PG 140Germanus II, CP. Patriarcha
Germanus II, Patriarch of Constantinople
Printed pages · scan text
vision-corrected · Migne scan
Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.

Bibliographic Notice from FabriciusNotitia bibliographica ex Fabricio

WritingsScripta

col. 593–594page 1 of 83

(Lequien Oriens Christianus, tom. I.) Manueli successit Germanus II, sapientissimus sanctissimusque vir, Callisto, imo et Acropolitæ cap.42 aliisque Græcis,ex Anaplo Proponditis oriundus, piscatoris, ut ferebatur, filius; qui, cum Magnæ Eccle siæ diaconus esset, Constantinopoli expugnata, in Achyrenæ monasterium S. Georgii Paneumorphi se cesserat. Anno 1232, mensis Augusti die sexta, indictione v, acceptis litteris Manuelis Ducæ, Epiri et Thessaliæ principis, synodum habuit aliquot metropolitarum, Christophori scilicet Ancyræ Galatiæ, Joannis Nicomediæ, Nicolai Amastridis, Basilii Serrarum, Agapeti Lupadii et Melitopolis, Leonis Prusse. Nicephori Pontoheracleæ, Leonis Pompeiopolis, Basilii Præconnesi, Georgii Didymothici; cujus synodi gesta indicantur a Lambecio ex cod. Cæsareo Græco 241, atque ad Manuelem Ducam ab ea delegatus dicitur Christophorus Ancyranus. Germano patriarchatum gerente, Joanne Batatzi imp., anno 1231, die 26 Aprilis concilium Nymphæi in Bithynia habitum est, propter nuntios quatuor Romani papæ Gregorii IX, qui Ecclesiæ unionis restituendæ gratia advenerant; quorum duo ex ordine Prædicatorum, duo alii ex Minorum erant: cujus synodi acta Græca Latinaque exstant. Concilii nullus qui sperabatur exitus fuit: Gregorio tamen papæ Germanus patriarcha epistolam dedit. Nicephorus Callistus addit, Germanum contra Latinos scripsisse; ejusque profecto opuscula aliquot exstant, jejuna prorsus et inficeta, ut fere nullum aliud Græcorum deterius prodierit. Morti proximus monasticum institutum resumpsit, accito sibi Georgii monachi nomine; cumque Ecclesiæ suæ annos decem et octo præfuisset, vitam morte commuta vit. Onuphrius in Chronico sex menses addit, eumque obiisse censet anno 1240. Ephræmius, quem Leo Allatius laudat lib. 11 De consens. cap. 14, in sua patriarcharum CP. Chronologia, quam versibus politicis composuit, hunc inter sanctos pontifices ascriptum tradit,quem proinde in tribus catalogis abesse per. mirum est. (Ex Fabricii Bibliotheca Græca ed. Harles tom. XI.) Scripta inedita. I. De processione Spiritus sancti adversus Latinos. Incipit: 'Eày úµsiç péunte iv tõi loyw tw żµw, àhn 0≈5 µaðntai µgú iors. Collegit auctoritates Patrum etiam Latinorum, Græcis tamen verbis expressas, teste eodem Allatio II, 14 pag. 712. Libro 1 contra Latinos, responsione 10 (a), citatur a Nic. Comneno p. 336 Prænot. mystagog.(b) Ex epistola ad patriarcham Cpol. Latinum (Nicolaum) Allatius p 300, 568, II. De azymis ad Theodorum Studitam juniorem, scriptum inficetum prorsus et inscitiæ plenum, (a) S. De Ecclesiæ Orientalis et Occidentalis con sensione, cujus locum repetiit Lambec. III, p. 312 sq. HARL. (b) Vindobon. in cod. Cæsar. LXIV, n. 27, est synopsis testimoniorum S. Scripturæ et SS. Patrum contra Latinorum hæreses et errores de processione Spiritus sancti, azymis et baptismate ex Germani. patriarchæ CPolilani, Nice residentis responsione ad epistolam papa Gregorii IX. V. Lambec. III, pag. 318 sqq. ed. Kollar. Paris. in bibl. publ. cod. MCCLXVII, II.2. Conf. Oudin De script. eccles., III, p. 56. sqq. HARL.

col. 595–596page 2 of 83
Notitia bibliographica ex FabricioNotitia historica ex Oreinte Christiano
PG 140:595πιν Πάλιν ἐπ' ἐμὲ χρίσμα καί πνεῦμα. Εις ἀρχὴν ινδίκτου. Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε, πάλιν ἐρῶ.· 3) Πάλιν έορ τῆς μυστήριον, καί πάλιν. - ᾿Αββακούμ πάλαι ἐκεῖνον τὸν ἐν προφήταις θαυμ. 'Ανάγκη ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα. Ηδη μεν ὁ τῆς ἡμέρας ὀφθαλμός ήλιος. Εὐλογμτὸς Κύριος ὁ ποιῶν θαυμάσια. η Ώσπερ τά εν αὐχμηρίᾳ φυτά, ὅταν μὲν άρδ. 9) Πρὸς τοὺς ιερωμένους, ποιμαντι. κία. Τὸ τοῦ προσώπου ερύθημα. — 10) Εβουλόμην καὶ τὸ σήμερον καιριών τερα. Ασπάζομαί σε, πρωτίστητῶν. Αἱ μητέρες όταν απογαλακτίζειν. Αδολεσχήσω καί πάλιν, ἵν᾿ ἐμεῖς ἀσχολή. ᾿Αλλ' οὐδὲ ὁ παλαιός ἐκεῖνος, καί τῇ σκιά. Ο μέν νομικὸς ἐκεῖνος ἱεράρχης, καὶ τυπικός. — 16) Οὐκ ἀφυής ἐγὼ τὴν Τίς ή τυραννις ἦν ἐκ τῆς πρὸς ὑμᾶς. Λύει μου τὴν γλῶσσαν ἡ παρούσα πανή γορές. 19) κατανυκτική. 'Η μὲν ἀπολογία τῆς ἐμῆς ἐμῆς σιωπῆς. 20) Τί ἂν ἄνθορωπος πάθοι ἐπιστασίαν. Φέρε δὲ καὶ πάλιν ἐπὶ τὸν τεχνίτην. — 22) (α) "Ω γλυκεία ὄψις, ὦ γάνος ψυχής. — 23) Οίμοι ἐγώ, μητερ, ώς τινα με έτεκες. 24) Τί ποτε, ταρόντες, οἴεσθε. — 25) Κύριε, ηγάπησα εὐπρέπειαν οἴκου σου, 26) Έχει μὲν τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς τῆς σήμερον. – 27) Υπολαμβάνειν μοι έπειτα, ω φιλοχρ. - 28) μεθεόρτιος Τῆς περι λόγοις μέγιστης πτωχείας μου. 29) Ον τρόπον ἐπιποθεῖ. 30) Εἰς τὰ ἀπὸ κρεωφαγίας. οἶδα, ὡς ἐν θαύματι κείσεται τοῖς πολλοις. 31) ᾿Αγαθόν μοι, ὅτι εταπείνωσάς με, ὅπως. — 32) Χθες τοῖς λαμ προῖς γενεθλίοις του. --- 33) Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε, Τίς Θεός πλὴν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὁ Θεός. Οι μικρολόγοι τῶν ἐστιατόρων. — 36) Ορᾶτε, μὴ καταφρονήσητε ενός. — 37) Τῷ καιρῷ εισήρχετο. Ως ἀγαπητά τα ακηνώματα σά. - 39) Ηνυσται μὲν ἰδοὺ σὺν Θεῷ καὶ ἡ. Η μὲν τῶν Εὐαγγελίων πανίερος βιβλος. Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἄνθρωπός τις. Τὸν μὲν δὴ τῆς τεσσαρακονθημέρου. Ἐπειδὴ πολυανθρωπότερον σήμερον τὸ ἄθροισμα. — 44) Χριστέ αναξ αυτοσυμπαθές, αὐτόνυκτα, Ιδού ή κλίνη Σαλομών εξήκοντα δυνατοί. Όταν στρατοπεδευσάμενον ἐνταῦθα κατίδω.» (α) Ο Κανίλειος, ὁ Κανίκης, ὁ Κανικλείων
col. 597–598page 3 of 83
PG 140:597Ἐπὶ τῆς φυλακῆς μου. Ἔτι τρεῖς ἡμέραι καὶ Νινευΐ. Τὴν ἀλλοίωσιν ἐλαιῳ. Όποι τὸ πτῶμα, ἐκει συν. Αλλὰ καὶ Ἰωνᾶς ἐκεῖνος. τήμεθα νὴ τὰς σὰς ἀριστείας, ἡττήμεθα, πανευτυχέστατε Δέσποτα. 107 (α). παναγιώτατον δεσπότην καὶ τῶν ἐν τῇ οἰκουμένῃ Χριστιανῶν ἀπλανέστατον ὁδηγόν. τεως τῶν Λατίνων συγγραφεῖσα καὶ ἀποσταλεῖσα παρὰ Γρηγορίου πάππα Ρώμης πρὸς Γεγμανον τὸν ἁγιώτατον πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως. Τοῦ ἀγιωτάτου Γερμανού πατριάρχου Κονσταντινουπόλεως, καὶ τῆς σὺν αὐτῷ ἱερᾶς συνόδου ἀπάν Ανήρ συνετὸς, καὶ ἀρετῇ καὶ λόγῳ βίον κοσμήσας. Απάντησις του Γερμανοῦ, καὶ τῆ, σὺν αὐτῷ ἱερᾶς συνόδου προς τους άπο του παππα Γρηγορίου σταλέντας Φραιμε νουρίους καὶ τοὺς λοιπούς. Εἴπατε ἡμῖν,
col. 599–600page 4 of 83
PG 140:599τησις πρὸς τὴν τοιαύτην ὁμολογίαν τοῦ πάππα, καὶ πρὸς τοὺς ὑπ' ἐκείνου σταλέντας Φρεμενουρίους (α) καὶ λοιποὺς περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ἔκθεσις καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ κατὰ Μάρκον Εὐαγγελίου, ἀναγινωσκομένη Κυριακῇ πρὸ τῶν Φώτων. Τίς Θεός πλὴν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Βογομίλων.:Πάλιν ἑορτῆς μυστήριον, καὶ πάλιν ὁ ἐμὸς λαὸς χορευτής μυστικός. Τῇ τρίτῃ Κυριακῇ τῶν Νηστειῶν, καὶ εἰς τὸν 4) Εἰς τὴν προσκύνησιν τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ ἐν τῷ καιρῷ τῷ Μεσονηστίμῳ. Φωτίζου, Ιερουσαλήμ. ριακὴν τῶν Νηστειῶν, καὶ εἰς τὴν τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων ἀναστήλωσιν.: Ὡς ἀγαπητα τὰ 552. Ερώτησέ με τις τῶν δαιμονοπροσώπον τούτων Βογομίλων· Διὰ τί, φησί, προσκυνεῖτε τοίχους, καὶ σανιδας καὶ ἄσβεστον καὶ διάφορα χρώματα; Λόγος εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ῥηθεὶς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ μεγάλου Σαββάτου. Σάββατον μέν Φρεμηνοραῖος.].

Letter 1 of Germanus to the CypriotsGermani Epistola 1 ad Cyprios

col. 601–602page 5 of 83
PG 140:601κατά μητροπολίτου Ναυπάκτου κυρίου Ιωάννου. περὶ τῶν πατριαρχικών σταυροπηγίων. τὰ κατὰ συαρπαγὴν λαβόντα σύμπηξιν Γερμανού τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου Κάν σταντινουπόλεως επιστολή σταλείσα έν τῇ νήσῳ Κύπρω παρά τε αὐτοῦ καί τῆς ἱερᾶς συνόδου, ἀρχιερανεύοντος ἐν τῇ αὐτῇ νήσῳ τοῦ κυροῦ Νεοφύτου, καὶ ἀναγκαζομένου παρὰ Λατίνων ὑποταγῆναι αὐτοῖς. α'· Η νήσος ἡ Κύπρος, ἡ περιλάλητος, ἣν πόν του μὲν ὑγρὸν στόμα κύκλω προσπτύσσεται, πυρι μενη δε χείλη ρητόρων και γραφέων διαφημίζουν σιν, οῦ μὲν θέσεως, εν δε κράσεως ἔχουσαν, οἷα
col. 603–604page 6 of 83
PG 140:603θηλήν θαλάσσης βρίθουσαν ἀγαθοῖς, καὶ ἐν ἀτρυ Καθ' ἑαυτὴν διεξαγομένη. αὐτοκέφαλος. Τοῦ γῆν ἀπειγοῦντος. 14: Καί σείσω πόλεις κατοικουμένας, και τὴν οἰκουμένην όλην καταλήψομοι τῇ χειρὶ ὡς νοσο σιαν, καὶ ὡς καταλελειμμένα ὡς ἀσῶ γήτῳ παράδεισον, καὶ τῆς ἅλμης πέδον γλυκύχν μον, καὶ νῆσον ἄλλην μακάρων, καὶ μελιτόβρυτον γῆν· οὐ μόνον ἐξ ἑαυτῆς τὸ πάμφορον βλύσασαν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐξωθεν περιαυτλουμένων καλοῖς, ὁπόσα ταύτη παρὰ τῆς ὑγρᾶς ἐπεισβάλλουσιν. β΄. Η δε ή Κύπρος αὕτη, ἡ πρὶν εὐδαίμων τε καὶ λαμπρά, οὐ τόσον ἐκ τῶν φυσικῶν χαρίτων ἐπίσημος ἦν ὡς ὁ λόγος προδιαμόρφωσεν, οὐδ᾽ οὕτω ταύτην άλλο τι τῶν ἁπάντον ἐσέμνυνεν, ὡς ὁ τῆς εὐσεβείας μᾶλλον καρπὸς, καὶ ὁ τοῦ Εὐαγγελίου σπόρος, εκατοστεύων εἰς εὔσταχυν, τά τε τῆς δι δασκαλίας εύρυτα νάματα καὶ ἡ πολυανθές λειμωνία τῶν Γραφών, και ἡ τῶν τέκνων τῆς ἐκκλησίας πληθύς, ὡς τοῦ ἀγροῦ τὸ παμβότανον· ὥσπερ νῆσον ἐγκαινιζομένην, τὸ τῆς Γραφῆς, καὶ ὁσε μέ ραι πρὸς τὸ κρεῖττον ἀνανεουμένην τε καὶ προβαίνουσαν. Εντεύθεν εἰς μίαν προήχθη τῶν μεγίστων ἐπαρχιών, καὶ πρὸς ἀρχιεπισκοπῆς ἐπήρθη ἀξίωμα λάχος ἔκκριτον καθεστηκυία Χριστοῦ, καὶ καθ᾽ ἐαυ τὴν διεξαγομένη καὶ τὸ οἰκεῖον ὑπὸ ποιμέσι διατάττουσα ποίμνιον. γ. ᾿Αλλ' ούκουν οὐκ ἦν] ἄρα τοῦ τελχίνος Σατὰν μὴ καὶ ταυτη βάσκανον βασκανος] ἐνιδεῖν, τοῦ γῆν ἀπειλοῦντος ἐξαλείφειν καὶ θὰ λασσαν. Αμέλει καὶ χεῖρας ὁπλίζει βαρβαρικάς, καὶ πολέμιον ἔθνος επήγειρε κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μᾶλλον ὑποδρηστεύον αὐτῇ· ἔθνος, τὰ μὲν τοῖς ὁδοῦσιν ἐσθίον, τὰ δὲ σπαράσσει τοῖς ὄνυξιν, ἀλλὰ δέ ποσι συμπατοῦν, καὶ ἁπλῶς τὰ πάντα πρὸς ἀφα νισμὸν ἀχρειοῦν, κατὰ τὸν Δανιὴλ θεαματισμόν. Οἱ γὰρ φρακτοὶ Λατίνοι καὶ τοῖς Κυπρίοις επέβρισαν. πόντος άλλος τις ἀχανῆς καὶ κατακλύζων το προστυχὸν, του προφανοῦς καὶ τὴν νῆσον ὑπανέχοντος βιαιότερος, παρ' όσον μὲν οὐ καλύψαι ταύτην φιλο νεικεῖ, ἀλλὰ τοῖς οἰκείοις όροις συμπεριγράφεται, ἐν ἑαυτῷ συνθραύων τά κύματα, καὶ προνοίας χαλινοῖς ἐὑπείκων Δημιουργού. δ· Τὸ δὲ θράσος τῶν Ἰταλῶν τοὺς οἰκείους υπερ βαίνει σταθμούς, καὶ κύματα κυλίνδει θυμοῦ, καὶ ὑπερόρια τρέχει, καὶ τῶν ὀθνείων κατεμπηδά. Τη λίκος επεῤῥάγη τῇ καλή Κύπρω κλύδων αλλόκοτος. πρὸς ἣν ἡ θάλασσα σπένδεται, καὶ ἡμεροῦται τὸ ρόθιον. Ὁ δὲ τοιοῦτος κατακλυσμός μέχρι μέν τι νος τὰ ὡραῖα διέφθειρε, και πᾶν ἀνάστημα κατέρ ρεψε γῆς. Ηδη δε καὶ σωμάτων άνθρωπων παρ έψατο. Αλλ' ἦν ὅμως φορητόν το δεινόν, καιπερ ἐν βαρυσύμφορον· ἐπεὶ καὶ προς σωματικὴν ἀπέβλεπε λύμην καὶ σκηνωμάτων ἀπώλειαν, συντιθεμένων 551 Οι καταλαμβάνων τὴν οἰκουμένην ὡς νοσσιάν, καὶ ὡς καταλελειμμένα ὡς αἴρων αὐτὰ, αὐτάν, περιλήψο μαι.
col. 605–606page 7 of 83
PG 140:605ἐπὶ βραχὺ καὶ λυομένων μετ᾿ οὐ πολύ. Τὰ νῦν δὲ ἀλλὰ καὶ ψυχῶν τὸ πρᾶγμα κατεκαυχήσατο, καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον τῆς εὐσεβείας διασαλεύειν ἐπιχειρεῖ. Τοῖς γὰρ πολεμισταῖς Λατίνοις, καὶ ἱερατικὸν ἐκ τοῦ γένους οὐκ ὀλίγον τῇ νήσῳ προσέπιβαν, τὰς ἐκκλησίας συνέχεε, καὶ πρὸς ἑαυτὸ πάντα τὰ θεῖα ἐφελκύσαι νεανιεύεται. ε'. Ενθεν ὁ μὲν γνήσιος καὶ κανονικός πρωτο ποίμην, ὁ μακαριώτατος ἀρχιεπίσκοπος Κυπρίων, ὁ κῦρις Νέοφυτος, τοῦ οἰκείου θρόνου ἀποδιώκεται παρένθετος δέ τις καὶ ἀλλόθρους ἄνθρωπος ἐκ Λατινικῆς φυλῆς τῷ τοιούτῳ θρόνῳ ἐγκαθεσθεὶς, οὐκ ἂν ἄλλως ἀνήσειν τοὺς ἡμετέρους ἱερατικοὺς ἰσχυ ρίζεται ἐπισκόπους τε καὶ λοιποὺς τὸν Ρωμαϊκὸν παιμαίνειν καὶ διδάσκειν λαὸν, εἰ μὴ πρότερον τὴν παρ' αὐτοῖς ὑποταγὴν ὑπεισέλθωσι, καὶ συνθήκας καταθυμίους τῷ νέῳ ἀρχιερεῖ καὶ νόθῳ παρέξουσιν ἢ μὴν καὶ τούτους ἐξοστρακισθῆναι της νήσου παν τάπασιν· ὡς τῶν ποιμένων καὶ διδασκάλων διασπαρέντων κινδυνεύειν τὴν ἀγέλην Χριστοῦ εἰς κρη μνοὺς ἀποπλανᾶσθαι καὶ βάραθρα. ς'. Ἦν μὲν πρὸ πολλοῦ θρυλούμενα ταῦτα, καὶ εἰς ἀκοὰς τῆς ἡμετέρας ερχόμενα μετριότητος· τὰ νῦν δὲ καὶ ὁ θεοφιλέστατος τῆς κατὰ τὴν Κύπρον ἁγιώτατος ἐπισκοπῆς Σολείας Λεόντιος, καὶ ὁ εὐ λαβὴς καθηγούμενος τῆς τῶν ᾿Αψινθίων μονῆς ἱερομόναχος Λεόντιος, πρὸς τὴν ἡμῶν ἀναπεμφθέν τις μετριότητα παρά τε τοῦ οἰκείου μακαριωτάτου ἀρχιεπισκόπου και τῶν λοιπῶν ἐπισκόπων, ἀλλὰ δὴ και παντὸς τοῦ ἱερωμένου πληρώματος καὶ τοῦ ὀχλώδους λαοῦ, τὰς τοιαύτας συνοδικῶς ἀνήγγειλαν συμφορὰς ἐνώπιον τῆς ἡμῶν μετριόητος· καὶ παραστάντες τὴν σήμερον ἐπὶ τοῦ μέσου, διεπρεσβεύσαντο οπόσα παρ' ἐκείνων ανενεγκεῖν ἐπετράπησαν. Ἔφασκον γὰρ ὡς τῷ ἀρχιεπισκόπῳ κυρῷ Νεοφύτῳ παρὰ τῶν Λατίνων οὐ συγκεχώρηται τῇ νήσῳ ἐνδιατρίβειν τὸ σύνολον ἅτε τοῦ σφῶν καὶ ἑτέρου αρχιεπισκόπου μηδόλως άλλον ἀκούειν ἀρχιεπίσκοπον στέγοντος. Αμέλει καὶ τέλεον ἐκείνους [γ. ἐκεῖνον] ἀπήλασαν. Καὶ νῦν ἐν τοῖς μέρεσι τῆς ἀνατολῆς διάγει πλανώμενος 5. Αὐτοὺς δέ γε τοὺς ἐπισκόπους, φασί, καὶ τοὺς λοιποὺς ἱερατικούς, εἰς ὑποταγὴν ἐκβιάζεται ὁ τῶν Λατίνων ἀρχιερεὺς, καὶ οὕτως ἐάσειν τούτους και θυπισχνείται τὰς οἰκείας ἔχειν ἐπισκοπὰς καὶ ἱερα τικῶς ἐνεργεῖν. Καὶ παρεγκλήτευον τὸ ποιητέον μαθεῖν παρά τε τῆς ἡμῶν μετριότητος καὶ τῆς ἱε ρᾶς ἀδελφότητος. Διὰ γὰρ τῆς τούτων γλώσσης τὰς τῶν Κυπρίων πάντων ἔλεγον παρεστάναι ψυχάς, καὶ τὴν ἡμῶν γουνάζεσθαι μετριότητα τῆς ἐκείνων σωτηρίας ἀντιποιήσασθαι, καὶ μὴ χώραν οὕτω πλα τεῖαν καὶ πολυάνθρωπον καταλιπεῖν ἀπροστάτευ τον, ὡς λιμὸν λιμῶξαι καὶ δίψαν παθεῖν, οὐ βρώματος οὐδὲ πόματος, ἀλλὰ τοῦ ἀκούειν λόγον Θεοῦ. νιπ, Αιμὸν λιμώξαι. 6 1690,: Δός πεινῶντι τρο φήν, ὁ λιμῷ κινδυνεύων, καὶ τῷ ἐξ οὐρανοῦ κατα βάντι ἄρτῳ τραφείς. Χαῖρε ἡ τὸν κ ινῶς καὶ ὑπερφυῶς
col. 607–608page 8 of 83
PG 140:607η γεωργηθέντα ἄρτον φέρουσα τράπεζας οὗ τραφέντες οἱ τῇ γεωργίᾳ τῆς ἀκάνθης λιμῷ ἀπολλύμενοι, τοῦ κινδύνου διασεσώσμεθα η'. Ταῦτα τοῦ ἐπισκόπου καθικετεύοντος, και τοῦ ἡγουμένου προσλιπαροῦντος, ή μετριότης ἡμῶν μετὰ τῆς ἱερᾶς ἀδελφότητος εἰς σκέψιν ἔθετο τὰ τοῦ πράγματος. Καὶ ἐδόκει διπλοῦς ἑκατέρωθεν κίνδυνος καὶ ἀμφίκρημνος όλισθος. Τό τε γάρ του σοῦτον ἐγκαταλειφθῆναι λαόν προστασίας άτερ ποι μαντικῆς, ὧν τὰ αἵματα ἐζήτηται ἐκζητεῖται υεὶ ἐκζητήσεται] παρὰ τῷ Θεῷ ἐκ τῆς τῶν ποιμαινόντων χειρός, μεγάλην τὴν εὐθύνην ἔχει τὸ κατά κριμα, καὶ τὸ ἐνδοῦναι δὲ θελήσει Λατινικῇ καὶ σχε σματικοῖς συνθέσθαι καὶ σπείσασθαι ἀποδον τῷ τῶν κανόνων ἀκριβεία δοκεῖ, καὶ ἐκκλησιαστικών ἐθίμων ἀλλότριον. Ἦν γοῦν ὁ λόγος ἀμφίβολος, καὶ ἡ πρὸς θάτερον νεῦσις ἀμφισβητήσιμος. Ὡς δε πολ λούς ή τε μετριότης ἡμῶν καὶ ἡ ἱερὰ ἀδελφότης ἀνείλιττε λογισμούς, τέλος καὶ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀπαιτουμένης παρὰ τῶν Λατίνων ὑμοταγής συνο δικῶς ἡ μετριότης ἡμῶν χρωματισθῆναι χρημ.] διενοήσατο. Οθεν παρεγγυήσατο τῷ ἐπισκόπῳ τε καὶ τῷ καθηγουμένῳ πνευματικώς διευκρινῆσαι μετ' ἀληθείας, τίνα γε ἄρα τὰ παρὰ τῶν Λατίνων ἀπη τημένα εἰσί. θ'. Καὶ οὗτοι τρία ταῦτα ζητεῖν ἀπαραιτήτως ἔφασαν τοὺς Λατίνους· χεῖρας χερσὶν ἐμβαλεῖν ἱερατικαῖς· τοῦτο γὰρ εἶναι τοῖς ἐπηρεαστείς ἐχέγγυον ἀσφαλές, δουλωτικῆς ἐν πράγμασιν ὑπο κλίσεως· δεύτερον τὸ τὸν μέλλοντα Ῥωμαῖον εἰς ιερατικὴν προβαίνειν τιμὴν, μετὰ τὴν τῶν ὁμοφύλων ἐπιλογὴν, εἴτε εἰς ἐπίσκοπον προβιβάζεται, εἴτε καὶ εἰς ἀλλοίαν χειροτονίαν ἢ καὶ ἡγουμενεία ἐγκέκριται, μή δίχα τῆς τοῦ Λατίνου εἰδήσεως τῆ προσφόρῳ ἀξία οποιονδήτινα ἐγκαθίστασθαι· τοῦτο δε χάριν αἰσχροκερδείας καὶ μόνης ἀπαιτεῖν τοὺς Λατίνους διεμαρτύροντο· τρίτον ἐπὶ τούτοις ἐπήγαγον τὸ τοὺς Ρωμαίους κρίνεσθαι μὲν παρὰ τοῖς οἰκείοις ἐπισκόποις ότι δεήσειςν· εἰ δ᾽ ἴσως τις τῶν κρινομένων θελήσειε πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπον τῶν Λατίνων, ὡς δῆθεν βαρυνόμενος, ἵνα παρ' αὐτῷ ἡ ὑπόθεσις ἀνακρίνηται. Ἐπὶ τού τοις ἡ μετριότης ἡμῶν συνδιασκεψαμένη μετὰ τῆς τῶν ἀδελφῶν ὁμηγύρεως, καὶ τῆς ἀποφαντικής ἀπαρχομένης ἀπαγγελίας καὶ τὰ δόξαντα διασαφοῦσα, οὕτως εἴρηκε. ι. Πάντας μὲν ἱερούς κανόνας, πάσας παραδόσεις, πάντα σεβάσμια ἔθιμα τῆς καθ' ἡμᾶς πανευσεβούς Εκκλησίας, στέργειν καὶ φυλάττειν ἀπαρατρωτά τι καὶ ἀπαρεγχείρητα και χειρὶ καὶ γλώττη διεβεβαιωσάμεθα τε καὶ εἰσέτι διαβεβαιούμεθα του Χριστοῦ τῇ χάριτι πεποιθότες. Καὶ γάρ οὕτω καὶ ἐνεγραψάμεθα καὶ ὡμολογήσαμεν, καθ' ἡμέ ραν καὶ ὑπὲρ τούτων πυκτεύομεν καὶ εὐχόμεθα, όπως αἱ τε χεῖρες, ἥ τε φωνή, τοῦ πατριάρχου
col. 609–610page 9 of 83
PG 140:609εἶεν Ἰακώβ, τοῦ καὶ πρὸ γενέσεως ἀγαπηθέντος ὑπὸ Θεοῦ. Οπου δέ γε οὐκ ἐπισείεταί τις ἀθέτησις τῶν κανόνων, τῶν παραδόσεων, τῶν ἐθίμων, αὐτῆς τῆς πίστεως, εἴ τί που εὐμεθόδως καὶ ἀπροσκόπως τη Εκκλησίᾳ Χριστοῦ μετελθεῖν δυνήσονται οι Κύπριοι ἐπίσκοποι, κακ τοῦ δοκεῖν ὑποπίπτειν, κατα πιπτούσας ταῖς ἀληθείαις, τὰς ἑαυτῶν ὑποστηρί ξαιεν ἐκκλησίας, καὶ τῆς ἀπειλουμένης ψυχολέθρου συντριβῆς ἀπαλλήξαιον, συγγνωστέον ἄν οἶμαι τῆς τοιαύτης οικονομίας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὑποκρίσεως, καὶ ἀκαταιτίατον [. ακαταιτίατοι] λογισθήσονται, τὸν μέγαν Παῦλον εἰς τοῦτο συνήγορον ἔχοντες. ια. Ἐπεὶ οὖν οὕτως ἡ τῆς ἡμῶν μετριότητος διάγνωσις ἀπηγγέλλετο, καὶ παρίστατο τηνικάδε πλῆθος οὐ μετρητὸν τῶν τῆς Κωνσταντίνου θρεμμάτων, τριχθεν δεδασμένον, εἰς κληρικούς, εἰς μου νάζοντας, εἰς λαϊκούς, τῶν μὲν ἤδη καὶ δεδιωγμέ των ἐκεῖθεν, καὶ μητέρα ταύτην, τὴν Κωνσταντίνου φημί, μεμισηθέντων διὰ τὴν πρὸς τὸν ἐν οὐρανοῖς Πατέρα τελείαν ἀγάπησιν καὶ ὁμολογίαν, ἱδρῶσι σεμνυνομένων· τῶν δ' αὖθις, ὡς τὸ ἀπογεγαλακτισμένον, ἐπὶ τὴν μητέρα ἀναστρεψάντων, καὶ τοῖς γεραιαῖς αὐτῆς καὶ πτωχικαῖς ἀγκάλαις καὶ ἔτι ἐνα θαλπομένων, οἱ τοιοῦτοι τὴν καρδίαν ἐκζέσαντες ὑπὸ τῶν πυρανθράκων τοῦ ζήλου, καὶ πῦρ οἱονεὶ πνεύσαν. τες, τὸν λόγον σφοδρυνόμενοι, πρὸς ἡμᾶς ἀμετείνοντο β. Λαμψάτω, λέγοντες, τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων μὴ μόνον ἐξ ἔργων, ἀλλ᾽ ἤδη καὶ κ τῶν λόγων αὐτῶν· καὶ σκοτεινόν μηδέν μηδὲ ἀσαφές ταῖς ὑμετέραις διαγνώσεσιν ἐγκυπτέσθω, Ἐμάθομεν ἀφ᾽ ὧν ἐπάθομεν τὴν Λατινικήν δολο πλοκίαν. Ἐμεῖς ἀρκούντως αὐτοῖς συνεπλάκημεν, πολὺν ἀνέτλημεν κάματον, ἐγκαρτερήσαντες φυ λακαῖς, τῆς ἐνεκγαμένης απελαθέντες, ἐξυβρισθέν τις εἰς τὸ τοῦ πώγωνος σέμνωμα πάντων τὰς αὐτῶν ῥᾳδιουργίας ἐκμεμελετήκαμεν ἀκριβῶς. Λατίνοι ἄλλα μὲν βάζουσιν, άλλα δ' ἐν φρεσὶ κεύθουσι. Χερσι χεῖρας ἐμβαλεῖν ἀπαιτοῦσι τὰς ἡμετέρας ταῖς ἑαυτῶν, καὶ τοῦτο παντάπασιν ἀκαταιτίατον καὶ ἀνεπίληπτον ἰσχυρίζονται. Τὸ δὲ οὐδέν τι ἕτερόν ἐστιν ἀλλ᾽ ἡ πατροπαραδότου πίστεως προδοσία καὶ χειραγωγία πρὸς ὑποταγὴν τῆς σφῶν Ἐκκλησίας, καὶ εἰς πάνθ' ὅσα τὰ τῆς γηραλέας είθισται 'Ρώμης παραληραφρονήματα. κακ τούτων εγ· οἷα γὰρ ἀεὶ πολέμοις ἀναστρεφόμενοι, καὶ καθαρῶς τυγχάνοντες ἀρειμάνιοι πάντες ὁμοῦ λαϊκοί τε καὶ ἱερεῖς αὐτῶν, καὶ ἔθιμα τῶν πολέμων ἠκρί βωθέντες, καὶ τοῦτ᾽ αὐτὸ τὸ διδόναι χεῖρας σημεῖον ἥττης καὶ παντελούς δουλοσύνης νομίζουσιν, ὡς ἐν ταῖς μάχαις ειώθασιν οἱ ἁλισκόμενοι δράν. Παρα Εξυβρισθέντες εἰς τὸ τοῦ πώγωνος σέμνωμα. 15: Τὸ πετριχωμένον τοῦ πώγωνος χειρόμενα κόσμημα. Σ
col. 611–612page 10 of 83
PG 140:611γνώσεσι καὶ τὸ μηδὲ χεῖρας δοῦναι τοῖς Ιταλοῖς τοὺς Κυπρίους· εἰ καὶ τοῖς ἱεροῖς κανόσιν ἀμνημόνευτον παρατεθεώρηται τοῦτο. Εἰ γὰρ μὴ οὕτω γε νήσεται, κίνδυνος προφανὴς τὴν τετράγωνον καὶ στερεάν καὶ δίχα ψόγου τῶν πρὸ σοῦ ἀρχιερέων οἰ κοδομὴν ἄρτι καταπεσεῖν, ἦν ἐκεῖνοι συχνοῖς καλοῦμεν οὖν ἐντεθῆναι ῥητῶς ταῖς συνοδικαῖς δια ἱδρῶσι καὶ ἐργομοχθίαις μακραῖς ἀνεδείμαντο, επερείδοντες καθεκάστην ἡμᾶς ταῖς νουθεσίαις αυ τῶν, καὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων εδράζοντες, καὶ μὴ δεδοικέναι τοὺς τῶν πειρασμῶν ποταμούς μηδὲ τοὺς ἀνέμους υποτιθέμενοι. ιδ. Ταῦτα τοῦ παρεστηκότος φιλευσεβεστάτου λαοῦ θερμῷ τῷ ζήλῳ πρὸς τὴν ἡμῶν ἀποτεινομένου με τριότητα προκαθημένην συνοδικῶς, ἡ μετριότης ἡμῶν συνιδοῦσα ὡς ἐνταῦθα ὁ τῆς οἰκονομίας λόγος οὐ δεν ὠφελεῖ, ἀλλὰ μᾶλλον θόρυβος γίνεται· καὶ ὡς αὐ μόνον οὐκ εὐθυπλοεῖ αὕτη πρὸς τὴν περιώνυμον Κύ προν ναυαγοῦσαν ήδη διασώσασθαι, ἐνδιδοῦσα τὸν πόδα κατα νόμους ναυτηλικούς, καὶ τὸ ἱστίον βάπτον ἀπο κενοῦσα· ἀλλά γε δὴ καὶ τοὺς τῆς οἰκείας φροντίδος φορτίδος] ἐπιβάτας στασιαστὰς ἐργάζεσθαι κινδυνεύει καὶ ὡς μὴ ἀρκούντων εἰς κάκωσιν τῶν ἔξωθεν πειρατῶν, καὶ αὐτοὺς καθ' ἑαυτῶν ἐκπολεμῶσαι τοὺς συμπλωτήρας φόβος οὐκ αξυμφα νῆς· πρὸς τοὺς Κυπρίους ταῦτα ἐξεῖπε· Παῦλος τὸ τοῦ Χριστοῦ στόμα, διὰ τοῦ ἐμοῦ στόματος Γνωμοδοτεῖ, καὶ πρὸς τὴν ὑμῶν ἐρώτησιν ταυτὶ ἀποκρίνεται. Παρακαλῶ ὑμᾶς, ἀδελφοί, σκοπεῖν τοὺς τὰς διχοστασίας καὶ τὰ σκάνδαλα παρὰ τὴν διδαχὴν ἣν ὑμεῖς ἐμάθετε ποιοῦντας, καὶ ἐκαλί νατε ἀπ' αὐτῶν. Οἱ γὰρ τοιοῦτοι τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῶ οὐ δουλεύουσιν, ἀλλὰ τῇ ἑαυτῶν κακίᾳ κακίᾳ· καὶ διὰ τῆς χρηστολογίας καὶ εὐλογίας ἐξαπατῶσι τὰς καρδίας τῶν ἀκάκων. Αρκούσα παντως ἡμῖν ἡ ἀπολογία, καὶ ἁρμοδιωτάτως πρὸς τὴν ἐρώτησιν, καὶ ἱκανῶς ἔχουσα τὸ συνοῖσον ἀνδιδάξαι. ιε΄. Ὑμεῖς δὲ, ὦ κατὰ Χριστὸν ἀδελφοὶ Κύπριοι, μετ μηταί γίνεσθε τῆς τῶν Κωνσταντινουπολιτῶν ἐκκλησίας· τοὺς αὐτῆς ποιμένας οἱ τῆς Κύπρου ποιμένες μιμείσθωσαν· τῇ τῶν λόγων ἀπαύστως ἐμε πνέοντες σύριγγι, καὶ ἀνακλητικὸν ἐπάδοντες καὶ σωτήριον. Τὰ Κύπρια ποίμνια ποίμνια τῶν τῆς Κωνσταντίνου ζηλούτωσαν θρεμμάτων. Καὶ γάρ ταῦτα τοῖς μακροῖς ὅροις τῶν ποιμένων διεστηκότα, καὶ λύκοις δεινοῖς συμβοσκόμενα, καὶ τὸ τετριχωμένον τοῦ πώγωνος χειρόμενα κόσμημα, καὶ κρεουργούμενα. ἀνεπιβούλευτον τὴν σφραγῖδα τῆς πίστεως διεφυλά ξαντο, καὶ τοὺς λίκους χανόντας μάτην ἀπήλεγξαν. Εἰ δὲ καί τινες ἐξ αὐτῶν σφόδρα ὀλίγοι ψωρας τινός μετέσχον, εἰ καὶ λυσσώδους τοῦ δήγματος, ἀλλὰ τα χέως πρὸς τὴν ἐν Γαλαάδ καὶ τοὺς ἐν τῷδε τόπῳ πνευματικούς ακέστορας ῥητίνην] ὑπαινίττεται [Αη. ὑπανίστανται] παρ' ὧν καὶ πρὸς τὴν προτέραν ἐπανῆλθον υγίειαν· οὐκ ἔλαττον τῶν ἀβλήτων καὶ ἀτραυματίστων καὶ οὗτοι ἐπαινεθέντες διὰ τὴν τῆς οἰκείας ἀσθενείας ἐπίγνωσιν, καὶ τὸ ζητῆσαι ταχέως τὴν ἴασιν.

Letter 2 of the Same to the SameEjusdem ad eosdem epistola 2

col. 613–614page 11 of 83
PG 140:613ις΄. Καὶ τοὺς Κυπρίους τοιγαροῦν ποιμένας, εἰ συμβήσεται τοῖς λύκοις συμπλεκομένους, καὶ τῶν οἰκείων υπερμαχοῦντας ποιμνίων, καὶ τῆς αὐτῶν φροντίζοντας σωτηρίας, ὑποκλάσαι τι καὶ ὑπενδου και μικρόν, όπερ ἀπείη, παρακαλοῦμεν μὴ εἰς ἀπό γνωσιν εὐθὺς ἐμπεσεῖν, μηδὲ ἀπελπίσαι τὴν σωτη ρίαν, μηδὲ ἀνομίαν ἐπὶ τὴν ἀνομίαν προσθεῖναι, καὶ τὴν ἐπὶ τὸ χεῖρον ἀσπάσσασθαι προκοπὴν, καὶ μεγῆναι τοῖς ἔθνεσι, καὶ μαθεῖν τὰ ἔργα αὐτῶν ἀλλ᾽ εὐθὺς ἀνανεῦσαι τοῦ πτώματος, καὶ πρὸς τὸν ἰατρὸν ἐπαναδραμεῖν. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν οὕτως. ιζ. Τὰ μέντοι ἕτερα δύο κεφάλαια· τὸ μὴ δίχα δηλαδὴ τῆς τῶν Λατίνων εἰδήσεως τῇ προσφόρῳ πνευματική αξίᾳ ὁποιονδήτινα ἐγκαθίστασθαι, καὶ τὸ μὴ κωλύεσθαι τοὺς Ρωμαίους, εἴτε ἱερωμένοι εἰσὶν εἴτε λαϊκοί, ἐγκλητεύειν πρὸς τοὺς Λατίνους, ἐν ταῖς περὶ βιαιοτέρων πραγμάτων φιλονεικείαις ομένους παρὰ τῶν ὁμογενῶν κριτῶν ἀδικεῖσθαι ἀδιάφορα δοκεῖ τῇ ἡμῶν μετριότητι, καὶ διὰ μό την φανερῶς αἰσχροκέρδειαν τοῖς Λατίνοις ζητούμενα. Οὐ μικρὸς γὰρ ἐντεῦθεν αὐτοῖς ὁ χρηματισμὸς ἀναφαίνεται, Καὶ ἡ ἡμῶν μετριότης συμβουλεύει τοῖς τῶν Κυπρίων ποιμέσιν, ἐν ὅσοις ἐνστατι καί τινες καὶ φιλόνεικοι φαίνονται οἱ Λατῖνοι ἐφέσει λημματισμών, ενδιδόναι τούτοις, καὶ μὴ ἀνθίστασθαι. Επαινετὸν γὰρ σωματικής ζημίας ψυχικόν ἀλλάττεσθαι κέρδος· καθάπερ καὶ τὸ χαλκέων ἀντ αμείβεσθαι χρύσεα. Ἴσως γάρ, πλωρώσαντες χρη μάτων τὰς χεῖρας, ἀπολύσουσι τούτους τοῦ τῆς χαροδοσία; ζητήματος - κἀκείνων κατασπασθει στον κάτω τῷ βάρει, ἐξέσθαι αὐτοῖς ὁσίας χεῖρας ἐπαίρειν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ δίχα σκινδαλμού τινος και προκρίματος, τὰ τῆς ἱεροτελεστίας ἀποπληροῦν. ιη'. Ταύτα παρεκβληθέντα ἀπὸ τῶν ἡμερησίων συνό δων [Αη. συνοδικῶν] παρασημειώσεων, καὶ τῆ γραφή Γ. υπογραμῇ καὶ σφραγῖδι τοῦ τιμιωτάτου χαρτοφύ λαιος τῆς ἁγιωτάτης του Θεου μεγάλης Εκκλησίας Θεο δώρου τοῦ Στιλβῆ βεβαιωθέντα, ἐπεδόθη μηνὶ καὶ ἐπι κεμήσει τῆς προγεγραμμένης [Γ. τοῖς προγεγραμμένοις] έτους εψλά ]. Τοῦ αὐτοῦ ἁγιωτάτου κυροῦ Γερμανοῦ ἐπιστολὴ δευτέρα πρὸς τοὺς Κυπρίους. α'. "Ανδρες φιλοχριστότατοι καὶ φιλευσεβεῖς, ὅσοι τὴν περιώνυμον νῆσον τὴν Κύπρον ἐλάχετε κατοικεῖν, Ῥωμαῖοί τε καὶ Σύροι, πάντες ορθοδοξίας ἐρασταί, φύλακες ἀκριβεῖς τῆς πατροπαραδότου ἡμῶν πίστεως, ἐφ᾿ ἧς ὁ παντοδύναμος βραχίων τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ὁ Χριστὸς τὴν Ἐκκλησίαν αὐτοῦ ᾠκοδόμησε, καὶ πύλαι ᾄδου οὐ κατισχύσουσιν αὐ τῆς· ὅσον γὰρ ἂν αὐτὴ πολεμῆται, τοσοῦτον μᾶλλον κρατύνεται, εγκαλλωπιζομένη τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐκε μιμήσει. Αὐτοῦ γάρ εστιν, ἀψευδέστατος λόγος ού τωσὶ φάσκων. Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξου εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέ σιν
col. 615–616page 12 of 83
PG 140:615; τερον τηρήσουσι· χαίρετε οὖν ἐν Κυρίῳ, ἀδελφοὶ πάντοτε, καὶ πάλιν ἐρῶ χαίρετε. Ἰάκωβος ὁ θε ἀδελφος σὺν Παύλῳ τῷ οὐρανοβάμονι πρὸς τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας τὴν ὑμῶν ἀγάπην ἐπαλειψές τωσαν ὁ μὲν δὴ Ἰάκωβος, Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, λέγων, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περι πέσητε ποικίλοις ὁ δὲ, ήδιστα καυχώμενος ἐν ταῖς ἀσθενείαις αὐτοῦ, καὶ ἐπευδοκῶν ἐν ταῖς θλί ψεσιν. β΄. Εγώ μὲν ὁ ἐλάχιστος καὶ ἀχρεῖος ἐν ἀρχιερεῦσι μακάριον ἐμαυτὸν ἐν ταῖς ἀσθενείαις ἤγημαι, ὅτι πρὸς λαὸν εὐπειθέστατον, καὶ πρὸς ὦτα άκου όντων λελάληκα. Οὐ γὰρ εἰς πέτραν ὁ σπορος του λόγου ὑμῶν ἔπεσεν, οὐδὲ καθ᾽ ὑδάτων ἐγράψαμεν, οὐδὲ τὰ δίκτυα της διδασκαλίας διακινῆς ἐχαλάσα μεν· ἀλλ' ἐσπείραμεν μᾶλλον εἰς τὴν ἀγαθὴν γῆν καὶ εὔσταχυν, ἐγράμαπεν δὲ εἰς περωτισμένας καρδίας καὶ καθαρᾶς, ὡς κάλαμον τοῦ ψαλμικού γραμματέως τὴν γλῶτταν κινήσαντες· καὶ ἐπὶ τῷ ῥήματι τοῦ Χριστοῦ καθέντες τὸ δικτύου, ἡγρεύσα μεν ὑμᾶς πρὸς ὑπακοὴν πίστεως, καὶ ὀψώνιον τῷ Χριστῷ προσηγάγομεν ἄξιον τῆς οὐρανίου τραπέζης αὐτοῦ. Ἔνθεν τοι καὶ εὐφρανθέντες ἐπὶ τῇ πρώτη άγρᾳ, καὶ τῆς εὐστοχίας ἑαυτοὺς μακαρίσαντες, ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ πάλιν τὴν γλῶτταν ώσπερ ἀμφίβληστρον ἐπὶ τῆς διδασκαλίας καταχαλώμεν. γ. Οὐκ ἀγνοεῖτε πάντως, φιλώλογοτατοι άνθρωποι καὶ φιλομαθέστατοι, ὡς οἱ ἀνέκαθεν θεοφοροι καὶ θεοκήρυκες Πατέρες ἡμῶν, θείῳ κινούρινοι Πνεύ ματι καὶ ἀποστολικαῖς διδασκαλίαις επόμενοι, πάντα τή τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐν σχοινίῳ πνευματικῆς κληροδοσίας θεοκινήτως ἔταξαν τε καὶ ὡροθέ τησαν, καὶ ταῖς διαφόρος τῶν Ἐκκλησιῶν ὁροθε σίαις φραγμούς περιέθηκαν, καὶ περιετείχισαν τὰς έκασταχοῦ ἐνορίας πρὸς ἀσφάλειαν· ὥστε μὴ τοὺς φιλοδόξους τε καὶ ἀλαζόνας ἀπὸ τῶν οἰκείων ἐπὶ τὰς ἀλλοτρίας εὐκόλως ἐπιπηδᾷν· ἀλλὰ δεδοικότας τὰς αἱμασιὰς τῶν φρικωδεστάτων ἀφορισμῶν καὶ τῶν ἀπὸ Θεοῦ ἀλλοτριώσεων, στέργειν ἕκαστον ἣν ἔλαχε Σπάρταν, καὶ ἀρκεῖσθαι τῷ ἰδίῳ λάχει καὶ τῇ προσαρμοσάση κληροδοσίᾳ. δ. 'Αλλ' ὦ τῶν ἐμῶν ἀγνοημάτων! ~ τῆς ἀπλή στον φιλοδοξία;! πᾶσαν ἀρτίως κανονικὴν εὐταξίαν ἐξουδενωσάσης, καὶ ἀνατρέπειν επιχειρούσης την Χριστιανικὴν κατάστασιν πᾶσαν· μᾶλλον μὲν οὖν καὶ κατ᾿ αὐτῆς τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, ήτις ἐστιν ὁ Χριστός, θρασέως καθαλλομένης, καὶ μὲ φοβουμένης τὰ κέντρα ὰ καὶ τῷ Σαύλῳ ἐπηπειλή σατό ποτε ὁ Χριστός, Σκληρόν σοι, φάμενος πρὸς αὐτόν, ό πρὸς κέντρα λακτίζειν, 6. Οίδαμεν γὰρ ἅπαντες ὅσοι τὸ Χριστιανικόν βεβαπτίσμεθα βάπτισμα, ὡς εἰς ἐστιν ἡμῶν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός· καί αὐτός ἐστι κεφαλὴ τῶν ό ἁπανταχοῦ τὰς οἰκουμένης Χριστιανῶν· πάντες δι οἱ τῷ ἀρχιερατικῷ τετιμημένοι ἀξιώματι ἀδελφοί δ.
col. 617–618page 13 of 83
PG 140:617ἐσμεν καὶ μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ μὲν ἀληθὲς οὕτως ἔχει· καὶ μαρτυρεῖ αὐτός ὁ Χριστός ή αυτοαλήθεια, καὶ οἱ αυτόπται τούτου καὶ υπηρέται· ὁ δέ γε Ιταλικός τύφος τοῦτο οὐ βούλεται, οὐδ᾽ ἀνέχεται τὸν Χριστὸν κεφαλὴν καὶ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι· ἀλλ' ἐκβάλλων τοῦτον ταύτης τῆς τάξεως, τῷ ἀρχιερεῖ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης ταύτην χαρίζεται· καὶ ἀναχωνεύειν ἐπιχειρεῖ τὰ πενταδικώς αριθμούμενα πατριαρχεῖα, καὶ ἐν ἐκ τούτων ἀποτελεῖν, καὶ τιθέναι τον θρόνον αὐτοῦ ἐπὶ τῶν τεφελῶν ἀποθραάβεται [ αποθρασύνεται ], καὶ τῶν Ὑψίστῳ ἀφομοιούν. Νεφέλας δ' ἐγώ φημι τοὺς ὑπερέχοντας άρχιερατικούς θρόνους και υψηλούς, καὶ ἀποτεταγμένους εἰς πατριαρχεῖα ἐξ ὧν ὑψί ζεται τὸ περίγειον άπαν, βροχὴν ἐκούσιον καὶ με στικὴν τῆς πνευματικής διδασκαλίας δεχόμενον. Ἡ πόσων ταῦτα δακρύων άξια, πόσων στεναγμών! ὅτι τὸ τῆς ὑπερηφανίας πνεύμα τὸ σκοτεινὸν καὶ μεγίστων πτωμάτων παραίτιον τοῦ μεγάλου τούτου γένους καὶ πολυανθρώπου κεκράτηκε. 5. Πρώτη μὲν οὖν καὶ μεγίστη τόλμα τῶν Ἰταλὼν ἡ ἐν τῷ ἁγίῳ συμβόλῳ τῆς πίστεως ἀπὸ τγορευμένη προσθήκη όπερ ἵνα μήποτε αποτολ μηθή, αναθέματι αιωνίω αἱ οἰκουμενικαὶ καὶ ἅγιοι σύνοδοι τους τολμήσαντας καθυπέβαλον. Καὶ ἡ βου λόμενος ἀναγινωσκέτω τὸν τῆς οἰκουμενικῆς έκτης συνόδου πρώτου κανόνα, οὕτω ῥητῶς περὶ τὸ τέλος λέγοντα. Εἰ δέ τις τῶν ἁπάντων μὲ τὰ προειρημένα τῆς εὐσεβείας δείγματα κράτει καὶ ἀσπά ζεται, καὶ οὕτω δοξάζει τι καὶ κηρύττει, ἀλλ' ἐξ ἐναντίας είναι τούτων ἐπιχειρεῖ ἔστω ἀνάθεμα, κατὰ τὸν ήδη εκτεθέντα όσον ὑπὸ τῶν προδη κωθέντων ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων· καὶ του Χριστιανικού καταλόγου ως ἀλλότριος ἐξωθεί. σίω καὶ ἐκπιπτέτω· Ἡμεῖς γὰρ οὔτε προστιθέναι τι, οὔτε μὴν ὑφαιρεῖν κατὰ τὰ προορισθέντα παντελώς διεγνώκαμεν, καθ' οντιναούν διην νεμενα λόγον. Καὶ ταῦτα μὲν ὁ δηλωθεὶς κανών Ότι δε κατὰ πᾶσαν οἰκουμενικὴν σύνοδον συνευῆς τῶν ἦν καὶ ὁ κατὰ τὴν ἡμέραν πάππας διὰ τοποτη μητῶν τοῖς κεκυρωμένοις δόγμασί τε καὶ κανόσιν, οὐδεὶς των τροφίμων λόγον ηγνόησε. ;. Τί νῦν τὸ ἐνταῦθα συναγόμενον; Οτιπερ οἱ νὰν τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης ἀρχιερεῖς οὐδὲ τοὺς ἐπὶ τῶν οἰκουμενικών καὶ ἁγίων ἑπτὰ συνόδων αρχιερεῖς τῆς πρεσβυτέρας. Ρώμης αποδέχονται καὶ ἀσπάζονται ὡς ἡμᾶς τοὺς Γραικούς, κακείνους ἀποστρέφονται καὶ ἐξουθενοῦσι, μὴ δεχό μενοι τὰ παρ᾽ ἐκείνων συνοδικώς λαληθέντα καὶ κυρωθέντα. Ως εἶναι τοὺς νῦν Ἰταλοὺς νέας πί στεως δογματιστάς, καὶ ἑτέρων κανόνων ἐφευρετὰς. Ζητείτωσαν οὖν καὶ Χριστὸν ἕτερον καὶ ἀπο στόλους ετέρους. Καὶ γὰρ οἱ ἐπὶ τῶν συνήθων θεο φόροι καὶ θεοκήρυκες Πατέρες οὐ πεπιστεύκασιν εἰς Πνεῦμα ἅγιον ἐκ δύο προσώπων τὴν ὑπαρξιν ἔχον· ἀλλὰ πεπιστεύκασι τῷ Χριστῷ, ὡς καὶ ἐν τοῖς άλλοις άπασι, καὶ ἐν τοῖς περὶ του Πνεύματος. πιν,
col. 619–620page 14 of 83
PG 140:619λόγοις, παρὰ τοῦ Πατρός εκπορεύεσθαι τοῦτό διδά (β) Τη Λατινική ὑποταγῇ. Εγώ δεκαὶ τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει Γραικούς φθάσας αφορισμῷ καθυπέβαλον, μηδενὶ τῶν ἱερέων διὰ χαύνωσιν ψυχῆς ὑποχαλασθέν τῶν εἰς ὑποταγὴν καὶ θέλημα τῆς παλαιᾶς Ρώμης, μηδε προσφορὰν δέχεσθαι ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν, μηδε συμψάλλειν αὐτοῖς, ὡς προδόταις τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, καὶ τῶν πατροπαραδότων εθών. ξαντι. η. Ταῦτα μὲν συνοπτικῶς τῇ ὑμετέρᾳ ἀγάπῃ έδήλωσα, ἵνα γνώτε πόσον ἐστὶ κακὸν τὸ πνευματικῶς ὑποτάττεσθαι καὶ πειθαρχεῖν ταῖς τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης ιδιορρυθμίαις. φείδομαι γὰρ τραχύτερον τι εἰπεῖν. Οθεν καὶ ἐπισκήπτομαι πᾶσι τοῖς λαϊκοῖς, ὅσοι τῆς κατολικῆς Ἐκκλησίας ἐστε τέκνα γνωσία, φεύγειν ὅλῳ πόδι ἀπὸ τῶν ὑποπεσόντων ἱερέων τη Λατινική υποταγή καὶ μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν τούτοις συνάγεσθε, μηδε εὐλογίαν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν δέχεσθε τὴν τυχούσαν· Κρείσσον γὰρ ἐστιν ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι καταμόνας, η ἐπ' ἐκκλησίας, συνάγεσθαι μετά τῶν Λατινοφρόνων ὑποταγάτων Εἰ δέ τις τῶν εἰρημένων ἱερέων βίν μὲν κοσμεῖται σεμνῷ καὶ εὐλαβείας ἀντέχεται, τοῦτο δὲ μόνον ἐστὶν ἡμαρτηκώς. τὸ διὰ βίαν ἡ συναρπαγὴν ὑπενδοῦναι τῇ ἐπισφρησάσῃ ταῖς αὐτόθι ἐκκλησίαις τυραννίδι Λατινικῆ, κοὶ τὸν πάππαν ἔχειν ἀρχιερέα ὁμολογῆσαι· ὁ τοιοῦτος ἄλλως μὴ παραχωρείσθω στο ὑμῖν ἐκκλησιάζεσθαι καὶ ἱερατικῶς ἐνεργεῖν, εἰ μὴ πρότερον κατά πρόσωπον του αρχιεπισκόπου τῶν Λατίνων, καὶ τῶν ὑπ' αὐτῷ ἐπισκόπων ἐπιστραφείς εἴποι· Οὐχ οὕτως ἔσται· ἀλλ' ὁ προαπεσταλμένος συνοδικὸς ἀφορισμός κρατείτω· καὶ πάλιν, μέχρις ἂν κατὰ τὴν περίληψιν τῆς τοιαύτης γραφῆς πρὸς τὴν θείαν καὶ ἱερὰν σύνοδον καὶ τὴν ἡμῶν μετριότητα αναδράμωσι. θ'. Καὶ οἱ ὑπ' αὐτοὺς κληρικοί, ὅσοι τὴν ἡμετέραν ἀσπάζονται Ἐκκλησίαν, καὶ τῆς πατροπαραδό του πίστεως ἀντέχεται βούλονται, οὐχ ὑποκείσονται τοῖς τὴν ὑποταγὴν ποιησαμένοις ἀρχιερεύσιν αὐτῶν· οὐδὲ ἀφοριζόντων αὐτῶν ἕνεκα τοῦ πείθεσθαι τη Λατινική Εκκλησίᾳ μικρόν τι επιστρα ψήσονται. Ο γάρ τοιοῦτος ἀφορισμός ἄκυρός ἐστι, καὶ πρὸς τοὺς ἀφορίζοντας μᾶλλον ἐπαναστρέφει ὅτι καὶ σκανδάλων γεγόνασι πρόξενοι τῷ λαῷ τοῦ Θεού, καταπατήσαντες τὴν τῶν ἱερῶν κανόνων ἀκρίβειαν, καὶ τοὺς ἐπιβήτορας καὶ ἀλλοτριοεπι σκόπους δεξάμενοι, καὶ χεῖρας δόντας [ 1. δόντες] αὐτοῖς σημεῖον εὐπειθείας καὶ δουλώσεως· και διισχυρίζωνται λέγοντες, ὡς οὐ καταπροδεδώκαμεν τὰ πάτρια ἡμῶν ἔθη, οὐδὲ δι τῶν ἱερῶν κανόνων ἔξω πεπράχαμεν· μὴ εἰδότες ο λέγουσιν. Οἱ γὰρ τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ τῶν θείων Πατέρων και νόνες ἀφορισμῷ καθυποβάλλουσι τοὺς τῶν ἀλλο τρίων ἐνοριῶν κατεπεμβαίνοντας επισκόπους αλλά Υποταγάτων. 11. 4, Εσμέν ὑποθησιάριοι πάντες.

Homilies of GermanusGermani Homiliae

col. 621–622page 15 of 83
Germani Homiliæ
PG 140:621καὶ τοὺς καινοτομίαν εἰσάγοντας εἰς τὴν ἀμύμητον πίστιν τῶν Χριστιανῶν ἀναθέματι καθυποβάλλουσι. Καὶ ἔχει μὲν οὕτω τὸ ἀληθές. ι. Υμείς δε, λαί περιούσια του Χριστού, στή ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιούσθε τοὺς ατάκτους σωφρονίζοντες, ἐλέγχοντες τοὺς τὴν εὐσέβειαν παραποιούντας· μηδέν των ορθών δογ μάτων καταπροδιδόντες, ὧν ἀνέκαθεν παρειλή πᾶσαν θλίψιν βιωτικὴν καὶ πᾶσαν ζημίαν χαρὰν καὶ κέρδος ἡγούμενοι ἵνα μόνον ἐν ὑμῖν άσυλος διαφυλαχθείη ὁ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως θη σαυρός· ὃν ἐν τῷ τέλει τῆς ζωῆς ἕκαστος ἡμῶν ἐπι φερόμενος, ἐξέλθοι του δε τοῦ βίου· γυμνὸς μὲν ἐξ ἁπάντων τῶν κατά κόσμον πραγμάτων, ἐπὶ μόνῳ δὲ τούτῳ τῷ θησαυρῷ τὰς ἐλπίδας σαλεύων· καὶ τῆς εὐκταίας εκείνης φωνῆς προσδοκῶν ἐπακούσαι Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην ἧς οὐκ ἔστιν ὅριον οὐδὲ τέλος. ια΄. Εἴητε φυλαττόμενοι πάντες τῇ παντοκρατορική δεξιά τοῦ Θεοῦ, Ρωμαίοι τε καὶ Σύροι, όσοι τε ἱερῷ κοσμεῖσθε ἀξιώματι. δαὶ ἀκαταδούλωτου την γνώμην φυλάττετε ἀπὸ τῆς περὶ τὴν πίστιν νέας παρεκτροπῆς, καὶ ὅσοι ἐν λαϊκοῖς εστε ζηλω ταὶ τῆς ὀρθοδοξίας θερμοί. 5. Η χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, εἴη μετά πάντων ὑμῶν. Αμήν. Μηνὶ Ἰουλίῳ, ἐπινεμήσει β'. Εἰς Ὕψωσιν τοῦ τιμίου σταυροῦ καὶ κατὰ Βοο μίλων Πάλιν ἑορτῆς μυστήριον, καὶ πάλιν ὁ ἐμὸς λαὸς χορευτής μυστικός, καὶ ἐκκλησιάζεται Χαίρων ένα ταῦθα, καὶ συναθροίζεται παμπληθεὶ καὶ μετά κύ εἰς εὐαγγελισμόν. Γερμανού κυρός κύριος. κυρά κυρία κυρός πατριάρχης; κυρός Ἀνδρόνικος, Μάρκος ὁ τὸ

Homily IHomilia Prima

col. 625–626page 16 of 83
PG 140:625εὐκαιρία παρακαλοῦσι. Κἀγὼ διάρας κύκλῳ ὀφθαλμούς, καὶ ἰδῶν μου συνηγμένα τα τέκνα στέρι αὐτῶν τῇ Ἐκκλησίᾳ, σκιρτώ μεν ύφ 5, καὶ χαρμονῆς ἀμέτρου πληρούμαι, ἐνηθο τῷ καλῷ τούτῳ χίματι του λαού, οἱονεὶ κυ κουμένῳ καὶ περικλύζοντι προσηνώς τὸν ἱερὸν ἱ σκόπελον, ἐφ᾿ ὃν ἐπιβέβηκα· ὅτι δὲ πτωχός ένης εἰμὶ, ἡ τῶν λόγων ἀρτοθήκη κεκένωταιν μοί, καὶ θέλων τρέφειν τα τέκνα οὐκ εὐπορῶς μαι σφόδρα, καὶ δρίμεῖα μοι οδύνη μέσῃ τῇ . πτωχός και αλγών νω, καὶ, ἡ καρδία μου τετάρακται εντός μου, ἐν Ψάλτην εἰπεῖν βασιλέα. σάψει δε μοί τις προσφέρω; ἀποτεμὼν τῆς Η προφητείας ἐκεῖνο τὸ λόγιον, ὁ δὲ περί ὐτῷ πρὸς τούτο πενίαν· καὶ ἀποκριθεὶς λέγε ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἐμεῖς οὐκ ἔσομαι αρχηγός ἐστιν ἐν τῷ οἴκῳ μου άρτος, οὐδὲ ἱμάτιον. γὰρ στηρίζειν καρδίας ανθρώπων τῷ ἄρτῳ τῶν ισχύομεν, ούθ' ὑφαίνειν χιτώνας ἔχομεν εύ προϋπόκεινται καὶ τῆς ὕστερον ἐπιβεβλημένης ἡ τῆς εὐαγγελικῆς, ἐν ᾗ τὸ ποικιλτὸν πολύ καὶ χρυσον, δι' ὧν ασχημοσύνη ψυχῆς συγκαλύ καὶ γύμνωσις περιστέλλεται. Διὰ ταῦτα καὶ εχὴν ἀνεξαλλόμην καὶ ἀναδυόμην προς το λει αν βεγόμενος κατ'
col. 627–628page 17 of 83
PG 140:627πορεύομαι, καὶ πυκνά στενάζω ἐξ ἀπορίας. Φοβεῖ γάρ με ή φρικώδης ἐκείνη απόφασις, Επείνασα, λέγουσα, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν. Γυμνός ΐμην, καὶ οὐ περιεβάλετέ με. Οὐκ ἔστι δὲ μοι στόμα ανοιξαι καὶ μετὰ Παῦλον τὸν ἐμὸν νουθετῆσαι λαόν εἰπεῖν· Ἔχοντες διατροφὴν καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα. Οὐδὲ γὰρ αὐτὴν ἐγὼ ἐχορήγησα. Ὅμως δὲ καὶ οὕτως ἐνδεῶς ἔχων περὶ ἀμφότερα, πειράσομαι κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ θρέψαι τοὺς πει νώντας, καὶ περιβαλεῖν τοὺς γυμνητεύοντας, τὸ πᾶν τῆς ἐλπίδος ἐπικρεμάσας εἰς τὴν ζῶντα, καὶ τὸν ἐξ οὐρανοῦ καταβεβηκότα, και τῆς ψυχολέθρου λι μώξεως τὸν κόσμον ἐκλυτρωσάμενον. Ἔστι δέ αὐτός ἱμάτιον σωτηρίου, καὶ χιτών εὐφροσύνες ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑψαντός, ο πάντων των ἐξ ᾿Αδάμ περιστείλας τὴν γύμνωσιν. Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστον βεβαπτίσμεθα, Χριστὸν ἐνεδύμεθα. ᾿Αλλὰ τί τὸ συγκαλέ σαν τὸν ἐμὸν λαὸν ἐνταυθοῖ; Πόθεν ή καλή παράταξις αύτη; Κἀκ τίνος συνθήματος τὸ ἱερὸν συνεκροτήθη στρατόπεδον; Η πάντως, ἐπεὶ τὸ τοῦ παμβασιλέως σκήπτρον ἐνταῦθα σήμερον ανυψούται, καὶ ἡ τοῦ παντοκράτορος σημαία ἐπὶ βωμου τούτου τοῦ ἱεροῦ λαμπρά λαμπρῶς ἀναστήλωται, ἀκόλουθόν ἐστι καὶ τοὺς τοῦ παντοκράτορος στρατιώτας περὶ τοῦ το το σκήπτρον στρατοπεδεύσασθαι: Καὶ εἶγέ σου, λαὶ πιστέ τῷ ποιήσαντι, εἶχε τῆς πρὸς τὸν Δε σπότην εὐνοίας· εἶγε καὶ τῆς ὑπακοῆς. Τί οὖν ὦ καλοί στρατιωται Χριστοῦ, καὶ παρ εμβολή Θεοῦ ἐκλεκτή; ᾿Αρκεῖσθε μόνον τῇ ἐνταῦθα συνδρομὴ καὶ οὐδέν τι πλέον τοῦ προσκυνῆσαι τὸ τοῦ παμβασιλέως σκήπτρον ἐνδείξεσθε: "Η προθυμεῖσθε καὶ ὁπλα κινῆσαι καὶ πόλεμον συγκροτήσαι, καὶ ἀφιέναι βέλη κατὰ καρδίας τῶν ἐχθρῶν τοῦ βασιλέως ἡμῶν, καὶ τρόπαιον συτήσασθαι κατ' αὐτῶν, αὐτὸν τὸν ὑπ' αὐτῶν βλασφημούμενον σταν ρόν; Οἶδα ὅτι πρὸς παράταξιν ἤδη ἐπείγεσθε, καὶ ζητεῖτε τίνες οἱ ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ, ὡς ἂν τὴν πά σαν ὁρμὴν κατὰ τῆς αὐτῶν κινήσητε φάλαγγος, καὶ μέχρις αίματος αὐτοῖς ἀντικαταστῆτε καὶ δοξασθῇ ἐν ὑμῖν ἡ τὸν ἄδοξον δι' ἡμᾶς τοῦ σταυρού καταδεξάμενος θάνατον. Φέρε οὖν ἐνδύσωμεν ὑμᾶς τὰ ὅπλα τῆς πίστεως καὶ τῶν τῆς εὐσεβείας βελών εγκύμονα τὴν ἡμετέραν διάνοιαν ἐργασώμεθα, ἵν' ἔχοιτε κατ ακοντίζειν αὐτὰ τῶν θεοστυγών ἀνθρώπων καὶ μικρῶν, οὓς Βογομίλους βαρβαρικώτερον οἱ πολλοὶ ὀνομάζουσι. Πολλῶν γὰρ ὄντων ἐχθρῶν τοῦ σταυροῦ Ἰουδαίων, 'Αγαρηνῶν καὶ ἑτέρων, οἱ τοιοῦτοι γόμιλοι βδελυκτότεροι καὶ δυσσεβέστεροι πάντων τούτων εἰσὶ, καὶ στομα τοῦ διαβόλου προδήλως, καὶ πρόδρομοι τοῦ ἀντιχρίστου, καὶ τῆς ὅσον ἤδη παρ ουσίας αυτού κήρυκες ἔκδηλοι, καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀναμφίβολα σήμαντρα. Καὶ ὁ λόγος μοι οὐκ ἀμάρτυρος. Ἔχω γὰρ τὸν Παύλον συνηγορούντα μοι καὶ οὕτωσὶ γάσκοντα, ὅτι Ἐν ὑστέροις καιροίς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύματι καὶ διδασκαλίας δαιμόνων,
col. 629–630page 18 of 83
PG 140:629ὑποκρίσει ψευδλούγων, κεκαυτηριασμένων τὴν ἰδίαν συνείδησιν, κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέ χεσθαι βρωμάτων, ο ὁ Θεὸς ἔκτισεν εἰς μετάληψιν μετ' εὐχαριστιας τοῖς πιστοῖς καὶ ἐπεγνωκό σε τὴν ἀλήθειαν. Ὅτι πᾶν κτίσμα Θεού καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον. Ταύτα κηρύττοντες νῦν οἱ ἀποστάται τῆς πίστεως καὶ λατρευταὶ τῶν πνευμάτων τῆς πλά νης, καὶ δαιμόνων διδασκαλίαις προσέχοντες, φανερῶς παριστῶσιν ὅτι περ οἷς ὁ Παῦλος ὑστέρους λέγει καιροὺς, οὗτοί εἰσι, καθ᾽ οἷς τὰ μικρὰ ταῦτα καὶ δυσσεβείας μεστὰ φλυαρούνται διδάγματα. Λέγει δὲ καὶ ταῦτα ὁ αὐτὸς ᾿Απόστολος ἐν τῇ πρὸς Θεσσαλονικεῖς δευτέρα επιστολή • Μή τις ὑμᾶς ἐξαπατήσῃ κατὰ μηδένα τρόπον· ὅτι ἐὰν μὴ ἔλθε ἀποστασία πρῶτον καὶ ἀποκαλυφθῇ ό ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ὁ ἀντικείμενος. καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λε γόμενον Θεόν ἡ σέβασμα, ὥστε αὐτὸν εἰς τὸν ναόν τοῦ Θεοῦ ὡς Θεόν καθίσαι ἀποδεικνύντα ἱαυτόν, ὅτι ἐστὶ Θεός. Περὶ τίνων οὖν, ἔφη, ότι ἐὰν μὴ ἔλθῃ πρώτον ἡ ἀποστασία; Περὶ αὐτῶν, οἶμαι, των Βογομίλων, περὶ ὧν καὶ πρὸς Τιμόθεον γράφων εἰρέχει, ὡς ἀνωτέρω δεδήλωται, ότι απο στήσονταί τινες τῆς πίστεως. Οτι δὲ τὸν ἔννομον γάμου κωλύουσι, καὶ ὅτι πάντων βρωμάτων ακα θαρσίαν καταψηρίζονται, καὶ ὅτι θεὸν κηρύττουσι τὸν διάβολον οἱ διαβολιανοὶ τῷ ὄντι Βογόμιλοι, καὶ τὴν δημιουργίας του φαινομένου κόσμου τούτῳ ἀποχαρίζονται, ἔξεστιν αὐτῶν λεγόντων ἀκοῦσαι. 'Αλλ' ὢ τῆς ἀνοχῆς του, Χριστέ βασιλευ! ὢ τῆς πάντα νοῦν νικησάσης μακροθυμίας σου! ἀληθινέ δημιουργέ καὶ ποιητά πάσης κτίσεως, ὁρωμένης τε καὶ ἀοράτου, ὅτι τῶν τηλικούτων ἀνέχῃ βλασφημιών Καὶ ἔτι τοὺς κεραυνούς ἐπέχεις καὶ συνέχεις τὴν γῆν, καὶ οὔτε τούτους κατακοντίζεις των μικρών κεφαλών, οὐ ταύτην ἀνοίγεις καὶ κατάγεις τοὺς ἐναγεῖς, ἀνθιστώντας τῷ πιστῷ του οικέτη Μωσή θρασύτερον ἢ οἱ περὶ Δαθὼν καὶ ᾿Αβειρών. Καὶ σὺ τιμῶν τὸν οἰκέτην του το χάσματι τούτους συγχα λύπτεις τῆς γῆς. ᾿Αλλότριον πύρ οἱ παῖδες τοῦ Ααρών τῷ θυσιαστηρίῳ προσφέρουσι, καὶ ὁ οὐ ρανὸς ἄνωθεν ἔκδικος πυρεκβολῶν ἀστραπάς κατά τούτων τῶν ὑβριστῶν. Τούτων δὲ τῶν ἀθέων, οὐ κατὰ Μωσέως άνθισταμένων, ἀλλὰ κατὰ τοῦ παμ βασιλέως καὶ παντοδυνάμου Θεοῦ, καὶ σεαυτὸν τῶν σών πονημάτων καὶ δεσποτείας καὶ προνοίας έξοι κιζόντων, συνέχεις ἔτι το στόμα τῆς γῆς, καὶ οὐκ ἐῆς καταποθῆναι τοὺς μικρούς. Οὐκ ἀλλότριον προσ φέρουσι πύρ, αλλά δημιουργόν χειροτονούσιν αλλό τριον εἰς τὰ τῆς χειρος σου ποιήματα τὸν ἀντάρτην καὶ ἀποστάτης του, ὃν ὑπὸ τοὺς πόδας τ ἡ δὲ κατὰ τούτων ἐκτέφρωσις; Τί ἔτι καὶ μέλλεις; ᾿Αλλὰ τὸν μὲν ἄλλον τῆς αἱρέσεως αὐτῶν βόρβορον, καὶ τὸ πολὺ τῆς τοῦ στόματος αὐτῶν ἀποκλυ ζούσης ἀκαθαρσίας ἐν υπονόμω μετοχετεύσω τῆς σιωπής. Φόβομαι γὰρ μή ποτε τὸ πᾶν σήμερον ἐπιχειρῶν ἐξαντλεῖν δυσωδίας, τὸν εὐώδη τοῦτον τόπον πληρώσω, τὰς καλὰς ὑμᾶς περιστερὰς ἐξε σοι πεπιστευκότων ὑπέστρωσας. Οἱ δὲ κεραυνοί ποῦ;
col. 631–632page 19 of 83
PG 140:631λάσω μακράν. Εχθρὸν γὰρ ἀκριβῶς ἡ δυσωδία ταῖς β περιστεραῖς Ἂν δὲ δυσφημίαν κατὰ τοῦ πανευφήμου σταυροῦ ἀπερεύγονται οἱ πάσης βδελυγμίας ἀνάμεστον ἔχοντες τὴν ψυχὴν, ἀναγγέλλοντός μου καὶ διασαφούντος παραβιασάμενοι ἑαυτούς καρτερήσατε, ἵνα, γνόντες πόσον εἰσὶν ἀνόητοι, καταγε λάσητε τῆς ἀνοησίας αὐτῶν, μᾶλλον δὲ τῆς ἀπωλείας καταθρηνήσητε. Δεῦτε οὖν καὶ ἐμβάλλωμεν ξύλον εἰς τὰ βλάσφημα τούτων στόματα, καὶ ἐκτρέψωμεν αὐτοὺς ἀπὸ γῆς ζώντων, ξύλον τὸ τοῦ σταυροῦ τὸ ζωοποιόν μὲν τοῖς πιστῶς προσψαύουσι χείλεσι, νεκροποιὸν δὲ τοῖς βλασφήμοις στόματι, καὶ μικροῖς κατὰ τὴν φύσιν μύρου, ὃ τοῖς μὲν ὀσφραινομένοις ἂν θρώποις εὐφραντικόν, τοῖς δὲ κανθάροις νεκρωτικόν Και ο τύπος δὲ αὐτοῦ γραφείς ποτε καθ' ὑγρῶν, τὸν μὲν πιστὸν λαὸν διασώζει, τον δέ γε σκληρόν κατα κοντίζει καὶ βλάσφημον Φαραώ. Τίνα γοῦν εἰσιν, ἃ του προσκηνητού καταφένα ρούσι σταυρού; Οὐ χρή, φασί, τὸν σταυρὸν προσο κυνεῖν καὶ ἀσπάζεσθαι, ἀλλ' ἀτιμάζειν καὶ απο στρέφεσθαι, ὡς τὸν Χριστὸν ανελόντα και θανατών σαντα. Καὶ ἐπάγουσιν εἰς ἀπορίαν δήθεν ὑμᾶς έμβαλόντες. Εἰ τις, λέγοντες, τὸν σὸν πατέρα ἐπὶ ξύλου κρεμάσας ἀνεῖλεν, ἐτίμησας ἂν καὶ προσεκύνησας ἐκεῖνο τὸ ξύλον; Πάντως οὐχὶ· ἀλλὰ καὶ ἀπεστράφης αὐτὸ καὶ ἐμίσησας, καὶ πόρρωθεν βλέ πων απέφευγες ἀν, ὡς ἐχθρον, οἴκ τὸν σὸν φίλον πατέρα εναποκτεῖναν. Ηδη ηκούσατε την βλασφημίαν αυτών. Τί ὑμῖν δοκεί: Θέλετε ὡς ἱστὸν ἀρχ χνης διαλύσαι τῆς ἀπορίας ταύτης τον σύνδεσμον; καὶ τὸν δῆμον τούτου δυσσεβείας ἀπελεγξαι μεστόν Φέρε καὶ απελέγξωμεν. Νόμος ἐστὶ τοῖς ἀνθρώποις ὑπὸ τῆς φύσεως περὶ τοὺς εὐεργέτας εὐγνωμονεῖν καὶ ἀντιχαρίζεσθαι τὰ εὐχαριστήρια· καὶ μὴ μόνον αὐτοὺς τοὺς εὐεργέτας τιμήν, καὶ τὸ προσήκον σέβας απονέμειν αὐτοῖς, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ μεσι τεύσαντα πρὸς τὴν τῆς εὐεργεσίας ἐκπλήρωσιν, καὶ όργανα σωτηρίας τοῖς κινδυνεύουσι χρηματίσαντα μακαρίζειν· καὶ πειθέτω σε ο πάνσοφος Σχίσμων οὕτω λέγων· Εὐλογεῖτε ξύλον, δι' οὐ γίνεται σωτηρία. Πολλοὶ καὶ σπάθην βασιλικήν τε τιμήκασιν ανθρωποκτόνον τύραννον ἀντλούσαν, καὶ πολέσι τυραννουμέναις ἐλευθερίαν χαρισαμένην αλλά και μέχρι τύπων καὶ χρόνων καθ' ούς ενημε οίας τινὸς ἢ ωφελείας μετέσχον, ἕτεροι ἐσεβα σθηση. Καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ἅπαν τὸ κατά τι μεσιτεύσαι τοῖς ἀνθρώποις εὐεργεσίαν καὶ χαρμονήν παρατή μενον ἐπαινετὸν τοῖς ἀνθρώποις καὶ ηγαπητόν κατά το μέτρον τῆς ὠφελείας· ὥσπερ αν τουναντίον καὶ τα βλάκας αίτιά τισι γεγονότα, καὶ ἀνιαρος τινος πρόξενα, καὶ μισοῦμεν, καὶ ἀποστρέφομεθα, είτε ὄργανά εἰσιν, εἴτε τόποι, χρονοι. Και μάχαι πο γάρ τις αδελφοκτόνον κατώρυξε, καὶ ῥάβδον παιδοκτόνου διάθραυσιν. Ἐπαρᾶται Δαυίδ τὰ ὄρη τὰ Γελβους διὰ τὴν ἐκεῖσε του φίλου ἀναίρεσιν· ὁ Ιων τὴν ἡμέραν, ἐν ᾗ ἐγεννήθη, διά τάς επισυμβάσα;
col. 633–634page 20 of 83
PG 140:633συμφορὰς καὶ τὰς κυμαγωγίας τῶν πειρασμῶν. Ίδωμεν οὖν τὸν σταυρὸν, τίσιν ὠφέλιμος γέγονε, καὶ τίσιν ἐπιβλαβής· καὶ ὁ μὲν ὠφεληθεὶς ἀνάλογον τῇ ὠφελείᾳ καὶ τὴν τιμὴν προσφερέτω, ᾧ δὲ βλάβης αίτιος γέγονε, τοῦτον οὗτος ἀποστρεφέσθω καὶ βδελυττέσθω δικαίως· ᾿Αναγινωσκέσθω τοίνυν τὰ τῷ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίῳ, ούτωσὶ ῥητῶς ἐμφερόμενα, καὶ παρὰ τοῦ Σωτῆρος λεγόμενα. Νῦν κρί σις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου ν ὁ ἄρχων του κόσμου ἐκβληθήσεται έξω· καγώ εάν υψωθώ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ελκύσω πρός, ἐμαυτόν· Ἰδοὺ ἐν τοῖς ὀλίγοις τούτοις ρήμασιν ἔξεστι διδαχθῆναι τις ὁ εὐεργετηθεὶς διὰ τοῦ σταυροῦ, τις δὲ ὁ συντριβὴν ὑποστάς. Ότι δὲ περὶ τῆς ἔκουσίου σταυρώσεως ὁ Χριστὸς ταῦτα ἔφη, ἔχομεν αὐτὸν τὸν Εὐαγγελιστὴν μάρτυρα τοῦ λόγου ἀξιόπιστον· Ἐπάγει γάρ· Τοῦτο δε ἔλεγε, σημαίνων ποίω θανάτω ήμελλες απο θνήσκειν. Πάλιν οὖν τὸν λόγον ἐπαναληψομαι. Νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου· κρίνει δὲ ὡς βασιλεὺς ἐπὶ θρόνου βεβηκώς βασιλικοῦ τοῦ σταυροῦ. Ἡ δε κρίσις εἰς ταύτην ἐκφέρεται τὴν ἀπόφασιν, ἵνα ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων ἔξω τῆς αὐτοῦ ἀρχῆς ἐκβληθή, καὶ ἡ κατὰ τῶν ἀνθρώπων τυραννίς αὐτοῦ καὶ ἡ πολυχρόνιος κάκωσις στῷ, καὶ ὁ τύραννος ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν τυραννουμένων τεθῆ διὰ τὸν τοῦ Σωτη ρος άδικον θάνατον καὶ τὴν κατὰ τοῦ παμβασιλέως αναισχυντίαν τὴν πάντολμον, καὶ οὐκ ἔτι λέγεται κοσμοκράτωρ. Εκβέβληται γάρ σταυρωθέντος Χριστον, καὶ τῷ οἰκείῳ αἵματι τὸν κόσμον ἐξαγο βάσαντος. Καὶ ὁ ἀγοράσας ευαγγελιζόμενος τοῖς ἑαυτοῦ φίλοις ἔφη. Εδόθη μοι πάσα εξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. Καὶ ἀπὸ τοῦδε οι γηγενεῖς, οἱ χθές που καὶ πρότριτα ἐκ γης εἰς ᾅδην καταμέ ρόμενοι, νῦν ἐν οὐρανοῖς πολιτογραφούνται· Απε φήνατο γάρ, ως Εάν υψωθῶ ἐπὶ τοῦ σταυρού, πάντας ελκύσω πρὸς ἐμαυτὸν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, και αὐτοὶ ὅτι μετ' εμού. Τίς οὖν ὀφείλει τὸν σταυρὸν ἀγαπᾶν; Οἱ τῆς τυραν είδος ἀπαλλαγέντες τοῦ διαβόλου τῇ σταυρική συνεργείᾳ, καὶ πρὸς οὐρανὸν ἐξ ᾄδου αναδραμόντες, και ἐπαγγέλου δόξης ἀξιωθέντες, ἡ ὁ διάβολος ὁ τῆς προ τέρας εξουσίας ἀποπετών διά τοῦ σταυροῦ, καὶ εἰς τὸ καταπαίζεσθαι, καὶ καταπατείσθαι, ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων οικτρώς υποκείμενος; Πάντες οἱ μὲν ἄνθρωποι πολλῶν ἀξιωθέντες τῶν ἀγαθῶν διὰ τοῦ σταυροῦ, καὶ ζωήν ευρόντες αἰώνιον, δικαίως οφείλουσι καὶ προσκυνεῖν καὶ ἀσπάζεσθαι τὸν σταυρὸν, δι' οὗ τῶν ἀγαθῶν ἐπιγέγονεν ή απόλαυσις· τῷ δὲ γε διαβόλω ανάγκη μισεῖν τὸν σταυρὸν, καὶ φεύγειν μακρὰν ἐξ αὐτον, ὡς φεύγει τις ἐκ πυρός· δι' αὐ τοῦ γάρ ή συντριβὴ αὐτοῦ καὶ ἐκνευρισις καὶ πα τελής εξολόθρευσις Ὅσοι γούν τον σταυρόν με σοῦσι, καὶ ἀποστρέφονται, φανεράν εύνοιαν ἀπο. διδόασι το διαβόλῳ, καὶ πιστοὶ οὐτῷ χρηματίζοντες, ἐχθρὸν ἡγεῖσθαι τὸν αὐτοῦ ἐχθρὸν ἐποφείλουσιν,
col. 635–636page 21 of 83
PG 140:635; ὥσπερ αὖθις φιλεῖν τοὺς φίλους αὐτοῦ. ᾿Ακολού θως οὖν καὶ ἁρμοδίως τῇ πρὸς τὸν διάβολον διαθέσει αὐτῶν καὶ πίστει ἀπαρασπόνδῳ οἱ Βογόμιλοι λέγουσιν ότι αδικόν ἐστι τὸ ξύλον ἐν ᾧ πατήρ τινος ο φίλος ἐθανατώθη προσκυνεῖσθαι ὑπὸ τῶν τέκνων ἢ τῶν φίλων αὐτοῦ. Ἰδοὺ γὰρ καὶ ὁ πατὴρ αὐτῶν καὶ φίλος διάβολος μυρία δεινά πέπονθε διὰ τοῦ σταυρού, καθὼς ἀπεδείξαμεν, καὶ διὰ ταῦτα τὸν σταυρόν μισούσι, τὸν τοῦ πατρὸς αὐτῶν ἀναιρέτων καὶ ολοθρευτήν. Ο γάρ Σωτήρ τοῦ κόσμου Χρι στός, εἰ καὶ ἐκουσίως τῷ σταυρῷ προσεπάγη, καὶ τὴν ὑπεραγίαν ψυχὴν εἰς χεῖρας αυτεξουσίως τὰς πατρικής εναπέθετο, ἀλλὰ πάλιν αυτήν αντεξου σίως προσελάβετο κατὰ τὴν ἀψευδεστάτην αὐτοῦ πρόρρησιν, Τὴν ἐξουσίαν ἔχω τὴν ψυχήν μου θεῖναι, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν ταύτην λαβεῖν, λέγων, καὶ ὁ θάνατος τούτου ζωῆς αἰωνίου τοῖς ἀνθρώποις γέγονε προξενος. Όντως ὁ λόγος τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστιν. Τί οὖν σοι δοκεῖ, φίλε τῷ διαβόλῳ Βογο μιλε; Τῷ ᾿Αποστόλῳ χρὴ πείθεσθαι τῷ λέγοντι ὅτι δύναμις Θεοῦ ἐστιν ὁ σταυρός, ἢ σοὶ τῷ ἀπολλυμένῳ μωρίαν τὸν σταυρὸν ὀνομάζοντι; Εἰ δὲ σὺ τῷ δια βόλω καταχαριζόμενος οὐ παύη μωρίαν ἀποκαλών τὸν σταυρὸν, ἀλλ' ἐγὼ καὶ πάλιν ἐρῶ μετά θάρρους ὅτι τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέλατο ὁ Θεός, καὶ ὅτι ψυχικός άνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύμα της μωρία γάρ αὐτῷ ἐστιν. Εἰ δὲ καὶ διαβολου σὺ μαθητὴς αἰσχύνην ἐγῇ τὸν σταυρὸν, ἀλλ' ὁ διδά σκαλος ὁ ἐμός, Μή μοι γένοιτο, λέγει, ἐν ἄλλῳ τινὶ Ο τῶν κατὰ κόσμον ἐνδόξων καυχάσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ. Τί τοῦ Πέτρου στερρότερον, ᾧτινι οὐκ αἷμα οὐδὲ σάρξ τὸν Υἱὸν ἀπεκάλυψεν, ἀλλ' αὐτὸς ὁ μόνος Πατήρ, καὶ μόνος ἀγέννητος; Όμως επείπερ ἔτι ἀποκεκρυμμένον ἦν αὐτῷ τὸ τοῦ πάθους τό μυστήριον καὶ πρὸς τὸν σταυρὸν ἐπισπεύδοντα τὸν δι δάσκαλον κατενθει, επειράθη μὲν φιλοστέργω δῆθεν διαθέσει τῆς ὁρμῆς κωλυσαι καὶ τῆς ἐπείξεως, καὶ, Ιλεώς σοι, Κύριε, οὐ μὴ ἔσται του τοῦτο, συμ παθὼς ἀπεφθέγγετο. ᾿Αντήκουσε δε μετ, εμπριμέ σεως ὅτι σφοδράς, Υπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ, Σκάνδαλον μοι ἐγενήθης· φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων. Τοῦ θαύματος! Σατανᾶς ὁ μέγας Πέτρος ακούει διὰ τὸ ἀπαναίνε σται τον σταυρόν, ἐν ὡς κοσμοφελέστατον αρπάζειν ἤθελεν ὁ Χριστός, καὶ ὡς πέτρα σκανδάλου καὶ λίθος προσκόμματος οπισω εναπορρίπτεται αρραγής της Εκκλησίας θεμέλιος. Τί δ' ἂν πάθοις αὐτὸς ὁ βλάσ φημα καθυλακτών τοῦ σταυροῦ, καὶ τὸν ἐσταυρωμένου κατηγορών: ᾿Ακούσιον γὰρ εἰσάγεις τὴν σταυρώσιν, καὶ οὐ μόνον οὐκ ὠφελήσασαν, ούδε λυσιτελή φανεῖταν, ἀλλὰ καὶ αὐτόν κατακλάψατε τὸν ἐσταυρωμένον· καὶ οὐτοὺς δὲ τοὺς σταυρώσαντας ἰσχυροτέρους τοῦ σταυρωθέντος εἰσάγεις, ὡς καὶ μὲ βουλόμενον ἐπὶ τὸν σταυρὸν ἐφελκύσαντας.
col. 637–638page 22 of 83
PG 140:637Καὶ ταῦτα οἱ πάντολμοι κατὰ τοῦ παντοδυνάμου βλασφημούντες Χριστοῦ, Χριστιανούς καλοὺς ἑαυτοὺς ὀνομάζουσιν οἱ ταῖς ἀληθείαις ἀντιχριστιανοί. Τὰ γὰρ τοῦ ἀντιχρίστου πρεσβεύουσι, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύουσι, καὶ πρὸς αὐτὸν τὰς ἐλπίδας ἀνατιθέασιν. Αλλ' οὗτοι μὲν οἱ ἀποστάται μετὰ τοῦ συναπο στάτου αὐτοῖς ἐῤῥέτωσαν δαίμονος, καὶ εἰς τὸ πύρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον αὐτῷ συμπαραπεμπέ σθωσαν. Τοιοῦτον καὶ γὰρ τοῖς τέκνοις αὐτοῦ θησ σαυρόν ὁ πατὴρ αὐτῶν ἐθησαυρίασεν· ὅπου τῶν θησαυρῶν αὐτῶν εὐρήσουσιν ἄνθρακας εκπυρίξον τας, καὶ ὁ ἀντιχριστος τὰ τοῦ Χριστοῦ ἱεροσυλήσας περὶ τῶν αὐτοῦ λεγέτω μαθητῶν· Θέλω, ἵνα όπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ αὐτοὶ ὦσι μετ᾿ ἐμοῦ. Καὶ ὁ ἄρχων του σκότους μετὰ τῆς τάξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν ἴδιον τόπον συγκατερχέσθω. Ημείς δε, ἡ κληρονομία Χριστοῦ του αληθινοῦ Θεοῦ ὑ περιούσιος, ἣν διὰ τοῦ σταυ ροῦ περιεποιήσατο, καὶ τῷ ἰδίῳ ἐξηγόρασεν αίματι, δεῦτε προσκυνώσωμεν, καὶ προσπέσωμεν αὐτοῦ τῷ σταυρῷ, καὶ οἱ πολυτρόπως εὐεργετηθέντες δι' αὐτοῦ πολυωνύμως τοῦτον ἐγκωμιάσωμεν, θρόνον λέγοντες αὐτὸν τοῦ Θεοῦ, ἐν ᾧ ἀναβὰς τῷ κόσμῳ, καὶ τὸ κόσμου τυράννῳ κρίσιν πεποίηκε· καὶ τὸν μὲν κόσμον τῆς τυραννίδος ἀπέλλαξε καὶ διέσωσε, τὸν δὲ κατακεκριμένον καὶ κατησχυμμένον, ἔξω ἐκβέβληκε μετά τῶν δορυφόρων αὐτοῦ, καὶ καθεῖλα δυνάστας ἀπὸ θρόνου, καὶ ὕψωσε τακεινούς. Καὶ ὁ μὲν διάβολος, τῆς πάλαι δόξης ἀπωπεσών διὰ τὴν ἔπαρσιν ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ τὰς νεφέλας, κατ' ἀναποδισμὸν κάτεισι· θήσειν γὰρ ἐπ' αὐτῶν τὸν θρόνον αὐτοῦ βουλόμενον, ὑπετόπασεν ἀπὸ ἀπὸ τῶν νεφελῶν ἐπὶ τὴν γῆν, ἣν καὶ ἐξαλείφειν ἡλαζονεύσατο, ἀπὸ τῆς γῆς εἰς τὸν τάρταρον· Σειραῖς γὰρ ζόφου ταρταρώσας παρέδωκεν εἰς κρίσιν τηρούμενον ἡμεῖς δὲ ὅσοι διὰ τοῦ σταυροῦ σεσώσμεθα, κατά προποδισμὸν καὶ προκοπὴν ἀνατρέχομεν· Εἰ γὰρ καὶ πρότερον ὑποσκελισθέντες τῷ πονηρῷ ἀντιπάλο καὶ δολερῷ μέχρις ᾅδου κατενηνέγμεθα, ἀλλὰ νῦν διὰ τοῦ σταυροῦ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανὸν ἀνατρέχομεν. Καὶ μοι διὰ ταῦτα καὶ εἰς κλίμακα θεωρεῖν ἐπέρχεται τὸν σταυρὸν, ἐν ᾧ καὶ ἀνάβασις φαίνεται καὶ κατάβασις. ᾿Αναβαίνουσι μὲν γὰρ ἕως τῶν οὐρανῶν οἱ ἄνθρωποι· καταβαίνουσι δὲ ἕως τῶν ἀθύσσων οἱ δαίμονες. Σκηπτρόν ἐστι βασιλικὸν ὁ σταυρὸς τοῖς ἐξ Αδάμ μέχρι συντελείας ἀνθρώποις περίβλεπτον, καὶ αὐτοῖς αἰδέσιμον τοῖς ἀγγέλοις. Τότε γάρ, φησί, φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ γιοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, ὅσαι δηλαδὴ μὴ τῆς αὐτῆς πίστεως οὖσαι τῷ ᾿Αβραὰμ οὐκ ἠγαλλιάσαντο, ἰδεῖν τὴν ἡμέραν του πάθους αὐτοῦ, ἡ καὶ ἰδοῦσαι οὐκ ἐχάρησαν ἐπὶ τῇ δόξῃ αὐτοῦ· μᾶλλον δὲ καὶ θρασέως ἀντεῖπον, Οὐ θέλομεν τοῦτον βασιλεῦσαι ἐφ' ἡμᾶς. Θυσιαστήριον ἐστιν ὁ σταυρός. Ἐν αὐτῷ γὰρ ἐτύθη ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ τῷ θεοϋποστάτῳ σαρκὶ καὶ τῷ θεοορύ τῷ αίματι ολοτελώς καθηγίασται. Μείζον γὰρ ἐν ταῦθα τὸ δῶρον τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὑπὸ τοῦ δώρου τὸ θυσιαστήριον καθαγιάζεται. Πλὴν οὖν καὶ
col. 639–640page 23 of 83
PG 140:639ὁμόσας ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ τούτῳ τῷ σταυρική ὀμνύει ἐν αὐτῷ, καὶ ἐν τῷ ἐπάνω αὐτοῦ ζωοποί θύματι. Τῷ γὰρ σταυρῷ συνεννοεῖται καὶ ὁ σταν ρωθείς. Κλίνη ἐστὶ Δεσποτικὴ ὁ σταυρός, ἦν οὐχὶ δάκρυσι, κατὰ τὸν Δαυίδ, ἀλλ' αἵμασιν ἔλουσεν ὁ ἐκ Δαυίδ τὸ κατὰ σάρκα Χριστός· οὐχὶ τὸ ἑαυτοῦ ἐκπλύνων ἁμάρτημα, κατὰ φύσιν γὰρ ἐστιν ἄχραντος, ἀλλὰ καταίρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου τὴν ἐκ τοῦ ξύλου ἀναφυεῖσαν, καὶ εἰς ἅπαν ἐκδραμοῦσαν τὸ γένος τὸ βρότειον, καὶ ἐπνώσας ἐν αὐτῷ ζωῆς καὶ ἐγρηγόρσεως αἰωνιζούσες προξενον ὕπνον ἀνέστη αὐτεξουσίως εἰς τὴν πρωίαν ἀποκτείνων πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς. Αλλά και σεβάσματος ἀξίαν εὑρίσκω ταύτην την κλίνην· καὶ τὸν Ησαίαν παράγω σοι μάρτυρα, Καὶ ἔσται ἡ ἀνάπαυσις αὐτοῦ τιμή προλέγοντα φανερώς. Ανάπαυσις δε, ὅτι καὶ ὁ ἐκ τῆς οδοιπορίας κόπος καὶ ὁ ἱδρὼς, καὶ τἆλλα τὰ φυσικὰ καὶ αδιάβλητα πάθη, εκχωρήσει τῆς θεότητος, ὅτε καὶ ἔδει κεκινημένα ἐν τὸ κατὰ Χριστὸν ἀνθρ πίνω μέχρις αὐτοῦ τοῦ σταυροῦ τὸ ἀπὸ τοῦ δε ἀνενέργητα μεμενήκασι, καὶ τῇ νεκρώσει τούτου συνενεκρώθησαν. Η γάρ μετὰ τὴν ἀνάστασιν όλοι πορία ἑτέρα ἦν, ὑπερφυὴς καὶ παράδοξος, ώσπερ δὴ καὶ ἡ βρῶσις καινοπρεπής. Επιλείψει με και ἡ ἡμέρα τα θαυμάσια διηγούμενον του ζωοπαρόχου σταυρού. Ἐν Ερυθρά θαλάσσῃ ὁ σταυρός εἰκονίζεται· καὶ ἦν τούτο προχάραγμα τοῦ ἐν τῷ Δεσποτικῶς αἵματι ἐπιχρωσθέντος αὐτῷ ἐρυθήματος. Πικρίων υδάτων εἰς γλυκύτητα μεταποιεῖ, καὶ λαὸν πλανήτην καὶ φυγαδα ζωογονεί. Δάκνοντας ὄρεις ἀναιρεῖ καὶ διασώζει τους δακνομένους· ὡς εἶδε καὶ τὰς ἰοβόλους ταύτας εχίδνας, τοὺς ὑβριστάς οὐτοῦ Βογομίλους, ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς ἐξηγάνισεν, οἵτινες ἔρποντες πανταχοῦ δάκνουσι λαὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν τὸν τῆς δυσσεβείας αὐτῶν ἐγχέουσι ταῖς τῶν εὐσι βούντων ψυχαῖς, πρὸς οὓς περιπαθῶς ἂν ἐροίμην ὄψεις· Γεννήματα εχιδνών, που φύγοιτε ἀπὸ τῆς κρίσεως τῆς γεέννης; ἂν αὐτοὶ ἑαυτοῖς ἐξεκαύσατε χωρίς διωγμοῦ καὶ βασάνων τὴν εὐσέβειαν ἀρνητά μενοι. ᾿Αλλὰ τὰ μὲν κατ' αὐτοὺς εἰς τοῦτο λήξει τὸ τέλος, ἐὰν μὴ μετανοήσωσι. Ἡμεῖς δὲ αλλά φέρε και κατασφαλιτώμεθα τὸν λαὸν τοῦ Χριστοῦ ἐπωδαῖς ἱεραῖς, ἵνα μὴ τῆς θανατηφόρου ταύτης αἱρέσεως ὁ ἱὸς καθάπτηται τῆς τούτων ψυχῆς. Δαμικές γὰρ τὸ κακὸν ἐκκέχυται πανταχοῦ, καὶ κύκλῳ οἱ ἀσεβεῖς περιπατοῦντες τὴν καλὴν ποίμνην λυμαίνονται του Χριστού. Αλλ' Ει
col. 641–642page 24 of 83
PG 140:641ὑμείς βλέπετε τους βαρεῖς λύκους, βλέπετε τους κύνας. Βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, καὶ σκοπεῖτε τοὺς οὕτω περιπατοῦντας, καθώς ἔχετε τύπον ἡμᾶς ένα καγώ τολμήσω μετά Παύλου καυχήσασθαι Πολλοί γάρ περιπατοῦσιν, οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, καὶ νῦν κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθρούς του σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὧν το τέλος ἀπώλεια φυλάξατε την καλὴν παρακαταθήκην τῆς πίστεως ἀσυλον καὶ ἀνεπιβούλευτον. Μέλλομεν γὰρ ἄκαστος ταύτην ἀπαιτηθῆναι σαν καὶ ἀνελλιπῶ ἐπί τοῦ φοβερού βήματος τοῦ Χριστοῦ. 'Αλλά μοι τὸν λόγου ἤδη ἐπισφραγιστέον ταῖς ὑπὲρ τοῦ κρατίστου σεσιν. ἡμῶν αὐτοκράτορος προσευχαῖς καὶ ἐκτενέσι δεήσ Αρατε οὖν, εὐσεβής λαός, χεῖρας ἅπαντες προς Θεὸν ὑπὲρ τῶν ἐκείνου χειρῶν πολλὰ καμούσας ἤδη ἐν ταῖς κατὰ τῶν ἐχθρῶν συμπλοκαῖς, ἵνα θείη τόξου χαλκούν τους βραχίονας αὐτοῦ, διδάξη τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς πόλεμον, εἰς τὸ ἀποβαλεῖν τὴν ἰταλικὴν ὀξυχειρίαν εἰς τὸ καθαρπάζειν τὰ αλλότρια ένα επιστρέφωσιν εἰς ἐσπέραν, τῆς ἰδίαν πατρίδα, εἶχε τινὲς ἀπολειφθεῖν, καὶ λιμώξωσιν ὡς κύνες, οὐκ ἔχοντες οἱ αἱμοχαρεῖς ἔτι λείχειν αἵματα τα αυσονικά. Και κυκλώσων τὴν ἰδίαν πόλιν λιμαγχονούμενοι καὶ βαύζοντες μάταια. Ἰωάννης ὁ βαπτίσας αὐτοὺς τοῖς αἵμασιν ἑαυτῶν, ὁ θεοφρούρητος ἡμῶν αὐτοκράτωρ, ὑμῖν τοῖς ὑπὸ χεῖρα εὐαγγελίζεται, Πᾶσα φάραγξ, λέγων, πληρωθήσεται, ἡ τεταπεινωμένη γενεὰ τῆς τῷ χρόνῳ μὲν νεαζούσης Ρώμης, ταῖς συμφοραῖς δὲ γεγηρακυίας ἐλεεινῶς, παὶ πᾶν όρος και βουνός ταπεινωθήσεται, ἡ καθ' ἡμῶν ἐπαιρομένη ἀθέρωχος ομοὺς ή ιταλική. Καὶ ἔσονται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν, ἐκεί νου προοδοποιούντος, καὶ ἐπανάγοντος τοῦ καὶ τὰ ἡμῖν ἀδύνατα δυναμένου Χριστοῦ. Ηδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων κεῖται. Τῶν κλάδων γὰρ ἀποτετμημένων ἄρτι καὶ κατὰ γῆς ἐστρωμένων καὶ κορμηδόν ἐριμμένων εἰς τοὔδαφος, οὐκ ἀπελπιστία καὶ ἡ ῥιζοτόμησις. Τάχα δὲ ἀσθενὴς ή ριζοβόλησις, ὡς ἐκ μεταφυτεύσεως. Πίστευε τῷ Θεῷ τῷ πάντα δυναμένῳ, βασιλέων εὐσεβέστατε καὶ πραότατε, κατὰ τὸν Δαυΐδ, ὡς ὅπλῳ κυκλώσει σε τῷ σταυρικῷ ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ, ὃς ἐστιν ὁ Χριστός, καὶ οἱ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ τοῦ άφα νως σοι προβάλλοντος, καὶ δειλανδρίαν ἐμποιοῦντος, οὐδ᾽ ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας, και φανερῶς σοι ἀνθισταμένου ἐχθροῦ. Πάντα γὰρ ταῦτα ὁ τοῦ Χριστοῦ σταυρός αποσοβήσει μακράν, καὶ ὁδηγός σοι προς ἅπαν το καταθύμιον, καὶ ὡς ὅπλον εὐδο κίας στεανώσει τροπαιφόρον, μεγαλόνικον αναδείξας σε παρὰ τοὺς ἐμπροσθεν βασιλεῖς, ἱκετες ούσης τῆς πανυπεράγνου Θεομήτορος, καὶ πανυπερ எல்ல δε δεσποίνης ἡμῶν, καὶ ἀιπαρθένου Μαρίας, καὶ τῶν καλλινίκων μαρτύρων Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων ἀπάντων. Γένοιτο ταύτα, Τριάς παν τοδύναμε καὶ παντάνασσα, ἡ ἐν προσώποις προσ σε,

Homily IIHomilia II

col. 643–644page 25 of 83
PG 140:643κυνουμένη τρισι καὶ δίᾳ τῇ θεότητι, ᾗ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή, και προσκύνησις εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αίωνας. ᾿Αμήν. Τῷ τρίτη Κυριακή των νηστειῶν καὶ εἰς τὸν ζωοποιόν σταυρόν. Ιδού ή κλίνη Σολομών, ἐξήκοντα δυνατοὶ κύκλῳ αὐτῆς ἀπὸ δυνατών Ισραήλ, πάντες κατέχοντες ῥομφαίας, δεδιδαγμένοι πόλεμον. Αρδευτέον γὰρ εὐθὺς τὴν ρίζαν καὶ τὴν ἀρχὴν τῶν ἐγκωμίων του πανσέπτου ξύλου του σταυρού Κυρίου, ταῖς διεξόδοις τῶν ἀσματικῶν ὑδάτων καὶ τῷ χύματι τῆς Σολομώντς σοφίας, ἵνα κατα ρούν φερομένου του λόγου καρπός εὐφροσύνης ἐκεῖθεν ἀναθελήσῃ τοῖς ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ ἐπιθυμήσασι καὶ καθίσασι. Σαλομων μὲν οὖν εἰς εἰρη νικόν μεταγλώττισται· Χριστός δέ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, κατὰ τὴν τοῦ Παύλου φωνήν, ὁ ποιήσας ἀμφότερα ἐν καὶ τὸ τῆς ἔχθρας μεσότοιχον και θελών. Κλίνη δὲ τούτου τοῦ Σολομών ο σταυρός, ἐν ᾧ ἐκοιμήθη, καὶ ύπνωσε τὸν φυσίζωον ύπνον, καὶ του πεσόντος Αδάμ ἀναστάσιμον, ἐπικλίνας αὐτῷ τὴν κεφαλὴν ἑκουσίως. Εξήκοντα δε δυνατοῖς ἡ κλίνη περιστοιχίζεται καὶ περιέπεται ἀπὸ τῶν δυνατῶν Ἰσραὴλ, τοῦ π παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου νόμου. Όσοι τε του δωδεκα φύλου του Ισραηλιτικού ανέσχον θεοφιλεῖς ταῖς διαφόροις δισσούμενοι καταστάσεσιν (ἑτέρα γάρ ή πρὸ τοῦ νόμου διαγωγή, καὶ ἑτέρα μετὰ τὰς πλείο κας καὶ τὴν σκηνὴν, καὶ ὅσοι τοῦ θείου λόγου α πόπται, καὶ τῆς χάριτος κήρυκες εἰς τὴν ἴσην μέν ανακεφαλαιούμενοι δώδεκα, τρισσούμενοι δε όμως τῇ λατρείᾳ τῆς Τριάδος, καὶ ταῖς ἱσαρίθμοις του, βαπτίσματος καταδύσεσι τελειούμενοι. Προφήτων
col. 645–646page 26 of 83
PG 140:645γὰρ καὶ ἀποσπόλων καύχημα ο σταυρός, δι' οὗ παν τὸς γεγόνασι δυνατώτεροι δυνάμεις πολλὰς καὶ ση μεία εκτελέσαντες, και δι' οὗ αὐτοῖς κόσμου ἐσταύρωται, καὶ τούτων ἔκαστος τῷ κόσμῳ, οἷος ἦν ἐκεῖ νος ὁ εὐδοκῶν ἐν ταῖς ἀσθενεῖκις αὐτοῦ καί λέγων, Όταν ἀσθενῶ, τότε δυνατός είμι. Πάντες, φησί, κατέχοντες ρομφαίας διά των μερῶν αὐτῶν ἀπό θάμβους εν αυξί. Προκείσθω γὰρ τὸ λειπόμενον τῆς ἀσματικῆς ταύτης περικοπῆς. Ρομφαίας ἐπὶ τῶν μηρών, του λόγου νοούντος τὰς αναιρετικὰς εγκρατείας τῶν ὑπογαστρίων πα θῶν, καί ἔστι τοιοῦτος ῥομφαιοφόρος πρὸ τῶν ἄλο λων ο μέγας στρατιώτης τῆς χάριτος, ός επιστέλλων φησίν. Υπωπιάζω μὲν τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγών, μήπως άλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι Εφάρμοσται δὲ ἀρίστως τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ καὶ τό, ἀπό θάμβους ἐν νυξί. Κάγὼ τῆς Λαυῒδικῆς ὁπλοθήκης την ρομφαίαν ταύτην αναλεγόμενο συμμαχώ τῷ λόγῳ ἀγωνιζομένῳ πρὸς τὴν ἀπόδειξιν· Οπλῳ, φησί, κυκλώσει σε ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ· οὐ φοβη θέση ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ· Τὸ γάρ όπλον αναι ρετικὸν τῶν ἐπαναστάσεων τῆς σαρκὸς, καὶ τῶν ἐντεῦθεν νυκτερινών φαντασμάτων. Τοιοῦτόν μοι τοῦ λόγου τὸ ὁρμημα σήμερον ἐκ κλίνης μὲν ἀνι στάμενον, καί τῆς κινήσεως ἀπαρχόμενον, εἰς δέ γε τὰς πρωίας ταύτας τάς προσκυνησίμους του παν σεβάστου σταυροῦ ἀποκτεῖνον πάντας τοὺς ἁμαρ τωλούς τῆς γῆν. Οὗτοι δὲ εἰσι δαίμονες, δημιουργοί τῆς ἁμαρτίας καί τῆς κακιας γεννήτορες. Αὴρ γάρ ἡ τῇ χειρὶ τυπούμενος, ἡ τῇ γλώττη τυπτόμενος, τῇ γραφῇ, τῇ κλήσει τῇ σταυρικῇ, τὰ ἐναέρια πνεύματα μακράν απελαύνει, Βαρύς ἐστιν ἡμῖν καὶ βλεπόμενος, καὶ ἀκουόμενος, λέγοντα, ό σταυρός. Ότι τοίνυν ὀφθαλμοι μὲν τῶν πιστῶν, οπτικάς ἀπορροίας ἐξακοντίσαντες ἐπὶ τὸν σταυρὸν, καθη γιάσθησαν. αἱ δὲ του αγιασμού κορεσθείσαι πλήρεις χάριτος παλίῤῥοοι πρὸς τὴν ἰδίαν πηγὴν ἀνεχύθησαν χείλη δε διασταλέντα πρὸς ἀσπασμόν, εἶτ᾽ ἁθρόον συμπτυχθέντα καὶ τὸν ἐποχούμενον αέρα τῷ θείῳ σταυρῷ ἀνιμησάμενα, καὶ συνεφελκιζόμενα ἔνδοθεν, πᾶσαν τὴν τῶν σπλάχνων οικονομιαν ζωοποιοῦ ἐμπνεύσεως ἔπλησαν, καὶ ὀσφρησις διά τῆς ἐκεῖθεν· ἀποπνεομένης εὐωδίας ἠγαλλιάσατο μέτωπα δε, βλέφαρά τε καὶ κορυφαὶ ταῖς ἀφαῖς καθηγιάσθησαν· φέρε καὶ τὰς ἀκοὰς κατακοσμή- " σωμεν, ὡς ἔν τισι ἐνωτίοις χρυσοῖς τοῖς τοῦ σταυ ρου εγκωμίοις, οὐχ ὅτι τὰ ἡμέτερα χρύσεα, οὐ τούτό φημι, ἀλλ᾽ ὅτι δι' αὐτὸν ἐγκωμιαζόμενον τίμια. Τιμάται γὰρ καὶ ξύλον χερσὶ δρυτόμου ἀπεῤῥωγός δένδρου τινός, καὶ τούτου ακάρπου, εἶτα εἰς κοντόν ἀποτετορνευμένον, καὶ σκήπτρον ὑπανέχον τὸ βασιλικόν. Οἶδα μὲν οὖν ὅτι καὶ τὰς ἀκοὰς ἡγιάσθητε μελουργουμένων τῶν ὕμνων τῶν σταυρικών. Πλὴν ἀλλὰ πεφεισμένως, καὶ οὐ κατὰ
col. 649–650page 27 of 83
PG 140:649κατὰ γῆς κυλιόμενον, καὶ περισυρόμενον. Γίνεται τοίνον ὁ νέος ᾿Αδάμ, καὶ ἐμφανίζεται τῷ κόσμῳ ανθρωποτροπικῶς, τὸ θεοπρεπές οἰκονομικῶς ἐν πολλοῖς συγκαλύπτων διὰ τὸν ἀντίπαλον. Καὶ ἦν ἔμπρακτος τοῦτο διδασκαλία την προπάτορα μυστα γωγουμένῳ προδήλως, ὅπως καὶ αὐτὸν ἔδει τὴν πάλην τότε μεταχειρίσασθαι. Εἰ γὰρ ἐγώ, φησί, κατὰ φύσιν Θεὸς ὢν καν τοῖς οὐρανοῖς κατοικών, εἰς γῆν ἀφίημαι, καὶ μέχρι δούλου μορφῆς ἐμαυτὸν ἐταπείνωσα, διὰ τί σὺ γήϊνον ἑαυτὸν είδως, πηλίνην οἰκίαν οἰκοῦντα, ἐνὶ πηδήματι τῶν οὐρανίων υπερ θεν ἀντύγων ἐπειράθης ὑπεράλλεσθαι; Ἐδέησε τοι γαροῦν τὸν ἴσον αγώνα ὑπὲρ ἡμῶν ἀναδέξασθαι τὸν αγωνοθέτην, καὶ ἐντέχνως ὑποσκελίσαι τὸν ἡμέτερον πτερνιστήν. Φυτεύετε τοιγαρούν ξύλου ἐν τόπῳ Κρανίου. Τὸ δε Κρανίου, λόγος φιλαλήθης, προπάτορος τυγχάνει Αδάμ, καὶ ὡσανεὶ ἐπ' αὐτῷ θεατῇ τὸ στάδιον ὑπέρ χεται τοῦ παλαίσματος ὁ Χριστός. Ο καρπὸς δὲ τοῦ ξύλου τούτου θάνατος ἦν προδηλότατος, μηδέν προ βεβλημένος επαγωγόν, μηδὲ ἔνδοξον, αδοξίαν δε μεγίστην καὶ όνειδος φρονοῦσι τὰ τῶν ἀνθρώ των. Καὶ ἡ μὲν καρπὸς ἐκεῖνος τῆς γνώσεως, ὡραῖος ἦν εἰς ὅρασιν καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν, καὶ ὑψηλὰς ἐλπίδας της θεώσεως προτεινεν σταυρικής, τουναντίον ἅπαν, ὥστε πόρρωθεν τὸν Ησαίαν τοῦτον ιδόντα, καὶ παθηνάμενον λέγειν Είδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδὲ κάλλος, αλλά τὸ εἶδος ἄτιμον, ἐκλείπον παρὰ πάντας ανθρώπους. Καὶ οὐ μόνον άδοξος ὁ του ξύλου τούτου καρπός, αλλά και πικραίνων τὴν αἴ σθησιν. Χολὴν γὰρ απέκλυξε τα γάρ γλυκέα τῷ προπάτορι εἰς χολὴν ἐστράφη τῷ τὴν πτώσιν τού τον αναπαλαίοντι· καὶ γίνονται τὰ ἐναντία ἰάματα τῶν ἐναντίων, καὶ ὁ πικρανθεὶς σώζει τὸν ἡδυν θέντα τῷ καλῷ πρὸς βρώσιν καρπῷ, καὶ ἑκουσία γύμνωσις τὸ τῆς φθορᾶς ἔνδυμα θεραπεύει, και ή άδικος θάνατος τὴν δίκαιον ἀναιρεῖ, καὶ τὸ ξύλου, το πρώην επάρατον καὶ θανατοποιόν, εἰς εὐλογίαν ἀποτελευτῷ, καὶ ζωὴν αἰώνιον ἀναθάλλει. μέγαν Καντεῦθεν παιδαγωγούμεθα πρὸς τὸν ἀγῶνα, καὶ ἐπιγινωσκομεν τὴν μέθοδον του παλαίσματος· καὶ μανθάνομεν τὰ ἠθύνοντα πάντα, ὡς οδυνηρά, παρατρέχειν, γυμνοί προσβαθείας είναι του κόσμου, ἵνα μὴ ἔχῃ κοσμοκράτωρ λαβάς ὑπερεύχεσθαι επηρεαστῶν ὡς εὐεργετών, αν διαμερίζονται τινες τὰ ἱμάτια τὰ ἐκ τῆς τετρακτύος των στοιχείων συμπεπλεγμένα, μην επιστρέφεσθαι· τί γὰρ ἂν καὶ βλάψειαν τοῦ ἄνωθεν εξυφασμένου για τῶνος, φημὶ τῆς ψυχῆς, σώου καὶ ἀδραγούς διαμένοντος; τὸν θάνατον τὐτὸν ὡς ὄναρ λογίζεσθαι. Εσται γὰρ όταν διυπνισθώμεν, καὶ τὴν ἀνέσπερον ἡμέραν οψόμεθα καὶ κατάσχωμεν ἀσφαλῶς τὴν ἐν νυκτὶ τοῦ βίου φανταζομένην ἡμῖν βασιλείαν.
col. 655–656page 28 of 83
PG 140:655μόνον ἐξ ἁπάντων ὑγρῶν οὐκ οἶδεν ινδάλλειν χαρα κτήρων ἐμφάσεις, καὶ τύπους ἀποπάλλειν σωματικοὺς. Οφις δὲ τὴν λεθηρίδα δι' ἔτους ἀπαμφαίνον ται. Χριστὸς δὲ οὔτ᾽ εἶχε τι τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου τοῦ φθειρομένου κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, οὔτ' ἀπεβάλλετο, αναμαρτήτως νέος 'Αδάμ γεγονώς, καὶ τῆς καινῆς κτίσεως ἀρχηγός. Τοιοῦτος ὧν ἀνατρέχει ἐπὶ τὸ ξύλον, καὶ στηλιτεύει ἑαυτὸν εὐ Οὺς ἀναμάρτητον, καὶ ὁ κάτω συρόμενος ὄφες ελα θών, εὑρίσκει ἐν αὐτῷ οὐδέν. Παντελῶς γὰρ ἐν τῆς ιοβόλου κακίας ὑπέρτερος, καὶ κατάγχεται μὲν ὁ δεινὸς ὄφις καὶ δραποστάτης ὁ ἐπιτηρων την πτέρναν ἡμῶν, σώζεται δὲ ὁ Ἰσραὴλ ὁ ὅρων τους τὸν Θεόν, σωτηρίαν αἰώνιον ἐπιγινώσκων τοῦτον Θεόν, σαρκὶ μὲν ἱσταυρωμένον, θεότητι δὲ ζων ποιοῦντα τοὺς νεκρωθέντας, εἰς ὃν ἐκβαίνει προ δήλως ή προφητεία Μωϋσέως προλέγοντος· Όψεσθε τὴν ζωὴν ὑμῶν κρεμαμένην κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν· 'Ανάγκην γὰρ εἶχον καὶ οἱ τοῖς ὄφεσι πρότερον δεδηγμένοι πρὸς τὸν ἀνεστηλωμένον ὄψιν ἐπεντρανίζειν, ὡς οὐχ ἑτέρως χορηγουμένου τούτοις τοῦ ζῆν ἢ ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν ἀτενίσεως. τὸ τῶν τυπικῶν ἐμφάσεων ἀπαράδεκτον. Γάλα γάρ η Καὶ νῦν ἡμεῖς, οἷς κατ' ὀφθαλμοὺς Ιησούς Χρι στὸς ἐσταυρωμένος γράφεται, συνωδά τῷ θεσπεσίῳ ψαλτωδούμεν Δαυίδ. Οἱ ὀφθαλμοὶ πάντων εἰς σὲ ἐλπίζουσι, και σὺ δίδως τὴν τροφὴν αὐτοῖς ἐν εὐκαιρίᾳ. Τεθυμένος γὰρ καὶ κρεμαννύμενος ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ τὰς οἰκείας ἐστιᾷ σάρκας τοῖς εἰς σὲ τὰς ἐλπίδας αναθεμένοις τῆς σωτηρίας. ᾿Ανοίγεις σὺ τὰς χεῖρας σου ἐφαπλῶν αὐτὰς τῷ σταυρῷ, καὶ ἐμπιπλᾶς πᾶν ζῶον τῆς πατρικῆς εὐδοκίας. Εὐδοκία δὲ Πατρὸς τὸ πάντας ανθρώπους σωθῆναι διὰ τοῦ ἑκουσίου σου πάθους, καί τοῦ σταυροῦ, καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν. Ἐπίγνωσις δὲ ἀληθείας ἢ πρὸς σὲ καὶ τὸν ἀναρχόν σου Πατέρα καὶ τὸ πα άγιον Πνεῦμα πίστις ορθόδοξος· Τίς οὐ προσκυνήσει τὸ ὅπλον τῆς σωτηρίας ἡμῶν; Τίς οὐ δοξάζει τὸν ἀναιρέτην τοῦ βρωτοκτόνου Σατάν; Τούτο φῶς τοῦ προσώπου του Θεοῦ σημείουμενον ἐφ' ἡμᾶς. Σκήπτρον γάρ βασιλέως φῶς αὐτοῦ ὡς λύχνος, πρὸς αὐτὸν τοὺς ἀγνοῦντας ἐφοδηγούν. Τοῦτο μείωσις δεδομένη τοῖς φοβουμένοις τὸν Κύριον τοῦ φυγεῖν ἀπὸ προσώπου τόξου, καὶ τῶν δαιμονικῶν προσβολῶν. Τοῦτο καὶ ξύλον πεφυτευμένου παρά τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων καὶ τῶν τοῦ σωτηρίου πηγῶν. Ἐν πάσαις γὰρ ταῖς θείαις Γραφαῖς ὕμνοις περιαντλούμενος ἐστιν ὁ σταυρός, ὃς τὸν καρπὸν αὐτοῦ δέδωκεν ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καθ᾿ ὃν ἐν τῷ δυ θοστρώτῳ ἐπεφύτευτο. Χρίσει δὲ ὁ σταυρὸς τοῖς τὸν ὄνυγρον μὲν βίον κ αἱ πλαδαρόν διαπτύουσι, τη ΧΧν,
col. 657–658page 29 of 83
PG 140:657τραχύτητι δὲ καὶ σκληραγωγίᾳ τῆς κατὰ Χριστὸν 5, διαγωγής προσανέχουσιν. Ὁ δὲ καρπος αὐτοῦ ἄφε σις ἁμαρτιῶν, ἣν ὁ ἐν αὐτῷ προσπαγείς Ἀμνὸς τοῦ αὐτὸν πιστεύουσιν ἐδωρήσατο. ᾿Αλλὰ δεῦτε πάντες προσκυνήσωμεν υῷ ὑποποδίῳ τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ. Προσπέσωμεν εκόντες, ἵνα μὴ ἄκοντες τοῦτο πάθωμεν, ὅταν ὁ Πατήρ τους ἐχθροὺς τοῦ Υἱοῦ ὑποπόδιον θῇ τῶν ποδῶν αὐτοῦ. Δεύτε τοίνυν προσπέσωμεν καὶ κλαύσωμεν έναν τίον Κυρίου τοῦ πλήσαντος, ἡμᾶς, εἶτα φθαρέντας τη παρακοῇ ἀναπλάσαντος διὰ σταυροῦ, ἵνα μὴ κλαύσωμεν, όταν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται, καὶ ὀφθήσεται τὸ σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπον ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς, ὡς γὰρ ἀψευδής Θεός ὁ Χριστός προεδήλωσε, προπορεύσεται τῆς δευτέρας παρουσίας αὐτοῦ ὁ σταυρός, ὡς βασιλική σημαία πανεύσημος, και γνωρίσουσι πάντες οἱ ἐξ ᾿Αδὰμ μέχρι τῆς συν τελείας ἄνθρωποι, ὡς ὁ ἐσταυρωμένος Χριστός ἔρ χεται κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς. Προφθάσωμεν οὖν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει. Οι κειωθῶμεν τῷ βασιλεῖ τῶν αἰώνων καὶ κριτῇ πάσης πνοής τῷ ἐσταυρωμένῳ Χριστῷ οἰκείωσιν τὴν διὰ μιμήσεως. Μιμεῖται δὲ τὸν Χριστὸν ὁ καθηλώσας τῷ θείῳ φόνω τὰς ἑαυτοῦ σάρκας, καὶ τῷ κόσμῳ σταυρωθεὶς καὶ ἀπονεκρωθείς Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, τοῖς εἰς Πνεύματι, νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνα τῶν Κάμμυσόν σου τοὺς ὀφθαλμούς, επάν τι τῶν θελγόντων αὐτούς προσβάλη ποθέν, πρὸς ἀδονῆς βλαβεράς παρασύρον σε όλεθρον. Κλεῖσον τὸ στόμα σου ἐν τῷ συστῆναι τὸν ἁμαρτωλον διάβολον εναντίον σου ἐρεθίζοντα πρὸς ὕβρεις καὶ καταλαλούντα του πλησίον. Κωφώθητε καταλαλούμενος, ὑβριζόμενος, καὶ ψαλλε μετά Δαυὶδ κατὰ νοῦν· Ἐγὼ δὲ ὡσεὶ χωρός οὐκ ἤκουον, καὶ ὡσεὶ άλαλος οὐκ ἀνοί γων το στόμα αὐτοῦ. Δέσμευσόν σου τὰς χεῖρας, ἵνα μὴ πρὸς τὰς ψυχοβλαβεῖς ἐκτείνοιντο πράξεις, μηδὲ πρὸς τὴν ἁρπαγὴν τῶν μὴ ἀνηκόντων σοι. Συνδέσμευσον καὶ τοὺς πόδας πειρωμένους τρέχειν πρὸς ὁ οδίας βάραθρα, καὶ ἁπλῶς εἰ πεῖν, Καθήλωσον καὶ χεῖρας καὶ πόδας τῷ φόβῳ τοῦ διὰ μολυ σμός του ψυχικοῦ ἐνδύματος διθέντος χεῖρας, καὶ πόδας, καὶ ἀποῤῥιφέντος εἰς κόλασιν. Ἐὰν οὕτω συσταυρωθῇς του Χριστῷ, συσδοξασθησή αὐτῷ, όταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέ λων τῶν ἁγίων. Τότε προσκυνήσεις τελειότερόν τε καί ὑψηλότερον τόν πολυπόθητον τοῦ Κυρίου σταυ ρόν, κατιδών ηλιακὰς ἀκτῖνας φωτοβολοῦντα, καὶ ταῖς ἀγγελικαῖς περικυκλούμενον ταξιαρχίαις, καὶ συνθηματίζοντα τοῖς πιστοῖς τὴν προς τον βασιλέα συνδρομὴν, καὶ ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν ἀφορίζοντα, καὶ πρὸς τὴν κληρονομίαν τῆς ἀδιαδόχου βασιλείας συγκαλούμενον, ἧς γένοιτο πάντας ἡμᾶς ἐπιτυχεῖν ἐν αὐτῷ Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, ἡ πρέπει πάσα δόξα, τιμή, καὶ προσκύνησις οὖν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί, καὶ τῷ παναγίω, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιώ αἰώνων. Αμήν. χχιν, καιν,

Homily IVHomilia IV

col. 661–662page 30 of 83
Homilia III
PG 140:661τοὺς, ὡς καὶ σώματα παραβιάζειν πρὸς ἔνωσιν, και εἰς πῆγμα ἓν συσφίγγεσθαι καὶ συνάγεσθαι, Ἡ δε τηλικαύτη πανήγυρις ὑπόθεσιν ἔχει τὴν ἀνάμνησιν τῆς τῶν παναγίων εἰκόνων ἀναστηλώσεως. Εκειτο μὲν γὰρ ἡ εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ οὐ τριήμερος, αλλά πολυχρόνιος ὑπὸ τὸν τῆς ὑφαντώσεως τοπον, βασκανίᾳ τῶν Ἰουδαιοφρονων αἱρετικῶν. Νύν δ' ἀλλ' ἐκεῖθεν εὐδοκία Πατρὸς ἐξανίσταται, καὶ πρώτη τῆς αναστάσεως ταύτης εὐαγγελίστρια ή σεμνοτάτη ἐν γυναιξὶ καὶ μαθήτρια του Χριστοῦ, ἡ τῆς θείας δω ρεάς φερώνυμος βασιλίς, καὶ δι' αὐτῆς πρὸς πάντας τοὺς τότε ἀποστολικούς άνδρας καὶ χριστο κήρυκας τῆς ἀναστάσεως διαβαίνει τὸ κήρυγμα, καὶ καλλωπίζεται αὖθις ἡ τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία τοῖς ἱερομόρφοις, και ευωδιάζεται πλεῖστον ἀπαλλαγεῖσα τῆς εἰκονομαχικής βδελυρίας. Μυροφόρου γάρ τάξιν ἀποπληρώσασα ἡ καλὴ αὕτη μαθήτρια καὶ θεοστεφής άνασσα τους μεταλαβόντας τῆς τοῦ Κοπρωνύμου αἱρέσεως, ὡς τινας κυπρογενείς κανθάρους, ἀποπνίξασα ὤλεσε, καὶ τὸν οἰκεῖον σύνευνον τὸν βασιλέα Θεόφιλον ἀθλίως αἰχμαλωτισθέντα ὑπὸ τῆς τυραννικής δυσσεβείας, ὡς ἀπὸ κοπρίας πτωχόν εξήγειρεν, ή κοινωνός μεν του βίου, του δε φρονήματος ακοινώνη της. Ω καλῆς γυναικός πολλῶν γυναικών αναπαλαι σάσης κττήματα! Ενα τὸν ἄνδρα του παραδείσου έχει βάλλει, μολύνατα τὸ κατ' είκονα διὰ τῆς παρακῆς. Επὶ τῆς κοπρίας ὁ Ἰὼβ ἐκάθητο, τὸ μὲν σώμα δύστ οσμος, την δε ψυχήν εύοσμος, καὶ ἡ πονηρὰ ἐκείνη γενή συνεβούλευε τούτῳ, ἵνα καὶ τὴν ψυχὴν ρυπώση διὰ βλασφημίας. Αλλ' οὐχ οὕτως ή θεόφιλος αυτή γυνή· αὐτῇ γὰρ ἐμφαρμόσει μᾶλλον τὸ τοῦ ἀνδρὸς όνομα. Θεόν γὰρ ἀγαπήσασα, ὑπὸ Θεοῦ ἠγαπήθη, καὶ διὰ τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἄνδρα ἐφίλησεν οὕτω σφοδρώς, ως εξ όλου ἁρπάσαι καὶ τῶν ἐκεῖ δικαιωτη βίων, καὶ πρὸς παράδεισον αντεισαγαγεῖν σπουδάσματι φιλοθέω και μόχθῳ πνευματικῳ, ἐπὶ δὲ τῆς κοπρίας καθήμενον τῆς τοῦ Κοπρωνύμου βδελυρωτά. της αἱρέσεως τῆς κατ' αὐτὴν βλασφημίας μάλλον ἐρρύσατο, καὶ θερμόν εισήνεγκε τὸν ἀγῶνα προσ οικειώσαι τουτον τῷ Χριστῷ, οὗ μύρον εκκενωθεν τὸ όνομα. Οὕτως ἀγαπᾶτε, γυναῖκες, τοὺς ἄνδρας· οὕτω βοη θεῖτε· ἀλλὰ μὴ μόνοις τοῖς σαρκικοῖς τὸ κοινωνικόν ἔχετε πρὸς τοὺς συζύγους άνδρας, διὰ ἡδυπάθειαν φιλοῦντες αὐτούς· αλλά συνεργεῖτε καὶ πρὸς τὴν ψυχὴν ὠφελοῦντα, καὶ συμβουλεύετε τὰ πρὸς τὴν σωτηρίαν. Και πρὸ ὑμῶν ὁ θάνατος ἐκείνους ἁρπά σεις, ὅτι ἐσπιλωμένους κατά ψυχήν, θέσθε φροντίδα τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ προσευχών, διά δακρύων, δι' ἐλεημοσυνῶν, διὰ βαίων ἱερουργιών. Δύναται γάρ, ὦ γίναι, καὶ θανόντα τὸν ἄνδρα σῶσαι ιδιά των Ι τῆς θείας δωρεάς φερώνυμος βασιλίς. (β)
col. 663–664page 31 of 83
PG 140:663τοιούτων. Αλλ' ὅτι καὶ νῦν εἰσί τινες τῆς Κοπρωνύ β μου βδελυρίας ἀποσκυβαλίσματα, καὶ ἀποτολμῶσιν οἱ λυσσητήρες κυνες και φιλοβόρβοροι χοῖροι κατὰ τῶν προσκυνητῶν καὶ ἱερῶν χαρακτήρων τοῦ Χρι στοῦ καὶ τῶν ἁγίων πάντων κόπρια εναποπτύειν (ούτω γάρ εγώ καλῶ τὰ ἐκείνων βλάσφημα ρήματα οὗτοι δὲ εἰσιν οἱ νῦν Βογόμιλοι κεκλημένοι, οι γνή σιοι μαθηταὶ τοῦ ᾿Αντιχρίστου, καὶ τοῦ προδότου Ἰούδα συμμαθηταί,· πρὸς αὐτοὺς τὸ τοῦ λόγου πρόσ ωπον τρέψω· καὶ γὰρ αὐτοῖς ἐγὼ πολλάκις κατά πρόσωπον αντέστην, καὶ τὰ μικρὰ τούτων κατήσχυνα πρόσωπα, συνεργεία του παρ' αὐτῶν ὑβριζομένου Χριστοῦ. Ολίγα δέ τινα τῆς τότε διαλέξεως ἀποτεμόμενος καὶ πρὸς τὴν ὑμετέραν ἀγάπην ἐρῶ, ὡς ἂν ἐν ειδήσει τῆς πλάνης ἐκείνων ὄντες, μὴ λάθητε τοῖς ἀπατηλοῖς ῥήματι τούτων ἐξ ἁγνείας περιπαρέντες. Πολλοὶ γὰρ ἀρτίως περιπατοῦσι, καὶ τὰς οἰκίας εἰσε δύνουσιν ἐν σκότει διαπορευόμενοι, καὶ σχήματι είν λαβείας πολλούς συναρπάζουσι· σκοτεινόμορφοι γάρ ὄντες διάβολοι εἰς ἀγγέλους φωτός μετασχηματίζονται. Ηρώτησε με τις τῶν δαιμονοπροσώπων τούτων Βογομίλων, Διά τί, φησί, προσκυνείτε τοίχους, και σανίδας, καὶ ἀσβεστον, καὶ διάφορα χρώματα; Τοῦτο δὲ οὕτω λέγων τὰς ἁγίας εικόνας ἡνίττετο. Καὶ ἐγὼ πρὸς αὐτόν· Πότε δὲ εἶδες τινα τῶν τῆς ἡμετέρας Εκκλησίας τροφίμων ἐπὶ τὰς καμίνους πορευόμενον, ὅπου ἡ ἀσβεστος, ἡ ἐπί ἐρείπια, όπου αἱ τῶν λίθων σωρείαι, ἢ ἐπὶ τὰ των χρωμάτων πο λητήρια, καὶ προσυνοῦντα ταῦτα καὶ σέβοντα; Εί γὰρ τοῖς λίθοις καὶ τοῖς χρώμασι τὸ σέβας ἐνέμομεν, ἀνάγκτο, ἔχομεν, ἔνθα ἂν εἴδομεν ἡ λίθον ἢ σανίδα, προσκυνεῖν αὐτά. Νῦν δὲ τοῦτο μὲν οὐκ ἔστιν, οὐδε σὺ ὁ τῆς ἀληθείας ἐχθρὸς τολμήσεις τοῦτο εἰπεῖν, ἀπηνέμομεν δὲ τὸ σέβας οὐχ ἁπλῶς ταῖς ὕλαις, ἀλλὰ τῇ ἐμφαινομένη ταῖς ὕλαις μορφῆ, καὶ οὐ πάσῃ μορφή, ἀλλὰ τῇ τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὑπεράγνου Θεο μήτορος, καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων. Ἡ γὰρ τιμὴ τῆς εἰ κόνος ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει. Καὶ ἱστόρηται μὲν ὁ Χριστὸς τυχὸν ἐπὶ τῆς σανίδες ταύτης, ἢ ἐπὶ τοῦ τοίχου, ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἠπλωμένος γυμνός Ἰουδαῖοι δὲ παρίστανται ποτίζοντες όξος μετά χολής, τὴν πλευρὰν κεντούντες αὐτοῦ· ὁ Πιλάτος καθήμενος ἐπὶ θρόνον, παρισταμένων αὐτῷ πολλών δορυφόρων. Ταῦτα πάντα ἐν χρώμασι καὶ ἐν ἱστορίαις. Καὶ ἡμεῖς ἀφέντες τὸν καθήμενον ἐπὶ θρόνον, τοὺς ἐμπαίζοντας Ἰουδαίους, τοὺς τιτρώσκοντας δορυφόρους, τὸν ἐπὶ τοῦ σταυρού κρεμάμενον γυμνόν καὶ ὑπ' αὐτῶν ἐμπαιζόμενον προσκυνούμεν καὶ ἀσπαζόμεθα. Ἐνταῦθα χρώματα, κακεί χρώματα, ἐνταῦθα μορφαί, κἀκεῖ μορφαί, Διὰ τί γοῦν τὰς μὲν μισοῦμεν καί ἀποστρε ψόμεθα, τὰς δὲ ἀγαπῶμεν καὶ ἀσπαζόμεθα; Διά τί; Εγώ σοι ἐρῶ. Οἴδαμεν, ὅτι ὧν τὰ πρωτότυπα άγια, καὶ τὰ εἰκονίσματα ἅγια· ὧν δὲ τα πρωτότυπα μια ρά, καὶ τὰ εἰκονίσματα μικρά. Πάλιν οὖν ἐρωτῶ σε και πάλιν μοι ἀποκρίθητι. Τὴν βίβλου τῶν εὐαγγελίων ἁγίαν εἶναι λέγεις, καί σέβῃ ταύτην ὡς θησαν μὲν τῶν αἰωνίων, ἀγαθῶν, ἡ καί ταύτην ἀποστρέψεις καί ἐν τοῖς ἀτίμοις τάττεις; Οὐγί, φησίν, άτιμον
col. 665–666page 32 of 83
PG 140:665ἀλλὰ πολλῆς ἀξίαν τιμῆς ταύτην ἡγούμενος καὶ προσ κυνῶ καὶ ἀσπάζομαι. Τοῦτο καλῶς εἶπας. Ἔστι γάρ ἀληθῶς καὶ τιμιωτάτη, καὶ ἁγιωτάτη, καὶ βίβλος ὄντως ζωῆς διαιωνιζούσης. Ἰδού οὖν ἐκ τοῦ στόματος σου κατακριθήση, Βογόμιλε. Είπε τοίνυν, ἡ βίβλος αὕτη οὐκ ἀπὸ σανίδων σύγκειται; οὐκ ἀπὸ δερμά των; οὐκ ἀπὸ νημάτων τῶν τὰ δέρματα συσφιγγου. των; οὐκ ἀπό μέλανος καὶ ἑτέρων πολλάκις χρωμά των; Αρ᾽ οὖν καὶ σὺ τὸ βιβλίου τῶν Εὐαγγελίων προσκυνῶν καὶ ἀσπαζόμενος, της σανίδας, καὶ τὸ μέλαν, καὶ τὰ δερματα προσκυνεῖς καὶ ἀσπάζη, ἡ τούς λόγους τοῦ Θεοῦ τους εγγεγραμμένους τῇ βί Ελῳ; Ναί, φησί, τοὺς λόγους τοὺς εγγεγραμμένους τῇ βίβλῳ. Δύναται δὲ ἄλλως τοὺς λόγους τούτους γραφῇ παραδοῦναι καὶ εἰς ἀνάγνωσιν χωρίς μέλανος καὶ χάρτου Ουχί, φησί. Τί οὖν λοιπὸν τὸ συναγόμενον; Ὅτι πρὸς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν ῥημάτων ανα γραφήν παραλαμβάνονται τὰ δέρματα, τὸ μέλαν, καὶ τα τάλλα· τὸ δὲ τιμώμενον οἱ λόγοι εἰσί τοῦ Κυρίου οἱ τῇ βίβλω ἀνάγραπτοι. Ὥστε εἴ τις ἀπαλείψει τοὺς λόγους, συναπήλειψε καὶ τὴν τῆς βίβλου τιμὴν, καὶ τὸ ἐναπομείναν ἀσέβαστου καὶ ἀπροσκύνητον. Οὕτω μοι νόησον, αἱρετικὲ καὶ ἀνόητε, κἀπὶ ταῖς τῶν ἀγίων ζωγραφίαις εἰκόνων, ὅτι τὸ τιμίομενον καὶ προσκυνούμενον ὁ χαρακτήρ ἐστι καὶ τὸ ὄνομα είτε του ό Χριστου, εἴτε την Θεοτόκου, εἴτε τινὸς τῶν ἁγίων. Ταῦτα δὲ μορφωθῆναι ἡ γραφῆναι ἀδύνατον, εἰ μὴ ἐκ διαφόρων χρωμάτων· τοῦ δέ χαρακτῆρος απαλει φθέντος άτιμος τὸ ἀπὸ τοῦδε ή ύλη καί κεκοίνωται. Ως ἐν παραδείγματι δὲ εἰπεῖν, έστω που στά μενον ἔσοπτρον ἡ ἐξ θέλου ἡ ἐκ σιδήρου, καί ὑπό θου τόν Χριστόν ἱστασθαι αντί προσώπου τινὸς τῶν τοιούτων ἐσόπτρων. Ειδοποιείσθω δὲ καὶ ὁ χαρα ατὴρ αὐτοῦ τῇ τοῦ ἐσόπτρου στιλπνότητι καί ἐμ φαινέσθω καθαρῶς ἐν αὐτῇ. Εάν οὖν ἐκ πόθου τις προσιών τῷ ἐτοπτρῳ, ἐν ᾧ ἡ μορφὴ ἐμφαίνεται του Χριστού, και προσψαύτῃ τοῦτο τοῖς χείλεσι καί ἀσπάσεται, ἄρ' οὖν τὸ ἔσοπτρον ἐτίμησεν ἢ τὴν ἐν τῷ ἐσόπτρῳ μορφὴν τοῦ Χριστοῦ; Εύδηλον, ὅτι τὴν μορφήν. Εἰ γάρ τὴν φύσιν ετίμησε τοῦ ἐσόπτρου, καὶ τὸ σέβας ταύτη απένειμεν· ἀκόλουθον ἦν αὐτ τῷ πάντα ξελον καὶ πάντα σίδηρον προσκυνεῖν. Εἰ δὲ τοῦτο μὲν οὐκ ἐποίησε, πώποτε, ἐκεῖνο δε μόνον ἐσπάσατο, ἐν ᾧ ἐφάνη το μόρφωμα του Χριστού δηλόν ἐστι καὶ τυφλῷ, ὅτι τὴν ἐν τῇ ὕλῃ ἐμφαινομένων μορφὴν ἐτίμησε τοῦ Χριστοῦ. Τὸν ὅμοιον τρό που καὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων εἰκόνων λογίζου. Αλλά σὺ ὁ αἱρετικός οὐχ ἁπλῶς οὕτως Εικονομάχος εἶ, ἀλλ' αντικούς Χριστομάχος, καί διὰ τοῦτο κατὰ τῆς ἁγίας αὐτοῦ εἰκόνος ἐκπεπολέμωσαι, καὶ ἐκτεθηρίωσαι ὑπό τοῦ ἐνοικοῦντός του δαίμονος. Καὶ γὰρ καὶ τὰς παρδάλεις φασὶν ἀπεχθώς έχειν πρὸς τὰ τῶν ἀν θρώπων πρόσωπα, και λυττήν κατ' αυτών μανικώς, και που ἱστορουμένην ἴδοι ενανθρωπείαν μορφήν, ἀναστήλωσιν τῶν εἰκόνων, εἰκόνας,
col. 667–668page 33 of 83
PG 140:667ἐπιμαίνεσθαι ταύτη, καὶ ἐκθύμως καθάλλεσθαι, και σοῦντες ἐκτόπως, οὐδὲ τὴν πανσέβαστον αὐτοῦ μορφ ὀνομάζουσιν. ἐκπτύσσει, τοὺς ὄνυχας. Τοιοῦτοί εἰσι καὶ οἱ τῆς ἀπωλείας υἱοίὶ, καὶ τοῦ ᾿Αντιχρίστου πρόδρομοι οἱ διαβολιανοὶ τῷ ὄντι Βογόμιλοι, οἱ τὸν Χριστὸν μια ἣν ἀνέχονται καθορᾷν, ἀλλὰ καὶ εἴδωλον αὐτὴν ᾿Αληθώς ο τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αὐτῶν,» πολλὴν ἀποπνέων τὴν δυσωδίαν τῆς βλασφημίας, υἱοὶ τοῦ σκότους καὶ περὶ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, τυ φλοί. () Χριστός, ο ποιητής του κόσμου, ὁμοίωμα θεασάμενος του Τιβερίου Καίσαρος, ανθρώπου δυσ σεβοῦς καὶ εἰδωλολάτρου, οὐχ ὑβρισεν, οὐδὲ εἰδωλον κατωνόμασεν, ἀλλὰ εἰκόνα. Σὺ δὲ οὐ φρίττεις, άθλιε, τοῦ ἀσεβους ἐκείνον ἀνδρὸς ἀτιμότερον ἡγούμενος τὸν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν, καὶ τοῖς ἁγίους ἀγγέλοις ἀπρόσιτον, καὶ τὴν εἰκόνα τούτου εἴδωλον εἶναι βλασ φημῶν; Ποὺ δὲ τὴν μορφὴν τοῦ Καίσαρος ὁ Χρι στὸς εἰκόνα κατονομάζει, άκουσον. Ηρώτησαν ποτέ τὸν Χριστόν οι τοί φίλοι, καὶ ἀδελφοί, καὶ ὁμόφρονες. Ουδέν γάρ διαφέρει Εβραίου Βογά μιλής, μᾶλλον δὲ καὶ παντὸς Εβραίου δυσσεβέστερος εστιν ὁ Βογόμιλος. Εβραῖος μὲν γάρ, καν ταλλα εἴη κακός, ὅμως ποιητὴν τῶν κτισμάτων τὸν Θεὸν εἶναι ὁμολογεῖ· ὁ Βογόμιλος δὲ τῷ διαβόλῳ τὴν δη μιουργίαν ἀποχαρίζεται. Εκστηθι, οὐρανέ, ἐπὶ τούτῳ, καὶ τῆς γῆς. σαλεύθητε, τὰ θεμέλια, καὶ διαρ φαγέντα καταπίετε τοὺς ἀποστάτας τούτους καὶ ὑβριστάς του κοινου Ποιητοῦ καὶ Δημιουργού, ὡς τάλαι τοὺς περὶ Δαθαν τε καὶ ᾿Αβειρών. σμα του κήνσου.» ἀπεκρινατο· «Τίνος Λέγουσιν αὐτῷ Ὅπερ οὖν ἐλέγομεν, ἐρωτησαν ποτε τὸν Χριστὸν οἱ Ἰουδαῖοι, «Εἰ ἔξεστι δοῦναι κήνσον Καίσαρι, ἢ οὗ;» Ὁ δὲ ἀπεκρίθη λέγων· Επίδειξατέ μοι τό νομι Κακείνων ἐπιδειξάντων, πάλιν ἡ εἰκὼν αὐτη καὶ ἐπιγραφή; Καίσαρος.» Καὶ ὁ Χριστός ᾿Απόδοτε, ἔφη, τα Καίσαρος Καίσαρι, καὶ τὰ του Θεού τῷ Θεῷ.» Ἤκουσας. Βογόμιλε βδελυρέ, εἰπόντος του Χριστού, Τίνος ή εικών αύτη, καὶ ἡ ἐπιγραφὴ; καὶ ὅτι ἡ ἐν τῷ νομίσματι τύπος Καίσαρος εἴτ εἰκῶν, ἀλλ' οὐκ εἴδωλον. Αλλά λέγει, σὶν ἡ Γραφή Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίου» καὶ ὅτι τὰ τοιαύτα ούτε λαλοῦσιν, οὔτε βλέπουσιν, οὔτε περιπατούσιν. Ἐπεὶ οὖν καὶ αἱ εἰ κόνες οὐδέ τι τῶν καθ' ὁρμὴν κινουμένων, καὶ λα λούντων, καὶ περιπατούντων ενεργούσιν ή ποιούσιν, οὐκ ἀπεοικέναι λέγομεν των ειδώλων. ᾿Ανόητε καὶ τὴν καρδίαν ἀναίσθητε! Εάν ἐλάλουν αἱ εἰκονες, ἐὰν ἔβλεπον, ἐὰν ἤκουον, ἐὰν περιεπάτουν, οὐκ ἂν ήταν είκονες, ούτε ομοιώματα, αλλά πρωτότυπα καὶ ἄνθρωποι τέλειοι. Ἡ δὲ εἰδων ὁμοίωμα μόνον ἐστὶ πρωτοτύπου και μίμημα χαρακτῆρος. Η δι θεία Γραφή είδωλα τὰ τῶν δαιμονων ομοιώματα λέ γει. Δαίμονες γὰρ ἦταν οἱ τῶν Ἑλλήνων θεοί. Δέ γει γάρ οὕτως· «Οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια.» "Αρ' οὖν, διοτι δαιμονια ἦσαν τῶν ἐθνῶν οἱ θεοί, ἀρνησόμεθα ἡμεῖς τὸν Θεὸν τον ἀληθινὸν, καὶ ὡς ἀθεοὶ ἐ τῷ κόσμῳ τούτῳ περιπατήσομεν; Τῆς σῆς γὰρ ἐστι
col. 669–670page 34 of 83
PG 140:669τοῦτο εἰπεῖν ζοφώδους φρενός· ὡς, ἐπεί οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια ἦσαν, μηδ' ὑμεῖς τιμήσητε Θεόν, ἵνα μὴ νομισθείητε δαιμονολάτραι, ἀλλ' ἐστὲ ἄθεοι. Εἰ δε τοῦτο ἄθεον καί ἀσεβες, ὁμοίως ἔσται καὶ περί τῶν ἐκτυπωμάτων. Οἱ γὰρ Ελληνες δαιμόνων μορ μᾶς προσεκύνουν· ἡμεῖς δὲ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων αὐτοῦ. «Τίς [γάρ] κοινωνία φωτὶ πρὸς σκό τος, η συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελιάλ;» Εἰ γοῦν ἐστι τὸ φῶς καὶ τὸ σκότος ἓν καὶ τὸ αὐτό, ἔσται ἡ εἰκών τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὸ εἴδωλον ἔν. 'Αλλά τρέποιτο κατά τῆς σῆς βδελυράς κεφαλής βλασφημία, Βογόμιλε τρισκατάρατε. Μάθε τοιγαρούν τὴν ἀλήθειαν, τῆς ἀληθειας ἐχθρε, ὅτι τὰ ἔθνη ἐκεῖνα τα πολύθια και άθεα δαιμονων γλυπτά ομοιώματα κατασκευάζοντα ὡς θεοῖς τούτοις ἐλάτρευον, καὶ κτ δεμόνας τῆς ζωῆς αὐτῶν τὰ ἐστερημένα ζωῆς ὑποβ ετόπαζον· καὶ ἦσαν ὁμοῦ, καὶ τὰ πρωτοτυπα, καὶ τὰ ὁμοιώματα, δαίμονες, καὶ δαιμόνων ομοιώματα. Ο δὲ Χριστός Θεός ὧν ἀληθινός, ὡς μονογενής Υιος, καὶ Λόγος τοῦ ἀνάρχου Πατρός, γέγονε δι' ἡμᾶς ἄνθρωπος κατὰ ἀλήθειαν. καὶ οὐ κατὰ φαντασίαν, μείνας ὅπερ ἦν, καὶ τὸ εἶδος τῆς ἀνθρωπείας αὐτοῦ μορφῆς καθιστορούμεν, καὶ τιμώμεν ὡς ἅγιον· ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς πανάγιος. Ομοίως δὲ τούτο ποιούμεν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἁγίων, ἀλλὰ καὶ τιμῶντες, καὶ προσκυνούντες τὰς ἁγίας εικόνας διὰ τῆς τῶν πρωτ τοτύπων όμοιότητα, οὐχ ὡς θεούς ταύτας σεβόμεθα, μὲ γένοιτο· ἀλλὰ καὶ ἀναθέματι καθυποβάλλομεν τοὺς εἰς τοῦτο συκοφαντοῦντας ἡμᾶς· ἐπεὶ τοῦ Χρι στοῦ ὑπεξηρημένου, οὐδὲ αὐτὰ τὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων πρωτότυπα θεούς κατά φύσιν ηγούμεθα· δούλους δὲ μᾶλλον γνησίους τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀγαπῶμεν αὐτούς, διότι ἐν ἀληθείᾳ τὸν Θεὸν ἠγάπησαν, καὶ πιμώμεν, ἐφ᾽ οἷς ὑπέρ τῆς τιμῆς τοῦ Χριστοῦ μέχρι τέλους ἀγωνίσαντο. Πάλιν οὖν ἐρωτῶ σε· Τίς ἐστιν ὁ λέγων· «Τὰ εἴ δωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον,» καὶ τὰ ἐξῆς; Ο Δαυίδ, πάντως ἐρεῖς. Αὐτὸς δὲ ὁ Δαυίδ ποίου νό μου μαθητής τε ἦν καὶ λατρευτής; Τοῦ παλαιοῦ καὶ σκιώδους, ἡ τοῦ νέου καὶ φωτοειδούς; Του πα λαιου φανερώς. Καὶ πῶς ὁ Βογόμενος σὺ τὰ βιβλία τοῦ παλαιοῦ νομου ἐξοβελίζων, καὶ τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην τοῦ πονηροῦ λέγων είναι, αλλ' οὐχὶ τοῦ ἀγα θοῦ Θεοῦ, καὶ πάντων τούτων σιγήν καταψηφισάμενος, μόνον τό τεμάχιου τοῦτο τῶν στίχων ἀποδιελὼν, προτείνεις ἡμῖν; Δεῖ γάρ σε όλον τον νόμον καταλέξασθαι, ἡ ἐκεῖνον μὴ καταδεχόμενον, μηδε τὸ βραχυσύλλαβον τούτο διάψαλμα καταδέξασθαι. Ανόητον γὰρ μίαν ἀκτῖνα ἐξ ὅλου τοῦ ἡλίου ἐπαινέσαντα ὡς λαμπράν, ὡς χρυσοειδή, τῶν ἄλλων όλων ἀκτίνων ζόφωσιν καταγνώναι. Η πῶς δυνήσῃ τῆς μιας πηγῆς τὸ ῥεῦμα διελεῖν ὡς γλυκὺ καὶ πικρόν; Τοῦτο δὲ πῶς ἐκών παρατρέχεις, ὅτι ὁ παλαιός νό μος, μᾶλλον δὲ ὁ ἐν τῷ νόμῳ λαλήσας ἀληθινός Θεός διαταττόμενος τῷ Ἰσραὴλ καὶ λέγων, ο Οὐ ποιήσεις πᾶν ὁμοίωμα οὔτε τῶν ἐν οὐρανῷ, οὔτε τῶν ἐν τῇ γῇ, ὁ αὐτὸς διετάξατο δύο Χερουβὶμ κατασκευάσαι ο
col. 671–672page 35 of 83
PG 140:671φαγίαν ἀσπάζεσθαι καθ᾿ ὥραν ἐννάτην· καὶ νῦν αὖ θες περὶ τούτου τὴν ὑμετέραν ἀγάπην παρακαλώ. Τούτο γάρ ἐστι νηστεία, ἡ περὶ τὸ βραδύτερον τῆς ημέρας μετρία τροφή. Εἰ δ᾽ οὐχ οὕτω ποιεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὴν συνήθη πάλιν ὥραν ἐσθίεις, νηστείας τοῦτο κατάλυσις, οὐχὶ σύστασις, καν τῶν εὐτελῶν ἡ τρά πεζα εἴη, καὶ τῶν ἀπερίττων. Οὐδὲ γὰρ ὅτι ἀπέχεις κρεών, ἤδη καὶ νηστείαν ἄγεις· μὴ ἀπατῶ, ἀλλὰ δεῖ σε τὴν γαστέρα πρὸ τῆς ὥρας εἰς βρῶσιν ὀργῆς σον ἐπέχειν. Δούλος εἰ τοῦ Χριστοῦ. Πρότερον σου τὸν Δεσπότην θεράπευσον· παράστηθι προσευχόμενος δὸς αὐτῷ φαγεῖν τὴν φροντίδα τῆς σῆς σωτηρίας" ταύτης γάρ σφόδρα πεινά. Εἶθ' οὕτω τράπηθι προς τὴν τῆς σῆς γαστρὸς ἐπιμέλειαν. Εἰ δὲ ταύτην τοῦ σου Δεσπότου προτιμοτέραν ἡγῇ, οὐκ εἰ Χριστόδου λος, ἀλλὰ κοιλιόδουλος. Καὶ τοῦτο πάντοτε μεν ποιεῖ. ὀφείλομεν, εἴτουν προτιμᾶσθαι τὴν θείαν παράστα σεν, καὶ δοξολογίας τῆς σωματικῆς τροφῆς· ἀλλ' ὅτι ἀσθενεῖς ἐσμεν μᾶλλον δὲ ῥᾴθυμοι καὶ νωχελεῖς. Κἂν γοῦν ἐν ταῖς νηστίμοις ταύταις ἡμέραις τοῦτο ποιήσωμεν, καὶ στήσομεν τὸ καθ᾿ ἡμῶν ὄνειδος τῶν Λατίνων, ὁ περὶ τῆς διφαγίας ἡμῖν ἐπάγουσιν, ἅπαξ τῆς ἡμέρας καὶ βραδύτερον ἐσθίοντες. ᾿Αλλ' ἐκεῖνοί φασιν· Εἰ καὶ βραδύτερον πρὸς τρο μὲν τρέπονται, ἀλλὰ καὶ βραδύτερον τῆς τραπέζης ἀνιστάντες, λιπαρώτερον τὸ ἐστιατόριον ἔχοντες, φύρδην ὁμοῦ ἰχθύας, λάχανα, όσπρια ελαίῳ λιπαινό μενα καθ' εκάστην κατακόρως, ἐσθίοντες, ὥστε σχολῇ γ᾽ ἂν περὶ τὸ τῆς αύριον βραδύτερον τὰ βεβρωμένα πρὸς πέψιν ἐλθεῖν· Επέχε τὴν γλώτταν, ἄνθρωπε, πρὸς τοὺς λόγους, ὡς καὶ πρὸς τὴν βρῶσιν τὸ στόμα, ο καὶ ὁ μὴ ἐσθίων σὺ τὸν ἐσθίοντα μή κρίνε. Πλήν ἐγὼ οὐ λέγω σοι, Ολην τὴν κατάστασιν ζήλωσον τῆς Λατινικής νηστείας, ἀλλὰ τὸ ἐν αὐτῇ οπωσούν θεω ρούμενον ἀγαθόν. Οἶδε γὰρ πολλάκις ὁ νουνεχὴς οὐ μικράν ὠφέλειαν ἐκπορίζεσθαι τοῦ ἐχθροῦ τε καὶ βλαπτικού. Όταν οὖν ἡμῖν ὁ Κύριος παραγγέλλει, » Γίνεσθε, λέγων, φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις, καὶ ἀκέραιοι ὡς περιστεραί,» οὐχὶ τὸ ἰοβόλον καὶ ἀναιρετικὸν τοῦ ὄψεως ἐκμιμεῖσθαι ἡμᾶς συμβουλεύει, οὐδὲ τὸ ἄνουν Κυριακὴ τῆς ἀποκρέου, ἀπόκρεω, τυροφάγος, ἀπόκρεως καὶ ποιεῖν εὐχὴν τῆς βασιλικής τραπέζης, διὰ τὸ τὴν τεσσαρακοστὴν παρελθεῖν γενέσθαι Χριστού,
col. 673–674page 36 of 83
PG 140:673φαγίαν ἀσπάζεσθαι καθ᾿ ὥραν ἐννάτην· καὶ νῦν αὖ θες περὶ τούτου τὴν ὑμετέραν ἀγάπην παρακαλώ. Τοῦτο γὰρ ἐστι νηστεία, ἡ περὶ τὸ βραδύτερον τῆς ἡμέρας μετρία τροφή. Εἰ δ᾽ οὐχ οὕτω ποιεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὴν συνήθη πάλιν ὥραν ἐσθίεις, νηστείας τοῦτο κατάλυσις, οὐχὶ σύστασις, καν τῶν εὐτελῶν ἡ τρά πεζα εἴη, καὶ τῶν ἀπερίττων. Οὐδὲ γὰρ ὅτι ἀπέχεις κρεών, ἤδη καὶ νηστείαν ἄγεις· μὴ ἀπατῶ, ἀλλὰ δεῖ σε τὴν γαστέρα πρὸ τῆς ὥρας εἰς βρῶσιν ὀργών σον ἐπέχειν. Δούλος εἰ τοῦ Χριστοῦ. Πρότερον σου τὸν Δεσπότην θεράπευσον· παράστηθι προσευχόμενος δὸς αὐτῷ φαγεῖν τὴν φροντίδα τῆς σῆς σωτηρίας" ταύτης γάρ σφόδρα πεινά. Εἶθ' οὕτω τράπεθε προς τὴν τῆς σῆς γαστρός ἐπιμέλειαν. Εἰ δὲ ταύτην τοῦ σοῦ Δεσπότου προτιμοτέραν ἡγῇ, οὐκ εἰ Χριστόδου λος, ἀλλὰ κοιλιόδουλος. Καὶ τοῦτο πάντοτε μεν ποιεῖν ὀφείλομεν, εἴτουν προτιμᾶσθαι τὴν θείαν παράστασιν, καὶ δοξολογίαν τῆς σωματικῆς τροφῆς· ἀλλ' ὅτι ἀσθενεῖς ἐσμεν μᾶλλον δὲ ῥᾴθυμοι καὶ νωχελεῖς. Κἂν γοῦν ἐν ταῖς νηστίμοις ταύταις ἡμέραις τοῦτο ποιήσωμεν, καὶ στήσομεν τὸ καθ᾿ ἡμῶν ὄνειδος τῶν Λατίνων, ὁ περὶ τῆς διφαγίας ἡμῖν ἐπάγουσιν, ἅπαξ τῆς ἡμέρας καὶ βραδύτερον ἐσθίοντες. ᾿Αλλ' ἐκεῖνοί φασιν· Εἰ καὶ βραδύτερον πρὸς τρο φὴν τρέπονται, ἀλλὰ καὶ βραδύτερον τῆς τραπέζης ἀνιστάντες, λιπαρώτερον τὸ ἐστιατόριον ἔχοντες, φύρδην ὁμοῦ ἰχθύας, λάχανα, όσπρια κλαίῳ λιπαινό μενα καθ' ἑκάστην κατακόρως, ἐσθίοντες, ὥστε σχολῇ γ᾽ ἂν περὶ τὸ τῆς αύριον βραδύτερον τὰ βεβρωμένα πρὸς πέψιν ἐλθεῖν· Επέχε τὴν γλώτταν, ἄνθρωπε, πρὸς τοὺς λόγους, ὡς καὶ πρὸς τὴν βρῶσιν τὸ στόμα, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων σὺ τὸν ἐσθίοντα μή κρίνε. Πλήν ἐγὼ οὐ λέγω σοι, Ολην τὴν κατάστασιν ζήλωσον τῆς Λατινικής νηστείας, ἀλλὰ τὸ ἐν αὐτῇ όπωσούν θεω ρούμενον ἀγαθόν. Οἶδε γὰρ πολλάκις ὁ νουνεχὴς οὐ μικρὰν ὠφέλειαν ἐκπορίζεσθαι τοῦ ἐχθροῦ τε καὶ βλαπτικού. Όταν οὖν ἡμῖν ὁ Κύριος παραγγέλλει, » Γίνεσθε, λέγων, φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις, καὶ ἀκέραιοι ὡς περιστεραί,» οὐχὶ τὸ ἰοβόλον καὶ ἀναιρετικὸν τοῦ ὄψεως ἐκμιμεῖσθαι ἐμᾶς συμβουλεύει, οὐδὲ τὸ ἄνουν Κυριακὴ τῆς ἀποκρέου, ἀπόκρεω, τυροφάγος, ἀπόκρεως και ποιεῖν εὐχὴν τῆς βασιλικής τραπέζης, διὰ τὸ τὴν τεσσαρακοστὴν παρελθεῖν γενέσθαι Χριστού,

Homily VHomilia V

col. 675–676page 37 of 83
PG 140:675ἰδίαν κεφαλὴν προφυλακτικόν τε καὶ προμηθὲς ἐπισ δείκνυσθαι· σπουδὴ γὰρ τῷ ὄφει τὴν κεφαλὴν πρὸ παντής του οικοῦ ἀνεπιβούλευτον διατηρεῖν· ἐκ δὲ τῆς περιστερᾶς τὸ ἄκακον, καὶ τὸ ἀνέχεσθαι των ἀδικούντων, καὶ μὴ ἀμύνασθαι· ἀφαιρουμένη γὰρ τα νεόττια στέργει τὴν ἀδικίαν, τῆς οἰκίας οὐκ ἐξ ισταμένη· καὶ ταῦτα μόνα ζηλοῦν, τὰ δ' ἄλλα πόρρω που απορρίπτειν. Τοῦτο καὶ σὺ ποίησον· καὶ τὸ εὑρι σκόμενον ἐν τοῖς Λατίνοις καλὸν, τὸ δὲ ἐστι τὸ βρα δύτερον ἐσθίειν, ζήλωσον· τὸ δὲ πολυφαγεῖν ἔατον παρ' ἐκείνοις. τῆς περιστερᾶς ἀλλ᾽ ἐκ μὲν τοῦ ὄψεως τὸ περὶ τὴν β Εἰ δε λέγεις, ᾿Αλλὰ νικῶμαι ὑπὸ τῆς πείνης, καὶ πεινῶς ἐσθίειν καταναγκάζομαι. άλλως γὰρ τὸ δει νον θηρίον, ή κοιλία, οὐχ ἡμορονται· ἐμοῦ ἀποκρινομένου τοι άκους. Διὰ τοῦτο, ἀγαπητέ, ο καιρός ουτοσί νόστιμος λέγεται καὶ ἔστιν, ἵνα πεινῶμεν. Ὁ δὲ φεύγων τὴν πεῖναν φεύγει καὶ τὴν νηστείαν καὶ τὸν κόρου μεταδιώκει· κόρος δὲ καὶ νηστεία οὕτως έναν τία, ὡς ὕδωρ καὶ πῦρ. Ὅταν δὲ πεινῆς, ἀναλογίζου τὴν του παραδείσου τρυφὴν, καὶ τὴν των ἐκεῖ ἀπό λαντιν ἀγαθῶν, καὶ τὴν μέλλουσαν δόξαν, καὶ ἄνοι ξον του το στομα, καὶ πλήρωσον ασμάτων Δαυϊδικών, καὶ εἰπὲ πρὸς τὸν Χριστὸν μετά παρρησίας.» Εγώ δὲ ἐν δικαιοσύνῃ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ σου, χαρ τασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου, ὅταν ἔλθης μετὰ ἁγίων ἀγγέλων ἀποδοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Κεφάλαιον του λόγου· Διὰ πολ των θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν η απάγουσα πρὸς τὴν ζωήν, πλατεῖα δὲ καὶ εὐρύχω ς τῶν οὐρανῶν, ἐπεὶ ι στενὴ καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς, ρος ἡ φέρουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν.» Εάν θέλης και αντῆσαι εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν, κατάδεξαι τὰ θλι ξερὰ καὶ λυπούντα τὴν αἴσθησιν· ἀλλαχόθεν γὰρ εἰς ταύτην ἐπενεχθῆναι ἀδύνατον. Ἐὰν δὲ φεύγων το τραχύ καὶ ἐπίπονον πρὸς τὴν εὐρύχωρον παρεκνεύης, γίνωσκε, ὅτι τὸ τέλος τῆς τοιαύτης ὁδοῦ πῦρ ἐστιν ἀσβεστον, καὶ σκώληξ ἀκοίμητος. Ιδού διεμαρτυράμην καὶ ὑπέδειξε σοι τὰς δύο ὁδοὺς, καὶ τὰ ἀμ φοτέρων καταστήματα· ἣν ἂν θέλης βάδιζε. Εν δε τούτο θέλω εἰδέναι σε, ὅτι καν ὅλους ἑκατὸν χρόνους κακοπαθήσῃ τις ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, οὐδέν ἐστι πρός μίαν ἡμέραν τοῦ ἐν τῇ γεέννῃ βασανισμού. Γένοιτο δὲ ἡμῖν καὶ διὰ μικρών τινων θλίψεων και μετρίας τῆς κακουχίας αἰωνίαν εὑρέσθαι ἀνάπαυσιν ἐν τοῖς οὐρανοῖς χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· αὐτῷ ἡ δόξα σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίας καὶ ἀληθῶς ζωοποιῳ Πνεύματι νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. Εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτή ρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου.

Homily VIHomilia VI

col. 677–678page 38 of 83
PG 140:677Εἰς τὸν Εὐαγγελισμον. Α΄. Επ' όρος όψηλόν ανάβηθι, ο εὐαγγελιζόμενος Σιών· ύψωσον τῇ ἰσχύϊ τὴν φωνὴν σου ὁ εὐγγελιζόμενος Ἱερουσαλήμ. Έχ τῆς κατην θρακωμένης του Ησαίου γλώττης τῷ τοῦ θείου αν θρακος γεύματι δανειστέον τὸ προοίμιον, ὥσπερ από γείτονος γείτων μεταλαμβάνει πυρός. Αγχι θυροῦσι γὰρ τὰ τῆς νέας χάριτος τοῖς παλαιοῖς, καὶ φῶς ἐν ἐξ ἀμφοτέρων ανάπτεται καὶ λύχνος γία νεται τοῖς ποσί τῶν τρεχόντων εἰς τὴν τῆς ἀληθείας ἀνεύρεσιν. Ανωφορείσθω τοίνυν ὁ λόγος οὕτω πεπυρωμένος πρὸς τὸ τῆς ἡμέρας ύψος μετάρσιον· καὶ συνι πτάσθω Γαβριήλ τῷ πυριμόρφῳ ἀγγέλω. Τοῦτον γάρ ὁ προφητικός λόγος πρὸς τὰ τῆς πανυπεράγνου Παρθένου εὐαγγέλια συντονώτερον κατεπείγει· τὴν δὲ εἰς Ἱερουσαλήμ καὶ Σιών ή προφητική διόπτρα προέβλεψε, τὸ μὲν ὡς πόλιν του Βασιλέως του μετ γάλου, περὶ ἧς κυρίως δεδοξασμένα λελαληται τὸ δ᾽ ὅτι πρὸς κατοικίαν ἑαυτοῦ τὴν ὑψηλήν ταύτην Σιών ἠρετίσατο. Β΄. Τό δέ συναγόμενον ὡς ὑπερφυές. Τῷ οὐρανο βάμονι γάρ, τούτῳ τῷ τοῦ Θεοῦ πρωταγγέλῳ προδήλως ο λόγος διακελεύεται, ὡς ἀπὸ πεδινού τινος – ἔχοντι καὶ ἄγχωμάλου, ανατρέχειν εἰς ὕψος, καὶ τὴν φωνὴν ἰσχυρῶς ἀνυψούν. Έστι γάρ ἔστιν ὡς ἀληθῶς ἡ Παρθένος τῶν ού ρανίων αψίδων υψηλοτέρα, καὶ τῶν θεοειδῶν ἀγγέ λων θεοειδεστέρα· καν τερί που βαδίζῃ τῆς Γαλι ἐπὶ ὄρος υψηλόν.., Επὶ ὄρος υψηλού.... πῦρ φλέγον, πυρός φλόγα, πυρλαθρον, πυρίναν φλόγα, φλογερόν πυρ.
col. 679–680page 39 of 83
PG 140:679ἀφ' ἑστίας ὁ μάρτυς, οίκοθεν ὁ μάρτυς. Ενούσιος, λόγος προφορικός λαίας, εἰς κατακυλιστὴν δὲ ἡ Γαλιλαία μεταγλωττί ζεται, καὶ τὴν τοῦ βίου κοιλάδα πατῷ ἀνθρωποπρεπῶς, κἂν ἐπὶ τῆς Ναζαρέτ τῷ πενιχρῷ τοῦ τέκτονος ουγκλείεται οἰκήματι. Γ΄. Εν ᾧ δή καὶ τὸ μέγα μυστήριον ἐνθαναμεί εται· καὶ ἀφ' ἑστίας ὁ μάρτυς, ὁ δήπου καὶ λέγε ται. Ο γάρ οικοδεσπότης καὶ τὸ τούτου τεχνούργημα τὸ πᾶν ἐν ὀλίγῳ διαγράφει μυστήριον. Τῷ λόγω μεν ούν Κυρίου ἐστερεώσθαι τοὺς οὐρανούς, καὶ ὁ βασιλεὺς Δαυίδ μαρτυρεῖ· ὁ δὲ λόγος ἐνούσιος καὶ ὑπερούσιος· καὶ οὐ τὸν ὄρομον τοῦτον ἐστερέωσε μόνον, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν τὴν ἐντὸς τῆς παντοστεγούς σφαίρας εμπεριειλημμένην συστασίν τε καὶ σύγκρισιν. εκει δὲ νῦν τὴν πεπτωκνίαν τοῦ Δαυίδ σκι νὴν ἀναστήτων, καὶ ἀνανεώσων ἐπιτερπέστερον. Εκλελοίπασιν οἱ ἐκ τῆς Ἰούδα φυλῆς ἄρχοντες συνδιαλέλυται καὶ ἡ βασιλεία Δαυίδ, καὶ ἡ τούτου σκηνή κατηρείπωται. Εγείρεται δε κέρας σωτηρίας σήμερον ἐν οἴκῳ Δαυίδ, εἴτουν τοῦ ἐκ φυλῆς Δαυίδ γενεαλογουμένου Ἰωσέγ. Κέρας δὲ σωτηρίας ἡμῶν ὁ Χριστός, ὃς καὶ ἠγαπημένος ὧν Υἱὸς τοῦ Πατρός, υἱός μονοκερώτων ωνόμασται καὶ ὁ ἀγαπημένος, άθοντος τοῦ ψαλμοῦ, ὡς υἱὸς μονοκερώτων. Και άνω γάρ μονογενώς ἐκ μόνου προεξηύγασε του Πατρός, καὶ κάτω προσφάτως ὁ αὐτός ἐκ μόνης μη τρός ἀνατέταλκεν· ὁ αὐτὸς δὲ καὶ προσδοκία ἐθνῶν προηγόρευται. Ανοικοδομεί τοίνυν τὴν σκη νὴν ταύτην, οἷόν τινα βάσιν καὶ θέμεθλον αρραγή τὴν ἑαυτοῦ ἀίδιον υποστήσας θεότητα· καὶ ταύτῃ ἐποικοδομήσας καὶ ἐπιστηρίξας τὸ πρόσλημμα τη ἀρχιτεκτονίᾳ τοῦ Πνεύματος (13, οὕτως ἀπαθανα τίζει την βασιλεία, τῆς γὰρ βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. Δ΄. Ταῦτα καὶ διὰ τῶν προφητῶν προλελάλεται. Καὶ ὁ ἀπαγγειλάμενος ἀψευδές - Μετὰ ταῦτα γάρ, φησίν, αναστρέψω, καὶ ἀνοικοδομήσω την σκη νὴν Δανία τὴν πεπτωκυίαν, καὶ κατεσκαμμένα αὐτῆς ἀνοικοδομήσω, καὶ ἀνορθώσω αυτήν, όπως αν ἐκζητήσωσιν οἱ κατάλοιποι των ανθρώ των τὸν Κύριον, καὶ πάντα τὰ ἔθνη, ἐφ᾽ οὓς ἐπικέκληται τὸ ὄνοπά μου ἐπ' αὐτούς. Ένταϋθα δὲ καὶ ὡς ἀκρογωνιαίος λίθος Ιουδαίους συνάπτε ἀκούσιος. ν. 29): Οὐκ ἔστιν ἀνυπόστατος, ὥσπερ ανθρώπινος λόγος αλλ' ενούσιος τε και ζῶν ὡς ἰδίαν ἔχων ἐν Πατρί και μετά Πατρὸς τὴν ὑπαρξιν επιτεοπέστερον επιπρεπέστερον καὶ
col. 681–682page 40 of 83
PG 140:681τοῖς ἔθνεσι, καὶ τοῖς μαρκὰν καὶ τοῖς ἐγγὺς ἐπαγ· (21'), γέλλεται εἰρήνην εὐαγγελίζεσθαι καὶ οὐ μόνονἐπὶ θρόνου Δαυίδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ κατὰ σάρκα ἐνιδρύεται, ἀλλὰ καὶ βασιλεύει ὁ Θεὸς ἐπὶ τὰ ἔθνη. Πότε δε, τὸ ἐπαγόμενον τῆς προφητείας δηλοῖ. Εἰπὼν γὰρ Ὁ Θεὸς ἐβασίλευσεν ἐπὶ τὰ ἔθνη, ἐπήγαγεν· Ὁ Θεὸς κάθηται ἐπὶ θρόνου ἁγίου αὐτοῦ. Ὁ δὲ ἐστιν ἡ Παρθένος, καθ᾿ ἣν ἐνθρονισθεὶς διὰ τῆς ἐξ αὐτῆς σαρκώσεως, τῆς τῶν ἐθνῶν βεβασίλευκε πανσπερμίας, ὑπήκοα ταῦτα παρα στησάμενος ἑαυτῷ. Ούτω μὲν οὖν νομισθεὶς Πατήρ τοῦ ἐπὶ γῆς ὀφθέντος Θεοῦ, τὴν βουλήν προεσχημάτισε το σφετέρω ἐπιτηδεύματι τῆς κοινῆς τοῦ γένους ἡμῶν ἀμαπλά σεως. Καὶ ἡ Παρθένος δὲ ἀξιόχρεως διάκονος εἰς τὴν ταύτης ἀνοικοδόμησιν, οὐκ ἔξωθεν, ἀλλ' ἀφ' ἑαυτῆς χορηγούσα τὰς πανάγνους ὅλας καὶ τῷ ἄλλῳ ἐπιτηδείας, ἐξ ὧν ἡ ζῶσα σοφία τοῦ Θεοῦ τὸν οἶ ΚΟΥ ἑαυτῇ ᾠκοδόμησεν, ἐρηρεισμένον στύλοις ἑπτά· τοσαυτάριθμα γὰρ τοῦ Πνεύματος τὰ χαι ρίσματα· ἐκ Πνεύματος δὲ ἁγίου καὶ ἡ σύμπηξίς τοῦ προσλήμματος Ε΄. ᾿Αλλὰ πῶς ἂν ὁ ἐμὸς λόγος, χαμερπής ὢν καὶ διανοίας ἄγγελος χαμαιζήλου, ἐπὶ τηλικούτον ύψος επιτολμήσειεν, ὡς θεοςιδεῖ συμπτερύξασθαι πρωταγγέλῳ, καὶ πρὸς ὄρος τοῦτο φθάσαι το θεο βάδιστον, ὡς πρὶν Μωσῆς ἐπὶ τὸ Σινά; Εἰ γὰρ καὶ ἐμεῖς κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ταύτην ἡμέραν τὸ τῆς νηστείας ἀνύομεν τεσσαρακονθήμερον, ἀλλ' οὐχὶ καὶ τὴν ἐκείνου φέρομεν κάθαρσιν· ὅτι μηδε κατ' ἐκεῖ νον ἡμεῖς νηστευταὶ, καὶ οὐδὲν τῶν θαυμαστωσαν τῶν ἐκεῖνον πλουτούμεν, ὅτι μὴ τὴν βραδυγλωσσίαν μόνην καὶ τὸ ἰσχνόφωνον. Η πῶς ἂν ἀπρόσκοπα τὴν ἐπὶ τὴν Ναζαρέτ βαδίσωμεν φέρουσαν, εἰ μή Θεὸς ἐξαποστελεῖ τὸν ἄγγελον αὐτοῦ πρὸ προσώπου τοῦ Λόγου, καὶ τὴν ὁδὸν ἔμπροσθεν αὐτοῦ κατα σκευάσει εὐδιάβατον; Υπό τοινυν προηγῷ τῷ φωτοειδεῖ τούτῷ ἀρχαγγελῷ ἀγόμενοι, εν οἶδα, κατευθυνθησόμεθα εἰς ὁδὸν εἰρήνης. Ὡραῖοι γάρ εἰσιν οἱ πόδες αὐτοῦ εὐαγγελιζομένου τῇ παν άγνῳ εἰρήνην καὶ ἀγαθά· Χριστὸς δὲ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, Ηκει γὰρ τὰ διεστώτα συνάψαι, καὶ τὰ διαμαχόμενα εἰρηνεῦσαι, ἀγαθά, τὰ ἐκ τῆς εἰς ρήνης ταύτης δαψιλῶς τῷ κόσμῳ πηγάσαντα τῇ τῆς Θεομήτορος μεσιτεία. προσλήματος. έβασίλευσεν (σοφια ζώτα), (ζῶντα) λόγου τῆς πανάγνου, ἁγνὴν κατὰ πᾶν,
col. 683–684page 41 of 83
PG 140:683ς'. Εστι μὲν οὖν ἡ ἐκ Θεοῦ εἰρήνη σωτήριος φύσει, καὶ τῆς ἀστασιάστου καὶ μαχαρίας διαγωγής επιστάτης καὶ ἔφορος, πάντοτε ἀγαθὴ, ἀεὶ ὡσαύτως ἔχουσα, πάντη πάντως ἀνεπίδεκτος θορυβοποιού διχονοίας καὶ σκινδαλμον. Η δε παρὰ τοῖς ἀνθρώποις εἰρήνη, καὶ ἡ χαμαὶ ἐρχομένη ὁμόνοια, οὐ πάντοτε ἀγαθὴ· ἀλλ᾿ ἐστιν ὅτε καὶ πονηρεύεται, καὶ πολεμιωτέρα πολέμου εὑρίσκεται τῶν εἰρηνεν όντων συνδιατιθεμένη τη προαιρέσει· ὥσπερ αὖ τοὐναντίον καὶ πολεμός ποτε εἰρήνης εἰρηνικώτερος, καὶ τῆς κατὰ γνώμην συνεχείας σωτηριωδες στέρα ἡ διέχεια. Ζ΄. Εἰρήνευσεν ἡ προμήτωρ μου ἐν παραδείσῳ μετα του όψεως, καὶ εἰς ὁμιλία, συνῆλθον ἢ τε φιλάγαθος φύσις καὶ ἡ μισάνθρωπος προαίρεσις, ὁ Σατάν. Καὶ ἦν ἡ μὲν γυμνὴ τῇ ἁπλότητι, ὁ δὲ τὴν διπλοίδα περιβεβλημένος τῆς δολιότητος, ἧς τὸ μὲν ἐκτός και υποψιον το στιλπνόν τῆς ἱσοθείας καὶ φωτοειδὲς ὑπεφάνταζε, τὸ δ' ἔνδον και ὑποκρυπτόμενον μόνον ὑπῆρχεν αλωπεκή, καὶ ὑπέκλεπτε πρὸς ἀπάτην, καὶ τὰ τὴν ἀλωπεκὴν ὑποδυομένῳ λέοντι, μαινομένῳ εἰς βρῶσιν, ὑπέσυρεν. Ἐκ ταύτης τῆς ὁμιλίας καὶ τῆς ἑνώσεως συνδ λαμβάνετο πόνος, καὶ ἐτίκτετο ἀνομία, του θείου νόμου παρεκτρωθέντος τῇ δηλητηριώδει βρω στι του ξύλου η δε ανομία θάνατον απεγέννησε, τὴν πικρών εχιδναν τὴν τῆς προμήτορος άναι ρέτιν. της σεις Τίθησιν ὁ βασιλεὺς τῆς εἰρήνης ἔχθραν ἀνὰ μέσον ανθρωπον καὶ ὀψεως, καὶ πολεμον ακατάλλακτον τῷ παντί αίωνι παρεκτεινομενον. Αύτος του τηρήσει, φησίν, κεφαλήν, καὶ σὺ αυτού πτέρα εἴτουν ἐν ἀμφοτέροις διηνεκίζον ἔσται τὸ μάχιμον καὶ ἀπ' ἀρχῆς ἕως τέλους ἐπαν μὲν ἄνθρωπος τῆς πρώτῆς ἐκείνης εξαπάτης ἀείμνηστον ἔξει τὸν δολον, καὶ πειρώτο την ήτταν αναμαχέσασθαι, σε δε φοβείσθαι τὴν ἄμυναν καὶ τὸ ἀντίποινον. Ἔσται γάρ, ἔσται, ὅταν σὺ, ο νού μενος ὄψις, τὴν του ανθρώπου πτέρναν τηρήσεις, Ἐφ' ἡμερῶν γὰρ τῶν ἐσχάτων δοθήσεταί οἱ ἄμαχος εξουσία του πατεῖν ἐπάνω ὄψεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμίν σου, ἐχθρέ. Η΄. Τοιαύτά μοι κατὰ τὴν Ἐδὲμ αρχαιότατα πτώματα· ἐκ δὲ τῆς Ναζαρέτ πᾶν, εἰ τι ἀγαθόν, διά γυναικός εκπηγάζεται. Εἰρήνης ἐπ' αὐτὴν ἐφία πταται ἀγγελος, τὰ τῆς μυστικῆς ἐνώσεως εἰσηγούμενος μηνύτρα. Τῷ γάρ έχει πάλαι πεισθέντες, ἠπειθήσαμεν τῷ δημιουργῷ, καὶ προσφυέντες τῷ ἀποστάτη, του βασιλέως ἀπειράθημεν. Κεκατέρα ται η Εύα, κεχαριτωται δὲ ἡ Μαριάμ ή ρίζα πιο κρά, ὁ δὲ καρπὸς γλυκύτερος μέλιτος· ἡ ρίζα τ ἐξ ἀπάτης.
col. 685–686page 42 of 83
PG 140:685τα κατορωρυκται πρὸς φθοράν, ὁ καρπὸς τὴν γῆν υπερίπταται τῇ ἐξ ἁγιότητος ἀφθαρσία· ὅπου γὰρ ἡ ἁγιωσύνη, ἐκεῖσε καὶ τὸ ἀκήρατον· ὅπου φρόνημα κοιλαινόμενον, οἷον ἐκ μετριοφροσύνης, καὶ τα πεινούμενον, ἐκεῖ ὁ ἐπουράνιος όμβρος κατιών ελλιμνάζεται. Οφεως ἐπαγγελλομένου τῇ προμήτορι θέωσιν, τῷ λόγῳ εὐθὺς ἐπεπήδησεν· οὐρανοβάμονος ἀρχαγγέλου ευαγγελιζομένου, Θεού μητέρα γενέ σθαι τὴν Μαριάμ, αὐτὴ καθυποστέλλεται, καὶ διευλαβεῖται, και τὰ εὐαγγέλια πολυπραγμονεῖ· Οὕτω τὸ εὔκολον τῆς γυναικείας φύσεως υπερανέβη. Οὕτως ἦν πάντοθεν κατεσφραγισμένη του μεγάλου βασιλέως ή πύλη. Θ΄. Κατωκάρα, φησί, τὰ δένδρα βιοῦν, καὶ τὰς ρίξας ἔχειν ὡς κεφαλὰς, κἀκεῖθεν βάλλοντα τὴν υγρότητα περὶ τοὺς καρποὺς διασωληνίζειν και ἀνασύβειν μετέωρον. Οἱ τῆς φύσεως ἡμῶν ἀρχηγοί πρὸς γῆν ἐπὶ κεφαλὴν κατωρύγησαν, καὶ σκώληκες ῥιζωρύχοι τὰς ῥίζας ταύτας κατεβοσκήθησαν. Τὸ δὲ τελευταῖον καὶ ὁ καρπὸς ἀφθαρσίας εμπέπλησται, καὶ μεταγγίζει ταύτην κἀπὶ τὰς ῥίζας ἐναλλαγμένως τῇ τάξει τῆς φύσεως· καὶ ἀναγεννά τό γέννημα τοὺς γεννήτορας· ζωογονεί τα νεκρωθέντα, καὶ γλυκαίνει τὰ ἔμπικρα. Ως γὰρ ὑπερκειμένη καθ' ὑπέροχὴν ὑπερβολικὴν τῆς συγγενούς φύσεως ἐξ αγνείας καί καθαρότητος καὶ κορυφαία, οἷον ὑπεριδρυμένη καταβαίνοντα οὐρανόθεν τὸν θεῖον ὑτὸν πρώτη καθυπεδέξατο· κατέβη γάρ, ὡς ὑετός ἐπὶ πόκον, ἐπὶ τὴν ὑπέραγνον ταύτην καὶ πανυπερα μώμητον Μαριάμ, ὡς ἂν τὴν γῆς ξηρασίαν μυστι κωτέραις θεραπεύσεις ταῖς ἀρδείαις. Χρόνος μεν ο στρίβη μακρός, ἐξ ὅτου ταῖς νεφέλαις ταῖς προφητικαῖς ἐντειλάμενος ἔχει, του μὴ βρέξαι ἱστὸν ἐπὶ τῆς γῆς, ἵνα μὴ ἐπι μᾶλλον ή του άμε πελώνος Ολομανήσειεν ἀκανθηφορία. Νύν δ' ἀλλ᾽ ἐπεὶ εύρηται κρίνον ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, ὑπερ χιόνα λευκόν, ὑπὲρ μυρον ευώδες, στιλπνότητα ἐμφιεσμένον παρθενικήν, η καλλονή, φημί, του Ἰακώβ, κάτεισιν ἐπ' αὐτὴν ὁ ἐπουράνιος όμβρος έξοτου. υπέραγνο», πανυπερα μώμητον
col. 687–688page 43 of 83
PG 140:687καὶ ζωοποιός. Τίς ἡ τοῦ μυστηρίου δύναμις τούτου Τί τὸ βάθος τὸ ὑψοποιόν; Τί τό ύψος το ταπεινόν Ι΄. Ἐδέησε νομοθεσίας ποτὲ τοῖς Ἰσραηλίταις, ἐπανορθουμένης τὴν ἀπαιδευσίαν αὐτῶν, καί εἰς φόβον συνωθούσης τοῦ πλάσαντος και σώσαντος σωτηρίαν παράδοξον. Εφίσταται ὁ νομοθέτης τῷ ὄρει Σινὰ ἐμφανείᾳ ξένῃ καὶ τῶν θεωμένων κατα πληκτική. Σαλπιγγες γάρ έχουν μέγα γνόφος βα Οὺς τὸ ὄρος περιεκκέχυτο· θύελλα τις σφοδρά με θερὸν ἀντέχει ταῖς σάλπιγξι, καὶ πλήρη τά ἐκεῖσε ποικίλων ἐκδειματώσεων· ἔχρηζον γὰρ τοιούτων φοβήτρων οἱ νεπιόφρονες Ἰουδαῖοι. Τὰ δὲ μετὰ τοῦτο οἷα; Λογογραφεῖται ὁ νόμος ἐπί πλακῶν ὑπαινισσομένων τὸ τῶν ἀκροατών λιθοκάρ διον οὕτως ἀπόκροτον, ὡς οὐδέποτε κοιλανθησόμε νου ταῖς ἐνδελεχούσαις ῥανίσι τῆς θείας ἐπισκοπῆς, μηδέ λιπανθησόμενον ἐξ αὐτῶν ἅμα γὰρ ἡλέηνται, καὶ ἡ χάρις εξέρρευσε τῆς ἀντιτυπίας ἀποπτυτάσης τὸν τοῦ ἐλέους ὑετόν. Ηδη φὰρ τοῦ διδασκάλου κατιόντος, καὶ τὰς πινακίδας ἐπὶ χειρῶν φέροντος, αἷς τὰ τοῦ νόμου στοιχεῖα ἐγκεχάρακται καὶ μέλλοντος ἐγχειρίζειν ταύτας τοῖς νη πιόφροσιν, ἐκεῖνοι φαγόντες καὶ πιόντες ἀνέστης σαν παίζειν κατορχούμενοι καὶ διδασάλου καὶ μαθημάτων. Εφ' οἷς ὁ μυσταγωγός, περιπαθές τι βαρυθυμήσας, τὰς μὲν πινακίδας ἔβαλε κατά γεν και συνέτριψε μεθύοντας διδάσκειν ἀπαγορεύσας ἐπάγει προσήκουσαν· ῥάβδον μὲν οὐδὲν ὡς τό παράπαν τινὸς δεηθείς· τί γὰρ ταῦτα πρὸς τὴν δεν θοκαρδίαν ἐκείνων καὶ τὸ ἀνένδοτον; Αλλ' ἐπεὶ λίθος σιδήρω συντρίβεται, οὕτω μεθοδεύει τὴν παίδευσιν, καὶ ἦσαν αἱ παραξιρίδες ο σίδηρος. τοῖς γε μὴν φιλοπαίγμοσι μαθηταῖς τὴν παιδείαν μὴ δέ. διδασκαλίου, ΙΑ΄. Τὰ μὲν παλαιὰ τοιαῦτα, φοβερὰ μὲν καὶ ἀπό τομα, ἤνυον δὲ τῶν ἐλπιζομένων οὐδὲν διὰ τὴν ἀν αλγησίας του σκληροτραχήλου λαοῦ καὶ τὸ τῆς καρδιας απόκροτον. Δευτέρα κατάβασις σήμερον πολύ τῆς προτέρας παραδοξοτέρα. Εἰρηνικὴ γὰρ καὶ ἀθόρυβος, ὡς καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν λειτουργοὺς καὶ παραστάτας τοῦ τός τως. οὐδένως οὐδὲν οὕτως οὐδ' ώς μηδέ ὡς, καὶ ὡς) ΣΧΣΗ, 6.
col. 689–690page 44 of 83
PG 140:689θρόνου τον κατερχόμενον Θεὸν διαλαθείν, μήτοιγε ἀνθρώπους μόνον· καὶ ἵνα τὸ τῆς Γραφῆς ἐρῶ, ὡς νετὸς ἐπὶ πόκον κάτεισιν αψοφητί, καὶ ἀνεπαισθήτως καὶ αὐτοῖς τοῖς πλησίον κατὰ συγγένειαν Ισραηλίταις. Ἡμεῖς γάρ, φησίν, οἴδαμεν, ότι Μωσεί λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἶδα μεν. πόθεν ἐστί. Πολλάκις γὰρ σκληρότης καρδίας Απαλύνθη λόγοις ἡμέροις, καὶ σχολαιοτέρα βάδισις και ατάραχος τὸν ἀτίθασσον θῆρα ἐζώγρησεν. ΙΒ΄. Εχω μὲν οὖν καὶ ἑτέρως μεθοδεύσαι τὸν λό γον, καὶ τὰ κατὰ τὸν πόκον ὑψηλολογήσαι διεξοδικώτερον. Οίδα γὰρ τοὺς τοῦ γένους προπάτορας, δερματίνους χιτῶνας ἀμφιεσμένους, καὶ ξηρούς καὶ αλίβαντας διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς νεκρώσεως, τῆς εὐνδρίας ἐξοριζομένους τοῦ παραδείσου. Εκείνων θυγάτηρ, ὡς άνθρωπος, ή Παρθένος, πλήν ότι λεπτά γνωρίσματα περιφέρει τῆς ἐκείνων ζωής, θνητόν μὲν περικειμένη τὸ σῶμα, καὶ φθαρτῷ συναναστρεφομένη, τὰ δ᾽ ἄλλα λίαν υπέρτερα και θειότερα. Τοὺς γὰρ ἀῤῥαβῶνας τῆς ἀφθαρσίας προεμνη στεύετο, καὶ ἀνθρώποις συνδιαιτωμένη πρὸς ἀγγε λικὴν ἀθλίαν ἀνέβαινε, καὶ κλίμαξ οὐρανομήκης ἐπεγινώσκετο, ἧς ἡ κεφαλὴ ἀφικνεῖτο εἰς τὸν οὐρα νόν, τὰ ἐκεῖσε κάλλη διανοουμένη καὶ θεωμένη, εἰ καὶ κατὰ γῆν τὴν βάσιν ἤρειδε, καὶ ἐστήριξε τῷ τῆς οὐσίας κατωβριθεῖ. Ἐπί ταύτην ἀνέβαινον καὶ κατέβαινον οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ· ἀνέβαινον τῇ κατὰ φύσιν τῆς ἀυλίας ὑπεροχή κατέβαινον ὑπὸ τῆς παρθενικῆς ἡττώμενα καθαρότητος· καὶ ὁ Κύριος ἐπεστήρικτο ἐπ' αὐτήν. Βαβαὶ τῶν χαρίτων! Βαβαὶ τοῦ τῆς Παρθένου ἀξιώματος! Πάντα δεύτερα τῆς δόξης αὐτῆς· πάντα μειονεκτούμενα, κἂν τὰ φρικωδέστατα αξαπτέρυγα διευθυμηθῆς· ἡ γὰρ λαβὶς, ο τύπος αὐτῆς, εὐλα βῶς τοῖς ἐξαπτερύγοις τούτοις κατέχεται καν τὰ πολυόμματα Χερουβὶμ ἐρεῖς, ἃ καί εἰς θρόνους ὁ θεῖος θεαματίζεται Ἰεζεκιήλ, ἐφ᾽ ὧν πτερυσσόμε τον εἰσάγει τον Ύψιστον, καὶ ἐπὶ τροχῶν ἐφιπτάμενον· ἐκινεῖτο μέν γὰρ ἀπ' αἰῶνος, τῇ ἐμφύτῳ χρηστότητι, ἐπὶ τὸ μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως, καὶ τῆς πρὸς ἀνθρώπους φανέρωσιν· οὔπω δε προσήκων ἐνειστήκει καιρός, ὃν ἡ ὑπεράπειρος τῶν κριμάτων αὐτοῦ ἐπεγίνωσκεν ἄβυσσος· Ο μέντοι πατριαρχικός νοῦς ἐκεῖνος καὶ τὸν Θεὸν ὁρῶν, ἐστη ριγμένον ἐπὶ τὴν Παρθενον ὁρᾷ. Ὅτε γάρ εύρηται
col. 691–692page 45 of 83
PG 140:691αρχαία βουλὴ καὶ ἀληθινὴ τὸ πέρας εἴληφε, καὶ εἰς πράξιν ἐκβέβηκε· καὶ ἐπιστηρίζεται βρεφοπρεπῶς ὁ τοῦ Πατρὸς ἀπερίγραπτος Λόγος τῇ καθαρὰ τῆς Παρθένου νηδύει καθ' ὑπόστασι ἐνωθεὶς τῷ ᾿Αδαμιαίῳ φυράματι ἐκ γῆς ταύτης ὑποστάντι τῆς ἁγίας καὶ ὑπεραμώμου. τῆς ἀστίκτου θεότητος δοχεῖον ἐπάξιον, τότε καὶ ἡ ΙΙ. Πάντα μὲν οὖν τὰ κατ' αὐτὴν θεοπρεπῆ καὶ του μεγάλου μυστηρίου ἐπάξια· ἔὸς γὰρ καὶ πάλιν ὁ λόγος ἀντέχεται τοῦ προτέρου νοήματος· καὶ ὅμως τὸ κατὰ φύσιν εἶναι θυγάτηρ τῆς Εὔας οὐκ ἀπαρνεῖτο· οὐδὲ τοὺς δερματινούς ὁλοτελώς ἀπο εσείετο χιτώνας· ὑποκίκοος γάρ εμαρτύρει το συμ γενές· παχύτης μὲν δερμάτων σὐκ ἦν ἐν αὐτῇ, εἶτα ουν τύρξαι βιωτικαὶ καὶ ἄκαιροι μέριμναι τῷ θεατῷ τούτῳ βίῳ συνεζευγμέναι. ᾿Απὸ γὰρ τριετίας τῷ Θεῷ ἀνετέθη· ἀπὸ τριετίας άγγελος τραπεζοκόμος τὰ τῆς τροφῆς διακονει· ἀπὸ τριετίας επελάθετο τῆς λαώδους οχλήσεως καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρικού. κηδείες. Σημεῖον δέ· ἡ γὰρ πυρένδυτος βάτος, τύπος οὖσα ταυτης σκιώδης καὶ ἄνυδρος, τὸν προβατέα Μωϋσην οὐκ ἐδέχετο πλησιάζειν ἐπιβαλόμενον· διὰ τὰ ἐπι τῶν ποδῶν ἀσκητὰ δέρματα, οἷς τὰς συμφύτους τῶν πελμάτων ἐπιδερμίδας ἐφύλαττεν ἵνα μὴ ταῖς ἀμέσοις ἐπιβολαῖς τῇ τραχύτητι τῆς γῆς κατατρι βοιντο. Χρεναι γάρ φημι τὴν τῆς ὁδοὺς Κυρίου ποτεύεσθαι ἀπαρχομενον, ἀδέτους τοὺς νοουμένους πόδας διαφυλάττειν ἐκ τῆς ἐμπαθούς προσπαθειας τῶν κάτω, καὶ ἀπροσκολλήτως ἔχειν τοῖς βιωτικοῖς τυοβασμοῖς. Τοιαύτη τις ἦν ἢ πάναγνος τῆς παναχράντου Μαρίας ψυχή· μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ ταύτα. Αγιωτέρα γάρ των αγίων, καὶ τῶν φιλοθέων φιλοθεωτέρα. Διὸ καὶ, ὡς νετὸς ἐπὶ πόκον, ὁ Μονογενής ἐπ' αὐτὴν καταθέθηκε Λόγος, καὶ ὡσεὶ σταγών ή στάζουσα ἐπὶ τὴν γῆν, τὴν αὐχμηρόν καὶ γείνην φύσιν ἡμῶν ἱλαρὼς ἐπάρθων, καὶ πρὸς καρποφορίαν ἡμέραν υποκίκοος, ὑποκίκους σταγών ή στάζουσα
col. 693–694page 46 of 83
PG 140:693διανιστών. Αναλέα γὰρ γέγονε καὶ τέφρας αὐχμω δεστέρα, ἐξ ότου ὡς ἀστραπή πρηστηριώδης, ὁ Σατανᾶς πεσὼν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καιρίως ταύτην βαλών, κατηθήλωσε, καὶ ἄνικμον ἀπειργάσατο καὶ πρὸς καρποφορίαν θείων ἔργων ἀδέξιον. Ανατελεί, φησίν, ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρήνης, ἕως οὗ ἀνταναιρεθῇ ἡ σελήνη. Επεξερχέσθω γὰρ ὁ λόγος καὶ τοῖς ἑξῆς τοῦ ψαλ μοῦ, καὶ καθ᾽ ὁδὸν προερχέσθω ἐπὶ τὴν τῶν κρυ πτομένων σαγήνειαν. Ηδη γὰρ τοῦ ἡλίου τῆς δι καιοσύνης ανατέλλειν ἀπαρχομένου, τὰ ἐν τῷ σκιώδει του γράμματος συγκρυπτομένα εἰς φῶς ἐξαγέσθωσαν. ΙΔ΄. ᾿Αλλ' ώ, τίνες οἱ κατόπιν ἡμῶν ἀρτίως βα ζοντες, καὶ βροῦν μέγαν καὶ τάραχον ἀνεγείροντες, καὶ κατὰ τοῦ λόγου βρύχοντες τοὺς κυνόδοντας Ἰουδαῖοι πάντως εἰσί, τὸ φιλοτάραχον φύλον καὶ κραυγάζον· ων καρποφόρημα κραυγή αυτὶ σταφ λῆς, φάναι καθ' Ησαΐαν. Τί οὖν ποιήσομεν; Εάσομεν ταῖς ὑλακαῖς δια ῥήγνυσθαι, μηδεμίαν ἐπιστροφὴν τῶν πεφλυαρημένων αὐτοῖς ποιούμενοι; Η ἐπιστραφέντες ὀλίγ άττα λιθίδια του αναιδους αὐτῶν κατακοντίσο μεν στόματος; Δοκεῖ μοι τὸ δεύτερον ισχυρότερον. Και γάρ επιδράμωσι διαρριπτουμένοις τοῖς λίθοις ἐπιχανόντες τούτοις, ως σύνηθες· ἀλλ' οὐχὶ καὶ διαμαστήσασθαι ἂν δυνηθείεν, τὸ σταυρὸν ἀπὸ τῆς ἀληθείας αὐχούντας. Αλήθεια δὲ ὁ Χριστός, ὁ τοὺς τῶν ἁμαρτωλών συντρίβων οδόντας, ένα μη τὸν τῆς πίστεως στον ἀδίκως διαλυμοίνωνται ΙΕ΄. Αλλά τι κράζεις ὄπισθεν μου, ἀναιδές ἀν θρώπιου καὶ φιλοτάραχον, Ἰουδαῖε; Εἰ ἔχεις ἀπο κρίσεως λόγον, εἰπέ. Εἰς Σολομώντα, φησίν, ἀπο τείνονται ταύτα τὰ ῥήματα, καὶ λόγου τούτου ἀγαθὸν ἐκ τῆς καρδίας ενεύγεται ὁ Δαυίδ τῷ ἐκ τῆς κοιλίας αυτού γεγεννημένῳ διαδόχῳ τῆς βασιλείας, ἀλλ' οὐχ ὡς σὺ λέγεις ο Χριστιανός, περὶ τοῦ Χριστον τον λόγον ποιεῖται. Επ, μα ταιολόγε καὶ φλύαρε, κατ' ευθυωρίαν προτρέχειν τὴν λογον, καὶ μὴ ἀντιπερίσπα πρὸς ἑαυτόν. Οὐ γάρ ἐστιν άρτι δικανικής αντιστασίας καιρός, ἀλλὰ ψαλμωδικής αντιφώνιας χορός. Ηκει γὰρ οὐρανηθεί ὁ ἐμός Δεσπότης ἐπὶ τὴν γῆν, οὐχ ἵνα κρίνη του κόσμου, αλλ' ίνα σώση 509 κόσμον. Όμως, ἵνα μη δόξωμεν δι' απορίαν ἀντιλογίας τὸ τῆς πορείας προφασίζεσθαι σύντονον, ὡς οἷόν τε συνεπτυγμένως, τὴν τὴν ἐλέγξομεν ἄνοιαν. 15. Ο ψαλμός οὗτος τρία ταῦτα τὰ μέγιστα εἰσ ηγεῖται περὶ τοῦ ἐν αὐτῷ διειλημμένου ειρηνικού, σταλόνες στάγονται, έξοτου. κυνίδοντας. ολιγάττα.. διάλυμαίνονται.
col. 695–696page 47 of 83
PG 140:695τοῦτο γὰρ ὁ Σαλομών· καὶ εἰσι ταῦτα· ἡ ἐξ οὐρα νοῦ κατάβασις τοῦ προφητευομένου, καὶ αὐτὴ εἰ ρηναία καὶ ἀθόρυβος. Καταβήσεται γάρ, φησίν, ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον, καὶ ὡσεὶ σταγών ή στά ζουσα ἐπὶ τὴν γῆν. Καὶ τοῦτα μὲν πρῶτον δεύτερον δε ἡ πρὸς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην καὶ τὰ πέρατα ταύτης κατακυρίευσις καὶ κράτος τὸ παντο εξούσιον. Επάγει γὰρ· Καὶ κατακυριεύσει από θαλάσσης ἕως θαλάσσης, καὶ ἀπὸ ποταμῶν ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης, ὅπερ ἐστιν, ἀπὸ ἀνατολῶν ἕως δυσμῶν καὶ τῶν κυκλόθεν. Τρίτον, ότι αναρχός ἐστιν ἡ τούτου ύπαρξις, καὶ παντελῶς ἀτελεύτητος. Εἰς τοῦτο γὰρ ἐννοίας φέρει τὰ ψαλ μικά ρήματα. ΙΖ΄. Σολομών δὲ οὔτε πρὸ τοῦ τὰς ὠδῖνας λύσαι τῆς Βαρσαβεέ προϋπήρχεν, οὔτ᾽ ἄνωθεν καταβε στάζουσι, βηκε. Τὸ γὰρ μήπω δν, μηδὲ οὐσιωμένον, ούτ' ἄνεισιν, οὔτε κάτεισιν. Αλλ' οὐδὲ τὸ, ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον, ἀκολουθίαν ἔχει πρὸς Σολομωντά τινα. Τὰ γὰρ κατὰ τὸν ἀδελφὸν ᾿Αδωνίαν τὴν βάσιν εὐθὺς τῆς βασιλείας ἐκείνου θορύβου καὶ ταραχῆς ὑπὸ ανέπλησε. φείδομαι δὲ εἰπεῖν, ὅτι καὶ ἀδελφικοῖς κατέχρανεν αἵματι, τὸ πάντων χείριστον ἐγο κλημάτων, καὶ μετὰ Καιν δεύτερος οὗτος ἀδελφοκτόνος εὑρίσκεται διὰ τὴν πρόσκαιρον βασιλείαν. Ούτε τοῦ οἰκουμενικού παντὸς κατεκράτησεν ἐξ απλώματος· ἀλλὰ τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ ἑκα τέρωθεν περισχοντες δύο ποταμοί συνέκλειον ν δοθεν, Εὐφράτης οὗτοι καὶ Νεῖλος, το άστατον, οἶ μαι, τῆς Ἰουδαϊκῆς βασιλείας καὶ ὀξύτερον παρ ερχόμενου ρεύματος των ορίων τούτων υποδηλούν των. Τῆς γὰρ τοῦ Χριστοῦ βασιλείας, κατὰ τὴν ὅρασιν Δανιήλ, τέλος οὐκ ἔσται. ΙΙΙ. Εἰ δὲ τό προϋπάρχειν τὸν Σολομῶντα καὶ αὐτὸς οὐ δέχῃ, οὐδ' ἄνωθεν λέγεις καταβεβηκέναι, παρεξηγῇ δὲ τὰ ῥητά, καὶ τὴν πρόγνωσιν ἀνθ᾽ ὑπο άρξεως ἐκλαμβάνεις, καὶ ἐν τῇ ἀκαταλήπτῳ καὶ θεία γνώσει τον Σολομώντα υπάρχειν διισχυριζε, και ὑπὸ τοῦ τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν εἰδότος εγνωσμένον εἶναι, καὶ εἰς βασιλέα εψηφισμένου πάλιν αὐτὸς ἐρωτῶ Πῶς τὸ μὴ ἐν ὑποστάσει ἂν καταβέβηκε; Πλὴν ἴσθι, ἐκεῖνα περὶ Σολομῶντος ἀποφαινόμενος, ὅσα ἄν τις ἐρεῖ περὶ βατράχου καὶ κώνωπος. Ὅτι ὁ δεῖνα ὁ βάτραχος καὶ οὗτος ὁ κοινω την απεριόριστον γνώσιν καὶ περιδραστικὴν τοῦ παντος τῆς θείας οὐ διέφυγε φύσεως. Οἶδε γὰρ τὰ πάντα πριν γενέσεως αὐτῶν, καὶ ἐν τῇ χειρὶ αὐτ του τὰ πέρατα παλαμηφορείται τῆς γῆς καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ ποτα μού ἀπὸ τῶν ποταμῶν. χείριστον.
col. 697–698page 48 of 83
PG 140:697ἐντὸς τῆς παλάμης οξέως ὁρᾷ, καν τῶν ἄγαν εἴη λεπτεπιλέπτων, καν τῶν μήπω παρενηνεγμένων. ΙΘ'. Μέγα δε σοι, ὅτι καὶ εἰς βασιλέα κέχρισται τοῦ Ἰσραήλ. Μείζων ἂν εἴη τούτου ὁ Σαούλ· ὅτι καὶ κατὰ θείαν κέχρισται ψῆφον· καὶ ὁ χρίστης πολυ θρύλλητος τὰ εἰς ἁγιωσύνην, Σαμουὴλ γὰρ· καὶ ὅτι πρῶτος βασιλεὺς καὶ ἀρχὴ πάντων τῶν μετ' αὐτόν. Καὶ οὔτε εἰδωλολατρήσας ευρίσκεται, οὔτ' ἀλλοφύλοις συμφθαρείς γυναιξίν, ὧν τὰς ἐπιμιξίας ὁ Θεὸς ἀπηγόρευσεν. Αλλ' ότιπερ ἐν πολλοῖς παρήκοος ὤφθη τῶν τοῦ παντοκράτορος προσταγμάτων, εἰς τὴν τῶν κατακεκριμένων μοῖραν ὠθέλεσται, καὶ πιο κρῷ θανάτῳ τὸν βίον κατέστρεψε, καὶ ὠφέληται οὐδὲν ἀφ᾽ ὧν ὁ Θεὸς δι' οἰκείαν συμπάθειαν αὐτῷ ἐχαρίσατο· μᾶλλον δὲ καὶ καταδίκη καθυποβέβλη ται τῇ ἐσχάτη, ὅτι τὸν εὐεργέτην εξώργισαν, ἀντὶ ἀγαθῶν κακοῖς ἀμειψάμενος. Κ΄. Πάλιν οὖν ἐρωτῶ σε, καὶ πάλιν μοι ἀποκρίθητι· Εν τίνι τῶν τοῦ Σολομῶντος μεγαλαυχεῖς, καὶ ὑπὲρ τίνος πολλος ἐπαίνοις αὐτὸν καταντλείς; Ότι, φησί, σοφώτερος τῶν τε πρὸ αὐτοῦ καὶ τῶν μετ' αὐτὸν βασιλέων φανερώς μεμαρτύρηται· καὶ δόξης ὑψώματος καὶ πλούτου ογκώματος βασιλικώ τῷ πήχει τοὺς ἄλλους νενίκηκεν Εἰπὶ οὖν μοι, πρὸς τοῦ σοῦ Σολομῶντος Θεος τοῦ χρήματος τούτου δοτὴρ τῷ ἀνθρώπῳ, ἡ συχνῶν ἰδρών των καὶ μακρῶν ποιημάτων τῆς ἀρετῆς ἔπαθλον ἔλαβεν; Ού, φησί· πῶς γὰρ, δωδεκαέτης που τῆς βασιλείας δραξάμενος; Θεία δὲ ἡ χάρις, καὶ τὸ δῶ ρον θεόπεμπτον. Σύμφημί σοι καγώ· καὶ προσκυνῶ τὴν δοτήρα, καὶ τὸ δῶρον ἀσπαζομαι. ᾿Αποδέδεικται οὖν, ὡς ἡ σοφία, ἡ δόξα, ὁ πλοῦτος, ὁ τῆς κατασχέσεως πλα ξυσμός Θεοδώρητά ἐστι φιλοτιμήματα. Ναί, ἡ τί φής; Καὶ πάνυ γε. Οἷς δὲ πολὺ πιστεύεται, καὶ πολύ απαιτηθήσεται καὶ οἱ δυνατοί δυνατῶς ἐτασθήσονται. Τίθεμαι· αὐτοῦ γάρ ἐστιν ἡ ἀπόφασις Σολομώντος. Ο γοῦν τοσούτων καὶ τηλικούτων ἀπολαύσας θείων χαρίτων διὰ τὴν τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα, μακαριστῷ τέλει τὸν βίον ἐσφράγισε καὶ ἀξίω τῆς δεδωρημένης τούτῳ σοφίας; ἢ ἐπὶ κεφαλὴν εἰς βάραθρον ἀσεβείας κατεκλίσθη, καὶ ἐβεβήλωσε τὰ ἅγια ταῦτα δωρήματα; Τί σιωπῆς, Ἰουδαῖς; Επέλιπέ σε λόγος τῆς ἀπο. κρίσεως οὕτω ταχέως; Εγώ σου τῇ ἀπορίᾳ βοηθήσω, τὸν θεσπέσιον Ἰεζεκιήλ παραγαγών, μᾶλλον δὲ τοῦ ἐν αὐτῷ λελαληκότος Θεοῦ, δεηθείς, ἵνα τὴν διὰ τοῦ Ἰεζεκιήλ ἀπόφασιν πάλιν ἀποφανῆται Ἐν τῷ ἀποφανείται
col. 699–700page 49 of 83
PG 140:699νῶν αὐτοῦ, καὶ ποιήσει παράπτωμα, ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ ἀποθανεῖται, καὶ οὐ μὴ μνησθώσιν αἱ δικαιοσύναι αὐτοῦ, ἂς ἐποίησεν. Ἐπεὶ οὖν ταῦθ' οὕτω καὶ ἡσέβησε Σολομὼν εἰς τὴν Ύψιστον, πορευθεὶς ὀπίσω της Αστάρτης καὶ τοῦ Χαμώς και στέρων τοιούτων βδελυγμάτων τε καὶ προσοχθισμάτων· τοῦτο δὲ τὴν προφητικὴν τοῦ Δαυνὶ οὐ διέφυγεν οξυδέρκειαν, μάλλον μὲν οὖν τὸ προγνωστικόν του τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς ιδίας σοφίας αποκαλύψαντος τῷ Δαυίδ πως ἔμελλε τὰ ὑψηλὰ ταῦτα καὶ θεοπρεπή περὶ Σολομών τας προαγορεύσαι, του ἀδελφοκτονος, τοῦ εἰδωλολάτρου, τοῦ κεπρωθέντος ἐπίσω γυναικείας φιληδονίας; ἡ ἀποστραφήναι δίκαιον ἀπὸ τῶν δικαιοσυ 11, 20) ἀποστρέψειν. τῆς δικαιοσύνης. διότι, καί. Πιστεύεις, ότι ο Θεός λελάληκεν ἐν Δαυίδ; παντός, φησίν. Τὸ δ' ἐφεξῆς προφθάσας αυτός ώμου λόγησας. Οποῖον, της; Ότι πρὸ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης εν γνώσει ἔκειντο τά κατ' αυτόν τῷ Θεῷ οὐ τὰ μεν, τὰ δ' ου, ἀλλ᾿ ἅπαντα πονηρά τε καὶ αγαθά. Πῶς οὖν τὰ μεγάλα ταυτα καὶ Θεῷ πρέποντα διὰ τοῦ ἰδίου Πνεύματος ἔμελλεν εμπνεῖν τῷ Δαυίδ. εἰδὼς αὐτὸν παροιστρήσοντα, ὡς δάμαλιν κατὰ τὸν Εφραία; Βλασφημίας τοῦτο ἐσχάτης· τρέποιτο δε ή βλασφημία ἐπὶ τὴν τὴν κεφαλήν. Που τοίνυν χώραν ένταυθα έχει η αγνοήτως είρη μένη σοι πρόγνωσις; Οὐ γάρ μόνον προ του ηλίου εἴρηται καὶ τῆς σεληνης, ἀλλὰ καὶ τὸ, συμπαραμεί νεῖ τῷ λίῳ, καὶ τὸν ἕως οὗ ἀνταναιρεθή ή σι ληνα. Ίσταται γάρ ή πρόγνωσις, του προεγνωσμέ του πεπληρωμένου και το γε ἶκον εἰς τοῦτο τέλος λαμβάνει. Ο δὲ περὶ οὐ τη Δανιή πεπροφήτευται ταύτα, συνδιαιωνίζεται τῷ κλίῳ καὶ τῇ σελήνη καὶ Σολομών μέν νυν οὐκ ἔστι, καὶ ὁ ὕρονος τῆς βασιλείας αὐτοῦ καταρραγείς έμαντωθε ο δε ήλιος καὶ σε λήνη τοὺς οἰκείους δρόμους ἀνύουσι. Ζητήσατε οὖν καὶ εὑρήσετε τον συμπαραμένοντα της ηλέων και προ του ηλίου τὴν ὑπαρξιν έχοντα. Καὶ εύροντες, προσέλθετε προς αὐτόν, καὶ φωτίσθητε, καὶ τὰ πρόσωπα ύμων οὐ μὴ καταισχυ ΚΑ΄. Εστω, φησί, περί του Χριστού προλελέχθαι τὸν λόγον. Εἰ οὖν ὁ Χριστὸς τῷ ελιακή συμμετο θέσεται δρόμων, πλέον ἐκλείψαντος συνεκλείψει και τὸ συμπαραμονιμον του Χριστού. Φιμώθητε, βλάσφημον στομα. Αίλιον το τοῦ Χρι στο κράτος και ατελεύτητον. Εἰ γὰρ καὶ εἴρηται, πρό του ἡλίου, τὴν χρονικὴν ὑπαρξιν διαφεύγει. Ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ἀπόκριναί μοι πως νοεῖ τὸ 100. ευρήσεται.
col. 701–702page 50 of 83
PG 140:701Πρὸ τοῦ ὄρη γενηθῆναι, καὶ πλασθῆναι τὴν γὴν καὶ τὴν οἰκουμένην καὶ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ; 'Αρ᾽ οὖν ὁ Θεός τοῖς οἰκείοις ποιήμασι σύγχρονος ἢ καὶ ὀλίγον τι πρόχρονος, ἐπειδήπερ είρηται, πρὸ τοῦ ὄρη γενηθῆναι καὶ αλασθῆναι τὴν γῆν τούτον τήν ύπαρξιν ἔχειν; Οὐχὶ, φησί· προτεθέν δὲ ὅμως τὸ ἀπ' αἰῶνος, τὴν πεπλανημένην διάνοιαν ἀνωσθώσατο· εἴρηται γὰρ οὕτως· Καὶ ἀπό τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος συ εί. Επαινῶ σε τῆς ἀποκρίσεως, εἰ καὶ τῆς ὑποκρίσεως προσοχθίζομαι. Τὰ συνῳδὰ γὰρ καὶ ἰσοδύναμα ἐρεῖν ἤδη μου ἐρχομένου δέδοικα, μὴ ἀποδὺς πετάσης εὐθὺς, καὶ πρὸς ἀδιανοήτους πάλιν χωρο στις μωρολογίας. Όμως αυτό, φησί, το πράγμα φανεῖ. Είρηκας, ότι τό, ἀπ' αἰῶνος, προσκείμενον τὸ άναρχον διατρανοί τοῦ Θεοῦ. Πρόσεχες οὖν ποι λοι πόν, ότι κανταῦθα τῷ, πρὸ τῆς σελήνης, προστεθέν τὸ γενεάς γενεών, τὸ ἴσον ἄναρχον ὑπεσήμανε, καὶ ἔστιν ἰσοδύναμον τῷ ἀπ' αἰῶνος. ΚΒ΄. Εἰ δὲ καὶ ἔτι τρανοτέρας χρήζεις τῆς ἐπιλύσεως, τὴν αὐτὴν Δαυιδικὴν λύραν έμμελεστέρως κινήσομεν, εἴπερ μὴ καί πρός ταύτην ὄνος φανείς λύρας ακούων, τὸ τό παροιμιωδούμενον. Βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα, ο Θεός σου, Σιών, εἰς γε νεὰν καὶ γενεάν. Τί τούτου σαφέστερον; Δέδεικται γάρ, ότι ταυτὸν ἐστι τῷ εἰς τὸν αἰώνα τὸ εἰς γ νεάν· καὶ μὴν ἐκεῖσε πλέον εἴρηται. Πληθυντικώς γὰρ τὸ πρὸ τῆς σελήνης γενεάς γενεῶν, τοῦτ' ἐστι προ τῶν αἰώνων. Ἐνταῦθα δὲ γενεάν εἴρηκε καὶ γενεάν. Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς προφήτης φησί· Κύ μέα, τὸ ὄνομά του εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τὸ μνημόσυνον σου εἰς γενεάν καὶ γενεάν. Διά πάντων τούτων ἑνὸς δηλουμένου, τοῦ τὸν Θεὸν ἄναρχον εἶναι καὶ ἀτελεύτητον, ἀλλ' οὐχὶ τῷ αἰῶνι τούτῳ ταῖς ὑπο χρονίοις λενεαῖς συμπαρεκτεινόμενον· ἐξ ὧν καὶ τὸ τῆς αὐτῆς εἶναι διανοίας συνίσταται, τὸ πρὸ τῆς σελήνης γενεάς γενεών. Το δε προϋπάρχον των ποιημάτων πάντων οὐ ποίημα· εἰ δὲ οὐ ποίημα, άκτιστον· τὸ δὲ ἄκτιστον, ὁμολογουμένως ἄχρονον· τὸ δὲ ἄχρονον, ἀτελεύτητον τὰ δὲ κατὰ φύσιν ἀτελεύτητον, καί άναρχον. Συνή και τοιγαρούν ὡς ὁ πρὸ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης γενιάς γενεών διαμένων καὶ ἄναρχος ἐστι τὴν ἀπὸ χρόνου ἀρχὴν, καὶ ἀτελεύτητος. ἀρχομένου. εἰς τὸν αίωνα, Κύριε. κατὰ τὴν από χρονον ἀρχὴν, άναρχος αίδιος.
col. 703–704page 51 of 83
PG 140:703άναρχος 39, § 12):Πατήρ ὁ Πατήρ, καὶ ἄναρχος· οὐ γὰρ ἐκ τινός. Υιός ο Υιός, καὶ οὐκ ἄναρχος ό ἐκ τοῦ Πατρὸς χάρ εἰ δὲ τὴν ἀπὸ χρόνου λαμβάνοις ἀρχὴν καὶ άναρχος. ποιητὴς γὰρ χρόνων οὐχ ὑπὸ χρόνον. Ρα μετριούντα μετριοῶτα & μετριάω Τίς εμέτρησε... τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ, καὶ τὴν γῆν δρακί; πᾶσαν σπιθαμή, Εθου τῷ στόματί σου φυλακήν, Ἰουδαῖς, καὶ τό πρόσωπόν σου αἰσχύνης σκοτομήνη περιεκάλυψας, των φωστήρων των μεγάλων τούτων τὸν ἑαυτῶν δηλοποιησάντων σοι ποιητήν. ΚΓ΄. Η καὶ πάλιν τὴν ὀφρὴν αἵρεις ὑψηλοτέραν τοῦ ἱεροῦ, τὸν οἰκοδόμον τοῦδε Σολομῶντα εἰς καύ χημα τῷ λόγῳ παρεισκυλῶν· ὅπως τε σπουδήν ὑπέρθερμον κατεβάλλετο εἰς δόξαν Θεού, ποικίλλων τὸ τοῦ Θεοῦ σκήνωμα καλλιτεχνίαις, εὐχροίαις χρυ σου, εὐχροίαις λίθων, ἀνθρωπίνων όψεων θέλγητρα πάντα ἐπιτεχνώμενος, καὶ χειρῶν ἀνθρωπίνων ἔρ γοις τὸν Θεὸν ἡδύνειν οἰόμενος, αὐτὸς ἔργον ὧν του Θεοῦ τὸ πάντων ἐξαίρετον, καὶ Θεὸν εἰδὼς τὸν οὐρα νὸν πληροῦντα, καὶ τὴν γῆν πᾶσαν μετριώντα τη σπιθαμή Ἐὰν ἐπὶ τούτοις κομπάζης, Κῦρος ὁ τῶν Περσῶν βασιλεὺς τὸ φρύαγμα κατασβέσει σου, άνθρωπος εἰδωλολάτρης καὶ ἀπερίτμητος. Τὸ γὰρ ὑπὸ Σαλομῶντος ἀνεγερθέν ἱερὸν, κατερειπωθεν καὶ ἀφαντα θὲν εἰς τὸ παντελές, βαρυταλάντοις ὁλκαῖς χρυσίου καὶ ψυχῇ θερμοτάτη, οὗτος μακροῖς ὕστερον χρόνοις ἐξανέστησέ τε καὶ ἀνενεώσατο, καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ τῇ οἰκεία πατρίδι ἀποκατέστησεν. Υπεμείνατε γὰρ συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπο ἄρξε· καὶ τὸν παρακαλοῦντα, καὶ οὐχ εύρετο ἀπ' οὐδεμιᾶς τῶν τοῦ ἡμετέρου γένους φυλῶν· ὁ δὲ ἀλλο γενὴς οὗτος ἀνθρωπος ευεργέτης ὑμῖν ἐγνωρίσθη καὶ λυτρωτής. ΚΔ΄. Διὰ τῆς ἐξ ἐθνῶν γὰρ Ἐκκλησίας καὶ οἱ τοῦ Ἰσραὴλ παῖδες πρὸς τὴν προτέραν κληρονομίαν τοῦ παραδείσου τὸ καθ' ἡμέραν προσκαλούνται ταὶ εἰσε οικίζονται. Καὶ τὸν ναὸν τὸν ἔμψυχον, ὃν ὁ Ναβουζαρδὰν ἐνεπύρισε, τὴν ψυχόλεθρον ἐκκαύσας κάμινον τῶν παθῶν, ὁ τοῦ παντὸς ἀρχιτέκτων Λόγος καὶ παντεχνήμων ἀνανεοῖ καὶ ἐπιτερπέστατα καθω ραΐζει, ἐν ἑαυτῷ ὑποστήσας πανάχραντον, πανάγιον, πανυπέρφωτον. Καὶ τί γὰρ ἕτερον, ἡ τῇ θεώσει Θεόν καὶ τῶν θείων αὐχημάτων μετεσχηκότα και γεγο νότα, ὅπερ τὸ ὑποστῆσαι; Ἡ δὲ χορηγός τῶν πανά γνων τούτων ὑλῶν, τὸ τῆς γυναικείας φύσεως έξο χώτατον καύχημα, τὴν τῶν οὐρανίων αγγέλων ὑπέρ ψυχόλυθρον. (θέωσις)
col. 705–706page 52 of 83
PG 140:705λαμπρον καθαρότητα κάτω βάλλουσα κατά σύγκρισιν ὡς ὑπεροχαῖς ἀσυγκρίτοις αὐτὴν ὑπερα βάλλουσα. ΚΕ΄. Τὸν ναόν τοῦτον καὶ αὐτὸς Σολομών προβλεπτικοῖς ὄμμασιν ἐθεάσατο, καὶ τὸ μέλλον ὡς ἐνερ γούμενον κατενόησεν, Ἡ σοφία, λέγων, ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον, καὶ ὑπήρεισε στύλους επτά ἔσφαξε τὰ ἑαυτῆς θύματα, οὐχ οἷα τῷ ὑπ' αὐτοῦ ᾠκοδομημένῳ ναῷ προσεφέροντο, τὰ κνίσσης καὶ καπνοῦ τοῦ ναοῦ τὸν χῶρον ἀποπληρῦντα ἀλλ' ὁποῖα; Ελθετε, φησί φάγετε τὸν ἐμόν ἄρτον, καὶ πίετε οἶνον, ὃν κεκέρακα ὑμῖν. Τοιαύτη γάρ ή κατὰ Χριστὸν θεόδεκτος καὶ ἀναίμακτος ἱερουργια. Απολίπετε φησίν, ἀφροσύνην, καὶ ζήσεσθε. Αφροσύνη γὰρ ὄντως τὸ οἴεσθαι χαίρειν τὸν Θεὸν θύμασιν ἀλόγων καὶ καπνῷ καὶ κνισσῃ καὶ τοῖς τοιούτοις. Μὴ γάρ, φησί, φάγομαι κρέα ταύρων, αἷμα τράγων πίομαι; Καὶ τίς ἐξεζήτησε ταῦτα ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν; ΚΑ. Πῶς δὲ, Ιουδαῖς, τῷ Σολομῶντι ἐναρμοσθή σεται τὸ Εσται τὸ ὄνομα αὐτοῦ εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας; καὶ τὸ Πάντα τὰ ἔθνη μακα ρεοῦσιν αὐτόν; Εἰ εὐλογημένος ὁ Σολομών, ο θεό πτης ερωτάσθω Μωσῆς. Ἐπικατάρατος άνθρωπος, ὅστις ποιήσει γλυπτὸν καὶ χωνευτόν, βδέλυγμα Κυρίῳ, ἔργον χειρῶν τεχνίτου. Εἰ γοῦν ἀλώσιμος τῷ ἐγκλήματι τούτῳ Σολομών, πως εὐλογημένος ἔσται ὁ ἐπικατάρατος; Πῶς δὲ πάντα τὰ ἔθνη μακα ριοῦσιν αὐτόν, ὡς ἡμεῖς γε τέως ἡ ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησίᾳ, τὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐλογοῦμεν και μαχοριζο μεν όνομα, ὅτι αὐτὸς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο τῆς τῶν δαι μόνων ἀπάτης; Απέστειλε γάρ, φησιν, ὁ Θεὸς τὸν Λόγον αὐτοῦ, καί ἐῤῥύσατο αὐτούς ἐκ τῶν δια φθορῶν αὐτῶν καὶ τῶν τῆς ἀσεβειας ἐπιτηδευμάτων. Οἱ δὲ τῆς καλλίστης ταύτης ἠξιωμένοι ἀπολυτρών σεως πῶς ἂν μακαρίσωμεν, ἢ πῶς εὐλογήσωμεν Σολομώντα, τῷ κατ' αὐτὸν ὑποδείγματι την είδωλο. λατρείαν ἐπιβεβαιοῦντα, καί ὀπίσω των ψευδωνύμων θεών πορεύεσθαι ἄντικρυς εἰσηγούμενον; κατα. βαλλούσα. ὑπήρεισε, ελατόμησε, Π, έλθετε έλθατε. απολείπετε. άπολείπετε ὀφροσύνην, και ζήσεσθε, Απολείπετε άφρο σύνην, ἵνα εἰς αἰῶνα βασιλεύσητε. Και ζήσεσθε εἰς τὸν αἰῶνα βασιλεύσητε. φάγομαι πίομαι. ἔσται τό όνομα... ἔστω τὸ ὄνομα κ. τ. λ. τεχνιτών,
col. 707–708page 53 of 83
PG 140:707Οτι δι τὸ τοῦ Χριστοῦ ὄνομα σύλογητόν ἐστι και προσκυνητὸν ἐ πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν, ἔχομεν τὸν Ησαίαν συνήγορον μεγαλοφωνότατον, μᾶλλον δὲ τὸν αὐτῷ τὰ τῆς προφητείας εμπνεύσαντα, καὶ οὕτωπί διαρρήδην ἀποφηνάμενον Τοῖς δουλεύουσί μοι κληθήσεται όνομα καινόν, ὁ εὐλογηθήσεται ἐπὶ τῆς γῆς· εὐλογήσουσι γὰρ τὸν Θεὸν τὸν ἀληθε νόν. Οὐκ ἔτι γὰρ τοῦ Θεοῦ λαός Ιακώβ, οὐκ ἔτι Ἰωσὴφ καὶ Εφραίμ, τὰ παλαιὰ ταῦτα καὶ σεσηπότα ὀνόματα· ἀλλὰ καινὸν ὄνομα, ἐπεὶ καὶ καινή Διαθήκη καὶ καινὸς λαός. Καὶ ποῖον τοῦτο; Τό Χριστιανός, καὶ ἡ ἀπὸ Χριστου παρωνομασμένος ονόματι τούτῳ φερωνυμεῖται. Καὶ ὁ τὸν οὕτω φερωνυμούμενον σύν λογον εὐλογεῖ τὸν Θεὸν τὸν ἀληθινὴν, τούτ' ἔστι Χριστόν, ἀφ' οὗ ὁ Χριστιανός παρωνόμασται. Δεῦρ᾽ ἴθι, καὶ στῆθι λοιπόν μετ᾿ ἐμοῦ, καὶ προσ κυνήσωμεν άμφω Χριστὸν τὸν ἀληθινὸν Θεόν· καὶ σημειώθητε μεθ' ἡμῶν τῷ φωτὶ του προσώπου αυτ τοῦ, καὶ τῷ αἵματι τῆς νέας Διαθήκης, και διαφύγης τὸν ὀλεθρεύοντα και του σκότους τὸν ἄρχοντα. ΚΖ. Αλλά γέγραπται, φησίν, ὡς ἀνατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρή νης. Καί ἐπὶ τῶν ἔργων ὁ Σολομῶν τὸν λόγον ἐκύ ρωσε, σοφαῖς εὐθυδικίαις τὰς ἀντιδικίας διαλύσας καί τῶν κύκλου συνεπιτιθεμένων κατακυριεύσας ἐχθρών. ᾿Αλλὰ πώς, ἱερόσυλε, τὸ ἐξῆς ὑπεκράτησας: Πώς, ὦ υἱὲ τῆς νυκτί παρωμοιωμένης λατρείας, την σε λήνην ὑπέκρυψας, ἵνα υποκλέψης το χρῆμα τῆς ἀληθείας; Καί τί τὸ κλέμμα; Τό, ἕως οὗ ἀντα αναιρεθή ή σελήνη. Όμως ἀπανιήσω σου μετά του τῆς ἀληθείας φωτὸς τοῖς προβλήμασι. Γέγραπται, κἀγὼ γὰρ σοι τὰ ἴσα ἐρῶ, ότι Ηγειρε Κύριος σατὰν τῷ Σαλομὼν τὸν ᾿Αδερ τὸν Ἰδου μαῖον, καὶ τὸν Ἐσρωμ, καί τον Βαραμιέθ, καί τὸν Ανδραέζερ· καί συνηθροίσθησαν ἐπ' αὐτῷ· καί ἦν άρχων συστρέμματος, και προκατελάβετο τὴν Δαμασέκ καί ἦν σατὰν τῷ Ἰσραὴλ πάσας τὰς ἡμέρας Σαλομών. Σατὰν δὲ τὸν ἀντικείμενον φησι καί πολέμιον. Έρω δέ τοι καί περί τῆς δικαιοσύνης του Σαλομὼν μάλλον δὲ οὐκ ἐγώ, αλλ' ή των Βασιλείων βίβλος Και ελάλησεν ὁ λαὸς πρὸς τὸν βασιλέα Ροβοάμ, λέγοντες· Ὁ πατήρ σου ἐβάρυνε τον κλοιόν ἡμῶν· πατὴρ δὲ τοῦ Ῥοβοάμ Σολομών. Καί σὺ νῦν κούφισον ἀπὸ τῆς δουλείας τοῦ πατρός σου τῆς σκληρᾶς, καὶ ἀπὸ τοῦ κλοιοῦ αὐτοῦ τοῦ βαρέος, οὗ ἔδωκεν ἡμῖν. ᾿Ακούεις τῆς εὐχαριστίας ἧς εὐχαριστεῖται ὁ Σολομών περί τῆς εἰς τὸν λαὸν αὐτοῦ δικαιοσύνης; * Ωστε καὶ ἡ ἀποστασία ευχαριστείας.
col. 709–710page 54 of 83
PG 140:709τοῦ λαοῦ, καὶ ἡ πρὸς τὴν Σαμαρειαν καὶ τὰς δαμά λεις αὐτοῦ μετανάστευσις αἰτίαν ἔχουσι τὴν τοῦ Σολομώντος επήρειαν. ΚΗ΄. Ούδε τή, ἕως οὗ ἀνταναιρεθήσεται ἡ σιω λήνη, κοινωνίαν ἔχει τινὰ πρὸς Σολομώντα. Νύν γὰρ καὶ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη, ὡς ἀρχῆθεν ετάχθησαν, τὴν οἰκεῖον διελαύνουσι δρόμον, καὶ υπηρετούσι του δημιουργήσαντος τῷ κελεύσματι· ἡ δὲ του Σολο μώντος δοξα εις χουν κατεσκήνωσε. κατασκηνώ Χριστὸς δὲ φιλανθρωπουτάμενος του σαι δοξαν ἐν τῇ γῇ ἡμῶν, ὅπερ ἐστί, τὸ τὴν γείνην σάρκα τη θεώσει Θεόν απεργάσασθαι, βασιλεύει αθάνατα. Ειρήνη δὲ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ ουδαμώς. Παν ταχόθεν γὰρ ἐλαύνεται, λιβελευστεῖται, ραβδίζεται, ως κόσμου ουτωδέστατον μίασμα, Μονος Χριστός αιώνιος βασιλεύς, καὶ τῆς εἰρήνης αὐτοῦ οὐκ ἔστιν όριον. Ησαίου καὶ τοῦτο, οὐκ ἐμὸν, ὅπερ ἐστὶν, ὡς οὔτε ἀρχὴν ἔχει, οὔτε τέλος. Τὸ δὲ άναρχου καὶ κτι λεύτητου μόνον Θεον, καὶ τῆς ακτίστου ίδιον φύ σίως. ΚΘ'. Ώσπερ καὶ ἡ δικαιοσύνη Χριστοῦ ὑπὲρ πᾶσαν ἀνθρώπων δικαιοσύνην. Οὐ γὰρ περὶ διανομὴν καθέλκεται πραγμάτων φθειρομένων, καὶ τῷ βίῳ τούτῳ καταλιμπανομένων, καὶ παιζοντων τοὺς ἔχοντας, ἐν την άλλοτε αλλαχου μεταπίπτειν καὶ μένεσθαι· ἀλλ' οποία; Ως λιαν υψηλή, καὶ περὶ τὸν ἄνθρωπον και πτομένη, δι' όν ο σύμπας κοσμος καὶ τὰ ἐν κοσμώ. Επειδη γὰρ ἐκλέλεκται τη Θεῷ ἐκ πάντων των της νικάδε ἀνθρώπων ο θεοφιλής και μακάριος ᾿Αβραάμ, ὅτι τὸν Θεὸν ὑπὲρ εαυτόν αγάπησε, καὶ οὐ μόνον πατρίδα καὶ συγγένειαν καταλελοιπὼς καὶ πάντα τα κτήματα, μετανάστης ἐπὶ τὴν ἀλλοτρίαν ἐχώρει, και υπήποτε ο άγων ἐκέλευεν, ἤγετο· αλλ' ούδε τοῦ και κληρονόμου ἐνείσατο δι' αὐτόν ἐπηγγείται τῷ πατριάρχει ο Θεός, ὅσα δήτα ἐπίγ γείται, σπέρματος πληθυσμόν, καὶ γῆς πλατυσμού καὶ, ἵνα μὴ μέγαν κινώ τον ανάγυρον, διέβη τὰ τῆς εὐλογίας καὶ ἅπαν το σπέρμα του Αύραάμ. μονογενούς Αλλ' οὐ πατρώζον εδείχθη το σπέρμα ποτέ· αλλά τὴν ἐκ διαμέτρων ἐναντιουμένην οἱ ᾿Αβραμιαῖοι ἐξά- ] δισαν, καὶ γεγονασι των εθνικών ασεβέστεροι. Κε φάλαιον τῆς ἀσεβείας ἐκείνων, ὅτι ἔθυσαν τοὺς νέους αυτών και τάς θυγατέρας τοῖς δαιμονίοις. Οὕτω τὴν θεοφιλεστάτην θυσίαν τὴν ἐπὶ τῷ μονογε μετανά στευσις μετανάστασις, η μεταναστεύω. ἵνα μὴ μέγαν κινὰ τὸν ἀνά γυρον, κινεῖς): Κινεὶς τὸν ἀνάγυρον· ἐπὶ τῶν ἐπισπωμένων ἑαυτοῖς τά κακά ανάγυρις). Ἔστι δε φυτόν ὁ ἀνάγυρος δυσώδες τριβόμενον,
col. 711–712page 55 of 83
PG 140:711καὶ ἀνατραφέντες ἐξ ὀσφύος ᾿Αβραάμ. Προσώχθισεν οὖν ὁ Θεὸς τῇ γενεᾷ ἐκείνῃ, καὶ εἶπεν Αεί πλα νῶνται τῇ καρδίᾳ. Τῆς δ' ἐθνικῆς πανσπερμίας τότε λόγος οὐδείς. Καὶ μὴν κοινὸς ὁ Θεὸς καὶ Ἰου δαίων καὶ ἐθνῶν, ὡς πλάστης και δημιουργός, καὶ πάντες ἔργα χειρῶν αὐτοῦ, καὶ οὔτε νόμον τοῖς ἔθνεσιν ἔδωκεν, οὔτε προφήτας ἐξαπέστειλεν εἰς αὐ τοὺς οὔτε τῇ τῶν θαυμάτων ἀνάγκῃ ἠθέλησεν ἐφ' ἑαυτὸν ἐπισπάσασθαι. Ἐδικαίωσεν οὖν σκοπῇ ἐπι σκέψασθαι καὶ τὰ κατ' αὐτούς, καὶ γνῶναι τῇ πείρα, εἰ πειθηνίως ἔχει τὰ ἔθνη πρὸς τὰ θεία κελεύσματα. Πλὴν καὶ πάλιν μνημονεύων τῆς πρὸς τοὺς πατριάρχας ἐπαγγελίας, καὶ τοῦ σπέρ ματος ᾽Αβραὰμ ἐπιλαμβάνεται, καὶ τοῖς Ἰουδαίοις νεῖ τοῦ ᾽Αβραὰμ ἐμιμήσαντο οἱ κακῶς καὶ φύντες ἐπιφοιτᾷ, καὶ ταῦτ᾽ εἰδὼς, ὡς οὐ παραδέξονται, Ενηνθρώπησεν· ἐφάνη· ἀνθρώποις συνανεστράφη· ποταμηδόν τὰς εὐεργεσίας αὐτοῦ ἐπὶ πρόσωπον τῆς Ἰουδαίας ἐξέχειν. Οἱ δὲ, ὡς τὰ μέγιστα ἠδικημένοι, τῷ φθόνῳ ἐνεπυρίζοντο· καὶ τῷ ὕδατι, ὡς μύρο, οἱ κάνθαροι, ἀπεπνίγοντο. Προὔδωκαν, ἐσταύρωσαν, ἐθανατώσαν τὸν ἴδιον εὐεργέτην. Ταῦτα τὰ τῆς μακροθυμίας· τὰ δὲ τῆς ἐξουσίας, ἀνίσταται ἐ νεκρῶν· μεταβαίνει διὰ τῶν ἀποστόλων ἐπὶ τὰ ἔθνη κενούται πρὸς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην τὸ εἰς ζωής αἰώνιον ἀλλόμονον ὕδωρ· τὰ δὲ ἐν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, πρὸς τὸ ὕδωρ τοῦ Σιλωάμ τὸ ἡσυχῆ ρέον διψητικώτερον επι πόθησαν· καὶ ἐπλήσθη ἡ σύμπασα γῆ τοῦ γνῶναι τὸν Κύριον. Τοῦτο ή δικαιοσύνη Θεοῦ. Ἐπεὶ τὸ ἕτερον των λίαν ἀδικωτάτων ἐστὶν, τὸ πολλῶν ὄντων ἀδελφῶν τὸν σκληροτράχηλον μόνον καὶ πατραλοίαν καὶ ἀπειθῆ ἀξιοῦν τιμᾶσθαι παρὰ τοῦ πατρὸς τοὺς δε μηδέν ήδικηκότας, ἀλλ' ετοίμως έχοντας μέχρι θανάτου πείθεσθαι τῷ πατρὶ, τῆς κληρονομίας κ βάλλεσθαι. Εἰ τοῦτο ἄδικον, ὥσπερ οὖν καὶ ἔστι, τὸ τούτῷ ἀντικείμενον δίκαιον, καὶ μείζονα ταύτης τῆς δικαιοσύνης οὐδεὶς ἂν εὑρήσει ποτέ. Τοιαύτη ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς κατὰ γῆν διατριβῆς τοῦ ἐμοῦ Σολομῶντος δικαιοσύνη ἀνέτειλεν οὗτος καὶ δικαιοσύνης ἥλιος ὑφ' ἑτέρου προφήτου προηγορεύθη τῆς αὐτῆς ἕνεκα διανοίας. Α΄. Τί ἔτι; Θεόσδοτος ἡ σοφία τοῦ Σολομῶντος. ᾿Αλλὰ καὶ ὁ παράδεισος, θεοφύτευτος καὶ τοῦ θεοί φυτεύτου τούτου ενδιαιτητής᾿Αδάμ, καὶ οὗτος Θεόκτιστος· καὶ οὗτος θεόσοφος, καὶ μαρτυροῦσιν αἱ κατάλληλοι σημασίαι τῶν κλήσεων, ὥσπερ ἀπασι τοῖς ζώοις ἐν παραδείσῳ προσήρμοσεν. ᾿Αλλ᾽ εἰ καὶ ένδιατητητής.
col. 713–714page 56 of 83
PG 140:713τὰ πρῶτα μακαριστέα, τά γε μὴν δεύτερα ταλανι στέα, καὶ τὰ τῆς εὐλογίας μετεστράφησαν εἰς κατά ραν διὰ τὸν ὄριν καὶ τὴν γυναῖκα. Ὁ μὲν γὰρ εἰσο ηγήσατο τὴν πολυθείαν· Ἔσεσθε γάρ, φησίν, ὡς θεοί· ἡ δὲ τῶν εἰσηγήσεων διάκονος πρὸς ἄνδρα γε γίνηται. Καὶ ὁ βασιλεὺς τῶν ἐπιγείων ἁπάντων, γυμνός, αἰχμάλωτος, ἄθλιος, τοῦ παραδείσου υπερ ορίζεται. Μὴ τὸ κατὰ τὸν Σολομώντα δραμα τῆς κατὰ τὸν Αδὰμ ἀπάτης ἀπέοικε; Μὴ τὰ κατὰ τὸν Ἀδὰμ ακατάλληλα πρὸς τὸν Σολομῶντα; Τῶν θείων χαρι σμάτων πλήρεις ἀμφότεροι· γυνὴ καὶ ὄφις καὶ που λυθεία ἀπαλλοτριοῦσι τοῦ Θεοῦ τοὺς ἡμετέρους προπάτορας· ταυτοπαθεί τοῖς προπάτορσι καὶ ὁ ἀπόγονος καὶ ὑπὸ τῶν ὁμοίων ἁλίσκεται. Ἐπεὶ κάνε ταῦθα συμβουλή γυναικῶν, καὶ πρὸς πολυθείαν παρεκτροπή· καὶ οὐδὲ ὄψις άπεστι κακοσύμβουλος. Τοῦτο οἶδεν ὁ πεπονθώς· ἐκείνου γὰρ λόγος τό, Και θαιρούντα φραγμόν δέξεται ὄφις· εις φραγμὸν δέ μοι ὁ τὰς ἐπεὶ ταῖς ἀλλοφύλοις ἐπιμιξίας αποτειχίζων νόμος ἐξείληπται· καὶ τὴν ἀπάτην ταύτην ο νοητός γεγέννηκεν όρις. ΛΑ΄. Ταῦτά σοι τῷ πεπλανημένῳ Ἰουδαίῳ καὶ σκληρογνώμονι ἐκ τῶν πολλῶν ὀλίγα. Οὐδὲ γὰρ συγ χωρεῖ ταῖς ἀντιῤῥήσεσιν ἐμπλατύνεσθαι ἡ ἐνεστῶσα πανήγυρις. Δικανικού γάρ το σφοδρύνεσθαι κατά τῶν ἀντιλεγόντων, καὶ ταῖς ἀντιθέσεσιν ἀντιπαρα τέττεσθαι. Πανηγυριστοῦ δὲ τὸ ρυθμίζειν τὸ ἐπιθυμοῦν τῆς ψυχῆς ταῖς εἰρηνικαῖς καταστάσεσι, κἀπὶ τὸ ἀτάραχον καὶ ἀθόλωτου κατάστημα τῆς καρδίας τὴν ἑόρτιον ἡδονὴν θαλαμεύειν ἀστενοχώρητον. ᾿Αλλ' οὗτοι μὲν οἱ χριστομάχοι θῆρες οἰχέσθωσαν, καὶ κατῃσχυμένοι φευγέτωσαν. Καὶ γενηθήτω ή οδός αὐτῶν σκότος καὶ ολίσθημα· καὶ ἄγγελος Κυρίου καταδιω κάτω αὐτοὺς, ἡ τὰ εὐαγγέλια κομίζων τῇ ᾿Αξιωαρθένῳ ἡμῶν δὲ οὗτος προπορευέσθω, καὶ εἰς αἴσιον τέλος τὸν λόγον αγέτω· εἶεν. ΛΒ. Αλλ' ὁρῶ προφητικών χορόν ομοθυμαδόν τη πανηγύρει συντρέχοντα γεγανωμένῳ προσώπῳ καὶ μειδιώντι, καὶ βίβλους υπαγκάλους βαστάζοντα, καὶ Ετοίμως ἔχοντα τῷ ἐσφραγισμένῳ τοῦ Θεοῦ βιβλίῳ ἀπὸ βίβλου προσομιλείν. Χοραρχεῖ δὲ τῆς πανεύ ρεως ὁ Μωϋσῆς, οὐκ ἔτι μογελαλῶν ὥσπερ τὸ πρότερον, ὡς ἐν τῇ γλώσσῃ βαστάζων το βαρύ φορ τίου τοῦ νόμου, ἀλλά τετρανωμένη γλώττη φθεγγής μενος. φθέγγεται δε τί; Παρελθὼν ὄψομαι τὸ ὄραμα τὸ μέγα τοῦτο, τί ὅτι οὐ κατακαίεται ή βάτος, καὶ ταῦτα τὸ πῦρ τὸ ἱπτόμενον τῶν ὀρέων και τῆς. μογγιλαλών. καταδιωκέτω καταδιώκων,
col. 715–716page 57 of 83
PG 140:715καπνίζονται φέρουσα ἐν ἑαυτῷ. Καὶ ἄλλως γέρ καταπνίζονται. τὸ Μὴ ἐγγίσης ὧδε, οὐ δέδοικα. Τότε γὰρ σωμα τικὸν ὑπόδημα, ᾧ μέσῳ ἡ οὐράνιος ψυχή προσδια τρίξει τη γη, φθάσας ἀπελυσάμην. Καὶ τὸ πῦρ δε τούτο οὐ πύρ ἐστι καταναλίσκον, ἀλλ' ἡμερον φωτίζου και ἱλαρόν. Οὐ γὰρ ἦλθεν, ἵνα κρίνῃ τὴν κόσμου, αλλ' ίνα σώσῃ τὸν κόσμου. Πάλιν ὁρῶ Θεόν οὐρανοὺς κλίνοντα, καὶ εἰς τὸ ἅγιον κατερχόμενον όρος, τὸ πάσης τῆς γῆς ὑπερκείμενον καὶ μόνα φρονοῦν τὰ οὐράνια· ὁρῶ τὴν γῆν τῆς ἐπαγ γελίας, την γάλα καὶ μέλι τῆς ἁμέσεως ρέουσαν. ᾿Αντὶ τῆς προτέρας δυσηχούς μοι ἐκείνης φωνής, τῆς γλυκυτάτης ἐπακροώμαι· ἤκουσα πάλαι· Ανά βηθι εἰς τόδε τὸ ὄρος, καὶ τελεύτα ἐκεῖ· καὶ ἀνα βάς, εὐθὺς ἐκεῖθεν κατέβην ἐπὶ τὸν ᾿Αθην· νῦν δι διά του θεοβαδίστου τούτου όρους καὶ ὑπερυψέλου πρὸς τὴν οὐράνιον ανυψούμαι ζωὴν καὶ τὴν ἄμετον θεοπτίας. ΑΙ΄. Τῷ Μωσεί τούτῳ καὶ ὁ ἀδελφός συνεισέρχεται, την καρυίνην ράβδον βαστάζων, καὶ ὑποδεικνύς κατ' ὀφθαλμοὺς τῇ Παρθένῳ, ἵν' ἔχοι τους λογι σμούς υποστηρίζειν ἐν ταύτῃ, καὶ μὴ ἀποροῦσα λόγοι προς τον πρωτάγγελον· Πὼς ἔσται μοι τούτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Ιδού γαρ καὶ ὁ συγγενής της κόρης βασιλεύς, ο Δαυίδ, τὸ προφητικόν σύστημα διακόψας, ἐπὶ τὸ μέσσου ἐξάλλεται, τὴν λύραν κινῶν, καὶ κατευνάζων τῆς παρθενικής καρδίας τὸν θόρυβον· "Ακουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε. ῎Ακουσον τοῦ ἀγγέλου· ἶδε τὴν ράβδον τὴν απότιστον, τὴν κατεξηραμένην, ὡς ἰκμάδος πάσης χηρεύουσαν, πῶς βλαστάνει, πως καρποφορεῖ, πως ευωδιάζει, ἵνα μονον τὴν ὑπερφυή σου προχαράξεις κυοφορίας. Μη διαταραχθῆς πρὸς τὸ μήμα του Γαβριήλ· παναληθές γάρ, εἰ καὶ ὑπερ φυές· Ἐπὶ δύο ή τριών μαρτύτων παν ρήμα στα θήσεται. Τὸν δὲ τὸν παράδοξον τόκον, τὴν ὑπὸ τοῦ ρήματος Γαβριήλ μηνυόμενον οὐρανοὶ διηγούνται. Εκείθεν γάρ ο αρχάγγελος, καὶ ὁ μάρτυς ἐν οὐρανῷ πιστός, ὃς ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας μου θήσειν ἐπὶ τοῦ θρόνου μου ἐπηγγείλατο, καὶ τὸν θρόνον μου ταῖς ἡμέ ραις συμπαρεκτειναι του ουρανού καὶ τῷ ὕψει τούτου συμπαρνψώσαι, ἵνα μὴ μονον εἴη ἐπίγειος, ἀλλὰ καὶ οὐράνιος, μὴ πρόσκαιρος μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀτελεύτητος. ΑΔ΄. Καὶ ὁ μὲν Δαυίδ ταύτα. Οἱ δὲ πατριάρχαι σεμνοί, σεμνώς προκαθήμενοι, τὰ θεοπρεπῆ τῷ σῷ τόκῳ προσμαρτυρούσιν. Ὁ μὲν ἐν βραχεδιαστάτω σκηνῇ καὶ εὐπεριγράπτῳ εἰσοικίζων τὸν ἀπερίγρα
col. 717–718page 58 of 83
PG 140:717πτον, ὁ ᾿Αβραάμ· ὁ δ᾽ ἐκ τοῦ λίθου τέκνον Αβραάμ εγειρόμενος, ὁ Ἰσακκ· λιθώδης γὰρ ἡ τῆς Σάρρας νηδύς, και πρὸς παιδογονίαν ἀνύπεικτος. Ο τρίτος δε ο Ιακώς χριστόν ελαίῳ αναδείκνυσι λίθον, καί οἶκον ονομάζει Θεοῦ· τῷ λίθῳ τούτῳ τὴν κεφαλὴν ὁ ἀληθῆς Ἰσραὴλ ὑπανέπαυσε, τὴν ἐκ τῆς οδοιπορίας παραμυθούμενος κόπον, μονονουχί κρά ζοντος του λίθου τούτου προϋπακούσας· Δεύτε προς με παντες οἱ κοπιώντες καὶ πεφορτισμένοι, καλ ἀναπαύσω ὑμᾶς· ὁ δὲ λίθος ἦν ὁ Χριστός Εἰ δὲ ὁ Ἰακώβ οὗτος καὶ Ἰσραήλ κέκληται, ὁ Ἰσαὴλ δε νοῦς ὁρῶν Θεόν διηρμήνευται, ἔσται ὁ λίθος οὗτος τὴν κεφαλὴν, ἤ, σαφέστερον φάναι, τὸ ἡγεμονικόν τῆς ψυχῆς ὑπανέχων τῶν αὐτοῦ θεραπόντων, καὶ τῆς γῆς ἐκμετεωρίζων ἐν τῷ γῆῖνον μηδέν, μηδε χαμαίζηλον ἐν κόσμὲ φρονεῖν ὑποτίθεσθαι. Καὶ μάρτυς ἡ κλίμαξ τῆς ἀναβάσεως, ἐκ γῆς ἀφ εκνουμένη πρός οὐρανόν. Έπεστήρικτο δὲ ταύτη Θεός ᾧ καὶ τὴν κεφαλὴν κάτω ὑπήρεισεν ὁ Ἰακώβ, ἵνα τὴν διὰ μέσης τῆς νοητῆς κλίμακος, τῆς παρθένου, άρρητον ἔνωσιν τῆς τε θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως ὑποτυπώσειςν· ὁ αὐτὸς γὰρ καὶ εἰς, καὶ κάτω ἔσται καὶ ἄνω, τὸ ἀπερίγραπτον ἔχων θεότητι, τὸ δε περίγραπτον ἀνθρωπότητα. ΑΕ,Ταῦτα μὲν οὖν οἱ τρεῖς πατριάρχαι συμμαρτυροῦσιν. Ἐμοὶ δὲ καὶ πάλιν παρρησιαζέσθω Δαυίδ, καὶ τῆς κινύρας διπλασιαζέτω τὰ κρούματα. Του ποταμού, φησί, τὰ ορμήματα εὐφραίνουσι την πόλιν τοῦ Θεοῦ. Εἰς ποταμὸν δὲ εἰρήνης ὁ Ησαΐας τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου προεθεάσατο σάρκωσιν, οἱ τὰ ὁρμήματα καὶ ἡ ἐξ ὑπερβαλλούσης φιλανθρωπίας κίνησις εἰς τὴν παράδοξον ενανθρώπησιν εὐφραίνουσι τοῦ Θεοῦ τὴν πολιν τὴν ἔμψυχον. Ταύ της γάρ ἐστιν ἡ φωνή, ή, Μεγαλύνει η ψυχή μου τὸν Κύριον, λέγουσα, καὶ ἡγαλλίασε το πνεῦμάμου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτηρί μου. Φέρε δε, καὶ τὸ χύμα τῆς Σολομωντείου σοφίας μετοχετευτέον πρὸς τὰ τοῦ εἰρηνικού ορμήματα που ταμοῦ, τοῦ ἐπικλύζοντος δόξαν ἔθνεσι, καὶ νάματα ναμάτων τὰ ἄσματα τῶν ἀσμάτων δεικνύσθωσαν, Ιδού εἶ καλὴ ἡ πλησίον μου, καὶ μώμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί· Τοῦ ἀθανάτου νυμφίου τὰ ῥήματα, συμμαρτυροῦντα τῇ νύμφη Μαριάμ τὸ πάντων κτι στῶν ὑπερκεῖσθαι, καὶ δι᾿ ὑπερβολήν καθαρότητος τῷ ἀκτίστῳ προσεγγίζειν εν φύσει κτιστή. κιννύρας.
col. 719–720page 59 of 83
PG 140:719καλαί. μου. έφθακε. Ας. Ως τοίνυν ὑπερβολικῶς ἐξαίρετον ν τό πλησιάζειν τῷ νυμφίῳ τὴν νύμφδν, κατά φύσιν ὄντι ἀπείρῳ ἀβύσσῳ τῆς ἁγιόττος ἐνδελεχέστερον τοῖς λόγοις ἐπισυνείρει τοῦ πλησιασμοῦ τὸ ἐγκώ μιου· καί, Ανάστα, ἐλθε, ή πλησίον μου, πάλιν φησί, καλή μου περιστερά μου ότι ιδού ὁ χειμών παρήλθεν ὁ νετὸς ἀπῆλθεν·· ἐπορεύθη ἑαυτῶν, τὰ ἄνθη ὤφθη ἐν τῇ γῇ. καιρὸς πῆς το μῆς ἔφθασε (θε) φωνὴ τῆς τρυγόνος ἠκούσθη ἐν τῇ γῇ ἡμῶν. Ταῦτα τὰ ἀσματικά προβλήματα και αίνιγματα, κατὰ μὲν τὴν πρόχειρον ἔννοιαν, τὴν τοῦ ἔαρος δηλοῦσιν ἐπιδημίαν, καὶ τὴν τοῦ πρώτ του παρά " Ιουδαίοις μηνός ἐπιφάνειαν· καθ᾿ ὧν ἡ παμμήτωρ, τῶν τοῦ κρύους ἀπολυθεῖσα δεσμών, λύει καὶ αὐτὰ τὰς ὠδῖνας· καὶ ἀπογεννᾷ τὸ παμβότανον. Η δε Θεομήτωρ, καὶ ἁγία ὄντως γῆ, καὶ ἄσπορος μόνη τὴν ἀνήροτον ἀναβλαστάνει κυοφορία». καὶ τὰ τῆς προφητείας Ησαίου πέρας απολαμβάνει, Εξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ιεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης αναβήσεται. ΑΖ. Εὗρε μὲν οὖν κατ' ἀρχὰς ἡ πρώτη πλάσις τῆς ἀνθρωπότητος τῆς κατ' αὐτὴν ὑποστάσεως θέα μεθλον, τὴν ἐαρινὴν εὐκοσμίαν· εὑρίσκει δε ταύτην ἀρτίως καὶ ἡ παλιγγενεσία τῆς ἡμῶν φύσεως, καὶ τοῦ κόσμου ἡ ἀνανέωσις. Εἴρηται μέν που τῷ γράμ ματι τῷ ἱερῷ, ὡς Εἶδε Κύριος ὁ Θεὸς τὴν γῆν, καὶ ἦν κατεφθαρμένη ότι κατέφθειρε πᾶσα σὰρξ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐπλήσθη ἡ γ ἀδικίας. Κατὰ ταύτης τοίνυν τῆς ἀδικίας ἀνοίγονται οι καταράκται τοῦ οὐρανοῦ καὶ πᾶσαι αἱ πηγαί τῆς ἀβύσσου, καὶ ἀχρειοῦται τῆς γῆς τὸ πρόσωπον ἐκ τοῦ κατακλυσμοῦ, καὶ ἀντὶ τῆς προτέρας εὐχροίας ὑδεριᾷ εἰς ὅλον ἐνιαυτόν· καὶ συμπάσχει παντὶ τῷ ἐξ αὐτῆς ἀναστήματι, καὶ τὸν ἀσυνήθη τούτου χει μῶνα υφίσταται. ᾿Αλλὰ τί πάλιν τὸ αὐτό φησι γράμ μα; Εγένετο ἐν τῷ ἐνὶ καὶ ἐξακοσιοστῷ ἔτσι ἐν τῇ ζωῇ τοῦ Νῶς, ἐν τῷ πρώτῳ μηνί, μιᾷ τοῦ μην νός, ἐξέλιπε τὸ ὕδωρ ἀπό προσώπου τῆς γῆς καὶ ἀπεκάλυψε Νῶς τὴν στέγην της κιβωτού, ἣν ἐποίησε, καὶ εἶδεν, ότ' ἐξέλιπε τὸ ὕδωρ ἀπό προσώπου τῆς γῆς. Ορᾷς, ὅπως καὶ ἡ τοῦ δευτές ρου κόσμου ἀρχὴ τοῦ πρωτοκαιρίου ἴαρος ἐξάρχεται; Όμως ἅπαντα ἐκεῖνα τὰ παλαιὰ πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν βλέπουσιν ἑορτήν· καθ' ἦν τὰ μὲν τῆς ἀποστροφῆς τοῦ θείου προσώπου, καὶ ὁ βαρύς χει μὼν τῆς τούτου ὀργῆς τέλος λαμβάνει. ἄρχεται δ τὴν γῆν ἐπισκέπτεσθαι σωτήριον ἐπισκοπὴν, καὶ τῷ ἀσθενῶ στεφάνῳ τῷ ἔαρι καταστέψειν αὐτὴν, καὶ μεθύειν τὰς αύλακας ταῖς τῆς χρηστότητος δωρεαϊς. Εναριξων δὲ καὶ ο Δαυΐδ. και τῇ ἀνακαινίσει τῆς γῆς τὰ πρόσφορα ψαλτωδών. Ο Κύριος δώσει χρή στότητα, επάδει, καὶ ἡ γῆ ἡμῶν δώσει τὸν καρ πὸν αὐτῆς. όμως. vπι,
col. 721–722page 60 of 83
PG 140:721ΔΗ. Ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ ἔσταται τῆς μακράς περιπλανήσεως καὶ ξένης κυμαγωγίας ή κοσμική κιβωτός, καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ἀνυπόστατον τέλεον ἐκλιμπάνει. Αποκαλύπτεται τὰ συγκεκαλυμμένα μυστή μια τῆς ἀρχαίας βουλῆς τῆς ὄντως ἀληθινῆς ὁ τῆς δικαιοσύνης ήλιος επιλάμπει τῷ κόσμῳ· καὶ φῶς μέγαὶ ἰδεῖν οἱ χρονίως ἐν σκότει καθήμενοι καὶ σκιᾷ τοῦ θανάτου καταξιοῦνται, καὶ τὸ στερεόν τῆς πνεύ ματικῆς καταστάσεως τοῦ ἐνύγρου και πλαδαρού βίου ἀντιλαμβάνουσι. Περιστερὰ μὲν οὖν ἐκεῖσε ἄγε γελος τῆς ἀπαλλαγής τους κατακλυσμού· ὅτι χει μῶνος ἐκείνου ἔτι ἐπικρατοῦντος οὐκ ἐπαῤῥησιάζετο ἐπεὶ δὲ παρῆλθεν οὗτος, ἐξῆλθεν ἐκείνη. Καὶ ὑπὲρ χιόνα δὲ λευκὴ ἐκ τοῦ κατὰ ψυχὴν φωτισμού ή πάνω αγιος καὶ λογική περιστερά, τοῦ νοητοῦ κατακλυσμοῦ ὑποῤῥεύσαντος, τῷ κόσμῳ ἐνεφανίσθη Λιά του τοῦτο, Ελθε, ἡ πλησίον μου, λέγει ο νυμφίος, ή καλή μου περιστερά· ὅτι ἰδοὺ ὁ χειμών παρῆλθεν, ὁ ὑετὸς ἀπῆλθε. Περιστερὰν δὲ τὴν κεχαριτωμένην ἡ ἀσματίζουσα ονομάζει, καὶ διὰ τὸ ὅλην δι ὅλου πρὸς τὸ πνευματικὸν μετεῤῥυθμίσθαι καὶ οἱονεὶ πεποιῶσθαι ἀλλὰ καὶ ὅτι τὴν παύλαν τοῦ τῆς πλάνης χειμῶνος τοῖς ἀνθρώποις ἐμήνυσε, καὶ τὸν χρισθέντα τῷ ἐλαίῳ τῆς ἀγαλλιάσεως παρά τοὺς μετόχους αὐτοῦ τῷ κόσμῳ ὑπέδειξε. Καὶ παλαι μὲν ἐλέγετο πρὸς τοῦ Θεοῦ, ἐξοργιζομένου κατὰ τῶν ἁμαρτωλῶν, ὡς οὐ μὴ μείνῃ το πνεῦμάμου ἐπ' αὐτούς, διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας· τοῦ Πνεύματος γοῦν ἐξοικισθέντος ἐκεῖθεν τοῦ ζωοποιού, ὁ νεκροποιός κατακλυσμός επενήνεκται. Ενταῦθα τί: Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύνα μες τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι τῇ πανυπεραμωμήτῳ, ἔλεγεν ὁ ἀρχάγγελος. ΑΘ΄. Αλλ' ἐπιπλεκέσθω καὶ τὰ ἑξῆς τοῦ “Ασματος ( τῇ τοῦ λόγου ὑφῇ· Καιρὸς τῆς τομῆς ἔφθασε φωνὴ τῆς τρυγονος ἠκούσθη ἐν τῇ γῇ ἡμῶν. Εν τούτοις ὁ προδραμὼν τοῦ παρθενικοῦ τόπου, την στείρας βλαστός, παρεμφαίνεται. Καὶ γὰρ καὶ εὐάγγελος ἄγγελος ἐπισυνείρει ἀμφότερα. Εἰπὼν γὰρ πρὸς τὴν Παρθένον· Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις Ὑψίστου επισκιάσει διό καὶ τὸ γεννωμενον ἅγιον κληθήσεται Υἱὸς Θεοῦ· ἐπισυνήψε τούτοις εὐθὺς τὴν προδρο μικήν σύλληψιν· Καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ, ή συγγενής σου, εἰπὼν, καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα, υἱὸν ἐν γέρει αὐτῆς. Οὗτός ἐστιν ἡ τρυγών ή φιλῃρημο;. οὗτος τὴν τομὴν ἐγγίσαι διαμαρτύρεται, όπου φησί· Ηδη δε καὶ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων κεῖται. σου ανυπόστατον ύδωρ ἀνυπόστατον, μου, περιστερά. της κεχαριτωμένης, μὴ καταμείνη... ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις: εἰς τὸν αἰῶνα
col. 723–724page 61 of 83
PG 140:723Δεῖ γάρ, ἐπειδὴ ὁ χειμών παρήλθε, καὶ ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης ζωογόνος επέλαμψε, καὶ τὸ ἐκ τῆς ρίξης Ἰεσσαὶ ἄνθος εβλάστησεν, ὅσα τῶν δένδρων, μετὰ τὴν ἐκ τοῦ ἡλίου περίθαλψίν, ἐπὶ τὴν πρώτης μένουσιν ἀκαρπίας, μηδεμίαν ἱκμάδα τῆς εὐζωίας ἐπαγγελλόμενα, εκκόπτεσθαι, καὶ εἰς πῦρ βάλλεσθαι, καὶ καίεσθαι. Δίκαιον γὰρ καὶ τοῦτο οὕτω τῆς δι καιοσύνης ὁ ἥλιος κέκρικεν Ίνα τί γάρ, φησί, καὶ γῆν καταργεί; Μ΄. Ω πόσων μοι τῶν παραδειγμάτων, ὡς χρωμά των τὸ δαψιλές, δι' ὧν τὸ τῆς παρούτης ἑορτῆς προεξω γραφεῖτο μυστήριον! Η πρωτομηνίτες αύτη κορυ ψαία, καὶ παντὸς του χρονικού κυκλοφορήματος εξαρ χος, καὶ τὸν τληπαθέστατον κατ' Αίγυπτον Ισραήλ εἶδεν ίδοντα φῶς γλυκὺ τῆς ἐλευθερίας, και φύγοντα δι' αἵματος τὸν ολοθρεύοντα ἄγγελου· μαρτύριον δε τούτου του Πάσχα ή τελετή. ᾿Αλλ' ἐκεῖνοι μὲν προσκαίρου δουλείας, καὶ ἐργομοχθίας θανάτῳ ἀναπαυομέν νης, κατ' ἐκεῖνο καιροῦ ἀπελύοντο· οἱ δὲ ἀπὸ ᾿Αδάμ ἕως καί εἰς αὐτὴν τὴν παρουσίαν Χριστοῦ τὸ ζην καταλύσαντες, την πικροτέραν ὑφίσταντο τυραννίδα, ἐπὶ τὴν σκοτεινὴν παροικίαν καταβάντες τοῦ ᾅδου, Καὶ τὰ ἐν Ψαλμοῖς εἰρημένα τοῖς τῳ θανάτῳ καὶ τῷ ήδη τυραννουμένοις μᾶλλον ἀρόσειεν· ᾿Εκέκραξαν, φησί, πρὸς τὸν Κύριον ἐν τῷ θλιβεσθαι αὐτούς. καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἴσωσεν αὐτούς. Απο έστειλε τον λογον αὐτοῦ καὶ ἱώτατο αὐτούς. καὶ ερρύσατο αὐτοὺς ἐκ τῶν διαφθορῶν αὐτῶν. Οὐ δεὶς γὰρ ἕτερος κατὰ θανάτου τροπαιον ἔστησε, καὶ τῆς διαφθορᾶς τὴν φύσιν απήλλαξεν, εἰ μὴ ο του Πατρός ενυπόστατος Λόγος καὶ συναίδιος, ως κατ' ζωογόνου. εὐδοκίαν ἰδοὺ πατρικὴν ἀφικνεῖται, ἵνα γένηται πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς διὰ τῆς ἐκ παρθενικῶν αιμάτων σαρκώσεως, και του συγγενεῖς ἐπισκέψεται. Πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ Ιούδα ὁ Κύριος ἀνατέταλκεν. Ἔσται δε, ότι φθονηθείς υπό ἀδελφν εἰς Αἴγυπτον καταβήσεται, καὶ τὰ σκοτεινὰ του όλου βασίλεια. τῶν ΜΑ΄. Οἱ μὲν ἀλλὰ καὶ τὴν σκηνὴν ἐκείνην τὴν μεταφόρητον, ἧς ἀρχιδομάτων Βεσελεήλ, τὴν θεμε λίους μὲν οὐκ ἔχουσαν, τύπους δε μόνον ἔνδοθεν περικλείουσαν τῆς ἀληθινής σκηνής. καὶ ἐμψυχου, περὶ ἐς καὶ ἐψαλτωδηται, Ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ αὐτῆς καὶ οὐ σαλευθήσεται, της οντως κιβωτον του ἁγιάσματος, ὁ μὲν οὗτος τὴν πήξιν λαβοῦσαν τε θέαται. Καὶ τὰ ἐγκαίνια τοῖς Ἰσραηλίταις ἐν τούτῳ πεπανηγύρισται. Ούτω μεγίστης φροντίδος ἠξίωτο τῷ Δεσπότη Θεῷ τὸ τελούμενον σήμερον θεοπρεπές καὶ μέγα μυστήριον. καὶ παρὰ τούτο ποικίλοις προ χαράγμασι προϊστόρηται. Β΄. Πήγονται καὶ νῦν τῇ Σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ ἀθε
col. 725–726page 62 of 83
PG 140:725μελίωτος οἶκος τά γε εἰς ἀνδρικὴν συνεργίαν καὶ φύσεως ἀκολουθίαν. Ἐνταῦθα γὰρ ὁ ἔνοικός έστι τοῦ οἴκου θεμέλιος καὶ ἐπὶ τῷ οἰκοδόμῳ παραδόξως ὁ οἶκος ἐστήρικται. Ἡ αὐτὴ γὰρ τοῦ Λόγου ὑπόστασις καὶ θεμελιός ἐστι τῷ οἴκῳ· τὸ γὰρ πρόσλημμα θεοϋπόστατον, καὶ αὐτὸς αὐτῷ ἐνοικεῖ, ἵν ' εἴη τῶν ἐν τῷ ἐνι Χριστῷ δύο φύσεων τὸ διάφορον πρόδηλον ἐπείπερ ἄλλο τὸ ἐνοικοῦν τι καὶ ἄλλο τὸ ἀνοι κούμενον. Κατά ταύτην οὖν τὴν διάνοιαν εἰρῆσθαι καὶ τὸ τοῖς Ψαλμοῖς ἐμφερόμενον. Εσται στήριγμα ἐν τῇ γῇ ἐπ᾽ ἄκρων τῶν ὀρέων, αὐτὸς εὐτθυβόλως, ὡς οἶμαι, νενόηκα. Στήριγμα γὰρ καὶ ὑπόστασις δ Μονογενές γεγονώς τῇ γηίνῃ σαρκί, ἣν ἐκ τῆς Παρ θένου προσείληψεν, ὑπερύψωσε ταύτην, και σαρκοφόρος ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων δοξάζεται, τοῖς χερου Εικοῖς ἐποχούμενος νώτοις θεοπρεπώς· εις όρη γάρ πολλαχοῦ οἱ ἄγγελοι ἐκλαμβάνονται. Τετραχώς δέ ποτε τοῦ δωδεκαφύλου τῶν ᾿Ιουδαίων εὐτάκτως διαι ρεθέντος, καὶ προηγουμένης τῆς κιβωτού, έτε ρον ἐκ τούτου μυστήριον προεσημαίνετο, ὡς τῇ ἐκ πανάγνων παρθενικῶν αἱμάτων θεοϋποστάτῳ σκηνή κάμψουσι γόνω τὰ οὐράνια, καὶ οἱ ἐπὶ γῆς ἄνθρωποι εἰς Ελληνας και Ιουδαίους διηρημένοι καὶ αὐτὰ δήπου τὰ καταχθόνια ΜΙ'. Αλις λοιπὸν τῶν σκιωδῶν ὑποδειγμάτων καὶ τυπικῶν· άλις τῶν Δαυιδείων ψαλτωδημάτων τῶν Σολομωντείων ᾀσμάτων. Ιτέον γάρ, ά πολλοί προφῆται καὶ βασιλεῖς ἐπεθύμησαν ἰδεῖν, καὶ οὐκ εἶδον. καὶ ἐκεῖνα τοι Ο παριστάμενος άνω μετά δέους τῷ παντοκράτορι γυναικί παρίσταται σήμερον μετὰ πλείστης τῆς εὐλαβείας πρὸς ταύτης ὁ πυρίμορφος ἀνταστράπτεται· ὁ αύλος τὴν ἔνυλον δέδοικε· Ζαχαρίας ὁ ἀρχιερεὺς ἔτι τῆς ἀμφιβολίας ἐπιτίμια καρτερεῖ τὴν ἀφωνίαν, τὴν κώφευσιν. Οἶδε τουτο ἡ Παρθένος ή συγγενὴς, καὶ εἰδυία, ὅμως ἀντιλέγει πῷ ἀρχαγγέλῳ. Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, έπει ἀνδρα οὐ γινώσκω; Ο δὲ οὐκ ἐπιτιμᾶ, ἀλλὰ τὸ ἀμφισβητήσιμον δια λύει, μεθ' οἷας ἄν τις φαίη δουλικῆς συστολῆς· Οὐ γὰρ μόνου του ἀρχιερέως μείζονα ταύτην ἐγίνωσκεν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐν τοῖς ἁγίοις τῶν ἁγίων ἱλαστηρίου ἔνθα ὁ ἀρχιερεὺς θυμιῶν πεπήρωται τὰ αἰσθητήρια, ἵνα μὴ πρὸς τὰ κατ' αἴσθησιν ἔχων τὸν νοῦν τοῖς ὑπὲρ κατάληψιν άπιστη. Η δε Παρθένος τὰ ὑπὸ τὴν αἴσθησιν διαβεβηκότα εἶχε τὸν νοῦν, καὶ μετὰ τῶν ἀΰλων νέων Θεῷ παριστάμενον. Οἶδε τοῦτο καὶ ενοικούντι. προηγουμένου, διηρημένον.
col. 727–728page 63 of 83
PG 140:727ΚΔ Αγε οὖν ὑπὸ πρωτοψάλτη τούτῳ, τῷ πρωτα αγγέλῳ, τὴν χαρμόσυνον φωνήν ἀλαλάξωμεν τη Παρθένῳ· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος, λέγου τες, μετὰ σοῦ. Νῦν γὰρ καταλλάσσεται Θεός μετ' ἀνθρώπων. Οστις έφη που πρὸς τοὺς ἐξ Ισραήλ. Αὶ ἁμαρτίαι ὑμῶν διιστῶσιν ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. ἀλλ' ἐπεὶ σὲ κατοικητήριον ἄξιον τῆς ἑαυτοῦ δοξης ἐφεύρηκε, τὴν παλαιὰν διάστασιν καταλύει, καὶ γίνεται μετὰ σοῦ, καὶ διὰ σοῦ πρὸς ἅπαν τὸ συγγενές σοι. Μὴ λέγε, ὦ πανυπέφαγνε· Πῶς ἔσταιμοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Διὰ τοῦτο γὰρ ἔσται, ὅτι άνδρα οὐ γινώσκεις. Διὰ τοῦτο ἐγγραφήσεται σοι τῷ καινῷ τόμῳ τοῦ Πατρὸς ὁ ἐνυπόστατος Λόγος, ότι μέλανος ἀνεπίδεκτος εἰ τῆς ἀνδρικῆς συνουσίας. Εκ Παρθένου τῆς ἐπλάσθη πρότερον Θεοῦ χερσὶν ὁ Αδάμ· καὶ νῦν ὁ τοῦ Ἀδὰμ πλάστης, νέος ᾿Αδάμ, ἐκ σοῦ γίνεται, κείμενον ἀναστήσων τὸν παλαιὸν, καὶ ἀναπλάσων διαλυθέντα. ὁ Γαβριήλ, καὶ τήν ἀντιλογίαν οὐκ ἐξ ἀπιστίας, ἀλλ᾽ ἐξ ἀσφαλείας πανάγνῷ προσηκούσης Παρθένω, εγίο νωσκε προελθεῖν. Διὸ οὐδ' εκφέρεται πρὸς τὴν ἐπισ τίμησιν. υπερηγνύσμενος. ἐπὶ μώμου. Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οἱ γινώσκω; Τούτο μόνον λέγεις; Τὸ δε μείζον παρυποκρατεῖς. ὦ ὑπερουρανία τῇ δόξῃ, καὶ χθονία τῇ μετριοφροσύνῃ. Οὐ μέγα σοι, ὅτι ἄνδρα οὐ γινώσκεις αλλ' οτι καὶ ὁ ὑπερηγνισμένος σου νοῦς άβατος ἔχνει Ο προσβολῆς ἐπιμώμου καὶ ἀπρεπούς. παράδεισος εἴ θεοφύτευτος· καὶ ἐξ ὅτου τοῖς σοῖς πεφυτούρ γησαι φυτοσπόροις φύσεως νόμοις, τὰ Χερουβίμ ἔταξεν ὁ Θεός, καί τήν φλογίνην ρομφαίαν τὴν στρεγομένην κυκλόθεν σου στρέφεσθαι, καὶ πάντοθεν ἀνεπιβούλευτον συντηρεῖν ἐκ τοῦ δολιόφρονος ὄψεως. ΜΕ' Πνεύμα άγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις Υψίστου ἐπισκιάσει σοι. Οτι τῷ παρα δείσῳ ἔνοικος ἡ Ενα εστρέφετο, τὸ στρεβλὸν ἐπ' αὐτ τὴν ἐλήλυθε πνεύμα τάς του όφεως υπολοξώσεις οἰκειωσάμενον. Ἐπὶ δέ σε Πνεῦμα εὐθές καὶ ἅγιον ἐπελεύσεται· ἐπειδὴ καὶ ἡ εὐθύτης αγάπησέ σε ὡς ἡ ἀσματική μελωδεί σοι φθογγή. τοῖς σοῖς... φύ σεως νόμοις. εὐθής μεν εὐθές.
col. 729–730page 64 of 83
PG 140:729Καὶ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· ἥτις ἐστὶν ὁ τοῦ Ὑψίστου Υἱός· Δαυίδ· μὲν οὖν ὁ βασιλεὺς Ιουδαίων, Που, φησί, πορευθώ ἀπὸ τοῦ Πνεύματος σου, καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου που φύγω; πρὸς τὸν Πατέρα τὸν λόγον ποιούμενος, οὗ πρόσο ωπον ὁ Υἱὸς, καὶ ἀπαράλλακτος χαρακτήρ· ὁ γὰρ ἑωρακὼς τὸν Υἱὸν ἑώρακε τὸν Πατέρα· καὶ τούτοις τοῖς λόγοις τὸ τῆς Τριάδος ἐκφαίνει μυστήριον, Άνθρωπος δὲ ὤν, καὶ στραφεὶς εἰς ταλαιπωρίαν ἐν τῷ ἐμπαγῆναι τούτῳ τῆς ἁμαρτίας τὴν ἀκαν θαν, φοβούμενος τὴν Δεσποτικὴν ἐπεξέλευσιν, δρα σμὸν μελετᾷ· καὶ ὑποσκάζων ἔτι τὸν πόδα τῇ πληγῇ τῆς ἀκάνθης, ἀπορεῖ, που ποτ' ἂν καὶ ἀποδράσοι καὶ τὸν ἀλάθητον λήσεται ὀφθαλμόν. Ὁ μὲν Δαυίδ ταῦτα· ἡ δ᾽ ἐκ Δαυίδ Παρθένος μυσταγωγούντος τοῦ ἀρχαγγέλου, τὸ ὑπερουράνιον μάθημα ἐκμανθάνει τῆς μιᾶς ἐν Τριάδι θεότητος, Πνεῦμα ἅγιον καὶ δύναμιν τοῦ Ὑψίστου, ἐξ οὗτινος Ὑψίστου ἡ δύνα μες καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον προαιωνίως υπέστησαν. Πλὴν οὐχὶ δρασμὸν διανοεῖται καὶ αὕτη· ἀλλὰ τί φασι πρὸς τὸν μηνυτήν; Ιδού ή δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. Οὐκ ἀγνοῶ, φησί, τὴν πάλαι προωρισμένην ἐπὶ γῆς κατάβασιν τοῦ Θεοῦ. Οἱ γὰρ προφῆται, χείλος ὥσπερ ἐν γεγονότες, τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ μέλλειν ἐκ γυναικός σεσαρκών σθαι πολυτρόπως ἐκήρυξαν· καὶ χαίρω τῇ σωτηρία τῶν ὁμογενῶν, καὶ προσκυνῶ τὸν Ὕψιστον, τὸν διὰ τῆς ἐμῆς ταπεινώσεως εὐδοκήσαντα τὴν φθονηθεῖ σαν φύσιν ἀφθόνου χαριτος καταξιῶσαι, καὶ μεσιτίν με δεῖξαι τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας καί θεώσεως. Μ'έ. Εγώ δ' άλλ' ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος, καὶ ὑπ' ἐκπλήξεως ἔνθους γεγενημένος διαπρύσιον ανακράζω· Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε σφόδρα ἐβαθύνθησαν οι διαλογισμοί σου. Ανήρ ἄρρων, Ιουδαίος, οὐ γνώσεται, καὶ ἀσύνετος, Νε στόριος, οὐ συνήσει ταῦτα. Καὶ ὄντως τὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου μυστήριον πρὸ τῆς καταβολής του κόσμου προώρισται· καὶ, ὡς ἐν πί κι ἀΰλῳ, τῷ θείῳ ἀρχιστρατήγῳ διὰ τοῦ Πνεύματος προεζωγράφηται. Τὸ γὰρ Γαβριήλ ἐξ Εβραϊδος εἰς Ελλάδα μεταφερόμενον γλώτταν θεανδρικώς διερμηνεύεται, τοῦτ' ἔστιν ἄγγελος Θεανδρικός. Διὰ τοῦτο καὶ πρέσβυς τῆς πρὸς ἀνθρώπους καταλλαγῆς τοῦ Θεοῦ ὁ Γαβριήλ κεχειροτόνηται ἀπ' αὐτῆς τῆς κλήσεως, ὥσπερ ἀπὸ σημείων βασιλικών τὸν σκοπὸν παριστάνων τοῦ ἀμοστείλαντος βασιλέως, ὄντες τέ ἐστι, και ὅ τι βούλεται. Βούλεται δε συνελθεῖν τοῖς ἀνθρώποις εἰς ἔνωσιν οὐχ, ὡς ἄν τες εἴπῃ αἱρετικός, φιλικήν τε καὶ σχε τικὴν καὶ κατὰ μόνης ταυτοβουλίαν συνερχόμενος Σιν, Εστράφην εἰς τα λαιπωρίαν ἐντῷ ἐμπαγῆναι άκανθαν. πρέσθις.
col. 731–732page 65 of 83
PG 140:731ἀλλὰ πρὸς ἔνωσιν ἄκραν καὶ κρᾶσιν ἀσύγχυτον και τὴν εἰς μίαν ὑπόστασιν συνδρομήν· ὡς καὶ ἐνὶ ὀνό ματι τὰ ἡνωμένα καλεῖσθαι διὰ τὸ ὁμοῦπόστατον, καὶ μιᾷ προσκυνήσει τιμᾶσθαι διὰ τὸ τοῦ προσώπου μου ναδικὸν, εἰ καὶ τὰ ἠνωμένα τῆς κατὰ φύσιν διαφορᾶς οὐκ ἐξέστησαν καὶ τὸ δυαδικὸν οκκ ηρνήσαντο. Τοῦ ἴσου ἀξιώματος καὶ σὺ μετέχεις, Χριστιανέ, εἰ καὶ τῇ κλήσει ταύτῃ προσθήσεις καὶ τὸ διὰ τῶν ἔργων θεραπεύειν τον Ύψιστον, καὶ τοῖς αὐτοῦ και λεύσμασι πείθεσθαι. Τότε γὰρ καὶ αὐτὸς θεανδρικός υπηρέτης κυρίως κληθήσῃ, καὶ παραστάτης τοῦ σοῦ Δεσπότου Χριστού, Εἰ γὰρ ὁ Χριστός θεάνθρωπος καὶ ὁ Χριστιανός θεράπων θεανδρικός, ὡς ὁ τοῦ βα σιλέως ὑπηρέτης βασιλικός ονομάζεται. Ορᾶς, εἰς οἷον ἀξίωμα φέρων ἡμᾶς ὁ λόγος ἀνήγαγε; καὶ ὅπως τῷ ἀρχαγγέλῳ τούτῳ καθ' ὁμωνυμίαν συνήψε; ΜΖ΄. Τοῦ ὑπερμεγέθους τούτου εὐεργετήματος πρόξενος ἡμῖν ἡ ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν. Καὶ τί λέγω ἀγγελικῆς ἱσοτιμίας ἀξιωθῆναι διὰ ταύτης ἡμᾶς, εἰδὼς τὴν ἐξ αὐτῆς ὑποστάσαν τῷ Θεῷ λόγῳ ἀνθρωπίνην οὐσίαν, σύνθρονον Πατρί τε καὶ Πνεύ ματι, καὶ ὑπὸ πάσης ταγματαρχίας αγγελικής δοξα ζομένην τε καὶ προσκυνουμένην; Τῷ ἐνὶ γὰρ Χρι στο προσφέρεται ή λατρεία μετά Πατρός τε καὶ Πνεύματος, ὅδε ἐστὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ἐν ἀμφοτέροις τὸ κατὰ φύσιν τέλειον έχων. ΜΗ'. 'Αλλ', ὦ ἄνθρωπε, διὰ τὸν πρῶτον ἀνθρώπου ἐκ γῆς, καὶ, ώ θεοποιε, διὰ τὸν δεύτερον καὶ ἐξ οὐρανοῦ! θύγατερ του θνητοῦ, καὶ μῆτερ του ἀθανάτου! Ω Θεόν σωματώσασα, καὶ τοὺς ἐνσωμά τους θεώσασα! "Ω κοινὴ σωτηρία τοῦ τῶν ἀνθρώπων πληρώματος! Ω σύνδεσμο ἄρρηκτε τῶν ὑπερκοσμίων τε καὶ ἐγκοσμίων | Θεόν μετὰ τῶν ὑπηρετούντων ἀγγέλων εἰς τὴν ἀγαγοῦσα, και ἀνθρώπους μετά της συμφύτου τῆς εἰς οὐρανοὺς άνυψώσασα! Ω μόνη ἐξ αιώνος και κυρίως Θεομήτορ! Ταύτη γάρ τῇ κλήσει, ὡς σφραγίδι δεσποινικῇ ἐπισφραγίζω τὸν λόγου μου τῇ χρυσῇ τε καὶ ὑπερτίμῳ ἦν καὶ στό ματι καὶ καρδίᾳ καὶ ψυχῇ κατασπάζομαι· ὡς εἴθε ταύτην ἐπὶ γλωττης φορών ευρεθείην, καὶ ὅτι τὰς υστάτας πνοὺς πνέειν με τὸ τέλος τῆς ζωῆς ἀπαι τήσεται Πεπίστευκα γὰρ ὡς αἱδεσθήσονται ταύτην τοῦ ἀέρος οι πράκτορες οι πικροί καὶ μισάνθρωποι, καὶ μοι τῆς διαβάσεως αφορολογή του παραχωρήσουσιν. Αὕτη μοι ἔστω ἡ τὴ θεοτό κειος κλήσις έλλογου γλώττης κίνημα τελευταῖον, ἵν᾿ ὡς κάρφος ἐλαίας ταύτην ἐπὶ στόματος φέρων πετασύτομαι, καὶ καταπαύτω δίκην περιστεράς εἰς τὴν τοῦ παραδείσου σωστικὴν κιβωτόν. Φιλυπο στροφών γάρ σφοδρα σφοδρα· ἐκεῖθεν γὰρ ὁ τοῦ θέανδρος θεάνθρωπος, απαιτήσετε.
col. 733–734page 66 of 83
PG 140:733πρώτου κόσμου Πατὴρ ἀποστῆναι με ἠνάγκασε, καὶ ἡ; πρὸς τὸν ἔνυγρον του τον βίον φέρεσθαι προστρέ ψατο. ΜΘ΄. Ναὶ δή, κοσμοσώτειρα κιβωτέ, κύρωσόν μου τὴν δέησιν, καὶ τὸν πενιχρόν μου τούτον λόγον καὶ οὐτιδανὸν πρόσδεξαι. Καὶ ὡς νεφέλη κούψη και φω τεινὴ ἐπισκίασον ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου ἐν ἡμέρᾳ πολέμου. Πολλοί γάρ εἰσιν οἱ ἀφ᾽ ὕψους με πλε μούντες, καὶ πυρρόροις βάλλοντες βέλεσιν Επαρον τὰς χεῖρας σου ἐπὶ τὰς ἐπάρσεις καὶ ὑπερηφανίας αὐτῶν, καὶ σύντριψον ἐν τάχει τούτους ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν. Εἰ δὲ καὶ χοῦς τίς ἐστιν ἐν τοῖς ποσὶν ἡπῶν, ἐκ τῶν ἐπιτηρούντων τὰς πτέρνας όψεων ἐπιτριβείς, λειξάτωσαν τοῦτον αὐτοὶ ἐν τῷ ἐπι στρέψαι τον πόνον αὐτῶν εἰς τὴν κεφαλὴν αὐ τῶν, καὶ ἐπὶ κορυφὴν αὐτῶν τὴν ἀδικίαν καταβ Εἶναι. Ν΄. Ἰλέωσον ἡμῖν τὸν ἐκ σοῦ γεννηθέντα Θεόν χρεωλυσίαν τῶν ὀφλημάτων αἴτησαι παρ' αὐτοῦ. Ορᾶς, ὅσον το κατάχρεων ἡμῶν· ἐγχειρίζομέν σοι λοιπὸν τὸ χειρόγραφον· μὴ πρὸς τὸν ὄγκον ἀπίδης αὐτοῦ, καὶ τὸ πλῆθος τῶν όφλημάτων. Ως γὰρ ὁ χρόνος ἡμῶν εὐπερίληπτός ἐστι καὶ ἡ κατὰ γῆν δια τριβε, οὕτω καὶ τὰ χρέα απεριόριστα. Κἂν τὸ δυσ αρίθμητον ἔχουσι παρ' ἡμῖν, ἡ δὲ τοῦ σοῦ Υἱοῦ ἀγαθότης οὔθ᾽ ὑπ' ἀρχὴν πίπτει, ούτε τέλει περιορίζεται Μὴ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ποιησάτω ἡμῖν, μηδε κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνταποδότω ἡμῖν. Καὶ γὰρ κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐπὶ τὸ βρότειον πλήρωμα, κλίνας οὐρανοὺς, καὶ καταβὰς ἐπὶ γῆν διά φιλανθρωπίας υπεράπειρον άβυσσον. Καθ' όπου ἀπέχουσιν ανατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, ἐμάτ κρυνση ἀφ' ἡμῶν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἀνατολή μὲν αείψωτος καὶ ὧν καὶ ὀνομαζόμενος· δύνας δε δι' εὐσπλαγχνίαν ἀνείκαστον ἐπὶ τὴν σκοτίαν τοῦ καθ' ἡμᾶς βίου καὶ τοῦ σαρκίου εἰ καὶ οὐ κατέλαβεν αυτόν ή σκοτία μάλλον οὖν καὶ διεσκέδασε τὸ ζοφῶδες καὶ μετεστοιχείωσε πρὸς τὸ φωτοειδές. Λοιπὸν ὀλίγα τα τραύματα τὰ ἡμέτερα πρὸς τὴν ἀπεριόριστον ἔμπλαστρον, ἣν τῷ παντί συνεξέτεινεν, ἵνα θεραπεύσῃ τὰ πάντα. Εγκειται δὲ τῇ ἐμπλάστρῳ τὸ δραστικώτατον φάρμακον, τὸ αἷμα αὐτοῦ τὸ θεόρουτον, καταναλίσκον τῶν ἡμετέρων τραυμάτων την κακοήθειαν, ὡς καὶ τὰς οὐλὰς ἐξαλείφειν, καὶ πρὸς τὴν προτέραν υγείαν απο καθιστών. Καὶ οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ χοῦν λείξουσι καθόσον. ἐσπλαγχνίαν. σκοτείαν. ύγίειαν.

Homily VIIHomilia VII

col. 735–736page 67 of 83
PG 140:735ΝΑ΄. Οθεν λαβοῦσα τὸ πολύστιχον χειρόγραφον τῶν ἡμετέρων χρεῶν, διάρρηξαν ταῖς σαῖς πανάγνοι χερσὶν, αἷς τὸν ἐν χειρὶ αὐτοῦ τὸν κόσμον βαστάζοντα ὡς μήτηρ εβάστασας ἐβάστασας δὲ διὰ τὴν αἰτίαν ταύτην τῆς τῶν ἀνθρώπων χρεωλυσίας. Πλέο σον οὖν καὶ ἡμῖν τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα Θεόν, καὶ τῆς πολυχρονίου ἀπαλλαξον ὀφειλής. Αἰδεῖται γὰρ τὸ χρέος, ὅπερ αὐτὴ τῷ τοῦ παντὸς Δεσπότη δεδάνει κας, τὴν σάρκα λόγω τὴν θεοϋπόστατον· καὶ χάριν σοι ὀφείλει πασῶν χαρίτων τὴν μείζονα, ὅτι τὸ δά νειον τοῦτο πανυπερκάθαρον διετήρησας, καὶ χρυσ σίου παντός ηλιοειδέστερόν τε καὶ ὀβρυζότερον καὶ ἄξιον τῆς αὐτοῦ χρήσεως. Οπερ μεταχειρίζεσθαι ἀξιωθέντες ἡμεῖς ἱερουργικῶς, κατακερματίζομεν οἱ τραπεζίται τῆς μυστικῆς καὶ ἁγίας τραπέζης, β καὶ τοὺς πτωχοὺς τῷ πνεύματι πολυχρονίων λυτρούμεθα τῶν ὀφειλῶν διὰ τῆς αὐτοῦ χάριτος, ὡς πιο στεύομεν. Πάντας εἰσάγαγε πρὸς τὴν οὐράνιον βασιλείαν, ἡ Δέσποινα τῶν ἁπάντων, τοὺς ὁμολογοῦντας σε καὶ φρονοῦντας κυρίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον, καὶ καρ δίαν ἁγιάζοντας τῷ φρονήματι, καὶ γλῶσσαν ἁγνίο ζοντας τῷ φωνήματι, κἀπὶ ταῖς σαῖς ἀντιλήψεσι καυχωμένους, καὶ τὴν ἄγκυραν τῆς ἐλπίδος τῆς σῆς ἐξάψαντας μεσιτείας, μετὰ Θεὸν τὸν ἐν Πατρί καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι προσκυνούμενόν τε καὶ δου ξαζόμενον· ᾧ μόνῳ λατρεύομεν, καὶ ἂν μόνον δη μιουργὸν ἡμῶν ἐπιστάμεθα, καὶ οὗ τὰ κτίσματα πάντα ἐξέχεται πρὸς συνοχήν τε καὶ σύστασιν, τῇ μόνῃ ἀκτίστῳ φύσει καὶ προανάρχῳ, ᾗ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή, καὶ προσκύνησις, μεγαλωσύνη τε καὶ μεγαλοπρέπεια, νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αιών νας τῶν αἰώνων. Αμήν. Ζ. Εἰς τὴν σφαγὴν τῶν ἁγίων νηπίων, καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ κατά Μάρκον ἁγίου Εὐαγγελίου. Αναγινωσκομένη Κυριακῇ πρὸ τῶν Φώτων. Α΄. «Τίς Θεός πλὴν τοῦ ἡμῶν, ὁ Θεὸς ὁ περιζωννύων με δύναμιν, ὁ καταρτιζόμενος τοὺς πόδας μου ὡσεὶ ἐλάφου, καὶ ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἱστών με; «Πάλιν ὁ Λαυίδ προτρεχέτω τοῦ λόγου μετὰ τῆς συνήθους Κινύρας καὶ τῶν ἡδυφθόγγων μελουργιῶν ἐπαλείφων ὥσπερ τὸ τῆς ψυχῆς ἀκειμένου καθυπτιάζον προς τὸ στάδιον τῆς διδασκαλίας καὶ πρὸς δοξολογίαν διερε θίζου Θεοῦ, τοῦ περιζωννύντος με δύναμιν γνώσεως, κατοικίζοντος τὴν στείραν μου διάνοιαν ἐν οἴκῳ τούτῳ ἱερῷ, μητέρα ἐπὶ τέκνοις εὐφραινομένην, τοῖς αὐτόθεν ἀποτικτομένοις λόγοις διδακτικοῖς. Οὐ γὰρ ἐμὸν τοῦτο κατόρθωμα, ἀλλ' ὅλον τῆς χαρίτος τοῦ Θεοῦ· οὐχ ὅτι ἄξιος ταύτης ἐγώ, ἀλλ᾽ ὅτι ἀγαπητὸς ὁ ἐμὸς λαὸς τῷ Θεῷ, καὶ δι' ἡμᾶς ἐμὲ δυναμοῖ, καὶ
col. 737–738page 68 of 83
PG 140:737δίδωσι λόγον ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματος, καὶ μοῦ κατ αρτίζει τους πόδας εὐαγγελιζομένου εἰρήνην καὶ ἀγαθά· καὶ ἐπὶ τὸ ὑψηλὸν τοῦτο ἱστᾷ ξυλολόφιον κήρυκα εὐσεβείας καὶ διδάσκαλον ἀρετῆς. Καὶ πάλιν αὐτὸς ὡς σημαία ἐπὶ βουνοῦ, καὶ ὡς ἱστὸς ἐπ᾿ ὅρους, συναθροίζων τὸ ἱερὸν στρατολόγιον. Οὐ γὰρ ἂν τολ μέσω εἰπεῖν ὅτι ὡς πόλις ἐπάνω όρους, καὶ ὡς λύ χνος ἐπὶ λυχνίας· ταῦτα γὰρ τῶν ἀναβάσεις ταῖς στῶν καρδίαις τιθεμένων καὶ τὰς τῶν ἀναβαθμών βαλλόντων ᾠδας, ὧν καὶ τὸ φῶς τῶν ἔργων ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων λάμπει, κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον. Φέρε τοίνυν ἐξ ἑορτῆς μετελευσώμεθα εἰς ἑορτὴν τῆς παρωχημένης τὴν μέλλουσον, ἐκ τῆς Δεσποτικής κατά σάρκα γεννήσεως ἐπὶ τὴν τῶν δούλων ἡμῶν ἀναγέννησιν· ἐκ τοῦ ἀστέρος πρὸς τὸν μέγαν λύχνον, τοῦ προβδόμου τῶν ἀστρολατρῶν ἐπὶ τὸν προδρόμου τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης, οι τριττά προσφέροντες δώρα, πίστιν δὲ μᾶλλον τὴν εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα ἣν ἐπισφραγίζει το βάπτισμα. Μετ' ἀγγέλων ἐδοξάσαμεν πρότριτα τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Θεοῦ, καὶ ὑπὲρ ἀγγέλους εδοξάσθημεν διὰ ταύτην· «Οὐ γὰρ ἀγγέλων ἐπελάβετο, καθώς ἂν ὁ Παῦλος ἐρεῖ· ἀλλὰ σπέρματος ᾿Αβραάμ, όθεν κατὰ πάντα ἡμῖν ὡμοιώθη χωρὶς ἁμαρτίας.» Μετά ποιμέ των περιελάμφθημεν τῇ δόξῃ τοῦ γεννηθέντος, καὶ ὑπὲρ ποιμένας τὸ ἀφάταστον τῆς σαρκώσεως ἐπι εγνώκειμεν οὐκ ὀφθαλμοῖς μόνον παραλαβόντες κείν μενον ἐν φάτνῃ τῇ μυστικῇ, ἀλλὰ καὶ στόματι δια ψηλαφήσαντες τὸν οὐράνιον ἄρτον εἰς βεβαιοτέραν τὴν πίστωσιν. Οφθαλμῶν μὲν γὰρ ὠτίων πιστότεροι, ὀφθαλμῶν δὲ ἀφὴ βεβαιότερα, στόμα δὲ καὶ ἀμφο τέρων πιστότερον. Β΄. Πάντων οὖν τῶν ἐν Βηθλεὲμ ἱεροπρεπῶς τελετ σθέντων χαρμονικών ὄντων καὶ τερπωλῆς ἐμφορη τικών διαβαινούσης εἰς τὴν ψυχὴν, ἐν ἦν τὸ ἁνιάσαν καὶ συγχέαν τὰς διανοίας τῶν φιλοχρίστων, ἡ τῆς ἀπειροκάκου νεολαίας ἀναίρεσις. ὁ θερισμός τῆς ἀπ ρον χλόης καὶ ἀρτιφυοῦς. Πλὴν καὶ τότε τοῖς μὲν θερίζουσι μᾶλλον ἐπεδακρύσαμεν, τοῖς δὲ θεριζομέ νοις ἐφηδύνθηκεν δράγμασιν· ὅτι ἐν μαλακῇ τῇ που καὶ νεοθαλεῖ ἀδρὸν τὸν στάχυν ἀποδεδωκασιν, ἀπο θηκῶν τῶν ἄνω ἐπάξιον. Καὶ οὐκ εἴπομεν, Εὐλογία Κυρίου ἐπὶ τοὺς θερίζοντας· ἀλλὰ τὴν εὐφορίαν τῶν δραγμάτων ἐμακαρίσαμεν. Εἰ γὰρ καὶ παραπλησίως τοῖς ἐπί τῶν δωμάτων ἐσχήκασι τὸ εὐμάραντον, ἐν ὀλίγῳ ἀνθήσαντά τε καί ἀπανθήσαντα· ἀλλὰ τὸν κόλπον ἐπλήρωσαν τοῦ ᾿Αβραάμ τοῦ τὰ τοιαῦτα συλ λέξαντος δράγματα καὶ συγκλείσαντος. ᾿Αλλὰ ἔλαβεν ἑαυτὸν ὁ μεμηνώς Ηρώδης καὶ ἔκνους, ὁ τῷ ὄντι δερμάτινος. Εἰς τοῦτο γὰρ ἡ κλῆσις αὐτοῦ μετα Φιλώττισται. Ἔλαβε τὸ ἀρυθροδανωμένον ἐκεῖνο δέομα ἐξ ἀθώων αἱμάτων, τὸ συντελοῦν εἰς τὰ σκη ματα της Κηδάρ, ἔνθα ὁ τοῦ σκότους ἄρχων καὶ ἀπ' ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνος επαναπαύεται. Καί γε πῶς ἐλπίδος έσφαλη, καὶ ὑπὲρ ἐνὸς δεδιώς βασιλέως, πολλοὺς αὐτὸς ἀπετέλεσεν, οὓς τὴν ἐξ αἱμάτων ἠμφίασε πορφυρίδα. Οἱ δὲ συμβασιλεύουσι τῷ ἀθανάτῳ
col. 739–740page 69 of 83
PG 140:7393; βασιλεῖ καὶ συζῶσιν αἰώνια. Οἱ δὲ διώκται, ἀνθ' ὧν ἠδίκουν νηπίους, φονευθήσονται· καὶ ἑτασμὸς ὀλέσει τοὺς ἀσεβεῖς, ἐπικαίρως φάναι το Σολομώντειον βιαιη και γάρ θανάτῳ τὴν ἀνήμερον και μιαιφόνον ψυχὴν ἐξέρρηξεν ὁ ἀνήσιος ὕστερον. Καί, ἵνα πλατύτερον κωμῳδήσω τὴν τῆς τραγωδίας ταύτης δραματ τουργόν, ο δερμάτινος ἐκεῖνος ἀσκὸς καὶ παλαιός τῷ χρόνῳ καὶ τῇ κακίᾳ, ὡς οἶνον νέον τὸ νεοθλιβές των νεογνών δεξάμενος αἷμα διέσχισται καὶ διέρρηκται, καὶ ὄμφακας τούτους φαγόντος αὐτοῦ, τὰ ἴδια τέκνα αιμωδία, ὑπέστησαν, ὑπ' αὐτοῦ καὶ ταύτα ἀναιρεθέντα, καθὼς Ιώσηππος ἱστορεῖ. Εοικε γάρ ὁ ἐκμανὴς ἐκεῖνος καὶ θεομάχος προλαμβάνειν τὴν τῶν Ἑβραίων ἀπόνοιαν, ο βασεβεὺς τῶν κακῶς βασιλευομένων, κἀκεῖνο φθέγγεσθαι άντικρυς περὶ τῶν βρεφών, όπερ ύστερον ὁ ὑπ' αὐτὸν λαός περί του Χριστού, «Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐν ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὰ τέ κνα ημών» οὕτως ὁ λυσσώδης ἐκεῖνος και άπλη στης λύκος ἐνεθισθείς απαλοῖς ἀρνίοις ἐπιπηδήν, και τοῖς οἰκείοις λυκιδέσιν ὡς μεμηνώς ἐπελύτησεν, ᾿Αλλὰ χάρις τῷ Θεῷ, τῷ μὴ συγχωρούντι τοὺς ἀδι κουντας τὰς τῆς δίκης χεῖρας αποδιδράσκειν ἐπὶ πολύ, αλλ' ένδοξαζομένῳ ἐν Φαραώ, και εἴ τις κατ ἐκεῖνον σκληροκάρδιος, και θείων κατολιγωρών κελευσμάτων, και καταγρνώμενος λαού ταπεινού. Αλλ' επαίειν ἄρτι δοκῶ λέγοντος τοῦ Θεοῦ· Λάλη του τοῖς υἱοῖς τοῦ νέου Ἰσραήλ, καὶ ἀναζευξάτωσαν, οὐκ ἐξ Αἰγύπτου πρὸς τὴν Ἐρυθράν, ἀλλ' ἐκ τῆς τῶν αἱμάτων ἐρυθρᾶς ἥτις τὸν νέον Φαραώ και παιδοκτόνον ἐξώλεσεν αθώου γάρ αἵματος χύσις θάνα της τῷ ἐκχέαντι) προς τον καλόν Ἰορδάνην, τὴν άπονον κάθαρσιν τῶν ἀνθρώπων και άμοχθον. Τριών γαρ όντων καθαρτηρίων των διαβιβαζόντων εἰς τὴν ἔκπλευσιν, και τὰ ἐπιτρίμματα των παλαιών μολυ σμών τέλεον ἀπονιπτόντων, βαπτίσματος, δακρύων, και του δι' αίματος μαρτυρίου, ἔδειξεν ἡ ἐνανθρωπήσας Θεός ἐκ προοιμίων αὐτῶν τῆς αὐτοῦ παρουσίας προσδεξάμενος τὰ ἱερὰ ταῦτα προσθύματα και προσω φάγια το δι' αίματος είναι το ύπερο χικώτερον, οὐ μόνον ότι δευτέροις τύποις οὐ μολύνεται, ἀλλ' ότι και τῶν δακρύων αὐτῶν πολλοῖς τοῖς μετοῖς ἐπίμο νώτερον. Το γάρ διὰ βαπτίσματος καθαρτήσιον ἄλλως ἔχει, ὅλον τῆς χάριτος ὃν και τῆς δωρεᾶς τοῦ Πνεύματος του αγίου. Αγάπης δὲ ἀκραιφνούς τῆς πρός Θεόν τεκμήριον ἐκδαλότατον, οὐχ ἑτερόν τι οὕτως ὡς τὸ ὑπὲρ τοῦ ἀγαπῶντος τοῦ ἰδίου αἵματος ἀφειδῇσαι, «Μείζονα γὰρ ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ· καὶ δε φίλων, πολλῷ μᾶλλον Δεσπότου καὶ Ποιητοῦ. Τὸ μὲν γὰρ αἷμα, ἀγάπης ἐνθέρμου δηλω τικόν, τὸ δὲ δάκρυον, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διὰ τὸν, φόβον τῆς τιμωρίας· ὀλίγων γὰρ καὶ τούτων τῶν τελειοτά την τὴν τὸ ἐξ ἀρετὴν ἀγάπης δακρύειν, καὶ πόθου τοῦ πρὸς Θεόν, οριγνομένης τῆς ψυχῆς τῷ ποθουμένῳ τάχιον προσομιλῆσαι καὶ προσενωθῆναι τῷ ερωμένῳ. Οἷος ἦν ἐκεῖνος ὁ καλλικέλαδος πρωτο ψαλτης εὐφυῶς ἐπαφώμενος τῆς νευρᾶς τῆς κιννύ
col. 741–742page 70 of 83
PG 140:741μας, καὶ τι προσεπάδων ἐπαγωγὸν καὶ ἐράσμιον, «Πότε ήξω, λέγων, καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσωπῳ τοῦ Θεοῦ; Εγενήθη τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας τε καὶ νυκτός, ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθ' εκάστην ἡμέραν· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου;» Ωσπερ εἴ τινες τῶν βασκάνων σεμνοτάτῇ τινὶ καὶ σώφρονι νύμφη, ἄρτι γευσαμένη τῆς του νυμφίου ομιλίας, διαστάντος ἐκείνου ἐπὶ μικρὸν ἐπεμβαίνοντες ἔλεγον· Ποϋ ἐστιν ὁ ἐραστὴς σου; ώχετο καταλιπών σε μεμονω μένην. Ὅτι μὲν οὖν οὐ πρόκειται ὥστε τῷ λόγῳ τὸ μαρτυρικούς αγώνας ἐγκωμάζειν, ἀλλὰ τὴν χάριν του βαπτίσματος ἐκθειάζειν· ἐπὶ τοῦ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ τὰ ὁρμήματα, τὴν ὁρμὴν τοῦ λόγου κινήσωμεν, καὶ τὸ τῶν νηπίων ἀδίκημα τρόπον ἕτερον διεκδικούμενον κατοψωμεθα. Η γαρ Ιορδάνειος χύσις εἰς μυστικήν ἀποτελεῖται γαστέρα, καὶ διὰ τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος μαιεύσεως πολυτεκνίαν όμου καὶ καλλιτεχνίαν προφέρει. Γ΄. Καὶ τῇ μὲν Βηθλεεμ ατεκνουμένη βαρυηχές το τραγώδημα ὁ πολύδακρυς Ιερεμίας ἐπέπλεκε, Η φωνήν εν Ραμά λέγων ἀκουτισθῆναι, καὶ θρήνον καὶ ὀδυρμὸν πολύν, ο Ἐπὶ δὲ τῆς πνευματικῆς ταύτης εὐτέκνου γονῆς ὁ μεγαγομωνότατος Ησαίας τα γενέθλια μελωδήματα χαρμόσυνα ἐξυφαίνει «Ευ φράνθητι, στεῖρα, ἡ οὐ τίκτουσα, ρητον καὶ βοησου ἢ οὐκ ωδίνουσα ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἡ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα.» Ω τῆς παγκοσμίου χόρειας! ὼ τῆς μεγαλοφωνίας των κηρύκων του μυστηρίου, πανταχοθεν μοι καταυλούνται τὰ ὦτα· ἐξ οὐρανοῦ, ἐξ ἀνύδρου ἐρήμου, ἐξ ὑδάτων αὐτῶν. Οὐρανόθεν ὁ Πατὴρ τῶν φωτων βου «Ούτος ἔστω Υἱὸς ὁ αγαπητός μου, ἐν ᾧ ηὐδόκησα·» ἐπὶ γῆς α φωνή βοώντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· Ετοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου·» ἐξ ὑδάτων, «Επῆραν οἱ ποταμοὶ φωνάς αυ τῶν, ἀροῦσιν οἱ ποταμοί, επιτρέψεις αὐτῶν ἀπὸ φων τῶν ὑδάτων πολλών.» Ἐπὶ τρισὶ τούτοις μάρτυσιν ὁ ἐπιφανεὶς ἐν τῷ Ἰορδάνη θεάνθρωπος του κόσμου μαρτυρείται δεσπότης καὶ ποιητής· καὶ ὁ τὰ πάντα πληρῶν κατὰ κύκλον δοκεῖ περιοδεύειν τὸν κόσμον ἵνα τὸν ἐξ οὐρανοῦ πεσόντα εωσφόρον, καὶ γῆν, καὶ θάλατταν ἐξαλείφειν καυχώμενον πάντοθεν ἐκδιώξη, τὴν αὐτοῦ καθελών τυραννίδα. "Ορα γάρ, ἐξ οὐρανοῦ κατῆλθεν ὁ Κύριος, ἐπὶ γῆς σαρκοφόρος ετέχθη, ἐν ὕδασιν ἐπιβαίνει, ἐξ ὑδάτων ανερχομένῳ οἱ οὐρα καὶ πάλιν αὐτῷ ὑπανοίγονται, ἀπεκδεχομενοι τὸν οὐ ράνιον μετὰ τῆς γηίνης σαρκὸς ἀνελευσόμενον, τὴν ὑπὲρ ἡμῶν οἰκονομίαν πληρώσαντα. Ὃν γὰρ τρόπον ἀγαθός τις ποιμὴν καὶ κηδεμονικός προβάτου ἀπολωλότος καὶ τῶν συννόμων μεμακρυσμένου κατ' ἴχνια τούτου επόμενος πρόεισι, ψιλοπραγμονών τὰς ὁπλάς, κάν εἰς φάραγγα φέρῃ τὰ ἴχντι, κάτεισιν, ἐρευνῶν κἂν εἰς σπήλαιον εἰσούνη, συνεισδύνει, και δι' ύδα τος ἐπορεύθη, ἀκολουθών διαβαίνει μέχρις ἂν τὸ πεπλανημένον καταλάβη, καὶ καταλάβὼν ἐπὶ τῶν ώμων βαστάσῃ καὶ συναγελάσῃ τοῖς εὐπλανέσιν οὕτω δὴ καὶ ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς, ὁ τιθεὶς τὴν ψυχὴν ὑπὲρ τῶν προβάτων, τοῦ ἀνθρώπου καταπεσόντος ἐξ ὕψους τῆς ἀρχαίας ευκλείας, εἰς γῆν πορευθέντος, δι' ὕδατος κατακλυσθέντος καὶ εἰς ἐσχάτην παρασυρέν τός ἀπώλειαν, διὰ τῆς αὐτῆς τῷ πεπλανημένῳ ἔρχε ται ἀτραποῦ ἐκουσίως καὶ ἀναμαρτήτως· ἐξ ὕψους Ο
col. 743–744page 71 of 83
PG 140:743πεπλανημένον ἀναζητῶν, τὰς φάτνας διερευνά δικ τὸν παραβληθέντα τοῖς κτήνεσιν εἰς ὕδωρ κατα βαίνει ποτάμιον διὰ τὸ κατακλυσθέν τοῖς ὕδασι πρόβατον· εὑρίσκει τὸ πλανηθέν, καὶ εὐθὺς αἱ οὐρά και πτύχες αναζυγοῦνται, μᾶλλον δὲ φάναι τὸ τῆς Γραφῆς, ἀνοίγονται οι καταῤῥεται τοῦ οὐρανοῦ, ὅθεν καὶ ὁ κατακλύσας υετός πρότερον κατερράγη, καὶ δι' ὕδατος σωζόμενον, τὸν ἐξ ὕδατος ἀπολωλότα πρώην ἄνθρωπον ὑποδέχονται, πλὴν οὐ δι᾽ ὕδατος μόνον, ἀλλὰ καὶ Πνεύματος θείου. Καὶ τοῦτο κατ' ἀκολουθίαν εὐμήχανον· ήκουσι γὰρ πρὸ τῆς ἐπιφορᾶς τοῦ κατακλυσμοῦ τὸν ἀνθρώπινον ὡς «Οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ Πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκα· ο ὅθεν καὶ τοῦ Πνεύματος κάτεισιν, ἐπὶ γῆς ἔρχεται, σπήλαιον εἰσέρχεται, τὸ τότε δίκην περιστερᾶς ἀποπτάντος (οὐκ ἔφερε γάρ η τὴν τοσήνδε τῶν ἀκαθαρσιών δυσωδίαν ) πνεῦμα καταιγίδος ἀντεπηνέχθη, καὶ ἡ ἐξ ὑδάτων πανωλεθρίᾳ καὶ οὕτω θεοστυγές τὸ μύσος ἦν τῶν κατακλυσθέντων ἀνθρώπων ὡς ἀναβλαστῆναι τοῦτο καὶ τὴν φύσιν τοῦ ὕδατος. Οὐ γὰρ ἐπεφέρετο τότε Πνεύμα Θεοῦ ἐπάνω τοῦ ὕδατος· τεκμήριον δε, καὶ γὰρ ἔτι τούτου ἐπικυμαίνοντος καὶ τῶν πτωμάτων ὡς εἰκὸς ἐπινηχομένων, ὁ μὲν κόραξ ἀποπτερυξάμενος τῆς παντοδέγμονος κιβωτού τὴν ὑποστροφὴν ἀπηνήνατο, ἐφιζάνων τοῖς νεκροῖς σώμασι καὶ τοῖς θνησιμαίοις ἐπεντρυφών, σύμβολον ἂν τοῦ χαίροντος τοῖς ἀνθρωπίνοις πτώμασι δαίμονος καὶ αἱμοχαροῦς καὶ ἐπει γελώντος κειμένοις ἡμῖν· ἡ γε μὴν περιστερὰ μὴ εὐ ροῦσα τοῖς ποσὶν αὐτῆς ἀνάπαυσιν παλίμπτερος άνθε υποστρέφει τῷ ἀποστείλαντι. Πνεῦμα γὰρ ἅγιον οὐ κατοικήσει ἐν σώματι κατάχρες ἁμαρτίαις· ἐπείπερ συμβολογραφεῖν οίδε περιστερὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, Ην μὲν ταῦτα τὸ τηνικάδε, καὶ τὸ ζωτικὸν ὕδωρ ολέ θριον γέγονε τοῖς ἀνθρώποις. Τὰ νῦν δὲ δεύτερος, ὁ φασι, πλοῦς, καὶ πρύμναν κρουσαμένη τῆς ἡμῶν φύσεως ἡ ὑπόστασις παρά του συμφερόντος καὶ κυβερνώντος τὰ καθ' ἡμᾶς ἀνάόρους ἥκει καὶ τὴν ἐναντίαν τῇ προτέρᾳ καταβάσει πορεύεται, ἐξ ὕδα της εἰς τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τοῦ Πνεύματος εἰς τον ούρα νὸν καὶ τὴν ἐπιθυμουμένην θέωσιν. Ης ακαίρως πρώην ἐπιδράξασθαι πειραθεῖσα τῇ ἐκτάσει τῆς δε ξιᾶς ἀπώλεσε καὶ τὰ ἐν χερσὶ, καὶ Θεὸς γενέσθαι προσδοκήσας ὁ ἄνθρωπος κεκινδύνευσε με ἄνθρωπος εἶναι. ῎Ανθρωπος γὰρ τὸ σύνθετον ἐκ ψυχής τε καὶ σώματος· τὸν δὲ τὸ τοῦ θανάτου ξέρος διχοτομεί, καὶ τὴν συμπλοκὴν ἀναλύει, καὶ ἡ κλήσις συνανα λύεται, καὶ γῆ ὀνομάζεται μόνον, «Γῇ γὰρ εἰ, φησί, καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ.» Ἐπεὶ γὰρ ἐνὶ πηδήματι καὶ ἀθρόον πρὸς οὐρανὸν ἀναβῆναν ᾤετο· τῇ ἀπάτη συναρπαγείς ολισθήσας κατέπεσε, καὶ ὡσεὶ πάχος παρὰ τὸν ᾄδην. Ἐπιβαλλέτω γὰρ ὁ Δαβίδ τῷ γενάρ γῆς ἐῤῥάγη ἐπὶ τῆς, γῆς διεσκορπίσθη τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ χῃ κειμένῳ τὸν ἐπιτάφιον πρόσφορον· ἔδει δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ τάξει τινὶ καὶ ἀκολουθίᾳ τὴν ἀνάβασιν μελετῆσαι ὁδηγῷ ἀρίστη ταπεινοφροσύνη χρώμενον. Δ'. ᾿Αλλὰ φέρε καὶ πειρασόμεθα τῇ ἐξηγήσει ἐπι βαλέσθαι τῶν τοῦ Εὐαγγελίου ῥημάτων τῶν σήμερον ἀναγνωσθησομένων. Τὰ δὲ συγγραφέα τὸν θειότατον
col. 745–746page 72 of 83
PG 140:745αὐλοῦσι, μικρόν μὲν ὄντα πρώην ἐν τοῖς ς αὐτοῦ (τῆς γὰρ τῶν ἑβδομήκοντα συναυ νήρ), ἀλλ' ότι αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἐποίησαν ὅρο ωτηρίας, καὶ οἱ δάκτυλοι αὐτοῦ ἡρμόσαντο τὸ ισιλείας γράψαντες Εὐαγγέλιον· εἰς μέγιστον πήρθη καὶ πρὸς ἱσοτιμίαν ἀνέβη των κορυ εὐηγγελίσατο γὰρ δικαιοσύνην ἐν Ἐκκλησίᾳ πάσης τῆς οἰκουμένης, καὶ εἰς πᾶσαν γὰρ τὴν λθεν ὁ φθόγγος αὐτοῦ. Καὶ ἐνίων μὲν τῶν ἐν δεκα τὰ ὀνόματα τάχ' ἂν τοῖς πολλοῖς άγνω ὃ δὲ ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομα ἐν πάσῃ τῇ γῇ, ὑψηλῷ τῷ κηρύγματι ο ευαγγελιστής τῷ την συμμεγαληγορείται καὶ συνεκρωνεῖται ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ τῆς Ἐκκλησίας ἐκρίβαντος. Καν βαρβαρικὴν ἐκκλησίαν εἰσέλθης, Χριστιανι 1615, τῶν μὲν εὐαγγελικών ρημάτων ἐστάξη ς διὰ τὸ ἀλλόγλωττον· ὁ Μάρκος δε απαρα εἰσδύσεταί σου τὰς ἀκους, καὶ ἀνάγνωσιν ικών ρημάτων τεκμήραιο καὶ δοξάσεις τον Οὗτος τοίνυν ο τηλικούτος εὐαγγελιστής, ο σιν ἐπίτομος, τὴν δὲ γνῶσιν πλατύς, ἀρχὴν αὐτὸν Εὐαγγελίου ποιεῖται τὴν ἐν τῷ Ἰορ ανέρωσιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Πρότερον οὖν κς ὑμᾶς, ὅπερ τινὶ τῶν τοῦ Εὐαγγελίου τους. ξηγητών χαριέντως νενόηται τε καὶ γέγρα Γῆς τῶν εὐαγγελιστών ἕνεκα τετρακτύος ὁ Χερουβίμ, φησί, καθέμενος θεός, ἃ τετρα α ή Γραφή λέγει, παρέδωκεν ἡμῖν τετράμορ Εὐαγγέλιον ἐν ενί πνεύματι συνεχόμενον. οὖν τῶν Χερουβίμ ἕκαστον ἐν μὲν πρόσωπον ιοιον λέοντι, ἕτερον δὲ ἀνθρώπῳ καὶ ἕτερον αὶ ἕτερον μόσχω· οὕτω καὶ ἡ του ευαγγελι σύγματος πραγματεία. Καὶ τὸ μὲν κατὰ Εὐαγγέλιον έχει λέοντο πρόσωπον, βασι ἐρ ο λέων καὶ ἡγεμονικόν· ομοίως οὖν καὶ ῆς ἀπὸ τοῦ βασιλικου καὶ δεσποτικού αξιών ῆς θεότητος του Λόγου ήρξατο, εἰπών· «Ἐν , ὁ Λόγος, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος·» τὸ δὲ κατὰ να ἀνθρωπόμορφον· ἀπὸ γὰρ τῆς κατὰ σάρκα ως καὶ ἐνανθρωπήσεως του Λόγου ήρξατο. ατά Μάρκον μετὰ παρεικαζομένους από γάρ μητείας έρξατο Ιωάννου· ἡ δὲ προφητεία, δέ προορατική ούσα, οξέως τὰ πόρρω βλέπουσα στις οξυδερκέστατος γάρ ο άρτος. Μόσχω δὲ κατά Λουκάν, διότι ἀπὸ τῆς ἀρχιερατικῆς * Ζαχαρίου ἤρξατο ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιών του μιῶντος· καὶ μόσχος δὲ ἦν ὁ θυόμενος τότε στα μὲν οὕτω κατ' αστείαν τινὰ τὴν ἐπιβολήν ῖται. Των τριών τοίνυν παραθέντων προς αετός ἄρτι παρρησιαζέσθω, τὸ κατ' αὐτὸν περόν, καὶ ἐφιπτάσθω ἡμῖν τοῖς νεοσσοῖς αὐτ * γὰρ τοῦ Εὐαγγελίου τοῖς ἀποστόλοις ἡμεῖς μεθα. Καὶ διείς τάς πτέρυγας αὐτοῦ ἐπι ω διὰ τοῦ ἐν αὐτῷ Πνεύματος· καὶ ὀξυδερ ταδιδότω εἰς τὸ κατοπτεύσαι τὰ ἐν τῷ βάθει των λόγων ἐγκεκρυμμένα νοήματα. Επαινῶ ἀετὸν τὸ κατὰ Μάρκον παρεικάσαντα Ευαγ
col. 747–748page 73 of 83
PG 140:747γέλιον· εὔστοχος γὰρ ἡ παρεικασία οὐ μόνον διὰ τὴν προφητείαν Ιωάννου, ἀλλ' ὅτι καὶ τὸ πρόσωπον εὐθὺς τοῦ λόγου κατευθὺ τοῦ Ἰορδάνου όρος, όπου ο τῆς δικαιοσύνης ήλιος ἄρτι ἀνίσχει· ἀετοῦ δε μόνον τῶν ἁπάντων ζώων τὸ ἐπεντρανίζειν ἀσκαρδαμυκτί καὶ δίχα καταμύσεως τοῖς ἡλιακοῖς ἀκτινοβολήμασι. Δηλοῖ δὲ ὁ εὐαγγελικὸς ἀετὸς καὶ τὸ ἐν Ἰορδάνῃ τῷ ποταμῷ ἱερουργούμενον θεῖον μυστήριον. Ὡς γὰρ τὸ ἀνθρωπόμορφον τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου τὸ τῆς ἑορτῆς μυστήριον υπεσήμαινε, τοῦ Θεοῦ λέγω τὴν ἐνανθρώπησιν· οὕτω καὶ ὁ κατά Μάρκον αετός τὴν τελετὴν ὑπεμφαίνει τοῦ θείου βαπτίσματος, δι' οὗ ἀνακαινίζεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης τοῦ παλαιοῦ Αδάμ, λουομένη σήμερον ἐν τῷ Ἰορδάνη, καὶ τὴν ἐκ παραβάσεως ἀποσειομένη φθορών. Καὶ ἄλλως δε ὁ ἀετὸς οἷα δὴ πτηνὸν ἐξ ὑδάτων ἔσχε τὴν γένεσιν κελεύσματι δημιουργικῷ· καὶ τὸ κατά Μάρκον τουτί Εὐαγγέλιον ἐκ τοῦ θείου βαπτίσματος άρχεται, καὶ προϊόν εἰς τὸ ὕψος καταλήγει τοῦ οὐρανοῦ, τῆς Δε σποτικῆς ἀναλήψεως ἐκδιδάσκον τον τρόπον καὶ συμπεραίνον τὴν πτῆσιν τῇ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Πα τέρα αναβάσει του Σωτήρος Χριστοῦ. Εἰ δὲ μὴ πο ριεργότερος ἔμελλον δόξαι πλέον του δέοντος, καὶ τὸν ἀετὶτην λίθον εἰς μέσον ἂν παρηγαγον ἐπιεικώς τῷ πτηνῷ τούτῳ πρὸς τοὺς τόκους συμφέροντα. Πέτρος δὲ τῷ ἀετομόρφῳ τούτῳ Εὐαγγελίῳ τὸ πλεῖστον συνεβάλετο, υπαγορευτής αυτού γεγονώς, εὖ αναπτ ρώτας του συγγραφέα προς την σωτηριώδη ταύτην ἐγχείρησιν. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν φιλοτιμότερον εἴρηται συμμετεωρισθέντος μοι του λόγου τῷ μεγάλῳ τούτῳ ἀστῷ. Τὴν ἀρχὴν τοίνυν τούτου περιεργαστέον ἐξηγητικώτερον. ᾿Αρχή δε σώματος πάντη πάντως ή κεφαλή. Κεφαλὴ δὲ τῆς εὐαγγελικῶς ταυτησί πραγματείας Χριστος, κἂν τὴν κεφαλὴν δουλικώς υπου κλίνῃ τῷ Βαπτιστή. Ε΄. «᾿Αρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὡς γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις· Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου προ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου. Φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· Ετοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυ ριου,» καὶ τὰ ἐξῆς. Ὁ κόκκος του σίτου, έγκα τακριθεὶς ταῖς λαγόσι τῆς γῆς καὶ λυόμενος, ἀρχὴ γίνεται πολυφόρου σιτοδοσίας, καὶ στάχυν προφέρει πολλοῖς ἀνθ' ένος βρίθοντα κόκκοις. Τοῦ τοίνυν πα λαιού νόμου καὶ λίαν ἐστενωμένου ήδη λήγοντος καὶ λυομένου (πάντες γὰρ οἱ προφῆται καὶ ὁ νόμος έως Ιωάννου προεφήτευσαν) ἀρχὴ τις ἑτέρα και βλάστη ἐκεῖθεν προφαίνεται ἡ κατὰ Χριστὸν πολιτεία καὶ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας. Ὥσπερ τοίνυν ὁ κατα βαλλόμενος ἐν τῇ γῇ σίτος τέλος μέν των σταχύων ὅθεν ἐξέφυ, αρχή δε γίνεται αὖθις τῶν ἐξ αὐτοῦ ἀναγνησομένων ἀσταχύων ἑτέρων· οὕτω σοι συν ἦλθε καπὶ τοῦ βαπτίσματος καὶ Προδρόμου, ὡς εἶναι αὐτὸν πέρας μὲν τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητών έπι σφράγισμα, ἀρχὴν δὲ καὶ ρίζαν τῆς Νέας Διαθήκης καὶ τοῦ τῆς χάριτος πληρώματος· καὶ ταύτης τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ σπέρματος τούτου φθινόντων ὁ τοῦ σπέρματος ᾽Αβραὰμ ἐπιλαβόμενος Κύριος, τὸν στά χυν ἐξήνθησε τῆς ζωῆς, τὸ εὐαγγελικόν φημι κήρυγμα, ὅθεν αρτοποιεῖται ὁ καθαρὸς τῶν ἀγγέλων
col. 749–750page 74 of 83
PG 140:749άρτος, και άρτος και αύλος διά τοῦ ἐν εἴδει πυρὸς αυτεξουσίως κατεληλυθότος Πνεύματος παναγίου. ἄρτον δὲ ἀγγέλων φημι τον αγγελικὸν βίον καί τὴν φιλάρετον διαγωγήν, ἣν καί ὁς Θός πεινᾶς, καὶ τοῖς μὴ παρέχουσιν ἐπεμβριμώμενος. «Επείνασα,» λέγει, «καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν.» Πεινᾷ γάρ πάντοτε τὴν σωτηρίαν ἡμῶν. Η δέ σωτηρία βίος ἐστί καθα ρὸς καὶ ἡ πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη. Οπερ οὖν ἔλεγον, σπόρου τύπου ἐπείχε τοῦ Ιωάννου του Βαπτιστοῦ κηρυγμα καὶ τὸ βάπτισμα. Καί αὐτοῦ λυθέντος καί υποῤῥεύσαντος, ἐξήνθησεν ὁ τῆς χάριτος άσταχυς. Καί τοίνυν τὴν ἑαυτοῦ μὲν μείωσιν ὁ Βαπτιστής συνορῶν, προκοπήν δὲ και αυξησιν τοῦ τῆς χάριτον στάχυος, ἐβόα παρρησια πρὸς τοὺς συνιόντας, «Εμέ δεῖ ἐλαττούσθαι, ἐκεῖνον δε αὐξάνειν,» περί του Χρι στοῦ λέγων, οὐκ ἀλγυνόμενος ἐπί τούτου, ἀλλ' ἀγαλλιώμενος· ἡ τε γάρ φθίσις τούτου καί ἡ τοῦ Εὐαγ γελίου φύσις εἴτουν βλάστησις εἰς ἐν συνέβαινον καί συνέτρεχον, τὸ συνθεῖναι τὸν ἄνθρωπον. Καί άλ λως δὲ τὸ τοῦ νόμου ἐστενωμένου κόκκου λόγου ἐπεῖχε διὰ τὸ τοῦ ἔθνους τοῦ ὑπὸ τὸν νόμον μονοειδές γνωστὸς γὰρ ἐν τῇ,Ιουδαίᾳ ὁ Θεὸς, καὶ οὐ περαιτέρω· ἡ δέ χάρις τήν τῶν ἐθνῶν συνήγαγε πανσπερ μίαν καί εἰς ἑκατὸν καί εις εξήκοντα καὶ εἰς τριάκον τα εμφορία εύφορία] τῶν ἀγαθῶν αὐτῆς πράξεων ἐπληθύνθη· Οὕτως ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου Χριστοῦ ἡ τοῦ Ἰωάννου πρὸς τοὺς ἀνθρώπους φανέρωσις. Διὸ καί φησι, «Ος γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις· Ἰδού εγώ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου προ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τήν ὁδὸν σου ἔμπροσθέν σου.» Ως εκ τοῦ Πατρὸς ἐστιν ὁ λόγος τὸν ἐξ αὐτοῦ Μου νογενή λελεγμένος, καί ἄγγελον ὀνομάζων τὸν ἀγγε λόβιον Ἰωάννην, ἵνα μὴ μόνον τῆς ἐκ Παρθένου γεν νήσεως ἄγγελος προτρέχῃ ὁ Γαβριήλ, ἀλλὰ καί τῆς ἐν Ἰορδάνῃ, ἀναγεννήσεως, ἣν ὑπὲρ ἐμοῦ ἀνεγεννήθη (ἐμὴ γὰρ ἡ τοῦ Χριστοῦ ἀναγέννησις), άγγελος ὁ Ιωάννης προεισάγηται. ᾿Αλλὰ τότε μὲν αυλος και αόρατος διὰ τὸ ἔτι κεκρύφθαι τὴν τῆς σαρκώσεως οικονομίαν, καί πλήν τῆς Παρθένου ἄγνωστον εἶναι πᾶσι τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιυ· τά νῦν δὲ ὁ ἔνσαρκος άγγελος τῆς τοῦ Δεσπότου παρουσίας προτρέχει, χάριτος μεν αγγελικῆς ἔμπλεως, φωνὴν δὲ ἀφιείς γέμουσαν παρρησίας. Βροντήν ἄλλην φαίη τις αν τους κεντροφόρους σκορπίους καταπτήσσουσαν, καί ἱοβόλους ὄφεις φοβοῦσαν, καί μόνον οὐχί δύνουν ὑπό γῆν εὐχομένους τῷ φόβῳ. Τί γάρ ἕτερον βούλεται το γεννήματα εχιδνών τούτους ονομαζομένους σιγάν καί ἀνέχεσθαι τῶν αὐστηρῶν τουτωνί ρημάτων, καί ἐνεούς έστηκέναι ὡς ἐμβροντήτους; Ενσαρκος οὖν ἄγγελος, μᾶλλον δὲ ἀγγελόβιος άνθρωπος, τῆς θεοφανείας προτρέχει Χριστοῦ, ἀλλ᾿ οὐχί αῦλος καί ἀσώ ματος πολλῶν ἕνεκεν τρόπων. Έδει γάρ ἀντιμετώπου ἱστάμενον τοῖς Ἰουδαίοις λέγειν τε καί ἀκούειν καί οἷον δακτυλοδεικτοῦντα ὑποδεικνύειν τοῖς ἁγνο οῦσι τὸν φανέντα Χριστόν. Εἰ δέ φύσει άγγελος ἦν ὁ τὰ τοιαῦτα τελέσων, ἔπαθον ἄν καί τότε τό τοῦ Μανω οἱ ὁρῶντες, «Απολώλαμεν,» γέγοντες «Θεόν έωρά
col. 751–752page 75 of 83
PG 140:751καμεν τὸ τῆς μορφῆς μὴ φέραντες ἔξαλλον. "Αλλ' ότι καί πρός λειτουργίας του βαπτίσματος ἔδει τοῦτον παραληρείναι, έδει χειραπτηθῆναι παρ' αὐτοῦ τὴν Δεσπότην, ἔδει τοῦ τῆς ταπεινώσεως τύπου ἐξ αὐτοῦ τοῦ βαπτίσματος υποδειχθέντος διά τῆς ὑποκλίσεως τῆς Δεσποτικῆς κεφαλῆς ἀπτομένην και καταδικάζουσαν ἐπὶ τὰ ὕδατα. Τῶν γάρ οἰηματιών τούτων καὶ ἀλαξόνων Εβραίων ἤν το, «Μη μου άπτου· ν ὁ και ο Ησαίας τούτων κατηγορεί λέγων· «Ουαί οι γοντες, Πόρρω ἀπ' ἐμοῦ, μὲ μου άπτου, καθαρός γὰρ είμι.» Τό δέ κεφαλαιωδέστερον των άλλων αιτίων τοῦτό ἐστιν· Ἐπεὶ ἔμελλεν ὁ ἐπιφανείς Θεός πολιτείαν ἐπί γῆς εἰσάγειν ἀγγέλοις πρέπουσαν αντικους και διδάσκειν νηστείαν, αδιάλειπτον προσευχήν, χαμε νιαν, ἐσχάτην ἀκταμοσύνην, παρρησίαν, ὑπέρ τῆς αληθείας πρός τούς ἐν ὑπεροχή μέχρι θανάτου, πρός τὴν ἁμαρτίαν, ἀντικατάσταστασιν, ταῦτα δὲ ἀδύνατα τοῖς ἀκούουσιν ἐλέκει καί ἀκατόρθωτα· τὴν ζώσα ταύτην εικόνα και θεόγραφον ὁ Χριστὸς εἰσήγαγε ἐν τῷ βίῳ, ἐκ πάντων τῶν ἀνωτέρω είρημένων στ κειμένην χρισμάτων, καὶ πρὸς ἀκριβῆ τὴν μόρφωσιν ἐξωγραφημένων, και μεταγράψειν ἐκεῖθεν τοὺς ζου καὶ οὐ δι' ἀγγέλου, ἡ φανέρωσις τῆς παρουσίας ἐγέν λομένους ἀνήκεν· ἔξεστι γάρ, ἐὰν μόνον βουληθώσι. Μία γὰρ ἡ φύσις ἐν πᾶσι καὶ πάντων τούτων χωρι τική, ἐὰν διάζεται. Διὰ ταῦτα πάντα δι' ἀνθρώπου, νετο του Χριστού. Ανθεκτέον οὖν πάλιν του προκειμένου. 5. «Ιδού, εγώ ἀποστέλλω τον αγγελόν μου προ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθεν του.» Ούτως μείζων πάντων τῶν προφητῶν ὁ Ιωάννης, καί τοσοῦτο μείζων, ὅσον άγγελος ἀνθρώπου. Μέγιστος μὲν οὖν ἐν προφήταις καὶ Ἰεζεκιήλ και μάθοι ἂν τις τὸ τοῦ ἀνδρὸς μεγαλείον ἐν τῇ κατ' αυτόν παρακύψας βίβλω, και νοός όμμασι της φρικώδεις εκείνας οράσεις ἰδων. Τούτων ότι ο βασι λεὺς Σαβαώθ ὑπηρέτη καί λειτουργώ χρώμενος εἰς το γνώρισαι τοῖς Ἰουδαίοις τό ἑαυτοῦ βούλημα, Τις ἀνθρώπου, φησίν, ἐξαποστελῶ ἐγὼ σε πρός την οίκον Ισραήλ τοῦ παραπικραίνοντος.» Ἰωάννην δὲ οὐχ ούτω καλεῖ. 'Αλλά πώς; «Ιδού, απο στέλνω τὴν ἀγγελόν μου.» Εἶτα τί; 'Αγγελος μὲν ἐν μάζεται· ἔστι δὲ ὅρα τῶν ἀφισταμένων πορρωτέρω του δεσποτικού προσώπου (καί γάρ καταγγές θείας οικειώσεως διισταμένων, οιόν ματι το τάγμα το ίδι κωτέραν τὴν ἀγγελωνυμίαν λαχών); Ούμενουν. Το γάρ, " προ προσώπου σου,» τούτο δηλοῖ, τό ἐγγύς του προσώπου σου· «ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδὸν σου ἔμπροσθέν σου,» προετοιμάσει τάς τῶν ἀνθρώπων ψυχής εἰς τὴν σὴν ἐπίγνωσιν· τοὺς τῶν προσκομμάτων λίθους διαρρίψει μακράν σαρώσει ταύτας τῷ τῆς μετανοίας κηρύγματι, ἐκπλυνεῖ τῷ εἰσαγωγικῆς βαπτίσματι· και σκόλοπες τινες τῆς ἀνα κύπτωσι καί ἀκαρπα δένδρα καταργώσι τον τόπον, ή αξίνη εγγύς, καί τοσοῦτον, ὡς καί τῆς ρίξης ἅπτε σθαι ήδη· καί διά τούτων πάντων λείας τὰς ὁδούς ποιήσει τῆς παρουσίας σου. 7. Φωνή βορώντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, Ετοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, ο Αγγελος και φωνή ἐποχή τήν Γιάννου προεδήλωσε σύλληψιν. Εἶτα γεννηθεὶς ἐ
col. 753–754page 76 of 83
PG 140:753συνειλημμένος και μικρόν φανείς ἀπεκρύβη, καὶ ἐφ᾿ ὅλην τριακονταετίαν πατρώζων ἦν τὰ εἰς ἀφωνίαν, οὐ κωλυομένης τῆς φύσεως ἐκ πάθους τινός, ἀλλ' ὡς μὴ ὄντος τοῦ ἀκροωμένου ανθρώπου· ὁ δέ ωμίλει, τῷ Θεῷ ὡμίλει, ὃς καὶ σιωπώντων ἀκούει. Οὗτος τοίνυν ἄγγελος καὶ φωνὴ ἐν παρουσίᾳ τοῦ Χριστοῦ ἀναφαίνεται· ἀγγελος, διὰ τὸν Κύριον Σαβαώθ έλα θόντα πληρῶσαι τὴν γῆν ὡς καὶ τὸν οὐρανὸν τῆς ἑαυτοῦ δόξης· φωνή, διὰ τὸν Λόγου τοῦ Θεοῦ τὸν προς τον Θεόν ὄντα καὶ Θεόν. Τοῦτο δὲ παραδραμείν ὑμᾶς οἱ βούλομαι ότι δύο προφητείας ὁ εὐαγγελιστῇ, ως μίαν, παρέθηκε. Τοῦτο δὲ ἐστι τῆς κατ' εξαίρετον συντομίας του Μάρκου. Τὸ μὲν γάρ, Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἀγγελόν μου προ προσ ώπου,» τῆς Μαλαχίου ἐστὶ προφητείας, ὃς ἐρμη νεύεται ἄγγελος· τό δέ, ο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρή του μεγαλοφωνατάτου Ησαίου προσφορώτατα εἰρημένον· κ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου.» Έρημος δ' ἂν εἴη καὶ ἡ τῆς Ἰουδαίας ἅπασα χώρα καὶ ἡ τῶν πόλεων ταύτης μητρόπολις Ιερουσαλὴμ καὶ κατὰ τὸ ἐνεστώς καὶ τὸ μέλλον· κατὰ τὸ ἐνεστώς μέν, ὅτι καρπός δικαιοσύνης οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς, γῆ δὲ ἦταν ἄβατος καὶ ἄνυδρος. Ταύτη τοι καὶ ὁ Ἰωάννης τὴν ἀκαρπίαν αὐτῶν διορ θούμενος έλεγε· «Ποιήσατε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας.» Αἱ δὲ ψυχαὶ αὐτῶν ἐρημικαὶ ἄβατοί τε τῇ θεογνωσίᾳ καὶ ἄνυδροι ἀπὸ τῶν προφητικών νεφε λῶν· ἐντέταλται γὰρ αὐταῖς παρὰ Θεοῦ τὸ μὴ βρέ χειν ἐπ' αὐτούς. Καὶ παντελῶς τὸ τῆς προφητείας έργησε χάρισμα. Δαβιδ δε, ᾧ τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας αὐτοῦ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε, τὴν ἐναλλαγὴν τῶν πραγμάτων ἐπὶ τὸ κρεῖττον (ὁ καὶ σεισμός παρά τῇ Γραφῇ ονομάζεται) καὶ τὴν τῆς ἀβάτου ταύτης ἐρήμου εξημέρωσιν καὶ διόρθωσιν προεξυμνῶν ἔψαλλεν· «Ο Θεός, ἐν τῷ διαβαίνειν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆ ἐσείσθη. Καὶ γὰρ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ τοῦ Σινᾶ. Βροχὴν ἐκούτιον ἀφοριεῖς, ὁ Θεός, τη κληρονομία σου, καὶ ἠσθένησε σὺ δὲ κατηρτίσω αὐτήν.» Εκδηλότατα οὖν τὴν τοῦ Υἱοῦ παρουσίαν καὶ τὴν τοῦ νόμου πρὸς τὴν χάριν μετάθεσιν ή προφητεία δηλοί, κατ' εὐδοκίαν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐν τῷ Σινά τελεσιουργηθεῖσαν. Θεὸν δὲ τοῦ Σινᾶ τὸν Πατέρα ἐκάλεσε διὰ τὴν ἐκεῖσε νομοδοσίαν. Τήν γε μὴν δι δωρεμένην παρά τοῦ Υἱοῦ δαψίλειαν τῶν θείων ε ρεῶν καὶ τὸ τῆς χάριτος Εὐαγγέλιον, βροχὴν ἐκού σιον, ἀφωρισμένην τῇ κληρονομίᾳ αὐτοῦ τῇ ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησίᾳ, ὁ Λαβίδ, ὡς ἐγὼ οἶμαι, κατονομάζει· ἡ γάρ παλαιὰ νομοθεσία οὐ καθ᾽ ἐκούσιον οὐδὲ κατὰ προ τγουμένην εὐδοκίαν ἐκτέθειται, αλλά κατά συγκατάβασιν, ὥσπερ ἂν εἰ καὶ πατὴρ προσπαίζει τοῖς τέκνοις, ἀνθέλκων αὐτὰ τῶν βλαβερών αθυρμάτων καὶ τῆς μετὰ τῶν ἐξωλεστάτων συνδιατριβής. Τί γὰρ ἔδει τῷ Θεῷ τῆς πολλῆς κριωμαγειρίας καὶ τῆς ἐντεῦθεν κνίσσης; ἧς τὸ ἀηδὲς καὶ τὸ δυσπρόσιτον και άνθρωποι αποστέργουσιν. Ότι δὲ ἀκούσιος, αὐτὸς ὁ πρὸς τοῦτο συγκαταβάς ὕστερον τὸ οἰκεῖον ἀνεκάλυψε βούλημα, «Τίς ἐξεζήτησε ταύτα,» λέγων, «ἐκ τῶν
col. 755–756page 77 of 83
PG 140:755χειρῶν ὑμῶν Καὶ ὁ Δαβίδ, Θυσίαν καὶ προσφορών οὐκ ἠθέλησας.» Οὐ μόνον δὲ διὰ τὴν ἀκαρπίαν τῶν ἐναρέτων πράξεων ἔρημος ἡ Ἰουδαία ωνομάσθη, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν χρόνιον καταστροφὴν καὶ ἐκπόρθησιν. Τοῦτο γὰρ καὶ ἡ αὐτοαλήθεια προείπε Χριστος «Ἰδοὺ ἀφίεται ἡ οἶκος ἡμῶν ἔρημος.» Καὶ ἐν τῷ διαβαίνειν ἐκ τοῦ τε διὰ σταύρου καὶ τοῦ πάθους καὶ καταβαίνειν πρὸς ᾄδην, γῆ ἐσείσθη, και πέτραι διερράγησαν, καὶ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν δάκρυον ἀντὶ δρό σου. Η΄. «Εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ.» Εάν γὰρ τὴν πρὸς τὰς γεγεννηκυίας εχίδνας ὁμοιότητα διαπτύσαις, καὶ τοῦ ἀπατήσαντος ὄψεως ἐκκλίνοιεν τὰς ὁδούς, εὐθείας τὰς τριβούς ποιήσουσιν. Οὕτω γὰρ αὐτοῖς καὶ τὰ διαβήματα κατευθυνθῆναι προσο έσται, καὶ ἡ ἐν τῷ Ασματι εὐθύτης αὐτοὺς ἀγαπήσεις, καὶ τῆς διὰ βαπτίσματος νεοποιήσεως ἐπιτεύξονται, καὶ τέκνα γνήσια τοῦ ἐπουρανίου Πατρὸς ἔσονται. Εἰ δ' ἐπὶ τῆς προτέρας μενούσι, καὶ αὖθις παλαιώσεως καὶ χωλάνσεως, ὡς ἀλλότριοι υἱοὶ καὶ ὡς γενεὰ σκο λιὰ καὶ διεστραμμένη, ὀφιωδώς ελιξουσι τὴν πορεία», ἐπὶ τῷ στήθει καὶ τῇ κοιλίᾳ πορευόμενοι, θυμῷ καὶ γαστριμαργία χαίροντες· ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς οὐ διαφευξούνται· ὁ μὲν γὰρ θυμός αὐτοῖς, καθώς φησιν ὁ Δαβίδ, κατὰ τὴν ὁμοίωσιν τοῦ ὄψεως τοῦ ἀπ' ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνου· τῇ δὲ κοιλιομανίᾳ καὶ κα τώας πάσας γαστέρας υπερπεπαίκασι. Τὰς γὰρ οἰκίας τῶν χωρῶν κατεσθίοντες ἦσαν, καὶ ταῖς τῶν ὀρφανῶν συμφοραῖς εντρυφῶντες οἱ ἀνελεήμονες. Θ΄. «Εγένετο Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρ τιῶν. Καὶ ἐξεπορεύοντο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμίται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ, ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας α τῶν.» Πάλιν ὁ Μάρκος τὴν ἐπιτομωτέραν βαδίζει καὶ τὰ διεστηκότα συνάπτει, καὶ εἰς μίαν μισγάγο κειαν δοκεῖ μετοχετεύειν τὰ δύο βαπτίσματα, καὶ ισοδύναμον φαίνειν τὸ εἰσαγωγικὸν τῷ τελειωτικῷ ἴσως γὰρ τίς οἰηθήσεται λέγειν τὴν εὐαγγελιστὴν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν παρέχειν τὸ τοῦ Ἰωάννου βάπτισμα. 'Αλλ' οὐκ ἔστι τοῦτο, οὐκ ἔστιν. Τῆς γὰρ τοι αύτης πηγαστικόν χάριτος, μόνον τὸ Δεσποτικόν. Έχει δε οὕτως ἢ τοῦ λόγου ἀκολουθία· «Εγένετο ή Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ·» καὶ στίξον ὧδε, ο άναγινώσκων, τὴν στιγμὴν ὡς ἔρυμα κραταιὸν τῷ τοῦ Ἰωάννου επιστήσας βαπτίσματι, καὶ ἀποτειχίσας του Δεσποτικού· εἶτα λέγει, «Καί κηρύσσων βά πτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ὅ ἐστι τὸ τοῦ Χριστοῦ. Δήλον δὲ καὶ ἄλλως, ὅτι ἐκεῖ μὲν εἴρη και το βαπτίζων, τουτέστιν, ἐνεργῶν τὸ βαπτίζειν, ἐνταῦθα δὲ ὅπου ἡ τῶν ἁμαρτιῶν ἄφεσις τό κηρύσσων ὡς ἐπὶ μέλλοντος ἑτέρου βαπτίσματος, ου κήρυξ ἦν, οὐχὶ τελεστής. Προτοιμασία γὰρ ἦν καὶ προπαρασκευή τὸ τοῦ Ἰωάννου βάπτισμα πρὸς τὸ δεσποτικὸν καὶ οἷόν τις προοδοποίησις - ἵνα μὴ μόνον φωνὴ προτρέχη του Λόγου, ἀλλὰ καὶ βαπτίσματος βάπτισμα. Γ'. «Ην δε ὁ Ἰωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμή του καὶ ζώνην δερματίνην περί τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ.» Ἑβουλόμην τὸν εὔζωνον τούτον καί εὐσταλῆ ὁδοιπό

Synodal DecreesDecreta Synodalia

col. 757–758page 78 of 83
PG 140:757ρον τῆς στενής τε καὶ τεθλιμμένης μικρὸν ἐπίσχεῖν καὶ τὸ αὐτοῦ περιεργάσασθαι ἔνδυμα, καὶ τὸν ἱστουρ γήσαντα ἐκζητῆσαι καὶ διὰ τί τριχῶν καμήλου ἐξυ φάνθη ζώου ἀκαθάρτου, καὶ οὐχὶ μᾶλλον ἐρίου προ βατικοῦ, ἡ μηλωτῆς ὁλοκλήρου, οἷον ἦν καὶ τὸ τοῦ Θεσδῆθεν Ηλιού. Αλλ' ἐπειδὴ διακορεῖς ὁρῶμεν τοῦ λόγου γεγονότας ὑμᾶς καὶ πρὸς τὸ μῆκος τῆς διδασκαλίας ιλιγγιάσαντας, ἐνταῦθα ὅπου τὸ ἀσκητικὸν ἔνδυ μα τοῦ Ἰωάννου, τὴν ὑφὴν διοπερανοῦμεν του λόγου. Καὶ οὐχ ὑπωπτεύσαμεν εἰς νοῦν ὑμᾶς συμβαλεῖν ὡς ἐξ ἀπορίας ανερμήνευτον τὸ τοῦ Ἰωάννου παρεδράμομεν ἔνδυμα, μόνα τὰ τοῖς πᾶσιν εύληπτα διαλύειν δεδυνημένοι, καὶ χαριεντιζομένους λέγειν, ὅτι Τὴν κάμηλον κατέπιες, τοὺς τῆς ἀναγωγῆς περὶ αὐτῆς μὴ προενεγκών του στόματος λόγους, διύλισας δὲ τὰ κατά κώνωπας σμικροπρεπῆ καὶ εὐνόητα νοήματα ούμενουν οὕτω ταχύποπτος ἐγὼ καὶ εὐσκανδάλιστος ὡς εἰς νοῦν τοῦτο περιαγαγεῖν. Πέποιθα δὲ ὡς ἡ τοῦ Θεοῦ χάρις χαρίσαιτο ἡμῖν ἰσχὺν γνώσεως, καὶ λόγων εὕροιαν εἰς ὠφέλειαν τῆς ἀγάπης ὑμῶν, καὶ τὰς Γραφικὰς ἀπορίας ὑμῖν διαλύσομεν ὅσαι τέως διέφυγον τοὺς θεοπνεύστους Πατέρας καὶ διδασκάλους· μόνον μή διαλιμπάνητε πάσαις ταῖς κυριωνύ μοις τῶν ἡμερῶν ἐνταῦθα ἐκκλησιαζόμενοι καὶ ἐν οἴκῳ τούτῳ τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας αὐλιζόμενοι καὶ των θυμάτων αὐτῆς κατατρυφῶντες, καὶ τοῦ κρατ τῆρος ἐκπίνοντες. Καὶ γὰρ μεθ' ὑψηλοῦ τοῦ κηρύγματος ο ἀχρεῖος αὐτῆς δοῦλος ἐγὼ καθ᾿ ἑκάστην Κυριακὴν συγκαλέσω ὑμᾶς ἐπὶ τὴν ἱστίασιν. Καὶ δοίη Κύριος ο Θεὸς ὑμᾶς σὺν ἐμοὶ δαιτυμόνας γενέ σθαι τῆς οὐρανίου καὶ ἀδιαδόχου τραπέζης καὶ τῆς βασιλείας ἀξιωθῆναι τῶν οὐρανῶν· ἧς γένοιτο πάν τὰς ὑμᾶς ἐπιτυχεῖν χάριτι και φιλανθρωπίᾳ τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος τῆς μιᾶς Θεότητός τε καὶ βασιλείας, ᾗ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αιώνας. Αμήν.
col. 623–624page 79 of 83

AIVRUIAN MS UU MVSlaVErSg VS CSRATMNTNC mv wie omms me ambiunt, et omnium oculi in me rescipiunt, τιτροῴδων τοῦ pzpüss XubÁdiys ἀναπληρώσας τοῦ χυροὺ Κοσμᾶ. Quem locuin non intelligens X ylander, ila verlit ? Aureus, qui Tetrandium magni Sabbati complevit, quor habet Cyri Cosind, cum vertendum sit: Marcus, qui Tetraodian magnisSahbati comple- vit, cóm]nsitum a doneino Cosmt. Est nutem is os- nias Majuinensis, etarusintermelodos ethy muogra- phos grieos, In actis synodi ootav;e. conlra Pho- tium quacalamo exarati asservantur inbibliotheva αν αν σα, reperio eodem siguiliealo, κῦρις Μάξι- pos, dominus Manus. Ἰδν ἴα manuscriptis eodioi- bus Operum saneti Maximi. exstat Episinim πρὸς χῦριν Nézesdpss, md dominum: Νισαν γεν. Quid «iod Grmei unieam syllabam zeo projulegra. voce xiwwi du composilioue lamem, ponunt. Ex quo nuove illa. in ypieo S. Babm, e, $: wvpÜsryevas, χυρχοσμᾶς, wupiocie, wupwehems, cb im Turco- Grecia, χυρύτοθοσιος dominus "leophanes dominus Cusmas, ctc. Ad. quorum. similitudinem Hispanis don dieitur dominus. Similes apocopas atnárunl prisei Latni, hine cce pro eeu, teste Lipsio, lib. iv Antig. (ect. c. 9. Rudinus : Dicintoa domus attisonum ctl, Famul pro Famulus apud Ennium, lib. viu, eilante Nonio e. famul. F'amet optimus esset. Lueret. tui improbus esset. Vacul pro faci. liter el diffieuL. Non v. eod Lucill. lib. vi P'acut gr'opettere iniquos, plura Leslimoniu affert Noniusex Pacu vio, Afrapic, Accie, Votre, ctii predebi- lis, Eunius, lih. vui: debit homo, citat. Nonius v. Debil, — ἐτρμανὸς patriarehio hujus proprium no- men est. Quo nomine non pauei indueli credide- runt, Germanum jstum) esse veterem ilhun Ger- manum sanctitate el fainie celebritate clarissimum, eujus in sepüma syrodo crebra et honorilica men- lio, qui cuta Gregorio II l'ontif. Maximo Ieonoima- ! chis Tortier οἱ generose sese opposuit: quique landem ob. veritatis defensionen: a Leone Isauro impio imperatore de sede sua deturbatus est, Ce- terum ist nunquam ihi suam sentenliun persua- serint, Nuin Germanus auelor Doniligeum qua in supradicto radice Augnstana exstant, vixit postex- loros Bogomilos bxreticos, utex hae ipsa oratione liquet, qua Bogomilos acerrime relellit, οἱ ex allera pro imusinibus, quai ex eod. cod. nuuc primum iu lucemn ediius. AU Bogorili exorli sunt sub Ale- xie Commneuo auetore. Basilio quodam medico, ut docet Eulliyimius in sua Panoptéa, p. v. tit. 23, qui poslea, eum in E persisterot, jussn. impe- yaloris, rogo blasphemias suus expiavit, lieri orgo non potest, ut Gernuunus isle noster sit. autiquus illetiermanus Iconoclastaruur oppugualorinvietus. Nec refert. quod Cedremsin eompend, list. p. 242, et p. 957, ut. et Constantinus Harmenop. lib. De hires, dicunt, veteres luerelicos Massalianos (qui et Euehito et Eutluisiustu) Sppetaide esse Bogomi- los; non enim nozien hoc adepli sunl Missaliunia priu suo ortu, eum nee ab Epiphanio. nec à Tlicodoreto, Bogomilorum nomineappellentur, Sed. postquam Hogomilorum secla. exshtit, dorivalum esthoe nomen ad ipsos quoque Massalianos, eo quod secta Bogomiloreun esset purs seetar Massalia- morum. el c«m eor dojmaltitus magjare ear parte consentiens, ub inquit Warmeuopnlus, cecogéttistt- men nonnullis aliis, et queta peste, uL idem auctor Toquitur. Sientergoillo, qui Hussitis lathieranorum. nomen tribueret, oo quod Lutherani enm Hussilis jn non paucis capilibus conveniant; non negaret, Tlussilus uule Lutlierauos exslilisse, sed nomen re- centiustantummododerivaretad vestustiores heoc- tieos, propter similitadinem perlidim ; ila Cedrenus et llarmenopulus non negarunt Massalianos longe nntimniores esse Boromilis. sed auia Horxomili nlu- hiec: Cum Franci trajecissent in Asiam (quod sub Alexio Comneno factam), Nicarm Hithynie Turcis quai eam obtinebant ademplum, pro certo pretio ven diderent, tene et Bogomilorem exorta [uit haeresis auctore THasilio, qui medicus στιν ματι". Salis de exortu Boromilorum, ex quidus perspi- cuui fit; Germanum nostrum diversum esseab illo veleri Germano, quod hoc eliam urguuiento osten- dilur quia germanus iste vixil eo lempore, quo Tali euni Constantiuopolitauis imperatoribus gra- vissima, οἱ infestissima bella Fo ges ul apparet ex aecrbo illo epilogo, queu in hae ipsa. oratione. contra Italos instituit, Non potest igitur atas hujus Germani ad us illa teinpora referri, sed ad po- sleriora, quibus Itali eum Greeeis pertinacissime de iuperio diuiearunl ; de quibus bellis copiose Clio- niates, Gregoras, alit. Tertio, Germanus isle vixil posLexeilatum sohis- mu iuter Grzeos ct Latinos, hoe est, postquam nalie sunt inter utrumquenationem quiestiones de processioué saueti Spiritus, de azymis, do jejuuio, et id genus aliis, quod mauifestum lil ex. oratione de restitutione imaginuin, ubi Germanus istestylum uspero stringit in Latinos ob quasdam jejuniorum consuetudines, Griecis. jüusilatas. At sanetus Ger- ! unanus conjunciissimo vixit eum ltomano pontifice Gregorio, utapparetex epistolis ab utroque ullro citroque datis, nec quidquam tune audiebalur de wllo schismate inter Graecos el Lalinos, quod ad quiastiones nupe iptereosdein controversas ailinel. Fieri ergo nequit, ntüermanusiste sib vetus ille Germanus, apud Latinos:quo ae Griecos longe cla- rissimus. Quis igilur Germanus isle, €( quo tempore vixil? Omnino Germanus auetor hari bomiljarum, ille ipse ost eujus meminit Grogoras, lib nr. Z/ist. 4, iol.25, his verbis: Πρὺ βραχέος dyUr γενόμενος εξ ἀνηρώπων ὁ rempeipeni ipw, dwip σύνττος, καὶ ἀρέτῃ xul λήύγῳ τῶν f)» γυσμήσος Paulo ünted ex vivis decesserat patriarcha. Gcrmanus, oir gqpridens,qui et virtute et doctrina eitam ornaverat. Suecessorem habuit Arsenium monachum, ul idem Gregoras ibidem seribit, postquam sedisset annos vii, ut habetur in manuseripto Catalogo imperato- ) rum et patriarehurum.| Constantinopolitanorum, qui adjunetus es! libello De ordinibus Constanteo- qolitanis inscripto, el sub Georgii. Codiui uoniue mon ita. pridem edito. Notat idem. Genebrardus. in sua CAronotogia ; licet Qnuphrius in CAronico tri- huat Germano snecessorem Mothodinm hoenomine secundum. lisse autem hune Germanum auctorem harum bomiliurum, demonstro primum inde, quia in tine hujus oratiouis, quam pre inauibus habe- anus, vocaLimuperatorem .subquo vi ebal Joannem, δ. μία! illi faustos successus conl Lalinos, el proxlient ejusdem eontra eosdem. proelia. οἱ faeta, heroica. Al Joannes iste alius non est, quam Joan- neslucus,qui capta a Latinis Gonstantinopoli, rebusque Grecorum inirum in modum afilictis, se- dem imperii in Asia posuil, paululimque res Grie- coru collapsas in melius restituere σῶμα, Scribit quidom ( werk κύκλον, for. μετὰ χύχλον, wel. μεγαν χύχλον,

col. 647–648page 80 of 83

. Ceterum paree, non ad satietatem, neo nisi àd . gusturu, nunc aulem lautius et copiosius id facere oportet, si princeps vite novi Israelis Ghristus, qui el ad supernam Jerusulem nos deducit, virga vir- [ulis Sut *, qui ost erux, arentem meum animum pereusseritTune enim per gratiam suam vestras nures exsatiabit abunde, effusa aqua benedictionis, non contradictionis. Ilinc ergo dicendi initium su- memus. Cum saerarum Litterarmm paradisum perlustro, duo ligna reperio propriis et dislinolis nominibus, b aliis, quie erantin Edem, lignis innominatis, se- junete : (gnum scientie et lignum vita. Quorum illud primis parentibus propositum eral quasi in adversarium ; hoe verorepositun eratiu prieniium, Sicenim visumfuit Agonotueti et certaminis pracsi- ] di ne mens hominum sinelucta langueseeret,doses- queetextra omnem pugnaaleam degeret; nam ejus- modi vila, oniui profectu caret, nec ullam coronam parit. Extendit ergo lignum. scientie velul. znanus quasdam, ad manubriiapprehensionem,suavitatom et pulehritidiaemu [ruelus, hominemque et oculis, etlingua traxit, nt illo [tuctu. frueretur, qui ei magnam eladem allaturus eral, si intemperantia devictus eumdem gustassel, quod el eveuit ; nau suceubuit. Gum enim fruetus hujus assullibus quasi obsideretur, manus eupiditali dedil, enptus- que et in servitulein reductus est infelix, et. miso- rabilis houro: et ex hoc tempore a ligno vile, exoptatissimo illo vieloribus pranio, excidil, et al ejuscommunione repellitur, ahjectns et confusione plenus : vivere vero jam peccatam incipit, et. do- minalur ad Adan isque ad Moysem , ul ille iu ecelum raptus Paulus disserit, per Afoysere legear intelligens, quie hujus. ministerio !sragli dala est, l'orro vite appellationem accipit muliera viro post lransgressionem et malediclionem ; nam eun ex ecelesli eL iminorlali vitu exeidissent, facti sunt primi pareates noslri auelores hujus tot incommo- dis et peceatis obnoxim vila. In iniquitatibus enim. conceplus sum, el in peecatis. concepit. me mater mea! Eva ; quia ipsa materest omnium, qui in hae eorruptioni exposila vila degunt, Iac quidem in hune modum sese habebant ; et ego pre ignavia implicor et illaquoor ligno scien- lise, el casu gravi corruo, eta ligno viteabistralior, I jaumque nil nisi morlalilatem redoleo, Quid. enim. immoralilas eur nortalitale commune. habet? Exsurgit autein inihi allera ex parle aliud lignmo, manusque remissas ot genua dissoluli ex ruina excital; num virga virtutis crux a Davide picta esl. Quam vero admirabilis est reparationis jpsius mo- dus ? Comunovelur propriis visceribus ad miseri- eordigu Dominus et Agonotheta. nosler; neque sustinet videre figmentum manum suarum eujus gralia lotam rerum universilatem, e(quidquidin ea contiuelur, condiderat, demonum manibus illudi, $Dan| ue 9 Mam uc x«s —dakü*9uam UR ORO *Psal cx, 2. — 5 Gen.:,17, 19 Rom. 0, 14, — !! Psal, τ, 7.

col. 651–652page 81 of 83
PG 140:651Ὁρᾶτε οἷον ἀρετῆς παιδευτήριον ὁ σταυρός, Ὁρᾶτε πῇ φέρει τοὺς μιμητὰς ἢ τοῦ Χριστοῦ σταύθωσις, Εἰς οὐρατὸν ἀνάγει, Οὐρανωπολίτας ποιεῖ, κληρονόμους Χριστοῦ, Ὡς προσχυνητὸν μοι τὸ ξύλον τοῦτο, ὡς ἀσπαστὸν, ὡς σεύάσμιον, ὡς ἔγωγε καὶ εἰς οὐρανομήχη τοῦτο θεχμάτίξομκι κλιμάκα, ἐν ἦ Χριστὸς ὑπεστήριντο. Νεκρὸς γὰρ ὑπῖο τῆς ἐμῆς ζωῆς γεγονὼς τῷ σταυρῷ συυντίχετο ἀνθοωποπρεπὲς, καὶ ϑδιάξετο, μὴ καὶ καταῤῥεύσῃ πρὸς γὴν ὑπενδιδοὺς διὰ τὸ ἄψυχον, ἃ τῇ θεότητι πώντα συνέχων καὶ τοῖς νεκροῖς ἐμπνέων ξωὴν, "Αγγέλοι δέ ἀνέδαινον καὶ κατέβαινον ἐπὶ ταύτην τὴν κλίβσκα. Ὑπανέβαινων γὰρ πῶς, βραχύ τι παρ' αὖ' τοὺς ἡλαττωμένου τοῦ Ἰησοῦ, καὶ τεταπεινωμένον διὰ τὸ πύθημα τοῦ θανάτου. Γορηγὸν δ᾽ αὐτίκα κατἐθανον κατάβασιν ἀπείρου, ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς, χαὶ ἐξουσίας ἀγγελικῆς τὸν σταυρούμενον θεω ροῦντες, Καὶ τί γὰρ ὄτερον, ᾧ ποιητὴν ἑαυτῶν, καὶ ϑεσποτὴν, καὶ Κύριον τῆς θόξης τῷ Πατρὶ συμπροσκυνούμενον χαὶ τῷ Πνεύματι; Ὑποχάτω δὲ τῆς κλίμακος ταύτης ὃ οἰκουμενικὸς πατριάρχης καῆεὐδει τὸν πολυχρόνιον ὕπνον ὁ Πατὴρ πόντων, τῶν ζώντων, χαὶ ἄρχον τῶν ἀπ' ἀρχῆς πατριῶν ὁ ᾿αϑάμ, Καὶ λιῦος ποὸς κεγαλῆς αὐτοῦ, εἴπερ τόπος τοῦ Κρανίου τὸ Αιθόστρωτον χέκληται. ᾿Νξ ὕψους τούτον ποὺς ἕτερον υψος ὁ λόγος μοὸὺ ἀνατρέχει χαὶ τῆς δεσποτικῆς ἀκούει λεγούτης γωνῆς Καθὼς ὕψωσε ΜΝωῦσὴς τὸν ὄψιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον, --τ ὡς ἐμεγαλύυνύη τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου σφόδρα ἐβαούνθησαν οἱ διρ)ογισμοὶ που, ᾿Ανὴρ ἄφρων οὐ ἡνώσεται, χαὶ ἀσύνετος ο συνήσει ταῦτα, ;Πθελον ἄρτι καὶ Ἰουϑαίους καὶ μργομίλονς παρεῖναι, καὶ τοῦ λόγου ἐπυκροάσθαι ἐλέγχοντος τήν κατὰ τοῦ πανευφήμου σταυροῦ δυσψημίαν αὐτῶν, ᾿Αλλὰ τὶ κοινὸν τῇ χχλησέκ. τοῦ Θεοὺ καὶ τοῖς ἐννεοῖς τούτοις κυσί ; ὡς φησιν ὁ προφήτης χαὶ ἄλλως γὰρ ἀναχόπτει μου τὴν πρὸς τοῦτο πρόσχλησιν τῶν βεβήλων τούτων ἀνδρῶν ὁ ψαλμὸς, ἀποφαινόμενος, ὡς ἀνὴρ ἄφρων ᾿Ιουδαῖος οὐ γνώσεται, καὶ ὀσήνἔτος Βογόμιλος οὐ συνήσει, Ἐπεγκαλέπετε δὲ, μοι χαὶ ὑμεῖς, ἐὰν τὸν ρτον τῶν τέκνων ὑμῶν λαβὼν ἐπιδώσω τοῖς κυνσρίοις, ᾿Δλλ'΄ ἐκεῖνοι μὲν ἐῤῥέτωσὰν ἐς χύρακας τοὺς νοητοὺς, οἱ παμμίχροι, ὡς τα θνησιμαῖα χαὶ θρήνων ἄξια πτώματα, καὶ ὑπ᾽ αὐτῶν τοὺς φνυχιχούς ἐξορνττέσθωσαν ὁ αλιούς, τῷ ὄντι γὰρ οὐχ ἔγνωσαν οὐδὲ συνῆκαν: ἐν ὰρ σχότει διαπορεύονται. Ὑμᾶς δὲ τὰ τέχνα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς θρώψονμὲν τῷ ἄρτῳ τῷ τρέφοντι τὸς ὑνχὰς, εἰς ὃν ἄρτον τὸ ξύλον ἐμθάλλομεν τοῦ σταυροὺ, οὐκ εἰς συντριφὴν, ἀλλ εἰς σύπτασινν Πάλιν οὖν λεγέσθω τὸ Εὐαγγέλια '" Καθὼς ὕψωσε τὸν ὕφιν Μωσῆς ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἂνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπό
col. 653–654page 82 of 83
PG 140:653Καὶ ὅτι ταῦτα περιέχει τὸ Θεῖον Xópntolor- xal περὶ vw. περιεκτικῶν dpstüm.
col. 659–660page 83 of 83
PG 140:659Εἰς τὴν πρώτην Κυριχκὴν 18) τῶν νηδτειῶν καὶ εἰς τὸν τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰχονὼν ἀναστήλωσιν, 1, ρ. 4370 » Ὡς ἀγοπυτὰ τὸ σκηνώματά σου, Κῦρις τῶν δὺγάμεων" ἐπιποθεῖ καὶ ἐπλοίπει ἢ ψυχὴ μὸν εἰς τὸς αὐλὰς τοῦ Κυρένω, » οὐχ ἕνεκα κάλλους κτισμάτων, καὶ τοίχων ὑκομηστίας, χαὶ μαρμάρων στελπνότην τος, καὶ τῶν ὅτα χειρίπογος ἄνθρωπος ἐψιλοτέχνητεν ἁρμοσάμενος εὐωνῶς, Ταῦτα γὰρ ἐν δευτέρῳ χεῖνται παρὰ Θεῷ, αἱ λόγος τῶν ἀψύχων τούτων μεκρός. Τὸ ὅὲ προηγουμένως περιμώχωτον τῷ Δεαπώτῃ, καί πάσης φροντίδος κρινόμενον ἄξιον ὁ ἄνθρωπος, τὶ πολύτιμον Χρῆμα καὶ τοῦ πυντὸς τιμώμενον τῷ Θεῷ ὁ οὐρώνιος καὶ ἐπέγειας, καὶ σύνδεσμος οὐρᾳνίων καὶ τῶν ἐπλεγείων, ὁ μιαρὸς χόσμος καὶ δὲ ὃν ὅπως ὃ χάσμος, Εὶ μὲν οὖν τὰ σκηνώματα τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπων πλόύουσι χνί ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίον, καί ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἡμῶν πεφυτευμένοι εἰσίν οἱ διχαιωθεντες τῷ αἵματι τον Χωιστοῦ, καὶ ἀνθουσε μὲν ὡς ψοῖνιξ, καί οσεί κὠδρος ἐν τῷ Διδώνῳ πληθύνονται, ὄντως ἀγαπετώ τὰ σχενώματα ταῦτα, Καὶ οὐδ᾽ ἐπίγεια ταὐτὰ τις δεκαιώσει κωμῶν, Ὃ γὰρ τῶν ὅλων Βασιλεὺς ἐνωικὸς ἐστι τοῖς τοιούτοις" ὅπον ὅε αὐτός, ᾿ ἐχεῖ χαὶ τὰ οὐράνια τάγματα, χαί τῶν φλογοειδῶν ἀγγένων τὸ στοάτενμα. Ὡς ἐγωγὰ, εἴπερ ποτὲ τοῦ ἔτους, σήμερον ἠγάπησα τὸ θεῖον τοῦτο και ἑερὸν σχήνωμα" πεπλήρωται γὰρ ἀνθρώπων οὕτω πολλῶν, ὡς καί τοῦ νανῦ σχεδὸν ὑπὲρ εῖτθσι, οὑτως προσ πνωμένων τῷ πρὸς Θεὸν συνδέσμῳ, καὶ πρὸς ἑαυ- 86 [ππὶ υἱάδαμετβ αυΐθι ΘΟ, τα πη ΟΠΠ|8 ρει! νοίος εἰγίφιαιο πη ΠΠ|68. δἰ αιμα!α. Οἰν σονρονὶβ πιδείρα εὔδεοσγαμι, μο ας ἐμ θσον σθαι ξοιοι! ὁ, τηνεν . δαμθία, ἰμ οί, ἱμροδι μα, ΘΌΣΟμα, πη θϑοι μνοοΟἰδρδῖβ. σΆρα!, Οὐρίαν ρότθὸ ἐϑὲ δι ςογυῖχ δανϑ πὰ θνν ΨΟΡΡΟΓαΙ Ωγ, αἱ δθῆυν Σ ἴοι δαρ᾽υθανεῦ λ [αΓ 5185 Θἱ Θοπε δ πἐἴΔη) ἀίχαθ ματι αΐθτη δρίβ-- Ῥὰϑ τπᾶβῆα Ἀπ ογάἀϊηδίαϑ, τη! ααίάθπι ἈΠὰ ΥἱριαΠθι. 815 ἀἶμτια π; 884 Ῥχωοίραθ ἰὴ 115, ἀυῶ αά τοσίατη ἤάοπι ρενίποηί, γο α!βίι. Ὀοδοια δπίπι ΟΠ] ἀσῃ ΘΠ ] Υ πού βοχοθηξογαπι ἐγ ρίηία Ῥαϊγαπι δάνογβιβ δογαπι Βγοδίμη, ααἱ πᾶ ἐπὶ Ομγῖϑιο παασατη ἀϊοθθάπι, οἾ πὶ ἢϊ γϑυὶ Γαζθα ρυθθἀἰοᾶγοπι, πθὸ ἰάπηθη Ππογθίϊοὶ σα υΐθβοογα γ]- Ἰδπί, Ῥ! θυ οπιπίθα, αὐ αυϊά χα [ βαποιβοὶ-- πὰς Ποπι ρᾶραὰ ἀἰχίπδοί, [ὰ ταίαπι Πυιπαιπι 8 ΠὰΒογείαγ. Βοραίας ἸαααθΡαἰγῖθα, Πρατηψαθ ρτθοαίιιδ, Θοπβογίρϑί! θρϑίοϊατα, ἴῃ υὰ νου ϑίοπὶ χῬοπθηβ, ἀμ ἰὴ Ομ τδίο παιαρὰβ ριϑάϊσαθαϊ, αδτῃ οὐ μοάοχὶδ ΘΟ! ασηηδπι δε άραηΐ, Ροδὶ ἢθο τηᾶΒθυ 1,60 ἰγδηβδοίδ β πο 155 π|8 ν᾽, ἴῃ ρᾷ αι ΐθ- γῆ.
Page scan enlarged

Notebook

Full View