Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
Notice of Moscow CodicesNotitia codicum Mosquensium
col. 931–932page 1 of 25
PG 36:931σκηνικές οι σκηνηκός. 158 σκοπιμώτατον εἰ σκοπημώτατον. 136 σμηκτικὸς εἰ μικτικός. 26 ν. ὦ σοφώτατε. 32, 593, Α. σπερμολογεῖν, 536, ἡ μεταφορὰ ἀπὸ τῶν σπερμολόγων πτηνών, ὰ τὰ τῶν σπερμάτων διεσκεδασμένα καὶ ἀκατακάλυπτα κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς κείμενα συλλέγοντα κατεσθίουσιν. 265 σταθηρότης. 567 ν. 1. στοιχεία, στρέφεσθαι πρὸς ἑαυτήν, 291 στρυφνότης. 45 τ. 1. συγγίνεσθαι οι συγγενέσθαι. 33, 609, Α. συγκαταβάλλειν. 18 τ. συγκεκραμένη ει συγκεκραμμένη. 259 ν. 8. συγκεχυμένως. 65 συγκρατείσθαι ει κρατεῖσθαι. 32, 598, Α. συγκροτείν 268 σύμμετρος οι συμμέτρως. 225 συμπαρεκτείνειν, συμπαρεκτείνεσθαι. 92 ν. συνάγειν τι ἔκ τινὸς ἀναγκαστικῶς, 271 συνάγεσθαι εἰς νοῦν, 291 συνανθρωπιστικός. 48 Γ. 5. συναριθμεῖσθαι, 167 ν. 5. σύνδουλος. 31, 560, Α. συνεζευγμένος ει συνδεδεμένος. 52 συνεπτυγμένως. 65 συνεσκιασμένως. 65 συνέχειν τὰ πάντα 478 συνημμένως. 65 σύννευσις συντεθῆναι οι συνιστάναι. 32, 397, [συνετέθης συντετμημένως. 65 συνυφαίνειν 2 σύρρηξης. Οτ. 28, 519, Β. συστέλλεσθαι εἰς ἑαυτόν, 291 σφαδάζειν. 2 σφακελισμός. 216, 329 σφαλερὸς εἰ σφαλλερός. 189 σφραγίζειν· εσφράγισεν. 143 Γ. Π. κατά σχέσιν ν. ταλαντεύεσθαι, ταλαντοῦσθαι. 367 ταμεῖον εἰ ταμεῖον. 28, 516, Β. 28, 518, ταμεία ταμιεία.] ταῦτα, ταὐτὸν οἱ ταυτό. 183 τε Ε. τέλεος οι τέλειος, τελέως οι τελείως. 28, 502, τεταγμένως. 65 τίθεσθαι συντίθεσθαι. 58 210 218 τις τις τίς Β. τί δαί; εἰ τί δέ; 499, 34 τ. τοιοῦτον εἰ τοιοῦτο, 20, 376, Δ.; τοιοῦτον οἷον εἰ τοιοῦτον 4, 20, 376, Α. τὸ μὲν — τὸ δὲ εἰ τῷ μὲν — τῷ δέ. 32, 508, Ε, τος είτικος τοῦτ' ἐκεῖνο εἰ τοῦτο ἐκεῖνο 32, 591, Β. τρανός, τρανής, 25.ν.; τρανότερον οι τρανώτερον, 20, 376, Α. τρέφεσθαι ει στρέφεσθαι. 217 τρυφάν τι οι τρυφάν τινι. 6, 180, Δ. τρυφή οι τροφή. 28, 518, τρύχινος οι τρίχινος. 274 τ. 8. τρωθῆναι. 368 τ. Ε. τύπος, τυποῦν, τύπωμα, τύπωσις τυποῦν, Α. ὑγίεια εἰ ὑγεία. 28, 516, Β.. ὑμῖν εἰ ὑμῶν. 3, 71, ὑπεράνω εἰ ὑπὲρ άνω. 156 τ. αι. ὑπερέκεινα. 77 ὑπὲρ εἰ ὑπό. 226 ὑπεριδρύεσθαι 237 ὑπέρογκος ει ὑπέρογγος. 24 ν. ί. ὑπερπλήρες ὑπεῤῥεῖν εἰ ὑποῤῥεῖν. 29, 524, Β. ὑπερθέσεις ν. ὑπέρχυσις ὑπνοῦν, ὑπό: τὰ ὑπὸ γένεσιν, φθοράν, χρόνον, 22 ὑποβάσεις ν. ὑπογάστρια, ν. τὰ ὑπὸ γαστέρα. ὑποκείμενον, τό. 23 ὑποχαλᾶν 12 ὑπωπιάζω εἰ ὑποπιέζω. 8 52, 592, 1. νηστείαις καὶ ἀγρυπνίαις καὶ χαμευνίαις, κόπῳ καὶ πᾶσιν ὑποπιεσμοῖς. Β. Μ. Υπωπιασμοῖς ύφαλος ὑφειμένως. 65 ν. πι. ὑφέσεις φαντάζεσθαι. 151 φαῦλος. 499, 50 ν. φέρεσθαι, 151 φρουρεῖσθαι 237 φρουρητικόν φυλακή 362 ν. φύρεσθαι. 19 φύσις. φύσει οργος. θέσει, 178 ἡ ἄνω φύσις, 31, 566, Α.; ἡ πρώτη φύσις, 27 ν. ί. φυτῶν εἰ φύσεων. 47 φωνητικός εἰ φωνιτικός. 180 φῶς ἀπρόσιτον 151 φωστήρες 60 φωτοχυσία, φωτοχυτεῖσθαι. 329 χαίρειν ἐᾶν. 223 χαλᾶν χαμαιῤῥιφής. 13 ν. 1 χαμερπής οι χαμαιπετής. 29, 531, [χαμερο πέσι, Α. χαμαιπετές χαμερπές.] χαρίεν οι χάριεν 1. 23, 416, Ε. χαρίεν χάριεν χάριεν χεθεὶς εἰ σχεθείς, 31, 577, Β.; χεθείς φ. χυθείς, 29, 523, ἵνα μὴ τῷ μήκει τοῦ λόγου διαχεθῇ τὰ νοούμενα. Β.: δια χευθῇ διασχεθῇ διαχεθῇ διαχυθῇ, διαχεθή χορηγεῖν εἰ χωρηγείν, Οι. 32. 587, 145 ; χορηγεῖν, χορηγία, χορηγός 32. χρῆν εἰ ἐχρῆν, χρῆναι. 32, 600, 190 χριστομιμήτως. 72 τ. 8. ἐν χρῷ εἰ ἐν χρόνῳ. 30, 551, Ε. ἐν Χριστῷ, (ἐν τέλει Χριστοῦ) ἐν χρῷ χωρεῖν πάντα 15 χωρητικὸς θεοῦ, 18 χωρητὸς 15; χωρητος χωρητικός, 15 ν. ι.; χ. οι χωριτός, 176 ψεύσομαί σε εἰ ψεῦσό μέ σε. 195 ψυχαγωγία. 12 ὠκύμορος οι ὠκύμωρος. 220 ὡσαύτως εἰ ὡς αὐτως, 162 ν. 1.; ώσαύτως ὡς ὁ ἐμὸς λόγος ὡς ἐμὸς λόγος. 28, 508, ὥσπερ εἰ ὅσπερ. 31, 558.
σκηνικές οι σκηνηκός. 158 v. i.
σκοπιμώτατον εἰ σκοπημώτατον. 136 r. i.
σμηκτικὸς εἰ μικτικός. 26 ν. s.
ὦ σοφώτατε. Οr. 32, 593, Α.
INDICES.
σπερμολογεῖν, convitiose de purlosophantibus.
Or. 28, 513, A. [El. f. 110 v. m. ad Or. XXIX, p.
536, D. ἡ μεταφορὰ ἀπὸ τῶν σπερμολόγων πτηνών,
ὰ τὰ τῶν σπερμάτων διεσκεδασμένα καὶ ἀκατακάλυπτα κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς κείμενα συλλέ
γοντα κατεσθίουσιν. Eadem iden f. 265 r. n. ad
Or. XXIII, p. 433, B.]
σταθηρότης. 567 ν. 1.
στοιχεία, sol et luna. Or. 6, 190, G.
στρέφεσθαι πρὸς ἑαυτήν, simum. de anima. 291 v. in.
στρυφνότης. 45 τ. 1.
συγγίνεσθαι οι συγγενέσθαι. Οr. 33, 609, Α.
συγκαταβάλλειν. 18 τ. i.
συγκεκραμένη ει συγκεκραμμένη. 259 ν. 8.
συγκεχυμένως. 65 v. m.
συγκρατείσθαι ει κρατεῖσθαι. Οr. 32, 598, Α.
συγκροτείν transl. 268 v. m.
σύμμετρος οι συμμέτρως. 225 r. m.
συμπαρεκτείνειν, συμπαρεκτείνεσθαι. 92 ν. i.
συνάγειν τι ἔκ τινὸς ἀναγκαστικῶς, 271 r. S.;
συνάγεσθαι εἰς νοῦν, simm. 291 v. m.
συνανθρωπιστικός. 48 Γ. 5.
συναριθμεῖσθαι, de Spiritu Sancto. 167 ν. 5.
σύνδουλος. Οr. 31, 560, Α.
συνεζευγμένος ει συνδεδεμένος. 52 r. m.
συνεπτυγμένως. 65 v. m.
συνεσκιασμένως. 65 v. m.
συνέχειν τὰ πάντα Dei. 478 v. m.
συνημμένως. 65 v. m.
σύννευσις neoplat. 80 r. i. 204 r. 5.
συντεθῆναι οι συνιστάναι. Οr. 32, 397, [συνετέθης
etiam E. probaute L., et r. ap. M.]
συντετμημένως. 65 v. m.
συνυφαίνειν transl. 2 (s. num.) r.
σύρρηξης. Οτ. 28, 519, Β.
συστέλλεσθαι εἰς ἑαυτόν, sium. 291 v. m.
σφαδάζειν. 2 (s. num.) r.
σφακελισμός. Cod. 216, 329 r.
σφαλερὸς εἰ σφαλλερός. 189 r. i.
σφραγίζειν· Deus Filium εσφράγισεν. 143 Γ. Π.
κατά σχέσιν Dei cognitio. 3. v. s. 204. ν. s.
ταλαντεύεσθαι, ταλαντοῦσθαι. 367 r. m.
ταμεῖον εἰ ταμεῖον. Οr. 28, 516, Β. [Gregor. Οr.
28, p. 518, D. ταμεία in Edd. ubi B. ταμιεία.]
ταῦτα, res visibiles. 29 r. m.
ταὐτὸν οἱ ταυτό. 183 r. i.
táwos corpus. 140 r. s.
τε neglecta inclinatione scriptum. Or. 28. 508, Ε.
τέλεος οι τέλειος, τελέως οι τελείως. Οr. 28, 502,
tédos, tó. 248 r. i.
τεταγμένως. 65 v. m.
τίθεσθαι i. q. συντίθεσθαι. 58 v. m. 210 v. s. 218 v. i.
τις encliticum male τις scriptum, Or. 28., 508,
E; Twp et tw, Or. 6, 187, A.
τίς; in clausula. Or. 28, 503, D. Or. 31, 561,
Β. C.; τί δαί; εἰ τί δέ; Cod. 499, 34 τ.
τοιοῦτον εἰ τοιοῦτο, Or. 20, 376, Δ.; τοιοῦτον
οἷον εἰ τοιοῦτον 4, Or. 20, 376, Α.
τὸ μὲν — τὸ δὲ εἰ τῷ μὲν — τῷ δέ. Οr. 32, 508, Ε,
τος είτικος in adject. terminatione. 15 v. i. 264 r. 8.
τοῦτ' ἐκεῖνο εἰ τοῦτο ἐκεῖνο Or. 32, 591, Β.
τρανός, τρανής, 25.ν. i.; τρανότερον οι τρανώτε
ρον, Or. 20, 376, Α.
τρέφεσθαι ει στρέφεσθαι. 217 r. m.
τρυφάν τι οι τρυφάν τινι. Οr. 6, 180, Δ.
τρυφή οι τροφή. Οr. 28, 518,
τρύχινος οι τρίχινος. 274 τ. 8.
τρωθῆναι. 368 τ. Ε.
τύπος, τυποῦν, τύπωμα, τύπωσις transl. r. m.
τυποῦν, formare. Or. 28, 496, Α.
et, 48 v. i.; et, 123 r. i.
ὑγίεια εἰ ὑγεία. Οr. 28, 516, Β..
ὑμῖν εἰ ὑμῶν. Or. 3, 71, A.
ὑπεράνω εἰ ὑπὲρ άνω. 156 τ. αι.
ὑπερέκεινα. 77 r. s.
ὑπὲρ εἰ ὑπό. 226 r. m.
ὑπεριδρύεσθαι neoplat. 237 v. i.
ὑπέρογκος ει ὑπέρογγος. 24 ν. ί.
ὑπερπλήρες in divina natura. 91 v. m.
ὑπεῤῥεῖν εἰ ὑποῤῥεῖν. Οr. 29, 524, Β.
ὑπερθέσεις mentium coelestium. 167 ν. s.
ὑπέρχυσις in divina natura. 91 v. m..
ὑπνοῦν, de Deo. 170 r. m.
ὑπό: τὰ ὑπὸ γένεσιν, φθοράν, χρόνον, simm. 22 r.
s. 71 r. m.
ὑποβάσεις mentium coelestium. 167 ν. s.
ὑπογάστρια, ν. τὰ ὑπὸ γαστέρα.
ὑποκείμενον, τό. 23 r. i.
ὑποχαλᾶν transl. 12 r. m.
ὑπωπιάζω εἰ ὑποπιέζω. 8 v. mn. [Gregor. Οr. 52,
592, 1. νηστείαις καὶ ἀγρυπνίαις καὶ χαμευνίαις,
κόπῳ καὶ πᾶσιν ὑποπιεσμοῖς. sic Β. ut th. ap. Μ.
et Comb. ap. C. Υπωπιασμοῖς probante L. Edd.
ύφαλος transl. 354 r. m
ὑφειμένως. 65 ν. πι.
ὑφέσεις neoplat. 167 v. s.
φαντάζεσθαι. 151 v. m.
φαῦλος. Cod. 499, 50 ν.
φέρεσθαι, eferri. 151 r. s.
yopå et çłopá, 61 r. s.; copà i. q. ¿pµh, 168 v. i.
φρουρεῖσθαι neoplat. 237 v. i.
φρουρητικόν in biis, neoplat. 194 r. m.
φυλακή corpus. 362 ν. s.
φύρεσθαι. 19 r. i.
φύσις. indoles, ingenium, 189 v. m.; φύσει
οργος. θέσει, 178 v. i.; ἡ ἄνω φύσις, Or. 31, 566,
Α.; ἡ πρώτη φύσις, 27 ν. ί.
φυτῶν εἰ φύσεων. 47 v. s.
φωνητικός εἰ φωνιτικός. 180 r. i.
φῶς ἀπρόσιτον Deus. 151 r. m.
φωστήρες coli. 60 r. s.
φωτοχυσία, φωτοχυτεῖσθαι. 329 r. m.
χαίρειν ἐᾶν. 223 r. m.
χαλᾶν transl. 12 r. m.
χαμαιῤῥιφής. 13 ν. 1
χαμερπής οι χαμαιπετής. Οr. 29, 531, D. [χαμερο
πέσι, quod L. probavit, habet etiam r. ap. M.; contra p. 537, Α. χαμαιπετές cum B. or. ap. M. et
Ed. Bas. pro vulg. χαμερπές.]
χαρίεν οι χάριεν 1. r. m. [Or. 23, 416, Ε. item
scribe χαρίεν pro χάριεν quod habent B. E. Vid.
Winkelmann. ad Plat. Euthyd. p. 137. Sunt tamen
V. DD. qui χάριεν scribere malint.
χεθεὶς εἰ σχεθείς, Οr. 31, 577, Β.; χεθείς i. φ.
χυθείς, ibid. [Gregor. Or. 29, 523, C. ἵνα μὴ τῷ
μήκει τοῦ λόγου διαχεθῇ τὰ νοούμενα. Sic Β.: δια
χευθῇ male Bas., nec melius διασχεθῇ Paris., cujus
in VV. LL. διαχεθῇ ex V. F. T. Bill. affertur. Quod
Savilius conjecit, διαχυθῇ, babent Reg. et Cypr.
ap. C. qui tamen recte διαχεθή
χορηγεῖν εἰ χωρηγείν, Οι. 32. 587, E. Fol. 145
r. S.; χορηγεῖν, χορηγία, χορηγός transl., Or. 32.
600, D. Foll. 143 r. s. 204 v. S.
χρῆν εἰ ἐχρῆν, χρῆναι. Or. 32, 600, D. F. 190 v. m.
χριστομιμήτως. 72 τ. 8.
ἐν χρῷ εἰ ἐν χρόνῳ. Or. 30, 551, A. [Variam lectionem ap. Ε. ἐν Χριστῷ, quam ille per antiptosin
(ἐν τέλει Χριστοῦ) temere explicat, habet r. ap. N.,
ἐν χρῷ L. recte probavit, habentque etiam G. H.
N. in VV. LL. Ed. Paris. Nihil hic vidit Billius.]
χωρεῖν πάντα Dei. 15 v. i.
χωρητικὸς θεοῦ, simm. 18 v. i.
χωρητὸς Deus, 15 v. i.; χωρητος et χωρητικός,
15 ν. ι.; χ. οι χωριτός, 176 r. s.
ψεύσομαί σε εἰ ψεῦσό μέ σε. 195 v. i.
ψυχαγωγία. 12 r. i.
et. 201 r. i. Cod. 34, 310 v.
ὠκύμορος οι ὠκύμωρος. 220 v. i.
ὡσαύτως εἰ ὡς αὐτως, 162 ν. 1.; ώσαύτως Plato
nicum, ibid.
ὡς ὁ ἐμὸς λόγος et ὡς ἐμὸς λόγος. Or. 28, 508, D.
ὥσπερ εἰ ὅσπερ. Οr. 31, 558. D.
col. 933–934page 2 of 25
PG 36:933Παροῦσα θεία καὶ ἱερὰ βίβλος ἐγεγόνει παρ' ἐμοῦ τοῦ ἐλαχίστου ἐν ἱερομονάχοις Συμεὼν τοῦ Μαλεσηνοῦ. Καὶ ὡς αὐτὴ μαρτυρεῖ, ἐπιμελῶς πάνυ καὶ λίαν καλῶς. Ἐπεὶ οὖν οὕτω κεκοπίακα καὶ οὕτως ἐπεμελησάμην, θέλω καὶ σφό δρα ἀποδέχομαι, ἵνα καὶ μετὰ θάνατόν μου εὑρίσκηται εἰς τὴν καθ᾽ ἡμᾶς σεβασμίαν καὶ ἱερὰν βασιλικὴν μεγάλην λαύραν τοῦ ἁγίου Πατρὸς ἡμῶν ᾿Αθανασίου, ὅπως καὶ οἱ ἀναγινώσκοντες αὐτὴν εὔχωνται ὑπὲρ ἐμοῦ τοῦ ἐλαχίστου καὶ ἁμαρτωλοῦ, ὡς ἂν παράσχοι μοι ὁ πανάγαθος Θεὸς τὴν τῶν ἁμαρτημάτων ἄφεσιν. Ο γοῦν βουληθεὶς ἆραι ταύτην καὶ ἰδιοποιήσεσθαι Η μεταδώσειν πρός τινα ἔξω τῆς ἱερᾶς ταύτης λαύ ρας, κἂν ὁποῖος ἄρα καὶ εἴη, ἵν' ἐπισπᾶται τὰς ἀρὰς τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ καὶ τοῦ ἁγίου Πατρὸς ἡμῶν ᾿Αθανασίου καὶ τῶν ἐν τῇ ἱερᾷ ταύτῃ λαύρᾳ εὐαρεστησάν των τῷ Θεῷ ἁγίων Πατέρων, καὶ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἵνα κληρονόμος τῆς αἰωνίου κολάσεως γένη ται. *Αν ὠκεανὸς τὰς θαλάσσας ἐξάγῃ, Αιθήρ δ' ὁ λαμπρὸς κερματίζῃ τὴν φλόγα, Βροντὴν δ' ἀκουστὴν συνθλιβείς τὴρ φέρῃ Πῶς οὐχὶ ῥεῖθρα πνευματόβρυτον χύσιν, Ποταμὸς ἀκένωτος ἐκ διδαγμάτων, Ο Γρήγορος νοῦς πλημμυρήσει πανσόφως, ὡς εἰς ἑκατὸν ἐξενεγκεῖν τὴν χάριν, Καὶ πῦρ φλογίζον καὶ καθαῖρον τὴν ὕλην, Νόθους δαπανών, εὐσεβεῖς δὲ λαμπρύνον; Καὶ βροντὰς ἀφεὶς αιθεροδρόμους λόγους, Βροτούς ἀνυψώσειεν εὐσεβοφρόνως. Καὶ δὴ κατιδὼν ὡς θεογράφους πλάκας, Ἐκ τῶν ἄλλων μυστικῶν ἀκουσμάτων, Την βίβλον ώδι συλλαβὼν εὐθυβόλως, Εγγραφε καὶ χάραττε καρδίας πλάτη, Κάλλη νοητῶν σωστικών σπουδασμάτων, Τύπους ἀτερπεῖς τῆς ψυχῆς ἀποξέων ὡς ἂν διαρθῇς εἰς ποθουμένην πόλιν, Ἐν ᾖ τὰ λαμπρὰ τῆς Ἐδὲμ λάβῃς γέρα. Εἰς τὸν ἐξηγητήν. Εὕροις δ' ἀμοιβὴν τῶν πόνων ἀρχυθύτα, Νικητικῶς ἄριστα τὴν κλῆσιν φέρων, Αίγλης ἁμαρύγματα προς θεοπτίαν, Ανθ᾿ ὧν συναπήστραψας ἡμῖν ἀφθόνως, Χάριν θεουργον πανσόφω Γρηγορίῳ. Ενθάδε πηγή ναμάτων ζωηῤῥύτων, Καὶ κλίμαξ ἀνάγουσα πρὸς θεωρίαν, Καὶ κῆπος ἡδὺς ἀκηράτων ἀνθέων, Απας ο διψῶν πίνε. βαῖνε καὶ τρύγα, Αρδευε τὸν νοῦν αὖθις ὡς αὐαλέον. Ἡμεῖς δὲ Χριστὸν δεξιὸν ἐπιστάτην Νῦν προσλαβόντες τῶνδε τῶν πονημάτων, Πρὸς τὴν καταρχὴν ἐξαπλοῦμεν τὰς χεῖρας.
NICETAS SERRONIUS. I.- NOTITIA CODD. MOSQUENS.
NICETÆ SERRONII
COMMENTARIUS
IN S. GREGORII NAZIANZENI ORATIONES I ET XI.
(Olim XLI et VI.)
ACCEDUNT DUORUM ANONYMORUM SCHOLIA.
(Ex editione Christ. Frid. Matthæi, S. Gregorii Nazianzeni Orationes binæ (in editt. 1 et 11, olim 41 et 6) Græce et
Latine; varius lectiones, commentarium duplicem et scholia numquam antea edita ex codd. mss. Mosquensibus adjocil, etc., Mosquæ 1780 in-4”.) |
NOTITIA CODICUM MOSQUENSIUM.
I. Codices orationum
Codex chartaceus sæc. xv, foliorum cccLxv, bibliothecae sanctissima Synodi, in folio, num. LXVII.
Continel:
a) Gregorii Nazianzeni xvı orationes cum interpretatione Niceta metropolitæ Heracleensis.
b) Apocalypsin Joannis Theologi cum commentario Andreæ Cæsariensis.
Præterea in hoc codice notabilia sunt:
4) Fol. 1. Index omnium quæ in eo continentur.
2) Fol. 2. Nota Symeonis cujusdam, qui eum
dicavit sanctæ lauræ Athanasii in monte Atho, quæ
repetita quoque est fol. 364, 365. Eam hic ascribere
placuit. Habet autem sic: Παροῦσα θεία καὶ ἱερὰ
βίβλος ἐγεγόνει παρ' ἐμοῦ τοῦ ἐλαχίστου ἐν ἱερομονάχοις Συμεὼν τοῦ Μαλεσηνοῦ. Καὶ ὡς αὐτὴ μαρτυ
ρεῖ, ἐπιμελῶς πάνυ καὶ λίαν καλῶς. Ἐπεὶ οὖν οὕτω
κεκοπίακα καὶ οὕτως ἐπεμελησάμην, θέλω καὶ σφό
δρα ἀποδέχομαι, ἵνα καὶ μετὰ θάνατόν μου ευρίσκηται εἰς τὴν καθ᾽ ἡμᾶς σεβασμίαν καὶ ἱερὰν βασιλικὴν
μεγάλην λαύραν τοῦ ἁγίου Πατρὸς ἡμῶν ᾿Αθανασίου,
ὅπως καὶ οἱ ἀναγινώσκοντες αὐτὴν εὔχωνται ὑπὲρ
ἐμοῦ τοῦ ἐλαχίστου καὶ ἁμαρτωλοῦ, ὡς ἂν παράσχοι
μοι ὁ πανάγαθος Θεὸς τὴν τῶν ἁμαρτημάτων ἄφεσιν.
Ο γοῦν βουληθεὶς ἆραι ταύτην καὶ ἰδιοποιήσεσθαι
Η μεταδώσειν πρός τινα ἔξω τῆς ἱερᾶς ταύτης λαύ
ρας, κἂν ὁποῖος ἄρα καὶ εἴη, ἵν' ἐπισπᾶται τὰς ἀρὰς
τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ θεοφόρων Πατέρων
τῶν ἐν Νικαίᾳ καὶ τοῦ ἁγίου Πατρὸς ἡμῶν ᾿Αθανα
σίου καὶ τῶν ἐν τῇ ἱερᾷ ταύτῃ λαύρᾳ εὐαρεστησάν
των τῷ Θεῷ ἁγίων Πατέρων, καὶ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτω
λοῦ, ἵνα κληρονόμος τῆς αἰωνίου κολάσεως γένηται.
Nicetas, cognomento Philosophus, primum
episcopus Serronis, deinde archiepiscopus Heraclem, sæculo x1, scripsit commentarium in Gregorii orationes sexdecim et brevem in quædam ejus
poemata Enarrationem. EDIT.
3) Fol. 2. verso, leguntur varia epigrammata in
Gregorium et Nicetam.
*Αν ὠκεανὸς τὰς θαλάσσας ἐξάγῃ,
Αιθήρ δ' ὁ λαμπρὸς κερματίζῃ τὴν φλόγα,
Βροντὴν δ' ἀκουστὴν συνθλιβείς τὴρ φέρῃ·
Πῶς οὐχὶ ῥεῖθρα πνευματόβρυτον χύσιν,
Ποταμὸς ἀκένωτος ἐκ διδαγμάτων,
Ο Γρήγορος νοῦς πλημμυρήσει πανσόφως,
ὡς εἰς ἑκατὸν ἐξενεγκεῖν τὴν χάριν,
Καὶ πῦρ φλογίζον καὶ καθαῖρον τὴν ὕλην,
Νόθους δαπανών, εὐσεβεῖς δὲ λαμπρύνον;
Καὶ βροντὰς ἀφεὶς αιθεροδρόμους λόγους,
Βροτούς ἀνυψώσειεν εὐσεβοφρόνως.
Καὶ δὴ κατιδὼν ὡς θεογράφους πλάκας,
Ἐκ τῶν ἄλλων μυστικῶν ἀκουσμάτων,
Την βίβλον ώδι συλλαβὼν εὐθυβόλως,
Εγγραφε καὶ χάραττε καρδίας πλάτη,
Κάλλη νοητῶν σωστικών σπουδασμάτων,
Τύπους ἀτερπεῖς τῆς ψυχῆς ἀποξέων·
ὡς ἂν διαρθῇς εἰς ποθουμένην πόλιν,
Ἐν ᾖ τὰ λαμπρὰ τῆς Ἐδὲμ λάβῃς γέρα.
Εἰς τὸν ἐξηγητήν.
Εὕροις δ' ἀμοιβὴν τῶν πόνων ἀρχυθύτα,
Νικητικῶς ἄριστα τὴν κλῆσιν φέρων,
Αίγλης ἁμαρύγματα προς θεοπτίαν,
Ανθ᾿ ὧν συναπήστραψας ἡμῖν ἀφθόνως,
Χάριν θεουργον πανσόφω Γρηγορίῳ.
Ενθάδε πηγή ναμάτων ζωηῤῥύτων,
Καὶ κλίμαξ ἀνάγουσα πρὸς θεωρίαν,
Καὶ κῆπος ἡδὺς ἀκηράτων ἀνθέων,
Απας ο διψῶν πίνε. βαῖνε καὶ τρύγα,
Αρδευε τὸν νοῦν αὖθις ὡς αὐαλέον.
Ἡμεῖς δὲ Χριστὸν δεξιὸν ἐπιστάτην
Νῦν προσλαβόντες τῶνδε τῶν πονημάτων,
Πρὸς τὴν καταρχὴν ἐξαπλοῦμεν τὰς χεῖρας.
Præter orationes in quibusdam codicibus,
quos hic recensui, leguntur quoque carmina, epistolæ, vita, testamentum et explicationes historiarum, quarum in orationibus fit mentio. Vide cod
C, D, E, G, M, N, O, J, V, T.
col. 935–936page 3 of 25
PG 36:935Στίχοι τοῦ Φιλῆ εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Εἰς τὸν α' λόγον. Εἰ ζῇ τὰ νεκρὰ τῆς φθορᾶς ἐφθαρμένης, Εδειξε Χριστὸς ἐκ ταφῆς ἀνη γερμένος] Εἰ ζῇ δὲ καὶ νοῦς εἰς ψυχὴν ήχων λόγων, Ο Γρήγορος νοῦς εὐφυῶς ἂν δεικνύει Εἰς τὸν β' λόγον. Πως δευτερίζεις πρῶτος ὢν ἀλλοτρόπως. Ταῖς ὑπερλαμπρος συμπλοκαῖς τῶν δογμάτων, Καὶ τοῖς δυσλήπτοις τῶν νοημάτων λόγοις, Ἐξ ὧν τὸ θαῦμα τῆς θεωρίας φέρεις; Εἰς τὸν αὐτόν. Εμπνευσις ἰδοῦ τοῖς θανοῦσι δευτέρα, Νοημάτων ἔχουσα καὶ τέχνης βάθος. Παρήκε γὰρ τὴν δή) Ελισσαίου τρίτην Ο Γρήγορος νους τῆς σκιᾶς πεπαυμένης. Εἰς τὸν γ' λόγον. Αρτι προέσχει πᾶσα τέρψις χαρίτων, Πᾶν ἑστιῶσα τῶν ἐν αἰσθήσει γένος. Ηρους γὰρ αὐτὴν τὴν ἀνάστασιν λόγος, Νῦν δεξιοῦται πᾶν καλὸν συνεισφέρων, Πόλον διαυγή καλλιλαμπή φωσφόρον, Τὴν γῆν πολύχρουν ἠρινῶν ἐξ ἀνθέων, *Αρδην θάλατταν πᾶσαν ἡμερουμένην, Τὸ μεῖζον αὐτοὺς εὐσταλεῖς τοὺς ἀέρας, Πηγάς, ποταμούς, πᾶσαν ἅμα τὴν κτίσιν. Άνθρωπε, λοιπὸν εἰς ὑπέρτερον βίον, Ως ἀγχίνους, πρόβαινε θάττον μὴ φθάσαν Τὸ τοῦ τέλους πρόστιμον ἁρπάξειε σε. Ἡμεῖς δὲ ταῦτα νῦν φράσαντες, ὡς σθένος, Υψηγορικῶν ἐγκαινισμάτων λόγους, Γράφοντες ἔνθεν ἀνυμνοῦμεν τὸν λόγον. Εἰς τὸν αὐτὸν λόγον. Μάμας ἀμολγαῖς εὐπαθῶν πρὶν δορκάδων, Πανηγυρικούς δεῦρο θηλάζει κρότους, Καὶ τοῦ χρόνου δείκνυσι τὴν βασιλίδα, “Η Πάσχα καινὸν καὶ ψυχῶν ἔαρ φύει. Εἰς τὸν δ' λόγον. 'Αλλ' οὐδ᾽ ὁ νυνὶ συντεθεὶς, Πάτερ, λόγος, Τοῦ πανσόφου Πνεύματος εγράφη δίχα Καὶ γὰρ ἕνα κρίνει σε τῶν ἀποστόλων, Γλώττης ξένης πνέοντα πυρφόρον μένος. Εἰς τὸν ε' λόγον. *Έδειξε Γρηγόριος ἐκ τοῦ νῦν λόγου, Πῶς δύναται νοῦ ζωγραφεῖν πάντα χρόα. Μικροῦ γὰρ αὐτοὺς ἀνθρακωμένους βλέπω, Τοὺς παντοδαπούς τῷ Θεῷ στεφανίτας. Εἰς τὸν Γ' λόγον. Ο Κυπριανὸς πρὶν μὲν ἦν γόης μέγας Ἐς ὕστερον δὲ, τῷ Θῷ μείζων θύτης. Ταύτης δὲ τῆς χάριτος οὐκ ἔχων πόρον, Καὶ μαρτυρικὸν δείκνυται θύμα ζέων. Εἰς τὸν ζ' λόγον. Τὸν ἐξισωτὴν τῶν βασιλείων φόρων, Ο Γρήγορος νοῦς δεξιοῦται τοῖς λόγοις Καὶ τοὺς φόρους τίθησι μετριωτέρους, Εὐσπλαγχνίας πλάστιγγας αὐτῷ ῥυθμίσας. Εἰς τὸν η' λόγον. *Ανθρωπε, συστάληθι πιστεύσας μόνον, Καὶ μηδὲν ἀμφίβαλλε τὸ πρᾶγμα βλέπων. Τὰς γὰρ φύσεις ήμειψεν ὁ κτίστης λόγος, Σαρκός μετασχὼν καὶ θεὸς μείνας πάλιν. Εἰς τὸν θ' λόγων. Ζης μάλα σεμνῶς καὶ τελευτήσας, μάκαρ, Ο σύννομος γὰρ αὖθις ἐψύχωσε σε, Μονωδίας ἔντεχνον ἰσχὺν ἐγχέας. Ως πνεῦμα καὶ φῶς τῇ σκιᾷ τοῦ λειψάνου. Χ. Εἰς τὸν ι' λόγον. Γυμνὸν θεωρῶν τὸν Θεὸν καὶ Δεσπότην, Ανθρωπε, γυμνώθητι παθῶν καὶ ξράμε. Ο γὰρ ποταμὲς τοῦ προκειμένου λόγου, Παντός μολυσμοῦ τὰς ψυχὰς ἀποπλύνει. ΧΙ. Εἰς τὸν ια' λόγον. Ἰδοὺ πάλιν βάπτισμα καὶ φώτων χύσις. Δὶς γάρ σε, πιστέ, πρὸς τὸ καλὸν ὁτρύνω. Σὺ γοῦν πάλιν πλύνθητι καὶ φῶς εἰσδέχου, Καὶ τοῖς ὑποχραίνουσι μή χρῶ πρακτέοις. Εἰς τὸν ιβ' λόγον. Έδειξε Γρηγόριος ἐκ τοῦ νῦν λόγου Τὴν τῷ φίλῳ πρέπουσαν εἰς φίλους σχέσιν. Τῷ γὰρ ἀδελφῷ τοῦ Βασιλείου τάδε Σοφῶς δι' αὐτὸν ὡς τροφὴν καταρτύει. Εἰς τὸν ιγ' λόγον. ᾿Αθανάσιε, τάχα καὶ ζῆς καὶ πνέεις, ὺς οὐ παρελθὼν τὸν βραχὺν τοῦτον βίον. ᾿Αθάνατον γὰρ πανταχού σε δεικνύων Ο Γρήγορος νους, τόνδε σοι πνεῖ τὸν λόγον. Εἰς τὸν ιδ' λόγον. Επισκοπικήν σεμνύνων παρουσίαν, Τὴν τῶν λόγων τράπεζαν εἰς μέσον τίθης. Καὶ γὰρ ἀγαθὸς ἐστιάτωρ εὑρέθης, Τὸ δογματικὸν, Πάτερ, ἐγχέας πάμα. Εἰς τὸν ιε λόγοι. Τράπεζαν ἀδρὰν καὶ πρυτανείον μέγα, Τὸν δεῦρο σαφῶς ὀργανοῖς, Πάτερ, λόγον Καὶ τοῖς φίλοις πένησιν αὐτὸν ἐκδίδως, Οἷς δὴ συναλγεῖν ἀξιοῖς τοὺς εὐπόρους. Εἰς τὸν ις' λόγον Οὐρανόθεν χάλαζα ῥιφεῖσα βρύχει Πλὴν τὸν μὲν ἐκ γῆς πάντα καρπὸν συντρίβει, Ποιεῖ δὲ τὸν νῦν αιθεροδρόμον λόγον, Πληγῆς πονηρᾶς ἀντιφάρμακον πόαν. Δεικνύει. δεικνύοι.
4.) Fol. 5. Conspicitur inago S. Gregorii scri-
· bentis.
5.) Fol. 4. Legitur Aaúpas, quæ nota in plerisque codicibus, qui olim in laura S. Athanasii fuerunt, reperitur.
6) Tandem singulis orationibus ascripta reperiuntur argumenta et epigrammata Phile, quæ bic
deinceps reddidi
Στίχοι τοῦ Φιλῆ εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἐν ἁγίοις
πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
Εἰς τὸν α' (in editis olim 41, nunc 1) λόγον.
Εἰ ζῇ τὰ νεκρὰ τῆς φθορᾶς ἐφθαρμένης,
Εδειξε Χριστὸς ἐκ ταφῆς ἀνη γερμένος]·
Εἰ ζῇ δὲ καὶ νοῦς εἰς ψυχὴν ήχων λόγων,
Ο Γρήγορος νοῦς εὐφυῶς ἂν δεικνύει
Εἰς τὸν β' (in editis olim 42, nunc 45) λόγον.
Πως δευτερίζεις πρῶτος ὢν ἀλλοτρόπως.
Ταῖς ὑπερλαμπρος συμπλοκαῖς τῶν δογμάτων,
Καὶ τοῖς δυσλήπτοις τῶν νοημάτων λόγοις,
Ἐξ ὧν τὸ θαῦμα τῆς θεωρίας φέρεις;
Εἰς τὸν αὐτόν.
Εμπνευσις ἰδοῦ τοῖς θανοῦσι δευτέρα,
Νοημάτων ἔχουσα καὶ τέχνης βάθος.
Παρήκε γὰρ τὴν (et supra δή) Ελισσαίου τρίτην
Ο Γρήγορος νους τῆς σκιᾶς πεπαυμένης.
Εἰς τὸν γ' (in editis olim 43, nunc 44) λόγον.
Αρτι προέσχει πᾶσα τέρψις χαρίτων,
Πᾶν ἑστιῶσα τῶν ἐν αἰσθήσει γένος.
Ηρους γὰρ αὐτὴν τὴν ἀνάστασιν λόγος,
Νῦν δεξιοῦται πᾶν καλὸν συνεισφέρων,
Πόλον διαυγή καλλιλαμπή φωσφόρον,
Τὴν γῆν πολύχρουν ἠρινῶν ἐξ ἀνθέων,
*Αρδην θάλατταν πᾶσαν ἡμερουμένην,
Τὸ μεῖζον αὐτοὺς εὐσταλεῖς τοὺς ἀέρας,
Πηγάς, ποταμούς, πᾶσαν ἅμα τὴν κτίσιν.
Άνθρωπε, λοιπὸν εἰς ὑπέρτερον βίον,
Ως ἀγχίνους, πρόβαινε θάττον μὴ φθάσαν
Τὸ τοῦ τέλους πρόστιμον ἁρπάξειε σε.
Ἡμεῖς δὲ ταῦτα νῦν φράσαντες, ὡς σθένος,
Υψηγορικῶν ἐγκαινισμάτων λόγους,
Γράφοντες ἔνθεν ἀνυμνοῦμεν τὸν λόγον.
Εἰς τὸν αὐτὸν λόγον.
Μάμας ἀμολγαῖς εὐπαθῶν πρὶν δορκάδων,
Πανηγυρικούς δεῦρο θηλάζει κρότους,
Καὶ τοῦ χρόνου δείκνυσι τὴν βασιλίδα,
“Η Πάσχα καινὸν καὶ ψυχῶν ἔαρ φύει.
Εἰς τὸν δ' (in editis olim 4, nunc 41) λόγον.
'Αλλ' οὐδ᾽ ὁ νυνὶ συντεθεὶς, Πάτερ, λόγος,
Τοῦ πανσόφου Πνεύματος εγράφη δίχα·
Καὶ γὰρ ἕνα κρίνει σε τῶν ἀποστόλων,
Γλώττης ξένης πνέοντα πυρφόρον μένος.
Εἰς τὸν ε' (in editis olim 22, nunc 15) λόγον.
*Έδειξε Γρηγόριος ἐκ τοῦ νῦν λόγου,
Πῶς δύναται νοῦ ζωγραφεῖν πάντα χρόα.
Μικροῦ γὰρ αὐτοὺς ἀνθρακωμένους βλέπω,
Τοὺς παντοδαπούς τῷ Θεῷ στεφανίτας.
Εἰς τὸν Γ' (in editis olim 18, nunc 24) λόγον.
Ο Κυπριανὸς πρὶν μὲν ἦν γόης μέγας·
Ἐς ὕστερον δὲ, τῷ Θῷ μείζων θύτης.
Habet quoque codex bibliotheca Vindobonensis apud Lambec. III, p. 184,
Ταύτης δὲ τῆς χάριτος οὐκ ἔχων πόρον,
Καὶ μαρτυρικὸν δείκνυται θύμα ζέων.
VU.
Εἰς τὸν ζ' (in edilis olim 9, nunc 19) λόγον.
Τὸν ἐξισωτὴν τῶν βασιλείων φόρων,
Ο Γρήγορος νοῦς δεξιοῦται τοῖς λόγοις·
Καὶ τοὺς φόρους τίθησι μετριωτέρους,
Εὐσπλαγχνίας πλάστιγγας αὐτῷ ῥυθμίσας.
Εἰς τὸν η' (in editis olim et nunc 38) λόγον.
*Ανθρωπε, συστάληθι πιστεύσας μόνον,
Καὶ μηδὲν ἀμφίβαλλε τὸ πρᾶγμα βλέπων.
Τὰς γὰρ φύσεις ήμειψεν ὁ κτίστης λόγος,
Σαρκός μετασχὼν καὶ θεὸς μείνας πάλιν.
Εἰς τὸν θ' (in editis olim 20, nunc 43.) λόγων.
Ζης μάλα σεμνῶς καὶ τελευτήσας, μάκαρ,
Ο σύννομος γὰρ αὖθις ἐψύχωσε σε,
Μονωδίας ἔντεχνον ἰσχὺν ἐγχέας.
Ως πνεῦμα καὶ φῶς τῇ σκιᾷ τοῦ λειψάνου.
Χ.
Εἰς τὸν ι' (in editis olim et nunc 59.) λόγον.
Γυμνὸν θεωρῶν τὸν Θεὸν καὶ Δεσπότην,
Ανθρωπε, γυμνώθητι παθῶν καὶ ξράμε.
Ο γὰρ ποταμὲς τοῦ προκειμένου λόγου,
Παντός μολυσμοῦ τὰς ψυχὰς ἀποπλύνει.
ΧΙ.
Εἰς τὸν ια' (in editis olim et nunc 40 ) λόγον.
Ἰδοὺ πάλιν βάπτισμα καὶ φώτων χύσις.
Δὶς γάρ σε, πιστέ, πρὸς τὸ καλὸν ὁτρύνω.
Σὺ γοῦν πάλιν πλύνθητι καὶ φῶς εἰσδέχου,
Καὶ τοῖς ὑποχραίνουσι μή χρῶ πρακτέοις.
Εἰς τὸν ιβ' (in editis olim 6, nunc 11 ) λόγον.
Έδειξε Γρηγόριος ἐκ τοῦ νῦν λόγου
Τὴν τῷ φίλῳ πρέπουσαν εἰς φίλους σχέσιν.
Τῷ γὰρ ἀδελφῷ τοῦ Βασιλείου τάδε
Σοφῶς δι' αὐτὸν ὡς τροφὴν καταρτύει.
Εἰς τὸν ιγ' (in editis olim et nunc 21 ) λόγον.
᾿Αθανάσιε, τάχα καὶ ζῆς καὶ πνέεις,
ὺς οὐ παρελθὼν τὸν βραχὺν τοῦτον βίον.
᾿Αθάνατον γὰρ πανταχού σε δεικνύων
Ο Γρήγορος νους, τόνδε σοι πνεῖ τὸν λόγον.
Εἰς τὸν ιδ' (in editis olim 32, nunc 45 ) λόγον.
Επισκοπικήν σεμνύνων παρουσίαν,
Τὴν τῶν λόγων τράπεζαν εἰς μέσον τίθης.
Καὶ γὰρ ἀγαθὸς ἐστιάτωρ εὑρέθης,
Τὸ δογματικὸν, Πάτερ, ἐγχέας πάμα.
Εἰς τὸν ιε (in editis olim 16, nunc 44) λόγοι.
Τράπεζαν ἀδρὰν καὶ πρυτανείον μέγα,
Τὸν δεῦρο σαφῶς ὀργανοῖς, Πάτερ, λόγον·
Καὶ τοῖς φίλοις πένησιν αὐτὸν ἐκδίδως,
Οἷς δὴ συναλγεῖν ἀξιοῖς τοὺς εὐπόρους.
Εἰς τὸν ις' (in ediis olim 15, nunc 16) λόγον
Οὐρανόθεν χάλαζα ῥιφεῖσα βρύχει·
Πλὴν τὸν μὲν ἐκ γῆς πάντα καρπὸν συντρίβει,
Ποιεῖ δὲ τὸν νῦν αιθεροδρόμον λόγον,
Πληγῆς πονηρᾶς ἀντιφάρμακον πόαν.
Δεικνύει. Forte, δεικνύοι. Epis.
་
col. 937–938page 4 of 25
PG 36:9374) 1. Αναστάσεως ἡμέρα. 2) 18. Ἐπὶ τῆς φυλακῆς μου. 5) 140. Εγκαίνια τιμᾶσθαι. 4) 172. Περὶ τῆς ἑορτῆς βραχέα. 5) 229. Τί δὲ οἱ Μακκαβαίοι. 6) 265. Μικροῦ Κυπριανός. 7) 297. Τίς ἡ τυραννίς. 8) 330. Χριστὸς γεννᾶται. 9) 374. Εμελλεν ἄρα πολλάς. καὶ προστίθεται τοῖς ἱερεῦσιν ὁ ἀρχιερεύς τῶν Ἰβήρων. στίχοι, Πρὸς Εὐάγριον μοναχὸν περὶ Θεότητος.: Σφόδρα σε θαυμάζω. Ιστέον, ὅτι κατά τινας ὁ λόγος οὗτος ἀμφιβάλλεται. Ἐκ τῶν τοῦ Διονυσίου ιερομονάχου καὶ με γάλου πρωτοσυγκέλου. Αναστάσεως ἡμέρα, Το Πάσχα Χριστοῦ δεξιὰν ἀρχὴν ἔχων, Λαμπρῶς πανηγύριζε καὶ θεοφρόνως. Φίλου πιστοῦ, Πιστῶν φίλων ἐνταῦθα λαβοῦ λαμπάδα Τριῶν, Βασιλείου τε καὶ Γρηγορίων. Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἐξήγησιν τῶν ἐπιταφίων ἱστοριῶν τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου τοῦ μεγάλου. Πρώτη ἐστὶν ἱστορία ἡ περὶ τῶν Πελοπίδων. ἔστιν αὕτη ἡ ἐξήγησις τοῦ ᾿Αγίου, ἀλλὰ Κώννου τοῦ ε) Συναγωγὴν καὶ ἐξήγησιν, ὧν ἐμνήσθη ιστοριών ὁ ἐν ἁγίοις Γρηγόριος ἐν τῷ Εἰς τὰ Φῶτα λόγῳ, οὗ ἡ ἀρχή· Πάλιν Ἰησοῦς ὁ ἐμός. Πρώτη ἐστὶν ἱστορία ἡ περὶ τῆς γονῆς. α) Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἐξήγησιν τῶν ἐν τῷ πρώτῳ στηλιτευτικῷ ἱστοριῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτου. Λόγος ὁ στηλιτευτικός. ε) Εξήγησιν τῶν ἐν τῷ β' λόγῳ.: Πρώτη ἐστὶν ἱστορία ἡ περὶ τοῦ Αριάδνης. Γ) Δοξολογίαν τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Σὲ καὶ νῦν εὐλογοῦμεν. Οἱ μη' ἀναγινωσκό μενοι λόγοι τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Βιβλίον τῆς γ' θέσεως. Τάδε λέγει Σολομών, τις Οὗτος ὁ λόγος ἀμφιβάλλεται, ὅτι οὐκ ἔστι τοῦ θελ λόγου, ἀλλὰ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θαυματουργού, καθὼς καὶ ὁ Σουΐδας γράφει. 498, Έγραψε δὲ μετάφρασιν εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, ἐλάχιστον μὲν, πάνυ δὲ θαυ μαστὸν λόγον. Τοῦ. τῆς.
NOTITIA CODD. MOSQUENSIUM.
Es hoc codice varias lectiones in hac editione notari foliorum clxXXV, sæc. XI aut x11. Continet xxv ofaet Nicete commentarium inde edidi.
B. Codex membranaceus sæc. xi aut xii.
Continet 9 orationes cum commentario Niceta.
Folia habet 495. Servatur in bibliotheca tabularii
imperialis Mosquensis (In der Bibliothek des ReichsArchivs). Hujus usum debeo Gerhardo Friderico a
Muller, Rossici imperii consiliario status, viro per-
¡Hustri et generosissimo.
Istæ orationes hoc ordine leguntur:
4) Fol. 1. Αναστάσεως ἡμέρα.
2) Fol. 18. Ἐπὶ τῆς φυλακῆς μου.
5) Fol. 140. Εγκαίνια τιμᾶσθαι.
4) Fol. 172. Περὶ τῆς ἑορτῆς βραχέα.
5) Fol. 229. Τί δὲ οἱ Μακκαβαίοι.
6) Fol. 265. Μικροῦ Κυπριανός.
7) Fol. 297. Τίς ἡ τυραννίς.
8) Fol. 330. Χριστὸς γεννᾶται.
9) Fol. 374. Εμελλεν ἄρα πολλάς.
In hac oratione quædam in line exciderunt. Nam
quæ in editione Parisina 1609, pag. 372 A, a vocabulis καὶ προστίθεται τοῖς ἱερεῦσιν ὁ ἀρχιερεύς leo
guntur, ea hic in codice a manu recentiori, omissa
interpretatione Niceta, ascripla sunt.
C. Codex bibliotbecæ sanctissimæ Synodi, in
folie, num. LVIII, membranaceus, foliorum cccci,
sæc. ix Continet XLIX orationes cum scholiis.
Fuit quondam in monasterio Iberorum montis Athus.
Nam fol. 1 legitur, τῶν Ἰβήρων. In Gne plerarumque orationum bic notati sunt στίχοι, ut in codi
cibus V. et N. Testamenti. Post orationem quadragesimam nonam, folio 402 verse, legitur oratio
a manu recentiori sæc. xv, cujus hic est index: Πρὸς
Εὐάγριον μοναχὸν περὶ Θεότητος. Incipit: Σφόδρα σε
θαυμάζω. Hæc in fine est mutila. Reperitur quoque
ibi ab eadem manu hac nota: Ιστέον, ὅτι κατά
τινας ὁ λόγος οὗτος ἀμφιβάλλεται. In editis est oratio XLV. [Nunc inter epistolas reposita, ed. Bened.
40m. ll, ep. 245, ad Evagrium. Epis.]
D. Codex ejusdem bibliothecæ in fol., num, LIV,
membranaceus, sæc. xi, foliorum cccxcxvii. Hic
olim ſuit in monasterio Batopedii, ut fol. 2 legitur.
Continet & orationes cum scholiis
E. Codex ejusdem bibliothecæ num. LV, in folio,
Aprincipio a manu recentiori hæc nota legitur: Ἐκ τῶν τοῦ Διονυσίου ιερομονάχου καὶ με
γάλου πρωτοσυγκέλου.
In hoc a manu recentiori quibusdam orationibus præfixa. leguntur epigrammata, diversa a
supra laudatis. In orationem, Αναστάσεως ἡμέρα,
hoc:
Το Πάσχα Χριστοῦ δεξιὰν ἀρχὴν ἔχων,
Λαμπρῶς πανηγύριζε καὶ θεοφρόνως.
In orationem, Φίλου πιστοῦ, huc:
Πιστῶν φίλων ἐνταῦθα λαβοῦ λαμπάδα
Τριῶν, Βασιλείου τε καὶ Γρηγορίων.
Hic codes paulo negligentius scriptus est
quam reliqui.
Jsta scholia partim a prima manu, partim a
secunda et recentiori provenerunt. In prima oratione tamen ita evanuerunt, ut vix legi possint.
Horum scholiorum nulla vestigia reperi in editione
Billii.
PATROL GR. XXXVI.
tiones cum scholiis nonnullis. Hic a principio
est mutilus. Exciderunt eniin quatuor orationes
cum initio quintæ. Præter istas orationes conLinet:
a) Exemplum Testamenti Gregorii Nazianzeni.
b) Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ
Θεολόγου ἐξήγησιν τῶν ἐπιταφίων ἱστοριῶν τοῦ ἐν
ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου τοῦ μεγάλου. Incipit:
Πρώτη ἐστὶν ἱστορία ἡ περὶ τῶν Πελοπίδων.
In fronte folii a manu recentiori legitur: Oix
ἔστιν αὕτη ἡ ἐξήγησις τοῦ ᾿Αγίου, ἀλλὰ Κώννου τοῦ
¿66a.
ε) Συναγωγὴν καὶ ἐξήγησιν, ὧν ἐμνήσθη ιστοριών
ὁ ἐν ἁγίοις Γρηγόριος ἐν τῷ Εἰς τὰ Φῶτα λόγῳ, οὗ
ἡ ἀρχή· Πάλιν Ἰησοῦς ὁ ἐμός. Incipit: Πρώτη ἐστὶν
ἱστορία ἡ περὶ τῆς γονῆς.
α) Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ
Θεολόγου ἐξήγησιν τῶν ἐν τῷ πρώτῳ στηλιτευτικῷ
ἱστοριῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτου. Incipit: Λόγος ὁ στηλιτευτικός.
ε) Εξήγησιν τῶν ἐν τῷ β' λόγῳ. Incipit: Πρώτη
ἐστὶν ἱστορία ἡ περὶ τοῦ Αριάδνης.
Γ) Δοξολογίαν τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
incipit: Σὲ καὶ νῦν εὐλογοῦμεν.
Fuit hic codex olim in bibliotheca S. Lauræ
Athanasii, quod ex hac nota, quæ in ultimo folio
legitur, intelligitur: Οἱ μη' (i. e. 48) ἀναγινωσκό
μενοι λόγοι τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου
τοῦ Θεολόγου. Βιβλίον τῆς γ' θέσεως.
F. Codex ejusdem bibliothecæ num. LVI, in fol.,
foliorum cccxvi, scriptus est in charta Lombycina
sac. xv aut xiv. Continet xvt orationes cum Niceta
interpretatione. Hic variis in locis a vermibus
adrosus est.
G. Codex ejusdem bibliothecæ in fol, num. LIX,
membranaceus, sæe. x aut x1, foliorum cccxxxv.
Continet orationes xxxi. Prima, quæ est in Casarium fratrem, a principio est mutila.
H. Codex ejusdem bibliothecæ num. LX, in fol.,
chartaceus, saec. xiv. Continet in foliis cccxi orationes xvi cum commentario Nicetæ. Fuit hic codex
olim in monte Atho in monasterio Dionysii, ut
fol. 2 notatum est. In fine bujus codicis, fol. 512,
In hoc codice oratio, Τάδε λέγει Σολομών, τις
spuria notatur. Ita enim ibi in principio legitur:
Οὗτος ὁ λόγος ἀμφιβάλλεται, ὅτι οὐκ ἔστι τοῦ θελ
λόγου, ἀλλὰ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θαυματουργού,
καθὼς καὶ ὁ Σουΐδας γράφει. Suidæ verba toin. I,
pag. 498, sic se habent: Έγραψε δὲ μετάφρασιν
εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, ἐλάχιστον μὲν, πάνυ δὲ θαυ
μαστὸν λόγον.
Hoc primum Graece edidit Montacutius
Etonæ, in-4, anno 1610, p. 127 sqq. (Recuditur
infra.)
Vide modo laudatum libellum, p. 159.
Τοῦ. Forte, τῆς. EDIT.
Vide Montf. Bibl. Coislin., cod. Li, p. 118.
et LXV, p. 120, necnon Fabric. Bibl. Gr. vol. VII,
p. 513.
Vid. Montf. Bibl. Coislin., cod. Vill, p. 43.
et quæ nos notavimus in Notitia codd. mss. Mosq.,
cod. XXVI, p. 38.
Nicetas' Commentary on Oration I of St. GregoryCommentarious Nicetae in orationem I S. Gregorii
col. 939–940page 5 of 25
PG 36:939ΝΟΤΙΤΙΑ & Εγράφη καὶ ἐτελειώθη ή θεία καὶ θεολογικὴ καὶ ἱερὰ αὕτη βίβλος ἐν ἔτει σωμζ. καὶ εὔ χεσθαι (εἰς) τὸν γράψαντα οἱ ἀναγι. 'Αφιερώθη καὶ τοῦτο, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ὑπ' ἐμοῦ Μαξίμου ἁμαρτωλοῦ μοναχοῦ ἐν τῷ ἁγίῳ ἄρει ἐν τῇ ἁγία μονῇ τοῦ κυροῦ Διο νυσίου, διὰ μνημόσυνον τοῦ ἐμοῦ πεφιλημένου πα τρός. Ὁ δὲ συλλῆσαι θελήσας, ἐχέτω τὰς ἀρὰς τῶν ἁγίων Πατέρων. Τμήματα ιζ' καὶ λειτουργίαι δ'. Βιβλίον τῆς τρίτης θέσεως α'. Ετελειώθη ἐν Κυρίῳ ἡ πανά γαστος αὕτη δέλτος τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρη γορίου τοῦ Θεολόγου μηνὶ Ἰουνίῳ, σ' ἡμέρᾳ κατα παυσίμῳ, ὥρᾳ 6', ινδικτ. γ', ἔτους ἀπὸ κτίσεως κόσμου συπγ 975), γραφεῖτα διὰ χειρὸς Νικολάου μοναχού καὶ πρεσβυτέρου μονῆς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ᾗ ἐπώνυμον ὁ Πελεκᾶν. Ὑπὲρ οὔ, πᾶς ὁ ἐντυγχάνων ταύτῃ τῇ βίβλῳ, ὅσο ὑπερευχόμενος διὰ τὸν Κύ ριον. θάνατον πλησιάσαντες. * Ἐπεὶ γὰρ φθόνῳ, κ τ. λ. Εν πολλοῖς τῶν ἀντιγράφων καὶ ἕτερά τινα διὰ μέσου κείμενα εὕρομεν, ἔνθα τὸ σημεῖον ὁρᾶς διὰ τῆς κιναβάρεως ἅπερ ἔδοξεν ἡμῖν ἢ μὴ εἶναι τοῦ Πατρὸς, ἢ μὴ εἶναι ἀνόθευτα, ὅμως καὶ ταῦτα πρὸς ἀκριβῆ τῶν ἐντυγχανόντων γνώσιν μετὰ τὴν συμπλήρωσιν ( 126) τοῦ παρόντος λόγου γραφήναι συνείδομεν. Ἔχει δὲ καὶ τὰ ἐν τῷ προ γεγραμμένῳ λόγῳ, ὡς ἐν παραθήκῃ φερόμενα, καθά περ ἀνωτέρω ἐν τῷ ἐκ τῆς ἀρχῆς τετάρτῳ σελλιδίῳ, ὡς ἐσημειωσάμεθα οὕτως. Καὶ τί δεῖ μοι πλειόνων εγκαινίων. 127 ἀπαθανατισθέντες καὶ Θεῷ πλησιάσαντες. Έστιν ὑπο θέσθαι τοῦ ῾Αγίου εἶναι καὶ ταῦτα· ἐπειδὴ γὰρ ὁ Πα τὴρ τὸν παρόντα λόγον σχεδίως, ὅτε ἐπ' ἐκκλησίας, προσεφώνησεν, εἰκὸς μετὰ τοῦτο αὐτὸν σχολαιότερον διελθὼν ἀθετεῖσθαι ταῦτα ἠθέλησεν. Οὕτω μᾶλλον ἐγὼ περὶ τούτων εικάζω. Ξηροποτάμου Γεννάδιος ἱερο μόναχος. τῶν Ἰβήρων. Ιωάννου πρεσ σβυτέρου καὶ μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ λόγος εἰς τὴν κοίμησιν τῆς παναγίας Θεοτόκου.: Έστι μὲν ἀνθρώπων οὐδείς. Α, Β, καὶ γὰρ εἰ τὴν ὀρθήν, καταλείψαντος. ἐν ἄλλῳ ἀντιγράφω). Συναγωγὴν καὶ ἐξήγησιν, ὧν ἐμνήσθη ἱστοριῶν ὁ ἐν ἁγίοις Πατὴρ ἡμῶν Γρηγόριος ἐν τῷ Εἰς τὰ Φῶτα λόγῳ, οὗ ἡ ἀρχή· Πάλιν Ἰησοῦς.: Οι θεο λόγοι τῶν Ἑλλήνων. Εξήγησιν ἱστοριῶν τῶν ἐν τῷ πρώτῳ Στηλιτευτικῷ.: Λόγος στηλιτευτικός. α) Ιστορίας τοῦ δευτέρου Στηλιτευτικοῦ. Αριάδνη θυγάτηρ.
'$59
ΝΟΤΙΤΙΑ CODD. MOSQUENSIUM.
& manu altera legitur: Εγράφη καὶ ἐτελειώθη ή
θεία καὶ θεολογικὴ καὶ ἱερὰ αὕτη βίβλος ἐν ἔτει
σωμζ. (i. e. post Christum natuın 1349), καὶ εὔ
χεσθαι (εἰς) τὸν γράψαντα οἱ ἀναγι. (Sic). Ibidem ab
alia etiam manu legitur: 'Αφιερώθη καὶ τοῦτο, ὡς
καὶ τὰ λοιπὰ ὑπ' ἐμοῦ Μαξίμου ἁμαρτωλοῦ μοναχοῦ
ἐν τῷ ἁγίῳ ἄρει ἐν τῇ ἁγία μονῇ τοῦ κυροῦ Διονυσίου, διὰ μνημόσυνον τοῦ ἐμοῦ πεφιλημένου πατρός. Ὁ δὲ συλλῆσαι (sic) θελήσας, ἐχέτω τὰς ἀρὰς
τῶν ἁγίων Πατέρων. Τμήματα ιζ' καὶ λειτουργίαι δ'.
1. Codex ejusdem bibliotheca mum. LXI, in
fol. Continet in foliis CCLXxxviii orationes xxxi.
Scriptus est in membranis sæc. x. Fuit olim in
laura Athanasii in monte Atho. Nam fol. 1 legitur:
Βιβλίον τῆς τρίτης θέσεως α'. In fine singularum
orationum notatus est numerus versuum. Inest
quoque explicatio signorum scribæ, quam jam edidit Montſ. Bibl. Coislin, cod. CCXLIII, p. 300. Est
hic codex unus ex pulcherrime scriptis. Exornatus
est multo auro variisque coloribus. Nota scribæ in
fine hac reperitur: Ετελειώθη ἐν Κυρίῳ ἡ πανά
γαστος αὕτη δέλτος τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου μηνὶ Ἰουνίῳ, σ' ἡμέρᾳ καταπαυσίμῳ, ὥρᾳ 6', ινδικτ. γ', ἔτους ἀπὸ κτίσεως
κόσμου συπγ (6483, i. e. post Christum natum 975), γραφεῖτα διὰ χειρὸς Νικολάου μοναχού
καὶ πρεσβυτέρου μονῆς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ᾗ
ἐπώνυμον ὁ Πελεκᾶν. Ὑπὲρ οὔ, πᾶς ὁ ἐντυγχάνων
ταύτῃ τῇ βίβλῳ, ὅσο ὑπερευχόμενος διὰ τὸν Κύ
ριον.
In hoc codice fol. 122 verso legitur nota a prima
manu scripta cinnabari, quæ refertur ad verba,
θάνατον πλησιάσαντες. * Ἐπεὶ γὰρ φθόνῳ, κ τ. λ. (vid.
edit. operum Gregor. ed. Bened. p. 836 et p. 837 E)
quæque ita se habet: Εν πολλοῖς τῶν ἀντιγράφων
καὶ ἕτερά τινα διὰ μέσου κείμενα εὕρομεν, ἔνθα τὸ
σημεῖον ὁρᾶς διὰ τῆς κιναβάρεως (est vero istud
signum eo in loco, ubi ego stellam posui )· ἅπερ
ἔδοξεν ἡμῖν ἢ μὴ εἶναι τοῦ Πατρὸς, ἢ μὴ εἶναι ἀνόθευτα, ὅμως καὶ ταῦτα πρὸς ἀκριβῆ τῶν ἐντυγχανόντων γνώσιν μετὰ τὴν συμπλήρωσιν (post finem
orationis fol. 126) τοῦ παρόντος λόγου γραφήναι
συνείδομεν. Rursus fol. 126 ante istum suspectum
locum hæc nota legitur: Ἔχει δὲ καὶ τὰ ἐν τῷ προγεγραμμένῳ λόγῳ, ὡς ἐν παραθήκῃ φερόμενα, καθάπερ ἀνωτέρω ἐν τῷ ἐκ τῆς ἀρχῆς τετάρτῳ σελλιδίῳ,
ὡς ἐσημειωσάμεθα οὕτως. Locus incipit sic: Καὶ
τί δεῖ μοι πλειόνων εγκαινίων. Desinit fol. 127 in
verbis, ἀπαθανατισθέντες καὶ Θεῷ πλησιάσαντες.
Post ista verba tertia nota repetitur: Έστιν ὑποθέσθαι τοῦ ῾Αγίου εἶναι καὶ ταῦτα· ἐπειδὴ γὰρ ὁ Πα
τὴρ τὸν παρόντα λόγον σχεδίως, ὅτε ἐπ' ἐκκλησίας,
προσεφώνησεν, εἰκὸς μετὰ τοῦτο αὐτὸν σχολαιότερον
διελθὼν ἀθετεῖσθαι ταῦτα ἠθέλησεν. Οὕτω μᾶλλον
ἐγὼ περὶ τούτων εικάζω.
Hic codex in primis dignus est qui a futuro
editore diligenter comparetur cum editis.
Etiam hic codex est unus ex diligentissime
scriptis.
Hic est unus ex diligentissime et pulcherK. Codex ejusdem bibliothecæ nim. LXII,
in fol. Scriptus est sæc. x. Continet in foliis CCLX
orationes xvi. In hoc folio 1 est tabula picta, divisa in duas partes. Vetustate autein ita pleraque
deleta sunt, ut neutrius partis argumentum cognosci possit. Fol. 2 legitur index oratiomum litteris aureis, scriptis in cinnabari. Has litteras sub
inde renovavit recentior manus minio. In fine additur etiam explicatio istorum signorum, de quibus
modo dixi in recensione codicis I. In ipso opere
initia et indices orationum necnon litteræ initiales
auro et cinnabari necnon aliis coloribus sunt cdnspicua. Sepe etiam imagines sunt adjectæ, quæ
argumentum orationum exhibent. Fol. 4 in fine a
manu recentiori legitur: Ξηροποτάμου (quod mοnasterii nomen est montis Atho) Γεννάδιος ἱερομόναχος.
L. Codex ejusdemn bibliothecæ num. LXIII,
in fol. Scriptus est in membranis sæc. x. Compleclitur in foliis CCCLXXXIII orationes XXIII. Kuit
quondam in monasterio Iberorum montis Athus.
Nam fol. 5 legitur: τῶν Ἰβήρων. Ante orationes
Gregorii Nazianzeni inserta sunt duo folia metu.
branacea sæc. ix in quibus pars orationis Joannis
Damasceni legitur. Indicem babet: Ιωάννου πρεσ
σβυτέρου καὶ μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ λόγος εἰς τὴν
κοίμησιν τῆς παναγίας Θεοτόκου. incipit: Έστι μὲν
ἀνθρώπων οὐδείς.
An hoc codice locus ille orationis XLIII, de quo
supra dixi in recens. cod. I, separatin legitur. In
fine orationis XXV (nunc XXIII), quæ hic est XXIII,
quædam exciderunt.
M. Codex membranaceus sæc. x, foliorum cccLxi,
ejusdem bibliothecæ, in folio, num. LXIV. Continet:
A, B,
2) XXVII orationes Gregorii Nazianzeni. Etiam
hic ille locus cum ista, de qua supra dixi nota in
cod. 1, separatim legitur. Præterea in oratione IV
(nunc V), quæ hic est XXI, fol. 271, in margine
legitur locus, qui in editis reperitur pag. 119, Α, Β,
a verbis, καὶ γὰρ εἰ τὴν ὀρθήν, ad verba, καταλεί
ψαντος. Indicem habet iste locus, ἐν ἄλλῳ (scil.
ἀντιγράφω). Ergo olim videtur abfuisse a quibusdam codd.
b) Συναγωγὴν καὶ ἐξήγησιν, ὧν ἐμνήσθη ἱστοριῶν ὁ
ἐν ἁγίοις Πατὴρ ἡμῶν Γρηγόριος ἐν τῷ Εἰς τὰ Φῶτα
λόγῳ, οὗ ἡ ἀρχή· Πάλιν Ἰησοῦς. Incipit: Οι θεο
λόγοι τῶν Ἑλλήνων.
c) Εξήγησιν ἱστοριῶν τῶν ἐν τῷ πρώτῳ Στηλιτευ
τικῷ. Incipit: Λόγος στηλιτευτικός.
α) Ιστορίας τοῦ δευτέρου Στηλιτευτικοῦ. Incipit:
Αριάδνη θυγάτηρ.
N. Codex membranaceus, sæc. x aut I
scriptus, foliorum cccLiv. Est ejus.lein bibliotheca,
in fol., nurn. LXV. Continet Li Orationes cum schorime scriptis.
folio 209 ad 216 secunda manus sæc. XV
quæ exciderant adjecit.
Scholia a manu recentiori scripta videnture
Sepc ctiam alieno loco leguntur. Exempli causa,
|
col. 941–942page 6 of 25
PG 36:941ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νικήτα μητροπολίτου Σεῤῥῶν ἐξήγησις εἰς τὸν Θεολόγον. Αναστάσεως ἡμέρα. Β) Μαρτύριον τῶν ἁγίων καὶ ἐνδόξων τοῦ Χρι στοῦ μαρτύρων Ευστρατίου, Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδαρίου καὶ Ὀρέστου. Μην δεκεμβρίῳ ιγ'. Βασιλεύοντος Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ. Καθεσθέντων οὖν αὐτῶν, ὁ ἅγιος Ευστράτιος εἶπε, τίνου. Ὡς ἓν ἀπρόσιτον καὶ ἀδιάδοχον. Λύει μοι τὴν γλῶσσαν. Αναστάσεως ἡμέρα, Νικήτα διακόνου καὶ διδα σκάλου τῆς τοῦ Θεοῦ μεγάλης Εκκλησίας ερμηνεία εἰς τοὺς ῥηθέντας ὁσίους λόγους παρὰ τοῦ Θεολόγου Γρηγορίου.
Sil
NOTITIA CODD. MOSQUENSIUM.
liis. Oljm ſuit in monte Atho, in monasterio Atha- nota legitur: Oɛoû tô dŵpov zal móvos KwvoTXYnasii, quod Laura appellatur.
O. Codex membranaceus sæc. x1 aut x, foliorum
cccxcl. Servatur in eadem bibliotheca, estque in
fol., num. LXVI. Continet xlix orationes. Orationis
autem primæ, quæ est in editis quoque prima (nunc
secunda), initium deest.
P. Codex in charta bombycina sæc. xiv, foliorum Dxvi. Fuit quondam in monasterio Iberorum.
Nunc in eadem Mosquensi bibliotheca servatur, de
qua modo dixi, estque in fol., num. LXVII. Continet xv orationes cum commentario Niceta. Nicetæ interpretatio hunc habet indicem: Tou v
ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νικήτα μητροπολίτου Σεῤῥῶν
ἐξήγησις εἰς τὸν Θεολόγον. principio nonnulla
scripta sunt minus diligenter a manu recentiori in
charta vulgari, in his oratio, Αναστάσεως ἡμέρα.
Q. Codex membranaceus sæc. x1 aut x foliorum
ccix. Est ejusdem bibliothecæ, in fol., num LXIX.
Continel:
a) XIII orationes Gregorii Nazianzeni.
Β) Μαρτύριον τῶν ἁγίων καὶ ἐνδόξων τοῦ Χρι
στοῦ μαρτύρων Ευστρατίου, Αυξεντίου, Ευγενίου,
Μαρδαρίου καὶ Ὀρέστου. Μην δεκεμβρίῳ ιγ'. lucipit:
Βασιλεύοντος Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ.
Hoc in fine est mutilum. Desinit enim in verbis,
Καθεσθέντων οὖν αὐτῶν, ὁ ἅγιος Ευστράτιος εἶπε,
R. Codex ejusdem bibliothecæ in quarto, num.
CCLXXXI, foliorum cccxxxv. Scriptus est in charta
sæc. xv. Fuit quondam in monasterio Batopedii.
Continet xı orationes cum Commentario Niceta.
S. Codex ejusdem bibliothecæ in quarto, num.
CCLXXXII, sæc. XII aut xi, foliorum dxxxv. ScriFlus est in membranis. Fuit quondam in monasterio Iberorum. Continet xiv orationes cum commentario anonymi. Est hic codex variis in locis in
superiori parte putredine adesus. Cæterum accurate et pulcherrime scriptus. In fine hæc scribæ
τίνου.
T. Codex ejusdem bibliothecæ in folio, num. V.
lunc recensui in Notitia codd. mss. Græcorum,
quæ prodiit Mosqua: 1776, in fol., vid. p. 8 et 9.
Continet præter alia xvi orationes Gregorii
Nazianzeni et Vitam ejusdem, quæ ibi tribuitur
Gregorio presbytero.
V. Codex ejusdem bibliothecæ, num. XLI, in
fol., membranaceus, sæc. I aut x1. Continet præter alia epistolas aliquot Gregorii Nazianzeni. Hlunc
1. 1. recensui p. 61.
X. Codex chartaceus sæc. xvII, bibliothecæ Typographei synodalis, num. 1V, in quarte. Continet
præter alia unam Gregorii Nazianzeni orationem
cum scholiis. Incipit: 'Eyxalvia tipidobat. Scholia
incipiunt: Ὡς ἓν ἀπρόσιτον καὶ ἀδιάδοχον.
Hunc diligentius recensui in Notitia codd. mss.
11. Codices carminum.
A. Codex bibliothecæ sanctissimæ Synodi, num.
LIII, in fol. Scriptus est sæe. xu in membranis.
Fuit quondam in monasterio Iberorum. Continet
in foliis ccxc Gregorii Nazianzeni LV carmina
cum paraphrasi.
B. Codex ejusdem bibliothecæ num. CCXLVIII,
in quarto. Scriptus est in charta, sæc. xvii. Fuit
quondam in monasterio Iberorum. Continet præter
alia xtv carmina cum scholiis.
C. Codex ejusdem bibliothecæ num. CCXLVII, in
quarto. Hic ab Absalomo monacho scriptus traditur
anno mundi 7118, Christi 1610, mensis Maii die 12.
Est chartaceus. Continet inter alia xxxı carmina
eum scholiis modo inter versus, modo in margine,
D. Codex bibliothecæ Typographei synodalis,
num. V, in quarto, de quo diligentius exposui in
Notitia codicum mss. Mosquensium.
E. Codex ejusdem bibliothecæ num. XLI,
quarto. Vide eamdem Notitiam.
scholia orationis fov motou, leguntur in margine
orationis: Λύει μοι τὴν γλῶσσαν. Scholia ad orationein, Αναστάσεως ἡμέρα, quæ prima est in hoc
codice, maxima ex parte deleta sunt. Ex hoc codice
infra quædam excerpsi, quæ a scribis aliis recentiori teinpore adjecta sunt.
Vid. Fabric. Bibl. Gr., vol. IX, p. 78.
Indicen habet: Νικήτα διακόνου καὶ διδα
σκάλου τῆς τοῦ Θεοῦ μεγάλης Εκκλησίας ερμηνεία
εἰς τοὺς ῥηθέντας ὁσίους λόγους παρὰ τοῦ Θεολόγου
Γρηγορίου.
Hunc codicem in hac editione non contuli,
quia unus est ex negligentissime scriptis, quod
comparandis nonnullis Novi Foœderis libris, quos
etiam continet, intellexeram.
Ex hoc codice speciminis causa edidi duplicem paraphrasin carminis De libris canonicis V. et
N. Testamenti. Hanc Paraphrasin ediinus inter
scholia quæ Gregorii carnținibus subjiciuntur. Ed17,
PATK.
col. 943–944page 7 of 25
Commentarious Nicetæ in orationem I S. Gregorii
PG 36:943Ρ. Ν. Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν ἀρχιεπισκόπου Κων σταντινουπόλεως Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου λό γος α, ερμηνευθεὶς ὑπὸ τοῦ μακαριωτάτου καὶ ὑπερτίμου μητροπολίτου Ηρακλείας κυ ροῦ Νικήτα τοῦ Σεῤῥῶν. 395 3. Αναστάσεως... περιπτυξώμεθα. Ακων χειροτονηθεὶς ἱερεὺς ὁ θεῖος Γρηγόριος, ὥστε λοιπὸν γηράσαντος τοῦ πατρὸς ἀντιλαμβάνεσθαι τοῦ κατὰ Ναζιανζός ποιμνίου, καὶ ἀναπληροῦν τὸ παι τρικὸν ὑστέρημα, δυσχεράνας ἔφυγεν εἰς τὸν Πόντον, κἀκεῖσε ἡσύχαζε, καὶ μετὰ καιρὸν ἐπανῆκεν ἀπὸ τοῦ Πόντου ἐν ἡμέρᾳ τοῦ Πάσχα, καὶ παρακληθεὶς ἔστη μέσον τῆς ἐκκλησίας, καὶ τὸν παρόντα λόγον ἀπεστομάτισεν. Ὕστερον δὲ τὸν μέγαν ἀπολογητικόν συνέταξε κατά σχολήν. Εστι δὲ οὗτος ὁ λόγος πανηγυρικὸς, διπλῆν ἔχων ὑπόθεσιν, αὐτήν τε τὴν ἑορτὴν καὶ τὴν βραδυτῆτα τῆς προστασίας τῆς κατὰ Ναζιανζὸν Ἐκκλησίας. Πανηγυρίζει τε ὑμνῶν τὴν ἑορτὴν, καὶ ὑπεραπολογείται τῆς βραδυτήτος, εἰ καὶ τὰ τῆς ἀπολογίας ἐν ὀλίγῳ μέρει τοῦ ὅλου λόγου συμπεπεράτωται. Τὸ δὲ Πάσχα, οὐκ ἔστιν ὄνομα τοῦ σωτηρίου πάθους, ὡς τινες ἐνόμισαν, ἀλλ' ἡ λέξις αὕτη δηλοῖ τὴν διάβασιν, καθὼς ἐν τῷ δευτέρῳ τοῦ Πάσχα λόγῳ ὁ μέγας οὗτος Θεολόγος Πατήρ έρμη νεύει· “Αρχεται δ' οὕτως Επειδή, φησίν, ἀναστάσεως ἡμέρα ἐστὶ, καθ' Αν πρὸς ὑμᾶς ἐπεδήμησα, αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν, ὡς ἀγαθὸν δέχομαι σύμβολον, ὅτι ἀναστήσομαι κἀγὼ ἀπὸ τῆς δειλίας καὶ ἀσθενείας, καὶ ἔσται μοι ἡ ἀρχὴ τῶν λόγων μου καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ διδάσκειν καὶ τοῦ . προΐστασθαι δεξιὰ, τουτέστιν ἀγαθὴ καὶ ἐπιτηδεία. Αγε οὖν ἐπὶ τῇ λαμπρᾷ ταύτῃ ἑορτῇ καὶ πανηγύρει, πνευματικῶς λαμπρυνθῶμεν, τῇ περιβολῇ τῶν ἀρετῶν φαιδρυνόμενοι, καὶ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα, τὸ ἀγαπητικὸν, καὶ φιλάδελφον καὶ συνδετικὸν πρὸς ὁμόνοιαν ἐν τούτῳ δεικνύοντες. Τὸ γὰρ περιπτύσσεσθαι, τὴ οἱονεὶ προσφύεσθαι καὶ περιπλέκεσθαι ἀλλή λους δηλοί. περιπτύσσεσθαι, Ο ἑορτὴν πανήγυριν. Εορτή ἀπὸ τοῦ εὖ ὁρούειν, 5. Εἴπωμεν... πεπονθόσι. Τοῦτο ἐκ τῆς προφητείας Ησαΐου ἔλαβεν ὁ Θεολόγος, λέγοντος Εἴπατε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ βδελυσσομένοις Αδελφοὶ ἡμῶν ἐστε. 'Ο δὲ νοῦς τοῦ λόγου τοιοῦτόςἐστιν, ὅτι καὶ αὐτοῖς τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς εἴπωμεν τὸν Τὰ ἀδελφοί, τουτέστι καλέσωμεν αὐτοὺς τῇ προσ πανήγυρις πανήγυρις ἀπὸ τοῦ πάντας γηρύειν, κυροῦ Γάρ
NICETÆ SERRONII COMMENTARIUS
IN ORATIONEM I, OLIM XLI.
S. Ρ. Ν. Gregorii Theologi, archiepiscopi Constantinopolitani, oratio prima, interpretaia a beatissime et clarissimo metropolitano Heracleæ domino
Niceta Serronio.
Cum D. Gregorius invito animo sacerdos
creatus fuisset, el, patre jam senescente, Nazianzeni gregis curam susciperet, atque id, quod
patri deerat, suppleret: eam rem permoleste ferens,
in Pontum profugerat, illicque conquiescebat; ac
non multo post ipso Paschatis die Nazianzum re·
versus est, civiumque hortatu in medium ecclesiæ
prodiens, banc orationem pronuntiavit. Deinde
vero magnum apologeticum per otium conscripsit. Demonstrativa porro est hæc oratio, duplex
habens argumentum, Paschalis nempe festi solemnitatem, et tarditatem in suscipienda Ecclesia Nazianzenæ præfectura. Nam et festum diem laudibus
prosequitur, et tarditatis suæ rationem reddit: tametsi hæc defensionis pars paucis absolvatur. Pascha autem non, ut quibusdam visum est, salutiſeræ passionis nomen est, veruni dictio hæc trans -
itum significat, quemadmodum idem auctor, oratione 11 de Paschate interpretatur. Sic enim incipit.
"
Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου λό
γος α, ερμηνευθεὶς ὑπὸ τοῦ μακαριωτάτου
καὶ ὑπερτίμου μητροπολίτου Ηρακλείας κυ
ροῦ Νικήτα τοῦ Σεῤῥῶν.
Col. 395 3. Αναστάσεως... περιπτυξώμεθα.
Ακων χειροτονηθεὶς ἱερεὺς ὁ θεῖος Γρηγόριος, ὥστε
λοιπὸν γηράσαντος τοῦ πατρὸς ἀντιλαμβάνεσθαι τοῦ
κατὰ Ναζιανζός ποιμνίου, καὶ ἀναπληροῦν τὸ παι
τρικὸν ὑστέρημα, δυσχεράνας ἔφυγεν εἰς τὸν Πόντον,
κἀκεῖσε ἡσύχαζε, καὶ μετὰ καιρὸν ἐπανῆκεν ἀπὸ
τοῦ Πόντου ἐν ἡμέρᾳ τοῦ Πάσχα, καὶ παρακληθεὶς
ἔστη μέσον τῆς ἐκκλησίας, καὶ τὸν παρόντα λόγον
ἀπεστομάτισεν. Ὕστερον δὲ τὸν μέγαν Απολογητι
κὸν συνέταξε κατά σχολήν. Εστι δὲ οὗτος ὁ λόγος
πανηγυρικὸς, διπλῆν ἔχων ὑπόθεσιν, αὐτήν τε τὴν
ἑορτὴν καὶ τὴν βραδυτῆτα τῆς προστασίας τῆς κατὰ
Ναζιανζὸν Ἐκκλησίας. Πανηγυρίζει τε ὑμνῶν τὴν
ἑορτὴν, καὶ ὑπεραπολογείται τῆς βραδυτήτος, εἰ καὶ
τὰ τῆς ἀπολογίας ἐν ὀλίγῳ μέρει τοῦ ὅλου λόγου
συμπεπεράτωται. Τὸ δὲ Πάσχα, οὐκ ἔστιν ὄνομα τοῦ
σωτηρίου πάθους, ὡς τινες ἐνόμισαν, ἀλλ' ἡ λέξις
αὕτη δηλοῖ τὴν διάβασιν, καθὼς ἐν τῷ δευτέρῳ τοῦ
Πάσχα λόγῳ ὁ μέγας οὗτος Θεολόγος Πατήρ έρμηνεύει· “Αρχεται δ' οὕτως·
Επειδή, φησίν, ἀναστάσεως ἡμέρα ἐστὶ, καθ' Αν
πρὸς ὑμᾶς ἐπεδήμησα, αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν,
ὡς ἀγαθὸν δέχομαι σύμβολον, ὅτι ἀναστήσομαι κἀγὼ
ἀπὸ τῆς δειλίας καὶ ἀσθενείας, καὶ ἔσται μοι ἡ ἀρχὴ
τῶν λόγων μου καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ διδάσκειν καὶ τοῦ
. προΐστασθαι δεξιὰ, τουτέστιν ἀγαθὴ καὶ ἐπιτηδεία.
Αγε οὖν ἐπὶ τῇ λαμπρᾷ ταύτῃ ἑορτῇ καὶ πανηγύ
ρει, πνευματικῶς λαμπρυνθῶμεν, τῇ περιβολῇ τῶν
ἀρετῶν φαιδρυνόμενοι, καὶ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα,
τὸ ἀγαπητικὸν, καὶ φιλάδελφον καὶ συνδετικὸν πρὸς
ὁμόνοιαν ἐν τούτῳ δεικνύοντες. Τὸ γὰρ περιπτύσσε
σθαι, τὴ οἱονεὶ προσφύεσθαι καὶ περιπλέκεσθαι ἀλλή
λους δηλοί.
Resurrectionis dies. Quoniam, inquit, Resurre -
ctionis dies est, quo ad vos accessi, viri Nazianzeni
·(ad illos enim hanc orationem habet vir divinus
'et vere theologus), hunc ipsum diem, ut bonum
signum atque omen accipio, qued ipse quoque ab
ignavia et infrinitate resurgam, ac mihi sermonum meorum auspicium, plebisque docendæ ac
moderandæ principium faustum et felix erit. Age
igitur ob splendidam hanc divinamque festivita-
·tem spiritualiter splendescamus, virtutum videlicet
amictu et ornamento illustrati Nos mutuo complectamur, dilectionem et fraternitatem atque arclissimam concordiam hoc signo exprimentes. Nam
verbum περιπτύσσεσθαι, quasi coalescere, et complexu
Dicamus, fratres, etiam his qui nos oderunt. Hoc
autem ab Isaia sumptum est, cujus hæc verba sunt:
Dicite his qui vos oderunt et exsecrantur: Fratres
nostri estis. Sensus autem est hujusmodi: His
etiam, qui nos odio insectantur, dicamus: Ο
fratres, id est, eos fratrum nomine appellemus. Hoc
• Isa. Lxvi, 5.
Interprete Billio, p. 1090, qui Pselli scholia
interseruit.
(1*) id est orationem u, olim 1.
Additur apud Billium: «Sciendum porro,
aliud ἑορτὴν esse, et aliud πανήγυριν. Εορτή enim
est velut sancti cujusdam memoria: ducitque hoc nomen etymologiam ἀπὸ τοῦ εὖ ὁρούειν, id est, grassari
hærere significat.
Ibid. 5. Εἴπωμεν... πεπονθόσι. Τοῦτο ἐκ τῆς
προφητείας Ησαΐου ἔλαβεν ὁ Θεολόγος, λέγοντος·
Εἴπατε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ βδελυσσομένοις
Αδελφοὶ ἡμῶν ἐστε. 'Ο δὲ νοῦς τοῦ λόγου τοιοῦτός
ἐστιν, ὅτι καὶ αὐτοῖς τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς εἴπωμεν τὸν
Τὰ ἀδελφοί, τουτέστι καλέσωμεν αὐτοὺς τῇ προσad res honestas et laudabiles: πανήγυρις autem, est
Pascha et Ascensio aliaque mystica festa: πανήγυ
ρις vero dicitur ἀπὸ τοῦ πάντας γηρύειν, id est loqui.»
De voce κυροῦ cf. Ern. Drouke Prafationem
ad Gregorii Carmina selecta (tous. XXXVIII, infra).
Γάρ interponit b.
col. 945–946page 8 of 25
PG 36:945ηγορίᾳ τῶν ἀδελφῶν. Τοῦτο γὰρ ἀπόδειξις ἀγαθῆς περὶ αὐτοὺς διαθέσεως. Δεῖ γὰρ καὶ τοῖς ἐχθροῖς λέ γειν τὸ, Ο ἀδελφοὶ, καὶ μὴ μόνον τοῖς δι' ἀγάπην τι πεποιηκόσιν ἢ πεπονθόσι, ὥσπερ οἱ ἐν Ναζιανζῷ καὶ ἐποίησάν τι δι' ἀγάπην καὶ ἔπαθον. Ἐποίησαν μὲν γὰρ τὴν πρὸς τὸν Θεολόγον τοῦτον Πατέρα παρά κλησιν ἵνα τὴν ἱερωσύνην καταδέξηται και ποιμάνῃ αὐτούς. Ἔπαθον δὲ τὸ μὴ εἰσακουσθῆ και παρ' αὐτοῦ. Καὶ αὖ πάλιν αὐτὸς ἔπαθε τὴν βίαν καὶ ἐποίησε τὴν εὐπείθειαν. 395 7. Συγχωρήσωμεν... ταχυτητος. Συγ χωρήσωμεν διὰ τὴν ᾿Ανάστασιν πρὸς τὰ αἰτιάματα, & ἔχομεν ἀλλήλους αἰτιᾶσθαι, δῶμεν συγγνώμην ἀλ λήλοις, ὑμῖν μὲν ἐγώ, ὁ παρ' ὑμῶν τυραννηθείς τὴν καλὴν τυραννίδα. Τοῦτο γὰρ νῦν προστίθημι ὅτι καλή ἐστιν αὕτη ἡ τυραννίς· ἐπεὶ πρότερον οὐκ ἐδόκει μοι καλή, ἀλλὰ βιαία, ἀλλὰ ἀσύμφορος. Κα λὴν δὲ αὐτὴν νῦν λέγω, ὡς ἀπὸ διαθέσεως ἀγαθῆς γεγενημένην. Υμεῖς δὲ πάλιν δότε συγγνώμην ἐμοί, εἴ τί μοι μέμφοισθε της βραδυτήτος, καὶ ὅτι οὐκ αυ τίκα ἐπέδραμον καλούμενος. Καίτοιγε, εἰ καὶ μὴ παρ' ὑμῖν, ἀλλὰ τῷ Θεῷ κρείττων ἐστὶν ἡ λελογισμένη αὕτη βραδυτης, παρὰ τὴν ἑτέρων ἀπερίσκε στον ταχυτητα. 12. Αγαθόν... δύναμιν. Κατασκευάζει ἐνταῦθα, ὅτι ἀμφότερα επαινετῶς ἐποίησε. Καὶ πρότερον, τὴν ἀναχώρησιν, διὰ τὸ φοβηθῆναι τὸ μέ γεθος τῆς ἱερωσύνης· καὶ δεύτερον, τὴν ἐπάνοδον, διὰ τὸ μὴ περιπεσεῖν τῷ τῆς ἀπειθείας ἐγκλήματι. Καὶ τα παραδείγματα τῆς τε βραδυτήτος καὶ τῆς προθυμίας, ἀπὸ τῆς ἱστορίας λαμβάνει τῆς Παλαιᾶς. Αγαθὸν γὰρ, φησί, καὶ τὸ ὑποχωρῆσαι πρὸς ὀλίγον καὶ τὴν προστασίαν παραιτήσασθαι, κἂν αὐτὸς ὁ Θεὸς κελεύῃ, καὶ αὖθις τὸ προσδραμεῖν. Καὶ ταῦτα οὐκ αὐτὸς ἀναπλάττω, ἀλλ' εὑρίσκω καὶ τὸν Μωϋσέα καὶ τὸν Ἱερεμίαν ἀποστελλομένους παρὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ παραιτουμένους. Ο μὲν γὰρ Μωϋσῆς κελευόμενος παρὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς Φαραὼ ἀπελθεῖν βασιλέα Αἰγύπτου, καὶ εἰπεῖν αὐτῷ, ἵνα ἀποστείλῃ τὸν λαὸν αὐτοῦ, τουτέστι τοὺς Ἰουδαίους, παρητείτο, προφασιζόμενος, ὅτι βραδύγλωσσός ἐστι καὶ ἰσχνόφωνος, καὶ εἶπε· Δέομαι, Κύριε, προχείρισαι ἄλλον δυ νάμενον, ὃν ἀποστελεῖς. Ο δὲ Ἱερεμίας προφητεύειν εἰς τὰ ἔθνη πεμπόμενος, καὶ αὐτὸς ἀνεβάλετο λέγων· Ὁ ὢν, Δέσποτα Κύριε, ἰδοὺ οὐκ ἐπίσταμαι λαλεῖν, ὅτι νεώτερος ἐγώ εἰμι. Οὗτοι μὲν οὖν κε λεύοντ: τῷ Θεῷ ὑπεχώρησαν· ὁ μὲν, τὸ βραδύγλωσσον δεδοικώς, ὁ δὲ, τὴν νεότητα. Ο δὲ Ἀαρὼν καὶ Ησαΐας, καλοῦντι τῷ Θεῷ ἑτοίμως προσέδραμον. Ο μὲν γὰρ Ααρὼν ἀκούσας παρὰ Κυρίου, Πορεύθητι εἰς συνάντησιν Μωσέως εἰς τὴν ἔρημον, εὐθὺς ἐβάδισε, καὶ συνήντησεν αὐτῷ, μηδέν τι διακριθείς, ἵνα μᾶλλον δὲ βίαν. Ποιμαίνῃ Πάντα πρός Ὁ παρ' ὑμῖν Νῦν προστίθημι επεί Παρὰ τῷ Θεῷ Δειλίας βραδυτήτος 1. Υπό παρά Ανεβάλλετο
AD S. GREGORII ORAT. F
ηγορίᾳ τῶν ἀδελφῶν. Τοῦτο γὰρ ἀπόδειξις ἀγαθῆς enim argumentum est animi erga eos bene affecti.
περὶ αὐτοὺς διαθέσεως. Δεῖ γὰρ καὶ τοῖς ἐχθροῖς λέ
γειν τὸ, Ο ἀδελφοὶ, καὶ μὴ μόνον τοῖς δι' ἀγάπην
τι πεποιηκόσιν ἢ πεπονθόσι, ὥσπερ οἱ ἐν Ναζιανζῷ
καὶ ἐποίησάν τι δι' ἀγάπην καὶ ἔπαθον. Ἐποίησαν
μὲν γὰρ τὴν πρὸς τὸν Θεολόγον τοῦτον Πατέρα παρά
κλησιν ἵνα τὴν ἱερωσύνην καταδέξηται και
ποιμάνῃ αὐτούς. Ἔπαθον δὲ τὸ μὴ εἰσακουσθῆκαι παρ' αὐτοῦ. Καὶ αὖ πάλιν αὐτὸς ἔπαθε τὴν βίαν
καὶ ἐποίησε τὴν εὐπείθειαν.
Col. 395 7. Συγχωρήσωμεν... ταχυτητος. Συγχωρήσωμεν διὰ τὴν ᾿Ανάστασιν πρὸς τὰ αἰτιάματα,
& ἔχομεν ἀλλήλους αἰτιᾶσθαι, δῶμεν συγγνώμην ἀλ
λήλοις, ὑμῖν μὲν ἐγώ, ὁ παρ' ὑμῶν τυραννηθείς
τὴν καλὴν τυραννίδα. Τοῦτο γὰρ νῦν προστίθημι
ὅτι καλή ἐστιν αὕτη ἡ τυραννίς· ἐπεὶ πρότερον οὐκ
ἐδόκει μοι καλή, ἀλλὰ βιαία, ἀλλὰ ἀσύμφορος. Καλὴν δὲ αὐτὴν νῦν λέγω, ὡς ἀπὸ διαθέσεως ἀγαθῆς
γεγενημένην. Υμεῖς δὲ πάλιν δότε συγγνώμην ἐμοί,
εἴ τί μοι μέμφοισθε της βραδυτήτος, καὶ ὅτι οὐκ αυ
τίκα ἐπέδραμον καλούμενος. Καίτοιγε, εἰ καὶ μὴ
παρ' ὑμῖν, ἀλλὰ τῷ Θεῷ κρείττων ἐστὶν ἡ λελογισμένη αὕτη βραδυτης, παρὰ τὴν ἑτέρων ἀπερίσκεστον ταχυτητα.
Lid. 12. Αγαθόν... δύναμιν. Κατασκευάζει
ἐνταῦθα, ὅτι ἀμφότερα επαινετῶς ἐποίησε. Καὶ
πρότερον, τὴν ἀναχώρησιν, διὰ τὸ φοβηθῆναι τὸ μέγεθος τῆς ἱερωσύνης· καὶ δεύτερον, τὴν ἐπάνοδον, διὰ
τὸ μὴ περιπεσεῖν τῷ τῆς ἀπειθείας ἐγκλήματι. Καὶ
τα παραδείγματα τῆς τε βραδυτήτος καὶ τῆς
προθυμίας, ἀπὸ τῆς ἱστορίας λαμβάνει τῆς Παλαιᾶς.
Αγαθὸν γὰρ, φησί, καὶ τὸ ὑποχωρῆσαι πρὸς ὀλίγον
καὶ τὴν προστασίαν παραιτήσασθαι, κἂν αὐτὸς ὁ
Θεὸς κελεύῃ, καὶ αὖθις τὸ προσδραμεῖν. Καὶ ταῦτα
οὐκ αὐτὸς ἀναπλάττω, ἀλλ' εὑρίσκω καὶ τὸν Μωϋσέα
καὶ τὸν Ἱερεμίαν ἀποστελλομένους παρὰ τοῦ Θεοῦ,
καὶ παραιτουμένους. Ο μὲν γὰρ Μωϋσῆς κελευόμενος παρὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς Φαραὼ ἀπελθεῖν βασιλέα
Αἰγύπτου, καὶ εἰπεῖν αὐτῷ, ἵνα ἀποστείλῃ τὸν λαὸν
αὐτοῦ, τουτέστι τοὺς Ἰουδαίους, παρητείτο, προφα
σιζόμενος, ὅτι βραδύγλωσσός ἐστι καὶ ἰσχνόφωνος,
καὶ εἶπε· Δέομαι, Κύριε, προχείρισαι ἄλλον δυνάμενον, ὃν ἀποστελεῖς. Ο δὲ Ἱερεμίας προφητεύειν
εἰς τὰ ἔθνη πεμπόμενος, καὶ αὐτὸς ἀνεβάλετο
λέγων· Ὁ ὢν, Δέσποτα Κύριε, ἰδοὺ οὐκ ἐπίσταμαι
λαλεῖν, ὅτι νεώτερος ἐγώ εἰμι. Οὗτοι μὲν οὖν κελεύοντ: τῷ Θεῷ ὑπεχώρησαν· ὁ μὲν, τὸ βραδύγλωσ‐
σον δεδοικώς, ὁ δὲ, τὴν νεότητα. Ο δὲ Ἀαρὼν καὶ
Ησαΐας, καλοῦντι τῷ Θεῷ ἑτοίμως προσέδραμον.
Ο μὲν γὰρ Ααρὼν ἀκούσας παρὰ Κυρίου, Πορεύθητι εἰς συνάντησιν Μωσέως εἰς τὴν ἔρημον, εὐθὺς
ἐβάδισε, καὶ συνήντησεν αὐτῷ, μηδέν τι διακριθείς,
• Exod. iv, 13. ' Jerem. 1, 6. * Exod. v, 27.
Anu: ἵνα addit b μᾶλλον δὲ βίαν.
Ποιμαίνῃ b.
Πάντα
pro
πρός b, recte.
Ὁ παρ' ὑμῖν b.
Νῦν προστίθημι habet paulo post ante επεί b.
Nam hostibus quoque dicendum est: O fratres, et
non his tantum, qui propter charitatem aliquid
fecerunt aut passi sunt, quemadmodum Nazianzenis
contigerat, qui propter charitatem aliquid fecerant
et passi fuerant: fecerant enim, quatenus Theolo-.
gum hortati fuerant, vel potius compulerant, ut
sacerdotium susciperet, ipsosque pasceret. Passi
autem fuerant, quatenus id ab eo, nequaquam impetraverant. Rursus ipse et vim passus erat, et
rursus intulerat, quod morem ipsis gerere detreclassel.
Remittamus ob resurrectionem omnes culpas,
quas utrinque objicere possumus. Veniam alii aliis
demus, vobis quidem ego, qui a vobis rectam et
laudabilem vim perpessus sum. Jam enim hoc adjicio, nimirum quod vis hæc nobis allata, bona et
laudanda sit: quoniam ante haudquaquam mihi
bona videbatur, verum sæva et incommoda. Bonam
autem eamdem nunc dico, utpote a bono animi aſfectu natam. Vos autem vicissim mihi ignoscite,
si quid mea vos tarditas offenderit, et quia non
statim, ut vocatus sum, accurri. Quanquam si non
apud vos, certe apud Deum præstantior est cir
cumspecta lee tarditas aliorum inconsulta celeritate.
p
Bonum enim est, etc. Utrumque se recte ac laudabiliter fecisse confirmat, tum quod prius secesserit, sacerdotii magnitudinem reformidans, tuin
quod postea reversus sit, ne in crimen inobedientiæ incurreret. Atque exempla timoris et alacri
tatis a Veteris Testamenti historia desumit. Bonum
enim est, inquit, et ad aliquod tempus recedere,
ac præfecturam fugere, etiamsi Deus ipse id jnbeat, et rursus accurrere. Neque hæc nihi ipse
ſingo; verum et Mosem, et Hieremiam, cum a Deo
mitterentur, banc provinciam a se rejecisse comperio. Moses enim, cum ei a Deo imperatum esset,
ut Pharaonem Ægypti regem adiret, eique denua -
tiaret ut ipsius populum, hoc est Judaeos, emitteret, id facere recusabat, tarditatem linguæ vocisque gracilitatem excusans, ac dicens: Obsecro,
Domine, elige alium viribus valentem, quem millas.
Hieremias autem, cum ad promulgandam gentibus prophetiam mitteretur, cunctabatur ipse
quoque his verbis utens: Qui es, Domine, ecce
nescio loqui, quia adolescentior ego sum. Vides
quemadmodum bi Dei jussa detrectarint, atque id muneris repudiarint, ille tarditatein linguæ veritus, hic
adolescentiam. Αt vero Aaron et Isaias, cum a Deo vo
carentur promptis animis accurrunt. Nam cum Aaroni a Deo dictum fuisset: Proficiscere obviam Mosi in
desertum, confestim ad iter se accinxit, atque ipsi
occurrit, nihil secum disceptans, simulque in Ægyplum profectus est: ita ut, juxta divinum oracuΠαρὰ τῷ Θεῷ b.
Δειλίας pro βραδυτήτος 1.
Υπό loco παρά b.
Ανεβάλλετο b.
col. 947–948page 9 of 25
PG 36:947καὶ συνεπορεύθη εἰς Αἴγυπτον. Ὥστε κατὰ τὸν θεῖον χρησμόν, τὸν μὲν Μωσέα ἰσχνῇ καὶ λεπτῇ τῇ φωνῇ λαλεῖν πρὸς τὸν Ααρών· τὸν δὲ 'Ααρών, τὰ τοῦ Μωϋσέως ῥήματα μεγαλοφώνως διαπορθμεύειν πρὸς τὸν Φαραὼ καὶ πρὸς τὸν λαόν. Ησαΐας δὲ καὶ αὐτὸς ἀκούσας παρὰ τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου, Τίνα ἀποστείλω, καὶ τίς πορεύσεται πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον, δηλαδὴ τῶν Ἰουδαίων; εἶπεν. Ἰδοὺ ἐγώ, ἀπόστειλόν με. β ἄμφω ἐπαινετὰ ἔσται ἐκ τῆς αἰτίας. 395. 1. Τοῦ [(4) μεγάλου Βασιλείου. Εγώ τησις.] Διατί δὲ δήποτε Μωσής μὲν παρητεῖτο, Ησαΐας δὲ προσέτρεχεν; ᾿Απόκρισις. Ότι Μωσῆς μὲν ᾔδει τὴν ὑπόθεσιν, ἧς ἐνεκα ἀπεστέλλετο· διὰ τοῦτο ᾤχνει, πρός τε τὸ ἀνένδοτον τῆς καρδίας τοῦ Φαραώ ἀποβλέπων, καὶ πρὸς τὸ δυσπειθὲς πάλιν καὶ δυτ άγωγον τοῦ λαοῦ. Πεῖραν γὰρ εἶχε τῆς ἀγνωμοσύνης τῶν Ἰουδαίων, ὅτι καὶ εὐεργετηθέντες αὐτὸν ἐφυγάδευσαν. Ησαΐας δὲ μετὰ τὸ ἀφεθῆναι τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ, ἀκούσας, Τίς πορεύσεται πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον; καὶ νομίσας, ὅτι ἐπὶ τούτῳ ζητεῖται ὁ ἀπο στελλόμενος, ἵνα τὰ παραπλήσια κἀκεῖνοι εὐεργετηθῶσι, πρὸς οὓς ἀποστέλλεται, ὑπὸ περιχαρίας ἑαυτὸν ὑποβάλλει, ἵνα κἀκείνοις ἀφεθῶσιν αἱ ἁμαρτ τίαι. Ιδού, φησίν, ἐγώ, ἀπόστειλόν με. Ὥστε είν λογος κἀκείνου ἡ παραίτησις καὶ τούτου ἡ προθυμία Ἵνα δὲ μή τις εἴπῃ τῷ Θεολόγῳ Πῶς ἐναντία ὄντα ἀλλήλοις, τὸ προσδραμεῖν τῷ Θεῷ καλοῦντι, καὶ τὸ ὑποχωρῆσαι, σὺ λέγεις ἀμφότερα εἶναι ἀγαθά; αὐτὸς προλαβὼν ἐπάγει τὴν λύσιν. Εἰ γὰρ εὐσεβῶς, φησί, καὶ ἡ ὑποχώρησις καὶ ἡ προθυμία γένηται, οὐδέτερον τούτων φαῦλον κριθήσεται. Πῶς δὲ καὶ παραιτήσεται τις εὐσεβῶς καὶ προθυμηθήσεται εὐσεβῶς; Τὸ μὲν, διὰ τὴν οἰκείαν ἀσθένειαν, ὅταν τις εἰς ταύτην ἀποβλέπων, τὸ μέγεθος τῆς διακονίας εὐλαβῆται· τὸ δὲ, διὰ τὴν τοῦ καλοῦντος δύναμιν, ὅταν τις πιστεύσας, ὅτι πάντα δυνατὰ τῷ Θεῷ, ἀκολουθῇ αὐτῷ ἐπι τάττοντι. Ὅρα τοίνυν, πως θέλων ὁ Θεολόγος Πατήρ συστῆσαι, ὅτι οὔτε ἡ δειλία τῶν ὑποχωρησάντων μεμ πτή, οὔτε ἡ προθυμία τῶν ὁρμησάντων πρὸς ἀμφότερα ἀπεῖδε τὰ πρόσωπα, τουτέστι πρὸς τὸ και λοῦν καὶ καλούμενον, ἵνα δείξῃ τοῦ μὲν καλοῦντος ἄξιον, τὸ τὸν καλούμενον ὑποτάσσεσθαι· τοῦ δὲ καλουμένου, τὸ τὸν καλοῦντα κατευλαβεῖσθαι καὶ ἀναδύεσθαι. Ὥστε κατὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ τὸ υποχωρῆσαι καὶ προσδραμεῖν ἐναντία όντα, Ακηκοώς Τὸν τῶν 6. Μυστήριον... συνανιστάμενον. μυστήριον, τὴν ἑορτὴν εἴωθε πολλάκις όνομάζειν, διότι ἐπὶ μυστηρίοις τισὶ γενομένοις καὶ θαύμασι τὰς ἑορτὰς ἄγομεν. Καὶ νῦν οὖν διὰ τὸ μυστικὸν τῆς ἑορτῆς καὶ Περιχαρείας Χωρὶς ἐπαίνου Πρός τό Καὶ τό
lum, Moses quidem graciliter et tenui voce ad Aa- καὶ συνεπορεύθη εἰς Αἴγυπτον. Ὥστε κατὰ τὸν θεῖον
ronem loqueretur, Aaron autem Mosis verba ad Pharaonem populumque magna et clara voce transmitteret. Eodem modo Isaias, cum eum, quem in throno
excelso et elato conspicatus fuerat, dicentem audivisset Quem mittam et quis proficiscetur ad populum
hanc, nempe Judæorum? dixit: Ecce ego, mille
me B.6.
χρησμόν, τὸν μὲν Μωσέα ἰσχνῇ καὶ λεπτῇ τῇ φωνῇ
λαλεῖν πρὸς τὸν Ααρών· τὸν δὲ 'Ααρών, τὰ τοῦ
Μωϋσέως ῥήματα μεγαλοφώνως διαπορθμεύειν πρὸς
τὸν Φαραὼ καὶ πρὸς τὸν λαόν. Ησαΐας δὲ καὶ αὐτὸς
ἀκούσας παρὰ τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐπὶ θρόνου
ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου, Τίνα ἀποστείλω, καὶ τίς
πορεύσεται πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον, δηλαδὴ τῶν
Ἰουδαίων; εἶπεν. Ἰδοὺ ἐγώ, ἀπόστειλόν με.
(Magni Basilii interrogatio [1]). Verum quid
fuit causa, quare Moses tergiversaretur, Isaias
contra accurreret? Responsio: Nimirum quia
Moses negotium, cujus causa mittebatur, exploratumn habebat: ac proinde id muneris suscipere gravabatur, partim Pharaonis duritiem oculis
sibi proponens, partim etiam populi contumaciam β
moresque vix tractabiles. Periculum enim fecerat
Judæorum ingratitudinis: quippe qui, beneficio
quoque affecti, ipsum fuga Ægyptum relinquere
coegissent. Isaias autem, cuin remissis ipsi peccatis audivisset: Quis ibit ad populum hunc? alque existimaret eam ob causam nuntium quæri,
ut pari beneficio fruerentur illi, ad quos mitteretur, præ animi fætitia seipsum offert, ut illis quoque peccata remitterentur, Ecce ego, inquit, mille
me. Quare, non sine ratione, et ille mandatam sibi
provinciam deprecabatur, et hic cupide ambiebat.
Verum ne quis a Theologo quæreret, quare cum
accurrere ad Deum et secedere inter se pugnent,
utrumque bonum esse diceret, ipse objectioni occurrens, solutionem infert. Si enim, inquit, hæc
duo, secessio videlicet atque accedendi promptitudo, pie fant, neutrum horum turpe censebiur. Quo.
nam autem modo eam rem et pie recusabit ac defugiet quispiam, et pia rursus alacritate ad eam
accedet illud quidem, ob propriam infirmitatem,
nimirum cum aliquis ipsam animo reputans, ministerii demandati magnitudinem perhorrescit: hoc
autem ob vocantis potentiam, nempe cum quis
certa fide sibi persuadens nihil esse, quod Deus
non possit, imperantem sequitur, eique obtemperat. Animadverte igitur, quonam pacto Theologus
ostendere volens, nec eorum, qui refugerunt, timiditatem, nec eorum, qui prompte se obtulerunt,
alacritatem reprehendendam esse, ad utramque p
personam respexerit, vocantis scilicet et ejus qui ἄμφω ἐπαινετὰ ἔσται ἐκ τῆς αἰτίας.
Col. 395. 1. Τοῦ [(4) μεγάλου Βασιλείου. Εγώ
τησις.] Διατί δὲ δήποτε Μωσής μὲν παρητεῖτο, Ησαΐας
δὲ προσέτρεχεν; ᾿Απόκρισις. Ότι Μωσῆς μὲν ᾔδει τὴν
ὑπόθεσιν, ἧς ἐνεκα ἀπεστέλλετο· διὰ τοῦτο ᾤχνει,
πρός τε τὸ ἀνένδοτον τῆς καρδίας τοῦ Φαραώ
ἀποβλέπων, καὶ πρὸς τὸ δυσπειθὲς πάλιν καὶ δυτ
άγωγον τοῦ λαοῦ. Πεῖραν γὰρ εἶχε τῆς ἀγνωμοσύνης
τῶν Ἰουδαίων, ὅτι καὶ εὐεργετηθέντες αὐτὸν ἐφυγάδευσαν. Ησαΐας δὲ μετὰ τὸ ἀφεθῆναι τὰς ἁμαρτίας
αὐτοῦ, ἀκούσας, Τίς πορεύσεται πρὸς τὸν λαὸν
τοῦτον; καὶ νομίσας, ὅτι ἐπὶ τούτῳ ζητεῖται ὁ ἀπο
στελλόμενος, ἵνα τὰ παραπλήσια κἀκεῖνοι εὐεργετη
θῶσι, πρὸς οὓς ἀποστέλλεται, ὑπὸ περιχαρίας
ἑαυτὸν ὑποβάλλει, ἵνα κἀκείνοις ἀφεθῶσιν αἱ ἁμαρτ
τίαι. Ιδού, φησίν, ἐγώ, ἀπόστειλόν με. Ὥστε είν
λογος κἀκείνου ἡ παραίτησις καὶ τούτου ἡ προθυμία
Ἵνα δὲ μή τις εἴπῃ τῷ Θεολόγῳ Πῶς ἐναντία ὄντα
ἀλλήλοις, τὸ προσδραμεῖν τῷ Θεῷ καλοῦντι, καὶ τὸ
ὑποχωρῆσαι, σὺ λέγεις ἀμφότερα εἶναι ἀγαθά; αὐτὸς
προλαβὼν ἐπάγει τὴν λύσιν. Εἰ γὰρ εὐσεβῶς, φησί,
καὶ ἡ ὑποχώρησις καὶ ἡ προθυμία γένηται, οὐδέτε
ρον τούτων φαῦλον κριθήσεται. Πῶς δὲ καὶ παραιτή
σεταί τις εὐσεβῶς καὶ προθυμηθήσεται εὐσεβῶς; Τὸ
μὲν, διὰ τὴν οἰκείαν ἀσθένειαν, ὅταν τις εἰς ταύτην
ἀποβλέπων, τὸ μέγεθος τῆς διακονίας εὐλαβῆται· τὸ
δὲ, διὰ τὴν τοῦ καλοῦντος δύναμιν, ὅταν τις πιστεύ
σας, ὅτι πάντα δυνατὰ τῷ Θεῷ, ἀκολουθῇ αὐτῷ ἐπι
τάττοντι. Ὅρα τοίνυν, πως θέλων ὁ Θεολόγος Πατήρ
συστῆσαι, ὅτι οὔτε ἡ δειλία τῶν ὑποχωρησάντων μεμ
πτή, οὔτε ἡ προθυμία τῶν ὁρμησάντων πρὸς
ἀμφότερα ἀπεῖδε τὰ πρόσωπα, τουτέστι πρὸς τὸ και
λοῦν καὶ καλούμενον, ἵνα δείξῃ τοῦ μὲν καλοῦν
τος ἄξιον, τὸ τὸν καλούμενον ὑποτάσσεσθαι· τοῦ δὲ
καλουμένου, τὸ τὸν καλοῦντα κατευλαβεῖσθαι καὶ
ἀναδύεσθαι. Ὥστε κατὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ τὸ
υποχωρῆσαι καὶ προσδραμεῖν ἐναντία όντα,
vocatur, ut ostendat, si quidem vocantem spectemus, convenire, ut qui vocatur, pareat: sin autem
eum qui vocatur, par esse ut vocantem revereatur, ac munus sibi commissum detreetet. Alque
hac ratione, quamvis recedere et accurrere inter se dissideant, ob diversam tamen causam utrumque
Jaudis nomen habebit.
Mysterium unxit me, mysterio, etc. Sepenumero
mysterii nomen festo tribuere solet, quoniam nos
ob mysteria quaedam facta, miraculaque designata
festa celebramus. Ac nunc igitur propter arcanaw
3.6 Isa. VI, 8.
Inclusa desunt apud Billium.
Ακηκοώς b.
Τὸν τῶν b.
Inclusa omittit b [et ed. Clemenceti].
Toū abest b.
lbid 6. Μυστήριον... συνανιστάμενον. Μυστή
ριον, τὴν ἑορτὴν εἴωθε πολλάκις όνομάζειν, διότι ἐπὶ
μυστηρίοις τισὶ γενομένοις καὶ θαύμασι τὰς ἑορτὰς
ἄγομεν. Καὶ νῦν οὖν διὰ τὸ μυστικὸν τῆς ἑορτῆς καὶ
Περιχαρείας b.
Χωρὶς ἐπαίνου addit b
Πρός τό repetit hic h
Καὶ τό b
col. 949–950page 10 of 25
PG 36:949Αλλά ἀπόρρητον τοῖς πολλοῖς, μυστήριον αὐτὴν καλεῖ. Καὶ λέγει, ὅτι Ἐν ἑορτῇ ἐγενόμην ἱερεὺς, τῇ τῆς Χριστοῦ γεννήσεως ἴσως, καὶ ἐν ἑορτῇ ὑπεχώρησα, τῇ τῶν Φώτων τάχα, καὶ ἐν ἑορτῇ ἐπανῆλθον, τῇ τοῦ Πάσχα. Τῆς μὲν οὖν ὑποχωρήσεως καὶ τῆς ἐπανόδου τὴν αἰ τίαν εἴρηκεν. Αὐτὸς γὰρ ἦν κύριος καὶ τοῦ φυγεῖν καὶ τοῦ ἐπανελθεῖν, καὶ ᾔδει περὶ αὐτῶν. Τῆς δὲ χρί σεως, οὐκέτι. Ετεροι γὰρ αὐτὸν ἔχρισαν. Ἐχρίοντο δὲ πάλαι μὲν οἱ ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς τῷ νομικῷ χρί σματι· ὕστερον δὲ τῷ πνευματικῷ, ὅπερ ἐστὶ χειροθεσίᾳ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐπίκλησις. Ἀλλὰ τίς ἡ αἰτία τῆς ὑποχωρήσεως; Ἵνα, φησὶν, ἐμαυτὸν ἐπισκέψωμα: καὶ ἴδω, εἰ ἄρα τῆς ἱερωσύνης εἰμὶ ἄξως. Τίς δὲ ὁ λόγος τῆς κατὰ τὸ Πάσχα ἐπανόδου; Ἵνα αὐτὴν, φησί, τὴν ἡμέραν καλὴν συνεργὸν ἔχω καὶ σύμμαχον, λύουσάν μοι καὶ τὴν ἀσθένειαν καὶ ἀδυναμίαν τὴν πρὸς τὴν ἱερωσύνην καὶ τὴν δειλίαν, ἣν εἶχον, εὐλαβούμενος τὴν μεγάλην ταύτην ἀξίαν καὶ τὸ τοῦ πράγματος μέγεθος. Έδειλίων γὰρ, ὡς ἀσθενὴς, ἀναδέξασθαι λαοῦ προστασίαν. Λέγει δὲ ταῦτα, μετριάζων ὁ μέγας. Διὰ τοῦτο γὰρ, φησίν, ἐπανῆλθον κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἵνα ὁ σήμερον ἐκ νεκρῶν ἀναστὰς, κἀμὲ κι νεάζειν καὶ ἀκμάζειν πνευματικῶς καὶ ἐν τοῖς πνευ ματικοῖς παρασκευάσῃ ἢ καινοποιήσῃ τῷ Πνεύματι, τουτέστι μεταβαλεῖ ἀπὸ δειλοῦ καὶ ἀσθενοῦς εἰς Θαρσαλέον καὶ ἰσχυρόν· ὥστε θαῤῥούντως καὶ εὐ τόνως ἀφηγεῖσθαι τῆς ποίμνης. Μεταβαλεῖ δὲ, τῷ θείῳ Πνεύματι, καὶ τὸν καινὸν ἐνδύσας ἄνθρωπον, τὴν ἱερωσύνην φημί. Η γὰρ χρίσις καὶ ἁμαρτίας, λύει, καθά τισι τῶν Πατέρων ἔδοξε, καὶ νέον ἄνθρω τον ποιεῖ τὸν χριόμενον. Δῷ τῇ καινῇ κτί σει, τοῖς διὰ τοῦ βαπτίσματος ἀναγεννωμένοις, οι τινες οὐκ ἐξ αἱμάτων, ἀλλ' ἐκ Θεοῦ γεννῶνται, πλά στὴν ἀγαθὸν καὶ διδάσκαλον (πλάστην μὲν, ὡς διὰ τοῦ βαπτίσματος τρόπον τινὰ πλάττοντα διδάσκαλον δὲ, ὡς τὴν πίστιν αὐτοῖς ἐξηγούμενον ἢ πλάστην μὲν τῶν ἠθῶν, διδάσκαλον δὲ τῶν δογμάτων), Χριστῷ καὶ συννεκρούμενον, διὰ τῆς πρὸς τὰ πάθη νεκρώσεως καὶ συνανιστάμενον, τῇ ἀναζωώσει τῶν ἀρετῶν· ὁ γὰρ νεκρὸς τῇ ἁμαρτία γενόμενος, ζῇ πάντως τῇ ἀν τικειμένῃ ἀρετῇ. Ἐκ τοῦ Ἀποστόλου δὲ τὰς χρή σεις ταύτας ἔλαβεν ὁ Θεολόγος. Λέγει γάρ που Εφεσίοις γράφων ὁ μακάριος Παῦλος, ὅτι ἐδιδάχθητε ἀποθέσθαι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον τὸν φθει ρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός, ἤτοι τῆς ἀπάτης· ἀνανεοῦσθαι δὲ τῷ πνεύματι τοῦ νοὸς ὑμῶν, καὶ ἐνδύσασθαι τὸν καινὸν ἄνθρωπον τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα. Ο δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστιν· Ἐμάθετε, ὦ Εφέσιοι, ὥσπερ ιμάτιον ἀπο δύσασθαι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τουτέστι τὴν ἐφ άμαρτον ζωήν, ἀνανεοῦσθαι δὲ, τὴν πνευματικήν Μεταβαλεῖ. μεταβάλῃ. Ανθρωπον Δῷ. δῷ δέ. Καὶ δημιουργοῦντα τους βαπτιζομένους Χρήσεις. ρήσεις Χρησις λέγε ται, ἡ τῶν ἀρχαίων ποιημάτων μαρτυρία. 1874, χρήσις. Τῆς σαρκὸς ἦτο
$19
AD S. GREGORII ORAT. I.
Αλλά
ἀπόρρητον τοῖς πολλοῖς, μυστήριον αὐτὴν καλεῖ. Καὶ festi causam, atque in vulgus ignotam, festum ip
λέγει, ὅτι Ἐν ἑορτῇ ἐγενόμην ἱερεὺς, τῇ τῆς Χριστοῦ sum mysterii nomine appellat, aitque: In die festo
γεννήσεως ἴσως, καὶ ἐν ἑορτῇ ὑπεχώρησα, τῇ τῶν sacerdos factus sum, fortasse Natalis Christi, et
Φώτων τάχα, καὶ ἐν ἑορτῇ ἐπανῆλθον, τῇ τοῦ Πάσχα. in festo die secessi, Luminum fortasse, et in festo
Τῆς μὲν οὖν ὑποχωρήσεως καὶ τῆς ἐπανόδου τὴν αἰ die redii, Paschalis scilicet. Ac secessionis quiden
τίαν εἴρηκεν. Αὐτὸς γὰρ ἦν κύριος καὶ τοῦ φυγεῖν reditusque causam exposuit, quod et fuga et reκαὶ τοῦ ἐπανελθεῖν, καὶ ᾔδει περὶ αὐτῶν. Τῆς δὲ χρί- versio ipsius arbitrii essent: unctionis autem non
σεως, οὐκέτι. Ετεροι γὰρ αὐτὸν ἔχρισαν. Ἐχρίοντο item, quoniam alii ipsum unxerant. Ungebantur
δὲ πάλαι μὲν οἱ ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς τῷ νομικῷ χρί- enim olim sacerdotes et pontifces legal unctione:
σματι· ὕστερον δὲ τῷ πνευματικῷ, ὅπερ ἐστὶ χειρο- postea vero spirituali: quæ quidem est manuum
θεσία καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐπίκλησις. Ἀλλὰ impositio, sanctique Spiritus invocatio. At quæuam
τίς ἡ αἰτία τῆς ὑποχωρήσεως; Ἵνα, φησὶν, ἐμαυτὸν causa fuit secessionis? ut, inquit, meipsum inspi
ἐπισκέψωμα: καὶ ἴδω, εἰ ἄρα τῆς ἱερωσύνης εἰμὶ cerem, ac viderem num sacerdotio dignus essem.
ἄξως. Τίς δὲ ὁ λόγος τῆς κατὰ τὸ Πάσχα ἐπανόδου; Quæ autem ratio, cur ad Paschatis diem rediret?
Ἵνα αὐτὴν, φησί, τὴν ἡμέραν καλὴν συνεργὸν ἔχω Ut, inquit, diem hunc præclarum adjutorem atque
καὶ σύμμαχον, λύουσάν μοι καὶ τὴν ἀσθένειαν καὶ Brauxiliarium habeam, cujus ope tum infruitate et
ἀδυναμίαν τὴν πρὸς τὴν ἱερωσύνην καὶ τὴν δειλίαν, administrandi sacerdotii impotentia liberer, tum ea
ἣν εἶχον, εὐλαβούμενος τὴν μεγάλην ταύτην ἀξίαν timiditate qua obsidebar, hujus dignitatis magnitu -
καὶ τὸ τοῦ πράγματος μέγεθος. Έδειλίων γὰρ, ὡς dinem, reique pondus. et gravitatem. extimescens.
ἀσθενὴς, ἀναδέξασθαι λαοῦ προστασίαν. Λέγει δὲ Verebar enim, ut infirmus, populi regendi provinταῦτα, μετριάζων ὁ μέγας. Διὰ τοῦτο γὰρ, φησίν, ciam subire, quæ etiam ad vitandam arrogantiæ
ἐπανῆλθον κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναστάσεως τοῦ suspicionem dicit. Ob hanc enim causam, inquit,
Χριστοῦ, ἵνα ὁ σήμερον ἐκ νεκρῶν ἀναστὰς, κἀμὲ ad diem Resurrectionis Christi reversus sum, κι
νεάζειν καὶ ἀκμάζειν πνευματικῶς καὶ ἐν τοῖς πνευ qui hodie a mortuis surrexit, me quoque ita affiματικοῖς παρασκευάσῃ ἢ καινοποιήσῃ τῷ Πνεύματι, ciat, ut spiritualiter juvenescam, atque etiam spiτουτέστι μεταβαλεῖ ἀπὸ δειλοῦ καὶ ἀσθενοῦς εἰς ritualiter florescam. Vel etiam Spiritu innovet (id
Θαρσαλέον καὶ ἰσχυρόν· ὥστε θαῤῥούντως καὶ εὐ est, ex meticuloso et infirma in fortem et præddenτόνως ἀφηγεῖσθαι τῆς ποίμνης. Μεταβαλεῖ δὲ, τῷ tem Spiritus opera commutet, ita ut audacter et
θείῳ Πνεύματι, καὶ τὸν καινὸν ἐνδύσας ἄνθρωπον, constanter ovili præsim). Novoque homine induat,
τὴν ἱερωσύνην φημί. Η γὰρ χρίσις καὶ ἁμαρτίας, id est, sacerdotio; nam unctio quoque peccata
λύει, καθά τισι τῶν Πατέρων ἔδοξε, καὶ νέον ἄνθρω
τον ποιεῖ τὸν χριόμενον. Δῷ τῇ καινῇ κτί
σει, τοῖς διὰ τοῦ βαπτίσματος ἀναγεννωμένοις, οι
τινες οὐκ ἐξ αἱμάτων, ἀλλ' ἐκ Θεοῦ γεννῶνται, πλά
στὴν ἀγαθὸν καὶ διδάσκαλον (πλάστην μὲν, ὡς διὰ τοῦ
βαπτίσματος τρόπον τινὰ πλάττοντα διδάσκαλον
δὲ, ὡς τὴν πίστιν αὐτοῖς ἐξηγούμενον ἢ πλάστην μὲν
τῶν ἠθῶν, διδάσκαλον δὲ τῶν δογμάτων), Χριστῷ καὶ
συννεκρούμενον, διὰ τῆς πρὸς τὰ πάθη νεκρώσεως·
καὶ συνανιστάμενον, τῇ ἀναζωώσει τῶν ἀρετῶν· ὁ
γὰρ νεκρὸς τῇ ἁμαρτία γενόμενος, ζῇ πάντως τῇ ἀντικειμένῃ ἀρετῇ. Ἐκ τοῦ Ἀποστόλου δὲ τὰς χρήσεις ταύτας ἔλαβεν ὁ Θεολόγος. Λέγει γάρ που
Εφεσίοις γράφων ὁ μακάριος Παῦλος, ὅτι Ἐδιδάχθητε ἀποθέσθαι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός, ἤτοι
τῆς ἀπάτης· ἀνανεοῦσθαι δὲ τῷ πνεύματι τοῦ
νοὸς ὑμῶν, καὶ ἐνδύσασθαι τὸν καινὸν ἄνθρωπον
τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα. Ο δὲ λέγει, τοιοῦτόν
ἐστιν· Ἐμάθετε, ὦ Εφέσιοι, ὥσπερ ιμάτιον ἀποδύσασθαι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τουτέστι τὴν ἐφάμαρτον ζωήν, ἀνανεοῦσθαι δὲ, τὴν πνευματικήν
* Joan. 1, 13. Ephes. IV, 21.24.
Μεταβαλεῖ. Forte μεταβάλῃ. Ebiz.
Ανθρωπον omittit h.
Δῷ. Forte, δῷ δέ. EDIT.
Καὶ δημιουργοῦντα τους βαπτιζομένους addit b.
Et hic et paulo inferius in hac oratione legitur in utroque cod. Χρήσεις. Quod ideo mone
delet, quemadmodum nonnullis Patribus visum
est, ac novaque creature, id est, his qui per baptismum renovantur, qui quidem non ex sanguini -
bus, sed ex Deo nascuntur, fictorem bonum et
magistrum donet (fctorem quidem, ut per baplisinum quodammodo fingentem; magistrum autem,
ut fidem ipsis enarrantem; vel fictorem-quidein morum, magistrum autem doctrinæ Christianæ), cum
Christo morientem, per affectuum animi mortifleationem, et resurgentem per redivivas virtutes.
Nam qui peccato mortuus est, virtute contraria
procul dubio vivit. Atque hæc a Paulo mutuatus est.
Sic enim quodam Epist. ad Ephesios loco scribit:
Edocti estis deponere veterem hominem, qui corrumpitur secundum desideria erroris. Renovamini autem
spiritu mentis vestra, et induite novum hominem, qui
secundum Deum creatus est. Quod perinde est ac
si diceret: Discite, o Ephesii, veterem hominem, id
est, flagitiosam vitam non secus ac vestem quanıdam exuere. Renovanini autem spirituali regeneratione, per spiritum, qui in mgnte vestra babitat.
Quæ quidem verba commutans Theologus, dixit.:
ne quis ρήσεις conjiciat. Videaur Philo p. 737
edit. Colon. Allobrog. 1615. Nec aliena sunt que
Phavorinus in Lexicon suum retulit: Χρησις λέγε
ται, ἡ τῶν ἀρχαίων ποιημάτων μαρτυρία. Pag. 1874,
vers. 73. Conf. Suiceri Thesaurum eccl. in χρήσις.
Conf. etiam Cuperi Observatt. 1. 1, c. 16, p. 117 sqg.
Τῆς σαρκὸς ἦτο: omittit b.
col. 951–952page 11 of 25
PG 36:951ἀναγέννησιν διὰ τοῦ ἐν τῷ νοῖ ὑμῶν κατοικοῦντος πνεύματος. Οπερ μεταβαλὼν εἶπεν ὁ Θεολόγος Κἀμὲ καινοποιήσῃ τῷ Πνεύματι. Καὶ αὖθις· ἐδιδάχθητε ἐνδύσασθαι, ὡς λαμπρὰν ἐσθῆτα, τὴν ἀρετήν. Ταύτην γὰρ ὀνομάζει καινὸν ἄνθρωπον, κτιζόμενον κατὰ Θεὸν, τουτέστιν ὡς ἀρέσκοντα 397 Α. 5. Χθές... ἐτειχίσθημεν. Περὶ τῶν καθ᾿ ἑαυτὸν ἀπολογησάμενος ὁ Θεολόγος, χωρεῖ νῦν καὶ ἐπὶ τὰ κατὰ τὴν ἑορτὴν, ἃ καὶ ἀλληγορεῖ, καὶ φησιν, ὅτι χθὲς ὁ λογικὸς ἀμνὸς, ὁ Χριστός, διὰ τοῦ θείου ἄρτου εσφαγιάσθη, καὶ ἐχρίσθησαν ἡμῶν αἱ φλιαί, ἡ πρᾶξις καὶ ἡ θεωρία καὶ αἱ πρῶται τοῦ νοῦ κινήσεις καὶ αἰσθήσεις ἐχρίσθησαν διὰ τοῦ θείου αἵματος. Καὶ ἡ μὲν Αἴγυπτος, ἡ διώκουσα ἡμᾶ; ἁμαρτία, ἐθρήνησεν ἀπολλύμενα τὰ ἑαυτῆς πρωτότοκα, τουτέστι καὶ αὐτὰς τὰς πρώτας ὑποθέσεις καὶ ἀφορμάς. Τοῦ γὰρ παλαιοῦ νόμου τὰ τέλη τῶν ἁμαρ τημάτων κολάζοντος, ἡμεῖς καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτῶν, ὡς αἰτίας τῶν πράξεων, ῥιζόθεν ἀνασπᾶν ἐκελεύσθη μεν. Η καὶ πρωτότοκα, τὰ τελεώτερα μᾶλλον τῶν ἁμαρτημάτων καὶ μείζονα. Η ἁπλῶς, τὰ πρότερα πλημμελήματα, ἅπερ ἀπώλλοντο Χριστού του θέντος ὑπὲρ ἡμῶν. Ἡμᾶς δὲ παρῆλθεν ὁ ὀλοθρεύων διάβολος, ὃς ἀναιρεῖν ἐπείγεται, ὥσπερ τινὰ πρωτότοκα, τοὺς πρώτους ἀγαθοὺς τόκους τῆς ψυχῆς ἡμῶν. Καὶ ἡ σφραγὶς, ἡ διὰ τῆς χρίσεως τοῦ τιμίου απ ματος, φοβερά μὲν ἔστι τῷ ὀλοθρεύοντι δαίμονι, διά τὴν δύναμιν αὐτῆς· αἰδέσιμος δὲ, διὰ τὸ ἀξίωμα βασιλική γάρ. Καὶ τῷ ἱερῷ αἵματι οὐ μόνον ἐχρίσθημεν καὶ ἐσφραγίσθημεν, ἀλλὰ καὶ ὡσεὶ τεῖ χος αὐτὸ κυκλόθεν περιβαλλόμεθα. Διήκει γὰρ αὐτοῦ πρὸς πᾶσαν τὴν οὐσίαν ἡμῶν ἡ δύο ναμις, ὥστε συναμφότερα περιτειχίζειν καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν. Κεῖται δὲ πᾶσα ἡ περὶ τοῦ ἀμνοῦ δος ἐπιγέγραπται, περὶ ἧς ἱστορίας πλατύτερον ἐν ἱστορία ἐν τῷ δευτέρῳ Μωσαϊκῷ βιβλίῳ, ὅπερ Εξο τῷ δευτέρῳ λόγῳ τοῦ Πάσχα ὁ Θεολόγος διέξεισιν. Σήμερον φυράματος. Χθὲς μὲν, φησίν, ἐκεῖνα ἐγένετο, ἅπερ ειρήκαμεν. Σήμερον δέ, κατὰ τὴν Κυριακὴν ἡμέραν, καθ᾽ ἣν ὁ Χριστὸς ἀν εβίω, καὶ ἀνεκαίνισεν ἡμῖν τὴν ἀπὸ φθορᾶς εἰς ἀφθαρσίαν διάβασιν, καὶ τὴν ἀπὸ τῶν ἐπηρεαζομένων πρὸς τὰ ἀνεπηρέαστα, καθαρῶς ἐφύγομεν Αίγυπτον οὐ μόνον τὸν κίνδυνον τῆς ἁμαρτίας ἐκκλίναντες, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν διάθεσιν ἀπὸ καρδίας καθαρῶς μισήσαντες. Οὕτω δὲ διακειμένοις ἡμῖν, πικρὸς φανεῖται δεσπότης ο νοητός Φαραώ 'Ανανέωσιν αναγέννησιν Ὡς ἀρέσκει Θεῷ ὑ, Δέ Απώλοντο Βασιλικόν μ. Βασιλική σφραγίς. Κύκλωθεν Αὐτοῦ Ἡ αὐτοῦ Ενεκαίνισεν
Me quoque innovel Spiritu. Εt rursus: Edocti estis ἀναγέννησιν διὰ τοῦ ἐν τῷ νοῖ ὑμῶν κατοικοῦν
virtutem eximiæ instar cujusdam vestis induere.
Hanc enim novum hominem vocat, qui secundum
Deum ereatur, hoc est, ut gratum est Deo.
Heri agnus mactabatur, el postes ungebantur
etc. Postquam pro seipso causam dixit Theologus,
commode jam ad festi quoque mysteria progreditor eaque allegorice tractat, aitque: Heri spiritualis agnus, Christus videlicet, per divinum panem
mactatus est, atque uncti sunt postes nostri, actio
nimirum et contemplatio, ac primi animi motus et
sensus, qui quidem divino sanguine delibuti sunt.
Atque Ægyptus quidem, id est, peccatum quod
nos persequebatur, primogenita sua pereuntia luctu
prosecuta est, id est, ipsas etiam primas materias
et occasiones. Nam eum lex vetus peccatorum ſines
puniat, nos principia quoque ipsorum, ut quæ actionibus causam præbeant, radicitus evellere atque
exstirpare jubemur. Vel etiam per primogenita,
perfectiora et graviora peccata intelligi possunt,
vel simpliciter priora delicta: quæ quidem Christo
pro nobis immolato sunt exstincta. Nos autem præteriit exterminator diabolus qui primos bonos
animæ nostræ partus, velut primogenita quædam,
opprimere contendit. Et signaculum, quod pretiosi
sanguinis profusione constat, dæmoni quidem exterminanti, propter vim suam et potentiam formidabile est; venerabile autem propter dignitatem et
excellentiam, utpote regium. Ac sacro sanguine non
solum uncti et signati sumus, sed etiam quasi
muro quodam undique septi. Etenim vis illius ad
omnein nostram essentiam permeat, ita ut utramque hominis partem simul circummuniat. Porro
hæc de agno historia continetur in secundo Moysis
libro Exod. xi, quam fusius in secuuda orat. De
Paschale persequitur Theologus
τος πνεύματος. Οπερ μεταβαλὼν εἶπεν ὁ Θεολόγος
Κἀμὲ καινοποιήσῃ τῷ Πνεύματι. Καὶ αὖθις· Εδιδά
χθητε ἐνδύσασθαι, ὡς λαμπρὰν ἐσθῆτα, τὴν ἀρετήν.
Ταύτην γὰρ ὀνομάζει καινὸν ἄνθρωπον, κτιζόμενον
κατὰ Θεὸν, τουτέστιν ὡς ἀρέσκοντα
Col. 397 Α. 5. Χθές... ἐτειχίσθημεν. Περὶ τῶν
καθ᾿ ἑαυτὸν ἀπολογησάμενος ὁ Θεολόγος, χωρεῖ νῦν
καὶ ἐπὶ τὰ κατὰ τὴν ἑορτὴν, ἃ καὶ ἀλληγορεῖ, καὶ
φησιν, ὅτι χθὲς ὁ λογικὸς ἀμνὸς, ὁ Χριστός, διὰ τοῦ
θείου ἄρτου εσφαγιάσθη, καὶ ἐχρίσθησαν ἡμῶν αἱ
φλιαί, ἡ πρᾶξις καὶ ἡ θεωρία καὶ αἱ πρῶται τοῦ νοῦ
κινήσεις καὶ αἰσθήσεις ἐχρίσθησαν διὰ τοῦ θείου
αἵματος. Καὶ ἡ μὲν Αἴγυπτος, ἡ διώκουσα ἡμᾶ;
ἁμαρτία, ἐθρήνησεν ἀπολλύμενα τὰ ἑαυτῆς πρωτό
τοκα, τουτέστι καὶ αὐτὰς τὰς πρώτας ὑποθέσεις καὶ
ἀφορμάς. Τοῦ γὰρ παλαιοῦ νόμου τὰ τέλη τῶν ἁμαρ
τημάτων κολάζοντος, ἡμεῖς καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτῶν,
ὡς αἰτίας τῶν πράξεων, ῥιζόθεν ἀνασπᾶν ἐκελεύσθη
μεν. Η καὶ πρωτότοκα, τὰ τελεώτερα μᾶλλον τῶν
ἁμαρτημάτων καὶ μείζονα. Η ἁπλῶς, τὰ πρότερα
πλημμελήματα, ἅπερ ἀπώλλοντο Χριστού του
θέντος ὑπὲρ ἡμῶν. Ἡμᾶς δὲ παρῆλθεν ὁ ὀλοθρεύων
διάβολος, ὃς ἀναιρεῖν ἐπείγεται, ὥσπερ τινὰ πρωτό
τοκα, τοὺς πρώτους ἀγαθοὺς τόκους τῆς ψυχῆς ἡμῶν.
Καὶ ἡ σφραγὶς, ἡ διὰ τῆς χρίσεως τοῦ τιμίου απ
ματος, φοβερά μὲν ἔστι τῷ ὀλοθρεύοντι δαίμονι, διά
τὴν δύναμιν αὐτῆς· αἰδέσιμος δὲ, διὰ τὸ ἀξίωμα·
βασιλική γάρ. Καὶ τῷ ἱερῷ αἵματι οὐ μόνον
ἐχρίσθημεν καὶ ἐσφραγίσθημεν, ἀλλὰ καὶ ὡσεὶ τεῖχος αὐτὸ κυκλόθεν περιβαλλόμεθα. Διήκει γὰρ
αὐτοῦ πρὸς πᾶσαν τὴν οὐσίαν ἡμῶν ἡ δύο
ναμις, ὥστε συναμφότερα περιτειχίζειν καὶ τὸ σῶμα
καὶ τὴν ψυχήν. Κεῖται δὲ πᾶσα ἡ περὶ τοῦ ἀμνοῦ
δος ἐπιγέγραπται, περὶ ἧς ἱστορίας πλατύτερον ἐν
ἱστορία ἐν τῷ δευτέρῳ Μωσαϊκῷ βιβλίῳ, ὅπερ Εξο
τῷ δευτέρῳ λόγῳ τοῦ Πάσχα ὁ Θεολόγος διέξεισιν.
Hodie Ægyptum omnino fugimus, etc. He- Ibid. 8. Σήμερον... φυράματος. Χθὲς μὲν,
sterno die, inquit, illa contigerunt, quæ diximus. φησίν, ἐκεῖνα ἐγένετο, ἅπερ ειρήκαμεν. Σήμερον δέ,
Hodie autem, id est Dominico die, quo Christus
κατὰ τὴν Κυριακὴν ἡμέραν, καθ᾽ ἣν ὁ Χριστὸς ἀνrevixit, ac transitum ab interitu ad immortaliεβίω, καὶ ἀνεκαίνισεν ἡμῖν τὴν ἀπὸ φθορᾶς εἰς
tatem, et a rebus injuriæ obnoxiis ad ea quæ ἀφθαρσίαν διάβασιν, καὶ τὴν ἀπὸ τῶν ἐπηρεαζομένων
ab omni injuria tuta sunt, nobis innovavit, Ægy- πρὸς τὰ ἀνεπηρέαστα, καθαρῶς ἐφύγομεν Αίγυπτον
ptum omnino fagimus, non modo peccati periculum οὐ μόνον τὸν κίνδυνον τῆς ἁμαρτίας ἐκκλίναντες,
aversati, sed ipsam etiam ad peccatum habitudi- ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν διάθεσιν ἀπὸ
nem ex animo et sincere detestati. Hac autem
καρδίας καθαρῶς μισήσαντες. Οὕτω δὲ διακειμένοις
ἡμῖν, πικρὸς φανεῖται δεσπότης ο νοητός Φαραώ
mente przditis amarulentus dominus videbitur spiPSELLUS. Et postes ungebantur. Actio scilicet
et contemplatio, quæ mentis sunt apparitrices. Atque
eam ob causam luxit Ægyptus primogenita. Primigenis enim cogitationibus meis Deo immolatis, ut per
eas nullus adversario pateat aditus, universum nequitiæ et perversitatis caliginosum agmen ingenuit.
(Ex Billio.)
Oral. XLV, olim xlıı.
PSELLUS: Hodie fugimus Ægyptum et Pha
raonem. Nam cum crassa corporis moles, quasi
Pharao quispiam, principatum animæ accepit, pravæque cogitationes velu: quidam operum præfecti
urgent, hominemque interiorein cogunt munitiones
baudquaquam divinas ædificare, per quas mens in
colum evehitur, hujusmodi exstructiones quæ mu
nitæ videntur, luto sunt persimiles, coctis lateribus
confectæ, qui quidem omni ex parte perfluunt, atque
infirmis cogitationibus quasi paleis perexiguis composite. (Ex Billio.)
'Ανανέωσιν loco αναγέννησιν b.
Ὡς ἀρέσκει Θεῷ ὑ, quod probo.
Δέ interponit b.
Απώλοντο b.
Βασιλικόν μ. Βασιλική refertur ad σφραγίς.
Κύκλωθεν b.
Αὐτοῦ abest b.
Ἡ αὐτοῦ b.
Ενεκαίνισεν b, quod probo.
col. 953–954page 12 of 25
PG 36:953Ι. διάβολος· βαρεῖς δὲ ἐπιστάται, οἱ συνεργοῦντες αὐτῷ δαίμονες· καὶ ἡ ἁμαρτία, πηλὸς καὶ πλινθεία· πη λὸς μὲν λεγομένη. ὅταν πρὸς τὰς ἡδονὰς φαῦλοι ὦμεν· πλινθεία δὲ, ὅταν ποσῶς συστελλώμεθα. Τη νικαῦτα δὲ καὶ ἑορτάσιμος ἡμῖν ἔσται ἡ ἐκ τῆς ἀμαρ τίας πρὸς τὴν δικαιοσύνην διάβασις, καὶ ᾄσομεν τὰ ἐξόδια καὶ διαβατήρια, οὐκέτι κωλυόμενοι ἑορτάζειν ὥσπερ οὐδὲ οἱ Ἰσραηλῖται μετὰ τὴν τῆς Ἐρυθρᾶς διάβασιν· οὐδὲ χρώμενοι τῇ σεσηπυίᾳ καὶ ὀξώδες ζύμῃ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλ' ὡς ἐν ἑπτὰ ἡμέραις, τῷ ἑπταδικῷ τούτῳ βίῳ, τὴν ἄζυμον καὶ καθαρὰν ἀρετὴν καὶ θεολογίαν μετιόντες. Ειλικρίνεια γὰρ ἐστι, βίου καθαρότης· ἀλήθεια δὲ, δογμάτων ὀρθότης. Ἐν κε φαλαίῳ οὖν διὰ τῆς εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας, τὴν πρακτικὴν καὶ θεολογικὴν φιλοσοφίαν ἐσήμανεν. Ὥσπερ δὲ οἱ Ἰσραηλῖται ἐκ τῆς Αἰγύπτου εξιόντες, οὐδὲν ἐπεφέροντο Αἰγύπτιον κρᾶμα καὶ φύραμα, εἰ μὴ μόνον ἄλευρα· οὕτω χρὴ καὶ ἡμᾶς ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἀναχωρούντας, μὴ φυλάττειν τι τῆς προτέρας κακίας λείψανον, ἀλλὰ τὴν ἀρετὴν ἄζυμον ἔχειν, μὴ φυρα θεῖσαν ἢ ἀνακραθείσαν, οἷά τινι ζύμη, τῇ παλαιᾷ καὶ πικρᾷ ἕξει, ἣν ἐσιτούμεθα, ὅτε ἐν Αἰγύπτῳ τῇ ἁμαρτία διήγομεν. Τί δὲ τὸ Αἰγυπτιακόν φύραμα, αὐτὸς ὁ Θεολόγος ερμηνεύει, ὅτι τὸ ἄθεον δόγμα, ή τὸ σκοτεινὸν καὶ ῥυπαρὸν ἔργον. 397 3. Χθες συνεσταυρούμην... συν εγείρομαι. Τὸ χθὲς δύναται καὶ ὅλον τὸν καιρὸν τῆς Τεσσαρακοστῆς αἰνίττεσθαι. Χθὲς οὖν, φησίν, συνεσταυρούμην Χριστῷ, τῶν γηίνων ὑψούμενος, καὶ τῆς κατ' ἐνέργειαν ἁμαρτίας ἀπεχόμενος, καὶ συνενεκρούμην καὶ συνεθαπτόμην καὶ πρὸς αὐτὰ τὰ πάθη καὶ τὴν κατὰ νοῦν ἁμαρτίαν μένων νεκρὸς καὶ ἀκ! νητος. Σήμερον ἐνεργοῦμαι τὸ δοξάζεσθαι τὸ ζωο ποιεῖσθαι, τὸ ἐξανίστασθαι. Κατὰ ἀντίθεσιν δὲ σχη ματίζει τὸν λόγον ὁ Θεολόγος. Αντίκειται γὰρ τῇ μὲν ἀδοξίᾳ τοῦ σταυροῦ, ἡ δόξα, τῇ δὲ νεκρώσει, ἡ ζωή, τῇ δὲ ταφῇ, ἡ ἀνάστασις. Καὶ ὅρα ἀκολουθίαν Πρῶτον γὰρ σταύρωσις, ὅπερ ἐστὶ κώλυσις τῆς κατ' ἐνέργειαν ἁμαρτίας· δεύτερον νέκρωσις, ήγουν συν στολὴ τῆς κατὰ νοῦν φαύλης κινήσεως· τρίτον ταφή, τουτέστιν ἀναίρεσις καὶ αὐτῆς τῆς πρὸς τὰ πάθη Ενεργείας· τέταρτον, ἀνάστασις. "Οταν γὰρ ἀπο σχώμεθα τοῦ κατ' ἐνέργειαν ἁμαρτάνειν, εἶτα ἐντεῦ. θεν προκόψωμεν εἰς τὸ μηδὲ κατὰ νοῦν πολεμεῖσθαι, ἀλλὰ πᾶσαν κίνησιν ἁμαρτητικὴν οἱονεὶ θάψωμεν, τότε ὁ λόγος μόνος ἐν ἡμῖν, ὥσπερ ἐκ νεκρῶν ἐγηγερμένος, ἀναφαίνεται. 6. Ἀλλὰ... οἰκειότατον. Εντεῦθεν ἐπὶ τὸ τῆς συμβουλῆς εἶδος χωρεῖ ὁ μέγας Πατὴρ, καὶ προτρέπεται Χριστῷ καρποφορεῖν. Δίκαιον γὰρ, ὅτι καὶ αὐτὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἔπαθεν, ἵνα τὴν ἀπάθειαν ἡμῖν προξενήσῃ, καὶ ὑπὲρ ἡμῶν ἀνέστη, ἀπαρχή γενόμε τῆς ἀναστάσεως, ἵνα βεβαίαν έχωμεν τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως. Τῆς γὰρ κεφαλῆς ἀναστάσης, δεῖ πάν Χαῦνοι τῷ συστέλλεσθαι.
AD S. GREGORII ORAT. Ι.
fecti, hoc est, dæmones ipsius adjutores, grave
etiam lutum et lateritium opus, id est peccatum, quod
quidem lutum dicitur, cum voluptatibus flagitiose
indulgemus; lateritium autem opus, cum aliquam
tulum nos ipsos colligimus. Tum vero nobis transitus ille a peccato ad justitiam cum solemnitate celebrandus erit, atque lymnos egressioni et transitui
congruentes cantabimus, non jam a quoquam prohibiti quominus festum celebremus, quemadmodum
nec Israelitæ post maris Rubri transitum, nec putri
fcelidoque peccati fernento utentes, verum in septenaria hac vita, quasi in septem paschalibus diebus fermenti expertem puramque virtutem ac theologiam consectantes. Sinceritas enin, est vitæ puδιάβολος· βαρεῖς δὲ ἐπιστάται, οἱ συνεργοῦντες αὐτῷ ritualis Pharao diabolus, graves item et acerbi prae
δαίμονες· καὶ ἡ ἁμαρτία, πηλὸς καὶ πλινθεία· πη
λὸς μὲν λεγομένη. ὅταν πρὸς τὰς ἡδονὰς φαῦλοι
ὦμεν· πλινθεία δὲ, ὅταν ποσῶς συστελλώμεθα. Τηνικαῦτα δὲ καὶ ἑορτάσιμος ἡμῖν ἔσται ἡ ἐκ τῆς ἀμαρτίας πρὸς τὴν δικαιοσύνην διάβασις, καὶ ᾄσομεν τὰ
ἐξόδια καὶ διαβατήρια, οὐκέτι κωλυόμενοι ἑορτάζειν
ὥσπερ οὐδὲ οἱ Ἰσραηλῖται μετὰ τὴν τῆς Ἐρυθρᾶς
διάβασιν· οὐδὲ χρώμενοι τῇ σεσηπυίᾳ καὶ ὀξώδες
ζύμῃ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλ' ὡς ἐν ἑπτὰ ἡμέραις, τῷ
ἑπταδικῷ τούτῳ βίῳ, τὴν ἄζυμον καὶ καθαρὰν ἀρετὴν
καὶ θεολογίαν μετιόντες. Ειλικρίνεια γὰρ ἐστι, βίου
καθαρότης· ἀλήθεια δὲ, δογμάτων ὀρθότης. Ἐν κε·
φαλαίῳ οὖν διὰ τῆς εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας, τὴν
πρακτικὴν καὶ θεολογικὴν φιλοσοφίαν ἐσήμανεν.
Ὥσπερ δὲ οἱ Ἰσραηλῖται ἐκ τῆς Αἰγύπτου εξιόντες, rilas; veritas autem doctrinæ fideique integritas
οὐδὲν ἐπεφέροντο Αἰγύπτιον κρᾶμα καὶ φύραμα, εἰ
μὴ μόνον ἄλευρα· οὕτω χρὴ καὶ ἡμᾶς ἐκ τῆς ἁμαρτίας
ἀναχωρούντας, μὴ φυλάττειν τι τῆς προτέρας κακίας
λείψανον, ἀλλὰ τὴν ἀρετὴν ἄζυμον ἔχειν, μὴ φυραθεῖσαν ἢ ἀνακραθείσαν, οἷά τινι ζύμη, τῇ παλαιᾷ καὶ
πικρᾷ ἕξει, ἣν ἐσιτούμεθα, ὅτε ἐν Αἰγύπτῳ τῇ
ἁμαρτία διήγομεν. Τί δὲ τὸ Αἰγυπτιακόν φύραμα,
αὐτὸς ὁ Θεολόγος ερμηνεύει, ὅτι τὸ ἄθεον δόγμα, ή
τὸ σκοτεινὸν καὶ ῥυπαρὸν ἔργον.
et rectitudo. In summa itaque per sinceritatem et
veritatem activam et theologicam sapientiam designavit. Porro quemadmodum Israelitæ ex Egypto
excedentes nullam secum Ægyptiacam mistionem
ac conspersionem præter farinam solam deferebant:
sic nobis eliam, cuin a peccato recedimus, providendum est, ne quas pristinæ malitiæ reliquias
servemus, verum ut infermentatam virtutem habeamus non conspersam ac permistam cum veteņi
atque amara animi babitudine, quasi fermento quodam, quo vescebamur, cum in peccato, tanquam
in Ægypto, commoraremur. Quid autem sit Ægyptiacum fermentum, Theologus ipse interpretatur,
impia nempe doctrina, aut tenebrosa et sordida actio.
Col. 397 3. Χθες συνεσταυρούμην... συνεγείρομαι. Τὸ χθὲς δύναται καὶ ὅλον τὸν καιρὸν τῆς
Τεσσαρακοστῆς αἰνίττεσθαι. Χθὲς οὖν, φησίν, συνεσταυρούμην Χριστῷ, τῶν γηίνων ὑψούμενος, καὶ
τῆς κατ' ἐνέργειαν ἁμαρτίας ἀπεχόμενος, καὶ συν
ενεκρούμην καὶ συνεθαπτόμην καὶ πρὸς αὐτὰ τὰ πάθη
καὶ τὴν κατὰ νοῦν ἁμαρτίαν μένων νεκρὸς καὶ ἀκ!-
νητος. Σήμερον ἐνεργοῦμαι τὸ δοξάζεσθαι τὸ ζωο
ποιεῖσθαι, τὸ ἐξανίστασθαι. Κατὰ ἀντίθεσιν δὲ σχηματίζει τὸν λόγον ὁ Θεολόγος. Αντίκειται γὰρ τῇ
μὲν ἀδοξίᾳ τοῦ σταυροῦ, ἡ δόξα, τῇ δὲ νεκρώσει, ἡ
ζωή, τῇ δὲ ταφῇ, ἡ ἀνάστασις. Καὶ ὅρα ἀκολουθίαν·
Πρῶτον γὰρ σταύρωσις, ὅπερ ἐστὶ κώλυσις τῆς κατ'
ἐνέργειαν ἁμαρτίας· δεύτερον νέκρωσις, ήγουν συν
στολὴ τῆς κατὰ νοῦν φαύλης κινήσεως· τρίτον ταφή,
τουτέστιν ἀναίρεσις καὶ αὐτῆς τῆς πρὸς τὰ πάθη
Ενεργείας· τέταρτον, ἀνάστασις. "Οταν γὰρ ἀποσχώμεθα τοῦ κατ' ἐνέργειαν ἁμαρτάνειν, εἶτα ἐντεῦ.
θεν προκόψωμεν εἰς τὸ μηδὲ κατὰ νοῦν πολεμεῖσθαι,
ἀλλὰ πᾶσαν κίνησιν ἁμαρτητικὴν οἱονεὶ θάψωμεν,
τότε ὁ λόγος μόνος ἐν ἡμῖν, ὥσπερ ἐκ νεκρῶν ἐγηγερμένος, ἀναφαίνεται.
Ibid. 6. Ἀλλὰ... οἰκειότατον. Εντεῦθεν ἐπὶ
τὸ τῆς συμβουλῆς εἶδος χωρεῖ ὁ μέγας Πατὴρ, καὶ
προτρέπεται Χριστῷ καρποφορεῖν. Δίκαιον γὰρ, ὅτι
καὶ αὐτὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἔπαθεν, ἵνα τὴν ἀπάθειαν ἡμῖν
προξενήσῃ, καὶ ὑπὲρ ἡμῶν ἀνέστη, ἀπαρχή γενόμετῆς ἀναστάσεως, ἵνα βεβαίαν έχωμεν τὴν ἐλπίδα τῆς
ἀναστάσεως. Τῆς γὰρ κεφαλῆς ἀναστάσης, δεῖ πάν
Heri cum Christo in crucem agebar, etc. Per hoc
adverbium, heri, potest et totum Quadragesima
tempus siguifcari. Heri igitur, inquit, cum Christo
in crucem suffigebar, a terrenis rebus mentem
subvehens, atque ab actu peccati abstinens, et
commoriebar et consepeliebar, nimirum quoad
ipsos etiam afectus et peccati cogitationen mortuus atque immobilis manens. Hodie Dei operatione
glorificor, vivificor et resurgo. Antithesis autein
fgura utitur Theologus. Crucis enim ignomini
opponitur gloria, mortificationi vita, sepultura
resurrectio. Ac vide, quam apto ordine hæc verba
disposita sint. Præcedit enimn crucifixio, id est, ea
vi³, qua nos ipsos frenamus, ne peccatum in actus
exeat. Sequitur mortificatio, hoc est, vitiosorum
animi motuum compressio. Huic proxima est sepultura, id est, ipsius quoque circa animi turbu
lentus motus actionis exstinctio. Postremum locum
tenet resurrectio. Nam cum ab operibus malis
abstinuerimus, ac deinde eo progressi fuerimus, ut
ne in animo quidem oppugnemur, sed omnes
vitiosos motus exciderimus, et velut sepultura
affecerimus, tum demum sola in nobis velut a
morte excitata ratio elucet.
Sed..... maxime propriam, etc. Transit jam ad
deliberativi generis speciem Theologus, atque hortatur, ut Christo munera offeramus: æquum est
enim, quoniam ipse quoque nostra causa passus
est; ut nobis passionum immunitatem conciliaret;
ac pro nobis resurrexit, primitiæ videlicet resurrectionis factus, ut firmam resurrectionis spem
Χαῦνοι b, quod magis convenit τῷ συστέλλεσθαι.
col. 955–956page 13 of 25
PG 36:955κελεύει οὐ χρυσὸν καὶ λίθους καὶ ἄργυρον. Μικρά γὰρ ταῦτα καὶ εὐτελῆ, ἀπὸ γῆς τὲ ὄντα καὶ τῇ γῇ εναπομένοντα, ἀλλ᾽ οὐκ ἀκολουθοῦντα τοῖς κτησαμένοις, ἃ καὶ κάκιστος ῥᾳδίως εκτήσατο, καὶ περὶ & οι φαῦλοι μᾶλλον σπουδάζουσιν, καὶ οὓς ὁ κοσμοκράτωρ ἔχει καταδουλώσας. Οὕτω δὲ ὀνομάζεται ὁ διάβολος, οὐχ ὅτι τοῦ κόσμου κρατεῖ καὶ τῆς κτίσεως, άπαγε, ἀλλ᾽ ὅτι ἐκείνων κρατεῖ, τῶν τὴν κακίαν ἐργαζομένων, ἥτις κόσμος πολλαχοῦ εὑρίσκεται λεγομένη, κατὰ τὸ πρὸς τοὺς μαθητὲς ὑπὸ Χριστοῦ εἰρημένον Ὑμεῖς οὐκ ἐστὲ ἐκ τοῦ κόσμου, καθὼς ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί· τουτέστιν, οὐκ ἐστὲ ἐκ τῶν ἀγαπώντων τὴν πονηρίαν ὥσπερ οὖν οὐδὲ ἐγώ. Τὴν μὲν οὖν γηΐνην καρποφορίαν ὁ Θεολόγος ἐκβάλλει, ὡς μόνοις τοῖς πλουσίοις δυνατὴν οὖσαν. Οὐδὲν δὲ μέγα παρὰ Θεῷ, 8 μὴ καὶ πένης δωρεῖσθαι δύναται. Εἰσάγει δὲ τὴν κοινὴν, ἣν ὁμοίως πάντες καρποφορεῖν δύνανται, κἂν πλούσιοι ὦσιν, κἂν πένητες, λέγων Καρποφορήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, οἵτινες κτῆμά ἐσμεν τῷ Θεῷ τιμιώτατον καὶ οἰκειότατον· τιμιώτατον μὲν, ὅτι ταῖς αὐτοῦ χερσὶ διηρτίσθημεν καὶ δι᾿ ἡμᾶς πάντα γέγονε τὰ δρώμενα· οἰκείοτατον δὲ, διὰ τὴν ἔμπνευσιν καὶ τὸ κατ' εἰκόνα καὶ διὰ τὸν λόγον. Πάντα μὲν γὰρ τὰ ὑπὸ Θεοῦ γενόμενα κοινωνοῦσι τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος, κατὰ τὸ εἶναι. Ἐκ περισσοῦ δὲ τὰ ζῶα. Κατά τε γὰρ τὸ εἶναι καὶ κατὰ τὸ τῆς ζωῆς μετέχειν κοινωνοῦσι τοῦ ἀγαθοῦ. Ὁ δὲ ἄνθρωπος, καὶ κατὰ τὰ προειρημένα μὲν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ λο γικόν. Οἰκειότερος γάρ πώς ἐστι πρὸς Θεὸν τῶν αἰσθητῶν ὁ ἄνθρωπος, εἰ καὶ ἀπάντων ὁ Θεὸς ἀσυγ κρίτως ὑπέρκειται. τως καὶ ἅπαν τὸ σῶμα ἀναστῆναι. Καὶ καρποφορεῖν η 397 1 12. Αποδῶμεν... ἡμᾶς ἄνθρωπος. Απο δῶμεν, φησί, τῇ ψυχῇ, τῇ εἰκόνι τοῦ Θεοῦ, τὸ κατ' εἰκόνα ἀξίωμα, δηλαδὴ τοὺς θείους χαρακτῆρας, οὓς ἡ ἁμαρτία ἡμαύρωσε. Καλῶς δὲ εἶπεν, Αποδῶμεν, ὡς ὀφειλόμενον. Ἐκεῖνο γάρ τις ἀποδιδόναι λέγεται, ὅπερ κεχρεώστηκε. Καὶ ἡμεῖς οὖν, λαβόντες τὸ κατ' εἰκόνα, ἀπαιτηθησόμεθα πάντως αὐτὸ παρὰ τοῦ δόν τοῦ Θεοῦ. Καὶ τῷ μὲν ἁγίῳ Κυρίλλῳ, τὸ αὐτὸ καὶ ἐν εἶναι δοκεῖ, τὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ τὸ καθ᾽ ὁμοίωσιν τοῖς δὲ λοιποῖς θείοις Πατράσι, κατ' εἰκόνα μὲν, τὸ νοερὸν καὶ αὐτεξούσιον καὶ τὸ ἀρχικόν· καθ' ὁμοίωσιν δὲ, τὸ ἐν ἀρεταῖς τέλειον, ὡς ἐφικτὸν ἀνθρώπου φύσ σει, τὸ ἀγαθὸν, τὸ σοφὸν, τὸ δίκαιον, τὸ πάσης και κίας ἐλεύθερον, τὸ ἀμέριμνον, τὸ ἀπερίσπαστον καὶ ἀκέραιον. Αὗται γὰρ οἱονεὶ χαρακτῆρες τῆς θείας ὑπάρχουσι φύσεως. ᾿Αποδῶμεν οὖν τῇ ἡμετέρᾳ ψυχῇ τὸ οἰκεῖον αὐτῇ. Οἰκεῖον δὲ αὐτῇ, τὸ κατὰ τὴν εἰκόνα εἶναι τοῦ κτίσαντος, πρὸς ἦν καὶ γέγονεν. ᾿Αλλὰ καὶ τὸ ἀξίωμα ἡμῶν γνωρίσωμεν, τουτέστι τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἐξ ἀρχῆς εὐγένειαν. Γνωρίσωμεν δ᾽ ἂν, ἀνα λαβόντες αὐτὸ τοιοῦτον, οἷον ἐξ ἀρχῆς ἐλάβομεν ὡς νῦν ἄλλοι ἀντ᾽ ἄλλων γενόμενοι, οὐ γνωρίζομεν ἑαυτούς, ὥσπερ εἴ τις ἄλλος ἀντ᾽ ἄλλου γενόμενος,
NICETAS SEKRONIUS
κελεύει οὐ χρυσὸν καὶ λίθους καὶ ἄργυρον. Μικρά
γὰρ ταῦτα καὶ εὐτελῆ, ἀπὸ γῆς τὲ ὄντα καὶ τῇ γῇ
εναπομένοντα, ἀλλ᾽ οὐκ ἀκολουθοῦντα τοῖς κτησαμέ
νοις, ἃ καὶ κάκιστος ῥᾳδίως εκτήσατο, καὶ περὶ & οι
φαῦλοι μᾶλλον σπουδάζουσιν, καὶ οὓς ὁ κοσμοκράτωρ
ἔχει καταδουλώσας. Οὕτω δὲ ὀνομάζεται ὁ διάβολος,
οὐχ ὅτι τοῦ κόσμου κρατεῖ καὶ τῆς κτίσεως, άπαγε,
ἀλλ᾽ ὅτι ἐκείνων κρατεῖ, τῶν τὴν κακίαν ἐργαζομέ
νων, ἥτις κόσμος πολλαχοῦ εὑρίσκεται λεγομένη,
κατὰ τὸ πρὸς τοὺς μαθητὲς ὑπὸ Χριστοῦ εἰρημένον·
Ὑμεῖς οὐκ ἐστὲ ἐκ τοῦ κόσμου, καθὼς ἐγὼ ἐκ
τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί· τουτέστιν, οὐκ ἐστὲ ἐκ τῶν
ἀγαπώντων τὴν πονηρίαν ὥσπερ οὖν οὐδὲ ἐγώ. Τὴν
μὲν οὖν γηΐνην καρποφορίαν ὁ Θεολόγος ἐκβάλλει,
ὡς μόνοις τοῖς πλουσίοις δυνατὴν οὖσαν. Οὐδὲν δὲ
μέγα παρὰ Θεῷ, 8 μὴ καὶ πένης δωρεῖσθαι δύναται.
Εἰσάγει δὲ τὴν κοινὴν, ἣν ὁμοίως πάντες καρποφορεῖν
δύνανται, κἂν πλούσιοι ὦσιν, κἂν πένητες, λέγων·
Καρποφορήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, οἵτινες κτῆμά ἐσμεν
τῷ Θεῷ τιμιώτατον καὶ οἰκειότατον· τιμιώτατον μὲν,
ὅτι ταῖς αὐτοῦ χερσὶ διηρτίσθημεν καὶ δι᾿ ἡμᾶς πάντα
γέγονε τὰ δρώμενα· οἰκείοτατον δὲ, διὰ τὴν ἔμπνευ
σιν καὶ τὸ κατ' εἰκόνα καὶ διὰ τὸν λόγον. Πάντα μὲν
γὰρ τὰ ὑπὸ Θεοῦ γενόμενα κοινωνοῦσι τῆς αὐτοῦ
ἀγαθότητος, κατὰ τὸ εἶναι. Ἐκ περισσοῦ δὲ τὰ ζῶα.
Κατά τε γὰρ τὸ εἶναι καὶ κατὰ τὸ τῆς ζωῆς μετέχειν
κοινωνοῦσι τοῦ ἀγαθοῦ. Ὁ δὲ ἄνθρωπος, καὶ κατὰ
τὰ προειρημένα μὲν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ λο
γικόν. Οἰκειότερος γάρ πώς ἐστι πρὸς Θεὸν τῶν
αἰσθητῶν ὁ ἄνθρωπος, εἰ καὶ ἀπάντων ὁ Θεὸς ἀσυγ
κρίτως ὑπέρκειται.
animis infram habeamus. Nam cum caput resur- τως καὶ ἅπαν τὸ σῶμα ἀναστῆναι. Καὶ καρποφορεῖν
rexerit, universum etiam corpus resurgere necesse
est. Atque offerre jubet, non aurum et argentum,
gemmasque pretiosas, parva enim terrenaque hæc
sunt, nimirum quæ a terra oriantur, atque in terra
remaneant, nec dominos suos comitentur, quæ
etiam homo sceleratissimus facile paraverit, et in
quæ majori animi studio et contentione incumbunt
improbi, atque ii, quos mundi princeps in servitutem redegit. Sic autem vocatur diabolus, non quod
mundi et rerum terrenarum imperium teneat (absit!),
sed quod eos, qui improbe et scelerate vivunt, in
potestate habeat. Peccatum autem plerisque Scripturæ locis mundi nomine appellatur, juxta illud,
quod discipulis Christus dicebat: Vos non estis de
mundo, sicut ego non sum de mundo ', id est, non
estis ex eorum numero, qui vitiis flagitiisque deleclantur, quemadmodum nec ego. Terrenum igitur
munus Theologus rejicit, ut quod soli divites offerre queant. Nihil aulem magnum atque honorillcurn est apud Deum, quod non pauper quoque domare possit. Inducit autem alterum oblationis genus,
quod omnibus commune est, divitibus juxta ac
pauperibus, dicens: Nosmetipsos offeramus, qui
quidem Deo possessio sumus longe pretiosissima
maximeque propria: pretiosissima quidem, quoniam ipsius manibus effecti sumus, ac propter nos
omnia, quæ oculis cernuntur, facta sunt. Maxime
autem propria ob inspirationem divinæque imaginis
similitudinem et rationem. Nani cum res omnes a &
Deo creatae, ipsius bonitatis, quantum ad essentiam,
participes sint, uberius etiam animantia, quibus, et
quatenus sunt, et quatenus vitam habent, communicatur divina bonitas, in hoc eximia est hominis
conditio, quod præter ea, quæ jam dicta sunt, ratione quoque præditus sit. Affinis enim quodammodo maximeque propinquus est Deo: tametsi ille incomparabili magnitudine nos superet.
Imaginis decus imagini reddamus, etc. Reddamus, inquit, imagini Dei, id est animæ, imaginis decus, divinas nempe formas, quas peccatum obscuravit. Apte autem dixit, Reddamus,
quippe quod debeatur. Illud enim reddere quis
dicitur, quod debet. Nos igitur, qui imaginis dignitatem accepimus, eamdem haud dubie a Deo reposcemur. At sancto quidem Cyrillo unum idemque siguificare videntur, secundum imaginem et secundum similitudinem: verum reliqui Patres in hac
sunt sententia, ut per imaginem intelligendi vim η
arbitriique libertatem et principatum designari putent, per similitudinem autem, virtutum perfectionem, quantum quidem hominis naturæ datur assequi. Ilæ enim veluti notæ quædam sunt divinæ naturæ, tranquillitas nullis curis ac distractionibus
interrupta, integritas, bonitas, sapientia, justitia,
puritas ab omni labe peccati. Reddamus itaque animæ nostræ quod ipsi proprium est. Habet autem
hoc proprium, quod ad Creatoris imaginem facta
est. Atque etiam dignitatem nostram intelligamus,
id est, magnitudinem veteremque nobilitaten).
Eam autem cognoverimus, si cami talem receperi-
• Joan. xvII, 16.
Col. 397 1 12. Αποδῶμεν... ἡμᾶς ἄνθρωπος. Απο
δῶμεν, φησί, τῇ ψυχῇ, τῇ εἰκόνι τοῦ Θεοῦ, τὸ κατ'
εἰκόνα ἀξίωμα, δηλαδὴ τοὺς θείους χαρακτῆρας, οὓς
ἡ ἁμαρτία ἡμαύρωσε. Καλῶς δὲ εἶπεν, Αποδῶμεν,
ὡς ὀφειλόμενον. Ἐκεῖνο γάρ τις ἀποδιδόναι λέγεται,
ὅπερ κεχρεώστηκε. Καὶ ἡμεῖς οὖν, λαβόντες τὸ κατ'
εἰκόνα, ἀπαιτηθησόμεθα πάντως αὐτὸ παρὰ τοῦ δόν
τοῦ Θεοῦ. Καὶ τῷ μὲν ἁγίῳ Κυρίλλῳ, τὸ αὐτὸ καὶ ἐν
εἶναι δοκεῖ, τὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ τὸ καθ᾽ ὁμοίωσιν·
τοῖς δὲ λοιποῖς θείοις Πατράσι, κατ' εἰκόνα μὲν, τὸ
νοερὸν καὶ αὐτεξούσιον καὶ τὸ ἀρχικόν· καθ' ὁμοίωσιν
δὲ, τὸ ἐν ἀρεταῖς τέλειον, ὡς ἐφικτὸν ἀνθρώπου φύσ
σει, τὸ ἀγαθὸν, τὸ σοφὸν, τὸ δίκαιον, τὸ πάσης και
κίας ἐλεύθερον, τὸ ἀμέριμνον, τὸ ἀπερίσπαστον καὶ
ἀκέραιον. Αὗται γὰρ οἱονεὶ χαρακτῆρες τῆς θείας
ὑπάρχουσι φύσεως. ᾿Αποδῶμεν οὖν τῇ ἡμετέρᾳ ψυχῇ
τὸ οἰκεῖον αὐτῇ. Οἰκεῖον δὲ αὐτῇ, τὸ κατὰ τὴν εἰκόνα
εἶναι τοῦ κτίσαντος, πρὸς ἦν καὶ γέγονεν. ᾿Αλλὰ καὶ
τὸ ἀξίωμα ἡμῶν γνωρίσωμεν, τουτέστι τὸ μέγεθος
καὶ τὴν ἐξ ἀρχῆς εὐγένειαν. Γνωρίσωμεν δ᾽ ἂν, ἀναλαβόντες αὐτὸ τοιοῦτον, οἷον ἐξ ἀρχῆς ἐλάβομεν·
ὡς νῦν ἄλλοι ἀντ᾽ ἄλλων γενόμενοι, οὐ γνωρίζομεν
ἑαυτούς, ὥσπερ εἴ τις ἄλλος ἀντ᾽ ἄλλου γενόμενος,
col. 957–958page 14 of 25
PG 36:957λέγει, μὴ γινώσκειν ἑαυτὸν διὰ τὴν ἀλλοίωσιν. Γνῶ μεν οὖν, ἡλίκοι παρά Θεοῦ γεγόναμεν καὶ τὸ ἀρχέτυ τον τιμήσωμεν ἐν τῷ τηρεῖν τὴν εἰκόνα ἀμόλυντον. Γίνεται δὲ αὕτη ἡ τιμὴ διὰ τῆς ἀπηκριβωμένης μια μήσεως, καὶ ὅταν τὸ παράδειγμα ὅμοιον τῷ ἀρχε τύπῳ φαίνηται. Γνῶμεν καὶ τοῦ μυστηρίου την δύναμιν, τουτέστι τῆς ἑορτῆς τὴν αἰτίαν καὶ τὸν σκοπόν. Δι' ἡμᾶς γὰρ πᾶσα ἡ φιλάνθρωπος τοῦ Δεσπότου οικονομία γέγονε, καὶ ὑπὲρ ἡμῶν σαρκὶ θανάτου ἐγεύσατο ὁ ἀθάνατος. Γενώμεθα ώς Χριστός, ἐπεὶ καὶ Χριστὸς ὡς ἡμεῖς. Ο κορυφαῖός φησι Πέ τρος, ὅτι Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν, ἡμῖν ὑπο λιμπάνων ὑπογραμμόν. Γέγονε γὰρ ὁ Σωτὴρ ὑπο γραμμὸς τοῖς ἀνθρώποις, τυπούμενος αὐτοῖς καὶ λαμβάνων ἀπαθῶς τὰ νοήματα τοῦ κόσμου τούτου. Τὸ οὖν, Γενώμεθα ὡς Χριστός, οὕτω νοήσεις· Γενι μεθα καθαροὶ καὶ ἀπαθεῖς, ἐπεὶ καὶ Χριστὸς τα πεινώσας ἑαυτὸν καὶ συγκαταβὰς ἡμῖν, μεμένηκεν, ὅπερ ἦν, καθαρὸς καὶ ἀπαθής· Ἀμαρτίαν γὰρ οὐκ ἐποίησεν, οὐδ' εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτ τοῦ. Ὁ μὲν Θεὸς ὤν, ἄνθρωπος γέγονε. Δεῖ οὖν καὶ ἡμᾶς, θεοὺς γενέσθαι. Αλλ' ἐκεῖνος μὲν δι᾿ ἡμᾶς ἄνθρωπος, ἡμεῖς δὲ ὑπὲρ ἑαυτῶν θεοί. Καὶ ἐκεῖνος μὲν ἀντὶ τῆς ἀκροτάτης δόξης, τὴν ἀκροτάτην ἀνα λαβόμενος ἀτιμίαν· ἡμεῖς δὲ, ἀντὶ τῆς ἀκροτάτης ἀτιμίας, τὴν ἀκροτάτην τιμήν. Κἀκεῖνος μὲν φύσει γενόμενος άνθρωπος, ἡμεῖς δὲ θέσει θεοί. Γέγονε γὰρ, ὅ ἐσμεν, κατ' οικονομίαν, ἵν᾿ ἡμεῖς γενώμεθα, ὅ ἐστιν ἀντιμετρουμένης, ὡς οἶδεν αὐτὸς, τῇ αὐτοῦ κενώσει τῆς τῶν χάριτι σωζομένων θεώσεως, ὅλων Ξεοειδῶν καὶ ὅλων Θεοῦ χωρητικῶν καὶ μόνου γενη σομένων. Τοῦτο γὰρ ἡ τελείωσις, πρὸς ἦν σπεύδουσιν οἱ ταύτην ἀληθῶς ἔσεσθαι τὴν ἐπαγγελίαν πιστεύσαντες. 397 € 7. Προσέλαβε... πτώματι. Εἰσὶ τὰ βή ματα ταῦτα σαφῆ καὶ οὐδεμιᾶς ἑρμηνείας δεόμενα. Προσέλαβε γὰρ ὁ Χριστὸς τὸ χεῖρον, τὴν ἀνθρωπότητα, ἵνα δῷ τὸ βέλτιον, τὴν θεότητα. Καὶ πλούσιος ὢν τῇ θεότητι, ἐπτώχευσε τῇ σαρκὶ, ἵν᾿ ἡμεῖς πλου τήσωμεν τὴν θεότητα. Καὶ δούλου μορφὴν ἐφόρεσεν, ῖν ἡμεῖς τὴν ἀπὸ τῆς δουλείας τοῦ διαβόλου καὶ τῶν παθῶν ἐλευθερίαν λάβωμεν· ὅπερ δηλοί, ότι είχομεν ἐξ ἀρχῆς τὴν ἐλευθερίαν απωλέσαμεν δὲ ταύτην. Δεξ οὖν ἀπολαβεῖν, ἣν ἔχοντες ἀπεβάλομεν. Κατέβη πρὸς ἡμᾶς ὁ Ὕψιστος, ἵν᾿ ἡμεῖς οἱ ταπεινοὶ ὑψωθῶμεν, ὑπεραρθέντες τῆς τῶν γεηρῶν σχέσεως καὶ πτερωθέντες πρὸς τὰ οὐράνια. Ἐπειράσθη ἐν τῇ ἐρήμῳ εἰς γαστριμαργίαν, φιλοδοξίαν, φιλοχρηματίαν, καὶ νενίκηκεν ἐν τῇ τρίτῃ ταύτῃ προσβολῇ καὶ πείρα τὸν πειραστὴν, ἡμῖν τὴν νίκην πραγματευόμενος. ᾿Αλλὰ ἡτιμάσθη ὁ τῆς δόξης Κύριος, ἵνα δοξάσῃ τοὺς ἀτί μους ἡμᾶς· ἀπέθανεν, ἵνα τῷ θανάτῳ αὐτοῦ σωθῶ μεν· κατέβη καὶ ἀνέβη, ἵνα ἡμεῖς ἀκολουθήσωμεν αὐτῷ, καὶ ἵνα κάτω κειμένους ἐν τῷ τῆς ἁμαρτίας πτώματι πρὸς ἑαυτὸν ἑλκύση, ὡς ἡ ὑπόσχεσις. θ
AD S. GREGORII ORAT. I.
λέγει, μὴ γινώσκειν ἑαυτὸν διὰ τὴν ἀλλοίωσιν. Γνῶ- mus, qualem primum accepimus. Nam nunc alii ex
μεν οὖν, ἡλίκοι παρά Θεοῦ γεγόναμεν καὶ τὸ ἀρχέτυτον τιμήσωμεν ἐν τῷ τηρεῖν τὴν εἰκόνα ἀμόλυντον.
Γίνεται δὲ αὕτη ἡ τιμὴ διὰ τῆς ἀπηκριβωμένης μια
μήσεως, καὶ ὅταν τὸ παράδειγμα ὅμοιον τῷ ἀρχετύπῳ φαίνηται. Γνῶμεν καὶ τοῦ μυστηρίου την
δύναμιν, τουτέστι τῆς ἑορτῆς τὴν αἰτίαν καὶ τὸν
σκοπόν. Δι' ἡμᾶς γὰρ πᾶσα ἡ φιλάνθρωπος τοῦ
Δεσπότου οικονομία γέγονε, καὶ ὑπὲρ ἡμῶν σαρκὶ
θανάτου ἐγεύσατο ὁ ἀθάνατος. Γενώμεθα ώς Χριστός,
ἐπεὶ καὶ Χριστὸς ὡς ἡμεῖς. Ο κορυφαῖός φησι Πέτρος, ὅτι Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν, ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν. Γέγονε γὰρ ὁ Σωτὴρ ὑπογραμμὸς τοῖς ἀνθρώποις, τυπούμενος αὐτοῖς καὶ
λαμβάνων ἀπαθῶς τὰ νοήματα τοῦ κόσμου τούτου.
Τὸ οὖν, Γενώμεθα ὡς Χριστός, οὕτω νοήσεις· Γενιμεθα καθαροὶ καὶ ἀπαθεῖς, ἐπεὶ καὶ Χριστὸς τα
πεινώσας ἑαυτὸν καὶ συγκαταβὰς ἡμῖν, μεμένηκεν,
ὅπερ ἦν, καθαρὸς καὶ ἀπαθής· Ἀμαρτίαν γὰρ οὐκ
ἐποίησεν, οὐδ' εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτ
τοῦ. Ὁ μὲν Θεὸς ὤν, ἄνθρωπος γέγονε. Δεῖ οὖν καὶ
ἡμᾶς, θεοὺς γενέσθαι. Αλλ' ἐκεῖνος μὲν δι᾿ ἡμᾶς
ἄνθρωπος, ἡμεῖς δὲ ὑπὲρ ἑαυτῶν θεοί. Καὶ ἐκεῖνος
μὲν ἀντὶ τῆς ἀκροτάτης δόξης, τὴν ἀκροτάτην ἀναλαβόμενος ἀτιμίαν· ἡμεῖς δὲ, ἀντὶ τῆς ἀκροτάτης
ἀτιμίας, τὴν ἀκροτάτην τιμήν. Κἀκεῖνος μὲν φύσει
γενόμενος άνθρωπος, ἡμεῖς δὲ θέσει θεοί. Γέγονε
γὰρ, ὅ ἐσμεν, κατ' οικονομίαν, ἵν᾿ ἡμεῖς γενώμεθα,
ὅ ἐστιν ἀντιμετρουμένης, ὡς οἶδεν αὐτὸς, τῇ αὐτοῦ
κενώσει τῆς τῶν χάριτι σωζομένων θεώσεως, ὅλων
Ξεοειδῶν καὶ ὅλων Θεοῦ χωρητικῶν καὶ μόνου γενησομένων. Τοῦτο γὰρ ἡ τελείωσις, πρὸς ἦν σπεύδουσιν
οἱ ταύτην ἀληθῶς ἔσεσθαι τὴν ἐπαγγελίαν πιστεύσαν
τες.
aliis facti nosmet haudquaquam agnoscimus, perinde sane ac si quis in alium hominem transla
tus, affirmet se sibi ipsi ignotum esse, propter ejus,
modi immutationem. Intelligamus igitur, quales a
Deo creati sumus, atque exemplar nostrum honoremus, nimirum imaginem a vitiorum sordibus immunem servando. Porre lie bonor. in accuratissima imitatione consistit, cum exemplum exemplaris
sui similitudinem retulerit. Vim etiam mysterii
cognoscamus, id est, festi causam et scopum. Nostra etenim causa totum incarnationis Dominica
mysterium contigit, atque immortalis ille mortem
pro nobis quantum ad carnem degustavit. Simus
ut Christus, quoniam Christus quoque sicut nos.
Petrus apostolorum princeps ait: Christus passus
est pro nobis, relinquens nobis exemplum ". Salvator
enim mortalibus exemplum factus est, ipsis sese
informans, ac mundi hujus cogitationes, circa turbulentos tamen animi motus, suscipiens. Efficiamur ut Christus, qui se ipsum ita humiliavit, alque
ad infirmitatem nostram demisit, ut tamen, quod
erat, permaneret, nempe purus, et turpium affectuum expers. Peccatum enim non fecit, nec invenius
est dolus in ore ejus ". Atque ille quidem, cum
Deus esset, homo factus est. Proinde nos quoque
deos fieri oportet. Cæterum ille propter nos homo,
nos autem propter nosmetipsos dii: atque ille pro
summa gloria summam ignominiam suscipiens, nos
autem pro extrema ignominia summum honoreip. floc
præterea interest, quod ille natura homo factus est,
nos autem adoptione dii. Hoc enim consilio id quod
sumus factus est, ut nos id, quod ipse est, efficiamur, compensata nimirum ipsius inanitione quemadmodum ipse novit, cum eorum, qui per gratiam salutem consequuntur, deificationem, ita ut
boti deiformes, et toti Dei capaces, toti denique ipsius unius simus. Hoc enim est ea perfectio, ad
quam properat, qui hanc pollicitationem certa fide
Col. 397 € 7. Προσέλαβε... πτώματι. Εἰσὶ τὰ βή
ματα ταῦτα σαφῆ καὶ οὐδεμιᾶς ἑρμηνείας δεόμενα.
Προσέλαβε γὰρ ὁ Χριστὸς τὸ χεῖρον, τὴν ἀνθρωπότητα, ἵνα δῷ τὸ βέλτιον, τὴν θεότητα. Καὶ πλούσιος
ὢν τῇ θεότητι, ἐπτώχευσε τῇ σαρκὶ, ἵν᾿ ἡμεῖς πλου
τήσωμεν τὴν θεότητα. Καὶ δούλου μορφὴν ἐφόρεσεν,
ῖν ἡμεῖς τὴν ἀπὸ τῆς δουλείας τοῦ διαβόλου καὶ τῶν
παθῶν ἐλευθερίαν λάβωμεν· ὅπερ δηλοί, ότι είχομεν
ἐξ ἀρχῆς τὴν ἐλευθερίαν απωλέσαμεν δὲ ταύτην. Δεξ
οὖν ἀπολαβεῖν, ἣν ἔχοντες ἀπεβάλομεν. Κατέβη πρὸς
ἡμᾶς ὁ Ὕψιστος, ἵν᾿ ἡμεῖς οἱ ταπεινοὶ ὑψωθῶμεν,
ὑπεραρθέντες τῆς τῶν γεηρῶν σχέσεως καὶ πτερω
θέντες πρὸς τὰ οὐράνια. Ἐπειράσθη ἐν τῇ ἐρήμῳ
εἰς γαστριμαργίαν, φιλοδοξίαν, φιλοχρηματίαν, καὶ
νενίκηκεν ἐν τῇ τρίτῃ ταύτῃ προσβολῇ καὶ πείρα τὸν
πειραστὴν, ἡμῖν τὴν νίκην πραγματευόμενος. ᾿Αλλὰ
ἡτιμάσθη ὁ τῆς δόξης Κύριος, ἵνα δοξάσῃ τοὺς ἀτίμους ἡμᾶς· ἀπέθανεν, ἵνα τῷ θανάτῳ αὐτοῦ σωθῶ
μεν· κατέβη καὶ ἀνέβη, ἵνα ἡμεῖς ἀκολουθήσωμεν
αὐτῷ, καὶ ἵνα κάτω κειμένους ἐν τῷ τῆς ἁμαρτίας
πτώματι πρὸς ἑαυτὸν ἑλκύση, ὡς ἡ ὑπόσχεσις.
1J Petr. 11, 5. 11 ibid. 22.
exspectant.
θ
Assumpsil quod delerius erat, ut det, etc. Perspicua sunt hæc verba, nec ulla interpretatione opus
habent. Accepit enim Christus quod deterius est,
humanitatem scilicet, ut det quod præstantius est,
nempe Divinitatem: et cum dives esset, quantum
ad Divinitatem, pauper, quantum ad carnem,
factus
est, ut nos Divinitatis opes consequamur. Servi
præterea formam gestavit, ut nos ex diaboli alectuumque servitute in libertatem asseramur. Non
dixit, libertatem accipiamus, sed recipiamus; ut indicet nos a principio quidem libertatem habuisse,
verum eam amisisse. Quare nobis ea recipienda est,
quam habentes perdidimus. Descendit ad nos Altissimus ille, ut nos abjecti et bumiles in sublime ſeramur, supra terrenarum rerum affectionem evecti,
atque ad cœlestia tanquam pennis sublati. Tentatus est, ac triplici tentationum telo in deserto petitus est Christus a diabolo, gulæ nempe, ambitionis et avaritis: atque in hoc triplici certamine
tentatorem superavit, nobis videlicet victoriam acquirens. Quin etiam contemptus est ille glorie De-
col. 959–960page 15 of 25
PG 36:959Ἐπηγγείλατο γάρ λέγων Όταν ὑψωθώ, πάντας ελκύσω πρὸς ἐμαυτόν. Πάντα γενόμενον. ἀπηριθμήσατο τὰ δι' ἡμᾶς πάθη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰς δο θείσας ἡμῖν εὐεργεσίας, ἵνα δείξῃ μὴ κατὰ χάριν αὐτῷ καρποφοροῦντας, ἀλλὰ κατὰ χρέος. Καὶ ἄνω μὲν ἐδόκει τέλεον ἐκβάλλειν τὴν διὰ τῶν ὐλῶν καρποφορίαν, ἐν οἷς ἔλεγε· Χρυσόν με ἴσως οἴεσθε λέγειν ἢ ἄργυρον, καρποφορήσωμεν ἡμᾶς αὐτούς· νῦν δὲ ? δείκνυσιν, ὅτι οὐ παντελῶς ἀποδοκιμάζει τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ προτιμᾷ τὸ μεῖζον, τουτέστι τὸ ἑαυτοὺς προς. άγειν. Φησὶ γοῦν· Πάντα διδότω τις, καὶ χρυσὸν καὶ λίθους καὶ ὑφάσματα· διδότω δὲ κατὰ ὀφειλήν. Ἐπεὶ προλαβὼν ὁ Χριστὸς τὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἀνεδέξατο θάνα τον, καὶ ἑαυτὸν τῷ Πατρὶ προσέφερεν θυσίαν ὑπὲρ ἡμῶν. Αὐτῷ γὰρ πεπλημμελήκαμεν, καὶ αὐτὸν ἔδει τὸ ὑπὲρ ἡμῶν λύτρον δέξασθαι καὶ ὄντως ἡμᾶς λυ θῆναι τῆς κατακρίσεως. Μὴ γὰρ γένοιτο τῷ τυράννῳ τὸ τοῦ Δεσπότου αἷμα προσενεχθῆναι. Λύτρον δὲ ὁ Χριστὸς καὶ ἀντάλλαγμα, ὡς τὰ ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἀνα δεξάμενος· ὥσπερ ἐάν τις ὑπὲρ τοῦ ὑπευθύνου ἡ αἰχμαλώτου ἐκδῷ ἑαυτὸν, ὥστε παθεῖν, ἃ ἐκεῖνον ἔδει παθεῖν. Καλὴ μὲν οὖν, φησὶ, καὶ πᾶσα καρποφορία, ἣν ἂν δώσῃ τις τῷ εὐεργέτη Χριστῷ· οὐδὲν δὲ τοιοῦτον δύ σει μέγα, οἷον ἑαυτὸν τοῦ μυστηρίου συνιέντα του τέστι νοοῦντα, τίς ἡ τῆς ἀναστάσεως αἰτία, καὶ τί δύναται χαρίζεσθαι τοῖς ἀνθρώποις, καὶ τὴν γνῶσιν ταύτην δεικνύντα ἐπὶ τῶν πράξεων, καὶ πάντα γε νόμενον διὰ Χριστὸν, ὅσα ἐκεῖνος δι' ἡμᾶς, τουτέστιν αμέμπτως ὁδεύοντα διὰ πασῶν τῶν ἡλικιῶν Χριστοῦ καὶ δυνάμεων, ἁγνιζόμενον πνευματικῶς, περιτεμνόμενον τὴν ἐν καρδίᾳ περιτομήν διδάσκοντα ἐν τῷ ἱερῷ, τοὺς θεοκαπήλους ἐλαύνοντα λιθαζόμενον, τὰ ἄλλα ποιοῦντα ἢ πάσχοντα, ὅσα καὶ αὐτὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἐποίησεν ἢ ἔπαθεν, ἡμῖν ὑπολιμπάνων υπογραμμόν. ΣΙ, 32. 4. Καρποφορεῖ... πνεύματος. διεγείρων τοὺς ἀκούοντας εἰς τὸ καρποφορεῖν ὁ Θεολόγος, κατασκευάζει τὸ δεῖν τοῦτο γενέσθαι καὶ ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ, εἰπὼν, ὅτι κἀκεῖνος λύτρον ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν. Κατασκευάζει δὲ νῦν καὶ ἀπὸ τοῦ ἰδίου Πατρός, προσθεὶς, ὅτι καὶ οὗτος ἐμὲ ὑμῖν ποιμένα, εἴτουν ἐπίσκοπον, προμνηστεύεται. Πρεσβύτερος γὰρ ἤδη εἰμί· καὶ τοῦτο ὁ Πατὴρ οὐκ ἐλπίζει, ἀλλὰ βλέ πει· οὔπω δέ εἰμι ἐπίσκοπος, ἀλλὰ τοῦτο ὁ Πατήρ ἐλπίζει γενέσθαι με μετὰ τὸν αὐτοῦ θάνατον, καὶ εύχεται, άξιόν με γενέσθαι τοῦ πράγματος, ὡς μὴ μισθωτὸν εἶναι, μηδὲ κλέπτην ἀλλὰ ποιμένα. Καὶ παρ' ὑμῶν αἰτεῖ τῶν ὑπ' αὐτοῦ ποιμαινομένων, ἵνα με μετ' αὐτὸν τὸν ποιμαίνοντα δέξησθε καὶ τὴν εὐ πείθειαν ἐπιδείξησθε. Δίκαιοι δ᾽ ἂν εἴητε, αἰτοῦντι τῷ πατρὶ πείθεσθαι. Ποιμὴν γάρ ἐστι καλὸς (8 περί αυ τοῦ ὁ Σωτὴρ εἶπε), καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ ὑμῶν
minus, ut nos infames ornet atque illustret. Mor- Ἐπηγγείλατο γάρ λέγων - Όταν ὑψωθώ, πάντας
tuus est, ut per ejus mortem salutem assequamur. ελκύσω πρὸς ἐμαυτόν.
Descendit atque ascendit, ut nos ipsum sequamur, atque ut humi jacentes in peccati lapsum ad seipsum trahat, quemadmodum se facturum recepit, dicens: Cum exaltatus fuero, omnia traham ad
meipsum s.
Omnia quispiam donet, omnia ei, etc. Enume- Col. 400 5. Πάντα γενόμενον. Απηρι
ravit ea, quæ Christus pro nobis passus est, be- θμήσατο τὰ δι' ἡμᾶς πάθη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰς δο
neficiaque in nos collata, ut probet nos non ex gra- θείσας ἡμῖν εὐεργεσίας, ἵνα δείξῃ μὴ κατὰ χάριν
tuita munificentia in eum liberales esse, sed ex αὐτῷ καρποφοροῦντας, ἀλλὰ κατὰ χρέος. Καὶ ἄνω
debito. Et quidem superius videbatur rerum cras- μὲν ἐδόκει τέλεον ἐκβάλλειν τὴν διὰ τῶν ὐλῶν καρπο
sarum et terrenarum oblationem prorsus rejicere, φορίαν, ἐν οἷς ἔλεγε· Χρυσόν με ἴσως οἴεσθε λέγειν
cum dicebat: Aurum fortasse putatis me dicere, ἢ ἄργυρον, καρποφορήσωμεν ἡμᾶς αὐτούς· νῦν δὲ
aut argentum? imo nosipsos Deo offeramus. Nunc δείκνυσιν, ὅτι οὐ παντελῶς ἀποδοκιμάζει τὰ τοιαῦτα,
autem ostendit se non omnino hujusmodi munera ἀλλὰ προτιμᾷ τὸ μεῖζον, τουτέστι τὸ ἑαυτοὺς προς.
improbare, sed quod majus est anteferre, nempe άγειν. Φησὶ γοῦν· Πάντα διδότω τις, καὶ χρυσὸν καὶ
ut nosipsos offeranus. Ait igitur, Omnia del quis- λίθους καὶ ὑφάσματα· διδότω δὲ κατὰ ὀφειλήν. Ἐπεὶ
piam, et aurum et gemmas el vestes, det autem ex προλαβὼν ὁ Χριστὸς τὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἀνεδέξατο θάνα
debito quandoquidem priores beneficentiæ partes τον, καὶ ἑαυτὸν τῷ Πατρὶ προσέφερεν θυσίαν ὑπὲρ
Christus occupans, mortem pro nobis excepit, ac ἡμῶν. Αὐτῷ γὰρ πεπλημμελήκαμεν, καὶ αὐτὸν ἔδει
seipsum pro nobis in sacrificium Patri obtulit. Nam τὸ ὑπὲρ ἡμῶν λύτρον δέξασθαι καὶ ὄντως ἡμᾶς λυilli peccaveramus, et proinde ipsi nostræ redemptio- θῆναι τῆς κατακρίσεως. Μὴ γὰρ γένοιτο τῷ τυράννῳ
nis pretium persolvendum erat, ut nos condemna- τὸ τοῦ Δεσπότου αἷμα προσενεχθῆναι. Λύτρον δὲ ὁ
tione solveremur. Absit enim ut tyranno diabolo Χριστὸς καὶ ἀντάλλαγμα, ὡς τὰ ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἀνα-
· Domini sanguis oblatus fuerit. Pretium autem re- δεξάμενος· ὥσπερ ἐάν τις ὑπὲρ τοῦ ὑπευθύνου ἡ αἰχμα
demptionis pro nobis Christus est, et culpæ succi- λώτου ἐκδῷ ἑαυτὸν, ὥστε παθεῖν, ἃ ἐκεῖνον ἔδει παθεῖν.
daneus, utpote qui naturam nostram salutis nostræ Καλὴ μὲν οὖν, φησὶ, καὶ πᾶσα καρποφορία, ἣν ἂν
causa susceperit, perinde ac si quis pro reo aut δώσῃ τις τῷ εὐεργέτη Χριστῷ· οὐδὲν δὲ τοιοῦτον δύ
captivo seipsunt substituat, ad ea perpetienda, quæ σει μέγα, οἷον ἑαυτὸν τοῦ μυστηρίου συνιέντα του
illum pati necesse erat. Quanquam autem, inquit,
τέστι νοοῦντα, τίς ἡ τῆς ἀναστάσεως αἰτία, καὶ τί
bona sit omnis oblatio, quam quispiam bene de se δύναται χαρίζεσθαι τοῖς ἀνθρώποις, καὶ τὴν γνῶσιν
merito Christo fecerit, nihil tamen tain eximium ταύτην δεικνύντα ἐπὶ τῶν πράξεων, καὶ πάντα γε
daturus est, quam si seipsum obtulerit hujus mys- νόμενον διὰ Χριστὸν, ὅσα ἐκεῖνος δι' ἡμᾶς, τουτέστιν
terii rationem intelligentem, id est, cogitantem αμέμπτως ὁδεύοντα διὰ πασῶν τῶν ἡλικιῶν Χριστοῦ
quæ Resurrectionis causa sit, quidque mortalibus καὶ δυνάμεων, ἁγνιζόμενον πνευματικῶς, περιτεμνό
afferre possit, eamque cognitionem actionibus deμενον τὴν ἐν καρδίᾳ περιτομήν διδάσκοντα ἐν τῷ
claraverit, ac propter illum omnia factus fuerit, ἱερῷ, τοὺς θεοκαπήλους ἐλαύνοντα λιθαζόμενον, τὰ
quæcunque ipse propter nos factus est, id est, sine ἄλλα ποιοῦντα ἢ πάσχοντα, ὅσα καὶ αὐτὸς ὑπὲρ ἡμῶν
reprehensione incedens per omnes Christi ætates et ἐποίησεν ἢ ἔπαθεν, ἡμῖν ὑπολιμπάνων υπογραμμόν.
potentias, spiritualiter purificatus, corde circumcisus, in templo docens, nundinatores ejiciens, 18pidatus, aliaque omnia, partim faciens, partim patiens, quæ ipse nostra causa, vel fecit, vel pRGERS
est, nobis exemplum relinquens,
Ac nobis quidem, ut cernitis, pastor hic bonus, etc.
Auditores ad fructus Deo offerendos excitans Theologus, hoc faciendum esse probat, tum a persona
Christi, cum dixit eum pro redemptionis pretio
seipsum nobis dedisse, tum nunc etiam a persona
Patris, addens, Quoniam hic quoque pastorem sive
episcopum me dispensat. Presbyter etenim jam sum
atque hoc pater, non sperat, sed videt: nondum
autem sum episcopus, sed me post mortem suam
futurum sperat pater, opatque, ut hujusmodi muwere dignus sim, ut non mercenarius sim, neque
fur, sed pastor: atque a vobis, qui ab eo pascimini, petit, ut me cum a vita migrarit, pastorem
accipiatis, morigerique animi specimen præbeatis.
Æquum est autem, ut paternæ petitioni cedatis.
Pastor elenim bonus est (quod de seipso Christus
prædicavit) animamque suam pro nobis ovibus poΣΙ, 32.
"Juan.
p
"
Ibid. 4. Καρποφορεῖ... πνεύματος. Διεγεί
ρων τοὺς ἀκούοντας εἰς τὸ καρποφορεῖν ὁ Θεολόγος,
κατασκευάζει τὸ δεῖν τοῦτο γενέσθαι καὶ ἀπὸ τοῦ
Χριστοῦ, εἰπὼν, ὅτι κἀκεῖνος λύτρον ἔδωκεν ἑαυτὸν
ὑπὲρ ἡμῶν. Κατασκευάζει δὲ νῦν καὶ ἀπὸ τοῦ ἰδίου
Πατρός, προσθεὶς, ὅτι καὶ οὗτος ἐμὲ ὑμῖν ποιμένα,
εἴτουν ἐπίσκοπον, προμνηστεύεται. Πρεσβύτερος γὰρ
ἤδη εἰμί· καὶ τοῦτο ὁ Πατὴρ οὐκ ἐλπίζει, ἀλλὰ βλέπει· οὔπω δέ εἰμι ἐπίσκοπος, ἀλλὰ τοῦτο ὁ Πατήρ
ἐλπίζει γενέσθαι με μετὰ τὸν αὐτοῦ θάνατον, καὶ
εύχεται, άξιόν με γενέσθαι τοῦ πράγματος, ὡς μὴ
μισθωτὸν εἶναι, μηδὲ κλέπτην ἀλλὰ ποιμένα. Καὶ
παρ' ὑμῶν αἰτεῖ τῶν ὑπ' αὐτοῦ ποιμαινομένων, ἵνα
με μετ' αὐτὸν τὸν ποιμαίνοντα δέξησθε καὶ τὴν εὐπείθειαν ἐπιδείξησθε. Δίκαιοι δ᾽ ἂν εἴητε, αἰτοῦντι τῷ
πατρὶ πείθεσθαι. Ποιμὴν γάρ ἐστι καλὸς (8 περί αυ
τοῦ ὁ Σωτὴρ εἶπε), καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ ὑμῶν
col. 961–962page 16 of 25
PG 36:961τῶν προβάτων τίθησι. Δίδωσι δὲ καὶ ἑαυτὸν διπλοῦν ὑμῖν ἀνθ᾽ ἁπλοῦ. Καμὲ γὰρ εἰς τὴν προστασίαν μεθ' ἑαυτοῦ ἔταξε· κἀγὼ διπλὴν αὐτῷ μέλλω χρείαν πλη ροῦν, καὶ τοῦ γήρως βακτηρία γενόμενος καὶ τοῦ πνεύματος. Υποστηρίζω τε γὰρ τὸν πατέρα κεκμηκότα τῷ χρόνῳ, καὶ τὰς πνευματικὰς αὐτῷ καὶ ἐκε κλησιαστικὰς συνεισενέγκω φροντίδας. 400 6. Καὶ προστίθησι... ἄξιον. Καὶ δύο, φησί, ναούς ὑμῖν ὁ πατὴρ ἐχαρίσατο. Ενα μὲν ἄψυχον, ὃν ἐν Ναζιανζῷ φιλοτίμως ἀνήγειρε, περι καλλῆ τινα καὶ οὐράνιον. Οὐράνιον δὲ εἶπεν αὐτὸν, τάχα μὲν διὰ τὸ ὕψος, τάχα δὲ διὰ τὸ ἡμισφαιρικὸν σχῆμα τῆς ὀροφῆς, ἴσως δὲ καὶ διὰ τὸ τὸν πάντα ναὸν τύπον ἀποσώζειν τοῦ οὐρανοῦ· ἕτερον δὲ ἔμψυ χον. Ἑαυτὸν δὲ οὕτω λέγει ὁ Θεολόγος κατὰ τὸ ἀπο στολικόν· Οὐκ οἴδατε, ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε; Καὶ ἀναγκάζεται μὲν, ὡς ἐν συγκρίσει, εἰπεῖν ἑαυτὸν πολλῷ μείζονα καὶ ὑψηλότερον τοῦ ἀψύχου ναοῦ ἐπεὶ δὲ φορτικόν ἐστι τὸ ἑαυτὸν ἐπαινεῖν, ἐκκλίνει. τὴν περιαυτολογίαν, καὶ μέσως πως λέγει, ὅτι προσ τίθησι τῷ ἀψύχῳ μὲν, περικαλλεῖ δὲ ναῷ, ἐμὲ τὸν ὁποιονοῦν καὶ ἡλίκον, τουτέστιν οἷον ἂν καὶ ὅσον κρίνοι τις. Πλήν ὁποῖος ἂν καὶ εἴην, τῷ πατρὶ τιμιώτατος σφόδρα εἰμί. Τοιοῦτον οὖν με παρ' αὐτῷ ὄντα, ὑμῖν ἐπιδέδωκε. Καὶ οὐκ ἔστιν εἰπεῖν, ὅτι εἰς μὲν τὸ ἀνεγεῖραι τὸν ἄψυχον ναὸν πολλοῦ πόνου καὶ ἀναλωμάτων εδέησε τῷ πατρὶ, εἰς ἐμὲ δὲ οὐχί· πολλοῖς γὰρ κἀγὼ ἱδρῶσι καὶ πόνοις, τοῖς τῶν μαθημάτων, δι' ἀσκήσεως τοιοῦτος συνετελέσθην. Ἐπεὶ δὲ πολλάκις τινὰ τῶν πραγμάτων οὐκ ἄξια τῶν πόνων ἀποβαίνουσιν, ὁ Θεολόγος μέσος χωρῶν, οὔτε κρύπτει τοῦτο, ὅτι ἄξιος ἀπέβη τῶν πόνων, οὔτε πάλιν ἀπαυθαδειά ζεται, ἀλλ' ἐπεύχεται μόνον· εἴη δὲ εἰπεῖν, ὅτι καὶ τῶν πόνων ἄξιον. 11. Καὶ... μεγαλοψυχίας. Ετι ἐμφιλοχωρεῖ ὁ Θεολόγος τῷ λόγῳ τῷ περὶ τῆς τοῦ πατρὸς ἐπιδόσεως· καὶ εἰπὼν, ὅτι Πάντα προστίθησιν ὑμῖν τὰ ἑαυτοῦ, πρὶν ταῦτα ἀπαριθμήσασθαι, μεταξύ ἐθαύμασε καὶ ἀνεφθέγξατο, Ὢ τῆς μεγαλοψυχίας! τῆς πρὸς τὴν καρποφορία, δηλαδὴ ἁπλότητος. Οἱ μὲν γὰρ ἔξω σοφοί μεγαλοψυχίαν ὁρίζονται, ψυχῆς ἀρε τήν, καθ' ήν τινες εὖ δύνανται φέρειν τὰ συμβαίνοντα· οἱ δὲ ἡμέτεροι διδάσκαλοι, ὡς ἐπιτοπολὺ τὴν ἐλευθεριότητα καὶ μεγαλοδωρίαν, μεγαλοψυχίαν όνο μάζουσιν. Ωσπερ οὖν καὶ νῦν ὁ Θεολόγος τὸν ἑαυτοῦ πατέρα μεγαλόψυχον, εἴτουν μεγαλόδωρον, ἐκάλεσεν οἱονεὶ δὲ ἐπιδιορθούμενος, δ εἶπεν, οὐ μεγαλοψυχίαν, ἀλλὰ μᾶλλον φιλοτεχνίαν, τὸ πρᾶγμα προσαγορεύει. Διὰ γὰρ τὴν ἀγάπην, φησίν, ὑμῶν, τῶν πνευματικῶν αὐτοῦ τέκνων, τοσαύτην ἐπεδείξατο τὴν ἁπλό. τητα. Ἐπεὶ οὖν ἡ φιλοτεχνία αἰτία γέγονε τῆς μεγα λοψυχίας καὶ τῆς ἁπλότητος, κυριώτερον ἂν εἴη, τὸ πῶν φιλοτεχνίαν λέγειν, ἀπὸ τῆς αἰτίας καὶ τὸ αίτια τὴν ὀνομάζοντας. Τάχα δ' ἄν τις καὶ κατὰ τοὺς ἔξω τὴν μεγαλοψυχίαν νοήσας ἐνταῦθα. οὐδ' οὕτω κακῶς ἐπιβαλεῖ. Ἐπειδὴ γὰρ παρ' ἐκείνοις ὁ μεγαλόψυχος μεγαλοψυχίαν,
ទ
AD S. GREGORII ORAT. I.
τῶν προβάτων τίθησι. Δίδωσι δὲ καὶ ἑαυτὸν διπλοῦν nit. Quin et pro simplici duplicem vobis seipsum
ὑμῖν ἀνθ᾽ ἁπλοῦ. Καμὲ γὰρ εἰς τὴν προστασίαν μεθ'
ἑαυτοῦ ἔταξε· κἀγὼ διπλὴν αὐτῷ μέλλω χρείαν πληροῦν, καὶ τοῦ γήρως βακτηρία γενόμενος καὶ τοῦ
πνεύματος. Υποστηρίζω τε γὰρ τὸν πατέρα κεκμηκότα τῷ χρόνῳ, καὶ τὰς πνευματικὰς αὐτῷ καὶ ἐκε
κλησιαστικὰς συνεισενέγκω φροντίδας.
offert: nam me quoque ad vos regendos socium asciscit: atque ipse ego duplicem usum atque operam illi præstabo, nimirum et senectutis subsidium
factus, et spiritus. Nam et patrem senectute fractum et confectum fulciam, et spirituales atque ecclesiasticas curas cum ipso sustinebo.
Col. 400 6. Καὶ προστίθησι... ἄξιον. Καὶ
Alque inanimato templo animatum, etc.Duo templa,
δύο, φησί, ναούς ὑμῖν ὁ πατὴρ ἐχαρίσατο. Ενα μὲν inquit, pater vobis dono dedit, alterum quidem inaniἄψυχον, ὃν ἐν Ναζιανζῷ φιλοτίμως ἀνήγειρε, περι
me quod Nazianzi magnifice exstruxit, perelegaus
καλλῆ τινα καὶ οὐράνιον. Οὐράνιον δὲ εἶπεν αὐτὸν, quoddam et eleste. Caeleste autem ipsum dixit, vel
τάχα μὲν διὰ τὸ ὕψος, τάχα δὲ διὰ τὸ ἡμισφαιρικὸν propter altitudinem, vel propter semi circularem tecti
σχῆμα τῆς ὀροφῆς, ἴσως δὲ καὶ διὰ τὸ τὸν πάντα figuram, vel etiam fortasse quia templum omne cœli
ναὸν τύπον ἀποσώζειν τοῦ οὐρανοῦ· ἕτερον δὲ ἔμψυ- figurain servat, alterum autem animatum, sic autem
χον. Ἑαυτὸν δὲ οὕτω λέγει ὁ Θεολόγος κατὰ τὸ ἀπο- seipsum appellat, secundum illud Apostoli: Nescitis,
στολικόν· Οὐκ οἴδατε, ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε; Καὶ quod templum Dei estis? Ac cogitur quidemn, ut in
ἀναγκάζεται μὲν, ὡς ἐν συγκρίσει, εἰπεῖν ἑαυτὸν comparatione,multo majoremetsublimiorem seipsuni
πολλῷ μείζονα καὶ ὑψηλότερον τοῦ ἀψύχου ναοῦ· inanimato templo dicere. Verum quoniam grave est
ἐπεὶ δὲ φορτικόν ἐστι τὸ ἑαυτὸν ἐπαινεῖν, ἐκκλίνει. invidiæque plenum proprias laudes prædicare, ad
τὴν περιαυτολογίαν, καὶ μέσως πως λέγει, ὅτι προσvitandam ostentationis speciem medio quodam mo -
τίθησι τῷ ἀψύχῳ μὲν, περικαλλεῖ δὲ ναῷ, ἐμὲ τὸν
do ait: Inanimi quidem huic, cæterum peregregio
ὁποιονοῦν καὶ ἡλίκον, τουτέστιν οἷον ἂν καὶ ὅσον templo adjungit me, qualemcunque tandem et
κρίνοι τις. Πλήν ὁποῖος ἂν καὶ εἴην, τῷ πατρὶ τιμιώ quantulumcunque, id est, qualem et quantum judiτατος σφόδρα εἰμί. Τοιοῦτον οὖν με παρ' αὐτῷ ὄντα, caveritis. Verum qualiscunque sim, patri tamen
ὑμῖν ἐπιδέδωκε. Καὶ οὐκ ἔστιν εἰπεῖν, ὅτι εἰς μὲν τὸ sum charissimus, et commenlatissimus. Talem me
ἀνεγεῖραι τὸν ἄψυχον ναὸν πολλοῦ πόνου καὶ ἀναλω- igitur pater tantique apud se pretii, vobis porrexit.
μάτων εδέησε τῷ πατρὶ, εἰς ἐμὲ δὲ οὐχί· πολλοῖς γὰρ Nec vero hoc dici possit, ad erigendum quidem inκἀγὼ ἱδρῶσι καὶ πόνοις, τοῖς τῶν μαθημάτων, δι' animatum templum multo labore multisque sun)-
ἀσκήσεως τοιοῦτος συνετελέσθην. Ἐπεὶ δὲ πολλάκις plibus opus fuisse patri; ad me autem non item.
τινὰ τῶν πραγμάτων οὐκ ἄξια τῶν πόνων ἀποβαί- Multis enim ipse quoque sudoribus, tum disciplinaνουσιν, ὁ Θεολόγος μέσος χωρῶν, οὔτε κρύπτει τοῦτο, rum, tum piæ exercitationis, talis effectus sum.
ὅτι ἄξιος ἀπέβη τῶν πόνων, οὔτε πάλιν ἀπαυθαδειά- Quoniam autem plerumque accidit, ut quædam neζεται, ἀλλ' ἐπεύχεται μόνον· εἴη δὲ εἰπεῖν, ὅτι καὶ quaquam pro laborum ratione succedant, Theologus
τῶν πόνων ἄξιον.
medium iter tenens, nec hoc reticet, quod laboriLus a patre susceptis responderit, nec rursus hoc arroganter affirmat, verum rem potius optandi forma exprimit. Atque utinam laboribus quoque dignum addere liceat.
Ibid. 11. Καὶ... μεγαλοψυχίας. Ετι ἐμφιλο
χωρεῖ ὁ Θεολόγος τῷ λόγῳ τῷ περὶ τῆς τοῦ πατρὸς
ἐπιδόσεως· καὶ εἰπὼν, ὅτι Πάντα προστίθησιν ὑμῖν
τὰ ἑαυτοῦ, πρὶν ταῦτα ἀπαριθμήσασθαι, μεταξύ
ἐθαύμασε καὶ ἀνεφθέγξατο, Ὢ τῆς μεγαλοψυχίας!
τῆς πρὸς τὴν καρποφορία, δηλαδὴ ἁπλότητος. Οἱ μὲν
γὰρ ἔξω σοφοί μεγαλοψυχίαν ὁρίζονται, ψυχῆς ἀρετήν, καθ' ήν τινες εὖ δύνανται φέρειν τὰ συμβαίνοντα· οἱ δὲ ἡμέτεροι διδάσκαλοι, ὡς ἐπιτοπολὺ τὴν
ἐλευθεριότητα καὶ μεγαλοδωρίαν, μεγαλοψυχίαν όνομάζουσιν. Ωσπερ οὖν καὶ νῦν ὁ Θεολόγος τὸν ἑαυτοῦ
πατέρα μεγαλόψυχον, εἴτουν μεγαλόδωρον, ἐκάλεσεν
οἱονεὶ δὲ ἐπιδιορθούμενος, δ εἶπεν, οὐ μεγαλοψυχίαν,
ἀλλὰ μᾶλλον φιλοτεχνίαν, τὸ πρᾶγμα προσαγορεύει.
Διὰ γὰρ τὴν ἀγάπην, φησίν, ὑμῶν, τῶν πνευματι
κῶν αὐτοῦ τέκνων, τοσαύτην ἐπεδείξατο τὴν ἁπλό.
τητα. Ἐπεὶ οὖν ἡ φιλοτεχνία αἰτία γέγονε τῆς μεγαλοψυχίας καὶ τῆς ἁπλότητος, κυριώτερον ἂν εἴη, τὸ
πῶν φιλοτεχνίαν λέγειν, ἀπὸ τῆς αἰτίας καὶ τὸ αίτιατὴν ὀνομάζοντας. Τάχα δ' ἄν τις καὶ κατὰ τοὺς ἔξω
τὴν μεγαλοψυχίαν νοήσας ἐνταῦθα. οὐδ' οὕτω κακῶς
ἐπιβαλεῖ. Ἐπειδὴ γὰρ παρ' ἐκείνοις ὁ μεγαλόψυχος
• 1 Cor. It, 16.
Suaque omnia vobis proponit, etc. Adhuc in codem
sermone de patris oblatione immoratur: cumque
dixisset, Omnia sua vobis proponit, priusquam hac
recenseat, interea cum admiratione sic loquitur:
O miram animi magnitudinem, id est, o insignen
in offerendo munere simplicitatem. Externi enim sapientes μεγαλοψυχίαν, id est magnanimitatem, definiunt animæ virtutem, per quam nonnulli quæ accidunt, recte ferre possunt. At nostri doctores ut
plurimum liberalitem et magnificentiam magnanimitatem nominant. Quemadmodum hoc quoque loco
Theologus patrem magnanimum, id est, munificum
vocavit. Cæterum quasi corrigens quod dixit, eam
rem non magnanimitatem, sed paternum potius
amorem appellat. Ob amorem enim vestri, inquit,
hoc est, spiritualium suorum filiorum, tantæ sim -
plicitatis specimen edidit. Quoniam igitur paternus
amor magnanimitati et simplicitati causam præluit,
rectius fuerit totum hoc paternam indulgentiam dicere, nimirum causæ nomen affecto tribuentes.
Quod si quis etiam juxta externorum philosopho·
rum sententiam, hoc loco magnanimitatem intellexe-
col. 963–964page 17 of 25
PG 36:963οὐκ ἔστι φιλόζωος, τοῦτο προσμαρτυρεῖ καὶ τῷ πατρὶ αὐτοῦ ὁ Θεολόγος. Είπε γάρ, ότι Ποιμήν ἐστι καλές, καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων. Προσέθηκε δὲ, ὅτι Καὶ ἐμὲ τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἴχεται τοιοῦτον ποιμένα γενέσθαι, τιθέντα δηλαδὴ τὴν ψυ χὴν ὑπὲρ ὑμῶν. Ἐπὶ τούτοις ἐβόησε μετὰ θαύματος τὸ, Ὢ τῆς μεγαλοψυχίας! Εἶτα, ἵνα μή τις υπολάβῃ, ὅτι τὸν υἱὸν ὁ Πατήρ, ώς μεγαλόψυχος εἰς κινδύνους ἐπιδιδούς, οὐ φείδεται αὐτοῦ, διορθοῦται τὴν ὑπόνοιαν ταύτην εἰπών· Η, τό γε ἀληθέστερον εἰπεῖν, τῆς φιλοτεχνίας.. Τὸ γὰρ οὕτως καὶ ἐπὶ τοιούτοις ἐκ διδόναι τὸν υἱὸν, οὐκ ἔστι, φησί, μισοτέκνου, ἀλλὰ μάλιστα φιλοτέκνου. Ωστε εἰ καὶ μεγαλοψυχίαν τὸ πρᾶγμα ὠνόμασα, διὰ τὸ μέλλειν πόνοις καὶ κινδύνοις ὁμιλεῖν, ἀλλ᾽ οὖν ἐπεὶ δι᾽ ὑμᾶς καὶ τὴν ὑμετέραν ὠφέλειαν καὶ διὰ Θεὸν τὰ τοιαῦτα χρὴ διαθλεῖν φιλοτεχνία τὸ πᾶν ἐστι. Ταῦτα εἰπὼν ὁ Θεολόγος, ἀπι ριθμεῖται εὐθὺς καὶ τὰ παρὰ τοῦ πατρὸς καρποφορούμενα. Τὰ δὲ ἐστι τρία. Κἂν μὲν ἁπλῶς εἰπεῖν ἐβούλετο, εἶπεν ἂν, ὅτι Ἑαυτὸν δίδωσι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν ναόν. Νῦν δὲ τὴν φιλότιμον καρποφορίαν ἐπαύξων καὶ μεγαλύνων, ὑποδιαιρεῖ καὶ τὰ ἑαυτοῦ καὶ τὰ τοῦ πατρός, ποικίλλων καὶ πολυπλασιάζων τὰ ὀνόματα. Καὶ πολιὰν μὲν λέγει, τὸν πατέρα· νεότητα δὲ, ἑαυ τόν. Καὶ αὖθις κληροδότην μὲν τὸν πατέρα· ἑαυτὸν δὲ, κληρονόμον, ὡς μέλλοντα τὸν θρόνον τῆς ἐπισκοπῆς διαδέχεσθαι καὶ κληρονομεῖν. Ἔχετε δὲ, φησί, μετ᾿ ἐμοῦ καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους, καὶ τούτων τοὺς ἱερωτέρους καὶ ὠφελιμωτέρους. Οὐ γὰρ πρὸς χάριν διδάξω, ἀλλὰ πρὸς ὠφέλειαν· οὐδ᾽ ἐπιδεικτικῶς, ἀλλὰ πνευματικῶς· οὐδ᾽ ἅπερ ἡ τῶν λόγων ἄσκησις δίδωσιν, ἀλλ᾽ ἅπερ ἐντίθησι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Οἱ μὲν γὰρ ἀνθρώπινοι λόγοι, τὰς ἀκοὰς μόνον θέλγουσιν, οὐ παραιτέρω προϊόντες· οἱ δὲ πνευματικοί, εἰς τὴν ψυχὴν διαβαίνουσιν. Ἐντυποῖ γὰρ αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα, ὥσπερ πλαξὶ, ταῖς ἀνθρωπίναις καρδίαις. Καὶ λιθίναις δὲ εἰπὼν, ἡρμήνευσε τὴν τροπὴν, ἐπὶ αγαγών, Εἴτουν σαρκίναις. ᾿Αντιτυπὲς γὰρ καὶ λίθο; καὶ σὰρξ, καὶ τὰ ἐγκολαπτόμενα δυσέκνιπτα. Ελλη πται δὲ ὁ λόγος ἐκ τοῦ Ἀποστόλου, γράφοντος Και ρινθίοις, ὅτι Εστὲ ἐπιστολὴ Χριστοῦ, διακονηθεῖσα ὑφ' ἡμῶν, ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος· οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλ' ἐν πλαξὶ καρδίας σαρκίναις. Ελαβε δὲ καὶ ὁ ᾿Απόστολος τὴν χρῆσιν ἀπὸ τοῦ Ἰεζεκιήλ, δι' οὗ φησιν ὁ Θεός· Δώσω αὐτοῖς καρδίαν ἑτέραν, καὶ πνεῦμα καινὸν δώσω ἐν αὐτοῖς· καὶ ἐκσπάσω τὴν καρδίαν αὐτῶν τὴν λιθίνην ἀπὸ τῆς σαρκὸς αὐτῶν καὶ δώσω αὐτοῖς καρδίαν σαρκίνην, ὅπως ἐν τοῖς προστάγμασί μου πορεύσωνται. Λέγει δέ που καὶ ὁ θαυμάσιος Σιράχ· Πᾶς ἄνθρωπος ἐκ νεότητος ἐπὶ τὸ πονηρὸν, καὶ οὐκ ἴσχυσαν τὰς καρδίας αὐτῶν ἀντὶ λιθίνων ποιῆσαι σαρκίνας. Καὶ νῦν οὖν εἰπὼν ὁ Θεολόγος, Πλαξὶ λιθίναις, εἴτουν σαρκίναι, δοκεί μοι μὴ ἐφερμηνεύειν τὴν λέξιν, ἀλλὰ μᾶλλον ἀντιδιαστέλλειν τῇ λιθίνῃ καρδίᾳ, τουτέστι τῇ σκληρά καὶ ἀνενδότῳ καὶ ἀντιτυπούσῃ τὴν σαρχίνην, ὅ ἐστι τὴν μαλακὴν καὶ ῥᾳδίως ὑπείκουσαν, καὶ δεχομένην
rit, ne sic quidem fortasse aberraverit. Quoniam οὐκ ἔστι φιλόζωος, τοῦτο προσμαρτυρεῖ καὶ τῷ πατρὶ
enim apud illos, qui animæ magnitudine præditus
est, vitæ suæ non parcit, hac quoque laude patrem
ornatum esse Theologus testatur. Ait enim: Pastor
est bonus, animamque suam pro ovibus ponit. Illud
eliam adjecit: Me quoque flium suum optat talemn
pastorein fieri, ponentem videlicet animam pro vobis.
Quam ob causam ipse admiratione exclamavit. O
miram animi magnitudinem! Tum ne quis existimaret, quod pater, ut magnanimus, filium periculis
objiciens minus amanter in ipsum affectus sit, huic
suspicioni occurrit, dicens: Aut, ut verius loquar,
paternum amorem. Nam sic, atque ob hujusmodi
causas, filium periculis exponere, non est, inquit,
hominis liberos odio habentis, verum impense,
amantis. Quamobrem etsi magnanimitatem eam
rem nominavit, quoniam cum multis laboribus,
curis, et periculis ipsi luctandum erat, tamen quia
propter vos utilitatemque vestram, et propter Deum
res ejusmodi perferendæ sunt, id totum, paternus
amor dicendus est. Hæc locutus Theologus, statim
ea quæ a patre offeruntur, enumerat. Hæc porro
sunt tria. Ac si quidem rem simpliciter complecti
voluisset, ita dixisset: Quoniam seipsum dat, et nie
et templum. Nunc vero magnificam et excellentem
oblationem augens et amplificans, tum sua, tuin
paterna subdividit, varians ac multiplicans nomina.
Nam canitiem patrem vocat, juventutem seipsum:
et rursus patrem testatorem, seipsum autem hæredem, utpote episcopali throno successurum. Ha
betis autern, inquit, mecum sermones meos, atque
ex his utilissimnos quosque et sanctissimos. Non
enim ad gratiam docebo,sed ad utilitatem, non 03tentabunde, sed spiritualiter, neque ea, quæ oratoria suppeditat exercitatio, sed quæ inserit Spiritus sanctus. Etenim humani sermones aures tantum permulcent ac deliniunt, nec ulterius progrediuntur: at spirituales ad animam permeant.
Eos enim insculpit Spiritus in humanis cordibus,
tanquam in tabulis. Cumque dixisset, lapideis, tro-´
pum hunc explicuit, adjungens, Vel etiam carneis.
Solida enim sunt et lapis, et caro: atque ea, quæ
in hæc inciduntur, eam rationem habent, ut vix
deleri queant. Hoc autem ab Apostolo sumptum
est, qui sic ad Corinthius scripsit: Quoniam estis
epistola Christi, ministrata a nobis, inscripla, non
atramento, sed Spiritu Dei viventis, non in tabulis
lapideis, sed in tabulis cordis carnalibus. Quod etiam
ab Ezechiele mutuatus est Apostolus, per quem ait
Deus: Dabo eis cor alterum, et spiritum novum
dabo eis, et evellam cor eorum lapideum ex carne
ipsorum, et dabo eis cor carneum, ut in præceptis
meis ambulent 18. Dixit etiam alicubi Sirach: Omwis homo ab adolescentia vergit ad malum, et non
poluisti corda eorum ex lapideis carnea facere. Proinde nunc, cum dixit Theologus: Tabulis lapideis
sive carneis, videtur mihi non interpretandæ dictionis causa hoc dixisse, seul magis ut distinctio10 11 Cor. 111, 2. 18 Ezech.
αὐτοῦ ὁ Θεολόγος. Είπε γάρ, ότι Ποιμήν ἐστι καλές,
καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων.
Προσέθηκε δὲ, ὅτι Καὶ ἐμὲ τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἴχεται
τοιοῦτον ποιμένα γενέσθαι, τιθέντα δηλαδὴ τὴν ψυ
χὴν ὑπὲρ ὑμῶν. Ἐπὶ τούτοις ἐβόησε μετὰ θαύματος
τὸ, Ὢ τῆς μεγαλοψυχίας! Εἶτα, ἵνα μή τις υπολάβῃ,
ὅτι τὸν υἱὸν ὁ Πατήρ, ώς μεγαλόψυχος εἰς κινδύνους
ἐπιδιδούς, οὐ φείδεται αὐτοῦ, διορθοῦται τὴν ὑπόνοιαν
ταύτην εἰπών· Η, τό γε ἀληθέστερον εἰπεῖν, τῆς
φιλοτεχνίας.. Τὸ γὰρ οὕτως καὶ ἐπὶ τοιούτοις ἐκδιδόναι τὸν υἱὸν, οὐκ ἔστι, φησί, μισοτέκνου, ἀλλὰ
μάλιστα φιλοτέκνου. Ωστε εἰ καὶ μεγαλοψυχίαν τὸ
πρᾶγμα ὠνόμασα, διὰ τὸ μέλλειν πόνοις καὶ κινδύνοις
ὁμιλεῖν, ἀλλ᾽ οὖν ἐπεὶ δι᾽ ὑμᾶς καὶ τὴν ὑμετέραν
ὠφέλειαν καὶ διὰ Θεὸν τὰ τοιαῦτα χρὴ διαθλεῖν φι·
λοτεχνία τὸ πᾶν ἐστι. Ταῦτα εἰπὼν ὁ Θεολόγος, ἀπιριθμεῖται εὐθὺς καὶ τὰ παρὰ τοῦ πατρὸς καρποφο
ρούμενα. Τὰ δὲ ἐστι τρία. Κἂν μὲν ἁπλῶς εἰπεῖν
ἐβούλετο, εἶπεν ἂν, ὅτι Ἑαυτὸν δίδωσι καὶ ἐμὲ καὶ
τὸν ναόν. Νῦν δὲ τὴν φιλότιμον καρποφορίαν ἐπαύξων
καὶ μεγαλύνων, ὑποδιαιρεῖ καὶ τὰ ἑαυτοῦ καὶ τὰ τοῦ
πατρός, ποικίλλων καὶ πολυπλασιάζων τὰ ὀνόματα.
Καὶ πολιὰν μὲν λέγει, τὸν πατέρα· νεότητα δὲ, ἑαυ
τόν. Καὶ αὖθις κληροδότην μὲν τὸν πατέρα· ἑαυτὸν
δὲ, κληρονόμον, ὡς μέλλοντα τὸν θρόνον τῆς ἐπισκο
πῆς διαδέχεσθαι καὶ κληρονομεῖν. Ἔχετε δὲ, φησί,
μετ᾿ ἐμοῦ καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους, καὶ τούτων τοὺς
ἱερωτέρους καὶ ὠφελιμωτέρους. Οὐ γὰρ πρὸς χάριν
διδάξω, ἀλλὰ πρὸς ὠφέλειαν· οὐδ᾽ ἐπιδεικτικῶς,
ἀλλὰ πνευματικῶς· οὐδ᾽ ἅπερ ἡ τῶν λόγων ἄσκησις
δίδωσιν, ἀλλ᾽ ἅπερ ἐντίθησι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Οἱ
μὲν γὰρ ἀνθρώπινοι λόγοι, τὰς ἀκοὰς μόνον θέλγου
σιν, οὐ παραιτέρω προϊόντες· οἱ δὲ πνευματικοί, εἰς
τὴν ψυχὴν διαβαίνουσιν. Ἐντυποῖ γὰρ αὐτοὺς τὸ
Πνεῦμα, ὥσπερ πλαξὶ, ταῖς ἀνθρωπίναις καρδίαις.
Καὶ λιθίναις δὲ εἰπὼν, ἡρμήνευσε τὴν τροπὴν, ἐπὶ
αγαγών, Εἴτουν σαρκίναις. ᾿Αντιτυπὲς γὰρ καὶ λίθο;
καὶ σὰρξ, καὶ τὰ ἐγκολαπτόμενα δυσέκνιπτα. Ελληπται δὲ ὁ λόγος ἐκ τοῦ Ἀποστόλου, γράφοντος Και
ρινθίοις, ὅτι Εστὲ ἐπιστολὴ Χριστοῦ, διακονη
θεῖσα ὑφ' ἡμῶν, ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ
Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος· οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις,
ἀλλ' ἐν πλαξὶ καρδίας σαρκίναις. Ελαβε δὲ καὶ
ὁ ᾿Απόστολος τὴν χρῆσιν ἀπὸ τοῦ Ἰεζεκιήλ, δι' οὗ
φησιν ὁ Θεός· Δώσω αὐτοῖς καρδίαν ἑτέραν, καὶ
πνεῦμα καινὸν δώσω ἐν αὐτοῖς· καὶ ἐκσπάσω τὴν
καρδίαν αὐτῶν τὴν λιθίνην ἀπὸ τῆς σαρκὸς αὐτῶν
καὶ δώσω αὐτοῖς καρδίαν σαρκίνην, ὅπως ἐν τοῖς
προστάγμασί μου πορεύσωνται. Λέγει δέ που καὶ
ὁ θαυμάσιος Σιράχ· Πᾶς ἄνθρωπος ἐκ νεότητος
ἐπὶ τὸ πονηρὸν, καὶ οὐκ ἴσχυσαν τὰς καρδίας
αὐτῶν ἀντὶ λιθίνων ποιῆσαι σαρκίνας. Καὶ νῦν οὖν
εἰπὼν ὁ Θεολόγος, Πλαξὶ λιθίναις, εἴτουν σαρκίναι,
δοκεί μοι μὴ ἐφερμηνεύειν τὴν λέξιν, ἀλλὰ μᾶλλον
ἀντιδιαστέλλειν τῇ λιθίνῃ καρδίᾳ, τουτέστι τῇ σκληρά
καὶ ἀνενδότῳ καὶ ἀντιτυπούσῃ τὴν σαρχίνην, ὅ ἐστι
τὴν μαλακὴν καὶ ῥᾳδίως ὑπείκουσαν, καὶ δεχομένην
col. 965–966page 18 of 25
PG 36:965τὰ καλὰ γράμματα. Οὐ γὰρ ἁπλῶς πάσῃ καρδίᾳ ἐν. τυποῖ τοὺς θείους λόγους τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀλλὰ τῇ σαρκίνῃ, τουτέστι τῇ εὐαισθήτῳ. Σαρκὸς γὰρ τὸ αἰσθάνεσθαι· λίθου δὲ ἴδιον τὸ ἀναίσθητον. Η τάχα καὶ λιθίνας καὶ σαρκίνας λέγει τὰς καρδίας ὁ Θεο λόγος· λιθίνας μέν, διὰ τὸ στεῤῥὸν καὶ τὸ δυσαπά λειπτα εἶναι τὰ ἐν αὐταῖς γράμματα· σαρκίνας δὲ, διὰ τὸ αἰσθητικόν. Διὸ ἐπάγει, ὅτι ἐν ταῖς τοιαύταις οἱ λόγοι οὐκ ἐξ ἐπιπολῆς χαραχθήσονται, οὐδὲ οἷον ἄνωθεν ἐπιχρωσθήσονται, ἵνα καὶ ῥᾳδίως ἀπαλεί φοιντο· ἀλλ᾽ εἰς βάθος ἐνσημανθήσονται, ὥστε παρα μένειν. Καὶ ἐνσημανθήσονται οὐ μέλανι, ἀλλὰ χάριτι. Η μὲν γὰρ τῶν δικαίων καρδία, ὥς φησιν ὁ μέγας Βασίλειος, Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος καταγέγραπται ἡ δὲ τῶν ἀδίκων καρδία, οὐ Πνεύματι, ἀλλὰ μέλανι, τῷ συγγενεῖ τοῦ σκότους καὶ ἐχθρῷ τοῦ φωτός. 400 7. Ταῦτα μὲν ἐπαγγελίας. Επ εσφράγισε τὰ ῥηθέντα τοῦ πατρὸς ἐγκώμια, καὶ δευ τέρων αὖθις ήρξατο, ἐξομοιῶν αὐτὸν τῷ ᾿Αβραάμ, ὁμοίως ἐκείνῳ τὴν πρώην πλάνην καταλιπόντα. Εκ γὰρ τῆς τῶν Ὑψιστηρίων λεγομένης αἱρέσεως, εἰς τὴν εὐσέβειαν μετελήλυθεν. Οὐ μόνον δὲ διὰ τοῦτο ᾿Αβραὰμ ὀνομάζει τὸν ἑαυτοῦ πατέρα, ἀλλὰ καὶ ὡς γηραιὸν, καὶ ὡς φιλόξενον, καὶ ὡς προσάγοντα τὸν υἱὸν τῷ Θεῷ, εἰ καὶ ἑκούσιος ἦν αὕτη ἡ προσαγωγή, καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν τοῦ Ἀβραὰμ ἐξ ἐπιτάγματος. Πατριάρχην δὲ αὐτὸν καλεῖ, ὡς πατέρα καὶ ἄρχοντα τῆς πόλεως, ὅσον ἐπὶ τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς πράγμασι. Κανόνα δὲ τῆς ἀρετῆς, ὡς πᾶσαν ἐν ἑαυτῷ συλλαβόντα τὴν ἀρετὴν καὶ τοὺς ἄλλους πρὸς ταύτην εὐθύνοντα, καὶ τὸ μὲν ἄρτιον δοκιμάζοντα καὶ κατα ἔχοντα, καθάπερ ὁ κανών, τὸ δὲ περιττὸν καὶ ἐλλεῖπον, ὡς κακίαν, ξέοντα καὶ ἀποδοκιμάζοντα. Τῆς δὲ ἱερωσύνης τελείωσιν, ὡς πάντα τὰ τῆς ἱερωσύνης ἐντελῶς ἔχοντα. Ἑαυτὸν μέντοι μονογενῆ ὠνόμασεν ὁ Θεολόγος, βιασάμενος τὸν λόγον, ἵνα μηδ' ἐν τούτῳ τῆς κατὰ τὸν Ἰσαὰκ ελαττωθείη θυσίας παρεμυθήσατο δὲ τὴν τόλμαν, ἐπαγαγὼν τὸν ἐξ ἐπαγγελίας. Εἰ γὰρ καὶ μὴ μονογενής ἦν κατὰ τὴν γέννησιν, ἐπεὶ μετ' αὐτὸν καὶ Γοργονία καὶ Καισάριος ἐγεννήθη, ἀλλ᾽ οὖν κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν μονογενής ἦν. Μόνος γὰρ τοῖς γονεῦσιν ἐξ ἐπαγγελίας ἐτέχθη, ὥσπερ καὶ ὁ Ἰσαὰκ τῇ Σάββᾳ καὶ τῷ ᾿Αβραάμ. "Η τάχα μονο γενῆ ἑαυτὸν λέγει, ὡς μόνον ὑπολειφθέντα τῷ πατρὶ, τῶν ἄλλων ἤδη τέκνων τετελευτηκότων. 12. Υμεῖς... ἐπιβούλως. Τοιαύτη μὲν, φησὶν, ἡ τοῦ πατρὸς καρποφορία. Δεῖ δὲ καὶ ὑμᾶς καρποφορεῖν τῷ Θεῷ καὶ ἡμῖν τὴν εὐπείθειαν καὶ τὸ καλῶς ποιμαίνεσθαι. Ποιμανθείητε δ᾽ ἂν καλῶς, εἰς μὲν τὴν πρακτικὴν ἀρετὴν, ὥσπερ εἰς μαλακήν τινα καὶ χλοεράν πεδιάδα κατασκηνούμενοι, καὶ τὸ τῆς ψυχῆς πιαίνοντες πρόσωπον. Τῇ δὲ γνώσει καὶ τῇ θεωρίᾳ καὶ τῷ ποτίμῳ τῶν θείων Γραφῶν, ὡς ὕδατι ἀναπαύσεως εκτρεφόμενοι. Οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ
AD S. GREGORII ORAT. 1.
τὰ καλὰ γράμματα. Οὐ γὰρ ἁπλῶς πάσῃ καρδίᾳ ἐν. nem ponat inter lapideum cor, id est, durum et
τυποῖ τοὺς θείους λόγους τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀλλὰ
τῇ σαρκίνῃ, τουτέστι τῇ εὐαισθήτῳ. Σαρκὸς γὰρ τὸ
αἰσθάνεσθαι· λίθου δὲ ἴδιον τὸ ἀναίσθητον. Η τάχα
καὶ λιθίνας καὶ σαρκίνας λέγει τὰς καρδίας ὁ Θεο
λόγος· λιθίνας μέν, διὰ τὸ στεῤῥὸν καὶ τὸ δυσαπά
λειπτα εἶναι τὰ ἐν αὐταῖς γράμματα· σαρκίνας δὲ,
διὰ τὸ αἰσθητικόν. Διὸ ἐπάγει, ὅτι ἐν ταῖς τοιαύταις
οἱ λόγοι οὐκ ἐξ ἐπιπολῆς χαραχθήσονται, οὐδὲ οἷον
ἄνωθεν ἐπιχρωσθήσονται, ἵνα καὶ ῥᾳδίως ἀπαλεί
φοιντο· ἀλλ᾽ εἰς βάθος ἐνσημανθήσονται, ὥστε παραμένειν. Καὶ ἐνσημανθήσονται οὐ μέλανι, ἀλλὰ χάριτι.
Η μὲν γὰρ τῶν δικαίων καρδία, ὥς φησιν ὁ μέγας
Βασίλειος, Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος καταγέγραπται·
ἡ δὲ τῶν ἀδίκων καρδία, οὐ Πνεύματι, ἀλλὰ μέλανι,
τῷ συγγενεῖ τοῦ σκότους καὶ ἐχθρῷ τοῦ φωτός.
inflexile ac rigidum, et inter carneum, id est,
molle facileque cedens, bonasque litteras excipiens.
Neque enin citra discrimen in omni corde divinos
sermones insculpit Spiritus sanctus, sed in carneo, id est, recte et facile sentiente. Carnis enim
est, sentire; lapidum autem proprium, sensu carere. Vel etiam lapidea et carnea pectora dicit
Theologus, lapidea quidem ob soliditatem, et
quia ægre obliterantur, quæ in ipsis inscribuntur;
carnea autem ob vim sensibilem. Unde etiam
subjungit: Quod in hujusmodi cordibus sermones
non leviter et superficie tenus inscuipentur, ac velut superne illinentur, ut facile quoque aboleri possint, sed penitissime consignabuntur, ut permaneant et quidem consignabuntur, non atramento,
sed gratia. Justorum enim pectus, ut est apud magnum Basilium, spiritu Dei viventis perscriptum est:
injustorum autem, non spiritu sed atramento tenebrarum cognato, et lucis hoste.
Col. 400 7. Ταῦτα μὲν ἐπαγγελίας. Επ·
εσφράγισε τὰ ῥηθέντα τοῦ πατρὸς ἐγκώμια, καὶ δευτέρων αὖθις ήρξατο, ἐξομοιῶν αὐτὸν τῷ ᾿Αβραάμ,
ὁμοίως ἐκείνῳ τὴν πρώην πλάνην καταλιπόντα. Εκ
γὰρ τῆς τῶν Ὑψιστηρίων λεγομένης αἱρέσεως, εἰς
τὴν εὐσέβειαν μετελήλυθεν. Οὐ μόνον δὲ διὰ τοῦτο
᾿Αβραὰμ ὀνομάζει τὸν ἑαυτοῦ πατέρα, ἀλλὰ καὶ ὡς
γηραιὸν, καὶ ὡς φιλόξενον, καὶ ὡς προσάγοντα τὸν
υἱὸν τῷ Θεῷ, εἰ καὶ ἑκούσιος ἦν αὕτη ἡ προσαγωγή,
καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν τοῦ Ἀβραὰμ ἐξ ἐπιτάγματος.
Πατριάρχην δὲ αὐτὸν καλεῖ, ὡς πατέρα καὶ ἄρχοντα
τῆς πόλεως, ὅσον ἐπὶ τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς πράγμασι.
Κανόνα δὲ τῆς ἀρετῆς, ὡς πᾶσαν ἐν ἑαυτῷ συλλα
βόντα τὴν ἀρετὴν καὶ τοὺς ἄλλους πρὸς ταύτην εὐ
θύνοντα, καὶ τὸ μὲν ἄρτιον δοκιμάζοντα καὶ κατα
ἔχοντα, καθάπερ ὁ κανών, τὸ δὲ περιττὸν καὶ ἐλλεῖ
πον, ὡς κακίαν, ξέοντα καὶ ἀποδοκιμάζοντα. Τῆς δὲ
ἱερωσύνης τελείωσιν, ὡς πάντα τὰ τῆς ἱερωσύνης
ἐντελῶς ἔχοντα. Ἑαυτὸν μέντοι μονογενῆ ὠνόμασεν
ὁ Θεολόγος, βιασάμενος τὸν λόγον, ἵνα μηδ' ἐν τούτῳ
τῆς κατὰ τὸν Ἰσαὰκ ελαττωθείη θυσίας παρεμυθήσατο δὲ τὴν τόλμαν, ἐπαγαγὼν τὸν ἐξ ἐπαγγελίας.
Εἰ γὰρ καὶ μὴ μονογενής ἦν κατὰ τὴν γέννησιν, ἐπεὶ
μετ' αὐτὸν καὶ Γοργονία καὶ Καισάριος ἐγεννήθη,
ἀλλ᾽ οὖν κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν μονογενής ἦν. Μόνος
γὰρ τοῖς γονεῦσιν ἐξ ἐπαγγελίας ἐτέχθη, ὥσπερ καὶ
ὁ Ἰσαὰκ τῇ Σάββᾳ καὶ τῷ ᾿Αβραάμ. "Η τάχα μονογενῆ ἑαυτὸν λέγει, ὡς μόνον ὑπολειφθέντα τῷ πατρὶ,
τῶν ἄλλων ἤδη τέκνων τετελευτηκότων.
Atque hæc vobis offert venerandus hic, etc. Postquam superiores patris laudes absolvit, secundas
jam exorditur, similem eum esse dicens Abrahæ,
ut qui non secus atque ille, pristinum errorem reliquerit. Nam ex ea secta, quæ Hypsistariorum dicitur, ad veræ pietatis doctrinam migravit. Nec
eam tantum ob causam patrem suum Abrahæ nomine appellat, sed etiam ut senem, ut hospitalem,
ut Deo filium offerentem: tametsi voluntaria ſuerit hæc oblatio, non autem imperata, quemadmodum illa Abrahæ. Patriarcham autem eum vocat,
ut patrem et principem civitatis, quantum quidem
ad res ecclesiasticas attinet, Virtutis autem normam ut qui onines virtutis partes complexus sit,
aliosque ad eam dirigat, et rectum quidem regulæ
instar exploret ac retineat, superfluum autem et
deficiens abradat atque improbet. Jam saccrdotii
quoque perfectionem eum vocat, ut omnibus rebus, quæ ad sacerdotium requiruntur, abunde instructum. Seipsum tamen unigenitum Theologus
nominavit, vim orationi afferens, ut ne hac quoque
parte inferius quidquam pater sacrifcio illo Isaaci
habeat. Verum hoc aliquanto audacius dictum miligavit, addens, ex pollicitatione. Nam etsi unigenitus non erat, quantum ad nativitatem, quandoquidem post eum et Gorgonia et Cæsarius procrea·
ti sunt: tamen, si promissi rationem spectemus,
unigenitus erat. Solus enim ex pollicitatione a parentibus progenitus est, quemadmodum Isaac ab
Abrahamo et Sara. Vel fortasse unigenitum se dicit, quod solus patri reliquus esset aliis liberis jam
extremo vitæ die perfunctis.
Ibid. 12. Υμεῖς... ἐπιβούλως. Τοιαύτη μὲν,
φησὶν, ἡ τοῦ πατρὸς καρποφορία. Δεῖ δὲ καὶ ὑμᾶς
καρποφορεῖν τῷ Θεῷ καὶ ἡμῖν τὴν εὐπείθειαν καὶ
τὸ καλῶς ποιμαίνεσθαι. Ποιμανθείητε δ᾽ ἂν καλῶς,
εἰς μὲν τὴν πρακτικὴν ἀρετὴν, ὥσπερ εἰς μαλακήν
τινα καὶ χλοεράν πεδιάδα κατασκηνούμενοι, καὶ τὸ
τῆς ψυχῆς πιαίνοντες πρόσωπον. Τῇ δὲ γνώσει καὶ
τῇ θεωρίᾳ καὶ τῷ ποτίμῳ τῶν θείων Γραφῶν, ὡς
ὕδατι ἀναπαύσεως εκτρεφόμενοι. Οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ
Vos autem, et Deo, et nobis, id muneris, etc.
Atque hujusmodi, inquit, est patris mei oblatio.
Vobis autem faciendum etiam est, ut Deo, et nobis, obedientiæ munus offeratis, recteque pascamus. Id porro consequemini, si in ea virtute, que
in actione versatur, tanquam in molli quodam et
viridi campo habitetis, animamque saginetis, scientia auteni et speculatione ac divinarum Scripturarum dulcibus fluentis tanquam aqua refectionis
On Oration IIIn orationem II
col. 967–968page 19 of 25
PG 36:967καὶ τὸν ποιμένα καλῶς γινώσκοντες, ὥστε μὴ ἀπα τᾶσθαι παρὰ τῶν ψευδοδιδασκάλων, μηδὲ περιπ! πτειν αὐτοῖς, ὡς ποιμέσι, κλέπταις οὖσι καὶ λῃσταῖς. Καὶ γινωσκόμενοι αὖθις ὑπὸ τοῦ ποιμένος, μη παρα μιγνύντες δηλονότι ἑαυτοὺς τοῖς ἀλλοτρίοις θρέμμασιν, ἐξ ὧν ἡ ἄγνοια τοῖς ποιμέσι γίνεται. Ἀλλὰ τὰ ἐπίσ σημα φέροντες καὶ τοὺς χαρακτῆρας, οὓς ὁ ἀληθινὸς ποιμὴν ὑμῖν ἐπιβέβληκε καὶ ἐνετύπωσεν. Ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου δὲ καὶ ταῦτα παραπέφρασται. Γινώσκω γάρ, φησὶν ὁ Χριστὸς, τὰ ἐμὰ, καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν. Γνῶσιν ἴσως λέγων, τὴν οἰκείωσιν, τουτέστι προσοικειωθήσομαι τοῖς προβάτοις τοῖς ἐμοῖς, καὶ αὐτὰ ἐμοὶ οἰκειωθήσονται. Επόμενοι δὲ καὶ τῷ καλοῦντι ποιμενικῶς καὶ ἐλευθερίως, τουτέστιν ἀδό λως καὶ φανερῶς καὶ ἐξουσιαστικῶς καὶ ὡς ἐλευθέροις πρέπον. Διὰ τῆς θύρας δὲ, ήγουν διὰ τῶν και θολικῶν δογμάτων,τῶν ἅπασι πιστοῖς ἀναπεπταμένων, καὶ δι' αὐτῆς τῆς Γραφῆς, δι' ἧς εἰς τὴν πίστιν εἰσαγόμεθα. Η καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ τοῦ εἰπόντος· Εγώ εἰμι ἡ θύρα. Αλλοτρίῳ δὲ καὶ ψευδοποιμένι μὴ ἀκο λουθοῦντες, ὅστις οὐ διὰ τῆς τοῦ Εὐαγγελίου ὁδοῦ πορεύεται, οὐδὲ διὰ τῆς θύρας Χριστοῦ εἰσέρχεται, ἀλλὰ ληστρικῶς διὰ αὐλῆς ὑπερπηδά. Βίαιον γὰρ ἅπαν τῶν ἑτεροδόξων τὸ ὄρμημα, καὶ οὐ κατὰ τάξιν διὰ τῆς νομίμου θύρας ἡ πρὸς τὴν πίστιν καὶ τὴν Εκκλησίαν εἴσοδος, 401 1. Μηδὲ ξένης... αμήν. Εἴρηκεν ὁ Χριστὸς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, ὅτι τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν. Ἐκεῖθεν οὖν λαβὼν ὁ Θεολόγος φησὶν ἐνταῦθα, ὅτι Μηδὲ τῆς ξένης φωνῆς ἀκούετε, ἥτις ὑποκλέπτει καὶ ἀπατᾷ καὶ διασκορπίζει ἀπὸ τῆς μιᾶς καὶ ἑνοποιοῦ ἀληθείας εἰς διαφόρους δόξας· αἵτινες δόξαι διὰ μὲν τὸ ἄναντες, ρη λέγονται τροπικῶς· διὰ δὲ τὸ ἄκαρπον, ἐρημίαι διὰ δὲ τὸ κρημνώδες, βάραθρα. Τὸ δὲ, Καὶ τόπους, οἷς οὐκ ἐπισκοπεῖ Κύριος, τῶν ῥηθέντων ἐφερμηνευτικόν ἐστιν. Είληπται δὲ τὸ ῥητὸν ἀπὸ τῶν Παρα μιῶν Σολομῶντος. Ο πλανώμενος γάρ, φησίν, ἐν πύλαις, αὐλισθήσεται ἐν τόποις, οἷς οὐκ ἐπι σκοπεῖται ὁ Αἰώνιος. Η τοιαύτη τῶν ἑτεροδόξων φωνὴ, ἀπάγει μὲν ἀπὸ τῆς ὑγιους πίστεως, τῆς εἰς τὴν ἁγίαν Τριάδα, ἧς ἤκουσεν ἀεὶ φωνῆς, τῆς περὶ τῆς ὑγιοῦς δηλαδὴ πίστεως, τὰ ἐμὰ πρόβατα. Γένοιτο δὲ καὶ ἀκούειν. Συλαγωγεί δὲ ἡ τῶν αἱρετικῶν η φωνή, τουτέστιν ὡς λάφυρα διαρπάζει καὶ ἀπάγει τοὺς ἁπλουστέρους, λόγοις παρασήμοις καὶ ἀδοκίμοις (τοιοῦτον γὰρ τὸ κίβδηλον), καὶ χωρίζει ἀπὸ Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ καὶ πρώτου ποιμένος· πρώτου μὲν, ὅτι αὐτὸς ἀρχηγὸς τῆς πίστεως ἡμῖν ἐχρημάτ τισε καὶ τῆς τελείας κατῆρξε διδασκαλίας· ἀληθινοῦ δὲ, διὰ τὸ κυρίως καὶ καθ᾽ ὑπεροχήν. Ἐκ δὲ τοῦ Απο στόλου καὶ ταῦτα ἐλήφθη. Γράφει γὰρ Κολοσσαεῦσιν Βλέπετε, μήτις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης. Τὴν ἔξω οὖν φιλοσοφίαν ὁ μὲν ἅγιος Παῦλος κενὴν ἀπάτην ὠνόμασεν ὁ δὲ Θεολόγος, λόγους παρακεχαραγμένους καὶ διε
edecemnimi, recteque pastorem cognoscalis (ue a καὶ τὸν ποιμένα καλῶς γινώσκοντες, ὥστε μὴ ἀπα
falsis magistris decipiamini, atque in ipsos quasi
in pastores incidatis, cum fures sint et latrones)
atque a pastore cognoscamini, non admiscentes
scilicet vos alienis gregibus (quæ res ignorationem
et errorein pastoribus parit), verum signa et notas
circumferentes quas verus pastor vobis injecit alque impressit. Ex Evangelio autem læc quoque
parapliraslice transtulit. Cognosco enim meas, inquit Christus ", et cognoscur a meis: per cognitionem fortasse affinitatem et necessitudinem intelligens, quasi diceret: Ego necessitudine juagar
ovibus meis, et ipsæ mihi jungentur. Sequamini
vocantem pastoraliter et libere, id est, citra fucum
et aperte, ac pro potestate, ut pastorem decet.
Per ostium autem, id est, per catholicam doctri
nam, quæ fidelibus omnibus aperta est, ac per
ipsam Scripturam, per quam ad fidem introducimur: vel etiam per Christum, qui dixit: Ego sum
ostium. Alienum autem et mendacem minime
sequamini, qui non per Evangelii viam incedit,
nec per ostium, hoc est, Christum ingreditur,
sed prædonum more per caulam prosilit. Præceps
enim et violentus est hæreticorum omnium impetus, nec, ut disciplinæ ratio postulat, per legitimum ostium ad fidem et Ecclesiam ingrediuntur.
τᾶσθαι παρὰ τῶν ψευδοδιδασκάλων, μηδὲ περιπ!-
πτειν αὐτοῖς, ὡς ποιμέσι, κλέπταις οὖσι καὶ λῃσταῖς.
Καὶ γινωσκόμενοι αὖθις ὑπὸ τοῦ ποιμένος, μη παρα
μιγνύντες δηλονότι ἑαυτοὺς τοῖς ἀλλοτρίοις θρέμμασιν,
ἐξ ὧν ἡ ἄγνοια τοῖς ποιμέσι γίνεται. Ἀλλὰ τὰ ἐπίσ
σημα φέροντες καὶ τοὺς χαρακτῆρας, οὓς ὁ ἀληθινὸς
ποιμὴν ὑμῖν ἐπιβέβληκε καὶ ἐνετύπωσεν. Ἐκ τοῦ
Εὐαγγελίου δὲ καὶ ταῦτα παραπέφρασται. Γινώσκω
γάρ, φησὶν ὁ Χριστὸς, τὰ ἐμὰ, καὶ γινώσκομαι
ὑπὸ τῶν ἐμῶν. Γνῶσιν ἴσως λέγων, τὴν οἰκείωσιν,
τουτέστι προσοικειωθήσομαι τοῖς προβάτοις τοῖς ἐμοῖς,
καὶ αὐτὰ ἐμοὶ οἰκειωθήσονται. Επόμενοι δὲ καὶ τῷ
καλοῦντι ποιμενικῶς καὶ ἐλευθερίως, τουτέστιν ἀδό
λως καὶ φανερῶς καὶ ἐξουσιαστικῶς καὶ ὡς ἐλευθέ
ροις πρέπον. Διὰ τῆς θύρας δὲ, ήγουν διὰ τῶν και
θολικῶν δογμάτων,τῶν ἅπασι πιστοῖς ἀναπεπταμένων,
καὶ δι' αὐτῆς τῆς Γραφῆς, δι' ἧς εἰς τὴν πίστιν εἰσαγόμεθα. Η καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ τοῦ εἰπόντος· Εγώ
εἰμι ἡ θύρα. Αλλοτρίῳ δὲ καὶ ψευδοποιμένι μὴ ἀκολουθοῦντες, ὅστις οὐ διὰ τῆς τοῦ Εὐαγγελίου ὁδοῦ
πορεύεται, οὐδὲ διὰ τῆς θύρας Χριστοῦ εἰσέρχεται,
ἀλλὰ ληστρικῶς διὰ αὐλῆς ὑπερπηδά. Βίαιον γὰρ
ἅπαν τῶν ἑτεροδόξων τὸ ὄρμημα, καὶ οὐ κατὰ τάξιν
διὰ τῆς νομίμου θύρας ἡ πρὸς τὴν πίστιν καὶ τὴν
Εκκλησίαν εἴσοδος,
Col. 401 1. Μηδὲ ξένης... αμήν. Εἴρηκεν ὁ
Χριστὸς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, ὅτι τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ
οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν. Ἐκεῖθεν
οὖν λαβὼν ὁ Θεολόγος φησὶν ἐνταῦθα, ὅτι Μηδὲ τῆς
ξένης φωνῆς ἀκούετε, ἥτις ὑποκλέπτει καὶ ἀπατᾷ
καὶ διασκορπίζει ἀπὸ τῆς μιᾶς καὶ ἑνοποιοῦ ἀληθείας
εἰς διαφόρους δόξας· αἵτινες δόξαι διὰ μὲν τὸ ἄναντες,
5ρη λέγονται τροπικῶς· διὰ δὲ τὸ ἄκαρπον, ἐρημίαι
διὰ δὲ τὸ κρημνώδες, βάραθρα. Τὸ δὲ, Καὶ τόπους,
οἷς οὐκ ἐπισκοπεῖ Κύριος, τῶν ῥηθέντων έφερμηνευ
τικόν ἐστιν. Είληπται δὲ τὸ ῥητὸν ἀπὸ τῶν Παρα
μιῶν Σολομῶντος. Ο πλανώμενος γάρ, φησίν,
ἐν πύλαις, αὐλισθήσεται ἐν τόποις, οἷς οὐκ ἐπισκοπεῖται ὁ Αἰώνιος. Η τοιαύτη τῶν ἑτεροδόξων
φωνὴ, ἀπάγει μὲν ἀπὸ τῆς ὑγιους πίστεως, τῆς εἰς
τὴν ἁγίαν Τριάδα, ἧς ἤκουσεν ἀεὶ φωνῆς, τῆς περὶ
τῆς ὑγιοῦς δηλαδὴ πίστεως, τὰ ἐμὰ πρόβατα. Γένοιτο
δὲ καὶ ἀκούειν. Συλαγωγεί δὲ ἡ τῶν αἱρετικῶν
Nec externam vocem audiatis, suffurantem, etc.
Bixit Christus in Evangelio: Oves meæ alienorum
vocem non norunt ". Illic igitur mutuatus Theologus, hoc loco ait, nec externam vocem audiatis:
quæ quidem furatur et decipit, atque ab una et
uniente veritate in diversas opiniones dispergit,
quæ quidem ob acclivitatem montes metaphorice
dicuntur, ob sterilitatem autem solitudines, ob
praecipitia auten barathra, Illud vero, Locos, quos
non visitat Dominus, omnia quæ dicta sunt explicat. Hic autem locus habetur in Proverbiis Salomonis: Qui enim oberrat in portis, demorabilur in
locis, quos non visitat Eternus. Jam hujusmodi vox
hæreticorum homines a sana doctrina et fide abducit, quæ est in sanctam Trinitatem: quam vocem sanæ doctrinæ oves meæ semper audierunt,
atque utinam audiant. Deprædatur item vox haretica, id est, velut spolia diripit, ac per adulterinos
et improbos sermones, eos qui simpliciores sunt, η φωνή, τουτέστιν ὡς λάφυρα διαρπάζει καὶ ἀπάγει
• Christo avertit et separat, qui verus et priuus
est pastor: primus quidem, quia dux et auctor
Adei nostræ dictus est ", perfectamque doctrinam
auspicatus est: verus auten, ob excellentissimnam
perfectionem. Atque ex Apostolo hæc quoqus suinpta sunt. Scribit enim ad Colossenses: Videte ne
quis vos deprædetur per philosophiam, et inanem ſallaciam ". Externam igitur philosophiam sanctus PauJus inanem fallaciam nominavit: Theologus autem,
sermones adulterinos et corruptos. Postea voto
orationem concludit. Optat enim ut pastores atque
16 Joan. X,
τοὺς ἁπλουστέρους, λόγοις παρασήμοις καὶ ἀδοκί
μοις (τοιοῦτον γὰρ τὸ κίβδηλον), καὶ χωρίζει ἀπὸ
Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ καὶ πρώτου ποιμένος· πρώτου
μὲν, ὅτι αὐτὸς ἀρχηγὸς τῆς πίστεως ἡμῖν ἐχρημάτ
τισε καὶ τῆς τελείας κατῆρξε διδασκαλίας· ἀληθινοῦ
δὲ, διὰ τὸ κυρίως καὶ καθ᾽ ὑπεροχήν. Ἐκ δὲ τοῦ Απο
στόλου καὶ ταῦτα ἐλήφθη. Γράφει γὰρ Κολοσσαεῦσιν
Βλέπετε, μήτις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς
φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης. Τὴν ἔξω οὖν φιλοσο
φίαν ὁ μὲν ἅγιος Παῦλος κενὴν ἀπάτην ὠνόμασεν
ὁ δὲ Θεολόγος, λόγους παρακεχαραγμένους καὶ διε
14. 17 ibid. 7. 48 ibid. 5. 1 Hebr. Xll, 2. 20 Col. 11, 8.
Et hic et paulo inferius in loco Paulino suprascriptum reperitur primæ syllabe alterum in
cod. a.
col. 969–970page 20 of 25
PG 36:969ΧΙ. φθαρμένους. Εἶναι καὶ εἰς εὐχὴν κατακλείει τὸν λόγον. Εύχεται γὰρ τῶν τοιούτων ἀλλοφύλων δογμάτων πόρρω γενομένους, καὶ ποιμένας καὶ ποίμνιον, ὥσπερ τινής φαρμακώδους βοτάνης καὶ θάνατον ἐπαγούσης, ἓν εἶναι πάντας καὶ νεμομένους καὶ νέμοντας. Καὶ μήτε νῦν διαζευχθῆναι, μήτε ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ καὶ ἀναπαύσει. Τοῦτο δὲ ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου ἔλαβεν. Εἴρηκε γὰρ ὁ Χριστὸς πρὸς τὸν Πατέρα περὶ τῶν μα θητῶν· Τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου, ἵνα ὦσιν ἔν. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ Ερμηνεία εἰς τὸν β' λόγον τοῦ Θεολόγου. Πρόλογος. Επίσκοπος Σασίμων ἄκων χειροτονηθεὶς ὑπὸ του μεγάλου Βασιλείου ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, καὶ τυραννηθῆναι δόξας ὁ μέγας οὗτος Πατήρ, ἀφίσταται μὲν τῆς ἐπισκοπῆς ταύτης εὐθέως, ἀφικνεῖται δὲ πρὸς Ναζιανζόν. Οπερ μαθὼν ὁ μέγας Βασίλειος, προτρέπεται τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Γρηγόριον, τὸν Νύσα σης, ἀπελθεῖν εἰς ἐπίσκεψιν ὁμοῦ καὶ παραμυθίαν τοῦ φίλου καὶ λύσιν τῶν ἐν μέσῳ σκανδάλων. Τοῦτον δὲ δεξάμενος ἐκεῖνος ἡδέως, τὸν παρόντα λόγον ἐκφωνεῖ· πρῶτα μὲν ἐγκωμιάζων τὴν ξυνωρίδα τούτων τῶν ἀδελφῶν, εἶτα καὶ καθαπτόμενος τῆς τοῦ φίλου πρὸς αὐτὸν διαθέσεως, ὅτι ἐπισκοπῇ τοιαύτῃ τὸν ὁμόψυχον ἐπεκήρυξε, τὸν ἡσυχίας ἐραστήν, τῇ πάσης ἐμπεπλησμένῃ ταραχῆς καὶ συγχύσεως. Έπειτα πρὸς τὸν τηνικαῦτα παρόντα σύλλογον κατὰ τὴν ἐκ κλησίαν ἀποστρέψας τὸν λόγον (ἑορτὴν γὰρ μαρτύ. των ἐδόξαζον καὶ ἑώρταζον), διδασκαλικήν προσάγει τὴν παραίνεσιν, πρὸς τὰ καλὰ μὲν παροξύνων, τῶν δὲ φαύλων ἀποτρεπόμενος. 832 6. Φίλου πιστοῦ... εὐωδέστερον. ᾿Απὸ γνώμης τὸ προοίμιον. Φησὶ γὰρ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Σιράχ· Φίλου πιστοῦ οὐκ ἔστιν ἀντάλλαγμα, καὶ οὐκ ἔστι σταθμὸς τῆς καλλονῆς αὐτοῦ· καὶ πάλιν· Φίλος πιστός, σκέπη κραταιά· ὁ δὲ εὐρὼν αὐτὸν, εὗρε θησαυρόν. Τα δὲ ἑξῆς ἀπὸ τοῦ Σολομώντος παρεφράσθη, λέγοντος· Ἀδελφὸς ὑπὸ ἀδελφοῦ βοηθούμενος, ὡς πόλις οχυρά. Ισχύει γὰρ ὥσπερ με μοχλευμένον βασίλειον. Τὴ δὲ, θησαυρὸς ἔμψυχος, ἐκ τῶν ἔξω. Αλέξανδρος γὰρ ἐρωτηθείς, ποῦ τοὺς θησαυροὺς ἔχει, τους φίλους παρόντας ὑπέδειξεν, οἵτινες ἔμψυχος ἦσαν θησαυρός. Λέγει δέ που καὶ Θέογνις ὁ ποιητὴς, ὅτι Πιστὸς ἀνὴρ χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ ἀντερείσασθαι ἄξιος, ήγουν ἀντισταθμηθῆναι. Τὸ δὲ, Υπέρ χρυσίον καὶ λίθον τίμιον πολύν, ἐκ τοῦ Δαυΐδ. Ἐκ δὲ τοῦ ᾿Ασματος τῶν ᾀσμάτων τό, Κῆτος κεκλεισμένος, καὶ πηγή εσφραγισμένη, ἧς καὶ τὴν ἑρμηνείαν ὁ Θεολόγος προσέθηκεν, ὅτι Ἡ πηγὴ καὶ ὁ κῆπος διὰ τοῦτο εἰσι κεκλεισμένα, ἵνα κατὰ τὸν τῆς χρείας καιρὸν ἀνοί Δέ γάρ
AD S. GREGORII ORAT. ΧΙ.
φθαρμένους. Εἶναι καὶ εἰς εὐχὴν κατακλείει τὸν λόγον. oves ab hujusmodi alienis dogmatibus tanquan s
Εύχεται γὰρ τῶν τοιούτων ἀλλοφύλων δογμάτων
πόρρω γενομένους, καὶ ποιμένας καὶ ποίμνιον, ὥσπερ
τινής φαρμακώδους βοτάνης καὶ θάνατον ἐπαγούσης,
ἓν εἶναι πάντας καὶ νεμομένους καὶ νέμοντας. Καὶ
μήτε νῦν διαζευχθῆναι, μήτε ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ
καὶ ἀναπαύσει. Τοῦτο δὲ ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου ἔλαβεν.
Εἴρηκε γὰρ ὁ Χριστὸς πρὸς τὸν Πατέρα περὶ τῶν μα
θητῶν· Τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου, ἵνα
ὦσιν ἔν.
Ερμηνεία εἰς τὸν β' λόγον τοῦ Θεολόγου.
Πρόλογος.
Επίσκοπος Σασίμων ἄκων χειροτονηθεὶς ὑπὸ
του μεγάλου Βασιλείου ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, καὶ
τυραννηθῆναι δόξας ὁ μέγας οὗτος Πατήρ, ἀφίσταται
μὲν τῆς ἐπισκοπῆς ταύτης εὐθέως, ἀφικνεῖται δὲ
πρὸς Ναζιανζόν. Οπερ μαθὼν ὁ μέγας Βασίλειος,
προτρέπεται τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Γρηγόριον, τὸν Νύσα
σης, ἀπελθεῖν εἰς ἐπίσκεψιν ὁμοῦ καὶ παραμυθίαν
τοῦ φίλου καὶ λύσιν τῶν ἐν μέσῳ σκανδάλων. Τοῦτον
δὲ δεξάμενος ἐκεῖνος ἡδέως, τὸν παρόντα λόγον έκφωνεῖ· πρῶτα μὲν ἐγκωμιάζων τὴν ξυνωρίδα τούτων
τῶν ἀδελφῶν, εἶτα καὶ καθαπτόμενος τῆς τοῦ φίλου
πρὸς αὐτὸν διαθέσεως, ὅτι ἐπισκοπῇ τοιαύτῃ τὸν
ὁμόψυχον ἐπεκήρυξε, τὸν ἡσυχίας ἐραστήν, τῇ πάσης
ἐμπεπλησμένῃ ταραχῆς καὶ συγχύσεως. Έπειτα
πρὸς τὸν τηνικαῦτα παρόντα σύλλογον κατὰ τὴν ἐκκλησίαν ἀποστρέψας τὸν λόγον (ἑορτὴν γὰρ μαρτύ.
των ἐδόξαζον καὶ ἑώρταζον), διδασκαλικήν προσάγει
τὴν παραίνεσιν, πρὸς τὰ καλὰ μὲν παροξύνων, τῶν
δὲ φαύλων ἀποτρεπόμενος.
Col. 832 6. Φίλου πιστοῦ... εὐωδέστερον.
᾿Απὸ γνώμης τὸ προοίμιον. Φησὶ γὰρ Ἰησοῦς ὁ τοῦ
Σιράχ· Φίλου πιστοῦ οὐκ ἔστιν ἀντάλλαγμα,
καὶ οὐκ ἔστι σταθμὸς τῆς καλλονῆς αὐτοῦ· καὶ
πάλιν· Φίλος πιστός, σκέπη κραταιά· ὁ δὲ εὐρὼν
αὐτὸν, εὗρε θησαυρόν. Τα δὲ ἑξῆς ἀπὸ τοῦ
Σολομώντος παρεφράσθη, λέγοντος· Ἀδελφὸς ὑπὸ
ἀδελφοῦ βοηθούμενος, ὡς πόλις οχυρά. Ισχύει
γὰρ ὥσπερ με μοχλευμένον βασίλειον. Τὴ δὲ,
θησαυρὸς ἔμψυχος, ἐκ τῶν ἔξω. Αλέξανδρος γὰρ
ἐρωτηθείς, ποῦ τοὺς θησαυροὺς ἔχει, τους φίλους
παρόντας ὑπέδειξεν, οἵτινες ἔμψυχος ἦσαν θησαυρός.
Λέγει δέ που καὶ Θέογνις ὁ ποιητὴς, ὅτι Πιστὸς ἀνὴρ
χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ ἀντερείσασθαι ἄξιος, ήγουν
ἀντισταθμηθῆναι. Τὸ δὲ, Υπέρ χρυσίον καὶ λίθον
τίμιον πολύν, ἐκ τοῦ Δαυΐδ. Ἐκ δὲ τοῦ ᾿Ασματος
τῶν ᾀσμάτων τό, Κῆτος κεκλεισμένος, καὶ πηγή
εσφραγισμένη, ἧς καὶ τὴν ἑρμηνείαν ὁ Θεολόγος
προσέθηκεν, ὅτι Ἡ πηγὴ καὶ ὁ κῆπος διὰ τοῦτο εἰσι
κεκλεισμένα, ἵνα κατὰ τὸν τῆς χρείας καιρὸν ἀνοί
st Joan. xvi, 11. 38 Eccli, vi, 15. * ibid. 14.
Olim Vl, nunc XI.
Hanc praefationem omittit cod. b.
Tó h. Mox laudat Theog. v. 77, quem vide.
Δέ pro γάρ h.
PATROL GR. XXXVI.
venenosa quadam herba, morbumque et mortem
invehente, procul se removeant, atque unum omnes
sint, tam qui pascuntur, quam ii quibus pascendi
gregis cura incumbit; ac neque in hoc sæculo, neque in futura vita et requic inter se disjungantur.
Quod etiam ipsum ex Evangelio sumpsit Theologus. Dixit enim de discipulis Christus ad Patrem·
Serva eos in nomine luo, ut unum sint ". [ Hie
autem epilogus communis est precatio, eorum quæ
contraria et dira ac detestanda sunt aversionem
continens.]
EJUSDEM
Interpretatio in secundam Theologi orationem
Prologus.
Cum invitus episcopus Sasimorum ordinatus
esset a magno Basilio Theologus Gregorius, vim
pali existimans magnus ille Pater, confestim ab
hoc episcopatu recedit, Nazianzumque petit. Quo
cognito, magnus Basilius hortatur fratrem suumn
Gregoriun Nyssenum, proficiscatur ad invisendum
simul et consolandum amicum, tollendaque e
medio scandala. Ad quem late exceptum ille presentem habuit orationem. Primum quidem, laudata horum fratrum concordia, carpit amici suí
erga se animi dispositionem, quoniam tali episcoμatui unanimem suum præfecit quietis cupidissim
mum, omni repleto confusione et tumultu; deindo
ad concionem astantem in ecclesia oratione versa
(festum enim martyrum agebant celebrabantque),
hortativam profert admonitionem, ad bona eos
excitans et a malis deterrens,
Amico fideli.... fragrantius. Ex sententia
principium. Ait enim filius Sirach Jesus: Amico
fideli nulla est comparatio, nec ulla est digna ponderatio contra bonitatem illius"; et rursus: Amicus
fidelis, protectio fortis. Qui autem invenit illum,
thesaurum invenit ". Quæ autem sequuntur, ex
Salomone desumpta sunt dicente: Frater a fratre
adjutus, sicut urbs munita; viget enim quemadmodum
munitum palatium*. Hoc autem, vivus thesaurus,
ex historia externa. Alexander enim interrogatus,
ubi thesauros haberet, præsentes ostendit amicos,
qui vivus erant thesaurus. Dicit quoque alicubi
Theognis poeta, quod delis vir auro et argento
qui opponatur dignus, id est qui pensetur. Super
aurum et lapidem pretiosum multum, ex David s
atque e canticorum Cantico illud: Horius conclusus,
fons signatus; cujus et interpretationem Theolo
gus adjecit: Quoniam fons et hortus ob idipsum
conclusi sunt, ut in utilitatis tempore aperiantur
et communicentur. Rursumque illud, filii lucis, ex
s. Prov. x 11, 19.
25 Psal. xv, 11. 26 Cant. iv, 12.
Inclusa adduntur apud Billium.
Pauca tantum in hanc orationem scholia
ex Græco Nicetæ Latine edidit Billius p. 533.
col. 971–972page 21 of 25
PG 36:971γωνται καὶ μεταλαμβάνωνται. Πάλιν τὸ μὲν, υἱοὶ φωτός, ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου. "Ινα γάρ, φησίν, υἱοὶ φωτὸς γένησθε. "Ανθρωπος δὲ τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Μωϋ σῆς εἴρηται, καί τις προφήτης ἐν ταῖς Βασιλείαις. Καὶ τὸν Τιμόθεον οὕτως ὀνομάζει ο Απόστολος. Έν δὲ τῇ Ἐξόδῳ πάλιν εἴρηται· οἱ ἱερεῖς οἱ ἐγγίζοντ τες Κυρίῳ τῷ Θεῷ. Ὁ δὲ Δανιὴλ ἀνὴρ ὠνομάσθη ἐπιθυμιών. Τὸ δὲ, τῶν κρειττόνων, προσέθηκεν ὁ Θεολόγος· διότι εἰσὶ καὶ ἄνδρες ἐπιθυμιῶν τῶν χειρόνων. Ἔστι μὲν οὖν ὁ πιστός φίλος, λιμήν αναψύξεως Αν δὲ καὶ ἄξιος καλεῖσθαι τὰ καλ λιστα τῶν ὀνομάτων, καὶ οἷς τιμᾷ ἡ θεία Γραφὴ τοὺς ἁγίους τοῦτο δῶρον Θεοῦ, καὶ ὑπὲρ τὴν ἐμὴν ἀξίαν, τὸ ἐπιτυχεῖν με, φησὶ τοιούτου φίλου [ἂν δὲ καὶ συνετὸς εἴη καὶ ἄκρος κατ' αμφότερα, τήν τε ἔξω παίδευσιν δηλαδὴ καὶ τὴν ἡμετέραν, λαμπρότερος ]. Εἰ δὲ καὶ παρὰ φίλου ἀπέσταλται παρηγορήσων ἡμᾶς, τουτέστι παρὰ τοῦ μεγάλου Βα σιλείου, δν καὶ ὁμότιμόν φημι τῷ Νύσσης, ήγουν ἴσον κατά τε τὴν ἀρετὴν καὶ κατὰ τὴν πρὸς ἐμὲ φιλίαν, τοῦτο χαριέστερόν ἐστι τοῦ ἀρχιερατικοῦ μύρου ὅπερ κατά τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀρχιερέως χυθέν, πρῶτον αὐ τὸν Εκόσμει, εἶτα τὸν πώγωνα, έπειτα κατήει και μέχρι τῶν ἄκρων ἐνδυμάτων αὐτοῦ. Χρὴ δὲ μύ ρον νοεῖν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα. Τοῦτο γὰρ πρῶτον τὴν τοῦ παντὸς σώματος κεφαλήν, ἥτις ἐστὶν ὁ Χρι στὸς, ἐπλήρου· μεθ' δν κατέβαινεν ἐπὶ τὸν χορὸν τῶν ἀποστόλων, κόσμον ὄντα τοῦ προσώπου Χριστοῦ εἶτα κατῆλθε καὶ ἐπὶ τὸ λοιπὸν σῶμα, τουτέστι τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐκ τοῦ Δαυΐδ δὲ καὶ ταῦτα εἴληπται, λέγοντος· Ἰδοὺ δὴ, τί καλὸν ἢ τί τερπνόν, ἀλλ' ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπιτοαυτό; Ὡς μύρον ἐπὶ κεφαλῆς τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώγωνα, τὸν πώγωνα τὸν Ααρών, τὸ καταβαῖνον ἐπὶ τὴν αν τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ. Να δέ ἐστιν, δ καλοῦμεν ἐπιτραχήλιον 835 Α. "Αρ' οὖν ἀνετυπώσατο. "Αρά γε, φησί, συμμέτρως καὶ ἀρκούντως ὁ λόγος τὸν ἄνδρα εἰκόνισεν; "Η μιμήσομαι τοὺς ἐπιμελεῖς τῶν ζωγράφων· καὶ ὥσπερ ἐκεῖνοι ταῖς σκιαῖς τὰ σώματα προχαράσσοντες, δευτέρᾳ καὶ τρίτη χειρὶ ταύτα; ἐπακριβοῦσι καὶ τελειοῦσι τοῖς χρώμασιν, οὕτω κἀγὼ πολλάκις ἐπιβαλῷ τοῦ λόγου τὰ χρώματα, ἵνα τὸν εἰκονιζόμενον παρ' ἐμοῦ παραστήσω ὑμῖν ἐντελέστερον. Οὐκ ἔχωδὲ μείζον, οὐδὲ γνωριμώτερον παρά δειγμα, τοῦ κατὰ Μωϋσέα καὶ Ααρών. Ὥσπερ γὰρ ἐκεῖνοι, οὕτω καὶ ὁ μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Νύσσης Γρηγόριος, ἀδελφοὶ καὶ κατὰ σάρκα καὶ κατὰ τὴν εὐ σέβειαν. Καὶ ὁ μὲν μέγας Βασίλειος, νομοθέτης, ήγουν κανονιστὴς ἐν ἱερεῦσι καὶ μονασταῖς ἐπιφανέστατος· ὁ δὲ Νύσσης, ἱερέων τῶν ἄλλων ἀγιώτατος, ΧΧΧΙΙΙ, Φησίν "Ἂν δὲ συνετός εἴη καὶ ἄκρος κατ' ἀμφοτέραν τὴν παίδευσιν, τήν τε έξω φημὶ καὶ τὴν ἡμετέραν. λαμπρότερος. Οἷον λέγω το, σκεῦος ἐκλογῆς, καὶ τὸ πιστὸς θεράπων, καὶ, λειτουργὸς Κυρίου, καὶ τὰ ὅμοια. Φημί α. Κατὰ τῆς κεφαλῆς κ. Αυτήν Τῶν Περιτραχήλιον Ι. Εμός
Evangelio. Namque ait: Ut flii lucis fatis s. Homo γωνται καὶ μεταλαμβάνωνται. Πάλιν τὸ μὲν, υἱοὶ
φωτός, ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου. "Ινα γάρ, φησίν, υἱοὶ
φωτὸς γένησθε. "Ανθρωπος δὲ τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Μωϋσῆς εἴρηται, καί τις προφήτης ἐν ταῖς Βασιλείαις.
Καὶ τὸν Τιμόθεον οὕτως ὀνομάζει ο Απόστολος. Έν
δὲ τῇ Ἐξόδῳ πάλιν εἴρηται· οἱ ἱερεῖς οἱ ἐγγίζοντ
τες Κυρίῳ τῷ Θεῷ. Ὁ δὲ Δανιὴλ ἀνὴρ ὠνομάσθη
ἐπιθυμιών. Τὸ δὲ, τῶν κρειττόνων, προσέθηκεν
ὁ Θεολόγος· διότι εἰσὶ καὶ ἄνδρες ἐπιθυμιῶν τῶν
χειρόνων. Ἔστι μὲν οὖν ὁ πιστός φίλος, λιμήν
αναψύξεως Αν δὲ καὶ ἄξιος καλεῖσθαι τὰ καλ
λιστα τῶν ὀνομάτων, καὶ οἷς τιμᾷ ἡ θεία Γραφὴ τοὺς
ἁγίους τοῦτο δῶρον Θεοῦ, καὶ ὑπὲρ τὴν ἐμὴν
ἀξίαν, τὸ ἐπιτυχεῖν με, φησὶ τοιούτου φίλου
[ἂν δὲ καὶ συνετὸς εἴη καὶ ἄκρος κατ' αμφότερα,
τήν τε ἔξω παίδευσιν δηλαδὴ καὶ τὴν ἡμετέραν,
λαμπρότερος ]. Εἰ δὲ καὶ παρὰ φίλου ἀπέσταλται
παρηγορήσων ἡμᾶς, τουτέστι παρὰ τοῦ μεγάλου Βα
σιλείου, δν καὶ ὁμότιμόν φημι τῷ Νύσσης, ήγουν ἴσον
κατά τε τὴν ἀρετὴν καὶ κατὰ τὴν πρὸς ἐμὲ φιλίαν, τοῦτο
χαριέστερόν ἐστι τοῦ ἀρχιερατικοῦ μύρου ὅπερ κατά
τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀρχιερέως χυθέν, πρῶτον αὐ
τὸν Εκόσμει, εἶτα τὸν πώγωνα, έπειτα κατήει και
μέχρι τῶν ἄκρων ἐνδυμάτων αὐτοῦ. Χρὴ δὲ μύ
ρον νοεῖν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα. Τοῦτο γὰρ πρῶτον
τὴν τοῦ παντὸς σώματος κεφαλήν, ἥτις ἐστὶν ὁ Χριστὸς, ἐπλήρου· μεθ' δν κατέβαινεν ἐπὶ τὸν χορὸν τῶν
ἀποστόλων, κόσμον ὄντα τοῦ προσώπου Χριστοῦ·
εἶτα κατῆλθε καὶ ἐπὶ τὸ λοιπὸν σῶμα, τουτέστι τὴν
Ἐκκλησίαν. Ἐκ τοῦ Δαυΐδ δὲ καὶ ταῦτα εἴληπται,
λέγοντος· Ἰδοὺ δὴ, τί καλὸν ἢ τί τερπνόν, ἀλλ'
ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπιτοαυτό; Ὡς μύρον
autem Dei et Moyses vocatus est ", et quidam propheta in Regibus "; atque Timotheum sic nominavit Apostolus s. In Exodo quoque dicitur: Sacerdotes ad Deum propius accedentes”. Daniel autem vir nominatus est desideriorum "; bonoruɔn
quidem adjecit Theologus. Sunt ideo et viri desideriorum malorum. Est igitur amicus fidelis solatii
portus. Quod si vero dignus est qui pulcherrimis
designetur nominibus, quibus et exornat divina
Scriptura sanctos, id vero Dei jam donum cst, meritumque meum excedit, ait, mihi talem contigisse
amicum (quod si judicio præditus sit et utraque
doctrina instructus, doctrina quidem externa, nec
non nostra præclarus). Si autem ab amico missus
sit consolaturus nos, id est a magno Basilio, quem
et eodem honore dignum ac Nyssenum prædico,
prout paren virtute et erga nos amnore, hoc jucundius est pontificali unguento, quod in pontifcis
caput profusum, primo eum ornabat, deinde barbam, cum ad ima vestimenta descenderet”.
Oportet et unguentum intelligere Spiritum sanctum.
Hic enim primum totius corporis caput, quod est
Christus, implevit; dein descendit in apostolorum
chorum qui sunt Christi vultus ornamentum; postea
devenit et in reliquum corpus, id est Ecclesiam.
Ex David autem hæc quoque excerpuntur dicente:
Ecce quam bonum et quam jucundum habitare fratres in unum! Sicut unguentum quod descendit in
barbam, barbam Aaron, quod descendit in oram
vestimenti ejus *. Ora autem idem est quod stolam vocamus.
ἐπὶ κεφαλῆς τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώγωνα, τὸν πώγωνα τὸν Ααρών, τὸ καταβαῖνον ἐπὶ τὴν αν τοῦ
ἐνδύματος αὐτοῦ. Να δέ ἐστιν, δ καλοῦμεν ἐπιτραχήλιον
An vero... effinxit. An vero, ait, congruenter
et sufficienter oratio virum depinxit; aut imitabor
diligentes pictores; et sicut illi corpora adumbranles, secunda et tertia manu ea perficiunt absolvuntque coloribus, sic et ego sæpius orationis induco colores, ut descriptum a me perfectiorem
vobis ob oculos ponam. Neque autem majus habeo,
neque praeclarius exemplar quam Moysen et Aaron.
Quemadmodum enim illi, sic et magnus Basilius et
Nyssenus Gregorius, fratres et carne et pietate.
Magnus Basilius legislator, id est canonici juris
doctor in sacerdotibus et monachla illustrissimus;
Nyssenus vero sacerdotum aliorum sanctissimus,
sicut hic Aaron. Magnus Basilius, spiritualis Pharaonis Deus, sicut Moyses visibilis. In Exodo enim
Col. 835 Α. "Αρ' οὖν ἀνετυπώσατο. "Αρά γε,
φησί, συμμέτρως καὶ ἀρκούντως ὁ λόγος τὸν
ἄνδρα εἰκόνισεν; "Η μιμήσομαι τοὺς ἐπιμελεῖς τῶν
ζωγράφων· καὶ ὥσπερ ἐκεῖνοι ταῖς σκιαῖς τὰ σώματα
προχαράσσοντες, δευτέρᾳ καὶ τρίτη χειρὶ ταύτα;
ἐπακριβοῦσι καὶ τελειοῦσι τοῖς χρώμασιν, οὕτω κἀγὼ
πολλάκις ἐπιβαλῷ τοῦ λόγου τὰ χρώματα, ἵνα τὸν
εἰκονιζόμενον παρ' ἐμοῦ παραστήσω ὑμῖν ἐντελέστε·
ρον. Οὐκ ἔχω- δὲ μείζον, οὐδὲ γνωριμώτερον παράδειγμα, τοῦ κατὰ Μωϋσέα καὶ Ααρών. Ὥσπερ γὰρ
ἐκεῖνοι, οὕτω καὶ ὁ μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Νύσσης
Γρηγόριος, ἀδελφοὶ καὶ κατὰ σάρκα καὶ κατὰ τὴν εὐ
σέβειαν. Καὶ ὁ μὲν μέγας Βασίλειος, νομοθέτης,
ήγουν κανονιστὴς ἐν ἱερεῦσι καὶ μονασταῖς ἐπιφανέ
στατος· ὁ δὲ Νύσσης, ἱερέων τῶν ἄλλων ἀγιώτατος,
sr Joan. xit, 36. * Deut. ΧΧΧΙΙΙ, 1.» IV Reg. 1, 9. 3 1 Tim. vi, 11. 8 Exod. xix, 22. ss Dan. 15,
*³ Pgal. cxxxii, 1. 8 ibid. 1, 2.
Twv abest h.
Φησίν addit h.
Hic addit h, "Ἂν δὲ συνετός εἴη καὶ ἄκρος
κατ' ἀμφοτέραν τὴν παίδευσιν, τήν τε έξω φημὶ καὶ
τὴν ἡμετέραν. λαμπρότερος. Hæc paulo post habet a.
Hic addit b. Οἷον λέγω το, σκεῦος ἐκλογῆς,
καὶ τὸ πιστὸς θεράπων, καὶ, λειτουργὸς Κυρίου, καὶ
τὰ ὅμοια.
Φημί α.
Inclusa paulo superius habet b.
Κατὰ τῆς κεφαλῆς κ.
Αυτήν h.
Τῶν interponit h.
Περιτραχήλιον Ι.
Εμός in marg. addit he
col. 973–974page 22 of 25
PG 36:973ὡς ἐκεῖ Ααρών Καὶ ὁ μὲν μέγας Βασίλειος, Θεὸς τοῦ νοητοῦ Φαραώ, ὡς ὁ Μωϋσῆς τοῦ αἰσθητοῦ. Εἴρητο γὰρ πρὸς αὐτὸν ἐν τῇ Ἐξόδῳ· Ιδού, δέδωκά σε Θεὸν Φαραώ, ήγουν ἐχειροτόνησά σε. Ὁ Ἰσραὴλ δὲ νοητὸς, ὁ εὐσεβὴς λαὸς, οὗ προϊ στατο ὁ θεῖος Βασίλειος, καὶ ᾧ ἐνομοθέτει. Νεφέ λη δὲ, ἡ τοῦ νομικού γράμματος παχύτης, οὗ είσω χωρών τῇ διανοίᾳ ἐπώπτευε τὰ θεῖα μυ στήρια, τὰ ἀποῤῥητα τοῖς ἄλλοις, καὶ ἐμυσταγώγησε ταῦτα διδάσκων· ἡ ὡς εἰς νεφέλην, εἰς τὰ ἄδυτα τοῦ Πνεύματος εἰσῄει καὶ ταῦτα ἐθεώρει. Σκηνὴ δὲ ἡ μὲν νομική, τυπική τις ἦν, ἣν ἐτεχνίτευσε μὲν Βεσελεήλ, ἐπήξατο δὲ Μωϋσῆς. ᾿Αληθινὴ δὲ σκηνή, καθά φησιν ὁ Ἀπόστολος, ἡ Ἐκκλησία τῶν Χριστιανῶν. Ἱερεῖς δὲ ἀμφότεροι· καὶ ὁ μὲν μέγας Βασίλειος ἔξαρχος τῶν ἱερέων, καὶ μυσταγωγῶν διὰ τοῦ Νύσσης ἑτέρους καὶ ἱλεῶν αὐτοῖς τὸν Θεόν· ὁ δὲ Νύσσης μετὰ τὸν μέγαν Βασίλειον εὐθύς. Καὶ ὅπερ ἐν τῇ Ἐξόδῳ εἴρηται πρὸς Μωϋσῆν περὶ τοῦ ᾿Ααρών, ὅτι αὐτὸς ἔσται σοι εἰς στόμα σὺ δὲ αὐτῷ ἔσῃ τὰ πρὸς Θεόν, τοῦτο καὶ οὗτοι ἦσαν ἀλλή λοις. Καὶ τότε μὲν ἐκεῖνοι ταῖς δέκα πληγαῖς τὴν Αἴγυπτον ἐβασάνισαν νῦν δὲ οὗτοι τὴν σκοτεινὴν καὶ διώκτριαν ἁμαρτίαν. Ἐκεῖνοι τὴν Ἐρυθρὰν ἔτεμον, καὶ οὗτοι τὴν θάλασσαν τῶν παθῶν. Ἐκεῖνοι τὸν Ἰσραὴλ ἔσωσαν, καὶ τοὺς Αἰγυπτίους ἀπέπνιξαν· οὗτοι τοὺς εὐσεβεῖς διεφύλαξαν, τοὺς δὲ δαίμονας ἢ τοὺς αἱρετικοὺς κατεπόντισαν. Ἐκεῖνοι τὸ μάννα ἐξ οὐρανοῦ είλκυσαν καὶ ὕδωρ πολὺ καὶ πα ράδοξον, τὸ μὲν ἐξ ἀκροτόμου πέτρας εξήνεγκαν, τὸ δὲ ἐγλύκαναν, τὸ ἐν τῇ Μεῤῥᾷ δηλαδή. Εστι δὲ καὶ ἐν τούτοις ἄρτος μὲν οὐράνιος, ή πνευματική τροφή ὕδωρ δὲ, τὸ ζωηρὸν νἅμα τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν ἡ πέτρα κατὰ τὸν Ἀπό στολον. Γλυκαινόμενον δὲ ὕδωρ ἐνταῦθα νοήσεις. τὸ ἀπὸ τῶν Ἑλληνικῶν λόγων εἰς Χριστὸν μεταγά μενον καὶ εὐσεβῶς μεταλαμβανόμενον. Ἐκεῖνοι μυστικῶς καὶ συμβολικῶς τῇ τῶν χειρῶν ἐκτάσει τὸν σταυρὸν τυποῦντες, τὸν ᾿Αμαλήκ ετροπώσαντο, καὶ οὗτοι τὸν διάβολον. Ἐκεῖνοι πρὸς τὴν γῆν τῆς ἐπαγ γελίας ἔσπευδον καὶ τοὺς ἄλλους ὠδήγουν· καὶ οὗται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 833 2. Τούτων ὁ μὲν.... φοβερώτερον. ᾿Απὸ τῶν δύο φησί τούτων ὁ μὲν μέγας Βασί λειος κρυπτόμενόν με καὶ ἡσυχάζοντα, εἰς μέσον ἤγαγε καὶ ἐχειροτόνησεν, ἀναξίως κινηθεὶς τοῦ ἐν αὐτῷ Πνεύματος. Τοῦτο δέ φημι, διὰ τὴν βίαν, καὶ διὰ τὸ ἐμβαλεῖν με εἰς θορύβους καὶ ταραχάς. Τοιοῦ τον γὰρ τὸ χωρίον τὰ Σάσιμα. Λέγω γὰρ, ὅτι ἀναξίως ἐκινήθη, κἂν τραχύτερος ο λόγος. Πάντως δὲ ὁ μέ γας Βασίλειος, φίλος ῶν, ὑπομενεῖ πάντα καὶ πάσχων καὶ ἀκούων. Ἡ γὰρ ἀγάπη πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει. Ο δὲ Νύσσης Γρηγόριος, ἦλθε παραμυθησόμενος καὶ καταλλάξων καὶ προσημερώσων διὰ Ο 'Ααρών 11. Είρηται 'Ο Η Εκ ΣΙΙΥΙ, ήγουν πρὸς τὸ βάθος εἰσδυνων. Εμυσταγώγει 1. Τὰ πρὸς τὸν λαόν Πρὸς τὸν Θεόν μ. Εβασάνιζον Δὲ παρὰ τούτοις οὐράνιος ὁ Χριστός. Ἐγὼ γὰρ, φησὶν, ὁ ἄρτος εἰμὶ τῆς ζωῆς, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς. Μέν δέ ᾿Απὸ τούτων, φησί, τῶν δύο ο
AD S. GREGORII ORAT. XI.
ὡς ἐκεῖ Ααρών Καὶ ὁ μὲν μέγας Βασίλειος, ad eum dictum est: Ecce dedi te Deum Pharaoni 3,
scilicet ordinavi te. Israel autem spiritualis, pius
populus, cui præerat magnus Basilius, et cujus legislator erat. Nubes, legalis littera crassitudo,
quam intellectu ingrediens divina inspexit mysteria, aliis nefanda, initiavitque hæc docens; vel
sicut in nubem, in adyta Spiritus penetravit, eaque
contemplatus est. Tabernaculum quidem legale,
allegoricum quoddam erat, quod exstruxit Beseleel,
direxitque Moyses ". Verum autem tabernaculum,
ut ait Apostolus ", Christianorum Ecclesia. Ambo
autem sacerdotes: magnus quidem Basilius sacerdotum princeps, et czteros per Nyssenum dirigens, propitiumque eis Deum efficiens; Nyssenus
autem post magnum Basilium primus. Et quod in
Exodo dictum est ad Moysen de Aaron, quoniamn
Ipse erit tibi in corpus, tu autem et eris in rebus
quæ ad Deum pertinent. Quod et ii sibi erant
invicem. Tunc illi quidem decem plagis Ægyptum
vexaverunt; hi vero tenebrosam vexatricemque
iniquitatem. Primi Rubrum sciderunt, hi vero passionum mare; primi Israel salvum fecerunt, Ægyptiosque demerserunt; hi vero pios servaverunt,
dæmonesque vel hæreticos obruerunt. Primi manna de cœlo traxerunt, et aquam multam hominum -
que fidein superantem, partim ex prærupta petra
elicientes, partim edulcantes, in Merrha videlicet.
Est autem et in iis panis quidem cœlestis, spiritualis eibus; aqua autem, vivificans torrens doctrinæ
Christi, qui est petra juxta Apostolum s. Edulcatam vero aquam hic existimabis, ex ethnica sapientia ad Christum conversum, et pie mutatum. 1116
scite et symbolice manuum extentione crucem -
gurantes, Amalec fuderunt: hi vero diabolum. Illi
ad promissionis terram properabant cæterosque
ducebant; hi vero ad regnum coelorum.
Θεὸς τοῦ νοητοῦ Φαραώ, ὡς ὁ Μωϋσῆς τοῦ αἰσθητοῦ.
Εἴρητο γὰρ πρὸς αὐτὸν ἐν τῇ Ἐξόδῳ· Ιδού,
δέδωκά σε Θεὸν Φαραώ, ήγουν ἐχειροτόνησά σε.
Ὁ Ἰσραὴλ δὲ νοητὸς, ὁ εὐσεβὴς λαὸς, οὗ προϊ
στατο ὁ θεῖος Βασίλειος, καὶ ᾧ ἐνομοθέτει. Νεφέλη δὲ, ἡ τοῦ νομικού γράμματος παχύτης, οὗ
είσω χωρών τῇ διανοίᾳ ἐπώπτευε τὰ θεῖα μυ
στήρια, τὰ ἀποῤῥητα τοῖς ἄλλοις, καὶ ἐμυσταγώγησε ταῦτα διδάσκων· ἡ ὡς εἰς νεφέλην, εἰς τὰ
ἄδυτα τοῦ Πνεύματος εἰσῄει καὶ ταῦτα ἐθεώρει.
Σκηνὴ δὲ ἡ μὲν νομική, τυπική τις ἦν, ἣν ἐτεχνίτευσε
μὲν Βεσελεήλ, ἐπήξατο δὲ Μωϋσῆς. ᾿Αληθινὴ δὲ
σκηνή, καθά φησιν ὁ Ἀπόστολος, ἡ Ἐκκλησία τῶν
Χριστιανῶν. Ἱερεῖς δὲ ἀμφότεροι· καὶ ὁ μὲν μέγας
Βασίλειος ἔξαρχος τῶν ἱερέων, καὶ μυσταγωγῶν διὰ
τοῦ Νύσσης ἑτέρους καὶ ἱλεῶν αὐτοῖς τὸν Θεόν· ὁ δὲ
Νύσσης μετὰ τὸν μέγαν Βασίλειον εὐθύς. Καὶ ὅπερ
ἐν τῇ Ἐξόδῳ εἴρηται πρὸς Μωϋσῆν περὶ τοῦ ᾿Ααρών,
ὅτι αὐτὸς ἔσται σοι εἰς στόμα σὺ δὲ αὐτῷ
ἔσῃ τὰ πρὸς Θεόν, τοῦτο καὶ οὗτοι ἦσαν ἀλλήλοις. Καὶ τότε μὲν ἐκεῖνοι ταῖς δέκα πληγαῖς τὴν
Αἴγυπτον ἐβασάνισαν νῦν δὲ οὗτοι τὴν σκοτει
νὴν καὶ διώκτριαν ἁμαρτίαν. Ἐκεῖνοι τὴν Ἐρυθρὰν
ἔτεμον, καὶ οὗτοι τὴν θάλασσαν τῶν παθῶν. Ἐκεῖνοι
τὸν Ἰσραὴλ ἔσωσαν, καὶ τοὺς Αἰγυπτίους ἀπέπνι
ξαν· οὗτοι τοὺς εὐσεβεῖς διεφύλαξαν, τοὺς δὲ δαίμονας ἢ τοὺς αἱρετικοὺς κατεπόντισαν. Ἐκεῖνοι τὸ
μάννα ἐξ οὐρανοῦ είλκυσαν καὶ ὕδωρ πολὺ καὶ πα
ράδοξον, τὸ μὲν ἐξ ἀκροτόμου πέτρας εξήνεγκαν, τὸ
δὲ ἐγλύκαναν, τὸ ἐν τῇ Μεῤῥᾷ δηλαδή. Εστι δὲ καὶ
ἐν τούτοις ἄρτος μὲν οὐράνιος, ή πνευματική
τροφή ὕδωρ δὲ, τὸ ζωηρὸν νἅμα τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν ἡ πέτρα κατὰ τὸν Ἀπό
στολον. Γλυκαινόμενον δὲ ὕδωρ ἐνταῦθα νοήσεις.
τὸ ἀπὸ τῶν Ἑλληνικῶν λόγων εἰς Χριστὸν μεταγάμενον καὶ εὐσεβῶς μεταλαμβανόμενον. Ἐκεῖνοι μυστικῶς καὶ συμβολικῶς τῇ τῶν χειρῶν ἐκτάσει τὸν
σταυρὸν τυποῦντες, τὸν ᾿Αμαλήκ ετροπώσαντο, καὶ οὗτοι τὸν διάβολον. Ἐκεῖνοι πρὸς τὴν γῆν τῆς ἐπαγ
γελίας ἔσπευδον καὶ τοὺς ἄλλους ὠδήγουν· καὶ οὗται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
Col. 833 2. Τούτων ὁ μὲν.... φοβερώτερον.
᾿Απὸ τῶν δύο φησί τούτων ὁ μὲν μέγας Βασί
λειος κρυπτόμενόν με καὶ ἡσυχάζοντα, εἰς μέσον
ἤγαγε καὶ ἐχειροτόνησεν, ἀναξίως κινηθεὶς τοῦ ἐν
αὐτῷ Πνεύματος. Τοῦτο δέ φημι, διὰ τὴν βίαν, καὶ
διὰ τὸ ἐμβαλεῖν με εἰς θορύβους καὶ ταραχάς. Τοιοῦτον γὰρ τὸ χωρίον τὰ Σάσιμα. Λέγω γὰρ, ὅτι ἀναξίως
ἐκινήθη, κἂν τραχύτερος ο λόγος. Πάντως δὲ ὁ μέγας Βασίλειος, φίλος ῶν, ὑπομενεῖ πάντα καὶ πάσχων
καὶ ἀκούων. Ἡ γὰρ ἀγάπη πάντα στέγει, πάντα
ὑπομένει. Ο δὲ Νύσσης Γρηγόριος, ἦλθε παραμυ
θησόμενος καὶ καταλλάξων καὶ προσημερώσων διὰ
st Exod. vi, 1.
Ο 'Ααρών 11.
Είρηται h.
'Ο abest ll.
Η h.
Horum alter.... summopere reformidant. Εκ
duobus illis, inquit, alter magnus Basilius me absconditum et otiantem in medium produxit et ordinavit, impulsus non ut dignum erat Spiritu qui in
ipso est. Hoc autem dico, propter vim, quoniam
in tumultus et turbationes injectus sum. Tale enim
Sasimoruin oppidum. Dico enim quod indigne impulsus est, etsi asperior sermo sit. Omnino enim
magnus Basilius, cum sit amicus, omnia feret tum
perpetiens, tum audiens, Nyssenus autem Gregorius
venit consolaturus, et auxiliaturus, et mansuefacturus propter Spiritum qui est in ipso. Et mihi
20 Exod. 18, 16. 3 1 Cor. x, 4.
36 Exodl. ΣΙΙΥΙ, 1. 3 Hebr. vult, 2.
Hic addit h, ήγουν πρὸς τὸ βάθος εἰσδυνων.
Εμυσταγώγει 1.
Τὰ πρὸς τὸν λαόν addit h.
Πρὸς τὸν Θεόν μ.
Εβασάνιζον h.
Δὲ παρὰ τούτοις h. Μox idem post οὐράνιος
addit ὁ Χριστός.
Hic addit h, Ἐγὼ γὰρ, φησὶν, ὁ ἄρτος εἰμὶ
τῆς ζωῆς, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς.
(x2) Μέν pro δέ h.
᾿Απὸ τούτων, φησί, τῶν δύο 11ο
col. 975–976page 23 of 25
PG 36:975ὅτι καὶ νῦν ἦλθε· μέμφομαι δὲ, ὅτι μετὰ τὴν χρείαν ἦλθε καὶ μεθό κατέδραμέ μου καὶ ἥττησέ μες άκοντα πείσας χειροτονηθῆναι ὁ μέγας Βασίλειος. Ερωτῶ οὖν τὸν ὁμώνυμόν μοι· Διατί, ὅτε σου ἔχρηζον, οὐκ ἦλθες, ίνα μοι συμμαχήσῃς, ἀλλ᾽ ὕστερος τοῦ και ροῦ; 'Αρα ὡς φιλάδελφος ᾐσχύνθης τὴν τυραννίδα, ἣν ἐτυράννησέ με ὁ ἀδελφός σου; ἢ καὶ σὺ ὡς δυνά στης ἐδυσχέρανας, διότι ἠπείθουν αὐτῷ πρὸς τὸ χειροτονηθῆναι; Φθέγξομαι τι πρὸς σὲ, ἀφ᾽ ὧν εἶπεν ὁ Ιώβ, ἀλγῶν κἀγὼ, ὡς ἐκεῖνος καὶ πρὸς φίλον διαλεγόμενος, εἰ καὶ μὴ φαῦλον, οἷοι ἦσαν οἱ τοῦ Ἰώβ, μηδὲ ἐφ' ὁμοίοις ταῖς συμφοραῖς. Τί οὖν εἶπεν ἐκεῖ νος; Τίνι πρόσκεισαι, ἢ τίνι μέλλεις βοηθεῖν; πότε ρον ούχ, ᾧ πολλὴ ἰσχὺς, καὶ ᾧ βραχίων κραταιός ἐστιν; Ἐγὼ δὲ προσθείην, καὶ ᾧ πολλή σοφία καὶ ἐπιστήμη. Εθος γὰρ τοῖς πολλοῖς, ἀεὶ πρὸς τὸ δυ νατὸν μετατίθεσθαι μέρος, καὶ τοὺς μὲν ἀσθενεστέρους τῶν φίλων καταπατεῖν, θεραπεύειν δὲ τοὺς κρατοῦντας. Τοῦτο μὲν οὖν σὺ οἶδας, τουτέστι τίνα μέλλεις βοηθεῖν. Ἐμοὶ γὰρ οὐ δίκαιον περὶ σοῦ ἀποφαντικῶς λέγειν τι τῶν οὐ καλῶν. Τὸ μὲν, ὅτι καλοῦ παντός τύπον σε καὶ κανόνα ἤγημαι· τὸ δὲ, ὅτι καὶ ὑπὸ τῆς Γραφῆς νουθετοῦμαι, μὴ ταχὺς εἶναι εἰς κρίσιν, ἤτοι εἰς ἀπόφασιν, ἢ εἰς κατάκρισιν· τοῦ μὲν σοφοῦ Σολομῶντος λέγοντος· Μὴ ἴσθι ταχὺς ἐν λόγ γοις· τοῦ δὲ Ἀποστόλου· Μὴ πρὸ καιροῦ τι κρί τετε. Ἐγὼ δὲ ἕτοιμός εἰμι διὰ φιλίαν, καὶ σοὶ καὶ παντὶ δοῦναι λόγον τῆς ἐμῆς προμηθείας καὶ ἀσφα λείας, κάν τινες αὐτὴν ἀπείθειαν ονομάζουσιν (!) ἵνα μάθῃς, ὅτι οὐ πάνυ φαύλον ἔχεις φίλον καὶ ἀπερίσκεπτον, ἀλλὰ θαῤῥοῦντα μὲν, ἃ θαῤῥεῖν ἄξιον, ἐκεῖ δὲ φοβούμενον, κατὰ τὴν ψαλμῳδίαν, οὗ ἔστι φόβος. Φοβερὸν γὰρ, τὸ μὴ φοβεῖσθαι τὸ τῆς ἐπισκ πῆς ἀξίωμα και μέγεθος. τοῦ ἐν αὐτῷ Πνεύματος. Καὶ ἐμοὶ μὲν μέγα ἐστὶν, 836 11. Τί οὖν δοκεῖ... ἐπαναστάσεις. Τὴν μὲν ἀπολογίαν, φησὶν, εἰς ἄλλον καιρὸν ὑπερ θώμεθα· νῦν δὲ εἰπωμέν τι πρέπον τῷ καιρῷ τούτῳ τῆς πανηγύρεως. Ελευθερωθῶμεν, ἀδελφοί, κατά τὴν Παύλου παραίνεσιν, ἀπὸ παντὸς μολυσμού σε ματικοῦ καὶ ψυχικού. Ακούσωμεν Ησαΐου λέγοντος Λούσασθε, καθαροὶ γίνεσθε· καὶ νιψώμεθα το ὕδατι τῆς μετανοίας καὶ τῶν δακρύων· καὶ καθὼς Ρωμαίοις γράφει ὁ ᾿Απόστολος· Παραστήσωμεν τὰ σώματα ἡμῶν, θυσίαν ζωσαν, αγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν ἡμῶν λατρείαν. Ορι δὲ τὴν ἀκρίβειαν ἑκάστης λέξεως. Οὐ γὰρ εἶπε Ηοιήσωμεν τὰ μέλη ἡμῶν θυσίαν, ἀλλὰ, παραστήσωμεν· ὡς ἂν εἰ ἔλεγε, μηδὲν κοινὸν ἔχωμεν λοιπὸν πρὸς αὐτά, μηδὲ καθέλκωμεν πρὸς ἰδιωτικὰς διακονίας, τῷ Θεῷ καθάπαξ αὐτὰ ἀφιερώσαντες. ᾿Αλλὰ καὶ πάντα μῶμον λοιπὸν περιέλωμεν ἀπὸ τῶν με λῶν, ἐπειδὴ θυσία ταῦτά ἐστι. Η γὰρ θυσία, ἀπαρχὴ τῶν ἄλλων ἐστὶ, καὶ οὐδὲν ὀφείλει ἔχειν ἀκάθαρτον. πάνυ πάντη,
ὅτι καὶ νῦν ἦλθε· μέμφομαι δὲ, ὅτι μετὰ τὴν χρείαν
ἦλθε καὶ μεθό κατέδραμέ μου καὶ ἥττησέ μες άκοντα
πείσας χειροτονηθῆναι ὁ μέγας Βασίλειος. Ερωτῶ
οὖν τὸν ὁμώνυμόν μοι· Διατί, ὅτε σου ἔχρηζον, οὐκ
ἦλθες, ίνα μοι συμμαχήσῃς, ἀλλ᾽ ὕστερος τοῦ και
ροῦ; 'Αρα ὡς φιλάδελφος ᾐσχύνθης τὴν τυραννίδα,
ἣν ἐτυράννησέ με ὁ ἀδελφός σου; ἢ καὶ σὺ ὡς δυνά
στης ἐδυσχέρανας, διότι ἠπείθουν αὐτῷ πρὸς τὸ χει
ροτονηθῆναι; Φθέγξομαι τι πρὸς σὲ, ἀφ᾽ ὧν εἶπεν ὁ
Ιώβ, ἀλγῶν κἀγὼ, ὡς ἐκεῖνος καὶ πρὸς φίλον διαλε
γόμενος, εἰ καὶ μὴ φαῦλον, οἷοι ἦσαν οἱ τοῦ Ἰώβ,
μηδὲ ἐφ' ὁμοίοις ταῖς συμφοραῖς. Τί οὖν εἶπεν ἐκεῖ
νος; Τίνι πρόσκεισαι, ἢ τίνι μέλλεις βοηθεῖν; πότερον ούχ, ᾧ πολλὴ ἰσχὺς, καὶ ᾧ βραχίων κραταιός
ἐστιν; Ἐγὼ δὲ προσθείην, καὶ ᾧ πολλή σοφία καὶ
ἐπιστήμη. Εθος γὰρ τοῖς πολλοῖς, ἀεὶ πρὸς τὸ δυ
νατὸν μετατίθεσθαι μέρος, καὶ τοὺς μὲν ἀσθενεστέ
ρους τῶν φίλων καταπατεῖν, θεραπεύειν δὲ τοὺς
κρατοῦντας. Τοῦτο μὲν οὖν σὺ οἶδας, τουτέστι τίνα
μέλλεις βοηθεῖν. Ἐμοὶ γὰρ οὐ δίκαιον περὶ σοῦ ἀποφαντικῶς λέγειν τι τῶν οὐ καλῶν. Τὸ μὲν, ὅτι καλοῦ
παντός τύπον σε καὶ κανόνα ἤγημαι· τὸ δὲ, ὅτι καὶ
ὑπὸ τῆς Γραφῆς νουθετοῦμαι, μὴ ταχὺς εἶναι εἰς
κρίσιν, ἤτοι εἰς ἀπόφασιν, ἢ εἰς κατάκρισιν· τοῦ μὲν
σοφοῦ Σολομῶντος λέγοντος· Μὴ ἴσθι ταχὺς ἐν λόγ
γοις· τοῦ δὲ Ἀποστόλου· Μὴ πρὸ καιροῦ τι κρί
τετε. Ἐγὼ δὲ ἕτοιμός εἰμι διὰ φιλίαν, καὶ σοὶ καὶ
παντὶ δοῦναι λόγον τῆς ἐμῆς προμηθείας καὶ ἀσφα
λείας, κάν τινες αὐτὴν ἀπείθειαν ονομάζουσιν (!)
ἵνα μάθῃς, ὅτι οὐ πάνυ φαύλον ἔχεις φίλον καὶ
ἀπερίσκεπτον, ἀλλὰ θαῤῥοῦντα μὲν, ἃ θαῤῥεῖν ἄξιον,
ἐκεῖ δὲ φοβούμενον, κατὰ τὴν ψαλμῳδίαν, οὗ ἔστι
φόβος. Φοβερὸν γὰρ, τὸ μὴ φοβεῖσθαι τὸ τῆς ἐπισκ
πῆς ἀξίωμα και μέγεθος.
quidem magnum est quod et nunc venit. Hoc tamen τοῦ ἐν αὐτῷ Πνεύματος. Καὶ ἐμοὶ μὲν μέγα ἐστὶν,
molestum est, quod serius quam res postularet,
accesserit, et postquam me aggressus est vicitque,
invitum persuadens ordinari magnus Basilius.
Rogo te igitur, cognominem meum, cur, cum te
mihi opus esset, non veneris, ad mili auxiliandum,
sed serius? Nunquid te, ut fratris amantem, vis
nobis a fratre tuo illatæ puduit? An tu quoque, ut
imperium gerens, iniquo animo tulisti quod non
audiens fuerim ipsi post ordinationem meam?
Clamabo ad te, iisdem asus quibus Job verbis, ipse
cuoque dolore affectus, ut ille ad amicum loquens,
non quidem iniquum, quales erant Job amici,
neque de iisdem calamitatibus. Quid igitur ait
ille? Cui adhæres? cui opem ferre paras? Annon
ei, cni robur multum, et brachium validum est?
Equidem addam, et cui multa sapientia et scientia.
Multi enim consueverant semper ad validioreni sese
convertere partem, et amicorum infirmiores conculcare, potentibus autem ferre auxilium. Quod
quidem igitur tu novisti, nempe cui opem ferre
volueris. Mihi enim nefas de te quidquam, quod
ab honesto alienum sit, pronuntiare; tum, quoniam virtutis omnis exemplar te et normam existimo, cum, quoniam mihi Scripture lege interdicitur, ne promaplus sim ad judicandum, sive damnans, sive culpa liberans. Dixit enin Salomon:
Ne sis promptus in verbis “. Idem et Apostolus:
Nolite ante tempus judicare". Ego vero paratus
sum propter amicitiam, et tibi et cuivis rationem
reddere et prudentiæ meæ, et cautionis, etsi nonnulli eam inobedientiam vocaverint; ut discas
quod non omnino indignum habeas amicum, neque
inconsideratum, sed in quibus niti cum fiducia convenit confidentem, timentemque, secundum Psalmum “, ubi est timor: quippe reformidandum est non episcopatus dignitatem et magnitudinem reformidare.
Col. 836 11. Τί οὖν δοκεῖ... ἐπαναστάσεις.
Τὴν μὲν ἀπολογίαν, φησὶν, εἰς ἄλλον καιρὸν ὑπερ
θώμεθα· νῦν δὲ εἰπωμέν τι πρέπον τῷ καιρῷ τούτῳ
τῆς πανηγύρεως. Ελευθερωθῶμεν, ἀδελφοί, κατά
τὴν Παύλου παραίνεσιν, ἀπὸ παντὸς μολυσμού σε
ματικοῦ καὶ ψυχικού. Ακούσωμεν Ησαΐου λέγοντος
Λούσασθε, καθαροὶ γίνεσθε· καὶ νιψώμεθα το
Quidnam igitur placet.... rerum impetus.
Apologiam, ait, in tempus aliud transferamus.
Nunc vero dicamus aliquid, quod hoc solemnitatis
tempus deceat. Immunes nos reddanus, fratres,
juxta Pauli adhortationem, omnis carnis et spiritus inquinamenti ". Audiamus Isaiam dicentem:
Lavamini, mundi fiatis “. Lavemur aqua pœnitentige et lacrymarum, et sicut ad Romanos scribit ὕδατι τῆς μετανοίας καὶ τῶν δακρύων· καὶ καθὼς
Apostolus: Exhibeamus corpora nostra, hostiam
viventem, sanctam, Deo placentem, rationabile obsequium nostrum ". Animadverte autem verbi cujusque concinnitatem. Non enim dixit: Faciamus
membra nostra hostiam, sed exhibeamus; quasi
diceret, nihil commune habeamus reliquum ad ea,
neque distrahamus ad propria officia, postquam
universa ea Deo consecravimus; sed omnem immunditiam reliquam a membris, quæ sunt hostia,
præcidamus, hostia enim aliorum est initium, nec
quidquam prodest habere immundum. Ideo opor-
* Prov. xxv, 11.
* I Cor. 1v, 5.
Quartæ syllabæ in cod. a inscriptum est w.
↳ª Psal. xii!, 5.
Ρωμαίοις γράφει ὁ ᾿Απόστολος· Παραστήσωμεν
τὰ σώματα ἡμῶν, θυσίαν ζωσαν, αγίαν, εὐάρε
στον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν ἡμῶν λατρείαν. Ορι
δὲ τὴν ἀκρίβειαν ἑκάστης λέξεως. Οὐ γὰρ εἶπε·
Hοιήσωμεν τὰ μέλη ἡμῶν θυσίαν, ἀλλὰ, Παραστή
σωμεν· ὡς ἂν εἰ ἔλεγε, μηδὲν κοινὸν ἔχωμεν λοιπὸν
πρὸς αὐτά, μηδὲ καθέλκωμεν πρὸς ἰδιωτικὰς διακο
νίας, τῷ Θεῷ καθάπαξ αὐτὰ ἀφιερώσαντες. ᾿Αλλὰ
καὶ πάντα μῶμον λοιπὸν περιέλωμεν ἀπὸ τῶν με
λῶν, ἐπειδὴ θυσία ταῦτά ἐστι. Η γὰρ θυσία, ἀπαρχὴ
τῶν ἄλλων ἐστὶ, καὶ οὐδὲν ὀφείλει ἔχειν ἀκάθαρτον.
1. * Isa. 1, 16. 4. Rom. II, 1.
* II Cor. VII,
Vocabulo πάνυ in cod. a inscriptum est πάντη,
col. 977–978page 24 of 25
PG 36:977διὰ χρὴ πάντοθεν ἄμωμον τηρεῖσθαι τὸ σῶμα τὸ ἡμέτερον, ἵνα ἄξιον εἴη τοῦ θυσιάζεσθαι τῷ Θεῷ. Ἐπειδὴ δὲ εἶπε, Παραστήσατε θυσίαν, ἵνα μή τις νο μέσῃ, ὅτι κατασφάξαι κελεύει τὰ σώματα, ταχέως ἐπήγαγε, ζῶσαν. Καὶ προσέθηκεν, ἁγίαν καὶ εὐά ρεστον, διαιρῶν αὐτὴν ἀπὸ τῆς Ἰουδαϊκῆς. Ἡ τοι αύτη γὰρ θυσία, εὐαρεστήσεως· ἡ δὲ τῶν Ἰουδαίων, ἀκάθαρτος. Ἐκείνη τὸ τεθυμένον νεκρὸν ἀπέφηνεν αὕτη τὸ τεθυμένον, ζῶν ἐργάζεται· ὅτε γὰρ νεκρώ σομεν ἡμῶν τὰ μέλη, τότε δυνησόμεθα ζην. Κακείνη μὲν σωματική, αὕτη δὲ λογική, τουτέστιν οὐδὲν ἔχουσα παχύ, οὐδὲ αἰσθητόν. Λογικὴ δὲ λατρεία ἐστὶν, ἡ πνευματική διακονία, ἡ κατὰ Χριστὸν πολιτεία. Καθάπερ οὖν ὁ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ διακονούμενος, οἷος ἂν ᾖ, συστέλλεται τότε καὶ ἱερώτερος γίνεταιοὕτω καὶ ἡμᾶς τὸν ἅπαντα βίον διακεῖσθαι χρή, ὡς λατρεύοντας καὶ ἱερωμένους. Τὴν μέντοι λατρείαν, Εντευξιν ὁ Θεολόγος ὠνόμασε. Δι' αὐτῆς γὰρ ἐντυγχάνομεν καὶ ὁμιλοῦμεν Θεῷ. Οὐδὲν γὰρ οὕτω τῷ καθαρῷ Θεῷ τίμιον, ώς καθαρότης ή κάθαρσις. Εστι δὲ καθαρότης μὲν, τὸ ἤδη καθαρθῆναι· κάθαρσις δὲ, τὸ ἔτι καθαίρεσθαι· ἢ καθαρότης μὲν, τὸ μὴ ἐμπε σεῖν εἰς μολύσματα· κάθαρσις δὲ, τὸ μετὰ τὸ ἐμπε σεῖν ἀπονίπτεσθαι. Ἐὰν τοίνυν βουλώμεθα ἑορτάζον τις θεραπεύειν τοὺς μάρτυρας, τοῦτο τοῖς ἄθλοις αὐτῶν χαρισώμεθα, τὸ καὶ αὐτοὶ στεφανωθῆναι, ὡς νικηταὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν δαιμόνων, καὶ τὸ ἐπι τυχεῖν τῆς αὐτῆς δόξης, οὐ μόνον τῆς παρὰ τῶν ἀν θρώπων, ἀλλὰ καὶ τῆς μελλούσης, ἧς μικρά εἰσιν ὑπομνήματα, αἱ δρώμεναι τιμαί, αἱ παρ' ἡμῶν τοῖς μάρτυσι προσαγόμεναι. Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πόλη, κατὰ τὸν ᾿Απόστολον, πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ήγουν πρὸς ἀνθρώπους, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἀσάρκους δαί μονας, οἵτινες ἀρχαὶ μὲν λέγονται, ὡς ἀρχηγοί τῶν παθῶν, οἷς οι ταλαίπωροι ἐχόντες δουλεύο μεν· ἐξουσίαι δὲ, ὡς διὰ μέσων τῶν παθῶν κατεξουσιάζοντες ἡμῶν· κοσμοκράτορες δὲ, ὡς κατακρατοῦντες τῶν τὰ κοσμικά φρονούντων. Τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας, τὰ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις, ἤγουν τὰ ἐν τῷ ἀέρι στρεφόμενα. Λέγεται γὰρ καὶ ὁ ἀὴρ, οὐρανὸς, ὅπερ ερμηνεύων ὁ Θεολόγος, ἐπή γαγε, καὶ περὶ τὰ οὐράνια. Αγωνισώμεθα οὖν πρὸς τὸν ἐμφύλιον ἐν ἡμῖν πόλεμον λέγει γὰρ ὁ Απόστολος, εἶναί τινα ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν νόμον ἁμαρτίας, τὸν ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοὸς, ἤγουν τῷ φυσικῷ, καὶ ποιοῦντα πολλάκις ἑαυτῷ τὸν νοῦν αἰχμάλωτον καὶ ὑποχείριον. ἀντιπαραταξώμεθα δὲ καὶ πρὸς τὰς ἔξωθεν ἐπερχομένας ἐπαναστάσεις. 837 1. Ἐνέγκωμεν..... μετριώτερον. Υπέμειναν, φησίν, οἱ μάρτυρες θηρία καὶ ξίφος καὶ πῦρ' ὑπομείνωμεν καὶ ἡμεῖς, ὡς μὲν θηρίον, τὸν θυμόν· ὡς δὲ ξίφος τμητικὸν, τὴν γλῶσσαν ὡς δὲ πῦρ, τὴν ἡδονὴν κατασβέσωμεν. Πάσας τὰς αἰσθήσεις δουλαγωγήσωμεν· θῶμεν θύρας ταῖς ἀκοαῖς, εὐκαίρως ἀνοιγομένας πρὸς τὰ θεῖα βήματα καὶ εὐω καίρως κλειομένας πρὸς τὰ θέλγοντα καὶ βλάπτοντα αὐτόν μ
ទា
AD S. GREGORII ORAT. XI.
ut dignum sit quod Deo offeratur. Postquam autem
dixit, exhibeatis hostiam, ne quis existimaret quod
immolari jubeat corpora, protinus adjicit, viventem; et deinde, sanctam et Deo placentem, a Judaica secernens eam. Hæc enim beneplacita est.
bestia, Judzorum vero immunda; ista enim immolatum mortuum ostendit; hæc autem immolatum viventem efficit. Nam membra nostra cum
mortifcaverimus, tunc vivere poterimus. Ista
quidem corporalis, hæc autem rationabilis, nihil
scilicet pingue vel sensile habens. Rationabile autem obsequium est, spirituale ministerium, juxta
Christum administratio. Sicut igitur qui in Dei
domo ministrat, qualis esset, tune coarctatur c²
sauctior ft, sic et nosmetipsos per omnem vitam
quasi adorantes et sanctificatus præbeamus necess:
est. Quod quidem obsequium precationem Theologus appellavit. Namque per illud quasi adharemus Deo. Neque enim purus Deus tanto in pretio
quidquam habet, quam puritatem aut purgationem. Puritas autem jam purificati est, et purgatio
adhuc se purifcantis. Puritas quippe, non in inquinamenta incidere;' purgatio autern, post inqui
nationem mundari. Si igitur festum agentes martyres honore prosequi voluerimus, hoc laboribus
eorum indulgeamus, scilicet ut et ipsi coronemur,
quasi peccati dæmonumque victores, et eamdem
_consequamur gloriam, non eam modo quæ ex hominibus venit, sed et eam quæ futura est, cujug
monimenta exigua sunt qui oculis cernuntur quique a nobis martyribus tribuuntur honores. Non
est nobis colluctatio, juxta Apostolum, adversus
carnem et sanguinem “, seilicet adversus homines,
sed adversus carnis expertes dæmones, qui principatus dicuntur, quasi passionum principes, qui.
bus miseri ultro servimus; potestates vero, quippe
qui per passiones dominationem in nobis exercent;
rectores mundi, ut iis imperantes qui terrestria sapiunt. Spiritus autem nequitiæ, in cœlestibus, scilicet in aere volitantes. Dicitur enim et aer, -
διὰ χρὴ πάντοθεν ἄμωμον τηρεῖσθαι τὸ σῶμα τὸ tet omnino immaculatun corpus nostrum serrenus,
ἡμέτερον, ἵνα ἄξιον εἴη τοῦ θυσιάζεσθαι τῷ Θεῷ.
Ἐπειδὴ δὲ εἶπε, Παραστήσατε θυσίαν, ἵνα μή τις νο
μέσῃ, ὅτι κατασφάξαι κελεύει τὰ σώματα, ταχέως
ἐπήγαγε, ζῶσαν. Καὶ προσέθηκεν, ἁγίαν καὶ εὐάρεστον, διαιρῶν αὐτὴν ἀπὸ τῆς Ἰουδαϊκῆς. Ἡ τοιαύτη γὰρ θυσία, εὐαρεστήσεως· ἡ δὲ τῶν Ἰουδαίων,
ἀκάθαρτος. Ἐκείνη τὸ τεθυμένον νεκρὸν ἀπέφηνεν·
αὕτη τὸ τεθυμένον, ζῶν ἐργάζεται· ὅτε γὰρ νεκρώ
σομεν ἡμῶν τὰ μέλη, τότε δυνησόμεθα ζην. Κακείνη
μὲν σωματική, αὕτη δὲ λογική, τουτέστιν οὐδὲν
ἔχουσα παχύ, οὐδὲ αἰσθητόν. Λογικὴ δὲ λατρεία ἐστὶν,
ἡ πνευματική διακονία, ἡ κατὰ Χριστὸν πολιτεία.
Καθάπερ οὖν ὁ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ διακονούμενος,
οἷος ἂν ᾖ, συστέλλεται τότε καὶ ἱερώτερος γίνεται
οὕτω καὶ ἡμᾶς τὸν ἅπαντα βίον διακεῖσθαι χρή, ὡς
λατρεύοντας καὶ ἱερωμένους. Τὴν μέντοι λατρείαν,
Εντευξιν ὁ Θεολόγος ὠνόμασε. Δι' αὐτῆς γὰρ ἐντυγχάνομεν καὶ ὁμιλοῦμεν Θεῷ. Οὐδὲν γὰρ οὕτω τῷ
καθαρῷ Θεῷ τίμιον, ώς καθαρότης ή κάθαρσις. Εστι
δὲ καθαρότης μὲν, τὸ ἤδη καθαρθῆναι· κάθαρσις δὲ,
τὸ ἔτι καθαίρεσθαι· ἢ καθαρότης μὲν, τὸ μὴ ἐμπε
σεῖν εἰς μολύσματα· κάθαρσις δὲ, τὸ μετὰ τὸ ἐμπε
σεῖν ἀπονίπτεσθαι. Ἐὰν τοίνυν βουλώμεθα ἑορτάζοντις θεραπεύειν τοὺς μάρτυρας, τοῦτο τοῖς ἄθλοις
αὐτῶν χαρισώμεθα, τὸ καὶ αὐτοὶ στεφανωθῆναι, ὡς
νικηταὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν δαιμόνων, καὶ τὸ ἐπιτυχεῖν τῆς αὐτῆς δόξης, οὐ μόνον τῆς παρὰ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τῆς μελλούσης, ἧς μικρά εἰσιν
ὑπομνήματα, αἱ δρώμεναι τιμαί, αἱ παρ' ἡμῶν τοῖς
μάρτυσι προσαγόμεναι. Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πόλη,
κατὰ τὸν ᾿Απόστολον, πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ήγουν
πρὸς ἀνθρώπους, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἀσάρκους δαί
μονας, οἵτινες ἀρχαὶ μὲν λέγονται, ὡς ἀρχηγοί
τῶν παθῶν, οἷς οι ταλαίπωροι ἐχόντες δουλεύομεν· ἐξουσίαι δὲ, ὡς διὰ μέσων τῶν παθῶν
κατεξουσιάζοντες ἡμῶν· κοσμοκράτορες δὲ, ὡς
κατακρατοῦντες τῶν τὰ κοσμικά φρονούντων. Τὰ
πνεύματα τῆς πονηρίας, τὰ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις,
ἤγουν τὰ ἐν τῷ ἀέρι στρεφόμενα. Λέγεται γὰρ καὶ
ὁ ἀὴρ, οὐρανὸς, ὅπερ ερμηνεύων ὁ Θεολόγος, ἐπήγαγε, καὶ περὶ τὰ οὐράνια. Αγωνισώμεθα οὖν πρὸς
· τὸν ἐμφύλιον ἐν ἡμῖν πόλεμον λέγει γὰρ ὁ
Απόστολος, εἶναί τινα ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν νόμον
ἁμαρτίας, τὸν ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοὸς,
ἤγουν τῷ φυσικῷ, καὶ ποιοῦντα πολλάκις ἑαυτῷ
τὸν νοῦν αἰχμάλωτον καὶ ὑποχείριον. Αντιπα
ραταξώμεθα δὲ καὶ πρὸς τὰς ἔξωθεν ἐπερχομένας
ἐπαναστάσεις.
Col. 837 1. Ἐνέγκωμεν..... μετριώτερον.
Υπέμειναν, φησίν, οἱ μάρτυρες θηρία καὶ ξίφος
καὶ πῦρ' ὑπομείνωμεν καὶ ἡμεῖς, ὡς μὲν θηρίον,
τὸν θυμόν· ὡς δὲ ξίφος τμητικὸν, τὴν γλῶσσαν·
ὡς δὲ πῦρ, τὴν ἡδονὴν κατασβέσωμεν. Πάσας τὰς
αἰσθήσεις δουλαγωγήσωμεν· θῶμεν θύρας ταῖς ἀκοαῖς,
εὐκαίρως ἀνοιγομένας πρὸς τὰ θεῖα βήματα καὶ εὐω
καίρως κλειομένας πρὸς τὰ θέλγοντα καὶ βλάπτοντα
• Ephes. vi,
67 Rom. vil,
Suprascriptum αὐτόν a.
μ
lum, quod interpretatus Theologus adjecit, et quæ
circa cœlestia feruntur. Certamen igitur ineamus
adversus innatum nobis bellum. Ait enim Apostolus er esse quamdam in membris nostris peccati
legem legi mentis adversautem, natura seilicet,
efficientemque plerumque sibi mentem captivam
subjectamque. Nos quoque instruamus adversus
earum, quæ externe accidunt, rerum impetus.
Sustineamus.... ut milius loquar. Sustinuerunt, ait, martyres belluas, et gladium, et ignem.
Sustineamus et nos, velut helluam, iram; velut
præacutum gladium, linguam; velut ignem, voluptatem exstinguamus. Omnes sensus in servitutemı
addicamus. Apponamus auribus nostris januas,
quæ ad divina verba tempestive aperiantur, et ad
illecebrosa noxiaque modulamina tempestive clau⚫
col. 979–980page 25 of 25
PG 36:979& ᾄσματα. Κυβερνήσωμεν τὸν ὀφθαλμόν, μήποτε δι' αὐτοῦ ἡμῖν λαῦρον ἐμπέσῃ τῆς ἐπιθυμίας τὸ κύημα τὴν γλῶτταν, μὴ φθεγξώμεθα μηδὲν ἀπηγορευμένον τὴν ἀφὴν λυττῶσαν πρὸς τὰς περιέργους καὶ βλαβερὰς ἐπαφάς· τὴν γεῦσιν, λιχνευομένην περὶ τὰ ἡδύσματα καὶ σπαράττουσαν· πάντοθεν γὰρ ἀγώγιμος ἐστιν ὁ ἀκόλαστος, καὶ ἀπὸ ἐδωδῆς, καὶ ἀπὸ στρωμνῆς, καὶ ἀπὸ συναναστροφῆς, καὶ ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ ἀπὸ τῶν ὤτων, καὶ τῶν γνάθων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν μυκτήρων. Καὶ καθάπερ οἱ βόες τοῖς κρίκοις καὶ τοῖς σχοινίοις, οὕτω καὶ ὁ ἀκόλαστος θυμιάμασι καὶ μύροις καὶ ταῖς ἀπὸ τῶν στεφάνων εἰ ωδίαις περιέλκεται· καὶ τοῦτό ἐστιν, ὦ φησιν λε ρεμίας, ὅτι Ανέβη θάνατος διὰ τῶν θυρίδων διά γὰρ τῶν αἰσθήσεων, ὡς διὰ θυρίδων, εἰσέρχεται εἰς τὴν ψυχὴν ὁ τῆς ἁμαρτίας θάνατος. Πρὸς τοῖς ἄλλοις, καὶ τὸν γέλωτα φύγωμεν· καὶ ὥσπερ ἐν τῇ τρίτῃ τῶν Βασιλειῶν τῷ Ἡλίᾳ ἐντυγχάνοντι τῷ Θεῷ κατά τοῦ Ἰσραὴλ, καὶ λέγοντι, Κύριε, τοὺς προφήτας σου ἀπέκτειναν, καὶ τὰ θυσιαστήριά σου κατ έστρεψαν, κἀγὼ ἀπελείφθην μόνος, καὶ ζητοῦσι τὴν ψυχήν μου· λέγει ὁ χρηματισμός, Κατέλιπον ἐμαυτῷ ἑπτακισχιλίους ἄνδρας, οἵτινες οὐκ έκαμψαν γόνυ τῷ Βάαλ (εἴδωλον δὲ ἦν ἡ Βάαλ ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων τότε τιμώμενον)· οὕτω μηδὲ ἡμεῖς ὑποκύψωμεν τῇ ἁμαρτία διὰ τὴν χρείαν· ἀλλ᾿ ὥσπερ οἱ τρεῖς παῖδες τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ἐν ἔστησεν ὁ Ναβουχοδονόσορ, οὐ προσεκύνησαν· οὕτω καὶ ἡμεῖς τῷ ἐμπαθεῖ εἰδώλῳ τῆς ἁμαρτίας, ὅπερ ίστησιν ἐ διάβολος, μὴ προσκυνήσωμεν. Ο τὴν κοιλίαν φιληδονίας ἕνεκα θεοποιήσας, ἐξ ἀνάγκης τὴν ταύτης συν στατικὸν θεοποιεῖ φιλαργυρίαν· ὁ γὰρ προσκυνήσεις τῇ Βάαλ διὰ τὴν χρείαν, τουτέστι τὴν γαστριμαργίαν, καὶ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, τη φυλαργυρία φημί, διὰ τὸν φόβον προσκυνήσειεν, αἰτίαν ἄλλην περι ποιητικὴν τῆς παρούσης ζωῆς μετὰ τὸν χρυσὸν οὐκ εἰδώς. Μη καθυβρίσωμεν τὴν ψυχὴν διὰ κακίας, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀποστολικὴν παραίνεσιν, ἀναλάβωμεν τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐν ᾧ δυνησόμεθα πάντα τὰ βέλη του. Πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι. Καὶ οὗτος ὁ πόλεμος, ὁ πρὸς τὰ πάθη, φημί, δεινός ἐστιν, ὥσπερ ὁ πρὸς τοὺς τυράννους· καὶ τὸ νικῆσαι τὴν ἁμαρτίαν, μέγα τρόπαιον, ὡς τὸ περιγενέσθαι τῶν διωκόντων οἱ μάρτυρες. Ἐὰν οὕτω πάντοτε συντρέχωμεν εἰς τὰς τῶν ἁγίων ἑορτὰς, ἀληθῶς τιμῶμεν Η Σ, τοὺς μάρτυρας· ἐὰν δὲ συνερχώμεθα, ἵνα τρυφήσω μεν σαρκικῶς καὶ προσκαίρως, καὶ ἵνα τὰ κενούμενα βρώματα εἰσενέγκωμεν, καὶ ἵνα ποιήσωμεν τους ναοὺς τῶν μαρτύρων, χωρία κραιπάλης καὶ μέθης, καὶ ἐὰν τὸν καιρὸν τῶν ἑορτῶν, καιρὸν συναλλαγμά των ὑπολαμβάνωμεν, καὶ ἡ σύνοδος ἡμῖν γένηται, ἵνα ὠνίων διάμειψιν. ποιησώμεθα, οὐχ ἵνα τῆς θεώ σεως ἐπιτύχωμεν, ἧς μεσῖται γίνονται οἱ ἅγιοι, τὴν μὲν λαὸν παρακαλοῦντες ἀναβαίνειν καὶ θεοῦσθαι, τὸν δὲ θεὸν ἱκετεύοντες ἐπικλίνεσθαι καὶ βοηθεῖν, πρῶτον μὲν, οὐδὲ τὸν καιρὸν ἐπιγινώσκω, καιρὸν ἑορτῆς. Τι γὰρ τὸ ἄχυρον πρὸς τὸν σίτον, φησὶν ὁ Κύριος διὰ Ἱερεμίου· τί δὲ κοινὸν τῇ τῆς σαρκός το
$80
dantur. Regamus oculum, me per eum in nobis & ᾄσματα. Κυβερνήσωμεν τὸν ὀφθαλμόν, μήποτε δι'
magnum incidat cupiditatis semen; linguam, ne
quid vetitum loquamur; tactum rabie laborantem
ad inutiles et noxios attactus; gustum deliciarum
appetentem et vellicantem. Undique enim rerrenandus est petulans, et in esca, et in strato, et in
societate, et in oculis, et in auribus, et in gula,
atque etiam in naribus. Et quemadmodum boves
annulis et funibus, sic et luxuriosus thuribus et
unguentis et suavi coronarum odore trahitur. Hoc
est quod ait Jeremias ", quoniam Ascendit mors
per fenestras. Per sensus enim, sicut per fenestras,
in animam ingreditur peccati mors. Præter cætera,
risum etiam fugiamus. Et sicut in tertio Regum
libro, Eliæ ad Deum accedenti adversus Israel, et
dicenti ": Domine, prophetas tuos interfecerunt, et
altaria tua everlerunt, et ego relictus sum solus, et
quærunt animam meam, respondit oraculum: Reliqui mihi septem millia virorum, qui non fexerunt
genu ante Baal (idolum autem erat Baal quod Judiei tunc colebant). Neque nes peccato indulgeamus propter penuriam; sed sicut tres pueri auream
imaginem, quam statuit Nabuchodonosor, non
adoraverunt, sic et nos turbulentam peccati imaginem, a diabolo erectam, ne adoremus. Qui ventrem pro Deo habet voluptatis causa, avaritiam
quoque ventri suppeditantem pro Deo habeat necesse est. Qui enim ante Baal genu flexit ob penuriam, scilicet ingluviem, auream quoque imaginem,
avaritiam dico, ob metum adoraret; quippe qui non
aliam præsentis vitæ causain post aurum novisset.
Ne probrum inferamus animæ per improbam vivendi rationem, sed juxta apostolicam adhortationem assumamus scutum fidei, quo omnia diaboli ignita tela restinguere poterimus. Hoc vero
bellum, scilicet adversus passiones, grave est,
sicut adversus tyrannos; et peccatum devincere,
magnum tropæum, sicut et martyrum qui perse
cutores superaverunt. Quod si sic undique concur.
rimus ad sanctorum festa, vere martyres colimus;
si congredimur ut carnalibus et brevi perituris
deliciis fruamur, utque alimenta, quæ mox evaeuantur, inferamus, et ut martyrum templa crapulæ et ebrietatis loca efficiamus; si festorum tem-
αὐτοῦ ἡμῖν λαῦρον ἐμπέσῃ τῆς ἐπιθυμίας τὸ κύημα
τὴν γλῶτταν, μὴ φθεγξώμεθα μηδὲν ἀπηγορευμένον·
τὴν ἀφὴν λυττῶσαν πρὸς τὰς περιέργους καὶ βλαβε
ρὰς ἐπαφάς· τὴν γεῦσιν, λιχνευομένην περὶ τὰ
ἡδύσματα καὶ σπαράττουσαν· πάντοθεν γὰρ ἀγώγι
μός ἐστιν ὁ ἀκόλαστος, καὶ ἀπὸ ἐδωδῆς, καὶ ἀπὸ
στρωμνῆς, καὶ ἀπὸ συναναστροφῆς, καὶ ἀπὸ τῶν
ὀφθαλμῶν, καὶ ἀπὸ τῶν ὤτων, καὶ τῶν γνάθων, ἀλλὰ
καὶ ἐκ τῶν μυκτήρων. Καὶ καθάπερ οἱ βόες τοῖς
κρίκοις καὶ τοῖς σχοινίοις, οὕτω καὶ ὁ ἀκόλαστος θυ
μιάμασι καὶ μύροις καὶ ταῖς ἀπὸ τῶν στεφάνων
εἰ ωδίαις περιέλκεται· καὶ τοῦτό ἐστιν, ὦ φησιν λερεμίας, ὅτι Ανέβη θάνατος διὰ τῶν θυρίδων διά
γὰρ τῶν αἰσθήσεων, ὡς διὰ θυρίδων, εἰσέρχεται εἰς
τὴν ψυχὴν ὁ τῆς ἁμαρτίας θάνατος. Πρὸς τοῖς ἄλλοις,
καὶ τὸν γέλωτα φύγωμεν· καὶ ὥσπερ ἐν τῇ τρίτῃ
τῶν Βασιλειῶν τῷ Ἡλίᾳ ἐντυγχάνοντι τῷ Θεῷ κατά
τοῦ Ἰσραὴλ, καὶ λέγοντι, Κύριε, τοὺς προφήτας
σου ἀπέκτειναν, καὶ τὰ θυσιαστήριά σου κατ
έστρεψαν, κἀγὼ ἀπελείφθην μόνος, καὶ ζητοῦσι
τὴν ψυχήν μου· λέγει ὁ χρηματισμός, Κατέλιπον
ἐμαυτῷ ἑπτακισχιλίους ἄνδρας, οἵτινες οὐκ
έκαμψαν γόνυ τῷ Βάαλ (εἴδωλον δὲ ἦν ἡ Βάαλ ὑπὸ
τῶν Ἰουδαίων τότε τιμώμενον)· οὕτω μηδὲ ἡμεῖς
ὑποκύψωμεν τῇ ἁμαρτία διὰ τὴν χρείαν· ἀλλ᾿ ὥσπερ
οἱ τρεῖς παῖδες τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ἐν ἔστησεν ὁ
Ναβουχοδονόσορ, οὐ προσεκύνησαν· οὕτω καὶ ἡμεῖς
τῷ ἐμπαθεῖ εἰδώλῳ τῆς ἁμαρτίας, ὅπερ ίστησιν ἐ
διάβολος, μὴ προσκυνήσωμεν. Ο τὴν κοιλίαν φιληδο
νίας ἕνεκα θεοποιήσας, ἐξ ἀνάγκης τὴν ταύτης συν
στατικὸν θεοποιεῖ φιλαργυρίαν· ὁ γὰρ προσκυνήσεις
τῇ Βάαλ διὰ τὴν χρείαν, τουτέστι τὴν γαστριμαρ
γίαν, καὶ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, τη φυλαργυρία φημί,
διὰ τὸν φόβον προσκυνήσειεν, αἰτίαν ἄλλην περι
ποιητικὴν τῆς παρούσης ζωῆς μετὰ τὸν χρυσὸν οὐκ
εἰδώς. Μη καθυβρίσωμεν τὴν ψυχὴν διὰ κακίας,
ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀποστολικὴν παραίνεσιν, ἀναλάβωμεν
τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐν ᾧ δυνησόμεθα πάντα τὰ
βέλη του. Πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι. Καὶ οὗτος
ὁ πόλεμος, ὁ πρὸς τὰ πάθη, φημί, δεινός ἐστιν,
ὥσπερ ὁ πρὸς τοὺς τυράννους· καὶ τὸ νικῆσαι τὴν
ἁμαρτίαν, μέγα τρόπαιον, ὡς τὸ περιγενέσθαι τῶν
διωκόντων οἱ μάρτυρες. Ἐὰν οὕτω πάντοτε συντρέ
pus tempus negotiationum ducimus, conventusque χωμεν εἰς τὰς τῶν ἁγίων ἑορτὰς, ἀληθῶς τιμῶμεν
nobis fat ut venalium permutationem faciamus,
non ut divinitatem assequamur, cujus mediatores
sunt sancti martyres, hortando quidem populumn
ut ascendat, ac veluti Deus efficiatur; Deum autem
rogando, ut inclinet se atque opem ferat: primum
quidem, quod id huic tempori conveniat, haud
agroseo. Quid enim paleæ cum tritico? ait Domi
nus per Jeremiam t. Quid carnis voluptati commane cum martyrum certaminibus? Deinde equidem volo audacius aliquid dicere. Reveritus vero
festam hanc diem, blasphemiam reticeo. Caterum,
non delicias et ebrietatem a nobis martyres exposcunt, ut mitius loquar. Sed hic Theologos bla10 sqq.
* Jerem. 15, 21. " Η Reg. 1Σ,
τοὺς μάρτυρας· ἐὰν δὲ συνερχώμεθα, ἵνα τρυφήσω
μεν σαρκικῶς καὶ προσκαίρως, καὶ ἵνα τὰ κενούμενα
βρώματα εἰσενέγκωμεν, καὶ ἵνα ποιήσωμεν τους
ναοὺς τῶν μαρτύρων, χωρία κραιπάλης καὶ μέθης,
καὶ ἐὰν τὸν καιρὸν τῶν ἑορτῶν, καιρὸν συναλλαγμά
των ὑπολαμβάνωμεν, καὶ ἡ σύνοδος ἡμῖν γένηται,
ἵνα ὠνίων διάμειψιν. ποιησώμεθα, οὐχ ἵνα τῆς θεώ
σεως ἐπιτύχωμεν, ἧς μεσῖται γίνονται οἱ ἅγιοι, τὴν
μὲν λαὸν παρακαλοῦντες ἀναβαίνειν καὶ θεοῦσθαι,
τὸν δὲ θεὸν ἱκετεύοντες ἐπικλίνεσθαι καὶ βοηθεῖν,
πρῶτον μὲν, οὐδὲ τὸν καιρὸν ἐπιγινώσκω, καιρὸν
ἑορτῆς. Τι γὰρ τὸ ἄχυρον πρὸς τὸν σίτον, φησὶν
ὁ Κύριος διὰ Ἱερεμίου· τί δὲ κοινὸν τῇ τῆς σαρκός
το Eplies. w, 16, st Jerem, sxis, 28,
Continue reading PG 36: Nonnus Abbas →≣ entire volume