quocirca prout oportebat, ita etiam creata sunt omnia, creata vero et facta sunt ita ut et mundo salutifera, nec Deo indigna essent. Atque hæc bactenus, etiamsi citra omnem orationis ornatum dicta sint. Jam quædam scriptis mandanda super- sunt, ex quibus sanctissimi Patres et theologi nos docuerunt, quidnam de supersubstantiali Trinitate sentiendum sit. CAP. VI. B. Dionysii Areopagitæ, ex cap. 2, De unila et distincta theologia, de Patre, et Filio et Spiritu sancto (4). Patrem quidem fontem divinitalis esse, Filium autem et Spiritum Deigenæ divinitatis germina, ut ita dicam, divinitus pullulantia et quasi flores, supersubstantialiaque lumina, sacris ex oraculis accepimus; at quonam id tandem pacto fiat, nec oratione quisquam, nec intellectu consequi potest. Ilem, proinde in omni fere theologica disputatione summæ Divinitatis sacras laudes intuemur,partim quidem, quia unitas sit propter simplicitatem et Matth. v 28, 29. PATROL. GR. CXXXIX. D tione cujus tanquam unificæ potentiæ, unimur, dividuisque nostri diversitatibus, supra mundi hujus conditionem, complicatis, in Deiformem monadem, eamque unitatem colligimur, quæ di- vinam illam imitetur: partim vero, quia Trinitas sit, trium illarum personarum ratione, quæ ex fecunditate supersubstantiali elucescunt, ex qua coelestis omnis familia et est et denominatur. Item, Divinitas illa, quæ rerum omnium præses, et uni- tas et Trinitas celebri nomine dicitur, non ea est unitas et Trinitas, quæ vel nobis, vel alii cuiquam eorum quæ sunt innotescat, sed ut ipsius unita- tem unitate omni superiorem, Deigenamque fe- cunditatem vere laudemus, illam trina ot una Divinitatis appellatione denominamus: cum la- men omnia nomina transcendat, et eorum quæ sunt essentiam exsuperet. Nulla porro unitas, aut Trinitas, aut nullus numerus aut unitas, aut fecunditas, nullum denique aliud ex iis quæ sunt, quod quidem cognitioni scientiæque pateat, arca- num illud nulla oratione nulloque intellectu ex- plicabile, retegere potest, quod in ea super Divi- nitate inest, quæ substantia sua nullam non sub- stantiam multis parasangis exsuperat. Ipsa vero neque ullo nomine, reque ulla ratione, aut ora- tione exprimi potest, sed in ipsis adytorum pene- tralibus, quasi de medio sublata delitescit. CAP. VII. Magni Basilii ex epistola ad Gregorium fratrem, quæ de essentiæ et hypostaseos differentia in- scribitur (5). Ubicunque in sancta Trinitate Patrem intelle- otu assequitur, una eadem opera et ipsum per se Patrem intelligit, et Filium cogitatione compre- hendit. Qui autem Filium tenet, Spiritum quoque complectitur, et consequenter quidem secundum ordinem, conjuncte vero secundum naturam, trium in seipso confusam et commistam fidem expressit. Spiritum item. solum qui dixit, hujusmodi confessione eum quoque, cujus et Spiritus est, nempe Christum, et eum ex quo pro- cedit, nempe Deum, ut Apostolus ait, complexus est. Quemadmodum autem in cætena, qui annulum unum attingit, simul etiam alterum extremum attrabit, ita quicunque Spiritum trahit, ut auctor est propheta, is vero per istum Filii quoque et Patris compos factus est. Quod si quis apprehen- dat, ab utroque ejusdem latere, hoc quidem ejus- dem Patrem, illo vero proprium ejusdem Spiritum eadem hac inductione sibi conciliaverit. Nec enim fieri poterit, ut is a Patre separetur, qui semper in Patre manet, aut a proprio unquam Spiritu disjungatur, qui omnia in ipso agit. Proinde nulla prorsus sectio aut divisio excogitari potest, qua vel Pater sine Filio, vel Filius sine Spiritu intel- ligatur. Imo vero ea in iis conjunctio et divisio 36 (4) Vide Patrologiæ Græca tom. III, col. 674. (5) Vide tom. XXXII, col. 331.
καὶ ὡς εὐρόησεν αὐτῷ ἡ στρατήγησις καὶ τέλος τῷ πολέμῳ ἐπέθηκε δεξιώτατον, ἄρας ἐκεῖθεν πρὸς τὴν Νίκαιαν παραγίνεται καὶ συμμίγνυσιν Ἀνδρονίκῳ, καὶ περὶ ἓν στρατόπεδον ἀμφοτέρων συνδραμόντων τῶν στρατευμάτων, ἔγνω προσβαλεῖν τῇ πόλει Ἀνδρόνικος. οἱ γὰρ ἔνδον οὐκ ἀπόντος μόνον Ἀνδρονίκου ἐφρονηματίζοντο, ἀλλὰ καὶ παρόντα ἐξουθένουν καὶ ὅπλοις ἠμύνοντο τῶν τειχῶν προεκφαινόμενοι καὶ λόγοις ἀσχήμοσιν ἔπληττον μηδενὸς φειδόμενοι καὶ βλήματος καὶ ῥήματος. καὶ ἦσαν αἱ μὲν πύλαι τῆς πόλεως μεμυκυῖαι καὶ ὀχεῦσιν ἀραρότως ἐνηρμοσμέναι, αἱ δὲ γλῶσσαι, ὅσα καὶ πυλῶν τῶν χειλέων διαιρομένων καὶ ὡς ἐκ θωρακίων τῶν ὀδόντων ἐκπίπτουσαι, βολίδας αἰσχρορρημοσύνης ἠκόντιζον ἐς Ἀνδρόνικον. ὁ δὲ τοιούτῳ βλήματι καιρίως πληττόμενος πῦρ ἀπέπνει θυμοῦ ἐκπυρηνίζων ἆσθμα Τυφώνειον, οἷα μηδὲ στέγειν ἔχων τὸν ἔνδον τάραχον, ἐπεὶ καὶ πόλις ἡ Νίκαια αὐχεῖ μὲν καὶ τὸ ἐκ κραταιῶν τειχῶν ἀνάλωτον ἢ δυσάλωτον γοῦν ἐκ πλίνθου ᾠκοδομημένη πᾶσα ὀπτῆς·
1129 THESAURI LIB. II. 1130 horrebat, ut qui Dei Filius esset, hominis quoque A unitatem supernaturalis ejus impartibilitatis, ra- B Filius evaderet; et quemadmodum vitam homini- bus largitus erat, ita nobis quoque non tantum vitam, sed bonam etiam vitam adventu suo lar-. giretur, salvis ambabus naturis: divina, inquam, quæ eadem prima est, et hominis captum tran- scendit; necnon humana, quam propter nos ad tempus speciali quadam proprietate assumpsit. Præsertim quia hominis culpa factum fuerat, ut homo salute excluderetur, cui consequendæ nihil Mosaica lex, nihil propheticæ prædictiones pro- desse potuerant, nihil denique angelorum quis- piam nobis hac in re proferre posse videretur : tametsi hoc Deo supra modum arrisisset, quod rebus hominum deploratis præsens remedium et ac recuperandam salutem efficacissimum afferret. Qui enim fieri potuisset, ut simplex homo, nec ullius divinitatis particeps, unam eamdemque in fidem gentes congregaret, illisque cæremoniis tinem imponeret, quibus lex obnoxios nos effi- ciebat? vel etiam eadem potestate uti potuisset, qua Christus utitur, his verbis: Lex quidem ait, Non mochaberis ego autem, Nemulierem quidem aspicies, ad concupiscendam eam 10, et que sequuntur, eo quidem sensu accipienda, ut ad legis perfectionem, non autem ad destructionem dicta et tradita in- telligantur. Sed ne malorum quidem spirituum vires infirmare potuisset angelus, præsertim cum Scriptura nos moneat, Michaelem archangelum cum diabolo quidem super Mosis corpore con- tendisse, eo tamen audaciæ nequaquam evasisse, ut illum tanquam blasphemum condemnaret, sed C his duntaxat verbis usum esse; Increpet te Do- minus. Quin et angeli in angelos insurgunt, quem- admodum vir ille desideriorum et prophetarum suis scriptis explicat. perspicacissimus Daniel Quocirca prout oportebat, ita etiam creata sunt omnia, creata vero et facta sunt ita ut et mundo salutifera, nec Deo indigna essent. Atque hæc bactenus, etiamsi citra omnem orationis ornatum dicta sint. Jam quædam scriptis mandanda super- sunt, ex quibus sanctissimi Patres et theologi nos docuerunt, quidnam de supersubstantiali Trinitate sentiendum sit. CAP. VI. B. Dionysii Areopagitæ, ex cap. 2, De unila et distincta theologia, de Patre, et Filio et Spiritu sancto (4). Patrem quidem fontem divinitalis esse, Filium autem et Spiritum Deigenæ divinitatis germina, ut ita dicam, divinitus pullulantia et quasi flores, supersubstantialiaque lumina, sacris ex oraculis accepimus; at quonam id tandem pacto fiat, nec oratione quisquam, nec intellectu consequi potest. Ilem, proinde in omni fere theologica disputatione summæ Divinitatis sacras laudes intuemur,partim quidem, quia unitas sit propter simplicitatem et Matth. v 28, 29. PATROL. GR. CXXXIX. D tione cujus tanquam unificæ potentiæ, unimur, dividuisque nostri diversitatibus, supra mundi hujus conditionem, complicatis, in Deiformem monadem, eamque unitatem colligimur, quæ di- vinam illam imitetur: partim vero, quia Trinitas sit, trium illarum personarum ratione, quæ ex fecunditate supersubstantiali elucescunt, ex qua coelestis omnis familia et est et denominatur. Item, Divinitas illa, quæ rerum omnium præses, et uni- tas et Trinitas celebri nomine dicitur, non ea est unitas et Trinitas, quæ vel nobis, vel alii cuiquam eorum quæ sunt innotescat, sed ut ipsius unita- tem unitate omni superiorem, Deigenamque fe- cunditatem vere laudemus, illam trina ot una Divinitatis appellatione denominamus: cum la- men omnia nomina transcendat, et eorum quæ sunt essentiam exsuperet. Nulla porro unitas, aut Trinitas, aut nullus numerus aut unitas, aut fecunditas, nullum denique aliud ex iis quæ sunt, quod quidem cognitioni scientiæque pateat, arca- num illud nulla oratione nulloque intellectu ex- plicabile, retegere potest, quod in ea super Divi- nitate inest, quæ substantia sua nullam non sub- stantiam multis parasangis exsuperat. Ipsa vero neque ullo nomine, reque ulla ratione, aut ora- tione exprimi potest, sed in ipsis adytorum pene- tralibus, quasi de medio sublata delitescit. CAP. VII. Magni Basilii ex epistola ad Gregorium fratrem, quæ de essentiæ et hypostaseos differentia in- scribitur (5). Ubicunque in sancta Trinitate Patrem intelle- otu assequitur, una eadem opera et ipsum per se Patrem intelligit, et Filium cogitatione compre- hendit. Qui autem Filium tenet, Spiritum quoque complectitur, et consequenter quidem secundum ordinem, conjuncte vero secundum naturam, trium in seipso confusam et commistam fidem expressit. Spiritum item. solum qui dixit, hujusmodi confessione eum quoque, cujus et Spiritus est, nempe Christum, et eum ex quo pro- cedit, nempe Deum, ut Apostolus ait, complexus est. Quemadmodum autem in cætena, qui annulum unum attingit, simul etiam alterum extremum attrabit, ita quicunque Spiritum trahit, ut auctor est propheta, is vero per istum Filii quoque et Patris compos factus est. Quod si quis apprehen- dat, ab utroque ejusdem latere, hoc quidem ejus- dem Patrem, illo vero proprium ejusdem Spiritum eadem hac inductione sibi conciliaverit. Nec enim fieri poterit, ut is a Patre separetur, qui semper in Patre manet, aut a proprio unquam Spiritu disjungatur, qui omnia in ipso agit. Proinde nulla prorsus sectio aut divisio excogitari potest, qua vel Pater sine Filio, vel Filius sine Spiritu intel- ligatur. Imo vero ea in iis conjunctio et divisio 36 (4) Vide Patrologiæ Græca tom. III, col. 674. (5) Vide tom. XXXII, col. 331.
PG 139:633τότε δὲ καὶ στρατιωτῶν εἰς αὐτὴν εἰσρυέντων, ὁπόσοι ἀπεστύγουν Ἀνδρόνικον, καὶ τοῦ Ἀγγέλου δὲ Ἰσαακίου, ὃς μετ’ Ἀνδρόνικον Ῥωμαίων ἐκράτησε τῆς τυραννίδος παραλύσας Ἀνδρόνικον, καὶ τοῦ Καντακουζηνοῦ Θεοδώρου καὶ Περσῶν ἐκ προσκλήσεως εἰσδεδεγμένων ἔνδοθεν, οὐκ ἀγαθὰ τοῖς πορθοῦσι τὰ τοῦ πολιορκεῖν ἐφαντάζετο. Πλείστας οὖν ἡμέρας παριππεύσας Ἀνδρόνικος οὐδὲν ἤνυεν, ἀλλ’ ἄντικρυς ἐῴκει ὄρεσιν ἀποτόμοις προσφερόμενος ἢ πετρῶν ῥαχίαις συμπλεκόμενος παραβόλως καὶ πρὸς ἄρβυλα καὶ τείχη διαμιλλώμενος Σεμιράμεια ἢ βέλεμνα πέμπων πρὸς οὐρανόν. οἱ γὰρ ἔνδον ἐκθύμως ἐμάχοντο καὶ ὅπλοις μὲν τὰς δι’ ὅπλων ἀπεκρούοντο προσβολάς, μηχανῶν δὲ κατασκευαῖς ἀπηχρείουν τέλεον τὰ τῶν πετρῶν ἀφετήρια, ἅπερ ὁ βαθύνους Ἀνδρόνικος ἐτεκταίνετο τειχομάχια ἱστῶν βελοστάσιά τε καὶ ὀρυκτῆρας ἐπιτεχνώμενος καὶ εἴ τι ἕτερον διαλύειν ἔχει περίβολον πόλεως ἐργαζόμενος καὶ φιλοτιμούμενος πρὸς τοὺς παρόντας ὡς πολὺ τὸ κατὰ τὰς πόλεων ἁλώσεις ἐνδέξιον ηὔχησεν.
1129 THESAURI LIB. II. 1130 horrebat, ut qui Dei Filius esset, hominis quoque A unitatem supernaturalis ejus impartibilitatis, ra- B Filius evaderet; et quemadmodum vitam homini- bus largitus erat, ita nobis quoque non tantum vitam, sed bonam etiam vitam adventu suo lar-. giretur, salvis ambabus naturis: divina, inquam, quæ eadem prima est, et hominis captum tran- scendit; necnon humana, quam propter nos ad tempus speciali quadam proprietate assumpsit. Præsertim quia hominis culpa factum fuerat, ut homo salute excluderetur, cui consequendæ nihil Mosaica lex, nihil propheticæ prædictiones pro- desse potuerant, nihil denique angelorum quis- piam nobis hac in re proferre posse videretur : tametsi hoc Deo supra modum arrisisset, quod rebus hominum deploratis præsens remedium et ac recuperandam salutem efficacissimum afferret. Qui enim fieri potuisset, ut simplex homo, nec ullius divinitatis particeps, unam eamdemque in fidem gentes congregaret, illisque cæremoniis tinem imponeret, quibus lex obnoxios nos effi- ciebat? vel etiam eadem potestate uti potuisset, qua Christus utitur, his verbis: Lex quidem ait, Non mochaberis ego autem, Nemulierem quidem aspicies, ad concupiscendam eam 10, et que sequuntur, eo quidem sensu accipienda, ut ad legis perfectionem, non autem ad destructionem dicta et tradita in- telligantur. Sed ne malorum quidem spirituum vires infirmare potuisset angelus, præsertim cum Scriptura nos moneat, Michaelem archangelum cum diabolo quidem super Mosis corpore con- tendisse, eo tamen audaciæ nequaquam evasisse, ut illum tanquam blasphemum condemnaret, sed C his duntaxat verbis usum esse; Increpet te Do- minus. Quin et angeli in angelos insurgunt, quem- admodum vir ille desideriorum et prophetarum suis scriptis explicat. perspicacissimus Daniel Quocirca prout oportebat, ita etiam creata sunt omnia, creata vero et facta sunt ita ut et mundo salutifera, nec Deo indigna essent. Atque hæc bactenus, etiamsi citra omnem orationis ornatum dicta sint. Jam quædam scriptis mandanda super- sunt, ex quibus sanctissimi Patres et theologi nos docuerunt, quidnam de supersubstantiali Trinitate sentiendum sit. CAP. VI. B. Dionysii Areopagitæ, ex cap. 2, De unila et distincta theologia, de Patre, et Filio et Spiritu sancto (4). Patrem quidem fontem divinitalis esse, Filium autem et Spiritum Deigenæ divinitatis germina, ut ita dicam, divinitus pullulantia et quasi flores, supersubstantialiaque lumina, sacris ex oraculis accepimus; at quonam id tandem pacto fiat, nec oratione quisquam, nec intellectu consequi potest. Ilem, proinde in omni fere theologica disputatione summæ Divinitatis sacras laudes intuemur,partim quidem, quia unitas sit propter simplicitatem et Matth. v 28, 29. PATROL. GR. CXXXIX. D tione cujus tanquam unificæ potentiæ, unimur, dividuisque nostri diversitatibus, supra mundi hujus conditionem, complicatis, in Deiformem monadem, eamque unitatem colligimur, quæ di- vinam illam imitetur: partim vero, quia Trinitas sit, trium illarum personarum ratione, quæ ex fecunditate supersubstantiali elucescunt, ex qua coelestis omnis familia et est et denominatur. Item, Divinitas illa, quæ rerum omnium præses, et uni- tas et Trinitas celebri nomine dicitur, non ea est unitas et Trinitas, quæ vel nobis, vel alii cuiquam eorum quæ sunt innotescat, sed ut ipsius unita- tem unitate omni superiorem, Deigenamque fe- cunditatem vere laudemus, illam trina ot una Divinitatis appellatione denominamus: cum la- men omnia nomina transcendat, et eorum quæ sunt essentiam exsuperet. Nulla porro unitas, aut Trinitas, aut nullus numerus aut unitas, aut fecunditas, nullum denique aliud ex iis quæ sunt, quod quidem cognitioni scientiæque pateat, arca- num illud nulla oratione nulloque intellectu ex- plicabile, retegere potest, quod in ea super Divi- nitate inest, quæ substantia sua nullam non sub- stantiam multis parasangis exsuperat. Ipsa vero neque ullo nomine, reque ulla ratione, aut ora- tione exprimi potest, sed in ipsis adytorum pene- tralibus, quasi de medio sublata delitescit. CAP. VII. Magni Basilii ex epistola ad Gregorium fratrem, quæ de essentiæ et hypostaseos differentia in- scribitur (5). Ubicunque in sancta Trinitate Patrem intelle- otu assequitur, una eadem opera et ipsum per se Patrem intelligit, et Filium cogitatione compre- hendit. Qui autem Filium tenet, Spiritum quoque complectitur, et consequenter quidem secundum ordinem, conjuncte vero secundum naturam, trium in seipso confusam et commistam fidem expressit. Spiritum item. solum qui dixit, hujusmodi confessione eum quoque, cujus et Spiritus est, nempe Christum, et eum ex quo pro- cedit, nempe Deum, ut Apostolus ait, complexus est. Quemadmodum autem in cætena, qui annulum unum attingit, simul etiam alterum extremum attrabit, ita quicunque Spiritum trahit, ut auctor est propheta, is vero per istum Filii quoque et Patris compos factus est. Quod si quis apprehen- dat, ab utroque ejusdem latere, hoc quidem ejus- dem Patrem, illo vero proprium ejusdem Spiritum eadem hac inductione sibi conciliaverit. Nec enim fieri poterit, ut is a Patre separetur, qui semper in Patre manet, aut a proprio unquam Spiritu disjungatur, qui omnia in ipso agit. Proinde nulla prorsus sectio aut divisio excogitari potest, qua vel Pater sine Filio, vel Filius sine Spiritu intel- ligatur. Imo vero ea in iis conjunctio et divisio 36 (4) Vide Patrologiæ Græca tom. III, col. 674. (5) Vide tom. XXXII, col. 331.
ὁ μὲν γὰρ ἐπήγνυε τὰς ἑλεπόλεις καὶ τὴν σφενδόνην περιειργάζετο τὸν λύγον τε καὶ τὸν στρόφαλον καὶ τὸν τειχεσιπλήτην κριὸν σιδήρῳ ἐφράγνυεν, οἱ δὲ τοτὲ μὲν ἀπὸ πυλίδων ἀδήλων ἐκθρώσκοντες τῆς πόλεως πυρὶ παρεδίδοσαν καὶ χερσὶ κατέσπων τὰ μηχανήματα, τοτὲ δὲ προσαγόμενα τείχεσι δι’ ἑτέρων ὁμοίων ὀργάνων ὡσεὶ καὶ ἀράχνης διέλυον νήματα, ὥστε καὶ Ἀνδρόνικος εἰς κενὸν σχάζοντα ὁρῶν τὰ ἑαυτοῦ διαβούλια ἐννοεῖ τι ἀπάνθρωπον καὶ ὀλίγοις τῶν πρότερον καταπραχθὲν πολιορκοῦσί τε καὶ πολιορκουμένοις ἔξωθεν. Τὴν γὰρ Ἰσαακίου τοῦ Ἀγγέλου μητέρα τὴν Εὐφροσύνην ἐκ Βυζαντίου ἀνακομίσας νῦν μὲν ὡς πρόβλημα προυτίθει τῶν ἑλεπόλεων, νῦν δὲ τῷ κριῷ ἐπαναβάλλων ὡς ἐν ὀχήματι προσῆγεν οὕτω τῷ τείχει τὰ μηχανήματα. τῷ τοι καὶ ἦν δακρύειν ἐν ταὐτῷ καὶ θαυμάζειν, δακρύειν μὲν διὰ τὸ τοῦ ὁράματος καινότροπον καὶ τὸ τοῦ θυμοῦ πάντα ῥᾷον ποιεῖν καὶ μηδεμίαν τῶν ξενακούστων καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀλλοτρίων ὑποστελλόμενον πρᾶξιν, ἐκπλήττεσθαι δέ, ὅπως οὐκ ἐτεθνήκει τῷ δέει τὸ γύναιον ἄνω τῶν μηχανημάτων καθήμενον καὶ τοῖς τείχεσι τῆς πόλεως προσαγόμενον·
1129 THESAURI LIB. II. 1130 horrebat, ut qui Dei Filius esset, hominis quoque A unitatem supernaturalis ejus impartibilitatis, ra- B Filius evaderet; et quemadmodum vitam homini- bus largitus erat, ita nobis quoque non tantum vitam, sed bonam etiam vitam adventu suo lar-. giretur, salvis ambabus naturis: divina, inquam, quæ eadem prima est, et hominis captum tran- scendit; necnon humana, quam propter nos ad tempus speciali quadam proprietate assumpsit. Præsertim quia hominis culpa factum fuerat, ut homo salute excluderetur, cui consequendæ nihil Mosaica lex, nihil propheticæ prædictiones pro- desse potuerant, nihil denique angelorum quis- piam nobis hac in re proferre posse videretur : tametsi hoc Deo supra modum arrisisset, quod rebus hominum deploratis præsens remedium et ac recuperandam salutem efficacissimum afferret. Qui enim fieri potuisset, ut simplex homo, nec ullius divinitatis particeps, unam eamdemque in fidem gentes congregaret, illisque cæremoniis tinem imponeret, quibus lex obnoxios nos effi- ciebat? vel etiam eadem potestate uti potuisset, qua Christus utitur, his verbis: Lex quidem ait, Non mochaberis ego autem, Nemulierem quidem aspicies, ad concupiscendam eam 10, et que sequuntur, eo quidem sensu accipienda, ut ad legis perfectionem, non autem ad destructionem dicta et tradita in- telligantur. Sed ne malorum quidem spirituum vires infirmare potuisset angelus, præsertim cum Scriptura nos moneat, Michaelem archangelum cum diabolo quidem super Mosis corpore con- tendisse, eo tamen audaciæ nequaquam evasisse, ut illum tanquam blasphemum condemnaret, sed C his duntaxat verbis usum esse; Increpet te Do- minus. Quin et angeli in angelos insurgunt, quem- admodum vir ille desideriorum et prophetarum suis scriptis explicat. perspicacissimus Daniel Quocirca prout oportebat, ita etiam creata sunt omnia, creata vero et facta sunt ita ut et mundo salutifera, nec Deo indigna essent. Atque hæc bactenus, etiamsi citra omnem orationis ornatum dicta sint. Jam quædam scriptis mandanda super- sunt, ex quibus sanctissimi Patres et theologi nos docuerunt, quidnam de supersubstantiali Trinitate sentiendum sit. CAP. VI. B. Dionysii Areopagitæ, ex cap. 2, De unila et distincta theologia, de Patre, et Filio et Spiritu sancto (4). Patrem quidem fontem divinitalis esse, Filium autem et Spiritum Deigenæ divinitatis germina, ut ita dicam, divinitus pullulantia et quasi flores, supersubstantialiaque lumina, sacris ex oraculis accepimus; at quonam id tandem pacto fiat, nec oratione quisquam, nec intellectu consequi potest. Ilem, proinde in omni fere theologica disputatione summæ Divinitatis sacras laudes intuemur,partim quidem, quia unitas sit propter simplicitatem et Matth. v 28, 29. PATROL. GR. CXXXIX. D tione cujus tanquam unificæ potentiæ, unimur, dividuisque nostri diversitatibus, supra mundi hujus conditionem, complicatis, in Deiformem monadem, eamque unitatem colligimur, quæ di- vinam illam imitetur: partim vero, quia Trinitas sit, trium illarum personarum ratione, quæ ex fecunditate supersubstantiali elucescunt, ex qua coelestis omnis familia et est et denominatur. Item, Divinitas illa, quæ rerum omnium præses, et uni- tas et Trinitas celebri nomine dicitur, non ea est unitas et Trinitas, quæ vel nobis, vel alii cuiquam eorum quæ sunt innotescat, sed ut ipsius unita- tem unitate omni superiorem, Deigenamque fe- cunditatem vere laudemus, illam trina ot una Divinitatis appellatione denominamus: cum la- men omnia nomina transcendat, et eorum quæ sunt essentiam exsuperet. Nulla porro unitas, aut Trinitas, aut nullus numerus aut unitas, aut fecunditas, nullum denique aliud ex iis quæ sunt, quod quidem cognitioni scientiæque pateat, arca- num illud nulla oratione nulloque intellectu ex- plicabile, retegere potest, quod in ea super Divi- nitate inest, quæ substantia sua nullam non sub- stantiam multis parasangis exsuperat. Ipsa vero neque ullo nomine, reque ulla ratione, aut ora- tione exprimi potest, sed in ipsis adytorum pene- tralibus, quasi de medio sublata delitescit. CAP. VII. Magni Basilii ex epistola ad Gregorium fratrem, quæ de essentiæ et hypostaseos differentia in- scribitur (5). Ubicunque in sancta Trinitate Patrem intelle- otu assequitur, una eadem opera et ipsum per se Patrem intelligit, et Filium cogitatione compre- hendit. Qui autem Filium tenet, Spiritum quoque complectitur, et consequenter quidem secundum ordinem, conjuncte vero secundum naturam, trium in seipso confusam et commistam fidem expressit. Spiritum item. solum qui dixit, hujusmodi confessione eum quoque, cujus et Spiritus est, nempe Christum, et eum ex quo pro- cedit, nempe Deum, ut Apostolus ait, complexus est. Quemadmodum autem in cætena, qui annulum unum attingit, simul etiam alterum extremum attrabit, ita quicunque Spiritum trahit, ut auctor est propheta, is vero per istum Filii quoque et Patris compos factus est. Quod si quis apprehen- dat, ab utroque ejusdem latere, hoc quidem ejus- dem Patrem, illo vero proprium ejusdem Spiritum eadem hac inductione sibi conciliaverit. Nec enim fieri poterit, ut is a Patre separetur, qui semper in Patre manet, aut a proprio unquam Spiritu disjungatur, qui omnia in ipso agit. Proinde nulla prorsus sectio aut divisio excogitari potest, qua vel Pater sine Filio, vel Filius sine Spiritu intel- ligatur. Imo vero ea in iis conjunctio et divisio 36 (4) Vide Patrologiæ Græca tom. III, col. 674. (5) Vide tom. XXXII, col. 331.
PG 139:635ὅτε καὶ πρώτως τεθέανται ἄνθρωποι σαρκίον ἁπαλὸν καὶ τοῦτο γυναικεῖον ἔρυμα σιδήρου προβεβλημένον καὶ τὴν τάξιν ἐνηλλαγμένην καὶ μεταπηδῶσαν ἐς τὸ ἀνόμοιον, ὡς δέμας μὲν εὐπαθὲς ἀνθρώπινον τῶν ἀντιτύπων προεκκεῖσθαι μηχανημάτων εἰς ἀποσόβησιν τοῦ χαλκῷ ἐγχρίπτειν χαλκόν, σίδηρον δὲ περιστελλόμενον ἀνθρώπου σώματι. τοῖς δ’ ἐκ τῶν τειχῶν οὕτως ἀτεχνῶς τὰ βέλη ἐφρένωτο, ὡς ἀφίεσθαι μὲν καθὰ καὶ πρότερον καὶ πλήττειν τοὺς ἐπιόντας καὶ καταπλήττειν, αὐτὴν δὲ τὴν εὐγενῆ γυναῖκα κακῶν ἀπαθεστάτην διατηρεῖν, ὡς εἴπερ χερσὶ καὶ νεύμασιν ἐξ ἑαυτῆς μετῆγε τὰ βέλεμνα, εἰς δὲ τὰς τῶν ἀντιθέτων καρδίας αὐτὰ κατέπησσεν. οὐ μόνον τοίνυν ἐς οὐδὲν χρήσιμον τὴν ἀπάνθρωπον ταύτην ἐπίνοιαν καταλήξασαν εἶδεν Ἀνδρόνικος, ἀλλὰ καὶ νυκτὸς ἐξιόντες οἱ Νικαεῖς τάς τε μηχανὰς πυρὶ παρέδοσαν καὶ τὴν γυναῖκα διὰ μηρίνθου ἀνιμήσαντο ἢ ὡς Ἅρπυιαι ἀνηρείψαντο, Ἀνδρόνικον δὲ ὡς Φινέα ἄλλον παρῆκαν κόπτεσθαι μὴ ἔχοντα ὃ πεινῶντι τῷ τοῦ θυμοῦ θηρὶ παραθήσεται. καὶ κλέος ἐντεῦθεν ἐπ’ ἀνδρείᾳ παρὰ τοῖς ἐναντίοις μέγα κτησάμενοι Νικαεῖς ἔτι μᾶλλον ἠρρενώθησαν τὰ φρονήματα καὶ τῆς μάχης ἥπτοντο εὐθαρσέστερον.
τόμενος πῦρ ἀπέπνει θυμοῦ ἐκπυρηνίζον ἆσθμα Τυ- φώνειον, οἷα μηδὲ στέγειν ἔχων τὸν ἔνδον τάραχον. ἔπεὶ καὶ πόλις ἡ Νίκαια αὐχεῖ μὲν καὶ τὸ ἐκ κρα- ταιῶν τειχῶν ἀνάλωτον ἤ δυσάλωτον γοῦν, ἐκ πλίν θου ᾠκοδομημένη πᾶσα ὁπτῆς· τότε δὲ καὶ στρατιω τῶν εἰς αὐτὴν εἰσρυέντων ὁπόσοι ἀπεστύγουν Αν δρόνικον, καὶ τοῦ ᾿Αγγέλου δὲ Ἰσαακίου, ὅς μετ' Ανδρόνικον Ρωμαίων ἐκράτησε τῆς τυραννίδος πα ραλύσας Ανδρόνικον, καὶ τοῦ Καντακουζηνοῦ Θεο δώρου, καὶ Περσῶν ἐκ προσκλήσεως εἰσδεδεγμένων ἔνδοθεν, οὐκ ἀγαθὰ τοῖς πορθοῦσι τὰ τοῦ πολιορκεῖν ἐφαντάζετο. Πλείστας οὖν ἡμέρας παριππεύσας 'Αν δρόνικος οὐδὲν ἤνυεν, ἀλλ᾽ ἄντικρυς ἐῴκει ὄρεσιν αποτόμοις προσφερόμενος ή πετρῶν ῥαχίαις συμ- Α ἐς ᾿Ανδρόνικον. Ο δὲ τοιούτῳ βλήματι καιρίως πλητο Β πλεκόμενος παραλόγως, καὶ πρὸς [Ρ. 182] Αρβηλα καὶ τείχη διαμιλλώμενος Σεμιράμεια, ή βέλεμνα πέμπων πρὸς οὐρανόν. Οἱ γὰρ ἔνδον ἐκθύμως ἐμάτ χοντο, καὶ ὅπλοις μὲν τὰς δι᾿ ὅπλων ἀπεκρούοντο προσβολὰς, μηχανῶν δὲ κατασκευαῖς ἀπηχρείουν τέτ λεον τὰ τῶν πετρῶν ἀφετήρια, ἅπερ ὁ βαθύνους ᾿Ανα δρόνικος ἐτεκταίνετο (14), τειχομάγια ἱστῶν βελο στάσιά τε καὶ ὀρυκτῆρας ἐπιτεχνώμενος, καὶ εἴ τι ἕτερον διαλύειν ἔχει περίβολον πόλεως ἐργαζόμενος, καὶ φιλοτιμούμενος πρὸς τοὺς παρόντας, ὡς πολὺ τὸ κατὰ τὰς τῶν πόλεων ἁλώσεις ἐνδέξιον τύχησεν. Ὁ μὲν γὰρ ἐπήγνυς τὰς ἑλεπόλεις, καὶ τὴν σφενδόνην περιειργάζετο, τὸν λύγον τε καὶ τὸν στρόφαλον καὶ τὸν τειχεσιπλήτην κριόν σιδήρῳ ἐφράγνυεν· οἱ δὲ Νικαεῖς τοτὲ μὲν ἀπὸ πυλίδων ἀδήλων ἐκθρώσκοντες τῆς πόλεως πυρὶ παρεδίδοσαν καὶ χερσὶ κατέσπων τα μηχανήματα, τοτὲ δὲ προσαγόμενα τείχεσι δι' ἑτέρων ὁμοίων ὀργάνων ὡσεὶ καὶ ἀράχνης διέλυον νήματα, ὥστε καὶ ᾿Ανδρόνικος εἰς κενὸν σχάζοντα ὁρῶν τὰ ἑαυτοῦ διαβούλια ἐννοεῖ τι ἀπάνθρωπον καὶ ὀλίγοις πάλαι καταπραχθὲν πολιορκοῦσί τε καὶ που λιορκουμένοις ἔξωθεν. Τὴν γὰρ Ισαακίου τοῦ ᾿Αγ- γέλου μητέρα τὴν Εὐφροσύνην ἐκ Βυζαντίου ἀνακομί σας νῦν μὲν ὡς πρόβλημα προστίθει τῶν ἑλεπόλεων, νῦν δὲ τῷ κριῷ ἐπαναβάλλων ὡς ἐν ὀχήματι προσ- ῆγεν οὕτω τῷ τείχει τὸ μηχάνημα. Τῷ τοι καὶ ἦν δακρύειν ἐν ταὐτῷ καὶ θαυμάζειν, δακρύειν μὲν διὰ τὸ τοῦ δράματος καινότροπον καὶ τὸ τοῦ θυμοῦ πάντα βιον ποιεῖν, καὶ μηδεμίαν τῶν ξενακούστων καὶ τῆς άνθρωπίνης φύσεως ἀλλοτρίων ὑποστελλόμενον πρᾶ- ξιν, ἐκπλήττεσθαι δ' ὅπως οὐκ ἐτεθνήκει τῷ δέει τὸ γύναιον ἄνω τῶν μηχανημάτων καθήμενον καὶ τοῖς τείχεσι τῆς πόλεως προσαγόμενον, ὅτε καὶ πρώτως τεθέανται ἄνθρωποι σαρκίον ἀπαλὸν καὶ τοῦτο γυναι- χεῖον εἰς ἔρυμα σιδήρου προβεβλημένον, καὶ τὴν τά ξιν ἐνηλλαγμένην καὶ μεταπηδῶσαν ἐς τὸ ἀνόμοιον, ὡς δέμας μὲν εὐπαθὲς καὶ ἀνθρώπινον τῶν ἀντιτύ- πων προεκκεῖσθαι μηχανημάτων εἰς ἀποσόβησιν τοῦ χαλκὸν ἐγχρίπτειν χαλκῷ, σίδηρον δὲ περιστελλόμε νον ἀνθρώπου σώματι. Τοῖς δ᾽ ἐκ τῶν τειχῶν οὕτως ἀτεχνῶς τὰ βέλη ἐφρένωτο ὡς ἀφίεσθαι μὲν καθὰ καὶ πρότερον καὶ πλήττειν τοὺς ἐπιόντας καὶ καταπλήττειν, αὐτὴν δὲ τὴν εὐγενῆ γυναῖκα κακῶν NICET CHONIATÆ manis Babylonis oppngaret,aut sagittas in colum ejacularetur,obessis fortiter repugnantibus,et arma armis, machinas machinis, quæ variæ ab Andro- nico solertiam suam urbes oppugnandi ostentante excogitabantur, propulsantibus. Occultis enim portis erumpentes arietes disturbabant et incen- debant ; et cum manibus admoverentur, simili- bus machinis, ut araneæ telas, perrumpebant. Quare Andronicus, cum sua consilia successu ca- rere videret, inhumanum facinus molitur, a pau- cis ante usurpatum. Matrem Isaacii Angeli Eu- phrosynam, Byzantio accersilam, nunc ut pro- pugnaculum machinis apponit, nunc ea arieti im- posita menia ferit, ut eodem tempore et specta- culi novitas et iracundiæ immanitas a nullo sce- lere abhorrens miserationem, et muliercule tole- rantia non ipso metu examinatæ in tanto tamque periculoso impetu admirationem haberet. Ac tum primum videre mortales teneram mulier- culam defensionis ergo ferro præpositam, ac mi- rabiliter inverso ordine, fragile corpus hominis firmissimis machinis adjunctum, ut qui ex iis pugnabant incolumes manerent. Tela vero e mæ- nibus æque ac prius, sed tanta cautione jacie- bantur, ut illæsa nobili muliere, quasi illa nuti- bus et manibus jacula a se aversa in hostium corda defigeret, hostes et ferirent et terrerent. Immane istud facinus adeo nihil Andronico pro- fuit, ut Nicæenses facta noctu eruptione et ma- chinas incenderent, et muliere fune in urbem c attracta eum tanquam Phineum ab Harpyis spo- liatum plorare sinerent, non habentem quo fa- mem iracundiæ suæ expleret. Ita Nicæenses ab ipsis hostibus laudem fortitudinis consecuti majores animos conceperunt atque audacius pu- gnaverunt, non monia tantum strenue defendendo et Andronicum dicteriis incessendo ut lanium, canem sanguinarium, putre silicernium, malum immortale, hominum Furiam, mulierosum, Pria- pum Tithono et Saturno annosiorem, denique nullo turpissimæ rei vocabulo abstinendo, sed etiam relictis propugnaculis portis erumpendo. Andronicum vero pallor vultus et oculorum dis- torta acies et crebra promissæ ac in cincinnos distinctm barbæ implexio ira esse percitum et dolos struere Nicæensibus manifeste declarabant. Sed quia famem crudelitatis suæ saturare non poterat, urbem sæpius eodem die corona cinge- bat; et ut ursa catulis suis spoliata huc atque illuc transeundo, legiones suspiriis, tribunos ver- bis castigabat, quod bellum segnius administra- rent, hostium congressum reformidantes. D Hier. Wolfii notæ. permolesta futura videbatur. (14) Hunc locum generatim sum interpretatus, quia propria vocabula non suppetebant, et periphrasis
Οὐκ ἀπὸ τῶν τειχῶν δὲ μόνον φαινόμενοι ἔργα γενναῖα ἐπεδείκνυντο καὶ Ἀνδρόνικον σκώμμασιν ἔπλυνον, μακελλάριον αὐτὸν ἀποκαλοῦντες καὶ κύνα φιλαίματον καὶ σαπρόγηρον καὶ κακὸν ἀθάνατον καὶ ἀνθρώπων Ἐριννὺν καὶ φιλογύνην καὶ Πρίηπον Τιθωνοῦ τε καὶ Κρόνου πολυετέστερον καὶ εἴ τι αἴσχιστον ἄλλο πρᾶγμα καὶ ὄνομα, ἀλλὰ κἀκ τῶν ἐπάλξεων, ὡς εἴρηκε τὸ λέγειν, καταπηδῶντες διεξεχέοντο τῶν πυλῶν. Ἀνδρόνικος δὲ τῷ ὑπωχριῶντι τοῦ προσώπου καὶ τῷ μὴ κατὰ φύσιν τοῦ βλέμματος καὶ τῷ πολλάκις ὡς ἐν ἱστῷ ὑφαινούσης τῷ δακτύλῳ περιελίττειν τὸ κατακεχυμένον καὶ βοστρυχῶδες τῆς γενειάδος θυμομαχῶν προδήλως ἐδείκνυτο καὶ κατὰ τῶν Νικαέων δόλους ὑφαίνων. Λιμώττων δὲ ὡς κύων, Δαυιτικῶς εἰπεῖν, ἐκ τοῦ μὴ ἔχειν τὸν καταθοινηθησόμενον περιεκύκλου τὴν πόλιν καὶ ὡς ἠπορημένη ἄρκτος ἐπιπορευόμενος κατεστέναζε τῶν ταγμάτων καὶ τοῖς ταξιάρχαις ἐπέπληττεν ὡς δήπου βλακευομένοις περὶ τὸν πόλεμον καὶ τὴν παράταξιν ὑπεκκλίνουσι.
τόμενος πῦρ ἀπέπνει θυμοῦ ἐκπυρηνίζον ἆσθμα Τυ- φώνειον, οἷα μηδὲ στέγειν ἔχων τὸν ἔνδον τάραχον. ἔπεὶ καὶ πόλις ἡ Νίκαια αὐχεῖ μὲν καὶ τὸ ἐκ κρα- ταιῶν τειχῶν ἀνάλωτον ἤ δυσάλωτον γοῦν, ἐκ πλίν θου ᾠκοδομημένη πᾶσα ὁπτῆς· τότε δὲ καὶ στρατιω τῶν εἰς αὐτὴν εἰσρυέντων ὁπόσοι ἀπεστύγουν Αν δρόνικον, καὶ τοῦ ᾿Αγγέλου δὲ Ἰσαακίου, ὅς μετ' Ανδρόνικον Ρωμαίων ἐκράτησε τῆς τυραννίδος πα ραλύσας Ανδρόνικον, καὶ τοῦ Καντακουζηνοῦ Θεο δώρου, καὶ Περσῶν ἐκ προσκλήσεως εἰσδεδεγμένων ἔνδοθεν, οὐκ ἀγαθὰ τοῖς πορθοῦσι τὰ τοῦ πολιορκεῖν ἐφαντάζετο. Πλείστας οὖν ἡμέρας παριππεύσας 'Αν δρόνικος οὐδὲν ἤνυεν, ἀλλ᾽ ἄντικρυς ἐῴκει ὄρεσιν αποτόμοις προσφερόμενος ή πετρῶν ῥαχίαις συμ- Α ἐς ᾿Ανδρόνικον. Ο δὲ τοιούτῳ βλήματι καιρίως πλητο Β πλεκόμενος παραλόγως, καὶ πρὸς [Ρ. 182] Αρβηλα καὶ τείχη διαμιλλώμενος Σεμιράμεια, ή βέλεμνα πέμπων πρὸς οὐρανόν. Οἱ γὰρ ἔνδον ἐκθύμως ἐμάτ χοντο, καὶ ὅπλοις μὲν τὰς δι᾿ ὅπλων ἀπεκρούοντο προσβολὰς, μηχανῶν δὲ κατασκευαῖς ἀπηχρείουν τέτ λεον τὰ τῶν πετρῶν ἀφετήρια, ἅπερ ὁ βαθύνους ᾿Ανα δρόνικος ἐτεκταίνετο (14), τειχομάγια ἱστῶν βελο στάσιά τε καὶ ὀρυκτῆρας ἐπιτεχνώμενος, καὶ εἴ τι ἕτερον διαλύειν ἔχει περίβολον πόλεως ἐργαζόμενος, καὶ φιλοτιμούμενος πρὸς τοὺς παρόντας, ὡς πολὺ τὸ κατὰ τὰς τῶν πόλεων ἁλώσεις ἐνδέξιον τύχησεν. Ὁ μὲν γὰρ ἐπήγνυς τὰς ἑλεπόλεις, καὶ τὴν σφενδόνην περιειργάζετο, τὸν λύγον τε καὶ τὸν στρόφαλον καὶ τὸν τειχεσιπλήτην κριόν σιδήρῳ ἐφράγνυεν· οἱ δὲ Νικαεῖς τοτὲ μὲν ἀπὸ πυλίδων ἀδήλων ἐκθρώσκοντες τῆς πόλεως πυρὶ παρεδίδοσαν καὶ χερσὶ κατέσπων τα μηχανήματα, τοτὲ δὲ προσαγόμενα τείχεσι δι' ἑτέρων ὁμοίων ὀργάνων ὡσεὶ καὶ ἀράχνης διέλυον νήματα, ὥστε καὶ ᾿Ανδρόνικος εἰς κενὸν σχάζοντα ὁρῶν τὰ ἑαυτοῦ διαβούλια ἐννοεῖ τι ἀπάνθρωπον καὶ ὀλίγοις πάλαι καταπραχθὲν πολιορκοῦσί τε καὶ που λιορκουμένοις ἔξωθεν. Τὴν γὰρ Ισαακίου τοῦ ᾿Αγ- γέλου μητέρα τὴν Εὐφροσύνην ἐκ Βυζαντίου ἀνακομί σας νῦν μὲν ὡς πρόβλημα προστίθει τῶν ἑλεπόλεων, νῦν δὲ τῷ κριῷ ἐπαναβάλλων ὡς ἐν ὀχήματι προσ- ῆγεν οὕτω τῷ τείχει τὸ μηχάνημα. Τῷ τοι καὶ ἦν δακρύειν ἐν ταὐτῷ καὶ θαυμάζειν, δακρύειν μὲν διὰ τὸ τοῦ δράματος καινότροπον καὶ τὸ τοῦ θυμοῦ πάντα βιον ποιεῖν, καὶ μηδεμίαν τῶν ξενακούστων καὶ τῆς άνθρωπίνης φύσεως ἀλλοτρίων ὑποστελλόμενον πρᾶ- ξιν, ἐκπλήττεσθαι δ' ὅπως οὐκ ἐτεθνήκει τῷ δέει τὸ γύναιον ἄνω τῶν μηχανημάτων καθήμενον καὶ τοῖς τείχεσι τῆς πόλεως προσαγόμενον, ὅτε καὶ πρώτως τεθέανται ἄνθρωποι σαρκίον ἀπαλὸν καὶ τοῦτο γυναι- χεῖον εἰς ἔρυμα σιδήρου προβεβλημένον, καὶ τὴν τά ξιν ἐνηλλαγμένην καὶ μεταπηδῶσαν ἐς τὸ ἀνόμοιον, ὡς δέμας μὲν εὐπαθὲς καὶ ἀνθρώπινον τῶν ἀντιτύ- πων προεκκεῖσθαι μηχανημάτων εἰς ἀποσόβησιν τοῦ χαλκὸν ἐγχρίπτειν χαλκῷ, σίδηρον δὲ περιστελλόμε νον ἀνθρώπου σώματι. Τοῖς δ᾽ ἐκ τῶν τειχῶν οὕτως ἀτεχνῶς τὰ βέλη ἐφρένωτο ὡς ἀφίεσθαι μὲν καθὰ καὶ πρότερον καὶ πλήττειν τοὺς ἐπιόντας καὶ καταπλήττειν, αὐτὴν δὲ τὴν εὐγενῆ γυναῖκα κακῶν NICET CHONIATÆ manis Babylonis oppngaret,aut sagittas in colum ejacularetur,obessis fortiter repugnantibus,et arma armis, machinas machinis, quæ variæ ab Andro- nico solertiam suam urbes oppugnandi ostentante excogitabantur, propulsantibus. Occultis enim portis erumpentes arietes disturbabant et incen- debant ; et cum manibus admoverentur, simili- bus machinis, ut araneæ telas, perrumpebant. Quare Andronicus, cum sua consilia successu ca- rere videret, inhumanum facinus molitur, a pau- cis ante usurpatum. Matrem Isaacii Angeli Eu- phrosynam, Byzantio accersilam, nunc ut pro- pugnaculum machinis apponit, nunc ea arieti im- posita menia ferit, ut eodem tempore et specta- culi novitas et iracundiæ immanitas a nullo sce- lere abhorrens miserationem, et muliercule tole- rantia non ipso metu examinatæ in tanto tamque periculoso impetu admirationem haberet. Ac tum primum videre mortales teneram mulier- culam defensionis ergo ferro præpositam, ac mi- rabiliter inverso ordine, fragile corpus hominis firmissimis machinis adjunctum, ut qui ex iis pugnabant incolumes manerent. Tela vero e mæ- nibus æque ac prius, sed tanta cautione jacie- bantur, ut illæsa nobili muliere, quasi illa nuti- bus et manibus jacula a se aversa in hostium corda defigeret, hostes et ferirent et terrerent. Immane istud facinus adeo nihil Andronico pro- fuit, ut Nicæenses facta noctu eruptione et ma- chinas incenderent, et muliere fune in urbem c attracta eum tanquam Phineum ab Harpyis spo- liatum plorare sinerent, non habentem quo fa- mem iracundiæ suæ expleret. Ita Nicæenses ab ipsis hostibus laudem fortitudinis consecuti majores animos conceperunt atque audacius pu- gnaverunt, non monia tantum strenue defendendo et Andronicum dicteriis incessendo ut lanium, canem sanguinarium, putre silicernium, malum immortale, hominum Furiam, mulierosum, Pria- pum Tithono et Saturno annosiorem, denique nullo turpissimæ rei vocabulo abstinendo, sed etiam relictis propugnaculis portis erumpendo. Andronicum vero pallor vultus et oculorum dis- torta acies et crebra promissæ ac in cincinnos distinctm barbæ implexio ira esse percitum et dolos struere Nicæensibus manifeste declarabant. Sed quia famem crudelitatis suæ saturare non poterat, urbem sæpius eodem die corona cinge- bat; et ut ursa catulis suis spoliata huc atque illuc transeundo, legiones suspiriis, tribunos ver- bis castigabat, quod bellum segnius administra- rent, hostium congressum reformidantes. D Hier. Wolfii notæ. permolesta futura videbatur. (14) Hunc locum generatim sum interpretatus, quia propria vocabula non suppetebant, et periphrasis
Τολμητίας δ’ ὢν ὁ Καντακουζηνὸς Θεόδωρος καὶ τῇ ἀκμῇ τῆς ἡλικίας ὅσα καὶ οἶνος ζέων νεωστὶ ληνοβατηθεὶς ἰδών ποτε τὸν βασιλέα Ἀνδρόνικον τὴν πόλιν περιιόντα μετὰ ἴλης συχνῆς καὶ εὐίππων ταγμάτων, ἐνθουσιώδους πλησθεὶς ὁρμήματος καὶ διὰ τῶν ἑῴων πυλῶν ἀνακλιθεισῶν ὡς εἶχεν εὐθὺς ἐκθορῶν, ἐφεπομένων αὐτῷ καί τινων εὐαρίθμων, κατ’ Ἀνδρονίκου τιταίνει τὸ δόρυ διὰ τῶν προμάχων χωρῶν. σφοδροτέραν δὲ ποιούμενος τὴν ἐπέλασιν καὶ συνεχῶς κεντρίζων τὸν ἵππον καὶ βιάζων ἄντικρυς ἵπτασθαι, οὐχὶ φέρεσθαι, ὡς ἡ φύσις τοὺς πόδας ἐπτέρωσεν, ἔλαθεν ἑαυτὸν ἀπολωλεκώς· τοῦ γὰρ ἵππου κενεμβατήσαντος κἀντεῦθεν ἐπὶ γόνυ κλιθέντος, τῆς ἕδρας ἀποβάλλεται ἐπὶ βρεχμὸν κατώκαρα πεσὼν καὶ τῶν μυῶν τῶν νωτιαίων παθόντων κακῶς ἔκειτο ὀλιγοδρανέων σκοτοδίνης ὑποπλησθείς. κἀντεῦθεν ἐπιδραμόντες ξιφήρεις τῶν ἐξ Ἀνδρονίκου συχνοὶ ἀποδειροτομοῦσι τὸν Θεόδωρον, εἰσὶ δ’ οἳ καὶ τὸν λοιπὸν ἐκρεανόμουν Θεόδωρον Ἀνδρονίκῳ δρῶντες τὰ καταθύμια. μετὰ μικρὸν δὲ καὶ τοῖς οἰκήτορσι τῆς Κωνσταντίνου ἡ τοῦ Καντακουζηνοῦ προσάγεται κεφαλὴ κοντῷ μετέωρος ταῖς ἀγυιαῖς τῆς πόλεως ἐμπομπεύουσα.
τόμενος πῦρ ἀπέπνει θυμοῦ ἐκπυρηνίζον ἆσθμα Τυ- φώνειον, οἷα μηδὲ στέγειν ἔχων τὸν ἔνδον τάραχον. ἔπεὶ καὶ πόλις ἡ Νίκαια αὐχεῖ μὲν καὶ τὸ ἐκ κρα- ταιῶν τειχῶν ἀνάλωτον ἤ δυσάλωτον γοῦν, ἐκ πλίν θου ᾠκοδομημένη πᾶσα ὁπτῆς· τότε δὲ καὶ στρατιω τῶν εἰς αὐτὴν εἰσρυέντων ὁπόσοι ἀπεστύγουν Αν δρόνικον, καὶ τοῦ ᾿Αγγέλου δὲ Ἰσαακίου, ὅς μετ' Ανδρόνικον Ρωμαίων ἐκράτησε τῆς τυραννίδος πα ραλύσας Ανδρόνικον, καὶ τοῦ Καντακουζηνοῦ Θεο δώρου, καὶ Περσῶν ἐκ προσκλήσεως εἰσδεδεγμένων ἔνδοθεν, οὐκ ἀγαθὰ τοῖς πορθοῦσι τὰ τοῦ πολιορκεῖν ἐφαντάζετο. Πλείστας οὖν ἡμέρας παριππεύσας 'Αν δρόνικος οὐδὲν ἤνυεν, ἀλλ᾽ ἄντικρυς ἐῴκει ὄρεσιν αποτόμοις προσφερόμενος ή πετρῶν ῥαχίαις συμ- Α ἐς ᾿Ανδρόνικον. Ο δὲ τοιούτῳ βλήματι καιρίως πλητο Β πλεκόμενος παραλόγως, καὶ πρὸς [Ρ. 182] Αρβηλα καὶ τείχη διαμιλλώμενος Σεμιράμεια, ή βέλεμνα πέμπων πρὸς οὐρανόν. Οἱ γὰρ ἔνδον ἐκθύμως ἐμάτ χοντο, καὶ ὅπλοις μὲν τὰς δι᾿ ὅπλων ἀπεκρούοντο προσβολὰς, μηχανῶν δὲ κατασκευαῖς ἀπηχρείουν τέτ λεον τὰ τῶν πετρῶν ἀφετήρια, ἅπερ ὁ βαθύνους ᾿Ανα δρόνικος ἐτεκταίνετο (14), τειχομάγια ἱστῶν βελο στάσιά τε καὶ ὀρυκτῆρας ἐπιτεχνώμενος, καὶ εἴ τι ἕτερον διαλύειν ἔχει περίβολον πόλεως ἐργαζόμενος, καὶ φιλοτιμούμενος πρὸς τοὺς παρόντας, ὡς πολὺ τὸ κατὰ τὰς τῶν πόλεων ἁλώσεις ἐνδέξιον τύχησεν. Ὁ μὲν γὰρ ἐπήγνυς τὰς ἑλεπόλεις, καὶ τὴν σφενδόνην περιειργάζετο, τὸν λύγον τε καὶ τὸν στρόφαλον καὶ τὸν τειχεσιπλήτην κριόν σιδήρῳ ἐφράγνυεν· οἱ δὲ Νικαεῖς τοτὲ μὲν ἀπὸ πυλίδων ἀδήλων ἐκθρώσκοντες τῆς πόλεως πυρὶ παρεδίδοσαν καὶ χερσὶ κατέσπων τα μηχανήματα, τοτὲ δὲ προσαγόμενα τείχεσι δι' ἑτέρων ὁμοίων ὀργάνων ὡσεὶ καὶ ἀράχνης διέλυον νήματα, ὥστε καὶ ᾿Ανδρόνικος εἰς κενὸν σχάζοντα ὁρῶν τὰ ἑαυτοῦ διαβούλια ἐννοεῖ τι ἀπάνθρωπον καὶ ὀλίγοις πάλαι καταπραχθὲν πολιορκοῦσί τε καὶ που λιορκουμένοις ἔξωθεν. Τὴν γὰρ Ισαακίου τοῦ ᾿Αγ- γέλου μητέρα τὴν Εὐφροσύνην ἐκ Βυζαντίου ἀνακομί σας νῦν μὲν ὡς πρόβλημα προστίθει τῶν ἑλεπόλεων, νῦν δὲ τῷ κριῷ ἐπαναβάλλων ὡς ἐν ὀχήματι προσ- ῆγεν οὕτω τῷ τείχει τὸ μηχάνημα. Τῷ τοι καὶ ἦν δακρύειν ἐν ταὐτῷ καὶ θαυμάζειν, δακρύειν μὲν διὰ τὸ τοῦ δράματος καινότροπον καὶ τὸ τοῦ θυμοῦ πάντα βιον ποιεῖν, καὶ μηδεμίαν τῶν ξενακούστων καὶ τῆς άνθρωπίνης φύσεως ἀλλοτρίων ὑποστελλόμενον πρᾶ- ξιν, ἐκπλήττεσθαι δ' ὅπως οὐκ ἐτεθνήκει τῷ δέει τὸ γύναιον ἄνω τῶν μηχανημάτων καθήμενον καὶ τοῖς τείχεσι τῆς πόλεως προσαγόμενον, ὅτε καὶ πρώτως τεθέανται ἄνθρωποι σαρκίον ἀπαλὸν καὶ τοῦτο γυναι- χεῖον εἰς ἔρυμα σιδήρου προβεβλημένον, καὶ τὴν τά ξιν ἐνηλλαγμένην καὶ μεταπηδῶσαν ἐς τὸ ἀνόμοιον, ὡς δέμας μὲν εὐπαθὲς καὶ ἀνθρώπινον τῶν ἀντιτύ- πων προεκκεῖσθαι μηχανημάτων εἰς ἀποσόβησιν τοῦ χαλκὸν ἐγχρίπτειν χαλκῷ, σίδηρον δὲ περιστελλόμε νον ἀνθρώπου σώματι. Τοῖς δ᾽ ἐκ τῶν τειχῶν οὕτως ἀτεχνῶς τὰ βέλη ἐφρένωτο ὡς ἀφίεσθαι μὲν καθὰ καὶ πρότερον καὶ πλήττειν τοὺς ἐπιόντας καὶ καταπλήττειν, αὐτὴν δὲ τὴν εὐγενῆ γυναῖκα κακῶν NICET CHONIATÆ manis Babylonis oppngaret,aut sagittas in colum ejacularetur,obessis fortiter repugnantibus,et arma armis, machinas machinis, quæ variæ ab Andro- nico solertiam suam urbes oppugnandi ostentante excogitabantur, propulsantibus. Occultis enim portis erumpentes arietes disturbabant et incen- debant ; et cum manibus admoverentur, simili- bus machinis, ut araneæ telas, perrumpebant. Quare Andronicus, cum sua consilia successu ca- rere videret, inhumanum facinus molitur, a pau- cis ante usurpatum. Matrem Isaacii Angeli Eu- phrosynam, Byzantio accersilam, nunc ut pro- pugnaculum machinis apponit, nunc ea arieti im- posita menia ferit, ut eodem tempore et specta- culi novitas et iracundiæ immanitas a nullo sce- lere abhorrens miserationem, et muliercule tole- rantia non ipso metu examinatæ in tanto tamque periculoso impetu admirationem haberet. Ac tum primum videre mortales teneram mulier- culam defensionis ergo ferro præpositam, ac mi- rabiliter inverso ordine, fragile corpus hominis firmissimis machinis adjunctum, ut qui ex iis pugnabant incolumes manerent. Tela vero e mæ- nibus æque ac prius, sed tanta cautione jacie- bantur, ut illæsa nobili muliere, quasi illa nuti- bus et manibus jacula a se aversa in hostium corda defigeret, hostes et ferirent et terrerent. Immane istud facinus adeo nihil Andronico pro- fuit, ut Nicæenses facta noctu eruptione et ma- chinas incenderent, et muliere fune in urbem c attracta eum tanquam Phineum ab Harpyis spo- liatum plorare sinerent, non habentem quo fa- mem iracundiæ suæ expleret. Ita Nicæenses ab ipsis hostibus laudem fortitudinis consecuti majores animos conceperunt atque audacius pu- gnaverunt, non monia tantum strenue defendendo et Andronicum dicteriis incessendo ut lanium, canem sanguinarium, putre silicernium, malum immortale, hominum Furiam, mulierosum, Pria- pum Tithono et Saturno annosiorem, denique nullo turpissimæ rei vocabulo abstinendo, sed etiam relictis propugnaculis portis erumpendo. Andronicum vero pallor vultus et oculorum dis- torta acies et crebra promissæ ac in cincinnos distinctm barbæ implexio ira esse percitum et dolos struere Nicæensibus manifeste declarabant. Sed quia famem crudelitatis suæ saturare non poterat, urbem sæpius eodem die corona cinge- bat; et ut ursa catulis suis spoliata huc atque illuc transeundo, legiones suspiriis, tribunos ver- bis castigabat, quod bellum segnius administra- rent, hostium congressum reformidantes. D Hier. Wolfii notæ. permolesta futura videbatur. (14) Hunc locum generatim sum interpretatus, quia propria vocabula non suppetebant, et periphrasis
PG 139:637Οἱ Νικαεῖς τοίνυν τὸν θαρσαλέον πολεμιστὴν καὶ ἄμαχον πρόμαχον ἀποβαλόντες οὐ μικρῶς, ὡς εἰκός, ἐπωδύραντο τοῦτον πεσόντα καὶ ἀθυμότερον διετέθησαν. βλέψαντες δὲ πρὸς τὸν Ἰσαάκιον Ἄγγελον ἤθελον ὑπείκειν τούτῳ καὶ ὡς σφῶν αὐτῶν προσφέρεσθαι ἀρχηγῷ. οὗτος δὲ τὴν γνώμην ὑπόνωθρος ὢν καὶ κατ’ Αἰνείαν τοῦ μάχεσθαι ἀφιστάμενος, ὡς ἔοικε, τὸ μέλλον εἰδὼς καὶ τὴν ἀποκειμένην αὐτῷ βασιλείαν ὡς ἐκεῖνος τὴν τοῦ γένους εὔκλειαν φανταζόμενος οὐ περὶ πολλοῦ τὸν ἡγεμόνα ἐτίθετο. Ἀμέλει τοι τὸ στρατιωτικὸν ὑπεκλυόμενον κατὰ βραχὺ τοῦ προθύμου ἐς ξυμβάσεις ἤθελε χωρεῖν καὶ τὸ γενναῖον ἐκεῖνο λῆμα καὶ ἐνθεάζον ἀπέσβεστο τέλεον. σύνοδοι γοῦν κατὰ φατρίας γινόμεναι εἶχον ἐκτραγῳδούμενα καὶ οἷον πρὸ ὀφθαλμῶν παριστάμενα ὅσα οἱ πολιορκηθέντες δεινότατα πάσχουσι. καὶ τὴν Ἀνδρονίκου δὲ κατὰ νοῦν ἀπήνειαν φέροντες καὶ τὰς διὰ παντοδαπῶν βασάνων ἀναπεμπάζοντες κακώσεις ταῖς φρεσίν, ὅσας πείσονται πολέμου νόμῳ ἁλούσης τῆς πόλεως, κατέπτησσον ὡς λαγώδια, ἀπεναντίας τῷ Καινεῖ πεπονθότες·
ἀπαθεστάτην τηρεῖν, ὡς εἴπερ καὶ χερσὶ καὶ νεύμασιν ἐξ ἑαυτῆς μετῆγε τὰ βέλεμνα, εἰς δὲ τὰς τῶν ἀντι- θέτων καρδίας αὐτὰ κατέπησσεν. Οὐ μόνον τοίνυν ἐς οὐδὲν χρήσιμον τὴν ἀπάνθρωπον ταύτην ἐπίνοιαν καταλήξασαν εἶδεν ᾿Ανδρόνικος, ἀλλὰ καὶ νυκτὸς ἐξιόντες οἱ Νικαεῖς τὰς τε μηχανὰς πυρὶ παρέδοσαν καὶ τὴν γυναῖκα διὰ μηρίνθου ἀνιμήσαντο ἢ ὡς Αρπυιαι ἀνηρείψαντο, ᾿Ανδρόνικον δὲ ὡς Φινέα ἄλλον παρῆκαν ἄχθεσθαι μὴ ἔχοντα δ πεινῶντι τῷ θυμῷ παραθήσεται. Καὶ κλέος ἐντεῦθεν μέγα ἐπ' ἀνδρίᾳ παρὰ τοῖς ἐναντίοις κτησάμενοι οἱ Νικαεῖς ἔτι μᾶλλον ἢῤῥενώθησαν τὰ φρονήματα καὶ τῆς μάχης - πτοντο εὐθαρσέστερον. Οὐκ ἀπὸ τῶν τειχῶν δὲ μόνον προφαινόμενοι ἔργα γενναῖα ἐπεδείκνυντο, καὶ ᾿Αν δρόνικον σκώμμασιν ἔπλυνον, μακελλάριον αὐτὸν ἀποκαλοῦντες καὶ κύνα φιλείματον καὶ σαπρύγηρον καὶ κακὸν ἀθάνατον καὶ ἀνθρώπων Ἐριννὸν καὶ φιλογύνην καὶ Πρίηπον Τιθωνοῦ τε καὶ Κρόνου πολυ- ετέστερον, καὶ εἴ τι αΐσχιστον ἄλλο πρᾶγμα καὶ ὄνομα, ἀλλὰ κἀκ [Ρ. 183] τῶν ἐπάλξεων, ὡς εἴρηκε τὸ λέ- γειν, καταπηδῶντες διεξεχέοντο τῶν πυλῶν. ᾿Ανδρόνικος δὲ τῷ ὑπωχειῶντι τοῦ προσώπου καὶ τῷ μὴ κατὰ φύσιν τοῦ βλέμματος καὶ τῷ πολλάκις ὡς ἐν ἱστῷ ὑφαινούσης τῇ δακτύλῳ περιελίττειν τὸ κατακεχυ μένον καὶ βοστρυχῶδες τῆς γενειάδος θυμομαχῶν προδήλως ἐδείκνυτο καὶ δόλους ὑφαίνων κατὰ τῶν Νικαέων. ᾿Αμέλει μηδὲ φέρειν ἔχων τὸ τῶν ἔνδον αὔθαδες, λιμώττων δὲ ὡς κύων Δαυϊδικῶς εἰπεῖν ἐκ τοῦ μὴ ἔχειν τὸ κατωθοινησόμενον, περιεκύκλου τὴν πόλιν τῆς ἡμέρας πολλάκις, καὶ ὡς ἠπορημένη ἄρκτος τῇδε κἀκεῖσε μετα- χωρῶν κατεστέναζε τῶν ταγμάτων, καὶ τοῖς ταξιάρχαις ἐπέπληττεν ὡς δήπου βλακευομένοις περὶ τὸν πόλε- μον καὶ τὴν παράταξιν ὑπεκλίνουσι. γ΄. Τολμητίας δ᾽ ὧν ὁ Καντακουζηνὲς Θεόδωρος, Α καὶ τῇ ἀκμῇ τῆς ἡλικίας ὅσα καὶ οἶνος ζέων νεωστὶ ληνοβατηθείς, ιδών ποτε τὸν βασιλέα Ανδρόνικον τὴν πόλιν περιιόντα μετὰ ὅλης συχνῆς καὶ εὐίππων ταγμάτων, ἐνθουσιωδῶς πλησθεὶς ὁρμήματος καὶ διὰ τῶν ἔψων πυλῶν ἀνακλιθεισῶν ὡς εἶχεν εὐθὺς ἐχθρῶν, ἐφεπομένων αὐτῷ καὶ τινων εὐαρίθμῶν, κατ' ᾿Ανδρονίκου τιταίνει τὸ δόρυ διὰ τῶν προμάχων χωρών. Σφοδροτέραν δὲ ποιούμενος τὴν ἐπέλασιν καὶ συνεχῶς κεντρίζων τὸν ἵππον καὶ βιάζων ἄνα τικρυς ἵπτασθαι, οὐχὶ φέρεσθαι ὡς ἡ φύσις τοὺς πόδας ἐπτέρωσεν, ἔλαβεν ἑαυτὸν ἀπολωλεκώς· τοῦ γὰρ ἵππου κενεμβατήσαντος καὶ καλῶς ὑπὸ βέλους παθόντος κάντεῦθεν ἐπὶ γόνο κλιθέντος, τῆς ἕδρας ἀποβάλλεται ἐπὶ βρεχμὸν κατώκαρα πεσὼν, καὶ τῶν μυῶν τῶν νωτιαίων παθόντων κακῶς ἔκειτο ὀλιγο- Β δρανέων, σκοτοδίνης ὑποπλησθείς. Κάντεῦθεν ἐπισ δραμόντες ξιφήρεις τῶν ἐξ ᾿Ανδρονίκου συχνοί ἀποδειροτομοῦσι τὸν Θεόδωρον, εἰσὶ δ᾽ οἳ καὶ τὸν λοιπὸν ἐκρεανόμουν Θεόδωρον, Ανδρονίκῳ ὁρῶντες τὰ καταθύμια. Μετὰ μικρὸν δὲ καὶ τοῖς οἰκήτορσι τῆς Κωνσταντίνου ἡ τοῦ Καντακουζηνοῦ προσά- γεται κεφαλή, κοντῷ μετέωρος ταῖς ἀγυιαῖς τῆς πόλεως ἐμπομπεύουσα. Οἱ Νίκαεῖς τοίνυν τὸν παρ σαλέον πολεμιστὴν καὶ ἄμαχον πρόμαχον ἀποβα- λόντες οὐ μικρῶς, ὡς εἰκὸς, ἐπωδύραντο τούτον πεσόντα, καὶ ἀθυμότερον διετέθησαν. Βλέψαντες δὲ πρὸς τὸν Ἰσαάκιον "Αγγελον ήθελον ὑπείκειν τουτῳ καὶ ὡς σφῶν ἀρχηγῷ προσφέρεσθαι. Οὗτος δὲ τὴν γνώμην ὁπόνωθρος ὢν καὶ κατ' Αινείαν τοῦ μά χεσθαι ἀφιστάμενος, ὡς ἔοικε, τὸ μέλλον εἰδὼς καὶ τὴν ἀποκειμένην αὐτῷ βασιλείαν ὡς ἐκεῖνος τὴν τοῦ γένους εὔκλειαν φανταζόμενος, οὐ περὶ πολλοῦ τὸν ἡγεμόνα ἐτίθετο. ᾿Αμέλει τοι τὸ στρατιωτικὸν ὑπο εκλυόμενον κατά βραχὺ τοῦ προθύμου ἐς ξυμβάσεις ἤθελε χωρεῖν. καὶ τὸ γενναῖον ἐκεῖνο λῆμα καὶ ἐνθεάζον ἀπέσβεστο τέλεον. Σύνοδοι γοῦν κατὰ φα τρίας γινόμεναι εἶχον ἐκτραγῳδούμενα καὶ οἷον πρὸ ὀφθαλμῶν παριστάμενα ὅσα οἱ πολιορκηθέντες δει- νότατα πάσχουσι. Καὶ τὴν ᾿Ανδρονίκου δὲ κατὰ γοῦν ἀπήνειαν φέροντες, καὶ τὰς παντοδαπάς και DE ANDRONICO COMNENO LIB. I. C dacia fervidus, cum Andronicum cum multis cobor- tibus et equitum turmis urbem cicumire vidisset, quasi numine afflatus Orientali porta cum paucis erumpit, perruptaque prima acie hastam in An- dronicum vibrat. Sed dum majore impetu fertur et calcaribus subditis equum tantum non volare co- git, in exitium ruit. Nam cum equus impexisset et ex vulnere in genu coucidisset, sella excussus el in caput præcipitatus musculis dorsi graviter col- lisis, oborta vertigine semianimis jacuit. Andro- nici vero milites ei caput amputant, alii etiam truncum in Andronici gratiam in frusta dissecant, Caput ejus conto prefixum per vicos Cpolis cir- cumlatum est. Nicæenses fortis bellatoris et invicti propugnatoris interitu tristes et consternati Isuacio parere voluerunt. Sed is segniere ingenio præditus, evitata pugna ut Æneas, et fortasse futurorum præscius, ac in debitum sibi imperium ut ille in posteritatis sua nobilitatem intentus, ducatum non magni fecit. Milites quoque alacritate animorum paulatim exolescente transactionem spectant, ex- stincto penitus generoso illo pene divino impetu. Itaque per contubernia conventus agitari, obsi- dionis ærumnæ velut oculis subjioi, crudelitas ani- mis obversari, varia tormenta in conspectu esse, si urbs vi expugnata fuerif; trepidare omnes veluti lepusculi, aliter quam Cæneus. Is enim, ut est in fabulis, ex muliere vir factus est; illi a virili ro- bore ad muliebrem mollitiem degenerarunt, oum nemo superesset qui fervore suo frigus eorum fo- veret, una cum morte Cantacuzeni omni fortitu- dine, omni pugnandi alacritate emortua. Quibus rebus Nicænus pontifex Nicolaus perspectis, neces- sitate in liberalitatem conversa populum monet ut rebus et tempori serviens urbem, priusquam belli procellis demergatur, Andronico ultro dedat. Vi- dere se non commissurum Andronicum ut vacuis manibus discedat, præsertim cum nihil sit quod eum ab obsidione abstrahat, et ipsi cives urbis custodia paulatim deserta ad rem domesticam, ut 3. At Cantacuzenus Theodorus, ætate atque au-
ὁ μὲν γὰρ ἐκ γυναικὸς εἰς ἄνδρα, ὡς ὁ μῦθος βούλεται, ἥρμοστο, οἱ δὲ ἐξ ἀνδρῶν εἰς μαλακότητα γυναικείαν ἐξενευρίσθησαν, μηδενὸς ὄντος τοῦ διὰ τῆς οἰκείας θερμῆς ὁρμῆς εἰς ἔργα ἀρετῆς ἀναθάλποντος, ἀλλὰ πάντων μετὰ τὸν τοῦ Καντακουζηνοῦ μόρον συννεκρωθέντων οἷον τὸ θάρσος καὶ τὸ περὶ τὰς μάχας ἀποθεμένων πρόθυμον. Ἃ πάντα κατανοήσας ὁ τότε τῆς Νικαίας ἀρχιερεὺς Νικόλαος τὴν ἀνάγκην ἐς τὸ φιλότιμον διατίθησι. καὶ δὴ τὸν λαὸν ἐκκλησιάσας ὑποτίθησιν ἐνδοῦναι τῷ καιρῷ καὶ τοῖς πράγμασι καί, ἕως ἡ πόλις τοῖς κύμασι τῆς μάχης ἀβάπτιστος, ἐγχειρίσαι φέροντας Ἀνδρονίκῳ· ὁρᾶν γὰρ Ἀνδρόνικον μὴ ἄν ποτε κεναῖς, ὅ φασιν, ἐπαναζεύξοντα χερσίν, ὅτι μηδ’ ἑπόμενά εἰσιν αὐτῷ τὰ ἀνθέλκοντα καὶ ἀντιπερισπῶντα ἑτέρωθι, καὶ αὐτοὺς δὲ κατὰ μικρὸν καὶ τῆς φυλακῆς ἀφισταμένους τῆς πόλεως καὶ πρὸς τὸ τῆς εἰρήνης οἰκουρὸν ἀπονεύοντας.
ἀπαθεστάτην τηρεῖν, ὡς εἴπερ καὶ χερσὶ καὶ νεύμασιν ἐξ ἑαυτῆς μετῆγε τὰ βέλεμνα, εἰς δὲ τὰς τῶν ἀντι- θέτων καρδίας αὐτὰ κατέπησσεν. Οὐ μόνον τοίνυν ἐς οὐδὲν χρήσιμον τὴν ἀπάνθρωπον ταύτην ἐπίνοιαν καταλήξασαν εἶδεν ᾿Ανδρόνικος, ἀλλὰ καὶ νυκτὸς ἐξιόντες οἱ Νικαεῖς τὰς τε μηχανὰς πυρὶ παρέδοσαν καὶ τὴν γυναῖκα διὰ μηρίνθου ἀνιμήσαντο ἢ ὡς Αρπυιαι ἀνηρείψαντο, ᾿Ανδρόνικον δὲ ὡς Φινέα ἄλλον παρῆκαν ἄχθεσθαι μὴ ἔχοντα δ πεινῶντι τῷ θυμῷ παραθήσεται. Καὶ κλέος ἐντεῦθεν μέγα ἐπ' ἀνδρίᾳ παρὰ τοῖς ἐναντίοις κτησάμενοι οἱ Νικαεῖς ἔτι μᾶλλον ἢῤῥενώθησαν τὰ φρονήματα καὶ τῆς μάχης - πτοντο εὐθαρσέστερον. Οὐκ ἀπὸ τῶν τειχῶν δὲ μόνον προφαινόμενοι ἔργα γενναῖα ἐπεδείκνυντο, καὶ ᾿Αν δρόνικον σκώμμασιν ἔπλυνον, μακελλάριον αὐτὸν ἀποκαλοῦντες καὶ κύνα φιλείματον καὶ σαπρύγηρον καὶ κακὸν ἀθάνατον καὶ ἀνθρώπων Ἐριννὸν καὶ φιλογύνην καὶ Πρίηπον Τιθωνοῦ τε καὶ Κρόνου πολυ- ετέστερον, καὶ εἴ τι αΐσχιστον ἄλλο πρᾶγμα καὶ ὄνομα, ἀλλὰ κἀκ [Ρ. 183] τῶν ἐπάλξεων, ὡς εἴρηκε τὸ λέ- γειν, καταπηδῶντες διεξεχέοντο τῶν πυλῶν. ᾿Ανδρόνικος δὲ τῷ ὑπωχειῶντι τοῦ προσώπου καὶ τῷ μὴ κατὰ φύσιν τοῦ βλέμματος καὶ τῷ πολλάκις ὡς ἐν ἱστῷ ὑφαινούσης τῇ δακτύλῳ περιελίττειν τὸ κατακεχυ μένον καὶ βοστρυχῶδες τῆς γενειάδος θυμομαχῶν προδήλως ἐδείκνυτο καὶ δόλους ὑφαίνων κατὰ τῶν Νικαέων. ᾿Αμέλει μηδὲ φέρειν ἔχων τὸ τῶν ἔνδον αὔθαδες, λιμώττων δὲ ὡς κύων Δαυϊδικῶς εἰπεῖν ἐκ τοῦ μὴ ἔχειν τὸ κατωθοινησόμενον, περιεκύκλου τὴν πόλιν τῆς ἡμέρας πολλάκις, καὶ ὡς ἠπορημένη ἄρκτος τῇδε κἀκεῖσε μετα- χωρῶν κατεστέναζε τῶν ταγμάτων, καὶ τοῖς ταξιάρχαις ἐπέπληττεν ὡς δήπου βλακευομένοις περὶ τὸν πόλε- μον καὶ τὴν παράταξιν ὑπεκλίνουσι. γ΄. Τολμητίας δ᾽ ὧν ὁ Καντακουζηνὲς Θεόδωρος, Α καὶ τῇ ἀκμῇ τῆς ἡλικίας ὅσα καὶ οἶνος ζέων νεωστὶ ληνοβατηθείς, ιδών ποτε τὸν βασιλέα Ανδρόνικον τὴν πόλιν περιιόντα μετὰ ὅλης συχνῆς καὶ εὐίππων ταγμάτων, ἐνθουσιωδῶς πλησθεὶς ὁρμήματος καὶ διὰ τῶν ἔψων πυλῶν ἀνακλιθεισῶν ὡς εἶχεν εὐθὺς ἐχθρῶν, ἐφεπομένων αὐτῷ καὶ τινων εὐαρίθμῶν, κατ' ᾿Ανδρονίκου τιταίνει τὸ δόρυ διὰ τῶν προμάχων χωρών. Σφοδροτέραν δὲ ποιούμενος τὴν ἐπέλασιν καὶ συνεχῶς κεντρίζων τὸν ἵππον καὶ βιάζων ἄνα τικρυς ἵπτασθαι, οὐχὶ φέρεσθαι ὡς ἡ φύσις τοὺς πόδας ἐπτέρωσεν, ἔλαβεν ἑαυτὸν ἀπολωλεκώς· τοῦ γὰρ ἵππου κενεμβατήσαντος καὶ καλῶς ὑπὸ βέλους παθόντος κάντεῦθεν ἐπὶ γόνο κλιθέντος, τῆς ἕδρας ἀποβάλλεται ἐπὶ βρεχμὸν κατώκαρα πεσὼν, καὶ τῶν μυῶν τῶν νωτιαίων παθόντων κακῶς ἔκειτο ὀλιγο- Β δρανέων, σκοτοδίνης ὑποπλησθείς. Κάντεῦθεν ἐπισ δραμόντες ξιφήρεις τῶν ἐξ ᾿Ανδρονίκου συχνοί ἀποδειροτομοῦσι τὸν Θεόδωρον, εἰσὶ δ᾽ οἳ καὶ τὸν λοιπὸν ἐκρεανόμουν Θεόδωρον, Ανδρονίκῳ ὁρῶντες τὰ καταθύμια. Μετὰ μικρὸν δὲ καὶ τοῖς οἰκήτορσι τῆς Κωνσταντίνου ἡ τοῦ Καντακουζηνοῦ προσά- γεται κεφαλή, κοντῷ μετέωρος ταῖς ἀγυιαῖς τῆς πόλεως ἐμπομπεύουσα. Οἱ Νίκαεῖς τοίνυν τὸν παρ σαλέον πολεμιστὴν καὶ ἄμαχον πρόμαχον ἀποβα- λόντες οὐ μικρῶς, ὡς εἰκὸς, ἐπωδύραντο τούτον πεσόντα, καὶ ἀθυμότερον διετέθησαν. Βλέψαντες δὲ πρὸς τὸν Ἰσαάκιον "Αγγελον ήθελον ὑπείκειν τουτῳ καὶ ὡς σφῶν ἀρχηγῷ προσφέρεσθαι. Οὗτος δὲ τὴν γνώμην ὁπόνωθρος ὢν καὶ κατ' Αινείαν τοῦ μά χεσθαι ἀφιστάμενος, ὡς ἔοικε, τὸ μέλλον εἰδὼς καὶ τὴν ἀποκειμένην αὐτῷ βασιλείαν ὡς ἐκεῖνος τὴν τοῦ γένους εὔκλειαν φανταζόμενος, οὐ περὶ πολλοῦ τὸν ἡγεμόνα ἐτίθετο. ᾿Αμέλει τοι τὸ στρατιωτικὸν ὑπο εκλυόμενον κατά βραχὺ τοῦ προθύμου ἐς ξυμβάσεις ἤθελε χωρεῖν. καὶ τὸ γενναῖον ἐκεῖνο λῆμα καὶ ἐνθεάζον ἀπέσβεστο τέλεον. Σύνοδοι γοῦν κατὰ φα τρίας γινόμεναι εἶχον ἐκτραγῳδούμενα καὶ οἷον πρὸ ὀφθαλμῶν παριστάμενα ὅσα οἱ πολιορκηθέντες δει- νότατα πάσχουσι. Καὶ τὴν ᾿Ανδρονίκου δὲ κατὰ γοῦν ἀπήνειαν φέροντες, καὶ τὰς παντοδαπάς και DE ANDRONICO COMNENO LIB. I. C dacia fervidus, cum Andronicum cum multis cobor- tibus et equitum turmis urbem cicumire vidisset, quasi numine afflatus Orientali porta cum paucis erumpit, perruptaque prima acie hastam in An- dronicum vibrat. Sed dum majore impetu fertur et calcaribus subditis equum tantum non volare co- git, in exitium ruit. Nam cum equus impexisset et ex vulnere in genu coucidisset, sella excussus el in caput præcipitatus musculis dorsi graviter col- lisis, oborta vertigine semianimis jacuit. Andro- nici vero milites ei caput amputant, alii etiam truncum in Andronici gratiam in frusta dissecant, Caput ejus conto prefixum per vicos Cpolis cir- cumlatum est. Nicæenses fortis bellatoris et invicti propugnatoris interitu tristes et consternati Isuacio parere voluerunt. Sed is segniere ingenio præditus, evitata pugna ut Æneas, et fortasse futurorum præscius, ac in debitum sibi imperium ut ille in posteritatis sua nobilitatem intentus, ducatum non magni fecit. Milites quoque alacritate animorum paulatim exolescente transactionem spectant, ex- stincto penitus generoso illo pene divino impetu. Itaque per contubernia conventus agitari, obsi- dionis ærumnæ velut oculis subjioi, crudelitas ani- mis obversari, varia tormenta in conspectu esse, si urbs vi expugnata fuerif; trepidare omnes veluti lepusculi, aliter quam Cæneus. Is enim, ut est in fabulis, ex muliere vir factus est; illi a virili ro- bore ad muliebrem mollitiem degenerarunt, oum nemo superesset qui fervore suo frigus eorum fo- veret, una cum morte Cantacuzeni omni fortitu- dine, omni pugnandi alacritate emortua. Quibus rebus Nicænus pontifex Nicolaus perspectis, neces- sitate in liberalitatem conversa populum monet ut rebus et tempori serviens urbem, priusquam belli procellis demergatur, Andronico ultro dedat. Vi- dere se non commissurum Andronicum ut vacuis manibus discedat, præsertim cum nihil sit quod eum ab obsidione abstrahat, et ipsi cives urbis custodia paulatim deserta ad rem domesticam, ut 3. At Cantacuzenus Theodorus, ætate atque au-
καὶ ὡς εὗρε πάντας ἀγαθὴν τὴν παραίφασιν οἰομένους καὶ ἀμφοτέραις τοῦ ἐκ ταύτης καλοῦ περιδραττομένους, τὴν ἱερὰν ἐρέαν ἐνδὺς καὶ ἀνὰ χεῖρας τὰ θεῖα δεξάμενος λόγια ἕπεσθαί οἱ τοὺς ζακόρους κελεύει καὶ τὸ λοιπὸν τῆς πόλεως πλήρωμα, ὡς μηδὲ γυναῖκας ἢ νηπιάχους ἀπολειφθῆναι τῆς ἐξελεύσεως, πάντας γυμνιτεύοντας ὅπλου παντός, κλάδους ἱκετηρίους σείοντας, ἀκαλυφεῖς τὴν κάραν, ἀκρηπιδώτους τοὺς πόδας, τὰς χεῖρας λελυμένους τῶν ἱματίων, κατὰ μηδὲν τὸν ὡς ἀληθῶς ἱκέσιον ψευδομένους, ἀλλὰ καὶ σχήμασιν ἐλεεινοῖς καὶ ὑφειμένοις φθέγμασιν ἐπισπωμένους τὸν οἰκτιζόμενον. Καὶ οἱ μὲν οὕτω τῆς πόλεως ἐξεχύθησαν, ὁ βασιλεὺς δ’ Ἀνδρόνικος τῷ τῆς θέας ἀέλπτῳ καταπλαγεὶς πολλάκις τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς ἀκριβῆ τῶν θεωμένων διεσάλευεν ὅρασιν· ἀτεχνῶς γὰρ ὄναρ ἐδόκει βλέπειν τὰ τότε τελούμενα. ἐπεὶ δὲ ἀληθῆ τὴν ὄψιν καὶ πρὸς μηδὲν πλανῶσαν εἶχε καταμαθών, τὸ τοῖς βασιλεῦσι προσῆκον ἐλευθέριον φρόνημα καὶ τὸ τῆς γνώμης ἀκαπήλευτον παρωσάμενος ὑπονοθεύει τὸν ἔλεον ὁ ἀσύντακτος καὶ τὴν λεοντῆν οὐκ ἔχων τῷ τέως ἀνακαλύπτειν τὴν ἀλωπεκῆν ὑποδύεται.
ἀπαθεστάτην τηρεῖν, ὡς εἴπερ καὶ χερσὶ καὶ νεύμασιν ἐξ ἑαυτῆς μετῆγε τὰ βέλεμνα, εἰς δὲ τὰς τῶν ἀντι- θέτων καρδίας αὐτὰ κατέπησσεν. Οὐ μόνον τοίνυν ἐς οὐδὲν χρήσιμον τὴν ἀπάνθρωπον ταύτην ἐπίνοιαν καταλήξασαν εἶδεν ᾿Ανδρόνικος, ἀλλὰ καὶ νυκτὸς ἐξιόντες οἱ Νικαεῖς τὰς τε μηχανὰς πυρὶ παρέδοσαν καὶ τὴν γυναῖκα διὰ μηρίνθου ἀνιμήσαντο ἢ ὡς Αρπυιαι ἀνηρείψαντο, ᾿Ανδρόνικον δὲ ὡς Φινέα ἄλλον παρῆκαν ἄχθεσθαι μὴ ἔχοντα δ πεινῶντι τῷ θυμῷ παραθήσεται. Καὶ κλέος ἐντεῦθεν μέγα ἐπ' ἀνδρίᾳ παρὰ τοῖς ἐναντίοις κτησάμενοι οἱ Νικαεῖς ἔτι μᾶλλον ἢῤῥενώθησαν τὰ φρονήματα καὶ τῆς μάχης - πτοντο εὐθαρσέστερον. Οὐκ ἀπὸ τῶν τειχῶν δὲ μόνον προφαινόμενοι ἔργα γενναῖα ἐπεδείκνυντο, καὶ ᾿Αν δρόνικον σκώμμασιν ἔπλυνον, μακελλάριον αὐτὸν ἀποκαλοῦντες καὶ κύνα φιλείματον καὶ σαπρύγηρον καὶ κακὸν ἀθάνατον καὶ ἀνθρώπων Ἐριννὸν καὶ φιλογύνην καὶ Πρίηπον Τιθωνοῦ τε καὶ Κρόνου πολυ- ετέστερον, καὶ εἴ τι αΐσχιστον ἄλλο πρᾶγμα καὶ ὄνομα, ἀλλὰ κἀκ [Ρ. 183] τῶν ἐπάλξεων, ὡς εἴρηκε τὸ λέ- γειν, καταπηδῶντες διεξεχέοντο τῶν πυλῶν. ᾿Ανδρόνικος δὲ τῷ ὑπωχειῶντι τοῦ προσώπου καὶ τῷ μὴ κατὰ φύσιν τοῦ βλέμματος καὶ τῷ πολλάκις ὡς ἐν ἱστῷ ὑφαινούσης τῇ δακτύλῳ περιελίττειν τὸ κατακεχυ μένον καὶ βοστρυχῶδες τῆς γενειάδος θυμομαχῶν προδήλως ἐδείκνυτο καὶ δόλους ὑφαίνων κατὰ τῶν Νικαέων. ᾿Αμέλει μηδὲ φέρειν ἔχων τὸ τῶν ἔνδον αὔθαδες, λιμώττων δὲ ὡς κύων Δαυϊδικῶς εἰπεῖν ἐκ τοῦ μὴ ἔχειν τὸ κατωθοινησόμενον, περιεκύκλου τὴν πόλιν τῆς ἡμέρας πολλάκις, καὶ ὡς ἠπορημένη ἄρκτος τῇδε κἀκεῖσε μετα- χωρῶν κατεστέναζε τῶν ταγμάτων, καὶ τοῖς ταξιάρχαις ἐπέπληττεν ὡς δήπου βλακευομένοις περὶ τὸν πόλε- μον καὶ τὴν παράταξιν ὑπεκλίνουσι. γ΄. Τολμητίας δ᾽ ὧν ὁ Καντακουζηνὲς Θεόδωρος, Α καὶ τῇ ἀκμῇ τῆς ἡλικίας ὅσα καὶ οἶνος ζέων νεωστὶ ληνοβατηθείς, ιδών ποτε τὸν βασιλέα Ανδρόνικον τὴν πόλιν περιιόντα μετὰ ὅλης συχνῆς καὶ εὐίππων ταγμάτων, ἐνθουσιωδῶς πλησθεὶς ὁρμήματος καὶ διὰ τῶν ἔψων πυλῶν ἀνακλιθεισῶν ὡς εἶχεν εὐθὺς ἐχθρῶν, ἐφεπομένων αὐτῷ καὶ τινων εὐαρίθμῶν, κατ' ᾿Ανδρονίκου τιταίνει τὸ δόρυ διὰ τῶν προμάχων χωρών. Σφοδροτέραν δὲ ποιούμενος τὴν ἐπέλασιν καὶ συνεχῶς κεντρίζων τὸν ἵππον καὶ βιάζων ἄνα τικρυς ἵπτασθαι, οὐχὶ φέρεσθαι ὡς ἡ φύσις τοὺς πόδας ἐπτέρωσεν, ἔλαβεν ἑαυτὸν ἀπολωλεκώς· τοῦ γὰρ ἵππου κενεμβατήσαντος καὶ καλῶς ὑπὸ βέλους παθόντος κάντεῦθεν ἐπὶ γόνο κλιθέντος, τῆς ἕδρας ἀποβάλλεται ἐπὶ βρεχμὸν κατώκαρα πεσὼν, καὶ τῶν μυῶν τῶν νωτιαίων παθόντων κακῶς ἔκειτο ὀλιγο- Β δρανέων, σκοτοδίνης ὑποπλησθείς. Κάντεῦθεν ἐπισ δραμόντες ξιφήρεις τῶν ἐξ ᾿Ανδρονίκου συχνοί ἀποδειροτομοῦσι τὸν Θεόδωρον, εἰσὶ δ᾽ οἳ καὶ τὸν λοιπὸν ἐκρεανόμουν Θεόδωρον, Ανδρονίκῳ ὁρῶντες τὰ καταθύμια. Μετὰ μικρὸν δὲ καὶ τοῖς οἰκήτορσι τῆς Κωνσταντίνου ἡ τοῦ Καντακουζηνοῦ προσά- γεται κεφαλή, κοντῷ μετέωρος ταῖς ἀγυιαῖς τῆς πόλεως ἐμπομπεύουσα. Οἱ Νίκαεῖς τοίνυν τὸν παρ σαλέον πολεμιστὴν καὶ ἄμαχον πρόμαχον ἀποβα- λόντες οὐ μικρῶς, ὡς εἰκὸς, ἐπωδύραντο τούτον πεσόντα, καὶ ἀθυμότερον διετέθησαν. Βλέψαντες δὲ πρὸς τὸν Ἰσαάκιον "Αγγελον ήθελον ὑπείκειν τουτῳ καὶ ὡς σφῶν ἀρχηγῷ προσφέρεσθαι. Οὗτος δὲ τὴν γνώμην ὁπόνωθρος ὢν καὶ κατ' Αινείαν τοῦ μά χεσθαι ἀφιστάμενος, ὡς ἔοικε, τὸ μέλλον εἰδὼς καὶ τὴν ἀποκειμένην αὐτῷ βασιλείαν ὡς ἐκεῖνος τὴν τοῦ γένους εὔκλειαν φανταζόμενος, οὐ περὶ πολλοῦ τὸν ἡγεμόνα ἐτίθετο. ᾿Αμέλει τοι τὸ στρατιωτικὸν ὑπο εκλυόμενον κατά βραχὺ τοῦ προθύμου ἐς ξυμβάσεις ἤθελε χωρεῖν. καὶ τὸ γενναῖον ἐκεῖνο λῆμα καὶ ἐνθεάζον ἀπέσβεστο τέλεον. Σύνοδοι γοῦν κατὰ φα τρίας γινόμεναι εἶχον ἐκτραγῳδούμενα καὶ οἷον πρὸ ὀφθαλμῶν παριστάμενα ὅσα οἱ πολιορκηθέντες δει- νότατα πάσχουσι. Καὶ τὴν ᾿Ανδρονίκου δὲ κατὰ γοῦν ἀπήνειαν φέροντες, καὶ τὰς παντοδαπάς και DE ANDRONICO COMNENO LIB. I. C dacia fervidus, cum Andronicum cum multis cobor- tibus et equitum turmis urbem cicumire vidisset, quasi numine afflatus Orientali porta cum paucis erumpit, perruptaque prima acie hastam in An- dronicum vibrat. Sed dum majore impetu fertur et calcaribus subditis equum tantum non volare co- git, in exitium ruit. Nam cum equus impexisset et ex vulnere in genu coucidisset, sella excussus el in caput præcipitatus musculis dorsi graviter col- lisis, oborta vertigine semianimis jacuit. Andro- nici vero milites ei caput amputant, alii etiam truncum in Andronici gratiam in frusta dissecant, Caput ejus conto prefixum per vicos Cpolis cir- cumlatum est. Nicæenses fortis bellatoris et invicti propugnatoris interitu tristes et consternati Isuacio parere voluerunt. Sed is segniere ingenio præditus, evitata pugna ut Æneas, et fortasse futurorum præscius, ac in debitum sibi imperium ut ille in posteritatis sua nobilitatem intentus, ducatum non magni fecit. Milites quoque alacritate animorum paulatim exolescente transactionem spectant, ex- stincto penitus generoso illo pene divino impetu. Itaque per contubernia conventus agitari, obsi- dionis ærumnæ velut oculis subjioi, crudelitas ani- mis obversari, varia tormenta in conspectu esse, si urbs vi expugnata fuerif; trepidare omnes veluti lepusculi, aliter quam Cæneus. Is enim, ut est in fabulis, ex muliere vir factus est; illi a virili ro- bore ad muliebrem mollitiem degenerarunt, oum nemo superesset qui fervore suo frigus eorum fo- veret, una cum morte Cantacuzeni omni fortitu- dine, omni pugnandi alacritate emortua. Quibus rebus Nicænus pontifex Nicolaus perspectis, neces- sitate in liberalitatem conversa populum monet ut rebus et tempori serviens urbem, priusquam belli procellis demergatur, Andronico ultro dedat. Vi- dere se non commissurum Andronicum ut vacuis manibus discedat, præsertim cum nihil sit quod eum ab obsidione abstrahat, et ipsi cives urbis custodia paulatim deserta ad rem domesticam, ut 3. At Cantacuzenus Theodorus, ætate atque au-
PG 139:639καὶ τοίνυν οὐ μόνον τὸν ἀσμένως προσδεχόμενον πλάττεται, ἀλλὰ καὶ μικροῦ κατήχθη πρὸς δάκρυα, τοῦτο δὴ τὸ ἀρχαῖον Ἀνδρονίκῳ τῆς ἀληθείας συσκίασμα. Πλὴν οὐκ ἐπὶ πολὺ τὸ δρᾶμα ὑποκρινάμενος, ἀλλὰ μετὰ καιρὸν ἀποδὺς ὡς ῥάκια τὰ ἁπαλὰ καὶ ὑπὲρ ἔλαιον λεῖα ῥήματα, ἐμφανῶς τοῖς Νικαεῦσιν ὑπέδειξε καὶ μάλιστα τοῖς κατ’ ἀξίωσιν καὶ γένους σεμνότητα ὑπερέχουσιν, οἵαν ὁ γέρων ἐπιγουνίδα τρέφει ὀργῆς καὶ ὅσον τὸν μετόπισθεν ὑποτύφων κότον καὶ τὸ ἐχθραντικὸν καὶ μνησίκακον εἰς καιρὸν ἐταμιούλκει τὴν ἀνταπόδοσιν. πολλοὺς τοίνυν τῆς πατρίδος μετανάστας εἰργάσατο, τινὲς δ’ ἀπὸ τῶν τειχῶν κύμβαχοι καταρριφέντες οἰκτρότατον ὑπέμειναν θάνατον.
κώσεις ἀναπεμπάζοντες ταῖς φρεσὶν ὅσας πείσονται πολέμου νόμῳ ἁλούσης τῆς πόλεως, κατέπτησσον ὡς λαγώδια, απεναντίας τῷ Καινεῖ πεπονθότες· ὁ μὲν γὰρ ἐκ γυναικὸς εἰς ἄνδρα, ὡς ὁ μῦθος βούλεται, ἥρμοστο, οἱ δὲ ἐξ ἀνδρῶν εἰς μαλακότητα γυναικείαν ἐξενευρίσθησαν, μηδενὸς ἔτι ὄντος τοῦ διὰ τῆς οἰκείας θερμῆς ὁρμῆς εἰς ἔργα ἀρετῆς ἀναθάλ- ποντος, ἀλλὰ πάντων μετὰ τὸν τοῦ Καντακουζηνοῦ μέρον συννεκρωθεν οἷον τὸ θάρσος καὶ τὸ περὶ τὰς μάχας ἀποθεμένων πρόθυμον. "Α πάντα κατα- νοήσας ὁ τότε τῆς Νικαίας ἀρχιερεὺς Νικόλαος τὴν ἀνάγκην ἐς τὸ φιλότιμον διατίθησι, καὶ δὴ τὸν λαὸν ἐκκλησιάσας ὑποτίθησιν ἐνδοῦναι τῷ καιρῷ καὶ τοῖς πράγμασι, καὶ ἕως ἡ πόλις τοῖς κύμασι τῆς μάχης ἀβάπτιστος, ἐγχειρίσαι φέροντας Ανδρονίκῳ· δραν γὰρ Ανδρόνικον μὴ ἄν ποτε κεναῖς (δ φασιν) ἐπαναζεύξοντα χερσὶν, ὅτι μηδ' ἑπόμενά εἰσιν αὐτῷ τὰ ἀνθέλκοντα καὶ ἀντιπερισπῶντα ἑτέρωθι, καὶ ἑαυτοὺς δὲ κατὰ μικρὸν καὶ τῆς φυλακῆς ἀφιστα- μένους τῆς πόλεως καὶ πρὸς τὸ τῆς εἰρήνης οἴκου- ρὸν ἀπονεύοντας. Καὶ ὡς εὗρε πάντας ἀγαθὴν τὴν παραίφασιν οἰομένους καὶ ἀμφοτέραις τοῦ ἐκ ταύτης καλοῦ περιοραττομένους, τὴν ἱερὰν ἐρέαν ἐνδὺς καὶ ἀνὰ χεῖρας τὰ θεῖα δεξάμενος λόγια ἕπεσθαί οἱ τοὺς ζακόρους κελεύει καὶ τὸ λοιπὸν τῆς πόλεως πλήρω μα, ώς μηδὲ γυναῖκας ἤ νηπιάχους ἀπολειφθῆναι τῆς ἐξελεύσεως, πάντας γυμνητεύοντας όπλου παν- τῆς, κλάδους ἱκετηρίους σείοντας, ἀκαλυφεῖς τὴν κάραν, ἀκρηπιδώτους τοὺς πόδας, τὰς χεῖρας λελυ- μένους τῶν ἱματίων, κατὰ μηδὲν τὸν ὡς ἀληθῶς Ικέσιον ψευδομένους, ἀλλὰ καὶ σχήμασιν ἐλεεινοῖς καὶ ὑφειμένοις φθέγμασιν ἐπισπωμένους τὸν οἰκτι ζήμενον. Καὶ οἱ μὲν οὕτω τῆς πόλεως ἐξεχύθησαν, ὁ βασιλεὺς δ' Ανδρόνικος τῷ τῆς θέας ἀέλπτῳ κατα- πλαγείς πολλάκις τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς ἀκριβῆ τῶν θεωμένων διεσάλευεν ὅρασιν· ἀτεχνῶς γὰρ ὄναρ ἐδόκει βλέπειν τὰ τότε τελούμενα. Ἐπεὶ δὲ ἀληθῆ τὴν ὄψιν καὶ πρὸς μηδὲν πλανῶσαν εἶχε καταμα- θὼν, τὸ τοῖς βασιλεῦσι προσῆκον ἐλευθέριον φρόνημα καὶ τὸ τῆς γνώμης ἀκαπηλευτον παρωσάμενος ὑπονοθεύει τὸν ἔλεον, καὶ τὴν λεοντῆν οὐκ ἔχων τῷ τέως ἀνακαλύπτειν τὴν ἀλωπεκήν ὑποδύεται. Καὶ τοίνυν οὐ μόνον τὸν ἀσμένως προσδεχόμενον πλάττεται, ἀλλὰ μικροῦ καὶ κατήχθη πρὸς δάκρυα, τοῦτο δὴ τὸ ἀρχαῖον ᾿Ανδρονίκῳ τῆς ἀληθείας συσκίασμα, τῶν τῆς ψυχῆς κινημάτων προσκίασμα. Πλὴν οὐκ ἐπὶ πολὺ τὸ δράμα ὑποκρινάμενος, ἀλλὰ μετὰ καιρὸν ἀποδὺς ὡς ῥάκια τὰ ἁπαλὰ καὶ ὑπὲρ ἔλαιον λεῖα ρήματα, ἐμφανῶς τοῖς Νικαεῦσιν ὑπέδειξε, καὶ μάλιστα τοῖς κατ᾿ ἀξίωσιν καὶ γένους σεμνότητα ὑπερέχουσιν, οἵαν ὁ γέρων ἐπιγουνίδα τρέφει ὀργῆς καὶ ὅσον τὸν μετόπισθεν ὑποτύφων κότον καὶ τὸ ἐχθραντικὸν καὶ μνησίκακον εἰς καιρὸν ἐταμιούχει τὴν ἀνταπόδοσιν. Πολλούς τοίνυν μετέπειτα τῆς πατρίδος μετανάστας εἰργάσατο, τινὲς δ᾽ ἀπὸ τῶν τειχῶν κύμβαχοι καταῤῥιφέντες οικτρότατον ὑπέμειναν θάνατον. Τότε δὲ τοὺς Πέρσας ἀνασκολοπίσας κύκλῳ τῆς πόλεως, καὶ τὸν "Αγγελον Ἰσαάκιον ἐπαινέσας ὧν ἔδρασε καὶ ὧν εἴρηκε, μή μόνον τοὺς ὀδόντας εἰς ὅπλα καὶ βέλη οὐ μεταποιήσας ἐπ᾽ ἴσης τῷ Καντακουζηνῷ Θεοδώρῳ, ἀλλὰ κακείνῳ ἐπιπλήξας πολλάκις κατὰ Χριστοῦ Κυρίου θρασυττομοῦντι καὶ ὡς ἐκ κουλεοῦ τοῦ στόματος μάχαιραν ἐξεῖαν τὴν γλῶτταν ἕλκοντι, καὶ χρηστῶν ἐμπλήσας προσω δοκιῶν [Ρ. 185], τὸ δ᾽ ἀληθέστερον εἰπεῖν τὸν ἑαυτοῦ φονέα καὶ τῆς ἀρχῆς παραλύσοντα τρέφων κατά Θεῖον καὶ περιθάλπων εἰς τὸν τῇ Προνοίᾳ δοκοῦντα καιρόν, ἐκεῖνον μὲν ὀπίσω ἀποπέμπει πρὸς τὸ Βυ- ζάντιον, αὐτὸς δὲ πρὸς τὸ τῶν Προυσαέων μεταβαίνει πόλισμα μετὰ τῶν ἐφεπομένων αὐτῷ στρατιωτικών τάξεων. δ. Καὶ δὴ κατὰ τὸ πρὸς μεσημβρίαν μέρος τῆς πόλεως βαλών χάρακα, καθὸ δὴ καὶ προσιτὸν ἐδόκει NICETE CHONIATÆ tempore pacis, curandam declinent. Eo consilio ab A omnibus approbato, et commoda pacis utraque manu amplexis, sacra veste indutus, et diviuis ora- culis in manus sumplis, sacerdotes et omnem urbanam multitudinem se sequijussit, ne mulieribus quidem et pueris exceptis, sine ullis armis, sup- plices frondes manibus gestantes, apertis capitibus, nudis pedibus et manibus, nullo vere supplicum miserabili gestu prætermisso, submissa voce mise- ricordiam flagitantes. Qui cum hoc modo urbe elfunderentur, Andronicus imperator inexspectato spectaculo attonitus subinde hue atque illuc de- flexit oculos, ut certius perspiceret quid rei esset: nam plane somnium videre sibi videbatur. Ubi vero animadvertit se absque errore rem veram cernere, repudiala liberalitate et candore digno A regibus clementiam adulterat; et quia pellem leo- ninamtum proferre haud licebat, vulpinam induit, seque non modo libenter recipere supplices fingit, Bed vix a lacrymis temperat, quibus jam olim veri- tatem involvere atque animum suum dissimulare consueveral. Enimvero fabula illa non diu acta, aliquando post simulatione deposita et mollibus oleoque lenioribus verbis omissis, Nicæensibus, nobilitate præsertim et dignitate præstantibus, ostendit quantum iræ æstum animo celasset, dum se ultionis offerret occasio. Multos enim in exsi- lium egit, nonnullos de mænibus miserabiliter præcipitavit, et Persas circum urbem palis aftixit. Isaacium vero Angelum ob dicta et facta ejus col- laudavit, quod Theodori Cantacuzeni maledicen- tiam uon modo non imitatus esset, sed etiam casti- Kassel ; ac spe bona implevit, aut verius ut dicam, percussorem suum et imperii eversorem fato quo- dam et providentia Numinis aluit. Ac illo Byzan- tium misso Prusam transiit ; munitoque versus meridiem vallo, qua ob planitiem adiri posse mœ- nia videbantur (nam aliæ partes urbis rotundæ et præruptæ rupi impositæ sunt). postridie oppugna- tionem orditur. [P. 184] C mas litteras sagittis annexas in urbem jaculatur, 4. Machinis et viris operi intentis, ipse pluri-
Τότε δὲ τοὺς Πέρσας ἀνασκολοπίσας κύκλῳ τῆς πόλεως καὶ τὸν Ἄγγελον Ἰσαάκιον ἐπαινέσας οἷς ἔδρασε καὶ οἷς εἴρηκε, μὴ μόνον τοὺς ὀδόντας εἰς ὅπλα καὶ βέλη [οὐ] μεταποιήσας ἐπ’ ἴσης τῷ Καντακουζηνῷ Θεοδώρῳ, ἀλλὰ κἀκείνῳ ἐπιπλήξας πολλάκις κατὰ χριστοῦ Κυρίου θρασυστομοῦντι καὶ ὡς ἐκ κουλεοῦ τοῦ στόματος μάχαιραν ὀξεῖαν τὴν γλῶτταν ἕλκοντι, καὶ χρηστῶν ἐμπλήσας προσδοκιῶν, τὸ δ’ ἀληθέστερον εἰπεῖν, τὸν ἑαυτοῦ φονέα καὶ τῆς ἀρχῆς παραλύσοντα τρέφων κατὰ θεῖον καὶ περιθάλπων εἰς τὸν τῇ προνοίᾳ δοκοῦντα καιρόν, ἐκεῖνον μὲν ὀπίσω ἀποπέμπει πρὸς τὸ Βυζάντιον, αὐτὸς δὲ πρὸς τὸ τῶν Προυσαέων μεταβαίνει πόλισμα μετὰ τῶν ἐφεπομένων αὐτῷ στρατιωτικῶν τάξεων. Καὶ δὴ κατὰ τὸ πρὸς μεσημβρίαν μέρος τῆς πόλεως βαλὼν χάρακα, καθ’ ὃ δὴ καὶ προσιτὸν ἐδόκει τὸ τεῖχος διὰ τὸ τοῦ χώρου ἰσόπεδον, μὴ ὡς ἡ λοιπὴ πόλις εἰς πετρῆεν καὶ περιφερὲς αἰρόμενον γήλοφον καὶ ἀπότομον προφαινόμενον, τῇ ἑξῆς ἔχεται τοῦ πολιορκεῖν. καὶ αἱ μὲν μηχαναὶ καὶ οἱ ἄνδρες οὐκ ἀεργῶς εἶχον, ἀλλ’ ἔδρων τὸ πρόσφορον· αὐτὸς δὲ Ἀνδρόνικος ῥέων τῷ λέγειν ἀτράκτους βελῶν πετησίμους τιθεὶς λόγοις πτερόεσσιν ἐπηφίει κατὰ τῆς πόλεως.
κώσεις ἀναπεμπάζοντες ταῖς φρεσὶν ὅσας πείσονται πολέμου νόμῳ ἁλούσης τῆς πόλεως, κατέπτησσον ὡς λαγώδια, απεναντίας τῷ Καινεῖ πεπονθότες· ὁ μὲν γὰρ ἐκ γυναικὸς εἰς ἄνδρα, ὡς ὁ μῦθος βούλεται, ἥρμοστο, οἱ δὲ ἐξ ἀνδρῶν εἰς μαλακότητα γυναικείαν ἐξενευρίσθησαν, μηδενὸς ἔτι ὄντος τοῦ διὰ τῆς οἰκείας θερμῆς ὁρμῆς εἰς ἔργα ἀρετῆς ἀναθάλ- ποντος, ἀλλὰ πάντων μετὰ τὸν τοῦ Καντακουζηνοῦ μέρον συννεκρωθεν οἷον τὸ θάρσος καὶ τὸ περὶ τὰς μάχας ἀποθεμένων πρόθυμον. "Α πάντα κατα- νοήσας ὁ τότε τῆς Νικαίας ἀρχιερεὺς Νικόλαος τὴν ἀνάγκην ἐς τὸ φιλότιμον διατίθησι, καὶ δὴ τὸν λαὸν ἐκκλησιάσας ὑποτίθησιν ἐνδοῦναι τῷ καιρῷ καὶ τοῖς πράγμασι, καὶ ἕως ἡ πόλις τοῖς κύμασι τῆς μάχης ἀβάπτιστος, ἐγχειρίσαι φέροντας Ανδρονίκῳ· δραν γὰρ Ανδρόνικον μὴ ἄν ποτε κεναῖς (δ φασιν) ἐπαναζεύξοντα χερσὶν, ὅτι μηδ' ἑπόμενά εἰσιν αὐτῷ τὰ ἀνθέλκοντα καὶ ἀντιπερισπῶντα ἑτέρωθι, καὶ ἑαυτοὺς δὲ κατὰ μικρὸν καὶ τῆς φυλακῆς ἀφιστα- μένους τῆς πόλεως καὶ πρὸς τὸ τῆς εἰρήνης οἴκου- ρὸν ἀπονεύοντας. Καὶ ὡς εὗρε πάντας ἀγαθὴν τὴν παραίφασιν οἰομένους καὶ ἀμφοτέραις τοῦ ἐκ ταύτης καλοῦ περιοραττομένους, τὴν ἱερὰν ἐρέαν ἐνδὺς καὶ ἀνὰ χεῖρας τὰ θεῖα δεξάμενος λόγια ἕπεσθαί οἱ τοὺς ζακόρους κελεύει καὶ τὸ λοιπὸν τῆς πόλεως πλήρω μα, ώς μηδὲ γυναῖκας ἤ νηπιάχους ἀπολειφθῆναι τῆς ἐξελεύσεως, πάντας γυμνητεύοντας όπλου παν- τῆς, κλάδους ἱκετηρίους σείοντας, ἀκαλυφεῖς τὴν κάραν, ἀκρηπιδώτους τοὺς πόδας, τὰς χεῖρας λελυ- μένους τῶν ἱματίων, κατὰ μηδὲν τὸν ὡς ἀληθῶς Ικέσιον ψευδομένους, ἀλλὰ καὶ σχήμασιν ἐλεεινοῖς καὶ ὑφειμένοις φθέγμασιν ἐπισπωμένους τὸν οἰκτι ζήμενον. Καὶ οἱ μὲν οὕτω τῆς πόλεως ἐξεχύθησαν, ὁ βασιλεὺς δ' Ανδρόνικος τῷ τῆς θέας ἀέλπτῳ κατα- πλαγείς πολλάκις τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς ἀκριβῆ τῶν θεωμένων διεσάλευεν ὅρασιν· ἀτεχνῶς γὰρ ὄναρ ἐδόκει βλέπειν τὰ τότε τελούμενα. Ἐπεὶ δὲ ἀληθῆ τὴν ὄψιν καὶ πρὸς μηδὲν πλανῶσαν εἶχε καταμα- θὼν, τὸ τοῖς βασιλεῦσι προσῆκον ἐλευθέριον φρόνημα καὶ τὸ τῆς γνώμης ἀκαπηλευτον παρωσάμενος ὑπονοθεύει τὸν ἔλεον, καὶ τὴν λεοντῆν οὐκ ἔχων τῷ τέως ἀνακαλύπτειν τὴν ἀλωπεκήν ὑποδύεται. Καὶ τοίνυν οὐ μόνον τὸν ἀσμένως προσδεχόμενον πλάττεται, ἀλλὰ μικροῦ καὶ κατήχθη πρὸς δάκρυα, τοῦτο δὴ τὸ ἀρχαῖον ᾿Ανδρονίκῳ τῆς ἀληθείας συσκίασμα, τῶν τῆς ψυχῆς κινημάτων προσκίασμα. Πλὴν οὐκ ἐπὶ πολὺ τὸ δράμα ὑποκρινάμενος, ἀλλὰ μετὰ καιρὸν ἀποδὺς ὡς ῥάκια τὰ ἁπαλὰ καὶ ὑπὲρ ἔλαιον λεῖα ρήματα, ἐμφανῶς τοῖς Νικαεῦσιν ὑπέδειξε, καὶ μάλιστα τοῖς κατ᾿ ἀξίωσιν καὶ γένους σεμνότητα ὑπερέχουσιν, οἵαν ὁ γέρων ἐπιγουνίδα τρέφει ὀργῆς καὶ ὅσον τὸν μετόπισθεν ὑποτύφων κότον καὶ τὸ ἐχθραντικὸν καὶ μνησίκακον εἰς καιρὸν ἐταμιούχει τὴν ἀνταπόδοσιν. Πολλούς τοίνυν μετέπειτα τῆς πατρίδος μετανάστας εἰργάσατο, τινὲς δ᾽ ἀπὸ τῶν τειχῶν κύμβαχοι καταῤῥιφέντες οικτρότατον ὑπέμειναν θάνατον. Τότε δὲ τοὺς Πέρσας ἀνασκολοπίσας κύκλῳ τῆς πόλεως, καὶ τὸν "Αγγελον Ἰσαάκιον ἐπαινέσας ὧν ἔδρασε καὶ ὧν εἴρηκε, μή μόνον τοὺς ὀδόντας εἰς ὅπλα καὶ βέλη οὐ μεταποιήσας ἐπ᾽ ἴσης τῷ Καντακουζηνῷ Θεοδώρῳ, ἀλλὰ κακείνῳ ἐπιπλήξας πολλάκις κατὰ Χριστοῦ Κυρίου θρασυττομοῦντι καὶ ὡς ἐκ κουλεοῦ τοῦ στόματος μάχαιραν ἐξεῖαν τὴν γλῶτταν ἕλκοντι, καὶ χρηστῶν ἐμπλήσας προσω δοκιῶν [Ρ. 185], τὸ δ᾽ ἀληθέστερον εἰπεῖν τὸν ἑαυτοῦ φονέα καὶ τῆς ἀρχῆς παραλύσοντα τρέφων κατά Θεῖον καὶ περιθάλπων εἰς τὸν τῇ Προνοίᾳ δοκοῦντα καιρόν, ἐκεῖνον μὲν ὀπίσω ἀποπέμπει πρὸς τὸ Βυ- ζάντιον, αὐτὸς δὲ πρὸς τὸ τῶν Προυσαέων μεταβαίνει πόλισμα μετὰ τῶν ἐφεπομένων αὐτῷ στρατιωτικών τάξεων. δ. Καὶ δὴ κατὰ τὸ πρὸς μεσημβρίαν μέρος τῆς πόλεως βαλών χάρακα, καθὸ δὴ καὶ προσιτὸν ἐδόκει NICETE CHONIATÆ tempore pacis, curandam declinent. Eo consilio ab A omnibus approbato, et commoda pacis utraque manu amplexis, sacra veste indutus, et diviuis ora- culis in manus sumplis, sacerdotes et omnem urbanam multitudinem se sequijussit, ne mulieribus quidem et pueris exceptis, sine ullis armis, sup- plices frondes manibus gestantes, apertis capitibus, nudis pedibus et manibus, nullo vere supplicum miserabili gestu prætermisso, submissa voce mise- ricordiam flagitantes. Qui cum hoc modo urbe elfunderentur, Andronicus imperator inexspectato spectaculo attonitus subinde hue atque illuc de- flexit oculos, ut certius perspiceret quid rei esset: nam plane somnium videre sibi videbatur. Ubi vero animadvertit se absque errore rem veram cernere, repudiala liberalitate et candore digno A regibus clementiam adulterat; et quia pellem leo- ninamtum proferre haud licebat, vulpinam induit, seque non modo libenter recipere supplices fingit, Bed vix a lacrymis temperat, quibus jam olim veri- tatem involvere atque animum suum dissimulare consueveral. Enimvero fabula illa non diu acta, aliquando post simulatione deposita et mollibus oleoque lenioribus verbis omissis, Nicæensibus, nobilitate præsertim et dignitate præstantibus, ostendit quantum iræ æstum animo celasset, dum se ultionis offerret occasio. Multos enim in exsi- lium egit, nonnullos de mænibus miserabiliter præcipitavit, et Persas circum urbem palis aftixit. Isaacium vero Angelum ob dicta et facta ejus col- laudavit, quod Theodori Cantacuzeni maledicen- tiam uon modo non imitatus esset, sed etiam casti- Kassel ; ac spe bona implevit, aut verius ut dicam, percussorem suum et imperii eversorem fato quo- dam et providentia Numinis aluit. Ac illo Byzan- tium misso Prusam transiit ; munitoque versus meridiem vallo, qua ob planitiem adiri posse mœ- nia videbantur (nam aliæ partes urbis rotundæ et præruptæ rupi impositæ sunt). postridie oppugna- tionem orditur. [P. 184] C mas litteras sagittis annexas in urbem jaculatur, 4. Machinis et viris operi intentis, ipse pluri-
ἦσαν δὲ ἃ ἐδήλου τὰ φερόμενα ἐκεῖνα διαέρια γράμματα μεταβολῆς παραίφασις καὶ ἀμνηστία κακῶν, εἰ αὐτὸν μὲν εἴσω προσδέξονται τὰς πύλας ἀναπετάσαντες, Θεόδωρον δὲ τὸν Ἄγγελον καὶ τὸν ἀγοραῖον Λαχανᾶν καὶ τὸν ἀσύνετον Συνέσιον, ἵνα ταῖς αὐτοῦ ἐκείνου χρησαίμην λέξεσι, καὶ οἳ τούτοις ὁμόφρονες συσχόντες καταπροδώσουσι. καὶ τοῦτο ἐφ’ ἱκαναῖς ἐποίει ἡμέραις. οὐδὲ γὰρ ὁ κατὰ Προῦσαν συγκροτούμενος πόλεμος τοῦ κατὰ Νίκαιαν συστάντος τὸ ἔλαττον ἀπεφέρετο κατά τε ἀλκὴν ἀνδρῶν συμπλεκομένων τοῖς βασιλείοις τάγμασι καὶ μῖσος τὸ ἐς Ἀνδρόνικον, ὃ καὶ τοῦ πολέμου αἴτιον ἦν. καὶ αὐτὴ δὲ ἡ πόλις ἡ Προῦσα καλλίπυργος ἅπασα καὶ ἐχυρὸν περιβεβλημένη περίβολον καὶ τοῦτον ἀμφίδυμον κατὰ τὸ κλίμα τὸ νότιον. ἐν ᾧ καὶ ἐκδρομαὶ πολλάκις τῆς ἡμέρας γινόμεναι συνῆπτον πρὸς ἄλληλα τὰ στρατεύματα καὶ ἔπιπτον ἐξ ἀμφοτέρων συχνοί. Ἐπεὶ δὲ ἔδει καὶ τὴν πόλιν ταύτην ὑποκύψαι τῷ Ἀνδρονίκῳ καὶ τοὺς πλείστους τῶν ἐν αὐτῇ χειρωθέντας παθεῖν τὰ ἀνήκεστα, τοῦ τείχους τι ἀπελεπίσθη συνεχῶς τῇ ἑλεπόλει δρυπτόμενον.
κώσεις ἀναπεμπάζοντες ταῖς φρεσὶν ὅσας πείσονται πολέμου νόμῳ ἁλούσης τῆς πόλεως, κατέπτησσον ὡς λαγώδια, απεναντίας τῷ Καινεῖ πεπονθότες· ὁ μὲν γὰρ ἐκ γυναικὸς εἰς ἄνδρα, ὡς ὁ μῦθος βούλεται, ἥρμοστο, οἱ δὲ ἐξ ἀνδρῶν εἰς μαλακότητα γυναικείαν ἐξενευρίσθησαν, μηδενὸς ἔτι ὄντος τοῦ διὰ τῆς οἰκείας θερμῆς ὁρμῆς εἰς ἔργα ἀρετῆς ἀναθάλ- ποντος, ἀλλὰ πάντων μετὰ τὸν τοῦ Καντακουζηνοῦ μέρον συννεκρωθεν οἷον τὸ θάρσος καὶ τὸ περὶ τὰς μάχας ἀποθεμένων πρόθυμον. "Α πάντα κατα- νοήσας ὁ τότε τῆς Νικαίας ἀρχιερεὺς Νικόλαος τὴν ἀνάγκην ἐς τὸ φιλότιμον διατίθησι, καὶ δὴ τὸν λαὸν ἐκκλησιάσας ὑποτίθησιν ἐνδοῦναι τῷ καιρῷ καὶ τοῖς πράγμασι, καὶ ἕως ἡ πόλις τοῖς κύμασι τῆς μάχης ἀβάπτιστος, ἐγχειρίσαι φέροντας Ανδρονίκῳ· δραν γὰρ Ανδρόνικον μὴ ἄν ποτε κεναῖς (δ φασιν) ἐπαναζεύξοντα χερσὶν, ὅτι μηδ' ἑπόμενά εἰσιν αὐτῷ τὰ ἀνθέλκοντα καὶ ἀντιπερισπῶντα ἑτέρωθι, καὶ ἑαυτοὺς δὲ κατὰ μικρὸν καὶ τῆς φυλακῆς ἀφιστα- μένους τῆς πόλεως καὶ πρὸς τὸ τῆς εἰρήνης οἴκου- ρὸν ἀπονεύοντας. Καὶ ὡς εὗρε πάντας ἀγαθὴν τὴν παραίφασιν οἰομένους καὶ ἀμφοτέραις τοῦ ἐκ ταύτης καλοῦ περιοραττομένους, τὴν ἱερὰν ἐρέαν ἐνδὺς καὶ ἀνὰ χεῖρας τὰ θεῖα δεξάμενος λόγια ἕπεσθαί οἱ τοὺς ζακόρους κελεύει καὶ τὸ λοιπὸν τῆς πόλεως πλήρω μα, ώς μηδὲ γυναῖκας ἤ νηπιάχους ἀπολειφθῆναι τῆς ἐξελεύσεως, πάντας γυμνητεύοντας όπλου παν- τῆς, κλάδους ἱκετηρίους σείοντας, ἀκαλυφεῖς τὴν κάραν, ἀκρηπιδώτους τοὺς πόδας, τὰς χεῖρας λελυ- μένους τῶν ἱματίων, κατὰ μηδὲν τὸν ὡς ἀληθῶς Ικέσιον ψευδομένους, ἀλλὰ καὶ σχήμασιν ἐλεεινοῖς καὶ ὑφειμένοις φθέγμασιν ἐπισπωμένους τὸν οἰκτι ζήμενον. Καὶ οἱ μὲν οὕτω τῆς πόλεως ἐξεχύθησαν, ὁ βασιλεὺς δ' Ανδρόνικος τῷ τῆς θέας ἀέλπτῳ κατα- πλαγείς πολλάκις τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς ἀκριβῆ τῶν θεωμένων διεσάλευεν ὅρασιν· ἀτεχνῶς γὰρ ὄναρ ἐδόκει βλέπειν τὰ τότε τελούμενα. Ἐπεὶ δὲ ἀληθῆ τὴν ὄψιν καὶ πρὸς μηδὲν πλανῶσαν εἶχε καταμα- θὼν, τὸ τοῖς βασιλεῦσι προσῆκον ἐλευθέριον φρόνημα καὶ τὸ τῆς γνώμης ἀκαπηλευτον παρωσάμενος ὑπονοθεύει τὸν ἔλεον, καὶ τὴν λεοντῆν οὐκ ἔχων τῷ τέως ἀνακαλύπτειν τὴν ἀλωπεκήν ὑποδύεται. Καὶ τοίνυν οὐ μόνον τὸν ἀσμένως προσδεχόμενον πλάττεται, ἀλλὰ μικροῦ καὶ κατήχθη πρὸς δάκρυα, τοῦτο δὴ τὸ ἀρχαῖον ᾿Ανδρονίκῳ τῆς ἀληθείας συσκίασμα, τῶν τῆς ψυχῆς κινημάτων προσκίασμα. Πλὴν οὐκ ἐπὶ πολὺ τὸ δράμα ὑποκρινάμενος, ἀλλὰ μετὰ καιρὸν ἀποδὺς ὡς ῥάκια τὰ ἁπαλὰ καὶ ὑπὲρ ἔλαιον λεῖα ρήματα, ἐμφανῶς τοῖς Νικαεῦσιν ὑπέδειξε, καὶ μάλιστα τοῖς κατ᾿ ἀξίωσιν καὶ γένους σεμνότητα ὑπερέχουσιν, οἵαν ὁ γέρων ἐπιγουνίδα τρέφει ὀργῆς καὶ ὅσον τὸν μετόπισθεν ὑποτύφων κότον καὶ τὸ ἐχθραντικὸν καὶ μνησίκακον εἰς καιρὸν ἐταμιούχει τὴν ἀνταπόδοσιν. Πολλούς τοίνυν μετέπειτα τῆς πατρίδος μετανάστας εἰργάσατο, τινὲς δ᾽ ἀπὸ τῶν τειχῶν κύμβαχοι καταῤῥιφέντες οικτρότατον ὑπέμειναν θάνατον. Τότε δὲ τοὺς Πέρσας ἀνασκολοπίσας κύκλῳ τῆς πόλεως, καὶ τὸν "Αγγελον Ἰσαάκιον ἐπαινέσας ὧν ἔδρασε καὶ ὧν εἴρηκε, μή μόνον τοὺς ὀδόντας εἰς ὅπλα καὶ βέλη οὐ μεταποιήσας ἐπ᾽ ἴσης τῷ Καντακουζηνῷ Θεοδώρῳ, ἀλλὰ κακείνῳ ἐπιπλήξας πολλάκις κατὰ Χριστοῦ Κυρίου θρασυττομοῦντι καὶ ὡς ἐκ κουλεοῦ τοῦ στόματος μάχαιραν ἐξεῖαν τὴν γλῶτταν ἕλκοντι, καὶ χρηστῶν ἐμπλήσας προσω δοκιῶν [Ρ. 185], τὸ δ᾽ ἀληθέστερον εἰπεῖν τὸν ἑαυτοῦ φονέα καὶ τῆς ἀρχῆς παραλύσοντα τρέφων κατά Θεῖον καὶ περιθάλπων εἰς τὸν τῇ Προνοίᾳ δοκοῦντα καιρόν, ἐκεῖνον μὲν ὀπίσω ἀποπέμπει πρὸς τὸ Βυ- ζάντιον, αὐτὸς δὲ πρὸς τὸ τῶν Προυσαέων μεταβαίνει πόλισμα μετὰ τῶν ἐφεπομένων αὐτῷ στρατιωτικών τάξεων. δ. Καὶ δὴ κατὰ τὸ πρὸς μεσημβρίαν μέρος τῆς πόλεως βαλών χάρακα, καθὸ δὴ καὶ προσιτὸν ἐδόκει NICETE CHONIATÆ tempore pacis, curandam declinent. Eo consilio ab A omnibus approbato, et commoda pacis utraque manu amplexis, sacra veste indutus, et diviuis ora- culis in manus sumplis, sacerdotes et omnem urbanam multitudinem se sequijussit, ne mulieribus quidem et pueris exceptis, sine ullis armis, sup- plices frondes manibus gestantes, apertis capitibus, nudis pedibus et manibus, nullo vere supplicum miserabili gestu prætermisso, submissa voce mise- ricordiam flagitantes. Qui cum hoc modo urbe elfunderentur, Andronicus imperator inexspectato spectaculo attonitus subinde hue atque illuc de- flexit oculos, ut certius perspiceret quid rei esset: nam plane somnium videre sibi videbatur. Ubi vero animadvertit se absque errore rem veram cernere, repudiala liberalitate et candore digno A regibus clementiam adulterat; et quia pellem leo- ninamtum proferre haud licebat, vulpinam induit, seque non modo libenter recipere supplices fingit, Bed vix a lacrymis temperat, quibus jam olim veri- tatem involvere atque animum suum dissimulare consueveral. Enimvero fabula illa non diu acta, aliquando post simulatione deposita et mollibus oleoque lenioribus verbis omissis, Nicæensibus, nobilitate præsertim et dignitate præstantibus, ostendit quantum iræ æstum animo celasset, dum se ultionis offerret occasio. Multos enim in exsi- lium egit, nonnullos de mænibus miserabiliter præcipitavit, et Persas circum urbem palis aftixit. Isaacium vero Angelum ob dicta et facta ejus col- laudavit, quod Theodori Cantacuzeni maledicen- tiam uon modo non imitatus esset, sed etiam casti- Kassel ; ac spe bona implevit, aut verius ut dicam, percussorem suum et imperii eversorem fato quo- dam et providentia Numinis aluit. Ac illo Byzan- tium misso Prusam transiit ; munitoque versus meridiem vallo, qua ob planitiem adiri posse mœ- nia videbantur (nam aliæ partes urbis rotundæ et præruptæ rupi impositæ sunt). postridie oppugna- tionem orditur. [P. 184] C mas litteras sagittis annexas in urbem jaculatur, 4. Machinis et viris operi intentis, ipse pluri-
PG 139:641πρὸς δὲ τούτῳ καὶ τὸ κατ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος προσεπίκτισμα καὶ ἱμάντωμα τοῦ παλαιοῦ περιβόλου καταβληθὲν φαντασίαν τοῖς ἔνδον παρέσχετο τοῦ τὸ τεῖχος ἅπαν, ὁπόσον ἡ ἑλέπολις ἔτυπτεν, ἐπὶ γόνυ κλιθῆναι κατασεισθέν. θροῦς οὖν ἐπὶ τῷ γενομένῳ ἄσημος αἴρεται καὶ δέος τὰς ἁπάντων ἐκταράττει ψυχάς. ὅθεν μὴ περιεργασθέντος τοῦ κακοῦ, ἀλλ’ ὅλων καὶ πρὸς μόνον τῶν ἐκτιναχθέντων λίθων τὸν δοῦπον ἐναποψυξάντων τῷ δέει μικροῦ, ἔρημα μὲν τὰ τείχη τῶν προφυλακούντων εἰάθησαν, αἱ δ’ ἀγυιαὶ εἶχον ἁλιζομένους ὡς ἐπ’ ἀμηχάνοις τοὺς ὑποκαταβάντας ἐκ τῶν τειχῶν. καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἄνετος μὲν τοῖς πολεμίοις ἡ διὰ πυλῶν καὶ τείχους κλιμάκων ἐπενηνεγμένων εἰς τὴν πόλιν εἴσοδος, αὐτοῖς δὲ τοῖς Προυσαεῦσι καταλαμβανομένοις ἀνηλεὴς ἀναίρεσις καὶ τῶν προσόντων διαρπαγὴ καὶ τῶν βοσκημάτων κατακοπή, ἃ κατὰ πώεα καὶ ὅλα βουκόλια εἰσηλάθησαν, ὡς ἔχοιεν ᾧ τραφήσονται οἱ ἐντός, ἐπιτεινομένης τῆς πολιορκίας. καὶ τότε μὲν ἐν τοιούτοις ἦσαν δεινοῖς τὰ τελούμενα.
τὸ τεῖχος διὰ τὸ τοῦ χώρου ἰσόπεδον, μὴ ὡς ἡ λοιπὴ Δ πόλις εἰς πειρῆεν καὶ περιφερὲς αἱρόμενον γήλοφον καὶ ἀπότομον προφαινόμενον, τῇ ἐξῆς ἔχεται τοῦ πολιορκεῖν. Καὶ αἱ μὲν μηχαναὶ καὶ οἱ ἄνδρες οὐκ ἀεργῶς εἶχον, ἀλλ' ἔδρων τὸ πρόσφορον· αὐτὸς δ' ᾿Ανδρόνικος ρέων τὸ λέγειν, ἀτράκτους βελῶν πετα- σίμους τιθεὶς λόγοις πτερόεσσιν ἐπηφίει κατὰ τῆς πόλεως. Ησαν δὲ Ἡ ἑδήλου τὰ φερόμενα ἐκεῖνα διαέρια γράμματα, μεταβολῆς παραίφασις καὶ ἀμνη- στία κακῶν, εἰ αὐτὸν μὲν εἴσω προσδέξονται τὰς πύλας ἀναπετάσαντες, Θεόδωρον δὲ τὸν ᾿Αγγελον καὶ τὸν ἀγοραῖον Λαχανᾶν καὶ τὸν ἀσύνετον Συνέ σιον, ἵνα ταῖς αὐτοῦ ἐκείνου χρησαίμην λέξεσι, καὶ οἱ τούτοις ὁμόφρονες, θανάτῳ καταπροδώσουσι συ- σχόντες. Καὶ τοῦτο ἐφ᾽ ἱκαναῖς ἐποίει ἡμέραις. Οὐδὲ γὰρ ὁ κατὰ Προῦσαν συγκροτούμενος πόλεμος Β τοῦ κατὰ Νίκαιαν συστάντος τὸ ἔλαττον ἀπεφέρετο κατὰ τε ἀλκὴν ἀνδρῶν συμπλεκομένων τοῖς βασι- λείοις τάγμασι καὶ μίσος τὸ ἐς ᾿Ανδρόνικον, ὅ καὶ τοῦ πολέμου αἴτιον ἦν. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ πόλις ἡ Προύσα πᾶσα καλλίπυργός ἐστι καὶ ἰσχυρὸν περι- βεβλημένη περίβολον, καὶ τοῦτον ἀμφίδυμον κατὰ τὸ κλίμα τὸ νότιον. Ἐν ᾧ καὶ ἐκδρομαὶ πολλάκις τῆς ἡμέρας γινόμεναι συνήπτον πρὸς ἄλληλα τὰ στρατεύματα, καὶ ἔπιπτον ἐξ ἀμφοτέρων συχνοί. Ἐπεὶ δὲ ἔδει καὶ τὴν πόλιν ταύτην ὑποκύψαι τῷ ᾿Ανδρονίκῳ καὶ τοὺς πλείστους τῶν ἐν αὐτῇ χειρω θέντας παθεῖν τὰ ἀνήκεστα, τοῦ τείχους τι ἀπε- λεπίσθη τῇ ἑλεπόλει συνεχῶς δρυπτόμενον. Πρὸς δὲ τούτῳ καὶ τὸ κατ' ἐκεῖνο τὸ μέρος προσεπίκτισμα καὶ ἱμάντωμα τοῦ παλαιοῦ περιβόλου καταβληθέν φαντασίαν τοῖς ἔνδον παρέσχετο τοῦ τὸ τεῖχος ἅπαν, ὁπόσον ἡ ἑλέπολις ἔτυπτεν, ἐπὶ γόνυ κλιθῆναι κατασεισθέν. Θροὺς οὖν ἐπὶ τῷ γενομένῳ τούτῳ άσημος αἴρεται, καὶ δέος τὰς ἁπάντων ἐκτα- ράττει καρδίας. Ὅθεν μὴ περιεργασθέντος του και κοῦ, ἀλλ' ὅλων καὶ πρὸς μόνον τῶν ἐκτιναχθέντων λίθων τὸν δοῦπον ἐπαποψυξάντων τῷ δέει μικρού, ἔρημα μὲν τὰ τείχη τῶν ἐπ' αὐτῶν ἀμυνομένων εἰάθησαν, αἱ δ᾽ ἀγνιαὶ αἶχον ἁλιζομένους ὡς ἐπ' ἀμηχάνοις τοὺς ὑποκαταβάντας ἐκ τῶν τειχῶν. Καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἄνετος μὲν τοῖς πολεμίοις ἡ διὰ πυλῶν καὶ τείχους κλιμάκων ἐπενηνεγμένων εἰς τὴν πόλιν εἴσοδος ἦν, αὐτοῖς δὲ τοῖς Προυσαεῦσι καταλαμβα- νομένοις ἀνηλεής ἀναίρεσις καὶ τῶν προσόντων διαρπαγὴ καὶ τῶν βοσκημάτων κατακοπὴ, ἅ δὴ κατὰ πώτα και όλα βουκόλια εἰση λάθησαν, ὡς ἔχοιεν ᾧ τραφήσονται οἱ ἐντὸς ἐπιτεινομένης τῆς πολιορκίας. Καὶ τότε μὲν ἐν τοιούτοις ἦταν δεινοῖς τὰ τελούμενα· ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς ᾿Ανδρόνικος εἰσεληλύθει τὸ πόλισμα καὶ ἐνηυλίσατο ἔνδοθεν, οὔθ᾽ ὡς βασιλεὺς πραὺς καὶ σώζων ὑπηκόοις οὔτι παλαι καὶ αὖθις ἐσομένοις, κἂν πρός καιρὸν ἀπέστησαν, τοῖς Προυσαεῦσιν ἐχρήσατο, οὔθ' [Ι. 186] ὡς ἁπλῶς ἄνθρωπος ὁμοφυέσιν ἀνδράσιν ἡμέρως προσενήνε κται· ἀλλ' ὡς θήρ ἀπόσιτο, ἱκανῶς ἀτηκάστοις Εμπεσὼν καὶ ἀποιμάντοις θρέμμασι τοῦ μὲν αὐτ χένα κατέαξεν, ἄλλου δ' ἐλάφυξεν ἔγκατα, καὶ ἄλλως ἐθετουχειρίστως ἕτερον, τὰ δὲ λοιπὰ κρημνοῖς καὶ DE ANDRONICO COMNENO LIB. I. B quarum hao sententia crat, se eis defectionis D C dare venium, si apertis portis reciperetur, et Theodorus Angelus et circumforaneus Lacha- nas et temerarius Synesius (his enim titulis ens ornabat) eorumque conjurati sibi traderentur, Id- que diebus compluribus repetitum est. Nam Pru- saense bellum Nicæo nec fortitudine militum impe- ratorios invadentium, nec odiis in Andronicum, quæ et belli causa erant, quidquam concedebat ; et ipsa urbs undique pulchris turribus adornata et robustis manibus, iisque versus Austrum con- duplicatis, firmala est. Unde cum excursiones fierent, multi utrinque cadebant. Sed cum hanc quoque urbem Andronico dedi oporteret, et mul- tos qui in eu erant subactos in cruciatum agi, pars inuri quædam crebris arietum ictibus labefactata, et muro veteri adjuncta crepido prostrata, opinio- nem obsessis attulit murum universum, quem ma- china feriebat, corruisse. Rumor igitur confusus tollitur, omnibus territis nec malum datum accuratius explorantibus, sed ad sonitum duntaxat excussorum saxorum metu pene exanimatis. Mœ- nia destituta sunt a defensoribus, et vici urbis trepidis eorum discursationibus repleti. Inde sca- lis appositis muroque superato, portis apertis liber urbis ingressus hosti patuit. Prusaenses diroptis ædibus crudeliter interfecti, et pecudes mactutæ, quarum greges et armenta in urbem coacta erant, ut ducta obsidione haberent unde viverent. Quæ dum fiebant, urbem ingressus Andronicus, non ut clemens imperator et eorum qui et olim subditi fuerant et rursus futuri erant, quamvis ad tempus defecissent, conservator, Prusaenses tractavit, neo ut hominum qui iisdem elementis constent ratio- nem habuit: sed ut famelicus leo incustoditos greges adortus aliis colla frangit, aliarum viscera devorat, alias aliter miserrime conficit, reliquas in montes et præcipitia agit, ita tum Andronicus, quod Prusa non deditione, sed vi potitus erat, plurimos pessimo exitio perdidit, multiplices cruciatus et varia tormenta commentus. Angelum Theodorum, adolescentem pene adhuc imberbem, effossis oculis asino impositum et ultra limites Romanorum eductum dimitti jubet, ut quocunque impetus jumentum tulisset, ibi solus oberraret. Ag forsitan a feris devoratus esset, quod Andronici consilium fuit, nisi Turci viatores ejus miserti essent et in tabernacula sua abductum curassent. Leonem Synesium et Manuelem Lachanam et alios complures, xr numero, de summis arboribus juxta Prusæ monia suspendit ; et longe plures aliis sup- pliciis affecit, aliorum manibus, aliorum digitis, quorumdam pedibus amputatis. Multi et manibus et oculis privati sunt, nonnulli oculo dextro et pc- de sinistro mutilati, alii contra. Robustissimis et fortissimis ac rei militaris peritissimis viris adeo inhumaniter interfectis, atque imperii viribus imminutis, Lopadium transit Andronicus ; eodem- que modo ibi quoque grassatus, et episcopo oculis
Ἐπεὶ δὲ καὶ Ἀνδρόνικος εἰσεληλύθει τὸ πόλισμα καὶ ἐνηυλίσατο ἔνδοθεν, οὔθ’ ὡς βασιλεὺς πραὺ̈ς καὶ σώζων ὑπηκόοις οὖσι πάλαι καὶ αὖθις ἐσομένοις, κἂν πρὸς καιρὸν ἀπέστησαν, τοῖς Προυσαεῦσιν ἐχρήσατο, οὔθ’ ὡς ἁπλῶς ἄνθρωπος ὁμοφυέσιν ἀνδράσιν ἡμέρως προςενήνεκται, ἀλλ’ ὡς ἀρχικὸς θὴρ ἀπόσιτος ἱκανῶς ἀσηκάστοις ἐμπεσὼν καὶ ἀποιμάντοις θρέμμασι τοῦ μὲν αὐχένα κατέαξεν, ἄλλου δ’ ἐλάφυξεν ἔγκατα καὶ ἄλλως ἔθετο χειρίστως ἕτερον, τὰ δὲ λοιπὰ κρημνοῖς καὶ ὄρεσι καὶ βαράθροις διασπαρέντα παρέπεμψεν, οὕτω καὶ τότε Ἀνδρόνικος, μὴ προηγησαμένης ὁμολογίας τε καὶ σπονδῆς μετὰ τοῦ τῶν Προυσαέων πληρώματος ἢ ἑκουσίας προβάσης παραδοχῆς, ἀλλὰ πολέμῳ ἡλωκυίας τῆς πόλεως, πλείστους ὅτι μάλιστα διέφθειρε καὶ ἠφάνισεν εἰς πολυειδεῖς καὶ πολυτρόπους κολάσεις τὸ τοῦ θυμοῦ καταμερίσας ἀλλόκοτον. Τὸν μὲν γὰρ Θεόδωρον τὸν Ἄγγελον, ἠί̈θεον ὄντα καὶ τὸν ἴουλον πρώτως χνοάζοντα, τίθησιν ἐξ ὀμμάτων καὶ ὄνῳ ἀναβληθέντα καὶ τῶν Ῥωμαϊκῶν ὅρων ὑπερέκεινα ἀπαχθέντα εἶτα κελεύει διαφιέναι, ἵν’ ὅπῃ τὸ ὑποζύγιον ὁρμῴη μονάζων πλάζοιτο.
τὸ τεῖχος διὰ τὸ τοῦ χώρου ἰσόπεδον, μὴ ὡς ἡ λοιπὴ Δ πόλις εἰς πειρῆεν καὶ περιφερὲς αἱρόμενον γήλοφον καὶ ἀπότομον προφαινόμενον, τῇ ἐξῆς ἔχεται τοῦ πολιορκεῖν. Καὶ αἱ μὲν μηχαναὶ καὶ οἱ ἄνδρες οὐκ ἀεργῶς εἶχον, ἀλλ' ἔδρων τὸ πρόσφορον· αὐτὸς δ' ᾿Ανδρόνικος ρέων τὸ λέγειν, ἀτράκτους βελῶν πετα- σίμους τιθεὶς λόγοις πτερόεσσιν ἐπηφίει κατὰ τῆς πόλεως. Ησαν δὲ Ἡ ἑδήλου τὰ φερόμενα ἐκεῖνα διαέρια γράμματα, μεταβολῆς παραίφασις καὶ ἀμνη- στία κακῶν, εἰ αὐτὸν μὲν εἴσω προσδέξονται τὰς πύλας ἀναπετάσαντες, Θεόδωρον δὲ τὸν ᾿Αγγελον καὶ τὸν ἀγοραῖον Λαχανᾶν καὶ τὸν ἀσύνετον Συνέ σιον, ἵνα ταῖς αὐτοῦ ἐκείνου χρησαίμην λέξεσι, καὶ οἱ τούτοις ὁμόφρονες, θανάτῳ καταπροδώσουσι συ- σχόντες. Καὶ τοῦτο ἐφ᾽ ἱκαναῖς ἐποίει ἡμέραις. Οὐδὲ γὰρ ὁ κατὰ Προῦσαν συγκροτούμενος πόλεμος Β τοῦ κατὰ Νίκαιαν συστάντος τὸ ἔλαττον ἀπεφέρετο κατὰ τε ἀλκὴν ἀνδρῶν συμπλεκομένων τοῖς βασι- λείοις τάγμασι καὶ μίσος τὸ ἐς ᾿Ανδρόνικον, ὅ καὶ τοῦ πολέμου αἴτιον ἦν. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ πόλις ἡ Προύσα πᾶσα καλλίπυργός ἐστι καὶ ἰσχυρὸν περι- βεβλημένη περίβολον, καὶ τοῦτον ἀμφίδυμον κατὰ τὸ κλίμα τὸ νότιον. Ἐν ᾧ καὶ ἐκδρομαὶ πολλάκις τῆς ἡμέρας γινόμεναι συνήπτον πρὸς ἄλληλα τὰ στρατεύματα, καὶ ἔπιπτον ἐξ ἀμφοτέρων συχνοί. Ἐπεὶ δὲ ἔδει καὶ τὴν πόλιν ταύτην ὑποκύψαι τῷ ᾿Ανδρονίκῳ καὶ τοὺς πλείστους τῶν ἐν αὐτῇ χειρω θέντας παθεῖν τὰ ἀνήκεστα, τοῦ τείχους τι ἀπε- λεπίσθη τῇ ἑλεπόλει συνεχῶς δρυπτόμενον. Πρὸς δὲ τούτῳ καὶ τὸ κατ' ἐκεῖνο τὸ μέρος προσεπίκτισμα καὶ ἱμάντωμα τοῦ παλαιοῦ περιβόλου καταβληθέν φαντασίαν τοῖς ἔνδον παρέσχετο τοῦ τὸ τεῖχος ἅπαν, ὁπόσον ἡ ἑλέπολις ἔτυπτεν, ἐπὶ γόνυ κλιθῆναι κατασεισθέν. Θροὺς οὖν ἐπὶ τῷ γενομένῳ τούτῳ άσημος αἴρεται, καὶ δέος τὰς ἁπάντων ἐκτα- ράττει καρδίας. Ὅθεν μὴ περιεργασθέντος του και κοῦ, ἀλλ' ὅλων καὶ πρὸς μόνον τῶν ἐκτιναχθέντων λίθων τὸν δοῦπον ἐπαποψυξάντων τῷ δέει μικρού, ἔρημα μὲν τὰ τείχη τῶν ἐπ' αὐτῶν ἀμυνομένων εἰάθησαν, αἱ δ᾽ ἀγνιαὶ αἶχον ἁλιζομένους ὡς ἐπ' ἀμηχάνοις τοὺς ὑποκαταβάντας ἐκ τῶν τειχῶν. Καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἄνετος μὲν τοῖς πολεμίοις ἡ διὰ πυλῶν καὶ τείχους κλιμάκων ἐπενηνεγμένων εἰς τὴν πόλιν εἴσοδος ἦν, αὐτοῖς δὲ τοῖς Προυσαεῦσι καταλαμβα- νομένοις ἀνηλεής ἀναίρεσις καὶ τῶν προσόντων διαρπαγὴ καὶ τῶν βοσκημάτων κατακοπὴ, ἅ δὴ κατὰ πώτα και όλα βουκόλια εἰση λάθησαν, ὡς ἔχοιεν ᾧ τραφήσονται οἱ ἐντὸς ἐπιτεινομένης τῆς πολιορκίας. Καὶ τότε μὲν ἐν τοιούτοις ἦταν δεινοῖς τὰ τελούμενα· ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς ᾿Ανδρόνικος εἰσεληλύθει τὸ πόλισμα καὶ ἐνηυλίσατο ἔνδοθεν, οὔθ᾽ ὡς βασιλεὺς πραὺς καὶ σώζων ὑπηκόοις οὔτι παλαι καὶ αὖθις ἐσομένοις, κἂν πρός καιρὸν ἀπέστησαν, τοῖς Προυσαεῦσιν ἐχρήσατο, οὔθ' [Ι. 186] ὡς ἁπλῶς ἄνθρωπος ὁμοφυέσιν ἀνδράσιν ἡμέρως προσενήνε κται· ἀλλ' ὡς θήρ ἀπόσιτο, ἱκανῶς ἀτηκάστοις Εμπεσὼν καὶ ἀποιμάντοις θρέμμασι τοῦ μὲν αὐτ χένα κατέαξεν, ἄλλου δ' ἐλάφυξεν ἔγκατα, καὶ ἄλλως ἐθετουχειρίστως ἕτερον, τὰ δὲ λοιπὰ κρημνοῖς καὶ DE ANDRONICO COMNENO LIB. I. B quarum hao sententia crat, se eis defectionis D C dare venium, si apertis portis reciperetur, et Theodorus Angelus et circumforaneus Lacha- nas et temerarius Synesius (his enim titulis ens ornabat) eorumque conjurati sibi traderentur, Id- que diebus compluribus repetitum est. Nam Pru- saense bellum Nicæo nec fortitudine militum impe- ratorios invadentium, nec odiis in Andronicum, quæ et belli causa erant, quidquam concedebat ; et ipsa urbs undique pulchris turribus adornata et robustis manibus, iisque versus Austrum con- duplicatis, firmala est. Unde cum excursiones fierent, multi utrinque cadebant. Sed cum hanc quoque urbem Andronico dedi oporteret, et mul- tos qui in eu erant subactos in cruciatum agi, pars inuri quædam crebris arietum ictibus labefactata, et muro veteri adjuncta crepido prostrata, opinio- nem obsessis attulit murum universum, quem ma- china feriebat, corruisse. Rumor igitur confusus tollitur, omnibus territis nec malum datum accuratius explorantibus, sed ad sonitum duntaxat excussorum saxorum metu pene exanimatis. Mœ- nia destituta sunt a defensoribus, et vici urbis trepidis eorum discursationibus repleti. Inde sca- lis appositis muroque superato, portis apertis liber urbis ingressus hosti patuit. Prusaenses diroptis ædibus crudeliter interfecti, et pecudes mactutæ, quarum greges et armenta in urbem coacta erant, ut ducta obsidione haberent unde viverent. Quæ dum fiebant, urbem ingressus Andronicus, non ut clemens imperator et eorum qui et olim subditi fuerant et rursus futuri erant, quamvis ad tempus defecissent, conservator, Prusaenses tractavit, neo ut hominum qui iisdem elementis constent ratio- nem habuit: sed ut famelicus leo incustoditos greges adortus aliis colla frangit, aliarum viscera devorat, alias aliter miserrime conficit, reliquas in montes et præcipitia agit, ita tum Andronicus, quod Prusa non deditione, sed vi potitus erat, plurimos pessimo exitio perdidit, multiplices cruciatus et varia tormenta commentus. Angelum Theodorum, adolescentem pene adhuc imberbem, effossis oculis asino impositum et ultra limites Romanorum eductum dimitti jubet, ut quocunque impetus jumentum tulisset, ibi solus oberraret. Ag forsitan a feris devoratus esset, quod Andronici consilium fuit, nisi Turci viatores ejus miserti essent et in tabernacula sua abductum curassent. Leonem Synesium et Manuelem Lachanam et alios complures, xr numero, de summis arboribus juxta Prusæ monia suspendit ; et longe plures aliis sup- pliciis affecit, aliorum manibus, aliorum digitis, quorumdam pedibus amputatis. Multi et manibus et oculis privati sunt, nonnulli oculo dextro et pc- de sinistro mutilati, alii contra. Robustissimis et fortissimis ac rei militaris peritissimis viris adeo inhumaniter interfectis, atque imperii viribus imminutis, Lopadium transit Andronicus ; eodem- que modo ibi quoque grassatus, et episcopo oculis
καὶ τάχ’ ἂν θηρίοις ἐγεγόνει κατάβρωμα, ὃ καὶ ὁ τὴν τιμωρίαν ταύτην ἐκείνῳ ἐπιθεὶς Ἀνδρόνικος προεσκέψατο, εἰ μὴ Τοῦρκοι ἐγκύρσαντες ᾠκτείρησάν τε καὶ κατὰ τὰς σκηνὰς αὐτῶν ἀπαγαγόντες θεραπείας ἠξίωσαν. τὸν δὲ Συνέσιον Λέοντα καὶ τὸν Λαχανᾶν Μανουὴλ καὶ συχνοὺς ἄλλους τοῖς τῶν παραπεφυκότων τῇ Προύσῃ δένδρων ἀκρέμοσιν ἀπεκρέμασε, τὸν δέκατον τετραπλῶς ἀποσώζοντας ἀριθμόν. πολλαπλασίοσι δ’ ἑτέρους καθυποβεβλήκει ποιναῖς· ὧν μὲν γὰρ χεῖρας ἀπέτεμεν, ὧν δὲ δακτύλους ὡς ἀμπέλων περιέκειρε κλάδους, τινῶν δὲ πόδας ἀφῄρηκε. πολλοὶ δὲ χειρῶν καὶ ὀφθαλμῶν ὑπέστησαν στέρησιν· ἦσαν δ’ οἳ καὶ ὀφθαλμὸν δεξιὸν καὶ πόδα εὐώνυμον ἐζημίωντο καὶ αὖ τοὐναντίον ἐπεπόνθεισαν ἕτεροι. Καὶ οὕτως ἀπανθρώπως τὸ ἐν ῥώμῃ σώματος καλλιστεῦον καὶ στρατιωτικῇ ἐξαίρετον ἐμπειρίᾳ τὴν οἰκείαν ζημιώσας βασιλείαν Ἀνδρόνικος μεταίρει πρὸς τὸ Λοπάδιον.
τὸ τεῖχος διὰ τὸ τοῦ χώρου ἰσόπεδον, μὴ ὡς ἡ λοιπὴ Δ πόλις εἰς πειρῆεν καὶ περιφερὲς αἱρόμενον γήλοφον καὶ ἀπότομον προφαινόμενον, τῇ ἐξῆς ἔχεται τοῦ πολιορκεῖν. Καὶ αἱ μὲν μηχαναὶ καὶ οἱ ἄνδρες οὐκ ἀεργῶς εἶχον, ἀλλ' ἔδρων τὸ πρόσφορον· αὐτὸς δ' ᾿Ανδρόνικος ρέων τὸ λέγειν, ἀτράκτους βελῶν πετα- σίμους τιθεὶς λόγοις πτερόεσσιν ἐπηφίει κατὰ τῆς πόλεως. Ησαν δὲ Ἡ ἑδήλου τὰ φερόμενα ἐκεῖνα διαέρια γράμματα, μεταβολῆς παραίφασις καὶ ἀμνη- στία κακῶν, εἰ αὐτὸν μὲν εἴσω προσδέξονται τὰς πύλας ἀναπετάσαντες, Θεόδωρον δὲ τὸν ᾿Αγγελον καὶ τὸν ἀγοραῖον Λαχανᾶν καὶ τὸν ἀσύνετον Συνέ σιον, ἵνα ταῖς αὐτοῦ ἐκείνου χρησαίμην λέξεσι, καὶ οἱ τούτοις ὁμόφρονες, θανάτῳ καταπροδώσουσι συ- σχόντες. Καὶ τοῦτο ἐφ᾽ ἱκαναῖς ἐποίει ἡμέραις. Οὐδὲ γὰρ ὁ κατὰ Προῦσαν συγκροτούμενος πόλεμος Β τοῦ κατὰ Νίκαιαν συστάντος τὸ ἔλαττον ἀπεφέρετο κατὰ τε ἀλκὴν ἀνδρῶν συμπλεκομένων τοῖς βασι- λείοις τάγμασι καὶ μίσος τὸ ἐς ᾿Ανδρόνικον, ὅ καὶ τοῦ πολέμου αἴτιον ἦν. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ πόλις ἡ Προύσα πᾶσα καλλίπυργός ἐστι καὶ ἰσχυρὸν περι- βεβλημένη περίβολον, καὶ τοῦτον ἀμφίδυμον κατὰ τὸ κλίμα τὸ νότιον. Ἐν ᾧ καὶ ἐκδρομαὶ πολλάκις τῆς ἡμέρας γινόμεναι συνήπτον πρὸς ἄλληλα τὰ στρατεύματα, καὶ ἔπιπτον ἐξ ἀμφοτέρων συχνοί. Ἐπεὶ δὲ ἔδει καὶ τὴν πόλιν ταύτην ὑποκύψαι τῷ ᾿Ανδρονίκῳ καὶ τοὺς πλείστους τῶν ἐν αὐτῇ χειρω θέντας παθεῖν τὰ ἀνήκεστα, τοῦ τείχους τι ἀπε- λεπίσθη τῇ ἑλεπόλει συνεχῶς δρυπτόμενον. Πρὸς δὲ τούτῳ καὶ τὸ κατ' ἐκεῖνο τὸ μέρος προσεπίκτισμα καὶ ἱμάντωμα τοῦ παλαιοῦ περιβόλου καταβληθέν φαντασίαν τοῖς ἔνδον παρέσχετο τοῦ τὸ τεῖχος ἅπαν, ὁπόσον ἡ ἑλέπολις ἔτυπτεν, ἐπὶ γόνυ κλιθῆναι κατασεισθέν. Θροὺς οὖν ἐπὶ τῷ γενομένῳ τούτῳ άσημος αἴρεται, καὶ δέος τὰς ἁπάντων ἐκτα- ράττει καρδίας. Ὅθεν μὴ περιεργασθέντος του και κοῦ, ἀλλ' ὅλων καὶ πρὸς μόνον τῶν ἐκτιναχθέντων λίθων τὸν δοῦπον ἐπαποψυξάντων τῷ δέει μικρού, ἔρημα μὲν τὰ τείχη τῶν ἐπ' αὐτῶν ἀμυνομένων εἰάθησαν, αἱ δ᾽ ἀγνιαὶ αἶχον ἁλιζομένους ὡς ἐπ' ἀμηχάνοις τοὺς ὑποκαταβάντας ἐκ τῶν τειχῶν. Καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἄνετος μὲν τοῖς πολεμίοις ἡ διὰ πυλῶν καὶ τείχους κλιμάκων ἐπενηνεγμένων εἰς τὴν πόλιν εἴσοδος ἦν, αὐτοῖς δὲ τοῖς Προυσαεῦσι καταλαμβα- νομένοις ἀνηλεής ἀναίρεσις καὶ τῶν προσόντων διαρπαγὴ καὶ τῶν βοσκημάτων κατακοπὴ, ἅ δὴ κατὰ πώτα και όλα βουκόλια εἰση λάθησαν, ὡς ἔχοιεν ᾧ τραφήσονται οἱ ἐντὸς ἐπιτεινομένης τῆς πολιορκίας. Καὶ τότε μὲν ἐν τοιούτοις ἦταν δεινοῖς τὰ τελούμενα· ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς ᾿Ανδρόνικος εἰσεληλύθει τὸ πόλισμα καὶ ἐνηυλίσατο ἔνδοθεν, οὔθ᾽ ὡς βασιλεὺς πραὺς καὶ σώζων ὑπηκόοις οὔτι παλαι καὶ αὖθις ἐσομένοις, κἂν πρός καιρὸν ἀπέστησαν, τοῖς Προυσαεῦσιν ἐχρήσατο, οὔθ' [Ι. 186] ὡς ἁπλῶς ἄνθρωπος ὁμοφυέσιν ἀνδράσιν ἡμέρως προσενήνε κται· ἀλλ' ὡς θήρ ἀπόσιτο, ἱκανῶς ἀτηκάστοις Εμπεσὼν καὶ ἀποιμάντοις θρέμμασι τοῦ μὲν αὐτ χένα κατέαξεν, ἄλλου δ' ἐλάφυξεν ἔγκατα, καὶ ἄλλως ἐθετουχειρίστως ἕτερον, τὰ δὲ λοιπὰ κρημνοῖς καὶ DE ANDRONICO COMNENO LIB. I. B quarum hao sententia crat, se eis defectionis D C dare venium, si apertis portis reciperetur, et Theodorus Angelus et circumforaneus Lacha- nas et temerarius Synesius (his enim titulis ens ornabat) eorumque conjurati sibi traderentur, Id- que diebus compluribus repetitum est. Nam Pru- saense bellum Nicæo nec fortitudine militum impe- ratorios invadentium, nec odiis in Andronicum, quæ et belli causa erant, quidquam concedebat ; et ipsa urbs undique pulchris turribus adornata et robustis manibus, iisque versus Austrum con- duplicatis, firmala est. Unde cum excursiones fierent, multi utrinque cadebant. Sed cum hanc quoque urbem Andronico dedi oporteret, et mul- tos qui in eu erant subactos in cruciatum agi, pars inuri quædam crebris arietum ictibus labefactata, et muro veteri adjuncta crepido prostrata, opinio- nem obsessis attulit murum universum, quem ma- china feriebat, corruisse. Rumor igitur confusus tollitur, omnibus territis nec malum datum accuratius explorantibus, sed ad sonitum duntaxat excussorum saxorum metu pene exanimatis. Mœ- nia destituta sunt a defensoribus, et vici urbis trepidis eorum discursationibus repleti. Inde sca- lis appositis muroque superato, portis apertis liber urbis ingressus hosti patuit. Prusaenses diroptis ædibus crudeliter interfecti, et pecudes mactutæ, quarum greges et armenta in urbem coacta erant, ut ducta obsidione haberent unde viverent. Quæ dum fiebant, urbem ingressus Andronicus, non ut clemens imperator et eorum qui et olim subditi fuerant et rursus futuri erant, quamvis ad tempus defecissent, conservator, Prusaenses tractavit, neo ut hominum qui iisdem elementis constent ratio- nem habuit: sed ut famelicus leo incustoditos greges adortus aliis colla frangit, aliarum viscera devorat, alias aliter miserrime conficit, reliquas in montes et præcipitia agit, ita tum Andronicus, quod Prusa non deditione, sed vi potitus erat, plurimos pessimo exitio perdidit, multiplices cruciatus et varia tormenta commentus. Angelum Theodorum, adolescentem pene adhuc imberbem, effossis oculis asino impositum et ultra limites Romanorum eductum dimitti jubet, ut quocunque impetus jumentum tulisset, ibi solus oberraret. Ag forsitan a feris devoratus esset, quod Andronici consilium fuit, nisi Turci viatores ejus miserti essent et in tabernacula sua abductum curassent. Leonem Synesium et Manuelem Lachanam et alios complures, xr numero, de summis arboribus juxta Prusæ monia suspendit ; et longe plures aliis sup- pliciis affecit, aliorum manibus, aliorum digitis, quorumdam pedibus amputatis. Multi et manibus et oculis privati sunt, nonnulli oculo dextro et pc- de sinistro mutilati, alii contra. Robustissimis et fortissimis ac rei militaris peritissimis viris adeo inhumaniter interfectis, atque imperii viribus imminutis, Lopadium transit Andronicus ; eodem- que modo ibi quoque grassatus, et episcopo oculis