Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (64% of openings; remainder still OCR), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
col. 1277–1278page 1 of 14
PG 2:1277ΠΑΥΛΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΩΤΑΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΙΑκόνων προσαγέσθωσαν τῷ ἐπισκόπῳ ἢ τοῖς πρεσβυ ΤΑΞΙΣ ΚΑΝΟΝΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ. Οἱ πρώτως προσιόντες τῷ μυστηρίῳ τῆς εὐσεβείας διὰ τῶν δια τέροις, καὶ τὰς αἰτίας ἐξεταζέσθωσαν οὗ χάριν προσ ήλθον τῷ κυριακῷ λόγῳ. Οἱ δὲ προσενέγκαντες μαρτυρείτωσαν αὐτοῖς) ἀκριβώσαντες τὰ κατ'
ADDENDA.
LIBER SECUNDUS, qui inscribitur Mandata.
ANONYMI TESTAMENTA XII PATRIARCHARUM.
Prooemium.
Testimonia veterum.
Mandatum I. De fide in unum Deum.
Dissertatio D. Le Nourry.
Mandatum II. - De fugienda obtrectatione, et eleemosyna facienda in simplicitate.
Dissertatio procemialis Gallandii.
Mandatum III. De fugiendo mendacio, et Hermæ
poenitentia ob simulationem.
I. Horum Testamentorum auctor Christianus fuisse,
illaque Græce scripsisse demonstratur.
De dimittenda adultera.
Mandatum IV.
Mandatum V.
Mandatum VI.
De tristitia cordis, et patientia. 921
De agnoscendis uniuscujusque hominis duobus geniis, et utriusque inspirationibus.
Mandatum VII. De timendo Deo, et dæmone non
metuendo.
Mandatum VIII.
Declinandum est a malo, et facienda
Mandatum IX. Postulandum a Deo assidue, et sine
hæsitatione.
bona.
Mandatum X. De animi tristitia, et non contristando
Spiritu Dei qui in nobis est.
Mandatum XI.-Spiritus et prophetas probari ex operibns, et de duplici spiritu.
Mandatum XII. De duplici cupiditate. Dei mandata
non esse impossibilia, et diabolum non metuendum credentibus.
LIBER TERTIUS, qui inscribitur Similitudines.
Similitudo I. Nos quia in hoc mundo permanentem
civitatem non habemus, debere inquirere futuram. 951
Similitudo II. Ut vitis ulmo fulcitur, sic dives oratione pauperis juvatur.
Similitudo III. Ut hieme virides arbores ab aridis,
sic in boc seculo justi ab injustis internosci non possunt.
Similitudo IV. Ut æstate arbores ab aridis, fructu et
virentibus foliis internoscuntur, sic in futuro sæculo
justi ab injustis beatitudine different.
Similitudo V. De vero jejunio, et ejus mercede;
tum et de corporis munditia.
Similitudo VI. De duplici genere hominum voluptariorum, et eorum morte, defectione, et poenarum duratione.
Similitudo VII. Poenitentibus faciendos esse pœnitentiæ dignos fructus.
Similitudo VIII. Electorum; et poenitentium peccatorum multa sunt genera; omnes autem, pro pœnitentiæ
et bonorum operum suorum modo, habebunt mercedem.
11. Ipsius ætas inquiritur, ejusque scriptionis consilium paucis aperitur.
III. Operis pretium expenditur; ex quo in primis a
Grabio deprompta pro vera Christi deitate testimonia describuntur. Ilinc sententia de scriptore Christiano iterum
confirmatur.
IV. De variis mss. exemplaribus Græcis, deque antiqua Roberti Lincolniensis episcopi versione agitur.
V. De editione Grabiana hic typis expressa. 1037
TESTAMENTA XII PATRIARCHARUM filiorum Jacob
ad filios suos, interprete Roberto Lincolniensi episcopo.
CAPUT PRIMUM. Testamentum Ruben, de iis quæ moriturus in mente habuit.
Testamentum Simeonis, de invidia. 1046
Testamentum Levi, de sacerdotio et su1051
CAP. II.
perbia.
CAP. III.
CAP. IV.
- Testamentum Judæ, de fortitudine, et avaritia et fornicatione.
CAP. V.
Testamentum Issachar, de simplicitate.
Testamentum Zabulon, de commiseratione
CAP. VI.
et misericordia.
CAP. VII. Testamentum Dan, de ira et mendacio.
- Testamentum Gad, de odio.
CAP. VIII. Testamentum Nephthalim, de naturali
bonitate.
CAP. IX.
CAP. X. - Testamentum Aser, de duabus faciebus malitiæ et virtutis.
CAP. XI. Testamentum Joseph, de castitate. 1126
CAP. XII. Testamentum Benjamin, de mente munda.
Tabula chronologica Testam. XII patriarcharum. 1151
ANONYMI EPISTOLA AD DIOGNETUM.
Gallandii procemia.
EPISTOLA AD DIOGNETUM.
Similitudo IX. Edificandæ militantis et triumphantis
Ecclesiæ mysteria maxima.
Similitudo X. De poenitentia et eleemosyna. 1009
APPENDIX AD S. HERMAM.
Acta SS. Pudentianæ seu Potentiana et Praxedis, auctore S. Pastore presbytero. Notitia in S. Pastorem. 1011
Acta Sanctarui virginum Pudentianæ et Praxedis.
PRESBYTERORUM ET DIACONORUM
ACHALE.
EPISTOLA DE MARTYRIO S. ANDREÆ.
Veterum testimonia.
Gallandii Præfatio.
Acta et Martyrium S. Andrea apostoli.
Addenda.
ADDENDA.
Variæ Lectiones ad Constitutiones apostolicas, ex codicibus mss.
In codice bibliotheca montis Sinaitici, sæculi fere decimi tertii, plura leguntur quæ ad Constitutiones
apostolicas pertinent. Descripsi inde libri VIII caput 32 et que sequuntur. Scripturam codicis ita afferam ut quæ a textu Cotelerii quemadmodum recognovit doctissimus Ueltzenius differant, typis cursivis
distinguam.
ΠΑΥΛΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΩΤΑΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΙΑ- κόνων προσαγέσθωσαν τῷ ἐπισκόπῳ ἢ τοῖς πρεσβυΤΑΞΙΣ ΚΑΝΟΝΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ.
Οἱ (plura præcedunt apud Cot. et Ue.) πρώτως
προσιόντες τῷ μυστηρίῳ τῆς εὐσεβείας διὰ τῶν δια
τέροις, καὶ τὰς αἰτίας ἐξεταζέσθωσαν οὗ χάριν προσήλθον τῷ κυριακῷ λόγῳ. Οἱ δὲ προσενέγκαντες μαρτυρείτωσαν (Cot. add. αὐτοῖς) ἀκριβώσαντες τὰ κατ'
Hæc, ut quæ sub numm. II et III sequuntur, ex libro cui titulus: Anecdota sacra et profana ex Oriente et
Occidente allata... Edidit Const. Tischendorf, phil, et theol. Doctor, etc. Lipsia 1855, in-4.
col. 1279–1280page 2 of 14
PG 2:1279αὐτούς. Ἐξεταζέσθω δὲ ἀκριβῶς ὁ τρόπος καὶ ὁ Παῦλ. διατάσσομεν ἐργάζεσθαι τοὺς λαοὺς πέντε βίος, καὶ εἰ δοῦλοί εἰσιν ἢ ἐλεύθεροι. 2. Καὶ ἐὰν ᾗ τις δοῦλος, ἐρωτάσθω ὁ δεσπότης αὐτοῦ εἰ μαρτυρεῖ αὐτῷ· εἰ δὲ μή, ἀποβαλέσθω, ἕως ἂν ἄξιον ἑαυτὸν ἐπιδείξῃ τῷ δεσπότη· εἰ δὲ μαρτυρεῖ αὐτῷ, προσδεχέσθω. Ἐθνικοῦ οἰκέτης διδασκέσου εὐαρεστεῖν τῷ δεσπότῃ, ἵνα μὴ βλασφημεῖται ὁ λόγος. 3. Εἰ μὲν οὖν ἔχει γυναῖκα ἢ ἡ γυνὴ ἄνδρα, διδασκέσθωσαν ἀρκεῖσθαι ἑαυτοῖς· εἰ δὲ ἄγαμοί εἰσι, μαν θανέτωσαν μὴ πορνεύειν, ἀλλὰ γαμεῖν ἐν νόμῳ. Εἰ δὲ ἡμέρας, σάββ. δὲ κ. κυρ. σχολαζέτωσαν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ... δημιουργ. τρόπον ἔχειν 2. Τὴν... ὁ συγχωρήσας ἢ καὶ ἀνα στήσας πνεύματος τὴν δοθεῖσαν... ἐν αὐτῇ τὴν ἀπροσδόκητον χάριν τοῖς ἀνθρώποις δεδόσθαι λόγον Ἰησοῦν Χριστὸν ἐκ τὴν τῶν ἁγίων Θεοφανίων ἑορτὴν... 3. Τὰς ἡμέρας... ἠξίωσαν ἁγίου. τρίτη τε καὶ ἕκτῃ κ. ἐνν. καὶ ἑσπέρας καὶ ἀλεκτοροφωνίας. Όρθρου μὲν εὐχαριστοῦντες) ὅτι ἐφ. μᾶς ὑμῖν,... νύκταν... 1 Εὐχὰς ἐπιτ. ὄρθρως πρώτη ώρα, προσιέναι ὁ δεσπότης αὐτοῦ πιστὸς ὢν καὶ εἰδὼς ὅτι πορνεύει, οὐ δίδωσιν αὐτῷ γυναῖκα ἢ τῇ γυναικὶ ἄνδρα, φο ριζέσθωσαν. 4. Ἐάν δέ τις δαίμονα ἔχῃ, διδασκέσθω μὲν τὴν εὐσέβειαν, μὴ προσδεχέσθω δὲ εἰς κοινωνίαν πρὶν ἂν καθαρισθῇ· εἰ δὲ θάνατος κατεπείγει, προσδεχέσθω. 5. Εἰ τις πορνοβοσκός, ἢ παυσάσθω του) μαστροπεύειν ἢ ἀποδα λέσθω Τῶν ἐπὶ σκη νῆς ἐάν τις προσείη ἀνὴρ ἡ γυνὴ ἢ ἡνίοχος ἢ μονομάχος ἢ σταδιοδρόμος ἢ λουδεμπιστὴς στῆς) ἢ ολυμπικὸς ἢ χοραύλης ἢ κιθαριστής ἢ αὔλησιν ἐπιδεικνύμενος, ἢ παι σάσθωσαν ἢ ἀποβαλέσθωσαν. 6. Στρατιώτης προστ τῶν διδασκέσθω μὴ ἀδικεῖν, μὴ συκοφαντεῖν, ἀρκεῖσθαι δὲ τοῖς διδομένοις οψωνίοις· πειθόμενος προσδεχέσθω, ἀντιλέγων δὲ ἀποβαλέσθω. Αῤῥητοποιός, κια ναιδος, βλάξ, μάγος, οχλαγωγός, ἐπαοιδός, λώταξ, περιάμματα ποιῶν, οἰωνιστής, συμβολοδείκτης, παλ μῶν ἐρμηνεύς, φυλαττόμενος ἐν συναντήσει λωβάς ὄψεων ἢ ποδῶν ὁ ὀρνίθων ἢ γαλῶν ἢ ἐπιφωνήσεων ἢ παρακροαμάτων συμβολικών, χρόνῳ δοκιμάαναγνώσεσι) καὶ προσευχαῖς ζέσθωσαν· δυσέκνιπτος.. ἀποβαλέσθωσαν. 7. Ο Παλλακὴ... ἀποβαλέσθω... εἰ μὲν δούλη ἐστίν ... εἰ δὲ ἐλευθέρα, γαμείτω... ὁ δὲ μὴ, ἀποβαλέσθω. 8. Ἑλληνικοῖς. μετατιθέσθω ἢ ἀποβαλέσθω ἱπποδρομικοῖς ἀγῶσιν... ἀπο βαλέσθω. 9. Ὁ μέλλων... εὔνοιαν ἄνοιαν) ἔχῃ περὶ τὸ πρᾶγμα)... .... λαϊ κὸς εἴη. 11. Πᾶς πιστὸς. πρὸ τοῦ τὸ ἔργον χει ρον ἐπιτελέσαι... εἰ δέ τις λόγος κατηχήσεως γίνεται, προτιμησάτωσαν... εὐσεβείας. 12. Πι στὸς ἢ πιστὴ... ἐπιστολαῖς διετάξαμεν. ὅτι ἐν αὐτῇ ἀπόφασιν ἀπὸ Πιλάτου ἔλαβεν ὁ Κύριος ότι πάντα ἐκεκίνητο... ἐφ᾽ ἑσπέρας δὲ εὐχ. ὅτι ἐσταυρώθη ὁ Χριστός· ἐννάτη δέ) ἡμῖν ὑμῖν, ἔδωκεν ἀνάπαυσιν τῶν) καθημερινών... τῆς παρουσίας 2. Εἰ μὴ. φευκτέος και οὕτως καὶ οἱ ἐναγεῖς μιαίνουσιν. 3. Εἰ δὲ μήτε ἐν οἴκῳ ἅμα μήτε ἐν ἐκκλ. συναθροισθῆναι) δυνα τὸν, ἕκαστος παρ' ἑαυτῷ ψαλλέτω.. ἐὰν ὦσι εἰσί) φησὶν ὁ Κύριος κατ' οἶκ. προσευχέσθω προσευχ. δούλοις δοῦλοι)... ἀποβαλέσθωσαν. ἐπιτελείσθω δὲ τρίτα... ἐν ψαλμ. καὶ καὶ τριακοστά. ὑπ. μνείας αὐτῶν διδόσθω ἐκ τι ὑπ. αὐτοῖς εἰς ἀν. αὐτῶν. 1. Ἐν δὲ ταῖς μνήμαις σβύτεροι γὰρ μὴ... οὐ πρε λέγει γὰρ... οἶνον δὲ μή δύνωνται. Θεόν... οὐχ ἵνα τοῦ μεθύσου. 2. ἡμῶν Ἰησ. Χρ. μετὰ τὸν μὴ πίωσιν· ὅλως γὰρ οὐκ μὴ πίνειν οἶνον εἰς... .. τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ εἴρηκε Τίνι οὐ των χρο ἐφ' ἑαυτοῖς νιζ. ἐν οἴκῳ καὶ κατασκοπούντων π. π. γίν. προσίενται Τοῦτο δὲ κοινῇ πᾶσι... τῇ αὐτῷ δοθείσῃ τάξει... ὁ ἀκούων γὰρ ὑμῶν, φησὶν ὁ Κύριος, ἐμοῦ... καὶ 1. Ἐγὼ Πέτρος καὶ ἐγὼς ὁ ἐμὲ ἀθετῶν, Πέτρου και Παύλου τῶν ἁγίων ἀποστόλων διάταξις ἡ ὕλη ὁπότε (πίναξ) περὶ τοῦ φυλάττειν ἕκαστον τάξιν καὶ λειτουργίαν.
ADDENDA.
αὐτούς. Ἐξεταζέσθω δὲ ἀκριβῶς ὁ τρόπος καὶ ὁ Παῦλ. διατάσσομεν ἐργάζεσθαι τοὺς λαοὺς πέντε
βίος, καὶ εἰ δοῦλοί εἰσιν ἢ ἐλεύθεροι. 2. Καὶ ἐὰν ᾗ
τις δοῦλος, ἐρωτάσθω ὁ δεσπότης αὐτοῦ εἰ μαρτυ
ρεῖ αὐτῷ· εἰ δὲ μή, ἀποβαλέσθω, ἕως ἂν ἄξιον
ἑαυτὸν ἐπιδείξῃ τῷ δεσπότη· εἰ δὲ μαρτυρεῖ αὐτῷ,
προσδεχέσθω. Ἐθνικοῦ οἰκέτης διδασκέσου ευαρεστεῖν τῷ δεσπότῃ, ἵνα μὴ βλασφημεῖται ὁ λόγος. 3.
Εἰ μὲν οὖν ἔχει γυναῖκα ἢ ἡ γυνὴ ἄνδρα, διδασκέ
σθωσαν ἀρκεῖσθαι ἑαυτοῖς· εἰ δὲ ἄγαμοί εἰσι, μαν
θανέτωσαν μὴ πορνεύειν, ἀλλὰ γαμεῖν ἐν νόμῳ. Εἰ δὲ
ἡμέρας, σάββ. δὲ κ. κυρ. σχολαζέτωσαν (Cot. add.
ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ... δημιουργ. τρόπον ἔχειν
2. Τὴν... ὁ συγχωρήσας (Cot. add. ἢ καὶ ἀναστήσας
πνεύματος τὴν δοθεῖσαν... ἐν αὐτῇ
(Cot. add. τὴν ἀπροσδόκητον χάριν τοῖς ἀνθρώποις
δεδόσθαι λόγον (Cot. add. Ἰησοῦν Χριστὸν ἐκ
τὴν τῶν ἁγίων Θεοφανίων ἑορτὴν... 3.
Τὰς ἡμέρας... ἠξίωσαν ἁγίου.
τρίτη τε καὶ ἕκτῃ κ. ἐνν. καὶ ἑσπέρας καὶ ἀλεκτοροφωνίας. Όρθρου μὲν (Cot. add. εὐχαριστοῦντες)
ὅτι ἐφ. μᾶς (Cot. ὑμῖν, non Ue.)... νύκταν...
XXXIV, 1 Εὐχὰς ἐπιτ. ὄρθρως πρώτη ώρα,
προσιέναι
ὁ δεσπότης αὐτοῦ πιστὸς ὢν καὶ εἰδὼς ὅτι πορνεύει,
οὐ δίδωσιν αὐτῷ γυναῖκα ἢ τῇ γυναικὶ ἄνδρα, φοριζέσθωσαν. 4. Ἐάν (Gol. add. δέ τις δαίμονα
ἔχῃ, διδασκέσθω μὲν τὴν εὐσέβειαν, μὴ προσδεχέσθω
δὲ εἰς κοινωνίαν πρὶν ἂν καθαρισθῇ· εἰ δὲ θάνατος
κατεπείγει, προσδεχέσθω. 5. Εἰ τις πορνοβοσκός,
ἢ παυσάσθω (Got. add. του) μαστροπεύειν ἢ ἀποδαλέσθω (sequuntur plura apud Col.). Τῶν ἐπὶ σκη
νῆς ἐάν τις προσείη (sic) ἀνὴρ ἡ γυνὴ ἢ ἡνίοχος ἢ
μονομάχος ἢ σταδιοδρόμος ἢ λουδεμπιστὴς (codex
στῆς) ἢ ολυμπικὸς ἢ χοραύλης ἢ κιθαριστής (seq.
alia apud Cot.) ἢ αὔλησιν ἐπιδεικνύμενος, ἢ παι
σάσθωσαν ἢ ἀποβαλέσθωσαν. 6. Στρατιώτης προστ
τῶν διδασκέσθω μὴ ἀδικεῖν, μὴ συκοφαντεῖν, ἀρκεῖ
σθαι δὲ τοῖς διδομένοις οψωνίοις· πειθόμενος προσδε
χέσθω, ἀντιλέγων δὲ ἀποβαλέσθω. Αῤῥητοποιός, κια
ναιδος, βλάξ, μάγος, οχλαγωγός, ἐπαοιδός, λώταξ,
περιάμματα ποιῶν, οἰωνιστής, συμβολοδείκτης, παλμῶν ἐρμηνεύς, φυλαττόμενος ἐν συναντήσει λωβάς
(sic) ὄψεων ἢ ποδῶν ὁ ὀρνίθων ἢ γαλῶν ἢ ἐπιφωνήσεων ἢ παρακροαμάτων συμβολικών, χρόνῳ δοκιμά- αναγνώσεσι) καὶ προσευχαῖς
ζέσθωσαν· δυσέκνιπτος.. ἀποβαλέσθωσαν. 7. Ο
Παλλακὴ... ἀποβαλέσθω... εἰ μὲν δούλη ἐστίν
... εἰ δὲ ἐλευθέρα, γαμείτω... ὁ (pro el) δὲ μὴ,
ἀποβαλέσθω. 8. Ἑλληνικοῖς. μετατιθέσθω ἢ
ἀποβαλέσθω ἱπποδρομικοῖς ἀγῶσιν... ἀπο
βαλέσθω. 9. Ὁ μέλλων... εὔνοιαν (codex ἄνοιαν)
ἔχῃ (Cot. add. περὶ τὸ πρᾶγμα)... 10....
λαϊ
κὸς εἴη. 11. Πᾶς πιστὸς. πρὸ τοῦ τὸ ἔργον χει
ρον ἐπιτελέσαι... εἰ δέ τις λόγος κατηχήσεως
γίνεται, προτιμησάτωσαν... εὐσεβείας. 12. Πιστὸς ἢ πιστὴ... ἐπιστολαῖς διετάξαμεν.
ὅτι ἐν αὐτῇ ἀπόφασιν ἀπὸ Πιλάτου ἔλαβεν ὁ Κύριος
ότι πάντα ἐκεκίνητο... ἐφ᾽ ἑσπέρας δὲ εὐχ. ὅτι
ἐσταυρώθη ὁ Χριστός· ἐννάτη (Cot. add. δέ)
ἡμῖν (Cot. ὑμῖν, Ue. om.) ἔδωκεν ἀνάπαυσιν (Got.
add. τῶν) καθημερινών... τῆς παρουσίας
2. Εἰ μὴ.
φευκτέος και οὕτως
καὶ οἱ ἐναγεῖς μιαίνουσιν. 3. Εἰ δὲ μήτε ἐν οἴκῳ
ἅμα μήτε ἐν ἐκκλ. (Got. add. συναθροισθῆναι) δυνα
τὸν, ἕκαστος (Cot. add. παρ' ἑαυτῷ ψαλλέτω..
ἐὰν ὦσι (ita recte etiam Ue. contra Cot. εἰσί) φησὶν
ὁ Κύριος (item Ue., Got. om.)... 4... κατ'
οἶκ. προσευχέσθω (ab hoc προσευχ. scriba transiluit
ad alterum).. 5.... δούλοις (ita recte Ue.,
Cot. δοῦλοι)... ἀποβαλέσθωσαν. Jam sequitur caput xtu, nullo titulo aut nota interposita. Επιτελεί
σθω (Cot. add. δὲ τρίτα... ἐν ψαλμ. (Cot. add. καὶ
καὶ τριακοστά.
ὑπ. μνείας αὐτῶν διδόσθω ἐκ τι ὑπ. αὐτοῖς εἰς ἀν.
αὐτῶν.
XLIII, XLIV; 1. Ἐν δὲ ταῖς μνήμαις
σβύτεροι γὰρ
μὴ... οὐ (Got.
πρε
λέγει γὰρ... οἶνον (Cot. add. δὲ
add. μή δύνωνται.
Θεόν... οὐχ ἵνα
etiam Ue., Cot. xal)
τοῦ μεθύσου. 2.
ἡμῶν Ἰησ. Χρ.
μετὰ τὸν
μὴ πίωσιν· ὅλως γὰρ οὐκ (ita
μὴ πίνειν οἶνον εἰς...
.. τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ
εἴρηκε Τίνι
οὐ των χρο
ἐφ' ἑαυτοῖς
νιζ. ἐν οἴκῳ καὶ κατασκοπούντων π. π. γίν. ΧLV.
προσίενται
Τοῦτο δὲ κοινῇ πᾶσι... τῇ αὐτῷ δοθείσῃ τάξει...
ὁ ἀκούων γὰρ ὑμῶν, φησὶν ὁ Κύριος, ἐμοῦ... καὶ
XXXIII, 1. Ἐγὼ Πέτρος καὶ (Cot. add. ἐγὼς ὁ ἐμὲ ἀθετῶν, etc.
Inscriptum est Πέτρου και Παύλου τῶν ἁγίων
ἀποστόλων διάταξις
Variæ Lectiones ad Clementis Homilias et Epitomen.
Inter viros doctos constat Clementis Romani quæ feruntur Homiliarum duo tantum hucusque codices inventos esse. Alter est Parisinus, ad finem mutilus, desinens in verba Homil. XIΙΧ, 14, ἡ ὕλη
ὁπότε (cf. ed. Dressel. pag. 383, 12). Eo solo nitebatur editio Cotelerii et qui totum ejus de patribus
apostolicis opus emendatius repetiit Clerici, item nupera Schwegleri editio. Nuperrime autem alter accessit, Ottobonianus Vaticanus, ab Alberto Dressel inventus, et anno 1853 ad novam homiliarum editionem
Proximus titulus in tabula (πίναξ) est: περὶ
τοῦ φυλάττειν ἕκαστον τάξιν καὶ λειτουργίαν.
*
Nulla textui inscriptio præposita est.
Hæ sunt apud nos numerales nota typis grandioribus expressæ quæ textui intermiscentur. EDIT. PATR.
col. 1281–1282page 3 of 14
PG 2:1281Βίος καὶ πολιτεία καὶ μαρτύριον τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου ἱερομάρτυρος Κλήμεντος, ἀρχιεπισκόπου Ρώμης, μαθητοῦ τοῦ ἁγίου αποστόλου Πέτρου. Βίος τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος (μάρτυρος) Κλήμ. ἐπισκ. Ρώμ. μαθ. τ. ἀγ. ἀποστ. Πέτρ. Κλήμεντος τῶν Πέτρου ἐπιδημιών κηρυγμάτων ἐπιτομή, Κλήμης Ιακώβῳ τῷ κυρίῳ καὶ ἐπισκόπῳ καὶ Λεἰ μὴ τάχα σιγὴ καὶ λήθη ἢ καὶ τάχα ἔσται τι ἐπισκόπων ἐπισκόπῳ, διέποντι δὲ τὴν ἐκ Ἱερουσαλὴμ ἁγίαν τῶν Χριστιανῶν ἐκκλησίαν καὶ τὰς πανταχῆ Θεοῦ προνοίᾳ ιδρυθείσας καλῶς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐκκλησίας σύν τε πρεσβυτέροις καὶ δια κάνοις καὶ τοῖς λοιποῖς λυποῖς) ἅπασιν ἀδελ φοῖς· εἰρήνη εἴη πάντοτε. Γνώριμον ἔστω σοι, κύριέ μου, ὅτι ἐγὼ Κλήμης Ῥωμαίων πολίτης ὢν, καὶ τὴν πρώτην ηλικίαν σω φρόνως ζῆσαι δυνηθείς τῆς ἐννοίας μου ἐκ παι δὸς ἀπασχολούσης τὴν ἐν ἐμοὶ ἐπιθυμίαν εἰς τε άθυ μίας καὶ πόνους· συνήν γάρ μοι λογισμός, οὐκ οἶδα πόθεν τὴν ἀρχὴν λαβών, περὶ θανάτου πυκνάς ποιούμενος ὑπομνήσεις, ὅτι ἄρα θανὼν οὐκ εἰμὶ, καὶ οὐδὲ μνήμην τις ποιήσει μου ποτέ τοῦ ἀπείρου χρόνου πάντων τὰ πάντα εἰς λήθην φέροντος· ἔσομαι δὲ οὐκ ὤν, οὐκ ὄντας εἰδὼς, οὐ γινώσκων, οὐγινωσκόμενος. οὐ γεγονώς, οὐ γινόμενος καὶ ἄρα πότε γέγονεν ὁ κόσμος, καὶ πρὸ τοῦ γενέσθαι τί ἄρα ἦν. Εἰ γὰρ ἦν ἀεὶ, καὶ ἔσται· εἰ δὲ γέγονεν, καὶ μετὰ τὴν λύσιν τί ἄρα ἔσται πάλιν, Καὶ ἐπισκόπῳ τῷ τὴν Ἱερ. ἀγ. των Χρ. ἐκκλ. διέποντι. έν (3)Των Χριστιανών Εβραίων Χριστού ἐκκλησίας Ἐγὼ Κλή μης, δυνη δεδύνημαι δεδυνημένος, και θείς, δυν. ζῆσαι σωφρόνως. λογισμόν τε δεξάμενος οὐκ οἶδα πόθεν ἐπεισελθόντα μοι καὶ περὶ θανάτου πυκνάς ποιούμεν νον ὑπομνήσεις, πόνοις τὸ λοιπὸν καὶ ἀθυμίαις συν έζων, αποσχη λούσης. μου ποτε, οὐ γεγον. οὐ γινόμ. Ερά ἢ νῦν τί οὖν) νοῆσαι οὐ δυνατόν. ΙΙ. Ταῦτά τε καὶ τὰ τούτοις ὅμοια οὐκ οἶδα πόθεν ἀπαύστως ἐνα θυμούμενος ὀδυνηρὰν ἔχον λύπην τοσοῦτον ὡς ὠχριακότα ὠχριοκ.) με τήκεσθαι· καὶ τὸ δεινότατον, εἴ ποτε ἀπώσασθαι τὴν φροντίδα ὡς άνω φελῆ ἐβουλευσάμην ἀκμαιότερόν μοι μᾶλλον τὸ πάθος ἐγίνετο. Καὶ ἠχθόμην ἐπὶ τούτῳ, οὐκ εἰδὼς σύνοικον καλὴν ἔχων ἔννοιαν ἀθανασίας αγα τῆς αἰτίαν μοι γενομένην ὡς ὕστερον τῇ πείρᾳ ἐπέγνων καὶ Θεῷ τῷ πάντων δεσπότῃ εὐχαρίστησαν ὑπὸ γὰρ τῆς κατ' ἀρχὰς Ολιβούσης με ἐννοίας εἰς τὴν τῶν πραγμάτων ζήτησιν καὶ εὕρεσιν ἠναγκάσθην ἐλθεῖν, καὶ τότε ἐταλάνιζον οὓς τὴν ἀρχὴν δι' ἄγνοιαν μακαρίζειν ἐκινδύνευον ΙΙΙ. Ἐκ παιδὸς οὖν ἡλικίας ὢν ἐν τοῖς τοιούτοις λογισμοῖς, χάριν τοῦ μαθεῖν τι βέβαιον εἰς τὰς τῶν φιλοσόφων ἐφοίτων διατριβάς· καὶ οὐθὲν ἕτερον ἑώρων ἢ δογμάτων ἀνασκευὰς καὶ κατασκευὰς καὶ ἔρεις καὶ φιλονεικίας καὶ συλλογισμῶν τέχνας καὶ λημμάτων ἐπινοίας Καὶ ποτὲ μὲν ἐπεκράτει, φέρε λέγειν, ὅτι ἀθάνα τί ἄρα καὶ ἦν. τί ἔτος ἦν. "Η καί καὶ ἤ. διενθυμούμενος, άπαυστον εἶχον ἀεὶ τὴν λύπην, καὶ τοσοῦτον. τὴν περὶ τούτων φροντίδα ὡς ματαίαν ἐλογισάμην. ᾿Ακμαιότερον — ἔννοιαν ᾿Αγαθῆς ἀγαθήν. Γινομένην γενομένην; γενησομένην. ὡς ὕστερον ἔγνων ἀπὸ τοῦ τέλους καὶ θεῷ τῷ πάντων ευχαρίστησα ποιητῇ· ὑπὸ γὰρ τῆς κατ' αρχάς με πιεζούσης ἐννοίας ἠναγκάσθην εἰς τὴν τῶν πρα γμάτων ἐλθεῖν ζήτησιν· καὶ οὓς τὴν ἀρχὴν δι' άγνοιαν μακαρίζειν ἐκινδύνευον, ὕστερον ταλανίζειν οὐκ ἔπαυ σάμην. Τοῖς Καὶ οὐθὲν ἐπινοίας ἀλλὰ καὶ οὕτως οὐδὲν ἕτερον παρ' αὐτοῖς τὸ σπουδαζόμενον ἑών ρων ἢ δογμ. ανασκ. κ. κατασκ. ἔριδάς τε κ. συλλ. τέχν, καὶ δὴ καὶ λημα, ἐπιν. Ποτέ μέν... ποτὲ δέ
ADDENDA.
adhibitus. Is et integer est nec raro lectionis bonitate Parisino præstat. Nihilominus multum abest ut his
duobus codicibus acquiescendum videatur aut editionc Dresselii criticis rationibus jam sit satisfactum.
Hlabent enim critica circa textum Homiliarum Clementinarum studia co plus gravitatis quo magis nostra
ætate intellectum est librum illum Clementis apocryphum in historia primeve ecclesiæ indaganda maximi
faciendum esse. Quæ cum ita sint, magnopere gaudeo codices alios duo a me repertos esse, alterum
in Italia, alterum in oriente. Quos quantopere sperandum sit valituros esse, cum ad restituendum textum
antiquissimum tum ad historiam ejus libri illustrandam, satis apparebit ex prioribus primæ Homilie
sectionibus locisque aliquot selectis. Dabimus autem ipsum continuum textum quemadmodum et in
orientali et in Italico legitur codice, lectiones Homiliarum ex editionibus Cotelerii et Dresselii unaque
Epitomes quæ plernmque dicitur textum, ubi ad comparandum aptus est, sub textu notantes.
Titulus hibri in orientali codice hunc in modum scriptus est: Βίος καὶ πολιτεία καὶ μαρτύριον τοῦ
ἁγίου καὶ ἐνδόξου ἱερομάρτυρος Κλήμεντος, ἀρχιεπισκόπου Ρώμης, μαθητοῦ τοῦ ἁγίου αποστόλου Πέτρου.
Ad hæc propius reliquis libris scriptis accedit scriptura quatuor Epitomes codicum, in quibus est, teste
Cotelerio: Βίος τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος (μάρτυρος) Κλήμ. ἐπισκ. Ρώμ. μαθ. τ. ἀγ. ἀποστ. Πέτρ. Satis
differunt reliqui tres apud Cotelerium Epitomes codices, quorum unus addita hæc habet: Κλήμεντος τῶν
Πέτρου ἐπιδημιών κηρυγμάτων ἐπιτομή, quæ quidem sola, quod mireris, titulo loco, præmissis duabus
epistolis, Homiliarum codices et Parisinus ct Vaticanus habent.
Κλήμης Ιακώβῳ τῷ κυρίῳ καὶ ἐπισκόπῳ καὶ Λεἰ μὴ τάχα σιγὴ καὶ λήθη ἢ καὶ τάχα ἔσται τι
ἐπισκόπων ἐπισκόπῳ, διέποντι δὲ τὴν ἐκ Ἱερουσαλὴμ ἁγίαν τῶν Χριστιανῶν ἐκκλησίαν καὶ τὰς
πανταχῆ Θεοῦ προνοίᾳ ιδρυθείσας καλῶς Χριστοῦ τοῦ
Θεοῦ ἡμῶν ἐκκλησίας σύν τε πρεσβυτέροις καὶ δια
κάνοις καὶ τοῖς λοιποῖς (orient, λυποῖς) ἅπασιν ἀδελφοῖς· εἰρήνη εἴη πάντοτε.
Γνώριμον ἔστω σοι, κύριέ μου, ὅτι ἐγὼ Κλήμης
Ῥωμαίων πολίτης ὢν, καὶ τὴν πρώτην ηλικίαν σω
φρόνως ζῆσαι δυνηθείς τῆς ἐννοίας μου ἐκ παι
δὸς ἀπασχολούσης τὴν ἐν ἐμοὶ ἐπιθυμίαν εἰς τε άθυμίας καὶ πόνους· συνήν γάρ μοι λογισμός, οὐκ οἶδα
πόθεν τὴν ἀρχὴν λαβών, περὶ θανάτου πυκνάς ποιούμενος ὑπομνήσεις, ὅτι ἄρα θανὼν οὐκ εἰμὶ, καὶ
οὐδὲ μνήμην τις ποιήσει μου ποτέ τοῦ ἀπείρου
χρόνου πάντων τὰ πάντα εἰς λήθην φέροντος· ἔσομαι δὲ
οὐκ ὤν, οὐκ ὄντας εἰδὼς, οὐ γινώσκων, οὐγινωσκόμενος.
οὐ γεγονώς, οὐ γινόμενος καὶ ἄρα πότε
γέγονεν ὁ κόσμος, καὶ πρὸ τοῦ γενέσθαι τί ἄρα
ἦν. Εἰ γὰρ ἦν ἀεὶ, καὶ ἔσται· εἰ δὲ γέγονεν, καὶ
μετὰ (orient. addit τὴν λύσιν τί ἄρα ἔσται πάλιν,
Καὶ ἐπισκόπῳ ita etiam Epitome, codd.
vero Got. et Dr. - in inscriptione epistolae Clementis ad Jacobum - omittunt.
Ita etiam unus cod. Epitomes; textus vero
Epit. apud Cot. τῷ τὴν Ἱερ. ἀγ. των Χρ. ἐκκλ.
διέποντι. Codd. Col. et Dr. omittunt έν
(3)Των Χριστιανών ita cum Epitome, cod.
vero Cot. Εβραίων (absque articulo); cod. Dr.
plane omittit, quod idem ex Epitomes codice Cotelerius adnotavil.
Χριστού usque ἐκκλησίας· hæc cum Epitome; in Cot. et Dr. codicibus desunt.
Hec prorsus conveniunt primis verbis Epi- G
tomes; in Homiliis vero initium fit ab Ἐγὼ Κλή
μης, omissis prioribus.
δυνη
Cotel. δεδύνημαι; Dress. notat: «Scripserim cum Ottobon, δεδυνημένος, sed obstat και copula præcedens.» Epit. consentit in hac forma -
θείς, sed singula verba contra Homiliarum cod.
sic collocata habet: δυν. ζῆσαι σωφρόνως. Celerum
ab his inde verbis Epitome discedit ab Homiliarum
textu, pergens λογισμόν τε δεξάμενος οὐκ οἶδα πόθεν
ἐπεισελθόντα μοι καὶ περὶ θανάτου πυκνάς ποιούμεν
νον ὑπομνήσεις, πόνοις τὸ λοιπὸν καὶ ἀθυμίαις συν
έζων, etc.
Ita uterque codex noster; Got. et Dr. αποσχη
λούσης.
Sic libri mei; Cot. et Dr. äpx.
Hunc libri accentum habent; non μου ποτε,
Ital. om. οὐ γεγον. οὐ γινόμ.
Ita rursus cum libris scripsi; Col. et D. Ερά
TOTE.
ἢ νῦν (lial. τί οὖν) νοῆσαι οὐ δυνατόν. ΙΙ. Ταῦτά τε
καὶ τὰ τούτοις ὅμοια οὐκ οἶδα πόθεν ἀπαύστως ἐνα
θυμούμενος ὀδυνηρὰν ἔχον λύπην τοσοῦτον
ὡς ὠχριακότα (Ital. ὠχριοκ.) με τήκεσθαι· καὶ τὸ
δεινότατον, εἴ ποτε ἀπώσασθαι τὴν φροντίδα ὡς άνω
φελῆ ἐβουλευσάμην ἀκμαιότερόν μοι μᾶλλον τὸ
πάθος ἐγίνετο. Καὶ ἠχθόμην ἐπὶ τούτῳ, οὐκ εἰδὼς
σύνοικον καλὴν ἔχων ἔννοιαν ἀθανασίας αγατῆς αἰτίαν μοι γενομένην ὡς ὕστερον τῇ
πείρᾳ ἐπέγνων καὶ Θεῷ τῷ πάντων δεσπότῃ εὐχαρί
στησαν ὑπὸ γὰρ τῆς κατ' ἀρχὰς Ολιβούσης με ἐννοίας
εἰς τὴν τῶν πραγμάτων ζήτησιν καὶ εὕρεσιν ἠναγκά
σθην ἐλθεῖν, καὶ τότε ἐταλάνιζον οὓς τὴν ἀρχὴν δι'
ἄγνοιαν μακαρίζειν ἐκινδύνευον ΙΙΙ. Ἐκ παιδὸς
οὖν ἡλικίας ὢν ἐν τοῖς τοιούτοις λογισμοῖς, χάριν
τοῦ μαθεῖν τι βέβαιον εἰς τὰς τῶν φιλοσόφων ἐφοίτων
διατριβάς· καὶ οὐθὲν ἕτερον ἑώρων ἢ δογμάτων
ἀνασκευὰς καὶ κατασκευὰς καὶ ἔρεις καὶ φιλονεικίας
καὶ συλλογισμῶν τέχνας καὶ λημμάτων ἐπινοίας
Καὶ ποτὲ μὲν ἐπεκράτει, φέρε λέγειν, ὅτι ἀθάναSic uterque noster cum Cotelerio; item Epit.
τί ἄρα καὶ ἦν. Contra Drees. τί ἔτος ἦν.
"Η καί sic rectissime uterque noster. Cot.
om. *; cod. Ottob. καὶ ἤ.
Ita omnes Homiliarum eodices, contra Epitome, per catera salis consonans, διενθυμούμενος,
Ita rursus omnes Homil. codd., contra Epit.
άπαυστον εἶχον ἀεὶ τὴν λύπην, καὶ τοσοῦτον.
Consentiunt Homil. codices; contra Epit. τὴν
περὶ τούτων φροντίδα ὡς ματαίαν ἐλογισάμην.
᾿Ακμαιότερον — ἔννοιαν in his prorsus
conveniunt Homil. et Epit.
᾿Αγαθῆς· ita mei cum Cotelerio; Oltob.
ἀγαθήν. Epit. omittit.
Γινομένην ita orientalis; Italicus cum
Cot. γενομένην; Dress, γενησομένην.
Cum his, in quibus consentiunt Homil. codices, conferre juvat textum Epitomes qui sic habet: ὡς ὕστερον ἔγνων ἀπὸ τοῦ τέλους καὶ θεῷ τῷ
πάντων ευχαρίστησα ποιητῇ· ὑπὸ γὰρ τῆς κατ' αρχάς
με πιεζούσης ἐννοίας ἠναγκάσθην εἰς τὴν τῶν πραγμάτων ἐλθεῖν ζήτησιν· καὶ οὓς τὴν ἀρχὴν δι' άγνοιαν
μακαρίζειν ἐκινδύνευον, ὕστερον ταλανίζειν οὐκ ἔπαυ
σάμην.
Τοῖς· ita uterque meus; Cot. et Dr. omitlunt, ilem Epitome.
Καὶ οὐθὲν ἐπινοίας· rursus in his plena
codicum Homil. consensio; Epit. vero sic: ἀλλὰ καὶ
οὕτως οὐδὲν ἕτερον παρ' αὐτοῖς τὸ σπουδαζόμενον ἑών
ρων ἢ δογμ. ανασκ. κ. κατασκ. ἔριδάς τε κ. συλλ.
τέχν, καὶ δὴ καὶ λημα, ἐπιν.
Ποτέ μέν... ποτὲ δέ· ita rectissime uter-
col. 1283–1284page 4 of 14
PG 2:1283τος ἦν) ἡ ψυχὴ, ποτὲ δὲ ὅτι θνητή. Καὶ ἡ βῶς, καὶ παραδοθήσομαι κατ' ἐνίων φιλοσόφων ὁπότε γοῦν οὖν) ἐπεκράτει λόγος ὅτι ἀθά νατος ή ψυχή (25(, ἔχαιρον· ὁπότε δὲ ὅτι θνητή, ἐλυπούμην· πλεῖον δὲ ἠθύμουν ὅτι οὐδ' ὁποτέρων τερον) τις τὸν ἐμὸν βεβαιώσαι νοῦν ἠδύνατο Πλὴν ἐν ἐνόουν ὅτι οἱ δόξαι τῶν ὑποθέσεων παρὰ τοὺς ἐκδικοῦντας ψευδεῖς ἢ ἀληθεῖς ὑπολαμβάνονται, καὶ οὐχ ὡς ἔχουσιν ἀληθείας φαίνονται Επιστήσας οὖν ἤδη ποτὲ ὅτι οὐ παρὰ τὰς ἐκδικουμένας ὑποθέσεις ἡ κατάληψις γίνεται, ή ἀλλὰ παρὰ τοὺς ἐκδικοῦντας αἱ δόξαι ἀποφαίνονται ἔτι μᾶλλον ἐλιγγίων ἠλιγγ.) ἐν τοῖς πράγμασιν. Διὸ ἐκ τοῦ τῆς ψυχῆς βάθους ἐστέναζον οὔτε γάρ τι βεβαιώσαι οἷός τε ἤμην, οὔτε τὴν τῶν τοιούτων φροντίδα ἀποσείσασθαι ἐδυνάμην καίπερ βουλόμενος, ὡς φθάσας εἶπον· ὅτι ἐμαυτῷ, πυκνότερον ἡσυχάζειν ἐπιτάσσοντι οὐκ οἶδ' ὅπως λανθανόντως μεθ᾿ ἡδονῆς ὁ τῶν τοιούτων μοι εἰσήρχετο λογισμός. Καὶ πάλιν ἀπορούν μενας ἔλεγον ἐμαυτῷ· Τί ματαιοπονώ, σαφοὺς ὄντος τοῦ πράγματος, ὅτι εἰ μὲν θανὼν οὐκ εἰμὶ, νῦν ὄντα με λυπεῖσθαι οὐ προσῆκεν Διὸ τηρήσω τὸ λυ πεῖσθαι εἰς τὴν τότε ὅτε οὐκ ὢν οὐ λυπηθήσομαι. Εἰ δ᾽ ἄρα ἆρα) εἰμί, τί νῦν ἐκ περισσοῦ μοι πρόσεστι τὸ λυπεῖσθαι; καὶ εὐθέως μετὰ τοῦτο ἕτερός με εἰσῄει εἰσήκει) λογισμός ἔλεγον γάρ· Μή τί γε τοῦ νῦν με λυποῦντος ἐκεῖ χεῖρον παθεῖν ἔχω, μὴ βεβιωκώς εὐσε ότε μέν ὅτε δέ, Οι ότε μέν οτὲ δέ. λόγους Πυριφλεγέθοντι καὶ Ταρτάρῳ, ὡς Σίσυφος ἢ Τιτύος ἢ Ιξίων ἢ Τάνταλος, καὶ ἔσομαι ἐν ᾅδου τὸν αἰῶνα κολαζόμενος; πάλιν τε ἀνθυπέφερον λέγων· Ἢ ἀδήλου ὄντος τοῦ πράγματος ἀκινδυνώτερον ἐστιν μᾶλλον εὐσεβῶς βιῶσαί με. Καὶ πάλιν Πῶς δυνήσομαι τοῦ δικαίου χάριν εἰς ἄδη λον ἐλπίδα ἀφορῶν τῶν τοῦ σώματος κρατείν ἡδονῶν; ἀλλ' οὐδ᾽ ὅτι ποτέ ἐστι δίκαιον καὶ ἀρέσκον Θεῷ πεπληροφόρημαι, οὔτε εἰ ἡ ψυχὴ ἀθάνατος ἢ θνητή γινώσκω· οὔτε τις λόγος βέβαιος εὑρίσκεται, οὔτε τῶν τοιούτων λογισμῶν ἡσυχάζειν δύναμαι. Τί οὖν χρὴ ποιεῖν ἢ τοῦτο εἰς Αἴγυπτον που ρεύσομαι, καὶ τοῖς τῶν ἀούτων ἱεροφάνταις τε καὶ προφήταις φιλιωθήσομαι, καὶ μάγον ζητήσας καὶ εὑρὼν χρήμασι πολλοῖς πείσω ὅπως ψυχῆς ἀνα πομπὴν τὴν λεγομένην νεκυομαντίαν ποιήσῃ, ἐμοῦ ὡς περὶ πράγματός τινος πυνθανομένου ἡ δὲ πεῦσις ἔσται περὶ τοῦ μαθεῖν εἰ ἀθάνατος ἡ ψυχή. Ἡ δὲ τῆς ψυχῆς ἀπόκρισις, ὅτι ἀθάνατός ἐστιν, οὐκ ἐκ τοῦ λαλῆσαι ἢ καὶ ἀκοῦσαι ἔσται μοι γνῶναι, ἀλλ' ἐκ τοῦ ὀφθῆναι μόνον, ἵνα αὐτοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδὼν αὐτ τὴν αὐτάρκη καὶ ἱκανὴν ἀπόφασιν ἔχω ἐκ τοῦ μόνον φανῆναι ὅτι ἔστιν· καὶ οὐκέτι δυνήσεται τὰ τῶν ὀφθαλμῶν ἴδια τὰ τῆς ἀκοῆς ἀνατρέψαι άδηλα ῥή ματα Όμως καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν σκέψιν ἀντέ βαλλόν τινι συνήθει φιλοσόφῳ, ὃς συνεβούλευεν μοι τοῦτο μὲ τολμῆσαι κατά πολλούς τρό εἴ ποτε οὖν, καὶ ὅτι μέν λόγος ἐπικρατῶν ἦν). ή ψυχή. ὅτι θνητή ἠθύμουν. ὅτι ουδ' ὁπότερον εἰς τὸν ἐμὸν βεβ, νοῦν ἠδυνάμην. ὧν ἐνόουν ἐνενόουν. συν Ενύουν. ὑπολαμβ. ἀποφαίνονται, καὶ οὐχ ὡς ἔχε αὐταὶ ἐφ᾽ ἑαυτῶν ἀληθείας καταλαμβάνονται, ἐπιστήσας ἀποφαίνονται ἀποφέρονται. Τε· τ' οὐδὲ τήν ουτε τήν. Ὡς ἐπιτάσσοντος. μοι. οἶδά πως. με. προσήκει. τηνικαῦτα εἰς τ. τ. ἕτερος ἐπεισῄει μοι λο γισμός. Μή τί γε' μή Τίτυος, Τιτυός. καὶ πά δεν τε λέγων Αλλ' οὐκ ἔστι ταῦτα· καὶ πάλιν ἔλεγον· Εἰ δὲ ἔστιν; ἀδήλου οὐ δήλου) οὖν ὄντος τοῦ πράγμ. ἔλεγον ᾿Ακινδ. ἀκινδυνότερον. πάλιν. βιῶσαι βιῶναί) με, καί εἰ τῶν τοῦ σώματος. οὐδέ τι. καί. ποιεϊν. νεκρομαντείαν. πείσω πολύ λοῖς ψυχῆς ἀναπομπὴν ἐργάσασθαι, ἐμοῦ δῆθεν ὡς περὶ πρ. τιν, πυνθάνεσθαι βουλομένου. ἔστι τοῦτο δὲ πάντως οὐκ ἐκ τοῦ ἀποκρίνασθαι ὅτι ἀπ᾿ ἐστιν, ἔστι μοι γν. ἀλλ᾽ ἀπὸ τοῦ ὀρθῆναι μόνον ὅτι ἐστίν· ἰδὼν γὰρ αὐτὴν αὐτοῖς ὄμμασιν ἱκανὴν ἔξω πληροφορίαν, καὶ οὐκέτι πιστότερα ὀφθαλμῶν στα ποιήσομαι. ἀντέβαλον. τολμάν
ADDENDA.
τος (orient. addit ἦν) ἡ ψυχὴ, ποτὲ δὲ ὅτι θνητή. Καὶ ἡ βῶς, καὶ παραδοθήσομαι κατ' ἐνίων φιλοσόφων
ὁπότε γοῦν (Ital. οὖν) ἐπεκράτει λόγος ὅτι ἀθάνατος ή ψυχή (25(, ἔχαιρον· ὁπότε δὲ ὅτι θνητή, ἐλυ
πούμην· πλεῖον δὲ ἠθύμουν ὅτι οὐδ' ὁποτέρων
(ita Ital., orient. -τερον) τις τὸν ἐμὸν βεβαιώσαι
νοῦν ἠδύνατο Πλὴν ἐν ἐνόουν ὅτι οἱ δόξαι
τῶν ὑποθέσεων παρὰ τοὺς ἐκδικοῦντας ψευδεῖς ἢ
ἀληθεῖς ὑπολαμβάνονται, καὶ οὐχ ὡς ἔχουσιν ἀληθείας
φαίνονται Επιστήσας οὖν ἤδη ποτὲ ὅτι οὐ παρὰ
τὰς ἐκδικουμένας ὑποθέσεις ἡ κατάληψις γίνεται,
ή
ἀλλὰ παρὰ τοὺς ἐκδικοῦντας αἱ δόξαι ἀποφαίνονται ἔτι μᾶλλον ἐλιγγίων (Ital. ἠλιγγ.) ἐν τοῖς
πράγμασιν. Διὸ ἐκ τοῦ τῆς ψυχῆς βάθους ἐστέναζον
οὔτε γάρ τι βεβαιώσαι οἷός τε ἤμην, οὔτε τὴν
τῶν τοιούτων φροντίδα ἀποσείσασθαι ἐδυνάμην
καίπερ βουλόμενος, ὡς φθάσας εἶπον· ὅτι ἐμαυτῷ,
πυκνότερον ἡσυχάζειν ἐπιτάσσοντι οὐκ οἶδ'
ὅπως λανθανόντως μεθ᾿ ἡδονῆς ὁ τῶν τοιούτων
μοι εἰσήρχετο λογισμός. 1V. Καὶ πάλιν ἀπορούν
μενας ἔλεγον ἐμαυτῷ· Τί ματαιοπονώ, σαφοὺς ὄντος
τοῦ πράγματος, ὅτι εἰ μὲν θανὼν οὐκ εἰμὶ, νῦν ὄντα
με λυπεῖσθαι οὐ προσῆκεν Διὸ τηρήσω τὸ λυ
πεῖσθαι εἰς τὴν τότε ὅτε οὐκ ὢν οὐ (orient. pratermittit) λυπηθήσομαι. Εἰ δ᾽ ἄρα (orient. ἆρα) εἰμί,
τί νῦν ἐκ περισσοῦ μοι πρόσεστι τὸ λυπεῖσθαι; καὶ
εὐθέως μετὰ τοῦτο ἕτερός με εἰσῄει (orient. εἰσήκει)
λογισμός ἔλεγον γάρ· Μή τί γε τοῦ νῦν με
λυποῦντος ἐκεῖ χεῖρον παθεῖν ἔχω, μὴ βεβιωκώς εὐσε
que meus cum Epitome; Cot. ότε μέν et ὅτε δέ, Οι
tob. ότε μέν et οτὲ δέ.
λόγους Πυριφλεγέθοντι καὶ Ταρτάρῳ, ὡς Σίσυφος ἢ
Τιτύος ἢ Ιξίων ἢ Τάνταλος, καὶ ἔσομαι ἐν ᾅδου
τὸν αἰῶνα κολαζόμενος; πάλιν τε ἀνθυπέφερον
λέγων· Ἢ ἀδήλου ὄντος τοῦ πράγματος ἀκινδυνώτερον ἐστιν μᾶλλον εὐσεβῶς βιῶσαί με. Καὶ
πάλιν Πῶς δυνήσομαι τοῦ δικαίου χάριν εἰς ἄδη
λον ἐλπίδα ἀφορῶν τῶν τοῦ σώματος κρατείν ἡδονῶν;
ἀλλ' οὐδ᾽ ὅτι ποτέ ἐστι δίκαιον καὶ ἀρέσκον
Θεῷ πεπληροφόρημαι, οὔτε εἰ ἡ ψυχὴ ἀθάνατος ἢ
θνητή γινώσκω· οὔτε τις λόγος βέβαιος εὑρίσκεται,
οὔτε τῶν τοιούτων λογισμῶν ἡσυχάζειν δύναμαι.
V. Τί οὖν χρὴ ποιεῖν ἢ τοῦτο εἰς Αἴγυπτον που
ρεύσομαι, καὶ τοῖς τῶν ἀούτων ἱεροφάνταις τε
καὶ προφήταις φιλιωθήσομαι, καὶ μάγον ζητήσας καὶ
εὑρὼν χρήμασι πολλοῖς πείσω ὅπως ψυχῆς ἀναπομπὴν τὴν λεγομένην νεκυομαντίαν ποιήσῃ,
ἐμοῦ ὡς περὶ πράγματός τινος πυνθανομένου ἡ
δὲ πεῦσις ἔσται περὶ τοῦ μαθεῖν εἰ ἀθάνατος ἡ ψυχή.
Ἡ δὲ τῆς ψυχῆς ἀπόκρισις, ὅτι ἀθάνατός ἐστιν, οὐκ ἐκ
τοῦ λαλῆσαι ἢ καὶ ἀκοῦσαι ἔσται μοι γνῶναι, ἀλλ'
ἐκ τοῦ ὀφθῆναι μόνον, ἵνα αὐτοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδὼν αὐτ
τὴν αὐτάρκη καὶ ἱκανὴν ἀπόφασιν ἔχω ἐκ τοῦ μόνον
φανῆναι ὅτι ἔστιν· καὶ οὐκέτι δυνήσεται τὰ τῶν
ὀφθαλμῶν ἴδια τὰ τῆς ἀκοῆς ἀνατρέψαι άδηλα ῥή
ματα Όμως καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν σκέψιν ἀντέβαλλόν τινι συνήθει φιλοσόφῳ, ὃς συνεβούλευεν
μοι τοῦτο μὲ τολμῆσαι κατά πολλούς τρό
Hac praestare videntur lectioni vulgatae: εἴ
ποτε οὖν, item lectioni Epitomes καὶ ὅτι μέν (pergit
λόγος ἐπικρατῶν ἦν).
Ita nostri codd. cum Epitome; Cot. et Dr.
omittunt ή ψυχή.
In cod. Cotelerii desunt ὅτι θνητή usque
ἠθύμουν. Nostri vero cum Ottobon. consentiunt,
quorum ad scripturam prope accedit Epitome.
Etiam hac, quibuseum Epit. consentit,
omnino præstant lectioni Cot. et Dr. quæ sic habet: ὅτι ουδ' ὁπότερον εἰς τὸν ἐμὸν βεβ, νοῦν ἡδυ
νάμην.
ὧν ἐνόουν ita adhibita Rufini versione
(sed hoc tantum intelligebam) scripsi pro eo quod in
meis codd. pariterque a Cot. in Epitome editum
est, ἐνενόουν. In Homil. Cot. et Dr. ediderunt συν
Ενύουν.
Hac Epitomator sic mutavit ut pro ὑπολαμβ.
scriberet ἀποφαίνονται, ac pergeret καὶ οὐχ ὡς ἔχε
αὐταὶ ἐφ᾽ ἑαυτῶν ἀληθείας καταλαμβάνονται, reliqua
vero quæ in Homiliis sequuntur: ἐπιστήσας usque
ἀποφαίνονται omitteret. Quem ad locum cf. Ruini
versio.
Ita nostri, in eumdemque modum legendum
esse censuit Cotelerius; codd. vero Paris. et Vatic.
ἀποφέρονται.
Τε· ita mei cum Parisino; Ottobon. τ'; idem
οὐδὲ τήν pro ουτε τήν.
In his et iis quæ sequuntur ab Homiliarum
textu satis differt Epitome.
Ὡς ita nostri cum
omittit.
Parisino; Olfobon.
Sic uterque noster; Cot. et Dr. ἐπιτάσσοντος.
Vide infra ad μοι.
Ita nostri et Ottob.; Cot οἶδά πως.
Mot ita nostri et Parisinus; Ottob. με.
Ita omnes Homil. codices; Epitome προσήκει.
Ita rursus omnes; Epitome vero τηνικαῦτα
εἰς τ. τ.
pro
Hanc Homiliarum lectionem mutavit Epitomator hunc in modum: ἕτερος ἐπεισῄει μοι λο
γισμός.
Μή τί γε' ita nostri cum Ottoboniano, assentiente Epitome; Cot. vero Eἰ μή
Ab hoc inde loco Italicum tantum textum
exscripsi.
Mirum in modnm accentus hujus nominis
fluctuat. Secuti sumus Italicum codicem nostrum;
Cot. vero edidit Τίτυος, Dress. Τιτυός.
Ita cum Cotelerio; Ottobon. codex καὶ πά
δεν τε
Ita fere cum Epitome, nisi quod pro
habet. Cot. vero et Dr. sic: λέγων Αλλ' οὐκ ἔστι
ταῦτα· καὶ πάλιν ἔλεγον· Εἰ δὲ ἔστιν; ἀδήλου (Lat.
οὐ δήλου) οὖν ὄντος τοῦ πράγμ. ἔλεγον ᾿Ακινδ.
Ita codex ut passim libri scripti. Got. et Dr.
ἀκινδυνότερον.
Col. et Dr. omittunt πάλιν. Epit. omittit
omnia inter βιῶσαι (Epit. βιῶναί) με, καί εἰ τῶν τοῦ
σώματος.
Cot. et Dr. οὐδέ τι.
Ita cum Parisino; Ottob. om. καί.
Ita omnino ex auctoritate codicum scribendum est ut non distinguatur post ποιεϊν. Aliter Cot.
To Ital. cum Outob. addit; Par. om.
Ita cum Ottoboniano et codice Epitomes. Parisinus vero cum plerisque codd. Epitomes νεκρο
μαντείαν.
Hee Epitomator sic reddidit:
πείσω πολύ
λοῖς ψυχῆς ἀναπομπὴν ἐργάσασθαι, ἐμοῦ δῆθεν ὡς
περὶ πρ. τιν, πυνθάνεσθαι βουλομένου.
Ita cum Parisino; Ottobon. ἔστι cum Epitomes codd.
Hæc Epitome sic habet: τοῦτο δὲ πάντως οὐκ
ἐκ τοῦ ἀποκρίνασθαι ὅτι ἀπ᾿ ἐστιν, ἔστι μοι γν. ἀλλ᾽
ἀπὸ τοῦ ὀρθῆναι μόνον ὅτι ἐστίν· ἰδὼν γὰρ αὐτὴν
αὐτοῖς ὄμμασιν ἱκανὴν ἔξω πληροφορίαν, καὶ οὐκέτι
πιστότερα ὀφθαλμῶν στα ποιήσομαι.
Ita cum Parisino; Ottobon. ἀντέβαλον.
Cot. et Dr. τολμάν
col. 1285–1286page 5 of 14
PG 2:1285πους Είτε γὰρ οὐκ εἰσακούσεται ἡ ψυχὴ τῷ τὸ τοῦ Θεοῦ βούλημα σιγάν [] στέγειν μὴ δυνα μάγῳ, σὺ τοῖς ταῦτα ποιεῖν ἀπαγορεύουσιν νόμοις ὡς ἀντιπράξας δυσσυνειδήτως βιώσεις· εἰ δὲ ἐπακούσεται, μετὰ τοῦ δυσσυνειδήτως σε βιοῦν οἶμαι τὰ τῆς εὐσεβείας του μηκέτι προχωρεῖν, οὗ εἵνεκεν καὶ ἐτόλ μησας Εχθραίνειν γὰρ τὸ θεῖον λέγουσιν ἐπὶ τοῖς τῇ λύσει θανόντων σωμάτων σκύλλουσι τὰς ψυ χάς Ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ὀκνηρότερος μὲν πρὸς τὸ τοιοῦτον ἐγχειρῆσαι ἐγενόμην, τῆς δὲ ἀπ' ἀρχῆς μου οὐκ ἐπαυσάμην βουλῆς, ἀλλ' ὡς ἐμποδισθεὶς τῆς ὁρμῆς ἠθύμουν Καὶ ἵνα μή σοι τὰ τοιαῦτα μακρῷ διηγήσωμαι λόγῳ, ἐν τοσούτοις λογισμοῖς καὶ πρέγμασιν ὄντος μου, φήμη τις ηρέμα ἐπὶ τῆς Τιβερίου Καίσαρος βασιλείας, ἐξ ἐκρινῆς τροπῆς τὴν ἀρχὴν λαμβάνουσα ηὔξανεν ἑκάστοτε καὶ ὡς ἀληθῶς ἀγαθὴ ἀγαθὴ ἀληθῶς) Θεοῦ ἄγγελος διέτρεχεν τὸν κόσμον, Ταῦτα ἐγὼ λέγων περὶ ἄλλων καὶ ἐμαυτῷ ὁμίλησα ὡμίλησα) λέγων· Τί ἄλλους μέμφομαι, ἐν τῷ αὐτῷ τῆς ἀμελείας ὑπάρχων ἐγκλήματι; ἀλλ᾽ εἰς Ἰουδαίαν ὁρμήσω, πρότερον τὸν ἐμὸν διαθεὶς βίον Καὶ δὴ οὕτως βουλευσαμένου μου πολὺς ὁ τῆς παρελκῆς ἐγένετο χρόνος, τῶν βιωτικῶν πραγμάτων δυσεκλύτων ὄντων. Πέρας γοῦν συννοήσας ὡδίποτε τὴν τοῦ βίου φύσιν, ὅτι ἐλπίδι ἐμπλοκῶν τοὺς σπεύδοντας ἐνεδρεύει, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὅν ποτε εἰσενλάπην χρόνον ἐλπίσι δου νούμενος, καὶ ὅτι οὕτως ἀσχολούμενοι οἱ ἄνθρωποι όμως φιλοα σόφῳ τινὶ τῶν συνήθων καὶ ταύτην ἐκοινούμην τὴν γνώμην· ὁ δὲ συνεβούλευε μοι μὴ λυσιτελὲς εἶναι τοῦτο τολμῆσαι δυοῖν ἕνεκα. φησίν, ἔφη γάρο οὗ ἕνε κεν τὰ τοιαῦτα ἐτόλμας. ἐπὶ τοῖς σκ. τὰς ψυχ. μετὰ τὴν ἀπὸ τοῦ σώματος ἐκείνων διάλυσιν. ὀκνηρ. μὲν ἐπὶ τὸ ἐγχείρημα ἐγενόμην, ἀλλὰ τῆς προτέρας ενα νοίας ἐκείνης παντάπασιν ἀποστῆναι οὐκ ἠδυνάμην. Διηγήσωμαι διηγήσομαι μακρόν ἀποτείνω λόγον. ηρέμα Τιβερίου Καίσαρος τὰ Ῥω μαϊκά διέποντας σκήπτρα ἔαρος ἤδη ἀρχομένου η ξανεν ὁπόσαι ἡμέραι, διήρχετο διήει. Σιγάν στέγειν ἤ σιγάν σιγή στέγειν. ἐγένετο. μάλλον δὲ καὶ πλείων ἑκάστης ἡμέρας καὶ μείζων ἐγίνετο. Ιουδαίοις ποιείν προσκατορθώσει, προκατορθώσῃ.: ἧς ἀπολ. μέλλει λέγει), ἐάν τις αὐτῷ ἀρίστην διὰ πάντων ἐπιδείξηται πολ. Δέ θειότητος. Πνέει διδάσκει. ὡς παρὰ Θεοῦ εἰληφὼς τὴν ἐξου σίαν.: πολλ. θαυμ. τέρ, τε καὶ σημ. ἐρ μένη. Ἐκάστοτε οὖν πλείων καὶ μείζων ἐγίνετο λέγουσα ὡς τίς ποτε ἐν Ἰουδαίᾳ ἐξ ἐαρινῆς τροπῆς λαβὼν τὴν ἀρχὴν Ἰουδαίοις τὴν τοῦ ἀϊδίου Θεοῦ εὐαγγελίζεται βασιλείαν, ἧς ἀπολαύειν λέγει ἐάν τις αὐτῶν προκατορθώσει τὴν πολιτείαν· τοῦ δὲ πιστεύεσθαι αὐτὸν χάριν, ὅτι θεότητος γέμων ταῦτα πνέει πολλά θαυμάσια σημεῖα τε καὶ τέ ματα διαπράττεται κελεύσει μόνη, ὡς ἔχων ἐξου σίαν (72)- κωφούς ποιεῖ ἀκούειν, τυφλοὺς ἀνα βλέπειν κυλλοὺς ποιεῖ περιπατεῖν χωλούς ἀνορθοί πᾶσαν νόσον ἀπελαύνει, πάντα δαίμονα φυγαδεύει· ἀλλὰ καὶ λεπροί ἐκ διαστήματος μόσ νον ἐνορῶντες αὐτῷ ἰώμενοι ἀπαλλάσσονται, νεκροὶ δὲ προσφερόμενοι ἐγείρονται, καὶ οὐδέν ἐστιν ὁ ἀδυ γητεῖ ποιεῖν. ἀποθνήσκομεν. τὰ πάντα μου ὡς ἔτυχεν ἀφεὶς εἰς Πόρτον ὅρμησα Εὔκαιρον τοῖς τὸν ὅλων ἀγνοοῦτι Θεόν. Ταῦτα αὐτοῦ λέγοντος, ἐκ συμφωνίας άτακτον ἠφίεσαν γέλωτα, κατασιωπᾶν καὶ ἀπορεῖν αὐτὸν πειρώμενοι ὡς βάρ βαρόν τινα δαιμονῶντα. Ἐγὼ δὲ ταυτὰ ὁρῶν, ζήλῳ οὐκ οἴὸ ὅπως ληφθείς, εὐσεβεῖ θυμῷ τοῦ λοιποῦ σι γᾶν οὐκ ἐκαρτέρουν, ἀλλὰ μετὰ παῤῥησίας ἐβόων λέξ γων· Εὐλόγως ὁ Θεὸς ὑμῖν ἀκατάληπτον τὴν αὐτ τοῦ βούλησιν ἔθετο, ἀναξίους προϊδών, ἐξ ὧν νῦν τοὺς κριτικὸν νοῦν ἔχοντας πληροφορῶν φαίνεται. γάζεται, ῥήματι μόνῳ κωφοὺς ἀκούειν ποιῶν. γάρ. Τυφλ ἀναβλ. ποιεῖ περιπ. ὀρθοῖ. λεπροί ψωροί. ψωροί. ἐν ἴσῳ τῆς ἀμελείας ὢν ἐκεί νοις ἐγκλήματι. καὶ οὐ πρότερον τὸν ἐμὸν διαθεὶς βίον, εἰς Ἰουδαίαν ἀφικνούμαι, μάρτυς τῶν τοιούτων αὐτὸς γενησόμενος. οὕτω. ἐγενήθη. ὡδήποτε ὁ δή ποτε. ὧδέ ποτε ἐκπλέκων ἐμ πλέκων), ἐκπλοκών. Πόρτον Πόντον. Πόρτον ὥρμησα. Τόν τῶν τὸν τῶν. ἐκ. Υμίν ἡμῖν. Ἐξ ὧν, (καθάπερ βάρβαρον τινα καὶ μαινόμενον. Ἐγὼ δ. τ. ο. διαθερμαίνομαι τὴν ψυχήν, καὶ ζήλῳ... ληφθείς, σιγαν οὐχ ὑπέμενον ὡς ἐξ ὧν
ADDENDA.
πους Είτε γὰρ οὐκ εἰσακούσεται ἡ ψυχὴ τῷ τὸ τοῦ Θεοῦ βούλημα σιγάν [4] στέγειν μὴ δυναμάγῳ, σὺ τοῖς ταῦτα ποιεῖν ἀπαγορεύουσιν νόμοις ὡς
ἀντιπράξας δυσσυνειδήτως βιώσεις· εἰ δὲ ἐπακούσεται, μετὰ τοῦ δυσσυνειδήτως σε βιοῦν οἶμαι τὰ τῆς
εὐσεβείας του μηκέτι προχωρεῖν, οὗ εἵνεκεν καὶ ἐτόλμησας Εχθραίνειν γὰρ τὸ θεῖον λέγουσιν ἐπὶ
τοῖς τῇ λύσει θανόντων σωμάτων σκύλλουσι τὰς ψυ
χάς Ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ὀκνηρότερος μὲν
πρὸς τὸ τοιοῦτον ἐγχειρῆσαι ἐγενόμην, τῆς δὲ ἀπ'
ἀρχῆς μου οὐκ ἐπαυσάμην βουλῆς, ἀλλ' ὡς ἐμποδι
σθεὶς τῆς ὁρμῆς ἠθύμουν VI. Καὶ ἵνα μή σοι τὰ
τοιαῦτα μακρῷ διηγήσωμαι λόγῳ, ἐν τοσούτοις
λογισμοῖς καὶ πρέγμασιν ὄντος μου, φήμη τις ηρέμα
ἐπὶ τῆς Τιβερίου Καίσαρος βασιλείας, ἐξ ἐκρινῆς
τροπῆς τὴν ἀρχὴν λαμβάνουσα ηὔξανεν ἑκάστοτε
καὶ ὡς ἀληθῶς ἀγαθὴ (orient. ἀγαθὴ ἀληθῶς) Θεοῦ
(orient. omittit) ἄγγελος διέτρεχεν τὸν κόσμον,
His addam e variis locis excerpta hæc.
I, 8. (pag. 31, apud Dress.) in cod. meo orient.
hac scripta sunt: Ταῦτα ἐγὼ λέγων περὶ ἄλλων καὶ
ἐμαυτῷ ὁμίλησα (Cot. et Dr. ὡμίλησα) λέγων· Τί
ἄλλους μέμφομαι, ἐν τῷ αὐτῷ τῆς ἀμελείας ὑπάρχων
ἐγκλήματι; ἀλλ᾽ εἰς Ἰουδαίαν ὁρμήσω, πρότερον
τὸν ἐμὸν διαθεὶς βίον Καὶ δὴ οὕτως βουλευσα
μένου μου πολὺς ὁ τῆς παρελκῆς ἐγένετο χρόνος,
τῶν βιωτικῶν πραγμάτων δυσεκλύτων ὄντων. Πέρας
γοῦν συννοήσας ὡδίποτε τὴν τοῦ βίου φύσιν, ὅτι
ἐλπίδι ἐμπλοκῶν τοὺς σπεύδοντας ἐνεδρεύει, οὐ
μὴν ἀλλὰ καὶ ὅν ποτε εἰσενλάπην χρόνον ἐλπίσι δου
νούμενος, καὶ ὅτι οὕτως ἀσχολούμενοι οἱ ἄνθρωποι
Epitomator hoc ita expressit όμως φιλο- α
σόφῳ τινὶ τῶν συνήθων καὶ ταύτην ἐκοινούμην τὴν
γνώμην· ὁ δὲ συνεβούλευε μοι μὴ λυσιτελὲς εἶναι
τοῦτο τολμῆσαι δυοῖν ἕνεκα.
Cot. et Dr. addunt φησίν, item Epit. ἔφη post
γάρο
Ita cum Cot. et Dr., sed Epitome: οὗ ἕνε
κεν τὰ τοιαῦτα ἐτόλμας.
Epit. sic: ἐπὶ τοῖς σκ. τὰς ψυχ. μετὰ τὴν
ἀπὸ τοῦ σώματος ἐκείνων διάλυσιν.
Hac Epitomator mutavit sic: — ὀκνηρ. μὲν
ἐπὶ τὸ ἐγχείρημα ἐγενόμην, ἀλλὰ τῆς προτέρας ενα
νοίας ἐκείνης παντάπασιν ἀποστῆναι οὐκ ἠδυνάμην.
Διηγήσωμαι: ita cum Italico etiam orientalis meus; Cot. et Dr. διηγήσομαι Epitome: μακρόν
ἀποτείνω λόγον.
Epitome: ηρέμα Τιβερίου Καίσαρος τὰ Ῥω
μαϊκά διέποντας σκήπτρα ἔαρος ἤδη ἀρχομένου η
ξανεν ὁπόσαι ἡμέραι,
Ita et iial. et orient.cum Ottoboniano; Parisinus διήρχετο Epitome διήει.
Σιγάν στέγειν ita (et Ital. et orient.) cum
Parisino. Videtur ἤ post σιγάν excidisse. Ottobon.
cum Epit. σιγή στέγειν.
Ita Ital. et orient. cum Outoboniano; Paris.
ἐγένετο. Hunc locum Epit. sic expressit: μάλλον
δὲ καὶ πλείων ἑκάστης ἡμέρας καὶ μείζων ἐγίνετο.
Hac Ιουδαίοις usque ποιείν ex orientali codice sunt.
Similiter Cot. προσκατορθώσει, Ottob. προκα
τορθώσῃ. Epitome: ἧς ἀπολ. μέλλει (alii λέγει), ἐάν
τις αὐτῷ ἀρίστην διὰ πάντων ἐπιδείξηται πολ.
Δέ· Ottobon. omittit.
Ita cum Epitome: Cot. et Dr. θειότητος.
Πνέει Epitome διδάσκει.
Got. et Dr. ὡς παρὰ Θεοῦ εἰληφὼς τὴν ἐξου
σίαν. Epitome sic: πολλ. θαυμ. τέρ, τε καὶ σημ. ἐρμένη. Ἐκάστοτε οὖν πλείων καὶ μείζων ἐγίνετο
λέγουσα ὡς τίς ποτε ἐν Ἰουδαίᾳ ἐξ ἐαρινῆς τροπῆς
λαβὼν τὴν ἀρχὴν Ἰουδαίοις τὴν τοῦ ἀϊδίου Θεοῦ
εὐαγγελίζεται βασιλείαν, ἧς ἀπολαύειν λέγει ἐάν τις
αὐτῶν προκατορθώσει τὴν πολιτείαν· τοῦ δὲ
πιστεύεσθαι αὐτὸν χάριν, ὅτι θεότητος γέμων
ταῦτα πνέει πολλά θαυμάσια σημεῖα τε καὶ τέ
ματα διαπράττεται κελεύσει μόνη, ὡς ἔχων ἐξου -
σίαν (72)- κωφούς ποιεῖ ἀκούειν, τυφλοὺς ἀναβλέπειν κυλλοὺς ποιεῖ περιπατεῖν χωλούς
ἀνορθοί πᾶσαν νόσον ἀπελαύνει, πάντα δαίμονα
φυγαδεύει· ἀλλὰ καὶ λεπροί ἐκ διαστήματος μόσ
νον ἐνορῶντες αὐτῷ ἰώμενοι ἀπαλλάσσονται, νεκροὶ
δὲ προσφερόμενοι ἐγείρονται, καὶ οὐδέν ἐστιν ὁ ἀδυ
γητεῖ ποιεῖν.
ἀποθνήσκομεν. τὰ πάντα μου ὡς ἔτυχεν ἀφεὶς εἰς
Πόρτον ὅρμησα
Homil. I, 40. fin. cf. ed. Dress. p. 34.) Εὔκαιρον
τοῖς τὸν ὅλων ἀγνοοῦτι Θεόν. Ταῦτα αὐτοῦ λέγον
τος, ἐκ συμφωνίας άτακτον ἠφίεσαν γέλωτα,
κατασιωπᾶν καὶ ἀπορεῖν αὐτὸν πειρώμενοι ὡς βάρ
βαρόν τινα δαιμονῶντα. Ἐγὼ δὲ ταυτὰ ὁρῶν, ζήλῳ
οὐκ οἴὸ ὅπως ληφθείς, εὐσεβεῖ θυμῷ τοῦ λοιποῦ σιγᾶν οὐκ ἐκαρτέρουν, ἀλλὰ μετὰ παῤῥησίας ἐβόων λέξ
γων· Εὐλόγως ὁ Θεὸς ὑμῖν ἀκατάληπτον τὴν αὐτ
τοῦ βούλησιν ἔθετο, ἀναξίους προϊδών, ἐξ ὧν νῦν
τοὺς κριτικὸν νοῦν ἔχοντας πληροφορῶν φαίνεται.
γάζεται, ῥήματι μόνῳ κωφοὺς ἀκούειν ποιῶν.
Cot. et Dr. addunt γάρ.
Τυφλ ἀναβλ. in textu omissa supplentur in
margine.
Ita cum Parisino; Ottob. om. ποιεῖ περιπ.
Ottobon. ὀρθοῖ.
Got. et Dr. λεπροί ψωροί. Etiam Epitome om.
ψωροί.
Epitome sic: ἐν ἴσῳ τῆς ἀμελείας ὢν ἐκεί
νοις ἐγκλήματι.
Pro his Epitome: καὶ οὐ πρότερον τὸν ἐμὸν
διαθεὶς βίον, εἰς Ἰουδαίαν ἀφικνούμαι, μάρτυς τῶν
τοιούτων αὐτὸς γενησόμενος.
Ita cum Parisino; Ottob. οὕτω.
Cot. et Dr. ἐγενήθη.
In ipso codice est ὡδήποτε Codd. Parisinus
et Ottob. ὁ δή ποτε. Jam Davisius conjecit ὧδέ
ποτε legendum esse.
Parisinus ἐκπλέκων (Cotelerius conjecit ἐμπλέκων), Ottobon. ἐκπλοκών.
Πόρτον cum Ottobonians, Coteler. Πόντον.
Etiam Epitome Пlóvtov habet, sed ad eum locum
jam Clericus Πόρτον conjecerat.
Got. et Dr. ὥρμησα.
Τόν ita codex noster pro τῶν in codd. Par.
et Ottob. Inter variantes lectiones ad geminum
Epitomes locum est τὸν τῶν.
ἐκ.
Ex, ita cum Epitome; Cot. vero et Dr. S
Υμίν ita cum Parisino et Epitome; Ottob.
ἡμῖν.
Ἐξ ὧν, ita cum Epitome, quæ in iis quæ
paulo ante leguntur magnopere ab Homiliis discedit (καθάπερ βάρβαρον τινα καὶ μαινόμενον. Ἐγὼ δ.
τ. ο. διαθερμαίνομαι τὴν ψυχήν, καὶ ζήλῳ... ληφθείς,
σιγαν οὐχ ὑπέμενον etc.), Paris., vero ὡς ἐξ ὧν item
ut videtur Ottob.
col. 1287–1288page 6 of 14
PG 2:1287Ἐπεὶ γὰρ νῦν τῆς αὐτοῦ βουλήσεως κήρυκες ἐξαπεοὐδὲ ἔσται· καὶ ἵνα μὴ τὸ κατ᾽ εἶδος λέγω, ταῦτά στάλησαν, οὐ γραμματικὴν ἐπαγγελλόμενοι τέχνην, ἀλλὰ ἁπλοῖς καὶ ἀπανούργοις λόγοις τὴν αὐτοῦ βούλησιν ἐκφαίνοντες, ὡς πάντα νοεῖν τὰ λογόμενα, καὶ οὐ μετὰ ἕξεώς τινος φθονεράς, παρέ χοιν πᾶσιν ἑαυτὴν μὴ βουλομένης· πάρεστε ὑμεῖς πρὸς τὸ μή νοεῖν τὸ ὑμῖν συμφέρον ἐπὶ τῇ ὑμετέρᾳ Βλάβῃ γελᾶν τὴν εἰς τὴν, "Αδικοι καὶ θεοστυγεῖς καὶ τὸν σώζοντα λογισμὸν εἰς ἀπι στείαν ἀπασχολοῦντες Πως συγγνώμης το χεῖν δυνήσεσθε, τὸν τὴν θειότητα τοῦ Θεοῦ ἐπαγγελλόμενον ὑμῖν εἰπεῖν ὑβρίζοντες, καὶ ταῦτα ἄνθρωπον [ον] ἐχρῆν, εἰ καὶ μηδὲν ἀληθὲς λέ γοντα [διὰ τὴν ἀγαθὴν αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς ἀποδέξασθαι προαίρεσιν Τάχα δὲ καὶ συνοικήσω ὑμῖν τὸν πάντα μου τῆς ζωῆς χρόνου αὐτὸς ταῦτα ἀκούσας ἀπεκρίνατο· Σὺ εἰ μὲν ἱστο ρῆσαι τὰ ἡμέτερα καὶ μαθεῖν τὸ συμφέρον θέλεις, ἐξαυτῆς μοι με) σύμπλευσον· εἰ δὲ οὐ βού λει ἐλθὼν ἐπιστῆς ἡμῖν; ἐγὼ γὰρ αύριον πορεύσωμαι ἐπὶ τὰ ἐμαυτοῦ. Καὶ δὴ ἀδυσώπητον ἰδὼν συνῆλθον αὐτῷ μέχρι τοῦ λιμένος, Καὶ εἰ, τί ποτέ ἐστιν δίκαιον καὶ ἀρέσκον Θεῷ· καὶ εἰ γέγο νεν ὁ κόσμος καὶ διὰ τί γέγονε· καὶ εἰ οὐ λυθή σεται, καὶ εἰ λυθήσεται· καὶ εἰ κρείττων ἔσται, ἢ αλλ'. Λόγοις πάντα ὀντινανοῦν τὸν ἀκούσαντα, πάνθ᾽ ὁντιναοῦν ἀκούσαντα, πάντα ὀντιναοῦν τὸν ἀκούσαντα. βουλόμενοι. Πρὸς τό πρὸς τῷ. ἀπιστίαν, απο σχολοῦντες. θεότητα. ἀληθεύοντα. πρὸς ὑμᾶς. ὦ μεγάλης αδικίας, ὅτι μέχρι φθόνου (φόνου) κινδυνεύουσιν οἱ τοῦ Θεοῦ κήρυκες, καὶ ταῦτα ὑπὸ τῶν εἰς σωτηρίαν καλουμένων ἀνδρῶν. γρ. βίον. βίον, χρόνον ὁ δέ αὐτός. μή. βούλει βούλει τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς οἰκήσεώς μου καὶ ὧν θέλεις ἐγώ σοι σήμερον ἐρῶ, ἵνα ὅτε βούλει. Ω πορεύο σομαι. Καὶ ἀρέσκου ἢ ἀρέσκον ἄρεσκ.). γέγονε κόσμος. τε. τε καὶ τὰ τούτοις ἐπόμενα μαθεῖν ήθελον Ὁ δὲ Πέτρος πρὸς ταῦτα ἀπεκρίνατο· συντόμως σοι, ὦ Κλήμη τὴν τῶν ὄντων γνῶσιν παρέξομαι· καὶ τὰ τῶν ἐξαυτῆς ἄκουσον. Π τοῦ Θεοῦ βουλὴ ἐν ἀδήλῳ γέγονε κατὰ πολλοὺς τρόπους τοῖς ἀνθρώποις Τὰ μὲν πρῶτα διὰ τὸ κρατηθῆ και αὐτοὺς εισαγωγή κακή, συντροφία πονηρά, συνηθεία δεινῇ, ὁμιλίᾳ οὐ καλῇ, προλήψει οὐκ ὀρθῇ καὶ διὰ ταῦτα πλάνη, ἔπειτα αφοβία, απι στία, πορνεία, φιλαργυρία, κενοδοξία καὶ ἄλλα τοιαῦτακακὰ μυρία Καὶ μαθὼν τὸν Πέτρον ἐγρηγορότα καὶ τοῖς συνοῦσι περὶ θεολογίας διαλεγόμενον, οἱ ἦσαν δέκα καὶ ἓξ ὧν καὶ τὰ ὀνόματα ἐκθῆναι ἐβουλευσάμην (2)... καὶ Λάζαρος ὁ ἱερεὺς, ὃν ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν τετραήμερον ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστός Οἱ δὲ τὸν Θεόν μαρτυράμενοι μηδὲν ψεύσασθαι ἐξετίθεντο. Ὧν πρῶτος ὁ ᾿Ακύλας ἤρξατο λέγειν οὕτως. Ταῦτα του Ακύλα εἰπόντος, ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Νικήτης ἔφη ᾿Αναγκαῖόν ἐστιν, ἀδελφὲ ἡμῶν Κλήμη τὰ παραλειφθέντα τῷ ᾿Ακύλᾳ ἐμὲ ὑπομνῆσαι Εἰ δὲ ὑφ᾽ ἑτέρας δυνάμεως, ζητητέον καὶ παντὶ σθένει ἐξεταστέον ἐξετασθαῖον, καὶ π. σθ. ἐξ. 30 μαθεῖν εἶπον θέλειν. Πέτρος ὦ Κλήμης. Τοῖς ἀνθρώποις πρῶτα μέν τὰ μ. πο. διὰ τὸ κρ. αὐτ. εισαγωγή κακή πρόληψις οὐκ ὀρθή; εἰσαγωγῇ κακή συντροφίας που νηρᾶς, συνηθεία δεινῇ, όμ. οὐ καλή, προλήψει οὐκ ὀρθῇ. Και Ἔπειτα μυρ. κακά. πλάνη ἀφοβία πλάνῃ ἀφοσίᾳ,: καὶ ἄλλοις τοιούτους, ἃ δὴ καθάπερ. θεοσεβείας, γρ καὶ θεοσεβείας. Θεοσεβείας και εκκαίδεκα τὸν ἀριθμόν. ὡς ἕκαστον ἑκάστου) ἑξῆς χρόνου μαθών. ἐκεῖναι, ὧν καὶ τὰ ἦν. εἰσι ταῦτα. Ζακχαίος, Χριστός Λάζαρος οἱ ἱερεῖς. "ν ὡς οἱ δὲ τ. θ. μ. μηδὲν παρεκκλίναι τῆς ἀληθείας, οὕτω τὰ κατ' αὐτὸν ἐξετι (εντο καὶ πρῶτος, Κλήμη. Κλήμης.
ADDENDA.
Ἐπεὶ γὰρ νῦν τῆς αὐτοῦ βουλήσεως κήρυκες ἐξαπε- οὐδὲ ἔσται· καὶ ἵνα μὴ τὸ κατ᾽ εἶδος λέγω, ταῦτά
στάλησαν, οὐ γραμματικὴν ἐπαγγελλόμενοι τέχνην,
ἀλλὰ ἁπλοῖς καὶ ἀπανούργοις λόγοις τὴν
αὐτοῦ βούλησιν ἐκφαίνοντες, ὡς πάντα νοεῖν τὰ
λογόμενα, καὶ οὐ μετὰ ἕξεώς τινος φθονεράς, παρέχοιν πᾶσιν ἑαυτὴν μὴ βουλομένης· πάρεστε
ὑμεῖς πρὸς τὸ μή νοεῖν τὸ ὑμῖν συμφέρον ἐπὶ τῇ
ὑμετέρᾳ Βλάβῃ γελᾶν τὴν εἰς τὴν, etc.
Homil. I, 12. fin. (ef. ed. Dress. pag. 36.) "Αδικοι
καὶ θεοστυγεῖς καὶ τὸν σώζοντα λογισμὸν εἰς ἀπι
στείαν ἀπασχολοῦντες Πως συγγνώμης το
χεῖν δυνήσεσθε, τὸν τὴν θειότητα τοῦ Θεοῦ
ἐπαγγελλόμενον ὑμῖν εἰπεῖν ὑβρίζοντες, καὶ ταῦτα
ἄνθρωπον [ον] ἐχρῆν, εἰ καὶ μηδὲν ἀληθὲς λέ
γοντα [διὰ τὴν ἀγαθὴν αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς
ἀποδέξασθαι προαίρεσιν
Homil. 1, 14 cf. ed. Dress. p. 37.) Τάχα δὲ καὶ
συνοικήσω ὑμῖν τὸν πάντα μου τῆς ζωῆς χρόνου
αὐτὸς ταῦτα ἀκούσας ἀπεκρίνατο· Σὺ εἰ μὲν ἱστο
ρῆσαι τὰ ἡμέτερα καὶ μαθεῖν τὸ συμφέρον θέλεις,
ἐξαυτῆς μοι (cod. με) σύμπλευσον· εἰ δὲ οὐ βού
λει ἐλθὼν ἐπιστῆς ἡμῖν; ἐγὼ γὰρ αύριον πορεύ
σωμαι ἐπὶ τὰ ἐμαυτοῦ. Καὶ δὴ ἀδυσώπητον ἰδὼν
συνῆλθον αὐτῷ μέχρι τοῦ λιμένος, ele.
Homil. I, 17. (cf. ed. Dress. pag. 40.) Καὶ εἰ, τί
ποτέ ἐστιν δίκαιον καὶ ἀρέσκον Θεῷ· καὶ εἰ γέγο
νεν ὁ κόσμος καὶ διὰ τί γέγονε· καὶ εἰ οὐ λυθή
σεται, καὶ εἰ λυθήσεται· καὶ εἰ κρείττων ἔσται, ἢ
Got. et Dr. αλλ'.
Λόγοις· ita cum Ottoboniano; apud Cotel.
omissum est.
Cot. πάντα ὀντινανοῦν τὸν ἀκούσαντα, Dr.
πάνθ᾽ ὁντιναοῦν ἀκούσαντα, item Epit. πάντα ὀντιναοῦν
τὸν ἀκούσαντα.
Ita cum Par. et Ottob. cujus in margine est
βουλόμενοι.
Πρὸς τό cum Cotelerio; Dr. cum Epit, πρὸς
τῷ.
Got. et Dr. ἀπιστίαν,
Ita ut supra; Col. vero et Dr. rursus απο
σχολοῦντες.
Ita cum Ottoboniano; Cotel. θεότητα.
"Ov in nostro cod. omissum est.
Ita cum Ottoboniano; Gotel. ἀληθεύοντα. Πlud
& quod sequitur, nec in nostro nec in reliquis
codd. legitur.
Gotel. et Dr. πρὸς ὑμᾶς.
Hæc omnia longe aliter Epitome habet: Extrema sic: ὦ μεγάλης αδικίας, ὅτι μέχρι φθόνου
(φόνου) κινδυνεύουσιν οἱ τοῦ Θεοῦ κήρυκες, καὶ ταῦτα
ὑπὸ τῶν εἰς σωτηρίαν καλουμένων ἀνδρῶν.
Sic codex noster, addita nota in margine:
γρ. βίον. Got. et Dr. βίον, sed ex Epit. χρόνον assumendum esse jam Davisius monuerat.
Cot. et Dr. ὁ δέ pro αὐτός.
Got. et Dr. μή. Item Epitome XIII.
βούλει priore ad βούλει alterum librarius
transilivisse videtur, si videmus textum Cotelerii
et Dresselii. Ibi enim sequitur: τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς
οἰκήσεώς μου καὶ ὧν θέλεις ἐγώ σοι σήμερον ἐρῶ, ἵνα
ὅτε βούλει.
Ω suprascriptum habet o. Cot. et Dr. πορεύο
σομαι.
Καὶ ἀρέσκου (hoc accentu ipse codex): Cot.
et Dr. ἢ ἀρέσκον (Dr. ἄρεσκ.).
Cot. et Dr. γέγονε κόσμος.
Ita cum Ottoboniano; Paris, om. τε.
τε καὶ τὰ τούτοις ἐπόμενα μαθεῖν ήθελον
Ὁ δὲ Πέτρος πρὸς ταῦτα ἀπεκρίνατο· Συντόμως σοι, ὦ Κλήμη τὴν τῶν ὄντων γνῶσιν πα
ρέξομαι· καὶ τὰ τῶν ἐξαυτῆς ἄκουσον. XVIII. Π
τοῦ Θεοῦ βουλὴ ἐν ἀδήλῳ γέγονε κατὰ πολλοὺς τρόπους
τοῖς ἀνθρώποις Τὰ μὲν πρῶτα διὰ τὸ κρατηθῆ
και αὐτοὺς εισαγωγή κακή, συντροφία πονηρά,
συνηθεία δεινῇ, ὁμιλίᾳ οὐ καλῇ, προλήψει οὐκ ὀρθῇ·
καὶ διὰ ταῦτα πλάνη, ἔπειτα αφοβία, απι
στία, πορνεία, φιλαργυρία, κενοδοξία καὶ ἄλλα τοιαῦτα
κακά μυρία
Homil. II. 1, (ef. ed. Dress. pag. 45.) Καὶ μαθὼν
τὸν Πέτρον ἐγρηγορότα καὶ τοῖς συνοῦσι περὶ θεολο
γίας διαλεγόμενον, οἱ ἦσαν δέκα καὶ ἓξ ὧν
καὶ τὰ ὀνόματα ἐκθῆναι ἐβουλευσάμην (2)... καὶ
Λάζαρος ὁ ἱερεὺς, ὃν ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν τετραήμε
ρον ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστός
Homil. II, 21 sq. (cf. ed. Dress. p. 57.) Οἱ δὲ τὸν
Θεόν μαρτυράμενοι μηδὲν ψεύσασθαι ἐξετίθεντο. Ὧν
πρῶτος ὁ ᾿Ακύλας ἤρξατο λέγειν οὕτως.
Homil. 11, 27. (cf. ed. Dress. pag. 62.) Ταῦτα του
Ακύλα εἰπόντος, ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Νικήτης ἔφη
᾿Αναγκαῖόν ἐστιν, ἀδελφὲ ἡμῶν Κλήμη τὰ παραλειφθέντα τῷ ᾿Ακύλᾳ ἐμὲ ὑπομνῆσαι
Homil. 111, 40. (cf. ed. Dress. p. 100.) Εἰ δὲ ὑφ᾽
ἑτέρας δυνάμεως, ζητητέον καὶ παντὶ σθένει ἐξετα -
στέον (ipse cod. ἐξετασθαῖον, sed καὶ π. σθ. ἐξ. 30Ita cum Epit.; Cot. et Dr. μαθεῖν εἶπον θέλειν.
Nomen Πέτρος apud Cot. et Dr. deest. Cf. variantes lectiones ad Epit. 16 notatas.
Ita eum Epitome; Got. et Dr. ὦ Κλήμης.
Τοῖς ἀνθρώποις· ita cum Εpitome; Cot. et
Dr. omittunt.
Ila rursus cum Epitome, nisi quod πρῶτα
μέν pro τὰ μ. πο. habet. Cot. vero et Dr. omittunt
διὰ τὸ κρ. αὐτ. Atque ille quidem pergit εισαγωγή
κακή usque πρόληψις οὐκ ὀρθή; in cod. vero ot
toboniano pergitur εἰσαγωγῇ κακή συντροφίας που
νηρᾶς, συνηθεία δεινῇ, όμ. οὐ καλή, προλήψει οὐκ
ὀρθῇ.
Και cum Epitome; Got. et Dr. omittunt.
Ἔπειτα cum Epitome; Cot. et Dr. omittunt.
Cot. et Dr. μυρ. κακά. Epitome vero, postquam pro nominativis πλάνη ἀφοβία etc., dalivos
habuit πλάνῃ ἀφοσίᾳ, etc., pergit: καὶ ἄλλοις τοιού
τους, ἃ δὴ καθάπερ.
Ita cum Ottoboniano; Paris. θεοσεβείας,
quod in nostri codicis margine in hunc modum
ascribitur: γρ καὶ θεοσεβείας. Etiam Epit. 20.
Θεοσεβείας tuetur.
Got. et Dr. omittunt και Epit. εκκαίδεκα τὸν
ἀριθμόν.
Cot. et Dr. addunt ὡς ἕκαστον (Ottob. ἑκάστου)
ἑξῆς χρόνου μαθών. Tum iidem ἐκεῖναι,
Pro his Epitome: ὧν καὶ τὰ ἦν. εἰσι ταῦτα.
Ζακχαίος, etc.
Hae admodum conveniunt cum Epitome 20,
nisi quod o ante Χριστός omittit, Cot. vero et Dr.
ad Λάζαρος nihil addunt preter οἱ ἱερεῖς.
"ν Col. et Dr. ὡς Caterum ab his Epitome satis differt, habet enim οἱ δὲ τ. θ. μ. μηδὲν
παρεκκλίναι τῆς ἀληθείας, οὕτω τὰ κατ' αὐτὸν ἐξετι
(εντο καὶ πρῶτος, etc.
Codex Κλήμη. Cot. et Dr. Κλήμης.
Cf. ad hæc Epit, 28.
col. 1289–1290page 7 of 14
PG 2:1289σοις) ἐπιμείνας καὶ θεραπεύσας πολλοὺς καὶ ταῖς βίβλοις αὐτοὺς ἔνασκήσας, κατ᾽ ἔχνος τοῦ Σίμωνος εἰς τὴν Τρίπολιν ἐπορεύετο. μή τις αὐτὸν μόνον ἀγαμησεν δι' ὀλίγων ἡμερῶν αὐτοῖς ἀσ θὸν ὄντα ἐπὶ πᾶσι τοῖς κακοῖς ὑπέλαβεν Καὶ ὁ Σίμων· Ηρόδηλος εἴ φεύγων ἀπὸ τὸ γρ.... καὶ ὁ Πέτρος· Αὐτός μοι φαίνει τοῦτο ποιῶν· ὁ γὰρ τά ξιν ζητήσεως φεύγων ἐξέτασιν ἀληθῆ γενέσθαι οὐ βούλεται. "Οθεν ἐγώ… Καὶ ὁ Πέτρος Πῶς καὶ τὸν νοῦν τυφλὸς εἶναι ἐδύνατο ὁ πρὸ τοῦ γεύσασθαι τοῦ φυτοῦ συμφώνως τῷ κτίσαντι αὐτ τὸν, "Ωσπερ γὰρ ὁ λυσσῶν κύων τούτους ἀναιρεῖ ὧνπερ ἂν ψαύσῃ, τῆς ἀφανεστάτης λύσσης μεταδιδούς, οὕτως καὶ τῆς μοιχείας τὸ κρύφιον κακόν Ἐκεῖνο δὲ πάντες ἴσμεν, ὡς ἐπίπαν ἐπὶ τούτῳ τοὺς ἄνδρας ἀνεπισχέτως δυσχεραίνοντας, πολέμους τε ἐπὶ τούτων ἐγηγερμένους, καὶ οἴκων γενομένας ῃ ἀνατροπὰς, καὶ πόλεων ἀλώσεις, καὶ ἄλλα μυρία Τῇ δὲ ἐπαύ ριον προεληλυθότι τῷ Πέτρῳ ἀπήντων πλησιόχωροι τε οὐκ ὀλίγοι καὶ αὐτῆς Τύρου πάμπολλοι καὶ ἐπεφώνουν λέγοντες· Ὁ Θεὸς, διὰ σοῦ ἡμᾶς ἐλεξ τω διὰ σοῦ θεραπευέτω. Ὁ δὲ Πέτρος ἔστη ἐπὶ λίθου τινὸς ὑψηλοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι πᾶσιν ὁρᾶσθαι, καὶ προσαγορεύσας θεοσεβεῖ νόμῳ οὕτως ἤρξατο 12. Κατορθώσας καὶ βαπτίσας ἀπὸ τῶν ἐπομένων αὐτῷ πρεσβυτέρων ἕνα ἐπίσκοπον αὐτ τοῖς καταστήσας, εἰς τὴν Βύβλον ἐξῄει. Καὶ γεν νόμενος ἐκεῖ, καὶ μαθὼν ὅτι Σίμων εἰς Τρίπολιν ὥρα ὑπέβαλεν. φαίνη. Τοῦ δὲ Μαροώνου εἰς τὴν ὕπαιθρον κεκηπευμένον τό που προάγοντος εἵποντο οἱ ὄχλοι. Ὁ δὲ Πέ τρος ἐπί τινος βάσεως ἀνδριάντος οὐ πάνυ ὑψηλῆς ἐπιστὰς, ἅμα τῷ τὸ τὸν ὄχλον θεοσεβεῖ ἔθει προσαγορεῦσαι, τῷ δεδωκότι εὐχαριστήσετε εἰς ἀεὶ τῶν ἀποβ ῥήτων ἀπολαύοντες ἀγαθῶν, ἀπολουσάμενοι ἐπὶ τῇ τρισμακαρίᾳ ἐπονομασίᾳ καὶ οὐ μόν νον τὰ ἐνδομυχοῦνταὑμῖν πνεύματα ἀπελάσαι δυνή σεσθε, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλων δαιμόνια χαλεπά σὺν τοῖς δεινοῖς πάθεσιν ἀπελάσετε. Ελπίδος τυχεῖν δυνήσῃ ποτέ. Ταύτῃ γὰρ μᾶλλον πλείονα ὑφέξεις τὴν κόλασιν, ὅτι καλὰ ἔργα οὐκ ἐποίησας καλῶς. Καλὴ γὰρ ἡ εὐποιία ὁπότ᾽ ἂν ὡς ὁ Θεὸς ἐκέλευσεν γίνηται· σὺ δὲ εἰ οὐ θέλεις ὡς ἐκείνῳ ἔδο ξεν βαπτισθῆναι, τῷ σῷ θελήματι ὑπηρετῶν ἐχθραίνεις τῇ ἐκείνου βουλῇ Αμὴν λέγω ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀναγεννηθῆτε δι᾽ ὕδατος καὶ πνεύ ματος εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ νοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν Προάγοντος αυτόν, μετεώρου στάς. &λá. ἠδύνατο. Οὕτως οὕτω. κακόν καν ἀγνονται, τῆς διαδοχῆς τὴν ἐκκοπὴν ἐξεργάζεται. ΧΧΙΙ. ᾿Αλλὰ τοῦτο μὲν νῦν ἡμῖν παραλελείφθω. Πάντες ἅπαντες. ἐπὶ τούτῳ. Τῇ τετάρτη δὲ ἡμέρᾳ τῆς ἐν Τύρῳ ἡμῶν ἐπιδημίας, ὑπὸ τὴν τὸν ὄρθρον. καὶ αὐτῆς δὲ τῆς Τύρου πολλοί. ἐλεείτω, στὰς οὖν ὁ Πέ ρος... πᾶσι καταφανὴς εἶναι, καὶ προσαγ., συνεθίσας, συνεσθίσας. 53. καταρτίσας. Βίβλον. ὅτι Σιμ. οὐδὲ μιᾶς ἡμέρας αὐτοῖς προσέμεινεν· ἀλλ᾽ εὐθέως εἰς Τρίπ. ὥρμ. Δι' αὐτὸς βραχὺ παραμείνας αὐτοῖς, καὶ θερ. τῶν ἐν Βίβλῳ πολλοὺς καὶ τὴν εὐσέβειαν αὐτοὺς ἐκε διδάξας. ροώνου Μαρούνου. εἰς τὸν τόπον) ὕπαιθρον κεκης πευμένον; εἰς κεκηπευμένον τόπον καὶ ὕπαίθρον. εὐχαριστήσατε, μετα τοῦ τῆς εἰρήνης βασιλέως. βασιλευοῦντες, βασιλεύοντες. ἐν δὲ τῷ παρόντι, ἀεννάῳ ποταμῷ ἢ πηγῇ ἐπεί γε κἂν θαλάσσῃ. Ηο τῇ μακαρία τῆς Τριάδος ἐπικλήσει πρότερον, εἴ τις κηλίς, εἴ τις σπίλος ταῖς ὑμετέραις ἐπιπολάζει ψυ χαῖς. Κα!. οὕτω γάρ. ἀλλ' αὐτοὶ μηκέτι ἁμαρτάνοντες καὶ Θεῷ ἀνενδοιάστως πιστεύοντες τὰ ἄλλων κακὰ πνεύματα καὶ δαιμ· χαλεπά,: ἀλλὰ καὶ τὰ ἑτέροις ἐνοχλοῦντα δαιμόνια. ἐλπ. ἀγαθῆς τυχεῖν... πλείονα μᾶλλον ὑφ. τ. κ.λ. ὅτι καλοῖς ἔργοις οὐκ ἐχρήσω καλῶς. οὐδὲ γὰρ καλὸν τὸ καλόν, ὅ φασιν, ὅταν μὴ καλῶς, γίνηται καλοῖς ἔργοις σὺ δὲ ὡς τῷ Θεῷ δοκοῦν βαπτ. τῷ σῷ μᾶλλον ὑπηρετῶν θελήματι, ἐχθρ. πάντως τῇ ἐκ. β. ὑμῖν λέγω. Δι' δ'. κ. πνεύματος ὕδατι ζῶντι. εἰς ὄνομα Πατρός, Υἱοῦ, ἁγίου Πνεύματος,
ADDENDA.
σοις) ἐπιμείνας καὶ θεραπεύσας πολλοὺς καὶ ταῖς
βίβλοις αὐτοὺς ἔνασκήσας, κατ᾽ ἔχνος τοῦ Σίμωνος
εἰς τὴν Τρίπολιν ἐπορεύετο.
cunda manu addita sunt), μή τις αὐτὸν μόνον ἀγα- μησεν δι' ὀλίγων ἡμερῶν αὐτοῖς (ipse codex ἀσ
θὸν ὄντα ἐπὶ πᾶσι τοῖς κακοῖς ὑπέλαβεν XLI. Καὶ
ὁ Σίμων· Ηρόδηλος εἴ φεύγων ἀπὸ τὸ γρ.... καὶ ὁ
Πέτρος· Αὐτός μοι φαίνει τοῦτο ποιῶν· ὁ γὰρ τά
ξιν ζητήσεως φεύγων ἐξέτασιν ἀληθῆ γενέσθαι οὐ
βούλεται. "Οθεν ἐγώ… (XLII.) Καὶ ὁ Πέτρος Πῶς
καὶ τὸν νοῦν τυφλὸς εἶναι ἐδύνατο ὁ πρὸ τοῦ
γεύσασθαι τοῦ φυτοῦ συμφώνως τῷ κτίσαντι αὐτ
τὸν, etc.
Hom. IV, 21. (cf. ed. Dress. p. 131.) "Ωσπερ γὰρ
ὁ λυσσῶν κύων τούτους ἀναιρεῖ ὧνπερ ἂν ψαύσῃ, τῆς
ἀφανεστάτης λύσσης μεταδιδούς, οὕτως καὶ τῆς
μοιχείας τὸ κρύφιον κακόν XXII. Ἐκεῖνο δὲ
πάντες ἴσμεν, ὡς ἐπίπαν ἐπὶ τούτῳ τοὺς ἄνδρας
ἀνεπισχέτως δυσχεραίνοντας, πολέμους τε ἐπὶ
τούτων ἐγηγερμένους, καὶ οἴκων γενομένας ῃ
ἀνατροπὰς, καὶ πόλεων ἀλώσεις, καὶ ἄλλα μυρία
Hom. VII, 1. (cf. ed. Dress. pag. 174.) Τῇ δὲ ἐπαύ
ριον προεληλυθότι τῷ Πέτρῳ ἀπήντων πλησιόχωροί τε οὐκ ὀλίγοι καὶ αὐτῆς Τύρου πάμπολλοι
καὶ ἐπεφώνουν λέγοντες· Ὁ Θεὸς, διὰ σοῦ ἡμᾶς ἐλεξ
τω διὰ σοῦ θεραπευέτω. Ὁ δὲ Πέτρος ἔστη ἐπὶ
λίθου τινὸς ὑψηλοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι πᾶσιν ὁρᾶσθαι,
καὶ προσαγορεύσας θεοσεβεῖ νόμῳ οὕτως ἤρξατο
Hom. VII, 12. Κατορθώσας καὶ βαπτίσας ἀπὸ
τῶν ἐπομένων αὐτῷ πρεσβυτέρων ἕνα ἐπίσκοπον αὐτ
τοῖς καταστήσας, εἰς τὴν Βύβλον ἐξῄει. Καὶ γεν
νόμενος ἐκεῖ, καὶ μαθὼν ὅτι Σίμων εἰς Τρίπολιν ὥρα
Ita cum Epit. 38 fin. Cot. et Dr. ediderunt
ὑπέβαλεν.
Ita codex; Got. et Dr. φαίνη.
Hom. VIII, 8. (cf. ed. Dress. pag. 186.) Τοῦ
δὲ Μαροώνου εἰς τὴν ὕπαιθρον κεκηπευμένον τό
που προάγοντος εἵποντο οἱ ὄχλοι. Ὁ δὲ Πέ
τρος ἐπί τινος βάσεως ἀνδριάντος οὐ πάνυ ὑψηλῆς
ἐπιστὰς, ἅμα τῷ (cod. τὸ τὸν ὄχλον θεοσεβεῖ ἔθει
προσαγορεῦσαι, etc.
Hom. IX, 19. (cf. ed. Dress. pag. 209 sq.) Kai
τῷ δεδωκότι εὐχαριστήσετε εἰς ἀεὶ τῶν ἀποβ
ῥήτων ἀπολαύοντες ἀγαθῶν, ἀπολουσάμενοι
ἐπὶ τῇ τρισμακαρίᾳ ἐπονομασίᾳ καὶ οὐ μόν
νον τὰ ἐνδομυχοῦνταὑμῖν πνεύματα ἀπελάσαι δυνή
σεσθε, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλων δαιμόνια χαλεπά σὺν
τοῖς δεινοῖς πάθεσιν ἀπελάσετε.
Hom. XI, 25. (cf. ed. Dress. pag. 246.) Ελπίδος
τυχεῖν δυνήσῃ ποτέ. Ταύτῃ γὰρ μᾶλλον πλείονα ὑφέξεις τὴν κόλασιν, ὅτι καλὰ ἔργα οὐκ ἐποίησας
καλῶς. Καλὴ γὰρ ἡ εὐποιία ὁπότ᾽ ἂν ὡς ὁ Θεὸς
ἐκέλευσεν γίνηται· σὺ δὲ εἰ οὐ θέλεις ὡς ἐκείνῳ ἔδοξεν βαπτισθῆναι, τῷ σῷ θελήματι ὑπηρετῶν ἐχθραί
νεις τῇ ἐκείνου βουλῇ
Hom. XI, 26. (apud Dress. pag. 247.) Αμὴν λέγω
ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀναγεννηθῆτε δι᾽ ὕδατος καὶ πνεύ
ματος εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ νοῦ καὶ
τοῦ ἁγίου Πνεύματος οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν
Προάγοντος: ita cum Ottoboniano; Paris.
addit. αυτόν, quod Epit. præmittit.
Omnino sic; Epitome μετεώρου et στάς.
Ita omnes Homiliarum codices: Epitome Kal cum Epitome; Cot. et Dr. &λá.
vero ἠδύνατο.
Οὕτως cum Parisino; Ottob. οὕτω.
Apud Cot. et Dr. post κακόν additur: καν
ἀγνονται, τῆς διαδοχῆς τὴν ἐκκοπὴν ἐξεργάζεται.
ΧΧΙΙ. ᾿Αλλὰ τοῦτο μὲν νῦν ἡμῖν παραλελείφθω.
Πάντες cum Ottoboniano, Paris. ἅπαντες.
Tε cum Ottoboniano, Paris. omittit.
Ita cum Parisino; Ottobon ἐπὶ τούτῳ.
Hæc omnia cum antecedentibus et sequentibus pluribus in Epit. prætermissa sunt Cf. epit. 51.
Ita cum Epit. 53; Got. et Dr. sic: Τῇ (Cot.
om.) τετάρτη δὲ ἡμέρᾳ τῆς ἐν Τύρῳ ἡμῶν ἐπιδη
μίας, ὑπὸ τὴν (Ottob. τὸν ὄρθρον.
Pro his Epitome: καὶ αὐτῆς δὲ τῆς Τύρου
πολλοί.
Cot. et Dr. ἐλεείτω, item Epitome.
Ab his sic discedit Epitome: στὰς οὖν ὁ Πέ
ρος... πᾶσι καταφανὴς εἶναι, καὶ προσαγ., etc.
Paris. συνεθίσας, Ottob. συνεσθίσας. Epit. 53.
καταρτίσας.
Sic cum Epitome; Cot. et Dr Βίβλον.
Ita rursus cum Epitome. Cot. et Dr. ὅτι Σιμ.
οὐδὲ μιᾶς ἡμέρας αὐτοῖς προσέμεινεν· ἀλλ᾽ εὐθέως εἰς
Τρίπ. ὥρμ.
Δι'· Paris, et Oltob. omittunt. Epitome sic:
αὐτὸς βραχὺ παραμείνας αὐτοῖς, et pergit καὶ θερ.
τῶν ἐν Βίβλῳ πολλοὺς καὶ τὴν εὐσέβειαν αὐτοὺς ἐκε
διδάξας.
At cum Paris. et Epit. 62; Ottoh. omittit. Mxροώνου eodem modo in Epitome editum est; apud
Cor. et Dr. Maρούνου.
Ita codex noster. Paris. et Ottob. εἰς τὸν
(ex Epit. corrigi voluerunt τόπον) ὕπαιθρον κεκης
πευμένον; Epit. vero εἰς κεκηπευμένον τόπον καὶ
ὕπαίθρον.
PATROL. GR. II.
Ita cum Epitome; Cot. et Dr. εὐχαριστή
σατε, additis μετα τοῦ τῆς εἰρήνης βασιλέως.
Ita cum Epitome; Parisin. βασιλευοῦντες,
Ottobon. et conjectura Cot. βασιλεύοντες.
Got. et Dr. præmittunt: ἐν δὲ τῷ παρόντι,
ἀεννάῳ ποταμῷ ἢ πηγῇ ἐπεί γε κἂν θαλάσσῃ. Ηοrum nihil cum nostro codice Epitome.
Ita noster cum reliquis. Sed Epitome sic: τῇ
μακαρία τῆς Τριάδος ἐπικλήσει πρότερον, εἴ τις
κηλίς, εἴ τις σπίλος ταῖς ὑμετέραις ἐπιπολάζει ψυ
χαῖς.
Κα!. Got. et Dr. omittunt; Epit. οὕτω γάρ.
Got. et Dr. ἀλλ' αὐτοὶ μηκέτι ἁμαρτάνοντες
καὶ Θεῷ ἀνενδοιάστως πιστεύοντες τὰ ἄλλων κακὰ
πνεύματα καὶ δαιμ· χαλεπά, Epitome: ἀλλὰ καὶ τὰ
ἑτέροις ἐνοχλοῦντα δαιμόνια.
Cot. et Dr. omittunt. Habet vero cum nostro codice Epitome, in qua totus locus sic legitur:
ἐλπ. ἀγαθῆς τυχεῖν... πλείονα μᾶλλον ὑφ. τ. κ.λ. ὅτι
καλοῖς ἔργοις οὐκ ἐχρήσω καλῶς. οὐδὲ γὰρ καλὸν τὸ
καλόν, ὅ φασιν, ὅταν μὴ καλῶς, γίνηται (sed in var.
lect. afferuntur pro καλοῖς ἔργοις nostris propiora.)
Cf. Epit. 18.
Cot. et Dr. omittunt, item var. lect. Epitomes.
Epit. σὺ δὲ ὡς τῷ Θεῷ δοκοῦν βαπτ. τῷ
σῷ μᾶλλον ὑπηρετῶν θελήματι, ἐχθρ. πάντως τῇ
ἐκ. β.
Ita cum Epitome; Cot. et Dr. ὑμῖν λέγω.
Δι' δ'. κ. πνεύματος· ita cum Epitome
Cot. et Dr. ὕδατι ζῶντι.
Cot. et Dr. sic: εἰς ὄνομα Πατρός, Υἱοῦ, ἁγίου
Πνεύματος, quæ verba omnia Epitome omittit, cl.
18 sub Ginem.
col. 1291–1292page 8 of 14
PG 2:1291βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Διὸ πρόσελθε τῷ ὕδατα ἀκούσας σύντρομος ἐγενόμην καὶ ἐπίδακρυς· οἷον καθαρίζετε τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος τὸ ἔξωθεν, ἔσωθεν δὲ γέμει ῥύπου Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος τὸ ἔσωθεν, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἔξωθεν αὐτοῦ καθαρόν Ἐγὼ δὲ λόγον εἶπεν ἀνὴρ, οὗ πάντες οἱ τῆς νῦν γενεᾶς ἄν θρωποι τῷ τῆς γνώσεως καὶ εὐσεβείας λόγῳ λόγοι) ἥττονες τυγχάνουσιν. Ὁ δὲ ἰδών με σύνδακρυν, τῶν δακρύων ἐπύθετο τὴν αἰτίαν. Κἀγὼ ἔφην Τί τοιοῦτον ἥμαρτον ἵνα τοιοῦτον εἴπῃς λό γον; δ Μετὰ δὲ Κλαύδιον ἐβασίλευσε Νέρων (1706 δ), καὶ ὡσαύτως προστάξας εἰπεῖν ἀνθρωπίνῃ φωτῇ τῷ υἱὸς αὐτοῦ, ἔτη ιδ'. (1706: ὃς πονηρό- Πέτρῳ εἰσελθεῖν. Καὶ τοῦτο ποιήσας πάλιν ὁ κύων, τατος καὶ λάγνος ὢν τὴν μητέρα καὶ τὴν μνηστὴν εἰσῆλθε Πέτρος πρὸς Σίμωνα· καὶ συμβαλὼν μετ᾿ αὐτοῦ Σίμων εἰς θαυματουργίας, ἐνίκησε Πέτρος ιά ἀνελὼν εὐνοῦχον ἔγημεν· οὗτος ἀνεῖλε τοὺς ἀποστό σεις ποιῶν, καὶ πολλοὶ πιστεύσαντες ἐβαπτίσθησαν. λους Πέτρον καὶ Παῦλον, Ἐφ' οὗ Σίμων ὁ Μάγος ἐλθὼν ἐν Ῥώμῃ καὶ πολλὰ σημεῖα διὰ γοητείας καὶ Καὶ ἦν ἐν τῇ Ῥώμη ταραχή πολλή ((4706 μεγάλη) φαντασίας τινὰς ἐπιτελῶν (1706 ἐκτελῶν) καὶ ἑαυτὸν καὶ σύγχυσις ἕνεκεν Πέτρου καὶ Σίμωνος, ὅτι κατέν Θεὸν ὀνομάζων. Καὶ τοῦ μεγάλου Πέτρου τὴν Ῥώ αντι ἀλλήλων ἐποίουν (1706 τα) θαύματα. "Απερ μην τότε καταλαβόντος καὶ πρὸς τὸν μάγον ἀπελθόνμαθὼν Αγρίππας ὁ ἔπαρχος ἀνήγαγε τῷ βασιλεῖ τος, εὗρε κύνα παμμεγέθη δεδεμένον ἀλύσεσιν ἐν τῷ Νέρωνι λέγων· Δύο τινές εἰσιν ἄνδρες ἐν τῇ πόλει θαύματα ποιοῦντες ἀπέναντι ἀλλήλων· ὁ μὲν λέγει πυλῶνι· ὃν ὁ Σίμων δεσμήσας ἐκώλυσεν (1706 ἐκώ ἑαυτὸν εἶναι τὸν Χριστόν· ὁ δὲ ἄλλον εἶναι τὸν καὶ λυεν) πάντας οἷς οὐκ ἤθελε πρὸς αὐτὸν εἰσιέναι. Καὶ τοῦτο ἦν πρῶτον θαῦμα τῷ (1706 Πέτρῳ τῷ (1706 ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν, οὗ (1706 καὶ μαθητὴν ἑαυτὸν εἶναι διισχυρίζεται. Οὓς κελεύσας ὁ μέλλοντι πρὸς Σίμωνα εἰσέρχεσθαι. Ὁ δὲ Πέτρος ἰδὼν τὸν κύνα οὕτω μέγαν καὶ ἀπηγριωμένον, καὶ μαθὼν Νέρων ἀχθῆναι κατενώπιον αὐτοῦ, λέγει πρὸς Σίμωνα· Σὺ εἶ ἂν λέγουσι Χριστόν; Ὁ δὲ φησίν· Ἐγώ εἰμι. ὅτι πολλοὺς ἀνεῖλεν ἐπιχειρήσαντας εἰσελθεῖν πρὸ τῆς ἐπιτροπῆς Σίμωνος, κρατήσας ἔλυσεν αὐτὸν· λέγων, ὁμοίως δὲ καὶ τὸν Πέτρον ἐπερωτήσας εἰ ἀληθῶς Εἴσελθε πρὸς Σίμωνα καὶ εἰπὲ αὐτῷ ἀνθρωπίνη φωοὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· Οὐκ ἔστιν οὗτος, ἔφη Πέτρος, μὴ γένοιτο· ἐγὼ γὰρ ἐκείνου μαθητής εἰμι τοῦ σταυ νῇ· Πέτρος, ὁ δοῦλος Χριστοῦ, εἰσελθεῖν σε θέλει. Και ρωθέντος καὶ ἀναστάντος καὶ εἰς οὐρανὸν ἀναληφθέν τοῦ κυνὸς εὐθὺς δρομαίου εἰσελθόντος καὶ οὕτω λα λήσαντος, κατεπλάγησαν οἱ μετὰ Σίμωνος, λέγοντες. τος. Ο δὲ Νέρων ὡς τερατολόγους ἀμφοτέρους εὐθὺς Τίς ἐστι Πέτρος, καὶ τίς ἡ τοσαύτη δύναμις αὐτοῦ; οι ἀτίμως ἐκ προσώπου αὐτοῦ θᾶττον ἐξήλασεν. Οἱ δὲ Πρὸς οὓς φησὶν ὁ Σίμων· Τοῦτο ὑμᾶς μὴ ξενιζέτω· “διάγοντες ἐν Ῥώμῃ ἐποίουν ἔτι θαύματα κατέναντι ὅπερ κἀγὼ ποιήσω. Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κύνα, διὸ προσέλθετε τῷ ὕδατι. διὸ πρόσελθε τῷ βαπτίσματι. πους. τὸ ἔξω τὸ ἔξωθεν ἵνα γένηται καὶ τὰ ἔξω αὐτῶν αὐ τοῦ καθαρά. ἀλλήλων. Καὶ ὁ μὲν Σίμων προστάξας καὶ ἀχθέντος Ἥττονες ήττον ἥττους. μοι. σύνδακρυν, ἐπυνθάνετο τὴν αἰτίαν. Κἀγὼ πρὸς αὐτόν· Καὶ τί τοι οὗτον, ἥμαρτον, φημί, ἵνα καὶ τοιοῦτον ἀκοῦσαί με λόγον.
ADDENDA.
βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Διὸ πρόσελθε τῷ ὕδατα ἀκούσας σύντρομος ἐγενόμην καὶ ἐπίδακρυς· οἷον
Hom. XI. 29. (cf. apud Dress. pag. 249.) "OT!
καθαρίζετε τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος τὸ ἔξωθεν,
ἔσωθεν δὲ γέμει ῥύπου Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον
πρῶτον τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος τὸ ἔσωθεν,
ἵνα γένηται καὶ τὸ ἔξωθεν αὐτοῦ καθαρόν
Hom. XII, 7. (cf. ed. Dress. pag. 259). Ἐγὼ δὲ
λόγον εἶπεν ἀνὴρ, οὗ πάντες οἱ τῆς νῦν γενεᾶς ἄν
θρωποι τῷ τῆς γνώσεως καὶ εὐσεβείας λόγῳ (cod.
λόγοι) ἥττονες τυγχάνουσιν. Ὁ δὲ ἰδών με σύν
δακρυν, τῶν δακρύων ἐπύθετο τὴν αἰτίαν. Κἀγὼ ἔφην
Τί τοιοῦτον ἥμαρτον ἵνα τοιοῦτον εἴπῃς λό
γον;
Fragmenta ex Chronico Georgii monachi, cognomento Hamartoli, ex Clementinis, ut videtur, hausta.
Apud Fabricium Harlessiumque Bibliothecæ Græcæ tomo XII, legitur «< Leonis Allatii diatriba De
Georgits, hinc inde contracta, cum notis Fabricii et G. G. Harless.» Ibi pag. 30. de Georgio monacho nomine Hamartoli claro hæc scripta sunt: «Chronicon et ipse scripsit ab exordio mundi ad Michaelem
Theophili filium (imperio præfuit ab a. C. 841 ad 867), quando ipse vitam agebat, ex variis et diversis
chronographis et interpretibus sacris contextum; historia quidem non admodum opulentum, sed ad firmanda fidei capita dissertationibus et sanctorum patrum auctoritatibus longiusculum. Pleraque sunt in eo
quæ in Cedreno, Theophane, Glyca aliisque iisdem pene verbis ac sententiis, paucissimis tamen exceptis
descripta ex hoc autem illos veluti e fonte suo, cum posteriores sint, hausisse nemo ambiget. Historiam
ad aliorum scriptorum loca obscura et ardua explananda apprime necessariam nos e Græca lingua multis
abhinc annis vertimus in Latinam. Quæ utinam aliquando bono reipublicæ litterariæ lucem videat! >>
(Nota editorum ad hæc sic habet: «Nec dum, quod dolendum, lucem vidit, neque Allatio neque alio
editore, licet manu exarata in variis bibliothecis, ut Cæsarea, apud Lambec. VIII, p. 462.»)
Hæc quo jure dicta et adnotata sint, apparebit ex aliquot ejus chronici exemplis, desumptis ex codice
Coisl. 305. seculi fere decimi ipse chronici auctor vexit nono sæculo), collato passim cod. Reg. sive Imper. 4706 aliquot seculis recentiore. Primo loco quæ dabimus, co gratiora theologia fore spes est cum
maximam partem ex Clementinis bausta esse appareat. Conferenda autem sunt cum iis quæ Cedrenus
utpote a Georgio Hamartolo mutuata habet editionis Parisina pag. (205.) 206 seqq. (edit. Bonn.
pag. 360 seqq.
δ
Μετὰ δὲ Κλαύδιον ἐβασίλευσε Νέρων (1706 add. δ), καὶ ὡσαύτως προστάξας εἰπεῖν ἀνθρωπίνῃ φωτῇ τῷ
υἱὸς αὐτοῦ, ἔτη ιδ'. (1706 addita habet: ὃς πονηρό- Πέτρῳ εἰσελθεῖν. Καὶ τοῦτο ποιήσας πάλιν ὁ κύων,
τατος καὶ λάγνος ὢν τὴν μητέρα καὶ τὴν μνηστὴν εἰσῆλθε Πέτρος πρὸς Σίμωνα· καὶ συμβαλὼν μετ᾿
αὐτοῦ Σίμων εἰς θαυματουργίας, ἐνίκησε Πέτρος ιάἀνελὼν εὐνοῦχον ἔγημεν· οὗτος ἀνεῖλε τοὺς ἀποστό
σεις ποιῶν, καὶ πολλοὶ πιστεύσαντες ἐβαπτίσθησαν.
λους Πέτρον καὶ Παῦλον, etc.) Ἐφ' οὗ Σίμων ὁ Μάγος
ἐλθὼν ἐν Ῥώμῃ καὶ πολλὰ σημεῖα διὰ γοητείας καὶ Καὶ ἦν ἐν τῇ Ῥώμη ταραχή πολλή ((4706 μεγάλη)
φαντασίας τινὰς ἐπιτελῶν (1706 ἐκτελῶν) καὶ ἑαυτὸν καὶ σύγχυσις ἕνεκεν Πέτρου καὶ Σίμωνος, ὅτι κατένΘεὸν ὀνομάζων. Καὶ τοῦ μεγάλου Πέτρου τὴν Ῥώ αντι ἀλλήλων ἐποίουν (1706 add. τα) θαύματα. "Απερ
μην τότε καταλαβόντος καὶ πρὸς τὸν μάγον ἀπελθόν- μαθὼν Αγρίππας ὁ ἔπαρχος ἀνήγαγε τῷ βασιλεῖ
τος, εὗρε κύνα παμμεγέθη δεδεμένον ἀλύσεσιν ἐν τῷ Νέρωνι λέγων· Δύο τινές εἰσιν ἄνδρες ἐν τῇ πόλει
θαύματα ποιοῦντες ἀπέναντι ἀλλήλων· ὁ μὲν λέγει
πυλῶνι· ὃν ὁ Σίμων δεσμήσας ἐκώλυσεν (1706 ἐκώἑαυτὸν εἶναι τὸν Χριστόν· ὁ δὲ ἄλλον εἶναι τὸν καὶ
λυεν) πάντας οἷς οὐκ ἤθελε πρὸς αὐτὸν εἰσιέναι. Καὶ
τοῦτο ἦν πρῶτον θαῦμα τῷ (1706 add. Πέτρῳ τῷ (1706 om.) ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν, οὗ (1706 om.) καὶ
μαθητὴν ἑαυτὸν εἶναι διισχυρίζεται. Οὓς κελεύσας ὁ
μέλλοντι πρὸς Σίμωνα εἰσέρχεσθαι. Ὁ δὲ Πέτρος ἰδὼν
τὸν κύνα οὕτω μέγαν καὶ ἀπηγριωμένον, καὶ μαθὼν Νέρων ἀχθῆναι κατενώπιον αὐτοῦ, λέγει πρὸς Σίμωνα· Σὺ εἶ ἂν λέγουσι Χριστόν; Ὁ δὲ φησίν· Ἐγώ εἰμι.
ὅτι πολλοὺς ἀνεῖλεν ἐπιχειρήσαντας εἰσελθεῖν πρὸ τῆς
ἐπιτροπῆς Σίμωνος, κρατήσας ἔλυσεν αὐτὸν· λέγων, ὁμοίως δὲ καὶ τὸν Πέτρον ἐπερωτήσας εἰ ἀληθῶς
Εἴσελθε πρὸς Σίμωνα καὶ εἰπὲ αὐτῷ ἀνθρωπίνη φω- οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· Οὐκ ἔστιν οὗτος, ἔφη Πέτρος,
μὴ γένοιτο· ἐγὼ γὰρ ἐκείνου μαθητής εἰμι τοῦ σταυ
νῇ· Πέτρος, ὁ δοῦλος Χριστοῦ, εἰσελθεῖν σε θέλει. Και
ρωθέντος καὶ ἀναστάντος καὶ εἰς οὐρανὸν ἀναληφθέντοῦ κυνὸς εὐθὺς δρομαίου εἰσελθόντος καὶ οὕτω λα
λήσαντος, κατεπλάγησαν οἱ μετὰ Σίμωνος, λέγοντες. τος. Ο δὲ Νέρων ὡς τερατολόγους ἀμφοτέρους εὐθὺς
Τίς ἐστι Πέτρος, καὶ τίς ἡ τοσαύτη δύναμις αὐτοῦ; οι ἀτίμως ἐκ προσώπου αὐτοῦ θᾶττον ἐξήλασεν. Οἱ δὲ
Πρὸς οὓς φησὶν ὁ Σίμων· Τοῦτο ὑμᾶς μὴ ξενιζέτω· “διάγοντες ἐν Ῥώμῃ ἐποίουν ἔτι θαύματα κατέναντι
ὅπερ κἀγὼ ποιήσω. Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κύνα,
Cot. et Dr. διὸ προσέλθετε absque τῷ ὕδατι.
Εpit. διὸ πρόσελθε τῷ βαπτίσματι.
Ita cum Ottobon. et Epit. 68; Parisinus púπους.
Ita fere etiam Epit. 68, nisi quod τὸ ἔξω pro
τὸ ἔξωθεν habet. Got. vero et pr. extrema sic ediderunt ἵνα γένηται καὶ τὰ ἔξω αὐτῶν (Oitobon. αὐτοῦ καθαρά.
ἀλλήλων. Καὶ ὁ μὲν Σίμων προστάξας καὶ ἀχθέντος
Ἥττονες· ita cum cod. Epitomes; Paris.
ήττον; Ottobon. et Epit. ed. ἥττους.
Got. et Dr. addunt μοι.
Epitome extrema ita habet: σύνδακρυν,
ἐπυνθάνετο τὴν αἰτίαν. Κἀγὼ πρὸς αὐτόν· Καὶ τί τοι
οὗτον, ἥμαρτον, φημί, ἵνα καὶ τοιοῦτον ἀκοῦσαί με
λόγον.
col. 1293–1294page 9 of 14
PG 2:1293μεγάλου ταύρου εἶπεν λόγον εἰς τὸ ὠτίον αὐτοῦ (1708 μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν προστάξαντος τοῦ Σίμωνος ἀχθῆναι αὐτῷ ταῦρον παμμεγέθη, ἐλάλησεν εἰς τὸ οἷς αὐτοῦ), καὶ παραχρῆμα (1706 παρευθύς τέθνηκεν ὁ ταῦρος. Ὁ δὲ Πέτρὸς εὐξάμενος καὶ ἀναστήσας αὐτὸν, πάντες μᾶλλον ἐθαύμαζον, λέγοντες. Τὸ ζωογονῆσαι ὑπὲρ τοῦ θανατῶσαι μεῖζόν ἐστι (1706 τὸ θαῦμα. Καὶ μέντοι καὶ ἄλλα σημεῖα πολλὰ ἐποίησαν, καὶ λόγους δογματικοὺς ἐλάλησαν ἀπέναντι ἀλ λήλων, οὐ μόνον ἐν Ῥώμῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν Συρίᾳ πρότερον, ἅτινα Κλήμης ὁ Ῥωμαῖος καὶ πάνσοφός τε καὶ μαθητὴς Πέτρου (1705 καὶ πάντ, μαθ. Πέτρου) καὶ συνέκδημος ἐπεξεργαστικώτερον (1706 ἐπεργαστικ.) διηγησάμενος (1706 διηγούμενος) οὕτως ἔφη. Τοῦ γὰρ Πέτρου ποτὲ διδάσκοντος ἐπὶ λαοῦ περὶ τοῦ μόνου Θεοῦ, ὁ Σίμων (1706 Τοῦ μακαρίου ἡ Πέ. τοῦ ἀποστόλου διδάσκοντος τὸν λαὸν σέβεσθαι καὶ προσκυνεῖν τὸν ἐπὶ πάντων μόνον ἀληθινὸν Θεόν, δ Σίμ.) ἔξω τοῦ ὄχλου βοῇ μεγάλη χρησάμενος πρὸς τὸν Πέτρον εἶπεν· (1706 ἔξω τ. ὄχλ. ἑστὼς ἐβόησε· Τί (Τί ψευδόμενος ἀπατᾶν θέλεις τὸν παρεστῶτά σοι ἰδιώτην ὄχλον, πείθων αὐτὸν θεοὺς μήτε νομίζειν μήτε εἶναι, καίπερ τῶν παρ' Ἑβραιοις βίβλων λεγουσῶν πολλοὺς θεοὺς εἶναι; Πλὴν οὖν περὶ οὗ ἔφης Θεοῦ, δείξας ἐγὼ μὴ αὐτὸν εἶναι τὸν ἀνώτατον καὶ παντοδύναμον Θεόν, καθὸ ἀπρόγνωστός ἐστι καὶ ἀτελὴς καὶ ἐνδεὴς καὶ οὐκ ἀγαθὸς, καὶ πολλοῖς ὑποκείμενος πάθεσι κατὰ τὴν ὑμετέραν γραφήν, ἕτερος πάντως περιλείπεται προ γνωστικός, τέλειος, ἀνενδεής, ἀγαθὸς, καὶ παντὸς πάθους ἀπηλλαγμένος. Ὃν δὲ σὺ φής δημιουργὸν καὶ ὑπέρθεον, τοῖς ἐναντίοις ἀντικείμενος ὑπάρχει. Αὐτίκα γοῦν ὁ καθ᾽ ὁμοίωσιν (68)... θανάτῳ και ταδικάζεται... ἐπεὶ μὴ πανταχοῦ βλέπει ἐπὶ τῇ τῶν Σοδόμων καταστροφή, λέγει· Καταβὰς ὄψομαι εἰ κατά... καὶ τὸ εἰπεῖν περὶ τοῦ Ἀδὰμ... μήπως ... καὶ φαγὼν ζήσεσαι εἰς τ. αἰῶνα, ἀγνοοῦντος κ. φθ. ἐστι σύμβολον. Ὥσπερ καὶ τὸ Ἐνεθυμήθη... καὶ τὸ Ὀσφράνθη... καὶ τὸ τέλος τῆς ὑπομ. μὴ προειδότος. Ὁ δὲ Πέτρος ἔφη πρὸς αὐτόν (1706 πρ. τὸν Σίμωνα)· Εἰ τυφλός... πῶς ἐντελλόμενος ὁ Θεὸς ἐδείκνυεν αὐτῷ λέγων· Ἀπὸ δὲ τοῦ [])... καὶ ὁ Πέτρος· Πῶς α εἶχον ἀνεωγότας... δῆλον ἐντεῦθεν· εἶδεν (1706 δῆλον· ἰδοῦσα)... καὶ (1706 ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοεῖσθαι (1706-νοῆσαι)... καὶ ἔδωκε (1706 καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ' αὐτῆς (1706 μετ' αυτ.). Εἰ οὖν... γνῶσιν εἶχον καλοῦ τε καὶ κακοῦ, ὄψιν δὲ (4706 καὶ ὅτι ὄψιν) ἔκαστον (1706 στα)... γνῶσιν ἀδιάφθορον παρέσχεν... τυφλοῦ δίκην (1706 δίκ. τυφλ.)... καὶ τὸ (1706 τὸν) πάνω γνώριμον... οὕτως οὖν καὶ ὁ Ἀδὰμ... διεγέρθη σαν (1706 διηγ.)· τὸ γὰρ Διηνοίχθ. αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ... ἐγγενομένην (4706 έγγινομ.)... παρευθύς γὰρ πλήττεται. Καὶ ὁ Σίμων φησίν· Εἰ πρόγνωσιν εἶχεν.. Καὶ ὁ Πέτρος (1706 εἶπεν)... φησὶ πρὸς τὸν (1706 φησὶ τῷ ᾿Αβρ. Γινώσκων γίνωσκε... δουλώσουσιν αὐτῷ 1706) ἔτη γ΄ (1706 τγ')... ἀποστραφήσονται ὧδε Οὔπω γὰρ ἀναπεπλήρωνται αἱ ἁμαρτίαι τῶν ᾿Αμορραίων ἕως τοῦ νῦν. Οὕτω δὴ καὶ πρὸς Μωϋσέα φησίν· Ἰδοὺ σὺ κοιμᾶσαι μετά τῶν πατέρων σου, καὶ ἀναστὰς ὁ λαὸς οὗτος ἐκπορε νεύσει ὀπίσω θεῶν ἀλλοτρίων τῆς γῆς εἰς ἣν εἰσπορεύεται ἐκεῖ, καὶ ἐγκαταλείψουσί με, καὶ διασκεδάσου σιν τὴν διαθήκην μου ἣν διεθέμην αὐτοῖς. Καὶ ὀργι σθήσομαι θυμῷ καὶ καταλείψω αὐτοὺς καὶ ἀποστρέψω τὸ πρόσωπόν μου ἀπ᾿ αὐτῶν, καὶ ἔσται κατάβρωμα, καὶ εὐρήσουσιν αὐτὸν κακὰ πολλά. Οίδα γὰρ τὴν πονηρίαν αὐτῶν, ὅσα ποιοῦσιν ὧδε σήμερον πρὸ τοῦ εἰσαγαγεῖν με αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθὴν ἣν ὤμου σα τοῖς πατράσιν αὐτῶν δοῦναι, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι. Καὶ φαγόντες καὶ ἐμπλησθέντες ἐγκαταλείψουσι με. Τί δέ; οὐχὶ καὶ Μωϋσῆς (1706 Μωσ.)... εἰς τὰ ἔθνη πάντα διασποράν... ὁ δὲ Μωϋσῆς καὶ οἱ (1706 ἄλλοι... προήδεισαν (1706 προεγίνωσκον)· πῶς... τὰ ἐσόμενα (1706 τὰ μέλλοντα) ... καὶ μέν (1706 μέντοι) γε καὶ τόν Ἐπείραζε το Αβρ. καὶ τόν Οσφράνθη (** 1706 ὠσφρ.) καὶ ὅσα τοιαῦτα, συγκαταβατικῶς (1706 σωματικῶς) διὰ... Μὴ φάγομαι... πίομαι; Ὅθεν ὁ ἐξ αὐτοῦ (1706 ἐξ αὐτ. δ) πρὸ τῶν... ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐρ. ὅτι χρ. τούτ. πάντων (1706 ἁπάντ.) πρὶν αὐτὸν αἰτήσησθε (1706 -σασθαι). Καὶ τοῖς (1706 μή) νομίζουσιν ὅτι μὴ (1706 πάντα... ἀποδώσει (1706 ὑμῖν ἐν... διηγόρευεν (1706-ρευσεν ὁ Θεὸς ἔλεος (1706-ον) θέλει (1706 θέλων) καὶ οὐ θυσίας. (4706 ίαν... οἰκτίρμονες ὡς ὁ Πατὴρ ὑμῶν 1706 ὁ οὐράνιος. Διὰ δὲ τοὺς ἀπατ. (1706 καὶ ὑπολαμβάνοντας) πολλούς... ἵνα γινώ σκωσι (1706 -σκουσι) σε πρὸς τὸν ἐπερωτήσαντα (1706 έρωτ.) Ποία ἐστὶ πρὸ πρώτη?) πάντων (1706 ἐστ. πρώτη, πάντων) ἐντολὴ, ἀπεκρίθη (1706 ἔφη) Πρώτη πάντων ἐντολή ἐστιν· Ακουε Ἰσραὴλ, Κύριος... Ὁ δὲ Σίμ. συν, ὅτι Πέτρος αὐτὸν (1706 ἑαυτὸν) συνάγει (1706 ἐν) ταις γραφαῖς εἰς... οὕτως ἦν ἐξησκημένος ἐν ταῖς μαγείαις καὶ μεθοδείαις τοῦ Σατανᾶ, ὡς (1706 ἐν ταῖς διαβολικαῖς ἐνεργείαις καὶ μαγ. κ. μεθ. ὡς) σχεδὸν ἐπὶ ταῖς... ἵπτατο καὶ ἐκ… δράκων ἐγίνετο καὶ εἰς ἕτερα ζώα μετε μορφοντο διπρόσωπος ἐγίνετο καὶ εἰς (1706 ἕτερα ζώα κ. εἰς) χρ. μετεβάλλετο· θύρας... ἤνοιγε καὶ σιδηρᾶ (1706 σιδήρων) δεσμά... εἰδεῶν (1706 ἰδεῶν) παριστῶν (1706 παρίστα)... φερόμενα (4706 φέρεσθαι) πρ. ὑπ. ἐποίει βλέπεσθαι (1706 τῶν τεθνηκότων... πολλοὺς δὲ γόητα... πει ρωμένους διαλλάξας... διαφόροις καὶ δυσιάτοις... πλεῖστα (1706 εἰργάσατο) καθυπουργ. αὐτῷ Τί δέ οὕπω... τοῦ νῦν
ADDENDA.
μεγάλου ταύρου εἶπεν λόγον εἰς τὸ ὠτίον αὐτοῦ (1708
μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν προστάξαντος τοῦ Σίμωνος
ἀχθῆναι αὐτῷ ταῦρον παμμεγέθη, ἐλάλησεν εἰς τὸ
οἷς αὐτοῦ), καὶ παραχρῆμα (1706 παρευθύς τέθνη
κεν ὁ ταῦρος. Ὁ δὲ Πέτρὸς εὐξάμενος καὶ ἀναστήσας
αὐτὸν, πάντες μᾶλλον ἐθαύμαζον, λέγοντες. Τὸ ζωογονῆσαι ὑπὲρ τοῦ θανατῶσαι μεῖζόν ἐστι (1706 add.
τὸ θαῦμα. Καὶ μέντοι καὶ ἄλλα σημεῖα πολλὰ ἐποίη
σαν, καὶ λόγους δογματικοὺς ἐλάλησαν ἀπέναντι ἀλ
λήλων, οὐ μόνον ἐν Ῥώμῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν Συρίᾳ πρότερον, ἅτινα Κλήμης ὁ Ῥωμαῖος καὶ πάνσοφός τε καὶ
μαθητὴς Πέτρου (1705 καὶ πάντ, μαθ. Πέτρου) καὶ
συνέκδημος ἐπεξεργαστικώτερον (1706 ἐπεργαστικ.)
διηγησάμενος (1706 διηγούμενος) οὕτως ἔφη.
Τοῦ γὰρ Πέτρου ποτὲ διδάσκοντος ἐπὶ λαοῦ
περὶ τοῦ μόνου Θεοῦ, ὁ Σίμων (1706 Τοῦ μακαρίου ἡ
Πέ. τοῦ ἀποστόλου διδάσκοντος τὸν λαὸν σέβεσθαι καὶ
προσκυνεῖν τὸν ἐπὶ πάντων μόνον ἀληθινὸν Θεόν, δ
Σίμ.) ἔξω τοῦ ὄχλου βοῇ μεγάλη χρησάμενος πρὸς τὸν
Πέτρον εἶπεν· (1706 ἔξω τ. ὄχλ. ἑστὼς ἐβόησε· Τί (Τί
ψευδόμενος ἀπατᾶν θέλεις τὸν παρεστῶτά σοι ἰδιώτην
ὄχλον, πείθων αὐτὸν θεοὺς μήτε νομίζειν μήτε εἶναι,
καίπερ τῶν παρ' Ἑβραιοις βίβλων λεγουσῶν πολλοὺς
θεοὺς εἶναι; Πλὴν οὖν περὶ οὗ ἔφης Θεοῦ, δείξας ἐγὼ
μὴ αὐτὸν εἶναι τὸν ἀνώτατον καὶ παντοδύναμον Θεόν,
καθὸ ἀπρόγνωστός ἐστι καὶ ἀτελὴς καὶ ἐνδεὴς καὶ
οὐκ ἀγαθὸς, καὶ πολλοῖς ὑποκείμενος πάθεσι κατὰ τὴν
ὑμετέραν γραφήν, ἕτερος πάντως περιλείπεται προγνωστικός, τέλειος, ἀνενδεής, ἀγαθὸς, καὶ παντὸς
πάθους ἀπηλλαγμένος. Ὃν δὲ σὺ φής δημιουργὸν καὶ
ὑπέρθεον, τοῖς ἐναντίοις ἀντικείμενος ὑπάρχει.
Αὐτίκα γοῦν ὁ καθ᾽ ὁμοίωσιν (68)... θανάτῳ και
ταδικάζεται... ἐπεὶ μὴ πανταχοῦ βλέπει ἐπὶ τῇ
τῶν Σοδόμων καταστροφή, λέγει· Καταβὰς ὄψομαι εἰ
κατά... καὶ τὸ εἰπεῖν περὶ τοῦ Ἀδὰμ... μήπως
... καὶ φαγὼν ζήσεσαι εἰς τ. αἰῶνα, ἀγνοοῦντος κ.
φθ. ἐστι σύμβολον. Ὥσπερ καὶ τὸ Ἐνεθυμήθη...
καὶ τὸ Ὀσφράνθη... καὶ τὸ τέλος τῆς ὑπομ. μὴ
προειδότος.
Ὁ δὲ Πέτρος ἔφη πρὸς αὐτόν (1706 πρ. τὸν Σίμωνα)· Εἰ τυφλός... πῶς ἐντελλόμενος ὁ Θεὸς ἐδείκνυεν
αὐτῷ λέγων· Ἀπὸ δὲ τοῦ [69])... καὶ ὁ Πέτρος· Πῶς
α
εἶχον ἀνεωγότας... δῆλον ἐντεῦθεν· εἶδεν
(1706 δῆλον· ἰδοῦσα)... καὶ (1706 om.) ὡραῖόν
ἐστι τοῦ κατανοεῖσθαι (1706-νοῆσαι)... καὶ ἔδωκε
(1706 add. καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ' αὐτῆς (1706
om. μετ' αυτ.). Εἰ οὖν... γνῶσιν εἶχον καλοῦ τε
καὶ κακοῦ, ὄψιν δὲ (4706 καὶ ὅτι ὄψιν) ἔκαστον (1706
-στα)... γνῶσιν ἀδιάφθορον παρέσχεν... τυφλοῦ
δίκην (1706 δίκ. τυφλ.)... καὶ τὸ (1706 τὸν) πάνω
γνώριμον... οὕτως οὖν καὶ ὁ Ἀδὰμ... διεγέρθησαν (1706 διηγ.)· τὸ γὰρ Διηνοίχθ. αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοι... ἐγγενομένην (4706 έγγινομ.)... παρευθύς
γὰρ πλήττεται.
Cf. ad hac Homil. III, 38.
Incipit h. 1. Homil. III, 39. Convenit autem
hæc textus pars tantopere cum Cedreni libro ut ea
tantum exscribere præstet quæ aliquo modo differant vel ad corrigendum Homiliarum textum valere videantur.
Καὶ ὁ Σίμων φησίν· Εἰ πρόγνωσιν εἶχεν..
Καὶ ὁ Πέτρος (1706 add. εἶπεν)... φησὶ πρὸς τὸν
(1706 φησὶ τῷ ᾿Αβρ. Γινώσκων γίνωσκε... δουλώ
σουσιν αὐτῷ (ita etiam 1706) ἔτη γ΄ (1706 τγ')...
ἀποστραφήσονται ὧδε Οὔπω γὰρ ἀναπεπλήρωνται αἱ ἁμαρτίαι τῶν ᾿Αμορραίων ἕως τοῦ νῦν. Οὕτω
δὴ καὶ πρὸς Μωϋσέα φησίν· Ἰδοὺ σὺ κοιμᾶσαι μετά
τῶν πατέρων σου, καὶ ἀναστὰς ὁ λαὸς οὗτος ἐκπορε
νεύσει ὀπίσω θεῶν ἀλλοτρίων τῆς γῆς εἰς ἣν εἰσπο
ρεύεται ἐκεῖ, καὶ ἐγκαταλείψουσί με, καὶ διασκεδάσου
σιν τὴν διαθήκην μου ἣν διεθέμην αὐτοῖς. Καὶ ὀργι
σθήσομαι θυμῷ καὶ καταλείψω αὐτοὺς καὶ ἀποστρέ
ψω τὸ πρόσωπόν μου ἀπ᾿ αὐτῶν, καὶ ἔσται κατάβρω
μα, καὶ εὐρήσουσιν αὐτὸν κακὰ πολλά. Οίδα γὰρ τὴν
πονηρίαν αὐτῶν, ὅσα ποιοῦσιν ὧδε σήμερον πρὸ τοῦ
εἰσαγαγεῖν με αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθὴν ἣν ὤμου
σα τοῖς πατράσιν αὐτῶν δοῦναι, γῆν ῥέουσαν γάλα
καὶ μέλι. Καὶ φαγόντες καὶ ἐμπλησθέντες ἐγκαταλεί
ψουσί με. Τί δέ; οὐχὶ καὶ Μωϋσῆς (1706 Μωσ.)...
εἰς τὰ ἔθνη πάντα διασποράν... ὁ δὲ Μωϋσῆς καὶ
οἱ (1706 om.) ἄλλοι... προήδεισαν (1706 προεγίνωσκον)· πῶς... τὰ ἐσόμενα (1706 τὰ μέλλοντα)
... καὶ μέν (1706 μέντοι) γε καὶ τόν Ἐπείραζε το
Αβρ. καὶ τόν Οσφράνθη (** et 1706 ὠσφρ.) καὶ ὅσα
τοιαῦτα, συγκαταβατικῶς (1706 σωματικῶς) διὰ...
Μὴ φάγομαι... πίομαι; Ὅθεν ὁ ἐξ αὐτοῦ (1706 ἐξ
αὐτ. δ) πρὸ τῶν... ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐρ. ὅτι χρ.
τούτ. πάντων (1706 ἁπάντ.) πρὶν αὐτὸν αἰτήσησθε
(1706 -σασθαι). Καὶ τοῖς (1706 add. μή) νομίζουσιν
ὅτι μὴ (1706 om.) πάντα... ἀποδώσει (1706 add.
ὑμῖν ἐν... διηγόρευεν (1706-ρευσεν ὁ Θεὸς ἔλεος
(1706-ον) θέλει (1706 θέλων) καὶ οὐ θυσίας. (4706
-ίαν ut videtur)... οἰκτίρμονες ὡς ὁ Πατὴρ ὑμῶν
(nec 1706 add. ὁ οὐράνιος. Διὰ δὲ τοὺς ἀπατ. (1706
add. καὶ ὑπολαμβάνοντας) πολλούς... ἵνα γινώσκωσι (1706 -σκουσι) σε πρὸς τὸν ἐπερωτήσαντα
(1706 έρωτ.) Ποία ἐστὶ πρὸ corrige πρώτη?) πάντων
(1706 ἐστ. πρώτη, omisso πάντων) ἐντολὴ, ἀπεκρί
θη (1706 ἔφη) Πρώτη πάντων ἐντολή ἐστιν· Ακουε
Ἰσραὴλ, Κύριος...
Ὁ δὲ Σίμ. συν, ὅτι Πέτρος αὐτὸν (1706 ἑαυτὸν)
συνάγει (1706 add. ἐν) ταις γραφαῖς εἰς... οὕτως
ἦν ἐξησκημένος ἐν ταῖς μαγείαις καὶ μεθοδείαις τοῦ
Σατανᾶ, ὡς (1706 ἐν ταῖς διαβολικαῖς ἐνεργείαις καὶ
μαγ. κ. μεθ. ὡς) σχεδὸν ἐπὶ ταῖς... ἵπτατο
καὶ ἐκ… δράκων ἐγίνετο καὶ εἰς ἕτερα ζώα μετε
μορφοντο διπρόσωπος ἐγίνετο καὶ εἰς (1706 om.
ἕτερα ζώα usque κ. εἰς) χρ. μετεβάλλετο· θύρας...
ἤνοιγε καὶ σιδηρᾶ (1706 σιδήρων) δεσμά... εἰδεῶν
(1706 ἰδεῶν) παριστῶν (1706 παρίστα)... φερόμενα
(4706 φέρεσθαι) πρ. ὑπ. ἐποίει βλέπεσθαι (1706 om.)
τῶν τεθνηκότων... πολλοὺς δὲ γόητα... πειρωμένους διαλλάξας... διαφόροις καὶ δυσιάτοις...
πλεῖστα (1706 add. εἰργάσατο) καθυπουργ. αὐτῷ
(69 Cf. ad hæc Homil. III, 42.
Cf. ad hac Hom. III. 42.
Sequentia usque dum est Τί δέ; in Cedreno
non leguntur; desunt etiam in cod. Imp. 1706.
Prima: οὕπω... τοῦ νῦν cum Homil. I. I. conveniunt. Gætera cf. cum Deuter. 31, 16 - 21.
col. 1295–1296page 10 of 14
PG 2:1295παραλλαγή (1706 αὐτῶν) τῶν δαιμ. εἰργάζετο (170. κάντῶν διδασκάλων ἀγωνιζομένων ἢ θλιβομένων, ὡς ἐν τεῦθεν οὐ μόνον ἑαυτὸν εἰς ἑτέρας μορφάς μορφὰς ἀνθρώπων τε καὶ ἀλόγων, ὡς ἔφην, μετεσχημάτιζεν, ἀλλὰ καὶ οὓς ἤθελεν οὕτως ἐποίει. Καὶ γοῦν... περιθεὶς τῷ μαθητῇ Πέτρου Φαύστῳ (1706 Φαύστ. τῷ μαθ. Π.)... πρὸς Πέτρον ἐνώπιον ἡμῶν ἔχων τὴν μορ φὴν Σίμωνος, καὶ (1706 ἐνώπιον και ἐδιώκετο) ὑπὸ πάντων ἀποσειόμενος καὶ μισούμενος (1706 ἀποσ κ. μισ.) διὰ τὸ ἀν. εἰδέαν τοῦ Σίμωνος (4706 ἰδέαν ἢν περιέκειτο ἐμβλέψας (1706 δὲ ὁ Πέ... ἰδὼν (1706 τοῦτον) λυπούμενον καὶ δάκρυσι συνεχόμενον ἔφη... παραλλαγή (1706 ὑπαλλαγή)... γέγονε διὰ κακομηχανίας καὶ σατανικῆς ἐπινοίας τοῦ γόητος (4706 διά γόητος)· ὑπὸ γὰρ Καίσαρος ζητούμενος... ἵνα (1706 τοῦ) συσχ. κ. ἀναιρ. σου (1706 λύ πην... λαοπλάνου (1706 καὶ ἐχθροῦ τῆς ἀλη θείας) Σίμωνος... ἰδίαν σου (1706 παρέξει 1706 σοι) τάχιον· ὅπερ δὴ καὶ (1706 σὺν τῷ λόγῳ γέγονεν (1706 πάντων ἡμῶν θεωρούν των). Καὶ ταῦτα μέντοι... γεγράφηκεν, ὡς ἔφην, Κλήμης ἐν Συρίᾳ (1706 έ. Συρ.) λεχθῆναι καὶ διαπραχθῆναι (4706 ἐν Συρ.). Ἐν δὲ τῇ Ῥώμῃ μετὰ τὸ ὡς εἴρηται... Σὺ ἔφης... καὶ ἰδὼν αὐτὸν Πέτρος... ἀπέθανεν. Τοῦ δὲ μικροῦ αὐτοῦ σώματος τεθέντος ἔνθα καὶ πέπτωκεν, ἐκλήθη ὁ τόπος ἔκτοτε Σιμώνιον (1706 ὁ δὲ τό πος ἔκτοτε ὁ δεξάμενος αὐτοῦ τὸ βέβηλον καὶ παμ μίαρον σῶμα ἐκλήθη Σιμώνιον). Περὶ οὗ καὶ ἐν ταῖς ἀποστολικαῖς διατάξεσιν ὁ αὐτὸς (1706 ὁ μέγας ἀπόστολος Πέτρος... ἐσκύλευσε... ἐμπειρίας καὶ ἐνεργείας... διαστρέφειν τὸν λόγον (4706 λαόν) τ. Ο θε. συμπαρ. (170, μοι)... Ζαγκαίου τοῦ ποτὲ τελώνου κ. Βαρν. (1706 καὶ Νικήτα) καὶ ᾿Ακύλα, ἀδελφῶν Κλήμεντος, τ. 'Ρωμ. (4706 ἐπισκόπου τε καὶ πολίτου)... διαλεχθεὶς αὐτῷ εἰς τὸν περὶ τοῦ Εὐαγγελίου λόγον καὶ τῶν προφ. καὶ ἡττή σας (1706 ήτησα) αὐτ. δυν. τοῦ Κυρίου (1706 ἡμῶν Ἰησ. Χρ.) καὶ εἰς ἀφ. καταβαλὼν φυγ. κατέ στησα, εἰς τὴν Ἰταλίαν... πολλοὺς ἀνατρέπων... τά τε ἔθνη ἐκστάνων (1706 ἐξιστάνων)... ἐνεργείᾳ (1706 -γείαις)· ὡς (1706 και ποτε... πάντων δὲ θαυμαζόντων... ὑπὸ δαιμόνων (1706 νίων) εἰς τοὺς (4706 οὐρανούς... ἐπιχορηγήσεις (1706 γεῖν)· τῶν δὲ δήμων ἐπευφ, αὐτὸν (1706 ἱκέτευον (1706 τευσα)... καταῤῥάξαι (1706 κατα ράξ.) τὸν λυμαιῶνα (1706 λυμεώνα) καὶ τὴν ἰσχὺν τῶν ἡ δαιμόνων περικόψαι. Καὶ (1706 ατενίσας (1706 οὖν) τῷ Σίμ. εἶπον· Εἰ... μετὰ ἤχου... καὶ (1706 τοῦ ὄχλου... ὃν (1706 5 Πέτρος) ἀπέσβη (1706 απεσβέσθη)... ἡμέραν ἐκείνην τοῦ οἱ Ρωμαῖοι. Σάββατον γὰρ ἦν ᾧ καὶ προσευχὴ καὶ νηστεία τοῖς πιστοῖς. Ἔθος γὰρ ἦν τὸ προσεύχεσθαι τὴν ἐκκλησίαν ὑπὲρ ταῖς Πράξεσι τῶν ἀποστόλων γέγραπται ότι προσευχή ἦν ἐκτενὴς γενομένη (4706 γινομ.) ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας ὑπὲρ τοῦ Πέτρου, ὡς οὖν ἐν (1706 ἐκείνῃ τῇ ἡμέ ρα του σαββάτου γενομένης τῆς Χριστοῦ νίκης καὶ τῆς πτώσεως τοῦ ἀντιχρίστου ἀντι χρήστου) Σίμωνος, ἐπιφανερῶς 1706; τροῖς) σάββασι τὸ μνημόσυνον ἐκτελοῦντες Ῥωμαῖοι νηστεύουσι καὶ συνάξεις φαιδράς ποιοῦσι, μέχρι νῦν τὴν παράδοσιν ἐκείνην φυλάττοντες. Καὶ γὰρ καὶ ἄλ λαι τινὲς ἐκκλησία, διάφορα παραφυλάττουσιν ἔθη, και θὼς οἱ τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἱστορίας γραψάμενοι? ] ἀνεγράψαντο. Παρὰ Σκύθαις μὲν γὰρ, φησίν, αἱ πόλ λεις πᾶσαι ἐπίσκοπον ἔχουσιν ἕνα καὶ μόνον. Παρὰ δὲ Κυπρίοις καὶ "Αραψιν καὶ ἐν ταῖς κώμαις εἰσὶν ἐπίσκοποι. Ὥσπερ οὖν καὶ παρὰ τοῖς ἐν Φρυγία Ναυατιανοῖς καὶ Μοντανισταῖς καὶ παρὰ μὲν τῇ Ἐκκλησία Ρώμης ἑπτὰ μόνον διάκονοι γίνονται. παρὰ δὲ πᾶσι τοῖς ἄλλοις ἀδιάφορος ὁ τούτων ἀριθμός ἐστι. Καὶ ἐν Ῥώμη πάλιν ἀπαξ μὲν (1706 τοῦ ἐνιαυτοῦ λέ γεται τὸ ἀλληλούια, ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ πάσχα ἡμέρᾳ, καὶ οὐδεὶς ἐπ' ἐκκλησίας διδάσκει ποτέ, οὐδ᾽ αὐτὸς ὁ ἐπίσκοπος. Ἐν δὲ Ἀλεξανδρείᾳ διδάσκει μὲν ὁ ἐπίσ σκοπος ἐπ' ἐκκλησίας, τῶν δὲ Εὐαγγελίων ἀναγινωσκομένων οὐκ ἀνίσταται τοῦ θρόνου. Καὶ τὴν τεσσαρακοστὴν τῶν νηστειῶν οἱ μὲν ἑβδομάδας ς' νηστεύουσιν, ὡς οἱ (1706 ἐν τῷ Ἰλλυρικῷ καὶ Λιβύη καὶ Αἰγύπτῳ καὶ πάσῃ τῇ δύσει καὶ Παλαιστίνῃ· ἐν δὲ (1706 τῇ) Κωνσταντινουπόλει καὶ πέριξ ἄχρι Φοινίκης ἑβδομάδας ζ' νηστεύουσιν· ἄλλοι δὲ τρεῖς μόνας ἡμέρας ἐν ταῖς ἐξ ἢ ἑπτὰ σποράδην νηστεύουσιν, ἕτεροι δὲ τρεῖς ἑβδομάδας ἐφεξῆς πρὸ τοῦ πάσχα συνάπτουσιν· (1706 ἄλλοι δὲ δύο, ὡς οἱ τὰ Μοντανοῦ φρονοῦντες) ἔν τισι δὲ πόλεσι τῆς Αἰγύπτου πρὸς ἑσπέραν ἠριστηκότες τῶν μυστηρίων μετα λαμβάνουσι. Καὶ ταῦτα μὲν ὁ Σωκράτης ἱστός ρησεν ὡς εἰκὸς τότε φυλαττόμενα πάντα· νῦν δὲ πλείστη καὶ κατὰ μέρος ἐναλλαγή γέγονεν ἐν (1700 τοῖς εἰρημένοις (1700 ἔθεσιν. ἐπίσημον ἄγουσι Ρωμαίοι Ο μέντοι Νέρων ἀκούσας ὅτι πεφόνευται Σίμων ὑπὸ Πέτρου, καὶ ἀγανακτήσας, ἐκέλευσεν αὐτὸν σταυρωθῆναι. Ο δὲ Πέτρος, παρακαλέσας τὸν ἔπαρχον ἵνα μὴ ὄρθιος σταυρωθῇ ὡς ὁ Κύριος, κατά κεφα λῆς ἐσταυρώθη, καθὼς ἠξίωσεν ἐκ πολλῆς μετριοφροσύνης. Μετὰ δέ γε τὴν Πέτρου τελευτὴν ἐν τῷ δευτέρῳ ἔτει (1706 ἐν τ. ἔ.) καθώς φησιν Εὐ σέβιος, Παῦλος ὁ ἀπόστολος κατὰ μὲν τὴν πρώτην ἀπολογίαν ἐλθὼν ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας δέσμιος καὶ ἀπο λογησάμενος Νέρωνι ἐπὶ τὴν διακονίαν τοῦ κηρύγματ τος ἐστάλη (1706 ἀπεστάλη). Καντεῦθεν ὡς ἔοικεν τὰς τῶν ἀποστόλων Πράξεις ἐπ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον Λουκᾶς περιέγραψε, μέχρις ότε (1706 ὅτου) συνῆν τῷ Παύλῳ· καθ᾽ ἂν δὲ καιρὸν ἐμαρτύρησεν, οὐ συμ
ADDENDA.
παραλλαγή
(1706 αὐτῶν) τῶν δαιμ. εἰργάζετο (170. om.) κάν- τῶν διδασκάλων ἀγωνιζομένων ἢ θλιβομένων, ὡς ἐν
τεῦθεν οὐ μόνον ἑαυτὸν εἰς ἑτέρας μορφάς μορφὰς ἀνθρω
πων τε καὶ ἀλόγων, ὡς ἔφην, μετεσχημάτιζεν, ἀλλὰ
καὶ οὓς ἤθελεν οὕτως ἐποίει. Καὶ γοῦν... περιθεὶς
τῷ μαθητῇ Πέτρου Φαύστῳ (1706 Φαύστ. τῷ μαθ.
Π.)... πρὸς Πέτρον ἐνώπιον ἡμῶν ἔχων τὴν μορ
φὴν Σίμωνος, καὶ (1706 pro ἐνώπιον usque και habet ἐδιώκετο) ὑπὸ πάντων ἀποσειόμενος καὶ μισού
μενος (1706 om. ἀποσ κ. μισ.) διὰ τὸ ἀν. εἰδέαν τοῦ
Σίμωνος (4706 ἰδέαν ἢν περιέκειτο ἐμβλέψας (1706
add. δὲ ὁ Πέ... ἰδὼν (1706 add. τοῦτον) λυπού
μενον καὶ δάκρυσι συνεχόμενον ἔφη... παραλλαγή
(1706 ὑπαλλαγή)... γέγονε διὰ κακομηχανίας καὶ
σατανικῆς ἐπινοίας τοῦ γόητος (4706 om. διά usque
γόητος)· ὑπὸ γὰρ Καίσαρος ζητούμενος... ἵνα
(1706 add. τοῦ) συσχ. κ. ἀναιρ. σου (1706 om.) λύ
πην... λαοπλάνου (1706 add. καὶ ἐχθροῦ τῆς ἀλη
θείας) Σίμωνος... ἰδίαν σου (1706 om.) παρέξει
1706 add. σοι) τάχιον· ὅπερ δὴ καὶ (1706 add. σὺν
τῷ λόγῳ γέγονεν (1706 add. πάντων ἡμῶν θεωρούν
των). Καὶ ταῦτα μέντοι... γεγράφηκεν, ὡς ἔφην,
Κλήμης ἐν Συρίᾳ (1706 om. έ. Συρ.) λεχθῆναι καὶ
διαπραχθῆναι (4706 add. ἐν Συρ.).
Ἐν δὲ τῇ Ῥώμῃ μετὰ τὸ ὡς εἴρηται... Σὺ
ἔφης... καὶ ἰδὼν αὐτὸν Πέτρος... ἀπέθανεν. Τοῦ
δὲ μικροῦ αὐτοῦ σώματος τεθέντος ἔνθα καὶ πέπτω
κεν, ἐκλήθη ὁ τόπος ἔκτοτε Σιμώνιον (1706 ὁ δὲ τό
πος ἔκτοτε ὁ δεξάμενος αὐτοῦ τὸ βέβηλον καὶ παμμίαρον σῶμα ἐκλήθη Σιμώνιον). Περὶ οὗ καὶ ἐν ταῖς
ἀποστολικαῖς διατάξεσιν ὁ αὐτὸς (1706 ὁ μέγας
ἀπόστολος Πέτρος... ἐσκύλευσε... ἐμπειρίας καὶ
ἐνεργείας... διαστρέφειν τὸν λόγον (4706 λαόν) τ. Ο
θε. συμπαρ. (170, add. μοι)... Ζαγκαίου τοῦ ποτὲ
τελώνου κ. Βαρν. (1706 add. καὶ Νικήτα) καὶ ᾿Ακύλα,
ἀδελφῶν Κλήμεντος, τ. 'Ρωμ. (4706 add. ἐπισκόπου
τε καὶ πολίτου)... διαλεχθεὶς αὐτῷ εἰς τὸν περὶ
τοῦ Εὐαγγελίου λόγον καὶ τῶν προφ. καὶ ἡττήσας (1706 ήτησα) αὐτ. δυν. τοῦ Κυρίου (1706 add.
ἡμῶν Ἰησ. Χρ.) καὶ εἰς ἀφ. καταβαλὼν φυγ. κατέ
στησα, εἰς τὴν Ἰταλίαν... πολλοὺς ἀνατρέπων...
τά τε ἔθνη ἐκστάνων (1706 ἐξιστάνων)... ἐνεργείᾳ
(1706 -γείαις)· ὡς (1706 om.) και ποτε... πάντων
δὲ θαυμαζόντων... ὑπὸ δαιμόνων (1706 νίων) εἰς
τοὺς (4706 om.) οὐρανούς... ἐπιχορηγήσεις (1706
-γεῖν)· τῶν δὲ δήμων ἐπευφ, αὐτὸν (1706 om.)...
ἱκέτευον (1706 τευσα)... καταῤῥάξαι (1706 κατα
ράξ.) τὸν λυμαιῶνα (1706 λυμεώνα) καὶ τὴν ἰσχὺν τῶν ἡ
δαιμόνων περικόψαι. Καὶ (1706 om.) ατενίσας (1706
add. οὖν) τῷ Σίμ. εἶπον· Εἰ... μετὰ ἤχου... καὶ
(1706 om.) τοῦ ὄχλου... ὃν (1706 add. 5 Πέτρος)
ἀπέσβη (1706 απεσβέσθη)... ἡμέραν ἐκείνην
τοῦ οἱ Ρωμαῖοι.
Quæ jam sequuntur in chronico Georgii Hamartoli, ea apud Cedrenum non leguntur. Σάββατον
γὰρ ἦν ᾧ καὶ προσευχὴ καὶ νηστεία τοῖς πιστοῖς.
Ἔθος γὰρ ἦν τὸ προσεύχεσθαι τὴν ἐκκλησίαν ὑπὲρ
Cf. Constit. apost. VI. 7, 8, 9.
Nonnulla quæ huc spectant vide apud. Soταῖς Πράξεσι τῶν ἀποστόλων γέγραπται ότι προσευχή
ἦν ἐκτενὴς γενομένη (4706 γινομ.) ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας
ὑπὲρ τοῦ Πέτρου, ὡς οὖν ἐν (1706 om.) ἐκείνῃ τῇ ἡμέ
ρα του σαββάτου γενομένης τῆς Χριστοῦ νίκης καὶ
τῆς πτώσεως τοῦ ἀντιχρίστου (codex Coisl. ἀντιχρήστου) Σίμωνος, ἐπιφανερῶς (ita 1706; Coisl.
τροῖς) σάββασι τὸ μνημόσυνον ἐκτελοῦντες Ῥωμαῖοι
νηστεύουσι καὶ συνάξεις φαιδράς ποιοῦσι, μέχρι νῦν
τὴν παράδοσιν ἐκείνην φυλάττοντες. Καὶ γὰρ καὶ ἄλ
λαι τινὲς ἐκκλησία, διάφορα παραφυλάττουσιν ἔθη, και
θὼς οἱ τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἱστορίας γραψάμενοι? ]
ἀνεγράψαντο. Παρὰ Σκύθαις μὲν γὰρ, φησίν, αἱ πόλ
λεις πᾶσαι ἐπίσκοπον ἔχουσιν ἕνα καὶ μόνον. Παρὰ
δὲ Κυπρίοις καὶ "Αραψιν καὶ ἐν ταῖς κώμαις εἰσὶν
ἐπίσκοποι. Ὥσπερ οὖν καὶ παρὰ τοῖς ἐν Φρυγία Ναυατιανοῖς καὶ Μοντανισταῖς καὶ παρὰ μὲν τῇ Ἐκκλησία
Ρώμης ἑπτὰ μόνον διάκονοι γίνονται. παρὰ δὲ πᾶσι
τοῖς ἄλλοις ἀδιάφορος ὁ τούτων ἀριθμός ἐστι. Καὶ ἐν
Ῥώμη πάλιν ἀπαξ μὲν (1706 om.) τοῦ ἐνιαυτοῦ λέγεται τὸ ἀλληλούια, ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ πάσχα ἡμέρᾳ,
καὶ οὐδεὶς ἐπ' ἐκκλησίας διδάσκει ποτέ, οὐδ᾽ αὐτὸς ὁ
ἐπίσκοπος. Ἐν δὲ Ἀλεξανδρείᾳ διδάσκει μὲν ὁ ἐπίσ
σκοπος ἐπ' ἐκκλησίας, τῶν δὲ Εὐαγγελίων ἀναγινω
σκομένων οὐκ ἀνίσταται τοῦ θρόνου. Καὶ τὴν τεσσα
ρακοστὴν τῶν νηστειῶν οἱ μὲν ἑβδομάδας ς' νηστεύ
ουσιν, ὡς οἱ (1706 om.) ἐν τῷ Ἰλλυρικῷ καὶ Λιβύη
καὶ Αἰγύπτῳ καὶ πάσῃ τῇ δύσει καὶ Παλαιστίνῃ· ἐν
δὲ (1706 add. τῇ) Κωνσταντινουπόλει καὶ πέριξ ἄχρι
Φοινίκης ἑβδομάδας ζ' νηστεύουσιν· ἄλλοι δὲ τρεῖς
μόνας ἡμέρας ἐν ταῖς ἐξ ἢ ἑπτὰ σποράδην νηστεύουσιν, ἕτεροι δὲ τρεῖς ἑβδομάδας ἐφεξῆς πρὸ τοῦ πάσχα
συνάπτουσιν· (1706 addit ἄλλοι δὲ δύο, ὡς οἱ τὰ
Μοντανοῦ φρονοῦντες) ἔν τισι δὲ πόλεσι τῆς Αἰγύπτου
πρὸς ἑσπέραν ἠριστηκότες τῶν μυστηρίων μετα -
λαμβάνουσι. Καὶ ταῦτα μὲν ὁ Σωκράτης ἱστός
ρησεν ὡς εἰκὸς τότε φυλαττόμενα πάντα· νῦν δὲ
πλείστη καὶ κατὰ μέρος ἐναλλαγή γέγονεν ἐν (1700
om.) τοῖς εἰρημένοις (1700 om.) ἔθεσιν.
Ista excipiunt ea quæ apud Cedrenum statim post
ἐπίσημον ἄγουσι Ρωμαίοι posita sunt, ad historiam de Simone Mago et Petro pertinentia. Ο
μέντοι Νέρων ἀκούσας ὅτι πεφόνευται Σίμων ὑπὸ
Πέτρου, καὶ ἀγανακτήσας, ἐκέλευσεν αὐτὸν σταυρωθῆναι. Ο δὲ Πέτρος, παρακαλέσας τὸν ἔπαρχον
ἵνα μὴ ὄρθιος σταυρωθῇ ὡς ὁ Κύριος, κατά κεφα
λῆς ἐσταυρώθη, καθὼς ἠξίωσεν ἐκ πολλῆς μετριοφροσύνης. Μετὰ δέ γε τὴν Πέτρου τελευτὴν ἐν τῷ
δευτέρῳ ἔτει (1706 om. ἐν τ. ἔ.) καθώς φησιν Εὐ
σέβιος, Παῦλος ὁ ἀπόστολος κατὰ μὲν τὴν πρώτην
ἀπολογίαν ἐλθὼν ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας δέσμιος καὶ ἀπο
λογησάμενος Νέρωνι ἐπὶ τὴν διακονίαν τοῦ κηρύγματ
τος ἐστάλη (1706 ἀπεστάλη). Καντεῦθεν ὡς ἔοικεν
τὰς τῶν ἀποστόλων Πράξεις ἐπ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον
Λουκᾶς περιέγραψε, μέχρις ότε (1706 ὅτου) συνῆν
τῷ Παύλῳ· καθ᾽ ἂν δὲ καιρὸν ἐμαρτύρησεν, οὐ συμcrat Hist. eccl. v, 22. Sed non ex uno certo Socratis loco hæc omnia exscripta sunt.
col. 1297–1298page 11 of 14
PG 2:1297παρῆν αὐτῷ, τοῦ ἀποστόλου σαφῶς καὶ τοῦτο (1706 λαοῦ καὶ δικαιούνη. "Ος κ. τ. σαφ.) λέγοντος ὅτι οὐδείς μοι ἐν τῇ πρώτη μου ἀπολογία συμπαρεγένετο, ἀλλὰ πάντες με ἐγκατέλειπόν (1706 -λιπον)· μὴ αὐτοῖς λογισθείη. "Ην δὴ πρὸς Τιμό θεον δευτέραν ἐπιστολὴν δεσμοῖς κατεχόμενος ἔγρα ψεν, ὁμοῦ σημαίνων τήν τε προτέραν αὐτῷ γενομέ τὴν ἀπολογίαν πρὸς Νέρωνα, ἂν καὶ λέοντα διὰ τὸ ἀπάνθρωπον καὶ θηριώδες τοῦ τρόπου καλῶς ὠνόμασε· καὶ τὴν παρὰ πόδας τελείωσιν ἐπάγει φάσκων Εῤῥύσθην ἐκ στόματος λέοντος. ᾿Αλλὰ καὶ ῥύσεταί με Κύριος ἀπὸ παντὸς ἔργου πονηροῦ, καὶ σώσει εἰς τὴν βασιλείαν αὐτοῦ τὴν ἐπουράνιον, ὑπεμφαίνων τὸ παραυτίκα μαρτύριον, ὃ καὶ σαφέστερον ἐν τῇ αὐτῇ προσαγορεύει γραφῇ, λέγων. Ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι, καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκεν. Απο λογησάμενος τοίνυν τὴν πρώτην ἀπολογίαν, καὶ αὖθις ἐπὶ τὴν τοῦ κηρύγματος διακονίαν στειλάμενος, εἶτα πάλιν τὸ δεύτερον ἐπιβὰς τῇ Ῥώμῃ δέσμιος, καὶ ὡσαύτως Νέρωνι παραδοθεῖς, τὸν διὰ ξίφους του μαρ τυρίου στέφανον ἀνεδήσατο, μηνὶ Ιουνίῳ κθ'. Καθ' ἣν ἡμέραν καὶ Πέτρος ἐσταυρώθη, καθάπερ καὶ Μάρκος καὶ Λουκᾶς οἱ εὐαγγελισταὶ, καὶ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος. Ο οὖν Λουκᾶς ἐπὶ ἐλαίας καρποφόρου σταυρωθεὶς, μὴ εὑρισκομένου ξύλου ξηροῦ πρὸς τὸ γενέσθαι σταυρὸν ἐν τῷ τόπῳ, λαβών τις τὸ σῶμα καὶ μεταξὺ πολλῶν μνημείων θάψας ἄδηλον ἐποίησε τὸν τάφον. Τῶν δὲ μαθητῶν ἀναζητούντων μετέπειτα καὶ μὴ εὑρισκόντων αὑτοῦ τὸν τάφον διὰ τὸ πλῆθος τῶν μνη μάτων, καὶ προσευξαμένων αὐτῶν προσευξάμενοι) τῇ νυκτὶ (1706 ἐκείνῃ) κουλούρια (1700 Ο κουλλούρ.) βρέξας (1706 έβρεξεν ὁ Θεὸς Ιατρικά ἐπάνω τοῦ τάφου, σύμβολα τῆς ἐπιστήμης αὐτοῦ, δῆ λον ἐποίησε τὸν τάφον (1706 δῆλον, καὶ ἐκ τούτου τοῦ σημείου γέγονε γνώριμος ὁ τάφος)· οὗ τὸ λείψανον Κωνστάντιος υἱὸς Κωνσταντίνου ἀνακομίσας ἐν Κωνσταντινουπόλει κατέθηκεν ἐν τῷ ναῷ τῶν ἀποστόλων, ὅνπερ ᾠκοδόμησεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ μέγας Κωνσταντίνος Ὁ δέ γε (4706 μέγας) Ιάκωβος ἁγνὸς ὑπάρχωνἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, οἷον μὲν καὶ σίκερα οὐκ ἔπιεν οὐδὲ ἔμψυχον ἔφαγεν, οὐδὲ βαλανείῳ ἐχρήσατο τὰ δὲ γόνατα αὐτοῦ ἀπεσκληκότα δίκην καμήλου γε γόνασιν ἐκ τοῦ ἀεὶ κάμπτειν ἐπὶ γόνυ καὶ τῷ θεῷ προσκυνεῖν. Ὅθεν διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ καὶ θαυμαστῆς πολιτείας ἐκαλεῖτο δίκαιος καὶ ὁβλίας ἀβλ. 1706), ὅ ἐστι περιοχὴ τοῦ καιομένης πυρὶ ἀνθράκων, ἐπεῖ οὖν αἰδέσιμος καὶ σεβάσμιος) γε μεγέλων καὶ θείων δράσεων ἀξιούμενος ἑώρακέν ποτε προφανῶς τὸν διάβολον τὴν κατ' αὐτοῦ γενησομένην μανίαν καὶ μιαιφονίαν τῶν Ἰου δαίων ἀπειλοῦντα λῶν ἐν ἐξαισίῳ καὶ φοβερο τάτῳ σχήματι, περὶ οὐ φησιν πρὸς τὸν Ἰὼβ ὁ θεός· «Ἰδοὺ δὴ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἐπ' ὀσφύϊ· ἡ δὲ δύνα μις αὐτοῦ ἐπ' ὀμφαλοῦ γαστρός. Ἔστησεν οὐρὰν ὡς κυπάρισσον, τὰ δὲ νεῦρα συμπέπλεκται· αἱ πλευραί αὐτοῦ χάλκεται, ἡ δὲ ῥαχὶς αὐτοῦ σιδηρόχυτος. Τοῦτο ἐστιν ἀρχὴ πλάσματος Κυρίου, πεποιημένον ἐγκαταπαίζεσθαι ὑπὸ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ. Πέποιθεν δὲ ὅτι προσκρούσει Ἰορδάνης εἰς τὸ στόμα αὐτοῦ, ἐν δὲ τῷ ὀφθαλμῷ αὐτοῦ δέξεται αὑτόν. Πὰν δὲ πλωτὸν συν ελθὸν οὐ μὴ ἐνέγκωσι βύρσαν μίαν οὐρᾶς αὐτοῦ, καὶ ἐμ πλοίοις ἀλιέων κεφαλὴν αὐτοῦ. Τίς ἀποκαλύψει πρόσωπον ἐνδύσεως αὐτοῦ; εἰς δὲ πτύξιν θώρακος αὐτοῦ τίς ἂν εἰσέλθοι; πύλας δὲ προσώπου αὐτοῦ τίς ἀνοίξει; κύκλῳ οδόντων αὐτοῦ φόβος. Τὰ δὲ ἔγκατα αὐτοῦ ἀσπίδες χαλκαῖ· ἐν πταρμῷ αὐτοῦ ἐπιφαύσκεται ἐπιφάσκ.) φέγγος· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἶδος ἑωσφόρου, ἐκ στόματος αὐτοῦ ἐκπορεύονται λαμπάδες καιόμεναι, και διαριπτοῦνται ἐσχάραι πυρός. Ἐκ μυκτήρων αὐτοῦ ἐκπορεύεται καπνὸς καμίνου καιομένης, καὶ πυρὶ ἀνθράκων ἡ ψυχή -χι) αὐτοῦ φλὺς δὲ ἐκ στόματος αὐτ τοῦ ἐξέρχεται· Ἐν δὲ τῷ τραχήλῳ αὐλίζεται δύναμις ἔμπροσθεν αὐτοῦ τρέχει απώλεια. Ἔστηκε δὲ ὥσπερ άκμων ἀνήλατος. Ἐὰν συναντήσωσιν αὐτῷ λόγχαι, οὐθὲν οὐ μὴ ποιήσωσιν· ἤγηται μὲν γὰρ σίδηρον άχυρον, χαλκὸν δὲ ὥσπερ ξύλον σαθρόν. Καὶ οὐ μὴ τρώσει αὐτὸν τόξον χάλκειον· ἔγηται μὲν πετροβόλον χόρτον. Ὡς καλάμη δὲ λογισθείησαν σφυραί και ταγελᾷ μὲν σεισμοῦ πυρφόρου. Ἡ δὲ στρωμνὴ αὐτοῦ ὀβελίσκοι ἐξεῖς. "Ηγηται μὲν τὴν θάλασσαν ὥσπερ ἐξάλειπτρον, τὸν δὲ τάρταρον τῆς ἀβύσσου ὥσπερ αἰχμάλωτον. Οὐκ ἔστιν ἐπὶ τῆς γῆς ὅμοιον αὐτῷ. Οἱ γὰρ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ ἄγγελοι πολλάκις ονομάζονται ὑπὸ τῆς θείας Γραφῆς διὰ τὸ ἀκούειν αὐτοὺς λόγους παρὰ Θεοῦ καὶ ἀναγγέλλειν τοῖς λοιποῖς ἀνθρώποις. Φησὶ γὰρ Εσδρας. Απέστειλεν ὁ Θεὸς πρὸς αὐτουςτοὺς δούλους αὐτοῦ τοὺς προφήτας· αὐτοὶ δὲ ἐξεμυκτήριζον τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ. Ωσαύτως καὶ περὶ τοῦ προδρόμου λέγει Κύριος· Οὗτός ἐστιν περὶ οὗ γέν γραπται· Ιδοῦ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἀγγελόν μου πρὸ προσώπου σου. Καὶ οὐ μόνον ἄγγελοι λέγονται οἱ δί καιοι, ἀλλὰ καὶ θεοί, κατὰ τὸν λέγοντα· Ἐγὼ εἶπα Θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες. Ἐπεὶ οὖν απ δέσιμος καὶ σεβάσμιος καὶ σφόδρα περιβόητος ὑπῆρ χεν ὁ ἰσάγγελος Ιάκωβος ἑορτῆς γενομένης τοῦ Πάσχα καὶ πολλῶν μυριάδων συνελθόντων ἐν τῷ ναῷ τῶν Ἰουδαίων, καὶ τοῦτον ἀνενέγκαντες οἱ ἱερεῖς γραμματεῖς ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ διασκεδάσαι βουλόμενοι τὸ κήρυγμα Χριστοῦ, εἶπον η ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἄνθρακες.
ADDENDA.
παρῆν αὐτῷ, τοῦ ἀποστόλου σαφῶς καὶ τοῦτο (1706 λαοῦ καὶ δικαιούνη. "Ος (ab hac inde voce cod.
κ. τ. σαφ.) λέγοντος ὅτι οὐδείς μοι ἐν τῇ πρώτη μου
ἀπολογία συμπαρεγένετο, ἀλλὰ πάντες με ἐγκατέλειπον (1706 -λιπον)· μὴ αὐτοῖς λογισθείη. "Ην (corrigendum videtur, ut apud Cedrenum editum est,τήν,
aut alio modo locus sanandus est) δὴ πρὸς Τιμόθεον δευτέραν ἐπιστολὴν δεσμοῖς κατεχόμενος ἔγραψεν, ὁμοῦ σημαίνων τήν τε προτέραν αὐτῷ γενομέτὴν ἀπολογίαν πρὸς Νέρωνα, ἂν καὶ λέοντα διὰ τὸ
ἀπάνθρωπον καὶ θηριώδες τοῦ τρόπου καλῶς ὠνόμασε· καὶ τὴν παρὰ πόδας τελείωσιν ἐπάγει φάσκων·
Εῤῥύσθην ἐκ στόματος λέοντος. ᾿Αλλὰ καὶ ῥύσεταί
με Κύριος ἀπὸ παντὸς ἔργου πονηροῦ, καὶ σώσει εἰς
τὴν βασιλείαν αὐτοῦ τὴν ἐπουράνιον, ὑπεμφαίνων τὸ
παραυτίκα μαρτύριον, ὃ καὶ σαφέστερον ἐν τῇ αὐτῇ
προσαγορεύει γραφῇ, λέγων. Ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι,
καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκεν. Απολογησάμενος τοίνυν τὴν πρώτην ἀπολογίαν, καὶ αὖθις
ἐπὶ τὴν τοῦ κηρύγματος διακονίαν στειλάμενος, εἶτα
πάλιν τὸ δεύτερον ἐπιβὰς τῇ Ῥώμῃ δέσμιος, καὶ
ὡσαύτως Νέρωνι παραδοθεῖς, τὸν διὰ ξίφους του μαρτυρίου στέφανον ἀνεδήσατο, μηνὶ Ιουνίῳ κθ'. Καθ' ἣν
ἡμέραν καὶ Πέτρος ἐσταυρώθη, καθάπερ καὶ Μάρκος
καὶ Λουκᾶς οἱ εὐαγγελισταὶ, καὶ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος. Ο οὖν Λουκᾶς ἐπὶ ἐλαίας καρποφόρου σταυρω
θεὶς, μὴ εὑρισκομένου ξύλου ξηροῦ πρὸς τὸ γενέσθαι
σταυρὸν ἐν τῷ τόπῳ, λαβών τις τὸ σῶμα καὶ μεταξὺ
πολλῶν μνημείων θάψας ἄδηλον ἐποίησε τὸν τάφον.
Τῶν δὲ μαθητῶν ἀναζητούντων μετέπειτα καὶ μὴ
εὑρισκόντων αὑτοῦ τὸν τάφον διὰ τὸ πλῆθος τῶν μνημάτων, καὶ προσευξαμένων αὐτῶν (Coisl. προσευξάμενοι) τῇ νυκτὶ (1706 add. ἐκείνῃ) κουλούρια (1700 Ο
κουλλούρ.) βρέξας (1706 έβρεξεν ὁ Θεὸς Ιατρικά
ἐπάνω τοῦ τάφου, σύμβολα τῆς ἐπιστήμης αὐτοῦ, δῆλον ἐποίησε τὸν τάφον (1706 pro δῆλον, etc., καὶ ἐκ
τούτου τοῦ σημείου γέγονε γνώριμος ὁ τάφος)· οὗ
τὸ λείψανον Κωνστάντιος υἱὸς Κωνσταντίνου ἀνακομίσας ἐν Κωνσταντινουπόλει κατέθηκεν ἐν τῷ ναῷ
τῶν ἀποστόλων, ὅνπερ ᾠκοδόμησεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ
μέγας Κωνσταντίνος (hoc accentu). Incidunt hac
extrema in ed. Cedreni Paris. pag. 212; in editionis Bonnensis pag. 373. Quæ vero in codice de Jacobo justo sequuntur, ea Cedrenus paulo ante (cf.
ed. Paris. p. 205 C; ed. Bonn. pag. 360) in rem
suam convertit, scriptura sape mutata, omnibusque omissis quæ ex Jobi libro aliisque afferuntur.
Scripta vero sunt in chronico hunc in modum:
Ὁ δέ γε (4706 μέγας) Ιάκωβος ἁγνὸς ὑπάρχων
ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, οἷον μὲν καὶ σίκερα οὐκ
ἔπιεν οὐδὲ ἔμψυχον ἔφαγεν, οὐδὲ βαλανείῳ ἐχρήσατο
τὰ δὲ γόνατα αὐτοῦ ἀπεσκληκότα δίκην καμήλου γε
γόνασιν ἐκ τοῦ ἀεὶ κάμπτειν ἐπὶ γόνυ καὶ τῷ θεῷ
προσκυνεῖν. Ὅθεν διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς δικαιοσύνης
αὐτοῦ καὶ θαυμαστῆς πολιτείας ἐκαλεῖτο δίκαιος καὶ
ὁβλίας (ita Coisl., ἀβλ. 1706), ὅ ἐστι περιοχὴ τοῦ
Cf. Job. cap. xr et xvi. Textus aronici
plura habet digna notatione critica.
Ita codex habet, sed ut clarum est, vitiose.In
textu Vaticano legitur: καιομένης πυρὶ ἀνθράκων,
1706 omnia omittit usque verba ἐπεῖ οὖν αἰδέσιμος
καὶ σεβάσμιος) γε μεγέλων καὶ θείων δράσεων ἀξιούμενος ἑώρακέν ποτε προφανῶς τὸν διάβολον τὴν κατ'
αὐτοῦ γενησομένην μανίαν καὶ μιαιφονίαν τῶν Ἰου
δαίων ἀπειλοῦντα (cod. λῶν ἐν ἐξαισίῳ καὶ φοβεροτάτῳ σχήματι, περὶ οὐ φησιν πρὸς τὸν Ἰὼβ ὁ
θεός· «Ἰδοὺ δὴ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἐπ' ὀσφύϊ· ἡ δὲ δύνα
μις αὐτοῦ ἐπ' ὀμφαλοῦ γαστρός. Ἔστησεν οὐρὰν ὡς
κυπάρισσον, τὰ δὲ νεῦρα συμπέπλεκται· αἱ πλευραί
αὐτοῦ χάλκεται, ἡ δὲ ῥαχὶς αὐτοῦ σιδηρόχυτος. Τοῦτο
ἐστιν ἀρχὴ πλάσματος Κυρίου, πεποιημένον ἐγκατα
παίζεσθαι ὑπὸ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ. Πέποιθεν δὲ ὅτι
προσκρούσει Ἰορδάνης εἰς τὸ στόμα αὐτοῦ, ἐν δὲ τῷ
ὀφθαλμῷ αὐτοῦ δέξεται αὑτόν. Πὰν δὲ πλωτὸν συνελθὸν οὐ μὴ ἐνέγκωσι βύρσαν μίαν οὐρᾶς αὐτοῦ, καὶ
ἐμ (sic codex) πλοίοις ἀλιέων κεφαλὴν αὐτοῦ. Τίς
ἀποκαλύψει πρόσωπον ἐνδύσεως αὐτοῦ; εἰς δὲ πτύξιν
θώρακος αὐτοῦ τίς ἂν εἰσέλθοι; πύλας δὲ προσώπου
αὐτοῦ τίς ἀνοίξει; κύκλῳ οδόντων αὐτοῦ φόβος. Τὰ
δὲ ἔγκατα αὐτοῦ ἀσπίδες χαλκαῖ· ἐν πταρμῷ αὐτοῦ
ἐπιφαύσκεται (descripsi ἐπιφάσκ.) φέγγος· οἱ δὲ
ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἶδος ἑωσφόρου, ἐκ στόματος αὐτοῦ
ἐκπορεύονται λαμπάδες καιόμεναι, και διαριπτοῦνται ἐσχάραι πυρός. Ἐκ μυκτήρων αὐτοῦ ἐκπορεύεται
καπνὸς καμίνου καιομένης, καὶ πυρὶ ἀνθράκων ἡ
ψυχή (cod. -χι) αὐτοῦ φλὺς δὲ ἐκ στόματος αὐτ
τοῦ ἐξέρχεται· Ἐν δὲ τῷ τραχήλῳ αὐλίζεται δύναμις·
ἔμπροσθεν αὐτοῦ τρέχει απώλεια. Ἔστηκε δὲ ὥσπερ
άκμων ἀνήλατος. Ἐὰν συναντήσωσιν αὐτῷ λόγχαι,
οὐθὲν οὐ μὴ ποιήσωσιν· ἤγηται μὲν γὰρ σίδηρον
άχυρον, χαλκὸν δὲ ὥσπερ ξύλον σαθρόν. Καὶ οὐ μὴ
τρώσει αὐτὸν τόξον χάλκειον· ἔγηται μὲν πετροβό
λον χόρτον. Ὡς καλάμη δὲ λογισθείησαν σφυραί και
ταγελᾷ μὲν σεισμοῦ πυρφόρου. Ἡ δὲ στρωμνὴ αὐτοῦ
ὀβελίσκοι ἐξεῖς. "Ηγηται μὲν τὴν θάλασσαν ὥσπερ
ἐξάλειπτρον, τὸν δὲ τάρταρον τῆς ἀβύσσου ὥσπερ
αἰχμάλωτον. Οὐκ ἔστιν ἐπὶ τῆς γῆς ὅμοιον αὐτῷ. Οἱ
γὰρ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ ἄγγελοι πολλάκις ονομάζονται
ὑπὸ τῆς θείας Γραφῆς διὰ τὸ ἀκούειν αὐτοὺς λόγους
παρὰ Θεοῦ καὶ ἀναγγέλλειν τοῖς λοιποῖς ἀνθρώποις.
Φησὶ γὰρ Εσδρας. Απέστειλεν ὁ Θεὸς πρὸς αὐτοὺς
τοὺς δούλους αὐτοῦ τοὺς προφήτας· αὐτοὶ δὲ ἐξεμυκτήριζον τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ. Ωσαύτως καὶ περὶ
τοῦ προδρόμου λέγει Κύριος· Οὗτός ἐστιν περὶ οὗ γέν
γραπται· Ιδοῦ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἀγγελόν μου πρὸ
προσώπου σου. Καὶ οὐ μόνον ἄγγελοι λέγονται οἱ δί
καιοι, ἀλλὰ καὶ θεοί, κατὰ τὸν λέγοντα· Ἐγὼ εἶπα·
Θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες. Ἐπεὶ οὖν απ
δέσιμος καὶ σεβάσμιος καὶ σφόδρα περιβόητος ὑπῆρ
χεν ὁ ἰσάγγελος Ιάκωβος ἑορτῆς γενομένης τοῦ
Πάσχα καὶ πολλῶν μυριάδων συνελθόντων ἐν τῷ ναῷ
τῶν Ἰουδαίων, καὶ τοῦτον ἀνενέγκαντες οἱ ἱερεῖς
(in margine γραμματεῖς ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ
διασκεδάσαι βουλόμενοι τὸ κήρυγμα Χριστοῦ, εἶπον
η
ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἄνθρακες.
Ab his inde rursus cum Coislin, 305 Im -
per. 1706 facit; item Cedrenus textus rursus conferendus est, cf. ed. Paris, pag. 205. D.
col. 1299–1300page 12 of 14
PG 2:1299μεγάλῃ τῇ φωνῇ. Αξιοῦμέν σε, δίκαιε, εἰπεῖν τῷ λαῷ τοῦτον ἐδέξατο, ἐκέλευσε δὲ μηδένα ἔμποδον γίνεσθαι ἵνα μὴ πλανώνται ὀπίσω τοῦ λεγομένου Χριστοῦ· σοὶ γὰρ πάντες πειθόμεθα, γινώσκοντές σε δίκαιον ὄντα καὶ ἀπροσωπόληπτον. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς ἔφη· Τί με Επερωτάτε περὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ αὐτὸς καθέζεται ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ οὐρανῷ. Οἱ δὲ παράνομοι ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαῖοι ἔκραξαν· Ω ὦ καὶ ὁ δίκαιος ἐπλανήθη. Καὶ εἶπαν πρὸς ἀλλήλους· Κακῶς ἐποιήσαμεν τοιαύτην μαρτυρίαν καθ᾿ ἑαυτῶν ὑπὲρ τοῦ Ἰησοῦ παρασχόντες. Καὶ πολλοὶ ἐκ τοῦ λαοῦ ἀκούσαντες ἐπίστευσαν. Καὶ δὴ μανέντες οἱ ἐξάγιστοι καὶ τοῦτον κατακρημνίσαντες, κλίνας τὰ γόνατα ὑπὲρ αὐτῶν προσηύχετο. Καὶ προσεγγίσας τις τῶν υἱῶν Ῥιχαβ καὶ ἀκούσας αὐτοῦ λέγει αὐτοῖς· Τί ποιεῖτε; Ο δίκαιος μᾶλλον ὑπὲρ ὑμῶν (1706 ἡμῶν) εὔχεται. Καὶ δραμών τις κναφεὺς ἔδωκεν εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ μετὰ τοῦ ξύλου ἐν ᾧ τὰ ἱμάτια ἐκ πιέζει (1706-ζειν εἴωθε), καὶ παραχρῆμα ἐτελεύτησεν ὁ δίκαιος. Θάψαντες δὲ αὐτὸν παρὰ τῷ ναῷ ἀνή γειραν αὐτοῦ τὴν στήλην μετὰ δὲ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ παρὰ πόδας Ἱερουσαλὴμ πολιορκεῖται. Φησὶ γὰρ Ιώσηππος· Ταῦτα δὲ συμβέθηκεν Ιουδαίοις κατ' ἐκδίκησιν Ἰακώβου τοῦ δικαίου, ὃς ἦν ἀδελφὸς Ἰή σοῦ τοῦ λεγομένου Χριστοῦ· ἐπειδή περ δικαιότατον αὐτὸν ὄντα Ἰουδαῖοι ἀπέκτειναν. Οἱ τοίνυν Ἰου δαῖοι μετὰ τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἀνάληψιν ἀπολέμητοι ἔτη μ' διέμειναν, τοῦ Χριστοῦ μακροθυμοῦντος ἐπὶ τῇ παρανομίᾳ καὶ θεομαχίᾳ αὐτῶν, ὅπως γνωσιμαχήσαντες ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ πλημμελείᾳ ἰσχυρὰν ποιή σωνται τὴν μετάνοιαν. Ὅθεν αὐτοῖς φοβερὰ σημεῖα ἐπεδείκνυε τὴν μέλλουσαν καταλαμβάνειν αὐτοὺς ἅλω σιν προμηνύοντα. Ἐν γὰρ τῇ τῶν ἀζύμων ἑορτῇ περὶ ὥραν ἐνάτην τῆς νυκτὸς τοσοῦτον φῶς τὸν ναὸν καὶ τὸν βωμὸν περιέλαμψεν ἐπὶ ὥραν μίαν, ὡς δοκεῖν ἡμέραν γενέσθαι. Μετὰ δὲ τοῦτο ἐφάνη ἄστρον ὑπὲρ τὴν πόλιν ῥομφαίᾳ παραπλήσιον. Διὸ καὶ Πιλάτος εἰδὼς αὐτοῦ τὸ φιλάληθες καὶ φιλοδίκαιον τὰ τεράστια Χριστοῦ πάντα καὶ τὰ τῆς εὐσε βείας αὐτοῦ δόγματα δι' ἐπιτομῆς ἀνεκοινώσατο αυτ τῷ, καθὼς ἱστορεῖ Τερτυλιανὸς, ὁ τῶν Ῥωμαϊκῶν νόμων ἐπιστήμων, ἐν τῇ ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν ἀπο λογία, διεξιὼν καὶ ὅτι μετὰ θάνατον ἀνεβίωσε καὶ ἤδη παρὰ πᾶσι Θεὸς εἶναι πιστεύεται, καὶ ὅτι Τιβέριος καταπλαγεὶς ἀνήγγειλε πάντα ἐπὶ τὴν σύγκλητον. Ἡ δὲ οὐ προσήκατο πειθαρχεῖν, νόμῳ παλαιῷ λέγουσα μὴ πρότερον θεοποιεῖσθαί τινα εἰ μὴ ψήφῳ καὶ δό γματι παρ' αὐτῆς ἐγκριθείη. Ὁ δὲ τὸν μὲν νόμον ὁ πατὴρ αὐτοῦ μέγας Κωνσταντίνος. τοῦ Χριστοῦ τῷ κηρύγματι, καὶ μέν γε καὶ θάνατον προσηπείλησε τοῖς κατηγορεῖν τολμῶσι τοῦ κηρύγματος. Οὕτω γοῦν τῇ θείᾳ Χριστοῦ δυνάμει ἀθρόως ἡ σύμπασα οἰκουμένη τῆς ἱερᾶς τοῦ κηρύγματος διὰ τῆς τῶν ἀποστόλων διδασκαλίας πεπλήρωται. Ἐξ ὧν Θαδδαίου ἐν Ἐδέσσῃ τῇ πόλει κηρύσσοντος τὸν λόγον καὶ ὁ ἐκεῖσε τοπάρχης, ᾿Αβγαρος τοὔνομα, δεινῷ πάθει κατεχόμενος καὶ φθειρόμενος, ἀκούσας τὸ ὄνομα Χριστοῦ καὶ τὰς δυνάμεις συμφώνως ὑπὸ πάντων μαρτυρουμένας, ἱκέτης Χριστοῦ διὰ γραμματηφόρου γίνεται, ἀξιῶν τῆς νόσου τυχεῖν ἀπαλλαγὴν, γράψας διά τινος ᾿Ανανίου ταχυδρόμου εἰς Ἱε ρουσαλὴμ τάδε· «"Αβγαρος τοπάρχης, Ἰησοῦ σωτῆρι ἀγαθῷ ἀναφανέντι ἐν Ἱερουσαλήμ, χαίρειν. Πκουσταί μοι περὶ σοῦ καὶ τῶν σῶν ἱαμάτων ὡς ἄνευ φαρμάκων καὶ βοτάνων ὑπὸ σοῦ γινομένων. Ὡς γὰρ λόγος, τυφλοὺς ἀναβλέπειν ποιεῖς καὶ χωλοὺς περιπατεῖν, καὶ λεπροὺς καθαρίζεις, καὶ ἀκάθαρτα πνεύματα ἐκ βάλλεις, καὶ τοὺς ἐν μακρονοσίᾳ βασανιζομένους θεραπεύεις, καὶ νεκροὺς ἐγείρεις. "Απερ ἀκούσας, κατὰ νοῦν ἐθέμην τῶν δύο τὸ ἕτερον· ἢ ἀτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἀπ᾿ οὐρανοῦ καταβὰς, ἢ Υἱὸς ὑπάρχεις τοῦ Θεοῦ ποιῶν ταῦτα. Διὰ τοῦτο οὖν γράψας ἀξιῶ ἐλθεῖν σε πρὸς με καὶ τὸ συνέχον με πάθος θερα πεῦσαι. Καὶ γὰρ ἤκουσα ὅτι καταγογγύζουσιν [σου?] Ἰουδαῖοι καὶ βούλονταί σε κακῶσαι· πόλις δέ μοι μικροτάτη ἐστὶν, ἥτις ἐξαρκέσει ἀμφοτέροις.» Ὁ δὲ Κύριος ἀναγνοὺς ταῦτα ἀντιγράφει πρὸς αὐτὸν οὕτω «Μακάριος ὁ πιστεύσας ἐν ἐμοὶ, κἂν μὴ ἑώρακέν με. Περὶ δὲ οὗ ἔγραψας ἐλθεῖν με πρὸς σέ δέον ἐστὶ πληρῶσαι πάντα δι' ἃ ἀπεστάλην ἐνταῦθα, καὶ ἀνα ληφθῆναι πρὸς τὸν ἀποστείλαντά με. Καὶ οὕτως ἀπο στελῶ σοι τινὰ τῶν μαθητῶν μου, καὶ άσεται σου τὸ πάθος, καὶ ζωὴν σοὶ καὶ τοῖς σὺν σοὶ παρέ ξει.» Ταύταις οὖν ταῖς ἐπιστολαῖς ἔτι καὶ ταῦτα συν ῆπτο τῇ τῶν Σύρων φωνῇ, Θαδδαίου πράξαντος μετὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου. Ὁ τοίνυν Αβγαρος ἀκού σας τὴν ἐπιστολὴν Κυρίου μᾶλλον εἰς πόθον καὶ πί στιν ἐξήφθη μείζονα, καὶ κἂν ἐν εἰκόνι τὸν Χριστὸν μόνον θεάσασθαι λίαν ἐφιέμενος, ἀποστέλλει ζωγράφον, ὥστε τὸ θεῖον εἶδος ἐκείνου διαχαράξαντα πρὸς αὐτὸν κομίζειν ὡς τάχιστα. Τοῦ δὲ διαμαρτῶντος τοῦ σκοποῦ διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν τοῦ προσώπου χάριν τε καὶ λαμπρότητα, αὐτὸς τῷ οἰκείῳ προσ ώπῳ ἐθόνην ἐπιθεὶς ἐναπομάττει τὸ ἑαυτοῦ ὁμοίωμα καὶ ἐκπέμπει τῷ ἐρῶντι τὸ ποθούμενον. Καὶ μέντοι καὶ πρὸ τούτου πάλιν ἱστόρηται ὡσαύτως, ὅτι περ τοῦ Κυρίου τεχθέντος ἐν Βηθλεὲμ, ὁ των Περσῶν βασιλεὺς εὐφυῆ τινὰ ζωγράφον ἐξέπεμψεν, ὃς τήν τε τοῦ τε χθέντος καὶ τῆς τεκούσης εἰκόνα διαγράψας πρὸς αὐτ τὸν ἤγαγεν. Εἰ δὲ οἱ πάντα κατὰ τὴν Εὐαγγελικὴν ἱστορίαν ἀναγέγραπται, οὐ πάντως παρὰ τοῦτο καὶ ἄπιστα. Οὐδὲ γὰρ τἄλλα σημεῖα ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἀθετητέον, πολλά γε ὄντα ὡς μηδὲ χωρεῖν τὸν κόσμον καθ' ἓν γραφόμενα. Ο
ADDENDA.
μεγάλῃ τῇ φωνῇ. Αξιοῦμέν σε, δίκαιε, εἰπεῖν τῷ λαῷ τοῦτον ἐδέξατο, ἐκέλευσε δὲ μηδένα ἔμποδον γίνεσθαι
ἵνα μὴ πλανώνται ὀπίσω τοῦ λεγομένου Χριστοῦ· σοὶ
γὰρ πάντες πειθόμεθα, γινώσκοντές σε δίκαιον ὄντα
καὶ ἀπροσωπόληπτον. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς ἔφη· Τί με
Επερωτάτε περὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ αὐτὸς καθέζεται ἐν
δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ οὐρανῷ. Οἱ δὲ παράνομοι ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαῖοι ἔκραξαν· Ω ὦ (hoc accentu)· καὶ
ὁ δίκαιος ἐπλανήθη. Καὶ εἶπαν πρὸς ἀλλήλους· Κακῶς
ἐποιήσαμεν τοιαύτην μαρτυρίαν καθ᾿ ἑαυτῶν ὑπὲρ
τοῦ Ἰησοῦ παρασχόντες. Καὶ πολλοὶ ἐκ τοῦ λαοῦ
ἀκούσαντες ἐπίστευσαν. Καὶ δὴ μανέντες οἱ ἐξάγι -
στοι καὶ τοῦτον κατακρημνίσαντες, κλίνας τὰ γόνατα
ὑπὲρ αὐτῶν προσηύχετο. Καὶ προσεγγίσας τις τῶν
υἱῶν Ῥιχαβ καὶ ἀκούσας αὐτοῦ λέγει αὐτοῖς· Τί
ποιεῖτε; Ο δίκαιος μᾶλλον ὑπὲρ ὑμῶν (1706 ἡμῶν)
εὔχεται. Καὶ δραμών τις κναφεὺς ἔδωκεν εἰς τὴν
κεφαλὴν αὐτοῦ μετὰ τοῦ ξύλου ἐν ᾧ τὰ ἱμάτια ἐκπιέζει (1706-ζειν εἴωθε), καὶ παραχρῆμα ἐτελεύτησεν ὁ δίκαιος. Θάψαντες δὲ αὐτὸν παρὰ τῷ ναῷ ἀνήγειραν αὐτοῦ τὴν στήλην μετὰ δὲ τὴν μαρτυρίαν
αὐτοῦ παρὰ πόδας Ἱερουσαλὴμ πολιορκεῖται. Φησὶ
γὰρ Ιώσηππος· Ταῦτα δὲ συμβέθηκεν Ιουδαίοις κατ'
ἐκδίκησιν Ἰακώβου τοῦ δικαίου, ὃς ἦν ἀδελφὸς Ἰήσοῦ τοῦ λεγομένου Χριστοῦ· ἐπειδή περ δικαιότατον
αὐτὸν ὄντα Ἰουδαῖοι ἀπέκτειναν. Οἱ τοίνυν Ἰουδαῖοι μετὰ τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἀνάληψιν ἀπολέμητοι ἔτη μ' διέμειναν, τοῦ Χριστοῦ μακροθυμοῦντος
ἐπὶ τῇ παρανομίᾳ καὶ θεομαχίᾳ αὐτῶν, ὅπως γνωσιμαχήσαντες ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ πλημμελείᾳ ἰσχυρὰν ποιήσωνται τὴν μετάνοιαν. Ὅθεν αὐτοῖς φοβερὰ σημεῖα
ἐπεδείκνυε τὴν μέλλουσαν καταλαμβάνειν αὐτοὺς ἅλω
σιν προμηνύοντα. Ἐν γὰρ τῇ τῶν ἀζύμων ἑορτῇ περὶ
ὥραν ἐνάτην τῆς νυκτὸς τοσοῦτον φῶς τὸν ναὸν καὶ
τὸν βωμὸν περιέλαμψεν ἐπὶ ὥραν μίαν, ὡς δοκεῖν
ἡμέραν γενέσθαι. Μετὰ δὲ τοῦτο ἐφάνη ἄστρον ὑπὲρ
τὴν πόλιν ῥομφαίᾳ παραπλήσιον.
Quæ apud veteres de epistolis Abgari, regis Edesseni, et Christi circumferebantur, ea a Cedreno relata sunt historia Christi exposita, cf. ed. Paris.
pag. 175; ed. Bonn. pag. 308. quibus cum satis
dilferat textus chronici, etiam hunc ascribere placet, præmissis iis quæ eadem Cedrenus alio nexu
(cf. ed. Paris. pag. 191 D; ed. Bonn. pag. 336) et
scriptura passim differente de Tiberii circa Christi
honorem studio narrat. Διὸ καὶ Πιλάτος (hoc accentu ipse codex) εἰδὼς αὐτοῦ τὸ φιλάληθες καὶ φιλοδίκαιον τὰ τεράστια Χριστοῦ πάντα καὶ τὰ τῆς εὐσε
βείας αὐτοῦ δόγματα δι' ἐπιτομῆς ἀνεκοινώσατο αυτ
τῷ, καθὼς ἱστορεῖ Τερτυλιανὸς, ὁ τῶν Ῥωμαϊκῶν
νόμων ἐπιστήμων, ἐν τῇ ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν ἀπολογία, διεξιὼν καὶ ὅτι μετὰ θάνατον ἀνεβίωσε καὶ ἤδη
παρὰ πᾶσι Θεὸς εἶναι πιστεύεται, καὶ ὅτι Τιβέριος
καταπλαγεὶς ἀνήγγειλε πάντα ἐπὶ τὴν σύγκλητον. Ἡ
δὲ οὐ προσήκατο πειθαρχεῖν, νόμῳ παλαιῷ λέγουσα
μὴ πρότερον θεοποιεῖσθαί τινα εἰ μὴ ψήφῳ καὶ δόγματι παρ' αὐτῆς ἐγκριθείη. Ὁ δὲ τὸν μὲν νόμον
Quæ ab hoc inde loco sequuntur, apud Cedrenum excipiunt eam quam supra vidimus de
Luca historiam, desinentem verbis ὁ πατὴρ αὐτοῦ
μέγας Κωνσταντίνος.
τοῦ Χριστοῦ τῷ κηρύγματι, καὶ μέν γε καὶ θάνατον
προσηπείλησε τοῖς κατηγορεῖν τολμῶσι τοῦ κηρύγμα
τος. Οὕτω γοῦν τῇ θείᾳ Χριστοῦ δυνάμει ἀθρόως ἡ
σύμπασα οἰκουμένη τῆς ἱερᾶς (sic) τοῦ κηρύγματος
διὰ τῆς τῶν ἀποστόλων διδασκαλίας πεπλήρωται. Ἐξ
ὧν Θαδδαίου ἐν Ἐδέσσῃ τῇ πόλει κηρύσσοντος τὸν
λόγον καὶ ὁ ἐκεῖσε τοπάρχης, ᾿Αβγαρος τοὔνομα,
δεινῷ πάθει κατεχόμενος καὶ φθειρόμενος, ἀκούσας
τὸ ὄνομα Χριστοῦ καὶ τὰς δυνάμεις συμφώνως ὑπὸ
πάντων μαρτυρουμένας, ἱκέτης Χριστοῦ διὰ γραμματηφόρου γίνεται, ἀξιῶν τῆς νόσου τυχεῖν ἀπαλλα
γῆν, γράψας διά τινος ᾿Ανανίου ταχυδρόμου εἰς Ἱε
ρουσαλὴμ τάδε· «"Αβγαρος τοπάρχης, Ἰησοῦ σωτῆρι
ἀγαθῷ ἀναφανέντι ἐν Ἱερουσαλήμ, χαίρειν. Πκουσταί
μοι περὶ σοῦ καὶ τῶν σῶν ἱαμάτων ὡς ἄνευ φαρμά
κων καὶ βοτάνων ὑπὸ σοῦ γινομένων. Ὡς γὰρ λόγος,
τυφλοὺς ἀναβλέπειν ποιεῖς καὶ χωλοὺς περιπατεῖν,
καὶ λεπροὺς καθαρίζεις, καὶ ἀκάθαρτα πνεύματα ἐκβάλλεις, καὶ τοὺς ἐν μακρονοσίᾳ βασανιζομένους θε
ραπεύεις, καὶ νεκροὺς ἐγείρεις. "Απερ ἀκούσας, κατὰ
νοῦν ἐθέμην τῶν δύο τὸ ἕτερον· ἢ ἀτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς
ἀπ᾿ οὐρανοῦ καταβὰς, ἢ Υἱὸς ὑπάρχεις τοῦ Θεοῦ
ποιῶν ταῦτα. Διὰ τοῦτο οὖν γράψας ἀξιῶ ἐλθεῖν σε
πρὸς με (ita codex) καὶ τὸ συνέχον με πάθος θερα
πεῦσαι. Καὶ γὰρ ἤκουσα ὅτι καταγογγύζουσιν [σου?]
Ἰουδαῖοι καὶ βούλονταί σε κακῶσαι· πόλις δέ μοι
μικροτάτη ἐστὶν, ἥτις ἐξαρκέσει ἀμφοτέροις.» Ὁ δὲ
Κύριος ἀναγνοὺς ταῦτα ἀντιγράφει πρὸς αὐτὸν οὕτω·
«Μακάριος ὁ πιστεύσας ἐν ἐμοὶ, κἂν μὴ ἑώρακέν με.
Περὶ δὲ οὗ ἔγραψας ἐλθεῖν με πρὸς σέ (ita), δέον ἐστὶ
πληρῶσαι πάντα δι' ἃ ἀπεστάλην ἐνταῦθα, καὶ ἀνα
ληφθῆναι πρὸς τὸν ἀποστείλαντά με. Καὶ οὕτως ἀποστελῶ σοι τινὰ (sic) τῶν μαθητῶν μου, καὶ άσεται
σου τὸ πάθος, καὶ ζωὴν σοὶ καὶ τοῖς σὺν σοὶ παρέξει.» Ταύταις οὖν ταῖς ἐπιστολαῖς ἔτι καὶ ταῦτα συνῆπτο τῇ τῶν Σύρων φωνῇ, Θαδδαίου πράξαντος μετὰ
τὴν ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου. Ὁ τοίνυν Αβγαρος ἀκούσας τὴν ἐπιστολὴν Κυρίου μᾶλλον εἰς πόθον καὶ πί
στιν ἐξήφθη μείζονα, καὶ κἂν ἐν εἰκόνι τὸν Χριστὸν
μόνον θεάσασθαι λίαν ἐφιέμενος, ἀποστέλλει ζωγρά
φον, ὥστε τὸ θεῖον εἶδος ἐκείνου διαχαράξαντα πρὸς
αὐτὸν κομίζειν ὡς τάχιστα. Τοῦ δὲ διαμαρτῶντος
(sic) τοῦ σκοποῦ διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν τοῦ προσώ
που χάριν τε καὶ λαμπρότητα, αὐτὸς τῷ οἰκείῳ προσώπῳ ἐθόνην ἐπιθεὶς ἐναπομάττει τὸ ἑαυτοῦ ὁμοίωμα
καὶ ἐκπέμπει τῷ ἐρῶντι τὸ ποθούμενον. Καὶ μέντοι
καὶ πρὸ τούτου πάλιν ἱστόρηται ὡσαύτως, ὅτι περ τοῦ
Κυρίου τεχθέντος ἐν Βηθλεὲμ, ὁ των Περσῶν βασιλεὺς
εὐφυῆ τινὰ ζωγράφον ἐξέπεμψεν, ὃς τήν τε τοῦ τεχθέντος καὶ τῆς τεκούσης εἰκόνα διαγράψας πρὸς αὐτ
τὸν ἤγαγεν. Εἰ δὲ οἱ πάντα κατὰ τὴν Εὐαγγελικὴν
ἱστορίαν ἀναγέγραπται, οὐ πάντως παρὰ τοῦτο καὶ
ἄπιστα. Οὐδὲ γὰρ τἄλλα σημεῖα ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς
ἀθετητέον, πολλά γε ὄντα ὡς μηδὲ χωρεῖν τὸν κόσμον
καθ' ἓν γραφόμενα.
Ο
Hæc rerum conjunctio vulgatæ veterum traditioni parum convenit. Ipsum enim Thaddæum
Christus ad Abgarum legasse dicitur.
col. 1301–1302page 13 of 14
PG 2:1301ε; 376 ἂν ἀκοῦσαί σε τὸν ἀκού σαντα ἀκούσαντα λυπη σέβειν φρονεῖν; ὡς εἰς 26 1. 1. τῶν τοῖς κωφοῖς τὴν αὐτ τὴν ἐνδεικνυμένων φ. τῶν μὴ δυναμένων 1. 30 ἀλλὰ μὴν τό τε περί... οὐδενὸς Ι. ἀληθῶς αὐτὸς 1480, 1. 5 καὶ ἀγανὸς (== καὶ ἀόργα τῆς ὑπεβ. φιλ. μία ἀγάπη ἐμίσησεν, τοῦ θ. οὐκ ἐμίσ. ἡμᾶς, οὐδὲ ἀπ., οὐδέ ἐμν. ἀλλ᾽ ἔμακρ., ήνεσχ., ἑκὼν ἐθέλων ἀνεδέξατο· αὐτὸς λόγιον λόγον πῦρ τὸ αἰώνιον.
ADDENDA.
Aliquot Joannis Henrici NOLTU conjecturæ, emendationes, adnotationes in incerti auctoris
epistolam, quæ ad Diognetum quemdam data est.
Hanc epistolum bis edidit J. Th. C. Otto prius
eam publicavit in tertio Corporis apologetar. Cbristianor. sæculi secundi volumine a p. 156-207, ed. II.
Denuo eam nimiis et sæpius sat vulgaribus explicationibus instructam edidit Lips. 1842. De qua editione quid sentiendum sit, uberius expliculmus in
Annal. Theolog. Vindobon. vol. VI, fasc. 1, p. 130
seqq.
Got. 1168, 1. 21 mala est Steph. conjectura tov
xóoμov. Cf. Krueger ad Dionys. Halicar. De comp.
verb. p. 454 seqq. et Kueh. Gr. Gr. § 454 Anmerk.
t. II,
p. 129.
1. 27 emenda άodеyoμa ε; nam yɛ h. 1. nihil significare potest. Et cum ne bruta quidem sonos nihil significantes edere verissime alicubi God.
Hermannus dixerit, te rescribendum est, quod sequenti xal respondeat.
ibid. male nonnulli genit. poß. ab omissa præpos. Evexx repetunt: tu cf. lexica in v. amosoux.
I. 50 de os cur infinit. constructo cf. Winer p.
376 ed. V. Otto pro ἂν ἀκοῦσαί σε scripsit τὸν ἀκού
σαντα; ἀκούσαντα iam Steph. coniecit. Dein λυπη05va: Hoffmannus apud Hefel. Pat. ap. xc, ed. IV,
poena affici transfert.
Col. 1169, 1. 18 Exzorov ita Bohl., Hefel., Otto.
1. 19 Post xáoτop eecidisse ob homeoteleuton
w; I. 1. suspicati sumus; sed non opus est ea particula.
I. 28 theov &' autois restitue ex codd. Argent. a
Cunitzio in Ottonis usum collato.
I. 33 vulgo male apropious.
I. 39 scribes cf. Kueh. 1. I. II, p. 56.
Pen. ouxous cf. Kuehneri excurs. III ad Xenoph.
Memorabil.
Col. 1172 1. 2 x pro xa recte apogr. Beur. et
cod. Argent.
I. 12 ppovoie à conice. Hoffm., sed àtandotov h. I. esse iam vidit Steph. Glossemata esse xal
post σέβειν et φρονεῖν b. I. diximus; ὡς pro εἰς
ante veòv coniecit Otto.
Col. 1173, 1. 20 emendandum est pápa to:-
out', tam excellens, egregium, præclarum, in quod
et van Hengel incidit.
I. 26 einendavimus 1. 1. τῶν τοῖς κωφοῖς τὴν αὐτ
τὴν ἐνδεικνυμένων φ. τῶν μὴ δυναμένων (cf. Winer p. 236 Anmerk. ed. V.) t. t. petalapbάverv...
T (ita iam Steph) & (hoc et Otto) etc.
1. 30 lege ἀλλὰ μὴν τό τε περί... οὐδενὸς (ita
tot
cod. Argent.) ahoyou, où (quod propter homoteleuton excidisse iam vidit Stephan.) vou!to. Quod
si cui non placuerit, leget p (quæ est particula interrogativa) loco uv et ponet post any signum
interrogationis.
I. 38 emendes nobis præeuntibus mu ov 0justor; quod et Ottonem coniecisse videmus.
1. 32 verisissima est Marani coniectura; perfrigidum et nimis longe quæsitum est quod Ottoni in
mentem venit.
Col. 1176, 1. 32 mλsová ou de Christianis interne crescentibus, sc. virtutibus, explicat Otto.
Ι. 43 ἀληθῶς quod post αὐτὸς typographorum incuria ex editionibus excidit, ex codice Argent. Otto
in textu recte reposuit.
I. 44 Rectius vlopuas apog. Beur. et cod. Argent.
exhibent.
Col. 1177) 1. 16 où μevov rescribas cum Hefelee.
1. 19 Quæ typographorum incuria exciderant verba: neppe - dwxwv, recte nunc in sedem suam
restituta sunt. Dein xpivovτa recte coniecit Stephanus. Mox λsová ovtas, eodem modo, ut supra
col. 1176, 1. 33, explicare voluit Otto. Infra in initio
cap. vin àonlotwv ironice dictum esse recte viderunt interpretes.
Col. 1480, 1. 5 καὶ ἀγανὸς (== mitis) καὶ ἀόργα
Hoffmannum coniecisse Hefele ad hl. dixit.
I. 8 loco Otto velit zaútny scriptum esse.
1. 23 &mayoutvouç ex cod. Argent. recte rescripsit Otto. cum et Beur. apogr. draλhouévous habeat.
I. 25 toy vov recte Hefele rescripsit.
I. 35 scribas nobiscum... 8úvajiv...de (=)
quoniam) τῆς ὑπεβ. φιλ. μία ἀγάπη (subiectum est
verbi ἐμίσησεν, etc.) τοῦ θ. οὐκ ἐμίσ. ἡμᾶς, οὐδὲ
ἀπ., οὐδέ ἐμν. (attendas ad polysyndeton), ἀλλ᾽
ἔμακρ., ήνεσχ., ἑκὼν vel ἐθέλων (cf. Just. Expos.
rect. fid. c. 11; codd. et edd. Aéyov, male) abròs
(attendas ad subitam subiecti mutationem)...
ἀνεδέξατο· αὐτὸς (fortasse ex antecedentibus male
hic repetitum) rov, etc.
Col. 1181 I. 20 Elyway aτpó; (hoc vocab.
habent apogr. Beur. et cod. Argent.). 'O yap, etc.
1. 23 tá v ty, ita præeunte Bochl., qui et v
aur coniecit, textum constituerunt Otta et Hefele.
Mox ex errore typograph. λόγιον loco λόγον in Marani editionem irrepserat, quod iure correctum est.
I. 40 loco sx iam anno 1843, cum primum hanc
epistolam legissemus, &, à emendandum esse vidimus: quam coniecturam nobis præcepit van Hengel, vir nobis carissimus et maxime amicus. Verba
at end. x. incuria typograph. in edit. Maran.
omissa recte in sedem suam restituta sunt.
Col. 1184 1. 2 się tò (tò habet recte cod. Argent.)
πῦρ τὸ αἰώνιον.
col. 1303–1304page 14 of 14
PG 2:1303τò τò καιρον τοῖς ποικίλοις κ. Κεκ. τρυφῆς τρύγης
ADDENDA.
I. 4 cum in codice Argent. aliquot vocabuli pòs sitam úró Te to recepit in textun Hefele. Denique.
vestigia adhuc appareant, recte Otto τò mop τò póσκαιρον
in textu collocavit.
I. 21 rahatos et cod. Argent. exhibet.
1. ult. male of deletum voluit Maranus: tu transferas, quippe qui facti sitis. Verba: mayx.... Eauτοῖς quo modo ποικίλοις κ. Κεκ. facti sint ostendunt; quæ duæ sententiæ participales causam ostendunt, ex qua illud of yev... tp. procedat. Loco
τρυφῆς Hoffmannum τρύγης (= messis) coniecisse
refert Hefele.
Col, 1185 1. 17 emendationem a nobis l. I. propoI. 21 alpov quod et nos olim, cum Beur. apog.
Epuv exhiberet, coniecimus, Otto quoque coniectura assecutus est, quia pov in cod. Argent adhuc
superesse et duas tantum litteras ante pov evanidas
esse ipsi nuntiatum erat.
Hæc pauca, quæ ab honesto et reverendo huius
libri editore rogati, ipsi, nonnullis in ipsa editione
correctis in eamque additis, imprimenda tradidimus, in præsens sufficiant. Nam quo minus plura
eaque uberiora nunc dare possimus, multis aliis
negotiis prohibemur.
FINIS TOMI SECUNDI.
Sancti Amandi.
Ex typis DESTENAY.
End of PG 2.≣ read PG 2 as one pagePG 3 begins →