Homily IHomilia Prima
col. 625–626page 16 of 83
PG 140:625εὐκαιρία παρακαλοῦσι. Κἀγὼ διάρας κύκλῳ ὀφθαλμούς, καὶ ἰδῶν μου συνηγμένα τα τέκνα στέρι αὐτῶν τῇ Ἐκκλησίᾳ, σκιρτώ μεν ύφ 5, καὶ χαρμονῆς ἀμέτρου πληρούμαι, ἐνηθο τῷ καλῷ τούτῳ χίματι του λαού, οἱονεὶ κυ κουμένῳ καὶ περικλύζοντι προσηνώς τὸν ἱερὸν ἱ σκόπελον, ἐφ᾿ ὃν ἐπιβέβηκα· ὅτι δὲ πτωχός ένης εἰμὶ, ἡ τῶν λόγων ἀρτοθήκη κεκένωταιν μοί, καὶ θέλων τρέφειν τα τέκνα οὐκ εὐπορῶς μαι σφόδρα, καὶ δρίμεῖα μοι οδύνη μέσῃ τῇ . πτωχός και αλγών νω, καὶ, ἡ καρδία μου τετάρακται εντός μου, ἐν Ψάλτην εἰπεῖν βασιλέα. σάψει δε μοί τις προσφέρω; ἀποτεμὼν τῆς Η προφητείας ἐκεῖνο τὸ λόγιον, ὁ δὲ περί ὐτῷ πρὸς τούτο πενίαν· καὶ ἀποκριθεὶς λέγε ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἐμεῖς οὐκ ἔσομαι αρχηγός ἐστιν ἐν τῷ οἴκῳ μου άρτος, οὐδὲ ἱμάτιον. γὰρ στηρίζειν καρδίας ανθρώπων τῷ ἄρτῳ τῶν ισχύομεν, ούθ' ὑφαίνειν χιτώνας ἔχομεν εύ προϋπόκεινται καὶ τῆς ὕστερον ἐπιβεβλημένης ἡ τῆς εὐαγγελικῆς, ἐν ᾗ τὸ ποικιλτὸν πολύ καὶ χρυσον, δι' ὧν ασχημοσύνη ψυχῆς συγκαλύ καὶ γύμνωσις περιστέλλεται. Διὰ ταῦτα καὶ εχὴν ἀνεξαλλόμην καὶ ἀναδυόμην προς το λει αν βεγόμενος κατ'CONTRA BOGOMILOS.
· εὐκαιρία παρακαλοῦσι. Κἀγὼ διάρας κύκλῳ hortanturque, ut dem illis escam in tempore oppor
ὀφθαλμούς, καὶ ἰδῶν μου συνηγμένα τα τέκνα
στέρι αὐτῶν τῇ Ἐκκλησίᾳ, σκιρτώ μεν ύφ
5, καὶ χαρμονῆς ἀμέτρου πληρούμαι, ἐνηθοτῷ καλῷ τούτῳ χίματι του λαού, οἱονεὶ κυκουμένῳ καὶ περικλύζοντι προσηνώς τὸν ἱερὸν
ἱ σκόπελον, ἐφ᾿ ὃν ἐπιβέβηκα· ὅτι δὲ πτωχός
ένης εἰμὶ, ἡ τῶν λόγων ἀρτοθήκη κεκένωταιν
μοί, καὶ θέλων τρέφειν τα τέκνα οὐκ εὐπορῶς
μαι σφόδρα, καὶ δρίμεῖα μοι οδύνη μέσῃ τῇ
. πτωχός και αλγών
νω, καὶ, ἡ καρδία μου τετάρακται εντός μου,
ἐν Ψάλτην εἰπεῖν βασιλέα.
σάψει δε μοί τις προσφέρω; ἀποτεμὼν τῆς
Η προφητείας ἐκεῖνο τὸ λόγιον, ὁ δὲ περί
ime psuyovtos mpootaciau havý ôik cày ¿youὐτῷ πρὸς τούτο πενίαν· καὶ ἀποκριθεὶς λέγε·
ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἐμεῖς οὐκ ἔσομαι αρχηγός
· ἐστιν ἐν τῷ οἴκῳ μου άρτος, οὐδὲ ἱμάτιον.
γὰρ στηρίζειν καρδίας ανθρώπων τῷ ἄρτῳ τῶν
ισχύομεν, ούθ' ὑφαίνειν χιτώνας ἔχομεν εύ
προϋπόκεινται καὶ τῆς ὕστερον ἐπιβεβλημένης
ἡ τῆς εὐαγγελικῆς, ἐν ᾗ τὸ ποικιλτὸν πολύ καὶ
χρυσον, δι' ὧν ασχημοσύνη ψυχῆς συγκαλύ
καὶ γύμνωσις περιστέλλεται. Διὰ ταῦτα καὶ
εχὴν ἀνεξαλλόμην καὶ ἀναδυόμην προς το λει
pa. Kai yous önry the quipas oxu
'
al.
tuno 1. Et ego oculis undique circumactis, vidensque filios meos ad matrem suam Ecclesiam collectos, exsilio præ voluptate, et immensa lætitia compleor, delectatus insigni hoc confluxu populi, qui
instar undarum ferit et leniter circumluit sacrum
hunc scopulum, in quem ascendi. Quia vero inops
et pauper ego, omnisque orationis copia jam consumpta est, volentemque cibum præberefiliis meis
facultas destituit, mirum in modum angor, acerbusque dolor medium cor meum occupit. Sic
pauper et dolens ego sum.?, et cɔr meum intra me
conturbatum est "ut cum regio Psalte loquar.
Commode autem objecerit mihi quispiam illud
ex Isaiæ prophetia dictum quod de quodam protulit, qui præfecturam populi refugiebat, propter
eam qua laborabat inopiam et respondens ait: In
illa die dicet: Non ero dux, non enim est in domo
mea panis, neque vestimentum ', neque enim possumus pane orationis corda hominum confirmare;
neque scite et eleganter tunicas texere novimus
ex Veteris Scripturæ quasi staminibus, quæ subster
nuntur ei, quod postea interitur Evangelio tramati
seu subtegmini, in quo illud variegatum et deau.
ratum consistit, quo animæ nostræ verecundi contegitur, et nuditas velatur. Propterea magistratum
quoque initio inire cunctabar, et ministerium hoc
detractabam, totoque die moestus incedo, et ob pe-
• Isa. III, 7.
CH, 27. 2 Psal. LXVIII, 30. 3 Psal. xxxv, 11.
m Nicephorus Gregoras, lib. iv, de alio Gerpatriarcha Constantinopolitano, successore
i; sed huic homilie ista attribui nequeunt,
osterioriste floruit sub Michaele Palæologo,
bem recuperavit, et postea sub eodem impepatriarchatu cessit, successore relicto Joseonacho, teste eodem Nicephoro Gregora.Dein Catalogo patriarcharum Constantinop.
antea mentionem fecimus ponitur sub JoDuca imperatore può piyaç. Germaagnus,ut de ætate ejus nullum amplius duelinquatur.
ritatem secuti, quam ego rationi, et aliorum auctoritati longe majori non injuria posthabeo.
De Bogomilis contra quod Germanus disputat ita
Constantinus Harmenop. lib. De hæresibus: Significat Bogomilit juxta Mysorum linguam, qui Dei
misericordiam implorat. Nicetas, tom. XIX Contra
hereses (exstat manuscriptus in Bibliotheca Bavarica): Bɔy & Toy Boulagásos ghosta zakai Tóy
As out to thiggoy. Eig o αν βεγόμενος κατ'
AUTOD; TOÙ (HIOÙ TOY ELEGY ÉRIOR. Bog Bulgarorum lingua Deum vocat, miloni vero,Miserere, ut
proinde Bogomilus idem sit ac misericordiam Dei attrahens.
est autem hic prætereundus error Cedreni,
i, qui Gregorium pontificem Romanum eum
o sacris imaginibus cum sancto Germano
cha Constantinopolitano adversus Leonem
m egregie pugnavit. Ahoye vocat; cum
ius Germani æqualis fuerit hoc nomine se3, is autem quia Græcis Dialogus appellaol dialogos de Vitis sanctorum Patrum Itase conscriptos, et in Græcam linguam a Zapontifice conversos) sit Gregorius Magnus,
mine primus. Qua Dialogi appellatione
atur itidem Gregorius Magnus ab Jeremia,
reha Constantinop; cap.12 ejus libri,quo de
na Lutheranorum censurami tulit: ubi Tuses deceptia Cedreno male id accipiunt(in
o ad marginem) de Gregorio, qui tempore
3 Iconomachi floruit, cum accipiendum
Gregorio Magno, cui omnes recentiores
ut Gennadius, Bessarion, Dialogi nomen
nt ut et Damascenus, seu quisquis ille
est Orationis pro fidelibus defunctis inter
Damasceniet Luitprandus episcopus Cremo-
; in legatione ad Nicephorum Phocam, edionis Magni imperatoris nomine, livet CaSigonius et alii docti viri Gregorium II Dianomine indigitent; forsan Cedreni aucto-
De erribus Bogomilorum hæc paucis Harmenopulus: Veteris et Novi Testamenti libros repudiant,
una cum exposito in cis Deo.quasi qui per afflatum
Satanæ scriptifuerint; septem duntaxat exceptis, in
quorum numero et Evangelium est. Hos ipsos quoque
libros falso interpretantur, et sacrilegis exsecrandis
que sensibus ad ea, quæ ipsis videntur, detorquent.
ignominia crucem divinam afficiunt,veluti que Dominumnecaverit. itidemque reverentia dignumillud
faciunt Dominici corporis atque sanguinis; quod qui
dem inhabitantium templis dæmonum sacrificium
appellant. Nam in omnibus sarris ædibus habitare
dæmones aiunt. Nostrum baptisma. Joannis; suum
vero.Servatoris esse dicunt.Solam vocant precationem «Pater noster,» cæteras repudiant, battologiam nominant. Deiparos dicunt illos, quotquot apud
ipsos hoc consecuti sunt, ut Spiritus sanctus in eis
habitet,quasiqui Nerbum in docendo gignant. Non
modo per somnum, sed vigilantes etiam videre se dicunt Patrem, ut senem, cui prolixa barha sit admodum: Filium et similem, qui recens primam lanuginem mutet: Spiritum sanctum, instar juvenis;cui
valde nude sint gene. Hæc Harinenopulus de Bogomilorum deliriis et blasphemiis.
col. 627–628page 17 of 83
PG 140:627πορεύομαι, καὶ πυκνά στενάζω ἐξ ἀπορίας. Φοβεῖ γάρ με ή φρικώδης ἐκείνη απόφασις, Επείνασα, λέγουσα, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν. Γυμνός ΐμην, καὶ οὐ περιεβάλετέ με. Οὐκ ἔστι δὲ μοι στόμα ανοιξαι καὶ μετὰ Παῦλον τὸν ἐμὸν νουθετῆσαι λαόν εἰπεῖν· Ἔχοντες διατροφὴν καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα. Οὐδὲ γὰρ αὐτὴν ἐγὼ ἐχορήγησα. Ὅμως δὲ καὶ οὕτως ἐνδεῶς ἔχων περὶ ἀμφότερα, πειράσομαι κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ θρέψαι τοὺς πει νώντας, καὶ περιβαλεῖν τοὺς γυμνητεύοντας, τὸ πᾶν τῆς ἐλπίδος ἐπικρεμάσας εἰς τὴν ζῶντα, καὶ τὸν ἐξ οὐρανοῦ καταβεβηκότα, και τῆς ψυχολέθρου λι μώξεως τὸν κόσμον ἐκλυτρωσάμενον. Ἔστι δέ αὐτός ἱμάτιον σωτηρίου, καὶ χιτών εὐφροσύνες ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑψαντός, ο πάντων των ἐξ ᾿Αδάμ περιστείλας τὴν γύμνωσιν. Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστον βεβαπτίσμεθα, Χριστὸν ἐνεδύμεθα. ᾿Αλλὰ τί τὸ συγκαλέ σαν τὸν ἐμὸν λαὸν ἐνταυθοῖ; Πόθεν ή καλή παράταξις αύτη; Κἀκ τίνος συνθήματος τὸ ἱερὸν συνεκροτήθη στρατόπεδον; Η πάντως, ἐπεὶ τὸ τοῦ παμβασιλέως σκήπτρον ἐνταῦθα σήμερον ανυψούται, καὶ ἡ τοῦ παντοκράτορος σημαία ἐπὶ βωμου τούτου τοῦ ἱεροῦ λαμπρά λαμπρῶς ἀναστήλωται, ἀκόλουθόν ἐστι καὶ τοὺς τοῦ παντοκράτορος στρατιώτας περὶ τοῦ το το σκήπτρον στρατοπεδεύσασθαι: Καὶ εἶγέ σου, λαὶ πιστέ τῷ ποιήσαντι, εἶχε τῆς πρὸς τὸν Δε σπότην εὐνοίας· εἶγε καὶ τῆς ὑπακοῆς. Τί οὖν ὦ καλοί στρατιωται Χριστοῦ, καὶ παρ εμβολή Θεοῦ ἐκλεκτή; ᾿Αρκεῖσθε μόνον τῇ ἐνταῦθα συνδρομὴ καὶ οὐδέν τι πλέον τοῦ προσκυνῆσαι τὸ τοῦ παμβασιλέως σκήπτρον ἐνδείξεσθε: "Η προθυμεῖσθε καὶ ὁπλα κινῆσαι καὶ πόλεμον συγκροτήσαι, καὶ ἀφιέναι βέλη κατὰ καρδίας τῶν ἐχθρῶν τοῦ βασιλέως ἡμῶν, καὶ τρόπαιον συτήσασθαι κατ' αὐτῶν, αὐτὸν τὸν ὑπ' αὐτῶν βλασφημούμενον σταν ρόν; Οἶδα ὅτι πρὸς παράταξιν ἤδη ἐπείγεσθε, καὶ ζητεῖτε τίνες οἱ ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ, ὡς ἂν τὴν πά σαν ὁρμὴν κατὰ τῆς αὐτῶν κινήσητε φάλαγγος, καὶ μέχρις αίματος αὐτοῖς ἀντικαταστῆτε καὶ δοξασθῇ ἐν ὑμῖν ἡ τὸν ἄδοξον δι' ἡμᾶς τοῦ σταυρού καταδεξάμενος θάνατον. Φέρε οὖν ἐνδύσωμεν ὑμᾶς τὰ ὅπλα τῆς πίστεως καὶ τῶν τῆς εὐσεβείας βελών εγκύμονα τὴν ἡμετέραν διάνοιαν ἐργασώμεθα, ἵν' ἔχοιτε κατ ακοντίζειν αὐτὰ τῶν θεοστυγών ἀνθρώπων καὶ μικρῶν, οὓς Βογομίλους βαρβαρικώτερον οἱ πολλοὶ ὀνομάζουσι. Πολλῶν γὰρ ὄντων ἐχθρῶν τοῦ σταυροῦ Ἰουδαίων, 'Αγαρηνῶν καὶ ἑτέρων, οἱ τοιοῦτοι γόμιλοι βδελυκτότεροι καὶ δυσσεβέστεροι πάντων τούτων εἰσὶ, καὶ στομα τοῦ διαβόλου προδήλως, καὶ πρόδρομοι τοῦ ἀντιχρίστου, καὶ τῆς ὅσον ἤδη παρ ουσίας αυτού κήρυκες ἔκδηλοι, καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀναμφίβολα σήμαντρα. Καὶ ὁ λόγος μοι οὐκ ἀμάρτυρος. Ἔχω γὰρ τὸν Παύλον συνηγορούντα μοι καὶ οὕτωσὶ γάσκοντα, ὅτι Ἐν ὑστέροις καιροίς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύματι καὶ διδασκαλίας δαιμόνων,GERMANI II CP. PATRIARCHÆ.
nuriam frequenter ingemisco. Terret enim me ter- πορεύομαι, καὶ πυκνά στενάζω ἐξ ἀπορίας. Φοβεῖ
ribilis illa sententia, quæ dicit: Esurivi, et non dedistis mihi manducare. Nudus eram, et non operuis
tis me 5. Neque enim mihi os aperire fas est, et exem
plo Pauli populum meum admonere, et dicere:
Habentes alimenta et quibus tegamur, his contenti
erimus: Neque enim victum ego vobis suppeditavi.
γάρ με ή φρικώδης ἐκείνη απόφασις, Επείνασα,
λέγουσα, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν. Γυμνός
ΐμην, καὶ οὐ περιεβάλετέ με. Οὐκ ἔστι δὲ μοι
στόμα ανοιξαι καὶ μετὰ Παῦλον τὸν ἐμὸν νουθετή
σαι λαόν
εἰπεῖν· Ἔχοντες διατροφὴν καὶ
σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα. Οὐδὲ γὰρ
αὐτὴν ἐγὼ ἐχορήγησα.
Nihilominus, quamvis in hac tanta inopia consti- Ὅμως δὲ καὶ οὕτως ἐνδεῶς ἔχων περὶ ἀμφότερα,
tutus, utrumque præstare conabor, quantum vires πειράσομαι κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ θρέψαι τοὺς πει·
ferunt, ut et esurientes pascam, et nudos vestiam, νώντας, καὶ περιβαλεῖν τοὺς γυμνητεύοντας, τὸ
omni mea spe ex illo, qui panis vivus est, suspensa πᾶν τῆς ἐλπίδος ἐπικρεμάσας εἰς τὴν ζῶντα, καὶ τὸν
qui de crelo descendit, mundumqueafame: animas ἐξ οὐρανοῦ καταβεβηκότα, και τῆς ψυχολέθρου λιperdente, liberavit; qui et ipse est vestimentum sa- μώξεως τὸν κόσμον ἐκλυτρωσάμενον. Ἔστι δέ αὐτός
lutis, et tunica laetitiæ ex calestibus contexta, qui ἱμάτιον σωτηρίου, καὶ χιτών εὐφροσύνες ἐκ τῶν
omnium Adami posterorum nuditatem texit. Qui- ἄνωθεν ὑψαντός, ο πάντων των ἐξ ᾿Αδάμ περιστεί
cunque enim in Christo baptizati sumus, Christum
induimus ¹. Sed quidnam populum meum huc convocavit? Unde ista tam insignis concio? Qua conventione sacer iste exercitus coactus est? An quia
cum sceptrum ubique regnantis Regis hoc loco hodie exaltetur, signumque omnia tenentis imperatoris eximium in hujus templi altari collocatum sit
et erectum, consequens est, ut et Imperatoris mi
lites et satellites circa hoc sceptrum castra ponant,
et tentoria figant? Macte popule fidelis Conditori.
Macte benevolentia erga Dominum; macte et obedientia.
Quid igitur, o egregii Christi milites, et electa
Dei castra? Num satis vobis erit huc convenisse,
λας τὴν γύμνωσιν. Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστον βεβαπτί
σμεθα, Χριστὸν ἐνεδύμεθα. ᾿Αλλὰ τί τὸ συγκαλέ
σαν τὸν ἐμὸν λαὸν ἐνταυθοῖ; Πόθεν ή καλή παράταξις αύτη; Κἀκ τίνος συνθήματος τὸ ἱερὸν συνεκρο
τήθη στρατόπεδον; Η πάντως, ἐπεὶ τὸ τοῦ παμβα
σιλέως σκήπτρον ἐνταῦθα σήμερον ανυψούται, καὶ
ἡ τοῦ παντοκράτορος σημαία ἐπὶ βωμου τούτου τοῦ
ἱεροῦ λαμπρά λαμπρῶς ἀναστήλωται, ἀκόλουθόν ἐστι
καὶ τοὺς τοῦ παντοκράτορος στρατιώτας περὶ τοῦ
το το σκήπτρον στρατοπεδεύσασθαι: Καὶ εἶγέ σου,
λαὶ πιστέ τῷ ποιήσαντι, εἶχε τῆς πρὸς τὸν Δε
σπότην εὐνοίας· εἶγε καὶ τῆς ὑπακοῆς.
Τί οὖν ὦ καλοί στρατιωται Χριστοῦ, καὶ παρ
εμβολή Θεοῦ ἐκλεκτή; ᾿Αρκεῖσθε μόνον τῇ ἐνταῦθα
neque quidquam amplius praestabitis, quam ut Regis συνδρομὴ καὶ οὐδέν τι πλέον τοῦ προσκυνῆσαι τὸ
sceptrum adoretis? Num et arma sumere cupitis,et
bellum inire, et tela jacere in corda inimicorum
Regis nostri? Ipsamque, quæ ab illis blasphematur
et calumnis incessitur, crucem, tanquam tropæum
contra illos erigere? Scio vos jam ad conflictum
properare, et quærere, quinam sint inimici crucis.
ut totum impetum contra illorum cohortem dirigatis, eisque ad sanguinem resistatis, et glorificetur
in vobis ille; qui propter vos in gloriam crucis mo
tem subiit. Age igitur induamus vos armis fidei,
vestramque mentem prægnantem pietatis telis efficiamus, ut jaculis impetere possitis Deo invisos et
scelestos homines, quos multi barbare Bogomilos
nominant. Cum enim multi sint inimici crucis, Judi, Agareni, et alii, omnes tamen istos abominatione et impietate longe superant Bogomili, quos
manifestum est esse os diaboli, et præcursores
Antichristi, et ejus jam instantis præsentiæ perspicuos præcones, et consummationis mundi non dubios indices. Nec sine teste hoc dico. Habeo enim
Paulum mihi consentientem, dum ita scribit; In
novissimis temporibus discedent quidam a fide,alten
dentes spiritibus erroris, et doctrinis dæmonum.in
hypocrisi loquentium mendacium et cauteriatam ha
bentium suam conscientiam; prohibentium nubere,
abstinere a cibis,quos Deus creavit ad percipiendum
τοῦ παμβασιλέως σκήπτρον ἐνδείξεσθε: "Η προθυ
μεῖσθε καὶ ὁπλα κινῆσαι καὶ πόλεμον συγκροτήσαι,
καὶ ἀφιέναι βέλη κατὰ καρδίας τῶν ἐχθρῶν τοῦ
βασιλέως ἡμῶν, καὶ τρόπαιον συτήσασθαι κατ'
αὐτῶν, αὐτὸν τὸν ὑπ' αὐτῶν βλασφημούμενον σταν
ρόν; Οἶδα ὅτι πρὸς παράταξιν ἤδη ἐπείγεσθε, καὶ
ζητεῖτε τίνες οἱ ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ, ὡς ἂν τὴν πά
σαν ὁρμὴν κατὰ τῆς αὐτῶν κινήσητε φάλαγγος, καὶ
μέχρις αίματος αὐτοῖς ἀντικαταστῆτε καὶ δοξασθῇ
ἐν ὑμῖν ἡ τὸν ἄδοξον δι' ἡμᾶς τοῦ σταυρού καταδεξά
μενος θάνατον. Φέρε οὖν ἐνδύσωμεν ὑμᾶς τὰ ὅπλα
τῆς πίστεως καὶ τῶν τῆς εὐσεβείας βελών εγκύμονα
τὴν ἡμετέραν διάνοιαν ἐργασώμεθα, ἵν' ἔχοιτε κατ
ακοντίζειν αὐτὰ τῶν θεοστυγών ἀνθρώπων καὶ
μικρῶν, οὓς Βογομίλους βαρβαρικώτερον οἱ πολλοὶ
ὀνομάζουσι. Πολλῶν γὰρ ὄντων ἐχθρῶν τοῦ σταυροῦ
Ἰουδαίων, 'Αγαρηνῶν καὶ ἑτέρων, οἱ τοιοῦτοι
γόμιλοι βδελυκτότεροι καὶ δυσσεβέστεροι πάντων
τούτων εἰσὶ, καὶ στομα τοῦ διαβόλου προδήλως, καὶ
πρόδρομοι τοῦ ἀντιχρίστου, καὶ τῆς ὅσον ἤδη παρουσίας αυτού κήρυκες ἔκδηλοι, καὶ τῆς συντελείας
τοῦ αἰῶνος ἀναμφίβολα σήμαντρα. Καὶ ὁ λόγος μοι
οὐκ ἀμάρτυρος. Ἔχω γὰρ τὸν Παύλον συνηγορούντα
μοι καὶ οὕτωσὶ γάσκοντα, ὅτι Ἐν ὑστέροις καιροίς
ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως, προσέχοντες
πνεύματι
καὶ διδασκαλίας δαιμόνων,
* Matth. xxv, 42, 43. * I Thim. v1, 8. Galat. 11, 27.
col. 629–630page 18 of 83
PG 140:629ὑποκρίσει ψευδλούγων, κεκαυτηριασμένων τὴν ἰδίαν συνείδησιν, κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέ χεσθαι βρωμάτων, ο ὁ Θεὸς ἔκτισεν εἰς μετάληψιν μετ' εὐχαριστιας τοῖς πιστοῖς καὶ ἐπεγνωκό σε τὴν ἀλήθειαν. Ὅτι πᾶν κτίσμα Θεού καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον. Ταύτα κηρύττοντες νῦν οἱ ἀποστάται τῆς πίστεως καὶ λατρευταὶ τῶν πνευμάτων τῆς πλά νης, καὶ δαιμόνων διδασκαλίαις προσέχοντες, φανερῶς παριστῶσιν ὅτι περ οἷς ὁ Παῦλος ὑστέρους λέγει καιροὺς, οὗτοί εἰσι, καθ᾽ οἷς τὰ μικρὰ ταῦτα καὶ δυσσεβείας μεστὰ φλυαρούνται διδάγματα. Λέγει δὲ καὶ ταῦτα ὁ αὐτὸς ᾿Απόστολος ἐν τῇ πρὸς Θεσσαλονικεῖς δευτέρα επιστολή • Μή τις ὑμᾶς ἐξαπατήσῃ κατὰ μηδένα τρόπον· ὅτι ἐὰν μὴ ἔλθε ἀποστασία πρῶτον καὶ ἀποκαλυφθῇ ό ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ὁ ἀντικείμενος. καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λε γόμενον Θεόν ἡ σέβασμα, ὥστε αὐτὸν εἰς τὸν ναόν τοῦ Θεοῦ ὡς Θεόν καθίσαι ἀποδεικνύντα ἱαυτόν, ὅτι ἐστὶ Θεός. Περὶ τίνων οὖν, ἔφη, ότι ἐὰν μὴ ἔλθῃ πρώτον ἡ ἀποστασία; Περὶ αὐτῶν, οἶμαι, των Βογομίλων, περὶ ὧν καὶ πρὸς Τιμόθεον γράφων εἰρέχει, ὡς ἀνωτέρω δεδήλωται, ότι απο στήσονταί τινες τῆς πίστεως. Οτι δὲ τὸν ἔννομον γάμου κωλύουσι, καὶ ὅτι πάντων βρωμάτων ακα θαρσίαν καταψηρίζονται, καὶ ὅτι θεὸν κηρύττουσι τὸν διάβολον οἱ διαβολιανοὶ τῷ ὄντι Βογόμιλοι, καὶ τὴν δημιουργίας του φαινομένου κόσμου τούτῳ ἀποχαρίζονται, ἔξεστιν αὐτῶν λεγόντων ἀκοῦσαι. 'Αλλ' ὢ τῆς ἀνοχῆς του, Χριστέ βασιλευ! ὢ τῆς πάντα νοῦν νικησάσης μακροθυμίας σου! ἀληθινέ δημιουργέ καὶ ποιητά πάσης κτίσεως, ὁρωμένης τε καὶ ἀοράτου, ὅτι τῶν τηλικούτων ἀνέχῃ βλασφημιών Καὶ ἔτι τοὺς κεραυνούς ἐπέχεις καὶ συνέχεις τὴν γῆν, καὶ οὔτε τούτους κατακοντίζεις των μικρών κεφαλών, οὐ ταύτην ἀνοίγεις καὶ κατάγεις τοὺς ἐναγεῖς, ἀνθιστώντας τῷ πιστῷ του οικέτη Μωσή θρασύτερον ἢ οἱ περὶ Δαθὼν καὶ ᾿Αβειρών. Καὶ σὺ τιμῶν τὸν οἰκέτην του το χάσματι τούτους συγχα λύπτεις τῆς γῆς. ᾿Αλλότριον πύρ οἱ παῖδες τοῦ Ααρών τῷ θυσιαστηρίῳ προσφέρουσι, καὶ ὁ οὐ ρανὸς ἄνωθεν ἔκδικος πυρεκβολῶν ἀστραπάς κατά τούτων τῶν ὑβριστῶν. Τούτων δὲ τῶν ἀθέων, οὐ κατὰ Μωσέως άνθισταμένων, ἀλλὰ κατὰ τοῦ παμ βασιλέως καὶ παντοδυνάμου Θεοῦ, καὶ σεαυτὸν τῶν σών πονημάτων καὶ δεσποτείας καὶ προνοίας έξοι κιζόντων, συνέχεις ἔτι το στόμα τῆς γῆς, καὶ οὐκ ἐῆς καταποθῆναι τοὺς μικρούς. Οὐκ ἀλλότριον προσ φέρουσι πύρ, αλλά δημιουργόν χειροτονούσιν αλλό τριον εἰς τὰ τῆς χειρος σου ποιήματα τὸν ἀντάρτην καὶ ἀποστάτης του, ὃν ὑπὸ τοὺς πόδας τ ἡ δὲ κατὰ τούτων ἐκτέφρωσις; Τί ἔτι καὶ μέλλεις; ᾿Αλλὰ τὸν μὲν ἄλλον τῆς αἱρέσεως αὐτῶν βόρβορον, καὶ τὸ πολὺ τῆς τοῦ στόματος αὐτῶν ἀποκλυ ζούσης ἀκαθαρσίας ἐν υπονόμω μετοχετεύσω τῆς σιωπής. Φόβομαι γὰρ μή ποτε τὸ πᾶν σήμερον ἐπιχειρῶν ἐξαντλεῖν δυσωδίας, τὸν εὐώδη τοῦτον τόπον πληρώσω, τὰς καλὰς ὑμᾶς περιστερὰς ἐξε σοι πεπιστευκότων ὑπέστρωσας. Οἱ δὲ κεραυνοί ποῦ;CONTRA BOGOMILOS
ὑποκρίσει ψευδλούγων, κεκαυτηριασμένων cum gratiarum actione fidelibus,et iis qui cognoveτὴν ἰδίαν συνείδησιν, κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέ- runt veritatem. Quia omnis creatura Dei bona est, et
χεσθαι βρωμάτων, ο ὁ Θεὸς ἔκτισεν εἰς μετάλη - nihil rejiciendum, quod cum gratiarum actione perψιν μετ' εὐχαριστιας τοῖς πιστοῖς καὶ ἐπεγνωκό cipitur. Hæc cum annuntient jam desertores fidei,
σε τὴν ἀλήθειαν. Ὅτι πᾶν κτίσμα Θεού καλόν, et cultores spirituum erroris, et dæmonum doctriκαὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανό nis attendentes planum faciunt, tempora, quæ Pauμενον. Ταύτα κηρύττοντες νῦν οἱ ἀποστάται τῆς lus novissima vocat, esse illa ipsa, quibus isti adeo
πίστεως καὶ λατρευταὶ τῶν πνευμάτων τῆς πλά scelestam et plenam impietate doctrinam effutiunt.
νης, καὶ δαιμόνων διδασκαλίαις προσέχοντες, φανερῶς παριστῶσιν ὅτι περ οἷς ὁ Παῦλος ὑστέρους λέγει
καιροὺς, οὗτοί εἰσι, καθ᾽ οἷς τὰ μικρὰ ταῦτα καὶ δυσσεβείας μεστὰ φλυαρούνται διδάγματα.
Λέγει δὲ καὶ ταῦτα ὁ αὐτὸς ᾿Απόστολος ἐν τῇ
πρὸς Θεσσαλονικεῖς δευτέρα επιστολή • Μή τις ὑμᾶς
ἐξαπατήσῃ κατὰ μηδένα τρόπον· ὅτι ἐὰν μὴ
ἔλθε ἀποστασία πρῶτον καὶ ἀποκαλυφθῇ ό
ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ὁ
ἀντικείμενος. καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λε
γόμενον Θεόν ἡ σέβασμα, ὥστε αὐτὸν εἰς τὸν
ναόν τοῦ Θεοῦ ὡς Θεόν καθίσαι ἀποδεικνύντα
ἱαυτόν, ὅτι ἐστὶ Θεός. Περὶ τίνων οὖν, ἔφη, ότι
ἐὰν μὴ ἔλθῃ πρώτον ἡ ἀποστασία; Περὶ αὐτῶν,
οἶμαι, των Βογομίλων, περὶ ὧν καὶ πρὸς Τιμόθεον
γράφων εἰρέχει, ὡς ἀνωτέρω δεδήλωται, ότι απο
στήσονταί τινες τῆς πίστεως. Οτι δὲ τὸν ἔννομον
γάμου κωλύουσι, καὶ ὅτι πάντων βρωμάτων ακαθαρσίαν καταψηρίζονται, καὶ ὅτι θεὸν κηρύττουσι
τὸν διάβολον οἱ διαβολιανοὶ τῷ ὄντι Βογόμιλοι, καὶ
τὴν δημιουργίας του φαινομένου κόσμου τούτῳ
ἀποχαρίζονται, ἔξεστιν αὐτῶν λεγόντων ἀκοῦσαι.
'Αλλ' ὢ τῆς ἀνοχῆς του, Χριστέ βασιλευ! ὢ τῆς
πάντα νοῦν νικησάσης μακροθυμίας σου! ἀληθινέ
δημιουργέ καὶ ποιητά πάσης κτίσεως, ὁρωμένης τε
καὶ ἀοράτου, ὅτι τῶν τηλικούτων ἀνέχῃ βλασφημιών·
Καὶ ἔτι τοὺς κεραυνούς ἐπέχεις καὶ συνέχεις τὴν
γῆν, καὶ οὔτε τούτους κατακοντίζεις των μικρών
κεφαλών, οὐ ταύτην ἀνοίγεις καὶ κατάγεις τοὺς
ἐναγεῖς, ἀνθιστώντας τῷ πιστῷ του οικέτη Μωσή
θρασύτερον ἢ οἱ περὶ Δαθὼν καὶ ᾿Αβειρών. Καὶ σὺ
τιμῶν τὸν οἰκέτην του το χάσματι τούτους συγχα
λύπτεις τῆς γῆς. ᾿Αλλότριον πύρ οἱ παῖδες τοῦ
Ααρών τῷ θυσιαστηρίῳ προσφέρουσι, καὶ ὁ οὐ
ρανὸς ἄνωθεν ἔκδικος πυρεκβολῶν ἀστραπάς κατά
τούτων τῶν ὑβριστῶν. Τούτων δὲ τῶν ἀθέων, οὐ
κατὰ Μωσέως άνθισταμένων, ἀλλὰ κατὰ τοῦ παμβασιλέως καὶ παντοδυνάμου Θεοῦ, καὶ σεαυτὸν τῶν
σών πονημάτων καὶ δεσποτείας καὶ προνοίας έξοι·
κιζόντων, συνέχεις ἔτι το στόμα τῆς γῆς, καὶ οὐκ
ἐῆς καταποθῆναι τοὺς μικρούς. Οὐκ ἀλλότριον προσφέρουσι πύρ, αλλά δημιουργόν χειροτονούσιν αλλό
τριον εἰς τὰ τῆς χειρος σου ποιήματα τὸν ἀντάρτην
καὶ ἀποστάτης του, ὃν ὑπὸ τοὺς πόδας τ
ἡ δὲ κατὰ τούτων ἐκτέφρωσις; Τί ἔτι καὶ μέλλεις;
᾿Αλλὰ τὸν μὲν ἄλλον τῆς αἱρέσεως αὐτῶν βόρβο
ρον, καὶ τὸ πολὺ τῆς τοῦ στόματος αὐτῶν ἀποκλυζούσης ἀκαθαρσίας ἐν υπονόμω μετοχετεύσω τῆς
σιωπής. Φόβομαι γὰρ μή ποτε τὸ πᾶν σήμερον
ἐπιχειρῶν ἐξαντλεῖν δυσωδίας, τὸν εὐώδη τοῦτον
τόπον πληρώσω, τὰς καλὰς ὑμᾶς περιστερὰς ἐξε
8 [ Tim. 1, 1-4. • II Thess. 11, 3, 4.
σοι
Idem Apostolus hæc quoque monet in secunda ad
Thessalonicenses Epistola: Ne quis vos seducat alio
modo,quoniam nisi venerit discessio primum et revelatus fuerit homo peccati. filius perditionis, qui adversatur et extollitur,super omne quod dicitur Deus,
aut quod colitur, ita ut in templo Dei sedeat, ostendens se, tanquam sit Deus 9. De quibus igitur dixit,
nisi venerit discessio primum? De ipsis, ut puto,
Bogomilis. De quibus et ad Timotheum scribens
dixerat, ut supra jam vidimus, fore ut quidam a
fide deficerent. Quod autem legitimas nuptias prohibeant, quodque omnia esculenta immunditiæ
damnent et quod diabolici plane Bogomili diabolum tanquam Deum annuntient, eique hujus aspectabilis mundi effectionem ascribant, quivis ipsis
id affirmantibus et profitentibus intelligere potest?
sed,o tuam Christe patientiam! o longanimitatem,
quæ omnem cogitationem excedit! Unice et verissime creator et effector omnis creaturæ aspectabilis
et inaspectabilis, cur tales blasphemias sustines?
Cur adhuc fulmina cohibes, tersamque contines,
neque illa in hæc tam nefanda capita vibras, neque
hanc aperis, et detrudis scelestos istos, qui fideli
servo tuo Moysi audacius obsistunt, quam Dathan
et Abiron cum suis? Et tu honorans famulum tuum,
hiatu terræ istos contegis. Alienum ignem filii Aaron altari inferunt, et ecce superne in ultionem
exsurgit ccelum, fulguribus contra injuriosos missis 10. His vero atheis et sceleratissimis, non jam
Moysi obluctantibus, sed tibi, qui universorum Rex
es et omnipotens Deus, teque tuis ex operibus,ex
dominatione, imperio, cura et providentia ejicere
conantibus fauces terrae alhuc concludis, neque
permittis, ut exsecrandos istos deglutiant. Non alienum imponunt ignem, sed alium conditorem statuunt, et in opera manus tuæ subintroducunt adversarium et desertorem tuum, quem pedibus in
te credentium subjecisti. Ubi vero fulmina? Cur
non vertuntur in cineres. Quid adhuc moraris?
πεπιστευκότων ὑπέστρωσας. Οἱ δὲ κεραυνοί ποῦ;
Verum alias quidem hæreseos illorum sordes et
ingentem illam immunditiam, quam ore suo evomunt, silentio, velut fossa quadam et canali trans
mittam, et alio derivabo. Vereor enin,ne si hodie
coner totam illam fœtoris sentinanı exantlare, suaveolentem hunc locum compleam, vosque pulchras
10 Num. xvi, 1 seqq.
col. 631–632page 19 of 83
PG 140:631λάσω μακράν. Εχθρὸν γὰρ ἀκριβῶς ἡ δυσωδία ταῖς β περιστεραῖς Ἂν δὲ δυσφημίαν κατὰ τοῦ πανευφήμου σταυροῦ ἀπερεύγονται οἱ πάσης βδελυγμίας ἀνάμεστον ἔχοντες τὴν ψυχὴν, ἀναγγέλλοντός μου καὶ διασαφούντος παραβιασάμενοι ἑαυτούς καρτερήσατε, ἵνα, γνόντες πόσον εἰσὶν ἀνόητοι, καταγε λάσητε τῆς ἀνοησίας αὐτῶν, μᾶλλον δὲ τῆς ἀπωλείας καταθρηνήσητε. Δεῦτε οὖν καὶ ἐμβάλλωμεν ξύλον εἰς τὰ βλάσφημα τούτων στόματα, καὶ ἐκτρέψωμεν αὐτοὺς ἀπὸ γῆς ζώντων, ξύλον τὸ τοῦ σταυροῦ τὸ ζωοποιόν μὲν τοῖς πιστῶς προσψαύουσι χείλεσι, νεκροποιὸν δὲ τοῖς βλασφήμοις στόματι, καὶ μικροῖς κατὰ τὴν φύσιν μύρου, ὃ τοῖς μὲν ὀσφραινομένοις ἂν θρώποις εὐφραντικόν, τοῖς δὲ κανθάροις νεκρωτικόν Και ο τύπος δὲ αὐτοῦ γραφείς ποτε καθ' ὑγρῶν, τὸν μὲν πιστὸν λαὸν διασώζει, τον δέ γε σκληρόν κατα κοντίζει καὶ βλάσφημον Φαραώ. Τίνα γοῦν εἰσιν, ἃ του προσκηνητού καταφένα ρούσι σταυρού; Οὐ χρή, φασί, τὸν σταυρὸν προσο κυνεῖν καὶ ἀσπάζεσθαι, ἀλλ' ἀτιμάζειν καὶ απο στρέφεσθαι, ὡς τὸν Χριστὸν ανελόντα και θανατών σαντα. Καὶ ἐπάγουσιν εἰς ἀπορίαν δήθεν ὑμᾶς έμβαλόντες. Εἰ τις, λέγοντες, τὸν σὸν πατέρα ἐπὶ ξύλου κρεμάσας ἀνεῖλεν, ἐτίμησας ἂν καὶ προσεκύνησας ἐκεῖνο τὸ ξύλον; Πάντως οὐχὶ· ἀλλὰ καὶ ἀπεστράφης αὐτὸ καὶ ἐμίσησας, καὶ πόρρωθεν βλέ πων απέφευγες ἀν, ὡς ἐχθρον, οἴκ τὸν σὸν φίλον πατέρα εναποκτεῖναν. Ηδη ηκούσατε την βλασφημίαν αυτών. Τί ὑμῖν δοκεί: Θέλετε ὡς ἱστὸν ἀρχ χνης διαλύσαι τῆς ἀπορίας ταύτης τον σύνδεσμον; καὶ τὸν δῆμον τούτου δυσσεβείας ἀπελεγξαι μεστόν Φέρε καὶ απελέγξωμεν. Νόμος ἐστὶ τοῖς ἀνθρώποις ὑπὸ τῆς φύσεως περὶ τοὺς εὐεργέτας εὐγνωμονεῖν καὶ ἀντιχαρίζεσθαι τὰ εὐχαριστήρια· καὶ μὴ μόνον αὐτοὺς τοὺς εὐεργέτας τιμήν, καὶ τὸ προσήκον σέβας απονέμειν αὐτοῖς, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ μεσι τεύσαντα πρὸς τὴν τῆς εὐεργεσίας ἐκπλήρωσιν, καὶ όργανα σωτηρίας τοῖς κινδυνεύουσι χρηματίσαντα μακαρίζειν· καὶ πειθέτω σε ο πάνσοφος Σχίσμων οὕτω λέγων· Εὐλογεῖτε ξύλον, δι' οὐ γίνεται σωτηρία. Πολλοὶ καὶ σπάθην βασιλικήν τε τιμήκασιν ανθρωποκτόνον τύραννον ἀντλούσαν, καὶ πολέσι τυραννουμέναις ἐλευθερίαν χαρισαμένην αλλά και μέχρι τύπων καὶ χρόνων καθ' ούς ενημε οίας τινὸς ἢ ωφελείας μετέσχον, ἕτεροι ἐσεβα σθηση. Καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ἅπαν τὸ κατά τι μεσιτεύσαι τοῖς ἀνθρώποις εὐεργεσίαν καὶ χαρμονήν παρατή μενον ἐπαινετὸν τοῖς ἀνθρώποις καὶ ηγαπητόν κατά το μέτρον τῆς ὠφελείας· ὥσπερ αν τουναντίον καὶ τα βλάκας αίτιά τισι γεγονότα, καὶ ἀνιαρος τινος πρόξενα, καὶ μισοῦμεν, καὶ ἀποστρέφομεθα, είτε ὄργανά εἰσιν, εἴτε τόποι, χρονοι. Και μάχαι πο γάρ τις αδελφοκτόνον κατώρυξε, καὶ ῥάβδον παιδοκτόνου διάθραυσιν. Ἐπαρᾶται Δαυίδ τὰ ὄρη τὰ Γελβους διὰ τὴν ἐκεῖσε του φίλου ἀναίρεσιν· ὁ Ιων τὴν ἡμέραν, ἐν ᾗ ἐγεννήθη, διά τάς επισυμβάσα;GERMANI II CP. PATRIARCHÆ
columbas procul hinc expellam. Nam columbis λάσω μακράν. Εχθρὸν γὰρ ἀκριβῶς ἡ δυσωδία ταῖς
fctor valde adversatur. Quam vero blasphemiam
contra benedictam crucem eructent illi qui animam
omni abominatione refertissiman habent, dum ego
explico, vobis ad patienter audiendum vim inferte,
ut eum cognoveritis, quo stultitiæ processerint, rideatis illorum insipientiam, vel potius ob illornm
perniciem et interitum lamentemini. Adeste igitur,
lignumque in blasphema illorum ora immittamus
et conteramus illos de terra viventium, lignum,
inquam, crucis vivificum illis qui ei fideliter labia
admovent: mortem vero afferens illis quibus os est
blasphemumetexsecrandum, more unguenti, quod
odorantibus hominibus voluptatem parit,scarabæis
antem exitium. Cujus figura olim adversus aquam β
expressa, populum quidem fidelem confirmat, durum vero et impium Pharaonem submergit ".
Quæ sunt igitur illa, quæ contra adorandam crucem garriunt? Non oportet,inquiunt, crucem adorare et osculari, sed inhonorare et aversari, ut
illam, quæ Christum sustulit e medio et occidit.
Allatoque argumento, vos videlicet in dubitationem
conjiciunt. Si quis, inquiunt, tuumn patrem in ligno
suspensum interfecisset, num lignum illud honorasses et adorasses? Nequaquam vero; sed et adversatus illud fuisses, et pessime odisses, et vel
proculintuitus,fugisses, tanquam inimicum,quippe
quod dilectum tibi parentem peremit. Jam audivistis blasphemiam illorum. Quid vobis videtur?
Vultis, ut tanquam telam araneæ totam hujus argumentationis connexionem dissolvam, redarguamque nugasistas impietate plenas? Agedum refellamus. Insitum est a natura hominibus, ut benovolo
sint animo in benefactores, vicemque et grates reponant: neque solum ipsos de se bene meritos
honorant, debitoque cultu prosequuntur, sed et illa,
quæ ut media ad beneficentiam intercesserunt, et
instrumenta salutis procurandae illis, qui periculum
subeunt, beata prae:licant: fidemque tibi faciat sapientissimus Salomon, qui ait Benedicite lignum
quo salus obtingut 12. Multi etiam gladium regium
honorarunt; sublato per eum tyrannorum quopiam
et restituta oppressis civitatibus libertate, imo et
ad loca, et ad tempora, quibus vel quies et tranquillitas. vel emolumentum aliquod aliquibus ob. 1
venit honos processit.
Et ut rem in pauca conferam, omne illud quod
hominibus aliquo modo adjumento est, ut beneficium vel gaudium obtineant, laude dignum apul
homines et charum habetur pro ratione utilitatis,
quam affert. Quomadmodum e contrario ea, que
nocumenti alicujus causa fuerunt, et molestie efficientia, odimus et aversamur sive instrumenta
sint, sive loca, sive tempora. Fuit, qui ensem, quo
frater peremptus erat defoderit, virgamque filii interfectricem confregerit. Maledicit David montibus
Celboe, quod ibi amicus occubuisset 13. Maledicit
11 Exod, xiv. 26
περιστεραῖς Ἂν δὲ δυσφημίαν κατὰ τοῦ πανευφή
μου σταυροῦ ἀπερεύγονται οἱ πάσης βδελυγμίας
ἀνάμεστον ἔχοντες τὴν ψυχὴν, ἀναγγέλλοντός μου
καὶ διασαφούντος παραβιασάμενοι ἑαυτούς καρτε
ρήσατε, ἵνα, γνόντες πόσον εἰσὶν ἀνόητοι, καταγε
λάσητε τῆς ἀνοησίας αὐτῶν, μᾶλλον δὲ τῆς ἀπωλείας
καταθρηνήσητε. Δεῦτε οὖν καὶ ἐμβάλλωμεν ξύλον
εἰς τὰ βλάσφημα τούτων στόματα, καὶ ἐκτρέψωμεν
αὐτοὺς ἀπὸ γῆς ζώντων, ξύλον τὸ τοῦ σταυροῦ τὸ
ζωοποιόν μὲν τοῖς πιστῶς προσψαύουσι χείλεσι,
νεκροποιὸν δὲ τοῖς βλασφήμοις στόματι, καὶ μικροῖς
κατὰ τὴν φύσιν μύρου, ὃ τοῖς μὲν ὀσφραινομένοις ἂν
θρώποις εὐφραντικόν, τοῖς δὲ κανθάροις νεκρωτικόν
Και ο τύπος δὲ αὐτοῦ γραφείς ποτε καθ' ὑγρῶν, τὸν
μὲν πιστὸν λαὸν διασώζει, τον δέ γε σκληρόν κατακοντίζει καὶ βλάσφημον Φαραώ.
Τίνα γοῦν εἰσιν, ἃ του προσκηνητού καταφένα
ρούσι σταυρού; Οὐ χρή, φασί, τὸν σταυρὸν προσο
κυνεῖν καὶ ἀσπάζεσθαι, ἀλλ' ἀτιμάζειν καὶ απο
στρέφεσθαι, ὡς τὸν Χριστὸν ανελόντα και θανατών
σαντα. Καὶ ἐπάγουσιν εἰς ἀπορίαν δήθεν ὑμᾶς
έμβαλόντες. Εἰ τις, λέγοντες, τὸν σὸν πατέρα ἐπὶ
ξύλου κρεμάσας ἀνεῖλεν, ἐτίμησας ἂν καὶ προσεκύ
νησας ἐκεῖνο τὸ ξύλον; Πάντως οὐχὶ· ἀλλὰ καὶ
ἀπεστράφης αὐτὸ καὶ ἐμίσησας, καὶ πόρρωθεν βλέ
πων απέφευγες ἀν, ὡς ἐχθρον, οἴκ τὸν σὸν φίλον
πατέρα εναποκτεῖναν. Ηδη ηκούσατε την βλασφη
μίαν αυτών. Τί ὑμῖν δοκεί: Θέλετε ὡς ἱστὸν ἀρχ
χνης διαλύσαι τῆς ἀπορίας ταύτης τον σύνδεσμον;
καὶ τὸν δῆμον τούτου δυσσεβείας ἀπελεγξαι μεστόν·
Φέρε καὶ απελέγξωμεν. Νόμος ἐστὶ τοῖς ἀνθρώποις
ὑπὸ τῆς φύσεως περὶ τοὺς εὐεργέτας εὐγνωμονεῖν
καὶ ἀντιχαρίζεσθαι τὰ εὐχαριστήρια· καὶ μὴ μόνον
αὐτοὺς τοὺς εὐεργέτας τιμήν, καὶ τὸ προσήκον
σέβας απονέμειν αὐτοῖς, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ μεσι
τεύσαντα πρὸς τὴν τῆς εὐεργεσίας ἐκπλήρωσιν,
καὶ όργανα σωτηρίας τοῖς κινδυνεύουσι χρηματίσαντα μακαρίζειν· καὶ πειθέτω σε ο πάνσοφος
Σχίσμων οὕτω λέγων· Εὐλογεῖτε ξύλον, δι' οὐ
γίνεται σωτηρία. Πολλοὶ καὶ σπάθην βασιλικήν τε
τιμήκασιν ανθρωποκτόνον τύραννον ἀντλούσαν, καὶ
πολέσι τυραννουμέναις ἐλευθερίαν χαρισαμένην
αλλά και μέχρι τύπων καὶ χρόνων καθ' ούς ενημε
οίας τινὸς ἢ ωφελείας μετέσχον, ἕτεροι ἐσεβα
σθηση.
seqq. Sap. xiv, 7. 18 11 Reg. 1, 21.
Καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ἅπαν τὸ κατά τι μεσιτεύσαι
τοῖς ἀνθρώποις εὐεργεσίαν καὶ χαρμονήν παρατή
μενον ἐπαινετὸν τοῖς ἀνθρώποις καὶ ηγαπητόν κατά
το μέτρον τῆς ὠφελείας· ὥσπερ αν τουναντίον καὶ
τα βλάκας αίτιά τισι γεγονότα, καὶ ἀνιαρος τινος
πρόξενα, καὶ μισοῦμεν, καὶ ἀποστρέφομεθα, είτε
ὄργανά εἰσιν, εἴτε τόποι, χρονοι. Και μάχαι πο
γάρ τις αδελφοκτόνον κατώρυξε, καὶ ῥάβδον παιδοκτόνου διάθραυσιν. Ἐπαρᾶται Δαυίδ τὰ ὄρη τὰ
Γελβους διὰ τὴν ἐκεῖσε του φίλου ἀναίρεσιν· ὁ Ιων
τὴν ἡμέραν, ἐν ᾗ ἐγεννήθη, διά τάς επισυμβάσα;
col. 633–634page 20 of 83
PG 140:633συμφορὰς καὶ τὰς κυμαγωγίας τῶν πειρασμῶν. Ίδωμεν οὖν τὸν σταυρὸν, τίσιν ὠφέλιμος γέγονε, καὶ τίσιν ἐπιβλαβής· καὶ ὁ μὲν ὠφεληθεὶς ἀνάλογον τῇ ὠφελείᾳ καὶ τὴν τιμὴν προσφερέτω, ᾧ δὲ βλάβης αίτιος γέγονε, τοῦτον οὗτος ἀποστρεφέσθω καὶ βδελυττέσθω δικαίως· ᾿Αναγινωσκέσθω τοίνυν τὰ τῷ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίῳ, ούτωσὶ ῥητῶς ἐμφερόμενα, καὶ παρὰ τοῦ Σωτῆρος λεγόμενα. Νῦν κρί σις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου ν ὁ ἄρχων του κόσμου ἐκβληθήσεται έξω· καγώ εάν υψωθώ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ελκύσω πρός, ἐμαυτόν· Ἰδοὺ ἐν τοῖς ὀλίγοις τούτοις ρήμασιν ἔξεστι διδαχθῆναι τις ὁ εὐεργετηθεὶς διὰ τοῦ σταυροῦ, τις δὲ ὁ συντριβὴν ὑποστάς. Ότι δὲ περὶ τῆς ἔκουσίου σταυρώσεως ὁ Χριστὸς ταῦτα ἔφη, ἔχομεν αὐτὸν τὸν Εὐαγγελιστὴν μάρτυρα τοῦ λόγου ἀξιόπιστον· Ἐπάγει γάρ· Τοῦτο δε ἔλεγε, σημαίνων ποίω θανάτω ήμελλες απο θνήσκειν. Πάλιν οὖν τὸν λόγον ἐπαναληψομαι. Νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου· κρίνει δὲ ὡς βασιλεὺς ἐπὶ θρόνου βεβηκώς βασιλικοῦ τοῦ σταυροῦ. Ἡ δε κρίσις εἰς ταύτην ἐκφέρεται τὴν ἀπόφασιν, ἵνα ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων ἔξω τῆς αὐτοῦ ἀρχῆς ἐκβληθή, καὶ ἡ κατὰ τῶν ἀνθρώπων τυραννίς αὐτοῦ καὶ ἡ πολυχρόνιος κάκωσις στῷ, καὶ ὁ τύραννος ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν τυραννουμένων τεθῆ διὰ τὸν τοῦ Σωτη ρος άδικον θάνατον καὶ τὴν κατὰ τοῦ παμβασιλέως αναισχυντίαν τὴν πάντολμον, καὶ οὐκ ἔτι λέγεται κοσμοκράτωρ. Εκβέβληται γάρ σταυρωθέντος Χριστον, καὶ τῷ οἰκείῳ αἵματι τὸν κόσμον ἐξαγο βάσαντος. Καὶ ὁ ἀγοράσας ευαγγελιζόμενος τοῖς ἑαυτοῦ φίλοις ἔφη. Εδόθη μοι πάσα εξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. Καὶ ἀπὸ τοῦδε οι γηγενεῖς, οἱ χθές που καὶ πρότριτα ἐκ γης εἰς ᾅδην καταμέ ρόμενοι, νῦν ἐν οὐρανοῖς πολιτογραφούνται· Απε φήνατο γάρ, ως Εάν υψωθῶ ἐπὶ τοῦ σταυρού, πάντας ελκύσω πρὸς ἐμαυτὸν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, και αὐτοὶ ὅτι μετ' εμού. Τίς οὖν ὀφείλει τὸν σταυρὸν ἀγαπᾶν; Οἱ τῆς τυραν είδος ἀπαλλαγέντες τοῦ διαβόλου τῇ σταυρική συνεργείᾳ, καὶ πρὸς οὐρανὸν ἐξ ᾄδου αναδραμόντες, και ἐπαγγέλου δόξης ἀξιωθέντες, ἡ ὁ διάβολος ὁ τῆς προ τέρας εξουσίας ἀποπετών διά τοῦ σταυροῦ, καὶ εἰς τὸ καταπαίζεσθαι, καὶ καταπατείσθαι, ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων οικτρώς υποκείμενος; Πάντες οἱ μὲν ἄνθρωποι πολλῶν ἀξιωθέντες τῶν ἀγαθῶν διὰ τοῦ σταυροῦ, καὶ ζωήν ευρόντες αἰώνιον, δικαίως οφείλουσι καὶ προσκυνεῖν καὶ ἀσπάζεσθαι τὸν σταυρὸν, δι' οὗ τῶν ἀγαθῶν ἐπιγέγονεν ή απόλαυσις· τῷ δὲ γε διαβόλω ανάγκη μισεῖν τὸν σταυρὸν, καὶ φεύγειν μακρὰν ἐξ αὐτον, ὡς φεύγει τις ἐκ πυρός· δι' αὐ τοῦ γάρ ή συντριβὴ αὐτοῦ καὶ ἐκνευρισις καὶ πα τελής εξολόθρευσις Ὅσοι γούν τον σταυρόν με σοῦσι, καὶ ἀποστρέφονται, φανεράν εύνοιαν ἀπο. διδόασι το διαβόλῳ, καὶ πιστοὶ οὐτῷ χρηματίζοντες, ἐχθρὸν ἡγεῖσθαι τὸν αὐτοῦ ἐχθρὸν ἐποφείλουσιν,CONTRA BOGOMILOS.
συμφορὰς καὶ τὰς κυμαγωγίας τῶν πειρασμῶν. et Job diei, in quo natus est, propter eas, quæ sibi
Ίδωμεν οὖν τὸν σταυρὸν, τίσιν ὠφέλιμος γέγονε,
καὶ τίσιν ἐπιβλαβής· καὶ ὁ μὲν ὠφεληθεὶς ἀνάλογον
τῇ ὠφελείᾳ καὶ τὴν τιμὴν προσφερέτω, ᾧ δὲ βλάβης
αίτιος γέγονε, τοῦτον οὗτος ἀποστρεφέσθω καὶ
βδελυττέσθω δικαίως· ᾿Αναγινωσκέσθω τοίνυν τὰ τῷ
κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίῳ, ούτωσὶ ῥητῶς ἐμφερό
μενα, καὶ παρὰ τοῦ Σωτῆρος λεγόμενα. Νῦν κρί
σις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου ν ὁ ἄρχων του
κόσμου ἐκβληθήσεται έξω· καγώ εάν υψωθώ ἐκ
τῆς γῆς, πάντας ελκύσω πρός, ἐμαυτόν· Ἰδοὺ ἐν
τοῖς ὀλίγοις τούτοις ρήμασιν ἔξεστι διδαχθῆναι τις
ὁ εὐεργετηθεὶς διὰ τοῦ σταυροῦ, τις δὲ ὁ συντριβὴν
ὑποστάς. Ότι δὲ περὶ τῆς ἔκουσίου σταυρώσεως ὁ
Χριστὸς ταῦτα ἔφη, ἔχομεν αὐτὸν τὸν Εὐαγγελιστὴν
μάρτυρα τοῦ λόγου ἀξιόπιστον· Ἐπάγει γάρ· Τοῦτο δε
ἔλεγε, σημαίνων ποίω θανάτω ήμελλες απο
θνήσκειν.
evenerant, calamitates procellasque tentationum 1.
Videamus igitur crucem, quibusnam utilitatem, et
quibus damnum attulerit, isque qui emolumenti
aliquid accepit, parem utilitati honorem depromat;
cui autem crux detrimenti causa exstitit, hic eam
merito suo aversetur et abominetur. Legantur igitur ea quæ in Evangelio secundum Joannem reperiuntur, quæ sic ad verbum habent, et ab ipso Salvatore nostro pronuntiata sunt: Nunc judicium est
mundi hujus; nunc princeps hujus mundi ejirietur
foras; et ego cum exaltatus fuero a terra, omnes ad
meipsum traham 1. Ecce ex his pauculis verbis discere licet, qui crucis ministerio beneficiis sit affectus, et quis damnum et contritionem passus. Quod
vero Christus huc dixerit de voluntaria illa. quam
subiturus erat, crucifixione, testem fide dignumipsum Evangelistam habemus. Subjungit enim: Hoc vero dicebat, significans, qua morte moriturus esset 15.
Eumdem igitur sermonem resumam: Nunc judicium est mundi hujus; judicat vero ut rex in
thronum regalem crucis conscendens. At judicium
in hanc sententiam terminatur, ut princeps mundi
extra suum imperium ejiciatur, ipsiusque adversus homines tyrannis et diuturna violentia cohibeatur, et tyrannus pedibus eorum qui tyrannide
opprimebantur, subjiciatur propter mortem inique
Salvatori i¡latam, et propter effrenatam illam impudentiam in omnium Regem et Dominum, et ut
non amplius mundi princeps appelletur. Ejectus
Πάλιν οὖν τὸν λόγον ἐπαναληψομαι. Νῦν κρίσις
ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου· κρίνει δὲ ὡς βασιλεὺς
ἐπὶ θρόνου βεβηκώς βασιλικοῦ τοῦ σταυροῦ. Ἡ δε
κρίσις εἰς ταύτην ἐκφέρεται τὴν ἀπόφασιν, ἵνα
ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων ἔξω τῆς αὐτοῦ ἀρχῆς ἐκβληθή,
καὶ ἡ κατὰ τῶν ἀνθρώπων τυραννίς αὐτοῦ καὶ ἡ
πολυχρόνιος κάκωσις στῷ, καὶ ὁ τύραννος ὑπὸ τοὺς
πόδας τῶν τυραννουμένων τεθῆ διὰ τὸν τοῦ Σωτη
ρος άδικον θάνατον καὶ τὴν κατὰ τοῦ παμβασιλέως
αναισχυντίαν τὴν πάντολμον, καὶ οὐκ ἔτι λέγεται
κοσμοκράτωρ. Εκβέβληται γάρ σταυρωθέντος
Χριστον, καὶ τῷ οἰκείῳ αἵματι τὸν κόσμον ἐξαγο· c est enim Christo crucifixo, postquam proprio sanβάσαντος. Καὶ ὁ ἀγοράσας ευαγγελιζόμενος τοῖς
ἑαυτοῦ φίλοις ἔφη. Εδόθη μοι πάσα εξουσία ἐν
οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. Καὶ ἀπὸ τοῦδε οι γηγενεῖς,
οἱ χθές που καὶ πρότριτα ἐκ γης εἰς ᾅδην καταμέρόμενοι, νῦν ἐν οὐρανοῖς πολιτογραφούνται· Απεφήνατο γάρ, ως Εάν υψωθῶ ἐπὶ τοῦ σταυρού,
πάντας ελκύσω πρὸς ἐμαυτὸν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, και
αὐτοὶ ὅτι μετ' εμού.
Τίς οὖν ὀφείλει τὸν σταυρὸν ἀγαπᾶν; Οἱ τῆς τυραν
είδος ἀπαλλαγέντες τοῦ διαβόλου τῇ σταυρική συνερ
γεία, καὶ πρὸς οὐρανὸν ἐξ ᾄδου αναδραμόντες, και
ἐπαγγέλου δόξης ἀξιωθέντες, ἡ ὁ διάβολος ὁ τῆς προ
τέρας εξουσίας ἀποπετών διά τοῦ σταυροῦ, καὶ εἰς τὸ
καταπαίζεσθαι, καὶ καταπατείσθαι, ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων οικτρώς υποκείμενος; Πάντες οἱ μὲν ἄνθρωποι
πολλῶν ἀξιωθέντες τῶν ἀγαθῶν διὰ τοῦ σταυροῦ, καὶ
ζωήν ευρόντες αἰώνιον, δικαίως οφείλουσι καὶ
προσκυνεῖν καὶ ἀσπάζεσθαι τὸν σταυρὸν, δι'
οὗ τῶν ἀγαθῶν ἐπιγέγονεν ή απόλαυσις· τῷ δὲ γε
διαβόλω ανάγκη μισεῖν τὸν σταυρὸν, καὶ φεύγειν
μακρὰν ἐξ αὐτον, ὡς φεύγει τις ἐκ πυρός· δι' αὐ
τοῦ γάρ ή συντριβὴ αὐτοῦ καὶ ἐκνευρισις καὶ πα
τελής εξολόθρευσις Ὅσοι γούν τον σταυρόν με
σοῦσι, καὶ ἀποστρέφονται, φανεράν εύνοιαν ἀπο.
διδόασι το διαβόλῳ, καὶ πιστοὶ οὐτῷ χρηματίζοντες,
ἐχθρὸν ἡγεῖσθαι τὸν αὐτοῦ ἐχθρὸν ἐποφείλουσιν,
guine mundum emit, quique mundum emit, is ad
amicos suos concionans dixit: Data est mihi omnis
potestas in cælo et in terra 16. Et ex isto tempore,
terrigenæ, qui heri et nudiustertius ad inferos deferebantur, nunc tanquam cives in cœlo conscribuntur. Asseruit enim: Si exaltatus fuero in cruce,
omnes traham ad me ipsum, ut ubi ego sum, et
ipsi sint mecum.
Qui igitur crucem honorare debent? An qui
beneficic crucis ex diaboli tyrannide erepti, et ad
ccelum evecti, et sequalis cum angelis gloriæ participes effecti sunt; an diabolus, qui ex priore potestate per crucem excidit, quique nunc hominum
pedibus miserabiliter substratus est, ut ab illis
ludibrio haberi et conculcari possit? Universi
quidem homines multis affecti et aucti commoditatibus per crucem, vitamque æternam adepti,
merito debent et adorare et osculari crucem, ex
qua tanta bonorum copia ad illos manavit. At vero
diabolus necesse habet, ut crucem oderit, et procul ab ipsa aufugiat, sicut qui ex igne aufugit; per
ipsam enim contritus, et enervatus, et funditus
eversus est. Quicunque igitur crucem oderunt et
aversantur, manifesta suæ erga diabolum benevolentine documenta edunt; et ut ei fideles et obnoxii, id quod ei inimicum est, inimici loco ducere
** Job xii, 1. *** Joan. xır, 32, 32, 15 Ibid. 33. 16 Matth. xxviii, 18.
col. 635–636page 21 of 83
PG 140:635; ὥσπερ αὖθις φιλεῖν τοὺς φίλους αὐτοῦ. ᾿Ακολού θως οὖν καὶ ἁρμοδίως τῇ πρὸς τὸν διάβολον διαθέσει αὐτῶν καὶ πίστει ἀπαρασπόνδῳ οἱ Βογόμιλοι λέγουσιν ότι αδικόν ἐστι τὸ ξύλον ἐν ᾧ πατήρ τινος ο φίλος ἐθανατώθη προσκυνεῖσθαι ὑπὸ τῶν τέκνων ἢ τῶν φίλων αὐτοῦ. Ἰδοὺ γὰρ καὶ ὁ πατὴρ αὐτῶν καὶ φίλος διάβολος μυρία δεινά πέπονθε διὰ τοῦ σταυρού, καθὼς ἀπεδείξαμεν, καὶ διὰ ταῦτα τὸν σταυρόν μισούσι, τὸν τοῦ πατρὸς αὐτῶν ἀναιρέτων καὶ ολοθρευτήν. Ο γάρ Σωτήρ τοῦ κόσμου Χρι στός, εἰ καὶ ἐκουσίως τῷ σταυρῷ προσεπάγη, καὶ τὴν ὑπεραγίαν ψυχὴν εἰς χεῖρας αυτεξουσίως τὰς πατρικής εναπέθετο, ἀλλὰ πάλιν αυτήν αντεξου σίως προσελάβετο κατὰ τὴν ἀψευδεστάτην αὐτοῦ πρόρρησιν, Τὴν ἐξουσίαν ἔχω τὴν ψυχήν μου θεῖναι, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν ταύτην λαβεῖν, λέγων, καὶ ὁ θάνατος τούτου ζωῆς αἰωνίου τοῖς ἀνθρώποις γέγονε προξενος. Όντως ὁ λόγος τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστιν. Τί οὖν σοι δοκεῖ, φίλε τῷ διαβόλῳ Βογο μιλε; Τῷ ᾿Αποστόλῳ χρὴ πείθεσθαι τῷ λέγοντι ὅτι δύναμις Θεοῦ ἐστιν ὁ σταυρός, ἢ σοὶ τῷ ἀπολλυμένῳ μωρίαν τὸν σταυρὸν ὀνομάζοντι; Εἰ δὲ σὺ τῷ δια βόλω καταχαριζόμενος οὐ παύη μωρίαν ἀποκαλών τὸν σταυρὸν, ἀλλ' ἐγὼ καὶ πάλιν ἐρῶ μετά θάρρους ὅτι τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέλατο ὁ Θεός, καὶ ὅτι ψυχικός άνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύμα της μωρία γάρ αὐτῷ ἐστιν. Εἰ δὲ καὶ διαβολου σὺ μαθητὴς αἰσχύνην ἐγῇ τὸν σταυρὸν, ἀλλ' ὁ διδά σκαλος ὁ ἐμός, Μή μοι γένοιτο, λέγει, ἐν ἄλλῳ τινὶ Ο τῶν κατὰ κόσμον ἐνδόξων καυχάσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ. Τί τοῦ Πέτρου στερρότερον, ᾧτινι οὐκ αἷμα οὐδὲ σάρξ τὸν Υἱὸν ἀπεκάλυψεν, ἀλλ' αὐτὸς ὁ μόνος Πατήρ, καὶ μόνος ἀγέννητος; Όμως επείπερ ἔτι ἀποκεκρυμμένον ἦν αὐτῷ τὸ τοῦ πάθους τό μυστήριον καὶ πρὸς τὸν σταυρὸν ἐπισπεύδοντα τὸν δι δάσκαλον κατενθει, επειράθη μὲν φιλοστέργω δῆθεν διαθέσει τῆς ὁρμῆς κωλυσαι καὶ τῆς ἐπείξεως, καὶ, Ιλεώς σοι, Κύριε, οὐ μὴ ἔσται του τοῦτο, συμ παθὼς ἀπεφθέγγετο. ᾿Αντήκουσε δε μετ, εμπριμέ σεως ὅτι σφοδράς, Υπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ, Σκάνδαλον μοι ἐγενήθης· φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων. Τοῦ θαύματος! Σατανᾶς ὁ μέγας Πέτρος ακούει διὰ τὸ ἀπαναίνε σται τον σταυρόν, ἐν ὡς κοσμοφελέστατον αρπάζειν ἤθελεν ὁ Χριστός, καὶ ὡς πέτρα σκανδάλου καὶ λίθος προσκόμματος οπισω εναπορρίπτεται αρραγής της Εκκλησίας θεμέλιος. Τί δ' ἂν πάθοις αὐτὸς ὁ βλάσ φημα καθυλακτών τοῦ σταυροῦ, καὶ τὸν ἐσταυρωμένου κατηγορών: ᾿Ακούσιον γὰρ εἰσάγεις τὴν σταυρώσιν, καὶ οὐ μόνον οὐκ ὠφελήσασαν, ούδε λυσιτελή φανεῖταν, ἀλλὰ καὶ αὐτόν κατακλάψατε τὸν ἐσταυρωμένον· καὶ οὐτοὺς δὲ τοὺς σταυρώσαντας ἰσχυροτέρους τοῦ σταυρωθέντος εἰσάγεις, ὡς καὶ μὲ βουλόμενον ἐπὶ τὸν σταυρὸν ἐφελκύσαντας.GERMANI JI CP. PATRIARCHÆ
debent; quemadmodum vicissim amare id quod ὥσπερ αὖθις φιλεῖν τοὺς φίλους αὐτοῦ. ᾿Ακολού
ipse amat. Consentanee igitur et convenienter affectioni suæ erga diabolum, et inviolato fœderi
conformiter, affirmant Bogomili, iniquum esse ut
lignum, in quo pater alicujus aut amicus interfectus sit, adorent filii aut amici ejus. Ecce enim
pater illorum diabolus infinita mala per crucem
passus est, sicut ostendimus, et propterea crucem
oderunt patris sui interfectricem et perditricem.
Salvator enim mundi Christus, licet sponte sua
cruci sit suffixus, et sanctissimam suam animam
in paternas manus libens volensque deposuerit,
attamen denuo eamdem propria potestate et libertate resumpsit, juxta verissimum illud ejus oraculum Potestatem habeo ponendi animam meam.
et potestatem habeo iterum sumendi eam, morsque
hujus hominibus vitæ æternæ causa exstitit.
θως οὖν καὶ ἁρμοδίως τῇ πρὸς τὸν διάβολον διαθέ
σει αὐτῶν καὶ πίστει ἀπαρασπόνδῳ οἱ Βογόμιλοι
λέγουσιν ότι αδικόν ἐστι τὸ ξύλον ἐν ᾧ πατήρ τινος
ο φίλος ἐθανατώθη προσκυνεῖσθαι ὑπὸ τῶν τέκνων
ἢ τῶν φίλων αὐτοῦ. Ἰδοὺ γὰρ καὶ ὁ πατὴρ αὐτῶν
καὶ φίλος διάβολος μυρία δεινά πέπονθε διὰ τοῦ
σταυρού, καθὼς ἀπεδείξαμεν, καὶ διὰ ταῦτα τὸν
σταυρόν μισούσι, τὸν τοῦ πατρὸς αὐτῶν ἀναιρέτων
καὶ ολοθρευτήν. Ο γάρ Σωτήρ τοῦ κόσμου Χριστός, εἰ καὶ ἐκουσίως τῷ σταυρῷ προσεπάγη, καὶ
τὴν ὑπεραγίαν ψυχὴν εἰς χεῖρας αυτεξουσίως τὰς
πατρικής εναπέθετο, ἀλλὰ πάλιν αυτήν αντεξουσίως προσελάβετο κατὰ τὴν ἀψευδεστάτην αὐτοῦ
πρόρρησιν, Τὴν ἐξουσίαν ἔχω τὴν ψυχήν μου
θεῖναι, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν ταύτην λαβεῖν,
λέγων, καὶ ὁ θάνατος τούτου ζωῆς αἰωνίου τοῖς
ἀνθρώποις γέγονε προξενος.
Όντως ὁ λόγος τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμέ
νοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σωζομένοις ἡμῖν δύναμις
Θεοῦ ἐστιν. Τί οὖν σοι δοκεῖ, φίλε τῷ διαβόλῳ Βογομιλε; Τῷ ᾿Αποστόλῳ χρὴ πείθεσθαι τῷ λέγοντι ὅτι
δύναμις Θεοῦ ἐστιν ὁ σταυρός, ἢ σοὶ τῷ ἀπολλυμένῳ
μωρίαν τὸν σταυρὸν ὀνομάζοντι; Εἰ δὲ σὺ τῷ δια
βόλω καταχαριζόμενος οὐ παύη μωρίαν ἀποκαλών
τὸν σταυρὸν, ἀλλ' ἐγὼ καὶ πάλιν ἐρῶ μετά θάρρους
ὅτι τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέλατο ὁ Θεός, καὶ ὅτι
ψυχικός άνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύμα
της μωρία γάρ αὐτῷ ἐστιν. Εἰ δὲ καὶ διαβολου
σὺ μαθητὴς αἰσχύνην ἐγῇ τὸν σταυρὸν, ἀλλ' ὁ διδάVere verbum crucis pereuntibus quidem stultitia
est, nobis vero, qui salvamur, Dei virtus est 18.
Quid igitur tibi videtur, amice diaboli Bogomile?
An Apostolo obtemperandum est asseveranti crucem esse virtutem Dei, an tibi perdito et profligato, qui crucem stultitiam nominas? Si vero tu
diabolo rem gratam faciens, nunquam cessas, quio
crucem voces stultitiam, at ego iterum fidenter et
audacter aio, Deum quæ stulta sunt mundi elegisses.et animalem hominem non percipere ea quæ
sunt Spiritus 20. Si vero tu, diaboli discipulus, dedecus esse arbitraris crucem, sed magister meus,
Mihi absit, inquit, in alio quopiam, quæ in mundo c σκαλος ὁ ἐμός, Μή μοι γένοιτο, λέγει, ἐν ἄλλῳ τινὶ
gloriosa et splendida censentur, gloriari, quam in
cruce Christi 21. Quid Petro firmius, cui neque sanguis, neque caro Filium Dei revelavit, sed ipse
solus Pater, et solus ingenitus? Nihilominus cum
ei adhuc passionis mysterium ignotum et absconditum esset,magistrumque ad crucis patibulum festinantem intelligeret, conatus quidem est, tenero
quodam amoris affectu, cursum illum et festinationem prohibere, illudque, Propitius esto tibi, Domine, non erit hoc tibi **, commiseratione quadam
ductus protulit, sed contra audiit cum grəvi indignatione illud: Vade post me, Satana, scandalum
mihi es, quia non sapis ea, quæ Deisunt, sed ea, qua
hominum 28. Ο miraculum ingens! Satanas appellatur magnus
Petrus quod crucem detrectet,
quam ut commodum toti mundo longe fructuosissimum Christus arripere cogitabat, et ut petra
scandali et lapis offensionis retro abjicitur infractum illud Ecclesiæ fundamentum; quo supplicio
non eris dignus, qui blasphemias contra crucem
clatras et crucifixum accusas? In vitam enim comminisceris crucifixionem, et non modo non fructuosam et conducibilem, sed et ipsi crucifixo damnosam, ipsosqne qui Christum crucifixerunt, potențiores crucifixo statuis, tanquam qui nolentem et
· reluctantem ad crucem rapuerint.
τῶν κατὰ κόσμον ἐνδόξων καυχάσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ
σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ. Τί τοῦ Πέτρου στερρότερον,
ᾧτινι οὐκ αἷμα οὐδὲ σάρξ τὸν Υἱὸν ἀπεκάλυψεν, ἀλλ'
αὐτὸς ὁ μόνος Πατήρ, καὶ μόνος ἀγέννητος; Όμως
επείπερ ἔτι ἀποκεκρυμμένον ἦν αὐτῷ τὸ τοῦ πάθους
τό
μυστήριον καὶ πρὸς τὸν σταυρὸν ἐπισπεύδοντα τὸν διδάσκαλον κατενθει, επειράθη μὲν φιλοστέργω δῆθεν
διαθέσει τῆς ὁρμῆς κωλυσαι καὶ τῆς ἐπείξεως, καὶ,
Ιλεώς σοι, Κύριε, οὐ μὴ ἔσται του τοῦτο, συμπαθὼς ἀπεφθέγγετο. ᾿Αντήκουσε δε μετ, εμπριμέσεως ὅτι σφοδράς, Υπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ,
Σκάνδαλον μοι ἐγενήθης· φρονεῖς τὰ τοῦ
Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων. Τοῦ θαύματος!
Σατανᾶς ὁ μέγας Πέτρος ακούει διὰ τὸ ἀπαναίνεσται τον σταυρόν, ἐν ὡς κοσμοφελέστατον αρπάζειν
ἤθελεν ὁ Χριστός, καὶ ὡς πέτρα σκανδάλου καὶ λίθος
προσκόμματος οπισω εναπορρίπτεται αρραγής της
Εκκλησίας θεμέλιος. Τί δ' ἂν πάθοις αὐτὸς ὁ βλάσ
φημα καθυλακτών τοῦ σταυροῦ, καὶ τὸν ἐσταυρωμένου κατηγορών: ᾿Ακούσιον γὰρ εἰσάγεις τὴν
σταυρώσιν, καὶ οὐ μόνον οὐκ ὠφελήσασαν, ούδε
λυσιτελή φανεῖταν, ἀλλὰ καὶ αὐτόν κατακλάψατε
τὸν ἐσταυρωμένον· καὶ οὐτοὺς δὲ τοὺς σταυρώσαντας
ἰσχυροτέρους τοῦ σταυρωθέντος εἰσάγεις, ὡς καὶ
μὲ βουλόμενον ἐπὶ τὸν σταυρὸν ἐφελκύσαντας.
17 Joan, X, 18. 1 1 Cor. 1, 18. 19 1 Cor. 1, 27. 20 1 Cor. 11, 14. 1 Galat. vi, 14. ss Matth. XVI,
ss Ibid. 25.
col. 637–638page 22 of 83
PG 140:637Καὶ ταῦτα οἱ πάντολμοι κατὰ τοῦ παντοδυνάμου βλασφημούντες Χριστοῦ, Χριστιανούς καλοὺς ἑαυτοὺς ὀνομάζουσιν οἱ ταῖς ἀληθείαις ἀντιχριστιανοί. Τὰ γὰρ τοῦ ἀντιχρίστου πρεσβεύουσι, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύουσι, καὶ πρὸς αὐτὸν τὰς ἐλπίδας ἀνατιθέασιν. Αλλ' οὗτοι μὲν οἱ ἀποστάται μετὰ τοῦ συναπο στάτου αὐτοῖς ἐῤῥέτωσαν δαίμονος, καὶ εἰς τὸ πύρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον αὐτῷ συμπαραπεμπέ σθωσαν. Τοιοῦτον καὶ γὰρ τοῖς τέκνοις αὐτοῦ θησ σαυρόν ὁ πατὴρ αὐτῶν ἐθησαυρίασεν· ὅπου τῶν θησαυρῶν αὐτῶν εὐρήσουσιν ἄνθρακας εκπυρίξον τας, καὶ ὁ ἀντιχριστος τὰ τοῦ Χριστοῦ ἱεροσυλήσας περὶ τῶν αὐτοῦ λεγέτω μαθητῶν· Θέλω, ἵνα όπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ αὐτοὶ ὦσι μετ᾿ ἐμοῦ. Καὶ ὁ ἄρχων του σκότους μετὰ τῆς τάξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν ἴδιον τόπον συγκατερχέσθω. Ημείς δε, ἡ κληρονομία Χριστοῦ του αληθινοῦ Θεοῦ ὑ περιούσιος, ἣν διὰ τοῦ σταυ ροῦ περιεποιήσατο, καὶ τῷ ἰδίῳ ἐξηγόρασεν αίματι, δεῦτε προσκυνώσωμεν, καὶ προσπέσωμεν αὐτοῦ τῷ σταυρῷ, καὶ οἱ πολυτρόπως εὐεργετηθέντες δι' αὐτοῦ πολυωνύμως τοῦτον ἐγκωμιάσωμεν, θρόνον λέγοντες αὐτὸν τοῦ Θεοῦ, ἐν ᾧ ἀναβὰς τῷ κόσμῳ, καὶ τὸ κόσμου τυράννῳ κρίσιν πεποίηκε· καὶ τὸν μὲν κόσμον τῆς τυραννίδος ἀπέλλαξε καὶ διέσωσε, τὸν δὲ κατακεκριμένον καὶ κατησχυμμένον, ἔξω ἐκβέβληκε μετά τῶν δορυφόρων αὐτοῦ, καὶ καθεῖλα δυνάστας ἀπὸ θρόνου, καὶ ὕψωσε τακεινούς. Καὶ ὁ μὲν διάβολος, τῆς πάλαι δόξης ἀπωπεσών διὰ τὴν ἔπαρσιν ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ τὰς νεφέλας, κατ' ἀναποδισμὸν κάτεισι· θήσειν γὰρ ἐπ' αὐτῶν τὸν θρόνον αὐτοῦ βουλόμενον, ὑπετόπασεν ἀπὸ ἀπὸ τῶν νεφελῶν ἐπὶ τὴν γῆν, ἣν καὶ ἐξαλείφειν ἡλαζονεύσατο, ἀπὸ τῆς γῆς εἰς τὸν τάρταρον· Σειραῖς γὰρ ζόφου ταρταρώσας παρέδωκεν εἰς κρίσιν τηρούμενον ἡμεῖς δὲ ὅσοι διὰ τοῦ σταυροῦ σεσώσμεθα, κατά προποδισμὸν καὶ προκοπὴν ἀνατρέχομεν· Εἰ γὰρ καὶ πρότερον ὑποσκελισθέντες τῷ πονηρῷ ἀντιπάλο καὶ δολερῷ μέχρις ᾅδου κατενηνέγμεθα, ἀλλὰ νῦν διὰ τοῦ σταυροῦ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανὸν ἀνατρέχομεν. Καὶ μοι διὰ ταῦτα καὶ εἰς κλίμακα θεωρεῖν ἐπέρχεται τὸν σταυρὸν, ἐν ᾧ καὶ ἀνάβασις φαίνεται καὶ κατάβασις. ᾿Αναβαίνουσι μὲν γὰρ ἕως τῶν οὐρανῶν οἱ ἄνθρωποι· καταβαίνουσι δὲ ἕως τῶν ἀθύσσων οἱ δαίμονες. Σκηπτρόν ἐστι βασιλικὸν ὁ σταυρὸς τοῖς ἐξ Αδάμ μέχρι συντελείας ἀνθρώποις περίβλεπτον, καὶ αὐτοῖς αἰδέσιμον τοῖς ἀγγέλοις. Τότε γάρ, φησί, φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ γιοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, ὅσαι δηλαδὴ μὴ τῆς αὐτῆς πίστεως οὖσαι τῷ ᾿Αβραὰμ οὐκ ἠγαλλιάσαντο, ἰδεῖν τὴν ἡμέραν του πάθους αὐτοῦ, ἡ καὶ ἰδοῦσαι οὐκ ἐχάρησαν ἐπὶ τῇ δόξῃ αὐτοῦ· μᾶλλον δὲ καὶ θρασέως ἀντεῖπον, Οὐ θέλομεν τοῦτον βασιλεῦσαι ἐφ' ἡμᾶς. Θυσιαστήριον ἐστιν ὁ σταυρός. Ἐν αὐτῷ γὰρ ἐτύθη ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ τῷ θεοϋποστάτῳ σαρκὶ καὶ τῷ θεοορύ τῷ αίματι ολοτελώς καθηγίασται. Μείζον γὰρ ἐν ταῦθα τὸ δῶρον τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὑπὸ τοῦ δώρου τὸ θυσιαστήριον καθαγιάζεται. Πλὴν οὖν καὶCONTRA BOGOMILOS.
Hæc dum audacissimi adversus omnipotentem
Christum blasphemoore evomunt,egregios Christianos seipsos appellitant,cum revera sint Antichristi.
Rem enim Antichristi et legatos ejus agunt, eique
soli serviunt, et in ipso spes suas repositas habent.
Sed abeant isti desertores cum dæmone æque apostata, etin ignem æternum ipsi paratum ablegentur.
Talem enim filiis suis thesaurum pater ipsorum thesauriza vit, thesaurorum suorum carbones ignitos
reperient. Et Antichristus ea quæ Christi sunt, sublegere solitus de suis itidem discipulis dicat: Volo, ut
ubi ego sum,etipsi sint mecum. Et princeps tenebrarum cum cohorte sua ad proprium locum descendat. Nos vero, hæreditas veri Dei peculiaris et electa,
quam cruce acquisivit, proprioque sanguine emit,
adeste adoremus, et accedamus ad ipsam crucem,
et qui varia ab illa beneficia accepimus, variis
itidem nominibus eamdem celebremus. Thronum
illam Dei nominemus, in quem ascendens mundo
mundique tyranno judicium indixit, et mundum
quidem ex tyrannide liberavit et servavit, condemnatum vero et confusum ejecit cum satellitibus suis.
et deposuit potentes de sede, et exaltavit humiles**.
Καὶ ταῦτα οἱ πάντολμοι κατὰ τοῦ παντοδυνάμου
βλασφημούντες Χριστοῦ, Χριστιανούς καλοὺς ἑαυτοὺς
ὀνομάζουσιν οἱ ταῖς ἀληθείαις ἀντιχριστιανοί. Τὰ
γὰρ τοῦ ἀντιχρίστου πρεσβεύουσι, καὶ αὐτῷ μόνῳ
λατρεύουσι, καὶ πρὸς αὐτὸν τὰς ἐλπίδας ανατιθέασιν. Αλλ' οὗτοι μὲν οἱ ἀποστάται μετὰ τοῦ συναπο
στάτου αὐτοῖς ἐῤῥέτωσαν δαίμονος, καὶ εἰς τὸ πύρ
τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον αὐτῷ συμπαραπεμπέ
σθωσαν. Τοιοῦτον καὶ γὰρ τοῖς τέκνοις αὐτοῦ θησ
σαυρόν ὁ πατὴρ αὐτῶν ἐθησαυρίασεν· ὅπου τῶν
θησαυρῶν αὐτῶν εὐρήσουσιν ἄνθρακας εκπυρίξον
τας, καὶ ὁ ἀντιχριστος τὰ τοῦ Χριστοῦ ἱεροσυλήσας
περὶ τῶν αὐτοῦ λεγέτω μαθητῶν· Θέλω, ἵνα όπου
εἰμὶ ἐγώ, καὶ αὐτοὶ ὦσι μετ᾿ ἐμοῦ. Καὶ ὁ ἄρχων του
σκότους μετὰ τῆς τάξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν ἴδιον τόπον
συγκατερχέσθω. Ημείς δε, ἡ κληρονομία Χριστοῦ
του αληθινοῦ Θεοῦ ὑ περιούσιος, ἣν διὰ τοῦ σταυ
ροῦ περιεποιήσατο, καὶ τῷ ἰδίῳ ἐξηγόρασεν αίματι,
δεῦτε προσκυνώσωμεν, καὶ προσπέσωμεν αὐτοῦ τῷ
σταυρῷ, καὶ οἱ πολυτρόπως εὐεργετηθέντες δι'
αὐτοῦ πολυωνύμως τοῦτον ἐγκωμιάσωμεν, θρόνον
λέγοντες αὐτὸν τοῦ Θεοῦ, ἐν ᾧ ἀναβὰς τῷ κόσμῳ,
καὶ τὸ κόσμου τυράννῳ κρίσιν πεποίηκε· καὶ τὸν
μὲν κόσμον τῆς τυραννίδος ἀπέλλαξε καὶ διέσωσε, τὸν δὲ κατακεκριμένον καὶ κατησχυμμένον, ἔξω ἐκβέβληκε μετά
τῶν δορυφόρων αὐτοῦ, καὶ καθεῖλα δυνάστας ἀπὸ θρόνου, καὶ ὕψωσε τακεινούς.
Καὶ ὁ μὲν διάβολος, τῆς πάλαι δόξης ἀπωπεσών
διὰ τὴν ἔπαρσιν ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ τὰς νεφέλας, κατ'
ἀναποδισμὸν κάτεισι· θήσειν γὰρ ἐπ' αὐτῶν τὸν
θρόνον αὐτοῦ βουλόμενον, ὑπετόπασεν ἀπὸ
ἀπὸ τῶν
νεφελῶν ἐπὶ τὴν γῆν, ἣν καὶ ἐξαλείφειν ἡλαζονεύσατο,
ἀπὸ τῆς γῆς εἰς τὸν τάρταρον· Σειραῖς γὰρ ζόφου
ταρταρώσας παρέδωκεν εἰς κρίσιν τηρούμενον·
ἡμεῖς δὲ ὅσοι διὰ τοῦ σταυροῦ σεσώσμεθα, κατά
προποδισμὸν καὶ προκοπὴν ἀνατρέχομεν· Εἰ γὰρ
καὶ πρότερον ὑποσκελισθέντες τῷ πονηρῷ ἀντιπάλο
καὶ δολερῷ μέχρις ᾅδου κατενηνέγμεθα, ἀλλὰ νῦν
διὰ τοῦ σταυροῦ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανὸν ἀνατρέχομεν.
Καὶ μοι διὰ ταῦτα καὶ εἰς κλίμακα θεωρεῖν ἐπέρχεται
τὸν σταυρὸν, ἐν ᾧ καὶ ἀνάβασις φαίνεται καὶ
κατάβασις. ᾿Αναβαίνουσι μὲν γὰρ ἕως τῶν οὐρανῶν
οἱ ἄνθρωποι· καταβαίνουσι δὲ ἕως τῶν ἀθύσσων οἱ
• δαίμονες. Σκηπτρόν ἐστι βασιλικὸν ὁ σταυρὸς τοῖς ἐξ
Αδάμ μέχρι συντελείας ἀνθρώποις περίβλεπτον,
καὶ αὐτοῖς αἰδέσιμον τοῖς ἀγγέλοις. Τότε γάρ,
φησί, φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ γιοῦ ἀνθρώπου
ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ
τῆς γῆς, ὅσαι δηλαδὴ μὴ τῆς αὐτῆς πίστεως οὖσαι
τῷ ᾿Αβραὰμ οὐκ ἠγαλλιάσαντο, ἰδεῖν τὴν ἡμέραν του
πάθους αὐτοῦ, ἡ καὶ ἰδοῦσαι οὐκ ἐχάρησαν ἐπὶ τῇ
δόξῃ αὐτοῦ· μᾶλλον δὲ καὶ θρασέως ἀντεῖπον, Οὐ
θέλομεν τοῦτον βασιλεῦσαι ἐφ' ἡμᾶς.
Θυσιαστήριον ἐστιν ὁ σταυρός. Ἐν αὐτῷ γὰρ
ἐτύθη ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ
κόσμου, καὶ τῷ θεοϋποστάτῳ σαρκὶ καὶ τῷ θεοορύ
τῷ αίματι ολοτελώς καθηγίασται. Μείζον γὰρ ἐν
ταῦθα τὸ δῶρον τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὑπὸ τοῦ
δώρου τὸ θυσιαστήριον καθαγιάζεται. Πλὴν οὖν καὶ
Et diabolus quidem ex antiqua gloria excidit,
eo quod ex cœlo supra nubes sese sublevare cogitarit; revocatoque quasi gradu descendit. Volentem enim in nubibus thronum suum collocare deturbavit e nubibus in terram, quam se etiam deleturum jactaverat, et ex terra in tartara: Rudentibus enim caliginis in tartara detractum tradidit in
judicium reservari 25. Nos vero, qui per cruccm
salvati sumus, progressu et profectu sursum tendimus. Licet enim prius subnervati et prostrati a
maligno et doloso adversario ad inferos usque
descenderimus, at nunc opera crucis ex terra in
cœlum usque sublevamur. Horum gratia scalæ etiam
similitudinem mihi crux habere videtur, in qua et
ascensus et descensus cernitur. Ascendunt quidem
usque ad cœlos homines, descendunt usque ad
abyssum dmmones. Regium sceptrum crux est,
Adami posteris usque ad finem seculi admirandum
et conspicuum, ipsisque angelis reverendum.
Tunc enim, inquit, parebit signum Filii hominis in
cælo, et plangent omnes tribus terrz 56, qus videlicet,fidem Abrahami non complexæ, non exsultaverunt videre diem passionis ejus, vel si viderunt,
non gavisæ sunt ob gloriam ejus, quin potius audacter contradixerunt: Nolumus hunc regnare super
nos 37.
Altare est crux. In ipsa enim sacrificatus est
Agnus Dei, qui tollit peccatum mundi, et carne in
Deo subsistente, et divino sanguine consecratum
est; majus enim in proposito munus est quam
altare, et a munere altare ipsum sanctificatur. Cæterum et qui in hoc crucis altari jurat, jurat quo-
** Luc. 1, 52. 25 JI Petr. u, 4. 26 Matth. xxiv, 30. Luc. xix, 14.
"
col. 639–640page 23 of 83
PG 140:639ὁμόσας ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ τούτῳ τῷ σταυρική ὀμνύει ἐν αὐτῷ, καὶ ἐν τῷ ἐπάνω αὐτοῦ ζωοποί θύματι. Τῷ γὰρ σταυρῷ συνεννοεῖται καὶ ὁ σταν ρωθείς. Κλίνη ἐστὶ Δεσποτικὴ ὁ σταυρός, ἦν οὐχὶ δάκρυσι, κατὰ τὸν Δαυίδ, ἀλλ' αἵμασιν ἔλουσεν ὁ ἐκ Δαυίδ τὸ κατὰ σάρκα Χριστός· οὐχὶ τὸ ἑαυτοῦ ἐκπλύνων ἁμάρτημα, κατὰ φύσιν γὰρ ἐστιν ἄχραντος, ἀλλὰ καταίρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου τὴν ἐκ τοῦ ξύλου ἀναφυεῖσαν, καὶ εἰς ἅπαν ἐκδραμοῦσαν τὸ γένος τὸ βρότειον, καὶ ἐπνώσας ἐν αὐτῷ ζωῆς καὶ ἐγρηγόρσεως αἰωνιζούσες προξενον ὕπνον ἀνέστη αὐτεξουσίως εἰς τὴν πρωίαν ἀποκτείνων πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς. Αλλά και σεβάσματος ἀξίαν εὑρίσκω ταύτην την κλίνην· καὶ τὸν Ησαίαν παράγω σοι μάρτυρα, Καὶ ἔσται ἡ ἀνάπαυσις αὐτοῦ τιμή προλέγοντα φανερώς. Ανάπαυσις δε, ὅτι καὶ ὁ ἐκ τῆς οδοιπορίας κόπος καὶ ὁ ἱδρὼς, καὶ τἆλλα τὰ φυσικὰ καὶ αδιάβλητα πάθη, εκχωρήσει τῆς θεότητος, ὅτε καὶ ἔδει κεκινημένα ἐν τὸ κατὰ Χριστὸν ἀνθρ πίνω μέχρις αὐτοῦ τοῦ σταυροῦ τὸ ἀπὸ τοῦ δε ἀνενέργητα μεμενήκασι, καὶ τῇ νεκρώσει τούτου συνενεκρώθησαν. Η γάρ μετὰ τὴν ἀνάστασιν όλοι πορία ἑτέρα ἦν, ὑπερφυὴς καὶ παράδοξος, ώσπερ δὴ καὶ ἡ βρῶσις καινοπρεπής. Επιλείψει με και ἡ ἡμέρα τα θαυμάσια διηγούμενον του ζωοπαρόχου σταυρού. Ἐν Ερυθρά θαλάσσῃ ὁ σταυρός εἰκονίζεται· καὶ ἦν τούτο προχάραγμα τοῦ ἐν τῷ Δεσποτικῶς αἵματι ἐπιχρωσθέντος αὐτῷ ἐρυθήματος. Πικρίων υδάτων εἰς γλυκύτητα μεταποιεῖ, καὶ λαὸν πλανήτην καὶ φυγαδα ζωογονεί. Δάκνοντας ὄρεις ἀναιρεῖ καὶ διασώζει τους δακνομένους· ὡς εἶδε καὶ τὰς ἰοβόλους ταύτας εχίδνας, τοὺς ὑβριστάς οὐτοῦ Βογομίλους, ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς ἐξηγάνισεν, οἵτινες ἔρποντες πανταχοῦ δάκνουσι λαὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν τὸν τῆς δυσσεβείας αὐτῶν ἐγχέουσι ταῖς τῶν εὐσι βούντων ψυχαῖς, πρὸς οὓς περιπαθῶς ἂν ἐροίμην ὄψεις· Γεννήματα εχιδνών, που φύγοιτε ἀπὸ τῆς κρίσεως τῆς γεέννης; ἂν αὐτοὶ ἑαυτοῖς ἐξεκαύσατε χωρίς διωγμοῦ καὶ βασάνων τὴν εὐσέβειαν ἀρνητά μενοι. ᾿Αλλὰ τὰ μὲν κατ' αὐτοὺς εἰς τοῦτο λήξει τὸ τέλος, ἐὰν μὴ μετανοήσωσι. Ἡμεῖς δὲ αλλά φέρε και κατασφαλιτώμεθα τὸν λαὸν τοῦ Χριστοῦ ἐπωδαῖς ἱεραῖς, ἵνα μὴ τῆς θανατηφόρου ταύτης αἱρέσεως ὁ ἱὸς καθάπτηται τῆς τούτων ψυχῆς. Δαμικές γὰρ τὸ κακὸν ἐκκέχυται πανταχοῦ, καὶ κύκλῳ οἱ ἀσεβεῖς περιπατοῦντες τὴν καλὴν ποίμνην λυμαίνονται του Χριστού. Αλλ' ΕιGERMANI II CP. PATRIARCHÆ
que in vivifca illa hostia, quæ super eo posita est: ὁμόσας ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ τούτῳ τῷ σταυρική
nam cum cruce animo et cogitatione simul concipitur Christus. Crux lectulus est Dominicus, quem
non lacrymis, more Davidis, sed sanguine lavit,
qui ex Davide secundum carnem procreatus est
Christus, non proprium expians peccatum, natura
enim sua immaculatus est, sed destruens et abolens peccatum mundi natum ex ligno, et in totum
mortale genus propagatum, dormiensque in illo
somnum, vitæ et vigiliæ æternæ causam et effectorem, surrexit propria potestate, in matutino interficiens omnes peccatores terræ ",
Quin honore et cultu dignum nunc lectulum
invenio, ejusque rei testem do Isaiam, qui disertis
verbis praedixit: Et erit requies ejus honos 39. Requies appellatur, quia peregrinationis labor et
sudor, et aliæ naturales et indetrectabiles passiones etaffectiones concessu divinitatis, quando opus
erat, commotæ et concitatæ in humana Christi natura usque ad crucis supplicium; de cætero consopitæ sunt, Christique morte mortuæ. Nam si
quando post resurrectionem aliquo ivit, itio illa
supra naturam, et plane admiranda fuit quemadmodum nova itidem fuit manducandi illa actio.
Dies me deficiat, si omnia vivificæ crucis miracuta
persequi velim.
In Rubro mari crux adumbratur; eratque hoc
præsignificatio et prædelineatio ejus ruboris, qui
ei postea per Domini sanguinem est illitus 30. Amaritudinem aquæ transmutat in dulcedinem popu- c
lumque errabundum et fugitivum vivificat 13. Sauciantes serpentes perimit, servatque ictos et saucios s. Utinam et venenatas istas viperas, Bogomilos inquam, in crucem injuriosos, a facie terræ
exterminasset, qui omnia perreptantes, populum
Dei mordent,venenumque impietatis suæ infundunt
piorum animis; quos non sine commiserationis affectu jure sic alloquar: Genimina viperarum, quo.
modo, et quo a judicio gehennæ fugietis 33, quam
vos vobismet ipsi accendistis, abnegata pietate
absque persecutione et tormentis? Sed res illorum
in hunc finem desinent, nisi resipuerint penitentiamque egerint.
ὀμνύει ἐν αὐτῷ, καὶ ἐν τῷ ἐπάνω αὐτοῦ ζωοποί
θύματι. Τῷ γὰρ σταυρῷ συνεννοεῖται καὶ ὁ σταν
ρωθείς. Κλίνη ἐστὶ Δεσποτικὴ ὁ σταυρός, ἦν οὐχὶ
δάκρυσι, κατὰ τὸν Δαυίδ, ἀλλ' αἵμασιν ἔλουσεν ὁ ἐκ
Δαυίδ τὸ κατὰ σάρκα Χριστός· οὐχὶ τὸ ἑαυτοῦ
ἐκπλύνων ἁμάρτημα, κατὰ φύσιν γὰρ ἐστιν ἄχραν
τος, ἀλλὰ καταίρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου τὴν
ἐκ τοῦ ξύλου ἀναφυεῖσαν, καὶ εἰς ἅπαν ἐκδραμοῦσαν
τὸ γένος τὸ βρότειον, καὶ ἐπνώσας ἐν αὐτῷ ζωῆς
καὶ ἐγρηγόρσεως αἰωνιζούσες προξενον ὕπνον ἀνέστη
αὐτεξουσίως εἰς τὴν πρωίαν ἀποκτείνων πάντας τοὺς
ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς.
Αλλά και σεβάσματος ἀξίαν εὑρίσκω ταύτην την
κλίνην· καὶ τὸν Ησαίαν παράγω σοι μάρτυρα,
Καὶ ἔσται ἡ ἀνάπαυσις αὐτοῦ τιμή προλέ
γοντα φανερώς. Ανάπαυσις δε, ὅτι καὶ ὁ ἐκ τῆς
οδοιπορίας κόπος καὶ ὁ ἱδρὼς, καὶ τἆλλα τὰ φυσικὰ
καὶ αδιάβλητα πάθη, εκχωρήσει τῆς θεότητος, ὅτε
καὶ ἔδει κεκινημένα ἐν τὸ κατὰ Χριστὸν ἀνθρ
πίνω μέχρις αὐτοῦ τοῦ σταυροῦ τὸ ἀπὸ τοῦ δε
ἀνενέργητα μεμενήκασι, καὶ τῇ νεκρώσει τούτου
συνενεκρώθησαν. Η γάρ μετὰ τὴν ἀνάστασιν όλοι
πορία ἑτέρα ἦν, ὑπερφυὴς καὶ παράδοξος, ώσπερ
δὴ καὶ ἡ βρῶσις καινοπρεπής. Επιλείψει με και
ἡ ἡμέρα τα θαυμάσια διηγούμενον του ζωοπαρόχου
σταυρού.
Ἐν Ερυθρά θαλάσσῃ ὁ σταυρός εἰκονίζεται· καὶ
ἦν τούτο προχάραγμα τοῦ ἐν τῷ Δεσποτικῶς αἵματι
ἐπιχρωσθέντος αὐτῷ ἐρυθήματος. Πικρίων υδάτων
εἰς γλυκύτητα μεταποιεῖ, καὶ λαὸν πλανήτην καὶ
φυγαδα ζωογονεί. Δάκνοντας ὄρεις ἀναιρεῖ καὶ
διασώζει τους δακνομένους· ὡς εἶδε καὶ τὰς ἰοβολους ταύτας εχίδνας, τοὺς ὑβριστάς οὐτοῦ Βογομί
λους, ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς ἐξηγάνισεν, οἵτινες
ἔρποντες πανταχοῦ δάκνουσι λαὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν
τὸν τῆς δυσσεβείας αὐτῶν ἐγχέουσι ταῖς τῶν εὐσιβούντων ψυχαῖς, πρὸς οὓς περιπαθῶς ἂν ἐροίμην
ὄψεις· Γεννήματα εχιδνών, που φύγοιτε ἀπὸ τῆς
κρίσεως τῆς γεέννης; ἂν αὐτοὶ ἑαυτοῖς ἐξεκαύσατε
χωρίς διωγμοῦ καὶ βασάνων τὴν εὐσέβειαν ἀρνητάμενοι.
᾿Αλλὰ τὰ μὲν κατ' αὐτοὺς εἰς τοῦτο λήξει τὸ
τέλος, ἐὰν μὴ μετανοήσωσι.
Ἡμεῖς δὲ αλλά φέρε και κατασφαλιτώμεθα
τὸν λαὸν τοῦ Χριστοῦ ἐπωδαῖς ἱεραῖς, ἵνα μὴ τῆς
θανατηφόρου ταύτης αἱρέσεως ὁ ἱὸς καθάπτηται τῆς
τούτων ψυχῆς. Δαμικές γὰρ τὸ κακὸν ἐκκέχυται
πανταχοῦ, καὶ κύκλῳ οἱ ἀσεβεῖς περιπατοῦντες
Nos vero agedum populum Christi communiamus
sacris precationibus, ne mortiferum hujus haeresis p
venenum animam ejus contingat. Largiter enim ubique malitia diffusa est, et circumcirca obambulant
impii, ut egregio Christi gregi aliquid nocumenti
inferant. At vos videte graves lupos, videte canes; τὴν καλὴν ποίμνην λυμαίνονται του Χριστού. Αλλ'
28 Psal. 8. 99
c, x1, 10. 30 Exod. xiv, 1 seqq.
31 Exod. xv, 23-25. 33 Num. XXI, 6-9. 33 Luc. III, 7.
Ita 70 Interp. Isaiæ xr. ubi vulg. edit. Ει
erit sepulcrum ejus gloriosum. Locum etiam secundum LXX accepit S. Hieron. de sepulcro Christi,
his verbis epist. ad Marcellam, nomine Paulæ et
Eustochii Cujus sepulcri gloria multo antequam
excideretura Joseph,scimus Isaiæ vaticinio prophetatum; dicentis: Et erit requies ejus honor: quod
scilicet sepulturæ Domini locus esset ab omnibus
honorandus.
(f) Sequitur aculeatus in latinos Epilogus, scriptus eo tempore, quo Veneti et alli Itali, sicuti et
Franci,gravissima bella cum Græcis gerebant,ipsa
imperii sede Græcis adempta. Quo minus mirandum, Germanum istum Latinæ gloriæ inimicum,
linguam et calamum asperius et mordacius in
Latinos strinxisse. Similes invectivæ in Latinos
exstant apud Nicetam, Gregoram et alios GræCOS.
col. 641–642page 24 of 83
PG 140:641ὑμείς βλέπετε τους βαρεῖς λύκους, βλέπετε τους κύνας. Βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, καὶ σκοπεῖτε τοὺς οὕτω περιπατοῦντας, καθώς ἔχετε τύπον ἡμᾶς ένα καγώ τολμήσω μετά Παύλου καυχήσασθαι Πολλοί γάρ περιπατοῦσιν, οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, καὶ νῦν κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθρούς του σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὧν το τέλος ἀπώλεια φυλάξατε την καλὴν παρακαταθήκην τῆς πίστεως ἀσυλον καὶ ἀνεπιβούλευτον. Μέλλομεν γὰρ ἄκαστος ταύτην ἀπαιτηθῆναι σαν καὶ ἀνελλιπῶ ἐπί τοῦ φοβερού βήματος τοῦ Χριστοῦ. 'Αλλά μοι τὸν λόγου ἤδη ἐπισφραγιστέον ταῖς ὑπὲρ τοῦ κρατίστου σεσιν. ἡμῶν αὐτοκράτορος προσευχαῖς καὶ ἐκτενέσι δεήσ Αρατε οὖν, εὐσεβής λαός, χεῖρας ἅπαντες προς Θεὸν ὑπὲρ τῶν ἐκείνου χειρῶν πολλὰ καμούσας ἤδη ἐν ταῖς κατὰ τῶν ἐχθρῶν συμπλοκαῖς, ἵνα θείη τόξου χαλκούν τους βραχίονας αὐτοῦ, διδάξη τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς πόλεμον, εἰς τὸ ἀποβαλεῖν τὴν ἰταλικὴν ὀξυχειρίαν εἰς τὸ καθαρπάζειν τὰ αλλότρια ένα επιστρέφωσιν εἰς ἐσπέραν, τῆς ἰδίαν πατρίδα, εἶχε τινὲς ἀπολειφθεῖν, καὶ λιμώξωσιν ὡς κύνες, οὐκ ἔχοντες οἱ αἱμοχαρεῖς ἔτι λείχειν αἵματα τα αυσονικά. Και κυκλώσων τὴν ἰδίαν πόλιν λιμαγχονούμενοι καὶ βαύζοντες μάταια. Ἰωάννης ὁ βαπτίσας αὐτοὺς τοῖς αἵμασιν ἑαυτῶν, ὁ θεοφρούρητος ἡμῶν αὐτοκράτωρ, ὑμῖν τοῖς ὑπὸ χεῖρα εὐαγγελίζεται, Πᾶσα φάραγξ, λέγων, πληρωθήσεται, ἡ τεταπεινωμένη γενεὰ τῆς τῷ χρόνῳ μὲν νεαζούσης Ρώμης, ταῖς συμφοραῖς δὲ γεγηρακυίας ἐλεεινῶς, παὶ πᾶν όρος και βουνός ταπεινωθήσεται, ἡ καθ' ἡμῶν ἐπαιρομένη ἀθέρωχος ομοὺς ή ιταλική. Καὶ ἔσονται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν, ἐκεί νου προοδοποιούντος, καὶ ἐπανάγοντος τοῦ καὶ τὰ ἡμῖν ἀδύνατα δυναμένου Χριστοῦ. Ηδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων κεῖται. Τῶν κλάδων γὰρ ἀποτετμημένων ἄρτι καὶ κατὰ γῆς ἐστρωμένων καὶ κορμηδόν ἐριμμένων εἰς τοὔδαφος, οὐκ ἀπελπιστία καὶ ἡ ῥιζοτόμησις. Τάχα δὲ ἀσθενὴς ή ριζοβόλησις, ὡς ἐκ μεταφυτεύσεως. Πίστευε τῷ Θεῷ τῷ πάντα δυναμένῳ, βασιλέων εὐσεβέστατε καὶ πραότατε, κατὰ τὸν Δαυΐδ, ὡς ὅπλῳ κυκλώσει σε τῷ σταυρικῷ ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ, ὃς ἐστιν ὁ Χριστός, καὶ οἱ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ τοῦ άφα νως σοι προβάλλοντος, καὶ δειλανδρίαν ἐμποιοῦντος, οὐδ᾽ ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας, και φανερῶς σοι ἀνθισταμένου ἐχθροῦ. Πάντα γὰρ ταῦτα ὁ τοῦ Χριστοῦ σταυρός αποσοβήσει μακράν, καὶ ὁδηγός σοι προς ἅπαν το καταθύμιον, καὶ ὡς ὅπλον εὐδο κίας στεανώσει τροπαιφόρον, μεγαλόνικον αναδείξας σε παρὰ τοὺς ἐμπροσθεν βασιλεῖς, ἱκετες ούσης τῆς πανυπεράγνου Θεομήτορος, καὶ πανυπερ எல்ல δε δεσποίνης ἡμῶν, καὶ ἀιπαρθένου Μαρίας, καὶ τῶν καλλινίκων μαρτύρων Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων ἀπάντων. Γένοιτο ταύτα, Τριάς παν τοδύναμε καὶ παντάνασσα, ἡ ἐν προσώποις προσ σε,CONTRA BOGOMILOS
ambulant sicut habetis formam nos, ut audeam
cum Paulo gloriari: Multi enim ambulant, quos
sepe dicebam vobis, et nunc flens dico, inimicos
crucis Christi, quorum finis interitus 3. Custodite
insigne fidei depositum intactum et illibatum.
quolibet enim salvum et integrum reposcetur, cum
ad terribile tribunal Christi assistemus. Verum
orationem nunc quasi obsignemus precibus votisque ardentibus et assiduis pro optimo imperatore
nostro.
ὑμείς βλέπετε τους βαρεῖς λύκους, βλέπετε τους videte malos operarios, et observate eos qui sic
κύνας. Βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, καὶ σκοπεῖτε
τοὺς οὕτω περιπατοῦντας, καθώς ἔχετε τύπον ἡμᾶς·
ένα καγώ τολμήσω μετά Παύλου καυχήσασθαι·
Πολλοί γάρ περιπατοῦσιν, οὓς πολλάκις ἔλεγον
ὑμῖν, καὶ νῦν κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθρούς του
σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὧν το τέλος ἀπώλεια
φυλάξατε την καλὴν παρακαταθήκην τῆς πίστεως
ἀσυλον καὶ ἀνεπιβούλευτον. Μέλλομεν γὰρ ἄκαστος
ταύτην ἀπαιτηθῆναι σαν καὶ ἀνελλιπῶ ἐπί τοῦ
φοβερού βήματος τοῦ Χριστοῦ. 'Αλλά μοι τὸν λόγου
ἤδη ἐπισφραγιστέον ταῖς ὑπὲρ τοῦ κρατίστου
σεσιν.
ἡμῶν αὐτοκράτορος προσευχαῖς καὶ ἐκτενέσι δεήσ
Tollite igitur, o fidelis popule, manus vestras ad
Deum pro illius, quæ tot jam labores subierunt in
conflictibus et præliis adversus hostes, ut ponat
brachia ejus velut arcum æreum et doceat manus
ejus ad prælia 35, ut repellant Italicam illam velocitatem rapiendi aliena, ut revertanturin occasum,
propriam suam patriam, si qui supersint, et esuriantut canes 86,non habentes amplius sanguinarii
cruorem Ausonicum, quem lingant. Et circumeant
propriam civitatem fame pressi, incassum latrantes 37. Joannes, qui baptizavit eos in proprio ipsorum sanguine, custoditus a Deo imperator noster
evangelizans, acclamat nobis subditis: Omnis vallis implebitur 38, abjecta et afflicta generatio, annis
quidem nova Rome, calamitatibus vero miserabiliter jam vetustæ. Et omnis mons et collis humiliabitur 39, elatum videlicet. ltalorum supercilium Et
erunt prava in directa *º, illo tanquam viæ duce
præeunte, et omnia revocante Christo, qui et ea,
quæ nobis sunt impossibilia, potest. Jam vero et
securis ad radicem posita est “. Ramis enim modo
amputatis, et in terram dejectis, truncatimque solo
allisis, non desperandum est, quin et radix incidi
possit. Forte enim, ut ex transplantatione, infirma
sunt illæ, quas miserunt, radices. Fide igitur Deo,
qui omnia potest, imperatorum piissime et mitissime, teque ut David ait, tanquam scuto crucis circumdabit veritas ejus, et non timebis a timore nocturno + ejus, qui occulte te aggreditur, formidinemque immittit, nec a sagittu volante in die ", et
hoste palam tibi resistente. Omnia enim hæc longe
crux Christi repellet, et dux tibi erit ad omnia, quæ
desideras, et ut scutum bonæ voluntatis coronabit
te “, triumphatorem et victorem supra superiores
imperatores effectum; precibus et interventu castissimæ Deiparæ, et immaculate Dominæ nostræ,
et semper Virginis Mariæ, fortissimisque victoribus
Christi martyribus, et omnibus sanctis intercedentibus isthæc eveniant, o sanctissima et omnia gubernans Trinitas, in tribus personis et in una Deitate adorari solita, quam decet omnis gloria, honos
et adoratio in infinita sæcula. Amen
Αρατε οὖν, εὐσεβής λαός, χεῖρας ἅπαντες προς
Θεὸν ὑπὲρ τῶν ἐκείνου χειρῶν πολλὰ καμούσας ἤδη
ἐν ταῖς κατὰ τῶν ἐχθρῶν συμπλοκαῖς, ἵνα θείη R
τόξου χαλκούν τους βραχίονας αὐτοῦ, διδάξη
τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς πόλεμον, εἰς τὸ ἀποβαλεῖν
τὴν ἰταλικὴν ὀξυχειρίαν εἰς τὸ καθαρπάζειν τὰ
αλλότρια ένα επιστρέφωσιν εἰς ἐσπέραν, τῆς ἰδίαν
πατρίδα, εἶχε τινὲς ἀπολειφθεῖν, καὶ λιμώξωσιν
ὡς κύνες, οὐκ ἔχοντες οἱ αἱμοχαρεῖς ἔτι λείχειν
αἵματα τα αυσονικά. Και κυκλώσων τὴν ἰδίαν
πόλιν λιμαγχονούμενοι καὶ βαύζοντες μάταια.
Ἰωάννης ὁ βαπτίσας αὐτοὺς τοῖς αἵμασιν ἑαυτῶν, ὁ
θεοφρούρητος ἡμῶν αὐτοκράτωρ, ὑμῖν τοῖς ὑπὸ
χεῖρα εὐαγγελίζεται, Πᾶσα φάραγξ, λέγων, πληρωθήσεται, ἡ τεταπεινωμένη γενεὰ τῆς τῷ χρόνῳ μὲν
νεαζούσης Ρώμης, ταῖς συμφοραῖς δὲ γεγηρακυίας
ἐλεεινῶς, παὶ πᾶν όρος και βουνός ταπεινωθήσεται, ἡ καθ' ἡμῶν ἐπαιρομένη ἀθέρωχος ομοὺς ή
ιταλική. Καὶ ἔσονται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν, ἐκεί
νου προοδοποιούντος, καὶ ἐπανάγοντος τοῦ καὶ τὰ
ἡμῖν ἀδύνατα δυναμένου Χριστοῦ. Ηδη δὲ καὶ ἡ
ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων κεῖται. Τῶν
κλάδων γὰρ ἀποτετμημένων ἄρτι καὶ κατὰ γῆς
ἐστρωμένων καὶ κορμηδόν ἐριμμένων εἰς τοὔδαφος,
οὐκ ἀπελπιστία καὶ ἡ ῥιζοτόμησις. Τάχα δὲ ἀσθενὴς
ή ριζοβόλησις, ὡς ἐκ μεταφυτεύσεως. Πίστευε τῷ
Θεῷ τῷ πάντα δυναμένῳ, βασιλέων εὐσεβέστατε καὶ
πραότατε, κατὰ τὸν Δαυΐδ, ὡς ὅπλῳ κυκλώσει σε
τῷ σταυρικῷ ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ, ὃς ἐστιν ὁ Χριστός,
καὶ οἱ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ τοῦ άφα
νως σοι προβάλλοντος, καὶ δειλανδρίαν ἐμποιοῦντος,
οὐδ᾽ ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας, και φανερῶς
σοι ἀνθισταμένου ἐχθροῦ. Πάντα γὰρ ταῦτα ὁ τοῦ
Χριστοῦ σταυρός αποσοβήσει μακράν, καὶ ὁδηγός
σοι προς ἅπαν το καταθύμιον, καὶ ὡς ὅπλον εὐδοκίας στεανώσει
τροπαιφόρον, μεγαλόνικον
αναδείξας σε παρὰ τοὺς ἐμπροσθεν βασιλεῖς, ἱκετεςούσης τῆς πανυπεράγνου Θεομήτορος, καὶ πανυπερ
எல்ல δε δεσποίνης ἡμῶν, καὶ ἀιπαρθένου
Μαρίας, καὶ τῶν καλλινίκων μαρτύρων Χριστοῦ
καὶ τῶν ἁγίων ἀπάντων. Γένοιτο ταύτα, Τριάς παν
τοδύναμε καὶ παντάνασσα, ἡ ἐν προσώποις προσ-
**Philipp. 11. 18, 19. 53 Psal. xvII, 35.
so ibid. ibid. 9.
+ Psal. xc, 5. 43 Ibid. 6.
Disquisistio de isto Germano revocat mihi in
memoriam,quod est apud Possevinum in Apparatu
σε,
86 Psal. Lvill, 7. 37 Ibid. 15. 38 Luc. 111, 5.
** Psal. 5, 13.
39 lbid.
sacro, vo Germanus, sub prisciillius Germani, patriarchæ Constantinop.nomine circumferrilibrum De
Homily IVHomilia IV
col. 661–662page 30 of 83
Homilia III
PG 140:661τοὺς, ὡς καὶ σώματα παραβιάζειν πρὸς ἔνωσιν, και εἰς πῆγμα ἓν συσφίγγεσθαι καὶ συνάγεσθαι, Ἡ δε τηλικαύτη πανήγυρις ὑπόθεσιν ἔχει τὴν ἀνάμνησιν τῆς τῶν παναγίων εἰκόνων ἀναστηλώσεως. Εκειτο μὲν γὰρ ἡ εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ οὐ τριήμερος, αλλά πολυχρόνιος ὑπὸ τὸν τῆς ὑφαντώσεως τοπον, βασκανίᾳ τῶν Ἰουδαιοφρονων αἱρετικῶν. Νύν δ' ἀλλ' ἐκεῖθεν εὐδοκία Πατρὸς ἐξανίσταται, καὶ πρώτη τῆς αναστάσεως ταύτης εὐαγγελίστρια ή σεμνοτάτη ἐν γυναιξὶ καὶ μαθήτρια του Χριστοῦ, ἡ τῆς θείας δω ρεάς φερώνυμος βασιλίς, καὶ δι' αὐτῆς πρὸς πάντας τοὺς τότε ἀποστολικούς άνδρας καὶ χριστο κήρυκας τῆς ἀναστάσεως διαβαίνει τὸ κήρυγμα, καὶ καλλωπίζεται αὖθις ἡ τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία τοῖς ἱερομόρφοις, και ευωδιάζεται πλεῖστον ἀπαλλαγεῖσα τῆς εἰκονομαχικής βδελυρίας. Μυροφόρου γάρ τάξιν ἀποπληρώσασα ἡ καλὴ αὕτη μαθήτρια καὶ θεοστεφής άνασσα τους μεταλαβόντας τῆς τοῦ Κοπρωνύμου αἱρέσεως, ὡς τινας κυπρογενείς κανθάρους, ἀποπνίξασα ὤλεσε, καὶ τὸν οἰκεῖον σύνευνον τὸν βασιλέα Θεόφιλον ἀθλίως αἰχμαλωτισθέντα ὑπὸ τῆς τυραννικής δυσσεβείας, ὡς ἀπὸ κοπρίας πτωχόν εξήγειρεν, ή κοινωνός μεν του βίου, του δε φρονήματος ακοινώνη της. Ω καλῆς γυναικός πολλῶν γυναικών αναπαλαι σάσης κττήματα! Ενα τὸν ἄνδρα του παραδείσου έχει βάλλει, μολύνατα τὸ κατ' είκονα διὰ τῆς παρακῆς. Επὶ τῆς κοπρίας ὁ Ἰὼβ ἐκάθητο, τὸ μὲν σώμα δύστ οσμος, την δε ψυχήν εύοσμος, καὶ ἡ πονηρὰ ἐκείνη γενή συνεβούλευε τούτῳ, ἵνα καὶ τὴν ψυχὴν ρυπώση διὰ βλασφημίας. Αλλ' οὐχ οὕτως ή θεόφιλος αυτή γυνή· αὐτῇ γὰρ ἐμφαρμόσει μᾶλλον τὸ τοῦ ἀνδρὸς όνομα. Θεόν γὰρ ἀγαπήσασα, ὑπὸ Θεοῦ ἠγαπήθη, καὶ διὰ τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἄνδρα ἐφίλησεν οὕτω σφοδρώς, ως εξ όλου ἁρπάσαι καὶ τῶν ἐκεῖ δικαιωτη βίων, καὶ πρὸς παράδεισον αντεισαγαγεῖν σπουδάσματι φιλοθέω και μόχθῳ πνευματικῳ, ἐπὶ δὲ τῆς κοπρίας καθήμενον τῆς τοῦ Κοπρωνύμου βδελυρωτά. της αἱρέσεως τῆς κατ' αὐτὴν βλασφημίας μάλλον ἐρρύσατο, καὶ θερμόν εισήνεγκε τὸν ἀγῶνα προσ οικειώσαι τουτον τῷ Χριστῷ, οὗ μύρον εκκενωθεν τὸ όνομα. Οὕτως ἀγαπᾶτε, γυναῖκες, τοὺς ἄνδρας· οὕτω βοη θεῖτε· ἀλλὰ μὴ μόνοις τοῖς σαρκικοῖς τὸ κοινωνικόν ἔχετε πρὸς τοὺς συζύγους άνδρας, διὰ ἡδυπάθειαν φιλοῦντες αὐτούς· αλλά συνεργεῖτε καὶ πρὸς τὴν ψυχὴν ὠφελοῦντα, καὶ συμβουλεύετε τὰ πρὸς τὴν σωτηρίαν. Και πρὸ ὑμῶν ὁ θάνατος ἐκείνους ἁρπά σεις, ὅτι ἐσπιλωμένους κατά ψυχήν, θέσθε φροντίδα τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ προσευχών, διά δακρύων, δι' ἐλεημοσυνῶν, διὰ βαίων ἱερουργιών. Δύναται γάρ, ὦ γίναι, καὶ θανόντα τὸν ἄνδρα σῶσαι ιδιά των Ι τῆς θείας δωρεάς φερώνυμος βασιλίς. (β)DE IMAGINIBUS.
τοὺς, ὡς καὶ σώματα παραβιάζειν πρὸς ἔνωσιν, και Deo, et inter se vinculo, ut et corpora quodamεἰς πῆγμα ἓν συσφίγγεσθαι καὶ συνάγεσθαι,
Ἡ δε τηλικαύτη πανήγυρις ὑπόθεσιν ἔχει τὴν
ἀνάμνησιν τῆς τῶν παναγίων εἰκόνων ἀναστηλώσεως.
Εκειτο μὲν γὰρ ἡ εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ οὐ τριήμερος,
αλλά πολυχρόνιος ὑπὸ τὸν τῆς ὑφαντώσεως τοπον,
βασκανίᾳ τῶν Ἰουδαιοφρονων αἱρετικῶν. Νύν δ' ἀλλ'
ἐκεῖθεν εὐδοκία Πατρὸς ἐξανίσταται, καὶ πρώτη τῆς
αναστάσεως ταύτης εὐαγγελίστρια ή σεμνοτάτη ἐν
γυναιξὶ καὶ μαθήτρια του Χριστοῦ, ἡ τῆς θείας δωρεάς φερώνυμος βασιλίς, καὶ δι' αὐτῆς πρὸς
πάντας τοὺς τότε ἀποστολικούς άνδρας καὶ χριστοκήρυκας τῆς ἀναστάσεως διαβαίνει τὸ κήρυγμα, καὶ
καλλωπίζεται αὖθις ἡ τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία τοῖς
ἱερομόρφοις, και ευωδιάζεται πλεῖστον ἀπαλλαγεῖσα
τῆς εἰκονομαχικής βδελυρίας. Μυροφόρου γάρ τάξιν
ἀποπληρώσασα ἡ καλὴ αὕτη μαθήτρια καὶ θεοστε
φῆς άνασσα τους μεταλαβόντας τῆς τοῦ Κοπρωνύμου
αἱρέσεως, ὡς τινας κυπρογενείς κανθάρους, ἀποπνί
ξασα ὤλεσε, καὶ τὸν οἰκεῖον σύνευνον τὸν βασιλέα
Θεόφιλον ἀθλίως αἰχμαλωτισθέντα ὑπὸ τῆς τυραννικής
δυσσεβείας, ὡς ἀπὸ κοπρίας πτωχόν εξήγειρεν, ή
κοινωνός μεν του βίου, του δε φρονήματος ακοινώνητης. Ω καλῆς γυναικός πολλῶν γυναικών αναπαλαι
σάσης κττήματα! Ενα τὸν ἄνδρα του παραδείσου έχει
βάλλει, μολύνατα τὸ κατ' είκονα διὰ τῆς παρακῆς.
Επὶ τῆς κοπρίας ὁ Ἰὼβ ἐκάθητο, τὸ μὲν σώμα δύστ
οσμος, την δε ψυχήν εύοσμος, καὶ ἡ πονηρὰ ἐκείνη
γενή συνεβούλευε τούτῳ, ἵνα καὶ τὴν ψυχὴν ρυπώση
διὰ βλασφημίας. Αλλ' οὐχ οὕτως ή θεόφιλος αυτή
γυνή· αὐτῇ γὰρ ἐμφαρμόσει μᾶλλον τὸ τοῦ ἀνδρὸς
όνομα. Θεόν γὰρ ἀγαπήσασα, ὑπὸ Θεοῦ ἠγαπήθη,
καὶ διὰ τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἄνδρα ἐφίλησεν οὕτω
σφοδρώς, ως εξ όλου ἁρπάσαι καὶ τῶν ἐκεῖ δικαιωτη
βίων, καὶ πρὸς παράδεισον αντεισαγαγεῖν σπουδά
σματι φιλοθέω και μόχθῳ πνευματικῳ, ἐπὶ δὲ τῆς
κοπρίας καθήμενον τῆς τοῦ Κοπρωνύμου βδελυρωτά.
της αἱρέσεως τῆς κατ' αὐτὴν βλασφημίας μάλλον
ἐρρύσατο, καὶ θερμόν εισήνεγκε τὸν ἀγῶνα προσοικειώσαι τουτον τῷ Χριστῷ, οὗ μύρον εκκενωθεν τὸ
όνομα.
Οὕτως ἀγαπᾶτε, γυναῖκες, τοὺς ἄνδρας· οὕτω βοη
θεῖτε· ἀλλὰ μὴ μόνοις τοῖς σαρκικοῖς τὸ κοινωνικόν
ἔχετε πρὸς τοὺς συζύγους άνδρας, διὰ ἡδυπάθειαν
modo ad unionem et conjunctionem compellant,
utque in unum quasi pegma coagmententur et
concrescant.
Tanti vero concursus causa est commemoratio
sanctarum imaginum restitutarum. Jacebat enim
Christi imago, non triduo, sed longissimo tempore
in obscuro et tenebricoso loco invidia hæreticorum
idem cum Judæis sentientium: sed nunc inde voluntate Patris exsurgit et prima hujus resurrectionis annuntiatrix exsistit gravissima inter mulieres et discipula Christi regina, quæ a divino
munere nomen habet: et per ipsam ad omnes,
qui tunc erant apostolici viri, Christique præcones,
resurrectionis hujus præconium manat, rursusque
exornatur Christi Ecclesia sanctorum imaginibus
et typis, gratumque odorem acquirit, ab Iconomachorum abominatione liberata. Vasis enim unguentarii vice functa egregia illa discipula, et a
Deo coronata regina, omnes qui Copronymi hæresi infecti erant, tanquam scarabæos quosdam,
ex cano progenitos, suffocans perdidit: et proprium conjugem imperatorem Theophilum miserabiliter a tyrannica impietate captum, tanquam de
stercore inopem excitavit, vitæ quidem consors,
at sententiæ exsors. O eximiam mulierem, quæ
multarum mulierum clades et damna præstitit!
Eva virum ex paradiso ejicit' contaminata per
inobedientiam illa,quæ secundum Deum est, similitudine. Sedebat Job in sterquilinio, corpore
quidem graviter olens, anima autem gratum odorem halans. Et improba illa mulier suadebat ei,
ut et animam blasphemiis proferendis inquinaret.
Non ita Dei amantissima hæc femina. Ipsi enim
mariti nomen competit. Nam cum Deum diligeret,·
a Deo dilecta est, propterque Deum virum quoque
tam vehementer amavit, ut eum ex inferno, eoque,
quod inibi est, tribunali eripuerit, et ad paradisum
conatu et studio superis grato, et spirituali labore
traduxerit, hærentemque in cœlo exsecrandæ hæreseos Copronymi, ab hac blasphemia expedivit, validumque certamen subiit et sustinuit, ut eum vindicaret Christo, cujus nomen unguentum effusum.
In hunc modum, o mnlieres, amate maritos vestros; sic opem ferte, neque in solis carnalibus
φιλοῦντες αὐτούς· αλλά συνεργεῖτε καὶ πρὸς τὴν Communionem cum viris vestris habete, amantes
ψυχὴν ὠφελοῦντα, καὶ συμβουλεύετε τὰ πρὸς τὴν
σωτηρίαν. Και πρὸ ὑμῶν ὁ θάνατος ἐκείνους ἁρπάσεις, ὅτι ἐσπιλωμένους κατά ψυχήν, θέσθε φροντίδα
τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ προσευχών, διά δακρύων,
δι' ἐλεημοσυνῶν, διὰ βαίων ἱερουργιών. Δύναται γάρ,
ὦ γίναι, καὶ θανόντα τὸν ἄνδρα σῶσαι 6ιδιά των
Theodora imperatrix uxor Theophili, mater
Michaelis de qua Zonaras Cedrenus, et alii. Alludit ad Theodore nomen verbis illis: Ι τῆς
θείας δωρεάς φερώνυμος βασιλίς.
Sunt qui scribant Theophilum imperatorem
sub finem vitæ resipuisse, et ab Iconomachorum
impietate destitisse. Ita refertur in Perioche, seu
illos propter voluptatem; sed et subministrate ea
quæ animæ conducunt; et suggerite quæ ad salutem pertinent. Etsi prius mors illos abripuerit
adhuc vitiis inquinatos, curate illorum salutem
precibus, lacrymis, eleemosynis et divinis sacrificiis. Potes enim, o mulier, mortuum quoque virum his operibus salvum reddere. Quia vero adhuc
summa libri vicesimi primi Nicephori Callisti: qui
liber simul cum aliis post decimum octavum sequentibus necdum prodiit. Clycas tamen ait iv p.
Annal. Theophilum moriturum petiisse ne ima
gines sacræ rusus erigerentur. Idem Zonaras in
Theophilo.
(β) Locus pro purgatorio probando.
col. 663–664page 31 of 83
PG 140:663τοιούτων. Αλλ' ὅτι καὶ νῦν εἰσί τινες τῆς Κοπρωνύ β μου βδελυρίας ἀποσκυβαλίσματα, καὶ ἀποτολμῶσιν οἱ λυσσητήρες κυνες και φιλοβόρβοροι χοῖροι κατὰ τῶν προσκυνητῶν καὶ ἱερῶν χαρακτήρων τοῦ Χρι στοῦ καὶ τῶν ἁγίων πάντων κόπρια εναποπτύειν (ούτω γάρ εγώ καλῶ τὰ ἐκείνων βλάσφημα ρήματα οὗτοι δὲ εἰσιν οἱ νῦν Βογόμιλοι κεκλημένοι, οι γνή σιοι μαθηταὶ τοῦ ᾿Αντιχρίστου, καὶ τοῦ προδότου Ἰούδα συμμαθηταί,· πρὸς αὐτοὺς τὸ τοῦ λόγου πρόσ ωπον τρέψω· καὶ γὰρ αὐτοῖς ἐγὼ πολλάκις κατά πρόσωπον αντέστην, καὶ τὰ μικρὰ τούτων κατήσχυνα πρόσωπα, συνεργεία του παρ' αὐτῶν ὑβριζομένου Χριστοῦ. Ολίγα δέ τινα τῆς τότε διαλέξεως ἀποτεμόμενος καὶ πρὸς τὴν ὑμετέραν ἀγάπην ἐρῶ, ὡς ἂν ἐν ειδήσει τῆς πλάνης ἐκείνων ὄντες, μὴ λάθητε τοῖς ἀπατηλοῖς ῥήματι τούτων ἐξ ἁγνείας περιπαρέντες. Πολλοὶ γὰρ ἀρτίως περιπατοῦσι, καὶ τὰς οἰκίας εἰσε δύνουσιν ἐν σκότει διαπορευόμενοι, καὶ σχήματι είν λαβείας πολλούς συναρπάζουσι· σκοτεινόμορφοι γάρ ὄντες διάβολοι εἰς ἀγγέλους φωτός μετασχηματίζονται. Ηρώτησε με τις τῶν δαιμονοπροσώπων τούτων Βογομίλων, Διά τί, φησί, προσκυνείτε τοίχους, και σανίδας, καὶ ἀσβεστον, καὶ διάφορα χρώματα; Τοῦτο δὲ οὕτω λέγων τὰς ἁγίας εικόνας ἡνίττετο. Καὶ ἐγὼ πρὸς αὐτόν· Πότε δὲ εἶδες τινα τῶν τῆς ἡμετέρας Εκκλησίας τροφίμων ἐπὶ τὰς καμίνους πορευόμενον, ὅπου ἡ ἀσβεστος, ἡ ἐπί ἐρείπια, όπου αἱ τῶν λίθων σωρείαι, ἢ ἐπὶ τὰ των χρωμάτων πο λητήρια, καὶ προσυνοῦντα ταῦτα καὶ σέβοντα; Εί γὰρ τοῖς λίθοις καὶ τοῖς χρώμασι τὸ σέβας ἐνέμομεν, ἀνάγκτο, ἔχομεν, ἔνθα ἂν εἴδομεν ἡ λίθον ἢ σανίδα, προσκυνεῖν αὐτά. Νῦν δὲ τοῦτο μὲν οὐκ ἔστιν, οὐδε σὺ ὁ τῆς ἀληθείας ἐχθρὸς τολμήσεις τοῦτο εἰπεῖν, ἀπηνέμομεν δὲ τὸ σέβας οὐχ ἁπλῶς ταῖς ὕλαις, ἀλλὰ τῇ ἐμφαινομένη ταῖς ὕλαις μορφῆ, καὶ οὐ πάσῃ μορφή, ἀλλὰ τῇ τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὑπεράγνου Θεο μήτορος, καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων. Ἡ γὰρ τιμὴ τῆς εἰ κόνος ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει. Καὶ ἱστόρηται μὲν ὁ Χριστὸς τυχὸν ἐπὶ τῆς σανίδες ταύτης, ἢ ἐπὶ τοῦ τοίχου, ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἠπλωμένος γυμνός Ἰουδαῖοι δὲ παρίστανται ποτίζοντες όξος μετά χολής, τὴν πλευρὰν κεντούντες αὐτοῦ· ὁ Πιλάτος καθήμενος ἐπὶ θρόνον, παρισταμένων αὐτῷ πολλών δορυφόρων. Ταῦτα πάντα ἐν χρώμασι καὶ ἐν ἱστορίαις. Καὶ ἡμεῖς ἀφέντες τὸν καθήμενον ἐπὶ θρόνον, τοὺς ἐμπαίζοντας Ἰουδαίους, τοὺς τιτρώσκοντας δορυφόρους, τὸν ἐπὶ τοῦ σταυρού κρεμάμενον γυμνόν καὶ ὑπ' αὐτῶν ἐμπαιζόμενον προσκυνούμεν καὶ ἀσπαζόμεθα. Ἐνταῦθα χρώματα, κακεί χρώματα, ἐνταῦθα μορφαί, κἀκεῖ μορφαί, Διὰ τί γοῦν τὰς μὲν μισοῦμεν καί ἀποστρε ψόμεθα, τὰς δὲ ἀγαπῶμεν καὶ ἀσπαζόμεθα; Διά τί; Εγώ σοι ἐρῶ. Οἴδαμεν, ὅτι ὧν τὰ πρωτότυπα άγια, καὶ τὰ εἰκονίσματα ἅγια· ὧν δὲ τα πρωτότυπα μια ρά, καὶ τὰ εἰκονίσματα μικρά. Πάλιν οὖν ἐρωτῶ σε και πάλιν μοι ἀποκρίθητι. Τὴν βίβλου τῶν εὐαγγελίων ἁγίαν εἶναι λέγεις, καί σέβῃ ταύτην ὡς θησαν μὲν τῶν αἰωνίων, ἀγαθῶν, ἡ καί ταύτην ἀποστρέψεις καί ἐν τοῖς ἀτίμοις τάττεις; Οὐγί, φησίν, άτιμονGERMANI 1 CP. PATRIARCHÆ.
supersunt retrimenta quædam de abominatione τοιούτων. Αλλ' ὅτι καὶ νῦν εἰσί τινες τῆς Κοπρωνύ
Copronymi, audentque rabidi illi canes et amici
Juto sues contra adorandas et sacras imagines
Christi, omniumque sanctorum, fenum et stercus
evomere (sic enim impia et blasphema illorum
dicta apello, sunt autem isti, qui vulgo Bogomili
vocantur, verissimi Antichristi discipuli, et pro.
ditoris Judæ condiscipuli), ideo ad ipsos orationem convertam. Etenim non raro illis in faciem
restiti, illorumque impudentes vultus confudi, subsidio Christi, qui ab illis injuria et contumeliis
afficitur. Paucula vero quædam ex disputatione
illa selecta et delibata, cum vestra etiam charitate
communicabo, ut cognita illorum errore, fraudulentis verbis inscientes non circumveniamini. Multi
enim nunc circumeunt, inque domos sese insi- β
nuant, in tenebris ambulantes, et pietatis specie
multos simul abripiunt. Nam cum sint tenebricosi
diaboli, transfigurant sese in angelos lucis.
μου βδελυρίας ἀποσκυβαλίσματα, καὶ ἀποτολμῶσιν
οἱ λυσσητήρες κυνες και φιλοβόρβοροι χοῖροι κατὰ
τῶν προσκυνητῶν καὶ ἱερῶν χαρακτήρων τοῦ Χρι
στοῦ καὶ τῶν ἁγίων πάντων κόπρια εναποπτύειν
(ούτω γάρ εγώ καλῶ τὰ ἐκείνων βλάσφημα ρήματα
οὗτοι δὲ εἰσιν οἱ νῦν Βογόμιλοι κεκλημένοι, οι γνή
σιοι μαθηταὶ τοῦ ᾿Αντιχρίστου, καὶ τοῦ προδότου
Ἰούδα συμμαθηταί,· πρὸς αὐτοὺς τὸ τοῦ λόγου πρόσ
ωπον τρέψω· καὶ γὰρ αὐτοῖς ἐγὼ πολλάκις κατά
πρόσωπον αντέστην, καὶ τὰ μικρὰ τούτων κατήσχυνα
πρόσωπα, συνεργεία του παρ' αὐτῶν ὑβριζομένου
Χριστοῦ. Ολίγα δέ τινα τῆς τότε διαλέξεως ἀποτεμό
μενος καὶ πρὸς τὴν ὑμετέραν ἀγάπην ἐρῶ, ὡς ἂν ἐν
ειδήσει τῆς πλάνης ἐκείνων ὄντες, μὴ λάθητε τοῖς
ἀπατηλοῖς ῥήματι τούτων ἐξ ἁγνείας περιπαρέντες.
Πολλοὶ γὰρ ἀρτίως περιπατοῦσι, καὶ τὰς οἰκίας εἰσε
δύνουσιν ἐν σκότει διαπορευόμενοι, καὶ σχήματι είν
λαβείας πολλούς συναρπάζουσι· σκοτεινόμορφοι γάρ
ὄντες διάβολοι εἰς ἀγγέλους φωτός μετασχηματίζονται.
Ηρώτησε με τις τῶν δαιμονοπροσώπων τούτων
Βογομίλων, Διά τί, φησί, προσκυνείτε τοίχους, και
σανίδας, καὶ ἀσβεστον, καὶ διάφορα χρώματα; Τοῦτο
δὲ οὕτω λέγων τὰς ἁγίας εικόνας ἡνίττετο. Καὶ ἐγὼ
πρὸς αὐτόν· Πότε δὲ εἶδες τινα τῶν τῆς ἡμετέρας
Εκκλησίας τροφίμων ἐπὶ τὰς καμίνους πορευόμενον, ὅπου ἡ ἀσβεστος, ἡ ἐπί ἐρείπια, όπου αἱ τῶν
λίθων σωρείαι, ἢ ἐπὶ τὰ των χρωμάτων πο
7561λητήρια, καὶ προσυνοῦντα ταῦτα καὶ σέβοντα; Εί
γὰρ τοῖς λίθοις καὶ τοῖς χρώμασι τὸ σέβας ἐνέμομεν,
ἀνάγκτο, ἔχομεν, ἔνθα ἂν εἴδομεν ἡ λίθον ἢ σανίδα,
προσκυνεῖν αὐτά. Νῦν δὲ τοῦτο μὲν οὐκ ἔστιν, οὐδε
σὺ ὁ τῆς ἀληθείας ἐχθρὸς τολμήσεις τοῦτο εἰπεῖν,
ἀπηνέμομεν δὲ τὸ σέβας οὐχ ἁπλῶς ταῖς ὕλαις, ἀλλὰ
τῇ ἐμφαινομένη ταῖς ὕλαις μορφῆ, καὶ οὐ πάσῃ
μορφή, ἀλλὰ τῇ τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὑπεράγνου Θεο
μήτορος, καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων. Ἡ γὰρ τιμὴ τῆς εἰ
κόνος ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει. Καὶ ἱστόρηται
μὲν ὁ Χριστὸς τυχὸν ἐπὶ τῆς σανίδες ταύτης, ἢ ἐπὶ
τοῦ τοίχου, ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἠπλωμένος γυμνός·
Ἰουδαῖοι δὲ παρίστανται ποτίζοντες όξος μετά χολής,
τὴν πλευρὰν κεντούντες αὐτοῦ· ὁ Πιλάτος καθήμενος
ἐπὶ θρόνον, παρισταμένων αὐτῷ πολλών δορυφόρων.
Ταῦτα πάντα ἐν χρώμασι καὶ ἐν ἱστορίαις. Καὶ ἡμεῖς
Rogavit me quidam ex diabolicorum Bogomilo
rum numero: Quare, inquit, adoratis parietes, et
asseres, et calcem, et diversos colores? His vero
sacras imagines tacite significabat. Ad quem ego:
Quando vidisti aliquem Ecclesite nostræ alumnum
ad fornaces, ubi calx est vel ad rudera, ubi lapidum cumuli visuntur, vel ad officinas, ubi venduntur colores, properare, etista adorare et colere?
Si enim lapidibus et coloribus cultum exhiberemus, necesse esset ut ubicunque lapidem vel c
asserem conspiceremus, ea adoraremus. At longe
aliter se res habet. Neque tu quantumvis inimicus
veritatis, id affirmare ausis. Cultum enim exhibemus non simpliciter materim, sed ei, quæ in materiis elucescil, figure; neque omni figura, sed
Christi, castissima Dei Matris, aliorumque sanctorum. Nam honor imaginis transit ad prototypum.
Et forte quidem historice Christus expressus est
vel in hac tabula, vel in pariete, cruci affixus,
nudus. Astant autem Judæi porrigentes acetum
cum felle latus fodientes, Pilatusque in throno
considens, assistentibus ei multis satellitibus:
omnia hæc illis in coloribus et historiis repræsentantur. At nos, relicto eo, qui sedet in throno,
relictis illusoribus Judaeis, militibusque Christum p ἀφέντες τὸν καθήμενον ἐπὶ θρόνον, τοὺς ἐμπαίζοντας
vulnerantibus, eum, qui nudus in cruce pendet
et ab ipsis illuditur, adoramus et salutamus. Hic
sunt colores et ibi colores hic figuræ et ibi
figuræ. Quare igitur illas quidein odimus et aversamur, has vero amplectimur et osculamur? Qua
de causa?
Ego tibi explicabo: Scimus eorum, quorum prototypa et exemplaria sancta sunt, sanctas itidem imagines esse. Quorum vero prototypa exsecrabilia sunt,
corum itidem imagines detestandas esse. Iterum ergo
interrogabo te, tu iterum responde, Librum Evangeliorum sanctum esse confiteris, eumque, ut the
saurum æternorum bonarum colis, an et hunc
Ἰουδαίους, τοὺς τιτρώσκοντας δορυφόρους, τὸν ἐπὶ τοῦ
σταυρού κρεμάμενον γυμνόν καὶ ὑπ' αὐτῶν ἐμπαι·
ζόμενον προσκυνούμεν καὶ ἀσπαζόμεθα. Ἐνταῦθα
χρώματα, κακεί χρώματα, ἐνταῦθα μορφαί, κἀκεῖ
μορφαί, Διὰ τί γοῦν τὰς μὲν μισοῦμεν καί ἀποστρε
ψόμεθα, τὰς δὲ ἀγαπῶμεν καὶ ἀσπαζόμεθα; Διά τί;
Εγώ σοι ἐρῶ. Οἴδαμεν, ὅτι ὧν τὰ πρωτότυπα άγια,
καὶ τὰ εἰκονίσματα ἅγια· ὧν δὲ τα πρωτότυπα μια
ρά, καὶ τὰ εἰκονίσματα μικρά. Πάλιν οὖν ἐρωτῶ σε
και πάλιν μοι ἀποκρίθητι. Τὴν βίβλου τῶν Εὐαγγε
λίων ἁγίαν εἶναι λέγεις, καί σέβῃ ταύτην ὡς θησαν
μὲν τῶν αἰωνίων, ἀγαθῶν, ἡ καί ταύτην ἀποστρέψεις
καί ἐν τοῖς ἀτίμοις τάττεις; Οὐγί, φησίν, άτιμον
col. 665–666page 32 of 83
PG 140:665ἀλλὰ πολλῆς ἀξίαν τιμῆς ταύτην ἡγούμενος καὶ προσ κυνῶ καὶ ἀσπάζομαι. Τοῦτο καλῶς εἶπας. Ἔστι γάρ ἀληθῶς καὶ τιμιωτάτη, καὶ ἁγιωτάτη, καὶ βίβλος ὄντως ζωῆς διαιωνιζούσης. Ἰδού οὖν ἐκ τοῦ στόματος σου κατακριθήση, Βογόμιλε. Είπε τοίνυν, ἡ βίβλος αὕτη οὐκ ἀπὸ σανίδων σύγκειται; οὐκ ἀπὸ δερμά των; οὐκ ἀπὸ νημάτων τῶν τὰ δέρματα συσφιγγου. των; οὐκ ἀπό μέλανος καὶ ἑτέρων πολλάκις χρωμά των; Αρ᾽ οὖν καὶ σὺ τὸ βιβλίου τῶν Εὐαγγελίων προσκυνῶν καὶ ἀσπαζόμενος, της σανίδας, καὶ τὸ μέλαν, καὶ τὰ δερματα προσκυνεῖς καὶ ἀσπάζη, ἡ τούς λόγους τοῦ Θεοῦ τους εγγεγραμμένους τῇ βί Ελῳ; Ναί, φησί, τοὺς λόγους τοὺς εγγεγραμμένους τῇ βίβλῳ. Δύναται δὲ ἄλλως τοὺς λόγους τούτους γραφῇ παραδοῦναι καὶ εἰς ἀνάγνωσιν χωρίς μέλανος καὶ χάρτου Ουχί, φησί. Τί οὖν λοιπὸν τὸ συναγόμενον; Ὅτι πρὸς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν ῥημάτων ανα γραφήν παραλαμβάνονται τὰ δέρματα, τὸ μέλαν, καὶ τα τάλλα· τὸ δὲ τιμώμενον οἱ λόγοι εἰσί τοῦ Κυρίου οἱ τῇ βίβλω ἀνάγραπτοι. Ὥστε εἴ τις ἀπαλείψει τοὺς λόγους, συναπήλειψε καὶ τὴν τῆς βίβλου τιμὴν, καὶ τὸ ἐναπομείναν ἀσέβαστου καὶ ἀπροσκύνητον. Οὕτω μοι νόησον, αἱρετικὲ καὶ ἀνόητε, κἀπὶ ταῖς τῶν ἀγίων ζωγραφίαις εἰκόνων, ὅτι τὸ τιμίομενον καὶ προσκυνούμενον ὁ χαρακτήρ ἐστι καὶ τὸ ὄνομα είτε του ό Χριστου, εἴτε την Θεοτόκου, εἴτε τινὸς τῶν ἁγίων. Ταῦτα δὲ μορφωθῆναι ἡ γραφῆναι ἀδύνατον, εἰ μὴ ἐκ διαφόρων χρωμάτων· τοῦ δέ χαρακτῆρος απαλει φθέντος άτιμος τὸ ἀπὸ τοῦδε ή ύλη καί κεκοίνωται. Ως ἐν παραδείγματι δὲ εἰπεῖν, έστω που στά μενον ἔσοπτρον ἡ ἐξ θέλου ἡ ἐκ σιδήρου, καί ὑπό θου τόν Χριστόν ἱστασθαι αντί προσώπου τινὸς τῶν τοιούτων ἐσόπτρων. Ειδοποιείσθω δὲ καὶ ὁ χαρα ατὴρ αὐτοῦ τῇ τοῦ ἐσόπτρου στιλπνότητι καί ἐμ φαινέσθω καθαρῶς ἐν αὐτῇ. Εάν οὖν ἐκ πόθου τις προσιών τῷ ἐτοπτρῳ, ἐν ᾧ ἡ μορφὴ ἐμφαίνεται του Χριστού, και προσψαύτῃ τοῦτο τοῖς χείλεσι καί ἀσπάσεται, ἄρ' οὖν τὸ ἔσοπτρον ἐτίμησεν ἢ τὴν ἐν τῷ ἐσόπτρῳ μορφὴν τοῦ Χριστοῦ; Εύδηλον, ὅτι τὴν μορφήν. Εἰ γάρ τὴν φύσιν ετίμησε τοῦ ἐσόπτρου, καὶ τὸ σέβας ταύτη απένειμεν· ἀκόλουθον ἦν αὐτ τῷ πάντα ξελον καὶ πάντα σίδηρον προσκυνεῖν. Εἰ δὲ τοῦτο μὲν οὐκ ἐποίησε, πώποτε, ἐκεῖνο δε μόνον ἐσπάσατο, ἐν ᾧ ἐφάνη το μόρφωμα του Χριστού δηλόν ἐστι καὶ τυφλῷ, ὅτι τὴν ἐν τῇ ὕλῃ ἐμφαινομένων μορφὴν ἐτίμησε τοῦ Χριστοῦ. Τὸν ὅμοιον τρό που καὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων εἰκόνων λογίζου. Αλλά σὺ ὁ αἱρετικός οὐχ ἁπλῶς οὕτως Εικονομάχος εἶ, ἀλλ' αντικούς Χριστομάχος, καί διὰ τοῦτο κατὰ τῆς ἁγίας αὐτοῦ εἰκόνος ἐκπεπολέμωσαι, καὶ ἐκτεθηρίωσαι ὑπό τοῦ ἐνοικοῦντός του δαίμονος. Καὶ γὰρ καὶ τὰς παρδάλεις φασὶν ἀπεχθώς έχειν πρὸς τὰ τῶν ἀν θρώπων πρόσωπα, και λυττήν κατ' αυτών μανικώς, και που ἱστορουμένην ἴδοι ενανθρωπείαν μορφήν, ἀναστήλωσιν τῶν εἰκόνων, εἰκόνας,DE IMAGINIBUS.
inquis, honore indignum, sed plurimo honore
dignum existimans, eum adoro et osculor. Recte
hoc dixisti. Vere enim omni veneratione dignus et
sanctissimus est, vereque liber æternæ vitæ. Vide
igitur, ex ore tuo condemnaberis, Bogomile. Dic
ergo, nonne liber hic ex asseribus compactus est?
Nonne ex pellibus? Nonne ex filis pelles connectentibus? Nonne ex atramento, et aliis non raro
coloribus? An igitur et tu librum Evangeliorum
adorans et deosculans asseres et atramentum et
pelles adoras et oscularis, an verba Dei libro illi
inscripta? Vere, inqnit, verba Dei in libro scripta.
An potes vero verba Dei scribere, et ut legi possint, efficere absque atramento et charta? Non,
ἀλλὰ πολλῆς ἀξίαν τιμῆς ταύτην ἡγούμενος καὶ προσ- aversaris, et honore indignum ducis? Nequaquam,
κυνῶ καὶ ἀσπάζομαι. Τοῦτο καλῶς εἶπας. Ἔστι γάρ
ἀληθῶς καὶ τιμιωτάτη, καὶ ἁγιωτάτη, καὶ βίβλος
ὄντως ζωῆς διαιωνιζούσης. Ἰδού οὖν ἐκ τοῦ στόματος
σου κατακριθήση, Βογόμιλε. Είπε τοίνυν, ἡ βίβλος
αὕτη οὐκ ἀπὸ σανίδων σύγκειται; οὐκ ἀπὸ δερμά
των; οὐκ ἀπὸ νημάτων τῶν τὰ δέρματα συσφιγγου.
των; οὐκ ἀπό μέλανος καὶ ἑτέρων πολλάκις χρωμά
των; Αρ᾽ οὖν καὶ σὺ τὸ βιβλίου τῶν Εὐαγγελίων
προσκυνῶν καὶ ἀσπαζόμενος, της σανίδας, καὶ τὸ
μέλαν, καὶ τὰ δερματα προσκυνεῖς καὶ ἀσπάζη, ἡ
τούς λόγους τοῦ Θεοῦ τους εγγεγραμμένους τῇ βίΕλῳ; Ναί, φησί, τοὺς λόγους τοὺς εγγεγραμμένους
τῇ βίβλῳ. Δύναται δὲ ἄλλως τοὺς λόγους τούτους
γραφῇ παραδοῦναι καὶ εἰς ἀνάγνωσιν χωρίς μέλανος
καὶ χάρτου; Ουχί, φησί. Τί οὖν λοιπὸν τὸ συναγόμε- inquit Quid igitur hinc concluditur? Videlicet ad
νον; Ὅτι πρὸς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν ῥημάτων αναγραφήν παραλαμβάνονται τὰ δέρματα, τὸ μέλαν, καὶ
τα
τάλλα· τὸ δὲ τιμώμενον οἱ λόγοι εἰσί τοῦ Κυρίου οἱ
τῇ βίβλω ἀνάγραπτοι. Ὥστε εἴ τις ἀπαλείψει τοὺς
λόγους, συναπήλειψε καὶ τὴν τῆς βίβλου τιμὴν, καὶ
τὸ ἐναπομείναν ἀσέβαστου καὶ ἀπροσκύνητον. Οὕτω
μοι νόησον, αἱρετικὲ καὶ ἀνόητε, κἀπὶ ταῖς τῶν ἀγίων
ζωγραφίαις εἰκόνων, ὅτι τὸ τιμίομενον καὶ προσκυ
νούμενον ὁ χαρακτήρ ἐστι καὶ τὸ ὄνομα είτε του
ό
Χριστου, εἴτε την Θεοτόκου, εἴτε τινὸς τῶν ἁγίων.
Ταῦτα δὲ μορφωθῆναι ἡ γραφῆναι ἀδύνατον, εἰ μὴ
ἐκ διαφόρων χρωμάτων· τοῦ δέ χαρακτῆρος απαλει
φθέντος άτιμος τὸ ἀπὸ τοῦδε ή ύλη καί κεκοίνωται.
Ως ἐν παραδείγματι δὲ εἰπεῖν, έστω που στά
μενον ἔσοπτρον ἡ ἐξ θέλου ἡ ἐκ σιδήρου, καί ὑπόθου τόν Χριστόν ἱστασθαι αντί προσώπου τινὸς τῶν
τοιούτων ἐσόπτρων. Ειδοποιείσθω δὲ καὶ ὁ χαρα
ατὴρ αὐτοῦ τῇ τοῦ ἐσόπτρου στιλπνότητι καί ἐμφαινέσθω καθαρῶς ἐν αὐτῇ. Εάν οὖν ἐκ πόθου τις
προσιών τῷ ἐτοπτρῳ, ἐν ᾧ ἡ μορφὴ ἐμφαίνεται του
Χριστού, και προσψαύτῃ τοῦτο τοῖς χείλεσι καί
ἀσπάσεται, ἄρ' οὖν τὸ ἔσοπτρον ἐτίμησεν ἢ τὴν ἐν
τῷ ἐσόπτρῳ μορφὴν τοῦ Χριστοῦ; Εύδηλον, ὅτι τὴν
μορφήν. Εἰ γάρ τὴν φύσιν ετίμησε τοῦ ἐσόπτρου,
καὶ τὸ σέβας ταύτη απένειμεν· ἀκόλουθον ἦν αὐτ
τῷ πάντα ξελον καὶ πάντα σίδηρον προσκυνεῖν. Εἰ
δὲ τοῦτο μὲν οὐκ ἐποίησε, πώποτε, ἐκεῖνο δε μόνον
ἐσπάσατο, ἐν ᾧ ἐφάνη το μόρφωμα του Χριστού
δηλόν ἐστι καὶ τυφλῷ, ὅτι τὴν ἐν τῇ ὕλῃ ἐμφαινομένων μορφὴν ἐτίμησε τοῦ Χριστοῦ. Τὸν ὅμοιον τρό
που καὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων εἰκόνων λογίζου. Αλλά σὺ
ὁ αἱρετικός οὐχ ἁπλῶς οὕτως Εικονομάχος εἶ, ἀλλ'
αντικούς Χριστομάχος, καί διὰ τοῦτο κατὰ τῆς ἁγίας
αὐτοῦ εἰκόνος ἐκπεπολέμωσαι, καὶ ἐκτεθηρίωσαι
ὑπό τοῦ ἐνοικοῦντός του δαίμονος. Καὶ γὰρ καὶ τὰς
παρδάλεις φασὶν ἀπεχθώς έχειν πρὸς τὰ τῶν ἀν
θρώπων πρόσωπα, και λυττήν κατ' αυτών μανικώς,
και που ἱστορουμένην ἴδοι ενανθρωπείαν μορφήν,
Haeretici interpretes Cedreni et Clycæ, Iconomachos et lconoclastas vocaut simulacriperdas,
nomine hæretico, et ad fraudem prorsus apto; et
ἀναστήλωσιν τῶν εἰκόνων, vocant restitutionem simulacrorum, ut et εἰκόνας, simulacra; ignoscerem,
Scripturam evangelicorum verborum adhiberi pelles, atramentum, et his similia; id vero quod
honoratur, esse ipsa Domini verba in illo libro
exarata. Itaque si quis verba deleat, simul etiam
libri honoren et reverentiam oblitteravit, idque,
quod remanet, inglorium, et inhonorum, et adorationis expers effecit. Sic, hæretice et fatue, de
sanctis itidem imaginum picturis cogita, id nimirum quod honoratur et adoratur, esse figuram et
nomen sive Christi, sive Deiparæ, sive alicujus
ex cœlitum numero. Hæc vero formari aut pingi
aliter nequeunt, nisi ex diversis coloribus; figura
autem expuncta inhonora de cætero remanet materia et communis.
Et ut exemplo rem illustremus: sit speculum
aliquod vel vitreum vel ferreum, et finge e regione
alicujus ex speculis consistere Christum. Effigietur
vero forma etiam illius, splendore speculi et claritudine, et in ea clare reluceat. Si igitur quis desiderio tactus ad speculum accedat, in quo species
Christi relucet, illudque labiis attingat et osculetur,
num talis speculum honoravit, an eam, quæ est in
speculo, formam Christi? Perspicuum est, quod
formam. Si enim speculi naturam coluisset, eique
cultum exhibuisset, consequens esset, ut omne vitrum et omne ferrum adoraret. Si autem hoc nemo
unquam fecit, illud vero duntaxat osculatus est, in
quo Christi species apparuit, planum est vel cæco,
eum illam, quæ in materia elucescebat, formam
honorasse: idem de sacris imaginibus statue. Sed
tu, qui hæreticus es, non simpliciter Iconomachus,
hoc est, imaginum hostis, sed adversa fronte Christomachus, hoc est, Christi oppugnator es, eaque
de causa contra sacram ipsius imaginem arma corripis, et efferatus es. Nam et pardales ferunt hostili
animo esse in humanam figurata, et in eam rabiose
furere, et sicubi speciem hominis efformatam viderint, in cam insanire, et iracunde insilire, unguesque expromere et exacuere. Tales sunt et filij
nisi scirem, qua mente hanc vocem usurpent, et
quo et quonam usurpando alludant Magis probo
interpretem in rebus ecclesiasticis magis ecclesiasticum, quam Latinum, etsi nomen imaginis æque
Latinum, ac illud alterum.
col. 667–668page 33 of 83
PG 140:667ἐπιμαίνεσθαι ταύτη, καὶ ἐκθύμως καθάλλεσθαι, και σοῦντες ἐκτόπως, οὐδὲ τὴν πανσέβαστον αὐτοῦ μορφ ὀνομάζουσιν. ἐκπτύσσει, τοὺς ὄνυχας. Τοιοῦτοί εἰσι καὶ οἱ τῆς ἀπωλείας υἱοίὶ, καὶ τοῦ ᾿Αντιχρίστου πρόδρομοι οἱ διαβολιανοὶ τῷ ὄντι Βογόμιλοι, οἱ τὸν Χριστὸν μια ἣν ἀνέχονται καθορᾷν, ἀλλὰ καὶ εἴδωλον αὐτὴν ᾿Αληθώς ο τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αὐτῶν,» πολλὴν ἀποπνέων τὴν δυσωδίαν τῆς βλασφημίας, υἱοὶ τοῦ σκότους καὶ περὶ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, τυ φλοί. () Χριστός, ο ποιητής του κόσμου, ὁμοίωμα θεασάμενος του Τιβερίου Καίσαρος, ανθρώπου δυσ σεβοῦς καὶ εἰδωλολάτρου, οὐχ ὑβρισεν, οὐδὲ εἰδωλον κατωνόμασεν, ἀλλὰ εἰκόνα. Σὺ δὲ οὐ φρίττεις, άθλιε, τοῦ ἀσεβους ἐκείνον ἀνδρὸς ἀτιμότερον ἡγούμενος τὸν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν, καὶ τοῖς ἁγίους ἀγγέλοις ἀπρόσιτον, καὶ τὴν εἰκόνα τούτου εἴδωλον εἶναι βλασ φημῶν; Ποὺ δὲ τὴν μορφὴν τοῦ Καίσαρος ὁ Χρι στὸς εἰκόνα κατονομάζει, άκουσον. Ηρώτησαν ποτέ τὸν Χριστόν οι τοί φίλοι, καὶ ἀδελφοί, καὶ ὁμόφρονες. Ουδέν γάρ διαφέρει Εβραίου Βογά μιλής, μᾶλλον δὲ καὶ παντὸς Εβραίου δυσσεβέστερος εστιν ὁ Βογόμιλος. Εβραῖος μὲν γάρ, καν ταλλα εἴη κακός, ὅμως ποιητὴν τῶν κτισμάτων τὸν Θεὸν εἶναι ὁμολογεῖ· ὁ Βογόμιλος δὲ τῷ διαβόλῳ τὴν δη μιουργίαν ἀποχαρίζεται. Εκστηθι, οὐρανέ, ἐπὶ τούτῳ, καὶ τῆς γῆς. σαλεύθητε, τὰ θεμέλια, καὶ διαρ φαγέντα καταπίετε τοὺς ἀποστάτας τούτους καὶ ὑβριστάς του κοινου Ποιητοῦ καὶ Δημιουργού, ὡς τάλαι τοὺς περὶ Δαθαν τε καὶ ᾿Αβειρών. σμα του κήνσου.» ἀπεκρινατο· «Τίνος Λέγουσιν αὐτῷ Ὅπερ οὖν ἐλέγομεν, ἐρωτησαν ποτε τὸν Χριστὸν οἱ Ἰουδαῖοι, «Εἰ ἔξεστι δοῦναι κήνσον Καίσαρι, ἢ οὗ;» Ὁ δὲ ἀπεκρίθη λέγων· Επίδειξατέ μοι τό νομι Κακείνων ἐπιδειξάντων, πάλιν ἡ εἰκὼν αὐτη καὶ ἐπιγραφή; Καίσαρος.» Καὶ ὁ Χριστός ᾿Απόδοτε, ἔφη, τα Καίσαρος Καίσαρι, καὶ τὰ του Θεού τῷ Θεῷ.» Ἤκουσας. Βογόμιλε βδελυρέ, εἰπόντος του Χριστού, Τίνος ή εικών αύτη, καὶ ἡ ἐπιγραφὴ; καὶ ὅτι ἡ ἐν τῷ νομίσματι τύπος Καίσαρος εἴτ εἰκῶν, ἀλλ' οὐκ εἴδωλον. Αλλά λέγει, σὶν ἡ Γραφή Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίου» καὶ ὅτι τὰ τοιαύτα ούτε λαλοῦσιν, οὔτε βλέπουσιν, οὔτε περιπατούσιν. Ἐπεὶ οὖν καὶ αἱ εἰ κόνες οὐδέ τι τῶν καθ' ὁρμὴν κινουμένων, καὶ λα λούντων, καὶ περιπατούντων ενεργούσιν ή ποιούσιν, οὐκ ἀπεοικέναι λέγομεν των ειδώλων. ᾿Ανόητε καὶ τὴν καρδίαν ἀναίσθητε! Εάν ἐλάλουν αἱ εἰκονες, ἐὰν ἔβλεπον, ἐὰν ἤκουον, ἐὰν περιεπάτουν, οὐκ ἂν ήταν είκονες, ούτε ομοιώματα, αλλά πρωτότυπα καὶ ἄνθρωποι τέλειοι. Ἡ δὲ εἰδων ὁμοίωμα μόνον ἐστὶ πρωτοτύπου και μίμημα χαρακτῆρος. Η δι θεία Γραφή είδωλα τὰ τῶν δαιμονων ομοιώματα λέ γει. Δαίμονες γὰρ ἦταν οἱ τῶν Ἑλλήνων θεοί. Δέ γει γάρ οὕτως· «Οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια.» "Αρ' οὖν, διοτι δαιμονια ἦσαν τῶν ἐθνῶν οἱ θεοί, ἀρνησόμεθα ἡμεῖς τὸν Θεὸν τον ἀληθινὸν, καὶ ὡς ἀθεοὶ ἐ τῷ κόσμῳ τούτῳ περιπατήσομεν; Τῆς σῆς γὰρ ἐστιGERMANI II CP. PATRIARCHÆ
perditionis, et Antichristi præcursores diabolici re- ἐπιμαίνεσθαι ταύτη, καὶ ἐκθύμως καθάλλεσθαι, και
vera Bogomili, qui Christum insigniter oderunt,
neque vel oculis usurpare sustinent venerandam
ejus imaginem, quin et idolum illam nominant.
σοῦντες ἐκτόπως, οὐδὲ τὴν πανσέβαστον αὐτοῦ μορφ
ὀνομάζουσιν.
"
Vere sepu'crum patens est guttur eorum 56,» halans multam fetoris blasphemiam, filii tenebrarum,
et ad lumen veritatis cæci sunt. Christus, mundi
conditor, cum vidisset similitudinem quamdam
Tiberii Cæsaris, hominis impii etidololatræ, non affecit eam injuria, neque idolum nominavit, sed
imaginem. Tu vere, miser, non cohorrescis, cum
impium illum hominem, quoad honorem et cultum
præponis Christo, cælorum Regi, sanctisque angelis inaccesso, cumque imaginem illius idolum esse
blasphemas? Ubi autem figuram Cæsaris Christus
imaginem appellet, audi. Interrogarunt aliquando
Christum Judæi, tui amici, et fraties, et fœderati,
nihil enim a Judeo differt Bogomilus; quin potius
omni Hebræo sceleratior est Bogomilus: Hebræus
enim licet cætera improbus sit, attamen Deum rerum conditorem esse confitetur. At Bogomilus diabolo rerum procreationem ascribit. Obstupeace,
cœlum, super hoc, et fundamenta terræ, movemini,
et disrupta absorbete desertores istos, et in communem rerum effectorem et creatorem injuriosos,
ut et olim Dathan et Abiron cum suis.
»
Quod igitur dicere instituebamus, hoc erat: interrogarunt aliquando Christum Judæi, «si liceret
censum dare Casari, an non?»lle vero respondit
dicens: «Ostendite mihi numismna census.» Illisque ostendentibus, rursus respondit: Cujus est
inago hæc et superscriptio? Dicunt ei: «Cæsaris.»
Et Christus: «Reddite, inquit, quæ sunt Cesaris,
Casari, et qua sunt Dei, Deo 7. Audisti, exsecrande Bogomile, Christum dicentem: Cujus est
hæc imago et superscriptio? quodque similitudo
Cæsaris in numismate expressa imago fuerit, nou
idolum. Sed objicit: Scriptura testatur, «simulacra gentium argentum et aurum» esse, et nec
loqui nec videre, neque ambulare. Cum igitur
etiam imagines nihil eorum operentur vel agant,
quæ agere solent illi, quibus ex appetitu sese movendi, et loquenti, et ambulandi facultas inest,
affirmamus illas idolis non esse absimiles.Insipiens. [
et stolido corde homo! Si loquerentur imagines, si
viderent, si audirent, si circuirent, non essent imagines, neque similitu lines sed prototypa et homines perfecti. At imago est tantum similitudo prototypi, et imitatio quædam notis expressa. Divina
vero Scriptura idola appellat dæmonum similitu
dines. Dæmones enim erant gentilium dii. Nuum
igitur, quod dæmones fuerint dii gentium, abnegabimus nos verum Deum, et ut athei in hoc mundo
versabimur? Hoc enim affirmare tute tenebricosæ
56 Psal. v. 11; xIII, 3.
ἐκπτύσσει, τοὺς ὄνυχας. Τοιοῦτοί εἰσι καὶ οἱ τῆς
ἀπωλείας υἱοίὶ, καὶ τοῦ ᾿Αντιχρίστου πρόδρομοι οἱ
διαβολιανοὶ τῷ ὄντι Βογόμιλοι, οἱ τὸν Χριστὸν μια
ἣν ἀνέχονται καθορᾷν, ἀλλὰ καὶ εἴδωλον αὐτὴν
᾿Αληθώς ο τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αὐτῶν,»
πολλὴν ἀποπνέων τὴν δυσωδίαν τῆς βλασφημίας,
υἱοὶ τοῦ σκότους καὶ περὶ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, τυ
φλοί. () Χριστός, ο ποιητής του κόσμου, ὁμοίωμα
θεασάμενος του Τιβερίου Καίσαρος, ανθρώπου δυσ
σεβοῦς καὶ εἰδωλολάτρου, οὐχ ὑβρισεν, οὐδὲ εἰδωλον
κατωνόμασεν, ἀλλὰ εἰκόνα. Σὺ δὲ οὐ φρίττεις, άθλιε,
τοῦ ἀσεβους ἐκείνον ἀνδρὸς ἀτιμότερον ἡγούμενος
τὸν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν, καὶ τοῖς ἁγίους ἀγγέλοις
ἀπρόσιτον, καὶ τὴν εἰκόνα τούτου εἴδωλον εἶναι βλασ
φημῶν; Ποὺ δὲ τὴν μορφὴν τοῦ Καίσαρος ὁ Χριστὸς εἰκόνα κατονομάζει, άκουσον. Ηρώτησαν ποτέ
τὸν Χριστόν οι τοί φίλοι, καὶ ἀδελφοί,
καὶ ὁμόφρονες. Ουδέν γάρ διαφέρει Εβραίου Βογά
μιλής, μᾶλλον δὲ καὶ παντὸς Εβραίου δυσσεβέστε
ρός εστιν ὁ Βογόμιλος. Εβραῖος μὲν γάρ, καν ταλλα
εἴη κακός, ὅμως ποιητὴν τῶν κτισμάτων τὸν Θεὸν
εἶναι ὁμολογεῖ· ὁ Βογόμιλος δὲ τῷ διαβόλῳ τὴν δημιουργίαν ἀποχαρίζεται. Εκστηθι, οὐρανέ, ἐπὶ
τούτῳ, καὶ τῆς γῆς. σαλεύθητε, τὰ θεμέλια, καὶ διαρ
φαγέντα καταπίετε τοὺς ἀποστάτας τούτους καὶ
ὑβριστάς του κοινου Ποιητοῦ καὶ Δημιουργού, ὡς
τάλαι τοὺς περὶ Δαθαν τε καὶ ᾿Αβειρών.
σμα του κήνσου.»
ἀπεκρινατο· «Τίνος
Λέγουσιν αὐτῷ
«
Ὅπερ οὖν ἐλέγομεν, ἐρωτησαν ποτε τὸν Χριστὸν
οἱ Ἰουδαῖοι, «Εἰ ἔξεστι δοῦναι κήνσον Καίσαρι, ἢ οὗ;»
Ὁ δὲ ἀπεκρίθη λέγων· Επίδειξατέ μοι τό νομι
Κακείνων ἐπιδειξάντων, πάλιν
ἡ εἰκὼν αὐτη καὶ ἐπιγραφή;
Καίσαρος.» Καὶ ὁ Χριστός·
᾿Απόδοτε, ἔφη, τα Καίσαρος Καίσαρι, καὶ τὰ
του Θεού τῷ Θεῷ.» Ἤκουσας. Βογόμιλε βδελυρέ,
εἰπόντος του Χριστού, Τίνος ή εικών αύτη, καὶ ἡ
ἐπιγραφὴ; καὶ ὅτι ἡ ἐν τῷ νομίσματι τύπος Καίσαρος εἴτ εἰκῶν, ἀλλ' οὐκ εἴδωλον. Αλλά λέγει, φrσὶν ἡ Γραφή
• Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ
χρυσίου» καὶ ὅτι τὰ τοιαύτα ούτε λαλοῦσιν, οὔτε
βλέπουσιν, οὔτε περιπατούσιν. Ἐπεὶ οὖν καὶ αἱ εἰκόνες οὐδέ τι τῶν καθ' ὁρμὴν κινουμένων, καὶ λαλούντων, καὶ περιπατούντων ενεργούσιν ή ποιούσιν,
οὐκ ἀπεοικέναι λέγομεν των ειδώλων. ᾿Ανόητε καὶ
τὴν καρδίαν ἀναίσθητε! Εάν ἐλάλουν αἱ εἰκονες,
ἐὰν ἔβλεπον, ἐὰν ἤκουον, ἐὰν περιεπάτουν, οὐκ ἂν
ήταν είκονες, ούτε ομοιώματα, αλλά πρωτότυπα
καὶ ἄνθρωποι τέλειοι. Ἡ δὲ εἰδων ὁμοίωμα μόνον
ἐστὶ πρωτοτύπου και μίμημα χαρακτῆρος. Η δι
θεία Γραφή είδωλα τὰ τῶν δαιμονων ομοιώματα λέ
γει. Δαίμονες γὰρ ἦταν οἱ τῶν Ἑλλήνων θεοί. Δέγει γάρ οὕτως· «Οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια.» "Αρ'
οὖν, διοτι δαιμονια ἦσαν τῶν ἐθνῶν οἱ θεοί, ἀρνησόμεθα ἡμεῖς τὸν Θεὸν τον ἀληθινὸν, καὶ ὡς ἀθεοὶ ἐ
τῷ κόσμῳ τούτῳ περιπατήσομεν; Τῆς σῆς γὰρ ἐστι
57 Matth. xxı, 17-21. 5 Psal. cxIII,
col. 669–670page 34 of 83
PG 140:669τοῦτο εἰπεῖν ζοφώδους φρενός· ὡς, ἐπεί οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια ἦσαν, μηδ' ὑμεῖς τιμήσητε Θεόν, ἵνα μὴ νομισθείητε δαιμονολάτραι, ἀλλ' ἐστὲ ἄθεοι. Εἰ δε τοῦτο ἄθεον καί ἀσεβες, ὁμοίως ἔσται καὶ περί τῶν ἐκτυπωμάτων. Οἱ γὰρ Ελληνες δαιμόνων μορ μᾶς προσεκύνουν· ἡμεῖς δὲ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων αὐτοῦ. «Τίς [γάρ] κοινωνία φωτὶ πρὸς σκό τος, η συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελιάλ;» Εἰ γοῦν ἐστι τὸ φῶς καὶ τὸ σκότος ἓν καὶ τὸ αὐτό, ἔσται ἡ εἰκών τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὸ εἴδωλον ἔν. 'Αλλά τρέποιτο κατά τῆς σῆς βδελυράς κεφαλής βλασφημία, Βογόμιλε τρισκατάρατε. Μάθε τοιγαρούν τὴν ἀλήθειαν, τῆς ἀληθειας ἐχθρε, ὅτι τὰ ἔθνη ἐκεῖνα τα πολύθια και άθεα δαιμονων γλυπτά ομοιώματα κατασκευάζοντα ὡς θεοῖς τούτοις ἐλάτρευον, καὶ κτ δεμόνας τῆς ζωῆς αὐτῶν τὰ ἐστερημένα ζωῆς ὑποβ ετόπαζον· καὶ ἦσαν ὁμοῦ, καὶ τὰ πρωτοτυπα, καὶ τὰ ὁμοιώματα, δαίμονες, καὶ δαιμόνων ομοιώματα. Ο δὲ Χριστός Θεός ὧν ἀληθινός, ὡς μονογενής Υιος, καὶ Λόγος τοῦ ἀνάρχου Πατρός, γέγονε δι' ἡμᾶς ἄνθρωπος κατὰ ἀλήθειαν. καὶ οὐ κατὰ φαντασίαν, μείνας ὅπερ ἦν, καὶ τὸ εἶδος τῆς ἀνθρωπείας αὐτοῦ μορφῆς καθιστορούμεν, καὶ τιμώμεν ὡς ἅγιον· ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς πανάγιος. Ομοίως δὲ τούτο ποιούμεν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἁγίων, ἀλλὰ καὶ τιμῶντες, καὶ προσκυνούντες τὰς ἁγίας εικόνας διὰ τῆς τῶν πρωτ τοτύπων όμοιότητα, οὐχ ὡς θεούς ταύτας σεβόμεθα, μὲ γένοιτο· ἀλλὰ καὶ ἀναθέματι καθυποβάλλομεν τοὺς εἰς τοῦτο συκοφαντοῦντας ἡμᾶς· ἐπεὶ τοῦ Χρι στοῦ ὑπεξηρημένου, οὐδὲ αὐτὰ τὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων πρωτότυπα θεούς κατά φύσιν ηγούμεθα· δούλους δὲ μᾶλλον γνησίους τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀγαπῶμεν αὐτούς, διότι ἐν ἀληθείᾳ τὸν Θεὸν ἠγάπησαν, καὶ πιμώμεν, ἐφ᾽ οἷς ὑπέρ τῆς τιμῆς τοῦ Χριστοῦ μέχρι τέλους ἀγωνίσαντο. Πάλιν οὖν ἐρωτῶ σε· Τίς ἐστιν ὁ λέγων· «Τὰ εἴ δωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον,» καὶ τὰ ἐξῆς; Ο Δαυίδ, πάντως ἐρεῖς. Αὐτὸς δὲ ὁ Δαυίδ ποίου νό μου μαθητής τε ἦν καὶ λατρευτής; Τοῦ παλαιοῦ καὶ σκιώδους, ἡ τοῦ νέου καὶ φωτοειδούς; Του πα λαιου φανερώς. Καὶ πῶς ὁ Βογόμενος σὺ τὰ βιβλία τοῦ παλαιοῦ νομου ἐξοβελίζων, καὶ τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην τοῦ πονηροῦ λέγων είναι, αλλ' οὐχὶ τοῦ ἀγα θοῦ Θεοῦ, καὶ πάντων τούτων σιγήν καταψηφισάμενος, μόνον τό τεμάχιου τοῦτο τῶν στίχων ἀποδιελὼν, προτείνεις ἡμῖν; Δεῖ γάρ σε όλον τον νόμον καταλέξασθαι, ἡ ἐκεῖνον μὴ καταδεχόμενον, μηδε τὸ βραχυσύλλαβον τούτο διάψαλμα καταδέξασθαι. Ανόητον γὰρ μίαν ἀκτῖνα ἐξ ὅλου τοῦ ἡλίου ἐπαινέσαντα ὡς λαμπράν, ὡς χρυσοειδή, τῶν ἄλλων όλων ἀκτίνων ζόφωσιν καταγνώναι. Η πῶς δυνήσῃ τῆς μιας πηγῆς τὸ ῥεῦμα διελεῖν ὡς γλυκὺ καὶ πικρόν; Τοῦτο δὲ πῶς ἐκών παρατρέχεις, ὅτι ὁ παλαιός νό μος, μᾶλλον δὲ ὁ ἐν τῷ νόμῳ λαλήσας ἀληθινός Θεός διαταττόμενος τῷ Ἰσραὴλ καὶ λέγων, ο Οὐ ποιήσεις πᾶν ὁμοίωμα οὔτε τῶν ἐν οὐρανῷ, οὔτε τῶν ἐν τῇ γῇ, ὁ αὐτὸς διετάξατο δύο Χερουβὶμ κατασκευάσαι οDE IMAGINIBUS.
τοῦτο εἰπεῖν ζοφώδους φρενός· ὡς, ἐπεί οἱ θεοί τῶν mentis est, ut cum dii gentium demonia fuerint,
ἐθνῶν δαιμόνια ἦσαν, μηδ' ὑμεῖς τιμήσητε Θεόν, ἵνα
μὴ νομισθείητε δαιμονολάτραι, ἀλλ' ἐστὲ ἄθεοι. Εἰ
δε τοῦτο ἄθεον καί ἀσεβες, ὁμοίως ἔσται καὶ περί
τῶν ἐκτυπωμάτων. Οἱ γὰρ Ελληνες δαιμόνων μορ
μᾶς προσεκύνουν· ἡμεῖς δὲ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν
ἁγίων αὐτοῦ. «Τίς [γάρ] κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος, η συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελιάλ;»
Εἰ γοῦν ἐστι τὸ φῶς καὶ τὸ σκότος ἓν καὶ τὸ αὐτό,
ἔσται ἡ εἰκών τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὸ εἴδωλον ἔν.
'Αλλά τρέποιτο κατά τῆς σῆς βδελυράς κεφαλής
βλασφημία, Βογόμιλε τρισκατάρατε. Μάθε τοιγαρούν
τὴν ἀλήθειαν, τῆς ἀληθειας ἐχθρε, ὅτι τὰ ἔθνη ἐκεῖνα
τα πολύθια και άθεα δαιμονων γλυπτά ομοιώματα
κατασκευάζοντα ὡς θεοῖς τούτοις ἐλάτρευον, καὶ κτ
δεμόνας τῆς ζωῆς αὐτῶν τὰ ἐστερημένα ζωῆς ὑποβ
ετόπαζον· καὶ ἦσαν ὁμοῦ, καὶ τὰ πρωτοτυπα, καὶ
τὰ ὁμοιώματα, δαίμονες, καὶ δαιμόνων ομοιώματα.
Ο δὲ Χριστός Θεός ὧν ἀληθινός, ὡς μονογενής
Υιος, καὶ Λόγος τοῦ ἀνάρχου Πατρός, γέγονε δι' ἡμᾶς
ἄνθρωπος κατὰ ἀλήθειαν. καὶ οὐ κατὰ φαντασίαν,
μείνας ὅπερ ἦν, καὶ τὸ εἶδος τῆς ἀνθρωπείας αὐτοῦ
μορφῆς καθιστορούμεν, καὶ τιμώμεν ὡς ἅγιον· ὅτι
καὶ ὁ Χριστὸς πανάγιος. Ομοίως δὲ τούτο ποιούμεν
καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἁγίων, ἀλλὰ καὶ τιμῶντες, καὶ
προσκυνούντες τὰς ἁγίας εικόνας διὰ τῆς τῶν πρωτ
τοτύπων όμοιότητα, οὐχ ὡς θεούς ταύτας σεβόμεθα,
μὲ γένοιτο· ἀλλὰ καὶ ἀναθέματι καθυποβάλλομεν
τοὺς εἰς τοῦτο συκοφαντοῦντας ἡμᾶς· ἐπεὶ τοῦ Χριστοῦ ὑπεξηρημένου, οὐδὲ αὐτὰ τὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων
πρωτότυπα θεούς κατά φύσιν ηγούμεθα· δούλους
δὲ μᾶλλον γνησίους τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀγαπῶμεν αὐτούς,
διότι ἐν ἀληθείᾳ τὸν Θεὸν ἠγάπησαν, καὶ πιμώμεν,
ἐφ᾽ οἷς ὑπέρ τῆς τιμῆς τοῦ Χριστοῦ μέχρι τέλους
ἀγωνίσαντο.
Πάλιν οὖν ἐρωτῶ σε· Τίς ἐστιν ὁ λέγων· «Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον,» καὶ τὰ ἐξῆς;
Ο Δαυίδ, πάντως ἐρεῖς. Αὐτὸς δὲ ὁ Δαυίδ ποίου νόμου μαθητής τε ἦν καὶ λατρευτής; Τοῦ παλαιοῦ
καὶ σκιώδους, ἡ τοῦ νέου καὶ φωτοειδούς; Του πα
λαιου φανερώς. Καὶ πῶς ὁ Βογόμενος σὺ τὰ βιβλία
τοῦ παλαιοῦ νομου ἐξοβελίζων, καὶ τὴν νομοθεσίαν
ἐκείνην τοῦ πονηροῦ λέγων είναι, αλλ' οὐχὶ τοῦ ἀγα
θοῦ Θεοῦ, καὶ πάντων τούτων σιγήν καταψηφισά
μένος, μόνον τό τεμάχιου τοῦτο τῶν στίχων ἀποδι·
ελών, προτείνεις ἡμῖν; Δεῖ γάρ σε όλον τον νόμον
καταλέξασθαι, ἡ ἐκεῖνον μὴ καταδεχόμενον, μηδε
τὸ βραχυσύλλαβον τούτο διάψαλμα καταδέξασθαι.
Ανόητον γὰρ μίαν ἀκτῖνα ἐξ ὅλου τοῦ ἡλίου έπαι
νέσαντα ὡς λαμπράν, ὡς χρυσοειδή, τῶν ἄλλων όλων
ἀκτίνων ζόφωσιν καταγνώναι. Η πῶς δυνήσῃ τῆς
μιας πηγῆς τὸ ῥεῦμα διελεῖν ὡς γλυκὺ καὶ πικρόν;
Τοῦτο δὲ πῶς ἐκών παρατρέχεις, ὅτι ὁ παλαιός νόμος, μᾶλλον δὲ ὁ ἐν τῷ νόμῳ λαλήσας ἀληθινός Θεός
διαταττόμενος τῷ Ἰσραὴλ καὶ λέγων, ο Οὐ ποιήσεις
πᾶν ὁμοίωμα οὔτε τῶν ἐν οὐρανῷ, οὔτε τῶν ἐν τῇ
γῇ, ὁ αὐτὸς διετάξατο δύο Χερουβὶμ κατασκευάσαι
»
59 11 Cor. VI,
6º Psal. cxını, 4.
neque vos honoretis Deum, ne censeamini dæmonum cultores, sed athei sitis. Si vero hoc atheum
et impium est, eadem quoque ratio erit imaginum.
Gentiles enim dæmonum formas adorabant, nos
Christi et sanctorum ejus.»Quæ enim) participatio luci ad tenebras, vel quæ conventio Christo ad
Belial 59?»
Si igiturlux et tenebræ unum et idem sunt, tunc
itidem imago Christ, et idolum unum et idem erunt;
sed in sceleratum tuum caput, ter exsecrande Bogomnile, haec blasphema expetat. Disces igitur, ο
hostis veritatis, veritatem gentes illas multorum
deorum cultrices et atheas, dæmonum sculptiles
similitudines effecisse, eisque ut diis servisse, et
vitæ suæ curatores, vitæ expertes constituisse,
erantque simul et prototypa et similitudines, dæmones et dæmonum effigies. Christus vero cum
verus Deus sit, tanquam unigenitus Filius et Verbum Patris principio carentis, factus est homo
propter nos secundum veritatem, et non tantum
imaginarie, manens id quod erat, speciemque humanæ ipsius formæ exprimimus et honoramus, ut
sanctam, quia et Christus sanctissimus est. Idemet
in cæteris sanctis præstamus, honorando et adorando sanctas imagines propter exemplarium similitudinem. Nec ut deos istas colimus, absit! quin
et anathemati subjicimus illos, qui hanc calumniam nobis irrogant; cum Christo excepto, neque
ipsa sanetarum imaginum prototypa, deos natura
sua arbitremur: sed potius legitimos Dei servos,
amamusque illos, quod in veritate Deum amarint,
et honoramus, quod pro gloria Christi usque ad
finem decertarint.
Iterum ergo interrogo te: Quis est, qui dicit
«idola gentium argentum et aurum esse
69?» et
calera que sequuntur. David, inquies. Ipse vero
David cujus legis discipulus et cultor exstitit? Num
veteris et umbratilis, an novæ clareque lucentis?
Veteris certe. Et quomodo tu, qui Bogomilus es,
libros veteris legis expungens, totamque legislationem illam a maligno, non a bono Deo profectam asseverans, et omnia illa silentio condemnnans, solum
hoc frustillum versuum abscissum nobis proponis?
Oportet enim te totam legem recipere, vel si illam
non recipis, neque hunc paucarum syllabarum versiculum approbare. Stultum est enim unum duntaxat radium ex toto sole, ut splendidum, et ut aurifluum landare, reliquis on.nibus ut caliginosis
condemnatis. Vel quomodo poste unius et ejusdem
fontis aquam dulcem et amaram internoscere? Et
qua tandem ratione volens libensque hoc prætervolas: nimirum veterem legem, vel potius Deum
verum, qui in vetere lege locutus est qui mandando
Israeli hoc præcepit: «Non facies omnem similitudinem, neque eorum, quæ in crelo, neque eorum,
col. 671–672page 35 of 83
PG 140:671φαγίαν ἀσπάζεσθαι καθ᾿ ὥραν ἐννάτην· καὶ νῦν αὖ θες περὶ τούτου τὴν ὑμετέραν ἀγάπην παρακαλώ. Τούτο γάρ ἐστι νηστεία, ἡ περὶ τὸ βραδύτερον τῆς ημέρας μετρία τροφή. Εἰ δ᾽ οὐχ οὕτω ποιεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὴν συνήθη πάλιν ὥραν ἐσθίεις, νηστείας τοῦτο κατάλυσις, οὐχὶ σύστασις, καν τῶν εὐτελῶν ἡ τρά πεζα εἴη, καὶ τῶν ἀπερίττων. Οὐδὲ γὰρ ὅτι ἀπέχεις κρεών, ἤδη καὶ νηστείαν ἄγεις· μὴ ἀπατῶ, ἀλλὰ δεῖ σε τὴν γαστέρα πρὸ τῆς ὥρας εἰς βρῶσιν ὀργῆς σον ἐπέχειν. Δούλος εἰ τοῦ Χριστοῦ. Πρότερον σου τὸν Δεσπότην θεράπευσον· παράστηθι προσευχόμενος δὸς αὐτῷ φαγεῖν τὴν φροντίδα τῆς σῆς σωτηρίας" ταύτης γάρ σφόδρα πεινά. Εἶθ' οὕτω τράπηθι προς τὴν τῆς σῆς γαστρὸς ἐπιμέλειαν. Εἰ δὲ ταύτην τοῦ σου Δεσπότου προτιμοτέραν ἡγῇ, οὐκ εἰ Χριστόδου λος, ἀλλὰ κοιλιόδουλος. Καὶ τοῦτο πάντοτε μεν ποιεῖ. ὀφείλομεν, εἴτουν προτιμᾶσθαι τὴν θείαν παράστα σεν, καὶ δοξολογίας τῆς σωματικῆς τροφῆς· ἀλλ' ὅτι ἀσθενεῖς ἐσμεν μᾶλλον δὲ ῥᾴθυμοι καὶ νωχελεῖς. Κἂν γοῦν ἐν ταῖς νηστίμοις ταύταις ἡμέραις τοῦτο ποιήσωμεν, καὶ στήσομεν τὸ καθ᾿ ἡμῶν ὄνειδος τῶν Λατίνων, ὁ περὶ τῆς διφαγίας ἡμῖν ἐπάγουσιν, ἅπαξ τῆς ἡμέρας καὶ βραδύτερον ἐσθίοντες. ᾿Αλλ' ἐκεῖνοί φασιν· Εἰ καὶ βραδύτερον πρὸς τρο μὲν τρέπονται, ἀλλὰ καὶ βραδύτερον τῆς τραπέζης ἀνιστάντες, λιπαρώτερον τὸ ἐστιατόριον ἔχοντες, φύρδην ὁμοῦ ἰχθύας, λάχανα, όσπρια ελαίῳ λιπαινό μενα καθ' εκάστην κατακόρως, ἐσθίοντες, ὥστε σχολῇ γ᾽ ἂν περὶ τὸ τῆς αύριον βραδύτερον τὰ βεβρωμένα πρὸς πέψιν ἐλθεῖν· Επέχε τὴν γλώτταν, ἄνθρωπε, πρὸς τοὺς λόγους, ὡς καὶ πρὸς τὴν βρῶσιν τὸ στόμα, ο καὶ ὁ μὴ ἐσθίων σὺ τὸν ἐσθίοντα μή κρίνε. Πλήν ἐγὼ οὐ λέγω σοι, Ολην τὴν κατάστασιν ζήλωσον τῆς Λατινικής νηστείας, ἀλλὰ τὸ ἐν αὐτῇ οπωσούν θεω ρούμενον ἀγαθόν. Οἶδε γὰρ πολλάκις ὁ νουνεχὴς οὐ μικράν ὠφέλειαν ἐκπορίζεσθαι τοῦ ἐχθροῦ τε καὶ βλαπτικού. Όταν οὖν ἡμῖν ὁ Κύριος παραγγέλλει, » Γίνεσθε, λέγων, φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις, καὶ ἀκέραιοι ὡς περιστεραί,» οὐχὶ τὸ ἰοβόλον καὶ ἀναιρετικὸν τοῦ ὄψεως ἐκμιμεῖσθαι ἡμᾶς συμβουλεύει, οὐδὲ τὸ ἄνουν Κυριακὴ τῆς ἀποκρέου, ἀπόκρεω, τυροφάγος, ἀπόκρεως καὶ ποιεῖν εὐχὴν τῆς βασιλικής τραπέζης, διὰ τὸ τὴν τεσσαρακοστὴν παρελθεῖν γενέσθαι Χριστού,DE IMAGINIBUS.
φαγίαν ἀσπάζεσθαι καθ᾿ ὥραν ἐννάτην· καὶ νῦν αὖ- moneo. In hoc enim consistit jejunium ut scrius in
θες περὶ τούτου τὴν ὑμετέραν ἀγάπην παρακαλώ.
Τούτο γάρ ἐστι νηστεία, ἡ περὶ τὸ βραδύτερον τῆς
ημέρας μετρία τροφή. Εἰ δ᾽ οὐχ οὕτω ποιεῖς, ἀλλὰ
κατὰ τὴν συνήθη πάλιν ὥραν ἐσθίεις, νηστείας τοῦτο
κατάλυσις, οὐχὶ σύστασις, καν τῶν εὐτελῶν ἡ τρά
πεζα εἴη, καὶ τῶν ἀπερίττων. Οὐδὲ γὰρ ὅτι ἀπέχεις
κρεών, ἤδη καὶ νηστείαν ἄγεις· μὴ ἀπατῶ, ἀλλὰ
δεῖ σε τὴν γαστέρα πρὸ τῆς ὥρας εἰς βρῶσιν ὀργῆς
σον ἐπέχειν. Δούλος εἰ τοῦ Χριστοῦ. Πρότερον σου
τὸν Δεσπότην θεράπευσον· παράστηθι προσευχόμενος·
δὸς αὐτῷ φαγεῖν τὴν φροντίδα τῆς σῆς σωτηρίας"
ταύτης γάρ σφόδρα πεινά. Εἶθ' οὕτω τράπηθι προς
τὴν τῆς σῆς γαστρὸς ἐπιμέλειαν. Εἰ δὲ ταύτην τοῦ
σου Δεσπότου προτιμοτέραν ἡγῇ, οὐκ εἰ Χριστόδου
λος, ἀλλὰ κοιλιόδουλος. Καὶ τοῦτο πάντοτε μεν ποιεῖ.
ὀφείλομεν, εἴτουν προτιμᾶσθαι τὴν θείαν παράστασεν, καὶ δοξολογίας τῆς σωματικῆς τροφῆς· ἀλλ' ὅτι
ἀσθενεῖς ἐσμεν μᾶλλον δὲ ῥᾴθυμοι καὶ νωχελεῖς.
Κἂν γοῦν ἐν ταῖς νηστίμοις ταύταις ἡμέραις τοῦτο
ποιήσωμεν, καὶ στήσομεν τὸ καθ᾿ ἡμῶν ὄνειδος τῶν
Λατίνων, ὁ περὶ τῆς διφαγίας ἡμῖν ἐπάγουσιν, ἅπαξ
τῆς ἡμέρας καὶ βραδύτερον ἐσθίοντες.
die cibus, isque mediocris sumatur. Quod si non
ita agis, sed consueta hora manducas, non est hoc
jejunii observatio, sed dissolutio; etiamsi mensa
cibis tenuibus et minime superfluis sit exstructa.
Non enim hoc ipso, quod carnibus abstines, jejunium observas: ne fallaris, sed oportet te ventrem
ante horam præfinitam cibos appetentem continere.
Servus Domini es. Prius Dominum tuum cura. Vaca
orationi. Appone illi curam salutis tuæ quasi comedendam. Hanc enim esuriens quærit. Quo facto
ad curam ventris tui convertere. Quod si hunc Domino tuo præponis, haud Christi famulus, sed
mancipium ventris appellandus eris. Et hoc quidem
semper facere debemus, nempe divinum cultum et
venerationem corporali nutrimento præferre, sed
infirmi sumus, vel potius ignari, desides et tardi.
Si igitur his jejunii diebus hoc fecerimus, Latinorum adversus nos probrum de duplici cibi sumptione cohibebimus et evitabimus, si nimirum semel quotidie et serius comedamus.
᾿Αλλ' ἐκεῖνοί φασιν· Εἰ καὶ βραδύτερον πρὸς τρο
μὲν τρέπονται, ἀλλὰ καὶ βραδύτερον τῆς τραπέζης
ἀνιστάντες, λιπαρώτερον τὸ ἐστιατόριον ἔχοντες,
φύρδην ὁμοῦ ἰχθύας, λάχανα, όσπρια ελαίῳ λιπαινό
μενα καθ' εκάστην κατακόρως, ἐσθίοντες, ὥστε σχολῇ
γ᾽ ἂν περὶ τὸ τῆς αύριον βραδύτερον τὰ βεβρωμένα
πρὸς πέψιν ἐλθεῖν· Επέχε τὴν γλώτταν, ἄνθρωπε,
πρὸς τοὺς λόγους, ὡς καὶ πρὸς τὴν βρῶσιν τὸ στόμα, ο
καὶ ὁ μὴ ἐσθίων σὺ τὸν ἐσθίοντα μή κρίνε. Πλήν
ἐγὼ οὐ λέγω σοι, Ολην τὴν κατάστασιν ζήλωσον τῆς
Λατινικής νηστείας, ἀλλὰ τὸ ἐν αὐτῇ οπωσούν θεω
ρούμενον ἀγαθόν. Οἶδε γὰρ πολλάκις ὁ νουνεχὴς οὐ
μικράν ὠφέλειαν ἐκπορίζεσθαι τοῦ ἐχθροῦ τε καὶ
βλαπτικού. Όταν οὖν ἡμῖν ὁ Κύριος παραγγέλλει,
» Γίνεσθε, λέγων, φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις, καὶ ἀκέραιοι
ὡς περιστεραί,» οὐχὶ τὸ ἰοβόλον καὶ ἀναιρετικὸν τοῦ
ὄψεως ἐκμιμεῖσθαι ἡμᾶς συμβουλεύει, οὐδὲ τὸ ἄνουν
** Matth. x, 16.
casei, respondetque nostræ Quinquagesimæ. Dominica quæ hanc antecedit, respondetque nostræ
Sexagesimæ, vocatura Græcis Κυριακὴ τῆς ἀποκρέου,
seu ἀπόκρεω, quasi dicas, Carnisprivii; et tam hac,
quam priorilla Dominicæ appellatio desumptaest
ab hebdomade Dominicam antecedente, quarum
una dicitur τυροφάγος, altera ἀπόκρεως· utraque
nomen suum Dominicæ, tanquam termino suo tribuit. Alterum jejunium quadragesimale observant
Græci ante Natalem Domini; illudque inchoant
14 Novembris, ut docet Balsamon in Scholiis super
interrogationes quorumdam monachorum, quæ
habentur post commentarium illius in Photii Nomocanonem. Idem constat ex Typico sancti Sabæ,
cap. 14. Nec introductum est hoc jejunium ab
apostolis, utjejunium magnæ Quadragesimæ; quod
ex canone 69 apostolorum manifestum evadit, ubi
unius tantum Quadragesimæ fit mentio; sed successu temporis consuetudine receptum est. Nec
omnes æqualiter obligat toto illo 40 dierum numero; ait enim Balsamon satis esse si quis jejunet
septem dies ante Natalem, et hoc necessario faSed aiunt: Licet serius cibum sumant, at serius quoque ex mensa surgunt, lautius instructo
et præparato convivii loco, promiscue simul, pisces, olera, legumina oleo pinguefacta, in dies
singulos, usque ad satietatem comedunt, ut vix
usque ad eamdem crastini diei tardiorem horam,
omnia, quæ vocarunt, digerere possint. Contine
linguam, o homo, ad hæc verba, sicut et os ad
cibum, et tu qui non manducas, manducantem ne
sperne. Atego te hortor, non ut totam Latini jejunii
formam et rationem secteris, sed ut qualequale,
quod in ea apparet, bonum amplectaris. Prudens
enim, et intelligens novit non modicum ex eo
etiam, quod inimicum et noxium est, ulilitatem
reportare. Quando igitur Dominus nos monet:
• Estote prudentes sicut serpentes, et simplices
sicut columba ^,» non vult, ut morem serpentis,
ciendurn esse, sive a laicis, sive a monachis: Et
qui non ita facit ab orthodoxorum communione
separabitur, ait Balsamon. At monachis ex statutis
suorum ordinum jejunandum esse ait a 14 Novembris: Quia hoc est canonicum et salutare; sicut et
laici, quisua sponte ita jejunant, laude et gratiarum
actione digni habebuntur. De hac Quadragesima
loquitur Curopalata lib. De off. aulæ Constantinop.
cum ait, ad mensam imperatoris protopapam
accedere, καὶ ποιεῖν εὐχὴν τῆς βασιλικής τραπέζης, διὰ
τὸ τὴν τεσσαρακοστὴν παρελθεῖν· Quod Quadragesima
præterierit. In quæ verba Calvinianus scholíastes:
Græci jejunium quadragesimale ante γενέσθαι
Χριστού, id est, in Aduentu, celebraverunt, explicandum erat, quale hoc jejunium fuerit, quando
inchoari consuetum: num in Adventu, an ante
Adventum, num solum et unicum, et id genus alia,
ne quis ex verbis tam generalibus, vel scholiasten
errasse crederet, vel ipsemet errandi occasionem
abriperet, existimans vernum quadraginta dierum
jejunium Græcis fuisse ignotum.
col. 673–674page 36 of 83
PG 140:673φαγίαν ἀσπάζεσθαι καθ᾿ ὥραν ἐννάτην· καὶ νῦν αὖ θες περὶ τούτου τὴν ὑμετέραν ἀγάπην παρακαλώ. Τοῦτο γὰρ ἐστι νηστεία, ἡ περὶ τὸ βραδύτερον τῆς ἡμέρας μετρία τροφή. Εἰ δ᾽ οὐχ οὕτω ποιεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὴν συνήθη πάλιν ὥραν ἐσθίεις, νηστείας τοῦτο κατάλυσις, οὐχὶ σύστασις, καν τῶν εὐτελῶν ἡ τρά πεζα εἴη, καὶ τῶν ἀπερίττων. Οὐδὲ γὰρ ὅτι ἀπέχεις κρεών, ἤδη καὶ νηστείαν ἄγεις· μὴ ἀπατῶ, ἀλλὰ δεῖ σε τὴν γαστέρα πρὸ τῆς ὥρας εἰς βρῶσιν ὀργών σον ἐπέχειν. Δούλος εἰ τοῦ Χριστοῦ. Πρότερον σου τὸν Δεσπότην θεράπευσον· παράστηθι προσευχόμενος δὸς αὐτῷ φαγεῖν τὴν φροντίδα τῆς σῆς σωτηρίας" ταύτης γάρ σφόδρα πεινά. Εἶθ' οὕτω τράπεθε προς τὴν τῆς σῆς γαστρός ἐπιμέλειαν. Εἰ δὲ ταύτην τοῦ σοῦ Δεσπότου προτιμοτέραν ἡγῇ, οὐκ εἰ Χριστόδου λος, ἀλλὰ κοιλιόδουλος. Καὶ τοῦτο πάντοτε μεν ποιεῖν ὀφείλομεν, εἴτουν προτιμᾶσθαι τὴν θείαν παράστασιν, καὶ δοξολογίαν τῆς σωματικῆς τροφῆς· ἀλλ' ὅτι ἀσθενεῖς ἐσμεν μᾶλλον δὲ ῥᾴθυμοι καὶ νωχελεῖς. Κἂν γοῦν ἐν ταῖς νηστίμοις ταύταις ἡμέραις τοῦτο ποιήσωμεν, καὶ στήσομεν τὸ καθ᾿ ἡμῶν ὄνειδος τῶν Λατίνων, ὁ περὶ τῆς διφαγίας ἡμῖν ἐπάγουσιν, ἅπαξ τῆς ἡμέρας καὶ βραδύτερον ἐσθίοντες. ᾿Αλλ' ἐκεῖνοί φασιν· Εἰ καὶ βραδύτερον πρὸς τρο φὴν τρέπονται, ἀλλὰ καὶ βραδύτερον τῆς τραπέζης ἀνιστάντες, λιπαρώτερον τὸ ἐστιατόριον ἔχοντες, φύρδην ὁμοῦ ἰχθύας, λάχανα, όσπρια κλαίῳ λιπαινό μενα καθ' ἑκάστην κατακόρως, ἐσθίοντες, ὥστε σχολῇ γ᾽ ἂν περὶ τὸ τῆς αύριον βραδύτερον τὰ βεβρωμένα πρὸς πέψιν ἐλθεῖν· Επέχε τὴν γλώτταν, ἄνθρωπε, πρὸς τοὺς λόγους, ὡς καὶ πρὸς τὴν βρῶσιν τὸ στόμα, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων σὺ τὸν ἐσθίοντα μή κρίνε. Πλήν ἐγὼ οὐ λέγω σοι, Ολην τὴν κατάστασιν ζήλωσον τῆς Λατινικής νηστείας, ἀλλὰ τὸ ἐν αὐτῇ όπωσούν θεω ρούμενον ἀγαθόν. Οἶδε γὰρ πολλάκις ὁ νουνεχὴς οὐ μικρὰν ὠφέλειαν ἐκπορίζεσθαι τοῦ ἐχθροῦ τε καὶ βλαπτικού. Όταν οὖν ἡμῖν ὁ Κύριος παραγγέλλει, » Γίνεσθε, λέγων, φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις, καὶ ἀκέραιοι ὡς περιστεραί,» οὐχὶ τὸ ἰοβόλον καὶ ἀναιρετικὸν τοῦ ὄψεως ἐκμιμεῖσθαι ἐμᾶς συμβουλεύει, οὐδὲ τὸ ἄνουν Κυριακὴ τῆς ἀποκρέου, ἀπόκρεω, τυροφάγος, ἀπόκρεως και ποιεῖν εὐχὴν τῆς βασιλικής τραπέζης, διὰ τὸ τὴν τεσσαρακοστὴν παρελθεῖν γενέσθαι Χριστού,DE IMAGINIBUS.
φαγίαν ἀσπάζεσθαι καθ᾿ ὥραν ἐννάτην· καὶ νῦν αὖ- moneo. In hoc enim consistit jejunium ut scrius in
θες περὶ τούτου τὴν ὑμετέραν ἀγάπην παρακαλώ.
Τοῦτο γὰρ ἐστι νηστεία, ἡ περὶ τὸ βραδύτερον τῆς
ἡμέρας μετρία τροφή. Εἰ δ᾽ οὐχ οὕτω ποιεῖς, ἀλλὰ
κατὰ τὴν συνήθη πάλιν ὥραν ἐσθίεις, νηστείας τοῦτο
κατάλυσις, οὐχὶ σύστασις, καν τῶν εὐτελῶν ἡ τρά
πεζα εἴη, καὶ τῶν ἀπερίττων. Οὐδὲ γὰρ ὅτι ἀπέχεις
κρεών, ἤδη καὶ νηστείαν ἄγεις· μὴ ἀπατῶ, ἀλλὰ
δεῖ σε τὴν γαστέρα πρὸ τῆς ὥρας εἰς βρῶσιν ὀργών
σον ἐπέχειν. Δούλος εἰ τοῦ Χριστοῦ. Πρότερον σου
τὸν Δεσπότην θεράπευσον· παράστηθι προσευχόμενος·
δὸς αὐτῷ φαγεῖν τὴν φροντίδα τῆς σῆς σωτηρίας"
ταύτης γάρ σφόδρα πεινά. Εἶθ' οὕτω τράπεθε προς
τὴν τῆς σῆς γαστρός ἐπιμέλειαν. Εἰ δὲ ταύτην τοῦ
σοῦ Δεσπότου προτιμοτέραν ἡγῇ, οὐκ εἰ Χριστόδου
λος, ἀλλὰ κοιλιόδουλος. Καὶ τοῦτο πάντοτε μεν ποιεῖν
ὀφείλομεν, εἴτουν προτιμᾶσθαι τὴν θείαν παράστασιν, καὶ δοξολογίαν τῆς σωματικῆς τροφῆς· ἀλλ' ὅτι
ἀσθενεῖς ἐσμεν μᾶλλον δὲ ῥᾴθυμοι καὶ νωχελεῖς.
Κἂν γοῦν ἐν ταῖς νηστίμοις ταύταις ἡμέραις τοῦτο
ποιήσωμεν, καὶ στήσομεν τὸ καθ᾿ ἡμῶν ὄνειδος τῶν
Λατίνων, ὁ περὶ τῆς διφαγίας ἡμῖν ἐπάγουσιν, ἅπαξ
τῆς ἡμέρας καὶ βραδύτερον ἐσθίοντες.
die cibus, isque mediocris sumatur. Quod si non
ita agis, sed consueta hora manducas, non est hoc
jejunii observatio, sed dissolutio; etiamsi mensa
cibis tenuibus et minime superfluis sit exstructa.
Non enim hoc ipso, quod carnibus abstines, jejunium observas: ne fallaris, sed oportet te ventrem
ante horam præfinitam cibos appetentem continere.
Servus Domini es. Prius Dominum tuum cura. Vaca
orationi. Appone illi curam salutis tuæ quasi comedendam. Hanc enim esuriens quærit. Quo facto
ad curam ventris tui convertere. Quod si hunc Domino tuo præponis, haud Christi famulus, sed
mancipium ventris appellandus eris. Et hoc quidem
semper facere debemus, nempe divinum cultum et
venerationem corporali nutrimento præferre, sed
infirmi sumus, vel potius ignari, desides et tardi.
Si igitur his jejunii diebus hoc fecerimus, Latinorum adversus nos probrum de duplici cibi sumptione cohibebimus et evitabimus, si nimirum semel quotidie et serius comedamus.
ô
᾿Αλλ' ἐκεῖνοί φασιν· Εἰ καὶ βραδύτερον πρὸς τροφὴν τρέπονται, ἀλλὰ καὶ βραδύτερον τῆς τραπέζης
ἀνιστάντες, λιπαρώτερον τὸ ἐστιατόριον ἔχοντες,
φύρδην ὁμοῦ ἰχθύας, λάχανα, όσπρια κλαίῳ λιπαινό
μενα καθ' ἑκάστην κατακόρως, ἐσθίοντες, ὥστε σχολῇ
γ᾽ ἂν περὶ τὸ τῆς αύριον βραδύτερον τὰ βεβρωμένα
πρὸς πέψιν ἐλθεῖν· Επέχε τὴν γλώτταν, ἄνθρωπε,
πρὸς τοὺς λόγους, ὡς καὶ πρὸς τὴν βρῶσιν τὸ στόμα,
καὶ ὁ μὴ ἐσθίων σὺ τὸν ἐσθίοντα μή κρίνε. Πλήν
ἐγὼ οὐ λέγω σοι, Ολην τὴν κατάστασιν ζήλωσον τῆς
Λατινικής νηστείας, ἀλλὰ τὸ ἐν αὐτῇ όπωσούν θεω
ρούμενον ἀγαθόν. Οἶδε γὰρ πολλάκις ὁ νουνεχὴς οὐ
μικρὰν ὠφέλειαν ἐκπορίζεσθαι τοῦ ἐχθροῦ τε καὶ
βλαπτικού. Όταν οὖν ἡμῖν ὁ Κύριος παραγγέλλει,
» Γίνεσθε, λέγων, φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις, καὶ ἀκέραιοι
ὡς περιστεραί,» οὐχὶ τὸ ἰοβόλον καὶ ἀναιρετικὸν τοῦ
ὄψεως ἐκμιμεῖσθαι ἐμᾶς συμβουλεύει, οὐδὲ τὸ ἄνουν
* Matth. x, 16.
casei, respondetque nostræ Quinquagesimæ. Dominica quæ hanc antecedit, respondetque nostræ
Sexagesimæ, vocatura Græcis Κυριακὴ τῆς ἀποκρέου,
seu ἀπόκρεω, quasi dicas, Carnisprivii; et tam hæc,
quam priorilla Dominicæ appellatio desumptaest
ab hebdomade Dominicam antecedente, quarum
una dicitur τυροφάγος, altera ἀπόκρεως· utraque
nomen suum Dominicæ, tanquam termino suo tribuit. Alterum jejunium quadragesimale observant
Græci ante Natalem Domini; illudque inchoant
14 Novembris, ut docet Balsamon in Scholiis super
interrogationes quorumdam monachorum, quæ
habentur post commentarium illius in Photii Nomocanonem. Idem constat ex Typico sancti Sabæ,
cap. 14. Nec introductum est hoc jejunium ab
apostolis, utjejunium magnæ Quadragesima; quod
ex canone 69 apostolorum manifestum evadit, ubi
unius tantum Quadragesimæ fit mentio; sed successu temporis consuetudine receptum est. Nec
omnes æqualiter obligat toto illo 40 dierum numero; ait enim Balsamon satis esse si quis jejunet
septem dies ante Natalem, et hoc necessario faSed aiunt: Licet serius cibum sumant, at serius quoque ex mensa surgunt, lautius instructo
et preparato convivii loco, promiscue simul, pisces, olera, legumina oleo pinguefacta, in dies
singulos, usque ad satietatem comedunt, ut vix
usque ad eamdem crastini diei tardiorem horam,
omnia, quæ vocarunt, digerere possint. Contine
linguam, o homo, ad hæc verba, sicut et os ad
cibum, et tu qui non manducas, manducantem ne
sperne. Atego te hortor, non ut totam Latini jejunii
formam et rationem secteris, sed ut qualequale,
quod in ea apparet, bonum amplectaris. Prudens
enim, et intelligens novit non modicum ex eo
etiam, quod inimicum et noxium est, utilitatem
reportare. Quando igitur Dominus nos monet:
• Estote prudentes sicut serpentes, et simplices
sicut columbæ **,» non vult, ut morem serpentis,
6$
ciendurn esse, sive a laicis, sive a monachis: Et
qui non ita facit ab orthodoxorum_communione
separabitur, ait Balsamon. At monachis ex statutis
suorum ordinum jejunandum esse ait a 14 Novembris: Quia hoc est canonicum et salutare; sicut et
laici, quisua sponte ita jejunant, laude et gratiarum
actione digni habebuntur. De hac Quadragesima
loquitur Curopalata lib. De off. aulæ Constantinop.
cum ait, ad mensam imperatoris protopapam
accedere, και ποιεῖν εὐχὴν τῆς βασιλικής τραπέζης, διὰ
τὸ τὴν τεσσαρακοστὴν παρελθεῖν· Quod Quadragesima
præterierit. In quæ verba Calvinianus scholiastes:
Græci jejunium quadragesimale ante γενέσθαι
Χριστού, id est, in Adventu, celebraverunt; explicandum erat, quale hoc jejunium fuerit, quando
inchoari consuetum: num in Adventu, an ante
Adventum, num solum et unicum, et id genus alia,
ne quis ex verbis tam generalibus, vel scholiasten
errasse crederet, vel ipsemet errandi occasionem
abriperet, existimans vernum quadraginta dierum
jejunium Græcis fuisse ignotum.
Homily VIHomilia VI
col. 677–678page 38 of 83
PG 140:677Εἰς τὸν Εὐαγγελισμον. Α΄. Επ' όρος όψηλόν ανάβηθι, ο εὐαγγελιζόμενος Σιών· ύψωσον τῇ ἰσχύϊ τὴν φωνὴν σου ὁ εὐγγελιζόμενος Ἱερουσαλήμ. Έχ τῆς κατην θρακωμένης του Ησαίου γλώττης τῷ τοῦ θείου αν θρακος γεύματι δανειστέον τὸ προοίμιον, ὥσπερ από γείτονος γείτων μεταλαμβάνει πυρός. Αγχι θυροῦσι γὰρ τὰ τῆς νέας χάριτος τοῖς παλαιοῖς, καὶ φῶς ἐν ἐξ ἀμφοτέρων ανάπτεται καὶ λύχνος γία νεται τοῖς ποσί τῶν τρεχόντων εἰς τὴν τῆς ἀληθείας ἀνεύρεσιν. Ανωφορείσθω τοίνυν ὁ λόγος οὕτω πεπυρωμένος πρὸς τὸ τῆς ἡμέρας ύψος μετάρσιον· καὶ συνι πτάσθω Γαβριήλ τῷ πυριμόρφῳ ἀγγέλω. Τοῦτον γάρ ὁ προφητικός λόγος πρὸς τὰ τῆς πανυπεράγνου Παρθένου εὐαγγέλια συντονώτερον κατεπείγει· τὴν δὲ εἰς Ἱερουσαλήμ καὶ Σιών ή προφητική διόπτρα προέβλεψε, τὸ μὲν ὡς πόλιν του Βασιλέως του μετ γάλου, περὶ ἧς κυρίως δεδοξασμένα λελαληται τὸ δ᾽ ὅτι πρὸς κατοικίαν ἑαυτοῦ τὴν ὑψηλήν ταύτην Σιών ἠρετίσατο. Β΄. Τό δέ συναγόμενον ὡς ὑπερφυές. Τῷ οὐρανο βάμονι γάρ, τούτῳ τῷ τοῦ Θεοῦ πρωταγγέλῳ προδήλως ο λόγος διακελεύεται, ὡς ἀπὸ πεδινού τινος – ἔχοντι καὶ ἄγχωμάλου, ανατρέχειν εἰς ὕψος, καὶ τὴν φωνὴν ἰσχυρῶς ἀνυψούν. Έστι γάρ ἔστιν ὡς ἀληθῶς ἡ Παρθένος τῶν ού ρανίων αψίδων υψηλοτέρα, καὶ τῶν θεοειδῶν ἀγγέ λων θεοειδεστέρα· καν τερί που βαδίζῃ τῆς Γαλι ἐπὶ ὄρος υψηλόν.., Επὶ ὄρος υψηλού.... πῦρ φλέγον, πυρός φλόγα, πυρλαθρον, πυρίναν φλόγα, φλογερόν πυρ.IN ANNUNTIATIONEM R. MARIÆ.
MONITUM.
Sermonem sequentem e Monachiensis bibliothecæ codice primus Græce edidit novaque versione donavit Ant. Ballerini, S. J., in opere cui titulus: Sylloge monumentorum ad mysterium conceptionis immaculatæ Virginis Deiparæ illustrandum. Rome 1856. Tomn. 11, pag. 293. In praefatione, quam editor inscribit De Germani homiliis in Deiparæ Annuntiationem, ac veluti appendicem præbet alterius Dissertationis De Germani homiliıs in SS. Deiparam, orationi in Præsentationem præfixæ, evincit, e duabus quæ
hujus argumenti feruntur, Germani homiliis, alteram quidem, a Combefisio Græce et Latine editam,
senioris esse Germani (Patr. t. XCVIII, col. 319); præsentem vero recentioris esse Germani II, qui titulum Constantinopolitani episcopi tenens in urbe Nicæna sedem habuit, quo tempore urbs regia Constantinopolis a Latinis occupabatur.
Εἰς τὸν Εὐαγγελισμον.
Α΄. Επ' όρος όψηλόν ανάβηθι, ο ευαγγελιζό
μενος Σιών· ύψωσον τῇ ἰσχύϊ τὴν φωνὴν σου
ὁ εὐγγελιζόμενος Ἱερουσαλήμ. Έχ τῆς κατηνθρακωμένης του Ησαίου γλώττης τῷ τοῦ θείου αν
θρακος γεύματι δανειστέον τὸ προοίμιον, ὥσπερ
από γείτονος γείτων μεταλαμβάνει πυρός. Αγχι
θυροῦσι γὰρ τὰ τῆς νέας χάριτος τοῖς παλαιοῖς, καὶ
φῶς ἐν ἐξ ἀμφοτέρων ανάπτεται καὶ λύχνος γία
νεται τοῖς ποσί τῶν τρεχόντων εἰς τὴν τῆς ἀληθείας
ἀνεύρεσιν.
• Ανωφορείσθω τοίνυν ὁ λόγος οὕτω πεπυρωμένος
πρὸς τὸ
τῆς ἡμέρας ύψος μετάρσιον· καὶ συνιπτάσθω Γαβριήλ τῷ πυριμόρφῳ ἀγγέλω. Τοῦτον γάρ
ὁ προφητικός λόγος πρὸς τὰ τῆς πανυπεράγνου
Παρθένου εὐαγγέλια συντονώτερον κατεπείγει· τὴν
δὲ εἰς Ἱερουσαλήμ καὶ Σιών ή προφητική διόπτρα
προέβλεψε, τὸ μὲν ὡς πόλιν του Βασιλέως του μετ
γάλου, περὶ ἧς κυρίως δεδοξασμένα λελαληται·
τὸ δ᾽ ὅτι πρὸς κατοικίαν ἑαυτοῦ τὴν ὑψηλήν ταύτην
Σιών ἠρετίσατο.
Β΄. Τό δέ συναγόμενον ὡς ὑπερφυές. Τῷ οὐρανοβάμονι γάρ, τούτῳ τῷ τοῦ Θεοῦ πρωταγγέλῳ προδή
λως ο λόγος διακελεύεται, ὡς ἀπὸ πεδινού τινος –
ἔχοντι καὶ ἄγχωμάλου, ανατρέχειν εἰς ὕψος, καὶ
τὴν φωνὴν ἰσχυρῶς ἀνυψούν.
Έστι γάρ ἔστιν ὡς ἀληθῶς ἡ Παρθένος τῶν ού
ρανίων αψίδων υψηλοτέρα, καὶ τῶν θεοειδῶν ἀγγέ
λων θεοειδεστέρα· καν τερί που βαδίζῃ τῆς Γαλι
Isa. xL, 9. Cum Græca SS. Bibliorum exemplaria constanter hic legant, ἐπὶ ὄρος υψηλόν.., patet,
mendoso codice usum esse Nicodemum monachum, qui (Heortodrom. pag. 208) initium hujus
homiliae refert hisce verbis: Επὶ ὄρος υψηλού....
Isa. vi, 6-7. Et volavit ad me unus de seraphim, et in manu ejus calculus, quem forcipe tulerat de altari: et tetigit os meum.
Psal. cxviii, 105.
Adeo non Græcis modo, sed et Syris, Coptis
Armenis consuetum fuit cœlestibus spiritibus quamdam veluti formam igneam tribuere, ut ad eos indicandos non raro absoluta voce ignei seu flammei
utantur. Neque admodum repugnandum, si quis
hunc morem contendat deductum esse ex Psaltis
verbis (Psal. ci, 4): Quifacisangelos tuos spiritus,
* Tom. CXXXVI. initio.
p
In Annuntiationem.
1. Super montem excelsum ascende, tu qui evangelizas Sion; exalta in fortitudine vocem tuam, qui
evangelizas Jerusalem Ab Isaiæ lingua e divini carbonis tactu ignita dicendi procemium
mutuandum fuit, non secus ac vicinus a vicino
petere ignem solet. Et proxima sane veteribus
illis sunt quæ spectant ad novam gratiam, et utraque ad accendendam conspirant unam facem, quæ
lucerna fit pedibus eorum qui ad inveniendam
veritatem properant.
Hoc itaque incensa igne ad excelsam hujus diei
sublimitatem sese attollat oratio, et cum angelo
Gabriele adinstar flammæ rutilante simul advolet. Hunc enim ad nuntium felix Virgini illi
supra captum purissimæ deferendum propheticus sermo vehementius provocat; eam vero in Jerusalem et Sion a longe prophetica dioptra prospiciebat, sive tanquam civitatem magni Regis,
de qua proprie gloriosa dicta sunt, sive tanquam excelsam hanc Sion, quam in suam ipsius
habitationem Deus elegit
II. Quod vero conficitur, quam sublime supra
naturæ fines eminet! Illi enim inter angelos Dei
principi, qui per cœlos graditur, quasi ex humili
atque ima regione proficiscatur, (propheticus) serwo manifeste indicit, ut in altum ascendat, ac vocem vehementer attollat.
Est enim Virgo, est omnino cœlorum verticibus
sublimior, ac præ angelis divina forma præstantibus, Deo longe similior etsi in angulo quodam
et ministros tuos ignem urentem,seu, ut Græci legunt, πῦρ φλέγον, seu πυρός φλόγα, seu πυρλαθρον,
seu πυρίναν φλόγα, vel φλογερόν πυρ. Conf. Joan.
Lorinum in h. I.
Vide singulare studium exquisitissima usurpandi vocabula ad singularem Deiparæ puritatem
denotandam: alias autem innuimus (in not. ad g
VI Orat. Isidori Thessal. part. 1, pag. 423"), vix alam
vocem proferri posse, qua puritas et intensive et
extensive summa significetur.
Psal. LXXXΙΙ, 3.
Psal. cxxxı, 13.
Postulat contextus, ut sanctm Virginis eminentia atque expressissima cum Deo similitudo non
ad divinæ maternitatis honorem, sed ad prærogativas animæ insitas referatur: lis ergo anima ejus
col. 679–680page 39 of 83
PG 140:679ἀφ' ἑστίας ὁ μάρτυς, οίκοθεν ὁ μάρτυς. Ενούσιος, λόγος προφορικός λαίας, εἰς κατακυλιστὴν δὲ ἡ Γαλιλαία μεταγλωττί ζεται, καὶ τὴν τοῦ βίου κοιλάδα πατῷ ἀνθρωποπρεπῶς, κἂν ἐπὶ τῆς Ναζαρέτ τῷ πενιχρῷ τοῦ τέκτονος ουγκλείεται οἰκήματι. Γ΄. Εν ᾧ δή καὶ τὸ μέγα μυστήριον ἐνθαναμεί εται· καὶ ἀφ' ἑστίας ὁ μάρτυς, ὁ δήπου καὶ λέγε ται. Ο γάρ οικοδεσπότης καὶ τὸ τούτου τεχνούργημα τὸ πᾶν ἐν ὀλίγῳ διαγράφει μυστήριον. Τῷ λόγω μεν ούν Κυρίου ἐστερεώσθαι τοὺς οὐρανούς, καὶ ὁ βασιλεὺς Δαυίδ μαρτυρεῖ· ὁ δὲ λόγος ἐνούσιος καὶ ὑπερούσιος· καὶ οὐ τὸν ὄρομον τοῦτον ἐστερέωσε μόνον, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν τὴν ἐντὸς τῆς παντοστεγούς σφαίρας εμπεριειλημμένην συστασίν τε καὶ σύγκρισιν. εκει δὲ νῦν τὴν πεπτωκνίαν τοῦ Δαυίδ σκι νὴν ἀναστήτων, καὶ ἀνανεώσων ἐπιτερπέστερον. Εκλελοίπασιν οἱ ἐκ τῆς Ἰούδα φυλῆς ἄρχοντες συνδιαλέλυται καὶ ἡ βασιλεία Δαυίδ, καὶ ἡ τούτου σκηνή κατηρείπωται. Εγείρεται δε κέρας σωτηρίας σήμερον ἐν οἴκῳ Δαυίδ, εἴτουν τοῦ ἐκ φυλῆς Δαυίδ γενεαλογουμένου Ἰωσέγ. Κέρας δὲ σωτηρίας ἡμῶν ὁ Χριστός, ὃς καὶ ἠγαπημένος ὧν Υἱὸς τοῦ Πατρός, υἱός μονοκερώτων ωνόμασται καὶ ὁ ἀγαπημένος, άθοντος τοῦ ψαλμοῦ, ὡς υἱὸς μονοκερώτων. Και άνω γάρ μονογενώς ἐκ μόνου προεξηύγασε του Πατρός, καὶ κάτω προσφάτως ὁ αὐτός ἐκ μόνης μη τρός ἀνατέταλκεν· ὁ αὐτὸς δὲ καὶ προσδοκία ἐθνῶν προηγόρευται. Ανοικοδομεί τοίνυν τὴν σκη νὴν ταύτην, οἷόν τινα βάσιν καὶ θέμεθλον αρραγή τὴν ἑαυτοῦ ἀίδιον υποστήσας θεότητα· καὶ ταύτῃ ἐποικοδομήσας καὶ ἐπιστηρίξας τὸ πρόσλημμα τη ἀρχιτεκτονίᾳ τοῦ Πνεύματος (13, οὕτως ἀπαθανα τίζει την βασιλεία, τῆς γὰρ βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. Δ΄. Ταῦτα καὶ διὰ τῶν προφητῶν προλελάλεται. Καὶ ὁ ἀπαγγειλάμενος ἀψευδές - Μετὰ ταῦτα γάρ, φησίν, αναστρέψω, καὶ ἀνοικοδομήσω την σκη νὴν Δανία τὴν πεπτωκυίαν, καὶ κατεσκαμμένα αὐτῆς ἀνοικοδομήσω, καὶ ἀνορθώσω αυτήν, όπως αν ἐκζητήσωσιν οἱ κατάλοιποι των ανθρώ των τὸν Κύριον, καὶ πάντα τὰ ἔθνη, ἐφ᾽ οὓς ἐπικέκληται τὸ ὄνοπά μου ἐπ' αὐτούς. Ένταϋθα δὲ καὶ ὡς ἀκρογωνιαίος λίθος Ιουδαίους συνάπτε ἀκούσιος. ν. 29): Οὐκ ἔστιν ἀνυπόστατος, ὥσπερ ανθρώπινος λόγος αλλ' ενούσιος τε και ζῶν ὡς ἰδίαν ἔχων ἐν Πατρί και μετά Πατρὸς τὴν ὑπαρξιν επιτεοπέστερον επιπρεπέστερον καὶGERMANI II CP. PATRIARCHÆ
Galilma versetur (Galilma autem, vi vocis spectata,
humilem locum significat), atque, ut humana fert
conditio, vitae hujus vallem perambulet, etsi paupere fabri tecto in Nazareth se contineat.
III. Qua quidem in re magnum præterea latet
mysterium; et quod utique etiam in proverbio est,
e domo præsto est testimonium Nam paterfamilias, et ars fabrilis, quam ipse exercet, compendiario totum oculis mysterium subjiciunt. Et sane
vel ipse rex David testatur, Verbo Domini cælos
firmatos esse; Verbum porro subsistens
intellige et supersubstantiale, qui non modo hæc
cœli convexa, sed et universas, quæ hoc omnia
circumcingente ambitu continentur, creaturas earumque ordinem firmavit. Nunc autem hic advenit
ad collapsum Davidis tabernaculum rursus erigendum, ac jucundius restaurandum. Defecerant
jam principes e tribu Juda; Davidis quoque regnum dissolutum erat, et simul tabernaculum
ejus corruerat. Ast hodie in domo David cornu
salutis erigitur siquidem e familia David
suam Josephus ducit originem. Cornu autem nostræ salutis est Christus, qui cum et Patris dilectus
sit Filius filius unicornium appellatus est,
canente Psalmista: Et dilectus quemadmodum filius
unicornium Nam ipse et in cœlis ut unigenitus ex solo Patre natus effulsit, et in terris e sola
matre ortus est in tempore, ipse, inquam, qui et
exspectatio gentium vocatus fuit. Hoc itaque
tabernaculum rursus ædificat, æternam suam ipsius deitatem quamdam veluti basim ac fundamentum inconcussum supponens, et super hanc illud
exstruens ac firmans, quod (sancto) Spiritu operante
assumpsit. Et hac quidem ratione regnum statuit
sempiternum: nam regni ejus non erit finis (18.)
IV. Hæc et per prophetas prædicta sunt. Cum
enim ista et ille polliceretur, qui fallere nescius
est Post hæc, inquit, revertar, et reædificabo labernaculum David, quod decidit, et diruta ejus
reædificabo, et erigam illud, ut requirant cæteri
hominum Dominum, et omnes gentes, super quas
invocatum est nomen meum super eos Hic
porro et tanquam lapis angularis Judæus cum
gentibus conjungit; ac pacem se annuntiare profisplendoribus, etiam antequam ab angelo salutaretur, enitebat, ut angelis eminentior, sanctior, purior, pulchrior praedicanda foret.
Haud eodem plane sensu, uti palet, Auctor
usurpat adagium, ἀφ' ἑστίας ὁ μάρτυς, ac veteres
Græci dicere consueverunt, οίκοθεν ὁ μάρτυς. Hoc
enim postremum in testem quadrat, cui, tanquam
suspecto, vix ulla fides haberi possit: id autem
prorsus alienum est a scopo Germani. Putaverim
itaque, testem domesticum hic appellari Davidem,
e cujus progenie sancta Virgo exorta est. Testatur
autem David, in fabrili arte Josephi prostare mysterii typum, quatenus Dei Verbum exhibet veluti
hujus universi artificem, qui dein ad collapsum tabernaculum restaurandum manum admovet.
Psal. xxx11, 6. Verbo Domini cæli firmati
sunt.
Ενούσιος, cui opponitur λόγος προφορικός et
λαίας, εἰς κατακυλιστὴν δὲ ἡ Γαλιλαία μεταγλωττί
ζεται, καὶ τὴν τοῦ βίου κοιλάδα πατῷ ἀνθρωποπρε
πῶς, κἂν ἐπὶ τῆς Ναζαρέτ τῷ πενιχρῷ τοῦ τέκτονος
ουγκλείεται οἰκήματι.
、་
Γ΄. Εν ᾧ δή καὶ τὸ μέγα μυστήριον ἐνθαναμεί
εται· καὶ ἀφ' ἑστίας ὁ μάρτυς, ὁ δήπου καὶ λέγε
ται. Ο γάρ οικοδεσπότης καὶ τὸ τούτου τεχνούρ
γημα τὸ πᾶν ἐν ὀλίγῳ διαγράφει μυστήριον. Τῷ
λόγω μεν ούν Κυρίου ἐστερεώσθαι τοὺς οὐρανούς,
καὶ ὁ βασιλεὺς Δαυίδ μαρτυρεῖ· ὁ δὲ λόγος ἐνούσιος
καὶ ὑπερούσιος· καὶ οὐ τὸν ὄρομον τοῦτον ἐστερέωσε
μόνον, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν τὴν ἐντὸς τῆς παντοστεγούς
σφαίρας εμπεριειλημμένην συστασίν τε καὶ σύγκρι
σιν. εκει δὲ νῦν τὴν πεπτωκνίαν τοῦ Δαυίδ σκινὴν
ἀναστήτων, καὶ ἀνανεώσων ἐπιτερπέστερον.
Εκλελοίπασιν οἱ ἐκ τῆς Ἰούδα φυλῆς ἄρχοντες
συνδιαλέλυται καὶ ἡ βασιλεία Δαυίδ, καὶ ἡ τούτου
σκηνή κατηρείπωται. Εγείρεται δε κέρας σωτηρίας
σήμερον ἐν οἴκῳ Δαυίδ, εἴτουν τοῦ ἐκ φυλῆς Δαυίδ
γενεαλογουμένου Ἰωσέγ. Κέρας δὲ σωτηρίας ἡμῶν
ὁ Χριστός, ὃς καὶ ἠγαπημένος ὧν Υἱὸς τοῦ Πατρός,
υἱός μονοκερώτων ωνόμασται καὶ ὁ ἀγαπημένος,
άθοντος τοῦ ψαλμοῦ, ὡς υἱὸς μονοκερώτων. Και
άνω γάρ μονογενώς ἐκ μόνου προεξηύγασε του
Πατρός, καὶ κάτω προσφάτως ὁ αὐτός ἐκ μόνης μη
τρός ἀνατέταλκεν· ὁ αὐτὸς δὲ καὶ προσδοκία
ἐθνῶν προηγόρευται. Ανοικοδομεί τοίνυν τὴν σκη
νὴν ταύτην, οἷόν τινα βάσιν καὶ θέμεθλον αρραγή
τὴν ἑαυτοῦ ἀίδιον υποστήσας θεότητα· καὶ ταύτῃ
ἐποικοδομήσας καὶ ἐπιστηρίξας τὸ πρόσλημμα τη
ἀρχιτεκτονίᾳ τοῦ Πνεύματος (13, οὕτως ἀπαθανα
τίζει την βασιλεία, τῆς γὰρ βασιλείας αὐτοῦ
οὐκ ἔσται τέλος.
Δ΄. Ταῦτα καὶ διὰ τῶν προφητῶν προλελάλεται.
Καὶ ὁ ἀπαγγειλάμενος ἀψευδές - Μετὰ ταῦτα γάρ,
φησίν, αναστρέψω, καὶ ἀνοικοδομήσω την σκη
νὴν Δανία τὴν πεπτωκυίαν, καὶ κατεσκαμμένα
αὐτῆς ἀνοικοδομήσω, καὶ ἀνορθώσω αυτήν,
όπως αν ἐκζητήσωσιν οἱ κατάλοιποι των ανθρώ
των τὸν Κύριον, καὶ πάντα τὰ ἔθνη, ἐφ᾽ οὓς
ἐπικέκληται τὸ ὄνοπά μου ἐπ' αὐτούς. Ένταϋθα
δὲ καὶ ὡς ἀκρογωνιαίος λίθος Ιουδαίους συνάπτε
ἀκούσιος. Ea de re Cyrillus (lib. v in Joan.. cap. r,
ν. 29): Οὐκ ἔστιν ἀνυπόστατος, ὥσπερ ανθρώπινος
λόγος αλλ' ενούσιος τε και ζῶν ὡς ἰδίαν ἔχων ἐν
Πατρί και μετά Πατρὸς τὴν ὑπαρξιν Nun carei subsi
stentia, ut humanum verbum, sed subsistens est ac
vivens, ut qui propriam in Patre et cum Patre exsistentiam habet.
Nisi forte pro επιτεοπέστερον (jucundius),
legendum sit επιπρεπέστερον (magnificentius),
prout res malle videtur.
Cod. particulam καὶ bis repetit.
Luc. 1, 69.
Luc. 111, 22.
Psal. xxvIII. 6.
Gen. XLIX, 10.
Luc. 1, 33.
Act. xv, 15, 16 ex Amos ix, 11, 12.
Isa. xxvш, 16: Eph. 11, 20: 1 Petr. 11, 0.
col. 681–682page 40 of 83
PG 140:681τοῖς ἔθνεσι, καὶ τοῖς μαρκὰν καὶ τοῖς ἐγγὺς ἐπαγ· (21'), γέλλεται εἰρήνην εὐαγγελίζεσθαι καὶ οὐ μόνονἐπὶ θρόνου Δαυίδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ κατὰ σάρκα ἐνιδρύεται, ἀλλὰ καὶ βασιλεύει ὁ Θεὸς ἐπὶ τὰ ἔθνη. Πότε δε, τὸ ἐπαγόμενον τῆς προφητείας δηλοῖ. Εἰπὼν γὰρ Ὁ Θεὸς ἐβασίλευσεν ἐπὶ τὰ ἔθνη, ἐπήγαγεν· Ὁ Θεὸς κάθηται ἐπὶ θρόνου ἁγίου αὐτοῦ. Ὁ δὲ ἐστιν ἡ Παρθένος, καθ᾿ ἣν ἐνθρονισθεὶς διὰ τῆς ἐξ αὐτῆς σαρκώσεως, τῆς τῶν ἐθνῶν βεβασίλευκε πανσπερμίας, ὑπήκοα ταῦτα παρα στησάμενος ἑαυτῷ. Ούτω μὲν οὖν νομισθεὶς Πατήρ τοῦ ἐπὶ γῆς ὀφθέντος Θεοῦ, τὴν βουλήν προεσχημάτισε το σφετέρω ἐπιτηδεύματι τῆς κοινῆς τοῦ γένους ἡμῶν ἀμαπλά σεως. Καὶ ἡ Παρθένος δὲ ἀξιόχρεως διάκονος εἰς τὴν ταύτης ἀνοικοδόμησιν, οὐκ ἔξωθεν, ἀλλ' ἀφ' ἑαυτῆς χορηγούσα τὰς πανάγνους ὅλας καὶ τῷ ἄλλῳ ἐπιτηδείας, ἐξ ὧν ἡ ζῶσα σοφία τοῦ Θεοῦ τὸν οἶ ΚΟΥ ἑαυτῇ ᾠκοδόμησεν, ἐρηρεισμένον στύλοις ἑπτά· τοσαυτάριθμα γὰρ τοῦ Πνεύματος τὰ χαι ρίσματα· ἐκ Πνεύματος δὲ ἁγίου καὶ ἡ σύμπηξίς τοῦ προσλήμματος Ε΄. ᾿Αλλὰ πῶς ἂν ὁ ἐμὸς λόγος, χαμερπής ὢν καὶ διανοίας ἄγγελος χαμαιζήλου, ἐπὶ τηλικούτον ύψος επιτολμήσειεν, ὡς θεοςιδεῖ συμπτερύξασθαι πρωταγγέλῳ, καὶ πρὸς ὄρος τοῦτο φθάσαι το θεο βάδιστον, ὡς πρὶν Μωσῆς ἐπὶ τὸ Σινά; Εἰ γὰρ καὶ ἐμεῖς κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ταύτην ἡμέραν τὸ τῆς νηστείας ἀνύομεν τεσσαρακονθήμερον, ἀλλ' οὐχὶ καὶ τὴν ἐκείνου φέρομεν κάθαρσιν· ὅτι μηδε κατ' ἐκεῖ νον ἡμεῖς νηστευταὶ, καὶ οὐδὲν τῶν θαυμαστωσαν τῶν ἐκεῖνον πλουτούμεν, ὅτι μὴ τὴν βραδυγλωσσίαν μόνην καὶ τὸ ἰσχνόφωνον. Η πῶς ἂν ἀπρόσκοπα τὴν ἐπὶ τὴν Ναζαρέτ βαδίσωμεν φέρουσαν, εἰ μή Θεὸς ἐξαποστελεῖ τὸν ἄγγελον αὐτοῦ πρὸ προσώπου τοῦ Λόγου, καὶ τὴν ὁδὸν ἔμπροσθεν αὐτοῦ κατα σκευάσει εὐδιάβατον; Υπό τοινυν προηγῷ τῷ φωτοειδεῖ τούτῷ ἀρχαγγελῷ ἀγόμενοι, εν οἶδα, κατευθυνθησόμεθα εἰς ὁδὸν εἰρήνης. Ὡραῖοι γάρ εἰσιν οἱ πόδες αὐτοῦ εὐαγγελιζομένου τῇ παν άγνῳ εἰρήνην καὶ ἀγαθά· Χριστὸς δὲ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, Ηκει γὰρ τὰ διεστώτα συνάψαι, καὶ τὰ διαμαχόμενα εἰρηνεῦσαι, ἀγαθά, τὰ ἐκ τῆς εἰς ρήνης ταύτης δαψιλῶς τῷ κόσμῳ πηγάσαντα τῇ τῆς Θεομήτορος μεσιτεία. προσλήματος. έβασίλευσεν (σοφια ζώτα), (ζῶντα) λόγου τῆς πανάγνου, ἁγνὴν κατὰ πᾶν,N ANNUNTIATIONEM B. MARIÆ.
τοῖς ἔθνεσι, καὶ τοῖς μαρκὰν καὶ τοῖς ἐγγὺς ἐπαγ· tetur tum iis qui longe tum iis qui prope sunt (21'),
γέλλεται εἰρήνην εὐαγγελίζεσθαι
καὶ οὐ μόνον
ἐπὶ θρόνου Δαυίδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ κατὰ σάρκα
ἐνιδρύεται, ἀλλὰ καὶ βασιλεύει ὁ Θεὸς ἐπὶ τὰ ἔθνη.
Πότε δε, τὸ ἐπαγόμενον τῆς προφητείας δηλοῖ.
Εἰπὼν γὰρ
Ὁ Θεὸς ἐβασίλευσεν ἐπὶ τὰ ἔθνη,
ἐπήγαγεν· Ὁ Θεὸς κάθηται ἐπὶ θρόνου ἁγίου
αὐτοῦ. Ὁ δὲ ἐστιν ἡ Παρθένος, καθ᾿ ἣν ἐνθρονι
σθεὶς διὰ τῆς ἐξ αὐτῆς σαρκώσεως, τῆς τῶν ἐθνῶν
βεβασίλευκε πανσπερμίας, ὑπήκοα ταῦτα παρα
στησάμενος ἑαυτῷ.
nequc solum sedet in throno David patris ejus
secundum carnem, sed etiam regnat Deus super
gentes Quando autem (hæc futura sint), declarat, quod in ipso vaticinio additur. Cum enim
dixisset: Regnavit Deus super gentes, protinus subdidit: Deus sedel super sedem sanctam suam
Hæc autem sedes est Virgo, in qua per carnem ex
ipsa assumptam veluti in throno sedens, cum variarum mentium universitatem sibi obsequentem
effecisset, super omnes regnavit.
Sic igitur ille, qui Dei in terra apparentis pater putabatur (25-26), ejusdem de universo nostro genere
restaurando consilium arte sua fabrili in antecessum adumbravit. Virgo autem dignissima insuper
Ούτω μὲν οὖν νομισθεὶς Πατήρ τοῦ ἐπὶ γῆς ὀφθέν
τος Θεοῦ, τὴν βουλήν προεσχημάτισε το σφετέρω
ἐπιτηδεύματι τῆς κοινῆς τοῦ γένους ἡμῶν ἀμαπλάσεως. Καὶ ἡ Παρθένος δὲ ἀξιόχρεως διάκονος εἰς
τὴν ταύτης ἀνοικοδόμησιν, οὐκ ἔξωθεν, ἀλλ' ἀφ' hujus reædifcationis cooperatrix fuit, non aliunde,
ἑαυτῆς χορηγούσα τὰς πανάγνους ὅλας καὶ τῷ ἄλλῳ
ἐπιτηδείας, ἐξ ὧν ἡ ζῶσα σοφία τοῦ Θεοῦ τὸν οἶ
ΚΟΥ ἑαυτῇ ᾠκοδόμησεν, ἐρηρεισμένον στύλοις
ἑπτά· τοσαυτάριθμα γὰρ τοῦ Πνεύματος τὰ χαι
ρίσματα· ἐκ Πνεύματος δὲ ἁγίου καὶ ἡ σύμπηξίς
τοῦ προσλήμματος
Ε΄. ᾿Αλλὰ πῶς ἂν ὁ ἐμὸς λόγος, χαμερπής ὢν
καὶ διανοίας ἄγγελος χαμαιζήλου, ἐπὶ τηλικούτον
ύψος επιτολμήσειεν, ὡς θεοςιδεῖ συμπτερύξασθαι
πρωταγγέλῳ, καὶ πρὸς ὄρος τοῦτο φθάσαι το θεοβάδιστον, ὡς πρὶν Μωσῆς ἐπὶ τὸ Σινά; Εἰ γὰρ καὶ
ἐμεῖς κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ταύτην ἡμέραν τὸ τῆς
νηστείας ἀνύομεν τεσσαρακονθήμερον, ἀλλ' οὐχὶ καὶ
τὴν ἐκείνου φέρομεν κάθαρσιν· ὅτι μηδε κατ' ἐκεῖ
νον ἡμεῖς νηστευταὶ, καὶ οὐδὲν τῶν θαυμαστωσαν
τῶν ἐκεῖνον πλουτούμεν, ὅτι μὴ τὴν βραδυγλωσσίαν
μόνην καὶ τὸ ἰσχνόφωνον. Η πῶς ἂν ἀπρόσκοπα
τὴν ἐπὶ τὴν Ναζαρέτ βαδίσωμεν φέρουσαν, εἰ μή
Θεὸς ἐξαποστελεῖ τὸν ἄγγελον αὐτοῦ πρὸ προσώπου
τοῦ Λόγου, καὶ τὴν ὁδὸν ἔμπροσθεν αὐτοῦ κατασκευάσει εὐδιάβατον; Υπό τοινυν προηγῷ τῷ
φωτοειδεῖ τούτῷ ἀρχαγγελῷ ἀγόμενοι, εν οἶδα,
κατευθυνθησόμεθα εἰς ὁδὸν εἰρήνης. Ὡραῖοι γάρ
εἰσιν οἱ πόδες αὐτοῦ εὐαγγελιζομένου τῇ παν
άγνῳ εἰρήνην καὶ ἀγαθά· Χριστὸς δὲ ἐστιν ἡ
εἰρήνη ἡμῶν, Ηκει γὰρ τὰ διεστώτα συνάψαι, καὶ
τὰ διαμαχόμενα εἰρηνεῦσαι, ἀγαθά, τὰ ἐκ τῆς εἰς
ρήνης ταύτης δαψιλῶς τῷ κόσμῳ πηγάσαντα τῇ
τῆς Θεομήτορος μεσιτεία.
Cod. προσλήματος.
(21') Isa. Lvit, 19.
Psal. cxxxi, 11; Isa. 1x, 7; Jerem. xxxvi, 30.
Psal. XLVI, 9.
Ibid. sec. Lxx, qui legunt έβασίλευσεν (regnavit), ubi Vulgatus habet regnabit.
(25-23) Luct II, 33: Putabatur filius Joseph.
Prov. 1x, 1. Quod dicitur vivens sapientia
(σοφια ζώτα), palam facit, sermonem esse de sapientia subsistente, videlicet de Filio Dei. Hinc ut
paulo ante vidimus, viventem (ζῶντα) Cyrillus dicit
λόγου (Verbum), ut subsistentem fateatur.
Hinc patet,homiliam habitam esse postremo
Jejuniiquadragesimalis die; annus autem, quo PaPATROL, GR, CIL.
sed ex semetipsa plane immaculatam ac (Deo) materise experti congruentem materiam suppeditans,
e qua vivens Dei sapientia ædificavit sibi domum,
columnis septem innixam totidem enim numero sunt charismata (sancti) Spiritus; idem autem
Spiritus et assumptæ carni formam indidit.
V. Verum quomodo oratio mea, humi repens ac
mentis humo defixæ interpres, ad tantam sese efferre celsitudinem audeat, ut simul cum angelorum principe, Dei speciem habente, alas explicet,
et ad hunc montem, in quo Deus deambuleat, non
secus ac olim Moyses in montem Sina, subito
ascendat? Licet enim nos quoque quadraginta dierum jejunium præsenti hac die absolvamus
non eamdem tamen ac ille puritatem consecuti sumus; quoniam neque jejunium nostrum cnm jejunio illius comparandum est, neque, præter unam
linguæ tarditatem exilitatemque vocis, quidquam
eorum possidemus, quæ illum admirabilem effecerunt. Aut quomodo inoffenso pede viam, quæ ducit
ad Nazareth, teremus, nisi Deus miserit angelum
suum ante faciem Verbi et facilem ante eum
viam paraverit? Hunc porro refulgentem archangelum cum ducem habeamus, in viam pacis, certe
scio, dirigemur Speciosi enim sunt ejus pedes
evangelizantis purissima (Virgini) pacem et
bona par vero nostra Christus est Advenit enim, ut dissita conjungat, ac pugnantia ad pacem componat, quæ quidem bona ex hujusmodi
pace profluentia, madiatrice Dei Matre, uberrime
in universam terram effusa sunt.
scha sequenti die 26 Marlli recurrebat, sub Germano II reperitur 1228.
Malach. III, 1; Luc. vii, 27; Marc. 1, 2. Quod
de incarnato Dei Verbo scriptum est, non sine aliquo abusu ad sermonem suum auctor transferre
videtur.
Luc 1, 79.
Vides Deiparam indicatam absoluta appellatione τῆς πανάγνου, quod significat ἁγνὴν κατὰ
πᾶν, ac proinde omni ex parte puram autonomastice compellatam.
Rom. x, 15: Isa 111, 7: Nahum,1, 15.
Ephes u, 14.
col. 683–684page 41 of 83
PG 140:683ς'. Εστι μὲν οὖν ἡ ἐκ Θεοῦ εἰρήνη σωτήριος φύσει, καὶ τῆς ἀστασιάστου καὶ μαχαρίας διαγωγής επιστάτης καὶ ἔφορος, πάντοτε ἀγαθὴ, ἀεὶ ὡσαύτως ἔχουσα, πάντη πάντως ἀνεπίδεκτος θορυβοποιού διχονοίας καὶ σκινδαλμον. Η δε παρὰ τοῖς ἀνθρώποις εἰρήνη, καὶ ἡ χαμαὶ ἐρχομένη ὁμόνοια, οὐ πάντοτε ἀγαθὴ· ἀλλ᾿ ἐστιν ὅτε καὶ πονηρεύεται, καὶ πολεμιωτέρα πολέμου εὑρίσκεται τῶν εἰρηνεν όντων συνδιατιθεμένη τη προαιρέσει· ὥσπερ αὖ τοὐναντίον καὶ πολεμός ποτε εἰρήνης εἰρηνικώτερος, καὶ τῆς κατὰ γνώμην συνεχείας σωτηριωδες στέρα ἡ διέχεια. Ζ΄. Εἰρήνευσεν ἡ προμήτωρ μου ἐν παραδείσῳ μετα του όψεως, καὶ εἰς ὁμιλία, συνῆλθον ἢ τε φιλάγαθος φύσις καὶ ἡ μισάνθρωπος προαίρεσις, ὁ Σατάν. Καὶ ἦν ἡ μὲν γυμνὴ τῇ ἁπλότητι, ὁ δὲ τὴν διπλοίδα περιβεβλημένος τῆς δολιότητος, ἧς τὸ μὲν ἐκτός και υποψιον το στιλπνόν τῆς ἱσοθείας καὶ φωτοειδὲς ὑπεφάνταζε, τὸ δ' ἔνδον και ὑποκρυπτόμενον μόνον ὑπῆρχεν αλωπεκή, καὶ ὑπέκλεπτε πρὸς ἀπάτην, καὶ τὰ τὴν ἀλωπεκὴν ὑποδυομένῳ λέοντι, μαινομένῳ εἰς βρῶσιν, ὑπέσυρεν. Ἐκ ταύτης τῆς ὁμιλίας καὶ τῆς ἑνώσεως συνδ λαμβάνετο πόνος, καὶ ἐτίκτετο ἀνομία, του θείου νόμου παρεκτρωθέντος τῇ δηλητηριώδει βρω στι του ξύλου η δε ανομία θάνατον απεγέννησε, τὴν πικρών εχιδναν τὴν τῆς προμήτορος άναι ρέτιν. της σεις Τίθησιν ὁ βασιλεὺς τῆς εἰρήνης ἔχθραν ἀνὰ μέσον ανθρωπον καὶ ὀψεως, καὶ πολεμον ακατάλλακτον τῷ παντί αίωνι παρεκτεινομενον. Αύτος του τηρήσει, φησίν, κεφαλήν, καὶ σὺ αυτού πτέρα εἴτουν ἐν ἀμφοτέροις διηνεκίζον ἔσται τὸ μάχιμον καὶ ἀπ' ἀρχῆς ἕως τέλους ἐπαν μὲν ἄνθρωπος τῆς πρώτῆς ἐκείνης εξαπάτης ἀείμνηστον ἔξει τὸν δολον, καὶ πειρώτο την ήτταν αναμαχέσασθαι, σε δε φοβείσθαι τὴν ἄμυναν καὶ τὸ ἀντίποινον. Ἔσται γάρ, ἔσται, ὅταν σὺ, ο νού μενος ὄψις, τὴν του ανθρώπου πτέρναν τηρήσεις, Ἐφ' ἡμερῶν γὰρ τῶν ἐσχάτων δοθήσεταί οἱ ἄμαχος εξουσία του πατεῖν ἐπάνω ὄψεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμίν σου, ἐχθρέ. Η΄. Τοιαύτά μοι κατὰ τὴν Ἐδὲμ αρχαιότατα πτώματα· ἐκ δὲ τῆς Ναζαρέτ πᾶν, εἰ τι ἀγαθόν, διά γυναικός εκπηγάζεται. Εἰρήνης ἐπ' αὐτὴν ἐφία πταται ἀγγελος, τὰ τῆς μυστικῆς ἐνώσεως εἰσηγούμενος μηνύτρα. Τῷ γάρ έχει πάλαι πεισθέντες, ἠπειθήσαμεν τῷ δημιουργῷ, καὶ προσφυέντες τῷ ἀποστάτη, του βασιλέως ἀπειράθημεν. Κεκατέρα ται η Εύα, κεχαριτωται δὲ ἡ Μαριάμ ή ρίζα πιο κρά, ὁ δὲ καρπὸς γλυκύτερος μέλιτος· ἡ ρίζα τ ἐξ ἀπάτης.GERMANI II CP. PATRIARCHÆ.
VI. Salutaris itaque ex natura sua est pax, quæ
est a Deo et imperturbate beatæque vitae conciliatrix et custos, et semper bona, sibique perpetuo
constans, undique turbulentis, dissidiis, ac levi
etiam scissioni omnino inaccessa. Quæ vero inter
homines pax est, atque e terrenis enascitur animorum consensio, haud semper est bona: quin imo
fit ut quandoque scelesta exsistat, et cum illorum,
qui pacem eam habent, studiis componitur, bello
ipso infestior reperiatur; quemadmodum e contrario plus pacis inestinterdum in ipso bello, plusque
salutis in discordia, quam in ea quæ humana paritur voluntate, concordia.
VII. Pacem habuit prima parens mea in paradiso
cum serpente,et convenerunt simul ad colloquendum hinc amans recti natura, inde osor humani
generis animus, Satanas. Et erat illa quidem sincere agens in simplicitate sua; iste vero indutus
amictu fraudulentiæ erat, cujus exterior quidem
species fulgorem sequalitatis cum Deo ac splendidissima quæque callide proponebat; quod vero interius abscondebatur, ad vulpinos tantum dolos
tendebat, subducebatque paulatim in deceptionem,
atque ad leonem, vulpina pelle indutum, prædæ
inhiantem pertrahebat.
Et hoc colloquio atque unione concipiebatur dolor,
et, vulnere divinæ legi per exitialem ligni esum inflicto,pariebatur peccatum(34);peccatum vero gene
ravit mortem crudelem viperam, quæ primam
matrem occidit.
Rex autem pacis inter hominem ac serpentem
inimiciliam ponit bellumque implacabile in
omnia sæcula duraturum. Ipse, inquit 37), observabit caput tuum, tuque observabis calcaneum illius;
id est, jugis inter utrumque et ab initio ad finem
usque erit pugna, quandoquidem homo primæ illius fraudis laqueum memoriæ defixum semper retinebit, et cladem rependere, teque ultionis ac
penæ timore terrere conabitur. Erit enim, erit,
quando tu, spiritualis serpens, calcaneum hominis
observabis. Nam postremis illis diebus inexpugnabilis ipsi potestas calcandi supra serpentes ac scorpiones tuamque omnem, inimice, potentiam
proterendi tribuetur.
VIII. Et hæ quidem mihi in Eden (obvenerunt)
antiquissimæ clades; sed e Nazareth omnepermulierem, quidquid est boni limanat. Ad hanc advolat angelus pacis, mysticæ unionis nuntium allaturus. Nam cum serpenti olim præbuissemus aures,
contumaces in Creatorem fueramus, et ad apostatam deficientes, eramus a Rege divulsi. Maledicta
fuit Eva, repleta autem fuit gratia Maria; radix
acerba, sed fructus melle dulcior radix in
Psal. vu, 15.
Jac. 1, 15.
Gen. 111, 15.
Ibid.
Vigerus, nemine diffidente, tradit, particu
ς'. Εστι μὲν οὖν ἡ ἐκ Θεοῦ εἰρήνη σωτήριος
φύσει, καὶ τῆς ἀστασιάστου καὶ μαχαρίας διαγωγής
επιστάτης καὶ ἔφορος, πάντοτε ἀγαθὴ, ἀεὶ ὡσαύτως
ἔχουσα, πάντη πάντως ἀνεπίδεκτος θορυβοποιού
διχονοίας καὶ σκινδαλμον. Η δε παρὰ τοῖς ἀνθρώ
ποις εἰρήνη, καὶ ἡ χαμαὶ ἐρχομένη ὁμόνοια, οὐ
πάντοτε ἀγαθὴ· ἀλλ᾿ ἐστιν ὅτε καὶ πονηρεύεται,
καὶ πολεμιωτέρα πολέμου εὑρίσκεται τῶν εἰρηνεν
όντων συνδιατιθεμένη τη προαιρέσει· ὥσπερ αὖ
τοὐναντίον καὶ πολεμός ποτε εἰρήνης εἰρηνικώτε
ρος, καὶ τῆς κατὰ γνώμην συνεχείας σωτηριωδες
στέρα ἡ διέχεια.
Ζ΄. Εἰρήνευσεν ἡ προμήτωρ μου ἐν παραδείσῳ
μετα του όψεως, καὶ εἰς ὁμιλία, συνῆλθον ἢ τε
φιλάγαθος φύσις καὶ ἡ μισάνθρωπος προαίρεσις, ὁ
Σατάν. Καὶ ἦν ἡ μὲν γυμνὴ τῇ ἁπλότητι, ὁ δὲ τὴν
διπλοίδα περιβεβλημένος τῆς δολιότητος, ἧς τὸ μὲν
ἐκτός και υποψιον το στιλπνόν τῆς ἱσοθείας καὶ
φωτοειδὲς ὑπεφάνταζε, τὸ δ' ἔνδον και υποκρυπτό
μενον μόνον ὑπῆρχεν αλωπεκή, καὶ ὑπέκλεπτε πρὸς
ἀπάτην, καὶ τὰ τὴν ἀλωπεκὴν ὑποδυομένῳ λέοντι,
μαινομένῳ εἰς βρῶσιν, ὑπέσυρεν.
Ἐκ ταύτης τῆς ὁμιλίας καὶ τῆς ἑνώσεως συνδ
λαμβάνετο πόνος,
καὶ ἐτίκτετο ἀνομία, του
θείου νόμου παρεκτρωθέντος τῇ δηλητηριώδει βρω
στι του ξύλου η δε ανομία θάνατον απεγέννησε,
τὴν πικρών εχιδναν τὴν τῆς προμήτορος άναιρέτιν.
της σεις
Τίθησιν ὁ βασιλεὺς τῆς εἰρήνης ἔχθραν ἀνὰ μέσον
ανθρωπον καὶ ὀψεως, καὶ πολεμον ακατάλλακτον τῷ
παντί αίωνι παρεκτεινομενον. Αύτος του τηρήσει,
φησίν, κεφαλήν, καὶ σὺ
αυτού πτέρα
Day. εἴτουν ἐν ἀμφοτέροις διηνεκίζον ἔσται τὸ
μάχιμον καὶ ἀπ' ἀρχῆς ἕως τέλους
ἐπαν
μὲν ἄνθρωπος τῆς πρώτῆς ἐκείνης εξαπάτης
ἀείμνηστον ἔξει τὸν δολον, καὶ πειρώτο την ήτταν
αναμαχέσασθαι, σε δε φοβείσθαι τὴν ἄμυναν καὶ
τὸ ἀντίποινον. Ἔσται γάρ, ἔσται, ὅταν σὺ, ο νού
μενος ὄψις, τὴν του ανθρώπου πτέρναν τηρήσεις,
Ἐφ' ἡμερῶν γὰρ τῶν ἐσχάτων δοθήσεταί οἱ ἄμαχος
εξουσία του πατεῖν ἐπάνω ὄψεων καὶ σκορπίων,
καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμίν σου, ἐχθρέ.
Η΄. Τοιαύτά μοι κατὰ τὴν Ἐδὲμ αρχαιότατα
πτώματα· ἐκ δὲ τῆς Ναζαρέτ πᾶν, εἰ τι ἀγαθόν,
διά γυναικός εκπηγάζεται. Εἰρήνης ἐπ' αὐτὴν ἐφία
πταται ἀγγελος, τὰ τῆς μυστικῆς ἐνώσεως εἰσηγού
μενος μηνύτρα. Τῷ γάρ έχει πάλαι πεισθέντες,
ἠπειθήσαμεν τῷ δημιουργῷ, καὶ προσφυέντες τῷ
ἀποστάτη, του βασιλέως ἀπειράθημεν. Κεκατέρα
ται η Εύα, κεχαριτωται δὲ ἡ Μαριάμ ή ρίζα πιο
κρά, ὁ δὲ καρπὸς γλυκύτερος μέλιτος· ἡ ρίζα τ
lam in tantum de tempore usurpari: at palam
est, alio sensu hic eam adhiberi.
Cod. ἐξ ἀπάτης.
Luc, x, 19∙
Iste ergo fructus, Maria scilicet, particeps
col. 685–686page 42 of 83
PG 140:685τα κατορωρυκται πρὸς φθοράν, ὁ καρπὸς τὴν γῆν υπερίπταται τῇ ἐξ ἁγιότητος ἀφθαρσία· ὅπου γὰρ ἡ ἁγιωσύνη, ἐκεῖσε καὶ τὸ ἀκήρατον· ὅπου φρόνημα κοιλαινόμενον, οἷον ἐκ μετριοφροσύνης, καὶ τα πεινούμενον, ἐκεῖ ὁ ἐπουράνιος όμβρος κατιών ελλιμνάζεται. Οφεως ἐπαγγελλομένου τῇ προμήτορι θέωσιν, τῷ λόγῳ εὐθὺς ἐπεπήδησεν· οὐρανοβάμονος ἀρχαγγέλου ευαγγελιζομένου, Θεού μητέρα γενέ σθαι τὴν Μαριάμ, αὐτὴ καθυποστέλλεται, καὶ διευλαβεῖται, και τὰ εὐαγγέλια πολυπραγμονεῖ· Οὕτω τὸ εὔκολον τῆς γυναικείας φύσεως υπερανέβη. Οὕτως ἦν πάντοθεν κατεσφραγισμένη του μεγάλου βασιλέως ή πύλη. Θ΄. Κατωκάρα, φησί, τὰ δένδρα βιοῦν, καὶ τὰς ρίξας ἔχειν ὡς κεφαλὰς, κἀκεῖθεν βάλλοντα τὴν υγρότητα περὶ τοὺς καρποὺς διασωληνίζειν και ἀνασύβειν μετέωρον. Οἱ τῆς φύσεως ἡμῶν ἀρχηγοί πρὸς γῆν ἐπὶ κεφαλὴν κατωρύγησαν, καὶ σκώληκες ῥιζωρύχοι τὰς ῥίζας ταύτας κατεβοσκήθησαν. Τὸ δὲ τελευταῖον καὶ ὁ καρπὸς ἀφθαρσίας εμπέπλησται, καὶ μεταγγίζει ταύτην κἀπὶ τὰς ῥίζας ἐναλλαγμένως τῇ τάξει τῆς φύσεως· καὶ ἀναγεννά τό γέννημα τοὺς γεννήτορας· ζωογονεί τα νεκρωθέντα, καὶ γλυκαίνει τὰ ἔμπικρα. Ως γὰρ ὑπερκειμένη καθ' ὑπέροχὴν ὑπερβολικὴν τῆς συγγενούς φύσεως ἐξ αγνείας καί καθαρότητος καὶ κορυφαία, οἷον ὑπεριδρυμένη καταβαίνοντα οὐρανόθεν τὸν θεῖον ὑτὸν πρώτη καθυπεδέξατο· κατέβη γάρ, ὡς ὑετός ἐπὶ πόκον, ἐπὶ τὴν ὑπέραγνον ταύτην καὶ πανυπερα μώμητον Μαριάμ, ὡς ἂν τὴν γῆς ξηρασίαν μυστι κωτέραις θεραπεύσεις ταῖς ἀρδείαις. Χρόνος μεν ο στρίβη μακρός, ἐξ ὅτου ταῖς νεφέλαις ταῖς προφητικαῖς ἐντειλάμενος ἔχει, του μὴ βρέξαι ἱστὸν ἐπὶ τῆς γῆς, ἵνα μὴ ἐπι μᾶλλον ή του άμε πελώνος Ολομανήσειεν ἀκανθηφορία. Νύν δ' ἀλλ᾽ ἐπεὶ εύρηται κρίνον ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, ὑπερ χιόνα λευκόν, ὑπὲρ μυρον ευώδες, στιλπνότητα ἐμφιεσμένον παρθενικήν, η καλλονή, φημί, του Ἰακώβ, κάτεισιν ἐπ' αὐτὴν ὁ ἐπουράνιος όμβρος έξοτου. υπέραγνο», πανυπερα μώμητοντα κατορωρυκται πρὸς φθοράν, ὁ καρπὸς τὴν γῆν terra ad corruptionem sepulta est; fructus terram
υπερίπταται τῇ ἐξ ἁγιότητος ἀφθαρσία· ὅπου γὰρ
ἡ ἁγιωσύνη, ἐκεῖσε καὶ τὸ ἀκήρατον· ὅπου φρόνημα κοιλαινόμενον, οἷον ἐκ μετριοφροσύνης, καὶ τα
πεινούμενον, ἐκεῖ ὁ ἐπουράνιος όμβρος κατιών
ελλιμνάζεται. Οφεως ἐπαγγελλομένου τῇ προμήτορι
θέωσιν, τῷ λόγῳ εὐθὺς ἐπεπήδησεν· οὐρανοβάμονος
ἀρχαγγέλου ευαγγελιζομένου, Θεού μητέρα γενέσθαι τὴν Μαριάμ, αὐτὴ καθυποστέλλεται, καὶ διευλαβεῖται, και τὰ εὐαγγέλια πολυπραγμονεῖ· Οὕτω
τὸ εὔκολον τῆς γυναικείας φύσεως υπερανέβη.
Οὕτως ἦν πάντοθεν κατεσφραγισμένη του μεγάλου
βασιλέως ή πύλη.
Θ΄. Κατωκάρα, φησί, τὰ δένδρα βιοῦν, καὶ τὰς
ρίξας ἔχειν ὡς κεφαλὰς, κἀκεῖθεν βάλλοντα τὴν
υγρότητα περὶ τοὺς καρποὺς διασωληνίζειν και
ἀνασύβειν μετέωρον. Οἱ τῆς φύσεως ἡμῶν ἀρχηγοί
πρὸς γῆν ἐπὶ κεφαλὴν κατωρύγησαν, καὶ σκώληκες
ῥιζωρύχοι τὰς ῥίζας ταύτας κατεβοσκήθησαν. Τὸ δὲ
τελευταῖον καὶ ὁ καρπὸς ἀφθαρσίας εμπέπλησται,
καὶ μεταγγίζει ταύτην κἀπὶ τὰς ῥίζας ἐναλλαγμένως
τῇ τάξει τῆς φύσεως· καὶ ἀναγεννά τό γέννημα
τοὺς γεννήτορας· ζωογονεί τα νεκρωθέντα, καὶ
γλυκαίνει τὰ ἔμπικρα. Ως γὰρ ὑπερκειμένη καθ'
ὑπέροχὴν ὑπερβολικὴν τῆς συγγενούς φύσεως ἐξ
αγνείας καί καθαρότητος καὶ κορυφαία, οἷον ὑπεριδρυμένη καταβαίνοντα οὐρανόθεν τὸν θεῖον ὑτὸν
πρώτη καθυπεδέξατο· κατέβη γάρ, ὡς ὑετός ἐπὶ
πόκον, ἐπὶ τὴν ὑπέραγνον ταύτην καὶ πανυπερα
μώμητον Μαριάμ, ὡς ἂν τὴν γῆς ξηρασίαν μυστι
κωτέραις θεραπεύσεις ταῖς ἀρδείαις. Χρόνος μεν ο
στρίβη μακρός, ἐξ ὅτου ταῖς νεφέλαις ταῖς
προφητικαῖς ἐντειλάμενος ἔχει, του μὴ βρέξαι
ἱστὸν ἐπὶ τῆς γῆς, ἵνα μὴ ἐπι μᾶλλον ή του άμε
πελώνος Ολομανήσειεν ἀκανθηφορία. Νύν δ' ἀλλ᾽
ἐπεὶ εύρηται κρίνον ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, ὑπερ
χιόνα λευκόν, ὑπὲρ μυρον ευώδες, στιλπνότητα
ἐμφιεσμένον παρθενικήν, η καλλονή, φημί, του
Ἰακώβ, κάτεισιν ἐπ' αὐτὴν ὁ ἐπουράνιος όμβρος
non fuit acerbitatis illius et corruptionis, quæ radicem inferat. Si enim fingas, sermonem esse de
dulcedine, quæ acerbitati ejusdem fructus successerit, jam nulla Evain inter ac Mariam oppositio
intercederet: nam tenemus omnes, etiam Evam
divinæ gratiæ ope a peccato mundatam fuisse, atque adeo etiam Evam hoc sensu, acerbitate exuta,
dulcem fructum evasisse.
Audi Germanum proclamantem, Mariam
fructum exstitisse, qui non modo corruptionem non
contraxit, sed e corruptione radicem liberavit.
Gemina habes in oratione Isidori Thessalo
nicensis in Nativ. Deiparæ,ubi (§ 1X) de Anna et
de Adam scribit: Annā, mater veneranda, cum g:-
neraret, filia sua indigebat ut regeneraretur....ne.
que ipsa solum.... sed et progenitoropus habuit, ut
ipsam (Mariam) velutimatremnancisceretur.Porro cum sermo sit de generatione spirituali, qua
indigentquotquot in Adam perierunt, plane liquet
non posse eadem ruina interemptam eam haberi,
quæ regenerationis interemptorum est causa.
Deipara ergo inter demortuos non censetur:
mortui autem quinam hic intelliguntur, nisi, ut
diximus, quicunque peccati originalis labe infecti
sunt?
supervolatin sanctitatis incorruptibilitate; ubi enim
sanctitas ibi est et integritas; ubi animi sensus,
quantum per modestai sui opinionem licet, se deprimit ac humiliat, illic cœlestis imber delabens
stagnat. Cum serpens primæ parenti divinitatem
polliceretur, exsiliens illa verbum arripuit; (contra)
dum archangelus per æthera gradiens Mariæ de.
nnntiat, ipsam electam in Dei matrem esse, semet
hæc colligit sibi sollicite cavet, et quæ nuntiantur,
diligenter perscrutatur, Sic a muliebris generis facilitate se longe extulit! Sic obfirmata undequaque
erat magni Regis porta!
IX. Aiunt, arbores capite inverso vivere, ac r&-
dices pro capite tenere, inde autem (a sepulto capite) sugentes humorem per canaliculos transmittere ac sursum attrahere ad fructus producendos. Generis nostri auctores primi in caput humo
defossi erant, ac radicum arrosores teredines hasce
radices depascebantur. Verum hic tandem fructus
incorruptionis munere ditatus est, et, inverso naturæ ordine, hancin radices quoque iucorruptionem
transfundit.(42); et quod genitum est generatores
suos regenerat quæ demortua erant, ad vitam
parit et quæ amara, dulcia efficit. Superemi.
nentissima enim prærogativa propterinnocentiam
et puritatem super cognatam naturam elevata et
coryphæa constituta, tanquam sublimissimum locum tenens divinum e cœlo depluentem imbrem
prima in se excepit: Descendit enim sicut pluvia in
vellus scilicet in purissimam hanc ac supra
captum ex omni parte immaculatam Mariam ut
arditati, qua omnis terra squalebat per mysticas irrigationes præsens remedium afferret. Longum sane
tempus effluxerat, ex quo secundum prophetas
mandaverat nubibus ne pluerent imbrem super terram ne vepres videlicet ac spinæ amplius in
vinea succrescerent. At vero postquam in medio
spinarum nunc lilium inventum est nive canPuritas, quæ Mariam supra universum hominum genus elevabat, ratione habita contextus, ea
est,qua a communi omnium squalore sejungebatur.
Atqui communis ille squalor nihil est aliud, quam
primævum vitium ab Adam in posteros propagatum. Apertissime ergo Deipara a lapsorum hominum sensu sejuncta describitur.
Cod. έξοτου.
Psal. Lxxι, 6.
Ut puritatem auctor designet, propter quam
in Dei matrem ac salutis humanæ mediatricem
electa est Maria, hanc υπέραγνο», atque πανυπεραμώμητον appellat; quibus sane vocibus quod summum excogitari potest puritatis, exprimitur.
Isa. v. 6.
Ecce tibi tristissimam illam penes Patres
imaginem, qua universam Adie progeniem ceu dumetum exhibeut sentibus horrens, sanctam vero
Virginem unicum inter tot spinas lilium. Ratio autem oppositionis satis evincit, privilegium illud
Virginis hic designari, vi cujus a reliquis omnibus
secernitur, immunitatem nempe ab eo originis rea·
tu, qui solus omnibus est communis. Neque prætereas, quam accurate ac vigilanter hoc Virginis
privilegium designet Germanus. Postquam enim
col. 687–688page 43 of 83
PG 140:687καὶ ζωοποιός. Τίς ἡ τοῦ μυστηρίου δύναμις τούτου Τί τὸ βάθος τὸ ὑψοποιόν; Τί τό ύψος το ταπεινόν Ι΄. Ἐδέησε νομοθεσίας ποτὲ τοῖς Ἰσραηλίταις, ἐπανορθουμένης τὴν ἀπαιδευσίαν αὐτῶν, καί εἰς φόβον συνωθούσης τοῦ πλάσαντος και σώσαντος σωτηρίαν παράδοξον. Εφίσταται ὁ νομοθέτης τῷ ὄρει Σινὰ ἐμφανείᾳ ξένῃ καὶ τῶν θεωμένων κατα πληκτική. Σαλπιγγες γάρ έχουν μέγα γνόφος βα Οὺς τὸ ὄρος περιεκκέχυτο· θύελλα τις σφοδρά με θερὸν ἀντέχει ταῖς σάλπιγξι, καὶ πλήρη τά ἐκεῖσε ποικίλων ἐκδειματώσεων· ἔχρηζον γὰρ τοιούτων φοβήτρων οἱ νεπιόφρονες Ἰουδαῖοι. Τὰ δὲ μετὰ τοῦτο οἷα; Λογογραφεῖται ὁ νόμος ἐπί πλακῶν ὑπαινισσομένων τὸ τῶν ἀκροατών λιθοκάρ διον οὕτως ἀπόκροτον, ὡς οὐδέποτε κοιλανθησόμε νου ταῖς ἐνδελεχούσαις ῥανίσι τῆς θείας ἐπισκοπῆς, μηδέ λιπανθησόμενον ἐξ αὐτῶν ἅμα γὰρ ἡλέηνται, καὶ ἡ χάρις εξέρρευσε τῆς ἀντιτυπίας ἀποπτυτάσης τὸν τοῦ ἐλέους ὑετόν. Ηδη φὰρ τοῦ διδασκάλου κατιόντος, καὶ τὰς πινακίδας ἐπὶ χειρῶν φέροντος, αἷς τὰ τοῦ νόμου στοιχεῖα ἐγκεχάρακται καὶ μέλλοντος ἐγχειρίζειν ταύτας τοῖς νη πιόφροσιν, ἐκεῖνοι φαγόντες καὶ πιόντες ἀνέστης σαν παίζειν κατορχούμενοι καὶ διδασάλου καὶ μαθημάτων. Εφ' οἷς ὁ μυσταγωγός, περιπαθές τι βαρυθυμήσας, τὰς μὲν πινακίδας ἔβαλε κατά γεν και συνέτριψε μεθύοντας διδάσκειν ἀπαγορεύσας ἐπάγει προσήκουσαν· ῥάβδον μὲν οὐδὲν ὡς τό παράπαν τινὸς δεηθείς· τί γὰρ ταῦτα πρὸς τὴν δεν θοκαρδίαν ἐκείνων καὶ τὸ ἀνένδοτον; Αλλ' ἐπεὶ λίθος σιδήρω συντρίβεται, οὕτω μεθοδεύει τὴν παίδευσιν, καὶ ἦσαν αἱ παραξιρίδες ο σίδηρος. τοῖς γε μὴν φιλοπαίγμοσι μαθηταῖς τὴν παιδείαν μὴ δέ. διδασκαλίου, ΙΑ΄. Τὰ μὲν παλαιὰ τοιαῦτα, φοβερὰ μὲν καὶ ἀπό τομα, ἤνυον δὲ τῶν ἐλπιζομένων οὐδὲν διὰ τὴν ἀν αλγησίας του σκληροτραχήλου λαοῦ καὶ τὸ τῆς καρδιας απόκροτον. Δευτέρα κατάβασις σήμερον πολύ τῆς προτέρας παραδοξοτέρα. Εἰρηνικὴ γὰρ καὶ ἀθόρυβος, ὡς καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν λειτουργοὺς καὶ παραστάτας τοῦ τός τως. οὐδένως οὐδὲν οὕτως οὐδ' ώς μηδέ ὡς, καὶ ὡς) ΣΧΣΗ, 6.GERMANI II CP. PATRIARCHÆ.
didius, unguentis, suaveolentius, ac virgineo indu- καὶ ζωοποιός. Τίς ἡ τοῦ μυστηρίου δύναμις τούτου;
tum splendore (species, inquam,(51) Jacob), coelestis Τί τὸ βάθος τὸ ὑψοποιόν; Τί τό ύψος το ταπεινόν;
iu illam ac vivificans imber descendit. Quænam huic mysterio inest significatio? Quænam hæc humilitas in sublime evehens? Aut qualis hæc celsitudo humillima?
X. Israelitico olim populo necessaria fuit legum
constitutio, quæ eorum ruditati prospiceret, eosque
compelleret ad timorem Domini, qui ipsos plasmaverat et mira prorsus ratione servaverat. Repente
ac specie nunquam visa intuentibusque terrifica in
monte Sina se sistit legislator. Personabant enim
omnia magnis tubarnm clangoribus:densa montem
undequaque involvebat caligo: tubarum clangori
respondebat ex adverso turbo horrendum stridens,
et quæcunque circumstabant,multiplicis plena erant
terroris. Ejusmodi scilicet terriculamentis Juqæi
animis puerascentes indigebant.
Quid porro post hæc sequitur? Lex tabulis insculpitur, quæ nempe tacite innuerent cor subditorum
lapideum, durumque adeo, ut neque perpetuo manantibus divinæ providentiæ guttis ullatenus excavatnm, neque vel paululum fecundatum ex ipsis
unquam fuerit. Et saue statim ac misericorditer
cum illis actum est, miserationis imbrem repellente
duritie, gratia incassum decidit. Cum enim Moyses
præceptor e monte, ubi edoctus fuerat, jam descenderet, tabellasque in manibus ferret, quibus elementa legis insculpta fuerant atque hashominibus
illis puerilem mentem gerentibus in manus traditurus esset; isti, cum jam manducassent et bibissent,
surrexerunt ludere preceptorem ac præcepta
ridentes. Quapropter divinorum interpres gravissiΙ΄. Ἐδέησε νομοθεσίας ποτὲ τοῖς Ἰσραηλίταις,
ἐπανορθουμένης τὴν ἀπαιδευσίαν αὐτῶν, καί εἰς
φόβον συνωθούσης τοῦ πλάσαντος και σώσαντος
σωτηρίαν παράδοξον. Εφίσταται ὁ νομοθέτης τῷ
ὄρει Σινὰ ἐμφανείᾳ ξένῃ καὶ τῶν θεωμένων κατα
πληκτική. Σαλπιγγες γάρ έχουν μέγα γνόφος βα
Οὺς τὸ ὄρος περιεκκέχυτο· θύελλα τις σφοδρά με
θερὸν ἀντέχει ταῖς σάλπιγξι, καὶ πλήρη τά ἐκεῖσε
ποικίλων ἐκδειματώσεων· ἔχρηζον γὰρ τοιούτων
φοβήτρων οἱ νεπιόφρονες Ἰουδαῖοι.
Τὰ δὲ μετὰ τοῦτο οἷα; Λογογραφεῖται ὁ νόμος ἐπί
πλακῶν ὑπαινισσομένων τὸ τῶν ἀκροατών λιθοκάρ
διον οὕτως ἀπόκροτον, ὡς οὐδέποτε κοιλανθησόμε
νου ταῖς ἐνδελεχούσαις ῥανίσι τῆς θείας ἐπισκοπῆς,
μηδέ λιπανθησόμενον ἐξ αὐτῶν ἅμα γὰρ
ἡλέηνται, καὶ ἡ χάρις εξέρρευσε τῆς ἀντιτυπίας
ἀποπτυτάσης τὸν τοῦ ἐλέους ὑετόν. Ηδη φὰρ τοῦ
διδασκάλου κατιόντος, καὶ τὰς πινακίδας ἐπὶ
χειρῶν φέροντος, αἷς τὰ τοῦ νόμου στοιχεῖα ἐγκεχάρακται καὶ μέλλοντος ἐγχειρίζειν ταύτας τοῖς νηπιόφροσιν, ἐκεῖνοι φαγόντες καὶ πιόντες ἀνέστης
σαν παίζειν κατορχούμενοι καὶ διδασάλου καὶ
μαθημάτων. Εφ' οἷς ὁ μυσταγωγός, περιπαθές τι
βαρυθυμήσας, τὰς μὲν πινακίδας ἔβαλε κατά γεν
και συνέτριψε μεθύοντας διδάσκειν ἀπαγορεύσας·
ἐπάγει προσήκουσαν· ῥάβδον μὲν οὐδὲν ὡς τό
παράπαν τινὸς δεηθείς· τί γὰρ ταῦτα πρὸς τὴν δεν
θοκαρδίαν ἐκείνων καὶ τὸ ἀνένδοτον; Αλλ' ἐπεὶ λίθος
σιδήρω συντρίβεται, οὕτω μεθοδεύει τὴν παίδευσιν,
καὶ ἦσαν αἱ παραξιρίδες ο σίδηρος.
contunditur, sic ista demum erudiendi methodo
mo dolore simul et indignatione percitus, tabellas τοῖς γε μὴν φιλοπαίγμοσι μαθηταῖς τὴν παιδείαν
quidem in terram projecit, easque contrivit ebriis
se præstare abnuens præceptorem; discipulis autem
ludendi studiosis congruam sane adhibet disciplinam, non quidem virgam aliquam ullatenus quærens; quid enim hæc cum lapideo ac durissimo eorum corde profuissent? Sed quoniam lapis ferro
utitur, ac ferri locum tenuerunt pugiones
XI. Porro antiqua ista, utut plena terrore ac severitate, propter vecordiam tamen illius populi cervicis durissimæ, et propter duritiem cordis illorum, nihil eorum quæ sperəri possent obtinebant.
At posterior, quæ hodie celebratur, descensio
priori illa multo est admirabilior. Pacifica enim et
tumultus expers adeo fuit, ut descendisse Deum
Mariam lilium dixit, hinc quidem illud nive quoque
candidius, ad excludendam scilicet cujusvis nævi
vel levissimam suspicionem, prædical ac suaveolentissimum, inde vero virgineo præterea decore
nitens idem celebrat, quo innuat, purissimum illum
candorem, cujus gratia lilii nomen Mariae competit,
alium a virginitatis candore intelligendum esse.
Psal. XLVI, ö
Cod. μὴ δέ.
Cod. διδασκαλίου, quæ vox sane Græca est,
sed ad rem non pertinet.
De mendo, quod hoc loco occurrit in codice,
placet ea subjicere, quæ vir clarissimus Georgius
Krabinger in exemplari ad me transmisso adnotavit; «Codex (inquit in clausula lineæ habet; et
ΙΑ΄. Τὰ μὲν παλαιὰ τοιαῦτα, φοβερὰ μὲν καὶ ἀπό
τομα, ἤνυον δὲ τῶν ἐλπιζομένων οὐδὲν διὰ τὴν ἀν
αλγησίας του σκληροτραχήλου λαοῦ καὶ τὸ τῆς
καρδιας απόκροτον.
Δευτέρα κατάβασις σήμερον πολύ τῆς προτέρας
παραδοξοτέρα. Εἰρηνικὴ γὰρ καὶ ἀθόρυβος, ὡς καὶ
τοὺς περὶ αὐτὸν λειτουργοὺς καὶ παραστάτας τοῦ
initio sequentis male τός pro τως. Scribi potius de
bebat et supra lineam ors, ita ut vera lectio
sits, et our tanquam glossa voculæ; compareat; nam οὐδένως pro οὐδὲν οὕτως (ut apud Thucydidem et Platonem οὐδ' ώς μηδέ ὡς, καὶ ὡς)
poni solet. Vid. Astius ad Platonis Protagoram, p.
148 in Plat. Opp. tom. X.
Exod. ΣΧΣΗ, 6.
Exod. xxx11, 26, 27: Congregatique sunt ad
eum (Moysem)omnes filii Levi:quibus ait: Hæc di
cit Dominus Deus Israel: Ponať vir gladium super
femur suum: ite et redite de porta usque ad portam
permedium castrorum, et occidat unusquisque fra
trem et amicum el proximum suum.
col. 689–690page 44 of 83
PG 140:689θρόνου τον κατερχόμενον Θεὸν διαλαθείν, μήτοιγε ἀνθρώπους μόνον· καὶ ἵνα τὸ τῆς Γραφῆς ἐρῶ, ὡς νετὸς ἐπὶ πόκον κάτεισιν αψοφητί, καὶ ἀνεπαισθήτως καὶ αὐτοῖς τοῖς πλησίον κατὰ συγγένειαν Ισραηλίταις. Ἡμεῖς γάρ, φησίν, οἴδαμεν, ότι Μωσεί λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἶδα μεν. πόθεν ἐστί. Πολλάκις γὰρ σκληρότης καρδίας Απαλύνθη λόγοις ἡμέροις, καὶ σχολαιοτέρα βάδισις και ατάραχος τὸν ἀτίθασσον θῆρα ἐζώγρησεν. ΙΒ΄. Εχω μὲν οὖν καὶ ἑτέρως μεθοδεύσαι τὸν λό γον, καὶ τὰ κατὰ τὸν πόκον ὑψηλολογήσαι διεξοδικώτερον. Οίδα γὰρ τοὺς τοῦ γένους προπάτορας, δερματίνους χιτῶνας ἀμφιεσμένους, καὶ ξηρούς καὶ αλίβαντας διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς νεκρώσεως, τῆς εὐνδρίας ἐξοριζομένους τοῦ παραδείσου. Εκείνων θυγάτηρ, ὡς άνθρωπος, ή Παρθένος, πλήν ότι λεπτά γνωρίσματα περιφέρει τῆς ἐκείνων ζωής, θνητόν μὲν περικειμένη τὸ σῶμα, καὶ φθαρτῷ συναναστρεφομένη, τὰ δ᾽ ἄλλα λίαν υπέρτερα και θειότερα. Τοὺς γὰρ ἀῤῥαβῶνας τῆς ἀφθαρσίας προεμνη στεύετο, καὶ ἀνθρώποις συνδιαιτωμένη πρὸς ἀγγε λικὴν ἀθλίαν ἀνέβαινε, καὶ κλίμαξ οὐρανομήκης ἐπεγινώσκετο, ἧς ἡ κεφαλὴ ἀφικνεῖτο εἰς τὸν οὐρα νόν, τὰ ἐκεῖσε κάλλη διανοουμένη καὶ θεωμένη, εἰ καὶ κατὰ γῆν τὴν βάσιν ἤρειδε, καὶ ἐστήριξε τῷ τῆς οὐσίας κατωβριθεῖ. Ἐπί ταύτην ἀνέβαινον καὶ κατέβαινον οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ· ἀνέβαινον τῇ κατὰ φύσιν τῆς ἀυλίας ὑπεροχή κατέβαινον ὑπὸ τῆς παρθενικῆς ἡττώμενα καθαρότητος· καὶ ὁ Κύριος ἐπεστήρικτο ἐπ' αὐτήν. Βαβαὶ τῶν χαρίτων! Βαβαὶ τοῦ τῆς Παρθένου ἀξιώματος! Πάντα δεύτερα τῆς δόξης αὐτῆς· πάντα μειονεκτούμενα, κἂν τὰ φρικωδέστατα αξαπτέρυγα διευθυμηθῆς· ἡ γὰρ λαβὶς, ο τύπος αὐτῆς, εὐλα βῶς τοῖς ἐξαπτερύγοις τούτοις κατέχεται καν τὰ πολυόμματα Χερουβὶμ ἐρεῖς, ἃ καί εἰς θρόνους ὁ θεῖος θεαματίζεται Ἰεζεκιήλ, ἐφ᾽ ὧν πτερυσσόμε τον εἰσάγει τον Ύψιστον, καὶ ἐπὶ τροχῶν ἐφιπτάμενον· ἐκινεῖτο μέν γὰρ ἀπ' αἰῶνος, τῇ ἐμφύτῳ χρηστότητι, ἐπὶ τὸ μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως, καὶ τῆς πρὸς ἀνθρώπους φανέρωσιν· οὔπω δε προσήκων ἐνειστήκει καιρός, ὃν ἡ ὑπεράπειρος τῶν κριμάτων αὐτοῦ ἐπεγίνωσκεν ἄβυσσος· Ο μέντοι πατριαρχικός νοῦς ἐκεῖνος καὶ τὸν Θεὸν ὁρῶν, ἐστη ριγμένον ἐπὶ τὴν Παρθενον ὁρᾷ. Ὅτε γάρ εύρηταιθρόνου τον κατερχόμενον Θεὸν διαλαθείν, μήτοιγε nedum homines solum, sed et angelos latuerit qui
ἀνθρώπους μόνον· καὶ ἵνα τὸ τῆς Γραφῆς ἐρῶ, ὡς
νετὸς ἐπὶ πόκον κάτεισιν αψοφητί, καὶ ἀνεπαισθήτως καὶ αὐτοῖς τοῖς πλησίον κατὰ συγγένειαν
Ισραηλίταις. Ἡμεῖς γάρ, φησίν, οἴδαμεν, ότι
Μωσεί λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἶδα
μεν. πόθεν ἐστί. Πολλάκις γὰρ σκληρότης καρδίας
Απαλύνθη λόγοις ἡμέροις, καὶ σχολαιοτέρα βάδισις
και ατάραχος τὸν ἀτίθασσον θῆρα ἐζώγρησεν.
ΙΒ΄. Εχω μὲν οὖν καὶ ἑτέρως μεθοδεύσαι τὸν λόγον, καὶ τὰ κατὰ τὸν πόκον ὑψηλολογήσαι διεξοδι
κώτερον. Οίδα γὰρ τοὺς τοῦ γένους προπάτορας,
δερματίνους χιτῶνας ἀμφιεσμένους, καὶ ξηρούς καὶ
αλίβαντας διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς νεκρώσεως, τῆς
εὐνδρίας ἐξοριζομένους τοῦ παραδείσου. Εκείνων
θυγάτηρ, ὡς άνθρωπος, ή Παρθένος, πλήν ότι λεπτά
γνωρίσματα περιφέρει τῆς ἐκείνων ζωής, θνητόν
μὲν περικειμένη τὸ σῶμα, καὶ φθαρτῷ συναναστρεφομένη, τὰ δ᾽ ἄλλα λίαν υπέρτερα και θειότερα.
Τοὺς γὰρ ἀῤῥαβῶνας τῆς ἀφθαρσίας προεμνηστεύετο, καὶ ἀνθρώποις συνδιαιτωμένη πρὸς ἀγγελικὴν ἀθλίαν ἀνέβαινε, καὶ κλίμαξ οὐρανομήκης
ἐπεγινώσκετο, ἧς ἡ κεφαλὴ ἀφικνεῖτο εἰς τὸν οὐρα
νόν, τὰ ἐκεῖσε κάλλη διανοουμένη καὶ θεωμένη, εἰ
καὶ κατὰ γῆν τὴν βάσιν ἤρειδε, καὶ ἐστήριξε τῷ
τῆς οὐσίας κατωβριθεῖ. Ἐπί ταύτην ἀνέβαινον καὶ
κατέβαινον οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ· ἀνέβαινον τῇ κατὰ
φύσιν τῆς ἀυλίας ὑπεροχή κατέβαινον ὑπὸ τῆς
παρθενικῆς ἡττώμενα καθαρότητος· καὶ ὁ Κύριος
ἐπεστήρικτο ἐπ' αὐτήν.
circa ipsum ministerium obeunt, ac throno ejus
assistunt, et ut Scripturarum effatum usurpem,
descendit sicut pluvia in vellus sine strepitu et
clam iis quoque Israelitis, qui viciaiores ipsi secundum cognationem erant. Nos scimus, inquit
quia Moysi locutus est Deus: hunc autem nescimus,
unde sit. Videlicet contumacia cordium sæpe mansuetis verbis mollitur, ac lentior tranquillusque incessus vel indomitas feras sæpe vivas cepit.
XII. Enimvero et alia mihi se offert ratio disserendi, et copiosiori enarratione ea, quæ ad vellus
hoc spectant, celebrandi. Etsane compertum nobis
est, primos generis nostri parentes, tunicis indutos
pelliceis, ac propter mortis sententiam terrore
prostratos ac veluti exanimes, a paradisi deliciis
expulsos fuisse. Virgo autem, eorum filia utpote
homo, si quasdam levioris momenti excipias proprietates cum eorum vita communes, quod nempe
mortalem hanc carnis sarcinam gereret, et corruptibili cum corpore viveret (59, quoad reliqua
longe illis sublimior erat ac divinior. Incorruptibilitatis enim arrhas sibi comparabat, et inter homines vivens ad materiæ expertem conditionem
angelicam assurgebat, ac cernebatnr ceu scala
quædam celsissima, cujus summitas ad calos usque
pertingeret quæ illic portenta sunt considerans atque contemplans (quanquam basim firmaret
in terra), nec terrenæ substantiæ pondere ad hæc
infirma deprimebatur. Juxta ipsam ascendebant et
descendebant Dei angeli; ascendebant nimirum
natura sua carentis; descendebant autem virginea
præstantia quadam conditionis omni materia ex
illius puritate victi; eidem vero Dominus ipse innitebatur.
Βαβαὶ τῶν χαρίτων! Βαβαὶ τοῦ τῆς Παρθένου
ἀξιώματος! Πάντα δεύτερα τῆς δόξης αὐτῆς· πάντα
μειονεκτούμενα, κἂν τὰ φρικωδέστατα αξαπτέρυγα
διευθυμηθῆς· ἡ γὰρ λαβὶς, ο τύπος αὐτῆς, εὐλαβῶς τοῖς ἐξαπτερύγοις τούτοις κατέχεται καν τὰ
πολυόμματα Χερουβὶμ ἐρεῖς, ἃ καί εἰς θρόνους ὁ
θεῖος θεαματίζεται Ἰεζεκιήλ, ἐφ᾽ ὧν πτερυσσόμετον εἰσάγει τον Ύψιστον, καὶ ἐπὶ τροχῶν ἐφιπτάμενον· ἐκινεῖτο μέν γὰρ ἀπ' αἰῶνος, τῇ ἐμφύτῳ
χρηστότητι, ἐπὶ τὸ μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως,
καὶ τῆς πρὸς ἀνθρώπους φανέρωσιν· οὔπω δε
προσήκων ἐνειστήκει καιρός, ὃν ἡ ὑπεράπειρος τῶν
κριμάτων αὐτοῦ ἐπεγίνωσκεν ἄβυσσος· Ο μέντοι
πατριαρχικός νοῦς ἐκεῖνος καὶ τὸν Θεὸν ὁρῶν, ἐστη
ριγμένον ἐπὶ τὴν Παρθενον ὁρᾷ. Ὅτε γάρ εύρηται
Psal. Lxx1, 6.
Joan. IX, 29.
Numquid non se clare prodit hoc etiam loco
doctrina veterum Græcorum de conditione Mariæ
communis lapsis hominibus probri expertis? Sane
nisi filiam fatearis illius reatus exsortem, qui primos parentes e felici statu in abyssum miserrimum
deturbavit, inanis est oppositio, quam filiam inter
ac parentes auctor instituit.
Gen. xxvii, 12, 13:Viditque (Jacob in somnis
scalam stantem super terram,et cacumen illius langens calum; angelos quoque Deiascendentes et des
cendentes per eam,etDominum innitum scale.Ins
Oh quantum gratiarum cumulum! Oh quantam
Virginis dignitatem! Omnia gloriæ ejusdem cedunt;
omnia sunt inferiora, vel si animo cogites tremendissimos illos (Seraphim) sex alas habentes
reverenter enim hi forcipem, quæ erat illius
typus apprehendunt; aut etiam si in medium
proferas plenos oculis Cherubim quos divinus
Ezechiel repræseutat ceu thronos, supra quos exhibet Altissimum alas agitantem, et supra rotas
volitantem siquidem a sæculo insita sibi
bonitate ad incarnationis mysterium complendum,
et ad manifestandum se hominibus fercbatur; at
nondum opportunum tempus advenerat, quod imperscrutabilis judiciorum ejus abyssus noverat.
Illud sane (mysterium), ac Deum in spiritu papice porro,quomodo hinc auctor occasionem arripiat,puritatem Virginis præ angelorum puritate cefebrandi:quod quidem encomium abs re esset, si
olim Virgo peccati deformitate fondata fuisset.
Isa. vi, 2: Seraphim stabant super illud:
sex alæ uni, et sex alæ alteri.
Consuetum scilicet SS. Palribus fuit, ut fore
cipem, qua Seraphim calculum sumpsit de altari,
habeant uti sanctæ Virginis typum.
Ezech. x, 12: Et omne corpus..., et colla, et
manus, et penna... plena erant oculis
Ézech. x, 28, 29,
col. 691–692page 45 of 83
PG 140:691αρχαία βουλὴ καὶ ἀληθινὴ τὸ πέρας εἴληφε, καὶ εἰς πράξιν ἐκβέβηκε· καὶ ἐπιστηρίζεται βρεφοπρεπῶς ὁ τοῦ Πατρὸς ἀπερίγραπτος Λόγος τῇ καθαρὰ τῆς Παρθένου νηδύει καθ' ὑπόστασι ἐνωθεὶς τῷ ᾿Αδαμιαίῳ φυράματι ἐκ γῆς ταύτης ὑποστάντι τῆς ἁγίας καὶ ὑπεραμώμου. τῆς ἀστίκτου θεότητος δοχεῖον ἐπάξιον, τότε καὶ ἡ ΙΙ. Πάντα μὲν οὖν τὰ κατ' αὐτὴν θεοπρεπῆ καὶ του μεγάλου μυστηρίου ἐπάξια· ἔὸς γὰρ καὶ πάλιν ὁ λόγος ἀντέχεται τοῦ προτέρου νοήματος· καὶ ὅμως τὸ κατὰ φύσιν εἶναι θυγάτηρ τῆς Εὔας οὐκ ἀπαρνεῖτο· οὐδὲ τοὺς δερματινούς ὁλοτελώς ἀπο εσείετο χιτώνας· ὑποκίκοος γάρ εμαρτύρει το συμ γενές· παχύτης μὲν δερμάτων σὐκ ἦν ἐν αὐτῇ, εἶτα ουν τύρξαι βιωτικαὶ καὶ ἄκαιροι μέριμναι τῷ θεατῷ τούτῳ βίῳ συνεζευγμέναι. ᾿Απὸ γὰρ τριετίας τῷ Θεῷ ἀνετέθη· ἀπὸ τριετίας άγγελος τραπεζοκόμος τὰ τῆς τροφῆς διακονει· ἀπὸ τριετίας επελάθετο τῆς λαώδους οχλήσεως καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρικού. κηδείες. Σημεῖον δέ· ἡ γὰρ πυρένδυτος βάτος, τύπος οὖσα ταυτης σκιώδης καὶ ἄνυδρος, τὸν προβατέα Μωϋσην οὐκ ἐδέχετο πλησιάζειν ἐπιβαλόμενον· διὰ τὰ ἐπι τῶν ποδῶν ἀσκητὰ δέρματα, οἷς τὰς συμφύτους τῶν πελμάτων ἐπιδερμίδας ἐφύλαττεν ἵνα μὴ ταῖς ἀμέσοις ἐπιβολαῖς τῇ τραχύτητι τῆς γῆς κατατρι βοιντο. Χρεναι γάρ φημι τὴν τῆς ὁδοὺς Κυρίου ποτεύεσθαι ἀπαρχομενον, ἀδέτους τοὺς νοουμένους πόδας διαφυλάττειν ἐκ τῆς ἐμπαθούς προσπαθειας τῶν κάτω, καὶ ἀπροσκολλήτως ἔχειν τοῖς βιωτικοῖς τυοβασμοῖς. Τοιαύτη τις ἦν ἢ πάναγνος τῆς παναχράντου Μαρίας ψυχή· μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ ταύτα. Αγιωτέρα γάρ των αγίων, καὶ τῶν φιλοθέων φιλοθεωτέρα. Διὸ καὶ, ὡς νετὸς ἐπὶ πόκον, ὁ Μονογενής ἐπ' αὐτὴν καταθέθηκε Λόγος, καὶ ὡσεὶ σταγών ή στάζουσα ἐπὶ τὴν γῆν, τὴν αὐχμηρόν καὶ γείνην φύσιν ἡμῶν ἱλαρὼς ἐπάρθων, καὶ πρὸς καρποφορίαν ἡμέραν υποκίκοος, ὑποκίκους σταγών ή στάζουσαGERMANI II CP. PATRIARCHÆ.
αρχαία βουλὴ καὶ ἀληθινὴ τὸ πέρας εἴληφε, καὶ
εἰς πράξιν ἐκβέβηκε· καὶ ἐπιστηρίζεται βρεφο
πρεπῶς ὁ τοῦ Πατρὸς ἀπερίγραπτος Λόγος τῇ
καθαρὰ τῆς Παρθένου νηδύει καθ' ὑπόστασι
ἐνωθεὶς τῷ ᾿Αδαμιαίῳ φυράματι ἐκ γῆς ταύτης
ὑποστάντι τῆς ἁγίας καὶ ὑπεραμώμου.
triarcha (Jacob videns, Virgini innixum Deum τῆς ἀστίκτου θεότητος δοχεῖον ἐπάξιον, τότε καὶ ἡ
conspicit Quando enim dignum imcomprehensibilis Deitatis inventum est domicilium
tuncconsilium antiquum ac verum finem attigit, atque in opus deductum est; et puro Virginis
sinu, pront infantes solent, incomprehensibile
fertur Patris Verbum, Adamiticæ massæ ex sancta
hac et superimmaculata terra desumptæ atque efformatæ secundum hypostasim conjunctus.
XIII. Omnia itaque, quæ ad eam attinent, divinæ majestati congrua, omnia magno digna mysterio; verumtatem (jam enim priorem sententiam resumit oratio) nec Evæ se secundum naturam filiam esse diffitebatur, neque omnino tunicas illas pelliceas respuebat., Limus enim,
quo constabat, eamdem illi cum aliis natura inesse
fidem faciebat; neque tamen pellium crassities in
ipsa locum habebat, hujus nempe vitæ tulmultus
ac importunæ curæ, quæ mortalem hanc vitam comitari solent. tertio enim ætatis suæ anno Deo
eonsecrata est; a tertio ætatis anno angelus memsam ipsi instruens, victum suppeditabat; a tertio
ab ipsa quoque paterna domo abstinebat.
ΙΙ. Πάντα μὲν οὖν τὰ κατ' αὐτὴν θεοπρεπῆ καὶ
του μεγάλου μυστηρίου ἐπάξια· ἔὸς γὰρ καὶ πάλιν
ὁ λόγος ἀντέχεται τοῦ προτέρου νοήματος· καὶ
ὅμως τὸ κατὰ φύσιν εἶναι θυγάτηρ τῆς Εὔας οὐκ
ἀπαρνεῖτο· οὐδὲ τοὺς δερματινούς ὁλοτελώς ἀπο
εσείετο χιτώνας· ὑποκίκοος γάρ εμαρτύρει το συμ
{} γενές· παχύτης μὲν δερμάτων σὐκ ἦν ἐν αὐτῇ, εἶτα
ουν τύρξαι βιωτικαὶ καὶ ἄκαιροι μέριμναι τῷ θεατῷ
τούτῳ βίῳ συνεζευγμέναι. ᾿Απὸ γὰρ τριετίας τῷ
Θεῷ ἀνετέθη· ἀπὸ τριετίας άγγελος τραπεζοκόμος
τὰ τῆς τροφῆς διακονει· ἀπὸ τριετίας επελάθετο τῆς
λαώδους οχλήσεως καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρικού.
ætatis anno non a popularibus modo turbis, sed
Quod quidem ita faciendum esse, præsignificatum
jam fuerat. Nam rubus ille fiamma undique
correptus, qui subobscura ac levis erat Virginis
figura, hand tulit, ut pastor Moyses propius progressus accederet; quia nimirum pedes aliis circumvestiverat pellibus, quibus naturali plantarum
pelli prospiceret, ne forte nudus pes incedens a
terræ asperitate doleret. Haud aliter enimvero opus
esse dixerim, ut quisquis vias Domini terere aggre
ditur, a terrenarum rerum affectu spiritales pedes
expeditos servet, neque hujus vitæ sollicitudinibus
implicari se sinat.
Talis nimirum fuit anima innocentissima undequaque immaculatæ Mariæ; quin imo et super hæc
omnia longe sesse extulit. Sanctior enim quibusvis
sancti, et præ omnibus Deo charis charissima ipsa
Deo exstitit. Ac propterea unigenitus in ipsam descendit Verbum sicut pluvia in vellus et sirut stillicidium stillans super terram squalentem terGen. xxvin, 13.
Nondum scilicet inventum fuerat dignum
tremendæ Deitatis domicilium, quia quotquot exorti
fuerant ex Adam filii, ad unum ominės paterna labe
turpes erant ae Deo invisi. Dignum proptererea Dei
domicilium Maria fuit, quia ab illa labe immunis
servata est. vide quæ gem na habet Isidorus Thessalonie. Hom. in Deip. Nativ. § VI. part 1, pag.
Isa. xxv, 1, secundum LXX; nam Vulgatus
habet, cogitationes fideles, antiquas.
Codl. κηδείες.
:69) Quisnam, queso, sciseitanti de ratione conceptionis, quæ et Dei Gen-trici congrua et digna
tanto mysterio haberi queni, quis, inquam, respondendo affirmare audeat, ejusmodi conceptionem eam esse, quæ filios iræ mundo profert? Ergo
si quaecumque ad Virginem spectant, ea divinæ majestati congrua fuerunt, ac digna incarnationis Dominicæ mysterio, sane et conceptio Virginis ea
fuerit oportet, quæ cum reatu filiorum iræ nilil
[)
Σημεῖον δέ· ἡ γὰρ πυρένδυτος βάτος, τύπος οὖσα
ταυτης σκιώδης καὶ ἄνυδρος, τὸν προβατέα Μωϋσην
οὐκ ἐδέχετο πλησιάζειν ἐπιβαλόμενον· διὰ τὰ ἐπι
τῶν ποδῶν ἀσκητὰ δέρματα, οἷς τὰς συμφύτους τῶν
πελμάτων ἐπιδερμίδας ἐφύλαττεν ἵνα μὴ ταῖς
ἀμέσοις ἐπιβολαῖς τῇ τραχύτητι τῆς γῆς κατατρι
βοιντο. Χρεναι γάρ φημι τὴν τῆς ὁδοὺς Κυρίου
ποτεύεσθαι ἀπαρχομενον, ἀδέτους τοὺς νοουμένους
πόδας διαφυλάττειν ἐκ τῆς ἐμπαθούς προσπαθειας
τῶν κάτω, καὶ ἀπροσκολλήτως ἔχειν τοῖς βιωτικοῖς
τυοβασμοῖς.
Τοιαύτη τις ἦν ἢ πάναγνος τῆς παναχράντου
Μαρίας ψυχή· μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ ταύτα. Αγιωτέρα
γάρ των αγίων, καὶ τῶν φιλοθέων φιλοθεωτέρα. Διὸ
καὶ, ὡς νετὸς ἐπὶ πόκον, ὁ Μονογενής ἐπ' αὐτὴν
καταθέθηκε Λόγος, καὶ ὡσεὶ σταγών ή στάζουσα ἐπὶ
τὴν γῆν, τὴν αὐχμηρόν καὶ γείνην φύσιν ἡμῶν
ἱλαρὼς ἐπάρθων, καὶ πρὸς καρποφορίαν ἡμέραν
commune habuerit.
Greece habes υποκίκοος, vocem scilicet lexicographis incompertam,ac mendiplane suspectam
Haud tamen obscure contextus vocem postulat
quidpiam significantem, e quo evincatur Virginis
natura eum ahis hominibus communis. Et ejusmodisane est terrena substantia, in quem sensum
pertrahi utcunque possent nonnullæ voces Græcæ
qua aliquo modo ad formam vocis ὑποκίκους accedunt. At viderint ea de re sapientiores.
Licet prodigium rubi, flammis correpti neque tamen combusti, a Patribus habeatur uti ligura
miraculi, quo Virgini Dei Genitrici sua servata est
integritas. unde illud in sacris officiis: Rubum,
quem viderat Moyses incombustum, conservatam
agnovimus tuam laudabilem virginitatem: auctor
tamen,uti ex sequentibus patet, ad summam illam
polius puritatem spectat, quæ Verbum Dei ad se
attraxit.
Psal. LXX1, 6. Etiam Complutensis editio et
Aldina cum ea, habent σταγών ή στάζουσα pro
col. 693–694page 46 of 83
PG 140:693διανιστών. Αναλέα γὰρ γέγονε καὶ τέφρας αὐχμω δεστέρα, ἐξ ότου ὡς ἀστραπή πρηστηριώδης, ὁ Σατανᾶς πεσὼν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καιρίως ταύτην βαλών, κατηθήλωσε, καὶ ἄνικμον ἀπειργάσατο καὶ πρὸς καρποφορίαν θείων ἔργων ἀδέξιον. Ανατελεί, φησίν, ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρήνης, ἕως οὗ ἀνταναιρεθῇ ἡ σελήνη. Επεξερχέσθω γὰρ ὁ λόγος καὶ τοῖς ἑξῆς τοῦ ψαλ μοῦ, καὶ καθ᾽ ὁδὸν προερχέσθω ἐπὶ τὴν τῶν κρυ πτομένων σαγήνειαν. Ηδη γὰρ τοῦ ἡλίου τῆς δι καιοσύνης ανατέλλειν ἀπαρχομένου, τὰ ἐν τῷ σκιώδει του γράμματος συγκρυπτομένα εἰς φῶς ἐξαγέσθωσαν. ΙΔ΄. ᾿Αλλ' ώ, τίνες οἱ κατόπιν ἡμῶν ἀρτίως βα ζοντες, καὶ βροῦν μέγαν καὶ τάραχον ἀνεγείροντες, καὶ κατὰ τοῦ λόγου βρύχοντες τοὺς κυνόδοντας Ἰουδαῖοι πάντως εἰσί, τὸ φιλοτάραχον φύλον καὶ κραυγάζον· ων καρποφόρημα κραυγή αυτὶ σταφ λῆς, φάναι καθ' Ησαΐαν. Τί οὖν ποιήσομεν; Εάσομεν ταῖς ὑλακαῖς δια ῥήγνυσθαι, μηδεμίαν ἐπιστροφὴν τῶν πεφλυαρημένων αὐτοῖς ποιούμενοι; Η ἐπιστραφέντες ὀλίγ άττα λιθίδια του αναιδους αὐτῶν κατακοντίσο μεν στόματος; Δοκεῖ μοι τὸ δεύτερον ισχυρότερον. Και γάρ επιδράμωσι διαρριπτουμένοις τοῖς λίθοις ἐπιχανόντες τούτοις, ως σύνηθες· ἀλλ' οὐχὶ καὶ διαμαστήσασθαι ἂν δυνηθείεν, τὸ σταυρὸν ἀπὸ τῆς ἀληθείας αὐχούντας. Αλήθεια δὲ ὁ Χριστός, ὁ τοὺς τῶν ἁμαρτωλών συντρίβων οδόντας, ένα μη τὸν τῆς πίστεως στον ἀδίκως διαλυμοίνωνται ΙΕ΄. Αλλά τι κράζεις ὄπισθεν μου, ἀναιδές ἀν θρώπιου καὶ φιλοτάραχον, Ἰουδαῖε; Εἰ ἔχεις ἀπο κρίσεως λόγον, εἰπέ. Εἰς Σολομώντα, φησίν, ἀπο τείνονται ταύτα τὰ ῥήματα, καὶ λόγου τούτου ἀγαθὸν ἐκ τῆς καρδίας ενεύγεται ὁ Δαυίδ τῷ ἐκ τῆς κοιλίας αυτού γεγεννημένῳ διαδόχῳ τῆς βασιλείας, ἀλλ' οὐχ ὡς σὺ λέγεις ο Χριστιανός, περὶ τοῦ Χριστον τον λόγον ποιεῖται. Επ, μα ταιολόγε καὶ φλύαρε, κατ' ευθυωρίαν προτρέχειν τὴν λογον, καὶ μὴ ἀντιπερίσπα πρὸς ἑαυτόν. Οὐ γάρ ἐστιν άρτι δικανικής αντιστασίας καιρός, ἀλλὰ ψαλμωδικής αντιφώνιας χορός. Ηκει γὰρ οὐρανηθεί ὁ ἐμός Δεσπότης ἐπὶ τὴν γῆν, οὐχ ἵνα κρίνη του κόσμου, αλλ' ίνα σώση 509 κόσμον. Όμως, ἵνα μη δόξωμεν δι' απορίαν ἀντιλογίας τὸ τῆς πορείας προφασίζεσθαι σύντονον, ὡς οἷόν τε συνεπτυγμένως, τὴν τὴν ἐλέγξομεν ἄνοιαν. 15. Ο ψαλμός οὗτος τρία ταῦτα τὰ μέγιστα εἰσ ηγεῖται περὶ τοῦ ἐν αὐτῷ διειλημμένου ειρηνικού, σταλόνες στάγονται, έξοτου. κυνίδοντας. ολιγάττα.. διάλυμαίνονται.διανιστών. Αναλέα γὰρ γέγονε καὶ τέφρας αὐχμω- renamque naturam nostram copiose irrigavit, atque
δεστέρα, ἐξ ότου ὡς ἀστραπή πρηστηριώδης,
ὁ Σατανᾶς πεσὼν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καιρίως ταύτην
βαλών, κατηθήλωσε, καὶ ἄνικμον ἀπειργάσατο καὶ
πρὸς καρποφορίαν θείων ἔργων ἀδέξιον. Ανατελεί,
φησίν, ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ
πλῆθος εἰρήνης, ἕως οὗ ἀνταναιρεθῇ ἡ σελήνη.
Επεξερχέσθω γὰρ ὁ λόγος καὶ τοῖς ἑξῆς τοῦ ψαλμοῦ, καὶ καθ᾽ ὁδὸν προερχέσθω ἐπὶ τὴν τῶν κρυ
πτομένων σαγήνειαν. Ηδη γὰρ τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης ανατέλλειν ἀπαρχομένου, τὰ ἐν τῷ
σκιώδει του γράμματος συγκρυπτομένα εἰς φῶς
ἐξαγέσθωσαν.
ΙΔ΄. ᾿Αλλ' ώ, τίνες οἱ κατόπιν ἡμῶν ἀρτίως βαζοντες, καὶ βροῦν μέγαν καὶ τάραχον ἀνεγείροντες,
καὶ κατὰ τοῦ λόγου βρύχοντες τοὺς κυνόδοντας
Ἰουδαῖοι πάντως εἰσί, τὸ φιλοτάραχον φύλον καὶ
κραυγάζον· ων καρποφόρημα κραυγή αυτὶ σταφ
λῆς, φάναι καθ' Ησαΐαν.
Τί οὖν ποιήσομεν; Εάσομεν ταῖς ὑλακαῖς δια
ῥήγνυσθαι, μηδεμίαν ἐπιστροφὴν τῶν πεφλυαρημένων αὐτοῖς ποιούμενοι; Η ἐπιστραφέντες ὀλίγ
άττα λιθίδια του αναιδους αὐτῶν κατακοντίσο
μεν στόματος; Δοκεῖ μοι τὸ δεύτερον ισχυρότερον.
Και γάρ επιδράμωσι διαρριπτουμένοις τοῖς λίθοις
ἐπιχανόντες τούτοις, ως σύνηθες· ἀλλ' οὐχὶ καὶ
διαμαστήσασθαι ἂν δυνηθείεν, τὸ σταυρὸν ἀπὸ τῆς
ἀληθείας αὐχούντας. Αλήθεια δὲ ὁ Χριστός, ὁ
τοὺς τῶν ἁμαρτωλών συντρίβων οδόντας, ένα μητὸν τῆς πίστεως στον ἀδίκως διαλυμοίνωνται
ΙΕ΄. Αλλά τι κράζεις ὄπισθεν μου, ἀναιδές ἀν
θρώπιου καὶ φιλοτάραχον, Ἰουδαῖε; Εἰ ἔχεις ἀπο
κρίσεως λόγον, εἰπέ. Εἰς Σολομώντα, φησίν, ἀποτείνονται ταύτα τὰ ῥήματα, καὶ λόγου τούτου
ἀγαθὸν ἐκ τῆς καρδίας ενεύγεται ὁ Δαυίδ τῷ ἐκ
τῆς κοιλίας αυτού γεγεννημένῳ διαδόχῳ τῆς
βασιλείας, ἀλλ' οὐχ ὡς σὺ λέγεις ο Χριστιανός,
περὶ τοῦ Χριστον τον λόγον ποιεῖται. Επ, ματαιολόγε καὶ φλύαρε, κατ' ευθυωρίαν προτρέχειν τὴν
λογον, καὶ μὴ ἀντιπερίσπα πρὸς ἑαυτόν. Οὐ γάρ
ἐστιν άρτι δικανικής αντιστασίας καιρός, ἀλλὰ
ψαλμωδικής αντιφώνιας χορός. Ηκει γὰρ οὐρανηθεί
ὁ ἐμός Δεσπότης ἐπὶ τὴν γῆν, οὐχ ἵνα κρίνη του
κόσμου, αλλ' ίνα σώση 509 κόσμον. Όμως, ἵνα
μη δόξωμεν δι' απορίαν ἀντιλογίας τὸ τῆς πορείας
προφασίζεσθαι σύντονον, ὡς οἷόν τε συνεπτυγμένως,
τὴν τὴν ἐλέγξομεν ἄνοιαν.
15. Ο ψαλμός οὗτος τρία ταῦτα τὰ μέγιστα εἰσηγεῖται περὶ τοῦ ἐν αὐτῷ διειλημμένου ειρηνικού,
σταλόνες στάγονται, quod non modo in reliquis
Græcis editionibus, sed et in textu Hebraico ac
Vulgata legimus,
Cod. έξοτου.
Psal. Lxx1,7.
Cod. κυνίδοντας.
Cod ολιγάττα..
Cod. διάλυμαίνονται.
Isa. v 4, 7.
ad suaves fructus ubertim ferendos excitavit. Squalida enim, et cineribus ipsis siccior evaserat, ex
quo Satanas, ceu fulgur comburens e cœlo lapsus,
cumlethaliter ipsam sauciasset, omnem ei virorem
abstulit, aridamque et ad divinorum operum producendos fructus ineptam reddidit. Orietur, inquit in diebus ejus justitia et abundantia pacis,
donec auferatur luna. Par enim fuerit, ut et quæ
reliqua sunt hujus Psalmi, oratio persequatur,
rectaque via ad eorum quæ in eo lateant, explanationem progrediatur. Cum enim illucescere sol
justitiæ jam incipiat consonum fuerit nt quæ oc•
cultantur umbra litteræ, in lucem apertam educantur.
XIX Verum oh, quinam sunt, qui nobis a tergo
nunc latrant, magnumque strepitum ac tumultum excitant, et caninis dentibus in sermonem
(nostrum) frendent? Prorsus Judæi sunt, turbulentum clamosumque genus; quorum fructificatio,
ut cum Isaia loquar pro uva clamor.
Quid ergo faciemus? Sinemusne, ut suis ipsi
latratibus disrumpantur, nihil adversus ea quæ
garriunt vicissim reponentes an vero parvos
aliquos lapillos in impudens eorum os jaciemus?
Efficacius postremum hoc mihi videtur argumentum. Etsi enim in conjectos hos lapides hiante
ore, ut solent, occurrant, haud tamen et mandere
eos facile poterunt, utpote qui soliditate, quæ est
a veritate, gaudeant. Veritas autem est ipse Christus qui dentes peccatorum conterit ne
forte panem fidei impie discerpant.
XV. Porro, quid post me clamas, Judæe, effrons
ac contentiose homuncio? Si quid habes, quod
regeras, dicto. Ad Solomonem, inquit, huc dicta
referuntur, et hoc verbum bonum e corde eructat
David successori regniejus, qui ex utero ipsius
egressus est(82); non autem,proutitu Christianus
contendis,sermonem de Christo instituit. Sine,quæso
o ineptenuzarum venditor, rectum suum tramitem
prosequatur oratio, neve eam ad te ipsum nitaris
divertere. Neque enim nunc tempus est contentionis
forensis, seal hymnos alternis choris canendi. Dominus enim meus e cœlo venit in terram non ut judicet mundum, sed ut mundum vivificet Verumtamen ne properandi cursum sollicitos nos ideo
finegre videamur quod nobis non suppetant quæ
contra reponamus, summatim, quoad licuerit, rem
perstringentes, inscitiam tuam convincemus.
XVI. Iste Psalmus de eo, quem celebrandum
sumit, pacifico (irl enim significat Salomon)
I Joan, v 6.
Psal. 111, 8.
Psal. xLv,1
11 Reg. vn, 12.
Joan. XII, 47,
Scilicet Psalmus Lxxi.
Notissimum est Salomon now reddi pacificum; quocirca cum Psalinus inscribatur in Salomonem, jure inquit auctor,de Pacifico eum Psal-
col. 695–696page 47 of 83
PG 140:695τοῦτο γὰρ ὁ Σαλομών· καὶ εἰσι ταῦτα· ἡ ἐξ οὐρα νοῦ κατάβασις τοῦ προφητευομένου, καὶ αὐτὴ εἰ ρηναία καὶ ἀθόρυβος. Καταβήσεται γάρ, φησίν, ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον, καὶ ὡσεὶ σταγών ή στά ζουσα ἐπὶ τὴν γῆν. Καὶ τοῦτα μὲν πρῶτον δεύτερον δε ἡ πρὸς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην καὶ τὰ πέρατα ταύτης κατακυρίευσις καὶ κράτος τὸ παντο εξούσιον. Επάγει γὰρ· Καὶ κατακυριεύσει από θαλάσσης ἕως θαλάσσης, καὶ ἀπὸ ποταμῶν ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης, ὅπερ ἐστιν, ἀπὸ ἀνατολῶν ἕως δυσμῶν καὶ τῶν κυκλόθεν. Τρίτον, ότι αναρχός ἐστιν ἡ τούτου ύπαρξις, καὶ παντελῶς ἀτελεύτητος. Εἰς τοῦτο γὰρ ἐννοίας φέρει τὰ ψαλ μικά ρήματα. ΙΖ΄. Σολομών δὲ οὔτε πρὸ τοῦ τὰς ὠδῖνας λύσαι τῆς Βαρσαβεέ προϋπήρχεν, οὔτ᾽ ἄνωθεν καταβε στάζουσι, βηκε. Τὸ γὰρ μήπω δν, μηδὲ οὐσιωμένον, ούτ' ἄνεισιν, οὔτε κάτεισιν. Αλλ' οὐδὲ τὸ, ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον, ἀκολουθίαν ἔχει πρὸς Σολομωντά τινα. Τὰ γὰρ κατὰ τὸν ἀδελφὸν ᾿Αδωνίαν τὴν βάσιν εὐθὺς τῆς βασιλείας ἐκείνου θορύβου καὶ ταραχῆς ὑπὸ ανέπλησε. φείδομαι δὲ εἰπεῖν, ὅτι καὶ ἀδελφικοῖς κατέχρανεν αἵματι, τὸ πάντων χείριστον ἐγο κλημάτων, καὶ μετὰ Καιν δεύτερος οὗτος ἀδελφοκτόνος εὑρίσκεται διὰ τὴν πρόσκαιρον βασιλείαν. Ούτε τοῦ οἰκουμενικού παντὸς κατεκράτησεν ἐξ απλώματος· ἀλλὰ τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ ἑκα τέρωθεν περισχοντες δύο ποταμοί συνέκλειον ν δοθεν, Εὐφράτης οὗτοι καὶ Νεῖλος, το άστατον, οἶ μαι, τῆς Ἰουδαϊκῆς βασιλείας καὶ ὀξύτερον παρ ερχόμενου ρεύματος των ορίων τούτων υποδηλούν των. Τῆς γὰρ τοῦ Χριστοῦ βασιλείας, κατὰ τὴν ὅρασιν Δανιήλ, τέλος οὐκ ἔσται. ΙΙΙ. Εἰ δὲ τό προϋπάρχειν τὸν Σολομῶντα καὶ αὐτὸς οὐ δέχῃ, οὐδ' ἄνωθεν λέγεις καταβεβηκέναι, παρεξηγῇ δὲ τὰ ῥητά, καὶ τὴν πρόγνωσιν ἀνθ᾽ ὑπο άρξεως ἐκλαμβάνεις, καὶ ἐν τῇ ἀκαταλήπτῳ καὶ θεία γνώσει τον Σολομώντα υπάρχειν διισχυριζε, και ὑπὸ τοῦ τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν εἰδότος εγνωσμένον εἶναι, καὶ εἰς βασιλέα εψηφισμένου πάλιν αὐτὸς ἐρωτῶ Πῶς τὸ μὴ ἐν ὑποστάσει ἂν καταβέβηκε; Πλὴν ἴσθι, ἐκεῖνα περὶ Σολομῶντος ἀποφαινόμενος, ὅσα ἄν τις ἐρεῖ περὶ βατράχου καὶ κώνωπος. Ὅτι ὁ δεῖνα ὁ βάτραχος καὶ οὗτος ὁ κοινω την απεριόριστον γνώσιν καὶ περιδραστικὴν τοῦ παντος τῆς θείας οὐ διέφυγε φύσεως. Οἶδε γὰρ τὰ πάντα πριν γενέσεως αὐτῶν, καὶ ἐν τῇ χειρὶ αὐτ του τὰ πέρατα παλαμηφορείται τῆς γῆς καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ ποτα μού ἀπὸ τῶν ποταμῶν. χείριστον.GERMANI II CP. PATRIARCHÆ.
tria haec, eaque potissima proponit; sunt vero τοῦτο γὰρ ὁ Σαλομών· καὶ εἰσι ταῦτα· ἡ ἐξ οὐρα
ista: prænuntiati illius e coelo descensio, et hæc
pacifica sane etsine strepitu. Descendet, inquit
sicut pluvia in vellus, et sicut stillicidium stillans
super terram. Et hoc quidem primum est; alterum
vero, dominatio ac potestas plenissima in universam terram ac postremos ejus terminos. Subdit
enim: El dominabitur a mari usque ad mare, et a
fluminibus usque ad terminos orbis terrarum
scilicet ab oriente usque ad occidentem ac per
circuitum. Tertium est, quod nullum ipse exsistendi initium, neque ullum finem prorsus agnoscebat. Nam etin hanc sententiam inducunt Psalmi
dicta.
XVII. Porro Salomon neque exstitit, antequam
νοῦ κατάβασις τοῦ προφητευομένου, καὶ αὐτὴ εἰρηναία καὶ ἀθόρυβος. Καταβήσεται γάρ, φησίν,
ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον, καὶ ὡσεὶ σταγών ή στά
ζουσα ἐπὶ τὴν γῆν. Καὶ τοῦτα μὲν πρῶτον·
δεύτερον δε ἡ πρὸς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην καὶ τὰ
πέρατα ταύτης κατακυρίευσις καὶ κράτος τὸ παντο
εξούσιον. Επάγει γὰρ· Καὶ κατακυριεύσει από
θαλάσσης ἕως θαλάσσης, καὶ ἀπὸ ποταμῶν ἕως
περάτων τῆς οἰκουμένης, ὅπερ ἐστιν, ἀπὸ ανατο
λῶν ἕως δυσμῶν καὶ τῶν κυκλόθεν. Τρίτον, ότι
αναρχός ἐστιν ἡ τούτου ύπαρξις, καὶ παντελῶς
ἀτελεύτητος. Εἰς τοῦτο γὰρ ἐννοίας φέρει τὰ ψαλ
μικά ρήματα.
ΙΖ΄. Σολομών δὲ οὔτε πρὸ τοῦ τὰς ὠδῖνας λύσαι
ipsum partu Bersabee eniteretur, neque e colis τῆς Βαρσαβεέ προϋπήρχεν, οὔτ᾽ ἄνωθεν καταβε
descendit. Quod enim nondum exsistit, nec substantia constat, id profecto neque ascendit, neque
descendit. Sed neque ullo pacto Salomoni congruit
illud: Sicut pluviain vellus. Nam quæ facta fuerunt
adversus fratrem Adoniam, ejus in regnum ingressum tumultu ac consternatione impleverunt.
Memorare autem parco, eum fraterno sanguine,
quod scelerum omnium telerrimum est, (thronum)
contaminasse, et alterum post Cain propter regnum
temporale fratricidam reperiri.
Neque rursus universi, qua late patet, terrarum
orbis imperium obtinuit; sed ditionis ejus terminos circumscribentia duo hinc inde flumina intra
se concludebant. Euphrates videlicet et Nilus,
quæ uti opinor, Judaici regni instabilitatem et
celerrimam horum finium mutationem subobscure
indicabant. Porro juxta ac Danieli ostensum
fuit regnum Christi nullum finem habiturum est.
XVIII. Quod si Salomonem præexstitisse neque
tu ipse admittis, neque asseris, eum e cœlo descendisse, et tamen perverse dicta (Psaltis) interpretaris, atque ea quæ prolata sunt de exsistentia,
accipis de præscientia, adeo ut contendas Salomonem in incomprehensibili ac divina cognitione
exstitisse, et ab eo qui cuncta novit antequam
fiant et cognitum et prædestinatum in regem
fuisse; iterum ipse sciscitor: Quomodo potuit id
descendere, quod non exsistebat? Ceterum scias
velim, te demum ea de Salomone tradere, quæ
quispiam vel de rana aut culice affirmabit. Quoniam vel rana quæpiam atque iste etiam culex infinitam atque ad universa se porrigentem divinæ
naturæ scientiam non effugit. Nam cuncta cognomum esse. Haec autem appellatio si regni Salomoni
convenit, a fortiori competit Christo, de quo Isaias
(Ix, 6): Vocabitur nomen ejus.... Pater futuri sculi, Princeps pacis. Hinc ille voces, quibus nascentem Dominum collaudat Ecclesia: Rex pacificus
magnificatus est, cujus vultum desiderat universa
terra.
Psal. LXXI, 6.
Cod. στάζουσι,
Ista lectio fluminibus, non modo a Vulgata
Latina discedit et a veritato Hebraica; sed etiam á
βηκε. Τὸ γὰρ μήπω δν, μηδὲ οὐσιωμένον, ούτ'
ἄνεισιν, οὔτε κάτεισιν. Αλλ' οὐδὲ τὸ, ὡς ὑετὸς ἐπὶ
πόκον, ἀκολουθίαν ἔχει πρὸς Σολομωντά τινα. Τὰ
γὰρ κατὰ τὸν ἀδελφὸν ᾿Αδωνίαν τὴν βάσιν εὐθὺς
τῆς βασιλείας ἐκείνου θορύβου καὶ ταραχῆς ὑπὸ
ανέπλησε. φείδομαι δὲ εἰπεῖν, ὅτι καὶ ἀδελφικοῖς
κατέχρανεν αἵματι, τὸ πάντων χείριστον ἐγο
κλημάτων, καὶ μετὰ Καιν δεύτερος οὗτος ἀδελφο
κτόνος εὑρίσκεται διὰ τὴν πρόσκαιρον βασιλείαν.
Ούτε τοῦ οἰκουμενικού παντὸς κατεκράτησεν ἐξαπλώματος· ἀλλὰ τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ ἑκα
τέρωθεν περισχοντες δύο ποταμοί συνέκλειον ν
δοθεν, Εὐφράτης οὗτοι καὶ Νεῖλος, το άστατον, οἶ
μαι, τῆς Ἰουδαϊκῆς βασιλείας καὶ ὀξύτερον παρερχόμενου ρεύματος των ορίων τούτων υποδηλούν
των. Τῆς γὰρ τοῦ Χριστοῦ βασιλείας, κατὰ τὴν
ὅρασιν Δανιήλ, τέλος οὐκ ἔσται.
ΙΙΙ. Εἰ δὲ τό προϋπάρχειν τὸν Σολομῶντα καὶ
αὐτὸς οὐ δέχῃ, οὐδ' ἄνωθεν λέγεις καταβεβηκέναι,
παρεξηγῇ δὲ τὰ ῥητά, καὶ τὴν πρόγνωσιν ἀνθ᾽ ὑπο
άρξεως ἐκλαμβάνεις, καὶ ἐν τῇ ἀκαταλήπτῳ καὶ
θεία γνώσει τον Σολομώντα υπάρχειν διισχυριζε,
και ὑπὸ τοῦ τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν εἰδότος
εγνωσμένον εἶναι, καὶ εἰς βασιλέα εψηφισμένου
πάλιν αὐτὸς ἐρωτῶ Πῶς τὸ μὴ ἐν ὑποστάσει ἂν
καταβέβηκε; Πλὴν ἴσθι, ἐκεῖνα περὶ Σολομῶντος
ἀποφαινόμενος, ὅσα ἄν τις ἐρεῖ περὶ βατράχου καὶ
κώνωπος. Ὅτι ὁ δεῖνα ὁ βάτραχος καὶ οὗτος ὁ κοινω
την απεριόριστον γνώσιν καὶ περιδραστικὴν τοῦ
παντος τῆς θείας οὐ διέφυγε φύσεως. Οἶδε γὰρ τὰ
πάντα πριν γενέσεως αὐτῶν, καὶ ἐν τῇ χειρὶ αὐτ
του τὰ πέρατα παλαμηφορείται τῆς γῆς καὶ τὰ
communi LXX versione, qua habet ἀπὸ τοῦ ποτα
μού: consentientes tamen habet editiones tum
Complutensem tum Aldinam, quæ cum auctore
legunt, ἀπὸ τῶν ποταμῶν.
Psal. LXXI, 8.
Cod. χείριστον.
Dan. vii, 14: Potestas ejus potestas æterna,
que non auferetur; et regnum ejus, quod corrumpetur. Et rursus (ibid. v, 27): Cujus regnum,
regnum sempiternum est;
Dan. xi, 42:
col. 697–698page 48 of 83
PG 140:697ἐντὸς τῆς παλάμης οξέως ὁρᾷ, καν τῶν ἄγαν εἴη λεπτεπιλέπτων, καν τῶν μήπω παρενηνεγμένων. ΙΘ'. Μέγα δε σοι, ὅτι καὶ εἰς βασιλέα κέχρισται τοῦ Ἰσραήλ. Μείζων ἂν εἴη τούτου ὁ Σαούλ· ὅτι καὶ κατὰ θείαν κέχρισται ψῆφον· καὶ ὁ χρίστης πολυ θρύλλητος τὰ εἰς ἁγιωσύνην, Σαμουὴλ γὰρ· καὶ ὅτι πρῶτος βασιλεὺς καὶ ἀρχὴ πάντων τῶν μετ' αὐτόν. Καὶ οὔτε εἰδωλολατρήσας ευρίσκεται, οὔτ' ἀλλοφύλοις συμφθαρείς γυναιξίν, ὧν τὰς ἐπιμιξίας ὁ Θεὸς ἀπηγόρευσεν. Αλλ' ότιπερ ἐν πολλοῖς παρήκοος ὤφθη τῶν τοῦ παντοκράτορος προσταγμάτων, εἰς τὴν τῶν κατακεκριμένων μοῖραν ὠθέλεσται, καὶ πιο κρῷ θανάτῳ τὸν βίον κατέστρεψε, καὶ ὠφέληται οὐδὲν ἀφ᾽ ὧν ὁ Θεὸς δι' οἰκείαν συμπάθειαν αὐτῷ ἐχαρίσατο· μᾶλλον δὲ καὶ καταδίκη καθυποβέβλη ται τῇ ἐσχάτη, ὅτι τὸν εὐεργέτην εξώργισαν, ἀντὶ ἀγαθῶν κακοῖς ἀμειψάμενος. Κ΄. Πάλιν οὖν ἐρωτῶ σε, καὶ πάλιν μοι ἀποκρίθητι· Εν τίνι τῶν τοῦ Σολομῶντος μεγαλαυχεῖς, καὶ ὑπὲρ τίνος πολλος ἐπαίνοις αὐτὸν καταντλείς; Ότι, φησί, σοφώτερος τῶν τε πρὸ αὐτοῦ καὶ τῶν μετ' αὐτὸν βασιλέων φανερώς μεμαρτύρηται· καὶ δόξης ὑψώματος καὶ πλούτου ογκώματος βασιλικώ τῷ πήχει τοὺς ἄλλους νενίκηκεν Εἰπὶ οὖν μοι, πρὸς τοῦ σοῦ Σολομῶντος Θεος τοῦ χρήματος τούτου δοτὴρ τῷ ἀνθρώπῳ, ἡ συχνῶν ἰδρών των καὶ μακρῶν ποιημάτων τῆς ἀρετῆς ἔπαθλον ἔλαβεν; Ού, φησί· πῶς γὰρ, δωδεκαέτης που τῆς βασιλείας δραξάμενος; Θεία δὲ ἡ χάρις, καὶ τὸ δῶ ρον θεόπεμπτον. Σύμφημί σοι καγώ· καὶ προσκυνῶ τὴν δοτήρα, καὶ τὸ δῶρον ἀσπαζομαι. ᾿Αποδέδεικται οὖν, ὡς ἡ σοφία, ἡ δόξα, ὁ πλοῦτος, ὁ τῆς κατασχέσεως πλα ξυσμός Θεοδώρητά ἐστι φιλοτιμήματα. Ναί, ἡ τί φής; Καὶ πάνυ γε. Οἷς δὲ πολὺ πιστεύεται, καὶ πολύ απαιτηθήσεται καὶ οἱ δυνατοί δυνατῶς ἐτασθήσονται. Τίθεμαι· αὐτοῦ γάρ ἐστιν ἡ ἀπόφασις Σολομώντος. Ο γοῦν τοσούτων καὶ τηλικούτων ἀπολαύσας θείων χαρίτων διὰ τὴν τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα, μακαριστῷ τέλει τὸν βίον ἐσφράγισε καὶ ἀξίω τῆς δεδωρημένης τούτῳ σοφίας; ἢ ἐπὶ κεφαλὴν εἰς βάραθρον ἀσεβείας κατεκλίσθη, καὶ ἐβεβήλωσε τὰ ἅγια ταῦτα δωρήματα; Τί σιωπῆς, Ἰουδαῖς; Επέλιπέ σε λόγος τῆς ἀπο. κρίσεως οὕτω ταχέως; Εγώ σου τῇ ἀπορίᾳ βοηθήσω, τὸν θεσπέσιον Ἰεζεκιήλ παραγαγών, μᾶλλον δὲ τοῦ ἐν αὐτῷ λελαληκότος Θεοῦ, δεηθείς, ἵνα τὴν διὰ τοῦ Ἰεζεκιήλ ἀπόφασιν πάλιν ἀποφανῆται Ἐν τῷ ἀποφανείταιἐντὸς τῆς παλάμης οξέως ὁρᾷ, καν τῶν ἄγαν εἴη scit antequam fiant, et in manu ejus omnes fines
λεπτεπιλέπτων, καν τῶν μήπω παρενηνεγμένων.
ΙΘ'. Μέγα δε σοι, ὅτι καὶ εἰς βασιλέα κέχρισται
τοῦ Ἰσραήλ. Μείζων ἂν εἴη τούτου ὁ Σαούλ· ὅτι καὶ
κατὰ θείαν κέχρισται ψῆφον· καὶ ὁ χρίστης πολυθρύλλητος τὰ εἰς ἁγιωσύνην, Σαμουὴλ γὰρ· καὶ ὅτι
πρῶτος βασιλεὺς καὶ ἀρχὴ πάντων τῶν μετ' αὐτόν.
Καὶ οὔτε εἰδωλολατρήσας ευρίσκεται, οὔτ' αλλοφύ
λοις συμφθαρείς γυναιξίν, ὧν τὰς ἐπιμιξίας ὁ Θεὸς
ἀπηγόρευσεν. Αλλ' ότιπερ ἐν πολλοῖς παρήκοος
ὤφθη τῶν τοῦ παντοκράτορος προσταγμάτων, εἰς
τὴν τῶν κατακεκριμένων μοῖραν ὠθέλεσται, καὶ πιο
κρῷ θανάτῳ τὸν βίον κατέστρεψε, καὶ ὠφέληται
οὐδὲν ἀφ᾽ ὧν ὁ Θεὸς δι' οἰκείαν συμπάθειαν αὐτῷ
ἐχαρίσατο· μᾶλλον δὲ καὶ καταδίκη καθυποβέβλη
ται τῇ ἐσχάτη, ὅτι τὸν εὐεργέτην εξώργισαν, ἀντὶ
ἀγαθῶν κακοῖς ἀμειψάμενος.
terra sustinentur, et quæ constricta cujusvis
manu abdantur, acute perspicit, etsi minutissima
sint, etsi necdum in luce prolata,
ab
XIX. At magnum quid tibi videtur, quod in regem Israel (Salomon) unctus sit. Atqui potior in
Saule hæc prærogativa videri posset; tum quia
nutu divino unctus fuit; tum quia qui eum unxit, celeberrimus erat sanctitate; nam unxit eum Samuel;
tum quia inter reges primus fuit, et cunctorum,
qui post ipsum fuerunt, exorsus; sed neque uspiam
deprehenditur idololatriam lapsus, neque
alienigenis, quarum Deus consuetudinem interdixerat, feminis corruptus. Attamen cum Omnipotentis mandatis pluries se male obsequentem exhibuisset, in reproborum sortem deputatus est, et
vitam acerba morte absolvit; et nihil ei profuerunt
beneficia, quibus illum Deus ex benignitate sua
sponte cumulaverat, imo vero in gravissimam omnium damnationem propterea provolutus est, quod, mala pro bonis, rependens, benefactorem
suum ad indignationem concitavit.
Κ΄. Πάλιν οὖν ἐρωτῶ σε, καὶ πάλιν μοι ἀποκρί
θητι· Εν τίνι τῶν τοῦ Σολομῶντος μεγαλαυχεῖς,
καὶ ὑπὲρ τίνος πολλος ἐπαίνοις αὐτὸν καταντλείς;
Ότι, φησί, σοφώτερος τῶν τε πρὸ αὐτοῦ καὶ τῶν
μετ' αὐτὸν βασιλέων φανερώς μεμαρτύρηται· καὶ
δόξης ὑψώματος καὶ πλούτου ογκώματος βασιλικώ
τῷ πήχει τοὺς ἄλλους νενίκηκεν·
Εἰπὶ οὖν μοι, πρὸς τοῦ σοῦ Σολομῶντος
Θεος τοῦ
χρήματος τούτου δοτὴρ τῷ ἀνθρώπῳ, ἡ συχνῶν ἰδρών
των καὶ μακρῶν ποιημάτων τῆς ἀρετῆς ἔπαθλον
ἔλαβεν; Ού, φησί· πῶς γὰρ, δωδεκαέτης που τῆς
βασιλείας δραξάμενος; Θεία δὲ ἡ χάρις, καὶ τὸ δῶ
ρον θεόπεμπτον.
Σύμφημί σοι καγώ· καὶ προσκυνῶ τὴν δοτήρα,
καὶ τὸ δῶρον ἀσπαζομαι. ᾿Αποδέδεικται οὖν, ὡς ἡ
σοφία, ἡ δόξα, ὁ πλοῦτος, ὁ τῆς κατασχέσεως πλα
ξυσμός Θεοδώρητά ἐστι φιλοτιμήματα. Ναί, ἡ τί
φής; Καὶ πάνυ γε. Οἷς δὲ πολὺ πιστεύεται, καὶ
πολύ απαιτηθήσεται καὶ οἱ δυνατοί δυνατῶς
ἐτασθήσονται. Τίθεμαι· αὐτοῦ γάρ ἐστιν ἡ ἀπόφα
σις Σολομώντος. Ο γοῦν τοσούτων καὶ τηλικούτων
ἀπολαύσας θείων χαρίτων διὰ τὴν τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα, μακαριστῷ τέλει τὸν βίον ἐσφράγισε καὶ ἀξίω
τῆς δεδωρημένης τούτῳ σοφίας; ἢ ἐπὶ κεφαλὴν εἰς
βάραθρον ἀσεβείας κατεκλίσθη, καὶ ἐβεβήλωσε τὰ
ἅγια ταῦτα δωρήματα;
Τί σιωπῆς, Ἰουδαῖς; Επέλιπέ σε λόγος τῆς ἀπο.
κρίσεως οὕτω ταχέως; Εγώ σου τῇ ἀπορίᾳ βοηθήσω,
τὸν θεσπέσιον Ἰεζεκιήλ παραγαγών, μᾶλλον δὲ τοῦ
ἐν αὐτῷ λελαληκότος Θεοῦ, δεηθείς, ἵνα τὴν διὰ τοῦ
Ἰεζεκιήλ ἀπόφασιν πάλιν ἀποφανῆται Ἐν τῷ
Psal. xv, 4.
Luc, xit; lối
XX. Rursum itaque te interrogo, ac mihi rursum
responde: Quamobrem ex omnibus, quæ ab Salomonem spectant, tantopere jactas? Qua de causa
tam multis eum laudibus obruis? Quia, inquit,
universis regibus, qui eum seu præcesserunt seu
subsecuti sunt, sapientiorem illum fuisse, omnibus
exploratissimum est: et quia gloriæ sublimitate et
opum superbia regio cubito reliquos superavit.
Die ergo mihi, gratuitone, quod ad tuum Salomonem attinet, Deus homini cuncta hæc tam ampla dono dedit, an vero tanquam sudorum jugiter manantium, diuturnorumque laborum justam
mercedem iste ea retulit? Nequaquam, inquit;
quomodo enim puer duodennis regnum uspiam
obtinuisset? Hoc sane beneficium fuitdivinum, ac
donum cœlitus collatum.
Ego quoque tecum sentio, et largitorem adoro,
donumque ipsum exosculor. Compertum estigitur
sapientiam, gloriam, divitias ac possessionum
amplitudinem totidem gratuita divinæ munificentiæ munera exstitisse. Faterisne ita prorsus esse?
Fateor enimvero. Porro quibus multum concreditum est, multum requiretur ab eis et potentes
potenter tormenta patiuntur Certum id habeo;
est enim sententia ipsius Salomonis. Hic igitur,
qui tot tantisque e Dei bonitate cœlestibus muneribus cumulatus est, num exitu admodum beato ao
digno sapientia sibi donata vitam coronavit? An
non potius in impietatis barathrum usque ad caput devolutus est, ac divina illa munera profanavit?
Quid taces, o Judæe? Adeone cito nullum tibi
suppetit responsum? Suppetias hærenti egomet feram,divinitus doctum Ezechielem in medium producens, seu potius Deum ipsum, qui per eum locutus est, deprecans, ut sententiam per Ezechielem
Sap. vi, 7.
Cod. ἀποφανείται
col. 699–700page 49 of 83
PG 140:699νῶν αὐτοῦ, καὶ ποιήσει παράπτωμα, ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ ἀποθανεῖται, καὶ οὐ μὴ μνησθώσιν αἱ δικαιοσύναι αὐτοῦ, ἂς ἐποίησεν. Ἐπεὶ οὖν ταῦθ' οὕτω καὶ ἡσέβησε Σολομὼν εἰς τὴν Ύψιστον, πορευθεὶς ὀπίσω της Αστάρτης καὶ τοῦ Χαμώς και στέρων τοιούτων βδελυγμάτων τε καὶ προσοχθισμάτων· τοῦτο δὲ τὴν προφητικὴν τοῦ Δαυνὶ οὐ διέφυγεν οξυδέρκειαν, μάλλον μὲν οὖν τὸ προγνωστικόν του τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς ιδίας σοφίας αποκαλύψαντος τῷ Δαυίδ πως ἔμελλε τὰ ὑψηλὰ ταῦτα καὶ θεοπρεπή περὶ Σολομών τας προαγορεύσαι, του ἀδελφοκτονος, τοῦ εἰδωλολάτρου, τοῦ κεπρωθέντος ἐπίσω γυναικείας φιληδονίας; ἡ ἀποστραφήναι δίκαιον ἀπὸ τῶν δικαιοσυ 11, 20) ἀποστρέψειν. τῆς δικαιοσύνης. διότι, καί. Πιστεύεις, ότι ο Θεός λελάληκεν ἐν Δαυίδ; παντός, φησίν. Τὸ δ' ἐφεξῆς προφθάσας αυτός ώμου λόγησας. Οποῖον, της; Ότι πρὸ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης εν γνώσει ἔκειντο τά κατ' αυτόν τῷ Θεῷ οὐ τὰ μεν, τὰ δ' ου, ἀλλ᾿ ἅπαντα πονηρά τε καὶ αγαθά. Πῶς οὖν τὰ μεγάλα ταυτα καὶ Θεῷ πρέποντα διὰ τοῦ ἰδίου Πνεύματος ἔμελλεν εμπνεῖν τῷ Δαυίδ. εἰδὼς αὐτὸν παροιστρήσοντα, ὡς δάμαλιν κατὰ τὸν Εφραία; Βλασφημίας τοῦτο ἐσχάτης· τρέποιτο δε ή βλασφημία ἐπὶ τὴν τὴν κεφαλήν. Που τοίνυν χώραν ένταυθα έχει η αγνοήτως είρη μένη σοι πρόγνωσις; Οὐ γάρ μόνον προ του ηλίου εἴρηται καὶ τῆς σεληνης, ἀλλὰ καὶ τὸ, συμπαραμεί νεῖ τῷ λίῳ, καὶ τὸν ἕως οὗ ἀνταναιρεθή ή σι ληνα. Ίσταται γάρ ή πρόγνωσις, του προεγνωσμέ του πεπληρωμένου και το γε ἶκον εἰς τοῦτο τέλος λαμβάνει. Ο δὲ περὶ οὐ τη Δανιή πεπροφήτευται ταύτα, συνδιαιωνίζεται τῷ κλίῳ καὶ τῇ σελήνη καὶ Σολομών μέν νυν οὐκ ἔστι, καὶ ὁ ὕρονος τῆς βασιλείας αὐτοῦ καταρραγείς έμαντωθε ο δε ήλιος καὶ σε λήνη τοὺς οἰκείους δρόμους ἀνύουσι. Ζητήσατε οὖν καὶ εὑρήσετε τον συμπαραμένοντα της ηλέων και προ του ηλίου τὴν ὑπαρξιν έχοντα. Καὶ εύροντες, προσέλθετε προς αὐτόν, καὶ φωτίσθητε, καὶ τὰ πρόσωπα ύμων οὐ μὴ καταισχυ ΚΑ΄. Εστω, φησί, περί του Χριστού προλελέχθαι τὸν λόγον. Εἰ οὖν ὁ Χριστὸς τῷ ελιακή συμμετο θέσεται δρόμων, πλέον ἐκλείψαντος συνεκλείψει και τὸ συμπαραμονιμον του Χριστού. Φιμώθητε, βλάσφημον στομα. Αίλιον το τοῦ Χρι στο κράτος και ατελεύτητον. Εἰ γὰρ καὶ εἴρηται, πρό του ἡλίου, τὴν χρονικὴν ὑπαρξιν διαφεύγει. Ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ἀπόκριναί μοι πως νοεῖ τὸ 100. ευρήσεται.GERMANI 11 CP. PATRIARCHÆ.
νῶν αὐτοῦ, καὶ ποιήσει παράπτωμα, ἐν ταῖς
ἁμαρτίαις αὐτοῦ ἀποθανεῖται, καὶ οὐ μὴ
μνησθώσιν αἱ δικαιοσύναι αὐτοῦ, ἂς ἐποίησεν.
Ἐπεὶ οὖν ταῦθ' οὕτω καὶ ἡσέβησε Σολομὼν εἰς τὴν
Ύψιστον, πορευθεὶς ὀπίσω της Αστάρτης καὶ τοῦ
Χαμώς και στέρων τοιούτων βδελυγμάτων τε καὶ
προσοχθισμάτων· τοῦτο δὲ τὴν προφητικὴν τοῦ
Δαυνὶ οὐ διέφυγεν οξυδέρκειαν, μάλλον μὲν οὖν τὸ
προγνωστικόν του τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς
ιδίας σοφίας αποκαλύψαντος τῷ Δαυίδ πως
ἔμελλε τὰ ὑψηλὰ ταῦτα καὶ θεοπρεπή περὶ Σολομών
τας προαγορεύσαι, του ἀδελφοκτονος, τοῦ εἰδωλολά
τρου, τοῦ κεπρωθέντος ἐπίσω γυναικείας φιληδονίας;
latam rursus ipse edoceat: Si conversus justus a ἡ ἀποστραφήναι δίκαιον ἀπὸ τῶν δικαιοσυ
justitiis fuerit, et fecerit iniquitatem, in peccatis
suis morietur, et non erunt in memoria justitia
ejus,quas fecit Quandoquidem igitur eo impietatis
adversus Altissimum in his provectus est Salomon,
ut abierit post Astartem et Chamos aliaque ejusmodi exsecranda idola atque abominationes; id
vero propheticum Davidis et perspicacissimum
oculum non effugit, atque adeo multo minus latuit
præscientiam illius, qui incerta et occulta sapientiæ
suæ Davidi manifestaverat: quomodo fieri po
tuit, ut adeo sublimia ac prorsus divina de Salomone prædicaverit, homine scilicet fratricida,
idololatra, mulierum voluptatumque cupidine tam
facile ad insaniam percito?
Credisne, Deum per Davidem locutum fuisse?
Omnino, inquit. Eorum igitur, quæ sequntur,
profesioncm anticipato præmisisti. Quid, inquis.
illud est? Nimirum ante solem et lunam priecognita Deo fuisse, quæ ad eum (Salomonem) spectabant; et non quidem partim cognita, partim
incognita, sed perspecta plane omnia tum mala
tum bona (Deo fuisse). Quo igitur pacto Davidi per
Spiritum suum magna illa, quæque Deum decent,
de eo inspirasset, quem noverat, more juvencæ, ut Ephraim, insaniturum? Sane id summe
vertatur.
Quem itaque locum hic habet insulse a te memorata præscientia? Dictum est enim non modo euin
exstitisse ante solem et ante lunam; sed et illud
additur: Permanebit cum sole et illud: Donec
auferatur luna(6). Stat sane præscientia, si illud
quod prævisum est, impletum fuerit: et sum,
quod ad il spectat, exitum sortitur. Ad vero ille,
de quo prophetavit hec David cum sole et luna
permanet; et nunc quidem Salomon non exsistit,
ac thronus regni ejus eversus prorsus evanuit; sol
autem et luna consuetos sibi cursus adhuc perficiunt. Querite igitur, et eum invenietis, qui permanet cum sole, simulque ante solem exsistentiam habet. Et cum inveneritis, accedite ab eum,
et illuminamini, et facies vestræ non confundentur
XXI. Esto, inquit, de Christo ea predicta fuisse.
Si Christus solari cursui commensurabitur, ergo
deficiente sole, deficiet pariter qui cum eo permanet Christus,
Obmutesce, os blasphemum. Virtus Christi
sempiterna (est) et indeficiens. Nam si (de illo)
dictum est etiam: ante solem, jam temporaneæ
eximitur exsistentiæ.
Deinde vero, tu quoque mihi responde: quoDiscedit auctor a communi Graeca lectione
(Ezech. 11, 20) ἀποστρέψειν.
Ita cum communiori LXX lectione: codex
tamen Alex. habet τῆς δικαιοσύνης.
Græca lectio communis habet διότι, non
vero καί.
Ezech. 1, 20.
Πιστεύεις, ότι ο Θεός λελάληκεν ἐν Δαυίδ; Ex
παντός, φησίν. Τὸ δ' ἐφεξῆς προφθάσας αυτός ώμου
λόγησας. Οποῖον, της; Ότι πρὸ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς
σελήνης εν γνώσει ἔκειντο τά κατ' αυτόν τῷ Θεῷ·
οὐ τὰ μεν, τὰ δ' ου, ἀλλ᾿ ἅπαντα πονηρά τε καὶ
αγαθά. Πῶς οὖν τὰ μεγάλα ταυτα καὶ Θεῷ πρέποντα
διὰ τοῦ ἰδίου Πνεύματος ἔμελλεν εμπνεῖν τῷ Δαυίδ.
εἰδὼς αὐτὸν παροιστρήσοντα, ὡς δάμαλιν κατὰ τὸν
Εφραία; Βλασφημίας τοῦτο ἐσχάτης· τρέποιτο δε
ή βλασφημία ἐπὶ τὴν τὴν κεφαλήν.
blasphemum: in caput tuum blasphemia ista
Που τοίνυν χώραν ένταυθα έχει η αγνοήτως είρημένη σοι πρόγνωσις; Οὐ γάρ μόνον προ του ηλίου
εἴρηται καὶ τῆς σεληνης, ἀλλὰ καὶ τὸ, συμπαραμεί
νεῖ τῷ λίῳ, καὶ τὸν ἕως οὗ ἀνταναιρεθή ή σι
ληνα. Ίσταται γάρ ή πρόγνωσις, του προεγνωσμέτου πεπληρωμένου και το γε ἶκον εἰς τοῦτο τέλος
λαμβάνει. Ο δὲ περὶ οὐ τη Δανιή πεπροφήτευται
ταύτα, συνδιαιωνίζεται τῷ κλίῳ καὶ τῇ σελήνη καὶ
Σολομών μέν νυν οὐκ ἔστι, καὶ ὁ ὕρονος τῆς βασιλείας
αὐτοῦ καταρραγείς έμαντωθε ο δε ήλιος καὶ σε
λήνη τοὺς οἰκείους δρόμους ἀνύουσι. Ζητήσατε οὖν
καὶ εὑρήσετε τον συμπαραμένοντα της ηλέων και
προ του ηλίου τὴν ὑπαρξιν έχοντα. Καὶ εύροντες,
προσέλθετε προς αὐτόν, καὶ φωτίσθητε, καὶ τὰ
πρόσωπα ύμων οὐ μὴ καταισχυ
ΚΑ΄. Εστω, φησί, περί του Χριστού προλελέχθαι
τὸν λόγον. Εἰ οὖν ὁ Χριστὸς τῷ ελιακή συμμετο
θέσεται δρόμων, πλέον ἐκλείψαντος συνεκλείψει και
τὸ συμπαραμονιμον του Χριστού.
Φιμώθητε, βλάσφημον στομα. Αίλιον το τοῦ Χριστο κράτος και ατελεύτητον. Εἰ γὰρ καὶ εἴρηται,
πρό του ἡλίου, τὴν χρονικὴν ὑπαρξιν διαφεύγει.
Ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ἀπόκριναί μοι πως νοεῖ τὸ
(?) Psa. L. 5
100. ευρήσεται.
Osee x, 11; Ephraim vitula docta diligere
trituram.
Psal, LXXI. 5.
Ibid. 7
Psal XXXIII,
col. 701–702page 50 of 83
PG 140:701Πρὸ τοῦ ὄρη γενηθῆναι, καὶ πλασθῆναι τὴν γὴν καὶ τὴν οἰκουμένην καὶ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ; 'Αρ᾽ οὖν ὁ Θεός τοῖς οἰκείοις ποιήμασι σύγχρονος ἢ καὶ ὀλίγον τι πρόχρονος, ἐπειδήπερ είρηται, πρὸ τοῦ ὄρη γενηθῆναι καὶ αλασθῆναι τὴν γῆν τούτον τήν ύπαρξιν ἔχειν; Οὐχὶ, φησί· προτεθέν δὲ ὅμως τὸ ἀπ' αἰῶνος, τὴν πεπλανημένην διάνοιαν ἀνωσθώσατο· εἴρηται γὰρ οὕτως· Καὶ ἀπό τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος συ εί. Επαινῶ σε τῆς ἀποκρίσεως, εἰ καὶ τῆς ὑποκρίσεως προσοχθίζομαι. Τὰ συνῳδὰ γὰρ καὶ ἰσοδύναμα ἐρεῖν ἤδη μου ἐρχομένου δέδοικα, μὴ ἀποδὺς πετάσης εὐθὺς, καὶ πρὸς ἀδιανοήτους πάλιν χωρο στις μωρολογίας. Όμως αυτό, φησί, το πράγμα φανεῖ. Είρηκας, ότι τό, ἀπ' αἰῶνος, προσκείμενον τὸ άναρχον διατρανοί τοῦ Θεοῦ. Πρόσεχες οὖν ποι λοι πόν, ότι κανταῦθα τῷ, πρὸ τῆς σελήνης, προστεθέν τὸ γενεάς γενεών, τὸ ἴσον ἄναρχον ὑπεσήμανε, καὶ ἔστιν ἰσοδύναμον τῷ ἀπ' αἰῶνος. ΚΒ΄. Εἰ δὲ καὶ ἔτι τρανοτέρας χρήζεις τῆς ἐπιλύσεως, τὴν αὐτὴν Δαυιδικὴν λύραν έμμελεστέρως κινήσομεν, εἴπερ μὴ καί πρός ταύτην ὄνος φανείς λύρας ακούων, τὸ τό παροιμιωδούμενον. Βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα, ο Θεός σου, Σιών, εἰς γε νεὰν καὶ γενεάν. Τί τούτου σαφέστερον; Δέδεικται γάρ, ότι ταυτὸν ἐστι τῷ εἰς τὸν αἰώνα τὸ εἰς γ νεάν· καὶ μὴν ἐκεῖσε πλέον εἴρηται. Πληθυντικώς γὰρ τὸ πρὸ τῆς σελήνης γενεάς γενεῶν, τοῦτ' ἐστι προ τῶν αἰώνων. Ἐνταῦθα δὲ γενεάν εἴρηκε καὶ γενεάν. Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς προφήτης φησί· Κύ μέα, τὸ ὄνομά του εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τὸ μνημόσυνον σου εἰς γενεάν καὶ γενεάν. Διά πάντων τούτων ἑνὸς δηλουμένου, τοῦ τὸν Θεὸν ἄναρχον εἶναι καὶ ἀτελεύτητον, ἀλλ' οὐχὶ τῷ αἰῶνι τούτῳ ταῖς ὑπο χρονίοις λενεαῖς συμπαρεκτεινόμενον· ἐξ ὧν καὶ τὸ τῆς αὐτῆς εἶναι διανοίας συνίσταται, τὸ πρὸ τῆς σελήνης γενεάς γενεών. Το δε προϋπάρχον των ποιημάτων πάντων οὐ ποίημα· εἰ δὲ οὐ ποίημα, άκτιστον· τὸ δὲ ἄκτιστον, ὁμολογουμένως ἄχρονον· τὸ δὲ ἄχρονον, ἀτελεύτητον τὰ δὲ κατὰ φύσιν ἀτελεύτητον, καί άναρχον. Συνή και τοιγαρούν ὡς ὁ πρὸ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης γενιάς γενεών διαμένων καὶ ἄναρχος ἐστι τὴν ἀπὸ χρόνου ἀρχὴν, καὶ ἀτελεύτητος. ἀρχομένου. εἰς τὸν αίωνα, Κύριε. κατὰ τὴν από χρονον ἀρχὴν, άναρχος αίδιος.'
Πρὸ τοῦ ὄρη γενηθῆναι, καὶ πλασθῆναι τὴν γὴν modo illud intelligis: Priusquam montes fierent, aut
καὶ τὴν οἰκουμένην καὶ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως
τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ; 'Αρ᾽ οὖν ὁ Θεός τοῖς οἰκείοις
ποιήμασι σύγχρονος ἢ καὶ ὀλίγον τι πρόχρονος,
ἐπειδήπερ είρηται, πρὸ τοῦ ὄρη γενηθῆναι καὶ
αλασθῆναι τὴν γῆν τούτον τήν ύπαρξιν ἔχειν;
Οὐχὶ, φησί· προτεθέν δὲ ὅμως τὸ ἀπ' αἰῶνος, τὴν
πεπλανημένην διάνοιαν ἀνωσθώσατο· εἴρηται γὰρ
οὕτως· Καὶ ἀπό τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος
συ εί.
Επαινῶ σε τῆς ἀποκρίσεως, εἰ καὶ τῆς ὑποκρί
σεως προσοχθίζομαι. Τὰ συνῳδὰ γὰρ καὶ ἰσοδύναμα
ἐρεῖν ἤδη μου ἐρχομένου δέδοικα, μὴ ἀποδὺς
πετάσης εὐθὺς, καὶ πρὸς ἀδιανοήτους πάλιν χωρο
στις μωρολογίας. Όμως αυτό, φησί, το πράγμα
φανεῖ.
Είρηκας, ότι τό, ἀπ' αἰῶνος, προσκείμενον τὸ
άναρχον διατρανοί τοῦ Θεοῦ. Πρόσεχες οὖν ποι λοιπόν, ότι κανταῦθα τῷ, πρὸ τῆς σελήνης, προστεθέν
τὸ γενεάς γενεών, τὸ ἴσον ἄναρχον ὑπεσήμανε, καὶ
ἔστιν ἰσοδύναμον τῷ ἀπ' αἰῶνος.
ΚΒ΄. Εἰ δὲ καὶ ἔτι τρανοτέρας χρήζεις τῆς ἐπιλύ
σεως, τὴν αὐτὴν Δαυιδικὴν λύραν έμμελεστέρως
κινήσομεν, εἴπερ μὴ καί πρός ταύτην ὄνος φανείς
λύρας ακούων, τὸ
τό παροιμιωδούμενον. Βασιλεύσει
Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα, ο Θεός σου, Σιών, εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. Τί τούτου σαφέστερον; Δέδεικται
γάρ, ότι ταυτὸν ἐστι τῷ εἰς τὸν αἰώνα τὸ εἰς γ
νεάν· καὶ μὴν ἐκεῖσε πλέον εἴρηται. Πληθυντικώς
γὰρ τὸ πρὸ τῆς σελήνης γενεάς γενεῶν, τοῦτ'
ἐστι προ τῶν αἰώνων. Ἐνταῦθα δὲ γενεάν εἴρηκε
καὶ γενεάν. Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς προφήτης φησί· Κύμέα, τὸ ὄνομά του εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τὸ μνημό
συνόν σου εἰς γενεάν καὶ γενεάν. Διά πάντων
τούτων ἑνὸς δηλουμένου, τοῦ τὸν Θεὸν ἄναρχον εἶναι
καὶ ἀτελεύτητον, ἀλλ' οὐχὶ τῷ αἰῶνι τούτῳ ταῖς ὑποχρονίοις λενεαῖς συμπαρεκτεινόμενον· ἐξ ὧν καὶ τὸ
τῆς αὐτῆς εἶναι διανοίας συνίσταται, τὸ πρὸ τῆς
σελήνης γενεάς γενεών.
formaretur terra et orbis,et a sæculo er usque in sœclum tu es? Num igitur Deus operibus suis coævus
aut paulo anterior pronuntiabitur, propterea quod
dictum est eum exsistentiam habere, priusquam
montes fierent aut formaretur terra? Nequaquam
inquit:verumtamen illud a sæculo,quod præmittitur
sententiam forte errantem corrigit: sic enim ibilegitur: Et a sæculo et usque in sæculum tu es.
Laudo responsum tuum, etsi ægre feram simulationem. Vereor enim, ne si consimilia quædam
etæquipollentia dicere jam aggrediar, protinus
resiliens effugias, et rursus ad insulsas ineptias
revertaris. Id vero, inquit, facta demonstrabunt.
Dixisti illud a saculo, quod adjungitur, perspicue evincere, Deum principio carere. Igitur mihi
et reliquum concede, nimirum illud generationes
generationum quod ibi sequitur illud ante
Junam, pari ratione significare expertem principü,
idemque valere atque illud, a saeculo.
XXII. Quod si evidentiorem preterea cupis
explicationem, eamdem Davidis lyram (nisi tamen
etiam ad hanc, ex veteri proverbio, apparebis
lyram audiens asinus; diligentius pulsabimus:
Regnabit. inquit Dominus in sæculum, Deus
tuus, Sion in generationem et generationem. Quid
hoc mannifestius, quid hoc præclarius? Evidentissime enim constat, idem prorsus valere in generationem atque in særulum; quin imo ibi plus aliquod dictum invenitur. illud enim, quod per numerum pluralem dicitur, ante lunam generationes
generationum idem est ac ante sæcula. Hic vero
dixit, generationem et generationem. Et rursus inquit idem propheta: Domine, nomen tuum in æternum, et memoriale tuum in generationem et generationem Ex his omnibus illud unum perspicue
evincitur, Deum principio æque ac fine carere,
non autem ipsum huic sæculo et generationibus
quibus exsurgit, etiam illud, ante lunam generaquæ cum tempore defluunt, quasi coextendi. Ex
tiones generationum, eamdem prorsus continere sententiam.
Το δε προϋπάρχον των ποιημάτων πάντων οὐ
ποίημα· εἰ δὲ οὐ ποίημα, άκτιστον· τὸ δὲ ἄκτιστον,
ὁμολογουμένως ἄχρονον· τὸ δὲ ἄχρονον, ἀτελεύτητον
τὰ δὲ κατὰ φύσιν ἀτελεύτητον, καί άναρχον. Συνή
και τοιγαρούν ὡς ὁ πρὸ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης
γενιάς γενεών διαμένων καὶ ἄναρχος ἐστι τὴν ἀπὸ
χρόνου ἀρχὴν, καὶ ἀτελεύτητος.
Porro quod præexsistit universis quæ facta
sunt, haud factumn ipsum est, si autcm non faclum, est increatum; increatuun vero in confesso
est temporis esse expers; quod autein est extra·
tempus, non novit finem; etquod ex natura sua
non novit finem, neque principium ullum habet.
Exploratum est igitur eum qui ante solem et lunam per generationes generationum permanet, et principio quod spectat ad initium temporis (13!,
carere, ac nullum nosse finem.
Psal LXXXIX, 2.
Quispiam forte suspicabitur, legendum pofius ἀρχομένου.
Psal. LXXI, 3.
Psal. cxLv, 10, sec. LXX. qui habent εἰς τὸν
αίωνα, ubit Vulgatus legit, in serula.
(12 Psal. cxxxιν. Auctor in principio secundi
hemistichii cum communiori lectione Græca habet
particulam xai,ubi Vulgatus Latinus repetit vocem,
Domine. Neque tamen Latina lectio penitus Græcis imcomperta fuit: nam suffragatur ei Alexandrinus codex, qui ibidem reptit. Κύριε.
Cum sermo sit de Filio Dei, scite Germanus
cum duzo non infinite, sed quadantenus, id est,
κατὰ τὴν από χρονον ἀρχὴν, αρpellat, ubi άναρχος
ilem valet ae αίδιος. He sententia et velustioribus Patribus familiaris fuit; e quibus S. Gregorius
Nazianz. sic breviter ac dilucide, quo sensu Filius
col. 703–704page 51 of 83
PG 140:703άναρχος 39, § 12):Πατήρ ὁ Πατήρ, καὶ ἄναρχος· οὐ γὰρ ἐκ τινός. Υιός ο Υιός, καὶ οὐκ ἄναρχος ό ἐκ τοῦ Πατρὸς χάρ εἰ δὲ τὴν ἀπὸ χρόνου λαμβάνοις ἀρχὴν καὶ άναρχος. ποιητὴς γὰρ χρόνων οὐχ ὑπὸ χρόνον. Ρα μετριούντα μετριοῶτα & μετριάω Τίς εμέτρησε... τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ, καὶ τὴν γῆν δρακί; πᾶσαν σπιθαμή, Εθου τῷ στόματί σου φυλακήν, Ἰουδαῖς, καὶ τό πρόσωπόν σου αἰσχύνης σκοτομήνη περιεκάλυψας, των φωστήρων των μεγάλων τούτων τὸν ἑαυτῶν δηλοποιησάντων σοι ποιητήν. ΚΓ΄. Η καὶ πάλιν τὴν ὀφρὴν αἵρεις ὑψηλοτέραν τοῦ ἱεροῦ, τὸν οἰκοδόμον τοῦδε Σολομῶντα εἰς καύ χημα τῷ λόγῳ παρεισκυλῶν· ὅπως τε σπουδήν ὑπέρθερμον κατεβάλλετο εἰς δόξαν Θεού, ποικίλλων τὸ τοῦ Θεοῦ σκήνωμα καλλιτεχνίαις, εὐχροίαις χρυ σου, εὐχροίαις λίθων, ἀνθρωπίνων όψεων θέλγητρα πάντα ἐπιτεχνώμενος, καὶ χειρῶν ἀνθρωπίνων ἔρ γοις τὸν Θεὸν ἡδύνειν οἰόμενος, αὐτὸς ἔργον ὧν του Θεοῦ τὸ πάντων ἐξαίρετον, καὶ Θεὸν εἰδὼς τὸν οὐρα νὸν πληροῦντα, καὶ τὴν γῆν πᾶσαν μετριώντα τη σπιθαμή Ἐὰν ἐπὶ τούτοις κομπάζης, Κῦρος ὁ τῶν Περσῶν βασιλεὺς τὸ φρύαγμα κατασβέσει σου, άνθρωπος εἰδωλολάτρης καὶ ἀπερίτμητος. Τὸ γὰρ ὑπὸ Σαλομῶντος ἀνεγερθέν ἱερὸν, κατερειπωθεν καὶ ἀφαντα θὲν εἰς τὸ παντελές, βαρυταλάντοις ὁλκαῖς χρυσίου καὶ ψυχῇ θερμοτάτη, οὗτος μακροῖς ὕστερον χρόνοις ἐξανέστησέ τε καὶ ἀνενεώσατο, καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ τῇ οἰκεία πατρίδι ἀποκατέστησεν. Υπεμείνατε γὰρ συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπο ἄρξε· καὶ τὸν παρακαλοῦντα, καὶ οὐχ εύρετο ἀπ' οὐδεμιᾶς τῶν τοῦ ἡμετέρου γένους φυλῶν· ὁ δὲ ἀλλο γενὴς οὗτος ἀνθρωπος ευεργέτης ὑμῖν ἐγνωρίσθη καὶ λυτρωτής. ΚΔ΄. Διὰ τῆς ἐξ ἐθνῶν γὰρ Ἐκκλησίας καὶ οἱ τοῦ Ἰσραὴλ παῖδες πρὸς τὴν προτέραν κληρονομίαν τοῦ παραδείσου τὸ καθ' ἡμέραν προσκαλούνται ταὶ εἰσε οικίζονται. Καὶ τὸν ναὸν τὸν ἔμψυχον, ὃν ὁ Ναβουζαρδὰν ἐνεπύρισε, τὴν ψυχόλεθρον ἐκκαύσας κάμινον τῶν παθῶν, ὁ τοῦ παντὸς ἀρχιτέκτων Λόγος καὶ παντεχνήμων ἀνανεοῖ καὶ ἐπιτερπέστατα καθω ραΐζει, ἐν ἑαυτῷ ὑποστήσας πανάχραντον, πανάγιον, πανυπέρφωτον. Καὶ τί γὰρ ἕτερον, ἡ τῇ θεώσει Θεόν καὶ τῶν θείων αὐχημάτων μετεσχηκότα και γεγο νότα, ὅπερ τὸ ὑποστῆσαι; Ἡ δὲ χορηγός τῶν πανά γνων τούτων ὑλῶν, τὸ τῆς γυναικείας φύσεως έξο χώτατον καύχημα, τὴν τῶν οὐρανίων αγγέλων ὑπέρ ψυχόλυθρον. (θέωσις)GERMANI II CP, PATRIARCHÆ.
Posuisti, o Judæe, custodiam ori tuo, etfaciem
tuam obscuro pudoris velo abscondisti, dum magna
hæcluminaria tibi suumipsorum conditorem clare
manifestant
XXIII. Quod si rursus supercilium vel ipso templi pinnaculo altius præ fastu attollens, ad jactantiam Salomonem ejusdem templi exstructorem sermoni velis subinferre (enarrans) quomodo impensissimum studium ad Dei gloriam contulerit, eximia nempe arte Dei tabernaculum varie auri gemmarumque splendore exornans, nihil non molitus,
quod intuentium oculos delectaret, et manuum
hominum operibus Deo lætitiam afferre se posse
existimans, cum ipsemet Dei opus reliquis omnibus præcellens foret, ac sciret, Deum et culos implere omnemque terram palmo metiri;
Hæc si fastuose forte jactes, Cyrus Persarum rex,
vir licet idololatra et incircumcisus, vanum fastum tuum comprimet. Hic siquidem templum a
Salomone exædificatum, dirutum deinde ac funditus eversum, ingentibus auri ponderibus et animo
maxime alacri, hic inquam, multo post tempore
denuo et erexit atque instauravit, populumque e
captivitate in suam patriam restituit. sustinuistis
enim qui simul constristaretur, et non fuit; et qui
consolaretur et ex tribubus vestræ gentis nemo unus inventus est; hic vero, vir alienigena,
beneficum se vobis ac redemptorem præbuit.
XXIV. Et sane per eam Ecclesiam, quæ est ex
gentibus, filii quoqne Israel quotidie ad pristinam paradisi hæreditatem vocanturetintroducuntur. Ac templum animatum, quod Nabuzardan
accendens cupiditatum flammam animas dire fœdantem, incendio absumpserat, Verbum omnium
conditor atque artifex, renovat, et jucundissime
exornat, illud in semetipso excitans purissimum,
sanctissimum, fulgentissimum. Ecquid enim aliud
est templum hoc excitasse, quam deificatione
factum fuisse Deum et divinam gloriam participasse? Quæ autem (huic templo exædificando)
purissimam materiam suppeditat,præstantissimum
άναρχος dicendus sit aut non dicendus, tradit (orat.
39, § 12):Πατήρ ὁ Πατήρ, καὶ ἄναρχος· οὐ γὰρ ἐκ
τινός. Υιός ο Υιός, καὶ οὐκ ἄναρχος
ό
ἐκ τοῦ Πατρὸς
χάρ εἰ δὲ τὴν ἀπὸ χρόνου λαμβάνοις ἀρχὴν καὶ
άναρχος. ποιητὴς γὰρ χρόνων οὐχ ὑπὸ χρόνον. Ραter Pater est et principii expers; neque enim ex ullo
est. Filius Filius est, ac non principii expers; ex Patre siqudem. Quod si temporis principium accipis,
eliam principio carel; neque enim temporum effector
tempori subest. Hic gemina prope ad verbum legere
est in ejusdem Gregorii orat. 20. al 29, § 7.
Luminaria auctor dicit solem et lunam,de
quibus in Psalmi loco, de quo disserit, sermo est.
Cod. μετριούντα quod μετριοῶτα & μετριάω
emendandum censui: at aliter Græca versio 'loci
Isaiæ, e quo sententia desumpta est (Isa. XL. 12)
Τίς εμέτρησε... τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ, καὶ
τὴν γῆν δρακί;
πᾶσαν
Cod. σπιθαμή, scilicet consueto iotacismi
vitio
Εθου τῷ στόματί σου φυλακήν, Ἰουδαῖς, καὶ τό
πρόσωπόν σου αἰσχύνης σκοτομήνη περιεκάλυψας,
των φωστήρων των μεγάλων τούτων τὸν ἑαυτῶν
δηλοποιησάντων σοι ποιητήν.
ΚΓ΄. Η καὶ πάλιν τὴν ὀφρὴν αἵρεις ὑψηλοτέραν
τοῦ ἱεροῦ, τὸν οἰκοδόμον τοῦδε Σολομῶντα εἰς καύ
χημα τῷ λόγῳ παρεισκυλῶν· ὅπως τε σπουδήν
ὑπέρθερμον κατεβάλλετο εἰς δόξαν Θεού, ποικίλλων
τὸ τοῦ Θεοῦ σκήνωμα καλλιτεχνίαις, εὐχροίαις χρυ
σου, εὐχροίαις λίθων, ἀνθρωπίνων όψεων θέλγητρα
πάντα ἐπιτεχνώμενος, καὶ χειρῶν ἀνθρωπίνων ἔρ
γοις τὸν Θεὸν ἡδύνειν οἰόμενος, αὐτὸς ἔργον ὧν του
Θεοῦ τὸ πάντων ἐξαίρετον, καὶ Θεὸν εἰδὼς τὸν οὐρα
νὸν πληροῦντα, καὶ τὴν γῆν πᾶσαν μετριώντα
τη σπιθαμή
Ἐὰν ἐπὶ τούτοις κομπάζης, Κῦρος ὁ τῶν Περσῶν
βασιλεὺς τὸ φρύαγμα κατασβέσει σου, άνθρωπος
εἰδωλολάτρης καὶ ἀπερίτμητος. Τὸ γὰρ ὑπὸ Σαλο
μῶντος ἀνεγερθέν ἱερὸν, κατερειπωθεν καὶ ἀφαντα
θὲν εἰς τὸ παντελές, βαρυταλάντοις ὁλκαῖς χρυσίου
καὶ ψυχῇ θερμοτάτη, οὗτος μακροῖς ὕστερον χρόνοις
ἐξανέστησέ τε καὶ ἀνενεώσατο, καὶ τὴν αἰχμαλω
σίαν τοῦ λαοῦ τῇ οἰκεία πατρίδι ἀποκατέστησεν.
Υπεμείνατε γὰρ συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπο
ἄρξε· καὶ τὸν παρακαλοῦντα, καὶ οὐχ εύρετο ἀπ'
οὐδεμιᾶς τῶν τοῦ ἡμετέρου γένους φυλῶν· ὁ δὲ ἀλλο
γενὴς οὗτος ἀνθρωπος ευεργέτης ὑμῖν ἐγνωρίσθη
καὶ λυτρωτής.
ΚΔ΄. Διὰ τῆς ἐξ ἐθνῶν γὰρ Ἐκκλησίας καὶ οἱ τοῦ
Ἰσραὴλ παῖδες πρὸς τὴν προτέραν κληρονομίαν τοῦ
παραδείσου τὸ καθ' ἡμέραν προσκαλούνται ταὶ εἰσε
οικίζονται. Καὶ τὸν ναὸν τὸν ἔμψυχον, ὃν ὁ Ναβου
ζαρδὰν ἐνεπύρισε, τὴν ψυχόλεθρον ἐκκαύσας
κάμινον τῶν παθῶν, ὁ τοῦ παντὸς ἀρχιτέκτων Λόγος
καὶ παντεχνήμων ἀνανεοῖ καὶ ἐπιτερπέστατα καθω
ραΐζει, ἐν ἑαυτῷ ὑποστήσας πανάχραντον, πανάγιον,
πανυπέρφωτον. Καὶ τί γὰρ ἕτερον, ἡ τῇ θεώσει Θεόν
καὶ τῶν θείων αὐχημάτων μετεσχηκότα και γεγονότα, ὅπερ τὸ ὑποστῆσαι; Ἡ δὲ χορηγός τῶν πανάγνων τούτων ὑλῶν, τὸ τῆς γυναικείας φύσεως έξοχώτατον καύχημα, τὴν τῶν οὐρανίων αγγέλων ὑπέρ
(17)Jerem. xxi, 14: Numquid non calum et
terram ego impleo dicit Dominus?
Utique idolorum cultui addictus fuerat Cyrus; ac non æque certum est idololatram eum per
mansisse, aut talem adhuc, fuisse cum templum
Hierosolymitanum reædificandum jussit.
Cod. ψυχόλυθρον.
Psal. Lxvinı, 21.
Quemadmodum Cyrus, qui restaurandum
curavit templum Domini, habitus est a SS. Patrbus
ceu typus Christi Salvatoris; ita Nabuzardan,qui
.)
(IV Reg. xxv, 8 seqq.; et Jerem. LII, 12 segg.
templum atque urbem Jerusalem incenderat et destruxerat. habitus est ut typus diaboli,qui humsnum genus impulit in ruinam.
Deifcatio (θέωσις) dicitur tum ea, qua natura Christi humana assumpta fuit in unitatem
personæ, tum ea, qua homines, in filios Dei adopfati, divinæ illuminationis participes fiunt.
col. 705–706page 52 of 83
PG 140:705λαμπρον καθαρότητα κάτω βάλλουσα κατά σύγκρισιν ὡς ὑπεροχαῖς ἀσυγκρίτοις αὐτὴν ὑπερα βάλλουσα. ΚΕ΄. Τὸν ναόν τοῦτον καὶ αὐτὸς Σολομών προβλεπτικοῖς ὄμμασιν ἐθεάσατο, καὶ τὸ μέλλον ὡς ἐνερ γούμενον κατενόησεν, Ἡ σοφία, λέγων, ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον, καὶ ὑπήρεισε στύλους επτά ἔσφαξε τὰ ἑαυτῆς θύματα, οὐχ οἷα τῷ ὑπ' αὐτοῦ ᾠκοδομημένῳ ναῷ προσεφέροντο, τὰ κνίσσης καὶ καπνοῦ τοῦ ναοῦ τὸν χῶρον ἀποπληρῦντα ἀλλ' ὁποῖα; Ελθετε, φησί φάγετε τὸν ἐμόν ἄρτον, καὶ πίετε οἶνον, ὃν κεκέρακα ὑμῖν. Τοιαύτη γάρ ή κατὰ Χριστὸν θεόδεκτος καὶ ἀναίμακτος ἱερουργια. Απολίπετε φησίν, ἀφροσύνην, καὶ ζήσεσθε. Αφροσύνη γὰρ ὄντως τὸ οἴεσθαι χαίρειν τὸν Θεὸν θύμασιν ἀλόγων καὶ καπνῷ καὶ κνισσῃ καὶ τοῖς τοιούτοις. Μὴ γάρ, φησί, φάγομαι κρέα ταύρων, αἷμα τράγων πίομαι; Καὶ τίς ἐξεζήτησε ταῦτα ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν; ΚΑ. Πῶς δὲ, Ιουδαῖς, τῷ Σολομῶντι ἐναρμοσθή σεται τὸ Εσται τὸ ὄνομα αὐτοῦ εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας; καὶ τὸ Πάντα τὰ ἔθνη μακα ρεοῦσιν αὐτόν; Εἰ εὐλογημένος ὁ Σολομών, ο θεό πτης ερωτάσθω Μωσῆς. Ἐπικατάρατος άνθρωπος, ὅστις ποιήσει γλυπτὸν καὶ χωνευτόν, βδέλυγμα Κυρίῳ, ἔργον χειρῶν τεχνίτου. Εἰ γοῦν ἀλώσιμος τῷ ἐγκλήματι τούτῳ Σολομών, πως εὐλογημένος ἔσται ὁ ἐπικατάρατος; Πῶς δὲ πάντα τὰ ἔθνη μακα ριοῦσιν αὐτόν, ὡς ἡμεῖς γε τέως ἡ ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησίᾳ, τὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐλογοῦμεν και μαχοριζο μεν όνομα, ὅτι αὐτὸς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο τῆς τῶν δαι μόνων ἀπάτης; Απέστειλε γάρ, φησιν, ὁ Θεὸς τὸν Λόγον αὐτοῦ, καί ἐῤῥύσατο αὐτούς ἐκ τῶν δια φθορῶν αὐτῶν καὶ τῶν τῆς ἀσεβειας ἐπιτηδευμάτων. Οἱ δὲ τῆς καλλίστης ταύτης ἠξιωμένοι ἀπολυτρών σεως πῶς ἂν μακαρίσωμεν, ἢ πῶς εὐλογήσωμεν Σολομώντα, τῷ κατ' αὐτὸν ὑποδείγματι την είδωλο. λατρείαν ἐπιβεβαιοῦντα, καί ὀπίσω των ψευδωνύμων θεών πορεύεσθαι ἄντικρυς εἰσηγούμενον; κατα. βαλλούσα. ὑπήρεισε, ελατόμησε, Π, έλθετε έλθατε. απολείπετε. άπολείπετε ὀφροσύνην, και ζήσεσθε, Απολείπετε άφρο σύνην, ἵνα εἰς αἰῶνα βασιλεύσητε. Και ζήσεσθε εἰς τὸν αἰῶνα βασιλεύσητε. φάγομαι πίομαι. ἔσται τό όνομα... ἔστω τὸ ὄνομα κ. τ. λ. τεχνιτών,IN ANNUNTIATIONEM B. MARIA.
λαμπρον καθαρότητα κάτω βάλλουσα κατά sane muliebris generi ornamentum, ipsorum quoσύγκρισιν ὡς ὑπεροχαῖς ἀσυγκρίτοις αὐτὴν ὑπερα
βάλλουσα.
ΚΕ΄. Τὸν ναόν τοῦτον καὶ αὐτὸς Σολομών προβλεπτικοῖς ὄμμασιν ἐθεάσατο, καὶ τὸ μέλλον ὡς ἐνεργούμενον κατενόησεν, Ἡ σοφία, λέγων, ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον, καὶ ὑπήρεισε στύλους επτά
ἔσφαξε τὰ ἑαυτῆς θύματα, οὐχ οἷα τῷ ὑπ' αὐτοῦ
ᾠκοδομημένῳ ναῷ προσεφέροντο, τὰ κνίσσης καὶ
καπνοῦ τοῦ ναοῦ τὸν χῶρον ἀποπληρῦντα ἀλλ'
ὁποῖα; Ελθετε, φησί φάγετε τὸν ἐμόν ἄρτον,
καὶ πίετε οἶνον, ὃν κεκέρακα ὑμῖν. Τοιαύτη γάρ ή
κατὰ Χριστὸν θεόδεκτος καὶ ἀναίμακτος ἱερουργια.
Απολίπετε φησίν, ἀφροσύνην, καὶ ζήσεσθε.
Αφροσύνη γὰρ ὄντως τὸ οἴεσθαι χαίρειν τὸν Θεὸν
θύμασιν ἀλόγων καὶ καπνῷ καὶ κνισσῃ καὶ τοῖς
τοιούτοις. Μὴ γάρ, φησί, φάγομαι κρέα ταύρων,
αἷμα τράγων πίομαι; Καὶ τίς ἐξεζήτησε ταῦτα ἐκ
τῶν χειρῶν ὑμῶν;
ΚΑ. Πῶς δὲ, Ιουδαῖς, τῷ Σολομῶντι ἐναρμοσθή -
σεται τὸ Εσται τὸ ὄνομα αὐτοῦ εὐλογημένον
εἰς τοὺς αἰῶνας; καὶ τὸ Πάντα τὰ ἔθνη μακαρεοῦσιν αὐτόν; Εἰ εὐλογημένος ὁ Σολομών, ο θεό
πτης ερωτάσθω Μωσῆς. Ἐπικατάρατος άνθρωπος,
ὅστις ποιήσει γλυπτὸν καὶ χωνευτόν, βδέλυγμα
Κυρίῳ, ἔργον χειρῶν τεχνίτου. Εἰ γοῦν ἀλώσιμος
τῷ ἐγκλήματι τούτῳ Σολομών, πως εὐλογημένος
ἔσται ὁ ἐπικατάρατος; Πῶς δὲ πάντα τὰ ἔθνη μακαριοῦσιν αὐτόν, ὡς ἡμεῖς γε τέως ἡ ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησία, τὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐλογοῦμεν και μαχοριζο
μεν όνομα, ὅτι αὐτὸς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο τῆς τῶν δαι
μόνων ἀπάτης; Απέστειλε γάρ, φησιν, ὁ Θεὸς τὸν
Λόγον αὐτοῦ, καί ἐῤῥύσατο αὐτούς ἐκ τῶν δια
φθορῶν αὐτῶν καὶ τῶν τῆς ἀσεβειας ἐπιτηδευμάτων.
Οἱ δὲ τῆς καλλίστης ταύτης ἠξιωμένοι ἀπολυτρών
σεως πῶς ἂν μακαρίσωμεν, ἢ πῶς εὐλογήσωμεν
Σολομώντα, τῷ κατ' αὐτὸν ὑποδείγματι την είδωλο.
λατρείαν ἐπιβεβαιοῦντα, καί ὀπίσω των ψευδωνύμων
θεών πορεύεσθαι ἄντικρυς εἰσηγούμενον;
Nisi quis malit legendum unica voce κατα.
βαλλούσα.
~
Si nitentissimam angelorum puritatem tam
onge excedit Virginis Deiparæ puritas, ut eam
plane obscuret, quis suspicari potest, Virginis animam aliquando tenebris ac fœditate peccatiobvolutam? Hæc vero diligentius in Germano advertenda. Cum enim disertissime deinceps originalem
hanc Deiparæ puritatem profiteatur, hinc sensus
istarum quoque sententiarum luculentior evadit.
Prov. ix, 1. Germanus cum LXX habet υπήρεισε, suffulsil: Aquila tamen etSymmachus verterunt ελατόμησε, excidit, uti et Vulgatus Latinus
legit
Π, 5. Auctor habet έλθετε (venile) sed
communis LXX lectio est, έλθατε.
Apud LXX legitur απολείπετε.
Disertissimum habes testimonium fidei nostre de incruento altaris sacrificio.
(29 Prov. 1x,6. Lectio hujus loci, quam Germanus exhibet, consentit cum Complutensi edique cœlestium spirituum nitentissimam obscurat
puritatem utpote quæ, comparatione instituta,
istam immenso superat intervallo.
XXV. Hoc porro templum et ipse Salomon propheticis oculis conspexit, et futurum velut jam
medificatum contemplatus est, ubi inquit: Sapientia
edificavit sibi domum et suffulsit columnas septem,
immolavit victimas suas; non quales in templo, quod ille (Salomon) extruxit, offerebantur
quæ nidore et fumo templi ambitum replebant;
quales igitur? Venite, inquit comedite panem
meum, et bibite vinum, quod miscui vobis. Hujusmodi est enim secundum Christum Deo acceptabile et incruentum sacrificium Relinqute
inquit insipientiam, et vivelis. Prorsus enim
insipientia est existimare, Deum brutorum animantium victimis, et fumo et nidore atque his similibus oblectari. Numquid enim, inquit manducabo carnes taurorum, aut sanguinem hircorum
potabo? Ecquis ista e manibus vestris exquisivit?
XXVI. Præterea quanam, o Judæe, ratione Salomoni convenient illa: Erit nomen ejus benedictum
in sacula? Quomodo et ea: Omnes gentes illum beatum prædicabunt (32)? Moyses, qui Deum
vidit, ipse interrogatur, num benedictus sit Salomon. Maledictus, hic inquit, homo quicunque fecerit sculptile, et conflatile,abominationem Domino,
opus manuum artificis. Si itaque Solomon hujus
criminis reus convincitur, quomodo habebitur
benedictus, qui maledictus deprehenditur? Quomodo insuper omnes gentes beatum illum prædicabunt, sicuti interim nos utique Ecclesia e gentibus collecta nomen Christi et benedicimus et beatum prædicamus quoniam a dæmoniorum errore
ipse nos eripuit 9 Misit enim, inquit Deus Vere
bum suum, et eripuit eos de interitionibus eorum, eta
studio impietatis. Nos autem, qui eximia hac redemptione digni habiti sumus, quomodo beatum
jactabimus, et quomodo benedictionibus Salomo
nem cumulabimus, qui exemplo suo idololatriam
confirmabat, et post falsos deos abire aperte docebat?
tione, quæ pariter habet, άπολείπετε ὀφροσύνην,
και ζήσεσθε, et sic utraque suffragatur Vulgata
Latinæ editioni,relinquite infantiam,et vivile. Communior Græcorum lectio habet, Απολείπετε άφρο
σύνην, ἵνα εἰς αἰῶνα βασιλεύσητε. Aldina autem
editio utrunque sensum sic jungit: Και ζήσεσθε
εἰς τὸν αἰῶνα βασιλεύσητε.
Psal. XLIX, 13. LXX tamen habent φάγομαι
πίομαι.
Psal. Lxxi, 17. Germanus cum Aldina editione ἔσται τό όνομα... communior tamen Greca
lectio, cum Vulgata Lalina consentiens, habet:
ἔστω τὸ ὄνομα κ. τ. λ.
Jbid Paulo aliter Vulgata Latina: Omnes
gentes magnificabunt eum.
Deut. xxvi, 15. Auctor cum cod. Alexandrimo et editione Complutensi habet
pro
τεχνιτών, uti communior fert Græca lecio Latino
Vulgatæ consentiens.
Psal. cvi, 20.
col. 707–708page 53 of 83
PG 140:707Οτι δι τὸ τοῦ Χριστοῦ ὄνομα σύλογητόν ἐστι και προσκυνητὸν ἐ πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν, ἔχομεν τὸν Ησαίαν συνήγορον μεγαλοφωνότατον, μᾶλλον δὲ τὸν αὐτῷ τὰ τῆς προφητείας εμπνεύσαντα, καὶ οὕτωπί διαρρήδην ἀποφηνάμενον Τοῖς δουλεύουσί μοι κληθήσεται όνομα καινόν, ὁ εὐλογηθήσεται ἐπὶ τῆς γῆς· εὐλογήσουσι γὰρ τὸν Θεὸν τὸν ἀληθε νόν. Οὐκ ἔτι γὰρ τοῦ Θεοῦ λαός Ιακώβ, οὐκ ἔτι Ἰωσὴφ καὶ Εφραίμ, τὰ παλαιὰ ταῦτα καὶ σεσηπότα ὀνόματα· ἀλλὰ καινὸν ὄνομα, ἐπεὶ καὶ καινή Διαθήκη καὶ καινὸς λαός. Καὶ ποῖον τοῦτο; Τό Χριστιανός, καὶ ἡ ἀπὸ Χριστου παρωνομασμένος ονόματι τούτῳ φερωνυμεῖται. Καὶ ὁ τὸν οὕτω φερωνυμούμενον σύν λογον εὐλογεῖ τὸν Θεὸν τὸν ἀληθινὴν, τούτ' ἔστι Χριστόν, ἀφ' οὗ ὁ Χριστιανός παρωνόμασται. Δεῦρ᾽ ἴθι, καὶ στῆθι λοιπόν μετ᾿ ἐμοῦ, καὶ προσ κυνήσωμεν άμφω Χριστὸν τὸν ἀληθινὸν Θεόν· καὶ σημειώθητε μεθ' ἡμῶν τῷ φωτὶ του προσώπου αυτ τοῦ, καὶ τῷ αἵματι τῆς νέας Διαθήκης, και διαφύγης τὸν ὀλεθρεύοντα και του σκότους τὸν ἄρχοντα. ΚΖ. Αλλά γέγραπται, φησίν, ὡς ἀνατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρή νης. Καί ἐπὶ τῶν ἔργων ὁ Σολομῶν τὸν λόγον ἐκύ ρωσε, σοφαῖς εὐθυδικίαις τὰς ἀντιδικίας διαλύσας καί τῶν κύκλου συνεπιτιθεμένων κατακυριεύσας ἐχθρών. ᾿Αλλὰ πώς, ἱερόσυλε, τὸ ἐξῆς ὑπεκράτησας: Πώς, ὦ υἱὲ τῆς νυκτί παρωμοιωμένης λατρείας, την σε λήνην ὑπέκρυψας, ἵνα υποκλέψης το χρῆμα τῆς ἀληθείας; Καί τί τὸ κλέμμα; Τό, ἕως οὗ ἀντα αναιρεθή ή σελήνη. Όμως ἀπανιήσω σου μετά του τῆς ἀληθείας φωτὸς τοῖς προβλήμασι. Γέγραπται, κἀγὼ γὰρ σοι τὰ ἴσα ἐρῶ, ότι Ηγειρε Κύριος σατὰν τῷ Σαλομὼν τὸν ᾿Αδερ τὸν Ἰδου μαῖον, καὶ τὸν Ἐσρωμ, καί τον Βαραμιέθ, καί τὸν Ανδραέζερ· καί συνηθροίσθησαν ἐπ' αὐτῷ· καί ἦν άρχων συστρέμματος, και προκατελάβετο τὴν Δαμασέκ καί ἦν σατὰν τῷ Ἰσραὴλ πάσας τὰς ἡμέρας Σαλομών. Σατὰν δὲ τὸν ἀντικείμενον φησι καί πολέμιον. Έρω δέ τοι καί περί τῆς δικαιοσύνης του Σαλομὼν μάλλον δὲ οὐκ ἐγώ, αλλ' ή των Βασιλείων βίβλος Και ελάλησεν ὁ λαὸς πρὸς τὸν βασιλέα Ροβοάμ, λέγοντες· Ὁ πατήρ σου ἐβάρυνε τον κλοιόν ἡμῶν· πατὴρ δὲ τοῦ Ῥοβοάμ Σολομών. Καί σὺ νῦν κούφισον ἀπὸ τῆς δουλείας τοῦ πατρός σου τῆς σκληρᾶς, καὶ ἀπὸ τοῦ κλοιοῦ αὐτοῦ τοῦ βαρέος, οὗ ἔδωκεν ἡμῖν. ᾿Ακούεις τῆς εὐχαριστίας ἧς εὐχαριστεῖται ὁ Σολομών περί τῆς εἰς τὸν λαὸν αὐτοῦ δικαιοσύνης; * Ωστε καὶ ἡ ἀποστασία ευχαριστείας.GERMANI II CP. PATRIARCHA.
Quod vero benedicendum et adorandum inter
omnes gentes sit nomen Christi, auctor nobis est
altisonus Isaias, seu ille potius, qui Isaiæ prophetica inspiravit oracula, sic omnino aperte pronuntians: Vocabitum servis meis nomen novum, qui benedicetur in terra; lauriabunt enim Deum verum(35).
Populus enim Dei non amplius Jacob (appellatur),
non amplius Joseph aut Ephraim; vetera illa et
obsoleta sunt nomina sed novo vocatur nomine
quoniam et testamentum novum est, et novus
populus. Quodnam vero istud? Christianus, et a
Christo hoc nomine cognominatus, vere nomen
suum gerit. Quicunque autem benedicit eum, qui
vere nomine suo sic appellatur, (eo ipso) Deum
verum benedicit, scilicet Christum, a quo Christianus nomen sortitur.
Age itaque, et exinde sta mecum, atque ambo
simul Christum verum Deum adoremus; et fac
nobiscum signeris lumine vultus illius acnovi
Testamenti sanguine, sicque mortis auctorem et
tenebrarum priucipem effugias.
XXVII. At scriptum est, inquit, quod Orietur in
diebus ejusjustitia et et abundantia pacis Et hoc
oraculum profecto Salomon operibus implevit, utpote qui sapientibus rectisque judiciis lites dirempserit, et irruentes hostes per circuitum sibi subjecerit.
At vero, quomodo, o sacrilege tacuisti quod
sequitur? Quomodo, fili ministerii, quod merito
nocti comparatur, lunam abscondisti ut thesaurum veritatis suffurari posses? Quodnam vero hoc
furtum? Hoc nempe: donec auferatur luna. Verum
cum lumine veritatis dubitationibus tuis
curram.
OCScriptum est (nam et ego consimilia quædam
tibi narrabo) quod Suscitavit Dominus satan Salamoni Ader Idumæum, et Esrom et Rarameeth, et
Andraezer; et convenerunt adversus eum; et erat
dux agminis et occupavit Damasec: eratque satan
Israeli cunctis diebus Salomonis Satan porro
dicit hic hostem et oppugnatorem.
G
Sed dicam tibi etiam de justitia Salomonis, seu
potius non ego, sed Regnorum liber ista enarrat:
Et locutus est populus ad regem Roboam, dicentes:
Pater tuus durissimum jugum imposuit nobis (pater
autem Roboam fuit Salomon). Tu itaque nunc imminue paululum de imperio patris tui durissimo et
gravissimo jugo, quod ipse imposuit nobis Audisne gratiarum actiones, quas Salomon recipit pro
sua erga populum justitia? Adeo ut ipsa quoque
populi defectio ad Samariam, et ad vitulos
Isa. Lxx, 15 sec. LXX; nam Vulgatus Latinus paulo aliter: Servos suos vocabit nomine alio;
in quo qui benedictus est super terram, benedicetur
in Deo, amen.
Referri huc possunt quæ leguntur Isa. LXII,
Psal. 1V, 7.
Psal. LXXI, 7.
Οτι δι τὸ τοῦ Χριστοῦ ὄνομα σύλογητόν ἐστι και
προσκυνητὸν ἐ πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν, ἔχομεν τὸν
Ησαίαν συνήγορον μεγαλοφωνότατον, μᾶλλον δὲ τὸν
αὐτῷ τὰ τῆς προφητείας εμπνεύσαντα, καὶ οὕτωπί
διαρρήδην ἀποφηνάμενον Τοῖς δουλεύουσί μοι
κληθήσεται όνομα καινόν, ὁ εὐλογηθήσεται ἐπὶ
τῆς γῆς· εὐλογήσουσι γὰρ τὸν Θεὸν τὸν ἀληθε
νόν. Οὐκ ἔτι γὰρ τοῦ Θεοῦ λαός Ιακώβ, οὐκ ἔτι
Ἰωσὴφ καὶ Εφραίμ, τὰ παλαιὰ ταῦτα καὶ σεσηπότα
ὀνόματα· ἀλλὰ καινὸν ὄνομα, ἐπεὶ καὶ καινή Διαθήκη
καὶ καινὸς λαός. Καὶ ποῖον τοῦτο; Τό Χριστιανός,
καὶ ἡ ἀπὸ Χριστου παρωνομασμένος ονόματι τούτῳ
φερωνυμεῖται. Καὶ ὁ τὸν οὕτω φερωνυμούμενον σύν
λογον εὐλογεῖ τὸν Θεὸν τὸν ἀληθινὴν, τούτ' ἔστι
Χριστόν, ἀφ' οὗ ὁ Χριστιανός παρωνόμασται.
Δεῦρ᾽ ἴθι, καὶ στῆθι λοιπόν μετ᾿ ἐμοῦ, καὶ προσκυνήσωμεν άμφω Χριστὸν τὸν ἀληθινὸν Θεόν· καὶ
σημειώθητε μεθ' ἡμῶν τῷ φωτὶ του προσώπου αυτ
τοῦ, καὶ τῷ αἵματι τῆς νέας Διαθήκης, και διαφύγης
τὸν ὀλεθρεύοντα και του σκότους τὸν ἄρχοντα.
ΚΖ. Αλλά γέγραπται, φησίν, ὡς ἀνατελεῖ ἐν
ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρή
νης. Καί ἐπὶ τῶν ἔργων ὁ Σολομῶν τὸν λόγον ἐκύρωσε, σοφαῖς εὐθυδικίαις τὰς ἀντιδικίας διαλύσας
καί τῶν κύκλου συνεπιτιθεμένων κατακυριεύσας
ἐχθρών.
᾿Αλλὰ πώς, ἱερόσυλε, τὸ ἐξῆς ὑπεκράτησας: Πώς,
ὦ υἱὲ τῆς νυκτί παρωμοιωμένης λατρείας, την σε
λήνην ὑπέκρυψας, ἵνα υποκλέψης το χρῆμα τῆς
ἀληθείας; Καί τί τὸ κλέμμα; Τό, ἕως οὗ ἀντα
αναιρεθή ή σελήνη. Όμως ἀπανιήσω σου μετά του
τῆς ἀληθείας φωτὸς τοῖς προβλήμασι.
Γέγραπται, κἀγὼ γὰρ σοι τὰ ἴσα ἐρῶ, ότι Ηγειρε
Κύριος σατὰν τῷ Σαλομὼν τὸν ᾿Αδερ τὸν Ἰδουμαῖον, καὶ τὸν Ἐσρωμ, καί τον Βαραμιέθ, καί τὸν
Ανδραέζερ· καί συνηθροίσθησαν ἐπ' αὐτῷ· καί
ἦν άρχων συστρέμματος, και προκατελάβετο
τὴν Δαμασέκ καί ἦν σατὰν τῷ Ἰσραὴλ πάσας
τὰς ἡμέρας Σαλομών. Σατὰν δὲ τὸν ἀντικείμενον
φησι καί πολέμιον.
Έρω δέ τοι καί περί τῆς δικαιοσύνης του Σαλο
μων μάλλον δὲ οὐκ ἐγώ, αλλ' ή των Βασιλείων
βίβλος Και ελάλησεν ὁ λαὸς πρὸς τὸν βασιλέα
Ροβοάμ, λέγοντες· Ὁ πατήρ σου ἐβάρυνε τον
κλοιόν ἡμῶν· πατὴρ δὲ τοῦ Ῥοβοάμ Σολομών. Καί
σὺ νῦν κούφισον ἀπὸ τῆς δουλείας τοῦ πατρός
σου τῆς σκληρᾶς, καὶ ἀπὸ τοῦ κλοιοῦ αὐτοῦ τοῦ
βαρέος, οὗ ἔδωκεν ἡμῖν. ᾿Ακούεις τῆς εὐχαρι
στίας ἧς εὐχαριστεῖται ὁ Σολομών περί τῆς εἰς
τὸν λαὸν αὐτοῦ δικαιοσύνης; * Ωστε καὶ ἡ ἀποστασία
"
(39 III Reg. 1x, 14, sec. LXX versionem, a qua
valde hic differt Vulgata Latina,adeo ut nonnulla,
quæ apud LXX hoc 14 versiculo continentur, in
Vulgata legantur vv. 23 et 25.
III Reg. xn, 3-4 sec. LXX.
Cod ευχαριστείας.
Vitulos aureos auctor innuit a Jeroboam
crectos. Vide III Reg. xu, 28-32.
col. 709–710page 54 of 83
PG 140:709τοῦ λαοῦ, καὶ ἡ πρὸς τὴν Σαμαρειαν καὶ τὰς δαμά λεις αὐτοῦ μετανάστευσις αἰτίαν ἔχουσι τὴν τοῦ Σολομώντος επήρειαν. ΚΗ΄. Ούδε τή, ἕως οὗ ἀνταναιρεθήσεται ἡ σιω λήνη, κοινωνίαν ἔχει τινὰ πρὸς Σολομώντα. Νύν γὰρ καὶ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη, ὡς ἀρχῆθεν ετάχθησαν, τὴν οἰκεῖον διελαύνουσι δρόμον, καὶ υπηρετούσι του δημιουργήσαντος τῷ κελεύσματι· ἡ δὲ του Σολο μώντος δοξα εις χουν κατεσκήνωσε. κατασκηνώ Χριστὸς δὲ φιλανθρωπουτάμενος του σαι δοξαν ἐν τῇ γῇ ἡμῶν, ὅπερ ἐστί, τὸ τὴν γείνην σάρκα τη θεώσει Θεόν απεργάσασθαι, βασιλεύει αθάνατα. Ειρήνη δὲ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ ουδαμώς. Παν ταχόθεν γὰρ ἐλαύνεται, λιβελευστεῖται, ραβδίζεται, ως κόσμου ουτωδέστατον μίασμα, Μονος Χριστός αιώνιος βασιλεύς, καὶ τῆς εἰρήνης αὐτοῦ οὐκ ἔστιν όριον. Ησαίου καὶ τοῦτο, οὐκ ἐμὸν, ὅπερ ἐστὶν, ὡς οὔτε ἀρχὴν ἔχει, οὔτε τέλος. Τὸ δὲ άναρχου καὶ κτι λεύτητου μόνον Θεον, καὶ τῆς ακτίστου ίδιον φύ σίως. ΚΘ'. Ώσπερ καὶ ἡ δικαιοσύνη Χριστοῦ ὑπὲρ πᾶσαν ἀνθρώπων δικαιοσύνην. Οὐ γὰρ περὶ διανομὴν καθέλκεται πραγμάτων φθειρομένων, καὶ τῷ βίῳ τούτῳ καταλιμπανομένων, καὶ παιζοντων τοὺς ἔχοντας, ἐν την άλλοτε αλλαχου μεταπίπτειν καὶ μένεσθαι· ἀλλ' οποία; Ως λιαν υψηλή, καὶ περὶ τὸν ἄνθρωπον και πτομένη, δι' όν ο σύμπας κοσμος καὶ τὰ ἐν κοσμώ. Επειδη γὰρ ἐκλέλεκται τη Θεῷ ἐκ πάντων των της νικάδε ἀνθρώπων ο θεοφιλής και μακάριος ᾿Αβραάμ, ὅτι τὸν Θεὸν ὑπὲρ εαυτόν αγάπησε, καὶ οὐ μόνον πατρίδα καὶ συγγένειαν καταλελοιπὼς καὶ πάντα τα κτήματα, μετανάστης ἐπὶ τὴν ἀλλοτρίαν ἐχώρει, και υπήποτε ο άγων ἐκέλευεν, ἤγετο· αλλ' ούδε τοῦ και κληρονόμου ἐνείσατο δι' αὐτόν ἐπηγγείται τῷ πατριάρχει ο Θεός, ὅσα δήτα ἐπίγ γείται, σπέρματος πληθυσμόν, καὶ γῆς πλατυσμού καὶ, ἵνα μὴ μέγαν κινώ τον ανάγυρον, διέβη τὰ τῆς εὐλογίας καὶ ἅπαν το σπέρμα του Αύραάμ. μονογενούς Αλλ' οὐ πατρώζον εδείχθη το σπέρμα ποτέ· αλλά τὴν ἐκ διαμέτρων ἐναντιουμένην οἱ ᾿Αβραμιαῖοι ἐξά- ] δισαν, καὶ γεγονασι των εθνικών ασεβέστεροι. Κε φάλαιον τῆς ἀσεβείας ἐκείνων, ὅτι ἔθυσαν τοὺς νέους αυτών και τάς θυγατέρας τοῖς δαιμονίοις. Οὕτω τὴν θεοφιλεστάτην θυσίαν τὴν ἐπὶ τῷ μονογε μετανά στευσις μετανάστασις, η μεταναστεύω. ἵνα μὴ μέγαν κινὰ τὸν ἀνά γυρον, κινεῖς): Κινεὶς τὸν ἀνάγυρον· ἐπὶ τῶν ἐπισπωμένων ἑαυτοῖς τά κακά ανάγυρις). Ἔστι δε φυτόν ὁ ἀνάγυρος δυσώδες τριβόμενον,vexationes causam habuerit.
τοῦ λαοῦ, καὶ ἡ πρὸς τὴν Σαμαρειαν καὶ τὰς δαμά- suos conversio nullam præter iniquas Salomonis
λεις αὐτοῦ μετανάστευσις αἰτίαν ἔχουσι τὴν τοῦ
Σολομώντος επήρειαν.
ΚΗ΄. Ούδε τή, ἕως οὗ ἀνταναιρεθήσεται ἡ σιω
λήνη, κοινωνίαν ἔχει τινὰ πρὸς Σολομώντα. Νύν
γὰρ καὶ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη, ὡς ἀρχῆθεν ετάχθησαν,
τὴν οἰκεῖον διελαύνουσι δρόμον, καὶ υπηρετούσι του
δημιουργήσαντος τῷ κελεύσματι· ἡ δὲ του Σολο
μώντος δοξα εις χουν κατεσκήνωσε.
κατασκηνώ
Χριστὸς δὲ φιλανθρωπουτάμενος του
σαι δοξαν ἐν τῇ γῇ ἡμῶν, ὅπερ ἐστί, τὸ τὴν γείνην
σάρκα τη θεώσει Θεόν απεργάσασθαι, βασιλεύει
αθάνατα. Ειρήνη δὲ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ ουδαμώς. Πανταχόθεν γὰρ ἐλαύνεται, λιβελευστεῖται, ραβδίζεται,
ως κόσμου ουτωδέστατον μίασμα, Μονος Χριστός
αιώνιος βασιλεύς, καὶ τῆς εἰρήνης αὐτοῦ οὐκ ἔστιν
όριον. Ησαίου καὶ τοῦτο, οὐκ ἐμὸν, ὅπερ ἐστὶν, ὡς
οὔτε ἀρχὴν ἔχει, οὔτε τέλος. Τὸ δὲ άναρχου καὶ κτι
λεύτητου μόνον Θεον, καὶ τῆς ακτίστου ίδιον φύσίως.
XXVIII. Sed nec quidquam cum Salomone commune habet et illud, donec auferatur luna. Hucusque enim tum sol tum luna cursum suum, prout
constitutum ipsis ab initio fuit, perficiunt, et Conditoris sui nutui obsequuntur; at Salomonis gloria
in pulverem abiit.
Christus vero, qui ob suam in homines charitatem voluit ut inhabitaret gloria in terra nostra,44),
hoc est, ut per unionem cum Deo terrestris caro
nostra Deus fieret, Christus, inquam, regnat in
æternum. Adde, quod Israelitica gens et nuspiam
pace fruatur. Ubique enim terrarum vexatur, lapidibus petitur, caditur virgis, tanquam pestilentissima mundi labes. Solus Christus rex est æternus, et pacis per ipsum partæ nullus est finis.
Atque hoc etiam, Christum nempe neque initium
habere neque finem, non meum est, sed Isaiæ prophetæ. Initio autem ac fine carere solius Dei est,
naturæ videlicet increatæ proprium.
XXIX. Atque eadem pariter ratione etiam justitia Christi humanain omnem justitiam longe prætergreditur. Non enim exhauritur in tribuendis
bonis, quæ corruptibilia ex natura sua sunt. et
cum præsenti vita amittuntur, dumque huc illuc
decidunt et transferuntur, possessores suos illudunt; verum qualis ea est? Perquam altissima,et
ΚΘ'. Ώσπερ καὶ ἡ δικαιοσύνη Χριστοῦ ὑπὲρ πᾶσαν
ἀνθρώπων δικαιοσύνην. Οὐ γὰρ περὶ διανομὴν καθέλ
κεται πραγμάτων φθειρομένων, καὶ τῷ βίῳ τούτῳ
καταλιμπανομένων, καὶ παιζοντων τοὺς ἔχοντας, ἐν
την άλλοτε αλλαχου μεταπίπτειν καὶ μένεσθαι· ἀλλ'
οποία; Ως λιαν υψηλή, καὶ περὶ τὸν ἄνθρωπον και
πτομένη, δι' όν ο σύμπας κοσμος καὶ τὰ ἐν κοσμώ.
curam gerens hominis, propter quem et totus mundus, et quæ sunt in mundo, condita fuerunt.
Επειδη γὰρ ἐκλέλεκται τη Θεῷ ἐκ πάντων των της
νικάδε ἀνθρώπων ο θεοφιλής και μακάριος ᾿Αβραάμ,
ὅτι τὸν Θεὸν ὑπὲρ εαυτόν αγάπησε, καὶ οὐ μόνον
πατρίδα καὶ συγγένειαν καταλελοιπὼς καὶ πάντα
τα κτήματα, μετανάστης ἐπὶ τὴν ἀλλοτρίαν ἐχώρει,
και υπήποτε ο άγων ἐκέλευεν, ἤγετο· αλλ' ούδε τοῦ
και κληρονόμου ἐνείσατο δι' αὐτόν·
ἐπηγγείται τῷ πατριάρχει ο Θεός, ὅσα δήτα ἐπίγ
γείται, σπέρματος πληθυσμόν, καὶ γῆς πλατυσμού·
καὶ, ἵνα μὴ μέγαν κινώ τον ανάγυρον, διέβη τὰ τῆς
εὐλογίας καὶ ἅπαν το σπέρμα του Αύραάμ.
μονογενούς
Αλλ' οὐ πατρώζον εδείχθη το σπέρμα ποτέ· αλλά
τὴν ἐκ διαμέτρων ἐναντιουμένην οἱ ᾿Αβραμιαῖοι ἐξά- ]
δισαν, καὶ γεγονασι των εθνικών ασεβέστεροι. Κεφάλαιον τῆς ἀσεβείας ἐκείνων, ὅτι ἔθυσαν τοὺς
νέους αυτών και τάς θυγατέρας τοῖς δαιμονίοις.
Οὕτω τὴν θεοφιλεστάτην θυσίαν τὴν ἐπὶ τῷ μονογε
(+3j Nisi quis malit mendose positum μετανά
στευσις pro μετανάστασις, addenda erit lexicis gracitatis serioris et hæc vox quasi η μεταναστεύω.
44) LXXXIV, 10.
Germani verba ἵνα μὴ μέγαν κινὰ τὸν ἀνά
γυρον, adagium continent Græcis familiare, de quo
Suidas (ad v. κινεῖς): Κινεὶς τὸν ἀνάγυρον· ἐπὶ
τῶν ἐπισπωμένων ἑαυτοῖς τά κακά: Moves annagycum; de illis ducitur qui mala in suum caput attrahunt. Et hoc sensu idem adagium referunt et
Et vero postquam Abraham, vir Deo charus ac
beatus ex omnibus, qui per eam ætatem vivebant,
electus a Deo est, quippe qui Deum magis quam
semet dilexit, et non modo patriam et cognationem
ac possessiones omnes relinquens, peregrinus venit
in terram alienam, et quocunque jussit ille, qui
eum regebat, alacriter sese contulit: sed propter
Deum ipsum neque unigenito atque hæredi suo
pepercit; vicissim patriarchs Deus promisit, quæcunque demum promisit, innumeram scilicet posteritatem ac terram late possidendam, atque, ne
plura congerens tædio sim benedictið in universam Abrahæ posteritatem transiit.
Verum posteri ejus haudquaquam paternos
mores in semetipsis aliquando expresserunt; imo
vero viam diametro oppositam terebant, et filii
Abrahae vel ipsos ethnicos impietate prætergressi
sunt. Caput autem impietatis eorum fuit, quod
filios suos et filias immolaverunt dæmoniis Sic
explicant Erasmus (Opp. tom. Il. p. 52) et Henr.
Stephanus (Thesaur. Vol. V, ad V. ανάγυρις). At
hic sensus, uti patet, adrem non facit. Itaque cum
Suidas addat: Ἔστι δε φυτόν ὁ ἀνάγυρος δυσώδες
τριβόμενον, Anagyrus autem est planta, quæ si teratur, malum spirat odorem; putaverim adagium latiori sensu a Germano usurpatum de iis qui utcunque alicui rei diutius insistendo molesti evadunt.
Psal. cv, 37.
col. 711–712page 55 of 83
PG 140:711καὶ ἀνατραφέντες ἐξ ὀσφύος ᾿Αβραάμ. Προσώχθισεν οὖν ὁ Θεὸς τῇ γενεᾷ ἐκείνῃ, καὶ εἶπεν Αεί πλα νῶνται τῇ καρδίᾳ. Τῆς δ' ἐθνικῆς πανσπερμίας τότε λόγος οὐδείς. Καὶ μὴν κοινὸς ὁ Θεὸς καὶ Ἰου δαίων καὶ ἐθνῶν, ὡς πλάστης και δημιουργός, καὶ πάντες ἔργα χειρῶν αὐτοῦ, καὶ οὔτε νόμον τοῖς ἔθνεσιν ἔδωκεν, οὔτε προφήτας ἐξαπέστειλεν εἰς αὐ τοὺς οὔτε τῇ τῶν θαυμάτων ἀνάγκῃ ἠθέλησεν ἐφ' ἑαυτὸν ἐπισπάσασθαι. Ἐδικαίωσεν οὖν σκοπῇ ἐπι σκέψασθαι καὶ τὰ κατ' αὐτούς, καὶ γνῶναι τῇ πείρα, εἰ πειθηνίως ἔχει τὰ ἔθνη πρὸς τὰ θεία κελεύσματα. Πλὴν καὶ πάλιν μνημονεύων τῆς πρὸς τοὺς πατριάρχας ἐπαγγελίας, καὶ τοῦ σπέρ ματος ᾽Αβραὰμ ἐπιλαμβάνεται, καὶ τοῖς Ἰουδαίοις νεῖ τοῦ ᾽Αβραὰμ ἐμιμήσαντο οἱ κακῶς καὶ φύντες ἐπιφοιτᾷ, καὶ ταῦτ᾽ εἰδὼς, ὡς οὐ παραδέξονται, Ενηνθρώπησεν· ἐφάνη· ἀνθρώποις συνανεστράφη· ποταμηδόν τὰς εὐεργεσίας αὐτοῦ ἐπὶ πρόσωπον τῆς Ἰουδαίας ἐξέχειν. Οἱ δὲ, ὡς τὰ μέγιστα ἠδικημένοι, τῷ φθόνῳ ἐνεπυρίζοντο· καὶ τῷ ὕδατι, ὡς μύρο, οἱ κάνθαροι, ἀπεπνίγοντο. Προὔδωκαν, ἐσταύρωσαν, ἐθανατώσαν τὸν ἴδιον εὐεργέτην. Ταῦτα τὰ τῆς μακροθυμίας· τὰ δὲ τῆς ἐξουσίας, ἀνίσταται ἐ νεκρῶν· μεταβαίνει διὰ τῶν ἀποστόλων ἐπὶ τὰ ἔθνη κενούται πρὸς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην τὸ εἰς ζωής αἰώνιον ἀλλόμονον ὕδωρ· τὰ δὲ ἐν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, πρὸς τὸ ὕδωρ τοῦ Σιλωάμ τὸ ἡσυχῆ ρέον διψητικώτερον επι πόθησαν· καὶ ἐπλήσθη ἡ σύμπασα γῆ τοῦ γνῶναι τὸν Κύριον. Τοῦτο ή δικαιοσύνη Θεοῦ. Ἐπεὶ τὸ ἕτερον των λίαν ἀδικωτάτων ἐστὶν, τὸ πολλῶν ὄντων ἀδελφῶν τὸν σκληροτράχηλον μόνον καὶ πατραλοίαν καὶ ἀπειθῆ ἀξιοῦν τιμᾶσθαι παρὰ τοῦ πατρὸς τοὺς δε μηδέν ήδικηκότας, ἀλλ' ετοίμως έχοντας μέχρι θανάτου πείθεσθαι τῷ πατρὶ, τῆς κληρονομίας κ βάλλεσθαι. Εἰ τοῦτο ἄδικον, ὥσπερ οὖν καὶ ἔστι, τὸ τούτῷ ἀντικείμενον δίκαιον, καὶ μείζονα ταύτης τῆς δικαιοσύνης οὐδεὶς ἂν εὑρήσει ποτέ. Τοιαύτη ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς κατὰ γῆν διατριβῆς τοῦ ἐμοῦ Σολομῶντος δικαιοσύνη ἀνέτειλεν οὗτος καὶ δικαιοσύνης ἥλιος ὑφ' ἑτέρου προφήτου προηγορεύθη τῆς αὐτῆς ἕνεκα διανοίας. Α΄. Τί ἔτι; Θεόσδοτος ἡ σοφία τοῦ Σολομῶντος. ᾿Αλλὰ καὶ ὁ παράδεισος, θεοφύτευτος καὶ τοῦ θεοί φυτεύτου τούτου ενδιαιτητής ὁ ᾿Αδάμ, καὶ οὗτος Θεόκτιστος· καὶ οὗτος θεόσοφος, καὶ μαρτυροῦσιν αἱ κατάλληλοι σημασίαι τῶν κλήσεων, ὥσπερ ἀπασι τοῖς ζώοις ἐν παραδείσῳ προσήρμοσεν. ᾿Αλλ᾽ εἰ καὶ ένδιατητητής.GERMANI II CP. PATRIARCHÆ.
καὶ ἀνατραφέντες ἐξ ὀσφύος ᾿Αβραάμ. Προσώχθισεν
οὖν ὁ Θεὸς τῇ γενεᾷ ἐκείνῃ, καὶ εἶπεν Αεί πλα
νῶνται τῇ καρδίᾳ. Τῆς δ' ἐθνικῆς πανσπερμίας
τότε λόγος οὐδείς. Καὶ μὴν κοινὸς ὁ Θεὸς καὶ Ἰου
δαίων καὶ ἐθνῶν, ὡς πλάστης και δημιουργός, καὶ
πάντες ἔργα χειρῶν αὐτοῦ, καὶ οὔτε νόμον τοῖς
ἔθνεσιν ἔδωκεν, οὔτε προφήτας ἐξαπέστειλεν εἰς αὐ
τοὺς οὔτε τῇ τῶν θαυμάτων ἀνάγκῃ ἠθέλησεν ἐφ'
ἑαυτὸν ἐπισπάσασθαι. Ἐδικαίωσεν οὖν σκοπῇ ἐπι
σκέψασθαι καὶ τὰ κατ' αὐτούς, καὶ γνῶναι τῇ
πείρα, εἰ πειθηνίως ἔχει τὰ ἔθνη πρὸς τὰ θεία
κελεύσματα. Πλὴν καὶ πάλιν μνημονεύων τῆς
πρὸς τοὺς πατριάρχας ἐπαγγελίας, καὶ τοῦ σπέρ
ματος ᾽Αβραὰμ ἐπιλαμβάνεται, καὶ τοῖς Ἰουδαίοις
gratissimum Deo sacrificium, quod in unigenito νεῖ τοῦ ᾽Αβραὰμ ἐμιμήσαντο οἱ κακῶς καὶ φύντες
Abrahæ perfectum fuerat, imitati sunt isti perperam ex Abrahæ lumbis et progeniti et progressi!
Infensus igitur fuit Deus generationi huic et dixit:
Semper hi errant corde Cæterum ethnicorum
permistæ multitudinis nulla tunc ratio habita fuerat. Et vero cum idem Deus esset Judæorum et gentium utpote communis utrorumque creator
et conditor, et omnes opera manuum ejus essent;
at gentibus neque legem (scriptam) dederat, neque
prophetas ad eos miserat, neque vi miraculorum
ad se attrahere illos voluit. Æquum igitur Deus
censuit, hos quoque atque eorum res providentia
sua visitare, et experientia probare, an gentes divinis mandatis obsequentes se præberent. Et rursus tamen memor promissionum, quibus se erga ἐπιφοιτᾷ, καὶ ταῦτ᾽ εἰδὼς, ὡς οὐ παραδέξονται,
patriarchas obstrinxerat, et semen Abrahæ (apprehendit) et inter Judæos versatus est, licet
nosset, se ab illis haud receptum iri. Factus est
homo conspiciendum se præbuit: cum hominibus
conversatus est; beneficia sua instar fluenti
effudit in Judææ totius conspectu. Ast illi, quasi
gravissimam injuriam passi, livore in eum exarserunt, et non secus ac fragranti unguento scarabæi
solent, salutaribus aquis exstincti sunt. Tradiderunt, crucifixerunt, morti addixerunt benefactorem
suum. Hæc longanimitatis fuerunt: quæ vero
potestatis, e mortuis resurgit: per apostolos suos
ad gentes transmigrat: effunditur in universam
terram aqua saliens in vitam æternam; et
quemadmodum desiderat cerva ad fontes aqua- c
rum ad undas Siloe leniter fluentes avidiori
siti (gentes) desideraverunt: et repleta est universa
terra scientia Domini Hoc disposuit Dei justitia. Nam longe alia hominum perquam iniquissimorum sententia est. Decernunt hi scilicet, e
multis fratribus eum solum dignum esse, ut a Patre honoribus cumuletur, qui et contumax, et durae cervicis, et parricida fuit; reliquos vero, qui
nullius iniquitatis rei deprehenduntur, imo ad
mortem usque Patri obsequi parati sunt, ab hæreditate paterna excludendos esse. Porro si hoc est
iniquum, uti profecto iniquissimum est, igitur quod ei opponitur, justum est, imo nihil hoc æquius
inveniri unquam poterit ejusmodi, quidem fuit justitia, quæ per eosdies orta est quando in
terris versabatur Salomon meus; atque eadem de causa jam antea ab alio propheta hic appel -
latus est sol justitiæ.
XXX. Quid adhuc (postulas)? Salomoni (inquit)
divinitus collata sapientia fuit.
Esto; sed et terrestris paradisus a Deo plantatus fuit, et paradisi divinitus plantati habitator
Adam ipse quoque a Deo conditus est: ipse quoque divinitus sapientia ditatus fuit, idque testantur aptissimæ significationes nominum, quæ sane
Psal. xav, 19, sec. LXX.
Rom. 111, 29.
Heb. 11, 16.
Bar. ni, 38, sed apud LXX, v. 37.
Joan. 1V, 4.
Psal. xLu, 1, sec. LXX.
Ενηνθρώπησεν· ἐφάνη· ἀνθρώποις συνανεστρά
φη· ποταμηδόν τὰς εὐεργεσίας αὐτοῦ ἐπὶ πρόσωπον
τῆς Ἰουδαίας ἐξέχειν. Οἱ δὲ, ὡς τὰ μέγιστα ἡδικη
μένοι, τῷ φθόνῳ ἐνεπυρίζοντο· καὶ τῷ ὕδατι, ὡς
μύρο, οἱ κάνθαροι, ἀπεπνίγοντο. Προὔδωκαν, ἐσταύ
ρωσαν, ἐθανατώσαν τὸν ἴδιον εὐεργέτην. Ταῦτα τὰ
τῆς μακροθυμίας· τὰ δὲ τῆς ἐξουσίας, ἀνίσταται ἐ
νεκρῶν· μεταβαίνει διὰ τῶν ἀποστόλων ἐπὶ τὰ ἔθνη
κενούται πρὸς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην τὸ εἰς ζωής
αἰώνιον ἀλλόμονον ὕδωρ· τὰ δὲ ἐν τρόπον ἐπιπο
θεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, πρὸς τὸ
ὕδωρ τοῦ Σιλωάμ τὸ ἡσυχῆ ρέον διψητικώτερον επιπόθησαν· καὶ ἐπλήσθη ἡ σύμπασα γῆ τοῦ γνῶναι
τὸν Κύριον. Τοῦτο ή δικαιοσύνη Θεοῦ. Ἐπεὶ τὸ
ἕτερον των λίαν ἀδικωτάτων ἐστὶν, τὸ πολλῶν ὄντων
ἀδελφῶν τὸν σκληροτράχηλον μόνον καὶ πατραλοίαν
καὶ ἀπειθῆ ἀξιοῦν τιμᾶσθαι παρὰ τοῦ πατρὸς τοὺς
δε μηδέν ήδικηκότας, ἀλλ' ετοίμως έχοντας μέχρι
θανάτου πείθεσθαι τῷ πατρὶ, τῆς κληρονομίας κ
βάλλεσθαι. Εἰ τοῦτο ἄδικον, ὥσπερ οὖν καὶ ἔστι, τὸ
τούτῷ ἀντικείμενον δίκαιον, καὶ μείζονα ταύτης τῆς
δικαιοσύνης οὐδεὶς ἂν εὑρήσει ποτέ. Τοιαύτη ἐν ταῖς
ἡμέραις τῆς κατὰ γῆν διατριβῆς τοῦ ἐμοῦ Σολομῶν·
τος δικαιοσύνη ἀνέτειλεν οὗτος καὶ δικαιοσύνης
ἥλιος ὑφ' ἑτέρου προφήτου προηγορεύθη τῆς αὐτῆς
ἕνεκα διανοίας.
Α΄. Τί ἔτι; Θεόσδοτος ἡ σοφία τοῦ Σολομῶντος.
᾿Αλλὰ καὶ ὁ παράδεισος, θεοφύτευτος καὶ τοῦ θεοί
φυτεύτου τούτου ενδιαιτητής ὁ ᾿Αδάμ, καὶ οὗτος
Θεόκτιστος· καὶ οὗτος θεόσοφος, καὶ μαρτυροῦσιν αἱ
κατάλληλοι σημασίαι τῶν κλήσεων, ὥσπερ ἀπασι
τοῖς ζώοις ἐν παραδείσῳ προσήρμοσεν. ᾿Αλλ᾽ εἰ καὶ
Isa. xı, 9.
Isa. XL v. 8.
Malach. iv, 1: Et orietur cobis, timentibus
nomen meum, sol justitiæ.
Cod. ένδιατητητής.
col. 713–714page 56 of 83
PG 140:713τὰ πρῶτα μακαριστέα, τά γε μὴν δεύτερα ταλανι στέα, καὶ τὰ τῆς εὐλογίας μετεστράφησαν εἰς κατά ραν διὰ τὸν ὄριν καὶ τὴν γυναῖκα. Ὁ μὲν γὰρ εἰσο ηγήσατο τὴν πολυθείαν· Ἔσεσθε γάρ, φησίν, ὡς θεοί· ἡ δὲ τῶν εἰσηγήσεων διάκονος πρὸς ἄνδρα γε γίνηται. Καὶ ὁ βασιλεὺς τῶν ἐπιγείων ἁπάντων, γυμνός, αἰχμάλωτος, ἄθλιος, τοῦ παραδείσου υπερ ορίζεται. Μὴ τὸ κατὰ τὸν Σολομώντα δραμα τῆς κατὰ τὸν Αδὰμ ἀπάτης ἀπέοικε; Μὴ τὰ κατὰ τὸν Ἀδὰμ ακατάλληλα πρὸς τὸν Σολομῶντα; Τῶν θείων χαρι σμάτων πλήρεις ἀμφότεροι· γυνὴ καὶ ὄφις καὶ που λυθεία ἀπαλλοτριοῦσι τοῦ Θεοῦ τοὺς ἡμετέρους προπάτορας· ταυτοπαθεί τοῖς προπάτορσι καὶ ὁ ἀπόγονος καὶ ὑπὸ τῶν ὁμοίων ἁλίσκεται. Ἐπεὶ κάνε ταῦθα συμβουλή γυναικῶν, καὶ πρὸς πολυθείαν παρεκτροπή· καὶ οὐδὲ ὄψις άπεστι κακοσύμβουλος. Τοῦτο οἶδεν ὁ πεπονθώς· ἐκείνου γὰρ λόγος τό, Και θαιρούντα φραγμόν δέξεται ὄφις· εις φραγμὸν δέ μοι ὁ τὰς ἐπεὶ ταῖς ἀλλοφύλοις ἐπιμιξίας αποτειχίζων νόμος ἐξείληπται· καὶ τὴν ἀπάτην ταύτην ο νοητός γεγέννηκεν όρις. ΛΑ΄. Ταῦτά σοι τῷ πεπλανημένῳ Ἰουδαίῳ καὶ σκληρογνώμονι ἐκ τῶν πολλῶν ὀλίγα. Οὐδὲ γὰρ συγ χωρεῖ ταῖς ἀντιῤῥήσεσιν ἐμπλατύνεσθαι ἡ ἐνεστῶσα πανήγυρις. Δικανικού γάρ το σφοδρύνεσθαι κατά τῶν ἀντιλεγόντων, καὶ ταῖς ἀντιθέσεσιν ἀντιπαρα τέττεσθαι. Πανηγυριστοῦ δὲ τὸ ρυθμίζειν τὸ ἐπιθυμοῦν τῆς ψυχῆς ταῖς εἰρηνικαῖς καταστάσεσι, κἀπὶ τὸ ἀτάραχον καὶ ἀθόλωτου κατάστημα τῆς καρδίας τὴν ἑόρτιον ἡδονὴν θαλαμεύειν ἀστενοχώρητον. ᾿Αλλ' οὗτοι μὲν οἱ χριστομάχοι θῆρες οἰχέσθωσαν, καὶ κατῃσχυμένοι φευγέτωσαν. Καὶ γενηθήτω ή οδός αὐτῶν σκότος καὶ ολίσθημα· καὶ ἄγγελος Κυρίου καταδιω κάτω αὐτοὺς, ἡ τὰ εὐαγγέλια κομίζων τῇ ᾿Αξιωαρθένῳ ἡμῶν δὲ οὗτος προπορευέσθω, καὶ εἰς αἴσιον τέλος τὸν λόγον αγέτω· εἶεν. ΛΒ. Αλλ' ὁρῶ προφητικών χορόν ομοθυμαδόν τη πανηγύρει συντρέχοντα γεγανωμένῳ προσώπῳ καὶ μειδιώντι, καὶ βίβλους υπαγκάλους βαστάζοντα, καὶ Ετοίμως ἔχοντα τῷ ἐσφραγισμένῳ τοῦ Θεοῦ βιβλίῳ ἀπὸ βίβλου προσομιλείν. Χοραρχεῖ δὲ τῆς πανεύ ρεως ὁ Μωϋσῆς, οὐκ ἔτι μογελαλῶν ὥσπερ τὸ πρότερον, ὡς ἐν τῇ γλώσσῃ βαστάζων το βαρύ φορ τίου τοῦ νόμου, ἀλλά τετρανωμένη γλώττη φθεγγής μενος. φθέγγεται δε τί; Παρελθὼν ὄψομαι τὸ ὄραμα τὸ μέγα τοῦτο, τί ὅτι οὐ κατακαίεται ή βάτος, καὶ ταῦτα τὸ πῦρ τὸ ἱπτόμενον τῶν ὀρέων και τῆς. μογγιλαλών. καταδιωκέτω καταδιώκων,71%
τὰ πρῶτα μακαριστέα, τά γε μὴν δεύτερα ταλανι- ipse in paradiso universis animantibus convenienστέα, καὶ τὰ τῆς εὐλογίας μετεστράφησαν εἰς κατάραν διὰ τὸν ὄριν καὶ τὴν γυναῖκα. Ὁ μὲν γὰρ εἰσο
ηγήσατο τὴν πολυθείαν· Ἔσεσθε γάρ, φησίν, ὡς
θεοί· ἡ δὲ τῶν εἰσηγήσεων διάκονος πρὸς ἄνδρα γε
γίνηται. Καὶ ὁ βασιλεὺς τῶν ἐπιγείων ἁπάντων,
γυμνός, αἰχμάλωτος, ἄθλιος, τοῦ παραδείσου υπερορίζεται.
ter imposuit. Verum si prima hæc uti fortunata
laudanda sunt, enimvero ut valde ærumnosa deploranda sunt posteriora, ac benedictionis illius
conditio in maledictionem propter serpentem atque mulierem conversa est. Nam serpens quidem
deorum invexit multitudinem, quoniam dixit:
Eritis sicut dii mulier autem malorum (ser.
est. Hinc rex ille universorum, quæ erant super
pentis) consiliorum administra apud virum facta
terram, nudus, captivus, miserabilis e paradiso expellitur.
Μὴ τὸ κατὰ τὸν Σολομώντα δραμα τῆς κατὰ τὸν
Αδὰμ ἀπάτης ἀπέοικε; Μὴ τὰ κατὰ τὸν Ἀδὰμ
ακατάλληλα πρὸς τὸν Σολομῶντα; Τῶν θείων χαρι
σμάτων πλήρεις ἀμφότεροι· γυνὴ καὶ ὄφις καὶ που
λυθεία ἀπαλλοτριοῦσι τοῦ Θεοῦ τοὺς ἡμετέρους
προπάτορας· ταυτοπαθεί τοῖς προπάτορσι καὶ ὁ
ἀπόγονος καὶ ὑπὸ τῶν ὁμοίων ἁλίσκεται. Ἐπεὶ κάνε
ταῦθα συμβουλή γυναικῶν, καὶ πρὸς πολυθείαν
παρεκτροπή· καὶ οὐδὲ ὄψις άπεστι κακοσύμβουλος.
Τοῦτο οἶδεν ὁ πεπονθώς· ἐκείνου γὰρ λόγος τό, Και
θαιρούντα φραγμόν δέξεται ὄφις· εις φραγμὸν δέ
μοι ὁ τὰς ἐπεὶ ταῖς ἀλλοφύλοις ἐπιμιξίας αποτειχίζων
νόμος ἐξείληπται· καὶ τὴν ἀπάτην ταύτην ο νοητός
γεγέννηκεν όρις.
ΛΑ΄. Ταῦτά σοι τῷ πεπλανημένῳ Ἰουδαίῳ καὶ
σκληρογνώμονι ἐκ τῶν πολλῶν ὀλίγα. Οὐδὲ γὰρ συγ
χωρεῖ ταῖς ἀντιῤῥήσεσιν ἐμπλατύνεσθαι ἡ ἐνεστῶσα
πανήγυρις. Δικανικού γάρ το σφοδρύνεσθαι κατά
τῶν ἀντιλεγόντων, καὶ ταῖς ἀντιθέσεσιν ἀντιπαρα
τέττεσθαι. Πανηγυριστοῦ δὲ τὸ ρυθμίζειν τὸ ἐπιθυμοῦν τῆς ψυχῆς ταῖς εἰρηνικαῖς καταστάσεσι, κἀπὶ
τὸ ἀτάραχον καὶ ἀθόλωτου κατάστημα τῆς καρδίας
τὴν ἑόρτιον ἡδονὴν θαλαμεύειν ἀστενοχώρητον. ᾿Αλλ'
οὗτοι μὲν οἱ χριστομάχοι θῆρες οἰχέσθωσαν, καὶ κατησχυμένοι φευγέτωσαν. Καὶ γενηθήτω ή οδός αὐτῶν
σκότος καὶ ολίσθημα· καὶ ἄγγελος Κυρίου καταδιω
κάτω αὐτοὺς, ἡ τὰ εὐαγγέλια κομίζων τῇ ᾿Αξιωαρθένῳ·
ἡμῶν δὲ οὗτος προπορευέσθω, καὶ εἰς αἴσιον τέλος τὸν
λόγον αγέτω· εἶεν.
Numquid non Adæ ruinæ par invenitur Salomonis tragœdia? Nunquid non simillimi Adæ ac Salomonis casus? Ambo divinis muneribus cumulati;
mulier et serpens et deorum multitudo nostros a
Deo primos parentes alienant: eadem, quæ primis
parentibus, et nepoti obveniunt mala, iisdemque
laqueis hic prehenditur. Nam etiam hic suasiones
mulierum, et ad polytheismum conversio; et ne
serpens quidem deest mali auctor consilii. Id sensit et ille, qui horum malorum particeps fuit; ipsius enim vox illa est: Qui dissipat sepem, mordebit eum coluber Sepes autem hic, mea quidem
sententia, pro lege accipitur, quæ instar muri a
permistione cum mulieribus alienigenis arcebat;
et hanc quoque ruinam spiritalis serpens peperit.
XXXI. Atque hæc pauca e multis tibi, o Judæe,
aberranti et in errore pervicaciter perseveranti
dicta fuerint. Neque enim longioribus refutationibus insistere, quæ nunc celebratur festivitas, patitur. Et causidici quidem fuerit, adversus contradicentes vehementius contendere, atque objecta
refellere. Panegyrim vero celebrantis magis munus
est animi motus ad tranquillum ordinem componere, et exinde in corda, quæ serena ac tranquilla
pace fruantur, jucundissimam inducere festivitatis
voluptatem. Sed abeant sane belluæ istæ Christo
infensæ, et pudore suffusi discedant; Fiatque via
illorum tenebræ, et lubricum: et persequatur eos
angelus Domini qui felix nuntium ad perpetuam illam Virginem defert: ipse autem nobis
præeat, et orationem nostram ad felicem exitum
perducat. Ac de his hactenus.
XXXII. At ecce universum chorum prophetarum
video, ad hanc celebritatem læto ac subridenti
vultu una simul omnes accurrentes, libros ulnis
ΛΒ. Αλλ' ὁρῶ προφητικών χορόν ομοθυμαδόν τη
πανηγύρει συντρέχοντα γεγανωμένῳ προσώπῳ καὶ
μειδιώντι, καὶ βίβλους υπαγκάλους βαστάζοντα, καὶ
Ετοίμως ἔχοντα τῷ ἐσφραγισμένῳ τοῦ Θεοῦ βιβλίῳ gestantes,paratosque obsignatum illum Dei librum
ἀπὸ βίβλου προσομιλείν. Χοραρχεῖ δὲ τῆς πανεύ
ρεως ὁ Μωϋσῆς, οὐκ ἔτι μογελαλῶν ὥσπερ τὸ
πρότερον, ὡς ἐν τῇ γλώσσῃ βαστάζων το βαρύ φορ
τίου τοῦ νόμου, ἀλλά τετρανωμένη γλώττη φθεγγής
μενος. φθέγγεται δε τί; Παρελθὼν ὄψομαι τὸ ὄραμα
τὸ μέγα τοῦτο, τί ὅτι οὐ κατακαίεται ή βάτος,
καὶ ταῦτα τὸ πῦρ τὸ ἱπτόμενον τῶν ὀρέων και
Gen. 1,
Cod. τῆς.
Eccle, x, 8.
Cod. μογγιλαλών.
Psal. xxxiv, 6. Fortasse Germanus non vitio
PATROL. GR. CXL.
(sc. sanctam Virginem) e suis voluminibus alloqui.
In hac porro celebritate primas agit partes Moyses,
non amplius, ut olim, ore blæso, quippe qui in
lingua grave legis onus ferebat, sed expeditissime
loquens. Quid porro clamat? Transiens videbo
visionem hanc magnam, quare rubus non comburatur idque, licet in semetipsa illum gerat
codicis,quem manu terebat, sed ratione syntaxeos
posuit καταδιωκέτω pro καταδιώκων, prouti consone cum Latina Vulgata habet et Græca LXX
versio.
Exod. 11, 3.
col. 715–716page 57 of 83
PG 140:715καπνίζονται φέρουσα ἐν ἑαυτῷ. Καὶ ἄλλως γέρ καταπνίζονται. τὸ Μὴ ἐγγίσης ὧδε, οὐ δέδοικα. Τότε γὰρ σωμα τικὸν ὑπόδημα, ᾧ μέσῳ ἡ οὐράνιος ψυχή προσδια τρίξει τη γη, φθάσας ἀπελυσάμην. Καὶ τὸ πῦρ δε τούτο οὐ πύρ ἐστι καταναλίσκον, ἀλλ' ἡμερον φωτίζου και ἱλαρόν. Οὐ γὰρ ἦλθεν, ἵνα κρίνῃ τὴν κόσμου, αλλ' ίνα σώσῃ τὸν κόσμου. Πάλιν ὁρῶ Θεόν οὐρανοὺς κλίνοντα, καὶ εἰς τὸ ἅγιον κατερχόμενον όρος, τὸ πάσης τῆς γῆς ὑπερκείμενον καὶ μόνα φρονοῦν τὰ οὐράνια· ὁρῶ τὴν γῆν τῆς ἐπαγ γελίας, την γάλα καὶ μέλι τῆς ἁμέσεως ρέουσαν. ᾿Αντὶ τῆς προτέρας δυσηχούς μοι ἐκείνης φωνής, τῆς γλυκυτάτης ἐπακροώμαι· ἤκουσα πάλαι· Ανά βηθι εἰς τόδε τὸ ὄρος, καὶ τελεύτα ἐκεῖ· καὶ ἀνα βάς, εὐθὺς ἐκεῖθεν κατέβην ἐπὶ τὸν ᾿Αθην· νῦν δι διά του θεοβαδίστου τούτου όρους καὶ ὑπερυψέλου πρὸς τὴν οὐράνιον ανυψούμαι ζωὴν καὶ τὴν ἄμετον θεοπτίας. ΑΙ΄. Τῷ Μωσεί τούτῳ καὶ ὁ ἀδελφός συνεισέρχεται, την καρυίνην ράβδον βαστάζων, καὶ ὑποδεικνύς κατ' ὀφθαλμοὺς τῇ Παρθένῳ, ἵν' ἔχοι τους λογι σμούς υποστηρίζειν ἐν ταύτῃ, καὶ μὴ ἀποροῦσα λόγοι προς τον πρωτάγγελον· Πὼς ἔσται μοι τούτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Ιδού γαρ καὶ ὁ συγγενής της κόρης βασιλεύς, ο Δαυίδ, τὸ προφητικόν σύστημα διακόψας, ἐπὶ τὸ μέσσου ἐξάλλεται, τὴν λύραν κινῶν, καὶ κατευνάζων τῆς παρθενικής καρδίας τὸν θόρυβον· "Ακουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε. ῎Ακουσον τοῦ ἀγγέλου· ἶδε τὴν ράβδον τὴν απότιστον, τὴν κατεξηραμένην, ὡς ἰκμάδος πάσης χηρεύουσαν, πῶς βλαστάνει, πως καρποφορεῖ, πως ευωδιάζει, ἵνα μονον τὴν ὑπερφυή σου προχαράξεις κυοφορίας. Μη διαταραχθῆς πρὸς τὸ μήμα του Γαβριήλ· παναληθές γάρ, εἰ καὶ ὑπερ φυές· Ἐπὶ δύο ή τριών μαρτύτων παν ρήμα στα θήσεται. Τὸν δὲ τὸν παράδοξον τόκον, τὴν ὑπὸ τοῦ ρήματος Γαβριήλ μηνυόμενον οὐρανοὶ διηγούνται. Εκείθεν γάρ ο αρχάγγελος, καὶ ὁ μάρτυς ἐν οὐρανῷ πιστός, ὃς ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας μου θήσειν ἐπὶ τοῦ θρόνου μου ἐπηγγείλατο, καὶ τὸν θρόνον μου ταῖς ἡμέ ραις συμπαρεκτειναι του ουρανού καὶ τῷ ὕψει τούτου συμπαρνψώσαι, ἵνα μὴ μονον εἴη ἐπίγειος, ἀλλὰ καὶ οὐράνιος, μὴ πρόσκαιρος μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀτελεύτητος. ΑΔ΄. Καὶ ὁ μὲν Δαυίδ ταύτα. Οἱ δὲ πατριάρχαι σεμνοί, σεμνώς προκαθήμενοι, τὰ θεοπρεπῆ τῷ σῷ τόκῳ προσμαρτυρούσιν. Ὁ μὲν ἐν βραχεδιαστάτω σκηνῇ καὶ εὐπεριγράπτῳ εἰσοικίζων τὸν ἀπερίγραGERMANI II CP. PATRIARCHÆ
ignem qui tangit montes et fumigant(64). Nam ca- καπνίζονται φέρουσα ἐν ἑαυτῷ. Καὶ ἄλλως γέρ
terum haud timeo illud: Ne appropies huc
Corporeum enim calceamentum, quo medio colestis anima terre insistit, jamdu tum dimisi. Insuper ignis iste haud ignis consumens est sed
suaviter illuminans et exhilarans: Neque enim venit, ut judicet mundum, sed ut mundo salutem ferat Rursus video Deum inclinantem cælos
et descendentem in montem sanctumn, qui universæ terræ supereminet, et nihil nisi coeleste sapit Video terram promissionis lacte et melle remissionis manantem Pro vetere illa mihi horrisona voce, dulcissimam nunc exaudio: audivi
olim: Ascende in hunc montem. et morere ibi
et cum ascendissem, statim inde ad inferos descendi: nunc vero per hunc inambulantis Dei ac
miræ celsitudinis montem ad cœlestem vitam et
immediatam Dei visionem evehor.
XXXIII. Una vero cum Moyse prodit in conspectum et frater (Aaron) nuceam virgam manu
tenens, eamque ob oculos Virgini ponens, ut ne
cogitationibus ipsa incerta fluctuet, neve hæsitans
ad archangelum respondeat: Quomodo fiet istud
mihi, quoniam virum non cognosco?
Ecce enim et puellæ cognatus rex David. propheticum agmen perrumpens, in medium prosilit.
ac lyram pulsans virginei cordis conturbationem
leniter sedat: Audi, filia, inquit et vide. Audi
angelum; cerne virgam non irrigatam et plane
aridam, utpote omni humore carentem, quomodo
(tamen) germinat, quomodo fert fructus, quomodo
suave olet, tantummodo ut tui supra naturæ ordinem partus figuram præesignet. Ne turberis ad Gabrielis dictum; verissimum illud est, licet naturæ
fines prætergrediens: In duobus vel tribus testibus
stabil omne verbum Partum tuum admirandum, qui verbis Gabrielis annuntiatur, coeli insuper enarrant. Inde enim adest archangelus; adest
præterea testis in cœlo fidelis qui promisit,
de fructu ventris mei positurum se esse super sedem meam et thronum meum sicut dies cœli(78)
jugiter servaturum, atque ad ejusdem culi celsitudinem evecturum, adeo ut non terrestris modo,
sed et cœlestis, non ad tempus tantummodo, sed
et in æternum sit duraturus.
XXXIV. Et hæc quidem David. Sed et venerandi
patriarchæ, qui primam honoris sedem obtinent,
divina prorsus de partu tuo prædicant ac testantur.
Et hinc quidem Abraham in exiguo et concinno taCod. καταπνίζονται.
Psal. ɑın, 32.
Exod. 111, 5.
Deut. 1v, 24; Hebr. III, 29.
Joan. x1, 47.
Psal. xvu, 10.
Audis, Virginem Deiparam sancto monti
comparari, qui non modo universæ terræ supereminet, sed nihil terram sapit.
Deut. xxx1, 20. Frequenter porro SS. Patres
sanctæ Deiparæ symbolum hábuere terram proτὸ Μὴ ἐγγίσης ὧδε, οὐ δέδοικα. Τότε γὰρ σωμα
τικὸν ὑπόδημα, ᾧ μέσῳ ἡ οὐράνιος ψυχή προσδια
τρίξει τη γη, φθάσας ἀπελυσάμην. Καὶ τὸ πῦρ δε
τούτο οὐ πύρ ἐστι καταναλίσκον, ἀλλ' ἡμερον
φωτίζου και ἱλαρόν. Οὐ γὰρ ἦλθεν, ἵνα κρίνῃ τὴν
κόσμου, αλλ' ίνα σώσῃ τὸν κόσμου.
Πάλιν ὁρῶ
Θεόν οὐρανοὺς κλίνοντα, καὶ εἰς τὸ ἅγιον κατερ
χόμενον όρος, τὸ πάσης τῆς γῆς ὑπερκείμενον καὶ
μόνα φρονοῦν τὰ οὐράνια· ὁρῶ τὴν γῆν τῆς ἐπαγ
γελίας, την γάλα καὶ μέλι τῆς ἁμέσεως ρέουσαν.
᾿Αντὶ τῆς προτέρας δυσηχούς μοι ἐκείνης φωνής,
τῆς γλυκυτάτης ἐπακροώμαι· ἤκουσα πάλαι· Ανά
βηθι εἰς τόδε τὸ ὄρος, καὶ τελεύτα ἐκεῖ· καὶ ἀναβάς, εὐθὺς ἐκεῖθεν κατέβην ἐπὶ τὸν ᾿Αθην· νῦν δι
διά του θεοβαδίστου τούτου όρους καὶ ὑπερυψέλου
πρὸς τὴν οὐράνιον ανυψούμαι ζωὴν καὶ τὴν ἄμετον
θεοπτίας.
ΑΙ΄. Τῷ Μωσεί τούτῳ καὶ ὁ ἀδελφός συνεισέρχε
ται, την καρυίνην ράβδον βαστάζων, καὶ ὑποδεικνύς
κατ' ὀφθαλμοὺς τῇ Παρθένῳ, ἵν' ἔχοι τους λογι
σμούς υποστηρίζειν ἐν ταύτῃ, καὶ μὴ ἀποροῦσα
λόγοι προς τον πρωτάγγελον· Πὼς ἔσται μοι τούτο,
ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;
Ιδού γαρ καὶ ὁ συγγενής της κόρης βασιλεύς, ο
Δαυίδ, τὸ προφητικόν σύστημα διακόψας, ἐπὶ τὸ μέσ
σου ἐξάλλεται, τὴν λύραν κινῶν, καὶ κατευνάζων
τῆς παρθενικής καρδίας τὸν θόρυβον· "Ακουσον,
θύγατερ, καὶ ἴδε. ῎Ακουσον τοῦ ἀγγέλου· ἶδε τὴν
ράβδον τὴν απότιστον, τὴν κατεξηραμένην, ὡς ἱκμά
δος πάσης χηρεύουσαν, πῶς βλαστάνει, πως καρπο
φορεί, πως ευωδιάζει, ἵνα μονον τὴν ὑπερφυή σου
προχαράξεις κυοφορίας. Μη διαταραχθῆς πρὸς τὸ
μήμα του Γαβριήλ· παναληθές γάρ, εἰ καὶ ὑπερφυές· Ἐπὶ δύο ή τριών μαρτύτων παν ρήμα στα
θήσεται. Τὸν δὲ τὸν παράδοξον τόκον, τὴν ὑπὸ τοῦ
ρήματος Γαβριήλ μηνυόμενον οὐρανοὶ διηγούνται.
Εκείθεν γάρ ο αρχάγγελος, καὶ ὁ μάρτυς ἐν οὐρανῷ
πιστός, ὃς ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας μου θήσειν ἐπὶ τοῦ
θρόνου μου ἐπηγγείλατο, καὶ τὸν θρόνον μου ταῖς ἡμέ
ραις συμπαρεκτειναι του ουρανού καὶ τῷ ὕψει τούτου
συμπαρνψώσαι, ἵνα μὴ μονον εἴη ἐπίγειος, ἀλλὰ καὶ
οὐράνιος, μὴ πρόσκαιρος μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀτελεύτητος.
ΑΔ΄. Καὶ ὁ μὲν Δαυίδ ταύτα. Οἱ δὲ πατριάρχαι
σεμνοί, σεμνώς προκαθήμενοι, τὰ θεοπρεπῆ τῷ σῷ
τόκῳ προσμαρτυρούσιν. Ὁ μὲν ἐν βραχεδιαστάτω
σκηνῇ καὶ εὐπεριγράπτῳ εἰσοικίζων τὸν ἀπερίγρα
missionis.
Deut. xxxii, 49.
Virga Aaron, quæ non irrigata floruit, SS.
Patribus fuit typus Deiparæ, quæ sine tactu pudoris inventa est mater Salvatoris.
Luc. 1, 34.
Psal. xLIF, 11.
Deut. xvii, 6; I Tim. v, 19.
Psal. LxxxvIII, 38.
Psal. cxxx1, 11.
Psal. Lexxviii, 30.
col. 717–718page 58 of 83
PG 140:717πτον, ὁ ᾿Αβραάμ· ὁ δ᾽ ἐκ τοῦ λίθου τέκνον Αβραάμ εγειρόμενος, ὁ Ἰσακκ· λιθώδης γὰρ ἡ τῆς Σάρρας νηδύς, και πρὸς παιδογονίαν ἀνύπεικτος. Ο τρίτος δε ο Ιακώς χριστόν ελαίῳ αναδείκνυσι λίθον, καί οἶκον ονομάζει Θεοῦ· τῷ λίθῳ τούτῳ τὴν κεφαλὴν ὁ ἀληθῆς Ἰσραὴλ ὑπανέπαυσε, τὴν ἐκ τῆς οδοιπορίας παραμυθούμενος κόπον, μονονουχί κρά ζοντος του λίθου τούτου προϋπακούσας· Δεύτε προς με παντες οἱ κοπιώντες καὶ πεφορτισμένοι, καλ ἀναπαύσω ὑμᾶς· ὁ δὲ λίθος ἦν ὁ Χριστός Εἰ δὲ ὁ Ἰακώβ οὗτος καὶ Ἰσραήλ κέκληται, ὁ Ἰσαὴλ δε νοῦς ὁρῶν Θεόν διηρμήνευται, ἔσται ὁ λίθος οὗτος τὴν κεφαλὴν, ἤ, σαφέστερον φάναι, τὸ ἡγεμονικόν τῆς ψυχῆς ὑπανέχων τῶν αὐτοῦ θεραπόντων, καὶ τῆς γῆς ἐκμετεωρίζων ἐν τῷ γῆῖνον μηδέν, μηδε χαμαίζηλον ἐν κόσμὲ φρονεῖν ὑποτίθεσθαι. Καὶ μάρτυς ἡ κλίμαξ τῆς ἀναβάσεως, ἐκ γῆς ἀφ εκνουμένη πρός οὐρανόν. Έπεστήρικτο δὲ ταύτη Θεός ᾧ καὶ τὴν κεφαλὴν κάτω ὑπήρεισεν ὁ Ἰακώβ, ἵνα τὴν διὰ μέσης τῆς νοητῆς κλίμακος, τῆς παρθένου, άρρητον ἔνωσιν τῆς τε θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως ὑποτυπώσειςν· ὁ αὐτὸς γὰρ καὶ εἰς, καὶ κάτω ἔσται καὶ ἄνω, τὸ ἀπερίγραπτον ἔχων θεότητι, τὸ δε περίγραπτον ἀνθρωπότητα. ΑΕ,Ταῦτα μὲν οὖν οἱ τρεῖς πατριάρχαι συμμαρτυροῦσιν. Ἐμοὶ δὲ καὶ πάλιν παρρησιαζέσθω Δαυίδ, καὶ τῆς κινύρας διπλασιαζέτω τὰ κρούματα. Του ποταμού, φησί, τὰ ορμήματα εὐφραίνουσι την πόλιν τοῦ Θεοῦ. Εἰς ποταμὸν δὲ εἰρήνης ὁ Ησαΐας τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου προεθεάσατο σάρκωσιν, οἱ τὰ ὁρμήματα καὶ ἡ ἐξ ὑπερβαλλούσης φιλανθρωπίας κίνησις εἰς τὴν παράδοξον ενανθρώπησιν εὐφραίνουσι τοῦ Θεοῦ τὴν πολιν τὴν ἔμψυχον. Ταύ της γάρ ἐστιν ἡ φωνή, ή, Μεγαλύνει η ψυχή μου τὸν Κύριον, λέγουσα, καὶ ἡγαλλίασε το πνεῦμάμου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτηρί μου. Φέρε δε, καὶ τὸ χύμα τῆς Σολομωντείου σοφίας μετοχετευτέον πρὸς τὰ τοῦ εἰρηνικού ορμήματα που ταμοῦ, τοῦ ἐπικλύζοντος δόξαν ἔθνεσι, καὶ νάματα ναμάτων τὰ ἄσματα τῶν ἀσμάτων δεικνύσθωσαν, Ιδού εἶ καλὴ ἡ πλησίον μου, καὶ μώμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί· Τοῦ ἀθανάτου νυμφίου τὰ ῥήματα, συμμαρτυροῦντα τῇ νύμφη Μαριάμ τὸ πάντων κτι στῶν ὑπερκεῖσθαι, καὶ δι᾿ ὑπερβολήν καθαρότητος τῷ ἀκτίστῳ προσεγγίζειν εν φύσει κτιστή. κιννύρας.πτον, ὁ ᾿Αβραάμ· ὁ δ᾽ ἐκ τοῦ λίθου τέκνον Αβραάμ bernaculo eum excipiens, qui nullis finibus circumεγειρόμενος, ὁ Ἰσακκ· λιθώδης γὰρ ἡ τῆς Σάρρας
νηδύς, και πρὸς παιδογονίαν ἀνύπεικτος.
Ο τρίτος δε ο Ιακώς χριστόν ελαίῳ αναδείκνυσι
λίθον, καί οἶκον ονομάζει Θεοῦ· τῷ λίθῳ τούτῳ τὴν
κεφαλὴν ὁ ἀληθῆς Ἰσραὴλ ὑπανέπαυσε, τὴν ἐκ τῆς
οδοιπορίας παραμυθούμενος κόπον, μονονουχί κράζοντος του λίθου τούτου προϋπακούσας· Δεύτε προς
με παντες οἱ κοπιώντες καὶ πεφορτισμένοι, καλ
ἀναπαύσω ὑμᾶς· ὁ δὲ λίθος ἦν ὁ Χριστός Εἰ δὲ
ὁ Ἰακώβ οὗτος καὶ Ἰσραήλ κέκληται, ὁ Ἰσαὴλ δε
νοῦς ὁρῶν Θεόν διηρμήνευται, ἔσται ὁ λίθος οὗτος
τὴν κεφαλὴν, ἤ, σαφέστερον φάναι, τὸ ἡγεμονικόν
τῆς ψυχῆς ὑπανέχων τῶν αὐτοῦ θεραπόντων, καὶ
τῆς γῆς ἐκμετεωρίζων ἐν τῷ γῆῖνον μηδέν, μηδε χαμαίζηλον ἐν κόσμὲ φρονεῖν ὑποτίθεσθαι.
Καὶ μάρτυς ἡ κλίμαξ τῆς ἀναβάσεως, ἐκ γῆς ἀφεκνουμένη πρός οὐρανόν. Έπεστήρικτο δὲ ταύτη
Θεός ᾧ καὶ τὴν κεφαλὴν κάτω ὑπήρεισεν ὁ Ἰακώβ,
ἵνα τὴν διὰ μέσης τῆς νοητῆς κλίμακος, τῆς Παρθέ
νου, άρρητον ἔνωσιν τῆς τε θείας καὶ ἀνθρωπίνης
φύσεως ὑποτυπώσειςν· ὁ αὐτὸς γὰρ καὶ εἰς, καὶ
κάτω ἔσται καὶ ἄνω, τὸ ἀπερίγραπτον ἔχων θεότητι,
τὸ δε περίγραπτον ἀνθρωπότητα.
ΑΕ,Ταῦτα μὲν οὖν οἱ τρεῖς πατριάρχαι συμμαρτυρούσιν. Ἐμοὶ δὲ καὶ πάλιν παρρησιαζέσθω Δαυίδ,
καὶ τῆς κινύρας διπλασιαζέτω τὰ κρούματα.
Του ποταμού, φησί, τὰ ορμήματα εὐφραίνουσι
την πόλιν τοῦ Θεοῦ. Εἰς ποταμὸν δὲ εἰρήνης ὁ
Ησαΐας τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου προεθεάσατο σάρκωσιν,
οἱ τὰ ὁρμήματα καὶ ἡ ἐξ ὑπερβαλλούσης φιλανθρω
πίας κίνησις εἰς τὴν παράδοξον ενανθρώπησιν εὐφραίνουσι τοῦ Θεοῦ τὴν πολιν τὴν ἔμψυχον. Ταύ
της γάρ ἐστιν ἡ φωνή, ή, Μεγαλύνει η ψυχή μου
τὸν Κύριον, λέγουσα, καὶ ἡγαλλίασε το πνεύμα
μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτηρί μου.
Φέρε δε, καὶ τὸ χύμα τῆς Σολομωντείου σοφίας
μετοχετευτέον πρὸς τὰ τοῦ εἰρηνικού ορμήματα που
ταμοῦ, τοῦ ἐπικλύζοντος δόξαν ἔθνεσι, καὶ νάματα
ναμάτων τὰ ἄσματα τῶν ἀσμάτων δεικνύσθωσαν,
Ιδού εἶ καλὴ ἡ πλησίον μου, καὶ μώμος οὐκ
ἔστιν ἐν σοί· Τοῦ ἀθανάτου νυμφίου τὰ ῥήματα,
συμμαρτυροῦντα τῇ νύμφη Μαριάμ τὸ πάντων κτι
στῶν ὑπερκεῖσθαι, καὶ δι᾿ ὑπερβολήν καθαρότητος
τῷ ἀκτίστῳ προσεγγίζειν εν φύσει κτιστή.
Gen. xvm. Abrahami tabernaculum typus
fuit Virginis Deiparæ, quæ immensi Dei hospitium
facta est.
Matth.11, 9,
Gen. xxxv, 14, 15.
Matth. x, 28.
83)) I Cor. x.4.
Gen. xxvii, 12.
Cod. κιννύρας.
Psal. xLv, 5 sec. LXX.
Isa. XLVIII, 18: Utinam attendisses mandata
mea facta fuisset sicut flumen par tua, et justitia
scribitur inde vero Isaac suscitatus de lapide
filuus Abrahe; lapideus enim Saræ uterus
erat, et ad liberos gignendos clausus.
Tertius autem se sistens Jacob, lapidem oleo
inunctum ostendit, domumque Dei nominat
super hunc lapidem caput reclinavit versus Israel
a labore itineris semet reficiens, quasi in antecessum, clamante hoc ipso lapide, illud audierit: Venite ad me omnes, qui laboratis et onerati estis et ego
reficiam vos lapis autem erat Christus
Porro si Jacob iste recepit nomen Israelis, Israel
vero, vi vocis, est mens Deum videns; lapis erit
iste, qui caput, seu, ut clarius dicamus, mentem
servorum suorum suffulciat, et sursum e terra
elevet, dum nihil terrestre, abjectum nihil in mundo eos sapere docet.
Testis est et scala ascensionis, quæ e terra ad
cœlum usque pertingit Hujus autem summitati innitebatur Deus, qui tamen etiam Jacobi caput inferius sustinebat, ut divinæ scilicet et humanæ naturæ ineffabilem unitionem mediante spiritali hac scala, nempe Virgine typice designaret:
unus enim idemque erit et in terra, et in cœlo, e
divinitate habens quod sit immensus, ex humanitate vero quod loco circumscribatur.
XXXV. Hæc utique tres illi patriarchæ testantur.
At mihi vel iterum David eloquatur, modulosque
citharæ sure ingeminet; Fluminis impetus, inquit,
lætificant civitatem Dei Porro in symbolo fluminis pacis prævidit Isaias incarnationem Dei
Verbi, cujus impetus, immensæ scilicet in homines
charitatis ad nostram naturam ineffabiliter assumendam impulsus, animatam Dei civitatem lætificant. Hujus enim est vox illa, inquiens: Magnificat anima mea Dominum, et exsultavit spiritus
meus in Deo salutari meo
Sed agednm, et effluvium quoque sapientiæ Salomonis derivetur ad impetus pacifici illius fluminis, quod exundans in gentes gloriam eflundit.
et Cantica canticorum semet præbeant fluenta
fluentorum: Et ce tu pulchra es,amica mea,et macula non est in te(9»). Inmortalis Sponsi ista suut
verba, quæ testimonium de Sponsa Maria ferunt
eam scilicet universis creaturis supereminere, et
utut inter creatas res censeatur, suæ tameu puritatis præcellentia ad eum, qui est increatus,
aceedere,
tua sicut gurges maris.
Vide sanctam Deiparam symbolo expressam
civitatis Dei, de qua in Psalmo xlv.
Luc. 1, 47.
Cant. 1, 14, et iv, 7.
Eximium habes puritatis Deipara encomium,
qua scilicet et omnibus antecellat creaturis, atque
ad divinam paritatem, quantum creaturæ fas est
accedat. Atqui utrinque necessario profluit, ejusmodi puritatem nedum fœdissima aliqua labe turpatam, sed ne levi quidem nævo obnubilatam haberi posse.
col. 719–720page 59 of 83
PG 140:719καλαί. μου. έφθακε. Ας. Ως τοίνυν ὑπερβολικῶς ἐξαίρετον ν τό πλησιάζειν τῷ νυμφίῳ τὴν νύμφδν, κατά φύσιν ὄντι ἀπείρῳ ἀβύσσῳ τῆς ἁγιόττος ἐνδελεχέστερον τοῖς λόγοις ἐπισυνείρει τοῦ πλησιασμοῦ τὸ ἐγκώ μιου· καί, Ανάστα, ἐλθε, ή πλησίον μου, πάλιν φησί, καλή μου περιστερά μου ότι ιδού ὁ χειμών παρήλθεν ὁ νετὸς ἀπῆλθεν·· ἐπορεύθη ἑαυτῶν, τὰ ἄνθη ὤφθη ἐν τῇ γῇ. καιρὸς πῆς το μῆς ἔφθασε (θε) φωνὴ τῆς τρυγόνος ἠκούσθη ἐν τῇ γῇ ἡμῶν. Ταῦτα τὰ ἀσματικά προβλήματα και αίνιγματα, κατὰ μὲν τὴν πρόχειρον ἔννοιαν, τὴν τοῦ ἔαρος δηλοῦσιν ἐπιδημίαν, καὶ τὴν τοῦ πρώτ του παρά " Ιουδαίοις μηνός ἐπιφάνειαν· καθ᾿ ὧν ἡ παμμήτωρ, τῶν τοῦ κρύους ἀπολυθεῖσα δεσμών, λύει καὶ αὐτὰ τὰς ὠδῖνας· καὶ ἀπογεννᾷ τὸ παμβότανον. Η δε Θεομήτωρ, καὶ ἁγία ὄντως γῆ, καὶ ἄσπορος μόνη τὴν ἀνήροτον ἀναβλαστάνει κυοφορία». καὶ τὰ τῆς προφητείας Ησαίου πέρας απολαμβάνει, Εξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ιεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης αναβήσεται. ΑΖ. Εὗρε μὲν οὖν κατ' ἀρχὰς ἡ πρώτη πλάσις τῆς ἀνθρωπότητος τῆς κατ' αὐτὴν ὑποστάσεως θέα μεθλον, τὴν ἐαρινὴν εὐκοσμίαν· εὑρίσκει δε ταύτην ἀρτίως καὶ ἡ παλιγγενεσία τῆς ἡμῶν φύσεως, καὶ τοῦ κόσμου ἡ ἀνανέωσις. Εἴρηται μέν που τῷ γράμ ματι τῷ ἱερῷ, ὡς Εἶδε Κύριος ὁ Θεὸς τὴν γῆν, καὶ ἦν κατεφθαρμένη ότι κατέφθειρε πᾶσα σὰρξ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐπλήσθη ἡ γ ἀδικίας. Κατὰ ταύτης τοίνυν τῆς ἀδικίας ἀνοίγονται οι καταράκται τοῦ οὐρανοῦ καὶ πᾶσαι αἱ πηγαί τῆς ἀβύσσου, καὶ ἀχρειοῦται τῆς γῆς τὸ πρόσωπον ἐκ τοῦ κατακλυσμοῦ, καὶ ἀντὶ τῆς προτέρας εὐχροίας ὑδεριᾷ εἰς ὅλον ἐνιαυτόν· καὶ συμπάσχει παντὶ τῷ ἐξ αὐτῆς ἀναστήματι, καὶ τὸν ἀσυνήθη τούτου χει μῶνα υφίσταται. ᾿Αλλὰ τί πάλιν τὸ αὐτό φησι γράμ μα; Εγένετο ἐν τῷ ἐνὶ καὶ ἐξακοσιοστῷ ἔτσι ἐν τῇ ζωῇ τοῦ Νῶς, ἐν τῷ πρώτῳ μηνί, μιᾷ τοῦ μην νός, ἐξέλιπε τὸ ὕδωρ ἀπό προσώπου τῆς γῆς καὶ ἀπεκάλυψε Νῶς τὴν στέγην της κιβωτού, ἣν ἐποίησε, καὶ εἶδεν, ότ' ἐξέλιπε τὸ ὕδωρ ἀπό προσώπου τῆς γῆς. Ορᾷς, ὅπως καὶ ἡ τοῦ δευτές ρου κόσμου ἀρχὴ τοῦ πρωτοκαιρίου ἴαρος ἐξάρχεται; Όμως ἅπαντα ἐκεῖνα τὰ παλαιὰ πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν βλέπουσιν ἑορτήν· καθ' ἦν τὰ μὲν τῆς ἀποστροφῆς τοῦ θείου προσώπου, καὶ ὁ βαρύς χει μὼν τῆς τούτου ὀργῆς τέλος λαμβάνει. ἄρχεται δ τὴν γῆν ἐπισκέπτεσθαι σωτήριον ἐπισκοπὴν, καὶ τῷ ἀσθενῶ στεφάνῳ τῷ ἔαρι καταστέψειν αὐτὴν, καὶ μεθύειν τὰς αύλακας ταῖς τῆς χρηστότητος δωρεαϊς. Εναριξων δὲ καὶ ο Δαυΐδ. και τῇ ἀνακαινίσει τῆς γῆς τὰ πρόσφορα ψαλτωδών. Ο Κύριος δώσει χρή στότητα, επάδει, καὶ ἡ γῆ ἡμῶν δώσει τὸν καρ πὸν αὐτῆς. όμως. vπι,GERMANI II CP, PATRIARCHA.
XXXVI. Cum itaque ad Sponsum, qui ex natura
sua imperscrutabilis est sanctitatis abyssus, Sponsam accedere, præstantissimum quid sit omnem
mensuram excedens, continenter hujus accessus
eucomium oratione prosequitur;et iterum: Surge,
inqui, propera, amica mea, formosa mea, columba
mea: ecce enim hiems transiit, imber abiit recessit
sibi, flores apparuerunt in terra, tempus putationis
advenit, vor turturis audita est interra nostra
Hæ Canticorum figuræ et adumbrationes obvio
quidem sensu veris adventum et primi apud Judimos mensis initium significant: quo tempore omnium mater (terra) frigoris soluta vinculis, et ipsa
fcturam absolvit, omnigenasque herbas progignit.
Dei autem Mater et vere sancta terra, ac sola non
accepto semine fetum progerminat nullo humano
opere excultum, atque implementum accipiunt illa
Isaire oracula: Egredietur virga de radice Jesse,et
flos de radice ascendet
XXXVII. Verni itaque temporis venustatem, velut exsistentiæ suæ fundamentum, in ipsis rerum
initiis invenit prima nature humanæ plasmatio; et
vernum hunc ornatum invenit modo naturæ nostræ regeneratio et renovatio mundi. Et sane alicubi sacraram Scripturarum dictum est, quod vidit
Dominus Deus terram, et erat corrupta; quippe omnis caro corruperat viam suam super terram
et terra repleta erat iniquitate Ad hanc igitur
iniquitatem sistendam aperiuntur cataractæ cœli(1)
et omnes fontes abyssi, et horrida fit e diluvio facies terræ, ac pristinæ elegantiæ loco ad integrum
annum facies terrae aquis inundatur, simulque
cum iis omnibus, quæ ex ipsa assurgunt, affligitur,
insuetamqque hanc hiemem subit. Verum quid eadem rursus dicit Scriptura? factum est sexcentesimo primo anno vitæ Noe, primo mense, prima die
mensis, defecerant aquæ a facie terræ, et aperuit
Noe operculum arcæ, quod fecerat, et vidit quod defecisset aqua a facie terræ Videsne, quomodo et
secundi mundi exordium a primo veris tempore
incipit? Omnia ex æquo vetera illa ad præsentem
spectantsolemnitatem, qua et divini vultus aversio,
etiræ ejusdem profunda hiems finem sumunt: tum
vero terram salutari visitatione Deus lustrare, et
isto vere ceu florida corona ipsum exornare incipit, et ejus sulcos bonitatis suæ muneribus inebriare. Sed et David vernantem prope dixerim vultum explicans, ac vocem cithare sono conjungens,
huic terræ renovationi congrua sic canit: Dominusdabit benignitatem,et terra
dabit
fructum suum
Cod. καλαί.
Excidit e cod. μου.
Cant. u, 10-12 sec. LXX.
Lect.com. έφθακε.
nostra
Isa. II, 1 sec. LXX, qui legunt de radice
ubi Vulgata Latina habet, de radice ejus.
Ας. Ως τοίνυν ὑπερβολικῶς ἐξαίρετον ν τό
πλησιάζειν τῷ νυμφίῳ τὴν νύμφδν, κατά φύσιν
ὄντι ἀπείρῳ ἀβύσσῳ τῆς ἁγιόττος ἐνδελεχέστερον
τοῖς λόγοις ἐπισυνείρει τοῦ πλησιασμοῦ τὸ ἐγκώ
μιου· καί, Ανάστα, ἐλθε, ή πλησίον μου, πάλιν
φησί, καλή μου περιστερά μου ότι ιδού
ὁ χειμών παρήλθεν ὁ νετὸς ἀπῆλθεν·· ἐπορεύθη
ἑαυτῶν, τὰ ἄνθη ὤφθη ἐν τῇ γῇ. καιρὸς πῆς το
μῆς ἔφθασε (θε) φωνὴ τῆς τρυγόνος ἠκούσθη
ἐν τῇ γῇ ἡμῶν. Ταῦτα τὰ ἀσματικά προβλήματα
και αίνιγματα, κατὰ μὲν τὴν πρόχειρον ἔννοιαν,
τὴν τοῦ ἔαρος δηλοῦσιν ἐπιδημίαν, καὶ τὴν τοῦ πρώτ
του παρά " Ιουδαίοις μηνός ἐπιφάνειαν· καθ᾿ ὧν ἡ
παμμήτωρ, τῶν τοῦ κρύους ἀπολυθεῖσα δεσμών,
λύει καὶ αὐτὰ τὰς ὠδῖνας· καὶ ἀπογεννᾷ τὸ παμβότανον. Η δε Θεομήτωρ, καὶ ἁγία ὄντως γῆ, καὶ
ἄσπορος μόνη τὴν ἀνήροτον ἀναβλαστάνει κυοφορία».
καὶ τὰ τῆς προφητείας Ησαίου πέρας απολαμβάνει,
Εξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ιεσσαί, καὶ
ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης αναβήσεται.
ΑΖ. Εὗρε μὲν οὖν κατ' ἀρχὰς ἡ πρώτη πλάσις
τῆς ἀνθρωπότητος τῆς κατ' αὐτὴν ὑποστάσεως θέα
μεθλον, τὴν ἐαρινὴν εὐκοσμίαν· εὑρίσκει δε ταύτην
ἀρτίως καὶ ἡ παλιγγενεσία τῆς ἡμῶν φύσεως, καὶ
τοῦ κόσμου ἡ ἀνανέωσις. Εἴρηται μέν που τῷ γράμ
ματι τῷ ἱερῷ, ὡς Εἶδε Κύριος ὁ Θεὸς τὴν γῆν, καὶ
ἦν κατεφθαρμένη ότι κατέφθειρε πᾶσα σὰρξ
τὴν ὁδὸν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐπλήσθη ἡ γ
ἀδικίας. Κατὰ ταύτης τοίνυν τῆς ἀδικίας ἀνοίγον
ται οι καταράκται τοῦ οὐρανοῦ καὶ πᾶσαι αἱ πηγαί
τῆς ἀβύσσου, καὶ ἀχρειοῦται τῆς γῆς τὸ πρόσωπον
ἐκ τοῦ κατακλυσμοῦ, καὶ ἀντὶ τῆς προτέρας εὐχροίας
ὑδεριᾷ εἰς ὅλον ἐνιαυτόν· καὶ συμπάσχει παντὶ τῷ
ἐξ αὐτῆς ἀναστήματι, καὶ τὸν ἀσυνήθη τούτου χει
μῶνα υφίσταται. ᾿Αλλὰ τί πάλιν τὸ αὐτό φησι γράμ
μα; Εγένετο ἐν τῷ ἐνὶ καὶ ἐξακοσιοστῷ ἔτσι ἐν
τῇ ζωῇ τοῦ Νῶς, ἐν τῷ πρώτῳ μηνί, μιᾷ τοῦ μην
νός, ἐξέλιπε τὸ ὕδωρ ἀπό προσώπου τῆς γῆς
καὶ ἀπεκάλυψε Νῶς τὴν στέγην της κιβωτού, ἣν
ἐποίησε, καὶ εἶδεν, ότ' ἐξέλιπε τὸ ὕδωρ ἀπό
προσώπου τῆς γῆς. Ορᾷς, ὅπως καὶ ἡ τοῦ δευτές
ρου κόσμου ἀρχὴ τοῦ πρωτοκαιρίου ἴαρος ἐξάρχεται;
Όμως ἅπαντα ἐκεῖνα τὰ παλαιὰ πρὸς τὴν
ἐνεστῶσαν βλέπουσιν ἑορτήν· καθ' ἦν τὰ μὲν τῆς
ἀποστροφῆς τοῦ θείου προσώπου, καὶ ὁ βαρύς χει
μὼν τῆς τούτου ὀργῆς τέλος λαμβάνει. ἄρχεται δ
τὴν γῆν ἐπισκέπτεσθαι σωτήριον ἐπισκοπὴν, καὶ τῷ
ἀσθενῶ στεφάνῳ τῷ ἔαρι καταστέψειν αὐτὴν, καὶ
μεθύειν τὰς αύλακας ταῖς τῆς χρηστότητος δωρεαϊς.
Εναριξων δὲ καὶ ο Δαυΐδ. και τῇ ἀνακαινίσει τῆς
γῆς τὰ πρόσφορα ψαλτωδών. Ο Κύριος δώσει χρή
στότητα, επάδει, καὶ ἡ γῆ ἡμῶν δώσει τὸν καρπὸν αὐτῆς.
Cod. όμως.
Gen vi, 12.
Ibid. 11,
Gen. vi, 14.
Gen. vπι, 13 sec LXX.
Psal. LXXXIV, 13.
col. 721–722page 60 of 83
PG 140:721ΔΗ. Ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ ἔσταται τῆς μακράς περιπλανήσεως καὶ ξένης κυμαγωγίας ή κοσμική κιβωτός, καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ἀνυπόστατον τέλεον ἐκλιμπάνει. Αποκαλύπτεται τὰ συγκεκαλυμμένα μυστή μια τῆς ἀρχαίας βουλῆς τῆς ὄντως ἀληθινῆς ὁ τῆς δικαιοσύνης ήλιος επιλάμπει τῷ κόσμῳ· καὶ φῶς μέγαὶ ἰδεῖν οἱ χρονίως ἐν σκότει καθήμενοι καὶ σκιᾷ τοῦ θανάτου καταξιοῦνται, καὶ τὸ στερεόν τῆς πνεύ ματικῆς καταστάσεως τοῦ ἐνύγρου και πλαδαρού βίου ἀντιλαμβάνουσι. Περιστερὰ μὲν οὖν ἐκεῖσε ἄγε γελος τῆς ἀπαλλαγής τους κατακλυσμού· ὅτι χει μῶνος ἐκείνου ἔτι ἐπικρατοῦντος οὐκ ἐπαῤῥησιάζετο ἐπεὶ δὲ παρῆλθεν οὗτος, ἐξῆλθεν ἐκείνη. Καὶ ὑπὲρ χιόνα δὲ λευκὴ ἐκ τοῦ κατὰ ψυχὴν φωτισμού ή πάνω αγιος καὶ λογική περιστερά, τοῦ νοητοῦ κατακλυσμοῦ ὑποῤῥεύσαντος, τῷ κόσμῳ ἐνεφανίσθη Λιά του τοῦτο, Ελθε, ἡ πλησίον μου, λέγει ο νυμφίος, ή καλή μου περιστερά· ὅτι ἰδοὺ ὁ χειμών παρῆλθεν, ὁ ὑετὸς ἀπῆλθε. Περιστερὰν δὲ τὴν κεχαριτωμένην ἡ ἀσματίζουσα ονομάζει, καὶ διὰ τὸ ὅλην δι ὅλου πρὸς τὸ πνευματικὸν μετεῤῥυθμίσθαι καὶ οἱονεὶ πεποιῶσθαι ἀλλὰ καὶ ὅτι τὴν παύλαν τοῦ τῆς πλάνης χειμῶνος τοῖς ἀνθρώποις ἐμήνυσε, καὶ τὸν χρισθέντα τῷ ἐλαίῳ τῆς ἀγαλλιάσεως παρά τοὺς μετόχους αὐτοῦ τῷ κόσμῳ ὑπέδειξε. Καὶ παλαι μὲν ἐλέγετο πρὸς τοῦ Θεοῦ, ἐξοργιζομένου κατὰ τῶν ἁμαρτωλῶν, ὡς οὐ μὴ μείνῃ το πνεῦμάμου ἐπ' αὐτούς, διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας· τοῦ Πνεύματος γοῦν ἐξοικισθέντος ἐκεῖθεν τοῦ ζωοποιού, ὁ νεκροποιός κατακλυσμός επενήνεκται. Ενταῦθα τί: Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύνα μες τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι τῇ πανυπεραμωμήτῳ, ἔλεγεν ὁ ἀρχάγγελος. ΑΘ΄. Αλλ' ἐπιπλεκέσθω καὶ τὰ ἑξῆς τοῦ “Ασματος ( τῇ τοῦ λόγου ὑφῇ· Καιρὸς τῆς τομῆς ἔφθασε φωνὴ τῆς τρυγονος ἠκούσθη ἐν τῇ γῇ ἡμῶν. Εν τούτοις ὁ προδραμὼν τοῦ παρθενικοῦ τόπου, την στείρας βλαστός, παρεμφαίνεται. Καὶ γὰρ καὶ εὐάγγελος ἄγγελος ἐπισυνείρει ἀμφότερα. Εἰπὼν γὰρ πρὸς τὴν Παρθένον· Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις Ὑψίστου επισκιάσει διό καὶ τὸ γεννωμενον ἅγιον κληθήσεται Υἱὸς Θεοῦ· ἐπισυνήψε τούτοις εὐθὺς τὴν προδρο μικήν σύλληψιν· Καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ, ή συγγενής σου, εἰπὼν, καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα, υἱὸν ἐν γέρει αὐτῆς. Οὗτός ἐστιν ἡ τρυγών ή φιλῃρημο;. οὗτος τὴν τομὴν ἐγγίσαι διαμαρτύρεται, όπου φησί· Ηδη δε καὶ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων κεῖται. σου ανυπόστατον ύδωρ ἀνυπόστατον, μου, περιστερά. της κεχαριτωμένης, μὴ καταμείνη... ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις: εἰς τὸν αἰῶναΔΗ. Ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ ἔσταται τῆς μακράς
περιπλανήσεως καὶ ξένης κυμαγωγίας ή κοσμική
κιβωτός, καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ἀνυπόστατον τέλεον ἐκλιμπάνει. Αποκαλύπτεται τὰ συγκεκαλυμμένα μυστή
μια τῆς ἀρχαίας βουλῆς τῆς ὄντως ἀληθινῆς
ὁ τῆς
δικαιοσύνης ήλιος επιλάμπει τῷ κόσμῳ· καὶ φῶς
μέγαὶ ἰδεῖν οἱ χρονίως ἐν σκότει καθήμενοι καὶ σκιᾷ
τοῦ θανάτου καταξιοῦνται, καὶ τὸ στερεόν τῆς πνεύματικῆς καταστάσεως τοῦ ἐνύγρου και πλαδαρού
βίου ἀντιλαμβάνουσι. Περιστερὰ μὲν οὖν ἐκεῖσε ἄγε
γελος τῆς ἀπαλλαγής τους κατακλυσμού· ὅτι χει
μῶνος ἐκείνου ἔτι ἐπικρατοῦντος οὐκ ἐπαῤῥησιάζετο·
ἐπεὶ δὲ παρῆλθεν οὗτος, ἐξῆλθεν ἐκείνη. Καὶ ὑπὲρ
χιόνα δὲ λευκὴ ἐκ τοῦ κατὰ ψυχὴν φωτισμού ή πάνω
αγιος καὶ λογική περιστερά, τοῦ νοητοῦ κατακλυσμοῦ ὑποῤῥεύσαντος, τῷ κόσμῳ ἐνεφανίσθη Λιά του
τοῦτο, Ελθε, ἡ πλησίον μου, λέγει ο νυμφίος,
ή
καλή μου περιστερά· ὅτι ἰδοὺ ὁ χειμών παρῆλθεν, ὁ ὑετὸς ἀπῆλθε. Περιστερὰν δὲ τὴν κεχαριτωμένην ἡ ἀσματίζουσα ονομάζει, καὶ διὰ τὸ ὅλην
δι ὅλου πρὸς τὸ πνευματικὸν μετεῤῥυθμίσθαι καὶ
οἱονεὶ πεποιῶσθαι ἀλλὰ καὶ ὅτι τὴν παύλαν τοῦ
τῆς πλάνης χειμῶνος τοῖς ἀνθρώποις ἐμήνυσε, καὶ
τὸν χρισθέντα τῷ ἐλαίῳ τῆς ἀγαλλιάσεως παρά
τοὺς μετόχους αὐτοῦ τῷ κόσμῳ ὑπέδειξε. Καὶ
παλαι μὲν ἐλέγετο πρὸς τοῦ Θεοῦ, ἐξοργιζομένου
κατὰ τῶν ἁμαρτωλῶν, ὡς οὐ μὴ μείνῃ το Πνεῦμά
μου ἐπ' αὐτούς, διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας· τοῦ
Πνεύματος γοῦν ἐξοικισθέντος ἐκεῖθεν τοῦ ζωοποιού,
ὁ νεκροποιός κατακλυσμός επενήνεκται. Ενταῦθα
τί: Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύνα-
XXXVIII. Jam circumferri tandiu huc illuc, ac
funesta procella jactari cessat arca mundi, et instabiles aquas omnino deserit. Jam revelantur abscondita antiqui illius et sane veri consilii
mysteria: mundo illucescit. Sol justitime: et
qui diu in tenebris et in umbra mortis sedebant,
digni facti sunt, ut magnam lucem videant et
pro fluctuanti illa et flaccida vita soliditatem spiritalis mansionis adipiscuntur. Ibi itaque recedentis diluvii nuntia (apparet) columba; quæ quidem
dum adhuc procella obtineret, prodire nequaquam audebat: prodit vero, postquam diluvium
cessavit. Sed et cum deflueret spiritale diluvium,
candidior nive ob animæ splendorem, purissima
ac rationalis columba mundo apparuit. Ac propterea dicit Sponsus Veni, amica mea, pulchra
mea, columba mea: ecce enim hiems transiit, imber
abiit. Nomine autem columbæ vox Canticorum gratia plenam appellat, tum quia tola et semper
ad normam Spiritus semetipsam expresserat,eamque normam quamdam veluti naturam induerat;
tum etiam quia finem hiemis errorum annuntiavit
hominibus,atque unctum oleo exsultationis præparticipibus suis mundo ostendit. Et olim quidem
a Deo, adversus peccatores irato,dictum, fuit: Non
permanebit Spiritus meus in ipsis, propterea quod
caro sunt proinde cum vivificans Spiritus inde
recessisset, mortiferum inductum est diluvium. Hic
autem quid?Spiritus sanctus,inquit archangelus, superveniet in te, et virtus Altissimiobumbrabit tibi(13),
quæ præ omnibus creatis prorsus es immaculata
μες τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι τῇ πανυπεραμωμήτῳ, ἔλεγεν ὁ ἀρχάγγελος.
ΑΘ΄. Αλλ' ἐπιπλεκέσθω καὶ τὰ ἑξῆς τοῦ “Ασματος (XXXIX. Verum et quæ sequuntur in Cantico,
τῇ τοῦ λόγου ὑφῇ· Καιρὸς τῆς τομῆς ἔφθασε
φωνὴ τῆς τρυγονος ἠκούσθη ἐν τῇ γῇ ἡμῶν.
Εν τούτοις ὁ προδραμὼν τοῦ παρθενικοῦ τόπου,
την στείρας βλαστός, παρεμφαίνεται. Καὶ γὰρ καὶ
εὐάγγελος ἄγγελος ἐπισυνείρει ἀμφότερα. Εἰπὼν
γὰρ πρὸς τὴν Παρθένον· Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσε
ται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις Ὑψίστου επισκιάσει
διό καὶ τὸ γεννωμενον ἅγιον κληθήσεται
Υἱὸς Θεοῦ· ἐπισυνήψε τούτοις εὐθὺς τὴν προδρομικήν σύλληψιν· Καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ, ή συγγενής
σου, εἰπὼν, καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα, υἱὸν ἐν γέρει
αὐτῆς. Οὗτός ἐστιν ἡ τρυγών ή φιλῃρημο;. οὗτος
τὴν τομὴν ἐγγίσαι διαμαρτύρεται, όπου φησί· Ηδη
δε καὶ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων κεῖται.
σου
De voce ανυπόστατον ita Henric. Stephanus:
Hieronymus enarrans, quod Græci Bibliorum interpretes reddiderunt ύδωρ ἀνυπόστατον, verbum,
inquit, apud Græcos ambiguum est, et potest sonare, quod non subsistat, et quod intolerabile sit.
Isa. xxv, 1 sec. LXX.
Malach. iv,
Isa. IX, 2, et Matth. iv. 16.
Spirituale diluvium est ruina in universum
genus per Adam inducta. Porro res ipsa postulat,
ne eo diluvio periisse putetur columba illa purissima, quæ nuntia communis salutis apparet.
Cant. 11, 10. Hoc etiam loco Germanus omittit μου, quod ex communi vers. LXX adjungitur
orationis texturæ inserantur; Tempus putationis
advenit; vox turturis audita est in terra nostra
In his germen quoque sterilis præcursor virginei partus, simul exprimitur. Et sane angelus
faustus ille nuntius utrumque simul connectit. Nam
postquam Virgini dixit:Spiritus sanctus superveniet
in te, et virtus Altissimi obumbrabit tibi; ideoque
quod nascetur sanectum vocabitur Filius Dei
continuo præcursoris conceptionem his adjunxit,
inquiens:Et ecce Elisabeth cognata tua et ipsa
concepit filium in senectute sua Hic est turtur
solitudinis amicus: hic tempus putationis appropinquasse testatur, ubi ait: Jam enim securis ad
radicem arborum posita est Postquam enim
voci περιστερά.
Vibe Deip ram antonomastice της κεχαριτω
μένης, gratia plena, appellatione designatam.
11) Psal xLiv, 8
Gen.vi, 3 sec. vers. LXX, cujus tamen
Vulgata editio paulo aliter habet, μὴ καταμείνη...
ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις: voces autem εἰς τὸν αἰῶνα
etiam in edit Aldin. desunt.
Luc. 1, 35.
Cant. ir, 12.
Luc.1, 35.
Ibid. 30.
Luc 111, 9.
col. 723–724page 61 of 83
PG 140:723Δεῖ γάρ, ἐπειδὴ ὁ χειμών παρήλθε, καὶ ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης ζωογόνος επέλαμψε, καὶ τὸ ἐκ τῆς ρίξης Ἰεσσαὶ ἄνθος εβλάστησεν, ὅσα τῶν δένδρων, μετὰ τὴν ἐκ τοῦ ἡλίου περίθαλψίν, ἐπὶ τὴν πρώτης μένουσιν ἀκαρπίας, μηδεμίαν ἱκμάδα τῆς εὐζωίας ἐπαγγελλόμενα, εκκόπτεσθαι, καὶ εἰς πῦρ βάλλεσθαι, καὶ καίεσθαι. Δίκαιον γὰρ καὶ τοῦτο οὕτω τῆς δι καιοσύνης ὁ ἥλιος κέκρικεν Ίνα τί γάρ, φησί, καὶ γῆν καταργεί; Μ΄. Ω πόσων μοι τῶν παραδειγμάτων, ὡς χρωμά των τὸ δαψιλές, δι' ὧν τὸ τῆς παρούτης ἑορτῆς προεξω γραφεῖτο μυστήριον! Η πρωτομηνίτες αύτη κορυ ψαία, καὶ παντὸς του χρονικού κυκλοφορήματος εξαρ χος, καὶ τὸν τληπαθέστατον κατ' Αίγυπτον Ισραήλ εἶδεν ίδοντα φῶς γλυκὺ τῆς ἐλευθερίας, και φύγοντα δι' αἵματος τὸν ολοθρεύοντα ἄγγελου· μαρτύριον δε τούτου του Πάσχα ή τελετή. ᾿Αλλ' ἐκεῖνοι μὲν προσκαίρου δουλείας, καὶ ἐργομοχθίας θανάτῳ ἀναπαυομέν νης, κατ' ἐκεῖνο καιροῦ ἀπελύοντο· οἱ δὲ ἀπὸ ᾿Αδάμ ἕως καί εἰς αὐτὴν τὴν παρουσίαν Χριστοῦ τὸ ζην καταλύσαντες, την πικροτέραν ὑφίσταντο τυραννίδα, ἐπὶ τὴν σκοτεινὴν παροικίαν καταβάντες τοῦ ᾅδου, Καὶ τὰ ἐν Ψαλμοῖς εἰρημένα τοῖς τῳ θανάτῳ καὶ τῷ ήδη τυραννουμένοις μᾶλλον ἀρόσειεν· ᾿Εκέκραξαν, φησί, πρὸς τὸν Κύριον ἐν τῷ θλιβεσθαι αὐτούς. καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἴσωσεν αὐτούς. Απο έστειλε τον λογον αὐτοῦ καὶ ἱώτατο αὐτούς. καὶ ερρύσατο αὐτοὺς ἐκ τῶν διαφθορῶν αὐτῶν. Οὐ δεὶς γὰρ ἕτερος κατὰ θανάτου τροπαιον ἔστησε, καὶ τῆς διαφθορᾶς τὴν φύσιν απήλλαξεν, εἰ μὴ ο του Πατρός ενυπόστατος Λόγος καὶ συναίδιος, ως κατ' ζωογόνου. εὐδοκίαν ἰδοὺ πατρικὴν ἀφικνεῖται, ἵνα γένηται πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς διὰ τῆς ἐκ παρθενικῶν αιμάτων σαρκώσεως, και του συγγενεῖς ἐπισκέψεται. Πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ Ιούδα ὁ Κύριος ἀνατέταλκεν. Ἔσται δε, ότι φθονηθείς υπό ἀδελφν εἰς Αἴγυπτον καταβήσεται, καὶ τὰ σκοτεινὰ του όλου βασίλεια. τῶν ΜΑ΄. Οἱ μὲν ἀλλὰ καὶ τὴν σκηνὴν ἐκείνην τὴν μεταφόρητον, ἧς ἀρχιδομάτων Βεσελεήλ, τὴν θεμε λίους μὲν οὐκ ἔχουσαν, τύπους δε μόνον ἔνδοθεν περικλείουσαν τῆς ἀληθινής σκηνής. καὶ ἐμψυχου, περὶ ἐς καὶ ἐψαλτωδηται, Ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ αὐτῆς καὶ οὐ σαλευθήσεται, της οντως κιβωτον του ἁγιάσματος, ὁ μὲν οὗτος τὴν πήξιν λαβοῦσαν τε θέαται. Καὶ τὰ ἐγκαίνια τοῖς Ἰσραηλίταις ἐν τούτῳ πεπανηγύρισται. Ούτω μεγίστης φροντίδος ἠξίωτο τῷ Δεσπότη Θεῷ τὸ τελούμενον σήμερον θεοπρεπές καὶ μέγα μυστήριον. καὶ παρὰ τούτο ποικίλοις προ χαράγμασι προϊστόρηται. Β΄. Πήγονται καὶ νῦν τῇ Σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ ἀθεGERMANI II CP PATRIARCHÆ
hiems pertransiit, et vivificus Sol justitis resplen- Δεῖ γάρ, ἐπειδὴ ὁ χειμών παρήλθε, καὶ ὁ ἥλιος τῆς
duit, flosque e radice Jesse germinavit, plane
oportet ut quæcunque arbores, hujus solis radiis
circumfotæ in pristina sterilitate, nullum frugifera
vitæ succum promittentes, perseverant. Jam excidantur, et in ignem conjiciantur et comburantur 19) Namque æquissimum et id ita judicavit
Sol justitia: Ut quid enim, inquit, etiam terram
occupat?
δικαιοσύνης ζωογόνος επέλαμψε, καὶ τὸ ἐκ τῆς
ρίξης Ἰεσσαὶ ἄνθος εβλάστησεν, ὅσα τῶν δένδρων,
μετὰ τὴν ἐκ τοῦ ἡλίου περίθαλψίν, ἐπὶ τὴν πρώτης
μένουσιν ἀκαρπίας, μηδεμίαν ἱκμάδα τῆς εὐζωίας
ἐπαγγελλόμενα, εκκόπτεσθαι, καὶ εἰς πῦρ βάλλεσθαι,
καὶ καίεσθαι. Δίκαιον γὰρ καὶ τοῦτο οὕτω τῆς δι
καιοσύνης ὁ ἥλιος κέκρικεν Ίνα τί γάρ, φησί, καὶ
γῆν καταργεί;
Μ΄. Ω πόσων μοι τῶν παραδειγμάτων, ὡς χρωμά
των τὸ δαψιλές, δι' ὧν τὸ τῆς παρούτης ἑορτῆς προεξω
γραφεῖτο μυστήριον! Η πρωτομηνίτες αύτη κορυ
ψαία, καὶ παντὸς του χρονικού κυκλοφορήματος εξαρχος, καὶ τὸν τληπαθέστατον κατ' Αίγυπτον Ισραήλ
εἶδεν ίδοντα φῶς γλυκὺ τῆς ἐλευθερίας, και φύγοντα
δι' αἵματος τὸν ολοθρεύοντα ἄγγελου· μαρτύριον δε
τούτου του Πάσχα ή τελετή. ᾿Αλλ' ἐκεῖνοι μὲν προσκαί
ρου δουλείας, καὶ ἐργομοχθίας θανάτῳ ἀναπαυομέν
νης, κατ' ἐκεῖνο καιροῦ ἀπελύοντο· οἱ δὲ ἀπὸ ᾿Αδάμ
ἕως καί εἰς αὐτὴν τὴν παρουσίαν Χριστοῦ τὸ ζην
καταλύσαντες, την πικροτέραν ὑφίσταντο τυραννίδα,
ἐπὶ τὴν σκοτεινὴν παροικίαν καταβάντες τοῦ ᾅδου,
Καὶ τὰ ἐν Ψαλμοῖς εἰρημένα τοῖς τῳ θανάτῳ καὶ τῷ
ήδη τυραννουμένοις μᾶλλον ἀρόσειεν· ᾿Εκέκραξαν,
φησί, πρὸς τὸν Κύριον ἐν τῷ θλιβεσθαι αὐτούς.
καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἴσωσεν αὐτούς. Απο
έστειλε τον λογον αὐτοῦ καὶ ἱώτατο αὐτούς. καὶ
ερρύσατο αὐτοὺς ἐκ τῶν διαφθορῶν αὐτῶν. Οὐ
δεὶς γὰρ ἕτερος κατὰ θανάτου τροπαιον ἔστησε, καὶ
τῆς διαφθορᾶς τὴν φύσιν απήλλαξεν, εἰ μὴ ο του
XL. Quanta vero mihi exemplorum copia suppetit, quibus veluti coloribus hodiernæ festivitatis
mysterium pridem jam ad vivum designatum reperitur! Mensis iste, principium mensium et totius
annui orbis caput, ipse est, qui in Ægypto Israelem
vidit tum in mediis calamitatibus intuentem suave
libertatis lumen, tum exemptum per sanguinem ab
angelo exterminatore; cujus rei testis erat sacer
paschalis ritus. Verum illi temporaria servitut,
atque laboriosis ærumnis, quæ saltem per mortem
cessant, ea occasione liberati fuerunt. At illi, qui
ab Adam vel usque ad hunc Christi adventum vitam finierunt, tyrannidem sane acerbiorem, in tenebricosas inferorum sedes descendentes passi sunt.
Et certe aptius his, qui vinculis mortis atque inferorum captivi detinebantur, convenerit quæ in Psalmis dicta sunt: Et clamaverunt (inquit) ad Dominum,cum tribularentur, et de necessitatibus eorum
liberavit eos:Misit Verbum suum, el sanavit eos, et
eripuit eos de interionibus eorum Nemo quippe
alius de morte tropæum erexit, et naturam a corruptione liberavit, nisi patris subsistens et coeternum (Πατρός ενυπόστατος Λόγος καὶ συναίδιος, ως κατ'
Verbum, qui secundum paternum beneplacitum
ecce advenit, ut incarnatus ex virgineo sanguine
sit primogenitus in multis fratribus et cognatos suos invisat. Manifeste enim compertum est.
Dominum e tribu Judæ ortum esse. Erit autem,
quando propter fratrum invidiam in Egyptum,
in tenebrosa nempe inferni regna, descendet.
XLI. Quin etiam vidit hic (primus mensis) opere
completum tabernaculum illud vectile, cujus
princeps artifex fuit Beseleel, nulli utique subnixum fundamento, intus vero nihil continens,
nisi figuras veri tabernaculi, et animatæ illius vere
sanctificationis Arce, de qua etiam cantatum in
Psalmis fuit: Deus in medioejus et non commovebitur(24)Tum dedicatio tabernaculi, hoc ipso mense ab Israelitis celebrata est Adeo nempe dignum maxima cura Domino Deo visum est divinum illud ac magnum mysterium, quod hodierna
die perficitur, ac propterea variis ante symbolis
descriptum fuit.
XLII. Nunc etiam Sapientiæ Dei domus conζωογόνου.
Luc. II, 9.
Luc. xii, 7.
Psal. evi, 20 et 28.
Rom. vult, 29.
Exod. xt, 2 et 15: Mense primo, prima die
mensis, erige tabernaculum testimonii... Igitur priεὐδοκίαν ἰδοὺ πατρικὴν ἀφικνεῖται, ἵνα γένηται
πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς διὰ τῆς ἐκ παρ
θενικών αιμάτων σαρκώσεως, και του συγγενεῖς
ἐπισκέψεται. Πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ Ιούδα ὁ Κύριος
ἀνατέταλκεν. Ἔσται δε, ότι φθονηθείς υπό
ἀδελφν εἰς Αἴγυπτον καταβήσεται, καὶ τὰ σκοτεινὰ
του όλου βασίλεια.
τῶν
ΜΑ΄. Οἱ μὲν ἀλλὰ καὶ τὴν σκηνὴν ἐκείνην τὴν
μεταφόρητον, ἧς ἀρχιδομάτων Βεσελεήλ, τὴν θεμε
λίους μὲν οὐκ ἔχουσαν, τύπους δε μόνον ἔνδοθεν πε
ρικλείουσαν τῆς ἀληθινής σκηνής. καὶ ἐμψυχου,
περὶ ἐς καὶ ἐψαλτωδηται, Ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ αὐτῆς
καὶ οὐ σαλευθήσεται, της οντως κιβωτον του
ἁγιάσματος, ὁ μὲν οὗτος τὴν πήξιν λαβοῦσαν τε
θέαται. Καὶ τὰ ἐγκαίνια τοῖς Ἰσραηλίταις ἐν τούτῳ
πεπανηγύρισται. Ούτω μεγίστης φροντίδος ἠξίωτο
τῷ Δεσπότη Θεῷ τὸ τελούμενον σήμερον θεοπρεπές
καὶ μέγα μυστήριον. καὶ παρὰ τούτο ποικίλοις προχαράγμασι προϊστόρηται.
Β΄. Πήγονται καὶ νῦν τῇ Σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ ἀθε
mo mense anni secundi, prima die mensis, collocatum est tabernaculum.
Psal. xLv, 6. Particulam et, quæ et a Vulgata
Latina, et a communi Græca LXX lectione abest,
retinent tamen cum Germano editiones Aldina et
Complutensis.
Conf. Exod. xl.
col. 725–726page 62 of 83
PG 140:725μελίωτος οἶκος τά γε εἰς ἀνδρικὴν συνεργίαν καὶ φύσεως ἀκολουθίαν. Ἐνταῦθα γὰρ ὁ ἔνοικός έστι τοῦ οἴκου θεμέλιος καὶ ἐπὶ τῷ οἰκοδόμῳ παραδόξως ὁ οἶκος ἐστήρικται. Ἡ αὐτὴ γὰρ τοῦ Λόγου ὑπόστασις καὶ θεμελιός ἐστι τῷ οἴκῳ· τὸ γὰρ πρόσλημμα θεοϋπόστατον, καὶ αὐτὸς αὐτῷ ἐνοικεῖ, ἵν ' εἴη τῶν ἐν τῷ ἐνι Χριστῷ δύο φύσεων τὸ διάφορον πρόδηλον ἐπείπερ ἄλλο τὸ ἐνοικοῦν τι καὶ ἄλλο τὸ ἀνοι κούμενον. Κατά ταύτην οὖν τὴν διάνοιαν εἰρῆσθαι καὶ τὸ τοῖς Ψαλμοῖς ἐμφερόμενον. Εσται στήριγμα ἐν τῇ γῇ ἐπ᾽ ἄκρων τῶν ὀρέων, αὐτὸς εὐτθυβόλως, ὡς οἶμαι, νενόηκα. Στήριγμα γὰρ καὶ ὑπόστασις δ Μονογενές γεγονώς τῇ γηίνῃ σαρκί, ἣν ἐκ τῆς Παρ θένου προσείληψεν, ὑπερύψωσε ταύτην, και σαρκοφόρος ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων δοξάζεται, τοῖς χερου Εικοῖς ἐποχούμενος νώτοις θεοπρεπώς· εις όρη γάρ πολλαχοῦ οἱ ἄγγελοι ἐκλαμβάνονται. Τετραχώς δέ ποτε τοῦ δωδεκαφύλου τῶν ᾿Ιουδαίων εὐτάκτως διαι ρεθέντος, καὶ προηγουμένης τῆς κιβωτού, έτε ρον ἐκ τούτου μυστήριον προεσημαίνετο, ὡς τῇ ἐκ πανάγνων παρθενικῶν αἱμάτων θεοϋποστάτῳ σκηνή κάμψουσι γόνω τὰ οὐράνια, καὶ οἱ ἐπὶ γῆς ἄνθρωποι εἰς Ελληνας και Ιουδαίους διηρημένοι καὶ αὐτὰ δήπου τὰ καταχθόνια ΜΙ'. Αλις λοιπὸν τῶν σκιωδῶν ὑποδειγμάτων καὶ τυπικῶν· άλις τῶν Δαυιδείων ψαλτωδημάτων τῶν Σολομωντείων ᾀσμάτων. Ιτέον γάρ, ά πολλοί προφῆται καὶ βασιλεῖς ἐπεθύμησαν ἰδεῖν, καὶ οὐκ εἶδον. καὶ ἐκεῖνα τοι Ο παριστάμενος άνω μετά δέους τῷ παντοκράτορι γυναικί παρίσταται σήμερον μετὰ πλείστης τῆς εὐλαβείας πρὸς ταύτης ὁ πυρίμορφος ἀνταστράπτεται· ὁ αύλος τὴν ἔνυλον δέδοικε· Ζαχαρίας ὁ ἀρχιερεὺς ἔτι τῆς ἀμφιβολίας ἐπιτίμια καρτερεῖ τὴν ἀφωνίαν, τὴν κώφευσιν. Οἶδε τουτο ἡ Παρθένος ή συγγενὴς, καὶ εἰδυία, ὅμως ἀντιλέγει πῷ ἀρχαγγέλῳ. Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, έπει ἀνδρα οὐ γινώσκω; Ο δὲ οὐκ ἐπιτιμᾶ, ἀλλὰ τὸ ἀμφισβητήσιμον δια λύει, μεθ' οἷας ἄν τις φαίη δουλικῆς συστολῆς· Οὐ γὰρ μόνου του ἀρχιερέως μείζονα ταύτην ἐγίνωσκεν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐν τοῖς ἁγίοις τῶν ἁγίων ἱλαστηρίου ἔνθα ὁ ἀρχιερεὺς θυμιῶν πεπήρωται τὰ αἰσθητήρια, ἵνα μὴ πρὸς τὰ κατ' αἴσθησιν ἔχων τὸν νοῦν τοῖς ὑπὲρ κατάληψιν άπιστη. Η δε Παρθένος τὰ ὑπὸ τὴν αἴσθησιν διαβεβηκότα εἶχε τὸν νοῦν, καὶ μετὰ τῶν ἀΰλων νέων Θεῷ παριστάμενον. Οἶδε τοῦτο καὶ ενοικούντι. προηγουμένου, διηρημένον.μελίωτος οἶκος τά γε εἰς ἀνδρικὴν συνεργίαν καὶ struitur, eaque, quod ad humanam cooperationem
φύσεως ἀκολουθίαν. Ἐνταῦθα γὰρ ὁ ἔνοικός έστι
τοῦ οἴκου θεμέλιος καὶ ἐπὶ τῷ οἰκοδόμῳ παραδόξως
ὁ οἶκος ἐστήρικται. Ἡ αὐτὴ γὰρ τοῦ Λόγου υπόστα
σις καὶ θεμελιός ἐστι τῷ οἴκῳ· τὸ γὰρ πρόσλημμα
θεοϋπόστατον, καὶ αὐτὸς αὐτῷ ἐνοικεῖ, ἵν ' εἴη τῶν
ἐν τῷ ἐνι Χριστῷ δύο φύσεων τὸ διάφορον πρόδηλον
ἐπείπερ ἄλλο τὸ ἐνοικοῦν τι καὶ ἄλλο τὸ ἀνοι
κούμενον. Κατά ταύτην οὖν τὴν διάνοιαν εἰρῆσθαι
καὶ τὸ τοῖς Ψαλμοῖς ἐμφερόμενον. Εσται στήριγμα
ἐν τῇ γῇ ἐπ᾽ ἄκρων τῶν ὀρέων, αὐτὸς εὐτθυβόλως,
ὡς οἶμαι, νενόηκα. Στήριγμα γὰρ καὶ ὑπόστασις δ
Μονογενές γεγονώς τῇ γηίνῃ σαρκί, ἣν ἐκ τῆς Παρθένου προσείληψεν, ὑπερύψωσε ταύτην, και σαρκοφόρος ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων δοξάζεται, τοῖς χερου
Εικοῖς ἐποχούμενος νώτοις θεοπρεπώς· εις όρη γάρ
πολλαχοῦ οἱ ἄγγελοι ἐκλαμβάνονται. Τετραχώς δέ
ποτε τοῦ δωδεκαφύλου τῶν ᾿Ιουδαίων εὐτάκτως διαιρεθέντος, καὶ προηγουμένης τῆς κιβωτού, έτερον ἐκ τούτου μυστήριον προεσημαίνετο, ὡς τῇ ἐκ
πανάγνων παρθενικῶν αἱμάτων θεοϋποστάτῳ σκηνή
κάμψουσι γόνω τὰ οὐράνια, καὶ οἱ ἐπὶ γῆς ἄνθρωποι
εἰς Ελληνας και Ιουδαίους διηρημένοι καὶ
αὐτὰ δήπου τὰ καταχθόνια
et ordinem natura spectat, carens fundamentis.
Hic enim inhabitator ipse est habitationis fundamentum; et modo plane mirabili domus super
ipsum ædificatorem suum cernitur fundata. Quæ
enim Verbi est hypostasis, eadem et domui est
fundamentum; quoniam illud, quod assumptum
est, in Deo subsistentiam habet, ac Deus in eo inhabitat; adeo ut duarum, quæ in uno Christo
sunt, naturarum discrimen manifeste appareat:
quoniam aliud sane est, quod inhabitat in aliquo,
aliud vero, quod inhabitatur Recte igitur, ut
mihi videtur, in eamdem sententiam dici et illud
ipse censui, quod continetur in Psalmis: Brit Ar
mamentum in terra super summis montium
Unigenitus enim fundamentum et hypostasis factus
terrestri carni, quam ex Virgine assumpsit, hanc
exaltavit; et humanam gerens carnem, glorificatur
super summis montium, cherubicis scilicet, prout
Deum decet, invectus humeris, cum angeli frequenter montium nomine accipiantur. Sed et aliud
mysterium in eo præsignabatur, quod aliquando
duodecim Judæorum tribus pulchro ordine quadrifariam distributæ sint, arca vero præcederet presignabatur nempe futurum, ut tabernaculo, ex purissimo sanguine Virginis edificato et
in Deo subsistentiam habente, tum cœlestium tum terrestrium, hominum nempe, qui distinguebantur
in Judæos et Græcos, ct ipsornm utique inferorum genua flecterentur.
ΜΙ'. Αλις λοιπὸν τῶν σκιωδῶν ὑποδειγμάτων καὶ
τυπικῶν· άλις τῶν Δαυιδείων ψαλτωδημάτων
τῶν Σολομωντείων ᾀσμάτων. Ιτέον
γάρ, ά πολλοί προφῆται καὶ βασιλεῖς ἐπεθύμη
σαν ἰδεῖν, καὶ οὐκ εἶδον.
καὶ
ἐκεῖνα τοι
Ο παριστάμενος άνω μετά δέους τῷ παντοκρά
τορι γυναικί παρίσταται σήμερον μετὰ πλείστης
τῆς εὐλαβείας πρὸς ταύτης ὁ πυρίμορφος ανταστρά
πτεται· ὁ αύλος τὴν ἔνυλον δέδοικε· Ζαχαρίας ὁ
ἀρχιερεὺς ἔτι τῆς ἀμφιβολίας ἐπιτίμια καρτερεῖ τὴν
ἀφωνίαν, τὴν κώφευσιν. Οἶδε τουτο ἡ Παρθένος ή
συγγενὴς, καὶ εἰδυία, ὅμως ἀντιλέγει πῷ ἀρχαγγέλῳ.
Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, έπει ἀνδρα οὐ γινώσκω;
Ο δὲ οὐκ ἐπιτιμᾶ, ἀλλὰ τὸ ἀμφισβητήσιμον δια
λύει, μεθ' οἷας ἄν τις φαίη δουλικῆς συστολῆς· Οὐ
γὰρ μόνου του ἀρχιερέως μείζονα ταύτην ἐγίνωσκεν,
ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐν τοῖς ἁγίοις τῶν ἁγίων ἱλαστηρίου
ἔνθα ὁ ἀρχιερεὺς θυμιῶν πεπήρωται τὰ αἰσθητήρια,
ἵνα μὴ πρὸς τὰ κατ' αἴσθησιν ἔχων τὸν νοῦν τοῖς
ὑπὲρ κατάληψιν άπιστη. Η δε Παρθένος τὰ ὑπὸ
τὴν αἴσθησιν διαβεβηκότα εἶχε τὸν νοῦν, καὶ μετὰ
τῶν ἀΰλων νέων Θεῷ παριστάμενον. Οἶδε τοῦτο καὶ
Cod. ενοικούντι.
Adverte discrimen Nestorianam inter et catholicam sententiam. Utrisque enim, Catholicis ac
Nestorianis, familiare fuit hanc imaginem usurpare et in Christo Domino habitaculum simul et
inhabitantem contueri. At Nestoriani, dum in habitaculo et habitante alium et alium vident,
duas in Christo personas impie distinguunt: Catholici vero dum mere aliud et aliud dicunt inXLIII. Cæterum jam satis symbolorum typo
rumque adumbrationibus perscquendis immorati
sumus; satis ex multiplicibus variisque prophetarum oraculis attulimus. Satis Davidicorum psalmorum, et Salomonis canticorum delibavimus. Ad
illa itaque pergendum, quæ multi prophetæ et reges cupiverunt videre, et non viderunt
Ille qui in cœlis cum timore astat coram Omnipotente, maxima cum reverentia hodie astat coram muliere; ab hujus splendore, utut ignea ipse
fulgens forma, perccllitur; materiæ expers corpore
constantem veretur. Summus sacerdos Zacharias
adhuc diffidentiæ suæ pœnam mutus, elinguis luit
Non nescit id cognata Virgo; cumque id noverit,
archangelo tamen illud objicit: Quomodo erit mihi
istud. quoniam virum non cognosco? Ast hic
non poenam intentat, sed cum ea demissione, qua
servulus uteretur, propositam dubitationem solvit.
Hanc quippe noverat non modo summo sacerdoti
præcellere, sed vel ipsi, quod in Sanctis sanctorum
latebat, propitiatorio, ubi sacerdos, dum thymiama
adoleret, exstasi a sensibus abstractus est, ne scilicet sensibilibus mentem adhibens, ab iis credendis, quæ mentis captum superarent, avocaretur.
habitatorem et habitaculum, duas naturas, servata personæ unitate, profitentur.
Cod. προηγουμένου, sed mendose, nam
(Num. x, 35) Scriptura testatur, arcam præivisse
Cod. διηρημένον.
Psal. LXXI, 16.
Num. x, 33.
Luc. x, 24.
Luc. 1, 34.
col. 727–728page 63 of 83
PG 140:727ΚΔ Αγε οὖν ὑπὸ πρωτοψάλτη τούτῳ, τῷ πρωτα αγγέλῳ, τὴν χαρμόσυνον φωνήν ἀλαλάξωμεν τη Παρθένῳ· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος, λέγου τες, μετὰ σοῦ. Νῦν γὰρ καταλλάσσεται Θεός μετ' ἀνθρώπων. Οστις έφη που πρὸς τοὺς ἐξ Ισραήλ. Αὶ ἁμαρτίαι ὑμῶν διιστῶσιν ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. ἀλλ' ἐπεὶ σὲ κατοικητήριον ἄξιον τῆς ἑαυτοῦ δοξης ἐφεύρηκε, τὴν παλαιὰν διάστασιν καταλύει, καὶ γίνεται μετὰ σοῦ, καὶ διὰ σοῦ πρὸς ἅπαν τὸ συγγενές σοι. Μὴ λέγε, ὦ πανυπέφαγνε· Πῶς ἔσταιμοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Διὰ τοῦτο γὰρ ἔσται, ὅτι άνδρα οὐ γινώσκεις. Διὰ τοῦτο ἐγγραφήσεται σοι τῷ καινῷ τόμῳ τοῦ Πατρὸς ὁ ἐνυπόστατος Λόγος, ότι μέλανος ἀνεπίδεκτος εἰ τῆς ἀνδρικῆς συνουσίας. Εκ Παρθένου τῆς ἐπλάσθη πρότερον Θεοῦ χερσὶν ὁ Αδάμ· καὶ νῦν ὁ τοῦ Ἀδὰμ πλάστης, νέος ᾿Αδάμ, ἐκ σοῦ γίνεται, κείμενον ἀναστήσων τὸν παλαιὸν, καὶ ἀναπλάσων διαλυθέντα. ὁ Γαβριήλ, καὶ τήν ἀντιλογίαν οὐκ ἐξ ἀπιστίας, ἀλλ᾽ ἐξ ἀσφαλείας πανάγνῷ προσηκούσης Παρθένω, εγίο νωσκε προελθεῖν. Διὸ οὐδ' εκφέρεται πρὸς τὴν ἐπισ τίμησιν. υπερηγνύσμενος. ἐπὶ μώμου. Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οἱ γινώσκω; Τούτο μόνον λέγεις; Τὸ δε μείζον παρυποκρατεῖς. ὦ ὑπερουρανία τῇ δόξῃ, καὶ χθονία τῇ μετριοφροσύνῃ. Οὐ μέγα σοι, ὅτι ἄνδρα οὐ γινώσκεις αλλ' οτι καὶ ὁ ὑπερηγνισμένος σου νοῦς άβατος ἔχνει Ο προσβολῆς ἐπιμώμου καὶ ἀπρεπούς. παράδεισος εἴ θεοφύτευτος· καὶ ἐξ ὅτου τοῖς σοῖς πεφυτούρ γησαι φυτοσπόροις φύσεως νόμοις, τὰ Χερουβίμ ἔταξεν ὁ Θεός, καί τήν φλογίνην ρομφαίαν τὴν στρεγομένην κυκλόθεν σου στρέφεσθαι, καὶ πάντοθεν ἀνεπιβούλευτον συντηρεῖν ἐκ τοῦ δολιόφρονος ὄψεως. ΜΕ' Πνεύμα άγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις Υψίστου ἐπισκιάσει σοι. Οτι τῷ παρα δείσῳ ἔνοικος ἡ Ενα εστρέφετο, τὸ στρεβλὸν ἐπ' αὐτ τὴν ἐλήλυθε πνεύμα τάς του όφεως υπολοξώσεις οἰκειωσάμενον. Ἐπὶ δέ σε Πνεῦμα εὐθές καὶ ἅγιον ἐπελεύσεται· ἐπειδὴ καὶ ἡ εὐθύτης αγάπησέ σε ὡς ἡ ἀσματική μελωδεί σοι φθογγή. τοῖς σοῖς... φύ σεως νόμοις. εὐθής μεν εὐθές.GERMANI 11 CP. PATRIARCHÆ.
ΚΔ Αγε οὖν ὑπὸ πρωτοψάλτη τούτῳ, τῷ πρωτα
αγγέλῳ, τὴν χαρμόσυνον φωνήν ἀλαλάξωμεν τη
Παρθένῳ· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος, λέγου
τες, μετὰ σοῦ. Νῦν γὰρ καταλλάσσεται Θεός μετ'
ἀνθρώπων. Οστις έφη που πρὸς τοὺς ἐξ Ισραήλ.
Αὶ ἁμαρτίαι ὑμῶν διιστῶσιν ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ
ὑμῶν. ἀλλ' ἐπεὶ σὲ κατοικητήριον ἄξιον τῆς ἑαυτοῦ
δοξης ἐφεύρηκε, τὴν παλαιὰν διάστασιν καταλύει,
καὶ γίνεται μετὰ σοῦ, καὶ διὰ σοῦ πρὸς ἅπαν τὸ
συγγενές σοι. Μὴ λέγε, ὦ πανυπέφαγνε· Πῶς ἔσται
μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Διὰ τοῦτο γὰρ
ἔσται, ὅτι άνδρα οὐ γινώσκεις. Διὰ τοῦτο ἐγγραφή
σεταί σοι τῷ καινῷ τόμῳ τοῦ Πατρὸς ὁ ἐνυπόστατος
Λόγος, ότι μέλανος ἀνεπίδεκτος εἰ τῆς ἀνδρικῆς
συνουσίας. Εκ Παρθένου τῆς ἐπλάσθη πρότερον
Θεοῦ χερσὶν ὁ Αδάμ· καὶ νῦν ὁ τοῦ Ἀδὰμ πλάστης,
νέος ᾿Αδάμ, ἐκ σοῦ γίνεται, κείμενον ἀναστήσων
τὸν παλαιὸν, καὶ ἀναπλάσων διαλυθέντα.
refingat.
At Virgo mentem supra omnia, quae sensus ami- ὁ Γαβριήλ, καὶ τήν ἀντιλογίαν οὐκ ἐξ ἀπιστίας, ἀλλ᾽
ciant, longe evectam, et simul cum incorporeis ἐξ ἀσφαλείας πανάγνῷ προσηκούσης Παρθένω, εγίο
mentibus Deo astantem gerebat. Perspexit id et νωσκε προελθεῖν. Διὸ οὐδ' εκφέρεται πρὸς τὴν ἐπισ
Gabriel; quodque contra sibi responsum fuerat, τίμησιν.
non sane ex incredulitate, sed ex diligenti cautela quæ purissimam deceret Virginem, profectum
videbat. Propterea neque ad pœnas intentandas movetur.
XLIV. Agedum igitur, cum principe hoc psalle,
cum archangelo, festivis vocibus ad Virginem clamemus, dicentes: Ave, gratia plena, Dominus tecum Nunc enim Deus cum hominibus reconciliatur. Dixit alicubi, quisquis ille est, Israelitis:
Iniquitates vestræ diviserunt interme et vos; at
postquam dignum gloria sua habitaculum te reperit, vetustum divortium aufert, et versatur tecum,
et per te ad omnes, quibuscum communem habes
naturam, accedit. Ne, quæso, dicas,o super omnes
purissima: Quomodo hoc erit mihi, quoniam virum
non cognosco? Propterea enim id erit, quoniam virum non cognoscis. Propterea in te, volumine
scilicet adhuc integro, inscribetur subsistens Patris Verbum, quia virilis consuetudinis atramento
es inaccessa. terra virgine Dei manibus plasmatus est ab initio Adam; nunc autem Adæ illius
plasmator ex te oritur novus Adam, ut veterem illum jacentem erigat, et corruptione resolutum
Quomodo fiel istud mihi,quoniam virum non co.
gnosco? Hoc solum dicis? At præstantiora silentio
premis, o quæ gloria cœlis es sublimior, terrestris
vero modesta tui opinione. Haud magnum in te illud est, quod virum non cognoscas, sed potius
quod mentem, supra modum omnem purissimam,
imperviam habeas vel minimo motionis inordinatre minusve decentis vestigio Paradisus es a Deo
plantatus, et ex quo genitalibus nature legibus
tibi propriis sata fuisti, Deus mandavit Cherubim,
ut et gladium flammeum atque versatilem in orbem.
circum te rotarent, teque undequaque inaccessam
fraudulenti serpentis insidiis servarent.
XLV. Spiritus sanctus superveniet in te, et virtus
Allissimi obumbrabil tibi Cum Eva, paradisum
inhabitans, huc illuc vagaretur, tortuosus ad eam
spiritus, sinuosis ulens serpentis flexibus, accessit.
In te vero rectus et sanctus superveniet Spiritus:
quoniam, ut vox tibi Canticorum concinit(44),rectitudo dilexit te.
Luc. 1, 28.
Isa. Lix, 2. Iniquitates vestræ diviserunt inter vos et Deum vestrum.
Cod. υπερηγνύσμενος.
Cod. izva.
Cod. ἐπὶ μώμου.
Ecce Virginem Deiparam comparatam habes
terræ illi, quæ maledictionem nesciebat.
Cernis Mariam a pugna illa exemptam, quæ
originalis peccati est consectarium.
Perspicua juxta atque eleganti imagine oculis subjicitur originalis innocentia Deipara. Est
enim sermo de primo exsistendi initio, cum creari
anima illa sanctissima non potuerit antequam seeundum naturæ leges generaretur; non prius vero
genita exhibetur, quam Deus cherubim illam custodiendam tradiderit, ne ullus ad eam aditus antiquo serpenti pateret. Neque advertere omittas;
Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οἱ γινώσκω;
Τούτο μόνον λέγεις; Τὸ δε μείζον παρυποκρατεῖς.
ὦ ὑπερουρανία τῇ δόξῃ, καὶ χθονία τῇ μετριοφρο
σύνῃ. Οὐ μέγα σοι, ὅτι ἄνδρα οὐ γινώσκεις αλλ' οτι
καὶ ὁ ὑπερηγνισμένος σου νοῦς άβατος ἔχνει
Ο προσβολῆς ἐπιμώμου καὶ ἀπρεπούς. Παράδει
σος εἴ θεοφύτευτος· καὶ ἐξ ὅτου τοῖς σοῖς πεφυτούρ
γησαι φυτοσπόροις φύσεως νόμοις, τὰ Χερουβίμ
ἔταξεν ὁ Θεός, καί τήν φλογίνην ρομφαίαν τὴν
στρεγομένην κυκλόθεν σου στρέφεσθαι, καὶ πάντο
θεν ἀνεπιβούλευτον συντηρεῖν ἐκ τοῦ δολιόφρονος
ὄψεως.
ΜΕ' Πνεύμα άγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ
δύναμις Υψίστου ἐπισκιάσει σοι.
Οτι τῷ παρα
δείσῳ ἔνοικος ἡ Ενα εστρέφετο, τὸ στρεβλὸν ἐπ' αὐτ
τὴν ἐλήλυθε πνεύμα τάς του όφεως υπολοξώσεις
οἰκειωσάμενον. Ἐπὶ δέ σε Πνεῦμα εὐθές καὶ
ἅγιον ἐπελεύσεται· ἐπειδὴ καὶ ἡ εὐθύτης αγάπησέ
σε ὡς ἡ ἀσματική μελωδεί σοι φθογγή.
quomodo hoc Virginis privilegium commemoraturus, de ejusdem conceptione auctor loquatur. Ita
enim eam fatetur genitam secundum naturæ leges,
ut tamen aliquid, quod ad eam solam pertineat,
intercessisse subindicet, inquiens, τοῖς σοῖς... φύσεως νόμοις. Et lex sane naturae obtinuit, quia eonsueto naturæ ordine concepta est: singulare vero
illud fuit, quod parens Anna, ut cum Niceta Paphlagone loquar (Hom. in Nativ. Deip. Auct.Combelis. vol. III, pag. 437) in se ipsa malitiæ vitiique
torrentem stiterit; atque adeo, cherubico flammeo
gladio serpentem arcente, ex polluta radice impollutus fructus progerminavit.
Apud LXX εὐθής μεν εὐθές.
Luc. 1, 35.
Cant. i. 3 sec. LXX; nam Latina Vulgata,
Recti diligunt te
col. 729–730page 64 of 83
PG 140:729Καὶ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· ἥτις ἐστὶν ὁ τοῦ Ὑψίστου Υἱός· Δαυίδ· μὲν οὖν ὁ βασιλεὺς Ιουδαίων, Που, φησί, πορευθώ ἀπὸ τοῦ Πνεύματος σου, καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου που φύγω; πρὸς τὸν Πατέρα τὸν λόγον ποιούμενος, οὗ πρόσο ωπον ὁ Υἱὸς, καὶ ἀπαράλλακτος χαρακτήρ· ὁ γὰρ ἑωρακὼς τὸν Υἱὸν ἑώρακε τὸν Πατέρα· καὶ τούτοις τοῖς λόγοις τὸ τῆς Τριάδος ἐκφαίνει μυστήριον, Άνθρωπος δὲ ὤν, καὶ στραφεὶς εἰς ταλαιπωρίαν ἐν τῷ ἐμπαγῆναι τούτῳ τῆς ἁμαρτίας τὴν ἀκαν θαν, φοβούμενος τὴν Δεσποτικὴν ἐπεξέλευσιν, δρα σμὸν μελετᾷ· καὶ ὑποσκάζων ἔτι τὸν πόδα τῇ πληγῇ τῆς ἀκάνθης, ἀπορεῖ, που ποτ' ἂν καὶ ἀποδράσοι καὶ τὸν ἀλάθητον λήσεται ὀφθαλμόν. Ὁ μὲν Δαυίδ ταῦτα· ἡ δ᾽ ἐκ Δαυίδ Παρθένος μυσταγωγούντος τοῦ ἀρχαγγέλου, τὸ ὑπερουράνιον μάθημα ἐκμανθάνει τῆς μιᾶς ἐν Τριάδι θεότητος, Πνεῦμα ἅγιον καὶ δύναμιν τοῦ Ὑψίστου, ἐξ οὗτινος Ὑψίστου ἡ δύνα μες καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον προαιωνίως υπέστησαν. Πλὴν οὐχὶ δρασμὸν διανοεῖται καὶ αὕτη· ἀλλὰ τί φασι πρὸς τὸν μηνυτήν; Ιδού ή δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. Οὐκ ἀγνοῶ, φησί, τὴν πάλαι προωρισμένην ἐπὶ γῆς κατάβασιν τοῦ Θεοῦ. Οἱ γὰρ προφῆται, χείλος ὥσπερ ἐν γεγονότες, τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ μέλλειν ἐκ γυναικός σεσαρκών σθαι πολυτρόπως ἐκήρυξαν· καὶ χαίρω τῇ σωτηρία τῶν ὁμογενῶν, καὶ προσκυνῶ τὸν Ὕψιστον, τὸν διὰ τῆς ἐμῆς ταπεινώσεως εὐδοκήσαντα τὴν φθονηθεῖ σαν φύσιν ἀφθόνου χαριτος καταξιῶσαι, καὶ μεσιτίν με δεῖξαι τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας καί θεώσεως. Μ'έ. Εγώ δ' άλλ' ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος, καὶ ὑπ' ἐκπλήξεως ἔνθους γεγενημένος διαπρύσιον ανακράζω· Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε σφόδρα ἐβαθύνθησαν οι διαλογισμοί σου. Ανήρ ἄρρων, Ιουδαίος, οὐ γνώσεται, καὶ ἀσύνετος, Νε στόριος, οὐ συνήσει ταῦτα. Καὶ ὄντως τὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου μυστήριον πρὸ τῆς καταβολής του κόσμου προώρισται· καὶ, ὡς ἐν πί κι ἀΰλῳ, τῷ θείῳ ἀρχιστρατήγῳ διὰ τοῦ Πνεύματος προεζωγράφηται. Τὸ γὰρ Γαβριήλ ἐξ Εβραϊδος εἰς Ελλάδα μεταφερόμενον γλώτταν θεανδρικώς διερμηνεύεται, τοῦτ' ἔστιν ἄγγελος Θεανδρικός. Διὰ τοῦτο καὶ πρέσβυς τῆς πρὸς ἀνθρώπους καταλλαγῆς τοῦ Θεοῦ ὁ Γαβριήλ κεχειροτόνηται ἀπ' αὐτῆς τῆς κλήσεως, ὥσπερ ἀπὸ σημείων βασιλικών τὸν σκοπὸν παριστάνων τοῦ ἀμοστείλαντος βασιλέως, ὄντες τέ ἐστι, και ὅ τι βούλεται. Βούλεται δε συνελθεῖν τοῖς ἀνθρώποις εἰς ἔνωσιν οὐχ, ὡς ἄν τες εἴπῃ αἱρετικός, φιλικήν τε καὶ σχε τικὴν καὶ κατὰ μόνης ταυτοβουλίαν συνερχόμενος Σιν, Εστράφην εἰς τα λαιπωρίαν ἐντῷ ἐμπαγῆναι άκανθαν. πρέσθις.IN ANNUNTIATIONEM B. MARIE.
Καὶ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· ἥτις
ἐστὶν ὁ τοῦ Ὑψίστου Υἱός· Δαυίδ· μὲν οὖν ὁ βασιλεὺς
Ιουδαίων, Που, φησί, πορευθώ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός σου, καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου που φύγω;
πρὸς τὸν Πατέρα τὸν λόγον ποιούμενος, οὗ πρόσο
ωπον ὁ Υἱὸς, καὶ ἀπαράλλακτος χαρακτήρ· ὁ γὰρ
ἑωρακὼς τὸν Υἱὸν ἑώρακε τὸν Πατέρα· καὶ τούτοις
τοῖς λόγοις τὸ τῆς Τριάδος ἐκφαίνει μυστήριον,
Άνθρωπος δὲ ὤν, καὶ στραφεὶς εἰς ταλαιπωρίαν
ἐν τῷ ἐμπαγῆναι τούτῳ τῆς ἁμαρτίας τὴν ἀκαν
θαν, φοβούμενος τὴν Δεσποτικὴν ἐπεξέλευσιν, δρα
σμὸν μελετᾷ· καὶ ὑποσκάζων ἔτι τὸν πόδα τῇ πληγῇ
τῆς ἀκάνθης, ἀπορεῖ, που ποτ' ἂν καὶ ἀποδράσοι
καὶ τὸν ἀλάθητον λήσεται ὀφθαλμόν. Ὁ μὲν Δαυίδ
ταῦτα· ἡ δ᾽ ἐκ Δαυίδ Παρθένος μυσταγωγούντος
τοῦ ἀρχαγγέλου, τὸ ὑπερουράνιον μάθημα εκμανθάνει τῆς μιᾶς ἐν Τριάδι θεότητος, Πνεῦμα ἅγιον καὶ
δύναμιν τοῦ Ὑψίστου, ἐξ οὗτινος Ὑψίστου ἡ δύνα
μες καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον προαιωνίως υπέστησαν.
Πλὴν οὐχὶ δρασμὸν διανοεῖται καὶ αὕτη· ἀλλὰ τί
φασι πρὸς τὸν μηνυτήν; Ιδού ή δούλη Κυρίου,
γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. Οὐκ ἀγνοῶ, φησί,
τὴν πάλαι προωρισμένην ἐπὶ γῆς κατάβασιν τοῦ
Θεοῦ. Οἱ γὰρ προφῆται, χείλος ὥσπερ ἐν γεγονότες,
τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ μέλλειν ἐκ γυναικός σεσαρκών
σθαι πολυτρόπως ἐκήρυξαν· καὶ χαίρω τῇ σωτηρία
τῶν ὁμογενῶν, καὶ προσκυνῶ τὸν Ὕψιστον, τὸν διὰ
τῆς ἐμῆς ταπεινώσεως εὐδοκήσαντα τὴν φθονηθεῖ
σαν φύσιν ἀφθόνου χαριτος καταξιῶσαι, καὶ μεσιτίν
με δεῖξαι τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας καί θεώσεως.
Et virtus Altissimi obumbrabit tibi: quæ virtus
plane Filius est Altissimi. Et sane Judorum rex
David, Quo, inquit ibo a spiritu tuo et quo a facie
tua fugiam? Patrem scilicet alloquitur, cujus facies
et per omnia similis imago est Filius; qui enim vidi Filium,vidit Patrem et sic Trinitatis mysterium in illis verbis ostendit. Cum porro homo(hic)
esset, et conversus in arumna, dum configitur ipsi
peccati spina timens ultionem Domini, fugam
meditatur; et e spinæ vulnere adhuc pede claudicans, hæret incertus, quo tandem et aufugiat et lateat oculum, quem nihil latet. Ita quidem David:
at Virgo e Davide exorta archangelo sublimia
edocente, supercoleste unius in Trinitate Deitatis
mysterium (et ipsa) discit, nempe Spiritum sanctum, et Virtutem Altissimi, e quo Altissimo Virtus (Filius et Spiritus sanctus ante omnia
sæcula subsistentiam habuerunt. Verumtamen nequaquam et ipsa fugam cogitat, sed quid nuntio
reponit? Ecce ancilla Domini, fiat mihisecundum
verbum tuum Non ignoro, inquit, jam præstitutum ab antiquo fuisse, ut Deus in terram descenderet. Prophetæ enim veluti uno labio loquentes,
Dei Verbum carnem e muliere assumpturum multifariam prænuntiaverunt; lætor autem de eorum
salute, qui communem mecum habent naturam,
Altissimumque adoro, cui per humilitatem meam
complacuit, naturam, invidia perditam, uberrima
gratia dignam efficere, meque salutis, imo et deificationis mundo conciliandæ mediatricem constituere.
XLVI. Ego vero oratione mea huo appellens
atque exstasiquadam divina præ stupore correptus,
ad vehementer exclamandum feror: Quam magnificata sunt opera tua, Domine! Nimis profundæ factæ sunt cogitationes tuæ! Vir insipiens, Judæus
non cognoscet, et stultus, Nestorius, non intelliget
hæc. Et vere incarnationis Verbi Dei mysterium
ante mundi constitutionem prædestinatum fuit;
atque in divino illo exercitus duce, velut in tabula
quadam incorporea, antea per Spiritum ad vivum
fuit expressum. Vox enim Gabriel, ex Hebræa in
Græcam linguam conversa theandricum quid sonat
id est angelus theandricus. Idcirco Gabriel vel ex
ipso nomine designatus apparet reconciliationis Dei
cum hominibus internuntius, non secus ac si quis
Μ'έ. Εγώ δ' άλλ' ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος,
καὶ ὑπ' ἐκπλήξεως ἔνθους γεγενημένος διαπρύσιον
ανακράζω· Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε·
σφόδρα ἐβαθύνθησαν οι διαλογισμοί σου. Ανήρ
ἄρρων, Ιουδαίος, οὐ γνώσεται, καὶ ἀσύνετος, Νε
στόριος, οὐ συνήσει ταῦτα. Καὶ ὄντως τὸ τῆς
ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου μυστήριον πρὸ τῆς
καταβολής του κόσμου προώρισται· καὶ, ὡς ἐν πί
κι ἀΰλῳ, τῷ θείῳ ἀρχιστρατήγῳ διὰ τοῦ Πνεύματος προεζωγράφηται. Τὸ γὰρ Γαβριήλ ἐξ Εβραϊδος
εἰς Ελλάδα μεταφερόμενον γλώτταν θεανδρικώς
διερμηνεύεται, τοῦτ' ἔστιν ἄγγελος Θεανδρικός.
Διὰ τοῦτο καὶ πρέσβυς τῆς πρὸς ἀνθρώπους
καταλλαγῆς τοῦ Θεοῦ ὁ Γαβριήλ κεχειροτόνηται ἀπ'
αὐτῆς τῆς κλήσεως, ὥσπερ ἀπὸ σημείων βασιλικών p
τὸν σκοπὸν παριστάνων τοῦ ἀμοστείλαντος βασιλέως, regis, qui eum miserit, consilium in regiis insiὄντες τέ ἐστι, και ὅ τι βούλεται.
Βούλεται δε συνελθεῖν τοῖς ἀνθρώποις εἰς ἔνωσιν·
οὐχ, ὡς ἄν τες εἴπῃ αἱρετικός, φιλικήν τε καὶ σχε
τικὴν καὶ κατὰ μόνης ταυτοβουλίαν συνερχόμενος
Psal. cxxxvır. 7.
Joan. Σιν, 9. Qui videt me, videt et Patrem.
Psal. XXXI, 4 sec. LXX: Εστράφην εἰς τα
λαιπωρίαν ἐντῷ ἐμπαγῆναι άκανθαν.
Habes hic mancam fidei confessionem,quæ
Spiritus sancti, æque ac Filii, originem a solo Patre
repetit. Nil mirum cum noverimus hoc quoqué
gnibus præferat, et quisnam nempe sit, et quid
velit.
Vult porro (rex)arctam cum hominibus conjunctionem inire, non quidem, ut hæreticus quispiam
forte diceret, et amicitia solum et habitu, et vodoctrinæ caput in causa fuisse, quod legatis a Gregorio IX missis ad extorres Græcos Ecclesiæ reconciliandos Germanus cum suis obstiterit. Vid.
Raynald ad an. 1233 n.6 et 13.
Luc. 1, 38.
Psal. xci, 6, 7.
Cod. πρέσθις.
col. 731–732page 65 of 83
PG 140:731ἀλλὰ πρὸς ἔνωσιν ἄκραν καὶ κρᾶσιν ἀσύγχυτον και τὴν εἰς μίαν ὑπόστασιν συνδρομήν· ὡς καὶ ἐνὶ ὀνό ματι τὰ ἡνωμένα καλεῖσθαι διὰ τὸ ὁμοῦπόστατον, καὶ μιᾷ προσκυνήσει τιμᾶσθαι διὰ τὸ τοῦ προσώπου μου ναδικὸν, εἰ καὶ τὰ ἠνωμένα τῆς κατὰ φύσιν διαφορᾶς οὐκ ἐξέστησαν καὶ τὸ δυαδικὸν οκκ ηρνήσαντο. Τοῦ ἴσου ἀξιώματος καὶ σὺ μετέχεις, Χριστιανέ, εἰ καὶ τῇ κλήσει ταύτῃ προσθήσεις καὶ τὸ διὰ τῶν ἔργων θεραπεύειν τον Ύψιστον, καὶ τοῖς αὐτοῦ και λεύσμασι πείθεσθαι. Τότε γὰρ καὶ αὐτὸς θεανδρικός υπηρέτης κυρίως κληθήσῃ, καὶ παραστάτης τοῦ σοῦ Δεσπότου Χριστού, Εἰ γὰρ ὁ Χριστός θεάνθρωπος καὶ ὁ Χριστιανός θεράπων θεανδρικός, ὡς ὁ τοῦ βα σιλέως ὑπηρέτης βασιλικός ονομάζεται. Ορᾶς, εἰς οἷον ἀξίωμα φέρων ἡμᾶς ὁ λόγος ἀνήγαγε; καὶ ὅπως τῷ ἀρχαγγέλῳ τούτῳ καθ' ὁμωνυμίαν συνήψε; ΜΖ΄. Τοῦ ὑπερμεγέθους τούτου εὐεργετήματος πρόξενος ἡμῖν ἡ ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν. Καὶ τί λέγω ἀγγελικῆς ἱσοτιμίας ἀξιωθῆναι διὰ ταύτης ἡμᾶς, εἰδὼς τὴν ἐξ αὐτῆς ὑποστάσαν τῷ Θεῷ λόγῳ ἀνθρωπίνην οὐσίαν, σύνθρονον Πατρί τε καὶ Πνεύ ματι, καὶ ὑπὸ πάσης ταγματαρχίας αγγελικής δοξα ζομένην τε καὶ προσκυνουμένην; Τῷ ἐνὶ γὰρ Χρι στο προσφέρεται ή λατρεία μετά Πατρός τε καὶ Πνεύματος, ὅδε ἐστὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ἐν ἀμφοτέροις τὸ κατὰ φύσιν τέλειον έχων. ΜΗ'. 'Αλλ', ὦ ἄνθρωπε, διὰ τὸν πρῶτον ἀνθρώπου ἐκ γῆς, καὶ, ώ θεοποιε, διὰ τὸν δεύτερον καὶ ἐξ οὐρανοῦ! θύγατερ του θνητοῦ, καὶ μῆτερ του ἀθανάτου! Ω Θεόν σωματώσασα, καὶ τοὺς ἐνσωμά τους θεώσασα! "Ω κοινὴ σωτηρία τοῦ τῶν ἀνθρώπων πληρώματος! Ω σύνδεσμο ἄρρηκτε τῶν ὑπερκοσμίων τε καὶ ἐγκοσμίων | Θεόν μετὰ τῶν ὑπηρετούντων ἀγγέλων εἰς τὴν ἀγαγοῦσα, και ἀνθρώπους μετά της συμφύτου τῆς εἰς οὐρανοὺς άνυψώσασα! Ω μόνη ἐξ αιώνος και κυρίως Θεομήτορ! Ταύτη γάρ τῇ κλήσει, ὡς σφραγίδι δεσποινικῇ ἐπισφραγίζω τὸν λόγου μου τῇ χρυσῇ τε καὶ ὑπερτίμῳ ἦν καὶ στό ματι καὶ καρδίᾳ καὶ ψυχῇ κατασπάζομαι· ὡς εἴθε ταύτην ἐπὶ γλωττης φορών ευρεθείην, καὶ ὅτι τὰς υστάτας πνοὺς πνέειν με τὸ τέλος τῆς ζωῆς ἀπαι τήσεται Πεπίστευκα γὰρ ὡς αἱδεσθήσονται ταύτην τοῦ ἀέρος οι πράκτορες οι πικροί καὶ μισάνθρωποι, καὶ μοι τῆς διαβάσεως αφορολογή του παραχωρήσουσιν. Αὕτη μοι ἔστω ἡ τὴ θεοτό κειος κλήσις έλλογου γλώττης κίνημα τελευταῖον, ἵν᾿ ὡς κάρφος ἐλαίας ταύτην ἐπὶ στόματος φέρων πετασύτομαι, καὶ καταπαύτω δίκην περιστεράς εἰς τὴν τοῦ παραδείσου σωστικὴν κιβωτόν. Φιλυπο στροφών γάρ σφοδρα σφοδρα· ἐκεῖθεν γὰρ ὁ τοῦ θέανδρος θεάνθρωπος, απαιτήσετε.GERMANI II CP. PATRIARCHE.
luntatis tantummodo consensione semet cum illis
conjungens; sed summam (inire vuit) unionem, et
quamdam sine confusione permistionem, utque
in unam hypostasim concursum: adeo ut propter
personæ identitatem ea quæ uniuntur, uno eodemque nomine appellentur, et unica adoratione
propter personæ unitatem honorentur, etsi quæ
tant, neque duplicitatem recussent
ἀλλὰ πρὸς ἔνωσιν ἄκραν καὶ κρᾶσιν ἀσύγχυτον και
τὴν εἰς μίαν ὑπόστασιν συνδρομήν· ὡς καὶ ἐνὶ ὀνό
ματι τὰ ἡνωμένα καλεῖσθαι διὰ τὸ ὁμοῦπόστατον, καὶ
μιᾷ προσκυνήσει τιμᾶσθαι διὰ τὸ τοῦ προσώπου μου
ναδικὸν, εἰ καὶ τὰ ἠνωμένα τῆς κατὰ φύσιν διαφο
ρᾶς οὐκ ἐξέστησαν καὶ τὸ δυαδικὸν οκκ ηρνήσαντο.
uniuntur, quoad naturam, neque discrimen amitConsimilem huic dignitatem tu quoque, o Christiane, participas, si tamen huic appellationi et
obsequium per opera erga Altissimum, et mandatorum ipsius custodiam præterea adjicias. Tune
enim et ipse theandricus minister et astator regis
Christi proprie vocaberis. Nam si Christus Deus
homo est, ergo Christianus ipsi administrans the˙
andricus appellabitur, non secus ac regius dicitur
regis administrer. Videsne, ad qualem et quam sublimem dignitatem nos Verbum evexit? et quomodo ipsi archangelo nos per nominis communio
nem conjunxit (52)?
XLVII. Immensi hujus beneficii conciliatrix nobis illa est (Virgo), qua: cælos sublimitate superat.
Et quid dico, pari cum angelis honore per eam
nos dignos effectos fuisse, quando humanam substantiam, quæ ex ipsa est, subsistentem (in) Deo
Verbo, in codem throno cum Patre et Spiritu sancto sedentem, et a cunctis angelorum ordinibus
glorificatam atque adoratam cerno? Namque unico
Christo, qui Deus est et homo, perfectus quoad
utramque naturam exsistens, simul cum Patre
et sancto Spiritu honores divi. i deferuntur.
Τοῦ ἴσου ἀξιώματος καὶ σὺ μετέχεις, Χριστιανέ,
εἰ καὶ τῇ κλήσει ταύτῃ προσθήσεις καὶ τὸ διὰ τῶν
ἔργων θεραπεύειν τον Ύψιστον, καὶ τοῖς αὐτοῦ και
λεύσμασι πείθεσθαι. Τότε γὰρ καὶ αὐτὸς θεανδρικός
υπηρέτης κυρίως κληθήσῃ, καὶ παραστάτης τοῦ σοῦ
Δεσπότου Χριστού, Εἰ γὰρ ὁ Χριστός θεάνθρωπος
καὶ ὁ Χριστιανός θεράπων θεανδρικός, ὡς ὁ τοῦ βασιλέως ὑπηρέτης βασιλικός ονομάζεται. Ορᾶς, εἰς
οἷον ἀξίωμα φέρων ἡμᾶς ὁ λόγος ἀνήγαγε; καὶ ὅπως
τῷ ἀρχαγγέλῳ τούτῳ καθ' ὁμωνυμίαν συνήψε;
ΜΖ΄. Τοῦ ὑπερμεγέθους τούτου εὐεργετήματος
πρόξενος ἡμῖν ἡ ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν. Καὶ τί
λέγω ἀγγελικῆς ἱσοτιμίας ἀξιωθῆναι διὰ ταύτης
ἡμᾶς, εἰδὼς τὴν ἐξ αὐτῆς ὑποστάσαν τῷ Θεῷ λόγῳ
ἀνθρωπίνην οὐσίαν, σύνθρονον Πατρί τε καὶ Πνεύ
ματι, καὶ ὑπὸ πάσης ταγματαρχίας αγγελικής δοξαζομένην τε καὶ προσκυνουμένην; Τῷ ἐνὶ γὰρ Χριστο προσφέρεται ή λατρεία μετά Πατρός τε καὶ
Πνεύματος, ὅδε ἐστὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ἐν ἀμφοτέροις τὸ κατὰ φύσιν τέλειον έχων.
ΜΗ'. 'Αλλ', ὦ ἄνθρωπε, διὰ τὸν πρῶτον ἄνθρω
που ἐκ γῆς, καὶ, ώ θεοποιε, διὰ τὸν δεύτερον καὶ
ἐξ οὐρανοῦ! θύγατερ του θνητοῦ, καὶ μῆτερ του
ἀθανάτου! Ω Θεόν σωματώσασα, καὶ τοὺς ἐνσωμά
τους θεώσασα! "Ω κοινὴ σωτηρία τοῦ τῶν ἀνθρώπων
πληρώματος! Ω σύνδεσμο ἄρρηκτε τῶν ὑπερκοσμίων τε καὶ ἐγκοσμίων | Θεόν μετὰ τῶν ὑπηρε
τούντων ἀγγέλων εἰς τὴν ἀγαγοῦσα, και ἀνθρώπους
μετά της συμφύτου τῆς εἰς οὐρανοὺς άνυψώσασα!
Ω μόνη ἐξ αιώνος και κυρίως Θεομήτορ! Ταύτη γάρ
τῇ κλήσει, ὡς σφραγίδι δεσποινικῇ ἐπισφραγίζω τὸν
λόγου μου τῇ χρυσῇ τε καὶ ὑπερτίμῳ ἦν καὶ στό
ματι καὶ καρδίᾳ καὶ ψυχῇ κατασπάζομαι· ὡς εἴθε
ταύτην ἐπὶ γλωττης φορών ευρεθείην, καὶ ὅτι τὰς
XLVIII, Ast tu o homo, quæ per primum ho
miuem es e terra; et simul, Deipara, quæ per
secundum hominem es itidem e coelo! O filia patris mortalis, et Mater Filii immortalis! O quæ
Deum corpore induisti, eos vero, qui constant
corpore, in Deos evexisti! O universi hominum generis salus communis! 0 indissolubile cœlestium
cum terrestribus vinculum, quæ Deum cum ministrantibus angelis in terram attraxisti, et homines cum congenita sibi terra ad cælos elevasti!
O sola e sæculo et proprie Dei Genitrix! Hac
enim appellatione velut quodam Dominæ sigillo et
aureo et honorificentissimo sermonem meum obsigno. Hoc nomen el ore et corde et anima tota
amplector: et utinam hoc idem tum etiam in ore υστάτας πνοὺς πνέειν με τὸ τέλος τῆς ζωῆς ἀπαι·
habens deprehendar, cum instans vitæ finis ad postremos ducendos spiritus me adiget! Firmiter
enim credo, crudeles humanoque generi infensos
aeris exactores illud formidaturos, ac transitum ab
exactione liberum mihi permissuros. Hoc ipsum
tuum Dei Genitricis nomen sit mihi ultimus linguæ
loquentis motus, ut illud velut olivæ ramum in ore
ferens, instar columbar avolem, et in salutari paradisi arca requiescam Vehementissime enim
Communem cum Gabriele archangelo appellationem ex Ger:nani sententia sortimur, quia vi
nominis Gabriel dicit theandricum; theandrici autem et nos merito nuncupamur, utpote administri
τήσεται Πεπίστευκα γὰρ ὡς αἱδεσθήσονται
ταύτην τοῦ ἀέρος οι πράκτορες οι πικροί καὶ
μισάνθρωποι, καὶ μοι τῆς διαβάσεως αφορολογή
του παραχωρήσουσιν. Αὕτη μοι ἔστω ἡ τὴ θεοτό
κειος κλήσις έλλογου γλώττης κίνημα τελευταῖον,
ἵν᾿ ὡς κάρφος ἐλαίας ταύτην ἐπὶ στόματος φέρων
πετασύτομαι, καὶ καταπαύτω δίκην περιστεράς
εἰς τὴν τοῦ παραδείσου σωστικὴν κιβωτόν. Φιλυποστροφών γάρ σφοδρα σφοδρα· ἐκεῖθεν γὰρ ὁ τοῦ
fambulantes Christo, qui θέανδρος seu θεάνθρωπος,
Deus et homo est.
Cod απαιτήσετε.
Psal. Liv, 7.
col. 733–734page 66 of 83
PG 140:733πρώτου κόσμου Πατὴρ ἀποστῆναι με ἠνάγκασε, καὶ ἡ; πρὸς τὸν ἔνυγρον του τον βίον φέρεσθαι προστρέ ψατο. ΜΘ΄. Ναὶ δή, κοσμοσώτειρα κιβωτέ, κύρωσόν μου τὴν δέησιν, καὶ τὸν πενιχρόν μου τούτον λόγον καὶ οὐτιδανὸν πρόσδεξαι. Καὶ ὡς νεφέλη κούψη και φω τεινὴ ἐπισκίασον ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου ἐν ἡμέρᾳ πολέμου. Πολλοί γάρ εἰσιν οἱ ἀφ᾽ ὕψους με πλε μούντες, καὶ πυρρόροις βάλλοντες βέλεσιν Επαρον τὰς χεῖρας σου ἐπὶ τὰς ἐπάρσεις καὶ ὑπερηφανίας αὐτῶν, καὶ σύντριψον ἐν τάχει τούτους ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν. Εἰ δὲ καὶ χοῦς τίς ἐστιν ἐν τοῖς ποσὶν ἡπῶν, ἐκ τῶν ἐπιτηρούντων τὰς πτέρνας όψεων ἐπιτριβείς, λειξάτωσαν τοῦτον αὐτοὶ ἐν τῷ ἐπι στρέψαι τον πόνον αὐτῶν εἰς τὴν κεφαλὴν αὐ τῶν, καὶ ἐπὶ κορυφὴν αὐτῶν τὴν ἀδικίαν καταβ Εἶναι. Ν΄. Ἰλέωσον ἡμῖν τὸν ἐκ σοῦ γεννηθέντα Θεόν χρεωλυσίαν τῶν ὀφλημάτων αἴτησαι παρ' αὐτοῦ. Ορᾶς, ὅσον το κατάχρεων ἡμῶν· ἐγχειρίζομέν σοι λοιπὸν τὸ χειρόγραφον· μὴ πρὸς τὸν ὄγκον ἀπίδης αὐτοῦ, καὶ τὸ πλῆθος τῶν όφλημάτων. Ως γὰρ ὁ χρόνος ἡμῶν εὐπερίληπτός ἐστι καὶ ἡ κατὰ γῆν δια τριβε, οὕτω καὶ τὰ χρέα απεριόριστα. Κἂν τὸ δυσ αρίθμητον ἔχουσι παρ' ἡμῖν, ἡ δὲ τοῦ σοῦ Υἱοῦ ἀγαθότης οὔθ᾽ ὑπ' ἀρχὴν πίπτει, ούτε τέλει περιορίζεται Μὴ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ποιησάτω ἡμῖν, μηδε κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνταποδότω ἡμῖν. Καὶ γὰρ κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐπὶ τὸ βρότειον πλήρωμα, κλίνας οὐρανοὺς, καὶ καταβὰς ἐπὶ γῆν διά φιλανθρωπίας υπεράπειρον άβυσσον. Καθ' όπου ἀπέχουσιν ανατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, ἐμάτ κρυνση ἀφ' ἡμῶν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἀνατολή μὲν αείψωτος καὶ ὧν καὶ ὀνομαζόμενος· δύνας δε δι' εὐσπλαγχνίαν ἀνείκαστον ἐπὶ τὴν σκοτίαν τοῦ καθ' ἡμᾶς βίου καὶ τοῦ σαρκίου εἰ καὶ οὐ κατέλαβεν αυτόν ή σκοτία μάλλον οὖν καὶ διεσκέδασε τὸ ζοφῶδες καὶ μετεστοιχείωσε πρὸς τὸ φωτοειδές. Λοιπὸν ὀλίγα τα τραύματα τὰ ἡμέτερα πρὸς τὴν ἀπεριόριστον ἔμπλαστρον, ἣν τῷ παντί συνεξέτεινεν, ἵνα θεραπεύσῃ τὰ πάντα. Εγκειται δὲ τῇ ἐμπλάστρῳ τὸ δραστικώτατον φάρμακον, τὸ αἷμα αὐτοῦ τὸ θεόρουτον, καταναλίσκον τῶν ἡμετέρων τραυμάτων την κακοήθειαν, ὡς καὶ τὰς οὐλὰς ἐξαλείφειν, καὶ πρὸς τὴν προτέραν υγείαν απο καθιστών. Καὶ οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ χοῦν λείξουσι καθόσον. ἐσπλαγχνίαν. σκοτείαν. ύγίειαν.IN ANNUNTIATIONEM B. MARLÆ
πρώτου κόσμου Πατὴρ ἀποστῆναι με ἠνάγκασε, καὶ ἡ illuc remeare cupio; quoniam inde avolare me
πρὸς τὸν ἔνυγρον του τον βίον φέρεσθαι προστρέψατο.
pristini mundi pater coegit perque hanc vitam
fluctibus diluvii demersam jactandum tradidit.
XLIX. Tu itaque, o arca mundi servatrix, preces meas, obsecro, ratas habe, et meum hunc misellum ac nullius pretii sermonem excipe. Ac velut
levis ac lucida nubes obumhra caput meum
in die belli. Multi enim sunt, qui ab alto me
oppugnant, et sagittis ignitis jaculantur. Leva manus tuas in superbias tumoremque eorum et
cito contere eos sub pedibus nostris. Quod si pedibus nostris etiamnum pulvis aliquis per serpentes calcaneo insidiantes injectus, adhæret:
huuc ipsi lingant cum convertetur dolor eorum
in capul illorum, et in verticem ipsorum iniquitas
ΜΘ΄. Ναὶ δή, κοσμοσώτειρα κιβωτέ, κύρωσόν μου
τὴν δέησιν, καὶ τὸν πενιχρόν μου τούτον λόγον καὶ
οὐτιδανὸν πρόσδεξαι. Καὶ ὡς νεφέλη κούψη και φωτεινὴ ἐπισκίασον ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου ἐν ἡμέρᾳ
πολέμου. Πολλοί γάρ εἰσιν οἱ ἀφ᾽ ὕψους με πλε
μούντες, καὶ πυρρόροις βάλλοντες βέλεσιν Επαρον
τὰς χεῖρας σου ἐπὶ τὰς ἐπάρσεις καὶ ὑπερηφανίας
αὐτῶν, καὶ σύντριψον ἐν τάχει τούτους ὑπὸ τοὺς
πόδας ἡμῶν. Εἰ δὲ καὶ χοῦς τίς ἐστιν ἐν τοῖς ποσὶν
ἡπῶν, ἐκ τῶν ἐπιτηρούντων τὰς πτέρνας όψεων
ἐπιτριβείς, λειξάτωσαν τοῦτον αὐτοὶ ἐν τῷ ἐπι·
στρέψαι τον πόνον αὐτῶν εἰς τὴν κεφαλὴν αὐ
τῶν, καὶ ἐπὶ κορυφὴν αὐτῶν τὴν ἀδικίαν κατα- β3 eorum descendet
Εἶναι.
Ν΄. Ἰλέωσον ἡμῖν τὸν ἐκ σοῦ γεννηθέντα Θεόν
χρεωλυσίαν τῶν ὀφλημάτων αἴτησαι παρ' αὐτοῦ.
Ορᾶς, ὅσον το κατάχρεων ἡμῶν· ἐγχειρίζομέν σοι
λοιπὸν τὸ χειρόγραφον· μὴ πρὸς τὸν ὄγκον ἀπίδης
αὐτοῦ, καὶ τὸ πλῆθος τῶν όφλημάτων. Ως γὰρ ὁ
χρόνος ἡμῶν εὐπερίληπτός ἐστι καὶ ἡ κατὰ γῆν δια
τριβε, οὕτω καὶ τὰ χρέα απεριόριστα. Κἂν τὸ δυσαρίθμητον ἔχουσι παρ' ἡμῖν, ἡ δὲ τοῦ σοῦ Υἱοῦ
ἀγαθότης οὔθ᾽ ὑπ' ἀρχὴν πίπτει, ούτε τέλει περιορί
ζεται Μὴ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ποιησάτω
ἡμῖν, μηδε κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνταποδότω
ἡμῖν. Καὶ γὰρ κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς
γῆς ἐκραταίωσε τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐπὶ τὸ βρότειον
πλήρωμα, κλίνας οὐρανοὺς, καὶ καταβὰς ἐπὶ γῆν
διά φιλανθρωπίας υπεράπειρον άβυσσον. Καθ'
όπου ἀπέχουσιν ανατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, ἐμάτ
κρυνση ἀφ' ἡμῶν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἀνατολή
μὲν αείψωτος καὶ ὧν καὶ ὀνομαζόμενος· δύνας δε
δι' εὐσπλαγχνίαν ἀνείκαστον ἐπὶ τὴν σκοτίαν
τοῦ καθ' ἡμᾶς βίου καὶ τοῦ σαρκίου εἰ καὶ οὐ
κατέλαβεν αυτόν ή σκοτία μάλλον οὖν καὶ
διεσκέδασε τὸ ζοφῶδες καὶ μετεστοιχείωσε πρὸς τὸ
φωτοειδές. Λοιπὸν ὀλίγα τα τραύματα τὰ ἡμέτερα
πρὸς τὴν ἀπεριόριστον ἔμπλαστρον, ἣν τῷ παντί
συνεξέτεινεν, ἵνα θεραπεύσῃ τὰ πάντα. Εγκειται
δὲ τῇ ἐμπλάστρῳ τὸ δραστικώτατον φάρμακον, τὸ
αἷμα αὐτοῦ τὸ θεόρουτον, καταναλίσκον τῶν ἡμετέ
ρων τραυμάτων την κακοήθειαν, ὡς καὶ τὰς οὐλὰς
ἐξαλείφειν, καὶ πρὸς τὴν προτέραν υγείαν απο
καθιστών.
Mundi pristini, id est corrupti qui redemptionem antecedit, pater est Adam, qui totum genus
humanum quodam veluti diluvio demersit. Cum
vero paulo post Maria designetur ceu arca Noetica
hinc plane concludas licet, hoc symbolum, quo
sæpius penes Patres Deipara celebratur, ad
praerogativam quoque devitatæ ab ea communis ruinæ
Jenotandam spectare.
Isa. xix, 1.
Psal. cxxx1x, 8.
Gen. 111, 15.
bsal. Lxxi, Καὶ οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ χοῦν λείξουσι:
L. Redde nobis propitium Deum, qui ex te natus
est;exora ab ipso debitorum nostrorum remissionem.
Vides, quam ingens sit debitum nostrum: hoc
unum nobis superest, ut chirographum tibi in manus tradamus: ne, quæso, propter ejus pondus et
propter debitorum cumulum oculos tuos avertas:
sicut enim exiguum nobis tempus, ac breve reliquum
est præsentis vitæ spatium, sic immensa quoque
sunt debita nostra. Quanquam ista a nobis vix numerari possint, at Filii tui clementia quemadmodum expers est principii, sic nullis finibus circumscribitur. Non secundum peccata nostra faciat nobis, neque secundum iniquitates nostras retribuat
nobis Quoniam secundum altitudinem cæli a
terra corroboravit misericordiam suam super universum mortalium genus, propter immensam amoris sui erga homines abyssum cœlos inclinanset in
terram descendens Quantum distat ortus ab
occidente,longe fecit a nobis iniquitates nostras
orrens quidem semper lumine splendidus et exsistens et appellatus; occidens vero propter inæstimabilis misericordiæ suæ viscera ad vitæ nostræ et
ad humanæ carnis tenebras se demittens. Quanquam tenebræ eum non comprehenderunt;
quinimo et quidquid tenebricosum erat, dispulit
et in lucidum transformavit. Cæterum levia censeri possunt vulnera, nostra, si cum illo infinitæ
virtutis pharmaco comparentur,quod omnibus ex
æquo porrexit, ut omnia sanaret. Inest enim huic
pharmaco efficacicissimæ virtutis elementum, ejus
Etinimiciejus terram lingent. Eamdem sententiam
legere est Isa. xLIX, et Mich. vult, 17.
Psal. vi. 17
Cod. καθόσον.
Cod· ἐσπλαγχνίαν.
Cod. σκοτείαν.
Psal. cu, 10, 11.
Psal. xvi, 10.
Psal. cu, 12.
Joan. 1, 5.
(68") Ita cod cum dialecto vulgari, ut Hedericus
censet, pro ύγίειαν.
Homily VIIHomilia VII
col. 735–736page 67 of 83
PG 140:735ΝΑ΄. Οθεν λαβοῦσα τὸ πολύστιχον χειρόγραφον τῶν ἡμετέρων χρεῶν, διάρρηξαν ταῖς σαῖς πανάγνοι χερσὶν, αἷς τὸν ἐν χειρὶ αὐτοῦ τὸν κόσμον βαστάζοντα ὡς μήτηρ εβάστασας ἐβάστασας δὲ διὰ τὴν αἰτίαν ταύτην τῆς τῶν ἀνθρώπων χρεωλυσίας. Πλέο σον οὖν καὶ ἡμῖν τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα Θεόν, καὶ τῆς πολυχρονίου ἀπαλλαξον ὀφειλής. Αἰδεῖται γὰρ τὸ χρέος, ὅπερ αὐτὴ τῷ τοῦ παντὸς Δεσπότη δεδάνει κας, τὴν σάρκα λόγω τὴν θεοϋπόστατον· καὶ χάριν σοι ὀφείλει πασῶν χαρίτων τὴν μείζονα, ὅτι τὸ δά νειον τοῦτο πανυπερκάθαρον διετήρησας, καὶ χρυσ σίου παντός ηλιοειδέστερόν τε καὶ ὀβρυζότερον καὶ ἄξιον τῆς αὐτοῦ χρήσεως. Οπερ μεταχειρίζεσθαι ἀξιωθέντες ἡμεῖς ἱερουργικῶς, κατακερματίζομεν οἱ τραπεζίται τῆς μυστικῆς καὶ ἁγίας τραπέζης, β καὶ τοὺς πτωχοὺς τῷ πνεύματι πολυχρονίων λυτρούμεθα τῶν ὀφειλῶν διὰ τῆς αὐτοῦ χάριτος, ὡς πιο στεύομεν. Πάντας εἰσάγαγε πρὸς τὴν οὐράνιον βασιλείαν, ἡ Δέσποινα τῶν ἁπάντων, τοὺς ὁμολογοῦντας σε καὶ φρονοῦντας κυρίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον, καὶ καρ δίαν ἁγιάζοντας τῷ φρονήματι, καὶ γλῶσσαν ἁγνίο ζοντας τῷ φωνήματι, κἀπὶ ταῖς σαῖς ἀντιλήψεσι καυχωμένους, καὶ τὴν ἄγκυραν τῆς ἐλπίδος τῆς σῆς ἐξάψαντας μεσιτείας, μετὰ Θεὸν τὸν ἐν Πατρί καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι προσκυνούμενόν τε καὶ δου ξαζόμενον· ᾧ μόνῳ λατρεύομεν, καὶ ἂν μόνον δη μιουργὸν ἡμῶν ἐπιστάμεθα, καὶ οὗ τὰ κτίσματα πάντα ἐξέχεται πρὸς συνοχήν τε καὶ σύστασιν, τῇ μόνῃ ἀκτίστῳ φύσει καὶ προανάρχῳ, ᾗ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή, καὶ προσκύνησις, μεγαλωσύνη τε καὶ μεγαλοπρέπεια, νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αιών νας τῶν αἰώνων. Αμήν. Ζ. Εἰς τὴν σφαγὴν τῶν ἁγίων νηπίων, καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ κατά Μάρκον ἁγίου Εὐαγγελίου. Αναγινωσκομένη Κυριακῇ πρὸ τῶν Φώτων. Α΄. «Τίς Θεός πλὴν τοῦ ἡμῶν, ὁ Θεὸς ὁ περιζωννύων με δύναμιν, ὁ καταρτιζόμενος τοὺς πόδας μου ὡσεὶ ἐλάφου, καὶ ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἱστών με; «Πάλιν ὁ Λαυίδ προτρεχέτω τοῦ λόγου μετὰ τῆς συνήθους Κινύρας καὶ τῶν ἡδυφθόγγων μελουργιῶν ἐπαλείφων ὥσπερ τὸ τῆς ψυχῆς ἀκειμένου καθυπτιάζον προς τὸ στάδιον τῆς διδασκαλίας καὶ πρὸς δοξολογίαν διερε θίζου Θεοῦ, τοῦ περιζωννύντος με δύναμιν γνώσεως, κατοικίζοντος τὴν στείραν μου διάνοιαν ἐν οἴκῳ τούτῳ ἱερῷ, μητέρα ἐπὶ τέκνοις εὐφραινομένην, τοῖς αὐτόθεν ἀποτικτομένοις λόγοις διδακτικοῖς. Οὐ γὰρ ἐμὸν τοῦτο κατόρθωμα, ἀλλ' ὅλον τῆς χαρίτος τοῦ Θεοῦ· οὐχ ὅτι ἄξιος ταύτης ἐγώ, ἀλλ᾽ ὅτι ἀγαπητὸς ὁ ἐμὸς λαὸς τῷ Θεῷ, καὶ δι' ἡμᾶς ἐμὲ δυναμοῖ, καὶCERMANI II CP. PATRIACHÆ
nempe sanguis divinitus fluens, qui vulnerumnostrorum ita malignitatem absumit, ut ipsis
quoque cicatrices abstergeatet in pristinam sanitatem integram restituat.
LI. Tui itaque (o Deipara), sume chirographum, ΝΑ΄. Οθεν λαβοῦσα τὸ πολύστιχον χειρόγραφον
quo tam multa debita nostra continentur, et illud τῶν ἡμετέρων χρεῶν, διάρρηξαν ταῖς σαῖς πανάγνοι
dilacera immaculatis illis tuis manibus, quibus uti χερσὶν, αἷς τὸν ἐν χειρὶ αὐτοῦ τὸν κόσμον βαστά
mater eum, qui portat in manu sua universum ζοντα ὡς μήτηρ εβάστασας ἐβάστασας δὲ διὰ τὴν
mundum, gestati; hac enim de causa eum αἰτίαν ταύτην τῆς τῶν ἀνθρώπων χρεωλυσίας. Πλέο
gestasti, quo sicicet humano generi debita solve- σον οὖν καὶ ἡμῖν τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα Θεόν, καὶ τῆς
rentur. Etiam nobis igitur Deum ex te natum pro- πολυχρονίου ἀπαλλαξον ὀφειλής. Αἰδεῖται γὰρ τὸ
pitium redde, ipsumque a veteri (quo tibi obstri- χρέος, ὅπερ αὐτὴ τῷ τοῦ παντὸς Δεσπότη δεδάνει
ctus tenetur) debito libera. Fenoris enim, quod κας, τὴν σάρκα λόγω τὴν θεοϋπόστατον· καὶ χάριν
ipsa universorum Domino commodasti carnis σοι ὀφείλει πασῶν χαρίτων τὴν μείζονα, ὅτι τὸ δάscilicet hypostatice a Deo assumptæ, rationem νειον τοῦτο πανυπερκάθαρον διετήρησας, καὶ χρυσ
ipse habet, et gratiam tibi gratiis omnibus potio- σίου παντός ηλιοειδέστερόν τε καὶ ὀβρυζότερον καὶ
rem debet, quod hoc idem fenus, purum prorsus ἄξιον τῆς αὐτοῦ χρήσεως. Οπερ μεταχειρίζεσθαι
supra quam dici possit, et omni auro splendidius ἀξιωθέντες ἡμεῖς ἱερουργικῶς, κατακερματίζομεν
ac sincerius sonans, et dignum, quo ipse uteretur, οἱ τραπεζίται τῆς μυστικῆς καὶ ἁγίας τραπέζης,
ei servaveris. Quod quidem nos contrectare digni β καὶ τοὺς πτωχοὺς τῷ πνεύματι πολυχρονίων λυτρούfacti sumus inter sacra mysteria, ac veluti colly - μεθα τῶν ὀφειλῶν διὰ τῆς αὐτοῦ χάριτος, ὡς πιο
bistæ mysticæ ac sanctæ mensæ minutas in partes
tribuimus, et per gratiam ipsius pauperes spiritu ab
antiquis debitis, uti credimus, liberos dimittimus.
Introduc, o Domina universorum, in coleste
regum omnes qui tibi se dedunt, teque vere ac
proprie Dei Genitricem credunt, et corda hac fide
sanctificant, et linguam hac voce purificant, quique
auxilio tuo gloriantur ac spei anchoram tuæ meditationi adnectunt post Deum, quem iu Patre et
Filio et sancto Spiritu adoramus et glorificamus;
cui soli latriæ cultum deferimus, et quem solum
omnium nostrum conditorem novimus, et a quo
creata omnia pendent, ut consistant et conserventur; soli increatæ ac sempiternæ naturæ, cui decet omnis gloria, honor et adoratio, decusque ac
magnificentia nunc et in infinita sæcula sæculorum,
Amen.
In sanctorum Innocentium occisionem, et in initium
sancti Evangelii secumdum Marcum. Lecta Dominica ante Lumina.
στεύομεν.
Πάντας εἰσάγαγε πρὸς τὴν οὐράνιον βασιλείαν,
ἡ Δέσποινα τῶν ἁπάντων, τοὺς ὁμολογοῦντας σε καὶ
φρονοῦντας κυρίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον, καὶ καρδίαν ἁγιάζοντας τῷ φρονήματι, καὶ γλῶσσαν ἁγνίο
ζοντας τῷ φωνήματι, κἀπὶ ταῖς σαῖς ἀντιλήψεσι
καυχωμένους, καὶ τὴν ἄγκυραν τῆς ἐλπίδος τῆς σῆς
ἐξάψαντας μεσιτείας, μετὰ Θεὸν τὸν ἐν Πατρί καὶ
Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι προσκυνούμενόν τε καὶ δου
ξαζόμενον· ᾧ μόνῳ λατρεύομεν, καὶ ἂν μόνον δημιουργὸν ἡμῶν ἐπιστάμεθα, καὶ οὗ τὰ κτίσματα
πάντα ἐξέχεται πρὸς συνοχήν τε καὶ σύστασιν, τῇ
μόνῃ ἀκτίστῳ φύσει καὶ προανάρχῳ, ᾗ πρέπει πᾶσα
δόξα, τιμή, καὶ προσκύνησις, μεγαλωσύνη τε καὶ
μεγαλοπρέπεια, νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αιών
νας τῶν αἰώνων. Αμήν.
Ζ.
Εἰς τὴν σφαγὴν τῶν ἁγίων νηπίων, καὶ εἰς τὴν
ἀρχὴν τοῦ κατά Μάρκον ἁγίου Εὐαγγελίου.
Αναγινωσκομένη Κυριακῇ πρὸ τῶν Φώτων.
(Inter Homilias variorum Patrum ed. Hoeschelius. Augustæ Vindelic. 1586, 4º.)
1. «Quis Deus præter Deum nostrum, Deus ille
qui præcingit me virtute et instruit pedes meos
tanquam cervorum, et in excelsa statuens me ¹?»
Rursum David orationi præcurrat cum solito decachordo,et suavi melodia animam meam remissam
et dormientem quasi inungens ad doctrinæ stadium eamque ad Dei laudes excitans, qui me virtute præcingit scientiæ, sterilemque meam mentem inhabitare facit in sacra hac domo, matrem
filiorum lætantern; ipsis inde genitis doctrinæ sermonibus. Non enim meus est ille fructus, sed totus
a gratia Dei procedit; non quod sim ego illa dignus, sed quod dilectus est Deo populus meus: et
propter nos me roborat et dat verbum in apertione
· Psal. xvii, 32-34.
Conf. I Reg. 11, 20.
Α΄. «Τίς Θεός πλὴν τοῦ ἡμῶν, ὁ Θεὸς ὁ περιζωννύων με δύναμιν, ὁ καταρτιζόμενος τοὺς πόδας μου
ὡσεὶ ἐλάφου, καὶ ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἱστών με; «Πάλιν ὁ
Λαυίδ προτρεχέτω τοῦ λόγου μετὰ τῆς συνήθους κι
νύρας καὶ τῶν ἡδυφθόγγων μελουργιῶν ἐπαλείφων
ὥσπερ τὸ τῆς ψυχῆς ἀκειμένου καθυπτιάζον προς
τὸ στάδιον τῆς διδασκαλίας καὶ πρὸς δοξολογίαν διερε
θίζου Θεοῦ, τοῦ περιζωννύντος με δύναμιν γνώσεως,
κατοικίζοντος τὴν στείραν μου διάνοιαν ἐν οἴκῳ
τούτῳ ἱερῷ, μητέρα ἐπὶ τέκνοις εὐφραινομένην, τοῖς
αὐτόθεν ἀποτικτομένοις λόγοις διδακτικοῖς. Οὐ γὰρ
ἐμὸν τοῦτο κατόρθωμα, ἀλλ' ὅλον τῆς χαρίτος τοῦ
Θεοῦ· οὐχ ὅτι ἄξιος ταύτης ἐγώ, ἀλλ᾽ ὅτι ἀγαπητὸς
ὁ ἐμὸς λαὸς τῷ Θεῷ, καὶ δι' ἡμᾶς ἐμὲ δυναμοῖ, καὶ
col. 737–738page 68 of 83
PG 140:737δίδωσι λόγον ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματος, καὶ μοῦ κατ αρτίζει τους πόδας εὐαγγελιζομένου εἰρήνην καὶ ἀγαθά· καὶ ἐπὶ τὸ ὑψηλὸν τοῦτο ἱστᾷ ξυλολόφιον κήρυκα εὐσεβείας καὶ διδάσκαλον ἀρετῆς. Καὶ πάλιν αὐτὸς ὡς σημαία ἐπὶ βουνοῦ, καὶ ὡς ἱστὸς ἐπ᾿ ὅρους, συναθροίζων τὸ ἱερὸν στρατολόγιον. Οὐ γὰρ ἂν τολ μέσω εἰπεῖν ὅτι ὡς πόλις ἐπάνω όρους, καὶ ὡς λύ χνος ἐπὶ λυχνίας· ταῦτα γὰρ τῶν ἀναβάσεις ταῖς στῶν καρδίαις τιθεμένων καὶ τὰς τῶν ἀναβαθμών βαλλόντων ᾠδας, ὧν καὶ τὸ φῶς τῶν ἔργων ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων λάμπει, κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον. Φέρε τοίνυν ἐξ ἑορτῆς μετελευσώμεθα εἰς ἑορτὴν τῆς παρωχημένης τὴν μέλλουσον, ἐκ τῆς Δεσποτικής κατά σάρκα γεννήσεως ἐπὶ τὴν τῶν δούλων ἡμῶν ἀναγέννησιν· ἐκ τοῦ ἀστέρος πρὸς τὸν μέγαν λύχνον, τοῦ προβδόμου τῶν ἀστρολατρῶν ἐπὶ τὸν προδρόμου τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης, οι τριττά προσφέροντες δώρα, πίστιν δὲ μᾶλλον τὴν εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα ἣν ἐπισφραγίζει το βάπτισμα. Μετ' ἀγγέλων ἐδοξάσαμεν πρότριτα τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Θεοῦ, καὶ ὑπὲρ ἀγγέλους εδοξάσθημεν διὰ ταύτην· «Οὐ γὰρ ἀγγέλων ἐπελάβετο, καθώς ἂν ὁ Παῦλος ἐρεῖ· ἀλλὰ σπέρματος ᾿Αβραάμ, όθεν κατὰ πάντα ἡμῖν ὡμοιώθη χωρὶς ἁμαρτίας.» Μετά ποιμέ των περιελάμφθημεν τῇ δόξῃ τοῦ γεννηθέντος, καὶ ὑπὲρ ποιμένας τὸ ἀφάταστον τῆς σαρκώσεως ἐπι εγνώκειμεν οὐκ ὀφθαλμοῖς μόνον παραλαβόντες κείν μενον ἐν φάτνῃ τῇ μυστικῇ, ἀλλὰ καὶ στόματι δια ψηλαφήσαντες τὸν οὐράνιον ἄρτον εἰς βεβαιοτέραν τὴν πίστωσιν. Οφθαλμῶν μὲν γὰρ ὠτίων πιστότεροι, ὀφθαλμῶν δὲ ἀφὴ βεβαιότερα, στόμα δὲ καὶ ἀμφο τέρων πιστότερον. Β΄. Πάντων οὖν τῶν ἐν Βηθλεὲμ ἱεροπρεπῶς τελετ σθέντων χαρμονικών ὄντων καὶ τερπωλῆς ἐμφορη τικών διαβαινούσης εἰς τὴν ψυχὴν, ἐν ἦν τὸ ἁνιάσαν καὶ συγχέαν τὰς διανοίας τῶν φιλοχρίστων, ἡ τῆς ἀπειροκάκου νεολαίας ἀναίρεσις. ὁ θερισμός τῆς ἀπ ρον χλόης καὶ ἀρτιφυοῦς. Πλὴν καὶ τότε τοῖς μὲν θερίζουσι μᾶλλον ἐπεδακρύσαμεν, τοῖς δὲ θεριζομέ νοις ἐφηδύνθηκεν δράγμασιν· ὅτι ἐν μαλακῇ τῇ που καὶ νεοθαλεῖ ἀδρὸν τὸν στάχυν ἀποδεδωκασιν, ἀπο θηκῶν τῶν ἄνω ἐπάξιον. Καὶ οὐκ εἴπομεν, Εὐλογία Κυρίου ἐπὶ τοὺς θερίζοντας· ἀλλὰ τὴν εὐφορίαν τῶν δραγμάτων ἐμακαρίσαμεν. Εἰ γὰρ καὶ παραπλησίως τοῖς ἐπί τῶν δωμάτων ἐσχήκασι τὸ εὐμάραντον, ἐν ὀλίγῳ ἀνθήσαντά τε καί ἀπανθήσαντα· ἀλλὰ τὸν κόλπον ἐπλήρωσαν τοῦ ᾿Αβραάμ τοῦ τὰ τοιαῦτα συλ λέξαντος δράγματα καὶ συγκλείσαντος. ᾿Αλλὰ ἔλαβεν ἑαυτὸν ὁ μεμηνώς Ηρώδης καὶ ἔκνους, ὁ τῷ ὄντι δερμάτινος. Εἰς τοῦτο γὰρ ἡ κλῆσις αὐτοῦ μετα Φιλώττισται. Ἔλαβε τὸ ἀρυθροδανωμένον ἐκεῖνο δέομα ἐξ ἀθώων αἱμάτων, τὸ συντελοῦν εἰς τὰ σκη ματα της Κηδάρ, ἔνθα ὁ τοῦ σκότους ἄρχων καὶ ἀπ' ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνος επαναπαύεται. Καί γε πῶς ἐλπίδος έσφαλη, καὶ ὑπὲρ ἐνὸς δεδιώς βασιλέως, πολλοὺς αὐτὸς ἀπετέλεσεν, οὓς τὴν ἐξ αἱμάτων ἠμφίασε πορφυρίδα. Οἱ δὲ συμβασιλεύουσι τῷ ἀθανάτῳHOMILIA IN SS. INNOCENTES.
pacem et bona; et me super hanc excelsam cathedram statuit pietatis præconem et virtutis magistrum. Et rursum ipse tanquam vexillum in colle
et tanquam malus in monte, congregans sacrum
exercitum. Non enim audebo dicere me esse tanquam urbem supra montem aut tanquam lampa.
dem supra candelabrum: hæc enim eorum sunt
qui in vestris cordibus progressus statuere, et graduum psallentium cantus posuere, quorum lux ex
operibus coram hominibus lucet secundum Evangelium. Eia igitur e festo transeamus ad festum, ex
celebrato ad futurum, ex Domini secundum carnem generatione ad nostram servorum regenerationem; ex stella ad magnam lampadem, ex stelδίδωσι λόγον ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματος, καὶ μοῦ κατ- oris mei, et erigit pedes meos ad evangelizandum
αρτίζει τους πόδας εὐαγγελιζομένου εἰρήνην καὶ
ἀγαθά· καὶ ἐπὶ τὸ ὑψηλὸν τοῦτο ἱστᾷ ξυλολόφιον
κήρυκα εὐσεβείας καὶ διδάσκαλον ἀρετῆς. Καὶ πάλιν
αὐτὸς ὡς σημαία ἐπὶ βουνοῦ, καὶ ὡς ἱστὸς ἐπ᾿ ὅρους,
συναθροίζων τὸ ἱερὸν στρατολόγιον. Οὐ γὰρ ἂν τολ
μέσω εἰπεῖν ὅτι ὡς πόλις ἐπάνω όρους, καὶ ὡς λύ
χνος ἐπὶ λυχνίας· ταῦτα γὰρ τῶν ἀναβάσεις ταῖς
στῶν καρδίαις τιθεμένων καὶ τὰς τῶν ἀναβαθμών
βαλλόντων ᾠδας, ὧν καὶ τὸ φῶς τῶν ἔργων ἔμπρο
σθεν τῶν ἀνθρώπων λάμπει, κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον.
Φέρε τοίνυν ἐξ ἑορτῆς μετελευσώμεθα εἰς ἑορτὴν τῆς
παρωχημένης τὴν μέλλουσον, ἐκ τῆς Δεσποτικής
κατά σάρκα γεννήσεως ἐπὶ τὴν τῶν δούλων ἡμῶν
ἀναγέννησιν· ἐκ τοῦ ἀστέρος πρὸς τὸν μέγαν λύχνον,
τοῦ προβδόμου τῶν ἀστρολατρῶν ἐπὶ τὸν πρόδρο- larum adoratorum itinere ad totius justitis Solis
μου τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης, οι τριττά προσφέροντες δώρα, πίστιν δὲ μᾶλλον τὴν εἰς Πατέρα καὶ
Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα ἣν ἐπισφραγίζει το βάπτισμα.
Μετ' ἀγγέλων ἐδοξάσαμεν πρότριτα τὴν ἐνανθρώ
πησιν τοῦ Θεοῦ, καὶ ὑπὲρ ἀγγέλους εδοξάσθημεν διὰ
ταύτην· «Οὐ γὰρ ἀγγέλων ἐπελάβετο, καθώς ἂν ὁ
Παῦλος ἐρεῖ· ἀλλὰ σπέρματος ᾿Αβραάμ, όθεν κατὰ
πάντα ἡμῖν ὡμοιώθη χωρὶς ἁμαρτίας.» Μετά ποιμέτων περιελάμφθημεν τῇ δόξῃ τοῦ γεννηθέντος, καὶ
ὑπὲρ ποιμένας τὸ ἀφάταστον τῆς σαρκώσεως ἐπι
εγνώκειμεν οὐκ ὀφθαλμοῖς μόνον παραλαβόντες κείν
μενον ἐν φάτνῃ τῇ μυστικῇ, ἀλλὰ καὶ στόματι διαψηλαφήσαντες τὸν οὐράνιον ἄρτον εἰς βεβαιοτέραν
τὴν πίστωσιν. Οφθαλμῶν μὲν γὰρ ὠτίων πιστότεροι,
ὀφθαλμῶν δὲ ἀφὴ βεβαιότερα, στόμα δὲ καὶ ἀμφοτέρων πιστότερον.
Β΄. Πάντων οὖν τῶν ἐν Βηθλεὲμ ἱεροπρεπῶς τελετ
σθέντων χαρμονικών ὄντων καὶ τερπωλῆς ἐμφορητικών διαβαινούσης εἰς τὴν ψυχὴν, ἐν ἦν τὸ ἁνιάσαν
καὶ συγχέαν τὰς διανοίας τῶν φιλοχρίστων, ἡ τῆς
ἀπειροκάκου νεολαίας ἀναίρεσις. ὁ θερισμός τῆς ἀπ
ρον χλόης καὶ ἀρτιφυοῦς. Πλὴν καὶ τότε τοῖς μὲν
θερίζουσι μᾶλλον ἐπεδακρύσαμεν, τοῖς δὲ θεριζομένοις ἐφηδύνθηκεν δράγμασιν· ὅτι ἐν μαλακῇ τῇ που
καὶ νεοθαλεῖ ἀδρὸν τὸν στάχυν ἀποδεδωκασιν, ἀποθηκῶν τῶν ἄνω ἐπάξιον. Καὶ οὐκ εἴπομεν, Εὐλογία
Κυρίου ἐπὶ τοὺς θερίζοντας· ἀλλὰ τὴν εὐφορίαν τῶν
δραγμάτων ἐμακαρίσαμεν. Εἰ γὰρ καὶ παραπλησίως τοῖς ἐπί τῶν δωμάτων ἐσχήκασι τὸ εὐμάραντον,
ἐν ὀλίγῳ ἀνθήσαντά τε καί ἀπανθήσαντα· ἀλλὰ τὸν
κόλπον ἐπλήρωσαν τοῦ ᾿Αβραάμ τοῦ τὰ τοιαῦτα συλλέξαντος δράγματα καὶ συγκλείσαντος. ᾿Αλλὰ ἔλαβεν
ἑαυτὸν ὁ μεμηνώς Ηρώδης καὶ ἔκνους, ὁ τῷ ὄντι
δερμάτινος. Εἰς τοῦτο γὰρ ἡ κλῆσις αὐτοῦ μετα
Φιλώττισται. Ἔλαβε τὸ ἀρυθροδανωμένον ἐκεῖνο
δέομα ἐξ ἀθώων αἱμάτων, τὸ συντελοῦν εἰς τὰ σκηματα της Κηδάρ, ἔνθα ὁ τοῦ σκότους ἄρχων καὶ
ἀπ' ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνος επαναπαύεται. Καί γε πῶς
ἐλπίδος έσφαλη, καὶ ὑπὲρ ἐνὸς δεδιώς βασιλέως,
πολλοὺς αὐτὸς ἀπετέλεσεν, οὓς τὴν ἐξ αἱμάτων ἡμφίασε πορφυρίδα. Οἱ δὲ συμβασιλεύουσι τῷ ἀθανάτῳ
↑ Kabr, 1 16.
progressum, non tria afferentes dona, sed potius
fidem in Patrem et Filium et Spiritum sanctum
quam consignal baptisma. Triduo ante cum angelis glorificavimus Dei incarnationem, ac per eam
super angelos sumus glorificati. «Non enim angelos suscepit, ut inquit Paulus, sed semen Abrahæ
unde in omnibus nobis similis factus est absque
peccato ".» Cum pastoribus gloria nati Salvatoris
splendide circumdati sumus, et magis quam pastores quod in incarnatione invisibile erat cognovimus, non oculis modo eum qui in mystico stabulo
jacebat percipientes, sed et ore contrectantes cælestem panem in firmiorem fidem. Oculi enim auribus fideliores sunt, oculis autem tactus sincerior
os vero et ambobus fidelius.
II. Omnia igitur quæ Bethleem divine peracta
sunt, jucunda sunt plenaque lætitia quæ mentem
penetrat; unum autem fuit quod Christianorum
animas mœrore afficit ac turbat, innocentium parvulorum ablatio, immaturæ etrecentis herbæ messis. Quanquam et tunc metentibus potius illacrymavimus, demessis autem lætati sumus manipulis.
In tenera enim et florente herba plenain spicam
tradiderunt, horreis caelestibus dignam. Et non diximus: Benedictio Domini super metentes; sed
manipulorum ubertatem beatam diximus. Et si enim
quemadmodum et ii qui in domibus sunt marcescere possent, brevi florentes ac deflorentes: sed
sinum Abrahæ impleverunt, qui tales congregavit et
conclusit manipulos. Sed seipsum latuit furens Herodes et demens ac revera coriaceus. Sic enim ejus
nomen interpretati sunt. Accepit illud rubrum corium innocenti sanguine effectum, pertinens ad
tabernacula Cedar,ubi princeps tenebrarum et qui
ab initio homicida est, requiescit. Sed sua eum
spes fefellit, et unius causa timens regis, multos ipse
interfecit, quos sanguinea induit purpura. Illi cum
immortali rege regnant atque in æternum vivunt.
Insecutores autem, propter suas adversus innocentes injurias, occidentur; et zelus perdet impios,
col. 739–740page 69 of 83
PG 140:7393; βασιλεῖ καὶ συζῶσιν αἰώνια. Οἱ δὲ διώκται, ἀνθ' ὧν ἠδίκουν νηπίους, φονευθήσονται· καὶ ἑτασμὸς ὀλέσει τοὺς ἀσεβεῖς, ἐπικαίρως φάναι το Σολομώντειον βιαιη και γάρ θανάτῳ τὴν ἀνήμερον και μιαιφόνον ψυχὴν ἐξέρρηξεν ὁ ἀνήσιος ὕστερον. Καί, ἵνα πλατύτερον κωμῳδήσω τὴν τῆς τραγωδίας ταύτης δραματ τουργόν, ο δερμάτινος ἐκεῖνος ἀσκὸς καὶ παλαιός τῷ χρόνῳ καὶ τῇ κακίᾳ, ὡς οἶνον νέον τὸ νεοθλιβές των νεογνών δεξάμενος αἷμα διέσχισται καὶ διέρρηκται, καὶ ὄμφακας τούτους φαγόντος αὐτοῦ, τὰ ἴδια τέκνα αιμωδία, ὑπέστησαν, ὑπ' αὐτοῦ καὶ ταύτα ἀναιρεθέντα, καθὼς Ιώσηππος ἱστορεῖ. Εοικε γάρ ὁ ἐκμανὴς ἐκεῖνος καὶ θεομάχος προλαμβάνειν τὴν τῶν Ἑβραίων ἀπόνοιαν, ο βασεβεὺς τῶν κακῶς βασιλευομένων, κἀκεῖνο φθέγγεσθαι άντικρυς περὶ τῶν βρεφών, όπερ ύστερον ὁ ὑπ' αὐτὸν λαός περί του Χριστού, «Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐν ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὰ τέ κνα ημών» οὕτως ὁ λυσσώδης ἐκεῖνος και άπλη στης λύκος ἐνεθισθείς απαλοῖς ἀρνίοις ἐπιπηδήν, και τοῖς οἰκείοις λυκιδέσιν ὡς μεμηνώς ἐπελύτησεν, ᾿Αλλὰ χάρις τῷ Θεῷ, τῷ μὴ συγχωρούντι τοὺς ἀδι κουντας τὰς τῆς δίκης χεῖρας αποδιδράσκειν ἐπὶ πολύ, αλλ' ένδοξαζομένῳ ἐν Φαραώ, και εἴ τις κατ ἐκεῖνον σκληροκάρδιος, και θείων κατολιγωρών κελευσμάτων, και καταγρνώμενος λαού ταπεινού. Αλλ' επαίειν ἄρτι δοκῶ λέγοντος τοῦ Θεοῦ· Λάλη του τοῖς υἱοῖς τοῦ νέου Ἰσραήλ, καὶ ἀναζευξάτωσαν, οὐκ ἐξ Αἰγύπτου πρὸς τὴν Ἐρυθράν, ἀλλ' ἐκ τῆς τῶν αἱμάτων ἐρυθρᾶς ἥτις τὸν νέον Φαραώ και παιδοκτόνον ἐξώλεσεν αθώου γάρ αἵματος χύσις θάνα της τῷ ἐκχέαντι) προς τον καλόν Ἰορδάνην, τὴν άπονον κάθαρσιν τῶν ἀνθρώπων και άμοχθον. Τριών γαρ όντων καθαρτηρίων των διαβιβαζόντων εἰς τὴν ἔκπλευσιν, και τὰ ἐπιτρίμματα των παλαιών μολυ σμών τέλεον ἀπονιπτόντων, βαπτίσματος, δακρύων, και του δι' αίματος μαρτυρίου, ἔδειξεν ἡ ἐνανθρωπήσας Θεός ἐκ προοιμίων αὐτῶν τῆς αὐτοῦ παρουσίας προσδεξάμενος τὰ ἱερὰ ταῦτα προσθύματα και προσω φάγια το δι' αίματος είναι το ύπερο χικώτερον, οὐ μόνον ότι δευτέροις τύποις οὐ μολύνεται, ἀλλ' ότι και τῶν δακρύων αὐτῶν πολλοῖς τοῖς μετοῖς ἐπίμο νώτερον. Το γάρ διὰ βαπτίσματος καθαρτήσιον ἄλλως ἔχει, ὅλον τῆς χάριτος ὃν και τῆς δωρεᾶς τοῦ Πνεύματος του αγίου. Αγάπης δὲ ἀκραιφνούς τῆς πρός Θεόν τεκμήριον ἐκδαλότατον, οὐχ ἑτερόν τι οὕτως ὡς τὸ ὑπὲρ τοῦ ἀγαπῶντος τοῦ ἰδίου αἵματος ἀφειδῇσαι, «Μείζονα γὰρ ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ· καὶ δε φίλων, πολλῷ μᾶλλον Δεσπότου καὶ Ποιητοῦ. Τὸ μὲν γὰρ αἷμα, ἀγάπης ἐνθέρμου δηλω τικόν, τὸ δὲ δάκρυον, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διὰ τὸν, φόβον τῆς τιμωρίας· ὀλίγων γὰρ καὶ τούτων τῶν τελειοτά την τὴν τὸ ἐξ ἀρετὴν ἀγάπης δακρύειν, καὶ πόθου τοῦ πρὸς Θεόν, οριγνομένης τῆς ψυχῆς τῷ ποθουμένῳ τάχιον προσομιλῆσαι καὶ προσενωθῆναι τῷ ερωμένῳ. Οἷος ἦν ἐκεῖνος ὁ καλλικέλαδος πρωτο ψαλτης εὐφυῶς ἐπαφώμενος τῆς νευρᾶς τῆς κιννύGERMANI II CP. PATRIARCHÆ.
ut optime dicit Salomon 3; violenta elenim morte βασιλεῖ καὶ συζῶσιν αἰώνια. Οἱ δὲ διώκται, ἀνθ' ὧν
crudelem et homicidam animam erupit impius post-
་་
ἠδίκουν νηπίους, φονευθήσονται· καὶ ἑτασμὸς ὀλέσει
τοὺς ἀσεβεῖς, ἐπικαίρως φάναι το Σολομώντειον
βιαιη και γάρ θανάτῳ τὴν ἀνήμερον και μιαιφόνον
ψυχὴν ἐξέρρηξεν ὁ ἀνήσιος ὕστερον. Καί, ἵνα πλατύ
τερον κωμῳδήσω τὴν τῆς τραγωδίας ταύτης δραματ
τουργόν, ο δερμάτινος ἐκεῖνος ἀσκὸς καὶ παλαιός
τῷ χρόνῳ καὶ τῇ κακίᾳ, ὡς οἶνον νέον τὸ νεοθλιβές
των νεογνών δεξάμενος αἷμα διέσχισται καὶ διέρρη
κται, καὶ ὄμφακας τούτους φαγόντος αὐτοῦ, τὰ ἴδια
τέκνα αιμωδία, ὑπέστησαν, ὑπ' αὐτοῦ καὶ ταύτα
ἀναιρεθέντα, καθὼς Ιώσηππος ἱστορεῖ. Εοικε γάρ
ὁ ἐκμανὴς ἐκεῖνος καὶ θεομάχος προλαμβάνειν τὴν
τῶν Ἑβραίων ἀπόνοιαν, ο βασεβεὺς τῶν κακῶς βα
σιλευομένων, κἀκεῖνο φθέγγεσθαι άντικρυς περὶ τῶν
βρεφών, όπερ ύστερον ὁ ὑπ' αὐτὸν λαός περί του
Χριστού, «Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐν ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὰ τέ
κνα ημών» οὕτως ὁ λυσσώδης ἐκεῖνος και άπλη
στης λύκος ἐνεθισθείς απαλοῖς ἀρνίοις ἐπιπηδήν,
και τοῖς οἰκείοις λυκιδέσιν ὡς μεμηνώς ἐπελύτησεν,
᾿Αλλὰ χάρις τῷ Θεῷ, τῷ μὴ συγχωρούντι τοὺς ἀδι
κουντας τὰς τῆς δίκης χεῖρας αποδιδράσκειν ἐπὶ
πολύ, αλλ' ένδοξαζομένῳ ἐν Φαραώ, και εἴ τις κατ
ἐκεῖνον σκληροκάρδιος, και θείων κατολιγωρών κε
λευσμάτων, και καταγρνώμενος λαού ταπεινού.
Αλλ' επαίειν ἄρτι δοκῶ λέγοντος τοῦ Θεοῦ· Λάλητου τοῖς υἱοῖς τοῦ νέου Ἰσραήλ, καὶ ἀναζευξάτωσαν,
οὐκ ἐξ Αἰγύπτου πρὸς τὴν Ἐρυθράν, ἀλλ' ἐκ τῆς τῶν
αἱμάτων ἐρυθρᾶς ἥτις τὸν νέον Φαραώ και παιδοκτόνον ἐξώλεσεν αθώου γάρ αἵματος χύσις θάνα
της τῷ ἐκχέαντι) προς τον καλόν Ἰορδάνην, τὴν
άπονον κάθαρσιν τῶν ἀνθρώπων και άμοχθον. Τριών
γαρ όντων καθαρτηρίων των διαβιβαζόντων εἰς τὴν
ἔκπλευσιν, και τὰ ἐπιτρίμματα των παλαιών μολυ
σμών τέλεον ἀπονιπτόντων, βαπτίσματος, δακρύων,
και του δι' αίματος μαρτυρίου, ἔδειξεν ἡ ἐνανθρωπή
σας Θεός ἐκ προοιμίων αὐτῶν τῆς αὐτοῦ παρουσίας
προσδεξάμενος τὰ ἱερὰ ταῦτα προσθύματα και προσω
φάγια το δι' αίματος είναι το ύπερο χικώτερον, οὐ
μόνον ότι δευτέροις τύποις οὐ μολύνεται, ἀλλ' ότι
και τῶν δακρύων αὐτῶν πολλοῖς τοῖς μετοῖς ἐπίμο
νώτερον. Το γάρ διὰ βαπτίσματος καθαρτήσιον
ἄλλως ἔχει, ὅλον τῆς χάριτος ὃν και τῆς δωρεᾶς τοῦ
Πνεύματος του αγίου. Αγάπης δὲ ἀκραιφνούς τῆς
πρός Θεόν τεκμήριον ἐκδαλότατον, οὐχ ἑτερόν τι
οὕτως ὡς τὸ ὑπὲρ τοῦ ἀγαπῶντος τοῦ ἰδίου αἵματος
ἀφειδῇσαι, «Μείζονα γὰρ ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς
ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων
αὐτοῦ· καὶ δε φίλων, πολλῷ μᾶλλον Δεσπότου καὶ
Ποιητοῦ. Τὸ μὲν γὰρ αἷμα, ἀγάπης ἐνθέρμου δηλω
τικόν, τὸ δὲ δάκρυον, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διὰ τὸν, φόβον
τῆς τιμωρίας· ὀλίγων γὰρ καὶ τούτων τῶν τελειοτάτην τὴν τὸ ἐξ ἀρετὴν ἀγάπης δακρύειν, καὶ πόθου
τοῦ πρὸς Θεόν, οριγνομένης τῆς ψυχῆς τῷ ποθουμένῳ τάχιον προσομιλῆσαι καὶ προσενωθῆναι τῷ
ερωμένῳ. Οἷος ἦν ἐκεῖνος ὁ καλλικέλαδος πρωτοψαλτης εὐφυῶς ἐπαφώμενος τῆς νευρᾶς τῆς κιννύ
ea. Et ut largius in scena eum cohibeam, coriaceus ille uter et vetus tempore ac malitia. ut novun vinum, recenter effusum infantium sanguinem accipiens, discissus est ac distractus, et postquam has immaturas uvas comedit, ipsius immanitatem subiere proprii filii, ab ipso interfecti, ut
narrat Josephus. Videbatur enim furens ille ac in
Deum pugnans Hebræorum dementiæ præludere,
rex malorum subjectorum, að illud ommino vociferare de innocentibus, quod postea ab eo constitutus populus de Christo: «Sanguis eorum super
nos et super filios nostros ';» sic rabidus ille ac insatiabilis lupus, assuetus in teneros agnos irruere,
et in proprios catulos quasi furens rabie excanduit.
Sed gratias Deo qui injustos non sinit justitiæ manus
diutius effugere, sed glorificatur in Pharaone, et
in iis qui, quemadmodum ille, contumaces sunt et
divina mandata contemnunt et humilem plebem
despiciunt. Sed et nunc audire mihi videor Deum
dicentem: «Loquere filiis novi Israel, et parent se
non ex Ægypto ad mare Rubrum, sed ex sanguinis purpura quæ novum Pharaonem et puerorum
occisorum perdidit (innocentis enim sanguinis
effusio mors est ei qui eum effudit), ad pulchrum
Jordanem, facilem illam et laboris expertem purificationem. Dum enim tria sunt quæ purificant eos
qui procedunt ad ablutionem et abstersionem veterum macularum, nempe baptisma, lacrymæ et
per sanguinem martyrium, ostendit incarnatus Deus
ab initio sui adventus has sacras oblationes victimasque, accipiens excelsiorem esse eam quæ per
sanguinem est, purificationem, non modo quia secundis maculis non inquinatur, sed quia et lacrymis ipsis perseverantior est. Purificatio enim per
baptismum alia est, cum gratiæ et Spiritus sancti
muneris sit. Charitatis autem in Deum immensæ
manifestissimum testimonium non aliud tantum est
quantum pro eo qui nos diligit proprii sanguinis
effusio «Majorem enim hac dilectionem nemo
habet quam ut si quis animam suam ponat pro
amicis suis ";» si pro amicis vero, quanto magis
pro Domino ac Creatore? Sanguis enim ardentem
dilectionem indicat; lacrymæ autem, ut solet fieri,
ob poenarum timorem effunduntur. Paucorum enim
et virtute perfectorum est ex dilectione lacrymas
effundere; qui Dei desiderio flagrant, quorumque
animæ quam citissime cum dilecto conversari et
uniri peroptant. Qualis erat ille dulce sonans protopsaltes, citharæ chordas scite contrectans et cantum blandum accinenset amore plenum. «Quando
veniam, ait, et apparebo ante faciem Dei? Factæ
sunt mihi lacrymæ meæ panes die ac nocte, dum
dicitur mihi quotidie: Ubi est Deus tuus «lerinde
ac si quidam obtrectatores venerandæ ac sapienti
uxori quæ modo sponsi societatem gustavit, abProv. VI. 34. * Matth. xxvi, 25.
- Joan. IV,
• Psal, XLI. 2, 3,
col. 741–742page 70 of 83
PG 140:741μας, καὶ τι προσεπάδων ἐπαγωγὸν καὶ ἐράσμιον, «Πότε ήξω, λέγων, καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσωπῳ τοῦ Θεοῦ; Εγενήθη τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας τε καὶ νυκτός, ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθ' εκάστην ἡμέραν· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου;» Ωσπερ εἴ τινες τῶν βασκάνων σεμνοτάτῇ τινὶ καὶ σώφρονι νύμφη, ἄρτι γευσαμένη τῆς του νυμφίου ομιλίας, διαστάντος ἐκείνου ἐπὶ μικρὸν ἐπεμβαίνοντες ἔλεγον· Ποϋ ἐστιν ὁ ἐραστὴς σου; ώχετο καταλιπών σε μεμονω μένην. Ὅτι μὲν οὖν οὐ πρόκειται ὥστε τῷ λόγῳ τὸ μαρτυρικούς αγώνας ἐγκωμάζειν, ἀλλὰ τὴν χάριν του βαπτίσματος ἐκθειάζειν· ἐπὶ τοῦ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ τὰ ὁρμήματα, τὴν ὁρμὴν τοῦ λόγου κινήσωμεν, καὶ τὸ τῶν νηπίων ἀδίκημα τρόπον ἕτερον διεκδικούμενον κατοψωμεθα. Η γαρ Ιορδάνειος χύσις εἰς μυστικήν ἀποτελεῖται γαστέρα, καὶ διὰ τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος μαιεύσεως πολυτεκνίαν όμου καὶ καλλιτεχνίαν προφέρει. Γ΄. Καὶ τῇ μὲν Βηθλεεμ ατεκνουμένη βαρυηχές το τραγώδημα ὁ πολύδακρυς Ιερεμίας ἐπέπλεκε, Η φωνήν εν Ραμά λέγων ἀκουτισθῆναι, καὶ θρήνον καὶ ὀδυρμὸν πολύν, ο Ἐπὶ δὲ τῆς πνευματικῆς ταύτης εὐτέκνου γονῆς ὁ μεγαγομωνότατος Ησαίας τα γενέθλια μελωδήματα χαρμόσυνα ἐξυφαίνει «Ευ φράνθητι, στεῖρα, ἡ οὐ τίκτουσα, ρητον καὶ βοησου ἢ οὐκ ωδίνουσα ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἡ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα.» Ω τῆς παγκοσμίου χόρειας! ὼ τῆς μεγαλοφωνίας των κηρύκων του μυστηρίου, πανταχοθεν μοι καταυλούνται τὰ ὦτα· ἐξ οὐρανοῦ, ἐξ ἀνύδρου ἐρήμου, ἐξ ὑδάτων αὐτῶν. Οὐρανόθεν ὁ Πατὴρ τῶν φωτων βου «Ούτος ἔστω Υἱὸς ὁ αγαπητός μου, ἐν ᾧ ηὐδόκησα·» ἐπὶ γῆς α φωνή βοώντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· Ετοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου·» ἐξ ὑδάτων, «Επῆραν οἱ ποταμοὶ φωνάς αυ τῶν, ἀροῦσιν οἱ ποταμοί, επιτρέψεις αὐτῶν ἀπὸ φων τῶν ὑδάτων πολλών.» Ἐπὶ τρισὶ τούτοις μάρτυσιν ὁ ἐπιφανεὶς ἐν τῷ Ἰορδάνη θεάνθρωπος του κόσμου μαρτυρείται δεσπότης καὶ ποιητής· καὶ ὁ τὰ πάντα πληρῶν κατὰ κύκλον δοκεῖ περιοδεύειν τὸν κόσμον ἵνα τὸν ἐξ οὐρανοῦ πεσόντα εωσφόρον, καὶ γῆν, καὶ θάλατταν ἐξαλείφειν καυχώμενον πάντοθεν ἐκδιώξη, τὴν αὐτοῦ καθελών τυραννίδα. "Ορα γάρ, ἐξ οὐρανοῦ κατῆλθεν ὁ Κύριος, ἐπὶ γῆς σαρκοφόρος ετέχθη, ἐν ὕδασιν ἐπιβαίνει, ἐξ ὑδάτων ανερχομένῳ οἱ οὐρα καὶ πάλιν αὐτῷ ὑπανοίγονται, ἀπεκδεχομενοι τὸν οὐ ράνιον μετὰ τῆς γηίνης σαρκὸς ἀνελευσόμενον, τὴν ὑπὲρ ἡμῶν οἰκονομίαν πληρώσαντα. Ὃν γὰρ τρόπον ἀγαθός τις ποιμὴν καὶ κηδεμονικός προβάτου ἀπολωλότος καὶ τῶν συννόμων μεμακρυσμένου κατ' ἴχνια τούτου επόμενος πρόεισι, ψιλοπραγμονών τὰς ὁπλάς, κάν εἰς φάραγγα φέρῃ τὰ ἴχντι, κάτεισιν, ἐρευνῶν κἂν εἰς σπήλαιον εἰσούνη, συνεισδύνει, και δι' ύδα τος ἐπορεύθη, ἀκολουθών διαβαίνει μέχρις ἂν τὸ πεπλανημένον καταλάβη, καὶ καταλάβὼν ἐπὶ τῶν ώμων βαστάσῃ καὶ συναγελάσῃ τοῖς εὐπλανέσιν οὕτω δὴ καὶ ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς, ὁ τιθεὶς τὴν ψυχὴν ὑπὲρ τῶν προβάτων, τοῦ ἀνθρώπου καταπεσόντος ἐξ ὕψους τῆς ἀρχαίας ευκλείας, εἰς γῆν πορευθέντος, δι' ὕδατος κατακλυσθέντος καὶ εἰς ἐσχάτην παρασυρέν τός ἀπώλειαν, διὰ τῆς αὐτῆς τῷ πεπλανημένῳ ἔρχε ται ἀτραποῦ ἐκουσίως καὶ ἀναμαρτήτως· ἐξ ὕψους ΟHOMILIA IN SS. INNOCENTES.
amator tuus? Abiit relinquens te. Quoniam autem
non suscepimus martyrum agones verbis celebrare
sed baptismi gratiam laudibus efferre, ad flumen
nostros cursus,nostrum ardorem dirigamus, etinfantium injuriam alio modo vindicatam exquiramus. Jordanica enim ablutio in mysticum sinum
perficitur, et sancti Spiritus operatione multiplicem
pulchrumque partum profert.
μας, καὶ τι προσεπάδων ἐπαγωγὸν καὶ ἐράσμιον, sente paululum temporis conjuge, dicant; Ubi est
«Πότε ήξω, λέγων, καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσωπῳ τοῦ
Θεοῦ; Εγενήθη τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας
τε καὶ νυκτός, ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθ' εκάστην
ἡμέραν· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου;» Ωσπερ εἴ τινες
τῶν βασκάνων σεμνοτάτῇ τινὶ καὶ σώφρονι νύμφη,
ἄρτι γευσαμένη τῆς του νυμφίου ομιλίας, διαστάν
τος ἐκείνου ἐπὶ μικρὸν ἐπεμβαίνοντες ἔλεγον· Ποϋ
ἐστιν ὁ ἐραστὴς σου; ώχετο καταλιπών σε μεμονω
μένην. Ὅτι μὲν οὖν οὐ πρόκειται ὥστε τῷ λόγῳ τὸ μαρτυρικούς αγώνας ἐγκωμάζειν, ἀλλὰ τὴν χάριν
του βαπτίσματος ἐκθειάζειν· ἐπὶ τοῦ
ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ τὰ ὁρμήματα, τὴν ὁρμὴν τοῦ λόγου κινήσωμεν, καὶ τὸ
τῶν νηπίων ἀδίκημα τρόπον ἕτερον διεκδικούμενον κατοψωμεθα. Η γαρ Ιορδάνειος χύσις εἰς μυστικήν
ἀποτελεῖται γαστέρα, καὶ διὰ τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος μαιεύσεως πολυτεκνίαν όμου καὶ καλλιτεχνίαν προφέρει.
Γ΄. Καὶ τῇ μὲν Βηθλεεμ ατεκνουμένη βαρυηχές
το τραγώδημα ὁ πολύδακρυς Ιερεμίας ἐπέπλεκε,
Η φωνήν εν Ραμά λέγων ἀκουτισθῆναι, καὶ θρήνον
καὶ ὀδυρμὸν πολύν, ο Ἐπὶ δὲ τῆς πνευματικῆς ταύτης
εὐτέκνου γονῆς ὁ μεγαγομωνότατος Ησαίας τα
γενέθλια μελωδήματα χαρμόσυνα ἐξυφαίνει
«Ευφράνθητι, στεῖρα, ἡ οὐ τίκτουσα, ρητον καὶ βοησου
ἢ οὐκ ωδίνουσα ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου
μᾶλλον ἡ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα.» Ω τῆς παγκοσμίου χόρειας! ὼ τῆς μεγαλοφωνίας των κηρύκων
του μυστηρίου, πανταχοθεν μοι καταυλούνται τὰ
ὦτα· ἐξ οὐρανοῦ, ἐξ ἀνύδρου ἐρήμου, ἐξ ὑδάτων
αὐτῶν. Οὐρανόθεν ὁ Πατὴρ τῶν φωτων βου
«Ούτος
ἔστω Υἱὸς ὁ αγαπητός μου, ἐν ᾧ ηὐδόκησα·» ἐπὶ γῆς
α φωνή βοώντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· Ετοιμάσατε τὴν ὁδὸν
Κυρίου·» ἐξ ὑδάτων, «Επῆραν οἱ ποταμοὶ φωνάς αυτῶν, ἀροῦσιν οἱ ποταμοί, επιτρέψεις αὐτῶν ἀπὸ φων
τῶν ὑδάτων πολλών.» Ἐπὶ τρισὶ τούτοις μάρτυσιν ὁ
ἐπιφανεὶς ἐν τῷ Ἰορδάνη θεάνθρωπος του κόσμου
μαρτυρείται δεσπότης καὶ ποιητής· καὶ ὁ τὰ πάντα
πληρῶν κατὰ κύκλον δοκεῖ περιοδεύειν τὸν κόσμον·
ἵνα τὸν ἐξ οὐρανοῦ πεσόντα εωσφόρον, καὶ γῆν, καὶ
θάλατταν ἐξαλείφειν καυχώμενον πάντοθεν ἐκδιώξη,
τὴν αὐτοῦ καθελών τυραννίδα. "Ορα γάρ, ἐξ οὐρανοῦ
κατῆλθεν ὁ Κύριος, ἐπὶ γῆς σαρκοφόρος ετέχθη, ἐν
ὕδασιν ἐπιβαίνει, ἐξ ὑδάτων ανερχομένῳ οἱ οὐρα
καὶ πάλιν αὐτῷ ὑπανοίγονται, ἀπεκδεχομενοι τὸν οὐ
ράνιον μετὰ τῆς γηίνης σαρκὸς ἀνελευσόμενον, τὴν
ὑπὲρ ἡμῶν οἰκονομίαν πληρώσαντα. Ὃν γὰρ τρόπον
ἀγαθός τις ποιμὴν καὶ κηδεμονικός προβάτου ἀπολω
λότος καὶ τῶν συννόμων μεμακρυσμένου κατ' ἴχνια
τούτου επόμενος πρόεισι, ψιλοπραγμονών τὰς ὁπλάς,
κάν εἰς φάραγγα φέρῃ τὰ ἴχντι, κάτεισιν, ἐρευνῶν
κἂν εἰς σπήλαιον εἰσούνη, συνεισδύνει, και δι' ύδατος ἐπορεύθη, ἀκολουθών διαβαίνει μέχρις ἂν τὸ
πεπλανημένον καταλάβη, καὶ καταλάβὼν ἐπὶ τῶν
ώμων βαστάσῃ καὶ συναγελάσῃ τοῖς εὐπλανέσιν·
οὕτω δὴ καὶ ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς, ὁ τιθεὶς τὴν ψυχὴν
ὑπὲρ τῶν προβάτων, τοῦ ἀνθρώπου καταπεσόντος ἐξ
ὕψους τῆς ἀρχαίας ευκλείας, εἰς γῆν πορευθέντος, δι'
ὕδατος κατακλυσθέντος καὶ εἰς ἐσχάτην παρασυρέν
τός ἀπώλειαν, διὰ τῆς αὐτῆς τῷ πεπλανημένῳ ἔρχε
ται ἀτραποῦ ἐκουσίως καὶ ἀναμαρτήτως· ἐξ ὕψους
1 Jerem.
* Isa. LIV, 1.
III. Et quidem Bethleem filiis orbatæ lamentabilem tragœdiam lacrymosus Jeremias contexuit:
«Vox in Rhama audita est, inquit, et ploratus et
ululatus multus 7.» De spirituali autem, illa et
fecunda generatione eloquentissimus Isaias natalia
cantica lætitiaque plena connectit;» Lætare, sterilis,
quæ non paris; erumpe et clama, quæ non parturis;
quia multi filii deserta magisquam ejus quæ habet
virum *.» Ο universalem saltationem! O mysterii
præconum eloquentiam! Undique mihi aures
personant: e cœlo, ex inaquosa solitudine, ex
aquis ipsis. cœlo hominum Pater clamat: «Hic
sit Filius meus dilectus, in quo bene complacui ";»
in terra Vox clamantis in deserto: Parate viam
Domini 10;» et aquis: Elevaverunt fumina vocem suam, elevabunt flumina fluctus suos avocibus aquarum multarum ".» tribus his testibus
monstratus in Jordane Deus homo declaratur mundi
Dominus et conditor. Et qui omnia replet, per circuitum videtur mundum obire"; ut eum qui e cœlo
decidit, luciferum, terramque et mare se deleturum
jactitantem undique expellat, ejus destruens tyrannidem. Vide enim, e cœlo descendit Dominus
carne indutus natus est, in aquis incedit, ex aquis
egresso cœli rursum illi aperiuntur, accepturi
coelestem cum terrestri carne rediturum, postquam
nostræ naturæ damna reparaverit. Quemadmodum
enim bonus pastor et misericors, si ovis perdita sit
et longe ab aliis erraverit, ejus vestigia sequens,
procedit ungulas observans, et si in præcipitium
ducant vestigia, descendit investigans, et si in speluncam introierit, intrat et ipse et si per aquas incesserit, transit et ipse aquam, donec errantem receperit receptamque in humeris portet congreget
que cæteris feliciter vagantibus; ita sane et bonus
Pastor qui animam suam proovibus ponit, homine
a pristinæ gloriæ summitate dejecto in terram, per
aquas inundantes incedente et ad extremam miseriam adducto eadem semita ac homo errabundus
libenter et absque peccato venit. De excelso in
terram venit, speluncam ingreditur, errantem inquirens; præsepe scrutatur propter eum qui jumentis comparatus est; in aquam descendit fluvialem
º Matth. m. 17; xVII. 5, 1º Isa. XL, 3; Matth.шı, 3. 11 Psal xcui, 3.
col. 743–744page 71 of 83
PG 140:743πεπλανημένον ἀναζητῶν, τὰς φάτνας διερευνά δικ τὸν παραβληθέντα τοῖς κτήνεσιν εἰς ὕδωρ κατα βαίνει ποτάμιον διὰ τὸ κατακλυσθέν τοῖς ὕδασι πρόβατον· εὑρίσκει τὸ πλανηθέν, καὶ εὐθὺς αἱ οὐρά και πτύχες αναζυγοῦνται, μᾶλλον δὲ φάναι τὸ τῆς Γραφῆς, ἀνοίγονται οι καταῤῥεται τοῦ οὐρανοῦ, ὅθεν καὶ ὁ κατακλύσας υετός πρότερον κατερράγη, καὶ δι' ὕδατος σωζόμενον, τὸν ἐξ ὕδατος ἀπολωλότα πρώην ἄνθρωπον ὑποδέχονται, πλὴν οὐ δι᾽ ὕδατος μόνον, ἀλλὰ καὶ Πνεύματος θείου. Καὶ τοῦτο κατ' ἀκολουθίαν εὐμήχανον· ήκουσι γὰρ πρὸ τῆς ἐπιφορᾶς τοῦ κατακλυσμοῦ τὸν ἀνθρώπινον ὡς «Οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ Πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκα· ο ὅθεν καὶ τοῦ Πνεύματος κάτεισιν, ἐπὶ γῆς ἔρχεται, σπήλαιον εἰσέρχεται, τὸ τότε δίκην περιστερᾶς ἀποπτάντος (οὐκ ἔφερε γάρ η τὴν τοσήνδε τῶν ἀκαθαρσιών δυσωδίαν ) πνεῦμα καταιγίδος ἀντεπηνέχθη, καὶ ἡ ἐξ ὑδάτων πανωλεθρίᾳ καὶ οὕτω θεοστυγές τὸ μύσος ἦν τῶν κατακλυσθέντων ἀνθρώπων ὡς ἀναβλαστῆναι τοῦτο καὶ τὴν φύσιν τοῦ ὕδατος. Οὐ γὰρ ἐπεφέρετο τότε Πνεύμα Θεοῦ ἐπάνω τοῦ ὕδατος· τεκμήριον δε, καὶ γὰρ ἔτι τούτου ἐπικυμαίνοντος καὶ τῶν πτωμάτων ὡς εἰκὸς ἐπινηχομένων, ὁ μὲν κόραξ ἀποπτερυξάμενος τῆς παντοδέγμονος κιβωτού τὴν ὑποστροφὴν ἀπηνήνατο, ἐφιζάνων τοῖς νεκροῖς σώμασι καὶ τοῖς θνησιμαίοις ἐπεντρυφών, σύμβολον ἂν τοῦ χαίροντος τοῖς ἀνθρωπίνοις πτώμασι δαίμονος καὶ αἱμοχαροῦς καὶ ἐπει γελώντος κειμένοις ἡμῖν· ἡ γε μὴν περιστερὰ μὴ εὐ ροῦσα τοῖς ποσὶν αὐτῆς ἀνάπαυσιν παλίμπτερος άνθε υποστρέφει τῷ ἀποστείλαντι. Πνεῦμα γὰρ ἅγιον οὐ κατοικήσει ἐν σώματι κατάχρες ἁμαρτίαις· ἐπείπερ συμβολογραφεῖν οίδε περιστερὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, Ην μὲν ταῦτα τὸ τηνικάδε, καὶ τὸ ζωτικὸν ὕδωρ ολέ θριον γέγονε τοῖς ἀνθρώποις. Τὰ νῦν δὲ δεύτερος, ὁ φασι, πλοῦς, καὶ πρύμναν κρουσαμένη τῆς ἡμῶν φύσεως ἡ ὑπόστασις παρά του συμφερόντος καὶ κυβερνώντος τὰ καθ' ἡμᾶς ἀνάόρους ἥκει καὶ τὴν ἐναντίαν τῇ προτέρᾳ καταβάσει πορεύεται, ἐξ ὕδα της εἰς τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τοῦ Πνεύματος εἰς τον ούρα νὸν καὶ τὴν ἐπιθυμουμένην θέωσιν. Ης ακαίρως πρώην ἐπιδράξασθαι πειραθεῖσα τῇ ἐκτάσει τῆς δε ξιᾶς ἀπώλεσε καὶ τὰ ἐν χερσὶ, καὶ Θεὸς γενέσθαι προσδοκήσας ὁ ἄνθρωπος κεκινδύνευσε με ἄνθρωπος εἶναι. ῎Ανθρωπος γὰρ τὸ σύνθετον ἐκ ψυχής τε καὶ σώματος· τὸν δὲ τὸ τοῦ θανάτου ξέρος διχοτομεί, καὶ τὴν συμπλοκὴν ἀναλύει, καὶ ἡ κλήσις συνανα λύεται, καὶ γῆ ὀνομάζεται μόνον, «Γῇ γὰρ εἰ, φησί, καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ.» Ἐπεὶ γὰρ ἐνὶ πηδήματι καὶ ἀθρόον πρὸς οὐρανὸν ἀναβῆναν ᾤετο· τῇ ἀπάτη συναρπαγείς ολισθήσας κατέπεσε, καὶ ὡσεὶ πάχος παρὰ τὸν ᾄδην. Ἐπιβαλλέτω γὰρ ὁ Δαβίδ τῷ γενάρ γῆς ἐῤῥάγη ἐπὶ τῆς, γῆς διεσκορπίσθη τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ χῃ κειμένῳ τὸν ἐπιτάφιον πρόσφορον· ἔδει δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ τάξει τινὶ καὶ ἀκολουθίᾳ τὴν ἀνάβασιν μελετῆσαι ὁδηγῷ ἀρίστη ταπεινοφροσύνη χρώμενον. Δ'. ᾿Αλλὰ φέρε καὶ πειρασόμεθα τῇ ἐξηγήσει ἐπι βαλέσθαι τῶν τοῦ Εὐαγγελίου ῥημάτων τῶν σήμερον ἀναγνωσθησομένων. Τὰ δὲ συγγραφέα τὸν θειότατονGERMANI II GP.PATRIARCHÆ
πεπλανημένον ἀναζητῶν, τὰς φάτνας διερευνά δικ
τὸν παραβληθέντα τοῖς κτήνεσιν εἰς ὕδωρ κατα
βαίνει ποτάμιον διὰ τὸ κατακλυσθέν τοῖς ὕδασι
πρόβατον· εὑρίσκει τὸ πλανηθέν, καὶ εὐθὺς αἱ οὐρά
και πτύχες αναζυγοῦνται, μᾶλλον δὲ φάναι τὸ τῆς
Γραφῆς, ἀνοίγονται οι καταῤῥεται τοῦ οὐρανοῦ,
ὅθεν καὶ ὁ κατακλύσας υετός πρότερον κατερράγη,
καὶ δι' ὕδατος σωζόμενον, τὸν ἐξ ὕδατος ἀπολωλότα
πρώην ἄνθρωπον ὑποδέχονται, πλὴν οὐ δι᾽ ὕδατος
μόνον, ἀλλὰ καὶ Πνεύματος θείου. Καὶ τοῦτο κατ'
ἀκολουθίαν εὐμήχανον· ήκουσι γὰρ πρὸ τῆς ἐπιφο
ρᾶς τοῦ κατακλυσμοῦ τὸν ἀνθρώπινον ὡς «Οὐ μὴ
καταμείνῃ τὸ Πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις
διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκα· ο ὅθεν καὶ τοῦ Πνεύματος
propter eam orem quæ aquis submersa est. Invenit κάτεισιν, ἐπὶ γῆς ἔρχεται, σπήλαιον εἰσέρχεται, τὸ
quod erraverat, et statim coelestes janum aperiuntur, imo vero, ut Scriptura verbo utar's,patefacts
sunt cataractæ cœli, unde et prius eruperunt inundantes pluvia, et hominem per aquas salvatum,
qui prius per aquas perierat, suscipiunt, non autem, per aquas tantum, sed et per divinum Spiritum. Atque id per ingeniosam consequentiam. Audiit; enim ante diluvii immissionem hominum genus:» Non remanebit Spiritus meus in illis hominibus, quia caro sunt 13;» unde ei postquam Spiritus ille, tanquam columba, evolavit (non enim
tantam corruptorum hominum pestilentiam sustinebat), spiritus procellæ ejus in locum adductus
est, et per aquas destructio; atque ita Deo odibile
scelus hominum diluvio perditorum erat, ut rena- τότε δίκην περιστερᾶς ἀποπτάντος (οὐκ ἔφερε γάρ
sceretur pro aquæ natura. Non enim tunc Spiritus
Dei super aquas ferebatur. Dum enim adhuc aquæ
tumescerent, cadaveraque ut verisimile est, innatarent, corvus quidem ex ea quæ omnia continebat,
arca evolans,redire noluit, mortuis corporibus insidens, et corruptis gaudens, symbolum effectus
dæmonis qui hominum casibus lætatur, sanguine
gaudet nobisque jacentibus irridet. Columba autem
non reperiens ubi pedes sisteret, ad eum qui miserat rediit. Sanctus enim Spiritus non habitabit
in corpore peccatis serviente.Columba porro solet
adhiberi ut Spiritus sancti symbolum. Ita res se
tunc habebant, et vitalis aqua hominibus perniciem
attulit. Nunc autem, secunda, ut aiunt, navigatio,
et puppim nostræ naturæ impellens substantia ab
eo qui nobis invigilat nostraque curat, refluens venit et via viæ priori contraria incedit. Ex aquis in
Spiritum, a Spiritu in cœlum, et desideratam deificationem. Quam intempestive olim invadere conata mulier, extensione dexteræ, perdidit et que
in manibus habebat, et cum Deus fieri tentaret·
homo, parum abfuit quin et homo esse desineret
Homo enim constat anima et corpore; quem mortis
gladius scindit, unionemque dissolvit, quacum
solvitur et appellatio, et terra solum modo nominatur. Ait enim:» Terra es, et in terram reverteris 1.» Cum enim uno impetu et confestim in
crelum ascendere cogitaret, fraude seductus lapsus
est, et decidit, et tanquam gleba ruptus est super η
terram, et in infernum dissipata ossa ejus. Accinat
enim David suum 15 primo homini dejecto opportunum epitaphium. Oportebat autem non ita, sed
quodam ordine et consequentia eum ascensionem
suam curare excellenti humilitate tanquam duce
utentem.
τὴν τοσήνδε τῶν ἀκαθαρσιών δυσωδίαν ) πνεῦμα
καταιγίδος ἀντεπηνέχθη, καὶ ἡ ἐξ ὑδάτων πανωλε
θρία καὶ οὕτω θεοστυγές τὸ μύσος ἦν τῶν κατακλυ
σθέντων ἀνθρώπων ὡς ἀναβλαστῆναι τοῦτο καὶ τὴν
φύσιν τοῦ ὕδατος. Οὐ γὰρ ἐπεφέρετο τότε Πνεύμα
Θεοῦ ἐπάνω τοῦ ὕδατος· τεκμήριον δε, καὶ γὰρ ἔτι
τούτου ἐπικυμαίνοντος καὶ τῶν πτωμάτων ὡς εἰκὸς
ἐπινηχομένων, ὁ μὲν κόραξ ἀποπτερυξάμενος τῆς
παντοδέγμονος κιβωτού τὴν ὑποστροφὴν ἀπηνήνατο,
ἐφιζάνων τοῖς νεκροῖς σώμασι καὶ τοῖς θνησιμαίοις
ἐπεντρυφών, σύμβολον ἂν τοῦ χαίροντος τοῖς ἀνθρω
πίνοις πτώμασι δαίμονος καὶ αἱμοχαροῦς καὶ ἐπει
γελώντος κειμένοις ἡμῖν· ἡ γε μὴν περιστερὰ μὴ εὐ
ροῦσα τοῖς ποσὶν αὐτῆς ἀνάπαυσιν παλίμπτερος άνθε
υποστρέφει τῷ ἀποστείλαντι. Πνεῦμα γὰρ ἅγιον οὐ
κατοικήσει ἐν σώματι κατάχρες ἁμαρτίαις· ἐπείπερ
συμβολογραφεῖν οίδε περιστερὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,
Ην μὲν ταῦτα τὸ τηνικάδε, καὶ τὸ ζωτικὸν ὕδωρ ολέθριον γέγονε τοῖς ἀνθρώποις. Τὰ νῦν δὲ δεύτερος, ὁ
φασι, πλοῦς, καὶ πρύμναν κρουσαμένη τῆς ἡμῶν
φύσεως ἡ ὑπόστασις παρά του συμφερόντος καὶ
κυβερνώντος τὰ καθ' ἡμᾶς ἀνάόρους ἥκει καὶ τὴν
ἐναντίαν τῇ προτέρᾳ καταβάσει πορεύεται, ἐξ ὕδα
της εἰς τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τοῦ Πνεύματος εἰς τον ούρα
νὸν καὶ τὴν ἐπιθυμουμένην θέωσιν. Ης ακαίρως
πρώην ἐπιδράξασθαι πειραθεῖσα τῇ ἐκτάσει τῆς δε
ξιᾶς ἀπώλεσε καὶ τὰ ἐν χερσὶ, καὶ Θεὸς γενέσθαι
προσδοκήσας ὁ ἄνθρωπος κεκινδύνευσε με άνθρω
πος εἶναι. ῎Ανθρωπος γὰρ τὸ σύνθετον ἐκ ψυχής τε
καὶ σώματος· τὸν δὲ τὸ τοῦ θανάτου ξέρος διχοτομεί,
καὶ τὴν συμπλοκὴν ἀναλύει, καὶ ἡ κλήσις συνανα
λύεται, καὶ γῆ ὀνομάζεται μόνον, «Γῇ γὰρ εἰ, φησί,
καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ.» Ἐπεὶ γὰρ ἐνὶ πηδήματι
καὶ ἀθρόον πρὸς οὐρανὸν ἀναβῆναν ᾤετο· τῇ ἀπάτη
συναρπαγείς ολισθήσας κατέπεσε, καὶ ὡσεὶ πάχος
παρὰ τὸν ᾄδην. Ἐπιβαλλέτω γὰρ ὁ Δαβίδ τῷ γενάρ
γῆς ἐῤῥάγη ἐπὶ τῆς, γῆς διεσκορπίσθη τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ
χῃ κειμένῳ τὸν ἐπιτάφιον πρόσφορον· ἔδει δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ τάξει τινὶ καὶ ἀκολουθίᾳ τὴν ἀνάβασιν
μελετῆσαι ὁδηγῷ ἀρίστη ταπεινοφροσύνη χρώμενον.
IV. Sed agedum et conabimur explicationem aggredi verborum Evangelii quæ hodie legenda sunt.
Quae quidem divinissimum Marcum extollunt, parΔ'. ᾿Αλλὰ φέρε καὶ πειρασόμεθα τῇ ἐξηγήσει ἐπιβαλέσθαι τῶν τοῦ Εὐαγγελίου ῥημάτων τῶν σήμερον
ἀναγνωσθησομένων. Τὰ δὲ συγγραφέα τὸν θειότατον
1ª Gen. vu, 11. 13 Gen. vi, 3. 14 Gen.nl, 19. 15 Psal 131, 6.
col. 745–746page 72 of 83
PG 140:745αὐλοῦσι, μικρόν μὲν ὄντα πρώην ἐν τοῖς ς αὐτοῦ (τῆς γὰρ τῶν ἑβδομήκοντα συναυ νήρ), ἀλλ' ότι αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἐποίησαν ὅρο ωτηρίας, καὶ οἱ δάκτυλοι αὐτοῦ ἡρμόσαντο τὸ ισιλείας γράψαντες Εὐαγγέλιον· εἰς μέγιστον πήρθη καὶ πρὸς ἱσοτιμίαν ἀνέβη των κορυ εὐηγγελίσατο γὰρ δικαιοσύνην ἐν Ἐκκλησίᾳ πάσης τῆς οἰκουμένης, καὶ εἰς πᾶσαν γὰρ τὴν λθεν ὁ φθόγγος αὐτοῦ. Καὶ ἐνίων μὲν τῶν ἐν δεκα τὰ ὀνόματα τάχ' ἂν τοῖς πολλοῖς άγνω ὃ δὲ ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομα ἐν πάσῃ τῇ γῇ, ὑψηλῷ τῷ κηρύγματι ο ευαγγελιστής τῷ την συμμεγαληγορείται καὶ συνεκρωνεῖται ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ τῆς Ἐκκλησίας ἐκρίβαντος. Καν βαρβαρικὴν ἐκκλησίαν εἰσέλθης, Χριστιανι 1615, τῶν μὲν εὐαγγελικών ρημάτων ἐστάξη ς διὰ τὸ ἀλλόγλωττον· ὁ Μάρκος δε απαρα εἰσδύσεταί σου τὰς ἀκους, καὶ ἀνάγνωσιν ικών ρημάτων τεκμήραιο καὶ δοξάσεις τον Οὗτος τοίνυν ο τηλικούτος εὐαγγελιστής, ο σιν ἐπίτομος, τὴν δὲ γνῶσιν πλατύς, ἀρχὴν αὐτὸν Εὐαγγελίου ποιεῖται τὴν ἐν τῷ Ἰορ ανέρωσιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Πρότερον οὖν κς ὑμᾶς, ὅπερ τινὶ τῶν τοῦ Εὐαγγελίου τους. ξηγητών χαριέντως νενόηται τε καὶ γέγρα Γῆς τῶν εὐαγγελιστών ἕνεκα τετρακτύος ὁ Χερουβίμ, φησί, καθέμενος θεός, ἃ τετρα α ή Γραφή λέγει, παρέδωκεν ἡμῖν τετράμορ Εὐαγγέλιον ἐν ενί πνεύματι συνεχόμενον. οὖν τῶν Χερουβίμ ἕκαστον ἐν μὲν πρόσωπον ιοιον λέοντι, ἕτερον δὲ ἀνθρώπῳ καὶ ἕτερον αὶ ἕτερον μόσχω· οὕτω καὶ ἡ του ευαγγελι σύγματος πραγματεία. Καὶ τὸ μὲν κατὰ Εὐαγγέλιον έχει λέοντο πρόσωπον, βασι ἐρ ο λέων καὶ ἡγεμονικόν· ομοίως οὖν καὶ ῆς ἀπὸ τοῦ βασιλικου καὶ δεσποτικού αξιών ῆς θεότητος του Λόγου ήρξατο, εἰπών· «Ἐν , ὁ Λόγος, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος·» τὸ δὲ κατὰ να ἀνθρωπόμορφον· ἀπὸ γὰρ τῆς κατὰ σάρκα ως καὶ ἐνανθρωπήσεως του Λόγου ήρξατο. ατά Μάρκον μετὰ παρεικαζομένους από γάρ μητείας έρξατο Ιωάννου· ἡ δὲ προφητεία, δέ προορατική ούσα, οξέως τὰ πόρρω βλέπουσα στις οξυδερκέστατος γάρ ο άρτος. Μόσχω δὲ κατά Λουκάν, διότι ἀπὸ τῆς ἀρχιερατικῆς * Ζαχαρίου ἤρξατο ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιών του μιῶντος· καὶ μόσχος δὲ ἦν ὁ θυόμενος τότε στα μὲν οὕτω κατ' αστείαν τινὰ τὴν ἐπιβολήν ῖται. Των τριών τοίνυν παραθέντων προς αετός ἄρτι παρρησιαζέσθω, τὸ κατ' αὐτὸν περόν, καὶ ἐφιπτάσθω ἡμῖν τοῖς νεοσσοῖς αὐτ * γὰρ τοῦ Εὐαγγελίου τοῖς ἀποστόλοις ἡμεῖς μεθα. Καὶ διείς τάς πτέρυγας αὐτοῦ ἐπι ω διὰ τοῦ ἐν αὐτῷ Πνεύματος· καὶ ὀξυδερ ταδιδότω εἰς τὸ κατοπτεύσαι τὰ ἐν τῷ βάθει των λόγων ἐγκεκρυμμένα νοήματα. Επαινῶ ἀετὸν τὸ κατὰ Μάρκον παρεικάσαντα ΕυαγHOMILIA IN SS. INNOCENTES,
αὐλοῦσι, μικρόν μὲν ὄντα πρώην ἐν τοῖς rum prius inter fratres Christi(ex septuaginta enim
ς αὐτοῦ (τῆς γὰρ τῶν ἑβδομήκοντα συναυ
νήρ), ἀλλ' ότι αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἐποίησαν ὅρο
ωτηρίας, καὶ οἱ δάκτυλοι αὐτοῦ ἡρμόσαντο τὸ
ισιλείας γράψαντες Εὐαγγέλιον· εἰς μέγιστον
πήρθη καὶ πρὸς ἱσοτιμίαν ἀνέβη των κορυ
εὐηγγελίσατο γὰρ δικαιοσύνην ἐν Ἐκκλησίᾳ
πάσης τῆς οἰκουμένης, καὶ εἰς πᾶσαν γὰρ τὴν
λθεν ὁ φθόγγος αὐτοῦ. Καὶ ἐνίων μὲν τῶν ἐν
δεκα τὰ ὀνόματα τάχ' ἂν τοῖς πολλοῖς άγνωὃ δὲ ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομα ἐν πάσῃ τῇ γῇ,
ὑψηλῷ τῷ κηρύγματι ο ευαγγελιστής τῷ
την συμμεγαληγορείται καὶ συνεκρωνεῖται
ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ τῆς Ἐκκλησίας ἐκρίβαντος. Καν
βαρβαρικὴν ἐκκλησίαν εἰσέλθης, Χριστιανι
1615, τῶν μὲν εὐαγγελικών ρημάτων ἐστάξη
ς διὰ τὸ ἀλλόγλωττον· ὁ Μάρκος δε απαρα
εἰσδύσεταί σου τὰς ἀκους, καὶ ἀνάγνωσιν
ικών ρημάτων τεκμήραιο καὶ δοξάσεις τον
Οὗτος τοίνυν ο τηλικούτος εὐαγγελιστής, ο
σιν ἐπίτομος, τὴν δὲ γνῶσιν πλατύς, ἀρχὴν
αὐτὸν Εὐαγγελίου ποιεῖται τὴν ἐν τῷ Ἰορ
ανέρωσιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Πρότερον οὖν
κς ὑμᾶς, ὅπερ τινὶ τῶν τοῦ Εὐαγγελίου τους.
ξηγητών χαριέντως νενόηται τε καὶ γέγρα
Γῆς τῶν εὐαγγελιστών ἕνεκα τετρακτύος ὁ
Χερουβίμ, φησί, καθέμενος θεός, ἃ τετραα ή Γραφή λέγει, παρέδωκεν ἡμῖν τετράμορΕὐαγγέλιον ἐν ενί πνεύματι συνεχόμενον.
οὖν τῶν Χερουβίμ ἕκαστον ἐν μὲν πρόσωπον
ιοιον λέοντι, ἕτερον δὲ ἀνθρώπῳ καὶ ἕτερον
αὶ ἕτερον μόσχω· οὕτω καὶ ἡ του ευαγγελι
σύγματος πραγματεία. Καὶ τὸ μὲν κατὰ
Εὐαγγέλιον έχει λέοντο πρόσωπον, βασι
ἐρ ο λέων καὶ ἡγεμονικόν· ομοίως οὖν καὶ
ῆς ἀπὸ τοῦ βασιλικου καὶ δεσποτικού αξιών
ῆς θεότητος του Λόγου ήρξατο, εἰπών· «Ἐν
, ὁ Λόγος, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος·» τὸ δὲ κατὰ
να ἀνθρωπόμορφον· ἀπὸ γὰρ τῆς κατὰ σάρκα
ως καὶ ἐνανθρωπήσεως του Λόγου ήρξατο.
ατά Μάρκον μετὰ παρεικαζομένους από γάρ
μητείας έρξατο Ιωάννου· ἡ δὲ προφητεία,
δέ
προορατική ούσα, οξέως τὰ πόρρω βλέπουσα
στις οξυδερκέστατος γάρ ο άρτος. Μόσχω δὲ
κατά Λουκάν, διότι ἀπὸ τῆς ἀρχιερατικῆς
* Ζαχαρίου ἤρξατο ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιών του
μιῶντος· καὶ μόσχος δὲ ἦν ὁ θυόμενος τότε·
στα μὲν οὕτω κατ' αστείαν τινὰ τὴν ἐπιβολήν
ῖται. Των τριών τοίνυν παραθέντων προςαετός ἄρτι παρρησιαζέσθω, τὸ κατ' αὐτὸν
περόν, καὶ ἐφιπτάσθω ἡμῖν τοῖς νεοσσοῖς αὐτ
* γὰρ τοῦ Εὐαγγελίου τοῖς ἀποστόλοις ἡμεῖς
μεθα. Καὶ διείς τάς πτέρυγας αὐτοῦ ἐπιω διὰ τοῦ ἐν αὐτῷ Πνεύματος· καὶ ὀξυδερταδιδότω εἰς τὸ κατοπτεύσαι τὰ ἐν τῷ βάθει
των λόγων ἐγκεκρυμμένα νοήματα. Επαινῶ
ἀετὸν τὸ κατὰ Μάρκον παρεικάσαντα Ευαγ
an. 1, 1.
PATROL. GR. CXL.
discipulis erat), sed ejus manus salutis instrumentum confecere et digiti ejus ordinavere scribentes
Evangelium regni Ad maximam gloriam elatus est
et usque ad coryphæorum honorem ascendit. Evangelizavit enim justitiam in magna totius orbis Ecclesia et in omnem terram exivit sonus ejus. Et
quorumdam quidem ex duodecim nomina multis
forte suntiguota; hujus autem mirabile est nomen
in universa terra, et excelso præconio evangelista
una cum Evangelio clare magnificatur et proclamatur in sacro Ecclesiæ suggestu. Et si in barbarorum
ecclesiam intres, Christianam tamen, fieri potest ut
evangelicas voces non intelligas propter linguæ diversitatem; Marcus autem non adulteratus tuas
aures penetrabit, et evangelicorum verborum lectionem meditaberis et laudabis Dominum. Hic igitur
tantus evangelista dictione brevis, scientia autem
latus,initium sui Evangelii facit Filii Dei in Jordane
manifestationem. Prius igitur vobis dicam quod ab
uno ex sapientissimis Evangelii interpretibus excogitatum et scriptum est de quatuor evangelistarum numero: Qui super cherubim, iuquit, sedet
Deus, quibus quatuor vultus Scriptura tribuit, tradidit nobis quadruplici facie Evangelium, in uno
spiritu comprehensuum. Quemadmodum enim cherubim unumquodque unam quidem faciem habebat
leoni similem, aliam vero homini, et tertiam aquile,
et quartam vitulo; ita et evangelici præconii actio.
Et quidem Evangelium secundum Joannem habet
Iconis faciem; animal enim regium est et imperatorium leo; similiter igitur et Joannes a regia et Dominica divinitatis dignitate sermonem cepit, dicens: «in principio erat Verbum, et Deus erat Verbum 19.» Evangelium autem secundum Matthæum
faciem hominis habet: a nativitate enim secundum
carnem et Verbi incarnatione narrationem incipit.
Evangelium vero secundum Marcum aquilæ com.
paratur; a Joannis enim prophetia incepit; prophetia porro, cum res prævideat, rapide ea quæ longe
sunt prospiciens, aquila est; acutissime enim videt
aquila. Vitulo simile est Evangelium secundum
Lucam, eo quod incipiat a sacerdotali Zachariæ
dignitate pro peccatis populi sacrificium offerentis,
et tunc temporis vitulus immolabatur. Et hæc quidem eleganti conceptu celebrat. Tribus igitur aliis
vultibus omissis, aquila jam eloquatur alas solvens
et nobis suis pullis supervolitet, per Evangelium
enim ab apostolis geniti sumus; et alas suas extendens nos obumbret per Spiritum qui in ipsa est;
et participes nos faciat sui acuminis ut possimus
intueri ea quæ in divinorum sermonum profunditate abscondita sunt. Laudo quidem cam Evangelii secundum Marcum cum aquila comparationem.
Accurata enim est comparatio non modo propter
Joannis prophetiam, sed quia sermonis facies statim Jordanem aspicit, ubi soljustitiæ recens oritur.
col. 747–748page 73 of 83
PG 140:747γέλιον· εὔστοχος γὰρ ἡ παρεικασία οὐ μόνον διὰ τὴν προφητείαν Ιωάννου, ἀλλ' ὅτι καὶ τὸ πρόσωπον εὐθὺς τοῦ λόγου κατευθὺ τοῦ Ἰορδάνου όρος, όπου ο τῆς δικαιοσύνης ήλιος ἄρτι ἀνίσχει· ἀετοῦ δε μόνον τῶν ἁπάντων ζώων τὸ ἐπεντρανίζειν ἀσκαρδαμυκτί καὶ δίχα καταμύσεως τοῖς ἡλιακοῖς ἀκτινοβολήμασι. Δηλοῖ δὲ ὁ εὐαγγελικὸς ἀετὸς καὶ τὸ ἐν Ἰορδάνῃ τῷ ποταμῷ ἱερουργούμενον θεῖον μυστήριον. Ὡς γὰρ τὸ ἀνθρωπόμορφον τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου τὸ τῆς ἑορτῆς μυστήριον υπεσήμαινε, τοῦ Θεοῦ λέγω τὴν ἐνανθρώπησιν· οὕτω καὶ ὁ κατά Μάρκον αετός τὴν τελετὴν ὑπεμφαίνει τοῦ θείου βαπτίσματος, δι' οὗ ἀνακαινίζεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης τοῦ παλαιοῦ Αδάμ, λουομένη σήμερον ἐν τῷ Ἰορδάνη, καὶ τὴν ἐκ παραβάσεως ἀποσειομένη φθορών. Καὶ ἄλλως δε ὁ ἀετὸς οἷα δὴ πτηνὸν ἐξ ὑδάτων ἔσχε τὴν γένεσιν κελεύσματι δημιουργικῷ· καὶ τὸ κατά Μάρκον τουτί Εὐαγγέλιον ἐκ τοῦ θείου βαπτίσματος άρχεται, καὶ προϊόν εἰς τὸ ὕψος καταλήγει τοῦ οὐρανοῦ, τῆς Δε σποτικῆς ἀναλήψεως ἐκδιδάσκον τον τρόπον καὶ συμπεραίνον τὴν πτῆσιν τῇ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Πα τέρα αναβάσει του Σωτήρος Χριστοῦ. Εἰ δὲ μὴ πο ριεργότερος ἔμελλον δόξαι πλέον του δέοντος, καὶ τὸν ἀετὶτην λίθον εἰς μέσον ἂν παρηγαγον ἐπιεικώς τῷ πτηνῷ τούτῳ πρὸς τοὺς τόκους συμφέροντα. Πέτρος δὲ τῷ ἀετομόρφῳ τούτῳ Εὐαγγελίῳ τὸ πλεῖστον συνεβάλετο, υπαγορευτής αυτού γεγονώς, εὖ αναπτ ρώτας του συγγραφέα προς την σωτηριώδη ταύτην ἐγχείρησιν. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν φιλοτιμότερον εἴρηται συμμετεωρισθέντος μοι του λόγου τῷ μεγάλῳ τούτῳ ἀστῷ. Τὴν ἀρχὴν τοίνυν τούτου περιεργαστέον ἐξηγητικώτερον. ᾿Αρχή δε σώματος πάντη πάντως ή κεφαλή. Κεφαλὴ δὲ τῆς εὐαγγελικῶς ταυτησί πραγματείας Χριστος, κἂν τὴν κεφαλὴν δουλικώς υπου κλίνῃ τῷ Βαπτιστή. Ε΄. «᾿Αρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὡς γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις· Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου προ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου. Φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· Ετοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυ ριου,» καὶ τὰ ἐξῆς. Ὁ κόκκος του σίτου, έγκα τακριθεὶς ταῖς λαγόσι τῆς γῆς καὶ λυόμενος, ἀρχὴ γίνεται πολυφόρου σιτοδοσίας, καὶ στάχυν προφέρει πολλοῖς ἀνθ' ένος βρίθοντα κόκκοις. Τοῦ τοίνυν πα λαιού νόμου καὶ λίαν ἐστενωμένου ήδη λήγοντος καὶ λυομένου (πάντες γὰρ οἱ προφῆται καὶ ὁ νόμος έως Ιωάννου προεφήτευσαν) ἀρχὴ τις ἑτέρα και βλάστη ἐκεῖθεν προφαίνεται ἡ κατὰ Χριστὸν πολιτεία καὶ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας. Ὥσπερ τοίνυν ὁ κατα βαλλόμενος ἐν τῇ γῇ σίτος τέλος μέν των σταχύων ὅθεν ἐξέφυ, αρχή δε γίνεται αὖθις τῶν ἐξ αὐτοῦ ἀναγνησομένων ἀσταχύων ἑτέρων· οὕτω σοι συν ἦλθε καπὶ τοῦ βαπτίσματος καὶ Προδρόμου, ὡς εἶναι αὐτὸν πέρας μὲν τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητών έπι σφράγισμα, ἀρχὴν δὲ καὶ ρίζαν τῆς Νέας Διαθήκης καὶ τοῦ τῆς χάριτος πληρώματος· καὶ ταύτης τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ σπέρματος τούτου φθινόντων ὁ τοῦ σπέρματος ᾽Αβραὰμ ἐπιλαβόμενος Κύριος, τὸν στά χυν ἐξήνθησε τῆς ζωῆς, τὸ εὐαγγελικόν φημι κήρυγμα, ὅθεν αρτοποιεῖται ὁ καθαρὸς τῶν ἀγγέλωνGERMANI II CP. PATRIARCHÆ.
Aquila autem sola ex omnibus animalibus potest γέλιον· εὔστοχος γὰρ ἡ παρεικασία οὐ μόνον διὰ τὴν
intentis oculis et absque dolore solis radios intueri.
Ostendit evangelica aquila et in flumine Jordane
celebratum divinum mysterium. Quemadmodum
enim humana facies Evangelii secundum Matthæuni
festivitatis mysterium designavit, ita et Evangelii
secundum Marcum aquila mysterium revelat divini
baptismatis quo renovatur, ut aquilæ, veteris Adami
juventus, abluta hodie in Jordane et eam quæ ex
transgressione prodierat, corruptionem excutiens.
Et aliunde aquila sola inter volucres ex aquis generationem habuit Creatoris mandato; et hoc secundum Marcum Evangelium a divino baptismate
incipit, et in altum conscendens in colo requiescit, Dominicæ asumptionis modum edocens, volatumque concludens per Salvatoris Christi ad Deum
et Patrem ascensionem. Ac nisi longior videri deberem, in medium quoque afferrem aetitem lapidem
mire aquila huic in pullos utilem. Petrus autem
hanc faciem aquilæ præbens Evangelium plurimum
juvit dictando, bene ad volandum movens historiam
ad hunc salutarem conatum. Sed hæc ambitiosius
dicta sunt, cum erectus mihi sermo sit ad
magnam hanc aquilam. Hujus igitur initium est
evolvendum abundantius. Initium corporis cujuslibet omnino est caput. Caput autem evangelicæ hujus narrationis est Christus, etsi caput in modum
servi ante Baptistam inclinet.
προφητείαν Ιωάννου, ἀλλ' ὅτι καὶ τὸ πρόσωπον
εὐθὺς τοῦ λόγου κατευθὺ τοῦ Ἰορδάνου όρος, όπου ο
τῆς δικαιοσύνης ήλιος ἄρτι ἀνίσχει· ἀετοῦ δε μόνον
τῶν ἁπάντων ζώων τὸ ἐπεντρανίζειν ἀσκαρδαμυκτί
καὶ δίχα καταμύσεως τοῖς ἡλιακοῖς ἀκτινοβολήμασι.
Δηλοῖ δὲ ὁ εὐαγγελικὸς ἀετὸς καὶ τὸ ἐν Ἰορδάνῃ τῷ
ποταμῷ ἱερουργούμενον θεῖον μυστήριον. Ὡς γὰρ τὸ
ἀνθρωπόμορφον τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου τὸ
τῆς ἑορτῆς μυστήριον υπεσήμαινε, τοῦ Θεοῦ λέγω
τὴν ἐνανθρώπησιν· οὕτω καὶ ὁ κατά Μάρκον αετός
τὴν τελετὴν ὑπεμφαίνει τοῦ θείου βαπτίσματος, δι'
οὗ ἀνακαινίζεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης τοῦ παλαιοῦ
Αδάμ, λουομένη σήμερον ἐν τῷ Ἰορδάνη, καὶ τὴν
ἐκ παραβάσεως ἀποσειομένη φθορών. Καὶ ἄλλως δε
ὁ ἀετὸς οἷα δὴ πτηνὸν ἐξ ὑδάτων ἔσχε τὴν γένεσιν
κελεύσματι δημιουργικῷ· καὶ τὸ κατά Μάρκον τουτί
Εὐαγγέλιον ἐκ τοῦ θείου βαπτίσματος άρχεται, καὶ
προϊόν εἰς τὸ ὕψος καταλήγει τοῦ οὐρανοῦ, τῆς Δε
σποτικῆς ἀναλήψεως ἐκδιδάσκον τον τρόπον καὶ
συμπεραίνον τὴν πτῆσιν τῇ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα αναβάσει του Σωτήρος Χριστοῦ. Εἰ δὲ μὴ πο
ριεργότερος ἔμελλον δόξαι πλέον του δέοντος, καὶ τὸν
ἀετὶτην λίθον εἰς μέσον ἂν παρηγαγον ἐπιεικώς τῷ
πτηνῷ τούτῳ πρὸς τοὺς τόκους συμφέροντα. Πέτρος
δὲ τῷ ἀετομόρφῳ τούτῳ Εὐαγγελίῳ τὸ πλεῖστον
συνεβάλετο, υπαγορευτής αυτού γεγονώς, εὖ αναπτ
ρώτας του συγγραφέα προς την σωτηριώδη ταύτην
ἐγχείρησιν. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν φιλοτιμότερον εἴρηται συμμετεωρισθέντος μοι του λόγου τῷ μεγάλῳ τούτῳ
ἀστῷ. Τὴν ἀρχὴν τοίνυν τούτου περιεργαστέον ἐξηγητικώτερον. ᾿Αρχή δε σώματος πάντη πάντως ή
κεφαλή. Κεφαλὴ δὲ τῆς εὐαγγελικῶς ταυτησί πραγματείας Χριστος, κἂν τὴν κεφαλὴν δουλικώς υπου
κλίνῃ τῷ Βαπτιστή.
Ε΄. «᾿Αρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Υἱοῦ
τοῦ Θεοῦ, ὡς γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις· Ἰδοὺ
ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου προ προσώπου σου,
ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου. Φωνή
βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· Ετοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυ
ριου,» καὶ τὰ ἐξῆς. Ὁ κόκκος του σίτου, έγκα
τακριθεὶς ταῖς λαγόσι τῆς γῆς καὶ λυόμενος, ἀρχὴ
γίνεται πολυφόρου σιτοδοσίας, καὶ στάχυν προφέρει
πολλοῖς ἀνθ' ένος βρίθοντα κόκκοις. Τοῦ τοίνυν πα·
λαιού νόμου καὶ λίαν ἐστενωμένου ήδη λήγοντος καὶ
λυομένου (πάντες γὰρ οἱ προφῆται καὶ ὁ νόμος έως
Ιωάννου προεφήτευσαν) ἀρχὴ τις ἑτέρα και βλάστη
ἐκεῖθεν προφαίνεται ἡ κατὰ Χριστὸν πολιτεία καὶ τὸ
Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας. Ὥσπερ τοίνυν ὁ κατα
βαλλόμενος ἐν τῇ γῇ σίτος τέλος μέν των σταχύων
ὅθεν ἐξέφυ, αρχή δε γίνεται αὖθις τῶν ἐξ αὐτοῦ
ἀναγνησομένων ἀσταχύων ἑτέρων· οὕτω σοι συν
ἦλθε καπὶ τοῦ βαπτίσματος καὶ Προδρόμου, ὡς εἶναι
αὐτὸν πέρας μὲν τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητών έπισφράγισμα, ἀρχὴν δὲ καὶ ρίζαν τῆς Νέας Διαθήκης
καὶ τοῦ τῆς χάριτος πληρώματος· καὶ ταύτης τῆς
ἀρχῆς καὶ τοῦ σπέρματος τούτου φθινόντων ὁ τοῦ
σπέρματος ᾽Αβραὰμ ἐπιλαβόμενος Κύριος, τὸν στά
χυν ἐξήνθησε τῆς ζωῆς, τὸ εὐαγγελικόν φημι κήρυγ
μα, ὅθεν αρτοποιεῖται ὁ καθαρὸς τῶν ἀγγέλων
V. «Initium Evangelii Jesu Christi, Filii Dei, ut
scriptum est in prophetis: Ecce ego mitto angelum
meum ante faciem tuam qui præparabit viam tuam
ante te. Vox clamatis in deserto: Parate viam
Domini '',» et reliqua. Granum frumenti in terra
sinu absconditum et solutum principium fit abundantis messis et spicam profert multis pro uno
granis refertam. Veteri lege nimium arcta jam cessante et soluta (omnes enim prophetæ et lex usque
ad Joannem prophetaverunt, initium quoddam
alterum et altera germinatio inde apparet, vita secundum Christum et Evangelium regni. Quemadmodum igitur in terram injectum frumentum finis
quidem est spicarum unde ortum est, initium autem fit aliarum quæ inde nasci debent spicarum;
sic et tibi baptisma et Præcursor venit ut sit quidem
finis legis et prophetarum sigillum concludens,
principium autem et radix Novi Testamenti et gratiæ plenitudinis. Et postquam principium illud et
semen corruptum est, ille qui semen Abrahæ suscepit Dominus, spicam emisit vitæ, evangelicum
dico præconium, unde conficitur purus angelorum
panis, panis quidem, sed immaterialis, per eum qui
in ignis figura sponte descendit, sanctissimum Spiritum; panem angelorum dico, angelicam vitam
47 Marc. 1, 1.
col. 749–750page 74 of 83
PG 140:749άρτος, και άρτος και αύλος διά τοῦ ἐν εἴδει πυρὸς αυτεξουσίως κατεληλυθότος Πνεύματος παναγίου. ἄρτον δὲ ἀγγέλων φημι τον αγγελικὸν βίον καί τὴν φιλάρετον διαγωγήν, ἣν καί ὁς Θός πεινᾶς, καὶ τοῖς μὴ παρέχουσιν ἐπεμβριμώμενος. «Επείνασα,» λέγει, «καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν.» Πεινᾷ γάρ πάντοτε τὴν σωτηρίαν ἡμῶν. Η δέ σωτηρία βίος ἐστί καθα ρὸς καὶ ἡ πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη. Οπερ οὖν ἔλεγον, σπόρου τύπου ἐπείχε τοῦ Ιωάννου του Βαπτιστοῦ κηρυγμα καὶ τὸ βάπτισμα. Καί αὐτοῦ λυθέντος καί υποῤῥεύσαντος, ἐξήνθησεν ὁ τῆς χάριτος άσταχυς. Καί τοίνυν τὴν ἑαυτοῦ μὲν μείωσιν ὁ Βαπτιστής συνορῶν, προκοπήν δὲ και αυξησιν τοῦ τῆς χάριτον στάχυος, ἐβόα παρρησια πρὸς τοὺς συνιόντας, «Εμέ δεῖ ἐλαττούσθαι, ἐκεῖνον δε αὐξάνειν,» περί του Χρι στοῦ λέγων, οὐκ ἀλγυνόμενος ἐπί τούτου, ἀλλ' ἀγαλλιώμενος· ἡ τε γάρ φθίσις τούτου καί ἡ τοῦ Εὐαγ γελίου φύσις εἴτουν βλάστησις εἰς ἐν συνέβαινον καί συνέτρεχον, τὸ συνθεῖναι τὸν ἄνθρωπον. Καί άλ λως δὲ τὸ τοῦ νόμου ἐστενωμένου κόκκου λόγου ἐπεῖχε διὰ τὸ τοῦ ἔθνους τοῦ ὑπὸ τὸν νόμον μονοειδές γνωστὸς γὰρ ἐν τῇ,Ιουδαίᾳ ὁ Θεὸς, καὶ οὐ περαιτέρω· ἡ δέ χάρις τήν τῶν ἐθνῶν συνήγαγε πανσπερ μίαν καί εἰς ἑκατὸν καί εις εξήκοντα καὶ εἰς τριάκον τα εμφορία εύφορία] τῶν ἀγαθῶν αὐτῆς πράξεων ἐπληθύνθη· Οὕτως ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου Χριστοῦ ἡ τοῦ Ἰωάννου πρὸς τοὺς ἀνθρώπους φανέρωσις. Διὸ καί φησι, «Ος γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις· Ἰδού εγώ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου προ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τήν ὁδὸν σου ἔμπροσθέν σου.» Ως εκ τοῦ Πατρὸς ἐστιν ὁ λόγος τὸν ἐξ αὐτοῦ Μου νογενή λελεγμένος, καί ἄγγελον ὀνομάζων τὸν ἀγγε λόβιον Ἰωάννην, ἵνα μὴ μόνον τῆς ἐκ Παρθένου γεν νήσεως ἄγγελος προτρέχῃ ὁ Γαβριήλ, ἀλλὰ καί τῆς ἐν Ἰορδάνῃ, ἀναγεννήσεως, ἣν ὑπὲρ ἐμοῦ ἀνεγεννήθη (ἐμὴ γὰρ ἡ τοῦ Χριστοῦ ἀναγέννησις), άγγελος ὁ Ιωάννης προεισάγηται. ᾿Αλλὰ τότε μὲν αυλος και αόρατος διὰ τὸ ἔτι κεκρύφθαι τὴν τῆς σαρκώσεως οικονομίαν, καί πλήν τῆς Παρθένου ἄγνωστον εἶναι πᾶσι τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιυ· τά νῦν δὲ ὁ ἔνσαρκος άγγελος τῆς τοῦ Δεσπότου παρουσίας προτρέχει, χάριτος μεν αγγελικῆς ἔμπλεως, φωνὴν δὲ ἀφιείς γέμουσαν παρρησίας. Βροντήν ἄλλην φαίη τις αν τους κεντροφόρους σκορπίους καταπτήσσουσαν, καί ἱοβόλους ὄφεις φοβοῦσαν, καί μόνον οὐχί δύνουν ὑπό γῆν εὐχομένους τῷ φόβῳ. Τί γάρ ἕτερον βούλεται το γεννήματα εχιδνών τούτους ονομαζομένους σιγάν καί ἀνέχεσθαι τῶν αὐστηρῶν τουτωνί ρημάτων, καί ἐνεούς έστηκέναι ὡς ἐμβροντήτους; Ενσαρκος οὖν ἄγγελος, μᾶλλον δὲ ἀγγελόβιος άνθρωπος, τῆς θεοφανείας προτρέχει Χριστοῦ, ἀλλ᾿ οὐχί αῦλος καί ἀσώ ματος πολλῶν ἕνεκεν τρόπων. Έδει γάρ ἀντιμετώπου ἱστάμενον τοῖς Ἰουδαίοις λέγειν τε καί ἀκούειν καί οἷον δακτυλοδεικτοῦντα ὑποδεικνύειν τοῖς ἁγνο οῦσι τὸν φανέντα Χριστόν. Εἰ δέ φύσει άγγελος ἦν ὁ τὰ τοιαῦτα τελέσων, ἔπαθον ἄν καί τότε τό τοῦ Μανω οἱ ὁρῶντες, «Απολώλαμεν,» γέγοντες «Θεόν έωράHOMILIA IN SS. INNOCENTES.
άρτος, και άρτος και αύλος διά τοῦ ἐν εἴδει πυρὸς et virtutis amicam conversationem, quam et Deus
αυτεξουσίως κατεληλυθότος Πνεύματος παναγίου.
ἄρτον δὲ ἀγγέλων φημι τον αγγελικὸν βίον καί τὴν
φιλάρετον διαγωγήν, ἣν καί ὁς Θός πεινᾶς, καὶ τοῖς
μὴ παρέχουσιν ἐπεμβριμώμενος. «Επείνασα,» λέγει,
«καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν.» Πεινᾷ γάρ πάντοτε
τὴν σωτηρίαν ἡμῶν. Η δέ σωτηρία βίος ἐστί καθαρὸς καὶ ἡ πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη. Οπερ οὖν ἔλεγον,
σπόρου τύπου ἐπείχε τοῦ Ιωάννου του Βαπτιστοῦ
κηρυγμα καὶ τὸ βάπτισμα. Καί αὐτοῦ λυθέντος καί
υποῤῥεύσαντος, ἐξήνθησεν ὁ τῆς χάριτος άσταχυς.
Καί τοίνυν τὴν ἑαυτοῦ μὲν μείωσιν ὁ Βαπτιστής
συνορῶν, προκοπήν δὲ και αυξησιν τοῦ τῆς χάριτον
στάχυος, ἐβόα παρρησια πρὸς τοὺς συνιόντας, «Εμέ
δεῖ ἐλαττούσθαι, ἐκεῖνον δε αὐξάνειν,» περί του Χρι
στοῦ λέγων, οὐκ ἀλγυνόμενος ἐπί τούτου, ἀλλ' ἀγαλλιώμενος· ἡ τε γάρ φθίσις τούτου καί ἡ τοῦ Εὐαγ
γελίου φύσις εἴτουν βλάστησις εἰς ἐν συνέβαινον
καί συνέτρεχον, τὸ συνθεῖναι τὸν ἄνθρωπον. Καί άλλως δὲ τὸ τοῦ νόμου ἐστενωμένου κόκκου λόγου
ἐπεῖχε διὰ τὸ τοῦ ἔθνους τοῦ ὑπὸ τὸν νόμον μονοειδές·
γνωστὸς γὰρ ἐν τῇ,Ιουδαίᾳ ὁ Θεὸς, καὶ οὐ περαιτέρω· ἡ δέ χάρις τήν τῶν ἐθνῶν συνήγαγε πανσπερμίαν καί εἰς ἑκατὸν καί εις εξήκοντα καὶ εἰς τριάκον
τα εμφορία εύφορία] τῶν ἀγαθῶν αὐτῆς πράξεων
ἐπληθύνθη· Οὕτως ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου Χριστοῦ ἡ
τοῦ Ἰωάννου πρὸς τοὺς ἀνθρώπους φανέρωσις. Διὸ
καί φησι, «Ος γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις· Ἰδού
εγώ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου προ προσώπου σου,
ὃς κατασκευάσει τήν ὁδὸν σου ἔμπροσθέν σου.» Ως
εκ τοῦ Πατρὸς ἐστιν ὁ λόγος τὸν ἐξ αὐτοῦ Μου
νογενή λελεγμένος, καί ἄγγελον ὀνομάζων τὸν ἀγγε
λόβιον Ἰωάννην, ἵνα μὴ μόνον τῆς ἐκ Παρθένου γεννήσεως ἄγγελος προτρέχῃ ὁ Γαβριήλ, ἀλλὰ καί τῆς
ἐν Ἰορδάνῃ, ἀναγεννήσεως, ἣν ὑπὲρ ἐμοῦ ἀνεγεννήθη
(ἐμὴ γὰρ ἡ τοῦ Χριστοῦ ἀναγέννησις), άγγελος ὁ
Ιωάννης προεισάγηται. ᾿Αλλὰ τότε μὲν αυλος και
αόρατος διὰ τὸ ἔτι κεκρύφθαι τὴν τῆς σαρκώσεως
οικονομίαν, καί πλήν τῆς Παρθένου ἄγνωστον εἶναι
πᾶσι τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιυ· τά νῦν δὲ ὁ ἔνσαρ
κος άγγελος τῆς τοῦ Δεσπότου παρουσίας προτρέχει,
χάριτος μεν αγγελικῆς ἔμπλεως, φωνὴν δὲ ἀφιείς
γέμουσαν παρρησίας. Βροντήν ἄλλην φαίη τις αν
τους κεντροφόρους σκορπίους καταπτήσσουσαν, καί
ἱοβόλους ὄφεις φοβοῦσαν, καί μόνον οὐχί δύνουν ὑπό
γῆν εὐχομένους τῷ φόβῳ. Τί γάρ ἕτερον βούλεται
το γεννήματα εχιδνών τούτους ονομαζομένους σιγάν
καί ἀνέχεσθαι τῶν αὐστηρῶν τουτωνί ρημάτων, καί
ἐνεούς έστηκέναι ὡς ἐμβροντήτους; Ενσαρκος οὖν
ἄγγελος, μᾶλλον δὲ ἀγγελόβιος άνθρωπος, τῆς θεοφανείας προτρέχει Χριστοῦ, ἀλλ᾿ οὐχί αῦλος καί ἀσώματος πολλῶν ἕνεκεν τρόπων. Έδει γάρ αντιμέτω
που ἱστάμενον τοῖς Ἰουδαίοις λέγειν τε καί ἀκούειν
καί οἷον δακτυλοδεικτοῦντα ὑποδεικνύειν τοῖς ἁγνοοῦσι τὸν φανέντα Χριστόν. Εἰ δέ φύσει άγγελος ἦν ὁ
τὰ τοιαῦτα τελέσων, ἔπαθον ἄν καί τότε τό τοῦ Μανω
οἱ ὁρῶντες, «Απολώλαμεν,» γέγοντες «Θεόν έωράesurit, et non eam præstantes valde increpat;
• Esurivi, inquit, et non dedistis mihi manducare 18.» Esurit enim omnino nostram salutem;
salus autem vita pura est et in proximum dilectio.
Quemadmodum igitur dixi, seminantis typum præbuit Joannis Baptistæ præconium et baptisma. Quo
soluto et subterlapso, effloruit gratiæ spica. Et propriam quidem diminutionem conspiciens Baptista,
progressum autem et incrementum gratiæ illius
spicæ, sincere ad eos qui se adibant clamabat:
• Me oportet minui, illum autem crescere 19,» de
Christo dicens, non de hoc contristatus, sed lætatus. Hujus enim corruptio et Evangelii seminatio
et germinatio in unum coibant et concurrebant,
hominis nempe concinnationem. Et aliunde legis
coarctatio granum unum emittebat propter unitatem gentis quæ sub lege erat: «Notus enim in Judæa Deus ¹º,» neque ultra. Gratia vero gentium
omnimodum semen congregavit et in centum et
in sexaginta et in triginta bonorum ejus actuum
productio multiplicata est. lla initium Evangeli
Christi est Joannis ad homines revelatio. Ideo et
inquit: «Ut scriptum est in prophetis: Ecce ego
mitto angelum meum ante faciem tuam qui præparabit viam tuam ante te.» Ut ex Patre venit vox
ad Unigenitum directa, angelum nominans hunc
qui vitam angelorum ducit Joannem, ne solummodo nativitati ex Virgine præcurrat Gabriel,
sed hujus in Jordane regenerationis, qua pro me
regeneratus est (mea enim est Christi regeneratio),
angelus Joannes adduceretur. Sed tunc quidem immaterialis et invisibilis, quia adhuc abscondebatur
incarnationis œconomia, ac nemini nisi Virgini nota
erat hujus vis mysterii. Nunc autem indutus carne
angelus Domini præsentiæ præcurrit, gratia angelica plenus, vocem autem sinceritate plenam emittens. Diceres tonitru scorpiones stimulum gerentes
stupore percellens venenatosque serpentes terrore
implens tanto ut fere sub terram descendere cupiant. Quid enim sibi vult illud, quod genimina viperarum nominati silent et austera hæc verba retinent, et stupefacti stant, quasi fulmine percussi?
Indutus igitur carne angelus, imo vero vitam angelorum ducens homo Christi Dei manifestationi
præcurrit, sed non immaterialis et incorporeus,
multas ob rationes. Οportebat enim coram Judais
stantem dicere et audire et tanquam digito eis indicare ac ostendere Christum manifestatum quem
ignorabant. Si enim natura fuisset angelus, qui
eum vidissent, id passi essent quod Manue, dicentes: «Perimus, Deum vidimus ",» formam hanc
nusitatam non ferentes. Sed et quia ad baptismatis
ministerium necesse erat ut ille assumeretur, necesse erat ut manibus Dominum tractaret, humiliitatisque exemplar eo ipso baptismate præberetur,
Domini capite inclinato, tacto et ad aquas descen18 Matth. xxv, 42. 1º Joan. III, 30. 20 Psal. Lxxv, 2.
21 Judio. xu, 21,
col. 751–752page 75 of 83
PG 140:751καμεν τὸ τῆς μορφῆς μὴ φέραντες ἔξαλλον. "Αλλ' ότι καί πρός λειτουργίας του βαπτίσματος ἔδει τοῦτον παραληρείναι, έδει χειραπτηθῆναι παρ' αὐτοῦ τὴν Δεσπότην, ἔδει τοῦ τῆς ταπεινώσεως τύπου ἐξ αὐτοῦ τοῦ βαπτίσματος υποδειχθέντος διά τῆς ὑποκλίσεως τῆς Δεσποτικῆς κεφαλῆς ἀπτομένην και καταδικάζουσαν ἐπὶ τὰ ὕδατα. Τῶν γάρ οἰηματιών τούτων καὶ ἀλαξόνων Εβραίων ἤν το, «Μη μου άπτου· ν ὁ και ο Ησαίας τούτων κατηγορεί λέγων· «Ουαί οι γοντες, Πόρρω ἀπ' ἐμοῦ, μὲ μου άπτου, καθαρός γὰρ είμι.» Τό δέ κεφαλαιωδέστερον των άλλων αιτίων τοῦτό ἐστιν· Ἐπεὶ ἔμελλεν ὁ ἐπιφανείς Θεός πολιτείαν ἐπί γῆς εἰσάγειν ἀγγέλοις πρέπουσαν αντικους και διδάσκειν νηστείαν, αδιάλειπτον προσευχήν, χαμε νιαν, ἐσχάτην ἀκταμοσύνην, παρρησίαν, ὑπέρ τῆς αληθείας πρός τούς ἐν ὑπεροχή μέχρι θανάτου, πρός τὴν ἁμαρτίαν, ἀντικατάσταστασιν, ταῦτα δὲ ἀδύνατα τοῖς ἀκούουσιν ἐλέκει καί ἀκατόρθωτα· τὴν ζώσα ταύτην εικόνα και θεόγραφον ὁ Χριστὸς εἰσήγαγε ἐν τῷ βίῳ, ἐκ πάντων τῶν ἀνωτέρω είρημένων στ κειμένην χρισμάτων, καὶ πρὸς ἀκριβῆ τὴν μόρφωσιν ἐξωγραφημένων, και μεταγράψειν ἐκεῖθεν τοὺς ζου καὶ οὐ δι' ἀγγέλου, ἡ φανέρωσις τῆς παρουσίας ἐγέν λομένους ἀνήκεν· ἔξεστι γάρ, ἐὰν μόνον βουληθώσι. Μία γὰρ ἡ φύσις ἐν πᾶσι καὶ πάντων τούτων χωρι τική, ἐὰν διάζεται. Διὰ ταῦτα πάντα δι' ἀνθρώπου, νετο του Χριστού. Ανθεκτέον οὖν πάλιν του προκειμένου. 5. «Ιδού, εγώ ἀποστέλλω τον αγγελόν μου προ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθεν του.» Ούτως μείζων πάντων τῶν προφητῶν ὁ Ιωάννης, καί τοσοῦτο μείζων, ὅσον άγγελος ἀνθρώπου. Μέγιστος μὲν οὖν ἐν προφήταις καὶ Ἰεζεκιήλ και μάθοι ἂν τις τὸ τοῦ ἀνδρὸς μεγαλείον ἐν τῇ κατ' αυτόν παρακύψας βίβλω, και νοός όμμασι της φρικώδεις εκείνας οράσεις ἰδων. Τούτων ότι ο βασι λεὺς Σαβαώθ ὑπηρέτη καί λειτουργώ χρώμενος εἰς το γνώρισαι τοῖς Ἰουδαίοις τό ἑαυτοῦ βούλημα, Τις ἀνθρώπου, φησίν, ἐξαποστελῶ ἐγὼ σε πρός την οίκον Ισραήλ τοῦ παραπικραίνοντος.» Ἰωάννην δὲ οὐχ ούτω καλεῖ. 'Αλλά πώς; «Ιδού, απο στέλνω τὴν ἀγγελόν μου.» Εἶτα τί; 'Αγγελος μὲν ἐν μάζεται· ἔστι δὲ ὅρα τῶν ἀφισταμένων πορρωτέρω του δεσποτικού προσώπου (καί γάρ καταγγές θείας οικειώσεως διισταμένων, οιόν ματι το τάγμα το ίδι κωτέραν τὴν ἀγγελωνυμίαν λαχών); Ούμενουν. Το γάρ, " προ προσώπου σου,» τούτο δηλοῖ, τό ἐγγύς του προσώπου σου· «ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδὸν σου ἔμπροσθέν σου,» προετοιμάσει τάς τῶν ἀνθρώπων ψυχής εἰς τὴν σὴν ἐπίγνωσιν· τοὺς τῶν προσκομμάτων λίθους διαρρίψει μακράν σαρώσει ταύτας τῷ τῆς μετανοίας κηρύγματι, ἐκπλυνεῖ τῷ εἰσαγωγικῆς βαπτίσματι· και σκόλοπες τινες τῆς ἀνα κύπτωσι καί ἀκαρπα δένδρα καταργώσι τον τόπον, ή αξίνη εγγύς, καί τοσοῦτον, ὡς καί τῆς ρίξης ἅπτε σθαι ήδη· καί διά τούτων πάντων λείας τὰς ὁδούς ποιήσει τῆς παρουσίας σου. 7. Φωνή βορώντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, Ετοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, ο Αγγελος και φωνή ἐποχή τήν Γιάννου προεδήλωσε σύλληψιν. Εἶτα γεννηθεὶς ἐGERMANI JI CP. PATRIARCH.E.
dente. Arrogantium enim et ostentatorum Hebreo- καμεν» τὸ τῆς μορφῆς μὴ φέραντες ἔξαλλον. "Αλλ' ότι
rum erat illud:» Noli me tangere 11,» quod et iis
Isaias 33 exprobrat dicens: «Væ iis qui dicunt:
Longe a me, noli me tangere, mundus enim sum.»
Omnium autem rationum solidissima hæc est: Cum
deberet revelatus Deus vitam in terris degere angelos plane decentem et edocere jejunium indesinentes preces, humi cubationem extremam paupertatem, sinceritatem in veritate adversus potentes usque ad mortem propugnanda, peccato resistentiam, hæc autem impossibilia viderentur
et impraticabilia audientibus: hanc enim viventem
et divine descriptam vitæ imaginem introduxit
Christus ex omnibus qui modo dicta sunt coloribus conflatam ac juxta accuratam formam depiclam; quam ut imitarentur, eos qui vellent incitavit. Licet enim, dummodo velint. Una enim est
natura apud omnes, el omnium horum capax est,
si ei vis adhibeatur. Propter hæc omnia per hominem, non autem per angelum facta est Christi adventus manifestatio.Inlærendum igitur nostro proposito.
«
καί πρός λειτουργίας του βαπτίσματος ἔδει τοῦτον
παραληρείναι, έδει χειραπτηθῆναι παρ' αὐτοῦ τὴν
Δεσπότην, ἔδει τοῦ τῆς ταπεινώσεως τύπου ἐξ αὐτοῦ
τοῦ βαπτίσματος υποδειχθέντος διά τῆς ὑποκλίσεως
τῆς Δεσποτικῆς κεφαλῆς ἀπτομένην και καταδικά
ζουσαν ἐπὶ τὰ ὕδατα. Τῶν γάρ οἰηματιών τούτων
καὶ ἀλαξόνων Εβραίων ἤν το, «Μη μου άπτου· ν ὁ
και ο Ησαίας τούτων κατηγορεί λέγων· «Ουαί οι
γοντες, Πόρρω ἀπ' ἐμοῦ, μὲ μου άπτου, καθαρός γὰρ
είμι.» Τό δέ κεφαλαιωδέστερον των άλλων αιτίων
τοῦτό ἐστιν· Ἐπεὶ ἔμελλεν ὁ ἐπιφανείς Θεός πολιτείαν
ἐπί γῆς εἰσάγειν ἀγγέλοις πρέπουσαν αντικους και
διδάσκειν νηστείαν, αδιάλειπτον προσευχήν, χαμενιαν, ἐσχάτην ἀκταμοσύνην, παρρησίαν, ὑπέρ τῆς
αληθείας πρός τούς ἐν ὑπεροχή μέχρι θανάτου, πρός
τὴν ἁμαρτίαν, ἀντικατάσταστασιν, ταῦτα δὲ ἀδύνατα
τοῖς ἀκούουσιν ἐλέκει καί ἀκατόρθωτα· τὴν ζώσα
ταύτην εικόνα και θεόγραφον ὁ Χριστὸς εἰσήγαγε
ἐν τῷ βίῳ, ἐκ πάντων τῶν ἀνωτέρω είρημένων στ
κειμένην χρισμάτων, καὶ πρὸς ἀκριβῆ τὴν μόρφωσιν
ἐξωγραφημένων, και μεταγράψειν ἐκεῖθεν τοὺς ζου
καὶ οὐ δι' ἀγγέλου, ἡ φανέρωσις τῆς παρουσίας ἐγέν
λομένους ἀνήκεν· ἔξεστι γάρ, ἐὰν μόνον βουληθώσι. Μία γὰρ ἡ φύσις ἐν πᾶσι καὶ πάντων τούτων χωρι
τική, ἐὰν διάζεται. Διὰ ταῦτα πάντα δι' ἀνθρώπου,
νετο του Χριστού. Ανθεκτέον οὖν πάλιν του προκειμένου.
VI. Ecce ego mitto angelum meum ante faciem
tuam qui praeparabit viam tuam ante te.» Ita major omnibus prophetis est Joannes, et tanto,
quanto major est homine angelus. Maximus igitur
inter prophetas et Ezechiel; atque hujus viri magnificentia exhibetur ei qui ejus librum tractat,
oculisque mentis terribiles illas visiones intuetur.
Hoc quidem ministro et propheta usus Dominus
Sabaoth ut Judæis suam voluntatem intimet: «Fili
hominis, inquit, mittam ego te ad domum Israel
exacerbantis me ".» Joannem autem non ita advocat. Sed quomodo?«Ecce mitto angelum meum»
Deinde quid? Angelus quidem nominatur:num autem eornin est qui longe sunt a Domini facie
(etenim propter divinam qua gaudent familiaritatem longe distantium colors, ut aiunt, magis proprium angelorum nomen sortita est)? Minime. Illud
enim: «ante faciem tuum,» significat, prope
faciem tuam;«qui præparabit viam tuam ante te:»
hominum animas disponet ad tuam cognitionem,
scandalorum lapides longe disjiciet, verretque eas
penitentiae praedicatione, abluet introductorio baptismnate et si pali quidem emergant e terra, et y
infructuose arbores inutiliter solum occupent,
prope est securis, et tam prope ut jam ad radicem
mittatur. Et propter hec omnia faciles vias faciet
ante præsentiam tuam.
«Vox clamantis in deserto: Parate viam Domini.» Angelus et vocis repressio Joannis prænuntlavit conceptionem. Natus deinde qui conceptus
88 Joan. xx, 17. 23 Imo Thren, 1, 15.
5. «Ιδού, εγώ ἀποστέλλω τον αγγελόν μου προ
προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπρο
σθέν του.» Ούτως μείζων πάντων τῶν προφητῶν ὁ
Ιωάννης, καί τοσοῦτο μείζων, ὅσον άγγελος ἀνθρώ
που. Μέγιστος μὲν οὖν ἐν προφήταις καὶ Ἰεζεκιήλ
και μάθοι ἂν τις τὸ τοῦ ἀνδρὸς μεγαλείον ἐν τῇ
κατ' αυτόν παρακύψας βίβλω, και νοός όμμασι της
φρικώδεις εκείνας οράσεις ἰδων. Τούτων ότι ο βασι
λεὺς Σαβαώθ ὑπηρέτη καί λειτουργώ χρώμενος εἰς
το γνώρισαι τοῖς Ἰουδαίοις τό ἑαυτοῦ βούλημα,
Τις ἀνθρώπου, φησίν, ἐξαποστελῶ ἐγὼ σε πρός
την οίκον Ισραήλ τοῦ παραπικραίνοντος.» Toy
Ἰωάννην δὲ οὐχ ούτω καλεῖ. 'Αλλά πώς; «Ιδού, απο
στέλνω τὴν ἀγγελόν μου.» Εἶτα τί; 'Αγγελος μὲν ἐν·
μάζεται· ἔστι δὲ ὅρα τῶν ἀφισταμένων πορρωτέρω
του δεσποτικού προσώπου (καί γάρ καταγγές θείας
οικειώσεως διισταμένων, οιόν ματι το τάγμα το ίδι
κωτέραν τὴν ἀγγελωνυμίαν λαχών); Ούμενουν. Το
γάρ, " προ προσώπου σου,» τούτο δηλοῖ, τό ἐγγύς
του προσώπου σου· «ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδὸν σου
ἔμπροσθέν σου,» προετοιμάσει τάς τῶν ἀνθρώπων
ψυχής εἰς τὴν σὴν ἐπίγνωσιν· τοὺς τῶν προσκομ
μάτων λίθους διαρρίψει μακράν σαρώσει ταύτας
τῷ τῆς μετανοίας κηρύγματι, ἐκπλυνεῖ τῷ εἰσαγω
γικής βαπτίσματι· και σκόλοπες τινες τῆς ἀνακύπτωσι καί ἀκαρπα δένδρα καταργώσι τον τόπον,
ή αξίνη εγγύς, καί τοσοῦτον, ὡς καί τῆς ρίξης ἅπτε·
σθαι ήδη· καί διά τούτων πάντων λείας τὰς ὁδούς
ποιήσει τῆς παρουσίας σου.
7. Φωνή βορώντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, Ετοιμάσατε
τὴν ὁδὸν Κυρίου, ο Αγγελος και φωνή ἐποχή τήν
Γιάννου προεδήλωσε σύλληψιν. Εἶτα γεννηθεὶς ἐ
34 Ezech. 11, 3.
col. 753–754page 76 of 83
PG 140:753συνειλημμένος και μικρόν φανείς ἀπεκρύβη, καὶ ἐφ᾿ ὅλην τριακονταετίαν πατρώζων ἦν τὰ εἰς ἀφωνίαν, οὐ κωλυομένης τῆς φύσεως ἐκ πάθους τινός, ἀλλ' ὡς μὴ ὄντος τοῦ ἀκροωμένου ανθρώπου· ὁ δέ ωμίλει, τῷ Θεῷ ὡμίλει, ὃς καὶ σιωπώντων ἀκούει. Οὗτος τοίνυν ἄγγελος καὶ φωνὴ ἐν παρουσίᾳ τοῦ Χριστοῦ ἀναφαίνεται· ἀγγελος, διὰ τὸν Κύριον Σαβαώθ έλα θόντα πληρῶσαι τὴν γῆν ὡς καὶ τὸν οὐρανὸν τῆς ἑαυτοῦ δόξης· φωνή, διὰ τὸν Λόγου τοῦ Θεοῦ τὸν προς τον Θεόν ὄντα καὶ Θεόν. Τοῦτο δὲ παραδραμείν ὑμᾶς οἱ βούλομαι ότι δύο προφητείας ὁ εὐαγγελιστῇ, ως μίαν, παρέθηκε. Τοῦτο δὲ ἐστι τῆς κατ' εξαίρετον συντομίας του Μάρκου. Τὸ μὲν γάρ, Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἀγγελόν μου προ προσ ώπου,» τῆς Μαλαχίου ἐστὶ προφητείας, ὃς ἐρμη νεύεται ἄγγελος· τό δέ, ο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρή του μεγαλοφωνατάτου Ησαίου προσφορώτατα εἰρημένον· κ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου.» Έρημος δ' ἂν εἴη καὶ ἡ τῆς Ἰουδαίας ἅπασα χώρα καὶ ἡ τῶν πόλεων ταύτης μητρόπολις Ιερουσαλὴμ καὶ κατὰ τὸ ἐνεστώς καὶ τὸ μέλλον· κατὰ τὸ ἐνεστώς μέν, ὅτι καρπός δικαιοσύνης οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς, γῆ δὲ ἦταν ἄβατος καὶ ἄνυδρος. Ταύτη τοι καὶ ὁ Ἰωάννης τὴν ἀκαρπίαν αὐτῶν διορ θούμενος έλεγε· «Ποιήσατε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας.» Αἱ δὲ ψυχαὶ αὐτῶν ἐρημικαὶ ἄβατοί τε τῇ θεογνωσίᾳ καὶ ἄνυδροι ἀπὸ τῶν προφητικών νεφε λῶν· ἐντέταλται γὰρ αὐταῖς παρὰ Θεοῦ τὸ μὴ βρέ χειν ἐπ' αὐτούς. Καὶ παντελῶς τὸ τῆς προφητείας έργησε χάρισμα. Δαβιδ δε, ᾧ τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας αὐτοῦ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε, τὴν ἐναλλαγὴν τῶν πραγμάτων ἐπὶ τὸ κρεῖττον (ὁ καὶ σεισμός παρά τῇ Γραφῇ ονομάζεται) καὶ τὴν τῆς ἀβάτου ταύτης ἐρήμου εξημέρωσιν καὶ διόρθωσιν προεξυμνῶν ἔψαλλεν· «Ο Θεός, ἐν τῷ διαβαίνειν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆ ἐσείσθη. Καὶ γὰρ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ τοῦ Σινᾶ. Βροχὴν ἐκούτιον ἀφοριεῖς, ὁ Θεός, τη κληρονομία σου, καὶ ἠσθένησε σὺ δὲ κατηρτίσω αὐτήν.» Εκδηλότατα οὖν τὴν τοῦ Υἱοῦ παρουσίαν καὶ τὴν τοῦ νόμου πρὸς τὴν χάριν μετάθεσιν ή προφητεία δηλοί, κατ' εὐδοκίαν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐν τῷ Σινά τελεσιουργηθεῖσαν. Θεὸν δὲ τοῦ Σινᾶ τὸν Πατέρα ἐκάλεσε διὰ τὴν ἐκεῖσε νομοδοσίαν. Τήν γε μὴν δι δωρεμένην παρά τοῦ Υἱοῦ δαψίλειαν τῶν θείων ε ρεῶν καὶ τὸ τῆς χάριτος Εὐαγγέλιον, βροχὴν ἐκού σιον, ἀφωρισμένην τῇ κληρονομίᾳ αὐτοῦ τῇ ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησίᾳ, ὁ Λαβίδ, ὡς ἐγὼ οἶμαι, κατονομάζει· ἡ γάρ παλαιὰ νομοθεσία οὐ καθ᾽ ἐκούσιον οὐδὲ κατὰ προ τγουμένην εὐδοκίαν ἐκτέθειται, αλλά κατά συγκατάβασιν, ὥσπερ ἂν εἰ καὶ πατὴρ προσπαίζει τοῖς τέκνοις, ἀνθέλκων αὐτὰ τῶν βλαβερών αθυρμάτων καὶ τῆς μετὰ τῶν ἐξωλεστάτων συνδιατριβής. Τί γὰρ ἔδει τῷ Θεῷ τῆς πολλῆς κριωμαγειρίας καὶ τῆς ἐντεῦθεν κνίσσης; ἧς τὸ ἀηδὲς καὶ τὸ δυσπρόσιτον και άνθρωποι αποστέργουσιν. Ότι δὲ ἀκούσιος, αὐτὸς ὁ πρὸς τοῦτο συγκαταβάς ὕστερον τὸ οἰκεῖον ἀνεκάλυψε βούλημα, «Τίς ἐξεζήτησε ταύτα,» λέγων, «ἐκ τῶνHOMILIA IN SS. INNOCENTES.
συνειλημμένος και μικρόν φανείς ἀπεκρύβη, καὶ ἐφ᾿ fuerat et paululum visus se abscondit et ad usque
ὅλην τριακονταετίαν πατρώζων ἦν τὰ εἰς ἀφωνίαν,
οὐ κωλυομένης τῆς φύσεως ἐκ πάθους τινός, ἀλλ' ὡς
μὴ ὄντος τοῦ ἀκροωμένου ανθρώπου· ὁ δέ ωμίλει,
τῷ Θεῷ ὡμίλει, ὃς καὶ σιωπώντων ἀκούει. Οὗτος
τοίνυν ἄγγελος καὶ φωνὴ ἐν παρουσίᾳ τοῦ Χριστοῦ
ἀναφαίνεται· ἀγγελος, διὰ τὸν Κύριον Σαβαώθ έλα
θόντα πληρῶσαι τὴν γῆν ὡς καὶ τὸν οὐρανὸν τῆς
ἑαυτοῦ δόξης· φωνή, διὰ τὸν Λόγου τοῦ Θεοῦ τὸν
προς τον Θεόν ὄντα καὶ Θεόν. Τοῦτο δὲ παραδραμείν
ὑμᾶς οἱ βούλομαι ότι δύο προφητείας ὁ Εὐαγγελι
στή, ως μίαν, παρέθηκε. Τοῦτο δὲ ἐστι τῆς κατ'
εξαίρετον συντομίας του Μάρκου. Τὸ μὲν γάρ,
• Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἀγγελόν μου προ προσ
ώπου,» τῆς Μαλαχίου ἐστὶ προφητείας, ὃς ἐρμη
νεύεται ἄγγελος· τό δέ, ο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρή
triginta annos patris silentium imitatus est; non
quod impediebatur quodam morbo natura, sed
quod non erant homines qui audirent. Cum Deo
autem conversabatur, qui et tacentes audit. Ille
igitur angelus et illa vos in Christi praesentia re-
¦
velatur. Angelus, quia Dominus Sabaoth venerat
implere terram et cœlum sua gloria; vox, propter
vocem Dei ad eum qui erat Deus ethomo. Hoc autem vos præterire nolo, duas prophetias ut unam
tradidisse prophetam; quod ex solita Marci brevitate procedit. Illud enim:«Ecce ego mitto angelum meum ante faciem tuam,»e Malachiæ prophetia sumitur, qui angelus interpretatur. ld autem:
»Vox clamantis in deserto, convenientissime aleloquentissimo Isaia dictum est: «Vox clamantis
in deserto, Parate viam Domint.» Desertum fuerit
omuis Judææ regio et ejus urbium metropolis Jerusalem et in præsenti et in futuro. Præsenti quidem tempore, quia justitiæ fructus apud eos non
erat. Terra enim erant invia et inaquosa 25.Ideo
et Joannes sterilitatem eorum corrigens dicebat:
»Facite fructus dignos penitentiæ s.» Animæ autem eorum deserte et Dei cognitioni inviæ et nubibus propheticis inaquosæ. Mandavit enim illis
Deus ne pluerent super eos. Atque omnino prophetiæ gratia cessavit. David cui obscura et abscondita
sapientiæ suæ revelavit Deus, conversionem in melius (terræmotus enim in Scriptura nominatur)
et hujus invii deserti fecunditatem et correctionem
prophetans cecinit: «Cum Deus pertransiret in
deserto, terra mota est. Etenim culi distillaverunt a facie Dei Sinai. Pluviam voluntariam segreBabis Deus, hæreditatitur, et infirmata est; tu vero
perfecisti cam *. Manifestissime igitur Filii præsentiam et legis ad gratiam transitum prophetia
ostendit, secundum Dei Sinai benevolentiam perfectum. Deum autem Sinai patrem appellavit propter logem in hoc monte datam;donatam autem a
Filio abundantiam divinorum munerum et gratiæ
Evangelium, pluviam voluntariam, segregatam ejus
haereditati, gentium ecclesia, David, ut opiuor,
nominavit. Vetus enim lex nou secundum voluntatem, neque secundum præcipuam benevolentiam
exposita est; sed secundum accommodationem,
quemadmodum pater cum filiis ludit,retrahens eos
a periculosis ludis et perditorum societate. Quid
enim Deo opus erat carnium mactatione et adipe
inde provenienti? quam etiam ut injucundam et
odibilem homines aspernantur. Quod autemid invitus fecerit, ipse qui ad id se accommodabat, propriam deinde manifestavit voluntatem, Quis exquisivit, inquit, hæc de manibus vestris 28?»Et
David: «Hostiam et oblationem noluisti *.» Non
modo autem propter bonorum actuum absentiam
deserta Judæa nominata est, sed et propter futurum excidium et vastationem. Id enim et ipsa veτου μεγαλοφωνατάτου Ησαίου προσφορώτατα
εἰρημένον· κ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, Ετοιμά
σατε τὴν ὁδὸν Κυρίου.» Έρημος δ' ἂν εἴη καὶ ἡ
τῆς Ἰουδαίας ἅπασα χώρα καὶ ἡ τῶν πόλεων ταύτης
μητρόπολις Ιερουσαλὴμ καὶ κατὰ τὸ ἐνεστώς καὶ τὸ
μέλλον· κατὰ τὸ ἐνεστώς μέν, ὅτι καρπός δικαιοσύ
νης οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς, γῆ δὲ ἦταν ἄβατος καὶ ἄνυδρος.
Ταύτη τοι καὶ ὁ Ἰωάννης τὴν ἀκαρπίαν αὐτῶν διορ
θούμενος έλεγε· «Ποιήσατε καρποὺς ἀξίους τῆς
μετανοίας.» Αἱ δὲ ψυχαὶ αὐτῶν ἐρημικαὶ ἄβατοί τε
τῇ θεογνωσίᾳ καὶ ἄνυδροι ἀπὸ τῶν προφητικών νεφε
λῶν· ἐντέταλται γὰρ αὐταῖς παρὰ Θεοῦ τὸ μὴ βρέ
χειν ἐπ' αὐτούς. Καὶ παντελῶς τὸ τῆς προφητείας
έργησε χάρισμα. Δαβιδ δε, ᾧ τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια
τῆς σοφίας αὐτοῦ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε, τὴν ἐναλλαγὴν
τῶν πραγμάτων ἐπὶ τὸ κρεῖττον (ὁ καὶ σεισμός παρά
τῇ Γραφῇ ονομάζεται) καὶ τὴν τῆς ἀβάτου ταύτης
ἐρήμου εξημέρωσιν καὶ διόρθωσιν προεξυμνῶν ἔψαλλεν· «Ο Θεός, ἐν τῷ διαβαίνειν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆ
ἐσείσθη. Καὶ γὰρ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν ἀπὸ προσώπου
τοῦ Θεοῦ τοῦ Σινᾶ. Βροχὴν ἐκούτιον ἀφοριεῖς, ὁ Θεός,
τη κληρονομία σου, καὶ ἠσθένησε σὺ δὲ κατηρτίσω
αὐτήν.» Εκδηλότατα οὖν τὴν τοῦ Υἱοῦ παρουσίαν καὶ
τὴν τοῦ νόμου πρὸς τὴν χάριν μετάθεσιν ή προφη
τεία δηλοί, κατ' εὐδοκίαν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐν τῷ Σινά
τελεσιουργηθεῖσαν. Θεὸν δὲ τοῦ Σινᾶ τὸν Πατέρα
ἐκάλεσε διὰ τὴν ἐκεῖσε νομοδοσίαν. Τήν γε μὴν δι
δωρεμένην παρά τοῦ Υἱοῦ δαψίλειαν τῶν θείων ε
ρεῶν καὶ τὸ τῆς χάριτος Εὐαγγέλιον, βροχὴν ἐκούσιον, ἀφωρισμένην τῇ κληρονομίᾳ αὐτοῦ τῇ ἐξ ἐθνῶν p
ἐκκλησίᾳ, ὁ Λαβίδ, ὡς ἐγὼ οἶμαι, κατονομάζει· ἡ γάρ
παλαιὰ νομοθεσία οὐ καθ᾽ ἐκούσιον οὐδὲ κατὰ προ
τγουμένην εὐδοκίαν ἐκτέθειται, αλλά κατά συγκα
τάβασιν, ὥσπερ ἂν εἰ καὶ πατὴρ προσπαίζει τοῖς
τέκνοις, ἀνθέλκων αὐτὰ τῶν βλαβερών αθυρμάτων
καὶ τῆς μετὰ τῶν ἐξωλεστάτων συνδιατριβής. Τί γὰρ
ἔδει τῷ Θεῷ τῆς πολλῆς κριωμαγειρίας καὶ τῆς
ἐντεῦθεν κνίσσης; ἧς τὸ ἀηδὲς καὶ τὸ δυσπρόσιτον και
άνθρωποι αποστέργουσιν. Ότι δὲ ἀκούσιος, αὐτὸς ὁ
πρὸς τοῦτο συγκαταβάς ὕστερον τὸ οἰκεῖον ἀνεκάλυψε
βούλημα, «Τίς ἐξεζήτησε ταύτα,» λέγων, «ἐκ τῶν
** Gen. 1, 2. " Luc. 111, 8, 17 Psal. LxvII, 8, 9, 10. Isa. 1, 12. 25 Psal, xxxviii, 7.
col. 755–756page 77 of 83
PG 140:755χειρῶν ὑμῶν Καὶ ὁ Δαβίδ, Θυσίαν καὶ προσφορών οὐκ ἠθέλησας.» Οὐ μόνον δὲ διὰ τὴν ἀκαρπίαν τῶν ἐναρέτων πράξεων ἔρημος ἡ Ἰουδαία ωνομάσθη, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν χρόνιον καταστροφὴν καὶ ἐκπόρθησιν. Τοῦτο γὰρ καὶ ἡ αὐτοαλήθεια προείπε Χριστος «Ἰδοὺ ἀφίεται ἡ οἶκος ἡμῶν ἔρημος.» Καὶ ἐν τῷ διαβαίνειν ἐκ τοῦ τε διὰ σταύρου καὶ τοῦ πάθους καὶ καταβαίνειν πρὸς ᾄδην, γῆ ἐσείσθη, και πέτραι διερράγησαν, καὶ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν δάκρυον ἀντὶ δρό σου. Η΄. «Εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ.» Εάν γὰρ τὴν πρὸς τὰς γεγεννηκυίας εχίδνας ὁμοιότητα διαπτύσαις, καὶ τοῦ ἀπατήσαντος ὄψεως ἐκκλίνοιεν τὰς ὁδούς, εὐθείας τὰς τριβούς ποιήσουσιν. Οὕτω γὰρ αὐτοῖς καὶ τὰ διαβήματα κατευθυνθῆναι προσο έσται, καὶ ἡ ἐν τῷ Ασματι εὐθύτης αὐτοὺς ἀγαπήσεις, καὶ τῆς διὰ βαπτίσματος νεοποιήσεως ἐπιτεύξονται, καὶ τέκνα γνήσια τοῦ ἐπουρανίου Πατρὸς ἔσονται. Εἰ δ' ἐπὶ τῆς προτέρας μενούσι, καὶ αὖθις παλαιώσεως καὶ χωλάνσεως, ὡς ἀλλότριοι υἱοὶ καὶ ὡς γενεὰ σκο λιὰ καὶ διεστραμμένη, ὀφιωδώς ελιξουσι τὴν πορεία», ἐπὶ τῷ στήθει καὶ τῇ κοιλίᾳ πορευόμενοι, θυμῷ καὶ γαστριμαργία χαίροντες· ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς οὐ διαφευξούνται· ὁ μὲν γὰρ θυμός αὐτοῖς, καθώς φησιν ὁ Δαβίδ, κατὰ τὴν ὁμοίωσιν τοῦ ὄψεως τοῦ ἀπ' ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνου· τῇ δὲ κοιλιομανίᾳ καὶ κα τώας πάσας γαστέρας υπερπεπαίκασι. Τὰς γὰρ οἰκίας τῶν χωρῶν κατεσθίοντες ἦσαν, καὶ ταῖς τῶν ὀρφανῶν συμφοραῖς εντρυφῶντες οἱ ἀνελεήμονες. Θ΄. «Εγένετο Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρ τιῶν. Καὶ ἐξεπορεύοντο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμίται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ, ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας α τῶν.» Πάλιν ὁ Μάρκος τὴν ἐπιτομωτέραν βαδίζει καὶ τὰ διεστηκότα συνάπτει, καὶ εἰς μίαν μισγάγο κειαν δοκεῖ μετοχετεύειν τὰ δύο βαπτίσματα, καὶ ισοδύναμον φαίνειν τὸ εἰσαγωγικὸν τῷ τελειωτικῷ ἴσως γὰρ τίς οἰηθήσεται λέγειν τὴν εὐαγγελιστὴν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν παρέχειν τὸ τοῦ Ἰωάννου βάπτισμα. 'Αλλ' οὐκ ἔστι τοῦτο, οὐκ ἔστιν. Τῆς γὰρ τοι αύτης πηγαστικόν χάριτος, μόνον τὸ Δεσποτικόν. Έχει δε οὕτως ἢ τοῦ λόγου ἀκολουθία· «Εγένετο ή Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ·» καὶ στίξον ὧδε, ο άναγινώσκων, τὴν στιγμὴν ὡς ἔρυμα κραταιὸν τῷ τοῦ Ἰωάννου επιστήσας βαπτίσματι, καὶ ἀποτειχίσας του Δεσποτικού· εἶτα λέγει, «Καί κηρύσσων βά πτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ὅ ἐστι τὸ τοῦ Χριστοῦ. Δήλον δὲ καὶ ἄλλως, ὅτι ἐκεῖ μὲν εἴρη και το βαπτίζων, τουτέστιν, ἐνεργῶν τὸ βαπτίζειν, ἐνταῦθα δὲ ὅπου ἡ τῶν ἁμαρτιῶν ἄφεσις τό κηρύσσων ὡς ἐπὶ μέλλοντος ἑτέρου βαπτίσματος, ου κήρυξ ἦν, οὐχὶ τελεστής. Προτοιμασία γὰρ ἦν καὶ προπαρασκευή τὸ τοῦ Ἰωάννου βάπτισμα πρὸς τὸ δεσποτικὸν καὶ οἷόν τις προοδοποίησις - ἵνα μὴ μόνον φωνὴ προτρέχη του Λόγου, ἀλλὰ καὶ βαπτίσματος βάπτισμα. Γ'. «Ην δε ὁ Ἰωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμή του καὶ ζώνην δερματίνην περί τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ.» Ἑβουλόμην τὸν εὔζωνον τούτον καί εὐσταλῆ ὁδοιπόGERMANI II CP. PATRIARCÆ
ritas Christus prædixit: «Ecce relinquitur domus χειρῶν ὑμῶν;» Καὶ ὁ Δαβίδ, «Θυσίαν καὶ προσφορών
vestra deserta *.» Et dum esset in cruce et passione et descenderet ad inferos, terra mota est, et
petræ scissæ sunt, et cæli distillaverunt lacrymas
pro rore.
οὐκ ἠθέλησας.» Οὐ μόνον δὲ διὰ τὴν ἀκαρπίαν τῶν
ἐναρέτων πράξεων ἔρημος ἡ Ἰουδαία ωνομάσθη,
ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν χρόνιον καταστροφὴν καὶ ἐκπόρθη
σιν. Τοῦτο γὰρ καὶ ἡ αὐτοαλήθεια προείπε Χριστος·
«Ἰδοὺ ἀφίεται ἡ οἶκος ἡμῶν ἔρημος.» Καὶ ἐν τῷ διαβαίνειν ἐκ τοῦ τε διὰ σταύρου καὶ τοῦ πάθους καὶ
καταβαίνειν πρὸς ᾄδην, γῆ ἐσείσθη, και πέτραι διερράγησαν, καὶ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν δάκρυον ἀντὶ δρόσου.
VIII. Rectas facite semitas ejus.» Si enim rejecerint similitudinem cum genitis viperis, et qui
decepit, serpentis vias omiserint, rectas semitas facient. Sic enim iis transgressiones corrigere licebit,
et eos quæ in Cantico laudatur justitia amabit, et regenerationem quæ per baptismum est obtinebunt,
et Patris coelestis vere filii erunt. Si vero in priore
via permanserint rursumque inveterationis et claudicationis incessum tanquam perversi et depravati
filii, serpentium more circumvolunt, pectore et
ventre incedentes, cupiditatibus et helluatione
fruentes, futuram iram non effugient: furor enini
illis, ut ait David, secundum similitudinem serpentis qui ab initio homicida est; ventris autem
cupiditate et cetaceos ventres supergrediuntur:
domos enim viduarum comederunt, et orphanorum
miseriis lætati sunt immisericordes.
IX.<< Venit Joannes baptizans in deserto et prædicans baptismum pœnitentiæ in remissionem pecatorum. Et accedebant ad eum omnis Jubam regio
et Jerosolymitani, et baptizabantur omnes in Jordane, confitentes peccata sua 81» Rursum Marcus
per breviorem viam procedit, et distantia colligit
et in unam vallem derivare videtur duo baptismata
et pari efficacia introductorium et perfectum ostendere. Forsan aliquis credot Evangelistam dicere Joannis baptismum peccatorum remissionem præstare.
Sed non ita est, non ita. Tantenim fons gratiae solus est domini baptismus. Verba autem sic cohærent:
«Venit Joannes baptizans in deserto. Et hic distinctionem interjice, lector, tanquam baptismati Joannis solidum murum opponas illudque a dominico
baptismate sejungas. deinde «licit:» Et praedicans
baptisinum pœnitentiæ in remissionem peccatorum;» quod est Christi baptisma. Et patetaliunde;
illic enim dictum est, Baptizans, id est actum baptizandi operans; hic vero ubi remissio est peecatorum, Pradicans, ut de futuro altero baptismale, cujus præco erat, non operator. Præparatio enim
erat Joannis baptisma Dominici baptismatis et ut
quædam præcursio; ut non modo vox præcurreret Verbo, sed et baptismati baptisma.
Η΄. «Εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ.» Εάν
γὰρ τὴν πρὸς τὰς γεγεννηκυίας εχίδνας ὁμοιότητα
διαπτύσαις, καὶ τοῦ ἀπατήσαντος ὄψεως ἐκκλίνοιεν
τὰς ὁδούς, εὐθείας τὰς τριβούς ποιήσουσιν. Οὕτω
γὰρ αὐτοῖς καὶ τὰ διαβήματα κατευθυνθῆναι προσο
έσται, καὶ ἡ ἐν τῷ Ασματι εὐθύτης αὐτοὺς ἀγαπήσεις,
καὶ τῆς διὰ βαπτίσματος νεοποιήσεως ἐπιτεύξονται,
καὶ τέκνα γνήσια τοῦ ἐπουρανίου Πατρὸς ἔσονται. Εἰ
δ' ἐπὶ τῆς προτέρας μενούσι, καὶ αὖθις παλαιώσεως
καὶ χωλάνσεως, ὡς ἀλλότριοι υἱοὶ καὶ ὡς γενεὰ σκολιὰ καὶ διεστραμμένη, ὀφιωδώς ελιξουσι τὴν πορεία»,
ἐπὶ τῷ στήθει καὶ τῇ κοιλίᾳ πορευόμενοι, θυμῷ καὶ
γαστριμαργία χαίροντες· ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς
οὐ διαφευξούνται· ὁ μὲν γὰρ θυμός αὐτοῖς, καθώς
φησιν ὁ Δαβίδ, κατὰ τὴν ὁμοίωσιν τοῦ ὄψεως τοῦ ἀπ'
ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνου· τῇ δὲ κοιλιομανίᾳ καὶ κα
τώας πάσας γαστέρας υπερπεπαίκασι. Τὰς γὰρ
οἰκίας τῶν χωρῶν κατεσθίοντες ἦσαν, καὶ ταῖς τῶν
ὀρφανῶν συμφοραῖς εντρυφῶντες οἱ ἀνελεήμονες.
Θ΄. «Εγένετο Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ
καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρ
τιῶν. Καὶ ἐξεπορεύοντο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία
χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμίται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες
ἐν τῷ Ἰορδάνῃ, ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας α
τῶν.» Πάλιν ὁ Μάρκος τὴν ἐπιτομωτέραν βαδίζει
καὶ τὰ διεστηκότα συνάπτει, καὶ εἰς μίαν μισγάγο
κειαν δοκεῖ μετοχετεύειν τὰ δύο βαπτίσματα, καὶ
ισοδύναμον φαίνειν τὸ εἰσαγωγικὸν τῷ τελειωτικῷ·
ἴσως γὰρ τίς οἰηθήσεται λέγειν τὴν εὐαγγελιστὴν
ἄφεσιν ἁμαρτιῶν παρέχειν τὸ τοῦ Ἰωάννου βάπτισμα. 'Αλλ' οὐκ ἔστι τοῦτο, οὐκ ἔστιν. Τῆς γὰρ τοι
αύτης πηγαστικόν χάριτος, μόνον τὸ Δεσποτικόν.
Έχει δε οὕτως ἢ τοῦ λόγου ἀκολουθία· «Εγένετο ή
Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ·» καὶ στίξον ὧδε, ο
άναγινώσκων, τὴν στιγμὴν ὡς ἔρυμα κραταιὸν τῷ
τοῦ Ἰωάννου επιστήσας βαπτίσματι, καὶ ἀποτειχί
σας του Δεσποτικού· εἶτα λέγει, «Καί κηρύσσων βά
πτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ὅ ἐστι τὸ
τοῦ Χριστοῦ. Δήλον δὲ καὶ ἄλλως, ὅτι ἐκεῖ μὲν εἴρηκαι το βαπτίζων, τουτέστιν, ἐνεργῶν τὸ βαπτίζειν,
ἐνταῦθα δὲ ὅπου ἡ τῶν ἁμαρτιῶν ἄφεσις τό κηρύσ
σων ὡς ἐπὶ μέλλοντος ἑτέρου βαπτίσματος, ου κήρυξ
ἦν, οὐχὶ τελεστής. Προτοιμασία γὰρ ἦν καὶ προπαρασκευή τὸ τοῦ Ἰωάννου βάπτισμα πρὸς τὸ Δεσποτι
κὸν καὶ οἷόν τις προοδοποίησις - ἵνα μὴ μόνον φωνὴ προτρέχη του Λόγου, ἀλλὰ καὶ βαπτίσματος βάπτι
σμα.
X. «Erat autem Joannes vestitus pilis cameli et
zona pellicea circa lumbos ejus 8.» Volebam bene
cinctum illum et instructum viatorem paululum
Γ'. «Ην δε ὁ Ἰωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμή
του καὶ ζώνην δερματίνην περί τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ.»
Ἑβουλόμην τὸν εὔζωνον τούτον καί εὐσταλῆ ὁδοιπό
80 Luc. II,
35. 81 Marc. 1, 4,
5. ss Ibid, 6.