Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
Letter of Dedication by Leo AllatiusLeonis Allatii Epistola nuncupatoria
Names of the Recipients of St. Nilus's LettersNomina eorum ad quos scripsit S. Nilus
col. 59–60page 1 of 262
Leonis Allatii Epistola nuncupatoria
PG 79:59απ Αβλαβίῳ νοταρίῳ, Αβραμίῳ πρεσβυτέρω, Ι, 25, 47. Αγαθίῳ διακόνῳ, 111, 162, 215, Αγαθόποδι μοναχῷ, ΙΙΙ, 173, 174. Αγάθωνι Δεκεμβίῳ, 11, 16, 17, Αγάθωνι ἐπισκόπῳ, 37. Αγαπητῷ διακόνῳ, ΙΙΙ, 257. Αγλαΐῳ ἀντικήνσορι, 1, 192, 195, Αγλαοφώντι, ΙΙΙ, 104. Αγλαοφώντι κουράτορι, ΙΙ, 222. Αδολίω νομικῷ,ΙΙ, 211. Αδριανῷ, ΙΙΙ, 200. Αδριανῷ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 81, 91. Αδριανῷ μοναχῷ, 11, 60. Αετίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 58, 267. Αθανασίῳ διακόνῳ, 48. Αθανασίῳ ἐκδίκῳ, 1, 288, 317, ᾿Αθανασίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 62, Αθηνογένει, 1, 260. Αθηνογένει, ἢ Θεοδότῳ κόμητι Αἰλιανῷ ἀναγνώστη, Ι, 249. Αἰλιανῷ ἐπισκόπων, Ι, 291. Αίλιαν, ή Αὐλιανῷ λιανῷ, ΙΙΙ, 76. Αὐ Αἰμελιανῷ προτίκτορι, ΙΙ, 231. Αἰνεία φιλοσόφῳ, ΙΙ, 281. Ακακίῳ με μοριαλίῳ, 1, 86, 87, Ακύλα, 33. Ακύλα ἀπὸ ὑπάτων, ΙΙΙ, 62, 63. Ακυλίνῳ, ΙΙΙ, 273. Αλβίνῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 225, 224. Αλεξάνδρω, 111, 131, 281. Αλεξάνδρῳ ἀρχιμανδρίτῃ, ΙΙ, 87. ᾿Αλεξάνδρῳ μοναχῷ, 1, 129; ΙΙ, Αλεξάνδρω μοναχῷ ἀπὸ γραμματικῶν, ΙΙ, 49. 'Αλκιβιάδη σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 107, Η Αλκιβιάδη ή ᾿Αλκιφιάδῃ, 111, Αλκιδιάδῃ ἢ 'Αλκιβιάδη σχολαστ., Αμβλίχω κουράτορ:, ΙΙ, 179. Αμμονίῳ κόμητι, ΙΙ. 283. Αμφυκτύωνι ῥήτορι, 1, 183. Αμφιλοχίῳ κόμητι νεωτέρῳ, Ι, Αμφιλοχίῳ μοναχῷ, 11, 91, 92. Αναστασία παρθένω, 11, 118. ᾿Αναστασίῳ. ΙΙΙ, 275. Πρὸς Ἀναστάσιον ἐπίσκοπον, ΙΙ, 294. Αναστασίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 205, 206, Αναστασίῳ πρεσβυτέρῳ, 111, 242, Ανατολίῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 51, 60. *Αναξαγόρα γραμματ., 1, 195, 196. Ανδρέα πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 52. Ανδρομάχω ᾿Ανεπίγραφοι. 1, 77, 78, 211, 212, Ανεπίγραφοι, 2, 5, 456. Ανθέμω νομικῷ, 11, 226. Αντιόχω, 16. ᾿Αντωνίῳ, 1, 143. 'Αντωνίῳ σχολαστικῷ, ΙΙ, 14. Απολλοδώρῳ ρήτορι, 1, 75. Απολλοφάνει συμπόνῳ, 11, 256. Αραξίῳ, 18, 28. Αρικλεί πρωτεύοντι, 11, 254. Αριστάρχῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 171. Αριστάρχῳ τριβούνω, Η, 310. Αριστίνῳ μοναχῷ, ΙΙ, 89, 90. Αριστοβούλῳ ἐπισκόπῳ, 13. Αριστοκλεῖ μοναχῷ, ΙΙ, 50. Αριστοκράτει ευνούχω. ΙΙ, 255. Αριστοτέλει πρωτεύοντι, 1, 219, Αριστοφάνει κανδιδάτω, ΙΙ, 220. Αρίστωνι ἐπισκόπῳ, ΙΙ. 515. Αρκαδίῳ βασιλεῖ, ΙΙ, 205, 279. Αρκαδία ῥογάτορι, 11, 514. Αρσακίῳ ἡ Οὐρσακίῳ ἐκδίκῳ, 111, Ασκληπιαδη, 18, 44. Ασκληπιάδη κόμητι, 11, 270 Ασκληπίῳ, ἢ Ασκληπιῷ, 111, 24. Ασκληπιοδότῳ, ΙΙ, 38. Αστερίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 8, 9, 10, Αττικῷ ἀναγνώστη, Ι, 191. Αὐγουστίνῳ τριβούνῳ, Ι, 225. Αὐλιανῷ, ἢ Αιλιανῷ, ΙΙΙ, 85, 86, Αυξεντίῳ, Ι, 42. Αυξεντίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙ, 509. Αυξεντίῳ ἱλλουστρίῳ, 11, 39, 40; Αὐριλιανῷ, Ι, 31. Αὐριλιανῷ ἄλλουστρίῳ ἀπὸ Ἑλλή νων, 1, 54. Αφθονίῳ, 1, 69; 111, 276. Αφθονίῳ ἀ, ή μοναχῷ, ΙΙΙ, 237, Αφθονίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 135. Αφθονίῳ καθηγουμένω, 111, 241. Αφθονίω διακόνῳ, 1, 68. Αφθονία Σαμαρίτη. 1, 109, 110, Αφθονίῳ ταβουλαρίῳ, ΙΙ, 214. Αφροδισίω διακόνω, ΙΙ, 23. Αφροδισίω, σκρινιαρίῳ, ΙΙ, 256. ᾿Αφροδισίῳ φιλοσόφω, ΙΙ, 264. Βαβυλᾷ διακόνῳ, Ι, 95. Βάκχῳ ἐπάρχω, ΙΙ, 258. Βαλλερίῳ κουβικλαρίῳ, 11, 180, Βαλλερί, η Εορτασίῳ διακόνι, Βάλχῳ ἐπαρχικῷ, 11, 5, 6, 7. Βασιλείῳ πραγματευτῇ, 11, 260. Βεβιανῷ ἐπισκόπω, 11, 256. Βενιαμίν Εβραίων, 1, 124, 125, Βενούστῳ μοναχῷ, 1, 295. Βενούστρῳ πρωτεύοντι, ΙΙΙ, 178. Βερενίκη ταξιώτη, ΙΙΙ, 105. Βερίμῳ πρωτεύοντι, ΙΙΙ, 135, 156. Βηρύ, η Βηρίμῳ μοναχῷ, 111, Βιβιανῷ ἐλλουστρίῳ, ΙΙΙ, 91, 92. Βικεντίῳ ἀσκητῇ, 11, 51.
INDEX EORUM
CO
mihi in robustioribus litteris tandiu versato, recentiorum ineptias consectari licitum esset.
diceremque, ex paranomia utcunque argumento deflexo, flumen hoc nostrum, non Apis nescio cujus numine, quo alterum se jactat, nobilius fieri, verum apibus, quæ tuo in stemmate
conspiciuntur. Sed impium foret his vesaniis indulgere, etsi apes tuæ ejus gloriam haud parum
adaugeant. Hoc tamen annectere visum est, plurimum hac in editione mihi satisfecisse; nam
sive harum epistolarum auctorem inspiciam, sive principem cujus ope evulgantur, ab utriusque
qui in Deum religione non meo tantum, qualiscunque is sit, labori plausum, sed veræ fidei glorium auguror, compendiumque. Sed hæc eo dicta intelligas velim, ut, alate felicissime procedente, bina tibi adhuc puero ad pietatem exempla præposita fuisse memores, quorum
απ
altero magis discas, alterum magis imiteris. Vale.
NOMINA EORUM
Ad quos scripsit S. Nilus.
Primus numerus (Romanus) librum, secundus (Arabicus) epistolas indicat.
Αβλαβίῳ νοταρίῳ, lib. II, epist.
Αβραμίῳ πρεσβυτέρω, Ι, 25, 47.
Αγαθίῳ διακόνῳ, 111, 162, 215,
fill, 162, 215,
Αγαθόποδι μοναχῷ, ΙΙΙ, 173, 174.
Αγάθωνι Δεκεμβίῳ, 11, 16, 17,
Αγάθωνι ἐπισκόπῳ, ΙV, 37.
Αγαπητῷ διακόνῳ, ΙΙΙ, 257.
Αγλαΐῳ ἀντικήνσορι, 1, 192, 195,
Αγλαοφώντι, ΙΙΙ, 104.
Αγλαοφώντι κουράτορι, ΙΙ, 222.
Αδολίω νομικῷ,ΙΙ, 211.
Αδριανῷ, ΙΙΙ, 200.
Αδριανῷ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 81, 91.
Αδριανῷ μοναχῷ, 11, 60.
Αετίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 58, 267.
Αθανασίῳ διακόνῳ, ΙV, 48.
Αθανασίῳ ἐκδίκῳ, 1, 288, 317,
᾿Αθανασίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 62,
Αθηνογένει, 1, 260.
Αθηνογένει, ἢ Θεοδότῳ κόμητι
Αἰλιανῷ ἀναγνώστη, Ι, 249.
Αἰλιανῷ ἐπισκόπων, Ι, 291.
Αίλιαν, ή Αὐλιανῷ· vide
λιανῷ, ΙΙΙ, 76.
ΑὐΑἰμελιανῷ προτίκτορι, ΙΙ, 231.
Αἰνεία φιλοσόφῳ, ΙΙ, 281.
Ακακίῳ με μοριαλίῳ, 1, 86, 87,
Ακύλα, ΙV, 33.
Ακύλα ἀπὸ ὑπάτων, ΙΙΙ, 62, 63.
Ακυλίνῳ, ΙΙΙ, 273.
Αλβίνῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 225, 224.
Αλεξάνδρω, 111, 131, 281.
Αλεξάνδρῳ ἀρχιμανδρίτῃ, ΙΙ, 87.
᾿Αλεξάνδρῳ μοναχῷ, 1, 129; ΙΙ,
Αλεξάνδρω μοναχῷ ἀπὸ γραμματικῶν, ΙΙ, 49.
'Αλκιβιάδη σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 107,
Η Αλκιβιάδη ή ᾿Αλκιφιάδῃ, 111,
Αλκιδιάδῃ ἢ 'Αλκιβιάδη σχολαστ.,
Αμβλίχω κουράτορ:, ΙΙ, 179.
Αμμονίῳ κόμητι, ΙΙ. 283.
Αμφυκτύωνι ῥήτορι, 1, 183.
Αμφιλοχίῳ κόμητι νεωτέρῳ, Ι,
Αμφιλοχίῳ μοναχῷ, 11, 91, 92.
Αναστασία παρθένω, 11, 118.
᾿Αναστασίῳ. ΙΙΙ, 275.
Πρὸς Ἀναστάσιον ἐπίσκοπον, ΙΙ, 294.
Αναστασίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 205, 206,
Αναστασίῳ πρεσβυτέρῳ, 111, 242,
'
Ανατολίῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 51, 60.
*Αναξαγόρα γραμματ., 1, 195, 196.
Ανδρέα πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 52.
Ανδρομάχω et soc. monac. I.
᾿Ανεπίγραφοι. 1, 77, 78, 211, 212,
Ανεπίγραφοι, 1V, 2, 5, 456.
Ανθέμω νομικῷ, 11, 226.
Αντιόχω, 1V, 16.
᾿Αντωνίῳ, 1, 143.
'Αντωνίῳ σχολαστικῷ, ΙΙ, 14.
Απολλοδώρῳ ρήτορι, 1, 75.
Απολλοφάνει συμπόνῳ, 11, 256.
Αραξίῳ, 18, 28.
Αρικλεί πρωτεύοντι, 11, 254.
Αριστάρχῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 171.
Αριστάρχῳ τριβούνω, Η, 310.
Αριστίνῳ μοναχῷ, ΙΙ, 89, 90.
Αριστοβούλῳ ἐπισκόπῳ, ΙV, 13.
Αριστοκλεῖ μοναχῷ, ΙΙ, 50.
Αριστοκράτει ευνούχω. ΙΙ, 255.
Αριστοτέλει πρωτεύοντι, 1, 219,
Αριστοφάνει κανδιδάτω, ΙΙ, 220.
Αρίστωνι ἐπισκόπῳ, ΙΙ. 515.
Αρκαδίῳ βασιλεῖ, ΙΙ, 205, 279.
Αρκαδία ῥογάτορι, 11, 514.
Αρσακίῳ ἡ Οὐρσακίῳ ἐκδίκῳ, 111,
Ασκληπιαδη, 18, 44.
Ασκληπιάδη κόμητι, 11, 270
Ασκληπίῳ, ἢ Ασκληπιῷ, 111, 24.
Ασκληπιοδότῳ, ΙΙ, 38.
Αστερίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 8, 9, 10,
Αττικῷ ἀναγνώστη, Ι, 191.
Αὐγουστίνῳ τριβούνῳ, Ι, 225.
Αὐλιανῷ, ἢ Αιλιανῷ, ΙΙΙ, 85, 86,
Αυξεντίῳ, Ι, 42.
Αυξεντίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙ, 509.
Αυξεντίῳ ἱλλουστρίῳ, 11, 39, 40;
Αὐριλιανῷ, Ι, 31.
Αὐριλιανῷ ἄλλουστρίῳ ἀπὸ Ἑλλή
νων, 1, 54.
Αφθονίῳ, 1, 69; 111, 276.
Αφθονίῳ ἀ66, ή μοναχῷ, ΙΙΙ, 237,
Αφθονίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 135.
Αφθονίῳ καθηγουμένω, 111, 241.
Αφθονίω διακόνῳ, 1, 68.
Αφθονία Σαμαρίτη. 1, 109, 110,
Αφθονίῳ ταβουλαρίῳ, ΙΙ, 214.
Αφροδισίω διακόνω, ΙΙ, 23.
Αφροδισίω, σκρινιαρίῳ, ΙΙ, 256.
᾿Αφροδισίῳ φιλοσόφω, ΙΙ, 264.
Βαβυλᾷ διακόνῳ, Ι, 95.
Βάκχῳ ἐπάρχω, ΙΙ, 258.
Βαλλερίῳ κουβικλαρίῳ, 11, 180,
Βαλλερί, η Εορτασίῳ διακόνι,
Βάλχῳ ἐπαρχικῷ, 11, 5, 6, 7.
Βασιλείῳ πραγματευτῇ, 11, 260.
Βεβιανῷ ἐπισκόπω, 11, 256.
Βενιαμίν Εβραίων, 1, 124, 125,
Βενούστῳ μοναχῷ, 1, 295.
Βενούστρῳ πρωτεύοντι, ΙΙΙ, 178.
Βερενίκη ταξιώτη, ΙΙΙ, 105.
Βερίμῳ πρωτεύοντι, ΙΙΙ, 135, 156.
Βηρύ, η Βηρίμῳ μοναχῷ, 111,
Βιβιανῷ ἐλλουστρίῳ, ΙΙΙ, 91, 92.
Βικεντίῳ ἀσκητῇ, 11, 51.
col. 61–62page 2 of 262
PG 79:61Βίκτορι ἀρχιμανδρίτη, ΙΙ, 70. Βιλίλλῳ, Η Βηρύλῳ μοναχών, ΙΙ, Βιταλίῳ ὑποδιακόνῳ, 17, 29, 30. Βιταλίῳ προτήκτορι, ΙΙ, 524. Βουσιρίῳ ναυκλήρῳ, ΙΙ, 202, 295. Βυρίλλῳ Μακεδονιανῷ, 1, 211. Γαϊνα στρατηλάτη, Ι. 70, 79, Γάλλῳ μοναχῷ, ΙΙ, 66. Γανυμήδει ἐξκέπτωρι, ΙΙ, 269. Γαυδεντίῳ διακόνῳ, 11, 159. Γαυδεντίῳ σελαριώτη, ΙΙ, 252. Γαυδεντίῳ σιλεντιαρίῳ, ΙΙΙ, 124; Γεθλίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙΙ, 336. Γελασίῳ μοναχῷ, 111, 46, 47, 48, Γελασίῳ, ἢ Δαβουρίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, Γενεθλίφ, 1, 132. Γενεθλίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙ, 325. Γερμανῷ καγκελλαρίῳ, ΙΙ, 189. Γεροντίῳ ἐκσκέπτωρι, 1, 130. Γεροντίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 253. Γηρασίμῳ εἰρηνάρχω, ΙΙ, 276. Γιγαντίῳ, 111, 96, 97, 248. Γιγαντίῳ διακόνῳ, Ι, 186, 187. Γιγαντίῳ ἐκκλησιεκδίκη, ΙΙ, 6. Γλυκαδίῳ προτήκτορι. Ι, 252. Γρηγορίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 94, 95. Γρηγορίῳ ἡγουμένω, ΙΙ, 64. Δαβουρίῳ μονάζοντι, ΙΙΙ, 35. Δαβουρίῳ, ἡ Γελασίῳ μονάζοντι, Δαγλαίω, Ι, 21. Δαμιανῷ μαγιστριανῷ, ΙΙ, 248. Δαμιανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ, 154. Δαρείῳ σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 212. Δεχουρίων, Ι, 158, 150, 160, 161. Δημάρχων ίλλουστρίῳ, 11, 244. Δημητρίῳ, 35, 49. Δημητρίω αἱρετικῷ, Ι, 253, 254. Δημητρίῳ δομεστίκω, ΙΙ, 312. Δημητρίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 143, 152. Δημοκρίτῳ μοναχῷ, ΙΙ, 71, 72. Δημοσθένει πατρὶ πόλεως, ΙΙ, 36. Διακόνῳ, ΙΙ, 141. Διδύμῳ ἀναγνώστη, 111, 244, 295. Διοκλητιανῷ, 1, 257. Διομήδει οικονόμῳ, ΙΙ, 250. Διονυσίῳ, 17, 55. Διονυσία μοναχῷ, ΙΙ, 93. Διονυσιοδώρῳ, 1, 283. Διοσκορία χήρα, ΙΙ, 266. Δομετιανῷ ἐπαρχικῷ, Ι', 233. Δομνίνῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 144, 145, Δομνίνῳ νεωτέρῳ πρωτεύοντι, ΙΙΙ, Δοσιθέῳ, 1, 47, 48, 49. Ἐλευθερίῳ, ΙΙΙ, 16, 17. Ἑλένῃ Ἑλλουστρία, ΙΙ, 170. Ἐλευθερίῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙΙ, 284. Ἐλευθερίῳ κόμητι Ἀνατολῆς, ΙΙ, Ἐλευθερίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 50. Ελευθερίῳ μοναχῷ ἀπὸ Νουμέρων, Ελπιδίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 128. Ελλαδίῳ ἀναγνώστη, 1, 310. Ελπιδίῳ χρυσοχός, 111, 10. Εορτασίῳ διακόνῳ, 11, 186; Ἐπιγόνῳ κούρσορι, 1, 118, 119, Επικτήτῳ ἀρχιμανδρίτη, 111, 125, Ἐπινίκῳ Λα. Φα., ΙΙΙ, 98, 99, 100, Ἐπιφανίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 241. Επιφανίῳ ἐπισκόπω, 56. Επιφανίῳ μοναχῷ, 53. Ερμολάῳ μοναχῷ, 11, 25. Εὐανδρείῳ, Ι, 117. Εὐβουλίωνι, Ι, 315. Εὐγενίῳ διακόνῳ, Ι, 83. Εὐγενίῳ μοναχῷ, 111, 147, 175, Εὐγενίῳ πριγκίπι, ἢ μοναχῷ, Εὐγραμμίῳ νομικῷ, 1, 216, 217, Εὐδαίμονι σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 487. Ευδαίμονι σχολαστική, η Πανηγυ ρίω διακόνῳ, ΙΙΙ, 287. Βοηθίῳ τριβούνῳ, 1, 297, 298, 299, Εὐθαλίῳ μονάζοντι, ΙΙΙ, 40. Εὐθίῳ ἐπαρχικῷ, ΙΙΙ, 105. Εὐθυμίῳ διακόνῳ, ΙΙ, 41. Ζηνοβίῳ ληγάτῳ, 11, 246. Ζήνων: Δεκεμβρίμῳ, ΙΙ, 299. Ζήνωνι διακόνω, 11, 191, 195. Ζωίλῳ χαρτουλαρίῳ, ΙΙ, 275. Ζωσᾷ ἀσκητῇ, ΙΙ, 75. Ζωσαρίῳ τριβούνῳ, Ι, 55, 56, 57, Ζωσιμιανῷ ἀνθυπάτῳ, ΙΙ, 251. Ζωσιμιανῷ μοναχῷ, 1, 407. Ζωσίμῳ, 46. Ζωσίμῳ καλιδαρίῳ, ΙΙ, 203. Ζωσίμῳ οἰκονόμῳ, 1, 32, 33. Η Ηλία Ιλλουστρίῳ, 11, 275. Ηγησίππῳ μοναχῷ, 1 17. Ηλιοδώρῳ, Ι, 4. Ηλιοδώρῳ μοναχῷ, ΙΙ, 46. Ηλιοδώρῳ σιλεντιαρίῳ, 61. Ηλίωνι μαγιστριανῷ, ΙΙ, 205. Ηρακλείῳ ὑποδιακόνῳ χρυσοχός, Ηρακλείτῳ σχολαστικῷ, Ι, 275. Ηρίμῳ κόμητι, 1, 519. Ηροδότῳ τριβούνῳ, ΙΙΙ, 112. Ησυχίῳ ἀνθυπάτῳ, 11, 292. Ηφαιστίωνι πρεσβυτέρῳ, 111, 19, Ηφαίστῳ σχολαστικῷ, 1, 6. Θαλασσίω Θαλλιανῷ ἱλλουστρίῳ, 1, 279. Θαυμασίῳ, ἢ θαυμάρω μοναχῷ, Θεογνώστῳ, Ι, 157. Θεοδοσία μοναζούση, 11, 116. Θεοδοσίῳ, 1, 133. Θεοδοσίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 202. Εὐθυμίῳ ἐπισκόπῳ, 111, 283; Θεοδοσίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 42. Εὐλαμπίῳ, Ι, 145, 146, 147. Ευλαμπίῳ σοφιστῇ, ΙΙ, 145. Εὐλυσίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 124, 125, Εὐμαθίῳ μοναχῷ, Ι, 103. Εὐνομίῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 30, 79, Εὐπιθίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 268. Εὐπόρῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 34. Ευπραξίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 271. Ευρυκλεί πατρικίῳ, ΙΙ, 221. Ευρυκλεῖ πρεσβυτέρω, Ι, 273, 274; Ευσεβίῳ διακόνῳ, 1, 235. Εὐσεβίῳ δουκι, 11, 261. Εὐσεβίῳ μοναχῷ, 1, 136. Εὐσιγνίῳ, 56. Εὐσιγνίῳ σατράπῃ, ἢ πρεσβυτέρῳ. Εὐσταθίῳ ἀρχιμανδρίτη, ΙΙ, 102. Ευσταθίῳ δεκάνῳ, ΙΙ, 277. Εὐσταθίῳ διακόνῳ, Ι, 228. Ευσταθίῳ κουβικλαρίῳ, 1, 37. Εὐστοχίῳ κόμητι λαργιτιόνων, Δρακοντίῳ μοναχῷ, 11, 94, ΙΙΙ, 36. Εὐτροπίῳ, 19, 40. Δρακοντίῳ. 1, 314. Δρακοντίῳ βίνδικι, ΙΙ, 327. Δρουσιανῷ, 1, 289. Δρουσιανῷ ἄρχοντι, ΙΙ, 252. Δρυσιλλιανῷ, 1, 245. Εἰρηναίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 265. Εἰρηναίων μοναχῷ, ΙΙΙ, 240. Εἰρηναίω πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 157. Εἰρηναίῳ, ἡ Εἰρηνάρχῳ χαρτουλα ρίφ, 105. ΙΙ, Εὐτροπίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 98, 99. Εὐτυχίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 148, 149. Εὐφημίῳ ἀρχιμανδρίτῃ, ΙΙΙ, 201, Εὐφημίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 55, 104, 105, Εὐφρασίῳ ἐπισκόπῳ, Ι, 216, 247. Εὐψυχίῳ βικαρίῳ, 11, 162, 165. Ζεφυριανώ, 1, 250, Θεοδοσίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 66. Θεοδοτίωνι, Ι, 63, 64, 65, 66. Θεοδότῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 26, 27, 28, Θεοδότῳ, ἢ Αθηνογένει κόμητι, Θεοδότῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 307. Θεοδούλῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 285. Θεοδούλῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 138. Θεοδωρήτῳ μοναχῷ, 111, 90. Θεοδωριάνω, Ι, 50. Θεοδώρω μοναχῷ, ΙΙ, 65, 76, 111, Θεοδώρῳ, Ι, 165, 166. Θεοδώρῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 272. Θεοδώρω τριβούνῳ, ΙΙ, 286. Θεοκλεί, 51. Θεοκλεί πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 461, 102, Θεοχλεῖ σχολαστικῷ, ΙΙ, 229. Θεοχλειανῷ, 1, 248. Θεοκτίστῳ ῥεφερενδαρίῳ, 111, 1, Θεοπέμπτῳ προτίκτορι, Ι, 233. Θεοπόμπῳ συγκλητικῷ, 1, 550. Θερινῷ πρωτεύοντι, ΙΙ, 174. Θεοσεβίῳ, ΙΙ, 15. Θεοφάνει σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 188. Θεοφίλῳ Αβακτίς, ΙΙ, 207. Θεοφίλῳ καγκελλαρίῳ, 1, 226. Θεοφίλῳ μοναχῷ, ΙΙ, 117. Θεόφρονι διακόνῳ, ΙΙΙ. 277. Θερινῷ μοναχῷ, Ι, 222. Θεσσαλίῳ διακόνῳ, 1, 455, 515. Θεσσαλίῳ συμπόνῳ, 11, 501, 502, Θεωνᾷ πολιτευομένῳ, 1, 311, 312
Βίκτορι ἀρχιμανδρίτη, ΙΙ, 70.
Βιλίλλῳ, Η Βηρύλῳ μοναχών, ΙΙ,
Βιταλίῳ ὑποδιακόνῳ, 17, 29, 30.
Βιταλίῳ προτήκτορι, ΙΙ, 524.
Βουσιρίῳ ναυκλήρῳ, ΙΙ, 202, 295.
Βυρίλλῳ Μακεδονιανῷ, 1, 211.
Γαϊνα στρατηλάτη, Ι. 70, 79,
Γάλλῳ μοναχῷ, ΙΙ, 66.
Γανυμήδει ἐξκέπτωρι, ΙΙ, 269.
Γαυδεντίῳ διακόνῳ, 11, 159.
Γαυδεντίῳ σελαριώτη, ΙΙ, 252.
Γαυδεντίῳ σιλεντιαρίῳ, ΙΙΙ, 124;
Γεθλίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙΙ, 336.
Γελασίῳ μοναχῷ, 111, 46, 47, 48,
Γελασίῳ, ἢ Δαβουρίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ,
Γενεθλίφ, 1, 132.
Γενεθλίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙ, 325.
Γερμανῷ καγκελλαρίῳ, ΙΙ, 189.
Γεροντίῳ ἐκσκέπτωρι, 1, 130.
Γεροντίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 253.
Γηρασίμῳ εἰρηνάρχω, ΙΙ, 276.
Γιγαντίῳ, 111, 96, 97, 248.
Γιγαντίῳ διακόνῳ, Ι, 186, 187.
Γιγαντίῳ ἐκκλησιεκδίκη, ΙΙ, 6.
Γλυκαδίῳ προτήκτορι. Ι, 252.
Γρηγορίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 94, 95.
Γρηγορίῳ ἡγουμένω, ΙΙ, 64.
Δαβουρίῳ μονάζοντι, ΙΙΙ, 35.
Δαβουρίῳ, ἡ Γελασίῳ μονάζοντι,
Δαγλαίω, Ι, 21.
Δαμιανῷ μαγιστριανῷ, ΙΙ, 248.
Δαμιανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ, 154.
Δαρείῳ σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 212.
Δεχουρίων, Ι, 158, 150, 160, 161.
Δημάρχων ίλλουστρίῳ, 11, 244.
Δημητρίῳ, ΙV, 35, 49.
Δημητρίω αἱρετικῷ, Ι, 253, 254.
Δημητρίῳ δομεστίκω, ΙΙ, 312.
Δημητρίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 143, 152.
Δημοκρίτῳ μοναχῷ, ΙΙ, 71, 72.
Δημοσθένει πατρὶ πόλεως, ΙΙ, 36.
Διακόνῳ, ΙΙ, 141.
Διδύμῳ ἀναγνώστη, 111, 244, 295.
Διοκλητιανῷ, 1, 257.
Διομήδει οικονόμῳ, ΙΙ, 250.
Διονυσίῳ, 17, 55.
Διονυσία μοναχῷ, ΙΙ, 93.
Διονυσιοδώρῳ, 1, 283.
Διοσκορία χήρα, ΙΙ, 266.
Δομετιανῷ ἐπαρχικῷ, Ι', 233.
Δομνίνῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 144, 145,
Δομνίνῳ νεωτέρῳ πρωτεύοντι, ΙΙΙ,
Δοσιθέῳ, 1, 47, 48, 49.
AD QUOS SCRIPSIT S. NILUS.
Ἐλευθερίῳ, ΙΙΙ, 16, 17.
Ἑλένῃ Ἑλλουστρία, ΙΙ, 170.
Ἐλευθερίῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙΙ, 284.
Ἐλευθερίῳ κόμητι Ἀνατολῆς, ΙΙ,
Ἐλευθερίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 50.
Ελευθερίῳ μοναχῷ ἀπὸ Νουμέρων,
Ελπιδίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 128.
Ελλαδίῳ ἀναγνώστη, 1, 310.
Ελπιδίῳ χρυσοχός, 111, 10.
Εορτασίῳ διακόνῳ, 11, 186; IV,
Ἐπιγόνῳ κούρσορι, 1, 118, 119,
Επικτήτῳ ἀρχιμανδρίτη, 111, 125,
Ἐπινίκῳ Λα. Φα., ΙΙΙ, 98, 99, 100,
Ἐπιφανίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 241.
Επιφανίῳ ἐπισκόπω, IV, 56.
Επιφανίῳ μοναχῷ, ΙV, 53.
Ερμολάῳ μοναχῷ, 11, 25.
Εὐανδρείῳ, Ι, 117.
Εὐβουλίωνι, Ι, 315.
Εὐγενίῳ διακόνῳ, Ι, 83.
Εὐγενίῳ μοναχῷ, 111, 147, 175,
Εὐγενίῳ πριγκίπι, ἢ μοναχῷ,
Εὐγραμμίῳ νομικῷ, 1, 216, 217,
Εὐδαίμονι σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 487.
Ευδαίμονι σχολαστική, η Πανηγυρίω διακόνῳ, ΙΙΙ, 287.
Βοηθίῳ τριβούνῳ, 1, 297, 298, 299,
Εὐθαλίῳ μονάζοντι, ΙΙΙ, 40.
Εὐθίῳ ἐπαρχικῷ, ΙΙΙ, 105.
Εὐθυμίῳ διακόνῳ, ΙΙ, 41.
Ζηνοβίῳ ληγάτῳ, 11, 246.
Ζήνων: Δεκεμβρίμῳ, ΙΙ, 299.
Ζήνωνι διακόνω, 11, 191, 195.
Ζωίλῳ χαρτουλαρίῳ, ΙΙ, 275.
Ζωσᾷ ἀσκητῇ, ΙΙ, 75.
Ζωσαρίῳ τριβούνῳ, Ι, 55, 56, 57,
Ζωσιμιανῷ ἀνθυπάτῳ, ΙΙ, 251.
Ζωσιμιανῷ μοναχῷ, 1, 407.
Ζωσίμῳ, ΙV, 46.
Ζωσίμῳ καλιδαρίῳ, ΙΙ, 203.
Ζωσίμῳ οἰκονόμῳ, 1, 32, 33.
Η
Ηλία Ιλλουστρίῳ, 11, 275.
Ηγησίππῳ μοναχῷ, 1 V, 17.
Ηλιοδώρῳ, Ι, 4.
Ηλιοδώρῳ μοναχῷ, ΙΙ, 46.
Ηλιοδώρῳ σιλεντιαρίῳ, IV. 61.
Ηλίωνι μαγιστριανῷ, ΙΙ, 205.
Ηρακλείῳ ὑποδιακόνῳ χρυσοχός,
'Hpax)
Ηρακλείτῳ σχολαστικῷ, Ι, 275.
Ηρίμῳ κόμητι, 1, 519.
Ηροδότῳ τριβούνῳ, ΙΙΙ, 112.
Ησυχίῳ ἀνθυπάτῳ, 11, 292.
Ηφαιστίωνι πρεσβυτέρῳ, 111, 19,
Ηφαίστῳ σχολαστικῷ, 1, 6.
Θαλασσίω
Θαλλιανῷ ἱλλουστρίῳ, 1, 279.
Θαυμασίῳ, ἢ θαυμάρω μοναχῷ,
Θεογνώστῳ, Ι, 157.
Θεοδοσία μοναζούση, 11, 116.
Θεοδοσίῳ, 1, 133.
Θεοδοσίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 202.
Εὐθυμίῳ ἐπισκόπῳ, 111, 283; IV, Θεοδοσίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 42.
Εὐλαμπίῳ, Ι, 145, 146, 147.
Ευλαμπίῳ σοφιστῇ, ΙΙ, 145.
Εὐλυσίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 124, 125,
Εὐμαθίῳ μοναχῷ, Ι, 103.
Εὐνομίῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 30, 79,
Εὐπιθίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 268.
Εὐπόρῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 34.
Ευπραξίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 271.
Ευρυκλεί πατρικίῳ, ΙΙ, 221.
Ευρυκλεῖ πρεσβυτέρω, Ι, 273, 274;
Ευσεβίῳ διακόνῳ, 1, 235.
Εὐσεβίῳ δουκι, 11, 261.
Εὐσεβίῳ μοναχῷ, 1, 136.
Εὐσιγνίῳ, ΙV, 56.
Εὐσιγνίῳ σατράπῃ, ἢ πρεσβυτέρῳ.
Εὐσταθίῳ ἀρχιμανδρίτη, ΙΙ, 102.
Ευσταθίῳ δεκάνῳ, ΙΙ, 277.
Εὐσταθίῳ διακόνῳ, Ι, 228.
Ευσταθίῳ κουβικλαρίῳ, 1, 37.
Εὐστοχίῳ κόμητι λαργιτιόνων,
Δρακοντίῳ μοναχῷ, 11, 94, ΙΙΙ, 36. Εὐτροπίῳ, 19, 40.
Δρακοντίῳ. 1, 314.
Δρακοντίῳ βίνδικι,
ΙΙ, 327.
Δρουσιανῷ, 1, 289.
Δρουσιανῷ ἄρχοντι, ΙΙ, 252.
Δρυσιλλιανῷ, 1, 245.
Εἰρηναίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 265.
Εἰρηναίων μοναχῷ, ΙΙΙ, 240.
Εἰρηναίω πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 157.
Εἰρηναίῳ, ἡ Εἰρηνάρχῳ χαρτουλαρίφ, li, 105.
ΙΙ,
Εὐτροπίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 98, 99.
Εὐτυχίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 148, 149.
Εὐφημίῳ ἀρχιμανδρίτῃ, ΙΙΙ, 201,
Εὐφημίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 55, 104, 105,
Εὐφρασίῳ ἐπισκόπῳ, Ι, 216, 247.
Εὐψυχίῳ βικαρίῳ, 11, 162, 165.
Ζεφυριανώ, 1, 250,
Θεοδοσίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 66.
Θεοδοτίωνι, Ι, 63, 64, 65, 66.
Θεοδότῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 26, 27, 28,
Θεοδότῳ, ἢ Αθηνογένει κόμητι, I,
Θεοδότῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 307.
Θεοδούλῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 285.
Θεοδούλῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 138.
Θεοδωρήτῳ μοναχῷ, 111, 90.
Θεοδωριάνω, Ι, 50.
Θεοδώρω μοναχῷ, ΙΙ, 65, 76, 111,
Θεοδώρῳ, Ι, 165, 166.
Θεοδώρῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 272.
Θεοδώρω τριβούνῳ, ΙΙ, 286.
Θεοκλεί, 1V, 51.
Θεοκλεί πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 461, 102,
Θεοχλεῖ σχολαστικῷ, ΙΙ, 229.
Θεοχλειανῷ, 1, 248.
Θεοκτίστῳ ῥεφερενδαρίῳ, 111, 1,
Θεοπέμπτῳ προτίκτορι, Ι, 233.
Θεοπόμπῳ συγκλητικῷ, 1, 550.
Θερινῷ πρωτεύοντι, ΙΙ, 174.
Θεοσεβίῳ, ΙΙ, 15.
Θεοφάνει σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 188.
Θεοφίλῳ Αβακτίς, ΙΙ, 207.
Θεοφίλῳ καγκελλαρίῳ, 1, 226.
Θεοφίλῳ μοναχῷ, ΙΙ, 117.
Θεόφρονι διακόνῳ, ΙΙΙ. 277.
Θερινῷ μοναχῷ, Ι, 222.
Θεσσαλίῳ διακόνῳ, 1, 455, 515.
Θεσσαλίῳ συμπόνῳ, 11, 501, 502,
Θεωνᾷ πολιτευομένῳ, 1, 311, 312
col. 63–64page 3 of 262
PG 79:63Θεωρῷ, ἢ Θεοδοσίῳ μοναχών, ΙΙ, 67. Θύμαῳ ἀρχιμανδρίτη, 101, 102, Θύρσῳ μοναχῷ, ΙΙ, 29. 30 Θύρσῳ ποιμικηρίῳ, ΙΙ, 238. Θύρσῳ σκρινιαρίῳ, Ι, 208, 209, Θωμᾷ λογογράφῳ, ΙΙΙ, 184, 185. Ιάσωνι ἐπισκόπῳ, ΙΙΙ, 179, 180, Ἰγνατίῳ ἀνθυπάτῳ, Ι, 212, 213, Περίῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 13. Ἱερίῳ συγκλητική, 1, 184. Ἱερωνύμῳ δομεστίκῳ, ΙΙ, 278. Παρίῳ ἐπισκόπω, ΙΙ, 120. Ιλαρίῳ μοναχῷ, 1, 331, 332. Ἰλαρίῳ μοναχῷ ἀπὸ σχολαστικῶν, Ιλαρίῳ πρεσβυτέρω, Ι, 281. Ινοκεντίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 314. Ἰορδάνῃ διακόνῳ, ΙΙΙ, 127. Ιουλίᾳ κομητίσσῃ, ΙΙ, 213. Ιουλιανῇ παρθένω, Ι, 165, 164. Ἰουλιανῷ, ΙΙΙ, 269: 1, 52. Ἰουλιανῷ ἀναγνώστῃ, 111, 169, Ἰουλιανῷ ἐκκλησιαστικῷ, ΙΙ, 240, Ἰουλιανῷ ἐπισκόπε, 52. Ἰουλιανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ, 229, 230, Ἰουλιανῷ πρεσβυτέρῳ, 111, 64, 65. Ἰουλιανῷ, ἡ Ἰουλίῳ δε εμπριμῳ, Ιουλίῳ δεκεμπριμῳ, ΙΙΙ, 18. Ιουλίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 282. Ιουλίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 123, 312. Ιουλίῳ Ιουλίῳ φοιδεράτῳ, Ι, 284. Ιππασίῳ τριβούνῳ, ΙΙ, 28. Ιππονίκῳ σκρινιαρίῳ, 1, 327, 328. "Ισαχαρ Σαμαρίτη, 11, 116. Ἰσιδώρῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 21. Ἰσιδώρῳ ἐξεκουβίτορι, ΙΙ. 322. Ἰωάννῃ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 187. Ιωάννῇ Ιλλουστρίῳ, ΙΙ, 320. Ιωάννη, μοναχῷ, Ι, 175, 294; Ιωάννῃ πρωτεύοντι νεωτέρω, ΙΙ, Ιωνά μοναχῷ, ΙΙΙ, 265. Κ Καλανδίωνι, Ι, 62. Καλλιμάχῳ μεμοριαλίω, Ι, 264. Καλλινίκω μοναχῷ, ΙΙΙ, 38. Καλλινίκῳ χρυσοχόω, ΙΙ, 216. Καλλιοπίῳ, 22. Καλλιστιανῷ, 11, 37. Καλλιστίωνι, 1. 201, 202. Καλοκύρῳ, 1, 305, 306. Κανδιδιανῷ στρατηλάτη, Ι, 24. Καπίτωνι διακόνῳ, 1, 104, 105, Καπίτωνι φροντιστῇ. ΙΙ, 485. Κορίνῳ παλατίνῳ, ΙΙΙ, 68, 70. Καρίνῳ, ἢ Μαρίνῳ ἐπαρχικῷ, Καρποιλίωνι, Ι, 296. Καρπίωνι αἱρετικῷ τῆς Οὐαλεντίνων αἱρέσεως, 1, 234. Κασανδρίῳ, 20. Καστορι δουκί, 11, 21, 22, 25. Κεκροπίῳ ταξεώτη, ΙΙ, 271. Κλεάρχω νουμεραρίῳ. 1, 130. Κλεοβούλῳ μοναχῷ, 11, 95. Κλεονίκῳ σχολαστικῷ, 11, 311. Κολαχαδίω, η Κολακασίῳ, 11, 275. Κολασίῳ διακόνῳ, 11, 300. Κολοβαρσίῳ, ΙΙΙ, 52. Κολοκασίῳ, ἢ Κολακαδίῳ διακόνῳ, Κομασίῳ ἀπὸ ῥητόρων μοναχῷ, ΙΙ, 73. Κοματίῳ, ἢ Κομασίῳ, ΙΙ, 257. Κόνωνι ἱλλουστρίῳ, Ι, 144. Κόνωνι πολιτευομένῳ, 39. Κορνηλίῳ, Ι, 285. πεσόντι, ΙΙΙ, Κορνηλίῳ πρεσβυτέρω, Ι, 149. Κρίσπῳ ἀπὸ αἰχμαλωσίας, 267. Κρίσπῳ σχολαρίῳ, 1, 162. Κυΐντῳ ὑποδιακ. Κυντιλίῳ καγκελλαρίῳ, 11, 161. Κυπριανῷ, 111, 202. Κυπριανῷ διληγάτορι, ΙΙ. 243. Κυριακή, ΙΙΙ, 128, 261. Κυριακῷ διακόνῳ, Ι, 323, 324, Κυριακῷ μοναχῷ, ΙΙ, 78, 79, 80, Κυριακῷ πρεσβυτέρῳ, 11, 196, Κυρίλλῳ ἢ Μακεδονίῳ διακόνῳ, Κυρίλλῳ μοναχῷ, 11, 44, 45; ΙΙΙ, Κυρίλλῳ πρωτεύοντι, Ι, 266, 267, Κυρινίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 140. Κυρίνῳ ἐπισκόπω, Ι, 203, 204. Κυρίωνι, 111, 129. Κωμασίῳ πρεσβυτέρῳ. ΙΙ, 73. Κωνσταντίνῳ κόμητα, 11, 290. Λ Λαμπαδίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 100, 101. Λαμπροτύχω ἀρχιμανδρίτη, 111, Λαυρεντίῳ, φ., ἐπ. μοναχοῖς, 111, Λαύσῳ πριμισκρινίῳ, 11, 153. Λεσβίῳ, 43. Λεσβίω διακόνῳ, ΙΙΙ, 297, 43. Λευκαδίῳ ἀρχιδιακ., 1, 188, 189, Λεωνίδῃ δεκεμπριμῳ, Ι, 228. Λεωνίδη κόμητι, 1, 278. Λεωνίδῃ μοναχῷ, ΙΙ, 47. Λεωνίδῃ ρήτορι, ΙΙ, 291. Λητορίῳ μοναχῷ, 18. Λικιννίῳ Νεωτέρῳ, 1, 45. Λικιννίῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 296. Λιμενίῳ μοναχῷ, 1, 177, 178, 179, Λιννίῳ μοναχῷ, Ι, 292. Λιριανῷ, ..11. Λουκᾷ διακόνῳ, ΙΙ, 253. Λουκιανῷ σοφιστῇ Χριστιανῷ, ΙΙ, Λουκίῳ τριβούνῳ, 11, 151. Λουσία, η Λυσία πρεσβυτέρω, ΙΙ, Λυκούργῳ Ιλλουστρίῳ, ΙΙ, 147. Πρὸς τὸν αὐτοῦ μαθητήν, Ι, Ι. Μακεδονίῳ, ή Κυρίλλη διακόνῳ, Μακεδονίῳ ταξιώτη, ΙΙ, 257. Μακέδῳ, η Πέτρῷ μοναχῷ, 111, Μαξιμιανῷ, Ι, 154. Μαξίμῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 293. Μαριανῷ ἐπισκόπω, 11, 227. Μαριανῷ μοναχῷ, 7, 41. Μαριανῷ ὑποδιακόνῳ, Ι. 185. Μαρίνῳ διακόνῳ, ΙΙ, 259. Μαρίνῳ μοναχῷ, ΙΙ, 106, 107, 108, Μαρίνῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 37. Μαρίνο πρεσβυτέρῳ, ἢ Ερμολάῳ μοναχῷ. ΙΙ, 25. Μαρίνῳ ἢ Μαυριανῷ, 11, 54. Μαρίνῳ, ἢ Μαυριανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ, Μαρίνῳ, η Καρίνῳ ἐπαρχικῷ, ΙΙ, Μαρίωνι ἀργυροκόπῳ, Ι, 42. Μαρκελλίνῳ μοναχῷ, 1, 4, 5, 7. Μαρκιανῷ, 1, 22, 23, 24. Μαριανῷ, η Μαρίνῳ ὑποδιακόνῳ, Μαρτινιανῷ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 187, Μαρτίνῳ καγκελλαρίῳ, ΙΙ, 316, Μαρτίνῳ πλουσίῳ γέροντι φιλο πόρ., ΙΙΙ, 34. Μαρτυρίῳ βίνδικι, ΙΙ, 282. Μάρωνι κόμητο, ΙΙ, 152. Μαυριανῷ, 1, 329. Μαυριανῷ μοναχῷ, ΙΙ, 53. Μαυριανών, ἢ Μαρίνῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, Μεθοδίῳ κουβουκλαρίῳ, ΙΙ, 289. Μελετίῳ καγκελλαρίῳ, 59, 60, Μελίσσῳ κανδιδάτῳ, 1, 207. Μελίτωνι διακόνῳ, ΙΙ, 195. Μελιφθόγγῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 130, 154. Μέμνονι γραμματοδιδασκάλῳ, 11, Μενάνδρῳ ἀσκητῇ, 1, 54. Μενάνδρῳ δομεστίκω, ΙΙ, 32. Μηρύμῳ Βηρύμῳ. Μοδέστῳ, 111, 274. Μοναχοῖς ἐν τῇ Κιλικίᾳ διάγουσιν, Πρὸς μονάζοντας, ΙΙΙ, 307, 308, Πρὸς νεωτέρους μοναχοὺς διδασκαλία, ΙΙΙ, 203. Μουσίωνι μοναχῷ, ΙΙΙ, 10. Ναυκρατίῳ, 1, 259, 260, 261, 262, Νεαδίῳ καὶ ἑτέροις μοναχοῖς, ΙΙ, Νείλῷ μοναχῷ, 111, 155, 255. Νείλῳ, ΙΙΙ, 170. Νείλω πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 236, 256. Νείλω σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 153. Νεοφύτῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 501. Νέρωνι μαγίστρῳ καὶ ἀπὸ ὑπάτων, Νημετρίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙ, 210. Νημετρίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 129, 130, Νημετρίῳ σελεντιαρίω, ΙΙ, 12, 13. Νικάνδρῳ ἐξκέπτηρι, 11, 143.
e)źwvi povazų), III, 72, 73, 74.
Θεωρῷ, ἢ Θεοδοσίῳ μοναχών, ΙΙ, 67.
Θύμαῳ ἀρχιμανδρίτη, 101, 102,
Θύρσῳ μοναχῷ, ΙΙ, 29. 30
Θύρσῳ ποιμικηρίῳ, ΙΙ, 238.
Θύρσῳ σκρινιαρίῳ, Ι, 208, 209,
Θωμᾷ λογογράφῳ, ΙΙΙ, 184, 185.
Ιάσωνι ἐπισκόπῳ, ΙΙΙ, 179, 180,
Ἰγνατίῳ ἀνθυπάτῳ, Ι, 212, 213,
Περίῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 13.
Ἱερίῳ συγκλητική, 1, 184.
Ἱερωνύμῳ δομεστίκῳ, ΙΙ, 278.
Παρίῳ ἐπισκόπω, ΙΙ, 120.
Ιλαρίῳ μοναχῷ, 1, 331, 332.
Ἰλαρίῳ μοναχῷ ἀπὸ σχολαστικῶν,
Ιλαρίῳ πρεσβυτέρω, Ι, 281.
Ινοκεντίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 314.
Ἰορδάνῃ διακόνῳ, ΙΙΙ, 127.
Ιουλίᾳ κομητίσσῃ, ΙΙ, 213.
Ιουλιανῇ παρθένω, Ι, 165, 164.
Ἰουλιανῷ, ΙΙΙ, 269: 1, 52.
Ἰουλιανῷ ἀναγνώστῃ, 111, 169,
Ἰουλιανῷ ἐκκλησιαστικῷ, ΙΙ, 240,
Ἰουλιανῷ ἐπισκόπε, ΙV, 52.
Ἰουλιανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ, 229, 230,
Ἰουλιανῷ πρεσβυτέρῳ, 111, 64, 65.
Ἰουλιανῷ, ἡ Ἰουλίῳ δε εμπριμῳ,
Ιουλίῳ δεκεμπριμῳ, ΙΙΙ, 18.
Ιουλίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 282.
Ιουλίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 123, 312.
Ιουλίῳ et soc. Monachis, II, 78.
Ιουλίῳ φοιδεράτῳ, Ι, 284.
Ιππασίῳ τριβούνῳ, ΙΙ, 28.
Ιππονίκῳ σκρινιαρίῳ, 1, 327, 328.
"Ισαχαρ Σαμαρίτη, 11, 116.
Ἰσιδώρῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 21.
Ἰσιδώρῳ ἐξεκουβίτορι, ΙΙ. 322.
Ἰωάννῃ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 187.
Ιωάννῇ Ιλλουστρίῳ, ΙΙ, 320.
Ιωάννη, μοναχῷ, Ι, 175, 294;
Ιωάννῃ πρωτεύοντι νεωτέρω, ΙΙ,
Ιωνά μοναχῷ, ΙΙΙ, 265.
Κ
Καλανδίωνι, Ι, 62.
Καλλιμάχῳ μεμοριαλίω, Ι, 264.
Καλλινίκω μοναχῷ, ΙΙΙ, 38.
Καλλινίκῳ χρυσοχόω, ΙΙ, 216.
Καλλιοπίῳ, ΙV, 22.
Καλλιστιανῷ, 11, 37.
Καλλιστίωνι, 1. 201, 202.
Καλοκύρῳ, 1, 305, 306.
Κανδιδιανῷ στρατηλάτη, Ι, 24.
Καπίτωνι διακόνῳ, 1, 104, 105,
Καπίτωνι φροντιστῇ. ΙΙ, 485.
Κορίνῳ παλατίνῳ, ΙΙΙ, 68, 70.
Καρίνῳ, ἢ Μαρίνῳ ἐπαρχικῷ, I,
Καρποιλίωνι, Ι, 296.
Καρπίωνι αἱρετικῷ τῆς Οὐαλεντί
νων αἱρέσεως, 1, 234.
Κασανδρίῳ, 1V, 20.
Καστορι δουκί, 11, 21, 22, 25.
INDEX EORUM.
Κεκροπίῳ ταξεώτη, ΙΙ, 271.
Κλεάρχω νουμεραρίῳ. 1, 130.
Κλεοβούλῳ μοναχῷ, 11, 95.
Κλεονίκῳ σχολαστικῷ, 11, 311.
Κολαχαδίω, η Κολακασίῳ, 11, 275.
Κολασίῳ διακόνῳ, 11, 300.
Κολοβαρσίῳ, ΙΙΙ, 52.
Κολοκασίῳ, ἢ Κολακαδίῳ διακόνῳ,
II, 166.'
Κομασίῳ ἀπὸ ῥητόρων μοναχῷ,
ΙΙ, 73.
Κοματίῳ, ἢ Κομασίῳ, ΙΙ, 257.
Κόνωνι ἱλλουστρίῳ, Ι, 144.
Κόνωνι πολιτευομένῳ, IV, 39.
Κορνηλίῳ, Ι, 285.
πεσόντι, ΙΙΙ,
Κορνηλίῳ πρεσβυτέρω, Ι, 149.
Κρίσπῳ ἀπὸ αἰχμαλωσίας, II, 267.
Κρίσπῳ σχολαρίῳ, 1, 162.
Κυΐντῳ ὑποδιακ.
Κυντιλίῳ καγκελλαρίῳ, 11, 161.
Κυπριανῷ, 111, 202.
Κυπριανῷ διληγάτορι, ΙΙ. 243.
Κυριακή, ΙΙΙ, 128, 261.
Κυριακῷ διακόνῳ, Ι, 323, 324,
Κυριακῷ μοναχῷ, ΙΙ, 78, 79, 80,
Κυριακῷ πρεσβυτέρῳ, 11, 196,
Κυρίλλῳ ἢ Μακεδονίῳ διακόνῳ,
Κυρίλλῳ μοναχῷ, 11, 44, 45; ΙΙΙ,
Κυρίλλῳ πρωτεύοντι, Ι, 266, 267,
Κυρινίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 140.
Κυρίνῳ ἐπισκόπω, Ι, 203, 204.
Κυρίωνι, 111, 129.
Κωμασίῳ πρεσβυτέρῳ. ΙΙ, 73.
Κωνσταντίνῳ κόμητα, 11, 290.
Λ
Λαμπαδίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 100, 101.
Λαμπροτύχω ἀρχιμανδρίτη, 111,
Λαυρεντίῳ, φ., ἐπ. μοναχοῖς, 111,
Λαύσῳ πριμισκρινίῳ, 11, 153.
Λεσβίῳ, ΙV, 43.
Λεσβίω διακόνῳ, ΙΙΙ, 297, IV, 43.
Λευκαδίῳ ἀρχιδιακ., 1, 188, 189,
Λεωνίδῃ δεκεμπριμῳ, Ι, 228.
Λεωνίδη κόμητι, 1, 278.
Λεωνίδῃ μοναχῷ, ΙΙ, 47.
Λεωνίδῃ ρήτορι, ΙΙ, 291.
Λητορίῳ μοναχῷ, ΙV, 18.
Λικιννίῳ Νεωτέρῳ, 1, 45.
Λικιννίῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 296.
Λιμενίῳ μοναχῷ, 1, 177, 178, 179,
Λιννίῳ μοναχῷ, Ι, 292.
Λιριανῷ, 1..11.
Λουκᾷ διακόνῳ, ΙΙ, 253.
Λουκιανῷ σοφιστῇ Χριστιανῷ, ΙΙ,
Λουκίῳ τριβούνῳ, 11, 151.
Λουσία, η Λυσία πρεσβυτέρω, ΙΙ,
Λυκούργῳ Ιλλουστρίῳ, ΙΙ, 147.
Πρὸς τὸν αὐτοῦ μαθητήν, Ι, Ι.
Μακεδονίῳ, ή Κυρίλλη διακόνῳ,
Μακεδονίῳ ταξιώτη, ΙΙ, 257.
Μακέδῳ, η Πέτρῷ μοναχῷ, 111,
Μαξιμιανῷ, Ι, 154.
Μαξίμῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 293.
Μαριανῷ ἐπισκόπω, 11, 227.
Μαριανῷ μοναχῷ, 1V. 7, 41.
Μαριανῷ ὑποδιακόνῳ, Ι. 185.
Μαρίνῳ διακόνῳ, ΙΙ, 259.
Μαρίνῳ μοναχῷ, ΙΙ, 106, 107, 108,
Μαρίνῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 37.
Μαρίνο πρεσβυτέρῳ, ἢ Ερμολάῳ
μοναχῷ. ΙΙ, 25.
Μαρίνῳ ἢ Μαυριανῷ, 11, 54.
Μαρίνῳ, ἢ Μαυριανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ,
Μαρίνῳ, η Καρίνῳ ἐπαρχικῷ, ΙΙ,
Μαρίωνι ἀργυροκόπῳ, Ι, 42.
Μαρκελλίνῳ μοναχῷ, 1, 4, 5, 7.
Μαρκιανῷ, 1, 22, 23, 24.
Μαριανῷ, η Μαρίνῳ ὑποδιακόνῳ,
Μαρτινιανῷ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 187,
Μαρτίνῳ καγκελλαρίῳ, ΙΙ, 316,
Μαρτίνῳ πλουσίῳ γέροντι φιλοπόρ., ΙΙΙ, 34.
Μαρτυρίῳ βίνδικι, ΙΙ, 282.
Μάρωνι κόμητο, ΙΙ, 152.
Μαυριανῷ, 1, 329.
Μαυριανῷ μοναχῷ, ΙΙ, 53.
Μαυριανών, ἢ Μαρίνῳ μοναχῷ, ΙΙΙ,
Μεθοδίῳ κουβουκλαρίῳ, ΙΙ, 289.
Μελετίῳ καγκελλαρίῳ, I, 59, 60,
Μελίσσῳ κανδιδάτῳ, 1, 207.
Μελίτωνι διακόνῳ, ΙΙ, 195.
Μελιφθόγγῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 130, 154.
Μέμνονι γραμματοδιδασκάλῳ, 11,
Μενάνδρῳ ἀσκητῇ, 1, 54.
Μενάνδρῳ δομεστίκω, ΙΙ, 32.
Μηρύμῳ vide Βηρύμῳ.
Μοδέστῳ, 111, 274.
Μοναχοῖς ἐν τῇ Κιλικίᾳ διάγουσιν,
Πρὸς μονάζοντας, ΙΙΙ, 307, 308,
Πρὸς νεωτέρους μοναχοὺς διδασκαλία, ΙΙΙ, 203.
Μουσίωνι μοναχῷ, ΙΙΙ, 10.
N
Ναυκρατίῳ, 1, 259, 260, 261, 262,
Νεαδίῳ καὶ ἑτέροις μοναχοῖς, ΙΙ,
Νείλῷ μοναχῷ, 111, 155, 255.
Νείλῳ, ΙΙΙ, 170.
Νείλω πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 236, 256.
Νείλω σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 153.
Νεοφύτῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 501.
Νέρωνι μαγίστρῳ καὶ ἀπὸ ὑπάτων,
Νημετρίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙ, 210.
Νημετρίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 129, 130,
Νημετρίῳ σελεντιαρίω, ΙΙ, 12, 13.
Νικάνδρῳ ἐξκέπτηρι, 11, 143.
col. 65–66page 4 of 262
PG 79:65Νικάνδρῳ Στυλίτῃ, 11, 114, 145. Νικαρέτῳ σελεντιαρίῳ, ΙΙ, 284. Νικαρέτῳ σκρινιαρίῳ, 1, 231. Νικοδήμῳ, 11, 22. Νικοτύχῳ διακόνῳ, ΙΙ, 142. Νικοτύχῳ σχολαστικῷ, ΙΙ, 8. Νίκωνι ἀρχιμανδρίτη, 111, 119. Νιοφύτῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 303. Νουμηνίῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 198, 293. Ξανθίππῳ διακόνῳ, ΙΙ, 154. Ξεναγόρα διακόνῳ, 1, 58, 39, 40. Ξενοφῶντι διακόνῳ, ΙΙ, 172, 173. Ξενοφώντι πρεσβυτέρω, 111, 156. Ξενοφῶντι σχολαστικώ, 11, 279. ! Ξένωνι, 1, 36. | Ξηνοδώρῳ δεκανῷ, 11, 293. Ολυμπιοδώρῳ ἐπάρχω, 19, 61. Ὀλυμπίῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 191. Ολυμπίῳ κυέστορι, ΙΙ, 305, 306. Ολυμπίῳ καὶ τοῖς ἄλλοις μονα. χοίς, ΙΙ, 190. Ὀλυμπίῳ σχολαστικῷ, Ι, 152, 153. Ολυδρίῳ πρεσβυτέρω, Η, 191. Ονησίμῳ μοναχῷ, ΙΙ, 84. Ονησίμῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 177. Ορέστῃ κλειδοποιῷ, ΙΙ, 217. Ορειβασίῳ, 15. Ουάλεντι, ἡ Οὐαλεντινῷ σκρί Ουαλερίῳ, ἢ Ηφαιστίωνι πρεσβυτέρῳ, ΙΙ, 313. Ουλπιανῷ σχολαστικῷ, ΙΙ, 219. Οὐρσακίῳ, η Αρσακίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙΙ. Π Παλαδίῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 259. Παλλαδίῳ μοναχῷ, Ι, 133, 134. Παλατίνῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 149. Παμφίλῳ διακόνῳ, ΙΙ, 145, 144. Πανηγυρίῳ διακόνῳ, ἢ Εὐδαίμονι σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 286. Πανηγυρία μοναχῷ, ΙΙ, 52. Πανολβίω, Ι, 12. Παντωνύμω σατράπη, 11, 19. Παπίσκῳ σκοροδούλοις, ΙΙ, 249. Παρηγορίῳ σκρινιαρίῳ, ΙΙ, 550. Παρνασίῳ Φίσκῳ, 17, 24. Παρνασίῳ συνηγόρω, ΙΙΙ, 168. Πασχασίῳ διακόνῳ, ΙΙ, 508. Παυλίνῳ, 111, 455. Παυλίνῳ δομεστίκῳ, ΙΙΙ, 272. Παύλῳ ἀναγνώστη, 111, 200. Παύλῳ ἀρχιμανδ., 111, 66, 67, 68; Παύλῳ δεκεμβρίμῳ, Ι, 265. Παύλῳ ἐπισκόπῳ, 111, 217, 218. Παύλῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 165, 166, 167; Παύλῳ σχολαστικῷ, Π, 239. Πελαγίω, Ι, 256. Πελαγρίῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 250. Περγαμένῳ δεκεμβρίῳ, ΙΙ, 168, Περγάμῳ ἀναγνώστη, ΙΙΙ, 271. Περίῳ κόμητι νεωτέρω, ΙΙ, 368. Πετρωνίω, 111, 115. Πετρονίῳ, η Πετρονίνῳ, ΙΙΙ, 116. Πέτρῳ ἀναγνώστῃ, ΙΙΙ, 78. Πέτρω μοναχῷ, ΙΙ, 164. Πέτρω μοναχῷ, η Μακέδῳ μοναχών, Πησαγίῳ κόμητε, 11, 209. Πιερίῳ κόμητι νεωτέρω, 11. 167. Πιερίῳ συγκλητική, Ι, 516. Πινδάρω πρεσβυτέρω, ΙΙ, 215. Πιονίῳ ἀλλουστρίῳ, 111, 51. Πιονίῳ, 111, 299. Πισιμίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 74. Πλάτωνι ἀρχιμανδρίτη, 11, 57. Πλουτάρχῳ ἀξιολόγῳ, 111, 9. Πλουτάρχω βυρσεί, ΙΙ, 212. Πλουτίνῳ ὑπατικῷ, 1, 51, 52, 53. Πολυχρονίῳ διακόνω, ΙΙΙ, 11. Πολυχρονίῳ πρεσβυτέρω, 111, 112. Πομπηΐῳ διακόνῳ, 1, 72, 73, 74. Πονίῳ Ἀλλουστρίῳ, ΙΙΙ, 52. Πουλλίων: διαψηφιστῇ. 11, 199. Πρίμῳ ὑποδιακόνω, 19. Πρισκιλλιανῷ διακόνω, 1, 293. Πρίσκῳ, ΙΙΙ, 288, 289, 290. Πρίσκῳ πολιτευομένω, ΙΙ, 298. Προβατίῳ μοναχῷ, 111, 219, 220, Πρόκλῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 189. Πρόκλῳ πολιτευομένῳ, 1, 290. Πρόκλῳ πρεσβυτέρω, 11, 26. Πτολεμαίω, 1, 272 Πτολεμαίω, συγκλητικῷ 1, 1, 2, Ρηγίνῳ ἀρχιμανδρίτη, 11, .. Ρηγίνῳ κανδιδάτῳ, Ι, 592. Ρηγίνω σκρινιαρίῳ, 11, 150. Ῥοδομένῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 213, Ρουφίνῳ, ΙΙΙ, 263. Ρουφίνῳ σχολαστική, Ι, 67. Ρουφίνῳ, ἡσυχαστῇ, 17, 54. Ρωμανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ, 298. Σαβίνῳ, 17, 27. Σ Σωσθένει κομενταρησίῳ. 305. Σωσικλεί σχολαστικώ, ΙΙΙ, 139, 140. Σωσιπάτρῳ τριβούνῳ, ΙΙ, 157. Σωτηρίχω, 34. Σωτηρίχῳ διακόνω, ΙΙ, 915. Σωτηρίωνι, 1, 96, 97. Σωφρονίῳ, Ι, 46, 1. 111, 260. Σωφρονίῳ μοναχῷ, Ι, 54, 55. Σωφρονίῳ τριβούνῳ, 1, 167, 168, Τ Ταπίσκῳ διακόνῳ, 111, 75, 76, 77. Ταυριανῷ ἀπὸ ἐπάρχων, ΙΙ, 178. Τελεσφόρῳ ἐγκαύστῃ, 11, 192. Τελεσφόρῳ πρωτεύοντι, 1, 174. Τερεντίῳ διακόνῳ παραπεσόντι καὶ αξίως μετανοήσαντι χρόνῳ πολ λῷ, ΙΙΙ, 228. Τεύκρῳ διακόνῳ, 1, 250, 251. Τεύκρῳ Κανδιδάτῳ, ΙΙ, 186. Τηλεμάχω πρωτεύοντι, ΙΙΙ, 225, Τιμοθέω μοναχῷ, 59. Τιμοθέῳ ὑποδιακόνω, 1, 26, 27, 28, Τίμωνι ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 2, 3, 4. Τίτῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 186. Τραϊανο, ΙΙΙ, 258. Τραϊανῷ ἀδιούτορι, ΙΙ, 287. Τραϊανῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 141. Τρύφωνι ἀρχιτέκτονι, 1, 197, 198, Τρύφωνι διακόνῳ, ΙΙΙ, 249. Τύμβωνι, η Τρύφωνι διακόνω, Τύρον: πρεσβυτέρῳ, 111, 15. Υ Υακίνθῳ ῥαιφερενδαρίῳ, ΙΙΙ, 83. Υδροσίῳ, 17, 10. Ὑμητίῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 176. Υπατίῳ ἐφόρῳ, 11, 20. Σαβίνῳ μαγιστριανῷ, Ι, 243, 244. Υπαφλώρων διακόνῳ, 1, 151. Σαβίνῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 7. Σαβουρίῳ κόμητι, 1, 258. Σεκουνδιάνω, Ι, 200. Σεκούνδῳ καστρισίῳ, ΙΙ, 281. Σελευκίῳ διακόνῳ, 1, 223, 224. Σεραπίονι πρεσβυτέρω, Ι, 154, 135, Σευήρῳ ἀπὸ ἐπάρχων, ΙΙΙ, 199. Σευήρῳ πρωτεύοντι, Ι, 305, 304. Σιλβανῷ ἐπισκόπῳ, 1, 98, 99, 100, Σιλβανῷ κοινοβιώτη, Ι, 507. Σίμωνι κούρσοι, Ι. 208. Σισιννίῳ σπαθαρίῳ, 1, 277. Σκρινιαρίῳ, ΙΙ, 252. Σοζομένῳ, 1, 147. Σοφιανῷ σχολαρίῳ, 1, 236, 237, Στεφανίδι κομιτίσσῃ, ΙΙ, 218. Στεφάνῳ διακόνῳ, 159. Στρατίωνι ἱλλουστρίῳ, 1, 229. Συλβανῷ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 247. Συμμαχίῳ κόμητο, ΙΙ, 44, 45. Συμμάχῳ οσπριοπώλη, ΙΙ, 203. Συμμάχω στρατηγῷ, ΙΙ, 165. Συμπλικίῳ ἐξκέπτωρι, ΙΙ, 197. Συριανό, 17, 50. Συριανῷ μοναχών. ΙΙ, 63. Σωζομένῳ, 1, 148. Σωκράτει κόμητο, ΙΙ, 200. Σωκράτει πρεσβυτέρῳ, 1, 322. Σωκρατίῳ ἐξκέπτωρ, 11, 54. Σωσάνδρῳ πριμισκρινίῳ, 1, 239, Φάλκονι κουράτορι, ΙΙ, 295. Φαρετρίῳ μηχανικῷ, ΙΙ, 262. Φαρισμανίμῳ δεκεμβρίῳ, 111, 71. Φαρισμανίῳ, ἢ Φαρισμανίμῳ, Φαυστιανῷ, 1, 45. Φαυστινιανῷ, ΙΙΙ, 14. Φαυστίνῳ κουβικλαρίῳ, ΙΙ, 328. Φαυστίνω μοναχῷ, 11, 45. Φαύστῳ μοναχῷ, ΙΙ, 85, 86. 97. Φαύστῳ Λα. οἱ Ἐπ. μοναχοῖς, ΙΙΙ, Φαύστῳ πρωτεύοντι, Ι. 255. Φεβρουαρίῳ διακόνῳ. 1. 280. Φήλικι πρεσβυτέρω, 1, 502, 111, 117. Φηλικησσίμῳ διακόνῳ, ΙΙ, 534, 352, Φιλαγρίῳ ἀναγνώστη, Ι, 175, 176. Φιλαγρίῳ ἐπισκόπω, ΙΙΙ, 126. Φιλαγρίω πρεσβυτέρω, 1, 84, 85. Φιλαγρίω πρωτεύοντι 111, 89. Φιλήμον: ἐπισκόπῳ, ΙΙΙ, 251. Φιλίππῳ, 111, 185, 296. Φιλίππω σχολαστικῷ, Ι, 44. Φιλοξένῳ ἀρχιμανδρίτη, 11, 127. Φιλοξένω κτ σοφύλακι, ΙΙ, 146. Φιλορώμῳ κόμητι. 1, 287. Φιλουμενίῳ, ΙΙΙ, 25. Φιλουμένῳ ἐγκλείστῳ, ΙΙ, §6. Φιλουμένῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 267. Φιλοχρίστῳ ἐπισκόπῳ, 111, 278. Φίλων, ΙΙ, 230. Φίλωνι ἐπισκόπῳ, 11, 160.
Νικάνδρῳ Στυλίτῃ, 11, 114, 145.
Νικαρέτῳ σελεντιαρίῳ, ΙΙ, 284.
Νικαρέτῳ σκρινιαρίῳ, 1, 231.
Νικοδήμῳ, 11, 22.
Νικοτύχῳ διακόνῳ, ΙΙ, 142.
Νικοτύχῳ σχολαστικῷ, ΙΙ, 8.
Νίκωνι ἀρχιμανδρίτη, 111, 119.
Νιοφύτῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 303.
Νουμηνίῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 198, 293.
Ξανθίππῳ διακόνῳ, ΙΙ, 154.
Ξεναγόρα διακόνῳ, 1, 58, 39, 40.
Ξενοφῶντι διακόνῳ, ΙΙ, 172, 173.
Ξενοφώντι πρεσβυτέρω, 111, 156.
Ξενοφῶντι σχολαστικώ, 11, 279.
! Ξένωνι, 1, 36.
| Ξηνοδώρῳ δεκανῷ, 11, 293.
Ολυμπιοδώρῳ ἐπάρχω, 19, 61.
Ὀλυμπίῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 191.
Ολυμπίῳ κυέστορι, ΙΙ, 305, 306.
Ολυμπίῳ καὶ τοῖς ἄλλοις μονα.
χοίς, ΙΙ, 190.
Ὀλυμπίῳ σχολαστικῷ, Ι, 152, 153.
Ολυδρίῳ πρεσβυτέρω, Η, 191.
Ονησίμῳ μοναχῷ, ΙΙ, 84.
Ονησίμῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 177.
Ορέστῃ κλειδοποιῷ, ΙΙ, 217.
Ορειβασίῳ, ΙV, 15.
Ουάλεντι, ἡ Οὐαλεντινῷ σκρί6wvi, 11, 204.
Ουαλερίῳ, ἢ Ηφαιστίωνι πρεσβυτέρω, ΙΙ, 313.
Ουλπιανῷ σχολαστικῷ, ΙΙ, 219.
Οὐρσακίῳ, η Αρσακίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙΙ.
Π
Παλαδίῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 259.
Παλλαδίῳ μοναχῷ, Ι, 133, 134.
Παλατίνῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 149.
Παμφίλῳ διακόνῳ, ΙΙ, 145, 144.
Πανηγυρίῳ διακόνῳ, ἢ Εὐδαίμονι
σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 286.
Πανηγυρία μοναχῷ, ΙΙ, 52.
Πανολβίω, Ι, 12.
Παντωνύμω σατράπη, 11, 19.
Παπίσκῳ σκοροδούλοις, ΙΙ, 249.
Παρηγορίῳ σκρινιαρίῳ, ΙΙ, 550.
Παρνασίῳ Φίσκῳ, 17, 24.
Παρνασίῳ συνηγόρω, ΙΙΙ, 168.
Πασχασίῳ διακόνῳ, ΙΙ, 508.
Παυλίνῳ, 111, 455.
Παυλίνῳ δομεστίκῳ, ΙΙΙ, 272.
Παύλῳ ἀναγνώστη, 111, 200.
Παύλῳ ἀρχιμανδ., 111, 66, 67, 68;
Παύλῳ δεκεμβρίμῳ, Ι, 265.
Παύλῳ ἐπισκόπῳ, 111, 217, 218.
Παύλῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 165, 166, 167;
Παύλῳ σχολαστικῷ, Π, 239.
Πελαγίω, Ι, 256.
Πελαγρίῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 250.
Περγαμένῳ δεκεμβρίῳ, ΙΙ, 168,
Περγάμῳ ἀναγνώστη, ΙΙΙ, 271.
Περίῳ κόμητι νεωτέρω, ΙΙ, 368.
Πετρωνίω, 111, 115.
Πετρονίῳ, η Πετρονίνῳ, ΙΙΙ, 116.
Πέτρῳ ἀναγνώστῃ, ΙΙΙ, 78.
Πέτρω μοναχῷ, ΙΙ, 164.
Πέτρω μοναχῷ, η Μακέδῳ μοναχών,
Πησαγίῳ κόμητε, 11, 209.
AD QUOS SCRIPSIT S. NILUS.
Πιερίῳ κόμητι νεωτέρω, 11. 167.
Πιερίῳ συγκλητική, Ι, 516.
Πινδάρω πρεσβυτέρω, ΙΙ, 215.
Πιονίῳ ἀλλουστρίῳ, 111, 51.
Πιονίῳ, 111, 299.
Πισιμίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 74.
Πλάτωνι ἀρχιμανδρίτη, 11, 57.
Πλουτάρχῳ ἀξιολόγῳ, 111, 9.
Πλουτάρχω βυρσεί, ΙΙ, 212.
Πλουτίνῳ ὑπατικῷ, 1, 51, 52, 53.
Πολυχρονίῳ διακόνω, ΙΙΙ, 11.
Πολυχρονίῳ πρεσβυτέρω, 111, 112.
Πομπηΐῳ διακόνῳ, 1, 72, 73, 74.
Πονίῳ Ἀλλουστρίῳ, ΙΙΙ, 52.
Πουλλίων: διαψηφιστῇ. 11, 199.
Πρίμῳ ὑποδιακόνω, IV, 19.
Πρισκιλλιανῷ διακόνω, 1, 293.
Πρίσκῳ, ΙΙΙ, 288, 289, 290.
Πρίσκῳ πολιτευομένω, ΙΙ, 298.
Προβατίῳ μοναχῷ, 111, 219, 220,
Πρόκλῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 189.
Πρόκλῳ πολιτευομένῳ, 1, 290.
Πρόκλῳ πρεσβυτέρω, 11, 26.
Πτολεμαίω, 1, 272
Πτολεμαίω, συγκλητικῷ 1, 1, 2,
P
Ρηγίνῳ ἀρχιμανδρίτη, 11, 119..
Ρηγίνῳ κανδιδάτῳ, Ι, 592.
Ρηγίνω σκρινιαρίῳ, 11, 150.
Ῥοδομένῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 213,
Ρουφίνῳ, ΙΙΙ, 263.
Ρουφίνῳ σχολαστική, Ι, 67.
Ρουφίνῳ, ἡσυχαστῇ, 17, 54.
Ρωμανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ, 298.
Σαβίνῳ, 17, 27.
Σ
Σωσθένει κομενταρησίῳ. I, 305.
Σωσικλεί σχολαστικώ, ΙΙΙ, 139, 140.
Σωσιπάτρῳ τριβούνῳ, ΙΙ, 157.
Σωτηρίχω, ΙV, 34.
Σωτηρίχῳ διακόνω, ΙΙ, 915.
Σωτηρίωνι, 1, 96, 97.
Σωφρονίῳ, Ι, 46, 1. 111, 260.
Σωφρονίῳ μοναχῷ, Ι, 54, 55.
Σωφρονίῳ τριβούνῳ, 1, 167, 168,
Τ
Ταπίσκῳ διακόνῳ, 111, 75, 76, 77.
Ταυριανῷ ἀπὸ ἐπάρχων, ΙΙ, 178.
Τελεσφόρῳ ἐγκαύστῃ, 11, 192.
Τελεσφόρῳ πρωτεύοντι, 1, 174.
Τερεντίῳ διακόνῳ παραπεσόντι καὶ
αξίως μετανοήσαντι χρόνῳ πολλῷ, ΙΙΙ, 228.
Τεύκρῳ διακόνῳ, 1, 250, 251.
Τεύκρῳ Κανδιδάτῳ, ΙΙ, 186.
Τηλεμάχω πρωτεύοντι, ΙΙΙ, 225,
Τιμοθέω μοναχῷ, ΙV, 59.
Τιμοθέῳ ὑποδιακόνω, 1, 26, 27, 28,
Τίμωνι ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 2, 3, 4.
Τίτῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 186.
Τραϊανο, ΙΙΙ, 258.
Τραϊανῷ ἀδιούτορι, ΙΙ, 287.
Τραϊανῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 141.
Τρύφωνι ἀρχιτέκτονι, 1, 197, 198,
Τρύφωνι διακόνῳ, ΙΙΙ, 249.
Τύμβωνι, η Τρύφωνι διακόνω,
Τύρον: πρεσβυτέρῳ, 111, 15.
Υ
Υακίνθῳ ῥαιφερενδαρίῳ, ΙΙΙ, 83.
Υδροσίῳ, 17, 10.
Ὑμητίῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 176.
Υπατίῳ ἐφόρῳ, 11, 20.
Σαβίνῳ μαγιστριανῷ, Ι, 243, 244. Υπαφλώρων διακόνῳ, 1, 151.
Σαβίνῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 7.
Σαβουρίῳ κόμητι, 1, 258.
Σεκουνδιάνω, Ι, 200.
Σεκούνδῳ καστρισίῳ, ΙΙ, 281.
Σελευκίῳ διακόνῳ, 1, 223, 224.
Σεραπίονι πρεσβυτέρω, Ι, 154, 135,
Σευήρῳ ἀπὸ ἐπάρχων, ΙΙΙ, 199.
Σευήρῳ πρωτεύοντι, Ι, 305, 304.
Σιλβανῷ ἐπισκόπῳ, 1, 98, 99, 100,
Σιλβανῷ κοινοβιώτη, Ι, 507.
Σίμωνι κούρσοι, Ι. 208.
Σισιννίῳ σπαθαρίῳ, 1, 277.
Σκρινιαρίῳ, ΙΙ, 252.
Σοζομένῳ, 1, 147.
Σοφιανῷ σχολαρίῳ, 1, 236, 237,
Στεφανίδι κομιτίσσῃ, ΙΙ, 218.
Στεφάνῳ διακόνῳ, I, 159.
Στρατίωνι ἱλλουστρίῳ, 1, 229.
Συλβανῷ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 247.
Συμμαχίῳ κόμητο, ΙΙ, 44, 45.
Συμμάχῳ οσπριοπώλη, ΙΙ, 203.
Συμμάχω στρατηγῷ, ΙΙ, 165.
Συμπλικίῳ ἐξκέπτωρι, ΙΙ, 197.
Συριανό, 17, 50.
Συριανῷ μοναχών. ΙΙ, 63.
Σωζομένῳ, 1, 148.
Σωκράτει κόμητο, ΙΙ, 200.
Σωκράτει πρεσβυτέρῳ, 1, 322.
Σωκρατίῳ ἐξκέπτωρ, 11, 54.
Σωσάνδρῳ πριμισκρινίῳ, 1, 239,
Φάλκονι κουράτορι, ΙΙ, 295.
Φαρετρίῳ μηχανικῷ, ΙΙ, 262.
Φαρισμανίμῳ δεκεμβρίῳ, 111, 71.
Φαρισμανίῳ, ἢ Φαρισμανίμῳ,
Φαυστιανῷ, 1, 45.
Φαυστινιανῷ, ΙΙΙ, 14.
Φαυστίνῳ κουβικλαρίῳ, ΙΙ, 328.
Φαυστίνω μοναχῷ, 11, 45.
Φαύστῳ μοναχῷ, ΙΙ, 85, 86. 97.
Φαύστῳ Λα. οἱ Ἐπ. μοναχοῖς, ΙΙΙ,
Φαύστῳ πρωτεύοντι, Ι. 255.
Φεβρουαρίῳ διακόνῳ. 1. 280.
Φήλικι πρεσβυτέρω, 1, 502, 111, 117.
Φηλικησσίμῳ διακόνῳ, ΙΙ, 534, 352,
Φιλαγρίῳ ἀναγνώστη, Ι, 175, 176.
Φιλαγρίῳ ἐπισκόπω, ΙΙΙ, 126.
Φιλαγρίω πρεσβυτέρω, 1, 84, 85.
Φιλαγρίω πρωτεύοντι 111, 89.
Φιλήμον: ἐπισκόπῳ, ΙΙΙ, 251.
Φιλίππῳ, 111, 185, 296.
Φιλίππω σχολαστικῷ, Ι, 44.
Φιλοξένῳ ἀρχιμανδρίτη, 11, 127.
Φιλοξένω κτ σοφύλακι, ΙΙ, 146.
Φιλορώμῳ κόμητι. 1, 287.
Φιλουμενίῳ, ΙΙΙ, 25.
Φιλουμένῳ ἐγκλείστῳ, ΙΙ, §6.
Φιλουμένῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 267.
Φιλοχρίστῳ ἐπισκόπῳ, 111, 278.
Φίλων, ΙΙ, 230.
Φίλωνι ἐπισκόπῳ, 11, 160.
Beginnings of LettersEpistolarum initia
col. 67–68page 5 of 262
PG 79:67Φίλωνι ἱλλουστρίῳ, Ι, 138. Φίλωνι πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 521. Φιρμιλλιανῷ, 1, 320, 321. Φιρμίνῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙ, 175. Φίρμω σκρινιαρίω, 1, 82. Φλαβιανῷ, 1, 108. Φλαυίανῷ, Ι, 80. 81. Φλορεντίῳ διακόνῳ, 8, 9. Φλορίωνι μοναχῷ, ΙΙ, 61. Φουρτουνάτῳ, Ι, 99. Φράγκῳ καγκελλαρίω, ΙΙ, 234. Φρόντων ἀρχιμανδρίτη, 11, 88. Φρουμεντίῳ ἐκκλησιεκδίκῳ, 171. Φρουμεντίῳ κόμητι, ΙΙ, 27. Φωκᾷ ἀναγνώστῃ, 111, 202. Φωτεινῇ καὶ Δωρ., ΙΙ, 31. Χ Χαρικλεί, η Χαρικλίτῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 243. Χαρισίῳ ἐπισκόπιο, ΙΙ, 24. Χαρίτωνι, ΙΙΙ, 264. Χαρίτωνε μοναχῷ, ΙΙ, 59. Χειμασίῳ μοναχῷ, Ι, 333. Χειμασίφ Χίλωνι δομεστίκῳ, 11, 158. Χιονίῳ σελεντιαρίω, 14. Χρυσάνθῳ ἀναγνώστη, 111, 93. Χρυσαφίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 111. Χρυσέρωτι σοφιστῇ, 11, 49. Χρυσίππῳ κουράτορι, ΙΙΙ, 177. Χρυσογένει κλήσουαρίῳ, 1, 456. Ωριγένει, ΙΙΙ, 280. Ωρίωνι ἐκδίκῳ, ΙΙ, 164. Αγαλλίαμα ὑπάρχουσι τῆς δαιμόνων μανίας, ΙΙΙ, "Αγαν φθονοῦσιν οἱ δαίμονες, ΙΙ, 140. Αγνοοῦσιν οἱ δαίμονες, 111, 194. Αγωνισώμεθα μηδὲ τὸ ἀκαρὲς, ΙΙΙ, 297. ᾿Αγώνος πολλοῦ χρεία, καὶ, ΙΙΙ, 148. Αδύνατον ἄλλως σωθῆναι, ΙΙΙ, 280. Αθεον παντελῶς, καὶ ἀσεβές, ΙΙ, 299. Αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν, ΙΙ, 34. Αιθίωψ μὲν οὐκ ἀλλάττει τὸ δέρμα, 1, 303. Αἰνεῖτε αὐτὸν, φησίν, ἐν χορδαίς, Ι, 240. Αἱ παρὰ τῷ προφήτη Ζαχαρία, ΙΙ, 15. Α' χεῖρες τοῦ Ἰσραὴλ, φησιν, 11, 262. Αἱ χεῖρες τοῦ Χριστοῦ προσπαγείσαι, Ι, 328. Ακριβῶς ὀφείλει γινώσκειν, ΙΙΙ, 329. ᾿Αληθινὸν ἐγὼ προσαγορεύσω, ΙΙ, 127. ᾿Αληθώς μεγάλας ατιμίας, ΙΙΙ, 250. ᾿Αλλὰ καὶ σὺ ἀοράτως εχρίσθης, ΙΙ, 92. ᾿Αλλ' ἡμῖν, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, 1, 248. *Αλλοι καθεκάστην τοῖς πόνοις, 11, 90. Αλλος τρὸς ἄλλο τι νένευχε, 11, 230. Αμαθεῖς τινες, καὶ φιλόκοσμοι, 1, 50. Αμαρτία γὰρ οὐκ ἐλλογιεῖται, Ι, 9. Αμα τις λοιδορήσει τὸν πλησίον, ΙΙ, 166. Αμήχανον χωρίς λύπης, 111, 147. Αμήχανον δίχα πόνων, 111, 210. ᾿Αναγκαῖον εἰδέναι, ὅτι μέλλεις, ΙΙΙ, 177. ᾿Αναγκαῖον δὲ ἡμᾶς μιμουμένους, 11, 93. Ανάγνωθι, τι Κορινθίοις, 1, 65. Αναμνήσθητί μοι τῶν τοῦ Σωτῆρος, 1, 116. ᾿Ανάξιος ὢν πιστεῦσαι, 1, 22. ᾿Ανασταυροῦντες, φησί, τὸν Υἱόν, Ι, 204. Αν βούλει ἄρχειν τῆς ἐπαρχίας, Ι, 161. Ανέγνως ἐν τῷ Ἰεζεκιήλ, 10, 52. Ανέγνως πολλάκις, τί γράφει, Ι. 164. "Αν ἐκ τοῦ βάθους τῆς καρδίας, 11, 81. Ανευφημοῦμεν, δοξάζομεν, Ι, 255. ῎Ανθρωποι μὲν ἴσως, 19, 37. "Ανθρωπος οὐκ ἔχω, ΙΙΙ, 236. Ανθρωπος ἐξασθενήσας, και, 1, 207. Ανθρωπος μὲν κατὰ τὸ φαινόμενον, Ι, 171. Αν μικρὸν κοπιάσης καθαρίσαι, ΙΙ. 7. ᾿Ανόητόν σε, καὶ ἀσύνετον, 1, 309. *Αν προφθάσας τὸ φρόνημα, 11, 287. "Αν σαυτῷ συνεθίσῃς μὴ ὁρᾶν, ΙΙΙ, 97. Ἀντὶ τῶν πατέρων ἐγεννήθησαν, Ι, 320. *Ανω βλέπε πρός Θεόν, ΙΙ, 25. Ανωθεν το συμφέρον ἡμῖν ὁ Θεὸς, Ι, 251. *Ανω χρὴ πάντοτε νεύειν, 111, 173. Απερ ἀπλήστως συναθροίζεις, ΙΙ, 177. Απερ τις ἐπιποθεῖ, καὶ στέργει, ΙΙΙ, 8. Απεστάλθαι λέγεται ὁ Υἱός, Ι, 219. Απηρυθριασμένως τολμήσαντος, 1, 234. Αποκάλυψαν πρὸς Κύριον, ΙΙΙ, 200. ᾿Απὸ κεφαλῆς σανὶρ καὶ Ἑρμών, 1, 331. Απόκρυφον τῆς ψυχῆς ταμεῖον, ΙΙΙ, 64, Απολώ, φησί, θηρία πονηρά, 111, 181. ᾿Αποστραφεὶς ὁ Θεὸς τοὺς σοφιστάς, 1, 409. Ασαφές λέγεις ὑπάρχειν, ΙΙ, 144. ῎Ατοπον ἂν εἴη ἐφ' ὑψηλοῦ μὲν, ΙΙ, 115. Ατοπον ἂν εἴη τύπτειν τὴν σύμβιον, ΙΙ, 209. *Ατοπον δράν πράγμα δοκεῖς, Ι, 129. Αὐτὸς δι' ἑαυτοῦ πρὸς σέ, 1, 213. Αφικτέον τῆς δουλοπρεπείας, 57. Βεβούλησαι καὶ τὸν χρύσεον, Ι, 496. Βέλτιστον νῦν ἐπιφθέγξασθαί σοι, 11, 47. Βλαβερὸν ἄγαν τὸ λόγον, 1, 89. Βλέπε μοι τοὺς ἐξ Εβραίων, Ι, 93. Βλέπετε, ὅτι οὐχὶ πρώτη φυλακῇ, ΙΙΙ, 206. Βλέπω σε, ἀδελφὲ, ὅτι ψώρας, 1, 29. Βληχηματώδης τις, καὶ ἄλογος, 11, 236, Βούλομαί σε τῷ τρόπῳ, ΙΙ, 291. Γέγραπται, ὅτι συνήγοντο πρὸς, 111, 201. Γέγραφας, ὅτι εἰ πρῶτον, 1, 269. Γέγραφας, τίνος χάριν οὐ παύομαι, 1, 301. Γεγράφατε ἀπηλλάχθαι τῆς ψυχ., 101, 102. Γεγράφηκάς μοι λέγων, ὅτι, Ι, 28. Γεγράφηκας, ὅτι τὸν κόκκον, Ι, 111. Γίνωσκε, ὅτι ὅσον πολλὰ ἀῤῥωστεῖ;, 111, 281. Γλυκάδιος μὲν τὸ ὄνομα, 1, 252. Γλυκὺς τοῦ δούλου ὁ ὕπνος, φησί, ΗΙ, 178. Γνῶθι, ὅτι ἡμαρτες, και, ΙΙ, 303. Γνῶθι σαυτὸν πρὸ πάντων, ΙΙΙ, 314. Γράφεις, καὶ πόσος ἄρα χρόνος, 33. Γράφεις μοι, εἰ ἄρα πρεπωδέστατον, 61. Γράφεις μοι ἐρᾷν πάνυ, ΙΙΙ, 154. Γυμνάσωμεν τὸν νοῦν πρὸς, ΙΙΙ, 293. Γυνὴ τὸ σῶμα τυγχάνεις, ΙΙ, 116. Δανιὴλ μὲν ὡς οἰκέτης, 1, 88. Δεῖ τὸν νέον ἀσκεῖν, ΙΙΙ, 503. Δεσπότης ἐστὶν ὁ νοῦς, δοῦλος δὲ, 1, 160. Δεῦτε, φησὶν ὁ προφήτης, ΙΙ, 49. Διαπορεῖν φάσκεις, τίς τε ἂν εἴη, ΙΙ, 238. Διατὶ ἐκ πολλῆς, καὶ ἀκαίρου, ΙΙ, 60. Διατί μοχθεῖς πολλά, 1, 192. Διατί οἱ οὐράνιοι ρήτορες, ΙΙ, 524. Διατί τους πόδας μόνον, 1, 80. Διὰ τοῦ Ἱερεμίου ὁ Κύριος εἴρηκεν, Ι, 131. Διὰ τοῦτο Ἑβραῖοί ποτὲ ἁμαρτάνοντες, ΙΙΙ, 88.
Φίλωνι ἱλλουστρίῳ, Ι, 138.
Φίλωνι πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 521.
Φιρμιλλιανῷ, 1, 320, 321.
Φιρμίνῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙ, 175.
Φίρμω σκρινιαρίω, 1, 82.
Φλαβιανῷ, 1, 108.
Φλαυίανῷ, Ι, 80. 81.
Φλορεντίῳ διακόνῳ, IV, 8, 9.
Φλορίωνι μοναχῷ, ΙΙ, 61.
Φουρτουνάτῳ, Ι, 99.
Φράγκῳ καγκελλαρίω, ΙΙ, 234.
Φρόντων ἀρχιμανδρίτη, 11, 88.
Φρουμεντίῳ ἐκκλησιεκδίκῳ, 171.
Φρουμεντίῳ κόμητι, ΙΙ, 27.
Φωκᾷ ἀναγνώστῃ, 111, 202.
Φωτεινῇ καὶ Δωρ., ΙΙ, 31.
Χ
Χαρικλεί, η Χαρικλίτῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 243.
Χαρισίῳ ἐπισκόπιο, ΙΙ, 24.
Χαρίτωνι, ΙΙΙ, 264.
Χαρίτωνε μοναχῷ, ΙΙ, 59.
Χειμασίῳ μοναχῷ, Ι, 333.
Χειμασίφ et sociis monachis, II, 77.
Χίλωνι δομεστίκῳ, 11, 158.
Χιονίῳ σελεντιαρίω, IV, 14.
Χρυσάνθῳ ἀναγνώστη, 111, 93.
Χρυσαφίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 111.
Χρυσέρωτι σοφιστῇ, 11, 49.
Χρυσίππῳ κουράτορι, ΙΙΙ, 177.
Χρυσογένει κλήσουαρίῳ, 1, 456.
Q
Ωριγένει, ΙΙΙ, 280.
Ωρίωνι ἐκδίκῳ, ΙΙ, 164.
S. NILI EPISTOLARUM INITIA.
(Primus numerus librum, secundus epistolas indicat.)
Αγαλλίαμα ὑπάρχουσι τῆς δαιμόνων μανίας, lib. ΙΙΙ,
epist. 302.
"Αγαν φθονοῦσιν οἱ δαίμονες, ΙΙ, 140.
Αγνοοῦσιν οἱ δαίμονες, 111, 194.
Αγωνισώμεθα μηδὲ τὸ ἀκαρὲς, ΙΙΙ, 297.
᾿Αγώνος πολλοῦ χρεία, καὶ, ΙΙΙ, 148.
Αδύνατον ἄλλως σωθῆναι, ΙΙΙ, 280.
Αθεον παντελῶς, καὶ ἀσεβές, ΙΙ, 299.
Αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν, ΙΙ, 34.
Αιθίωψ μὲν οὐκ ἀλλάττει τὸ δέρμα, 1, 303.
Αἰνεῖτε αὐτὸν, φησίν, ἐν χορδαίς, Ι, 240.
Αἱ παρὰ τῷ προφήτη Ζαχαρία, ΙΙ, 15.
Α' χεῖρες τοῦ Ἰσραὴλ, φησιν, 11, 262.
Αἱ χεῖρες τοῦ Χριστοῦ προσπαγείσαι, Ι, 328.
Ακριβῶς ὀφείλει γινώσκειν, ΙΙΙ, 329.
᾿Αληθινὸν ἐγὼ προσαγορεύσω, ΙΙ, 127.
᾿Αληθώς μεγάλας ατιμίας, ΙΙΙ, 250.
᾿Αλλὰ καὶ σὺ ἀοράτως εχρίσθης, ΙΙ, 92.
᾿Αλλ' ἡμῖν, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, 1, 248.
*Αλλοι καθεκάστην τοῖς πόνοις, 11, 90.
Αλλος τρὸς ἄλλο τι νένευχε, 11, 230.
Αμαθεῖς τινες, καὶ φιλόκοσμοι, 1, 50.
Αμαρτία γὰρ οὐκ ἐλλογιεῖται, Ι, 9.
Αμα τις λοιδορήσει τὸν πλησίον, ΙΙ, 166.
Αμήχανον χωρίς λύπης, 111, 147.
Αμήχανον δίχα πόνων, 111, 210.
᾿Αναγκαῖον εἰδέναι, ὅτι μέλλεις, ΙΙΙ, 177.
᾿Αναγκαῖον δὲ ἡμᾶς μιμουμένους, 11, 93.
Ανάγνωθι, τι Κορινθίοις, 1, 65.
Αναμνήσθητί μοι τῶν τοῦ Σωτῆρος, 1, 116.
᾿Ανάξιος ὢν πιστεῦσαι, 1, 22.
᾿Ανασταυροῦντες, φησί, τὸν Υἱόν, Ι, 204.
Αν βούλει ἄρχειν τῆς ἐπαρχίας, Ι, 161.
Ανέγνως ἐν τῷ Ἰεζεκιήλ, 10, 52.
Ανέγνως πολλάκις, τί γράφει, Ι. 164.
"Αν ἐκ τοῦ βάθους τῆς καρδίας, 11, 81.
Ανευφημοῦμεν, δοξάζομεν, Ι, 255.
῎Ανθρωποι μὲν ἴσως, 19, 37.
"Ανθρωπος οὐκ ἔχω, ΙΙΙ, 236.
Ανθρωπος ἐξασθενήσας, και, 1, 207.
Ανθρωπος μὲν κατὰ τὸ φαινόμενον, Ι, 171.
Αν μικρὸν κοπιάσης καθαρίσαι, ΙΙ. 7.
᾿Ανόητόν σε, καὶ ἀσύνετον, 1, 309.
*Αν προφθάσας τὸ φρόνημα, 11, 287.
"Αν σαυτῷ συνεθίσῃς μὴ ὁρᾶν, ΙΙΙ, 97.
Ἀντὶ τῶν πατέρων ἐγεννήθησαν, Ι, 320.
*Ανω βλέπε πρός Θεόν, ΙΙ, 25.
Ανωθεν το συμφέρον ἡμῖν ὁ Θεὸς, Ι, 251.
*Ανω χρὴ πάντοτε νεύειν, 111, 173.
Απερ ἀπλήστως συναθροίζεις, ΙΙ, 177.
Απερ τις ἐπιποθεῖ, καὶ στέργει, ΙΙΙ, 8.
Απεστάλθαι λέγεται ὁ Υἱός, Ι, 219.
Απηρυθριασμένως τολμήσαντος, 1, 234.
Αποκάλυψαν πρὸς Κύριον, ΙΙΙ, 200.
᾿Απὸ κεφαλῆς σανὶρ καὶ Ἑρμών, 1, 331.
Απόκρυφον τῆς ψυχῆς ταμεῖον, ΙΙΙ, 64,
Απολώ, φησί, θηρία πονηρά, 111, 181.
᾿Αποστραφεὶς ὁ Θεὸς τοὺς σοφιστάς, 1, 409.
Ασαφές λέγεις ὑπάρχειν, ΙΙ, 144.
῎Ατοπον ἂν εἴη ἐφ' ὑψηλοῦ μὲν, ΙΙ, 115.
Ατοπον ἂν εἴη τύπτειν τὴν σύμβιον, ΙΙ, 209.
*Ατοπον δράν πράγμα δοκεῖς, Ι, 129.
Αὐτὸς δι' ἑαυτοῦ πρὸς σέ, 1, 213.
Αφικτέον τῆς δουλοπρεπείας, IV, 57.
Βεβούλησαι καὶ τὸν χρύσεον, Ι, 496.
Βέλτιστον νῦν ἐπιφθέγξασθαί σοι, 11, 47.
Βλαβερὸν ἄγαν τὸ λόγον, 1, 89.
Βλέπε μοι τοὺς ἐξ Εβραίων, Ι, 93.
Βλέπετε, ὅτι οὐχὶ πρώτη φυλακῇ, ΙΙΙ, 206.
Βλέπω σε, ἀδελφὲ, ὅτι ψώρας, 1, 29.
Βληχηματώδης τις, καὶ ἄλογος, 11, 236,
Βούλομαί σε τῷ τρόπῳ, ΙΙ, 291.
Γέγραπται, ὅτι συνήγοντο πρὸς, 111, 201.
Γέγραφας, ὅτι εἰ πρῶτον, 1, 269.
Γέγραφας, τίνος χάριν οὐ παύομαι, 1, 301.
Γεγράφατε ἀπηλλάχθαι τῆς ψυχ., 101, 102.
Γεγράφηκάς μοι λέγων, ὅτι, Ι, 28.
Γεγράφηκας, ὅτι τὸν κόκκον, Ι, 111.
Γίνωσκε, ὅτι ὅσον πολλὰ ἀῤῥωστεῖ;, 111, 281.
Γλυκάδιος μὲν τὸ ὄνομα, 1, 252.
Γλυκὺς τοῦ δούλου ὁ ὕπνος, φησί, ΗΙ, 178.
Γνῶθι, ὅτι ἡμαρτες, και, ΙΙ, 303.
Γνῶθι σαυτὸν πρὸ πάντων, ΙΙΙ, 314.
Γράφεις, καὶ πόσος ἄρα χρόνος, ΙV, 33.
Γράφεις μοι, εἰ ἄρα πρεπωδέστατον, ΙV, 61.
Γράφεις μοι ἐρᾷν πάνυ, ΙΙΙ, 154.
Γυμνάσωμεν τὸν νοῦν πρὸς, ΙΙΙ, 293.
Γυνὴ τὸ σῶμα τυγχάνεις, ΙΙ, 116.
Δανιὴλ μὲν ὡς οἰκέτης, 1, 88.
Δεῖ τὸν νέον ἀσκεῖν, ΙΙΙ, 503.
Δεσπότης ἐστὶν ὁ νοῦς, δοῦλος δὲ, 1, 160.
Δεῦτε, φησὶν ὁ προφήτης, ΙΙ, 49.
Διαπορεῖν φάσκεις, τίς τε ἂν εἴη, ΙΙ, 238.
Διατὶ ἐκ πολλῆς, καὶ ἀκαίρου, ΙΙ, 60.
Διατί μοχθεῖς πολλά, 1, 192.
Διατί οἱ οὐράνιοι ρήτορες, ΙΙ, 524.
Διατί τους πόδας μόνον, 1, 80.
Διὰ τοῦ Ἱερεμίου ὁ Κύριος εἴρηκεν, Ι, 131.
Διὰ τοῦτο Ἑβραῖοί ποτὲ ἁμαρτάνοντες, ΙΙΙ, 88.
col. 69–70page 6 of 262
PG 79:69Διὰ τοῦτο ὥσπερ τινὰς λιμένας, Ι, 166. Διὰ τῶν κατὰ τόπον καὶ τρόπον, 61. Διηπόρησας ἐπὶ τῷ γεγραμμένῳ, ΙΙΙ, 120. Δικαιοσύνη ἐστὶν ἡ μέν τις, 11, 279. Διστασιάζειν ἔοικας πρὸς ἑαυτὸν, 11, 50. Δύναται πρώην διὰ τῆς ἀμελείας, 111, 25. Δύναταί τις ἐκ δεξιοῦ μέρους, 1, 257. Δύναταί τις καὶ ἐν σώματι ὢν, ΙΙ, 82. β. Δυνήσῃ καὶ ἄλλως τὸ ῥητὸν, 1, 521. Ἐὰν ἀεὶ ἀγωνίσῃ τοὺς δαίμονας. 1, 500. Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν, ΙΙ, 306, Ἐὰν γλίχῃ εἰσελθεῖν, 111, 285. Ἐὰν εἶδές τινας ἀκαθαριώτερον, ΙΙΙ. 56. Ἐὰν ἡμᾶς ἀόκνως ἐκτενῶμεν, 11, 105. Εὰν ἡσυχάζωμεν, καὶ τῇ εὐχῇ, ΙΙΙ. 58. Ἐὰν θέλωμεν διὰ πάντων, Ι, 507. Ἐὰν ἰσχύσῃς ξυνιδείν, 1, 287. Ἐὰν καλὰ πράττεις έργα, 1, 251 Ἐὰν μετὰ κλαυθμού, Ι, 120. Ἐὰν μηδείς - Κἂν μηδείς, ΙΙΙ, 74. Ἐὰν μή τις ὁπλίσηται, 11, 309. Εάν πολυπραγμονεῖς, καὶ ἡδέως, ΙΙ, 29. Ἐὰν πρὸ τῶν ἀγαθῶν πράξεων, ΙΙΙ, 24. Ἐὰν πρὸς τὸ παρὸν διὰ τῶν ποικίλων, 17, 39. Εάν σκανδαλίζῃ σε ο δεξιός, ΙΙΙ, 188. Ἐὰν συνεθίσῃς ἑαυτῷ, 111, 248. Ἐὰν συνεχῶς τῷ σημείῳ, Η, 304. Ἐὰν τὴν στεφάνην ἐπιθῶμεν, Ι, 61. Εάν τι γέγραπται ἐν τῇ Παλαιᾷ, ΙΙ, 223. Ἐὰν φυτὸν δυνηθῇ καρποφορήσαι, ΙΙ, 71 Ἐβάφης τὸν λογισμόν τῷ, Ι, 106. Εβδελύξατό σε ἡ στολή σου, 10. Ἐγγίσατε, φησί, τῷ Θεῷ, ΙΗ, 277. Εγενήθη, φησὶν ὁ μακάριος Δαβίδ, 111, 255. Εγνων ποτέ τινα ἄνθρωπον, 11, 217. Εγνων τινὰς ἀδελφούς, ΙΙΙ, 239. Εγνως μέμψεις τινὰς ὑποβλ., 11, 146. Ἐγὼ δὲ ὡς ἡ ἐλαία, ΙΙΙ, 28. Ἐγὼ θαυμάζω, πῶς τῶν σοφῶν, ΙΙ, 29. Ἐγὼ οὐκ ἂν λοιδορήσαιμι, 1, 130. Εγώ, φησίν, ἐλήλυθα, ΙΙ, 278. Εζήτησε σε πολλάκις τὸ πνεῦμα, ΙΙ, 129. Εθος ἔχεις πρόχειρον, 1, 217. Εθος τοῖς ἁγίοις εὐχαριστεῖν, Ι, 188. Εἰ ἀδυνατεῖς ὑπὲρ σεαυτοῦ, ΙΙΙ, 141. Εἰ ἀνθρώπου Ιατρού, 44. Εἰ βλάψει κύων ὑλακτῶν, Ι, 315. Εἰ βούλει ἀνελθεῖν εἰς τὸ θυσιαστήριον, ΙΙ, 98. Εἰ βούλει ἐξαφανίσαι τὰς, ΙΙΙ, 278. Εἰ βούλει μὴ ἐμπεσεῖν εἰς πᾶσαν, ΙΙΙ, 55. Εἰ βούλει μήτε ἐνταῦθα, 60. Εἰ βουλόμεθα καὶ ἡμεῖς, ΙΙ, 310. Εἶδον ἐγὼ μαστιγούμενον, ΙΙ, 245. Εἰ εἰς ἄγγελον φωτὸς ὁ διάβολος, 11, 295. Εἰ ἐκ πολλῆς χαρμονής, 1, 58. Εἰ ἐκ προσώπου τοῦ Δεσπότου, 1, 293. Εἰ ἔστι τυφλὸς πλοῦτος, 1, 143. Εἰ ἑτέρους πλεονεκτῶν, καὶ κατὰ, 11, 302. Εἰ θαυμάζεις τὸ κάλλος βλέπων, 111, 315. Εἰ Θεὸς ἀπηγόρευσε μὴ ποιεῖν, 11, 205. Εἰ κατὰ τὸν ᾿Απολλινάριον λέγεις, 1, 272. Εἰκότως τεθαύμακας, 1, 65. Εἰ καὶ αὐτεξουσίῳ τῆς προαιρέσεως, 1, 15. Εἰ λυποῦμεν τὸν Θεὸν καταφρον. ΙΙ, 122. Εἰ μὲν πρὸς Θεὸν ἔχων τῶν ἔρωτα, 11, 161. Εἰ μέχρι τῆς ἐσχάτης τοῦ ἀνθρώπου, 111, 270. Εἰ μὴ διὰ τὴν Χριστοκονίαν, Ι, 56. Εἰ μὴ ἐγένετο διωγμός, 111, 80. Εἰ μὴ ὄντα σε εἰς τὸ εἶναι, 39. Εἰ μὴ ὁ τῶν ὅλων Θεός, ΙΙ, 233. Εἰ μὴ τῶν μακαρίων, καὶ ὄντως, ΙΙ, 36. Εἰ ὁ λογισμός του θυμοῦ, ΙΙ, 257. Εἰ οἱ ἐχθροὶ τῆς ζωῆς ἡμῶν, ΙΙΙ, 273. Εἰ ὅλως δοκεῖς ἐπάνω ἴστασθαι, ΙΙΙ, 6. Εἰ ὅλως ἡμᾶς ἐκλέξασθαι, ΙΙΙ, 246. Εἰ ὅλως λέγεις μηκέτι δύνασθαι, ΙΙ, 150. Εἰ ὅλως τῷ Θεῷ νομίζει ὁ κατὰ, ΙΙ, 84. Εἰ ὁ πολυφωνότατος τοῦ ᾿Απόλλωνος, ΙΙ, 42. Εἰ ὀσμὴ ἰχθύος ποταμιαίου, 17, 2. Εἰ οὐρανούς καινούς, καὶ γῆν, ΙΙ, 247. Εἰ πάντες, ὡς λέγεις, σώζονται, 1, 261. Εἰπὲ πρὸς τὸν σὸν ἑταῖρον, 1, 11. Είπερ δήμος ψυχῶν, 1, 189. Είπερ δι' ὀλίγης τινὸς, καὶ, ΙΙΙ, 109. Εἴπερ ἐσθίειν μέλλομεν, 1, 55. Είπερ θάλασσαν εἶναι λέγεις, ΙΙ, 271. Είπερ μοχθηρά γνώμη, ΙΙΙ, 111. Είπερ τὴν ἰδίαν πεπείκαμεν, Ι, 175. Εἰ πιστεύεις, ὅτι Σαμψών τῇ πίστει, ΙΙΙ, 255. Εἰ πολλαὶ μοναὶ παρὰ τῷ Πατρὶ, Π, 112. Εἰ πολλάκις ὠφελήθημεν, ΙΙΙ, 160. Εἶργε τὸν ὀφθαλμόν σου, ΙΙ, 119. Εἴρηκας ἀρετῆς μὲν ἀπεσχοινίσθαι. 17, 17. Εἴρηκας διὰ τοῦτο πολλάκις, 1, 75. Ειρήκασί τινες τετηρηκότες, ΙΙΙ, 241. Εἴρηκας μετὰ τὸ ἄγαν πολυπραγμ.. ΙΙ, 183. Εἴρηκας μετὰ τὸ ἄγαν καταξηράναι, ΙΙΙ, 73. Εἴρηκας μοι ἄγαν, ΙΙ, 182. Εἴρηκας, ὅτι κατὰ τὴν Γραφὴν, ΙΙΙ, 228. Εἴρηκας τὴν σποδιὰν τῶν ἀνθρωπίνων, 1, 112. Εἰρήκατε πάνυ ἐν ταῖς ἡμέραις, 111, 99. Εἰσελεύσεται, φησὶν ἡ νόμος, Ι, 208. Εἰσῆλθε, φησὶ Μωϋσής, 1, 216. Εἰσί τινες ἐν κόσμῳ βιωτικοί, ΙΙΙ, 153. Εἰσί τινες καὶ ἀρτίως ποταμοὶ, ΙΙ, 183. Εἰσί τινες καταστάσεις, καὶ ἕξεις, ΙΙ, 83. Εἰς ὑπάρχει ὁ μονογενής Υιός, ΙΙ, 91. Εἰ τὰ ἁμαρτήματα μετὰ τοσαύτης, ΙΙΙ, 18. Εἰ τὰ μὴ ὄντα ποιεῖ, Ι, 236. Εἰ τὴν σοφὴν μέλισσαν, ΙΙ, 208. Εἰ τιμᾶς τὸν Θεὸν, τίμα, ΙΙΙ, 96. Εἴ τις βούλοιτο τῶν ἀπαιδεύτων, Ι, 156. Εἴ τις δυνηθείη κατὰ ψυχήν, Ι, 175. Εἴ τις εἰδώλῳ αἰσχρᾶς ἐπιθυμίας, ΙΙΙ, 331. Εἴ τις εὐχαρίστως ήνεγκε, 1, 312. Εἴ τις μὴ περιτμηθῇ, φησί, 1, 15. Εἴ τις τῶν νοσούντων της, ΙΙ, 232. Εἴ τις, φησὶν, ἄνθρωπος, 1, 276. Εἰ τὸν Δαυΐδ διασύρεις δέκα, 11, 169. Εἰ τὸ σῶμα νοσώδες ἔχων, Ι, 245. Εἰ τῷ ζυγῷ τῆς πανευφήμου. ΙΙ, 65. Εἰ ὑπὲρ τὰς τρίχας τῆς νοητής, ΙΙΙ, 291. Εἰ Χριστὸς ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων, ΙΙΙ. 127. Εἰ ψέγεις τὴν εἰς τὸ χεῖρον στροφήν, ΙΙ, 26. Εἴωθεν ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, ΙΙΙ, 292. Εκαστος ἁμαρτάνων μακρύνεται, ΙΙ, 186. Εκλάμψουσι, φησί, τὸ τηνικαῦτα, ΙΙΙ, 212. Ἐκ παπύρου καὶ κόλλης, Ι, 44. Εκ ταπεινώσεως μόνης σέσωσται, ΙΙ, 203. Ἐκ τῆς κατὰ τὴν Δίναν, ΙΙ, 68. Ἐκ τῆς πικρᾶς βαρβάρων, 11, 267. Εκ τίνων σημείων νοήσας, ΙΙ, 152. Ἐκ τοῦ λέγειν τὸν ἅγιον· Τίς δώσει, ΙΙΙ, 271. Ἐκ τοῦ μὴ φοβεῖσθαι Θεὸν, ἀδελφὲ, 1, 39. Ἐκ τοῦ μὴ φοβεῖσθαι Θεὸν γίνεται, ΙΙΙ, 136. Ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐγεννήθη ὁ Υἱός, 11, 323. Ἐκ τοῦ πολλὰς, καὶ ἀδιακρίτους, ΙΙΙ, 114. Ἐλπίσωμεν ἐπὶ τὸν Θεὸν, 1, 39. Ἐμὴ τὴν μετρίαν είδησιν, 111, 242. Ἐμιμήσω τῇ ἁγνείᾳ, καὶ τῇ, Ι, 181. Εμπρόσθια τῆς ψυχῆς νοητέον, 111, 184. Εναγχος τῶν βιωτικῶν ἀποστατ., 111, 223. Ἐναλλάξας τὰς χεῖρας, 1, 91. Ἐνδέχεται ἀπεκδύσασθαι, 11, 242. Ενεστι τὸ θηρίων τῷ γενικῷ λόγῳ, ΙΙΙ, 131. Ἐνικήθης πολλάκις, και, ΙΙΙ, 112. Ἐν καιρῷ σωματικῆς ἀσθενείας, ΙΙΙ, 237. Ἐν κακίᾳ προσώπου, φησὶ Σολομών, ΙΙ, 231. Ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας, 1, 132. Ἐν μὲν τοῖς στρατολογήμασιν, 4. Ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος, Ι, 154. Ἐν παντὶ μὲν καιρῷ, μάλιστα δὲ, ΙΙΙ, 117.
EPISTOLARUM INITIA.
Διὰ τοῦτο ὥσπερ τινὰς λιμένας, Ι, 166.
Διὰ τῶν κατὰ τόπον καὶ τρόπον, IV, 61.
Διηπόρησας ἐπὶ τῷ γεγραμμένῳ, ΙΙΙ, 120.
Δικαιοσύνη ἐστὶν ἡ μέν τις, 11, 279.
Διστασιάζειν ἔοικας πρὸς ἑαυτὸν, 11, 50.
Δύναται πρώην διὰ τῆς ἀμελείας, 111, 25.
Δύναταί τις ἐκ δεξιοῦ μέρους, 1, 257.
Δύναταί τις καὶ ἐν σώματι ὢν, ΙΙ, 82.
β. Δυνήσῃ καὶ ἄλλως τὸ ῥητὸν, 1, 521.
Ἐὰν ἀεὶ ἀγωνίσῃ τοὺς δαίμονας. 1, 500.
Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν, ΙΙ, 306,
Ἐὰν γλίχῃ εἰσελθεῖν, 111, 285.
Ἐὰν εἶδές τινας ἀκαθαριώτερον, ΙΙΙ. 56.
Ἐὰν ἡμᾶς ἀόκνως ἐκτενῶμεν, 11, 105.
Εὰν ἡσυχάζωμεν, καὶ τῇ εὐχῇ, ΙΙΙ. 58.
Ἐὰν θέλωμεν διὰ πάντων, Ι, 507.
Ἐὰν ἰσχύσῃς ξυνιδείν, 1, 287.
Ἐὰν καλὰ πράττεις έργα, 1, 251
Ἐὰν μετὰ κλαυθμού, Ι, 120.
Ἐὰν μηδείς - vide Κἂν μηδείς, ΙΙΙ, 74.
Ἐὰν μή τις ὁπλίσηται, 11, 309.
Εάν πολυπραγμονεῖς, καὶ ἡδέως, ΙΙ, 29.
Ἐὰν πρὸ τῶν ἀγαθῶν πράξεων, ΙΙΙ, 24.
Ἐὰν πρὸς τὸ παρὸν διὰ τῶν ποικίλων, 17, 39.
Εάν σκανδαλίζῃ σε ο δεξιός, ΙΙΙ, 188.
Ἐὰν συνεθίσῃς ἑαυτῷ, 111, 248.
Ἐὰν συνεχῶς τῷ σημείῳ, Η, 304.
Ἐὰν τὴν στεφάνην ἐπιθῶμεν, Ι, 61.
Εάν τι γέγραπται ἐν τῇ Παλαιᾷ, ΙΙ, 223.
Ἐὰν φυτὸν δυνηθῇ καρποφορήσαι, ΙΙ, 71
Ἐβάφης τὸν λογισμόν τῷ, Ι, 106.
Εβδελύξατό σε ἡ στολή σου, IV, 10.
Ἐγγίσατε, φησί, τῷ Θεῷ, ΙΗ, 277.
Εγενήθη, φησὶν ὁ μακάριος Δαβίδ, 111, 255.
Εγνων ποτέ τινα ἄνθρωπον, 11, 217.
Εγνων τινὰς ἀδελφούς, ΙΙΙ, 239.
Εγνως μέμψεις τινὰς ὑποβλ., 11, 146.
Ἐγὼ δὲ ὡς ἡ ἐλαία, ΙΙΙ, 28.
Ἐγὼ θαυμάζω, πῶς τῶν σοφῶν, ΙΙ, 29.
Ἐγὼ οὐκ ἂν λοιδορήσαιμι, 1, 130.
Εγώ, φησίν, ἐλήλυθα, ΙΙ, 278.
Εζήτησε σε πολλάκις τὸ πνεῦμα, ΙΙ, 129.
Εθος ἔχεις πρόχειρον, 1, 217.
Εθος τοῖς ἁγίοις εὐχαριστεῖν, Ι, 188.
Εἰ ἀδυνατεῖς ὑπὲρ σεαυτοῦ, ΙΙΙ, 141.
Εἰ ἀνθρώπου Ιατρού, ΙV, 44.
Εἰ βλάψει κύων ὑλακτῶν, Ι, 315.
Εἰ βούλει ἀνελθεῖν εἰς τὸ θυσιαστήριον, ΙΙ, 98.
Εἰ βούλει ἐξαφανίσαι τὰς, ΙΙΙ, 278.
Εἰ βούλει μὴ ἐμπεσεῖν εἰς πᾶσαν, ΙΙΙ, 55.
Εἰ βούλει μήτε ἐνταῦθα, II, 60.
Εἰ βουλόμεθα καὶ ἡμεῖς, ΙΙ, 310.
Εἶδον ἐγὼ μαστιγούμενον, ΙΙ, 245.
Εἰ εἰς ἄγγελον φωτὸς ὁ διάβολος, 11, 295.
Εἰ ἐκ πολλῆς χαρμονής, 1, 58.
Εἰ ἐκ προσώπου τοῦ Δεσπότου, 1, 293.
Εἰ ἔστι τυφλὸς πλοῦτος, 1, 143.
Εἰ ἑτέρους πλεονεκτῶν, καὶ κατὰ, 11, 302.
Εἰ θαυμάζεις τὸ κάλλος βλέπων, 111, 315.
Εἰ Θεὸς ἀπηγόρευσε μὴ ποιεῖν, 11, 205.
Εἰ κατὰ τὸν ᾿Απολλινάριον λέγεις, 1, 272.
Εἰκότως τεθαύμακας, 1, 65.
Εἰ καὶ αὐτεξουσίῳ τῆς προαιρέσεως, 1, 15.
Εἰ λυποῦμεν τὸν Θεὸν καταφρον. ΙΙ, 122.
Εἰ μὲν πρὸς Θεὸν ἔχων τῶν ἔρωτα, 11, 161.
Εἰ μέχρι τῆς ἐσχάτης τοῦ ἀνθρώπου, 111, 270.
Εἰ μὴ διὰ τὴν Χριστοκονίαν, Ι, 56.
Εἰ μὴ ἐγένετο διωγμός, 111, 80.
Εἰ μὴ ὄντα σε εἰς τὸ εἶναι, 1V, 39.
Εἰ μὴ ὁ τῶν ὅλων Θεός, ΙΙ, 233.
Εἰ μὴ τῶν μακαρίων, καὶ ὄντως, ΙΙ, 36.
Εἰ ὁ λογισμός του θυμοῦ, ΙΙ, 257.
Εἰ οἱ ἐχθροὶ τῆς ζωῆς ἡμῶν, ΙΙΙ, 273.
Εἰ ὅλως δοκεῖς ἐπάνω ἴστασθαι, ΙΙΙ, 6.
Εἰ ὅλως ἡμᾶς ἐκλέξασθαι, ΙΙΙ, 246.
Εἰ ὅλως λέγεις μηκέτι δύνασθαι, ΙΙ, 150.
Εἰ ὅλως τῷ Θεῷ νομίζει ὁ κατὰ, ΙΙ, 84.
Εἰ ὁ πολυφωνότατος τοῦ ᾿Απόλλωνος, ΙΙ, 42.
Εἰ ὀσμὴ ἰχθύος ποταμιαίου, 17, 2.
Εἰ οὐρανούς καινούς, καὶ γῆν, ΙΙ, 247.
Εἰ πάντες, ὡς λέγεις, σώζονται, 1, 261.
Εἰπὲ πρὸς τὸν σὸν ἑταῖρον, 1, 11.
Είπερ δήμος ψυχῶν, 1, 189.
Είπερ δι' ὀλίγης τινὸς, καὶ, ΙΙΙ, 109.
Εἴπερ ἐσθίειν μέλλομεν, 1, 55.
Είπερ θάλασσαν εἶναι λέγεις, ΙΙ, 271.
Είπερ μοχθηρά γνώμη, ΙΙΙ, 111.
Είπερ τὴν ἰδίαν πεπείκαμεν, Ι, 175.
Εἰ πιστεύεις, ὅτι Σαμψών τῇ πίστει, ΙΙΙ, 255.
Εἰ πολλαὶ μοναὶ παρὰ τῷ Πατρὶ, Π, 112.
Εἰ πολλάκις ὠφελήθημεν, ΙΙΙ, 160.
Εἶργε τὸν ὀφθαλμόν σου, ΙΙ, 119.
Εἴρηκας ἀρετῆς μὲν ἀπεσχοινίσθαι. 17, 17.
Εἴρηκας διὰ τοῦτο πολλάκις, 1, 75.
Ειρήκασί τινες τετηρηκότες, ΙΙΙ, 241.
Εἴρηκας μετὰ τὸ ἄγαν πολυπραγμ.. ΙΙ, 183.
Εἴρηκας μετὰ τὸ ἄγαν καταξηράναι, ΙΙΙ, 73.
Εἴρηκας μοι ἄγαν, ΙΙ, 182.
Εἴρηκας, ὅτι κατὰ τὴν Γραφὴν, ΙΙΙ, 228.
Εἴρηκας τὴν σποδιὰν τῶν ἀνθρωπίνων, 1, 112.
Εἰρήκατε πάνυ ἐν ταῖς ἡμέραις, 111, 99.
Εἰσελεύσεται, φησὶν ἡ νόμος, Ι, 208.
Εἰσῆλθε, φησὶ Μωϋσής, 1, 216.
Εἰσί τινες ἐν κόσμῳ βιωτικοί, ΙΙΙ, 153.
Εἰσί τινες καὶ ἀρτίως ποταμοὶ, ΙΙ, 183.
Εἰσί τινες καταστάσεις, καὶ ἕξεις, ΙΙ, 83.
Εἰς ὑπάρχει ὁ μονογενής Υιός, ΙΙ, 91.
Εἰ τὰ ἁμαρτήματα μετὰ τοσαύτης, ΙΙΙ, 18.
Εἰ τὰ μὴ ὄντα ποιεῖ, Ι, 236.
Εἰ τὴν σοφὴν μέλισσαν, ΙΙ, 208.
Εἰ τιμᾶς τὸν Θεὸν, τίμα, ΙΙΙ, 96.
Εἴ τις βούλοιτο τῶν ἀπαιδεύτων, Ι, 156.
Εἴ τις δυνηθείη κατὰ ψυχήν, Ι, 175.
Εἴ τις εἰδώλῳ αἰσχρᾶς ἐπιθυμίας, ΙΙΙ, 331.
Εἴ τις εὐχαρίστως ήνεγκε, 1, 312.
Εἴ τις μὴ περιτμηθῇ, φησί, 1, 15.
Εἴ τις τῶν νοσούντων της, ΙΙ, 232.
Εἴ τις, φησὶν, ἄνθρωπος, 1, 276.
Εἰ τὸν Δαυΐδ διασύρεις δέκα, 11, 169.
Εἰ τὸ σῶμα νοσώδες ἔχων, Ι, 245.
Εἰ τῷ ζυγῷ τῆς πανευφήμου. ΙΙ, 65.
Εἰ ὑπὲρ τὰς τρίχας τῆς νοητής, ΙΙΙ, 291.
Εἰ Χριστὸς ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων, ΙΙΙ. 127.
Εἰ ψέγεις τὴν εἰς τὸ χεῖρον στροφήν, ΙΙ, 26.
Εἴωθεν ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, ΙΙΙ, 292.
Εκαστος ἁμαρτάνων μακρύνεται, ΙΙ, 186.
Εκλάμψουσι, φησί, τὸ τηνικαῦτα, ΙΙΙ, 212.
Ἐκ παπύρου καὶ κόλλης, Ι, 44.
Εκ ταπεινώσεως μόνης σέσωσται, ΙΙ, 203.
Ἐκ τῆς κατὰ τὴν Δίναν, ΙΙ, 68.
Ἐκ τῆς πικρᾶς βαρβάρων, 11, 267.
Εκ τίνων σημείων νοήσας, ΙΙ, 152.
Ἐκ τοῦ λέγειν τὸν ἅγιον· Τίς δώσει, ΙΙΙ, 271.
Ἐκ τοῦ μὴ φοβεῖσθαι Θεὸν, ἀδελφὲ, 1, 39.
Ἐκ τοῦ μὴ φοβεῖσθαι Θεὸν γίνεται, ΙΙΙ, 136.
Ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐγεννήθη ὁ Υἱός, 11, 323.
Ἐκ τοῦ πολλὰς, καὶ ἀδιακρίτους, ΙΙΙ, 114.
Ἐλπίσωμεν ἐπὶ τὸν Θεὸν, 1, 39.
Ἐμὴ τὴν μετρίαν είδησιν, 111, 242.
Ἐμιμήσω τῇ ἁγνείᾳ, καὶ τῇ, Ι, 181.
Εμπρόσθια τῆς ψυχῆς νοητέον, 111, 184.
Εναγχος τῶν βιωτικῶν ἀποστατ., 111, 223.
Ἐναλλάξας τὰς χεῖρας, 1, 91.
Ἐνδέχεται ἀπεκδύσασθαι, 11, 242.
Ενεστι τὸ θηρίων τῷ γενικῷ λόγῳ, ΙΙΙ, 131.
Ἐνικήθης πολλάκις, και, ΙΙΙ, 112.
Ἐν καιρῷ σωματικῆς ἀσθενείας, ΙΙΙ, 237.
Ἐν κακίᾳ προσώπου, φησὶ Σολομών, ΙΙ, 231.
Ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας, 1, 132.
Ἐν μὲν τοῖς στρατολογήμασιν, IV, 4.
Ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος, Ι, 154.
Ἐν παντὶ μὲν καιρῷ, μάλιστα δὲ, ΙΙΙ, 117.
col. 71–72page 7 of 262
PG 79:71Ἐν πλησμονή, φησίν, ἄρτων, ΙΙΙ, 75. Ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρὶ, ΙΙ, 235. Ἐν ταῖς πρὸς τὸ κρεῖττον δεήσεσι, 111, 125. Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε, ΙΙΙ, 68. Ἐν τῷ καιρῷ τοῦ τῆς πορνείας, 1, 6. Ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, φησὶν ὁ Ἀπόστ., 11, 232. Εξεστιν ἐμπεσόντα τινὰ εἰς τὸ, 1, 212. Εξήγαγε δὲ εἰς φῶς σκιὰν θανάτου, ΙΙ, 309. Έξις μὲν ἀπὸ συνηθείας, ΙΙ, 259. Εξω τῆς παρεμβολῆς ἐκβάλλεται, ΙΙΙ, 196. Εοικε τὸ ἡγεμονικὸν τῶν ἁγίων, 1, 108. Ἐπαινῶ σε τὴν κατὰ ψυχήν, ΙΙ, 13. Ἐπαινῶ σου τὰ ῥόδα των θεοφιλῶν, ΙΙ, 88. Ἐπὰν τὴν κεφαλὴν ὁ ὄφις, ΙΙΙ, 130. Επεβίβασας ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς, ΙΙ, 79. Ἐπειδὴ ἀγαπᾶς ὑπερβαλλόντως, 11, 15. Ἐπειδὴ ἀεὶ ἐκ τοῦ ὁρᾶν εἴωθε, ΙΙ, 318. Ἐπειδὴ γέγραφας δι᾿ ἣν αἰτίαν, ΙΙΙ, 286. Ἐπειδὴ γνησίου μου φίλου, 111, 31. Ἐπειδὴ γράφεις μοι πάνυ, 11, 4. Ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖς πλειόνων, ΙΙΙ, 332. Ἐπειδὴ οὐ μικρὸν κακὸν τοῖς εἰκῆ, 1, 277. Ἐπειδὴ οὐχὶ ταπεινοφροσύνης χάριν, 11, 58. Ἐπειδὴ ποθεινῶς τὰς σεπτὰς, 1, 60. Ἐπειδὴ σὺν τοῖς νόμοις, Ι, 76. Επειδή τέσσαρες ὑπάρχουσιν, Ι, 223. Ἐπειδὴ τῆς ἀφάτου κενοδοξίας, 111, 231. Ἐπειδὴ τοὺς θείους λόγους, 1, 118. Ἐπειδὴ τρισὶ φωναῖς ἀρνήσεως, 11, 269. Επείθου μου διὰ τῆς ἐπιστολῆς, ΙΙ, 245. Επεπόθησε, φησίν, ἡ ψυχή μου, ΙΙΙ, 190. Ἐπὶ παντὶ θλιβερῷ, 111, 118. Επιποθεῖ, φησί, τὸ πνεῦμα, Ι, 146. Ἐπὶ πολὺ τῆς ἡλικίας προκόψας, ΙΙΙ, 149. Επισκέψομαι, φησὶν ἡ προφητεία, 1, 285. Επίσταμαι πάντα τὰ πειρατήρια, 1, 196. Επιτετευγμένως ἐῤῥέθη, 11, 221. Ἐπὶ τῶν σωμάτων μία γένεσις, 1, 202. Επιφέρουσι μὲν καὶ δαίμονες, ΙΙ, 214. Ἐπύθου μου ἡ ουσιώδης σοφία, 1, 288. Επύθου ὡς ὁ Θεὸς τοὺς καταφρον., 19. Επωφελὲς ἂν εἴη, 1, 87. Ερωτᾷς με, διατὶ κύνα κέκληκα, 1, 299. Ερωτας με διὰ τοῦ γράμματός σου, 11, 210. Ερωτᾷς με, πῶς δυνατόν ἐστιν, 1, 173. Εστι μὲν ὅτε καὶ ἄλλοι, 1. 294. Εστιν ὅτε δαίμων δαίμονα, 111, 94. Εστιν ὅτε ἦλος τὸν ἦλον ἐξέκοψε, ΙΙΙ, 95. Εστιν ὅτε μέλλοντος τοῦ ἀνθρώπου, 111, 40. Ετέρα ἐστὶν ἡ κατὰ Θεὸν ἀγάπη, 11, 167. Ετεροι μὲν ἐπ᾽ ἀμπελῶσι καὶ, ΙΙ, 41. Ετεροι μὲν ἐπιταγάς μᾶλλον, Ι, 279. Εὐαρεστήσω, φησὶν ὁ Δαυΐδ, ΙΙ, 76. Εύγε τῶν ἡμετέρων κατὰ τὴν ἀναχώρ., 11, 96. Εὖ ἐπιστάμενος Θεοῦ εἶναι, Ι, 225. Εὖ ἴσθι τῶν τὴν μεγίστην ἄθλησιν, ΙΙΙ, 276. Εὗ καὶ τοῦτο φάναι τὴν μέγαν, Ι, 100. Εὐκόλως λίαν πρὸς τὴν ἀλαζονείαν, Ι, 169. Εὐλογήσω, φησί, τὸν Κύριον, ΙΙΙ, 27. Εὐμαρῶς λίαν τῶν θανόντων, 11, 200. Εὐξώμεθα ἐκτενῶς ἐκδιωχθῆναι, 1, 246. Εὑρίσκονται πολλοὶ κατὰ σὲ, ΙΙΙ. 230. Εὐρύνειν δέον τὰς τῆς ψυχῆς, 27. Εὐφημῶ σε ὑπὲρ τὴν σελήνην, ΙΙ, 118. Εὔχονται πολλάκις τινὲς, 1, 527. Έφραξα, φησί, θάλασσαν, 45. Εφ' ὕβρει καὶ ἀτιμίᾳ, 1, 5. Η Η ἁμαρτία πολυσχεδῶς, ΙΙΙ, 261. Ἡ γνῶσις φυσιοί ῥᾳδίως, 111, 76. Η γυνὴ ἐκείνη ἧς τὸ Εὐαγγέλιον, ΙΙΙ, 275. Ηδεται ὁ ἡμέτερος Χριστός, 1, 230 Ηδεται Χριστὸς βιαζομένων ἡμῶν, ΙΙΙ, 306. Ηδέως μὲν κατεργάζει τὰς, ΙΙ, 219. Ηδέως πάνυ ὁ Χριστὸς, ΙΙΙ, 202. Ηδονὴ ἄγκιστρόν ἐστι, 17, 24. Ἠδύνατο ὁ Θεὸς σβέσαι, ΙΙΙ, 14. ῾Η εἰς Θεὸν ἐλπὶς καθά φησιν, 179. Ἡ ἐν τῷ γήρᾳ ἀρετὴ οὐκ ἂν, Ι. 142. Ἡ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πορνικού, ΙΙΙ, 219. Ἡ ἐπιστολή σου τοιοῦτον ἔχει τύπον, 1, 109. Ἠθέλησας μαθεῖν, τί ἄρα, 1, 241. Η καλλίστη μετάγνωσις καὶ, 1, 197. Η κατὰ Θεὸν ἀρετὴ πλούτου, 11, 194. Ἡ κατὰ Χριστὸν τελουμένη. ἐγκράτεια, ΙΙ, 11. Ηκουσά σου πολλάκις, ΙΙΙ, 257. Ἠλίας ὁ Θεσβίτης ὑπὸ φυτόν, 1, 89. Ἠλλωτρίωται τοῦ Θεοῦ ἡ ψυχή σου, Ι, 43. Ἡμεῖς αἴτιοι τῆς ἡμετέρας, ΙΙΙ, 508. Ἡμεῖς ἁμαρτάνοντες τας τιμωρίας, ΙΙΙ, 69. Ἡμεῖς δὲ, φησὶν ὁ ἅγιος Μωϋσής, Ι, 107. Η μὲν ἁμαρτία δίκην καπνοῦ, Ι, 148. Ἡ μὲν ἁμαρτία μαραίνει, 1, 46. Ἡμέρας, φησὶν, ἐκέκραξα, 18, 25. Η μετάνοια ζωοποιεῖ τοῦ τοῖς, 1. 274. Η μήτηρ πασῶν τῶν ἀρετῶν, 111, 90. Ημιμόχθηρος ὑπάρχειν μοι, ΙΙ, 189. Ἡ παρὰ τοῖς ἀφροσιν Ελλησιν, 1, 278. Η παροῦσα νῦν ἔνδεια, 1, 38. Η πληγή μου στερεά, φησὶν Ἱερεμίας, ΙΙ, 407, Η πρώτη του πειρασμοῦ προβολή, 1, 275. Ηρώτησάς με, διατί πρῶτον, 1, 24. Ἠρώτησάς με, πόθεν τοῖς περὶ, 1, 253. Ηρώτησάς με, τί ἐστι ματαιότης, 1, 203. Ἠρώτησάς με, τίνος ένεκεν, ΙΙΙ, 19. Ηρώτησάς με, τίς ἐστιν ἄρα, 11, 162. Ἠρώτησάς με, τίς ἐστιν ὁ παλαιός, 1, 141. Ἠρώτησας, τι ἂν εἴη τὸ γεγραμμένον, 51. Ἠρώτησας, τι ἂν εἴη τοῦ κύκλῳ, 49. Ηρώτησέ με ἡ θεοφιλεία σου, ΙΙΙ, 30. Ηρώτησέ με ἡ ὑμετέρα ἀγάπη, ΙΙ, 33. Ἡ συζυγία τῶν ἐν Ιεριχώ τυφλ., ΙΙ, 243. Η συμβατά σοι λύπη, 1, 105. Ἡ τῶν ἀρετῶν μέθοδος, Ι, 177. Ἡ ὑπακοὴ τῆς θείας προστάξεως, Ι, 241. Ηψατο τῶν ποδῶν ὁ Κύριος, 1, 81. Ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὑπομενεί, 111 9. Θ Θαυμάζειν ἔφης, διατὶ οὐχὶ, ΙΙ, 243. Θεοῦ δῶρον οὐκ ἄν τις ἀρνήσαιτο, ΙΙΙ, 115. Θυσιαστήριον Κυρίου λέγεται, ΙΙΙ, 32. Ἰατρὸς κἂν κολάζει, ΙΙΙ, 59. Ἰδοὺ ἐγὼ, καὶ τὰ παιδία μου, 1, 265. Ἰδοὺ μετὰ τὰς προλαβούσας, Ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου, 1, 14. Ἰδοὺ τῇ χάριτι, καὶ τῇ δυνάμει, ΙΙ, 132. Ἰδού, φησὶ Κύριος, ἔκλινα, 111, 191. Ικανὰ ἀλλότρια κόσμια, 111, 10. Ικανοί ἐστε καὶ αὐτοὶ, ΙΙ, 160. Ἵνα ᾗ ὁ Θεὸς πάντα ἐν πᾶσι, Ι. 47. Ἵνα μάθῃς, ὅτι ὁ μὲν κακὸς, Ι, 218. Ἴσως, ἀγνοεῖς ἀδελφὲ, Ι, 157. Ίσως ἀγνοεῖς καὶ πλεονάκις, ΙΙΙ, 518. Ἴσως τὴν Γραφὴν οὐκ ἀνέγνως, 11, 250. Ἰωάννης τὸν μέγιστον φωστῆρα, ΙΙΙ, 279. Ιωάννης ὁ Βαπτιστής, Ι, 41. Κ Καθεύδεις, καὶ ὁ χρόνος σε, ΙΙΙ, 317. Καὶ ἔθου τόξον χαλκοῦν, ΙΙ, 95. Καὶ ἐκάθισας αὐτοῖς ὥσπερ κορώνη, 1, 518. Καὶ μὴν βγὰ τὰ πράγματα. ΙΙΙ, 235. Καὶ πῶς ἂν δύναιτο τοὺς ἔξω, ΙΙΙ, 107 Καὶ πῶς ἂν, φής, δίκας, ΙΙΙ, 61. Καὶ τῆς τῶν χειρῶν ἐργασίας, 101. Καὶ τὸ ξένον ἅπασαν ἀρετὴν, ΙΙΙ, 51. Καὶ τὸ μόνον πιστεῦσαι, 1, 8. Καὶ χάριν, φησὶν, ἀντὶ χάριτος, ΙΙ, 314. Κακία κακίαν ἐφέλκεται, ΙΙ, 125. Κακῶς τὰς εὐπορωτέρας τῶν, ΙΙΙ, 123. Καλὰ μὲν πάνυ λαλεῖς, 1, 95.
Ἐν πλησμονή, φησίν, ἄρτων, ΙΙΙ, 75.
Ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρὶ, ΙΙ, 235.
· Ἐν ταῖς πρὸς τὸ κρεῖττον δεήσεσι, 111, 125.
Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε, ΙΙΙ, 68.
Ἐν τῷ καιρῷ τοῦ τῆς πορνείας, 1, 6.
Ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, φησὶν ὁ Ἀπόστ., 11, 232.
Εξεστιν ἐμπεσόντα τινὰ εἰς τὸ, 1, 212.
Εξήγαγε δὲ εἰς φῶς σκιὰν θανάτου, ΙΙ, 309.
Έξις μὲν ἀπὸ συνηθείας, ΙΙ, 259.
Εξω τῆς παρεμβολῆς ἐκβάλλεται, ΙΙΙ, 196.
Εοικε τὸ ἡγεμονικὸν τῶν ἁγίων, 1, 108.
Ἐπαινῶ σε τὴν κατὰ ψυχήν, ΙΙ, 13.
Ἐπαινῶ σου τὰ ῥόδα των θεοφιλῶν, ΙΙ, 88.
Ἐπὰν τὴν κεφαλὴν ὁ ὄφις, ΙΙΙ, 130.
Επεβίβασας ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς, ΙΙ, 79.
Ἐπειδὴ ἀγαπᾶς ὑπερβαλλόντως, 11, 15.
Ἐπειδὴ ἀεὶ ἐκ τοῦ ὁρᾶν εἴωθε, ΙΙ, 318.
Ἐπειδὴ γέγραφας δι᾿ ἣν αἰτίαν, ΙΙΙ, 286.
Ἐπειδὴ γνησίου μου φίλου, 111, 31.
Ἐπειδὴ γράφεις μοι πάνυ, 11, 4.
Ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖς πλειόνων, ΙΙΙ, 332.
Ἐπειδὴ οὐ μικρὸν κακὸν τοῖς εἰκῆ, 1, 277.
Ἐπειδὴ οὐχὶ ταπεινοφροσύνης χάριν, 11, 58.
Ἐπειδὴ ποθεινῶς τὰς σεπτὰς, 1, 60.
Ἐπειδὴ σὺν τοῖς νόμοις, Ι, 76.
Επειδή τέσσαρες ὑπάρχουσιν, Ι, 223.
Ἐπειδὴ τῆς ἀφάτου κενοδοξίας, 111, 231.
Ἐπειδὴ τοὺς θείους λόγους, 1, 118.
Ἐπειδὴ τρισὶ φωναῖς ἀρνήσεως, 11, 269.
Επείθου μου διὰ τῆς ἐπιστολῆς, ΙΙ, 245.
Επεπόθησε, φησίν, ἡ ψυχή μου, ΙΙΙ, 190.
Ἐπὶ παντὶ θλιβερῷ, 111, 118.
Επιποθεῖ, φησί, τὸ πνεῦμα, Ι, 146.
Ἐπὶ πολὺ τῆς ἡλικίας προκόψας, ΙΙΙ, 149.
Επισκέψομαι, φησὶν ἡ προφητεία, 1, 285.
Επίσταμαι πάντα τὰ πειρατήρια, 1, 196.
Επιτετευγμένως ἐῤῥέθη, 11, 221.
Ἐπὶ τῶν σωμάτων μία γένεσις, 1, 202.
Επιφέρουσι μὲν καὶ δαίμονες, ΙΙ, 214.
Ἐπύθου μου ἡ ουσιώδης σοφία, 1, 288.
Επύθου ὡς ὁ Θεὸς τοὺς καταφρον., IV, 19.
Επωφελὲς ἂν εἴη, 1, 87.
Ερωτᾷς με, διατὶ κύνα κέκληκα, 1, 299.
Ερωτας με διὰ τοῦ γράμματός σου, 11, 210.
Ερωτᾷς με, πῶς δυνατόν ἐστιν, 1, 173.
Εστι μὲν ὅτε καὶ ἄλλοι, 1. 294.
Εστιν ὅτε δαίμων δαίμονα, 111, 94.
Εστιν ὅτε ἦλος τὸν ἦλον ἐξέκοψε, ΙΙΙ, 95.
Εστιν ὅτε μέλλοντος τοῦ ἀνθρώπου, 111, 40.
Ετέρα ἐστὶν ἡ κατὰ Θεὸν ἀγάπη, 11, 167.
Ετεροι μὲν ἐπ᾽ ἀμπελῶσι καὶ, ΙΙ, 41.
Ετεροι μὲν ἐπιταγάς μᾶλλον, Ι, 279.
Εὐαρεστήσω, φησὶν ὁ Δαυΐδ, ΙΙ, 76.
Εύγε τῶν ἡμετέρων κατὰ τὴν ἀναχώρ., 11, 96.
Εὖ ἐπιστάμενος Θεοῦ εἶναι, Ι, 225.
Εὖ ἴσθι τῶν τὴν μεγίστην ἄθλησιν, ΙΙΙ, 276.
Εὗ καὶ τοῦτο φάναι τὴν μέγαν, Ι, 100.
Εὐκόλως λίαν πρὸς τὴν ἀλαζονείαν, Ι, 169.
Εὐλογήσω, φησί, τὸν Κύριον, ΙΙΙ, 27.
Εὐμαρῶς λίαν τῶν θανόντων, 11, 200.
Εὐξώμεθα ἐκτενῶς ἐκδιωχθῆναι, 1, 246.
Εὑρίσκονται πολλοὶ κατὰ σὲ, ΙΙΙ. 230.
Εὐρύνειν δέον τὰς τῆς ψυχῆς, ΙV, 27.
Εὐφημῶ σε ὑπὲρ τὴν σελήνην, ΙΙ, 118.
Εὔχονται πολλάκις τινὲς, 1, 527.
Έφραξα, φησί, θάλασσαν, 1V, 45.
Εφ' ὕβρει καὶ ἀτιμίᾳ, 1, 5.
Η
Η ἁμαρτία πολυσχεδῶς, ΙΙΙ, 261.
Ἡ γνῶσις φυσιοί ῥᾳδίως, 111, 76.
Η γυνὴ ἐκείνη ἧς τὸ Εὐαγγέλιον, ΙΙΙ, 275.
Ηδεται ὁ ἡμέτερος Χριστός, 1, 230
Ηδεται Χριστὸς βιαζομένων ἡμῶν, ΙΙΙ, 306.
Ηδέως μὲν κατεργάζει τὰς, ΙΙ, 219.
Ηδέως πάνυ ὁ Χριστὸς, ΙΙΙ, 202.
Ηδονὴ ἄγκιστρόν ἐστι, 17, 24.
Ἠδύνατο ὁ Θεὸς σβέσαι, ΙΙΙ, 14.
῾Η εἰς Θεὸν ἐλπὶς καθά φησιν, lil, 179.
Ἡ ἐν τῷ γήρᾳ ἀρετὴ οὐκ ἂν, Ι. 142.
Ἡ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πορνικού, ΙΙΙ, 219.
Ἡ ἐπιστολή σου τοιοῦτον ἔχει τύπον, 1, 109.
Ἠθέλησας μαθεῖν, τί ἄρα, 1, 241.
Η καλλίστη μετάγνωσις καὶ, 1, 197.
Η κατὰ Θεὸν ἀρετὴ πλούτου, 11, 194.
Ἡ κατὰ Χριστὸν τελουμένη. ἐγκράτεια, ΙΙ, 11.
Ηκουσά σου πολλάκις, ΙΙΙ, 257.
Ἠλίας ὁ Θεσβίτης ὑπὸ φυτόν, 1, 89.
Ἠλλωτρίωται τοῦ Θεοῦ ἡ ψυχή σου, Ι, 43.
Ἡμεῖς αἴτιοι τῆς ἡμετέρας, ΙΙΙ, 508.
Ἡμεῖς ἁμαρτάνοντες τας τιμωρίας, ΙΙΙ, 69.
Ἡμεῖς δὲ, φησὶν ὁ ἅγιος Μωϋσής, Ι, 107.
Η μὲν ἁμαρτία δίκην καπνοῦ, Ι, 148.
Ἡ μὲν ἁμαρτία μαραίνει, 1, 46.
Ἡμέρας, φησὶν, ἐκέκραξα, 18, 25.
Η μετάνοια ζωοποιεῖ τοῦ τοῖς, 1. 274.
Η μήτηρ πασῶν τῶν ἀρετῶν, 111, 90.
Ημιμόχθηρος ὑπάρχειν μοι, ΙΙ, 189.
Ἡ παρὰ τοῖς ἀφροσιν Ελλησιν, 1, 278.
Η παροῦσα νῦν ἔνδεια, 1, 38.
Η πληγή μου στερεά, φησὶν Ἱερεμίας, ΙΙ, 407,
Η πρώτη του πειρασμοῦ προβολή, 1, 275.
Ηρώτησάς με, διατί πρῶτον, 1, 24.
Ἠρώτησάς με, πόθεν τοῖς περὶ, 1, 253.
Ηρώτησάς με, τί ἐστι ματαιότης, 1, 203.
Ἠρώτησάς με, τίνος ένεκεν, ΙΙΙ, 19.
Ηρώτησάς με, τίς ἐστιν ἄρα, 11, 162.
Ἠρώτησάς με, τίς ἐστιν ὁ παλαιός, 1, 141.
Ἠρώτησας, τι ἂν εἴη τὸ γεγραμμένον, ΙV, 51.
Ἠρώτησας, τι ἂν εἴη τοῦ κύκλῳ, ΙV, 49.
Ηρώτησέ με ἡ θεοφιλεία σου, ΙΙΙ, 30.
Ηρώτησέ με ἡ ὑμετέρα ἀγάπη, ΙΙ, 33.
Ἡ συζυγία τῶν ἐν Ιεριχώ τυφλ., ΙΙ, 243.
Η συμβατά σοι λύπη, 1, 105.
Ἡ τῶν ἀρετῶν μέθοδος, Ι, 177.
Ἡ ὑπακοὴ τῆς θείας προστάξεως, Ι, 241.
Ηψατο τῶν ποδῶν ὁ Κύριος, 1, 81.
Ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὑπομενεί, 111 9.
Θ
Θαυμάζειν ἔφης, διατὶ οὐχὶ, ΙΙ, 243.
Θεοῦ δῶρον οὐκ ἄν τις ἀρνήσαιτο, ΙΙΙ, 115.
Θυσιαστήριον Κυρίου λέγεται, ΙΙΙ, 32.
Ἰατρὸς κἂν κολάζει, ΙΙΙ, 59.
Ἰδοὺ ἐγὼ, καὶ τὰ παιδία μου, 1, 265.
Ἰδοὺ μετὰ τὰς προλαβούσας, IV, I.
Ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου, 1, 14.
Ἰδοὺ τῇ χάριτι, καὶ τῇ δυνάμει, ΙΙ, 132.
Ἰδού, φησὶ Κύριος, ἔκλινα, 111, 191.
Ικανὰ ἀλλότρια κόσμια, 111, 10.
Ικανοί ἐστε καὶ αὐτοὶ, ΙΙ, 160.
Ἵνα ᾗ ὁ Θεὸς πάντα ἐν πᾶσι, Ι. 47.
Ἵνα μάθῃς, ὅτι ὁ μὲν κακὸς, Ι, 218.
Ἴσως, ἀγνοεῖς ἀδελφὲ, Ι, 157.
Ίσως ἀγνοεῖς καὶ πλεονάκις, ΙΙΙ, 518.
Ἴσως τὴν Γραφὴν οὐκ ἀνέγνως, 11, 250.
Ἰωάννης τὸν μέγιστον φωστῆρα, ΙΙΙ, 279.
Ιωάννης ὁ Βαπτιστής, Ι, 41.
Κ
Καθεύδεις, καὶ ὁ χρόνος σε, ΙΙΙ, 317.
Καὶ ἔθου τόξον χαλκοῦν, ΙΙ, 95.
Καὶ ἐκάθισας αὐτοῖς ὥσπερ κορώνη, 1, 518.
Καὶ μὴν βγὰ τὰ πράγματα. ΙΙΙ, 235.
Καὶ πῶς ἂν δύναιτο τοὺς ἔξω, ΙΙΙ, 107
Καὶ πῶς ἂν, φής, δίκας, ΙΙΙ, 61.
Καὶ τῆς τῶν χειρῶν ἐργασίας, III, 101.
Καὶ τὸ ξένον ἅπασαν ἀρετὴν, ΙΙΙ, 51.
Καὶ τὸ μόνον πιστεῦσαι, 1, 8.
Καὶ χάριν, φησὶν, ἀντὶ χάριτος, ΙΙ, 314.
Κακία κακίαν ἐφέλκεται, ΙΙ, 125.
Κακῶς τὰς εὐπορωτέρας τῶν, ΙΙΙ, 123.
Καλὰ μὲν πάνυ λαλεῖς, 1, 95.
col. 73–74page 8 of 262
PG 79:73Καλὸν μὲν τὸ ἀρεμβάσεως, Ι, 31. Καλὸν ὑπῆρχε μηδὲ ὅλως, ΙΙΙ, 171. Καλώς γε πάνυ πράττεις, ΙΙ, 154. Καμάτου χρήζεις διὰ τὸ πληροφορ., ΙΙΙ, 324. Κἂν ἐν χειμωνί ἐσμεν τῶν, Ι, 242. Κἂν μηδεὶς διωκήσει τύραννος, ΙΙΙ, 74. Κἂν μήπω καθαιρεῖν ἐκτησάμεθα, ΙΙΙ, 199. Κἂν μήπω ἐφύη τῷ μόσχω, 1, 289. Κἂν μὴ ταχέως λάβης, ΙΙ, 507. Κἂν τὸ σαυτοῦ αἰδέσθητι ὄνομα, ΙΙ, 285. Κἂν τῷ πλήθει τῶν πειρασμῶν, ΙΙΙ, 216. Κἂν ὡς λέγεις ἀπαῤῥησίαστος, ΙΙΙ, 135. Κατάβηθι, φησὶν, εἰς τὸν μυστικών, 17, 28. Κατατολμήσωμέν ποτε, 1,25. Καταγελάν σου πολλοὺς τῶν ὀρθοδόξων, Ι, 117. Κατὰ πάντα μὲν χρόνον, ΙΙΙ, 283. Κατήγοροι αὐτοὶ ἑαυτῶν, 111, 284. Κάτοπτρον κάλλιστον τῇ σεμνοτάτη, 1, 463. Κεκραγε τις προφήτης, ΙΙΙ, 158. Κέρδους πολλοῦ τετυχηκώς, 1, 183. Κλέπται δύστροποι ὄντες, 1, 282. Κοινὸν πρόσωπον δείκνυσιν, 1, 174. Κόσμος κόσμου ὑπάρχεις, ΙΙ, 119. Κρεωφαγία ὄντως ἐστὶ τὰ θεῖα, ΙΙΙ, 15. Κροτοῦσι πάντες τὴν σὴν ἀρίστην, ΙΙ, 320. Κρυφίᾳ χειρὶ ὁ Θεὸς πολεμεῖ, Ι, 525. Κύριε, φησίν, ὡς ὅπλα εὐδοκίας, 1, 221. Κύριος σοφὸς καὶ φύσει μόνος ἐστί, 111, 514. Λ Λανθάνει καὶ ἵππου ὀξύτης, ΙΙΙ, 79. Λανθάνεις σαυτὸν ἐνεδρευόμενον, ΙΙ, 198. Λέγεις ἀκηκοέναι "Ελληνος, 1, 198. Λέγεις καὶ μὴ θέλοντί σοι, ΙΙΙ, 260. Λέγεις λυπεῖσθαι οὐ μετρίως, ΙΙΙ, 189. Λέγεις, ὅτι ἤθελόν ποτε, 11. Λέγεις τὸν Μωσέα εἰρηκέναι, 1, 127. Λευίται γράφεις μοι υπάρχειν, 1, 94. Λίαν ἔγωγε οἶμαι φιλόσοφον εἶναι, 11, 58. Λίαν ἐφαρμόζει σοι τὸ λόγιον, ΙΙ, 213. Λόγοι κερκώπων μαλακοί, 1, 62. Μαθεῖν γλίχῃ, τί ἐστιν, ὅ φησιν, Ι, 154. Μακαρίζω σε τῆς πρὸς Θεὸν, ΙΙΙ, 11. Μακάριος σὺ τῆς πολλῆς ἡσυχίας, 1, 54. Μάχαιρα τοῦ διαβόλου ὑπάρχει, ΙΙΙ, 82. Μέγα βοήθημα ἐστιν ἐν καιρῷ, ΙΙΙ, 35. Μέγα ζημιοῦνται καὶ πολλὴν, ΙΙΙ, 244. Μεγάλα νοσήματα υπεροψίας, ΙΙ, 109. Μέγα μὲν τὸ διὰ παντὸς νήφειν, ΙΙΙ, 288. Μέγα μὲν τὸ μηδέποτε κατά, ΙΙΙ, 262. Μεγάλην ἡ προσευχὴ παρὰ τοῖς, ΙΙΙ, 319. Μεγάλην ἐφ' ἅπασιν ἔστιν, εὑρεῖν, 11, 227. Μέγιστον ἀγαθόν ἐστιν, 1, 23. Μέγιστον ἀγαθόν τυγχάνει, Ι, 180. Μελίσσας τινὲς τοὺς προφήτας, 1, 262. Μέμνησαι πάντως Ἰακώβου, ΙΙΙ, 167. Μέμνησο, ὅτι εἴρηκε Κύριος, ΙΙΙ, 208. Μέμνησο, ὅτι ἡ χήρα ἡ ἐν τοῖς, 11, 201. Μετὰ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, ΙΙ, 17. Μέχρις ἂν μὴ κτήσωνται, 1, 121. Μέχρις ἂν σὺ μετά πάσης, 111, 272. Μέχρις ὅτε ὑπάρχομεν, ΙΙΙ, 84. Μὴ ἀγνοήσῃς τὸν δοτῆρα, 11, 272. Μὴ ἀθύμει ἐξασθενήσας, ΙΙ, 61. Μὴ ἀθυμήσεις, ἀλλ᾽ ἀνδρίζου, Ι, 151. Μὴ ἀθυμήσῃς, καὶ γὰρ, 1, 73. Μὴ ἀμελωμεν καὶ καταρραθυμῶμεν, ΙΙ, 317. Μὴ ἀμελεῖν βούλου. 52. Μὴ ἀμερίμνως, μηδὲ ἀναλγήτως, ΙΙΙ, 187. Μὴ ἀναισθήτως καὶ ἀναλγήτως, ΙΙΙ, 17. Μὴ ἀναμένωμεν πρῶτοι, 11, 512. Μὴ ἀπανεύου ἀῤῥωστεῖν, 111, 321. Μὴ ἀπογνῷς μεταβληθῆναι, 43. Μὴ ἀποκάμῃς εὐχόμενος, 111, 221. Μὴ ἀποκρίνου, φησί Σολομών, Ι, 147. Μὴ ἀφθέντος πυρὸς οὐκ ἂν ἐφάνη, 111, 234. Μὴ βούλει τὰς συμβαλλούσας σοι, ΙΙΙ, 350. Μὴ βούλου ἀχειμάστως, 111, 66. Μὴ βούλου πρὸς τὸν ἴδιον σκοπόν, ΙΙ, 251. Μὴ γένοιτο, οὐ λέγει περὶ ἑαυτοῦ, Ι, 152. Μὴ γίνου κριτὴς τῶν κριτῶν, ΙΙ, 261. Μὴ γόγγυζε, ἄνθρωπε, ἀλλότριον, ΙΙ, 45. Μηδαμῶς δυσχαίραινε, μηδὲ, ΙΙ, 106. Μηδαμῶς θορυβηθῇς, ὅταν, 111, 217. Μηδαμῶς θορυβώμεθα ἐν τοῖς, ΙΙΙ, 87. Μηδαμῶς παραιτιώμεθα ἐλέγχοντα, 1, 5. Μηδαμῶς φοβηθήτε, μηδὲ, 111, 98. Μηδεὶς πονηρὸς ὢν, ΙΙ, 519. Μηδὲν ἐν τῷ φαινομένω παρόντι, 111, 326. Μηδέ ποτε δῷς ἑαυτῷ ἀνάπαυσιν, 11, 12. Μὴ δυσφόρει, τίνος χάριν, ΙΙΙ, 42. Μὴ εἰς τὸ λαμβάνειν ἔστω, ΙΙ, 301. Μὴ ἐπαρθῶμέν ποτε κατὰ τοῦ, 11, 290. Μὴ ἔσο ἀπότομος, μήποτε, 11, 190. Μὴ θαρσήσῃς τῷ γήρα, ΙΙ, 25. Μὴ θέλε ταχὺ ἀπομεριμνῆσαι, ΙΙΙ, 205. Μὴ θέλε τὸν ἡγούμενόν σου, 1, 54. Μὴ καταδέξῃ ἐν ταῖς ἀπελθούσαις. Ι, 125. Μὴ κατὰ τοὺς ἄφρονας βούλου, 1, 323. Μὴ καταφρόνει της συντυχίας, ΙΙ, 540. Μὴ καταφρονήσωμεν τῶν ἀληθινῶν, ΙΙ, 270. Μὴ κατοκνῶμεν, μηδὲ κατολίγωρ., 111, 295. Μὴ λέγε μοι, ὅτι οὐ δύναμαι, ΙΙ, 296. Μὴ λεπρῷ τὸν τέως ἐνδείξομαι, 1, 140. Μὴ μέμφου τὸν Θεὸν, ΙΙ, 148. Μὴ καὶ τὴν τυραννίδα προβάλλου, 17, 55. Μὴ μόνον ἡ τῶν Γραφών, ΙΙ, 155. Μὴ μόνον τὸν σὸν πόδα, 111, 139. Μὴ νόμιζε, ὅτι πρὸς τοὺς Σοδομίτας, Ι, 69. Μὴ ξενίζου βλέπων τὸν συγγενῆ σου, 111, 12, Μὴ ξενίζου ἑωρακώς Μάξιμον, ΙΙ, 220. Μὴ ξενισθῇς, πῶς πάλαι μεν, 1, 125. Μὴ ἔχνει καθεκάστην ἡμέραν, Ι, 165. Μὴ ἔκνον, καὶ προφάσεις ασυμφόρους, 17, 16. Μὴ παραδῷς με, φησὶν, εἰς ψυχάς, 1, 178 Μὴ παῤῥησιάζου, ὦ ἄνθρωπε, 1. 6. Μὴ πνεύσαντος ἐν τῇ θαλάσσῃ, ΙΙΙ, 158. Μὴ πρὸ τοῦ ἀπαρτισμοῦ τῶν ἀρετῶν, ΙΙΙ, 156. Μὴ πτήξης πάθος ψυχής, ΙΙΙ, 282. Μή σε ἀπατάτω ὁ Ἰουδαῖος, 1, 57. Μή σε φοβείτω τῆς σαρκὸς, ΙΙΙ, 165. Μή σου τὴν προθυμίαν οἱ ἐχθροί, ΙΙΙ, 154. Μὴ σπείρετε ἐπ' ἀκάνθαις, ΙΙ, 5. Μή σπεῦδε γενέσθαι ἄρχων, Ι, 82. Μὴ συγκοινωνεῖτε, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, Ι, 150. Μήτ' ἀδελφοὺς ἔχων, μήτε τέκνα, ΙΙ, 133. Μὴ τὰ πλούτη του βίου, 1, 280. Μὴ φίλει τὰς χεῖράς σου ἐπαινῶν, ΙΙ, 185. Μὴ ὡς ἔτυχε καὶ ἀβασανίστως, ΙΙ, 117. Μὴ ὡς ψιλῷ ἄρτῳ προσερχώμεθα, 111, 59. Μικρᾶς παρ' ἡμῶν Θεός, ΙΙ, 526. Μικρὸν ἀμελήσας πρὸς ἁμαρτίαν, ΙΙ, 172. Μικροῦ δεῖν ἐξεθάμβησας ἡμᾶς, 1, 296. Μιμοῦ τὸν μέγαν Ἰώβ, 13. Μνημονεύοντες τῆς ἀμολύντου, ΙΙ, 51. Μνήσθητε, φησίν, οἱ μακράν, 50. Μόλις ποτὲ μιμήσασθαι, ΙΙ, 56. Μοναχὸς οὐδὲ ὄναρ ὀφείλει, ΙΙΙ, 150. Μονογενής Υἱὸς καὶ Λόγος, ΙΙ, 93. Μυρίαις εὐεργεσίαις παρὰ τῆς, ΙΙ, 345. Μυριομακάριστοι μὲν ὑπάρχομεν, 1, 27. Μωϋσῃς ὁ ἱεροφάντης, 1, 80. Μωϋσῆς ὁ μέγας ιεροφάντης, ΙΙ, 64. Ναὸς Θεοῦ ὑμεῖς ἐστε, ΙΙ, 69. Ναῦται μὲν, καὶ κυβερνῆται, 1, 71. Νέκρωσόν μοι, παρακαλῶ, τὰ, 111, 126. Νοητῶς ἀνάγνωθι τό, Ἐὰν, 5. Νόμιζέ μοι τὴν τοῦ Θεοῦ σοφίαν, Ι, 126. Νόμισόν μοι σπήλαιον ὑπάρχειν, 111, 21. Νόμον ἐλευθερίας ἐλάβομεν, ΙΙ, 276. Νόσον χαλεπωτάτην, καὶ σκότος, Ι, 182.
Καλὸν μὲν τὸ ἀρεμβάσεως, Ι, 31.
Καλὸν ὑπῆρχε μηδὲ ὅλως, ΙΙΙ, 171.
Καλώς γε πάνυ πράττεις, ΙΙ, 154.
EPISTOLARUM INITIA.
Καμάτου χρήζεις διὰ τὸ πληροφορ., ΙΙΙ, 324.
Κἂν ἐν χειμωνί ἐσμεν τῶν, Ι, 242.
Κἂν μηδεὶς διωκήσει τύραννος, ΙΙΙ, 74.
Κἂν μήπω καθαιρεῖν ἐκτησάμεθα, ΙΙΙ, 199.
Κἂν μήπω ἐφύη τῷ μόσχω, 1, 289.
Κἂν μὴ ταχέως λάβης, ΙΙ, 507.
Κἂν τὸ σαυτοῦ αἰδέσθητι ὄνομα, ΙΙ, 285.
Κἂν τῷ πλήθει τῶν πειρασμῶν, ΙΙΙ, 216.
Κἂν ὡς λέγεις ἀπαῤῥησίαστος, ΙΙΙ, 135.
Κατάβηθι, φησὶν, εἰς τὸν μυστικών, 17, 28.
Κατατολμήσωμέν ποτε, 1,25.
Καταγελάν σου πολλοὺς τῶν ὀρθοδόξων, Ι, 117.
Κατὰ πάντα μὲν χρόνον, ΙΙΙ, 283.
Κατήγοροι αὐτοὶ ἑαυτῶν, 111, 284.
Κάτοπτρον κάλλιστον τῇ σεμνοτάτη, 1, 463.
Κεκραγε τις προφήτης, ΙΙΙ, 158.
Κέρδους πολλοῦ τετυχηκώς, 1, 183.
Κλέπται δύστροποι ὄντες, 1, 282.
Κοινὸν πρόσωπον δείκνυσιν, 1, 174.
Κόσμος κόσμου ὑπάρχεις, ΙΙ, 119.
Κρεωφαγία ὄντως ἐστὶ τὰ θεῖα, ΙΙΙ, 15.
Κροτοῦσι πάντες τὴν σὴν ἀρίστην, ΙΙ, 320.
Κρυφίᾳ χειρὶ ὁ Θεὸς πολεμεῖ, Ι, 525.
Κύριε, φησίν, ὡς ὅπλα εὐδοκίας, 1, 221.
Κύριος σοφὸς καὶ φύσει μόνος ἐστί, 111, 514.
Λ
Λανθάνει καὶ ἵππου ὀξύτης, ΙΙΙ, 79.
Λανθάνεις σαυτὸν ἐνεδρευόμενον, ΙΙ, 198.
Λέγεις ἀκηκοέναι "Ελληνος, 1, 198.
Λέγεις καὶ μὴ θέλοντί σοι, ΙΙΙ, 260.
Λέγεις λυπεῖσθαι οὐ μετρίως, ΙΙΙ, 189.
Λέγεις, ὅτι ἤθελόν ποτε, 1V, 11.
Λέγεις τὸν Μωσέα εἰρηκέναι, 1, 127.
Λευίται γράφεις μοι υπάρχειν, 1, 94.
Λίαν ἔγωγε οἶμαι φιλόσοφον εἶναι, 11, 58.
Λίαν ἐφαρμόζει σοι τὸ λόγιον, ΙΙ, 213.
Λόγοι κερκώπων μαλακοί, 1, 62.
Μαθεῖν γλίχῃ, τί ἐστιν, ὅ φησιν, Ι, 154.
Μακαρίζω σε τῆς πρὸς Θεὸν, ΙΙΙ, 11.
Μακάριος σὺ τῆς πολλῆς ἡσυχίας, 1, 54.
Μάχαιρα τοῦ διαβόλου ὑπάρχει, ΙΙΙ, 82.
Μέγα βοήθημα ἐστιν ἐν καιρῷ, ΙΙΙ, 35.
Μέγα ζημιοῦνται καὶ πολλὴν, ΙΙΙ, 244.
Μεγάλα νοσήματα υπεροψίας, ΙΙ, 109.
Μέγα μὲν τὸ διὰ παντὸς νήφειν, ΙΙΙ, 288.
Μέγα μὲν τὸ μηδέποτε κατά, ΙΙΙ, 262.
Μεγάλην ἡ προσευχὴ παρὰ τοῖς, ΙΙΙ, 319.
Μεγάλην ἐφ' ἅπασιν ἔστιν, εὑρεῖν, 11, 227.
Μέγιστον ἀγαθόν ἐστιν, 1, 23.
Μέγιστον ἀγαθόν τυγχάνει, Ι, 180.
Μελίσσας τινὲς τοὺς προφήτας, 1, 262.
Μέμνησαι πάντως Ἰακώβου, ΙΙΙ, 167.
Μέμνησο, ὅτι εἴρηκε Κύριος, ΙΙΙ, 208.
Μέμνησο, ὅτι ἡ χήρα ἡ ἐν τοῖς, 11, 201.
Μετὰ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, ΙΙ, 17.
Μέχρις ἂν μὴ κτήσωνται, 1, 121.
Μέχρις ἂν σὺ μετά πάσης, 111, 272.
Μέχρις ὅτε ὑπάρχομεν, ΙΙΙ, 84.
Μὴ ἀγνοήσῃς τὸν δοτῆρα, 11, 272.
Μὴ ἀθύμει ἐξασθενήσας, ΙΙ, 61.
Μὴ ἀθυμήσεις, ἀλλ᾽ ἀνδρίζου, Ι, 151.
Μὴ ἀθυμήσῃς, καὶ γὰρ, 1, 73.
Μὴ ἀμελωμεν καὶ καταρραθυμῶμεν, ΙΙ, 317.
Μὴ ἀμελεῖν βούλου. 1V, 52.
Μὴ ἀμερίμνως, μηδὲ ἀναλγήτως, ΙΙΙ, 187.
Μὴ ἀναισθήτως καὶ ἀναλγήτως, ΙΙΙ, 17.
Μὴ ἀναμένωμεν πρῶτοι, 11, 512.
Μὴ ἀπανεύου ἀῤῥωστεῖν, 111, 321.
Μὴ ἀπογνῷς μεταβληθῆναι, V, 43.
Μὴ ἀποκάμῃς εὐχόμενος, 111, 221.
Μὴ ἀποκρίνου, φησί Σολομών, Ι, 147.
Μὴ ἀφθέντος πυρὸς οὐκ ἂν ἐφάνη, 111, 234.
PATROL. GR. LXXIX.
Μὴ βούλει τὰς συμβαλλούσας σοι, ΙΙΙ, 350.
Μὴ βούλου ἀχειμάστως, 111, 66.
Μὴ βούλου πρὸς τὸν ἴδιον σκοπόν, ΙΙ, 251.
Μὴ γένοιτο, οὐ λέγει περὶ ἑαυτοῦ, Ι, 152.
Μὴ γίνου κριτὴς τῶν κριτῶν, ΙΙ, 261.
Μὴ γόγγυζε, ἄνθρωπε, ἀλλότριον, ΙΙ, 45.
Μηδαμῶς δυσχαίραινε, μηδὲ, ΙΙ, 106.
Μηδαμῶς θορυβηθῇς, ὅταν, 111, 217.
Μηδαμῶς θορυβώμεθα ἐν τοῖς, ΙΙΙ, 87.
Μηδαμῶς παραιτιώμεθα ἐλέγχοντα, 1, 5.
Μηδαμῶς φοβηθήτε, μηδὲ, 111, 98.
Μηδεὶς πονηρὸς ὢν, ΙΙ, 519.
Μηδὲν ἐν τῷ φαινομένω παρόντι, 111, 326.
Μηδέ ποτε δῷς ἑαυτῷ ἀνάπαυσιν, 11, 12.
Μὴ δυσφόρει, τίνος χάριν, ΙΙΙ, 42.
Μὴ εἰς τὸ λαμβάνειν ἔστω, ΙΙ, 301.
Μὴ ἐπαρθῶμέν ποτε κατὰ τοῦ, 11, 290.
Μὴ ἔσο ἀπότομος, μήποτε, 11, 190.
Μὴ θαρσήσῃς τῷ γήρα, ΙΙ, 25.
Μὴ θέλε ταχὺ ἀπομεριμνῆσαι, ΙΙΙ, 205.
Μὴ θέλε τὸν ἡγούμενόν σου, 1, 54.
Μὴ καταδέξῃ ἐν ταῖς ἀπελθούσαις. Ι, 125.
Μὴ κατὰ τοὺς ἄφρονας βούλου, 1, 323.
Μὴ καταφρόνει της συντυχίας, ΙΙ, 540.
Μὴ καταφρονήσωμεν τῶν ἀληθινῶν, ΙΙ, 270.
Μὴ κατοκνῶμεν, μηδὲ κατολίγωρ., 111, 295.
Μὴ λέγε μοι, ὅτι οὐ δύναμαι, ΙΙ, 296.
Μὴ λεπρῷ τὸν τέως ἐνδείξομαι, 1, 140.
Μὴ μέμφου τὸν Θεὸν, ΙΙ, 148.
Μὴ καὶ τὴν τυραννίδα προβάλλου, 17, 55.
Μὴ μόνον ἡ τῶν Γραφών, ΙΙ, 155.
Μὴ μόνον τὸν σὸν πόδα, 111, 139.
Μὴ νόμιζε, ὅτι πρὸς τοὺς Σοδομίτας, Ι, 69.
Μὴ ξενίζου βλέπων τὸν συγγενῆ σου, 111, 12,
Μὴ ξενίζου ἑωρακώς Μάξιμον, ΙΙ, 220.
Μὴ ξενισθῇς, πῶς πάλαι μεν, 1, 125.
Μὴ ἔχνει καθεκάστην ἡμέραν, Ι, 165.
Μὴ ἔκνον, καὶ προφάσεις ασυμφόρους, 17, 16.
Μὴ παραδῷς με, φησὶν, εἰς ψυχάς, 1, 178
Μὴ παῤῥησιάζου, ὦ ἄνθρωπε, 1. 6.
Μὴ πνεύσαντος ἐν τῇ θαλάσσῃ, ΙΙΙ, 158.
Μὴ πρὸ τοῦ ἀπαρτισμοῦ τῶν ἀρετῶν, ΙΙΙ, 156.
Μὴ πτήξης πάθος ψυχής, ΙΙΙ, 282.
Μή σε ἀπατάτω ὁ Ἰουδαῖος, 1, 57.
Μή σε φοβείτω τῆς σαρκὸς, ΙΙΙ, 165.
Μή σου τὴν προθυμίαν οἱ ἐχθροί, ΙΙΙ, 154.
Μὴ σπείρετε ἐπ' ἀκάνθαις, ΙΙ, 5.
Μή σπεῦδε γενέσθαι ἄρχων, Ι, 82.
Μὴ συγκοινωνεῖτε, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, Ι, 150.
Μήτ' ἀδελφοὺς ἔχων, μήτε τέκνα, ΙΙ, 133.
Μὴ τὰ πλούτη του βίου, 1, 280.
Μὴ φίλει τὰς χεῖράς σου ἐπαινῶν, ΙΙ, 185.
Μὴ ὡς ἔτυχε καὶ ἀβασανίστως, ΙΙ, 117.
Μὴ ὡς ψιλῷ ἄρτῳ προσερχώμεθα, 111, 59.
Μικρᾶς παρ' ἡμῶν Θεός, ΙΙ, 526.
Μικρὸν ἀμελήσας πρὸς ἁμαρτίαν, ΙΙ, 172.
Μικροῦ δεῖν ἐξεθάμβησας ἡμᾶς, 1, 296.
Μιμοῦ τὸν μέγαν Ἰώβ, IV, 13.
Μνημονεύοντες τῆς ἀμολύντου, ΙΙ, 51.
Μνήσθητε, φησίν, οἱ μακράν, IV, 50.
Μόλις ποτὲ μιμήσασθαι, ΙΙ, 56.
Μοναχὸς οὐδὲ ὄναρ ὀφείλει, ΙΙΙ, 150.
Μονογενής Υἱὸς καὶ Λόγος, ΙΙ, 93.
Μυρίαις εὐεργεσίαις παρὰ τῆς, ΙΙ, 345.
Μυριομακάριστοι μὲν ὑπάρχομεν, 1, 27.
Μωϋσῃς ὁ ἱεροφάντης, 1, 80.
Μωϋσῆς ὁ μέγας ιεροφάντης, ΙΙ, 64.
N
Ναὸς Θεοῦ ὑμεῖς ἐστε, ΙΙ, 69.
Ναῦται μὲν, καὶ κυβερνῆται, 1, 71.
Νέκρωσόν μοι, παρακαλῶ, τὰ, 111, 126.
Νοητῶς ἀνάγνωθι τό, Ἐὰν, IV, 5.
Νόμιζέ μοι τὴν τοῦ Θεοῦ σοφίαν, Ι, 126.
Νόμισόν μοι σπήλαιον ὑπάρχειν, 111, 21.
Νόμον ἐλευθερίας ἐλάβομεν, ΙΙ, 276.
Νόσον χαλεπωτάτην, καὶ σκότος, Ι, 182.
a
col. 75–76page 9 of 262
PG 79:75Νῦν εὔκαιρον εἰπεῖν τινα τῶν, 1, 77. Νῦν τῷ διαβόλῳ, καὶ ταῖς, 53. Νωθρός τις ὑπάρχων, 60. Ο ᾄδων πρὸς τὸ ὠτίον τοῦ κωφού, ΙΙ, 255. Ὁ ἀναβαίνων εἰς θέατρα, ΙΙ, 284. ῾Ο ἀμελῶν τῆς ἐργασίας, ΙΙΙ, 52. Ὁ αὐτὸς καὶ ἐν ὑψίστοις, ΙΙΙ, 92. Ογκώδες φυλάκιον σπουδαίως, ΙΙ, 102. Ο δὲ ἀγαπῶν, φησίν, ἐπιμελῶς, 101, 104. Ο διὰ τὰς ἁμαρτίας τύπτων, ΙΙΙ, 129. Ὁ διὰ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, 11, 101. Ο δίκαιος Νῶς τὸν Χριστὸν, 1, 84. Ο δίκαιος πολλοστός λέγεται, 1, 201. Ὁ ἐν τοῖς παροῦσι τῶν παρὰ, 1, 40. Ὁ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πορνικού, ΙΙΙ, 106. Ὁ ἐν τῷ τίκτεσθαι ἀνοίξας, 1, 270. ῾Ο ἐφ' ἁμαρτίας γενόμενος, 1, 220. Ο εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ΙΙΙ, 183. Ο ἑωραχὼς ἐμὲ ἑώρακα, Ι, 191. ῾Ο ἡνίοχος νοῦς τὸν μὲν, ΙΙΙ, 268. Ο Θεὸς ἡμῶν ἀγαπᾷ, Ι, 56. Ὁ Θεὸς, ὁ Θεός μου, πρόσχες, 1, 102. Ο θλίβων σε πονηρὸς δαίμων, Ι, 227. Οἱ αἱρετικοὶ λύκοι τοὺς ἀπὸ τῆς, 1, 315. Οἱ ἀνόσιοι, καὶ ἄθεοι, πονηροί τε, 1, 35. Ο Ιατρός και κολάζῃ ἐδύνας, 7. Οἱ ἀφανεῖς μαδιναῖοι δαίμονες, ΙΙ, 142. Οἶδα, ὅτι πιστεύεις Δεσπότην, ΙΙ, 248. Οἶδα, φησὶν, οὐκ ἀγνοῶ, ΙΙΙ, 203. Ο δεν ἀκριβῶς, καὶ βλέπει, ΙΙΙ, 174. Οἶδεν ὁ ἡμέτερος Δεσπότης, ΙΙΙ, 300. Οἱ ἐξ ὅλης διανοίας τὴν παντέφορον, Ι, 139. Οἱ ζήν εὐσεβῶς προηρημένοι, ΙΙ, 67. Οἱ θεῖοι νόμοι προστάττουσι, 11, 212. Οἰκονομικῶς οὐκ ἐδόθη σοι, οὔτε, Ι, 290. Οἶκόν σε, καὶ ναὸν τοῦ ἁγίου, 11, 286. Οἶκος ψυχῆς καὶ ἑκάστου προσώπου, 11; 173. Οἱ μὲν ἀρχηγοί τῆς ἡμετέρας, ΙΙ, 57. Οἱ μὲν δαίμονες διὰ ποικίλων, 1, 137. Οἱ μὴ νομίμως, καὶ κατά, ΙΙ, 252. Οίνος νέος φίλος νέοις, ΙΙΙ, 219. Οἱ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, 1, 51. Οἱ πονηροὶ καὶ φιλάμαρτοι, 111, 259. Οἱ τὰς ψυχὰς ἑαυτῶν, 1, 99. Οἱ τῇ δικαιοσύνῃ πολλά, ΙΙ, 1. Οἱ υἱοὶ αὐτῶν ὡς νεόφυτα, 111, 4. Οἱ ὑπὸ Μωϋσέως τοῦ θείου, 1, 59. Ο κόσμος παράγεται, και, 11, 171. Ο Κύριος ἀπεφήνατο, ὅτι τοῖς, Ι, 150. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μετά, 11, 78. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς πάντα, 1, 170. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τῇ, 1, 258. Ο λέγων, ὅτι διὰ τοῦτο, ΙΙΙ, 73. Ολην τὴν διάνοιαν πρὸς τὸ, 1, 271. Ολην τὴν ἡμέραν του βίου, 1, 37. Ολίγος ἐστὶν ὁ ἐν τῷ βίῳ τούτῳ, 20. Ο λύχνος, φησί, τοῦ σώματος, 1, 135. Ὁ μακάριος Πέτρος ἀντὶ τῆς, 11, 75 Ο μακάριος Πέτρος γράφων, 1, 192. Ο μὲν Ἀδὰμ πέπλασται, Ι, 208. Ὁ μὲν ἐχθρὸς τῆς ἡμετέρας, ΙΙ, 165. Ὁ μὲν φαῦλος τάχιστα ἂν, 1, 52. Ο μεταβαίνων ἐκ τόπων εἰς, 1, 295. Ο μὴ διατρέχων προθύμως, 18, 31. ῾Ο μὴ προσδοκῶν εὐθύνας, 1, 237. Ο μή συνδιάζων λογισμοίς, ΙΙΙ, 81. Ο μοιχὸς πάντας ἀνθρώπους, 1, 3. Όμοιο; ὑπάρχεις τῷ λέγοντι, 1, 517. Ομολόγησαν τῷ Θεῷ τὴν σαυτοῦ, ΙΙ, 48. Ο μονογενής Υιός, καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ΙΙ, 40. Οντινα βούλεται σῶται ὁ Θεὸς, ΙΙΙ, 102. "Ον τρόπον εἴ τις βασιλέως εἰκόνος, 1, 247. Ον τρόπον τὸν σίδηρον ἀψηλάφητον, 111, 155. Ο παντέφορος Θεὸς ἔλεγε, 11, 260. Ο παντοδύναμος Θεός, 1, 113. Ο πεντηκοστός τέταρτος ψαλμός, Ι, 104. Οπερ ὁ Σειράχ περὶ θυγατρός, 111, 193. Οπερ οὐκ ἂν γένοιτο κωλύοντος, 11, 328. Ο ποιῶν, φησί, πάντα, καὶ, 1, 12. Οπου ἐντολὴ Θεοῦ, ἐκεῖ, 11, 193. Οπου ἐστὶν ὁ θησαυρός σου, φησὶν, Ι, 154. Ο πρότερον λέγων πρὸς τὸν Θεόν, ΙΙΙ, 2. Ο πρώην περιπόθητος καὶ ἄγαν, ΙΙΙ, 119. Οπως μὴ ἀπευδοκίτης του, Ι, 186. Ορη τὰ ὑψηλὰ τοῖς ἐλάφοις, ΙΙΙ, 38. Ορθρισον, φησί, καὶ στῆθι, 111, 204. Οσοι ἀγάπῃ Θεοῦ, καὶ προθέσει, Ι, 68. Οσοι ἄμωμόν τε, καὶ ἄθικτον, 111, 298. Οσοι εἰς ἀνέλπιστον ἑαυτοὺς, 19, 48. Οσοι μὲν πολλοίς πόνοις, ΙΙ, 46. Οσοι μὴ βούλονται διὰ τῆς τοῦ λόγου, ΙΙΙ, 304. Οσοι τῶν δούλων γνησίως, ΙΙ, 249. Ὅσον δοκεῖς τὸ σῶμα σκληραγωγείν, ΙΙ, 51. Ὅσον ὁ δαίμων τῆς πορνείας, ΙΙΙ, 224. Ο σοφώτατος Σολομῶν φησιν, 111, 137. Ο σταυρός Χριστοῦ τοῦ φιλανθρωποτάτου, Ι, 92. Οσῳ τις ἐν πλείοσιν έργοις, ΙΙΙ, 50. Οταν ἀγαθουργήσας, ἢ τῇ θείᾳ, 111, 41. "Οταν ἀκούωμεν τῆς θείας, 25. "Οταν ἀνακακήσῃ σπιλάς, 111, 207. Ὅταν ἀσθενῇ τὸ υπογάστριον, ΙΙ, 244. Οταν βλέπῃς τὸν ἐχθραίνοντά σοι, 11, 315. Οταν καὶ ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, 11, 297. Οταν διαθλήσωμεν προσηκόντως, ΙΙΙ, 198. "Οταν δυνηθῇς δύο μήνας, 1, 281. Οταν δι' ὑπομονῆς, καὶ εὐχῆς, 1, 187. Οταν ἐπιβης ύψηλοτέρων βαθμών, 111, 475. Οταν ἐστὶ τῶν κατὰ φύσιν λαμπρῶν, ΙΙ, 199. Οταν ερεθίσει σε τὸ φρόνημα, 11, 234. Οταν ἴδῃς ἄνθρωπον ἄπιστον, ΙΙ, 141. Οταν λοιπὸν ἀτενίσει ἄνθρωπος, ΙΙ, 222. *Οταν λυπηρόν τι ή τραχύ, ΙΙ, 555. Οταν μέλλεις προβαίνειν τὰ, ΙΙΙ, 287. Οταν μετὰ τὴν εἰς τὸ χεῖρον, 1, 9. Οταν μὴ δείξεις σπονδάς, Ι, 297. Οταν οἱ δαίμονες εὐφημήσωσί σε, ΙΙΙ, 235. Οταν ποτὲ δυνηθῇς ἐκριζῶσαι, ΙΙ, 89. Οταν ποτὲ ἐν συναισθήσει γενόμ., 111, 274. Οταν σοι μνήμη ἔλθῃ, 47. Οταν τινὲς τῶν ἀδελφῶν, ΙΙ, 105. Οταν τις ἄνθρωπος δίκαιός τε, ΙΙΙ, 218. Οτε ἐπέλιπε τὰ ἀναγκαῖα, 1, 7. Οτε τῆς καθηγουμεν. τῶν, 111, 108. Ο τὴν προσγινομένην τῷ νῷ, ΙΙΙ, 240. Ὁ τῆς ἐν Βυζαντίῳ μεγάλης, ΙΙ, 294. Ο τῆς θεοσεβείας τρόπος ἐκ δύο, ΙΙ, 165. Ο τῆς πορνείας δαίμων, 11, 159. Ο τῆς ψυχῆς σου δόμος κόπρου, ΙΙ, 6. Οτι δυνατὸν, καὶ μετὰ σωφροσ., ΙΙΙ, 54. Οτι ἡ ἀργία ἀρχὴ κακουργίας, 1, 310. “Οτι καὶ ὁ ἀκάθαρτος δυνήσεται, 1, 200. Οτι μέγα ἐστὶ βοήθημα ἡ εὐχή, ΙΙ, 308. "Οτι μέλλει Χριστὸς ὑπὸ τῆς, 11, 197. “Οτι μὲν καὶ βασιλεὺς καὶ ὑπήκοος, ΙΙΙ, 23. Οτι οἱ προεστῶτες παρασιωπήσαντ.; ΙΙΙ, 115. Οτι οἱ τὸν δίκαιον ἄνδρα εύφημ., 11, 207. Ὅτι οὐ χρὴ πρὸ καιροῦ τῆς θείας, 111, 146. Οτι πᾶς ἄνθρωπος ὑπὸ τῶν, 29. "Οτι πολλῆς θεωρίας και, Ι, 122. Οτι πρὸς τὴν ῥοπὴν ἕκαστοι, Ι, 210. "Οτι τοὺς παρεχωνιζομένους, 11, 268. "Οτι χρεών περιμένειν, καὶ σκοπεῖν, 111, 145. Οτι χρὴ τὴν τοῦ καλοῦ ἐφιέμενον, Ι, 155. Ο τοῖς πένησι δεδωκὼς τὰ χρήματα, 11, 293. Ο τόπος ὁ καλούμενος Αἰνών, 1, 275. Ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱὸς Ἰησοῦς Χριστός, 1, 529. Ουαί σοι, τρισταλαίπωρε άνθρωπε, 11, 104. Οὐαὶ τῇ ψυχῇ σου, καὶ τῇ ζωῇ, ΙΙ, 178. Οὐ βλέπεις παρεζευγμένην τῷ, ΙΙΙ, 278. Οὐ βούλομαι, λέγεις, ἐκστῆναι, 11, 32. Οὐ βούλομαί σε τῇ οιήσει, 11, 8. Οὐδαμοῦ εἶπεν ή γραφή, ΙΙ, 191.
Νῦν εὔκαιρον εἰπεῖν τινα τῶν, 1, 77.
Νῦν τῷ διαβόλῳ, καὶ ταῖς, 1V, 53.
Νωθρός τις ὑπάρχων, ΙV, 60.
Ο ᾄδων πρὸς τὸ ὠτίον τοῦ κωφού, ΙΙ, 255.
Ὁ ἀναβαίνων εἰς θέατρα, ΙΙ, 284.
῾Ο ἀμελῶν τῆς ἐργασίας, ΙΙΙ, 52.
Ὁ αὐτὸς καὶ ἐν ὑψίστοις, ΙΙΙ, 92.
Ογκώδες φυλάκιον σπουδαίως, ΙΙ, 102.
Ο δὲ ἀγαπῶν, φησίν, ἐπιμελῶς, 101, 104.
Ο διὰ τὰς ἁμαρτίας τύπτων, ΙΙΙ, 129.
Ὁ διὰ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, 11, 101.
Ο δίκαιος Νῶς τὸν Χριστὸν, 1, 84.
Ο δίκαιος πολλοστός λέγεται, 1, 201.
Ὁ ἐν τοῖς παροῦσι τῶν παρὰ, 1, 40.
Ὁ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πορνικού, ΙΙΙ, 106.
Ὁ ἐν τῷ τίκτεσθαι ἀνοίξας, 1, 270.
῾Ο ἐφ' ἁμαρτίας γενόμενος, 1, 220.
Ο εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ΙΙΙ, 183.
Ο ἑωραχὼς ἐμὲ ἑώρακα, Ι, 191.
῾Ο ἡνίοχος νοῦς τὸν μὲν, ΙΙΙ, 268.
Ο Θεὸς ἡμῶν ἀγαπᾷ, Ι, 56.
Ὁ Θεὸς, ὁ Θεός μου, πρόσχες, 1, 102.
Ο θλίβων σε πονηρὸς δαίμων, Ι, 227.
Οἱ αἱρετικοὶ λύκοι τοὺς ἀπὸ τῆς, 1, 315.
Οἱ ἀνόσιοι, καὶ ἄθεοι, πονηροί τε, 1, 35.
Ο Ιατρός και κολάζῃ ἐδύνας, 1V, 7.
Οἱ ἀφανεῖς μαδιναῖοι δαίμονες, ΙΙ, 142.
Οἶδα, ὅτι πιστεύεις Δεσπότην, ΙΙ, 248.
Οἶδα, φησὶν, οὐκ ἀγνοῶ, ΙΙΙ, 203.
Ο δεν ἀκριβῶς, καὶ βλέπει, ΙΙΙ, 174.
Οἶδεν ὁ ἡμέτερος Δεσπότης, ΙΙΙ, 300.
Οἱ ἐξ ὅλης διανοίας τὴν παντέφορον, Ι, 139.
Οἱ ζήν εὐσεβῶς προηρημένοι, ΙΙ, 67.
Οἱ θεῖοι νόμοι προστάττουσι, 11, 212.
Οἰκονομικῶς οὐκ ἐδόθη σοι, οὔτε, Ι, 290.
Οἶκόν σε, καὶ ναὸν τοῦ ἁγίου, 11, 286.
Οἶκος ψυχῆς καὶ ἑκάστου προσώπου, 11; 173.
Οἱ μὲν ἀρχηγοί τῆς ἡμετέρας, ΙΙ, 57.
Οἱ μὲν δαίμονες διὰ ποικίλων, 1, 137.
Οἱ μὴ νομίμως, καὶ κατά, ΙΙ, 252.
Οίνος νέος φίλος νέοις, ΙΙΙ, 219.
Οἱ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, 1, 51.
Οἱ πονηροὶ καὶ φιλάμαρτοι, 111, 259.
Οἱ τὰς ψυχὰς ἑαυτῶν, 1, 99.
Οἱ τῇ δικαιοσύνῃ πολλά, ΙΙ, 1.
Οἱ υἱοὶ αὐτῶν ὡς νεόφυτα, 111, 4.
Οἱ ὑπὸ Μωϋσέως τοῦ θείου, 1, 59.
Ο κόσμος παράγεται, και, 11, 171.
Ο Κύριος ἀπεφήνατο, ὅτι τοῖς, Ι, 150.
Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μετά, 11, 78.
Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς πάντα, 1, 170.
Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τῇ, 1, 258.
Ο λέγων, ὅτι διὰ τοῦτο, ΙΙΙ, 73.
Ολην τὴν διάνοιαν πρὸς τὸ, 1, 271.
Ολην τὴν ἡμέραν του βίου, 1, 37.
Ολίγος ἐστὶν ὁ ἐν τῷ βίῳ τούτῳ, ΙV, 20.
Ο λύχνος, φησί, τοῦ σώματος, 1, 135.
Ὁ μακάριος Πέτρος ἀντὶ τῆς, 11, 75
Ο μακάριος Πέτρος γράφων, 1, 192.
Ο μὲν Ἀδὰμ πέπλασται, Ι, 208.
Ὁ μὲν ἐχθρὸς τῆς ἡμετέρας, ΙΙ, 165.
Ὁ μὲν φαῦλος τάχιστα ἂν, 1, 52.
Ο μεταβαίνων ἐκ τόπων εἰς, 1, 295.
Ο μὴ διατρέχων προθύμως, 18, 31.
῾Ο μὴ προσδοκῶν εὐθύνας, 1, 237.
Ο μή συνδιάζων λογισμοίς, ΙΙΙ, 81.
Ο μοιχὸς πάντας ἀνθρώπους, 1, 3.
Όμοιο; ὑπάρχεις τῷ λέγοντι, 1, 517.
Ομολόγησαν τῷ Θεῷ τὴν σαυτοῦ, ΙΙ, 48.
Ο μονογενής Υιός, καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ΙΙ, 40.
Οντινα βούλεται σῶται ὁ Θεὸς, ΙΙΙ, 102.
"Ον τρόπον εἴ τις βασιλέως εἰκόνος, 1, 247.
Ον τρόπον τὸν σίδηρον ἀψηλάφητον, 111, 155.
Ο παντέφορος Θεὸς ἔλεγε, 11, 260.
Ο παντοδύναμος Θεός, 1, 113.
Ο πεντηκοστός τέταρτος ψαλμός, Ι, 104.
Οπερ ὁ Σειράχ περὶ θυγατρός, 111, 193.
Οπερ οὐκ ἂν γένοιτο κωλύοντος, 11, 328.
Ο ποιῶν, φησί, πάντα, καὶ, 1, 12.
Οπου ἐντολὴ Θεοῦ, ἐκεῖ, 11, 193.
Οπου ἐστὶν ὁ θησαυρός σου, φησὶν, Ι, 154.
Ο πρότερον λέγων πρὸς τὸν Θεόν, ΙΙΙ, 2.
Ο πρώην περιπόθητος καὶ ἄγαν, ΙΙΙ, 119.
Οπως μὴ ἀπευδοκίτης του, Ι, 186.
Ορη τὰ ὑψηλὰ τοῖς ἐλάφοις, ΙΙΙ, 38.
Ορθρισον, φησί, καὶ στῆθι, 111, 204.
Οσοι ἀγάπῃ Θεοῦ, καὶ προθέσει, Ι, 68.
Οσοι ἄμωμόν τε, καὶ ἄθικτον, 111, 298.
Οσοι εἰς ἀνέλπιστον ἑαυτοὺς, 19, 48.
Οσοι μὲν πολλοίς πόνοις, ΙΙ, 46.
Οσοι μὴ βούλονται διὰ τῆς τοῦ λόγου, ΙΙΙ, 304.
Οσοι τῶν δούλων γνησίως, ΙΙ, 249.
Ὅσον δοκεῖς τὸ σῶμα σκληραγωγείν, ΙΙ, 51.
Ὅσον ὁ δαίμων τῆς πορνείας, ΙΙΙ, 224.
Ο σοφώτατος Σολομῶν φησιν, 111, 137.
Ο σταυρός Χριστοῦ τοῦ φιλανθρωποτάτου, Ι, 92.
Οσῳ τις ἐν πλείοσιν έργοις, ΙΙΙ, 50.
Οταν ἀγαθουργήσας, ἢ τῇ θείᾳ, 111, 41.
"Οταν ἀκούωμεν τῆς θείας, IV, 25.
"Οταν ἀνακακήσῃ σπιλάς, 111, 207.
Ὅταν ἀσθενῇ τὸ υπογάστριον, ΙΙ, 244.
Οταν βλέπῃς τὸν ἐχθραίνοντά σοι, 11, 315.
Οταν καὶ ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, 11, 297.
Οταν διαθλήσωμεν προσηκόντως, ΙΙΙ, 198.
"Οταν δυνηθῇς δύο μήνας, 1, 281.
Οταν δι' ὑπομονῆς, καὶ εὐχῆς, 1, 187.
Οταν ἐπιβης ύψηλοτέρων βαθμών, 111, 475.
Οταν ἐστὶ τῶν κατὰ φύσιν λαμπρῶν, ΙΙ, 199.
Οταν ερεθίσει σε τὸ φρόνημα, 11, 234.
Οταν ἴδῃς ἄνθρωπον ἄπιστον, ΙΙ, 141.
Οταν λοιπὸν ἀτενίσει ἄνθρωπος, ΙΙ, 222.
*Οταν λυπηρόν τι ή τραχύ, ΙΙ, 555.
Οταν μέλλεις προβαίνειν τὰ, ΙΙΙ, 287.
Οταν μετὰ τὴν εἰς τὸ χεῖρον, 1, 9.
Οταν μὴ δείξεις σπονδάς, Ι, 297.
Οταν οἱ δαίμονες εὐφημήσωσί σε, ΙΙΙ, 235.
Οταν ποτὲ δυνηθῇς ἐκριζῶσαι, ΙΙ, 89.
Οταν ποτὲ ἐν συναισθήσει γενόμ., 111, 274.
Οταν σοι μνήμη ἔλθῃ, ΙV, 47.
Οταν τινὲς τῶν ἀδελφῶν, ΙΙ, 105.
Οταν τις ἄνθρωπος δίκαιός τε, ΙΙΙ, 218.
Οτε ἐπέλιπε τὰ ἀναγκαῖα, 1, 7.
Οτε τῆς καθηγουμεν. τῶν, 111, 108.
Ο τὴν προσγινομένην τῷ νῷ, ΙΙΙ, 240.
Ὁ τῆς ἐν Βυζαντίῳ μεγάλης, ΙΙ, 294.
Ο τῆς θεοσεβείας τρόπος ἐκ δύο, ΙΙ, 165.
Ο τῆς πορνείας δαίμων, 11, 159.
Ο τῆς ψυχῆς σου δόμος κόπρου, ΙΙ, 6.
Οτι δυνατὸν, καὶ μετὰ σωφροσ., ΙΙΙ, 54.
Οτι ἡ ἀργία ἀρχὴ κακουργίας, 1, 310.
“Οτι καὶ ὁ ἀκάθαρτος δυνήσεται, 1, 200.
Οτι μέγα ἐστὶ βοήθημα ἡ εὐχή, ΙΙ, 308.
"Οτι μέλλει Χριστὸς ὑπὸ τῆς, 11, 197.
“Οτι μὲν καὶ βασιλεὺς καὶ ὑπήκοος, ΙΙΙ, 23.
Οτι οἱ προεστῶτες παρασιωπήσαντ.; ΙΙΙ, 115.
Οτι οἱ τὸν δίκαιον ἄνδρα εύφημ., 11, 207.
Ὅτι οὐ χρὴ πρὸ καιροῦ τῆς θείας, 111, 146.
Οτι πᾶς ἄνθρωπος ὑπὸ τῶν, ΙV, 29.
"Οτι πολλῆς θεωρίας και, Ι, 122.
Οτι πρὸς τὴν ῥοπὴν ἕκαστοι, Ι, 210.
"Οτι τοὺς παρεχωνιζομένους, 11, 268.
"Οτι χρεών περιμένειν, καὶ σκοπεῖν, 111, 145.
Οτι χρὴ τὴν τοῦ καλοῦ ἐφιέμενον, Ι, 155.
Ο τοῖς πένησι δεδωκὼς τὰ χρήματα, 11, 293.
Ο τόπος ὁ καλούμενος Αἰνών, 1, 275.
Ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱὸς Ἰησοῦς Χριστός, 1, 529.
Ουαί σοι, τρισταλαίπωρε άνθρωπε, 11, 104.
Οὐαὶ τῇ ψυχῇ σου, καὶ τῇ ζωῇ, ΙΙ, 178.
Οὐ βλέπεις παρεζευγμένην τῷ, ΙΙΙ, 278.
Οὐ βούλομαι, λέγεις, ἐκστῆναι, 11, 32.
Οὐ βούλομαί σε τῇ οιήσει, 11, 8.
Οὐδαμοῦ εἶπεν ή γραφή, ΙΙ, 191.
col. 77–78page 10 of 262
PG 79:77Οὐδαμῶς Χριστὸς ὁ τῶν ὅλων, ΙΙ, 289. Οὐ δεῖ καταφρονεῖν τῶν βραχέων, ΙΙΙ, 501. Οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς με, φησί, ΙΙ, 228. Οὐδεὶς προσκρούσας τῷ Θεῷ, 1, 190. Οὐδεὶς ταπεινότερος τοῦ ἁμαρτ., 111, 256. Οὐ δεῖται χρόνου πλείονος, Ι, 66. Οὐδὲν οὕτω δυσωπεῖ τοὺς ἐπιβαίνοντας, 11, 195. Οὐδὲν οὕτως εἰς κόλασιν, ΙΙ, 176. Οὐδὲν οὕτως εὐθυμίαν καὶ, 111, 122. Οὐδὲν τὸ σύνολον παραβλάψει, 1, 55. Οὐδενὸς οὕτως ὡς χρόνου, 18. Οὐδέποτε δεῖ ἀργεῖν, 111, 164. Οὐ δίκαιον τὰς δυνάμεις τῆς ψυχ, ΙΙΙ, 215. Οὐκ ἀγνοεῖς τὸ ἐν τῷ Ἰεζεκιήλ, 1, 64. Οὐκ ἀναγκαῖον ἂν εἴη, 1, 283. Οὐκ ἄνθρωπος ψιλός ο κοινός, ΙΙ, 150. Οὐκ ἀξίαν τῆς τοῦ Εὐαγγελίου, 1, 54. Οὐκ ἀπελπιστέον σωθήναι, 111, 172. Οὐκ ἀποδέχομαι σε πρὶν ἐκκόψαι, ΙΙ, 67. Οὐκ ἀφ' ἑαυτοῦ κινούμενος, 1, 79. Οὐκ εἰκῇ βοῦσι κατὰ τὰς ἐκκλ., 111, 70. Οὐκ ἐν τῷ πεπράχθαί ποτε, ΙΙΙ, 267. Οὐκ ἔτι λανθάνεται ὁ Θεὸς, ΙΙΙ, 311. Οὐκ ἔστιν ἁμαρτία τὸ πρὸς βραχύ, 11, 59. Οὐκ ἔστιν εύλογον γελᾶν καὶ παίζειν, ΙΙΙ, 323. Οὐκ ἔστι συμφορὰ μαχήσασθαι, 36. Οὐκ ἔστι ψυχαγωγία καθώς, ΙΙ, 290. Οὐκ ἤκουσας τὴν πεφιλημένην, ΙΙΙ, 211. Οὐκ ἦν ἕτερος ὁ τὸν Λάζαρον, ΙΙ, 292. Οὐκ ὀλίγον χρόνον τοῦ διαβ., 111, 214. Οὐκ ὀφείλομεν ὅλως ἀναλογίσασθαι, 111, 289. Οὐ μεταδοτέος παῤῥησίας, 111, 192. Οὐ μετρίως, ἀλλὰ καὶ πάνυ, 1, 232. Οὐ μικρὸν τὸ παρά μικρόν, 11, 288. Οὐ μόνον ἀλγηδόνα χορηγ., ΙΙΙ, 121. μόνον ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ΙΙ, 108. Οὐ μόνον γαστριμαργεῖν, 111, 46. Οὐ μόνον δυσώδη καὶ ἄκαρπα, Ι, 176. Οὐ μόνον ὁ Ἰούδας τὸν Κύριον, ΙΙ, 100. μόνον οἱ τὰς θλίψεις, και, ΙΙΙ, 222. Οὐ μόνον περὶ ἀργοῦ ῥήματος, ΙΙΙ, 155. μόνον τὰ ἔξωθεν ἐπιφερόμενα, 111, 500. Οὐ μόνον τὸ τὴν ἀρετὴν, ΙΙ, 277. Οὐ νόθον μόσχευμα, κάλλιστον δὲ, ΙΙ, 54. Οὔπω πέντε, καὶ δέκατον ἔτος, ΙΙΙ, 176. Οὐ στενοχωρούμεθα ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ, 11, 80. Οὔτε ἀέρα ὅλον ἔπνευσεν, Ι, 158. οὔτε ἀλόγως, οὔτε ευλόγως, ΙΙ, 505. Οὔτε ἐν ταῖς εὐθυμίαις κορυβαντ., ΙΙ, 146. Οὔτε ἡ ἀρετὴ οὐσία ἐστὶν, ΙΙΙ, 22. Οὔτε ἡ ἀρετὴ, οὔτε ἡ κακία, ΙΙ, 124. οὔτε θαῤῥεῖν ἀναγκαῖον, 1, 230. οὔτε λύκος προβάτῳ, 1, 298. Οὔτε τὸ θνησιμαῖον ἐφάψασθαι, 11, 216. Οὗτος, φησὶν, ὁ ἄῤῥωστος τῷ μέλιτι, ΙΙ, 111. Οὐ τῶν τυχόντων κακῶν πηγή, 58. Οὗτος, φησί, τῇ τέρψει τῶν ἀρετῶν, ΙΙ, 113. Οὐ φοβηθήσῃ, φησίν, ἀπὸ φόβου, 1, 96. Οὐχ ἁπλῶς τοῖς τυχούσι, ΙΙΙ, 320. Οὐχ ὁ ἑαυτὸν συνιστῶν ἐστιν, ΙΙ, 114. Οὐχ ὁ πολυμέριμνος, καὶ ἄπιστος, ΙΙΙ, 110. Οὐχ ὅτι πάντας τοὺς θανόντας, ΙΙ, 20. Οὐχ ὁ τυχὼν ἐπεκρεμάσθη, Ι, 128. Οὐχ οὕτω τις εραστής μανικώτατος, ΙΙΙ, 169. Οὐ χρὴ ἅμα τῷ θεάσασθαι, ΙΙΙ, 294. Οὐ χρὴ ἀπογινώσκειν, οὐδὲ, ΙΙΙ, 63. Οὐ χρὴ δυσφορεῖν ἐπὶ τοῖς, ΙΙΙ, 157. Οὐ χρὴ ξενίζεσθαι τοῖς γινομένοις, ΙΙΙ, 26. Οὐ χρὴ πάροδον διδόναι, 11, 224. Οὐ χρὴ τῶν δοκούντων εὐτελῶν, ΙΙΙ, 258. Οφείλει, εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ, 11, 22. Ο φιλανθρωπότατος, 1, 316. Ο φιλόγουπος τῆς πορνείας εὑρετής, ΙΙΙ, 145. Ο ὧν ἀπαύγασμα της δόξης, Ι, 286. Παιδαγωγητέον καὶ γλῶσσαν, 10, 41. Πάλιν ἡμῖν ἧκεν ὁ μέγας, 1, 114. Πἂν εἶδος ἀκαθαρσίας, ΙΙ, 282. Πᾶν κτίσμα διὰ λόγου καὶ σοφίας. 1, 205. Πάντα, φησί, καθαρὰ τοῖς καθαροίς, 11, 128. Πανταχόθεν ὁ ὕλη τῇ ψυχῇ. ΙΙΙ, 252. Πᾶν τὸ ἄξιον σωτηρίας, Ι. 260. Πᾶν τὸ ἐπερχόμενον σοι, 111, 128. Πᾶν τὸ πολλῷ μόχθῳ, 1, 49. Πάνυ μισοῦσιν οἱ ἄνθρωποι, ΙΙΙ, 77. Πάνυ μοι δοκεῖς τὴν θείαν, ΙΙΙ, 243. Παρακέκληκάς με καὶ διὰ γραμ., 111, 112. Παρά τινων, φησί, τὸ ἔλεός του, 11, 86. Πᾶσα ἀληθὴς ἀρετὴ καὶ ἔστι, ΙΙΙ, 48. Πᾶσα κεφαλὴ εἰς πόνον, φησί, 1, 55. Πᾶσαν τὴν ἐπουράνιον περιτροχάζειν, 1, 292. Πᾶς ὁ πολεμούμενος ὑπὸ τοῦ, ΙΙ, 100. Παῦλος διώκτης υπάρχων, 1, 215. Πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν, ΙΙ, 181. Πειρασμὸς μὲν λέγεται, 17, 50. Πέπαυσο λοιπὸν καταθλίβων, Ι, 132. Πέπεισμαι καὶ πεπληροφόρημαι, Ι, 131. Πέπλον ὑπάρχει χρυσοῦν, 111, 321. Περίστομα, φησί, περιβαλέσθω, ΙΙΙ, 495. Περὶ τῆς νοητῆς Ἱερουσαλήμ, 1, 258. Περὶ τῆς τετραμόρφου δυνάμεως, 1, 124. Περιτομὴ οὐδέν ἐστιν, ΙΙ, 27. Περὶ τοῦ ψευδοπροφήτου Λουκάς, ΙΙΙ, 1. Περὶ τῶν ἐναρξαμένων, καὶ μὴ, Ι, 333. Περὶ ὧν ἠξίωσάς με αρτίως, 111, 43. Περὶ ὧν μοι γεγράφητας, 111, 120. Πέτρος ὁ πρωτοστάτης τῶν ἀποστ., 11, 21. Πιστὴ μὲν δοκεῖς ὑπάρχειν, ΙΙ, 170. Πλατύναι Κύριος τῷ Ἰάφεθ, ΙΙΙ, 7. Πλείονας τῶν λόγων τοὺς ὅρκους, 1, 42. Πλεῖον τῶν ἀγρίων ἀνέμων, 3. Πλεῖστα ἔχεις τῆς περὶ σὲ τοῦ Θεοῦ, 111, 152. Πλειστάκις δεηθείς, καὶ ἀποτυχών, 111, 208. Πλεονάκις παρεκάλεσας, 111, 86. Πλουτεῖς ἀδίκως τὰς ἑτέροις, Ι, 144. Πλουτὴρ ὁ παρὰ τῷ Μωϋσή, 11, 12. Ποθεῖς γνῶναι τὰς τῶν, Ι. 50. Ποῖον ἄρα προσέσται σοι όφελος, ΙΙ, 264. Πολλὰ καὶ τῶν ἀψύχων, 1, 70. Πολλάκις μὲν γράφειν σοι, 1, 2. Πολλάκις σοι εἴρηκα, καὶ νῦν. ΙΙ, Πολλὰ ὁ Θεὸς λεληθότως, Ι, 235. Πολλοὶ ἐν τῷ νοσοκομίῳ τοῦ παρ., ΙΙ, 110. Πολλοὶ θαῤῥοῦντες ἑαυτοῖς, ΙΙΙ, 55. Πολλοὶ τῶν ἐν θαλάσσῃ, Η, 246. Πολλοὶ τῶν φαύλων τὸ ἐν τῇ καρδίᾳ, ΙΙ, 18. Πολλούς ἔγωγε οἶδα μὴ δυνηθέντας, 1, 135. Πόῤῥω στῆθι τοῦ τῆς πορνείας, ΙΙ, 226. Πόσοι δοκεῖς ἑαυτοὺς μακαρίζουσιν, 1, 184. Πόσοι ποτάκις ἄνθρωποι κόρακες, 151. Πότε ἄρα ἐξ ὕπνου ἀναστήσῃ, 111, 168. Ποτὲ μὲν κρύπτονται ἔνδον παρ., 11, 139. Πρὸς ἐκεῖνο τὸ φρικώδες, 525. Προσευχομένου τοῦ Δεσπότου Ἰησοῦ, ΙΙ, 74. Προσεχόντως τῷ μοναδικῷ, ΙΙ, 63. Προστάσσει ὁ νόμος Μωϋσέως, ΙΙΙ, 34. Πρό τινος χρόνου ἄνθρωπο:, ΙΙ, 529. Πρόσωπον Μωϋσέως νόησον εἶναι, Ι, 119. Πρόσωπον τῆς ψυχῆς, ΙΙΙ, 185. Πρὸ τῆς Κυριακῆς ἡμέρας, ΙΙΙ, 62. Πρὸ τοῦ με ταπεινωθῆναι, ΙΙ, 522. Πυνθάνεται μου ή τιμία σου, 11, 24. Πυνθάνῃ μου, τί ἐστι τὸ γεγραμ., 1. 265. Πυνθάνῃ μου, τί φησι δια προφ., 1, 504. Πυνθάνῃ, τί ἂν σημαίνοιεν, 1, 78. Πῶς ἂν καὶ ὑπέστη τόδε, 1, 19. Πῶς ἐπιθυμεῖς τὴν Κωνσταντίνου πόλιν, ΙΙ, 208. Πῶς μικρὸν λέγεις ὑπάρχειν, ΙΙ, 44. Πῶς ὁ Δεσπότης Χριστὸς ἀμήτωρ, 1, 195. Πῶς οὐκ ἐγκαλύπτει ἐγκρατεῖς, ΙΙΙ, 16. Πώς προφήτης παρὰ τῷ Ησαία, 11, 180. Πῶς τινες τῶν γοητῶν τινα, Ι, 508. Πως τολμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, 1, 211.
EPISTOLARUM INITIA.
Οὐδαμῶς Χριστὸς ὁ τῶν ὅλων, ΙΙ, 289.
Οὐ δεῖ καταφρονεῖν τῶν βραχέων, ΙΙΙ, 501.
Οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς με, φησί, ΙΙ, 228.
Οὐδεὶς προσκρούσας τῷ Θεῷ, 1, 190.
Οὐδεὶς ταπεινότερος τοῦ ἁμαρτ., 111, 256.
Οὐ δεῖται χρόνου πλείονος, Ι, 66.
Οὐδὲν οὕτω δυσωπεῖ τοὺς ἐπιβαίνοντας, 11, 195.
Οὐδὲν οὕτως εἰς κόλασιν, ΙΙ, 176.
Οὐδὲν οὕτως εὐθυμίαν καὶ, 111, 122.
Οὐδὲν τὸ σύνολον παραβλάψει, 1, 55.
Οὐδενὸς οὕτως ὡς χρόνου, IV, 18.
Οὐδέποτε δεῖ ἀργεῖν, 111, 164.
Οὐ δίκαιον τὰς δυνάμεις τῆς ψυχ, ΙΙΙ, 215.
Οὐκ ἀγνοεῖς τὸ ἐν τῷ Ἰεζεκιήλ, 1, 64.
Οὐκ ἀναγκαῖον ἂν εἴη, 1, 283.
Οὐκ ἄνθρωπος ψιλός ο κοινός, ΙΙ, 150.
Οὐκ ἀξίαν τῆς τοῦ Εὐαγγελίου, 1, 54.
Οὐκ ἀπελπιστέον σωθήναι, 111, 172.
Οὐκ ἀποδέχομαι σε πρὶν ἐκκόψαι, ΙΙ, 67.
Οὐκ ἀφ' ἑαυτοῦ κινούμενος, 1, 79.
Οὐκ εἰκῇ βοῦσι κατὰ τὰς ἐκκλ., 111, 70.
Οὐκ ἐν τῷ πεπράχθαί ποτε, ΙΙΙ, 267.
Οὐκ ἔτι λανθάνεται ὁ Θεὸς, ΙΙΙ, 311.
Οὐκ ἔστιν ἁμαρτία τὸ πρὸς βραχύ, 11, 59.
Οὐκ ἔστιν εύλογον γελᾶν καὶ παίζειν, ΙΙΙ, 323.
Οὐκ ἔστι συμφορὰ μαχήσασθαι, IV, 36.
Οὐκ ἔστι ψυχαγωγία καθώς, ΙΙ, 290.
Οὐκ ἤκουσας τὴν πεφιλημένην, ΙΙΙ, 211.
Οὐκ ἦν ἕτερος ὁ τὸν Λάζαρον, ΙΙ, 292.
Οὐκ ὀλίγον χρόνον τοῦ διαβ., 111, 214.
Οὐκ ὀφείλομεν ὅλως ἀναλογίσασθαι, 111, 289.
Οὐ μεταδοτέος παῤῥησίας, 111, 192.
Οὐ μετρίως, ἀλλὰ καὶ πάνυ, 1, 232.
Οὐ μικρὸν τὸ παρά μικρόν, 11, 288.
Οὐ μόνον ἀλγηδόνα χορηγ., ΙΙΙ, 121.
μόνον ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ΙΙ, 108.
Οὐ μόνον γαστριμαργεῖν, 111, 46.
Οὐ μόνον δυσώδη καὶ ἄκαρπα, Ι, 176.
Οὐ μόνον ὁ Ἰούδας τὸν Κύριον, ΙΙ, 100.
μόνον οἱ τὰς θλίψεις, και, ΙΙΙ, 222.
Οὐ μόνον περὶ ἀργοῦ ῥήματος, ΙΙΙ, 155.
μόνον τὰ ἔξωθεν ἐπιφερόμενα, 111, 500.
Οὐ μόνον τὸ τὴν ἀρετὴν, ΙΙ, 277.
Οὐ νόθον μόσχευμα, κάλλιστον δὲ, ΙΙ, 54.
Οὔπω πέντε, καὶ δέκατον ἔτος, ΙΙΙ, 176.
Οὐ στενοχωρούμεθα ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ, 11, 80.
Οὔτε ἀέρα ὅλον ἔπνευσεν, Ι, 158.
οὔτε ἀλόγως, οὔτε ευλόγως, ΙΙ, 505.
Οὔτε ἐν ταῖς εὐθυμίαις κορυβαντ., ΙΙ, 146.
Οὔτε ἡ ἀρετὴ οὐσία ἐστὶν, ΙΙΙ, 22.
Οὔτε ἡ ἀρετὴ, οὔτε ἡ κακία, ΙΙ, 124.
οὔτε θαῤῥεῖν ἀναγκαῖον, 1, 230.
οὔτε λύκος προβάτῳ, 1, 298.
Οὔτε τὸ θνησιμαῖον ἐφάψασθαι, 11, 216.
Οὗτος, φησὶν, ὁ ἄῤῥωστος τῷ μέλιτι, ΙΙ, 111.
Οὐ τῶν τυχόντων κακῶν πηγή, IV, 58.
Οὗτος, φησί, τῇ τέρψει τῶν ἀρετῶν, ΙΙ, 113.
Οὐ φοβηθήσῃ, φησίν, ἀπὸ φόβου, 1, 96.
Οὐχ ἁπλῶς τοῖς τυχούσι, ΙΙΙ, 320.
Οὐχ ὁ ἑαυτὸν συνιστῶν ἐστιν, ΙΙ, 114.
Οὐχ ὁ πολυμέριμνος, καὶ ἄπιστος, ΙΙΙ, 110.
Οὐχ ὅτι πάντας τοὺς θανόντας, ΙΙ, 20.
Οὐχ ὁ τυχὼν ἐπεκρεμάσθη, Ι, 128.
Οὐχ οὕτω τις εραστής μανικώτατος, ΙΙΙ, 169.
Οὐ χρὴ ἅμα τῷ θεάσασθαι, ΙΙΙ, 294.
Οὐ χρὴ ἀπογινώσκειν, οὐδὲ, ΙΙΙ, 63.
Οὐ χρὴ δυσφορεῖν ἐπὶ τοῖς, ΙΙΙ, 157.
Οὐ χρὴ ξενίζεσθαι τοῖς γινομένοις, ΙΙΙ, 26.
Οὐ χρὴ πάροδον διδόναι, 11, 224.
Οὐ χρὴ τῶν δοκούντων εὐτελῶν, ΙΙΙ, 258.
Οφείλει, εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ, 11, 22.
Ο φιλανθρωπότατος, 1, 316.
Ο φιλόγουπος τῆς πορνείας εὑρετής, ΙΙΙ, 145.
Ο ὧν ἀπαύγασμα της δόξης, Ι, 286.
Παιδαγωγητέον καὶ γλῶσσαν, 10, 41.
Πάλιν ἡμῖν ἧκεν ὁ μέγας, 1, 114.
Πἂν εἶδος ἀκαθαρσίας, ΙΙ, 282.
Πᾶν κτίσμα διὰ λόγου καὶ σοφίας. 1, 205.
Πάντα, φησί, καθαρὰ τοῖς καθαροίς, 11, 128.
Πανταχόθεν ὁ ὕλη τῇ ψυχῇ. ΙΙΙ, 252.
Πᾶν τὸ ἄξιον σωτηρίας, Ι. 260.
Πᾶν τὸ ἐπερχόμενον σοι, 111, 128.
Πᾶν τὸ πολλῷ μόχθῳ, 1, 49.
Πάνυ μισοῦσιν οἱ ἄνθρωποι, ΙΙΙ, 77.
Πάνυ μοι δοκεῖς τὴν θείαν, ΙΙΙ, 243.
Παρακέκληκάς με καὶ διὰ γραμ., 111, 112.
Παρά τινων, φησί, τὸ ἔλεός του, 11, 86.
Πᾶσα ἀληθὴς ἀρετὴ καὶ ἔστι, ΙΙΙ, 48.
Πᾶσα κεφαλὴ εἰς πόνον, φησί, 1, 55.
Πᾶσαν τὴν ἐπουράνιον περιτροχάζειν, 1, 292.
Πᾶς ὁ πολεμούμενος ὑπὸ τοῦ, ΙΙ, 100.
Παῦλος διώκτης υπάρχων, 1, 215.
Πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν, ΙΙ, 181.
Πειρασμὸς μὲν λέγεται, 17, 50.
Πέπαυσο λοιπὸν καταθλίβων, Ι, 132.
Πέπεισμαι καὶ πεπληροφόρημαι, Ι, 131.
Πέπλον ὑπάρχει χρυσοῦν, 111, 321.
Περίστομα, φησί, περιβαλέσθω, ΙΙΙ, 495.
Περὶ τῆς νοητῆς Ἱερουσαλήμ, 1, 258.
Περὶ τῆς τετραμόρφου δυνάμεως, 1, 124.
Περιτομὴ οὐδέν ἐστιν, ΙΙ, 27.
Περὶ τοῦ ψευδοπροφήτου Λουκάς, ΙΙΙ, 1.
Περὶ τῶν ἐναρξαμένων, καὶ μὴ, Ι, 333.
Περὶ ὧν ἠξίωσάς με αρτίως, 111, 43.
Περὶ ὧν μοι γεγράφητας, 111, 120.
Πέτρος ὁ πρωτοστάτης τῶν ἀποστ., 11, 21.
Πιστὴ μὲν δοκεῖς ὑπάρχειν, ΙΙ, 170.
Πλατύναι Κύριος τῷ Ἰάφεθ, ΙΙΙ, 7.
Πλείονας τῶν λόγων τοὺς ὅρκους, 1, 42.
Πλεῖον τῶν ἀγρίων ἀνέμων, ΙV, 3.
Πλεῖστα ἔχεις τῆς περὶ σὲ τοῦ Θεοῦ, 111, 152.
Πλειστάκις δεηθείς, καὶ ἀποτυχών, 111, 208.
Πλεονάκις παρεκάλεσας, 111, 86.
Πλουτεῖς ἀδίκως τὰς ἑτέροις, Ι, 144.
Πλουτὴρ ὁ παρὰ τῷ Μωϋσή, 11, 12.
Ποθεῖς γνῶναι τὰς τῶν, Ι. 50.
Ποῖον ἄρα προσέσται σοι όφελος, ΙΙ, 264.
Πολλὰ καὶ τῶν ἀψύχων, 1, 70.
Πολλάκις μὲν γράφειν σοι, 1, 2.
Πολλάκις σοι εἴρηκα, καὶ νῦν. ΙΙ,
Πολλὰ ὁ Θεὸς λεληθότως, Ι, 235.
Πολλοὶ ἐν τῷ νοσοκομίῳ τοῦ παρ., ΙΙ, 110.
Πολλοὶ θαῤῥοῦντες ἑαυτοῖς, ΙΙΙ, 55.
Πολλοὶ τῶν ἐν θαλάσσῃ, Η, 246.
Πολλοὶ τῶν φαύλων τὸ ἐν τῇ καρδίᾳ, ΙΙ, 18.
Πολλούς ἔγωγε οἶδα μὴ δυνηθέντας, 1, 135.
Πόῤῥω στῆθι τοῦ τῆς πορνείας, ΙΙ, 226.
Πόσοι δοκεῖς ἑαυτοὺς μακαρίζουσιν, 1, 184.
Πόσοι ποτάκις ἄνθρωποι κόρακες, II, 151.
Πότε ἄρα ἐξ ὕπνου ἀναστήσῃ, 111, 168.
Ποτὲ μὲν κρύπτονται ἔνδον παρ., 11, 139.
Πρὸς ἐκεῖνο τὸ φρικώδες, V, 525.
Προσευχομένου τοῦ Δεσπότου Ἰησοῦ, ΙΙ, 74.
Προσεχόντως τῷ μοναδικῷ, ΙΙ, 63.
Προστάσσει ὁ νόμος Μωϋσέως, ΙΙΙ, 34.
Πρό τινος χρόνου ἄνθρωπο:, ΙΙ, 529.
Πρόσωπον Μωϋσέως νόησον εἶναι, Ι, 119.
Πρόσωπον τῆς ψυχῆς, ΙΙΙ, 185.
Πρὸ τῆς Κυριακῆς ἡμέρας, ΙΙΙ, 62.
Πρὸ τοῦ με ταπεινωθῆναι, ΙΙ, 522.
Πυνθάνεται μου ή τιμία σου, 11, 24.
Πυνθάνῃ μου, τί ἐστι τὸ γεγραμ., 1. 265.
Πυνθάνῃ μου, τί φησι δια προφ., 1, 504.
Πυνθάνῃ, τί ἂν σημαίνοιεν, 1, 78.
Πῶς ἂν καὶ ὑπέστη τόδε, 1, 19.
Πῶς ἐπιθυμεῖς τὴν Κωνσταντίνου πόλιν, ΙΙ, 208.
Πῶς μικρὸν λέγεις ὑπάρχειν, ΙΙ, 44.
Πῶς ὁ Δεσπότης Χριστὸς ἀμήτωρ, 1, 195.
Πῶς οὐκ ἐγκαλύπτει ἐγκρατεῖς, ΙΙΙ, 16.
Πώς προφήτης παρὰ τῷ Ησαία, 11, 180.
Πῶς τινες τῶν γοητῶν τινα, Ι, 508.
Πως τολμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, 1, 211.
col. 79–80page 11 of 262
PG 79:79Ραλό πλατυσμὸς ἑρμηνεύεται, 1, 53. Ῥᾴδιον καταλαβεῖν ἐστιν, Ι, 153. Σ Σαλευθήτω, φησί, τὰ θεμέλια, ΙΙ, 97. Σαμάρειαν νόησον ἐν τῇ Γραφῇ, 111, 83. Σὰρξ καὶ αἷμα, φησί, βασιλείαν, Ι, 172. Σίδηρον, φησὶν ὁ ψαλμός, 1, 228. Σκεύη ἀτιμίας ὑπάρχειν, 11, 260. Σκόπησον, μήποτε καὶ αὐτὸς, ΙΙΙ, 65. Σκοπὸν προτεθειμένος ὁ ᾿Αβραάμ, 111, 20. Σοὶ μὲν κεκαθαρμένῳ τελείως, ΙΙ, 134. Σοφία ἐν ἐξόδοις ὑμνεῖται, 1, 97. Στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη, Ι, 159. Στέφανον χαρίτων δέξῃ τῇ, 1, 195. Στῆσον πρῶτον τὸν οὐχὶ νοητῶς, 1, 254. Στιβαρῶν καὶ στεῤῥῶν ὑπάρχει, 1, 502. Σὺ μὲν ἀπαιτεῖς καὶ ἐξιχνεύεις, ΙΙΙ, 37. Σε μόνον θέλησον ἡσυχάσαι, ΙΙ, 156. Συνάγων, φησί, ὡσεὶ, ΙΙΙ, 124. Συναγωνίζονται ταῖς ἐννέα ἥμισυ, 1, 52. Συνεχέστερον φάσκεις, πως δύναμαι, 11, 149. Σώζων σώζε την σεαυτοῦ, ΙΙ, 120. Τὰ ἔργα τῆς σαρκὸς πορνεία, ΙΙΙ, 89. Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, Ι, 249. Τὰ μὲν ἄλλα τῶν ἁμαρτημάτων, Ι, 3. Τὰ μὴ ἐσθιόμενα παρὰ τῷ νόμῳ, ΙΙ, 263. Τὰς ἀφορμὰς τῆς ἔχθρας, ΙΙΙ, 93. Τὰς ὑπερβολὰς καὶ τὰς ἐλλείψεις, 111, 47. Τὰ τῇ Γραφῇ ἐμφερόμενα, 1, 332. Τὰ τοῦ παράφρονος καὶ πάρεξ, 11, 155. Τὰ τῶν δαιμόνων ἐμπαθῆ, 111, 74. Τάχα οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ νικήσαντος, 1, 20. Ταχέως ἐπάνελθε εἰς τὸ μοναστήριον, 11, 62. Τῇ γραφῇ ἐντυχόντες, 11, 184. Τῇ εὐχὴ καὶ τῇ τῶν χειρῶν, 1, 4. Τῇ ἔχθρα προκεκρατημένῳ, ΙΙΙ, 307. Τῇ θείᾳ γνώσει στοιχών, ΙΙ, 157. Τῇ θείᾳ ψήφῳ βεβαπτίσθαι, ΙΙ, 14. Τῇ Κυριακῇ ἡμέρα ἑστῶτες, 111, 132. Τῇ οἰκείᾳ ὁ Θεὸς ἀγαθότητι, 1, 322. Τὴν ἀφεγγή νύκτα τοῦ ἀνθρωπίνου, 11, 87. Τὴν ἔνσαρκον οικονομίας, Ι, 259. Τὴν κολακείαν τῆς ἁμαρτίας, ΙΙΙ, 405. Τὴν λοιμικὴν συνδιαγωγήν, Ι, 45. Τὴν μὲν τῶν νοητῶν Αἰγυπτίων, ΙΙ, 94. Την σημασίαν τῶν τριῶν, Ι, 243. Τὴν ὑπὲρ ἄγαν τέρψιν, Ι, 167. Τῆς ἀφορήτου λύπης, καὶ τῆς πολλής, 11, 53. Τῆς κατὰ σάρκα συγγενείας, καὶ, 111, 290. Τῆς λεγομένης, οὐ μὴν οὔσης, Ι, 349. Τῆς σαρκὸς τὸ σκίρτημα, 1, 168. Τῆς ὑπὲρ τὸ δέον αιτήσεως, 1, 284. Τί γὰρ οὐ μηχανᾶται ὁ, ΙΗ, 197. Τί γὰρ δὴ προσεδόκησας προαιρούμ., ΙΙ, 137. Τί γὰρ προσεδόκησας, 111, 33. Τί δ' ἄν σοι χαρισαίμην, ΙΙ, 218. Τι δαψιλέστερον πιαίνεις, 1, 185. Τί δοκεῖς λανθάνειν ἡμᾶς, ΙΙ, 156. Τί ἔξω καὶ μακροτέραν, 12. Τί ἐστιν· Ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν, Ι, 17. Τί ἐστιν ὅπερ λέγει ὁ Προφήτης, ΙΙ, 188. Τί ἐστιν ὅπερ φησὶν ὁ Ἀπόστολος, 1, 149. Τί θαυμάζεις, εξ κρεών, Ι, 101. Τί θαυμάζεις καὶ παρ' αὐτῶν, ΗΙ, 161. Τί θλίβῃ, τί ἀλύεις, ΙΙ, 43. Τίμα τον πατέρα σου, καὶ τὴν, ΙΙ, 200. Τί μοι προσφέρεις τοὺς τῶν, ΙΙ, 145. Τί μοχθεῖς, ἄνθρωπε, καὶ κάμνεις, 11, 179. Τινὰς ἔγνων ἔγωγε, 1, 214. Τινὲς τελείας καὶ καθαρᾶς, ΙΙΙ, 254. Τινὲς τὴν ἐκ τοῦ βίου μὴ ἔχοντες, ΙΙΙ, 85. Τινὲς τῷ θέρει ἐκ λιμένων, 1, 10 Τινὲς τῶν ἀδελφῶν δυσκόλως, ΙΙΙ, 238. Τινὲς ὑπὲρ τὸ δέον τῇ ἐννοίᾳ, 1, 162. Τίνος ένεκεν οἱ πνευματικοί, ΙΙ, 257. Τι ξενίζῃ βλέπων πονηρότατόν σε, 1, 74. Τί ποιήσεις, τί δράσεις, ὅταν, 14. Τί πτοῇ ὑπὸ τοῦ πνεύματος, 11, 91. Τίς ἄρα τῶν εὐφρονούντων, 15, 26. Τις ἔδωκε γυναιξὶ σοφίαν, 1, 267. Τίς ἐστιν ὁ σκόλωψ & δεδομένος, ΙΙ, 255. Τισὶ μὲν τῶν ἀνθρώπων πρὸς, Ι, 25. Τισὶ τῶν μὴ θελόντων ἐπὶ τοῖς, ΙΙΙ, 170. Τί σοι καὶ τοῖς ἀνθρώποις, ΙΙ, 259. Τίς οἶδεν, εἰ τὸ πνεῦμα, ΙΙΙ, 227. Τίς οἶδεν, Σολομών γέγραφε, ΙΙΙ, 227. Τί σοι ὄφελος τῆς ξενιτείας, 1, 66. Τί σοι ὄφελος τῶν μὲν οἰκετῶν, ΙΙ, 58. Τίς σε οὐκ ἂν γελάσεται, ΙΙ, 147. Τὸ ἅγιον καὶ ζωοποιὸν Πνεῦμα, ΙΙ, 204. Τὸ ἀκατάστατόν τε καὶ ἀνίδρυτον, ΙΙ, 158. Τὸ ἀπαρηγορήτως λυπείσθαι, 1, .. Τὸ βοῦν καὶ ἄρκον ἅμα καὶ λέοντα, 11, 275. Τὸ, ἔθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ, 1, 25. Τὸ εἰπεῖν τὸν ᾿Απόστολον παρακαλ., 1, 324. Τὸ εἰρημένου ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου, Ι, 15. Τὸ ἐκ διαλειμμάτων τῷ φίλῳ, ΙΙΙ, 140. Τὸ ἐντυγχάνειν οὐχ ὥσπερ, 1, 115. Τὸ ἐν τῷ καιρῷ τῶν προσβολῶν, ΙΙΙ, 251. Τοιαῦτα εἴχου πρὸς τὸν Κύριον, ΙΙ, 121. Τοῖς διαφανεστέροις καὶ καθαροῖς, 111, 57. Τοῖς ἡγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν, 1, 254. Τοῖς λόγοις Ἰωάννου Κωνσταντινουπόλ., 11, 295. Τοῖς μέλλουσιν τὸ πρόβατον, 11, 187. Τοῖς ὀλεθρίοις δαίμοσιν ἀρέσκειν, ΙΙ, 280. Τὸ λέγειν τὸν Ἰακώβ· Ἐὰν δῷ μοι. Ι, 179. Τὸ λέγειν τὸν Σολομῶντα· Καρδία, ΙΙ, 143. Τόλμησον προσελθεῖν μετά, ΙΙ, 327. Το λούεσθαι ἄνδρας μετά γυναικών, ΙΙ, 211. Το μακαρίζεσθαι τους, ΙΙΙ, 335. Τὸ μάννα, φησί, τῇ τοῦ προσφερομένου, 111, 186. Τὸ μεγαλόψυχόν σου θεασάμενος, ΙΙ, 274. Τὸ μὲν πόνῳ κτησθέν, Ι, 48. Τὸ μὲν τέλος τῶν ἀγωνιζομένων, Ι, 138. Τὸ μυρμηκολέων ὤλετο παρὰ τὸ, Η, 265 Τον Ααρών δεικνύων θαυμάζῃ, 1, 291. Τὸν Δεσπότην ἑαυτῶν οἱ θεῖοι, Ι, 326. Τον παρελθόντα χρόνον, ΙΙΙ, 209. Τὸν τῶν μεγίστων γλιχόμενον, ΙΙΙ, 263. Τὸν Χριστιανὸν ἄνθρωπον καὶ, Ι, 103. Τὸ ὀδυνηρὸν τὸ κατ' ἐπιβουλὴν, ΙΙ, 285. Τὸ ὀλιγωρεῖν, ἀγαπητέ, 40. Τὸ ὀξέως σκανδαλίζεσθαι, 1, 199. Τὸ ὀπίσω μου τὸν μέλλοντα, 11, 316. Τὸ Οὐαὶ θρηνώδες ὑπάρχει, Ι, 77. Τὸ περικόψαι διὰ κακοπαθείας, 11, 256. Τὸ πλῆθος τῶν παρ' ἡμῶν, ΙΙ, 120. Τὸ πνεῦμα εἰλήφαμεν, καθώς λέγει. Ι, 18. Τὸ Πνεῦμα ἔλαβες τὸ ἐρευνοῦν, 1, 18. Τὸ πράως καὶ μετὰ φιλοσοφίας, ΙΙ, 305. Τὸ ταύτας πρώην ἀλλοτρία, ΙΙ, 273. Τοσαύτην χάριν ὁ Θεὸς, 1, 1. Τοσοῦτον ἰσχύει καλλίστη μετάνοια, ΙΙ, 229. Τότε πιστὸς λογισθήσῃ, ὅταν μὴ, 111, 269. Τὸ τῆς βλασφημίας πνεῦμα, 11, 152. Τὸ τρύχινον φόρεμα δεῖται, 11, 85. Τοῦ λαοῦ τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων, 1, 85. Τοὺς ἐγγαστριμύθους, καὶ τοὺς, Ι, 256. Τοὺς ἐπιγνώμονας τῆς προσούσης, ΙΙΙ, 316. Τοὺς Ἰουδαίους μὴ εὐψυχῶν, ΙΙ, 19. Τους λεξίθηρας καὶ τοὺς, ΙΙ, 215. Τοὺς τοῦ Ἰεβασθὲ ἀναιρέτας, ΙΙ, 16. Τοὺς φορετοὺς καὶ τὴν σποδιάν, 11, 73. Τοῦτο διεστήκαμεν τῶν ἀπίστων, Ι, 29. Τυπικῶς ἡ πρώτη Εύα ζωή, 1, 266. Τυπικώς, μᾶλλον δὲ προφητικῶς, 550. Τύρος ἑρμηνεύεται συνοχή, 111, 182. Τῷ δευτέρῳ λῃστῇ εἴρηται, ΙΙΙ, 45. Τῶν ἐπιμελουμένων τῆς ἐλπίδος, 1, 174. Τῷ νέφει πολλάκις τῆς τοῦ διαβόλου, 111, 247. Των κοινῇ παρατιθεμένων, 111, 49.
P
Ραλό πλατυσμὸς ἑρμηνεύεται, 1, 53.
Ῥᾴδιον καταλαβεῖν ἐστιν, Ι, 153.
Σ
Σαλευθήτω, φησί, τὰ θεμέλια, ΙΙ, 97.
Σαμάρειαν νόησον ἐν τῇ Γραφῇ, 111, 83.
Σὰρξ καὶ αἷμα, φησί, βασιλείαν, Ι, 172.
Σίδηρον, φησὶν ὁ ψαλμός, 1, 228.
Σκεύη ἀτιμίας ὑπάρχειν, 11, 260.
Σκόπησον, μήποτε καὶ αὐτὸς, ΙΙΙ, 65.
Σκοπὸν προτεθειμένος ὁ ᾿Αβραάμ, 111, 20.
Σοὶ μὲν κεκαθαρμένῳ τελείως, ΙΙ, 134.
Σοφία ἐν ἐξόδοις ὑμνεῖται, 1, 97.
Στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη, Ι, 159.
Στέφανον χαρίτων δέξῃ τῇ, 1, 195.
Στῆσον πρῶτον τὸν οὐχὶ νοητῶς, 1, 254.
Στιβαρῶν καὶ στεῤῥῶν ὑπάρχει, 1, 502.
Σὺ μὲν ἀπαιτεῖς καὶ ἐξιχνεύεις, ΙΙΙ, 37.
Σε μόνον θέλησον ἡσυχάσαι, ΙΙ, 156.
Συνάγων, φησί, ὡσεὶ, ΙΙΙ, 124.
Συναγωνίζονται ταῖς ἐννέα ἥμισυ, 1, 52.
Συνεχέστερον φάσκεις, πως δύναμαι, 11, 149.
Σώζων σώζε την σεαυτοῦ, ΙΙ, 120.
T
Τὰ ἔργα τῆς σαρκὸς πορνεία, ΙΙΙ, 89.
Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, Ι, 249.
Τὰ μὲν ἄλλα τῶν ἁμαρτημάτων, Ι, 3.
Τὰ μὴ ἐσθιόμενα παρὰ τῷ νόμῳ, ΙΙ, 263.
Τὰς ἀφορμὰς τῆς ἔχθρας, ΙΙΙ, 93.
Τὰς ὑπερβολὰς καὶ τὰς ἐλλείψεις, 111, 47.
Τὰ τῇ Γραφῇ ἐμφερόμενα, 1, 332.
Τὰ τοῦ παράφρονος καὶ πάρεξ, 11, 155.
Τὰ τῶν δαιμόνων ἐμπαθῆ, 111, 74.
Τάχα οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ νικήσαντος, 1, 20.
Ταχέως ἐπάνελθε εἰς τὸ μοναστήριον, 11, 62.
Τῇ γραφῇ ἐντυχόντες, 11, 184.
Τῇ εὐχὴ καὶ τῇ τῶν χειρῶν, 1, 4.
Τῇ ἔχθρα προκεκρατημένῳ, ΙΙΙ, 307.
Τῇ θείᾳ γνώσει στοιχών, ΙΙ, 157.
Τῇ θείᾳ ψήφῳ βεβαπτίσθαι, ΙΙ, 14.
Τῇ Κυριακῇ ἡμέρα ἑστῶτες, 111, 132.
Τῇ οἰκείᾳ ὁ Θεὸς ἀγαθότητι, 1, 322.
Τὴν ἀφεγγή νύκτα τοῦ ἀνθρωπίνου, 11, 87.
Τὴν ἔνσαρκον οικονομίας, Ι, 259.
Τὴν κολακείαν τῆς ἁμαρτίας, ΙΙΙ, 405.
Τὴν λοιμικὴν συνδιαγωγήν, Ι, 45.
Τὴν μὲν τῶν νοητῶν Αἰγυπτίων, ΙΙ, 94.
Την σημασίαν τῶν τριῶν, Ι, 243.
Τὴν ὑπὲρ ἄγαν τέρψιν, Ι, 167.
Τῆς ἀφορήτου λύπης, καὶ τῆς πολλής, 11, 53.
Τῆς κατὰ σάρκα συγγενείας, καὶ, 111, 290.
Τῆς λεγομένης, οὐ μὴν οὔσης, Ι, 349.
Τῆς σαρκὸς τὸ σκίρτημα, 1, 168.
Τῆς ὑπὲρ τὸ δέον αιτήσεως, 1, 284.
Τί γὰρ οὐ μηχανᾶται ὁ, ΙΗ, 197.
Τί γὰρ δὴ προσεδόκησας προαιρούμ., ΙΙ, 137.
Τί γὰρ προσεδόκησας, 111, 33.
Τί δ' ἄν σοι χαρισαίμην, ΙΙ, 218.
Τι δαψιλέστερον πιαίνεις, 1, 185.
Τί δοκεῖς λανθάνειν ἡμᾶς, ΙΙ, 156.
Τί ἔξω καὶ μακροτέραν, 1V, 12.
Τί ἐστιν· Ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν, Ι, 17.
Τί ἐστιν ὅπερ λέγει ὁ Προφήτης, ΙΙ, 188.
Τί ἐστιν ὅπερ φησὶν ὁ Ἀπόστολος, 1, 149.
Τί θαυμάζεις, εξ κρεών, Ι, 101.
Τί θαυμάζεις καὶ παρ' αὐτῶν, ΗΙ, 161.
Τί θλίβῃ, τί ἀλύεις, ΙΙ, 43.
Τίμα τον πατέρα σου, καὶ τὴν, ΙΙ, 200.
Τί μοι προσφέρεις τοὺς τῶν, ΙΙ, 145.
Τί μοχθεῖς, ἄνθρωπε, καὶ κάμνεις, 11, 179.
Τινὰς ἔγνων ἔγωγε, 1, 214.
Τινὲς τελείας καὶ καθαρᾶς, ΙΙΙ, 254.
Τινὲς τὴν ἐκ τοῦ βίου μὴ ἔχοντες, ΙΙΙ, 85.
Τινὲς τῷ θέρει ἐκ λιμένων, 1, 10
Τινὲς τῶν ἀδελφῶν δυσκόλως, ΙΙΙ, 238.
Τινὲς ὑπὲρ τὸ δέον τῇ ἐννοίᾳ, 1, 162.
Τίνος ένεκεν οἱ πνευματικοί, ΙΙ, 257.
Τι ξενίζῃ βλέπων πονηρότατόν σε, 1, 74.
Τί ποιήσεις, τί δράσεις, ὅταν, IV, 14.
Τί πτοῇ ὑπὸ τοῦ πνεύματος, 11, 91.
Τίς ἄρα τῶν εὐφρονούντων, 15, 26.
Τις ἔδωκε γυναιξὶ σοφίαν, 1, 267.
Τίς ἐστιν ὁ σκόλωψ & δεδομένος, ΙΙ, 255.
Τισὶ μὲν τῶν ἀνθρώπων πρὸς, Ι, 25.
Τισὶ τῶν μὴ θελόντων ἐπὶ τοῖς, ΙΙΙ, 170.
Τί σοι καὶ τοῖς ἀνθρώποις, ΙΙ, 259.
Τίς οἶδεν, εἰ τὸ πνεῦμα, ΙΙΙ, 227.
Τίς οἶδεν, Σολομών γέγραφε, ΙΙΙ, 227.
Τί σοι ὄφελος τῆς ξενιτείας, 1, 66.
Τί σοι ὄφελος τῶν μὲν οἰκετῶν, ΙΙ, 58.
Τίς σε οὐκ ἂν γελάσεται, ΙΙ, 147.
Τὸ ἅγιον καὶ ζωοποιὸν Πνεῦμα, ΙΙ, 204.
Τὸ ἀκατάστατόν τε καὶ ἀνίδρυτον, ΙΙ, 158.
Τὸ ἀπαρηγορήτως λυπείσθαι, 1, 311..
Τὸ βοῦν καὶ ἄρκον ἅμα καὶ λέοντα, 11, 275.
Τὸ, ἔθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ, 1, 25.
Τὸ εἰπεῖν τὸν ᾿Απόστολον παρακαλ., 1, 324.
Τὸ εἰρημένου ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου, Ι, 15.
Τὸ ἐκ διαλειμμάτων τῷ φίλῳ, ΙΙΙ, 140.
Τὸ ἐντυγχάνειν οὐχ ὥσπερ, 1, 115.
Τὸ ἐν τῷ καιρῷ τῶν προσβολῶν, ΙΙΙ, 251.
Τοιαῦτα εἴχου πρὸς τὸν Κύριον, ΙΙ, 121.
Τοῖς διαφανεστέροις καὶ καθαροῖς, 111, 57.
Τοῖς ἡγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν, 1, 254.
Τοῖς λόγοις Ἰωάννου Κωνσταντινουπόλ., 11, 295.
Τοῖς μέλλουσιν τὸ πρόβατον, 11, 187.
Τοῖς ὀλεθρίοις δαίμοσιν ἀρέσκειν, ΙΙ, 280.
Τὸ λέγειν τὸν Ἰακώβ· Ἐὰν δῷ μοι. Ι, 179.
Τὸ λέγειν τὸν Σολομῶντα· Καρδία, ΙΙ, 143.
Τόλμησον προσελθεῖν μετά, ΙΙ, 327.
Το λούεσθαι ἄνδρας μετά γυναικών, ΙΙ, 211.
Το μακαρίζεσθαι τους, ΙΙΙ, 335.
Τὸ μάννα, φησί, τῇ τοῦ προσφερομένου, 111, 186.
Τὸ μεγαλόψυχόν σου θεασάμενος, ΙΙ, 274.
Τὸ μὲν πόνῳ κτησθέν, Ι, 48.
Τὸ μὲν τέλος τῶν ἀγωνιζομένων, Ι, 138.
Τὸ μυρμηκολέων ὤλετο παρὰ τὸ, Η1, 265
Τον Ααρών δεικνύων θαυμάζῃ, 1, 291.
Τὸν Δεσπότην ἑαυτῶν οἱ θεῖοι, Ι, 326.
Τον παρελθόντα χρόνον, ΙΙΙ, 209.
Τὸν τῶν μεγίστων γλιχόμενον, ΙΙΙ, 263.
Τὸν Χριστιανὸν ἄνθρωπον καὶ, Ι, 103.
Τὸ ὀδυνηρὸν τὸ κατ' ἐπιβουλὴν, ΙΙ, 285.
Τὸ ὀλιγωρεῖν, ἀγαπητέ, ΙV, 40.
Τὸ ὀξέως σκανδαλίζεσθαι, 1, 199.
Τὸ ὀπίσω μου τὸν μέλλοντα, 11, 316.
Τὸ Οὐαὶ θρηνώδες ὑπάρχει, Ι, 77.
Τὸ περικόψαι διὰ κακοπαθείας, 11, 256.
Τὸ πλῆθος τῶν παρ' ἡμῶν, ΙΙ, 120.
Τὸ πνεῦμα εἰλήφαμεν, καθώς λέγει. Ι, 18.
Τὸ Πνεῦμα ἔλαβες τὸ ἐρευνοῦν, 1, 18.
Τὸ πράως καὶ μετὰ φιλοσοφίας, ΙΙ, 305.
Τὸ ταύτας πρώην ἀλλοτρία, ΙΙ, 273.
Τοσαύτην χάριν ὁ Θεὸς, 1, 1.
Τοσοῦτον ἰσχύει καλλίστη μετάνοια, ΙΙ, 229.
Τότε πιστὸς λογισθήσῃ, ὅταν μὴ, 111, 269.
Τὸ τῆς βλασφημίας πνεῦμα, 11, 152.
Τὸ τρύχινον φόρεμα δεῖται, 11, 85.
Τοῦ λαοῦ τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων, 1, 85.
Τοὺς ἐγγαστριμύθους, καὶ τοὺς, Ι, 256.
Τοὺς ἐπιγνώμονας τῆς προσούσης, ΙΙΙ, 316.
Τοὺς Ἰουδαίους μὴ εὐψυχῶν, ΙΙ, 19.
Τους λεξίθηρας καὶ τοὺς, ΙΙ, 215.
Τοὺς τοῦ Ἰεβασθὲ ἀναιρέτας, ΙΙ, 16.
Τοὺς φορετοὺς καὶ τὴν σποδιάν, 11, 73.
Τοῦτο διεστήκαμεν τῶν ἀπίστων, Ι, 29.
Τυπικῶς ἡ πρώτη Εύα ζωή, 1, 266.
Τυπικώς, μᾶλλον δὲ προφητικῶς, I, 550.
Τύρος ἑρμηνεύεται συνοχή, 111, 182.
Τῷ δευτέρῳ λῃστῇ εἴρηται, ΙΙΙ, 45.
Τῶν ἐπιμελουμένων τῆς ἐλπίδος, 1, 174.
Τῷ νέφει πολλάκις τῆς τοῦ διαβόλου, 111, 247.
Των κοινῇ παρατιθεμένων, 111, 49.
col. 81–82page 12 of 262
PG 79:81Ύδατα πολλάκις οι, 1, 305. Υπερασπιῶ, φησὶν ὁ Θεὸς, ΙΙ, 2. Υποτακτικὸς λέγων τῇ συνοδίᾳ, 1, 46. Υποτάγηθι τῷ Κυρίῳ, καὶ ἱκέτευσον, ΙΙΙ, 3. Φάγεσθε τὴν ἄρτον ἡμῶν, ΙΙΙ, 180. Φασί τινες μετὰ τὸν κατακλυσμόν, ΙΙ, 311. Φασί τινες πρώην τους Αθηναίους, ΙΙΙ, 9. Φάσκει καθ' εκάστην ὁ μακάριος, ΙΙΙ, 166. Φάσκεις ἀγνοεῖν, ὁποίοις χρή, 34. Φάσκεις ἐκ Σολομῶντος μαθών, ΙΙ, 325. Φάσκεις ἐν πολλοῖς τὸν Ἰησοῦν, Ι, 124. Φάσκεις θλίβεσθαι πάνυ, ΙΙΙ, 312. Φάσκεις· Τί ἔσται μοι όφελος, ΙΙ, 330. Φεύγωμεν τοὺς τῶν ἀνωφελῶν, ΙΙΙ, 328. Φευκτέον ἡμῖν τὴν ἀνθρωπαρεσκίαν, 1, 244. Φησὶν ἡ προφητεία: Τὸ ὕδωρ, 11, 123. Φησὶν Ἱερεμίας ὁ προφήτης, 1, 104. Φησὶν ὁ θεσπέσιος Ησαΐας, 1, 9. Φησὶν ὁ μακάριος Πέτρος, ὅτι, ΙΙ, 300. Φησὶν ὁ νόμος· Τὰ ἄλση αὐτῶν, ΙΙΙ, 225. Φησὶ περί τινων ἐνδεῶν, 111, 44. Φθόνῳ πληγέντες τινὲς τῶν, ΙΙΙ, 199. Φιλοτέχνημα ὑπάρχον Θεοῦ, 42. Φοβείτω σε τὸ δεσποτικόν, ΙΙ, 99. Φοβοῦμαι, φησὶν ὁ Ἰώβ, Ι, 314. Φρυάττῃ ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει, Ι, 83. Φῶς οἰκεῖν ἀπρόσιτόν φησι, 1, 206. Χεβρών συζυγὴ ἑρμηνεύεται, Ι, 72. Χρὴ μᾶλλον ἀδελφοῖς, 111, 72. Χρή σε βιάζεσθαι καὶ φιλεῖν, Ι, 105. Χρήσιμον τὸ μὴ ἀναβάλλεσθαι, 17, 21. Χρὴ φίλτρῳ ἀγάπης, καὶ χαλινῷ, ΙΙ. 397. Χριστὸς ὁ Θεὸς καὶ Δεσπότης, 1, 306. Ψ Ψευδεῖς οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ΙΙΙ, 5. Ψιλὸν τὸ γράμμα τῆς θεοπνεύστου, 1, 264. Ψυχὴ ἐγκαταλειφθεῖσα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, 17, 3. Ω Ο πόσα καταμέμψῃ, καὶ, Ι, 213. Ὡς ἂν μάλιστα γαληναίον, 56. ὺς ἔοικεν Ιωνάθαν κατὰ τὸ, ΙΙ, 135. Ὣς εὔχαρις ὁ πολύπειρος, ΙΙΙ, 163. Ὡς καλὴ, καὶ θαυμαστή, 22. Ὥσπερ ἀδιαλείπτως ἀναπνέομεν, Ι, 239. Ὥσπερ διὰ τὴν ἀρετὴν ὁ ᾿Αβραάμ, ΗΙ, 118. "Ωσπερ ἐγὼ εἰ μὴ μεταδοίην, 30. Ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἡ μὲν, ΙΙΙ, 29. Ὥσπερ ἐπὶ τῶν γυμνικῶν ἀγώνων, 11, 70. Ὥσπερ ἐστὶ βρωμάτων νηστεία, ΙΙ, 28. Ὥσπερ ἡ περιτομὴ εἰς ἀκροβυστίαν, 11, 10. Ὥσπερ θαλάττης αιρομένης, 1, 231. Ὥσπερ μισούντων ἡμῶν, ΙΙ, 281. Ὥσπερ οἱ εἰσπορευόμενοι εἰς τὸ, ΙΙΙ, 525. Ὥσπερ οἱ κατὰ τὴν θάλασσαν, Ι, .. Ὥσπερ οἱ πυρέττοντες νομίζουσι. Ι, 194. Ὥσπερ ὁ καπνὸς ἀναχθείς, 111, 264. Ὥσπερ ορεγόμενοι τῆς ζωῆς ἐσθίειν, 11, 37. Ὥσπερ οὐχ ὅσα ἡδύνατο, 1, 226. "Ωσπερ στρατιώτης γενναίος, Ι. 67. Ὥσπερ τὸ ἀναπνεῖν οὐδέποτε, 111, 159. Ὥσπερ τὸ ἤδη ξηρανθὲν ἐξ ἀνυδρίας, ΙΙ, 202. Ὥσπερ τῷ μεγάλῳ 'Αβραάμ, 1, 110. Ὥσπερ χρὴ τὸν ζῶντα διὰ παντὸς, 1, 30. Ως στρέφεται θύρα ἐπὶ τοῦ στρόφιγγος, ΙΙ, 225. Ο τί σοι λέξας ἰσχύσω ἀνακ., ΙΙΙ, 151. ὠφέλιμον ἔσται σοι, καὶ ἄγαν, Ι, 233. Δ΄. -- ΠΤΟΛΕΜΑΙΟ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ. Τοσαύτην χάριν ὁ Θεὸς καὶ πρὸ τοῦ αἰῶνος τοῦ μέλλοντος τοῖς μοναχοῖς ἐδωρήσατο, ὥστε τούτους μὲν μὴ θέλειν τὴν ἀνθρωπίνην δόξαν, μήτ' ἐπιθυμεῖν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ παντοίων ἀξιωμάτων, ἀλλὰ καὶ κρύπτεσθαι πολλάκις, καὶ σπουδάζειν μᾶλλον λανθάνειν τοὺς ἀνθρώπους διὰ τὸ ἐγκαταμίξαι έχου σίως ἑαυτοὺς τοῖς εὐτελέσι καὶ ἐξουδενωμένοις τῶν ἀδελφῶν· πολλοὺς δὲ μεγιστάνας, καὶ πᾶσαν τὴν ἐν κόσμῳ ἀξίαν, εἴθ᾽ ἑκουσίως, εἴτ᾿ ἀβουλήτως διά τινος περιστάσεως προσφεύγειν τοῖς ταπεινοῖς μοναχοῖς, καὶ λυτροῦσθαι μὲν κινδύνων θανατηφόρων, σωτη ρίας δὲ, καὶ προσκαίρου, καὶ αἰωνίου τυγχάνειν. Η γὰρ θεία πρόνοια συνωθεῖ τοὺς δυνάστας, ἑκόντας τε καὶ ἄκοντας, προσφεύγειν τοῖς ἐλαχίστοις, καὶ σώ ζεσθαι. Β.- Τῷ αὐτῷ. Πολλάκις μὲν γράφειν σοι παρασκευάζεις, δυσωπῶν Ι.
Y
EPISTOLARUM LIB. I.
Ύδατα πολλάκις οι, 1, 305.
Υπερασπιῶ, φησὶν ὁ Θεὸς, ΙΙ, 2.
Υποτακτικὸς λέγων τῇ συνοδίᾳ, 1, 46.
Υποτάγηθι τῷ Κυρίῳ, καὶ ἱκέτευσον, ΙΙΙ, 3.
Φάγεσθε τὴν ἄρτον ἡμῶν, ΙΙΙ, 180.
Φασί τινες μετὰ τὸν κατακλυσμόν, ΙΙ, 311.
Φασί τινες πρώην τους Αθηναίους, ΙΙΙ, 9.
Φάσκει καθ' εκάστην ὁ μακάριος, ΙΙΙ, 166.
Φάσκεις ἀγνοεῖν, ὁποίοις χρή, 1V, 34.
Φάσκεις ἐκ Σολομῶντος μαθών, ΙΙ, 325.
Φάσκεις ἐν πολλοῖς τὸν Ἰησοῦν, Ι, 124.
Φάσκεις θλίβεσθαι πάνυ, ΙΙΙ, 312.
Φάσκεις· Τί ἔσται μοι όφελος, ΙΙ, 330.
Φεύγωμεν τοὺς τῶν ἀνωφελῶν, ΙΙΙ, 328.
Φευκτέον ἡμῖν τὴν ἀνθρωπαρεσκίαν, 1, 244.
Φησὶν ἡ προφητεία: Τὸ ὕδωρ, 11, 123.
Φησὶν Ἱερεμίας ὁ προφήτης, 1, 104.
Φησὶν ὁ θεσπέσιος Ησαΐας, 1, 9.
Φησὶν ὁ μακάριος Πέτρος, ὅτι, ΙΙ, 300.
Φησὶν ὁ νόμος· Τὰ ἄλση αὐτῶν, ΙΙΙ, 225.
Φησὶ περί τινων ἐνδεῶν, 111, 44.
Φθόνῳ πληγέντες τινὲς τῶν, ΙΙΙ, 199.
Φιλοτέχνημα ὑπάρχον Θεοῦ, IV, 42.
Φοβείτω σε τὸ δεσποτικόν, ΙΙ, 99.
Φοβοῦμαι, φησὶν ὁ Ἰώβ, Ι, 314.
Φρυάττῃ ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει, Ι, 83.
Φῶς οἰκεῖν ἀπρόσιτόν φησι, 1, 206.
Χεβρών συζυγὴ ἑρμηνεύεται, Ι, 72.
Χρὴ μᾶλλον ἀδελφοῖς, 111, 72.
Χρή σε βιάζεσθαι καὶ φιλεῖν, Ι, 105.
Χρήσιμον τὸ μὴ ἀναβάλλεσθαι, 17, 21.
Χρὴ φίλτρῳ ἀγάπης, καὶ χαλινῷ, ΙΙ. 397.
Χριστὸς ὁ Θεὸς καὶ Δεσπότης, 1, 306.
Ψ
Ψευδεῖς οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ΙΙΙ, 5.
Ψιλὸν τὸ γράμμα τῆς θεοπνεύστου, 1, 264.
Ψυχὴ ἐγκαταλειφθεῖσα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, 17, 3.
Ω
Ο πόσα καταμέμψῃ, καὶ, Ι, 213.
Ὡς ἂν μάλιστα γαληναίον, IV, 56.
ὺς ἔοικεν Ιωνάθαν κατὰ τὸ, ΙΙ, 135.
Ὣς εὔχαρις ὁ πολύπειρος, ΙΙΙ, 163.
Ὡς καλὴ, καὶ θαυμαστή, ΙV, 22.
Ὥσπερ ἀδιαλείπτως ἀναπνέομεν, Ι, 239.
Ὥσπερ διὰ τὴν ἀρετὴν ὁ ᾿Αβραάμ, ΗΙ, 118.
"Ωσπερ ἐγὼ εἰ μὴ μεταδοίην, II, 30.
Ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἡ μὲν, ΙΙΙ, 29.
Ὥσπερ ἐπὶ τῶν γυμνικῶν ἀγώνων, 11, 70.
Ὥσπερ ἐστὶ βρωμάτων νηστεία, ΙΙ, 28.
Ὥσπερ ἡ περιτομὴ εἰς ἀκροβυστίαν, 11, 10.
Ὥσπερ θαλάττης αιρομένης, 1, 231.
Ὥσπερ μισούντων ἡμῶν, ΙΙ, 281.
Ὥσπερ οἱ εἰσπορευόμενοι εἰς τὸ, ΙΙΙ, 525.
Ὥσπερ οἱ κατὰ τὴν θάλασσαν, Ι, 222..
Ὥσπερ οἱ πυρέττοντες νομίζουσι. Ι, 194.
Ὥσπερ ὁ καπνὸς ἀναχθείς, 111, 264.
Ὥσπερ ορεγόμενοι τῆς ζωῆς ἐσθίειν, 11, 37.
Ὥσπερ οὐχ ὅσα ἡδύνατο, 1, 226.
"Ωσπερ στρατιώτης γενναίος, Ι. 67.
Ὥσπερ τὸ ἀναπνεῖν οὐδέποτε, 111, 159.
Ὥσπερ τὸ ἤδη ξηρανθὲν ἐξ ἀνυδρίας, ΙΙ, 202.
Ὥσπερ τῷ μεγάλῳ 'Αβραάμ, 1, 110.
Ὥσπερ χρὴ τὸν ζῶντα διὰ παντὸς, 1, 30.
Ως στρέφεται θύρα ἐπὶ τοῦ στρόφιγγος, ΙΙ, 225.
Ο τί σοι λέξας ἰσχύσω ἀνακ., ΙΙΙ, 151.
ὠφέλιμον ἔσται σοι, καὶ ἄγαν, Ι, 233.
S. NILI EPISTOLÆ.
LIBER PRIMUS.
Δ΄. -- ΠΤΟΛΕΜΑΙΟ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ.
Τοσαύτην χάριν ὁ Θεὸς καὶ πρὸ τοῦ αἰῶνος τοῦ
μέλλοντος τοῖς μοναχοῖς ἐδωρήσατο, ὥστε τούτους
μὲν μὴ θέλειν τὴν ἀνθρωπίνην δόξαν, μήτ' ἐπιθυμεῖν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ παντοίων ἀξιωμάτων, ἀλλὰ
καὶ κρύπτεσθαι πολλάκις, καὶ σπουδάζειν μᾶλλον
λανθάνειν τοὺς ἀνθρώπους διὰ τὸ ἐγκαταμίξαι έχου
σίως ἑαυτοὺς τοῖς εὐτελέσι καὶ ἐξουδενωμένοις τῶν
ἀδελφῶν· πολλοὺς δὲ μεγιστάνας, καὶ πᾶσαν τὴν ἐν
κόσμῳ ἀξίαν, εἴθ᾽ ἑκουσίως, εἴτ᾿ ἀβουλήτως διά τινος
περιστάσεως προσφεύγειν τοῖς ταπεινοῖς μοναχοῖς,
καὶ λυτροῦσθαι μὲν κινδύνων θανατηφόρων, σωτηρίας δὲ, καὶ προσκαίρου, καὶ αἰωνίου τυγχάνειν. Η
γὰρ θεία πρόνοια συνωθεῖ τοὺς δυνάστας, ἑκόντας τε
καὶ ἄκοντας, προσφεύγειν τοῖς ἐλαχίστοις, καὶ σώζεσθαι.
Β.- Τῷ αὐτῷ.
Πολλάκις μὲν γράφειν σοι παρασκευάζεις, δυσωπῶν
Ι.
PTOLEMÆO SYNCLETICO.
1 Tantam Deus gratiam etiam ante futurum
ævum monachis elargitus est, ut ipsi neque humanæ gloriæ studio ardeant, neque omnium generum, quæ in orbe terrarum sunt, dignitatibus
animnum advertant, sed clam sibi vivere sepissime
procurent, incumbantque potissimum, ut homines
lateant, quod semetipsos sponte vilibus, ac despectis fratribus immisceant: ex altera vero parte
primates, et mundanis dignitatibus conspicui
omnes sive sponte, sive temere, ob nescio quas
circumstantias, ad pericula lethalia sibi imminentia evitanda, salutem vero et temporariam, et sempiternam comparandum ad despicatissimos monachos subterfugiant. Divina etenim providentia
potentes, sive illi velint sive nolint, ad minimorum
sese conferre præsidium, ex iisque salutem consequi, compellit.
Eidem.
Crebras a me litteras, ab humilitate mea opere
Book ILiber Primus
col. 83–84page 13 of 262
PG 79:83τὴν ἐμὴν ταπείνωσιν, οὐ γὰρ δὴ ἐγὼ πρὸς τοῦτό γε ἐκνηρός. Είρηκε τοίνυν τις πρὸ ἡμῶν, ὅτι λόγος τοιόσδε κατὰ τὴν ἄγραφον μνήμην ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διασώζεται, ὡς ἄρα πρώτη Ιουδαία άνθρωπον ἔσχεν οικήτορα, τὸν πρωτόπλαστον Ἀδὰμ μετὰ τὸ ἐκβληθῆναι τοῦ παραδείσου ἐν ταύτῃ καθιδρυνθέντα πρὸς παραμυθίαν ὧν ἐστερήθη. Πρῶτον οὖν Παλαιστίνῃ καὶ νεκρὸν ἐδέξατο ἄνθρωπον, ἐκεῖ τοῦ Ἀδὰμ τὴν καταδίκην πληρώσαντος. Καινὸν τοίνυν ἐδόκει εἶναι τοῖς τότε θεωρεῖν ὀστέον κεφαλῆς τῆς σαρκὸς περιούσης, καὶ ἀποθέμενοι τὸ κρανίον ἐν τόπῳ, Κρα νίου τόπον ὠνόμασαν· εἰκὸς δὲ μηδὲ τὸν Νῶε, τοῦ ἀρχηγοῦ πάντων ἀνθρώπων ἀγνοῆσαι τὸν τάφον, ὡς μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἀπ' αὐτοῦ διασωθῆναι τὴν ποίμνην. Διόπερ ὁ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀνθρωπείου Β· θανάτου ἐρευνήσας, εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου τόπον τὸ πάθος ἐδέξατο, ἵνα ἐν ᾧ τόπῳ ἡ φθορὰ τῶν ἀν θρώπων τὴν ἀρχὴν ἔλαβεν, ἐκεῖθεν ἡ ζωὴ τῆς βα σιλείας ἄρξηται. Καὶ ὥσπερ ίσχυσεν ἐν τῷ ᾿Αδὰμ ὁ θάνατος, οὕτως ἀσθενήσῃ ἐν τῷ θανάτῳ τοῦ Χρι στοῦ. Διὰ τοῦτο εἴρηκεν Ησαΐας ὁ προφήτης· «Εν κέ ρατι, ἐν τόπῳ πίονι· ν κέρατι μὲν ὡς κατὰ τοῦ θανά του αμυντήριος ἔχοντι τὸν σταυρὸν τοῦ Δεσπότου πίονι δὲ, ὡς μετὰ τὸν παράδεισον τῶν κατὰ πάσης τῆς ὑφ᾽ ἡλίῳ πρωτείων ἠξιωμένῳ. Γ. - Τῷ αὐτῷ. Τὰ μὲν ἄλλα τῶν ἁμαρτημάτων, καὶ ἔστι χαλεπά, καὶ νομίζεται εἶναι. Χαλεπὰ ὁ φόνος, καὶ ἡ μοιχεία καὶ γάρ ἐστι χαλεπὸν, καὶ νομίζεται εἶναι χαλεπόν. Ο δὲ ὄρκος ἐστὶ μὲν χαλεπός, οὐ νομίζεται δὲ εἶναι χαλεπός. Διόπερ μᾶλλον αὐτὸν φυλαξώμεθα· κἄν τε δικαίως, κἄν τε οὐ δικαίως ομνύηται, ἵνα μὴ εἰς αὐτὸν κρημνισθέντες, τῆς αἰωνίου ζωῆς ἐξορισθῶμεν. Δ'. - ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τῇ εὐχῇ καὶ τῇ τῶν χειρῶν ἐκτάσει ἐτρέψατο Μωϋσῆς τὸν ᾿Αμαλήκ. Ἐὰν τοίνυν μὴ ἔχεις μνησικακίαν πρὸς ἀδελφὸν, καὶ εὔχῃ ὑπὲρ τοῦ πέλας θλίβοντος, καὶ λυποῦντός σε, πρόδηλον ὅτι ἄνω εἰς τὸν οὐρανὸν αἱ χεῖρές σου ἀνατέτανται, καὶ πάντως βοηθείας ἐπιτυγχάνεις ἐν τῷ πειράζεσθαί σε, καὶ καταπονεῖσθαι ὑπὸ τοῦ διαβόλου· ἐὰν δὲ τὴν μῆνιν φυλάττης πρὸς τὸν πλησίον, καὶ καταβάλλεις αυτ τοῦ, καὶ ψέγεις, καὶ διαβάλλεις τὸν ἄνθρωπον, πάνω τως ἔτι κάτω ἔχεις τὰς χεῖρας τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, κἂν εἰς τὸ φαινόμενον δοκῇς πρὸς Θεὸν ἀναπετά ζειν τὰς χεῖρας, καὶ τὸ ὄμμα, καὶ οὐ μὴ εἰσακουσθῇς δεόμενος· «Αἱ γὰρ χεῖρες σου, φησὶν ὁ Θεὸς, αἵματος ἀδελφικοῦ πλήρεις εἰσίν.» Τί γὰρ μνησικακίας φονικώτερον; Πεισθῶμεν οὖν τῷ λέγοντι Λούσασθαι διὰ μεταμελείας, καὶ καθαροί γίνεσθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν διὰ τῆς καθαρᾶς ἱκεσίας.
maximo efagitans, extorques: neque, enim ipse τὴν ἐμὴν ταπείνωσιν, οὐ γὰρ δὴ ἐγὼ πρὸς τοῦτό γε
ad scribendum segnis, neque negligens sum. Dixit
itaque nescio quis ante nos in memoria hominum, quæ scripto tradita non est, famam similem
apud Ecclesiam conservari: Judæam nempe primam ante alias ab homine habitatam, 2 Adamo
primum omnium condito, qui e paradiso ejectus,
suam in ea sedem locavit, ut rerum, quibus ipse
spoliatus fuerat, vicinitate consolaretur. Frimum
itaque Palæstina demortuum hominem excepit,
cum in ea Adamus sceleris penas persolverit.
Cum ergo iis per idem temporis vitam agentibus,
novum ac insolens videretur, capitis carne spoliatam intueri calvariam, in locum deponentes,
Calvariæ nomen loco indiderunt, et verosimile est
Noe universorum hominum parentis haud ignorasse sepulcrum, et post alluvionem illam ab eo
gregem conservatum fuisse. Quapropter qui principia humanæ mortis penitius pervestigavit, in
Calvariæ loco cruciatus subiit, ut quo in loco
exitium hominum principium habuit, in eodem et
regni víta exordia sui poneret, et quemadmodum
in Adamo mors invaluit, sic et in morte Christi
languesceret. Nec aliam ob causam Isaias propheta
dixerat: • In cornu, in loco pingui ';» cornu
tanquam quod adversus mortem propugnaculum, crucem Domini habebat; pingui vero, tanquam
qui post paradisum in terrarum orbe universo primatu dignatus sit.
ἐκνηρός. Είρηκε τοίνυν τις πρὸ ἡμῶν, ὅτι λόγος
τοιόσδε κατὰ τὴν ἄγραφον μνήμην ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ
διασώζεται, ὡς ἄρα πρώτη Ιουδαία άνθρωπον
ἔσχεν οικήτορα, τὸν πρωτόπλαστον Ἀδὰμ μετὰ τὸ
ἐκβληθῆναι τοῦ παραδείσου ἐν ταύτῃ καθιδρυνθέντα
πρὸς παραμυθίαν ὧν ἐστερήθη. Πρῶτον οὖν Παλαι
στίνη καὶ νεκρὸν ἐδέξατο ἄνθρωπον, ἐκεῖ τοῦ Ἀδὰμ
τὴν καταδίκην πληρώσαντος. Καινὸν τοίνυν ἐδόκει
εἶναι τοῖς τότε θεωρεῖν ὀστέον κεφαλῆς τῆς σαρκὸς
περιούσης, καὶ ἀποθέμενοι τὸ κρανίον ἐν τόπῳ, Κρα
νίου τόπον ὠνόμασαν· εἰκὸς δὲ μηδὲ τὸν Νῶε, τοῦ
ἀρχηγοῦ πάντων ἀνθρώπων ἀγνοῆσαι τὸν τάφον, ὡς
μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἀπ' αὐτοῦ διασωθῆναι τὴν
ποίμνην. Διόπερ ὁ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀνθρωπείου
Β· θανάτου ἐρευνήσας, εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου τόπον
τὸ πάθος ἐδέξατο, ἵνα ἐν ᾧ τόπῳ ἡ φθορὰ τῶν ἀν
θρώπων τὴν ἀρχὴν ἔλαβεν, ἐκεῖθεν ἡ ζωὴ τῆς βασιλείας ἄρξηται. Καὶ ὥσπερ ίσχυσεν ἐν τῷ ᾿Αδὰμ ὁ
θάνατος, οὕτως ἀσθενήσῃ ἐν τῷ θανάτῳ τοῦ Χριστοῦ. Διὰ τοῦτο εἴρηκεν Ησαΐας ὁ προφήτης· «Εν κέρατι, ἐν τόπῳ πίονι· ν κέρατι μὲν ὡς κατὰ τοῦ θανά
του αμυντήριος ἔχοντι τὸν σταυρὸν τοῦ Δεσπότου·
πίονι δὲ, ὡς μετὰ τὸν παράδεισον τῶν κατὰ πάσης τῆς
ὑφ᾽ ἡλίῳ πρωτείων ἠξιωμένῳ.
Eidem.
Delictorum quidem alia, et sunt gravia, et existinantur esse. Gravia sunt homicidium, et adulterium: namque sunt gravia, et opinione hominum
gravia deputantur. Verumtamen jusjurandum,
grave equidem est, nihilominus grave esse non
judicatur. Ideo cavendum nobis diligentius ab eo
est; sive illud juste, sive injuste concipiatur, ne
in illud præcipites acti extorres sempiterna vita
pellamur.
MARCELLINO MONACHO.
Oratione, et manuum extensione Amalecitas
Moyses vertit in fugam *. Si igitur fratri infensus
contra fratrem tuum non es, precesque pro proximo te afflictante ac suffocante Deo effundis, manifestum est, tuas jam manus ad cœlum extensas
esse, libique auxilium non defuturum, cum tribularis, et a diabolo opprimeris: si vero erga proximum iracundiam foves, eumque accusas, et vituperas, infamasque, omnino interioris hominis
manus in humum propendent, etsi videaris ad
Deum manus, et aspectum protendere, neque vota
exaudientur tua: «Manus etenim tuæ, inquit Deus,
sanguine fraterno plenæ sunt ".» Quid enim injuriarum memoria exitiosius? Credamus propterea
dicenti, Lavamini per pœnitentiam, et puri sitis a
malitiis vestris per puram deprecationem.
Γ. - Τῷ αὐτῷ.
Τὰ μὲν ἄλλα τῶν ἁμαρτημάτων, καὶ ἔστι χαλεπά,
καὶ νομίζεται εἶναι. Χαλεπὰ ὁ φόνος, καὶ ἡ μοιχεία
καὶ γάρ ἐστι χαλεπὸν, καὶ νομίζεται εἶναι χαλεπόν.
Ο δὲ ὄρκος ἐστὶ μὲν χαλεπός, οὐ νομίζεται δὲ εἶναι
χαλεπός. Διόπερ μᾶλλον αὐτὸν φυλαξώμεθα· κἄν τε
δικαίως, κἄν τε οὐ δικαίως ομνύηται, ἵνα μὴ εἰς αὐτὸν
κρημνισθέντες, τῆς αἰωνίου ζωῆς ἐξορισθῶμεν.
Δ'. - ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Τῇ εὐχῇ καὶ τῇ τῶν χειρῶν ἐκτάσει ἐτρέψατο
Μωϋσῆς τὸν ᾿Αμαλήκ. Ἐὰν τοίνυν μὴ ἔχεις μνησι
κακίαν πρὸς ἀδελφὸν, καὶ εὔχῃ ὑπὲρ τοῦ πέλας
θλίβοντος, καὶ λυποῦντός σε, πρόδηλον ὅτι ἄνω εἰς
τὸν οὐρανὸν αἱ χεῖρές σου ἀνατέτανται, καὶ πάντως
βοηθείας ἐπιτυγχάνεις ἐν τῷ πειράζεσθαί σε, καὶ
καταπονεῖσθαι ὑπὸ τοῦ διαβόλου· ἐὰν δὲ τὴν μῆνιν
φυλάττης πρὸς τὸν πλησίον, καὶ καταβάλλεις αυτ
τοῦ, καὶ ψέγεις, καὶ διαβάλλεις τὸν ἄνθρωπον, πάνω
τως ἔτι κάτω ἔχεις τὰς χεῖρας τοῦ ἔσω ἀνθρώπου,
κἂν εἰς τὸ φαινόμενον δοκῇς πρὸς Θεὸν ἀναπετάζειν τὰς χεῖρας, καὶ τὸ ὄμμα, καὶ οὐ μὴ εἰσακου
σθῇς δεόμενος· «Αἱ γὰρ χεῖρες σου, φησὶν ὁ Θεὸς,
αἵματος ἀδελφικοῦ πλήρεις εἰσίν.» Τί γὰρ μνησι
κακίας φονικώτερον; Πεισθῶμεν οὖν τῷ λέγοντι
Λούσασθαι διὰ μεταμελείας, καὶ καθαροί γίνεσθε
ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν διὰ τῆς καθαρᾶς ἱκεσίας.
1 139. v, 1. › Exod. xvii, 1 seqq. * Isa. 1, 15.
Quæ sequuntur hujus epistola legere est un commentario Basilii Magni ad Isaiam, cap. v, rum.
141. Vide Patrologiæ nostræ, tom. XXX, col. 347 D. Edit.
col. 85–86page 14 of 262
PG 79:85Ε'. Τῷ αὐτῷ. Εφ' ὕβρει, καὶ ἀτιμίᾳ, καὶ ἐπιβουλῇ τῇ καθ' ἡμῶν διὰ παντὸς ἱδρῦσθαι βούλονται οἱ δαίμονες, ἀλλὰ, καθώς λέγει ὁ Προφήτης, αἰσχυνθήσονται οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐφ᾽ ὕβρει, καὶ ὑψηλῇ καρδίᾳ, καὶ τα πεινωθήσονται. Ἡμῖν δὲ ἔσται ὁ στέφανος της ζωῆς, καὶ δόξης, καὶ ἀφθαρσίας, ὁ πλακεὶς τοῖς τὸν Κύριον ὑπομένουσιν. Γ'. ΗΦΑΙΣΤΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟ. Με παρρησιάζου, ὦ ἄνθρωπε. Αἰσχύνεσθαι γὰρ ὀφείλεις κατὰ κράτος, καθ' ὅτι τὰς μοιχείας ἐπαινείς τῶν θεῶν σου, καὶ τὰς παιδοφθορίας, καὶ προσκυνεῖς τὰ ὀλέθρια πάθη τῆς αἰσχρουργίας, καὶ οὐδὲν παν τελῶς δύνῃ ὑπὲρ τὸ σῶμα διανοεῖσθαι. Ζ. ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Οτε ἐπέλιπε τὰ ἀναγκαῖα ἐν τῇ Σαμαρίᾳ, βασι λεύοντος Ἰωρὰμ τοῦ υἱοῦ ᾿Αχαάβ, διὰ τὸ ἐπιστρατεῦσαι τὸν βασιλέα τῶν Ασσυρίων, καὶ ἐπράθη κε φαλὴ ὄνου πεντήκοντα σίκλων, καὶ τέταρτον κάδου κόπρου περιστερῶν πέντε σίκλων ἀργυρίου, πρόσδου κηθέντος θανάτου οἰκτίστου, τοσαύτη παρ' ἐλπίδας γέγονεν εὐθυνία, ὡς μέτρον σεμιδάλεως πραθῆναι σίκλου, καὶ διάμετρον κριθῆς ὁμοίως σίκλου· «Κύ ριος γὰρ διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, καὶ ἀρχόντων ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει. ο Μη τοίνυν ἀθυμήσωμεν, ἀλλὰ προσδοκήσωμεν ἐξ ἐνδείας εὐπορίαν, καὶ ἐκ θλίψεως ἄνεσιν. ΠΤΟΛΕΜΑΙΟ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ. Καὶ τὸ μόνον πιστεῦσαι εἰς τὸν Σωτήρα Χριστόν, δικαιοσύνη ἐστί, τὸ δὲ ὁμολογῆσαι αὐτὸν τῷ στόν ματι, παντελής σωτηρία. θ. Τῷ αὐτῷ. Φησὶν ὁ θεσπέσιος Ησαΐας ο Ἵνα εἴπωσιν· Οὐκ ἔστιν ὡς τὸ ῥῆμα τοῦτο, περὶ οὗ οὐκ ἔστι δοῦναι δώρα.» Οὐδὲν γὰρ ἀντάξιον εὑρεθήσεται τῆς τοῦ Δεσποτικοῦ ὀνόματος ὁμολογίας, καὶ τῆς παρασχεθείσης ἡμῖν μακαρίας, καὶ ἁγίας γνώσεως. Διόπερ ἐπὶ τούτῳ δίκαιον λέγειν τὸ Δαυϊτικόν λόγιον: Τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι; ν πίστιν λαβὼν, καὶ ἀνταποδοὺς γνῶσιν ἐπουράνιον. Η γὰρ ἁγία γνώσις μυρίων ἀγαθῶν έστι περιεκτική. Τῷ αὐτῷ. γ. Τινὲς τῷ θέρει ἐκ λιμένων ἀναχθέντες ἐναυάγησαν, τινὲς δὲ ἐν χειμῶνι πλεύσαντες ἀκινδύνως ἐσώθησαν. Πόσοι δ᾽ ἀθληταὶ ἀνενδοίαστον νίκην προσδοκήσαντες ηττήθησαν; οἱ δὲ καὶ δευτερείων ἀπεγνωκότες τὰ πρωτεῖα ἐστεφανηφόρησαν; Μήτε οὖν καταφρονῶμεν, μήτε ἀπελπίζωμεν, ἀλλ᾽ ἐφ' ἅπασι πράγμασι τῇ εὐχῇ κολληθῶμεν. ΙΑ'. Τῷ αὐτῷ. Εἰπὲ πρὸς τὸν σὸν ἑταῖρον, ὅτι θερμότης ἀχαλί ακτος μεγίστων κακῶν πρόξενος τοῖς ἀνθρώποις για νεται. ΙΧ. Χ. ΧΙ.
EPISTOLARUM LIB.I.
Ε'. Τῷ αὐτῷ.
Εφ' ὕβρει, καὶ ἀτιμίᾳ, καὶ ἐπιβουλῇ τῇ καθ'
ἡμῶν διὰ παντὸς ἱδρῦσθαι βούλονται οἱ δαίμονες,
ἀλλὰ, καθώς λέγει ὁ Προφήτης, αἰσχυνθήσονται οἱ
καθ᾿ ἡμῶν ἐφ᾽ ὕβρει, καὶ ὑψηλῇ καρδίᾳ, καὶ τα
πεινωθήσονται. Ἡμῖν δὲ ἔσται ὁ στέφανος της
ζωῆς, καὶ δόξης, καὶ ἀφθαρσίας, ὁ πλακεὶς τοῖς τὸν
Κύριον ὑπομένουσιν.
Γ'. ΗΦΑΙΣΤΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟ.
Με παρρησιάζου, ὦ ἄνθρωπε. Αἰσχύνεσθαι γὰρ
ὀφείλεις κατὰ κράτος, καθ' ὅτι τὰς μοιχείας ἐπαινείς
τῶν θεῶν σου, καὶ τὰς παιδοφθορίας, καὶ προσκυνεῖς
τὰ ὀλέθρια πάθη τῆς αἰσχρουργίας, καὶ οὐδὲν παν
τελῶς δύνῃ ὑπὲρ τὸ σῶμα διανοεῖσθαι.
Ζ.
ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Οτε ἐπέλιπε τὰ ἀναγκαῖα ἐν τῇ Σαμαρίᾳ, βασιλεύοντος Ἰωρὰμ τοῦ υἱοῦ ᾿Αχαάβ, διὰ τὸ ἐπιστρα
τεῦσαι τὸν βασιλέα τῶν Ασσυρίων, καὶ ἐπράθη κεφαλὴ ὄνου πεντήκοντα σίκλων, καὶ τέταρτον κάδου
κόπρου περιστερῶν πέντε σίκλων ἀργυρίου, πρόσδου
κηθέντος θανάτου οἰκτίστου, τοσαύτη παρ' ἐλπίδας
γέγονεν εὐθυνία, ὡς μέτρον σεμιδάλεως πραθῆναι
σίκλου, καὶ διάμετρον κριθῆς ὁμοίως σίκλου· «Κύριος γὰρ διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, καὶ ἀρχόντων·
ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει. ο Μη
τοίνυν ἀθυμήσωμεν, ἀλλὰ προσδοκήσωμεν ἐξ ἐνδείας
εὐπορίαν, καὶ ἐκ θλίψεως ἄνεσιν.
H'. ΠΤΟΛΕΜΑΙΟ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ.
Καὶ τὸ μόνον πιστεῦσαι εἰς τὸν Σωτήρα Χριστόν,
δικαιοσύνη ἐστί, τὸ δὲ ὁμολογῆσαι αὐτὸν τῷ στόν
ματι, παντελής σωτηρία.
θ. Τῷ αὐτῷ.
Φησὶν ὁ θεσπέσιος Ησαΐας ο Ἵνα εἴπωσιν· Οὐκ
ἔστιν ὡς τὸ ῥῆμα τοῦτο, περὶ οὗ οὐκ ἔστι δοῦναι
δώρα.» Οὐδὲν γὰρ ἀντάξιον εὑρεθήσεται τῆς τοῦ
Δεσποτικοῦ ὀνόματος ὁμολογίας, καὶ τῆς παρασχε
θείσης ἡμῖν μακαρίας, καὶ ἁγίας γνώσεως. Διόπερ
ἐπὶ τούτῳ δίκαιον λέγειν τὸ Δαυϊτικόν λόγιον: Τί
ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι; ν πίστιν λαβὼν, καὶ ἀνταποδοὺς γνῶσιν
ἐπουράνιον. Η γὰρ ἁγία γνώσις μυρίων ἀγαθῶν
έστι περιεκτική.
I. Τῷ αὐτῷ.
γ.- Eidem.
In opprobrio, et infamia, et adversus nos insidiis
omni tempore confirmari appetunt dæmones; verumtamen, ut Propheta ait *, reverebuntur qui
contra nos sunt, in opprobrio, et animo elato, et
humiliabuntur. At nos et vitæ, et gloriæ, et incor
ruptibilitatis corona, exspectantibus Dominum
contexta, exspectat.
VΙ.
HEPHÆSTO SCHOLASTICO.
Frustra turges, ac tumes, mi homo: pudendum
potius omni 4 conatu tibi fuerit, cum deorum
tuorum adulteria, et puerorum stupra extollis, et
affectiones libidinis satis perniciosas veneraris,
neque quidpiam tibi occurrit omnino, quod corpore superius sit.
VII. MARCELLINO MONACHO.
Cum necessaria in Samaria sub Jorami Achaabi
Alii imperio³, rege Assyriorum bellum inferente,
defuissent, et caput asini quinquaginta siclis venisset, et quarta pars cabi palumbimi stercoris
quinque siclis argenteis, adto ut mors telerrima
opinione omnium impenderet: tanta rerum emnium abundantia, atque ubertas agrorum præter
omnium exspectationem invaluit, ut simile mensura siclo divendita sit, necnon et hordei similiter
siclo mensuræ duæ: ‹ Dominus enim disperdit
consilia gentium, et principum; voluntas vero
Domini in æternum manet., Ne itaque despondeamus animum, sed exspectemus ex inopia ubertatem, et ex tribulatione solatium.
Τινὲς τῷ θέρει ἐκ λιμένων ἀναχθέντες ἐναυάγη
σαν, τινὲς δὲ ἐν χειμῶνι πλεύσαντες ἀκινδύνως
ἐσώθησαν. Πόσοι δ᾽ ἀθληταὶ ἀνενδοίαστον νίκην
προσδοκήσαντες ηττήθησαν; οἱ δὲ καὶ δευτερείων
ἀπεγνωκότες τὰ πρωτεῖα ἐστεφανηφόρησαν; Μήτε
οὖν καταφρονῶμεν, μήτε ἀπελπίζωμεν, ἀλλ᾽ ἐφ'
ἅπασι πράγμασι τῇ εὐχῇ κολληθῶμεν.
ΙΑ'. Τῷ αὐτῷ.
Εἰπὲ πρὸς τὸν σὸν ἑταῖρον, ὅτι θερμότης ἀχαλίακτος μεγίστων κακῶν πρόξενος τοῖς ἀνθρώποις για
νεται.
• Psal. xxxix, 15. * IV Reg.v, 25.
Psal. XXXI
'
VIII. PTOLEMÆO SYNCLETICO.
Et tantummodo fides in Christum Servatorem
justiicatio est: at eum confiteri ore salus absoluta F.
ΙΧ.
Eidem.
Divinus inquit Isaias: • Ut dicant: Non est
sicut verbum hoc, pro quo dona offerri non possunt.» Nihil enim Dominici nominis professionis, et tradita 5 nobis beatæ, sancteque cogni
tionis instar esse potest. Quare non abs re Davidicum illud enuntiandum est: «Quid retribuanı
Domino pro omnibus, quæ retribuit mihi”? › cum
fidem acceperit, et retribuerit cognitionem calcstem. Sancta quippe cognitio innumera bona in se
continet.
Χ. Eidem.
Nonnulli æstate solventes e portu naufragium
fecerunt; alii hieme absque ullo discrimine vento
secundissimo sese fluctibus commiserunt. Quos
item athletæ indubitatam victoriam sibi promittentes superati sunt? quot et de secundis præmiis
desperantes primam victoriæ palmam obtinuerunt?
Non itaque negligamus, neque mente concidamus,
sed rebus in omnibus orationi inhæreamus.
ΧΙ. Eidem.
Effare amico tuo, absque habenis impetum ardoremque maxima mortalibus afferre incommoda.
* Rom. x, 10. * 16a. viii, 20. • Psal. cxv, 5,
col. 87–88page 15 of 262
PG 79:87Τῷ αὐτῷ. Ὁ ποιῶν, φησί, πάντα, καὶ μετασκευάζων, καὶ ἐκτρέπων εἰς τὸ πρωΐ σκιὰν θανάτου, καὶ νύχτα εἰς ἡμέραν συσκοτάζων· αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ ἀλλοιῶν καταστάσεις, καὶ χρόνους, καὶ πράγματα· ἐκτρέπει οὖν ὁ Θεὸς τὴν σκιὰν τοῦ θανάτου, τουτέστιν εἰς ἀρετὴν, καὶ εὐθυμίαν, καὶ φαινότητα μεταβάλλει τὴν ἁμαρτητικὴν, καὶ σκοτεινὴν κατάστασιν. Ἐξ ουσίαν δὲ ἔχει καὶ ἡμέραν εἰς νύκτα συσκοτάσαι τουτέστιν τὰ περιχαρῆ, καὶ λαμπρά, ἐπὶ τὸ σκυθρωπότερον μεταθεῖναι. ΙΓ'. - Τῷ αὐτῷ. Εἴ τις μὴ περιτμηθῇ, φησί, τῇ ὀγδόῃ ἡμέρᾳ, ἐξε ολοθρευθήσεται.» Οὐχὶ τὸ ἄκακον καὶ ἀνόητον νήσ τοὺς γονεῖς τιμωρεῖσθαι. Ἀλλ᾿ αὐτὸς κολάζει, ὦ ἄνθρωπε, ἐὰν μὴ διὰ πίστεως καὶ εὐχῆς περιτμηθῇς τὴν κακίαν· νηπιάζειν γὰρ τῇ κακίᾳ κελεύει ο Από στολος. Εαυτούς τοίνυν περιτέμνωμεν τῇ μαχαίρα τοῦ Πνεύματος, ἀποβλέποντες εἰς τὴν ὀγδόην ἡμέραν, τουτέστιν εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα. Περιτεμνώμεθα δὲ πᾶν σαρκικὸν φρόνημα, καὶ λόγον καὶ ἔργον παρά νομον, ἵνα μὴ ἐξολοθρευθῶμεν, καὶ ἀλλοτριωθῶμεν ἐκ μέσου τοῦ λαοῦ τῶν σωζομένων διὰ Χριστοῦ. β πιον κολάζεται, μὴ περιτμηθέν· μᾶλλον γὰρ ἐχρῆν ΙΔ'. Τῷ αὐτῷ. Ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτὸν, τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Ὁ μὴ προσδοκῶν ἐξ ἔργων δικαιωθῆναι, μόνην ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας τοὺς οἰκτειρμοὺς τοῦ Θεοῦ· ὅταν γὰρ ἀκού ση ὅτι ὁ Θεὸς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ λογίσηται ἑαυτοῦ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, φοβεῖται μὲν τὴν κόλασιν, καὶ ὑποπτήσσει τοῖς ἀπειλουμένοις. Πρὸς δὲ τὸ μὴ καταποθῆναι ὑπὸ τῆς λύπης, εὐελπίς ἐστι προς τους οίκτειρμούς τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ φιλάνθρωπον ἀποβλέπων. ΙΕ΄. — Τῷ αὐτῷ. Τὸ εἰρημένον ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου· «Ἐν ἀτόμῳ, ο τὸ ἄτμητον, ὡς ἄν τις εἴποι, καὶ ἀκαριαῖον τοῦ χρόνου δηλοί. 14'. - Τῷ αὐτῷ. Τὸ Πνεῦμα ἔλαβες, τὸ ἐρευνοῦν καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ, οὐχ ἵνα καταλάβης φύσιν Θεοῦ, ὡς λέγει Εύ νόμιος ὁ παραπλήξ, ἀλλ' ίνα βαθέως καὶ σοφῶς δοξά ζῃς τὸν Κύριον· φησὶ γὰρ ὁ ᾿Απόστολος, ὅτι «Εγώ οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι, διώκω δὲ, εἴγε καὶ καταλάβω. ΙΖ'. Τῷ αὐτῷ. Τί ἐστιν «Ἡμεῖς νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν;» Του τέστι, Κεκαθαρμένον ἔχων τὸ ἡγεμονικόν, καθαρῶς τε, καὶ ὑψηλῶς διανοοῦμαι, καὶ λαμπρῶς πολιτεύομαι. ΙΗ'. — Τῷ αὐτῷ. Τὸ Πνεῦμα εἰλήφαμεν, καθὼς ὁ Ἀπόστολος, οὐχ ἵνα ἐπιστάμεθα τίς ἐστι κατὰ τὴν ἀκρίβειαν ἡ φύσις τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ἵνα νοήσωμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χαρι 13 | χιν, 20
XII. Eidem.
Qui omnia, inquit s, facit, et omnia immutans
convertit primam lucem in umbram mortis, et
noctem in diem obtenebrat: ipse enim est, qui
conditiones, et tempora, et res transmutat. Convertit ergo Deus umbram mortis, in virtutem
nempe, et consolationem, et splendorem permutat
peccatricem, et caliginosam conditionem. Facultatem quoque sibi vindicat diem 6 noctis instar
obtenebrandi, læta scilicet et splendida in tristiora
atque inamœniora transvehendi.
X111.— Eidem.
• Quisquis, ait, octavo die non circumciditur,
exterminabitur 40., Infans nulli vitio obnoxius,
IB'.
Τῷ αὐτῷ.
Ὁ ποιῶν, φησί, πάντα, καὶ μετασκευάζων, καὶ
ἐκτρέπων εἰς τὸ πρωΐ σκιὰν θανάτου, καὶ νύχτα εἰς
ἡμέραν συσκοτάζων· αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ ἀλλοιῶν
καταστάσεις, καὶ χρόνους, καὶ πράγματα· ἐκτρέ
πει οὖν ὁ Θεὸς τὴν σκιὰν τοῦ θανάτου, τουτέστιν εἰς
ἀρετὴν, καὶ εὐθυμίαν, καὶ φαινότητα μεταβάλλει
τὴν ἁμαρτητικὴν, καὶ σκοτεινὴν κατάστασιν. Ἐξουσίαν δὲ ἔχει καὶ ἡμέραν εἰς νύκτα συσκοτάσαι·
τουτέστιν τὰ περιχαρῆ, καὶ λαμπρά, ἐπὶ τὸ σκυθρω
πότερον μεταθεῖναι.
ΙΓ'. - Τῷ αὐτῷ.
• Εἴ τις μὴ περιτμηθῇ, φησί, τῇ ὀγδόῃ ἡμέρᾳ, ἐξε
ολοθρευθήσεται.» Οὐχὶ τὸ ἄκακον καὶ ἀνόητον νήσ
τοὺς γονεῖς τιμωρεῖσθαι. Ἀλλ᾿ αὐτὸς κολάζει, ὦ
ἄνθρωπε, ἐὰν μὴ διὰ πίστεως καὶ εὐχῆς περιτμηθῇς
τὴν κακίαν· νηπιάζειν γὰρ τῇ κακίᾳ κελεύει ο Από
στολος. Εαυτούς τοίνυν περιτέμνωμεν τῇ μαχαίρα
τοῦ Πνεύματος, ἀποβλέποντες εἰς τὴν ὀγδόην ἡμέραν,
τουτέστιν εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα. Περιτεμνώμεθα δὲ
πᾶν σαρκικὸν φρόνημα, καὶ λόγον καὶ ἔργον παρά
νομον, ἵνα μὴ ἐξολοθρευθῶμεν, καὶ ἀλλοτριωθῶμεν
ἐκ μέσου τοῦ λαοῦ τῶν σωζομένων διὰ Χριστοῦ.
et intelligendi facultate nullo modo præditus, si β πιον κολάζεται, μὴ περιτμηθέν· μᾶλλον γὰρ ἐχρῆν
circumcisus non fuerit, non punitur, sed parentes "
potius illius castigandi. At ille, mi homo, punit,
si per fidem et orationem circumcidens, ex te vitia
non depuleris: infantes enim esse malitia jubet
Apostolus ". Circumcidamus itaque nosmetipsos
gladio Spiritus, diem octavam, hoc est futurum
sæculum respicientes. Circumcidamus vero omnem
carnis cogitationem, et sermonen, et opus iniquum, ne disperdamur, et alienemur e medio illius populi, qui salvatur per Christum.
XIV. — Eidem.
• Ecce oculi Domini super timentibus eum, sperantibus nempe in micericordiam illius¹. › Qui
justitiam consequi ex operibus non exspectat,
Lantum spem suae salutis in misericordias Domini
collocavit: cum enim audierit, Deum unumquemque secundum opera remuneraturum, animoque
secum ipse suas volverit labes et conscientiæ vulnera, penas timet, et minis absterritus formidat;
ne vero a mœrore suffocetur, in misericordias
Dei, illiusque bumanitatem spem suam convertit.
Eidem.
Illud Apostoli: e in atomo 18,, idem est, ac si
quis alius, indivisibile momentum temporis diceret.
7 XVI. - Eidem.
Spiritum accepisti, qui scrutatur Dei profunda ",
non ut Dei naturam comprehendas, uti mente
captus Eunomius asseverabat, sed ut profunde et
sapienter gloriam Domino exhibeas: namque ait
Apostolus: Egomet non arbitror comprehendisse,
sequor autem, si quo modo comprehendam 1.
Eidem.
Quid illud est: «Nos intellectum Christi habemus 16?, Purgatam scilicet habens præcipuam
animi partem pure, et sublimiter discurro, et
splendide vitam duco.
XVIII. Eidem.
Spiritum accepimus, fatetur Apostolus ", non
ut addiscamus, quænam sit adamussim divina
natura, sed ut intelligamus infinita bona munera
10 Amos V,
1 1 Cor. 11, 10.
***Gen. xv11, 14.
18 Philipp. 111, 12. 1
ΙΔ'.
Τῷ αὐτῷ.
• Ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ τοὺς φοβουμένους
αὐτὸν, τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Ὁ μὴ
προσδοκῶν ἐξ ἔργων δικαιωθῆναι, μόνην ἔχει ἐλπίδα
σωτηρίας τοὺς οἰκτειρμοὺς τοῦ Θεοῦ· ὅταν γὰρ ἀκού -
ση
ὅτι ὁ Θεὸς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ,
καὶ λογίσηται ἑαυτοῦ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, φοβεῖται μὲν τὴν κόλασιν, καὶ ὑποπτήσσει τοῖς ἀπειλου
μένοις. Πρὸς δὲ τὸ μὴ καταποθῆναι ὑπὸ τῆς λύπης,
εὐελπίς ἐστι προς τους οίκτειρμούς τοῦ Θεοῦ, καὶ
τὸ φιλάνθρωπον ἀποβλέπων.
ΙΕ΄. — Τῷ αὐτῷ.
Τὸ εἰρημένον ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου· «Ἐν ἀτόμῳ, ο
τὸ ἄτμητον, ὡς ἄν τις εἴποι, καὶ ἀκαριαῖον τοῦ
χρόνου δηλοί.
IG'.
14'. - Τῷ αὐτῷ.
Τὸ Πνεῦμα ἔλαβες, τὸ ἐρευνοῦν καὶ τὰ βάθη τοῦ
Θεοῦ, οὐχ ἵνα καταλάβης φύσιν Θεοῦ, ὡς λέγει Εύνόμιος ὁ παραπλήξ, ἀλλ' ίνα βαθέως καὶ σοφῶς δοξά
ζῃς τὸν Κύριον· φησὶ γὰρ ὁ ᾿Απόστολος, ὅτι «Εγώ
οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι, διώκω δὲ, εἴγε καὶ
καταλάβω.
ΙΖ'. Τῷ αὐτῷ.
Τί ἐστιν «Ἡμεῖς νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν;» Τουτέστι, Κεκαθαρμένον ἔχων τὸ ἡγεμονικόν, καθαρῶς
τε, καὶ ὑψηλῶς διανοοῦμαι, καὶ λαμπρῶς πολιτεύομαι.
ΙΗ'. — Τῷ αὐτῷ.
Τὸ Πνεῦμα εἰλήφαμεν, καθὼς ὁ Ἀπόστολος, οὐχ
ἵνα ἐπιστάμεθα τίς ἐστι κατὰ τὴν ἀκρίβειαν ἡ φύσις
τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ἵνα νοήσωμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χαρι
13 | Cor. χιν, 20Cor. 1, 16. 4 Ibid. 12.
¹ª Psal. xxx11, 18.
13 | Cor. xv,
col. 89–90page 16 of 262
PG 79:89σθέντα ἡμῖν μυρία ἀγαθὰ δωρήματα, ἅπερ καὶ δια λεγόμεθα τοῖς μαθητευομένοις. Τῷ αὐτῷ. Πῶς ἂν καὶ ὑπέστη τόδε τὸ πᾶν ἢ συνέστη, μὴ Θεοῦ τὰ πάντα καὶ οὐσιώσαντος, καὶ συνέχοντος; Οὐδὲ γὰρ κιθάραν τις ὁρῶν κάλλιστα ήσκημένην, καὶ τὴν ταύτης εὐαρμοστίαν, καὶ εὐταξίαν, ἢ τῆς κιθαρῳδίας αὐτῆς ἀκούων ἄλλο τι, ἢ τὸν τῆς κιθάρας δημιουργὸν καὶ τὸν κιθαρῳδὸν ἐννοήσῃ, καὶ πρὸς αὐτὸν ἀναδραμείται τῇ διανοίᾳ, κἂν ἀγνοῶν τύχη ταῖς ὄψεσιν. Οὕτω καὶ ἡμῖν τὸ ποιητικὸν δῆλον, καὶ τὸ κινοῦν, καὶ τηροῦν τὰ πεποιημένα, κἂν μὴ τῇ διανοίᾳ περιλαμβάνηται. Κ'. - Τῷ αὐτῷ. οι Τάχα οὐ μόνον ἀπὸ τοῦ νικήσαντος ἀνθρώπου ἀφο ίστανται πρὸς καιρὸν οἱ πειρασταὶ δαίμονες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ ἡττηθέντος, διότι ὁ Θεὸς προνοούμενος τοῦ ἰδίου πλάσματος, δίδωσιν ἀνοχὴν, καὶ ἀνάψυξιν ὀλίγην τῷ νενικημένῳ, ἵνα δυνηθῇ ἀναπνεῦσαι, καὶ συλλέξαι τὰς οἰκείας δυνάμεις, καὶ πάλιν ἀντᾶραι χεῖρας κατὰ τῶν ἀντιπάλων. ΚΑ'. - Τῷ αὐτῷ. Η ψυχὴ ἡμῶν ὑπομενεῖ τῷ Κυρίῳ, ὅτι βοη θὸς, καὶ ὑπερασπιστής ἡμῶν ἐστι.» Παράκλησιν ἔχει πρὸς ὑπομονὴν ὁ λόγος, ὥστε, κάν ποτε κατα λειφθῶμεν ὑπό τινος τῶν ἐκθλιβόντων, μὴ χωρισθῆναι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ἀλλ' ὅλῃ ψυχῇ ὑπομένειν τὰ ἐπί πονα, τὴν παρὰ Θεοῦ βοήθειαν ἀναμένοντας. ΚΒ. — ΜΑΡΚΙΑΝΩ. Ανάξιος ων, πίστευσον σωθῆναι· ἀναίσθητος ὤν, μὴ προσδοκήσῃς σωθῆναι. Αναξίους εὐγνωμονοῦντας, καὶ ἐπὶ πάσῃ θλίψει εὐχαριστοῦντας ἐλεεῖ, καὶ σώ ζει ὁ φιλάνθρωπος Θεός, κἂν μέχρι βαθείας τῶν καλῶν φθάσωσιν ἀπογνώσεως· τοὺς δ' ἀναισθήτους οὐκ ἐλεεῖ. Τίς δέ ἐστιν ὁ ἀναίσθητος, εἰ μὴ ὁ μὴ θέσ λων ὁμολογῆσαι εὐγνωμόνως μυρία εὐεργετεῖσθαι, καὶ ὠφελεῖσθαι τὸν κόσμον διὰ τῆς τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ὁμολογίας; ΚΓ'. Τῷ αὐτῷ. ΧΙΧ. Τό, ο Εθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ, ν ἐν τῷ ἑπτακαιδεκάτῳ ψαλμῷ εἰρημένον, τὸ δυσκατάληπτον, καὶ ἀσαφές, καὶ ἀνεξερεύνητον τῶν ἀβύσσων τοῦ Θεοῦ κριμάτων ὑπεμφαίνει. ΚΑ'. Τῷ αὐτῷ. Ηρώτησάς με, διατί πρῶτον ἔξω τὰς χεῖρας νιπτόμενοι, οὕτως εἰσερχόμεθα εἰς οἶκον Κυρίου προσεύξασθαι. Πρὸ τοῦ αἰσθητοῦ τὸ νοητὸν διδά σκου. Ωσπερ γὰρ τῷ ὕδατι ἀποπλύνει τοὺς σωματικοὺς ρύπους, οὕτω διὰ τῆς εὐχῆς τὴν ψυχὴν ἐκλαμπρύνει. Οὐδεὶς γὰρ ἄνθρωπος καθαρὸς ὑπάρχει πλημμελείας, κἂν Μωϋσῃ ἐκείνῳ τῷ μεγάλῳ νομο θέτῃ ἀμιλληθῇ τις τῷ βίῳ. Πάντες οὖν ἄνθρωποι καθ᾿ ἑκάστην χρήζομεν τῶν δι' εὐχῆς καθαρσίων· ἡ γὰρ
EPISTOLARUM LIB. I.
σθέντα ἡμῖν μυρία ἀγαθὰ δωρήματα, ἅπερ καὶ δια- nobis a Deo tradita, quæ addfscentibus exponi
λεγόμεθα τοῖς μαθητευομένοις.
- Τῷ αὐτῷ.
Πῶς ἂν καὶ ὑπέστη τόδε τὸ πᾶν ἢ συνέστη, μὴ
Θεοῦ τὰ πάντα καὶ οὐσιώσαντος, καὶ συνέχοντος;
Οὐδὲ γὰρ κιθάραν τις ὁρῶν κάλλιστα ήσκημένην, καὶ
τὴν ταύτης εὐαρμοστίαν, καὶ εὐταξίαν, ἢ τῆς κιθαρῳδίας αὐτῆς ἀκούων ἄλλο τι, ἢ τὸν τῆς κιθάρας
δημιουργὸν καὶ τὸν κιθαρῳδὸν ἐννοήσῃ, καὶ πρὸς
αὐτὸν ἀναδραμείται τῇ διανοίᾳ, κἂν ἀγνοῶν τύχη
ταῖς ὄψεσιν. Οὕτω καὶ ἡμῖν τὸ ποιητικὸν δῆλον, καὶ
τὸ κινοῦν, καὶ τηροῦν τὰ πεποιημένα, κἂν μὴ τῇ
διανοίᾳ περιλαμβάνηται.
Κ'. - Τῷ αὐτῷ.
οι
Τάχα οὐ μόνον ἀπὸ τοῦ νικήσαντος ἀνθρώπου ἀφο
ίστανται πρὸς καιρὸν οἱ πειρασταὶ δαίμονες, ἀλλὰ
καὶ ἀπὸ τοῦ ἡττηθέντος, διότι ὁ Θεὸς προνοούμενος
τοῦ ἰδίου πλάσματος, δίδωσιν ἀνοχὴν, καὶ ἀνάψυξιν
ὀλίγην τῷ νενικημένῳ, ἵνα δυνηθῇ ἀναπνεῦσαι, καὶ
συλλέξαι τὰς οἰκείας δυνάμεις, καὶ πάλιν ἀντᾶραι
χεῖρας κατὰ τῶν ἀντιπάλων.
ΚΑ'. - Τῷ αὐτῷ.
• Η ψυχὴ ἡμῶν ὑπομενεῖ τῷ Κυρίῳ, ὅτι βοηθὸς, καὶ ὑπερασπιστής ἡμῶν ἐστι.» Παράκλησιν
ἔχει πρὸς ὑπομονὴν ὁ λόγος, ὥστε, κάν ποτε καταλειφθῶμεν ὑπό τινος τῶν ἐκθλιβόντων, μὴ χωρισθῆ
ναι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ
τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ἀλλ' ὅλῃ ψυχῇ ὑπομένειν τὰ ἐπίπονα, τὴν παρὰ Θεοῦ βοήθειαν ἀναμένοντας.
ΚΒ. — ΜΑΡΚΙΑΝΩ.
Ανάξιος ων, πίστευσον σωθῆναι· ἀναίσθητος ὤν,
μὴ προσδοκήσῃς σωθῆναι. Αναξίους εὐγνωμονοῦντας,
καὶ ἐπὶ πάσῃ θλίψει εὐχαριστοῦντας ἐλεεῖ, καὶ σώ
ζει ὁ φιλάνθρωπος Θεός, κἂν μέχρι βαθείας τῶν
καλῶν φθάσωσιν ἀπογνώσεως· τοὺς δ' ἀναισθήτους
οὐκ ἐλεεῖ. Τίς δέ ἐστιν ὁ ἀναίσθητος, εἰ μὴ ὁ μὴ θέσ
λων ὁμολογῆσαι εὐγνωμόνως μυρία εὐεργετεῖσθαι,
καὶ ὠφελεῖσθαι τὸν κόσμον διὰ τῆς τοῦ Δεσπότου
Χριστοῦ ὁμολογίας;
ΚΓ'. Τῷ αὐτῷ.
mus.
ΧΙΧ.
Eidem.
Quanam ratione universum hoc aut substitit, aut
conflatum est, si non omnibus Deus, ut sint, exhi -
buisset, et postmodum continuo conservaret?
Neque enim quispiam citharam optime substructam conspiciens, et illius concentum et concinnum
ordinem, et musicas notas auribus & usurpans,
alium quempiam, quam citharæ opificem, et citharistam ipsum sibi repræsentabit, et cogitatione
ad eum, licet oculis invisum, accedet. Non alia
ratione nobis creatrix, movens, et rerum condita -
rum conservatrix causa innotescit, licet eam intelligentia non comprehendamus.
XX. — Eidem.
Forte non tantum ab homine, qui pro tempore
victoriam consecutus est, dæmones tentantes proripiuntur, sed etiam a victo et subacto. Deus
enim, sui operis curam gerens, concedit inducias,
modicamque victo interspirationen, ut, animis resumptis, et propriis viribus recollectis adversus
hostes pugnam renovare possit.
XXI. Eidem.
‹ Anima nostra exspectabit Dominum, quᏅ
niam adjutor et protector noster est ". › Hortatur
nos ad tolerantiam sermo, ita ut, si quando ab
aliquo ex affligentibus nos destituamur, ne ab
amore Dei, qui est in Christo Jesu Domino nostro,
separemur; sed toto corde laboriosa sufferamus,
divinum auxilium exspectantes.
MARCIANO.
Indignus es? crede te servatum iri. Nullo sensu
es? spem omnem salutis abjice. Indignos, si rect:
mente sint, et in omni afflictione gratias reddant,
miseretur, eosque servat perhumanus Deus, licet
nulla rerum exspectatione meliorum occupentur.
9 Eorum vero qui absque sensu sunt miseretur.
Quem autem sensus suffugit? eum omnino, qui
gratus ac memor innumerorum beneficiorum non
est, nec confitetur summa commoda mundum
accepisse per Christi Domini concessionem.
XXIII. Eidem.
'
Τό, ο Εθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ, ν ἐν τῷ
⚫ Posuit tenebras latibulum suum › quod in
ἑπτακαιδεκάτῳ ψαλμῷ εἰρημένον, τὸ δυσκατάλη- decimo septimo psalmo legitur, alyssos Dei judiπτον, καὶ ἀσαφές, καὶ ἀνεξερεύνητον τῶν ἀβύσσων
τοῦ Θεοῦ κριμάτων ὑπεμφαίνει.
ΚΑ'.
Τῷ αὐτῷ.
Ηρώτησάς με, διατί πρῶτον ἔξω τὰς χεῖρας
νιπτόμενοι, οὕτως εἰσερχόμεθα εἰς οἶκον Κυρίου
προσεύξασθαι. Πρὸ τοῦ αἰσθητοῦ τὸ νοητὸν διδάσκου. Ωσπερ γὰρ τῷ ὕδατι ἀποπλύνει τοὺς σωματι
κούς ρύπους, οὕτω διὰ τῆς εὐχῆς τὴν ψυχὴν ἐκλαμ
πρύνει. Οὐδεὶς γὰρ ἄνθρωπος καθαρὸς ὑπάρχει
πλημμελείας, κἂν Μωϋσῃ ἐκείνῳ τῷ μεγάλῳ νομο
θέτῃ ἀμιλληθῇ τις τῷ βίῳ. Πάντες οὖν ἄνθρωποι καθ᾿
ἑκάστην χρήζομεν τῶν δι' εὐχῆς καθαρσίων· ἡ γὰρ
“Psal. xxxı, 20. 19 Pɛal. xvi, 12.
ciorum reconditas neque comprehendi neque investigari posse significat.
XXIV. Eidem.
Petiisti a me, quamnam ob causam foras nanus abluimus, postmodum in domum Dei adorandum introimus. Discito per id quod sensu percipitur, id quod in intellectum cadit indicari. Quemadmodum enim aqua corporeæ sordes expurgantur, ita per orationem animus splendidior redditur.
Nemo enim hominum purus est a noxa, licet
magnum illum legum latorem Moysem vitæ ratione
æmuletur. Omnes itaque homines diebus singulis
col. 91–92page 17 of 262
PG 79:91εὐχὴ πᾶσαν τὴν ἐπιγινομένην ἡμῖν ἀκαθαρσίαν έχε πλύνει. Κατὰ μὲν γὰρ τὸ δεῖνον βάπτισμα ἅπαξ ἐν ἀρχῇ τῆς πίστεως ἐλουσάμεθα, καὶ οὐκ ἐγχωρεῖ τὸν πιστὸν καὶ ὀρθόδοξον δεύτερον βαπτισθῆναι· κατά δὲ τὸ ἀεὶ χρήζειν ἡμᾶς ἀποσμήχειν τὰς πλαττομένας ἡμῖν κηλίδας ἐκ τῆς ἀπροσεξίας καὶ ἀμελείας, καὶ ἀποξέειν, καὶ ῥίπτειν ἔξω μακρὰν ἀφ᾿ ἡμῶν ἐφ' ἑκάστης σχεδὸν ὥρας, τούτου προσδεόμεθα του λου τροῦ, νοητοῖς καὶ αἰσθητοῖς πταίσμασιν προσομιλοῦντες. ἑκουσίοις καὶ ἀκουσίοις. Οἶμαι γὰρ ἀνθ' ἡμῶν εἰρηκέναι τὸν Ἰώβ, ὅτι «Ἐὰν ἀπολούσωμαι χιόνι, καὶ ἀποκαθάρωμαι χερσὶ καθαραῖς, ἱκανῶς ἐν ῥύπω με έβαψας.» Ωσπερ τοίνυν διὰ πάσης ἐσθίο μεν τῆς ζωῆς, καὶ πίνομεν, οὕτω καὶ τὸ διασμήχεσθαι ἀδιαλείπτως ἡμῖν, ἐπεὶ μὴ δυνατὸν ἄμεμ πτόν τινα καὶ ἀμόλυντον τὸ καθόλου ἄνθρωπον εὑρεθῆναι. Διόπερ πίστευσον τῷ Προφήτῃ κράζοντι Πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι,» καὶ τῷ Παύλῳ γράφοντι·. Προσέλθωμεν τῷ Θεῷ μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐῤῥαντισμένοι τὴν διάνοιαν ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς,» καὶ τὰ ἑξῆς. ΚΕ. ΑΒΡΑΜΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Τισὶ μὲν τῶν ἀνθρώπων πρὸς ὀλίγον προσβάλλειν καὶ θάττον ἀφίπτασθαι, επετράπησαν δαίμονες· τισὶ δὲ ἐπὶ πολὺ διοχλεῖν ὑπὸ τοῦ ἀγωνοθέτου Θεοῦ τοῦ ήμετέρου προνοητοῦ, καὶ κριτοῦ, ὁμοίως προσετάχθη ἕτεροι δὲ καὶ μέχρι τελευταίας ἀναπνοῆς προσπαρα βῆναι, καὶ πειράζειν, καὶ ἐκθλίβειν ἑκάστοτε συγχωροῦνται ἀναίσχυντοι δαίμονες. Κα'. ΤΙΜΟΘΕΩ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟ. Γεγράφηκάς μοι λέγων, ὅτι ἤθελον μαθεῖν, τί ὠφελεῖ ἡ ἀγρυπνία τὸν ἄνθρωπον, ὅτι πολλοὺς μὲν βλέπω γυργευομένους πρὸς αὐτήν· περιττὸν δὲ ἡγοῦ μαι τὸ ἀγρυπνεῖν, ἐπειδὴ τὸν ὕπνον τῷ Ἀδὰμ ὁ Θεὸς ἐπέβαλεν, καὶ χρή πάντως κοιμᾶσθαι. Τῶν γὰρ ἀγαθῶν μου χρείαν οὐκ ἔχει ὁ Θεός. Τὸ μὲν τῷ 'Αδάμ κατ' ἀρχὰς γενόμενον αἰσθητῶς, μυστήριον νοητόν υπηνίττετο, ἐσήμανε γὰρ τὸν δεύτερον Αδάμ, τουτο ἐστιν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, μέλλειν ὑπνοῦν τὸν ἀνθρώπινον θάνατον ἐν τῷ σταυρῷ, ὅπως ἐκ τῆς ἁγίας αὐτοῦ πλευρᾶς λόγχῃ νυγείσης, καὶ ρευσάσης αἷμα καὶ ὕδωρ οἰκοδομηθῇ ἡ νοητὴ νύμφη αὐτοῦ, τουτέστιν ἡ καθολική Εκκλησία. Τὸ δὲ λέ γειν σε, ὅτι χρὴ κοιμᾶσθαι, ἐπειδὴ ὥσπερ νομοθεσίαν σοι πρὸς νωθείαν, καὶ χαύνωσιν ὁ Θεὸς τὸν ὕπνον ἐπέβαλεν κτηνῶδες λίαν ὑπάρχει, καὶ οὐκ ἀν θρωπείαν, και λογικὴν πεπιστευμένου ψυχήν. Καὶ τί λοιπὸν τὸ λεῖπόν σοι, κτηνώδη, καὶ ἀλόγιστον τὴν πρόθεσιν ἔχοντι, ἢ βληχᾶσθαι κειμένῳ ἐπὶ τῆς κοι της, ἢ μυκηθμῷ κεχρῆσθαι, ἡ ὀγκηθμῷ, ἄλλων ἀν θρώπων, ὡς σὺ εἴρηκας, πρὸς ὑμνῳδίαν Θεοῦ κατὰ τὰς ἀγρυπνίας γοργευομένων, καὶ τὴν τυραννίδα του ύπνου καταδυναστευόντων τε, καὶ ὑποτινασσομένων. Καιρός γάρ σοι ἀνόητον κεκτημένῳ τὴν γνώμην, πάντα τὸν χρόνον τῆς ζωῆς ἐν ὑπνηλίᾳ δαπαναν, καὶ μηκέτι καλεῖσθαι ἄνθρωπον ζῶντα, ἀλλὰ νεκροτάφιον,
oratione, qua labes espiet, indigemus: oratio εὐχὴ πᾶσαν τὴν ἐπιγινομένην ἡμῖν ἀκαθαρσίαν έχε
quippe superadvenientes nobis sordes universas
extergit: et primum quidem in exordio fidei semel
divino baptismate abluti sumus; neque fas est fidei ac
rectæ religioni addictum rursus baptismum ingensinare. Verumtamen cum semper, quæ in nobis ex incuria et negligentia sordes innascuntur, abstergendæ
sint et abradendæ, et foras quam longissime singulis fere horis projiciendæ, hoc indigemnus lavacro, intelligibilia ac sensibilia errata, voluntaria
atque involuntaria una nobiscum animo supervolventes. 10 Existimo enim vice nostra Jobum extulisse, Si abluero me nive, et expurgavero manibus puris, satis in luto me intinxisti 10.
Quemadmodum igitur toto vitæ curriculo edimus
et bibimus, sic et delergi incessanter debemus,
quando fieri non potest, ut homo aliquis continuo
irreprehensus, et incontaminatus inveniatur. Propterea fidem adhibe Prophetæ dicenti, ‹Lavabis me,
et super nivem dealbabor 1;, et Paulo scribenti,
• Accedamus ad Deum cum vero corde, aspersi
mente a conscientia prava
23 ▸ elc.
XXV. ABRAMIO PRESBYTERO.
Quosdam homines ad breve tempus aggredi, indeque jamjam volitare, dæmonibus permissum est;
alios per multum tempus vexare, ab agonotheta
Deo, nostro curatore, et judice similiter, iniperatum: aliis etiam ad extremum usque spiritum
a:loriri, et tentare, et tormentorum vario genere
affligere, impudentibus dæmonibus conceditur.
XXVI. TIMOTHEO SUBDIACONO.
Litteris tuis a me sciscitaris, discere cupiens, cui
nsui est homini pervigilium, cum plerosque videas
in illud propensos, agitare vigilias, et quidem frustra insomnes horas agere existimas, cum somnum
Deus Adamo immiserit, et omnibus modis dormiendum sit. Neque enim bonorum meorum Deus indiget s. Quod principio in Adamo secundum sensum locum habuit, id arcanum intellectuale 11
inmuebat. Praesignificabat enim secundum Adamum,
Dominum nempe nostrum Jesum Christum, dormiturum humanam mortem in cruce, ut ex illius
sacrosancto latere lancea adaperto, et sanguine
ac aqua effluentibus, ædificaretur intellectualis
sponsa illius, catholica Ecclesia. Quod vero ais,
dormiendum esse, quasi veluti lege quadam, tibi
segnitiem et socordiam sanciens Deus somnuni
immiserit, maxine belluinum fuerit, nec hominis,
qui humanum, et rationis compotem animum sibi
concreditum habet. At quid tibi ultra defuerit, cum
jam bellurimum, et omnino inconsideratum propositum habeas,quam ovium in lecto decumbenti balatus
vel boum mugitus, vel asinorum more rudere; cum
alii homines, ut tu dixisti, ad laudandum Deum
vigilantes impense feruntur, et somni tyrannidem
reprimunt, atque excutiunt? Et promptum tibi
fuerit, cum intellectum absque intelligentia possi20 Jub 1x, 30,
st Psal. L,
πλύνει. Κατὰ μὲν γὰρ τὸ δεῖνον βάπτισμα ἅπαξ ἐν
ἀρχῇ τῆς πίστεως ἐλουσάμεθα, καὶ οὐκ ἐγχωρεῖ τὸν
πιστὸν καὶ ὀρθόδοξον δεύτερον βαπτισθῆναι· κατά
δὲ τὸ ἀεὶ χρήζειν ἡμᾶς ἀποσμήχειν τὰς πλαττομένας
ἡμῖν κηλίδας ἐκ τῆς ἀπροσεξίας καὶ ἀμελείας, καὶ
ἀποξέειν, καὶ ῥίπτειν ἔξω μακρὰν ἀφ᾿ ἡμῶν ἐφ'
ἑκάστης σχεδὸν ὥρας, τούτου προσδεόμεθα του λου
τροῦ, νοητοῖς καὶ αἰσθητοῖς πταίσμασιν προσομι
λοῦντες. ἑκουσίοις καὶ ἀκουσίοις. Οἶμαι γὰρ ἀνθ'
ἡμῶν εἰρηκέναι τὸν Ἰώβ, ὅτι «Ἐὰν ἀπολούσωμαι
χιόνι, καὶ ἀποκαθάρωμαι χερσὶ καθαραῖς, ἱκανῶς ἐν
ῥύπω με έβαψας.» Ωσπερ τοίνυν διὰ πάσης ἐσθίο
μεν τῆς ζωῆς, καὶ πίνομεν, οὕτω καὶ τὸ διασμή
χεσθαι ἀδιαλείπτως ἡμῖν, ἐπεὶ μὴ δυνατὸν ἄμεμ
πτόν τινα καὶ ἀμόλυντον τὸ καθόλου ἄνθρωπον
εὑρεθῆναι. Διόπερ πίστευσον τῷ Προφήτῃ κράζοντι
• Πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι,» καὶ
τῷ Παύλῳ γράφοντι·. Προσέλθωμεν τῷ Θεῷ μετὰ
ἀληθινῆς καρδίας, ἐῤῥαντισμένοι τὴν διάνοιαν ἀπὸ
συνειδήσεως πονηρᾶς,» καὶ τὰ ἑξῆς.
ΚΕ. ΑΒΡΑΜΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ.
- Τισὶ μὲν τῶν ἀνθρώπων πρὸς ὀλίγον προσβάλλειν
καὶ θάττον ἀφίπτασθαι, επετράπησαν δαίμονες· τισὶ
δὲ ἐπὶ πολὺ διοχλεῖν ὑπὸ τοῦ ἀγωνοθέτου Θεοῦ τοῦ
ήμετέρου προνοητοῦ, καὶ κριτοῦ, ὁμοίως προσετάχθη
ἕτεροι δὲ καὶ μέχρι τελευταίας ἀναπνοῆς προσπαραβῆναι, καὶ πειράζειν, καὶ ἐκθλίβειν ἑκάστοτε συγχωροῦνται ἀναίσχυντοι δαίμονες.
Κα'. ΤΙΜΟΘΕΩ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟ.
Γεγράφηκάς μοι λέγων, ὅτι ἤθελον μαθεῖν, τί
ὠφελεῖ ἡ ἀγρυπνία τὸν ἄνθρωπον, ὅτι πολλοὺς μὲν
βλέπω γυργευομένους πρὸς αὐτήν· περιττὸν δὲ ἡγοῦ
μαι τὸ ἀγρυπνεῖν, ἐπειδὴ τὸν ὕπνον τῷ Ἀδὰμ ὁ Θεὸς
ἐπέβαλεν, καὶ χρή πάντως κοιμᾶσθαι. Τῶν γὰρ
ἀγαθῶν μου χρείαν οὐκ ἔχει ὁ Θεός. Τὸ μὲν τῷ 'Αδάμ
κατ' ἀρχὰς γενόμενον αἰσθητῶς, μυστήριον νοητόν
υπηνίττετο, ἐσήμανε γὰρ τὸν δεύτερον Αδάμ, τουτο
ἐστιν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, μέλλειν
ὑπνοῦν τὸν ἀνθρώπινον θάνατον ἐν τῷ σταυρῷ, ὅπως
ἐκ τῆς ἁγίας αὐτοῦ πλευρᾶς λόγχῃ νυγείσης, καὶ
ρευσάσης αἷμα καὶ ὕδωρ οἰκοδομηθῇ ἡ νοητὴ νύμφη
αὐτοῦ, τουτέστιν ἡ καθολική Εκκλησία. Τὸ δὲ λέγειν σε, ὅτι χρὴ κοιμᾶσθαι, ἐπειδὴ ὥσπερ νομοθε
σίαν σοι πρὸς νωθείαν, καὶ χαύνωσιν ὁ Θεὸς τὸν
ὕπνον ἐπέβαλεν κτηνῶδες λίαν ὑπάρχει, καὶ οὐκ ἀνθρωπείαν, και λογικὴν πεπιστευμένου ψυχήν. Καὶ
τί λοιπὸν τὸ λεῖπόν σοι, κτηνώδη, καὶ ἀλόγιστον τὴν
πρόθεσιν ἔχοντι, ἢ βληχᾶσθαι κειμένῳ ἐπὶ τῆς κοι
της, ἢ μυκηθμῷ κεχρῆσθαι, ἡ ὀγκηθμῷ, ἄλλων ἀνθρώπων, ὡς σὺ εἴρηκας, πρὸς ὑμνῳδίαν Θεοῦ κατὰ
τὰς ἀγρυπνίας γοργευομένων, καὶ τὴν τυραννίδα του
ύπνου καταδυναστευόντων τε, καὶ ὑποτινασσομένων.
Καιρός γάρ σοι ἀνόητον κεκτημένῳ τὴν γνώμην,
πάντα τὸν χρόνον τῆς ζωῆς ἐν ὑπνηλίᾳ δαπαναν, καὶ
μηκέτι καλεῖσθαι ἄνθρωπον ζῶντα, ἀλλὰ νεκροτάφιον,
8. 2 Hebr. x, 22. "Psal. xv, 2.
col. 93–94page 18 of 262
PG 79:93ψυχὴν νεκρὰν ἐν τῷ ζῶντι σώματι πανολεθρίας ἐν θάψαντα, καὶ μηκέτι βλέπειν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ δίκην ἐκτρώματος ἀπὸ σκότους εἰς σκότος πορεύεσθαι· καὶ ἀληθῶς κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἄνω θρωπος τετιμημένος τῇ τοῦ Θεοῦ εἰκόνι. Οὐ συνῆκεν, παρεσυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις, καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς.» Αλλ', εἰ βούλῃ τὸ ὠφέλιμον γνῶναι τῆς ἀγρυπνίας, πολυπραγμόνησον, τί ἔλεγεν ὁ καθ᾿ ἑκά στην νύκτα τὴν κλίνην ἄρδων τοῖς δάκρυσι· Προ έφθασα ἐν ἀωρίᾳ καὶ ἐκέκραξα ἐξομολογούμενος, καὶ ὑμνῶν σε· μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην, οὐχ ὑφ' ἑτέρου νυττόμενος, καὶ βίᾳ ἑλκόμενος πρὸς ἐκτιναγμὸν ὕπνου, ἀλλ' αὐτὸς ἐμαυτὸν προθύμως διανιστας πρὸς τὴν δοξολογίαν τοῦ κτίσαντος. Γλυκερὰ γὰρ αὕτη μοι τοῦ ὕπνου [μᾶλλον] λελόγισται, ἐπειδήπερ πολλὴ ἡ ἐκ ταύτης ὠφέλεια, καὶ πολλῶν ἀγαθῶν αἰωνίων πρόξενος τοῖς ἀγρυπνοῦσι καθίσταται. Πρῶ τον μὲν γὰρ τὰ κατὰ τὴν προλαβοῦσαν ἡμέραν ἡμῖν συμβεβηκότα πταίσματα ἔργοις ἢ λόγοις τῷ Θεῷ ἐκκαλύπτοντες, κουφιζόμεθα τῆς ἀχθηδόνος αὐτῶν, ὡς φορτίου βαρέως τοῖς ὤμοις τῆς ψυχῆς ἐπικειμέ μου, καὶ τῷ πυρὶ τῆς ἀγρυπνίας τεφροῦμεν, ὥσπερ ἀκάνθας καταφλέξαντες τοῦ διαβόλου τὸν πλοῦτον. Πλουτεῖ γὰρ καθ' ἡμέραν ἐκεῖνος τοῖς ἡμῶν παρα πτώματι. Διόπερ δυσφορεί λοιπὸν ὁ διάβολος, καὶ καθ' ἡμῶν βρυχάται, ὅταν βλέπει ἡμᾶς τῇ ἀγρυπνίᾳ σχολάζοντας, καὶ ταύτῃ ποθεινῶς, καὶ φιλοπόνως προσέχοντας· εἰς μεγάλην γὰρ αὐτὸν ζημίαν, καὶ τύρβην ἐμβάλλομεν τῷ καθ᾿ ἑκάστην διὰ τῶν ἁμαρτημάτων ἡμῶν, προσγενομένου αὐτοῦ πορισμού γυμνὸν ἀποδεικνύντες, καὶ ἔρημον. Δεύτερον δὲ αὐτὸν τὸν πολυκέφαλον, καὶ παμπόνηρον θῆρα ἐφαλλόμενον ἡμῖν ἀοράτως, καὶ σπαράξαι βουλόμενον, ἢ καταπιεῖν ἡμᾶς, ἡ ἄγρυπνος χαλινοῖ καὶ συμποδίζει εὐχὴ, καὶ ἐκλύει τὰ νεῦρα τῆς πονηρίας αὐτοῦ, ἡμᾶς δὲ τῆς οὐρανίου φιλοτιμίας ἐπιτυχεῖν προξενεῖ, ὑπὲρ τὰς πηγὰς ἡμῖν ἀναβλυζούσης τῆς χάριτος, καὶ ὑπὲρ τὸ πέλαγος χεομένης εἰς ἡμετέραν εὐεργεσίαν. Ἔπειτα δὲ καὶ ἡμεῖς ὀκνηρότεροι τοῦ λοιποῦ περὶ τὸ πταίειν γινόμεθα, τῆς ἀγρυπνίας ἡμῖν λογισμούς φιλοθεΐας ἐναπαλασσομένης, καὶ κόσμου ματαιότητος ἀποστροφὴν ἐμποιούσης, καὶ διωθεῖσθαι τὰ βλάπτοντα δι δασκούσης. Ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν ἀγρυπνία ἐρήμους ἡμᾶς νύκτωρ παραλαβοῦσα, καὶ ἀπεστερημένους τῆς τε τῶν ἔχλων συγχύσεως, καὶ τῆς τῶν συναλλαγμάτων σπουδῆς, καὶ τῆς τῶν φίλων συντυχίας, καιρὸν εὐ ροῦσα, ὡς μήτηρ φιλόστοργος, ἐν ἀπερικτυπήτῳ τινὶ, καὶ ἡσυχίας, καὶ νήψεως, καὶ γαλήνης, καὶ μεστῆς εἰρήνης μεμεστωμένῳ χωρίῳ, καὶ παραθήσασα ἡμᾶς ἑαυτῇ, ἀνοίγνυσι τοὺς ἑαυτῆς θησαυροὺς τῆς σοφίας, καὶ τῶν σεπτῶν παραινέσεων, καὶ τῶν θείων ἐλλάμψεων. Καὶ λεληθότως πληροῖ τοὺς κόλπους ἡμῶν τῆς ψυχῆς· κἂν μὲν πάντα τὰ δοθέντα ἡμῖν νηφόντως φυλάξωμεν, μακάριοι ἡμεῖς, καὶ τρισμακάριοι. Καὶ μυριάκις οἴδασιν ὅπερ λέγω, εἰ μύσται, καὶ τρόφιμοι τῆς καλῆς ἀγρυπνίας, οἱ τὴν κιθάραν τοῦ Δαβὶδ τῷ τῆς γλώττης ἑαυτῶν πλήκτρῳ κρούειν η
EPISTOLARUM LIB. I.
ψυχὴν νεκρὰν ἐν τῷ ζῶντι σώματι πανολεθρίας ἐν- deas, vitæ spatium universum in somnolentia conθάψαντα, καὶ μηκέτι βλέπειν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων,
ἀλλὰ δίκην ἐκτρώματος ἀπὸ σκότους εἰς σκότος
πορεύεσθαι· καὶ ἀληθῶς κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἄνω
θρωπος τετιμημένος τῇ τοῦ Θεοῦ εἰκόνι. Οὐ συνῆκεν,
παρεσυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις, καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς.» Αλλ', εἰ βούλῃ τὸ ὠφέλιμον γνῶναι τῆς
ἀγρυπνίας, πολυπραγμόνησον, τί ἔλεγεν ὁ καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην ἄρδων τοῖς δάκρυσι· Προέφθασα ἐν ἀωρίᾳ καὶ ἐκέκραξα ἐξομολογούμενος,
καὶ ὑμνῶν σε· μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην, οὐχ ὑφ'
ἑτέρου νυττόμενος, καὶ βίᾳ ἑλκόμενος πρὸς ἐκτιναγμὸν ὕπνου, ἀλλ' αὐτὸς ἐμαυτὸν προθύμως διανιστας
πρὸς τὴν δοξολογίαν τοῦ κτίσαντος. Γλυκερὰ γὰρ
αὕτη μοι τοῦ ὕπνου [μᾶλλον] λελόγισται, ἐπειδήπερ
πολλὴ ἡ ἐκ ταύτης ὠφέλεια, καὶ πολλῶν ἀγαθῶν
αἰωνίων πρόξενος τοῖς ἀγρυπνοῦσι καθίσταται. Πρῶτον μὲν γὰρ τὰ κατὰ τὴν προλαβοῦσαν ἡμέραν ἡμῖν
συμβεβηκότα πταίσματα ἔργοις ἢ λόγοις τῷ Θεῷ
ἐκκαλύπτοντες, κουφιζόμεθα τῆς ἀχθηδόνος αὐτῶν,
ὡς φορτίου βαρέως τοῖς ὤμοις τῆς ψυχῆς ἐπικειμέμου, καὶ τῷ πυρὶ τῆς ἀγρυπνίας τεφροῦμεν, ὥσπερ
ἀκάνθας καταφλέξαντες τοῦ διαβόλου τὸν πλοῦτον.
Πλουτεῖ γὰρ καθ' ἡμέραν ἐκεῖνος τοῖς ἡμῶν παραπτώματι. Διόπερ δυσφορεί λοιπὸν ὁ διάβολος, καὶ
καθ' ἡμῶν βρυχάται, ὅταν βλέπει ἡμᾶς τῇ ἀγρυπνίᾳ
σχολάζοντας, καὶ ταύτῃ ποθεινῶς, καὶ φιλοπόνως
προσέχοντας· εἰς μεγάλην γὰρ αὐτὸν ζημίαν, καὶ
τύρβην ἐμβάλλομεν τῷ καθ᾿ ἑκάστην διὰ τῶν ἁμαρτημάτων ἡμῶν, προσγενομένου αὐτοῦ πορισμού γυμνὸν
ἀποδεικνύντες, καὶ ἔρημον. Δεύτερον δὲ αὐτὸν τὸν
πολυκέφαλον, καὶ παμπόνηρον θῆρα ἐφαλλόμενον
ἡμῖν ἀοράτως, καὶ σπαράξαι βουλόμενον, ἢ καταπιεῖν
ἡμᾶς, ἡ ἄγρυπνος χαλινοῖ καὶ συμποδίζει εὐχὴ, καὶ
ἐκλύει τὰ νεῦρα τῆς πονηρίας αὐτοῦ, ἡμᾶς δὲ τῆς
οὐρανίου φιλοτιμίας ἐπιτυχεῖν προξενεῖ, ὑπὲρ τὰς
πηγὰς ἡμῖν ἀναβλυζούσης τῆς χάριτος, καὶ ὑπὲρ τὸ
πέλαγος χεομένης εἰς ἡμετέραν εὐεργεσίαν. Ἔπειτα
δὲ καὶ ἡμεῖς ὀκνηρότεροι τοῦ λοιποῦ περὶ τὸ πταίειν
γινόμεθα, τῆς ἀγρυπνίας ἡμῖν λογισμούς φιλοθεΐας
ἐναπαλασσομένης, καὶ κόσμου ματαιότητος ἀποστροφὴν ἐμποιούσης, καὶ διωθεῖσθαι τὰ βλάπτοντα διδασκούσης. Ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν ἀγρυπνία ἐρήμους ἡμᾶς
νύκτωρ παραλαβοῦσα, καὶ ἀπεστερημένους τῆς τε τῶν
ἔχλων συγχύσεως, καὶ τῆς τῶν συναλλαγμάτων
σπουδῆς, καὶ τῆς τῶν φίλων συντυχίας, καιρὸν εὐροῦσα, ὡς μήτηρ φιλόστοργος, ἐν ἀπερικτυπήτῳ τινὶ,
καὶ ἡσυχίας, καὶ νήψεως, καὶ γαλήνης, καὶ μεστῆς
εἰρήνης μεμεστωμένῳ χωρίῳ, καὶ παραθήσασα ἡμᾶς
ἑαυτῇ, ἀνοίγνυσι τοὺς ἑαυτῆς θησαυροὺς τῆς σοφίας,
καὶ τῶν σεπτῶν παραινέσεων, καὶ τῶν θείων ἐλλάμψεων. Καὶ λεληθότως πληροῖ τοὺς κόλπους ἡμῶν
τῆς ψυχῆς· κἂν μὲν πάντα τὰ δοθέντα ἡμῖν νηφόντως φυλάξωμεν, μακάριοι ἡμεῖς, καὶ τρισμακάριοι.
Καὶ μυριάκις οἴδασιν ὅπερ λέγω, εἰ μύσται, καὶ
τρόφιμοι τῆς καλῆς ἀγρυπνίας, οἱ τὴν κιθάραν τοῦ
Δαβὶδ τῷ τῆς γλώττης ἑαυτῶν πλήκτρῳ κρούειν
24 Psal. XLVIII, 13. 25 Psal. VI, 7.
η
sumere, nec ultra hominem viventem, sed delunclorum sepulturam nuncupari, animam mortuam
in vivente perditionis corpore tumulantem: neque
lumen hominum conspicere, sed abortus instar ex
tenebris in tenebras gradum facere: et vere, ut
scriptum est, homo imagine Dei honestatus e Nou
intellexit, assimilatus est jumentis insipientibus,
et similis factus est illis ".» Verumenimvero si
pervigilii fructus addiscere cupis, curiose perscrulare, quid singulis noctibus lectum lacrymis irri
gans fatebatur 35: Anticipavi in intempestate, et
clamavi confitens, et laudans te. Media nocte assurgebam, non ab alio exstimulatus, et vi altractus
ad excutiendum somnum, sed ipse memetipsum
12 alacriter excitans ad Factoris glorias decantandas. Eæ enim mihi somno ipso suaviores sunt,
quandoquidem affuens ex illis percipitur utilitas,
et multorum bonorum, eorumque sempiternorum,
vigilantibus causa sunt. Primum etenim qui anteacto die lapsus inter sermones, aut opera contigerunt, Deo aperientes, ab eorum pondere sublevamur, quippe qui veluti gravis sarcina super
humeros animæ incumbunt, et vigilia igne in
cineres convertimus, uti spinas diaboli divitias succendentes. Ille enim quotidie nostris lapsibus ad opes
emergit. Quapropter ille anxie fert, indoletque fremitque adversus nos, cum nos videt vigilias agere, illisque prompte, atque industrie animum advertere:
in maxima namque damna eum, et turbas conji
cimus, cum eum quotidie nostrorum delictorum
substractione, quibus ipse opulentior evadit,
nudum desertumque demonstramus. Posthac
eumdem multicipem, ac perversissimam belluam
invisibiliter in nos irrumpentem, et discerpere,
aut deglutire ardenter appetentem, vigil oratio
frenat, et compedit, et nervos astuti illius dissolvit; nos vero coelestium honorum participes facit,
gratia nobis ipsis fontibus uberius scaturiente, et
mari ipso abundantius in nostra beneficia effluente.
Tune demum et nos in posterum ad delinquendum
segniores evadimus, vigilia nobis cogitationes divini amoris effingente, et mundanæ vanitatis fugam
insinuante, et noxiorum insectationem edocente.
– Vigilia siquidem secundum Deum noctu nos solos
apprehendens, extra turbarum turbines, et
negotiorum 13 studia, et amicorum consuetudines,
arrepta occasione, veluti mater benevola, in loco
sine strepitu, necnon quietis, sobrietatis, et pacatissima pacis pleno, nobis sibimetipsi adnexis,
sapientiæ suæ venerandarum adhortationum, et
illuminationum divinarum thesauros reserat, et latenter animae nostra sinus implet: et si illius munera sobrie nobis reservaverimus, beati nos, et
ter, et infinite fortunati. Compertumque salis est,
quod dico, mystis, et probæ vigilia alumnis, qui
citharam Davidicam linguæ suæ plectro pulsara
col. 95–96page 19 of 262
PG 79:95προθυμούμενοι, καὶ ἐν τῷ οἰκείῳ λάρυγγι, καθώς ΧΧΙΧ. δ. λέγει ὁ Προφήτης, τὰς ὑψώσεις τοῦ Θεοῦ ἀναμέλποντες. Η οὐχὶ ὁ λάρυγξ μου μελετᾷ σύνεσιν; Καὶ ὥσπερ τὸ σκότος, οὕτως καὶ τὸ φῶς δείκνυμι, κατα φωτίζον τοῖς ψαλμοῖς, καὶ καταυγάζον τῆς νυκτὸς την στυγνότητα, καὶ προφθάνουσιν οἱ ὀφθαλμοί μου πρὸς ὄρθρον τοῦ μελετῶν τὰ λόγια Κυρίου, καὶ τῷ κόκκῳ κοσμούμενος τῶν διαπύρων νοήσεων, τὴν ἄνω θεν σοφίαν ἐπελθείν μοι προτρέπω· ἐπιφοιτᾷ γὰρ ἀῤῥήτως ἡμῖν ἡ χάρις τοῦ Κυρίου τοῖς ἀγρυπνοῦσιν, καὶ ἐπιφαίνεται ὑπὲρ λόγον, καὶ πρὸς τὴν ἐφικτὴν αὐτῆς θεωρίαν, καὶ ὁμοίωσιν ἀνατείνει τοὺς ἱερούς νέας, τοὺς, ὡς θεμιτόν, καὶ ἱεροπρεπῶς ἐπιβάλλοντας αὐτῇ. ΚΖ'. Τῷ αὐτῷ. Μυρισμακάριστοι μὲν ὑπάρχομεν, ὅταν πάντα φυλάξωμεν, ἅπερ ἐκ τῆς ἀγρυπνίας ενεκολπισά μεθα. Εἰ δὲ καὶ ἀπολέσαι συμβαίνει μέρος ἡμᾶς ὀλίγον ἢ πολλοστὸν, ἱκανὰ καὶ τὰ παραλειφθέντα επαρκέσαι πρὸς σωτηρίαν τοῖς νηπίοις τὴν φρένα. Καν γὰρ ἐξευτής πολλάκις ἑκατὸν τεθηραχώς τρι γόνας ἐν τῷ ἀγρῷ, καὶ χαίρων εναποκλείσας αὐτὰς, εἴτ' ἐξ ἀπροσεξίας τὸ τρίτον, ἢ τὸ δίμοιρον ἀπολέσας, τῷ ὑπεκδεδυκότα πεφευγέναι τὰ πτηνά, ἐν τοῖς ὑπολειφθεῖσι τὴν ἀθυμίαν ἀνέλυσε, καὶ παρεμυθήσατο τὴν ἑαυτοῦ καρδίαν, οὐ κεναῖς χερσὶν ἐπανερχόμενος εἰς τὸν ἴδιον οἶκον, ἀλλὰ μερικὴν εὐπορίαν ἐπιφερόμενος, νῦν τέως, καὶ πάλιν εἰς τὸ ἑξῆς ἀσφα λίζεσθαι χρησίμως τὰ θηρώμενα παιδευθείς. Τῷ αὐτῷ. Μέγιστον ἀγαθόν ἐστιν ἡ ἀγρυπνία τοῖς ἀποτείε σθαι τὸν γείτονα θανάτου ὕπνον προαιρουμένοις, καὶ τοσούτῳ μέγα, ὅσῳ καὶ ὁ Δεσπότης αὐτὸς τοῦτο μετελήλυθε, καὶ ᾠκειώσατο ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τῇ κατὰ σάρκα, ὥς φησι καὶ ὁ Λουκᾶς, ὅτι «Ην Ἰησοῦς διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ, ἡ διδάσκων ἡμᾶς δι' αὐτοῦ τοῦ ἔργου ἀκολουθεῖν τοῖς ἴχνεσιν τοῦ Διδασκάλου. Διόπερ καὶ ἔλεγεν· «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν.» Οἱ δέ γε περὶ Παῦλον καὶ Σίλαν, τὸ κέρδος οὐκ ἀγνοοῦντες τῆς ἀγρυπνίας, περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐδόξαζον τὸν Θεόν. Καὶ Δαυὶδ φησίν· «Ηγρύπνησα, καὶ ἐγενόμην ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ σώματος, ο ήγουν εὔπτερον, οὐκ ἐπὶ τῆς γῆς συρόμενον, ἀλλ' ἐπὶ τοῦ δώματος, καὶ τοῦ ὕψους τῆς ἀρετῆς διαιτώμενον. Γλώττῃ γὰρ ἱκετηρίῳ ἀντὶ τῶν χειρῶν μου τοῖς τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ ἀοράτοις ποσί περιεπλεκόμην κλαίων, καὶ ἡ πηλώδης μου καρδία κειμήλιον γέγονεν ἀργυροῦν, ἡ χρυσοῦν, καὶ θυσιαστήριον πάλιν Κυρίου ἀπειργάσθην ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος, ἀνασκαλευούσης τῆς χάριτος ἐν ἐμοὶ τοὺς γνώσεως ἄνθρακας, καὶ Ουσίαν εὐώδη θεῷ ἀναφερούσης. ΚΘ. — Τῷ αὐτῷ. Βλέπω σε, ἀδελφὲ, ὅτι ψώρας πολλῆς ἐμπεπλησμένος ὑπάρχεις κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον ἀπὸ κεφα λῆς ἕως ποδῶν, ἧς οὐκ ἂν δύναιο καθαρθῆναι, εἰ μὴ ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά σου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν πάνι,
appetentes, et in proprio gutture, ut Propheta προθυμούμενοι, καὶ ἐν τῷ οἰκείῳ λάρυγγι, καθώς
ait s, excelsilates Dei concinentes. Annon guttur
meuin meditatur prudentiam "? et quemadmodum
tenebras, ita et lumen ostendo, psalmis illuminans, et noctis tristitiam in splendorem convertens, et anticipant oculi mei in matutino ad meditanda eloquia Domini, et cocco ignitarum cogitationum ornatus supernam sapientiam, ut ad me
veniat, exstimulo: ad nos enim, qui vigiles
noctes ducimus, divina gratia ineffabiliter irrepit,
et comparet indicibiliter, et ad eam, quæ comprehendi potest, illius spectationem, et similitudinem,
sacras mentes extendit, quæ ut fieri potest et sanctos homines decet, illi sese applicant.
XXVII. — Εidem.
Perbeatissimi sumus, si quæ ex pervigilio ulnis
excepimus, omnia servaverimus. Quodsi partem ex
iis exiguam aut ingentem amittere contigerit, quæ
reliqua fuerunt, abundanter ad salutem 14 mentis
infantibus sufficient. Namque auceps frequenter
centum venatus turtures in agro, si sibi gaudens
eas occluserit, postmodum negligens, tertiam, aut
duplam partem amiserit, quod volucres illæ clam
erumpentes in fugam se dederint, in reliquis mo:-
rorem imminuit, animumque suum solatur, quod
non vacuis manibus domicilium repetat, et copiam
licet non integram tum reportat, et rursus futuro
tempore utiliter, quæ in venatione capta sunt,
cautius custodire perdiscit.
Eidem.
Bonum illudque auspicatissimum est pervigilium
iis, qui somnum mortis vicinum discutere animo
versant, tantoque majus, quantum et Dominus ipse
il exercuit, sibique familiare fecit, in dispositione
secundum carnem, ut tradit Lucas: • Erat Jesus pernoctans in oratione Dei st, opere ipso
nos instruens, Magistri sequi vestigia. Propterea -
que dicebat, «Vigilate, et orate, ne intrelis in
tentationem.» Qui vero erant e comitatu Pauli,
et Silæe, emolumentum vigilia percallentes, media
nocte laudabant Deum ". Et David ait: Vigilavi,
et factus sum sicut passer solitarius in tecto ",
pennis nempe prævalens, non per terram repens,
sed in tecto, et in summitate virtutis commorans.
Lingua namque supplice vice manuum mearum,
circa humanissimi Dei pedes complicabam me,
lacrymans; et luteum cor meum donarium factum
est argenteum, vel aureum: et altare rursus Domini factus sum humilis homo, in me gratia carbones cognitionis 15 effodiente, et sacrificium
fragrans Deo portante.
ΧΧΙΧ. Eidem.
Intueor, frater mi, te multa scabie secundum
internum hominem obsitum a capite usque ad pedes, ex qua nunquam mundari poteris, nisi noctu
vigilet spiritus tuus ad Deum, nos divinis præceptis
9 Psal.
5 f'sal. cs, δ.
CALIX, 6. 37 Psal.
λέγει ὁ Προφήτης, τὰς ὑψώσεις τοῦ Θεοῦ ἀναμέλ
ποντες. Η οὐχὶ ὁ λάρυγξ μου μελετᾷ σύνεσιν; Καὶ
ὥσπερ τὸ σκότος, οὕτως καὶ τὸ φῶς δείκνυμι, καταφωτίζον τοῖς ψαλμοῖς, καὶ καταυγάζον τῆς νυκτὸς
την στυγνότητα, καὶ προφθάνουσιν οἱ ὀφθαλμοί μου
πρὸς ὄρθρον τοῦ μελετῶν τὰ λόγια Κυρίου, καὶ τῷ
κόκκῳ κοσμούμενος τῶν διαπύρων νοήσεων, τὴν ἄνω
θεν σοφίαν ἐπελθείν μοι προτρέπω· ἐπιφοιτᾷ γὰρ
ἀῤῥήτως ἡμῖν ἡ χάρις τοῦ Κυρίου τοῖς ἀγρυπνοῦσιν,
καὶ ἐπιφαίνεται ὑπὲρ λόγον, καὶ πρὸς τὴν ἐφικτὴν
αὐτῆς θεωρίαν, καὶ ὁμοίωσιν ἀνατείνει τοὺς ἱερούς
νέας, τοὺς, ὡς θεμιτόν, καὶ ἱεροπρεπῶς ἐπιβάλλοντας
αὐτῇ.
ΚΖ'.
· Τῷ αὐτῷ.
Μυρισμακάριστοι μὲν ὑπάρχομεν, ὅταν πάντα
φυλάξωμεν, ἅπερ ἐκ τῆς ἀγρυπνίας ενεκολπισάμεθα. Εἰ δὲ καὶ ἀπολέσαι συμβαίνει μέρος ἡμᾶς
ὀλίγον ἢ πολλοστὸν, ἱκανὰ καὶ τὰ παραλειφθέντα
επαρκέσαι πρὸς σωτηρίαν τοῖς νηπίοις τὴν φρένα.
Καν γὰρ ἐξευτής πολλάκις ἑκατὸν τεθηραχώς τρι
γόνας ἐν τῷ ἀγρῷ, καὶ χαίρων εναποκλείσας αὐτὰς,
εἴτ' ἐξ ἀπροσεξίας τὸ τρίτον, ἢ τὸ δίμοιρον ἀπολέσας,
τῷ ὑπεκδεδυκότα πεφευγέναι τὰ πτηνά, ἐν τοῖς
ὑπολειφθεῖσι τὴν ἀθυμίαν ἀνέλυσε, καὶ παρεμυθή
σατο τὴν ἑαυτοῦ καρδίαν, οὐ κεναῖς χερσὶν ἐπανερχόμενος εἰς τὸν ἴδιον οἶκον, ἀλλὰ μερικὴν εὐπορίαν
ἐπιφερόμενος, νῦν τέως, καὶ πάλιν εἰς τὸ ἑξῆς ἀσφα
λίζεσθαι χρησίμως τὰ θηρώμενα παιδευθείς.
- Τῷ αὐτῷ.
KH'.
Μέγιστον ἀγαθόν ἐστιν ἡ ἀγρυπνία τοῖς ἀποτείεσθαι τὸν γείτονα θανάτου ὕπνον προαιρουμένοις, καὶ
τοσούτῳ μέγα, ὅσῳ καὶ ὁ Δεσπότης αὐτὸς τοῦτο
μετελήλυθε, καὶ ᾠκειώσατο ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τῇ κατὰ
σάρκα, ὥς φησι καὶ ὁ Λουκᾶς, ὅτι «Ην Ἰησοῦς
διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ, ἡ διδάσκων
ἡμᾶς δι' αὐτοῦ τοῦ ἔργου ἀκολουθεῖν τοῖς ἴχνεσιν τοῦ
Διδασκάλου. Διόπερ καὶ ἔλεγεν· «Γρηγορεῖτε καὶ
προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν.» Οἱ
δέ γε περὶ Παῦλον καὶ Σίλαν, τὸ κέρδος οὐκ ἀγνοοῦντες
τῆς ἀγρυπνίας, περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐδόξαζον τὸν
Θεόν. Καὶ Δαυὶδ φησίν· «Ηγρύπνησα, καὶ ἐγενόμην ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ σώματος, ο ήγουν
εὔπτερον, οὐκ ἐπὶ τῆς γῆς συρόμενον, ἀλλ' ἐπὶ τοῦ
δώματος, καὶ τοῦ ὕψους τῆς ἀρετῆς διαιτώμενον.
Γλώττῃ γὰρ ἱκετηρίῳ ἀντὶ τῶν χειρῶν μου τοῖς τοῦ
φιλανθρώπου Θεοῦ ἀοράτοις ποσί περιεπλεκόμην
κλαίων, καὶ ἡ πηλώδης μου καρδία κειμήλιον γέγονεν
ἀργυροῦν, ἡ χρυσοῦν, καὶ θυσιαστήριον πάλιν Κυρίου
ἀπειργάσθην ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος, ἀνασκαλευούσης
τῆς χάριτος ἐν ἐμοὶ τοὺς γνώσεως ἄνθρακας, καὶ
Ουσίαν εὐώδη θεῷ ἀναφερούσης.
ΚΘ. — Τῷ αὐτῷ.
Βλέπω σε, ἀδελφὲ, ὅτι ψώρας πολλῆς ἐμπεπλη
σμένος ὑπάρχεις κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον ἀπὸ κεφαλῆς ἕως ποδῶν, ἧς οὐκ ἂν δύναιο καθαρθῆναι, εἰ μὴ
ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά σου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν
30 Act. XVI,
ss Matth. πάνι, 41.
* Luc. vi, 12.
col. 97–98page 20 of 262
PG 79:97φωτίζοντα ἡμᾶς τοῖς θείοις προστάγμασι, καὶ ζωο ποιοῦντα τοὺς ἐν τῇ ἀμελείᾳ νενεκρωμένους, καὶ τῆς ἐξ ὕψους σοφίας τὴν δρόσον παρέχοντα, Ιωμένην πᾶσαν νόσον ψυχῆς, καὶ πᾶσαν μαλακίαν· «Ἡ γὰρ δρόσος παρὰ σοῦ, φησὶν ἡ Γραφή, αμα αὐτοῖς ἐστι, ο Καὶ πάλιν λέγει ὁ Θεός· «Καὶ ἔσομαι αὐτῷ ὡς δρόσος, καὶ ἀνθήσει ὡς κρίνον.» Αὕτη τοίνυν, ἡ δρόσος, ἐπελθοῦσα καὶ νῦν τῇ ἐκ φιληδονίας φλεγομένη καρδίᾳ σου, καὶ διασυρίσασα πνεύματι γαλη νιαίῳ, καὶ αὔρα τινὶ εἰρηνικῇ, καὶ λεπτῇ, ἐκτινάξει σου τὴν φλόγα ὥσπερ τῆς Βαβυλωνίας ποτὲ καμίνου, καὶ ἀναψύξει, καὶ σώσει σε ἀληθῆ φιλόσοφον ἀπεργαζομένη, καὶ πείθουσα μηκέτι πολλὰ καθεύδειν, ἀλλ᾽ ἀγρυπνεῖν ἐκθύμως. Α'. — Τῷ αὐτῷ. Ὥσπερ χρὴ τὸν ζῶντα διὰ παντὸς ἀναπνεῖν, οὕτω χρὴ διηνεκῶς ἐπιτηδεύειν καὶ μεταχειρίζεσθαι τὴν καλὴν ἀγρυπνίαν, καὶ μιμεῖσθαι τοῖς ψαλμοῖς καὶ τοῖς ὕμνοις τὸ τῆς μελιφθόγγου ἀηδόνος ἄγρυπνον, ἡνίκα ἂν ἐπυάζει δι' ὅλης νυκτὸς οὐκ ἀποπαυομένης τοῦ μελῳδεῖν. Τοῦτο γάρ σου ποιοῦντος, οὐκ ἀνέξεται ὁ ἐχθρὸς πολυχρονίως παρεδρεύειν σοι, ὁρῶν ἑαυτὸν ὑποθλιβόμενόν τε καὶ ἐξουθενούμενον ὑπὸ σοῦ, καὶ τοῖς τῆς ἀγρύπνου εὐχῆς κεντητηρίοις καθεκάστην τιτρωσκόμενον νύχτα. ΛΑ'. — Τῷ αὐτῷ. Καλὸν μὲν τὸ ἀρεμβάσεως, καὶ ἀμετεωρίστως τῇ νυκτερίῳ εὐχῇ προσπαραμένειν. Εἰ δὲ κατά τινα πειρασμὸν συμβαίη, καὶ αἰσχροίς τισι λογισμοῖς παρακρουσθῆναι, μηδαμῶς παύσῃ τοῦ καλοῦ ἐγχειρήματος τῆς ἀγρυπνίας, ἀλλ᾽ ἐπίμεινον, καὶ παλαιών θητι ἐν τῷ τοιούτῳ ἔργῳ, καὶ πάντως ἐν τῷ προσήκοντι καιρῷ τρυγήσεις τοὺς καρποὺς τῆς σοφίας. Εἰ δέ τις βούλοιτο ἀργῶν τρυφάν, καὶ μεθύσκεσθαι, καὶ κολακεύειν τὴν κοίτην ἑαυτοῦ χαριζόμενος ὕπνῳ καὶ οὐ Θεῷ, βλεπέτω τοὺς ἐκ τῆς παχύτητος επανατέλο λοντας τῇ καρδίᾳ λοιμούς τε καὶ μυσαρούς λογι σμούς, καὶ ὀνειροπολείτω λοιπὸν, καὶ προσδοκάτω τὴν οἰκείαν πτῶσίν τε καὶ ἀπώλειαν. Ἐγὼ γὰρ ἄλλο τι νῦν εἰπεῖν οὐκ ἀνέξω, ὅτι πάντες οι σαρκικοὶ τὸν τρόπον ἔξω τῆς βασιλείας ῥιφήσονται. ΑΒ'. -- ΖΩΣΙΜΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟ. Ὁ μὲν φαῦλος τάχιστα ἂν καταγνοίη καὶ τοῦ ἀγα θοῦ· ὁ δὲ ἀγαθὸς οὐδὲ τοῦ κακοῦ ῥᾳδίως. Τὸ γὰρ εἰς κακίαν οὐχ ἔτοιμον, οὐδὲ εἰς ὑπόνοιαν εὐχαρές. ΑΓ'. - Τῷ αὐτῷ. Ο μοιχὸς πάντας ἀνθρώπους νομίζει μοιχούς εἶναι, καὶ ὁ κλέπτης πάντας ὁμοίως κλέπτας ὑπάρ χειν οίεται· ὁ δὲ σώφρων, καὶ ἅγιος, καὶ θεοφιλής ἀνὴρ πάντας ἀνθρώπους λογίζεται ὁσίους τυγχάνειν καὶ δικαίους. Σὺ δ᾽ ἐπὶ πονηρίαν ἐκ μακρῶν τῶν χρόνων ἐξάκουστος ὑπάρχων, πάντας νομίζεις πονη ρούς τε καὶ φαυλοτάτους εἶναι, καὶ τοῖς πᾶσι τοὺς πάντας διαβάλλεις καθεκάστην, ὡς μοχθηρούς, καὶ σκαιοὺς, καὶ ἄγαν αλιτηρίους. ΛΔ'. ΣΩΦΡΟΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Μὴ θέλε τὸν ἡγούμενόν σου εἶναι σοφὸν τῷ λόγῳ ΕΙ ΧΧΧΙΙ. ΧΧΧΙΙΙ.
EPISTOLARUM LIB. I.
φωτίζοντα ἡμᾶς τοῖς θείοις προστάγμασι, καὶ ζωο- illuminantem, et vividcantem in socordia deniorποιοῦντα τοὺς ἐν τῇ ἀμελείᾳ νενεκρωμένους, καὶ τῆς
ἐξ ὕψους σοφίας τὴν δρόσον παρέχοντα, Ιωμένην
πᾶσαν νόσον ψυχῆς, καὶ πᾶσαν μαλακίαν· «Ἡ γὰρ
δρόσος παρὰ σοῦ, φησὶν ἡ Γραφή, αμα αὐτοῖς ἐστι, ο
Καὶ πάλιν λέγει ὁ Θεός· «Καὶ ἔσομαι αὐτῷ ὡς
δρόσος, καὶ ἀνθήσει ὡς κρίνον.» Αὕτη τοίνυν, ἡ
δρόσος, ἐπελθοῦσα καὶ νῦν τῇ ἐκ φιληδονίας φλεγομένη καρδίᾳ σου, καὶ διασυρίσασα πνεύματι γαλη
νιαίῳ, καὶ αὔρα τινὶ εἰρηνικῇ, καὶ λεπτῇ, ἐκτινάξει
σου τὴν φλόγα ὥσπερ τῆς Βαβυλωνίας ποτὲ καμίνου,
καὶ ἀναψύξει, καὶ σώσει σε ἀληθῆ φιλόσοφον ἀπεργαζομένη, καὶ πείθουσα μηκέτι πολλὰ καθεύδειν, ἀλλ᾽
ἀγρυπνεῖν ἐκθύμως.
Α'. — Τῷ αὐτῷ.
Ὥσπερ χρὴ τὸν ζῶντα διὰ παντὸς ἀναπνεῖν, οὕτω
χρὴ διηνεκῶς ἐπιτηδεύειν καὶ μεταχειρίζεσθαι τὴν
καλὴν ἀγρυπνίαν, καὶ μιμεῖσθαι τοῖς ψαλμοῖς καὶ
τοῖς ὕμνοις τὸ τῆς μελιφθόγγου ἀηδόνος ἄγρυπνον,
ἡνίκα ἂν ἐπυάζει δι' ὅλης νυκτὸς οὐκ ἀποπαυομένης
τοῦ μελῳδεῖν. Τοῦτο γάρ σου ποιοῦντος, οὐκ ἀνέξεται
ὁ ἐχθρὸς πολυχρονίως παρεδρεύειν σοι, ὁρῶν ἑαυτὸν
ὑποθλιβόμενόν τε καὶ ἐξουθενούμενον ὑπὸ σοῦ, καὶ
τοῖς τῆς ἀγρύπνου εὐχῆς κεντητηρίοις καθεκάστην
τιτρωσκόμενον νύχτα.
ΛΑ'. — Τῷ αὐτῷ.
Καλὸν μὲν τὸ ἀρεμβάσεως, καὶ ἀμετεωρίστως τῇ
νυκτερίῳ εὐχῇ προσπαραμένειν. Εἰ δὲ κατά τινα
πειρασμὸν συμβαίη, καὶ αἰσχροίς τισι λογισμοῖς
παρακρουσθῆναι, μηδαμῶς παύσῃ τοῦ καλοῦ ἐγχειρήματος τῆς ἀγρυπνίας, ἀλλ᾽ ἐπίμεινον, καὶ παλαιών
θητι ἐν τῷ τοιούτῳ ἔργῳ, καὶ πάντως ἐν τῷ προσήκοντι καιρῷ τρυγήσεις τοὺς καρποὺς τῆς σοφίας. Εἰ
δέ τις βούλοιτο ἀργῶν τρυφάν, καὶ μεθύσκεσθαι, καὶ
κολακεύειν τὴν κοίτην ἑαυτοῦ χαριζόμενος ὕπνῳ καὶ
οὐ Θεῷ, βλεπέτω τοὺς ἐκ τῆς παχύτητος επανατέλο
λοντας τῇ καρδίᾳ λοιμούς τε καὶ μυσαρούς λογισμούς, καὶ ὀνειροπολείτω λοιπὸν, καὶ προσδοκάτω τὴν
οἰκείαν πτῶσίν τε καὶ ἀπώλειαν. Ἐγὼ γὰρ ἄλλο τι
νῦν εἰπεῖν οὐκ ἀνέξω, ὅτι πάντες οι σαρκικοὶ τὸν
τρόπον ἔξω τῆς βασιλείας ῥιφήσονται.
ΑΒ'. -- ΖΩΣΙΜΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟ.
Ὁ μὲν φαῦλος τάχιστα ἂν καταγνοίη καὶ τοῦ ἀγα
θοῦ· ὁ δὲ ἀγαθὸς οὐδὲ τοῦ κακοῦ ῥᾳδίως. Τὸ γὰρ
εἰς κακίαν οὐχ ἔτοιμον, οὐδὲ εἰς ὑπόνοιαν εὐχαρές.
ΑΓ'. - Τῷ αὐτῷ.
Ο μοιχὸς πάντας ἀνθρώπους νομίζει μοιχούς
εἶναι, καὶ ὁ κλέπτης πάντας ὁμοίως κλέπτας ὑπάρ
χειν οίεται· ὁ δὲ σώφρων, καὶ ἅγιος, καὶ θεοφιλής
ἀνὴρ πάντας ἀνθρώπους λογίζεται ὁσίους τυγχάνειν
καὶ δικαίους. Σὺ δ᾽ ἐπὶ πονηρίαν ἐκ μακρῶν τῶν
χρόνων ἐξάκουστος ὑπάρχων, πάντας νομίζεις πονηρούς τε καὶ φαυλοτάτους εἶναι, καὶ τοῖς πᾶσι τοὺς
πάντας διαβάλλεις καθεκάστην, ὡς μοχθηρούς, καὶ
σκαιοὺς, καὶ ἄγαν αλιτηρίους.
ΛΔ'.
ΣΩΦΡΟΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Μὴ θέλε τὸν ἡγούμενόν σου εἶναι σοφὸν τῷ λόγῳ·
* Osee xiv. 6.
tuos, et ex excelso rorem sapientia, qui quemque
animi morbum, et cunctam mollitien sanat, præ
bentem. «Ros enim, ait Scriptura, cx te medicamentum illis est.. Rursumque dicit Deus: «ΕΙ
ero ipsi ut ros, et florebit ut lilium ª. › Hic itaque
ros adveniens ad cor tuum, quod intemperiis, ac
voluptatibus exardet, et spiritu tranquillo, et aura
pacata, et leni influens, exturbabit flammas tuas,
ut Babylonicæ quondam fornacis, et refocillabit, et
salvabit te, verum efficiens philosophum, suadensque in posterum non nimis somno indulgere, sed
beno animo vigilem pernoctare.
Eidem.
Quemadmodum opus est eum, qui vivit, continuo respirare, sic necesse est continuo bonas vigilias suscipere, et agitare, æmularique et psalmis
et hymnis mellifluo cantu præditam, ac vigilem
lusciniam, cum illa ovis incubans per totam noctem
cantus, quos nunquam remissiores facit, edit. ld
ubi peregeris, haud sustinebit adversarius diutius
in te immorari, videns se abs te pressum, neglectumque, et orationis vigilis punctionibus qualibet
nocte vulneratum.
16 XXXI. — Eidem.
Bonum equidem est, constanter atque submisse
in nocturna oratione persistere: si vero ob aliquam tentationem contigerit, et obscenas cogitationes interrumpi, a probo ipse conatu, vigilia
nempe, ne desistas, sed persevera, et in simili
aggressione inveterasce, sic omnino opportuno
tempore sapientia fructus demetes. Quod si quispiam voluerit in otio deliciari, et inebriari, et in
lectulo obsequi suo somno, et non Deo morem gerere, consideret ob pinguedinem in animo exortas, pestiferas et exsecrandas cogitationes, el in
posterum prævideat, exspectetque proprium lapsum et interitum. Ipse enim aliud quidpiam non
dicam, nisi veritatem, omnes carneos moribus
extra regnum ejici.
ΧΧΧΙΙ. - ZOSIMO OECONOMO.
Improbus celerrime adversus probum judicium
dixerit. Probus neque adversus malum ex facili.
Quod enim in malitiam pronum non est, neque ex
facili in suspicionem cadit.
ΧΧΧΙΙΙ.
Eidem.
Adulter mortales omnes adulteros esse suspicatur, et fur similiter omnes fures esse existimat:
et prudens, sanctus, et pius vir omnes homines
sanctos esse ac justos credit. Tu porro in nequitia multos abhinc annos diffamatus cum sis, omnes
malos ac nequissimos esse opinaris; omnesque
apud universos quotidie, tanquam 17 stolidos, et
ineptos, et quam maxime sceleratos accusas.
XXXIV. SOPHIRONIO MONACHO.
Præpositum tuum sapientem esse in sermone
col. 99–100page 21 of 262
PG 79:99& οὐ γὰρ πάντως οἱ σοφοὶ τῷ λόγῳ εὐαρεστοῦσι τῷ Θεῷ, ἀλλ' ἐκεῖνο ζήτησον, ὅπως ἂν μέχρι τέλους ὑπου ταγῆς τῷ ἰδιώτῃ σὺ ὁ τῷ δοκεῖν σεσοφισμένος τῇ τοῦ κόσμου σοφίᾳ, τῆς ταπεινοφροσύνης, καὶ τῆς γνησιωτάτης ὑποταγῆς τὸν πολυτίμητον στέφανον ἀναδήση. ΛΕ'. Τῷ αὐτῷ. Οὐδὲν τὸ σύνολον παραβλάψει τὴν σὴν ὑποταγήν, καὶ μετριοφροσύνην, ἡ πολλὴ κατὰ τὸν προφορικὸν λόγον ἰδιωτία τοῦ σοῦ ἀββᾶ. ΞΕΝΩΝΙ. . Ὁ Θεὸς ἡμῶν ἀγαπᾶ ἐλεημοσύνην καὶ κρίσιν, ο καθὼς εἴρηκε Δαυίδ· ἵνα μήτε ὁ ἔλεος χαυνώσῃ ἡμᾶς, μήτε μόνη ή κρίσις ἀπόγνωσιν ἐνεργάσηται. • Ἐὰν γὰρ, φησί, παρατηρήσῃ ἀνομίας ὁ Θεὸς, τίς ὑποστήσεται;» βούλεται σε ὁ κριτὴς ἐλεῆσαι, καὶ τὸν ἑαυ τοῦ οἰκτειρμὸν μεταδοῦναι, ἐὰν εὕρῃ σε μετὰ τὴν ἁμαρτίαν τεταπεινωμένον, καὶ τῶν δουλεύοντων τῷ Θεῷ πρὸς τὸ συγκαμεῖν τοῦ ἰαθῆναι τὴν ἁμαρτωλὸν ψυχήν σου, ἐὰν θεάσηταί σε ὁ Κύριος ἐλεεινὸν γενό μενον, ἐπιχωρηγήσει σοι ἄφθονον τὴν ἑαυτοῦ ἐλεημοσύνην. Ἐὰν δὲ καρδίαν ὑπερήφανον, καὶ ἄπιστον, καὶ ἀμετανόητον θεωρήσῃ, καὶ μηδαμῶς φοβουμένην τὸ μέλλον κριτήριον, τότε δή, τότε ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς τὴν κρίσιν, ὥσπερ ἰατρὸς καταντλήμασι, καὶ περι πλάσμασιν ἀπαλοῖς βούλεται καταστείλαι τὸ οἴδημα. Ἐπὰν δὲ ἴδῃ ἀνενδότως, καὶ σκληρῶς ἀντιτυποῦντα τὸν ὄγκον, ρίψας τὸ ἔλαιον, καὶ τὴν μαλακὴν ἀγωγὴν, αἱρεῖται λοιπὸν τὴν τοῦ σιδήρου χρήσιν. ᾿Αγαπά τοίνυν ἐλεημοσύνην καὶ κρίσιν ὁ Κύριος· ἐλεημοσύνην μὲν ἐπὶ τῶν μετανοούντων, κρίσιν δὲ ἐπὶ τῶν σκληρῶν καὶ ἀνενδότων. ΕΥΣΤΑΘΙΟ ΚΟΥΒΙΚΟΥΛΑΡΙΟ. Ολην τὴν ἡμέραν τοῦ βίου τούτου ὁ δίκαιος μπ στιγοῦται ἐν λύπαις, ἐν ὀδύναις, ἐν ὀνειδισμοῖς, ἐν πολλοῖς μόχθοις θλίβεται μαστιγούμενος. Μή τοίνυν ξενίζου, ὅταν βλέπῃς τὸν ἀγαθὸν ἄνδρα ταλαιπωροῦντα διαφόρως καὶ καταπονούμενον. Ον γὰρ «ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ἂν παραδέχεται. Καί· Ἐγενόμην, φησί, με μαστι » • γωμένος ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ ὁ ἔλεγχός μου εἰς τὰς πρωΐας. Οὐ γὰρ περιέμεινεν ὁ ἔλεγχος μέχρις ἀκμάσῃ τὸν ἥλιον. Ηλεγχον ἐμαυτὸν ἐξομολογούμενος, εἴ τι ἔπταισα, καὶ χωρὶς μαρτύρων δημο ΧΧΧΙΧ. σιεύων μου τὰς ἁμαρτίας. ΛΗ'. — ΞΕΝΑΓΟΡΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Η παροῦσα νῦν ἔνδεια τῶν χρησίμων, καὶ τὸ μὴ ῥᾳδίως, μηδὲ ταχέως αὐτῶν ἐπιτυγχάνειν ἡμᾶς, καὶ τὸ μὴ δῆλον εἶναί ποτε, καὶ πῶς ἐπιτευξώμεθα τῶν αἰτημάτων ἡμῶν, πάντα ταῦτα γυμνάσια τῆς ἐλπί δος ὑπάρχει χρὴ γὰρ ἐλπίσαι ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν δυνατὸν δοῦναι τὰ ἀγαθὰ, ὅταν ὑστερώμεθα, καὶ σπανιζώμεθα τούτων. ΑΘ. Τῷ αὐτῷ. Ἐλπίσωμεν ἐπὶ τὸν Θεὸν, ἀδελφέ, ἐλπίσωμεν, κάν
ne cupito: neque enim qui docti sunt sermone & οὐ γὰρ πάντως οἱ σοφοὶ τῷ λόγῳ εὐαρεστοῦσι τῷ
Deo placent, sed illud conare, ut ad finem usque
ignoranti subjaceas, qui opinione hominum mundi
sapientia excellis; sic enim humilitatis, et veræ submissionis admodum pretiosa corona exornaberis.
XXXV. - Eidem.
Nihil omuino tuæ submissioni et pacatæ menti,
multa tui abbatis in sermone, qui ore profertur,
ignorantia, detrimento erit.
fit as
XXXVI. Eidem.
⚫ Deus noster misericordiam et judicium dili-
› ut dixit David: ut neque misericordia nos
segniores reddat, neque judicium solum in desperationem inducat. Namque ait: c Si Deus observa -
verit peccata, quis sustinebit &?» Vult judex tui
misereri, suamque misericordiam impertiri, si
post patratum delictum te humiliatum compererit,
videritque te Dominus ita affectum, ut servi Dei
misericordia tua ducti, tecum una simul laborem
subeant, pro peccatricis aninæ tuæ salute, misericordiam suam abunde tibi suppeditabit. Si vero
cor tumens superbia, infidum, et pœnitere nescium conspexerit, et nullo modo futurum timens
judicium, tunc 18 sane, tunc Deus amat judi
cium, quemadmodum medicus liquidis fomentis,
ac uncturis lenibus tumorem compescit: sed ubi
pertinacem, et medicamentis pervicaciter resistentem tumorem viderit, commiseratione, et molliter
agendi ratione abjecta, in posterum usum ferri
sibi asciscit. Amat igitur misericordiam, et judieium Dominus, misericordiam in eos, qui penitentiam agunt, judicium in renitentes, ac pervicaces.
"
Θεῷ, ἀλλ' ἐκεῖνο ζήτησον, ὅπως ἂν μέχρι τέλους ὑπου
ταγῆς τῷ ἰδιώτῃ σὺ ὁ τῷ δοκεῖν σεσοφισμένος τῇ τοῦ
κόσμου σοφίᾳ, τῆς ταπεινοφροσύνης, καὶ τῆς γνησιω
τάτης ὑποταγῆς τὸν πολυτίμητον στέφανον ἀναδήση.
ΛΕ'.
· Τῷ αὐτῷ.
Οὐδὲν τὸ σύνολον παραβλάψει τὴν σὴν ὑποταγήν,
καὶ μετριοφροσύνην, ἡ πολλὴ κατὰ τὸν προφορικὸν
λόγον ἰδιωτία τοῦ σοῦ ἀββᾶ.
AG'. ΞΕΝΩΝΙ.
. Ὁ Θεὸς ἡμῶν ἀγαπᾶ ἐλεημοσύνην καὶ κρίσιν, ο
καθὼς εἴρηκε Δαυίδ· ἵνα μήτε ὁ ἔλεος χαυνώσῃ ἡμᾶς,
μήτε μόνη ή κρίσις ἀπόγνωσιν ἐνεργάσηται. • Ἐὰν
γὰρ, φησί, παρατηρήσῃ ἀνομίας ὁ Θεὸς, τίς ὑποστή
σεται;» βούλεται σε ὁ κριτὴς ἐλεῆσαι, καὶ τὸν ἑαυ
τοῦ οἰκτειρμὸν μεταδοῦναι, ἐὰν εὕρῃ σε μετὰ τὴν
ἁμαρτίαν τεταπεινωμένον, καὶ τῶν δουλεύοντων τῷ
Θεῷ πρὸς τὸ συγκαμεῖν τοῦ ἰαθῆναι τὴν ἁμαρτωλὸν
ψυχήν σου, ἐὰν θεάσηταί σε ὁ Κύριος ἐλεεινὸν γενόμενον, ἐπιχωρηγήσει σοι ἄφθονον τὴν ἑαυτοῦ ἐλεημο
σύνην. Ἐὰν δὲ καρδίαν ὑπερήφανον, καὶ ἄπιστον, καὶ
ἀμετανόητον θεωρήσῃ, καὶ μηδαμῶς φοβουμένην
τὸ μέλλον κριτήριον, τότε δή, τότε ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς
τὴν κρίσιν, ὥσπερ ἰατρὸς καταντλήμασι, καὶ περιπλάσμασιν ἀπαλοῖς βούλεται καταστείλαι τὸ οἴδημα.
Ἐπὰν δὲ ἴδῃ ἀνενδότως, καὶ σκληρῶς ἀντιτυποῦντα
τὸν ὄγκον, ρίψας τὸ ἔλαιον, καὶ τὴν μαλακὴν ἀγωγὴν,
αἱρεῖται λοιπὸν τὴν τοῦ σιδήρου χρήσιν. ᾿Αγαπά
τοίνυν ἐλεημοσύνην καὶ κρίσιν ὁ Κύριος· ἐλεημοσύ
νην μὲν ἐπὶ τῶν μετανοούντων, κρίσιν δὲ ἐπὶ τῶν
σκληρῶν καὶ ἀνενδότων.
AZ'.
XXXVII. EUSTATHIO CUBICULARIO.
ΕΥΣΤΑΘΙΟ ΚΟΥΒΙΚΟΥΛΑΡΙΟ.
Tota die vitæ hujusce justus angustiis et dolo- Ολην τὴν ἡμέραν τοῦ βίου τούτου ὁ δίκαιος μπ
ribus, necnon opprobriis conflictatur, multis etiam στιγοῦται ἐν λύπαις, ἐν ὀδύναις, ἐν ὀνειδισμοῖς, ἐν
laboribus tanquam ictibus prægravatur. Ne itaque πολλοῖς μόχθοις θλίβεται μαστιγούμενος. Μή τοίνυν
tanquam re nova in admirationem traharis, cum ξενίζου, ὅταν βλέπῃς τὸν ἀγαθὸν ἄνδρα ταλαιπω·
videris probum virum variis ac diversis molestiis ροῦντα διαφόρως καὶ καταπονούμενον. «Ον γὰρ
colluctantem, et labore jam fatiscentem: «Quem ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ἂν
enim Deus amat, corrigit, flagellat vero omnem παραδέχεται.» Καί· Ἐγενόμην, φησί, με μαστι
Glium, quem admittit s.» Et, • Flagellatus sum, γωμένος ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ ὁ ἔλεγχός μου εἰς τὰς
ail, tota die, et reprehensio mea in matutinis s.· πρωΐας.» Οὐ γὰρ περιέμεινεν ὁ ἔλεγχος μέχρις
Neque enim reprehensio solem ipsum suo robore ἀκμάσῃ τὸν ἥλιον. Ηλεγχον ἐμαυτὸν ἐξομολογού
vividum exspectavit. Reprehendebam memetipsum - μενος, εἴ τι ἔπταισα, καὶ χωρὶς μαρτύρων δημο
conlitens, si quid deliqui, et absque testibus peccata mea propalans.
XXXVIII. XENAGORE DIACONO.
Præsens, quæ nos vexat, necessariorum inopia,
corumque non ita facilis, neque tam cita acqui
sitio, ignorantiaque quando, aut quanam ratione
vota nostra finem habebunt; bæc omnia spei exercitationes sunt: spes enim 19 in Deum, qui
potest bona, cum iis destituimur, et eorum copia
won est, exhibere, figenda est.
ΧΧΧΙΧ. Eidem.
Speremus in Deum, frater, speremus, licet neσιεύων μου τὰς ἁμαρτίας.
ΛΗ'. — ΞΕΝΑΓΟΡΑ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Η παροῦσα νῦν ἔνδεια τῶν χρησίμων, καὶ τὸ μὴ
ῥᾳδίως, μηδὲ ταχέως αὐτῶν ἐπιτυγχάνειν ἡμᾶς, καὶ
τὸ μὴ δῆλον εἶναί ποτε, καὶ πῶς ἐπιτευξώμεθα τῶν
αἰτημάτων ἡμῶν, πάντα ταῦτα γυμνάσια τῆς ἐλπίδος ὑπάρχει χρὴ γὰρ ἐλπίσαι ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν
δυνατὸν δοῦναι τὰ ἀγαθὰ, ὅταν ὑστερώμεθα, καὶ
σπανιζώμεθα τούτων.
ΑΘ.
Τῷ αὐτῷ.
Ἐλπίσωμεν ἐπὶ τὸν Θεὸν, ἀδελφέ, ἐλπίσωμεν, κάν
*ª Psal. xxx11, 5. ss Psal, cxxis, 3. as Hebr. xu, 6. 86 Psal. Lxxις, 14.
col. 101–102page 22 of 262
PG 79:101μὴ πρόχειρον ὁρῶμεν, μηδὲ ῥᾴδιον τὸ λαβεῖν τὴν αἴτησιν, μηδὲ γινώσκωμεν ὁποῖον ἔσται τὸ συμβησόμενον ἡμῖν. Βούλεται γὰρ ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἀεὶ ἐλπίζειν ἐπ' αὐτὸν, ὃς καὶ τὰ πράγματα οὕτως κατεστήσατο, ὥστε προελπίσασιν ἐλθεῖν ἡμῖν τὴν ἀπόλαυσιν τῶν αἰτηθέντων προσκαίρων τε, καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν. Τῷ αὐτῷ. Ὁ ἐν τοῖς παροῦσι τῶν παρὰ τοῦ Θεοῦ δεηθείς, καὶ ἐλπίσας, καὶ τυχών, διδάσκεται περὶ τῶν μελ λόντων, ὧν δεῖται ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐλπίζειν ἐπὶ τὸν Θεὸν, τὸν κἀκεῖνα δώσειν ὑποσχόμενον. Διὸ καὶ νῦν ἐπαγγέλλεται πρὸ τῶν πραγμάτων, καὶ πολλοῖς ἔμπροσθεν χρόνοις, καὶ πληροῖ τὰς ὑποσχέσεις, καὶ τοῦτο πλεονάκις. Οὕτω γὰρ καὶ ἡ πολλάκις γινομένη πεῖρα τῆς θείας ἀληθείας, τὴν εἰς τὸ μέλλον ἡμῖν ἐλπίδα τῶν ἀληθῶς ἐπηγγελμένων βεβαιοί. "Ωσπερ οὖν πλεονάκις αἰτήσας ἔτυχες, καὶ πεῖραν ἐδέξω τῆς θείας εὐσπλαγχνίας, καὶ συγκαταβάσεως, καὶ μεγαλοδωρεᾶς, οὕτω κἂν μὴ ταχέως ἐπακουσθῇς, νῦν ῥώσθητι τῇ καλῇ προσδοκίᾳ, καὶ καρτερικῶς, καὶ μακροθύμως ἔλπισον, καὶ ὑπόμεινον, κρούων διὰ τῆς δεήσεως, μέχρις ἂν ὁ Θεὸς θελήσῃ ἀναστῆναι, καὶ δοῦναί σοι, ὅσον χρήζεις, ἢ καὶ ὑπὲρ τὴν χρείαν. Ἐκ περιττοῦ γὰρ ὧν αιτούμεθα, ἢ νοοῦμεν, δύναται ὁ Θεὸς, καὶ βούλεται ποιῆσαι ἡμῖν. ΜΑ'. ΗΛΙΟΔΩΡΟ. Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, φοβούμενος μή τι ὡς ἄνω θρωπος βλαβείη, τὰς πόλεις ἔφευγε, καὶ τὴν ἔρημον ᾤχει. Ἰησοῦς δὲ ὁ Θεὸς καὶ Κύριος τῶν ὅλων ταῖς πόλεσι παραβάλλων ἁμαρτωλοῖς συνεδείπνει, ἐπειδὴ ἥλιος ἐστι δικαιοσύνης. Ηλίου αὐγαὶ καὶ παντὸς βορβόρου ἐφάπτονται· καὶ τὸ μὲν τοῦ βορβόρου δυσῶ δες ξηραίνουσιν, αὐταὶ δὲ καθαραὶ διαμένουσι καὶ ἀμόλυντοι. ᾿Αλλὰ φθονοῦντες Φαρισαίοι λέγουσι Διατί ὁ Ἰησοῦς μετὰ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τελωνῶν ἐσθίει;» "Ω βάσκανοι, καὶ ἀνόητοι, καὶ τυφλοὶ τὴν καρδίαν! ἀγνοεῖτε γὰρ ὅτι οὐκ ἀλλαχόσε που, ἀλλὰ πλησίον τῶν νοσούντων ὀφείλει διάγειν ὁ ἰατρός; Ὅπου οἱ ἁμαρτωλοὶ, ἐκεῖ πάντως τίθεται καὶ τὸ ἱλαστήριον. Αμαρτωλοὺς γὰρ ἦλθεν ὁ Χριστὸς, οὐχὶ δικαίους καλέσαι εἰς μετάνοιαν. Ἰησοῦς Χριστὸς ἁμαρτωλοῖς συνδιατρίβει οἰκονομικῶς, ἵνα καὶ ἀμάρ τωλοὶ μετανοήσαντες, δικαίοις συναυλισθῶσι, καὶ συνευφρανθῶσιν ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. ΜΒ. ΜΑΡΙΩΝΙ ΑΡΓΥΡΟΚΟΠΟ. Πλείονας τῶν λόγων τοὺς ὅρκους τολμηρῶς ἐπὶ στόματος ἔχων, εντρέποιο. ΜΓ'. — ΦΑΙΣΤΙΑΝΟ. Ἠλλοτρίωται τοῦ Θεοῦ ἡ ψυχή σου, καὶ πῶς με προέτρεψας πέμψαι σοι λόγον τινὰ ὠφέλιμον, ἀντ θρώπῳ ειωθότι παίζειν τὰ θεῖα, καθάπερ τὰ βέβηλα; Πῶς γὰρ ἂν καὶ λαλήσω εἰς νενεκρωμένον, καὶ ἀντ κοον οἷς; • Πῶς ᾄσομαι τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας,» ἔνθα ἐχῖνοι, καὶ ἴσεις, καὶ νυκτικόρακες
EPISTOLARUM LIB. I.
μὴ πρόχειρον ὁρῶμεν, μηδὲ ῥᾴδιον τὸ λαβεῖν τὴν que in promptu, neque ex facili vola nostra suscipi
αἴτησιν, μηδὲ γινώσκωμεν ὁποῖον ἔσται τὸ συμβησό
μενον ἡμῖν. Βούλεται γὰρ ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἀεὶ ἐλπίζειν
ἐπ' αὐτὸν, ὃς καὶ τὰ πράγματα οὕτως κατεστήσατο,
ὥστε προελπίσασιν ἐλθεῖν ἡμῖν τὴν ἀπόλαυσιν
τῶν αἰτηθέντων προσκαίρων τε, καὶ αἰωνίων
ἀγαθῶν.
M'.
Τῷ αὐτῷ.
Ὁ ἐν τοῖς παροῦσι τῶν παρὰ τοῦ Θεοῦ δεηθείς,
καὶ ἐλπίσας, καὶ τυχών, διδάσκεται περὶ τῶν μελ
λόντων, ὧν δεῖται ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐλπίζειν ἐπὶ
τὸν Θεὸν, τὸν κἀκεῖνα δώσειν ὑποσχόμενον. Διὸ καὶ
νῦν ἐπαγγέλλεται πρὸ τῶν πραγμάτων, καὶ πολλοῖς
ἔμπροσθεν χρόνοις, καὶ πληροῖ τὰς ὑποσχέσεις, καὶ
τοῦτο πλεονάκις. Οὕτω γὰρ καὶ ἡ πολλάκις γινομένη
πεῖρα τῆς θείας ἀληθείας, τὴν εἰς τὸ μέλλον ἡμῖν
ἐλπίδα τῶν ἀληθῶς ἐπηγγελμένων βεβαιοί. "Ωσπερ
οὖν πλεονάκις αἰτήσας ἔτυχες, καὶ πεῖραν ἐδέξω
τῆς θείας εὐσπλαγχνίας, καὶ συγκαταβάσεως, καὶ
μεγαλοδωρεᾶς, οὕτω κἂν μὴ ταχέως ἐπακουσθῇς,
νῦν ῥώσθητι τῇ καλῇ προσδοκίᾳ, καὶ καρτερικῶς,
καὶ μακροθύμως ἔλπισον, καὶ ὑπόμεινον, κρούων
διὰ τῆς δεήσεως, μέχρις ἂν ὁ Θεὸς θελήσῃ ἀναστῆναι, καὶ δοῦναί σοι, ὅσον χρήζεις, ἢ καὶ ὑπὲρ τὴν
χρείαν. Ἐκ περιττοῦ γὰρ ὧν αιτούμεθα, ἢ νοοῦμεν,
δύναται ὁ Θεὸς, καὶ βούλεται ποιῆσαι ἡμῖν.
ΜΑ'.
ΗΛΙΟΔΩΡΟ.
Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, φοβούμενος μή τι ὡς ἄνω
θρωπος βλαβείη, τὰς πόλεις ἔφευγε, καὶ τὴν ἔρημον
ᾤχει. Ἰησοῦς δὲ ὁ Θεὸς καὶ Κύριος τῶν ὅλων ταῖς
πόλεσι παραβάλλων ἁμαρτωλοῖς συνεδείπνει, ἐπειδὴ
ἥλιος ἐστι δικαιοσύνης. Ηλίου αὐγαὶ καὶ παντὸς
βορβόρου ἐφάπτονται· καὶ τὸ μὲν τοῦ βορβόρου δυσῶ
δες ξηραίνουσιν, αὐταὶ δὲ καθαραὶ διαμένουσι καὶ
ἀμόλυντοι. ᾿Αλλὰ φθονοῦντες Φαρισαίοι λέγουσι
• Διατί ὁ Ἰησοῦς μετὰ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τελωνῶν
ἐσθίει;» "Ω βάσκανοι, καὶ ἀνόητοι, καὶ τυφλοὶ τὴν
καρδίαν! ἀγνοεῖτε γὰρ ὅτι οὐκ ἀλλαχόσε που, ἀλλὰ
πλησίον τῶν νοσούντων ὀφείλει διάγειν ὁ ἰατρός;
Ὅπου οἱ ἁμαρτωλοὶ, ἐκεῖ πάντως τίθεται καὶ τὸ
ἱλαστήριον. Αμαρτωλοὺς γὰρ ἦλθεν ὁ Χριστὸς, οὐχὶ
δικαίους καλέσαι εἰς μετάνοιαν. Ἰησοῦς Χριστὸς
ἁμαρτωλοῖς συνδιατρίβει οἰκονομικῶς, ἵνα καὶ ἀμάρτωλοὶ μετανοήσαντες, δικαίοις συναυλισθῶσι, καὶ
συνευφρανθῶσιν ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
ΜΒ. ΜΑΡΙΩΝΙ ΑΡΓΥΡΟΚΟΠΟ.
Πλείονας τῶν λόγων τοὺς ὅρκους τολμηρῶς ἐπὶ
στόματος ἔχων, εντρέποιο.
ΜΓ'. — ΦΑΙΣΤΙΑΝΟ.
Ἠλλοτρίωται τοῦ Θεοῦ ἡ ψυχή σου, καὶ πῶς με
προέτρεψας πέμψαι σοι λόγον τινὰ ὠφέλιμον, ἀντ
θρώπῳ ειωθότι παίζειν τὰ θεῖα, καθάπερ τὰ βέβηλα;
Πῶς γὰρ ἂν καὶ λαλήσω εἰς νενεκρωμένον, καὶ ἀντ
κοον οἷς; • Πῶς ᾄσομαι τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς
ἀλλοτρίας,» ἔνθα ἐχῖνοι, καὶ ἴσεις, καὶ νυκτικόρακες
37 Matth. 11, 1.
ss Matth. 1x, 11.
cernamus, neque deprehendamus, cujus generis
erit, quod nobis continget. Namque vult Deus nos
in eum continuo spem habere, qui res hac ratione
disposuit, ut prævia spe bona a nobis expetita, sive
ea temporaria, sive sempiterna sint, possideantur.
XL. Eidem.
Qui vi ac necessitate coactus, quæ a Deo poposcerat, sperans obtinuit, instituitur quoque de
futuris, quorum natura humana indiget, in Deuin
spem ponere, qui ea se daturum promisit. Propterea et nunc antequam res eveniant, multos etiam
ante annos promittit, promissaque idque sæpius
perficit. Sic enim quæ de divina veritate experien
tia sæpius habita est, spem nostram de futuris,
quæ vere promissa sunt, confirmat. Quemadmodumi
itaque sæpius poscens obtinuisti, et divinæ misericordia, demissionis, munificentia, ac liberalitatis experientiam suscepisti; ita, licet non ita celeriter exaudiaris, bona exspectatione confirma le,
et fortiter toleranterque spera, et sustine, pulsans
per orationem, quousque Deus voluerit excitari,
præbereqne tibi quantum indiges, vel etiam plus
quam indiges. Ex abundanti enim, quæ ipsi
poscimus, vel animo concipimus, potest Deus, et
vult nobis opere ipso elargiri.
20 XLI.· HELIODORO.
Joannes Baptista, timens ne quid sibi noxii, ut
homini accideret, urbes negligens, loca deserta
incolebat 7. Jesus vero Deus, et omnium Dominus in urbes sese inferens, cum peccatoribus una
conabat; quandoquidem ille sol justitiæ est. Solis
radii in lutum totum, et partes immersi quidquid
in eo est male olens, exsiccant, cum illi puri incontaminatique conserventur. Verumtamen invidentia perciti Pharisæi, dicunt, ‹ Quare Jesus cum
peccatoribus et publicanis comedit 889, O invidi
et mente capti, et corde cæci! ignoratisne non
alibi, sed prope ægrotos ipsos medico degendum
esse? Ubicunque peccatores sunt, ibi omnino et
ara propitia ponitur: nam peccatores, non justos
venit Christus ad penitentiam vocare49.40; Jesus
Christus cumn peccatoribus ita disponens, una
degit, ut peccatores media pœnitentia una cum
justis sedem habeant, simulque in regno cœlorum
gaudeant.
XLII. MARIONI ARGENTARIO.
Cum verbis ipsis jusjurandum tibi in ore affluentius audacter abundet, verecundare.
XLIII. — FAUSTIANO.
Perquam longissime remota est anima lua a
Deo: quanam igitur ne ratione, ut tibi, qui quemadmodum profana, ita et divina jocos facis, orationem utilem ac commodam mitterem, adhortaris?
Quomodo enim ipse in aurem demortuam, et excordem sermonem dirigam? ‹ Quomodo 21 cantabo
39.30 Luc. r, 52.
col. 103–104page 23 of 262
PG 79:103",, τῶν πονηρῶν πνευμάτων ἐννοσσεύουσι, κατὰ τὸ γε ΝΟ. γραμμένον; ἔνθα ονοκένταυροι καὶ δαίμονες όρο χοῦνται διὰ παντὸς, καὶ κόρακες κράζουσι. ΜΔ'. — ΦΙΛΙΠΠΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟ. Ἐκ παπύρου, καὶ κόλλης χάρτης κατασκευασθείς, χάρτης ψιλός καλεῖται, ἐπὶν δὲ ὑπογραφὴν δέξηται βασιλέως, δῆλον ὡς Σάκρα ὀνομάζεται. Οὕτως μοι νόει καὶ τὰ θεῖα μυστήρια, πρὸ μὲν τῆς ἐντεύξεως τοῦ ἱερέως, καὶ τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ψιλὸν ἄρτον ὑπάρχειν, καὶ οἶνον κοινὸν τὰ προκείμενα· μετὰ δὲ τὰς φοβερὰς ἐκείνας ἐπικλήσεις, καὶ τὴν ἐπιφοίτησιν τοῦ προσκυνητοῦ, καὶ ζωοποιοῦ, καὶ ἀγαθοῦ Πνεύματος, οὐκ ἔτι ψιλὸν ἄρτον καὶ κοινὸν οἶνον τὰ ἐπιτεθειμένα τῇ ἁγίᾳ τραπέζῃ, ἀλλὰ σῶμα, καὶ αἷμα τίμιον καὶ ἄχραντον Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ τῶν ἁπάντων, καθαρίζον ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ τοὺς μεταλαμβάνοντας φόβῳ, καὶ πόθῳ πολλῷ. Τὴν λοιμικὴν συνδιαγωγήν τῶν φιληδόνων σου νεωτέρων ἀποστρέφου, καὶ φεῦγε πάσῃ δυνάμει· καὶ γὰρ καὶ τῷ ἔργῳ, καὶ ταῖς μεμολυσμέναις ὁμιλίαις, τὰς ψυχὰς διαφθείρει τῶν ἀγαπώντων αὐτούς. ΜϚ'. ΣΩΦΡΟΝΙΟ. Υποτακτικὸς λέγων τῇ συνοδίᾳ, καὶ τῷ κρατοῦντι, μηδένα ἄλλον ὑποδέξασθαι ἀδελφὸν, χλευάζεται μᾶλ λον, καὶ ἄγαν ἐμπαίζεται ὑπὸ τοῦ διαβόλου. Τί γάρ σε ἐζημίωσε τὸ πληθυνθῆναι τὴν συνοδείαν, καὶ καθὼς ὁ ᾿Απόστολος εἴρηκε, πλεονάσαι καὶ αὐξηθῆναι ἐν προσώπῳ πολλῶν ἀδελφῶν τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύ ματος; ΔΟΣΙΘΕΩ. Ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς πάντα ἐν πᾶσι, φῶς μὲν τοῖς ἀξίοις τοῦ φωτὸς, πῦρ δὲ κολαστήριον τοῖς ἀξίοις τῆς αἰω νέου κολάσεως. ΜΗ'. — Τῷ αὐτῷ. Τὸ μὲν πόνῳ κτηθὲν, μᾶλλον κρατεῖσθαι πέφυκεν, τὸ δὲ ῥᾳδίως κτηθέν, καὶ ἀποπτύεσθαι τάχιστα, ὡς πάλιν ληφθῆναι δυνάμενον, ὥστε μᾶλλον εὐεργεσίᾳ κρατίστῃ, καὶ βεβαίᾳ καθίσταται τὸ μὴ πρόχειρον τῆς εὐεργεσίας. ΜΘ'. — Τῷ αὐτῷ. Πᾶν τὸ πολλῷ μόχθῳ, καὶ ἀγῶνι πορισθεν, ποθεῖν συντόνως, καὶ στέργειν ἀνενδότως, καὶ παντὶ σθένει φυλάττειν εἰώθαμεν. ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΟ. Αμαθεῖς τινες, καὶ φιλόκοσμοι ἄνδρες προσεοικότες τῇ σῇ ἀθλιότητι ἐμπαθῶς φερόμενοι, ὑγίειαν, καὶ πλοῦτον, καὶ σπατάλην, καὶ ἐχθρῶν ἀνθρώπων ἀπών λειαν δι' εὐχῆς τὸν Κύριον αὐτοῦσιν· εἶτα τῆς τοιαύ της βλαβεράς αποτυχόντες αἰτήσεως εἰς ἀπιστίαν χωροῦσιν, ἢ μέμφονται τὸν Θεόν. Αλλοι πάλιν ἄλλο τι ἐξαιτοῦντες, καὶ μὴ κομιζόμενοι συμφερόντως (οὐ γὰρ πάντως ἅπερ φιλοῦμεν καὶ ὠφελεῖ· τὸ γὰρ τί
canticum Domini in terra aliena ",, ubi erinacei, τῶν πονηρῶν πνευμάτων ἐννοσσεύουσι, κατὰ τὸ γεet ilices, et nycticoraces nequissinorum spirituum
sedem suam posuerunt, ut scriptum est «? Ubi
onocentauri, et dæmones continuo saltant, et corvi
crocitant.
PHILIPPO SCHOLASTICO.
Ex papyro, et colla charta confecta, charta simplex nuncupatur, in qua, cum postmodum subscripserit imperator, nemini non notum est, eam
Sacram vocari. Eodem modo et divina nostra
mysteria comprehende: ante sacerdotis verba, et
Spiritus sancti descensum, nudus panis, et vinum
commune, quæ proponuntur, exsistunt: at post
tremendas illas invocationes, et adorandi, et vivifci, et boni Spiritus adventum, non sunt amplius
nudus panis, et commune vinum, quæ apposita
sunt in sacro altari, sed corpus, et sanguis pretiosus, et immaculatus Christi universorum Dei,
ab omnibus sordibus eos mundantia, qui cum
timore, et desiderio maximo illorum participes
fiunt.
LICINNIO JUNIORI.
Juvenum voluptatibus deditorum pestiferam
consuetudinem fuge, et conatu studioque omni
devita: elenim et opere, et inquinatis alloquiis
amantium animos corrumpit.
SOPHRONIO.
Subditus comitatui, et præposito, neminem aliunı
in fratrum albo scripsisse asserens, ludibrio magis
babetur, multumque irridetur a diabolo. Quid enim
tibi damni inferet comitatus auctior, et quemad- "
modumn Apostolus dixit 4, multiplicata, et locupletata in nullorum fratrum persona gratia Spiritus sancti?
DOSITHEO.
Ut Deus sit omnia in omnibus, lumen lumine
dignis, ignis vero castigans sempiterna pœna
dignos.
Eidem.
Quod labore acquiritur, tenacius detinetur; quod
vero facile, citissime, tanquam quod iterum acquiri valeat, projicitur: quare in majori ac
firmiori beneficio collocandum est non ita promplum beneficium.
Eidem.
Quidquid multo labore, et non sine discrimine
conquirimus, pertinaciter amare, et indesinenter
diligere, et totis viribus custodire suevimus.
L. THEODORIA ΝΟ.
Rudes nonnulli, et mundi amantes viri, tuæ
miseriæ non dissimiles, propriis affectibus ducti,
sanitatem, et divitias, et luxum, et hostium excidium precibus a Domino poscunt, deinde 23 generis ejusmodi petitione frustrati, fidem abjiciunt,
vel conqueruntur de Deo. Alii rursum aliud quidpiam postulantes, nec illud utiliter reportantes,
neque enim omnino, quæ diligimus, utilia sunt,
* Psal. cxxxvi, 4.
**Isa. XXX\V
'
γραμμένον; ἔνθα ονοκένταυροι καὶ δαίμονες όρο
χοῦνται διὰ παντὸς, καὶ κόρακες κράζουσι.
ΜΔ'. — ΦΙΛΙΠΠΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟ.
Ἐκ παπύρου, καὶ κόλλης χάρτης κατασκευασθείς,
χάρτης ψιλός καλεῖται, ἐπὶν δὲ ὑπογραφὴν δέξηται
βασιλέως, δῆλον ὡς Σάκρα ὀνομάζεται. Οὕτως μοι
νόει καὶ τὰ θεῖα μυστήρια, πρὸ μὲν τῆς ἐντεύξεως
τοῦ ἱερέως, καὶ τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
ψιλὸν ἄρτον ὑπάρχειν, καὶ οἶνον κοινὸν τὰ προκείμενα· μετὰ δὲ τὰς φοβερὰς ἐκείνας ἐπικλήσεις, καὶ
τὴν ἐπιφοίτησιν τοῦ προσκυνητοῦ, καὶ ζωοποιοῦ, καὶ
ἀγαθοῦ Πνεύματος, οὐκ ἔτι ψιλὸν ἄρτον καὶ κοινὸν
οἶνον τὰ ἐπιτεθειμένα τῇ ἁγίᾳ τραπέζῃ, ἀλλὰ σῶμα,
καὶ αἷμα τίμιον καὶ ἄχραντον Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ
τῶν ἁπάντων, καθαρίζον ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ τοὺς
μεταλαμβάνοντας φόβῳ, καὶ πόθῳ πολλῷ.
ME'. — AIKINNIQ NEQTEPQ.
Τὴν λοιμικὴν συνδιαγωγήν τῶν φιληδόνων σου
νεωτέρων ἀποστρέφου, καὶ φεῦγε πάσῃ δυνάμει· καὶ
γὰρ καὶ τῷ ἔργῳ, καὶ ταῖς μεμολυσμέναις ὁμιλίαις,
τὰς ψυχὰς διαφθείρει τῶν ἀγαπώντων αὐτούς.
ΜϚ'. ΣΩΦΡΟΝΙΟ.
Υποτακτικὸς λέγων τῇ συνοδίᾳ, καὶ τῷ κρατοῦντι,
μηδένα ἄλλον ὑποδέξασθαι ἀδελφὸν, χλευάζεται μᾶλ
λον, καὶ ἄγαν ἐμπαίζεται ὑπὸ τοῦ διαβόλου. Τί γάρ
σε ἐζημίωσε τὸ πληθυνθῆναι τὴν συνοδείαν, καὶ καθὼς
ὁ ᾿Απόστολος εἴρηκε, πλεονάσαι καὶ αὐξηθῆναι ἐν
προσώπῳ πολλῶν ἀδελφῶν τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύ
ματος;
MZ'. ΔΟΣΙΘΕΩ.
Ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς πάντα ἐν πᾶσι, φῶς μὲν τοῖς ἀξίοις
τοῦ φωτὸς, πῦρ δὲ κολαστήριον τοῖς ἀξίοις τῆς αἰω
νέου κολάσεως.
ΜΗ'. — Τῷ αὐτῷ.
Τὸ μὲν πόνῳ κτηθὲν, μᾶλλον κρατεῖσθαι πέφυκεν,
τὸ δὲ ῥᾳδίως κτηθέν, καὶ ἀποπτύεσθαι τάχιστα, ὡς
πάλιν ληφθῆναι δυνάμενον, ὥστε μᾶλλον εὐεργεσίᾳ
κρατίστῃ, καὶ βεβαίᾳ καθίσταται τὸ μὴ πρόχειρον
τῆς εὐεργεσίας.
ΜΘ'. — Τῷ αὐτῷ.
Πᾶν τὸ πολλῷ μόχθῳ, καὶ ἀγῶνι πορισθεν, ποθεῖν
συντόνως, καὶ στέργειν ἀνενδότως, καὶ παντὶ σθένει
φυλάττειν εἰώθαμεν.
N'. ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΟ.
Αμαθεῖς τινες, καὶ φιλόκοσμοι ἄνδρες προσεοικότες
τῇ σῇ ἀθλιότητι ἐμπαθῶς φερόμενοι, ὑγίειαν, καὶ
πλοῦτον, καὶ σπατάλην, καὶ ἐχθρῶν ἀνθρώπων ἀπών
λειαν δι' εὐχῆς τὸν Κύριον αὐτοῦσιν· εἶτα τῆς τοιαύτης βλαβεράς αποτυχόντες αἰτήσεως εἰς ἀπιστίαν
χωροῦσιν, ἢ μέμφονται τὸν Θεόν. Αλλοι πάλιν ἄλλο
τι ἐξαιτοῦντες, καὶ μὴ κομιζόμενοι συμφερόντως (οὐ
γὰρ πάντως ἅπερ φιλοῦμεν καὶ ὠφελεῖ· τὸ γὰρ τί
43 1 Thes. 111, 12.
col. 105–106page 24 of 262
PG 79:105προσευξόμεθα, φησί, καθ' δ δεῖ, οὐκ οἴδαμεν, γογγύζουσιν εὐθὺς χαλεπαίνοντες, καὶ δυσανασχετούντες ἐπὶ τῇ ἀποτεύξει, καίτοι πολλάκις κατεγνωσμένοι τὸν βίον ὑπάρχοντε;, ἑτοίμως βούλονται ἐπακούεσθα ἄρα γὰρ οὐκ ὀφείλεις εὐχαριστεῖν, ὅτι κατηξιώθης, και μόνον ὀρθρίσαι πρὸς τὸν Κτίσαντα πάντα, καὶ συνομιλῆσαι αὐτῷ διὰ τῆς εὐχῆς; ἀλλὰ καὶ μηδ' εὐχαριστῆσαι θέλων, ονειδίζεις σύ, ὁ πηλός, τὸν Πλά στην σου; 'Αλλὰ νῦν γοῦν σαυτὸνδοκιμάσας, ἄνθρωπε, γνώριζε σου τα μέτρα. ΝΑ'. - ΠΛΟΥΤΙΝΟ ΥΠΑΤΙΚΟ. Οἱ πέραν τοῦ Ἰορδάνου κατακληροδοτηθέντες ὑπὸ Μωϋσέως τοῦ μεγάλου νομοθέτου, 'Ρουβὴμ, καὶ Γὰδ ὑπῆρχον, καὶ τῆς φυλῆς Μανασσῆ τὸ ἥμισυ. Πρόσ ωπον δ' οὗτοι ἔφερον τῶν διὰ τοῦ νόμου δικαιωθέντων αἱ δὲ ἄλλαι ἐννέα καὶ ἥμισυ φυλαί, αίτινες μετὰ τὸν Ἰορδάνην κληρονομοῦσι, σύμβολον τυγχάνουσι τῶν ἐξ ἐθνῶν πεπιστευκότων Χριστῷ, καὶ διὰ τῆς χάρι τος τοῦ ἁγίου Πνεύματος τελειωθέντων. Σημειωτέον δὲ, ὅτι πρὸ τοῦ ποταμοῦ, τουτέστι τοῦ Χριστιανικού βαπτίσματος, ἀτελής πως καὶ νηπιώδης δείκνυται γνῶσις καὶ πολιτεία· παιδία γὰρ ἐκεῖ, καὶ κτήνη πολλὰ, καὶ γυναῖκας ὑπάρχειν μεμαρτύρηκεν ή γραφ φὴ Μωϋσέως. ΝΒ'. Τῷ αὐτῷ. Συναγωνίζονται ταῖς ἐννέα ἥμισυ φυλαῖς πρὸς τὴν κληρονομίαν αἱ δύο ἥμισυ Ὡς γὰρ ἡμεῖς στρατευόμεθα ἐν πίστει, καὶ εὐχαῖς, καὶ θειοτέροις ἔργοις (τὰ γὰρ ὅπλα της στρατείας ἡμῶν, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, οὐ σαρκικά, ἀλλὰ πνευματικά τε καὶ δυνατά), οὕτω στρατεύονται, καὶ συναγωνίζονται ἡμῖν ταῖς προθυμίαις, καὶ ταῖς καλλίσταις ἐλπίσιν οἱ πρώην εὐηρεστηκότες τῷ Θεῷ διὰ τοῦ νόμου. Τὰ γὰρ μυστικά πράγματα, καὶ οἱ λόγοι Μωσέως, καὶ προφητῶν συν τρέχουσι τῷ κατὰ τὸ εὐαγγελικῷ κηρύγματι, καὶ γίνεται κοινὸν τὸ κατόρθωμα. Διό φασιν Ἰσραηλῖται Ἰησοῦ τῷ υἱῷ τοῦ Ναυὴ μέλλοντι διαβαίνειν τὸν Ἰορδάνην πανστρατιᾷ, ὅτι ο Καθὼς ἡκούσαμεν Μωϋ σέως, οὕτως ἀκουσόμεθα καὶ σοῦ. › Ἰησοῦς δὲ ὁ τοῦ Ναυὴ τύπον ἐφέρετο Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Δεσπότου τῶν ὅλων. Οθεν αὐτὸν Αὐσὶν τὸ πρῶτον καλούμενον, ὁ πάνσοφος Μωϋσῆς προβλέπων τὰ μέλλοντα τους ἐφθαλμοῖς τῆς ψυχῆς Ἰησοῦν ἐπωνόμασεν, ὅπως ση μαίνῃ τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἀρχό μενον ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος κηρύσσειν τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, καὶ δωρούμενον ἡμῖν τὴν ἄνω κληρονομίαν ἀπάνθητον, καὶ αἰώνιον. ΝΓ'. Τῷ αὐτῷ. Ῥαλβ πλατυσμὸς ἑρμηνεύεται, ἡ γὰρ τὸ πρῶτον πόρνη, νῦν δὲ σώφρων Ἐκκλησία διὰ τῆς πίστεως πλατύνεται ταῖς θεωρίαις, καὶ τοῖς θείοις νοήμασιν. Διὰ τοῦτο Κορινθίοις γράφει ὁ μέγας Απόστολος Μη στενοχωρεῖσθε· μᾶλλον δὲ πλατύνθητε, καθά περ οὖν ἡ ἐμὴ καρδία πεπλάτυται. ΛΥΡΗΛΙΑΝΩ ΙΛΛΟΥΣ ΓΡΙΑ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΩΝ. Οὐκ ἀξίαν τῆς τοῦ Εὐαγγελίου εὐπρεπείας βαδίζεις Ο
EPISTOLARUM LIB. I.
προσευξόμεθα, φησί, καθ' δ δεῖ, οὐκ οἴδαμεν, γογγύ- ignoramusque, ut ille ait, uti decuit, preces effuζουσιν εὐθὺς χαλεπαίνοντες, καὶ δυσανασχετούντες
ἐπὶ τῇ ἀποτεύξει, καίτοι πολλάκις κατεγνωσμένοι
τὸν βίον ὑπάρχοντε;, ἑτοίμως βούλονται ἐπακούεσθα:·
ἄρα γὰρ οὐκ ὀφείλεις εὐχαριστεῖν, ὅτι κατηξιώθης,
και μόνον ὀρθρίσαι πρὸς τὸν Κτίσαντα πάντα, καὶ
συνομιλῆσαι αὐτῷ διὰ τῆς εὐχῆς; ἀλλὰ καὶ μηδ'
εὐχαριστῆσαι θέλων, ονειδίζεις σύ, ὁ πηλός, τὸν Πλάστην σου; 'Αλλὰ νῦν γοῦν σαυτὸνδοκιμάσας, ἄνθρωπε,
γνώριζε σου τα μέτρα.
ΝΑ'. - ΠΛΟΥΤΙΝΟ ΥΠΑΤΙΚΟ.
Οἱ πέραν τοῦ Ἰορδάνου κατακληροδοτηθέντες ὑπὸ
Μωϋσέως τοῦ μεγάλου νομοθέτου, 'Ρουβὴμ, καὶ Γὰδ
ὑπῆρχον, καὶ τῆς φυλῆς Μανασσῆ τὸ ἥμισυ. Πρόσ
ωπον δ' οὗτοι ἔφερον τῶν διὰ τοῦ νόμου δικαιωθέντων
αἱ δὲ ἄλλαι ἐννέα καὶ ἥμισυ φυλαί, αίτινες μετὰ τὸν
Ἰορδάνην κληρονομοῦσι, σύμβολον τυγχάνουσι τῶν
ἐξ ἐθνῶν πεπιστευκότων Χριστῷ, καὶ διὰ τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος τελειωθέντων. Σημειωτέον
δὲ, ὅτι πρὸ τοῦ ποταμοῦ, τουτέστι τοῦ Χριστιανικού
βαπτίσματος, ἀτελής πως καὶ νηπιώδης δείκνυται
γνῶσις καὶ πολιτεία· παιδία γὰρ ἐκεῖ, καὶ κτήνη
πολλὰ, καὶ γυναῖκας ὑπάρχειν μεμαρτύρηκεν ή γραφ
φὴ Μωϋσέως.
dere, statim obmurmurant ægre ferentes, indolen
tesque de repulsa: et licet sæpenumero exitiosi
ac nefarii sint, nihilominus illico exaudiri cupiunt.
Annon reddendæ tibi gratiæ sunt, quod dignus
factus sis, mane surgens ad Creatorem omnium
accedere, unaque cum eo orando colloqui? Et licet
gratias referre nolis, exprobras tu lutum Creatori
tuo? Verumtamen nunc, cum teipsum, ni vir,
examinaveris, mensuram agnosce tuam.
· PLUTINO CONSULARI.
Qui trans Jordanem a Moyse magno legum latore
sortem acceperunt, Ruben erant, et Gad, et tribus
Manasse dimidiuin *. Hi porro, per legen justilicatos repraesentabant; at reliquæ novem, cum dimidia parte cis Jordanem subsortitæ, ex gentibus
Christo credentes, et per gratiam Spiritus sancti
perfectionem adeptos referebant. Adnotandum vero
est, ante fluvium, hoc est Christianam ablutionem,
imperfectam quodammodo, et puerilem cognitionem, ac vitæ institutionem indicari: infantes enim
ibi, et bruta pleraque, et mulieres adfuisse Moyses
scriptis tradito testimonio suo comprobavit.
Eidem.
Cum novem et dimidia tribubus ad hæreditatem
una opera duæ et dimidia certant: quemadmodum
enim nos in fide, et oratione, ac bouis operibus
militamus (namque nostra arma, ut Apostolus
ait, non sunt carnalia, sed spiritalia, et fortia),
pari modo niilitant, et nobiscumn certamen ineunt
desideriis, et fiducia optima, qui ante Deo per legem complacuerunt. Etenim res mysticæ, et verba
Moysis, et prophetarum una cum evangelica præ.
dicatione confluunt, et recte factum subsecutum
commune utrisque est. Ideoque dicunt Israelitæ
Jesu filio Nave, cum omni exercitu Jordanem trajecturo: • Quemadmodum audivimus Moysen, ita
audiemus et te 4.» Jesus porro filius Nave prafigurabat Christum Jesum omnium Dominum. Hine
eum prius Ausin vocatum sapientissimus Moyses
mentis oculis futura prævidens Jesum nuncupavit 47, ut verum Jesum, Dei Filium a baptismate
regnum colorum prædicare exordientem, et elarΝΒ'.
Τῷ αὐτῷ.
Συναγωνίζονται ταῖς ἐννέα ἥμισυ φυλαῖς πρὸς τὴν
κληρονομίαν αἱ δύο ἥμισυ Ὡς γὰρ ἡμεῖς στρατευόμεθα ἐν πίστει, καὶ εὐχαῖς, καὶ θειοτέροις ἔργοις (τὰ
γὰρ ὅπλα της στρατείας ἡμῶν, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος,
οὐ σαρκικά, ἀλλὰ πνευματικά τε καὶ δυνατά), οὕτω
στρατεύονται, καὶ συναγωνίζονται ἡμῖν ταῖς προθυμίαις, καὶ ταῖς καλλίσταις ἐλπίσιν οἱ πρώην εύηρεστηκότες τῷ Θεῷ διὰ τοῦ νόμου. Τὰ γὰρ μυστικά
πράγματα, καὶ οἱ λόγοι Μωσέως, καὶ προφητῶν συν
τρέχουσι τῷ κατὰ τὸ εὐαγγελικῷ κηρύγματι, καὶ
γίνεται κοινὸν τὸ κατόρθωμα. Διό φασιν Ἰσραηλῖται
Ἰησοῦ τῷ υἱῷ τοῦ Ναυὴ μέλλοντι διαβαίνειν τὸν
Ἰορδάνην πανστρατιᾷ, ὅτι ο Καθὼς ἡκούσαμεν Μωϋσέως, οὕτως ἀκουσόμεθα καὶ σοῦ. › Ἰησοῦς δὲ ὁ τοῦ
Ναυὴ τύπον ἐφέρετο Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Δεσπότου
τῶν ὅλων. Οθεν αὐτὸν Αὐσὶν τὸ πρῶτον καλούμενον,
ὁ πάνσοφος Μωϋσῆς προβλέπων τὰ μέλλοντα τους
ἐφθαλμοῖς τῆς ψυχῆς Ἰησοῦν ἐπωνόμασεν, ὅπως ση
μαίνῃ τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἀρχόμενον ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος κηρύσσειν τὴν βασιλείαν gientem nobis supernam hæreditatem nulli mceτῶν οὐρανῶν, καὶ δωρούμενον ἡμῖν τὴν ἄνω κληρονομίαν ἀπάνθητον, καὶ αἰώνιον.
ΝΓ'.
Τῷ αὐτῷ.
Ῥαλβ πλατυσμὸς ἑρμηνεύεται, ἡ γὰρ τὸ πρῶτον
πόρνη, νῦν δὲ σώφρων Ἐκκλησία διὰ τῆς πίστεως
πλατύνεται ταῖς θεωρίαις, καὶ τοῖς θείοις νοήμασιν.
Διὰ τοῦτο Κορινθίοις γράφει ὁ μέγας Απόστολος·
• Μη στενοχωρεῖσθε· μᾶλλον δὲ πλατύνθητε, καθάπερ οὖν ἡ ἐμὴ καρδία πεπλάτυται.
NA'.
ΛΥΡΗΛΙΑΝΩ ΙΛΛΟΥΣ ΓΡΙΑ ΑΠΟ
ΕΛΛΗΝΩΝ.
Οὐκ ἀξίαν τῆς τοῦ Εὐαγγελίου εὐπρεπείας βαδίζεις
rori, nulli Gni obnoxiam, innueret.
Eidem.
Raab, latitudinem notat, quæ enim prius erat
meretrix 48-49, siunc casta ac pudica
Ecclesia per
fidem speculationibus, et divinis intellectionibus
dilatatur. Propterea magnus Apostolus Corinthiis
scribit: • Ne angusti sitis, imo potius dilatamini,
quemadmodum et cor meum dilatatum est *.
AVRELIANO ILLUSTRI
EX GENTIBUS.
Indigno evangelica elegantia modo viam vitæ
s [ Cor. 5,
Ο Josue 1 17.
* Num. siu, 17.
** Josue XIII, 8.
1 Cor. vi, 11.
PATROL GR. LXXIX.
48.19 Josue n, 1 seqq.
llebr.
col. 107–108page 25 of 262
PG 79:107ὡς ὀλίγον ὕστερον κρίσις ἔσται τῶν ἑκάστῳ βεβιωμένων, ἀπαραιτήτους ἔχουσα τὰς πρὸς ἀξίαν ἐπιτιμήσεις. Δεῖ τοίνυν, καὶ μηδαμῶς ἀπεχθάνου ταῦτα ἀκούων, τὴν ἐναντίαν ἐλθεῖν, ἐκλεξάμενον μᾶλλον ἀντὶ τῶν οὐχ ὁσίων τὰ ὅσια, καὶ ἐξορίσαι τὰς κατὰ συνήθειαν πονηρὰς προθυμίας. τὴν ὁδὸν τῆς αἰωνίου ζωῆς, μὴ λαμβάνων κατὰ νοῦν, ΝΕ'. - ΖΩΣΑΡΙΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Πᾶσα κεφαλὴ εἰς πόνον, φησὶν ὁ Ησαΐας, καὶ πᾶσα καρδία εἰς λύπην ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς.» Καὶ μετ' ὀλίγα·. Ἡ γῆ καὶ ὑμῶν ἔρημος, τὴν χώ ραν ὑμῶν ἐνώπιον ὑμῶν ἀλλότριοι κατεσθίουσιν.» Διὰ μὲν τῶν ποδῶν τοὺς ὑποτεταγμένους, διὰ δὲ τῆς κεφαλῆς τοὺς καθηγουμένους αινιττόμενος, πονηρίας ἁπάσης ἐμπεπλησμένους· πᾶσα γὰρ κεφαλὴ εἰς πό νον, ἀλλὰ καὶ οἱ πόδες αὐτῶν εἰς πονηρίαν τρέχουσιν, ὡς ἐν ἑτέρῳ τόπῳ εἴρηκεν ὁ Προφήτης. Πίνον τοιγάρτοι τὴν πονηρείαν νόει, καθώς λέγει ὁ Δαυΐδ περὶ ψυχῆς βεβήλου, ότι ο Συνέλαβες πόνον, καὶ ἔτε κες ἀνομίαν.» Ἡ γὰρ πονηρεία τὴν ἀνομίαν πέφυ κεν ἀποτίκτειν. Ἐπειδὴ τοίνυν ἐν τῷ καταφρονεῖν, καὶ ἀγαπᾷν τὰ φαῦλα, πολλάκις κρίσει Θεοῦ τὸ σκυ θρωπὰ καὶ λυπηρὰ ἕπεται, πρὸς διόρθωσιν ἐκκα λούμενα τοὺς ἐξαμαρτάνοντας, διὰ τοῦτο εἰρηκε Καὶ πᾶσα καρδία εἰς λύπην.» Λυκοῦνται γὰρ Ιου δαῖοι ὑπὸ Θεοῦ, δι' ἀνθρωπίνης χειρός τιμωρούμενοι καὶ καταθλιβόμενοι. Τῷ αὐτῷ. Εἰ μὴ διὰ τὴν Χριστοκτονίαν ἠρήμωται πᾶσα Ιου δαία ὑπὸ Ῥωμαίων, καὶ ἀλλότριοι Εβραίων κατο εσθίουσιν καὶ καρπίζονται ταύτην, εψεύσθω ὁ Προ φήτης πρὸ χιλίων τοῦτο ἀνακηρύξας ἐτῶν. Τῷ αὐτῷ. Μή σε ἀπατάτω ὁ Ἰουδαῖος λέγων δι' ἑτέρας ἁμαρ τίας ἀπηλλοτριῶσθαι τῆς Παλαιστίνης. Οὐ γὰρ δι' ἄλλας ἁμαρτίας, διὰ δὲ τὴν Κυριοκτονίαν πεπόνθασι τὰ ἀνήκεστα. Πρώην μὲν γὰρ εἰδωλολατροῦντες, καὶ τοὺς προφήτας φονεύοντες, καὶ τοῖς δαίμοσι τὰς θυ γατέρας καὶ τοὺς υἱοὺς θύοντες, τοῖς ἀλλοφύλοις εἰς αἰχμαλωσίαν ὑπὸ Θεοῦ παρεδίδοντο, καὶ μετ' ὀλίγα ἔτη τῷ θείῳ βουλήματι πάλιν ἐπανήγοντο εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Αφ᾽ οὗ δὲ τὸ ἀνίατον τετολμήκασι πρᾶγμα, εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὰς χεῖρας ἐπιβαλεῖν, παντελεῖ πορθήσει ἐνδέδονται. Ἰδοὺ λοιπὸν πεντακοσιοστὸν ἔτος, καὶ οὐδαμοῦ θεία τις ἐπισκοπὴ, οὐκ ἀντίληψις, οὐ παρηγορία, οὐ προφήτης νουθετῶν καὶ στηρίζων, ὥσπερ ἐν Βαβυλῶνι Ἰεζεκιήλ τε καὶ Δα νιὴλ, καὶ οἱ ἄλλοι. Οὐκ ἔτι γὰρ αὐτοῖς θέλει προσομιλεῖν ὁ Θεὸς βδελυττόμενος τούτους. ΝΗ'. — Τῷ αὐτῷ. Εἰ ἐκ πολλῆς χαρμονῆς λυπηρὰ ὑμῖν ἐπῆλθεν, προσδόκησον πάντως, ὅτι τὴν πολλὴν λύπην εἰς μεί Η σε
ὡς ὀλίγον ὕστερον κρίσις ἔσται τῶν ἑκάστῳ βεβιω·
μένων, ἀπαραιτήτους ἔχουσα τὰς πρὸς ἀξίαν ἐπιτιμήσεις. Δεῖ τοίνυν, καὶ μηδαμῶς ἀπεχθάνου ταῦτα
ἀκούων, τὴν ἐναντίαν ἐλθεῖν, ἐκλεξάμενον μᾶλλον
ἀντὶ τῶν οὐχ ὁσίων τὰ ὅσια, καὶ ἐξορίσαι τὰς κατὰ
συνήθειαν πονηρὰς προθυμίας.
sempiternæ obambulas, haud mente comprehen- τὴν ὁδὸν τῆς αἰωνίου ζωῆς, μὴ λαμβάνων κατὰ νοῦν,
dens, non multo post judicium omnium, quæ quilibet, dum viveret, patravit, adfuturum, condignas secum deferens submoto omni deprecatore
panas. Contraria itaque, neque dicta ægre feras,
tibi via ineunda est, sacra potius pro profanis
eligenti, abigentique quæ ex usu pravą desideria
contraxisti.
LY.
-- ZOSARIO TRIBUNO.
'
• Omne caput in dolorem, ait Isaias, et omne
cor in mœrorem a pedibus usque ad caput
Et paucis interjectis:: Terra vestra deserta,
regionem vestram in conspectu vestro exteri comedunt **. › Per pedes quidem subditos: per caput
praefectos innuens, nequitia omni oppletos; omne
quippe caput in dolorem: siquidem et pedes eorum in improbitatem cursu rapido feruntur, quemadmodum in alio quoque loco dixit propheta”.
Laborem itaque improbitatem esse intellige, ut
de profana anima David dicit: «Concepisti doloet peperisti iniquitatem ";» improbitas
enim suapte natura iniquitatem parit. Cum itaque
in despectu, et amore malorum, sæpenumero
judicio Dei mœsta ac tristia consequantur, ad
emendationem peccatores impellentia, propterea dixit: «Εt omne cor in moerorem 58.» in luctum etenim Judæi a Deo conjiciuntur, 23 dum
humana manu castigantur et deprimuntur.
LVI.. Eidem,
Si non propter Christi necem desolata est universa Judæa a Romanis, et Hebræorum exteri comedunt, illiusque fructus devorant", abjiciatur tanquam meudax propheta, qui ante mille annos
illud prædixerat.
.. Eidem.
ΝΕ'. - ΖΩΣΑΡΙΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ.
• Πᾶσα κεφαλὴ εἰς πόνον, φησὶν ὁ Ησαΐας, καὶ
πᾶσα καρδία εἰς λύπην ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς.»
Καὶ μετ' ὀλίγα·. Ἡ γῆ καὶ ὑμῶν ἔρημος, τὴν χώ
ραν ὑμῶν ἐνώπιον ὑμῶν ἀλλότριοι κατεσθίουσιν.»
Διὰ μὲν τῶν ποδῶν τοὺς ὑποτεταγμένους, διὰ δὲ τῆς
κεφαλῆς τοὺς καθηγουμένους αινιττόμενος, πονηρίας
ἁπάσης ἐμπεπλησμένους· πᾶσα γὰρ κεφαλὴ εἰς πό
νον, ἀλλὰ καὶ οἱ πόδες αὐτῶν εἰς πονηρίαν τρέχουσιν, ὡς ἐν ἑτέρῳ τόπῳ εἴρηκεν ὁ Προφήτης. Πίνον
τοιγάρτοι τὴν πονηρείαν νόει, καθώς λέγει ὁ Δαυΐδ
περὶ ψυχῆς βεβήλου, ότι ο Συνέλαβες πόνον, καὶ ἔτεκες ἀνομίαν.» Ἡ γὰρ πονηρεία τὴν ἀνομίαν πέφυκεν ἀποτίκτειν. Ἐπειδὴ τοίνυν ἐν τῷ καταφρονεῖν,
καὶ ἀγαπᾷν τὰ φαῦλα, πολλάκις κρίσει Θεοῦ τὸ σκυθρωπὰ καὶ λυπηρὰ ἕπεται, πρὸς διόρθωσιν ἐκκαλούμενα τοὺς ἐξαμαρτάνοντας, διὰ τοῦτο εἰρηκε
• Καὶ πᾶσα καρδία εἰς λύπην.» Λυκοῦνται γὰρ Ιουδαῖοι ὑπὸ Θεοῦ, δι' ἀνθρωπίνης χειρός τιμωρούμενοι
καὶ καταθλιβόμενοι.
NG.
· Τῷ αὐτῷ.
Εἰ μὴ διὰ τὴν Χριστοκτονίαν ἠρήμωται πᾶσα Ιουδαία ὑπὸ Ῥωμαίων, καὶ ἀλλότριοι Εβραίων κατο
εσθίουσιν καὶ καρπίζονται ταύτην, εψεύσθω ὁ Προ
φήτης πρὸ χιλίων τοῦτο ἀνακηρύξας ἐτῶν.
NZ'.
Τῷ αὐτῷ.
Μή σε ἀπατάτω ὁ Ἰουδαῖος λέγων δι' ἑτέρας ἁμαρ
τίας ἀπηλλοτριῶσθαι τῆς Παλαιστίνης. Οὐ γὰρ δι'
ἄλλας ἁμαρτίας, διὰ δὲ τὴν Κυριοκτονίαν πεπόνθασι
τὰ ἀνήκεστα. Πρώην μὲν γὰρ εἰδωλολατροῦντες, καὶ
τοὺς προφήτας φονεύοντες, καὶ τοῖς δαίμοσι τὰς θυ
γατέρας καὶ τοὺς υἱοὺς θύοντες, τοῖς ἀλλοφύλοις εἰς
αἰχμαλωσίαν ὑπὸ Θεοῦ παρεδίδοντο, καὶ μετ' ὀλίγα
ἔτη τῷ θείῳ βουλήματι πάλιν ἐπανήγοντο εἰς τὴν γῆν
τῆς ἐπαγγελίας. Αφ᾽ οὗ δὲ τὸ ἀνίατον τετολμήκασι
πρᾶγμα, εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὰς χεῖρας ἐπιβαλεῖν,
παντελεῖ πορθήσει ἐνδέδονται. Ἰδοὺ λοιπὸν πεντακοσιοστὸν ἔτος, καὶ οὐδαμοῦ θεία τις ἐπισκοπὴ, οὐκ
ἀντίληψις, οὐ παρηγορία, οὐ προφήτης νουθετῶν καὶ
στηρίζων, ὥσπερ ἐν Βαβυλῶνι Ἰεζεκιήλ τε καὶ Δανιὴλ, καὶ οἱ ἄλλοι. Οὐκ ἔτι γὰρ αὐτοῖς θέλει προσομι
λεῖν ὁ Θεὸς βδελυττόμενος τούτους.
Ne te seducat Judæus asserens, propter alia
scelera spoliatum se esse Palæstina: noque
enim ob alias labes, et conscientiæ vulnera, sed
propter Domini necem multa gravia, quibus nulJum remedium afferri potest, perpessi sunt. Etenim ante illa tempora idola colentes, prophetas
trueidantes, damonibus filias, filiosque immolantes, alienigenis in captivitatem a Deo tradebantur,
et paucos post annos, ita Deo annuente, in terram promissionis reducebantur. Ex quo vero immedicabile hoc flagitium, in Filium Dei manus
apponentes, audacter perpetrarunt, perpetuo et
extremo excidio traditi sunt En itaque quingen
tesimus annus; et nusquam divinum subsidium,
won auxilium, iron consolatio, non propheta instruens, et confirmans, quemadmodum in urbe
Babylone Ezechiel, ct Daniel, cæterique. Non enim cum illis Deus ab illis abhorrens confabulari
vult.
LVIII. Eidem.
Si post ingens gaudium tristia vobis contigerunt, confide omnino, ct ingentem hanc tristitiam
s Isa. 1, 5.
ΝΗ'. — Τῷ αὐτῷ.
Εἰ ἐκ πολλῆς χαρμονῆς λυπηρὰ ὑμῖν ἐπῆλθεν,
προσδόκησον πάντως, ὅτι τὴν πολλὴν λύπην εἰς μεί
** ibid. 7. * Isa. Lix, 7. "Psal. VII. 15.
Η Isa. 1,
σε ibid. 7.
col. 109–110page 26 of 262
PG 79:109ξανα τῆς πρώτης εὐθυμίας παρακληθεὶς μεταβαλεῖ ὁ 4 27 θεός. ΝΘ. ΜΕΛΕΤΙΟ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ. Οἱ ὑπὸ Μωϋσέως τοῦ θείου ἱεροφάντου πεμφθέντες Παλαιστίνην κατάσκοποι, σημαίνειν μοι δοκοῦσι τοὺς οὐρανίους ἀγγέλους εποπτεύοντας τὸν ὅλον κό σμον, καὶ τῶν τῇδε πρόνοιαν ποιουμένους. Οὐδὲν γὰρ ἀπρονόητον ἐν ἀνθρώποις. Καὶ πειθέτω σε ἐκεῖ νος ὁ ἄγγελος, ὁ ἐν σχήματι τοῦ Μακεδόνος ἀνδρὸς πρὸς συμμαχίαν ἕνεκεν σωτηρίας ἀνθρώπων τὸν ἀπόστολον προτρεπόμενος Παῦλον ἐν τῷ λέγειν πρὸς αὐτόν· ο Διάβηθι εἰς τὴν Μακεδονίαν, καὶ βοήθησαν ἡμῖν. κ Τῷ αὐτῷ. Ἐπειδὴ ποθεινῶς τὰς σεπτὰς ἀναγινώσκεις Γρα φάς, οἶσθά που την προστάττουσαν καὶ διακελευομένην τοῖς πᾶσιν νομοθεσίαν, δεῖν στεφάνην κατα σκευάζειν ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς νοητῆς οἰκίας, δη λαδὴ τοῦ κατὰ Θεὸν πολιτεύματος. Χρὴ γὰρ μὴ μόνον ἐνάρξασθαι τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ καὶ κορωνίδα καὶ τέλος ἐπιτιθέναι, ἵνα μὴ καταγνωσθῶμεν, ὥσπερ ὁ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις τὸν πύργον ἀτελῆ καταλείψας. Τῷ αὐτῷ. Ἐὰν τὴν στεφάνην ἐπιθῶμεν τῷ δώματι τῆς και λῆς πολιτείας, δυνησόμεθα πάντως καθ᾽ ὁμοίωσιν τῆς πιστοτάτης Ραάβ, οὐχὶ κάτω που, ἀλλὰ ἄνω μᾶλλον ὑποδέξασθαι καὶ ξενίσαι τοὺς ἀγγέλους τοῦ Ἰησοῦ, ἀληθέστερον δὲ λέξω, αὐτὸν ξενοδοχῆσα: Ἰησοῦν Χρι στὸν τὸν τῶν ἀγγέλων Δεσπότην. ΕΒ. ΚΑΛΑΝΔΙΩΝ. Λόγοι κερκώπων μαλακοί, πίπτουσι δὲ εἰς τὰ ταμιεῖα κοιλίας. • Κέρκωπας ὀνομάζει ὁ Σολομῶν τοὺς ἀλωπεκίζοντας καὶ δολιευομένους. Διό φησιν ὁ Δαυΐδ·. Μή με συναπολέσεις, ὁ Θεὸς, μετὰ τῶν λα λούντων εἰρήνην πρὸς τὸν πλησίον, κακὰ δὲ ἐν ταῖ; καρδίαις αὐτῶν. ο • Μπαλύνθησαν γὰρ λόγοι ὑπὲρ ἔλαιον, καὶ αὐτοὶ βολίδες ὑπάρχουσι τιτρῶσαι.» ΕΓ'. ΘΕΟΔΟΤΙΩΝΙ. Εἰκότως τεθαύμακας διαπορῶν, πῶς ἂν ἐδυνήθησαν λίθοι αἰσθητοὶ ὅλον γραφὲν χωρῆσαι τὸ δευτερονόμιον. Νοήσωμεν τοιγαροῦν τὸ τοῦ Χριστοῦ Εὐαγ γέλιον Δευτερονόμιον μυστικώς προειρῆσθαι, διότι μετὰ τὸν νόμον Μωϋσέως τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον γέ γραπται· λίθους δὲ τοὺς πρώην λιθίνην ἐσχηκότας καρδίαν, ὕστερον δὲ τῇ πίστει ἀπαλυνθέντας, καὶ ὑπείξαντας τῇ Γραφῇ τοῦ Πνεύματος. ΕΔ. Τῷ αὐτῷ. Οὐκ ἀγνοεῖς τὰ ἐν τῷ Ἰεζεκιήλ εἰρημένον, ὅτι Ἐκαπάζω ἀφ᾽ ὑμῶν τὴν λιθίνην καρδίαν, καὶ δώσω ὑμῖν καρδίαν σαρκίνην, εἴειπτον τῷ Θεῷ εἰς τὸ μηκέτι πλανάσθαι. ΣΕ'. Τῷ αὐτῷ. Ανάγνωθι, τί Κορινθίας ἐπιστέλλει ὁ μακάριος Παῦλος· «Ἡ ἐπιστολὴ ἡμῶν ὑμεῖς ἐστε, καὶ ἐγγε
EPISTOLARUM LIB. I.
ξανα τῆς πρώτης εὐθυμίας παρακληθεὶς μεταβαλεῖ ὁ 4 27 in majorem, quam prima illa fuerat, consoθεός.
ΝΘ.
ΜΕΛΕΤΙΟ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ.
Οἱ ὑπὸ Μωϋσέως τοῦ θείου ἱεροφάντου πεμφθέντες
s!ς Παλαιστίνην κατάσκοποι, σημαίνειν μοι δοκοῦσι
τοὺς οὐρανίους ἀγγέλους εποπτεύοντας τὸν ὅλον κό
σμον, καὶ τῶν τῇδε πρόνοιαν ποιουμένους. Οὐδὲν
γὰρ ἀπρονόητον ἐν ἀνθρώποις. Καὶ πειθέτω σε ἐκεῖνος ὁ ἄγγελος, ὁ ἐν σχήματι τοῦ Μακεδόνος ἀνδρὸς
πρὸς συμμαχίαν ἕνεκεν σωτηρίας ἀνθρώπων τὸν
ἀπόστολον προτρεπόμενος Παῦλον ἐν τῷ λέγειν πρὸς
αὐτόν· ο Διάβηθι εἰς τὴν Μακεδονίαν, καὶ βοήθησαν
ἡμῖν. κ
Τῷ αὐτῷ.
Ἐπειδὴ ποθεινῶς τὰς σεπτὰς ἀναγινώσκεις Γραφάς, οἶσθά που την προστάττουσαν καὶ διακελευομένην τοῖς πᾶσιν νομοθεσίαν, δεῖν στεφάνην κατασκευάζειν ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς νοητῆς οἰκίας, δη
λαδὴ τοῦ κατὰ Θεὸν πολιτεύματος. Χρὴ γὰρ μὴ μόνον
ἐνάρξασθαι τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ καὶ κορωνίδα καὶ τέλος
ἐπιτιθέναι, ἵνα μὴ καταγνωσθῶμεν, ὥσπερ ὁ ἐν τοῖς
Εὐαγγελίοις τὸν πύργον ἀτελῆ καταλείψας.
CA'. Τῷ αὐτῷ.
Ἐὰν τὴν στεφάνην ἐπιθῶμεν τῷ δώματι τῆς και
λῆς πολιτείας, δυνησόμεθα πάντως καθ᾽ ὁμοίωσιν τῆς
πιστοτάτης Ραάβ, οὐχὶ κάτω που, ἀλλὰ ἄνω μᾶλλον
ὑποδέξασθαι καὶ ξενίσαι τοὺς ἀγγέλους τοῦ Ἰησοῦ,
ἀληθέστερον δὲ λέξω, αὐτὸν ξενοδοχῆσα: Ἰησοῦν Χρι
στὸν τὸν τῶν ἀγγέλων Δεσπότην.
ΕΒ. ΚΑΛΑΝΔΙΩΝ.
• Λόγοι κερκώπων μαλακοί, πίπτουσι δὲ εἰς τὰ
ταμιεῖα κοιλίας. • Κέρκωπας ὀνομάζει ὁ Σολομῶν
τοὺς ἀλωπεκίζοντας καὶ δολιευομένους. Διό φησιν ὁ
Δαυΐδ·. Μή με συναπολέσεις, ὁ Θεὸς, μετὰ τῶν λα
λούντων εἰρήνην πρὸς τὸν πλησίον, κακὰ δὲ ἐν ταῖ;
καρδίαις αὐτῶν. ο • Μπαλύνθησαν γὰρ λόγοι
ὑπὲρ ἔλαιον, καὶ αὐτοὶ βολίδες ὑπάρχουσι τιτρῶσαι.»
ΕΓ'.
ΘΕΟΔΟΤΙΩΝΙ.
Εἰκότως τεθαύμακας διαπορῶν, πῶς ἂν ἐδυνήθησαν λίθοι αἰσθητοὶ ὅλον γραφὲν χωρῆσαι τὸ Δευτερονόμιον. Νοήσωμεν τοιγαροῦν τὸ τοῦ Χριστοῦ Εὐαγ
γέλιον Δευτερονόμιον μυστικώς προειρῆσθαι, διότι
μετὰ τὸν νόμον Μωϋσέως τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον γέγραπται· λίθους δὲ τοὺς πρώην λιθίνην ἐσχηκότας
καρδίαν, ὕστερον δὲ τῇ πίστει ἀπαλυνθέντας, καὶ
ὑπείξαντας τῇ Γραφῇ τοῦ Πνεύματος.
ΕΔ. Τῷ αὐτῷ.
Οὐκ ἀγνοεῖς τὰ ἐν τῷ Ἰεζεκιήλ εἰρημένον, ὅτι
• Ἐκαπάζω ἀφ᾽ ὑμῶν τὴν λιθίνην καρδίαν, καὶ δώσω
ὑμῖν καρδίαν σαρκίνην, εἴειπτον τῷ Θεῷ εἰς τὸ
μηκέτι πλανάσθαι.
ΣΕ'.
Τῷ αὐτῷ.
Ανάγνωθι, τί Κορινθίας ἐπιστέλλει ὁ μακάριος
Παῦλος· «Ἡ ἐπιστολὴ ἡμῶν ὑμεῖς ἐστε, καὶ ἐγγε
fationem a Deo, si eum deprecaberis, iinmutandam fore.
LIS.
MELETIO CANCELLARIO.
Qui a Moyse divino sacrorum antistite in Palæstinam missi sunt exploratores notare mihi
videntur cœlestes angelos, tolum terrarum orbem
inspectantes, et terrenarum rerum curam gerentes. Nihil enim inter homines est, quod Providentiæ non subjaceat. Hocque tibi suadeat angelus
ille, qui in Macedonis figura in auxilium, pro
salute hominum apostolum Paulum verbis illis
adhortabatur: Procede in Macedoniam, et opitulare nobis 5.
Eidem.
Quando avide nimis venerandas percurris Scripturas, disce præceptum illum imperans, et omnes cohortans, ut coronam sibi præparent super
tecto intellectualis domus, instituti nempe vitæ,
quæ secundum Deum est. Etenim mon tantum in
virtute initia ponenda sunt, sed ad umbilicum,
et finem perveniendum, extremaque lineamenta
addenda, ne condemnemur, quemadmodum ille,
qui in Evangelio turrim non perfectam reliquit".
LXI. Eidem.
Si tecto probæ vivendi rationis coronam imponamus, omnino ad exemplar Raab fidissimæ ",
non in inferiori quopiam loco, 28 sed superiori
recipere, et hospitio angelos Jesu, et, ut verius
dicam, ipsum Jesum Christum angelorum Dominum excipere poterimus.
CALANDIONI.
⚫ Cercopum verba præmollia, procidunt vero in
aeraria ventris 61. • Cercopes vocal Salomon eos,
qui vulpino ingenio sunt, dolosque aliis nectunt.
Propterea dicit David: «Ne me perdas, Deus, una
cum loquentibus pacem ad proximum, mala vero
in cordibus suis "; - emolliti enim sunt sermones eorum super oleum, et ipsi jacula sunt vulnifica 63.
LXIII. - THEODOTIONI.
Non absque ratione miraris, hærens, quomodo
potuerint lapides sensiles totum descriptum capere
Deuteronomium. Intelligamus igitur Christi Evangelium Deuteronomion mystice predictum fuisse,
quandoquidem illud post legem Mosaicam scriptum
est; lapides vero eos, qui antea cor lapideum gestabant, postmodum fide molliti sese Scripturæ spi
ritus tanquam magistræ affixerunt
LXIV. Eidem.
Non ignoras, quod in Ezechiele dicitur: «Eradicabo a vobis cor saxeum, et dabo vobis cor
carneum, obedieus Deo, ne ultra aberret “. ›
LXV. - Eidem.
Perlege, quid Corinthiis beatus Paulus scribat:
• Nostra 29 epistola vos estis, scripta non in
Num XI, 18.
* Acl. xvi, 9.
* Luc. xiv, 30.
63 Psal. Liv, 22.
• Ezech. x', 19.
co Josue 11, 6. of Prov. xxvi, 22.
«Pġal. xxvII,
col. 111–112page 27 of 262
PG 79:111γραμμένη οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλ' ἐν πλαξὶ καρ ΑΡΙΤΗΟΝΙΟ. δίας σαρκίναις, οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ζῶντος· ὑμεῖς γὰρ ἐνδείκνυσθε τὸ ἔργον τοῦ νόμου ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν.» ΞϚ'. - Τῷ αὐτῷ. Οὐ δεῖται χρόνου πλείονος ὁ ἀληθῆς Ἰησοῦς πρὸς τὸ γράψαι τὸ Δευτερονόμιον εἰς τὴν καρδίαν τῶν ὁλοκλήρων τῇ εὐσεβείᾳ λίθων. Αμα γὰρ τῷ παρα δέξασθαί σε τὸ κήρυγμα, οὐδὲν ἕτερον χρὴ λέγειν, ἢ ὅτι ἐκομίσω ἐν τοῖς ἔνδον πτυχίοις τὸν νόμον τῆς χάριτος τὸν ἀβαρῆ καὶ ἐράσμιον ἐνώπιον τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, δηλαδὴ τῶν θείων καὶ ἀσωμάτων δυνάμεων, εἰς λίθους μηκέτι κολοβουμένους διὰ τῆς ἀπιστίας καὶ κλωμένους, ἀλλ᾽ ὁλοκλήρους ψυχῇ καὶ ταῖς ἀκοαῖς· Ὁ ἔχων γὰρ ὦτα, φησὶν, ἀκούειν (τῇ πίστει, καὶ τῇ ἀγχινοίᾳ), ἀκουέτω. ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟ ΧΡΥΣΟΧΟΩ. Ὥσπερ στρατιώτης γενναῖος ὑπὲρ τοῦ βασιλέως μαχόμενος, ἐὰν βέλεσι κατατοξευθεὶς ὑπὸ τῶν ἐναν τίων ὑπομείνῃ τὰς ἀλγηδόνας, καὶ μὴ παραχωρήσε τῇ ὀλιγοψυχίᾳ, ἐπιμελείας τυχών, καὶ ἰατρευθείς, ἕξει τὰς οὐλὰς τῶν τραυμάτων εἰς καύχησιν ἀνδρεία; οὕτως καὶ οἱ τρωθέντες παρὰ τοῦ ἐχθροῦ ἐὰν μὴ ἀκηδιάσωσι τους πόνους τῆς μετανοίας, ἀναμφιβόλως σωθέντες καυχήσονται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· ὁ γὰρ ἀν δρεῖος, κἂν ἐν τραύμασι γένηται, πάντως νικήσει καὶ τραυματίας μαχόμενος. ΞΗ'. - ΑΦΘΟΝΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Οσοι ἀγάπῃ Θεοῦ καὶ προθέσει εὐλογιῶν πολι τεύονται, οὗτοι λέγονται ἵστασθαι πλησίον τοῦ ὄρους τοῦ Γαρίζειν προσαγορευομένου· ὅσοι δὲ οὐχὶ δε εὐλογίαν, καὶ φιλίαν, καὶ ἔπαινον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ διὰ τὸν φόβον τῶν ἀπειληθεισῶν κολάσεων τὰ καλὰ ἐπιτελοῦσιν ἔργα, οὗτοι λέγονται εἶναι ἐγγὺς τοῦ όρους Γαιβάλ, ὅπου αἱ κατάραι ἐδόθησαν, οὐχ ἵνα ἐν κατάρᾳ γένηται ὁ παρὰ τῷ Γαιβὰλ σταθεὶς, ἀλλ᾽ τα θεασάμενος τὰς φοβερὰς κατάρας παντί σθένει φυ λάξητα: τοῦ μὴ περιπεσεῖν αὐταῖς. ΕΘ'. - ΑΦΘΟΝΙΟ. Μὴ νόμιζε, ὅτι πρὸς τοὺς Σοδομίτας ἀποτείνεται ὁ προφήτης Ησαΐας λέγων·. Ακούσατε λόγον Κυ 6., ρίου, ἄρχοντες Σοδόμων.» Πρὸς γὰρ τοὺς ἄρχοντας τῶν Ἰουδαίων ὁ λόγος αὐτός, μιμουμένους τῇ πρά ξει τὰς τῶν Σοδομιτῶν αἰσχροπραγίας σὺν τοῖς ὑπο τεταγμένοις· εὐθὺς γὰρ ἐπιφέρει Προσέχετε νόμῳ Θεοῦ λαός Γομόρβας. Τί μοι πλῆθος τῶν θυσιῶν ὑμῶν; λέγει Κύριος.» Δῆλον δὲ, ὅτι οὐχὶ Σοδομῖται, οὐ δὲ μὴν Γομοῤῥηνο! πώποτε, Ἰσραηλῖται δὲ μᾶλ λον τῷ Θεῷ τὰς θυσίας προσέφερον. Ο'. — ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ. Πολλὰ καὶ τῶν ἀψύχων προσωποποιεῖν ο δὲν ἡ Θεόπνευστος Γραφή, ὡς τό· «Ἡ θάλασσα εἶπε τάδε καὶ τάδε, καὶ ἡ ἄβυσσος εἶπεν· Οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοί., Καὶ πάλιν· «Οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ.» Και τῇ ῥομφαία διακελεύεται Κύριος ἐμφορεῖσθαι κρέατος τε καὶ αἵματος· καὶ ὄρη καὶ βουνοὶ τοὺς τῆς σκιρ σε ως σε
tabulis lapideis, sed in tabulis cordis carneis, non γραμμένη οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλ' ἐν πλαξὶ καρalramnento, sed Spiritu Dei vivi. Vos enim ostenditis opus legis in cordibus vestris ".
LXVI.· Eidem.
Non multo indiget tempore verus Jesus ad scribendum Deuteronomium in cor pietate integrorum
lapidum. Statim enim atque prædicatio suscepta
est, nihil aliud dicendum est, quam te asportasse
in interiora pugillaria legem gratiæ minime gravem, et concupitam in conspectu filiorum Israel,
divinarum nempe et incorporearum potestatum, in
lapides non ultra infidelitate mutilandos, aut confringendos, sed auribus, et animo integros. c Qui
enim, ait, habet aures audiendi“(fide et industri solertia), audiat.
LXVII. — HERACLIO SUBDIACONO AURIFICI.
Quemadmodum generosus miles pro rege pugnam iniens, si telis ictus ab adversariis dolores
sustinuerit, nec desponderit animum, curatus,
sanatusque cicatrices vulnerum in fortitudinis
jactantiam habebit: eo pacto et qui ab boste vulnus acceperunt, si labores pœnitentiæ non neglexerint, absque dubio saluten consecuti in die judicii gloriabuntur; namque fortis et magnus aniīnus,
licet vulneribus oppletus, pugnans corpore violato
vulneribus prorsus alios debellabit.
30 LXVIII. APIITBONIO DIACONO.
Quicunque Dei amore, et benédictionum proposito vitam traducunt, bi dicuntur prope montem Garizim appellatum stare ": at qui non propler benedictionem, et amicitiam, et laudem Dei, sed
propter pœnarum decretarum metum bona opera conficiunt, hi dicuutur, manere prope montem Hebal,
in quo diræ clusa sunt, non ut diris subjaceal
qui in llebal stetit, sed ut horrendas illas diras
conspiciens omni conatu sibi caveat, ne in cas
concidat.
LXIX. ΑΡΙΤΗΟΝΙΟ.
δίας σαρκίναις, οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ
ζῶντος· ὑμεῖς γὰρ ἐνδείκνυσθε τὸ ἔργον τοῦ νόμου
ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν.»
ΞϚ'. - Τῷ αὐτῷ.
Οὐ δεῖται χρόνου πλείονος ὁ ἀληθῆς Ἰησοῦς πρὸς
τὸ γράψαι τὸ Δευτερονόμιον εἰς τὴν καρδίαν τῶν
ὁλοκλήρων τῇ εὐσεβείᾳ λίθων. Αμα γὰρ τῷ παρα
δέξασθαί σε τὸ κήρυγμα, οὐδὲν ἕτερον χρὴ λέγειν, ἢ
ὅτι ἐκομίσω ἐν τοῖς ἔνδον πτυχίοις τὸν νόμον τῆς
χάριτος τὸν ἀβαρῆ καὶ ἐράσμιον ἐνώπιον τῶν υἱῶν
Ἰσραήλ, δηλαδὴ τῶν θείων καὶ ἀσωμάτων δυνάμεων,
εἰς λίθους μηκέτι κολοβουμένους διὰ τῆς ἀπιστίας
καὶ κλωμένους, ἀλλ᾽ ὁλοκλήρους ψυχῇ καὶ ταῖς
ἀκοαῖς· Ὁ ἔχων γὰρ ὦτα, φησὶν, ἀκούειν (τῇ
πίστει, καὶ τῇ ἀγχινοίᾳ), ἀκουέτω.
ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟ ΧΡΥΣΟΧΟΩ.
Ὥσπερ στρατιώτης γενναῖος ὑπὲρ τοῦ βασιλέως
μαχόμενος, ἐὰν βέλεσι κατατοξευθεὶς ὑπὸ τῶν ἐναν
τίων ὑπομείνῃ τὰς ἀλγηδόνας, καὶ μὴ παραχωρήσε
τῇ ὀλιγοψυχίᾳ, ἐπιμελείας τυχών, καὶ ἰατρευθείς,
ἕξει τὰς οὐλὰς τῶν τραυμάτων εἰς καύχησιν ἀνδρεία;
οὕτως καὶ οἱ τρωθέντες παρὰ τοῦ ἐχθροῦ ἐὰν μὴ
ἀκηδιάσωσι τους πόνους τῆς μετανοίας, ἀναμφιβόλως
σωθέντες καυχήσονται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· ὁ γὰρ ἀνδρεῖος, κἂν ἐν τραύμασι γένηται, πάντως νικήσει
καὶ τραυματίας μαχόμενος.
ΞΗ'. - ΑΦΘΟΝΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Οσοι ἀγάπῃ Θεοῦ καὶ προθέσει εὐλογιῶν πολι
τεύονται, οὗτοι λέγονται ἵστασθαι πλησίον τοῦ ὄρους
τοῦ Γαρίζειν προσαγορευομένου· ὅσοι δὲ οὐχὶ δε
εὐλογίαν, καὶ φιλίαν, καὶ ἔπαινον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ
διὰ τὸν φόβον τῶν ἀπειληθεισῶν κολάσεων τὰ καλὰ
ἐπιτελοῦσιν ἔργα, οὗτοι λέγονται εἶναι ἐγγὺς τοῦ
όρους Γαιβάλ, ὅπου αἱ κατάραι ἐδόθησαν, οὐχ ἵνα ἐν
κατάρᾳ γένηται ὁ παρὰ τῷ Γαιβὰλ σταθεὶς, ἀλλ᾽ τα
θεασάμενος τὰς φοβερὰς κατάρας παντί σθένει φυ
λάξητα: τοῦ μὴ περιπεσεῖν αὐταῖς.
ΕΘ'. - ΑΦΘΟΝΙΟ.
Ne putes prophetæ Isaiæ sermonem in Sodomitas Μὴ νόμιζε, ὅτι πρὸς τοὺς Σοδομίτας ἀποτείνεται ὁ
dirigi: «Audite verbum Domini, principes Sodomo- προφήτης Ησαΐας λέγων·. Ακούσατε λόγον Κυ
rum 6., Principes enim Judæorum, qui opere Sodo- ρίου, ἄρχοντες Σοδόμων.» Πρὸς γὰρ τοὺς ἄρχοντας
morum libidines, et illis subjectos, obsecundantes, τῶν Ἰουδαίων ὁ λόγος αὐτός, μιμουμένους τῇ πρά
emulabantur, sermo respicit: statim namque subne- ξει τὰς τῶν Σοδομιτῶν αἰσχροπραγίας σὺν τοῖς ὑποctil: «Attendlite legi Dei populus Gonorrhæe. Quid mihi τεταγμένοις· εὐθὺς γὰρ ἐπιφέρει·. Προσέχετε νόμῳ
copia sacrificiorum vestrorum? dicit Dominus “. ›
Et tamen manifestum est non Sodomitas, multoque minus Gomorrhenos unquam, sed Israelitas
potius Deo sacrificia obtulisse.
LXX. — GAINE COPIARUM DUCTORI.
Multis inanimatis personam divinitus inspirata
Scriptura tradit, ut illud: Mare dixit hæc, et
lec; et abyssus dixit: Non est in me 70.. Et rursus: Celi enarrant 31 gloriam Dei 71;» et gladio
præcipit Dominus, ut sese et carne, et sanguine
impleret, et a montibus et collibus saltationes
Θεοῦ λαός Γομόρβας. Τί μοι πλῆθος τῶν θυσιῶν
ὑμῶν; λέγει Κύριος.» Δῆλον δὲ, ὅτι οὐχὶ Σοδομῖται,
οὐ δὲ μὴν Γομοῤῥηνο! πώποτε, Ἰσραηλῖται δὲ μᾶλ
λον τῷ Θεῷ τὰς θυσίας προσέφερον.
Ο'. — ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ.
Πολλὰ καὶ τῶν ἀψύχων προσωποποιεῖν ο δὲν ἡ
Θεόπνευστος Γραφή, ὡς τό· «Ἡ θάλασσα εἶπε τάδε
καὶ τάδε, καὶ ἡ ἄβυσσος εἶπεν· Οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοί.,
Καὶ πάλιν· «Οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ.» Και
τῇ ῥομφαία διακελεύεται Κύριος ἐμφορεῖσθαι κρέατος
τε καὶ αἵματος· καὶ ὄρη καὶ βουνοὶ τοὺς τῆς σκιρσε ibid. 11. 70 Job xxvi, 14.
ως 11 Cor. 111,
2. 66 Matth. x1, 45. σε Josue viui. 33. 68 Isa. 1, 10.
11 Psal. xvIII, 1.
r
col. 113–114page 28 of 262
PG 79:113τήσεως επερωτώνται λόγους· καί· «Τί πέπονθας, Δ' θάλασσα, ὅτι ἔφυγες, καὶ σὺ, Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὀπίσω;» Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχοι, τί μοι προτείνεις τὸ ἐν ταῖς Παροιμίαις εἰρημένον, ὅτι Κύριος έκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτ τοῦ; ο Σολομών παραβολὰς καὶ σκοτεινὸν λόγον τὴν σύνταξιν κέκληκε τοῦ ἰδίου βιβλίου. "Αλλο τοιγάρτοι ἐστὶ τὸ παραβολικῶς ῥηθὲν καὶ συνεσκιασμένον, καὶ πολλὰς ὑπονοίας δεχόμενον, καὶ ἄλλο τὸ λευκῶς, καὶ ἀσυγκαλύπτως, σαφῶς τε καὶ διαῤῥήδην δογματισθέν. Σὺ δὲ τὴν φωτεινὴν τοῦ ᾿Αποστόλου διδασκαλίαν ἀπο στραφεὶς τῷ βεβλάφθαι τὴν τῆς ψυχῆς ὅρασιν, τοῖς σκοτεινοῖς προσέχεις αινίγμασιν. Καὶ ποίαν ἄρα σχοίης ἀπολογίαν; Ἐβουλόμην μὲν οὖν ἐπιλῦσαί σοι τὴν πρότασιν τῆς παροιμίας, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ τῇ ἀλόγῳ προλήψει κεκάρωσαι τῆς τῶν ᾿Αρειομανιτών Ιοβολίας, ἐπέσχον τοῦ καλάμου τὴν κίνησιν, μόνον τοῦτο παραινών, είγε καὶ ἀνάσχοιο· 8 νύν γοῦν, τοῖς εὐαγγελισταῖς καὶ ἀποστόλοις μᾶλλον κηρύττουσι πείθεσθαι, ἢ τοῖς τῶν ιοβόλων δρακόντων χαλαιπωτέροις Αρειανοῖς. Πλὴν πεπληροφόρημαι, ὡς οὐδὲν ὠφέλησε: ὁ διαλεγόμενος εἰς ὦτα νενεκρωμένα. ΟΔ'. — ΦΡΟΥΜΕΝΤΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΕΚΔΙΚΟ. Ναῦται μὲν καὶ κυβερνῆται πάντα ποιοῦσιν, ὅπως ἂν τὸ πέλαγος διαδράμοιεν, καὶ πρὸς λιμένα κατα πλεύσαιεν, σὺ δὲ διὰ παντὸς πελαγίοις φιλονεικείς ἀλεύειν ἐν ταῖς τρικυμίαις τῶν βιωτικών πραγμά των συνεχῶς, καὶ ἐν ταῖς ἀγοραῖς, καὶ τοῖς δικαστη μίοις στρεφόμενος, προφάσει μὲν τῆς τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων προμηθείας, τῇ δὲ ἀληθείᾳ χάριν πλεονεξίας ἀκορέστου καὶ συλλογῆς ἀδι κου. ΟΒ. — ΠΟΜΠΗΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Χεβρών συζυγὴ ἑρμηνεύεται. Διὰ τί δὲ συζυγή προσηγορεύθη ὁ τόπος; "Οτι ἐκεῖ κατὰ συζυγίαν κεῖν ται ᾿Αβραὰμ καὶ Σάββα, Ἰσαὰκ καὶ Ρεβέκκα, Ἰακὼβ καὶ Λία. Καλῶς τοίνυν ὁ θεοφιλής Χαλέβ πολλῇ σπουδῇ, καὶ πόνῳ, καὶ ἱδρῶτι ἔλαβε τὴν μνή μὴν τῶν ἀοιδίμων πατριαρχῶν, ἥτις μητρόπολις ὑπῆρχε τῶν Ἐνακίμ, καταφονεύσας τοὺς τῶν ὑπερ ηφάνων γιγάντων ἀσεβεῖς, καὶ φαύλους ἀπογόνους καὶ γίνεται κλῆρος τοῦ Χαλέβ πᾶσα ἡ γῆ, ἐν ᾗπερ ἐτύγχανον οι τάφοι τῶν μακαρίων ἐκείνων. ΟΓ. Τῷ αὐτῷ. Μὴ ἀθυμήσῃς· καὶ γὰρ καὶ σοὶ δέδοται πιστεύσαντι τῷ ἐκ σπέρματος ᾽Αβραὰμ γεγεννημένῳ Χρι στῷ, κλῆρος νοητός. Θεός γάρ του γέγονεν ὁ Θεὸς τῶν ἀειμνήστων πατριαρχῶν. Τῷ αὐτῷ. Τί ξενίζῃ βλέπων πονηρότατόν τε καὶ ἀνοσιώτα τον ὑπερευφημούμενον, καὶ ἐνδοξαζόμενον παρα νόμως, καὶ μεγάλα ἰσχύοντα παρὰ τοῖς δυναστεύουσιν; Μνήσθητι τῆς Γραφῆς ἐμβοώσης, ὅτι • Εδόθη ὁ ἀσεβὴς ἐν ὕψεσι μεγάλοις· ν τουτέστι, συνεχωρήθη υψωθή και κατὰ τὸν κόσμον τοῦτον. Συγκεχώρηται δὲ ΡΟΜΡΕΙΟ το το
EPISTOLARUM LIB. I.
τήσεως επερωτώνται λόγους· καί· «Τί πέπονθας, Δ' deposcuntur f. El, c quid pertulisti, mare, ut
θάλασσα, ὅτι ἔφυγες, καὶ σὺ, Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης
εἰς τὰ ὀπίσω;» Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχοι, τί μοι
προτείνεις τὸ ἐν ταῖς Παροιμίαις εἰρημένον, ὅτι
• Κύριος έκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτ
τοῦ; ο Σολομών παραβολὰς καὶ σκοτεινὸν λόγον τὴν
σύνταξιν κέκληκε τοῦ ἰδίου βιβλίου. "Αλλο τοιγάρτοι
ἐστὶ τὸ παραβολικῶς ῥηθὲν καὶ συνεσκιασμένον, καὶ
πολλὰς ὑπονοίας δεχόμενον, καὶ ἄλλο τὸ λευκῶς, καὶ
ἀσυγκαλύπτως, σαφῶς τε καὶ διαῤῥήδην δογματισθέν.
Σὺ δὲ τὴν φωτεινὴν τοῦ ᾿Αποστόλου διδασκαλίαν ἀποστραφεὶς τῷ βεβλάφθαι τὴν τῆς ψυχῆς ὅρασιν, τοῖς
σκοτεινοῖς προσέχεις αινίγμασιν. Καὶ ποίαν ἄρα
σχοίης ἀπολογίαν; Ἐβουλόμην μὲν οὖν ἐπιλῦσαί σοι
τὴν πρότασιν τῆς παροιμίας, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ τῇ ἀλόγῳ
προλήψει κεκάρωσαι τῆς τῶν ᾿Αρειομανιτών Ιοβολίας,
ἐπέσχον τοῦ καλάμου τὴν κίνησιν, μόνον τοῦτο
παραινών, είγε καὶ ἀνάσχοιο· 8 νύν γοῦν, τοῖς εὐαγ
γελισταῖς καὶ ἀποστόλοις μᾶλλον κηρύττουσι πείθεσθαι, ἢ τοῖς τῶν ιοβόλων δρακόντων χαλαιπωτέροις
Αρειανοῖς. Πλὴν πεπληροφόρημαι, ὡς οὐδὲν ὠφελή
σε: ὁ διαλεγόμενος εἰς ὦτα νενεκρωμένα.
ΟΔ'. — ΦΡΟΥΜΕΝΤΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΕΚΔΙΚΟ.
Ναῦται μὲν καὶ κυβερνῆται πάντα ποιοῦσιν, ὅπως
ἂν τὸ πέλαγος διαδράμοιεν, καὶ πρὸς λιμένα καταπλεύσαιεν, σὺ δὲ διὰ παντὸς πελαγίοις φιλονεικείς
ἀλεύειν ἐν ταῖς τρικυμίαις τῶν βιωτικών πραγμάτων συνεχῶς, καὶ ἐν ταῖς ἀγοραῖς, καὶ τοῖς δικαστημίοις στρεφόμενος, προφάσει μὲν τῆς τῶν ἐκκλη
σιαστικῶν πραγμάτων προμηθείας, τῇ δὲ ἀληθείᾳ
χάριν πλεονεξίας ἀκορέστου καὶ συλλογῆς ἀδι
κου.
ΟΒ. — ΠΟΜΠΗΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Χεβρών συζυγὴ ἑρμηνεύεται. Διὰ τί δὲ συζυγή
προσηγορεύθη ὁ τόπος; "Οτι ἐκεῖ κατὰ συζυγίαν κεῖν·
ται ᾿Αβραὰμ καὶ Σάββα, Ἰσαὰκ καὶ Ρεβέκκα,
Ἰακὼβ καὶ Λία. Καλῶς τοίνυν ὁ θεοφιλής Χαλέβ
πολλῇ σπουδῇ, καὶ πόνῳ, καὶ ἱδρῶτι ἔλαβε τὴν μνήμὴν τῶν ἀοιδίμων πατριαρχῶν, ἥτις μητρόπολις
ὑπῆρχε τῶν Ἐνακίμ, καταφονεύσας τοὺς τῶν ὑπερ
ηφάνων γιγάντων ἀσεβεῖς, καὶ φαύλους ἀπογόνους·
καὶ γίνεται κλῆρος τοῦ Χαλέβ πᾶσα ἡ γῆ, ἐν ᾗπερ
ἐτύγχανον οι τάφοι τῶν μακαρίων ἐκείνων.
ΟΓ. Τῷ αὐτῷ.
Μὴ ἀθυμήσῃς· καὶ γὰρ καὶ σοὶ δέδοται πιστεύ
σαντι τῷ ἐκ σπέρματος ᾽Αβραὰμ γεγεννημένῳ Χριστῷ, κλῆρος νοητός. Θεός γάρ του γέγονεν ὁ Θεὸς
τῶν ἀειμνήστων πατριαρχῶν.
01'.
Τῷ αὐτῷ.
Τί ξενίζῃ βλέπων πονηρότατόν τε καὶ ἀνοσιώτατον ὑπερευφημούμενον, καὶ ἐνδοξαζόμενον παρανόμως, καὶ μεγάλα ἰσχύοντα παρὰ τοῖς δυναστεύουσιν; Μνήσθητι τῆς Γραφῆς ἐμβοώσης, ὅτι • Εδόθη
ὁ ἀσεβὴς ἐν ὕψεσι μεγάλοις· ν τουτέστι, συνεχωρήθη
υψωθή και κατὰ τὸν κόσμον τοῦτον. Συγκεχώρηται δὲ
** Psal. cxit, 4.
18 ibid. 5. 7* Prov. viii, 22.
fugeres, et tu, Jordanis, ut retro cederes 119, Sihæc
itaque ita se habent, quid mihi proponis, quod
in Proverbiis dictum est: Dominus fabricavit
me principium viarum suarum, in opera sua
Salomon Parabolas, obscurumque sermonem cos;-
structionem proprii libri nuncupavit 75. Aliud enim
est quod parabolis exprimitur, tenebrisque involvitur, multosque significatus admittit, et aliud,
quod clare, et aperte, planeque, et sine ullo involucro enuntiatur. Tu vero lucidam Apostoli doctrinam abjiciens, quod visu animæ læsus sis,
obscuris ænigmatibus mentem applicas: et quamnam de hoc excusationem proferes? Erat itaque
mibi in animo, proposito ex Proverbiis dubio respondere, veruntamen cum tu inepta, ac. sine
ratione præceptione Arianorum ictibus, veluti
veterno confixus sis, motum calami repressi, ad
illud solum cohortans, si id patienter sustinueris, ut saltem nunc evangelistarum et apostolce
rum prædicationem admittas, quam venenatorum
serpentium pestilentiorum Arianorum. Attamen
certo scio nulli futurum utilitati, qui in aures
demortuas verba profundit.
FRUMENTIO ECCLESIÆ DEFENSORI.
Nautæ quidem, atque gubernatores conatus on -
nes suos referunt, ut trajecto mare, in portum
sese deducant. Tu vero semper in alto mari summa
contentione 32 piscationi incunbis in rerum humauarum fluctus sape et in foro, et in tribunalibus pererrans, eo nomine, ut rebus ecclesiasticis
provideas, re tamen plura habendi aviditatis, quæ
nunquam exsatiatur, atque injustæ exactionis
gratia.
LXXII. ΡΟΜΡΕΙΟ DIACONO.
Chevron notat conjunctionem 1o. Quiaman
vero ob causam locus ille nomen id habuit?
quod ibi conjugati jacent Abraham et Sarra, Isaa
et Rebecca, Jacob et Lia. Probe igitur Deo gratus
Chaleb multo studio, et labore, necnon sudore
memoriam celeberrimorum patriarcharum excepit,
quæ erat metropolis Enacim, arrogantium gigantum impiis, ac nequam successoribus obtruncatis:
et fit sors Chaleb, universa illa terra, in qua beatorum illorum: sepulcra exstabant.
LXXIII. Eidem.
Ne despondeas animum, tibi etenim, qui Christo
cx semine Abrahæ orto credidisti, data est sors
intellectualis. Deus enim tibi factus est Deus semper commemorandorum patriarcharum.
- Eidem.
Quid stupes, et tanquam de re nova et peregrina
admiraris iniquissimum videns atque improbissimum laudibus nefarie exaltatum, et gloria præ.
divitem, et apud imperantes infinito cæteris præstantem? Recordare Scripturæ inclamantis: Datus
33 est impius in altitudinibus magnis 77,» perτο Prov. 1, 1. το Josue xiv, 14.
77 Eccle. x,
col. 115–116page 29 of 262
PG 79:115οὐκ ἀκρίτως, ἀλλ᾽ ἵνα λίαν μετάρσιος ἐκφανθείς, κἀκεῖθεν καταπεσὼν ἀνίατον συντριβὴν ὑπομείνῃ. ΟΕ'. ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟ Εἴρηκας διὰ τοῦτο πολλάκις πλήθη βαρβάρων έμβάλλειν τῇ Ῥωμανία, διότι μὴ βούλονται πάντες, μήτε μὴν προθυμοῦνται θεραπεύειν θυσίαις τους θεοὺς τῶν Ἑλλήνων. Γνῶθι τοίνυν τρανότερον, καὶ ἄνευ τινὸς καλύπτρας, ὅτι καὶ βαρβάρων επιδρομαί, καὶ σεισμοί, καὶ ἐμπρησμοί, καὶ τὰ ἄλλα πάντα ἀνιαρά, δι' οὐδὲν ἄλλο γίνεται, ἢ διὰ τὴν πονηρίαν καὶ ἡλιθιότητα τῶν κατὰ σὲ δεισιδαιμόνων καὶ δυσο σεβῶν ἀνθρώπων, μὴ παυομένων τῆς εἰδωλολατρίας, ἀλλὰ θυόντων κατὰ τὰ προάστεια τοῖς ἐλεθρίας δαί μησι καθεκάστην ἡμέραν, καὶ μετὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ σωτήριον ἐπιδημίαν καὶ ἔκλαμψιν περιπατούντων ἐν σκότει, καὶ ψηλαφούντων τους τοίχους ἐν μεσημε Ερίᾳ ὥσπερ τυφλῶν. 'Αλλ' εἴθε γνῶνα! ποτε γοῦν ὕστερον δυνηθείης τὸν θεῖον Μωϋσέα ἐκπομπεύοντα τὴν μετὰ τὴν ἄφεδρον πάλιν αἱμορροούσαν ψυχήν πρώην γὰρ δέξας πρὸς ὀλίγας ἡμέρας τῷ Χριστοῦ κηρύγματι καθαρθῆναι τῆς εἰδωλομανίας, νῦν πάλιν μεταβαλὼν κακῶς φοινίττῃ ταῖς βδελυραῖς τῶν ξοάνων θυσίαις. ΟϚ'. - ΡΟΥΦΙΝΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΑ. Ἐπειδὴ σὺν τοῖς νόμοις τοῖς δημοσίοις καὶ τὴν θείαν μεταχειρίζῃ Γραφὴν, ὅπερ οὖν πολυμαθίας ὑπάρχει τεκμήριον, καὶ κτήτωρ παντοίας καθέστηκας ἀρετῆς, μάνθανε καὶ ὅπερ ἠρώτησας. Τὰ γὰρ δὴ ψέλλια, ἅπερ προσενήνοχε τῇ Ρεβέκκᾳ ὁ τοῦ Αβραὰμ παῖς, σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας, φρονής σεώς τε καὶ τῆς δικαιοσύνης ἐτύγχανον σύμβολα. ΟΖ'. Τὸ οὐαὶ θρηνώδες ὑπάρχει ἐπίφθεγμα, μυρία προμαρτυρόμενον σκυθρωπὰ καὶ ἀνιαρά. Διὰ τοῦτο τοίνυν ὁ Κύριος εἴρηκε διὰ τοῦ Ἡσαΐου· Οὐαὶ οἱ ἐπισπώμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν, ο ὥσπερ σχοι νίῳ μακρῷ, ἐκ τοῦ προστιθέναι ταῖς προλαβούσαις ἁμαρτίαις τὰς μεταγενεστέρας μηκυνομένῳ ἀεί. ΟΗ'. — Τῷ αὐτῷ. Πυνθάνῃ τί ἂν σημαίνοιεν ὅ τε ἀρχιοινοχόος τοῦ Φαραὼ τοῦ ἠγαπηκότος τὸν σώφρονα Ἰωσήφ, καὶ δ αρχισιτοποιός. Ἡγοῦμαι τοίνυν διὰ τοῦ ἀρχιοινο το χόου δηλοῦσθαι τῶν Χριστιανῶν λαόν, προσφέροντα τῷ Θεῷ τὸν οἶνον τῆς πίστεως· διὰ δὲ τοῦ ἀρχισιτοποιοῦ μηνύεσθαι τὸν δῆμον τῶν Κυριοκτόνων και ἀπίστων Εβραίων, οὗτινος διὰ τὴν πολλὴν σκληροκαρδίαν καὶ τὴν ἀνοητίαν ἀφῃρέθη ἡ κεφαλή. Τῆς μὲν γὰρ Ἐκκλησίας κεφαλὴ ὁ Χριστός χρηματίζει, τῶν δὲ μὴ πιστευόντων οὐκ ἔστι. Αποκεφαλίζεται τοίνυν ὁ μὴ πιστεύσας τῷ θείῳ κηρύγματι, καὶ ἀνασκολοπίζεται· οἱ δὲ πιστοί. πτερωτοὶ τῇ διανοίᾳ καὶ τῇ γνώσει γενόμενοι, ἐφίπτανται τοῖς ἀχράντοις καὶ σωτηρίοις δίσκοις, καὶ τὸν ἄρτον ἐσθίουσι τὸν καταβεβηκότα ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ζωὴν αἰώνιον ἡμῖν χαριζόμενον.
missum scilicet illi est, ut sccundum hunc mun- οὐκ ἀκρίτως, ἀλλ᾽ ἵνα λίαν μετάρσιος ἐκφανθείς,
dum exaltetur. Neque hæc facultas sine judicio
data est, sed ut ille in sublime evectus, indeque
præceps actus, sine ullo remedio excidium subeat.
LXXV.. APOLLODORO RHETORI.
Asseverasti, propterea sæpius barbarorum multitudinem in Romanorum regiones irrumpere,
quo:l non omnes velint, neque procurent numina
gentium sacrificiis sibi conciliare. Tu tamen illud
habeto expressius, et sine ullo tegumento, irrupliones barbarorum, terræ notus, incendia, cateraque tristia ob nullam aliam causam, quam ob
malitiam, et stuporem eorum, qui ut tu, dæmo.
nibus nimio multo addicantur, et malorum hominum impietatem, qui non cessant ab idolorum
cultu, sed quotidie perniciosis damonibus in suburbiis sacrificant, et post salutarem Christi adventum, et illustrationen in tenebris ambulant, et
muros in meridie, æque ac cæci, contractant,
evenire. Sed utinam tandem aliquando saperes,
et agnosceres divinum Moysen 78, qui post menstrua tempora rursus fluxum sanguinis patienten
animam relegat: namque cum ante paucos dies
Christi prædicatione emundari visus sis, nunc
rursus mutata sententia, exsecrandis statuarum
sacrificiis cruentaris.
LXXVI. — RUFFINO SCHOLASTICO.
Quando cum legibus publicis, etiam sacram
pertractas 34, Scripturam, quod eruditionis variz
indicium est, et omnium virtutum possessor exsistis: quod postulasti, perdiscito. Brachialia,
quæ Rebeccæ Abrahami filius obtulit”, continentiæ, fortitudinis, prudentiæ ac justitiæ symbolum
faere.
Va, deplorantis vox est, innumera tristia, cl
moeroris plena designans. Propterea itaque Dominus per Isaiam dixit: «Væ illis qui attrahunt
peccata sua, uti fune longɔ › qui post priora
delicta subsecutorum additione continuo extenditur,
'
LXXVIH.. Eidem.
Quæris quid innuunt, pincernarum Pharaonis
princeps ", qui castum Josephum diligebat, et
κἀκεῖθεν καταπεσὼν ἀνίατον συντριβὴν ὑπομείνῃ.
ΟΕ'.
ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟ PHTOPI.
Εἴρηκας διὰ τοῦτο πολλάκις πλήθη βαρβάρων
έμβάλλειν τῇ Ῥωμανία, διότι μὴ βούλονται πάντες,
μήτε μὴν προθυμοῦνται θεραπεύειν θυσίαις τους
θεοὺς τῶν Ἑλλήνων. Γνῶθι τοίνυν τρανότερον, καὶ
ἄνευ τινὸς καλύπτρας, ὅτι καὶ βαρβάρων επιδρομαί,
καὶ σεισμοί, καὶ ἐμπρησμοί, καὶ τὰ ἄλλα πάντα
ἀνιαρά, δι' οὐδὲν ἄλλο γίνεται, ἢ διὰ τὴν πονηρίαν
καὶ ἡλιθιότητα τῶν κατὰ σὲ δεισιδαιμόνων καὶ δυσο
σεβῶν ἀνθρώπων, μὴ παυομένων τῆς εἰδωλολατρίας,
ἀλλὰ θυόντων κατὰ τὰ προάστεια τοῖς ἐλεθρίας δαί·
μησι καθεκάστην ἡμέραν, καὶ μετὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ
σωτήριον ἐπιδημίαν καὶ ἔκλαμψιν περιπατούντων
ἐν σκότει, καὶ ψηλαφούντων τους τοίχους ἐν μεσημε
Ερίᾳ ὥσπερ τυφλῶν. 'Αλλ' εἴθε γνῶνα! ποτε γοῦν
ὕστερον δυνηθείης τὸν θεῖον Μωϋσέα ἐκπομπεύοντα
τὴν μετὰ τὴν ἄφεδρον πάλιν αἱμορροούσαν ψυχήν
πρώην γὰρ δέξας πρὸς ὀλίγας ἡμέρας τῷ Χριστοῦ
κηρύγματι καθαρθῆναι τῆς εἰδωλομανίας, νῦν πάλιν
μεταβαλὼν κακῶς φοινίττῃ ταῖς βδελυραῖς τῶν ξοά
νων θυσίαις.
OG'.
ΟϚ'. - ΡΟΥΦΙΝΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΑ.
Ἐπειδὴ σὺν τοῖς νόμοις τοῖς δημοσίοις καὶ τὴν
θείαν μεταχειρίζῃ Γραφὴν, ὅπερ οὖν πολυμαθίας
ὑπάρχει τεκμήριον, καὶ κτήτωρ παντοίας καθέστηκας ἀρετῆς, μάνθανε καὶ ὅπερ ἠρώτησας. Τὰ γὰρ
δὴ ψέλλια, ἅπερ προσενήνοχε τῇ Ρεβέκκᾳ ὁ τοῦ
Αβραὰμ παῖς, σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας, φρονής
σεώς τε καὶ τῆς δικαιοσύνης ἐτύγχανον σύμβολα.
ΟΖ'.
Τὸ οὐαὶ θρηνώδες ὑπάρχει ἐπίφθεγμα, μυρία
προμαρτυρόμενον σκυθρωπὰ καὶ ἀνιαρά. Διὰ τοῦτο
τοίνυν ὁ Κύριος εἴρηκε διὰ τοῦ Ἡσαΐου· Οὐαὶ
οἱ ἐπισπώμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν, ο ὥσπερ σχοι
νίῳ μακρῷ, ἐκ τοῦ προστιθέναι ταῖς προλαβούσαις
ἁμαρτίαις τὰς μεταγενεστέρας μηκυνομένῳ ἀεί.
ΟΗ'. — Τῷ αὐτῷ.
Πυνθάνῃ τί ἂν σημαίνοιεν ὅ τε ἀρχιοινοχόος τοῦ
Φαραὼ τοῦ ἠγαπηκότος τὸν σώφρονα Ἰωσήφ, καὶ δ
princeps pistorum? Ipse itaque existimo per pin- αρχισιτοποιός. Ἡγοῦμαι τοίνυν διὰ τοῦ ἀρχιοινο
cernarum principem Christianorum populum vinum
fidei Deo offerentem indicari; per pistoruin vero
principen notari turbam parricidarum, et infidelium Hebræorum, cui propter ingentem cordis
duritiam, et stupiditatem caput ablatum est. Caput
enim Ecclesiæ Christus est 8*, infidelium vero non
est. Qui itaque divinæ prædicationi non credit,
illius caput præciditur, ipse vero palo suffigitur.
Sed fideles cogitatione et cognitione volatiles facti,
ad immaculatos salutaresque discos avolant, et
panem comedunt, qui de cœlo descendit, et sempiternam vitam nobis elargitur.
* Levit. xv. 25.
79 Gen. xxiv, 22.
το Isa. V,
χόου δηλοῦσθαι τῶν Χριστιανῶν λαόν, προσφέροντα
τῷ Θεῷ τὸν οἶνον τῆς πίστεως· διὰ δὲ τοῦ ἀρχισιτοποιοῦ μηνύεσθαι τὸν δῆμον τῶν Κυριοκτόνων και
ἀπίστων Εβραίων, οὗτινος διὰ τὴν πολλὴν σκληροκαρδίαν καὶ τὴν ἀνοητίαν ἀφῃρέθη ἡ κεφαλή. Τῆς
μὲν γὰρ Ἐκκλησίας κεφαλὴ ὁ Χριστός χρηματίζει,
τῶν δὲ μὴ πιστευόντων οὐκ ἔστι. Αποκεφαλίζεται
τοίνυν ὁ μὴ πιστεύσας τῷ θείῳ κηρύγματι, καὶ ἀνασκολοπίζεται· οἱ δὲ πιστοί. πτερωτοὶ τῇ διανοίᾳ καὶ
τῇ γνώσει γενόμενοι, ἐφίπτανται τοῖς ἀχράντοις
καὶ σωτηρίοις δίσκοις, καὶ τὸν ἄρτον ἐσθίουσι τὸν
καταβεβηκότα ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ζωὴν αἰώνιον ἡμῖν
χαριζόμενον.
8 Gen. xl., 1 scql, *² Ephes. v, 23.
col. 117–118page 30 of 262
PG 79:117ΟΘ. - ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ ΓΑΙΝΑ. Οὐκ ἀφ' ἑαυτοῦ κινούμενος, ἀλλ' ἀφ' ἑτέρων ἀναγ καζόμενος γεγράφηκάς μοι· Πῶς δύναται ὁ Υἱὸς τῷ Πατρὶ ὁμοούσιός τε καὶ ἰσοδύναμος ὑπάρχειν, δεόμενος τοῦ Πατρὸς, όπως ὑποτάξει αὐτῷ τὰ πάντα, καὶ μετὰ τοῦτο, καθὼς ὁ ᾿Απόστολος γράφει, υπου τασσόμενος τῷ Πατρὶ ὑποτάξαντι αὐτῷ πᾶσαν τὴν κτίσιν; Τί λέγεις, ὦ ἄνθρωπε; Δεῖται γὰρ ὅλως ὁ Χριστὸς ὑποταγῆναι Θεῷ Θεὸς ὤν; Μὴ γὰρ λῃστής τις καὶ ἀγέρωχος, ἢ ἀντίθεός ἐστιν, ὅπως ἂν καὶ χρήζοι ὑποταγῆναί ποτε; Πῶς οὖν εἴρηται, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Υἱὸς μετὰ τὴν ὑποταγὴν τῶν ἐχθρῶν ὑπο ταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ πάντα; "Ωσπερ κατάρα ήκουσε δι᾿ ἐμὲ ὁ τὴν ἐμὴν λύων κατάραν διὰ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, καὶ ἁμαρτία λέλεκται ὁ μόνος ἀναμάρτητος καὶ ἀμώμητος ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ᾿Αδάμ γέγονεν ἀντὶ τοῦ παλαιοῦ νέος· οὕτω δὴ καὶ τὸ τῶν ἀνθρώπων ἀνυπότακτον, ἑαυτοῦ ποιεῖται, ὡς κεφαλή τοῦ παντός. Ἕως μὲν οὖν ἀνυπότακτος ἐγὼ καὶ στασιώδης τῇ τε ἀρνήσει τοῦ Θεοῦ καὶ τοῖς πάθεσιν, ἀνυπότακτος δι' ἐμὲ ὁ Χριστὸς λέγεται· ὅταν δὲ ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, τότε καὶ αὐτὸς πληροί τὴν ὑποταγὴν προσάγων τῷ Πατρὶ ἐμὲ τὸν σεσωσμένον. Πῶς δὲ ὁμοούσιος ὁ Χριστὸς τῷ Πατρὶ ὑπάρχει κατὰ τὴν θεότητα, ισοσθενής τε καὶ ὅμοιος, περιττόν ἡγοῦμαι γράφειν τῷ μὴ παραδεχομένῳ. ΦΛΑΥΙΑΝΩ. Διατί τοὺς πόδας μόνον, καὶ οὐχὶ ἕτερον μέλος τῶν μαθητῶν ὁ Κύριος ένιψεν; "Οτι οὐ ῥύπον ἁπλῶς, καθάπερ νενόμικας, ἀπέκλυζεν ὁ Σωτὴρ, ἀλλὰ θείαν τινὰ δύναμιν ταῖς πτέρναις τῶν ἀποστόλων ἐνέβαλο λεν. Ἐπειδὴ γὰρ εἴρηται τῷ ὄφει, ότι ο Σὺ τηρήσεις τοῦ ἀνθρώπου την πτέρναν,» τουτέστι τὴν πᾶσαν τοῦ βίου διαγωγήν, διὰ τοῦτο οἱ πόδες τῶν μαθητῶν πέπλυνται, ἐν τῷ συμβόλῳ δηλοῦντες τους νοουμένους πόδας· ι Δέδωκα τοίνυν ἐξουσίαν ὑμῖν πατεῖν ἐπάνω δρεων, καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἀοράτου ἐχθροῦ.» Καὶ Ἡσαΐας λέγει· ι Ώς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην καὶ ἀγαθά!. Οἱ γὰρ δὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπόστολοι κατέλυσαν μὲν τοῦ διαβόλου τὸν πόλεμον, πᾶσαν περι δραμόντες τὴν οἰκουμένην, εἰρήνην δὲ τοῖς πᾶσιν ἐβράβευσαν, καὶ εὐηγγελίσαντο ἡμῖν τὰ οὐράνια ἀγαθά. ΠΑ'. Τῷ αὐτῷ. ψατο τῶν ποδῶν ὁ Κύριος, ἵνα ἐνισχύσῃ πόδας γηΐνους καὶ ἀσθενεῖς, μέλλοντας διατρέχειν πᾶσαν τὴν ὑφ᾽ ἡλίῳ· λαμβάνεται τοῦ μέρους τῆς πτέρνης, καθ᾿ ἧς ἡ ἀπόφασις καταρχὰς ἐξενήνεκτο, ἵνα τοῦ μεγάλου ἰατροῦ τὴν χεῖρα ἐπιθέντος. μηκέτι ένερ γήσῃ ὁ ἱὸς τοῦ νοητοῦ ὄφεως. Ενδυναμωθεῖσα τοί νυν ἡ πτέρνα ὑπὸ τῆς χειρὸς τοῦ ἀψαμένου Δεσπό του ἐπάτησε τὸν Σατανᾶν τὸν ἐξαπατήσαντα πρώην τοὺς πρωτοπλάστους, καὶ οὕτω πεπλήρωται τὸ ὑπὸ
EPISTOLARUM LIB. I
ΟΘ. - ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ ΓΑΙΝΑ.
Οὐκ ἀφ' ἑαυτοῦ κινούμενος, ἀλλ' ἀφ' ἑτέρων ἀναγ
καζόμενος γεγράφηκάς μοι· Πῶς δύναται ὁ Υἱὸς
τῷ Πατρὶ ὁμοούσιός τε καὶ ἰσοδύναμος ὑπάρχειν,
δεόμενος τοῦ Πατρὸς, όπως ὑποτάξει αὐτῷ τὰ πάντα,
καὶ μετὰ τοῦτο, καθὼς ὁ ᾿Απόστολος γράφει, υπου
τασσόμενος τῷ Πατρὶ ὑποτάξαντι αὐτῷ πᾶσαν τὴν
κτίσιν; Τί λέγεις, ὦ ἄνθρωπε; Δεῖται γὰρ ὅλως ὁ
Χριστὸς ὑποταγῆναι Θεῷ Θεὸς ὤν; Μὴ γὰρ λῃστής
τις καὶ ἀγέρωχος, ἢ ἀντίθεός ἐστιν, ὅπως ἂν καὶ
χρήζοι ὑποταγῆναί ποτε; Πῶς οὖν εἴρηται, ὅτι καὶ
αὐτὸς ὁ Υἱὸς μετὰ τὴν ὑποταγὴν τῶν ἐχθρῶν ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ πάντα; "Ωσπερ
κατάρα ήκουσε δι᾿ ἐμὲ ὁ τὴν ἐμὴν λύων κατάραν
διὰ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, καὶ ἁμαρτία λέλεκται
ὁ μόνος ἀναμάρτητος καὶ ἀμώμητος ἀμνὸς τοῦ
Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ᾿Αδάμ
γέγονεν ἀντὶ τοῦ παλαιοῦ νέος· οὕτω δὴ καὶ τὸ τῶν
ἀνθρώπων ἀνυπότακτον, ἑαυτοῦ ποιεῖται, ὡς κεφαλή
τοῦ παντός. Ἕως μὲν οὖν ἀνυπότακτος ἐγὼ καὶ στα
σιώδης τῇ τε ἀρνήσει τοῦ Θεοῦ καὶ τοῖς πάθεσιν,
ἀνυπότακτος δι' ἐμὲ ὁ Χριστὸς λέγεται· ὅταν δὲ
ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, τότε καὶ αὐτὸς πληροί τὴν
ὑποταγὴν προσάγων τῷ Πατρὶ ἐμὲ τὸν σεσωσμένον.
Πῶς δὲ ὁμοούσιος ὁ Χριστὸς τῷ Πατρὶ ὑπάρχει
κατὰ τὴν θεότητα, ισοσθενής τε καὶ ὅμοιος, περιττόν
ἡγοῦμαι γράφειν τῷ μὴ παραδεχομένῳ.
Il'.
- ΦΛΑΥΙΑΝΩ.
GAINÆ COPIARUM DUCTORI.
Non ex te ipso motus, sed ab aliis coactus litteris
tuis a me postulasti: quomodo potest Filius ejusdem cum Patre essentiæ et potestatis esse, cum
Patre petat, ut sibi omnia subjiciat; postmodum,
ut Apostolus scribit *, Patri se subjiciens, qui illi
omnem creaturam subjecerat? Quid ais, mi vir?
Indigetne Christus, qui Deus est, Deo subdi? Num
ille prædo quispiam est, et nimius animi, et Dei
hostis, ideoque illi opus est aliquando subdi? Qu10modo itaque dictum est, Filium ipsum post subactos adversarios subdendum fore illi, qui ipsi omnia
subdiderat? Ea ratione, qua maledictio dictus est
propter me, qui meam maledictionem suæ incarnationis arcano dissolvit; et peccatum nuncupatus
est, qui solus sine peccato est, et immaculatus
agnus Dei, qui tollit peceatum mundi, et Adanı
factus est pro vetusto illo junior: eadem et effrene
hominum ingenium, quod subdi nescit, sibi asciscit,
tanquam omnium caput. Donec itaque ipse subjectionem renuo, et discordiis, Dei ejuratione, et
affectibus gaudeo, subjectionem renuere propter
me Christus dicitur: postquam vero ipsi omnia
subjecta fuerint, tunc et ille subjectionem subit,
me, qui salvatus sum, Patri offerens. Quanam autem ratione Christus ejusdem cum Patre essentiæ
est secundum divinitatem, ejusdemque potentiæ, et
similis, frustra id scripserim verba non admittenti.
Διατί τοὺς πόδας μόνον, καὶ οὐχὶ ἕτερον μέλος τῶν
μαθητῶν ὁ Κύριος ένιψεν; "Οτι οὐ ῥύπον ἁπλῶς,
καθάπερ νενόμικας, ἀπέκλυζεν ὁ Σωτὴρ, ἀλλὰ θείαν
τινὰ δύναμιν ταῖς πτέρναις τῶν ἀποστόλων ἐνέβαλο
λεν. Ἐπειδὴ γὰρ εἴρηται τῷ ὄφει, ότι ο Σὺ τηρήσεις
τοῦ ἀνθρώπου την πτέρναν,» τουτέστι τὴν πᾶσαν
τοῦ βίου διαγωγήν, διὰ τοῦτο οἱ πόδες τῶν μαθητῶν
πέπλυνται, ἐν τῷ συμβόλῳ δηλοῦντες τους νοουμένους
πόδας· ι Δέδωκα τοίνυν ἐξουσίαν ὑμῖν πατεῖν ἐπάνω
δρεων, καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν
τοῦ ἀοράτου ἐχθροῦ.» Καὶ Ἡσαΐας λέγει· ι Ώς
ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην καὶ
ἀγαθά!. Οἱ γὰρ δὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπόστολοι κατέλυσαν μὲν τοῦ διαβόλου τὸν πόλεμον, πᾶσαν περιδραμόντες τὴν οἰκουμένην, εἰρήνην δὲ τοῖς πᾶσιν
ἐβράβευσαν, καὶ εὐηγγελίσαντο ἡμῖν τὰ οὐράνια
ἀγαθά.
ΠΑ'.
Τῷ αὐτῷ.
ψατο τῶν ποδῶν ὁ Κύριος, ἵνα ἐνισχύσῃ πόδας
γηΐνους καὶ ἀσθενεῖς, μέλλοντας διατρέχειν πᾶσαν
τὴν ὑφ᾽ ἡλίῳ· λαμβάνεται τοῦ μέρους τῆς πτέρνης,
καθ᾿ ἧς ἡ ἀπόφασις καταρχὰς ἐξενήνεκτο, ἵνα τοῦ
μεγάλου ἰατροῦ τὴν χεῖρα ἐπιθέντος. μηκέτι ένεργήσῃ ὁ ἱὸς τοῦ νοητοῦ ὄφεως. Ενδυναμωθεῖσα τοίνυν ἡ πτέρνα ὑπὸ τῆς χειρὸς τοῦ ἀψαμένου Δεσπό
του ἐπάτησε τὸν Σατανᾶν τὸν ἐξαπατήσαντα πρώην
τοὺς πρωτοπλάστους, καὶ οὕτω πεπλήρωται τὸ ὑπὸ
63 1 Cor. IV,
ss Joan. XIII,
RK
36 LXXX. FLAVIANO.
Quamobrem pedes tantum, nec aliam corporis
discipulorum partem Dominus lavit *? quod non
sordes meras, ut tu existimas, Servator expurgabat, sed divinam quamdam firmitatem calcaneis
apostolorum coaddebat. Cum enim serpenti dictum
sit Tu observabis hominis calcaneum *,, hoc
est universa vitæ rationem: propterea discipulorum pedes abluti sunt, ut designarentur, qui intellectu concipiuntur, pedes: ‹ Dedi ergo vobis
potestatem calcandi super serpentes, et scorpiones,
et omnem facultatem invisibilis adversarii 8. › Et
Isaias dicit: Quam pulchri sunt pedes evangelizantium pacem, et bona 87.» Apostoli etenim
Christi, toto terrarum orbe peragrato, diaboli
bellicos nervos, compresserunt, pacem omnibus
distribuerunt, et nobis coelestia bona annuntiarunt.
Eidem.
Tetigit pedes Dominus, ut. pedes terrenos, ac
imbecilles, totum terrarum orbem peragraturos
corroboraret: partem calcanei arripit, contra
quem sententia in principio lata est, ut magno
medico manum superimponente, intellectualis serpentis venenum vires amitteret. Calcaneus itaque
manu tangentis Domini corroboratus calcavit Sa -
tanam, qui primum conditis hominibus illusit, ct
sie completum est, quod a vate Debora in canticis
4-17. Gen. m, 13,
26 Luc. x, 19.
*7 Isa. Lu,
col. 119–120page 31 of 262
PG 79:119τῆς προφήτιδος Δεβόρρας βεβοημένον ἐν ᾄσμασιν **. › • Καταπατήσει τοὺς ἐχθρούς μου ἡ ἐμὴ δυναμωθεῖσα ψυχή.» Καὶ ὁ Δαυίδ κέκραγε ψάλλων ἐπινίκιον Πεσοῦνται ὑπὸ τοὺς πόδας μου οἱ ἐπανιστάμενοί μοι, καὶ ὥσπερ πηλὸν πλατειῶν λεανῶ τοὺς ἐχθρούς μου. — Ἰδοὺ γὰρ δέδωκα ὑμῖν ἐξουσίαν, ὁ Κύ ριος εἴρηκε, πατεῖν, καὶ μὴ καταπατεῖσθαι, μηδὲ ἐξ απατᾶσθαι ὑπὸ τοῦ λυμεῶνος.» ΠΒ'. ΦΙΡΜΑ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΩ. Μὴ σπεῦδε γενέσθαι ἄρχων τῆς ἐπαρχίας διὰ τῆς προστασίας τοῦ προσώπου ἐκείνου, ἵνα μὴ ἀρχθῇς, καὶ πέσῃς, καὶ ἄγαν ταπεινωθῇς, καὶ ἀφανισθῇς παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα. ΠΓ'. — ΕΥΓΕΝΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Φρυάττῃ ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τῶν Γραφῶν, καὶ μετ γαλαυχεῖς φυσώμενος ἐπὶ ταῖς θεωρίαις, ἀντὶ καρ πῶν ψιλὰ τὰ φύλλα κατέχειν τερπόμενος, καὶ μυ κτηρίζεις τοὺς γνῶσιν μὴ ἔχοντας. Τοῦτο δ' ἂν καὶ σκηνικοὶ πολλάκις ποιῆσαι δυνήσονται. Αλλ' ἔργοις μᾶλλον εὐαρέστοις τῷ Θεῷ τὴν σαυτοῦ ψυχὴν ὡραῖ σαι καὶ κοσμῆσαι θέλησον· «Οὐαὶ γὰρ, φησί, γραμ ματεῦσι καὶ Φαρισαίοις υποκρινομένοις τὴν μάθη σιν τῶν μακαρίων λόγων, ὅτι λέγουσι τὰ χρηστά, καὶ οὐ ποιοῦσιν αὐτά.» Πρότερον τοίνυν πρᾶξον, καὶ μετὰ τοῦτο δίδασκε. Π.. - ΦΙΛΑΓΡΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Ὁ δίκαιος Νῶς τὸν Χριστὸν χαρακτηρίζει, τὸν λέγοντα ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις· «Δεῦτε πρός με πάν τες οἱ πεφορτισμένοι τοῖς πολλοῖς παραπτώμασιν, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς, ἐν τῇ κιβωτῷ τῆς ἐκκλησίας, λελυτρωμένους εργασίας φαυλοτάτης καὶ ἐπι καταράτου. Τεχθέντος γάρ ποτε τοῦ μακαρίου Νώε, τυπικῶς καὶ προφητικῶς εἴρηται, ὅτι «Οὗτος διαναπαύσει ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ἔργων ἡμῶν, καὶ ἀπὸ τῆς γῆς, ἧς κατηράσατο Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν.» ΠΕ'. Τῷ αὐτῷ. Τοῦ λαοῦ τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων πρόσωπον φέρει ὁ Χαναάμ, ὅστις καὶ γυμνωθέντος τοῦ Χριστοῦ κατα εγέλασεν, ἐφραγέλλωσέ τε διὰ τοῦ Πιλάτου καὶ ἠτι μωσε, καὶ τὰ ἑξῆς. Σὴμ δὲ καὶ Ἰαφὲς δακτυλοδεικτοῦσι τοὺς περὶ τὸν Ἰωσὴφ ἐντυλίξαντα τὸ σῶμα τοῦ Σωτῆρος, καὶ ἐναποθέμενον τῷ νεαρῷ μνήματι. Ἔτι τε αινίττονται καὶ Νικόδημον τὸν τοῦ Ἰσραὴλ διδάσκαλον, καὶ τοὺς ἄλλους, ὅσοι περιέπειν τὸ παν ἀγιον σῶμα καὶ ἐν τιμῇ ποιεῖσθαι ἐσπούδαζον. ΠϚ'. -- ΑΚΑΚΙΟ ΜΕΜΟΡΙΑΛΙΟ. Μωσῆς ὁ ἱεροφάντης πλαγίαν ἐπὶ τῶν δύο χειρῶν κρατῶν τὴν ῥάβδον, κατὰ μίμησιν τοῦ ἐπὶ σταυροῦ τὰς χεῖρας διαπετάσαντος Χριστοῦ, τὸν ᾿Αμαλὴν ἐτροπώσατο. Διὸ καὶ ἡμεῖς τὰς χεῖρας εἰς εὐχὴν ἐκε τείνοντες νικῶμεν τὸν Σατανᾶν. Εἰ ὀρθὴν καὶ μὴ πλαγίαν τὴν ῥάβδον κατεῖχεν ὁ ἅγιος Μωϋσῆς, πως βαρεῖτο τὰς χεῖρας, καὶ χρείαν εἶχε τοῦ ᾿Ααρών καὶ τοῦ ὰρ ὑποστηριζόντων ἔνθεν τὰς χεῖρας αὐτοῦ;
personatur: Pedibus calcabit adversarios mcos τῆς προφήτιδος Δεβόρρας βεβοημένον ἐν ᾄσμασιν·
anima mea corroborata **. › David quoque excla- • Καταπατήσει τοὺς ἐχθρούς μου ἡ ἐμὴ δυναμωθεῖσα
ψυχή.» Καὶ ὁ Δαυίδ κέκραγε ψάλλων ἐπινίκιον·
• Πεσοῦνται ὑπὸ τοὺς πόδας μου οἱ ἐπανιστάμενοί
μοι, καὶ ὥσπερ πηλὸν πλατειῶν λεανῶ τοὺς ἐχθρούς
μου. — Ἰδοὺ γὰρ δέδωκα ὑμῖν ἐξουσίαν, ὁ Κύ
ριος εἴρηκε, πατεῖν, καὶ μὴ καταπατεῖσθαι, μηδὲ ἐξαπατᾶσθαι ὑπὸ τοῦ λυμεῶνος.»
mat palmarium 37 accinens: Cadent sub pedibus meis, qui insurgunt adversus me, et tanquam
lutum platearum conteram inimicos meos ".
-‹ Ecce enim dedi vobis potestatem, Dominus
dixit, ut calcetis, et non ut calcemini, neque illudamini a perditore "
>
FIRMO SCRINIARIO.
Ne coneris illius hominis subsidiis provinciæ
consequi principatum, ne ipse in aliorum dominium pervenias, et cadas, et nimium vilescas, et
præter spem omnem in perditionem abeas.
LXXXIII. EUGENIO DIACONO.
Nimium in Scripturarum lectione insolescis, ac
elato animo magnifice te jactas, atque ostentas in
speculationibus, pro fructibus, nudis foliis gaudens, jocansque contemnis eos, qui similium
cognitione destituuntur. Id qui in scena gestus
agunt, sæpenumero efficere poterunt. Tu vero
operibus potius bene Deo gratis animum tuum
cohonestare exornareque contende. Væ enim,
ait, Scribis, ct Pharisæis, qui doctrinam divino -
rum verborum mentiuntur: dicunt enim bona, et
non faciunt”. & Prius itaque fac, postmodumi
doce.
LXXXIV. PHILAGRIO PRESBYTERO.
Justus Noe Christum præ se fert, qui in Evangeliis dicit: • Venite ad me, omnes qui multis
lapsibus graramini, et ego requiescere 38 faciam
vos us, in arca Ecclesia, a pessimo exsecrandoque
exercitio liberatos. Namque cum natus esset Noe,
in figura et vaticinio dictum est: • Ipse consolabitur nos ab operibus nostris, et a terra cui maledixit Dominus Deus noster”.,
LXXXV. Eidem.
Populi infidelium Judæorum personam gerit
Chanaam ", qui denudatum Christum irrisit, flagellavitque per Pilatum, et contumeliis affecit”, etc.
Sem vero et Japhet tantum non digito monstrant
Josephi comites, qui corpus Servatoris involvit, et
reposuit in novo monumento. Adhuc etiam innuunt
Nicodemum Israelis magistrum, cæterosque, qui
sanctissimum corpus custodire, et in honore labere
conabantur ".
LXXXVI. ACACIO MEMORIALIO.
Sacrorum mysta Moyses obliquum duobus manibus sustinens baculum imitatione Christum exprimens, qui supra crucem manus extenderat,
Amalecum in fugam vertit ". Propterea nos quoque
in oratione manus extendentes Satanam debellamus. Si rectum, non obliquum baculum sanctus
Moyses sustinebat, qua ratione manus onus urge
bat, indigebatque adjumento Aaronis, et Huri, qui
hinc atque illine manus illius fulcirent "?
ΠΒ'.
ΦΙΡΜΑ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΩ.
Μὴ σπεῦδε γενέσθαι ἄρχων τῆς ἐπαρχίας διὰ τῆς
προστασίας τοῦ προσώπου ἐκείνου, ἵνα μὴ ἀρχθῇς,
καὶ πέσῃς, καὶ ἄγαν ταπεινωθῇς, καὶ ἀφανισθῇς
παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα.
ΠΓ'. — ΕΥΓΕΝΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Φρυάττῃ ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τῶν Γραφῶν, καὶ μετ
γαλαυχεῖς φυσώμενος ἐπὶ ταῖς θεωρίαις, ἀντὶ καρ
πῶν ψιλὰ τὰ φύλλα κατέχειν τερπόμενος, καὶ μυ
κτηρίζεις τοὺς γνῶσιν μὴ ἔχοντας. Τοῦτο δ' ἂν καὶ
σκηνικοὶ πολλάκις ποιῆσαι δυνήσονται. Αλλ' ἔργοις
μᾶλλον εὐαρέστοις τῷ Θεῷ τὴν σαυτοῦ ψυχὴν ὡραῖ
σαι καὶ κοσμῆσαι θέλησον· «Οὐαὶ γὰρ, φησί, γραμ
ματεῦσι καὶ Φαρισαίοις υποκρινομένοις τὴν μάθη
σιν τῶν μακαρίων λόγων, ὅτι λέγουσι τὰ χρηστά,
καὶ οὐ ποιοῦσιν αὐτά.» Πρότερον τοίνυν πρᾶξον,
καὶ μετὰ τοῦτο δίδασκε.
Π.. - ΦΙΛΑΓΡΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ.
Ὁ δίκαιος Νῶς τὸν Χριστὸν χαρακτηρίζει, τὸν
λέγοντα ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις· «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ πεφορτισμένοι τοῖς πολλοῖς παραπτώμασιν,
κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς, ἐν τῇ κιβωτῷ τῆς Ἐκκλη
σίας, λελυτρωμένους εργασίας φαυλοτάτης καὶ ἐπικαταράτου. Τεχθέντος γάρ ποτε τοῦ μακαρίου Νώε,
τυπικῶς καὶ προφητικῶς εἴρηται, ὅτι «Οὗτος διαναπαύσει ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ἔργων ἡμῶν, καὶ ἀπὸ τῆς
γῆς, ἧς κατηράσατο Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν.»
ΠΕ'.
Τῷ αὐτῷ.
Τοῦ λαοῦ τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων πρόσωπον φέρει
ὁ Χαναάμ, ὅστις καὶ γυμνωθέντος τοῦ Χριστοῦ κατα
εγέλασεν, ἐφραγέλλωσέ τε διὰ τοῦ Πιλάτου καὶ ἠτιμωσε, καὶ τὰ ἑξῆς. Σὴμ δὲ καὶ Ἰαφὲς δακτυλοδεικτοῦσι τοὺς περὶ τὸν Ἰωσὴφ ἐντυλίξαντα τὸ σῶμα
τοῦ Σωτῆρος, καὶ ἐναποθέμενον τῷ νεαρῷ μνήματι.
Ἔτι τε αινίττονται καὶ Νικόδημον τὸν τοῦ Ἰσραὴλ
n διδάσκαλον, καὶ τοὺς ἄλλους, ὅσοι περιέπειν τὸ παν
ἀγιον σῶμα καὶ ἐν τιμῇ ποιεῖσθαι ἐσπούδαζον.
ΠϚ'. -- ΑΚΑΚΙΟ ΜΕΜΟΡΙΑΛΙΟ.
Μωσῆς ὁ ἱεροφάντης πλαγίαν ἐπὶ τῶν δύο χειρῶν
κρατῶν τὴν ῥάβδον, κατὰ μίμησιν τοῦ ἐπὶ σταυροῦ
τὰς χεῖρας διαπετάσαντος Χριστοῦ, τὸν ᾿Αμαλὴν
ἐτροπώσατο. Διὸ καὶ ἡμεῖς τὰς χεῖρας εἰς εὐχὴν ἐκε
τείνοντες νικῶμεν τὸν Σατανᾶν. Εἰ ὀρθὴν καὶ μὴ
πλαγίαν τὴν ῥάβδον κατεῖχεν ὁ ἅγιος Μωϋσῆς, πως
βαρεῖτο τὰς χεῖρας, καὶ χρείαν εἶχε τοῦ ᾿Ααρών
καὶ τοῦ ὰρ ὑποστηριζόντων ἔνθεν τὰς χεῖρας
αὐτοῦ;
** Judic. v. 21. * Psal. xv11, 36, 43.
1 Gen. v,
29.» Gen. 1x, 22.
* Luc. x.
• Joan. xix, 1.
or Matth.
» Luc. x1, 46; Match. xxm, 5.
ss ibid. 38. * Exod. xv, 11. " ibid. 12.
col. 121–122page 32 of 262
PG 79:121ΠΖ'. Τῷ αὐτῷ. Επωφελὶς ἂν εἴη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ σταυροειδῶς εὔχεσθαι· οὕτω γὰρ εὐλογούμεθα παρὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἄλλους πάλιν ἡμεῖς εὐλογοῦμεν. Καὶ γὰρ 5 θεσπέσιος Μωσῆς τὴν σκηνὴν ἐγκαινίζων, καὶ ἐν θρονίζων ἱερέα τὸν οἰκεῖον ἀδελφὸν, σταυροειδώς τὰς χεῖρας εἰς οὐρανὸν ἐκτείνας, ηὐλόγησεν τὸν λαόν. Πλήν μέντοι καὶ ταῦτα εἰρηκότες, τὴν εὐσεβή καὶ εὐπρεπῆ γονυκλισίαν οὐδαμῶς ἀναιρήσομεν. Καὶ γὰρ Δανιὴλ ὁ προφήτης τρίτην ώραν, καὶ ἔκτην, καὶ ἐννάτην κάμπτων ἐπὶ τῆς γῆς τὰ γόνατα, παρ εκάλει τὸν Θεόν. ΠΗ'. - Τῷ αὐτῷ. Δανιήλ μὲν ὡς οικέτης γνήσιος διὰ προσευχῆς τὰ τῶν λεόντων ἐν τῷ λάκκῳ ἐνέφραξε στόματα. Χρι στὸς δὲ ὁ τούτου Δεσπότης ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, τῶν πυλωρῶν τοῦ ᾅδου καὶ τῶν ἀμειδῶν φρουρῶν τῆς ἐκεῖσε ζοφερωτάτης εἱρατῆς τοὺς φάρυγγας ἔκλεισεν. Καὶ γὰρ εἴρητο προφητικῶς ἐν τῇ βίβλῳ τοῦ Ἰώβ· η 'Ανοί γονταί σοι φόβῳ πύλαι θανάτου, πυλωροὶ δὲ ᾅδου Ιδόντες σε έπτηξαν.» Ζῶντες λέγονται οἱ πιστεύσαντες τῷ Χριστῷ, νεκροὶ δὲ ὅσοι μὴ ἐπίστευσαν διόπερ γέγραπται· ι Καὶ ἐστάθη Μαρὼν ὁ ἱερεύς ἀνάμεσον τῶν ζώντων καὶ τῶν ἀποθανόντων.» Μετα ξὺ γάρ ἐστιν ὁ Δεσπότης Χριστός, τῶν τε παρα δεξαμένων αὐτὸν, καὶ τῶν μὴ βουληθέντων παρα δέξασθαι. Καὶ μαρτυρεῖ Ιωάννης ὁ Βαπτιστής λέ τῶν τῷ λαῷ ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου, ὅτι • Μέσος ὑμῶν ἔστηκεν, όνπερ ὑμεῖς ἀγνοεῖτε. Τῷ αὐτῷ. ΠΘ. Βλαβερὸν ἄγαν τὸ λόγον αργόν τε καὶ ἀκερδή, καὶ μὴ συμβαλλόμενον τῇ πνευματικῇ οἰκοδομή προς φέρειν ἐκ στόματος, ὁμοίως καὶ τὸ τρέφειν ἐν τῇ καρδίᾳ τοὺς ὄφεις καὶ τοὺς σκορπίους τῶν πονη ρῶν λογισμῶν. 4. Τῷ αὐτῷ. Πεθεῖς γνῶναι τὰς τῶν πατριαρχικῶν ὀνομάτων ἑρμηνείας. Καὶ δὴ λέξω σοι ταύτας. Ρουδὴν ἑρμη νεύεται, ὁρῶν υἱός· Συμεὼν δὲ, ὑπακοὴ Θεοῦ Λευί, κολλητές, τουτέστι Θεῷ προσκολλώμενος, καὶ προσχρωτίζων· Ἰούδας, ἐξομολόγησις· Ἰσσά χαρ, μισθὸς ἁγίων· Ζαβουλών, ῥύσις νυκτερίας Ἰωσήφ, Κυρίου προσθήκη Βενιαμίν, υἱὸς δεξιᾶς Δάν, κρίσις· Νεφθαλιμ, ἀνειμένον στέλεχος, ἤτοι προσευχή· Γάδ, εὐεπίτευκτος, ήγουν τυγχάνων Ασήρ, πλοῦτος, ἢ μακαρισμός. ΚΑ'. Τῷ αὐτῷ. Εναλλάξας τὰς χεῖρας ὁ ἅγιος Ἰακώβ, τοὺς περὶ τῶν Ἐφραὶμ καὶ τὸν Μανασσήν ηυλόγησεν. Καὶ βλέπε τὸ θαυμαστόν· τῇ γὰρ ἐναλλαγῇ τῶν χειρῶν ἐκτυπώσας τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου, παρέσχε τοῖς ἐγγόνοις τὰς θείας εὐλογίας, καὶ τίθησι τὸν πρῶτον δεύτερον καὶ τὸν δεύτερον πρῶτον. Τῷ αὐτῷ. Ο σταυρός Χριστοῦ τοῦ φιλανθρωποτάτου τοὺς πρώτους δευτέρους ἀπέδειξε διὰ τὴν σφῶν ἀλαζο
ΠΖ'. Τῷ αὐτῷ.
EPISTOLARUM LIB. I.
Επωφελὶς ἂν εἴη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ σταυ
ροειδῶς εὔχεσθαι· οὕτω γὰρ εὐλογούμεθα παρὰ τοῦ
Θεοῦ, καὶ ἄλλους πάλιν ἡμεῖς εὐλογοῦμεν. Καὶ γὰρ
5 θεσπέσιος Μωσῆς τὴν σκηνὴν ἐγκαινίζων, καὶ ἐνθρονίζων ἱερέα τὸν οἰκεῖον ἀδελφὸν, σταυροειδώς
τὰς χεῖρας εἰς οὐρανὸν ἐκτείνας, ηὐλόγησεν τὸν
λαόν. Πλήν μέντοι καὶ ταῦτα εἰρηκότες, τὴν εὐσεβή
καὶ εὐπρεπῆ γονυκλισίαν οὐδαμῶς ἀναιρήσομεν.
Καὶ γὰρ Δανιὴλ ὁ προφήτης τρίτην ώραν, καὶ ἔκτην,
καὶ ἐννάτην κάμπτων ἐπὶ τῆς γῆς τὰ γόνατα, παρεκάλει τὸν Θεόν.
ΠΗ'. - Τῷ αὐτῷ.
Δανιήλ μὲν ὡς οικέτης γνήσιος διὰ προσευχῆς τὰ
τῶν λεόντων ἐν τῷ λάκκῳ ἐνέφραξε στόματα. Χριστὸς δὲ ὁ τούτου Δεσπότης ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, τῶν πυλωρῶν
τοῦ ᾅδου καὶ τῶν ἀμειδῶν φρουρῶν τῆς ἐκεῖσε ζοφερωτάτης εἱρατῆς τοὺς φάρυγγας ἔκλεισεν. Καὶ γὰρ
εἴρητο προφητικῶς ἐν τῇ βίβλῳ τοῦ Ἰώβ· η 'Ανοί
γονταί σοι φόβῳ πύλαι θανάτου, πυλωροὶ δὲ ᾅδου
Ιδόντες σε έπτηξαν.» Ζῶντες λέγονται οἱ πιστεύ
σαντες τῷ Χριστῷ, νεκροὶ δὲ ὅσοι μὴ ἐπίστευσαν
διόπερ γέγραπται· ι Καὶ ἐστάθη Μαρὼν ὁ ἱερεύς
ἀνάμεσον τῶν ζώντων καὶ τῶν ἀποθανόντων.» Μεταξὺ γάρ ἐστιν ὁ Δεσπότης Χριστός, τῶν τε παραδεξαμένων αὐτὸν, καὶ τῶν μὴ βουληθέντων παραδέξασθαι. Καὶ μαρτυρεῖ Ιωάννης ὁ Βαπτιστής λέτῶν τῷ λαῷ ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου, ὅτι • Μέσος ὑμῶν
ἔστηκεν, όνπερ ὑμεῖς ἀγνοεῖτε.
Τῷ αὐτῷ.
ΠΘ.
Βλαβερὸν ἄγαν τὸ λόγον αργόν τε καὶ ἀκερδή,
καὶ μὴ συμβαλλόμενον τῇ πνευματικῇ οἰκοδομή προς
φέρειν ἐκ στόματος, ὁμοίως καὶ τὸ τρέφειν ἐν τῇ
καρδίᾳ τοὺς ὄφεις καὶ τοὺς σκορπίους τῶν πονη·
ρῶν λογισμῶν.
4. Τῷ αὐτῷ.
Πεθεῖς γνῶναι τὰς τῶν πατριαρχικῶν ὀνομάτων
ἑρμηνείας. Καὶ δὴ λέξω σοι ταύτας. Ρουδὴν ἑρμηνεύεται, ὁρῶν υἱός· Συμεὼν δὲ, ὑπακοὴ Θεοῦ·
Λευί, κολλητές, τουτέστι Θεῷ προσκολλώμενος,
καὶ προσχρωτίζων· Ἰούδας, ἐξομολόγησις· Ἰσσάχαρ, μισθὸς ἁγίων· Ζαβουλών, ῥύσις νυκτερίας·
Ἰωσήφ, Κυρίου προσθήκη Βενιαμίν, υἱὸς δεξιᾶς·
Δάν, κρίσις· Νεφθαλιμ, ἀνειμένον στέλεχος, ἤτοι
προσευχή· Γάδ, εὐεπίτευκτος, ήγουν τυγχάνων
Ασήρ, πλοῦτος, ἢ μακαρισμός.
ΚΑ'. Τῷ αὐτῷ.
Εναλλάξας τὰς χεῖρας ὁ ἅγιος Ἰακώβ, τοὺς περὶ
τῶν Ἐφραὶμ καὶ τὸν Μανασσήν ηυλόγησεν. Καὶ
βλέπε τὸ θαυμαστόν· τῇ γὰρ ἐναλλαγῇ τῶν χειρῶν
ἐκτυπώσας τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου, παρέσχε τοῖς
ἐγγόνοις τὰς θείας εὐλογίας, καὶ τίθησι τὸν πρῶτον
δεύτερον καὶ τὸν δεύτερον πρῶτον.
4B'.
Τῷ αὐτῷ.
Ο σταυρός Χριστοῦ τοῦ φιλανθρωποτάτου τοὺς
πρώτους δευτέρους ἀπέδειξε διὰ τὴν σφῶν ἀλαζοLXXXVII.
Eidem.
Percommodum fuerit ut plurimum crucis figuræ
nos 39 manibus conformantes, preces effundere.
Sic enim Deus nobis benedicit, rursusque nos aliis
benedicimus ". Divinus etenim Moyses tabernaculum consecrans, et fratrem suum in sedem sacerdotum collocans, ad modum crucis manibus in
cœlum expansis benedixit populo '. Et licet hæc
dicamus, nusquam tamen piam et decoran genuum flexionem de medio tollimus. Propheta siquidem Daniel hora tertia, sexta et nona super
terram genua flectens, Deum exorabat '.
Eidem.
Daniel quidem uti servus germanus in fovea
oratione leonum ora obturavit '. Christus vero
illius Dominus propria auctoritate janitorum inferi,
et tenebricosissimi ibidem carceris custodum crudelium fauces occlusit: quod prævaticinatum fuerat in libro Job: Aperientur tibi timore portæ
mortis: janitores vero inferorum videntes te contremuerunt *. › Qui Christo crediderunt, vivi
nuncupantur; mortui, qui non crediderunt: quare
scriptum est:. Et stetit Aaron sacerdos in medio
vivorum et defunctorum. • Medius etenim
Christus Dominus est inter eos, qui eum exceperunt, et eos, qui noluerunt eum excipere. Testimonioque suo id probat Joannes Baptista alloquens
populum in Jordane: • Medius vestrum slat,
quem vos ignoratis •. ›
Eidem.
Quam perniciosissimum est, sermonem vanum,
et inutilem, et spiritali adificio 40 minime conducentem ex ore proferre: similiter in corde
nutrire serpentes, et scorpiones malarum cogitationum.
XC. Eidem.
Cupis patriarcharum nominum interpretationes
addiscere 7. Morem tibi geram. Ruben redditur,
Videns filius; Simeon, Obedientia Dei; Levi, conglutinatus, Deo nempe adnexus, et corpori contiguus; Judas, Confessio; Issachar, Merces sanctorum; Zabulon, Nocturna liberatio; Joseph, Domini
additamentum; Benjamin, Filius dexteræ; Dan,
Judicium: Nephthalim, Demissus truncus, sive
Oratio; Gad, Ad loquendum facilis, seu ad consuescendum; Asser, Divitia, sive Beatitudo.
XCI. Eidem.
Commutatis manibus sanctus Jacob illis, qui
circa Ephraim erant, et Manassem benedixit *. Et
nota mirum; dum enim ea manuum commutatione, cruce Domini ſigurata, suis posteris divinas
benedictiones elargitur, id præstat primus
secundus, et secundus primus fiat.
Eidem.
Crux Christi humanissimi primos propter eorum
superbiam et arrogantiam secundos effecit. Hinc
• Exod. 3331, 43. 1 Levit. ix. 29. • Dan. vi, 13.
*Num. xvi, 48. * Juan. 1, 35. 7 Gen. xLIX, 5 seqq.
• Dan. 31%, i scqq. * Job. xxxvi, 17.
Gen. XLVIII, 14 seqq.
↑
col. 123–124page 33 of 262
PG 79:123νείαν καὶ ὑπερηφάνειαν. Καί φησιν ὁ ᾿Απόστολος τοῖς Ἰουδαίοις, ὅτι ο Ὑμῖν ὑπῆρχεν ἀναγκαῖον χορηγῆσαι τὸν λόγον, τοῖς ἐκ σπέρματος τοῦ μεγάλου ᾿Αβραάμ· ἐπειδὴ δὲ ἀποστρέφεσθε τὴν θείαν ἀκρία σιν, καὶ ἀναξίους πεποιήκατε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ λοιπὸν εἰς τὰ ἔθνη τὸν λόγον ἐκτείνο μεν ο ἵνα πληρωθῇ τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ Πατρὸς τῷ Υἱῷ ἐν τῇ βίβλῳ Ησαΐου· «Τέθηκά σε εἰς φῶς ἐθνῶν τοῦ εἶναί σε εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. [Γ'. — Τῷ αὐτῷ Βλέπε μοι τοὺς ἐξ Εβραίων πιστεύοντας, πῶς προσέρχονται τῷ κηρύγματι τῶν ἀποστόλων, καὶ νοήσεις, πῶς οἱ πρῶτοι δεύτεροι ἀποδείκνυνται, ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος τοῦ Μωσέως προφητεύσαντος τοῖς ἀπογόνοις τοῦ ᾿Αβραάμ, καὶ λέγοντος, ὅτι ο Εσται ὁ προσήλυτος ὁ ἐν σοὶ, ἄνω ἄνω· σὺ δὲ, κάτω κάτω ἐκεῖνος ἄρξει σου, σὺ δὲ ἀρχθήσῃ· ἐκεῖνος γενήσεται εἰς κεφαλὴν, σὺ δὲ εἰς οὐράν.» Προσήλυτον δέ φησι τὸν ἐξ ἐθνῶν τῷ Χριστῷ πεπιστευκότα λαόν. Τῷ αὐτῷ. Λευίτας γράφεις μοι ὑπάρχειν τοὺς μοναχούς, προσ χρωτίζοντας καὶ κολλωμένους Θεῷ, καὶ ταῦτ' ἐνα νοῶν κεκέρδακας μέγιστα. ΚΕ'. — ΒΑΒΥΛΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Καλὰ μὲν πάνυ λαλεῖς, κακὰ δὲ λίαν πράττεις· ἐν γὰρ δὴ σχήμασι καὶ ῥήμασι τῆς καλοκαγαθίας ἐξε απατῶν τοὺς κούφους, καὶ κρύπτων τὴν σαυτοῦ η σκαιότητα, κατάφορος εὑρίσκῃ τοῖς εὐφρονοῦσιν, οὐκ ἐξ ὧν λέγεις καὶ πλάττῃ, ἀλλ᾽ ἐξ ὧν ἐργάζῃ, ῥᾳ δίως καταλαμβανόντων σε. 4.- ΣΩΤΗΡΙΟΝΙ. Οὐ φοβηθήσῃ, φησὶν, ἀπὸ φόβου νυχτερινοῦ,» τουτέστι τοῦ ἀνθρωπίνου καὶ τοῦ δαιμονιώδους ὁ γὰρ δὴ θεῖος φόβος εὐφραίνων τὴν καρδίαν, ἡμερι νὸς καὶ φωτεινὸς καλεῖται. 7. Τῷ αὐτῷ. Σοφία ἐν ἐξόδοις ὑμνεῖται.» Ηοίαις ἐξόδοις ἆρά φησι Σολομών; "Η δῆλον, ὅτι ταῖς διὰ τοῦ στό ματος τῶν ὀρθῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. ΕΠ'. - ΣΙΛΒΑΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΩ. Ἠλίας ὁ Θεσβίτης ὑπὸ φυτὸν καθευδήσας, καὶ ἐγερθεὶς ὁρᾷ πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐγκρυφίαν καὶ καμψάκην ὕδατος. Τίς τοίνυν τηλικοῦτος, ὥστε εὖ ρεῖν ἐγκρυφίαν, πρὸς κεφαλῆς κείμενον, ἐν ᾗ και φαλῇ ὑπάρχειν λέγει Σολομών τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ σοφοῦ τοὺς νοητούς· ἢ ἀπὸ εὐσεβοῦς ζητήσεως καὶ αἰτήσεως γνησίας, τὸν πνευματικὸν ἄρτον τὸν τρέ φοντα τὴν ψυχὴν καὶ τὸ ὕδωρ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον; Τῷ αὐτῷ. Οἱ τὰς ψυχὰς ἑαυτῶν ἀγνίζειν σπουδάζοντες, οὐ μόνον ἄρτου καὶ ὕδατος νοητοῦ εὐπορήσουσιν, ἀλλὰ τοὺς ἐξ ἐθνῶν τῶν ἐξ ἐθνῶν. Εριτ.
ait Apostolus Judæis, Vobis oportebat primum νείαν καὶ ὑπερηφάνειαν. Καί φησιν ὁ ᾿Απόστολος
loqui verbum Dei, qui ex semine Abrahæ estis:
sed quoniam divina eloquia rejicitis, et indignos
vos fecistis æterna vita, ecce in posterum 41 sermonem convertimus ad gentes'; ut impleatur
quod dictum est a Patre Filio in libro Isaiæ,
‹ Posui te in lucem gentium, ut sis in salutem
usque ad extremum terra 10.
XCill. Eidem.
τοῖς Ἰουδαίοις, ὅτι ο Ὑμῖν ὑπῆρχεν ἀναγκαῖον χορηγῆσαι τὸν λόγον, τοῖς ἐκ σπέρματος τοῦ μεγάλου
᾿Αβραάμ· ἐπειδὴ δὲ ἀποστρέφεσθε τὴν θείαν ἀκρίασιν, καὶ ἀναξίους πεποιήκατε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου
ζωῆς, ἰδοὺ λοιπὸν εἰς τὰ ἔθνη τὸν λόγον ἐκτείνομεν ο ἵνα πληρωθῇ τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ Πατρὸς
τῷ Υἱῷ ἐν τῇ βίβλῳ Ησαΐου· «Τέθηκά σε εἰς φῶς
ἐθνῶν τοῦ εἶναί σε εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς
γῆς.
[Γ'. — Τῷ αὐτῷ
Βλέπε μοι τοὺς ἐξ Εβραίων πιστεύοντας, πῶς
προσέρχονται τῷ κηρύγματι τῶν ἀποστόλων, καὶ
νοήσεις, πῶς οἱ πρῶτοι δεύτεροι ἀποδείκνυνται, ἵνα
πληρωθῇ ὁ λόγος τοῦ Μωσέως προφητεύσαντος τοῖς
Considera mihi ex Hebræis, qui crediderunt, quomodo ad prædicationem apostolorum accedant, tum
postmodum intelliges, quomodo primi secundi
constituantur, ut impleatur verbum Moysis, qui
posteris Abraham prævaticinatus dixerat: e Eris ἀπογόνοις τοῦ ᾿Αβραάμ, καὶ λέγοντος, ὅτι ο Εσται
proselytus, qui est in te, supra, supra; tu vero
infra, infra; ille dominabitur tui, tu vero dominium
snbibis, ille fiet in caput, tu in caudam 11.» Proselytum autem appellat populum, qui ex gentibus
Christo credidit.
XCIV. Eidem.
Levitas scribis mihi monachos esse contiguos, et
Deo conglutinatos, et hæc sentiens, maximo usuri
tibi fueris.
BABYLE DIACONO.
ὁ προσήλυτος ὁ ἐν σοὶ, ἄνω ἄνω· σὺ δὲ, κάτω κάτω·
ἐκεῖνος ἄρξει σου, σὺ δὲ ἀρχθήσῃ· ἐκεῖνος γενήσε
ται εἰς κεφαλὴν, σὺ δὲ εἰς οὐράν.» Προσήλυτον δέ
φησι τὸν ἐξ ἐθνῶν τῷ Χριστῷ πεπιστευκότα λαόν.
. دها
Τῷ αὐτῷ.
Λευίτας γράφεις μοι ὑπάρχειν τοὺς μοναχούς, προσχρωτίζοντας καὶ κολλωμένους Θεῷ, καὶ ταῦτ' ἐνα
νοῶν κεκέρδακας μέγιστα.
LE'.
ΚΕ'. — ΒΑΒΥΛΑ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Bona quidem verbosa oratione loqueris, et mala Καλὰ μὲν πάνυ λαλεῖς, κακὰ δὲ λίαν πράττεις· ἐν
vel maxime peragis, specie siquidem, et multi- γὰρ δὴ σχήμασι καὶ ῥήμασι τῆς καλοκαγαθίας ἐξε
loquio probitatis, et morum honestatis leves, ine- απατῶν τοὺς κούφους, καὶ κρύπτων τὴν σαυτοῦ
plosque deludens, et tuan tegens improbitatem, a η σκαιότητα, κατάφορος εὑρίσκῃ τοῖς εὐφρονοῦσιν, οὐκ
sanæ mentis hominibus facile ac manifesto depre- “ἐξ ὧν λέγεις καὶ πλάττῃ, ἀλλ᾽ ἐξ ὧν ἐργάζῃ, ῥᾳhenderis, non ex iis quæ dicis, et simulas, sed ex
iis quæ operaris.
SOTERIONI.
‹ Non timebis, inquit, a timore nocturno ", ›
humano nempe, et dæmoniaco; namque divinus
timor cor consolans diurnus, et lucidus nuncupatur.
Eidem.
• Sapientia in exitibus laudatur 13. At quosnan
hic exitus Salomon nuncupat? Eos nempe, qui ex
øre rectorum Ecclesiæ doctorum emanant.
XCVIII. SILVANO EPISCOPO.
Elias Thesbites cum sub planta obdormivisset,
δίως καταλαμβανόντων σε.
4.- ΣΩΤΗΡΙΟΝΙ.
• Οὐ φοβηθήσῃ, φησὶν, ἀπὸ φόβου νυχτερινοῦ,»
τουτέστι τοῦ ἀνθρωπίνου καὶ τοῦ δαιμονιώδους·
ὁ γὰρ δὴ θεῖος φόβος εὐφραίνων τὴν καρδίαν, ἡμερι
νὸς καὶ φωτεινὸς καλεῖται.
7. Τῷ αὐτῷ.
• Σοφία ἐν ἐξόδοις ὑμνεῖται.» Ηοίαις ἐξόδοις
ἆρά φησι Σολομών; "Η δῆλον, ὅτι ταῖς διὰ τοῦ στό
ματος τῶν ὀρθῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας.
ΕΠ'. - ΣΙΛΒΑΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΩ.
Ἠλίας ὁ Θεσβίτης ὑπὸ φυτὸν καθευδήσας, καὶ
experrectus, ad caput ipsius panem subcinericium», ἐγερθεὶς ὁρᾷ πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐγκρυφίαν καὶ
et vas aquæ conspexit 't. Quis igitur talis est, uι
inveniat panem subcinericium capiti quam proximum, in quo capite insunt, ut tradit Salomon 18,
oculi sapientis intellectuales; vel a pia postulatioue, et legitima petitioue, spiritualem panem
animam enutrientem, et aquam salientem in vitam
æternam?
XCIX. - Eidem.
Qui animas suas purgare satagunt, non tantum
pane, et aqua intellectuali affluant, sed carnes sibi
* Act. xiii, 46.
1 Eccle. 11, 14.
καμψάκην ὕδατος. Τίς τοίνυν τηλικοῦτος, ὥστε εὖρεῖν ἐγκρυφίαν, πρὸς κεφαλῆς κείμενον, ἐν ᾗ και
φαλῇ ὑπάρχειν λέγει Σολομών τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ
σοφοῦ τοὺς νοητούς· ἢ ἀπὸ εὐσεβοῦς ζητήσεως καὶ
αἰτήσεως γνησίας, τὸν πνευματικὸν ἄρτον τὸν τρέ
φοντα τὴν ψυχὴν καὶ τὸ ὕδωρ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν
αἰώνιον;
18'.
- Τῷ αὐτῷ.
Οἱ τὰς ψυχὰς ἑαυτῶν ἀγνίζειν σπουδάζοντες, οὐ
μόνον ἄρτου καὶ ὕδατος νοητοῦ εὐπορήσουσιν, ἀλλὰ
" Isa. XLIX, 6. ¹¹ Deut. xxvm, 43. ¹¹ Psal. xc, 5 18 Prov. 1, 20, **]|| Reg. xix,
Legi debere τοὺς ἐξ ἐθνῶν tum sensus indicat tum quod inferius sequitur, τῶν ἐξ ἐθνῶν. Εριτ.
col. 125–126page 34 of 262
PG 79:125γὰρ καὶ κρεῶν ἐπιτεύξονται· τέλειον γάρ ἐστιν ἡ στερεά τροφή, ὥς φησιν ὁ Ἀπόστολος· καὶ προ αναφωνεί Μωυσής τῷ λαῷ λέγων· «Αγνίσασθε εἰς τὴν αὔριον, καὶ φάγεσθε κρέα, κρέα νοήσας τό τε θείον σῶμα, ὥσπερ οὖν ἐσθίουσιν οἱ πιστοὶ ἐπὶ τῆς ἐκχε κλησίας, καὶ τὴν γνῶσιν Χριστιανῶν τὴν μακαριωτάτην, καὶ πασῶν ὑπερτέραν τῶν γνώσεων. Ρ'. — Τῷ αὐτῷ. Οὐχε Εὖ καὶ τοῦτο φάναι τὸν μέγαν Μωϋσέα σήμερον, ἀλλ' αὔριον βρώσεσθε κρέα· › ἵνα δείξῃ τὸν χρόνον τὸν μετὰ τὴν ἐπιδημίαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ Δεσπότου τῶν ὅλων. Ἐκεῖνα μὲν γὰρ τὰ κρέα τῆς ὀρτυγομήτρας, εἰς ὀργὴν, καὶ στρόφους, καὶ φθοράν, καὶ χολέραν τοῖς Εβραίοις ἐξέβη· τὰ δ' ἡμέτερα παμμακάριστα κρέα ῥῶσιν, καὶ δύναμιν, καὶ αὐξίαν, εὐθυμίαν τε καὶ ζωὴν αἰώνιον χαρίζεται πᾶσι τοῖς καταξιωθεῖσι μεταλαμβάνειν αὐτῶν. ΡΑ'. — Τῷ αὐτῷ. Τί θαυμάζεις, εἰ κρεῶν τυγχάνουσιν αϊδίων, καὶ μηδαμῶς φθειρομένων οἱ τοῦ Χριστοῦ οἰκέται εὐνοι κοὶ, ἁγνίζοντες ἑαυτοὺς τῷ φόβῳ Θεοῦ, καὶ τῇ πί στει, καὶ τοῖς κατορθώματι; Καὶ οίνου γὰρ εὐπο ρήσουσι θείου, καθάπερ ὁ δίκαιος Νῶε γεωργός γέγονε, καὶ ἐφιλοκάλησε, φυτεύσας τὴν ἄμπελον. Υπερβάντες γὰρ τὸν κατακλυσμὸν τῆς ἀπιστίας, σε πώκασι τὸν νηφάλιον οἶνον, καὶ ἐμεθύσθησαν, καθὼς ὁ Δαυΐδ λέγει • Τὸ ποτήριον τοῦ Θεοῦ μετ θύσκει με κράτιστα· καὶ μεθυσθέντες γεγύμνωνται ἀνεπαίσχυντον γύμνωσιν· καλὸν γὰρ γυμνοῦσθαι τῆς πονηρίας καὶ τῆς ἀνοησίας. ΡΒ'. - Τῷ αὐτῷ. «Ο Θεὸς, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατο ἐλιπές με; ν ἐκ προσώπου τοῦ ἐν τῷ εἰκοστῷ καὶ πρώτῳ είρηται ψαλμῷ· ἀλλ' οὐκ αὐτὸς ἐγκαταλέλειπται, ἢ ὑπὸ τοῦ Πατρὸς, ἡ ὑπὸ τῆς ἑαυτοῦ θεό τητος, ὡς δοκεῖ 'Αρειανοῖς, καὶ τοῖς Ευνομιανοῖς, ὥσ περ φοβουμένοις τὸ πάθος, καὶ διὰ τοῦτο συστελλομένοις ἀπὸ τοῦ πάσχοντος. Τίς γὰρ τὸν Σωτῆρα * γεννηθῆναι κάτω τὴν ἀρχὴν, ἢ ἐπὶ τὸν σταυρὸν ἀνελθεῖν κατηνάγκασεν; Οὐ γὰρ ἀκοντί, ἀλλ᾽ ἑκου σίως ἐπὶ τὸν σταυρὸν ἦλθε σὺν πολλῇ ἀγαλλιάσει πρὸς γὰρ πολλῶν ἡμερῶν τοῖς μαθηταῖς ἔλεγεν Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱερεσόλυμα, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται εἰς τὸ ἐμπαιχθῆναι, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀλλ᾿ ἐν ἑαυτῷ τυπο? τὸ ἡμέτερον· ἄνθρωπος γὰρ γενόμενος, πάντως τοὺς λόγους ὑπὲρ ἀνθρώπων ποιεῖται· ἀλλ᾽ ἄνθρωπος γε γονώς, οὐκ ἠλλοτριώθη τοῦ ὑπάρχειν Θεὸς καὶ Κύ ριος τῶν ὅλων. Σημειωτέον γὰρ ταῦτα. Ἐπειδὴ οὖν, καθὼς ὁ ᾿Απόστολος λέγει, μορφὴν δούλου ἐφόρεσεν ὁ Κύριος τῶν ὅλων, ἐν ἑαυτῷ τυποῖ τὸ ἡμέτερον, ὡς δικολόγος μηδὲν διηρπαγμένος, μᾶλλον δὲ συνήγορος, λέγων ὑπὲρ τοῦ τυραννηθέντος πρὸς τὸν καθηγούμεν νον τῆς ἐπαρχίας Τεθλίμμεθα, καταπεπονήμεθα, διηρπάχθημεν, δικαιότατε τῶν δικαστῶν. Ὑπὲρ ἡμῶν τοίνυν ὁ Χριστός φησιν· Ὁ Θεὸς, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι.» Θεὸς μὲν τῶν ὅλων ὁ Πατὴρ σὺν τῷ ΧΧΙ, 1.
EPISTOLARUM LIB' I.
γὰρ καὶ κρεῶν ἐπιτεύξονται· τέλειον γάρ ἐστιν ἡ
στερεά τροφή, ὥς φησιν ὁ Ἀπόστολος· καὶ προ
αναφωνεί Μωυσής τῷ λαῷ λέγων· «Αγνίσασθε εἰς τὴν
αὔριον, καὶ φάγεσθε κρέα, κρέα νοήσας τό τε θείον
σῶμα, ὥσπερ οὖν ἐσθίουσιν οἱ πιστοὶ ἐπὶ τῆς ἐκχε
κλησίας, καὶ τὴν γνῶσιν Χριστιανῶν τὴν μακαριω
τάτην, καὶ πασῶν ὑπερτέραν τῶν γνώσεων.
Ρ'. — Τῷ αὐτῷ.
Οὐχε
Εὖ καὶ τοῦτο φάναι τὸν μέγαν Μωϋσέα·
σήμερον, ἀλλ' αὔριον βρώσεσθε κρέα· › ἵνα δείξῃ τὸν
χρόνον τὸν μετὰ τὴν ἐπιδημίαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ,
καὶ Δεσπότου τῶν ὅλων. Ἐκεῖνα μὲν γὰρ τὰ κρέα
τῆς ὀρτυγομήτρας, εἰς ὀργὴν, καὶ στρόφους, καὶ
φθοράν, καὶ χολέραν τοῖς Εβραίοις ἐξέβη· τὰ
δ' ἡμέτερα παμμακάριστα κρέα ῥῶσιν, καὶ δύναμιν,
καὶ αὐξίαν, εὐθυμίαν τε καὶ ζωὴν αἰώνιον χαρίζεται
πᾶσι τοῖς καταξιωθεῖσι μεταλαμβάνειν αὐτῶν.
ΡΑ'. — Τῷ αὐτῷ.
Τί θαυμάζεις, εἰ κρεῶν τυγχάνουσιν αϊδίων, καὶ
μηδαμῶς φθειρομένων οἱ τοῦ Χριστοῦ οἰκέται εὐνοικοὶ, ἁγνίζοντες ἑαυτοὺς τῷ φόβῳ Θεοῦ, καὶ τῇ πί
στει, καὶ τοῖς κατορθώματι; Καὶ οίνου γὰρ εὐπο
ρήσουσι θείου, καθάπερ ὁ δίκαιος Νῶε γεωργός
γέγονε, καὶ ἐφιλοκάλησε, φυτεύσας τὴν ἄμπελον.
Υπερβάντες γὰρ τὸν κατακλυσμὸν τῆς ἀπιστίας,
σε πώκασι τὸν νηφάλιον οἶνον, καὶ ἐμεθύσθησαν,
καθὼς ὁ Δαυΐδ λέγει • Τὸ ποτήριον τοῦ Θεοῦ μετ
θύσκει με κράτιστα· καὶ μεθυσθέντες γεγύμνωνται
ἀνεπαίσχυντον γύμνωσιν· καλὸν γὰρ γυμνοῦσθαι τῆς
πονηρίας καὶ τῆς ἀνοησίας.
ΡΒ'. - Τῷ αὐτῷ.
etiam habebunt. Solidus namque cibus, ut ait Apostolus, perfectum quid est, et prædicit Moyses
populo: e Sanctificate vos in crastinum, et comedlatis carnes '';» carnes intelligens divinum corpus, quod fideles in 43 Ecclesia comedunt, et
beatissimam Christianorum cognitionem, cognitionibus omnibus excelsiorem.
C. Eidem.
Recte et hoc divinum Moysen dixisse novimus:
Non hodie, sed cras carnes comedetis; ut tempus
post Christi Dei, et rerum omnium Domini adventum commonstraret. Carnes etenim ortygometræ,
in indignationem, et volvulos, et corruptionem, et
choleram Hebræis cecidere. At nostræ quam beatissimæ carnes firmitatem, robur, bonam valetudinem, consolationem, et vitam æternam conciliant, iis, qui digne earum participes efficiuntur.
Eidem.
Quid obstupescis, si carnium æternarum, nullique corruptioni obnoxiarum participes fiunt Christi
dilecti servi, qui seipsos timore Dei, et fide, et
præclaris facinoribus purgant? imo divino etiam
vino abundabunt; quemadmodum justus Nee agricola factus est, et plantatam a se vineam studiose
eleganterque coluit 1. Emensi siquidem infidelitatis
illuviem vinum sobrium biberuut, et inebriati sunt;
ut David inquit: «Calix Dei inebrians me valentissime ";» et madidi denudatione quadam verecundiæ
nescia denudantur". Bonum quippe est improbitate, atque imprudentia denudari.
CII. Eidem.
• Deus, Deus meus, intende mihi, ut quid dereliquisti me "?, 44 ex persona Christi psalmo vicesimo
primo dicitur. Sed non ipse derelictus est vel a Patre,
vel a sua deitate, ut Ariani, Eunomianique existimant,
tanquam ii qui passionem metuunt, ideoque cam a patiente retrahunt. Quis enim Servatorem, aut primum
in mundo nasci, aut in crucem ascendere coegit? Neque enim invitus, sed volens ac libens multa cum
alacritate in crucem progressus est: ante enim
multos dies discipulis dicebat: «Ecce ascendimus
Hierosolyma, et Filius hominis tradetur ad illudendum, et crucifigendum,» et calera 31. Sed in
seipso rem nostram confingit: namque homo fa-
«Ο Θεὸς, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατο
ἐλιπές με; ν ἐκ προσώπου τοῦ ἐν τῷ εἰκοστῷ καὶ
πρώτῳ είρηται ψαλμῷ· ἀλλ' οὐκ αὐτὸς ἐγκαταλέλειπται, ἢ ὑπὸ τοῦ Πατρὸς, ἡ ὑπὸ τῆς ἑαυτοῦ θεότητος, ὡς δοκεῖ 'Αρειανοῖς, καὶ τοῖς Ευνομιανοῖς, ὥσ
περ φοβουμένοις τὸ πάθος, καὶ διὰ τοῦτο συστελ
λομένοις ἀπὸ τοῦ πάσχοντος. Τίς γὰρ τὸν Σωτῆρα
* γεννηθῆναι κάτω τὴν ἀρχὴν, ἢ ἐπὶ τὸν σταυρὸν
ἀνελθεῖν κατηνάγκασεν; Οὐ γὰρ ἀκοντί, ἀλλ᾽ ἑκου
σίως ἐπὶ τὸν σταυρὸν ἦλθε σὺν πολλῇ ἀγαλλιάσει·
πρὸς γὰρ πολλῶν ἡμερῶν τοῖς μαθηταῖς ἔλεγεν·
• Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱερεσόλυμα, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου παραδοθήσεται εἰς τὸ ἐμπαιχθῆναι, καὶ
σταυρωθῆναι,» καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀλλ᾿ ἐν ἑαυτῷ τυπο? cuus, modis omnibus sermonem pro hominibus
τὸ ἡμέτερον· ἄνθρωπος γὰρ γενόμενος, πάντως τοὺς
λόγους ὑπὲρ ἀνθρώπων ποιεῖται· ἀλλ᾽ ἄνθρωπος γεγονώς, οὐκ ἠλλοτριώθη τοῦ ὑπάρχειν Θεὸς καὶ Κύριος τῶν ὅλων. Σημειωτέον γὰρ ταῦτα. Ἐπειδὴ οὖν,
καθὼς ὁ ᾿Απόστολος λέγει, μορφὴν δούλου ἐφόρεσεν
ὁ Κύριος τῶν ὅλων, ἐν ἑαυτῷ τυποῖ τὸ ἡμέτερον, ὡς
δικολόγος μηδὲν διηρπαγμένος, μᾶλλον δὲ συνήγορος,
λέγων ὑπὲρ τοῦ τυραννηθέντος πρὸς τὸν καθηγούμεν
νον τῆς ἐπαρχίας Τεθλίμμεθα, καταπεπονήμεθα,
διηρπάχθημεν, δικαιότατε τῶν δικαστῶν. Ὑπὲρ ἡμῶν
τοίνυν ὁ Χριστός φησιν· Ὁ Θεὸς, ὁ Θεός μου,
πρόσχες μοι.» Θεὸς μὲν τῶν ὅλων ὁ Πατὴρ σὺν τῷ
habet, et homo factus non amisit ut Deus sit, et
omnium Dominus. Quæ adnotanda sunt. Quando
igitur, ut Apostolus ait ", formam servi induit
omnium Dominus, in seipso rem nostram effornat tanquam orator nullo modo seductus, sed
patronus, et advocatus, causam dicens pro tyrannide oppresso, ad provinciæ præfectum: Afflicti
sumus, depressi sumus, direpti sumus, justissime
junhcum. Pro nobis itaque Christus ait: c Deuts,
Deus meus, intende mihi., Deus equidem omniuri
Pater cum Filio in creatione omnium; Deus vero
Filii Pater dicitur secundum incarnationis myste-
** Hebr. v, 14. 1* Num. x1, 18, 18 Gen. 18, 20 segg. 19 Psal. xxi, 5.
ΧΧΙ, 1.
28 Matth. xx, 18. 33 Philipp. 1, 7.
20 Gen. ix. 21. 21 Psal.
col. 127–128page 35 of 262
PG 79:127Υἱῷ ἐν τῷ κτίσαι τὰ πάντα, Θεὸς δὲ τοῦ Υἱοῦ ὁ Πατὴρ λέγεται, κατὰ τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν. "Ωστ περ τοίνυν προείρηκα, ἐν ἑαυτῷ ὁ Χριστὸς τυπο τὸ ἡμέτερον. Ἡμεῖς γάρ ἐσμεν οἱ ἐγκαταλελειμμένοι πρώην, νῦν δὲ προσειλημμένοι, καὶ σεσωσμένοι τοῖς τοῦ ἀπαθοῦς Χριστοῦ πάθεσιν. "Ωσπερ καὶ τὴν ἀφρο σύνην ἡμῶν, καὶ τὸ πλημμελὲς οἰκειούμενος ταῦτα διὰ τοῦ ψαλμοῦ φησι· ἐπειδὴ πρόδηλος εἰς Χριστὸν ὁ εἰκοστὸς πρῶτος ψαλμὸς ἀναφέρεται. Τῆς δὲ αὐ τῆς ἔχεται θεωρίας καὶ τὸ μαθεῖν αὐτὸν τὴν ὑπ ἀκοὴν ἐξ ὧν ἔπαθεν, ὥσπερ φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, ἤ τε κραυγὴ, καὶ τὰ δάκρυα, καὶ τὸ ἱκετεῦσαι, καὶ τὸ εἰσακουσθῆναι, καὶ τὸ εὐλαβὲς, ἅπερ δραματουργεῖται, καὶ πλέκεται ἡμῶν. Ὡς μὲν γὰρ λόγος, οὔτε ὑπήκοος ἦν, οὔτε πλέκεται θαυμασίως ὑπὲρ ἀνήκοος· τῶν γὰρ ὑπὸ χεῖρα ταῦτα καὶ τῶν δευτέρων, τὸ μὲν τῶν εὐγνωμονεστέρων, τὸ δὲ τῶν ἀξίων κολάσεως. Ως δὲ δούλου μορφή, συγκαταβαίνει τοῖς ὁμοδούλοις, καὶ δούλοις, καὶ μορφονται τὸ ἀλλότριον, ὅλον ἐν ἑαυτῷ ἐμὲ φέρων μετὰ τῶν ἐμῶν, ἵνα ἐν μίδα γῆς ἥλιος, κἀγὼ μεταλάβω τῶν ἐκείνου διὰ τὴν ἑαυτῷ δαπανήσῃ τὸ χεῖρον, ὡς κηρὸν πῦρ, ἢ ὡς ἀτο σύγκρασιν. Διὰ τοῦτο. ἔργῳ τιμᾷ τὴν ὑπακοὴν, διάθεσις, ὥσπερ οὐδὲ ἡμῖν, εἰ μὴ διὰ τῶν πραγμάτ καὶ πειρᾶται ταύτης ἐκ τοῦ παθεῖν. Οὐ γὰρ ἱκανὸν ἡ τῶν χωρήσωμεν. Ἔργον γὰρ ἀπόδειξις διαθέσεως. ΡΓ'. - ΕΥΘΙΑ ΕΠΑΡΧΙΚΟ. Η συμβατά σοι λύπη χαρὰν μεγάλην μνηστεύε Ο ται, ἀλλὰ καὶ ἄφεσιν ἱκανὴν προξενεῖ τῶν διεπταισμένων σοι. ΡΔ'. ΚΑΠΙΤΩΝΙ ΔΙΑΚΟΝΟ. σμα τῆς ἀπαθείας κομίζονται. Φησὶν Ἱερεμίας ὁ προφήτης ἐκ προσώπου τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν ταῖς ἁμαρτίαις τραυματωθεῖσαν καὶ λεπρωθεῖσαν ψυχήν·. Ἰδοὺ ἐγὼ ἀνάγω συνούλωσιν αὐτῇ, καὶ ἴαμα, καὶ ἱατρεύσω αὐτὴν, καὶ φανερώσω αὐτοῖς εἰρήνην, καὶ πίστιν, καὶ οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ἁμαρτιῶν, ὧν ἤμαρτόν μοι.» Το, ἰδοὺ νῦν ἀνάγω συνούλωσιν, χρήσιμόν ἐστι παραληφθῆναι εἰς τὴν λέπραν ἐν τῷ Λευϊτικῷ γεγραμμένην. Οἷς δὲ ὁ Θεὸς τὴν συνούλωσιν ἀνάγει, καὶ οὓς ἰατρεύει, τούτοις καὶ τὴν εἰρήνην τῆς διανοίας, καὶ τὴν πίστιν τὴν ἀδίστακτον καὶ στερεμνίαν φανεροί. Οἱ τοίνυν συναυλωθέντες, δῆλον ὅτι τὸ τέλεον καθαρθέντες τὴν ψυχὴν, τὸ χάρι ΡΕ. - Τῷ αὐτῷ. Χρή σε βιάζεσθαι καὶ φιλεῖν κατὰ τὴν διάνοιαν τοὺς φθονουμένους ἀνθρώπους. ΡϚ'. - Τῷ αὐτῷ. Ἐβάφης τὸν λογισμόν τῷ ὀφιώδει φθόνῳ τῇ τε πικρία τῆς βασκανίας· ἀλλ' ἔχεις ξύλον τίμιον τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου, ἐὰν θελήσῃ;, δυνάμενον γλυκᾶναι τὸ πικρὸν ὕδωρ τοῦ ἤθους σου. Καὶ γὰρ ὁ μέγας Μωσῆς ξύλον ἐμβαλὼν εἰς τὸ πικρότατον ὕδωρ τῆς Μεῤῥᾶς, γλυκὺ εὐθέως καὶ προσηνὲς λίαν τοῦτο ἀπειργάσατο.
rium. In se ipso itaque, ut supra dixi, rem nostram Υἱῷ ἐν τῷ κτίσαι τὰ πάντα, Θεὸς δὲ τοῦ Υἱοῦ ὁ
Christus effingit. Namque nos primum eramus derelicti, nunc accepti et servati nulli passioni obnoxii Christi passione. Quemadmodum et insipientiain
nostram, et lapsus sibi asciscens, hæc per psalmum
enuntiat· manifestum enim est psalmum vicesimum 45 primum ad Christum referri. Ejusdem
speculationis est, eumdem, ex quibus passus est,
obedientiam didicisse, ut ait Apostolus "; clamor
eliam, et lacrymæ, et preces, et exauditio, et reverentia, quæ velut alienæ fabulæ actor aliena persoua sumpta refert, et pro nobis mire intexit. Ut
enim verbum neque subjiciebatur, neque non audiebatur: hæc enim propria sunt eorum, qui alieno
dominio premuntur, et secundas partes habent;
illud quidem sanioris hominum mentis, hoc vero
eorum, qui digni punitione sunt. Porro ut forma
servi seipsum una cum conservis et servis demittit,
el quod aliorum est, in se efformat, totum me in
seipso ferens cum meis, ut in seipso sicut cerain
ignis, aut terræ vaporem sol, quod pejus est,
absumat, ipseque eorum, quæ illius sunt, particeps
propter commistionem flam. Propterea opere ipso
obedientiam honestat, illiusque passione ipsa experimentum capit. Neque enim satis est propositum,
quemadmodum neque nobis, nisi per opera gradiamur. Opus enim est propositi commonstratio.
CIII. EUTHIO PROVINCIALI.
Qui te mœror invasit; gaudium ingens tibi desponsa', imo et erratis tuis abundantem remissionem conciliat.
CIV. - CAPITONI DIACONO.
Πατὴρ λέγεται, κατὰ τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν. "Ωστ
περ τοίνυν προείρηκα, ἐν ἑαυτῷ ὁ Χριστὸς τυπο
τὸ ἡμέτερον. Ἡμεῖς γάρ ἐσμεν οἱ ἐγκαταλελειμμένοι
πρώην, νῦν δὲ προσειλημμένοι, καὶ σεσωσμένοι τοῖς
τοῦ ἀπαθοῦς Χριστοῦ πάθεσιν. "Ωσπερ καὶ τὴν ἀφροσύνην ἡμῶν, καὶ τὸ πλημμελὲς οἰκειούμενος ταῦτα
διὰ τοῦ ψαλμοῦ φησι· ἐπειδὴ πρόδηλος εἰς Χριστὸν
ὁ εἰκοστὸς πρῶτος ψαλμὸς ἀναφέρεται. Τῆς δὲ αὐ
τῆς ἔχεται θεωρίας καὶ τὸ μαθεῖν αὐτὸν τὴν ὑπ
ἀκοὴν ἐξ ὧν ἔπαθεν, ὥσπερ φησὶν ὁ ᾿Απόστολος,
ἤ τε κραυγὴ, καὶ τὰ δάκρυα, καὶ τὸ ἱκετεῦσαι,
καὶ τὸ εἰσακουσθῆναι, καὶ τὸ εὐλαβὲς, ἅπερ δρα -
ματουργεῖται, καὶ πλέκεται
ἡμῶν. Ὡς μὲν γὰρ λόγος, οὔτε ὑπήκοος ἦν, οὔτε
πλέκεται θαυμασίως ὑπὲρ
ἀνήκοος· τῶν γὰρ ὑπὸ χεῖρα ταῦτα καὶ τῶν δευτέ
ρων, τὸ μὲν τῶν εὐγνωμονεστέρων, τὸ δὲ τῶν ἀξίων
κολάσεως. Ως δὲ δούλου μορφή, συγκαταβαίνει τοῖς
ὁμοδούλοις, καὶ δούλοις, καὶ μορφονται τὸ ἀλλότριον,
ὅλον ἐν ἑαυτῷ ἐμὲ φέρων μετὰ τῶν ἐμῶν, ἵνα ἐν
μίδα γῆς ἥλιος, κἀγὼ μεταλάβω τῶν ἐκείνου διὰ τὴν
ἑαυτῷ δαπανήσῃ τὸ χεῖρον, ὡς κηρὸν πῦρ, ἢ ὡς ἀτο
σύγκρασιν. Διὰ τοῦτο. ἔργῳ τιμᾷ τὴν ὑπακοὴν,
διάθεσις, ὥσπερ οὐδὲ ἡμῖν, εἰ μὴ διὰ τῶν πραγμάτ
καὶ πειρᾶται ταύτης ἐκ τοῦ παθεῖν. Οὐ γὰρ ἱκανὸν ἡ
τῶν χωρήσωμεν. Ἔργον γὰρ ἀπόδειξις διαθέσεως.
ΡΓ'. - ΕΥΘΙΑ ΕΠΑΡΧΙΚΟ.
Η συμβατά σοι λύπη χαρὰν μεγάλην μνηστεύε
Ο ται, ἀλλὰ καὶ ἄφεσιν ἱκανὴν προξενεῖ τῶν διεπταισμένων σοι.
ΡΔ'. ΚΑΠΙΤΩΝΙ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Dicit Jeremiɔs propheta ex persona Dei delictis
sauciæ et lepra obsitæ animæ: • Ecce ego illi
cicatrices obduco, apportoque remedium, et medicabo cam, et manifestabo ipsis pacem, 46 et fi.
dem, et non recordabor amplius peccatorum, quæ
peccaverunt mihi s.» lllud auten, cicatrices obducam, satis percommode applicabitur lepræ, in
Levitico descript. ". Quibus vero Deus cicatrices
obducit, et quibus medetur, iis et cogitationum
pacem, et fidem nulli hæsitationi obnoxiam, sed
firman, ac stabilem manifestat. Quibus itaque cicatrices obductæ sunt, ii, ut manifestum est, perfecte anima purgati, donum impassibilitatis re- σμα τῆς ἀπαθείας κομίζονται.
portant.
Φησὶν Ἱερεμίας ὁ προφήτης ἐκ προσώπου τοῦ Θεοῦ
πρὸς τὴν ταῖς ἁμαρτίαις τραυματωθεῖσαν καὶ λεπρωθεῖσαν ψυχήν·. Ἰδοὺ ἐγὼ ἀνάγω συνούλωσιν
αὐτῇ, καὶ ἴαμα, καὶ ἱατρεύσω αὐτὴν, καὶ φανερώσω
αὐτοῖς εἰρήνην, καὶ πίστιν, καὶ οὐ μὴ μνησθῶ τῶν
ἁμαρτιῶν, ὧν ἤμαρτόν μοι.» Το, ἰδοὺ νῦν ἀνάγω
συνούλωσιν, χρήσιμόν ἐστι παραληφθῆναι εἰς τὴν
λέπραν ἐν τῷ Λευϊτικῷ γεγραμμένην. Οἷς δὲ ὁ Θεὸς τὴν
συνούλωσιν ἀνάγει, καὶ οὓς ἰατρεύει, τούτοις καὶ τὴν
εἰρήνην τῆς διανοίας, καὶ τὴν πίστιν τὴν ἀδίστακτον
καὶ στερεμνίαν φανεροί. Οἱ τοίνυν συναυλωθέντες,
δῆλον ὅτι τὸ τέλεον καθαρθέντες τὴν ψυχὴν, τὸ χάριCV.
Eidem.
Etiam per vim, mente tibi diligendi sunt, qui in
invidentia hominum, et odio sunt.
CVI. Eidem.
Invidentia serpentum instar, et amaritudine, odii
tinctus es: sed habes lignum pretiosam Donini
crucem, quæ dummodo velis, amaram morum
tuorum aquam in dulcem vertere potest. Nain et
magnus Moyses lignum immergens in amarissimam Mara aquam, subito dulcem, et perplacidam
effecit.
»llebr. v,
ΡΕ. - Τῷ αὐτῷ.
Χρή σε βιάζεσθαι καὶ φιλεῖν κατὰ τὴν διάνοιαν
τοὺς φθονουμένους ἀνθρώπους.
ΡϚ'. - Τῷ αὐτῷ.
Ἐβάφης τὸν λογισμόν τῷ ὀφιώδει φθόνῳ τῇ τε
πικρία τῆς βασκανίας· ἀλλ' ἔχεις ξύλον τίμιον τὸν
σταυρὸν τοῦ Κυρίου, ἐὰν θελήσῃ;, δυνάμενον γλυκά
ναι τὸ πικρὸν ὕδωρ τοῦ ἤθους σου. Καὶ γὰρ ὁ μέγας
Μωσῆς ξύλον ἐμβαλὼν εἰς τὸ πικρότατον ὕδωρ τῆς
Μεῤῥᾶς, γλυκὺ εὐθέως καὶ προσηνὲς λίαν τοῦτο
ἀπειργάσατο.
8. 25 Jerem. XXXIII, 6.8. 26 Levit. xii, 14. 17 Exod. xv, 23.
col. 129–130page 36 of 262
PG 79:129ΡΖ'. ΖΩΣΙΜΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ἡμεῖς δὲ, φησὶν ὁ ἅγιος Μωϋσῆς, οὐκ οἴδαμεν τί θύσωμεν Κυρίῳ, ἕως τοῦ πορευθῆναι ἡμᾶς ὁδὸν ἡμε μῶν τριῶν εἰς τὴν ἔρημον.» Παρ' ἡμῖν θυσία ἡ προσε ευχή νοείται, ἔρημος δὲ κατάστασίς τίς ἐστιν ἐστερημένη παθῶν ἀλόγων, ὅπερ τελειότητα οριζόμεθα εἶναι. Τοιοῦτον ἂν εἴη, φησὶν, ὑπὲρ ὑμῶν, ὁ ἀπόστολος· τὸ γὰρ, Τί προσευξώμεθα καθ᾽ ὅ δεῖ, οὐκ οἴδα μεν μέχρι καταστάσεως τῆς ἀπαθοῦς τε καὶ καθα ρᾶς. Οὐ γὰρ πάντως καὶ τότε τοιαύτας εὐχὰς, ἢ ἐννοίας ἕξομεν, οἷας νῦν διεχλούμενοι ὑπὸ τῶν ἐναν τίων. ΡΗ'. — ΦΛΑΒΙΑΝΟ. Ἔσικε τὸ ἡγεμονικὸν τῶν ἁγίων πυξίῳ τινὶ, ή δέλτῳ, ἐν ᾧ καταγράφει ὁ Θεὸς ἅπερ λεχθῆναι δέον τῷ λαῷ αὐτοῦ. Εἴρηται γοῦν τῷ προφήτῃ Αα κούμε ο Γράψον ὅρασιν ἐπὶ πυξίου.» Τῇ γὰρ ἑαυτοῦ διανοίᾳ ἐγκύπτων ὁ ἅγιος, καὶ εἰς αὑτὸν ὁρῶν, καὶ ὅλως εἴσω συνεστραμμένος, οἱονεὶ ἐντυγχάνει τοῖς καταγραφείσιν ὑπὸ Θεοῦ ἐπὶ τὴν ἑαυτοῦ διάνοιαν, καὶ οὕτως ἐπαγγέλλει τῷ λαῷ. ΡΘ. – ΑΦΘΟΝΙΟ ΣΑΜΑΡΙΤΗ. Η επιστολή σου τοιοῦτον ἔχει τύπον· Εἰ μὲν ὁ εἰς δ τὴν γῆν σπαρείς σίτος μὴ διεσήπετο, εἶχεν ἐλπίδα ἀναστάσεως τὸ ἀνθρώπινον σῶμα. Εἰ δὲ ὁ σἶτος, ἤτοι παντοῖον γένημα καταβληθὲν εἰς τὴν γῆν σήπεται, καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἰς τέφραν καὶ κόνιν κεχώρηκεν, τί μοι κατεπαγγέλλῃ ἀνάστασιν ἔπεσθαι τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων; Ἐγὼ δέ φημι πρὸς ταῦτα· Ανάγνωθί μοι τὴν ἀρχὴν τῆς Γενέσεως Καὶ ἔλαβεν ὁ Θεὸς χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον.» Τί τοίνυν διαλλάττει ὁ ἐκ τῆς γῆς χους τῆς τέφρας καὶ κόνεω;; Ωσπερ τοίνυν ἐν ἀρχῇ ἐκ γῆς χος κατεσκευάσθη τὸ σῶμα, καὶ ἐνεπνεύσθη ὑπὸ Θεοῦ, καὶ ἐστάθη ἄνθρωπος ὑπὸ τοὺς πόδας αυτ τοῦ· οὕτως πάλιν ἐκ χοὺς καὶ ἐκ τέφρας ἐπὶ τῆς συντελείας τοῦ παρόντος αἰῶνος, τῇ προστάξει καὶ δυνάμει τοῦ Θεοῦ, ἐξαναστήσεται τὰ ἀνθρώπινα σώ ματα τὰς ἰδίας ἀπολαβόντα ψυχάς, καὶ ἐπὶ τοὺς οἰ κείους στήσονται πόδας, εἰς δόξαν καὶ ἔπαινον τοῦ πάντα θαυμαστὰ ἐργαζομένου Δημιουργοῦ τῶν ὅλων. Τῷ αὐτῷ. Ὥσπερ τῷ μεγάλῳ 'Αβραὰμ ἡ πίστις λελόγισται εἰς δικαιοσύνην, οὕτω καὶ σοὶ πιστεύοντι εἰς νεκρῶν ἀνάστασιν, εἴπερ καὶ πιστεύσειας, δικαιοσύνη παρὰ τῷ Θεῷ μεγάλη λογισθήσεται. ΡΙΑ'. — Τῷ αὐτῷ. Γεγράφηκας, ὅτι Τὸν κόκκον τοῦ σίτου ἀλέσω, καὶ ποιήσω άλευρον. Κἂν μυριάκις σπείρω αὐτὸν εἰς τὴν γῆν, οὐκ ἔτι ζωογονεῖται, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἐξανίσταται, οὐ μὴ βλαστήσει ποτέ, οὐ μὴ καρποφορήσει· οὕτω δὴ καὶ τὸ σῶμα σποδιά και κόνις γενόμενον, οὐκ ἂν δύο ναιτο ἔτι ἐξαναστῆναι, ἢ ζῆσαι παντάπασιν. Αλλ' ἐγώ σοι πάλιν καὶ νῦν τὰ αὐτὰ προσαγάγοιμι σύν πραότητι ῥήματα, ἅπερ καὶ πάλαι ἐπέσταλκα, ὅτι
EPISTOLARUM LIB. I.
ΡΖ'.
ΖΩΣΙΜΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ.
• Ἡμεῖς δὲ, φησὶν ὁ ἅγιος Μωϋσῆς, οὐκ οἴδαμεν τί
θύσωμεν Κυρίῳ, ἕως τοῦ πορευθῆναι ἡμᾶς ὁδὸν ἡμε
μῶν τριῶν εἰς τὴν ἔρημον.» Παρ' ἡμῖν θυσία ἡ προσε
ευχή νοείται, ἔρημος δὲ κατάστασίς τίς ἐστιν ἐστερημένη παθῶν ἀλόγων, ὅπερ τελειότητα οριζόμεθα
εἶναι. Τοιοῦτον ἂν εἴη, φησὶν, ὑπὲρ ὑμῶν, ὁ Ἀπόστο
λος· τὸ γὰρ, Τί προσευξώμεθα καθ᾽ ὅ δεῖ, οὐκ οἴδαμεν μέχρι καταστάσεως τῆς ἀπαθοῦς τε καὶ καθα
ρᾶς. Οὐ γὰρ πάντως καὶ τότε τοιαύτας εὐχὰς, ἢ
ἐννοίας ἕξομεν, οἷας νῦν διεχλούμενοι ὑπὸ τῶν ἐναντίων.
ΡΗ'. — ΦΛΑΒΙΑΝΟ.
Ἔσικε τὸ ἡγεμονικὸν τῶν ἁγίων πυξίῳ τινὶ, ή
CVII. SOSIMIANO MONACHO.
f Nos vero, ait sanctus Moyses, nescimus quid
Doinino sacrificabimus, quousque ambulabimus
viam trium dierum in eremum s.. Apud nos sacrificium oratio est; desertus conditio quædam
brutis affectibus spoliata, quam perfectionem esse
definimus. Tale quidpiam erit de nobis, ait Apostolus”; illud enim: Quid, 47 uti addecet, orandum
sit, haud novimus usque ad constitutionem nullis
affectibus, nullis sordibus obnoxiam; neque enim
tunc easdem omnino orationes, aut cogitationes
habebimus, quales nunc habemus ab adversariis
interturbati.
CVIII. - FLA VIANO.
Præcipua sanctorum animæ pars pugillari, sive
δέλτῳ, ἐν ᾧ καταγράφει ὁ Θεὸς ἅπερ λεχθῆναι δέον libro, in quo Deus populo suo edicenda inscribit,
τῷ λαῷ αὐτοῦ. Εἴρηται γοῦν τῷ προφήτῃ Α66ακούμε ο Γράψον ὅρασιν ἐπὶ πυξίου.» Τῇ γὰρ ἑαυτοῦ
διανοίᾳ ἐγκύπτων ὁ ἅγιος, καὶ εἰς αὑτὸν ὁρῶν, καὶ
ὅλως εἴσω συνεστραμμένος, οἱονεὶ ἐντυγχάνει τοῖς
καταγραφείσιν ὑπὸ Θεοῦ ἐπὶ τὴν ἑαυτοῦ διάνοιαν,
καὶ οὕτως ἐπαγγέλλει τῷ λαῷ.
ΡΘ. – ΑΦΘΟΝΙΟ ΣΑΜΑΡΙΤΗ.
Η επιστολή σου τοιοῦτον ἔχει τύπον· Εἰ μὲν ὁ εἰς
δ
τὴν γῆν σπαρείς σίτος μὴ διεσήπετο, εἶχεν ἐλπίδα
ἀναστάσεως τὸ ἀνθρώπινον σῶμα. Εἰ δὲ ὁ σἶτος,
ἤτοι παντοῖον γένημα καταβληθὲν εἰς τὴν γῆν σήπεται, καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἰς τέφραν καὶ κόνιν
κεχώρηκεν, τί μοι κατεπαγγέλλῃ ἀνάστασιν ἔπεσθαι
τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων; Ἐγὼ δέ φημι πρὸς
ταῦτα· Ανάγνωθί μοι τὴν ἀρχὴν τῆς Γενέσεως·
• Καὶ ἔλαβεν ὁ Θεὸς χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἔπλασε
τὸν ἄνθρωπον.» Τί τοίνυν διαλλάττει ὁ ἐκ τῆς γῆς
χους τῆς τέφρας καὶ κόνεω;; Ωσπερ τοίνυν ἐν ἀρχῇ
ἐκ γῆς χος κατεσκευάσθη τὸ σῶμα, καὶ ἐνεπνεύσθη
ὑπὸ Θεοῦ, καὶ ἐστάθη ἄνθρωπος ὑπὸ τοὺς πόδας αυτ
τοῦ· οὕτως πάλιν ἐκ χοὺς καὶ ἐκ τέφρας ἐπὶ τῆς
συντελείας τοῦ παρόντος αἰῶνος, τῇ προστάξει καὶ
δυνάμει τοῦ Θεοῦ, ἐξαναστήσεται τὰ ἀνθρώπινα σώ
ματα τὰς ἰδίας ἀπολαβόντα ψυχάς, καὶ ἐπὶ τοὺς οἰ
κείους στήσονται πόδας, εἰς δόξαν καὶ ἔπαινον τοῦ
πάντα θαυμαστὰ ἐργαζομένου Δημιουργοῦ τῶν ὅλων.
Pl. Τῷ αὐτῷ.
assimilatur. Quare propheta labacuc dicitur:
4 Scribe visionem in tabella 20.19;, namque in propriam mentem sanctus introspiciens, et in semelipsum oculos figens, totusque in internas partes
conversus, scripta a Deo in sua mente comperit,
sicque enuntiat populo.
CIX. APHTHONIO SAMARITÆ.
Litteræ tuæ hunc in modum efformantur: si in
terra granum projectumn, non putresceret, spem
sane resurrectionis aliquam corpus haberet huinanum. Quod si frumentum, et quodcunque aliud
germen in terram immissum putrescit, et corpus
hominum in cinerem, ac pulverem fatiscit: quid
mihi om.ni asseveratione humanorum corporum
resurrectionem futuram affirmas? Ad hæc ipse respondeo. Percurre Genesis initium: ‹ Et accepit
Deus pulverem e terra, el formavit hominem 3.,
Quæ ergo differentia est inter pulverem ex terra,
et cinerem, et pulverem? Quemadmodum itaque ex
humo terræ principio corpus constructum est, et
spiritum ex Deo accepit, stelitque homo pedibus
suis, sic rursus ex terra et cinere 48 in præsentis sæculi fine, imperio ac facultate divina corpora
humana resurgent, proprias reassumentia animas,
et propriis stabunt pedibus in gloriam, et laudem
illius, qui omnia mira operatur, omnium Creatoris.
Ὥσπερ τῷ μεγάλῳ 'Αβραὰμ ἡ πίστις λελόγισται
εἰς δικαιοσύνην, οὕτω καὶ σοὶ πιστεύοντι εἰς νεκρῶν
ἀνάστασιν, εἴπερ καὶ πιστεύσειας, δικαιοσύνη παρὰ
τῷ Θεῷ μεγάλη λογισθήσεται.
ΡΙΑ'. — Τῷ αὐτῷ.
Γεγράφηκας, ὅτι Τὸν κόκκον τοῦ σίτου ἀλέσω, καὶ
ποιήσω άλευρον. Κἂν μυριάκις σπείρω αὐτὸν εἰς τὴν
γῆν, οὐκ ἔτι ζωογονεῖται, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἐξανίσταται, οὐ
μὴ βλαστήσει ποτέ, οὐ μὴ καρποφορήσει· οὕτω δὴ
καὶ τὸ σῶμα σποδιά και κόνις γενόμενον, οὐκ ἂν δύο
ναιτο ἔτι ἐξαναστῆναι, ἢ ζῆσαι παντάπασιν. Αλλ'
ἐγώ σοι πάλιν καὶ νῦν τὰ αὐτὰ προσαγάγοιμι σύν
πραότητι ῥήματα, ἅπερ καὶ πάλαι ἐπέσταλκα, ὅτι
Eidem.
Quemadmodum magno Abrahæ fides reputata
fuit in justitiamn 11, ita el tibi defunctorum resurrectioni fidem adhibenti: si modo unquam fidem
adhibueris, justitia apud Deum ingens reputabitur.
CXI. Eidem.
Scripsisti Granum frumenti molam, et in fari
nam redigam. Id licet millies in terram seminaverim, non amplius reviviscit, imo nec resurget, nec
unquam surculos emittet, neque fructus afferet;
pari ratione et corpus cinis, ac pulvis factum, non
poterit resurgere, neque ullatenus vitam vivere.
At ipse, quem alias tibi miseram sermonem, eunidem nunc cum placiditate repetam. Quemadmodum
29 Exod. V, 5. 39 Rom. vult, 20. 30.19 diabac. il, 5.
20 Gen. 11,
7. * Gen, xv, 6; Rom 19, 3.
col. 131–132page 37 of 262
PG 79:131ὥσπερ τὴν ἀρχὴν ἐκ χοὺς ἄνθρωπος ἀνεδείχθη τῇ δυ νάμει καὶ τῇ τέχνῃ τοῦ πανσόφου καὶ πάντα ἰσχύοντος Κυρίου, οὕτω καὶ ἐν τῷ τέλει τοῦ παρόντος αἰῶνος ἐκ τῆς σποδιᾶς γενήσεται ἡ ἀνάστασις τοῦ ἐφθαρμένου σώματος, καὶ ἐξαναστήσεται ὁ ἄνθρωπος ζωοποιηθείς τε καὶ ψυχωθείς, τὴν μὲν προλαβοῦσαν φθορὰν ἀποτιναξάμενος, ἐπενδυσάμενος δὲ τὴν θείαν ἀφθαρσίαν. Τῷ αὐτῷ. Εἴρηκας, τὴν σποδιὰν τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων ὑπὸ τῶν ἀνέμων πανταχῆ διασκορπισθῆναί τε καὶ λικμηθῆναι, καὶ τί λοιπόν; Ἀλλ᾽ ἐννόησόν μοι, πόθεν ἡ γῆ κατεσκευάσθη, πόθεν πῦρ, καὶ ἀὴρ, καὶ ὕδωρ ὑφέστηκεν; Πάντως ἐρεῖς τῷ ἐπερωτῶντί σε τῶν Ελληνικῶν πόρρω φεύγων παραφλυαρημάτων, καὶ αποπτύων τοὺς λήρους τῶν ψευδοφιλοσόφων, πάντως ἐρεῖς, ὅτι ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τὰ στοιχεῖα παρήχθη. Καγώ τοίνυν φημί σοι, ὅτι καθάπερ ἐκ μὴ ὄντων εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα ὑφέστηκε τῇ δοπῇ μόνῃ τοῦ θείου βουλήματος, οὕτως ἐκ τῆς τέφρας ἐκείνης τῆς παρὰ σοὶ νομιζομένης ἀπόλλυσθαι, ἡ ἀνάστασις ἔσται τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων. ΡΙΓ. Τῷ αὐτῷ. καὶ Ο παντοδύναμος Θεός, ὁ τὴν ῥάβδον Μωϋσέως ἐξηραμένην καὶ ἄφλοιον παραδόξως μεταβαλὼν εἰς ζῶαν ἔμψυχόν τε καὶ ἔμπον (δράχων γὰρ ἦν φοβε ρὸς, καὶ φεύγει Μωϋσῆς τὸ θαῦμα καταπλαγείς, ὁ τὴν τοῦ ᾿Ααρών ῥάβδον ξηρὰν πολυχρόνιον ὑπάρ χουσαν δίχα γῆς, καὶ ῥίζης, καὶ ὄμβρων, καὶ εὐκρασίας αέρων, τῇ θελήσει καὶ μόνῃ διὰ μιᾶς νυκτὸς ἐκβλαστῆσαι ποιήσας, φύλλα τε χαριέστατα, καὶ καρ τὸν ὡραιότατον (πάντα γὰρ δυνατὰ Θεῷ παντοκράτορ: καὶ πάντα ἰσχύοντι)· αὐτὸς ἐν διπῇ ὀφθαλμοῦ εξαναστήσει καιρῷ τῷ προσήκοντι τὰ ἀνθρώπεια σώματα, θάλλοντα τῇ ἑαυτοῦ χάριτι, καὶ ἀγλαῖζόμενα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ὑπερνικῆσαι τῇ θείᾳ λαμπρότητε τὰς αὐγὰς τοῦ ἀψύχου ηλίου. Καὶ πειθέτω σε Μωϋ σῆς ὁ γνήσιος θεράπων τοῦ κρείττονος, φωσφόρος κατελθὼν ἐκ τοῦ Σιναίου όρους, καὶ τὸν χρῶτα δεδοξασμένος ταῖς λαμπηδόσιν, ὅπως διὰ τοῦ φαινομένου προδείξῃ τὴν μέλλουσαν χάριν ὑψόθεν ἀνθρώποις παρέχεσθαι. ΡΙΔ'. - ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ. Πάλιν ἡμῖν ἧκεν ὁ μέγας στρατηλάτης διὰ γραμ μάτων τὰ κήρινα προβαλλόμενος ὅπλα, οὐκ ἀφ' ἑαυ τοῦ κτησάμενος ταῦτα, ἀλλ᾽ ἑτέρωθεν ψεκτώς πορισάμενος. Ἰδοὺ γὰρ, φησὶν, ὁ θεῖος ᾿Απόστολος τὴν ὑπόβασιν τοῦ Ἰησοῦ ἐξεφώνησεν· γράφει γὰρ τοῖς ἐξ Εβραίων πεπιστευκόσιν, ὅτι «Πάντοτε ζῇ Ἰη σοῦς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ἐντυγχάνειν ὑπὲρ ἡμῶν.» ᾿Αλλὰ γινωσκέτωσαν οἱ ὑποβάλλοντές σοι τοιαῦτα επιστέλλειν, ὅτιπερ ἡ τοῦ Σωτῆρος μακαριωτάτη καὶ πολυύμνητος οἰκονομία, ἐντυχία ὑπὲρ ἡμῶν ὑπάρχει, προσηγόρευταί τε καὶ καλεῖται παρὰ τοῖς θεοφόροις καὶ θεηγόροις ἀνδράσιν. Τῷ αὐτῷ. Τὸ ἐντυγχάνειν, οὐχ ὥσπερ ἡ τῶν πολλῶν συν
primum ex terra homo potentia, et arte sapientis ὥσπερ τὴν ἀρχὴν ἐκ χοὺς ἄνθρωπος ἀνεδείχθη τῇ δυsimi, ac omnipotentis Domini substitit: ita' et in
fine præsentis sæculi ex cinere corrupti corporis
resurrectio Gel, et resurget hono, vita animoque
preditus pristina corruptione abjecta, et divina incorruptibilitate comparata.
CXII. Eidem.
Dixisti humanorum corporum cineres huc atque
illuc dissipatos a ventis, et veluti 49 ventilabro
jactatos: et quid erit ultra? Sed perpendas velim, undenam terra producta est, unde ignis, et
aer, et aqua substitit? Sane omniuo ex te scisci
tanti, nugamenta gentium longe abigens, et pseudophilosophorum ineptias exsecratus respondebis:
ex eo quod non erat, în id quod est, elementa a
Deo producta fuisse. Ipse etiam edico tibi: quemadmodum ex iis quæ non erant, ad id quod sunt,
omnia nutu solo divinæ voluntatis substitere; ita
ex eo cinere, qui a te deperditus esse existimatur,
humanorum corporum resurrectio erit.
CXIII. Eidem.
Omnipotens Deus, qui exsiccatum, et sine cortice baculum Moysis miro quodam modo in animal
animatum, repensque immutavit; draco siquidem
`erat terribilis, et Moyses in fugam se dedit miraculo perterritus: et qui Aaronis baculum siccum,
eɩ ipsum multum ante tempus, absque terra, et radicibus, et pluviis, et aeris temperie, vel sola voluntate una nocte germen emittere, et folia gratiosissima, et fructum pulcherrimum, effecit *;
omnia namque Deo omnipotenti, cui omnia obediunt, possibilia sunt: ipse ictu oculi tempore
debito corpora huniana resurgere faciet, sua gratia
pullulantia, et in tantum decora, ut divino splendore inanimati solis radios quam maxime superent.
Tibique persuadeat verus Dei servus, qui ex Sina
monte luciferi instar descendit, et splendoribus
corporis gloriosus, ut per id, quod apparebat, futuram ex alto gratiam hominibus præmonstraret.
GAINAE COPIARUM DUCTORI.
Rursus magnus copiarum ductor per litteras ad
mos venit arma cerea objiciens, non quæ ex seipso
possideat, sed aliunde opprobriose suscipiens. Ecce
euimn, ait, divinus Apostolus Jesu demissionem
edixit: ad eos etenim, qui ex Hebræis crediderant,
scribit: Semper vivit Jesus Filius Dei ad interpellandum pro nobis ".» Verumtamen noscant
qui tibi hæc ad scribendum suggerunt, Servatoris
beatissimam, et decantatissimam dispositionem,
pro nobis interpellationem esse, nuncuparique a
deiferis, et diviniloquis hominibus.
'
CXV. Eidem.
Interpellare, non ut multorum consuetudo, et
* Exod. IV, 3. "Num. xvII, 8.» Hebr. vi, 25.
νάμει καὶ τῇ τέχνῃ τοῦ πανσόφου καὶ πάντα ἰσχύον
τος Κυρίου, οὕτω καὶ ἐν τῷ τέλει τοῦ παρόντος
αἰῶνος ἐκ τῆς σποδιᾶς γενήσεται ἡ ἀνάστασις τοῦ
ἐφθαρμένου σώματος, καὶ ἐξαναστήσεται ὁ ἄνθρωπος
ζωοποιηθείς τε καὶ ψυχωθείς, τὴν μὲν προλαβοῦσαν
φθορὰν ἀποτιναξάμενος, ἐπενδυσάμενος δὲ τὴν θείαν
ἀφθαρσίαν.
PIB'.
Τῷ αὐτῷ.
Εἴρηκας, τὴν σποδιὰν τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων
ὑπὸ τῶν ἀνέμων πανταχῆ διασκορπισθῆναί τε καὶ
λικμηθῆναι, καὶ τί λοιπόν; Ἀλλ᾽ ἐννόησόν μοι, πόθεν
ἡ γῆ κατεσκευάσθη, πόθεν πῦρ, καὶ ἀὴρ, καὶ ὕδωρ
ὑφέστηκεν; Πάντως ἐρεῖς τῷ ἐπερωτῶντί σε τῶν
Ελληνικῶν πόρρω φεύγων παραφλυαρημάτων, καὶ
αποπτύων τοὺς λήρους τῶν ψευδοφιλοσόφων, πάντως
ἐρεῖς, ὅτι ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ
τὰ στοιχεῖα παρήχθη. Καγώ τοίνυν φημί σοι, ὅτι
καθάπερ ἐκ μὴ ὄντων εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα ὑφέστηκε τῇ δοπῇ μόνῃ τοῦ θείου βουλήματος, οὕτως ἐκ τῆς
τέφρας ἐκείνης τῆς παρὰ σοὶ νομιζομένης ἀπόλλυσθαι, ἡ ἀνάστασις ἔσται τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων.
ΡΙΓ. Τῷ αὐτῷ.
καὶ
Ο παντοδύναμος Θεός, ὁ τὴν ῥάβδον Μωϋσέως
ἐξηραμένην καὶ ἄφλοιον παραδόξως μεταβαλὼν εἰς
ζῶαν ἔμψυχόν τε καὶ ἔμπον (δράχων γὰρ ἦν φοβε
ρὸς, καὶ φεύγει Μωϋσῆς τὸ θαῦμα καταπλαγείς,
ὁ τὴν τοῦ ᾿Ααρών ῥάβδον ξηρὰν πολυχρόνιον ὑπάρ
χουσαν δίχα γῆς, καὶ ῥίζης, καὶ ὄμβρων, καὶ εὐκρα
σίας αέρων, τῇ θελήσει καὶ μόνῃ διὰ μιᾶς νυκτὸς
ἐκβλαστῆσαι ποιήσας, φύλλα τε χαριέστατα, καὶ καρτὸν ὡραιότατον (πάντα γὰρ δυνατὰ Θεῷ παντοκράτορ: καὶ πάντα ἰσχύοντι)· αὐτὸς ἐν διπῇ ὀφθαλμοῦ
εξαναστήσει καιρῷ τῷ προσήκοντι τὰ ἀνθρώπεια
σώματα, θάλλοντα τῇ ἑαυτοῦ χάριτι, καὶ ἀγλαῖζόμενα
ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ὑπερνικῆσαι τῇ θείᾳ λαμπρότητε
τὰς αὐγὰς τοῦ ἀψύχου ηλίου. Καὶ πειθέτω σε Μωϋσῆς ὁ γνήσιος θεράπων τοῦ κρείττονος, φωσφόρος
κατελθὼν ἐκ τοῦ Σιναίου όρους, καὶ τὸν χρῶτα δεδο
ξασμένος ταῖς λαμπηδόσιν, ὅπως διὰ τοῦ φαινομένου
προδείξῃ τὴν μέλλουσαν χάριν ὑψόθεν ἀνθρώποις
παρέχεσθαι.
ΡΙΔ'. - ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ.
Πάλιν ἡμῖν ἧκεν ὁ μέγας στρατηλάτης διὰ γραμμάτων τὰ κήρινα προβαλλόμενος ὅπλα, οὐκ ἀφ' ἑαυ
τοῦ κτησάμενος ταῦτα, ἀλλ᾽ ἑτέρωθεν ψεκτώς πορι
σάμενος. Ἰδοὺ γὰρ, φησὶν, ὁ θεῖος ᾿Απόστολος τὴν
ὑπόβασιν τοῦ Ἰησοῦ ἐξεφώνησεν· γράφει γὰρ τοῖς
ἐξ Εβραίων πεπιστευκόσιν, ὅτι «Πάντοτε ζῇ Ἰησοῦς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ἐντυγχάνειν ὑπὲρ ἡμῶν.»
᾿Αλλὰ γινωσκέτωσαν οἱ ὑποβάλλοντές σοι τοιαῦτα
επιστέλλειν, ὅτιπερ ἡ τοῦ Σωτῆρος μακαριωτάτη
καὶ πολυύμνητος οἰκονομία, ἐντυχία ὑπὲρ ἡμῶν
ὑπάρχει, προσηγόρευταί τε καὶ καλεῖται παρὰ τοῖς
θεοφόροις καὶ θεηγόροις ἀνδράσιν.
PIE'. Τῷ αὐτῷ.
Τὸ ἐντυγχάνειν, οὐχ ὥσπερ ἡ τῶν πολλῶν συν-
col. 133–134page 38 of 262
PG 79:133ἔθεια, καὶ τὸ ζητεῖν ἐκδίκησιν, ἔχει (τοῦτο γάρ πως καὶ ταπεινότητος), ἀλλὰ τὸ πρεσβεύειν ὑπὲρ ἡμῶν τῷ λόγῳ τῆς μεσιτείας, καθάπερ καὶ τὸ Πνεῦμα ὑπὲρ ἡμῶν ἐντυγχάνειν λέγεται. • Εἷς γὰρ Θεὸς, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Ἰησοῦς ὁ Χριστός.» Πρεσβεύειν γὰρ λέγεται ἔτι καὶ νῦν ὡς ἄνθρωπος ὑπὲρ τῆς ἐμῆς σωτηρίας, ὅτι μετὰ τοῦ σώ ματός ἐστιν, ούπερ προσέλαβεν, ἕως ἂν ἐμὲ ποιήση θεὸν τῇ δυνάμει τῆς ἐνανθρωπήσεως, κἂν μηκέτι κατὰ σάρκα γινώσκεται, τὰ σαρκικὰ λέγω πάθη, καὶ χωρὶς τῆς ἁμαρτίας ἡμέτερα. Οὕτω δὲ καὶ παράκλη τον ἔχομεν πρὸς τὸν Πατέρα Ἰησοῦν, οὐχ ὡς ὑπὲρ ἡμῶν προκυλινδούμενον τοῦ Πατρὸς, καὶ προσπίπτοντα δουλικῶς, ἅπαγε τὴν δούλην ὄντως ὑπόνοιαν, καὶ ἀναξίαν. Οὔτε γὰρ τοῦ Πατρὸς τοῦτο ἐπιζητεῖν, οὔτε τοῦ Υἱοῦ πάσχειν, ἢ ὡς περὶ Θεοῦ διανοεῖσθαι δίκαιον. Αλλ' ὁ Ἰησοῦς πέπονθεν ὡς ἄνθρωπος, πεί θει καρτερεῖν ὡς Λόγος καὶ παραινέτης. Τοῦτο γὰρ δεῖ σε νοεῖν τὴν παράκλησιν. ΡΙϚ'. - Τῷ αὐτῷ. Αναμνήσθητί μοι τῶν τοῦ Σωτῆρος ῥημάτων λέ γοντος; «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ, ἐμά ἐστιν· ο καί· «Ο ἑωρακώς ἐμὲ, ἑώρακε τὸν Πατέρα· ν και, Σοὶ, Πέτρε, δίδωμι αυθεντικῶς τὰς κλεῖδας τῆς βα σιλείας τῶν οὐρανῶν, διότι οὐχὶ δοῦλον, οὐδὲ ὑπουργὸν, ἢ λειτουργὸν, οὐδὲ μὴν ὑποχείριον, ἢ ἀλλό φυλον τῆς τοῦ Πατρὸς οὐσίας με κέκληκας, ἀλλὰ γνήσιον Υἱὸν ὑπάρχειν με τοῦ ζῶντος Θεοῦ ὡμολή γησας ἐξ ἀποκαλύψεως τοῦ οὐρανίου Πατρός. Καὶ πάλιν ὁ εὐαγγελιστής εἴρηκεν, ὅτι Διὰ τοῦτο οι Ἰουδαῖοι τὸν Ἰησοῦν ἐδίωκον· οὐ μόνον καθ' ὅ τι τὸ Σάββατον έλυεν, ἀλλ᾽ ὅτι καὶ ἑαυτὸν ἀπεδείκνυεν γνήσιον Υἱὸν εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ ἴσαν κατὰ πάντα τῷ οὐ ανίῳ Πατρί. ΡΙΖ'.· ΕΥΑΝΔΡΕΙΟ. Καταγελάν σου πολλοὺς τῶν ὀρθοδόξων παρασκευάζεις, μυστήρια τὰ μυθάρια καλῶν. Πλὴν καὶ πᾶσα αἵρεσις ἔξω τῆς Χριστοῦ βαίνουσα Ἐκκλησίας, μυστήρια ὀνομάζει τὰ παραφρονήματα. Οὕτω καὶ Μανιχαίοι μυστήρια καὶ θησαυρῶν ἀγαθῶν ἀποκαλοῦσι τὰ βιβλία τῆς δυσσεβείας, καὶ τῆς παρανομίας ἤδη γὰρ ἐνεργεῖται τὸ μυστήριον τῆς ἀπωλείας. ΡΙΗ'. ΕΠΙΓΟΝΟ ΚΟΥΡΣΟΡΙ. Ἐπειδὴ τοὺς θείους λόγους ὁ ἅγιος Μωϋσῆς τῇ ἀσαφείᾳ ἐκάλυψεν, ἵνα μὴ νομίσωσιν αὐτὰ οἱ τὸ τηνι καῦτα, καὶ οἱ νῦν καὶ μετὰ ταῦτα μωροὶ, καὶ ἀσύνετοι τῶν Εβραίων, ὡς αὐτοὺς μεμαρτύρηκε λέγων ἐν τῇ μεγάλη ώδη· «Οὗτος λαὸς μωρὸς, καὶ οὐχὶ σοφός, γενεὰ ἐξεστραμμένη ἐστὶν, υἱοὶ μὴ ἔχοντες πίστιν ἐν ἑαυτοῖς, πειράζουσι καὶ παραπικραίνουσι τὸν Κύριον· ἡ διὰ τοῦτο κάλυμμα ἐπετίθει τῷ οἰκείῳ μικρὸν θησαυρὸν Θησαυρόν κιν. Μάνης.
EPISTOLARUM LIB. I.
ἔθεια, καὶ τὸ ζητεῖν ἐκδίκησιν, ἔχει (τοῦτο γάρ πως postulare uhionem, exponi debet; hoc namque
καὶ ταπεινότητος), ἀλλὰ τὸ πρεσβεύειν ὑπὲρ ἡμῶν τῷ
λόγῳ τῆς μεσιτείας, καθάπερ καὶ τὸ Πνεῦμα ὑπὲρ
ἡμῶν ἐντυγχάνειν λέγεται. • Εἷς γὰρ Θεὸς, εἷς καὶ
μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Ἰησοῦς ὁ
Χριστός.» Πρεσβεύειν γὰρ λέγεται ἔτι καὶ νῦν ὡς
ἄνθρωπος ὑπὲρ τῆς ἐμῆς σωτηρίας, ὅτι μετὰ τοῦ σώ
ματός ἐστιν, ούπερ προσέλαβεν, ἕως ἂν ἐμὲ ποιήση
θεὸν τῇ δυνάμει τῆς ἐνανθρωπήσεως, κἂν μηκέτι
κατὰ σάρκα γινώσκεται, τὰ σαρκικὰ λέγω πάθη, καὶ
χωρὶς τῆς ἁμαρτίας ἡμέτερα. Οὕτω δὲ καὶ παράκλη
τον ἔχομεν πρὸς τὸν Πατέρα Ἰησοῦν, οὐχ ὡς ὑπὲρ
ἡμῶν προκυλινδούμενον τοῦ Πατρὸς, καὶ προσπίπτοντα δουλικῶς, ἅπαγε τὴν δούλην ὄντως ὑπόνοιαν,
καὶ ἀναξίαν. Οὔτε γὰρ τοῦ Πατρὸς τοῦτο ἐπιζητεῖν,
οὔτε τοῦ Υἱοῦ πάσχειν, ἢ ὡς περὶ Θεοῦ διανοεῖσθαι
δίκαιον. Αλλ' ὁ Ἰησοῦς πέπονθεν ὡς ἄνθρωπος, πείθει καρτερεῖν ὡς Λόγος καὶ παραινέτης. Τοῦτο γὰρ
δεῖ σε νοεῖν τὴν παράκλησιν.
ΡΙϚ'. - Τῷ αὐτῷ.
Αναμνήσθητί μοι τῶν τοῦ Σωτῆρος ῥημάτων λέγοντος; «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ, ἐμά ἐστιν· ο
καί· «Ο ἑωρακώς ἐμὲ, ἑώρακε τὸν Πατέρα· ν και,
Σοὶ, Πέτρε, δίδωμι αυθεντικῶς τὰς κλεῖδας τῆς βα
σιλείας τῶν οὐρανῶν, διότι οὐχὶ δοῦλον, οὐδὲ ὑπουρ
γόν, ἢ λειτουργὸν, οὐδὲ μὴν ὑποχείριον, ἢ ἀλλό
φυλον τῆς τοῦ Πατρὸς οὐσίας με κέκληκας, ἀλλὰ
γνήσιον Υἱὸν ὑπάρχειν με τοῦ ζῶντος Θεοῦ ὡμολή
γησας ἐξ ἀποκαλύψεως τοῦ οὐρανίου Πατρός. Καὶ
πάλιν ὁ εὐαγγελιστής εἴρηκεν, ὅτι Διὰ τοῦτο οι
Ἰουδαῖοι τὸν Ἰησοῦν ἐδίωκον· οὐ μόνον καθ' ὅ τι τὸ
Σάββατον έλυεν, ἀλλ᾽ ὅτι καὶ ἑαυτὸν ἀπεδείκνυεν
γνήσιον Υἱὸν εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ ἴσαν κατὰ πάντα τῷ
οὐ ανίῳ Πατρί.
ΡΙΖ'.· ΕΥΑΝΔΡΕΙΟ.
Καταγελάν σου πολλοὺς τῶν ὀρθοδόξων παρασκευάζεις, μυστήρια τὰ μυθάρια καλῶν. Πλὴν καὶ πᾶσα
αἵρεσις ἔξω τῆς Χριστοῦ βαίνουσα Ἐκκλησίας,
μυστήρια ὀνομάζει τὰ παραφρονήματα. Οὕτω καὶ
Μανιχαίοι μυστήρια καὶ θησαυρῶν ἀγαθῶν ἀποκα
λοῦσι τὰ βιβλία τῆς δυσσεβείας, καὶ τῆς παρανομίας·
ἤδη γὰρ ἐνεργεῖται τὸ μυστήριον τῆς ἀπωλείας.
ΡΙΗ'. ΕΠΙΓΟΝΟ ΚΟΥΡΣΟΡΙ.
Ἐπειδὴ τοὺς θείους λόγους ὁ ἅγιος Μωϋσῆς τῇ
ἀσαφείᾳ ἐκάλυψεν, ἵνα μὴ νομίσωσιν αὐτὰ οἱ τὸ τηνι
καῦτα, καὶ οἱ νῦν καὶ μετὰ ταῦτα μωροὶ, καὶ ἀσύνετοι
τῶν Εβραίων, ὡς αὐτοὺς μεμαρτύρηκε λέγων ἐν τῇ
μεγάλη ώδη· «Οὗτος λαὸς μωρὸς, καὶ οὐχὶ σοφός,
γενεὰ ἐξεστραμμένη ἐστὶν, υἱοὶ μὴ ἔχοντες πίστιν
ἐν ἑαυτοῖς, πειράζουσι καὶ παραπικραίνουσι τὸν
Κύριον· ἡ διὰ τοῦτο κάλυμμα ἐπετίθει τῷ οἰκείῳ
* Rom. viii, 26.
quodammodo demissionis fuerit: sed pro nobis, ut
mediator est, legationem obire, sive preces effun
dere; quemadmodum et Spiritus pro nobis interpellare dicitur *. ‹ Unus enim Deus, unus et inediator Dei et hominum homo Jesus Christus *6.
Orare siquidem ad hæc usque tempora pro mea
salute dicitur ut homo, quod cum corpore est,
quod.assumpsit, donec me Deum incarnationis potentia faciat, licet nondum secundum carnem agnoscatur, carneos, inquam, nostrosque, uno excepto
peccato, affectus. Et hac ratione intercessorem
apud Patrem, Jesumn, no qui pro nobis ante Pa
frem volutetur, ac servorum more procumbat,
abjice hanc vere servam et indignam cogitationem:
51 neque enim id Patris est petere, neque Filii tolerare: vel de eo tanquam de Deo ista sentire debemus. At Jesus passus est ut homo, ut Verbum et
hortator tolerantiam suadet. Et sic intercessio intelligenda est.
Eidem.
Recordare sodes verborum Servatoris dicentis:
Omnia quæ habet Pater, mea sunt 17; › et:
• Qui vidit me, vidit et Patrem "; › et: Tihi,
Petre, do auctoritate mea claves regni cœlorum:
propterea quod non servum, neque auxiliarium,
neque ministrum, multo minus imperio subjacentem, vel a paterna substantia alienum me compellasti, sed verum Filium esse ne vivi Dei ex revolaliune coelestis Patris fassus es s. Rursusque
evangelista dixit: Propterea Judæi Jesum persequebantur, non tantum quod Sabbatum solvebat,
sed etiam quod semetipsum ostendebat verum Filium esse Dei, et similem in omuibus cœlesti
Patri 30.
10 I Tim. 11, 5. 37 Joan. xvi, 15.
Thes. 11, 7. ss Deut. xxxi, 5.
Hunc librum Thesaurum vocat Epiphanius
haresi 66, n. 13, ubi μικρὸν θησαυρὸν coniunemorüd. Θησαυρόν etiam appellant Socrates lib. 1,
CXVU.
EVANDRIO.
Plerosque recte sentientes tibi illudere facis, fabellas mysteria nuncupans. Omnis pihilominus
secta extra Dei Ecclesiam aberrans ineptias suas
mysteria vocat. Pari ratione Manichæi mysteria et
thesaurum bonum impietatis suæ, ac improbitatis
libros appellant: namque jam opere perficitur perditionis mysterium 31
52 CXVHI. EPIGONO CURSORI.
Quando divinos sermones sanctus Moyses obscure
extulit, ne eos qui tumn erant, et nunc vivunt, et
postmodum futuri sunt, stulti, ineptique Hebræi intelligerent, ut ipse testimonio suo in magno cantico
comprobavit:. Hic populus nec niente, nec consilio praeditus, generatio distorta est: filii non ha
bentes fidem in semetipsis, tentant, et exasperant
Dominum”; › propterea velamen apponebat pro30 Joan. κιν.
9. 29 Matth. xvi, 18.
so Joan.
cap. 22, et Suidas in voce Μάνης. Thesaurum Hie
ronymum contra Vigilantium et ad Isa. cap. Lxiv.
COTELERIUS, Mon. E. G. 1, 618. C.
col. 135–136page 39 of 262
PG 79:135ἀπαστράπτοντι προσώπῳ, καὶ οὕτως διελέγετο τοῖς νοητοῖς καὶ Αἰγυπτιάζουσι τῇ φρονήσει. ΡΙΘ. Τῷ αὐτῷ. Πρόσωπον Μωϋσέως νόησον εἶναι τὸ φως τῆς Πεντατεύχου, κάλυμμα δὲ τὸ ἀσαφὲς τῶν μακαρίων λό γων, καὶ τὸ παραβολικόν, ἢ συμβολικὸν, καὶ τὸ αἰνιγματώδες. Καὶ λέγει ὁ ἅγιος Μωϋσῆς ἐπὶ τοῦ φρέατος, ὅθεν πάντες πεπώκασι, παραβολικώς τινα καὶ ἑξῆς ἐπιφέρει· Διὰ τοῦτο ἐροῦσιν οἱ αίνιγμα τισταὶ τάδε καὶ τάδε. ΡΚ'. Τῷ αὐτῷ. Ἐὰν μετὰ κλαυθμοῦ πρὸς τὸν Χριστὸν ἐπιστρέψει ὁ Ἑβραῖος νηπιάζων κατὰ τὸ βρέφος τὸ λεγόμενον Ισμαήλ, περιαιρεῖται τὸ κάλυμμα τῶν ὀφθαλμῶν τῆς διανοίας τῆς καλουμένης "Αγαρ, καὶ ἐγγύθεν εὑρίσκει τὸ ζῶν ὕδωρ τῆς θείας Γραφῆς δεόντως ερμηνευθεν, πότιμόν τε καὶ διαυγές, καὶ τοῦ θανά του τῆς ἀπιστίας λυτρούμενον. ΡΚΑ'. — Τῷ αὐτῷ. Μέχρις ἂν μὴ κτήσονται δὲ οἱ Ἑβραῖοι τὴν πίστιν τῆς μαχαρίας Σάββας, τῆς οἰκέτιδος ᾿Αγαρ τὸ ὄνομα τῇ γνώμῃ αὐτῶν ἐπιφημίζειν δέον. ΡΚΒ'. Τῷ αὐτῷ. Οτι πολλῆς θεωρίας καὶ νοήσεως δεῖται τὸ Μωσαϊκὸν γράμμα, και βαθείας ἐρεύνης, πειθέτω σε ή μυστική προσηγορία του φρέατος τῆς δρά σεως. ΡΚΓ'. — Τῷ αὐτῷ. Μὴ καταδέξῃ ἐν ταῖς ἐπελθούσαις συμφοραῖς παρα λῦσαι τὸ εὔελπι, μηδὲ χαλάσῃς τὸ κέρας τῆς θείας προσδοκίας. Ῥᾷον γὰρ τῷ Θεῷ βουληθέντι τὰ σκυθρωπότερα ἐπὶ τὸ ἱλαρόν τε καὶ φαιδρὸν μετ ενέγκαι. ΡΚΔ'. — ΒΕΝΙΑΜΙΝ ΕΒΡΑΙΟ. Φάσκεις ἐν πολλοῖς τὸν Ἰησοῦν ἐπαινεῖν, ἐν δὲ τῷ παριδεῖν αὐτὸν καὶ λῦσαι τὸ Σάββατον, καὶ σφόδρα ἀγανακτεῖν. Αλλ' οὐ πάντοτε νήπιον χρὴ ὑπάρχειν τὸν ἄνθρωπον· εἰς ἄνδρα γάρ τις τελέσας, οὐκ ἔτι ἀνέξεται ποτίζεσθαι γάλακτι, καὶ ὁ πρὸς τὰ τῶν φιλοσόφων ὁρμήσας μαθήματα, οὐκ ἂν καταδέξαιτο ἀλφαβήτῳ προσκαρτερεῖν. Πρὸ τοίνυν τοῦ τὴν οὐράνιον ἐπιδημῆσαι σοφίαν τοῖς ἀνθρώποις, καλὴ ἐτύγχανεν ἡ τοῦ Σαββάτου παρατήρησις, καὶ ὠφέλιμος, νῦν δὲ, κατὰ τὴν Χριστοῦ ἐπιδημίαν, οὐκ ἔστιν ἐπιτήδειος· ἐπάνω 38 ΧΧΧΙΥ, γὰρ καὶ ἡμερῶν καὶ χρόνων, καὶ παντὸς τοῦ κόσμου φρονήσει Χριστιανός. Τῷ αὐτῷ. Μή ξενισθῇς, πῶς πάλαι μὲν ὁ Θεὸς τὸ Σάββατον τηρεῖν διετάξατο, νῦν δὲ τὴν τοιαύτην ἀθετεῖ παρα τήρησιν. Ορᾷς γὰρ παλαιάς τε καὶ νεαρὰς διατάξεις βασιλέων γηίνων, πρώην μὲν τόδε τὸ πρᾶγμα θεσπισάντων, νῦν δὲ καταλυόντων τὸ προλαβὸν νομοθέτ τημα.
prise prælucenti faciei; et hac ratione prudentes ἀπαστράπτοντι προσώπῳ, καὶ οὕτως διελέγετο τοῖς
et qui sapientia Ægyptios aemulabantur, alloque νοητοῖς καὶ Αἰγυπτιάζουσι τῇ φρονήσει.
batur.
CXIX. Eidem.
Faciem Moysis lumen esse Pentateuchi existima”,
velamen beatorum sermonum obscuritatem, et quod
parabolis, aut symbolis, sive etiam ænigmatibus
exprimitur. Et sanctus Moyses super puteo ", ex
quo omnes bibere, nonnulla per modum parabolæ
refert; postmodum addit: • Propterea dicent, qui
captiose et perplexe argutantur hæc et hæc 35.
CXX.. Eidem.
Si cum lacrymis ad Christum convertatur Hebræus, infantens agens secundum puerum, Ismael
dictum, oculorum mentis, Agar nuncupatæ velamen abstrahit, propeque invenit aquam vivam divine Scripturæ, uti addecet expositam, potui accommodatam, atque pellucidam, et ab infidelitate
mortis liberantemn 36.
53 CXXI. Fidem.
Quousque Hebræi fidem beatæ Saræ non possidebunt, serva Agar nomen eorum menti appingendum est ".
CXXII. Eidem.
Multa speculatione, et intelligentia Mosaica
scripta, necnon profunda perquisitione indigere
persuadeat te mystica compellatio putei visionis 38.
CXXIII. Eidem.
Ne patiaria in his, quæ te opprimunt, infortu
niis spem bonam abjicere, neque divinæ exspectationis cornu relaxes. Facile enim Deo est, modo
voluerit, tristia in læta amœnaque convertere.
CXXIV. BENJAMINO HEBRÆO.
ΡΙΘ.
Τῷ αὐτῷ.
Πρόσωπον Μωϋσέως νόησον εἶναι τὸ φως τῆς Πεν
τατεύχου, κάλυμμα δὲ τὸ ἀσαφὲς τῶν μακαρίων λόγων, καὶ τὸ παραβολικόν, ἢ συμβολικὸν, καὶ τὸ
αἰνιγματώδες. Καὶ λέγει ὁ ἅγιος Μωϋσῆς ἐπὶ τοῦ
φρέατος, ὅθεν πάντες πεπώκασι, παραβολικώς τινα
καὶ ἑξῆς ἐπιφέρει· Διὰ τοῦτο ἐροῦσιν οἱ αίνιγματισταὶ τάδε καὶ τάδε.
ΡΚ'.
Τῷ αὐτῷ.
Ἐὰν μετὰ κλαυθμοῦ πρὸς τὸν Χριστὸν ἐπιστρέψει
ὁ Ἑβραῖος νηπιάζων κατὰ τὸ βρέφος τὸ λεγόμενον
Ισμαήλ, περιαιρεῖται τὸ κάλυμμα τῶν ὀφθαλμῶν
τῆς διανοίας τῆς καλουμένης "Αγαρ, καὶ ἐγγύθεν
εὑρίσκει τὸ ζῶν ὕδωρ τῆς θείας Γραφῆς δεόντως
ερμηνευθεν, πότιμόν τε καὶ διαυγές, καὶ τοῦ θανά
του τῆς ἀπιστίας λυτρούμενον.
ΡΚΑ'. — Τῷ αὐτῷ.
Μέχρις ἂν μὴ κτήσονται δὲ οἱ Ἑβραῖοι τὴν πίστιν
τῆς μαχαρίας Σάββας, τῆς οἰκέτιδος ᾿Αγαρ τὸ ὄνομα
τῇ γνώμῃ αὐτῶν ἐπιφημίζειν δέον.
ΡΚΒ'.
Τῷ αὐτῷ.
Οτι πολλῆς θεωρίας καὶ νοήσεως δεῖται τὸ
Μωσαϊκὸν γράμμα, και βαθείας ἐρεύνης, πειθέτω
σε ή μυστική προσηγορία του φρέατος τῆς δρά
σεως.
ΡΚΓ'. — Τῷ αὐτῷ.
Μὴ καταδέξῃ ἐν ταῖς ἐπελθούσαις συμφοραῖς παραλῦσαι τὸ εὔελπι, μηδὲ χαλάσῃς τὸ κέρας τῆς θείας
προσδοκίας. Ῥᾷον γὰρ τῷ Θεῷ βουληθέντι τὰ σκυ
θρωπότερα ἐπὶ τὸ ἱλαρόν τε καὶ φαιδρὸν μετενέγκαι.
ΡΚΔ'. — ΒΕΝΙΑΜΙΝ ΕΒΡΑΙΟ.
Φάσκεις ἐν πολλοῖς τὸν Ἰησοῦν ἐπαινεῖν, ἐν δὲ τῷ
παριδεῖν αὐτὸν καὶ λῦσαι τὸ Σάββατον, καὶ σφόδρα
ἀγανακτεῖν. Αλλ' οὐ πάντοτε νήπιον χρὴ ὑπάρχειν τὸν
ἄνθρωπον· εἰς ἄνδρα γάρ τις τελέσας, οὐκ ἔτι ἀνέξεται ποτίζεσθαι γάλακτι, καὶ ὁ πρὸς τὰ τῶν φιλοσόφων
ὁρμήσας μαθήματα, οὐκ ἂν καταδέξαιτο ἀλφαβήτῳ
προσκαρτερεῖν. Πρὸ τοίνυν τοῦ τὴν οὐράνιον ἐπιδη
μῆσαι σοφίαν τοῖς ἀνθρώποις, καλὴ ἐτύγχανεν ἡ τοῦ
Σαββάτου παρατήρησις, καὶ ὠφέλιμος, νῦν δὲ, κατὰ
Ais te in multis Jesum celebrare, sed quod
Sabbatum ille neglexerit, dissolveritque, iniquissimo animo ferre. Verumtamen hominem in omne
tempus parvulum esse non decet. Namque cum
quis ad virilem ætatem perveniens, non æquo
animo ferret, si lacte polatur; et qui ad philosophicas disciplinas gradum fecit, non facile sustinebit adhuc in alphabeti ordine perdurare. Igitur
ante cœlestis sapientiæ in homines adventum,
optima erat Sabbati observatio, et utilis; at τὴν Χριστοῦ ἐπιδημίαν, οὐκ ἔστιν ἐπιτήδειος· ἐπάνω
nunc post Christi adventum accommoda non est.
Supra enim et dies et tempora, et mundum universum Christianus sapiet.
54 CXXV. Eidem.
Ne permirum tibi accidat, Deum antiquitus
Sabbati observationem præcepisse ", et nunc
similem observationem rejicere. Vides enim veteres recentesque imperatorum terrenorum constitutiones antea rem hanc decrevisse, postmodum
alio atque alio tempore legem antea latam dissolvere.
38 Exod. ΧΧΧΙΥ,
39 Exod xx, 8.
γὰρ καὶ ἡμερῶν καὶ χρόνων, καὶ παντὸς τοῦ κόσμου
φρονήσει Χριστιανός.
PKE'.
Τῷ αὐτῷ.
Μή ξενισθῇς, πῶς πάλαι μὲν ὁ Θεὸς τὸ Σάββατον
τηρεῖν διετάξατο, νῦν δὲ τὴν τοιαύτην ἀθετεῖ παρατήρησιν. Ορᾷς γὰρ παλαιάς τε καὶ νεαρὰς διατάξεις
βασιλέων γηίνων, πρώην μὲν τόδε τὸ πρᾶγμα θεσπισάντων, νῦν δὲ καταλυόντων τὸ προλαβὸν νομοθέτ
τημα.
52-35. * Num. xxi, 18. 25 ibid. 27.
36 Gen. xv:, 1 seqq.
en ibid.
38 ibid. 14.
col. 137–138page 40 of 262
PG 79:137Νόμιζε μοι τὴν τοῦ Θεοῦ σοφίαν μητέρα τινὰ εἶναι, καὶ νῦν μὲν τῷ νηπίῳ τὸν μαστὸν ἐπιδιδοῦσαν, καὶ βοῶ σαν, Καλόν, καλὸν τοῦτό γε, εἶθ᾽ ὕστερον πρὸς τὴν στε ρεάν τροφὴν τὸν παῖδα ἐλαύνουσαν, καὶ χολῇ τὸν μαστὸν περιχρίουσαν, καὶ κράζουσαν συνεχώς, Σαν πρόν, σαπρὸν τοῦτό γε. ΡΚΖ'. Τῷ αὐτῷ. Λέγεις τὸν Μωσέα εἰρηκέναι ἐν Δευτερονομίῳ, ὅτι ο Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ.» Προφήτην εἶπεν, οὐχὶ Θεόν. Πῶς οὖν Θεὸν εἶναι τὸν Ἰησοῦν λέγετε; Ως νηπίῳ σα, ὦ Ἰουδαῖε, συψελλίζει ὁ πάνσοφος Μωϋσῆς, ούπω τρανότατα τολμῶν σοι δεῖξαι τοῦ Χριστοῦ τὴν θεότητα. "Οταν τοίνυν δέξῃ αὐτὸν ὡς προφήτην κατὰ τὸν Μωσέα, καὶ βασιλέα, καὶ ποι μένα πραῦν, καὶ ἀκτήμονα, τότε αὐτὸς ὁ μέγιστος προφήτης καὶ ἔγκριτος ἀποκαλύψει σοι αὐτὸν Θεὸν ὑπάρχειν ἀληθινὸν, ἀσωμάτως, καὶ ἀχρόνως, πρὸ πάντων τῶν αἰώνων γεννηθέντα ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ. Έχεις δὲ μαρτυροῦντας τῇ θεότητι τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῇ οἰκονομίᾳ, πάντας τοὺς ἀοιδίμους προφήτας, οἵτινες ἐξηγηταὶ τοῦ νόμου τυγχάνουσιν. Τῷ αὐτῷ. Οὐχ ὁ τυχὼν ἐπεκρεμάσθη σοι κίνδυνο; ἐν τῷ δευτερονομίῳ, ἐὰν μὴ πιστεύσῃς τῷ Χριστῷ, καὶ προσκυνήσῃς, καὶ ὑπακούσῃς αὐτῷ, καὶ ὑποταγῇς ἐν παντὶ καθηκόντως. Φησὶ γὰρ ὁ νομοθέτης· ο Εσται δὲ, πᾶσα ψυχή, ἥτις μὴ ἀκούσει τοῦ προφήτου έκεί νου, ἐξολοθρευθήσεται ἐκ τοῦ θείου λαοῦ. ΡΚΘ. -- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ατοπον δρᾷν πρᾶγμα δοκεῖς μοι, ἐν τῷ μεταξὺ υδρεων καὶ θυμοῦ καταναγκάζειν καρποφορεῖν σην τινας. Τοῦτο δ' οὐκ ἂν λεχθείη καρποφορία, ἀλλὰ βία, καὶ αἰσχρότης, καὶ ἀκαιρία ἐσχάτη, καὶ τραχύτερον τι τῶν δημοσίων ἐπιταγμάτων, καὶ βαρυτάτων ἀπαιτημάτων. Ἀλλὰ παῦσαι, παρακαλῶ, τῆς ἀπρε πείας ταύτης, μᾶλλον δὲ σχόλασον· ταῖς προσευχαῖς, καὶ τῇ πολλῇ κατὰ ψυχὴν ἡσυχία, καὶ ὁ Θεὸς διεγείρει τοὺς ἀξίους ὄντας τῆς καλοκαγαθίας προσφέρειν σοι μεθ᾽ ἱκεσίας πᾶσαν χρείαν. Οἱ μὲν γὰρ ἄξιοι τυγ χάνουσιν τοῦ καρποφορεῖν μοναχοῖς, οἱ δὲ παντελῶς ἀνάξιοι, καὶ μακρὰν τῆς βουλῆς τοῦ Κυρίου. ΡΔ'. - ΚΛΕΑΡΧΟ ΝΟΥΜΕΡΑΡΙΟ. Ἐγὼ οὐκ ἂν λοιδωρήσαιμι τὸν λύκον ἁρπάζοντα, κατὰ φύσιν γὰρ ἔνεστι τῷ λύκῳ τὸ ἁρπακτικὸν, σκώπτω δ' ἄνθρωπον κεκτημένον λυκώδη παρὰ φύσιν τὴν γνώμην. ΡΛΑ'. — ΑΥΡΗΛΙΑΝΟ. Διὰ τοῦ Ἱερεμίου ὁ Κύριος εἴρηκεν· «Ἐπιστράφητε πρός με, καὶ οὐ μηνιῶ ὑμῖν εἰς τὸν αἰῶνα.» Αξια μὲν τῆς αἰωνίου ὀργῆς εἰργάσασθε πράγματα, ἀλλ' ἐπειδὴ ἐγὼ ἐλεήμων ὑπάρχω, οὐ τῇ ὑμετέρα κακία μετρῶ τὴν φιλανθρωπίαν, ἀλλὰ τῇ ἐμῇ πολλῇ ἀγαθότητι. Πλὴν εἰ «ἀγώ, φησίν, ἀγαθὸς, καὶ φιλ άνθρωπος, ἀλλὰ σι μὴ ἐπιλανθάνου ὧν κακῶς δι
EPISTOLARUM LIB. I.
PKG'. To avrų.
Νόμιζε μοι τὴν τοῦ Θεοῦ σοφίαν μητέρα τινὰ εἶναι,
καὶ νῦν μὲν τῷ νηπίῳ τὸν μαστὸν ἐπιδιδοῦσαν, καὶ βοῶσαν, Καλόν, καλὸν τοῦτό γε, εἶθ᾽ ὕστερον πρὸς τὴν στε
ρεάν τροφὴν τὸν παῖδα ἐλαύνουσαν, καὶ χολῇ τὸν
μαστὸν περιχρίουσαν, καὶ κράζουσαν συνεχώς, Σαν
πρόν, σαπρὸν τοῦτό γε.
ΡΚΖ'. Τῷ αὐτῷ.
Λέγεις τὸν Μωσέα εἰρηκέναι ἐν Δευτερονομίῳ,
ὅτι ο Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν
ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ.» Προφήτην εἶπεν,
οὐχὶ Θεόν. Πῶς οὖν Θεὸν εἶναι τὸν Ἰησοῦν λέγετε;
Ως νηπίῳ σα, ὦ Ἰουδαῖε, συψελλίζει ὁ πάνσοφος
Μωϋσῆς, ούπω τρανότατα τολμῶν σοι δεῖξαι τοῦ
Χριστοῦ τὴν θεότητα. "Οταν τοίνυν δέξῃ αὐτὸν ὡς
προφήτην κατὰ τὸν Μωσέα, καὶ βασιλέα, καὶ ποιμένα πραῦν, καὶ ἀκτήμονα, τότε αὐτὸς ὁ μέγιστος
προφήτης καὶ ἔγκριτος ἀποκαλύψει σοι αὐτὸν Θεὸν
ὑπάρχειν ἀληθινὸν, ἀσωμάτως, καὶ ἀχρόνως, πρὸ
πάντων τῶν αἰώνων γεννηθέντα ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ.
Έχεις δὲ μαρτυροῦντας τῇ θεότητι τοῦ Χριστοῦ,
καὶ τῇ οἰκονομίᾳ, πάντας τοὺς ἀοιδίμους προφήτας,
οἵτινες ἐξηγηταὶ τοῦ νόμου τυγχάνουσιν.
PKH'.
Τῷ αὐτῷ.
Οὐχ ὁ τυχὼν ἐπεκρεμάσθη σοι κίνδυνο; ἐν τῷ Δευτε
ρονομίῳ, ἐὰν μὴ πιστεύσῃς τῷ Χριστῷ, καὶ προσκυνήσῃς, καὶ ὑπακούσῃς αὐτῷ, καὶ ὑποταγῇς ἐν
παντὶ καθηκόντως. Φησὶ γὰρ ὁ νομοθέτης· ο Εσται
δὲ, πᾶσα ψυχή, ἥτις μὴ ἀκούσει τοῦ προφήτου έκείνου, ἐξολοθρευθήσεται ἐκ τοῦ θείου λαοῦ.
ΡΚΘ. -- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Ατοπον δρᾷν πρᾶγμα δοκεῖς μοι, ἐν τῷ μεταξὺ
υδρεων καὶ θυμοῦ καταναγκάζειν καρποφορεῖν σην
τινας. Τοῦτο δ' οὐκ ἂν λεχθείη καρποφορία, ἀλλὰ
βία, καὶ αἰσχρότης, καὶ ἀκαιρία ἐσχάτη, καὶ τραχύ
τερόν τι τῶν δημοσίων ἐπιταγμάτων, καὶ βαρυτάτων
ἀπαιτημάτων. Ἀλλὰ παῦσαι, παρακαλῶ, τῆς ἀπρε
πείας ταύτης, μᾶλλον δὲ σχόλασον· ταῖς προσευχαῖς,
καὶ τῇ πολλῇ κατὰ ψυχὴν ἡσυχία, καὶ ὁ Θεὸς διεγεί
ρει τοὺς ἀξίους ὄντας τῆς καλοκαγαθίας προσφέρειν
σοι μεθ᾽ ἱκεσίας πᾶσαν χρείαν. Οἱ μὲν γὰρ ἄξιοι τυγ
χάνουσιν τοῦ καρποφορεῖν μοναχοῖς, οἱ δὲ παντελῶς
ἀνάξιοι, καὶ μακρὰν τῆς βουλῆς τοῦ Κυρίου.
ΡΔ'. - ΚΛΕΑΡΧΟ ΝΟΥΜΕΡΑΡΙΟ.
Ἐγὼ οὐκ ἂν λοιδωρήσαιμι τὸν λύκον ἁρπάζοντα,
κατὰ φύσιν γὰρ ἔνεστι τῷ λύκῳ τὸ ἁρπακτικὸν,
σκώπτω δ' ἄνθρωπον κεκτημένον λυκώδη παρὰ φύσιν
τὴν γνώμην.
ΡΛΑ'. — ΑΥΡΗΛΙΑΝΟ.
Διὰ τοῦ Ἱερεμίου ὁ Κύριος εἴρηκεν· «Επιστρά
φῆτε πρός με, καὶ οὐ μηνιῶ ὑμῖν εἰς τὸν αἰῶνα.»
Αξια μὲν τῆς αἰωνίου ὀργῆς εἰργάσασθε πράγματα,
ἀλλ' ἐπειδὴ ἐγὼ ἐλεήμων ὑπάρχω, οὐ τῇ ὑμετέρα
κακία μετρῶ τὴν φιλανθρωπίαν, ἀλλὰ τῇ ἐμῇ πολλῇ
ἀγαθότητι. Πλὴν εἰ «ἀγώ, φησίν, ἀγαθὸς, καὶ φιλάνθρωπος, ἀλλὰ σι μὴ ἐπιλανθάνου ὧν κακῶς δι-
CXXVI. Eidem.
Apprehende, quæso, animo tuo, Nel sapientiam
matrem quamdam esse, nunc quidem infantule
mammas porrigentem, clamantemque: Bonum est
hoc, bonum; postea ad solidiorem cibum alium
concitantem, et felle mammas inungentem, sæpiusque inclamantem: Putridum est hoc, patridum.
CXXVII. — Eidem.
Inculcas Moysem in Deuteronomio dictasse.
• Prophetam vobis suscitabit Dominus Deus vester
ex fratribus vestris, ut me "º. Prophetam dixit,
non Deum. Quomodo itaque Deum esse Jesum
dicitis? Tanquam infantulo tibi, mi Judæe, una
balbutit sapientissimus Moyses, non andens tibi
nimis aperte divinitatem Christi exhibere. Quando
igitur eum, ut Moyses infit, tanquam prophetam
excipies, et regem, et pastorem mitem, et pauperem, tunc ipse prophetarum maximus et princeps
revelabit tibi se Deum esse verum, sine corpore,
et ante omnia sæcula ex Deo vero genitum. Omles vero celeberrimi prophete, qui legis interpretes 55 sunt, divinitati Christi, et dispositionl
fidem suam exhibent.
- Eidem.
Non contemnendum tibi periculum impendet in
Deuteronomio, si Christo fidem non habueris,
illique cultum, obedientiam, et subjectionem non
deferas, uti convenit, in omnibus. Legislator siquidem ait: «Universa anima, quæ non obedierit
prophetae illi, exterminabitur e divino populo 4.
CXXIX. ALEXANDRO¯MONACIJO.
Absurdam rem agere mihi videris, dum inter injurias et rabiem nonnullos tibi fructum afferre cogis.
Hæc non dicetur fructuum perceptio, sed vis, et
dedecus, et extrema importunitas, et publicarum
impositionum et gravissimarum exactionum acerbior depressio. Sed cessa, obsecro, ab hac in«lecentia; quinimo precibus, et multe secundum animam quieti operam nava et Deus excitabit eos
qui digni sunt, morum probitate, cum libello
supplici, quidquid tibi opus fuerit, offerre. Quidam enim digni sunt, qui monachis fructum reddant, quidam vero omnino indigni, ct a nutu Dei
maxime distantes.
CXXX. CLEARCHO NUMERARIO.
Ipse quidem nunquam lupum, si subripit, convitiis onerabo; rapere etenim lupo natura iusitum
56 est; sed hominem, qui lupinam mentem praeter sui naturam possidet', reprehendo.
AURELIANO.
Per Jeremiam Dominus dixit: ‹ Convertimini
ad me, et non irascar vobis in sæculum “. › Digna
sane sempiterno furore facinora perpetrastis, sed
cum ipse misericors sim, meam humanitatem non
cum vestra improbitate, sed cum mea ingenti
bonitate dimetior. Verumtamen ait: Eisi ipse bonus et humanus sum, tu tamen quæ prave cogi60 Deut. xviii, 15. * Deut. xvIII, 19. 4 Jerem, 11, 12.
PATROL. GR. LXXIX.
col. 139–140page 41 of 262
PG 79:139ενοήθης τε καὶ ἔπραξας· γνῶθι γὰρ ὅτι εἰς Κύριον τὸν Θεόν σου ησέβησας, καὶ δεήθητε πενθῶν διὰ παντὸς τοῦ βίου. ΟΧΧΧVΙΙ. ΡΛΒ'. - ΓΕΝΕΘΛΙΑ. Ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξει; καθάπερ κτηνῶν, ὁ Θεὸς, τῶν ἀποφευγόντων σε, ὁ Δαυΐδ κιθαρίζων ἐβόα. Ωσπερ γὰρ ἡμεῖς ἵππον καὶ ἄκοντα χαλινῷ δαμάζομεν, οὐ μισοῦντες, ἀλλ' εἶτα κτον αὐτῷ τὸν δρόμον καθιστῶντες, καὶ τὸ ἄτακτον αὐτοῦ τῇ τάξει περιστέλλοντες, καὶ τὸ ἄκοσμον αὐτ τοῦ, καὶ ἀπαίδευτον πήδημα, εἰς εὔτακτον ὁδὸν μεταβ ῥυθμίζοντες, οὕτως ὁ Θεὸς ἐὰν ἴδῃ ψυχήν πωλευο μένην ὧδε κἀκεῖσε, ἄγει αὐτὴν πρὸς τὸ εὐπρεπέστερον, καὶ μὴ θέλουσαν. ΡΑΙ.ΘΕΟΔΟΣΙΟ. Πολλοὺς ἔγωγε οἶδα μὴ δυνηθέντας γνωσθῆναι διὰ κατορθωμάτων, διὰ φαυλότητος μᾶλλον καὶ ἄκρας πονηρίας επισήμους δειχθέντας καὶ φοβερούς. ΡΑΔ'. - ΣΕΡΑΠΙΩΝΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Οπου ἐστὶν ὁ θησαυρός σου, φησὶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία σου.» Οἷα γὰρ ἂν ᾖ τὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ ὅποι, τοιοῦτο πάντως καὶ τὸ φρόνημα, καὶ αἱ μνῆμαι, καὶ ὁ νοῦς αὐτοῦ ἵδρυται. Μάλλον τοιγάρτοι τῷ οὐρανίῳ, καὶ ἀσυλήτῳ θησαυρῷ νηφόντως προσ εκτέον, ΡΑΕ. Τῷ αὐτῷ. «Ο λύχνος, φησί, τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμὸς.» Ο γὰρ τὰ ἄνω φρονῶν νοῦς ὀφθαλμός ἐστι τῆς ψυχῆς ἐῤῥωμένην ἔχων τὴν ὅρασιν, καὶ τὴν ἑαυτοῦ αὐγὴν εἰς ὅλην τὴν κατάστασιν διαπέμπων. Αν δ᾽ εἰς τὸ τραχὺ τοῦτο, καὶ μοχθηρὸν νεύσῃς τὸν νοῦν διὰ κραιπάλης, καὶ φροντίδων μὴ συμφερουσῶν, κάτω δὲ φερουσῶν πρὸς βάραθρον ἀπωλείας, τί ἀγα Που δυνήσεται νοῆσαι, ἢ ὑπαγορεῦσαι χρηστόν τι τοῖς οἰκείοις λογισμοῖς; ὥστε ἀνάγκη ἐσκοτῶσθαι, καὶ τεταράχθαι πᾶσαν τὴν ἕξιν, ἀπορίαις ἐνεχομένην ὥσπερ ἐν νυκτὶ, καὶ χαλεπῶ πολέμῳ. ΡΑϚ'. - Τῷ αὐτῷ, Ὁ Κύριος ἀπεφήνατο, ὅτι ο Τοῖς λέγουσι μοι ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, γνωρίζεσθαι ὑπ' ἐμοῦ, ἀποκρινοῦμαι, ὅτι Οὐκ οἶδα ὑμᾶς· διότι λόγῳ μὲν τὴν εὐσέ βειαν ἐτιμᾶτε, ἔργῳ δὲ τὰ φαῦλα μετέρχεσθε. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΟΝΑΧΟ. ΡΑΖ'. Οἱ μὲν δαίμονες διὰ ποικίλων πειρασμῶν σπου δάζουσι κλεῖσαι τὸ ἡμέτερον στόμα, ὅπως μὴ ὑμνῶ μεν, μήτε ψάλλωμεν, μήτε δοξολογῶμεν τὸν κτίσαντα Αλλ' ἔχομεν ἐλπίδας, καθά φησιν ὁ ἁγνὸς Ἰωάννης, ὅτι ἀνοίξει ὁ Κύριος, καὶ οὐδεὶς κλεῖσαι δυνήσεται. ΡΛΗ. — ΦΙΛΩΝΙ ΙΛΛΟΣΤΡΙΑ. Πέπαυσο λοιπὸν καταθλίβων, καὶ κατακονδυλίζων τοὺς εὐτελεῖς, ἱκανῶς γὰρ ἐξεταστής υπάρχει πλημ μελημάτων Θεὸς, καὶ οὐδαμῶς τὴν ἀνταπόδοσιν τοῦ Θεοῦ διαφεύξεται ἄνθρωπος ὑπέροντος πενίας, και πένητος ἀφόβως κατατρέχων. νι,
tasti, aut peregisti, ne obliviscaris. Namque illud ενοήθης τε καὶ ἔπραξας· γνῶθι γὰρ ὅτι εἰς Κύριον
anto, e in Dominum Deum tuum impium fuisse, τὸν Θεόν σου ησέβησας, καὶ δεήθητε πενθῶν διὰ
quem cum lacrymis tolo vitæ tuæ curriculo exora “. παντὸς τοῦ βίου.
GENETIILIO.
■ In camo et freno maxillas eorum, quemadmodum brutorum, Deus, constringes, qui tibi terga
vertunt,». David cithara concinens clamabat **.
Quemadmodum enim equum licet invitum freno
domamus, non odio, sed ut illi cursun bene ordibelum constituamus, et inordinatum ipsius notum ordine compescamus, et indecorum atque
ineptum saltum in conciunum iter transferamus:
ja Deus si viderit animam pulli instar se gerentem, calcitrantem, hac et illac pererrantem ad decentius eam, etiam si nolit, traducit.
CXXXIII. - THEODOSIO.'
Plerosque ipse novi egregiis facinoribus nobilifari non potuisse, sed iniquitate potius, et 57 summa
improbitate,seipsos celebres ac tremendos edidisse.
CXXXIV. - SERAPIONI PRESBYTERO.
Ubi est thesaurus tuus, inquit, ibi est et cor
zyym “…» Qualia namque sunt studia, vaga et nullo
in loco quiescentia, talis omnino fuerit, et meus,
et memoria, et intellectus illius. Potius itaque
ad coelestem, et sullis furibus obnoxium thesaurumi
prudenter animus intendendus est.
CXXXV. Eidem.
* Lucerna, ail, corporis oculus est "., Superna
siquidem percipiens intellectus, oculus est animæ,
visum fruum ac stabilem possidens, splendoremque suum in universam rerum compositionen "
transmittens. Quod si tu in asperum hoe et pravum mentem crapula, cogitationibus inutilibus,
el quæ ad inferiora ducunt et perditionis barathrum, feclas: quid boni intelligere, aut probi
cpuntiare propriis cogitationibus poterit? Quare
necesse est obtenebratum et turbatum esse, omnem habitum dubiis incertum, veluti in nocte et
dificili bella.
CXXXVI. - Eidem.
Dominus decrevit; «Dicentibus mihi in die illa
me cognosci, respondebo: Non novi vos;)
quippe qui verbo tantum pietatem colebatis, opera
prava patrabatis.
50 ΟΧΧΧVΙΙ. - JOANNE MONACHO.
Dæmones variis tentationibus nostrum os occlu.
dere nituntur, ne laudemus, et cantemus, et gloriam dicamus Conditori. • Sed spein habemus, ut
it castus Joannes, quod Dominus aperiet, et nullus claudere poterit *8. ›
CXXXVIII.· PHILONI ILLUSTRIO.
Cessa ultra deprimere, aut pugnis obtundere viles
ac simplices; satis enim superque delicta Deus
examinat, et nusquam Dei homo paupertatis despector, et pauperis intrepide injurius retributiowem aufugiet.
ΡΛΒ'. - ΓΕΝΕΘΛΙΑ.
• Ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξει;
καθάπερ κτηνῶν, ὁ Θεὸς, τῶν ἀποφευγόντων σε, ὁ
Δαυΐδ κιθαρίζων ἐβόα. Ωσπερ γὰρ ἡμεῖς ἵππον καὶ
ἄκοντα χαλινῷ δαμάζομεν, οὐ μισοῦντες, ἀλλ' εἶτακτον αὐτῷ τὸν δρόμον καθιστῶντες, καὶ τὸ ἄτακτον
αὐτοῦ τῇ τάξει περιστέλλοντες, καὶ τὸ ἄκοσμον αὐτ
τοῦ, καὶ ἀπαίδευτον πήδημα, εἰς εὔτακτον ὁδὸν μεταβ
ῥυθμίζοντες, οὕτως ὁ Θεὸς ἐὰν ἴδῃ ψυχήν πωλευο
μένην ὧδε κἀκεῖσε, ἄγει αὐτὴν πρὸς τὸ εὐπρεπέστε
ρον, καὶ μὴ θέλουσαν.
ΡΑΙ.ΘΕΟΔΟΣΙΟ.
Πολλοὺς ἔγωγε οἶδα μὴ δυνηθέντας γνωσθῆναι
διὰ κατορθωμάτων, διὰ φαυλότητος μᾶλλον καὶ
ἄκρας πονηρίας επισήμους δειχθέντας καὶ φοβερούς.
ΡΑΔ'. - ΣΕΡΑΠΙΩΝΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ.
• Οπου ἐστὶν ὁ θησαυρός σου, φησὶν, ἐκεῖ ἔσται
καὶ ἡ καρδία σου.» Οἷα γὰρ ἂν ᾖ τὰ ἐπιτηδεύματα,
καὶ ὅποι, τοιοῦτο πάντως καὶ τὸ φρόνημα, καὶ αἱ
μνῆμαι, καὶ ὁ νοῦς αὐτοῦ ἵδρυται. Μάλλον τοιγάρτοι
τῷ οὐρανίῳ, καὶ ἀσυλήτῳ θησαυρῷ νηφόντως προσεκτέον,
ΡΑΕ.
Τῷ αὐτῷ.
«Ο λύχνος, φησί, τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλ
μός.» Ο γὰρ τὰ ἄνω φρονῶν νοῦς ὀφθαλμός ἐστι
τῆς ψυχῆς ἐῤῥωμένην ἔχων τὴν ὅρασιν, καὶ τὴν
ἑαυτοῦ αὐγὴν εἰς ὅλην τὴν κατάστασιν διαπέμπων.
Αν δ᾽ εἰς τὸ τραχὺ τοῦτο, καὶ μοχθηρὸν νεύσῃς τὸν
νοῦν διὰ κραιπάλης, καὶ φροντίδων μὴ συμφερουσῶν,
κάτω δὲ φερουσῶν πρὸς βάραθρον ἀπωλείας, τί ἀγα
Που δυνήσεται νοῆσαι, ἢ ὑπαγορεῦσαι χρηστόν τι
τοῖς οἰκείοις λογισμοῖς; ὥστε ἀνάγκη ἐσκοτῶσθαι,
καὶ τεταράχθαι πᾶσαν τὴν ἕξιν, ἀπορίαις ἐνεχομένην
ὥσπερ ἐν νυκτὶ, καὶ χαλεπῶ πολέμῳ.
ΡΑϚ'. - Τῷ αὐτῷ,
PAG'.
Ὁ Κύριος ἀπεφήνατο, ὅτι ο Τοῖς λέγουσι μοι ἐν
τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, γνωρίζεσθαι ὑπ' ἐμοῦ, ἀποκρινοῦ
μαι, ὅτι Οὐκ οἶδα ὑμᾶς· διότι λόγῳ μὲν τὴν εὐσέ
βειαν ἐτιμᾶτε, ἔργῳ δὲ τὰ φαῦλα μετέρχεσθε.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΟΝΑΧΟ.
ΡΑΖ'.
Οἱ μὲν δαίμονες διὰ ποικίλων πειρασμῶν σπουδάζουσι κλεῖσαι τὸ ἡμέτερον στόμα, ὅπως μὴ ὑμνῶμεν, μήτε ψάλλωμεν, μήτε δοξολογῶμεν τὸν κτίσαντα
• Αλλ' ἔχομεν ἐλπίδας, καθά φησιν ὁ ἁγνὸς Ἰωάννης,
ὅτι ἀνοίξει ὁ Κύριος, καὶ οὐδεὶς κλεῖσαι δυνήσεται.
ΡΛΗ. — ΦΙΛΩΝΙ ΙΛΛΟΣΤΡΙΑ.
Πέπαυσο λοιπὸν καταθλίβων, καὶ κατακονδυλίζων
τοὺς εὐτελεῖς, ἱκανῶς γὰρ ἐξεταστής υπάρχει πλημ
μελημάτων Θεὸς, καὶ οὐδαμῶς τὴν ἀνταπόδοσιν τοῦ
Θεοῦ διαφεύξεται ἄνθρωπος ὑπέροντος πενίας, και
πένητος ἀφόβως κατατρέχων.
* Jerem. 111, 13. * Psal. xxxɩ, 9. ss Matth. νι, 21. * Matth. vi, 22.
Luc., xm, 25.
Apoc. 111, 7.
of Matth. vit, 23;
col. 141–142page 42 of 262
PG 79:141ΡΑΘ. - ΣΤΕΦΑΝΩ ΔΙΑΚΟΝΟ. Οἱ ἐξ όλης διανοίας τὸν παντέφορον ἐπιβοώμενοι Κύριον, κἂν εἰς τὸ ἔσχατον τῶν κινδύνων ἀφίκοντο, πάντως τεύξονται τῆς ἄνωθεν ἀρωγῆς· ἐπήκοος γὰρ ὁ Δεσπότης γενόμενος ἐξ αὐτῆς μέσης ἐξαρπάσας τῆς ἀπωλείας πρὸς ζωὴν αἰώνιον, καὶ χαρὰν ἀναφέρει. ΡΜ. — ΑΜΦΙΛΟΧΙΟ ΝΕΩΤΕΡΟ. Μὴ λεπρῷ τὸν τέως ἐνδείξομαι τὰ βλακεύματα της νέας ἡλικίας, εἶθ᾽ ὕστερον ἐπ' ἐσχάτων τοῦ γήρως τὰ τῆς σωφροσύνης, καὶ τῆς ἀνδρείας, καὶ τῆς δι καιοσύνης ἀναβλαστήσω ἄνθη. Τίς γάρ σοι ουράνιος ἄγγελος γηράσειν ὑπέσχετο; Διὰ τί μὴ φοβῃ τὸ ἐν λαγνείαις, καὶ τέρψεσι, καὶ ταῖς κενοδοξίας ἐναποθανεῖν κακῶς, νεαζούσης μὲν τῆς ἡλικίας, παλαιωθείσης δὲ ὀξέως τῆς πολιτείας; Τῷ αὐτῷ. Πρώτησάς με, τίς ἔστιν ὁ παλαιός ἄνθρωπος, δ ταῖς ἐπιθυμίαις φθειρόμενος, ὅντινα ἀποθέσθαι παρ αινεῖ ὁ θεῖος Απόστολος. Παλαιόν ἄνθρωπον ἀν ύπαρκτον μὲν, φθειρόμενον δὲ, τυγχάνειν νομίζο μεν εἴδωλόν τι ἀπωλείας ἐκ μικρῶν καὶ ἀσεβῶν λογισμῶν, καὶ λόγων ἀθεμίτων, καὶ ἀκαθάρτων Έργων, ζωγραφούμενόν τε, ἢ συντιθέμενον, ἢ καὶ ὡς ἄν τις εἴποι, ἐξυφαινόμενον ἐπιβλαβῶς. ΡΜΒ. - Τῷ αὐτῷ. Τί ἐν τῷ γήρα ἀρετὴ οὐκ ἂν κληθείη ἀρετὴ, ἀλλ᾽ ἀδυναμία. Οὐκοῦν ἐν τῇ νεότητι μᾶλλον τὴν ἀρετὴν κατεργαστέον ἡμῖν, καὶ ἐν σώματι νέω πολιὸν ἐν δείκνυσθαι φρόνημα. ΡΗΓ. ΑΝΤΩΝΙΑ. Εἰ ἐστι τυφλὸς πλοῦτος, τάχα ἐστὶ καὶ τυφλὴ δόξα καὶ ὑπόληψις. Καὶ βλέπε μοι τὸν λούστριον Κα φωνα, μήτ' ἔργῳ, μήτε λόγῳ ποτέ τίνα ὠφελήσαντα, μήτ' ἀρετὴν γινώσκειν ἐθέλοντα, τί ποτέ ἐστιν, μάτην δοξαζόμενον, καὶ εἰκῇ κρατούμενον ὑπὸ πλεί ἀνελευθέρων, καὶ ἀνοήτων ἀνθρώπων, και τού των φυσώμενον, καὶ ὑπεραιρόμενον παραλόγως. στων ΡΜΔ'. - ΚΟΝΩΝΙ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΑ. Πλουτεῖς ἀδίκως, τὰς ἑτέροις ἐφειλομένας δόξας σφετεριζόμενος. Ευτράπελον γὰρ θέαν θεασάμενος, τεθαύμακα, τοὺς μὲν ἀξιαγά τους λοιδωρουμένους βλέπων ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ, τοὺς δὲ ἀχρείους εὐφημουμένους ὁρῶν. Καὶ τοῦτο οἶμαι τῶν δαιμόνων ὑπάρχειν μηχάνημα· ὅθεν ἵνα μὴ διὰ κενῆς δοξά ζων πολλά, μειζόνως κατὰ τὸ μέλλον τιμωρηθῇς, παρακαλώ σε μάλλον πρᾶξαι τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς, Ένα εὐπροσώπως και προσηκόντως τὴν δόξαν κομίζοιο. ΡΜΕ. - ΕΥΛΑΜΠΙΩ. Μαθεῖν γλίχῃ, τί ἐστιν ὁ φησιν Ἰάκωβος ὁ ἀρχιεπίσκοπος τῶν Ἱεροσολύμων· “Π δοκεῖτε ὅτι κενῶς λέγει ἡ Γραφὴ πρὸς φθόνον;; τουτέσιν, οὐκ ἀκα! Μὴ λέγε. Πρῶτον τέως ἐνδείξομαι, ΑΝΤΟΝΙΟ. Ει
EPISTOLARUM LIB. I.
ΡΑΘ. - ΣΤΕΦΑΝΩ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Οἱ ἐξ όλης διανοίας τὸν παντέφορον ἐπιβοώμενοι
Κύριον, κἂν εἰς τὸ ἔσχατον τῶν κινδύνων ἀφίκοντο,
πάντως τεύξονται τῆς ἄνωθεν ἀρωγῆς· ἐπήκοος γὰρ
ὁ Δεσπότης γενόμενος ἐξ αὐτῆς μέσης ἐξαρπάσας τῆς
ἀπωλείας πρὸς ζωὴν αἰώνιον, καὶ χαρὰν ἀναφέρει.
ΡΜ. — ΑΜΦΙΛΟΧΙΟ ΝΕΩΤΕΡΟ.
Μὴ λεπρῷ τὸν τέως ἐνδείξομαι τὰ βλακεύματα της
νέας ἡλικίας, εἶθ᾽ ὕστερον ἐπ' ἐσχάτων τοῦ γήρως
τὰ τῆς σωφροσύνης, καὶ τῆς ἀνδρείας, καὶ τῆς δικαιοσύνης ἀναβλαστήσω ἄνθη. Τίς γάρ σοι ουράνιος
ἄγγελος γηράσειν ὑπέσχετο; Διὰ τί μὴ φοβῃ τὸ ἐν
λαγνείαις, καὶ τέρψεσι, καὶ ταῖς κενοδοξίας έναπο
θανεῖν κακῶς, νεαζούσης μὲν τῆς ἡλικίας, παλαιωθείσης δὲ ὀξέως τῆς πολιτείας;
Τῷ αὐτῷ.
PMA'.
Πρώτησάς με, τίς ἔστιν ὁ παλαιός ἄνθρωπος, δ
ταῖς ἐπιθυμίαις φθειρόμενος, ὅντινα ἀποθέσθαι παρ
αινεῖ ὁ θεῖος Απόστολος. Παλαιόν ἄνθρωπον ἀνύπαρκτον μὲν, φθειρόμενον δὲ, τυγχάνειν νομίζομεν εἴδωλόν τι ἀπωλείας ἐκ μικρῶν καὶ ἀσεβῶν
λογισμῶν, καὶ λόγων ἀθεμίτων, καὶ ἀκαθάρτων
Έργων, ζωγραφούμενόν τε, ἢ συντιθέμενον, ἢ καὶ
ὡς ἄν τις εἴποι, ἐξυφαινόμενον ἐπιβλαβῶς.
ΡΜΒ. - Τῷ αὐτῷ.
PMB.
STEPHANO DIACONO.
Qui ex tota mente omnia videntem Dominum fnvocant, licet extremis periculis condictentur, omnino superni auxilii participes fent. Namque Deus
exaudiens ab ipso excidio ereptos in vitam æternam et latitiam transvehit..
qui
AMPHILOCHIO COMITI JUNIORI.
Annon lepra obsito similem dixerim eum,
prius ælatis juvenilis deliciis perfrui sibi proponit,
postmodum in extrema senectute continentia,
fortitudinis et justitiæ fores promere Quis
ením tibi cœlestis angelus consenescere promisit?
Quare non horres inter libidines, gaudia, et vanas
59 cogitationes infauste conmori, ætate quidem
juvenili, sed vitæ instituto citissime inveterato?
CXLI. Eidem.
Postulasti a me, quis sit vetus homo, qui desideriis corrumpitur, et quem deponere divinus
Apostolus hortatur "? Veterem hominem non
exsistentem quidem, sed qui corrumpitur, esse
putamus, idolum quoddam perditionis, quod ex
exsecrandis et impiis cogitationibus, et verbis
iniquis, et immundis facinoribus penicillo esprimitur, vel componitur, vel, ut quispiam diceret,
satis noxie contexitur.
CXLII. — Eidem.
Quæ in senectute virtus dilucet, virtus non
huncupabitur, sed imbecillitas. In juventute itaque
Τί ἐν τῷ γήρα ἀρετὴ οὐκ ἂν κληθείη ἀρετὴ, ἀλλ᾽
ἀδυναμία. Οὐκοῦν ἐν τῇ νεότητι μᾶλλον τὴν ἀρετὴν
κατεργαστέον ἡμῖν, καὶ ἐν σώματι νέω πολιὸν ἐν c potius virtus operanda a nobis, exercendaque est, et
δείκνυσθαι φρόνημα.
in corpore juveni cana prudentia commonstranda.
ΡΗΓ. -
ΑΝΤΩΝΙΑ.
Εἰ ἐστι τυφλὸς πλοῦτος, τάχα ἐστὶ καὶ τυφλὴ δόξα
καὶ ὑπόληψις. Καὶ βλέπε μοι τὸν λούστριον Καφωνα, μήτ' ἔργῳ, μήτε λόγῳ ποτέ τίνα ὠφελήσαντα,
μήτ' ἀρετὴν γινώσκειν ἐθέλοντα, τί ποτέ ἐστιν,
μάτην δοξαζόμενον, καὶ εἰκῇ κρατούμενον ὑπὸ πλείἀνελευθέρων, καὶ ἀνοήτων ἀνθρώπων, και τούτων φυσώμενον, καὶ ὑπεραιρόμενον παραλόγως.
στων
ΡΜΔ'. - ΚΟΝΩΝΙ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΑ.
Πλουτεῖς ἀδίκως, τὰς ἑτέροις ἐφειλομένας δόξας
σφετεριζόμενος. Ευτράπελον γὰρ θέαν θεασάμενος,
τεθαύμακα, τοὺς μὲν ἀξιαγά τους λοιδωρουμένους
βλέπων ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ, τοὺς δὲ ἀχρείους εὐφημουμένους ὁρῶν. Καὶ τοῦτο οἶμαι τῶν δαιμόνων
ὑπάρχειν μηχάνημα· ὅθεν ἵνα μὴ διὰ κενῆς δοξά
ζων πολλά, μειζόνως κατὰ τὸ μέλλον τιμωρηθῇς,
παρακαλώ σε μάλλον πρᾶξαι τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς,
Ένα εὐπροσώπως και προσηκόντως τὴν δόξαν κομίζοιο.
ΡΜΕ. - ΕΥΛΑΜΠΙΩ.
Μαθεῖν γλίχῃ, τί ἐστιν ὁ φησιν Ἰάκωβος ὁ ἀρχιεπίσκοπος τῶν Ἱεροσολύμων· “Π δοκεῖτε ὅτι κενῶς
λέγει ἡ Γραφὴ πρὸς φθόνον;; τουτέσιν, οὐκ ἀκα!
** Ephes. iv, 22.
18, 30 Jac. IV, 5.
Allatii versio nec Græco respondet nec honum
sensum exhibet. Ego vero, indubitata, ut puto,
conjectura, lego. Μὴ λέγε. Πρῶτον τέως ἐνδείξομαι,
etc. Ne dicas: Prius interim ostentabo juvenilis
CXLHI.
ΑΝΤΟΝΙΟ.
Si cac divitiæ sunt, fortasse etiam erit et cæca
opinio, suique comprehensio. Εt videsis illustrium
Cononem, qui nemini unquam neque verbo, neque
opere fructum utilitatis præbuit, neque quænam sit
virtus, addiscere curavit, frustra laudibus colonestatum, et vane a plerisque hominibus illiberalibus
at stupidis strepitu consociatum, et in hoc tumentem,
scseque absurde nimis jactantem.
60 CXLIV.· CONONI ILLUSTRIO.
Injuste divitiis affluis, aliisque debitam gloriam
tibi usurpas. Lepidum cnim, et ad risum jocumque
factum contuitus in admirationem incidi, dignos ad -
miratione convitiis praesenti tempore petitos videns,
ineptos, atque inutiles laudibus cohonestatos. Ει
hanc machinam esse dæmonum duco.Quare ne multa
inaniter comminiscens, in futurum gravius puniaris;
rogo te, ut potius virtutis operibus te dedas, ut non
sine ratione, sed ut addecet, laudem consequaris.
CXLV. EULAMPIO.
Aves perdiscere, quid sit quod Jacobus Hierosolymnorum archiepiscopus ait:. An putatis, quia
inaniter dieit Scriptura, ad invidiam "? hoc est,
ætatis mollia stolidaque facinora, postmodum vero,
in extrema senectute, continentiæ, fortitudinis et
justitia fores producam. COTELERIUS, Monum., 11,
col. 143–144page 43 of 262
PG 79:143ρως, ἀλλὰ καὶ λίαν εὐκαίρως τε καὶ εὐστόχως ἡ οι ο θεία Γραφὴ κατὰ τοῦ φθόνου λαλεῖ: πᾶσα γὰρ ἁγία προσφώνησις κατὰ παντὸς μὲν πάθους, μάλιστα δὲ κατὰ φθόνου τοῦ ὀλεθρίου τίθεσθαι είωθεν ἰσχυρώτατα όπλα. Τῷ αὐτῷ. Επιποθεί, φησίν, τὸ πνεῦμα, δ κατῴκησεν ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν.» Τί δὲ ἐπιποθεῖ, καὶ στέργει, καὶ ἀγαπᾷ τὸ θεῖον Πνεῦμα, ἢ τὴν ἕνωσιν, καὶ ὁμόνοιαν, καὶ τὴν φιλαλληλίαν τῶν ἀδελφῶν; Ἡ δὲ ἀγάπη ἐκ ταπεινοφροσύνης καὶ εὐλαβείας κυίσκεται, τὸ δὲ μῖσος καὶ ἡ πικρὰ βασκανία ἐκ τῆς ὑπεροψίας καὶ ἀλαζονίας προσέρχεται· διὸ εἴρηται, ὅτι «Ο Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ο διὰ τὴν ἀπόνοιαν αὐ τῶν ἀντιστρατευόμενος αὐτοῖς, καθάπερ τῷ πρώτως τὴν ὑπερηφανίαν νοσήσαντι Σατανᾷ· «Ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν,» τουτέστι, πνευματικά τινα πηγάζει δωρήματα, τοῖς διὰ τὸν Θεὸν ταπεινοῦσθαι σπου δάζουσι. Τῷ αὐτῷ. Μὴ ἀποκρίνου, φησὶ Σολομῶν, τῷ ἄφρονι κατὰ τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ, ἵνα μὴ ὅμοιος γένῃ αὐτῷ ἀποκρίνου δὲ τῷ ἄφρονι πρὸς τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ, ἵνα μὴ φρόνιμος παρ' ἑαυτῷ φαίνηται.. Ὁ μὲν γὰρ λαλοῦντι τῷ ἄφρονι τὰ ἐναντιούμενα τοῖς νόμοις τοῦ Θεοῦ, καὶ προσκαλουμένῳ εἰς ἁμαρτίαν συγκατατιθέμενος, καὶ συναινῶν, ἀπεκρίθη κατὰ τὴν ἀφροσ σύνην τοῦ ἄφρονος, καὶ ώμοιώθη αὐτῷ· ὁ δ᾽ ἀντιταξάμενος τῷ φράζοντι τὰ φαῦλα, καὶ μὴ ἀνασχόμενος συνδιάσαι τῷ μιαροῤῥήμονι, ἀποκρίνεσθαι λέγεται πρὸς τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ, τουτέστι κατὰ τῆς ἀφιο σύνης αὐτοῦ ἀπεδείχθη ἄριστος νικητής τροπαιούχος, τῇ βελοθήκῃ τῆς ἀληθείας, καὶ τῆς ἐπουρανίου σοφία; χρησάμενος κατὰ τῆς ἀφροσύνης, καὶ τῆς ματαίας οιήσεως τοῦ πονηροῦ σοφιστοῦ. ΡΜΗ'. — ΣΩΖΟΜΕΝΟ. Ἡ μὲν ἁμαρτία δίκην καπνοῦ θᾶττον διαλύεται ο ἡ δὲ ὀφειλομένη τιμωρία, καὶ κόλασις, ἐπὶ τόσους αἰῶνας εντείνεται; Ἐὰν λογίσῃ, φοβηθήση μεγάλα, καὶ τρομάξεις. ΡΜΘ'. -ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩ. Τί ἐστιν, ὅπερ φησὶν ὁ Ἀπόστολος·. Εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν;· Ἐπειδὴ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ὁ Δεσπότης ἄνθρωπος γενόμενος, καὶ τοῖς ἀνθρώποις συναναστρεφόμενος, ἵνα δείξῃ ἀληθινὴν τὴν οἰκείαν σάρκωσιν, οὐ μόνον ἐγαλουχήθη βρέφος τυγχάνων κατὰ τὸ βλεπόμενον, ἀλλὰ καὶ αὐξηθεὶς βέβρωκέ τε καὶ πέπωκεν, ἐκοπίασέ τε καὶ ὕπνω σεν, ἐμαστίχθη τε καὶ ἐσταυρώθη, καὶ τὰ ἑξῆς. Μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ τὴν ἐκ νεκρῶν, οὐκέτι ὑποπίπτει ταῖς τοῦ σώματος ἀσθενείαις, καὶ χρείαις ἀναγκαίαις· διὰ τοῦτό φησιν ὁ ᾿Απόστολος, ὅτι οὐκ ἐτι γινώσκομεν τὸν Χριστὸν παθητὸν, καὶ ἀσθενῆ, καὶ θνήσκοντα. Ἐξενίκησε γὰρ ἡ δύναμις τῆς θεό τητος αὐτοῦ πάντα τὰ ἀνθρώπινα. Κἂν γὰρ ὑπάρχει καὶ νῦν, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας ἐν τῷ ἁγίῳ σώματι τῷ
non intempestive, sed maxime opportune, et pro- ρως, ἀλλὰ καὶ λίαν εὐκαίρως τε καὶ εὐστόχως ἡ
spicienter divina Scriptura contra invidiam loquitur:
etenim quocunqne sancto enuntiato contra omnes
affectus, sed exitiosam invidiam potissimum, tanquam validissima armatura constipamur.
CXLVI. Eidem.
• Concupiscit, inquit, spiritus, quem habitare fecit Deus in nobis ".» Quid porro desiderat, appetit et diigit divinus Spiritus? unionen, concordiam, mutuun fratrum amorem. Charitas autem
ex humilitate et pietate nascitur; odium, et amarulentus livor ex superbia et jactantia oritur:
quapropter dictum est: 61 «Deus superbis resistit us
▸ propter corum stultitiam in eos castra
movens, uti olim in primum omnium superbiæ vitio infectum Satananı. ‹ Humilibus autem dat gratiam”; › hoc est, spiritalia quædam munera elargitur iis, qui propter Deum humilitatem amplectuntur.
Eidem.
• Ne respondeas, ait Salomon, stulto secundum
stultitiam ejus, ne similis illi fias. Responde
vero stultitiæ ejus, ne prudens apud se esse videatur ".» Qui enim præceptis Dei adversantia 10quenti stulto, et in peccatuin invitanti consentit,
ea laudans, secundum stulti stultitiam respondit,
et similis factus est illi: qui vero improba enuntianti sese opposuit, nec exsecrandis illius verbis
assensum praestare sustinuit, respondere dicitur ad
stultitiam illius; hoc est, contra illius stultitiam
palmarium optimum habuit, tropæumque
consensu
omnium erexit, pharetra sagittarum veritatis, ac
cœlestis sapientiæ adversus stultitiam, vanamque
improbi sophistæ opinionem usus.
CXLVIII. SOZOMENO.
Peccatum fumi instar citissime dissolvitur; debita vero punitio et pena ad quæ secula protrahitur? si hæc tecum consideraveris, maximo timore
el tremore concutieris..
'
62 CXLIX. - CORNELIO PRESBYTERO.
Quid est quod ait Apostolus: ‹ Etsi cognovimus
secundum carnem Christum, sed nunc nondum
cognoscimus *? › Namque propter nostram salutem
Doninus homo factus, et cum hominibus conver
satus, ut propriam incarnationem veram ostenderet;
non tantum pueruļus adhuc lac suxit, ut plane videbatur, sed adultus etiam comedit et bibit, et
laboravit, et somnum cepit, flagellis cæsus, et cruci
affixus est, etc. Attamen post ipsius ex mortuis resurrectionem, non amplius corporis ægritudinibus,
et necessitatibus subjacet. Propterea Apostolus
ait: Non ultra cognoscimus Christumn passionibus,
infirmitatibus, et morti obnoxium. Virtus namque
divinitatis illius humana omnia superavit. Et licet
nunc, et in futura sæcula in sancto corpore, quod
antea sub Pilato cruci affixum fuit, et sepulturæ
οι Jac. 1V,
ss Prov. 111, 3'; Jac. 1V,
ο
θεία Γραφὴ κατὰ τοῦ φθόνου λαλεῖ: πᾶσα γὰρ ἁγία
προσφώνησις κατὰ παντὸς μὲν πάθους, μάλιστα δὲ
κατὰ φθόνου τοῦ ὀλεθρίου τίθεσθαι είωθεν ισχυρώ
τατα όπλα.
PMG. - Τῷ αὐτῷ.
• Επιποθεί, φησίν, τὸ πνεῦμα, δ κατῴκησεν ὁ
Θεὸς ἐν ἡμῖν.» Τί δὲ ἐπιποθεῖ, καὶ στέργει, καὶ
ἀγαπᾷ τὸ θεῖον Πνεῦμα, ἢ τὴν ἕνωσιν, καὶ ὁμόνοιαν,
καὶ τὴν φιλαλληλίαν τῶν ἀδελφῶν; Ἡ δὲ ἀγάπη ἐκ
ταπεινοφροσύνης καὶ εὐλαβείας κυίσκεται, τὸ δὲ
μῖσος καὶ ἡ πικρὰ βασκανία ἐκ τῆς ὑπεροψίας καὶ
ἀλαζονίας προσέρχεται· διὸ εἴρηται, ὅτι «Ο Θεός
ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ο διὰ τὴν ἀπόνοιαν αὐ
τῶν ἀντιστρατευόμενος αὐτοῖς, καθάπερ τῷ πρώτως
τὴν ὑπερηφανίαν νοσήσαντι Σατανᾷ· «Ταπεινοῖς δὲ
δίδωσι χάριν,» τουτέστι, πνευματικά τινα πηγάζει
δωρήματα, τοῖς διὰ τὸν Θεὸν ταπεινοῦσθαι σπου
δάζουσι.
PMZ'.
Τῷ αὐτῷ.
• Μὴ ἀποκρίνου, φησὶ Σολομῶν, τῷ ἄφρονι κατὰ
τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ, ἵνα μὴ ὅμοιος γένῃ αὐτῷ·
ἀποκρίνου δὲ τῷ ἄφρονι πρὸς τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ,
ἵνα μὴ φρόνιμος παρ' ἑαυτῷ φαίνηται.. Ὁ μὲν γὰρ
λαλοῦντι τῷ ἄφρονι τὰ ἐναντιούμενα τοῖς νόμοις τοῦ
Θεοῦ, καὶ προσκαλουμένῳ εἰς ἁμαρτίαν συγκατατιθέμενος, καὶ συναινῶν, ἀπεκρίθη κατὰ τὴν ἀφροσ
σύνην τοῦ ἄφρονος, καὶ ώμοιώθη αὐτῷ· ὁ δ᾽ ἀντιταξάμενος τῷ φράζοντι τὰ φαῦλα, καὶ μὴ ἀνασχόμενος
συνδιάσαι τῷ μιαροῤῥήμονι, ἀποκρίνεσθαι λέγεται
πρὸς τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ, τουτέστι κατὰ τῆς ἀφιο
σύνης αὐτοῦ ἀπεδείχθη ἄριστος νικητής τροπαιούχος,
τῇ βελοθήκῃ τῆς ἀληθείας, καὶ τῆς ἐπουρανίου σοφία;
χρησάμενος κατὰ τῆς ἀφροσύνης, καὶ τῆς ματαίας
οιήσεως τοῦ πονηροῦ σοφιστοῦ.
ΡΜΗ'. — ΣΩΖΟΜΕΝΟ.
Ἡ μὲν ἁμαρτία δίκην καπνοῦ θᾶττον διαλύεται ο
ἡ δὲ ὀφειλομένη τιμωρία, καὶ κόλασις, ἐπὶ τόσους
αἰῶνας εντείνεται; Ἐὰν λογίσῃ, φοβηθήση μεγάλα,
καὶ τρομάξεις.
ΡΜΘ'. -ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩ.
Τί ἐστιν, ὅπερ φησὶν ὁ Ἀπόστολος·. Εἰ δὲ
καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν
οὐκέτι γινώσκομεν;· Ἐπειδὴ διὰ τὴν ἡμετέραν
σωτηρίαν ὁ Δεσπότης ἄνθρωπος γενόμενος, καὶ τοῖς
ἀνθρώποις συναναστρεφόμενος, ἵνα δείξῃ ἀληθινὴν
τὴν οἰκείαν σάρκωσιν, οὐ μόνον ἐγαλουχήθη βρέφος
τυγχάνων κατὰ τὸ βλεπόμενον, ἀλλὰ καὶ αὐξηθεὶς
βέβρωκέ τε καὶ πέπωκεν, ἐκοπίασέ τε καὶ ὕπνωσεν, ἐμαστίχθη τε καὶ ἐσταυρώθη, καὶ τὰ ἑξῆς.
Μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ τὴν ἐκ νεκρῶν, οὐκέτι
ὑποπίπτει ταῖς τοῦ σώματος ἀσθενείαις, καὶ χρείαις
ἀναγκαίαις· διὰ τοῦτό φησιν ὁ ᾿Απόστολος, ὅτι οὐκ
ἐτι γινώσκομεν τὸν Χριστὸν παθητὸν, καὶ ἀσθενῆ,
καὶ θνήσκοντα. Ἐξενίκησε γὰρ ἡ δύναμις τῆς θεό
τητος αὐτοῦ πάντα τὰ ἀνθρώπινα. Κἂν γὰρ ὑπάρχει
καὶ νῦν, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας ἐν τῷ ἁγίῳ σώματι τῷ
ss ibid.» Prov. xxvi, 4, 5. * 1 Cor. v, 16.
col. 145–146page 44 of 262
PG 79:145πρώην ἐπὶ τοῦ Πιλάτου σταυρωθέντι, καὶ ταφέντι, καὶ ἀναστάντι ἐκ νεκρῶν, ἀλλ᾽ ὅμως οὐκέτι πείσεται ἀνθρώπινα, καὶ τὸ σῶμα ἔχει ἀγήρατον, ἀπήμαντόν τε καὶ ἄχραντον εἰς τοὺς αἰῶνας. ΡΝ'. ΓΕΡΟΝΤΙΑ ΕΚΣΚΕΠΤΩ͂ΡΙ. Μή συγκοινωνεῖτε, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, τοῖς ἀκάρποις ἔργοις τοῦ σκότους. • Τίνα γὰρ καρπὸν εἴχετε ἐν τοῖς τοῦ νοητοῦ θανάτου ἀψωνίοις, ἐφ᾽ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; Αληθῶς γὰρ άκαρπα τυγχάνει τὰ ἔργα τὰ πονηρὰ, καὶ πᾶσα σκοτεινή πράξις. Ὅταν δὲ ἡ ψυχὴ δυνηθῇ ἀνανήψαι, καὶ εἰς συναίσθησιν ἐλθεῖν, ἐρυθριᾷ μᾶλλον καὶ αἰσχύνεται ἐπὶ τοῖς ἁμαρτηθεῖσιν ἐν τῇ μέθῃ τῆς κακίας, καὶ ἐναῦ γασμα εὑρίσκει σωφροσύνης. ΕΝΑ'. — ΥΠΑΦΛΩΡΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Μὴ ἀθυμήσῃς, ἀλλ᾽ ἀνδρέζου γενναίῳ φρονήματι. Ο γὰρ ἀνδρεῖος κἂν ἐν τραύμασι γένηται, πάντως νικήσει καὶ τραυματίας μαχόμενος. ΡΑΒ. — ΟΛΥΜΠΙΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΑ. Μὴ γένοιτο. Οὐ λέγει περὶ ἑαυτοῦ ὁ θεῖος ἀπόστολος, ότι, «Βλέπω ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου αἰχμαλωτίζοντά με διὰ τῆς ἁμαρτίας· ν ἀλλ᾽ ἐκ προσώπου τὰ τοιαῦτα φθέγγεται τῶν ὀχλουμένων μὲν ὑπὸ σαρ κικῶν παθῶν, πλὴν ἀντιτασσομένων, καὶ νικώντων μὲν τὰ πολλὰ, ἔσθ' ὅτε δὲ καὶ κατὰ συναρπαγήν νιο κωμένων. Τῷ αὐτῷ. Ράδιον καταλαβεῖν ἔστιν ηθοποιία χρώμενον τὸν Απόστολον, ἐκ τοῦ λέγειν· Ἐγὼ δὲ καὶ ἔξων ποτὲ χωρὶς νόμου.» Καί τοι οὐδέποτε ἀναπνεῦσαι δεδύνηται ἄνευ τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου· ἐκ γὰρ νέας ήλι κίας παρὰ τῷ Γαμαλιήλῳ τὸν νόμον ἀκριβῶς ἐξεπε παίδευτο. Τῶν ἔξω τοίνυν ζησάντων τοῦ Μωσαϊκού νόμου λαμβάνει τὸ πρόσωπον. ΡΑΔ. - ΜΑΞΙΜΙΑΝΟ. Ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος τὸν Θεὸν, και έργα ζόμενος δικαιοσύνην, δεκτὸς αὐτῷ ἐστιν·, δῆλον δὲ ὅτι δεκτὸς τῷ Θεῷ, καὶ οὐκ ἀπόβλητός ἐστιν ὁ τοιοῦτος, τῷ ἰδίῳ καιρῷ καταφεύγων ἐπὶ τὸ σέβας τῆς μαχα ριωτάτης θεογνωσίας· οὐ γὰρ μὴ καταλείπῃ τοῦτον ὁ Θεὸς συναποθανεῖν τῇ ἀγνωσίᾳ, ἀλλ' ὁδηγήσει αὐ τὸν ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν, καὶ καταλάμψει τῷ φωτὶ τῆς γνώσεως, ὥσπερ τὸν Κορνήλιον, περὶ οὗ καὶ τὸν λόγον τὸν προῤῥηθέντα εἴρηκεν ὁ μακάριος Πέτρος. ΡΝΕ. — ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Ὅτι χρὴ τὸν τοῦ καλοῦ ἐφιέμενον, μὴ μόνον που γισμῷ, καὶ λόγῳ, ἀλλὰ καὶ ἔργῳ τὸν κόπον ἐνδείκνυσθαι διὰ παντὸς τοῦ βίου, ἵν' οὕτως ἐπιτύχῃ αὐτ ρανίου ἀναπαύσεώς τε καὶ βασιλείας, γεωργήσας τοὺς καρποὺς τῆς πολυειδοῦς ἀρετῆς. Βλέπε τί φη σιν ὁ πατριάρχης Ἰακώβ·ι Ισσάχαρ τὸ καλὸν ἐπεθύμησεν, ἀναπαυόμενος ἀνάμεσον τῶν κλήρων, καὶ ἰδὼν τὴν γῆν, ὅτι πίων ὑπάρχει, ὑπέθηκεν τὸν ὦμον αὐτοῦ εἰς τὸ πονεῖν, καὶ ἐγενήθη ἀνὴρ γεωργός. Καὶ ὁ προφήτης δὲ Ἱερεμίας λέγει· ο Δὸς τὴν καρ
EPISTOLARUM LIB. I.
πρώην ἐπὶ τοῦ Πιλάτου σταυρωθέντι, καὶ ταφέντι, traditum, et postmodum ex mortuis resurrexi,
καὶ ἀναστάντι ἐκ νεκρῶν, ἀλλ᾽ ὅμως οὐκέτι πείσεται
ἀνθρώπινα, καὶ τὸ σῶμα ἔχει ἀγήρατον, ἀπήμαντόν
τε καὶ ἄχραντον εἰς τοὺς αἰῶνας.
ΡΝ'. ΓΕΡΟΝΤΙΑ ΕΚΣΚΕΠΤΩ͂ΡΙ.
• Μή συγκοινωνεῖτε, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, τοῖς
ἀκάρποις ἔργοις τοῦ σκότους. • Τίνα γὰρ καρπὸν
εἴχετε ἐν τοῖς τοῦ νοητοῦ θανάτου ἀψωνίοις, ἐφ᾽ οἷς
νῦν ἐπαισχύνεσθε; Αληθῶς γὰρ άκαρπα τυγχάνει
τὰ ἔργα τὰ πονηρὰ, καὶ πᾶσα σκοτεινή πράξις.
Ὅταν δὲ ἡ ψυχὴ δυνηθῇ ἀνανήψαι, καὶ εἰς συναί
σθησιν ἐλθεῖν, ἐρυθριᾷ μᾶλλον καὶ αἰσχύνεται ἐπὶ
τοῖς ἁμαρτηθεῖσιν ἐν τῇ μέθῃ τῆς κακίας, καὶ ἐναῦ
γασμα εὑρίσκει σωφροσύνης.
ΕΝΑ'. — ΥΠΑΦΛΩΡΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Μὴ ἀθυμήσῃς, ἀλλ᾽ ἀνδρέζου γενναίῳ φρονήματι.
Ο γὰρ ἀνδρεῖος κἂν ἐν τραύμασι γένηται, πάντως
νικήσει καὶ τραυματίας μαχόμενος.
ΡΑΒ. — ΟΛΥΜΠΙΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΑ.
Μὴ γένοιτο. Οὐ λέγει περὶ ἑαυτοῦ ὁ θεῖος Αποστο
λος, ότι, «Βλέπω ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου αίχμαλωτίζοντά με διὰ τῆς ἁμαρτίας· ν ἀλλ᾽ ἐκ προσώπου
τὰ τοιαῦτα φθέγγεται τῶν ὀχλουμένων μὲν ὑπὸ σαρ
κικῶν παθῶν, πλὴν ἀντιτασσομένων, καὶ νικώντων
μὲν τὰ πολλὰ, ἔσθ' ὅτε δὲ καὶ κατὰ συναρπαγήν νιο
κωμένων.
PNI'.
Τῷ αὐτῷ.
Ράδιον καταλαβεῖν ἔστιν ηθοποιία χρώμενον τὸν
Απόστολον, ἐκ τοῦ λέγειν· Ἐγὼ δὲ καὶ ἔξων ποτὲ
χωρὶς νόμου.» Καί τοι οὐδέποτε ἀναπνεῦσαι δεδύνηται ἄνευ τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου· ἐκ γὰρ νέας ήλικίας παρὰ τῷ Γαμαλιήλῳ τὸν νόμον ἀκριβῶς ἐξεπεπαίδευτο. Τῶν ἔξω τοίνυν ζησάντων τοῦ Μωσαϊκού
νόμου λαμβάνει τὸ πρόσωπον.
ΡΑΔ. - ΜΑΞΙΜΙΑΝΟ.
PNY:
sit; nihilominus non ultra humana patietur, corpus
habens quod neque senescere, neque noxis perturbari, neque sordibus inquinari in sæcula potest.
CL. GERONTIO EXCEPTORI.
• Ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος τὸν Θεὸν, και έργαζόμενος δικαιοσύνην, δεκτὸς αὐτῷ ἐστιν·, δῆλον δὲ ὅτι
δεκτὸς τῷ Θεῷ, καὶ οὐκ ἀπόβλητός ἐστιν ὁ τοιοῦτος,
τῷ ἰδίῳ καιρῷ καταφεύγων ἐπὶ τὸ σέβας τῆς μαχαριωτάτης θεογνωσίας· οὐ γὰρ μὴ καταλείπῃ τοῦτον
ὁ Θεὸς συναποθανεῖν τῇ ἀγνωσίᾳ, ἀλλ' ὁδηγήσει αὐ
τὸν ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν, καὶ καταλάμψει τῷ φωτὶ τῆς
γνώσεως, ὥσπερ τὸν Κορνήλιον, περὶ οὗ καὶ
τὸν λόγον τὸν προῤῥηθέντα εἴρηκεν ὁ μακάριος
Πέτρος.
ΡΝΕ. — ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Ὅτι χρὴ τὸν τοῦ καλοῦ ἐφιέμενον, μὴ μόνον που
γισμῷ, καὶ λόγῳ, ἀλλὰ καὶ ἔργῳ τὸν κόπον ἐνδεί
κνυσθαι διὰ παντὸς τοῦ βίου, ἵν' οὕτως ἐπιτύχῃ αὐτ
ρανίου ἀναπαύσεώς τε καὶ βασιλείας, γεωργήσας
τοὺς καρποὺς τῆς πολυειδοῦς ἀρετῆς. Βλέπε τί φησιν ὁ πατριάρχης Ἰακώβ·ι Ισσάχαρ τὸ καλὸν ἐπεθύμησεν, ἀναπαυόμενος ἀνάμεσον τῶν κλήρων, καὶ
ἰδὼν τὴν γῆν, ὅτι πίων ὑπάρχει, ὑπέθηκεν τὸν ὦμον
αὐτοῦ εἰς τὸ πονεῖν, καὶ ἐγενήθη ἀνὴρ γεωργός.
Καὶ ὁ προφήτης δὲ Ἱερεμίας λέγει· ο Δὸς τὴν καρ
67 Rom. vil, 25. es ibid. 9
** Ephes. v,
1 Ne communicetis, ait Apostolus, infructuosis
operibus tenebrarum *.» Quennam enim fructum
in intellectualis mortis obsoniis habebatis, ob quæ
nunc verecundamini? Nam vere infructuosa sunt
opera prava, et quælibet tenebricosa actio. Quando
vero anima in saniorem mentem redacta, res a se
gestas perceperit, tunc potius erubescit et verecundatur, 63 pro peccatis in iniquitatis ebrietate patratis, splendorenique continentiæ comperit.
CBI. IIYPAFLORO DIACONO.
Ne despondeas animum, sed generosis cogitationibus fortis esto. Fortis namque licet vulneribus
scateat, et vulneribus obsitus pugnam ineat, ounino victoriam consequetur.
· OLYMPIO SCHOLASTICO.
Absit hoc. Non de seipso affirmal divus Apostolus, • Video aliam legem in membris mieis captivantem me in lege peccati ",» sed ex persona
eorum loquitur, qui similibus interturbantur, et ab
affectibus carneis oppugnantur, verumtainen sese
opponunt, et ut plurimum victoria potiuntur, aliquando etiam correpti cadunt.
Eidem.
Non est id in difficili, deprehendere Apostolum
ethopoeiam usurpasse, cum dicat: Ego vero
vivebam aliquando sine lege "; › licet nusquam sinc
lege Mosaica ducere spiritum potuerit; a teneris
enim, ut aiunt, unguiculis apud Ganalielen legem
exquisite perdidicerat ". Eorum ergo, qui extra
Mosaicam legem vitam duxerunt, personam assumit.
MAXIMIANO.
c. In quacunque gente, qui limet Deum, et
justitiam servat 64 acceptus illi est
Manifestum autem est hunc Deo esse acceptum,
nec ab eo abjicere quemcunque tempore opportuno
ad cultum beatissimæ Numinis cognitionis confugientem. Neque enim deseret illum Deus, in ignorantia commori; sed adducet ad veritatem, et
cognitionis lumine illustrabit, quemadmodum
Cornelium, de quo verba supra laudata beatus
Petrus enuntiarat ".
CLV.THESSALIO DIACONO.
Operæ pretium est, ut qui bonum concupivit,
non tantum cogitatione et verbo, sed opere quoque
laborem per totum vitæ spatium continuet, ut sic
cœlestem quietem, et regnum, multijugæ virtutis
demessis fructibus, consequi possit. Considera
dicta patriarcha Jacobi ", «Issachar bonum desideravit, requiescens in medio fortium, et videns
terram, quod pinguis esset, supposuit humerum
suum ad laborandum, et factus est vir agricola. ›
Nec propheta Jeremias dissidet: ‹ Præbe cor tuum
5º Act. xxi, 3. “Act. x, 35,
es ibid. 30 seqq. of Gen.
col. 147–148page 45 of 262
PG 79:147ª³;, δίαν σου εἰς τὸν ὦμον σου· › τουτέστιν, τὰ ἀγαθὰ βουλεύματα εἰς ἔργον ἐξάγαγε πρακτικός γενό μενος. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟ ΚΛΗΣΟΥΛΛΙ. Εἴ τις βούλοιτο τῶν ἀπαιδεύτων κατασυκοφαντεῖν μὲν τὰ βέλτιστα, καὶ ἀπὸ ψεύδους ἄρχεσθαι, καὶ και ταπαύειν εἰς ψεῦδος διηνεκώς, φράσον μοι, εἰς ποῖον λήξει, καὶ καταντήσει πέρας; ΘΕΟΓΝΩΣΤΟ. Ἴσως ἀγνοεῖς, ἀδελφὲ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ση ρούμενος, τηρεῖν καὶ φρουρεῖν, καὶ περισκέπειν πέ φυκεν τοὺς τηρεῖν τοῦτον, καὶ φυλάττειν σὺν νήψει σπουδάζοντας. ΡΝΗ'. -- ΔΕΚΟΥΡΙΩΝΙ. Οὔτε ἀέρα ὅλον ἔπνευσέ τις πώποτε, οὔτε οὐ σίαν Θεοῦ παντελῶς, ἢ νοῦς κεχώρηκεν, ή φωνή περιέλαβεν, ἀλλ' ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν σκιογραφοῦντες τὰ κατ' αὐτὸν, ἀμυδράν τινα, καὶ ἀσθενῆ ἄλλην ἀπ' ἄλλης φαντασίαν συλλέγομεν. Τῷ αὐτῷ, «Στενή ή πύλη, καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωὴν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν.» Εἰ τοίνυν οἱ εὑρίσκοντες ὑπάρχουσιν ὀλίγοι, ὀλιγώτεροι ἂν εἶεν οἱ εἰσελθεῖν ἐξισχύοντες· οὐκ εἰσελι λήθασι δὲ διὰ οἰκείαν ἀμέλειαν. ΡΕ'. Τῷ αὐτῷ. Δεσπότης ἐστὶν ὁ νοῦς, δοῦλος δὲ τὸ σαρκίον. Μὴ τοίνυν τὸν δοῦλον ἀμέτρως θεράπευε διὰ γαστριμαργίας, ἵνα μὴ ἐπιλαθόμενος τῶν ἰδίων μέτρων εἰς τυραννίδα ἔλθῃ, καὶ ὅπλα τολμήσῃ ἆραι κατὰ τοῦ κτησαμένου· διόπερ ὁ Σολομὼν ἐπιστάμενος τὴν ἀφροσύνην τοῦ σώματος ἔλεγεν «Οὐ συμφέρει τῷ ἄφρονι ἡ τρυφή, κἂν οἰκέτης ἄρχη μεθ' ὕβρεως τοῦ ἰδίου δεσπότου. Τῷ αὐτῷ. Αν βούλει ἄρχειν τῆς ἐπαρχίας, ἀτιμωθήσῃ· ἂν δὲ σαυτὸν ταπεινώσῃς, ἐλεηθήσῃ· γέγραπται γάρ, ὅτι «Ο Θεὸς ἐκχέων ἐπ' ἄρχοντας ἀτιμίαν, τοὺς τα πεινούς ιάσατο. δ. ΡΕΒ. - ΚΡΙΣΠΩ ΣΧΟΛΑΡΙΟ. Τινὲς ὑπὲρ τὸ δέον τῇ ἐννοίᾳ ἐπεκταθέντες, ὡς δοκοῦντές τι μεῖζον καταλαβεῖν, ἐξέπεσαν μὲν τῆς ἀληθοῦς γνώσεως, μεταπεπτώκασι δὲ εἰς ψευδομένην σε Ρ:ον. γνῶσιν· καί νε «τοῦτο καταιότης, ο καθά φησιν Σολομών. ΡΕΓ'. — ΙΟΥΛΙΑΝΗ ΠΑΡΘΕΝΟ, Κάτοπτρον κάλλιστον τῇ σεμνοτάτῃ καὶ εὐειδεῖ παρθένῳ τὸ νηστεύειν, ἐν τούτῳ γὰρ καὶ Θεὸν κατοπτρίζεται ἡ παρθένος, καθόσον ἐνδέχεται, καὶ λουτῆρα χαλκεύει, καὶ βάσιν στερέμνιον, ἀκράδαντον, καὶ ἀμετακίνητον κτησαμένη τὸ ἀπαθὲς φρόνημα. ΡΞΔ'. - Τῇ αὐτῇ παρθένῳ. Ανέγνως πολλάκις, τί γράφει ὁ ἅγιος Μωϋσῆς δ περί τινος ἀρίστου καὶ σοφωτάτου ἀνδρὸς, ὅτι οὗτος ΙΧ,
in humerum tuum ª³;, hoc est, Lona desideria educ δίαν σου εἰς τὸν ὦμον σου· › τουτέστιν, τὰ ἀγαθὰ
in opus factus operosus.
βουλεύματα εἰς ἔργον ἐξάγαγε πρακτικός γενό
μενος.
CLVI.-CHRYSOGONO CLESVALIO.
Si quis ex ineptissimis optima quæque calumniari
et a mendacio exordium ducere, perpetuoque
etiam in mendacium desinere velit, dicito mihi,
in quemnam desinet aut adducetur finem?
65, CLVII. — THEOGNOSTO.
Forte ignoras, mi frater, legem Dei custoditam, servare, custodire et tegere eos, qui illam
servare et custodire cum sobrietate satagunt.
CLVIII. — DECURIONI.
Neque universum aerem aliquis unquam duxit
et refluxit, neque essentiam Dei plane bene aut
mens cepit, aut vox complexa est; sed ex iis quæ
circa euin sunt, quæ illius sunt veluti in umbra
afſingentes, debilem quamdam ac imbecillem aliam
ab alia imaginem, atque conceptum exprimimus.
CLIX. Eidem.
6%
• Angusta janua, et arcla via est, quæ ducit
în vitam, et pauci sunt, qui deprehendunt
Si itaque qui eam depreliendunt pauci sunt,
multo pauciores erunt qui introire valeant; non
introeunt vero ob propriam negligentiam.
CLX. - Eidem.
Mens est domina, servus caruncula. Ne ergo
immoderata ingluvie servum foveas, ne propriæ
mensura oblitus tyrannidem arripiat, audeatque
arma in possessorem inferre, Propterea Salomon &
insolentiæ corporis minime ignarus dicebat:
• Non conducit, stulto luxus, licet servus insolenter in proprium herum imperium teneat 5. )
68 CLXI. Eident.
Si principatum provinciæ tenere cupis, inbonoraberis; si vero te humiliaveris, misericordiam
consequeris. Scriptum est enim: • Deus effundens
super principes opprobrium, humiles salvavit
CLXII. — CRISPO SCHOLARIO.
Nonnulli, superquam par est, considerationibus effusi, opinantes se majus quidpiam comprePNG. - ΧΡΥΣΟΓΟΝΟ ΚΛΗΣΟΥΛΛΙ.
Εἴ τις βούλοιτο τῶν ἀπαιδεύτων κατασυκοφαντεῖν
μὲν τὰ βέλτιστα, καὶ ἀπὸ ψεύδους ἄρχεσθαι, καὶ και
ταπαύειν εἰς ψεῦδος διηνεκώς, φράσον μοι, εἰς ποῖον
λήξει, καὶ καταντήσει πέρας;
PNZ'.
ΘΕΟΓΝΩΣΤΟ.
Ἴσως ἀγνοεῖς, ἀδελφὲ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ση
ρούμενος, τηρεῖν καὶ φρουρεῖν, καὶ περισκέπειν πέ
φυκεν τοὺς τηρεῖν τοῦτον, καὶ φυλάττειν σὺν νήψει
σπουδάζοντας.
ΡΝΗ'. -- ΔΕΚΟΥΡΙΩΝΙ.
Οὔτε ἀέρα ὅλον ἔπνευσέ τις πώποτε, οὔτε οὐ
σίαν Θεοῦ παντελῶς, ἢ νοῦς κεχώρηκεν, ή φωνή
περιέλαβεν, ἀλλ' ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν σκιογραφοῦντες
τὰ κατ' αὐτὸν, ἀμυδράν τινα, καὶ ἀσθενῆ ἄλλην ἀπ'
ἄλλης φαντασίαν συλλέγομεν.
PNG'.
Τῷ αὐτῷ,
«Στενή ή πύλη, καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα
εἰς τὴν ζωὴν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν.»
Εἰ τοίνυν οἱ εὑρίσκοντες ὑπάρχουσιν ὀλίγοι, ὀλιγώ
τεροι ἂν εἶεν οἱ εἰσελθεῖν ἐξισχύοντες· οὐκ εἰσελι
λήθασι δὲ διὰ οἰκείαν ἀμέλειαν.
ΡΕ'.
Τῷ αὐτῷ.
Δεσπότης ἐστὶν ὁ νοῦς, δοῦλος δὲ τὸ σαρκίον. Μὴ
τοίνυν τὸν δοῦλον ἀμέτρως θεράπευε διὰ γαστριμαρ
γίας, ἵνα μὴ ἐπιλαθόμενος τῶν ἰδίων μέτρων εἰς
τυραννίδα ἔλθῃ, καὶ ὅπλα τολμήσῃ ἆραι κατὰ τοῦ
κτησαμένου· διόπερ ὁ Σολομὼν ἐπιστάμενος τὴν
ἀφροσύνην τοῦ σώματος ἔλεγεν «Οὐ συμφέρει τῷ
ἄφρονι ἡ τρυφή, κἂν οἰκέτης ἄρχη μεθ' ὕβρεως τοῦ
ἰδίου δεσπότου.
PEA!.
Τῷ αὐτῷ.
Αν βούλει ἄρχειν τῆς ἐπαρχίας, ἀτιμωθήσῃ· ἂν
δὲ σαυτὸν ταπεινώσῃς, ἐλεηθήσῃ· γέγραπται γάρ,
ὅτι «Ο Θεὸς ἐκχέων ἐπ' ἄρχοντας ἀτιμίαν, τοὺς τα
πεινούς ιάσατο. δ.
ΡΕΒ. - ΚΡΙΣΠΩ ΣΧΟΛΑΡΙΟ.
Τινὲς ὑπὲρ τὸ δέον τῇ ἐννοίᾳ ἐπεκταθέντες, ὡς
δοκοῦντές τι μεῖζον καταλαβεῖν, ἐξέπεσαν μὲν τῆς
hendere posse, a vera cognitione excidentes, in ἀληθοῦς γνώσεως, μεταπεπτώκασι δὲ εἰς ψευδομένην
cognitionem mendaciis involutam prolapsi sunt:
‹ et tamen hoc vanitas, est 67,». ut Salomon ait.
CLXIII. JULIANA VIRGINI.
Castissimæ, perpulchræque virgini speculum
optimum est jejunium: in eo etenim virgo pro
modulo suo Deum speculatur, labrumque fabricat,
basim Grmam, inconcussam, atque immutabiJem", cogitationes affectibus minime obnoxias
sibi comparans.
CLXIV.— Eidem.
Saepius lectitasli, quid sanctus Moyses de quodam optimo, ac sapicntissimo viro narrat: cum
«Jerem. xxxı, 21. σε Matth. vi, 11. 68 Ρ:ον.
** Exod. xxxvm, 8.
γνῶσιν· καί νε «τοῦτο καταιότης, ο καθά φησιν
Σολομών.
ΡΕΓ'. — ΙΟΥΛΙΑΝΗ ΠΑΡΘΕΝΟ,
Κάτοπτρον κάλλιστον τῇ σεμνοτάτῃ καὶ εὐειδεῖ
παρθένῳ τὸ νηστεύειν, ἐν τούτῳ γὰρ καὶ Θεὸν
κατοπτρίζεται ἡ παρθένος, καθόσον ἐνδέχεται, καὶ
λουτῆρα χαλκεύει, καὶ βάσιν στερέμνιον, ἀκράδαντον,
καὶ ἀμετακίνητον κτησαμένη τὸ ἀπαθὲς φρόνημα.
ΡΞΔ'. - Τῇ αὐτῇ παρθένῳ.
Ανέγνως πολλάκις, τί γράφει ὁ ἅγιος Μωϋσῆς
δ
περί τινος ἀρίστου καὶ σοφωτάτου ἀνδρὸς, ὅτι οὗτος
ΙΧ, 10. 65 Job x1, 21. 67 Eccle. 1, 12; 11, 155.
col. 149–150page 46 of 262
PG 79:149πεποίηκε λουτήρα χαλκοῦν, καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ Α' ὁμοίως χαλκήν ἐκ τῶν κατόπτρων νηστευουσών, αἴτινες παρὰ τῆς θύρας τῆς Σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου ἐνήστευσαν. ΡΞΕ. ΘΕΟΔΩΡΟ. Μὴ ἔκνει καθεκάστην ἡμέραν πρὶν παντὸς πράγ ματος ἅψασθαι εἰσελθεῖν εἰς τὸν εὐκτήριον οἶκον, καὶ τῆς προσευχῆς ἀποδιδόναι τὸ χρέος τῷ Κυ ρίῳ. Διὰ τοῦτο ὥσπερ τινὰς λιμένας ἐν πελάγει πανταχοῦ τὰς Ἐκκλησίας ὁ Θεὸς ἔπηξεν, ἵνα καθ᾽ ὅσον ἐγχωρεῖ, φεύγων τὴν τῶν βιωτικών φροντίδων ἄλο μην, καὶ ζάλην, κἀνταῦθα καταπλέοντες ἀπολαύωμεν γαλήνης σωτηρίου, καὶ πολλῆς εύφρος σύνη;. ΡΕΖ. — ΣΩΦΡΟΝΙ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Τὴν ὑπὲρ ἄγαν τέρψιν, καὶ τὴν ἄμετρον χαράν, καὶ τὸ ἐπὶ ταῖς εὐπραγίαις γαυρίαμα τῆς ψυχῆς τῇ κατηφείᾳ τοῦ προσώπου, καὶ τῇ εὐκαίρῳ σιωπῇ κοι λάσωμεν. ΡΞΗ. Τῷ αὐτῷ. Τῆς σαρκὸς τὸ σκίρτημα, καὶ τὴν αἰσχρὰν ἔφεσιν, τῷ τῆς νηστείας ἱμάντι μαστίξαντες, καὶ τῷ λόγῳ πείσωμεν ἡσυχάζειν. Τῷ αὐτῷ. ΡΕΘ'. Εὐκόλως λίαν πρὸς τὴν ἀλαζονίαν επαίρεται τὸ ἀνθρώπινον γένος" διόπερ πολλῶν ἰσχυρῶν χρεία χα λινῶν πρὸς δαμασμὸν τοῦ φρονήματος. Πολλὰ δὲ εὑρήσεις. ζητῶν σποράδην κατὰ τὴν θείαν Γραφὴν χαλινώματά τε καὶ κήμωτρα τῶν ἀλογίστων παρ θῶν. Ρο. — τῷ αὐτῷ. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς πάντα ὑπὲρ ἡμῶν γέγονεν, ὅσα ἡμεῖς, πλὴν τῆς ἁμαρτίας Αμαρτίαν γὰρ οὐδόλως ἐποίησεν. ο Πάντα δὲ γέγο νεν, τουτέστιν· σῶμα, ψυχή, νοῦς, Φεῦγε τοίνυν τὸν λῆρον τοῦ Μανιχαίου. Τῷ αὐτῷ. Ανθρωπος μὲν κατὰ τὸ φαινόμενον ὁ Σωτὴρ Χριστὸς, θεὸς δὲ ὁ αὐτὸς κατὰ τὸ νοούμενον, Υἱὸς δὲ ἀνθρώπου, καὶ διὰ τὸν Ἀδάμ, καὶ διὰ τὴν παρθένον, ἐξ ὧν ἐγένετο, τοῦ μὲν ὡς προπάτορος, τῆς δὲ ὡς μητρὸς νόμῳ, καὶ οὐ νόμῳ γεννήσεως. Τῷ αὐτῷ. Σὰρξ καὶ αἷμα, φησὶν, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κλη ρονομήσουσι· ν τουτέστιν, οἱ σαρκικοὶ τὸν τρόπον ὑπάρχοντες ἔξω τῆς βασιλείας ῥιφθήσονται. «Ὑμεῖς δὲ, φησίν, οἱ πιστοὶ, καὶ πνευματικοὶ, οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκί, ἀλλ' ἐν πνεύματι. ΡΟΓ'. - ΑΦΘΟΝΙΑ ΣΑΜΑΡΙΤΗ. Ερωτᾷς με, πῶς δυνατόν ἐστιν, τὸ φθαρτόν σῶμα ἄφθαρτον ἀναστῆναι. ᾿Αντερωτῶ σε, πῶς τὸ τηκτὸν καὶ φθαρτὸν μάννα ἐν τῇ στάμνῳ τῇ χρυσῇ κατακλι σθὲν ὑπὸ τοῦ Μωϋσέως, διέμεινεν ἄφθαρτον. Δῆλον ὅτι τῇ τοῦ Θεοῦ βουλήσει καὶ δυνάμει. Τῇ γὰρ αὐτῇ
EPISTOLARUM EIB. I.
πεποίηκε λουτήρα χαλκοῦν, καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ Α' nempe labrum æreum confucisse, et basirh illius
ὁμοίως χαλκήν ἐκ τῶν κατόπτρων νηστευουσών,
αἴτινες παρὰ τῆς θύρας τῆς Σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου
ἐνήστευσαν.
ΡΞΕ.
ΘΕΟΔΩΡΟ.
Μὴ ἔκνει καθεκάστην ἡμέραν πρὶν παντὸς πράγ
ματος ἅψασθαι εἰσελθεῖν εἰς τὸν εὐκτήριον οἶκον,
καὶ τῆς προσευχῆς ἀποδιδόναι τὸ χρέος τῷ Κυ
ρίῳ.
P¾G'. — Tỷ avių.
Διὰ τοῦτο ὥσπερ τινὰς λιμένας ἐν πελάγει πανταχοῦ τὰς Ἐκκλησίας ὁ Θεὸς ἔπηξεν, ἵνα καθ᾽ ὅσον
ἐγχωρεῖ, φεύγων τὴν τῶν βιωτικών φροντίδων ἄλο
μην, καὶ ζάλην, κἀνταῦθα καταπλέοντες απο
λαύωμεν γαλήνης σωτηρίου, καὶ πολλῆς εύφρος
σύνη;.
ΡΕΖ. — ΣΩΦΡΟΝΙ ΤΡΙΒΟΥΝΟ.
Τὴν ὑπὲρ ἄγαν τέρψιν, καὶ τὴν ἄμετρον χαράν,
καὶ τὸ ἐπὶ ταῖς εὐπραγίαις γαυρίαμα τῆς ψυχῆς τῇ
κατηφείᾳ τοῦ προσώπου, καὶ τῇ εὐκαίρῳ σιωπῇ κοι
λάσωμεν.
ΡΞΗ.
Τῷ αὐτῷ.
Τῆς σαρκὸς τὸ σκίρτημα, καὶ τὴν αἰσχρὰν ἔφεσιν,
τῷ τῆς νηστείας ἱμάντι μαστίξαντες, καὶ τῷ λόγῳ
πείσωμεν ἡσυχάζειν.
Τῷ αὐτῷ.
ΡΕΘ'.
Εὐκόλως λίαν πρὸς τὴν ἀλαζονίαν επαίρεται τὸ
ἀνθρώπινον γένος" διόπερ πολλῶν ἰσχυρῶν χρεία χαλινῶν πρὸς δαμασμὸν τοῦ φρονήματος. Πολλὰ δὲ
εὑρήσεις. ζητῶν σποράδην κατὰ τὴν θείαν Γραφὴν
χαλινώματά τε καὶ κήμωτρα τῶν ἀλογίστων παρ
θῶν.
Ρο. — τῷ αὐτῷ.
Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς πάντα ὑπὲρ
ἡμῶν γέγονεν, ὅσα ἡμεῖς, πλὴν τῆς ἁμαρτίας·
• Αμαρτίαν γὰρ οὐδόλως ἐποίησεν. ο Πάντα δὲ γέγο
νεν, τουτέστιν· σῶμα, ψυχή, νοῦς, Φεῦγε τοίνυν τὸν
λῆρον τοῦ Μανιχαίου.
POA'. Τῷ αὐτῷ.
Ανθρωπος μὲν κατὰ τὸ φαινόμενον ὁ Σωτὴρ
Χριστὸς, θεὸς δὲ ὁ αὐτὸς κατὰ τὸ νοούμενον, Υἱὸς δὲ
ἀνθρώπου, καὶ διὰ τὸν Ἀδάμ, καὶ διὰ τὴν Παρθέ
νον, ἐξ ὧν ἐγένετο, τοῦ μὲν ὡς προπάτορος, τῆς
δὲ ὡς μητρὸς νόμῳ, καὶ οὐ νόμῳ γεννήσεως.
POB'. Τῷ αὐτῷ.
• Σὰρξ καὶ αἷμα, φησὶν, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι· ν τουτέστιν, οἱ σαρκικοὶ τὸν τρόπον
ὑπάρχοντες ἔξω τῆς βασιλείας ῥιφθήσονται. «Ὑμεῖς
δὲ, φησίν, οἱ πιστοὶ, καὶ πνευματικοὶ, οὐκ ἐστὲ ἐν
σαρκί, ἀλλ' ἐν πνεύματι.
similiter eream ex speculis jejunantium, qube all
portas tabernaculi testimonit jejuniunt celebraverant "
THEODORO
Ne tibi neglectui sit, singulis diebus', antequam
operi te accinxeris, adem oratoriam ingred, ibi
que orationis debitum Domino persolvere.
· Eidem.
Propterea veluti quosdam portus in medio niatri
quolibet in loco templa Deus fundavit, ut, cum
fieri potest, terrenarum curaruin mare ac tempestates devitantes. in eosque nos subducentes,
quiete salutari ac ingenti kelitia potiamur.
CLXVH. SOPHRONIO TRIBUNO.
Nimiam voluptatem et immoderatum gaudium,
et in secunda fortuna animæ insolentiam tristitia
vultus, et tempestivo silentio comprimamus.
CLXVIII.· Eidem.
Carnis exsultantiam, et appetitum obscemum jejunii loro cædentes et ratione, persuadeamus quiescere.
CLXIX. - Eidem.
Facillime genus humanum ad jactantiam intumescit: quapropter ad infalas cogitationes compescendas frena, eaque multa ac vatida opus sunt.
Multa vero tibi quærendo investigabis sparsim in
G divinis Litteris ratione expertium affectuum frena
ac retinacula.
Eidem.
Dominus noster Jesus Christus omnia pro-nohis, quæ et nos sumus, præter unum pcccatum,
factus est: peccatum enim prörsus non fecit vo, Omnia vero factus est, corpus nempe,
anima', mens. Cave tibi igitur a delirlis Manichæorum.
CLXXI. — Eidem.
Homo quidem oculis objectus Servator Christus
Deus idem intellectu` deprehensus, at Filius hominis propter Adam et Virginem, ex quibus ortum duxit, ab eo tanquam progenitore, ab hac
more matris, sed non partus.
CLXXII..· Eidem.
• Caro et sanguis, inquit, regnum Dei non hæreditabunt 7;, hoc est, qui carnei moribus sunt,
extra regnum abjicientur. «Vos autem fideles, et
spiritui addicti, non estis, ait, in carne, sed in
spiritu 74.
CLXXIH. APIITHONIO SAMARITÆ.
Poscis a me, quomodo fieri potest, ut corpus
corruptioni obnoxium, incorruptun resurgat. Ipse
contra a te posco, quanam ratione quod liquari,
ac corrumpi poterat manna, in urna aurea a
Moyse occlusum, illibatum permansit v. Dci sciΡΟΓ'. - ΑΦΘΟΝΙΑ ΣΑΜΑΡΙΤΗ.
Ερωτᾷς με, πῶς δυνατόν ἐστιν, τὸ φθαρτόν σῶμα
ἄφθαρτον ἀναστῆναι. ᾿Αντερωτῶ σε, πῶς τὸ τηκτὸν
καὶ φθαρτὸν μάννα ἐν τῇ στάμνῳ τῇ χρυσῇ κατακλι
σθὲν ὑπὸ τοῦ Μωϋσέως, διέμεινεν ἄφθαρτον. Δῆλον
ὅτι τῇ τοῦ Θεοῦ βουλήσει καὶ δυνάμει. Τῇ γὰρ αὐτῇ
70 I Petr. 11, 22. 711 Cor. xv, 59.
«Exod. xxxvill, 8.
13 Rom. vii. 9. 73 Exod. xv, 55.
col. 151–152page 47 of 262
PG 79:151δυνάμει καὶ Ενώχ θνητὸς ὢν μετετέθη, καὶ ἀθάνα» ο το ΔΗ, τος μέχρι νῦν πεφύλακται. ΤΕΛΕΣΦΟΡΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Κοινὸν πρόσωπον δείκνυσιν ἡ Γραφὴ τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ εἰκόνα μίαν, καὶ ὁμοίωσιν τὴν αὐτήν. Τὸ γὰρ εἰπεῖν Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν, ο τοῦτο δηλοί. ΡΟΕ. — ΦΙΛΑΓΡΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Εἴ τις δυνηθείη κατὰ ψυχὴν ὀσφρανθῆναι τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος εὐωδίας, ἀναζωπυρωθήσεται τὴν ἕξιν ὥσπερ ἐκ νεκρῶν ἐγερθεὶς, καὶ ἀποθαυμάσεται, ἐκ ποίας καταστάσεως εἰς ποίαν μετετέθη, καὶ τὸ τοῦ Εζεκίου ἀναφωνήσει· «Εξήγειρας μου τὴν ζωὴν, καὶ παρακληθεὶς ἔζησα, καὶ ἀπέρριψας ἐπί σω μου πάσας τὰς ἁμαρτίας μου, ο ὅπως μηκέτι φαντάζομαι τὰ τῶν πταισμάτων εἴδωλα, καθαρὰν καρδίαν κτησάμενος τοῦ λοιποῦ. αὐτῷ. Οὐ μόνον δυσώδη καὶ ἄκαρπα, ἀλλὰ γὰρ καὶ νε κρὰ κλητέον τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας. ΡΟΖ'.-ΛΙΜΕΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ἡ τῶν ἀρετῶν μέθοδος τὴν ἐν τοῖς οὐρανοῖς μα καριότητα προξενεῖ, τὴν οὔτε λόγῳ ῥητὴν, οὔτε νῷ ληπτήν, οὔτε ἐννοίᾳ χωρητήν. ΡΟΗ. Τῷ αὐτῷ. Μὴ παραδῷς με, φησίν, εἰς ψυχάς θλιβόντων με, ψυχαὶ γὰρ τῶν δαιμόνων τὰ ἀνόσια πάθη, ὧν εὐχτέον δυσθῆναι. ΡΟΘ'. Τῷ αὐτῷ. Τὸ λέγειν τὸν Ἰακώβ Ἐὰν δῷ μοι Κύριος ἄρ τον φαγεῖν, καὶ ἱμάτιον περιβαλέσθαι, ν τὴν τῶν μοναχῶν διαγορεύει ζωήν. ΡΠ. - Τῷ αὐτῷ. Μέγιστον ἀγαθὸν τυγχάνει ἡ πραότης, ήνπερ ὁ μέγας κτησάμενος Μωϋσῆς Θεὸν ἐθεάσατο, ὡς ἀν θρώπῳ ἰδεῖν δυνατόν. ΡΠΑ'. Τῷ αὐτῷ. Ἐμιμήσω τῇ ἁγνείᾳ, καὶ τῇ καθαρότητι τὸν θαυ μαστὸν Ηλίαν, ὅστις πάσης ἀσκήσεως ἀρχηγὸς γενό μενος, πρῶτος ἡμῖν τὴν σωφροσύνην, καὶ τὴν ἰσάγγελον ἀγαμίαν ὑπέδειξε, δι' ήνπερ καὶ πυρίνῳ ἄρ Ο ματι ανηρπάγη. ΡΠΒ.- Τῷ αὐτῷ Νόσον χαλεπωτάτην, καὶ σκότος καλῶν τὴν ἀσέβειαν, οὐχ ἁμαρτάνεις τοῦ ἀληθοῦς. ΡΗΓ'. - ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΙ ΡΗΤΟΡΙ. Κέρδους πολλοῦ τετυχηκώς, καὶ λιπαρᾶς τραπέζης, τιμῶν τε ἀπολαύων τῶν ὑπὲρ τὴν ἀξίαν, μὴ ἄγαν κορυβαντία, μεταβολὴν δὲ προσδέχου, καὶ σβέσον τὸ φρύαγμα. Οὐδὲν γὰρ τῆς παρὰ τοῖς ἀνθρώποις εὐτ δαιμονίας σαθρώτερον, οὐδὲν ἀδρανέστερον, οὐδὲν ἀθλιώτερον. ΡΠΔ'. — ΙΕΡΙΑ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ Πόσοι, δοκεῖς, ἑαυτοὺς μακαρίζουσιν, ὅτι κατά το
licet nutu ac potentia. Sic cadem facultate He- δυνάμει καὶ Ενώχ θνητὸς ὢν μετετέθη, καὶ ἀθάνα»
noch mortalis cum esset, repositus est, et immortalis ad hæc usque tempora conservatur”.
· TELESPHORO PRIMATI.
Commanem personam Patris, et Filii, et Spiri
tas sancti, et unam imaginem, et eamdem similitudinem ostendit Scriptura. Illud enim: «Faciamus hominem ad imaginem et similitudinem **, ο
hoc innuit.
CLXXV. PHILAGRIO LECTORI.
Si quis poterit animo suavissimum Spiritus
saneti odorem olfacere, habitu reviviscet, ac si
e mortuis resurrexisset; et secum ipse mirabitur,
ex qua conditione in quam fuerit immutatus, illudque Ezechiæ exclamabit: ‹ Excitasti mihi vitam, et consolatus vixi, et projecisti post me onnes iniquitates meas ", > ne in posterum lapsuum
Idola imaginatione exprimam, corde puro in futurum comparato.
CLXXVI. - Eidem.
Non tantum maleolentia et infructuosa, quin
etiam mortua iniquitatis opera dicenda sunt.
CLXXVII. — LIMENIO MONACIIO.
Virtutum recta dispositio, quæ in cœlis est,
beatitatem suppeditat, quam nec oratio exprimere, nec mens comprehendere, nec cogitatio
capcre potest.
70 CLXX VIII. Eidem.
• Ne tradas me, ait, in animas tribulantium
me ";, impii siquidem affectus, a quibus liberari orandum est, dæmonum sunt animæ.
CLXXIX.· Eidem.
Jacobi illud: Si dederit mihi Dominus panem
ad comedendum, et vestem ad convolvendum
me ",» vitæ iustitutum monachorum exprimit.
CLXXX. - Eidem.
Maximum bonum est placiditas, quam assecutus Moyses Deum intuitus est”, ut humanæ vires
intueri possunt.
CLXXXI. Eident.
Castitate et puritate admirabilem Eliam æmulatus es t, qui exercitationis universæ dux factus
primus omnium nobis pudicitiam, et parem Angelis cælibatum ostendit, propter quam igneo
curru subreptus est.
CLXXXII. - Eidem.
Gravissimam ægritudinem, et tenebras impietatem appellans, non aberras a veritate.
CLXXXIII. — AMPHICTYONI RHETORI.
Ingenti emolumento ditatus, et mensa affluenti,
honoribusque, supra quam par est, cohonestatus,
ne nimis corybantum more, 71 insanias, sed
vices rerum exspectans insolentiam compesce.
Nihil enim est humana felicitate debilius, nibil
imbecillius, nihil infortunatius.
CLXXXIV. HIERIO SYNCLETICO.
Quot, putas, seipsos beatos ducunt, quod divini
το Gen. v,
ΔΗ, 11 seqq.
τος μέχρι νῦν πεφύλακται.
POA'.
ΤΕΛΕΣΦΟΡΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ.
Κοινὸν πρόσωπον δείκνυσιν ἡ Γραφὴ τοῦ Πατρός,
καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ εἰκόνα
μίαν, καὶ ὁμοίωσιν τὴν αὐτήν. Τὸ γὰρ εἰπεῖν·
• Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν, ο
τοῦτο δηλοί.
ΡΟΕ. — ΦΙΛΑΓΡΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ.
Εἴ τις δυνηθείη κατὰ ψυχὴν ὀσφρανθῆναι τῆς τοῦ
ἁγίου Πνεύματος εὐωδίας, ἀναζωπυρωθήσεται τὴν
ἕξιν ὥσπερ ἐκ νεκρῶν ἐγερθεὶς, καὶ ἀποθαυμάσεται,
ἐκ ποίας καταστάσεως εἰς ποίαν μετετέθη, καὶ τὸ
τοῦ Εζεκίου ἀναφωνήσει· «Εξήγειρας μου τὴν
ζωὴν, καὶ παρακληθεὶς ἔζησα, καὶ ἀπέρριψας ἐπί
σω μου πάσας τὰς ἁμαρτίας μου, ο ὅπως μηκέτι
φαντάζομαι τὰ τῶν πταισμάτων εἴδωλα, καθαρὰν
καρδίαν κτησάμενος τοῦ λοιποῦ.
POG. To avrą.
αὐτῷ.
Οὐ μόνον δυσώδη καὶ ἄκαρπα, ἀλλὰ γὰρ καὶ νεκρὰ κλητέον τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας.
ΡΟΖ'.-ΛΙΜΕΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Ἡ τῶν ἀρετῶν μέθοδος τὴν ἐν τοῖς οὐρανοῖς μα
καριότητα προξενεῖ, τὴν οὔτε λόγῳ ῥητὴν, οὔτε νῷ
ληπτήν, οὔτε ἐννοίᾳ χωρητήν.
ΡΟΗ. Τῷ αὐτῷ.
• Μὴ παραδῷς με, φησίν, εἰς ψυχάς θλιβόντων
με, ψυχαὶ γὰρ τῶν δαιμόνων τὰ ἀνόσια πάθη, ὧν
εὐχτέον δυσθῆναι.
ΡΟΘ'.
Τῷ αὐτῷ.
Τὸ λέγειν τὸν Ἰακώβ·
Ἐὰν δῷ μοι Κύριος ἄρτον φαγεῖν, καὶ ἱμάτιον περιβαλέσθαι, ν τὴν τῶν
μοναχῶν διαγορεύει ζωήν.
ΡΠ. - Τῷ αὐτῷ.
Μέγιστον ἀγαθὸν τυγχάνει ἡ πραότης, ήνπερ ὁ
μέγας κτησάμενος Μωϋσῆς Θεὸν ἐθεάσατο, ὡς ἀνθρώπῳ ἰδεῖν δυνατόν.
ΡΠΑ'. Τῷ αὐτῷ.
Ἐμιμήσω τῇ ἁγνείᾳ, καὶ τῇ καθαρότητι τὸν θαυμαστὸν Ηλίαν, ὅστις πάσης ἀσκήσεως ἀρχηγὸς γενόμενος, πρῶτος ἡμῖν τὴν σωφροσύνην, καὶ τὴν ἰσάγ
γελον ἀγαμίαν ὑπέδειξε, δι' ήνπερ καὶ πυρίνῳ ἄρΟ ματι ανηρπάγη.
* Gen. 1, 26.” Isa. xxxvm, 17.
*• [V_Reg. 11,
ΡΠΒ.- Τῷ αὐτῷ
Νόσον χαλεπωτάτην, καὶ σκότος καλῶν τὴν
ἀσέβειαν, οὐχ ἁμαρτάνεις τοῦ ἀληθοῦς.
ΡΗΓ'. - ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΙ ΡΗΤΟΡΙ.
Κέρδους πολλοῦ τετυχηκώς, καὶ λιπαρᾶς τραπέζης,
τιμῶν τε ἀπολαύων τῶν ὑπὲρ τὴν ἀξίαν, μὴ ἄγαν
κορυβαντία, μεταβολὴν δὲ προσδέχου, καὶ σβέσον τὸ
φρύαγμα. Οὐδὲν γὰρ τῆς παρὰ τοῖς ἀνθρώποις εὐτ
δαιμονίας σαθρώτερον, οὐδὲν ἀδρανέστερον, οὐδὲν
ἀθλιώτερον.
ΡΠΔ'. — ΙΕΡΙΑ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ
Πόσοι, δοκεῖς, ἑαυτοὺς μακαρίζουσιν, ὅτι κατά
77 Psal. xxvi, 12. * Gen. xxv1, 20.
το Exod.
col. 153–154page 48 of 262
PG 79:153ηξίωνται τοῦ θεσπεσίου Ἰωάννου τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἐπισκόπου τοῖς λόγοις περιτυχεῖν; ὧν καὶ αὐτὸς ἐραστής θερμὸς ὑπάρχων, μακαρισθήσῃ πολλά. ΡΠΕ. -- ΜΑΡΙΑΝΟ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟ. Τι δαψιλέστερον πιαίνεις σοι τὰς σάρκας σου, τρο φὴν σκωλήκων ἐσομένας ὅσον οὔπω; ΡΙΓ'. - ΓΙΓΑΝΤΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Όπως μὴ ἀπευδοκήσῃς τοῦ χαρίσματος τῆς ἁπτοησίας, καὶ τῆς τελεωτάτης ἀπαθείας, μηδὲ σαυτὸν τῇ λύπῃ καταπνίγῃς, έχεις τὸν ἅγιον Μωσέα παραθαρσύνοντά σε, καὶ λέγοντα ἐν τῷ Λευϊτικῷ τεύχει, ὅτι ο Δώσω εἰρήνην ἐν τῇ γῇ ὑμῶν, καὶ κοιμηθήσεσθε, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἐκφοβῶν ὑμᾶς, καὶ ἀπολῶ θηρία πονηρὰ ἐκ τῆς γῆς ὑμῶν, καὶ διώξεσθε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καὶ πεσοῦνται ἐνώπιον ὑμῶν φόβῳ. Γῆν λέγει τὴν ἀνθρωπίνην καρδίαν, ἀγαθά τε καὶ φαῦλα σπέρματα δεχομένην, θηρία δὲ πονηρά τοὺς δυσμενεῖς δαίμονας, καὶ τὰ κακομήχανα τῆς πονηρίας νοήματα. ΡΠΖ'. — Τῷ αὐτῷ. Οταν δι᾿ ὑπομονῆς· καὶ εὐχῆς λάβωμεν τὴν ἄνω δεν δωρεάν, τότε διῶξαι δυνάμεθα τοὺς ἀοράτους βαρβάρους, καὶ πεσοῦνται τρόμῳ ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν. Φησὶ γὰρ και τις προφήτης, ὅτι ο Οὔσπερ τὸ πρῶτον ἐφοβεῖσθε, φοβηθήσονται ὑμᾶς. ΡΠΗ. — ΛΕΥΚΑΔΙΟ ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟ. Ἔθος τοῖς ἁγίοις εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ τῷ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως τῆς ὀφελούσης ψυχὰς δι' αὐτῶν πανταχοῦ φανεροῦντι· σὺ δ᾽ ἀντὶ εὐωδίας τὰ πίτυρα θυμιᾶς, κατ' εἰκόνα τῶν γυναικῶν ἐκείνων, ὧνπερ ὁ προφήτης μέμνηται Ἱερεμίας γράφων τοῖς αἰχμαλωτισθεῖσιν εἰς Βαβυλῶνα. Τί γὰρ ἂν διαφέροι και πνῳδίας τὸ σὸν διάγγελμα, τὸ στασιοποιόν τε καὶ ἀκερδές; ΡΠΘ'. Τῷ αὐτῷ. Είπερ δῆμος ψυχῶν, καθώς λέγεις, δι᾿ ἁμαρτίας ἐκπέπτωκεν ἀπὸ τῆς ἁψῖδος τῶν οὐρανῶν ἐνταῦθα κατ' ἀρχὰς τῆς ἀνθρωπίνης γενέσεως, καὶ ἐνεσω ματώθη, ἐχρῆν γράψαι τον μέγαν Μωϋσέα, ὅτι πολλὰ ὁ Θεὸς σώματα πεποίηκεν ἐκ τῆς γῆς, καὶ εἰς ταῦτα κατέβαλεν τὰς ἐκπετούσας ψυχάς. Νῦν δὲ οὐχ οὕτως, ἕνα δὲ ἄνθρωπον μόνον τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς πεπλάσθαι, καὶ ψυχὴν ἐμπεφυσῆσθαι ζῶσαν ἡ Γραφή παραδίδωσιν· Ἐποίησέν τε ἐκ τοῦ ἑνὸς αίματος, ὥς φησιν ὁ ᾿Απόστολος, πᾶν ἔθνος ἀνθρώ των κατοικεῖν ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς. Ὁ γὰρ πρῶ τος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός,» οὐχ οἱ πρῶτοι ὄχλοι τῶν μυρίων ἀνθρώπων ἐκ γῆς χοϊκοί. • Καὶ δι᾿ ἑνὸς, φησὶν, ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθεν εἰς τὸν κατ σμον,» οὐ γὰρ δὴ διὰ πλήθους ἀνθρώπων. Τῷ αὐτῷ. Οὐδεὶς προσκρούσας τῷ Θεῷ, καὶ ἐξοριζόμενος εὐλογεῖται· ὁ δέ γε Αδάμ πεπλασμένος ἐκ τῆς γῆς, καὶ ἡ Εὐα ἐκ τῆς τούτου πλευρᾶς γεγενημένη βοηθός προς το τεκνογονῆσαι, ὡς μήπω μηδὲν ἁμαρ τήσαντες, εὐλογοῦνται ὑπὸ Θεοῦ, αὐξηθῆναι καὶ ν.
EPISTOLARUM LIB. I.
ηξίωνται τοῦ θεσπεσίου Ἰωάννου τοῦ Κωνσταντινου- Joannis Constantinopolitani episcopi sermonibus
πόλεως ἐπισκόπου τοῖς λόγοις περιτυχεῖν; ὧν καὶ uti digni habiti sunt? corum tu, cum admirator
αὐτὸς ἐραστής θερμὸς ὑπάρχων, μακαρισθήσῃ cultorque percupidus sis, nimium laudaberis, judiπολλά.
caberisque fortunatus.
ΡΠΕ. -- ΜΑΡΙΑΝΟ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟ.
Τι δαψιλέστερον πιαίνεις σοι τὰς σάρκας σου, τρο
φὴν σκωλήκων ἐσομένας ὅσον οὔπω;
ΡΙΓ'. - ΓΙΓΑΝΤΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Όπως μὴ ἀπευδοκήσῃς τοῦ χαρίσματος τῆς
ἁπτοησίας, καὶ τῆς τελεωτάτης ἀπαθείας, μηδὲ
σαυτὸν τῇ λύπῃ καταπνίγῃς, έχεις τὸν ἅγιον Μωσέα
παραθαρσύνοντά σε, καὶ λέγοντα ἐν τῷ Λευϊτικῷ
τεύχει, ὅτι ο Δώσω εἰρήνην ἐν τῇ γῇ ὑμῶν, καὶ
κοιμηθήσεσθε, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἐκφοβῶν ὑμᾶς, καὶ
ἀπολῶ θηρία πονηρὰ ἐκ τῆς γῆς ὑμῶν, καὶ διώξεσθε
τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καὶ πεσοῦνται ἐνώπιον ὑμῶν
φόβῳ. Γῆν λέγει τὴν ἀνθρωπίνην καρδίαν, ἀγαθά τε
καὶ φαῦλα σπέρματα δεχομένην, θηρία δὲ πονηρά
τοὺς δυσμενεῖς δαίμονας, καὶ τὰ κακομήχανα τῆς
πονηρίας νοήματα.
ΡΠΖ'. — Τῷ αὐτῷ.
Οταν δι᾿ ὑπομονῆς· καὶ εὐχῆς λάβωμεν τὴν ἄνω
δεν δωρεάν, τότε διῶξαι δυνάμεθα τοὺς ἀοράτους
βαρβάρους, καὶ πεσοῦνται τρόμῳ ὑπὸ τοὺς πόδας
ἡμῶν. Φησὶ γὰρ και τις προφήτης, ὅτι ο Οὔσπερ τὸ
πρῶτον ἐφοβεῖσθε, φοβηθήσονται ὑμᾶς.
ΡΠΗ. — ΛΕΥΚΑΔΙΟ ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟ.
Ἔθος τοῖς ἁγίοις εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ τῷ τὴν
ὀσμὴν τῆς γνώσεως τῆς ὀφελούσης ψυχὰς δι' αὐτῶν
πανταχοῦ φανεροῦντι· σὺ δ᾽ ἀντὶ εὐωδίας τὰ πίτυρα
θυμιᾶς, κατ' εἰκόνα τῶν γυναικῶν ἐκείνων, ὧνπερ
ὁ προφήτης μέμνηται Ἱερεμίας γράφων τοῖς αἰχμαλωτισθεῖσιν εἰς Βαβυλῶνα. Τί γὰρ ἂν διαφέροι και
πνῳδίας τὸ σὸν διάγγελμα, τὸ στασιοποιόν τε καὶ
ἀκερδές;
ΡΠΘ'.
Τῷ αὐτῷ.
CLXXXV. MARIANO SUBDIACONO.
Quid abundantius carnes tuas pinguefacis, ver-
'mibus cibum non multo post futuras?
CLXXXVI. GIGANTIO DIACONO.
Ut ne desperes de charismate intrepiditatis et
perfectissimæ imperturbabilitatis, et a moerore, qui
te præfocat, libereris, habes tibi animos addentem
sanctum Moysem, in Levitico dicentem: < Dabo
pacern in terra vestra, et dornietis, et non erit, qui
vebis timorem incutiat, et interimam animalia
prava de terra vestra, et ſugabitis inimicos vestros,
et cadent in conspectu vestro pre timore ".» Terram vocat cor humanum, bona malaque semina
excipiens; animalia prava dæmones adversarios,
et subdolas malitiæ cogitationes.
Eidem.
Cum tolerantia et oratione superna munera acceperimus, tunc invisibiles barbaros fugare poterimus, qui cadent præ timore ante pedes nostros:
nam et quidam propheta dicit: «Quos prius
timebatis, vos timebunt. >
CLXXXVIII. — LEUCADIO ARCIMIDIACONO.
Solemne sanctorum est, Deo gratias reddere, qui
cognitionis animabus percommodæ odorem per eos
ubicunque manifestet. Sed tu pro suavi odore seque
ac illæ mulieres, quarum propheta Jeremias captivis
Babylonem scribens meminit, furfures incensus 89.
In quo enim, id quod ipse profiteris, cum inimicitias procreet et nullo sit emolumento, a fumo
differet?
CLXXXIX. Eidem.
Si turba animarum, ut ipse asseris, per peccatum ex summitate cœli huc, cum primum homo
conderetur, delapsa, corpus sibi assumpsit; sane
magno Moysi scribendum erat, multa Deum e terra
creasse corpora, in eaque delapsas animas immisisse. At ille nil minus: unum vero hominem solum Adam e terra creasse, in eoque animam viventen inspirasse Deum Scriptura tradit”; ‹ feΕίπερ δῆμος ψυχῶν, καθώς λέγεις, δι᾿ ἁμαρτίας
ἐκπέπτωκεν ἀπὸ τῆς ἁψῖδος τῶν οὐρανῶν ἐνταῦθα
κατ' ἀρχὰς τῆς ἀνθρωπίνης γενέσεως, καὶ ἐνεσωματώθη, ἐχρῆν γράψαι τον μέγαν Μωϋσέα, ὅτι
πολλὰ ὁ Θεὸς σώματα πεποίηκεν ἐκ τῆς γῆς, καὶ
εἰς ταῦτα κατέβαλεν τὰς ἐκπετούσας ψυχάς. Νῦν δὲ
οὐχ οὕτως, ἕνα δὲ ἄνθρωπον μόνον τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς
γῆς πεπλάσθαι, καὶ ψυχὴν ἐμπεφυσῆσθαι ζῶσαν ἡ
Γραφή παραδίδωσιν·· Ἐποίησέν τε ἐκ τοῦ ἑνὸς citque ex uno sanguine, ut Apostolus refert, gentem
αίματος, ὥς φησιν ὁ ᾿Απόστολος, πᾶν ἔθνος ἀνθρώτων κατοικεῖν ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς. Ὁ γὰρ πρῶ
τος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός,» οὐχ οἱ πρῶτοι ὄχλοι
τῶν μυρίων ἀνθρώπων ἐκ γῆς χοϊκοί. • Καὶ δι᾿ ἑνὸς,
φησὶν, ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθεν εἰς τὸν κατ
σμον,» οὐ γὰρ δὴ διὰ πλήθους ἀνθρώπων.
Ph'.
Τῷ αὐτῷ.
Οὐδεὶς προσκρούσας τῷ Θεῷ, καὶ ἐξοριζόμενος
εὐλογεῖται· ὁ δέ γε Αδάμ πεπλασμένος ἐκ τῆς
γῆς, καὶ ἡ Εὐα ἐκ τῆς τούτου πλευρᾶς γεγενημένη
βοηθός προς το τεκνογονῆσαι, ὡς μήπω μηδὲν ἁμαρτήσαντες, εὐλογοῦνται ὑπὸ Θεοῦ, αὐξηθῆναι καὶ
83 Gen. 11, 7.
& Levit. xxvi, 8. * Thren. 1, ν.
universam hominum habitare in facien terra 8.
• Primus eniin homo ex terra terrenus 8ª, > non
primæ turbæ infinitorum hominum ex terra terren.
73. Et per unum, ait, hominem peccatum in
mundum introductus est 86.» et non per multitudinem hominum.
Eidem.
Nemini in offensionem Dei incidenti, et extorri
facto benedicitur. Sed Adam e terra confictus, et
Eva ex ejus latere producta, ad procreandos filios
auxiliatrix, tanquam nullo adhuc peccato obstricti
a Deo benedictionem accipiunt. Crescite, et
** Act. XVII, 26. *³ I Cor. xv, 17.
86 Rom. V,
col. 155–156page 49 of 262
PG 79:155πληθυνθῆναι, καὶ κατακυριεῦσαι πάσης τῆς οἰκου Σιν, μένης, Πῶς οὖν, ὡς λέγεις, προήμαρτεν ὁ Ἀδὰμ καὶ τὸ τούτου γύναιον ἐν τοῖς ἐπ᾽ οὐρανοῖς; ΑΤΤΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. . Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ, ἑώρακε τὸν Πατέρα· κ τουτο ἐστιν, ὁ καταξιωθεὶς νοῆσαι τὴν θεότητά μου, δηλον ὅτι ἐπέγνω τοῦ Πατρὸς τὴν θεότητα· μία γὰρ ἡ θεότης, καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ· 4 Εγώ γὰρ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐσμεν. * ΡΕΒ'. ΑΓΛΑΙΟ ΑΝΤΕΚΑΝΣΟΡΙ. Ὁ μακάριος Πέτρος γράφων φησίν· «Ινα κρι θῶσι μὲν ἅπαντες σαρκί, ζῶσι δὲ κατὰ Θεὸν πνεύ ματι.» Τὸ μὲν κριθῶσι σαρκί, εἴρηται πρὸς τοὺς λέγοντας, μήτε ἀνίστασθαι ἐκ νεκρῶν, μηδὲ κρίνεσθαι σάρκα· τὸ δ' ὅπως ζῶσι κατὰ Θεὸν πνεύματι, τουτέστι μηκέτι πλανώμενοι τὴν ψυχὴν, ὥστε πολύ λοὺς καὶ ποικίλους ὑποτοπάζειν θεοὺς, ἕνα δὲ καὶ μόνον Θεὸν εἰς τοὺς αἰῶνας, ὑπάρχοντες, καὶ ζῶντες, γινώσκοντες ἅπαντες. Τοῦτο δὲ χρήσιμον ἡμῖν τὸ ῥητὸν πρὸς τοὺς θάλποντας τὰ τοῦ Ἀριστοτέλους, καὶ ἰσχυριζομένους ἀπολεπτυνθήσεσθαί ποτε πάσας τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων; καὶ εἰς τὸ μὴ ὂν χω ρῆσαι. ΡΙΓ'. - Τῷ αὐτῷ. Πῶς ὁ Δεσπότης. Χριστὸς ἀμήτωρ, καὶ ἀπάτωρ, καὶ ἀγενεαλόγητος, μαθεῖν βούλει. Αμήτωρ μὲν τὸ ὑπὲρ ἡμᾶς, ἀπάτωρ δὲ τὸ καθ᾽ ἡμᾶς, ἀγενεαλόγητος δὲ τὸ ἄνω· φησὶ γὰρ ὁ προφήτης «Τὴν δὲ γενεάν αὐτοῦ τίς διηγήσεται;» Τὴν μὲν γὰρ κατὰ σάρκα γένεσιν αὐτοῦ· ὁ Ματθαῖος ἐγενεαλόγησε· πῶς δὲ πρὸ τῶν αἰώνων ὁ Πατήρ τὸν Υἱὸν ἐγέννησεν, οὐδεὶς παντελῶς οὔτε ἀνθρώπων, οὔτε ἀγγέλων ἐξειπεῖν, ἡ γνῶναι δεδύνηται. ΡΗΔ'. — Τῷ αὐτῷ. Ὥσπερ οἱ πυρέττοντες νομίζουσι πικρὸν εἶναι τὸ μέλι, τῶν παρ' αὐτοῖς βεβλαμμένων γευστικών δυνά μεων, οὕτως καὶ τῆς ψυχῆς τις τὸ γευστικὸν βλ πτεται. Καί φησιν ὁ προφήτης Οὐαὶ τοῖς λέγουσι τὸ γλυκὺ πικρόν. ο ΑΝΑΞΑΓΟΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟ. δ Στέφανον χαρίτων δέξῃ τῇ κορυφῇ σου, ο ὁ Σο λομῶν εἴρηκεν. Οὐ γὰρ μία ὑπάρχει χάρις, ᾗ πλέ χεται ὁ νοούμενος στέφανος, πολλαὶ δὲ πάνυ χάριτες καί φησιν ὁ Ἀπόστολος· ο Χάρις ὑμῖν πληθυνθείη.» Τῷ αὐτῷ. Βεβούλησαι καὶ τὸν χρύσεον κλοιὸν τὸν τῷ στεφάνῳ ἐφεπόμενον, τίς ἐστιν, ἐπιγνῶναι. Οὗτος δ᾽ ἂν εἴη ὁ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ χρηστὸς ζυγὸς ἐπιτιθέμενος τῷ τραχήλῳ τῆς πιστευσάσης τῇ ἀληθείᾳ ψυχῆς ΡΕΖ'. — ΤΡΥΦΩΝΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙ. Η καλλίστη μεταγνωσις, καὶ σύντονος δέησις καὶ παράκλησις, εὐωδιάζει τον σεσηπότα τοῖς πράξεσιν ἄνθρωπον δέχεται γὰρ καὶ δέησιν ῥυπαρὰν ὁ φιλο
!
multiplcanini, et totius terrarum orbis principa- πληθυνθῆναι, καὶ κατακυριεῦσαι πάσης τῆς οἰκουtum obtinete.. Quomodo itaque, ut ais, Adam
et illius uxor antea in cœlo peccaverant?
CXCI. ATTICO LECTORI.
‹ Qui vidit me, vidit et Patrem 8, › id est, qui´
dignus habitus est ad cognoscendam meam deita -
tem, manifestum est eum et Patris deitatem cognovisse. Una siquidem est deitas, et gloria Patris,
et Filii namque, Ego et Pater unum sumus
CXCII. — AGLAIO ANTECESSORI.
›
Beatus Petrus scripto tradidit, ‹ Ut judicentur.
onnes carne, vivant vero secundum Deum spiritu "., Illud e judicentur carne,» ad eos prolatum est, qui asseverant, neque carnem a mortuis
resurgere, neque judicari: at illud, c ut vivant
secundum Deum spiritu, › hoc est non aberrantes
animo, adeo ut multos ac varios deos esse suspicentur; sed unum et solum Deum, in sæcula exsistentem, viventes, 74 ac omnes cognoscentes.
Dictum vero satis nobis percommodum erit adversus eos, qui Aristotelica fovent, contenduntque
animas aliquando omnes hominum extenuatas ad
id, quod non est, migraturas.
CXCIII. Eidem.
Quomodo Christus Dominus ‹ sine matre, et sine
patre, et sine genealogia ", sit, perdiscere cupis.
Secundum quod est supra nos, dicitur sine matre;
sed ut est secundum nos, sine patre; secundum
quod autem ad superna pertinet, sine genealogia.
Ail etenim propheta: «Generationem ejus quis
enarrabit?. Verumtamen generationis illius
secundum carnem altius ducta origine Matthæus
narravit”. At quomodo ante sæcula Pater Filium
generaverit, nemo penitus, neque ex hominibus
neque ex angelis exprimere potuit.
CXCIV. Eidem.
Quemadmodum qui febri corripiuntur, depravatis gustus facultatibus, mel amarum esse existimant; sic et ii, quorum animæ vis degustandi
deperdita est. Et ait propheta: «Væ iis, qui dicunt
amarum dulce". ›
CXCV. ANAXAGORÆ GRAMMATICO.
• Coronam gratiarum accipies vertici tuo 95
dixit Salomon: neque enim una gratia est, qua
nectitur quæ mente concipitur corona, sed multæ
admodum gratiæ; et ait Apostolus: ‹ Gratia vobis
multiplicetur ".
75 CXCVI. — Eidem.
Appelis et aureum torquem, qui coronam subsequitur ", quis sit, cognoscere. Is fuerit Christi
Servatoris suave jugum, qui collo veritati credentis animæ apponitur.
CXCVII. - TRYPHONI ARCHITECTO.
Pulcherrima pœnitentia, et continua oratio, et
invocatio emarcido operibus homini odorem præstat, Accipit enim humanissimus Dominus Christus
87 Gen. 1, 28. 66 Joan. Σιν, 9.
• Maub. 1, passim.
**lsa. v, 20.
μένης, Πῶς οὖν, ὡς λέγεις, προήμαρτεν ὁ Ἀδὰμ
καὶ τὸ τούτου γύναιον ἐν τοῖς ἐπ᾽ οὐρανοῖς;
PLA'. — ΑΤΤΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ.
. Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ, ἑώρακε τὸν Πατέρα· κ τουτο
ἐστιν, ὁ καταξιωθεὶς νοῆσαι τὴν θεότητά μου, δηλον
ὅτι ἐπέγνω τοῦ Πατρὸς τὴν θεότητα· μία γὰρ ἡ
θεότης, καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ· 4 Εγώ
γὰρ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐσμεν. *
ΡΕΒ'.
ΑΓΛΑΙΟ ΑΝΤΕΚΑΝΣΟΡΙ.
Ὁ μακάριος Πέτρος γράφων φησίν· «Ινα κριθῶσι μὲν ἅπαντες σαρκί, ζῶσι δὲ κατὰ Θεὸν πνεύ
ματι.» Τὸ μὲν κριθῶσι σαρκί, εἴρηται πρὸς τοὺς
λέγοντας, μήτε ἀνίστασθαι ἐκ νεκρῶν, μηδὲ κρίνεσθαι σάρκα· τὸ δ' ὅπως ζῶσι κατὰ Θεὸν πνεύματι,
τουτέστι μηκέτι πλανώμενοι τὴν ψυχὴν, ὥστε πολύ
λοὺς καὶ ποικίλους ὑποτοπάζειν θεοὺς, ἕνα δὲ καὶ
μόνον Θεὸν εἰς τοὺς αἰῶνας, ὑπάρχοντες, καὶ ζῶντες,
γινώσκοντες ἅπαντες. Τοῦτο δὲ χρήσιμον ἡμῖν τὸ
ῥητὸν πρὸς τοὺς θάλποντας τὰ τοῦ Ἀριστοτέλους,
καὶ ἰσχυριζομένους ἀπολεπτυνθήσεσθαί ποτε πάσας
τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων; καὶ εἰς τὸ μὴ ὂν χω
ρῆσαι.
ΡΙΓ'. - Τῷ αὐτῷ.
PĻI”.
Πῶς ὁ Δεσπότης. Χριστὸς ἀμήτωρ, καὶ ἀπάτωρ,
καὶ ἀγενεαλόγητος, μαθεῖν βούλει. Αμήτωρ μὲν τὸ
ὑπὲρ ἡμᾶς, ἀπάτωρ δὲ τὸ καθ᾽ ἡμᾶς, ἀγενεαλόγητος
δὲ τὸ ἄνω· φησὶ γὰρ ὁ προφήτης «Τὴν δὲ γενεάν
αὐτοῦ τίς διηγήσεται;» Τὴν μὲν γὰρ κατὰ σάρκα
γένεσιν αὐτοῦ· ὁ Ματθαῖος ἐγενεαλόγησε· πῶς δὲ πρὸ
τῶν αἰώνων ὁ Πατήρ τὸν Υἱὸν ἐγέννησεν, οὐδεὶς
παντελῶς οὔτε ἀνθρώπων, οὔτε ἀγγέλων ἐξειπεῖν,
ἡ γνῶναι δεδύνηται.
ΡΗΔ'. — Τῷ αὐτῷ.
Ὥσπερ οἱ πυρέττοντες νομίζουσι πικρὸν εἶναι τὸ
μέλι, τῶν παρ' αὐτοῖς βεβλαμμένων γευστικών δυνά
μεων, οὕτως καὶ τῆς ψυχῆς τις τὸ γευστικὸν βλ
πτεται. Καί φησιν ὁ προφήτης Οὐαὶ τοῖς λέγουσι
τὸ γλυκὺ πικρόν. ο
PLE. - ΑΝΑΞΑΓΟΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟ.
δ
• Στέφανον χαρίτων δέξῃ τῇ κορυφῇ σου, ο ὁ Σολομῶν εἴρηκεν. Οὐ γὰρ μία ὑπάρχει χάρις, ᾗ πλέχεται ὁ νοούμενος στέφανος, πολλαὶ δὲ πάνυ χάριτες·
καί φησιν ὁ Ἀπόστολος· ο Χάρις ὑμῖν πληθυνθείη.»
89 Joan. x,
9. Prov. 1, 9.
PLG'.
Τῷ αὐτῷ.
Βεβούλησαι καὶ τὸν χρύσεον κλοιὸν τὸν τῷ στεφάνῳ
ἐφεπόμενον, τίς ἐστιν, ἐπιγνῶναι. Οὗτος δ᾽ ἂν εἴη
ὁ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ χρηστὸς ζυγὸς ἐπιτιθέμενος
τῷ τραχήλῳ τῆς πιστευσάσης τῇ ἀληθείᾳ ψυχῆς
ΡΕΖ'. — ΤΡΥΦΩΝΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙ.
Η καλλίστη μεταγνωσις, καὶ σύντονος δέησις καὶ
παράκλησις, εὐωδιάζει τον σεσηπότα τοῖς πράξεσιν
ἄνθρωπον δέχεται γὰρ καὶ δέησιν ῥυπαρὰν ὁ φιλο
50 1 Petr. iv, 6. *1 llebr. vii, 3. "Isa. LI, 8.
96 1 Petr. 1,
2. 97 Prov, 1, 9.
col. 157–158page 50 of 262
PG 79:157ανθρωπότατος Δεσπότης Χριστὸς ἐκ στόματος φυ παροῦ ἐν ταπεινώσει προσφερομένην πολλῇ. Καὶ πειθέτω σε ὁ φράζων ληστής· «Μνήσθητί μου, Κύριε Ἰησοῦ, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου, ο παραυτίκα ἀκούσας. Σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐκ τῷ παραδείσῳ.». Τῷ αὐτῷ. Λέγεις ἀκηκοέναι Ἕλληνος ἁμαρτωλοῦ εἰπόντος, ὅτι οὐδέν μου διαφέρεις κἂν Χριστιανὸς ᾖς, ἁμαρ τωλὸς γὰρ καὶ σύ. Εἰπὲ τοίνυν πρὸς αὐτὸν τὴν πα ραβολὴν ταύτην· Δύο κύνας τις οἰκοδεσπότης ἐχέ κτητο, καὶ τὸν μὲν λυττήσαντα καὶ τὸν δεσπότην αὐτὸν σπαράξαι τολμήσαντα, ἀποτυμπανισθῆναι προσέταξεν, τὸν δὲ ἀγαπῶντα τὸν κύριον, καὶ περι γλίχοντα τῇ στοργῇ τοὺς πόδας τοῦ δεσπότου διὰ παντὸς, περιποιεῖται, καὶ τρέφει, καὶ ἐκσώζει. Ρήθ'. - ΦΟΥΡΤΟΥΝΑΤΟ. Τὸ ὀξέως σκανδαλίζεσθαι, οὐ φιλοσόφου, μικρᾶς. δέ τινος ψυχῆς· «Εἰρήνη γὰρ πολλή, φησί, τοῖς ἀγαπῶσι τὸ ὄνομά σου, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς σκάν δαλον. Σ'. - ΣΕΚΟΥΝΔΙΑΝΟ. Ὅτι καὶ ὁ ἀκάθαρτος δυνήσεται μετασκευασθῆναι εἰς παρθένον προαίρεσιν, δείκνυσι Παῦλος γράφων τοῖς Κορινθίοις· «Ἡρμοσάμην ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρὶ παρ θένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ.» ΚΑΛΛΙΣΤΙΩΝΙ. Ο δίκαιος πολλοστός ο λέγεται, ως εννενήκονται ἐννέα ἐν παραβολῇ πρόβατα. Ο δὲ ἁμαρτωλὸς ὥσπερ ἀπολλύμενος, ἢ εἷς, ἢ οὔθ᾽ εἷς λέγεται, μὴ θέλων μετανοήσαι, καὶ πληθυνθῆναι ταῖς ἀρεταῖς. ΣΒ. Τῷ αὐτῷ. Ἐπὶ τῶν σωμάτων μία γένεσίς ἐστιν, ὅτι οὐδεὶς δεύτερον ἐγεννήθη· ἐπὶ δὲ τῶν ψυχῶν τῶν ἁγιάζεσθαι διηνεκῶς προαιρουμένων πλείους γενέσεις εὑρίσκονται, ἀεὶ γὰρ ἀνακαινούμενος, καὶ ἀνανεούμενος γεν νᾶται ὁ δίκαιος, γεγέννηται σήμερον ἐν πράξει τινὶ ἀγαθῇ, καὶ ἐὰν πάλιν ἄλλην ποιήσῃ ἀγαθὴν, γεγέννηται. Διόπερ ὁ λόγος δαψιλεύεται ἐπὶ τῶν δικαίων τὰς γενέσεις, λέγων διὰ τοῦ Μωϋσέως· «Αὗται αἱ γενέσεις Νώε, αὗται αἱ γενέσεις Ἰακώβ· ν καὶ εἶ τις άλλος εἴρηται πληθυντικώς γενέσεις ἐσχηκέ Σι'. - ΚΥΡΗΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Πρώτησάς με, τί ἐστι ο Ματαιότης ματαιοτή των.». Μάταιον νοηθείη ἂν τὸ ἀνυπόστατον ἐν μόνῃ τῇ τοῦ ῥήματος προφορᾷ τὸ εἶναι ἔχων. Ματαιότης δὲ ματαιοτήτων, ὥσπερ ἂν εἴ τις λέγοι, τοῦ νεκροῦ νεκρότερον, καὶ τοῦ ἀψύχου ἀψυχώτερον· καίτοι ή συγκριτικὴ ἐπίτασις χῶραν ἐπὶ τῶν τοιούτων οὐκ ἔχει, ἀλλ᾽ ὅμως λέγεται τούτῳ τῷ βήματι πρὸς τὴν τῆς ὑπερβολῆς τοῦ λεγομένου σαφήνειαν. ΣΔ'. Τῷ αὐτῷ. Ανασταυροῦντες, φησί, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ
EPISTOLARUM LIB. I.
ingenti olerantur. Teque suadeat clamans latro:
• Memento mei, Domine Jesu, cum veneris in reguo tuo: e extemplo audiens:» Hlodie mecum eris
in paradiso”.)
ανθρωπότατος Δεσπότης Χριστὸς ἐκ στόματος φυ- ex ore sordido preces lululentas, si in humilitate
παροῦ ἐν ταπεινώσει προσφερομένην πολλῇ. Καὶ
πειθέτω σε ὁ φράζων ληστής· «Μνήσθητί μου,
Κύριε Ἰησοῦ, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου, ο
παραυτίκα ἀκούσας. Σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐκ τῷ
παραδείσῳ.».
PH. - Τῷ αὐτῷ.
Λέγεις ἀκηκοέναι Ἕλληνος ἁμαρτωλοῦ εἰπόντος,
ὅτι οὐδέν μου διαφέρεις κἂν Χριστιανὸς ᾖς, ἁμαρ
τωλὸς γὰρ καὶ σύ. Εἰπὲ τοίνυν πρὸς αὐτὸν τὴν πα
ραβολὴν ταύτην· Δύο κύνας τις οἰκοδεσπότης ἐχέκτητο, καὶ τὸν μὲν λυττήσαντα καὶ τὸν δεσπότην
αὐτὸν σπαράξαι τολμήσαντα, ἀποτυμπανισθῆναι
προσέταξεν, τὸν δὲ ἀγαπῶντα τὸν κύριον, καὶ περι
γλίχοντα τῇ στοργῇ τοὺς πόδας τοῦ δεσπότου διὰ
παντὸς, περιποιεῖται, καὶ τρέφει, καὶ ἐκσώζει.
Ρήθ'. - ΦΟΥΡΤΟΥΝΑΤΟ.
Τὸ ὀξέως σκανδαλίζεσθαι, οὐ φιλοσόφου, μικρᾶς.
δέ τινος ψυχῆς· «Εἰρήνη γὰρ πολλή, φησί, τοῖς
ἀγαπῶσι τὸ ὄνομά σου, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς σκάν
δαλον.
Σ'. - ΣΕΚΟΥΝΔΙΑΝΟ.
Ὅτι καὶ ὁ ἀκάθαρτος δυνήσεται μετασκευασθῆναι
εἰς παρθένον προαίρεσιν, δείκνυσι Παῦλος γράφων
τοῖς Κορινθίοις· «Ἡρμοσάμην ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρὶ παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ.»
ΣA'.. ΚΑΛΛΙΣΤΙΩΝΙ.
• Ο δίκαιος πολλοστός ο λέγεται, ως εννενήκονται
ἐννέα ἐν παραβολῇ πρόβατα. Ο δὲ ἁμαρτωλὸς ὥσπερ
ἀπολλύμενος, ἢ εἷς, ἢ οὔθ᾽ εἷς λέγεται, μὴ θέλων
μετανοήσαι, καὶ πληθυνθῆναι ταῖς ἀρεταῖς.
ΣΒ. Τῷ αὐτῷ.
Ἐπὶ τῶν σωμάτων μία γένεσίς ἐστιν, ὅτι οὐδεὶς
δεύτερον ἐγεννήθη· ἐπὶ δὲ τῶν ψυχῶν τῶν ἁγιάζεσθαι
διηνεκῶς προαιρουμένων πλείους γενέσεις εὑρίσκον
ται, ἀεὶ γὰρ ἀνακαινούμενος, καὶ ἀνανεούμενος γεννᾶται ὁ δίκαιος, γεγέννηται σήμερον ἐν πράξει τινὶ
ἀγαθῇ, καὶ ἐὰν πάλιν ἄλλην ποιήσῃ ἀγαθὴν, γεγέν
νηται. Διόπερ ὁ λόγος δαψιλεύεται ἐπὶ τῶν δικαίων
τὰς γενέσεις, λέγων διὰ τοῦ Μωϋσέως· «Αὗται αἱ
γενέσεις Νώε, αὗται αἱ γενέσεις Ἰακώβ· ν καὶ εἶ
τις άλλος εἴρηται πληθυντικώς γενέσεις ἐσχηκέ
Σι'. - ΚΥΡΗΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.
Πρώτησάς με, τί ἐστι ο Ματαιότης ματαιοτήτων.». Μάταιον νοηθείη ἂν τὸ ἀνυπόστατον ἐν μόνῃ
τῇ τοῦ ῥήματος προφορᾷ τὸ εἶναι ἔχων. Ματαιότης
δὲ ματαιοτήτων, ὥσπερ ἂν εἴ τις λέγοι, τοῦ νεκροῦ
νεκρότερον, καὶ τοῦ ἀψύχου ἀψυχώτερον· καίτοι ή
συγκριτικὴ ἐπίτασις χῶραν ἐπὶ τῶν τοιούτων οὐκ
ἔχει, ἀλλ᾽ ὅμως λέγεται τούτῳ τῷ βήματι πρὸς τὴν
τῆς ὑπερβολῆς τοῦ λεγομένου σαφήνειαν.
ΣΔ'.
- Τῷ αὐτῷ.
• Ανασταυροῦντες, φησί, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ
ני
CXCVIII. Eidem.
Scribis te a peccatore infideli audiisse, qui hæc
diceret: Nihil a me differs, etiamsi Christianus es..
cum sis et ipse peccator. Igitur eſſare ad ipsum
hanc parabolam. Duos canes paterfamilias possidebat; unum, qui rabic actus dominum ipsum
membratim discerpere tentaverat, præcepit tyupanis ac fidiculis extendi; alterum, secundis auribus eum accipientem, lambentemque benevole
continuo pedes illius, ideoque cum amplectitur,
alit servatque.
CXCIX. FORTUNATΟ.
Non est philosophi, sed pusillæ cujuspiam animæ scandalum pati. ‹ Pax › namque summa, ait,
76 ‹ diligentibus nomen tuum, et non est illis
scandalum ".
CC. SECUNDIANO.
Immundum etiam posse in virginem electionem
transformari, ostendit Paulus Corinthiis scribens:
• Despondi vos uni viro virginem castam exhibere
Christo -
CCI. CALLISTIONI.
‹ Justus multifariam, multisque modis • dicioves in parabola:
tur, veluti nouaginta novem
Peccator vero tanquam qui deperditur, vel unus,
vel nemo nuncupatur, uti qui nolit pœnitentiam
agere, et virtutibus multiplicari.
CCII. — Eidem.
In corporibus una generatio est, cum nullus secunda vice generetur. At in animis corum, qui se
continuo sanctos fieri contendunt, plures generationes comperiuntur: semper enim renovatus et
redintegratus nascitur justus; in facinore aliquo
bono hodie nascitur, rursumque si aliud egregium
patraverit, nascitur. Quapropter dictio in justorum
generationibus plurium numero profluenter redundat apud Moysem: ‹ flæ generationes Noe*; hæ
generationes Jacob. › et si quis alius in plurium
numero dicitur generationes babuisse,
CCIII. CYRINO EPISCOPO.
Postulasti a me, quid illud innuat: • Vanitas
vanitatum *.» 77 Vanium intellexeris, quod subsistentiam non habet, sed in sola verbi prolatione
habet quod sit. Vanitas autem vanitatum, ac si
quis dixerit, ipso defuncto magis defunctum, et
ipso inaninialo magis inanimatum. licet comparativa auctio in similibus locum non habeat; exprimitur nihilominus eo verbo ad majorem exsupe
rantia dictorum declarationem.
** Luc. xxii, 42-43.” Psal. cXVIII, 163. 1-HI Cor. xt, 2.
* Eccle. 1, 2.
Eidem.
• Ilerum crucifigentes, ait, Filium Dei, et pa-
* Gen. vi, 9.
Matth. xvii, 12; Luc. xv, 4.
col. 159–160page 51 of 262
PG 79:159παραδειγματίζοντες.» Ανασταυροῦσι δ' αὐτὸν αἱ ρετικοί, οὐ μόνον οἱ κακῶς ἀναβαπτίζειν ἐπιχειροῦντες, ἀλλὰ καὶ οἱ τολμῶντες λέγειν, ὅτι καὶ ὑπὲρ τῶν δαιμόνων ποτὲ ὁ Χριστός σταυρωθήσεται. ΣΕ'. — ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ. Πᾶν κτίσμα διὰ λόγου καὶ σοφίας τοῦ εἶναι τετύ χηκε. Ο δὲ Θεὸς Λόγος σοφία ὑπάρχων ουσιώδης, δημιουργός τε ὢν πάσης τῆς τε νουμένης κτίσεως, καὶ τῆς ὑποπιπτούσης τῇ αἰσθήσει, πῶς ἂν λεχθείη κτίσμα; ΣΤ΄. - Τῷ αὐτῷ. Φῶς οἰκεῖν ἀπρόσιτον φησὶ τὸν παντοκράτορα Θεὸν καὶ Πατέρα & μακάριος Παῦλος. Τοῦτο δὲ νοητόν, καὶ ἐνυπόστατον, καὶ ἀκατάληπτον, καὶ ἀπ πέραντον φῶς ἐστιν ὁ προσκυνητὸς Υἱὸς, καὶ Λόγος, καὶ τῶν ὅλων Κύριος. Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχει, πῶς κτίσμα, καὶ ἐκ μὴ ὄντων γεγενῆσθαι τὸν μου νογενῆ τοῦ Θεοῦ Υἱὸν, καὶ Λόγον, διδάσκειν σε τολ μῶσιν οἱ θηριογνώμονες, καὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ποι μνης ὀλετῆρες Αρειανοί; ΣΖ'. - ΜΕΛΙΣΣΩ ΚΑΝΔΙΔΑΤΟ. Ανθρωπος ἐξασθενήσας, καὶ ἐξαλλαγείς ὑπὸ τῆς νόσου τὴν ἕξιν, αχρειότερος μὲν πρὸς ἔργον καὶ ἀδρανής γίνεται, ἐπιθυμεῖ δὲ τοῦ βλάπτοντος. Οὕτω καὶ ψυχὴ ἀπονεύσασα τοῦ καλοῦ, καὶ ἐπὶ τὸ χεῖρον ἀλλοιωθεῖσα, ἐκνευρίζεται μὲν πρὸς ἐργασίαν τοῦ κρείττονος, ὀρέγεται δὲ τῶν ὀλεθρίων. ΣΗ'. — ΘΥΡΣΟ ΣΚΡΗΝΙΔΡΙΟ. Εἰσελεύσεται, φησὶν ὁ νόμος, πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ, καὶ ἀναστήσει σπέρμα, ο Πᾶς γὰρ ἄνθρωπος, ἤτοι πᾶσα ψυχὴ ἀνθρώπου ἄνδρα νοητὸν λαβοῦσα παρὰ Θεοῦ, δηλαδὴ τὸν ἐνδιάθετον νόμον, ἐνέκρωσε τοῦτον, καὶ ἔθαψε διὰ τῆς ἀμελείας. Οθεν χρεία εκάλεσε τὸν τούτου ἀδελφὸν, τουτέστι τὸν γραπτὸν νόμον εἰσελθεῖν πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ νόμου τοῦ φυσικοῦ, ὅστις ἀπενεκρώθη, καὶ ἐξαναστῆσαι σπέρμα τῷ τελευτηκότι διὰ νοθρίας πολλῆς. ΣΘ. - Τῷ αὐτῷ. ᾿Αποστραφεὶς ὁ Θεὸς τοὺς σοφιστάς, καὶ τέκτονας τῶν λόγων τῶν μεματαιωμένων,καὶ παντὸς ψεύδους, καὶ πλάνης ἀνάπλεων, σκυτοτόμοις τισὶ, καὶ ἁλιεῦσι τὸ οἰκεῖον σωτηριώδες, καὶ ὑπέρλαμπρον τῆς εὐσε Ο βείας καὶ τῆς δικαιοσύνης ενεχείρισε κήρυγμα. ΣΤ'. — Τῷ αὐτῷ. Ὅτι πρὸς τὴν ῥοπὴν ἕκαστος τὴν ἐπὶ φαύλῳ, ἢ ἐπὶ κρείττονι κρίνεται, πειθέτωσάν σε, ὁ μὲν Ἰούδας διὰ μιᾶς νυκτὸς ἀλλοτριωθεὶς τῆς ζωῆς, προδεδωκώς τὸν Διδάσκαλον, ὁ δὲ λῃστὴς ἐν στιγμῇ χρόνου οἰκειωθεὶς τῇ ζωῇ. Οὐ μὴ γὰρ μνησθῶσιν αἱ ἀνομίαι τοῦ μὴ παντελῶς ἀποστασίαν τοῦ Θεοῦ νοσήσαντος ἀν θρώπου, μηδὲ καρδίαν πονηρὰν ἀπιστίας τε καὶ ηλιθιότητος ἀναλαβόντος· Ζῶν γὰρ ζήσεται, φησὶν, ἐν τῷ ἐπιστρέψαι αὐτὸν, καὶ οὐκ ἀποθανεῖται.» ΣΙΑ'. - ΒΥΡΙΛΛΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Πῶς τολμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον δοῦλον προσ
lam traducentes. Iterum eum crucifigunt hæ- παραδειγματίζοντες.» Ανασταυροῦσι δ' αὐτὸν αἱ
retici, non tantum qui perverse baptismum iterare
præsumunt, sed etiam ii, qui dicunt fore aliquando,
ut Christus pro dæmonibus cruci affigatur.
CCV. — GAINE COPIARUM DUCTORI.
Omnis creatura verbo, et sapientia, quod sit,
habuit. Verum Deus Verbum, cum sua natura
sapientia, creaturæque univers, sive ea intellectu comprehendatur, sive sub sensum cadat, conditor sit, quomodo creatura dicetur?
CCVI. Eidem.
Lucem inhabitare inaccessibilem ait Deum
omnipotentem, et Patrem 7, beatus Paulus. Hoc
vero, quod mente tantum concipitur, suaque natura subsistit, et non comprehenditur, et sine
nllis limitibus lumen, est adorandus Filius, et
Verbum, et omnium Dominus. Hæc igitur si ita
prorsus se habent, quanam ratione 78 creaturam,
et, ex iis quæ non erant, unigenitum Dei Filium,
et Verbum generatum fuisse, instruere te audent
belluinis moribus præditi, et Christi gregis perditores Ariani?
MELISSO CANDIDATO.
Homo in ægritudinem incidens, genium propter
morbum commutans, inutilis ad opera, et imbecillior fit; nihilominus noxia concupiscit. Ita et
anima a bono declinans, et in pejora immersa,
nervos quidem ad meliora exsequenda amittit, et
perniciosa ambit et affectatur.
CCVIII. THYRSO SCRINIARIO.
Ingredietur, lex ait, ad uxorem fratris, et excitabit semen *.» Quicunque etenim homo, sive omnis
hominis anima virum intellectualem a Deo assumens, legem scilicet internam, interemit ipsam, et
ob segnitiem sepeliit. Hinc necessitas illius fratrem
advocavit, legem scilicet scriptam, ut ingrediatur
ad uxorem legis naturalis jam demortuæ, et exsuscitaret semen ob segnitiem summam defunctæ.
CCIX. Eidem.
Aversatus Deus sophistas, et insulsissimorum
sermonum, omnibusque mendaciis et erroribus
confertorum artifices, coriariis quibusdam et piscatoribus propriam salutarem, et splendidissimam pietatis et justitiæ prædicationem tradidit.
79 CCX.· Eidem.
Quilibet pro inclinatione voluntatis, sive in
malum, sive in melius judicatur. Teque suadeant,
Judas qui per unam noctem a vita abalienatus,
Magistrum prodidit, et latro uomento temporis
vitæ conciliatus Neque enim in memoriam reducentur iniquitates illius hominis, qui non usquequaque a Deo defecerit, et oor pravum infidelitatis ac stupiditatis assumpserit. Vivens enim
vivet, ait, cumn convertetur, et non morietur.
CCXI. BYRILLO MACEDONIANO.
Quomodo audes Spiritum sanctum servum com-
• Hebr. vi,
6. 11 Tim. 6, 16. • Deut. xxv, 5.
ρετικοί, οὐ μόνον οἱ κακῶς ἀναβαπτίζειν ἐπιχειροῦντες, ἀλλὰ καὶ οἱ τολμῶντες λέγειν, ὅτι καὶ
ὑπὲρ τῶν δαιμόνων ποτὲ ὁ Χριστός σταυρωθήσεται.
ΣΕ'. — ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ.
Πᾶν κτίσμα διὰ λόγου καὶ σοφίας τοῦ εἶναι τετύχηκε. Ο δὲ Θεὸς Λόγος σοφία ὑπάρχων ουσιώδης,
δημιουργός τε ὢν πάσης τῆς τε νουμένης κτίσεως, καὶ
τῆς ὑποπιπτούσης τῇ αἰσθήσει, πῶς ἂν λεχθείη
κτίσμα;
ΣΤ΄. - Τῷ αὐτῷ.
Φῶς οἰκεῖν ἀπρόσιτον φησὶ τὸν παντοκράτορα
Θεὸν καὶ Πατέρα & μακάριος Παῦλος. Τοῦτο δὲ
νοητόν, καὶ ἐνυπόστατον, καὶ ἀκατάληπτον, καὶ ἀπ
πέραντον φῶς ἐστιν ὁ προσκυνητὸς Υἱὸς, καὶ Λόγος,
καὶ τῶν ὅλων Κύριος. Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχει,
πῶς κτίσμα, καὶ ἐκ μὴ ὄντων γεγενῆσθαι τὸν μου
νογενῆ τοῦ Θεοῦ Υἱὸν, καὶ Λόγον, διδάσκειν σε τολμῶσιν οἱ θηριογνώμονες, καὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ποι
μνης ὀλετῆρες Αρειανοί;
ΣΖ'. - ΜΕΛΙΣΣΩ ΚΑΝΔΙΔΑΤΟ.
Ανθρωπος ἐξασθενήσας, καὶ ἐξαλλαγείς ὑπὸ τῆς
νόσου τὴν ἕξιν, αχρειότερος μὲν πρὸς ἔργον καὶ
ἀδρανής γίνεται, ἐπιθυμεῖ δὲ τοῦ βλάπτοντος. Οὕτω
καὶ ψυχὴ ἀπονεύσασα τοῦ καλοῦ, καὶ ἐπὶ τὸ χεῖρον
ἀλλοιωθεῖσα, ἐκνευρίζεται μὲν πρὸς ἐργασίαν τοῦ
κρείττονος, ὀρέγεται δὲ τῶν ὀλεθρίων.
ΣΗ'. — ΘΥΡΣΟ ΣΚΡΗΝΙΔΡΙΟ.
• Εἰσελεύσεται, φησὶν ὁ νόμος, πρὸς τὴν γυναῖκα
τοῦ ἀδελφοῦ, καὶ ἀναστήσει σπέρμα, ο Πᾶς γὰρ
ἄνθρωπος, ἤτοι πᾶσα ψυχὴ ἀνθρώπου ἄνδρα νοητὸν
λαβοῦσα παρὰ Θεοῦ, δηλαδὴ τὸν ἐνδιάθετον νόμον,
ἐνέκρωσε τοῦτον, καὶ ἔθαψε διὰ τῆς ἀμελείας. Οθεν
χρεία εκάλεσε τὸν τούτου ἀδελφὸν, τουτέστι τὸν
γραπτὸν νόμον εἰσελθεῖν πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ νόμου
τοῦ φυσικοῦ, ὅστις ἀπενεκρώθη, καὶ ἐξαναστῆσαι
σπέρμα τῷ τελευτηκότι διὰ νοθρίας πολλῆς.
ΣΘ. - Τῷ αὐτῷ.
᾿Αποστραφεὶς ὁ Θεὸς τοὺς σοφιστάς, καὶ τέκτονας
τῶν λόγων τῶν μεματαιωμένων,καὶ παντὸς ψεύδους,
καὶ πλάνης ἀνάπλεων, σκυτοτόμοις τισὶ, καὶ ἁλιεῦσι
τὸ οἰκεῖον σωτηριώδες, καὶ ὑπέρλαμπρον τῆς εὐσε
Ο βείας καὶ τῆς δικαιοσύνης ενεχείρισε κήρυγμα.
ΣΤ'. — Τῷ αὐτῷ.
Ὅτι πρὸς τὴν ῥοπὴν ἕκαστος τὴν ἐπὶ φαύλῳ, ἢ
ἐπὶ κρείττονι κρίνεται, πειθέτωσάν σε, ὁ μὲν Ἰούδας
διὰ μιᾶς νυκτὸς ἀλλοτριωθεὶς τῆς ζωῆς, προδεδωκώς
τὸν Διδάσκαλον, ὁ δὲ λῃστὴς ἐν στιγμῇ χρόνου οἰκει
ωθεὶς τῇ ζωῇ. Οὐ μὴ γὰρ μνησθῶσιν αἱ ἀνομίαι τοῦ
μὴ παντελῶς ἀποστασίαν τοῦ Θεοῦ νοσήσαντος ἀνθρώπου, μηδὲ καρδίαν πονηρὰν ἀπιστίας τε καὶ
ηλιθιότητος ἀναλαβόντος· Ζῶν γὰρ ζήσεται, φησὶν,
ἐν τῷ ἐπιστρέψαι αὐτὸν, καὶ οὐκ ἀποθανεῖται.»
ΣΙΑ'. - ΒΥΡΙΛΛΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ.
Πῶς τολμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον δοῦλον προσ
• Ezcch. xvul, 28.
col. 161–162page 52 of 262
PG 79:161αγορεύειν, τὸ διὰ τοῦ ἀσπίλου βαπτίσματος πάντας τοὺς πιστεύοντας ἐλευθεροῦν; Λέγει γὰρ ὁ ἀπόστολος, ότιπερ «Ο νόμος τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς ἠλευ θέρωσέ με ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας, καὶ τοῦ θανάτου. Ο ΣΙΒ'. - ΙΓΝΑΤΙΟ ΑΝΘΥΠΑΤΟ. Εξεστιν ἐμπεσόντα τινὰ εἰς τὸ τοῦ θηρὸς στόμα, τοῦ διαβόλου φημί, ἀπολυθῆναι τούτου διὰ τῆς μετα νοίας, καθάπερ λελύτρωται καὶ ἐῤῥύσθη ὁ ἐν Κοι ρίνθῳ προφθαρεὶς τῇ μητρυιᾷ ἐκ φάρυγγος τοῦ ἐχθροῦ, πρὶν τῇ περισσοτέρα λύπῃ καταποθεῖ, καὶ εἰς τὴν κοιλίαν χωρήσῃ τοῦ θηρίου διὰ τῆς ἀγεννοῦς δυσθυμίας, καὶ τῆς ἀπογνώσεως. ΣΙΓ'. Τῷ αὐτῷ. Αὐτὸς δι᾿ ἑαυτοῦ πρὸς σὲ παραγίνεται ἀοράτως ὁ οὐράνιος ἰατρὸς, κἂν μὴ σὺ δυνηθείης πρὸς αὐτὸν πορευθῆναι διὰ τὴν ἀσθένειαν καὶ ἀτονίαν τοῦ λο γισμού. ΣΙΔ'. - Τῷ αὐτῷ. Τινὰς ἔγνων ἔγωγε, μηδὲ πλησιάζοντα διὰ φιλο ανθρωπίαν τὸν τῶν ψυχῶν ἰατρὸν παραδέξασθαι βουληθέντας, ἀπὸ ἀναισθησίας, καὶ πονηρίας πολ λῆς. ΣΙΕ'. - Τῷ αὐτῷ. Παῦλος διώκτης ὑπάρχων τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας ἀπετυφλώθη πρῶτον τοῖς κακοῖς, καὶ τῇ ἀφάτῳ ὠμότητι, ὅπως ἀναβλέψει τῷ Θεῷ, καὶ τῇ δικαιοσύνη. Εἰκότως τοίνυν ὁ Κύριος ἔλεγεν· Ἐγὼ ἦλθον: « εἰς τὸν κόσμον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι, καὶ οἱ βλέποντες τυφλοί γένωνται.» Ηνίξατο γὰρ τοὺς, τοῖς πονηρεύμασιν, καὶ ταῖς ἀτοπίαις προστετηκότας ὀφθαλμοὺς ἀποτυφλῶσαι, ἀνοίξαι δὲ, καὶ ἀκέ σασθαι τοὺς νοητοὺς ὀφθαλμοὺς, οἷς ἐφοπτεύεται τὸ κάλλος τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς θεογνωσίας. ΣΙΓ'. -- ΕΥΓΡΑΜΜΙΑ ΝΟΜΙΚΟ. Εἰσῆλθε, φησὶ Μωϋσῆς, εἰς τὸν γνόφον· κ τοῦ περὶ Θεὸν γνόφον, οὐδὲν ἕτερον ἐμφαίνοντος ἢ τὸ ἀπερινόητον, καὶ ἀνεξιχνίαστον τοῦ Θεοῦ· σκοτοειδὴς γὰρ καὶ ἀφεγγής ἡ τοῦ γνόφου πέφυκεν ὄψις, τὰ ἐν αὐτῇ κρύπτουσα διὰ τοῦ πυκνοτάτου, καὶ σκοτο εἰδοῦς ἀέρος εἴργουσα τὰς ὄψεις τῶν ὁρώντων εἰς αὐτὸν, ἔτι καὶ τῶν ἐννοιῶν αὐτῶν τὰς περιέργους περὶ Θεοῦ ἐπιχειρήσεις· ο Σκότος γὰρ, φησίν, ἀπο κρυφὴ αὐτοῦ, καὶ οὐχ ὁραθήσεται. ο ΣΙΖ'.— Τῷ αὐτῷ. Έθος ἔχεις προχείρως τοῦ λέγειν, ὅτι πολυμήχα. νός ἐστι, καὶ πολύτροπος ὁ διάβολος· συνομολογῶ κἀγώ. ᾿Αλλ' ἐὰν νήφειν θελήσωμεν, ἑαυτῷ πονηρὸς ἔσται ὁ διάβολος, καὶ οὐχ ἡμῖν· ἡ γὰρ φύσις τῆς κακίας μόνοις τοῖς κεκτημένοις αὐτὴν ὑπάρχει ὀλεθρία, ἡ δὲ ἀρετὴ τουναντίον, οὐχὶ τοὺς κεκτημένους μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς πλησίους ὠφελῆσαι δύναται. ΣΙΗ. Τῷ αὐτῷ. Ἵνα μάθῃς, ὅτι ὁ μὲν κακὸς μόνῳ ἑαυτῷ κακὸς, ὁ δὲ ἀγαθὸς καὶ ἑτέροις ἀγαθὸς, μαρτυρίαν σοι παροιμιώδη παρέξω· «Τέκνον γάρ, φησὶν, ἐὰν κακὸς
EPISTOLARUM LIB. I.
αγορεύειν, τὸ διὰ τοῦ ἀσπίλου βαπτίσματος πάντας pellare, qui per immaculatum baptismum credenτοὺς πιστεύοντας ἐλευθεροῦν; Λέγει γὰρ ὁ Ἀπόστο
λος, ότιπερ «Ο νόμος τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς ἠλευ
θέρωσέ με ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας, καὶ τοῦ
θανάτου. Ο
ΣΙΒ'. - ΙΓΝΑΤΙΟ ΑΝΘΥΠΑΤΟ.
Εξεστιν ἐμπεσόντα τινὰ εἰς τὸ τοῦ θηρὸς στόμα,
τοῦ διαβόλου φημί, ἀπολυθῆναι τούτου διὰ τῆς μετανοίας, καθάπερ λελύτρωται καὶ ἐῤῥύσθη ὁ ἐν Κοι
ρίνθῳ προφθαρεὶς τῇ μητρυιᾷ ἐκ φάρυγγος τοῦ ἐχθροῦ,
πρὶν τῇ περισσοτέρα λύπῃ καταποθεῖ, καὶ εἰς τὴν
κοιλίαν χωρήσῃ τοῦ θηρίου διὰ τῆς ἀγεννοῦς δυσθυ
μίας, καὶ τῆς ἀπογνώσεως.
ΣΙΓ'. Τῷ αὐτῷ.
Αὐτὸς δι᾿ ἑαυτοῦ πρὸς σὲ παραγίνεται ἀοράτως ὁ
οὐράνιος ἰατρὸς, κἂν μὴ σὺ δυνηθείης πρὸς αὐτὸν
πορευθῆναι διὰ τὴν ἀσθένειαν καὶ ἀτονίαν τοῦ λο
γισμού.
ΣΙΔ'. - Τῷ αὐτῷ.
Τινὰς ἔγνων ἔγωγε, μηδὲ πλησιάζοντα διὰ φιλο
ανθρωπίαν τὸν τῶν ψυχῶν ἰατρὸν παραδέξασθαι
βουληθέντας, ἀπὸ ἀναισθησίας, καὶ πονηρίας πολ
λῆς.
ΣΙΕ'. - Τῷ αὐτῷ.
tes omnes in libertatem vindicat? Dicit enim Apostolus: ‹ Lex spiritus vitæ liberavit me a lege
peccati et mortis 10,
- IGNATIO PROCONSULI.
In facultate illius est, qui per os bellus, diaboli, inquam, prolabitur, per poenitentiam liborari; quemadmodum liberatus ac servatus est,
qui Corinthi cum noverea consueveral ", ex adversarii faucibus, antequam abundantiori tristitia
absorberetur, et in ventrem belluæ per pusilli
animi angorem ac desperationem immergeretur.
80 CCXIII. -- Eidem.
Ipse per seipsum ad te cœlestis medicus oculis
minime objectus accedit, licet tu ad eum propter
ægritudinem et cogitationis languorem accedere
non valeas.
- Eidem.
Nonnullos ipse cognovi, qui etiam propter
suam humanitatem proxime accedentem, animarum medicum ob stuporem, et summam nequitiam admittere noluerunt.
CCXV. Eidem.
Παῦλος διώκτης ὑπάρχων τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλη- Paulus cum persequeretur Christi Ecclesiam,
σίας ἀπετυφλώθη πρῶτον τοῖς κακοῖς, καὶ τῇ ἀφάτῳ oculis obcæcatus est " primum malis et crudelitate
ὠμότητι, ὅπως ἀναβλέψει τῷ Θεῷ, καὶ τῇ δικαιο- inexplicabili, ut Dei, et justitia lumen recuperaσύνῃ. Εἰκότως τοίνυν ὁ Κύριος ἔλεγεν· Ἐγὼ ἦλθον ret. Non abs re itaque Dominus dicebat: «Ego
εἰς τὸν κόσμον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι, καὶ οἱ veni in mundum, ut qui non vident, videant; et
βλέποντες τυφλοί γένωνται.» Ηνίξατο γὰρ τοὺς, qui vident, cæci faut us: innuit siquidem se
»
τοῖς πονηρεύμασιν, καὶ ταῖς ἀτοπίαις προστετηκό- " turpibus facinoribus, absurdisque deditos oculos
τας ὀφθαλμοὺς ἀποτυφλῶσαι, ἀνοίξαι δὲ, καὶ ἀκέ effossurum; reseraturum vero, et medicaturum
σασθαι τοὺς νοητοὺς ὀφθαλμοὺς, οἷς ἐφοπτεύεται τὸ
κάλλος τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς θεογνωσίας.
ΣΙΓ'. -- ΕΥΓΡΑΜΜΙΑ ΝΟΜΙΚΟ.
• Εἰσῆλθε, φησὶ Μωϋσῆς, εἰς τὸν γνόφον· κ τοῦ
περὶ Θεὸν γνόφον, οὐδὲν ἕτερον ἐμφαίνοντος ἢ τὸ
ἀπερινόητον, καὶ ἀνεξιχνίαστον τοῦ Θεοῦ· σκοτοειδῆς γὰρ καὶ ἀφεγγής ἡ τοῦ γνόφου πέφυκεν ὄψις, τὰ
ἐν αὐτῇ κρύπτουσα διὰ τοῦ πυκνοτάτου, καὶ σκοτοεἰδοῦς ἀέρος εἴργουσα τὰς ὄψεις τῶν ὁρώντων εἰς
αὐτὸν, ἔτι καὶ τῶν ἐννοιῶν αὐτῶν τὰς περιέργους
περὶ Θεοῦ ἐπιχειρήσεις· ο Σκότος γὰρ, φησίν, ἀπο
κρυφὴ αὐτοῦ, καὶ οὐχ ὁραθήσεται. ο
ΣΙΖ'.— Τῷ αὐτῷ.
Έθος ἔχεις προχείρως τοῦ λέγειν, ὅτι πολυμήχα.
νός ἐστι, καὶ πολύτροπος ὁ διάβολος· συνομολογῶ
κἀγώ. ᾿Αλλ' ἐὰν νήφειν θελήσωμεν, ἑαυτῷ πονηρὸς
ἔσται ὁ διάβολος, καὶ οὐχ ἡμῖν· ἡ γὰρ φύσις τῆς
κακίας μόνοις τοῖς κεκτημένοις αὐτὴν ὑπάρχει
ὀλεθρία, ἡ δὲ ἀρετὴ τουναντίον, οὐχὶ τοὺς κεκτημέ
νους μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς πλησίους ὠφελῆσαι
δύναται.
ΣΙΗ. Τῷ αὐτῷ.
Ἵνα μάθῃς, ὅτι ὁ μὲν κακὸς μόνῳ ἑαυτῷ κακὸς, ὁ
δὲ ἀγαθὸς καὶ ἑτέροις ἀγαθὸς, μαρτυρίαν σοι παροι
μιώδη παρέξω· «Τέκνον γάρ, φησὶν, ἐὰν κακὸς
10 Rom. viii, 2. " I Gor. v, 1. 12 Act. Ix, 8.
· oculos intellectuales, quibus virtutum decor et
divinæ cognitionis conspicitur.
CCXVI. - EUGRAMMIO LEGUMPERITO.
• Introivit, ait Moyses, in obscuritatem ".
Circa Deum obscuritas nihil aliud instruit, quam
inintelligibile Dei atque inscrutabile; opacus
enim, et sine lumine caliginis aspectus est, qui
spissa ac tenebrosa aeris crassitie quæ in eo sunt,
oblegit, oculos 81 in eum intuentium arcens ct
cogitationum praeterea ipsarum curiosas de Deo
indagines: • Tenebræ enim, ait, tegumentum
ipsius, et non videbitur 18
CCXVII. Eidem.
Soles inconsulto dicere versutum esse atque
astutum diabolum: neque ipse abnuerim. Verumtamen si sobrii esse velimus, sibi ipsi astutus
erit et non nobis. Improbitatis siquidem genius
solis ipsius possessoribus perniciem affert; sed
virtus contrarie se gerens, non possessoribus
modo, sed vicinis etiam emolumento est.
CCXVIII. Eidem.
Ut discas, malum sibiipsi soli esse malum, bonum vero et aliis bonum, testimonium tibi ex
Proverbiis adducam: • Fili, enim, ait, si pravus
18 Joan. 1x, 59. ** Exod. xx, 21.
15 Job XXII, 14.
col. 163–164page 53 of 262
PG 79:163γένῃ, μόνος ἀντλήσεις τὰ κακά· ἐὰν δὲ σοφός, ἔσῃ σεαυτῷ, καὶ τῷ πλησίῳ.» ΣΙΘ'.· ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Απεστάλθαι λέγεται ὁ Υἱὸς, οὐ καθ᾽ ὁ Θεός Λόγος ἐστὶν ἐν κόλποις τοῦ Πατρὸς περιέχων τα πάντα Ἐξ αὐτοῦ γὰρ, καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, καὶ ἐν αὐτῷ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμέν, ν ἀλλὰ καθ' δ ιδιοποιεῖται ὁ Θεὸς λόγος τὰ πάθη, οὗ ἂν εἴληφε σώματος. ΣΚ'. — Τῷ αὐτῷ. ῾Ο ἐφ᾽ ἁμαρτίαις γινόμενος ἐδυρμός, γλυκεῖαν κέκτηται τὴν ἀνίαν, καὶ μελιτῶδες αὐτοῦ τὸ πικρὸν εὑρίσκεται, ἐλπίδι ἀγαθῇ, καὶ χρηστῇ φαρματτόμε νον, διὰ τοῦτο τρέφει την ψυχήν, γανοῖ τὸ φρόνημα, λιπαίνει τὴν καρδίαν, εὐθαλὲς ἐργάζεται τὸ τοῦ σώ ματος σύγκριμα. Καὶ καλῶς ὁ Δαυΐδ ἐμελῴδει Εγενήθη μοι τὰ δάκρυα ἄρτος ἡμέρας καὶ νυ κτός. ΣΚΑ'. Τῷ αὐτῷ. «Κύριε, φησίν, ὡς ὅπλῳ εὐδοκίας ἐστεφάνωσας ἡμᾶς.» Ταὐτὸν ἂν εἴη τῶν δικαίων καὶ ὅπλον, καὶ στέφανος, ὥστε τὸν ὑπλησάμενον νοητῶς στεφανοῦσθαι· καὶ γὰρ καὶ Σολομών εἴρηκε ο Στεφάνῳ δὲ τρυφῆς ὑπερασπιεῖ σου.» ΣΚΒ'. - ΘΕΡΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. "Ωσπερ οἱ κατὰ τὴν θάλασσαν κακοῦργοι, ἔνθα μὲν πόλις ἐστὶν, ἢ ἐπινήτον, ἢ λιμήν, οὐδαμῶς ἐπι τιθέντες τοῖς πλέουσιν, τοῦτο γὰρ μάτην ἂν εἴη κιν δυνεύειν· ἐὰν δὲ ἐν μέσῳ τῷ πελάγει τὸ σκάφος ἀπο λάβωσιν, ἐφόδιον ἔχοντες τὴν τῶν βοηθησόντων έρη μίαν, πάντα κινοῦσι, καὶ στρέφουσιν, καὶ οὐ πρό τερον ἀφίστανται, ἕως ἂν ἢ καταδύσωσι τοὺς ἐμπλέοντας, ἢ τοῦτο πάθωσιν αὐτοί· οὕτως καὶ ὁ δεινὸς τῆς ἡδονῆς πειρασμὸς τῷ προῃρημένῳ τὴν παρθενίαν πολὺν ἐπάγει τὸν χειμῶνα, καὶ χαλεπὴν τὴν ζάλην, καὶ ἀφορήτους τὰς τρικυμίας, πάντα ἄνω καὶ κάτω κινῶν, ὥστε τῇ βίᾳ καὶ τῇ βύμῃ περιστρέψαι τὸ σκά φος. "Ηκουσε γάρ, ὅτι ὁ μοναχὸς οὐκ ἔχει ἐξουσίαν γαμήσαι, καὶ καθάπερ λιμένι ἐγκαθορμισθῆναι τῇ χρήσει τῆς μίξεως, ἀλλ' ἀνάγκη δι' ὅλου παλαίειν, καὶ μάχεσθαι πρὸς τοὺς ταῖς ἡδυπαθείαις τὴν ψυχὴν ερεθίζοντας δαίμονας. Μὴ οὖν ξενιζώμεθα πολεμούμενοι, μηδὲ ἀποκάμωμεν πρὸς τὴν μάχην, ἔχομεν γὰρ μέγαν ὑπερασπιστὴν τὸ πανάγιον Πνεῦμα, δι' οὗ δυνησόμεθα πάντα τοῦ διαβόλου τὰ πεπυρωμένα βέλη τῶν αἰσχρῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν ὑπεκκαυμάτων τῆς σαρκὸς ῥᾳδίως σβέσαι. ΣΚΓ'. — ΣΕΛΕΥΚΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Ἐπειδὴ τέσσαρες ὑπάρχουσιν ἀρεταὶ γενικώταται, φρόνησις, ἀνδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη, τούτου χάριν καὶ ὁ διάβολος τέσσαρσιν κακίαις περιεκτικω τάταις πολλῶν κακιῶν πρὸς ἄμυναν κέχρηται. Και ἄκουσον, τί λέγει Ζαχαρίας ὁ προφήτης, την τετρα κέρατον τοῦ Σατανᾶ θεασάμενος δύναμιν Ηρα τους οι ρων.
fes, solus exhauries mala; si sapiens, eris tibi- γένῃ, μόνος ἀντλήσεις τὰ κακά· ἐὰν δὲ σοφός, ἔσῃ
metipsi et proximo sapiens ".;..
CCXIX. ARISTOTELI PRIMATI.
Mitti dicitur Filius, non secundum quod Deus
Verbum in sinu est Patris, omnia continens. ‹ Ex
ipso emim, et per ipsam, et in ipsum omnia 1
et: ‹ In ipso vivinrus, movemur, et sumus "; › sed
secundum quod sibimetipsi asciscit Deus Verban,
affectiones assumpti corporis.
Eidem.
Luctus, qui pro peccatis fit, dulcem sibi marórem et tristitiam 82 vindicat, et melleum illius
ainarum degustatur, spe bona ac suavi conditum;
propterea nutrit animam, cogitationem voluptate
perfundit, cor pinguefacit, corporisque concretum
florere ac virescere facit. Quare optime David concinebat Factæ sunt mihi lacrymæ panis die ac
nocte ".>
CCXXI. - Eidem.
‹ Domine, ait, ut scuto bonæ voluntatis coronasti nos ". › Idem justorum fuerit scutum et corona: propterea qui armis induitur intelectualiter coronatur. Namque Salomon dixit: c Corona
deliciarum defendet te ".)
CCXXII. THERINO MONACHO.
Quemadmodum in mari genus hominum facinorosum et audax, in mari, ubi civitas est, vel navium statio aut portus, nulla ratione in navigantes impetum faciunt; id enim esset frustra se în
discrinen adducere: verum si in alto mari navicułam deprehenderint, quod illi ope auxillaria destituti sunt, occasionem arripientes, omnia movent invertuntque nec prius absistunt, donec vel
navigantes immergant, vel hoc ipsi subeant; sic et
dira voluptatis tentatio, ei, qui virginitatem elegit, multam affert tempestatem et gravem procellam, et non ferendos fluctuum turbines, omnia
susque deque miscens, ut vi et impetu navem submergat. Audiit namque, monacho non esse in potestate uxorein ducere, et veluti in portum conjugii usu se subducere; sed per omnia certamen
pugnamque adversus demones, qui voluptatibus
83 animam irritant, subeunda esse. Ne igitur admiremur, si bello impetimur; neque ad pugnam
animum despondeamus. Habemus enim magnum
defensorem ac vindicem Spiritum sanctum, per
quem poterimus diaboli omnia obscenarum cupiditatum ignita jacula, et carnis facem, et incitamentum facilimo negotio exstinguere.
CCXXIII. SELEUCIO DIACONO.
Cum quatuor inter alias virtutes primum locum
obtineant, prudentia, fortitudo, temperantia et
justitia propterea et diabolus quatuor vitiis
multa alia in se continentibus, ad sui ipsius propugnationem utitur. Et audi, quid dicat Zacharias
propheta quatuor cornibus suffultam Satanæ poσεαυτῷ, καὶ τῷ πλησίῳ.»
ΣΙΘ'.· ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ.
Απεστάλθαι λέγεται ὁ Υἱὸς, οὐ καθ᾽ ὁ Θεός Λόγος
ἐστὶν ἐν κόλποις τοῦ Πατρὸς περιέχων τα πάντα·
• Ἐξ αὐτοῦ γὰρ, καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, καὶ ἐν
αὐτῷ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμέν, ν ἀλλὰ καθ' δ
ιδιοποιεῖται ὁ Θεὸς λόγος τὰ πάθη, οὗ ἂν εἴληφε
σώματος.
ΣΚ'. — Τῷ αὐτῷ.
῾Ο ἐφ᾽ ἁμαρτίαις γινόμενος ἐδυρμός, γλυκεῖαν
κέκτηται τὴν ἀνίαν, καὶ μελιτῶδες αὐτοῦ τὸ πικρὸν
εὑρίσκεται, ἐλπίδι ἀγαθῇ, καὶ χρηστῇ φαρματτόμε
νον, διὰ τοῦτο τρέφει την ψυχήν, γανοῖ τὸ φρόνημα,
λιπαίνει τὴν καρδίαν, εὐθαλὲς ἐργάζεται τὸ τοῦ σώματος σύγκριμα. Καὶ καλῶς ὁ Δαυΐδ ἐμελῴδει·
• Εγενήθη μοι τὰ δάκρυα ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτός.
ΣΚΑ'.
Τῷ αὐτῷ.
«Κύριε, φησίν, ὡς ὅπλῳ εὐδοκίας ἐστεφάνωσας
ἡμᾶς.» Ταὐτὸν ἂν εἴη τῶν δικαίων καὶ ὅπλον, καὶ
στέφανος, ὥστε τὸν ὑπλησάμενον νοητῶς στεφανούσθαι· καὶ γὰρ καὶ Σολομών εἴρηκε ο Στεφάνῳ δὲ
τρυφῆς ὑπερασπιεῖ σου.»
ΣΚΒ'. - ΘΕΡΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ.
"Ωσπερ οἱ κατὰ τὴν θάλασσαν κακοῦργοι, ἔνθα
μὲν πόλις ἐστὶν, ἢ ἐπινήτον, ἢ λιμήν, οὐδαμῶς ἐπι
τιθέντες τοῖς πλέουσιν, τοῦτο γὰρ μάτην ἂν εἴη κινδυνεύειν· ἐὰν δὲ ἐν μέσῳ τῷ πελάγει τὸ σκάφος ἀπο
λάβωσιν, ἐφόδιον ἔχοντες τὴν τῶν βοηθησόντων έρημίαν, πάντα κινοῦσι, καὶ στρέφουσιν, καὶ οὐ πρό
τερον ἀφίστανται, ἕως ἂν ἢ καταδύσωσι τοὺς ἐμπλέ
οντας, ἢ τοῦτο πάθωσιν αὐτοί· οὕτως καὶ ὁ δεινὸς
τῆς ἡδονῆς πειρασμὸς τῷ προῃρημένῳ τὴν παρθενίαν
πολὺν ἐπάγει τὸν χειμῶνα, καὶ χαλεπὴν τὴν ζάλην,
καὶ ἀφορήτους τὰς τρικυμίας, πάντα ἄνω καὶ κάτω
κινῶν, ὥστε τῇ βίᾳ καὶ τῇ βύμῃ περιστρέψαι τὸ σκάφος. "Ηκουσε γάρ, ὅτι ὁ μοναχὸς οὐκ ἔχει ἐξουσίαν
γαμήσαι, καὶ καθάπερ λιμένι ἐγκαθορμισθῆναι τῇ
χρήσει τῆς μίξεως, ἀλλ' ἀνάγκη δι' ὅλου παλαίειν,
καὶ μάχεσθαι πρὸς τοὺς ταῖς ἡδυπαθείαις τὴν ψυχὴν
ερεθίζοντας δαίμονας. Μὴ οὖν ξενιζώμεθα πολεμού
μενοι, μηδὲ ἀποκάμωμεν πρὸς τὴν μάχην, ἔχομεν
γὰρ μέγαν ὑπερασπιστὴν τὸ πανάγιον Πνεῦμα, δι' οὗ
δυνησόμεθα πάντα τοῦ διαβόλου τὰ πεπυρωμένα
βέλη τῶν αἰσχρῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν ὑπεκκαυμάτων
τῆς σαρκὸς ῥᾳδίως σβέσαι.·
ΣΚΓ'. — ΣΕΛΕΥΚΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Ἐπειδὴ τέσσαρες ὑπάρχουσιν ἀρεταὶ γενικώταται,
φρόνησις, ἀνδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη, τούτου
χάριν καὶ ὁ διάβολος τέσσαρσιν κακίαις περιεκτικω
τάταις πολλῶν κακιῶν πρὸς ἄμυναν κέχρηται. Και
ἄκουσον, τί λέγει Ζαχαρίας ὁ προφήτης, την τετρα
κέρατον τοῦ Σατανᾶ θεασάμενος δύναμιν Ηρα τους
οι ρων.
** Prov. ix, 12. 17 Coloss. 1, 16. 18 Act. XVII, 23.
19 Pal. xLI, 4.
20 Psal. v,
col. 165–166page 54 of 262
PG 79:165ὀφθαλμούς μου, καὶ ἴδον τέσσαρα κέρατα, τα δια σκορπίσαντα τὸν Ἰούδαν, καὶ τὸν Ἰσραήλ. ν ΣΚΔ. Τῷ αὐτῷ. Περὶ τῆς τετραμόρφου δυνάμεως τοῦ διαβόλου, καὶ Μωσῆς ὁ μέγιστος νομοθέτης ἐν τῷ Λευιτικῷ τοῖς δυναμένοις ἐπιμελέστερον συκέναι, λέπραν ὑπάρχειν τετρακέφαλον δίκην ύδρας διαγράφει, λευκαίνουσαν, καὶ γλαυκίζουσαν, καὶ χλωρίζουσαν, καὶ πυρί ζούσαν. ΣΚΕ'. — ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Εὖ ἐπιστάμενος Θεὸν εἶναι τὸν δοτῆρα παντὸς ἀγαθοῦ, συνεχῶς λέγεις πρὸς τοὺς συντυγχάνοντας τὸ Ἰακὼν τοῦ πατριάρχου λόγιον, ὅτι Ἠλέησέ με ὁ θεός, καὶ ἔστι μοι πάντα· οὐ γὰρ ἐξ ἔργων δικαιοσύν νης, ἀλλ᾽ ἐξ ἐλέου Θεοῦ, καὶ πολλῆς ἀγαθότητος ἐκτήσω, ἅπερ ἔχεις· ἐξ αὐτῶν δὲ πολλοὶ εὐεργετούν και δεόμενοι. Καὶ ἀποδέχομαι σε εὖ τε ποιοῦντα, καὶ εὐλογιζόμενον, καὶ ταπεινολογοῦντα. ΣΚΤ. -- ΘΕΟΦΙΛΟ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ, Ὥστερ οὐχ ὅσα ἡδύνατο ἐποίει ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἀλλ' ὅσα ἡβούλετο ἐθαυματούργει, οὕτως οὐχ ὅσα ᾔδει ἐδίδασκεν, ἀλλ᾽ ὅσα μαθεῖν ἡδυνάμεθα ὑπηγόρευσεν, τῇ ἀσθενείᾳ τῆς φύσεως συμμετρῶν τὸν λό γον τῆς διδασκαλίας. Διὰ τοῦτο ἀγνοεῖν τὴν ἡμέραν λέγει τοῖς μαθηταῖς ἀτελέσιν ἔτι υπάρ χουσιν. «ΚΖ'. - ΣΙΣΙΝΙΑ ΣΠΑΘΑΡΙΑ. Ο θλίβων σε πονηρὸς δαίμων νήφειν παρασκευάζει καὶ μᾶλλον πρὸς Θεὸν καταφεύγειν, κἀκεῖθεν ἐπισπᾶσθαι τὰς βοηθείας· καὶ τὸν ὑπερασπισμόν. Ο γὰρ βλέπων τὸν ἐχθρὸν ἐφεστῶτα, προστρέχει, καὶ συμπλέκεται τῷ βοηθεῖν δυναμένῳ. Οὕτω που καὶ τὰ μικρὰ παιδία ποιοῦσιν· ὅταν μὲν ἴδῃ τι φοβερὸν, εἰς τὸν τῆς μητρὸς κόλπον καταφεύγοντα, καὶ τῶν ἐκείνης ἱματίων εκκρεμασθέντα, ἔχεται αὐτῶν ἀσφαλῶς, καὶ τοι πολλῶν ἀνθελκόντων πολλάκις ὅταν δὲ μηδὲν πάρῃ τῶν θορυβούντων, οὐδὲ καλούσης, καὶ ἐφελκομένης τῆς μητρὸς ἀνέχεται, ἀλλὰ καὶ και λοῦσαν διαπτύει τὴν μητέρα, καὶ πολλὰ μηχανωμένην πρὸς τὸ ἀφελκύσασθαι, ἀποστρέφεται, καὶ τραπέζης κειμένης καταφρονεί. Μητέρα δέ μοι νῦν φιλόστορ τον νοήσῃς τὴν τοῦ Θεοῦ πρόνοιαν. ΣΚΗ. ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Σίδηρον, φησὶν ὁ ψαλμός, διῆλθεν ἡ ψυχή» τοῦ Ἰωσήφ. Σίδηρον ἐμοὶ δοκεῖ τὴν ἁμαρτίαν αἰνιγματωδῶς λέγων, ἐφ᾽ ἣν παρεκάλει τὸν ἁγνὸν νεανίαν τὸ τοῦ Πετερροῦ γύναιον. Σίδηρος γὰρ τέμνων ψυχήν, καὶ φονεύων, ἡ ἁμαρτία εἰκότως ἂν ῥηθείη. ΣΚΘ΄. - ΣΤΡΑΤΙΩΝΙ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΑ. Τοῦτο διεστήκαμεν τῶν ἀπίστων, τὸ κρίσεις ἑτέρας ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἔχειν· ὁρᾷ ὁ Ἕλλην τὸν οὐρα ναν, καὶ σέβει, καὶ κέχηνεν· Θεὸν γὰρ εἶναι νομίζει τὸν οὐρανόν. Ορᾷ Ἕλλην τὴν γῆν, καὶ τὰ ὕδατα, καὶ προσκυνεῖ, καὶ θεραπεύει τὰ ἀναίσθητα. Αλλ' οὐχ ἡμεῖς οὕτως· μὴ γένοιτο· ἀλλ' ὁρῶμεν τὸν οὐ χχιν, xΙΙ,
EPISTOLARUM LIB. I.
ὀφθαλμούς μου, καὶ ἴδον τέσσαρα κέρατα, τα δια- tentiam intuitus: «Elevavi oculos nicos, et vidi
σκορπίσαντα τὸν Ἰούδαν, καὶ τὸν Ἰσραήλ. ν
ΣΚΔ. Τῷ αὐτῷ.
Περὶ τῆς τετραμόρφου δυνάμεως τοῦ διαβόλου, καὶ
Μωσῆς ὁ μέγιστος νομοθέτης ἐν τῷ Λευιτικῷ τοῖς
δυναμένοις ἐπιμελέστερον συκέναι, λέπραν ὑπάρχειν
τετρακέφαλον δίκην ύδρας διαγράφει, λευκαίνουσαν,
καὶ γλαυκίζουσαν, καὶ χλωρίζουσαν, καὶ πυρί
ζούσαν.
ΣΚΕ'. — ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ.
Εὖ ἐπιστάμενος Θεὸν εἶναι τὸν δοτῆρα παντὸς
ἀγαθοῦ, συνεχῶς λέγεις πρὸς τοὺς συντυγχάνοντας
τὸ Ἰακὼν τοῦ πατριάρχου λόγιον, ὅτι Ἠλέησέ με ὁ
θεός, καὶ ἔστι μοι πάντα· οὐ γὰρ ἐξ ἔργων δικαιοσύν
νης, ἀλλ᾽ ἐξ ἐλέου Θεοῦ, καὶ πολλῆς ἀγαθότητος
ἐκτήσω, ἅπερ ἔχεις· ἐξ αὐτῶν δὲ πολλοὶ εὐεργετούν
και δεόμενοι. Καὶ ἀποδέχομαι σε εὖ τε ποιοῦντα, καὶ
εὐλογιζόμενον, καὶ ταπεινολογοῦντα.
ΣΚΤ. -- ΘΕΟΦΙΛΟ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ,
Ὥστερ οὐχ ὅσα ἡδύνατο ἐποίει ὁ Κύριος Ἰησοῦς,
ἀλλ' ὅσα ἡβούλετο ἐθαυματούργει, οὕτως οὐχ ὅσα
ᾔδει ἐδίδασκεν, ἀλλ᾽ ὅσα μαθεῖν ἡδυνάμεθα ὑπηγόρευσεν, τῇ ἀσθενείᾳ τῆς φύσεως συμμετρῶν τὸν λό
γον τῆς διδασκαλίας. Διὰ τοῦτο ἀγνοεῖν τὴν
ἡμέραν λέγει τοῖς μαθηταῖς ἀτελέσιν ἔτι υπάρχουσιν.
«ΚΖ'. - ΣΙΣΙΝΙΑ ΣΠΑΘΑΡΙΑ.
Ο θλίβων σε πονηρὸς δαίμων νήφειν παρασκευάζει καὶ μᾶλλον πρὸς Θεὸν καταφεύγειν, κἀκεῖθεν
ἐπισπᾶσθαι τὰς βοηθείας· καὶ τὸν ὑπερασπισμόν. Ο
γὰρ βλέπων τὸν ἐχθρὸν ἐφεστῶτα, προστρέχει, καὶ
συμπλέκεται τῷ βοηθεῖν δυναμένῳ. Οὕτω που καὶ
τὰ μικρὰ παιδία ποιοῦσιν· ὅταν μὲν ἴδῃ τι φοβερὸν,
εἰς τὸν τῆς μητρὸς κόλπον καταφεύγοντα, καὶ τῶν
ἐκείνης ἱματίων εκκρεμασθέντα, ἔχεται αὐτῶν
ἀσφαλῶς, καὶ τοι πολλῶν ἀνθελκόντων πολλάκις·
ὅταν δὲ μηδὲν πάρῃ τῶν θορυβούντων, οὐδὲ καλούσης,
καὶ ἐφελκομένης τῆς μητρὸς ἀνέχεται, ἀλλὰ καὶ και
λοῦσαν διαπτύει τὴν μητέρα, καὶ πολλὰ μηχανωμένην
πρὸς τὸ ἀφελκύσασθαι, ἀποστρέφεται, καὶ τραπέζης
κειμένης καταφρονεί. Μητέρα δέ μοι νῦν φιλόστορτον νοήσῃς τὴν τοῦ Θεοῦ πρόνοιαν.
ΣΚΗ. ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ.
• Σίδηρον, φησὶν ὁ ψαλμός, διῆλθεν ἡ ψυχή» τοῦ
Ἰωσήφ. Σίδηρον ἐμοὶ δοκεῖ τὴν ἁμαρτίαν αίνιγματωδῶς λέγων, ἐφ᾽ ἣν παρεκάλει τὸν ἁγνὸν νεανίαν τὸ
τοῦ Πετερροῦ γύναιον. Σίδηρος γὰρ τέμνων ψυχήν,
καὶ φονεύων, ἡ ἁμαρτία εἰκότως ἂν ῥηθείη.
ΣΚΘ΄. - ΣΤΡΑΤΙΩΝΙ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΑ.
Τοῦτο διεστήκαμεν τῶν ἀπίστων, τὸ κρίσεις ἑτέρας
ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἔχειν· ὁρᾷ ὁ Ἕλλην τὸν οὐραναν, καὶ σέβει, καὶ κέχηνεν· Θεὸν γὰρ εἶναι νομίζει
τὸν οὐρανόν. Ορᾷ Ἕλλην τὴν γῆν, καὶ τὰ ὕδατα,
καὶ προσκυνεῖ, καὶ θεραπεύει τὰ ἀναίσθητα. Αλλ'
οὐχ ἡμεῖς οὕτως· μὴ γένοιτο· ἀλλ' ὁρῶμεν τὸν οὐ
*ª Levit. xın, passim. 2 Gen.
17 Gen. xxxis, 7.
* Zach. 1, 18.
Psal. civ, 18.
quatuor cornua, quæ Judam et Israel disperserupt s..
CCXXIV. Eidem
Quadruplicem potentiam diaboli etiam Moyses
maximus legislator in Levitice iis qui reın diligen·
tius intelligere possunt, designavit; lepram quatuor
rapidibus bydræ instar describens, albidam, glaucama, her bidam et rutifam 18.
CCXXV. AUGUSTINO TRIBUNO.
Deum esse universi boni datoren ", optime caljens, sæpe te alloquentibus Jacobi patriarchæ effaturn inculcas, Deus 84 misertus est mei, et
omnibus abundo. Neque enim ex operibus justitiæ,
sed ex Dei misericordia summaque bonitate habes
quæ possides; et ex lis egenis ac pauperibus multis bene fit. Et mihi sane complaces beneficia conferens, et bene apud alios audiens, et humilia de
de sentiens.
CCXXVI. THEOPHILO CANCELLARIO.
Quemadmodum non quæcunque poterat, omnia
Dominus Jesus exsequebatur, sed quæcunque volebat admiranda confciebat: eadem ratione non
quæcunque noscebat, edocebat, sed quæ nos ediscere poteramus, enuntiabat, sermonem magisterii
cum naturæ imbecillitate mensurans. Propterea
ignorare se diem, ait discipulis nondum perfectis ".
CCXXVII. SISINNIO SPATIIARIO.
Affligens te nequam dæmon, facit ut sobrie vivas, et ardentius ad Deum confugias, indeque auxilia atque propugnationem extorqueas. Qui enim
imminentem adversaríum conspicit, accurrit, et una
cum eo, qui open ferre potest, unitur. Sic etiam
et infautes pueri faciunt: cum horrendum quidpiam
jllis obvium fit, ad matris sinum confugiunt, et
ejus indumentis appensi, firmiter, licet multi sæpius inde eos avellere, sed frustra, conentur. Cum
vero nibil adest, quod eos tuřbet, etiam vocante
matre et pertrahente, diffugiunt, imo eam vocantem contemnunt, et ab ea licet multa ad eos attrahendos 85 comminiscatur, avertuntur, et etiam
apposita mensa contemnunt. Matrem autem nunc
benevolam Dei providentiam intellexeris.
CCXXVIII.-EUSTATHIO DIACONO.
• Ferrum, ait psalmus", pertransivit animam, Joseph. Ferrum, ut nihi videtur,peccatum perobscure
nuncupans, ad quod cohortabatur castum juvenem.
Putiphari muliercula ". Ferrum enim secans animam et trucidans, peccatum non abs re dixeris.
CCXXIX-STRATIONI ILLUSTRIO.
Hoc nos ab infidelibus differimus, quod res alio
atque ipsi modo dijudicamus. Videt gentilis colum, et veneratur, et stupet: nam Deum esse colum existimat. Videt terram et aquas, et adorat,
rebusque omni sensu destitutis cultum exhibet.
Nos vero non ita. Absit! Sed videmus caelum, et
XXXII, 11. 23 Matth. χχιν, 36, Marc. xΙΙ, 52.
col. 167–168page 55 of 262
PG 79:167ρανὸν, καὶ τὸν πεποιηκότα θαυμάζομεν. Οὐ γαρ ΤΗΕΟΡΕΜΡΤΟ Θεὸν ὑπάρχειν τὴν οὐρανὸν νοούμεν, ἀλλ᾽ ἔργον είναι Θεοῦ. Ὁρῶ ἐγὼ τὴν κτίσιν, καὶ δι' αὐτῆς πρὸς τὸν ταύτης χειραγωγούμαι δημιουργόν. Βλέπει πλοῦτον ὁ Ἕλλην, καὶ θαυμάζων ἐκπλήττεται· ὁρῶ πλοῦτον ἐγώ, καὶ καταφρονήσας τοῦ πλούτου ἐγέλασα. Ορα πενίαν ἐκεῖνος, καὶ φρίξας οδύρεται· ὁρῶ πενίαν ἐγώ, καὶ σκιρτῶ καὶ ἀγάλλομαι, πλοῦτον ἀληθῆ τὴν ἀρετὴν ἐπιστάμενος. Ετέρως τοίνυν οἱ Χριστιανοί ὁρῶσι τὰ πράγματα, καὶ ἑτέρως οἱ ἄφρονες "Ελ ληνες. ΣΛ'. ΖΕΦΥΡΙΑΝΟ. Ούτε θαῤῥεῖν ἀναγκαῖον ἐπὶ τῷ πλήθει τῶν ἀνδραγαθημάτων, οὔτ᾽ ἀπογινώσκειν ἐπὶ τοῖς ἐπταισμένοις. Καὶ γὰρ ὁ Φαρισαῖος θαῤῥήσας ἐπ' ἐργασία χρηστῇ, ἐξ αὐτοῦ τῆς ἀρετῆς κατηνέχθη τοῦ ὕψους, καὶ ὁ τελώνης μὴ ἀπογνούς τοσοῦτον ἀνωρθώθη, ὡς καὶ τὸν ἐνάρετον Φαρισαῖον ὑπερβῆναι τῇ ψήφω τοῦ κρείττονος. ΣΛΑ'. — ΝΙΚΑΡΕΤΟ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΟ. Ὥσπερ θαλάττης αἱρομένης εἰς ὕψος, καὶ κυμά των πάντοθεν κορυφουμένων τὸ σκάφος ὑποβρύχιον γίνεται, οὕτως καὶ ψυχή, τῆς ἀθυμίας αὐτὴν πάν τοθεν περιστοιχιζομένης, ἀποπνίγεται ταχέως, ἂν μὴ εὕρῃ τινὰ χεῖρα ὀρέγοντα, καὶ παραμυθούμενον. ΣΑΒ. — ΜΟΝΑΧΟΙΣ ΕΝ ΤΗ ΚΙΛΙΚΙΑ ΔΙΑΓΟΥΣΙΝ. Οὐ μετρίως, ἀλλὰ καὶ πάνω μεγάλως ἐχάρημεν, ἀπαγγείλαντος ἡμῖν τὰ καθ' ὑμᾶς τοῦ θεοσεβεστάτου πρεσβυτέρου Μαρίνου, ὡς πρὸς πᾶσαν ἀκρίβειαν τοὺς ἀποστόλους ἐμεμίμησθε, ἀποταξάμενοί τε προ θύμως τοῖς τοῦ κόσμου πράγμασιν, γένος τε καὶ τέρψεις βλαβερὰς ὑπεριδόντες, καὶ πρὸς τὸν ἐπίπονον μετετάξασθε βίον, πάσῃ κακοπαθείᾳ καὶ σκληρουχίᾳ διὰ Θεὸν ἑαυτοὺς ἐπιδόντες, καὶ στόμασιν ἀπαύσ στοις γεραίροντες τὸν προσκαλεσάμενον ὑμᾶς εἰς τὸ τῶν μοναχῶν μέγιστον ἀξίωμα, Σωτῆρα καὶ βασιλέα Χριστὸν, ὅπως ἂν καὶ ὑμεῖς, ὥσπερ ὁ θεῖος λαμπτήρ τῶν Αἰγυπτίων 'Αντώνιος, μετὰ τὴν τελευτὴν ὑμῶν, καταλείπετε τῇ μελλούσῃ γενεᾷ εἰκόνα πολιτείας ἀρίστης. ΣΑΓ'. — ΘΕΟΠΕΜΠΤΟ ΠΡΟΤΗΚΤΟΡΙ. Ὠφέλιμον ἔσται σοι, καὶ ἄγαν κερδαλέον, τὸ ἔχειν ἀεὶ πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν ἔξοδον τοῦ βίου, καὶ φεύγειν Ο τοῦ διαβόλου τὰ πολύπλοκα δίκτυα. ΣΑ Δ'. ΚΑΡΠΙΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΤΗΣ ΤΩΝ ΟΥΑ ΛΕΝΤΙΝΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΣ. Απηρυθριασμένως τολμήσαντός σου πρὸ δεκ τέρας ἡμέρας ὁμιλεῖν ἐν τόπῳ δημοσίῳ, καὶ λέγοντος, ὅτι περ μία τις εγγόνη τῆς θεότητος λεγουμένη Αχα μώθ, ἐπιθυμήσασα τὸ μέγεθος καταλαβεῖν τοῦ ἐν ὕψεσιν ἀποῤῥήτοις Θεοῦ τοῦ προσαγορευομένου Βυ θοῦ, καὶ Χάους, καὶ τοῦτο ἐπιχειρήσασα, καὶ ἀποτυχοῦσα ἔπεσε κάτω, καὶ καθεσθεῖσα μόνη ἐν τῷ σκό τει ἔκλαυσε σφόδρα σφόδρα, καὶ ἐκ τῶν ταύτης δα
Creatorem admiramur: neque enim Deum calum, ρανὸν, καὶ τὸν πεποιηκότα θαυμάζομεν. Οὐ γαρ
sed opus Dei esse opinamur. Video ipse creaturam,
et per cam quasi manuducor ad Conditorem. Videt
divitias gentilis, et admiratione stupet. Video ipse
divitias, iisque neglectis, risum extuli. Videt ille
pauperiem, et pertimescens ejulatur. Video Ipse
pauperiem, et subsulto, et gaudeo, virtutem veras
divitias esse existimans. Alia itaque ratione, qui
Christo addicti sunt. res vident, et alia vecordes
gentiles.
86 CCXXX.- ZEPHYRIANO.
Neque multitudini egregiorum facinorum fiden
dum est, neque propter errata animus despondendus.
Namque Pharisæus bonis suis operibus fidens, ex
ipsa virtutis sublimitate corruit, et publicanus non
desperans in tantum elevatus est, ut virtuti deditum Pharisæum divina sententia superaverit”.
CCXXXI.-NICARETO SCRINIARIO.
Quemadmodum mari in altum sublato, et fluctibus
undique sese attollentibus navicula submergitur;
sic et anima tristitia eam undique cingente nulla
interposita mora suffocatur, si nullum offenderit,
qui ei interim operam adjutabilem porrigat, et
consoletur.
CCXXXII.-MONACHIS IN CILICIA DEGENTIBUS.
Non mediocris, sed maxima nobis lætitia oborta
est, cum piissimus presbyter Marinus res vestras
nobis nuntiasset. Vos scilicet adamussim apostolos
æmulari, qui alacriter rebus mundanis renuntiastis
genus, et noxias voluptates despicientes, ad laboriosam vitam transitum facientes, vosmet in omni
genere molestiæ et asperitatis propter Deum exercentes, et ore nunquam cessantes eum, qui vos ad
monachorum dignitatem maximam advocaverat,
laudantes Servatorem et regem Christum, ut vos
quoque, quemadmodum. divina 87 Egyptiorum fax
Antonius, post vitæ exitum futuræ generationi opuumi vitæ instituti imaginem relinquatis.
CCXXXIII. ΤΗΕΟΡΕΜΡΤΟ PROTECTORI.
Conducibile et maxime percommodum tibi fuerit vitæ exitum semper præ oculis babere, et retia
diaboli varia implicataque fugere.
CCXXXIV.—CARPIONI VALENTINIANORUM
IIÆRESEOS SECTATORI.
Cum impudenter nimis nudius tertius in loco
publico sermonem habere ausus fueris, dixerisque
unam quampiam deitatis neptem Aclamoth appellatam, cum desiderasset magnitudinem deprehendere, qui in sublimitatibus inenarrabilibus habitat,
Dei cognomento Bythi, et illius qui Chaos nuncipatur, id haud prospero eventu aggressam, infra
cccidisse, et scdentem solam in tenebris nimis
28 Luc. xvi, 10.
Θεὸν ὑπάρχειν τὴν οὐρανὸν νοούμεν, ἀλλ᾽ ἔργον είναι
Θεοῦ. Ὁρῶ ἐγὼ τὴν κτίσιν, καὶ δι' αὐτῆς πρὸς τὸν
ταύτης χειραγωγούμαι δημιουργόν. Βλέπει πλοῦτον
ὁ Ἕλλην, καὶ θαυμάζων ἐκπλήττεται· ὁρῶ πλοῦτον
ἐγώ, καὶ καταφρονήσας τοῦ πλούτου ἐγέλασα. Ορα
πενίαν ἐκεῖνος, καὶ φρίξας οδύρεται· ὁρῶ πενίαν
ἐγώ, καὶ σκιρτῶ καὶ ἀγάλλομαι, πλοῦτον ἀληθῆ τὴν
ἀρετὴν ἐπιστάμενος. Ετέρως τοίνυν οἱ Χριστιανοί
ὁρῶσι τὰ πράγματα, καὶ ἑτέρως οἱ ἄφρονες "Ελληνες.
ΣΛ'. ΖΕΦΥΡΙΑΝΟ.
Ούτε θαῤῥεῖν ἀναγκαῖον ἐπὶ τῷ πλήθει τῶν ἀνδραγαθημάτων, οὔτ᾽ ἀπογινώσκειν ἐπὶ τοῖς ἑπταισμένοις. Καὶ γὰρ ὁ Φαρισαῖος θαῤῥήσας ἐπ' ἐργασία
χρηστῇ, ἐξ αὐτοῦ τῆς ἀρετῆς κατηνέχθη τοῦ ὕψους,
καὶ ὁ τελώνης μὴ ἀπογνούς τοσοῦτον ἀνωρθώθη, ὡς
καὶ τὸν ἐνάρετον Φαρισαῖον ὑπερβῆναι τῇ ψήφω τοῦ
κρείττονος.
ΣΛΑ'. — ΝΙΚΑΡΕΤΟ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΟ.
Ὥσπερ θαλάττης αἱρομένης εἰς ὕψος, καὶ κυμά
των πάντοθεν κορυφουμένων τὸ σκάφος ὑποβρύχιον
γίνεται, οὕτως καὶ ψυχή, τῆς ἀθυμίας αὐτὴν πάντοθεν περιστοιχιζομένης, ἀποπνίγεται ταχέως,
ἂν μὴ εὕρῃ τινὰ χεῖρα ὀρέγοντα, καὶ παραμυθού
μένον.
ΣΑΒ. — ΜΟΝΑΧΟΙΣ ΕΝ ΤΗ ΚΙΛΙΚΙΑ ΔΙΑΓΟΥΣΙΝ.
Οὐ μετρίως, ἀλλὰ καὶ πάνω μεγάλως ἐχάρημεν,
ἀπαγγείλαντος ἡμῖν τὰ καθ' ὑμᾶς τοῦ θεοσεβεστάτου
πρεσβυτέρου Μαρίνου, ὡς πρὸς πᾶσαν ἀκρίβειαν
τοὺς ἀποστόλους ἐμεμίμησθε, ἀποταξάμενοί τε προθύμως τοῖς τοῦ κόσμου πράγμασιν, γένος τε καὶ
τέρψεις βλαβερὰς ὑπεριδόντες, καὶ πρὸς τὸν ἐπίπο·
νον μετετάξασθε βίον, πάσῃ κακοπαθείᾳ καὶ σκληρου
χίᾳ διὰ Θεὸν ἑαυτοὺς ἐπιδόντες, καὶ στόμασιν ἀπαύσ
στοις γεραίροντες τὸν προσκαλεσάμενον ὑμᾶς εἰς τὸ
τῶν μοναχῶν μέγιστον ἀξίωμα, Σωτῆρα καὶ βασιλέα
Χριστὸν, ὅπως ἂν καὶ ὑμεῖς, ὥσπερ ὁ θεῖος λαμπτήρ
τῶν Αἰγυπτίων 'Αντώνιος, μετὰ τὴν τελευτὴν ὑμῶν,
καταλείπετε τῇ μελλούσῃ γενεᾷ εἰκόνα πολιτείας
ἀρίστης.
ΣΑΓ'. — ΘΕΟΠΕΜΠΤΟ ΠΡΟΤΗΚΤΟΡΙ.
Ὠφέλιμον ἔσται σοι, καὶ ἄγαν κερδαλέον, τὸ ἔχειν
ἀεὶ πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν ἔξοδον τοῦ βίου, καὶ φεύγειν
Ο τοῦ διαβόλου τὰ πολύπλοκα δίκτυα.
ΣΑ Δ'. ΚΑΡΠΙΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΤΗΣ ΤΩΝ ΟΥΑΛΕΝΤΙΝΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΣ.
Απηρυθριασμένως τολμήσαντός σου πρὸ δεκ
τέρας ἡμέρας ὁμιλεῖν ἐν τόπῳ δημοσίῳ, καὶ λέγοντος,
ὅτι περ μία τις εγγόνη τῆς θεότητος λεγουμένη Αχα
μώθ, ἐπιθυμήσασα τὸ μέγεθος καταλαβεῖν τοῦ ἐν
ὕψεσιν ἀποῤῥήτοις Θεοῦ τοῦ προσαγορευομένου Βυθοῦ, καὶ Χάους, καὶ τοῦτο ἐπιχειρήσασα, καὶ ἀποτυ
χοῦσα ἔπεσε κάτω, καὶ καθεσθεῖσα μόνη ἐν τῷ σκό
τει ἔκλαυσε σφόδρα σφόδρα, καὶ ἐκ τῶν ταύτης δα
Notat Cotelerius (Monum. E. G. 1, 768) hanc epistolam effictam esse ex loco S. Irenæi, lib. 1, c. 21.
EDIT.
col. 169–170page 56 of 262
PG 79:169κρύων γέγονεν ἡ ὑγρά ουσία, παρερχόμενός τις τῶν ἡμετέρων ἀδελφῶν, ἠρώτησέ σε, εἴ γε πάντα καὶ τὰ ἁλμυρά, καὶ τὰ γλυκέα ὕδατα ἐκ τῶν δακρύων τῆς Ἀχαμὼν ὑπέστη· σὺ δὲ ἀπορήσας εἰπεῖν, διωρίαν ἐξήτησας, καὶ μέχρι νῦν προελθεῖν οὐκ ἐτόλμησας, μὴ ἔχων δοῦναι λόγον. Ἡμεῖς δὲ γελάσαντες, ψεῦσμα τῷ ψεύστῃ γελοίον φθεγξόμεθα, πρὸς τὸ παραμυθήσασθαι τὴν ἀπορίαν αὐτοῦ· ἐχρῆν γάρ σε ἀπαντῆται λέγοντα, ὅτι τὰ μὲν πικρὰ τῆς ἀνυπάρκτου Αγαμώθ δάκρυα, τὰς ἁλμυράς θαλάσσας ὑπέστησεν ὡς ἐξ ὀδύνης καὶ δριμυγμοῦ ἱκανοῦ προχεθέντα. Ο δὲ Ιδρὼς τῆς ταλαιπώρου γυναικός πηγὰς ἐξηρεύξατο, καὶ ποταμούς, καὶ φρέατα, λίμνας τε καὶ τὰ ἑξῆς γλυκέα. Ταῦτα πρὸς τὸν σὸν λῆρον γελοιωδῶς λέ γομεν. ΣΛΕ. - ΕΥΣΕΒΩ ΔΙΑΚΟΝΟ. Πολλὰ ὁ Θεὸς λεληθότως ἐργάζεται πρὸς τὸ συμ φέρον ἡμῖν, κἂν σκυθρωπά δοκῇ τὰ συμπίπτοντα. Ἡμεῖς δὲ τὸν λόγον τῶν συμπτωμάτων οὐ πολυπραγμονοῦμεν ὡς πιστοὶ καὶ γνήσιοι οἰκέται. Εν γὰρ μόνον χρή πεπεῖσθαι, ὅτι συμφερόντως, καὶ ὠφελίμως ἡμῖν ἅπαντα ἐπιφέρεται παρὰ τοῦ προ νοητοῦ τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, τὸν δὲ τρόπον μηκέτι ζητεῖν, μήτε ἀγνοοῦντας ἀσχάλλειν, καὶ ἀθυμεῖν· οὐ δὲ γὰρ λυσιτελεῖ τὸ ἐπίστασθαι, τὸ μὲν διὰ τὸ θνη τοὺς εἶναι, τὸ δὲ διὰ τὸ εὐκόλως πρὸς τύφον ἡμᾶς, καὶ ἀπόνοιαν αἴρεσθαι. ΣΑΤ'. - ΣΟΦΙΑΝΩ ΣΧΟΛΑΡΙΟ. Εἰ τὰ μὴ ὄντα ποιεῖ γενέσθαι Θεὸς, καὶ τοῖς μη δαμοῦ μηδαμῶς φαινομένοις χαρίζεται τὸ εἶναι, πολλῷ μᾶλλον τὰ ὄντα ἀνορθώσασθαι δύναται. ΣΑΖΙ. Τῷ αὐτῷ. Ὁ μὴ προσδοκῶν εὐθύνας ὑφέξειν τῶν πεπραγμένων αὐτῷ, πάντως πάσης κακίας ἀνθέξεται. ΣΛΗ. Τῷ αὐτῷ. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τῇ πτωχείᾳ την μακαρισμὸν ἀπεκλήρωσεν· μόνη γὰρ αὕτη οἶδε της ρεῖν τὰ μέτρα τῆς ἀνθρωπίνης ταλαιπωρίας, μισεῖ τὸν ἔγκον, συστέλλει τὸ φρόνημα, ταπεινοῖ λογι σμούς, ὑπερηφάνειαν αἰσχύνεται, βλέπει τοῦ βίου τὸν ἄνθρωπον, καὶ πείθει λαθεῖν, ἵνα μὴ λάθῃ σωζό μενος. ΣΑΘ'. - ΣΩΣΑΝΔΡΟ ΠΡΙΜΙΣΚΡΙΝΙΟ. "Ωσπερ ἀδιαλείπτως ἀναπνέομεν τὸν ἀέρα, οὕτως ἀδιαλείπτως ὀφείλομεν τὸν Κύριον αἰνεῖν τε καὶ ὑμνεῖν, κἂν ἐν μέσῳ πραγμάτων στρεφώμεθα. Δύνα ται γὰρ ὁ φρόνιμος, καὶ θεοφιλής νοῦς διηκενῶς μνήμην σώζειν τοῦ Κτίσαντος. • Εμνήσθην γάρ, ο φησὶν ὁ Δαυΐδ, ι τοῦ Θεοῦ, καὶ ηὐφράνθην.» Εἰ το νυν ἡ τοῦ Δεσπότου μνήμη εὐφροσύνην ἐμποιεῖ ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς, μὴ κατοκνήσωμεν ἀπολαύειν τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ. ΣΜ'. Τῷ αὐτῷ. Αἰνεῖτε αὐτὸν, φησίν, ἐν χορδαῖς, καὶ ὀργάνῳ. ο Χορδαὶ πλείους ἁρμονίως συντεθειμέναι, καὶ μου σικῶς ἑκάστη ἐν οἰκεία χώρα τεταγμένη, αἱ πολλαί
EPISTOLARUM LIB. I.
κρύων γέγονεν ἡ ὑγρά ουσία, παρερχόμενός τις τῶν superque illacrymatam fuisse, et ex illius lacry
ἡμετέρων ἀδελφῶν, ἠρώτησέ σε, εἴ γε πάντα καὶ
τὰ ἁλμυρά, καὶ τὰ γλυκέα ὕδατα ἐκ τῶν δακρύων
τῆς Ἀχαμὼν ὑπέστη· σὺ δὲ ἀπορήσας εἰπεῖν, διωρίαν
ἐξήτησας, καὶ μέχρι νῦν προελθεῖν οὐκ ἐτόλμησας,
μὴ ἔχων δοῦναι λόγον. Ἡμεῖς δὲ γελάσαντες, ψεῦσμα
τῷ ψεύστῃ γελοίον φθεγξόμεθα, πρὸς τὸ παραμυθή
σασθαι τὴν ἀπορίαν αὐτοῦ· ἐχρῆν γάρ σε ἀπαντῆται
λέγοντα, ὅτι τὰ μὲν πικρὰ τῆς ἀνυπάρκτου Αγαμώθ
δάκρυα, τὰς ἁλμυράς θαλάσσας ὑπέστησεν ὡς ἐξ
ὀδύνης καὶ δριμυγμοῦ ἱκανοῦ προχεθέντα. Ο δὲ
Ιδρὼς τῆς ταλαιπώρου γυναικός πηγὰς ἐξηρεύξατο,
καὶ ποταμούς, καὶ φρέατα, λίμνας τε καὶ τὰ ἑξῆς
γλυκέα. Ταῦτα πρὸς τὸν σὸν λῆρον γελοιωδῶς λέ
γομεν.
ΣΛΕ. - ΕΥΣΕΒΩ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Πολλὰ ὁ Θεὸς λεληθότως ἐργάζεται πρὸς τὸ συμ
φέρον ἡμῖν, κἂν σκυθρωπά δοκῇ τὰ συμπίπτοντα.
Ἡμεῖς δὲ τὸν λόγον τῶν συμπτωμάτων οὐ πολυ
πραγμονοῦμεν ὡς πιστοὶ καὶ γνήσιοι οἰκέται. Εν
γὰρ μόνον χρή πεπεῖσθαι, ὅτι συμφερόντως, καὶ
ὠφελίμως ἡμῖν ἅπαντα ἐπιφέρεται παρὰ τοῦ προ
νοητοῦ τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, τὸν δὲ τρόπον μηκέτι
ζητεῖν, μήτε ἀγνοοῦντας ἀσχάλλειν, καὶ ἀθυμεῖν· οὐ
δὲ γὰρ λυσιτελεῖ τὸ ἐπίστασθαι, τὸ μὲν διὰ τὸ θνη -
τοὺς εἶναι, τὸ δὲ διὰ τὸ εὐκόλως πρὸς τύφον ἡμᾶς,
καὶ ἀπόνοιαν αἴρεσθαι.
ΣΑΤ'. - ΣΟΦΙΑΝΩ ΣΧΟΛΑΡΙΟ.
Εἰ τὰ μὴ ὄντα ποιεῖ γενέσθαι Θεὸς, καὶ τοῖς μηδαμοῦ μηδαμῶς φαινομένοις χαρίζεται τὸ εἶναι, πολλῷ
μᾶλλον τὰ ὄντα ἀνορθώσασθαι δύναται.
ΣΑΖΙ.
Τῷ αὐτῷ.
Ὁ μὴ προσδοκῶν εὐθύνας ὑφέξειν τῶν πεπραγ
μένων αὐτῷ, πάντως πάσης κακίας ἀνθέξεται.
ΣΛΗ.
Τῷ αὐτῷ.
Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τῇ πτωχείᾳ την
μακαρισμὸν ἀπεκλήρωσεν· μόνη γὰρ αὕτη οἶδε της
ρεῖν τὰ μέτρα τῆς ἀνθρωπίνης ταλαιπωρίας, μισεῖ
τὸν ἔγκον, συστέλλει τὸ φρόνημα, ταπεινοῖ λογισμούς, ὑπερηφάνειαν αἰσχύνεται, βλέπει τοῦ βίου τὸν
ἄνθρωπον, καὶ πείθει λαθεῖν, ἵνα μὴ λάθῃ σωζό
μενος.
mis universam aquarum substantiam ortum
duxisse; interim, dum quispiam ex nostris fratribus prætergrederetur, postulavit a te, an omnes salsæ et dulces aquæ ex Achamoth lacrymis corrivale sint? fd cum nescisses, tempus ad respondendum petiisti, et usquedum procedere non audes
cum ratione destituaris. Verumtamen nos risu edito,
mendacium mendaci, sed ridiculum, ad illius adjvandam hæsitationem in medium proferamus. Namque respondendum tibi erat amaras quæ nulla est
Achamoth 88 lacrymas salsa maria progenerasse,
tanquam quæ ex dolore et laceratione effusæ sunt.
Sed sudorem illius miselle mulieris, fontes, et fuvios, et puteos, et lacus, et reliquas duices aquas eruclasse. Hæc ad tuas ineptias non sine risu dicimus.
CCXXXV. EUSEBIO DIACONO.
“
ΣΑΘ'. - ΣΩΣΑΝΔΡΟ ΠΡΙΜΙΣΚΡΙΝΙΟ.
"Ωσπερ ἀδιαλείπτως ἀναπνέομεν τὸν ἀέρα, οὕτως
ἀδιαλείπτως ὀφείλομεν τὸν Κύριον αἰνεῖν τε καὶ
ὑμνεῖν, κἂν ἐν μέσῳ πραγμάτων στρεφώμεθα. Δύναται γὰρ ὁ φρόνιμος, καὶ θεοφιλής νοῦς διηκενῶς
μνήμην σώζειν τοῦ Κτίσαντος. • Εμνήσθην γάρ, ο
φησὶν ὁ Δαυΐδ, ι τοῦ Θεοῦ, καὶ ηὐφράνθην.» Εἰ το
νυν ἡ τοῦ Δεσπότου μνήμη εὐφροσύνην ἐμποιεῖ ταῖς
ἡμετέραις ψυχαῖς, μὴ κατοκνήσωμεν ἀπολαύειν τῆς
μνήμης τοῦ Θεοῦ.
ΣΜ'.
Τῷ αὐτῷ.
• Αἰνεῖτε αὐτὸν, φησίν, ἐν χορδαῖς, καὶ ὀργάνῳ. ο
Χορδαὶ πλείους ἁρμονίως συντεθειμέναι, καὶ μου
σικῶς ἑκάστη ἐν οἰκεία χώρα τεταγμένη, αἱ πολλαί
ss Matth. v,
3. 30 Psal. Lassi, A.
PATROL. GR. LXXIX,
31 Psal. CL,
_
Pleraque Deus latenter ad utilitatem nostram,
licet tristia quæ occurrunt videantur, operatur.
Nos vero eventuum causas, veluti fideles ac servi
germani, curiosius non disquirimus. Nam unum
tantum credendum nobis est, quæcunque nobis
adveniunt, omnia utiliter ac conducibiliter a nostrarum animarum curatore provenire. Nec modus
ultra querendus est, neque, si illum nesciamus,
angi indolereque animo; illius enim scientia nihil conducit, tum quod mortales sumus, tum quod
facile superbia ac jactantia inflamur.
CCXXXVI. — SOPIIIANO SCHOLARIO.
Si ea quæ non sunt, facit ut fiant, Deus, et iis,
qui nulla nuspiam apparent, ut sint, elargitur,
multo melius ea quæ sunt, sublevare poterit.
CCXXXVII. Eidem.
Qui non exspectat rerum a se gestarum pœnas,
næ ille universam improbitatem amplectetur.
89 CCXXXVIII. Eidem.
Dominus noster Jesus Christus paupertati beatitudinem attribuit. Soln etenim ipsa nuis riæ humanæ modum præservat, tumorem odit, compescit
jactantiam, cogitationes demittit, superbiam confundit, vitam hominis observat, persuadetque ut
quilibet lateat, ne lateat dum salvatur.
CCXXXIX. - SOSANDRO PRIMISCRINIO.
Quemadmodum indesinenter aerem spiramus,
ita etiam indesinenter debemus Dominum hymnis
laudare, licet inter negotia concludamur. Prudens
enim ac pia mens sui Creatoris potest continuo
servare memoriam; nam: Recordatus sum,ɔ ait
David, Dei, et lelatus sum 30.. Itaque si Domini
memoria lætitiam affert animabus nostris, ne negligamus nobis memoriæ diving amines esse.
CCXL. Eidem.
• Laudate eum, inquit, in chordis et organo ".»
Chorda plures, ut harmonia postulat, composita,
et musice unaquaque proprio in loco disposita,
col. 171–172page 57 of 262
PG 79:171εἰσιν ἐντολαί τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰ περὶ πλειόνων δήγματα, οὐδεμίαν ἔχοντα πρὸς ἄλληλα διαφωνίαν ὄργανον δὲ τούτων πάντων περιεκτικόν ἐστιν ἡ γι λόχριστος τοῦ σοφοῦ ψυχή. ΣΜΑ. Ἡ ὑπακοὴ τῆς θείας προστάξεως ζωὴν καὶ ἀ φθαρσίαν χαρίζεσθαι πέφυκεν, ή δέ γε παρακοή νεκρότητα καὶ φθοράν. Ἐπειδὴ οὖν ὁ Ἀδὰμ παρακούσας τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ φαγεῖν τὸ κεκωλυμένον, θάνατον ἐπεσπάσατο, διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἐνδιδύσκει αὐτὸν χι τῶνα δερμάτινον, ὅπως ἂν μνημονεύῃ, καὶ μὴ ἐπιλανθάνηται τοῦ οἰκείου σφάλματος, καὶ ἧσπερ αὐθαιρέτως ἐπεσπάσατο θνητότητος καὶ φθορᾶς. Τὰ γὰρ νεκρά δέρματα δηλοῦσι νεκρότητα και φθοράν. ΣΜΒʹ. Τῷ αὐτῷ. Κἂν ἐν χειμῶνί ἐσμεν τῶν πολλῶν περιστάσεων, οὐ κωλυθησόμεθα ἐπιτελεῖν τὴν ἑορτὴν τῶν ἐγκαινίων ἐν τῇ Ἱερουσαλήμ, καὶ ᾄδειν τῷ Κυρίῳ, καθά φησιν ὁ Δαυίδ, ᾆσμα καινόν, δηλαδή εὐαγγελικόν. Ἱερουσαλὴμ γὰρ νῦν νοείσθω μοι ἡ ψυχὴ, ἐν ᾗ ἐπιτελοῦμεν τὴν ἑορτὴν τῆς θεογνωσίας, καὶ παντοίας ἀρετῆς, διωθούμενοι μὲν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, ἐπαμφισκόμενοι δὲ τὸν νέον τὸν κατ' εἰκόνα, καὶ ὁ μοίωσιν τοῦ Κυρίου κτισθέντα· «Ανακαινισθήσεται γὰρ ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου. - Εγένετο οὖν, φησί, τὰ ἐγκαίνια ἐν Ἱεροσολύμοις, καὶ χειμών ἦν.» ΣΜΓ'.— ΣΑΒΙΝΟ ΜΑΓΙΣΤΡΙΑΝΟ. Τὴν σημασίαν τῶν τριῶν τοῦ Ἰὼβ θυγατέρων ἐπεθύμησας γνῶναι. Ἐπειδὴ οὖν τῆς τῶν θλιβερών καὶ ἐπιπόνων νυκτὸς τῇ κελεύσει τοῦ Θεοῦ ἀπήλ λακται ὁ Ἰώβ, ἀναγκαίως τὴν λαμπροτάτην ἡμέραν τεθέαται τῆς ἀγαλλιάσεως, καὶ τῆς ἀλήκτου καὶ αἰωνίου ἀναπαύσεως καὶ χαρᾶς. Διὰ τοῦτο τὴν μὲν πρώτην θυγατέρα Ἡμέραν εκάλεσεν, τὴν δὲ δεν τέραν Κασσίαν· εὐώδης γὰρ ἡ κασσία, διότι ἀντὶ τῆς δυσωδίας τοῦ ἀπευκτέου πάθους, ούπερ πρὸ τούτου ἀνέτλη τὴν εὐωδίαν ἐκτήσατο τῆς ἄνωθεν χάριτος. Η δέ γε τρίτη θυγάτηρ 'Αμαλθείας κέρας ἐπονομαζομένῃ τῇ Ελλάδι ἑρμηνεύεται γλώττῃ ἀγαθῶν εὐτ θηνία. Οὐκ ἀγνοεῖς δὲ πάντως τὰ τοσαῦτα ἀγαθά, ἅπερ ὁ Κύριος παρέσχεν πρὸ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, τῷ καρτερικῷ, καὶ πολυπαθεῖ Ἰὼ, ἐντεῦθεν ἤδη, διά τε τῆς μεγάλης ὑπομονῆς, καὶ ἀνδρείας κράτ Ο τ:στον, καὶ περιφανές κατόρθωμά τε καὶ τρόπαιον. ΣΜΔ'. — Τῷ αὐτῷ. Φευκτέον ἡμῖν ἀνθρωπαρεσχίαν, καὶ τὴν ὀργήν ταῦτα γὰρ λευκανθίζουσαν καὶ πυρίζουσαν λέπραν ὁ νόμος προείρηκεν. Απελαστέον τὴν ἀλωπεκίζουσαν ὑπόκρισιν, καὶ ἀγενή δειλίαν γλαυκίζουσα γὰρ λέ πρα ἐστί. Διωκτέον ἡμῖν τὴν λύπην τὴν ἄλογον, καὶ τήκοντα φθόνον χλωρίζουσα γὰρ λέπρα ἐστί. ΣΜΕ'. - ΔΡΟΥΣΙΛΛΙΑΝΩ. Εἰ τὸ σῶμα νοσῶδες ἔχων, τηλικαῦτα δρᾷς θηριώδη καὶ ἀπάνθρωπα πράγματα, τίς ἂν ἐγένου τετυχηκώς ρώσεώς τε καὶ ῥώμης; Προβλέπων τοίνυν ὁ Κύριος τὰς φονοκτονίας, ὥσπερ ποιεῖν ἔμελλες, προκατελά
multa Dei pracepta sunt, et de rebus plurimis εἰσιν ἐντολαί τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰ περὶ πλειόνων δήγ
dogmata, quæ nihil inter se dissonun includunt:
at organum hæc omnia continens est Christi amans
sapientis anima.
Divini præcepti obedientia ad vitam et immorialitatem elargiendam, inobedientia ad mortem et
corruptionem nata est. Cum itaque Adam, spreto
Deo, comedendo quod vetitum fuerat, mortem contraxisset ", idco Deus eum tunica pellicea induit **,
ut recordaretur, nec in oblivionem veniret erroris
proprii et mortalitatis, quam ipse sua sponte contraxerat, et corruptionis. Pelles enim demortuae
mortem et corruptionem indicant.
CCXLII. Eidem.
Licet multarum necessitatum et afictionum tempestate jactemur, non ideo interpellabimur, ne
encantorum solemnitatem in Hierusalem peragamus, et canamus Domino, ut ait David, canticum novum”, evangelicum nempe. Hierusalem
enim modo anima subintelligatur, in qua nos solemnitatem divinæ cognitionis et universæ virtutis
celebramus, abjicientes veterem hominem, et novum secundum imaginem et similitudinem Domini
creatum induentes *: • Renovabitur enim sicut
aquila juventus tua ". — Facta sunt itaque, ait,
encania Hierosolymis, et hiems erat. >
CCXLIII. SABINO MAGISTRIANO.
Tribus Jobi filiabus 38 rationem subjectam cognoscere cupis. Ab afflictionum itaque et molestiarum
nocte jussu Dei Jobus exemptus, necessario splendidissimum exsultationis, et indesinentis 91 ac
perennis quietis et gaudii diem aspexit. Propterea
primam Diem appellavit; secundam Cassiam, namque cassia suaviter olet; quod pro maleolentia
exsecrandorum tormentorum, quæ antea subierat,
bonum supernæ gratiæ odorem assecutus est. Tertia porro Amalthææ cornu nuncupata, Græca
lingua bonorum affluentiam notat. Tu vero non
ignoras tot bona, que illi Dominus ante futurum
sæculum robusto ac multa perpesso Jobo in bac
vita propter ingentem tolerantiam, et validissimum
ac celeberrimum fortitudinis facinus et tropæum
exhibuit.
CCXLIV. Eidem.
Studium placendi hominibus iraque vitanda
sunt; hæc enim albicans nempe et rufa lepra
sunt, ut lex prædixit “. Fuganda est vulpeculæ
genium præ se ferens simulatio ac vilis metus;
glauca namque illa lepra sunt. Abjicienda præterea
a nobis sunt sine ratione tristitia et invidia macerans; namque viridis illa lepra sunt,
DRUSILLIANO.
Si corpus ægritudinibus obnoxium habens similia facinorosa audes, eaque inhumana; quid, si
firmum ac robustum habuisses, non fuisses ausus?
ss Gen. itt, G. 33 ibid. 21. ss Psal. cxcis, 1.
Job Lur, 13. " Levit. xiii, passim.
ματα, οὐδεμίαν ἔχοντα πρὸς ἄλληλα διαφωνίαν·
ὄργανον δὲ τούτων πάντων περιεκτικόν ἐστιν ἡ γι
λόχριστος τοῦ σοφοῦ ψυχή.
ΣΜΑ.
Ἡ ὑπακοὴ τῆς θείας προστάξεως ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν χαρίζεσθαι πέφυκεν, ή δέ γε παρακοή νεκρό
τήτα καὶ φθοράν. Ἐπειδὴ οὖν ὁ Ἀδὰμ παρακούσας
τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ φαγεῖν τὸ κεκωλυμένον, θάνατον
ἐπεσπάσατο, διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἐνδιδύσκει αὐτὸν χι·
τῶνα δερμάτινον, ὅπως ἂν μνημονεύῃ, καὶ μὴ ἐπι
λανθάνηται τοῦ οἰκείου σφάλματος, καὶ ἧσπερ αύθαιρέτως ἐπεσπάσατο θνητότητος καὶ φθορᾶς. Τὰ
γὰρ νεκρά δέρματα δηλοῦσι νεκρότητα και φθοράν.
ΣΜΒʹ.
- Τῷ αὐτῷ.
Κἂν ἐν χειμῶνί ἐσμεν τῶν πολλῶν περιστάσεων,
οὐ κωλυθησόμεθα ἐπιτελεῖν τὴν ἑορτὴν τῶν ἐγκαί
νίων ἐν τῇ Ἱερουσαλήμ, καὶ ᾄδειν τῷ Κυρίῳ, καθά
φησιν ὁ Δαυίδ, ᾆσμα καινόν, δηλαδή εὐαγγελικόν.
Ἱερουσαλὴμ γὰρ νῦν νοείσθω μοι ἡ ψυχὴ, ἐν ᾗ ἐπιτε
λοῦμεν τὴν ἑορτὴν τῆς θεογνωσίας, καὶ παντοίας
ἀρετῆς, διωθούμενοι μὲν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον,
ἐπαμφισκόμενοι δὲ τὸν νέον τὸν κατ' εἰκόνα, καὶ ὁμοίωσιν τοῦ Κυρίου κτισθέντα· «Ανακαινισθήσεται
γὰρ ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου. - Εγένετο οὖν, φησί,
τὰ ἐγκαίνια ἐν Ἱεροσολύμοις, καὶ χειμών ἦν.»
ΣΜΓ'.— ΣΑΒΙΝΟ ΜΑΓΙΣΤΡΙΑΝΟ.
Τὴν σημασίαν τῶν τριῶν τοῦ Ἰὼβ θυγατέρων
ἐπεθύμησας γνῶναι. Ἐπειδὴ οὖν τῆς τῶν θλιβερών
καὶ ἐπιπόνων νυκτὸς τῇ κελεύσει τοῦ Θεοῦ ἀπήλλακται ὁ Ἰώβ, ἀναγκαίως τὴν λαμπροτάτην ἡμέραν
τεθέαται τῆς ἀγαλλιάσεως, καὶ τῆς ἀλήκτου καὶ
αἰωνίου ἀναπαύσεως καὶ χαρᾶς. Διὰ τοῦτο τὴν μὲν
πρώτην θυγατέρα Ἡμέραν εκάλεσεν, τὴν δὲ δεν
τέραν Κασσίαν· εὐώδης γὰρ ἡ κασσία, διότι ἀντὶ τῆς
δυσωδίας τοῦ ἀπευκτέου πάθους, ούπερ πρὸ τούτου
ἀνέτλη τὴν εὐωδίαν ἐκτήσατο τῆς ἄνωθεν χάριτος.
Η δέ γε τρίτη θυγάτηρ 'Αμαλθείας κέρας επονομα
ζομένη τῇ Ελλάδι ἑρμηνεύεται γλώττῃ ἀγαθῶν εὐτ
θηνία. Οὐκ ἀγνοεῖς δὲ πάντως τὰ τοσαῦτα ἀγαθά,
ἅπερ ὁ Κύριος παρέσχεν πρὸ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος,
τῷ καρτερικῷ, καὶ πολυπαθεῖ Ἰὼ6, ἐντεῦθεν ἤδη,
διά τε τῆς μεγάλης ὑπομονῆς, καὶ ἀνδρείας κράτ
Ο τ:στον, καὶ περιφανές κατόρθωμά τε καὶ τρόπαιον.
ΣΜΔ'. — Τῷ αὐτῷ.
Φευκτέον ἡμῖν ἀνθρωπαρεσχίαν, καὶ τὴν ὀργήν
ταῦτα γὰρ λευκανθίζουσαν καὶ πυρίζουσαν λέπραν
ὁ νόμος προείρηκεν. Απελαστέον τὴν ἀλωπεκίζουσαν
ὑπόκρισιν, καὶ ἀγενή δειλίαν γλαυκίζουσα γὰρ λέ
πρα ἐστί. Διωκτέον ἡμῖν τὴν λύπην τὴν ἄλογον, καὶ
τήκοντα φθόνον χλωρίζουσα γὰρ λέπρα ἐστί.
ΣΜΕ'. - ΔΡΟΥΣΙΛΛΙΑΝΩ.
Εἰ τὸ σῶμα νοσῶδες ἔχων, τηλικαῦτα δρᾷς θηριώδη
καὶ ἀπάνθρωπα πράγματα, τίς ἂν ἐγένου τετυχηκώς
ρώσεώς τε καὶ ῥώμης; Προβλέπων τοίνυν ὁ Κύριος
τὰς φονοκτονίας, ὥσπερ ποιεῖν ἔμελλες, προκατελάss Coloss. 11. 10. 16 Psal. cii, 5. 37 Joan. x, 22.
col. 173–174page 58 of 262
PG 79:173θετό σου τὴν ἄφατον μανίαν τῷ δεσμῷ, καὶ τῇ ἀνάγκῃ ἡ τῆς πολυωδύνου, καὶ πολυτρόπου ἀσθενίας. ΣΜΟ. - ΕΥΦΡΑΣΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Εὐξώμεθα ἐκτενῶς ἐκδιωχθῆναι τὴν λέπραν τὴν ψυχικὴν ἀπό τε τοῦ στήμονος, καὶ τῆς κρόκης, καὶ τοῦ δέρματος· στήμονος μὲν νοουμένου τοῦ νευρώτους μέρους τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐπισκόπων λέγω, καὶ ὅσοι τῆς Λευϊτικῆς ἀξίας τὰ γέρα καρπίζονται· κρόκης δὲ ἐκλαμβανομένης τοῦ εὐθυνομέ νου, καὶ ποιμαινομένου ὑπ' αὐτοῖς ἡγιασμένου λαοῦ, δέρματος δὲ νοουμένου τῶν νεωστὶ προσελθόντων τῷ Θεῷ, καὶ τέως κατηχουμένων, μή πως ἀποβεβληκό των διὰ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τὴν νεκρότητα τῶν παλαιῶν τῆς ἁμαρτίας χιτώνων. ΣΜΖ΄. Τῷ αὐτῷ. Ον τρόπον εἴ τις βασιλέως εἰκόνος καλώς κατα σκευασμένης ἐπιμελέστερον ἐκ ψηφίδων ἐπισήμων ὑπὸ σοφοῦ τεχνίτου, λύσας τὴν ὑποκειμένην τοῦ ἀνθρώπου εἰδέαν, μετενέγκοι τὰς ψηφίδας ἐκείνας, καὶ μεθαρμόσοι, καὶ ποιήσειεν ἐξ αὐτῶν μορφὴν κυ νὸς ἢ ἀλώπεκος, ἔπειτα διορίζοιτο, καὶ λέγει ταύτηνεἶναι τὴν τοῦ βασιλέως ἐκείνην τὴν καλὴν, ἣν ὁ σε φὸς τεχνίτης κατεσκεύασεν, δεικνὺς τὰς ψηφίδας τὰς καλῶς ὑπὸ τοῦ πρώτου τεχνίτου εἰς τὴν τοῦ βα σιλέως εἰκόνα συντεθείσας, κακῶς δὲ ὑπὸ τοῦ ὑστέ ρου εἰς κυνός μορφήν μετενεχθείσας, καὶ διὰ τῆς τῶν ψηφίδων φαντασίας μεθοδεύοι τοὺς ἀπειροτέρους, τοὺς κατάληψιν βασιλικὴν ἐκ μορφῆς οὐκ ἔχοντας, καὶ πείθοι, ὅτι αὕτη ἡ σαπρὰ τῆς ἀλώπεκος ἰδέα ἐκείνη ἐστὶν ἡ καλὴ τοῦ βασιλέως εἰκών τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ οἱ αἱρεσιάρχαι, γραῶν τρόπον συγκαττύσαντες ῥήματα, καὶ λέξεις τινάς, καὶ παρα βολάς θείας Γραφῆς ἀποσπάσαντες, ἐφαρμόζειν βιά ζονται τοῖς ἑαυτῶν μύθοις τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Αλλά μὴ ἀγνοεῖτε τοὺς τοιούτους ΣΜΗ. — ΘΕΟΚΛΕΙΑΝΟ. Αλλ' ἡμῖν, «φησὶν ὁ Ἀπόστολος,» εἷς Θεὸς ὁ Πα τὴρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν· καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς, δι' οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς δι' αὐτοῦ.» Πῶς οὖν πολυθεῖα ἔσται, καὶ πολλαὶ ἀρχαί; Οὐκοῦν εἰς ὑπάρχει ὁ ποιητὴς τῶν ὅλων, καὶ οὔτε πολλοὶ θεοί, καθὼς ὑμεῖς λέγετε, οὔτε πολλοὶ αἰῶνες, ἄῤῥενές τε καὶ θήλειαι. Εφη γὰρ ὁ μακά ριος Παῦλος, ὅτι «Εἴπερ εἰσὶ λεγόμενοι πολλοὶ θεοὶ, ο τὸ δὲ, λεγόμενοι, ὡς περὶ μὴ ὑπαρχόντων ἀπεφήνατο. Οὐδὲ γὰρ θεοί εἰσιν ἥλιος, καὶ σελήνη, καὶ ἀστέρες, καὶ τὰ ἑξῆς κτίσματα. Καὶ οἱ πεπλανημένοι θεοποιοῦσιν αὐτά. ΣΜΘ'. ΑΙΛΙΑΝΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, τίς με ρύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; › Οὐχὶ τὸ σῶμα θάνατον ὑπάρχειν ἀποφαίνεται ὁ θεῖος ᾿Απόστολος, ἀλλὰ τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας, τὸν ἐν τοῖς μέλεσιν τοῦ σώματος ὄντα, διὰ τῆς ἐν τῷ 'Αδάμ παραβάσεως φωλεύοντα ἐν ἡμῖν, καὶ πρὸς τὸν θάνατον τῆς ἀδικίας τὴν ψυχὴν ἐπισπεύδοντα.
EPISTOLARUM LIB. I.
θετό σου τὴν ἄφατον μανίαν τῷ δεσμῷ, καὶ τῇ ἀνάγκῃ ἡ Prænoscens itaque Deus cedes a te patiandas hoτῆς πολυωδύνου, καὶ πολυτρόπου ἀσθενίας.
minuw, infandum istum furorem tuum vinculis
et necessitate calamitosæ et multiformis infirmitalis coercuit.
ΣΜΟ. - ΕΥΦΡΑΣΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.
Εὐξώμεθα ἐκτενῶς ἐκδιωχθῆναι τὴν λέπραν τὴν
ψυχικὴν ἀπό τε τοῦ στήμονος, καὶ τῆς κρόκης, καὶ
τοῦ δέρματος· στήμονος μὲν νοουμένου τοῦ νευρώ‐
τους μέρους τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐπισκόπων
λέγω, καὶ ὅσοι τῆς Λευϊτικῆς ἀξίας τὰ γέρα καρπίζονται· κρόκης δὲ ἐκλαμβανομένης τοῦ εὐθυνομένου, καὶ ποιμαινομένου ὑπ' αὐτοῖς ἡγιασμένου λαοῦ,
δέρματος δὲ νοουμένου τῶν νεωστὶ προσελθόντων τῷ
Θεῷ, καὶ τέως κατηχουμένων, μή πως ἀποβεβληκό
των διὰ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἁγίου βαπτίσματος
τὴν νεκρότητα τῶν παλαιῶν τῆς ἁμαρτίας χιτώνων. rum peccati deposuerunt, notatur.
92 CCXLVI. EUPHRASIO EPISCOPO.
Prolixe cumulateque precemur lepram 4º, que
animam inficit, a stamine, subtegmine et pelle
abigi: stanine, nervosa Christi Ecclesiæ, præsulum inquam, eorumque qui Leviticæ dignitatis
muneribus cohonestantur, pars intelligatur; subtegmine, qui instruitur ac pascitur ab eisdem,
sanctificatus populus innuitur; pelle, qui recens
ad Deum accedunt, et adhuc inter catechumenos
locum tenent, neque dum per sacri baptismalis
regenerationen nordicinum veterum indumentoΣΜΖ΄.
Τῷ αὐτῷ.
Ον τρόπον εἴ τις βασιλέως εἰκόνος καλώς κατασκευασμένης ἐπιμελέστερον ἐκ ψηφίδων ἐπισήμων
ὑπὸ σοφοῦ τεχνίτου, λύσας τὴν ὑποκειμένην τοῦ
ἀνθρώπου εἰδέαν, μετενέγκοι τὰς ψηφίδας ἐκείνας,
καὶ μεθαρμόσοι, καὶ ποιήσειεν ἐξ αὐτῶν μορφὴν κυνὸς ἢ ἀλώπεκος, ἔπειτα διορίζοιτο, καὶ λέγει ταύτην
εἶναι τὴν τοῦ βασιλέως ἐκείνην τὴν καλὴν, ἣν ὁ σε
φὸς τεχνίτης κατεσκεύασεν, δεικνὺς τὰς ψηφίδας
τὰς καλῶς ὑπὸ τοῦ πρώτου τεχνίτου εἰς τὴν τοῦ βασιλέως εἰκόνα συντεθείσας, κακῶς δὲ ὑπὸ τοῦ ὑστέ
ρου εἰς κυνός μορφήν μετενεχθείσας, καὶ διὰ τῆς
τῶν ψηφίδων φαντασίας μεθοδεύοι τοὺς ἀπειροτέρους, τοὺς κατάληψιν βασιλικὴν ἐκ μορφῆς οὐκ
ἔχοντας, καὶ πείθοι, ὅτι αὕτη ἡ σαπρὰ τῆς ἀλώπε
κος ἰδέα ἐκείνη ἐστὶν ἡ καλὴ τοῦ βασιλέως εἰκών·
τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ οἱ αἱρεσιάρχαι, γραῶν τρόπον
συγκαττύσαντες ῥήματα, καὶ λέξεις τινάς, καὶ παραβολάς θείας Γραφῆς ἀποσπάσαντες, ἐφαρμόζειν βιάζονται τοῖς ἑαυτῶν μύθοις τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Αλλά
μὴ ἀγνοεῖτε τοὺς τοιούτους
ΣΜΗ. — ΘΕΟΚΛΕΙΑΝΟ.
• Αλλ' ἡμῖν, «φησὶν ὁ Ἀπόστολος,» εἷς Θεὸς ὁ Πατὴρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν· καὶ εἷς
Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς, δι' οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς
δι' αὐτοῦ.» Πῶς οὖν πολυθεῖα ἔσται, καὶ πολλαὶ
ἀρχαί; Οὐκοῦν εἰς ὑπάρχει ὁ ποιητὴς τῶν ὅλων, καὶ
οὔτε πολλοὶ θεοί, καθὼς ὑμεῖς λέγετε, οὔτε πολλοὶ
αἰῶνες, ἄῤῥενές τε καὶ θήλειαι. Εφη γὰρ ὁ μακάριος Παῦλος, ὅτι «Εἴπερ εἰσὶ λεγόμενοι πολλοὶ θεοὶ, ο
τὸ δὲ, λεγόμενοι, ὡς περὶ μὴ ὑπαρχόντων ἀπεφήνατο. Οὐδὲ γὰρ θεοί εἰσιν ἥλιος, καὶ σελήνη, καὶ
ἀστέρες, καὶ τὰ ἑξῆς κτίσματα. Καὶ οἱ πεπλανημέ
νοι θεοποιοῦσιν αὐτά.
ΣΜΘ'. ΑΙΛΙΑΝΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ.
• Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, τίς με ρύσεται ἐκ
τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; › Οὐχὶ τὸ σῶμα
θάνατον ὑπάρχειν ἀποφαίνεται ὁ θεῖος ᾿Απόστολος,
ἀλλὰ τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας, τὸν ἐν τοῖς μέλεσιν
τοῦ σώματος ὄντα, διὰ τῆς ἐν τῷ 'Αδάμ παραβάσεως
φωλεύοντα ἐν ἡμῖν, καὶ πρὸς τὸν θάνατον τῆς ἀδικίας
τὴν ψυχὴν ἐπισπεύδοντα.
* Levit. x', 48. MI Cor. VIII, 6. Ibid. 5.
CCXLVII. Eidem.
Qua ratione si quis, ex imagine regis affabre diligenterque ex pretiosis lapillis per catum artifcen
constructa suppositam hominis figuram dissolvens,
lapillos illos transferat accommodelque, et ex iis
formam canis aut vulpis efformet, postmodum
definiat asseveretque hanc regis illam esse perpulchram, quam sapiens artifex construxerat,
lapillos probe a primo artifice in regis imaginem
compactos, male vero a secundo in canis formam
transvectos ostendens, et novum in modum lapillis
inditæ menti imaginis nescios, qui ex figura regis
imaginem non receperunt, instruat, suadereque
conatur hanc emarcidam vulpis figuram, perpulchram illam regis imaginem esse: eadem læreseon
primi parentes, more vetularuin, verba et dictiones
consarcinantes, 93 et divina Scripturæ parabolas
nonnullas avellentes, suis fabulis eloquia Dei accommodare contendunt. Sed vos hosce ne ignoretis.
CCXLVIII. THEOCLIANO.
• Sed nobis, ait Apostolus, cunus Deus Pater, ex
quo omnia, et nos in illum; et unus Dominus Jesus
Christus, per quem omnia, et nos per ipsun 4.»
Quomodo itaque multi dii erunt, et multa principia? Erit ergo unus omnium Conditor, et non
multi dii, ut vos asseveratis, neque multi æones
masculi et feninæ. Nan beatus Paulus: 4 Si sunt
qui dicuntur multi dii *,» quod dicuntur, non
sunt, protulit. Neque enim dii sunt sol, et luna, et
stellæ, et reliquæ creaturæ. Et plani homines ea
in deorum numero collocant.
ÆLIANO LECTORI. -
• Infelix ego homo, quis me liberabit e corpore
mortis hujus *?» Non decernit corpus esse mortem divinus Apostolus, sed legem peccati, quæ in
membris corporis est, per transgressionem, quæ in
Adamo fuit, latentem in nobis, et in injustitiæ
mortem animam compellentem.
43 Rom. vi, 24.
!
col. 175–176page 59 of 262
PG 79:175ΣΝ. — ΤΕΥΚΡΩ ΔΙΑΚΟΝΩ. δεται ὁ ἡμέτερος Κύριος Σωτήρ καὶ Χριστὸς τοῖς ἐπαινετοῖς ἔργοις ἡμῶν καθεκάστην ἡμέραν, καὶ νύκτα τρεφόμενος, ο Βρῶμα γὰρ ἔχω φαγεῖν, ο ἔλεγε τοῖς ἀποστόλοις, «ὅπερ ὑμεῖς οὐκ ἐπίστασης νῦν,» μετὰ δὲ ταῦτα γνώσεσθε, τῆς τῶν Σαμαρειτών πόλεως τῶν τότε πιστευσάντων, καὶ τῆς τῶν μετά τοῦτο μυρίων ἐθνῶν χριστιανισάντων σωτηρίαν τὴν ἐδωδὴν προαινιττόμενος τοῖς οἰκείοις φοιτηταῖς. Καὶ γὰρ ὁ Ησαΐας προανεφώνει περὶ Χριστοῦ, ὅτιπερ Βούτυρον καὶ μέλι φάγεται.» ῾Ο ἐν ἀρχῇ μὲν τὸν Αδάμ πλαστουργήσας, ὕστερον δὲ ὡς παιδίον, καὶ ὡς ἄνθρωπος ἐφθεὶς Χριστὸς Ἰησοῦς ὁ Θεὸς καὶ οὐ. ρανοῦ, καὶ γῆς, καὶ πάντων ὁρατῶν. Διὰ βουτύρου καὶ μέλιτος τὸ τρόφιμον τῇ ψυχῇ καὶ τὸ γλυκύ, καὶ προσηνὲς ὑπερφαίνων τῆς τῶν Χριστιανών καλ λίστης εργασίας. ΣΝΑ. Τῷ αὐτῷ. Ἐὰν καλὰ πράττης ἔργα, καὶ μιμῇ τὸ πρᾶον του Ἰησοῦ, ἔθρεψας αὐτὸν βουτύρῳ καὶ μέλιτι· ἐὰν δὲ ὀργίλος μένῃ, καὶ φαύλων εργάτης πράξεων, λέξει εὐλόγως καὶ περὶ σοῦ Ἰησοῦς, ὅτι «Εδωκεν οὗτος εἰς τὸ βρῶμα μου χολὴν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισέ με ὄξος. ο ΣΝΒ'. ΓΛΥΚΑΔΙΩ ΠΡΟΤΗΚΤΟΡΙ. Γλυκάδιος μὲν τὸ ὄνομα κέκλησαι, ὀξινὸς δὲ καὶ ἀηδῆς τὸν τρόπον καθέστηκας. ΣΝΓ'. — ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΑΙΡΕΤΙΚΟ. Ἠρώτησάς με, πόθεν τοῖς περὶ τὸν Ἀδὰμ ηὑρέ θησαν δερμάτινοι χιτῶνες; Αντερωτῶ σε καγω, πό θεν οὐρανὸς ἐξ οὐκ ὄντων τέταται ἐν μετεώρῳ ἀνα πετασμένος· πόθεν ἐκτίσθη ἥλιος ἀποστίλβων· πόθεν σελήνη, καὶ ἀστέρων χορεία· ἀπὸ ποίων φύσεων ἐτμήθη ὄρη· πόθεν τῆς κνιπὸς, καὶ τοῦ κώνωπος ἐν Αἰγύπτῳ ὁ πορισμὸς τῷ μεγάλῳ Μωϋσῇ· πῶς ἡ ξυλίνη ράβδος μετεβλήθη εἰς ὅριν ἐμψυχωμένον, και Έρποντα· πόθεν τῇ χειρὶ τοῦ νομοθέτου τὸ ὥσπερ χιόνα λευκανθῆναι; Οὕτως οὖν καὶ τότε θελήσας ὁ Κύριος δερματίνους χιτῶνας, χωρίς ζώων, καὶ τέ χνης τινὸς ἀνθρωπίνης, καὶ πολυτρόπου εργασίας ἅμα θέλων ἐποίησε τοῖς περὶ τὸν Ἀδάμ, ὡς ἀπ' ἀρ χῆς ἅμα ἠθέλησε, καὶ οὐρανὸς, καὶ πάντα γεγέννηται. ΣΝΑ. Τῷ αὐτῷ. Στήσον πρῶτον τὸ οὐχὶ νοητῶς, ἀλλ᾽ αἰσθητῶς παρὰ Χριστοῦ εἰρημένον, ὅτι «Ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ Κτίσας ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν,» καί· Οπερ ὁ Θεὸς συν έζευξεν, ἄνθρωπος μή χωριζέτω.» Καὶ ὕστερον ἀλληγορεῖ, ὅπερ φησὶν ὁ ᾿Απόστολος· «Τὸ μέγα μυστήριον εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ο ὅτι ἐκ τῶν σαρκῶν αὐτοῦ καὶ τῶν ὀστέων ἑσμέν, διὰ τὸ μετέχειν Χριστοῦ, καὶ συνηνῶσθαι αὐτῷ ἐν πίστει, καὶ γνώσει, καὶ ἀρεταῖς. ΦΑΙΣΤΩ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Ανευφημοῦμεν, δοξάζομεν, ὑμνοῦμεν, προσκυνοῦ μεν Πατέρα, καὶ Υἱὸν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, μίαν
CCL. TEUCRO DIACONO.
De laudandis nostris operibus noster Dominus
Servator et Christus lætatur, diu noctuque 94
continuo seipsum nutriens. Cibum enim manducare habeo, apostolis dicebat, quem vos nunc
nescitis ",» postmodum scietis; eorum qui tunc
ex Samaritana urbe crediderant, et post eos infinitarum gentium, qui nomina Christo dederunt,
salutis cibum propriis asseclis prænuntians. Isaias
elenim de Christo prevaticinabatur: • Butyrum
et mel comedet **,› qui prius Adamum condiderat, postmodum ut infantulus, et homo visus est
Christus Jesus, Deus et cœli, et terre, et visibiliun
omnium. Per butyrum et mel animæ nutrimentum,
necnon suave et mite Christianorum bonæ operationis subindicans.
CCLI. Eidem.
Si bona opera facis, et mansuetudinem Jesu
semularis, butyro et melle eum pavisti: si iracundia turges, pravasque actiones afectas, non absque
ratione de le Christus enuntiabit: c Dedit ille in
cibum meum fel, et in siti mea potaverunt me
aceto ". >
GCLII. GLYCADIO PROTECTORI.
Glycadius dulcidus quidem nomine tenus, acidus vero insuavisque moribus es.
CCLIII. DEMETRIO HARETICO.
Petiisti a me, undenam Adaino, et sociæ pelliceæ
tunice copia fuit “; contra ipse a te posco: undenam cœlum ex iis quæ non erant protensum est,
et in sublime 95 extensum; unde sol lucens conditus est, unde luna choreæque stellarum, ex
quibus substantiis montes scissi sunt; unde cuipis
et culicis in Ægypto magno Moysi abundantia, quomodo ligneum baculum in serpentem animatum
repentemque conversum est; unde legumlatoris
manui datum est, ut veluti nix albesceret? Eadem
jlaque ratione tunc, ita, Domnino annuente, pelliceas tunicas absque animalibus, et arte humana,
et vario opificio, cum arrisit, his, qui cum Adam
crant, confecit; quemadmodum et ab initio cuin
voluit, et calum, et omnia creata sunt.
CCLIV. — Eidem.
Primum quidem illud Girmum sit, quod non ut
intellectu, sed ut sensu percipiebatur, Christus
dixit: e Ab initio, qui creavit, masculum et feminam fecit 48
» et: c Quod Deus conjunxit, homo
non separet *.» Postmodum dictum Apostoli per
allegoriam explana, ‹ Magnum mysterium in
Christum et in Ecclesiam ", quod ex carnibus
ipsius et ossibus sumus, quia participes Christi
sumus, et ipsi in fide, cognitione et virtutibus
conjungimur.
CCLV. FAUSTO PRIMATI.
Prædicamus, glorificamus, laudamus, adoramus
Patrem, et Filium, et Spiritum sanctum, unam
* Joan. iv, 52. 48 Isa. vii, 15. 66 Psal. LXVIII, 22.
* Ephes. v, 52.
ΣΝ. — ΤΕΥΚΡΩ ΔΙΑΚΟΝΩ.
δεται ὁ ἡμέτερος Κύριος Σωτήρ καὶ Χριστὸς
τοῖς ἐπαινετοῖς ἔργοις ἡμῶν καθεκάστην ἡμέραν,
καὶ νύκτα τρεφόμενος, ο Βρῶμα γὰρ ἔχω φαγεῖν, ο
ἔλεγε τοῖς ἀποστόλοις, «ὅπερ ὑμεῖς οὐκ ἐπίστασης
νῦν,» μετὰ δὲ ταῦτα γνώσεσθε, τῆς τῶν Σαμαρειτών
πόλεως τῶν τότε πιστευσάντων, καὶ τῆς τῶν μετά
τοῦτο μυρίων ἐθνῶν χριστιανισάντων σωτηρίαν τὴν
ἐδωδὴν προαινιττόμενος τοῖς οἰκείοις φοιτηταῖς. Καὶ
γὰρ ὁ Ησαΐας προανεφώνει περὶ Χριστοῦ, ὅτιπερ
• Βούτυρον καὶ μέλι φάγεται.» ῾Ο ἐν ἀρχῇ μὲν τὸν
Αδάμ πλαστουργήσας, ὕστερον δὲ ὡς παιδίον, καὶ
ὡς ἄνθρωπος ἐφθεὶς Χριστὸς Ἰησοῦς ὁ Θεὸς καὶ οὐ.
ρανοῦ, καὶ γῆς, καὶ πάντων ὁρατῶν. Διὰ βουτύρου
καὶ μέλιτος τὸ τρόφιμον τῇ ψυχῇ καὶ τὸ γλυκύ,
καὶ προσηνὲς ὑπερφαίνων τῆς τῶν Χριστιανών καλ
λίστης εργασίας.
ΣΝΑ.
Τῷ αὐτῷ.
Ἐὰν καλὰ πράττης ἔργα, καὶ μιμῇ τὸ πρᾶον του
Ἰησοῦ, ἔθρεψας αὐτὸν βουτύρῳ καὶ μέλιτι· ἐὰν δὲ
ὀργίλος μένῃ, καὶ φαύλων εργάτης πράξεων, λέξει
εὐλόγως καὶ περὶ σοῦ Ἰησοῦς, ὅτι «Εδωκεν οὗτος
εἰς τὸ βρῶμα μου χολὴν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου
ἐπότισέ με ὄξος. ο
ΣΝΒ'.
ΓΛΥΚΑΔΙΩ ΠΡΟΤΗΚΤΟΡΙ.
Γλυκάδιος μὲν τὸ ὄνομα κέκλησαι, ὀξινὸς δὲ καὶ
ἀηδῆς τὸν τρόπον καθέστηκας.
ΣΝΓ'. — ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΑΙΡΕΤΙΚΟ.
Ἠρώτησάς με, πόθεν τοῖς περὶ τὸν Ἀδὰμ ηὑρέ
θησαν δερμάτινοι χιτῶνες; Αντερωτῶ σε καγω, πό
θεν οὐρανὸς ἐξ οὐκ ὄντων τέταται ἐν μετεώρῳ ἀνα -
πετασμένος· πόθεν ἐκτίσθη ἥλιος ἀποστίλβων· πόθεν
σελήνη, καὶ ἀστέρων χορεία· ἀπὸ ποίων φύσεων
ἐτμήθη ὄρη· πόθεν τῆς κνιπὸς, καὶ τοῦ κώνωπος ἐν
Αἰγύπτῳ ὁ πορισμὸς τῷ μεγάλῳ Μωϋσῇ· πῶς ἡ
ξυλίνη ράβδος μετεβλήθη εἰς ὅριν ἐμψυχωμένον, και
Έρποντα· πόθεν τῇ χειρὶ τοῦ νομοθέτου τὸ ὥσπερ
χιόνα λευκανθῆναι; Οὕτως οὖν καὶ τότε θελήσας ὁ
Κύριος δερματίνους χιτῶνας, χωρίς ζώων, καὶ τέ
χνης τινὸς ἀνθρωπίνης, καὶ πολυτρόπου εργασίας
ἅμα θέλων ἐποίησε τοῖς περὶ τὸν Ἀδάμ, ὡς ἀπ' ἀρ
χῆς ἅμα ἠθέλησε, καὶ οὐρανὸς, καὶ πάντα γεγέν
νηται.
ΣΝΑ.
Τῷ αὐτῷ.
Στήσον πρῶτον τὸ οὐχὶ νοητῶς, ἀλλ᾽ αἰσθητῶς
παρὰ Χριστοῦ εἰρημένον, ὅτι «Ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ Κτίσας
ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν,» καί· Οπερ ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μή χωριζέτω.» Καὶ ὕστερον ἀλληγόρει, ὅπερ φησὶν ὁ ᾿Απόστολος· «Τὸ μέγα μυστή
ριον εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ο ὅτι ἐκ
τῶν σαρκῶν αὐτοῦ καὶ τῶν ὀστέων ἑσμέν, διὰ τὸ
μετέχειν Χριστοῦ, καὶ συνηνῶσθαι αὐτῷ ἐν πίστει,
καὶ γνώσει, καὶ ἀρεταῖς.
ENE'. ΦΑΙΣΤΩ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ.
Ανευφημοῦμεν, δοξάζομεν, ὑμνοῦμεν, προσκυνοῦμεν Πατέρα, καὶ Υἱὸν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, μίαν
47 Gen. 11, 21. 48 Matth. XIX, 4. 4 ibid. 6.
col. 177–178page 60 of 262
PG 79:177δύναμιν, μίαν θεότητα, μίαν ἐξουσίαν, ἐν θέλημα, Τριάδα ὁμοούσιον δοξάζομεν, καὶ ὁμολογοῦμεν μπο ναδικῶς, τριαδικώς. Μοναδικῶς μὲν ἐν μιᾷ οὐσία, καὶ θεότητι, τριαδικῶς δὲ ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ήτοι προσώποις τρισίν. ΕΝΤ. - ΠΕΛΑΓΙΩ. ο Τοὺς ἐγγαστριμύθους, καὶ τοὺς ἀπὸ τῆς γῆς φω νοῦντας, τοὺς κενολογοῦντας, καθώς φησιν ή Γραφή, φευκτέον ἡμῖν· πᾶς γὰρ κεκωλυμένος, καὶ ψευδής λόγος, κενός ἐστιν ἀληθείας. Βλέπε, τί φασιν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, ὅτι «Ἐκ τοῦ πληρώματος τοῦ Θεοῦ ἐλάβομεν.» Οἱ δέ γε κενολογοῦντες αἱρετικοὶ οὐκ ἔχουσι λόγους ἐκ πληρώματος, πάντας δὲ κενοὺς τῆς ἀληθείας, καὶ κενοὺς τῆς θείας δυνάμεως, και του φίας. Οἵτινες ἐκ τῆς κοιλίας φωνοῦσιν· οἱ γὰρ μὴ ἔχοντες μὲν τὴν ἀλήθειαν, ἐπαγγελλόμενο: δὲ ταύτην, δῆλον ὅτι ἐκ κοιλίας φωνοῦσι, τῇ ἑαυτῶν κοιλίᾳ δου λεύοντες, «ὧν Θεὸς ἡ κοιλία λελόγισται.» Ἡ γὰρ πηγὴ τῶν λόγων τῶν γαστριμαργων οὐκ ἐξ ἁγίου προ έρχετα: Πνεύματος, οὐκ ἀπὸ ἡγεμονικοῦ, οὐκ ἀπὸ τῆς καρδίας τῆς τὸν Χριστὸν ποθούσης, ἀλλ' ἀπὸ κοιλίας ἐκβλύζεται. ΣΝΖ'. — ΔΙΟΚΛΗΤΙΑΝΟ. Δύναταί τις ἐκ τοῦ δεξιοῦ μέρος ἐπὶ τὸ ἀριστερὸν ῥᾳδίως μετατεθῆναι, ὥς φησιν ὁ ᾿Απόστολος· ὅτι «Ο δοχῶν ἑστᾶναι, βλεπέτω μὴ πέσῃ·» μέχρι γὰρ τῆς ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἐν ἀδήλοις ἐστὶ τὰ ἀνθρώπινα, ἀλλαχόθεν ἀλλαχοῦ μεταβαίνοντα. Καὶ πάντως αυτ ταῖς ὄψεσιν ἑώρακας τὸν ᾿Απολινάριον ἐν βίῳ σώ φρονί τε καὶ σεμνῷ καταγεγηρακότα, τίμιόν τε τῷ λόγῳ, καὶ ὑπὸ τῶν ᾿Αρειομανιτῶν καιρῷ δεδιωγμένον· καὶ ὅμως ὁ τοιοῦτος ἐξέπεσεν εἰς αἵρεσιν πλα νηθεὶς ὑπὸ τοῦ διαβόλου, καὶ δογματίζει φανερῶς, ὅτι ἄνωθεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τὴν σάρκα ἀνείληφεν, μήτε ψυχὴν, μήτε νοῦν ἔχουσαν, θείαν δὲ ἐμψυχίαν φησὶ τὴν θεότητα τοῦ Λόγου· σπουδῇ δὲ τοῦ πᾶσινἀνθρώποις φθονοῦντος διαβόλου· ὥς πού τινι τῶν σοφῶν εἴρηται, ὅτι φθόνος ἀεὶ ταῖς μεγάλαις εὐπραγίαις ἀντίπαλος· οὕτω διὰ προσώπων προβεβοημέ νων, καὶ πάνυ θαυμασθέντων βαλεῖν τινας προφάσεις, ἵνα τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν θορυβήσῃ, καὶ λυπήσῃ, καὶ στιβαρῶς ταράξῃ, καὶ συγχήσῃ. ΣΝΗ. - ΣΑΒΟΥΡΙΑ ΚΟΜΗΤΙ. Περὶ τῆς νοητῆς Ἱερουσαλήμ, τουτέστι τῆς Ἐκε κλησίας, γέγραπται τό·. Ης ἡ μετοχὴ αὐτῆς ἐπὶ τὸ αὐτό.» Πάντες γὰρ οἱ πιστεύοντες, ἓν σῶμα, καὶ ἐν πνεύμα, μία πόλις τῷ τρόπῳ ὑπάρχοντες, συν ερχόμενοι ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης, καὶ τῆς ἀγάπης, ὁμοθυμαδὸν μετέχομεν τῶν χαρ σμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ΣΝΘ. - ΝΑΥΚΡΑΤΙΩ. Τὴν ἔνσαρκον οίκονομίαν λύχνον φησίν· ἡ γὰρ τοῦ α)
EPISTOLARUM LIB. I.
δύναμιν, μίαν θεότητα, μίαν ἐξουσίαν, ἐν θέλημα, naturam, unam potentiam, unam deitatem,
Τριάδα ὁμοούσιον δοξάζομεν, καὶ ὁμολογοῦμεν μπο
ναδικῶς, τριαδικώς. Μοναδικῶς μὲν ἐν μιᾷ οὐσία,
καὶ θεότητι, τριαδικῶς δὲ ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν,
ήτοι προσώποις τρισίν.
ΕΝΤ. - ΠΕΛΑΓΙΩ.
ο
Τοὺς ἐγγαστριμύθους, καὶ τοὺς ἀπὸ τῆς γῆς φωνοῦντας, τοὺς κενολογοῦντας, καθώς φησιν ή Γραφή,
φευκτέον ἡμῖν· πᾶς γὰρ κεκωλυμένος, καὶ ψευδής
λόγος, κενός ἐστιν ἀληθείας. Βλέπε, τί φασιν ἐν τῷ
Εὐαγγελίῳ, ὅτι «Ἐκ τοῦ πληρώματος τοῦ Θεοῦ
ἐλάβομεν.» Οἱ δέ γε κενολογοῦντες αἱρετικοὶ οὐκ
ἔχουσι λόγους ἐκ πληρώματος, πάντας δὲ κενοὺς τῆς
ἀληθείας, καὶ κενοὺς τῆς θείας δυνάμεως, και του
φίας. Οἵτινες ἐκ τῆς κοιλίας φωνοῦσιν· οἱ γὰρ μὴ
ἔχοντες μὲν τὴν ἀλήθειαν, ἐπαγγελλόμενο: δὲ ταύτην,
δῆλον ὅτι ἐκ κοιλίας φωνοῦσι, τῇ ἑαυτῶν κοιλίᾳ δου
λεύοντες, «ὧν Θεὸς ἡ κοιλία λελόγισται.» Ἡ γὰρ πηγὴ
τῶν λόγων τῶν γαστριμαργων οὐκ ἐξ ἁγίου προ
έρχετα: Πνεύματος, οὐκ ἀπὸ ἡγεμονικοῦ, οὐκ ἀπὸ
τῆς καρδίας τῆς τὸν Χριστὸν ποθούσης, ἀλλ' ἀπὸ
κοιλίας ἐκβλύζεται.
ΣΝΖ'. — ΔΙΟΚΛΗΤΙΑΝΟ.
Δύναταί τις ἐκ τοῦ δεξιοῦ μέρος ἐπὶ τὸ ἀριστερὸν
ῥᾳδίως μετατεθῆναι, ὥς φησιν ὁ ᾿Απόστολος· ὅτι
«Ο δοχῶν ἑστᾶναι, βλεπέτω μὴ πέσῃ·» μέχρι γὰρ
τῆς ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἐν ἀδήλοις ἐστὶ τὰ ἀνθρώπινα,
ἀλλαχόθεν ἀλλαχοῦ μεταβαίνοντα. Καὶ πάντως αυτ
ταῖς ὄψεσιν ἑώρακας τὸν ᾿Απολινάριον ἐν βίῳ σώφρονί τε καὶ σεμνῷ καταγεγηρακότα, τίμιόν τε τῷ
λόγῳ, καὶ ὑπὸ τῶν ᾿Αρειομανιτῶν καιρῷ δεδιωγμένον· καὶ ὅμως ὁ τοιοῦτος ἐξέπεσεν εἰς αἵρεσιν πλανηθεὶς ὑπὸ τοῦ διαβόλου, καὶ δογματίζει φανερῶς,
ὅτι ἄνωθεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τὴν σάρκα ἀνείληφεν,
μήτε ψυχὴν, μήτε νοῦν ἔχουσαν, θείαν δὲ ἐμψυχίαν
φησὶ τὴν θεότητα τοῦ Λόγου· σπουδῇ δὲ τοῦ πᾶσιν
ἀνθρώποις φθονοῦντος διαβόλου· ὥς πού τινι τῶν
σοφῶν εἴρηται, ὅτι φθόνος ἀεὶ ταῖς μεγάλαις εὐπραγίαις ἀντίπαλος· οὕτω διὰ προσώπων προβεβοημένων, καὶ πάνυ θαυμασθέντων βαλεῖν τινας προφά
σεις, ἵνα τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν θορυβήσῃ,
καὶ λυπήσῃ, καὶ στιβαρῶς ταράξῃ, καὶ συγχήσῃ.
ΣΝΗ. - ΣΑΒΟΥΡΙΑ ΚΟΜΗΤΙ.
Περὶ τῆς νοητῆς Ἱερουσαλήμ, τουτέστι τῆς Ἐκε
κλησίας, γέγραπται τό·. Ης ἡ μετοχὴ αὐτῆς ἐπὶ
τὸ αὐτό.» Πάντες γὰρ οἱ πιστεύοντες, ἓν σῶμα, καὶ
ἐν πνεύμα, μία πόλις τῷ τρόπῳ ὑπάρχοντες, συν
ερχόμενοι ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης,
καὶ τῆς ἀγάπης, ὁμοθυμαδὸν μετέχομεν τῶν χαρ:-
σμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
ΣΝΘ. - ΝΑΥΚΡΑΤΙΩ.
Τὴν ἔνσαρκον οίκονομίαν λύχνον φησίν· ἡ γὰρ τοῦ
an
auctoritatem, unam voluntatem, unius essentiæ
Trinitatem firmiter tenemus, et confitemur unico
trinoque modo; unico in una essentia et deitate;
trino vero in tribus 96 hypostasibus, sive personis.
CCLVI. PELAGIO.
Ventriloqui, ¡lique qui e terra clamant, frustraque sermones congerunt, ut Scriptura ait,
fugiendi sunt. Omnis etenim prohibitus a
niendax sermo, veritate vacuus est. Vide quid dicatur in Evangelio:. Ex plenitudine Dei accepimus”. › Qui vero verba frustra consarcinant
hæretici, non possident sermones ex plenitudine,
sed omnes veritatis divinæ potentiæ ac sapientia:
vacuos. Qui ex ventre clamant: qui enim veritatem non possident, et eam profitentur, manifestum
est cos e ventre clamare, suo ventri audientes,
‹ quibus Deus venter est ". › Fons etenim sermonum ventri deditorum non ex Spiritu sancto effluit,
non a principe animæ parte, non a corde Christum
concupiscente, sed a ventre emanat.
CCLVII. DIOCLETIANO.
Potest quispiam ex parte dextra in sinistram
facili negotio convolvi, ut ait Apostolus: Qui sibi
videtur stare, videat ne cadat s
:» namque ad
extremum usque spiritum res humanæ in incerto
sunt, hinc atque illinc sese deflectentes. El sanc
tuis ipse oculis inspexisti Apollinarium in vita prudenti et veneranda senio ingravescentem, sermone
honorificum, et ab Arianis per aliquod tempus
persecutionem passum. Ilic nihilominus a diabolo
seductus, in hæresim incidit, palamque veluti
dogma enuntiavit, 97 Filium Dei loco e superiori
carnem assumpsisse, anima menteque ex parte, et
divinam inanimationem vocat Verbi deitatem:
idque opera universis hominibus invidentis diaboli; quemadmodum ani ex sapientibus dictum
est, invidiam semper esse magnorum ac fortunatorum successuum adversatricem. Sic per viros
magni nominis, et qui maxima in admiratione fuerunt, nonnihil comminiscitur, ut Dei Ecclesiam
turbet, mœrore afficiat, ac valide concussam confodiat.
CCLVIII. SABURIO COMITI.
De intellectuali Hierusalem, id est Ecclesia,
scriptum est: • Cujus participatio ejus in idipsum 55., Omnes enim credentes, unum corpus, ct
unus spiritus, unaque civitas moribus cum simus
in idem convenientes, in pacis vinculo et charita
tis, unanimiter Spiritus sancti munerum participes
evadimus.
CCLIX. NAUCRATIO.
Incarnationis dispositionem lucernam vocat:
• Levit. sis. 31. se Joan. 1, 15. ** Ph.Kpp. i, 19. α) 1 Cor. x, 12. 85 Psal. cxxi, 3.
col. 179–180page 61 of 262
PG 79:179Θεοῦ σοφία τὸν εἰρημένον ἄψασα λύχνον ηὗρε τὴν δραχμὴν τὴν ἀπολωλυΐαν. ΣΞ'. - Τῷ αὐτῷ. Πᾶν τὸ ἄξιον σωτηρίας ηὑρέθη, τὸ δ' ἀνάξιον διὸ τὴν ἀμετανοησίαν, καὶ τὴν πώρωσιν οὐχ εὑρῆσθαι λέγεται·ι Ἐὰν γὰρ ὑπάρχει ὥσπερ ὁ ἄμμος τῆς θαλάσσης, τὸ κατάλειμμα σωθήσεται, ο ήτοι τὸ λε γόμενον παρὰ τῷ ᾿Αποστόλῳ λείμμα κατ' ἐκλογὴν χάριτος σωζόμενον διὰ πίστεως. ΣΞΑ'. - Τῷ αὐτῷ. Εἰ πάντες, ὡς λέγεις, σώζονται, πῶς πᾶσι γέγονα πάντα, ἵνα πάντως τινὰ σώσω; «Πῶς δὲ παραζηλώσω μου τὴν σάρκα ὅπως σώσω τινὰς ἐξ αὐτῶν, καὶ οὐ πάντας;» ΣΕΒ'. Τῷ αὐτῷ. Μελίσσας τινὲς τοὺς προφήτας κικλήσκουσι, μετ λισσουργεῖον δ' αὐτῶν τὴν θείαν εἶναι Γραφήν. Καλόν τοίνυν ὑπάρχει, πείθεσθαι τῷ Σολομῶντι φάσκοντι Υιέ μου, φάγε μέλι, ὅπως ἂν γλυκανθείης τὸν τῆς ψυχῆς φάρυγγα.» Βρῶσιν δὲ λέγει γλυκεῖαν, καὶ μελιτώδη τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τὴν μελέτην τῶν λογίων τοῦ Πνεύματος. ΣΕΓ'. Τῷ αὐτῷ. Πυνθάνῃ μου, τί ἐστι τὸ γεγραμμένον, ότι «Οὐκ ἐγίνωσκεν Ἰωσὴφ τὴν Μαρίαν, ἕως οὗ ἔτεκεν.» Τουτ έστιν, οὐκ ᾔδει, οὐδὲ ἠπίστατο, ὅτι Θεοτόκος ή Μα ρία δειχθήσεται. Μετὰ δὲ τὸν παράδοξον τόκον, ἀπ ήγγειλαν οἱ ποιμένες τοὺς λόγους τῶν ἀγγέλων, ὅτι Ἐτέχθη παρὰ τῷ κόσμῳ Χριστὸς Κύριος ἐν πόλει Δαυΐδ·, καί·· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη» καὶ τὰ ἑξῆς. ΣΕΔ'. ΚΑΛΛΙΜΑΧΟ ΜΕΜΟΡΙΑΛΙΟ. Ψιλὸν τὸ γράμμα τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς, κη ρίον ἂν λέγοιτο· ὁ δέ γε ἐν τῷ γράμματι τεθησαυρισμένος νοῦς, μέλι τροπικῶς ῥηθήσεται. ΣΞΕ. - ΠΑΥΛΟ ΔΕΚΕΜΠΡΙΜΟ. δοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία μου, ο Χριστὸς ὁ Σωτὴρ ἐβόα διὰ τοῦ Ἡσαΐου. Ὡς γὰρ παιδίοις διείλεκται ὁ Σωτὴρ τοῖς ἁγίοις, ὅσα χωρῆσαι ἐδύναντο, καὶ τοῖς ἄλλοις διακονῆσαι· πρὸς γὰρ τὴν τοῦ Χριστοῦ τελειότητα, πάντες οἱ ἅγιοι παιδία τυγχάνουσιν. ΣΕΦ. ΚΥΡΙΛΛΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Τυπικῶς ἡ πρώτη Εύα ζωὴ ἐκλήθη, ἵνα σημάνῃ τὴν δευτέραν, τουτέστι, τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν γεν νήσασαν τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων Χριστὸν τὸν Κύ ριον τῆς δόξης. Αὕτη γὰρ ἀληθῶς μήτηρ δείκνυται πάντων τῶν εὐαγγελικῶς ζώντων, καὶ μὴ ἀποθνησκόντων τὰς ψυχὰς διὰ τῆς ἀπιστίας. ΣΕΖ΄. Τῷ αὐτῷ. Τις ἔδωκε γυναιξὶ σοφίαν υφαντικήν; ὁ Δεσπότης τῷ Ἰὼβ διελέγετο. Η μὲν γὰρ πρώτη γυνή σοφίας τετύχηκεν ἐξυφαίνειν ἱμάτια βλεπόμενα, ἵνα τὴν φαινομένην τῶν σωμάτων γύμνωσιν τούτοις περισκέ πωμεν. Ἡ δὲ δευτέρα, τουτέστιν ἡ Θεοτόκος, τηλε ΧΧΙ,
Sapientia quippe Dei dictam lucernam accendens Θεοῦ σοφία τὸν εἰρημένον ἄψασα λύχνον ηὗρε τὴν
drachmam deperditam invenit **.
δραχμὴν τὴν ἀπολωλυΐαν.
CCLX. Eidem.
Quod salute est dignum, omne inventum est;
indignum propter impœnitentiam et stuporem non
dicitur inventum. Etenim licet sint sicuti arena
maris, reliquiæ salvabuntur ",» sive quod apud
Apostolum residuum secundum electionem gratis
dicitur, 98 quod per fidem servatur 58.
CCI.XI. Eidem.
Si omnes, ut tu dicis, salvantur, quomodo factus
sum omnibus omnia, ut omnino aliquem lucrifacerem”? ‹ Quomodo ad æmulandum provocem
carnem meam, ut aliquos ex illis, non omnes,
salvos faciam “? ›
CCLXII. Eidem.
Nonnulli prophetas apes nuncupant: mellificium
eorum tradunt esse divinam Scripturam. Bonum
itaque fuerit credere Salomoni dicenti Fili mi,
comede mel, ut animæ fauces dulcescant ".» Cibum dulcem ac melleum vocat lectionem, et eloquiorum Spiritus meditationem.
CCLXIII. Eidem.
Poscis a me, quid illud notet, quod scribitur:
• Non cognoscebat Joseph Mariam, donec peperit 6?, id est, non callebat, neque sciebat, quod
Deipara Maria ostenderetur. Sed post partum admirabilem annuntiaverunt pastores angelorum
sermones Natus est in mundo Christus Dominus in civitate David 6.. Et: «Gloria in excelsis
Deo, et in terra pax **, etc.
CCLXIV. CALLIMACHO MEMORIALIO.
Simplex ac nuda divinitus inspiratæ Scripturæ
littera favus 6 nou male dicitur: qui sub littera
yeluti thesaurus absconditur sensus, figurate mel
vocabitur.
99 CCLXV. PAULO DECEMPRIMO.
• Ecce ego et pueri mei 66; › Servator Christus
per Isaiam clamabat. Quemadmodum enim puerulis sanctis expedivit Servator, quæcunque illi capere poterant, aliisque ministrare. Christi quippe
perfectioni sancti omnes æquiparati pueri sunt.
CCLXVI. • CYRILLO PRIMATI.
Figurate principio condita Eva vita vocata est 67,
ut illi secundam adnotaret, sanctam nempe Mariam, quæ vitam hominum Christum Doniinum
gloriæ peperit. Ipsa siquidem vera mater omnium,
qui evangelicis præceptis consentanee vivunt, neque
per incredulitatem animis emoriuntur, ostenditur.
CCLXVII. - Eidem.
ΣΞ'. - Τῷ αὐτῷ.
Πᾶν τὸ ἄξιον σωτηρίας ηὑρέθη, τὸ δ' ἀνάξιον διὸ
τὴν ἀμετανοησίαν, καὶ τὴν πώρωσιν οὐχ εὑρῆσθαι
λέγεται·ι Ἐὰν γὰρ ὑπάρχει ὥσπερ ὁ ἄμμος τῆς
θαλάσσης, τὸ κατάλειμμα σωθήσεται, ο ήτοι τὸ λεγόμενον παρὰ τῷ ᾿Αποστόλῳ λείμμα κατ' ἐκλογὴν
χάριτος σωζόμενον διὰ πίστεως.
ΣΞΑ'. - Τῷ αὐτῷ.
Εἰ πάντες, ὡς λέγεις, σώζονται, πῶς πᾶσι γέγονα
πάντα, ἵνα πάντως τινὰ σώσω; «Πῶς δὲ παραζηλώσω
μου τὴν σάρκα ὅπως σώσω τινὰς ἐξ αὐτῶν, καὶ οὐ
πάντας;»
ΣΕΒ'.
Τῷ αὐτῷ.
Μελίσσας τινὲς τοὺς προφήτας κικλήσκουσι, μετ
λισσουργεῖον δ' αὐτῶν τὴν θείαν εἶναι Γραφήν. Καλόν
τοίνυν ὑπάρχει, πείθεσθαι τῷ Σολομῶντι φάσκοντι·
• Υιέ μου, φάγε μέλι, ὅπως ἂν γλυκανθείης τὸν τῆς
ψυχῆς φάρυγγα.» Βρῶσιν δὲ λέγει γλυκεῖαν, καὶ
μελιτώδη τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τὴν μελέτην τῶν λογίων
τοῦ Πνεύματος.
ΣΕΓ'.
Τῷ αὐτῷ.
Πυνθάνῃ μου, τί ἐστι τὸ γεγραμμένον, ότι «Οὐκ
ἐγίνωσκεν Ἰωσὴφ τὴν Μαρίαν, ἕως οὗ ἔτεκεν.» Τουτέστιν, οὐκ ᾔδει, οὐδὲ ἠπίστατο, ὅτι Θεοτόκος ή Μαρία δειχθήσεται. Μετὰ δὲ τὸν παράδοξον τόκον, ἀπήγγειλαν οἱ ποιμένες τοὺς λόγους τῶν ἀγγέλων, ὅτι
• Ἐτέχθη παρὰ τῷ κόσμῳ Χριστὸς Κύριος ἐν πόλει
Δαυΐδ·, καί·· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς
εἰρήνη» καὶ τὰ ἑξῆς.
ΣΕΔ'.
ΚΑΛΛΙΜΑΧΟ ΜΕΜΟΡΙΑΛΙΟ.
Ψιλὸν τὸ γράμμα τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς, κηρίον ἂν λέγοιτο· ὁ δέ γε ἐν τῷ γράμματι τεθησαυρι
σμένος νοῦς, μέλι τροπικῶς ῥηθήσεται.
ΣΞΕ. - ΠΑΥΛΟ ΔΕΚΕΜΠΡΙΜΟ.
• δοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία μου, ο Χριστὸς ὁ Σωτὴρ
ἐβόα διὰ τοῦ Ἡσαΐου. Ὡς γὰρ παιδίοις διείλεκται ὁ
Σωτὴρ τοῖς ἁγίοις, ὅσα χωρῆσαι ἐδύναντο, καὶ τοῖς
ἄλλοις διακονῆσαι· πρὸς γὰρ τὴν τοῦ Χριστοῦ τελει
ότητα, πάντες οἱ ἅγιοι παιδία τυγχάνουσιν.
ΣΕΦ.
ΚΥΡΙΛΛΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ.
Τυπικῶς ἡ πρώτη Εύα ζωὴ ἐκλήθη, ἵνα σημάνῃ
τὴν δευτέραν, τουτέστι, τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν γεννήσασαν τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων Χριστὸν τὸν Κύ
ριον τῆς δόξης. Αὕτη γὰρ ἀληθῶς μήτηρ δείκνυται
πάντων τῶν εὐαγγελικῶς ζώντων, καὶ μὴ ἀποθνησκόντων τὰς ψυχὰς διὰ τῆς ἀπιστίας.
ΣΕΖ΄.
Τῷ αὐτῷ.
Τις ἔδωκε γυναιξὶ σοφίαν υφαντικήν; ὁ Δεσπότης
τῷ Ἰὼβ διελέγετο. Η μὲν γὰρ πρώτη γυνή σοφίας
τετύχηκεν ἐξυφαίνειν ἱμάτια βλεπόμενα, ἵνα τὴν
φαινομένην τῶν σωμάτων γύμνωσιν τούτοις περισκέ
πωμεν. Ἡ δὲ δευτέρα, τουτέστιν ἡ Θεοτόκος, τηλε5. Rom. x1, 5. 59 | Cor. IX, 23. 60 Rom. st, 14.
Quis artem textoriam mulieribus tradidit, a Jobo
Dominus percontatur 68. Prima siquidem mulier
texendorum vestimentorum, que oculis objiciuntur, sapientiam habuit, ut patentem corporum nuditatem illis contegeremus. At secunda, Deipara
86 Luc. xv. 8. 37 Rom. 13, 27; Isa. x, 22.
• Ρroν. ΧΧΙ, 13. * Matth. 1, 25. es Luc. u, 11.
* Gen. 1, 19.
68 Job xxxvi, 36.
es Ibid.
6 Psal. xvii, 11. " Isa. viii, 18.
col. 181–182page 62 of 262
PG 79:181καύτην σοφίαν ἐπεδείξατο, καὶ ποικιλτικὴν ἐπιστήμην, ὥστε ἐκ τῶν ἐρίων τοῦ ἐξ αὐτῆς γεννηθέντος ἀρνίου ἐνδῦσαι τοὺς πιστοὺς ἅπαντας, τὰ ἐνδύματα τῆς ἀφθαρσίας, καὶ τὸ ἀοράτου ἐλευθερώσαι γυμνώσεως. Πᾶν γὰρ τὸ σύστημα Χριστιανῶν ἀληθινὸν πάρο εστι ἐκ δεξιῶν τοῦ ἄνω Βασιλέως, ἐν ἱματισμῷ δια χρύσῳ περιβεβλημένον, πεποικιλμένον τοῖς μυρίοις τῶν ἀρετῶν εἴδεσιν. ΣΞΗ. Τῷ αὐτῷ Ο μὲν 'Αδάμ πέπλασται, ἡ δὲ Ενα ᾠκοδομήθη, ἵνα δειχθῇ Θεὸς Λόγος, ἐκ Μαρίας μὲν τὸ σῶμα τὸ ἄσπιλον ἀναπλάσας ἑαυτῷ, ἐκ δὲ τῆς νυγείσης ἐπὶ τοῦ σταυροῦ πλευρᾶς τὴν νύμφην ἑαυτοῦ τὴν Ἐκε κλησίαν οἰκοδομών. ΣΕΘ'. Τῷ αὐτῷ. Γέγραφας, ὅτι Εἰ πρῶτον οὐκ ἐγίνωσκε τὴν Παρ θένον Ἰωσὴφ μέχρι τῆς ἀποτέξεως, πάντως δήπου μετὰ τὸν τόκον ἔγνω. Πῶς οὖν ἔγνω; Πρόδηλον, ὅτι ἔγνω τιμᾷν καὶ καταδεῖσθαι τὴν ἐκ Θεοῦ τετιμημένην παρθένον πρὸ τὸ ἀποτέξεως, καὶ πάλιν παρθένον μετὰ τὸν τόκον φανεῖσαν. Συ'. Τῷ αὐτῷ. Ὁ ἐν τῷ τίκτεσθαι ἀνοίξας τὴν ἀμόλυντον μήτραν Δεσπότης ἡμῶν Χριστὸς, αὐτὸς καὶ μετὰ τὸ τεχθῆναι τὴν μήτραν ἐσφράγισεν οἰκεία σοφίᾳ, καὶ δυνάμει, καὶ θαυματοποιία, μηδόλως παραλύσας τῆς παρθενίας τα σήμαντρα. Θεοῦ δὲ ἔργον τοῦτο πᾶς τις εὐ φρονῶν συνομολογήσαιεν. ΣΟΑ'. Τῷ αὐτῷ. Ολην τὴν διάνοιαν πρὸς τὸ σαρκικόν φρόνημα κατανεύεις, καὶ λέγεις τό· Εγνω αὐτήν· εἴ γε καὶ ἔγνω, μίξιν ὑπαινίττεσθαι. ᾿Αλλὰ γνώθι, κομψότατε, ὅτι οὐ φιλήδονος, οὐδὲ λάγνος ὑπῆρχεν ὁ Ἰωσήφ, ἀλλὰ καὶ πάνυ θεοσεβής τε καὶ δίκαιος. ᾿Ακούσας δὲ παρὰ τοῦ ἀγγέλου εἰπόντος περὶ τῆς Παρθένου ἐπιτόκου τυγχανούσης, ε ὅτι Τὸ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν ἁγίου, καὶ τεχθήσεται, καὶ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει εἰς τοὺς αἰῶνας,» προσέθετο εὐλαβεῖσθαι ἀπὸ προσώπου Κυ ρίου, φρίξας τοῦτο δὴ τὸ ἔκπληκτον, καὶ παραδοξότατον μυστήριον. Διόπερ οὐκ ἔτι λοιπὸν ὡς μνηστήρ, καὶ ἀνὴρ, ἀλλ' ὡς λατρευτής, καὶ διάκονος Θεοῦ ἐμε βριθέστατος, συσφίγξας τῇ σωφροσύνῃ τοὺς οἰκείους λογισμούς, ἐξυπηρετεῖτο σὺν πάσῃ ὁσιότητι, καὶ πολλῇ ἁγνότητι, καὶ φόβῳ θείῳ τῇ λεγομένῃ, οὐ μὴν καὶ οὔσῃ, γυναικὶ αὐτοῦ Μαρία. ΣΟΒ. – ΠΤΟΛΕΜΑΙΟ. Εἰ κατὰ τὸν ᾿Απολινάριον λέγεις καὶ σὺ, ὅτιπερ ὁ Θεὸς Λόγος ἐξ οὐρανοῦ λαβὼν τὴν σάρκα εἰς τὴν γῆν κατελήλυθεν, τίς χρεία τῆς μακαρίας Παρθένου; Οὐκοῦν, φρονιμώτατε, γίνωσκε ἀκριβέστατα, ὅτι ὁ ἄπλαστος κατὰ τὴν θεότητα Κύριος ἑαυτὸν ἐκ τῆς Παρθένου ἄνευ σπέρματος, καὶ φθορᾶς, καὶ δίχα παντός τύπου ἔπλασε κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Οπου δὲ Πνεύματος ἁγίου παρουσία, ἐκεῖ μηδόλως μολυ σμὸς ἐννοείσθω.
EPISTOLARUM LIB. I.
καύτην σοφίαν ἐπεδείξατο, καὶ ποικιλτικὴν ἐπιστή- nempe, talem sapientiam et arten variegandi indiμην, ὥστε ἐκ τῶν ἐρίων τοῦ ἐξ αὐτῆς γεννηθέντος cavit, ut ex lana ab ipsa progeniti agni, fideles
ἀρνίου ἐνδῦσαι τοὺς πιστοὺς ἅπαντας, τὰ ἐνδύματα
τῆς ἀφθαρσίας, καὶ τὸ ἀοράτου ἐλευθερώσαι γυμνώ
σεως. Πᾶν γὰρ τὸ σύστημα Χριστιανῶν ἀληθινὸν πάρο
εστι ἐκ δεξιῶν τοῦ ἄνω Βασιλέως, ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένον, πεποικιλμένον τοῖς μυρίοις
τῶν ἀρετῶν εἴδεσιν.
ΣΞΗ.
Τῷ αὐτῷ
Ο μὲν 'Αδάμ πέπλασται, ἡ δὲ Ενα ᾠκοδομήθη,
ἵνα δειχθῇ Θεὸς Λόγος, ἐκ Μαρίας μὲν τὸ σῶμα τὸ
ἄσπιλον ἀναπλάσας ἑαυτῷ, ἐκ δὲ τῆς νυγείσης ἐπὶ
τοῦ σταυροῦ πλευρᾶς τὴν νύμφην ἑαυτοῦ τὴν Ἐκε
κλησίαν οἰκοδομών.
ΣΕΘ'. Τῷ αὐτῷ.
Γέγραφας, ὅτι Εἰ πρῶτον οὐκ ἐγίνωσκε τὴν Παρθένον Ἰωσὴφ μέχρι τῆς ἀποτέξεως, πάντως δήπου
μετὰ τὸν τόκον ἔγνω. Πῶς οὖν ἔγνω; Πρόδηλον, ὅτι
ἔγνω τιμᾷν καὶ καταδεῖσθαι τὴν ἐκ Θεοῦ τετιμημένην
παρθένον πρὸ τὸ ἀποτέξεως, καὶ πάλιν παρθένον
μετὰ τὸν τόκον φανεῖσαν.
Συ'.
Τῷ αὐτῷ.
Ὁ ἐν τῷ τίκτεσθαι ἀνοίξας τὴν ἀμόλυντον μήτραν
Δεσπότης ἡμῶν Χριστὸς, αὐτὸς καὶ μετὰ τὸ τεχθῆναι
τὴν μήτραν ἐσφράγισεν οἰκεία σοφίᾳ, καὶ δυνάμει,
καὶ θαυματοποιία, μηδόλως παραλύσας τῆς παρθενίας τα σήμαντρα. Θεοῦ δὲ ἔργον τοῦτο πᾶς τις εὐφρονῶν συνομολογήσαιεν.
ΣΟΑ'.
Τῷ αὐτῷ.
omnes incorruptibilitatis indumentis circumvestiret, et nuditate non omnibus patente liberaret. Omnis enim verus Christianorum cœtus adest a dextris
superni Regis in vestitu deaurato, circumdatus varrelate ", infinitis 100 virtutum generibus multiformis.
Eidem.
Adam creatus, Eva exstructa est ", ut Deus
Verbum commonstraret, sibi quidem intaminatuın
corpus ex Maria condidisse, ex aperto vero ipsius
in cruce latere sponsam sui Ecclesiam exstruxisse.
Eidem.
Scripsisti Si prius non cognoscebat Virginem
Joseph, donec pareret '', omnino post partum cognovit. Quomodo itaque cognovit? Manifestum est
cognovisse, illi, quæ a Deo ita cohonestata fuerat,
ut virgo ante partum, et rursum virgo post partum
permaneret, honorem ac reverentiam exhibere.
Eidem.
Qui, dum pareretur, vulvam immaculatam adaperuit Dominus noster Christus, ipse et post partum,
propria sapientia et facultate, non sine miraculo
illam obsignavit, nullo modo sigillis virginitatis
solutis. Quod Dei opus esse, quicunque sanæ mentis est, fatebitur.
CCLXXI. Eidem.
Totam mentem tuain ad carneas cogitationes defectis, dicisque: Cognovit illam; si cognovit,
concubitum innuere. Veruntamen scias, mi nasutule, Josephum 101 neque voluptatibus, neque
libidinibus deditum, sed piissimum justissimumque fuisse. Hic cum audisset ab angelo de Virgine
jam parturiente: «Quod ex ea nascetur, de Spiritu
sancto est”, et generabitur, et salvabit populum
suum, et regnabit in æternum ";» sibi cavendun
esse duxit a facie Domini, stupens ipse propter
stupendum atque admirabilissimum arcanum. Quapropter in posterum non ut procus aut maritus
sed ut cultor et minister Dei constantissimus, continentia propriis cogitationibus compressis, cum
omni pietate, et summa castimonia, et timore Dei,
quæ dicebatur, nec tamen erat uxor ipsius, se Mariae mancipaverat.
Ολην τὴν διάνοιαν πρὸς τὸ σαρκικόν φρόνημα
κατανεύεις, καὶ λέγεις τό· Εγνω αὐτήν· εἴ γε καὶ
ἔγνω, μίξιν ὑπαινίττεσθαι. ᾿Αλλὰ γνώθι, κομψότατε,
ὅτι οὐ φιλήδονος, οὐδὲ λάγνος ὑπῆρχεν ὁ Ἰωσήφ,
ἀλλὰ καὶ πάνυ θεοσεβής τε καὶ δίκαιος. ᾿Ακούσας
δὲ παρὰ τοῦ ἀγγέλου εἰπόντος περὶ τῆς Παρθένου
ἐπιτόκου τυγχανούσης, ε ὅτι Τὸ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν
ἐκ Πνεύματός ἐστιν ἁγίου, καὶ τεχθήσεται, καὶ
σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει εἰς τοὺς
αἰῶνας,» προσέθετο εὐλαβεῖσθαι ἀπὸ προσώπου Κυ
ρίου, φρίξας τοῦτο δὴ τὸ ἔκπληκτον, καὶ παραδοξότατον μυστήριον. Διόπερ οὐκ ἔτι λοιπὸν ὡς μνηστήρ,
καὶ ἀνὴρ, ἀλλ' ὡς λατρευτής, καὶ διάκονος Θεοῦ ἐμε
βριθέστατος, συσφίγξας τῇ σωφροσύνῃ τοὺς οἰκείους
λογισμούς, ἐξυπηρετεῖτο σὺν πάσῃ ὁσιότητι, καὶ
πολλῇ ἁγνότητι, καὶ φόβῳ θείῳ τῇ λεγομένῃ, οὐ μὴν
καὶ οὔσῃ, γυναικὶ αὐτοῦ Μαρία.
ΣΟΒ. – ΠΤΟΛΕΜΑΙΟ.
Εἰ κατὰ τὸν ᾿Απολινάριον λέγεις καὶ σὺ, ὅτιπερ ὁ
Θεὸς Λόγος ἐξ οὐρανοῦ λαβὼν τὴν σάρκα εἰς τὴν γῆν
κατελήλυθεν, τίς χρεία τῆς μακαρίας Παρθένου;
Οὐκοῦν, φρονιμώτατε, γίνωσκε ἀκριβέστατα, ὅτι ὁ
ἄπλαστος κατὰ τὴν θεότητα Κύριος ἑαυτὸν ἐκ τῆς
Παρθένου ἄνευ σπέρματος, καὶ φθορᾶς, καὶ δίχα
παντός τύπου ἔπλασε κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Οπου
δὲ Πνεύματος ἁγίου παρουσία, ἐκεῖ μηδόλως μολυ
σμὸς ἐννοείσθω.
CCLXXII. PTOLEMEO.
Si quemadmodum Apollinarius, ita et tu dicis,
Deum Verbum, e cœlo carne desumpta in terram
descendisse; quæ porro beatæ Virginis necessitas?
itaque, prudentissime vir, exquisitissime scito
eum qui secundum deitatem creatus non erat Dominus, ipse semet a Virgine sine semine et corruptione, et absque omni sorde secundum humanitatem efformasse. Ubi porro Spiritus sanctus
adest, ibi nulla omnino pollutio intelligenda est.
" Psal. xLiv, 14. * Gen. 11, 22. 71 Matth. 1, 23. 7 Matth. 1, 20. 73 Luc. 1, 32.
col. 183–184page 63 of 262
PG 79:183ΣΟΓ. ΕΥΡΥΚΛΕΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Ο τόπος ὁ καλούμενος Αἰνὼν πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐτύγχανεν. Αἰνὼν δὲ ἑρμηνεύεται ὀφθαλμὸς βασά νου, τουτέστιν ἐξητασμένη, καὶ βεβασανισμένη, καὶ ἔγκοπος θεωρία. Διορατικώτεροι τοίνυν ἐγένοντο οἱ βαπτισθέντες. Σαλείμ δὲ ἑρμηνεύεται, υἱὸς ἀνα βαίνων· Ἰορδάνης δὲ κατάβασις λέγεται τῇ Ελ ληνική γλώσσῃ. Πέραν δὲ τῆς καταβάσεως ἐστιν ἡ ἀνάβασις τῶν ὑπὸ τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ βαπτιζομένων εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Χρι στοῦ. ΣΟΔ'. - Τῷ αὐτῷ. Ἡ μετάνοια ζωοποιεῖ τὸν τοῖς παραπτώμασι νεο κρωθέντα· αὕτη γὰρ γνώρισμα ὑπάρχει τῆς παλιγγενεσίας, τρόπαιον δὲ ἀναστάσεως, ἐντεῦθεν ἤδη ὀφθαλμοῖς βλεπομένης. ΣΟΕ. - ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΑ. Η πρώτη τοῦ πειρασμοῦ προσβολή, ὅθεν τὰ πάθη λαμβάνει τὴν ἀρχὴν, τοῦτο τῆς ἡμετέρας δυνάμεως κατάσκοπος γίνεται. Οἷον, ἐνέπεσε τῷ ὀφθαλμῷ θέαμα τὴν ἐπιθυμίαν δυνάμενον ἀνακινῆσαι· διὰ τοῦ το κατασκοπεῖ τὴν ἐν σοὶ δύναμιν ὁ πολέμιος, εἴτε Ισχυρός τις καὶ ἐμπαράσκευος εἶ, εἴτε ἄτονος, καὶ εὐάλωτος. Εἰ δὲ μαλαχθείη δι' ἡδονῆς πρὸς τὴν θέαν ἡ αἴσθησις, καὶ τὸ τοῦ χαρακτῆρος εἴδωλον ἔνδον τῆς διανοίας διὰ τῶν ὀφθαλμῶν εἰσδύει, τότε και τα πολεμεῖται ὁ στρατηγὸς τῶν ἔνδον, τουτέστιν ὁ νοῦς. ΣΟΦ. Εἴ τις, φησίν, ο ἄνθρωπος δειλός ἐστι τῇ καρδίᾳ, αποστραφήτω εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ μὴ ἐξέλθῃ εἰς πόλεμον, ἵνα μὴ δειλιάνῃ τὴν καρδίαν τοῦ ἀδελ φοῦ αὐτοῦ.. Δύναται γάρ· τις δειλὸς ὑπάρχων πρὸς πειρασμούς, καὶ πόλεμον δαιμόνων παραλῦσαι τὴν προθυμίαν τοῦ εὐζώνου πρὸς ἀριστείαν. ΣΟΖ'. Ἐπειδὴ οὐ μικρὸν κακὸν τοῖς εἰκὴ καὶ μάτην φλυαροῦσιν ὑπάρχει τῆς γλώττης ἡ ὀξύτης, τούτου χάριν ἀντὶ θύρας, καὶ μοχλοῦ τὴν σιωπὴν τίθησιν ὁ ἅγιος Μωϋσῆς· διὰ γὰρ τοῦτο δύο εἰλήφαμεν ὦτα, μίαν δὲ γλῶσσαν, ἵνα πλείονα ἀκούωμεν πρὸς σωτη ρίαν, ήπερ λαλοῦμεν, διὰ πράξεων ἀγαθῶν μᾶλλον βοῶντες, καὶ θείων κατορθωμάτων. Καλῶς οὖν αὐτός τε ὁ Μωϋσῆς, καὶ οἱ ἱερεῖς, καὶ οἱ Λευ ἶτα: παντὶ τῷ Ἰσραὴλ ἀπεστέλλοντο λέγοντες • Σιώπα, Ισραήλ, καὶ ἄκους τὰ λόγια Κυρίου.» ΣΟΥ. ΛΕΩΝΙΔΗ ΚΟΜΗΤΙ. Ἡ παρὰ τοῖς ἄφροσιν Ἕλλησι τύχη, καὶ εἱμαρμένη προσαγορευομένη, οὔτ᾽ ἦν ποτε, οὔτ᾽ ἔστιν, οὔτ᾽ ἔσται πώποτε, μήτε φανείη ποτέ. Μόνον μὴ σύ γε ταύτῃ ἀνυποστάτῳ οὔσῃ παρέχοις τὴν ὕπαρξιν ἐξακολουθῶν ἐκ προλήψεως τοῖς τῶν ἀνοήτων Ἑλλή νων ληρήμασιν. ΣΟΘ'. ΘΑΛΛΙΑΝΩ ΙΛΛΟΥΣΤΡΊΩ. Ετεροι μὲν ἐπιταγὰς μᾶλλον παρὰ μοναχῶν μετὰ χαρᾶς καὶ προθυμίας δέχονται, ἤπερ ἐπιτάσσουσιν. το δ'
CCLXXIII. EURYCLI PRESBYTERO.
Locus, qui vocabatur Ænon, trans Jordanem
eral 7. 1s porro significat oculum tormenti; examinatam scilicet, et exquisito examine, ac doloribus improbam 102 speculationem. Perspicaciores
itaque fuere, qui baptismo abluti sunt. Salem notat filium ascendentem, et Jordanes descensus Græca
dialecto exprimitur. Trans vero descensum est,
eorum ascensus, qui a discipulis Christi, in nomine
Servatoris nostri Christi baptizantur.
CCLXXIV. Eidem.
Poenitentia delictis exsanguem ac demortuum in
vitam restituit. Ipsa enim regenerationis symbolum
est, tropæumque, quæ hinc oculis jam usurpatur,
resurrectionis.
CCLXXV. HERACLITO SCHOLASTICO.
Prima tentationis irruptio, unde affectiones initium sumunt, nostra facultatis examen quodam
modo est. Exempli gratia, oculis spectaculum
objectum est, quod desiderium irritare valet; per
id tuam facultatem adversarius, si robustus et
apparatus es, sive ager, et qui facile capi possis,
examinat. Quod si voluptate sensus ad spectaculum
inflexus fuerit, et characteris illius imago per oculos in mentem irrepserit; tunc penetralium et abditorum dux, mens scilicet, debellatur.
Si quis, ait, homo formidolosus est et corde
pavido, revertatur in domum suam, et ue exeat ad
bellum, ne pavere faciat cor fratris sui **.» Polest
enim quispiam, si meticulosus et pavidus 103
est, et pugnam demonam, robusti ardentem ad
egregia quæque propensionem dissolvere.
Cum non pusillum malum sit iis, qui temere et
frustra deblaterant, acies linguæ, propterea pro
porta et vecte sanctus Moyses silentium posuit.
Namque ideo duas aures possidemus, linguam
am, ut plura ad salutem audiamus, quam loquamur, per bona opera potius clamantes, et divina facinora. Recte itaque Moyses ipse, et sacerdotes, et Levitæ universo Israeli mittebantur
dicentes: • Tace, Israel, et audi cloquia Domini 76.
>
CCLXXVII. LEONIDA COMITI.
Quæ apud insipientes gentes fortuna et fatum
nuncupabatur, neque unquam fuit, neque est, neque erit aliquando, neque usquam apparuerit. Cave
ne tu illi, quæ nulla subsistit, subsistentiam elargiaris, ex præcepta prænotione insulsarum gentium ineptias ac nugamenta subsequens.
CCLXXIX. THALLIANO ILLUSTRIO.
Alii quidem præcipientibus monachis cum gaudio et alacritate magis obediunt, quam ipsi præciΣΟΓ. ΕΥΡΥΚΛΕΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ.
Ο τόπος ὁ καλούμενος Αἰνὼν πέραν τοῦ Ἰορδάνου
ἐτύγχανεν. Αἰνὼν δὲ ἑρμηνεύεται ὀφθαλμὸς βασάνου, τουτέστιν ἐξητασμένη, καὶ βεβασανισμένη, καὶ
ἔγκοπος θεωρία. Διορατικώτεροι τοίνυν ἐγένοντο οἱ
βαπτισθέντες. Σαλείμ δὲ ἑρμηνεύεται, υἱὸς ἀνα
βαίνων· Ἰορδάνης δὲ κατάβασις λέγεται τῇ Ελληνική γλώσσῃ. Πέραν δὲ τῆς καταβάσεως ἐστιν
ἡ ἀνάβασις τῶν ὑπὸ τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ
βαπτιζομένων εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Χρι
στοῦ.
ΣΟΔ'. - Τῷ αὐτῷ.
Ἡ μετάνοια ζωοποιεῖ τὸν τοῖς παραπτώμασι νεο
κρωθέντα· αὕτη γὰρ γνώρισμα ὑπάρχει τῆς παλιγγενεσίας, τρόπαιον δὲ ἀναστάσεως, ἐντεῦθεν ἤδη ὀφθαλ
μοῖς βλεπομένης.
ΣΟΕ. - ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΑ.
Η πρώτη τοῦ πειρασμοῦ προσβολή, ὅθεν τὰ πάθη
λαμβάνει τὴν ἀρχὴν, τοῦτο τῆς ἡμετέρας δυνάμεως
κατάσκοπος γίνεται. Οἷον, ἐνέπεσε τῷ ὀφθαλμῷ
θέαμα τὴν ἐπιθυμίαν δυνάμενον ἀνακινῆσαι· διὰ τοῦ
το κατασκοπεῖ τὴν ἐν σοὶ δύναμιν ὁ πολέμιος, εἴτε
Ισχυρός τις καὶ ἐμπαράσκευος εἶ, εἴτε ἄτονος, καὶ
εὐάλωτος. Εἰ δὲ μαλαχθείη δι' ἡδονῆς πρὸς τὴν θέαν
ἡ αἴσθησις, καὶ τὸ τοῦ χαρακτῆρος εἴδωλον ἔνδον
τῆς διανοίας διὰ τῶν ὀφθαλμῶν εἰσδύει, τότε και
τα πολεμεῖται ὁ στρατηγὸς τῶν ἔνδον, τουτέστιν ὁ
νοῦς.
ΣΟΦ.
Εἴ τις, φησίν, ο ἄνθρωπος δειλός ἐστι τῇ καρδίᾳ,
αποστραφήτω εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ μὴ ἐξέλθῃ
εἰς πόλεμον, ἵνα μὴ δειλιάνῃ τὴν καρδίαν τοῦ ἀδελ
φοῦ αὐτοῦ.. Δύναται γάρ· τις δειλὸς ὑπάρχων πρὸς
πειρασμούς, καὶ πόλεμον δαιμόνων παραλῦσαι τὴν
προθυμίαν τοῦ εὐζώνου πρὸς ἀριστείαν.
ΣΟΖ'.
Ἐπειδὴ οὐ μικρὸν κακὸν τοῖς εἰκὴ καὶ μάτην
φλυαροῦσιν ὑπάρχει τῆς γλώττης ἡ ὀξύτης, τούτου
χάριν ἀντὶ θύρας, καὶ μοχλοῦ τὴν σιωπὴν τίθησιν ὁ
ἅγιος Μωϋσῆς· διὰ γὰρ τοῦτο δύο εἰλήφαμεν ὦτα,
μίαν δὲ γλῶσσαν, ἵνα πλείονα ἀκούωμεν πρὸς σωτηρίαν, ήπερ λαλοῦμεν, διὰ πράξεων ἀγαθῶν μᾶλλον
βοῶντες, καὶ θείων κατορθωμάτων. Καλῶς οὖν
αὐτός τε ὁ Μωϋσῆς, καὶ οἱ ἱερεῖς, καὶ οἱ Λευἶτα: παντὶ τῷ Ἰσραὴλ ἀπεστέλλοντο λέγον
τες • Σιώπα, Ισραήλ, καὶ ἄκους τὰ λόγια
Κυρίου.»
'
ΣΟΥ. ΛΕΩΝΙΔΗ ΚΟΜΗΤΙ.
Ἡ παρὰ τοῖς ἄφροσιν Ἕλλησι τύχη, καὶ εἶμαρ
μένη προσαγορευομένη, οὔτ᾽ ἦν ποτε, οὔτ᾽ ἔστιν,
οὔτ᾽ ἔσται πώποτε, μήτε φανείη ποτέ. Μόνον μὴ σύ
γε ταύτῃ ἀνυποστάτῳ οὔσῃ παρέχοις τὴν ὕπαρξιν
ἐξακολουθῶν ἐκ προλήψεως τοῖς τῶν ἀνοήτων Ἑλλή
νων ληρήμασιν.
ΣΟΘ'.
ΘΑΛΛΙΑΝΩ ΙΛΛΟΥΣΤΡΊΩ.
Ετεροι μὲν ἐπιταγὰς μᾶλλον παρὰ μοναχῶν μετὰ
χαρᾶς καὶ προθυμίας δέχονται, ἤπερ ἐπιτάσσουσιν.
το Joan. 111,
23.:s Deut. IX,
δ' 76 Deut. xxvπ, 9.
col. 185–186page 64 of 262
PG 79:185Γινώσκουσι γὰρ Θεῷ ὑπακούοντες, καὶ Θεῷ τὴν χά αν παρέχοντες, καὶ τιμηθησόμενοι παρὰ Θεοῦ κατ' Αξίαν τιμώντες. Σὺ δὲ ταῖς βαρείαις ἐπιταγαῖς και ταφορτίζεις τοὺς παροικοῦντας τῇ κώμῃ σου άσκη τὰς καθάπερ ἀνδράποδα. Καὶ πῶς σε καλέσω φιλό χριστον; ΣΠ. – ΦΕΒΡΑΡΙΟ ΔΙΑΚΟΝΩ. Μὴ τὰ πλάτη του βίου λίχνως μοι περιζήτει· μᾶλ λον δὲ τὴν στενὴν, καὶ τεθλιμμένην ἀτραπὴν μα στεύειν βουλήθητι. ΣΠΑ΄. - ΙΛΑΡΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Οταν δυνηθῇς δύο μῆνας εὐχῇ, καὶ τῇ ἡσυχία προσκαρτερήσαι, τότε κἂν ὄνυχά πού τινα, ή φαντασίαν μικράν τινα ἐν νῷ λαβεῖν δυνήσῃ τῆς ἐπιπόνου τληπαθείας, καὶ τῆς πολυμόχθου διαγωγῆς, τῶν διὰ πάσης τῆς ζωῆς προσανεχόντων τῷ μονήρει κανόνι, καὶ τῇ ἀκτυπησία. ΣΠΒ'. Κλέπται δύστροποι ὄντες οἱ τῶν Ἑλλήνων σοφοί, παρά τε Μωϋσέως, καὶ τῶν προφητῶν τὰ κυριώτερα τῶν δογμάτων οὐκ εὐχαρίστως λαβόντες ἀλαζονείαν καὶ τύφον τυρεύουσιν, ὡς ἐπ' ἰδίοις τοῖς ἀλλοτρίοις κειμηλίοις γανύμενοι. ΣΠΓ'.· ΔΙΟΝΥΣΙΟΔΩΡΟ. Οὐκ ἀναγκαῖον ἂν εἴη, οὐδ᾽ ἐπαίνου ἄξιον, τὸ πεί θεσθαι προχείρως τοῖς προσώπων τινῶν κατηγορίαν ποιουμένοις, κἂν ὑπάρχειν δοκῶσιν αιδέσιμοι. Περι μένειν γὰρ χρησιμώτατον καὶ τὴν τοῦ κατηγορουμένου μέρους ἀπολογίαν, εἶθ᾽ ὕστερον μετὰ τὴν ἀκρόασιν τῶν ἀμφοτέρων, νόμιμόν τε καὶ δίκαιον, ὡς καθήκει, ἐκφέρειν τὸ ψήφισμα. ΣΠΔ'. — ΙΟΥΛΙΟ ΦΟΙΔΕΡΑΤΟ. Τῆς ὑπὲρ τὸ δέον σιτήσεως τὸ πέρας, δῆλον ὅτι κόλασιν· πολλάκις δὲ καὶ νόσου τῷ σώματι δω ρεῖται. ΣΠΕ'. - ΚΟΡΝΗΛΙΟ. Επισκέψομαι, φησὶν ἡ προφητεία, ἐπὶ τοὺς φοροῦντας ἱμάτια ἀλλότρια.» Ο γὰρ μὴ κεκτημένος τὴν ἀρετὴν, ὑποκρινόμενος δὲ, καὶ σχηματιζόμενος ἀρετὴν ἔχειν, οὗτος εὔδηλον ἀλλοτρίαν στολήν περι βάλλεται. Καὶ οἱ ἑτερόδοξοι δὲ προσποιούμενοι χρη στὰ διδάσκειν, ἐλέγχονται διὰ τῶν φαύλων δογμάτ των, ἠλλοτριῶσθαι τῆς θείας ἀληθείας, καὶ τῆς δι καιοσύνης· περιεβάλοντο γὰρ ἀλλότριον φόρεμα, ώστ περ λύκοι τὰ τῶν προβάτων κώδια. ΣΠΑ". - ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ. υς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης. • Υποδείγματι διαλέγεται ὁ μέγας Απόστολος, ἵνα σημάνῃ τὸ ἀπα θές, καὶ ὅτι οὐκ ἐξ ἐλαττωθέντος τοῦ Πατρὸς, οὐδὲ μειωθέντος τόδε απαύγασμα, οὐκ ἀνυπόστατον, ἀλλ' ἐν ἑτέρῳ ἔχει τὸ εἶναι. Μὴ οὖν τοῦτο ἐννοήσῃς ἐπὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου· βλέπε γὰρ τί εὐθὺς ὁ Ἀπόστολος ἐπάγει· «Καὶ χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, κ Ὥσπερ γὰρ ὁ Πατὴρ ἐνυπόστατος, οὕτως καὶ ὁ Υἱὸς ἐνυπόστατος· οὐκ ἄναρχο; ὁ Υἱὸς, αἴτιος γὰρ αὐτοῦ ὁ Πατήρ, καθ' ὅ Πατήρ, οὐ καθ' ὅ Κτίστης.
EPISTOLARUM LIB. I.
Γινώσκουσι γὰρ Θεῷ ὑπακούοντες, καὶ Θεῷ τὴν χά- piant. Se quippe Deo obedire cognoscunt, et Deo
αν παρέχοντες, καὶ τιμηθησόμενοι παρὰ Θεοῦ κατ'
Αξίαν τιμώντες. Σὺ δὲ ταῖς βαρείαις ἐπιταγαῖς και
ταφορτίζεις τοὺς παροικοῦντας τῇ κώμῃ σου άσκητὰς καθάπερ ἀνδράποδα. Καὶ πῶς σε καλέσω φιλόχριστον;
ΣΠ. – ΦΕΒΡΑΡΙΟ ΔΙΑΚΟΝΩ.
Μὴ τὰ πλάτη του βίου λίχνως μοι περιζήτει· μᾶλ
λον δὲ τὴν στενὴν, καὶ τεθλιμμένην ἀτραπὴν μα
στεύειν βουλήθητι.
ΣΠΑ΄. - ΙΛΑΡΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ.
Οταν δυνηθῇς δύο μῆνας εὐχῇ, καὶ τῇ ἡσυχία
προσκαρτερήσαι, τότε κἂν ὄνυχά πού τινα, ή φαντα
σίαν μικράν τινα ἐν νῷ λαβεῖν δυνήσῃ τῆς ἐπιπόνου
τληπαθείας, καὶ τῆς πολυμόχθου διαγωγῆς, τῶν διὰ
πάσης τῆς ζωῆς προσανεχόντων τῷ μονήρει κανόνι,
καὶ τῇ ἀκτυπησία.
ΣΠΒ'.
Κλέπται δύστροποι ὄντες οἱ τῶν Ἑλλήνων σοφοί,
παρά τε Μωϋσέως, καὶ τῶν προφητῶν τὰ κυριώτερα
τῶν δογμάτων οὐκ εὐχαρίστως λαβόντες ἀλαζονείαν
καὶ τύφον τυρεύουσιν, ὡς ἐπ' ἰδίοις τοῖς ἀλλοτρίοις
κειμηλίοις γανύμενοι.
ΣΠΓ'.· ΔΙΟΝΥΣΙΟΔΩΡΟ.
Οὐκ ἀναγκαῖον ἂν εἴη, οὐδ᾽ ἐπαίνου ἄξιον, τὸ πείθεσθαι προχείρως τοῖς προσώπων τινῶν κατηγορίαν
ποιουμένοις, κἂν ὑπάρχειν δοκῶσιν αιδέσιμοι. Περιμένειν γὰρ χρησιμώτατον καὶ τὴν τοῦ κατηγορουμένου μέρους ἀπολογίαν, εἶθ᾽ ὕστερον μετὰ τὴν
ἀκρόασιν τῶν ἀμφοτέρων, νόμιμόν τε καὶ δίκαιον,
ὡς καθήκει, ἐκφέρειν τὸ ψήφισμα.
ΣΠΔ'. — ΙΟΥΛΙΟ ΦΟΙΔΕΡΑΤΟ.
Τῆς ὑπὲρ τὸ δέον σιτήσεως τὸ πέρας, δῆλον ὅτι
κόλασιν· πολλάκις δὲ καὶ νόσου τῷ σώματι δωρεῖται.
ΣΠΕ'. - ΚΟΡΝΗΛΙΟ.
• Επισκέψομαι, φησὶν ἡ προφητεία, ἐπὶ τοὺς
φοροῦντας ἱμάτια ἀλλότρια.» Ο γὰρ μὴ κεκτημένος
τὴν ἀρετὴν, ὑποκρινόμενος δὲ, καὶ σχηματιζόμενος
ἀρετὴν ἔχειν, οὗτος εὔδηλον ἀλλοτρίαν στολήν περιβάλλεται. Καὶ οἱ ἑτερόδοξοι δὲ προσποιούμενοι χρηστὰ διδάσκειν, ἐλέγχονται διὰ τῶν φαύλων δογμάτ
των, ἠλλοτριῶσθαι τῆς θείας ἀληθείας, καὶ τῆς δι
καιοσύνης· περιεβάλοντο γὰρ ἀλλότριον φόρεμα, ώστ
περ λύκοι τὰ τῶν προβάτων κώδια.
ΣΠΑ". - ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ.
• υς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης. • Υποδείγματι
διαλέγεται ὁ μέγας Απόστολος, ἵνα σημάνῃ τὸ ἀπα
θές, καὶ ὅτι οὐκ ἐξ ἐλαττωθέντος τοῦ Πατρὸς, οὐδὲ
μειωθέντος τόδε απαύγασμα, οὐκ ἀνυπόστατον, ἀλλ'
ἐν ἑτέρῳ ἔχει τὸ εἶναι. Μὴ οὖν τοῦτο ἐννοήσῃς ἐπὶ
τοῦ Θεοῦ Λόγου· βλέπε γὰρ τί εὐθὺς ὁ Ἀπόστολος
ἐπάγει· «Καὶ χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, κ
Ὥσπερ γὰρ ὁ Πατὴρ ἐνυπόστατος, οὕτως καὶ ὁ
Υἱὸς ἐνυπόστατος· οὐκ ἄναρχο; ὁ Υἱὸς, αἴτιος γὰρ
αὐτοῦ ὁ Πατήρ, καθ' ὅ Πατήρ, οὐ καθ' ὅ Κτίστης.
gratias agunt, et tanquam a Deo honorandi pro
dignitate eos honorant. At tu præceptis gravibus
104 ascetas, ¯ qui circa tuum oppidum degunt,
veluti mancipia, molestus fatigas. Et quomodo te
Christi amantem compellabo?
CCLXXX. FEBRARIO DIACONO.
Ne vitæ ampla remissaque avide nimis perquiras. Potius angustiorem pressioremque viam stadiose conquirito.
CCLXXXI. IIILARIO PRESBYTERO.
Cum per duos menses in oratione et quiete persistere poteris, tunc vel unguem aliquem, vel pusillam imaginem laboriosæ patientiæ, et sudoribus
obnoxiæ vitæ, et instituti eorum, qui per totum
vitæ spatium monastica regulae, et ab omni strepitu
vacuæ quieti addicuntur, cognoscere poteris.
Cum fures perversis moribus sapientes gentium
essent, a Moyse et prophetis potissima eorum dogmata male grati, et beneficii immemores accipientes, jactantiam et tumorem struunt, tanquam propriis aliorum claritatibus insolescentes.
CCLXXXIII. DIONYSIODORO.
Haud necessarium fuerit, nec laude dignum iis,
qui nonnullorum hominum accusationem instituunt,
credere, licet accusatores 105 venerandi videantur. Perquam enim utile, et quæstui uberrimo fuerit
et accusatorum responsionem exspectare: postmodum utrisque auditis legitimum ac justum, et ut
par est, judicium ferre.
CCLXXXIV. JULIO FOEDERATO.
Victus quotidiani immodici finis, ut manifesto
apparet, supplicium, sæpe etiam numero et malam ægritudinem corpori conciliat.
CCLXXXV. CORNELIO.
• Visitabo, ait vaticinium, super eos, qui induti sunt vestibus peregrinis”. › Qui enim virtutem non tenet, dissimulatione vero usus virtutem
se possidere contendit, manifestum est eum alienis
vestibus circumvestiri. Et qui a catholicis auribus
aliena sentiunt, simulantes se proba docere, propter prava dogmata aliis insinuata, se a divina
veritate et justitia longe esse deprehenduntur:
namque alieno indumento circumvestiti sunt,
quemadmodum lupi pellibus ovium.
CCLXXXVI. GAINE COPIARUM DUCTOR.
• Qui est splendor gloriæ 78.» Excmplo sermonem conserit magnus Apostolus, ut passioni minime obnoxium significaret, splendorem hune aeque ex detrimentum passo, aut imminuto Patre,
esse sine subsistentia, quam in alio haberet. Ne
itaque hoc de Deo Verbo intelligas. Considera
enim quae statim 106 Apostolus subiit: «Et cham
racter hypostaseos illius. Quemadmodum enim
Pater, ita et Filius enhypostatus est: non absque
principio Filius, tanquam qui principium habet
77 Sophon. 1, 8.
78 Hebr. 1,
col. 187–188page 65 of 262
PG 79:187"Ορα δὲ πῶς λέγει ἐν Εὐαγγελίοις αὐτὸ τὸ ἀπαύγα ο σμα «Εγώ είμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ο φῶς ἐκ φω τός. Ο χαρακτὴρ ἄλλο τί ἐστι παρὰ τὸ πρωτότυπον, ἄλλο δὲ οὐ πάντη, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐνυπόστατον. ΣΠΖ'. — ΦΙΛΟΡΟΜΟ ΚΟΜΗΤΙ. Ἐὰν ἰσχύσεις ξυνιδεῖν τὸν μόχθον τῶν πολέμων, καὶ τῆς καρτερᾶς μάχης τῶν μοναχῶν, τῆς πρὸς τοὺς ἀλάστορας δαίμονας, τοὺς διηνεκεῖς, καὶ δυσμεν νεῖς, καὶ τὴν ἅπαυστον, καὶ ἀνένδοτον τῆς σωτηρίας μέριμναν, καὶ φροντίδα, καὶ τὰς ἀναριθμήτους τῆς ψυχῆς τηκεδόνας, καὶ τὴν πικρίαν τὴν ἐπιγινομένην ἐν τοῖς ποικίλοις πειρασμοῖς τῶν ἐναντίων δυνάμεων, τὸ τηνικαῦτα τὴν διὰ χρόνου λιπαρὰν τῶν ἀσκητῶν φαινομένην σοι καὶ δαψιλή τράπεζαν, κακουχίαν με γίστην, καὶ βαρείαν ἔνδειαν, καὶ δίαιταν αὐχμηράν νομίσειας, παρασυμβάλλων ταύτην, καὶ συγκρίνων ταῖς σαῖς διηνεκέσι, καὶ ἀκολάστοις τρυφαῖς καὶ πανδαισίαις. Μή τοίνυν κατάκρινε, καὶ σκόπτε τοὺς δι' ἡμερῶν δοκιμάσαντας μοναχούς, παραμυθίαν τινὰ μεταλήψεως σιτίων καλῶν, σὺν θείᾳ ἐλευθερίᾳ, καὶ παῤῥησίᾳ χρηστῇ, καὶ λογισμοῖς ἀγαθοῖς τῷ κατα πονηθέντι σώματι χορηγῆσαι. ΣΠΗ'. - ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΕΚΔΙΚΟ. Ἐπύθου μου, εἰ οὐσιώδης σοφία, ὁ τῶν ὅλων Δε σπότης Χριστὸς, καὶ μόνος πλήρης, καὶ τέλειος, καὶ ανελλειπὴς ἀπ' ἀρχῆς, πῶς γράφει περὶ αὐτοῦ ὁ Λουκᾶς· ὅτι «Προέκοπτεν ἡλικίᾳ, καὶ σοφίᾳ, καὶ χάριτι;» Οὐχ ὅτι σοφίαν προσλαμβάνων ἔξωθέν που θεν, ἣν οἴκοθεν εἶχεν, κατενοεῖτο· ὅλος γὰρ σοφία, καὶ γνῶσις ἀκατάληπτος, καὶ χάρις, καὶ θησαυρὸς χα ρίτων ἀδαπανήτων κατὰ τὴν θεότητα, ἀλλ' ὅτι προκοπτούσης τῆς ἀνθρωπίνης τοῦ Σωτῆρος ἡλικίας, παρεγυμνοῦτο τοῖς ἀνθρώποις ἡ ἔνδειξις τῆς θεϊκῆς σοφίας και χάριτος. ΣΠΙΘ'. - ΔΡΟΥΣΙΑΝΩ. Κἂν μή πως ἐφύη τῷ μόσχῳ τὰ κέρατα, ἀλλ᾽ οἷος πάντως, ὅτι φυήσεται· ὅθεν καὶ τῇ κεφαλῇ τὸ δο κοῦν πολεμεῖν ἀμύνεται. Οὕτω καὶ Δαυΐδ, καν μήπω ὁ Σωτὴρ Χριστὸς κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῖς ἀνθρώποις ἐφάνη, ἀλλ' ὡς προφήτης ἐγίνωσκε, πόθεν ἐξ ανατελεῖ τῆς σωτηρίας τὸ κέρας, τουτέστιν ἐκ τοῦ σπέρματος, καὶ ἐκ τοῦ γένους Δαυΐδ. Διόπερ καὶ ἔλεγεν αὐτὸς ὁ Δαυΐδ πρὸς τὸν Δεσπότην Χριστόν ὅτι «Ἐν σοὶ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν κερατιοῦμεν,» τουτο ἐστι διὰ σοῦ, καὶ διὰ τῆς σῆς ἰσχύος, καὶ τοῦ κράτ τους, κατά κράτος τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν ἀμυνόμεθα δαίμονας. Ἡμεῖς γὰρ καθ᾿ ἑαυτοὺς οὐκ ἰσχύομεν περιγενέσθαι τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν. Σ.. - ΠΡΟΚΛΟ ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟ. Οἰκονομικῶς οὐκ ἐδόθη σοι οὔτε λόγων εὐφυία, οὔτ᾽ ἀφθονία, καὶ πλῆθος νοημάτων, οὔτε χρημάτων δαψίλεια, οὔτε ὑγεία τοῦ σώματος. Εἰ γὰρ καὶ τούτων στερηθεὶς λακτίζεις τοῖς λογισμοῖς, καὶ φλυαρεῖς ἀπαύστως λαλῶν τὰ μηδὲν ὠφελοῦντα, πεπλατυ σμένῳ τῷ στόματι, καὶ ἀκαθέκτῳ τῇ γλώττῃ, καὶ το
Patrem, ut Patrem, non ut Creatorem. Vide præ- "Ορα δὲ πῶς λέγει ἐν Εὐαγγελίοις αὐτὸ τὸ ἀπαύγα
terea, quomodo loquatur splendor iste in Evangeliis: «Ego sum lux mundi 79;» lumen ex lumine.
Character aliud quidpiam est ab eo, cujus est
character, non usquequaque aliud, sed tantum
secundum hypostasim.
CCLXXXVII. PHILOROMO COMITI.
Si bellorum laborem ac validam monachorum
pugnam, quam cum facinorosis dæmonibus continuis adversariis ineunt, et nunquam cessantem,
nec sibi aliquid condonantem salutis curam, et
studium, et innumeras animæ molestias amaroremque, qui ex variis adversariarum virtutum
tentationibus provenit, comprehendere poteris:
næ tu, si quando temporis progressu ascetarum
tibi afluens, ac dapsilis mensa videtur, maximum
malum, et gravem inopiam, et victum austerum,
eam cum tuis perpetuis ac libidinosis luxibus, et
lautissimis conviviis comparans, ac dijudicans,
existimabis. Ne itaque condemnes, neque eos, qui
quandoque solamen aliquod participatione bonorum ciborum cum divina facultate, et libertate
proba, et bonis cogitationibus, defesso corpori
suppeditare conati sunt, monachos irrideas.
107 CCLXXXVΙΙΙ. ATHANASIO DEFENSORI.
Postulasti a me, si essentialis Sapientia,
nium Dominus Christus, solus plenus et perfectus, et a principio nullius indigus est; quomodo
de eo Lucas scribit: Proficiebat ætate, et saompientia, et gratia mo?, Non quod deforis alicunde,
quam domi habebat, sapientiam assumeret; totus
enim sapientia, et cognitio comprehendi nescia,
et gratia, et thesaurus gratiarum inexhaustarum
secundum deitatem erat; sed quod proficiente humana Servatoris ætate hominibus elucidabatur divinæ sapientiæ ac gratiæ indicatio.
CCLXXXIX. DRUSIANO.
ο
σμα «Εγώ είμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ο φῶς ἐκ φω
τός. Ο χαρακτὴρ ἄλλο τί ἐστι παρὰ τὸ πρωτότυπον,
ἄλλο δὲ οὐ πάντη, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐνυπόστατον.
ΣΠΖ'. — ΦΙΛΟΡΟΜΟ ΚΟΜΗΤΙ.
Ἐὰν ἰσχύσεις ξυνιδεῖν τὸν μόχθον τῶν πολέμων,
καὶ τῆς καρτερᾶς μάχης τῶν μοναχῶν, τῆς πρὸς
τοὺς ἀλάστορας δαίμονας, τοὺς διηνεκεῖς, καὶ δυσμεν
νεῖς, καὶ τὴν ἅπαυστον, καὶ ἀνένδοτον τῆς σωτηρίας
μέριμναν, καὶ φροντίδα, καὶ τὰς ἀναριθμήτους τῆς
ψυχῆς τηκεδόνας, καὶ τὴν πικρίαν τὴν ἐπιγινομένην
ἐν τοῖς ποικίλοις πειρασμοῖς τῶν ἐναντίων δυνάμεων,
τὸ τηνικαῦτα τὴν διὰ χρόνου λιπαρὰν τῶν ἀσκητῶν
φαινομένην σοι καὶ δαψιλή τράπεζαν, κακουχίαν με
γίστην, καὶ βαρείαν ἔνδειαν, καὶ δίαιταν αὐχμηράν
νομίσειας, παρασυμβάλλων ταύτην, καὶ συγκρίνων
ταῖς σαῖς διηνεκέσι, καὶ ἀκολάστοις τρυφαῖς καὶ
πανδαισίαις. Μή τοίνυν κατάκρινε, καὶ σκόπτε τοὺς
δι' ἡμερῶν δοκιμάσαντας μοναχούς, παραμυθίαν τινὰ
μεταλήψεως σιτίων καλῶν, σὺν θείᾳ ἐλευθερίᾳ, καὶ
παῤῥησίᾳ χρηστῇ, καὶ λογισμοῖς ἀγαθοῖς τῷ καταπονηθέντι σώματι χορηγῆσαι.
ΣΠΗ'. - ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΕΚΔΙΚΟ.
Ἐπύθου μου, εἰ οὐσιώδης σοφία, ὁ τῶν ὅλων Δε
σπότης Χριστὸς, καὶ μόνος πλήρης, καὶ τέλειος, καὶ
ανελλειπὴς ἀπ' ἀρχῆς, πῶς γράφει περὶ αὐτοῦ ὁ
Λουκᾶς· ὅτι «Προέκοπτεν ἡλικίᾳ, καὶ σοφίᾳ, καὶ
χάριτι;» Οὐχ ὅτι σοφίαν προσλαμβάνων ἔξωθέν που
θεν, ἣν οἴκοθεν εἶχεν, κατενοεῖτο· ὅλος γὰρ σοφία, καὶ
γνῶσις ἀκατάληπτος, καὶ χάρις, καὶ θησαυρὸς χαρίτων ἀδαπανήτων κατὰ τὴν θεότητα, ἀλλ' ὅτι προ
κοπτούσης τῆς ἀνθρωπίνης τοῦ Σωτῆρος ἡλικίας,
παρεγυμνοῦτο τοῖς ἀνθρώποις ἡ ἔνδειξις τῆς θεϊκῆς
σοφίας και χάριτος.
ΣΠΙΘ'. - ΔΡΟΥΣΙΑΝΩ.
Κἂν μή πως ἐφύη τῷ μόσχῳ τὰ κέρατα, ἀλλ᾽ οἷος
πάντως, ὅτι φυήσεται· ὅθεν καὶ τῇ κεφαλῇ τὸ δοκοῦν πολεμεῖν ἀμύνεται. Οὕτω καὶ Δαυΐδ, καν μήπω
ὁ Σωτὴρ Χριστὸς κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῖς ἀνθρώποις ἐφάνη, ἀλλ' ὡς προφήτης ἐγίνωσκε, πόθεν ἐξανατελεῖ τῆς σωτηρίας τὸ κέρας, τουτέστιν ἐκ τοῦ
σπέρματος, καὶ ἐκ τοῦ γένους Δαυΐδ. Διόπερ καὶ
Licet adhuc cornua vitulo non eruperint, verumtamen ipse scit quod erumpent; hinc capite
quod sibi adversari videtur impetit. Sic et David,
licet Servator Christus secundum dispositionem,
nondum apparuisset, nihilominus ut propheta, undenam salutis cornu erupturum erat, agnoverat,
hoc est, ex semine et genere Davidis. Quapropter
ipse David dicebat c in te inimicus nostros cornu ἔλεγεν αὐτὸς ὁ Δαυΐδ πρὸς τὸν Δεσπότην Χριστόν·
petemus;, hoc est, per te, et per tuam potentiam, et cornu viriliter adversarios nostros dæmo -
nes oppugnabimus. Nos enim ex nobismetipsis invincibiles hostes superare nequimus.
CCXC. PROCOLO REMP. ADMINISTRANTI.
Providentissime tibi, neque sermonum aptitudo,
neque 108 abundantia, neque sententiarum copia, neque rei nummariæ affluentia, neque corporis salus tradita est; etenim si his etiam destitutus cogitationibus recalcitras, et indesinenter
ineptis, quæ nulli usui sunt effutions, ore lato
ὅτι «Ἐν σοὶ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν κερατιοῦμεν,» τουτο
ἐστι διὰ σοῦ, καὶ διὰ τῆς σῆς ἰσχύος, καὶ τοῦ κράτ
τους, κατά κράτος τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν ἀμυνόμεθα
δαίμονας. Ἡμεῖς γὰρ καθ᾿ ἑαυτοὺς οὐκ ἰσχύομεν
περιγενέσθαι τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν.
Σ.. - ΠΡΟΚΛΟ ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟ.
Οἰκονομικῶς οὐκ ἐδόθη σοι οὔτε λόγων εὐφυία,
οὔτ᾽ ἀφθονία, καὶ πλῆθος νοημάτων, οὔτε χρημάτων
δαψίλεια, οὔτε ὑγεία τοῦ σώματος. Εἰ γὰρ καὶ τούτων
στερηθεὶς λακτίζεις τοῖς λογισμοῖς, καὶ φλυαρεῖς
ἀπαύστως λαλῶν τὰ μηδὲν ὠφελοῦντα, πεπλατυ
σμένῳ τῷ στόματι, καὶ ἀκαθέκτῳ τῇ γλώττῃ, καὶ
το Joan. vill, 12. 80 Luc. 11, 59. 81 Ps 1. SLII. 6.
col. 189–190page 66 of 262
PG 79:189μόνον τὴν σαυτοῦ κενοδοξίαν, καὶ ἀνθρωπαρεσκίαν πληροφορῶν, καὶ ἄθλια αἰχμαλωτίζων γύναια· τί ἂν διεπράξω εὐπορήσας, ὧνπερ εὐλόγως ἀπεστερήθης; ΣΕ Α'.-- ΑΙΛΙΑΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Τὸν Ααρών δεικνύων θαυμάζῃ παρὰ πάντων, ἐπιφερόμενός τε λίθους τιμίους, καὶ κώδωνας εύ ήχους ἐξηρτημένος. Τῶν γὰρ ὑπὸ σοὶ ταττομένων κληρικῶν, οἱ μὲν σιγὴν ἀσκοῦντες τῷ βίῳ κεκράγασι σάλπιγγος μεγαλοφωνότερον, οἱ δὲ τῷ θείῳ λόγῳ, καὶ ταῖς λαμπραῖς ὁμιλίαις κατηχοῦντες ὑπὲρ ἐκεί νους τοὺς κώδωνας τὴν μακαρίαν ἠχήν, εἰς αὐτὰς τὰς ἀκοὰς τοῦ νοῦ εἰσκομίζουσιν. ΣΕΒ. - ΛΙΝΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Πᾶσαν τὴν ὑπ᾽ οὐρανὸν περιτροχάζειν σπουδάζεις σε σαλευμένῃ τῇ γνώμῃ, ἀφορμάς μυρίας πλαττόμενος, καὶ χώρας ἐκ χωρῶν μεταμείβων. Κἂν νῦν τοιγάρτοι παῦσαι τῆς πλάνης, ἑδράσθητι τὸ φρονεῖν, σταθερὸν ἀνάλαβε λογισμόν, καταφόνευσον τὴν ἀστα σίαν τῷ ξίφει τῆς καρτερίας, τὰς ἀτάκτους ὁρμᾶς ἀναχαίτισον, τέλος ἐπίθες τῷ ἀμυθήτῳ βρασμῷ, ἐπισυνάγαγε ὅλον σαυτὸν πρὸς Χριστὸν ψυχῇ, καὶ σώματι. ΣΙΓ'. -- ΠΡΙΣΚΙΛΛΙΑΝΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Εἰ ἐκ προσώπου τοῦ Δεσπότου ἡμῶν Ἰησοῦ Χρισ στοῦ φάσκεις τὰ προβληθέντα παρὰ σοῦ ῥήματα εἰρῆσθαι ἐν τῇ Παναρέτῳ ὑπὸ τοῦ Σολομῶντος, πῶς φησιν ἑαυτὸν ὁ συγγραφεὺς τοῦ λόγου ἐξ ἡδονῆς, καὶ ὕπνου λέγει γεγενήσθαι; Ὁμολόγησον τοίνυν Αστοχηκέναι. Η γὰρ τοῦ Σωτῆρος ἐν τῇ σαρκὶ τῆς Παρθένου σύλληψις, ἀνήδοντος παντελῶς καὶ ἀρρύπαντος, ἁμίαντός τε καὶ ἄσπιλος καθαρά τε καὶ ἄφθαρτος γέγονεν. Σ. Δ'. -ΙΩΑΝΝΗ ΜΟΝΑΧΟ. Έστι μὲν ὅτε καὶ ἄλλοι ἄλλας διαφόρους σατανικὰς διακονίας ἐκτελοῦσιν οἱ δαίμονες πρὸς πειρασμὸν, καὶ βλάβην τῶν ἀνθρώπων. Εστι δὲ ὅτε καὶ εἷς δαίμων πολλὰς τεκταίνει φαυλότητας. Ωσπερ γὰρ ἐγχωρεῖ τὸν ἕνα ἄνθρωπον γεωργὸν εἶναι, καὶ τέκτονα, καὶ χαλκέα, καὶ σκυτοτόμον, καὶ κεραμέα, καὶ ζωγράφον, καὶ τὰ ἑξῆς, οὕτως ἐγχωρεῖ ἕνα δαί μονα καὶ θυμὸν, καὶ πορνείαν, καὶ φιλοδοξίαν, καὶ φθόνον, καὶ τὰ ἑξῆς ἐνεργεῖν. Καὶ πρόσεχε, πῶς ὁ αὐτὸς ἀλιτήριος, καὶ μισάνθρωπος ἐχθρὸς, καὶ γα στριμαργίαν, καὶ κενοδοξίαν, καὶ φιλαργυρίαν τῷ Χριστῷ πειραζομένῳ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον προ έτεινεν. Σ' Ε'. - ΒΕΝΟΥΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ο μεταβαίνων ἐκ τόπων εἰς τόπους μοναχὸς ἐκε τὸς μεγάλης ἀνάγκης, διὰ τὴν οἰκείαν μικροψυχίαν, καὶ ἀνυπομονησίαν, καὶ λογισμούς τινας ἀνθρωπίνους, καὶ ἀσθενεῖς, νομίζων διὰ τῆς ἀποδημίας τοὺς λογισμοὺς τῆς ψυχῆς ἐλαττῶσαι, τὸν μὲν τόπον ἀλλάξει, τὴν δὲ θλίψιν τῆς καρδίας, καὶ τὴν ἑαυτοῦ συνοχήν, καὶ τὸν πειρασμὸν οὐδαμῶς ἐλαττώσει, οὐδὲ μειώσει, μᾶλλον δὲ αὐξήσει, καὶ θρέψει, καὶ
EPISTOLARUM LIB. I.
μόνον τὴν σαυτοῦ κενοδοξίαν, καὶ ἀνθρωπαρεσκίαν adapertoque, et lingua incontinenti tantumdem
πληροφορῶν, καὶ ἄθλια αἰχμαλωτίζων γύναια· τί
ἂν διεπράξω εὐπορήσας, ὧνπερ εὐλόγως ἀπεστερήθης;
ΣΕ Α'.-- ΑΙΛΙΑΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.
Τὸν Ααρών δεικνύων θαυμάζῃ παρὰ πάντων,
ἐπιφερόμενός τε λίθους τιμίους, καὶ κώδωνας εύ
ήχους ἐξηρτημένος. Τῶν γὰρ ὑπὸ σοὶ ταττομένων
κληρικῶν, οἱ μὲν σιγὴν ἀσκοῦντες τῷ βίῳ κεκράγασι
σάλπιγγος μεγαλοφωνότερον, οἱ δὲ τῷ θείῳ λόγῳ,
καὶ ταῖς λαμπραῖς ὁμιλίαις κατηχοῦντες ὑπὲρ ἐκεί
νους τοὺς κώδωνας τὴν μακαρίαν ἠχήν, εἰς αὐτὰς
τὰς ἀκοὰς τοῦ νοῦ εἰσκομίζουσιν.
ΣΕΒ. - ΛΙΝΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Πᾶσαν τὴν ὑπ᾽ οὐρανὸν περιτροχάζειν σπουδάζεις
σε σαλευμένῃ τῇ γνώμῃ, ἀφορμάς μυρίας πλαττό
μενος, καὶ χώρας ἐκ χωρῶν μεταμείβων. Κἂν νῦν
τοιγάρτοι παῦσαι τῆς πλάνης, ἑδράσθητι τὸ φρονεῖν,
σταθερὸν ἀνάλαβε λογισμόν, καταφόνευσον τὴν ἀστα
σίαν τῷ ξίφει τῆς καρτερίας, τὰς ἀτάκτους ὁρμᾶς
ἀναχαίτισον, τέλος ἐπίθες τῷ ἀμυθήτῳ βρασμῷ,
ἐπισυνάγαγε ὅλον σαυτὸν πρὸς Χριστὸν ψυχῇ, καὶ
σώματι.
ΣΙΓ'. -- ΠΡΙΣΚΙΛΛΙΑΝΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Εἰ ἐκ προσώπου τοῦ Δεσπότου ἡμῶν Ἰησοῦ Χρισ
στοῦ φάσκεις τὰ προβληθέντα παρὰ σοῦ ῥήματα
εἰρῆσθαι ἐν τῇ Παναρέτῳ ὑπὸ τοῦ Σολομῶντος, πῶς
φησιν ἑαυτὸν ὁ συγγραφεὺς τοῦ λόγου ἐξ ἡδονῆς,
καὶ ὕπνου λέγει γεγενήσθαι; Ὁμολόγησον τοίνυν
Αστοχηκέναι. Η γὰρ τοῦ Σωτῆρος ἐν τῇ σαρκὶ τῆς
Παρθένου σύλληψις, ἀνήδοντος παντελῶς καὶ ἀῤῥύ
παντος, ἁμίαντός τε καὶ ἄσπιλος καθαρά τε καὶ
ἄφθαρτος γέγονεν.
Σ. Δ'. -ΙΩΑΝΝΗ ΜΟΝΑΧΟ.
Έστι μὲν ὅτε καὶ ἄλλοι ἄλλας διαφόρους Σατανι
κὰς διακονίας ἐκτελοῦσιν οἱ δαίμονες πρὸς πειρασμὸν, καὶ βλάβην τῶν ἀνθρώπων. Εστι δὲ ὅτε καὶ
εἷς δαίμων πολλὰς τεκταίνει φαυλότητας. Ωσπερ
γὰρ ἐγχωρεῖ τὸν ἕνα ἄνθρωπον γεωργὸν εἶναι, καὶ
τέκτονα, καὶ χαλκέα, καὶ σκυτοτόμον, καὶ κεραμέα,
καὶ ζωγράφον, καὶ τὰ ἑξῆς, οὕτως ἐγχωρεῖ ἕνα δαίμονα καὶ θυμὸν, καὶ πορνείαν, καὶ φιλοδοξίαν, καὶ
φθόνον, καὶ τὰ ἑξῆς ἐνεργεῖν. Καὶ πρόσεχε, πῶς ὁ
· αὐτὸς ἀλιτήριος, καὶ μισάνθρωπος ἐχθρὸς, καὶ γαστριμαργίαν, καὶ κενοδοξίαν, καὶ φιλαργυρίαν τῷ
Χριστῷ πειραζομένῳ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον προέτεινεν.
Σ' Ε'. - ΒΕΝΟΥΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Ο μεταβαίνων ἐκ τόπων εἰς τόπους μοναχὸς ἐκε
τὸς μεγάλης ἀνάγκης, διὰ τὴν οἰκείαν μικροψυχίαν,
καὶ ἀνυπομονησίαν, καὶ λογισμούς τινας ἀνθρωπίνους, καὶ ἀσθενεῖς, νομίζων διὰ τῆς ἀποδημίας τοὺς
λογισμοὺς τῆς ψυχῆς ἐλαττῶσαι, τὸν μὲν τόπον
ἀλλάξει, τὴν δὲ θλίψιν τῆς καρδίας, καὶ τὴν ἑαυτοῦ
συνοχήν, καὶ τὸν πειρασμὸν οὐδαμῶς ἐλαττώσει,
οὐδὲ μειώσει, μᾶλλον δὲ αὐξήσει, καὶ θρέψει, καὶ
82 Sap. VII,
2. 83 Matth. v; Luc. iv.
tuam insolentiam, et placendi hominibus studium
jactans, et infortunatas mulierculas in captivitatem ducens; quid ipse molitus fuisses, si illa possedisses, quibus non sine ratione destitueris?
CCXCI. ELIANO EPISCOPO.
Aaronem ostentans in omnium adıniratione es,
et pretiosos lapides circumducens, et bene sonantia tintinnabula appensa gestans; qui enim
tibi subsunt ex clero, hi quidem silentium exercentes tuba magniloquentius insonant; alii divino
verbo splendidisque colloquiis illis tintinnabulis
consonantius interstrepentes, beatum sonitum in
ipsas mentis aures important.
CCXCH. • LINNIO MONACHO.
Terram omnem, quæ sub coelo est, circumcurrere deturbata mente contendis, infinitas causas
confingens, et loca ex locis commutans. Saltem
nunc ab errore cessa, intellectum firma, solitam
assume cogitationem, gladio tolerantiæ inconstantiam cadito, inordinatos impetus frena, iufando
fervori finem impone, totum temetipsum ad Christum corpore et anima recollige.
PRISCILLIANO DIACONO.
Si ex persona Domini nostri Jesu Christi proposita per te verba asseris dictata esse a Salomone
in Panareto: quamobrem sermonis illius scriptor
ait sese ex voluptate et somno ortum duxisse ª?
Fateare itaque tuam oscitantiam. Servatoris namque in ventre Virginis conceptio, prorsus sine
voluptate, non sordidata, intaminata, inimaculata,
pura et incorrupta fuit.
CCXCIV. JOANNI MONACHO.
Sæpenumero alia aliis Satanica ministeria dæmones in tentationem et noxam hominum exercent.
Sæpenumero etiam unus dæmon multas molitur
improbitates. Quemadmodum enim fieri potest, ut
unus homo agricola sit, et faber, et excusor, et
coriarius, et ligulus, et pictor, et alia; pari ratione etiam fieri potest, ut unus dæmon et iracundiam, et fornicationem, et inanem gloriam, et invidentiam, et alia insinuet. Et attende, eumdem
facinorosum, et hominum osorem adversarium, et
gulam, et inanem gloriam, et avaritiam Christo
qui ut homo tentationibus subdebaturª³, proposuisse.
CCXCV. VENUSTO MONACHO.
Qui ex locis in loca commigrat monachus
absque urgente necessitate, propter propriam
pusillanimitatem, 110 et intolerantiam, et cogitationes quaspiam iubelles humanasque, secum
respectans ea peregrinatione cogitationes animæ
minuere posse, locum sane permutabit, attamen
cordis afflictionem, propriam coarctationem et tentationem nullo modo mutilabit, neque imminuet,
col. 191–192page 67 of 262
PG 79:191μὴ χαύνως καὶ ἀπεριμερίμνως τὸν βίον διοδεύσε μεν. Λόγον γὰρ πάντως ὑφέξομεν τῶν ἔργων ἡμῶν. κραταιώσει, καὶ θάλψει, καὶ πολυπλασιάσει. Διαπερ ΣΤ΄. - ΚΑΡΠΑΛΙΩΝΊ. Μικροῦ δεῖν ἐξεθάμβησας ἡμᾶς μυθολογίας προσ αγαγών κατ' ὄναρ πλουτήσας τοῖς πλείστοις κόσμοις, καὶ τῷ πλήθει τῶν αἰώνων, καὶ τῇ ἐξαριθμήσει τῶν λοποδείκτων ὁρίων, καὶ μεθορίων, ἀλλ' ἐντυχών τῇ προ πολλού ήδη χρόνου συντεταγμένῃ ὑπὸ διαφόρων προσώπων ανατροπῇ, καὶ ἀνασκευῇ, τῶν τοιού των δογμάτων, τῇ σιωπῇ μᾶλλον σαυτὸν προτίμησον. Σ.Ζ'. — ΕΥΗΘΙΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Οταν μοι δείξῃς σπονδὰς κυνὸς καὶ ὑαίνης, τότε πεισθήσομαί σοι φιλάνθρωπον λέγοντι δύνα σθαι εἶναι τὸν ἀπλήστως πλουτούντα. ΣΕΙ. Τῷ αὐτῷ. Οὔτε λύκος προβάτῳ ποτὲ φιλικῶς προσωμίλησεν, οὔτε ἄσπλαγχνος καὶ ἄπληστος λογισμὸς τῇ Αγαθοθέλεια φιλιοῦσθαι ἀνέχεται. Σ.Θ. - Τῷ αὐτῷ. Ἐρωτᾷς με, διὰ τί κύνα κέκληκα την στοργήν πρὸς τὸ ὁμόφυλον. Κύων γάρ ἐστιν αὕτη μανικώς σπαράττουσα πολλάκις πᾶσαν ὠμότητα, καὶ πᾶσαν πονηρίαν, σκληρότητά τε, καὶ ὑψαυχενίαν, καὶ ἀμετα δοσίαν. Κύων τοίνυν οὐ ψεκτὸς, ἐπαινετὸς δὲ μᾶλλον ἡ πρὸς ἀνθρώπους ἀγάπη. Τ'. Τῷ αὐτῷ. Ἐὰν ἀεὶ ἀγωνίσῃ τοὺς δαίμονας, καὶ τὰ πάθη ὑλακτεῖν, οὐχ ὑλακτήσεις ἀνθρώπους. Τῷ αὐτῷ. Γέγραφας, τίνος χάριν οὐ παύομαι ὑλακτεῖν, Αλλὰ πολλάκις σεσήμαγκα, τῆς σῆς ἕνεκα μικροψυχίας, καὶ φειδωλίας· ἐκπλήξεις γάρ με, εἴ γε κἂν ὀλιγάκις μαχήσῃ, καὶ πολεμήσῃ τῇ οἰκείᾳ μισο ανθρωπία. ΤΒ'. — ΦΙΛΗΚΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Στιβαρῶν καὶ στεῤῥῶν ὑπάρχει ψυχῶν, τὸ διὰ πολλῶν θλίψεων βαδίζειν τὴν τοῦ παρόντος αἰῶνος οδόν. Οὕτω γὰρ ὁ Κύριος κέχρηται τῇ εὐτονούσῃ ψυχῇ. ΤΙ'. — ΣΕΥΠΡΩ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Αιθίοψ μὲν οὐκ ἀλλάττει τὸ δέρμα, οὐδὲ πάρδαλις τὰ ποικίλματα αὐτῆς· σὺ δὲ δυνήσῃ ἐὰν θελήσῃ, καὶ τῆς σκοτοειδοῦς ἀπαλλαγῆναι γνώμης, καὶ τὰ στίγματα τῆς πολυμόρφου ἐκπλύνασθαι κακίας. Τζ'. - Τῷ αὐτῷ. Πυνθάνῃ μου, τί φησιν διὰ προφήτου ὁ Θεὸς, ὅτι Αποκαλύψω τὰ ὀπίσθιά σου ἐπὶ πρόσωπόν σου, καὶ τότε ὀφθήσεται πᾶσα ἡ ἀτιμία σου. Ἐν γὰρ τῷ θείῳ ἐκείνῳ καὶ φρικτῷ δικαστηρίω πάντα το παρα
μὴ χαύνως καὶ ἀπεριμερίμνως τὸν βίον διοδεύσε
μεν. Λόγον γὰρ πάντως ὑφέξομεν τῶν ἔργων
ἡμῶν.
Imo augelit, et nutriet, et firmabit, et fovebit, κραταιώσει, καὶ θάλψει, καὶ πολυπλασιάσει. Διαπερ
auctioremque tandem reddet. Propterea ne remisse, neque inconsiderate vitam nostram transigamus. Rationem siquidem prorsus de operibus nostris reddituri samns.
CARPALIONI.
Parum abfuit quin nos in stuporem adduxeris,
fabellis in medium adductis, per somnium dives
factus plurimis mundis, et æonum multitudine, et
terminorum atque confiniorum enumeratione, sed
quæ in folio commonstrantur. At multos jam abbine annos compositam a diversis refutationem,
et similium dogmatum reprobationem perlegens,
silentio magis tibi honorem compara.
CCXCVII. EVERTINO TRIBUNO.
Cum mihi foedera inter canem et hyænain ostenderis, tunc tibi credam dicenti excultum ad humanitatem posse esse virum, qui nunquam exsaturatur divitiis.
Eidem.
Neque lupus cum ove unquam amabiliter in
societatem venit; neque immisericors, et quæ
nunquam exsaturatur cogitatio, bona voluntate
amicari sustinet.
111 CCXCIX. Eidem.
Quæris a me, quare in proprium genus amorem
canem vocaverim? nam canis est ipse, rabiose sæpeuumero inhumanitatem omnem, et omnem improbitatem, duritiem, insolentiam tenacitatemque
ΣΤ΄. - ΚΑΡΠΑΛΙΩΝΊ.
Μικροῦ δεῖν ἐξεθάμβησας ἡμᾶς μυθολογίας προσ
αγαγών κατ' ὄναρ πλουτήσας τοῖς πλείστοις κόσμοις,
καὶ τῷ πλήθει τῶν αἰώνων, καὶ τῇ ἐξαριθμήσει τῶν
λοποδείκτων ὁρίων, καὶ μεθορίων, ἀλλ' ἐντυχών τῇ
προ πολλού ήδη χρόνου συντεταγμένῃ ὑπὸ διαφόρων
προσώπων ανατροπῇ, καὶ ἀνασκευῇ, τῶν τοιού
των δογμάτων, τῇ σιωπῇ μᾶλλον σαυτὸν προτίμησον.
Σ.Ζ'. — ΕΥΗΘΙΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ.
Οταν μοι δείξῃς σπονδὰς κυνὸς καὶ ὑαίνης,
τότε πεισθήσομαί σοι φιλάνθρωπον λέγοντι δύνασθαι εἶναι τὸν ἀπλήστως πλουτούντα.
ΣΕΙ.
Τῷ αὐτῷ.
Οὔτε λύκος προβάτῳ ποτὲ φιλικῶς προσωμίλησεν,
οὔτε ἄσπλαγχνος καὶ ἄπληστος λογισμὸς τῇ ἀγαθοθελείᾳ φιλιοῦσθαι ἀνέχεται.
Σ.Θ. - Τῷ αὐτῷ.
Ἐρωτᾷς με, διὰ τί κύνα κέκληκα την στοργήν
πρὸς τὸ ὁμόφυλον. Κύων γάρ ἐστιν αὕτη μανικώς
σπαράττουσα πολλάκις πᾶσαν ὠμότητα, καὶ πᾶσαν
πονηρίαν, σκληρότητά τε, καὶ ὑψαυχενίαν, καὶ ἀμετα
discerpens. Canis itaque est non vituperabilis, sed – δοσίαν. Κύων τοίνυν οὐ ψεκτὸς, ἐπαινετὸς δὲ μᾶλλον
laudabilis potius erga homines amor ac benevolentia.
CCC. Fidem.
Si perpetuo contenderis in dæmonas et affectus
lalrare, non latrabis in homines.
CCCI. - Eidem.
Scripsisti, propter quid non cesso haubari? sed
sæpius significavi, gratia tuæ pusillanimitatis et
illiberalitatis. Præ admiratione namque stuporemi
me commovebis, si vel minimum tuæ inhumanitati
pugnam atque certamen inieris.
CCCII. FELICI PRESBYTERO.
Robustarum firmarumque animarum est per
multas tribulationes præsentis sæculi iter peragere.
ἡ πρὸς ἀνθρώπους ἀγάπη.
Τ'.
- Τῷ αὐτῷ.
Ἐὰν ἀεὶ ἀγωνίσῃ τοὺς δαίμονας, καὶ τὰ πάθη
ὑλακτεῖν, οὐχ ὑλακτήσεις ἀνθρώπους.
TA'.
Τῷ αὐτῷ.
Γέγραφας, τίνος χάριν οὐ παύομαι ὑλακτεῖν,
Αλλὰ πολλάκις σεσήμαγκα, τῆς σῆς ἕνεκα μικροψυχίας, καὶ φειδωλίας· ἐκπλήξεις γάρ με, εἴ γε κἂν
ὀλιγάκις μαχήσῃ, καὶ πολεμήσῃ τῇ οἰκείᾳ μισο
ανθρωπία.
ΤΒ'. — ΦΙΛΗΚΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ.
Στιβαρῶν καὶ στεῤῥῶν ὑπάρχει ψυχῶν, τὸ διὰ
πολλῶν θλίψεων βαδίζειν τὴν τοῦ παρόντος αἰῶνος
Sic enim Dominus forti et constanti anima usus οδόν. Οὕτω γὰρ ὁ Κύριος κέχρηται τῇ εὐτονούσῃ
est.
CCCEL SEVERO PRIMATI.
Ethiops pellem non mutat, neque versicolorem
varietatem panthera. Tu vero poteris, dummodo
voluntas fert, et a 112 tenebrosa sententia liberari, et varie muluplicisque improbitatis inusta
signa abluere.
CCCIV. Eidem.
Queris a me, quid est, quod ait Deus per prophetam: Detegam posteriora tua in conspectu
tuo, et tune videbuntur fanda infandaque opprobria
tua s.» Etenim in divino illo ac tremendo judicio,
44 Jer. xu, 26.
ψυχῇ.
ΤΙ'. — ΣΕΥΠΡΩ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ.
Αιθίοψ μὲν οὐκ ἀλλάττει τὸ δέρμα, οὐδὲ πάρδαλις
τὰ ποικίλματα αὐτῆς· σὺ δὲ δυνήσῃ ἐὰν θελήσῃ,
καὶ τῆς σκοτοειδοῦς ἀπαλλαγῆναι γνώμης, καὶ τὰ
στίγματα τῆς πολυμόρφου ἐκπλύνασθαι κακίας.
Τζ'. - Τῷ αὐτῷ.
Πυνθάνῃ μου, τί φησιν διὰ προφήτου ὁ Θεὸς, ὅτι
• Αποκαλύψω τὰ ὀπίσθιά σου ἐπὶ πρόσωπόν σου,
καὶ τότε ὀφθήσεται πᾶσα ἡ ἀτιμία σου. Ἐν γὰρ τῷ
θείῳ ἐκείνῳ καὶ φρικτῷ δικαστηρίω πάντα το παρα
col. 193–194page 68 of 262
PG 79:193στήσεται εἰς πρόσωπον τὰ κακὰ, ἅπερ ἐνταῦθα πέπραχας, ἵνα βλέπων, καὶ ἐπιγνοὺς εἰς αἰσχύνην καὶ φόβον καὶ τρόμον κατενεχθής. ΤΕ. - ΚΑΛΟΚΥΡΑ. Υδατα πολλάκις οἱ ἄνθρωποι λέγονται· φασὶ γὰρ οἱ προφῆται· «Ἰδοὺ ὡς ὕδωρ πολύ, Εθνη πολλά. Και, «Πλήθος ἐθνῶν πολλῶν, ὥσπερ ὕδωρ ηχήσει. Και, «Ἰδοὺ ἀνάγω ἐφ' ὑμᾶς τὸ ὕδωρ πολύ, τον βασιλέα τῶν Ασσυρίων.» Τῷ αὐτῷ. Χριστὸς ὁ Θεὸς καὶ Δεσπότης τῶν ὅλων, σαφῶς καὶ διαῤῥήδην ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις ἀνακαλεῖ τοὺς ἀπὸ παντοίας κακίας βεβαρημένους· «Δεῦτε πρός με, κραυγάζων, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς.» Τοῦτο γὰρ αὐτῷ καὶ τῆς ἐξ οὐρανοῦ καθόδου τὸ αἴτιον γεγενῆσθαι διεβεβαιώσατο· «Οὐ γὰρ ἦλθον δικαίους καλέ σαι, φησίν, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς πρὸς τὸ μετανοῆσαι. Και, «Οἱ ἰσχύοντες οὐ χρήζουσιν ἰατροῦ, ἀλλ᾽ οἱ κακῶς ἔχοντες.» Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχει, μη δαμῶς ἀπογίνωσκε, μᾶλλον δὲ ῥώννυτο ταῖς χρηστοτέραις ἐλπίσιν. ΤΖ'. - ΣΙΛΒΑΝΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟΤΗ. Εάν θέλωμεν διά πάντων καταπατῆσαι τοὺς δαί μονας, δείξωμεν διά πάντων τὴν ταπεινοφροσύνην, τὸ ἑαυτῶν θέλημα μακρὰν ἀποῤῥίψαντες· καὶ ὥσπερ τὴν νηστείαν ἡδέως καταδεχόμεθα, κελευσάν των ἡμῖν τῶν τὸν βίον προοδευκότων, οὕτω καὶ τὸ φαγεῖν, ἢ πιεῖν πρός τινα χρόνον κεκμηκός διαναπαῦσαι τὸ σῶμα συμβουλευόμενοι παρὰ τῶν εξ εἰδότων δοκιμάζειν καὶ κρίνειν τὰ πράγματα, ὑπ ακούσωμεν προθύμως, καὶ ἀναμφισβητήτως. Πλείον γὰρ τῆς νηστείας ἡ καθ' ὑπακοὴν μετάληψις μαστίζει τοὺς δαίμονα ΤΗ'. — ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΑΡΓΥΡΟΠΡΑΤΙ. Πῶς τινες τῶν γοήτων (α), τινὰ πλανώμενον ἀνθρώπου μνημείῳ ἐπιβιβάσαντες, εἰς ξένην πατρίδα ἐξ έπεμψαν σκοτίας ὑπαρχούσης; δῆλον ὅτι τῇ πονηρά ἐπικλήσει, καὶ τῇ δυνάμει τῶν φυσικῶν πραγμάτων δαίμων βαστάσας τὸν ἄνθρωπον ἀλλαχοῦ διεκόμισεν. Οὕτως τοίνυν καὶ ἀποκτηνοῦν ἄνθρωπον, πολλάκις δοκοῦσιν οἱ φαρμακοὶ, οὐχὶ τὴν οὐσίαν τοῦ σώματος μεταπλάττοντες, ἀλλὰ μορφήν κτήνους περιτιθέντες αὐτῷ. Οὐκοῦν κἂν σαγματισθῇ ὥσπερ ὄντος ὁ ἄνθρωπος, ὅσον μὲν δύναται ὡς ἄνθρωπος βαστάζει, τὸ δὲ λοιπὸν τοῖς ὤμοις ὁ δαίμων ἀνακουφίζει. ΤΘ'.— ΣΩΣΘΕΝΕΙ ΚΟΜΕΝΤΑΡΙΣΙΩ. Ανόητόν σε καὶ ἀσύνετον καταμανθάνω· εἰ γὰρ ἐπιλαμβάνῃ τοῦ θεοφόρου ἀνδρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ὡς ὀργίλου, καὶ Οὄρεσι χαίροντος, ἐν τῷ ἐπιπλήττειν τοῖς ἐξαμαρτά νουσι, καὶ ἐμβριθῶς καθάπτεσθαι τῶν τὴν ἀναλγησίαν, καὶ τὴν ἀναισθησίαν άρρωστούντων, καιρός σοι καὶ τὸν Βαπτιστὴν Ἰωάννην λέγειν, ὅτι γεννήματα εχιδνῶν τινας ἀπεκάλεσεν, ιώδεις τὸν τρόπον ὑπάρχοντας, καὶ τὸν Ἀπόστολον ὑβριστὴν εἶναι (α) νοητῶν,
EPISTOLARUM LIB. I.
στήσεται εἰς πρόσωπον τὰ κακὰ, ἅπερ ἐνταῦθα omnia in faciem tuam mala, quae hic perpetrasti,
πέπραχας, ἵνα βλέπων, καὶ ἐπιγνοὺς εἰς αἰσχύνην
καὶ φόβον καὶ τρόμον κατενεχθής.
ΤΕ. - ΚΑΛΟΚΥΡΑ.
Υδατα πολλάκις οἱ ἄνθρωποι λέγονται· φασὶ γὰρ
οἱ προφῆται· «Ἰδοὺ ὡς ὕδωρ πολύ, Εθνη πολλά.
Και, «Πλήθος ἐθνῶν πολλῶν, ὥσπερ ὕδωρ ηχήσει.
Και, «Ἰδοὺ ἀνάγω ἐφ' ὑμᾶς τὸ ὕδωρ πολύ, τον
βασιλέα τῶν Ασσυρίων.»
Τῷ αὐτῷ.
TG'.
Χριστὸς ὁ Θεὸς καὶ Δεσπότης τῶν ὅλων, σαφῶς
καὶ διαῤῥήδην ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις ἀνακαλεῖ τοὺς ἀπὸ
παντοίας κακίας βεβαρημένους· «Δεῦτε πρός με,
κραυγάζων, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς.» Τοῦτο γὰρ
αὐτῷ καὶ τῆς ἐξ οὐρανοῦ καθόδου τὸ αἴτιον γεγενήσθαι διεβεβαιώσατο· «Οὐ γὰρ ἦλθον δικαίους καλέσαι, φησίν, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς πρὸς τὸ μετανοῆσαι.
Και, «Οἱ ἰσχύοντες οὐ χρήζουσιν ἰατροῦ, ἀλλ᾽ οἱ
κακῶς ἔχοντες.» Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχει, μηδαμῶς ἀπογίνωσκε, μᾶλλον δὲ ῥώννυτο ταῖς χρηστο
τέραις ἐλπίσιν. -
ΤΖ'. - ΣΙΛΒΑΝΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟΤΗ.
Εάν θέλωμεν διά πάντων καταπατῆσαι τοὺς δαίμονας, δείξωμεν διά πάντων τὴν ταπεινοφροσύνην,
τὸ ἑαυτῶν θέλημα μακρὰν ἀποῤῥίψαντες· καὶ
ὥσπερ τὴν νηστείαν ἡδέως καταδεχόμεθα, κελευσάν
των ἡμῖν τῶν τὸν βίον προοδευκότων, οὕτω καὶ τὸ
φαγεῖν, ἢ πιεῖν πρός τινα χρόνον κεκμηκός διαναπαῦσαι τὸ σῶμα συμβουλευόμενοι παρὰ τῶν εξ
εἰδότων δοκιμάζειν καὶ κρίνειν τὰ πράγματα, ὑπακούσωμεν προθύμως, καὶ ἀναμφισβητήτως. Πλείον
γὰρ τῆς νηστείας ἡ καθ' ὑπακοὴν μετάληψις μαστί
ζει τοὺς δαίμονα
ΤΗ'. — ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΑΡΓΥΡΟΠΡΑΤΙ.
Πῶς τινες τῶν γοήτων (α), τινὰ πλανώμενον ἄνθρω
που μνημείῳ ἐπιβιβάσαντες, εἰς ξένην πατρίδα ἐξέπεμψαν σκοτίας ὑπαρχούσης; δῆλον ὅτι τῇ πονηρά
ἐπικλήσει, καὶ τῇ δυνάμει τῶν φυσικῶν πραγμάτων
δαίμων βαστάσας τὸν ἄνθρωπον ἀλλαχοῦ διεκόμισεν.
Οὕτως τοίνυν καὶ ἀποκτηνοῦν ἄνθρωπον, πολλάκις
δοκοῦσιν οἱ φαρμακοὶ, οὐχὶ τὴν οὐσίαν τοῦ σώματος
μεταπλάττοντες, ἀλλὰ μορφήν κτήνους περιτιθέντες
αὐτῷ. Οὐκοῦν κἂν σαγματισθῇ ὥσπερ ὄντος ὁ ἄνθρωπος, ὅσον μὲν δύναται ὡς ἄνθρωπος βαστάζει, τὸ δὲ
λοιπὸν τοῖς ὤμοις ὁ δαίμων ἀνακουφίζει.
ር
astabunt: ut videns et cognoscens in confusionem,
timorem ac tremorem concedas.
CCCV. - CALOCYRO.
Aquæ sæpenumero homines nuncupantur: namque dicunt prophetæ: Ecce velut aquæ multæ
populi multi **. Et: Multitudo multarum gentium
velut aqua perstrepet 8. Et: Ecce ego addneam
super vos aquam multam regem Assyriorum 87, ›
CCCVI. Eidem.
"
Christus Deus, et omnium Dominus, clare ac
palam in Evangeliis, eos, qui omni genere malitiæ
prægravantur, advocat: «Venite ad me, clamans,
et ego reficiam vos Hoc enim illi e cœlo descensus in causa fuisse asseveravit. e Non enin,
inquit, veni justos vocare, sed peccatores ad pœnitentiam 9.. Et: • Qui bene valent, non indigent
medico, sed qui male se habent 3.» Hee itaque si
ita se habent, nullo modo in desperationeni rapiaris, sed potius spe meliori confirmare.
113 CCCVII. SILVANO COENOBITÆ.
Si prorsus dæmones conculcare nobis in animo
est, per omnia ostendamus humilitatem, longe a
nobis propriam voluntatem removentes. Et quemadmodum jejunium libenti animo amplectimur,
ita præcipientibus illis, qui nos præcesserunt; sic
et comedere, et bibere, et ad tempus defessum
corpus quieti tradere, cum ab illis, qui res experiri ae dijudicare optime callent, suademur, alacriter imperio audiamus, ac sine ulla hæsitatione.
Magis siquidem jejunio ipso, quæ per obedientiam
refectio fit, dæmones flagellat.
CCCVIII. - THALASSIO ARGENTARIO.
Quomodo ex præstigiatoribus nonnulli, quemdam pererrantem hominem, sepulturæ appositum
in alienam patriam dimiserunt, tenebris cuncta
occupantibus? manifestum, prava advocatione, et
rerum naturalium facultate a dæmone hominem
sublatum in aliam regionem transportatum fuisse.
Eadem itaque ratione hominem in bestiam convertere sæpius videntur venefici, non substantiam
corporis immutantes, sed pecudis formam illi appingentes. Itaque licet homo, quemadmodum asinus
sella prægravetur, quantum potest ipse ut homo
sustinet, reliquum humeris demon attollit.
SUSTHENI COMENTARESIO.
Fatuum te insulsumque esse deprehendo: nam
si deiferum virum Joannem episcopum Constantinopolitanum, tanquam iracundiæ deditum,
nimium se injuriis, in facinorosis reprehendendis,
oblectantem, et illis, qui prae indolentia ae stupore
nihil persentiscunt, duriter aspereque objurgandis,
culpas: tempus jam est, ut et Joannem Baptistam,
genimina viperarum nonnullos qui venenosis moribus erant *, nuncupantem, insimules, et Aposto
83 Matth. x1, 28.
83 Matth. ts, 15,
ps Matth.
50 ibid. 12.
ΤΘ'.— ΣΩΣΘΕΝΕΙ ΚΟΜΕΝΤΑΡΙΣΙΩ.
Ανόητόν σε καὶ ἀσύνετον καταμανθάνω· εἰ γὰρ
ἐπιλαμβάνῃ τοῦ θεοφόρου ἀνδρὸς Ἰωάννου τοῦ
ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ὡς ὀργίλου, καὶ
Οὄρεσι χαίροντος, ἐν τῷ ἐπιπλήττειν τοῖς ἐξαμαρτάνουσι, καὶ ἐμβριθῶς καθάπτεσθαι τῶν τὴν ἀναλγησίαν, καὶ τὴν ἀναισθησίαν άρρωστούντων, καιρός
σοι καὶ τὸν Βαπτιστὴν Ἰωάννην λέγειν, ὅτι γεννήματα εχιδνῶν τινας ἀπεκάλεσεν, ιώδεις τὸν τρόπον
ὑπάρχοντας, καὶ τὸν Ἀπόστολον ὑβριστὴν εἶναι
88 Isa. xvII, 12.
ms, 7; Luc. 111, 7.
86 ibid.
67 Isa. VIII,
(α) Allatius νοητῶν, intellectual bus, Himer.
el
col. 195–196page 69 of 262
PG 79:195κρίνειν, ὅτι Γαλάτας δεύτερον ἀνοήτους προσείπεν, καὶ τοὺς προφήτας τῷ τῆς ὕβρεως ἐγκλήματι ύπο ευθύνους καθιστᾷν, ἐπειδὴ ἵππων θηλυμανῶν, καὶ κυνῶν λαθροδάκνων, καὶ λύκων, καὶ κορώνων ὀνό ματα, τοῖς λογικοῖς ἐπετίθεσαν, πρὸς διόρθωσιν ἐπι σπώμενοι τοῖς ἐλέγχοις τὸν διασφαλλόμενον. Τί δ' ἂν εἴποις περὶ τοῦ πάντων Θεοῦ, καὶ προνοητοῦ Χριστοῦ, τοῦ ταπεινόφρονος, καὶ τῇ οἰκείᾳ ἐπιεικείᾳ, καὶ πραότητι, πᾶσαν πραότητα ὑπερακοντίσαν τος, ὅταν ἀκούσῃς αὐτοῦ, μωρούς, καὶ τυφλούς, υἱούς τε τοῦ διαβόλου, καὶ ζιζάνια, κύνας τε καὶ χοίρους, καὶ ἄλλα τινὰ σκώμματα, τους παρανομοῦντας ἀποκαλοῦντος; ΤΙ'. - ΕΛΛΑΔΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Οτι ἡ ἀργία ἀρχὴ κακουργίας τοῖς ἀπαιδεύτοις γίνεται, καὶ αὐτὸς συνομολογεῖς, καὶ ὅτι μὴ ἔχοντες τί πρᾶξαι οἱ Ἑβραῖοι ἐν τῇ ἐρήμῳ εἰς εἰδωλατρίαν ἐξέπεσαν, γινώσκεις. Μὴ οὖν βδελύττου τὸ ἔργον τὸ τῶν χειρῶν, ὅτι ὠφέλιμον, καὶ πάνυ νηφάλιον. ΤΙΑ'. — ΘΕΩΝΑ ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΩ. Τὸ ἀπαρηγορήτως λυπεῖσθαι, καὶ θρηνεῖν, καὶ νη στεύειν ἐπὶ τῷ τελευτήσαντι συγγενεῖ, ἔλεγχός ἐστι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀνελπιστίας. Ὁ πιστεύων ἐκ νεκρῶν ἀναστήσεσθαι τὸν ἄρτι τεθαμμένον, ἐλπίδ ῥωσθήσεται, Θεῷ εὐχαριστήσει, εἰς εὐθυμίαν μετα σκευάσει τοὺς θρήνους, εὔξεται ἐλέους αἰωνίου τυ χεῖν τὸν κοιμηθέντα, πρὸς διόρθωσιν ρέψει τῶν οἱ κείων πταισμάτων. ΤΙΒ'. - Τῷ αὐτῷ. Εἴ τις εὐχαρίστως ἤνεγκε, καὶ ἀνδρείως τὴν τοῦ ποθουμένου ἀποβολήν, φιλόσοφός τε κληθήσεται, καὶ μεγαλόφρων, καὶ πολλὰ διαλύσεται τῶν προγενομένων ἁμαρτημάτων. ΤΙΓ'. — ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Εἰ βλάψει κύων ὑλακτῶν γίγαντα δυσμαχώτατον, βλάψει καὶ τὸν ἀληθῆ πιστὸν πνεῦμα τῆς βλασφημίας, παρενοχλούν τῇ ψυχῇ. ΤΙΔ'. - ΔΡΑΚΟΝΤΙΟ. Φοβοῦμαι, φησὶν ὁ Ἰώβ, μὴ γνόφῳ με εκτρίψει ὁ Κύριος· τουτέστι, μήποτε ἐξορίσας με τῆς μερίδος τῶν ἱκανωθέντων ἐν τῷ φωτὶ τῆς δόξης αὐτοῦ, πα ραδῷ τῇ αἰωνίᾳ σκοτίᾳ. Διόπερ μὴ χαύνως, και ἀμερίμνως τὸν βίον ὀδεύσωμεν. ΤΙΕ'. — ΕΥΒΟΥΛΙΩΝΙ. Οἱ αἱρετικοί λύκοι, τοὺς ἀπὸ τῆς κακίστης αἱρέ σεως μεταπηδώντας πρὸς τὴν ὀρθοδοξίαν, καὶ καλῶς ἐπιστρέφοντας ἐπὶ τὴν εὐσέβειαν, αναποδιστὰς καὶ φαύλους ἀποκαλοῦσιν. ΤΙϚ'. - ΠΙΕΡΙΑ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ. Ο φιλανθρωπότατος Σωτὴρ τῶν ὅλων Χριστός, τό γε ἧκον εἰς αὐτὸν, πάντας ἀνθρώπους παρεγένετο σῶσαι. Καὶ βλέπομεν, ὅτι οὐ πάντες ἑαυτοὺς ἐπιδ δόατι τῇ σωτηρία ἑαυτῶν. Τοίνυν καταγνῶμεν, καὶ ἑαυτοὺς ταλανίζωμεν τῆς ἀμελείας, καὶ τῆς κακοφρου σύνης, καὶ μὴ τῷ ἀγαθῷ Δεσπότῃ ἐπάγωμεν τὰ ἐγε κλήματα.
lum injuriosum esse, bis Galatas insensatos appel- κρίνειν, ὅτι Γαλάτας δεύτερον ἀνοήτους προσείπεν,
lantem judices"; injuriæque dicam prophetis impingas, cum equorum feminas deperientium, et
canum latenter mordentium, et luporum, et cornicum nominibus rationis compotes insigniant,
reprehensionibus pererrantem in meliorum frugem
revocantes. Quid porro de omnium Deo, et provisore
Christo bumili, qui propria clementia et mansuetudine omnem mansuetudinem superaverat, cum
audis ab ipso, stultos, et cæcos, et filios diaboli, et
zizania, et canes, et porcos, et aliis quibusdam
mordacibus peccatores vocitari, pronuntiabis?
CCCX. HELLA DIO LECTORI.
Otium neruditis malorum operum principium
esse tu quoque una cum aliis fateris, et Hebræos,
cum in deserto non esset illis, in quo se exercerent,
in idolorum cultum concidisse cognoscis ". Ne itaque ab opere manuum abhorreas, cum illud utile sit
et valde sobrium.
115 CCCXI. THEONÆ REMP. GERENTI.
Sine ullo solatio mœrore angi, et deplorare, et
jejunare pro demortuo consanguineo, incredulitatis
ac abjectæ spei indicium est. Qui credit sepulturæ
nunc traditum a mortuis resurrecturum, spe confirmabitur, Deo gratias aget, lacrymas transferet
in bilaritatem, demortuus ut sempiternæ misericordia particeps flat, deprecabitur, necnon ad propriorum errorum emendationem prolabetur.
CCCXII. Eidem.
Quisquis jucunde ac fortiter animo rei desideratæ tulerit jacturam, is philosophus vocabitur, et
magnaninius, et multa, quæ antea commiserat,
errata dissolvet.
CCCXIII. THESSALIO DIACONO.
Si canis latrans gigantem vinci nescium offendet,
offendet utique et fide conspicuum spiritus blasphemiæ, animæ molestiam exhibens.
- DRACONTIΟ.
Timeo, inquit Job, ne me caligine perdat Dominus: hoc est, ne aliquando ex sorte eorum, qui
idonei facti sunt in lumine gloriæ ejus, me separans, sempiternæ caligini tradat. Quapropter neque
lente, neque secure vitam transigamus.
116 CCCXY - EUBULIONΙ.
Hæretici lupi eos, qui a pessima hæresi ad rectam
fidem transiliunt, et non sine laude convertuntur
ad pietatem, repedatores ignominiososque vocant.
CCCXVI. • PIERIO SYNCLETICO.
Humanissimus omnium Servator Christus, quod
ad ipsum spectabat, omnes homines venit salvare.
Conspicimus tamen non omnes semetipsos sux
saluti dedere. Cognoscamus igitur, nosque metipsos
ob desidiam et pravam voluntatem deploremnus,
neque optimo Domino scelera tribuamus.
• Galat.!!!, 1.
13 Exod. xxx11, passim.
καὶ τοὺς προφήτας τῷ τῆς ὕβρεως ἐγκλήματι ύπο
ευθύνους καθιστᾷν, ἐπειδὴ ἵππων θηλυμανῶν, καὶ
κυνῶν λαθροδάκνων, καὶ λύκων, καὶ κορώνων ὀνό
ματα, τοῖς λογικοῖς ἐπετίθεσαν, πρὸς διόρθωσιν ἐπι
σπώμενοι τοῖς ἐλέγχοις τὸν διασφαλλόμενον. Τί δ'
ἂν εἴποις περὶ τοῦ πάντων Θεοῦ, καὶ προνοητοῦ
Χριστοῦ, τοῦ ταπεινόφρονος, καὶ τῇ οἰκείᾳ ἐπιεικείᾳ, καὶ πραότητι, πᾶσαν πραότητα ὑπερακοντίσαν
τος, ὅταν ἀκούσῃς αὐτοῦ, μωρούς, καὶ τυφλούς,
υἱούς τε τοῦ διαβόλου, καὶ ζιζάνια, κύνας τε καὶ
χοίρους, καὶ ἄλλα τινὰ σκώμματα, τους παρανομούν
τὰς ἀποκαλοῦντος;
ΤΙ'. - ΕΛΛΑΔΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ.
Οτι ἡ ἀργία ἀρχὴ κακουργίας τοῖς ἀπαιδεύτοις
γίνεται, καὶ αὐτὸς συνομολογεῖς, καὶ ὅτι μὴ ἔχοντες
τί πρᾶξαι οἱ Ἑβραῖοι ἐν τῇ ἐρήμῳ εἰς εἰδωλατρίαν
ἐξέπεσαν, γινώσκεις. Μὴ οὖν βδελύττου τὸ ἔργον
τὸ τῶν χειρῶν, ὅτι ὠφέλιμον, καὶ πάνυ νηφά
λιον.
ΤΙΑ'. — ΘΕΩΝΑ ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΩ.
Τὸ ἀπαρηγορήτως λυπεῖσθαι, καὶ θρηνεῖν, καὶ νηστεύειν ἐπὶ τῷ τελευτήσαντι συγγενεῖ, ἔλεγχός ἐστι
τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀνελπιστίας. Ὁ πιστεύων ἐκ
νεκρῶν ἀναστήσεσθαι τὸν ἄρτι τεθαμμένον, ἐλπίδ
ῥωσθήσεται, Θεῷ εὐχαριστήσει, εἰς εὐθυμίαν μετασκευάσει τοὺς θρήνους, εὔξεται ἐλέους αἰωνίου τυ
χεῖν τὸν κοιμηθέντα, πρὸς διόρθωσιν ρέψει τῶν οἱ
κείων πταισμάτων.
ΤΙΒ'. - Τῷ αὐτῷ.
Εἴ τις εὐχαρίστως ἤνεγκε, καὶ ἀνδρείως τὴν τοῦ
ποθουμένου ἀποβολήν, φιλόσοφός τε κληθήσεται, καὶ
μεγαλόφρων, καὶ πολλὰ διαλύσεται τῶν προγενομέ
νων ἁμαρτημάτων.
ΤΙΓ'. — ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Εἰ βλάψει κύων ὑλακτῶν γίγαντα δυσμαχώτατον,
βλάψει καὶ τὸν ἀληθῆ πιστὸν πνεῦμα τῆς βλασφημίας,
παρενοχλούν τῇ ψυχῇ.
ΤΙΔ'. - ΔΡΑΚΟΝΤΙΟ.
Φοβοῦμαι, φησὶν ὁ Ἰώβ, μὴ γνόφῳ με εκτρίψει ὁ
Κύριος· τουτέστι, μήποτε ἐξορίσας με τῆς μερίδος
τῶν ἱκανωθέντων ἐν τῷ φωτὶ τῆς δόξης αὐτοῦ, παραδῷ τῇ αἰωνίᾳ σκοτίᾳ. Διόπερ μὴ χαύνως, και
ἀμερίμνως τὸν βίον ὀδεύσωμεν.
ΤΙΕ'. — ΕΥΒΟΥΛΙΩΝΙ.
Οἱ αἱρετικοί λύκοι, τοὺς ἀπὸ τῆς κακίστης αἱρέ
σεως μεταπηδώντας πρὸς τὴν ὀρθοδοξίαν, καὶ καλῶς
ἐπιστρέφοντας ἐπὶ τὴν εὐσέβειαν, αναποδιστὰς καὶ
φαύλους ἀποκαλοῦσιν.
ΤΙϚ'. - ΠΙΕΡΙΑ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ.
TIG'.
Ο φιλανθρωπότατος Σωτὴρ τῶν ὅλων Χριστός,
τό γε ἧκον εἰς αὐτὸν, πάντας ἀνθρώπους παρεγένετο
σῶσαι. Καὶ βλέπομεν, ὅτι οὐ πάντες ἑαυτοὺς ἐπιδ:-
δόατι τῇ σωτηρία ἑαυτῶν. Τοίνυν καταγνῶμεν, καὶ
ἑαυτοὺς ταλανίζωμεν τῆς ἀμελείας, καὶ τῆς κακοφρου
σύνης, καὶ μὴ τῷ ἀγαθῷ Δεσπότῃ ἐπάγωμεν τὰ ἐγε
κλήματα.
ps Job 15,
col. 197–198page 70 of 262
PG 79:197ΤΙΖ'. - ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΕΚΔΙΚΟ. Ομοιος ὑπάρχεις τῷ λέγοντι, ὅτι Ηθελον ἰδεῖν ὄμβρους μεθύσκοντας τὴν γῆν ἅπασαν, ῥιγῆσαι δὲ οὐ θέλω. Καὶ πῶς ἐγχωρεῖ δίχα ψυχρίας ἀπολαῦσαι τῶν ὄμβρων; Πῶς οὖν φάσκεις ὀρέγεσθαι, καὶ εἶχε σθαι πνευματικῆς τινος ἀξιωθῆναι χάριτος ἄνευ πό νου, καὶ θλίψεως; Δεῖ γὰρ πάντα τὸν βουλόμενον εἴτε λαϊκόν, εἴτε μοναχόν, οὐρανίου τινὸς ἐπιτυχεῖν δω ρεᾶς, ὑπομεῖναι θλίψεις πολλάς, καὶ πειρασμούς, καὶ λύπας, ἅπερ πάντα ἐπέχει λόγον χειμῶνος σφο δροῦ, εἶθ' οὕτως ἀμήσασθαι τοὺς καρποὺς τοῦ ἁγίου Πνεύματος Τῷ αὐτῷ. Καὶ ἐκάθισας αὐτοῖς ὥσπερ κορώνη,» έλεγεν ὁ προφήτης· τουτέστι, πολὺν χρόνον ἐπιλαθόμενος τοῦ Θεοῦ, προσδιέτριβες φιλοπόνως ταῖς ἁμαρτίαις, καὶ διὰ τῶν πταισμάτων τοῖς ἀκαθάρτοις δαίμοσιν, Η γὰρ κορώνη, πολλὰ ἔτη ζῇ, καὶ φιλότεκνός ἐστι. Πάνυ τοίνυν καὶ πᾶς ὁ φιλήδονος, καὶ φιλόκοσμοςφι λεῖ καὶ στέργει τὰ τέκνα αὐτοῦ, τουτέστι τὰ ὀλέθρια, καὶ βδελυρὰ πράγματα. ΤΙΘ. - ΗΡΙΜΟ ΚΟΜΗΤΙ. Τῆς λεγομένης, οὐ μὴν οὔσης ἀνεφίκτου, καὶ ὑπερφυοῦς καθέδρας τῶν ἐπάρχων ἐπιθυμεῖν σε μανθάνω. Γίνωσκε οὖν, λαμπρότατε ἄνθρωπε, ὅτι μικρὰ μὲν, καὶ εὐτελής ἐστι, καὶ ὀλιγοήμερος, καὶ τῶν ἠρινῶν ἀνθέων οὐδὲν διαφέρουσα, ἡ παρὰ ἀνθρώπων σοι προσφερομένη γελοιώδης, καὶ χλευαστική δόξα, μεγάλη δὲ καὶ πολλὴ τυγχάνει ἡ ἐσύστερον αἰσχύνη. Εἰ τοίνυν μὴ βούλει αἰσχυνθῆναι, μὴ βού λου δοξασθῆναι τὴν ἔκπλυτον, καὶ ῥᾳδίως ἐξαφανιζο- “ μένην καὶ μειουμένην δόξαν. ΤΚ'. — ΦΙΡΜΙΛΛΙΑΝΟ. Αντὶ τῶν πατέρων ἐγεννήθησαν οἱ υἱοί σου.» Οἱ γὰρ ἐν τῷ Μωσαϊκῷ νόμῳ λελατρευκότες πρώην Θεῷ, καὶ εὐηρεστηκότες, δεύτεροι τῶν ἀποστόλων ἐδείχθησαν κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν· οἱ υἱοὶ γὰρ οἱ ἀπόστολοι ἦσαν τῆς τῶν Εβραίων συναγωγῆς· ἀλλ' ἐπειδὴ κατηξίωνται τῷ Χριστῷ μαθητεῦσαι, καὶ διὰ πάντων μιμήσασθαι τὸν Διδάσκαλον, υἱοὺς ἀπέδειξαν ἑαυτῶν τῇ πολιτείᾳ, καὶ τῷ ἀξιώματι, τους οι κείους πατέρας τοὺς ἐν τῷ νόμῳ πάλαι δικαιωθέντας. ΤΚΑ'. - Τῷ αὐτῷ. Δυνήσῃ καὶ ἄλλως τὸ ῥητὸν ἐκδέξασθαι, ὡς τὰ πρὸ ν ὀλίγου χρόνου ὁμιληθέντα ἡμῖν. «'Αντὶ τῶν πατέρων σου ἐγεννήθησαν οἱ υἱοί σου· ν τουτέστιν, ὅπερ πρώην ἐπὶ τῶν πατέρων σου πλεονάκις παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐζήτησας χάρισμα, καὶ πολλάκις ἀπέτυχες, και παρηκούσθης, τοῦτο ἐπ᾿ ἐσχάτων τοῦ γήρως σου ὑπὲρ τὴν παιδοποιίαν δεξάμενος τέρπῃ, καὶ κατευφραίνῃ· κρείσσονα γαρ, φησὶν, υἱῶν καὶ θυγα τέρων δωρεὰν ὁ Κύριος δώσει σοι. ΣΩΚΡΑΤΕΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩ. Τῇ οἰκείᾳ ὁ Θεὸς ἀγαθότητι τὰ πάντα συστησάμενος, προνοεί πάντων, οὐκ εἰς τὸ κατ' ἀξίαν τῶν ὑπ' αὐτοῦ προνοουμένων βλέπων, ἀλλ᾽ εἰς τὸ ἑαυτοῦ
EPISTOLARUM LIB. I.
ΤΙΖ'. - ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΕΚΔΙΚΟ.
Ομοιος ὑπάρχεις τῷ λέγοντι, ὅτι Ηθελον ἰδεῖν
ὄμβρους μεθύσκοντας τὴν γῆν ἅπασαν, ῥιγῆσαι δὲ
οὐ θέλω. Καὶ πῶς ἐγχωρεῖ δίχα ψυχρίας ἀπολαῦσαι
τῶν ὄμβρων; Πῶς οὖν φάσκεις ὀρέγεσθαι, καὶ εἶχε
σθαι πνευματικῆς τινος ἀξιωθῆναι χάριτος ἄνευ πόνου, καὶ θλίψεως; Δεῖ γὰρ πάντα τὸν βουλόμενον εἴτε
λαϊκόν, εἴτε μοναχόν, οὐρανίου τινὸς ἐπιτυχεῖν δω
ρεᾶς, ὑπομεῖναι θλίψεις πολλάς, καὶ πειρασμούς,
καὶ λύπας, ἅπερ πάντα ἐπέχει λόγον χειμῶνος σφοδροῦ, εἶθ' οὕτως ἀμήσασθαι τοὺς καρποὺς τοῦ ἁγίου
Πνεύματος
TIH'. Τῷ αὐτῷ.
• Καὶ ἐκάθισας αὐτοῖς ὥσπερ κορώνη,» έλεγεν
ὁ προφήτης· τουτέστι, πολὺν χρόνον ἐπιλαθόμενος
τοῦ Θεοῦ, προσδιέτριβες φιλοπόνως ταῖς ἁμαρτίαις,
καὶ διὰ τῶν πταισμάτων τοῖς ἀκαθάρτοις δαίμοσιν,
Η γὰρ κορώνη, πολλὰ ἔτη ζῇ, καὶ φιλότεκνός ἐστι.
Πάνυ τοίνυν καὶ πᾶς ὁ φιλήδονος, καὶ φιλόκοσμος- φιλεῖ καὶ στέργει τὰ τέκνα αὐτοῦ, τουτέστι τὰ ὀλέθρια,
καὶ βδελυρὰ πράγματα.
ΤΙΘ. - ΗΡΙΜΟ ΚΟΜΗΤΙ.
Τῆς λεγομένης, οὐ μὴν οὔσης ἀνεφίκτου, καὶ
ὑπερφυοῦς καθέδρας τῶν ἐπάρχων ἐπιθυμεῖν σε
μανθάνω. Γίνωσκε οὖν, λαμπρότατε ἄνθρωπε, ὅτι
μικρὰ μὲν, καὶ εὐτελής ἐστι, καὶ ὀλιγοήμερος, καὶ
τῶν ἠρινῶν ἀνθέων οὐδὲν διαφέρουσα, ἡ παρὰ ἀνθρώπων σοι προσφερομένη γελοιώδης, καὶ χλευαστική
δόξα, μεγάλη δὲ καὶ πολλὴ τυγχάνει ἡ ἐσύστερον
αἰσχύνη. Εἰ τοίνυν μὴ βούλει αἰσχυνθῆναι, μὴ βού
λου δοξασθῆναι τὴν ἔκπλυτον, καὶ ῥᾳδίως ἐξαφανιζο- “
μένην καὶ μειουμένην δόξαν.
ΤΚ'. — ΦΙΡΜΙΛΛΙΑΝΟ.
• Αντὶ τῶν πατέρων ἐγεννήθησαν οἱ υἱοί σου.»
Οἱ γὰρ ἐν τῷ Μωσαϊκῷ νόμῳ λελατρευκότες πρώην
Θεῷ, καὶ εὐηρεστηκότες, δεύτεροι τῶν ἀποστόλων
ἐδείχθησαν κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν· οἱ υἱοὶ γὰρ οἱ
ἀπόστολοι ἦσαν τῆς τῶν Εβραίων συναγωγῆς· ἀλλ'
ἐπειδὴ κατηξίωνται τῷ Χριστῷ μαθητεῦσαι, καὶ διὰ
πάντων μιμήσασθαι τὸν Διδάσκαλον, υἱοὺς ἀπέδειξαν
ἑαυτῶν τῇ πολιτείᾳ, καὶ τῷ ἀξιώματι, τους οι
κείους πατέρας τοὺς ἐν τῷ νόμῳ πάλαι δικαιωθέντας.
ΤΚΑ'. - Τῷ αὐτῷ.
Δυνήσῃ καὶ ἄλλως τὸ ῥητὸν ἐκδέξασθαι, ὡς τὰ πρὸ ν
ὀλίγου χρόνου ὁμιληθέντα ἡμῖν. «'Αντὶ τῶν πατέρων
σου ἐγεννήθησαν οἱ υἱοί σου· ν τουτέστιν, ὅπερ
πρώην ἐπὶ τῶν πατέρων σου πλεονάκις παρὰ τοῦ
Θεοῦ ἐζήτησας χάρισμα, καὶ πολλάκις ἀπέτυχες,
και παρηκούσθης, τοῦτο ἐπ᾿ ἐσχάτων τοῦ γήρως
σου ὑπὲρ τὴν παιδοποιίαν δεξάμενος τέρπῃ, καὶ
κατευφραίνῃ· κρείσσονα γαρ, φησὶν, υἱῶν καὶ θυγατέρων δωρεὰν ὁ Κύριος δώσει σοι.
TKB'.
ΣΩΚΡΑΤΕΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩ.
Τῇ οἰκείᾳ ὁ Θεὸς ἀγαθότητι τὰ πάντα συστησάμενος, προνοεί πάντων, οὐκ εἰς τὸ κατ' ἀξίαν τῶν
ὑπ' αὐτοῦ προνοουμένων βλέπων, ἀλλ᾽ εἰς τὸ ἑαυτοῦ
es Jer. 111, 2,
96 Psal. XLIV, 17.
CCCXVII. ATHANASIO DEFENSORI.
Haud dissimilis es poscenti, Videre vellem pluvias
terram universam inebriantes, sed nolo frigore ri -
gescere. Verumtamen quomodo fieri potest, ut
absque frigore pluvias obtineas? Quomodo ergo
appetis, exorasque tibi spiritualem aliquam gratiam sine dolore et afflictione? Opus est eum,
vult, sive homo e vulgo, sive monachus sit, munus
quidpiam coeleste obtinere, multas sufferre allicliones, et tentationes, et angustias, quæ omnia
valldissimæ hiemis rationem præ se ferunt, et sic
postmodum Spiritus sancti fructus demetere.
CCCXVIII. Eidem.
qui
‹ Et sedisti illis tanquam cornix”,› dicebat pro -
pheta: hoc 117 est, per multum tempus Dei oblilus anxie nimis in iniquitatibus, et per iniquitates
dæmonibus immundis immorabaris. Cornix etenim
in multos annos vitam protrahit, et liberorum est
amans. Omnis itaque voluptuarius et mundo deditus nimium amat et diligit proprios filios, noxias
nempe res atque exsecrandas.
CCCXIX. — HERIMO COMITI.
Quæ dicitur, nec tamen est, inaccessam atque.
insignem præsidum provinciæ cathedram avide te
peroptare audio. Scias itaque, vir illustrissime, quæ
tibi ab hominibus ridicula et dedecore oppressa
gloria defertur, parvam et vilem, et paucorum dierum esse, et a vernis floribus nihil differre; ingentem vero, multamque quæ subsequitur, deformationem. Itaque si non vis probra, despice gloriam
illam, quæ facile dilabitur, amittitur atque immimuitur.
CCCXX. FIRMILLIANO.
Pro patribus tuis nati sunt tibi filii”,» Qui
enim in lege Mosaica Deo cultum principio exhibuerunt, illique placuerunt, secundum post apostolos in Ecclesia locum obtinuerunt: filii enim
apostoli erant Hebræorum Synagogæ; sed cum
postea digni habiti sunt, ut Christi discipuli fierent, et per omnia Magistrum imitarentur, vitæ
instituto et dignitate proprios patres, qui in lege
jam olim justificati fuerant, filios esse suos ostenderunt.
· Eidem.
Poteris etiain dictum, et in aliam sententiam retorquere: quæ ante non multum tempus a nobis
pertractata sunt. Pro patribus tuis nati sunt tibi
filii: › quodquod scilicet pridem patrum tuorum
tempore sæpius a Deo munus postulasti, et sæpius
non obtinuisti, neque exauditus es, hoc effeta jam
ætate super alios filios consecutus lætaris et gaudes: Melius enim, ait, filiis et filiabus, munus Dominus tibi tribuet.
CCCXXH.
SOCRATI PRESBYTERO.
Propria Deus bonitate constitutis omnibus, ommum curam gerit, non dignitatem corum, quos
ipse praesidet, respiciens, sed suiipsius electionem
col. 199–200page 71 of 262
PG 79:199ἐκλεκτικόν τε καὶ παντὸς ἀγαθοῦ παρεκτικόν. Διδ καὶ τροφὴν ἐλέῳ καὶ οἰκτιρμῷ δίδωσι τοῖς εἰς αὐτὸν ἀναβλέπουσιν. Καὶ τοῦτο ἂν εἴη τὸ ὑπὸ τοῦ ψαλμῳδοῦ λεγόμενον, ὅτι ο Ελεήμων, καὶ οἰκτίρμων ὁ Κύ ριος τροφὴν δίδωσι τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.» ΤΚΓ'. - ΚΥΡΙΑΚΟ ΔΙΑΚΟΝΩ. Μὴ κατὰ τοὺς ἄφρονας βούλου ἐκτεμεῖν τὰ τοῦ σώ ματος γεννητικά μόρια, ἀλλ' εὔχου, καὶ παρακάλει τὸν Κύριον ἀοράτῳ δυνάμει ευνουχίσαι τὸν ἔσω ἄν θρωπον, ἵνα μηκέτι ἐννοῇς, μηδὲ διαλογίζῃ ἄρσεν καὶ θῆλυ. ΤΚΔ'. Τῷ αὐτῷ. Τὸ εἰπεῖν τὸν ᾿Απόστολον • Παρακαλεῖτε ἑαυτοὺς ἄχρις οὗ τὸ σήμερον καλεῖται, ο καὶ τὸ γεγράφθαι ἐν τῇ βίβλῳ τοῦ Ἰώβ· «Εγένετο δὲ, ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη,» τὸν παρόντα αἰῶνα ὅλον δηλοῖ μία γὰρ ἡμέρα πᾶς ὁ ἀνθρώπινος βίος. Διηνεκώς τοίνυν, καὶ ἀεὶ ἐξαιτεῖται ὁ Σατανᾶς. Εγένετο οὖν, φησίν, ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη, τουτέστι, τοιοῦτόν τι τότε συνέβη γενέ σθαι, οἷον καὶ ἐφ' ἡμῶν νῦν πολλάκις συμβαίνει τοῖς ὑπὸ τοῦ διαβόλου πειραζομένοις. Ὥστε οὖν μὴ ὁλι γωρεῖν καλὸν, τῇ παρακλήσει δὲ, καὶ τῇ παρηγορία τοῦ Πνεύματος ῥωννύειν τὸ φρόνημα, ἵνα μὴ κατα πίῃ ὁ ἐχθρὸς ἡμᾶς διὰ τῆς ἀπογνώσεως. ΤΚΕ'. Τῷ αὐτῷ. Κρυψία χειρὶ ὁ Θεὸς πολεμεῖ τὸν ᾿Αμαλήκ, ὡς λέγει ὁ Μωϋσῆς. Ὁ γὰρ Δεσπότης ἡμῶν ἀοράτως ὑπὲρ ἡμῶν ἀμύνεται τὸν διάβολον· ἡμᾶς δὲ χάριν τοῦ ὀνό ματος αὐτοῦ, καὶ τοῦ οἰκείου ἐλέους εὐεργετεῖ, καὶ θάλπει, καὶ οἰκοδομεῖ, καὶ καταρτίζει, περιφράττει τε ἔσωθεν, καὶ ἔξωθεν, καὶ περισκέπει, καὶ σώζει ὁ φιλοικτίρμων, καὶ φιλάνθρωπος Κύριος. ΤΚ. - ΘΕΟΔΟΤΩ ΚΟΜΗΤΙ. Τὸν Δεσπότην ἑαυτῶν οἱ θεῖοι μιμούμενοι ἄγγελοι την ταπεινοφροσύνην ἀγαπῶσιν. Ἐπὰν τοίνυν μονα γός γαυρούμενος τῷ ὕψει τῆς πολιτείας, τὴν ὑπερηφάνειαν ἀσπάσηται, καὶ ταύτης δυσαποσπάστως ἔχῃ, ἀπολείπουσιν οἱ ἄγγελοι τὸν ἀλαζονευόμενον, καὶ μακρὰν ἀφίστανται, μηκέτι θέλοντες σκέπειν, βοη θεῖν τε καὶ φρουρεῖν, καὶ ἀντιλαμβάνεσθαι, καθάπερ καὶ πρότερον. Εὐθὺς δὲ ἐπιδραμόντες οἱ παμπόνηροι δαίμονες, καὶ συμπλακέντες τῷ ἀπορφανισθέντι τῆς μακαρίας φρουράς, καταβάλλουσι τὸν πεφυσιωμένον εἰς πορνείαν, ἢ κλοπήν, ἢ φονοκτονίαν, μοιχείαν, ἢ ἕτερόν τι τῶν ἀπηγορευμένων. Μείζων γὰρ πάντων τῶν πλημμελημάτων πλημμέλημά ἐστιν ἡ ὑπερο ηφάνεια, καὶ διὰ ταύτην ὁ πάσης φαυλότητος εὑρε τὴς διάβολος ἐκ τῶν οὐρανῶν εἰς τὴν γῆν κατερρίφη. Ταῦτά μοι εἴρηται, διότι ἠρώτησάς με, τίνος ένεκεν τινὲς τῶν τὸν ἀσκητικὸν προελομένων βίον καιρ τινι πρὸς ἀθεμίτους καταφέρονται πράξεις, καὶ φο βερὰ πτώματα; Καλόν τοιγάρτοι ἀσπάζεσθαι, καὶ κρατεῖν διηνεκώς τὸ καλόν· οὐδὲν δὲ κάλλιον τῆς μετριοφροσύνης, ἥντινα καὶ Χριστὸς ὁ τῶν ὅλων Κύριος, καὶ Θεὸς, καὶ Δεσπότης τοῖς ἀνθρώποις συνε αναστρεφόμενος τὸ κατὰ σάρκα, πᾶσιν ἡμῖν ἐνεδείξατο, καὶ ζηλούν προσέταξε λέγων·. Μάθετε ἀπ'
et cujuscunque boni suppeditationem. Quapropter ἐκλεκτικόν τε καὶ παντὸς ἀγαθοῦ παρεκτικόν. Διδ
et alimenta, misericordia et commiseratione, in
eum respicientibus exhibet. Et hoc fuerit, quod a
Psalmodo concinitur: • Misericors et miserator
Dominus, escam dat timentibus se 87.,
CCCXXIII. CYRIACO DIACONO.
Ne, ut vesani facere suevere, corporis, quae gena
rationem propagant, partes abscidas, sed precare
exoraque Dominum invisibili potentia interiorem
hominem evirare, ne ultra intelligas, neque mente
revolvas masculum et feminam.
119 CCCXXIV. Eidem.
Dictum Apostoli, Adhortamini vosmetipsos,
donec hodie cognominatur; › et quod in Jobi libro scriptum est: Factum est, ut dies hæc ",
praesens avum universum indicat: unus siquidem
dies est humana vita omnis. Continuo enim, semperque Satanas exposcit. Factum itaque est, ut
dies hac, hoc est, tale quid tunc fieri contigit,
quale et nostris hisce temporibus sæpenumero
usuvenit iis, qui a diabolo tentantur. Adeo ut
haud recte fuerit contemnere; quinimo deprecatione et Spiritus consolatione nientem firmemus,
ne nos adversarius per desperationem obglytiat.
CCCXXV. Eidem.
ut
Occulta manu Deus bello vexat Amalec,
refert Moyses. Dominus enim noster, oculorum
effugiens obtutum, pro nobis diabolum oppugnat:
nos vero propter nomen suum, et propriam mişericordiam beneficiis afficit, foret, adificat, ordinat,
intus extraque circumsepit, custodit et servat
misericordiæ ac humanitatis amans Dominus.
CCCXXVI. — THEODOTO COMITI.
καὶ τροφὴν ἐλέῳ καὶ οἰκτιρμῷ δίδωσι τοῖς εἰς αὐτὸν
ἀναβλέπουσιν. Καὶ τοῦτο ἂν εἴη τὸ ὑπὸ τοῦ Ψαλμω
δοῦ λεγόμενον, ὅτι ο Ελεήμων, καὶ οἰκτίρμων ὁ Κύ
ριος τροφὴν δίδωσι τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.»
ΤΚΓ'. - ΚΥΡΙΑΚΟ ΔΙΑΚΟΝΩ.
Μὴ κατὰ τοὺς ἄφρονας βούλου ἐκτεμεῖν τὰ τοῦ σώ
ματος γεννητικά μόρια, ἀλλ' εὔχου, καὶ παρακάλει
τὸν Κύριον ἀοράτῳ δυνάμει ευνουχίσαι τὸν ἔσω ἄνθρωπον, ἵνα μηκέτι ἐννοῇς, μηδὲ διαλογίζῃ ἄρσεν
καὶ θῆλυ.
ΤΚΔ'.
Τῷ αὐτῷ.
Τὸ εἰπεῖν τὸν ᾿Απόστολον • Παρακαλεῖτε ἑαυτοὺς
ἄχρις οὗ τὸ σήμερον καλεῖται, ο καὶ τὸ γεγράφθαι
ἐν τῇ βίβλῳ τοῦ Ἰώβ· «Εγένετο δὲ, ὡς ἡ ἡμέρα
αὕτη,» τὸν παρόντα αἰῶνα ὅλον δηλοῖ μία γὰρ
ἡμέρα πᾶς ὁ ἀνθρώπινος βίος. Διηνεκώς τοίνυν, καὶ
ἀεὶ ἐξαιτεῖται ὁ Σατανᾶς. Εγένετο οὖν, φησίν, ὡς ἡ
ἡμέρα αὕτη, τουτέστι, τοιοῦτόν τι τότε συνέβη γενέσθαι, οἷον καὶ ἐφ' ἡμῶν νῦν πολλάκις συμβαίνει τοῖς
ὑπὸ τοῦ διαβόλου πειραζομένοις. Ὥστε οὖν μὴ ὁλι
γωρεῖν καλὸν, τῇ παρακλήσει δὲ, καὶ τῇ παρηγορία
τοῦ Πνεύματος ῥωννύειν τὸ φρόνημα, ἵνα μὴ καταπίῃ ὁ ἐχθρὸς ἡμᾶς διὰ τῆς ἀπογνώσεως.
ΤΚΕ'.
- Τῷ αὐτῷ.
Κρυψία χειρὶ ὁ Θεὸς πολεμεῖ τὸν ᾿Αμαλήκ, ὡς
λέγει ὁ Μωϋσῆς. Ὁ γὰρ Δεσπότης ἡμῶν ἀοράτως ὑπὲρ
ἡμῶν ἀμύνεται τὸν διάβολον· ἡμᾶς δὲ χάριν τοῦ ὀνό
ματος αὐτοῦ, καὶ τοῦ οἰκείου ἐλέους εὐεργετεῖ, καὶ
θάλπει, καὶ οἰκοδομεῖ, καὶ καταρτίζει, περιφράττει
τε ἔσωθεν, καὶ ἔξωθεν, καὶ περισκέπει, καὶ σώζει
ὁ φιλοικτίρμων, καὶ φιλάνθρωπος Κύριος.
ΤΚ. - ΘΕΟΔΟΤΩ ΚΟΜΗΤΙ.
Τὸν Δεσπότην ἑαυτῶν οἱ θεῖοι μιμούμενοι ἄγγελοι
την ταπεινοφροσύνην ἀγαπῶσιν. Ἐπὰν τοίνυν μονα
γός γαυρούμενος τῷ ὕψει τῆς πολιτείας, τὴν ὑπερ
ηφάνειαν ἀσπάσηται, καὶ ταύτης δυσαποσπάστως
ἔχῃ, ἀπολείπουσιν οἱ ἄγγελοι τὸν ἀλαζονευόμενον, καὶ
μακρὰν ἀφίστανται, μηκέτι θέλοντες σκέπειν, βοηθεῖν τε καὶ φρουρεῖν, καὶ ἀντιλαμβάνεσθαι, καθάπερ
καὶ πρότερον. Εὐθὺς δὲ ἐπιδραμόντες οἱ παμπόνηροι
δαίμονες, καὶ συμπλακέντες τῷ ἀπορφανισθέντι τῆς
μακαρίας φρουράς, καταβάλλουσι τὸν πεφυσιωμένον
εἰς πορνείαν, ἢ κλοπήν, ἢ φονοκτονίαν, μοιχείαν, ἢ
Divini angeli Dominum suum imitando conseclantur, ideoque diligunt humilitatem. Quando
itaque monachus vitæ suæ ac instituti sublimitate insolescens, superbiam amplectitur, cum eaque
adeo fixus est, ut avelli non possit, angeli superbientem 120 illum deserunt, longeque se alio
conferunt, renuentes legere, auxilia ferre, custodire et propugnare, ut et antea. Statimque iniquissimi dæmones advenientes, et beata illa custodia spoliatum amplexati, præ superbia tumidum in fornicationem, furtum,creden, adulterium,
aut in aliud quidquam ex velitis præcipitem fe- ἕτερόν τι τῶν ἀπηγορευμένων. Μείζων γὰρ πάντων
runt. Omnium siquidem scelerum immanissimum
scelus est superbia, et per can universa iniquitatis
auctor de cœlo in terram corruit. Hæc a me ideo
dicta sunt, quod a me postulasti, quamobrem
nonnulli ex his, qui se asceticæ vitæ addixerunt,
aliquando in impias operationes horrendosque
lapsus cadunt? Bonum itaque fuerit bonum anıplecti, continuoque illud tenere: at nil moderata
mente præstantius, quam et Christus omnium Dominus, et Deus, et Auctor, cum in carne cum hominibus esset, nobis omnibus commonstravit,
imitarique præcepit inquiens: c Discite a me quia
08 Hebr. 111, 15.
BP Job 11, 1.
27 Psal. cx, 5.
τῶν πλημμελημάτων πλημμέλημά ἐστιν ἡ ὑπερο
ηφάνεια, καὶ διὰ ταύτην ὁ πάσης φαυλότητος εὑρε
τὴς διάβολος ἐκ τῶν οὐρανῶν εἰς τὴν γῆν κατερρίφη.
Ταῦτά μοι εἴρηται, διότι ἠρώτησάς με, τίνος ένεκεν
τινὲς τῶν τὸν ἀσκητικὸν προελομένων βίον καιρ
τινι πρὸς ἀθεμίτους καταφέρονται πράξεις, καὶ φοβερὰ πτώματα; Καλόν τοιγάρτοι ἀσπάζεσθαι, καὶ
κρατεῖν διηνεκώς τὸ καλόν· οὐδὲν δὲ κάλλιον τῆς
μετριοφροσύνης, ἥντινα καὶ Χριστὸς ὁ τῶν ὅλων
Κύριος, καὶ Θεὸς, καὶ Δεσπότης τοῖς ἀνθρώποις συνε
αναστρεφόμενος τὸ κατὰ σάρκα, πᾶσιν ἡμῖν ἐνεδεί
ξατο, καὶ ζηλούν προσέταξε λέγων·. Μάθετε ἀπ'
1 Exod. xvi, 8 sqq.
col. 201–202page 72 of 262
PG 79:201ἐμοῦ, ὅτι πρᾶς εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ ἀνάπαυσιν βεβαίαν εὑρήσετε ταῖς ὑμετέραις ψυχαῖς.» ΤΚΖ'. — ΙΠΠΟΝΙΚΟ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΑ. Εύχονται πολλάκις τινὲς ἀπαλλαγῆναι τοῦ ἰδίου σώματος, ὡς πρὸς τὸ ἁμαρτάνειν τὴν ψυχὴν συν ελαύνοντος. Ἐχρῆν δὲ αὐτοὺς μάλλον εὔχεσθαι ἀπαλλαγῆναι τοῦ ἑαυτῶν μοχθηρού τρόπου, καὶ τῆς ἐμπαθοῦς, καὶ φιλορύπου γνώμης. ΤΚΗ'. — Τῷ αὐτῷ. Αἱ χεῖρες τοῦ Χριστοῦ προσπαγεῖσαι τῷ σταυρῷ, καὶ οἱ πόδες προσηλωθέντες σημαίνουσι πράξεών τα πονηρῶν, καὶ τοῦ πρὸς πᾶσαν δυσσέβειαν καὶ ἁμαρ τίαν δρόμου κώλυμα, καὶ κατάργησιν, καὶ στερεὸν ἐμποδισμόν. Τῇ γὰρ ἐσχύει τοῦ Δεσποτικοῦ σταυροῦ κατεπαλαίσαμεν, καὶ κατεπατήσαμεν, καὶ ἐξεδιασά μεθα τὴν πρώην ἡμᾶς νικώσαν, καὶ ἀπατῶσαν καὶ ἐκβιαζομένην ἁμαρτίαν. ΤΚΘ'. ΜΑΥΡΙΑΝΟ. Ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱος Ἰησοῦς Χριστὸς οὐκ ἐφείσατο ἑαυτοῦ, ἵνα ἡμῶν φείσηται, ὁ μόνος ἀναμάρτητος ἀποθανὼν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτωλῶν. Μὴ οὖν ἀπογίνωσκε, ἀλλ' ἐπείγου πρὸς τὸ σῶσον. ΘΕΟΠΟΜΠΟ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ. Τυπικῶς, μᾶλλον δὲ προφητικῶς ὁ τοῦ Ἰωσεδέκ ποτε Ἰησοῦς ὤφθη φορῶν ἱμάτια ῥυπαρὰ, ἀλλ' ἐξεδύθη τὰ ῥυπανθέντα, καὶ ἐνεδύσατο ιμάτια καθαρά. Τοῦτο δὲ γέγονεν, ἵνα γνῶμεν καὶ μάθωμεν, ὅτι καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσαμεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου· κατὰ πολὺ γὰρ νικά Χριστὸς ταῖς οἰκείαις ἀρεταῖς τὰς τῶν ἀνθρώπων – κηλίδας, ὅθεν εὔχεσθασι δεῖ ῥυσθῆναι καὶ λυτρωθή και χρονίας προλήψεως, καὶ μὴ ἀποθανεῖν τῇ ἐρου πωμένῃ, καὶ ψεκτῇ καταστάσει, ΤΛΑ'. ΙΛΑΡΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ἀπὸ κεφαλῆς Σανὶρ, καὶ Ἑρμών,» φησὶ τὸ τῶν ἀσμάτων Ασμα. Σανὶρ δὲ ἑρμηνεύεται ὁδὸς λύ χνου, Ἑρμὼν δὲ ἀνάθημα· διὰ τῆς κεφαλῆς τὸ λογιστικὸν ἡμῶν ὁ Σολομῶν αἰνιξάμενος. Ολους τοίνυν ἑαυτοὺς τῷ Θεῷ ἀναθῶμεν πεζοποροῦντες αόκνως τὴν προκειμένην ἡμῖν στενὴν, καὶ μακρὰν ὁδὸν πε φωτισμένοις τοῖς ὀφθαλμοῖς τῆς ψυχῆς τῇ λαμπηδόνι τῶν θείων προσταγμάτων. ΤΛΒ'. - Τῷ αὐτῷ. Τὰ τῇ Γραφῇ ἐμφερόμενα ῥυπαρὰ ἱμάτια, λογισμοί εἰσι πονηροί, καὶ λόγο: φαῦλοι, καὶ πράξεις παράνομοι. Διόπερ περὶ τοῦ Ἰούδα ἐν βίβλιο Ψαλμῶν, ἐρ βέθη «Ενεδύσατο κατάραν ὡς ἱμάτιον· καί· «Ένα δυσάσθωσαν αἰσχύνην, καὶ ἐντροπὴν οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι.» Οὐδὲν δὲ οὕτως αἰσχύνει, καὶ ἐπάρατον δείκνυσι τὸν ἄνθρωπον, ὡς ἁμαρτία. ΤΑΙ. — ΧΕΙΜΑΣΙΑ. Περὶ τῶν ἐναρξαμένων, καὶ μὴ τελειωσάντων τὸ θαυμάσιον ἔργον τῆς ἀρετῆς, λεχθείη ἂν τὸ προφη
EPISTOLARUM LIB. I.
ἐμοῦ, ὅτι πρᾶς εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ mitis sum et humilis corde, et requiem stabiler
ἀνάπαυσιν βεβαίαν εὑρήσετε ταῖς ὑμετέραις ψυχαῖς.»
ΤΚΖ'. — ΙΠΠΟΝΙΚΟ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΑ.
Εύχονται πολλάκις τινὲς ἀπαλλαγῆναι τοῦ ἰδίου
σώματος, ὡς πρὸς τὸ ἁμαρτάνειν τὴν ψυχὴν συν
ελαύνοντος. Ἐχρῆν δὲ αὐτοὺς μάλλον εὔχεσθαι
ἀπαλλαγῆναι τοῦ ἑαυτῶν μοχθηρού τρόπου, καὶ τῆς
ἐμπαθοῦς, καὶ φιλορύπου γνώμης.
ΤΚΗ'. — Τῷ αὐτῷ.
Αἱ χεῖρες τοῦ Χριστοῦ προσπαγεῖσαι τῷ σταυρῷ,
καὶ οἱ πόδες προσηλωθέντες σημαίνουσι πράξεών τα
πονηρῶν, καὶ τοῦ πρὸς πᾶσαν δυσσέβειαν καὶ ἁμαρ
τίαν δρόμου κώλυμα, καὶ κατάργησιν, καὶ στερεὸν
ἐμποδισμόν. Τῇ γὰρ ἐσχύει τοῦ Δεσποτικοῦ σταυροῦ
κατεπαλαίσαμεν, καὶ κατεπατήσαμεν, καὶ ἐξεδιασάμεθα τὴν πρώην ἡμᾶς νικώσαν, καὶ ἀπατῶσαν καὶ
ἐκβιαζομένην ἁμαρτίαν.
ΤΚΘ'. ΜΑΥΡΙΑΝΟ.
Ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱος Ἰησοῦς Χριστὸς οὐκ ἐφείσατο
ἑαυτοῦ, ἵνα ἡμῶν φείσηται, ὁ μόνος ἀναμάρτητος
ἀποθανὼν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτωλῶν. Μὴ οὖν ἀπογίνω
σκε, ἀλλ' ἐπείγου πρὸς τὸ σῶσον.
TA'. ΘΕΟΠΟΜΠΟ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ.
Τυπικῶς, μᾶλλον δὲ προφητικῶς ὁ τοῦ Ἰωσεδέκ
ποτε Ἰησοῦς ὤφθη φορῶν ἱμάτια ῥυπαρὰ, ἀλλ' ἐξεδύθη τὰ ῥυπανθέντα, καὶ ἐνεδύσατο ιμάτια καθαρά.
Τοῦτο δὲ γέγονεν, ἵνα γνῶμεν καὶ μάθωμεν, ὅτι
καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσαμεν
καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου· κατὰ πολὺ γὰρ νικά
Χριστὸς ταῖς οἰκείαις ἀρεταῖς τὰς τῶν ἀνθρώπων –
κηλίδας, ὅθεν εὔχεσθασι δεῖ ῥυσθῆναι καὶ λυτρωθήκαι χρονίας προλήψεως, καὶ μὴ ἀποθανεῖν τῇ ἐρουπωμένῃ, καὶ ψεκτῇ καταστάσει,
ΤΛΑ'. ΙΛΑΡΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
• Ἀπὸ κεφαλῆς Σανὶρ, καὶ Ἑρμών,» φησὶ τὸ
τῶν ἀσμάτων Ασμα. Σανὶρ δὲ ἑρμηνεύεται ὁδὸς λύχνου, Ἑρμὼν δὲ ἀνάθημα· διὰ τῆς κεφαλῆς τὸ λογιστικὸν ἡμῶν ὁ Σολομῶν αἰνιξάμενος. Ολους τοίνυν
ἑαυτοὺς τῷ Θεῷ ἀναθῶμεν πεζοποροῦντες αόκνως
τὴν προκειμένην ἡμῖν στενὴν, καὶ μακρὰν ὁδὸν πε
φωτισμένοις τοῖς ὀφθαλμοῖς τῆς ψυχῆς τῇ λαμπηδόνι
τῶν θείων προσταγμάτων.
ΤΛΒ'. - Τῷ αὐτῷ.
Τὰ τῇ Γραφῇ ἐμφερόμενα ῥυπαρὰ ἱμάτια, λογισμοί
εἰσι πονηροί, καὶ λόγο: φαῦλοι, καὶ πράξεις παράνο
μοι. Διόπερ περὶ τοῦ Ἰούδα ἐν βίβλιο Ψαλμῶν, ἐρβέθη «Ενεδύσατο κατάραν ὡς ἱμάτιον· καί· «Ένα
δυσάσθωσαν αἰσχύνην, καὶ ἐντροπὴν οἱ ζητοῦντες τὰ
κακά μοι.» Οὐδὲν δὲ οὕτως αἰσχύνει, καὶ ἐπάρατον
δείκνυσι τὸν ἄνθρωπον, ὡς ἁμαρτία.
ΤΑΙ. — ΧΕΙΜΑΣΙΑ.
Περὶ τῶν ἐναρξαμένων, καὶ μὴ τελειωσάντων τὸ
θαυμάσιον ἔργον τῆς ἀρετῆς, λεχθείη ἂν τὸ προφη
Matth. xr, 29. • Zach. 111, 5. * Can!, iv, 8.
Peal. LX,
PATROL. GR. LXXIX.
invenietis animabus vestris *.
IPPONICO SCRINIARIO.
Sæpius nonnulli preces effundunt, ut a proprio
liberentur corpore, tanquam ab co, quod animam
ad delinquendum compellit. Potius illis comprecandum esset, ut a propriis facinorosis moribus,
menteque sordida, et affectionibus involuta exoncrarentur.
Eidem.
Manus Cbristi cruci aflixæ, pedesque clavis perforati, malarum actionum, et ad omnem impictatem et scelus impetus impedimentum, et cessationem firmumque obstaculum notant. Namque Dominicæ crucis virtute prostravimus, ac conculcavimus, et ablegavimus prius nos vincentem ac
illudentem, et tantum non cogentem iniquitatem.
CCCXXIX.· MAURIANO.
Dei Filius Jesus Christus sibimetipsi non peper.
cit, ut nobis parceret; qui solus sine peccato erat,
pro peccatoribus mortem oppetiit. Ne itaque dißlidas, sed ad salutem allaturum contende.
THEOPOMPO SYNCLETICO.
Figurate, imo prophetice, Jesus Josedeci filius
aliquando visus est sordidis vestimentis indulus 2.
Verumtamen quæ sordibus inquinatæ fuerant
restibus depositis, intaminatas assumpsit. Id ideo
factum est, ut cognoscamus addiscamusque, quod
quemadmodum imaginem terrestris portavimus,
ita portabinus et calestis imaginem: magno siquidem intervallo Christus propriis virtutibus hom
minum sordes exsuperat. Quapropter orandum
est, ut relaxeinur liberemorque a diuturna præceptione, neque in contaminata et opprobriosa
conditione vitæ finem ponamus.
122 CCCXXXI. HILARIO MONACHIO.
• De vertice Sanir et Hermon '. in Cantico
canticorum dicitur. Sanir viam lucernæ notat;
Hermon offerumentum est. Per verticem ratione
præditam facultatem nobis. Salomon indicavit.
Nosmetipsos itaque totos Deo vocamus ac oleramus, diligenter propositam nobis viam angustam ac longam, oculis animæ præceptorum divinorum splendore illuminatis, pedites ineuntes.
CCCXXXII. Eidem.
Quæ in Scriptura referuntur sordida vestimenta*, cogitationes pravæ sunt, et colloquia
mala, exlegesque actiones. Proptereaque de Juda
in libro Psalmorum traditur: Induit maledictionem sicut vestimentum ';» et: • Operiantur confusione et pudore, qui quærunt mihi mala *.» Nihil enim magis infamat, exsecrandumque hominem reddit, peccato.
CCCXXXII. — CIIMASIO,
De iis, qui aggressi sunt, nec admirabile virtutis opus perfecere, propheticum illud dixeris,
* Matth. vi, 14. 6 * Zach. 11, 3. 7 Psal. cviit, 1
Book IILiber II
col. 203–204page 73 of 262
PG 79:203τικὸν ἐκεῖνο· Τὰ ἔμπροσθεν αὐτοῦ παράδεισος την φῆς, καὶ τὰ ὀπίσω αὐτοῦ πεδίον ἀφανισμοῦ. 11. ΤΙΜΟΝΙ γ. ΣΙΣ, Ο Α'. ΑΘΗΝΟΓΕΝΕΙ. Οἱ τῇ δικαιοσύνῃ πολλὰ ἐνιδρώσαντες, καν που καὶ ἡττηθῶσι πρὸς βραχὺ τῇ βίᾳ τῶν πειρασμῶν, οὐκ ἀναπίπτουσιν, ἀλλὰ διαναστάντες ὀρθοῦνται παγίως καὶ βεβαίως, ὡς μὴ καθυποσκελισθῆναι. ΤΙΜΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Β'. Υπερασπιῶ, φησὶν ὁ Θεὸς, τῆς πόλεως ταύτης, δι' ἐμὲ, καὶ διὰ Δαυΐδ τὸν δοῦλόν μου. › Πόλιν νῦν νοήσωμεν τὴν πιστοτάτην ψυχήν. Γ'. Μηδαμώς παραιτώμεθα ἐλέγχοντα τὸν Θεὸν, καὶ μαστίζοντα, μηδ' ἀποστρεφώμεθα τὸν τῶν πνευμά των πατέρα, ἵνα μὴ διὰ βραχείαν τινα ραθυμίαν καὶ ὀλιγοψυχίαν ἐκπέσωμεν τῆς αἰωνίου ἐκείνης καὶ ἀναφαιρέτου κληρονομίας, τῆς ἐν τοῖς οὐρανοῖς εὐπρεπισθείσης ἡμῖν, καὶ τῆς ἀκαταπαύστου εὐφροσύνης. Δ'. Τῷ αὐτῷ. Ἐπειδὴ γράφεις μοι πάνυ θεραπεύεσθαι, καὶ ἥδε σθαι τοῖς ἐμοῖς χαράγμασι, δέχου νῦν καὶ τὸν ἅγιον Δαυὶδ ἀντὶ τῶν σκυθρωπῶν τοῦ παρόντος αἰῶνος, εὐαγγελιζόμενόν σοι ἀγαλλίασιν ἅπαυστον. «Μακά ριος γὰρ ἄνθρωπος, φησίν, ὃν ἂν παιδεύσης, Κύριε Ἐν πάσαις ταῖς μελλούταις ἡμέραις ηὐφράνθημεν, ἀνθ' ὧν ἡμερῶν ἐταπείνωσας ἡμᾶς, ἐτῶν ὧν ἴδομεν κακά.» Και· «Τον χειμάρρουν τῆς τρυφῆς σου που τιεῖς ἡμᾶς ἅπαντας, ο τοὺς εἰς τὴν σκέπην ἐλπίζοντας τῶν τῆς προνοίας πτερύγων. Ε'. -- ΒΑΛΧΟ ΕΠΑΡΧΙΚΟ. Μὴ σπείρετε ἐπ' ἀκάνθαις,» φησὶν ὁ προφητικὸς λόγος· τουτέστιν, μὴ τοῖς πολυμερίμνοις καὶ φιλο ηδόνοις ἀνθρώποις ἐμπιστεύσητε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Τὰς γὰρ μοχθηρὰς ἡδονὰς καὶ τὰς ἀκερδεῖς τῇ ψυχῇ φροντίδας ἀκάνθας ὀνομάζουσιν οἱ θεῖοι νό μαι. Γ'. -Τῷ αὐτῷ. Ο τῆς ψυχῆς σου δόμος, κύπρου, καὶ κλασμάτ των οστράκων, σπαργάνων τε ρυπαρῶν, καὶ νεκρών ὀστέων, καὶ χώματος ἀπὸ τοῦ ἐδάφους μέχρι τῆς στέγης πεπλήρωται. Πῶς οὖν παρακαλεῖς μὲ τὰ βασιλικά σκεύη τῶν σεπτῶν διδαγμάτων εἰσαγαγεῖν, καὶ ἐναποθέσθαι τῇ διανοίᾳ σου, μηδόλως τύπου τινὸς Ενδον εὑρισκομένου σχολάζοντος; Τῷ αὐτῷ. "Αν μικρὸν κοπιάσῃς καθαρίσαι τὴν σὴν καρδίαν, καὶ πρεπόντως φιλοκαλῆσαι, ἑτοίμως φανούμαί σοι εξεικτος, κομίζων τους ψυχωφελείς λόγους, καὶ εμπιπλῶν τὴν νοητὴν οἰκίαν τῶν θείων κειμηλίων.
Anteriora ipsius paradisus deliciarum, et poste- τικὸν ἐκεῖνο· Τὰ ἔμπροσθεν αὐτοῦ παράδεισος την
riora illius campus perditionis”.
φῆς, καὶ τὰ ὀπίσω αὐτοῦ πεδίον ἀφανισμοῦ.
LIBER SECUNDUS.
ATHENOGENI.
Qui pro acquirenda justitia multum desudarunt,
licet ad breve tempus tentationum turbine frangantur, non humi repunt, sed resurgentes firmiter recti stant, et constanter. ne supplantentur.
11. ΤΙΜΟΝΙ ΕPISCOPO.
• Protegam, ait Deus, civitatem hanc, propter
me et David servum meum ". 、 Civitatem nunc
fidei addictissimam animam intelligaınus.
Ne unquam Deum reprehendentem, et flageljantem renuamus, neque avertamur a spirituum
patre: ne propter minimam negligentiam et pusillanimitatem ab æterna illa, et quæ auferri non
potest, hæreditate in cœlis nobis præparata, et
nunquam cessante lætitia excidamus.
γ.· Eidem.
Quandoquidem mihi per litteras prodis, multum solamen et gaudium scripta mea tibi afferre,
habe tibi nunc et sanctum David, pro præsentis
124 seculi contractionibus animni exsultationem
indesinentem: «Beatus hono, ait, quem tu erudieris, Domine 11; Omnibus futuris diebus lalali
sumus, pro diebus, quibus nos humiliasti, annis,
quibus vidimnus mala 13.» Et: «De torrente voluptatis tuæ potabis nos omnes ", qui in custodia
alarum providentiæ spem collocavimus.
*
V. — BALCIO PREFECTO.
• Ne semineus, dictum propheticum est, super
spinas ";; hoc est: ne iis, qui multis inquietantur
negotiis, et voluptates sectantur, hominibus, eloquia
Dei concredatis. Perversas enim voluptates et inutiles animæ, curas divinæ leges spinas nominant.
Eidem.
Animæ tuæ domus stercore, et ostrearum frustulis, et sordidis pannis, et mortuorum ossibus,
terraque ab inio pavimento ad tectum ipsum plena
est. Quomodo itaque hortaris me, ut regia venierandarum præceptionum vasa introducam, et in
mente tua reponam, cui nullus locus penitus in
visceribus vacuus deprehendatur?
VII. • Eiden.
Si paululum in expurgando corde tuo taborem
impenderis, atque ut addecet, exornando, prompte
tibi obediens morem geram animæ perutiles sermones afferens, et intellectualem domum divinis
muneribus implens.
• Joel 11, 3. 10 IV Reg. ΣΙΣ, 34; 1V Reg. xx, G.
1 der. 1, 6.
XXXV, Y.
Ο
Α'.
ΑΘΗΝΟΓΕΝΕΙ.
Οἱ τῇ δικαιοσύνῃ πολλὰ ἐνιδρώσαντες, καν που καὶ
ἡττηθῶσι πρὸς βραχὺ τῇ βίᾳ τῶν πειρασμῶν, οὐκ
ἀναπίπτουσιν, ἀλλὰ διαναστάντες ὀρθοῦνται παγίως
καὶ βεβαίως, ὡς μὴ καθυποσκελισθῆναι.
· ΤΙΜΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.
Β'.
• Υπερασπιῶ, φησὶν ὁ Θεὸς, τῆς πόλεως ταύτης,
δι' ἐμὲ, καὶ διὰ Δαυΐδ τὸν δοῦλόν μου. › Πόλιν νῦν
νοήσωμεν τὴν πιστοτάτην ψυχήν.
Γ'.
Μηδαμώς παραιτώμεθα ἐλέγχοντα τὸν Θεὸν, καὶ
μαστίζοντα, μηδ' ἀποστρεφώμεθα τὸν τῶν πνευμά
των πατέρα, ἵνα μὴ διὰ βραχείαν τινα ραθυμίαν
καὶ ὀλιγοψυχίαν ἐκπέσωμεν τῆς αἰωνίου ἐκείνης
καὶ ἀναφαιρέτου κληρονομίας, τῆς ἐν τοῖς οὐρανοῖς
εὐπρεπισθείσης ἡμῖν, καὶ τῆς ἀκαταπαύστου εύφρο
σύνης.
Δ'. Τῷ αὐτῷ.
Ἐπειδὴ γράφεις μοι πάνυ θεραπεύεσθαι, καὶ ἥδε
σθαι τοῖς ἐμοῖς χαράγμασι, δέχου νῦν καὶ τὸν ἅγιον
Δαυὶδ ἀντὶ τῶν σκυθρωπῶν τοῦ παρόντος αἰῶνος,
εὐαγγελιζόμενόν σοι ἀγαλλίασιν ἅπαυστον. «Μακάριος γὰρ ἄνθρωπος, φησίν, ὃν ἂν παιδεύσης, Κύριε
Ἐν πάσαις ταῖς μελλούταις ἡμέραις ηὐφράνθημεν,
ἀνθ' ὧν ἡμερῶν ἐταπείνωσας ἡμᾶς, ἐτῶν ὧν ἴδομεν
κακά.» Και· «Τον χειμάρρουν τῆς τρυφῆς σου που
τιεῖς ἡμᾶς ἅπαντας, ο τοὺς εἰς τὴν σκέπην ἐλπίζον
τας τῶν τῆς προνοίας πτερύγων.
Ε'. -- ΒΑΛΧΟ ΕΠΑΡΧΙΚΟ.
• Μὴ σπείρετε ἐπ' ἀκάνθαις,» φησὶν ὁ προφητικὸς
λόγος· τουτέστιν, μὴ τοῖς πολυμερίμνοις καὶ φιλο
ηδόνοις ἀνθρώποις ἐμπιστεύσητε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ.
Τὰς γὰρ μοχθηρὰς ἡδονὰς καὶ τὰς ἀκερδεῖς τῇ
ψυχῇ φροντίδας ἀκάνθας ὀνομάζουσιν οἱ θεῖοι νόμαι.
Γ'. -Τῷ αὐτῷ.
Ο τῆς ψυχῆς σου δόμος, κύπρου, καὶ κλασμάτ
των οστράκων, σπαργάνων τε ρυπαρῶν, καὶ νεκρών
ὀστέων, καὶ χώματος ἀπὸ τοῦ ἐδάφους μέχρι τῆς
στέγης πεπλήρωται. Πῶς οὖν παρακαλεῖς μὲ τὰ
βασιλικά σκεύη τῶν σεπτῶν διδαγμάτων εἰσαγαγεῖν,
καὶ ἐναποθέσθαι τῇ διανοίᾳ σου, μηδόλως τύπου τινὸς
Ενδον εὑρισκομένου σχολάζοντος;
Z'.
Τῷ αὐτῷ.
"Αν μικρὸν κοπιάσῃς καθαρίσαι τὴν σὴν καρδίαν,
καὶ πρεπόντως φιλοκαλῆσαι, ἑτοίμως φανούμαί σοι
εξεικτος, κομίζων τους ψυχωφελείς λόγους, καὶ
εμπιπλῶν τὴν νοητὴν οἰκίαν τῶν θείων κειμηλίων.
11 Psal. xc, 12.
4 Psal. LXXKIS, 15. 13 Psal.
col. 205–206page 74 of 262
PG 79:205ΙΙ· - ΑΣΤΕΡΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Π Οὐ βούλομαί σε τῇ οιήσει προκόπτειν, ἀλλὰ τῷ ἔργῳ τῆς καλλίστης πολιτείας, καὶ τῆς θεογνωσίας. θ. Τῷ αὐτῷ. Αμαρτία γὰρ οὐκ ἐλλογιεῖται, μὴ ὄντος νόμου.» Ἕως γὰρ μηδέπω συμπεπλήρωται ὁ ἐν ἡμῖν νόμος, προστακτικὸς μὲν ὧν ποιητέον, ἀπαγορευτικὸς δὲ ὧν μὴ ποιητέον, κατὰ τὰς ὑποτυπουμένας φυσικῶς ἡμῖν περὶ ἀγαθῶν καὶ κακῶν ἐνθυμήσεις, οὐδε ἁμαρτάνειν λελογισμεθα. Χωρὶς γὰρ νόμου ἁμαρτία νεκρά. Συμπληρωθέντος δὲ τοῦ νόμου τοῦ ἐν ἡμῖν, μετὰ τὸν ἀπαρτισμὸν τῶν ἐννοιῶν, καὶ τῆς ἐντολῆς ἐλθούσης, εὐθὺς κακία ἐν ἡμῖν εὑρίσκεται, καὶ ἀνέζησεν ἡ ἁμαρτία. 1. - Τῷ αὐτῷ. Ὥσπερ ἡ περιτομὴ εἰς ἀκροβυστίαν λελόγισται τῷ μοχθηρῷ Ἰουδαίω, οὕτως ἡ ἐγκράτεια, καὶ ἡ ντ στεία εἰς κραιπάλην, καὶ ἀπληστίαν λογίζεται τῷ κατὰ τοὺς Ἕλληνας νηστεύοντι, καὶ τῷ κατὰ τοὺς Μανιχαίους ἀσιτοῦντι, καὶ τὰ καλὰ κτίσματα του Θεοῦ βδελυττομένῳ ἀνθρώπῳ. ΙΑ'. -- Τῷ αὐτῷ. Η κατὰ Χριστὸν τελουμένη εγκράτεια, καλὴ, καὶ ἄγαν ἀρίστη ἐστί, καὶ λυσιτελῆς, ἡ δὲ κατ' Ελλη νας, καὶ κατὰ Μανιχαίους γινομένη, ψεκτή, καὶ ἐπι Ελαβής. ΝΗΜΕΡΤΙΟ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΑ. Μηδέ ποτε δῷς σεαυτῷ ἀνάπαυσιν ἀπὸ παντὸς πρὸς τὸ εὐσεβὲς συντείνοντος πράγματος· ταῖς γὰρ ἀναπαύσεσι, καὶ ταῖς ἀργίαις τὸ πλημμελοῦν, καὶ τὸ φαῦλον ἐπιτίθεται μάλλον. Αλλὰ καὶ εὔχου συχνότερον, καὶ τῇ ἀναγνώσει πρόσεχε τῶν τοῦ Κυ ρίου θεσμῶν, καὶ περίελκε, καὶ περίσπα τὴν σαυτοῦ διάνοιαν εἰς τὰς τῶν δεομένων ευποιίας, καὶ τὰς προστασίας τῶν καταπονουμένων. Καὶ οὕτως ἐκε φεύξῃ ῥᾳδίως οὐ μόνον τὴν ἐνέργειαν τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ καὶ αὐτὰς, ὡς εἰκὸς, τὰς προσβολάς, καὶ τὰς μνήμας καὶ τὰς ἀνακινήσεις τῶν ἀτόπων πραγμάτων. Τῷ αὐτῷ, Ἐπαινώ σε τῆς κατὰ ψυχὴν ἐπιμελείας πολλῆς. καὶ τῆς ἐγκρατείας, καὶ τῆς ἀποχῆς τῶν κακῶν θεαμάτων, καὶ τῆς ἀνεξικακίας, καὶ τῶν ἄλλων κατορθωμάτων, ὧνπερ ἐπιδείκνυσαι ἐν μέσῳ τοῦ κόσμου στρεφόμενος. Αλλ' ἕν μοι ἔτι πρὸς τούτοις χάρισαι, τῆς τῶν γελοποιῶν λύμης λοιπὸν σαυτὸν ἀποσχοίνισον, καὶ ἰδού σοι ὁ στέφανος πέπλεκται. ΙΔ'. - ΑΝΤΩΝΙΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟ. Τῇ θείᾳ ψήφῳ βεβαπτίσθαι Ἰσραηλῖται λογίζονται, περαιῶντες τὴν Ἐρυθράς θάλασσαν, καίτοι μὴ βαπτισθέντες. Οὕτως ἔδοξε Θεῷ τὸν δευτερότοκον Εφραίμ πρωτότοκον λέγεσθαι, καὶ προκρίνεσθαι τοῦ μείζονος Μανασσῆ, ἵν᾿ ἡμεῖς ζητῶμεν τὰς τού των σημασίας. ΙΕ΄. — ΘΕΟΣΕΒΕΙΩ. Αὲ παρὰ τῷ προφήτη Ζαχαρία δύο χρυσαῖ ἐλαῖαι, Χ.
EPISTOLARUM LIB. 11.
ΙΙ· - ΑΣΤΕΡΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ.
Π
Οὐ βούλομαί σε τῇ οιήσει προκόπτειν, ἀλλὰ τῷ
ἔργῳ τῆς καλλίστης πολιτείας, καὶ τῆς θεογνω
σίας.
θ.
Τῷ αὐτῷ.
• Αμαρτία γὰρ οὐκ ἐλλογιεῖται, μὴ ὄντος νόμου.»
Ἕως γὰρ μηδέπω συμπεπλήρωται ὁ ἐν ἡμῖν νόμος,
προστακτικὸς μὲν ὧν ποιητέον, ἀπαγορευτικὸς δὲ
ὧν μὴ ποιητέον, κατὰ τὰς ὑποτυπουμένας φυσικῶς
ἡμῖν περὶ ἀγαθῶν καὶ κακῶν ἐνθυμήσεις, οὐδε
ἁμαρτάνειν λελογισμεθα. Χωρὶς γὰρ νόμου ἁμαρτία
νεκρά. Συμπληρωθέντος δὲ τοῦ νόμου τοῦ ἐν ἡμῖν,
μετὰ τὸν ἀπαρτισμὸν τῶν ἐννοιῶν, καὶ τῆς ἐντολῆς
ἐλθούσης, εὐθὺς κακία ἐν ἡμῖν εὑρίσκεται, καὶ
ἀνέζησεν ἡ ἁμαρτία.
1. - Τῷ αὐτῷ.
I'.
Ὥσπερ ἡ περιτομὴ εἰς ἀκροβυστίαν λελόγισται τῷ
μοχθηρῷ Ἰουδαίω, οὕτως ἡ ἐγκράτεια, καὶ ἡ ντ -
στεία εἰς κραιπάλην, καὶ ἀπληστίαν λογίζεται τῷ
κατὰ τοὺς Ἕλληνας νηστεύοντι, καὶ τῷ κατὰ τοὺς
Μανιχαίους ἀσιτοῦντι, καὶ τὰ καλὰ κτίσματα του
Θεοῦ βδελυττομένῳ ἀνθρώπῳ.
ΙΑ'. -- Τῷ αὐτῷ.
Η κατὰ Χριστὸν τελουμένη εγκράτεια, καλὴ, καὶ
ἄγαν ἀρίστη ἐστί, καὶ λυσιτελῆς, ἡ δὲ κατ' Ελληνας, καὶ κατὰ Μανιχαίους γινομένη, ψεκτή, καὶ ἐπι
Ελαβής.
IB.
ΝΗΜΕΡΤΙΟ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΑ.
Μηδέ ποτε δῷς σεαυτῷ ἀνάπαυσιν ἀπὸ παντὸς
πρὸς τὸ εὐσεβὲς συντείνοντος πράγματος· ταῖς γὰρ
ἀναπαύσεσι, καὶ ταῖς ἀργίαις τὸ πλημμελοῦν, καὶ
τὸ φαῦλον ἐπιτίθεται μάλλον. Αλλὰ καὶ εὔχου
συχνότερον, καὶ τῇ ἀναγνώσει πρόσεχε τῶν τοῦ Κυρίου θεσμῶν, καὶ περίελκε, καὶ περίσπα τὴν σαυτοῦ
διάνοιαν εἰς τὰς τῶν δεομένων ευποιίας, καὶ τὰς
προστασίας τῶν καταπονουμένων. Καὶ οὕτως ἐκε
φεύξῃ ῥᾳδίως οὐ μόνον τὴν ἐνέργειαν τῆς ἁμαρτίας,
ἀλλὰ καὶ αὐτὰς, ὡς εἰκὸς, τὰς προσβολάς, καὶ τὰς
μνήμας καὶ τὰς ἀνακινήσεις τῶν ἀτόπων πραγμάτων.
Τῷ αὐτῷ,
IT'.
ASTERIO LECTORI.
Nolo te opinatione, sed optima vitæ ratione, et
Dei cognitione ad virtutem progredi.
Eidem.
'
‹ Peccatum non reputabitur; si lex non est 15,
Quousque enim non completa est in nobis les, qux
jubeat ea, quæ facienda sunt, prohibeatque contraria secundum innatas nobis de bonis et malis
aniniadversiones, peccare nusquam repulanar.
Namnque absque lege peccatum mortuum est. Cum
vero lex in nobis completa fuerit post cogitationum
perfectionem, et precepto adveniente, statim malitia in nobis invenitur, et peceatum revixit.
Ἐπαινώ σε τῆς κατὰ ψυχὴν ἐπιμελείας πολλῆς.
καὶ τῆς ἐγκρατείας, καὶ τῆς ἀποχῆς τῶν κακῶν
θεαμάτων, καὶ τῆς ἀνεξικακίας, καὶ τῶν ἄλλων
κατορθωμάτων, ὧνπερ ἐπιδείκνυσαι ἐν μέσῳ τοῦ
κόσμου στρεφόμενος. Αλλ' ἕν μοι ἔτι πρὸς τούτοις
χάρισαι, τῆς τῶν γελοποιῶν λύμης λοιπὸν σαυτὸν
ἀποσχοίνισον, καὶ ἰδού σοι ὁ στέφανος πέπλεκται.
ΙΔ'. - ΑΝΤΩΝΙΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟ.
Τῇ θείᾳ ψήφῳ βεβαπτίσθαι Ἰσραηλῖται λογίζον
ται, περαιῶντες τὴν Ἐρυθράς θάλασσαν, καίτοι μὴ
βαπτισθέντες. Οὕτως ἔδοξε Θεῷ τὸν δευτερότοκον
Εφραίμ πρωτότοκον λέγεσθαι, καὶ προκρίνεσθαι
τοῦ μείζονος Μανασσῆ, ἵν᾿ ἡμεῖς ζητῶμεν τὰς τού
των σημασίας.
ΙΕ΄. — ΘΕΟΣΕΒΕΙΩ.
Αὲ παρὰ τῷ προφήτη Ζαχαρία δύο χρυσαῖ ἐλαῖαι,
Χ.
Eidem.
Quemadmodum circumcisio facinoroso Judso
in præputium reputatur; ita et continentia, et
jejunium in crapulam et in insatietatein repulatur
illi, qui more gentium jejunat, et qui, ut Mani
chæi assolent, a cibis abstinet, et bona Dei opera
exsecratur.
Eidem.
Quæ secundum Christum continentia perficitur,
bona, et quam optinia est et utilis: quæ secundum gentes et Manichæos, vituperabilis et noxia.
NEMERTIO SILENTIARIO.
Ne unquam cesses ab omni re, quæ ad pietatem
conducit. In cessationibus enim aç otjis error inprobitasque potius admittitur. Sed et precare frequentius, et Dominicorum præceptorum lectioni
incumbe, et attrahe, et applica mentem tuam in
egenorum beneficentiam et patrocinia oppressorum. Sicque facili negotio evitabis non tantum
iniquitatis actiones, sed et ipsos, ut par est, impetus et memorias et molus rerum absurdarum.
Eidem.
Multam tuam circa animam diligentiam et continentiam, et a pravis spectaculis longinquitatem,
et injuriarum tolerantiam, exleraque alia præclare
gesta, quæ medio mundo involutus ostendis, sunopere admiror. Sed unum mihi adhuc præ his
omnibus gratificare, a peste seurrarum, quibus
inheres, discinditor: et en jam tibi corona contexta est.
XIV. ANTONIO SCHOLASTICO.
Divino decreto Israelitæ mare Rubrum trajicientes, licet baptizati non fuerint, baptizati tamen
existimantur. Sic Deo visum est, secundo genitum
Ephraim primogenitum dici, et majori nato Manassæ anteferri ", ut nos horum significatus avide
perquiramus.
127 ΧV. - THEOSEBIO.
Duæ apud prophetam Zachariam olivæ aureæ 17,
16 Rom. v, 13. 16 Gien. XLVIII, 19. 17 Zach. iv, 3.
col. 207–208page 75 of 262
PG 79:207τούς τε ἐξ Ἰουδαίων, καὶ τοὺς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν τῷ ΧΙΧ. ΡΑΝΤΟΝΥΜΟ ΧΧ. Χριστῷ πιστεύοντας σκιογραφοῦσιν, οἵτινες πρώην ἀχυρώσεις υπάρχοντες, ὕστερον διὰ πίστεως, καὶ μετανοίας μεγάλως ἐλεηθέντες, χρυσοί τινες τὴν γνώμην πεφήνασιν. ΑΓΑΘΩΝΙ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ. Τοὺς τοῦ Ἰσβοσθὲ ἀναιρέτας ὁ μακαριος φονεύσας Δαυίδ, καὶ χεῖρας τούτων καὶ πόδας ἀποκόψας, ἐπὶ τῆς κρήνης, καὶ ἐπὶ τοῦ ὕδατος ἐκρέμασεν. Σημαίνει διὰ τούτων, ὅτι τῷ κατὰ Χριστὸν γινομένων βαπτίσματι ἀκροτηριάζονται, καὶ ἀναιροῦνται οἱ πρὸ τῆς πίστεως ἡμᾶς δουλωσάμενοι, καὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἀποκτείναντες δαίμονες. Τῷ αὐτῷ. Μετὰ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον έπεισαγωγὴ ἐδείχθη τῆς κρείττονος ἐλπίδος, δι' ἧς ἐγγίζειν τῷ Θεῷ δυνά μεθα. Οὐκοῦν «Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν, ο καθά φησιν Ἰάκωβος. Ὁ δὲ τῶν Ἰουδαίων λαὸς οὐκ ἤθελε δι' ἐλπίδος καὶ πίστεως ἐγγίζειν, καὶ κολλᾶσθαι Κυρίῳ, διόπερ Δαυΐδ ἔλεγεν, ὅτι «Οργὴ ἀνέβη ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ, ἐπειδήπερ οὐκ ἐπίστευσεν τῷ Θεῷ, οὐδὲ ἤλπισεν ἐπὶ τὸ σωτήριον αὐτοῦ. Καὶ αὐτὸς πά λιν ὁ Θεὸς εἴρηκε διὰ τοῦ Ἡσαΐου· ι Ο λαὸς οὗτος χείλεσί με ἀγαπᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόῤῥω ἀπέχει ἀπ' ἐμοῦ.» Τῷ αὐτῷ. Πολλοὶ τῶν φαύλων τὸ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν ἀμει δὲς σκότος λανθάνειν τοὺς ἀνθρώπους βουλόμενοι, καγχάζουσι μεγάλα, καὶ τὴν ἱλαρότητα θεατρίζειν δοκοῦσιν. Αλλ' ἀναγκαῖον εἰδέναι, ὡς πίσης στυγνότητος πλήρεις υπάρχουσιν ἔνδοθεν, τῆς δικαίας τού τους αποστραφείσης χαρᾶς. 10. - ΠΑΝΤΩΝΥΜΟ ΣΑΤΡΑΠΠ. Τοὺς Ἰουδαίους μὴ εὐψυχῶν διαθρέψαι, καὶ ἀμφιάσαι οἰκέτας, διατί ἐνδεικτιᾷς δῆθεν ὡς ἀλλο τρίοις ἔξωθεν προσερχομένοις αγερώχοις, καὶ πονη ροῖς, καὶ λήροις τὴν ὕπαρξιν σκορπίζων; Κ'. — ΥΠΑΤΙΟ ΕΦΟΡΟ. Οὐχ ὅτι πάντας τοὺς θανόντας δεδικαιώσθαι οἰόμενος ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει, ὅτι «Ο ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας· ο ὄντως γὰρ ἂν ἅπαντες ἀσεβεῖς, καὶ παράνομοι δεδικαιῶσθαι δό ξουσιν ἐξελθόντες τοῦ βίου· ἀλλ' ὅτι πᾶς ἄνθρωπος μηκέτι δρῶν τὴν ἁμαρτίαν, διὰ τὸ παύσασθαι τῆς φαύλης ενεργείας, ὡς δοκῶν νενεκρῶσθαι ταῖς πονη ραῖς πράξεσιν, οὗτος οὐκέτι ἁμαρτωλός, ἀλλὰ δί καιος εὐλόγως χρηματίζει. Οὕτως τοίνυν νόησον τὰ γεγραμμένον, ὅτι ῾Ο ἀποθανὼν τῇ ἁμαρτίᾳ, ἐπειδήπερ μηκέτι πράττει αὐτὴν, δεδικαίωται. ΚΑ'. — ΙΣΙΔΩΡΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Πέτρος ὁ πρωτοστάτης τῶν ἀποστόλων φησίν Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι ἐστε. Καὶ ὁ Κύριος εἴρηκε διὰ τοῦ Ἡσαΐου· Ονειδισμέν τοὺς ιδίους,
eos, qui in Christum crediderunt, tum ex He- τούς τε ἐξ Ἰουδαίων, καὶ τοὺς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν τῷ
brais, tum ex gentibus, veluti in umbra notant:
qui prius cum essent ut paleæ, demum per fidem
et penitentiam ingentem misericordiam consecuti,
aurei mente visi sunt.
AVI.
- AGATHONI DECEMBRIO.
Cum Isboseth interfectores beatus David occidisset, eorumque manus pedesque abscidisset, in
fonte et in aqua suspendit s. Per hae notat, quod
secundum Christum fit, baptismate amputatis extremis mutilari et interimi, qui ante fidem nos in
captivitatem abduxerunt, animasque nostras contrucidarunt, dæmones.
XVII. Eidem.
Post Mosaicam spei melioris legem superinductam fuisse edocti sumus, per quam inhærere
Deo possumus. Itaque Appropinquate Deo, et
appropinquabit vobis ", ut Jacobus ait. Attamen
Judæorum populus nolebat per spem et fidem
prope feri, Dominoque conglutinari. Quapropter
David dicebat: • Ira ascendit in Israel 10: quan
doquidem non credidit Deo, neque speravit in salutare illius. Ipse rursum Deus per Isaiam enuntiavit Populus iste labiis me amat, cor autem
corain longe est a me '
128 XVIII. Eidem.
Ex improbis plerique tenebras in corde suo tetricas clam esse aliis hominibus cupientes, ingentes risas edunt, lætitiamque veluti in theatro pervolgare populis videntur. Porro necessario sciendum est, eos intus omni tristitia plenos esse, cum
eos justum gaudium aversatum deseruerit.
ΧΙΧ.
ΡΑΝΤΟΝΥΜΟ SATRAPE.
Judæis de tua familia cur victum et amictuni
invito animo te suppeditare ostendis, quasi facultates tuas in exteros, pervicaces, improbos et
deliros profunderes?
ΧΧ. HIPATIO EPIORO.
Non omnes demortuos justos factos esse exishmans apostolus Paulus scribit: «Qui vitam obiit,
justificatus est a peccato;» vere enim omnes
impii et iniqui, cum vitæ finem posuerint, justi
facti esse videbuntur: sed quod omnis homo, jam
peccatum non faciens, cum a prava operatione
Cassaverit, et ideatur iniquis actionibus demortuus,
hic non peccator, sed justus, nec absque ratione
est. Sic itaque scriptum intellige: Qui peccato
mortuus est, cum illud amplius non patrel, ju-
stus factus est.
XXI. ISIDORO LECTORI.
Petrus apostolorum princeps ait: «Si exprobramini in nomine 129 Christi, beati estis ";» et
Dominus dixit per Isaiam: ‹ Opprobrium hominum
Χριστῷ πιστεύοντας σκιογραφοῦσιν, οἵτινες πρώην
ἀχυρώσεις υπάρχοντες, ὕστερον διὰ πίστεως, καὶ
μετανοίας μεγάλως ἐλεηθέντες, χρυσοί τινες τὴν
γνώμην πεφήνασιν.
ΑΓΑΘΩΝΙ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ.
IG'
Τοὺς τοῦ Ἰσβοσθὲ ἀναιρέτας ὁ μακαριος φονεύσας
Δαυίδ, καὶ χεῖρας τούτων καὶ πόδας ἀποκόψας, ἐπὶ
τῆς κρήνης, καὶ ἐπὶ τοῦ ὕδατος ἐκρέμασεν. Σημαίνει
διὰ τούτων, ὅτι τῷ κατὰ Χριστὸν γινομένων βαπτίσματι ἀκροτηριάζονται, καὶ ἀναιροῦνται οἱ πρὸ τῆς
πίστεως ἡμᾶς δουλωσάμενοι, καὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν
ἀποκτείναντες δαίμονες.
IZ'.
Τῷ αὐτῷ.
Μετὰ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον έπεισαγωγὴ ἐδείχθη
τῆς κρείττονος ἐλπίδος, δι' ἧς ἐγγίζειν τῷ Θεῷ δυνάμεθα. Οὐκοῦν «Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν, ο
καθά φησιν Ἰάκωβος. Ὁ δὲ τῶν Ἰουδαίων λαὸς οὐκ
ἤθελε δι' ἐλπίδος καὶ πίστεως ἐγγίζειν, καὶ κολλάσθαι Κυρίῳ, διόπερ Δαυΐδ ἔλεγεν, ὅτι «Οργὴ ἀνέβη
ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ, ἐπειδήπερ οὐκ ἐπίστευσεν τῷ Θεῷ,
οὐδὲ ἤλπισεν ἐπὶ τὸ σωτήριον αὐτοῦ. Καὶ αὐτὸς πά
λιν ὁ Θεὸς εἴρηκε διὰ τοῦ Ἡσαΐου· ι Ο λαὸς οὗτος
χείλεσί με ἀγαπᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόῤῥω ἀπέχει
ἀπ' ἐμοῦ.»
Τῷ αὐτῷ.
IH'.
Πολλοὶ τῶν φαύλων τὸ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν ἀμει
δὲς σκότος λανθάνειν τοὺς ἀνθρώπους βουλόμενοι,
καγχάζουσι μεγάλα, καὶ τὴν ἱλαρότητα θεατρίζειν
δοκοῦσιν. Αλλ' ἀναγκαῖον εἰδέναι, ὡς πίσης στυγνότητος πλήρεις υπάρχουσιν ἔνδοθεν, τῆς δικαίας τού
τους αποστραφείσης χαρᾶς.
10. - ΠΑΝΤΩΝΥΜΟ ΣΑΤΡΑΠΠ.
Τοὺς Ἰουδαίους μὴ εὐψυχῶν διαθρέψαι, καὶ
ἀμφιάσαι οἰκέτας, διατί ἐνδεικτιᾷς δῆθεν ὡς ἀλλοτρίοις ἔξωθεν προσερχομένοις αγερώχοις, καὶ πονηροῖς, καὶ λήροις τὴν ὕπαρξιν σκορπίζων;
Κ'. — ΥΠΑΤΙΟ ΕΦΟΡΟ.
Οὐχ ὅτι πάντας τοὺς θανόντας δεδικαιώσθαι οιόμενος ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει, ὅτι «Ο ἀποθα
νὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας· ο ὄντως γὰρ ἂν
ἅπαντες ἀσεβεῖς, καὶ παράνομοι δεδικαιῶσθαι δόξουσιν ἐξελθόντες τοῦ βίου· ἀλλ' ὅτι πᾶς ἄνθρωπος
μηκέτι δρῶν τὴν ἁμαρτίαν, διὰ τὸ παύσασθαι τῆς
φαύλης ενεργείας, ὡς δοκῶν νενεκρῶσθαι ταῖς πονηραῖς πράξεσιν, οὗτος οὐκέτι ἁμαρτωλός, ἀλλὰ δί
καιος εὐλόγως χρηματίζει. Οὕτως τοίνυν νόησον τὰ
γεγραμμένον, ὅτι ῾Ο ἀποθανὼν τῇ ἁμαρτίᾳ, ἐπειδήπερ μηκέτι πράττει αὐτὴν, δεδικαίωται.
ΚΑ'. — ΙΣΙΔΩΡΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ.
Πέτρος ὁ πρωτοστάτης τῶν ἀποστόλων φησίν·
• Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι ἐστε.
Καὶ ὁ Κύριος εἴρηκε διὰ τοῦ Ἡσαΐου· Ονειδισμέν
11 Isa. XXIX, 13.. Rom. v, 7 23 | Pets.
38 || Reg. iv, 42. 19 Jac. IV, 8. * Psal. 1.XXVII, 21.
Lege τοὺς ιδίους, ad hunc sensum: Quandoquidem propriis famulis victum et vestitum libenter
suppeditas, cur tete scilicet ostertus quasi in alienos
extrinsecus advenientes, improbos et nugatores, fa
cultates tuas profundas? COTELERIUS Honum. E.
G. 11, 556.
col. 209–210page 76 of 262
PG 79:209ἀνθρώπων μηδαμῶς φοβηθήτε. ο Δι' αὐτοῦ δὲ βοᾷ ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ· «Μακάριοι έστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς· χαίρετε, καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» Καὶ ὁ ἀπόστολος δὲ Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Ἑβραίους Επιστολῇ, σφόδρα ἐπήνεσε τοὺς εἰς τὸν Σωτήρα Χριστὸν ἔχοντας ζέουσαν πίσ στιν. Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχει, μηδόλως ἀθυμήσῃς, μηδὲ πτοηθῇς ἐξονειδιζόμενος δι' εύκλειαν, καὶ τρό πων χρηστότητα, καὶ λαμπράν εὐσέβειαν, ὑπὸ τῶν ἀδελτέρων τε, καὶ ἀθέων, καὶ μυσαρῶν ἀνθρώπων καὶ γὰρ οἱ πόρνοι καταγελῶσι τῶν σωφρονούντων, καὶ οἱ ἀσεβεῖς σκόπτουσι τοὺς εὐσεβοῦντας, καὶ οἱ πονηροὶ τοὺς ἀγαθοὺς μυκτηρίζουσιν, καὶ οἱ τυφλοί πολυβλέποντας κικλήσκουσιν ἑαυτοὺς, καὶ οἱ φαυλό ταται κροτοῦσε, καὶ ἀνακηρύττουσι τὰς ἁμαρτίας, καὶ τὰ αἴσχιστα πάθη τῆς ἀτιμίας, ψηφιζόμενοι τὸ πικρὸν γλυκὺ εἶναι. 'Αλλ' ἡμεῖς μᾶλλον αὐτῶν καταγελάσομεν, καὶ καταγνωσόμεθα, πενθήσομέν τε, καὶ καταθρηνήσομεν τὴν τῶν τοιούτων ἀπώ λειαν. ΚΕ. - ΝΙΚΟΔΗΜΟ. Οφείλεις εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ, ὅτι οὐκ ἔχεις χρή ματα, ἵνα μὴ ἀπαιτηθῇς ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως τὸν τού των λόγον. Ο γάρ, φησί, πολὺ δέδοται, περισσότερον ἀπαιτήσουσιν οἱ πράκτορες ἄγγελοι· ν καὶ πολλὴν δίκην ὑφέξει τῶν δοθέντων χρημάτων ὁ πλούσιος, καὶ ἀκριβὲς λογοθέσιον, καὶ φρικτὴν δυσκουσαίονα, πότερον καλῶς, ἡ κακῶς διώκησε τὰ εἰς αὐτὸν περιελθόντα κατὰ πρόνοιαν Θεοῦ. ΚΓ'. — ΑΦΡΟΔΙΣΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Μὴ θαρσήσῃς τῷ γήρᾳ· καὶ γὰρ καὶ γέροντες πίσ πτουσιν· ἐπικαλοῦ δὲ τὸν Χριστὸν ἀεὶ πρὸς βοή θειαν, ἵν' αὐτός σου φρουρὸς καὶ ἄσειστος ἀσφάλεια γένηται. ΚΔ'. - ΧΑΡΙΣΙΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Πυνθάνεται μου ή τιμία σου ψυχή, τί ἂν εἴη τὸ γεγραμμένον ὑπὸ τοῦ ᾿Αποστόλου, ὅτι «Δύναμις τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος ἐστὶ Μωσέως;» Οὐχ ὅτι πταισμάτων ὁ θεῖος νόμος ὑπάρχει ποιητικός, ὥσπερ τινὲς ἀπαίδευτοι κακῶς νενομίκασιν· οὐδ᾽ ὅτι ἰσχυροποιεῖν τὴν ἁμαρ τίαν εἴωθε· μὴ γένοιτο. Μὴ οὖν γὰρ μᾶλλον καὶ περι κόπτειν, ἢ καὶ ἐξαφανίζειν τὰς ἁμαρτίας πέφυκεν ἀλλ᾽ ὅτι δυνατῶς ἐλέγξας τὴν τῶν φαύλως δρωμένων ἀτοπίαν, καὶ δημοσιεύσας τὴν φύσιν τῶν ἀπρεπῶν, ἐμφράττει τὸ ἀναίσχυντον στόμα τῶν Ἰουδαίων σε μνυνομένων μὲν ἐπὶ τῷ θείῳ γράμματι, καὶ κορι βαντιώντων διηνεκῶς, πᾶσαν δὲ ἁμαρτίαν ἀφόβως ἐργαζομένων, καὶ διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου, τὸν νομοθέτην ἀτιμαζόντων. Πρὸς γὰρ δὴ τὸ πρόσω ωπον τῶν τῷ νόμῳ ἐγκαυχωμένων, καὶ ἀλαζονευομένων, ὁ θεῖος Απόστολος ταῦτά τε καὶ τὰ τοιαῦτα ἀποφθέγγεσθαι είωθεν. ΚΕ'. - - ΕΡΜΟΛΑΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ανω βλέπε πρὸς Θεόν. Τί σοι καὶ τοῖς γηΐνοις; Μη θέλε καθορᾷν, τί πράττει ὁ κοσμικός· ἀπέστης γὰρ τοῦ κόσμου, καὶ τῆς ἀγχόνης τοῦ βίου. Μὴ οὖν
EPISTOLARUM LIB. II.
‹ Beati estis, eum maledixerint vobis; gaudete et
exsukate, quoniam merces vestra copiosa est in
cœlis *.» Et Paulus apostolus Epistola ad Hebræos
maxime admiratus est eos, qui in Salvatorem Christum habent ardentem fidem ". Hæc itaque si ita
se habent, ne prorsus animum despondeas, neque
timore concidas, propter famam, et merum æquitatem, et splendidam pietatem, a vesanis, impits
exsecrandisque hominibus maledictis impetitus.
Etenim adulteri continentes irrident, et pios impii calumniantur, et probos improbi naso suspendunt, cæcique multum se visu pollere gloriantur,
et pessimi plaudunt, et iniquitates evulgant, et
probrosissimos vituperii affectus, decernentes dulce
amarum esse. Nos vero potius eos ludibrio habebi
mus, et condemnabimus, et similium excidium
complorabimus ac lugebimus.
ἀνθρώπων μηδαμῶς φοβηθήτε. ο Δι' αὐτοῦ δὲ βοᾷ we timeatis s. Per seipsum in Evangelio clamat:
ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ· «Μακάριοι έστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν
ὑμᾶς· χαίρετε, καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν
πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» Καὶ ὁ ἀπόστολος δὲ Παῦλος
ἐν τῇ πρὸς Ἑβραίους Επιστολῇ, σφόδρα ἐπήνεσε
τοὺς εἰς τὸν Σωτήρα Χριστὸν ἔχοντας ζέουσαν πίσ
στιν. Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχει, μηδόλως ἀθυμήσῃς,
μηδὲ πτοηθῇς ἐξονειδιζόμενος δι' εύκλειαν, καὶ τρόπων χρηστότητα, καὶ λαμπράν εὐσέβειαν, ὑπὸ τῶν
ἀδελτέρων τε, καὶ ἀθέων, καὶ μυσαρῶν ἀνθρώπων
καὶ γὰρ οἱ πόρνοι καταγελῶσι τῶν σωφρονούντων,
καὶ οἱ ἀσεβεῖς σκόπτουσι τοὺς εὐσεβοῦντας, καὶ οἱ
πονηροὶ τοὺς ἀγαθοὺς μυκτηρίζουσιν, καὶ οἱ τυφλοί
πολυβλέποντας κικλήσκουσιν ἑαυτοὺς, καὶ οἱ φαυλό
ταται κροτοῦσε, καὶ ἀνακηρύττουσι τὰς ἁμαρτίας,
καὶ τὰ αἴσχιστα πάθη τῆς ἀτιμίας, ψηφιζόμενοι τὸ
πικρὸν γλυκὺ εἶναι. 'Αλλ' ἡμεῖς μᾶλλον αὐτῶν
καταγελάσομεν, καὶ καταγνωσόμεθα, πενθήσομέν
τε, καὶ καταθρηνήσομεν τὴν τῶν τοιούτων ἀπώ
λειαν.
ΚΕ. - ΝΙΚΟΔΗΜΟ.
Οφείλεις εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ, ὅτι οὐκ ἔχεις χρή
ματα, ἵνα μὴ ἀπαιτηθῇς ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως τὸν τού
των λόγον. Ο γάρ, φησί, πολὺ δέδοται, περισσότερον ἀπαιτήσουσιν οἱ πράκτορες ἄγγελοι· ν καὶ
πολλὴν δίκην ὑφέξει τῶν δοθέντων χρημάτων ὁ
πλούσιος, καὶ ἀκριβὲς λογοθέσιον, καὶ φρικτὴν
δυσκουσαίονα, πότερον καλῶς, ἡ κακῶς διώκησε
τὰ εἰς αὐτὸν περιελθόντα κατὰ πρόνοιαν Θεοῦ.
ΚΓ'. — ΑΦΡΟΔΙΣΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Μὴ θαρσήσῃς τῷ γήρᾳ· καὶ γὰρ καὶ γέροντες πίσ
πτουσιν· ἐπικαλοῦ δὲ τὸν Χριστὸν ἀεὶ πρὸς βοή
θειαν, ἵν' αὐτός σου φρουρὸς καὶ ἄσειστος ἀσφάλεια
γένηται.
ΚΔ'. - ΧΑΡΙΣΙΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.
Πυνθάνεται μου ή τιμία σου ψυχή, τί ἂν εἴη τὸ
γεγραμμένον ὑπὸ τοῦ ᾿Αποστόλου, ὅτι «Δύναμις τῆς
ἁμαρτίας ὁ νόμος ἐστὶ Μωσέως;» Οὐχ ὅτι πταισμάτων
ὁ θεῖος νόμος ὑπάρχει ποιητικός, ὥσπερ τινὲς ἀπαίδευ
τοι κακῶς νενομίκασιν· οὐδ᾽ ὅτι ἰσχυροποιεῖν τὴν ἁμαρ
τίαν εἴωθε· μὴ γένοιτο. Μὴ οὖν γὰρ μᾶλλον καὶ περι
κόπτειν, ἢ καὶ ἐξαφανίζειν τὰς ἁμαρτίας πέφυκεν·
ἀλλ᾽ ὅτι δυνατῶς ἐλέγξας τὴν τῶν φαύλως δρωμένων
ἀτοπίαν, καὶ δημοσιεύσας τὴν φύσιν τῶν ἀπρεπῶν,
ἐμφράττει τὸ ἀναίσχυντον στόμα τῶν Ἰουδαίων σε
μνυνομένων μὲν ἐπὶ τῷ θείῳ γράμματι, καὶ κορι
βαντιώντων διηνεκῶς, πᾶσαν δὲ ἁμαρτίαν ἀφόβως
ἐργαζομένων, καὶ διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου,
τὸν νομοθέτην ἀτιμαζόντων. Πρὸς γὰρ δὴ τὸ πρόσω
ωπον τῶν τῷ νόμῳ ἐγκαυχωμένων, καὶ ἀλαζονευομένων, ὁ θεῖος Απόστολος ταῦτά τε καὶ τὰ τοιαῦτα
ἀποφθέγγεσθαι είωθεν.
ΚΕ'. - - ΕΡΜΟΛΑΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Ανω βλέπε πρὸς Θεόν. Τί σοι καὶ τοῖς γηΐνοις;
Μη θέλε καθορᾷν, τί πράττει ὁ κοσμικός· ἀπέστης
γὰρ τοῦ κόσμου, καὶ τῆς ἀγχόνης τοῦ βίου. Μὴ οὖν
s4 Isa. Ll,
XXII. NICODEMO.
Gratiæ tibi agendæ sunt Deo, quod pecuniis destituaris, ne die judicii de earum ratione exposcaris. «Cui enim, ait, multum datum est, ab eo
majus expetent angeli exactores " > et dives pro
concessis sibi pecuniis acrius in judicium vocabitur, rationem exactiorem redditurus, horrenda discussioni subjiciendus, an bene vel male, quæ
Numinis providentia in ipsum pervenere administraverit.
- APHRODISIO DIACONO.
Ne fidas nimium senio; namque concidunt et
senes ipsi. Sed Christum invoca continuo in auxilium, ut ille tibi custos et inconcussa securitas sit.
CHARISIO EPISCOPO.
Percontaris, vir honorande, quid illud sit quod
scriptum est per Apostolum: e Potentia peccati lex
est Moysis "?, Non quod commissorum turpium di
vina lex procreatrix sit, quemadmodum nonnulli
insulsi nimis prave existimarunt; neque quod robur peccato tribuat. Absit hoc. Quinimo potius peccata impedit, disperditque. Sed quod robuste nimis
rerum male gestarum absurditatem reprehendens,
et indecorarum actionum naturam divulgans, inverecundum Judæorum os occludit, qui in divina
littera gloriantur, et more corybantum perpetuo
insaniunt, et omne peccatum intrepide perpetrant,
et legis transgressione legislatorem inhonorant.
Nanique in personam eorum, qui lege gloriantur
el superbiunt, divinus Apostolus hæc et similia
dicere consuevit.
HERMOLAO MONACHO.
Sursum ad Deum aspice. Quid tibi et terrenis?
Cave, ne quid gerat mundus, intueri contendas.
Sejunctus es a mundo, et rerum mundanarum la7.
35 Matth. v, 11, 12.
36 Hebr. x. 32.
Luc. XII,
1 Cor. xv, 56.
col. 211–212page 77 of 262
PG 79:211& δρα τὸ βιωτικὸν ἔργον, ἀλλὰ πρόσεχε σεαυτῷ μόνῳ, ΧΧΙΧ. καὶ φρόντιζε, ὅπως κατὰ τὸ πρέπον τοῖς ἀσκηταῖς, πραχθείη τὸ ἔργον σου. • Βλέπετε γὰρ ἀκριβῶς, πῶς περιπατεῖτε, καὶ πῶς πολιτεύεσθε, ο βοᾷ τὸ θεῖον ἐπίταγμα. ΚϚ'. -- ΠΡΟΚΟΠΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩ. Εἰ ψέγεις τὴν εἰς τὸ χεῖρον στροφήν, φεύγε τὴν εἰς τὸ χεῖρον στροφήν. • Ο γὰρ στραφείς, φησὶν, εἰς τὰ ὀπίσω, οὐκ ἔστιν εὔθετος τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.» ΦΡΟ-ΜΕΝΤΙΑ ΚΟΜΗΤΙ. Περιτομὴ οὐδέν ἐστι, φησὶν ὁ Ἀπόστολος, καὶ ακροβυστία οὐδέν ἐστιν. ὁ Οὐδέτερον γὰρ τῶν εἰρη μένων συμβάλλεται πρὸς σωτηρίαν ψυχῆς, καὶ θειο τέραν γνῶσιν. Τί οὖν ἂν εἴη τὸ λυσιτελοῦν, καὶ ὄνη σιν προξενοῦν τῷ ἀνθρώπῳ; Δῆλον ὅτι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. ΚΗ. — ΙΠΠΑΣΙΑ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Ὥσπερ ἐστὶ βρωμάτων νηστεία, οὕτω καὶ θυμοῦ νηστεία ἐστι, καὶ φιλαρχίας νηστεία, καὶ βασκανίας, καὶ κόμπου, καὶ φιλοχρηματίας τε, καὶ ὀξυχολίας, καὶ ὑπνηλίας, καὶ νωθίας, καὶ περιεργίας, καὶ τα ραχῆς, καὶ τῶν καθεξής. ΚΘ. - ΘΥΡΣΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ἐὰν πολυπραγμονῆς, καὶ ἡδέως περιεργάζῃ τὰ πράγματα τῶν τὴν ἀσχημοσύνην ἐργαζομένων, ἐπ ελάθου τῆς σεαυτοῦ καρδίας, οὐκ οἶδας τὴν κέλλαν σου, ἐπλανήθης ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ἀνοδίαν βαδί ζεις· καὶ βλέπε, πρὸς ποῖον ἐλεύσῃ πέρας. Α'. Τῷ αὐτῷ. Ὥσπερ ἐγώ, εἰ μὴ μεταδοίην ἑτέροις τῆς δοθείσης μοι χάριτος, λόγον ὑφέξω ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, ὡς κατορύξας τῇ σιωπῇ τὸ πνευματικὸν τάλαντον, οὕτως καὶ σὺ εὐθύνας ἀπαιτηθήσῃ, ἐὰν μὴ καὶ ἄλλοις ἱκα νοῖς χορηγήσῃς τὴν ἐμπιστευθεῖσάν σοι οὐράνιον δω ρεὰν τῆς γνώσεως. Μαρτυρῶ γάρ σοι πολλὴν ἔχοντι χάριν Θεοῦ, δι' εὐγένειαν τρόπων, καὶ βίον σεμνότα τον, καὶ ἐπιμέλειαν ἁμιλλωμένην τοῖς κρατίστοις τῶν μοναχῶν· ὅπερ θαυμαστὸν βλέπειν ἐν σχήματι και σμικῷ, καὶ δημοσίᾳ στρατεία. ΛΑ'.· ΦΩΤΕΙΝΗ και ΔΩΡ. Μνημονεύοντες τῆς ἀμολύντος ὑμῶν ζωῆς, δοξάζου μεν τὸν Χριστὸν, λέγοντες σὺν τῷ Δαυΐδ·. Ως ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά του, καὶ τὰ θυσιαστήρια, Κύριε τῶν δυνάμεων!» Αληθῶς γὰρ σκηνώματά τε, καὶ θυσιαστήρια, καὶ ναὸς, καὶ κειμήλια Θεοῦ διὰ τῆς παρθενίας πεφήνατε. ΛΒ'. - ΜΕΝΑΝΔΡΟ ΔΩΜΕΣΤΙΚΩ Οὐ βούλομαι, λέγεις, ἐκστῆναι τοῦ πατρῴου Ἑλληνισμοῦ· ἐπονείδιστον γὰρ τοῦτό γε οἶμαι. Τί οὖν, εἰπέ μοι, θαυμάσιε, εἰ ὁ πατήρ σου λήσταρχος τις, ἢ μεθυστής, ἢ πύρνος, ἢ τοκογλύφος, ἢ θρασύς ή τυμβωρύχος ἐτύγχανεν, οὐ θέλεις σώφρον: λογισμός χρησ
queo. Ne itaque actionibus mundanis incumbas, & δρα τὸ βιωτικὸν ἔργον, ἀλλὰ πρόσεχε σεαυτῷ μόνῳ,
131 sed tibi soli attende, examinaque, qnomodo,
ft bonorum ascetarum est, opus tuum compleatur.
‹ Considerate enim diligenter, quomodo ambuletis ", et quodnam vitæ institutum sequimini, di
vinum clamat præceptum.
PROCOPIO PRESBYTERO.
Ši in pejus conversionem vituperas, conversionem in pejus devita. ‹ Qui enim, ait, conversus
fuerit retro, non est bene dispositus ad regnum
carlorum 30.
XXVII. FRUMENTIO COMITI.
• Circumcisio nihil est, ait Apostolus, et præputiam nihil est. Neutrum enim in salutem ani
ma et divinorum cognitionen conducit. Quiduam
Igitur conducet, et emolumentum homini aderet?
Manifesto divinorum præceptorum custodia.
XXVIII.· HIPPASIO TRIBUNO.
Quemadmodum est ciborum jejunium, ita est et
iræ jejunium, et ambitionis dominatus jejunium,
et invidentiæ, et jactantis, et avaritis, et injuriarum memoriæ, et repentinæ iræ, et sommolentiæ,
et segnitiei, et curiositatis, el perturbationis, et
similium.
ΧΧΙΧ.
THYRSO MONACHO.
Si curiose perscrutaris, et sedulo res eorum, qui
contunneliose 199 se gerunt, expiscaris, cordis
tni oblitus es, cellam tuam non nosti, a veritate
aberras, per invia iter carpis, et considera ad
quemnam tandem finem devenias.
XXX. Eidem.
Quemadmodum ipse, si gratiam mihi datam aliis
quoque non communicavero, rationem in die judicii redditurus sum, tanquam quod silentio spiritale
talentum suffoderim; ita et tu in jus vocaberis, si
et aliis idoneis non elargitus fueris, cognitionis
munus cœleste tibi concreditum. Testis enim ipse
sum, multam tibi suppeditatam esse Numinis gratiam, ob morum nobilitatem, vitæ gravitatem,
unaque cum præstantissimis monachis contendenten diligentiam. Quod sane in habitu sæculari, et
publica expeditione adinirabile est.
PHOTINÆ, et DOR…..
Vestram vitam intaminatam memoria recolentes,
gloriam Christo damus, cum Davide enuntiantes:
• Quam dilecta tabernacula tua et allaria, Dumine
virtutum "! › Vere etenim tabernacula, et altaria,
et templum, et munera Dei per virginitatem aperuistis.
XXXII.· MENANDRO DOMESTICO.
Nolo, insultas auribus nostris, a paterno mea
Hellenismo desciscere: namque id vituperandum
puto. Verumtamen dic mihi, vir admirande, si pater tuus prædonum princeps, aut 133 cbrictati
deditus, aut adulter, aut fenerator, aut audax, aut
› Ephes. v,
καὶ φρόντιζε, ὅπως κατὰ τὸ πρέπον τοῖς ἀσκηταῖς,
πραχθείη τὸ ἔργον σου. • Βλέπετε γὰρ ἀκριβῶς,
πῶς περιπατεῖτε, καὶ πῶς πολιτεύεσθε, ο βοᾷ τὸ
θεῖον ἐπίταγμα.
ΚϚ'. -- ΠΡΟΚΟΠΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩ.
KG'.
Εἰ ψέγεις τὴν εἰς τὸ χεῖρον στροφήν, φεύγε τὴν εἰς
τὸ χεῖρον στροφήν. • Ο γὰρ στραφείς, φησὶν, εἰς τὰ
ὀπίσω, οὐκ ἔστιν εὔθετος τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.»
KZ'.
ΦΡΟ-ΜΕΝΤΙΑ ΚΟΜΗΤΙ.
• Περιτομὴ οὐδέν ἐστι, φησὶν ὁ Ἀπόστολος, καὶ
ακροβυστία οὐδέν ἐστιν. ὁ Οὐδέτερον γὰρ τῶν εἰρη
μένων συμβάλλεται πρὸς σωτηρίαν ψυχῆς, καὶ θειοτέραν γνῶσιν. Τί οὖν ἂν εἴη τὸ λυσιτελοῦν, καὶ ὄνησιν προξενοῦν τῷ ἀνθρώπῳ; Δῆλον ὅτι ἡ τήρησις
τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
ΚΗ. — ΙΠΠΑΣΙΑ ΤΡΙΒΟΥΝΟ.
Ὥσπερ ἐστὶ βρωμάτων νηστεία, οὕτω καὶ θυμοῦ
νηστεία ἐστι, καὶ φιλαρχίας νηστεία, καὶ βασκανίας,
καὶ κόμπου, καὶ φιλοχρηματίας τε, καὶ ὀξυχολίας,
καὶ ὑπνηλίας, καὶ νωθίας, καὶ περιεργίας, καὶ τα
ραχῆς, καὶ τῶν καθεξής.
ΚΘ. - ΘΥΡΣΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Ἐὰν πολυπραγμονῆς, καὶ ἡδέως περιεργάζῃ τὰ
πράγματα τῶν τὴν ἀσχημοσύνην ἐργαζομένων, ἐπελάθου τῆς σεαυτοῦ καρδίας, οὐκ οἶδας τὴν κέλλαν
σου, ἐπλανήθης ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ἀνοδίαν βαδίζεις· καὶ βλέπε, πρὸς ποῖον ἐλεύσῃ πέρας.
Α'.
Τῷ αὐτῷ.
Ὥσπερ ἐγώ, εἰ μὴ μεταδοίην ἑτέροις τῆς δοθείσης
μοι χάριτος, λόγον ὑφέξω ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, ὡς
κατορύξας τῇ σιωπῇ τὸ πνευματικὸν τάλαντον, οὕτως
καὶ σὺ εὐθύνας ἀπαιτηθήσῃ, ἐὰν μὴ καὶ ἄλλοις ἱκα
νοῖς χορηγήσῃς τὴν ἐμπιστευθεῖσάν σοι οὐράνιον δωρεὰν τῆς γνώσεως. Μαρτυρῶ γάρ σοι πολλὴν ἔχοντι
χάριν Θεοῦ, δι' εὐγένειαν τρόπων, καὶ βίον σεμνότατον, καὶ ἐπιμέλειαν ἁμιλλωμένην τοῖς κρατίστοις τῶν
μοναχῶν· ὅπερ θαυμαστὸν βλέπειν ἐν σχήματι και
σμικῷ, καὶ δημοσίᾳ στρατεία.
ΛΑ'.· ΦΩΤΕΙΝΗ και ΔΩΡ.
Μνημονεύοντες τῆς ἀμολύντος ὑμῶν ζωῆς, δοξάζου
μεν τὸν Χριστὸν, λέγοντες σὺν τῷ Δαυΐδ·. Ως ἀγα
πητὰ τὰ σκηνώματά του, καὶ τὰ θυσιαστήρια, Κύριε
τῶν δυνάμεων!» Αληθῶς γὰρ σκηνώματά τε, καὶ
θυσιαστήρια, καὶ ναὸς, καὶ κειμήλια Θεοῦ διὰ τῆς
παρθενίας πεφήνατε.
ΛΒ'. - ΜΕΝΑΝΔΡΟ ΔΩΜΕΣΤΙΚΩ
Οὐ βούλομαι, λέγεις, ἐκστῆναι τοῦ πατρῴου Ελληνισμοῦ· ἐπονείδιστον γὰρ τοῦτό γε οἶμαι. Τί οὖν,
εἰπέ μοι, θαυμάσιε, εἰ ὁ πατήρ σου λήσταρχος τις, ἢ
μεθυστής, ἢ πύρνος, ἢ τοκογλύφος, ἢ θρασύς ή τυμβωρύχος ἐτύγχανεν, οὐ θέλεις σώφρον: λογισμός χρησ
15. 30 Luc. 1x, 62. "I Cor. VII, 19.
39 Psal. LXXXII, 1.
col. 213–214page 78 of 262
PG 79:213σάμενος, κρείττων γενέσθαι τῆς τοῦ ἀδίκου, καὶ ἀνοσίου πατρὸς κακοφροσύνης; ΑΓ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΟ. Πρώτησέ με, ἡ ὑμετέρα ἀγάπη, τί ἐστιν, ὅπερ φάσκει πρὸς τὸν Θεὸν ἡ Βαρούχ· ὅτι ο Σὺ εἶ καθ ἡμενος τὸν αἰῶνα, καὶ ἡμεῖς ἀπολλύμενοι τὸν αἰῶνα;» Ὁ Θεὸς ἐπειδὴ ἀναλλοίωτος καὶ ἄτρεπτος ὑπάρχει διηνεκώς, δῆλον ὅτι ἐν τῇ ἑαυτοῦ καθῆσθαι ἀτρε πτότητι διὰ παντὸς εἴρηται· ἡμεῖς δὲ τρεπτοὶ ὄντες, ῥᾳδίως ἀπολλύμεθα εκάστοτε ἄλλοι ἀντ᾽ ἄλλων πολύ λάκις γινόμενοι, καὶ ἀφ' ἑτέρων λογισμῶν ἐφ' ἑτέ τους λογισμούς συνεχώς μεταβαίνοντες. ΑΔ'. ΣΩΚΡΑΤΙΑ ΕΞΚΕΠΤΟΡΙ. «Α' δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται κατ' ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῆς δικαιοκρισίας.» Τουτέστιν αἱ ἀγγελικαὶ στρατιαὶ τῷ Δεσποτικῷ ὑπηρετοῦσαι προστάγματι, ἐξ ἡμερότητος εἰς ὀργὴν κινηθήσονται πάντας τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους. ΛΕ. Οἱ ἀνόσιοι, καὶ ἄθεοι, πονηροί τε, καὶ ἄθεσμοι τοῦ Σατανά λογισμοὶ μὴ θροείτωσαν σε, μηδὲ καταπλητα τέτωσαν, μή τε μην παρασκευαζέτωσαν ἀθυμεῖν, καὶ ἐκλύεσθαι τὴν σὴν ἀγαθὴν ψυχήν, πίστει γεγανωμένην, καὶ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ φραττομένην. ΑϚ'. - ΔΗΜΟΣΘΕΝΕΙ ΠΑΤΡΙ ΠΟΛΕΩΣ. Εἰ μὴ τῶν μακαρίων, καὶ ὄντως θείων τῆς Γρα φῆς λόγων βρᾷς, κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ἀλογία στους παρειασθήση. ΑΖ'. - ΚΑΛΛΙΣΤΙΑΝΟ. Ὥσπερ ορεγόμενοι τῆς ζωῆς ἐσθίειν, καὶ πίνειν, φράζειν τε, καὶ ἀκροᾶσθαι ειώθαμεν, οὕτω καὶ τῇ ἀναγνώσει τῶν τοῦ Θεοῦ λογίων προσανέχειν ὀφείλου μεν ἀκορέστως τῇ γνώμῃ. ΛΗ'. — ΑΣΚΛΗΠΙΟΔΟΤΟ. Τί σοι όφελος τῶν μὲν οἰκετῶν ἄρχειν, ταῖς ἐπι θυμίαις δὲ δουλεύειν, ὥσπερ πικραῖς δεσποίναις; ΑΘ'. — ΑΥΞΕΝΤΙΟ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΑ Μονογενής Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρός, ζῶν Λόγος ἐστὶν, καὶ ἐνυπόστατος Λόγος ὑπάρχει, ἀπαθῶς ἐκ Πατρὸς πρὸ πάντων αἰώνων, καὶ χρόνων γεγεννημένος, μόνος ἐκ μόνου μονογενής, φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, τῷ ἰδίῳ Πατρὶ κατὰ πάντα όμοιος, δυνάμει, οὐσίᾳ, ἀγαθότητι, ἐξουσίᾳ, καὶ πάσῃ τελειότητι, ὡς χωρεῖν τὸν Πατέρα ἐν αὐτῷ, καὶ χωρεῖσθαι ὑπὸ τοῦ Πατρὸς, πάντων ὑλικῶν Δη μιουργός, σὺν τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ ἁγίῳ, καὶ ὁμοου σάν, καὶ προσκυνητῷ Πνεύματι. Μ'. - Τῷ αὐτῷ. Ο μονογενής Υιός, καὶ λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ μετὰ τὸ σχηματισθῆναι, ἤτοι σωματωθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου, οὐκ ἐκπέπτωκεν, καὶ ἀπηλλοτριώθη τῆς ἰδίας θεότητος, ἔμεινε γὰρ Θεὸς καὶ μετὰ τὴν σάρ κωσιν, Θεὸς μὲν ἀληθινὸς κατὰ τὸ ἀόρατον, ἄνθρω ΧΧΧΙΙΙ. ΧΧΧΙΧ. ΧΧΙV,
EPISTOLARUM LIB. II.
σάμενος, κρείττων γενέσθαι τῆς τοῦ ἀδίκου, καὶ sepulcrorum elfossor fuisset, annon cuperes pruἀνοσίου πατρὸς κακοφροσύνης;
denti sanoque consilio utens, injusti ac impi¡ patris
improbitate sanior evadere?
ΑΓ.
ΧΡΥΣΟΓΟΝΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ ΚΑΙ
ΗΓΟΥΜΕΝΟ.
Πρώτησέ με, ἡ ὑμετέρα ἀγάπη, τί ἐστιν, ὅπερ
φάσκει πρὸς τὸν Θεὸν ἡ Βαρούχ· ὅτι ο Σὺ εἶ καθ
ἡμενος τὸν αἰῶνα, καὶ ἡμεῖς ἀπολλύμενοι τὸν αἰῶνα;»
Ὁ Θεὸς ἐπειδὴ ἀναλλοίωτος καὶ ἄτρεπτος ὑπάρχει
διηνεκώς, δῆλον ὅτι ἐν τῇ ἑαυτοῦ καθῆσθαι ἀτρεπτότητι διὰ παντὸς εἴρηται· ἡμεῖς δὲ τρεπτοὶ ὄντες,
ῥᾳδίως ἀπολλύμεθα εκάστοτε ἄλλοι ἀντ᾽ ἄλλων πολύ
λάκις γινόμενοι, καὶ ἀφ' ἑτέρων λογισμῶν ἐφ' ἑτέ
τους λογισμούς συνεχώς μεταβαίνοντες.
ΑΔ'. ΣΩΚΡΑΤΙΑ ΕΞΚΕΠΤΟΡΙ.
«Α' δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται κατ'
ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῆς δικαιοκρισίας.» Τουτέστιν
αἱ ἀγγελικαὶ στρατιαὶ τῷ Δεσποτικῷ ὑπηρετοῦσαι
προστάγματι, ἐξ ἡμερότητος εἰς ὀργὴν κινηθήσονται
πάντας τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους.
ΛΕ.
Οἱ ἀνόσιοι, καὶ ἄθεοι, πονηροί τε, καὶ ἄθεσμοι τοῦ
Σατανά λογισμοὶ μὴ θροείτωσαν σε, μηδὲ καταπλητα
τέτωσαν, μή τε μην παρασκευαζέτωσαν ἀθυμεῖν,
καὶ ἐκλύεσθαι τὴν σὴν ἀγαθὴν ψυχήν, πίστει γεγανωμένην, καὶ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ φραττομένην.
ΑϚ'. - ΔΗΜΟΣΘΕΝΕΙ ΠΑΤΡΙ ΠΟΛΕΩΣ.
Εἰ μὴ τῶν μακαρίων, καὶ ὄντως θείων τῆς Γρα
φῆς λόγων βρᾷς, κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ἀλογία
στους παρειασθήση.
ΑΖ'. - ΚΑΛΛΙΣΤΙΑΝΟ.
Ὥσπερ ορεγόμενοι τῆς ζωῆς ἐσθίειν, καὶ πίνειν,
φράζειν τε, καὶ ἀκροᾶσθαι ειώθαμεν, οὕτω καὶ τῇ
ἀναγνώσει τῶν τοῦ Θεοῦ λογίων προσανέχειν ὀφείλου
μεν ἀκορέστως τῇ γνώμῃ.
ΛΗ'. — ΑΣΚΛΗΠΙΟΔΟΤΟ.
Τί σοι όφελος τῶν μὲν οἰκετῶν ἄρχειν, ταῖς ἐπιθυμίαις δὲ δουλεύειν, ὥσπερ πικραῖς δεσποίναις;
ΑΘ'. — ΑΥΞΕΝΤΙΟ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΑ
Μονογενής Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρός, ζῶν Λόγος
ἐστὶν, καὶ ἐνυπόστατος Λόγος ὑπάρχει, ἀπαθῶς ἐκ
Πατρὸς πρὸ πάντων αἰώνων, καὶ χρόνων γεγεννημέ
νος, μόνος ἐκ μόνου μονογενής, φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς
ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, τῷ ἰδίῳ Πατρὶ κατὰ
πάντα όμοιος, δυνάμει, οὐσίᾳ, ἀγαθότητι, ἐξουσίᾳ,
καὶ πάσῃ τελειότητι, ὡς χωρεῖν τὸν Πατέρα ἐν αὐτῷ,
καὶ χωρεῖσθαι ὑπὸ τοῦ Πατρὸς, πάντων ὑλικῶν Δημιουργός, σὺν τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ ἁγίῳ, καὶ ὁμοουσάν, καὶ προσκυνητῷ Πνεύματι.
Μ'. - Τῷ αὐτῷ.
Ο μονογενής Υιός, καὶ λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ μετὰ
τὸ σχηματισθῆναι, ἤτοι σωματωθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας
Παρθένου, οὐκ ἐκπέπτωκεν, καὶ ἀπηλλοτριώθη τῆς
ἰδίας θεότητος, ἔμεινε γὰρ Θεὸς καὶ μετὰ τὴν σάρ
κωσιν, Θεὸς μὲν ἀληθινὸς κατὰ τὸ ἀόρατον, ἄνθρω
33 Baruch 111, 5. *** Psal. Lxxxvш, 37.
ΧΧΧΙΙΙ.
CARYSOGONO PRESBYTERO,
ET ABBATΙ.
Postulasti, dilecte mi, quid est, quod Baruch dicit
ad Deum: «Tu es sedens in sæcula, et nos perimus in seculumn 33?. Deus cum immutabilis atque
invariabilis perpetuo sit, manifestum est, eum in
propria sedere immutabilitate in æternum ss, ut
dicitur. At nos, qui de facili mutamur, et singulis
diebus morimur, alii atque alii sæpius facti, et ex
aliis in alias cogitationes sæpissime transeuntes.
XXXIV. SOCRATIO EXCEPTORI.
• Virtutes cœlorum commovebuntur in die justi
judicii ".» Hoe eat, angelici exercitus Domini
audientes imperio ex mansuetudine in iram
commovebuntur, et pravos homines universos
perdent.
Perversæ, et impiæ, pravæque, et exleges Satanæ cogitationes ne te conturbent, neque perterreant, neque id operentur, ut animum despondeas,
et tua bona anima fide collustrata, et Christi cruce
circumscpla dissolvatur.
134 XXXVI. DEMOSTHENI URBIS PATRI.
Si beata et vere divina Scripturæ eloquia studiose non appetis, jumentis insipientibus et ratione
destitutis assimilaberis ",
CALLISTIANO.
Quemadmodum, dum vitam appetimus, edere et
bibere, loqui et audire suerimus, ita et divinis
eloquiis perlegendis insaturabiliter mente opera
danda est.
XXXVIII.· ASCLEPIODOTO.
Quis tibi usus fuerit servis quidem imperare,
desideriis vero tanquam immitibus dominis servire?
ΧΧΧΙΧ.
AUXENTIO ILLUSTRIO.
Unigenitus Filius, et Verbum Patris, vivens
Verbum, et propria subsistens hypostasi Verbum
est, ex Patre ante omnia sæcula, et tempora sine
ulla passione genitus, solus ex solo unigenitus,
lumen ex lumine, Deus verus de Deo vero, Patri
in omnibus similis, potentia, essentia, bonitate,
auctoritate et omni perfectione, adeo ut in seipso
capiat Patren, et capiatur a Patre; rerum omnium,
quæ materiæ subsunt, Conditor, cum Patre, et
sancto, et consubstantiall, et adorando Spiritu.
135 XL. Eidem.
Unigenitus Filius, et Dei Verbum etiam post
formam, corpus nempe, ex sancta Virgine assumplan, non degeneravit, neque a proprio deitatis
statu motus est; namque etiam post incarnationein
Deus permansit, Deus quidem verus secundum
* Matth. ΧΧΙV,
20. 28 Psal. xLvı, 13.
col. 215–216page 79 of 262
PG 79:215πος δὲ ἀληθινὸς κατὰ τὸ ὁρώμε τον, οὐκ ἄνους γὰρ δή. καὶ ἄψυχος, καθάπερ βεβόηκεν Απολλινάριος. Ει ΜΑ'. - ΕΥΘΥΜΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Ἕτεροι μὲν ἐπ' ἀμπελῶσιν, καὶ ἐλαιῶσι, καὶ κτή νεσι, καὶ πλήθει τῶν οἰκετῶν, καὶ οἴκοις περιφανέσι, χρυσῷ τε, καὶ ἀργύρῳ, καὶ τοῖς ἄλλοις γηίνοις εὐο φραίνονται κτήμασιν. Σὺ δέ γε, πανεύφημε δοῦλε Χριστοῦ, τὸν ἀόρατον Βασιλέα τοῖς νοητοῖς ἀδιαλείπτως θεώμενος ὀφθαλμοῖς, καὶ τῆς ἐκείνου τερπνότητος ἀπολαύων, καὶ τῷ ἀδιασπάστῳ πόθῳ συνδεδεμένος αὐτῷ, ἐλπίδι τε τῇ εἰς αὐτὸν τρεφόμενος τὴν ψυχὴν, καὶ ἐναβρυνόμενος τῇ ἀμαράντῳ ἀγάπῃ, εὐ χαῖς τε συνεχέσι, καὶ ψαλμῳδίαις προσκαρτερῶν. καὶ ενστερνιζόμενος τοὺς πνευματικούς λόγους, τὰ τῶν προφητῶν ἐκβοᾷς· • Εμνήσθην τοῦ Θεοῦ, καὶ τύ φράνθην.» Και· «Υπερευφρανθήσομαι ἐν τῷ Κυ ρίῳ μου, οὐκ ἐκοπίασα κατακολουθῶν ὀπίσω Κυρίου μου.» ᾿Αγαλλιάσομαι τοίνυν, ὦ φιλάνθρωπε Δέσποτα, ἐπὶ τοῖς λόγοις σου, καθάπερ ὁ εὐρηκὼς πλοῦτον, καὶ σκύλα πολλά. Διὸ ἀνταποκρίνεται σοι ὁ Σωτήρ, καὶ Κτίστης τῶν ἁπάντων, ὅτιπερ τὴν χαράν σου, καὶ τὴν ἀγαλλίασιν οὐδεὶς ἀποσυλῆσαι δυνήσεται. Μαρία γὰρ τὴν ἀγαθὴν ἐξελέξατο, τῶν θείων μαθημάτων ἀειθαλή μερίδα. Ἐπειδὴ οὖν οἱ λόγοι μου ἐν σοὶ και τασκηνοῦσι, μνεία μνησθήσομαί σου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου. Καί· «Μηδαμῶς φοβηθῇς, μετὰ σοῦ γὰρ ἔσο μαι διὰ παντὸς, ο ἐκ πάσης σε λυτρούμενος θλίψεως, καὶ ἐξαρπάζων ἐκ χειρὸς τῶν ἐπιβουλευόντων. ΧΡΥΣΕΡΩΤΙ ΣΟΦΙΣΤΗ. Εἰ ὁ πολυφωνότατος τοῦ Ἀπόλλωνος τρίπους σιγαν προστεταγμένος διὰ τῆς ἐνσάρκου παρουσίας τοῦ πάντων Δεσπότου Χριστοῦ παρὰ τὴν τῶν Ἑλλήνων προσδοκίαν πρεπόντως πεφίμωνται, καθὼς ἅπαντες οἱ τὴν ὑφ᾽ ἡλίῳ νεμόμενοι βλέπουσιν, τίνος ένεκεν αὐτὸς ἐντραπῆναι, ἢ αἰσχυνθῆναι οὐ βούλει, τὸν ὑπὲρ τῶν ἀλογίστων, καὶ παναθλίων θεῶν σου λόγον ποιούμενος, καὶ ἀντιποιούμενος τῆς ἀτοπίας, καὶ τῆς απροσωπίας; Αλλ' εἴπερ ἐμοὶ πεισθῆναι θελήσειας, μᾶλλον εὐπροσωπῆσαι τὴν ἀφονίαν μᾶλλον ἀρτίως ζηλώσεις τοῦ μαντικοῦ τρίποδος. ΜΓ'. — ΦΑΥΣΤΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τί θλίβῃ; τί ἀλύεις; τί μέμφῃ, καὶ καταμέμφη μεμψίμοιρε; Τί ἀνυπομόνητον σαυτὸν δεικνύεις, και μικροψυχότατον, μὴ φέρων τὰ συμβάντα; Μνήσθητι τοῦ λέγοντος ἐν ταῖς παραινέσεσι· «Τέκνον, ἐὰν προσέρχῃ δουλεύειν τῷ Κυρίῳ, ἑτοίμασον τὴν ψυχήν σου εἰς πειρασμόν, εύθυνον τὴν καρδίαν σου, καὶ καρτέρησον, καὶ μὴ ταράττον, μηδὲ τάχιστα ζήτει λύσιν ἐν καιρῷ ἐπαγωγῆς.» Γίνωσκε γάρ, ὅτι ἄνευ κρίσεως Θεοῦ, οὐδὲν τῶν θλιβερῶν ἐπέρχεταί τινι. Διόπερ ο Ανδρίζου, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία σου, καὶ ὑπόμεινον τὸν Κύριον,» ἵνα σε ελεήσῃ. Η
quod non videtur, et secundum quod videtur, πος δὲ ἀληθινὸς κατὰ τὸ ὁρώμε τον, οὐκ ἄνους γὰρ
homo verus. Neque enim sine mente et anima erat, δή. καὶ ἄψυχος, καθάπερ βεβόηκεν Απολλινάριος.
ut effutiit Apollinarins.
EUTHYMIO DIACONO.
Alii quidem in vinetis, et olivetis, et jumentis, cl
servorum multitudine, et ædibus auro argentoque
splendidis, et terrenis ditionibus gaudent. Τu vero,
præclarissime Christi serve, Regem invisibilem intellectualibus indesinenter oculis cernens, illius
suavitatis particeps, et amore, qui discindi non
potest, illi colligatus, speque erga eum animum tuum
enutriens, et dilectione,quæ non marcescit, tete delectans, precibus continuis et psalmorum cantibus continuo incumbens et sermones spirituales amplectens,
prophetarum illa exclamas: Recordatus sum Dei,
et laetatus sum: Ει: «Superlatabor in Domino
meo, non laboravi sequens Dominum meum ".
Exsultabo itaque, humanissime Domine, in sermonibus tuis, quemadmodum qui divitias invenit, et
prædam multam ". Proptereaque Salvator et Conditor omnium tibi respondet: Gaudium tuum, et
exsultationem tuam nullus furari poterit ": Maria
siquidem optimam elegit divinarum disciplinarum
semper virentem partem **. Quando itaque sermones 136 mei in te habitant recordatione, recordabor tui in regno meo. Et: • Ne timeas, tecum
enim ero omnibus diebus ", ex omni tribulatione
liberans te ", et eripiens e manu insidiantium “.
XLII. CHRYSEROTI SOPHISTÆ.
'
Si linguacissimus Apollinis tripus adveniente
in carnem omnium Domino Christo silere jussus,
præter gentium exspectationem (sic enim addecebat) obmutuit, quemadmodum universi, qui sub
coelo sunt, intuentur: quare tu ipse neque pudore,
neque rubore suffunderis de tuis insipientibus ac
infortunatissimis diis curam gerens, absurda, et
ea quæ non sunt, defensans? Verumtamen si mihi
credere, causamque tuam rationabiliorem facere
tibi in animo fuerit, vaticinantis tripodis silentium
nunc potissimum æmulareris.
XLIII. FAUSTINO MONACHO.
Quid gravaris? quid maceraris? quid vocibus
instas, et assiduas jacis ore querclas, morose tu
ac querule? Quare te impatientem, et pusilli animi
virum evulgans advenientia non sustines? Memento, quid ille in adhortationibus dixerit: • Fili, si
accesseris servire Domino, præpara animam luain
ad tentationem, dirige cor tuum, et sustine, et ne
turberis, neque cito exposce solutionem tempore
inductionis **. › Quare id animadvertas 137 velim, sine Dei judicio nihil, quod affligat, alicui advenire. Quapropter Virum indue, et roboretur
cor tuum, et sustine Doininun *,» ut cui miseHeatur.
ΜΑ'. - ΕΥΘΥΜΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Ἕτεροι μὲν ἐπ' ἀμπελῶσιν, καὶ ἐλαιῶσι, καὶ κτή
νεσι, καὶ πλήθει τῶν οἰκετῶν, καὶ οἴκοις περιφανέσι,
χρυσῷ τε, καὶ ἀργύρῳ, καὶ τοῖς ἄλλοις γηίνοις εὐο
φραίνονται κτήμασιν. Σὺ δέ γε, πανεύφημε δοῦλε
Χριστοῦ, τὸν ἀόρατον Βασιλέα τοῖς νοητοῖς ἀδιαλεί
πτως θεώμενος ὀφθαλμοῖς, καὶ τῆς ἐκείνου τερπνό
τητος ἀπολαύων, καὶ τῷ ἀδιασπάστῳ πόθῳ συνδεδε
μένος αὐτῷ, ἐλπίδι τε τῇ εἰς αὐτὸν τρεφόμενος τὴν
ψυχὴν, καὶ ἐναβρυνόμενος τῇ ἀμαράντῳ ἀγάπῃ, εὐ
χαῖς τε συνεχέσι, καὶ ψαλμῳδίαις προσκαρτερῶν. καὶ
ενστερνιζόμενος τοὺς πνευματικούς λόγους, τὰ τῶν
προφητῶν ἐκβοᾷς· • Εμνήσθην τοῦ Θεοῦ, καὶ τύ
φράνθην.» Και· «Υπερευφρανθήσομαι ἐν τῷ Κυ
ρίῳ μου, οὐκ ἐκοπίασα κατακολουθῶν ὀπίσω Κυρίου
μου.» ᾿Αγαλλιάσομαι τοίνυν, ὦ φιλάνθρωπε Δέσποτα,
ἐπὶ τοῖς λόγοις σου, καθάπερ ὁ εὐρηκὼς πλοῦτον,
καὶ σκύλα πολλά. Διὸ ἀνταποκρίνεται σοι ὁ Σωτήρ,
καὶ Κτίστης τῶν ἁπάντων, ὅτιπερ τὴν χαράν σου, καὶ
τὴν ἀγαλλίασιν οὐδεὶς ἀποσυλῆσαι δυνήσεται. Μαρία
γὰρ τὴν ἀγαθὴν ἐξελέξατο, τῶν θείων μαθημάτων
ἀειθαλή μερίδα. Ἐπειδὴ οὖν οἱ λόγοι μου ἐν σοὶ και
τασκηνοῦσι, μνεία μνησθήσομαί σου ἐν τῇ βασιλείᾳ
μου. Καί· «Μηδαμῶς φοβηθῇς, μετὰ σοῦ γὰρ ἔσομαι διὰ παντὸς, ο ἐκ πάσης σε λυτρούμενος θλίψεως,
καὶ ἐξαρπάζων ἐκ χειρὸς τῶν ἐπιβουλευόντων.
MB'. ΧΡΥΣΕΡΩΤΙ ΣΟΦΙΣΤΗ.
Εἰ ὁ πολυφωνότατος τοῦ Ἀπόλλωνος τρίπους σιγαν
προστεταγμένος διὰ τῆς ἐνσάρκου παρουσίας τοῦ
πάντων Δεσπότου Χριστοῦ παρὰ τὴν τῶν Ἑλλήνων
προσδοκίαν πρεπόντως πεφίμωνται, καθὼς ἅπαντες
οἱ τὴν ὑφ᾽ ἡλίῳ νεμόμενοι βλέπουσιν, τίνος ένεκεν
αὐτὸς ἐντραπῆναι, ἢ αἰσχυνθῆναι οὐ βούλει, τὸν ὑπὲρ
τῶν ἀλογίστων, καὶ παναθλίων θεῶν σου λόγον ποιούμενος, καὶ ἀντιποιούμενος τῆς ἀτοπίας, καὶ τῆς
απροσωπίας; Αλλ' εἴπερ ἐμοὶ πεισθῆναι θελήσειας,
μᾶλλον εὐπροσωπῆσαι τὴν ἀφονίαν μᾶλλον ἀρτίως
ζηλώσεις τοῦ μαντικοῦ τρίποδος.
ΜΓ'. — ΦΑΥΣΤΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Τί θλίβῃ; τί ἀλύεις; τί μέμφῃ, καὶ καταμέμφη
μεμψίμοιρε; Τί ἀνυπομόνητον σαυτὸν δεικνύεις, και
μικροψυχότατον, μὴ φέρων τὰ συμβάντα; Μνήσθητι
τοῦ λέγοντος ἐν ταῖς παραινέσεσι· «Τέκνον, ἐὰν
προσέρχῃ δουλεύειν τῷ Κυρίῳ, ἑτοίμασον τὴν ψυχήν
σου εἰς πειρασμόν, εύθυνον τὴν καρδίαν σου, καὶ
καρτέρησον, καὶ μὴ ταράττον, μηδὲ τάχιστα ζήτει
λύσιν ἐν καιρῷ ἐπαγωγῆς.» Γίνωσκε γάρ, ὅτι ἄνευ
κρίσεως Θεοῦ, οὐδὲν τῶν θλιβερῶν ἐπέρχεταί τινι.
Διόπερ ο Ανδρίζου, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία σου,
καὶ ὑπόμεινον τὸν Κύριον,» ἵνα σε ελεήσῃ.
» Psal. uxxvi, 4. 37 Jer. xvil, 16. 30 Psal. CXvIII, 162.
» Psal. xxxm, 18. 43 Psal. axx, 10.
Η Eucli. 1,
se Joan. ss1, 22.
50 Luc. 5,
* Psal. xxvi, 14.
42. "Isa
col. 217–218page 80 of 262
PG 79:217ΜΔ'. -- ΚΥΡΙΛΛΟ ΜΟΝΑΧΟ. Πώς μικρόν λέγεις υπάρχειν ἁμάρτημα, θεὸς ἀθετεῖται, καὶ Θεὸς ἀτιμάζεται διὰ τῆς παρα βάσεως θείων ενταλμάτων; Κἂν γάρ τις ἄνδρα φονεύσῃ, καὶ βρέφος ἀποκτείνῃ, φονεὺς πάντως ὑπάρχει, καὶ ὡς φονεύς κρίνεται. Πῶς τοίνυν ποιεῖς τὸ πταίσμα, δι' οὗ ἐκκλείῃ τῆς βασιλείας τῶν οὐ ρανῶν; ΜΕ'. Τῷ αὐτῷ. Μὴ γόγγυζε, ἄνθρωπε· ἀλλότριον γὰρ μοναχοῦ τὸ γογγύζειν, κἂν μέχρι θανάτου κινδυνεύειν σε συμβῇ ἐπιτελοῦντα τὸ ἐπιταττόμενόν σοι παρὰ τῆς ἀδελ φότητος. • Ο γὰρ ὑμῶν, φησίν, ἀκούων, ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ τολμήσας ὑμᾶς ἀθετῆσαι, ἐμὲ ἀθετεῖ.» Καὶ ὁ ᾿Απόστολος γράφει·. Μή γογγύζετε, καθώς τινες τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐγόγγυσαν, καὶ ἀπώλοντο ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ.. Εἰ τοίνυν βούλει μὴ ἀπολέσθαι, πέπαυσο τῶν γογγυσμῶν. Η πῶς δυνήση προς Κύριον διαπετάσαι τὰς χεῖρας, καὶ εὔξασθαι, κατὰ τὴν παράδοσιν τοῦ ᾿Αποστόλου, χωρὶς ὀργῆς, καὶ διαλογισμῶν· Τὸ γὰρ γογγύζειν κύημα υπάρχει ὀργῆς. ΗΛΙΟΔΩΡΟ ΜΟΝΑΧΟ. Οσοι μὲν πολλοῖς πόνοις, καὶ ἱδρῶσι, καὶ χρόνῳ μακρῷ μαχόμενοι ταῖς ἡδοναῖς, μόλις ποτὲ τοῦ χα ρίσματος ἐπέτυχον τῆς ἀπαθείας, τούτοις συγχωρήσωμεν συντυχίας ποιεῖσθαι πρὸς ἀσκητρίας. Όσοι δὲ κατά σε πάθεσι φιληδόνοις πεφορτισμένοι εἰσὶν, εἰργέσθωσαν τῆς τοιαύτης σφαλερωτάτης εντεύξεις, ἵνα μὴ καὶ τὰς ἰδίας ψυχὰς, καὶ τὰς ἀλλοτρίας εἰς βάραθρον ρίψωσιν. "Ανευ γὰρ ἀπαραιτήτου τινὸς, καὶ ἀναγκαίας χρείας, οὐ δεῖ βλέπειν θηλείας, κάν κανονικαὶ ὦσι, και κοσμικοί. Τοῖς δὲ προτρέπουσιν ἡμᾶς εἰς τοὺς ἑαυτῶν οἴκους βιωτικοῖς ἀνδράσιν, ὥστε ὑπὲρ αὐτῶν ποιήσασθαι προσευχάς, λεκτέον τὸ τοῦ Εὐαγγελίου ἐν ταπεινοφροσύνῃ, ὅτι· Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἐν ἀρεταῖς, ἵνα εἰσέλθω εἰς τὸν οἶκών σου ἐπεὶ δὲ πιστεύεις ὠφελεῖσθαι δι' εὐχῆς τῶν μονα χῶν, «γενέσθω σοι, καθὼς καὶ ἐπίστευσας.» Καὶ πάντες δὲ οἱ ἀγαπῶντες τὴν ἡμετέραν εὐτέλειαν πατέρες καὶ ἀδελφοὶ παρακληθήσονται παρ' ἐμοῦ προσεύξασθαι γνησίως ὑπὲρ τῶν δεηθέντων βιω τικών. με ΜΖ'. - ΛΕΩΝΙΔΗ ΜΟΝΑΧΩ. Βέλτιστον νῦν ἐπιφθέγξασθαί σοι τὸ τοῦ Ἱερε μίου· ο Ο λαός μωρὸς καὶ ἀκάρδιος.» Δέον γάρ αἰσχύνεσθαί σε ἐπὶ τοῖς φαύλοις πράγμασι, καὶ ταῖς κενοδοξίαις, καὶ ταῖς ἀθυροστομίαις, τότε πλήττῃ ταῖς χερσὶ, καὶ ταῖς ἄλλαις ἀγερωχίαις ἐναβρύνῃ μᾶλλον τούτοις, καὶ τέρπῃ, καὶ ἐπὶ πάντων καυχᾶσαι, καὶ ἐπαινεῖς σαυτόν, δαψιλῶς δοξάζεις. Αλλ' αἰσχύνθητι, φησὶν ὁ ἅγιος προφήτης ἐκ προσώπου τοῦ Θεοῦ, καὶ λάβε τὴν ἀτιμίαν σου, ὅπως ἂν εἰς συναίσθησιν ἐλθὼν, σαυτὸν ἐπιγνῶς, καὶ καταγνούς
EPISTOLARUM LIB. 11.
ΜΔ'. -- ΚΥΡΙΛΛΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Πώς μικρόν λέγεις υπάρχειν ἁμάρτημα,
θεὸς ἀθετεῖται, καὶ Θεὸς ἀτιμάζεται διὰ τῆς παραβάσεως θείων ενταλμάτων; Κἂν γάρ τις ἄνδρα
φονεύσῃ, καὶ βρέφος ἀποκτείνῃ, φονεὺς πάντως
ὑπάρχει, καὶ ὡς φονεύς κρίνεται. Πῶς τοίνυν ποιεῖς
τὸ πταίσμα, δι' οὗ ἐκκλείῃ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν;
ΜΕ'. Τῷ αὐτῷ.
Μὴ γόγγυζε, ἄνθρωπε· ἀλλότριον γὰρ μοναχοῦ τὸ
γογγύζειν, κἂν μέχρι θανάτου κινδυνεύειν σε συμβῇ
ἐπιτελοῦντα τὸ ἐπιταττόμενόν σοι παρὰ τῆς ἀδελ
φότητος. • Ο γὰρ ὑμῶν, φησίν, ἀκούων, ἐμοῦ
ἀκούει, καὶ ὁ τολμήσας ὑμᾶς ἀθετῆσαι, ἐμὲ ἀθετεῖ.»
Καὶ ὁ ᾿Απόστολος γράφει·. Μή γογγύζετε, καθώς
τινες τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐγόγγυσαν, καὶ ἀπώλοντο
ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ.. Εἰ τοίνυν βούλει μὴ ἀπολέ
σθαι, πέπαυσο τῶν γογγυσμῶν. Η πῶς δυνήση
προς Κύριον διαπετάσαι τὰς χεῖρας, καὶ εὔξασθαι,
κατὰ τὴν παράδοσιν τοῦ ᾿Αποστόλου, χωρὶς ὀργῆς,
καὶ διαλογισμῶν· Τὸ γὰρ γογγύζειν κύημα υπάρχει
ὀργῆς.
MG'.
ΗΛΙΟΔΩΡΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Οσοι μὲν πολλοῖς πόνοις, καὶ ἱδρῶσι, καὶ χρόνῳ
μακρῷ μαχόμενοι ταῖς ἡδοναῖς, μόλις ποτὲ τοῦ χαρίσματος ἐπέτυχον τῆς ἀπαθείας, τούτοις συγχω
ρήσωμεν συντυχίας ποιεῖσθαι πρὸς ἀσκητρίας. Όσοι
δὲ κατά σε πάθεσι φιληδόνοις πεφορτισμένοι εἰσὶν,
εἰργέσθωσαν τῆς τοιαύτης σφαλερωτάτης εντεύξεις,
ἵνα μὴ καὶ τὰς ἰδίας ψυχὰς, καὶ τὰς ἀλλοτρίας εἰς
βάραθρον ρίψωσιν. "Ανευ γὰρ ἀπαραιτήτου τινὸς,
καὶ ἀναγκαίας χρείας, οὐ δεῖ βλέπειν θηλείας, κάν
κανονικαὶ ὦσι, και κοσμικοί. Τοῖς δὲ προτρέπουσιν
ἡμᾶς εἰς τοὺς ἑαυτῶν οἴκους βιωτικοῖς ἀνδράσιν,
ὥστε ὑπὲρ αὐτῶν ποιήσασθαι προσευχάς, λεκτέον τὸ
τοῦ Εὐαγγελίου ἐν ταπεινοφροσύνῃ, ὅτι· Οὐκ εἰμὶ
ἱκανὸς ἐν ἀρεταῖς, ἵνα εἰσέλθω εἰς τὸν οἶκών σου·
ἐπεὶ δὲ πιστεύεις ὠφελεῖσθαι δι' εὐχῆς τῶν μονα
χῶν, «γενέσθω σοι, καθὼς καὶ ἐπίστευσας.» Καὶ
πάντες δὲ οἱ ἀγαπῶντες τὴν ἡμετέραν εὐτέλειαν
πατέρες καὶ ἀδελφοὶ παρακληθήσονται παρ' ἐμοῦ
προσεύξασθαι γνησίως ὑπὲρ τῶν δεηθέντων βιω
τικών.
XLIV. - CYRILLO MONACHO.
Quanam ratione parvum esse peccatum contèndis, cujus causa Deus abjicitur, et Deus divinorum præceptorum prævaricatione contemnitur?
Sive enim quispiam virum trucidet, sive infantuJum interimat, homicida modis omnibus est, el
veluti homicidæ dies illi dicitur, et nomen ad
jndices defertur. Quanam igitur ratione scelus
patras, pro quo regno cœlorum foras extruderis?
XLV.- Eidem.
Ne murmures, mi homo: neque enim addecet
monachum murmuratio, licet evidenti vitæ discrimine, tibi a fraternitate impositum peragendum
sit. > Qui enim vos audit, ait, me audit, et qui
vos speruit, ne spernit *. Et Apostolus scribit:
‹ Ne murmuraveritis, quemadmodum ex Israelitis
qui murmurarunt, et perierunt ab exterminatore 7.,
Itaque si tui salus curæ tibi est, cessa a murinurationibus. Sin minus, quomodo poteris ad Dominum manus protendere, precesque effundere,
ut Apostolus tradebat, absque ira et disputationibus? Murmuratio namque iracundia fetus est.
HELIODORO MONACHO.
Quicunque multis laboribus et sudoribus, et
longo tempore cum voluptatibus confictantes,
tandem aliquando ita animo comparati sunt, ut
nullis perturbationibus commoveantur, iis per nos
facultas sit, cousuetudinem sermonemque cum
mulieribus sese exercentibus habere. Qui vero,
ut tute es, affectionibus ad voluptates pronis onerantur, ab hujuscemodi periculosissimis colloqniis
arceantur, ne proprias animas alienasque'in barathrum præcipitent. Absque enim necessario usu,
et qui evitari non potest, mulieres, sive illæ sub
regula, sive liberæ vitam ducunt, aspiciendæ non
sunt. Hominibus autem sæcularibus, qui nos in
με
proprias ædes etiam adhortantes advocant,
pro illis preces Deo fundamus, illud Evangelii in
dejectione animi respondere debemus: Non ii mihi
in virtutibus progressus sunt, ut domum tuam
: verumtamen cum id certo tencas
introeam **
monachorum preces tibi adjumento futuras, flat
tibi, sicut credidisti *.» Et omnes qui nostram
'
vilitatem diligunt patres fratresque, me intercessore, pro requisitis a sæcularibus legitime ac sincere Deum deprecabuntur.
ΜΖ'. - ΛΕΩΝΙΔΗ ΜΟΝΑΧΩ.
Βέλτιστον νῦν ἐπιφθέγξασθαί σοι τὸ τοῦ Ἱερεμίου· ο Ο λαός μωρὸς καὶ ἀκάρδιος.» Δέον γάρ
αἰσχύνεσθαί σε ἐπὶ τοῖς φαύλοις πράγμασι, καὶ ταῖς
κενοδοξίαις, καὶ ταῖς ἀθυροστομίαις, τότε πλήττῃ
ταῖς χερσὶ, καὶ ταῖς ἄλλαις ἀγερωχίαις ἐναβρύνῃ
μᾶλλον τούτοις, καὶ τέρπῃ, καὶ ἐπὶ πάντων καυ
χᾶσαι, καὶ ἐπαινεῖς σαυτόν, δαψιλῶς δοξάζεις. Αλλ'
αἰσχύνθητι, φησὶν ὁ ἅγιος προφήτης ἐκ προσώπου
τοῦ Θεοῦ, καὶ λάβε τὴν ἀτιμίαν σου, ὅπως ἂν εἰς
συναίσθησιν ἐλθὼν, σαυτὸν ἐπιγνῶς, καὶ καταγνούς
66 Luc. x,
16. *7 1 Cor. x, 10. 48 1 Timoth. 11, 8.
Ezech. xv, 52.
· LEONIDA MONACHO.
Optininin nunc equidem est, illud tibi Jeremiæ
edicere: «O popule stulte et excors ".» Namque
cum opus esset te rubore suffundi, ob res pravas,
et inanem gloriam, et linguæ petulantiam, tunc
manibus plaudis, et aliis per te insolenter gestis,
superbis et oblectaris, et ante alios jactas, el te
139 laudibus effers, et abundantioribus præconiis extollis. Verumtamen rubore sufundere, sanctus propheta ex persona Dei clamat: Et accipe
opprobrium tuum *, ut tandem aliquando per49 Luc. vii. 6. 5° Matth. vult, 13. 81 Jer. v, 24.
col. 219–220page 81 of 262
PG 79:219Ορος γὰρ ψυχῆς ἁμαρτημάτων ἐπίγνωσις καὶ κατά γνωσις, καὶ ἀρχὴ σωτηρίας. τῆς σαυτοῦ φαυλότητος, δυνηθῇς φωτισθῆναι· δρο ΜΗ. Ομολόγησον τῷ Θεῷ τὴν σαυτοῦ ἀσθένειαν, ἵνα τὸ δυνατὸν ἀστράψῃ τῆς χάριτος, καὶ ἐπέκεινα φύσεως θαυματουργήσῃ τὸ Δεσποτικὸν βούλημα. ΜΘ'.- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΜΟΝΑΧΟ ΑΠΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΙΚΩΝ. Δεῦτε, φησὶν ὁ προφήτης, καὶ ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος τοῦ Κυρίου.» Ουχι, Δεῦτε, καὶ κατακρημνία σθῶμεν εἰς τὴν τοῦ ἐχθροῦ φάραγγα. Οὐδὲν γὰρ ἀληθῶς ὑπάρχει κοιλότερον τῆς κοσμικῆς σοφίας, οὐδὲ χθαμαλώτερόν τε, καὶ χαμαιπετέστερον, κἂν ἐξ ἀναισχυντίας ἱπτᾶσθαι δῆθεν ὑψηλὰ ἐπαγγέλληται. Διό φησιν ὁ θεῖος ᾿Απόστολος, ὅτι. Η σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν. ο Ἐπειδὴ γὰρ ὁ κόσμος οὐκ ἔγνω διὰ τῆς σοφίας τὸν δ Θεὸν, ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, τοῖς ἰδιώταις μὲν τῇ φράσει, τὸ ἀδιάπτωτον δὲ κατὰ τὴν γνῶσιν ἔχουσιν ἀποστόλοις, ὑποτάξας πᾶν ἔθνος, καὶ πᾶσαν γλῶσσαν Ελλήνων τε, καὶ βαρβάρων. Οθεν ἕκαστος τῶν τῷ κηρύγματι τῆς εὐσεβείας προσιόντων, σπουδὴν πᾶσαν τίθεται, τοῖς κανόσι τῶν ἀποστόλων ἑπόμενος, τὸν ἐκείνων χαρακτῆρα σὺν ἀκριβεία μιμεῖσθαι, καὶ μηδαμοῦ παρατρέπεσθαι τῆς ἐκείνων ἀμώμου παραδόσεως. Τῶν ἀτοπωτάτων τοίνυν ἂν εἴη, προβάντας ἡμᾶς τῷ ὄρει τῆς κατὰ Χριστὸν ὑψηλής φιλοσοφίας, μετὰ τὸ διαπτῦσαι τὴν Ἑλληνικὴν τερθρείαν, καὶ ἀτιμάσαι τὴν κομ πῳδίαν αὐτῶν, πάλιν εἰς τὴν τῆς κουφοδοξίας, καὶ τῆς ματαιοπονίας καταφέρεσθαι σκοτεινοτάτην φά ραγγα, καὶ τοὺς τελείους τὴν φρένα πάλιν παιδα ριεύεσθαι, καὶ δίκην μειρακίων περὶ πολλοῦ ποιεῖσθαι τὰ ἔπη, καὶ τοὺς ἰάμβους, ὧν χρείαν οὐδεὶς ἔσχεν, οὐκ ᾿Απολλὼς ὁ ᾿Αλεξανδρεύς λόγιος ὁ ποτι στὴς τῶν Χριστοῦ μαθητῶν, οὐ Κλήμης ὁ Ρωμαίων φιλόσοφος, οὐκ ἄλλοι μυρίοι φιλόσοφοι, καὶ γραμματισταὶ δεύτεροι τῶν ἀποστόλων λεγόμενοι, ἵνα μὴ διὰ τοῦ μέτρου, καὶ τῆς ἐποποιΐας κενώσωσι τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου, καὶ φωραθῶσι παρὰ τὸν θεῖον νόμον τὸ μέλι ἀναφέροντες ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον. Μέλι γὰρ ἀποστάζει ἀπὸ χειλέων γυναικὸς πόρνης, δηλαδὴ τῆς Ἑλλήνων καλλιεπείας, ἥτις τῇ πολλῇ πιθανῇ ὁμιλίᾳ ἐξαπατῶσα τὸν κομψευθέντα, καθά φησιν ὁ Σολομών, βρόχοις τε τοῖς ἀπὸ χειλέων κατα δεσμεῖ, καὶ ἐξοκεῖλαι παρασκευάσασα τῆς τοῦ Θεοῦ φιλοσοφίας, εἰς αὐτὸ τὸ πέταυρον, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πυθμένα τοῦ ᾅδου καταβιβάζει τὸν ἀθλίως ἁλόντα. Μὴ τοίνυν θέλε προσανέχειν τῷ μέτρῳ, κἂν εἰ λίαν πρὸς αὐτὸ συνήθειαν καὶ ἵμερον κέκτησαι, ἵνα μὴ ἀφανίσας τῶν ἀλιέων τὸν θεῖον χαρακτῆρα, ὅνπερ σὺν πόθῳ πολλῷ πρώην ἀναμάξασθαι προείλω, πρὸς τὴν ἐσχάτην μὲν ἐκπέσῃς ἀμορφίαν, δῆλος δὲ γένη ἀμελῶν τῆς σαυτοῦ σωτηρίας διὰ τῆς περὶ τὰ ἔπη σπουδῆς, πρόκριμα δὲ καὶ τύπος, καὶ παγὶς δει
Ορος γὰρ ψυχῆς ἁμαρτημάτων ἐπίγνωσις καὶ κατά
γνωσις, καὶ ἀρχὴ σωτηρίας.
sentiscens. te ipsum cognoscas, et tua improbitate τῆς σαυτοῦ φαυλότητος, δυνηθῇς φωτισθῆναι· δρο
condemnata possis illuminari. Namque animæ matulinum est peccatorum cognitio, et condemnatio, et salutis principium.
Deo tuam imbecillitatem fateare, ut vis gratiæ
splendeat, et supra naturain Domini voluntas ruiracula eliciat.
ALEXANDRO MONACHO EX GRAMMATICO.
ΜΗ.
Ομολόγησον τῷ Θεῷ τὴν σαυτοῦ ἀσθένειαν, ἵνα
τὸ δυνατὸν ἀστράψῃ τῆς χάριτος, καὶ ἐπέκεινα
φύσεως θαυματουργήσῃ τὸ Δεσποτικὸν βούλημα.
ΜΘ'.- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΜΟΝΑΧΟ ΑΠΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΩΝ.
• Δεῦτε, φησὶν ὁ προφήτης, καὶ ἀναβῶμεν εἰς τὸ
ὄρος τοῦ Κυρίου.» Ουχι, Δεῦτε, καὶ κατακρημνία
σθῶμεν εἰς τὴν τοῦ ἐχθροῦ φάραγγα. Οὐδὲν γὰρ
ἀληθῶς ὑπάρχει κοιλότερον τῆς κοσμικῆς σοφίας,
οὐδὲ χθαμαλώτερόν τε, καὶ χαμαιπετέστερον, κἂν
ἐξ ἀναισχυντίας ἱπτᾶσθαι δῆθεν ὑψηλὰ ἐπαγγέλληται. Διό φησιν ὁ θεῖος ᾿Απόστολος, ὅτι. Η σοφία
τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν. ο
Ἐπειδὴ γὰρ ὁ κόσμος οὐκ ἔγνω διὰ τῆς σοφίας τὸν
δ
Θεὸν, ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, τοῖς
ἰδιώταις μὲν τῇ φράσει, τὸ ἀδιάπτωτον δὲ κατὰ τὴν
γνῶσιν ἔχουσιν ἀποστόλοις, ὑποτάξας πᾶν ἔθνος,
καὶ πᾶσαν γλῶσσαν Ελλήνων τε, καὶ βαρβάρων.
Οθεν ἕκαστος τῶν τῷ κηρύγματι τῆς εὐσεβείας
προσιόντων, σπουδὴν πᾶσαν τίθεται, τοῖς κανόσι
τῶν ἀποστόλων ἑπόμενος, τὸν ἐκείνων χαρακτῆρα
σὺν ἀκριβεία μιμεῖσθαι, καὶ μηδαμοῦ παρατρέπεσθαι
τῆς ἐκείνων ἀμώμου παραδόσεως. Τῶν ἀτοπωτάτων
τοίνυν ἂν εἴη, προβάντας ἡμᾶς τῷ ὄρει τῆς κατὰ
Χριστὸν ὑψηλής φιλοσοφίας, μετὰ τὸ διαπτῦσαι
τὴν Ἑλληνικὴν τερθρείαν, καὶ ἀτιμάσαι τὴν κομπῳδίαν αὐτῶν, πάλιν εἰς τὴν τῆς κουφοδοξίας, καὶ
τῆς ματαιοπονίας καταφέρεσθαι σκοτεινοτάτην φά
ραγγα, καὶ τοὺς τελείους τὴν φρένα πάλιν παιδαριεύεσθαι, καὶ δίκην μειρακίων περὶ πολλοῦ ποιεῖσθαι τὰ ἔπη, καὶ τοὺς ἰάμβους, ὧν χρείαν οὐδεὶς
ἔσχεν, οὐκ ᾿Απολλὼς ὁ ᾿Αλεξανδρεύς λόγιος ὁ ποτιστὴς τῶν Χριστοῦ μαθητῶν, οὐ Κλήμης ὁ Ρωμαίων
φιλόσοφος, οὐκ ἄλλοι μυρίοι φιλόσοφοι, καὶ γραμμα
τισταὶ δεύτεροι τῶν ἀποστόλων λεγόμενοι, ἵνα μὴ
διὰ τοῦ μέτρου, καὶ τῆς ἐποποιΐας κενώσωσι τὸν
σταυρὸν τοῦ Κυρίου, καὶ φωραθῶσι παρὰ τὸν θεῖον
νόμον τὸ μέλι ἀναφέροντες ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον.
• Μέλι γὰρ ἀποστάζει ἀπὸ χειλέων γυναικὸς πόρνης,
‹ Venite, ait propheta, et ascendamus in molltem Domini s. Non autem, Venite et nos præcipites dejiciamus in adversarii voraginem: nihil
enim, ut verum fatear, terrigena sapientia profundius, depressius, humilius; licet impudenter
satis in altum volatus attollere suos profiteatur.
Quapropter divinus aiebat Apostolus: ‹ Sapientiam mundi hujus esse stultitiam apud Deum”.
Cum enim mundus per sapientiam Deum non cognovisset, Deus sapientum scientiam stultam reddidit, eloquio ac dictione rudibus, cognitionem,
in qua nullus error admittebatur, possidentibus
apostolis, subdens universas gentes, et omnem
linguam Græcorum et barbarorum. Hinc quicunque
pietatis præconium amplectitur, totis viribus incumbit, apostolorum regulis obtemperans, ut eorum dicendi formam exquisite assequatur, nulloque 140 modo ab eorun illibata traditione deflectat. Absurdissimum itaque fuerit, nos, qui ad
montem excelsa et Christianæ philosophiæ ascendimus, post gentilium ejuratas præstigias, et eorum tumiðum dicendi genus exsibilatum, rursus
ad inanis gloriæ vauique studii tenebricosissimanı
convallem protrudi, et prudentia jam perfectos
denuo rejuvenescere, et instar infantulorum carmina, iambosque maximi æstimare, quibus nullus
indiguit, neque Apollo Alexandrinus disertus, potum Christi discipulis exhibens, neque Clemens
Romanus philosophus, neque innumeri alii magistri virtutis, et grammatistæ apostolorum successores; ne metris et carminibus crucem Domini
evacuarent, et contra divinam legem, mel super
altare offerre deprehenderentur ". «Mel enim e labiis mulieris meretricis distillat, hoc est gentilium
verborum ornatu et splendore, quæ satis persua- δηλαδὴ τῆς Ἑλλήνων καλλιεπείας, ἥτις τῇ πολλῇ
dente consuetudine, decipiens stulte deceptum,
ut ait Salomon, laqueisque ex labiis exortis colligat, ac divina philosophia extrudens, in ipsum
Laqueum et in profundum inferni misere captum
præcipitat. Ne itaque numeris attendas, licet in
cos animo propensiore sis, nimisque illis adlictus, ne divinum apostolorum characterem abolens, quem avide nimis antea exprimere elegeras,
in extremam deformitatem incidas, atque innotescas, parum tibi curæ esse salutem tuam propter
studium carminum; præjudicium vero, et typus
et laqueus aliis fias, qui immorigerati, viles seπιθανῇ ὁμιλίᾳ ἐξαπατῶσα τὸν κομψευθέντα, καθά
φησιν ὁ Σολομών, βρόχοις τε τοῖς ἀπὸ χειλέων καταδεσμεῖ, καὶ ἐξοκεῖλαι παρασκευάσασα τῆς τοῦ Θεοῦ
φιλοσοφίας, εἰς αὐτὸ τὸ πέταυρον, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν
πυθμένα τοῦ ᾅδου καταβιβάζει τὸν ἀθλίως ἁλόντα.
Μὴ τοίνυν θέλε προσανέχειν τῷ μέτρῳ, κἂν εἰ λίαν
πρὸς αὐτὸ συνήθειαν καὶ ἵμερον κέκτησαι, ἵνα μὴ
ἀφανίσας τῶν ἀλιέων τὸν θεῖον χαρακτῆρα, ὅνπερ
σὺν πόθῳ πολλῷ πρώην ἀναμάξασθαι προείλω, πρὸς
τὴν ἐσχάτην μὲν ἐκπέσῃς ἀμορφίαν, δῆλος δὲ γένη
ἀμελῶν τῆς σαυτοῦ σωτηρίας διὰ τῆς περὶ τὰ ἔπη
σπουδῆς, πρόκριμα δὲ καὶ τύπος, καὶ παγὶς δει
s Isa. 11, 5. 54 [ Cor. 11, 19. 85 Levit. 11, 11, 12. "Prov. v, 3.
'
col. 221–222page 82 of 262
PG 79:221χθείης ἄλλοις, οπόσοι ἄτακτοι, καὶ συρφετοί, καὶ βλάκες υπάρχοντες, οὐδεμίαν δὲ φροντίδα τῆς ἀρετῆς ἔχουσιν, ὅλας δὲ τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς περὶ ταῦτα ἀδολεσχοῦσι, διὰ τῆς ἐπαράτου, καὶ παρασεσυρμένης κενοδοξίας, τὸν μικρὸν ἄρτον τῶν ὀλίγων ἀνθρώπων ἐπαινεῖν δῆθεν προαιρουμένων, δουλοπρεπώς τε, καὶ ἄγαν βρεφοπρεπώς κομιζόμενοι, ἐξ οὗ μὴ τρα φήσονται τὸ σύνολον τὴν ψυχήν, ἀλλὰ καὶ λιμώ ξουσιν. Δέον γὰρ ζητῆσαι παρὰ τοῦ Θεοῦ τῶν δυνά μεων, καὶ δόξης ἀληθοῦς, καὶ τιμῆς πλήρη ἄρτον οἱ δὲ τοὐναντίον πράττουσιν, ἐκ ποσμικῆς σοφίας ἀνωφελούς οιόμενοι τρέφεσθαι. Τιμὴ δὲ γυναικὸς πόρνης ὡσεὶ καὶ ἑνὸς ἄρτου, ἀτιμίας γέμοντος, καὶ ἀσθενείας πολλῆς. Σὺ δέ γε τὸν τῶν ἄνω δυνάμεων ἄρτον διηνεκώς αἴτησον· ἄρτον γὰρ οὐρανοῦ, καὶ ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος, ο πᾶς ὅστις πνεύ. & ματι ζῇ, καὶ πνεύματι στοιχεί, ο καὶ τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς θεσμοῖς ἐξακολουθῶν, τῆς σοφίας τῆς ἄνω θεν κατερχομένης μετέσχηκεν. "Αρτον οὖν οὐρανοῦ, καὶ ἄρτον ἀγγέλων, οὐκ ἄρτον γυναικὸς πόρνης δ τοιοῦτος ἐσθίει. Πολλοὶ τῶν αἱρετικῶν πολλὰ ἐπι συνέταξαν, ἀλλ' οὐδὲν ὠφέλησαν. Διότι ανεμοφθόρους εἶχον τοὺς στάχυας, ὥς φησιν ὁ προφήτης, δράγμα οὐκ ἔχον ἰσχὺν τοῦ ποιῆσαι ἄλευρον. Εἰ δὲ θαυμάζεις τοὺς γράφοντας τὰ ἔπη, ὥρα σοι καὶ Ἀπολλινάριον τὸν δυσσεβῆ καὶ καινοτόμον θαυμάζειν, πολλὰ λίαν μετρήσαντα, καὶ ἐποποιήσαντα, καὶ ματαιοπο νήσαντα, καὶ παντὶ καιρῷ ἐν λόγοις ανοήτοις κατα τριβέντα, ο δήσαντά τε τοῖς ἀκερδέσι τῶν ἐπῶν, καὶ φλεγμίναντα, καὶ ὑδεριάσαντα τοῖς λογισμοίς, ο καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ διῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ ὡς Δαυΐδ Έλεγεν. Ν. ΑΡΙΣΤΟΚΛΕΙ ΜΟΝΑΧΟ. Διστασιάζειν ἔοικας πρὸς ἑαυτὸν, καλὰ μὲν λαλῶν, κακὰ δὲ πράττων, καὶ λυττῶν ὥσπερ οἱ κύνες, καὶ πάντας καθυλακτῶν ἀφειδῶς, καὶ ἀπερυθριάστως. Ἀλλὰ νῦν γοῦν διόρθωσαι, ἀδελφὲ, ὅπως μὴ διαμάχωνται τὰ ἔργα σου τῷ σεμνῷ ἐπαγγέλματι. ΝΑ'. ΒΙΚΕΝΤΙΟ ΑΣΚΗΤΗ. Ὅσον δοκεῖς τὸ σῶμα σκληραγωγεῖν τῇ ἐπιπόνῳ καὶ τραχυτέρα διαίτῃ, τοσοῦτῳ μᾶλλον τὴν σαυτοῦ καρδίαν ταπείνωσον, κατευτελίζων, καὶ ἐξουδενών σαυτόν, ἵνα μὴ τῆς κενοδοξίας χώραν λαβούσης ἐν σοί, ἀντὶ πυροῦ, κνίδην θερίσῃς, καὶ οἱ κόποι ἀπό λυνται. ΝΕ. - ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΜΟΝΑΧΟ. Εκ τινων σημείων νοήσας ὁ πονηρός, ὅτι εὐλογίας λογικῆς τετύχηκας διὰ τῆς καλῆς ἐργασίας, καὶ χάριν οὐρανόθεν εἴληφας, καθάπερ ὁ Ἰακώβ, καὶ πάντες οι γνησίως δεδουλευκότες Θεῷ, τῇ βασκανία πληγεὶς ὁ μισάνθρωπος, καὶ τετρωμένος τῷ φθόνῳ, μεγάλους κατὰ σοῦ ἀνῆψε τοὺς πειρασμούς βουλόμενος καὶ ἐκθλίψαι τὴν φιλάρετον ψυχήν, ὑποτιθέμενος τε τους πονηρούς λογισμούς, καὶ πρὸ; ἔργα βλαβερὰ ἐκβῆναι κατασπεύδων. Καὶ ξένον οὐδὲν
EPISTOLARUM LIB. 11.
χθείης ἄλλοις, οπόσοι ἄτακτοι, καὶ συρφετοί, καὶ gnesque cum sint, nullam virtutis rationem habent,
βλάκες υπάρχοντες, οὐδεμίαν δὲ φροντίδα τῆς ἀρετῆς
ἔχουσιν, ὅλας δὲ τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς περὶ ταῦτα
ἀδολεσχοῦσι, διὰ τῆς ἐπαράτου, καὶ παρασεσυρμένης
κενοδοξίας, τὸν μικρὸν ἄρτον τῶν ὀλίγων ἀνθρώπων
ἐπαινεῖν δῆθεν προαιρουμένων, δουλοπρεπώς τε,
καὶ ἄγαν βρεφοπρεπώς κομιζόμενοι, ἐξ οὗ μὴ τραφήσονται τὸ σύνολον τὴν ψυχήν, ἀλλὰ καὶ λιμώξουσιν. Δέον γὰρ ζητῆσαι παρὰ τοῦ Θεοῦ τῶν δυνάμεων, καὶ δόξης ἀληθοῦς, καὶ τιμῆς πλήρη ἄρτον·
οἱ δὲ τοὐναντίον πράττουσιν, ἐκ ποσμικῆς σοφίας
ἀνωφελούς οιόμενοι τρέφεσθαι. Τιμὴ δὲ γυναικὸς
πόρνης ὡσεὶ καὶ ἑνὸς ἄρτου, ἀτιμίας γέμοντος, καὶ
ἀσθενείας πολλῆς. Σὺ δέ γε τὸν τῶν ἄνω δυνάμεων
ἄρτον διηνεκώς αἴτησον· ἄρτον γὰρ οὐρανοῦ, καὶ
ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος, ο πᾶς ὅστις πνεύ. &
ματι ζῇ, καὶ πνεύματι στοιχεί, ο καὶ τοῖς ἐκκλησια
στικοῖς θεσμοῖς ἐξακολουθῶν, τῆς σοφίας τῆς ἄνωθεν κατερχομένης μετέσχηκεν. "Αρτον οὖν οὐρανοῦ,
καὶ ἄρτον ἀγγέλων, οὐκ ἄρτον γυναικὸς πόρνης δ
τοιοῦτος ἐσθίει. Πολλοὶ τῶν αἱρετικῶν πολλὰ ἐπισυνέταξαν, ἀλλ' οὐδὲν ὠφέλησαν. Διότι ανεμοφθόρους
εἶχον τοὺς στάχυας, ὥς φησιν ὁ προφήτης, δράγμα
οὐκ ἔχον ἰσχὺν τοῦ ποιῆσαι ἄλευρον. Εἰ δὲ θαυμά
ζεις τοὺς γράφοντας τὰ ἔπη, ὥρα σοι καὶ Ἀπολλινάριον τὸν δυσσεβῆ καὶ καινοτόμον θαυμάζειν, πολλὰ
λίαν μετρήσαντα, καὶ ἐποποιήσαντα, καὶ ματαιοπο
νήσαντα, καὶ παντὶ καιρῷ ἐν λόγοις ανοήτοις κατα
τριβέντα, ο δήσαντά τε τοῖς ἀκερδέσι τῶν ἐπῶν, καὶ
φλεγμίναντα, καὶ ὑδεριάσαντα τοῖς λογισμοίς, ο καὶ
ἡ γλῶσσα αὐτοῦ διῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ ὡς Δαυΐδ
Έλεγεν.
sed omnibus vitæ suæ diebus circa bæc incpsiunt,
per 141 exsecrandam, vanam et inanem gloriam
pusillum panem paucorum hominum, laudibus extollere æque atque studentium, servorum instar,
nimisque pueriliter deportant, quo prorsus anima
eorum non nutrietur, imo potius fame enecabitur.
Nan cum a Deo virtutum, et veræ gloriæ, et ho
noris plenum panem poscere debuissent, hi oppositum faciunt, ex sæculari sapientia, quæ nulli
usui est, existimantes sibi alimenta suppeditari.
Houor vero mulieris meretricis est idem ac unius
panis ignominia, et multa infirmitate pleni. Tu
porro supernarum virtutum panem continuo posce:
panem euim cœli, et panem angelorum homo com·
"³, ›
edit ", «qui spiritu vivit, et spiritu ambulat
«
et ecclesiasticis legibus obtemperans, sapientiæ ex
alto advenientis particeps fit. Panem itaque cœli,
et panem angelorum, non panem mulieris meretricis homo is comedit. Ex hæreticis multi multa
scriptis tradiderunt, quæ tamen nulli usui fuere,
quod a vento corrupias spicas habuerunt, ut ait
propheta: Manipulus non habens robur ad faciendam farinam ". Si vero ii tibi in admiratione sunt,
qui carmina scripserunt, poteris et impium, et
novatorem Apollinarium habere in admiratione,
qui quamplurima numeris et carmine composuit,
et frustra labores insumpsit, et per totum suæ vitæ
tempus in insipientibus sermonibus congerendis
semetipsum altrivit, quique carminum inutilibus
studiis intumuit, exæstuavit, et quasi aqua subtus cutem cogitationibus inflatus est: ‹ et lingua
ejus percurrit super terram ", ut David dicebat.
- ARISTOCLI MONACHO.
Tu to ipse a temetipso discrepare videris, dum
optima quæque loquens, pessima opere præstas,
et æque ac canes, in rabiemi actus, in omnes largiter nulloque rubore suffusus, oblatras. At nunc
teipsum corrige, frater, ne a gravi venerandoque
vitæ tuæ instituto opera dissideant.
Ν. ΑΡΙΣΤΟΚΛΕΙ ΜΟΝΑΧΟ.
Διστασιάζειν ἔοικας πρὸς ἑαυτὸν, καλὰ μὲν λαλῶν,
κακὰ δὲ πράττων, καὶ λυττῶν ὥσπερ οἱ κύνες, καὶ
πάντας καθυλακτῶν ἀφειδῶς, καὶ ἀπερυθριάστως.
Ἀλλὰ νῦν γοῦν διόρθωσαι, ἀδελφὲ, ὅπως μὴ διαμάχωνται τὰ ἔργα σου τῷ σεμνῷ ἐπαγγέλματι.
ΝΑ'.
ΒΙΚΕΝΤΙΟ ΑΣΚΗΤΗ.
Ὅσον δοκεῖς τὸ σῶμα σκληραγωγεῖν τῇ ἐπιπόνῳ
καὶ τραχυτέρα διαίτῃ, τοσοῦτῳ μᾶλλον τὴν σαυτοῦ
καρδίαν ταπείνωσον, κατευτελίζων, καὶ ἐξουδενών
σαυτόν, ἵνα μὴ τῆς κενοδοξίας χώραν λαβούσης ἐν
σοί, ἀντὶ πυροῦ, κνίδην θερίσῃς, καὶ οἱ κόποι ἀπό
λυνται.
ΝΕ. - ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΜΟΝΑΧΟ.
Εκ τινων σημείων νοήσας ὁ πονηρός, ὅτι εὐλογίας
λογικῆς τετύχηκας διὰ τῆς καλῆς ἐργασίας, καὶ
χάριν οὐρανόθεν εἴληφας, καθάπερ ὁ Ἰακώβ, καὶ
πάντες οι γνησίως δεδουλευκότες Θεῷ, τῇ βασκανία
πληγεὶς ὁ μισάνθρωπος, καὶ τετρωμένος τῷ φθόνῳ,
μεγάλους κατὰ σοῦ ἀνῆψε τοὺς πειρασμούς βουλόμενος καὶ ἐκθλίψαι τὴν φιλάρετον ψυχήν, υποτιθέ
μενός τε τους πονηρούς λογισμούς, καὶ πρὸ; ἔργα
βλαβερὰ ἐκβῆναι κατασπεύδων. Καὶ ξένον οὐδὲν
*7 Psal. Lxxvii, 24, 25. 88 Galat. v, 25.
@
LI. VINCENTIO ASCETA.
Quanto corpus tuum laboriosiore et asperiore
vita duriter ac minime indulgenter tibi videris pertractarė, tanto magis cor tuum humilia, temelipsum vilipendens ac nihil faciens, ne in te vana
gloria locum occupante toco frumenti urticam metas, et labores perdantur.
LIL PANEGYRIO MONACHO.
Quibusdam signis deprehendens pessimus demon, te rationali benedictione per bona opera
potitum, ccelestisque gratia, quemadmodum et
Jacob, et omnes, qui ingenne vereque Deo servierunt, participem factum, invidentia illa hominum
osor percussus, et odio saucius ingentes in te tentationes incendit, eo scopo, ut animam virtutibus
deditam dejiciat, pravasque cogitationes supponens, et ad operationes noxias compellens. Nil
• Osec vill,
** Psal. LXXII, 9.
col. 223–224page 83 of 262
PG 79:223ύπομένεις, ἄριστε. Γέγραπται γάρ· Εισερχομένων ἡμῶν λοιπὸν εἰς τὴν νοητὴν ἁγίαν γῆν τῆς θείας επαγγελίας, τότε ἔσπευσαν ἡγεμόνες Εδώμ, καὶ ἄρχοντες Μοαβιτών, δαίμονές τινες πικροὶ, καὶ ἀρχοντικού, ἀναποδῆσαι ἡμᾶς, καὶ ἀναστρέψαι βου λόμενοι τῆς μακαρίας εἰσόδου, καὶ ἀπαλλοτριῶσαι τῆς αἰωνίου χαρᾶς. ᾿Αλλ' αὐτὸς ἀτάραχος διαμένων, ἀνδρίζου, καὶ ἔσχυε, συντρίβων διὰ τῆς ὑπομονῆς, καὶ τῆς συντόνου εὐχῆς, τοὺς συντρίβειν ἡμᾶς ἐπι θυμοῦντας, ἀεννάως λέγων τὰ προφητικά • Μηδα μῶς εὐφρανθείητε, ἀλλόφυλοι, συνετρίβη ὁ ζυγός τῶν παιόντων ἡμᾶς·, εὐλατος γὰρ ἔσται ἡμῖν Χριστὸς ὁ φιλάνθρωπος Θεός, καὶ παύσονται, καὶ καταργηθήσονται οἱ κακοὶ ἐπισπουδασταὶ τοῦ νοητοῦ Φαραὼ σὺν τῷ ἰδίῳ βασιλεῖ, καὶ ἰσχὺς αὐτῶν συν τριβείη τέως, ἵνα μηκέτι εἰς τὸ ἄχυρον, καὶ τὸν πηλὸν, καὶ τὴν πλινθείαν τῆς ἁμαρτίας ἡμᾶς κατ ελαύνωσιν· ὅσῳ γὰρ τῷ Θεῷ προσχωρούμεν, τοσούτα πλέον κατ᾿ ἡμῶν ἐξαγριοῦνται οἱ δαίμονες. ΝΓ. - ΜΑΥΡΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τῆς ἀφορήτου λύπης, καὶ τῆς πολλῆς ἀθυμίας τὸν πειρασμὸν δάκρυσι δαψιλέσι, καὶ χρησταῖς ἐλ πίσι, καὶ τῷ πόθῳ τῷ πρὸς τὸν γλυκύτατον Σωτήρα Χριστὸν ἐξαφανίσαι δυνήσῃ. ΝΔ'. - ΜΕΝΑΝΔΡΟ ΑΣΚΗΤΗ. Οὐ νόθον μόσχευμα, κάλλιστον δὲ καὶ ἄγαν ἐπαι νετὸν ὑπάρχων, τοῦ ἀοιδίμου καὶ παναρέτου 266 Μινουκιανοῦ, δικαίως τον χαρακτήρα τοῦ ἀνδρὸς ὑπέρλαμπρον δεικνύεις ἐν σεαυτῷ· ἐκεῖνος γὰρ οὐ μόνον μαθητής, ἀλλὰ καὶ μιμητὴς ἐδείχθη τοῦ φιλανθρώπου τούτου Σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ, τοῦ παραδείξαντος ἔργῳ καὶ λόγῳ τὴν ἀληθῆ φιλοσοφίαν, ἐν τῷ πολιτείαν καθαρὰν ἐπιδείξασθαι, καὶ ἀνωτέρω ἀεὶ φέρειν τὴν ψυχὴν τῶν τοῦ σώματος παθῶν. ΝΕ. — ΕΥΦΗΜΙΑ ΜΟΝΑΧΟ Λίαν ἔγωγε οἶμαι, ἀφιλόσοφον εἶναι, καταλιπόντας ἡμᾶς, τὴν περὶ τῶν οὐρανίων τε, καὶ αἰωνίων φρον τίδα, περὶ τὰ χαμαὶ κείμενα ἀσχολεῖσθαι, καὶ μετ ρίμνη τήκεσθαι, καὶ μυρίας ἐπινοεῖν ἀφορμάς τῷ προσκαίρῳ καὶ ἀνοήτῳ κέρδει. ΙΛΑΡΙΟ ΜΟΝΑΧΟ ΑΠΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΩΝ. Μόλις ποτὲ μιμήσασθαι κατεδέξω τὸν ἄνδρα τὸν ἀρχαῖον, μετὰ [το] τῶν Ἐχιναδῶν ἐπιτυχεῖν παυσάμενον τῆς ἄλης. Τὸ γὰρ περιέρχεσθαι πανταχοῦ, καὶ ἀστατεῖν, καὶ ὧδε κἀκεῖ περικρούεσθαι δίχα ἀπαραιτή του τινὸς, καὶ μεγάλης ανάγκης, καὶ τόπον ἐκ τόπου μεταλλάττειν, καὶ κοίτην ἐκ κοίτης ἀμοίβειν κατὰ τὴν ὁμοίωσιν τῶν λαγωῶν, πῶς τις ἀποδέξεται τῶν εὖ φρονούντων; Κάθου τοίνυν ἐν τῷ μοναστηρίῳ ἑδραῖος, καὶ ἀμετακίνητος, ἡσυχίαν τε ἀσκῶν, καὶ περιβλεπόμενος τὸν θάνατον, πότε ἥξει, ὅπως καλῶς ἀναλύσας παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ εὐφρανθῇς αιωνίως. ΝΖ'. — ΠΛΑΤΩΝΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Οἱ μὲν ἀρχηγοί τῆς ἡμετέρας τάξεως, ζηλωταὶ
tamen novi sustines, vir optime; namque scriplum est: Cum nos interim terram divina promissionis 143 sanctam et intellectualem ingrederenur, tunc duces Edom festinarunt, et principes
Moabitarum “, dæmones quidam amari, et dominio insolescentes nos impedire, et retro pedem
vertere a beato illo ingressu cupientes, et sempiterna lætitia removere. Verumtamen tu omni perturbatione vacuus perstans, vir eslo, et corroborare, per tolerantiam et continuam orationem
conterens eos, qui nos conterere appetunt, continuo prophetica illa enuntians: Nequaquam lætentur Allophyli, contritum est jugum percutientium nos 68
:» propitius namque nobis erit Christus
perhumanus Deus; et cessabunt et destruentur
ύπομένεις, ἄριστε. Γέγραπται γάρ· Εισερχομένων
ἡμῶν λοιπὸν εἰς τὴν νοητὴν ἁγίαν γῆν τῆς θείας
επαγγελίας, τότε ἔσπευσαν ἡγεμόνες Εδώμ, καὶ
ἄρχοντες Μοαβιτών, δαίμονές τινες πικροὶ, καὶ
ἀρχοντικού, ἀναποδῆσαι ἡμᾶς, καὶ ἀναστρέψαι βου
λόμενοι τῆς μακαρίας εἰσόδου, καὶ ἀπαλλοτριῶσαι
τῆς αἰωνίου χαρᾶς. ᾿Αλλ' αὐτὸς ἀτάραχος διαμένων,
ἀνδρίζου, καὶ ἔσχυε, συντρίβων διὰ τῆς ὑπομονῆς,
καὶ τῆς συντόνου εὐχῆς, τοὺς συντρίβειν ἡμᾶς ἐπιθυμοῦντας, ἀεννάως λέγων τὰ προφητικά • Μηδα
μῶς εὐφρανθείητε, ἀλλόφυλοι, συνετρίβη ὁ ζυγός
τῶν παιόντων ἡμᾶς·, εὐλατος γὰρ ἔσται ἡμῖν
Χριστὸς ὁ φιλάνθρωπος Θεός, καὶ παύσονται, καὶ
καταργηθήσονται οἱ κακοὶ ἐπισπουδασταὶ τοῦ νοητοῦ
Φαραὼ σὺν τῷ ἰδίῳ βασιλεῖ, καὶ ἰσχὺς αὐτῶν συνintellectualis Pharaonis una cum eorum rege pravi τριβείη τέως, ἵνα μηκέτι εἰς τὸ ἄχυρον, καὶ τὸν
asseclæ, et robur eorum conteretur, ne ultra in
paleam, et lutum, et lateritium iniquitatis nos
impellant ". Quo enin magis ad Deum accedimus,
eo magis in nos dæmones efferuntur.
LIII. MAURIANO MONACHO.
Intolerandi microris atque immanis tristitiæ tentationem frequentibus lacrymis probaque spe, el
in dulcissimum Servatorem Christum amore delere
penitus poteris.
MENANDRO ASCETÆ.
Cum tu non illegitinus, sed optimus valdeque
laudandus, celeberrimi virtutibusque omnibus praediti abbatis Minuciani surculus sis, jure merito
illustrissimam viri notam in temetipso ostendis: ille
siquidem non discipulus tantum, sed et æmulator 144 humanissimi Servatoris nostri Christi,
qui opere et verbo veram philosophiam commonstravit, habitus est, tum vitæ rationem puram ac
illibatam subeundo, tum animam supra corporis
passiones continuo extollendo.
- EUPHEMIO MONACHO.
Indignum philosopho ego utique judico, nos circa cœlestes res ac sempiternas cura abjecta, circa
ca, quæ humi repunt, tempus cor sumere et occupationibus macerari, sexcentasque nobis temporarii
stultique lucri faciendi causas comminisci.
LVI. — HILARIO MONACHO EX SCHOLASTICIS.
Tandem aliquando virum antiquum æmulari tibi
proposuisti, cuin postquam conveniens ad Echinadas finem errandi fecisti. Namque per omnia loca
divagari semperque in motu esse, et hinc atque
illinc disjici absque aliqua necessaria, et quam evitare non potes, pausa, et locum ex loco, et cubile
ex cubili instar leporum commutare, quomodo id
quispiam, dummodo sapit, approbaverit? Sede itaque in monasterio firmus ac stabilis, quiete te
exercens, et mortem, quando adveniet, exspectans,
ut bene rebus hisce solutus, ante pedes Christi in
æternum consoleris.
145 LVII. — PLATONI ARCHIMANDRITÆ.
Nostri instituti auctores, cum essent æmulatoπηλὸν, καὶ τὴν πλινθείαν τῆς ἁμαρτίας ἡμᾶς κατ
ελαύνωσιν· ὅσῳ γὰρ τῷ Θεῷ προσχωρούμεν, τοσούτα
πλέον κατ᾿ ἡμῶν ἐξαγριοῦνται οἱ δαίμονες.
ΝΓ. - ΜΑΥΡΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Τῆς ἀφορήτου λύπης, καὶ τῆς πολλῆς ἀθυμίας
τὸν πειρασμὸν δάκρυσι δαψιλέσι, καὶ χρησταῖς ἐλπίσι, καὶ τῷ πόθῳ τῷ πρὸς τὸν γλυκύτατον Σωτήρα
Χριστὸν ἐξαφανίσαι δυνήσῃ.
ΝΔ'. - ΜΕΝΑΝΔΡΟ ΑΣΚΗΤΗ.
Οὐ νόθον μόσχευμα, κάλλιστον δὲ καὶ ἄγαν ἐπαινετὸν ὑπάρχων, τοῦ ἀοιδίμου καὶ παναρέτου 266
Μινουκιανοῦ, δικαίως τον χαρακτήρα τοῦ ἀνδρὸς
ὑπέρλαμπρον δεικνύεις ἐν σεαυτῷ· ἐκεῖνος γὰρ οὐ
μόνον μαθητής, ἀλλὰ καὶ μιμητὴς ἐδείχθη τοῦ
φιλανθρώπου τούτου Σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ, τοῦ
παραδείξαντος ἔργῳ καὶ λόγῳ τὴν ἀληθῆ φιλοσοφίαν,
ἐν τῷ πολιτείαν καθαρὰν ἐπιδείξασθαι, καὶ ἀνωτέρω
ἀεὶ φέρειν τὴν ψυχὴν τῶν τοῦ σώματος παθῶν.
ΝΕ. — ΕΥΦΗΜΙΑ ΜΟΝΑΧΟ
Λίαν ἔγωγε οἶμαι, ἀφιλόσοφον εἶναι, καταλιπόντας
ἡμᾶς, τὴν περὶ τῶν οὐρανίων τε, καὶ αἰωνίων φρον
τίδα, περὶ τὰ χαμαὶ κείμενα ἀσχολεῖσθαι, καὶ μετ
ρίμνη τήκεσθαι, καὶ μυρίας ἐπινοεῖν ἀφορμάς τῷ
προσκαίρῳ καὶ ἀνοήτῳ κέρδει.
NG'.
ΙΛΑΡΙΟ ΜΟΝΑΧΟ ΑΠΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΩΝ.
Μόλις ποτὲ μιμήσασθαι κατεδέξω τὸν ἄνδρα τὸν
ἀρχαῖον, μετὰ [το] τῶν Ἐχιναδῶν ἐπιτυχεῖν παυσάμενον τῆς ἄλης. Τὸ γὰρ περιέρχεσθαι πανταχοῦ, καὶ
ἀστατεῖν, καὶ ὧδε κἀκεῖ περικρούεσθαι δίχα ἀπαραιτή
του τινὸς, καὶ μεγάλης ανάγκης, καὶ τόπον ἐκ τόπου
μεταλλάττειν, καὶ κοίτην ἐκ κοίτης ἀμοίβειν κατὰ
τὴν ὁμοίωσιν τῶν λαγωῶν, πῶς τις ἀποδέξεται τῶν
εὖ φρονούντων; Κάθου τοίνυν ἐν τῷ μοναστηρίῳ
ἑδραῖος, καὶ ἀμετακίνητος, ἡσυχίαν τε ἀσκῶν, καὶ
περιβλεπόμενος τὸν θάνατον, πότε ἥξει, ὅπως
καλῶς ἀναλύσας παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ εὐφρανθης αιωνίως.
•1 Exo.!. xv, 15, 14. 61 Isa. xiv, 29. 63 Exod. v, 7.
ΝΖ'. — ΠΛΑΤΩΝΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ.
Οἱ μὲν ἀρχηγοί τῆς ἡμετέρας τάξεως, ζηλωταὶ
col. 225–226page 84 of 262
PG 79:225τῶν ἀποστόλων γενόμενοι, λύχνοι τινὲς ὑπῆρχον ἐν σκοτιά φαίνοντες, καὶ ἀστέρες ἀπλανεῖς, τὴν ἀφεγγῆ τοῦ ἀνθρωπίνου βίου καταυγάζοντες νύχτα, καὶ λι μένων πρόβολοι τῷ καθ᾿ ἑαυτοὺς ἀχειμάστῳ, πᾶσιν εύκολος ὑποδεικνύντες τὸ διαφυγεῖν ἀβλαβῶς τὰς τῶν παθῶν προσβολάς. Αὐτὸς δὲ τοσαύτας ψυχὰς ὑποχειρίους ἔχων, ἐξώρισας μὲν τὴν ἀρετὴν, καὶ μακρὰν ἐφυγάδευσας, τῷ δὲ σκότει τῆς πονηρίας, καὶ τῆς κακοηθείας, τὸ σαυτοῦ πρόσωπον ἡδέως ἐγκαλύ στεις, καὶ εἰς κακοεξίαν, καὶ χειμῶνα, καὶ ταραχὰς ἀπαύστους ἐμβάλλεις τοὺς ἀδελφοὺς, καὶ ἀπολέσαι σπεύδεις τοὺς σωθῆναι ὀφείλοντας. Καὶ τίς σε άρα λυτρώσει τῆς αἰωνίου κολάσεως; «Φοβερὸν γὰρ τὸ ἐμε πεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζώντος.» γνῶ Ἐπειδὴ οὐχὶ ταπεινοφροσύνης χάριν, ἀλλὰ κενο δοξίας μετέρχῃ τὴν ἀνάγνωσιν, διὰ τοῦτο παραμένει σαι ὁ τῆς πορνείας πειρασμός· οὐ γὰρ συμφέρει τῷ ἄφρονι τρυφή, οὐδὲ τῷ τετυφωμένῳ τὸ ἀεὶ ἀναγινώσκειν, καὶ τῆς ὑψηγορίας ἀπολαύειν. Η γὰρ γνώ σις φυσιεῖ [φυσία?] ἐπὶ πολὺ τὸν ματαιοφρονοῦντα, καὶ ἀπονενοημένον, καὶ βλάπτει τὸν ἀλαζόνα, ὥσπερ ὁ οἶνος τὸν πυρέττοντα βλάπτει. Ὥστε οὖν κενωθῆναι τὸ φύσημα τῆς ψυχῆς, ἀναγκαίως ὁ δαίμων ἐφέστηκε πιέζων, καὶ ἐξελέγχων τὸν πεφυσιωμένον. Εἰ δὲ βού λει τοῦτον ἰδεῖν θᾶττον ὑποχωροῦντα, θέλησον φθάσαι τὸν τῆς ταπεινοφροσύνης ἀκατάσειστον πύργον, καὶ καθοπλισάμενος ταῖς ἀγρυπνίαις, καὶ ταῖς πολλαῖς προσευχαῖς, καὶ τῇ τῶν ψαλμῶν ἐπῳδῇ, ὀφθαλμοῖς ο θεωρήσεις τοῦ ἐχθροῦ τὴν ἀπώλειαν. ΝΘ'. ΧΑΡΙΤΩΝΙ ΜΟΝΑΧΟ. Οὐκ ἔστιν ἁμαρτία τὸ πρὸς βραχύ προσελθεῖν τῇ καθ' ἡμέραν τροφῇ ἐν τῇ τεταγμένη ωρα. Χρὴ δὲ λοιπὸν μετὰ τὸ προσταπεινωθῆναι τῇ χρείᾳ τοῦ σώ ματος, οξέως πάλιν εἰς τὸν οὐρανὸν κούφον ἀνα πέμπειν τὸ φρόνημα, μηδὲν ἐν αὐτῷ συνανακουφίζων τῶν χοϊκῶν φροντισμάτων. Ε. - ΑΔΡΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Διὰ τί ἐκ πολλῆς καὶ ἀκαίρου φροντίδος κινδυνεύεις εἰς ἀπιστίαν πεσεῖν, προσδοκῶν Θεοῦ ἐγκάταλειψιν, καὶ τῶν ἐπιτηδείων τὴν ἔλλειψιν; Ἔχεις γὰρ δὴ τέως τινὰς ἐπικουροῦντας, καὶ τῆς πολλῆς σου ἀσθενείας ἀντιλαμβανομένους, τόν τε πάντα ἔνδοξον Ἰλλούστριον Ηρωνα πάνυ ἀπὸ καρ δίας τοὺς μοναχοὺς σέβοντα, καὶ τὸν τοῦ ἁγιωτάτου ἐπισκόπου ἀδελφιδοῦν, καὶ αὐτὸν φιλομόναχον, καὶ τὴν σεμνοτάτην διάκονον τοῦ Χριστοῦ Θεοδούλην. Πλὴν καὶ τούτους ἂν δόξῃ τελευτῆσαι πρὸ τοῦ ἀπο θανεῖν σε, πάντως βλέπων ὁ Θεὸς τὸ πρᾶον, καὶ ἡ σύ χιον τῆς ψυχῆς σου, τήν τε ἀπραγμοσύνην, καὶ τὸ ἀπερίεργον, καὶ τὴν πρὸς τὸ κρεῖττον ἀγαθὴν προσ εδρείαν, ἐξ ἀμηχάνου πέμψει σοι τοὺς διακονῆσαι πρὸς τὴν χρείαν ὀφείλοντας. Δύναται γὰρ ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐξεγείρα: τοὺς προθύμως υπηρε τησομένους τοῖς τὸν μονήρη μετερχομένοις βίον. Τίς γὰρ δὴ οὐ μετ' ἱκεσίας πολλῆς χωρηγήσει, οὐ μόνον ΑΕΤΙΟ σε
EPISTOLARUM LIB. II.
τῶν ἀποστόλων γενόμενοι, λύχνοι τινὲς ὑπῆρχον ἐν a res apostolorum, lucerna erant in tenebris lucenσκοτιά φαίνοντες, καὶ ἀστέρες ἀπλανεῖς, τὴν ἀφεγγῆ
τοῦ ἀνθρωπίνου βίου καταυγάζοντες νύχτα, καὶ λι
μένων πρόβολοι τῷ καθ᾿ ἑαυτοὺς ἀχειμάστῳ, πᾶσιν
εύκολος ὑποδεικνύντες τὸ διαφυγεῖν ἀβλαβῶς τὰς τῶν
παθῶν προσβολάς. Αὐτὸς δὲ τοσαύτας ψυχὰς ὑποχειρίους ἔχων, ἐξώρισας μὲν τὴν ἀρετὴν, καὶ μακρὰν
ἐφυγάδευσας, τῷ δὲ σκότει τῆς πονηρίας, καὶ τῆς
κακοηθείας, τὸ σαυτοῦ πρόσωπον ἡδέως ἐγκαλύστεις, καὶ εἰς κακοεξίαν, καὶ χειμῶνα, καὶ ταραχὰς
ἀπαύστους ἐμβάλλεις τοὺς ἀδελφοὺς, καὶ ἀπολέσαι
σπεύδεις τοὺς σωθῆναι ὀφείλοντας. Καὶ τίς σε άρα
λυτρώσει τῆς αἰωνίου κολάσεως; «Φοβερὸν γὰρ τὸ ἐμε
πεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζώντος.»
γνῶ
NH. — AETIQ MONAXQ.
Ἐπειδὴ οὐχὶ ταπεινοφροσύνης χάριν, ἀλλὰ κενοδοξίας μετέρχῃ τὴν ἀνάγνωσιν, διὰ τοῦτο παραμένει
σαι ὁ τῆς πορνείας πειρασμός· οὐ γὰρ συμφέρει τῷ
ἄφρονι τρυφή, οὐδὲ τῷ τετυφωμένῳ τὸ ἀεὶ ἀναγινώσκειν, καὶ τῆς ὑψηγορίας ἀπολαύειν. Η γὰρ γνώσις φυσιεῖ [φυσία?] ἐπὶ πολὺ τὸν ματαιοφρονοῦντα,
καὶ ἀπονενοημένον, καὶ βλάπτει τὸν ἀλαζόνα, ὥσπερ
ὁ οἶνος τὸν πυρέττοντα βλάπτει. Ὥστε οὖν κενωθῆναι
τὸ φύσημα τῆς ψυχῆς, ἀναγκαίως ὁ δαίμων ἐφέστηκε
πιέζων, καὶ ἐξελέγχων τὸν πεφυσιωμένον. Εἰ δὲ βού
λει τοῦτον ἰδεῖν θᾶττον ὑποχωροῦντα, θέλησον φθάσαι
τὸν τῆς ταπεινοφροσύνης ἀκατάσειστον πύργον, καὶ
καθοπλισάμενος ταῖς ἀγρυπνίαις, καὶ ταῖς πολλαῖς
προσευχαῖς, καὶ τῇ τῶν ψαλμῶν ἐπῳδῇ, ὀφθαλμοῖς ο
θεωρήσεις τοῦ ἐχθροῦ τὴν ἀπώλειαν.
ΝΘ'.
ΧΑΡΙΤΩΝΙ ΜΟΝΑΧΟ.
Οὐκ ἔστιν ἁμαρτία τὸ πρὸς βραχύ προσελθεῖν τῇ
καθ' ἡμέραν τροφῇ ἐν τῇ τεταγμένη ωρα. Χρὴ δὲ
λοιπὸν μετὰ τὸ προσταπεινωθῆναι τῇ χρείᾳ τοῦ σώ
ματος, οξέως πάλιν εἰς τὸν οὐρανὸν κούφον ἀνα
πέμπειν τὸ φρόνημα, μηδὲν ἐν αὐτῷ συνανακουφίζων
τῶν χοϊκῶν φροντισμάτων.
Ε. - ΑΔΡΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Διὰ τί ἐκ πολλῆς καὶ ἀκαίρου φροντίδος κινδυνεύεις εἰς ἀπιστίαν πεσεῖν, προσδοκῶν Θεοῦ
ἐγκάταλειψιν, καὶ τῶν ἐπιτηδείων τὴν ἔλλειψιν;
Ἔχεις γὰρ δὴ τέως τινὰς ἐπικουροῦντας, καὶ τῆς
πολλῆς σου ἀσθενείας ἀντιλαμβανομένους, τόν τε
πάντα ἔνδοξον Ἰλλούστριον Ηρωνα πάνυ ἀπὸ καρδίας τοὺς μοναχοὺς σέβοντα, καὶ τὸν τοῦ ἁγιωτάτου
ἐπισκόπου ἀδελφιδοῦν, καὶ αὐτὸν φιλομόναχον, καὶ
τὴν σεμνοτάτην διάκονον τοῦ Χριστοῦ Θεοδούλην.
Πλὴν καὶ τούτους ἂν δόξῃ τελευτῆσαι πρὸ τοῦ ἀποθανεῖν σε, πάντως βλέπων ὁ Θεὸς τὸ πρᾶον, καὶ ἡ σύ
χιον τῆς ψυχῆς σου, τήν τε ἀπραγμοσύνην, καὶ τὸ
ἀπερίεργον, καὶ τὴν πρὸς τὸ κρεῖττον ἀγαθὴν προσεδρείαν, ἐξ ἀμηχάνου πέμψει σοι τοὺς διακονῆσαι
πρὸς τὴν χρείαν ὀφείλοντας. Δύναται γὰρ ὁ Θεὸς ἐκ
τῶν λίθων τούτων ἐξεγείρα: τοὺς προθύμως υπηρετησομένους τοῖς τὸν μονήρη μετερχομένοις βίον. Τίς
γὰρ δὴ οὐ μετ' ἱκεσίας πολλῆς χωρηγήσει, οὐ μόνον
tes, et stellæ non errantes obscuram vitæ nostræ
noctem collustrantes, et tranquillitate propria omni
concitatione vacua portuum propugnacula, facitem
omnibus præmonstrantes viam, ut sine discrimine
perturbationum impetus declinarent. Tu vero ipse
tot animas sub potestate habens virtuti exsilium
imperasti, longeque eam pulsam exterminasti;
impietatis vero tenebris et perversitatis faciem
tuam libenti animo contegis, et in pravos mores
et tempestates, et nunquam cessantes turbas fratres conjicis, et salvandos in perditionem maxima
contentione protrudis. Et quis te a sempiterna
pœna liberabit? «Tremendum namque est incidere
in manus Dei viventis ".)
ΑΕΤΙΟ ΜΟΝACHO.
Quandoquidem non bumilitatis, sed inanis gloriæ
gratia lectionem capessis, propterea in te perseverat fornicationis tentatio: neque enim commode
accedit insipienti luxus, neque superbia indato
perpetua lectio, et sublimis dictionis possessio.
Cognitio siquidem inania meditantem, et dementem, ac mente captum inflat, et superbo nocet,
quemadmodum vinum febre laboranti. Quousque
itaque animi superbia evacuata non est, necessario dæmon imminens premit, inflatumque redarguit.
Si vero 146 tibi in animo est, eum quam cilissime,
solum vertere, intueri, ad humilitatis turrim inconcussam accedito, teque vigiliis, et multis orationibus, et psalmorum cantu, veluti armatura instruens,
hostis perditionem oculis conspicies.
* II Petr. 1, 19. es Hebr. x, 31. σε Matth. 111, 9.
CHARITONI MONACHO.
Non est peccatum per breve tempus præscripta
hora ad quotidianum victum accedere. Oportet
vero, postquam se quispiam necessitate corporis
humiliavit, quam citissime rursum ad cœlum cogilationem expedire, nihil secum ex terrenis curis
attrabentem.
ADRIANO MONACHO.
Quam ob causam ex immani importunaque cura
amittendæ fidei in discrimen venis, suspicans
Deum te derelicturum, et necessaria defutura?
Habes enim in hunc diem nonnullos, qui tibi ministrant, et in gravi hac tua ægritudine subsidio
veniunt, et inter alios omnes inclytum illustremque Heronem, nimis ex corde monachis addictum,
et sanctissimi episcopi ex fratre nepotem, qui et
ipse monachos diligit, et venerabilissimam Christi
diaconissam Theodulam. Et licet hi, antequam ipse
vita fungaris, diem suum obierint, Deus mansuetudinem, et quietem animæ tuæ intuitus, necnon
tranquillitatem, et minime curiosam simplicitatem,
optimosque ad meliora conatus, ex improviso 147
mittet, qui necessitati tuæ ministrent. Potest enim
Deus ex lapidibus hisce suscitare *, qui libentissime iis, qui monasticam vitam amplectuntur, subserviant. Etenim quis non, etiam ingentibus pre-
col. 227–228page 85 of 262
PG 79:227βῶς, καὶ σεμνῶς, καὶ ἐναρέτως βιοῦσιν; Εἰ γὰρ ἄνθρωποι βάρβαρος, καὶ πολέμου νόμῳ λαβόντες Ἱεροσόλυμα οι Βαβυλώνιοι, τὴν ἀρετὴν ἠδέσθησαν τοῦ Ἱερεμίου, καὶ πᾶσαν θεραπείαν παρέσχον σωματ τικὴν μεγαλοψυχότατα, οὐ μόνον τὰ πρὸς τροφὴν δεδο κότες, ἀλλὰ καὶ σκεύη, οἷς ἔθος ἐστὶ διακονεῖσθαι τοὺς ἐστιωμένους, πῶς οὐκ αἰδεσθήσονται βίον ἐνάρετον οἱ ὁμόφυλοι, καὶ τὸν λογισμὸν ἐκ παιδείας μᾶλλον τοῦ βαρβαρικού διακεκαθαρμένοι πρὸς τὴν τῶν καλῶν κατανόησιν, καὶ ἀρετῆς ζηλωταί; Εἰ γὰρ καὶ μὴ δεδύνηνται ταύτης ἀσκηταὶ γενέσθαι διά τινας αἰτίας, ἀλλ᾽ οὖν γε τιμῶσιν αὐτὴν, καὶ τοὺς ἀθλητὰς αὐτῆς θαυμάζουσιν. Μὴ οὖν πολλὰ φρόντιζε, ἀλλὰ κατὰ τὴν παραίνεσιν Πέτρου καὶ Παύλου γρηγόρησον, καὶ νῆψον εἰς προσευχάς, καὶ πᾶσαν σου τὴν μέρι μναν εἰς τὸν Θεὸν ἐπιρρίψας. Ἐγγὺς γὰρ ὁ Κύριος,» καὶ ο Μηδέν μεριμνᾶτε, φησίν, ἀλλ' ἐν παντὶ τῇ προστα ευχῇ καὶ τῇ δεήσει τὰ αἰτήματα ὁμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν,» καὶ αὐτὸς ὑμῖν ἐν πᾶσι προνοήσει. Καὶ πάλιν ἐν ἑτέρῳ γέγραπται· Εμβλέψατε εἰς ἀρ χαίας γενεάς. Τίς ἐπίστευσέ ποτε τῷ Κυρίῳ, καὶ ὑπερεῖδεν αὐτόν; 'Ανέγνως πάντα· πλὴν ὑπομνήσου μέν σε. Δανιὴλ ἐν Βαβυλῶνι εἰς λάκκον λεόντων ἐμ βεβλημένος, μηδέν τε δεινὸν πεπονθὼς ὑπὸ τούτων, ἐκάθητο λιμώττων· ᾿Αββακούμ δ' ὁ προφήτης θεόθεν κελευσθείς, καὶ ὑπ' ἀγγέλου βασταχθεὶς ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας εἰς Βαβυλῶνα, καὶ εἰς αὐτὸν τῶν λεόντων λάκκον διακομίζει τὸ ἄριστον, καὶ φησὶν εὐχαριστῶν ὁ μέγιστος Δανιήλ, ο Εμνήσθης γάρ μου, ὁ Θεὸς, καὶ οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἐκζητοῦντάς σε.: Ταῦτα τοί νυν, καὶ τὰ τοιαῦτα κατὰ νοῦν λαμβάνων, πρὸς τὸν Θεόν, καὶ μόνον ἀδιαλείπτως τη διανοία κατά φευγε. τὰ τῆς χρείας, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπὲρ χρείαν, τοῖς εὐοε ΣΑ'. ΦΛΟΡΙΝΙ ΜΟΝΑΧΑ. Μὴ ἀθύμει ἐξασθενήσας τὸ σῶμα, ὡς μηδενός τευξόμενος τοῦ παραμυθησομένου. «Αγαθὸν γὰρ πε ποιθέναι ἐπὶ Κύριον, ἢ πεποιθέναι ἐπ' ἄνθρωπον.» Πόρον γὰρ πάντως πρὸς παραμυθίαν σου ἐπινοήσει Θεὸς, καὶ οὐκ ἐπιλείψει πρὸς σωτηρίαν ἐπίνοια τῇ πηγῇ τῆς σοφίας. ΕΒ'. ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΜΟΝΑΧΟ, Ταχέως ἐπανελθε εἰς τὸ μοναστήριον, ὅθεν κακῶς ἐξῆλθες, μή ποτε ἔξω τῆς μάνδρας ἐπὶ πολὺ διατρίψας, βρῶμα γένῃ τῶν νοητών θηρίων. Εἰ δὲ λέγοις προσδοκίᾳ κρείττονός τινος ἀρετῆς ἀφίστασθαι τῆς μονῆς, μνήσθητι τοῦ εἰπόντο; ὅτι, Ἐστὶν ὁδὸς δο κοῦσα ἀγαθὴ εἶναι ἀνδρὶ, τὰ μέντοι τελευταία αύ τῆς φέρει εἰς τὸν πυθμένα τοῦ ᾅδου. Αεὶ γὰρ ὁ Σα τανᾶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ταῖς ευλογοφανίαις άγχια στρεύει τοὺς τῆς κακομηχανίας αὐτοῦ μὴ ἐσχηλότας πεῖραν. ΕΓ. ΣΥΡΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Προσεχόντως τῷ μοναδικῷ τάγματι, καὶ νηφαλέω; κεχρῆσθαι δεῖ· τοῦ γὰρ γυμνικοῦ ἀγῶνος, ὁ ἡμέτερο
βῶς, καὶ σεμνῶς, καὶ ἐναρέτως βιοῦσιν; Εἰ γὰρ
ἄνθρωποι βάρβαρος, καὶ πολέμου νόμῳ λαβόντες
Ἱεροσόλυμα οι Βαβυλώνιοι, τὴν ἀρετὴν ἠδέσθησαν
τοῦ Ἱερεμίου, καὶ πᾶσαν θεραπείαν παρέσχον σωματ
τικὴν μεγαλοψυχότατα, οὐ μόνον τὰ πρὸς τροφὴν δεδο
κότες, ἀλλὰ καὶ σκεύη, οἷς ἔθος ἐστὶ διακονεῖσθαι τοὺς
ἐστιωμένους, πῶς οὐκ αἰδεσθήσονται βίον ἐνάρετον
οἱ ὁμόφυλοι, καὶ τὸν λογισμὸν ἐκ παιδείας μᾶλλον
τοῦ βαρβαρικού διακεκαθαρμένοι πρὸς τὴν τῶν
καλῶν κατανόησιν, καὶ ἀρετῆς ζηλωταί; Εἰ γὰρ καὶ
μὴ δεδύνηνται ταύτης ἀσκηταὶ γενέσθαι διά τινας
αἰτίας, ἀλλ᾽ οὖν γε τιμῶσιν αὐτὴν, καὶ τοὺς ἀθλητὰς
αὐτῆς θαυμάζουσιν. Μὴ οὖν πολλὰ φρόντιζε, ἀλλὰ
κατὰ τὴν παραίνεσιν Πέτρου καὶ Παύλου γρηγόρησον,
καὶ νῆψον εἰς προσευχάς, καὶ πᾶσαν σου τὴν μέρι
μναν εἰς τὸν Θεὸν ἐπιρρίψας. Ἐγγὺς γὰρ ὁ Κύριος,»
καὶ ο Μηδέν μεριμνᾶτε, φησίν, ἀλλ' ἐν παντὶ τῇ προστα
ευχῇ καὶ τῇ δεήσει τὰ αἰτήματα ὁμῶν γνωριζέσθω
πρὸς τὸν Θεόν,» καὶ αὐτὸς ὑμῖν ἐν πᾶσι προνοήσει.
Καὶ πάλιν ἐν ἑτέρῳ γέγραπται· Εμβλέψατε εἰς ἀρ
χαίας γενεάς. Τίς ἐπίστευσέ ποτε τῷ Κυρίῳ, καὶ
ὑπερεῖδεν αὐτόν; 'Ανέγνως πάντα· πλὴν ὑπομνήσου
μέν σε. Δανιὴλ ἐν Βαβυλῶνι εἰς λάκκον λεόντων ἐμβεβλημένος, μηδέν τε δεινὸν πεπονθὼς ὑπὸ τούτων,
ἐκάθητο λιμώττων· ᾿Αββακούμ δ' ὁ προφήτης θεόθεν
κελευσθείς, καὶ ὑπ' ἀγγέλου βασταχθεὶς ἀπὸ τῆς
Ἰουδαίας εἰς Βαβυλῶνα, καὶ εἰς αὐτὸν τῶν λεόντων
λάκκον διακομίζει τὸ ἄριστον, καὶ φησὶν εὐχαριστῶν
ὁ μέγιστος Δανιήλ, ο Εμνήσθης γάρ μου, ὁ Θεὸς, καὶ
οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἐκζητοῦντάς σε.: Ταῦτα τοί
νυν, καὶ τὰ τοιαῦτα κατὰ νοῦν λαμβάνων, πρὸς τὸν
Θεόν, καὶ μόνον ἀδιαλείπτως τη διανοία κατά
φευγε.
cibus additis, non subministrabit, non tantum ex A. τὰ τῆς χρείας, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπὲρ χρείαν, τοῖς εὐοεquæ necessaria, sed etiam quæ supra ipsum usum
sunt alindantius, pie et virtuose viventibus? Si
enin homines barbari, et qui jure belli Hierosolyma cœperunt Babylonii, virtutem Jeremiæ reveriti
sunt, omnem illi curam corporalem quam munilicentissime exhibuerunt, non solum ad victum per-.
tinentia elargiti, sed vasa, quibus solent convivatoribus ministrare: quomodo ii, qui ejusdem generis sunt, vitam virtuti deditam non reverebuntur,
et cogitatione per disciplinas plus quam barbari ipsi
ad rerum bonarum comprehensionem expurgati, el
virtutis æmulatores? Licet enim ad illius exerci
tium ob nonnullas causas admovere se non possint,
eam honorant nihilominus, illiusque athletas demirantes intentis oculis contemplantur. Ne igitur
multis cogitationibus te maceres, sed, ut Petrus et
Paulus adhortantur: Invigila, et sobrius esto in
orationibus “, universas tuas cogitationes in Deum
remittens; «Prope enim Dominus est ".» Et: «Nihil solliciti sitis, ait, sed in omni re, oratione et
prece postulata vestra Deo nota fant ";» et ipse
vobis in omnibus providebit. Et rursum alio loco
scriptum est: Respicite in antiquas generationes.
Quis credidit unquam Domino, et neglexit illum?
Percurristi hæc omnia: illud tamen in memoriam
adducimus. Daniel in urbe Babylone in foveam
leonum projectus, nihilque ab illis nali perpessus
sedebat cum fame depugnans; Habacuc vero propheta, ita Deo jubente, et ab angelo sublatus ex c
Judæa in Babylonem, 148 et in ipsam leonum
foveam prandium defert: et ait gratias agens maximous Daniel: • Meministi cnim mei, Deus, et non
dereliquisti quærentes te ".» Hæc igitur, et similia mente evolvens, ad Deum, cumque solum incessanter eogitatione confuge,
LXI. FLORIONI MONACHIO.
**
Ne despondeas animum, licet sis infirma valetudine, quasi nullum consolatorem habiturus. • Bonum enim est sperare in Dominum, quam sperare
in hominem ". › Viam enim omnino ad tuam consolationem Deus excogitabit, nec deerit ad salutem
excogitatio sapientiæ fonti.
LXII. ATHANASIO MONACHO.
Cito te reduc in monasterium, ex quo male
egressus es, ne unquam extra stabulum diutius
commoratus intellectualibus belluis cibus objiciam
ris. Si vero liberare te culpa putas, ideoque potioris
cujusdam virtutis exspectatione a monasterio longe
pererrare; recordare illius eloquii: Est via apparens viro bona esse, extrema vero illius agunt ad
profundum inferni ". Semper enim Satanas ut
plurimum rationabilibus causis illius insidiarum,
atque improbitatis inexpertos expiscatur.
LXIII. SYRIANO MONACHO.
Autente prudenterque monastico ordine utendum
est: gymnico siquidem certamine certamcn 149
I Petr. v, 8; 1 Thess. v, 6. 68 Philipp. iv, 5.
1 Psal. cxvii, 8. 18 Prov. xiv, 12.
ΣΑ'.
ΦΛΟΡΙΝΙ ΜΟΝΑΧΑ.
Μὴ ἀθύμει ἐξασθενήσας τὸ σῶμα, ὡς μηδενός
τευξόμενος τοῦ παραμυθησομένου. «Αγαθὸν γὰρ πεποιθέναι ἐπὶ Κύριον, ἢ πεποιθέναι ἐπ' ἄνθρωπον.»
Πόρον γὰρ πάντως πρὸς παραμυθίαν σου ἐπινοήσει
Θεὸς, καὶ οὐκ ἐπιλείψει πρὸς σωτηρίαν ἐπίνοια τῇ
πηγῇ τῆς σοφίας.
ΕΒ'.
ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΜΟΝΑΧΟ,
Ταχέως ἐπανελθε εἰς τὸ μοναστήριον, ὅθεν κακῶς
ἐξῆλθες, μή ποτε ἔξω τῆς μάνδρας ἐπὶ πολὺ διατρί
ψας, βρῶμα γένῃ τῶν νοητών θηρίων. Εἰ δὲ λέγοις
προσδοκίᾳ κρείττονός τινος ἀρετῆς ἀφίστασθαι τῆς
μονῆς, μνήσθητι τοῦ εἰπόντο; ὅτι, Ἐστὶν ὁδὸς δο
κοῦσα ἀγαθὴ εἶναι ἀνδρὶ, τὰ μέντοι τελευταία αύ
τῆς φέρει εἰς τὸν πυθμένα τοῦ ᾅδου. Αεὶ γὰρ ὁ Σατανᾶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ταῖς ευλογοφανίαις άγχια
στρεύει τοὺς τῆς κακομηχανίας αὐτοῦ μὴ ἐσχηλότας
πεῖραν.
ΕΓ. ΣΥΡΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Προσεχόντως τῷ μοναδικῷ τάγματι, καὶ νηφαλέω;
κεχρῆσθαι δεῖ· τοῦ γὰρ γυμνικοῦ ἀγῶνος, ὁ ἡμέτερο
** Ibid. 6. 70 Eccli. 11, 11, 12. 71 Dan. xiv, 37.
col. 229–230page 86 of 262
PG 79:229ἀγὼν δυσχερέστερός ἐστιν, ἐκεῖ μὲν γὰρ ἀθλητῶν σώματα κλίνεται ὀρθοῦσθαι ῥᾳδίως δυνάμενα, ἐν ταῦθα δὲ ψυχαὶ καταπίπτουσιν, ἃς ἅπαξ ἀνατραπείσας, μόλις ἔστιν ἀνεγείραι. ΕΔ'. - ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟ. Μωϋσῆς ὁ μέγας ἱεροφάντης έξω τῆς παρεμβολής πηξάμενος τὴν σκηνήν, δηλοί, ὡς μακρὰν θορύβου πολεμικοῦ χρὴ τὸν διδάσκαλον εἶναι, καὶ πόρρω τοῦ πεφυρμένου ἀπόκεισθαι στρατοπέδου, πρὸς εἰρηνικὸν, καὶ ἀπολέμητον μεταστάντα βίον. ΣΕ'. - ΘΕΟΔΩΡΩ ΜΟΝΑΧΟ. Εἰ τῷ ζυγῷ τῆς πανευφήμου ὑποταγῆς, τὸν τῆς ψυχῆς σου αὐχένα ὑπέκλινας, μὴ πολυπραγμονήσης τὰς οἰκονομίας τοῦ προεστῶτος, μόνον δὲ τὰ ἐπιτασσόμενα σου, κἂν βαρέα, καὶ ἐπίπονα τυγχάνοι, προ θύμως ποιεῖν σπούδαζε. Τὸ γὰρ περιεργάζεσθαι τὰς τοῦ διδασκάλου οικονομίας, καὶ δοκιμάζειν εθέλειν τὰ παρ' αὐτοῦ προστασσόμενα, εμπόδιόν ἐστι τῆς σῆς προκοπής. Οὐ γὰρ δὴ πάντως ὅπερ πιθανὸν καὶ εὔλογον φαίνεται τῷ ἀπείρῳ, τοῦτο καὶ ἀληθῶς εὐλογόν ἐστιν· ἄλλως γὰρ ὁ τεχνίτης, καὶ ἄλλως δ ἀνεπιστήμων κρίνει τὰ τῆς τέχνης. Κανόνι γὰρ ὁ μὲν τῇ ἐπιστήμῃ κέχρηται, ὁ δὲ τῷ εἰκότι· τὸ δὲ εἰ κὸς ὀλιγάκις μὲν στοχάζεται τῆς ἀληθείας, τὰ δὲ πολλὰ ἀποτυγχάνει, μᾶλλον τῆς ὀρθότητος πρὸς τὴν ἀπάτην ἔχον τὴν συγγένειαν. Ε. — ΓΑΛΛΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τί σοι όφελος τῆς ξενιτείας, καὶ τοῦ πόνου τῆς ἀσκήσεως, καὶ τῆς πολλῆς ταλαιπωρίας, πάλιν τῇ καρδίᾳ εἰς Αἴγυπτον στρεφομένῳ, καὶ καθεκάστην σχεδόν ἡμέραν διὰ τῶν ἐπιστολῶν τοῖς οἰκείοις προσ ομιλοῦντι, καὶ τῷ διαπύρῳ φίλτρῳ τῆς συγγενείας ἀποσφαλλομένῳ τῆς τελειότητος; Τάχα γὰρ οὐκ ἤκουσας τοῦ Κυρίου ἐπιτιμῶντος τῇ Μαρίᾳ ἐν τοῖς συγγενέσιν ἐπιζητούσῃ αὐτὸν, καὶ τὴν φιλοῦντα πα τέρα, ἡ μητέρα ὑπὲρ αὐτὸν, κρίνοντος ἀνάξιον έαυ τοῦ, καὶ διὰ τῶν λόγων τούτων ἀραρότως ἔκλειψιν τῶν συγγενικῶν ὁποτιθεμένου δεσμῶν; Εἰ γοῦν και ταλέλοιπας τὴν Χαρράν, ὅπερ ἑρμηνεύεται τρώγλη, τοῦτο δὲ σημαίνει τὰς αἰσθήσεις, καὶ ἐκ τῆς κοιλάδος Χεβρὼν ἐξῆλθες, τουτέστι τῶν ταπεινῶν ἔργων τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἐκ τῆς ἐρήμου, καθ᾽ ἣν γίνονται πλά ναι, σπεῦσον μετοικισθῆναι κατὰ τοὺς πατριάρχας, εἰς Δωθαεὶμ, τουτέστι εἰς τὴν ἱκανὴν ἔκλειψιν τῆς σαρχικής προσπαθείας· Δωθαεὶμ γὰρ ἱκανὴ ἔκλειψις ἑρμηνεύεται, ἧσπερ ἐπιτυχεῖν ἀγωνίζονται πάντες, ὅσοι ὀρέγονται τῆς μακαριωτάτης ἀπαθείας. ΞΖ'. - ΕΛΕΥΘΕΡΙΟ ΜΟΝΑΧΟ ΑΠΟ ΝΟΥΜΕΡΩΝ. Οὐκ ἀποδέχομαι σε πρὶν ἐκκόψαι τὰ πάθη, μυρίαις χρώμενον συντυχίαις, καὶ τραύματα ἐπὶ τραύμασι τῇ διανοία διὰ τῶν αἰσθήσεων σωρεύονται, καὶ μά λισθ' ὅτι ἐξ ἡμελημένου καὶ ἀκαθάρτου βίου πρὸς τὴν ἀρετὴν τοῦ Χριστοῦ μετοικισθῆναι προείλου. Διόπερ θεράπευε, μὴ μέντοι αὔξανε ταῖς ἀφυλάκτοις συντυχίαις τὰ νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἔοικε γὰρ ὁ νοῦς τῶν προσφάτως τῆς κακίας ανακεχωρη ΑΒΒΑΤΙ.
EPISTOLARUM LIB. II.
ἀγὼν δυσχερέστερός ἐστιν, ἐκεῖ μὲν γὰρ ἀθλητῶν nostrum laboriosius est: ibi enim athletarum cor
σώματα κλίνεται ὀρθοῦσθαι ῥᾳδίως δυνάμενα, ἐνταῦθα δὲ ψυχαὶ καταπίπτουσιν, ἃς ἅπαξ ἀνατραπείσας, μόλις ἔστιν ἀνεγείραι.
ΕΔ'. - ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟ.
Μωϋσῆς ὁ μέγας ἱεροφάντης έξω τῆς παρεμβολής
πηξάμενος τὴν σκηνήν, δηλοί, ὡς μακρὰν θορύβου
πολεμικοῦ χρὴ τὸν διδάσκαλον εἶναι, καὶ πόρρω τοῦ
πεφυρμένου ἀπόκεισθαι στρατοπέδου, πρὸς εἰρηνι
κὸν, καὶ ἀπολέμητον μεταστάντα βίον.
ΣΕ'. - ΘΕΟΔΩΡΩ ΜΟΝΑΧΟ.
Εἰ τῷ ζυγῷ τῆς πανευφήμου ὑποταγῆς, τὸν τῆς
ψυχῆς σου αὐχένα ὑπέκλινας, μὴ πολυπραγμονήσης
τὰς οἰκονομίας τοῦ προεστῶτος, μόνον δὲ τὰ ἐπιτασ
σόμενά σου, κἂν βαρέα, καὶ ἐπίπονα τυγχάνοι, προθύμως ποιεῖν σπούδαζε. Τὸ γὰρ περιεργάζεσθαι τὰς
τοῦ διδασκάλου οικονομίας, καὶ δοκιμάζειν εθέλειν
τὰ παρ' αὐτοῦ προστασσόμενα, εμπόδιόν ἐστι τῆς
σῆς προκοπής. Οὐ γὰρ δὴ πάντως ὅπερ πιθανὸν
καὶ εὔλογον φαίνεται τῷ ἀπείρῳ, τοῦτο καὶ ἀληθῶς
εὐλογόν ἐστιν· ἄλλως γὰρ ὁ τεχνίτης, καὶ ἄλλως δ
ἀνεπιστήμων κρίνει τὰ τῆς τέχνης. Κανόνι γὰρ ὁ
μὲν τῇ ἐπιστήμῃ κέχρηται, ὁ δὲ τῷ εἰκότι· τὸ δὲ εἰ
κὸς ὀλιγάκις μὲν στοχάζεται τῆς ἀληθείας, τὰ δὲ
πολλὰ ἀποτυγχάνει, μᾶλλον τῆς ὀρθότητος πρὸς τὴν
ἀπάτην ἔχον τὴν συγγένειαν.
Ε. — ΓΑΛΛΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Τί σοι όφελος τῆς ξενιτείας, καὶ τοῦ πόνου τῆς
ἀσκήσεως, καὶ τῆς πολλῆς ταλαιπωρίας, πάλιν τῇ
καρδίᾳ εἰς Αἴγυπτον στρεφομένῳ, καὶ καθεκάστην
σχεδόν ἡμέραν διὰ τῶν ἐπιστολῶν τοῖς οἰκείοις προσομιλοῦντι, καὶ τῷ διαπύρῳ φίλτρῳ τῆς συγγενείας
ἀποσφαλλομένῳ τῆς τελειότητος; Τάχα γὰρ οὐκ
ἤκουσας τοῦ Κυρίου ἐπιτιμῶντος τῇ Μαρίᾳ ἐν τοῖς
συγγενέσιν ἐπιζητούσῃ αὐτὸν, καὶ τὴν φιλοῦντα πατέρα, ἡ μητέρα ὑπὲρ αὐτὸν, κρίνοντος ἀνάξιον έαυτοῦ, καὶ διὰ τῶν λόγων τούτων ἀραρότως ἔκλειψιν
τῶν συγγενικῶν ὁποτιθεμένου δεσμῶν; Εἰ γοῦν και
ταλέλοιπας τὴν Χαρράν, ὅπερ ἑρμηνεύεται τρώγλη,
τοῦτο δὲ σημαίνει τὰς αἰσθήσεις, καὶ ἐκ τῆς κοιλάδος
Χεβρὼν ἐξῆλθες, τουτέστι τῶν ταπεινῶν ἔργων τῆς
ἁμαρτίας, καὶ ἐκ τῆς ἐρήμου, καθ᾽ ἣν γίνονται πλά
ναι, σπεῦσον μετοικισθῆναι κατὰ τοὺς πατριάρχας,
εἰς Δωθαεὶμ, τουτέστι εἰς τὴν ἱκανὴν ἔκλειψιν τῆς
σαρχικής προσπαθείας· Δωθαεὶμ γὰρ ἱκανὴ ἔκλειψις
ἑρμηνεύεται, ἧσπερ ἐπιτυχεῖν ἀγωνίζονται πάντες,
ὅσοι ὀρέγονται τῆς μακαριωτάτης ἀπαθείας.
ΞΖ'. - ΕΛΕΥΘΕΡΙΟ ΜΟΝΑΧΟ ΑΠΟ ΝΟΥΜΕΡΩΝ.
Οὐκ ἀποδέχομαι σε πρὶν ἐκκόψαι τὰ πάθη, μυρίαις
χρώμενον συντυχίαις, καὶ τραύματα ἐπὶ τραύμασι
τῇ διανοία διὰ τῶν αἰσθήσεων σωρεύονται, καὶ μάλισθ' ὅτι ἐξ ἡμελημένου καὶ ἀκαθάρτου βίου πρὸς
τὴν ἀρετὴν τοῦ Χριστοῦ μετοικισθῆναι προείλου.
Διόπερ θεράπευε, μὴ μέντοι αὔξανε ταῖς ἀφυλάκτοις συντυχίαις τὰ νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἔοικε
γὰρ ὁ νοῦς τῶν προσφάτως τῆς κακίας ανακεχωρη
7ª Exod. xxxii, 7. " Luc. 11, 49. 7 Matth. x, 37.
pora, quæ faciti negotio erigi valent, incurvantur;
animæ concidunt, quas semel inversas vis erigus.
LXIV. — GREGORIO AΒΒΑΤΙ.
Moyses magnus ille sacrorum antistes extra castra tabernaculum constituens " innuit, longe a
tumultu bellico oportere magistrum esse, et longe
ab impuro commorari exercitu, ad pacificam nulloque tumultu bellico vexatam viam transvectum)….
LXV. THEODORO MONACHO.
Si jugo decantatissimæ obedientiæ animæ tuæ
cervicem submisisti, ne anxius nimisque curiosus
superioris tui rei familiaris administrationem examines; tantum ea quæ tibi imponuntur, licet gravia et laboriosa sint, alacri animo, ut efficias incumbe. Curiose namque magistri administrationum
perquisitio, et præceptorum illius probatio tui
profectus impedimento est. Neque enim omnino.
quod vero simile ac rationi consonum inexperto
videtur, hoc vere rationi consonumi est. Aliter
enim artifex, et aliter artis ignarus, ea quæ artis
sunt, dijudicat: regula enim ille quidem scienter
utitur, hic convenienti. Sed conveniens raro verita -
tem collimat, ut plurimum vero ab ea aberrat, magis
ad errorem quam ad rectitudinem, affinitatem habens.
GALLA) MONACHO.
Quis tibi usus fuerit peregrinationis, et excrcitationis laboriosæ, et tam immanis afflictionis,
rursum corde in Ægyptum revertenti, et singulls
fere diebus per epistolas familiaribus colloquent),
et ardenti cognationis cupidine a perfectione deerranti? Forte enim non audisti Dominum Maria
exprobranten, quod inter consanguineus cum inquireret”; eique qui patrem et matrem plus quam
illum amaret, seipso indignum judicantem”, et
per hæc verba firmiter consanguineorum vinculorum solutionem supponentem? Itaque si dereliquisti Charran, quæ interpretatur nidus, hic vero
innuit sensus,
et ex valle Chebron exiisti ", hoc
est ex miseris peccati operibus, et ex deserto erroribus obnoxio, contende, ut transferaris, quemadmodum et patriarcha, in Dothaim ", hoc est suf
ficientem defectum carner affectionis. Dothaim
nanque sufficiens defectus interpretatur, cujus
compotes fieri contendunt, quicunque beatissimam
il'am perturbationum vacuitatem concupiscunt.
LXVII. ELEUTHERIO MONACHO EX
NUMERIS.
Non excipio te, ni prius perturbationes abscindas,
qui innumeris congressibus uteris, et vulnera super
vulnera nienti per sensus exaggeras, eoque potissimum, quod ex abjecto et impuro vitæ instituto ad
virtutem Christi traduci elegeris. Quapropter 151
sana, non item adauge improvidis congressibus
ægritudines animæ. Mens enim eorum, qui recens
ab improbitate secesserunt, similis est corpori tum
7 Gen. xit, 4. ** Gen. xxxvn, 17.
col. 231–232page 87 of 262
PG 79:231κότων, σώματι ἀρξαμένῳ ἐκ μακρᾶς ἀρρωστίας ἀναλαμβάνειν, ὑπερ καὶ μικρά τις πρόφασις, τῆς ἐπὶ τὴν νόσον ἀναλύσεως αἰτία καθίσταται, μήπω πρὸς ἰσχὺν κραταιὰν πεπηγμένῳ. Πλαδῶσι γὰρ τού τοῖς οἱ νοεροὶ τόνοι, καὶ κραδαίνονται, ὡς δέος εἶναι, μὴ παλινδρομήσῃ τὸ πάθος τὸ μιαρόν, πεφυκὸς ἐν τῇ ἀναχύσει διερεθίζεσθαι τῶν ἐπιβλαβῶν ὄχλον. ΞΗ. Τῷ αὐτῷ. Ἐκ τῆς κατὰ τὴν Δείναν τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰακώβ ιστορίας παιδεύθητι, ὅτι κορικῆς ἐστὶν ἀληθῶς, καὶ γυναικώδους ψυχῆς, τὸ ἐγχειρεῖν τοῖς ὑπὲρ τὴν οἰκίαν ἔξιν τε, καὶ δύναμιν, καὶ ὑπὸ τῆς περὶ ἑαυτὸν ὡς ἱκανὸν ὑπολήψεως ἐξαπατᾶσθαι. Εἰ μὴ γὰρ ἡ προλεχθεῖσα Δείνα προχείρως ἐπαπεδύσατο τῇ θεωρίᾳ τῶν ἐγχωρίων πραγμάτων, ὡς ἰσχύουσα δῆθεν μηδόλως ἐκ τῆς τούτων ἐλεγχθῆναι τέρψεως, οὐκ ἂν ἀώρες διεφθάρη τὸ κριτικὸν τῆς ψυχῆς κατασχισθὲν ὑπὸ τῆς φαντασίας τῶν αἰσθητῶν, μήπω ὑγιαίνοντι, γεν ναίῳ τε, καὶ ἀνδρείῳ ὁμιλήσασα λογισμῷ. ΕΘ'. Τῷ αὐτῷ. Ναός Θεοῦ, ὑμεῖς ἐστε, ο φησὶν ὁ ᾿Απόστολος. ὡς ἂν οὖν μηδὲν εἰσέρπῃ τῶν ἀκαθάρτων μορφῶν εἰς τὴν σὴν διάνοιαν, δίκτυα λογισμῶν τῆς μελλούσης κρίσεως διάπλεξον ταῖς τοῦ σώματος θυρίσιν, ταῖς διὰ τῶν αἰσθήσεων εἰσερχομέναις εἰκήσιν ἀποτειχίζων τὴν ἔννοιαν. Ἐὰν δὲ ἐν τῷ καιρῷ τῶν πειρασμῶν παραλογίσῃ τὸν φόβον τοῦ θείου δικαστηρίου, πέπτωκας πρὸς τὴν ἡδονὴν, καὶ νόμιζέ μοι τὸ τοῦ Οχοζίου πεπονθέναι πεσόντος ἀπὸ τοῦ δικτυωτού, καὶ λίαν ἡῤῥωστηκότος μέχρι θανάτου. Οὐδὲν δὲ χαλεπώτερον καὶ θανατικώτερον τῆς κατὰ τὴν ἁμαρ τίαν ἀρρωστίας. Ο. — ΒΙΚΤΟΡΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Ὥσπερ ἐπὶ τῶν γυμνικῶν ἀγώνων ὁ ἡλειμμένος εὐχερῶς διαλύει, τὰ λεγόμενα παρ' αὐτῆς ἅμματα, εἰ δὲ δέξοιτο κόνιν, δυσκόλως εκφεύγει τὴν χεῖρα τοῦ ἀντιπάλου· οὕτως ἐνταῦθα ὁ μὴ μεριμνών δύσληπτος ἐστι τῷ διαβόλῳ, φροντίζων δὲ, καὶ ταῖς μερί μναις καθάπερ κάνει τραχύνων τὸ λεῖον τῆς ἀμεριμνίας τοῦ νοῦ, δυσχερῶς ἐξελεῖ τῆς τοῦ Σατανᾶ χει ρός. Ελαιον γάρ μοι νῦν τὴν ἀμεριμνίαν νόει, κόνιν δὲ τὰς πολυτρόπους φροντίδας τοῦ παρόντος αἰῶνος. ΟΑ. - ΔΗΜΟΚΡΙΤΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ἐὰν φυτὸν δυνηθῇ καρποφορήσαι συνεχώς μετα φυτευόμενον, κἂν πλουσίως ἀρδεύοιτο, δυνήσῃ καὶ αὐτὸς δικαιοσύνης καρπὸν ἀγαγεῖν, τῇδε κἀκεῖσε μεταβαίνων, καὶ σκιὰς, καὶ ἀνέμους διώκων, καὶ πάντα τόπον ἀστάτως περιεργαζόμενος. ΟΒ. Τῷ αὐτῷ. Πλουτὴρ ὁ παρὰ τῷ Μωϋσεῖ βάσιν εἶχεν· διότι ἡ τοῦ κάθαρσις χρήζει ἑδραιότητος, καὶ καρτερίας, καὶ διηνεκούς στάσεως, καὶ ἀσαλεύτου διαγωγής. ΟΙ. – ΚΩΜΑΣΙΟ ΑΠΟ ΡΗΤΟΡΩΝ ΜΟΝΑΧΟ. Τοὺς φορυτούς, καὶ τὴν σπουιάν, καὶ τὸν πολύν οι
primum ex longo gravique morbo convalescenti, κότων, σώματι ἀρξαμένῳ ἐκ μακρᾶς ἀρρωστίας
quod exigua quælibet occasio in morbum denuo
compellit, tanquam quod nondum viribus solidis
coaluerat. Nam his intellectuales vires ac robur
humescunt et quatiuntur, adeo ut timor sit, ne denuo exsecrandum malum irrepat, quod sui natura
noxiam turbationem in lascivia excitare natum est.
LXVIII.· Eidem.
Ex Dinæ filiæJacobi historia discito”, vere pueslaris ac mulierosæ animæ esse, quæ super habitum
proprium sunt, et vires, aggredi, et ab opinione
de se ipso tanquam idoneo, et apto argumento decipi. Laudata siquidem Dina nisi prompte familiarium rerum speculatione semet spoliasset, uti potens
facta, ab eorum oblectatione non redargui, non
intempestive pars, quæ dijudicat, animæ abolita
fuisset, a sensilium imagine discissa, cum nondum
sanæ, generosæ ac virili cogitationi assuevisset.
Eidem.
• Templum Dei vos estis ®, inquit Apostolus.
Ne itaque ex immundis imaginibus aliquid în tuam
mentem irrepat, futuri judicii cogitationum retia
circumcirca corporis foribus implica, ab imaginibus, quæ per sensus introeunt, arcens intellectionem. Si vero tentationum tempore terrorem 152
divini judicii tibi repraesentaveris, in laetitiam concidisti: et æstima te subiisse illud Ochoziæ e reticulato cadentis, et ad mortem usque gravissima
obruti infirmitate ". Nihil enim infirmitate, quæ
ex peccato oritur, crudelius aut perniciosius est.
LXX. VICTORI ARCIIIMANDRITÆ.
Quemadmodum in certaminibus gymnicis, perunctus facili negotio dissolvit, quæ ab illis nexus
seu vincula nuncupantur; si vero respersus pulvere fuerit, difficulter adversarii manus repellit:
ita et in hac mole curarum, qui curis non maceratur, non ita facile a diabolo capitur; si vero se
curis oneraverit, veluti pulvere levitatem tranquil
litatis mentis exasperans, difliculter se e manibus
Satana explicat. Nunc etenim oleum tranquillitatem esse considera, palverem varias ac multiformes præsentis sæculi curas.
LXXI. DEMOCRITO MONACHO.
Si planta potest fructum producere sæpius transplantata, dummodo affluenter irrigetur, poteris et tu
fructum afferre huc atque illuc transmeans, et uinbras ventosque consequens, et locum omnem nullo
in loco stabilis curiose circumspectans.
LXXII. Eidem.
Labrum quod apud Moysem est, basim habebat *;
quod asceta purgationi stabilitas, et tolerantia, et
continua firmitas, et immota vitæ ratio opus sunt.
153 LXXIII. COMASIO EX RIIETORE
MONACHO.
Colluviem, et cinerem, immanesque gentilium
ἀναλαμβάνειν, ὑπερ καὶ μικρά τις πρόφασις, τῆς
ἐπὶ τὴν νόσον ἀναλύσεως αἰτία καθίσταται, μήπω
πρὸς ἰσχὺν κραταιὰν πεπηγμένῳ. Πλαδῶσι γὰρ τούτοῖς οἱ νοεροὶ τόνοι, καὶ κραδαίνονται, ὡς δέος εἶναι,
μὴ παλινδρομήσῃ τὸ πάθος τὸ μιαρόν, πεφυκὸς ἐν
τῇ ἀναχύσει διερεθίζεσθαι τῶν ἐπιβλαβῶν ὄχλον.
ΞΗ. Τῷ αὐτῷ.
Ἐκ τῆς κατὰ τὴν Δείναν τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰακώβ
ιστορίας παιδεύθητι, ὅτι κορικῆς ἐστὶν ἀληθῶς, καὶ
γυναικώδους ψυχῆς, τὸ ἐγχειρεῖν τοῖς ὑπὲρ τὴν οἰκίαν
ἔξιν τε, καὶ δύναμιν, καὶ ὑπὸ τῆς περὶ ἑαυτὸν ὡς
ἱκανὸν ὑπολήψεως ἐξαπατᾶσθαι. Εἰ μὴ γὰρ ἡ προλε
χθεῖσα Δείνα προχείρως ἐπαπεδύσατο τῇ θεωρίᾳ τῶν
ἐγχωρίων πραγμάτων, ὡς ἰσχύουσα δῆθεν μηδόλως
ἐκ τῆς τούτων ἐλεγχθῆναι τέρψεως, οὐκ ἂν ἀώρες
διεφθάρη τὸ κριτικὸν τῆς ψυχῆς κατασχισθὲν ὑπὸ
τῆς φαντασίας τῶν αἰσθητῶν, μήπω ὑγιαίνοντι, γεν
ναίῳ τε, καὶ ἀνδρείῳ ὁμιλήσασα λογισμῷ.
ΕΘ'.
Τῷ αὐτῷ.
• Ναός Θεοῦ, ὑμεῖς ἐστε, ο φησὶν ὁ ᾿Απόστολος.
ὡς ἂν οὖν μηδὲν εἰσέρπῃ τῶν ἀκαθάρτων μορφῶν
εἰς τὴν σὴν διάνοιαν, δίκτυα λογισμῶν τῆς μελλούσης
κρίσεως διάπλεξον ταῖς τοῦ σώματος θυρίσιν, ταῖς
διὰ τῶν αἰσθήσεων εἰσερχομέναις εἰκήσιν ἀποτειχίζων τὴν ἔννοιαν. Ἐὰν δὲ ἐν τῷ καιρῷ τῶν πειρασμῶν παραλογίσῃ τὸν φόβον τοῦ θείου δικαστηρίου,
πέπτωκας πρὸς τὴν ἡδονὴν, καὶ νόμιζέ μοι τὸ τοῦ
Οχοζίου πεπονθέναι πεσόντος ἀπὸ τοῦ δικτυωτού,
καὶ λίαν ἡῤῥωστηκότος μέχρι θανάτου. Οὐδὲν δὲ χαλεπώτερον καὶ θανατικώτερον τῆς κατὰ τὴν ἁμαρ
τίαν ἀρρωστίας.
Ο. — ΒΙΚΤΟΡΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ.
Ὥσπερ ἐπὶ τῶν γυμνικῶν ἀγώνων ὁ ἡλειμμένος
εὐχερῶς διαλύει, τὰ λεγόμενα παρ' αὐτῆς ἅμματα,
εἰ δὲ δέξοιτο κόνιν, δυσκόλως εκφεύγει τὴν χεῖρα τοῦ
ἀντιπάλου· οὕτως ἐνταῦθα ὁ μὴ μεριμνών δύσλη
πτός ἐστι τῷ διαβόλῳ, φροντίζων δὲ, καὶ ταῖς μερί
μναις καθάπερ κάνει τραχύνων τὸ λεῖον τῆς ἀμερι
μνίας τοῦ νοῦ, δυσχερῶς ἐξελεῖ τῆς τοῦ Σατανᾶ χειρός. Ελαιον γάρ μοι νῦν τὴν ἀμεριμνίαν νόει, κόνιν
δὲ τὰς πολυτρόπους φροντίδας τοῦ παρόντος αἰῶνος.
ΟΑ. - ΔΗΜΟΚΡΙΤΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Ἐὰν φυτὸν δυνηθῇ καρποφορήσαι συνεχώς μετα
φυτευόμενον, κἂν πλουσίως ἀρδεύοιτο, δυνήσῃ καὶ
αὐτὸς δικαιοσύνης καρπὸν ἀγαγεῖν, τῇδε κἀκεῖσε
μεταβαίνων, καὶ σκιὰς, καὶ ἀνέμους διώκων, καὶ
πάντα τόπον ἀστάτως περιεργαζόμενος.
ΟΒ.
Τῷ αὐτῷ.
Πλουτὴρ ὁ παρὰ τῷ Μωϋσεῖ βάσιν εἶχεν· διότι ἡ
τοῦ κάθαρσις χρήζει ἑδραιότητος, καὶ καρτερίας,
καὶ διηνεκούς στάσεως, καὶ ἀσαλεύτου διαγωγής.
ΟΙ. – ΚΩΜΑΣΙΟ ΑΠΟ ΡΗΤΟΡΩΝ ΜΟΝΑΧΟ.
Τοὺς φορυτούς, καὶ τὴν σπουιάν, καὶ τὸν πολύν
” Gen. xxxiv, passim. ** II Cor. vi, 16. οι IV Reg. 1, 2. & Exod. xxxx, 30.
col. 233–234page 88 of 262
PG 79:233βόρβορον τῶν Ἑλληνικῶν βίβλων, ἵνα τί μοι σπου δαίως συναθροίζεις μετὰ τὴν ἀποταγὴν ἐν τῷ μονα στηρίῳ ἀνωφελῶς, μᾶλλον δ' ἐπιβλαβῶς; ἀποκρίθητι ἡμῖν, ὦ τῆς ματαιοφροσύνης, καὶ τῆς ταλαιπωρίας ἀνθηρὲ χαλκαλέκτωρ. ΟΔ'. - ΠΙΣΙΜΙΑ ΜΟΝΑΧΟ. Προσευχομένου τοῦ Δεσπότου Ἰησοῦ ἐν τῷ ὄρει, ἔλαμψεν τὸ πρόσωπον, καὶ ἤστραψε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, ὅπερ συμβαίνειν είωθεν τοῖς φιλοπονώτερον τῇ εὐχ προσανέχειν σπουδάζουσι μοναχοῖς· ἐκλάμπει γὰρ τηνικαῦτα τὸ πρόσωπον τῆς ψυχῆς, καὶ ἀστράπτει ὁ ταύτης ἀόρατος στολισμός, ὅπερ οἱ πολλοὶ ἀγνοοῦσιν. ΟΕ. — ΖΩΣΑ ΑΣΚΗΤΗ. Ο μακάριος Πέτρος ἀντὶ τῆς ἀνθρακιᾶς τῆς ἐν τῇ αὐλῇ Καϊάφα, ἔνθα καὶ ἐπειράσθη, θείαν ηὗρεν ὕστε ρον ἀνθρακιὰν ἐν τῇ Τιβεριάδι· γυμνὸς γὰρ ἂν διὰ τὴν ἄρνησιν· ἀλλὰ μὴ νομίσῃς με ἀθετεῖν τὴν τῶν Εὐαγγελίων ἱστορίαν, καὶ τὸ νοητόν καταμίγνυμι γυμνὸς τοίνυν ὑπάρχων ὁ μακάριος Πέτρος, τὸν ἐπενδύτην τῆς εἰς Χριστὸν ἐλπίδος περιζώννυται, καὶ βάλλει ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἦλθε πρὸς Ἰησοῦν ὥσπερ ἀλύσει τινὶ τῷ πόθῳ ἑλκόμενος, καὶ ἐπειδὴ ἦν κεκοπιακὼς ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἀρνήσεως, καὶ μοχθήσας, καὶ πικρανθεὶς τῷ κλαυθμῷ, καὶ τῇ λύπῃ στερηθεὶς τοῦ Κυρίου, ἀνεκτήσατο αὐτὸν ὁ ἴδιος Δεσπότης τῷ θαυμασίῳ ἄρτῳ, καὶ παραδόξῳ ἰχθύϊ, καὶ μετὰ τὸ ἄριστον λα λεῖ αὐτῷ ὁ Σωτὴρ ἐπιθυμοῦντι ἀκοῦσαι τῆς μακα ρίας φωνῆς, καὶ ἀναπαύει, καὶ παρηγορεῖ αὐτὸν κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ὀδυνῶν τῆς καρδίας τοῦ Πέτρου, καὶ οὕτω καταγλυκάνας αὐτὸν, ποιμένα τῆς οἰκουμένης ἁπάσης καθίστησιν. ΟϚ'. - ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΟΝΑΧΟ. Εὐαρεστήσω, φησὶν ὁ Δαυΐδ, ἐν χώρᾳ ζώντων·» χώραν ζώντων, οὐκ ἀποθνησκόντων, τὸν μέλλοντα λέγων αἰῶνα. Η γὰρ παροῦσα ζωῇ τῶν ἀνθρώπων διὰ πολλῶν θανάτων συμπληρούσθαι πέφυκεν, οὐ μόν νον ἐν τῇ κατὰ τὰς μεθηλικιώσεις μεταβολῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς κατὰ ἁμαρτίαν σώμασι τῶν ψυχῶν. Ὅπου δὲ οὐκ ἔστιν ἀλλοίωσις οὐδὲ σώματος, οὐδὲ ψυχῆς, οὔτε γὰρ ἐστι λογισμοῦ παρατροπή, οὔτε μετάθεσις γνώμης, οὐδεμιᾶς περιστάσεως τὸ εὐσταθὲς, καὶ ἀτά ραχον τῶν λογισμῶν ἀφαιρουμένης, τῷ ὄντι ἐκείνη χώρα ἐστὶ ζώντων, καὶ εὐφραινομένων διηνεκώς. ΟΖ'. — ΝΕΑΔΙΟ, ΟΛΥΜΠΙΟ, ΑΝΔΡΟΜΑΧΟ, ΠΟΥ ΛΙΟ, ΧΕΙΜΑΣΙΑ, ΜΟΝΑΧΟΙΣ ΦΙΛΟΔΙΚΟΙΣ. Νῦν εὔκαιρον εἰπεῖν τινα τῶν εὐφρονούντων κατα μαθόντα τὴν εἰς τὸ θεῖον ὑμῶν καταφρόνησιν, τῶν δὲ πρὸς γένος ὑμῖν στρατιωτῶν τὸ σπουδαῖον περὶ τὴν θεοσέβειαν, ὅτιπερ οἱ πανευλαβέστατοι στρατιῶται νενικήκασι ταῖς ψαλμῳδίαις, καὶ ταῖς προσευχαῖς, τῇ τε ἰδιοπραγμοσύνῃ, καὶ τῇ κατὰ τὴν ἐκκλησίαν ἀγρύπνῳ προσκαρτερήσει, τοὺς ἀπηγριωμένους, καὶ πανοργίλους, καὶ μισοθεωτάτους τῶν μοναχῶν, ἀποτιναξαμένους μὲν τὴν ἡσυχίαν τὴν πρέπουσαν,
EPISTOLARUM LIB. II.
βόρβορον τῶν Ἑλληνικῶν βίβλων, ἵνα τί μοι σπου- librorum sordes, quid tibi tam sedulo, postquam
δαίως συναθροίζεις μετὰ τὴν ἀποταγὴν ἐν τῷ μοναστηρίῳ ἀνωφελῶς, μᾶλλον δ' ἐπιβλαβῶς; Αποκρί
θητι ἡμῖν, ὦ τῆς ματαιοφροσύνης, καὶ τῆς ταλαιπω
ρίας ἀνθηρὲ χαλκαλέκτωρ.
ΟΔ'. - ΠΙΣΙΜΙΑ ΜΟΝΑΧΟ.
Προσευχομένου τοῦ Δεσπότου Ἰησοῦ ἐν τῷ ὄρει,
ἔλαμψεν τὸ πρόσωπον, καὶ ἤστραψε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ,
ὅπερ συμβαίνειν είωθεν τοῖς φιλοπονώτερον τῇ εὐχ
προσανέχειν σπουδάζουσι μοναχοῖς· ἐκλάμπει γὰρ
τηνικαῦτα τὸ πρόσωπον τῆς ψυχῆς, καὶ ἀστράπτει
ὁ ταύτης ἀόρατος στολισμός, ὅπερ οἱ πολλοὶ ἀγνοοῦ
σιν.
ΟΕ. — ΖΩΣΑ ΑΣΚΗΤΗ.
Ο μακάριος Πέτρος ἀντὶ τῆς ἀνθρακιᾶς τῆς ἐν τῇ
αὐλῇ Καϊάφα, ἔνθα καὶ ἐπειράσθη, θείαν ηὗρεν ὕστε
ρον ἀνθρακιὰν ἐν τῇ Τιβεριάδι· γυμνὸς γὰρ ἂν διὰ
τὴν ἄρνησιν· ἀλλὰ μὴ νομίσῃς με ἀθετεῖν τὴν τῶν
Εὐαγγελίων ἱστορίαν, καὶ τὸ νοητόν καταμίγνυμι
γυμνὸς τοίνυν ὑπάρχων ὁ μακάριος Πέτρος, τὸν
ἐπενδύτην τῆς εἰς Χριστὸν ἐλπίδος περιζώννυται, καὶ
βάλλει ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ
Θεοῦ, καὶ ἦλθε πρὸς Ἰησοῦν ὥσπερ ἀλύσει τινὶ τῷ
πόθῳ ἑλκόμενος, καὶ ἐπειδὴ ἦν κεκοπιακὼς ἐν τῷ
καιρῷ τῆς ἀρνήσεως, καὶ μοχθήσας, καὶ πικρανθεὶς
τῷ κλαυθμῷ, καὶ τῇ λύπῃ στερηθεὶς τοῦ Κυρίου,
ἀνεκτήσατο αὐτὸν ὁ ἴδιος Δεσπότης τῷ θαυμασίῳ
ἄρτῳ, καὶ παραδόξῳ ἰχθύϊ, καὶ μετὰ τὸ ἄριστον λα
λεῖ αὐτῷ ὁ Σωτὴρ ἐπιθυμοῦντι ἀκοῦσαι τῆς μακαρίας φωνῆς, καὶ ἀναπαύει, καὶ παρηγορεῖ αὐτὸν κατὰ
τὸ πλῆθος τῶν ὀδυνῶν τῆς καρδίας τοῦ Πέτρου, καὶ
οὕτω καταγλυκάνας αὐτὸν, ποιμένα τῆς οἰκουμένης
ἁπάσης καθίστησιν.
ΟϚ'. - ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΟΝΑΧΟ.
OG'.
• Εὐαρεστήσω, φησὶν ὁ Δαυΐδ, ἐν χώρᾳ ζώντων·»
χώραν ζώντων, οὐκ ἀποθνησκόντων, τὸν μέλλοντα
λέγων αἰῶνα. Η γὰρ παροῦσα ζωῇ τῶν ἀνθρώπων
διὰ πολλῶν θανάτων συμπληρούσθαι πέφυκεν, οὐ μόν
νον ἐν τῇ κατὰ τὰς μεθηλικιώσεις μεταβολῇ, ἀλλὰ
καὶ ἐν τοῖς κατὰ ἁμαρτίαν σώμασι τῶν ψυχῶν. Ὅπου
δὲ οὐκ ἔστιν ἀλλοίωσις οὐδὲ σώματος, οὐδὲ ψυχῆς,
οὔτε γὰρ ἐστι λογισμοῦ παρατροπή, οὔτε μετάθεσις
γνώμης, οὐδεμιᾶς περιστάσεως τὸ εὐσταθὲς, καὶ ἀτάραχον τῶν λογισμῶν ἀφαιρουμένης, τῷ ὄντι ἐκείνη
χώρα ἐστὶ ζώντων, καὶ εὐφραινομένων διηνεκώς.
ΟΖ'. — ΝΕΑΔΙΟ, ΟΛΥΜΠΙΟ, ΑΝΔΡΟΜΑΧΟ, ΠΟΥ
ΛΙΟ, ΧΕΙΜΑΣΙΑ, ΜΟΝΑΧΟΙΣ ΦΙΛΟΔΙΚΟΙΣ.
Νῦν εὔκαιρον εἰπεῖν τινα τῶν εὐφρονούντων καταμαθόντα τὴν εἰς τὸ θεῖον ὑμῶν καταφρόνησιν, τῶν
δὲ πρὸς γένος ὑμῖν στρατιωτῶν τὸ σπουδαῖον περὶ
τὴν θεοσέβειαν, ὅτιπερ οἱ πανευλαβέστατοι στρατιῶται νενικήκασι ταῖς ψαλμῳδίαις, καὶ ταῖς προσευ
χαῖς, τῇ τε ἰδιοπραγμοσύνῃ, καὶ τῇ κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν ἀγρύπνῳ προσκαρτερήσει, τοὺς ἀπηγριωμένους,
καὶ πανοργίλους, καὶ μισοθεωτάτους τῶν μοναχῶν,
ἀποτιναξαμένους μὲν τὴν ἡσυχίαν τὴν πρέπουσαν,
ss Matth. xvi, 2. 84 Joan. xvi, 15.
PATROL. GR. LXXIX.
illis abrenuntiasti, sine ullo commodo, imo Lamt
noxie in monasterio congeris? O vanissimæ hujusce
et miserrimæ fatuitatis floride collector, responde
mibi.
PISIMIO MONACHO.
Orante Domino Jesu in monte, facies ejus resplenduit, et vestimenta fulserunt 83: quod evenire
suevit iis qui contentiosius attentiusque orationi
incumbunt monachis. Tunc enim animæ facies
splendet, illiusque invisibilis ornatus coruscal,
quod plerique ignorant.
LXXV. - ZOSÆ ASCETÆ.
Beatus Petrus pro carbonum illa strue, quæ in
Caiphæ atrio, ubi et tentationem subiit, erat **,
divinam postmodum aliam Tiberiade comperit:
namque cum propter negationem nudus esset (sed
ne, quaso, me Evangeliorum listoriam pessumdare existimes, dum quod mente concipio, immisceo), nudus itaque cum esset beatus Petrus, in
Christum spei tunica accingitur, seque in mare
divinarum misericordiarum projiciens ", accessit ad
Jesum, amore veluti catena quadam attracins, et
sic nimis negationis tempore defatigatum, 154
magnos labores expertum, lacrymis tristitiaque
allietum,quod Domino privaretur,euin sibi proprius
Dominus reconciliavit, admirando pane et pisce
inopinato **: et post prandium eum audiendæ beatæ
Cvocis desiderio gestientem alloquitur, et tranquillat, et pro modulo dolorum cordis Petri solatur;
et edulcatum totius orbis terrarum pastorem constituit s.
LXXVI. THEODORO MONACHO.
:> ter-
«Placebo, ait David, in terra viventium 68
innuens. Prægens namque vita mortalium pluribus
ram viventium, non morientium, futurum sæculum
mortibus natura sua absolvitur, non tantum ætatum
mutationibus, sed et in corporibus animarum secundum peccatum. Ubi vero non est neque corporis,
neque animæ imniutatio, imo neque mentis deflexio,
neque sententiæ depravatio, nulla circumstantia stabile ac quietum cogitationum deturbante, næ illa
vere regio est viventium, et continuo sese oblectantium.
LXXVII NEADIO, OLYMPIO, ANDROMACHO,
JULIO, CHIMASIO MONACHIS CONTENTIOSIS.
Nunc peropportunum fuerit, quempiam adultum
sapientia virum, vestrum Numinis contemptum, et
militum, qui vobis genere conjuncti sunt, ejusdem
Numinis cultum noscenten 155 dicere: Piissimi
milites psalmorum cantibus, et orationibus, et propriorum negotiorum administratione, et vigili in
ecclesia stabili permansione, efferatos, et iracundia mancipia, et impiissimos monachos superarunt, qui convenientem sibi quietem, et precum,
89 Psal. cxiv, 9.
85 Joan. xx1, 7.
86 lbil. 15.
87 lbid. 15.
col. 235–236page 89 of 262
PG 79:235καὶ τὴν δι' εὐχῶν, καὶ ψαλμῶν λειτουργίαν, καὶ ἐπιλαθομένους τοῦ ἱεροῦ ἐπαγγέλματός τε καὶ σχήματος, καταλελοιπότας δὲ τὸ ἴδιον ἀσκητήριον, καὶ ἀπηρυθριασμένως εργολαβοῦντας τὰ ἀλλότρια πρά γματα, καὶ δοκιμαζομένους διηνεκῶς τοῖς ἔξωθεν δικαστηρίοις, τὸν ἄφατον ἐπεισφέροντας θόρυβόν τε, καὶ τάραχον, ὥστε καὶ αὐτοὺς ὑμῶν ἐπὶ τούτοις καταγελᾷν, καὶ λίαν καταγινώσκειν τους δημοσίους ἄρχοντας. ΟΗ'. - ΚΥΡΙΑΚΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μετασχηματίσει, φησί, τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ.» Νῦν μὲν γὰρ εὐτελείᾳ, καὶ ἀτιμίᾳ διαγίνεσθαι τάχα συμβαίνει τὸ ἀνθρώπινον σῶμα, ἐπηρεαζόμενόν τε ταῖς τῶν δαιμόνων ἐφ όδοις, καὶ ταῖς αὐτῆς πολλάκις τῆς ψυχῆς νωχελεία:ς, μώμοις τισὶ, καὶ σπίλοις περιπίπτον, ἐξανδραποδιζόμενον τε ἔσθ' ὅτε, καὶ ἄγαν ταπεινούμενον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ θνήσκειν, καὶ ἐνταφιά ζεσθαι, ἐν ἐξουδενώσει, καὶ ἀτιμίᾳ συρόμενον ἐν τῇ γῇ, καὶ θαπτόμενον ἐν εὐτελείᾳ πολλῇ. • Σπείρεται γὰρ, φησίν, ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ.· Ἐν δὲ τῷ καιρῷ τῆς πάντων ἀνθρώπων ἐγέρσεως, τήν τε φθοράν, καὶ τὴν ταπείνωσιν ἀποτιναξάμενον, ἀνίσταται τὸ σῶμα ἡμῶν κατακεκοσμημένον τῇ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος δόξῃ, καὶ μεγαλοπρεπείᾳ, μηκέτι λοι πὸν τραπησόμενον εἰς ἁμαρτίαν, καὶ φθορὰν, μηκέτι ταπεινωθησόμενον τῇ θνητότητι, καὶ τῇ ματαιότητι, καὶ ταῖς ταλαιπωρίαις, ἀλλὰ σὺν διαιωνίζοντι, καὶ [ ἀφθαρσίᾳ ἀπέραντα. ΟΘ'. Τῷ αὐτῷ. Επεβίβασας ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν.» Εστι γὰρ ὅτε συγχωρεῖ τοὺς δαίμονας ὁ Θεὸς τῇ ἔνδον κεφαλῇ ἀναιδῶς ἐπικαθίζειν, τουτέστι τῇ δια νοίᾳ, καὶ καθέλκειν τὴν ψυχὴν πρὸς ἀπρεπῆ ἐνθυμήματα, οἷς ἡμᾶς ἀναγκαῖον πιστεύειν, καὶ μάχεσθαι, μὴ συγκατατιθεμένους, μηδὲ συνδιάζοντας. Τῷ αὐτῷ. Οὐ στενοχωρούμεθα ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ ἀγάπῃ, φησὶν ὁ Ἀπόστολος Κορινθίοις, ὑμεῖς δὲ στενοχωρεῖσθε ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν, μὴ βουλόμενοι διὰ πολλῶν ἀρετῶν πλατυνθῆναι τὴν ψυχὴν, καὶ τὰς θείας ἐλλάμψεις δέξασθαι, καὶ χωρῆσαι. Οθεν ἡμῖν συμβαίνει τὸ ἐν τῷ Ησαΐᾳ εἰρημένον, ὅτι ἐν τῇ θλίψει τοῦ το γες, ἐχθροῦ, καὶ ἐν τῇ στενοχωρίᾳ τῆς διανοίας λέοντες, καὶ ἀσπίδες, καὶ εἴ τις ἄλλη δύναμις ἐναντία, τούτοις γὰρ καὶ τοῖς τοιούτοις ονόμασι καλοῦνται οἱ δαίμο τὸν πλοῦτον αὐτῶν ὄνων καὶ τῶν καμήλων Εφερον· ἔνων μὲν νοουμένων, τῶν νωθεστέρων, καὶ φιληδόνων, καὶ μοχθηρῶν· καμήλων δὲ τῶν τὴν ὑπερηφάνειαν, καὶ τὴν μνησικακίαν ἐξασκούντων. Τὸν τοίνυν πλοῦτον τῶν πονηρῶν, καὶ αἰσχρῶν, καὶ ἀν μων λογισμῶν φορτώσαντες τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων οἱ δαίμονες, ἐλαύνουσι εἰς τὰς ἐρήμους τῶν ἀρετῶν πράξεις, καὶ καταστάσεις. Οὐδὲν δ' ὑπάρχει τῆς ἁμαρτίας βαρύτερον, διὸ καὶ παρὰ τοῖς θεοφόροις ἀνδράσι μολίβδῳ παρείκασται.
et psalmorum ministerium abdicarunt, et sacra καὶ τὴν δι' εὐχῶν, καὶ ψαλμῶν λειτουργίαν, καὶ ἐπιprofessionis et habitus oblíti sunt, et locum, in
que se exercebant, neglexerunt, et impudenter
nimis in aliorum sese negotia ingerunt, continuoque
in externis judiciis sese experientes, turbas tumultusque nefandos spargunt: adeo ut et
ipsi publici præsides pro hac re vos irrideant et
contemnant.
LXXVIII. - CYRIACO MONACHO.
• Dominus noster Jesus Christus transformabit,
ait, corpus humilitatis nostra configuratum corpori
gloriæ suæ › Nunc etenim vilitate ac opprobrio
fortasse corpus humanum deprimitur dæmonum
irruptionibus infestatum, et suæ ipsius animæ sæpenumero ignaviis, notis quibusdam ac maculis
inspersum, sæpeque ctiam in servitutem redactum,
multumque a peccato compressum; in ipso etiam
moriendi, ac parentandi actu ut vile, et inhonoratum per terram tractum, et cum maxima inopia
sepultum. • Seminatur enim, ait, in ignominia,
suscitatur in gloria”. › Universi vero generis humani resurrectionis tempore corruptionem et contemptum excutiens, resurgit corpus nostrum Salvatoris Christi gloria et munificentia condecoratum,
156 nusquam in posterum in peccatum et corruptionem defluxurum, nunquam mortalitate, et vanitate, et miseriis humiliandum, sed indesinente
incorruptione in perpetuum cum eo, qui immortalitatem exhibet, duraturum.
LXXIX. Eidem.
● Imposuisti homines super capita nostra”.
Nam aliquando Deus permittit dæmonibus interiori capiti nostro impudenter insidere, menti
nempe, et animam ad cogitationes pravas detrahere,
quibuscum nobis colluctandum est et depugnandum, neque eas approbantibus, neque una cum iis
conspirantibus.
LXXX. Eidem
λαθομένους τοῦ ἱεροῦ ἐπαγγέλματός τε καὶ σχήματος, καταλελοιπότας δὲ τὸ ἴδιον ἀσκητήριον, καὶ
ἀπηρυθριασμένως εργολαβοῦντας τὰ ἀλλότρια πρά
γματα, καὶ δοκιμαζομένους διηνεκῶς τοῖς ἔξωθεν
δικαστηρίοις, τὸν ἄφατον ἐπεισφέροντας θόρυβόν τε,
καὶ τάραχον, ὥστε καὶ αὐτοὺς ὑμῶν ἐπὶ τούτοις
καταγελᾷν, καὶ λίαν καταγινώσκειν τους δημοσίους
ἄρχοντας.
ΟΗ'. - ΚΥΡΙΑΚΟ ΜΟΝΑΧΟ.
• Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μετασχηματίσει,
φησί, τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, σύμμορφον
τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ.» Νῦν μὲν γὰρ εὐτελείᾳ,
καὶ ἀτιμίᾳ διαγίνεσθαι τάχα συμβαίνει τὸ ἀνθρώπι
νον σῶμα, ἐπηρεαζόμενόν τε ταῖς τῶν δαιμόνων ἐφ
όδοις, καὶ ταῖς αὐτῆς πολλάκις τῆς ψυχῆς νωχελεία:ς,
μώμοις τισὶ, καὶ σπίλοις περιπίπτον, ἐξανδραποδιζό
μενόν τε ἔσθ' ὅτε, καὶ ἄγαν ταπεινούμενον ὑπὸ τῆς
ἁμαρτίας, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ θνήσκειν, καὶ ἐνταφιά
ζεσθαι, ἐν ἐξουδενώσει, καὶ ἀτιμίᾳ συρόμενον ἐν τῇ
γῇ, καὶ θαπτόμενον ἐν εὐτελείᾳ πολλῇ. • Σπείρεται
γὰρ, φησίν, ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ.· Ἐν δὲ
τῷ καιρῷ τῆς πάντων ἀνθρώπων ἐγέρσεως, τήν τε
φθοράν, καὶ τὴν ταπείνωσιν ἀποτιναξάμενον, ἀνίσταται τὸ σῶμα ἡμῶν κατακεκοσμημένον τῇ Χριστοῦ
τοῦ Σωτῆρος δόξῃ, καὶ μεγαλοπρεπείᾳ, μηκέτι λοιπὸν τραπησόμενον εἰς ἁμαρτίαν, καὶ φθορὰν, μηκέτι
ταπεινωθησόμενον τῇ θνητότητι, καὶ τῇ ματαιότητι,
καὶ ταῖς ταλαιπωρίαις, ἀλλὰ σὺν διαιωνίζοντι, καὶ
[ ἀφθαρσίᾳ ἀπέραντα.
ΟΘ'.
Τῷ αὐτῷ.
• Επεβίβασας ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν.»
Εστι γὰρ ὅτε συγχωρεῖ τοὺς δαίμονας ὁ Θεὸς τῇ
ἔνδον κεφαλῇ ἀναιδῶς ἐπικαθίζειν, τουτέστι τῇ διανοίᾳ, καὶ καθέλκειν τὴν ψυχὴν πρὸς ἀπρεπῆ ἐνθυμή
ματα, οἷς ἡμᾶς ἀναγκαῖον πιστεύειν, καὶ μάχεσθαι,
μὴ συγκατατιθεμένους, μηδὲ συνδιάζοντας.
II'.
Τῷ αὐτῷ.
Οὐ στενοχωρούμεθα ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ ἀγάπῃ, φησὶν
ὁ Ἀπόστολος Κορινθίοις, ὑμεῖς δὲ στενοχωρεῖσθε ἐν
τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν, μὴ βουλόμενοι διὰ πολλῶν
ἀρετῶν πλατυνθῆναι τὴν ψυχὴν, καὶ τὰς θείας ἐλλάμψεις δέξασθαι, καὶ χωρῆσαι. Οθεν ἡμῖν συμβαίνει
Non angustiamur in Dei dilectione ", Corinthiis
Apostolus scribit; vos vero angustiamini in visceribus vestris, nolentes per plures virtutes animam
dilatari, et divinas illuminationes excipere et capere.
llinc vobis contigit, quod in Isaia dicitur, In aliclione adversarii et in angustia mentis, leones, et τὸ ἐν τῷ Ησαΐᾳ εἰρημένον, ὅτι ἐν τῇ θλίψει τοῦ
aspides, et si quæ alia est facultas adversatrix
(his etenim et similibus appellationibus dæmones
innuuntur), divitias asinorum et camelorum portarunt **.**. Asini intelliguntur esse segniores, el voluptuosi, et improbi; cameli ii sunt, qui superbiam atque iracundiam exercent. Divitiis itaque
probarum, et obscenarun, et exlegum cogitatioxum animas hominum dæmones onerantes, in vacuas a virtutibus operationes, et conditiones compellunt. Nihil aulem peccato 157 gravius est:
quapropter et apud divinos illus Patres plumbo
assimilatur.
το Philipp. 111, 21.
90 1 Cor. xv,
γες,
ἐχθροῦ, καὶ ἐν τῇ στενοχωρίᾳ τῆς διανοίας λέοντες,
καὶ ἀσπίδες, καὶ εἴ τις ἄλλη δύναμις ἐναντία, τούτοις
γὰρ καὶ τοῖς τοιούτοις ονόμασι καλοῦνται οἱ δαίμο
τὸν πλοῦτον αὐτῶν ὄνων καὶ τῶν καμήλων
Εφερον· ἔνων μὲν νοουμένων, τῶν νωθεστέρων, καὶ
φιληδόνων, καὶ μοχθηρῶν· καμήλων δὲ τῶν τὴν ὑπερ
ηφάνειαν, καὶ τὴν μνησικακίαν ἐξασκούντων. Τὸν
τοίνυν πλοῦτον τῶν πονηρῶν, καὶ αἰσχρῶν, καὶ ἀν
μων λογισμῶν φορτώσαντες τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώ
πων οἱ δαίμονες, ἐλαύνουσι εἰς τὰς ἐρήμους τῶν
ἀρετῶν πράξεις, καὶ καταστάσεις. Οὐδὲν δ' ὑπάρχει
τῆς ἁμαρτίας βαρύτερον, διὸ καὶ παρὰ τοῖς θεοφόροις
ἀνδράσι μολίβδῳ παρείκασται.
15. 1 Psal. LXV, 12.. " II Cor. vi, 12.
63.94 Isa. xxx,
col. 237–238page 90 of 262
PG 79:237ΠΑ'. Τῷ αὐτῷ. Ἂν ἐκ τοῦ βάθους τῆς καρδίας πρὸς Θεὸν στενάξωμεν, εἰσακούσεται πάντως, καὶ δείξει θαυμάσια τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ποιήσει την κάμηλον πρόβατον· «Αὕτη ο γάρ, φησίν, «ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου, ο Καί τινων ψαλμῶν τίτλοι, «Τοῖς ἀλλοιωθησομένοις, ἐγράφησαν. Ἐὰν τοίνυν σπουδάσεις διὰ τῶν ἀρετῶν ἀρέσαι τῷ Σωτῆρι, ἀποφορτίζει τὸν νοητόν σου ὄνον ἀχθοφοροῦντα τοῖς δαίμοσι, καὶ ἀσαγῆ ποιήσας, ἐπιβαλεῖ σοι τὰ τῶν ἀποστόλων ἱμάτια, τουτέστι τὰ θεῖα παιδεύματά τε καὶ δόγματα, καὶ ἐπικαθεσθεὶς τῷ να σου ὥσπερ τῇ ὄνῳ ποτέ, εἰσέρχεται καὶ νῦν εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν δοξαζόμενος τε, καὶ ἀνευφημούμενος ὑπὸ πάντων ἀγγέλων ἐπὶ τῇ σωτηρία τοῦ ἀλόγου, λογικοῦ γενομένου διὰ φιλ ανθρωπίαν τοῦ Κτίσαντος, μᾶλλον δὲ ἀνακτίσαντο;, ἀλλοιώσαντός τε, καὶ ἀνανεώσαντος διὰ τῆς ἀμε λείας, καὶ τῆς πλάνης ψυχὴν παλαιωθεῖσαν, καὶ παρα τετραμμένην έκουσίως. Τῷ αὐτῷ. ΠΒ'. Δύναταί τις καὶ ἐν σώματι ὢν ὑπάρχειν σὺν τῷ Χριστῷ κατὰ τὸ εἰρημένον ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός.» Πολύ δὲ μᾶλλον ἐκδημήσας τοῦ σαρκίου, καθὼς πάλιν αὐτ τὸς γράφει, ὅτι ο Ἐπιποθῶ ἀναλῦσαι, καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι.» Η γὰρ ψυχή νοητόν τι χρῆμα οὖσα τῶν νοη τῶν ἐφίεται, ὡς ἐμφύσημα θεῖον, καὶ θαυμαστόν τι τυγχάνουσα δημιούργημα· βαρουμένη οὖν τῷ γηΐνῳ σώματι διὰ τὴν θνητότητα, εἰκότως νῦν ἐπιθυμεῖ δια λυθῆναι, εἰλικρινῶ;, καὶ ἀμερίμνω;, καὶ ἀφόβως θανάτου συνεῖναι τῷ Δεσπότῃ, ἀναλύσασα ἀπὸ τοῦ θνη τοῦ, ἐπὶ τὸ ἀθάνατόν τε, καὶ ἄτρεπτον. Μετὰ δὲ τὴν νῦν λύσιν, ἐν τῇ ἀναστάσει, ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον τὸ ἴδιον σῶμα ἀπολαβοῦσα ζωοποιηθὲν τῷ ἁγίῳ Πνεύ ματι, συνδιαιωνίζει λοιπὸν τῇ ἀλύτῳ εὐφροσύνῃ, καὶ τῇ μακαριότητι, καὶ τῇ ἀναμαρτησία. Δεῖ γὰρ ἀπο καταστῆναι σε ἐπὶ τὴν καθαρὴν φύσιν, ἤτοι θείαν, καὶ ἀγήρω, ἄλυπόν τε, καὶ πάσης φροντίδος ἀπηλλαγμένην κατάστασιν. ΠΓ. Τῷ αὐτῷ. Εισί τινες καταστάσεις, καὶ ἔξεις ἐν ἀνθρώποις καθαραί, ὥστε τὸν μὲν ἡλίου ἐπέχειν τόπον, τὸν δὲ σελήνης, τὸν δὲ ἀστέρος· καὶ ἴδοις ἄν τινα ἄνθρωπον ὑπὲρ τὸν Σολομώντα πολλάκις δεδοξασμένον τῇ ἄνω δεν φρονήσει, ὕστερον δὲ διὰ τοῦ ἀπονυστάξαι, καὶ χαυνωθῆναι τῆς προσοχῆς, ἐγκαταλειφθέντα ὑπὸ Θεοῦ, καὶ ἀποδυσάμενον τήν τε εὐλάβειαν, καὶ τὸν φόβον τοῦ Κρείττονος, καὶ καταπεπτωκότα εἰς ἀπέ Γειαν, καὶ ἁμαρτίας μεγάλας, ὥστε δύνασθαί σε λέγειν, ὅτι διετράπη ὁ ἥλιος πεσὼν παρ' ἐλπίδα εἰς ἀθεμιτουργίας. Γίνεται γὰρ τοιαῦτα πολλάκις, καὶ τοῖς σπουδαίοις ὕστερόν ποτε διὰ τῆς ἀμελείας γε γυμνωμένοις τῆς φρουρᾶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀναβαίνοντος τοῦ Ναβουχοδονόσορ ἐπ' αὐτοὺς ἐν που λέμῳ, καὶ τὴν μὲν πόλιν ῥηγνύντος διὰ μηχανημάτ των σατανικῶν, τὸν δὲ βασιλέα, τὸν νοῦν φημι, ἐκ
ΠΑ'.
EPISTOLARUM LIB. II.
LXXXI. Fidem.
Si ex profundo cordis ad Deum ingemuerimus,
omnino exaudiet, et ostendet mirabilia filiis hominum, et faciet camelum oven: • Haec» cnim, ait,
est mutatio dexteræ Excelsi". Et nonnulli
psalmorum tituli, ciis qui immutantur, scripti sunt.
Quapropter si incumbes per virtutes Salvatori placere, intellectualem tuum asinum onus dæmonibus
portantem exonerat, et clitella excussa, imponet
tibi vestimenta apostolorum, hoc est divinas disciplinas et dogmata, et assidens menti tua', quemadmodum aliquando asino”, introit et nunc in sanctam civitatem glorificatus, laudibusque celebratus
ab omnibus angelis pro salute rationis expertis,
quod rationis compos factum est per humanitatem
Τῷ αὐτῷ.
Ἂν ἐκ τοῦ βάθους τῆς καρδίας πρὸς Θεὸν στενάξωμεν, εἰσακούσεται πάντως, καὶ δείξει θαυμάσια
τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ποιήσει την κάμηλον
πρόβατον· «Αὕτη ο γάρ, φησίν, «ἡ ἀλλοίωσις τῆς
δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου, ο Καί τινων ψαλμῶν τίτλοι, «Τοῖς
ἀλλοιωθησομένοις, ἐγράφησαν. Ἐὰν τοίνυν σπουδά·
σεις διὰ τῶν ἀρετῶν ἀρέσαι τῷ Σωτῆρι, ἀποφορτίζει
τὸν νοητόν σου ὄνον ἀχθοφοροῦντα τοῖς δαίμοσι, καὶ
ἀσαγῆ ποιήσας, ἐπιβαλεῖ σοι τὰ τῶν ἀποστόλων
ἱμάτια, τουτέστι τὰ θεῖα παιδεύματά τε καὶ δόγματα,
καὶ ἐπικαθεσθεὶς τῷ να σου ὥσπερ τῇ ὄνῳ ποτέ,
εἰσέρχεται καὶ νῦν εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν δοξαζόμενος
τε, καὶ ἀνευφημούμενος ὑπὸ πάντων ἀγγέλων ἐπὶ τῇ
σωτηρία τοῦ ἀλόγου, λογικοῦ γενομένου διὰ φιλανθρωπίαν τοῦ Κτίσαντος, μᾶλλον δὲ ἀνακτίσαντο;, 13 Creatoris, imo renovatoris, qui immutavit, et refe
ἀλλοιώσαντός τε, καὶ ἀνανεώσαντος διὰ τῆς ἀμε
λείας, καὶ τῆς πλάνης ψυχὴν παλαιωθεῖσαν, καὶ παρατετραμμένην έκουσίως.
Τῷ αὐτῷ.
ΠΒ'.
Δύναταί τις καὶ ἐν σώματι ὢν ὑπάρχειν σὺν τῷ
Χριστῷ κατὰ τὸ εἰρημένον ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου
• Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός.» Πολύ
δὲ μᾶλλον ἐκδημήσας τοῦ σαρκίου, καθὼς πάλιν αὐτ
τὸς γράφει, ὅτι ο Ἐπιποθῶ ἀναλῦσαι, καὶ σὺν Χριστῷ
εἶναι.» Η γὰρ ψυχή νοητόν τι χρῆμα οὖσα τῶν νοητῶν ἐφίεται, ὡς ἐμφύσημα θεῖον, καὶ θαυμαστόν τι
τυγχάνουσα δημιούργημα· βαρουμένη οὖν τῷ γηΐνῳ
σώματι διὰ τὴν θνητότητα, εἰκότως νῦν ἐπιθυμεῖ διαλυθῆναι, εἰλικρινῶ;, καὶ ἀμερίμνω;, καὶ ἀφόβως
θανάτου συνεῖναι τῷ Δεσπότῃ, ἀναλύσασα ἀπὸ τοῦ θνητοῦ, ἐπὶ τὸ ἀθάνατόν τε, καὶ ἄτρεπτον. Μετὰ δὲ τὴν νῦν
λύσιν, ἐν τῇ ἀναστάσει, ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον τὸ
ἴδιον σῶμα ἀπολαβοῦσα ζωοποιηθὲν τῷ ἁγίῳ Πνεύ
ματι, συνδιαιωνίζει λοιπὸν τῇ ἀλύτῳ εὐφροσύνῃ, καὶ
τῇ μακαριότητι, καὶ τῇ ἀναμαρτησία. Δεῖ γὰρ ἀποκαταστῆναι σε ἐπὶ τὴν καθαρὴν φύσιν, ἤτοι θείαν,
καὶ ἀγήρω, ἄλυπόν τε, καὶ πάσης φροντίδος ἀπηλλα
γμένην κατάστασιν.
ΠΓ.
Τῷ αὐτῷ.
cit propter negligentiam et errorem animam inveteratam, et sponte distortam atque deflexam.
LXXXII. Eidem.
Potest quisquam unus, licet in corpore sit, esse cum
Christo, ut tradidit Apostolus: ‹Vivo, jam non ego,
vivit vero in me Christus "., Sed magis magisque,
si ex corpusculo excesserit, ut rursus idem scribit:
• Cupio dissolvi, et esse cum Christo "., Anima enim
cum intellectuale quid sit, intellectualia quoque appetit, tanquam quæ spiraculum divinum, et admirabilis
quædam creatura sit. Prægravata] 58 itaque terrestri
corpore propter mortalitatem, jure merito nunc
concupiscit per mortem dissolvi, et sincere, et secure, et intrepide una cum Domino esse, a mortali
hoc in immortale et immutabile resoluta. Post hanc
vero solutionem, in resurrectione incorruptum,
alque immortale proprium corpus recipiens Spiritu
sancto vivificatum una simul in posterum cum
insolubili lætitia, et beatitate, et inculpata innocentia, quæ amitti non potest, perennat. Reducendus enim es ad puram, vel divinam, et nunquam
senescentem naturam, necnon ab omni tristitia et
cura immunem ac vacuam conditionem.
Eidem.
Sunt quædam conditiones et habitus inter homines puri, adeo ut hic quidem locum teneat solis,
alius lunæ, alius stellæ. Et videbis sane nonnemiΕισί τινες καταστάσεις, καὶ ἔξεις ἐν ἀνθρώποις
καθαραί, ὥστε τὸν μὲν ἡλίου ἐπέχειν τόπον, τὸν δὲ
σελήνης, τὸν δὲ ἀστέρος· καὶ ἴδοις ἄν τινα ἄνθρωπον
ὑπὲρ τὸν Σολομώντα πολλάκις δεδοξασμένον τῇ ἄνω- nem Salomone ipso sæpenumero superna prudentia
δεν φρονήσει, ὕστερον δὲ διὰ τοῦ ἀπονυστάξαι, καὶ
χαυνωθῆναι τῆς προσοχῆς, ἐγκαταλειφθέντα ὑπὸ
Θεοῦ, καὶ ἀποδυσάμενον τήν τε εὐλάβειαν, καὶ τὸν
φόβον τοῦ Κρείττονος, καὶ καταπεπτωκότα εἰς ἀπέΓειαν, καὶ ἁμαρτίας μεγάλας, ὥστε δύνασθαί σε
λέγειν, ὅτι διετράπη ὁ ἥλιος πεσὼν παρ' ἐλπίδα εἰς
ἀθεμιτουργίας. Γίνεται γὰρ τοιαῦτα πολλάκις, καὶ
τοῖς σπουδαίοις ὕστερόν ποτε διὰ τῆς ἀμελείας γεγυμνωμένοις τῆς φρουρᾶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
ἀναβαίνοντος τοῦ Ναβουχοδονόσορ ἐπ' αὐτοὺς ἐν που
λέμῳ, καὶ τὴν μὲν πόλιν ῥηγνύντος διὰ μηχανημάτ
των σατανικῶν, τὸν δὲ βασιλέα, τὸν νοῦν φημι, ἐκ
95 Psal. LXXVI, 11. 96 Psal. LIX, LXVIII, LXXIX.
gloriosiorem postmodum, quod dormitarit, et a
contentione illa quidquam demiserit, derelictum a
Deo, et pietate, et Domini metu spoliatum, in impietatem et ingentia scelera prolapsum; ut possis
dicere Conversus est sol, præter exspectationemi
in nefandas iniquitates delapsus. Eveniunt namque
sæpissime similia, etiam virtuti addictissimis,
posthac propter negligentiam custodia sancti Spiritus denudatis, ascendente ad ipsos Nabuchodonosore, et bellum inferente, et urbem quidem machiuis satanicis disjiciente, regem auten, mentem,
inquam, quemadmodum Sedechiam, excæcante, et
97 Matth. XXI, 7. 98 Galat. 11, 20. g
Philipp. 1, 25.
col. 239–240page 91 of 262
PG 79:239τυφλοῦντος ὥσπερ τὸν Σεδεκίαν, καὶ παῖδας δεσμοῦν κράτωρ.» Γεγράφηκα δὲ ταῦτα, ὡς πρὸς τὰ ἐμφερόμενα τῇ ἐπιστολῇ σου ὑπερέχων ἀπόκρισιν. τος, καὶ εἰς Βαβυλῶνα τὴν ἀλληγορουμένην ἀπάγοντος, τὰ δὲ ἅγια Δαυΐδ, καὶ Σολομῶντος, καὶ τῶν ἑξῆς βασιλέων, λαμβάνοντος, τὰ ἐν τοῖς θησαυροῖς τῆς καρδίας, καὶ τὰ ἑξῆς, τὰ πολλοῖς χρόνοις μετὰ και μάτου, καὶ σπουδῆς πορισθέντα, καὶ συγκομισθέντα, καὶ κατασκευασθέντα, ἐμπυρίζοντος τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, καὶ παρασκευάζοντος ὑπὸ βεβήλων πατεῖσθαι ποδῶν. Καὶ ἤκουσα τοῦ Ψαλμῳδοῦ διὰ τοῦτο βοῶντος ἐν ὀδυρμοῖς· «Ελέησόν με, ο ὅτι πολλοὶ οἱ πολε μουντές με ἀπὸ ὕψους δαίμονες, καὶ καταπατοῦντές με ὅλην τὴν ἡμέραν, διότι ἐπεβίβασας τοὺς ἐχθρούς μου ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου· καὶ τοῦ Ἱερεμίου θρη νοῦντος, ὅτι Αρχουσα πρώην διὰ κατορθωμάτων ψυχή, νῦν νόμῳ πολέμου ληφθεῖσα, ἐγενήθη εἰς φόρον, τῷ β διαβόλῳ λειτουργοῦσα ἐν τοῖς ἁμαρτήμασι. Πλὴν ὅτι ὁ τοῖς τοιούτοις κακοῖς περιπεπτωκώς, ἐὰν μὴ ἀπὸ μικροψυχίας ἀπευδοκήσῃ εἰς τέλος, ἀλλὰ μετ ταμεληθεὶς ἐπιστρέψῃ πρὸς Κύριον, καὶ νεαροποιήσῃ τὰς ἀρχαίας ἐμφιλοσόφους πράξεις, επανέρχεται πάλιν πρὸς αὐτὸν ἡ Δεσποτικὴ χάρις, καὶ φράσει καὶ περὶ τούτου τὸ προφητικὸν λόγιον, ὅτι 'Αναστρέψω, καὶ ἀνοικοδομήσω την σκηνήν Δαυίδ τὴν πεπτωκυῖαν, καὶ τὰ κατεσκαμμένα αὐτῆς κατορθώματα, καὶ θεῖα δωρήματα, καὶ γνῶσιν τὴν ἐσωτέραν, καὶ ἀνορθώσω, καὶ ἀνοικοδομήσω· ι Καὶ ἔσται ἡ δόξα ἡ ἐσχάτη ὑπὲρ τὴν πρώτην, λέγει Κύριος παντο ΠΔ'. — ΟΝΗΣΙΜΟ ΜΟΝΑΧΟ. Εἰ ὅλως τῷ Θεῷ νομίζει ὁ κατὰ τὸ παρὸν πλού σιος, προκομίζειν τὴν χάριν τῆς εἰς σὲ φιλοτιμίας, οὗτος μᾶλλον χρεωστεί παρακαλεῖν σε, καὶ ἐκε τεύειν πρὸς τὸ λαβεῖν θελῆσαι, οὐ γὰρ δὴ παρὰ σοῦ ἀναμένειν δέησιν. Οθεν γνοὺς τὴν τοῦ ἀν δρὸς βλακείαν, μηδὲ λόγου ἀξιώσεις τὸν κορυβαντιῶντα. ΠΕ'. — ΦΑΥΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τὸ τρίχινον φόρεμα δεῖται πάντως φρονήματος ταπεινοῦ· τοῖς γὰρ δικαίοις μᾶλλον πεπόθηται ἡ ταπεινοφροσύνη, μιμουμένοις τὸν ἑαυτῶν Δεσπότην. Εἰ δὲ ἀλαζονεύῃ, καὶ μάχῃ καθ᾿ ἑκάστην, καὶ τύο πτεις τινὰς, καὶ τοὺς φρενητιῶντας ἀπομιμῇ, τίνος χάριν καὶ τὸ τρίχινον φορεῖς; Ασύμβατον γὰρ ἔνδυμα τῇ γνώμῃ· ὁ δὲ μονήρης βίος τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην φιλοκαλεῖν ὀφείλει, οὐχ ὑπό κρισιν, καὶ σκηνὴν, καὶ προσωπεῖον τῆς ἀληθείας, καὶ τῆς δικαιοσύνης. Τῷ αὐτῷ. «Παράτεινον, φησὶν, τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί σε.» Οἱ γὰρ γνώσει ἁμαρτάνοντες κατά σε, χαλε πωτέρας τεύξονται κολάσεως. Μεγαλυνθῆναι τοίνι ν, καὶ ἐκταθῆναι ἄγαν τὸν ἔλεον πρεσβεύου. ΠΖ'. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Τὴν ἀφεγγή νύκτα τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, ταῖς τῶν μυρίων ἀνδραγαθημάτων σου ἀκτῖσι καταυγάζων, πῶς τὴν τῶν ἐπουρανίων ἀγγέλων καταλόγοις μὴ συναριθμηθείης, ἁμιλλόμενος ταῖς ἀφθάρτοις ἐκεί
filios compedibus alligante, et in Babylonem sub τυφλοῦντος ὥσπερ τὸν Σεδεκίαν, καὶ παῖδας δεσμοῦνallegoria expressam 159 abducente: sancta vero
David, ct Salomonis, et posterorum regum diripiente, quæ in thesauris cordis, et reliqua multis
temporibus, impensoque labore et studio comparata, et conducta, et concinnata; templum Dei invadente efficienteque, ut a profanis pedibus conculcetur 1¸Audivique Psalmodum propterea clamantem
in fletibus: Miserere mei, quod multi oppugnant me ab excelso dæmones, et conculcantes me
per totam diem. Quoniam ascendere fecisti inimicos meos super caput meum. Et Jeremiam lugentem: Dominans antea per bene gesta anima, nunc
jure belli capta facta est sub tributo*, diabolo
serviens in peccatis. Nihilominus qui in bæc mala
incidit, si ob pusillum animum ad finem usque sese
non deseruerit, sed poenitentia ductus ad Dominum
fuerit conversus, et rursum veteres ac vere philosoplicas actiones de novo perfecerit: denuo ad ipsum
Domini gratia regreditur, dicetque de hoc quoque
propheticum eloquium: Revertar, et reædificabo
tabernaculum David, quod ceciderat et confossas
ipsius res præclare gestas, et divinas largitiones,
et interiorem cognitionem, et dirigan, et exstruam:
• Et erit novissima gloria plusquam prima, dicit
Dominus omnipotens 6. › Hæc vero scripsi ad ea
quæ in epistola tua continebantur, respondentia.
κράτωρ.» Γεγράφηκα δὲ ταῦτα, ὡς πρὸς τὰ ἐμφερόμενα τῇ ἐπιστολῇ σου ὑπερέχων ἀπόκρισιν.
τος, καὶ εἰς Βαβυλῶνα τὴν ἀλληγορουμένην ἀπάγον
τος, τὰ δὲ ἅγια Δαυΐδ, καὶ Σολομῶντος, καὶ τῶν ἑξῆς
βασιλέων, λαμβάνοντος, τὰ ἐν τοῖς θησαυροῖς τῆς
καρδίας, καὶ τὰ ἑξῆς, τὰ πολλοῖς χρόνοις μετὰ και
μάτου, καὶ σπουδῆς πορισθέντα, καὶ συγκομισθέντα,
καὶ κατασκευασθέντα, ἐμπυρίζοντος τὸν ναὸν τοῦ
Κυρίου, καὶ παρασκευάζοντος ὑπὸ βεβήλων πατεῖσθαι
ποδῶν. Καὶ ἤκουσα τοῦ Ψαλμῳδοῦ διὰ τοῦτο βοῶντος
ἐν ὀδυρμοῖς· «Ελέησόν με, ο ὅτι πολλοὶ οἱ πολεμουντές με ἀπὸ ὕψους δαίμονες, καὶ καταπατοῦντές
με ὅλην τὴν ἡμέραν, διότι ἐπεβίβασας τοὺς ἐχθρούς
μου ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου· καὶ τοῦ Ἱερεμίου θρη
νοῦντος, ὅτι Αρχουσα πρώην διὰ κατορθωμάτων ψυχή,
νῦν νόμῳ πολέμου ληφθεῖσα, ἐγενήθη εἰς φόρον, τῷ
β διαβόλῳ λειτουργοῦσα ἐν τοῖς ἁμαρτήμασι. Πλὴν
ὅτι ὁ τοῖς τοιούτοις κακοῖς περιπεπτωκώς, ἐὰν μὴ
ἀπὸ μικροψυχίας ἀπευδοκήσῃ εἰς τέλος, ἀλλὰ μετ
ταμεληθεὶς ἐπιστρέψῃ πρὸς Κύριον, καὶ νεαροποιήσῃ
τὰς ἀρχαίας ἐμφιλοσόφους πράξεις, επανέρχεται
πάλιν πρὸς αὐτὸν ἡ Δεσποτικὴ χάρις, καὶ φράσει καὶ
περὶ τούτου τὸ προφητικὸν λόγιον, ὅτι 'Αναστρέψω,
καὶ ἀνοικοδομήσω την σκηνήν Δαυίδ τὴν πεπτω
κυῖαν, καὶ τὰ κατεσκαμμένα αὐτῆς κατορθώματα,
καὶ θεῖα δωρήματα, καὶ γνῶσιν τὴν ἐσωτέραν, καὶ
ἀνορθώσω, καὶ ἀνοικοδομήσω· ι Καὶ ἔσται ἡ δόξα
ἡ ἐσχάτη ὑπὲρ τὴν πρώτην, λέγει Κύριος παντο
LXXXIV. ONESIMO MONACHO.
Si prorsus Dco existimet, qui in præsentia dives
est, erga te liberalitatis gratiam offerre, nullo c
magis hic exhortari te debet, atque 160 deprecari,
ut digneris accipere: neque enim a te exspectandum est, ut roges. Verum hominis jactantia cognita,
ne illum, Corybantum more delirantem, sermone
digneris.
LXXXV. FAUSTO MONACHO.
ΠΔ'. — ΟΝΗΣΙΜΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Εἰ ὅλως τῷ Θεῷ νομίζει ὁ κατὰ τὸ παρὸν πλού
σιος, προκομίζειν τὴν χάριν τῆς εἰς σὲ φιλοτιμίας,
οὗτος μᾶλλον χρεωστεί παρακαλεῖν σε, καὶ ἐκετεύειν πρὸς τὸ λαβεῖν θελῆσαι, οὐ γὰρ δὴ παρὰ
σοῦ ἀναμένειν δέησιν. Οθεν γνοὺς τὴν τοῦ ἀν
δρὸς βλακείαν, μηδὲ λόγου ἀξιώσεις τὸν κορυβαντιῶντα.
ΠΕ'. — ΦΑΥΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Τὸ τρίχινον φόρεμα δεῖται πάντως φρονήματος
ταπεινοῦ· τοῖς γὰρ δικαίοις μᾶλλον πεπόθηται ἡ
ταπεινοφροσύνη, μιμουμένοις τὸν ἑαυτῶν Δεσπότην.
Εἰ δὲ ἀλαζονεύῃ, καὶ μάχῃ καθ᾿ ἑκάστην, καὶ τύο
πτεις τινὰς, καὶ τοὺς φρενητιῶντας ἀπομιμῇ, τίνος
χάριν καὶ τὸ τρίχινον φορεῖς; Ασύμβατον γὰρ
ἔνδυμα τῇ γνώμῃ· ὁ δὲ μονήρης βίος τὴν ἀλήθειαν
καὶ τὴν δικαιοσύνην φιλοκαλεῖν ὀφείλει, οὐχ ὑπόVestis ex pilis et lacera, omnino pusillæ ac humilis indiget cogitationis: justi enim proprii æmulatione Domini magis exoptant humilitatem. Verumtamen si tu insolescis, et altercaris quotidie, et
alios cædis verberibus, et mente captos ac furentes
imitaris: quam ob causam ex pilis indumentum
contextum gestas, opinioni ac fini tuo adversans?
ferum solitaria vita veritatem et justitiam amplecti
lebet, non histrioniam, et scenam, et larvam veri- κρισιν, καὶ σκηνὴν, καὶ προσωπεῖον τῆς ἀληθείας,
atis et justitiæ.
LXXXVI. - Eidem.
• Ostende, ait, misericordiam tuam cognoscentius te '.» Qui enim, ut tu, cognitione delinquunt,
ravioribus pœnis multabuntur. Augescere itaque,
extendique magis ac magis misericordiam exora.
EXXXVII.
ALEXANDRO ARCHIMANDRITÆ.
Noctem unem humanæ vitæ innumerorum
præcelare gestorum facinorum radiis collustrans,
quomodo in cœlestium angelorum albo non enitueris, cum incorruptibilibus illis 161 virtutibus
1+2 ]V Reg. xxv, 1 seqq. Psal. LV,
καὶ τῆς δικαιοσύνης.
NG'.
Τῷ αὐτῷ.
«Παράτεινον, φησὶν, τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί
σε.» Οἱ γὰρ γνώσει ἁμαρτάνοντες κατά σε, χαλεπωτέρας τεύξονται κολάσεως. Μεγαλυνθῆναι τοίνι ν,
καὶ ἐκταθῆναι ἄγαν τὸν ἔλεον πρεσβεύου.
ΠΖ'.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ.
Τὴν ἀφεγγή νύκτα τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, ταῖς τῶν
μυρίων ἀνδραγαθημάτων σου ἀκτῖσι καταυγάζων,
πῶς τὴν τῶν ἐπουρανίων ἀγγέλων καταλόγοις μὴ
συναριθμηθείης, ἁμιλλόμενος ταῖς ἀφθάρτοις ἐκεί11.
1. • Thren. 1, 1.
5 Amos ix, 11. Agg. 11, 10. ' Pɛa!.xxxv,
col. 241–242page 92 of 262
PG 79:241ναις δυνάμεσι, τὸ φθαρτόν τοῦτο, καὶ εὐτελὲς, και Λ θνητὸν περικείμενος σκηνος; ΠΗ'. — ΦΡΟΝΤΩΝΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Ἐπαινώ σου τὰ ῥόδα τῶν θεοφίλων λόγων, καν τὰς μικρὰς ἀκάνθας τῶν εὐκαίρων ἐλέγχων παρέπη ξας, ὑπερεθίζων ἡμῶν, ὡς ἄν τις εἴποι, καὶ παρα κνίζων, τὸν πρὸς τὴν σὴν ὁσίαν, καὶ ἀειφεγγή ψυχήν, ἄσβεστον, καὶ ἀμάραντον ἔρωτα. ΙΘ'. — ΑΡΣΙΝΩ ΜΟΝΑΧΟ, Οταν ποτὲ δυνηθῇς ἐκριζῶσαι πάντα τὰ ὀλέθρια, και μανιώδη πάθη, τηνικαῦτα σαυτὸν ἐπίδος τῇ θεωρίᾳ τῶν ὑψηλῶν νοημάτων. Εἰ δὲ πρὸ τοῦ κατ αγωνίσασθαι τοὺς πολεμίους δαίμονας, τολμήσειας διαβιασάμενος ἀναβῆναι εἰς τὸ ὄρος παρὰ τὸ δοκοῦν τῷ θείῳ βουλήματι, οὐ τεύξῃ βοηθείας, καὶ συμ μαχίας Θεοῦ, καὶ τρώσουσιν σε οἱ ἐχθροὶ καθάπερ αἱ μέλισσαι. κ'. - Τῷ αὐτῷ. *Αλλοι καθεκάστην τοῖς πόνοις τὴν καρδίαν δαμά ζουσι, καὶ ἐκτήκειν τῇ ἐγκρατεία σπουδάζουσι. Σ δὲ τῇ πολυτροφίᾳ, καὶ ταῖς οινοφλυγίαις κατὰ σαρ κῶν ἑαυτῶν ῥαγῆναι κινδυνεύεις. ΚΑ'. - ΑΜΦΙΛΟΧΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τί πτοῇ, ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς βλασφημίας κεντούμενος; Μνήσθητι ὅτι χρισθεὶς ὁ μακάριος Δαυΐδ τῷ μυστικῷ ἐλαίῳ, εὐθὺς τὸν Σαούλ, καὶ ἐπίσ βουλον ηὗρεν. ΙΒ'. - Τῷ αὐτῷ ᾿Αλλὰ καὶ σὺ ἀοράτως ἐχρίσθης, προσελθὼν τῷ σχήματι τῷ σεμνῷ. Χρίσμα ἐγὼ θεῖον καλῶ τὴν ἐπελθοῦσάν σοι χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ΑΓ'. - ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Αναγκαῖον καὶ ἡμᾶς μιμουμένους τὸν ᾿Αβραὰμ, τὴν τῶν ἀκροθινίων δεκάτην προσφέρειν τῷ Κυρίῳ αὕτη δ' ἂν εἴη τῶν δέκα ἐντολῶν ἡ ὑπερανέχουσα, ἀφ' ἧς ὁ νόμος κρέμεται, καὶ οἱ προφῆται· τουτο ἐστι τὸ ἀγαπῆσαι τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης ψυχῆς, καὶ ἐξ ὅλης δυνάμεως.» Πλήρωμα γὰρ νόμου τὴν ἀγάπην ὁρίζεται ὁ θεῖος Απόστολος. ΗΔ'. ΔΡΑΚΟΝΤΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τὴν μὲν τῶν νοητῶν Αἰγυπτίων ὄπισθεν διώκουσαν στρατιάν κατοπτεύεις, καὶ τὴν θάλασσαν ἔμε προσθεν ἀφροφόρων καὶ παμμιάρων παθῶν, τὸν δὲ Θεὸν ὑπερασπίζοντά σου, καὶ ἀοράτῳ χειρὶ, καὶ βραχίονι ὑψηλῷ τοὺς ἐχθροὺς ἀμυνόμενον, καὶ ἐξ αιρούμενόν σε οὐκ ἐνθυμῇ. ΚΛΕΟΒΟΥΛΟ ΜΟΝΑΧΟ. Καὶ ἔθου τόξον χαλκοῦν τοὺς βραχίονάς μου, ο οὐχὶ τόξον κήρινον, ὑπείκον, καὶ ὑπενδίδον τοῖς δαί μοσι, καὶ τοῖς πάθεσιν, εὐθέως ἀπὸ πρώτης συμβο γῆς κλώμενον ἐν πολέμῳ, ἀλλὰ τόξον χαλκοῦν. Χρὴ γὰρ στερρὰ καὶ ἀνέκδοτα κτήσασθαι παρὰ Κυρίου ὅπλα πολλοῖς πολέμοις τῶν ἐναντίων ἀντιπαρατάξασθαι, καὶ διαρκέσαι δυνάμενα.
EPISTOLARUM LIB. II.
ναις δυνάμεσι, τὸ φθαρτόν τοῦτο, καὶ εὐτελὲς, και Λ contendens, licet corruptibili hoc, et vili, et mo
θνητὸν περικείμενος σκηνος;
ΠΗ'. — ΦΡΟΝΤΩΝΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ.
Ἐπαινώ σου τὰ ῥόδα τῶν θεοφίλων λόγων, καν
τὰς μικρὰς ἀκάνθας τῶν εὐκαίρων ἐλέγχων παρέπηξας, ὑπερεθίζων ἡμῶν, ὡς ἄν τις εἴποι, καὶ παρακνίζων, τὸν πρὸς τὴν σὴν ὁσίαν, καὶ ἀειφεγγή ψυχήν,
ἄσβεστον, καὶ ἀμάραντον ἔρωτα.
ΙΘ'. — ΑΡΣΙΝΩ ΜΟΝΑΧΟ,
Οταν ποτὲ δυνηθῇς ἐκριζῶσαι πάντα τὰ ὀλέθρια,
και μανιώδη πάθη, τηνικαῦτα σαυτὸν ἐπίδος τῇ
θεωρίᾳ τῶν ὑψηλῶν νοημάτων. Εἰ δὲ πρὸ τοῦ κατ·
αγωνίσασθαι τοὺς πολεμίους δαίμονας, τολμήσειας
διαβιασάμενος ἀναβῆναι εἰς τὸ ὄρος παρὰ τὸ δοκοῦν
τῷ θείῳ βουλήματι, οὐ τεύξῃ βοηθείας, καὶ συμμαχίας Θεοῦ, καὶ τρώσουσιν σε οἱ ἐχθροὶ καθάπερ
αἱ μέλισσαι.
κ'. - Τῷ αὐτῷ.
*Αλλοι καθεκάστην τοῖς πόνοις τὴν καρδίαν δαμά
ζουσι, καὶ ἐκτήκειν τῇ ἐγκρατεία σπουδάζουσι. Σ
δὲ τῇ πολυτροφίᾳ, καὶ ταῖς οινοφλυγίαις κατὰ σαρ
κῶν ἑαυτῶν ῥαγῆναι κινδυνεύεις.
ΚΑ'. - ΑΜΦΙΛΟΧΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Τί πτοῇ, ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς βλασφημίας
κεντούμενος; Μνήσθητι ὅτι χρισθεὶς ὁ μακάριος
Δαυΐδ τῷ μυστικῷ ἐλαίῳ, εὐθὺς τὸν Σαούλ, καὶ ἐπίσ
βουλον ηὗρεν.
ΙΒ'. - Τῷ αὐτῷ
4B'.
᾿Αλλὰ καὶ σὺ ἀοράτως ἐχρίσθης, προσελθὼν τῷ
σχήματι τῷ σεμνῷ. Χρίσμα ἐγὼ θεῖον καλῶ τὴν
ἐπελθοῦσάν σοι χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
ΑΓ'. - ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Αναγκαῖον καὶ ἡμᾶς μιμουμένους τὸν ᾿Αβραὰμ,
τὴν τῶν ἀκροθινίων δεκάτην προσφέρειν τῷ Κυρίῳ
αὕτη δ' ἂν εἴη τῶν δέκα ἐντολῶν ἡ ὑπερανέχουσα,
• ἀφ' ἧς ὁ νόμος κρέμεται, καὶ οἱ προφῆται· τουτο
ἐστι τὸ ἀγαπῆσαι τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης ψυχῆς, καὶ ἐξ
ὅλης δυνάμεως.» Πλήρωμα γὰρ νόμου τὴν ἀγάπην
ὁρίζεται ὁ θεῖος Απόστολος.
ΗΔ'. ΔΡΑΚΟΝΤΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Τὴν μὲν τῶν νοητῶν Αἰγυπτίων ὄπισθεν διώκου
σαν στρατιάν κατοπτεύεις, καὶ τὴν θάλασσαν ἔμε
tali corpore circumvestiaris?
LXXXVIII. FRONTONI ARCHIMANDRITÆ.
Sermonum tuorum Deo gratorum rosas laudo,
licet peropportunarum redargutionum parvas spinas infigas, exstimulans nostrum, ut quispiam
diceret, atque vellicans, erga tuam sanctam et
nunquam lumine vacuam animam, inexstinctum et
non marcescentem amorem.
LXXXIX. ARSINO MONACHO.
Cum temporis potueris universas noxias et fu
riosas perturbationes exstirpare, tunc demum temetipsum sublimium considerationum speculatio:i
dede. Si vero ante adversarios dæmones debellatos
ausus fueris per vim in montem ascendere, præter
id quod divina voluntati collubitum est, auxilium
et præsidium Dei non invenies: et sauciabunt te
hostes quemadmodum apes.
XC. Eidem.
Laboribus quotidie cor alii perdomant, et contimentiæ studio se macerant: tu autem abundantiori
effusiorique victu et ebrietatibus corpus impinguans, disrumpi periclitaris.
162 XCI. AMPHILOCHIO MONACHO.
Quid tremis animo, dum a blasphemiæ spiritu
pungeris? Recordare quod beatus David mystico
oleo perunctus confestim Saulem et insidiatorem
iuvenit.
XCII. - Eidem.
Sed et tu quoque invisibiliter unctus es, cum ad
venerandum habitum accessisti. Ego porro unctionem divinam voco, advenientem tibi gratiam Spiritus sancti.
XCIII. DIONYSIO MONACHO.
Necesse est nos æmulantes Abraham spoliorum
decimam Domino offerre', quæ fuerit primum inter decem præcepta locum occupans, ex qua lex
pendet, et prophete: Diligere nempe Deum ex toto
corde, et ex totis viribus s. Complementum enim
legis divinus Apostolus dilectionem esse definit ".
XCIV.. DRACONTIO MONACHO.
Intellectualium Ægyptiorum retro te persequentem exercitum intueris, et ante mare spumescenπροσθεν ἀφροφόρων καὶ παμμιάρων παθῶν, τὸν δὲ lium exsecrandarumque perturbationum Deum
Θεὸν ὑπερασπίζοντά σου, καὶ ἀοράτῳ χειρὶ, καὶ
βραχίονι ὑψηλῷ τοὺς ἐχθροὺς ἀμυνόμενον, καὶ ἐξαιρούμενόν σε οὐκ ἐνθυμῇ.
LE'. — ΚΛΕΟΒΟΥΛΟ ΜΟΝΑΧΟ.
• Καὶ ἔθου τόξον χαλκοῦν τοὺς βραχίονάς μου, ο
οὐχὶ τόξον κήρινον, ὑπείκον, καὶ ὑπενδίδον τοῖς δαίμοσι, καὶ τοῖς πάθεσιν, εὐθέως ἀπὸ πρώτης συμβογῆς κλώμενον ἐν πολέμῳ, ἀλλὰ τόξον χαλκοῦν. Χρὴ
γὰρ στερρὰ καὶ ἀνέκδοτα κτήσασθαι παρὰ Κυρίου
ὅπλα πολλοῖς πολέμοις τῶν ἐναντίων ἀντιπαρατά
ξασθαι, καὶ διαρκέσαι δυνάμενα.
autem propugnantem, et invisibili manu, et brachio
excelso hostes ulciscentem, et liberantem te, tibi
animo non repræsentas.
163 XCV. CLEOBULO MONACHO.
● Et posuisti sagittam æream brachia mea:,
non sagittam ceream cedentem, ac vires demonibus submittentem, et perturbationibus, quæ statime in ipso primo impetu inter pugnandum frangatur; sed sagittam æream. Namque a Domino
arma comparanda sunt valida et inconcussa, quæ
multis adversariorum incursibus sese opponant
atque resistant.
• 1 Reg. xv, 15. • Gen. xis, 20. 10 Matth. xx, 57, 10. 11 Rom. xuit, 13. 11 Psal. xvii, 35.
col. 243–244page 93 of 262
PG 79:243ΦΙΛΟΥΜΕΝΟ ΕΓΚΛΙΣΤΟ. Εἶγε τῶν ὑμετέρων κατὰ τὴν ἀναχώρησιν ἀριστευμάτων! είγε τῶν ὑμετέρων καθ᾿ ἀρετὴν τρο παίων! ὑπέρευγε τῆς ὑμετέρας κατὰ τὸν ἐγκλεισμόν ματαίας, καὶ σκηνικῆς, καὶ κατεσχηματισμένης διαγωγής. Τῶν γὰρ ἐν τῇ ἀγορᾷ θερμῶς ἐμπορευομένων, καὶ τῶν τὰς μυρίας δίκας, καὶ τὰς ποικίλας λογομαχίας ἐν πραιτωρίοις πλεκόντων, οὐδὲν δοκεῖς διαλλάττειν, πραγματίας παντοίας ἐπινοῶν, κράζων μετ᾿ ὀργῆς, καὶ βρύχων, ἀπὸ τῆς γαλαιάγρας καθώ υβρίζων, καὶ σκώπτων, καὶ λοιδορῶν, καὶ διαμεμφό μενος τοὺς παρατυγχάνοντας, ἔσθ' ὅτε δὲ καὶ τὰς ἰδίας χεῖρας προσφέρων τῆς θυρίδος, καὶ τοὺς ἀδελ φούς τύπτων, θορύβου, καὶ ταραχῆς, καὶ τύρβης, καὶ ακαταστασίας πληρῶν τὴν ἐλεεινήν κέλλαν, στενάζουσαν τάχα, κἂν ὑπάρχει ἀναίσθητός τε, καὶ ἄψυχος, ἐπὶ τῇ ἀπηνείᾳ, καὶ πικρίᾳ τοῦ ἐν αὐτῇ καθάπερ ἔν τινι ζώγρῳ κατακλεισθέντος θηρίου, μᾶλλον δὲ θηριωδεστέρου τῶν θηρίων μονάζοντος. Ειπέ μοι, παρα καλῶ, τί κεκέρδακας τῷ οἰκιδίῳ κατακλεισθείς; τί ὤνητας τὴν σαυτοῦ ψυχὴν τοῖς τοιχαρίοις τὸ σῶμα ἐγκεκρυφώς; Εγενήθη γάρ, φησίν, Ἐφραὶμ καθὼς ἐγκρυφίας, μὴ μεταστρεφόμενος πρὸς τὸ κρεῖττον. Τί σοι ὄφελος λαχεῖν τοῦ δωματίου; Πότε ἄρα τὸ ἔν δυμα τὸ σεμνὸν τῶν μοναχῶν ὑπέους; ποῖος δὲ ἀββᾶς τὴν χεῖρα τῆς εὐλογίας ἐπέθηκεν; Πόθεν δὲ παρείληφας τὰ συρφετώδη, καὶ κατάπτυστα ἤθη; Ποῦ ἡ απερίσπαστος τῶν εὐχῶν, καὶ ἀμέριμνος πρὸς Θεὸν ὁμιλία; Ποῦ ἐξώρισας τους ψαλμούς, καὶ τοὺς ὕμνους; Ποῦ ἐφυγάδευσας τὸ ἡσύχιον φρόνημα; Που κατέλειπες τὰς ἱερὰς διδαχὰς τῶν πατέρων; Ποῦ εἴχεται τὸ μελισταγὲς δάκρυον; Ποῦ ἡ σύντροφος, καὶ σύνευνος, καὶ ὁμόσκηνος τῶν μοναζόντων εἰρήνη, καὶ γαλήνη, καὶ ἠρεμία, καὶ πίστις; Ποίαν σχοίης παῤῥησίαν ἐν ἡμέρᾳ τῆς ἀνταποδόσεως; ΙΖ΄. – ΦΑΥΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ. Σαλευθήτω, φησί, τὰ θεμέλια τῆς γῆς.» Το τοίνυν, ο Σαλευθήτω τὰ θεμέλια τῆς γῆς, ἡ ἀντὶ τοῦ, Οἱ ἐν τῷ βάλει τῆς καρδίας λογισμοί, ἀπὸ τῶν σκαιῶν ἐπὶ τὰ δεξιώτερα μεταγέσθωσαν. ΙΙΙ. - ΕΥΤΡΟΠΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Εἰ βούλει ἀνελθεῖν εἰς τὸ θυσιαστήριον τῆς ἐν τοῖς οὐρανοῖ; Ἱερουσαλήμ, δι' ἀρετῆς πολυειδούς, καὶ ταπεινοφροσύνης προκύπτων ἀνάβηθι, τὰς εἰρημένας τῷ μακαρίῳ Δαυΐδ ἀναβάσεις, ἐν τῇ σαυτοῦ καρδία κατασκευάζων ἐν τῷ τόπῳ τοῦ κλαυθμῶνος τῆς ἀν θρωπίνης ζωῆς. Ὅτι γὰρ κλαυθμοῦ, καὶ πένθους πλήρης τῶν ἀνθρώπων ὁ βίος, μαθήσῃ σαφῶς, βλέ των τὰ βρέφη κλαίοντα τῆς γαστρὸς τῆς μητρώα; προκύπτοντα, καὶ μετὰ τὸ θανεῖν πάλιν τὸν ἐλεεινὸν θρηνούμενον ἄνθρωπον. Δι' ἀρετῆς τοίνυν ἀνέρχου, καὶ ταπεινοφροσύνης πρὸς ἐκεῖνο τὸ θυσιαστήριον, μὴ διὰ πταισμάτων, καὶ ὑπερηφανείας. 1.8' Τῷ αὐτῷ. Φοβείτω σε τὸ Δεσποτικών γράμμα, παρακελευά μενον μὴ ἀναβαίνειν διὰ βαθμίδων κακίας, καὶ ἐπ ηρμένου φρονήματος εἰς τὸ θυσιαστήριον, ἵνα
XCH. PHILUMENO ENCLISTO.
O præclara vestra post secessionem gesta! o vestra secundum virtutem tropæa! o supra modum
vestram in inclusione inanem, scenicam et dissimulatam vitæ rationem! nibil enim ab iis, qui in
foro contentiosius negotiantur, et innumeras lites
variasque verborum velitationes in prætoriis consuunt, te esse dissimilem, ut videris, autumo; negotia omnium generum excogitans, cum iracundia
perstrepitans et fremens, ex caveis ferreis, injuriis,
dicteriis lœdoriis ac querelis obvios quosque onerans; sæpe etiam eductis per ostium manibus fratres verberans, tumultu, strepitu et turbidis coneitatisque motibus cellam misellam complens, lacrymantem fortasse, licet ea sensu animaque deseratur, ob crudelitatem et amaritudinem illius, quæ
in ipsa veluti in bestiarum cavea, inclusa est,
feræ, imo feris ipsis efferatioris monachi. Dic
mihi, sodes, quid in luero posuisti in domuncula
inclusus, animæ tuæ cui usui fuisti 164 inter
murellos corpus abscondens? Factus est enim,
ait, Ephraim, veļuti panis subcinericius nunquam se
ad meliora convertens 13. Quid lucri tibi fuit cellulam
possedisse? Quando igitur monachorum venerandum habitum induisti? Quis abbas bona dicens
verba, manum apposuit? Undenam cœnosos hosce
exsecrandosque mores bausisti? Ubinam sunt orationum inconcussa et erga Deum secura colloquia?
quonam psalmos et hymnos amandasti? quo tranquillas cogitationes fugasti? quo sacrosanctas patrum instructiones pepulisti? quo mellis instar
emanans lacryma abiit? quo socia ejusdem tori,
et ædis monachorum pax, et quies, et tranquil -
litas, et fides? Quamnam habebis fiduciam dicendi
in die retributionis?
XCVII. FAUSTO MONACHIO.
• Commoveantur, ait ", fundamenta terra. Illud:
• Commoveantur fundamenta terrae,» loco illius dictum: Quæ in profundo cordis cogitationes sunt, a
sinistris ad dexteram transvehautur.
XCVIII. - EUTROPIO MONACHO.
ΦΙΛΟΥΜΕΝΟ ΕΓΚΛΙΣΤΟ.
4G
Εἶγε τῶν ὑμετέρων κατὰ τὴν ἀναχώρησιν ἀρι
στευμάτων! είγε τῶν ὑμετέρων καθ᾿ ἀρετὴν τρο
παίων! ὑπέρευγε τῆς ὑμετέρας κατὰ τὸν ἐγκλεισμόν
ματαίας, καὶ σκηνικῆς, καὶ κατεσχηματισμένης
διαγωγής. Τῶν γὰρ ἐν τῇ ἀγορᾷ θερμῶς ἐμπορεύο
μένων, καὶ τῶν τὰς μυρίας δίκας, καὶ τὰς ποικίλας
λογομαχίας ἐν πραιτωρίοις πλεκόντων, οὐδὲν δοκεῖς
διαλλάττειν, πραγματίας παντοίας ἐπινοῶν, κράζων
μετ᾿ ὀργῆς, καὶ βρύχων, ἀπὸ τῆς γαλαιάγρας καθώ
υβρίζων, καὶ σκώπτων, καὶ λοιδορῶν, καὶ διαμεμφό
μενος τοὺς παρατυγχάνοντας, ἔσθ' ὅτε δὲ καὶ τὰς
ἰδίας χεῖρας προσφέρων τῆς θυρίδος, καὶ τοὺς ἀδελφούς τύπτων, θορύβου, καὶ ταραχῆς, καὶ τύρβης, καὶ
ακαταστασίας πληρῶν τὴν ἐλεεινήν κέλλαν, στενάζουσαν τάχα, κἂν ὑπάρχει ἀναίσθητός τε, καὶ ἄψυχος,
ἐπὶ τῇ ἀπηνείᾳ, καὶ πικρίᾳ τοῦ ἐν αὐτῇ καθάπερ ἔν
τινι ζώγρῳ κατακλεισθέντος θηρίου, μᾶλλον δὲ θηριωδεστέρου τῶν θηρίων μονάζοντος. Ειπέ μοι, παρακαλῶ, τί κεκέρδακας τῷ οἰκιδίῳ κατακλεισθείς; τί
ὤνητας τὴν σαυτοῦ ψυχὴν τοῖς τοιχαρίοις τὸ σῶμα
ἐγκεκρυφώς; Εγενήθη γάρ, φησίν, Ἐφραὶμ καθὼς
ἐγκρυφίας, μὴ μεταστρεφόμενος πρὸς τὸ κρεῖττον. Τί
σοι ὄφελος λαχεῖν τοῦ δωματίου; Πότε ἄρα τὸ ἔν
δυμα τὸ σεμνὸν τῶν μοναχῶν ὑπέους; ποῖος δὲ ἀββᾶς
τὴν χεῖρα τῆς εὐλογίας ἐπέθηκεν; Πόθεν δὲ παρείληφας τὰ συρφετώδη, καὶ κατάπτυστα ἤθη; Ποῦ ἡ
απερίσπαστος τῶν εὐχῶν, καὶ ἀμέριμνος πρὸς Θεὸν
ὁμιλία; Ποῦ ἐξώρισας τους ψαλμούς, καὶ τοὺς
ὕμνους; Ποῦ ἐφυγάδευσας τὸ ἡσύχιον φρόνημα;
Που κατέλειπες τὰς ἱερὰς διδαχὰς τῶν πατέρων;
Ποῦ εἴχεται τὸ μελισταγὲς δάκρυον; Ποῦ ἡ σύντρο
φος, καὶ σύνευνος, καὶ ὁμόσκηνος τῶν μοναζόντων
εἰρήνη, καὶ γαλήνη, καὶ ἠρεμία, καὶ πίστις; Ποίαν
σχοίης παῤῥησίαν ἐν ἡμέρᾳ τῆς ἀνταποδόσεως;
ΙΖ΄. – ΦΑΥΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ.
• Σαλευθήτω, φησί, τὰ θεμέλια τῆς γῆς.» Το
τοίνυν, ο Σαλευθήτω τὰ θεμέλια τῆς γῆς, ἡ ἀντὶ τοῦ,
Οἱ ἐν τῷ βάλει τῆς καρδίας λογισμοί, ἀπὸ τῶν
σκαιῶν ἐπὶ τὰ δεξιώτερα μεταγέσθωσαν.
ΙΙΙ. - ΕΥΤΡΟΠΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
LII'.
Εἰ βούλει ἀνελθεῖν εἰς τὸ θυσιαστήριον τῆς ἐν τοῖς
οὐρανοῖ; Ἱερουσαλήμ, δι' ἀρετῆς πολυειδούς, καὶ
ταπεινοφροσύνης προκύπτων ἀνάβηθι, τὰς εἰρημένας
Si tibi in animo est ascendere ad altare illius,
quæ in cœlis est, Hierusalem, per multiformem
virtutem et humilitatem proficiens ascende, quas
beatus David ascensiones derandaverat,cordein τῷ μακαρίῳ Δαυΐδ ἀναβάσεις, ἐν τῇ σαυτοῦ καρδία
tuo præparans in loco lacrymarum humanæ vitæ,
Et ploratuums, et lacrymarum humanam vitam
plenam esse manifesto addisces, 165 infantulos
conspiciens in lacrymas se effundentes, dum e
materno ventre emergunt; et postquam mortem
cppetierit, miserum hominem lacrymnis quoque excipi. Per virtutem itaque ascende et humilitate'n
að altare illud, non per lapsus et superbiam.
XCIX. Eidem.
per
Timorem tibi incutiat Domini dictum, non
scalas malitiæ, et jactabunde cogitationis in altare
ascendere imperans; ne per auditatem
uadeκατασκευάζων ἐν τῷ τόπῳ τοῦ κλαυθμῶνος τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Ὅτι γὰρ κλαυθμοῦ, καὶ πένθους
πλήρης τῶν ἀνθρώπων ὁ βίος, μαθήσῃ σαφῶς, βλέτων τὰ βρέφη κλαίοντα τῆς γαστρὸς τῆς μητρώα;
προκύπτοντα, καὶ μετὰ τὸ θανεῖν πάλιν τὸν ἐλεεινὸν
θρηνούμενον ἄνθρωπον. Δι' ἀρετῆς τοίνυν ἀνέρχου,
καὶ ταπεινοφροσύνης πρὸς ἐκεῖνο τὸ θυσιαστήριον,
μὴ διὰ πταισμάτων, καὶ ὑπερηφανείας.
1.8' Τῷ αὐτῷ.
Φοβείτω σε τὸ Δεσποτικών γράμμα, παρακελευά
μενον μὴ ἀναβαίνειν διὰ βαθμίδων κακίας, καὶ ἐπηρμένου φρονήματος εἰς τὸ θυσιαστήριον, ἵνα
3 Osce vil,
8. ** Psal. Lxxxi, 5.
46. Psal, LXXIII, 6.
15.10 Exod. xx,
col. 245–246page 94 of 262
PG 79:245μὴ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀσχημοσύνη σου δι' ἐγκαταλήψεως· καὶ τότε γνώσονται, φησί, ποῦ ἐστιν αὐτῶν ἡ ὕλη. Ρ. - ΛΑΜΠΑΔΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Οὐ μόνον ὁ Ἰούδας τὸν Κύριον προύδωκε των θείων κριμάτων καταφρονήσας, ἀλλὰ γὰρ καὶ οἱ μή πληροῦντες τὰ θεία προστάγματα Χριστιανοί, προ δόται λογίζονται, καταφρονοῦντες, καὶ αὐθαδιαζό μενοι, καὶ τοῖς οἰκείοις πονηροῖς ἐξακολουθοῦντες θελήμασιν. ΡΑ. Τῷ αὐτῷ. Ο διὰ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ ἑαυτὸν ὑποτάξας τῇ τῶν συνασκουμένων υπηρεσίᾳ, ἐὰν ὕστερον ἄρξηται σκληρύνεσθαι, καὶ ὑπερηφανεύεσθαι, καὶ κρατεῖν ἀργύρια ἐπὶ λόγῳ ἰδίῳ, οὗτος τοὺς θείους νόμους παρέβη, καὶ παρηγκωνίσατο, ἠθέτησέ τε τὰς συν θήκας, καὶ τὴν ὁμολογίαν, τῆς τε ἀποταγῆς, καὶ τῆς ὑποταξίας, καὶ λέγεται προδότης, προέδωκε γάρ τὸν προφθάσαντα λόγον. ΡΒ'. - ΕΥΣΤΑΘΙΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Ογκώδες θυλάκιον σπουδαίως φιλοκαλεῖς, καὶ τῆς σαρκὸς τὸ λίπος προθύμως περιποιῇ, δίκην ὄρνιθος σιτίζων σαυτὸν ἐν σκότῳ τῆς ἀγνοίας. Καὶ ποίαν ἄρα παρρησίαν εὑρήσεις, ὅταν ἔλθῃ ὁ κρίνων τὰ σύμπαντα; ΡΓ'. - ΕΥΜΑΘΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Οτ' ἄν τινες τῶν ἀδελφῶν πρὸ τῆς τῶν μολυ σμάτων παντελοῦς καθάρσεως, καὶ τῆς τελεωτέρας ἔξεως διδάσκειν ἐπιχειροῦσιν, τηνικαῦτα οἱ δαίμονες γελώντες πρὸς ἑαυτοὺς διανεύουσι τοιαῦτα ὁμιλοῦντες, καὶ λέγοντες· Οὗτος τῷ προσήκοντι καιρῷ ἡμέτερον γενήσεται λάφυρον, νουθετείν τολμῶν παρὰ γνώμην Κυρίου. Διόπερ μή θελήσωμεν ἐμφανίζοντες ἔτι, καὶ μήποτε πέπειρον τὸν βότρυν κτησάμενοι νουθετεῖν, καὶ διδάσκειν ἑτέρους, ἵνα μὴ τῶν δαι μόνων γενώμεθα παίγνιον. ΡΔ'. - ΕΥΦΗΜΙΑ ΜΟΝΑΧΩ. Ο πεντηκοστός τέταρτος ψαλμὸς μέμνηται φή ου, τρόμου, καὶ σκότους ἁμαρτημάτων· ο Καὶ τίς δώσει μοι, φησί, πτέρυγας καθώς περιστερᾶς, καὶ πετασθήσομαι,» καὶ ὑπερβήσομαι τὰ ἐνοχλοῦντα κακά, καὶ φθάσω πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ καταπαύσω πρὸς αὐτὸν, καὶ προσαναπαύσομαι τῷ ἰδίῳ φιλαν Ορώπῳ Δεσπότῃ; Αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ ἀνάπαυσις τῶν ἐν τοῖς μοχθηροῖς ἱδρῶσι τῆς ἁμαρτίας κεκοπιημένη νων· ὅθεν βοᾷ· «Δεῦτε πρός με, πάντες οἱ κοπιῶν τις καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς, ο Εἰδὼς τοίνυν ὁ Δαυΐδ, τί δι᾿ ὅλου τοῦ ψαλμοῦ λελά ληκε, καὶ ὀμματώσας τοὺς ἀγωνιζομένους, καὶ παρασκευάσας μὴ ἀπογινώσκειν ποτέ, εἰς ἐλπίδα ἀγα θὴν τὸν ψαλμὸν καταπαύει. ΡΕ'. - Τῷ αὐτῷ. Ἐὰν ἡμεῖς ἀόκνως ἐκτελῶμεν τὸ πνευματικών ἔργον, καὶ φροντίζωμεν νηφόντως την κεχρεωστημένην ἡμῖν τοῦ κανόνος τοῦ ποιεῖν ὑπηρεσίαν, δῆλον ὅτι πολλῷ πλέον ὁ Θεὸς φροντίζων ἡμῶν διεγείρει ψυχὰς εὐσεβεστάτας πρὸς τὸ πάντα τὰ πρὸς τὰς
EPISTOLARUM LIB. II.
μὴ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀσχημοσύνη σου δι' εγκαταλή- fornitas reveletur; et tunc cognoscent, ait, ubi
ψεως· καὶ τότε γνώσονται, φησί, ποῦ ἐστιν αὐτῶν ἡ
ὕλη.
Ρ. - ΛΑΜΠΑΔΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Οὐ μόνον ὁ Ἰούδας τὸν Κύριον προύδωκε των
θείων κριμάτων καταφρονήσας, ἀλλὰ γὰρ καὶ οἱ μή
πληροῦντες τὰ θεία προστάγματα Χριστιανοί, προδόται λογίζονται, καταφρονοῦντες, καὶ αὐθαδιαζόμενοι, καὶ τοῖς οἰκείοις πονηροῖς ἐξακολουθοῦντες
θελήμασιν.
ΡΑ.
Τῷ αὐτῷ.
Ο διὰ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ ἑαυτὸν ὑποτάξας τῇ
τῶν συνασκουμένων υπηρεσίᾳ, ἐὰν ὕστερον ἄρξηται
σκληρύνεσθαι, καὶ ὑπερηφανεύεσθαι, καὶ κρατεῖν
ἀργύρια ἐπὶ λόγῳ ἰδίῳ, οὗτος τοὺς θείους νόμους
παρέβη, καὶ παρηγκωνίσατο, ἠθέτησέ τε τὰς συνθήκας, καὶ τὴν ὁμολογίαν, τῆς τε ἀποταγῆς, καὶ
τῆς ὑποταξίας, καὶ λέγεται προδότης, προέδωκε γάρ
τὸν προφθάσαντα λόγον.
ΡΒ'. - ΕΥΣΤΑΘΙΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ.
Ογκώδες θυλάκιον σπουδαίως φιλοκαλεῖς, καὶ τῆς
σαρκὸς τὸ λίπος προθύμως περιποιῇ, δίκην ὄρνιθος
σιτίζων σαυτὸν ἐν σκότῳ τῆς ἀγνοίας. Καὶ ποίαν
ἄρα παρρησίαν εὑρήσεις, ὅταν ἔλθῃ ὁ κρίνων τὰ
σύμπαντα;
ΡΓ'. - ΕΥΜΑΘΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Οτ' ἄν τινες τῶν ἀδελφῶν πρὸ τῆς τῶν μολυ
σμάτων παντελοῦς καθάρσεως, καὶ τῆς τελεωτέρας
ἔξεως διδάσκειν ἐπιχειροῦσιν, τηνικαῦτα οἱ δαίμονες
γελώντες πρὸς ἑαυτοὺς διανεύουσι τοιαῦτα ὁμιλοῦν
τες, καὶ λέγοντες· Οὗτος τῷ προσήκοντι καιρῷ
ἡμέτερον γενήσεται λάφυρον, νουθετείν τολμῶν παρὰ
γνώμην Κυρίου. Διόπερ μή θελήσωμεν ἐμφανίζοντες
ἔτι, καὶ μήποτε πέπειρον τὸν βότρυν κτησάμενοι
νουθετεῖν, καὶ διδάσκειν ἑτέρους, ἵνα μὴ τῶν δαιμόνων γενώμεθα παίγνιον.
ΡΔ'. - ΕΥΦΗΜΙΑ ΜΟΝΑΧΩ.
Ο πεντηκοστός τέταρτος ψαλμὸς μέμνηται φή
6ου, τρόμου, καὶ σκότους ἁμαρτημάτων· ο Καὶ τίς
δώσει μοι, φησί, πτέρυγας καθώς περιστερᾶς, καὶ
πετασθήσομαι,» καὶ ὑπερβήσομαι τὰ ἐνοχλοῦντα
κακά, καὶ φθάσω πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ καταπαύσω
πρὸς αὐτὸν, καὶ προσαναπαύσομαι τῷ ἰδίῳ φιλαν
Ορώπῳ Δεσπότῃ; Αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ ἀνάπαυσις τῶν
ἐν τοῖς μοχθηροῖς ἱδρῶσι τῆς ἁμαρτίας κεκοπιημένη
νων· ὅθεν βοᾷ· «Δεῦτε πρός με, πάντες οἱ κοπιῶν·
τις καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς, ο
Εἰδὼς τοίνυν ὁ Δαυΐδ, τί δι᾿ ὅλου τοῦ ψαλμοῦ λελά
ληκε, καὶ ὀμματώσας τοὺς ἀγωνιζομένους, καὶ πα
ρασκευάσας μὴ ἀπογινώσκειν ποτέ, εἰς ἐλπίδα ἀγαθὴν τὸν ψαλμὸν καταπαύει.
ΡΕ'. - Τῷ αὐτῷ.
Ἐὰν ἡμεῖς ἀόκνως ἐκτελῶμεν τὸ πνευματικών
ἔργον, καὶ φροντίζωμεν νηφόντως την κεχρεωστημένην ἡμῖν τοῦ κανόνος τοῦ ποιεῖν ὑπηρεσίαν, δῆλον
ὅτι πολλῷ πλέον ὁ Θεὸς φροντίζων ἡμῶν διεγείρει
ψυχὰς εὐσεβεστάτας πρὸς τὸ πάντα τὰ πρὸς τὰς
17 Psa!. Liv, 7. 18 31 ittle x1, 23,
est eorum nateria.
C. LAMPADIO MONACHO.
Non tantum Judas Dominum tradidit divinis
sprelis judiciis, sed et qui divina præcepta non
adimplent Christiani, proditores reputantur, pessumidantes, et pertinaciter resistentes, et propriis
pravis obsecundantes desideriis.
Eidem.
Qui timore Dei semetipsum exercentium se ministerio addixit, si postea indurescere incipit, et
insolescere, nummosque ratione propria possidere,
hic divinas leges transgressus est, et abjecit, et
fadera, et renuntiationis et submissionis professionem violavit, diciturque proditor. Prodidit
enim, quam prius amplexus fuerat, rationem.
166 - CII. - EUSTATHIO ARCHIMANDRITE.
Tumentem sacculum diligenter colis, carnisque
pinguedinem alacriter procuras, teipsum æque ac
avis in tenebris ignorantiæ nutriens. Et quamnam
tibi libertatem dicendi comparabis, cum qui judicat omnia advenerit?
CIII. EUMATHIO MONACHO.
Cum ex fratribus nonnulli, antequam omnino
sordes deponant, et perfectioris habitus participes
Giant, docere aggrediuntur, tunc damones non siue
risu, inter se nutibus indicant, hæc colloquentes
dicentesque Ilic opportuno tempore nostra erit
præda, cum præter mentem Domini alios instruere
audet. Quapropter, ne acerbi adhuc, nec matura
uva comparata adhortemur, aliosque instruamus,
ne dæmonibus ludus objiciamur.
CIV. - EUPHEMIO MONACHO.
Quinquagesimus quartus psalmus metus, tremoris et tenebrarum peccatorum meminit: «Et quis
dabit mihi, ait, pennas sicut columbæ et velabo, ɔ et
pertransibo hæc molesta mala, el accedam ad
Deum, et quiescam in ipso, et una cum meo bumano Domino requiescam 17? Ipse enim est requies
eorum, qui se improbis peccati sudoribus defatigarunt. Hinc clamat: • Venite ad me, omnes qui
laboratis, et onerati estis, et ego reficiam 167
vos 18. Quare David cum probe teneret quidquid
per totum psalmum disseruerat, et certantibus
oculos indens, et præparans ad nunquam animo
despondendum, in bona spe psalmo finem facit.
Eidem.
Si nos alacriter spirituale opus perficimus, prudenterque exsequimur debitum, quod a sancta
regula nobis imponitur, ministerium, manifestum
est, multo magis Deum nobis curam gerentem
excitare piissimas animas ad nobis omnia, quæ-
col. 247–248page 95 of 262
PG 79:247χρείας διακονῆσαι ἡμῖν. Ἐὰν δὲ ἡμεῖς ὀκνῶμεν, καὶ ο ἀμελῶμεν τῶν ἐπιβαλλόντων τῷ πνευματικῷ πράτ γματι, πῶς ἀξιοῦμεν φροντίζεσθαι; ΡϚ'. ΜΑΡΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Μηδαμῶς δυσχέραινε, μηδὲ δυσφόρει, τῇ παρα τάσει τῶν πειρασμῶν πιεζόμενος, μηδὲ ξενίζου ἐπὶ τῷ βάρει, καὶ τῇ συχνῇ ἐπιθέσει, καὶ τῇ ἐκπορθή σει, καὶ διώξει τῶν νοητῶν βαρβάρων. Ελπίζομεν γὰρ, ἐὰν μετ᾿ εὐχαριστίας ὑπομείνωμεν, σωτηρίας μᾶλλον ἐκ τῶν ἐχθρῶν εὑρίσκειν, καὶ τῶν μισούν των ἡμᾶς. Τῷ αὐτῷ. Η πλήγη μου στερεά, φησὶν Ιερεμίας προφήτης, ἐξ ἡμετέρου προσώπου τοὺς ὀδυρμοὺς ὑφαίνων· ἵνα τί οἱ λυποῦντές με κατισχύουσί μου; ἐμαγείρευσας, καὶ οὐκ ἐφείσω. Τῷ γὰρ ἀρχιμαγείρῳ Ναβουζαρδάν με, καὶ τοῖς ἀμφ' αὐτὸν ἐκδέδωκας. Καὶ ὁ ᾿Αμβακούμ πρὸς Κύριον ἔλεγεν· Ἵνα τί παρασιωπᾷς βλέπων, ὅτι ὁ ἀσεβὴς καταπίνει τὸν δίκαιον, καὶ ἀνέχῃ; Τῷ αὐτῷ. ΡΗ. Οὐ μόνον ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ οἱ λίαν πάσης ἀνδραγαθίας ἀντέχεσθαι σπεύδοντες, πολλάκις εγκαταλιμπάνονται, πρός τε τὸ διδαχθῆναι ὑπομονὴν, καὶ καρτερίαν, καὶ πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ὑπερ. ηφανείας· καὶ ὥς φησιν ἡ Γραφή· «Πίπτουσιν ὑπὸ τοῖς ἀνόμοις χρόνον τακτὸν, καὶ τοὺς νοητούς οί κους ἐκπορθοῦνται ὑπὸ ἀνόμων.» Καὶ πάλιν· ο Ο δίκαιος, φησὶν, ὑπὸ τῶν ἀνόμων καταγελᾶται. Θεός, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι, ἵνα τί ἐγκατέλιπε. με; › Καὶ πάλιν γέγραπται·. Εὐχαριστῶ σοι, ὁ Θεὸς, ὅτι ἐπάταξάς με, καὶ ἀπέστρεψας τὸ πρόσω ωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ, καὶ μετὰ ταῦτα ἐλεήσεις με.» Καὶ πάλιν· ι Οσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλὰς, καὶ κακὰς, καὶ ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με, καὶ ἐκ τῶν ἀβύσσων τῆς γῆς ἀνήγαγές με; Επλεώνασας ἐπ' ἐμὲ τὴν μεγαλωσύνην του, καὶ ἐπιστρέψας παρεκάλεσάς με. ΡΘ'. Τῷ αὐτῷ. Μεγάλα νοσήματα ὑπεροψίας, καὶ τύφου, καὶ οἰή σεως, καὶ τῶν τοιούτων ἐν τοῖς κρυπτοῖς ἔχοντες ταμιείοις, τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς πολλάκις λανθάνομεν διὰ τὸ ἀνεπίσκεπτον. Αλλ' ὁ μέγας τῶν ψυχῶν ἡμῶν ἰατρὸς οἶδε, πῶς έπιμελήσεται τῶν κρυφίων. Μὴ οὖν ἀγανακτῶμεν, π.Χ. μηδὲ μικροψυχώμεν, καὶ ἀποδυσπετῶμεν ἐφ᾽ οἷς ἡμῖν ἁρμοζόντως ἐπάγει ὁ Κύριος. Τῷ αὐτῷ. Πολλοὶ ἐν τῷ νοσοκομείῳ τοῦ παρόντος αἰῶνος ὑπάρχουσιν ἄῤῥωστοι, καὶ παραλυτικοί. Οὐ πᾶσι δὲ ἡ αὐτὴ ἁρμόζει φαρμακία, οὐ δὲ πᾶσιν ἡ αὐτὴ συμ βάλλεται τράπεζα. Αλλῳ γὰρ ἄλλως τὴν περιωδίαν, καὶ τὴν δίαιταν προσφέρει ὁ ἰατρός. Τῷ αὐτῷ. Οὗτος, φησίν, ὁ ἄῤῥωστος τῷ μέλιτι παρηγορεί
cunque opus fuerint, subministranda. Quod si nos χρείας διακονῆσαι ἡμῖν. Ἐὰν δὲ ἡμεῖς ὀκνῶμεν, καὶ
negligimus, nullamque de iis, qui se ad spirituale
opus accingunt, curam gerimus, quanam ratione
de nobis curam haberi volumus?
CVI. MARINO MONACHO.
Ne moerore tuo te maceres, neque tabescas
miser, magnitudine tentationum oppressus, neque
obstupeas pondere, et spissa irruptione, et excidio,
et depopulatione intellectualium barbarorum. Etenim speramus, si cun gratiarum actione sustinuerimus, salutem magis ex inimicis, et ex iis, qui
nos odio habent 19, conquirere,
CVII. Eidem.
Plaga mea valida, ait Jeremias propheta
20 ex
persona nostra texens lamentationes: ut quid prævalent nobis, qui nos contristant? coxisti, et non
pepercisti. Archimagiro namque Nabuzardano,
et iis, 168 qui cum eo erant, tradidisti. Et
Habacuc dicebat ad Dominum. Ut quid siles videns?
et impius deglutit justum, et toleras”?
CVII. Eidem.
Non tantum peccatores, sed qui etiam maxime
bonis operibus operam navare nituntur, sæpenumero deseruntur, ut patientiam, et tolerantiam
addiscant, et superbiam vitent. Et Scriptura ait:
Sub impiis cadunt præscripto tempore, et intellectuales ædes ab impiis devastantur”.›Rursumque:
‹ Jastus, ait, ab impiis deridetur *; Deus, Deus
meus, attende mihi, ut quid dereliquisti me **?,
Et alibi scriptum est: e Gratias ago tibi, Deus,
quod percussisti me, et avertisti faciem tuam a
me, et post hæc misereberis mei.. Εt rursum:
• Quantas ostendisti mihi tribulationes, multas,
et malas, et reversus vivifcasti ne, et ex abyssis -
terræ eduxisti me? Multiplicasti super me magnitudinem tuam, et reversus consolatus es me ".
CIX. Eidem.
Ingentes ægritudines despicationis, et jactantiæ,
et propriæ existimationis, et similium in intimis ac
latentibus penetralibus abscondentes, hominum
plerosque, nosque metipsos sæpissime per inconsiderantiam fallimus. Sed magnus animarum noο
ἀμελῶμεν τῶν ἐπιβαλλόντων τῷ πνευματικῷ πράτ
γματι, πῶς ἀξιοῦμεν φροντίζεσθαι;
ΡϚ'. ΜΑΡΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Μηδαμῶς δυσχέραινε, μηδὲ δυσφόρει, τῇ παρατάσει τῶν πειρασμῶν πιεζόμενος, μηδὲ ξενίζου ἐπὶ
τῷ βάρει, καὶ τῇ συχνῇ ἐπιθέσει, καὶ τῇ ἐκπορθή
σει, καὶ διώξει τῶν νοητῶν βαρβάρων. Ελπίζομεν
γὰρ, ἐὰν μετ᾿ εὐχαριστίας ὑπομείνωμεν, σωτηρίας
μᾶλλον ἐκ τῶν ἐχθρῶν εὑρίσκειν, καὶ τῶν μισούντων ἡμᾶς.
PZ'.
Τῷ αὐτῷ.
Η πλήγη μου στερεά, φησὶν Ιερεμίας προφήτης,
ἐξ ἡμετέρου προσώπου τοὺς ὀδυρμοὺς ὑφαίνων· ἵνα
τί οἱ λυποῦντές με κατισχύουσί μου; ἐμαγείρευσας,
καὶ οὐκ ἐφείσω. Τῷ γὰρ ἀρχιμαγείρῳ Ναβουζαρδάν
με, καὶ τοῖς ἀμφ' αὐτὸν ἐκδέδωκας. Καὶ ὁ ᾿Αμβακούμ
πρὸς Κύριον ἔλεγεν· Ἵνα τί παρασιωπᾷς βλέπων,
ὅτι ὁ ἀσεβὴς καταπίνει τὸν δίκαιον, καὶ ἀνέχῃ;
Τῷ αὐτῷ.
ΡΗ.
Οὐ μόνον ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ οἱ λίαν
πάσης ἀνδραγαθίας ἀντέχεσθαι σπεύδοντες, πολλάκις
εγκαταλιμπάνονται, πρός τε τὸ διδαχθῆναι ὑπομο
νὴν, καὶ καρτερίαν, καὶ πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ὑπερ.
ηφανείας· καὶ ὥς φησιν ἡ Γραφή· «Πίπτουσιν ὑπὸ
τοῖς ἀνόμοις χρόνον τακτὸν, καὶ τοὺς νοητούς οίκους ἐκπορθοῦνται ὑπὸ ἀνόμων.» Καὶ πάλιν· ο Ο
δίκαιος, φησὶν, ὑπὸ τῶν ἀνόμων καταγελᾶται. —
Θεός, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι, ἵνα τί ἐγκατέλιπε.
με; › Καὶ πάλιν γέγραπται·. Εὐχαριστῶ σοι, ὁ
Θεὸς, ὅτι ἐπάταξάς με, καὶ ἀπέστρεψας τὸ πρόσω
ωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ, καὶ μετὰ ταῦτα ἐλεήσεις με.»
Καὶ πάλιν· ι Οσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλὰς, καὶ
κακὰς, καὶ ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με, καὶ ἐκ τῶν
ἀβύσσων τῆς γῆς ἀνήγαγές με; Επλεώνασας ἐπ' ἐμὲ
τὴν μεγαλωσύνην του, καὶ ἐπιστρέψας παρεκάλεσάς
με.
ΡΘ'.
Τῷ αὐτῷ.
Μεγάλα νοσήματα ὑπεροψίας, καὶ τύφου, καὶ οἰή
σεως, καὶ τῶν τοιούτων ἐν τοῖς κρυπτοῖς ἔχοντες
ταμιείοις, τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἡμᾶς
αὐτοὺς πολλάκις λανθάνομεν διὰ τὸ ἀνεπίσκεπτον.
Αλλ' ὁ μέγας τῶν ψυχῶν ἡμῶν ἰατρὸς οἶδε, πῶς
strarum medicus abunde novit, quomodo abscondi- έπιμελήσεται τῶν κρυφίων. Μὴ οὖν ἀγανακτῶμεν,
tis opem ferat. Ne igitur ægre feramus, neque
animum despondeamus, neque desperemus, propter
ca, quæ nobis non incongrue Dominus adducit.
169 π.Χ. Eidem.
Multi in præsentis sæculi valetudinario infirmi
jacent, et alii resolutione nervorum infestantur.
Quibus omnibus non una medicina congruit, neque
confert omnibus una eademque mensa: propriam
enim cuique et medicinam, et victus rationem
medicus assignat.
Ilic, ait, ægrotus melle frequentius permulceaCXI.
Eidem.
19 Luc. 1, 71.
16 Psal. Lxx, 20, 21.
10 Jer. xv,
μηδὲ μικροψυχώμεν, καὶ ἀποδυσπετῶμεν ἐφ᾽ οἷς
ἡμῖν ἁρμοζόντως ἐπάγει ὁ Κύριος.
PI'.
Τῷ αὐτῷ.
Πολλοὶ ἐν τῷ νοσοκομείῳ τοῦ παρόντος αἰῶνος
ὑπάρχουσιν ἄῤῥωστοι, καὶ παραλυτικοί. Οὐ πᾶσι δὲ
ἡ αὐτὴ ἁρμόζει φαρμακία, οὐ δὲ πᾶσιν ἡ αὐτὴ συμβάλλεται τράπεζα. Αλλῳ γὰρ ἄλλως τὴν περιωδίαν,
καὶ τὴν δίαιταν προσφέρει ὁ ἰατρός.
PIA'..
Τῷ αὐτῷ.
Οὗτος, φησίν, ὁ ἄῤῥωστος τῷ μέλιτι παρηγορεί
* Thren. tt, 21. 12 Habac. 1, 13.” Job x11, 5. es Ibid. 4. * Psal.
col. 249–250page 96 of 262
PG 79:249σθω πυκνότερον, καὶ ἄλλος τῇ πικρίᾳ τοῦ ἀψινθίου περαστυρούσθω, καὶ ἕτερος τῆς τοῦ ἐλλεβόρου ἀηδείας μετεχέτω, καὶ ἄλλον ἄλλως δεόντως μετα έλθωμεν. ΡΙΒ'. - Τῷ αὐτῷ. Εἰ πολλαὶ μοναὶ παρὰ τῷ Πατρὶ τάχα, καὶ πολ λαῖς οἰκονομίαις δεσποτικαῖς διοικηθήσεται, καὶ δια τεθήσεται τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. ΡΙΓ'. Τῷ αὐτῷ. Οὗτος, φησί, τῇ τέρψει τῶν ἀρετῶν, διεξαγέτω τὸν βίον, χαίρων, καὶ διευθυνούμενος, καὶ ὁ ἄλλος τῇ στυφότητι, καὶ τῇ αὐστηρίᾳ τῶν ἐγκαταλείψεων συνεχῶς παιδευόμενος, καὶ πενθῶν πρὸς σωτηρίαν ἑλκέσθω, ἄλλος τῇ εὐστοχίᾳ ἐπὶ τὸ ἐπιτυγχάνειν διηνεκῶς τῶν κατὰ βούλησιν, καὶ σκοπὸν, Εὐφραινέσθω ἐπὶ τῇ εὐωδίᾳ ἀνεμποδίστως τοῦ προσκαίρου βίου τὴν ὁδὸν πορευόμενος, καὶ ἕτερος μυρίοις προσο κόμμασιν, καὶ θλίψεσιν, καὶ λύπαις, μόγις ποτὲ ἐλευθερίαν, καὶ τελεωτάτην ἀπαλλαγὴν τῶν κακῶν ἐκδεχέσθω. Ἐγὼ γὰρ τὸ συμφέρον ἑκάστῳ ἐπίσταμαι ὡς περιέπων τὰ κρύφια, καὶ ἕκαστος ἁρμοδίως πρὸς τὸ συμφέρον τῇ ψυχῇ διοικείσθω. ΡΙΔ'. - ΝΙΚΑΝΔΡΟ ΣΤΥΛΙΤΗ. Οὐχ δ· ἑαυτὸν συνιστῶν ἐστι δόκιμος, ἀλλ' ὅνπερ συνίστησι Κύριος. — Καὶ ὁ ὑψῶν, φησίν, ἑαυτὸν, ταπεινωθήσεται.» Σὺ δὲ μηδὲν κατορθώσας έπαι νούμενον πρᾶγμα, καὶ ὕψωσας σεαυτὸν ἐφ' ὑψηλοῦ τοῦ στύλου, καὶ βούλει μεγίστων τυγχάνειν εὐφη μιῶν. Ἀλλὰ πρόσεχε σαυτῷ, μήποτε ἐνταῦθα παρὰ ἀνθρώπων φθαρτῶν ἀρκατῶς ἐπαινεθεὶς ἀρτίως τὸ τηνικαῦτα παρὰ τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ταλανισθῇς ἀθλίως παρ' ἐλπίδας· διότι ὑπὲρ τὴν ἀξίαν ἐνταῦθα ἐνεφορήθης τῶν ἀνθρωπίνων κρότων. Τῷ αὐτῷ. *Ατοπον ἂν εἴη ἐφ' ὑψηλοῦ μὲν τοῦ κίονος ἵστασθαι τῷ σώματι τοῖς πᾶσι φαινόμενον ἔνδοξον, κάτω δὲ τοῖς λογισμοῖς σύρεσθαι, μηδὲν ἄξιον τῶν οὐρανίων πραγμάτων διανοεῖσθαι βουλόμενον, μόνον δὲ ταῖς γυναιξὶν ἡδέως προσλαλοῦντα ἐν ταῖς ἡμέραις ταύ ταις. Πρώην μὲν γὰρ τοῖς ἀνδράσιν ἐκ προθυμίας ἐφθέγγου, νῦν δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ γύναια προσο δέχῃ. Ἐπειδὴ οὖν ἡ Γραφὴ τὸν ὄφιν καταδικάζει ἐπὶ τῆς γῆς σύρεσθαι, καὶ γῆν σιτεῖσθαι ἀεὶ, βλέπε μήποτε τὴν καταδίκην αὐτὸς πληροῖς, χαμαί τε τῇ διανοίᾳ ἕρπων, καὶ τοὺς γηινους λόγους παντὸς ἐσθίων. ᾿Αλλὰ καὶ τῆς χαμαιρεποῦς κενοδοξίας οὐδὲν γηϊνώτερον. ΡΙϚ'. --- ΘΕΟΔΟΣΙΑ (ΜΟΝΑΖΟΥΣΗ. Γυνὴ τὸ σῶμα τυγχάνεις, κἂν θέλῃς, κἂν μὴ θέ λῃς. Πέπαυσο τοίνυν τοὺς ἄνδρας διδάσκουσα ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας· αἰσχρὸν γὰρ τοῦτο εἶναι ὁ ᾿Απόστολος φανερῶς ἀπεφήνατο, καν μυριάκις λέγης τῆς θηλυδριώδους ἕξεως μακρὰν ἀπέχειν, καὶ τῶν ἀνδρῶν ὑπάρχειν σεαυτὴν στεῤῥοτέραν, κατὰ τὸν τοῦ παρθέ του φρονήματος ἑδρασμόν. * 1 Σιν, 55.
EPISTOLARUM LIB. II.
σθω πυκνότερον, καὶ ἄλλος τῇ πικρίᾳ τοῦ ἀψινθίου tur; alius absinthii amaritie astringatur; alius
περαστυρούσθω, καὶ ἕτερος τῆς τοῦ ἐλλεβόρου
ἀηδείας μετεχέτω, καὶ ἄλλον ἄλλως δεόντως μετα
έλθωμεν.
ΡΙΒ'. - Τῷ αὐτῷ.
Εἰ πολλαὶ μοναὶ παρὰ τῷ Πατρὶ τάχα, καὶ πολλαῖς οἰκονομίαις δεσποτικαῖς διοικηθήσεται, καὶ δια
τεθήσεται τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.
ΡΙΓ'. Τῷ αὐτῷ.
Οὗτος, φησί, τῇ τέρψει τῶν ἀρετῶν, διεξαγέτω
τὸν βίον, χαίρων, καὶ διευθυνούμενος, καὶ ὁ ἄλλος
τῇ στυφότητι, καὶ τῇ αὐστηρίᾳ τῶν ἐγκαταλείψεων
συνεχῶς παιδευόμενος, καὶ πενθῶν πρὸς σωτηρίαν
ἑλκέσθω, ἄλλος τῇ εὐστοχίᾳ ἐπὶ τὸ ἐπιτυγχάνειν
διηνεκῶς τῶν κατὰ βούλησιν, καὶ σκοπὸν, εὐφραι
νέσθω ἐπὶ τῇ εὐωδίᾳ ἀνεμποδίστως τοῦ προσκαίρου
βίου τὴν ὁδὸν πορευόμενος, καὶ ἕτερος μυρίοις προσο
κόμμασιν, καὶ θλίψεσιν, καὶ λύπαις, μόγις ποτὲ
ἐλευθερίαν, καὶ τελεωτάτην ἀπαλλαγὴν τῶν κακῶν
ἐκδεχέσθω. Ἐγὼ γὰρ τὸ συμφέρον ἑκάστῳ ἐπίσταμαι ὡς περιέπων τὰ κρύφια, καὶ ἕκαστος ἁρμοδίως
πρὸς τὸ συμφέρον τῇ ψυχῇ διοικείσθω.
ΡΙΔ'. - ΝΙΚΑΝΔΡΟ ΣΤΥΛΙΤΗ.
• Οὐχ δ· ἑαυτὸν συνιστῶν ἐστι δόκιμος, ἀλλ' ὅνπερ
συνίστησι Κύριος. — Καὶ ὁ ὑψῶν, φησίν, ἑαυτὸν,
ταπεινωθήσεται.» Σὺ δὲ μηδὲν κατορθώσας έπαινούμενον πρᾶγμα, καὶ ὕψωσας σεαυτὸν ἐφ' ὑψηλοῦ
τοῦ στύλου, καὶ βούλει μεγίστων τυγχάνειν εὐφη
μιῶν. Ἀλλὰ πρόσεχε σαυτῷ, μήποτε ἐνταῦθα παρὰ
ἀνθρώπων φθαρτῶν ἀρκατῶς ἐπαινεθεὶς ἀρτίως τὸ
τηνικαῦτα παρὰ τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ταλανισθῇς
ἀθλίως παρ' ἐλπίδας· διότι ὑπὲρ τὴν ἀξίαν ἐνταῦθα
ἐνεφορήθης τῶν ἀνθρωπίνων κρότων.
PIE'.
Τῷ αὐτῷ.
hellebori molestiam participet, et aliis alio atque
alio modo pro rei indigentia opem præstamus.
CXII. Eidens.
›
Si multæ mansiones apud Patrem sunt",
fortasse et multis administrationum generibus gubernabitur, et disponetur genus humanum.
CXII. Eidem.
Ilic, ait, virtutum oblectatione vitam transigat
gaudens, et bonis affluens; alius astringentibus
austerisque, quod rebus necessariis destituitur,
frequenter instruatur, mœrensque ad salutem compellatur; alius dexteritate, quod semper consequatur ea quæ lubent, et fuerunt in animo, gaudeat in
bonis odoribus, sine ullo impedimento, hujusce
vitæ viam trajiciens; alius innumeris offensionibus,
et afflictionibus, et moeroribus tandem 170 aliquando libertatem et absolutam malorum devitationem habeat: ego enim unicuique utilia apte al
utilitatem animæ accommodabo.
CXIV. NICANDRO STYLITÆ.
• Non qui seipsum commendat, sed quem Dominus commendat, probatus est 98. Qui enim se
exaltat, ait, humiliabitur”¸ › At tu, qui nihil celebrandum vel gloriosum perfecisti, sed super
excelsam columnam temetipsum exaltasti, ideoque
ingentes laudes et præconia consectaris et aucupas;
attende tibi, ne unquam hic ab hominibus corruptioni obnoxiis immodice laudatus, eodem ipso
tempore ab incorruptibili Deo miser præter exspectationem habcaris, quod supra merita hic humanis
plausibus te exsaturaveris.
CXV. Eidem.
Absurdum sane fuerit corpore in excelsa stare
columna omnibus conspicuum et gloriosum, infra
vero cogitationibus detrahi, nihil coelestibus rebus
dignum apprehendentem, tantummodo cum mulieribus susviter his diebus colloquentem. Antea
enim homines sedulo alloquebaris, nunc ut plurimum mulierculas excipis. Cum itaque Scriptura
serpente condemnet, ut humi repat, terramque
semper depascatur 30, cave ne tu condemnationem
*Ατοπον ἂν εἴη ἐφ' ὑψηλοῦ μὲν τοῦ κίονος ἵστασθαι
τῷ σώματι τοῖς πᾶσι φαινόμενον ἔνδοξον, κάτω δὲ
τοῖς λογισμοῖς σύρεσθαι, μηδὲν ἄξιον τῶν οὐρανίων
πραγμάτων διανοεῖσθαι βουλόμενον, μόνον δὲ ταῖς
γυναιξὶν ἡδέως προσλαλοῦντα ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις. Πρώην μὲν γὰρ τοῖς ἀνδράσιν ἐκ προθυμίας
ἐφθέγγου, νῦν δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ γύναια προσο
δέχῃ. Ἐπειδὴ οὖν ἡ Γραφὴ τὸν ὄφιν καταδικάζει ἐπὶ
τῆς γῆς σύρεσθαι, καὶ γῆν σιτεῖσθαι ἀεὶ, βλέπε
μήποτε τὴν καταδίκην αὐτὸς πληροῖς, χαμαί τε τῇ illam persolvas, humi cogitationibus repens, terδιανοίᾳ ἕρπων, καὶ τοὺς γηινους λόγους παντὸς
ἐσθίων. ᾿Αλλὰ καὶ τῆς χαμαιρεποῦς κενοδοξίας οὐδὲν
γηϊνώτερον.
ΡΙϚ'. --- ΘΕΟΔΟΣΙΑ (ΜΟΝΑΖΟΥΣΗ.
PIG'.
Γυνὴ τὸ σῶμα τυγχάνεις, κἂν θέλῃς, κἂν μὴ θέ
λῃς. Πέπαυσο τοίνυν τοὺς ἄνδρας διδάσκουσα ἐπὶ τῆς
ἐκκλησίας· αἰσχρὸν γὰρ τοῦτο εἶναι ὁ ᾿Απόστολος
φανερῶς ἀπεφήνατο, καν μυριάκις λέγης τῆς θηλυ
δριώδους ἕξεως μακρὰν ἀπέχειν, καὶ τῶν ἀνδρῶν
ὑπάρχειν σεαυτὴν στεῤῥοτέραν, κατὰ τὸν τοῦ παρθέτου φρονήματος ἑδρασμόν.
renosque sermones perpetuo comedens. Equidem
humi repente ambitione nihil magis terreum est.
171 CXVI. — THEODOSIÆ MONIALI.
Sive velis, sive nolis, corpore mulier es. Cessa
igitur hominibus in ecclesia vias præceptorum
tradere: turpe enim id esse Apostolus palam asseveravit 3; licet millies dixeris a feminea condi
tione te longe abesse, et hominibus secundum
virgine cogitationis stabilitatem validiorem.
27 Joan. xiv, 2. 38 II Cor. x, 18. 10 Matth. xsm, 12; Luc. xv, 11 et xvult, 14. 30 Gen. 111, 14.
* 1 Cor. Σιν, 55.
col. 251–252page 97 of 262
PG 79:251γ ΕΧΧ. ΡΙΖ'. - ΘΕΟΦΙΛΟ ΜΟΝΑΧΟ. Μὴ ὡς ἔτυχε, καὶ ἀβασανίστως μετατιθῶμεν αυ τοὺς ἀπὸ τόπων εἰς τύπους, μᾶλλον δὲ στήχωμεν μεθ' ὑπομονῆς προσευχόμενοι, καθὼς ἔλεγεν ὁ ἅγιος Μοϋσῆς πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτας, ο Στήκετε, θαρσείτε, μὴ φοβεῖσθε, καὶ ὄψεσθε τὴν παρὰ τοῦ Κυρίου βοή θειαν, ἣν ποιήσει ὑμῖν.» ΡΙΗ'. - ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟ. Εὐφημῶ σε ὑπὲρ τὴν σελήνην τῷ βίῳ λαμπρυνομένην, καὶ ταπεινοφρονοῦσαν ὑπερβαλλόντως. Τον γὰρ παραδοξοτάτων ἂν εἴη βλέπειν ψυχὴν ἐν σώματι γηΐνῳ πολιτείαν ἐξασκοῦσαν ἀγγέλων ἀσωμάτων. Καὶ τοιοῦτον ἐγὼ ἤκουσα ποτε εἶναι τὸ γεγραμμένον, ὅτι ο Εθεμελίωσας τὴν γῆν, καὶ διαμένει. Τῇ διατάξει σου διαμένει ἡ ἡμέρα.» Ημέραν γάρ, φησίν, ἡμῖν νοητέον τὴν φωτοειδῆ παρθενίαν, ἑδραζομένην ἐν τῷ θνητῷ σαρκίῳ, καὶ θεμελιουμένην τῇ δεξιᾷ τοῦ Ὑψίστου. Ἀλλ᾽ ὑπερεύχου μοι, ἄμωμε νύμφη, τοῦ βασιλέως Χριστοῦ, πολλῷ χρόνῳ, καὶ πόνοις ἀκαμ πέσι, καὶ μετριότητι τρόπων, καὶ ἀγρυπνίαις, δά κρυσι ψεκαζομένοις, καὶ τοῖς ἄλλοις μυρίοις, κατορθώμασι, παῤῥησίαν ἄῤῥητον κεκτημένη, πρὸς τὸν ἀόρατον, καὶ ἀμόλυντον, καὶ ἅγιον νυμφίον. ΡΙΘ'. - ΡΗΓΙΝΩ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Κόσμος κόσμου υπάρχεις· τοιγαροῦν ἐν σεαυτῷ τὴν κτίσιν πᾶσαν κατόπτευε, καὶ τὰ πάντα εἰς ἑαυτὸν ἐννόει. Μὴ βλέπε πρὸς τὰ ἔξω, σύννευσον πρὸς τὰ ἔσω, σύστρεψον τὸν νοῦν ὅλον εἰς τὸ νερὸν τῆς ψυχῆς ταμιεῖον, ἀνείδωλον τῷ Κυρίῳ τὸν ναὸν εὐτρέπισον. ΑΛΕΞΑΝΔΡΩ ΜΟΝΑΧΟ. Σώζων σῶζε τὴν σεαυτοῦ ψυχήν μὴ περιβλέπου εἰς τὰ ὀπίσω κακά, οἷσπερ καὶ καλῶς ἀπετάξω· εἰς τὸ ὄρος τῆς ἀπαθείας ἀναδραμε, μήποτε συμπαραληφθῇς τῷ ἁμαρτωλῷ κόσμῳ εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον. ΓΚΑ'. Τῷ αὐτῷ. Τοιαῦτα εἴχου πρὸς τὸν Κύριον· Ανοιξον, ὦ Δέσποτα, τὴν πλουσίαν σου χεῖρα εἰς χορηγίαν πνευ ματικῆς εὐεργεσίας, καὶ πᾶσα πικροτάτη, καὶ ἀπηνής ψυχή, καθάπερ καὶ ἡ ἐμὴ, πλησθήσεται χρη στότητος, καὶ ἡ ἐξαγριωθεῖσα ἡμερωθήσεται. Καν γὰρ πρὸς ὀλίγον ἐγκατελείφθην διὰ τὴν ἐμαυ τοῦ νωχελίαν, ἀλλὰ δύνῃ, καὶ μετὰ τὴν ἐγκατάλειψιν, ἐξαποστείλαι πάλιν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ ἀνακαινίσαι τὴν κατεφθαρμένην μου γῆν, ἵνα τότε εὐφρανθῇς ἐπὶ τοῖς ἔργοις σου, ἐκλειπόντων ἁμαρ τωλῶν ἀπὸ τῆς γῆς, τουτέστι τῶν δαιμονικών μαγγανευμάτων ἀπὸ τῆς καρδίας μου. Τοιαῦτα γάρ τινα εὑρήσομεν εἰρημένα πρὸς τῷ τέλει τοῦ ἑκατοστοῦ τρίτου ψαλμοῦ. Τῷ αὐτῷ. Εἰ λυποῦμεν τὸν Θεὸν καταφρονοῦντες, καὶ ἀμε λοῦντες, σπουδάσωμεν μᾶλλον εὐφρῆναι αὐτὸν δι' ἐπιμελείας, καὶ ἀγαθοεργίας.
CXVII. THEOPHILO MONACHO.
Ne, ut se sors tulerit, et sine prævio examine
nos ex locis in alia loca transmutemus; imo cum
patientia consistamus orantes, ut sanctus Moyses
ad Israelitas aiebat: c State, audete, ne timealis,
et videbitis auxilium a Deo, quod facturus est vobis 3. 1
CXVIII. ANASTASIÆ VIRGINI.
Gratulor tibi, quod tua vita luna lucidior est, et
tu de teipsa humillime sentis. Namque inter niaxime admirabilia censendum est, animam in terreno
corpore angelorum incorporeorum vitæ rationem
exercere. Et tale quid innui suspicabar cum dici¸
tur: «Fundasti terram, et permanet; tua descriptione permanet dies ".» Dies siquidem, ait, intelli- γ
genda est luminosa virginitas in mortali corpusculo
firmata, et Altissimi dextera fundata. Sed deprecare
pro me, sponsa immaculata, Regem Christum, diuturnis et indefessis laboribus, et morum temperantia, tum vigiliis, lacrymis irriguis et innumeris
aliis 172 praeclare festis; libertatem, quæ verbis
exprimi nequit, adepta apud invisum, intani.
natum sanctumque sponsuiN.
CXIX. RHEGINO ARCHIMANDRITÆ.
Mundus mundi tu es; quapropter in temetipso
creaturam universam veluti in speculo meditare
et omnia in temetipsum referendo considera: nec
quæ extra sunt, intuere; oculos ad interiora converte, in intellectuale animæ penu mentem omnem
converte, et sine rerum imaginibus templum Donino præpara.
ΕΧΧ. ALEXANDRO MONACHO.
Servans serva animam tuam, nec malis retroaclis, quibus bene abrenuntiasti, mentem adverte:
in montem perturbationibus vacuum ascende, ne
aliquando una cum mundo peccatore igne sempiterno comprehendaris.
CXXI. — Eidem.
Hæc tibi a Domino deprecare: Aperi, Domine,
divitem tuam manum ", et spirituale beneficium
suppedita, et quælibet amarissima, et crudelis
anima, quemadmodum et mea, implebitur probitate, et efferata mansuescet. Licet enim per breve
tempus ob meam segnitiem derelictus sim: verumtamen postquam etiam dereliquisti, potes denuo
emittere Spiritum sanctum, et meam corruptam
terram renovare: ut tunc 173 consoleris in operibus tuis, cum defecerint e terra peccatores, boc
est dæmonum præstigiæ e corde meo. Similia enim
nonnulla prope finem tertii et centesimi psalmi
dicta esse comperiemus.
CXXII. Eidem.
Si Deum moerore afficimus, cum spernimus ac negligimus, incumbamus potius eum oblectare per diligentiam et bona opera.
Exod. xiv, 13. 23 Psal. CXVIII, 90, 91.
ΡΙΖ'. - ΘΕΟΦΙΛΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Μὴ ὡς ἔτυχε, καὶ ἀβασανίστως μετατιθῶμεν αυτοὺς ἀπὸ τόπων εἰς τύπους, μᾶλλον δὲ στήχωμεν
μεθ' ὑπομονῆς προσευχόμενοι, καθὼς ἔλεγεν ὁ ἅγιος
Μοϋσῆς πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτας, ο Στήκετε, θαρσείτε,
μὴ φοβεῖσθε, καὶ ὄψεσθε τὴν παρὰ τοῦ Κυρίου βοή
θειαν, ἣν ποιήσει ὑμῖν.»
ΡΙΗ'. - ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟ.
Εὐφημῶ σε ὑπὲρ τὴν σελήνην τῷ βίῳ λαμπρυνομένην, καὶ ταπεινοφρονοῦσαν ὑπερβαλλόντως. Τον
γὰρ παραδοξοτάτων ἂν εἴη βλέπειν ψυχὴν ἐν σώματι
γηΐνῳ πολιτείαν ἐξασκοῦσαν ἀγγέλων ἀσωμάτων.
Καὶ τοιοῦτον ἐγὼ ἤκουσα ποτε εἶναι τὸ γεγραμμένον,
ὅτι ο Εθεμελίωσας τὴν γῆν, καὶ διαμένει. Τῇ διατάξει
σου διαμένει ἡ ἡμέρα.» Ημέραν γάρ, φησίν, ἡμῖν
νοητέον τὴν φωτοειδῆ παρθενίαν, ἑδραζομένην ἐν
τῷ θνητῷ σαρκίῳ, καὶ θεμελιουμένην τῇ δεξιᾷ τοῦ
Ὑψίστου. Ἀλλ᾽ ὑπερεύχου μοι, ἄμωμε νύμφη, τοῦ
βασιλέως Χριστοῦ, πολλῷ χρόνῳ, καὶ πόνοις ἀκαμπέσι, καὶ μετριότητι τρόπων, καὶ ἀγρυπνίαις, δάκρυσι ψεκαζομένοις, καὶ τοῖς ἄλλοις μυρίοις, κατορ
θώμασι, παῤῥησίαν ἄῤῥητον κεκτημένη, πρὸς τὸν
ἀόρατον, καὶ ἀμόλυντον, καὶ ἅγιον νυμφίον.
ΡΙΘ'. - ΡΗΓΙΝΩ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ.
Κόσμος κόσμου υπάρχεις· τοιγαροῦν ἐν σεαυτῷ
τὴν κτίσιν πᾶσαν κατόπτευε, καὶ τὰ πάντα εἰς ἑαυτὸν
ἐννόει. Μὴ βλέπε πρὸς τὰ ἔξω, σύννευσον πρὸς τὰ
ἔσω, σύστρεψον τὸν νοῦν ὅλον εἰς τὸ νερὸν τῆς ψυχῆς
ταμιεῖον, ἀνείδωλον τῷ Κυρίῳ τὸν ναὸν εὐτρέ
πισον.
PK'.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΩ ΜΟΝΑΧΟ.
Σώζων σῶζε τὴν σεαυτοῦ ψυχήν μὴ περιβλέπου
εἰς τὰ ὀπίσω κακά, οἷσπερ καὶ καλῶς ἀπετάξω· εἰς
τὸ ὄρος τῆς ἀπαθείας ἀναδραμε, μήποτε συμπαραληφθῇς τῷ ἁμαρτωλῷ κόσμῳ εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον.
ΓΚΑ'.
Τῷ αὐτῷ.
Τοιαῦτα εἴχου πρὸς τὸν Κύριον· Ανοιξον, ὦ
Δέσποτα, τὴν πλουσίαν σου χεῖρα εἰς χορηγίαν πνευματικῆς εὐεργεσίας, καὶ πᾶσα πικροτάτη, καὶ
ἀπηνής ψυχή, καθάπερ καὶ ἡ ἐμὴ, πλησθήσεται χρηστότητος, καὶ ἡ ἐξαγριωθεῖσα ἡμερωθήσεται. Καν
γὰρ πρὸς ὀλίγον ἐγκατελείφθην διὰ τὴν ἐμαυ
τοῦ νωχελίαν, ἀλλὰ δύνῃ, καὶ μετὰ τὴν ἐγκατά
λειψιν, ἐξαποστείλαι πάλιν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,
καὶ ἀνακαινίσαι τὴν κατεφθαρμένην μου γῆν, ἵνα
τότε εὐφρανθῇς ἐπὶ τοῖς ἔργοις σου, ἐκλειπόντων ἁμαρ
τωλῶν ἀπὸ τῆς γῆς, τουτέστι τῶν δαιμονικών μαγ
γανευμάτων ἀπὸ τῆς καρδίας μου. Τοιαῦτα γάρ τινα
εὑρήσομεν εἰρημένα πρὸς τῷ τέλει τοῦ ἑκατοστοῦ
τρίτου ψαλμοῦ.
PKB'.
Τῷ αὐτῷ.
Εἰ λυποῦμεν τὸν Θεὸν καταφρονοῦντες, καὶ ἀμε
λοῦντες, σπουδάσωμεν μᾶλλον εὐφρῆναι αὐτὸν δι'
ἐπιμελείας, καὶ ἀγαθοεργίας.
8. Fal. CIII,
col. 253–254page 98 of 262
PG 79:253Στι ΡΚΓ'. Τῷ αὐτῷ. Φησὶν ἡ προφητεία·. Τὸ ὕδωρ τῆς Νευριεὶμ ἔρη μον ἔσται, καὶ ξηρανθήσεται, καὶ ὁ χόρτος αὐτῆς πᾶς ἐκλείψει· χόρτος γὰρ ξηρὸς οὐκ ἔσται.» Νευ ριεὶμ ἑρμηνεύεται ψευδοδοξία. Ἐκ προχείρου μὲν οὖν ἑκάστη αἵρεσις νοείσθω έρημουμένη, καὶ ξηραινομένη διὰ τὰς διδασκαλίας τῶν ὀρθοτομούντων τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Πλὴν ὅτι καὶ ἡ ἁμαρτία ψευδοδοξία ἐστίν· δοκῶν γάρ τις τὸ μὴ καλόν, μετέρχεται τούτῳ· ἐπὰν δὲ ἡ ἁμαρτία καταργηθῇ διὰ τῆς μετα νοίας, δῆλον ὅτι ἐξηράνθη ὁ χόρτος· ὅταν δὲ καὶ αὐτὸς ὁ ξηρὸς χόρτος ἐκ ποδῶν γένηται, ἀπώλοντο καὶ αἱ μνῆμαι τῶν κακῶς πεπραγμένων. ΡΚΔ'. - ΕΥΛΥΣΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Οὔτε ἡ ἀρετὴ, οὔτε ἡ κακία μένει ἀμετάπτωτος, καὶ ἀκίνητος, ἐπειδὴ ἐθελότρεπτόν ἐστι ἀνθρώπινονγένος. Ονπερ τοίνυν ὑπολαμβάνεις τὸν ἀδελφὸν ἀμελέστατον εἶναι, ὅνπερ νομίζεις ἁμαρτωλὸν ὑπε ἄρχειν, οὐκ οἶδας, μήποτε καθ᾿ ἑαυτὸν στενάξας, καὶ μεταβαλλόμενος ἐπὶ τὸ κρεῖττον, παρὰ Θεῷ σώ ζεται. Σὺ δὲ ἀγονῶν εὐτελίζεις πολλάκις τὸν τοιοῦτον, καὶ λοιδορεῖς, καὶ πικρῶς κατακρίνεις τὸν ὑπὲρ σε σωζόμενον ἄνθρωπον. Τῷ αὐτῷ. Κακία κακίαν ἐφέλκεται, καὶ πάθος πάθει πολλά τις συνάπτεται· συγγενῆ γὰρ ἀλλήλων, καὶ συνεργά τὰ φαῦλα καθέστηκεν. ΡΚΤ'. - Τῷ αὐτῷ. Τὸ πλῆθος τῶν παρ' ἡμῶν δρωμένων ψεκτῶς, τὴν πάντων χείρονα τῶν κακῶν κενοδοξίαν, καὶ τὸν τύφον πολλάκις ἐκ τῆς ἀναλγησίας ἐπισύρεται. Ο δέ γε πάσας εκκεκομβωμένος ἀπαραλείπτως τὰς ἀρετὰς, ἀλλότριον ἑαυτὸν καταστήσει τῆς ἀνοήτου, καὶ μωρᾶς, καὶ σαθρᾶς κενοδοξίας, καὶ τοῦ ματαίου τύφου. ΡΚΖ'. - ΦΙΛΟΞΕΝΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Αληθινὸν ἐγὼ προσαγορεύω ἐκεῖνον Ισραηλίτην, τὸν διὰ τῆς θεωρίας ἁπάντων τῶν κτισμάτων, τῶν τε μὴ φαινομένων βλέποντα τὸν τῶν ὅλων ποιητὴν Θεόν. ΡΚΗ. - ΕΛΠΙΔΙΑ ΜΟΝΑΧΩ. Πάντα, φησί, καθαρὰ τοῖς καθαροῖς, ο τοῖς δὲ ἀπίστοις, καὶ ἐμπαθέσι, φιλαμαρτήμασί τε, καὶ μετ μολυσμένοις, πάντα ἀκάθαρτα, καὶ πονηρά φαίνεται, καὶ πάντα αὐτοὺς πρὸς ἁμαρτίαν ἐξέλκει, είτε βρώμα, εἴτε πόμα, εἴτε φόρεμα, εἴτε τόπος, εἴτε χρόνος, ἢ πρόσωπον, ἢ πρᾶγμα, ἢ ὁμιλία, ἢ βλέμμα, ἢ ἀφὴ, ἢ ἔσφρησις, ἢ ἀκοὴ, ἢ γεῦσις, πᾶν συλλήβδην εἰπεῖν πράγμα, ἢ εἶδος, ἢ κίνημα, ὠθεῖ τοὺς τοιούτους πρὸς ἁμαρτίαν, καὶ ἐκκαλεῖται πρὸς τὴν παρανομίαν. Ὥσπερ τουναντίον τοὺς πιστοὺς, καὶ ἁγνούς, καὶ εὐλαβεῖς, καὶ σώους τὸ φρόνημα, πάντα διεγείρει πρὸς εὐχαριστίαν Θεοῦ, καὶ ἄπληστον ὑμνολογίαν, καὶ χειραγωγεί πρὸς πᾶσαν δικαιοσύνην, καὶ νοη ματίζει πρὸς τὴν τελείαν εὐσέβειαν.
Στι
ΡΚΓ'. Τῷ αὐτῷ.
EPISTOLARUM LIB. II.
Φησὶν ἡ προφητεία·. Τὸ ὕδωρ τῆς Νευριεὶμ ἔρημον ἔσται, καὶ ξηρανθήσεται, καὶ ὁ χόρτος αὐτῆς
πᾶς ἐκλείψει· χόρτος γὰρ ξηρὸς οὐκ ἔσται.» Νευ
ριεὶμ ἑρμηνεύεται ψευδοδοξία. Ἐκ προχείρου μὲν
οὖν ἑκάστη αἵρεσις νοείσθω έρημουμένη, καὶ ξηραι
νομένη διὰ τὰς διδασκαλίας τῶν ὀρθοτομούντων τὸν
λόγον τῆς ἀληθείας. Πλὴν ὅτι καὶ ἡ ἁμαρτία ψευδοδοξία ἐστίν· δοκῶν γάρ τις τὸ μὴ καλόν, μετέρχεται
τούτῳ· ἐπὰν δὲ ἡ ἁμαρτία καταργηθῇ διὰ τῆς μετανοίας, δῆλον ὅτι ἐξηράνθη ὁ χόρτος· ὅταν δὲ καὶ αὐτὸς
ὁ ξηρὸς χόρτος ἐκ ποδῶν γένηται, ἀπώλοντο καὶ αἱ
μνῆμαι τῶν κακῶς πεπραγμένων.
ΡΚΔ'. - ΕΥΛΥΣΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Οὔτε ἡ ἀρετὴ, οὔτε ἡ κακία μένει ἀμετάπτωτος,
καὶ ἀκίνητος, ἐπειδὴ ἐθελότρεπτόν ἐστι ἀνθρώπινον
γένος. Ονπερ τοίνυν ὑπολαμβάνεις τὸν ἀδελφὸν
ἀμελέστατον εἶναι, ὅνπερ νομίζεις ἁμαρτωλὸν ὑπε
ἄρχειν, οὐκ οἶδας, μήποτε καθ᾿ ἑαυτὸν στενάξας,
καὶ μεταβαλλόμενος ἐπὶ τὸ κρεῖττον, παρὰ Θεῷ σώ
ζεται. Σὺ δὲ ἀγονῶν εὐτελίζεις πολλάκις τὸν τοιοῦτον,
καὶ λοιδορεῖς, καὶ πικρῶς κατακρίνεις τὸν ὑπὲρ σε
σωζόμενον ἄνθρωπον.
PKE'. Τῷ αὐτῷ.
Κακία κακίαν ἐφέλκεται, καὶ πάθος πάθει πολλάτις συνάπτεται· συγγενῆ γὰρ ἀλλήλων, καὶ συνεργά
τὰ φαῦλα καθέστηκεν.
ΡΚΤ'. - Τῷ αὐτῷ.
PKG'.
Τὸ πλῆθος τῶν παρ' ἡμῶν δρωμένων ψεκτῶς, τὴν
πάντων χείρονα τῶν κακῶν κενοδοξίαν, καὶ τὸν
τύφον πολλάκις ἐκ τῆς ἀναλγησίας ἐπισύρεται. Ο
δέ γε πάσας εκκεκομβωμένος ἀπαραλείπτως τὰς
ἀρετὰς, ἀλλότριον ἑαυτὸν καταστήσει τῆς ἀνοήτου, καὶ
μωρᾶς, καὶ σαθρᾶς κενοδοξίας, καὶ τοῦ ματαίου τύφου.
ΡΚΖ'. - ΦΙΛΟΞΕΝΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ.
Αληθινὸν ἐγὼ προσαγορεύω ἐκεῖνον Ισραηλίτην,
τὸν διὰ τῆς θεωρίας ἁπάντων τῶν κτισμάτων, τῶν
τε μὴ φαινομένων βλέποντα τὸν τῶν ὅλων ποιητὴν
Θεόν.
ΡΚΗ. - ΕΛΠΙΔΙΑ ΜΟΝΑΧΩ.
• Πάντα, φησί, καθαρὰ τοῖς καθαροῖς, ο τοῖς δὲ
ἀπίστοις, καὶ ἐμπαθέσι, φιλαμαρτήμασί τε, καὶ μετ
μολυσμένοις, πάντα ἀκάθαρτα, καὶ πονηρά φαίνεται,
καὶ πάντα αὐτοὺς πρὸς ἁμαρτίαν ἐξέλκει, είτε βρώμα,
εἴτε πόμα, εἴτε φόρεμα, εἴτε τόπος, εἴτε χρόνος, ἢ
πρόσωπον, ἢ πρᾶγμα, ἢ ὁμιλία, ἢ βλέμμα, ἢ ἀφὴ,
ἢ ἔσφρησις, ἢ ἀκοὴ, ἢ γεῦσις, πᾶν συλλήβδην εἰπεῖν
πράγμα, ἢ εἶδος, ἢ κίνημα, ὠθεῖ τοὺς τοιούτους πρὸς
ἁμαρτίαν, καὶ ἐκκαλεῖται πρὸς τὴν παρανομίαν.
Ὥσπερ τουναντίον τοὺς πιστοὺς, καὶ ἁγνούς, καὶ
εὐλαβεῖς, καὶ σώους τὸ φρόνημα, πάντα διεγείρει
πρὸς εὐχαριστίαν Θεοῦ, καὶ ἄπληστον ὑμνολογίαν,
καὶ χειραγωγεί πρὸς πᾶσαν δικαιοσύνην, καὶ νοηματίζει πρὸς τὴν τελείαν εὐσέβειαν.
38 Isa. xv, 6. 36 Tit 1, 15.
CXXIII. -Eidem.
Vaticinium ait: ‹ Aqua Neuriim erit deserta, el
exsiccabitur, et herba ipsius universa deficiet:
herba enim sicca non erit ". Neuriim notat falsam
de rebus opinionem. In promptu itaque quæcunque
hæresis intelligatur, quæ desolatur, et eorum, qui
recte verbum veritatis pertractant, doctrina exsiccatur. Nihilominus etiam et peccatum falsa opinio
fuerit namque nonnemo quod bonum non est,
ut bonum apprehendens, illud consequi studet;
cum vero peccatum per pœnitentiam abrogatum
fuerit, manifestum fit herbam exsiccatam fuisse;
cum vero et ipsa herba sicca de medio sublata fuerit,
memoriæ eorum quæ prave gesta sunt, deperduntur.
CXXIV. - EULYSIO MONACHO.
Neque virtus, neque malitia remanet constans
et immutabilis; quandoquidem genus humanum
sponte sua immutari comparatum est. Quem itaque
ex fratribus negligentissimum existimas, 174 et
opinaris peccatorem esse, nescis an aliquando ille
intra se ingemiscens, et in melius immutatus,
apud Deum salvetur. Et tu ignorans talem hominem sæpenumero nibili ducis, et conviciis oneras,
et duriter contemnis, qui tamen polius, quam tu,
salvatur.
CXXV.— Eidem.
Malitia malitiam attrahit, et perturbatio sæpissime perturbationi conjungitur: prava siquidem ejusdem generis sunt, et sibi invicem suppetias ferunt.
CXXVI. -Eidem.
Eorum, quæ a nobis criminose geruntur, copia,
malorum omnium pessimam jactantiam et superbiam sæpe ex stupiditate contrahit; qui vero omnibus abunde est virtutibus exornatus, alienum
se a demente, stulta et detrita jactantia, et inani
tumore constituet.
CXXVII. • PHILOXENO ARCHIMANDRITE.
Ipse ego vere germanum Israelitam dixerim eum,
qui per omnium creaturarum, sive illæ obtutibus
paleant, sive in clanculo lateant, speculationem,
omnium Deum auctorem intuetur.
CXXVIII.-ELPIDIO MONACHIO.
• Omnia, inquit, munda mundis ";» infidelibus
autem et pravis affectionibus deditis, pronisque
175 ad peccandum, et inquinatis omnia impura
pravaque judicantur; omniaque eos ad peccandum
compellunt, sive cibus sit, sive potus, sive indumentum, sive locus, sive tempus, sive persona,
sive opus, sive colloquium, sive visus, sive tactus,
sive odoratus, sive auditio, sive gustus, et ut verbo
extricem, quodcunque illud sit, sive species, sive
motus,hosce ad peccata præcipitat, et ad impietatem
adhortatur.Quemadmodum econtra fideles, et castos,
et pios, et mentis compotes omnia ad agendas Deo
gratias, et nunquam cessantem laudationem excitant, et ad universam justitiam ducunt, et ad pietatem numeris omnibus absolutam viam sternunt.
col. 255–256page 99 of 262
PG 79:255ΡΚΘ'. - ΝΗΜΕΡΤΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Εζήτησέ σε πολλάκις τὸ πνεῦμα τῆς δειλίας, καὶ οὐχ ηὗρε, διότι οὔπω ἐξεδόθης πρὸς γυμνασίαν αὐτῷ, νῦν δέ σε ηὗρε, καὶ ἐκταράττει, παννύχιον τε καὶ πανημέριον. Ἀλλὰ μὴ ἀθυμήσῃς, ὑπόμεινον δὲ δι' εὐχῆς τὸν Κύριον, προσδοκῶν, ὅπως ἐξέληταί σε, συνεχῶς κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ φυρόμενον δάκρυσι. Τῷ αὐτῷ. Εἰ ὅλως λέγεις μηκέτι δύνασθαι μόνως διάξαι ἐν τῷ κελλίῳ, νικώμενος παρ' ἐλπίδας τῷ ἀμετρήτω φόβῳ τοῦ δαιμονίου, μετὰ τοσοῦτον τῆς ἀποταγῆς χρόνον, καὶ τῆς καταμόνας ἐπ' ἐρημίας διατριβής, προσλαβοῦ νῦν τινα θεοφιλῆ, καὶ εὐλαβὴ ἄνθρωπον, καὶ συνοικείτω σοι, καὶ συνευχέσθω, συναλλέτω τε, και συναγρυπνείτω μέχρι τῆς τε θείας ἀντιλήψεως, καὶ τῆς ἀπελάσεως τοῦ πονηροῦ δαίμονος. ΡΛΑ'. Τῷ αὐτῷ. Πέπεισμαι, καὶ πεπληροφόρημαι, ὅτι ἐκστήσεται ἀπὸ σοῦ φυγαδευθὲν διὰ ἁγίου ἀγγέλου τὸ τῆς δειλίας δαιμόνιον. Οὐκ ἀφήσει γὰρ Κύριος διηνεκῶς τὴν ῥάβδον τῶν ἁμαρτωλῶν δαιμόνων, ἐπὶ τὸν κλῆρον τῶν δικαίων ἀνθρώπων. Διόπερ λέγει· Υπο μένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον τὸν ἐπαγαγόντα μοι τὸν πειρασμὸν, καὶ προσέσχε μοι, καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου.» ΡΑΒ'. Τῷ αὐτῷ. Ἰδοὺ τῇ χάριτι, καὶ τῇ δυνάμει, καὶ τῇ φιλανθρωπίᾳ Χριστοῦ τοῦ πανυψίστου Θεοῦ ὀκτάμηνος παρ ἦλθεν, καὶ ἐξεδιώχθη ἀπὸ σοῦ τὸ ἀνόσιον πνεῦμα καὶ πάλιν μετὰ θάρσους μόνος τὴν κέλλαν οι κείς. ΡΑΓ. — ΠΑΛΛΑΔΙΟ ΜΟΝΑΧΩ. Ως ἔοικεν, Ἰωνάθαν κατὰ τὸ πνεῦμα ζηλοῖς τὸν τοῦ Σαούλ υἱόν. Ἐκεῖνος μὲν γὰρ καθ' ἱστορίαν, φησὶν ὅτι ὁ Ἐγευσάμην τοῦ μέλιτος τῷ ἄκρῳ τοῦ σκήπτρου μου, καὶ βλέπουσιν οἱ ὀφθαλμοί μου. Σὺ δέ γε πνευματικῶς τοῦ νοητοῦ μέλιτος μεταλα σών, τῶν μέλιτος γλυκυτέρων ῥημάτων τοῦ κρείττονος βλέπεις τοῖς τῆς ψυχῆς όμμασι τὰ τοῖς πολλοῖς δυσθέατα. Καὶ ζητεῖν λοιπὸν ἄρξω, διατί ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου ὁ Ἰακὼβ προσεκύνησε. ΡΑΔΙ. Τῷ αὐτῷ. Σαὶ μὲν κεκαθαρμένῳ τελείως, καὶ πάσης ἀπηλ λαγμένῳ κηλίδος, καὶ τοῦ τῆς ἀλαζονίας φυσήματος, πρέπει ἀναζητεῖν ὑψηλὰς θεωρίας· τοῖς δὲ μεμολυσμένοις, καὶ μήπω απονιψαμένοις τα αίσχη, καὶ τοὺς σπίλους τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, εὐδόλως ψαύειν συγχωρούμεν τῶν παναγίων λόγων, μέχρις ἂν ὑγιάνωσί τε, καὶ καθαρθῶσί ποτε. < Μὴ δῶτε γάρ, φησί, τὸ ἅγιον τῷ κυνί, μηδὲ τοὺς μαργαρίτας τοῖς χοίροις προσβάλητε. ο ΡΑΕ. ΑΦΘΟΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Μὴ μόνον ἡ τῶν Γραφῶν παρέστω ἀνάγνωσις, ἀλλὰ καὶ εὐχὴ, καὶ ψαλμὸς, καὶ ἐγκράτεια, ἀγρυπνία
CXXIX. NEMERTIO MONACHO.
Sæpius te timoris spiritus perquisivit, nec invenit: nondum enim illi instituendus traditus fueras. At nunc te invenit, et noctu dieque nunquam
intermittens conturbal. Verumtamen ne despondeas, sed sustine deprecationibus Dominum exspectans, ut te frequenter ante ipsius oculos lacrymis madentem eripiat.
CXXX.· Eidem.
Asseveras te solum prorsus non posse in celJula degere, præter exspectationem immenso dæmonis metu oppressum, post maximum abrenuntiationis tempus et solitariam in deserto moram;
ascisce ergo tibi Dei amantem, piumque virum,
qui una tecum inhabitet, simulque preces fundat,
et concinat, et vigiliis 176 immoretur, quousque
divinum auxilium advenerit, improbusque dæmon
abscesserit.
Eidem.
Certe mihi suadeor, nec ullus læsito, per divinum angelum dæmonem expulsum fore fugandum.
Dominus siquidem virgam peccatorum dæmonum
super sortem justorum semper debacchari non
sinet. Propterea dicit: «Exspectans exspectavi Dominum, qui tentationem intulit, et attendit mili,
et exaudivit preces meas 38
CXXXII. Eidem.
En tibi gratia, et virtute, et humanitate super
omnia Christi Dei excelsi, octo mensium spatium
pretergressum est, et improbissimus spiritus fugatus est et tu denuo cellam solus confidentissime inhabitas.
CXXXIII. PALLADIO MONACHO.
Ut videris, Jonatham Saulis filium spiritu æmularis. llle siquidem, ut historia traditur, dixit:
Summitate sceptri mei gustavi de melle, et vident
oculi mei 8. At tu spiritu intellectualis mellis
particeps factus divinorum sermonum, melle ipso
suaviorum, oculis animæ vides quæ a multis non
ita facile dignoscuntur. Hinc quæris, quam ob
causam in summitate baculi Jacobus adoraverit *º.
177 CXXXIV. Eidem.
ΡΚΘ'. - ΝΗΜΕΡΤΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Εζήτησέ σε πολλάκις τὸ πνεῦμα τῆς δειλίας, καὶ
οὐχ ηὗρε, διότι οὔπω ἐξεδόθης πρὸς γυμνασίαν αὐτῷ,
νῦν δέ σε ηὗρε, καὶ ἐκταράττει, παννύχιον τε καὶ
πανημέριον. Ἀλλὰ μὴ ἀθυμήσῃς, ὑπόμεινον δὲ δι'
εὐχῆς τὸν Κύριον, προσδοκῶν, ὅπως ἐξέληταί σε,
συνεχῶς κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ φυρόμενον
δάκρυσι.
PA'.
Τῷ αὐτῷ.
Εἰ ὅλως λέγεις μηκέτι δύνασθαι μόνως διάξαι ἐν
τῷ κελλίῳ, νικώμενος παρ' ἐλπίδας τῷ ἀμετρήτω
φόβῳ τοῦ δαιμονίου, μετὰ τοσοῦτον τῆς ἀποταγῆς
χρόνον, καὶ τῆς καταμόνας ἐπ' ἐρημίας διατριβής,
προσλαβοῦ νῦν τινα θεοφιλῆ, καὶ εὐλαβὴ ἄνθρωπον,
καὶ συνοικείτω σοι, καὶ συνευχέσθω, συναλλέτω τε,
και συναγρυπνείτω μέχρι τῆς τε θείας ἀντιλήψεως,
καὶ τῆς ἀπελάσεως τοῦ πονηροῦ δαίμονος.
ΡΛΑ'. Τῷ αὐτῷ.
Πέπεισμαι, καὶ πεπληροφόρημαι, ὅτι ἐκστήσεται
ἀπὸ σοῦ φυγαδευθὲν διὰ ἁγίου ἀγγέλου τὸ τῆς δειλίας
δαιμόνιον. Οὐκ ἀφήσει γὰρ Κύριος διηνεκῶς τὴν
ῥάβδον τῶν ἁμαρτωλῶν δαιμόνων, ἐπὶ τὸν κλῆρον
τῶν δικαίων ἀνθρώπων. Διόπερ λέγει· Υπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον τὸν ἐπαγαγόντα μοι
τὸν πειρασμὸν, καὶ προσέσχε μοι, καὶ εἰσήκουσε τῆς
δεήσεώς μου.»
ΡΑΒ'.
Τῷ αὐτῷ.
Ἰδοὺ τῇ χάριτι, καὶ τῇ δυνάμει, καὶ τῇ φιλαν
c θρωπίᾳ Χριστοῦ τοῦ πανυψίστου Θεοῦ ὀκτάμηνος παρἦλθεν, καὶ ἐξεδιώχθη ἀπὸ σοῦ τὸ ἀνόσιον πνεῦμα·
καὶ πάλιν μετὰ θάρσους μόνος τὴν κέλλαν οι
κείς.
Tibi equidem perfecte depurgato, et ab omni
labe, et jactantia tumore immuni, opera pretium
fuerit subtilissimis speculationibus exerceri: inquinatis vero, et qui nondum opprobria, et canum veteris hominis lavacris abluerunt, nullo
modo permittimus sanctissima verba vel summis
digitis pertractare, quousque sani evadant, et
aliquando expurgentur. Nam ait: Nolite dare
sanctum canibus, neque margaritas porcis proji -
cite".
CXXXV. APHTHONIO MONACHO.
Non tantum Scripturarum lectio in promptu sit,
sed et oratio, et psalmus, et continentia, vigilia
37 Psal. CXXIV,
ΡΑΓ. — ΠΑΛΛΑΔΙΟ ΜΟΝΑΧΩ.
Ως ἔοικεν, Ἰωνάθαν κατὰ τὸ πνεῦμα ζηλοῖς τὸν
τοῦ Σαούλ υἱόν. Ἐκεῖνος μὲν γὰρ καθ' ἱστορίαν,
φησὶν ὅτι ὁ Ἐγευσάμην τοῦ μέλιτος τῷ ἄκρῳ τοῦ
σκήπτρου μου, καὶ βλέπουσιν οἱ ὀφθαλμοί μου.
Σὺ δέ γε πνευματικῶς τοῦ νοητοῦ μέλιτος μεταλα
σών, τῶν μέλιτος γλυκυτέρων ῥημάτων τοῦ Κρείτ
τονος βλέπεις τοῖς τῆς ψυχῆς όμμασι τὰ τοῖς πολλοῖς
δυσθέατα. Καὶ ζητεῖν λοιπὸν ἄρξω, διατί ἐπὶ τὸ
ἄκρον τῆς ῥάβδου ὁ Ἰακὼβ προσεκύνησε.
ΡΑΔΙ.
Τῷ αὐτῷ.
Σαὶ μὲν κεκαθαρμένῳ τελείως, καὶ πάσης ἀπηλ
λαγμένῳ κηλίδος, καὶ τοῦ τῆς ἀλαζονίας φυσήματος,
πρέπει ἀναζητεῖν ὑψηλὰς θεωρίας· τοῖς δὲ μεμολυσμένοις, καὶ μήπω απονιψαμένοις τα αίσχη, καὶ
τοὺς σπίλους τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, εὐδόλως ψαύειν
συγχωρούμεν τῶν παναγίων λόγων, μέχρις ἂν
ὑγιάνωσί τε, καὶ καθαρθῶσί ποτε. < Μὴ δῶτε γάρ,
φησί, τὸ ἅγιον τῷ κυνί, μηδὲ τοὺς μαργαρίτας τοῖς
χοίροις προσβάλητε. ο
ΡΑΕ.
ΑΦΘΟΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Μὴ μόνον ἡ τῶν Γραφῶν παρέστω ἀνάγνωσις,
ἀλλὰ καὶ εὐχὴ, καὶ ψαλμὸς, καὶ ἐγκράτεια, ἀγρυπνία
3. ** Psal. xxxix, 1. 39 | Reg. xiv, 13. 40 Gen. ALVII, 51, ** Matth. v, 6.
col. 257–258page 100 of 262
PG 79:257τε, καὶ χαμευνία, καὶ ἡσυχία, καὶ τὸ ἔργον τῶν χειρῶν. ΕΥΣΕΒΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Σὺ μόνον θέλησον ἡσυχάσαι, καθὼς ἀπαιτεῖ τὸ μοναχικὸν πράγμα, καὶ ὁ Θεὸς ἐκ τῶν δένδρων, καὶ τῶν ἀνέμων, καὶ ἐκ τῶν λίθων τούτων εξεγερεῖ τοὺς διακονοῦντάς σοι. ᾿Αλλὰ βλέπω, ὅτι οὐ θέλεις παντελῶς ἡρεμῆσαι, κακὴν γὰρ συνήθειαν ἔλαβες, πάντα τόπον, καὶ πᾶσαν χώραν, καὶ πᾶσαν κώμην, καὶ πόλιν, καὶ ἁγυιὰν περινοστῶν. ΡΑΖ'. -- ΕΥΦΗΜΙΑ ΜΟΝΑΧΟ. Τί γὰρ δὴ προσεδόκησας προαιρούμενος τὴν ἡσυ χίαν, καὶ τὴν ἀναχώρησιν; Πάντως θλίψεις, καὶ πειρασμούς, καὶ χαλεπῶν δαιμόνων τὰς μυρίας προσπτώσεις, καὶ λόχους, καὶ μηχανάς. Πῶς οὖν νῦν δυσανασχετεῖς, καὶ δυσχεραίνεις, καὶ ἀλύεις κεντούμενος ποικίλως ταῖς τῶν πειρασμῶν λόγχαις, καὶ τοῖς πριστηροειδέσι τροχοῖς τῆς τῶν δαιμόνων ἀμάξης τὴν σαυτοῦ ψυχήν, αλοώμενος τμήμασι, καὶ δίκην ἀχύρου κοπτόμενος; Αλλ' ὑπόμεινον εὐχαρίστως, καὶ μακροθύμως, φρονήματι σοβαρῷ, καὶ ἱκεσία πυκνῇ, καὶ ἀγρυπνίᾳ εὐτόνῳ, καὶ ἐγκρατείᾳ καλῇ προσπαραμένων τῷ Κρείττονι, καὶ θεάσῃ τὸ τέλος. ΡΛΗ. Τῷ αὐτῷ. Τὸ μὲν τέλος τῶν ἀγωνιζομένων διὰ Χριστοῦ, σωτηρία ὑπάρχει, τὸ δὲ τέλος τῶν δαιμόνων ἀπώλεια χαλεπή. Τότε γὰρ κεντηθήσονται οἱ κεντοῦντές σε νῦν, καὶ καταπατήσεις αὐτοὺς, καὶ ἔσονται σποδός ὑπὸ τοὺς πόδας σου, καὶ φοβηθήσονταί σε, οὓς τὸ @ πρὶν ἐφοβήθης, διὰ τὴν βουλήν, ἣν βεβούλευται Κύ ριος. ΡΑΘ'. Τῷ αὐτῷ. Ποτὲ μὲν κρύπτονται ἔνδον παρ' ἡμῖν οἱ δαιμονιώδεις λογισμοί, ποτὲ δὲ διακύπτουσιν ἐπὶ τὰ ἔξω, κατεπείγοντες ἡμᾶς εἰς τὴν διὰ τῶν ἔργων ἁμαρτίαν. Αλλ' ὁ Θεὸς παρακληθεὶς παρ' ἡμῶν, διασκορπίζει αὐτοὺς, καὶ ἐξορίζει ἀφ' ἡμῶν, καὶ τότε ανανήψαντες ἀπὸ τῆς συγχύσεως, συλλέγομεν ἑαυτοὺς, καὶ ἀναζωπυροῦμεν τῷ πνεύματι, ὡς ἐκ νεκρῶν ἀναστάντες, καὶ εἰς τὸ κατὰ φύσιν ὕψος τῆς ἀπαθείας ἀναβιβαζόμενοι, δοξολογοῦμεν, καὶ ὑμνοῦμεν τὸν Κύριον, εἰς ἀγαθὸν, καὶ εὐαρέστον τῷ Θεῷ τέλος τὸν ἑαυτῶν καταπαύοντες βίον. Καὶ τοῦτο, οἶμαι, τὸ εἰρημένον τῷ μακαρίῳ Δαυΐδ, ὅτι Διέκυψαν πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ὅπως ἂν ἐξολοθρευθώσιν, καὶ ὑψωθήσεται ὡς μονοκέρωτος το κέρας μου, δηλαδή τὸ κράτος τῆς θείας ἀπαθείας, καὶ τὸ γῆρας μου ἐν ἐλαίῳ πίονι· τῷ γὰρ νοητῷ ἐλαίῳ τοῦ Κρείττονος πενθήσεται, φησίν, ὁ ἀγωνιστής ἄνθρωπος, ὁ τὸ πριν καταπονηθείς, καὶ τεταριχευμένος τῇ ἐνοχλήσει τῆς πολυπαθείας. ΡΜ'. — ΚΥΡΙΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. *Αγαν φθονοῦσιν οἱ δαίμονες τοῖς τὴν σωφροσύνην ἀσπαζομένοις, καὶ πονηράς, καὶ ἀπηγορευμένας ἐπιθυμίας ἐμβάλλουσι τοῖς ἀγωνιζομένοις. Ἀλλ᾿ οὐκ ἀθυμητέον ἐπὶ τούτῳ· μᾶλλον γὰρ νευρούμεθα κατά
EPISTOLARUM LIB. II.
τε, καὶ χαμευνία, καὶ ἡσυχία, καὶ τὸ ἔργον τῶν quoque, et humi cubatio, et quies, et manuum
χειρῶν.
ΡAG. - ΕΥΣΕΒΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
Σὺ μόνον θέλησον ἡσυχάσαι, καθὼς ἀπαιτεῖ τὸ
μοναχικὸν πράγμα, καὶ ὁ Θεὸς ἐκ τῶν δένδρων,
καὶ τῶν ἀνέμων, καὶ ἐκ τῶν λίθων τούτων εξεγερεῖ
τοὺς διακονοῦντάς σοι. ᾿Αλλὰ βλέπω, ὅτι οὐ θέλεις
παντελῶς ἡρεμῆσαι, κακὴν γὰρ συνήθειαν ἔλαβες,
πάντα τόπον, καὶ πᾶσαν χώραν, καὶ πᾶσαν κώμην,
καὶ πόλιν, καὶ ἁγυιὰν περινοστῶν.
ΡΑΖ'. -- ΕΥΦΗΜΙΑ ΜΟΝΑΧΟ.
Τί γὰρ δὴ προσεδόκησας προαιρούμενος τὴν ἡσυ
χίαν, καὶ τὴν ἀναχώρησιν; Πάντως θλίψεις, καὶ
πειρασμούς, καὶ χαλεπῶν δαιμόνων τὰς μυρίας
προσπτώσεις, καὶ λόχους, καὶ μηχανάς. Πῶς οὖν νῦν
δυσανασχετεῖς, καὶ δυσχεραίνεις, καὶ ἀλύεις κεντούμε
νος ποικίλως ταῖς τῶν πειρασμῶν λόγχαις, καὶ τοῖς
πριστηροειδέσι τροχοῖς τῆς τῶν δαιμόνων ἀμάξης
τὴν σαυτοῦ ψυχήν, αλοώμενος τμήμασι, καὶ δίκην
ἀχύρου κοπτόμενος; Αλλ' ὑπόμεινον εὐχαρίστως,
καὶ μακροθύμως, φρονήματι σοβαρῷ, καὶ ἱκεσία
πυκνῇ, καὶ ἀγρυπνίᾳ εὐτόνῳ, καὶ ἐγκρατείᾳ καλῇ
προσπαραμένων τῷ Κρείττονι, καὶ θεάσῃ τὸ τέλος.
ΡΛΗ. Τῷ αὐτῷ.
Τὸ μὲν τέλος τῶν ἀγωνιζομένων διὰ Χριστοῦ,
σωτηρία ὑπάρχει, τὸ δὲ τέλος τῶν δαιμόνων ἀπώλεια
• χαλεπή. Τότε γὰρ κεντηθήσονται οἱ κεντοῦντές σε
νῦν, καὶ καταπατήσεις αὐτοὺς, καὶ ἔσονται σποδός
ὑπὸ τοὺς πόδας σου, καὶ φοβηθήσονταί σε, οὓς τὸ @
πρὶν ἐφοβήθης, διὰ τὴν βουλήν, ἣν βεβούλευται Κύριος.
ΡΑΘ'. Τῷ αὐτῷ.
operatio.
CXXXVI. - EUSEBIO MONACHO.
Te tantummodo quieti libens dato, ut monachorum institutum exposcit, et Deus ex arboribus,
et ventis, et lapidibus tibi ministratores excitabit. Sed plane conspicio te penitus quietem repel.
lere: mala enim consuetudine percitus loca omnia,
et universas regiones, et oppida, et urbes, et
vicos, nunquam quiescens circumcurris.
178 CXXXVII.. EUPHEMIO MONACHO.
Quid porro exspectabas, dum quietem, et seeessum eligebas? annon amictiones, et tentationes,
et importunorum dæmonum innumeras irruptiones,
et insidias, et machinas? Quanam igitur nunc
causa ægre fers, et animo discruciaris, et tristi
vultu frontem contrahis, dum variis modis a tentationum lanceis perfoderis, et rotis instar serræ
secantibus tuam animam dæmoniaci plaustri, dissectus, et instar paleæ contritus? Sed sustine gratias agens, et tolerans, cogitatione valida, et frequentibus precibus, et vigiliis continuis, et honesta
temperantia Domino te conjungeus, et finem conspicies.
Eidem.
Finis eorum, qui pro Christi certamen subcunt,
salus est: dæmonum autem finis, immane excidium. Tunc enim pungentur te nunc pungentes,
et conculcabis eos, et erunt cinis sub pedibus
tuis, et quos prius extimescebas, extimescent te,
propter consilium, quod bene censuit Dominus.
CXXXIX. Eidem.
Nunc quidem intra nos dæmoniacæ cogitationes
absconduntur, nunc vero ad exteriora promunt se,
nos in peccatum, quod opere fit, compellentes.
Sad Deus advocatus a nobis eas disperdit longeque
amandat: et tunc ab ea confusione resipiscentes,
nosmelipsos colligimus, 179 et recalescimus
spiritu, ac si ex mortuis resurrexerimus, et in
sublimitatem, quæ secundum naturam est, tranquillitatis, nulli perturbationi obnoxii, gradum
facientes, glorificamus et laudamus Dominum,
in bono gratoque Deo fine vitam ponentes. Et hoc
Ποτὲ μὲν κρύπτονται ἔνδον παρ' ἡμῖν οἱ δαιμονιώδεις λογισμοί, ποτὲ δὲ διακύπτουσιν ἐπὶ τὰ ἔξω,
κατεπείγοντες ἡμᾶς εἰς τὴν διὰ τῶν ἔργων ἁμαρτίαν.
Αλλ' ὁ Θεὸς παρακληθεὶς παρ' ἡμῶν, διασκορπίζει
αὐτοὺς, καὶ ἐξορίζει ἀφ' ἡμῶν, καὶ τότε ανανήψαντες
ἀπὸ τῆς συγχύσεως, συλλέγομεν ἑαυτοὺς, καὶ ἀναζωπυροῦμεν τῷ πνεύματι, ὡς ἐκ νεκρῶν ἀναστάντες,
καὶ εἰς τὸ κατὰ φύσιν ὕψος τῆς ἀπαθείας ἀναβιβαζόμενοι, δοξολογοῦμεν, καὶ ὑμνοῦμεν τὸν Κύριον, εἰς
ἀγαθὸν, καὶ εὐαρέστον τῷ Θεῷ τέλος τὸν ἑαυτῶν
καταπαύοντες βίον. Καὶ τοῦτο, οἶμαι, τὸ εἰρημένον
τῷ μακαρίῳ Δαυΐδ, ὅτι Διέκυψαν πάντες οἱ ἐργαζό- est, ut existimo, quod divinus dixerat David:
μενοι τὴν ἀνομίαν, ὅπως ἂν ἐξολοθρευθώσιν, καὶ
ὑψωθήσεται ὡς μονοκέρωτος το κέρας μου, δηλαδή
τὸ κράτος τῆς θείας ἀπαθείας, καὶ τὸ γῆρας μου ἐν
ἐλαίῳ πίονι· τῷ γὰρ νοητῷ ἐλαίῳ τοῦ Κρείττονος
πενθήσεται, φησίν, ὁ ἀγωνιστής ἄνθρωπος, ὁ τὸ
πριν καταπονηθείς, καὶ τεταριχευμένος τῇ ἐνοχλή
σει τῆς πολυπαθείας.
ΡΜ'. — ΚΥΡΙΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ.
*Αγαν φθονοῦσιν οἱ δαίμονες τοῖς τὴν σωφροσύνην
ἀσπαζομένοις, καὶ πονηράς, καὶ ἀπηγορευμένας
ἐπιθυμίας ἐμβάλλουσι τοῖς ἀγωνιζομένοις. Ἀλλ᾿ οὐκ
ἀθυμητέον ἐπὶ τούτῳ· μᾶλλον γὰρ νευρούμεθα κατά
42 Psal, xci, 3.
Prospexerunt omnes operantes iniquitatem, ut
dissipentur ", et elevabitur quasi monocerotis
cornu meum, robur scilicet divinæ securitatis, ct
senectus mea in oleo pingui: nam intellectuali Det
oleo impinguabitur, ait, homo certator, qui prius
oppressus et exsiccatus fuerat multarum perturbationum afflictione.
CXL. - CYRINIO MONACHO.
Multum invident dæmones iis, qui continentiam
amplectuntur, et prava velitaque desideria certantibus ingerunt. Sed non est propterea animus
demittendus: magis enim per eas turbas nervos
col. 259–260page 101 of 262
PG 79:259τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν διὰ τῆς ἐνοχλήσεως· πλεῖον γὰρ τῶν ἐν ἐπαγγελίαις ἀγαθῶν βεβαιούμεθα, ἐν τῷ ἐπὶ τοσοῦτον πειράζεσθαι ὑπὸ τῶν φιλοσάρκων, καὶ ῥυπαρῶν δαιμόνων. Εἰδότες γὰρ οἱ ἐχθροὶ, ὅτι μετ γάλα ἀγαθὰ ὁ Κύριος ἐπηγγείλατο ἡμῖν, σφόδρα ὀργία ζονται καθ' ἡμῶν, καὶ βασκαίνοντες ἀντιτάσσονται, διὰ τῶν αἰσχρῶν, καὶ φαυλοτάτων παθῶν, καὶ λίαν ἐκθλίβουσιν τοὺς πρὸς τὴν ἀρετὴν ἐπειγομένους ἀνθρώπους. Διὸ κἂν ἐπιθυμίαι φλεγμαίνωσι, καὶ ἡδοναί ῥυπαραί, κἂν ἡ σὰρξ ἐπεγειρομένη σκιρτα, κἂν πᾶσα ἐπίνοια, καὶ κακοτεχνία διαβολική πειράζῃ ἡμᾶς, πάντα ὑπερνικῶμεν διὰ πίστεως, καὶ ψαλμια δίας, καὶ ἀναγνώσεως, καὶ ταπεινοφροσύνης, καὶ τῶν ἄλλων ἀγωνισμάτων, καὶ ὑπὲρ πάντα διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ φιλ ανθρώπου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν. Οὐ δυνατὸν δὲ κατισχύσαι ἡμῶν τοὺς πολεμίους δαίμονας, ἐὰν μὴ πρῶτον ἡμεῖς τοῦ θείου φόβου καταφρονήσωμεν δι' ὀλιγοπιστίαν, καὶ ἀμελήσωμεν τῶν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ένταλμένων ἡμῖν. Εἰσὶν οὖν τινες δαίμονες τὸ ἀνθρώπινον ὑποδύοντες σῶμα, καὶ πᾶσαν τοῦ ὀργάνου μύζοντες τὴν δύναμιν, ἀδράνειάν τε καὶ ἔκλυσιν πᾶσαν σχεδὸν ἐνιόντες τοῖς μέλεσι, καίτοι μηδενὸς παρόντος νοσήματος ἢ ἀῤῥωστίας. Αλλά γε πρὸς τούτοις, καὶ εἰς πολλὴν ἀθυμίαν καὶ χλιαρὸν φρό νημα ἐμβάλλουσι τὴν ψυχήν, οὔστινας διωσάμενοι γενναίῳ λογισμῷ, καὶ νηφαλίῳ καρδίᾳ τῷ παντεπό στη Θεῷ δι' εὐχῆς κολληθῶμεν λέγοντες· Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, ὁ Θεὸς, καὶ ἐκ τῶν ἐπανισταμένων ἐπ' ἐμὲ λύτρωσαί με.» Αποκατάστησον τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῆς κακουργίας αὐτῶν. Ὥσπερ δὲ τῷ Σαμψών συμβέβηκέ ποτε διὰ φιληδονίαν εἰς χεῖ ρας ἐμπεσεῖν τῶν ἀλλοφύλων, καὶ παθεῖν ἐκεῖνα τὰ γεγραμμένα περὶ αὐτοῦ, τοῦτο καὶ νῦν πάντως κατά ψυχὴν γίνεται τῷ ἀγκιστρευομένῳ ταῖς πονηραῖς ήδοναῖς· τῇ γὰρ προσβολῇ τοῦ ῥυπαροῦ δαίμονος ἐπακολουθησάντων τῶν λογισμῶν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφίσταται μὲν ἡ φρουροῦσα τὴν ψυχὴν θεία χάρις, επιλαβόμενοι δὲ τοῦ ἀγρευθέντος οἱ δαίμονες, ἐξορύττουσιν αὐτοῦ πᾶν σωφρονικόν νόημα, δεσμεύουσι δὲ τοῖς δυσλύτοις τῶν γαργαλισμῶν, καὶ τοῖς αἰσχρᾶς ἐπιθυμίας δεσμοῖς, καὶ εἰς τὴν γάζαν κατάγοντες τῆς κακίας παρασκευάζουσιν ἀλήθειν τῇ συνηθεία τῇ κακῇ, καὶ ἐξυπηρετεῖσθαι τῷ διαβόλῳ τὰς ἡμέ Ο ρας, καὶ τὰς νύκτας ὅλας. Καν δὲ δυνηθῇ εἰς ἑαυτὴν ἐλθοῦσα ἡ ψυχὴ τοῦ ταῖς ἁμαρτίαις παγιδευθέντος στενάξαι πρὸς Θεὸν μετ' ὀδύνης καρδίας, καὶ περιπλακῆναι δι' εὐχῆς, καὶ ἱκεσίας τοῖς ἀοράτοις τοῦ Δεσπότου ποσὶ λέγει, ὁ Κύριος τοῖς ἀγγέλοις, ὥσπερ ὁ Ελισσαίος περὶ τῆς Σωμανίτιδος - "Αφετε αὐτὴν προσιέναι μοι, καὶ μὴ ἀπόσεισθε αὐτήν. Κἂν γὰρ μηδεμίαν κέκτηται ἀρε τὴν, καὶ παρρησίαν πρός με, ἀλλά γε διὰ τὸ κατώ δυνον εἶναι αὐτῆς τὴν καρδίαν, καὶ ἀναιδῶς προς κυλινδεῖσθαί μοι μετά δακρύων, καὶ θλίψεως, προσδέχομαι, καὶ σώζω. Χρεία δὲ ἡμῖν τοῦ παντοδυνάμου, καὶ πανσόφου Πνεύματος, δυνάμεώς τε καὶ χάριτος, ἅπερ ζητεῖν εὐθύμως ἐφείλομεν. Οὕτω γὰρ
adversus nostros hostes intendimus, tantoque ma. τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν διὰ τῆς ἐνοχλήσεως· πλεῖον γὰρ
gis in bonorum promissionibus stabilimur, quantum
a voluptuosis immundisque dæmonibus afflictamur.
Nam cum adversarii ingentia esse bona, quæ nobis
Christus promisit, optime calleant, adversus nos
ingenti iracundia exardescunt, et invidentia oppugnant obscenis et improbissimis affectionibus, vehementerque aligunt homines, qui ad virtutem
contendunt. Quapropter licet appetentiæ intumescant, inflammenturque, et voluptates sordidæ;
licet caro admotis stimulis satiat; licet omnis circumspectio, et perversæ 180 diaboli machinæ
nos oppugnent: universa læc, et fide, et psalmorum concentu, et lectione, et demissione animi, et
aliis certaminibus, et super alia nominis Jesu
Christi Dei humanissimi, Sa!vatorisque nostri imploratione superamus. Neque fieri potest ut adversi
dæmones nos oppugnent, ni prius nos per fidem
modicam timorem divinum per transennam aspexerimus, et a Domino nobis præcepta neglexerimus. Sunt itaque nonnulli dæmones, qui sese
humanis corporibus induentes, omnesque instrumenti vires fellantes, et languorem corpori conciliantes, licet nulla adsit infirmitas, vel valetudinis initium; quin etiam ad hæc animo tristitiamm,
et tepentes cogitationes immittunt: quæ generosa
firmitate, et prudenti corde ejicientes, omnia circumspicienti Deo adhæreamus dicentes: • Eripe
me ex inimicis meis, Deus, et ab insurgentibus
in me libera me**: > releva animam meam ex
malis eorum operibus. Quemadmodum vero Samsoni quondam propter intemperantem voluptatem contigit in manus allophylorum incidere",
et quæ jam de eo scripta sunt, perpeti: hoc iden
et nunc depravatis voluptatibus irretitis obtingit.
Namque cum sordidi damonis impetui cogitationis
hominis locum dederint, divina gratia ad custodiam anima advigilans concedit, et damones irretitum arripientes, omnem in eo pudibundam cogitationem excavant, et indissolubilibus titillationum prava voluptatis vinculis illigant, et in supellectilem malitiæ conducentes, consuetudine prava
molæ operam dare constituunt, deservireque diabolo diebus ac noctibus integris.
τῶν ἐν ἐπαγγελίαις ἀγαθῶν βεβαιούμεθα, ἐν τῷ ἐπὶ
τοσοῦτον πειράζεσθαι ὑπὸ τῶν φιλοσάρκων, καὶ
ῥυπαρῶν δαιμόνων. Εἰδότες γὰρ οἱ ἐχθροὶ, ὅτι μετ
γάλα ἀγαθὰ ὁ Κύριος ἐπηγγείλατο ἡμῖν, σφόδρα ὀργία
ζονται καθ' ἡμῶν, καὶ βασκαίνοντες ἀντιτάσσονται,
διὰ τῶν αἰσχρῶν, καὶ φαυλοτάτων παθῶν, καὶ λίαν
ἐκθλίβουσιν τοὺς πρὸς τὴν ἀρετὴν ἐπειγομένους
ἀνθρώπους. Διὸ κἂν ἐπιθυμίαι φλεγμαίνωσι, καὶ
ἡδοναί ῥυπαραί, κἂν ἡ σὰρξ ἐπεγειρομένη σκιρτα,
κἂν πᾶσα ἐπίνοια, καὶ κακοτεχνία διαβολική πειράζῃ
ἡμᾶς, πάντα ὑπερνικῶμεν διὰ πίστεως, καὶ ψαλμια
δίας, καὶ ἀναγνώσεως, καὶ ταπεινοφροσύνης, καὶ
τῶν ἄλλων ἀγωνισμάτων, καὶ ὑπὲρ πάντα διὰ τῆς
ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν. Οὐ δυνατὸν δὲ
κατισχύσαι ἡμῶν τοὺς πολεμίους δαίμονας, ἐὰν μὴ
πρῶτον ἡμεῖς τοῦ θείου φόβου καταφρονήσωμεν δι'
ὀλιγοπιστίαν, καὶ ἀμελήσωμεν τῶν ὑπὸ τοῦ Κυρίου
ένταλμένων ἡμῖν. Εἰσὶν οὖν τινες δαίμονες τὸ ἀνθρώ
πινον ὑποδύοντες σῶμα, καὶ πᾶσαν τοῦ ὀργάνου
μύζοντες τὴν δύναμιν, ἀδράνειάν τε καὶ ἔκλυσιν
πᾶσαν σχεδὸν ἐνιόντες τοῖς μέλεσι, καίτοι μηδενὸς
παρόντος νοσήματος ἢ ἀῤῥωστίας. Αλλά γε πρὸς
τούτοις, καὶ εἰς πολλὴν ἀθυμίαν καὶ χλιαρὸν φρόνημα ἐμβάλλουσι τὴν ψυχήν, οὔστινας διωσάμενοι
γενναίῳ λογισμῷ, καὶ νηφαλίῳ καρδίᾳ τῷ παντεπό
στη Θεῷ δι' εὐχῆς κολληθῶμεν λέγοντες· Ἐξελοῦ
με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, ὁ Θεὸς, καὶ ἐκ τῶν ἐπανισταμένων ἐπ' ἐμὲ λύτρωσαί με.» Αποκατάστησον τὴν
ψυχήν μου ἀπὸ τῆς κακουργίας αὐτῶν. Ὥσπερ δὲ
τῷ Σαμψών συμβέβηκέ ποτε διὰ φιληδονίαν εἰς χεῖρας ἐμπεσεῖν τῶν ἀλλοφύλων, καὶ παθεῖν ἐκεῖνα τὰ
γεγραμμένα περὶ αὐτοῦ, τοῦτο καὶ νῦν πάντως κατά
ψυχὴν γίνεται τῷ ἀγκιστρευομένῳ ταῖς πονηραῖς
ήδοναῖς· τῇ γὰρ προσβολῇ τοῦ ῥυπαροῦ δαίμονος
ἐπακολουθησάντων τῶν λογισμῶν τοῦ ἀνθρώπου,
ἀφίσταται μὲν ἡ φρουροῦσα τὴν ψυχὴν θεία χάρις,
επιλαβόμενοι δὲ τοῦ ἀγρευθέντος οἱ δαίμονες, ἐξορύττουσιν αὐτοῦ πᾶν σωφρονικόν νόημα, δεσμεύουσι δὲ
τοῖς δυσλύτοις τῶν γαργαλισμῶν, καὶ τοῖς αἰσχρᾶς
ἐπιθυμίας δεσμοῖς, καὶ εἰς τὴν γάζαν κατάγοντες
τῆς κακίας παρασκευάζουσιν ἀλήθειν τῇ συνηθεία
τῇ κακῇ, καὶ ἐξυπηρετεῖσθαι τῷ διαβόλῳ τὰς ἡμέ
Ο ρας, καὶ τὰς νύκτας ὅλας.
Καν δὲ δυνηθῇ εἰς ἑαυτὴν ἐλθοῦσα ἡ ψυχὴ τοῦ ταῖς
ἁμαρτίαις παγιδευθέντος στενάξαι πρὸς Θεὸν μετ'
ὀδύνης καρδίας, καὶ περιπλακῆναι δι' εὐχῆς, καὶ
ἱκεσίας τοῖς ἀοράτοις τοῦ Δεσπότου ποσὶ λέγει, ὁ
Κύριος τοῖς ἀγγέλοις, ὥσπερ ὁ Ελισσαίος περὶ τῆς
Σωμανίτιδος - "Αφετε αὐτὴν προσιέναι μοι, καὶ μὴ
ἀπόσεισθε αὐτήν. Κἂν γὰρ μηδεμίαν κέκτηται ἀρε
τὴν, καὶ παρρησίαν πρός με, ἀλλά γε διὰ τὸ κατώδυνον εἶναι αὐτῆς τὴν καρδίαν, καὶ ἀναιδῶς προς
κυλινδεῖσθαί μοι μετά δακρύων, καὶ θλίψεως,
προσδέχομαι, καὶ σώζω. Χρεία δὲ ἡμῖν τοῦ παντοδυνάμου, καὶ πανσόφου Πνεύματος, δυνάμεώς τε καὶ
χάριτος, ἅπερ ζητεῖν εὐθύμως ἐφείλομεν. Οὕτω γὰρ
181 Quod si resipiscens sese circumspexerit
anima peccatis illaqueati, cui dolore cordis ad
Deum ingemuerit, et mediis precibus ac votis invisibilibus Domini pedibus adhæserit, infit Dominus
angelis, quemadmodum de Sunamitide Elisaus:
Sinite eam venire ad me, et ne rejiciatis eam".
Licet enim nullam virtutem possideat, neque in
virtute ejus erga me tantum fiduciæ sit: nihilominus quando illius cor prorsus amarum est et sinc
ullo respectu apud me provoluta est cum lacrymis
et afflictione, ipsam excipio salvoque. Opus vero
nobis est omnipotentissimi et sapientissimi Spiritus virtus, et gratia nobis alacriter conquirenda.
* Judic. xvi, passim. ** IV Reg. 1, 57.
"3 Psal.
col. 261–262page 102 of 262
PG 79:261ἂν τὸ μὲν τόξον τῶν δυνατῶν τῇ κακίᾳ δαιμόνων ἀσθε νήσει κατατοξευόντων ἡμᾶς τοῖς τῆς ἡδυπαθείας λογισμοῖς, ὥσπερ τισὶ πεπυρωμένοις βέλεσιν· οἱ δὲ τὸ πρὶν ἠσθενηκότες πιστοί, ὕστερον μεγάλως ἐνδυναμωθήσονται εἰς τὴν τῶν ἐναντίων ἀναίρεσιν. Καὶ τοῦτο ἄρα ἔστιν, ὅπερ προφητεύουσα ή πιστοτάτῃ μήτηρ τοῦ Σαμουήλ ἔλεγε, Τόξον δυνατῶν ἠσθένησε, καὶ οἱ ἀσθενοῦντες περιεζώσαντο δύναμιν. Σκοπὸς τῷ δημιουργῷ, καὶ ζωγράφῳ τῆς κακίας δαίμονι, εἰς βαρείαν καὶ ἀπαραμύθητον λύπην ἐμβα λεῖν ἕκαστον ἄνθρωπον, καὶ ἀποστῆσαι πίστεως, ἐλπίδος καὶ τῆς θείας ἀγάπης, ἅπερ ἐστὶ καιριώτερά τε καὶ κράτιστα τῆς εἰς Χριστὸν εὐσεβείας. Διὰ τοῦτο καί τινος τῶν πιστῶν παρασκευάζει πολλάκις διὰ τῆς κτηνώδους κινήσεως, καὶ ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου οίκου ῥέειν γονὴν, ὅπως τὴν ψυχὴν τοῦ παθόν της ἐνέγκῃ εἰς ἀπελπισμὸν, καὶ ἀθυμίαν, καὶ τελείαν ἀπόγνωσιν. Οταν γὰρ τῷ χρόνῳ, καὶ τῷ ἔργῳ προ κάψῃ τις, τότε οἱ πολέμιοι τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν, καὶ ἐπιθυμιῶν ἐπαφίενται αὐτῷ πρὸς γυμνάσιον αυ τοῦ, καὶ δοκίμιον. Εἶτα λυπούμενος, καὶ στενοχωρούμενος ἀναγκάζεται λοιπὸν ταπεινοῦσθαι, καὶ πενθεῖν, καὶ ἑαυτὸν μόνον κατακρίνειν, καὶ μέμφεσθαι. Καὶ οὕτως διὰ τῶν πειρασμῶν τούτων δοκιμασθεὶς ἔρ χεται πρὸς τὴν πασῶν τῶν ἀρετῶν ὑψηλοτέραν διάκρισιν. Απερ οὖν πολλοὶ μὴ προπαιδευθέντες, μηδὲ ταύ την κτησάμενοι, τινὲς μὲν αὐτῶν ξενισθέντες, καὶ θορυβηθέντες τὸν νοῦν ἐξ ἀπροσεξίας, καὶ ἀδιακρισίας, ἑαυτοὺς ἔσφαξαν μαχαίρα, τινὲς δὲ κατεκρήμνησαν ἑαυτοὺς ἀφορήτῳ λύπῃ, καὶ ἀπογνώσει συσχεθέντες, ἕτεροι δὲ τὰ γεννητικά μόρια κόψαντες, καὶ αὐτοφο νευταὶ ἑαυτῶν τῇ προαιρέσει γεγονότες οι τάλανες, ὑπέπεσαν τῇ ἀποστολικῇ ἀρᾷ καὶ κωμῳδίᾳ, περὶ ὧν φησιν· Οφελον καὶ ἀποκόψονται οἱ ἀναστατοῦντες ὑμᾶς. Αλλοι δὲ καὶ ἔλαβον συναρπασθέντες ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ, καὶ οὗτοι ὑπεύθυνοι γεγονότες τῇ προσ φητικῇ ἀποφάσει λεγούσῃ· «Τοὺς δὲ ἐκκλίνοντας εἰς τὰς στραγγαλιὰς ἀπάξει Κύριος μετὰ τῶν έργα ζομένων τὴν ἀνομίαν.» Ο τοίνυν τῷ τοιούτῳ δαίμονι ἀντιστρατευόμενος, καὶ ἀντιπράττων δηλονότι πρὸς τὸν δολερὸν σκοπὸν ἁρμοζόμενος τῇ ὑπομονῇ χρᾶται, καὶ τῇ μακροθυμίᾳ, καὶ δι᾿ εὐχῆς, καὶ νηστείας ἀνενδότου, καὶ πίστεως, καὶ ἐλπίδος, καὶ τελείας τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης καταπολεμήσει, καὶ κατ αγωνίζεται, καὶ κινήσει πάντως τὸν ῥυπαρὸν τοῦτον καὶ ἀκάθαρτον δαίμονα τῇ βοηθείᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀρκεῖ γὰρ ἡμῖν πρὸς τὴν κατ' ἐχθρῶν ἄμυναν τὸ ὄνομα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ πάν υψίστου Θεοῦ. Πολλῆς δὲ ἡμῖν πρὸς τὸν Θεὸν χρεία δεήσεως, ἵνα μὴ ἐκπέσωμεν τῆς ἀρετῆς. Ὅτι γὰρ δυ νατὸν ἐκ δικαιοσύνης εἰς ἁμαρτίαν μεταπεσεῖν, καὶ ἀπὸ τοῦ πάθους εἰς τὸ ἐμπαθὲς μεταμορφωθῆναι, κράζει πρὸς τὸν Κύριον ἡ προφητεία·. Εγενόμεθα ὡς τὸ ἀπ' ἀρχῆς, ὅτε οὐκ ἦρξας ἡμῶν, οὐδὲ ἐπεκλήθη τὸ ὄνομά σου ἐφ' ἡμᾶς,» καί ἐσμεν ἀκάθαρτοι. Αλλ ἐγχωρεῖ καὶ μετὰ τὴν συμβεβηκυῖαν πτῶσιν πάλιν τυχεῖν διὰ τῆς μετανοίας τῆς ἐν τῇ ἀρχῇ ἀπαθείας,
EPISTOLARUM LIB. II.
ἂν τὸ μὲν τόξον τῶν δυνατῶν τῇ κακίᾳ δαιμόνων ἀσθε- Hac siquidem ratione generosorum, ac potentium
νήσει κατατοξευόντων ἡμᾶς τοῖς τῆς ἡδυπαθείας
λογισμοῖς, ὥσπερ τισὶ πεπυρωμένοις βέλεσιν· οἱ
δὲ τὸ πρὶν ἠσθενηκότες πιστοί, ὕστερον μεγάλως
ἐνδυναμωθήσονται εἰς τὴν τῶν ἐναντίων ἀναίρεσιν.
Καὶ τοῦτο ἄρα ἔστιν, ὅπερ προφητεύουσα ή πιστο
τάτη μήτηρ τοῦ Σαμουήλ ἔλεγε, Τόξον δυνατῶν
ἠσθένησε, καὶ οἱ ἀσθενοῦντες περιεζώσαντο δύναμιν.
Σκοπὸς τῷ δημιουργῷ, καὶ ζωγράφῳ τῆς κακίας
δαίμονι, εἰς βαρείαν καὶ ἀπαραμύθητον λύπην ἐμβαλεῖν ἕκαστον ἄνθρωπον, καὶ ἀποστῆσαι πίστεως,
ἐλπίδος καὶ τῆς θείας ἀγάπης, ἅπερ ἐστὶ καιριώτερά
τε καὶ κράτιστα τῆς εἰς Χριστὸν εὐσεβείας. Διὰ
τοῦτο καί τινος τῶν πιστῶν παρασκευάζει πολλάκις
διὰ τῆς κτηνώδους κινήσεως, καὶ ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ
malitia dæmonum, et mollitiei cogitationibus, veluti quibusdam ignitis jaculis nos petentium sagite
torpescent; fideles vero antehac vacillantes, atque
remissi postmodum maximopere in hostium internecionem invalescent. Et hoc est, quod fidissima
Samuelis mater divino Numine aſſlata prænuntiabat Sagitta robustorum infirmata est, et invalidi
viribus sese accinxerunt *. Auctori pictorique maliti:e dæmoni scopus est, in gravem atque insolabilem mærorem homines inducere, et a fide,
spe et
charitate divina, que accommodatissima et potissima sunt cultum erga Christum servare incolumem,
quam longissime removere. Propterea nonnullos
fidelium sæpe sæpius motione belluina in ipsis
ἁγίου οίκου ῥέειν γονὴν, ὅπως τὴν ψυχὴν τοῦ παθόν- etiam sacrosanctis adibus semen profundere cogit,
ut animam tali labe contaminatam in defectionem
suiipsius, et desperationem exactam inducat.
Cum enim progressu temporis, et rebus egregie
gestis quispiam progressus fecerit, 182 tum carnalium voluptatum, et desideriorum hostes ad
ipsius rudimentum atque probationem, liberi relaxantur. Postmodum ægritudine contractus atque
in angustias compulsus, deinceps sese in humilitatem submittere, in mærorem dejici, et semetipsum
solummodo condemuare et accusare cogitur. Et
sic mediis hisce vexationibus probatus, ad discretionem virtutibus omnibus excelsiorem pervolat.
Quibus cum plerique præinstructi non fuissent,
της ἐνέγκῃ εἰς ἀπελπισμὸν, καὶ ἀθυμίαν, καὶ τελείαν
ἀπόγνωσιν. Οταν γὰρ τῷ χρόνῳ, καὶ τῷ ἔργῳ προ
κάψῃ τις, τότε οἱ πολέμιοι τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν,
καὶ ἐπιθυμιῶν ἐπαφίενται αὐτῷ πρὸς γυμνάσιον αυτοῦ, καὶ δοκίμιον. Εἶτα λυπούμενος, καὶ στενοχω
ρούμενος ἀναγκάζεται λοιπὸν ταπεινοῦσθαι, καὶ
πενθεῖν, καὶ ἑαυτὸν μόνον κατακρίνειν, καὶ μέμφεσθαι.
Καὶ οὕτως διὰ τῶν πειρασμῶν τούτων δοκιμασθεὶς ἔρχεται πρὸς τὴν πασῶν τῶν ἀρετῶν ὑψηλοτέραν διάκρι
σιν. Απερ οὖν πολλοὶ μὴ προπαιδευθέντες, μηδὲ ταύ
την κτησάμενοι, τινὲς μὲν αὐτῶν ξενισθέντες, καὶ θορυβηθέντες τὸν νοῦν ἐξ ἀπροσεξίας, καὶ ἀδιακρισίας,
ἑαυτοὺς ἔσφαξαν μαχαίρα, τινὲς δὲ κατεκρήμνησαν
ἑαυτοὺς ἀφορήτῳ λύπῃ, καὶ ἀπογνώσει συσχεθέντες,
ἕτεροι δὲ τὰ γεννητικά μόρια κόψαντες, καὶ αὐτοφονευταὶ ἑαυτῶν τῇ προαιρέσει γεγονότες οι τάλανες,
ὑπέπεσαν τῇ ἀποστολικῇ ἀρᾷ καὶ κωμῳδίᾳ, περὶ
ὧν φησιν· Οφελον καὶ ἀποκόψονται οἱ ἀναστατοῦντες ὑμᾶς. Αλλοι δὲ καὶ ἔλαβον συναρπασθέντες ὑπὸ
τοῦ Σατανᾶ, καὶ οὗτοι ὑπεύθυνοι γεγονότες τῇ προσ
φητικῇ ἀποφάσει λεγούσῃ· «Τοὺς δὲ ἐκκλίνοντας
εἰς τὰς στραγγαλιὰς ἀπάξει Κύριος μετὰ τῶν έργαζομένων τὴν ἀνομίαν.» Ο τοίνυν τῷ τοιούτῳ δαίμονι
ἀντιστρατευόμενος, καὶ ἀντιπράττων δηλονότι πρὸς
τὸν δολερὸν σκοπὸν ἁρμοζόμενος τῇ ὑπομονῇ χρᾶται,
καὶ τῇ μακροθυμίᾳ, καὶ δι᾿ εὐχῆς, καὶ νηστείας
ἀνενδότου, καὶ πίστεως, καὶ ἐλπίδος, καὶ τελείας
τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης καταπολεμήσει, καὶ καταγωνίζεται, καὶ κινήσει πάντως τὸν ῥυπαρὸν τοῦτον longaninitate, et precibus, et jejuniis nunquam
καὶ ἀκάθαρτον δαίμονα τῇ βοηθείᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀρκεῖ γὰρ ἡμῖν πρὸς τὴν κατ'
ἐχθρῶν ἄμυναν τὸ ὄνομα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ πάν
υψίστου Θεοῦ. Πολλῆς δὲ ἡμῖν πρὸς τὸν Θεὸν χρεία
δεήσεως, ἵνα μὴ ἐκπέσωμεν τῆς ἀρετῆς. Ὅτι γὰρ δυνατὸν ἐκ δικαιοσύνης εἰς ἁμαρτίαν μεταπεσεῖν, καὶ
ἀπὸ τοῦ πάθους εἰς τὸ ἐμπαθὲς μεταμορφωθῆναι,
κράζει πρὸς τὸν Κύριον ἡ προφητεία·. Εγενόμεθα
ὡς τὸ ἀπ' ἀρχῆς, ὅτε οὐκ ἦρξας ἡμῶν, οὐδὲ ἐπεκλήθη
τὸ ὄνομά σου ἐφ' ἡμᾶς,» καί ἐσμεν ἀκάθαρτοι. Αλλ
ἐγχωρεῖ καὶ μετὰ τὴν συμβεβηκυῖαν πτῶσιν πάλιν
τυχεῖν διὰ τῆς μετανοίας τῆς ἐν τῇ ἀρχῇ ἀπαθείας,
46 * [Reg. 11, 4. * Psal. cxxiv, 5.
neque illam possedissent, partim novitate rei perturbati, incertique de omnibus redditi ex segnitie
et disceptatione non judicata, ferro sibi fatum
accersivere; partim præcipites se dederunt, murore intolerando, et desperatione oppressi; partim
membris genitalibus abrasis, et mortem sibimetipsis voluntariam irrogantes miseri, sese maledictioni apostolicæ et derisui comico subjecere, de
quibus ait: Utinamn et abscindantur, qui inquietant
vos; partim mulieribus innupsere a Satana correpti, et lui quoque obnoxii facti decreto prophetico dicenti: Declinantes in obligationes adducet
Dominus cum operantibus iniquitates *.» Qui
vero simili dæmoni obluctatur, obstatque illius audaciæ et proposito insidioso, tolerantia utitur, et
cessantibus, et fide, et spe, et absoluto erga Deum
amore profligabit, ac prosternet, et debellabit prorsus hunc sordidum, atque impurum dæmonem
Domini nostri Jesu Christi adjutorio. Namque satis
nobis superque est ad proterendos hostes Jesu
Christi Dei excelsissimi nomen. Frequens vero deprecatio ad Deum nobis opus est, ne virtute excidamus. Namque 183 ficri posse, ut ex justitia in
peccatum nos collabi, et ex affectu ad id, quod
passioni obnoxium est, transformari, clamat ad
Dominum vaticinium: ‹ Eſſiciamur sicuti a principio, cum non habebas dominationem in nos, neque
col. 263–264page 103 of 262
PG 79:26348,, καὶ ἰσχύος. Πᾶς γὰρ ὁ διὰ μετάνοιαν καὶ δεήσεως ζητεῖν, λήψεται τῷ προσήκοντι καιρῷ πάλιν τῆς ἐξ ὕψους δύναμιν, καὶ ἀπάθειαν. Πρόσχες τῇ προφητεία· «Εξεγείρου Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔνδυσαι τὴν ἰσχὺν τοῦ βραχίονός του, καὶ ἐξεγείρου ὡς ἐν ἀρχῇ ἡμέρας, διότι ἀπέδρα ἀπὸ σοῦ ἐδύνη, λύπη, καὶ στε ναγμός.» Μέγα δέ ἐστιν ἐν κακοῖς, καὶ τὸ μικρὸν ἀγαθόν. Εἰ γὰρ καὶ μεμισήμεθα ὑπὸ Θεοῦ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀγαπηθησόμεθα διὰ τῆς μετανοίας. "Οτι γὰρ πάλιν προσλαμβάνεται ἡμᾶς ὁ πολυεύσπλαγχνος Δεσπότης, καὶ κατευφραίνει τῇ ἀγαπήσει αὐτοῦ, βλέπε τί λέγει τῇ νοητῇ Ἱερουσαλὴμ, τουτέστι τῇ ψυχῇ ἡμῶν· «Καὶ θήσομαί σε ἀγαλλίαμα αἰώνιον, καὶ εὐφροσύνην γενεάς γενεών. Μὴ οὖν ἀμφιβάλλῃς, πῶς. Όταν γὰρ βουληθῇ ὁ Θεὸς ἀπὸ τοῦ χείρονος ἐπὶ κρεῖττον μεταβάλειν τὰ πράγματα, τῷ ἐπιτάγματι τοῦ Θεοῦ πάντα ἐκστήσεται τὰ ἐναντιούμενα. Οτι εὐκόλως, καὶ ἑτοίμως δυνήσεται Κύριος τὴν ἀνθρωπότητα μετασκευάσαι, ὡς τὴν ἄφλοιον, καὶ ξηρὰν ῥάβδον τοῦ ᾿Ααρών, ταχύτερον τῶν ἐν τῇ γῇ ἐῤῥιζωμένων φυτών καρποφορῆσαι προσέταξεν· εἴπερ ἐκεῖνα πολλαῖς χρόνων, καὶ καιρῶν τροπαίς καρποφορεί, αὕτη δὲ ὑπὸ μίαν νύχτα πάντα ὁμοῦ φύλλα, καὶ ἄνθη, καὶ καρπὸν προήγαγε. Μὴ οὖν ὡς ἔτυχε, καὶ ἀβασανίστως μετατιθῶμεν, καὶ αὐτοὺς ἀπὸ τόπων εἰς τόπους τὰς ἐκ τῶν λογισμῶν ὀχλήσεις, καὶ θλίψεις ἐκφεύγοντες. Μᾶλλον δὲ καὶ στήκωμεν μεθ' ὑπομονῆς προσευχά μενοι, καθάπερ Μωϋσῆς ἔλεγε τῷ Ἰσραήλ· Στή κετε, καὶ θαρσεῖτε, μὴ φοβεῖσθε, καὶ ὄψεσθε τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ βοήθειαν, ἣν ποιήσει ὑμῖν σή μέρον. 1.Χ, ΡΜΑ'. - ΔΙΑΚΟΝΟ. Οταν ἴδῃς ἄνθρωπον ἄπιστον, καὶ φιλόκοσμον ἐγο καυχώμενον τῇ ματαιότητι τῆς προσκαίρου σοφίας, καὶ εὐτελίζοντα τὴν θεόπνευστον Γραφήν, ὡς μὴ ἀττικίζουσαν, γίνωσκε τοῦτον Ναιμὰν ὑπάρχειν τὸν Σύρον, λελεπρωμένον ὅλον διὰ τῆς ἀπιστίας, πρὶν ἐπιγνῷ τὸν ευεργέτην Θεὸν, καὶ Κύριον τῶν ὅλων, ὅστις ἄγαν μὲν ἐθαύμαζε τους μεγίστους τῆς Δαμασκοῦ ποτα μούς μηδαμῶς δυναμένους ἕνα λεπρὸν ἀπαλλάξαι τῆς καταστίκτου λέπρας, ηὐτέλιζε δὲ τὸν ἐν τῇ γῇ τοῦ Ἰσραὴλ Ἰορδάνην. Εχομεν γὰρ καὶ ἡμεῖς, νοη τοῦ Ἰσραηλῖται ὄντες, τὰ τῆς θείας Γραφῆς Ἰορδάνεια ῥεῖθρα, ἅπερ κατὰ μὲν τὴν προφορὰν τοῦ λόγου, οὐδαμινά τε καὶ ἐλάχιστα φαίνεται, κατὰ δὲ τὰς δυνάμεις τῶν μυστηρίων τῶν κεκρυμμένων τοῖς Χριστοῦ διδάγμασιν, ὕδατι ἀλλομένῳ εἰς ζωὴν αἰώ νιον, ἱατρεύοντί τε, καὶ καθαίροντι, καὶ φωτίζοντα πάντας τοὺς πιστεύοντας, ὑπερφυή τε τυγχάνει, και θαυμαστά, ἔνδοξά τε, καὶ ὑπερυψούμενα εἰς αἰῶνας αἰῶνος. ΡΜΒ'. — ΝΙΚΟΤΥΧΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Οἱ ἀφανεῖς Μαδινέοι δαίμονες, τὰς ἑαυτῶν θυγα κιν,
invocatum fuerat nomen tuum super nos 48,, et καὶ ἰσχύος. Πᾶς γὰρ ὁ διὰ μετάνοιαν καὶ δεήσεως
ζητεῖν, λήψεται τῷ προσήκοντι καιρῷ πάλιν τῆς ἐξ
ὕψους δύναμιν, καὶ ἀπάθειαν. Πρόσχες τῇ προφη
τεία· «Εξεγείρου Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔνδυσαι τὴν
ἰσχὺν τοῦ βραχίονός του, καὶ ἐξεγείρου ὡς ἐν ἀρχῇ
ἡμέρας, διότι ἀπέδρα ἀπὸ σοῦ ἐδύνη, λύπη, καὶ στε
ναγμός.» Μέγα δέ ἐστιν ἐν κακοῖς, καὶ τὸ μικρὸν
ἀγαθόν. Εἰ γὰρ καὶ μεμισήμεθα ὑπὸ Θεοῦ διὰ τὰς
ἁμαρτίας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀγαπηθησόμεθα διὰ
τῆς μετανοίας. "Οτι γὰρ πάλιν προσλαμβάνεται
ἡμᾶς ὁ πολυεύσπλαγχνος Δεσπότης, καὶ κατευφραίνει
τῇ ἀγαπήσει αὐτοῦ, βλέπε τί λέγει τῇ νοητῇ Ἱερου
σαλήμ, τουτέστι τῇ ψυχῇ ἡμῶν· «Καὶ θήσομαί σε
ἀγαλλίαμα αἰώνιον, καὶ εὐφροσύνην γενεάς γενεών.
Μὴ οὖν ἀμφιβάλλῃς, πῶς. Όταν γὰρ βουληθῇ ὁ
Θεὸς ἀπὸ τοῦ χείρονος ἐπὶ κρεῖττον μεταβάλειν τὰ
πράγματα, τῷ ἐπιτάγματι τοῦ Θεοῦ πάντα ἐκστή
σεται τὰ ἐναντιούμενα. Οτι εὐκόλως, καὶ ἑτοίμως
δυνήσεται Κύριος τὴν ἀνθρωπότητα μετασκευάσαι,
ὡς τὴν ἄφλοιον, καὶ ξηρὰν ῥάβδον τοῦ ᾿Ααρών,
ταχύτερον τῶν ἐν τῇ γῇ ἐῤῥιζωμένων φυτών καρποφορῆσαι προσέταξεν· εἴπερ ἐκεῖνα πολλαῖς χρόνων,
καὶ καιρῶν τροπαίς καρποφορεί, αὕτη δὲ ὑπὸ μίαν
νύχτα πάντα ὁμοῦ φύλλα, καὶ ἄνθη, καὶ καρπὸν
προήγαγε. Μὴ οὖν ὡς ἔτυχε, καὶ ἀβασανίστως
μετατιθῶμεν, καὶ αὐτοὺς ἀπὸ τόπων εἰς τόπους τὰς
ἐκ τῶν λογισμῶν ὀχλήσεις, καὶ θλίψεις ἐκφεύγοντες.
Μᾶλλον δὲ καὶ στήκωμεν μεθ' ὑπομονῆς προσευχά
μενοι, καθάπερ Μωϋσῆς ἔλεγε τῷ Ἰσραήλ· Στή
κετε, καὶ θαρσεῖτε, μὴ φοβεῖσθε, καὶ ὄψεσθε τὴν
παρὰ τοῦ Θεοῦ βοήθειαν, ἣν ποιήσει ὑμῖν σή
sumus impuri. Verumtamen feri potest, post lapsum
rursus denuo media pœnitentia in priorem affectuum vacuitatem et robur reverti. Qui enim per
pœnitentiam et orationem quærit, tempore debito,
de integro ex præalto advenientem vim et affectuum
vacuitatem consequetur. Attento animo excipe vaticinium: Exsuscitare, Jerusalem, et indue robur
brachii tui, et exsuscitare ut in principio diei, quoniam fugati sunt a te dolor, mœstitia et planctus *.
Magnum porro in adversis vel tenue bonum. Licet
enim propter nostra peccata Deo odio simus, verumtamen iterum peracta pœnitentia diligemur; Deum
porro Dominum humanissimum nos denuo amplecti, suaque claritate lætitiis omnibus incessere;
audi, quid ipse dicat intellectuali Jerusalem, animæ nempe nostræ: Et ponam te gaudium sem:-
piternum, et lætitiam in generatione generationum 50.» Ne itaque modum in controversiam ponas.
Cum enim Deus voluerit ex statu pejori res in
nielius immutare, omnia contraria Dei nutu nigrabunt, et novabuntur. Quoniam de præfacili, et
nulla adhibita mora Dominus humanitatem omnem
variare, et aliam facere poterit; quemadmodum
sine cortice stipitem, et aritudinem scirpi Aaronis,
citius multo, quam in terra altis defixe radicibus
planta, fructus producere præcepit "1; si enim illæ
multis annorum et temporum decursibus fructus
emittunt; at illa, nocte una 184 omnia simul folia
et flores, fructum attulit. Ne itaque uli forte cadit, c
et absque examine nosmet de locis ad loca transvehamur, ex cogitationibus turbas et afflictiones μέρον.
intermiscentes. Quinimo perseverantes cum patientia, exoremus, ut Moyses Israeli dicebat: State, et
audete, ne timeatis, et videbitis auxilium a Deo, quod vobis Deus hodie afferet ".
DIACONO.
Cum videris hominem non fidei, sed mundo addictum, temporariæ sapientiae inanitate superbientem, et divinitus inspiratam Scripturam neglectui
habentem, quod formulis et Atticorum more voces
non prouit, eum Naamanum Syrum esse existima,
totum lepra propter perfidiam, antequam benefactorem, et omnium Dominum Deum agnosceret,
obsitum, qui perquam maxime ingentes Damasci
fluvios, nullo modo vel unum lepræ notis compunclum sanare valentes, commendabat, et. Jordanem
in terra Israel aspernabatur”. Namque nos quoque
intellectuales Israelitæ divinæ Scripturæ Jordanica
fluenta possidenius, quæ, cum prolatione tantuin
sermonis exprimuntur, vilið sunt, et pusilla cernuntur verumtamen secundum facultates arcanorum absconditorum in Christi doctrina, aqua subsiliente in vitam æternam "*, omnes, qui fidem
a plectuntur, curante, expurgante et illuminante,
supra naturam sunt, et admirabilia, gloriosa et
superexaltata in sæcula sæculi.
185 CXLII. NICOTYCHIO DIACONO.
Qui oculis non objiciuntur Madinei dæmones,
60 [sa. Lx111, 19. 49 Isa. L1, 9, 11. 50 151. 1.Χ,
passim. ss Joan. 1, 14.
ΡΜΑ'. - ΔΙΑΚΟΝΟ.
Οταν ἴδῃς ἄνθρωπον ἄπιστον, καὶ φιλόκοσμον ἐγο
καυχώμενον τῇ ματαιότητι τῆς προσκαίρου σοφίας,
καὶ εὐτελίζοντα τὴν θεόπνευστον Γραφήν, ὡς μὴ ἀττικίζουσαν, γίνωσκε τοῦτον Ναιμὰν ὑπάρχειν τὸν Σύρον,
λελεπρωμένον ὅλον διὰ τῆς ἀπιστίας, πρὶν ἐπιγνῷ τὸν
ευεργέτην Θεὸν, καὶ Κύριον τῶν ὅλων, ὅστις ἄγαν
μὲν ἐθαύμαζε τους μεγίστους τῆς Δαμασκοῦ ποτα
μούς μηδαμῶς δυναμένους ἕνα λεπρὸν ἀπαλλάξαι
τῆς καταστίκτου λέπρας, ηὐτέλιζε δὲ τὸν ἐν τῇ γῇ
τοῦ Ἰσραὴλ Ἰορδάνην. Εχομεν γὰρ καὶ ἡμεῖς, νοητοῦ Ἰσραηλῖται ὄντες, τὰ τῆς θείας Γραφῆς Ἰορδάνεια
ῥεῖθρα, ἅπερ κατὰ μὲν τὴν προφορὰν τοῦ λόγου,
οὐδαμινά τε καὶ ἐλάχιστα φαίνεται, κατὰ δὲ τὰς
δυνάμεις τῶν μυστηρίων τῶν κεκρυμμένων τοῖς
Χριστοῦ διδάγμασιν, ὕδατι ἀλλομένῳ εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἱατρεύοντί τε, καὶ καθαίροντι, καὶ φωτίζοντα
πάντας τοὺς πιστεύοντας, ὑπερφυή τε τυγχάνει, και
θαυμαστά, ἔνδοξά τε, καὶ ὑπερυψούμενα εἰς αἰῶνας
αἰῶνος.
ΡΜΒ'. — ΝΙΚΟΤΥΧΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Οἱ ἀφανεῖς Μαδινέοι δαίμονες, τὰς ἑαυτῶν θυγα
81 Num. XVII, 8. 82 Exod. κιν, 13. IV Reg. v,
col. 265–266page 104 of 262
PG 79:265τέρας, δηλαδὴ τὰς αἰσχρὰς ἐνθυμήσεις τῷ νῷ παριστάνουσιν, ερεθιζούσας τοῦτον, καὶ λίαν παρα καλούσας καμφθῆναι πρὸς τὸ ἄτιμον, καὶ λυττῶδες, καὶ ἐπάρατον ἔργον. "Αν γοῦν συμβῇ ὀλισθῆσαι τῷ πνεύματι ἐν τῇ καμίνῳ τῆς ἡδονῆς, καὶ τὴν ἔνδον μοιχείαν ἀποτελέσαι κατὰ τὸ ἀόρατον, ὥσπερ ποτὲ ὁ Ζαμβρί κατὰ τὸ φαινόμενον ἐπὶ τοῦ Μωϋσέως, χρεία λοιπὸν Φινεές, τουτέστι τοῦ ἱερέως λόγου κτείνοντος τῷ σειρομάστῃ τῆς φοβερᾶς διδαχῆς, καὶ ἐξολοθρεύον τος τόν τε Εβραίον τὸν καὶ τὴν Μαδιανῖτιν, τουτέστι τὸν φιλόπορνον τρόπον, καὶ τὴν γαργαλίσασάν τε καὶ πρὸς τὸ πάθος πυρώσασαν προσβολήν. ΡΗΓ. ΠΑΜΦΙΔΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Τὸ λέγειν τὸν Σολομῶντα, «Καρδία ἀνδρὸς αἰσθητική, λυπηρὰ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, τοῦτο δηλοί, ότιπερ ὁ λαμβάνων αἴσθησιν τῶν φαύλως αὐτῷ πραχθέντων, καὶ μνημονεύων τῆς φρικτῆς κολάσεως τῆς αἰωνίου ἐκείνης, τῇ ἑκουσίᾳ λύπῃ καὶ τῇ μεταμελείᾳ ἑαυτὸν θεραπεύει πρὸ τῆς ἐξόδου τοῦ βίου. Οτ' ἂν δὲ, φησίν, εὐφραίνηται ὁ τοιοῦτος, οὐκ ἐπιμίγνυται ὕβρει. Κὰν γὰρ παροῦσα τύχοι ἀφθόνως ή σαρκική εὐφροσύνη, καὶ τρυφή, οὐκ ἐξολισθήσει πρὸς τὴν ὑπερηφάνειαν. Αύτη γάρ βόρις παρά φρονίμοις κικλήσκεται. ΡΜΔ'. Τῷ αὐτῷ. Ασαφὲς λέγεις ὑπάρχειν τὸ ῥηθέν· 4 Μή προστ αγάγῃς ἀσεβεῖ νομὴν δικαίων. Ἔχει μὲν οὖν τὸ ῥητὸν καὶ ἄλλην ἑρμηνείαν, ταύτην δέχου ἀρτίως. Νομή πάντων πιστῶν, καὶ τροφὴ, καὶ ἔνδυμα, ὁ Σωτὴρ Χριστὸς ὑπάρχει ἐν αὐτῷ γὰρ ἐκτίσθημεν, καὶ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμέν. Ἐπειδὴ οὖν καὶ τὸ Δεσποτικὸν σῶμα, καὶ αἷμα τοῦ Θεοῦ Λόγου διὰ τὴν οἰκονομίαν νομή τυγχάνει Χριστιανῶν ἁπάν των, καὶ τούτῳ τῷ μυστηρίῳ τρέφονται καὶ ποτί ζονται· ἄτοπον ἂν εἴη μεταδιδόναι τοῦ λεχθέντος μυστηρίου ανδρί τινι ἀσεβεῖ καὶ δολίῳ, καθώς τῷ μάγῳ Σίμωνι δῆθεν πιστεύειν καθυποκρινομένῳ. Αλλά μηδὲ τὴν βαθυτέραν τῶν σεβασμίων λογίων ἀνάπτυξιν προσφέρειν ἂν ἀμυήτῳ τινὶ καὶ πονηρῷ ἀνθρώπῳ. Μὴ δῷς γάρ, φησί, τὸ ἅγιον τῷ κυνί, μηδ' ἔμπροσ δεν χοίρων βάλῃς τοὺς μαργαρίτας. • Πάλιν δέ με ἠρώτησας, πῶς χρὴ νοεῖν τὸ γεγραμμένον ὁμοίως παρὰ τῷ Σολομῶντι, «Μὴ ἀπατηθῇς χορτασίᾳ κοι λίας;» Οὐ γὰρ ἂν, φιλόχριστε, καθάπερ ἄρτου κοινοῦ καὶ οἶνου, πρὸς πλησμονὴν τῆς γαστρός, τῆς φρικώδους ἐκείνης καὶ ποθεινῆς τραπέζης μετέχομεν ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας βραχέος δὲ μέρους τινός μετα δίδοται ἡμῖν ὑπὸ τῶν τῷ Θεῷ λειτουργούντων, καὶ μεταλαμβάνομεν εἰς ὕψος ἀτενίζοντες τοῖς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοῖς, πρὸς τὸ καθαρισθῆναι πλημμελημάτων, καὶ ἁγιασμοῦ καὶ σωτηρίας τυχεῖν. Καλὸν δὲ νομίζω, καὶ ἐν τῇ κοινῇ τραπέζῃ ἐν ταῖς οἰκίαις ἡμῶν μὴ ἀπατᾶσθαι χορτασίᾳ κοιλίας, τουτέστι μὴ ὑπερβαίνειν τὰ ὅρια τῆς ἀναγκαίας χρείας· μέτρον γὰρ δὴ ἄριστον τῆς τῶν βρωμάτων ἢ τῶν πομάτων χρήσεως, ἡ χρεία υπάρχει τοῦ σώματος. ο το πιν, 10
EPISTOLARUM LIB. II.
τέρας, δηλαδὴ τὰς αἰσχρὰς ἐνθυμήσεις τῷ νῷ & filias proprias, obscenas nempe cogitationes, in.
παριστάνουσιν, ερεθιζούσας τοῦτον, καὶ λίαν παρακαλούσας καμφθῆναι πρὸς τὸ ἄτιμον, καὶ λυττῶδες,
καὶ ἐπάρατον ἔργον. "Αν γοῦν συμβῇ ὀλισθῆσαι τῷ
πνεύματι ἐν τῇ καμίνῳ τῆς ἡδονῆς, καὶ τὴν ἔνδον
μοιχείαν ἀποτελέσαι κατὰ τὸ ἀόρατον, ὥσπερ ποτὲ ὁ
Ζαμβρί κατὰ τὸ φαινόμενον ἐπὶ τοῦ Μωϋσέως, χρεία
λοιπὸν Φινεές, τουτέστι τοῦ ἱερέως λόγου κτείνοντος
τῷ σειρομάστῃ τῆς φοβερᾶς διδαχῆς, καὶ ἐξολοθρεύον
τος τόν τε Εβραίον τὸν
καὶ τὴν Μαδιανίτιν, τουτέστι τὸν φιλόπορνον τρόπον, καὶ τὴν
γαργαλίσασάν τε καὶ πρὸς τὸ πάθος πυρώσασαν
προσβολήν.
ΡΗΓ. ΠΑΜΦΙΔΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Τὸ λέγειν τὸν Σολομῶντα, «Καρδία ἀνδρὸς αἰσθητική, λυπηρὰ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, τοῦτο δηλοί, ότιπερ ὁ
λαμβάνων αἴσθησιν τῶν φαύλως αὐτῷ πραχθέντων,
καὶ μνημονεύων τῆς φρικτῆς κολάσεως τῆς αἰωνίου
ἐκείνης, τῇ ἑκουσίᾳ λύπῃ καὶ τῇ μεταμελείᾳ
ἑαυτὸν θεραπεύει πρὸ τῆς ἐξόδου τοῦ βίου. Οτ' ἂν
δὲ, φησίν, εὐφραίνηται ὁ τοιοῦτος, οὐκ ἐπιμίγνυται
ὕβρει. Κὰν γὰρ παροῦσα τύχοι ἀφθόνως ή σαρκική
εὐφροσύνη, καὶ τρυφή, οὐκ ἐξολισθήσει πρὸς τὴν
ὑπερηφάνειαν. Αύτη γάρ βόρις παρά φρονίμοις
κικλήσκεται.
ΡΜΔ'.
Τῷ αὐτῷ.
Ασαφὲς λέγεις ὑπάρχειν τὸ ῥηθέν· 4 Μή προστ
αγάγῃς ἀσεβεῖ νομὴν δικαίων. Ἔχει μὲν οὖν τὸ
ῥητὸν καὶ ἄλλην ἑρμηνείαν, ταύτην δέχου ἀρτίως.
Νομή πάντων πιστῶν, καὶ τροφὴ, καὶ ἔνδυμα, ὁ
Σωτὴρ Χριστὸς ὑπάρχει ἐν αὐτῷ γὰρ ἐκτίσθημεν,
• καὶ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμέν. Ἐπειδὴ οὖν
καὶ τὸ Δεσποτικὸν σῶμα, καὶ αἷμα τοῦ Θεοῦ Λόγου
διὰ τὴν οἰκονομίαν νομή τυγχάνει Χριστιανῶν ἁπάν
των, καὶ τούτῳ τῷ μυστηρίῳ τρέφονται καὶ ποτί
ζονται· ἄτοπον ἂν εἴη μεταδιδόναι τοῦ λεχθέντος
μυστηρίου ανδρί τινι ἀσεβεῖ καὶ δολίῳ, καθώς τῷ
μάγῳ Σίμωνι δῆθεν πιστεύειν καθυποκρινομένῳ. Αλλά
μηδὲ τὴν βαθυτέραν τῶν σεβασμίων λογίων ἀνάπτυξιν
προσφέρειν ἂν ἀμυήτῳ τινὶ καὶ πονηρῷ ἀνθρώπῳ.
• Μὴ δῷς γάρ, φησί, τὸ ἅγιον τῷ κυνί, μηδ' ἔμπροσδεν χοίρων βάλῃς τοὺς μαργαρίτας. • Πάλιν δέ με
ἠρώτησας, πῶς χρὴ νοεῖν τὸ γεγραμμένον ὁμοίως
παρὰ τῷ Σολομῶντι, «Μὴ ἀπατηθῇς χορτασίᾳ κοι
λίας;» Οὐ γὰρ ἂν, φιλόχριστε, καθάπερ ἄρτου
κοινοῦ καὶ οἶνου, πρὸς πλησμονὴν τῆς γαστρός, τῆς
φρικώδους ἐκείνης καὶ ποθεινῆς τραπέζης μετέχομεν
ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας βραχέος δὲ μέρους τινός μεταδίδοται ἡμῖν ὑπὸ τῶν τῷ Θεῷ λειτουργούντων, καὶ
μεταλαμβάνομεν εἰς ὕψος ἀτενίζοντες τοῖς τῆς ψυχῆς
ὀφθαλμοῖς, πρὸς τὸ καθαρισθῆναι πλημμελημάτων,
καὶ ἁγιασμοῦ καὶ σωτηρίας τυχεῖν. Καλὸν δὲ
νομίζω, καὶ ἐν τῇ κοινῇ τραπέζῃ ἐν ταῖς οἰκίαις
ἡμῶν μὴ ἀπατᾶσθαι χορτασίᾳ κοιλίας, τουτέστι μὴ
ὑπερβαίνειν τὰ ὅρια τῆς ἀναγκαίας χρείας· μέτρον
γὰρ δὴ ἄριστον τῆς τῶν βρωμάτων ἢ τῶν πομάτων
χρήσεως, ἡ χρεία υπάρχει τοῦ σώματος.
sqq.
tellectui repræsentant, eum pruritantes, maximeque
ad sacrum, intestabile, rabiosum exsecrandumque
opus exstimulantes. Itaque si id acciderit, ut spirity illo in caminum proruas voluptatis, et interiorem fornicationem, quæ visui non objicitur, absolvas, quemadmodum aliquando Zambre, ante oculos
omnium tempore Moysis, tunc opus est Phinees &,
hoc est sacerdotis sermone, qui terribilis doctrinæ
siromaste interimat, Hebræuinque adulterum, et
Madianitidem, hoc est, impudicum institutum, et
qui irritaverat, et ad affectum incenderat, impetum
disperdat.
CXLII. PAMPHILO DIACONO.
Verbis iHis Salomonis: ‹ Cor hominis sensitivum,
tristis anima illius *,» innuitur, eum, qui male a se
perverse gesta persentiscit terribilisque ac sempiternæ illius punitionis recordatur, mœrore voluntario et poenitentia, antequam e vita exeal,
semetipsum curare. Cum vero, ait, is laetatur, non
commiscetur cum flagitio. Licet enim abunde corporen latitia adsit, luxusque alluat, nunquam in
superbiam illabetur. Hæc enim lagitium apud sapicales nomen habet.
186 CXLIV. - Eidem.
Dictum illud, ut ipse ais, obscurum est: «Ne apponas impio cibum justorum ".» Habet equidem
dictum hoc et aliam verbis subjectam notionem,
quam nunc habeto. Cibus omnium fidelium, et alimentum, et vestimentum Salvator Christus est:
in eo siquidem creati, et vivimus, et movemur,
et sumus *7 *. › Cum itaque et Dominicum corpus,
et sanguis Dei Verbi per incarnationem Verbi
Christianorum omnium cibus sit, eoque arcano et
alantur et potentur, absurdum equidem fuerit
predicti arcanl virum improbum dolosumque participem facere, veluti Simonem Magum, qui se
credere simulabat ": quinimo et profundiorem
venerandorum eloquiorum interpretationem viro
improbe, necdum initiato concredere. «Ne tradas
enim, ait, sanctum cani, nec ante porcos margaritas projicias ".» Præterea a.me postulasti, quanam ratione Salomonis illud intelligendum sit: «Ne
illudaris satietate ventris "?, Non enim, ο Christi
amice, veluti communis panis et vini, ad saturitatem ventris, sic tremendæ illius ac concupitæ
mensæ in Ecclesia participamus; sed minima particula nobis a Deo ministrantibus exhibetur, et
communicamus, animæ oculos in excelsum dirigentes, ut a peccatis mundemur, et sanctitatem
atque salutem consequamur. Optimum etiam existimo, nos in mensa communi apud ædes nostras
satietate ventris non illudi, usus nempe necessarii
limites non excedere. Mensura namque cibi ac potuis
optima fuerit, necessitas corporis.
το Prov. πιν, 10
* Prov. xxiv, 15.
ss Num. IX, 7
ss Matth. vi, 6. * Prov. xxiv, 15.
PATROL. GR. LXXIX.
87 Act. XVII,
*8 Act. VIII, 13.
col. 267–268page 105 of 262
PG 79:267ΡΜΕ'. — ΕΥΛΑΜΠΙΩ ΣΟΦΙΣΤΗ. Τί μοι προσφέρεις τοὺς τῶν Ἑλλήνων σοφούς, τοὺς βαθεῖς τοὺς πώγωνας έλκοντας, καὶ ἀναβεβλημένους τὰς ἐπωμίδας, καὶ μέγα φυσῶντας τὸ δοκεῖν σεμνύνεσθαι τῇ βακτηρίᾳ καὶ τῇ ὑπήνῃ; Παῦλος γὰρ ὁ σκηνοποιὸς κατηντελισμένος, τὴν ῾Ελλάδα καὶ τὴν βάρβαρον πᾶσαν ἀπέτρεψε πρὸς Θεόν· ὁ δὲ παρ' ὑμῖν ἀγόμενος καὶ περιφερόμενος Πλάτων, τρίτον εἰς Σικελίαν ἐλθών, μετὰ τοῦ κόμπου τῶν ῥημάτων ἐκείνων, μετὰ τῆς ὑπολήψεως τῆς λαμπρᾶς, οὐδὲ ἑνὸς περιγέγονε τυράννου· ἀλλ' οὕτως ἀθλίως ἀπο ήλλαξεν, ὡς καὶ αὐτῆς ἐκπεσεῖν τῆς ἐλευθερίας. Ο δέ γε σκηνοποιὸς οὐ Σικελίαν μόνον, οὐδ᾽ Ἰταλίαν, ἀλλὰ πᾶσαν τῷ κηρύγματι τῆς εὐσεβείας τὴν οἰκουμένην ἐπέδραμεν. ΦΙΛΟΞΕΝΟ ΚΗΝΣΟΦΥΛΑΚΙ. Οὔτε ἐν ταῖς εὐθυμίαις κορυβαντιάν δεί και φυσᾶσθαι ματαίως, οὔτ᾽ ἐν ταῖς σκυθρωποτέραις καταστάσεσι καταπίπτειν ἀλόγως καὶ καταποντίζεσθαι ὑπὸ τῆς λύπης. Ανάνδρου γάρ ψυχῆς καὶ μαλακῆς τοῦτό γε. Οὐδὲν δὲ σκηνῆς ὁ φθειρόμενος οὗτος διενήχησε βίος. Ούτε γοῦν τὸ εὐπρακτεῖν κατ' αὐτὸν, οὔτε μὴν τοὐναντίον φανήσεται βέ βαιον. ΡΜΖ'. — ΛΥΚΟΥΡΓΟ ΙΑΑΟΥΣΤΡΙΑ. Τις σε οὐκ ἂν γελάσεται, τίς σε οὐκ ἂν μέμψεται τῆς ἀπεράντου σπουδῆς; Τίς σε οὐ μυκτηρίσει τῆς ἄφρονος μανίας, συνάγοντα μὲν ἀκορέστως τὰ τοσαῦτα χρήματα, κατέχειν δὲ δοκοῦντα, ἅπερ μηδαμῶς δυνήση συνεξενέγκαι θνήσκων, πρὸς τὸν ἐκεῖ κόσμον ὑπὸ φρικτῶν ἀγγέλων συρόμενος δέ σμιος, ἐχθροῦ δὲ πράγμα ποιοῦντα, ἐν τῷ διὰ τῆς ἀπανθρωπίας καὶ τῆς ἀνηλεούς καὶ ἀμειλίκτου γνώμης βλάπτειν τὰ μέγιστα τὴν ἀνοσιωτάτην σαυ τοῦ ψυχὴν, προσκεῖσθαι δὲ τῷ συγγενεῖ νεανίσκω νομιζομένῳ κληρονομεῖν τὴν σὴν μεγάλην οὐσίαν; Αλλ' εὐαγγελίζομαί σοι πικρόν τι καὶ λίαν ἀβού λητον· τεθνήξεται γὰρ μετ' ὀλίγον ὁ γλυκὺς κληρονόμος σου, εἰς ὅνπερ καὶ πάντα ἐγγράφως ζῶν, καὶ φρονῶν, καὶ εὐρωστῶν διέθου τὰ διαφέροντά σοι, καὶ τοῦ μνήματος τοὺς τρεῖς καὶ μόνους κληρονομήσει πήχεις. Καὶ πάντως ἐκπλαγήσῃ βλέπων νέον θαπτόμενον πρὸ γέροντος πολυχρονίου. Τάχα δὲ οὐκ έκπλαγήσει ἐπὶ τούτῳ, οὐδέ γε ξενισθήσῃ, προτεθεαμένος ἤδη τοιαῦτα συμβεβηκότα τοῖς ἄλλοις Ιλλου στρίοις, Αριστοφάνει, καὶ Κρήσκευτι. ᾿Αλλὰ νῦν γοῦν ἐκνήψας προσηκόντως, πέπαυσο τῆς πολλῆς ἁπληστίας, καὶ μὴ τὸν τελευτᾷν μέλλοντα κλαύσης, ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ ψυχὴν φιλοπόνηρον ὑπάρχουσαν θρήνησον, καὶ πρὸς διόρθωσιν ῥέψον καὶ ἀγαθοεργίας, πρὶν ἐξελθεῖν σε τῆς σκηνῆς τοῦ παρόντος αἰῶνος, καὶ πορευθήναι, ἔνθα μηδεὶς λοιπὸν τῶν έναποθανόντων τοῖς πταίσμασιν εὑρήσει ἀπολογίας χώραν, ἔνθα μή φίλος, μὴ δοῦλος, μή συγγενής συνηγορῆσαι ἡ βοηθῆσαι κολαζομένῳ εἰς τοὺς αἰῶ νας ἰσχύσει. η
187 CXLV. EULAMPIO SOPHISTA.
Quid mihi Græcorum sapientes, protensa barba
pragraves, et humeralibus adornatos, tumideque
inflatos, baculo barbaque venerationem sibi aucupantes, protendis? Paulus enim aulæorum textor,
de via homo, et apud omnes contemptui habitus,
Græciam reliquasque barbaras gentes universas ad
Deum convertit. Qui vero apud vos circumfertur
omniumque manibus teritur, Plato, tertio in Siciliam adnavigans, cum verborum illorum tumore,
et de se concepta splendida opinione, neque unius
tyranni compos factus est; sed sic misere decessit,
ut et libertatem ipsam amiserit. Ast aulæorum
textor, non Siciliam tantum, non Italiam, sed
universum terrarum orbem pietate prædicationis
emensus est.
CXLVI. PHILOXENO CENSOPHYLACI.
Neque in rebus secundis ac faustis corybantum
more insano, atque inani tumore infari debemus,
neque in adversis successibus bestiarum instar
despondere animum, et a mœrore absorberi: id
namque pusilli animi atque imbellis est. Et præsens
hæc vita corruptioni obnoxia scenæ assimilis est.
Quare neque fortunatum esse semper in iisdem,
neque huic oppositum stabile fuerit.
ΡΜΕ'. — ΕΥΛΑΜΠΙΩ ΣΟΦΙΣΤΗ.
Τί μοι προσφέρεις τοὺς τῶν Ἑλλήνων σοφούς,
τοὺς βαθεῖς τοὺς πώγωνας έλκοντας, καὶ ἀναβεβλη·
μένους τὰς ἐπωμίδας, καὶ μέγα φυσῶντας τὸ δοκεῖν
σεμνύνεσθαι τῇ βακτηρίᾳ καὶ τῇ ὑπήνῃ; Παῦλος
γὰρ ὁ σκηνοποιὸς κατηντελισμένος, τὴν ῾Ελλάδα καὶ
τὴν βάρβαρον πᾶσαν ἀπέτρεψε πρὸς Θεόν· ὁ δὲ παρ'
ὑμῖν ἀγόμενος καὶ περιφερόμενος Πλάτων, τρίτον
εἰς Σικελίαν ἐλθών, μετὰ τοῦ κόμπου τῶν ῥημάτων
ἐκείνων, μετὰ τῆς ὑπολήψεως τῆς λαμπρᾶς, οὐδὲ
ἑνὸς περιγέγονε τυράννου· ἀλλ' οὕτως ἀθλίως ἀπο
ήλλαξεν, ὡς καὶ αὐτῆς ἐκπεσεῖν τῆς ἐλευθερίας. Ο δέ
γε σκηνοποιὸς οὐ Σικελίαν μόνον, οὐδ᾽ Ἰταλίαν,
ἀλλὰ πᾶσαν τῷ κηρύγματι τῆς εὐσεβείας τὴν οἰκου
μένην ἐπέδραμεν.
PMϚ'. - ΦΙΛΟΞΕΝΟ ΚΗΝΣΟΦΥΛΑΚΙ.
Οὔτε ἐν ταῖς εὐθυμίαις κορυβαντιάν δεί και
φυσᾶσθαι ματαίως, οὔτ᾽ ἐν ταῖς σκυθρωποτέραις
καταστάσεσι καταπίπτειν ἀλόγως καὶ καταποντίζε
σθαι ὑπὸ τῆς λύπης. Ανάνδρου γάρ ψυχῆς καὶ
μαλακῆς τοῦτό γε. Οὐδὲν δὲ σκηνῆς ὁ φθειρόμενος
οὗτος διενήχησε βίος. Ούτε γοῦν τὸ εὐπρακτεῖν
κατ' αὐτὸν, οὔτε μὴν τοὐναντίον φανήσεται βέ
βαιον.
ΡΜΖ'. — ΛΥΚΟΥΡΓΟ ΙΑΑΟΥΣΤΡΙΑ.
Τις σε οὐκ ἂν γελάσεται, τίς σε οὐκ ἂν μέμψεται
τῆς ἀπεράντου σπουδῆς; Τίς σε οὐ μυκτηρίσει τῆς
ἄφρονος μανίας, συνάγοντα μὲν ἀκορέστως τὰ
τοσαῦτα χρήματα, κατέχειν δὲ δοκοῦντα, ἅπερ
μηδαμῶς δυνήση συνεξενέγκαι θνήσκων, πρὸς τὸν
ἐκεῖ κόσμον ὑπὸ φρικτῶν ἀγγέλων συρόμενος δέ
σμιος, ἐχθροῦ δὲ πράγμα ποιοῦντα, ἐν τῷ διὰ τῆς
ἀπανθρωπίας καὶ τῆς ἀνηλεούς καὶ ἀμειλίκτου
γνώμης βλάπτειν τὰ μέγιστα τὴν ἀνοσιωτάτην σαυ
τοῦ ψυχὴν, προσκεῖσθαι δὲ τῷ συγγενεῖ νεανίσκω
νομιζομένῳ κληρονομεῖν τὴν σὴν μεγάλην οὐσίαν;
Αλλ' εὐαγγελίζομαί σοι πικρόν τι καὶ λίαν ἀβούλητον· τεθνήξεται γὰρ μετ' ὀλίγον ὁ γλυκὺς κληρο
νόμος σου, εἰς ὅνπερ καὶ πάντα ἐγγράφως ζῶν, καὶ
φρονῶν, καὶ εὐρωστῶν διέθου τὰ διαφέροντά σοι, καὶ
τοῦ μνήματος τοὺς τρεῖς καὶ μόνους κληρονομήσει
πήχεις. Καὶ πάντως ἐκπλαγήσῃ βλέπων νέον θαπτό
μενον πρὸ γέροντος πολυχρονίου. Τάχα δὲ οὐκ
έκπλαγήσει ἐπὶ τούτῳ, οὐδέ γε ξενισθήσῃ, προτεθεα
μένος ἤδη τοιαῦτα συμβεβηκότα τοῖς ἄλλοις Ιλλου
στρίοις, Αριστοφάνει, καὶ Κρήσκευτι. ᾿Αλλὰ νῦν
γοῦν ἐκνήψας προσηκόντως, πέπαυσο τῆς πολλῆς
ἁπληστίας, καὶ μὴ τὸν τελευτᾷν μέλλοντα κλαύσης,
ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ ψυχὴν φιλοπόνηρον ὑπάρχουσαν
θρήνησον, καὶ πρὸς διόρθωσιν ῥέψον καὶ ἀγαθοερ
γίας, πρὶν ἐξελθεῖν σε τῆς σκηνῆς τοῦ παρόντος
αἰῶνος, καὶ πορευθήναι, ἔνθα μηδεὶς λοιπὸν τῶν
έναποθανόντων τοῖς πταίσμασιν εὑρήσει ἀπολογίας
χώραν, ἔνθα μή φίλος, μὴ δοῦλος, μή συγγενής
συνηγορῆσαι ἡ βοηθῆσαι κολαζομένῳ εἰς τοὺς αἰῶ
νας ἰσχύσει.
CXLVII. LYCURGO ILLUSTRIO.
Quis te non irridebit? Quis de isto tuo studio
nullis circumcluso Gnibus non accusabil? 188
Quis stultum furorem non reprehendet, qui colligendis pecuniis nunquam exsaturaris, eaque possidere existimas, quæ, moriens et in regionem illam
a tremendis angelis catenis vinctus deportatus, una
secum convehere non poteris; quinimo hostis munus peragis, cum inhumanitate, ac crudeli, efferatoque proposito perquam improbissimam animiam
tuam in rebus potissimis lædis, propendesque in
affinem juvenem, qui magnarum harum tuarum facultatum, ut est hominum opinio, hæres futurus
est? Sedl annuntio tibi triste, et quod maxime velles
ut non præsens adesset. Breve post tempus duleis
Iric bares tuus, in quem omnia, scripto etiam edito,
vivens, et sapiens, corporeque bene valens, quæ
tua intererant, transvexisti, mortem obibit, et tres
eosque solos sepulturæ cubitos hæreditabit. Tuque
omnino obstupesces, ante semem multis annis'gra- η
vem juvenem sepulturæ tradendum conspiciens.
Et forte etiam non obstupesces, neque uti de re
nova admiraberis, similia intuitus aliis etiam Illustriis Aristophani et Crescenti accidisse. Verum-
'tamen nunc, uti par est, in sanam mentem rediens,
ingenti ingluviei finem impone, neque periturum,
sed tuam animam iniquitatibus deditam deplora,
teque ipsum corrigito, bonaque opera amplectitor,
antequam e praesentis seculi scena exeas, illucque
migres, ubi in posterum nemini ex mortuis pro
delictis respondendi ullus dabitur locus, ubi neque amicus, neque servus, neque consanguineus
defendere, aut pœnas luenti sempiternas suppetias
ferre poterit.
col. 269–270page 106 of 262
PG 79:269ΝΙΚΑΝΔΡΟ ΣΚΕΠΤΟΡΙ. Πολλάκις σοι εἴρηκα, καὶ νῦν δέ φημι, ὅτι διὰ τῆς μαγείας ὑπὸ τοῦ Τυανέως Απολλωνίου γεγενημένα τελέσματα, μηδὲν παντελῶς οὐράνιον ἔχοντα εὐεργέτημα, μηδέ τι πρὸς ψυχὴν ἀναφέροντα κέρδος, οὐδὲν διαφέρειν δόξειεν δρακός κριθῶν χάριτος, τοῖς πρὸς τὰ ἐπουράνια ἐκεῖνα, καὶ ἄφθαρτα, καὶ λύσιν μὴ σχήσοντα ἀγαθὰ κεχηνόσι σοφοῖς τε καὶ εὐσεβέσιν ἀνθρώποις. Μὴ τοίνυν θαύμαζε τὰ ἔργα τῆς γοη τείας, μηδὲ θρεοῦ ἐπὶ τούτοις, ἀπάλλαξον δὲ σαυ τὸν τῆς εὐπτοήτου γνώμης, καὶ τοῦ μειρακιώδους φρονήματος. ΡΜΘ'. Συνεχέστερον φάσκεις· Πῶς δύναμαι σωθῆναι, μυρίοις βρύων τοῖς τῆς ψυχῆς ἔλκεσιν, καὶ ἀμυθή των εμπεπλησμένος κακῶν, καὶ φλεγόμενος ὑπὸ τῆς ἰδίας μοχθηράς συνειδήσεως; Πρόσχες, ἄνθρωπε, κἂν ἐκ μέρους τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ, καὶ οὐκ ἂν σχοίης χρείαν τῆς ἐμῆς νουθεσίας. Βλέπε τί φησιν ὁ Σολομῶν· Ελεημοσύναις γὰρ καὶ πίστεσιν ἀπο καθαίρονται ἁμαρτίαι.» Ορα τί συμβουλεύει τῷ Ναβουχοδονόσορ Δανιὴλ ὁ προφήτης· «Τὰς ἀνομίας σου ἐν ἐλεημοσύναις λύτρωσαι, καὶ τὰς ἁμαρτίας σου ἐν οἰκτιρμοῖς πενήτων.» Πείσθητι τῷ Σηρὰχ παραινούντι· ο Πύρ φλογιζόμενον ἀποσβέννυσιν ὕδωρ, καὶ ἁμαρτιῶν φλόγα σβέννυσιν ἐλεημοσύνη. Ελεημοσύνη γὰρ ἐκ θανάτου φύεται, θανάτου λέγων τοῦ διὰ καταδίκης φοβερᾶς καὶ φρικώδους, καὶ τὸ σκότος, ὡς Τωβηθ καὶ Σολομῶντι δοκεῖ. ΠΑΛΑΤΙΝΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. ΡΝ. - ΡΗΓΙΝΩ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΟ. Οὐκ ἄνθρωπος ψιλὸς ὁ κοινὸς Σωτὴρ καὶ εὐεργέ της Χριστός, Θεὸς δὲ μᾶλλον ἐν ἀνθρωπίνῃ ὀφθεὶς μορφῇ, καὶ τῇ ἰδίᾳ ἀναμαρτήτῳ, καὶ ἀμωμήτῳ σαρκὶ, τὸν ὑπὲρ τῶν ἀνθρωπίνων ἁμαρτημάτων θάνατον ὑπομείνας βουλήματι οικείῳ. ΡΝΑ'. -- ΛΟΥΚΙΑ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Πόσοι ποσάκις ἄνθρωποι κόρακας παγίσι καὶ δικτύῳ ἐθήρασαν, καὶ ἡγνόουν οἱ πιασθέντες κόρακες τὴν αὐτῶν θήραν τε καὶ σύλληψιν; Σοὶ δὲ προμηνύουσι, καθώς λέγεις, τὸ μέλλον οἱ κόρακες, καὶ προγνώσται καὶ προφῆται τῶν μηδέπω παρόντων εὑρίσκονται κόρακες, οἱ τὴν κατ' αὐτῶν μηχανηθεί σαν παγίδα μηδαμῶς ἐγνωκότες, καὶ τὸν ἑαυτῶν ὄλεθρον ἀγνοήσαντες. Απόστηθι τοιγαροῦν τῆς ὀρο νεοσκοπίας· τινὲς γὰρ ταύτῃ προσεσχηκότες, ὡς ἄξιος τῆς πλάνης, καὶ τὰς τῶν κοράκων σημειούμενοι πτήσεις, τάς τε ἐνωπίας, καὶ τὰς ἐκ τῶν ὄπισθεν, καὶ τὰς ὑπὲρ κεφαλὴν κύκλον περιγραφού σας, καὶ τὰς ἐπὶ τὰ πλάγια φερομένας, δαιμόνων πονηρῶν δῆλον ὅτι συμπετομένων τοῖς κόραξι, καὶ πρὸς τὴν τοῦ πλανωμένου ἀνθρώπου ὑπόνοιαν τῇ πτήσει φερόντων τὰ ὄρνεα· ὁμοίως μέντοι καὶ τὰς τούτων φωνὰς σημειούμενοι, ἀπεξενώθησαν μὲν τῆς εἰς Χριστὸν τὸν Σωτῆρα πίστεως, ἀνηκέστοις δὲ κλιματῆρσι περιπεσόντες, καίτοι χρηστὰ ἐλπίσαντες, ΓΙΩ σε
EPISTOLARUM LIB. II.
PMB... ΝΙΚΑΝΔΡΟ ΣΚΕΠΤΟΡΙ.
Πολλάκις σοι εἴρηκα, καὶ νῦν δέ φημι, ὅτι διὰ
τῆς μαγείας ὑπὸ τοῦ Τυανέως Απολλωνίου γεγενημένα τελέσματα, μηδὲν παντελῶς οὐράνιον ἔχοντα
εὐεργέτημα, μηδέ τι πρὸς ψυχὴν ἀναφέροντα κέρδος,
οὐδὲν διαφέρειν δόξειεν δρακός κριθῶν χάριτος, τοῖς
πρὸς τὰ ἐπουράνια ἐκεῖνα, καὶ ἄφθαρτα, καὶ λύσιν
μὴ σχήσοντα ἀγαθὰ κεχηνόσι σοφοῖς τε καὶ εὐσεβέσιν
ἀνθρώποις. Μὴ τοίνυν θαύμαζε τὰ ἔργα τῆς γοητείας, μηδὲ θρεοῦ ἐπὶ τούτοις, ἀπάλλαξον δὲ σαυτὸν τῆς εὐπτοήτου γνώμης, καὶ τοῦ μειρακιώδους
φρονήματος.
ΡΜΘ'.
Συνεχέστερον φάσκεις· Πῶς δύναμαι σωθῆναι,
μυρίοις βρύων τοῖς τῆς ψυχῆς ἔλκεσιν, καὶ ἀμυθή
των εμπεπλησμένος κακῶν, καὶ φλεγόμενος ὑπὸ
τῆς ἰδίας μοχθηράς συνειδήσεως; Πρόσχες, ἄνθρωπε,
κἂν ἐκ μέρους τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ, καὶ οὐκ ἂν
σχοίης χρείαν τῆς ἐμῆς νουθεσίας. Βλέπε τί φησιν
ὁ Σολομῶν· Ελεημοσύναις γὰρ καὶ πίστεσιν ἀποκαθαίρονται ἁμαρτίαι.» Ορα τί συμβουλεύει τῷ
Ναβουχοδονόσορ Δανιὴλ ὁ προφήτης· «Τὰς ἀνομίας
σου ἐν ἐλεημοσύναις λύτρωσαι, καὶ τὰς ἁμαρτίας
σου ἐν οἰκτιρμοῖς πενήτων.» Πείσθητι τῷ Σηρὰχ
παραινούντι· ο Πύρ φλογιζόμενον ἀποσβέννυσιν
ὕδωρ, καὶ ἁμαρτιῶν φλόγα σβέννυσιν ἐλεημοσύνη. -
• Ελεημοσύνη γὰρ ἐκ θανάτου φύεται, θανάτου λέγων
τοῦ διὰ καταδίκης φοβερᾶς καὶ φρικώδους, καὶ τὸ
σκότος, ὡς Τωβηθ καὶ Σολομῶντι δοκεῖ.
ΠΑΛΑΤΙΝΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ.
ΡΝ. - ΡΗΓΙΝΩ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΟ.
Οὐκ ἄνθρωπος ψιλὸς ὁ κοινὸς Σωτὴρ καὶ εὐεργέ
της Χριστός, Θεὸς δὲ μᾶλλον ἐν ἀνθρωπίνῃ ὀφθεὶς
μορφῇ, καὶ τῇ ἰδίᾳ ἀναμαρτήτῳ, καὶ ἀμωμήτῳ
σαρκὶ, τὸν ὑπὲρ τῶν ἀνθρωπίνων ἁμαρτημάτων
θάνατον ὑπομείνας βουλήματι οικείῳ.
ΡΝΑ'. -- ΛΟΥΚΙΑ ΤΡΙΒΟΥΝΟ.
Πόσοι ποσάκις ἄνθρωποι κόρακας παγίσι καὶ
δικτύῳ ἐθήρασαν, καὶ ἡγνόουν οἱ πιασθέντες κόρακες
τὴν αὐτῶν θήραν τε καὶ σύλληψιν; Σοὶ δὲ προμη
νύουσι, καθώς λέγεις, τὸ μέλλον οἱ κόρακες, καὶ
προγνώσται καὶ προφῆται τῶν μηδέπω παρόντων
εὑρίσκονται κόρακες, οἱ τὴν κατ' αὐτῶν μηχανηθεί
σαν παγίδα μηδαμῶς ἐγνωκότες, καὶ τὸν ἑαυτῶν
ὄλεθρον ἀγνοήσαντες. Απόστηθι τοιγαροῦν τῆς ὀρο
νεοσκοπίας· τινὲς γὰρ ταύτῃ προσεσχηκότες, ὡς
ἄξιος τῆς πλάνης, καὶ τὰς τῶν κοράκων σημειούμενοι πτήσεις, τάς τε ἐνωπίας, καὶ τὰς ἐκ τῶν
ὄπισθεν, καὶ τὰς ὑπὲρ κεφαλὴν κύκλον περιγραφού
σας, καὶ τὰς ἐπὶ τὰ πλάγια φερομένας, δαιμόνων
πονηρῶν δῆλον ὅτι συμπετομένων τοῖς κόραξι, καὶ
πρὸς τὴν τοῦ πλανωμένου ἀνθρώπου ὑπόνοιαν τῇ
πτήσει φερόντων τὰ ὄρνεα· ὁμοίως μέντοι καὶ τὰς
τούτων φωνὰς σημειούμενοι, ἀπεξενώθησαν μὲν τῆς
εἰς Χριστὸν τὸν Σωτῆρα πίστεως, ἀνηκέστοις δὲ
κλιματῆρσι περιπεσόντες, καίτοι χρηστὰ ἐλπίσαντες,
61 Prov. xv, 27.
es Dan. 1V,
24. 6ª Eccli. 111, 33.
NICANDRO EXCEPTORI.
Sæpe tibi dixi, et nunc rursus inculco; quæ
magiæ ope a Tyanco Apollonio absoluta suut opera,
cum in se nullum omnino cœleste emolumentum
teneant, neque usui animæ sint, nihil a gratia
manipuli hordei differre videbuntur sapientibus, ac
piis hominibus, qui ad coelestia illa, et indepravata,
et quæ numquam dissolventur bona, anhelant. Ne
itaque magiæ opera admireris, neque pro illis turberis, imo temetipsum a sententia stupiditati
obnoxia, et juvenili cogitatione libera.
PALATINO PRIMATI.
Sæpissime inculcas, quanam ratione salvari potero, innumeris animæ ulceribus scatens, malisque,
quæ verbis exprimi nequeunt, confertissimus, et a
propriæ pravæ conscientiæ continuo Bammis perùstus? Adveṛte animum, mi homo, vel pusillum
divinitus inspiratæ Scripturæ, et mea adhortatio
tibi opus non fuerit. Considera quid dicat Salomon: Eleemosynis enim, et fide expurgantur
peccata. Vide quid Nabuchodonosori Daniel propheta consulat: «Iniquitates tuas in eleemosynis
libera, et peccata tua in miserationibus paupeΓΙΩ › Crede Siracho adhortanti: ‹ Ignem
succensum aqua exstinguit, et peccatorum incendium eleemosyna".» — «Eleemosyna enim a morte
liberat ", mortem repellens per tremendam ac
terribilem condemnationem illatam, et tenebras
ingestas, ut Tobias et Salomon arbitrantur.
190 CL. RHEGINO SCRINIARIO.
›
Non homo simplex communis Salvator, et bene
de omnibus meritus Christus, Deus in humana
forma oculis visus, et propria, quæ nullo peccato
nullisque sordibus succumbebat, carne, pro peccatis hominum mortem voluntate propria sustinuit.
CLI. LUCIO TRIBUNO.
Quot quoties homines corvos laqueis et retibus
ceperunt, corvique capti propriam venationem
capturamque non didicerunt? Et tibi quidem, ut
asseris, corvi futurum prænuntiant, et, quæ
nuspiam sunt, eorum tibi et præcinentes, et vates
præscii reputantur, qui contra sese præparatum
laqueum nullo modo dignoscunt, propriumque interitum non intelligunt. Cave tibi ergo ab augurio.
Nonnulli etenim illi animum advertentes, errore
tali haud indigni, volatusque corvorum adversos,
aversosque, et supra caput, et ad latus circumitiones, cum improbi dæmones cum corvis una
avolent, et ad pererrantis hominis sententiam volatus avium agant, denotantes, necnon et eorum
voces excipientes, longe a fide in Christum Salvatorem recesserunt, et in vitæ ac fortunarum pericula inevitabilia inciderunt, et licet spe optima
freti propter corvorum optima illis adnotata vaticinia, post innumera damna ac discrimina, tandem
σε Tob. xu, 8.
col. 271–272page 107 of 262
PG 79:271διὰ τὴν τῶν κοράκων δῆθεν καλλίστην δειχθεῖσαν σημασίαν, μετὰ μυρίας ζημίας καὶ βασάνους, ὕστε μεν πονηρῷ καὶ ἀπευκτέῳ τέλει τὸν βίον κατέστρεψαν. Γενεᾶς γὰρ ἀδίκου πονηρὰ τὰ τέλη, καθά φησιν ἡ Γραφή. Εἰ τοίνυν βούλει ἐκφυγεῖν τῶν δαι μόνων τὴν θήραν, μηδεμίαν μηδέποτε παρατήρησιν σκόπευε, μὴ πτήσεις, μηδὲ φωνὰς ὀρνέων, μὴ ὑπαντήσεις παντοίων ζώων λογικῶν ἢ ἀλόγων, μήτε τὰς ἀνακλήσεις καὶ τοὺς ἀναποδισμούς, μήτε κλη δόνας ματαίας, καὶ ἀπαξαπλῶς μηδὲν παρατηρήσεις, εἰ μὴ τὴν ἁμαρτίαν. Χρήσιμον γὰρ παρα τηρεῖσθαι ταύτην, καὶ ἀπωθεῖσθαι διηνεκῶς. Κἀκεῖνο δὲ γινώσκειν βουλόμεθα, ότιπερ τισὶν ἀνθρώποις παρατηρησαμένοις τῷ Ελληνικῷ ἔθει ἐκεῖνα τὰ ψυχοβλαβή, συνέβη πολλάκις οὕτως, ὥσπερ ὑπενόησαν, οὐκ ἐκ τῆς δυνάμεως, καὶ τῆς προαγορεύσεως τῶν ἀθλίων κοράκων, ἢ χοίρων, ἢ κυνῶν, ἢ ἀνθρώπων, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς τοῦ Θεοῦ κρίσεως, κολάζοντος καὶ ἐκμυκτηρίζοντος τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν. «Δῴη γάρ σοι Κύριος κατὰ τὴν καρδίαν σου, καὶ γενηθήτω σοι, φησί, καθὰ προσεδόκησας·ι καὶ συγκλείσω σε συμ φοραῖς, καὶ λύπαις, καὶ θλίψεσιν, ὥσπερ καὶ περό βησαι τῇ σημασίᾳ τῇ φαύλῃ πειθόμενος· ὅπως ἂν ποτε εἰς ἐπίγνωσιν ἐλθόντες τῆς ἑαυτῶν ματαιοφροσύνης οἱ ἐξαπατηθέντες, καὶ μετανοίᾳ χρησάμενοι ἀγαθῇ, παύσωνται μὲν τῆς παρατηρήσεως τῆς βδε λυρᾶς, τῇ δὲ θείᾳ προνοίᾳ τὰ καθ' ἑαυτοὺς λοιπὸν ἐπιτρέψαντες, πανταχόθεν τὴν ἰδίαν ψυχὴν πρὸς Θεὸν ἐπανάγωσιν. ΡΝΒ'. — ΜΑΡΩΝΙ ΚΟΜΗΤΙ. Τὸ τῆς βλασφημίας πνεῦμα, τὸ παρενοχλούν πυκνότερον τῇ σῇ φιλοθέῳ καὶ ἀγαθῇ καρδίᾳ, μηδόλως ύποπτήξης, μᾶλλον δὲ κατεξανάστηθι τούτου, τύ πτων αὐτὸ εὐχαῖς καὶ εὐποιίαις, ἀντιλήψεσί τε τῶν καταπονουμένων καὶ ταῖς μακροθυμίαις, ταπεινοφροσύνη τε καὶ τῇ πρὸς τοὺς οἰκέτας τοὺς τοὺς ἡμερότητι. Ταῦτα γὰρ, καὶ τὰ τοιαῦτα, τοῦτον δύνα ται ἀπὸ τῆς ψυχῆς σου ἐξελάσαι τὸν ἀλάστορα δαί μονα, λογισμοὺς ἀγριους καὶ ἀσεβεῖς ὑποβάλλειν τολμῶντα κατὰ σαυτοῦ τε, καὶ τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν δημιουργημάτων, καὶ τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν μυ στηρίων. ΡΝΓ. — ΛΑΥΣΩ ΠΡΙΜΙΣΚΡΙΝΙΟ. Μήτ' ἀδελφοὺς ἔχων, μήτε τέκνα κτησάμενος, τίνι ἆρα τὸ χρυσίον συνάγεις ἀκορέστως; Θσῳ δὲ πολὺ τὸ θησαύρισμα, τοσούτῳ πλεῖον καὶ βαρυτέρα ταμιεύεται σοι ή αιώνιος κόλασις. Καὶ ὄφελόν γε τὰ τοσαῦτα χρήματα, τῷ καιρῷ τῷ οἰκείῳ εἰς ἄνδρας εὐλαβεῖς καὶ ὁσίους ἔφθασαν, κατὰ τὸ γεγραμμένον, ὅτι περ Συνήθροισάν τινες ἀπλήστως ἀργύριον, ἐξ οὗ οὐ γεύσονται· ἅπερ δ' οὗτοι συνήνεγκαν ἐξ ἀδικίας πολλῆς, ταῦτα δίκαιοι ἔδονται. Ἀλλ' οὐχ οὕτως νομίζω γενήσεσθαι ἐπὶ σοί· ἀνάξιος γὰρ υπάρχεις, τὴν δὲ δημώδη παροιμίαν δψῃ καταλαμβάνουσαν σε, τὴν λέγουσαν· Τὰ Τανταλιστῶν φάγονται Κροταλισταί.
S. NILL
tristi, detestandoque fine vitam posuerunt. Gene διὰ τὴν τῶν κοράκων δῆθεν καλλίστην δειχθεῖσαν
rationis enim injustæ pravos fines *, divinæ tradunt 191 Littera. Si itaque tibi in animo est,
dæmonum venatum eſſugere, nullam unquam observationem longe animo prospicias, non volatus, non
avium voces, non animantium sive, ea ratione prædita sint, sive illius expertia, occursus, non invocaliones, non regressus, non inanes sortes, et, ut
verbo expediam, nihil observabis, nisi tantum peccatum. Operæ enim pretium est ab ea sibi cavere,
et continuo a se repellere. Illud quoque ne te lateat
velim, nonnullis hominibus, qui gentilium ritu
noxia illa captarunt, sæpe sæpius ita illis evenisse,
ut suspicati fuerant, non vi, aut miserorum corvorum, aut porcorum, aut canum, aut hominum prædictione, sed judicio Dei punientis et infdelitatem
eorum deridentis. • Tribuat enim tibi Dominus
secundum cor tuum, et fiat tibi, ait, quemadmodum exspectastio:» et obruam te calamitatibus,
et aflictionibus, et mororibus, quæ prava obser.
vationi fidens, timuisti: ut tandem aliquando delusi
illi propriam stultitiam delegentes, sincera peni-
'tentiæ ope, exsecrandæ illi observationi finem imponant, et divinæ providentiæ in posterum res
*proprias committentes, propriam animam omni ex
parte ad Deum reducant.
σημασίαν, μετὰ μυρίας ζημίας καὶ βασάνους, ὕστε
μεν πονηρῷ καὶ ἀπευκτέῳ τέλει τὸν βίον κατέστρε
ψαν. Γενεᾶς γὰρ ἀδίκου πονηρὰ τὰ τέλη, καθά
φησιν ἡ Γραφή. Εἰ τοίνυν βούλει ἐκφυγεῖν τῶν δαι
μόνων τὴν θήραν, μηδεμίαν μηδέποτε παρατήρησιν
σκόπευε, μὴ πτήσεις, μηδὲ φωνὰς ὀρνέων, μὴ
ὑπαντήσεις παντοίων ζώων λογικῶν ἢ ἀλόγων, μήτε
τὰς ἀνακλήσεις καὶ τοὺς ἀναποδισμούς, μήτε κληδόνας ματαίας, καὶ ἀπαξαπλῶς μηδὲν παρατηρή
σεις, εἰ μὴ τὴν ἁμαρτίαν. Χρήσιμον γὰρ παρα
τηρεῖσθαι ταύτην, καὶ ἀπωθεῖσθαι διηνεκῶς. Κἀκεῖνο
δὲ γινώσκειν βουλόμεθα, ότιπερ τισὶν ἀνθρώποις
παρατηρησαμένοις τῷ Ελληνικῷ ἔθει ἐκεῖνα τὰ
ψυχοβλαβή, συνέβη πολλάκις οὕτως, ὥσπερ ὑπενόησαν, οὐκ ἐκ τῆς δυνάμεως, καὶ τῆς προαγορεύσεως
τῶν ἀθλίων κοράκων, ἢ χοίρων, ἢ κυνῶν, ἢ ἀνθρώ
πων, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς τοῦ Θεοῦ κρίσεως, κολάζοντος καὶ
ἐκμυκτηρίζοντος τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν. «Δῴη γάρ σοι
Κύριος κατὰ τὴν καρδίαν σου, καὶ γενηθήτω σοι,
φησί, καθὰ προσεδόκησας·ι καὶ συγκλείσω σε συμφοραῖς, καὶ λύπαις, καὶ θλίψεσιν, ὥσπερ καὶ περόβησαι τῇ σημασίᾳ τῇ φαύλῃ πειθόμενος· ὅπως ἂν
ποτε εἰς ἐπίγνωσιν ἐλθόντες τῆς ἑαυτῶν ματαιοφροσύνης οἱ ἐξαπατηθέντες, καὶ μετανοίᾳ χρησάμενοι
ἀγαθῇ, παύσωνται μὲν τῆς παρατηρήσεως τῆς βδε
λυρᾶς, τῇ δὲ θείᾳ προνοίᾳ τὰ καθ' ἑαυτοὺς λοιπὸν ἐπιτρέψαντες, πανταχόθεν τὴν ἰδίαν ψυχὴν πρὸς
Θεὸν ἐπανάγωσιν.
CLII. MARONI COMITI.
Ne blasphemiæ spiritum sæpius Dei amanti, pro-c
bæque tuæ animæ molestiam exhibentem ullo modo
extimescas, imno eum et oratione, et beneficentia,
et oppressorum subsidiis, et tolerantia, et humilitate, et erga servos tuos 192 humanitate percutiens, impete. Hæc enim, et his similia ex animo
tuo repellere possunt exitiosum dæmonem, qui tibi
cogitationes efferatas et impias contra te,
Numen ipsum, et creaturas, et sanctos, et veneranda mysteria suggerere audet.
LAUSO PRIMISCRINIO.
et
Neque fratres habes, neque filios possides. Curinam igitur aurum insaturabiliter aggeris? Quo
enim tibi thesauri opulentiores congregantur, eo
poenae tibi et potiores, et graviores, æterna nempe
pœnæ
supplicia, reservantur. Et utinam tanta pecuniarum
copia opportuno tempore ad pios probosque viros
pervenisset, ut scriptum est: Congregaverunt aliqui insatiabiliter argentum, ex quo non gustabunt,
et quæ ipsi ex injustitia multa collegerunt, justi
comedent. Verumtamen non ita tibi, ut ipse opinor, continget; indignus etenim es: imo vulgo
tritum proverbium in temetipsum locum habuisse
deprehendes Tantalistarum res Grotalistæ vora-
•bunt.
Sap. 111, 19.
** Psal. xix, 5.
ΡΝΒ'. — ΜΑΡΩΝΙ ΚΟΜΗΤΙ.
Τὸ τῆς βλασφημίας πνεῦμα, τὸ παρενοχλούν πυ
κνότερον τῇ σῇ φιλοθέῳ καὶ ἀγαθῇ καρδίᾳ, μηδόλως
ύποπτήξης, μᾶλλον δὲ κατεξανάστηθι τούτου, τύ
πτων αὐτὸ εὐχαῖς καὶ εὐποιίαις, ἀντιλήψεσί τε τῶν
καταπονουμένων καὶ ταῖς μακροθυμίαις, ταπεινοφροσύνῃ τε καὶ τῇ πρὸς τοὺς οἰκέτας τοὺς τοὺς
ἡμερότητι. Ταῦτα γὰρ, καὶ τὰ τοιαῦτα, τοῦτον δύναται ἀπὸ τῆς ψυχῆς σου ἐξελάσαι τὸν ἀλάστορα δαίμονα, λογισμοὺς ἀγριους καὶ ἀσεβεῖς ὑποβάλλειν
· τολμῶντα κατὰ σαυτοῦ τε, καὶ τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν
δημιουργημάτων, καὶ τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν μυ
στηρίων.
ΡΝΓ. — ΛΑΥΣΩ ΠΡΙΜΙΣΚΡΙΝΙΟ.
Μήτ' ἀδελφοὺς ἔχων, μήτε τέκνα κτησάμενος,
τίνι ἆρα τὸ χρυσίον συνάγεις ἀκορέστως; Θσῳ δὲ
πολὺ τὸ θησαύρισμα, τοσούτῳ πλεῖον καὶ βαρυτέρα
ταμιεύεται σοι ή αιώνιος κόλασις. Καὶ ὄφελόν γε τὰ
τοσαῦτα χρήματα, τῷ καιρῷ τῷ οἰκείῳ εἰς ἄνδρας
εὐλαβεῖς καὶ ὁσίους ἔφθασαν, κατὰ τὸ γεγραμμέ
νον, ὅτι περ Συνήθροισάν τινες ἀπλήστως ἀργύριον,
ἐξ οὗ οὐ γεύσονται· ἅπερ δ' οὗτοι συνήνεγκαν ἐξ
ἀδικίας πολλῆς, ταῦτα δίκαιοι ἔδονται. Ἀλλ' οὐχ
οὕτως νομίζω γενήσεσθαι ἐπὶ σοί· ἀνάξιος γὰρ
υπάρχεις, τὴν δὲ δημώδη παροιμίαν δψῃ καταλαμ
βάνουσάν σε, τὴν λέγουσαν· Τὰ Τανταλιστῶν φάγονται
Κροταλισταί.
col. 273–274page 108 of 262
PG 79:273ΡΝΔ'. — ΞΑΝΘΙΠΠΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Καλώς γε πάνυ πράττεις, ταῖς νηστείαις, καὶ ταῖς χαμευνίαις, τῇ τε χρηστῇ ἀγρυπνίᾳ, καὶ τῇ πυκνῇ προσευχῇ καταπατῶν τε καὶ ὑπεραλλόμενος τὰς τρικυμίας τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν, Θεῷ δὲ τῷ συνεργοῦντι ἡμῖν ἀεὶ εἰς τὸ ἀγαθὸν τὴν νίκην ἀνατιθεὶς ἐν τῷ ψάλλειν πρὸς αὐτόν· «Σὺ, Δέσποτα, δεσπόζεις τοῦ κράτους τῆς θαλάσσης, τὸν δὲ σάλον τῶν κυμά των αὐτῆς σὺ καταπραΰις. 7 ΡΝΕ. — ΡΩΜΑΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Τὰ τοῦ παράφρονος καὶ παρεξεστηκότος Ναυάτου βληχήματα, τὴν μὲν σώζουσαν μετάνοιαν ἐξοστρα πίζειν τολμῶντα, προφάσει δὲ ἀπελπισμοῦ ἀδεῶς τὰς ἁμαρτίας σωρεύοντα, καὶ καθαροὺς μὲν ἑαυτοὺς λέγοντας εἶναι, ἀκαθάρτους δὲ τῇ πράξει εὑρισκομένους, καὶ εἰς τὴν ἀπώλειαν συνελαύνοντας διὰ τῆς ἀπογνώσεως τοὺς πειθομένους τῇ αὐτῶν, οὐκ ἀπο δεξόμεθα· τοὐναντίον δὲ μεμψόμεθά τε καὶ σκώ ψομεν, ὡς τῶν ἀποστολικῶν κανόνων ἀλλότρια φρο γοῦντας. ΑΦΡΟΔΙΣΙΟ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΑ. Τί δοκεῖς λανθάνειν ἡμᾶς κακοήθης τις καὶ δόλιος ὑπάρχων, καὶ πολλοῖς μὲν ἀρίστοις καὶ ἀγαθοῖς ἀνδράσι πεφυκὼς ἐπιβουλεύειν, συγκαλύπτων δὲ σαυτὸν τῷ προσωπείῳ τῆς φιλοκαγαθίας; Ἰδοὺ γὰρ ἐκ τῶν καρπῶν τὸ δένδρον γινώσκομεν, καὶ οὐδαμῶς κρυβείη λύκος περικείμενος δορὰν προβάτου· ἐκ γὰρ δὴ τῶν ὀδόντων καὶ τῶν ὀνύχων ῥᾳδίως γνω σθήσεται. Φησὶ δὲ καὶ ἡ Γραφή· «Πέρδιξ θηρευτής καρτάλλῳ ἐναποκλεισθείς· οὕτως ἐστὶν ὑπερηφάνου καρδία.» Οντως γὰρ ὑπερήφανος καὶ φθονερός, ὄφις τε δάκνων σιγῇ, καὶ κύων σπαράττων ἐκτὸς τοῦ ὑλακτῆσαι γνωρίζῃ παρὰ πᾶσιν, κἂν λάθρα κακουργός τις καὶ δυσφορώτατος καὶ κρυψίνους πανταχοῦ περιέρχῃ. Θεοῦ δὲ χρεία τῶν παρὰ σοῦ ἐπιβουλευομένων, ἵνα λέγωσι τὸ ἐν τῷ ἐννενηκοστῷ, ὅτι «Αὐτὸς φύσεται ἡμᾶς ἐκ παγίδος θηρευτῶν, καὶ λόγου ταραχώδους. ο Σιγῶν γὰρ αὐτὸς εἰς ταραχὴν ἐμβάλλεις τοὺς ἐπιβουλευομένους. ΣΩΣΙΠΑΤΡΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Τῇ θείᾳ γνώσει στοιχῶν, τῇ γνώσει καὶ πάντα ποιεῖν σπουδάζεις, πανάριστε, τοῖς ἐκείνης κανόσι καὶ ῥυθμοῖς ἑπόμενος. Ὅθεν καὶ πάντα τὸν σαυτοῦ θεοφύλακτον πλοῦτον, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοῖς μονα χοῖς ἐξαντλεῖς, πρὸς τούτους τε κεχηνώς πολλῷ τῷ πόθῳ, καὶ τούτους ἀναπνέων νύκτωρ καὶ μεθ' ἡμή ραν, μήθ' ὅλως ἔχειν νομίζων συγγένειαν ἢ τέκνα, καίτοι τοσούτων ὄντων. Καὶ αὐτὸ δὲ τὸ λέγειν σε κατὰ συντυχίας, κτήνος ὑπάρχειν τῶν μοναχῶν ἀγογγύστως τε καὶ προθύμως ἐξυπηρετούμενον πάσαις ταῖς· τούτων χρείαις, καὶ τοῦτο ἀπηρτισμένης ἐστὶ τεκμήριον γνώσεως. Επίστασαι δὲ πάντως, ὅτι σὺν τοῖς Λευΐταις, καὶ τὰ τούτων κτήνη κατα ηυλόγησε Θεός τε καὶ Μωϋσῆς. Πάντα τοίνυν γνώσει λογιζόμενος θείᾳ, καὶ γνώσει λέγων καὶ πράττων, στο
EPISTOLARUM LIB. II.
ΡΝΔ'. — ΞΑΝΘΙΠΠΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Καλώς γε πάνυ πράττεις, ταῖς νηστείαις, καὶ ταῖς
χαμευνίαις, τῇ τε χρηστῇ ἀγρυπνίᾳ, καὶ τῇ πυκνῇ
προσευχῇ καταπατῶν τε καὶ ὑπεραλλόμενος τὰς
τρικυμίας τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν, Θεῷ δὲ τῷ συνεργοῦντι ἡμῖν ἀεὶ εἰς τὸ ἀγαθὸν τὴν νίκην ἀνατιθεὶς
ἐν τῷ ψάλλειν πρὸς αὐτόν· «Σὺ, Δέσποτα, δεσπόζεις
τοῦ κράτους τῆς θαλάσσης, τὸν δὲ σάλον τῶν κυμά
των αὐτῆς σὺ καταπραΰις. 7
ΡΝΕ. — ΡΩΜΑΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.
Τὰ τοῦ παράφρονος καὶ παρεξεστηκότος Ναυάτου
βληχήματα, τὴν μὲν σώζουσαν μετάνοιαν ἐξοστρα
πίζειν τολμῶντα, προφάσει δὲ ἀπελπισμοῦ ἀδεῶς
τὰς ἁμαρτίας σωρεύοντα, καὶ καθαροὺς μὲν ἑαυτοὺς
λέγοντας εἶναι, ἀκαθάρτους δὲ τῇ πράξει εὑρισκο
μένους, καὶ εἰς τὴν ἀπώλειαν συνελαύνοντας διὰ τῆς
ἀπογνώσεως τοὺς πειθομένους τῇ αὐτῶν, οὐκ ἀποδεξόμεθα· τοὐναντίον δὲ μεμψόμεθά τε καὶ σκώψομεν, ὡς τῶν ἀποστολικῶν κανόνων ἀλλότρια φρογοῦντας.
PNG". - ΑΦΡΟΔΙΣΙΟ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΑ.
Τί δοκεῖς λανθάνειν ἡμᾶς κακοήθης τις καὶ δόλιος
ὑπάρχων, καὶ πολλοῖς μὲν ἀρίστοις καὶ ἀγαθοῖς
ἀνδράσι πεφυκὼς ἐπιβουλεύειν, συγκαλύπτων δὲ
σαυτὸν τῷ προσωπείῳ τῆς φιλοκαγαθίας; Ἰδοὺ γὰρ
ἐκ τῶν καρπῶν τὸ δένδρον γινώσκομεν, καὶ οὐδαμῶς
κρυβείη λύκος περικείμενος δορὰν προβάτου· ἐκ
γὰρ δὴ τῶν ὀδόντων καὶ τῶν ὀνύχων ῥᾳδίως γνω
σθήσεται. Φησὶ δὲ καὶ ἡ Γραφή· «Πέρδιξ θηρευτής
καρτάλλῳ ἐναποκλεισθείς· οὕτως ἐστὶν ὑπερηφάνου
καρδία.» Οντως γὰρ ὑπερήφανος καὶ φθονερός,
ὄφις τε δάκνων σιγῇ, καὶ κύων σπαράττων ἐκτὸς
τοῦ ὑλακτῆσαι γνωρίζῃ παρὰ πᾶσιν, κἂν λάθρα
κακουργός τις καὶ δυσφορώτατος καὶ κρυψίνους
πανταχοῦ περιέρχῃ. Θεοῦ δὲ χρεία τῶν παρὰ σοῦ
ἐπιβουλευομένων, ἵνα λέγωσι τὸ ἐν τῷ ἐννενηκοστῷ,
ὅτι «Αὐτὸς φύσεται ἡμᾶς ἐκ παγίδος θηρευτῶν, καὶ
λόγου ταραχώδους. ο Σιγῶν γὰρ αὐτὸς εἰς ταραχὴν
ἐμβάλλεις τοὺς ἐπιβουλευομένους.
PNZ'. ΣΩΣΙΠΑΤΡΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ.
Τῇ θείᾳ γνώσει στοιχῶν, τῇ γνώσει καὶ πάντα
ποιεῖν σπουδάζεις, πανάριστε, τοῖς ἐκείνης κανόσι
καὶ ῥυθμοῖς ἑπόμενος. Ὅθεν καὶ πάντα τὸν σαυτοῦ
θεοφύλακτον πλοῦτον, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοῖς μοναχοῖς ἐξαντλεῖς, πρὸς τούτους τε κεχηνώς πολλῷ τῷ
πόθῳ, καὶ τούτους ἀναπνέων νύκτωρ καὶ μεθ' ἡμή
ραν, μήθ' ὅλως ἔχειν νομίζων συγγένειαν ἢ τέκνα,
καίτοι τοσούτων ὄντων. Καὶ αὐτὸ δὲ τὸ λέγειν σε
κατὰ συντυχίας, κτήνος ὑπάρχειν τῶν μοναχῶν
ἀγογγύστως τε καὶ προθύμως ἐξυπηρετούμενον
πάσαις ταῖς· τούτων χρείαις, καὶ τοῦτο ἀπηρτισμέ
νης ἐστὶ τεκμήριον γνώσεως. Επίστασαι δὲ πάντως,
ὅτι σὺν τοῖς Λευΐταις, καὶ τὰ τούτων κτήνη κατα
ηυλόγησε Θεός τε καὶ Μωϋσῆς. Πάντα τοίνυν γνώσει
λογιζόμενος θείᾳ, καὶ γνώσει λέγων καὶ πράττων,
*7 Psal. Lxxxviji, 10.
στο Matth. vi, 1.6.
CLIV. XANTHIPPO DIACONO.
Probe nimis agis, jejuniis et in humo dormitionibus, bonaque vigilia, et frequenti oratione conculcans, et carnearum voluptatum tempestates
transiliens, Deoque, qui semper nobis ad bona
persolvenda open, fert, victoriam ascribens, cum
ad eum concinis: c Tu, Domine, dominaris virtuti maris, et tempestatem fluctuum illius tu nitigas.
ROMANO EPISCOPO.
Insani, ac mente capti Novati balatus, qui pœnis
exonerantem pœnitentiam extrudere audet, et prætextu desperationis impudenter peccata conservat;
et illius asseclas, qui puros semetipsos asserunt,
et opere ipso impuri deprehenduntur, et in perniciem eos, qui eorum amentiæ fidem habent, compellunt, nullo modo ipsi recipimus; imo eos reprebendemus, et vituperabimus, uti eos, qui canonibus
apostolorum contraria sentiunt.
APHRODISIO SCRINIARIO.
An latere nos putas, qui malignus es, et astutam
servas sub pectore vulpem, et quamplurimis optimis ac probatissimis viris ex ingenio insidias
struis, licet temetipsum beneficentiæ persona
contegas? Ecce enim ex fructibus arboren dignoscimus *; nulloque modo lupus licet ovina
pelle adornatus latere poterit: namque ex dentibus ac unguibus facili negotio in cognitionem
veniet. Εt Scriptura quoque ait: • Perdix venatrix cartallo inclusa, ita se habet cor superbi *8. ›
Vere quippe superbus et invidus, serpensque
silentio mordens, et canis absque latratu discerpens cognosceris ab omnibus, licet perditus, et
intolerabilis, et dissimulator quaquaversum divageris. Opeque divina illis opus sit, quibus insidias
struis, ut dicere possint, quod in nonagesimo
psalmo legitur: 4 Ipse liberabit 194 nos de
laqueo venantium, et a verbo aspero 6.» Ipse
siquidem tacens in turbas insidiis tuis obnoxios
conjicis.
CLVII. SOSIPATRO TRIBUNO.
Divino procedens consilio, consilio quoque
omnia peragere contendis, o optime, illius regulis
rhythmisque obediens. Hinc et universus tuas a
Numine custoditas divitias ut plurimum in monachos exhauris, et in illos perquam impensissime
inhians, eosque refans, noctu et interdiu, ac si
nulli tibi essent consanguinei, aut filii, quibus
affluis. Illud quoque quod inter colloquendum inculcas, jumentum te esse monachorum, absque
murmuratione, sed summa animi alacritate eorum
necessitatibus occurrens atque ministrans et id
quoque dependentis consilii indicium est. Oninino
autem illud scis, una cum Levitis eorum quoque
jumnentis benedictum fuisse a Deo et Moyse. Omnia
itaque divino consilio estimans, et consilio dicens,
Ap
** Eccli. x1, 32. Psal. xc, 5.
col. 275–276page 109 of 262
PG 79:275ο φιλόθεε, ἀναμφιβόλως εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐ ρανῶν συνεισελεύσῃ σὺν τοῖς μοναχοῖς, ὡς καλὸς ἀκόλουθος καὶ ὑπηρέτης τούτων, καὶ συγκληρονομή σεις τούτοις τὰ ἄφραστα ἀγαθὰ εἰς ἀπεράντους αιώνας. ΧΙΛΩΝΙ ΔΟΜΕΣΤΙΚΟ. ο λόγος ὁ μυστηρίῳ λεχθείς σοι. Τὸ ἀκατάστατόν τε καὶ ἀνίδρυτον, τεθορυβημένον τε καὶ εὐκλόνητον τῆς σῆς γνώμης, δηλῶν ὁ Σιράχ φησι· ο Τροχός ἁμάξης σπλάγχνα μωρού.» Εἰ δὲ καὶ περὶ τοῦ μὴ βουλεύεσθαί σέ ποτε φυλάξαι μυ στήριον, ἀλλ᾽ εὐθὺς ἐκφερομυθεῖν, καὶ πᾶσι δημοσ σιεύειν τὰ τεθαρρημένα σου, θέλεις ἰδεῖν μαρτυρίαν τοῦ λεχθέντος προσώπου, ἄκουε παραυτίκα· «"Ηκου σε γάρ, φησίν, ὁ μωρὸς λόγον, καὶ ὠδίνησεν, ὥσπερ ὠδίνει ἀπὸ προσώπου βρέφους ή τίκτουσα. Οὐδὲν δὲ μωρότερον του στηλιτεύειν, καὶ διαπορθμεύειν τῇδε κἀκεῖσε, καὶ φανεροῦν ἀπρεπῶς τὰ θαῤῥηθέντα ἡμῖν παρὰ τῶν φίλων κρύφα, καὶ κατ' Ιδίαν. 'Αφέμενος τοίνυν τῶν νοσημάτων τῶν περι εχόντων σε, γενοῦ λοιπὸν σοφός τε, καὶ βεβηκώς, καὶ μυστηρίων φύλαξ, ἕως ἂν ἀποθάνῃς, κατασκευάζων τῷ οἰκείῳ στόματι καὶ τοῖς ἀστέγοις χείλεσι θύραν στεῤῥὰν καὶ μοχλὸν ἰσχυρότατον, καὶ τὴν σφραγίδα τῆς σιγῆς βελτίστης επιτιθείς. Οὕτω γὰρ καὶ τῷ τῆς θείας γνώσεως φωτὶ ἐλλαμφθῆναι δυνήση, καὶ ή Γραφή παρηγορήσει λέγουσα· 4 Σοφία ἀνδρὸς φωτιεῖ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ.» Καὶ πάλιν· «Ηκουσας λόγον; ἐναποθανέτω σοι. Θάρσει· οὐ μή σε ρήξει ὁ ΡΝΘ'. — ΓΑΥΔΕΝΤΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Ο τῆς πορνείας δαίμων δίκην λίχνου κυνιδίου τῷ ὑπ' αὐτοῦ πειραζομένῳ είωθε παραμένειν, οὐ μὴν ἐκβιάζεσθαι. Ἐν σοὶ τοίνυν ὑπάρχει, καὶ τῇ σῇ ἐξουσίᾳ, καὶ βουλήσει, ἢ τρέφειν τοῦτον διὰ τῆς ἐργασίας τῆς ἀτίμου, ἢ φυγαδεύειν μετ᾿ ὀργῆς δι' εὐχῶν καὶ ψαλμῳδιῶν, νηστειῶν τε καὶ ἀγρυπνιών, καὶ τῆς χαμαικοιτίας. • Αντίστητε γὰρ τῷ ἐχθρῷ, καθὼς γράφει ὁ μέγας Ἰάκωβος, καὶ φεύξεται ἀφ' ὑμῶν.» ΡΞ. - ΦΙΛΩΝΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Ικανοί ἐστε καὶ αὐτοὶ καθ᾿ ἑαυτοὺς τοὺς τοῦ μπο ναστηρίου ὑμῶν κανονίζειν δεόντως ἐφ᾽ ἅπασιν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ διαίτης ὑπεμνήσατε με διὰ τῆς ἐπιστολῆς, ἀξιοῦντες δηλωθῆναι ὑμῖν, νομίζω καλῶς ἔχειν, διαφόρου οὔσης τῆς τῶν σωμάτων κράσεως, καὶ τῶν μὲν ἀσθενούντων, τῶν δὲ ὑγιαινόντων, ποι κίλην, καὶ ἁρμόζουσαν ἑκάστῳ προσώπῳ ἐκτάξαι τὴν δίαιταν· τοῖς μὲν ὑγιαίνουσι τὴν τῶν ἀσπρίων χρείαν, τοῖς δὲ ὀλίγον ἀσθενοῦσι τὴν ἀπὸ τῶν λαχάνων παραμυθίαν, τοῖς δὲ ἐξησθενηκόσιν ὑπὲρ λίαν, καὶ καταπεπτωκόσι, τὴν ἀπὸ τῶν χρεῶν σύμμετρον ὀρέγειν βοήθειαν. ΡΙΑ'. - ΚΥΝΤΙΛΙΑ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ. Εἰ μὲν πρὸς Θεὸν ἔχων τὸν ἔρωτα τῆς ψυχῆς, κατ
ac efficiens, ο Dei amans, sine ulla hesitatione in φιλόθεε, ἀναμφιβόλως εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐ
regnum cœlorum cum monachis una simul introibis, tanquam probus eorum assecla et eorum minister, et simul cum illis in hæreditatem bonorum,
quæ verbo exprimi minime possunt, in sempiterna
sæcula vocaberis..
CLVIII. CHILONI DOMESTICO.
ρανῶν συνεισελεύσῃ σὺν τοῖς μοναχοῖς, ὡς καλὸς
ἀκόλουθος καὶ ὑπηρέτης τούτων, καὶ συγκληρονομή
σεις τούτοις τὰ ἄφραστα ἀγαθὰ εἰς ἀπεράντους
αιώνας.
PNH'. ΧΙΛΩΝΙ ΔΟΜΕΣΤΙΚΟ.
Instabile, nullaque ratione firmum, imo perturbatum, et flexu facillimum consilii tui Sirach
innuens, dixit: • Rota currus insipientis interiora '., Si prompti quoque tui, ac facilis in secretis edicendis, statimque divulgandis, omnibusque
195 tibi concreditis aperiendis, consilii testimo
nium supra laudati scriptoris exoptas, quæ statim
subduntur, habeto: «Audiit enim, ait, insipiens sermonem, et parturiit, quemadmodum parturit a facie
infantis parturiens 7. ο Nihil enim amentius est
quam publicare, et hac atque illac nobis ab amicis
clam privatimque concredita transmittere, palamque, et indecore evulgare. Qui igitur te occupant,
morbis renuntiatis, fac sis in posterum sapiens, et
firmus, et arcanorum custos, quousque finem vitæ
posueris, proprio ori, et incontinentibus labris
validas fores apponens, vectemque robustissimum,
et silentii optimi sigillum appingens. Sic enim et
divinæ cognitionis splendore illuminari poteris, et
sacra Scriptura solatio tibi erit, cum ait: c Sapientia hominis illuminabit faciem illius "; › et
rursus: c Audiisti sermonem, immoriatur in te.
Bono sis animo: non disrumpet te sermo in arcamo λόγος ὁ μυστηρίῳ λεχθείς σοι.»
tibi communicatus”. ›
Τὸ ἀκατάστατόν τε καὶ ἀνίδρυτον, τεθορυβημένον
τε καὶ εὐκλόνητον τῆς σῆς γνώμης, δηλῶν ὁ Σιράχ
φησι· ο Τροχός ἁμάξης σπλάγχνα μωρού.» Εἰ δὲ
καὶ περὶ τοῦ μὴ βουλεύεσθαί σέ ποτε φυλάξαι μυ
στήριον, ἀλλ᾽ εὐθὺς ἐκφερομυθεῖν, καὶ πᾶσι δημοσ
σιεύειν τὰ τεθαρρημένα σου, θέλεις ἰδεῖν μαρτυρίαν
τοῦ λεχθέντος προσώπου, ἄκουε παραυτίκα· «"Ηκουσε γάρ, φησίν, ὁ μωρὸς λόγον, καὶ ὠδίνησεν,
ὥσπερ ὠδίνει ἀπὸ προσώπου βρέφους ή τίκτουσα.
Οὐδὲν δὲ μωρότερον του στηλιτεύειν, καὶ διαπορθμεύειν τῇδε κἀκεῖσε, καὶ φανεροῦν ἀπρεπῶς τὰ
θαῤῥηθέντα ἡμῖν παρὰ τῶν φίλων κρύφα, καὶ κατ'
Ιδίαν. 'Αφέμενος τοίνυν τῶν νοσημάτων τῶν περι
εχόντων σε, γενοῦ λοιπὸν σοφός τε, καὶ βεβηκώς, καὶ
μυστηρίων φύλαξ, ἕως ἂν ἀποθάνῃς, κατασκευάζων
τῷ οἰκείῳ στόματι καὶ τοῖς ἀστέγοις χείλεσι θύραν
στεῤῥὰν καὶ μοχλὸν ἰσχυρότατον, καὶ τὴν σφραγίδα
τῆς σιγῆς βελτίστης επιτιθείς. Οὕτω γὰρ καὶ τῷ
τῆς θείας γνώσεως φωτὶ ἐλλαμφθῆναι δυνήση, καὶ
ή Γραφή παρηγορήσει λέγουσα· 4 Σοφία ἀνδρὸς
φωτιεῖ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ.» Καὶ πάλιν· «Ηκουσας
λόγον; ἐναποθανέτω σοι. Θάρσει· οὐ μή σε ρήξει ὁ
GAUDENTIO DIACONO.
Fornicationis dæmon more nati abdomini suo
catuli penes eum, qui ab eo tentatur, suevit hærescere, non tamen vim inferre. In tua itaque pote
stale est, tuoque arbitrio, aut hunc per ignominiosum exercitium alere, aut iracunde per preces,
et psalmorum concentus, et jejunia, et vigilias, et
humi cubatum) in fugam vertere. • Opponimini
enim adversario, ut magnus Jacobus scribit, et
fugiet a vobis ".,
196 CLX. PHILONI EPISCOPO.
ΡΝΘ'. — ΓΑΥΔΕΝΤΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Ο τῆς πορνείας δαίμων δίκην λίχνου κυνιδίου τῷ
ὑπ' αὐτοῦ πειραζομένῳ είωθε παραμένειν, οὐ μὴν
ἐκβιάζεσθαι. Ἐν σοὶ τοίνυν ὑπάρχει, καὶ τῇ σῇ
ἐξουσίᾳ, καὶ βουλήσει, ἢ τρέφειν τοῦτον διὰ τῆς
ἐργασίας τῆς ἀτίμου, ἢ φυγαδεύειν μετ᾿ ὀργῆς δι'
εὐχῶν καὶ ψαλμῳδιῶν, νηστειῶν τε καὶ ἀγρυπνιών,
καὶ τῆς χαμαικοιτίας. • Αντίστητε γὰρ τῷ ἐχθρῷ,
καθὼς γράφει ὁ μέγας Ἰάκωβος, καὶ φεύξεται ἀφ'
ὑμῶν.»
ΡΞ. - ΦΙΛΩΝΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.
Ικανοί ἐστε καὶ αὐτοὶ καθ᾿ ἑαυτοὺς τοὺς τοῦ μπο
ναστηρίου ὑμῶν κανονίζειν δεόντως ἐφ᾽ ἅπασιν.
Satis idonei instructique vos per vosmetipsos, in
monasterio vestro degentibus, uti par est, in omnibus vivendi rationem præscribere. Verumtamen Ἐπειδὴ δὲ περὶ διαίτης ὑπεμνήσατε με διὰ τῆς
cum inter scribendum de victus ratione sermonem
institueritis, id a nobis poscentes, ut meam de ea
sententiam significarem, recte ita instituendam
esse duco. Cum varia sit corporum temperatura,
et ex iis hæe quidem malæ valetudini, illa præva·
lidæ subjaceant, varia, et personæ cuilibet accommodata victus ratio præscribenda est. Quare bene
valentibus leguminum usus, secus se habentibus
solatium ex oleribus, morbo remissis et languidis
ex carnibus moderatum auxilium exhibenauth est.
CLXI. QUINTILIO CANCELLARIO.
Si modo tu Deo animæ officium, et diligentem
ἐπιστολῆς, ἀξιοῦντες δηλωθῆναι ὑμῖν, νομίζω καλῶς
ἔχειν, διαφόρου οὔσης τῆς τῶν σωμάτων κράσεως,
καὶ τῶν μὲν ἀσθενούντων, τῶν δὲ ὑγιαινόντων, ποι
κίλην, καὶ ἁρμόζουσαν ἑκάστῳ προσώπῳ ἐκτάξαι
τὴν δίαιταν· τοῖς μὲν ὑγιαίνουσι τὴν τῶν ἀσπρίων
χρείαν, τοῖς δὲ ὀλίγον ἀσθενοῦσι τὴν ἀπὸ τῶν λαχά
νων παραμυθίαν, τοῖς δὲ ἐξησθενηκόσιν ὑπὲρ λίαν,
καὶ καταπεπτωκόσι, τὴν ἀπὸ τῶν χρεῶν σύμμετρον
ὀρέγειν βοήθειαν.
7ª Eccli. xxxi11, 5.
* Eccli. six, 11. * Eccli. x1, 1.
ΡΙΑ'. - ΚΥΝΤΙΛΙΑ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ.
Εἰ μὲν πρὸς Θεὸν ἔχων τὸν ἔρωτα τῆς ψυχῆς, κατ
7ª Eccli. xix, 10.
7º Jac. IV, 7.
col. 277–278page 110 of 262
PG 79:277επάδει, σαυτόν ψαλμοῖς, καὶ ὕμνοις, καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀποστόλων, ἐπαινεσώμεθά σε. ὠφέλιμον γὰρ τὸ ταιοῦτον σπού δασμα, καὶ τῷ Θεῷ συνάπτει τὸν ψάλλοντα. Έν γὰρ τῷ ᾄδειν ἐντελεχῶς τε καὶ νουνεχῶς, κατὰ τὴν ἐπιμέλειαν τῆς μνήμης τοῦ κρείττονος, ἐπιλανθάνεται μὲν ἡ ψυχὴ τῶν μικρῶν καὶ ὀλεθρίων παθῶν, χαρᾶς δὲ ἀνεκλαλήτου πληρούται, καὶ ποθεινῶς λοι πὸν ἐνατενίζει τῷ θείῳ, πρὸς αὐτὴ καὶ μόνον σπεύ δουσα καὶ ἀγωνιζομένη κεχηνέναι, καὶ μηδὲν τῶν ὁρωμένων τοῦ κάλλους ἐκείνου τοῦ ἀοράτου προκρίνουσα. Εἰ δ᾽ ἐξαπατώμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου, δι' αἰσχρᾶς μελῳδίας σαγηνεύειν σπουδάζεις φιλήδονα γύναια, κατασεσωρευμένα ταῖς πολλαῖς ἁμαρτίαις, βδελυξόμεθά σε τῆς ἀκαθάρτου γνώμης • • Οὐχ ὡραῖος γὰρ αἶνος ἐν στόματι ἁμαρτωλοῦ, ν ὥς τις σοφὸς ἐβόα. ΕΥΨΥΧΙΟ ΒΙΚΑΡΙΟ. Ἠρώτησάς με, τίς ἐστιν ἄρα ὁ δηλούμενος ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις εἰσελθεῖν εἰς τὸν γάμον μὴ ἔχων Ενδυμα. Μὴ ἔξω περιβλέπου, ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ περισκόπει καρδίαν· πάντες γὰρ Χριστιανοὶ εἰς τὸν γάμον τὸν θεῖον κεκλήμεθα. Ἐὰν τοίνυν εἰσέλθωμεν λογισμὸν ἡμφιεσμένοι φιλάργυρον, ἢ φιλόπορνον, ἢ βάσκανον, ἢ τὰ ἑξῆς, δηλονότι ἀλλοτρίαν τοῦ φαι δροῦ καὶ ἀμωμήτου γάμου ἐνδεδυμένοι στολήν, εἰσ ελθεῖν τετολμήκαμεν. Ἐὰν δὲ μεταβαλόντες τὴν ἐπί ψογον γνώμην, ἐνδυσώμεθα κατὰ τὴν διάνοιαν σπλάγχνα οικτειρμοῦ καὶ ἐλεημοσύνης, χρηστότητα καὶ ἀγάπην καθαρὰν, καὶ πραότητα, καὶ ταπεινοφροσύνην, καὶ τὰ ὅμοια τούτοις, δῆλον ὅτι ἐνεδυσάμεθα τὰ ἄξια τοῦ γάμου μάτια. Περιβαλέσθαι τοίνυν σπεύσωμεν τὸ τοῦ νοητοῦ γάμου σωτήριον ἔνδυμα. Τῶν γὰρ ἐφ' ἡμῖν ἐστιν ἐνδύεσθαι, καὶ ἐκδύεσθαι, καὶ τὰς ἐσθῆτας ἀμείβειν, ποτὲ μὲν καλῶς, ποτὲ δὲ κακῶς, καὶ νῦν μὲν τοῦτο, νῦν δὲ ἐκεῖνο αἱρεῖσθαι ἐπειδὴ αὐτεξούσιος ἐκτίσθη ὁ ἄνθρωπος. ΡΕΓ. Τῷ αὐτῷ. Ὁ μὲν ἐχθρὸς τῆς ἡμετέρας ζωῆς δαίμων, ἐλεεῖν προσποιούμενος παρασκευάζει λογίζεσθαι, ὅτι οὐκ ἔσται κρίσις, οὐδὲ ἀνταπόδοσις ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ τούτοις τοῖς ῥήμασι λιπαίνων φαύλως τοὺς ἐξαπατωμένους καταφθείρει. Πρῶτος γὰρ πάντ των τῶν ἁμαρτωλῶν ἐστιν ὁ διάβολος. Ὁ δὲ Σωτὴρ τῶν ὅλων Χριστὸς, ὁ μόνος κυρίως καθαρὸς καὶ δί καιος, διαμαρτυρόμενός τε καὶ ἐξελέγχων, στύφων τε καὶ παιδεύων, καὶ προλέγων τὴν ἐσομένην κρίσ σιν, ἐκσώζει τοὺς πειθομένους αὐτῷ. Τοῦτο οὖν εἶναι νόμιζε τὸ γεγραμμένον·. Παιδεύσει με δίκαιος ἐν ἐλέει, καὶ ἐλέγξει με· ἔλαιον δὲ ἁμαρτωλοῦ μὴ λι πανάτω τὴν κεφαλήν μου, ν τουτέστι τὸ ἡγεμονικόν μου, ἢ τὸ φρονοῦν μου. ΡΕΔ'. ΩΡΙΩΝ ΕΚΔΙΚΟ. Οὐαί σοι, τρισταλαίπωρε ἄνθρωπε καὶ τρισάθλιε! ότι μικρᾶς ἡδονῆς, καὶ ἅμα τῷ τελεσθῆναι παρα Ζευούσης, τὴν αἰώνιον ἀνταλλάττη φλόγα. Ουαί σοι, ο
EPISTOLARUM LIB. II.
επάδει, σαυτόν ψαλμοῖς, καὶ ὕμνοις, καὶ ᾠδαῖς cultam tribuens, temetipsum psalmis, et lymnis,
πνευματικαῖς κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀποστόλων,
ἐπαινεσώμεθά σε. ὠφέλιμον γὰρ τὸ ταιοῦτον σπού
δασμα, καὶ τῷ Θεῷ συνάπτει τὸν ψάλλοντα. Έν
γὰρ τῷ ᾄδειν ἐντελεχῶς τε καὶ νουνεχῶς, κατὰ τὴν
ἐπιμέλειαν τῆς μνήμης τοῦ κρείττονος, ἐπιλανθά
νεται μὲν ἡ ψυχὴ τῶν μικρῶν καὶ ὀλεθρίων παθῶν,
χαρᾶς δὲ ἀνεκλαλήτου πληρούται, καὶ ποθεινῶς λοιπὸν ἐνατενίζει τῷ θείῳ, πρὸς αὐτὴ καὶ μόνον σπεύ
δουσα καὶ ἀγωνιζομένη κεχηνέναι, καὶ μηδὲν τῶν
ὁρωμένων τοῦ κάλλους ἐκείνου τοῦ ἀοράτου προκρί
νουσα. Εἰ δ᾽ ἐξαπατώμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου, δι'
αἰσχρᾶς μελῳδίας σαγηνεύειν σπουδάζεις φιλήδονα
γύναια, κατασεσωρευμένα ταῖς πολλαῖς ἁμαρτίαις,
βδελυξόμεθά σε τῆς ἀκαθάρτου γνώμης • • Οὐχ
ὡραῖος γὰρ αἶνος ἐν στόματι ἁμαρτωλοῦ, ν ὥς τις
σοφὸς ἐβόα.
PEB
ΕΥΨΥΧΙΟ ΒΙΚΑΡΙΟ.
Ἠρώτησάς με, τίς ἐστιν ἄρα ὁ δηλούμενος ἐν
τοῖς Εὐαγγελίοις εἰσελθεῖν εἰς τὸν γάμον μὴ ἔχων
Ενδυμα. Μὴ ἔξω περιβλέπου, ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ
περισκόπει καρδίαν· πάντες γὰρ Χριστιανοὶ εἰς τὸν
γάμον τὸν θεῖον κεκλήμεθα. Ἐὰν τοίνυν εἰσέλθωμεν
λογισμὸν ἡμφιεσμένοι φιλάργυρον, ἢ φιλόπορνον, ἢ
βάσκανον, ἢ τὰ ἑξῆς, δηλονότι ἀλλοτρίαν τοῦ φαι
δροῦ καὶ ἀμωμήτου γάμου ἐνδεδυμένοι στολήν, εἰσελθεῖν τετολμήκαμεν. Ἐὰν δὲ μεταβαλόντες τὴν ἐπίψογον γνώμην, ἐνδυσώμεθα κατὰ τὴν διάνοιαν σπλάγχνα οικτειρμοῦ καὶ ἐλεημοσύνης, χρηστότητα καὶ
ἀγάπην καθαρὰν, καὶ πραότητα, καὶ ταπεινοφρο
σύνην, καὶ τὰ ὅμοια τούτοις, δῆλον ὅτι ἐνεδυσάμεθα
τὰ ἄξια τοῦ γάμου μάτια. Περιβαλέσθαι τοίνυν
σπεύσωμεν τὸ τοῦ νοητοῦ γάμου σωτήριον ἔνδυμα.
Τῶν γὰρ ἐφ' ἡμῖν ἐστιν ἐνδύεσθαι, καὶ ἐκδύεσθαι,
καὶ τὰς ἐσθῆτας ἀμείβειν, ποτὲ μὲν καλῶς, ποτὲ δὲ
κακῶς, καὶ νῦν μὲν τοῦτο, νῦν δὲ ἐκεῖνο αἱρεῖσθαι·
ἐπειδὴ αὐτεξούσιος ἐκτίσθη ὁ ἄνθρωπος.
ΡΕΓ. Τῷ αὐτῷ.
et spiritualibus canticis, ut apostoli tradiderunt,
continuo concinendo obruis, conatus tuos laudabimus. Studium siquidem hoc utile est, et psallen -
tem Deo agglutinat, in continuis enim cantibus,
et prudentibus, et in Numinis memoriam procuratis,
anima exsecrandarum et perniciosarum affectionum oblita, inexplicabili gaudio repletur; hinc
propense admodum in posterum ad Deum mentis
aciem dirigit, in illum solum contendens, validisque conatibus inhians, ne umbram quidem ex his,
quæ oculis subjacent, pulchritudini illi invisibili
anteponens. Si vero a diabolo deceptus obscenis
modis, mulierculas voluptatibus 197 deditas,
multisque peccatis prægravatas irretire contendis,
Bob hanc impuram mentem te detestabimur: ‹ Neque enim pulchra laus est in ore peccatoris ",
clamabat sapiens nescio quis.
Ὁ μὲν ἐχθρὸς τῆς ἡμετέρας ζωῆς δαίμων, ἐλεεῖν
προσποιούμενος παρασκευάζει λογίζεσθαι, ὅτι οὐκ
ἔσται κρίσις, οὐδὲ ἀνταπόδοσις ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα
αὐτοῦ, καὶ τούτοις τοῖς ῥήμασι λιπαίνων φαύλως
τοὺς ἐξαπατωμένους καταφθείρει. Πρῶτος γὰρ πάντ
των τῶν ἁμαρτωλῶν ἐστιν ὁ διάβολος. Ὁ δὲ Σωτὴρ
τῶν ὅλων Χριστὸς, ὁ μόνος κυρίως καθαρὸς καὶ δίκαιος, διαμαρτυρόμενός τε καὶ ἐξελέγχων, στύφων
τε καὶ παιδεύων, καὶ προλέγων τὴν ἐσομένην κρίσ
σιν, ἐκσώζει τοὺς πειθομένους αὐτῷ. Τοῦτο οὖν εἶναι
νόμιζε τὸ γεγραμμένον·. Παιδεύσει με δίκαιος ἐν
ἐλέει, καὶ ἐλέγξει με· ἔλαιον δὲ ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου, ν τουτέστι τὸ ἡγεμονικόν
μου, ἢ τὸ φρονοῦν μου.
ΡΕΔ'. ΩΡΙΩΝ ΕΚΔΙΚΟ.
Οὐαί σοι, τρισταλαίπωρε ἄνθρωπε καὶ τρισάθλιε!
ότι μικρᾶς ἡδονῆς, καὶ ἅμα τῷ τελεσθῆναι παρα
Ζευούσης, τὴν αἰώνιον ἀνταλλάττη φλόγα. Ουαί σοι,
** Eccli. xv, 9. 7ο Matth. xxii, 11. 77 Psal. CXL, 5.
CLXII. EUPSYCHIO VICA RIO.
Postulasti a me: Quis ille est notatus in Evangeliis in nuptias introisse, vestem non babens”?
Ne extra te circumspice, sed tuum cor attentius
considerato. Omnes enim Christiani ad divinas
ιuptias accersimur. Si itaque introiverimus cogitatione induti, aut avara, aut meretricia, aut invida, vel aliis similibus vitiis obducta, aliena scilicet a splendore et immaculatis nuptiis veste obvoluti
tum ingredi dicimur. Si vero sentenția ignominiis
ουπoria mutata, mente integra nosmet induerimus
visceribus misericordiæ et commiserationis, probitate, charitate pura, placiditate et humilitate, et
bis similibus, manifestum est nos nuptiis dignas
vestes induisse. Circumvolvi itaque conemur intellectualium nuptiarum vestes salutares. In nostra
enim facultate est indui et exui, vestesque nunc
quidem probe, nunc vero prave commutare, et nunc
hoc, nunc illud eligere: quandoquidem homo liber,
et sui arbitrii dominus creatus est.
CLXIII. —Eidem.
Hostis vitæ nostræ dæmon, nostri misereri simulans, eam nobis cogitationem ingerit, non fulurum judicium, neque retributionem unicuique
secundum 198 opera sua, et hisce verbis prave
delusus opimans, in perniciem agit. Primatum el.
enim peccatorum omnium diabolus obtinet. Verumtamen Salvator omnium Christus, qui solus vere
purus et justus, contestans et reprehendens, astringens et instruens, et futurum judicium annuntians, audientes se salvat. Et hoc illud esse, quod
scripto refertur, existima: Corripiet me justus
in misericordia, et arguet me; oleum vero peccatoris non impinguet caput meum ",» hoc est
principem animæ partem, aut rationis compotem!
CLIV. VORIONI ECDICO
Væ tibi, terque quɔterque miser et infelix homo
quod pusillæ causa voluptatis, una cum ipso opere
expedienda, sempiternas flammas amplecteris. Væ
col. 279–280page 111 of 262
PG 79:279ἀναίσθητε, ἠλίθιε, ὅτι τῆς σαρκὸς ποιῶν τὰ θελή μαται. καὶ δι' αὐτῆς τοῖς αἰσχροῖς ὑποπίπτων πά θεσι, καὶ καταδουλούμενος τοῖς πονηροῖς, ἐκβληθήση ob-μὲν τῆς μακαριότητος ἐκείνης τῆς ἀθανάτου, ἀθά κατα δὲ μαστιχθήσῃ κατὰ τὸν ᾄδην, ταῖς πυρίναις μάστιξιν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων τῶν ἀνελεημόνων. Οἱ μὲν γὰρ τῶν ἀγγέλων ἤμεροί τε καὶ φιλάνθρωποί εἰσιν, εὐσπλαγχνοί τε καὶ συμπαθεῖς, οἱ δὲ αὐστηροί τε καὶ ἀμειδεῖς, φρικτοί τε καὶ ἐμβριθεῖς, ἀπότομοί τε καὶ ἀνελεήμονες. ΡΞΕ. - ΣΥΜΜΑΧΟ ΣΤΡΑΤΗΓΟ Ο τῆς θεοσεβείας τρόπος ἐκ δύο τούτων συνέστηκεν, δογμάτων εὐσεβῶν, καὶ πράξεων ἀγαθῶν. Θά τερον γοῦν θατέρου οὐ χρὴ διαζευγνύειν, ΡΞϚ'. - ΚΟΛΟΚΑΣΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. "Αμα τις λοιδορήσῃ τὸν πλησίον, εὐθέως λεπροῦται τὴν καρδίαν. Διόπερ φεύγε τὸ καταλαλεῖν, καὶ διαλοιδορεῖσθαι· ἔγνωκας γὰρ, πῶς δι' ὀλίγην λοι δορίαν, καὶ μίαν λέξιν τῆς καταλαλιᾶς, θείᾳ ψήφω λελέπρωται ἡ προφῆτις Μαρία. ΠΙΕΡΙΑ ΚΟΜΗΤΙ ΝΕΩΤΕΡΟ. Ετέρα ἐστὶν ἡ κατὰ Θεὸν ἀγάπη, καὶ ἄλλη ἐστὶ κατὰ κόσμον καὶ σάρκα κτηνώδης τις καὶ ἄλογος φιλία. Τὸ οὖν περιέχειν τὰ γράμματά σου, ὅτι πό θος σοι ἱκανὸς γέγονε κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον πρὸς Διονυσιόδωρον τὸν υἱὸν τοῦ μαγίστρου πολὺς καὶ ἀφόρητος, ὥστε μήτε φαγεῖν, μήτε πιεῖν, μήτε ζην βούλεσθαί σε, εἰ μὴ πρότερον θεάσῃ τὸν μείρακα τὸν προαγαπήσαντά σε, καὶ τὸ ἄλλα τινὰ γνωρίσματα καὶ σημεῖα ἐγκεῖσθαι τῇ παρὰ σοῦ μοι γρα φείσῃ ἐπιστολῇ, φανερὸν τῇ ἐμῇ εὐτελείᾳ κατέστησε τὸν δόλιον καὶ πολύσπιλον δαίμονα, τὸν ἐνεδρεῦσαι σπουδάζοντα τὴν σὴν ἐνάρετον καὶ φιλόθεον ψυχήν. Ἐκ γὰρ δὴ τῆς ἐπιστολῆς, εὐμαρῶς πεφώρακα τὸν λῃστὴν, καὶ τὴν τούτου σοφὴν δραματουργίαν σου φὸς γάρ ἐστιν εἰς τὸ κακοποίησαι. Τὸ γὰρ πνεῦμα τῆς πορνείας, ὅπερ ἔρωτα Ελλήνων παῖδες κικλήσκειν εἰώθασι, τοὺς μὲν πρὸς τὴν ἡδονὴν ἐπιρρεπεῖς, καὶ καταφρονοῦντας τῶν μελλόντων κριμάτων καὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ ἐκείνου δικαστηρίου, φανερώς καὶ ταχέως καὶ δίχα παντὸς καμάτου πρὸς τὸ τῆς ἀσελγείας βάραθρον κατασύρει· τοὺς δὲ φροντίδα ἔχοντας τῆς σωτηρίας, καὶ τοῖς τῆς ἡδυπαθείας θησ ρίοις μαχομένους, δελεάσμασι τισι καὶ μηχαναῖς καὶ δόλοις μετέρχεται· καὶ πρῶτον μὲν οὐδὲν δῆθεν χαλεπὸν, ἀλλ' ἐ. μόνον καὶ στοργὴν ἀπολυπραγμόνητον ἐντίθησι προσώπου τινὸς ξένου, ἡ ἐγχωρίου, ἄρρενος, ἢ θηλείας. Εἶτα συνομιλεῖν καὶ συνδιάγειν προτρέπει, καὶ συνοδεύειν, συν αλλάσσειν τε καὶ συμμετεωρίζεσθαι, κοινωνεῖν τε ἐν πράγμασιν ἀναγκαίοις, καὶ συνεορτάζειν, καὶ συγχαριεντίζεσθαι, καὶ συντρώγειν χωρίς λογισμοῦ πορνικοῦ. Ταῦτα δὲ πάντα θεμέλιοι γίνονται, καὶ ὑποθέσεις, καὶ ἀρχαι, καὶ ῥίζαι τῆς αμαρτιας. Μετὰ δὲ ταῦτα λοιπόν προβεβηκότος χρό νου, καὶ τῆς κακῆς συνηθείας δυσαποσπάστου κατα
tibi, insensate et stulte: quod carnis nutus exse-A ἀναίσθητε, ἠλίθιε, ὅτι τῆς σαρκὸς ποιῶν τὰ θελή
quens, et per eam obscenis te affectibus involvens,
μαται. καὶ δι' αὐτῆς τοῖς αἰσχροῖς ὑποπίπτων πά
θεσι, καὶ καταδουλούμενος τοῖς πονηροῖς, ἐκβληθήση
et pravis operibus inserviens, a beatitudine illa
immortali expelleris, et nunquam finiendis ob-μὲν τῆς μακαριότητος ἐκείνης τῆς ἀθανάτου, ἀθά
rueris apud inferos igneis immisericordium angelorum verberibus. Namque angelorum, hi quidem
mansueti sunt, et humani, et misericordes, et
commiserescentes; alii vero austeri et implacabiles, terribiles et vehementes, et crudeles, et immisericordes.
CLXV. SYMMACHO COPIARUM DUCTORI.
Veræ pietatis ratio duobus constat, dogmatibus
piis et bonis operibus. Unum igitur ab altero sejungendum non est.
199 CLXVI. -COLOCASIO DIACONO.
Statim atque quis in proximum convitia jecerit,
eodem horæ momento lepram in anima contrahit.
Quapropter a maledictis et convitiis abstine: nosti
siquidem ob breve convitium et unam obtrectaet unam obtrectationis dictionem divina sententia Mariam vatem
lepra fuisse percussam 98.
CLXVII. — PIERIO COMITI JUNIORI.
Alius secundum Deum amor est, alius secundum
mundum et carnem, quæ est amicitia potius brutorum, et nulla ratione prædita. Itaque quod continetur in litteris tuis, ingenti te desiderio teneri
hoc mense erga Dionysiodorum magistri filium,
immenso illo, ac plane intolerabili, adeo ut neque
edere, neque bibere, neque vivere velis, ui prius
puerulum conspexeris, in quo erga te amor præcesserat præterea signa alia, et notæ, quæ in epistola
tua mihi sese offerunt legenti, palam faciunt meæ
vilitati dolosum, et multis sordibus dæmonem contaminatum, qui tuæ virtuti deditæ, et Dei amanti
animæ insidias struit. Ex ea enim epistola prædonem, illiusque subdolam solertiam facile deprehendi nam ad maleficia vafer est et industrius.
Quippe spiritus fornicationis, quem Amorem Græci
nuncupare sueverunt, ad voluptates proclives, el
futurorum judiciorum despectores, necnon universalis illius judicii, palam, ac cito, et absque ullo
labore ad impudicitiæ barathrum compellit; eos
vero 200 qui salutis propriæ curam gerunt, et
cum mollitiei belluis decertant, illecebris quibusdam, ac machinis, et dolis adoritur: et primum
quidem nullum pravum, sed constantem, et non
nimis curiosam dilectionem personæ cujuspiam
advenæ, aut indigenæ maris, vel feminæ inserit:
adhortatur deinde, ut una cum ea assuescat, et
vitam ducat, unaque commeet, pactiones contrahat,
suspenso corpore incedat, res necessarias consociet, solemnitates celebret, lepide urbanitate et
salibus utatur, et sine impudica cogitatione simul
comedat. Hæc porro omnia fundamenta sunt, el
argumenta, et principia, et radices peccati. Postmodum præeunte tempore, pravaque consuetudine
ita comparata, et quæ vix avelli possit, tunc in
18 Num. Xll,
κατα δὲ μαστιχθήσῃ κατὰ τὸν ᾄδην, ταῖς πυρίναις
μάστιξιν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων τῶν ἀνελεημόνων. Οἱ μὲν
γὰρ τῶν ἀγγέλων ἤμεροί τε καὶ φιλάνθρωποί εἰσιν,
εὐσπλαγχνοί τε καὶ συμπαθεῖς, οἱ δὲ αὐστηροί τε
καὶ ἀμειδεῖς, φρικτοί τε καὶ ἐμβριθεῖς, ἀπότομοί
τε καὶ ἀνελεήμονες.
ΡΞΕ. - ΣΥΜΜΑΧΟ ΣΤΡΑΤΗΓΟ
Ο τῆς θεοσεβείας τρόπος ἐκ δύο τούτων συνέστη
κεν, δογμάτων εὐσεβῶν, καὶ πράξεων ἀγαθῶν. Θά
τερον γοῦν θατέρου οὐ χρὴ διαζευγνύειν,
ΡΞϚ'. - ΚΟΛΟΚΑΣΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ.
PEG'.
"Αμα τις λοιδορήσῃ τὸν πλησίον, εὐθέως λεπρούται τὴν καρδίαν. Διόπερ φεύγε τὸ καταλαλεῖν, καὶ
διαλοιδορεῖσθαι· ἔγνωκας γὰρ, πῶς δι' ὀλίγην λοι
δορίαν, καὶ μίαν λέξιν τῆς καταλαλιᾶς, θείᾳ ψήφω
λελέπρωται ἡ προφῆτις Μαρία.
PEZ'.
ΠΙΕΡΙΑ ΚΟΜΗΤΙ ΝΕΩΤΕΡΟ.
Ετέρα ἐστὶν ἡ κατὰ Θεὸν ἀγάπη, καὶ ἄλλη ἐστὶ
κατὰ κόσμον καὶ σάρκα κτηνώδης τις καὶ ἄλογος
φιλία. Τὸ οὖν περιέχειν τὰ γράμματά σου, ὅτι πό
θος σοι ἱκανὸς γέγονε κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον πρὸς
Διονυσιόδωρον τὸν υἱὸν τοῦ μαγίστρου πολὺς καὶ
ἀφόρητος, ὥστε μήτε φαγεῖν, μήτε πιεῖν, μήτε ζην
βούλεσθαί σε, εἰ μὴ πρότερον θεάσῃ τὸν μείρακα
τὸν προαγαπήσαντά σε, καὶ τὸ ἄλλα τινὰ γνωρί
σματα καὶ σημεῖα ἐγκεῖσθαι τῇ παρὰ σοῦ μοι γρα
φείσῃ ἐπιστολῇ, φανερὸν τῇ ἐμῇ εὐτελείᾳ κατέστησε
τὸν δόλιον καὶ πολύσπιλον δαίμονα, τὸν ἐνεδρεῦσαι
σπουδάζοντα τὴν σὴν ἐνάρετον καὶ φιλόθεον ψυχήν.
Ἐκ γὰρ δὴ τῆς ἐπιστολῆς, εὐμαρῶς πεφώρακα τὸν
λῃστὴν, καὶ τὴν τούτου σοφὴν δραματουργίαν σου
φὸς γάρ ἐστιν εἰς τὸ κακοποίησαι. Τὸ γὰρ πνεῦμα
τῆς πορνείας, ὅπερ ἔρωτα Ελλήνων παῖδες κικλή
σκειν εἰώθασι, τοὺς μὲν πρὸς τὴν ἡδονὴν ἐπιῤῥε
πεῖς, καὶ καταφρονοῦντας τῶν μελλόντων κριμάτων
καὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ ἐκείνου δικαστηρίου, φανερώς
καὶ ταχέως καὶ δίχα παντὸς καμάτου πρὸς τὸ τῆς
ἀσελγείας βάραθρον κατασύρει· τοὺς δὲ φροντίδα
ἔχοντας τῆς σωτηρίας, καὶ τοῖς τῆς ἡδυπαθείας θησ
ρίοις μαχομένους, δελεάσμασι τισι καὶ μηχαναῖς
καὶ δόλοις μετέρχεται· καὶ πρῶτον μὲν οὐδὲν δῆθεν
χαλεπὸν, ἀλλ' ἐ.
μόνον καὶ στοργὴν ἀπολυπραγμόνητον ἐντίθησι προσώπου τινὸς ξένου, ἡ
ἐγχωρίου, ἄρρενος, ἢ θηλείας. Εἶτα συνομιλεῖν
καὶ συνδιάγειν προτρέπει, καὶ συνοδεύειν, συν
αλλάσσειν τε καὶ συμμετεωρίζεσθαι, κοινωνεῖν
τε ἐν πράγμασιν ἀναγκαίοις, καὶ συνεορτάζειν,
καὶ συγχαριεντίζεσθαι, καὶ συντρώγειν χωρίς
λογισμοῦ πορνικοῦ. Ταῦτα δὲ πάντα θεμέλιοι
γίνονται, καὶ ὑποθέσεις, καὶ ἀρχαι, καὶ ῥίζαι τῆς
αμαρτιας. Μετὰ δὲ ταῦτα λοιπόν προβεβηκότος χρόνου, καὶ τῆς κακῆς συνηθείας δυσαποσπάστου κατα
col. 281–282page 112 of 262
PG 79:281σκευασθείσης, τότε δή, τότε τοῖς γεννητικοίς μορίοις πλησιάσας ὁ δαίμων, αἰφνίδιον τὰ τῆς σαρκὸς ἐξ άπτει φλογίσματα, καὶ καθάπερ χαλκίον τὰ μέλη ἀναβράζει, τοῖς τε πεπυρωμένοις βέλεσι τῶν λογι σμῶν τῆς ἀθέσμου ἡδονῆς τοξεύτας τὴν καρδίαν κατ επείγει πρὸς τὸ πονηρὸν ἔργον, ὥσπερ τὴν Βαβυ λωνίαν ἐκκαίων σφοδρῶς κάμινον. Ὅθεν λοιπὸν ἡ ψυχὴ ἐξίτηλος γενομένη πολλάκις, καὶ ἐξασθενήσασα τοῖς τόνοις τοῖς νοεροῖς διὰ τῶν γαργαλισμῶν, καὶ ἐκνευριζομένη, ἀνάγκην ἔχει κράζειν τὰ τῆς Γραφῆς βήματα· ο Κυκλώσαντες ἐκύκλωσάν με, καὶ ἐξεκαύ- ",, θησαν ὡς πῦρ ἐν ἀκάνθαις,» τῇ πυρώσει τοῦ σώματος, καὶ ταῖς ἀπρεπέσι κινήσεσι, βάλλοντες εἰς νεφρούς μου τὸν ἐὸν τοῦ ῥυπαροῦ ὄψεως, μὴ φειδόμενοι, καὶ "., Αί ψύαι μου επλήσθησαν ἐμπαιγμάτων. ὁ Ἰδοὺ γὰρ ἡ ἰσχὺς τοῦ δράκοντος ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὀσφύος ενήργη- 1., σεν. Εταλαιπώρησα, καὶ κατεκάμφθην·, κύκλῳ περιῳκοδόμημαι τῷ τῆς αἰσχροπαθείας τειχίσματι. 201 Καὶ πῶς ἄρα τοῦτο τὸ τεῖχος ὑπερβῆναι δυνήσομαι; 43. Παγίδα ήτοίμασαν οἱ δαίμονες τοῖς ποσί μου, καὶ κατέκαμψαν τὴν ψυχήν μου. ο Σκότος γάρ ἐστιν ἐν ὀφθαλμοῖς μου, ἐγὼ δὲ ἔσπευσα τοῦ μὴ βλέπειν. Αβλεψία δὲ χαλεπὴ ἡ πορνεία, καὶ πᾶσα, συντόμως εἰπεῖν, τῆς σαρκὸς πληροφορία καὶ βούλησις. Αγρεύομαι δὲ ὥσπερ λέων εἰς σφαγὴν, καὶ φέρομαι ὥσπερ κύων εἰς δεσμὰ, καὶ ὡς ὄρνεον εἰς παγίδα, καὶ πυρέττω πυρετὸν ἀκαθαρσίας λαβρότατον. Τίς τοίνυν παρακαλέσει ὑπὲρ ἐμοῦ τὸν Δεσπότην τὸν φιλάνθρωπον ἐλθεῖν εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι, καὶ τῆς χειρὸς τῆς ἐμῆς ἐφάψασθαι, ὥσπερ ποτὲ ἥψατο τῆς πενθερᾶς τοῦ Πέτρου, ἵνα ἀπέλθῃ ἀπ᾿ ἐμοῦ ὁ @ πειρασμός, ἵνα καταλείψῃ με ὁ πυρπολών με έρως ὁ δεινὸς καὶ βδελυρὸς, καὶ ἰσχύσω οὕτως διεγερθῆναι πρὸς σωφροσύνην, καὶ διακονεῖν τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ ἐν νηφαλιότητι; Αλλ' ἵνα μὴ πολλά γράφω νυνί, παρακαλῶ σε, ἀγαθῆς ῥίζης ἀγαθὸν ὑπάρχοντα βλάστημα, φυλάττου καὶ προφυλάττου, ὅση δύο ναμις, τοῦτον τὸν μαστρωπὸν καὶ πονηρὸν δαί μονα, ἐκκλίνων τὴν συντυχίαν τοῦ Διονυσοδώρου, καὶ μήτε συνεορτάζων αὐτῷ, μήτε εἰς πανηγύρεις συναπιών, μήτε συνεσθίων, μήτε συμπίνων αὐτῷ, μηδὲ συνδιατρίψαι τούτῳ, κἂν πρὸς βραχὺ συνοδεύειν αἱρούμενος. Εἰ δέ που ἀνάγκη γένοιτο συντυχεῖν τῷ τοιούτῳ, μὴ βλέπε τοῦτον τρανῶς, ἵνα μὴ διὰ τῶν θυρίδων σου, τουτέστι τῶν ὀφθαλμῶν σου, ὥς φησιν ὁ προφήτης, ἀναβῇ ἐπὶ τὴν ψυχήν σου ὁ θάνατος τῆς ἁμαρτίας· ἀλλὰ κάτω θεωρῶν εἰς τοὔδαφος, βλοσυρῷ τῷ ὄμματι καὶ αὐστηρῷ τῷ προσώπῳ τὰς ἀποκρίσεις δίδου, μὴ καταδεχόμενος συγγελάσαι ἢ συνλούσασθαι τούτῳ. Χρὴ γὰρ προκαταλαμβάνειν ἡμᾶς τὰ ὀχυρώματα καὶ τὰ μηχανήματα τοῦ ῥυσ παροῦ ὄψεως, πρὶν ἡμᾶς αὐτὸς προκαταλάβη ταῖς ποικίλαις σαγήναις καὶ τοῖς βρόχοις διὰ τῆς ἐφέσεως τοῦ εἰρημένου παιδός. Οὐκ ἀγαθὸς γὰρ φήμας κέ κτηται ὁ λεχθεὶς νεανίας, καὶ δέον ἀποδιδράσκειν τὰς υπολήψεις αὐτοῦ. Ἐπειδὴ οὖν ρίζα τῆς κατὰ τὸ σῶμα πράξεως τυγχάνει ή φιλόσαρκος γνώμη, πρόῤῥιζον σε
EPISTO LARUB LIB. II.
σκευασθείσης, τότε δή, τότε τοῖς γεννητικοίς μορίοις quantum genitalibus membris demon se applicans
πλησιάσας ὁ δαίμων, αἰφνίδιον τὰ τῆς σαρκὸς ἐξ- repente carnis flammas succendit, et veluti alienum
άπτει φλογίσματα, καὶ καθάπερ χαλκίον τὰ μέλη membra ut ebulliant, facit, ignitisque cogitationum
ἀναβράζει, τοῖς τε πεπυρωμένοις βέλεσι τῶν λογι- improbe voluptatis sagittis cor saucians, in malum
σμῶν τῆς ἀθέσμου ἡδονῆς τοξεύτας τὴν καρδίαν κατ- opus compellit, quemadmodum fornacem Babyloεπείγει πρὸς τὸ πονηρὸν ἔργον, ὥσπερ τὴν Βαβυ- niam immaniter incendens. Hinc postmodum anima
λωνίαν ἐκκαίων σφοδρῶς κάμινον. Ὅθεν λοιπὸν ἡ sæpius evanescens, et propter titillationes, firmiψυχὴ ἐξίτηλος γενομένη πολλάκις, καὶ ἐξασθενήσασα tate intellectuali prorsus laborante, enervata, Scriτοῖς τόνοις τοῖς νοεροῖς διὰ τῶν γαργαλισμῶν, καὶ pturæ verba illa necessario intonat: «Circumdanἐκνευριζομένη, ἀνάγκην ἔχει κράζειν τὰ τῆς Γραφῆς tes circumdederunt me, et exarserunt sicut ignis
βήματα· ο Κυκλώσαντες ἐκύκλωσάν με, καὶ ἐξεκαύ- in spinis ",, corporis incendio et indecentibus
θησαν ὡς πῦρ ἐν ἀκάνθαις,» τῇ πυρώσει τοῦ σώματος, motibus ejaculantes in renes meos venenum imκαὶ ταῖς ἀπρεπέσι κινήσεσι, βάλλοντες εἰς νεφρούς mundi serpentis, nihil remittentes, c et lumbi mei
μου τὸν ἐὸν τοῦ ῥυπαροῦ ὄψεως, μὴ φειδόμενοι, καὶ impleti sunt illusionibus "., Ecce enim vis dra-
• Αί ψύαι μου επλήσθησαν ἐμπαιγμάτων. ὁ Ἰδοὺ γὰρ
conis super lumbum meum operata est. «Miser faἡ ἰσχὺς τοῦ δράκοντος ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὀσφύος ενήργη- ctus sum, et incurvatus sum 1., Circumvallatus sum
σεν. «Εταλαιπώρησα, καὶ κατεκάμφθην·, κύκλῳ turpitudinis muro, et quanam ipse ratione murum
περιῳκοδόμημαι τῷ τῆς αἰσχροπαθείας τειχίσματι. pertransibo? 201 Laqueun paraverunt damones
Καὶ πῶς ἄρα τοῦτο τὸ τεῖχος ὑπερβῆναι δυνήσομαι; pedibus meis, et incurvarunt animam meam 43. Tem
• Παγίδα ήτοίμασαν οἱ δαίμονες τοῖς ποσί μου, καὶ
nebræ namque sunt in oculis meis: ipse autem festiκατέκαμψαν τὴν ψυχήν μου. ο Σκότος γάρ ἐστιν ἐν
navi, ut non viderem ª. › Cæcitas siquidem est, eaὀφθαλμοῖς μου, ἐγὼ δὲ ἔσπευσα τοῦ μὴ βλέπειν.
que atrox scortatio, omnisque, ut paucis dicam,
Αβλεψία δὲ χαλεπὴ ἡ πορνεία, καὶ πᾶσα, συντόcarnis satisfactio et appetitus. At capior tanquam
μως εἰπεῖν, τῆς σαρκὸς πληροφορία καὶ βούλησις. leo in occisionem, ducorque ut canis ad vincula, et
Αγρεύομαι δὲ ὥσπερ λέων εἰς σφαγὴν, καὶ φέρομαι avis instar in laqueum, incendioque immunditiei
ὥσπερ κύων εἰς δεσμὰ, καὶ ὡς ὄρνεον εἰς παγίδα,
quam maxime tempestuoso exæstuo.
καὶ πυρέττω πυρετὸν ἀκαθαρσίας λαβρότατον.
"
Τίς τοίνυν παρακαλέσει ὑπὲρ ἐμοῦ τὸν Δεσπότην
τὸν φιλάνθρωπον ἐλθεῖν εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι, καὶ τῆς
χειρὸς τῆς ἐμῆς ἐφάψασθαι, ὥσπερ ποτὲ ἥψατο
τῆς πενθερᾶς τοῦ Πέτρου, ἵνα ἀπέλθῃ ἀπ᾿ ἐμοῦ ὁ @
πειρασμός, ἵνα καταλείψῃ με ὁ πυρπολών με έρως
ὁ δεινὸς καὶ βδελυρὸς, καὶ ἰσχύσω οὕτως διεγερθῆναι
πρὸς σωφροσύνην, καὶ διακονεῖν τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ ἐν
νηφαλιότητι; Αλλ' ἵνα μὴ πολλά γράφω νυνί,
παρακαλῶ σε, ἀγαθῆς ῥίζης ἀγαθὸν ὑπάρχοντα
βλάστημα, φυλάττου καὶ προφυλάττου, ὅση δύο
ναμις, τοῦτον τὸν μαστρωπὸν καὶ πονηρὸν δαίμονα, ἐκκλίνων τὴν συντυχίαν τοῦ Διονυσοδώρου,
καὶ μήτε συνεορτάζων αὐτῷ, μήτε εἰς πανηγύρεις
συναπιών, μήτε συνεσθίων, μήτε συμπίνων αὐτῷ,
μηδὲ συνδιατρίψαι τούτῳ, κἂν πρὸς βραχὺ συνοδεύειν
αἱρούμενος. Εἰ δέ που ἀνάγκη γένοιτο συντυχεῖν τῷ
τοιούτῳ, μὴ βλέπε τοῦτον τρανῶς, ἵνα μὴ διὰ τῶν
θυρίδων σου, τουτέστι τῶν ὀφθαλμῶν σου, ὥς φησιν
ὁ προφήτης, ἀναβῇ ἐπὶ τὴν ψυχήν σου ὁ θάνατος τῆς
ἁμαρτίας· ἀλλὰ κάτω θεωρῶν εἰς τοὔδαφος, βλοσυρῷ τῷ ὄμματι καὶ αὐστηρῷ τῷ προσώπῳ τὰς
ἀποκρίσεις δίδου, μὴ καταδεχόμενος συγγελάσαι ἢ
συνλούσασθαι τούτῳ. Χρὴ γὰρ προκαταλαμβάνειν
ἡμᾶς τὰ ὀχυρώματα καὶ τὰ μηχανήματα τοῦ ῥυσ
παροῦ ὄψεως, πρὶν ἡμᾶς αὐτὸς προκαταλάβη ταῖς
ποικίλαις σαγήναις καὶ τοῖς βρόχοις διὰ τῆς ἐφέσεως
τοῦ εἰρημένου παιδός. Οὐκ ἀγαθὸς γὰρ φήμας κέ
κτηται ὁ λεχθεὶς νεανίας, καὶ δέον ἀποδιδράσκειν τὰς
υπολήψεις αὐτοῦ. Ἐπειδὴ οὖν ρίζα τῆς κατὰ τὸ σῶμα
πράξεως τυγχάνει ή φιλόσαρκος γνώμη, πρόῤῥιζον
79 Psal. cxvii, 12. 80 Psal. xxxv11, 8.
14; Marc. 1, 51. 88 Jer. IX, 21.
1 Ibid. 7.
Quis itaque pro me beneficum humanumque Dominum deprecabitur, ut in auxilium meum accedat,
manumque meam tangat, quemadmodum, aliquando
Petri socrum tetigit ", ut recedat a me perturbatio,
ut, quæ me peruris atrox cupido exsecrandaque deserat, sicque potis fam, exciterque ad continentiam, proprioque Domino in temperantia serviam?
Sed, ue multis te in presentia obruam, enixe te
rogo, qui bonæ radicis bonum germen erumpis,
cave tibi, ac cautus praecave, quantum fieri potest,
a leone isto, improboque dæmone, Dionysodori
consuetudinem, et commercia vitans, non solemnitates cum eo celebrans, neque una cum eo dies
festos et ludos publicos frequentans, non una simul
edens, neque bibens, neque commorans, et si per
temporis intervallum simul iter agere in animo
fuerit. Quod si aliquando tempus et necessitas Dagitat, ut eum convenias, ne recta eum intuearis,
ne per fores tuas, oculos scilicet tuos, ut propheta
loquitur, in animam tuam peccati mors introcal ";
sed in terram obtutum inferne dirigens, torvis
oculis ac horrido aspectu responsa redde; risum
communem, et communia lavacra contemne. Opus
etenim est, ut nos munimenta 202 ac machinas
immundi serpentis præoccupemus, antequam ab
ipso retibus variis atque laqueis per jam dicti pueri
desiderium irretiamur. Adolescens siquidem iste
suis flagitiis famosus est: ideoque suspiciones, quæ
inde exoriri possunt, omnes intercludendæ sunt.
Cum itaque radix actionis, quæ in corpore fit, cogi88 Psal. L.VI. 7. 88 Psal, xxxix, 15. σε Matth. vis,
col. 283–284page 113 of 262
PG 79:283ταύτην ἄνελε, πρὶν πρὸς τὸ ἔξω προκύψῃ καὶ βλα στήση τὸ κακὸν, καὶ στελεχωθῇ λοιπόν· ὥστε ἀναγκασθῆναι ἀξίνας φιλοκαλεῖν, καὶ πῦρ πολυπραγμονεῖν, καὶ πολλῆς προσδεῖσθαι βοηθείας πρὸς ἀφανισμὸν τοῦ δένδρου τῆς ἀσελγείας. Ρίζα γὰρ παραμείνασα χρόν νον, καὶ τοῖχον πολλάκις κάλλιστα δομηθέντα ἐσά θρωσεν, καὶ πέτραν διέρρηξεν. Φεῦγε τοιγαροῦν τὸ ἄγκιστρον τῆς φθορᾶς, καὶ τὰ θήρατρα τοῦ διαβόλου δραπέτευσον, καὶ τὰς παγίδας αὐτοῦ σύντριψον, τῇ νηστεία σεαυτὸν περιφράττων, καὶ τῇ πυκνῇ προσ ευχῇ, καὶ ταῖς γονυκλισίαις, καὶ κόπῳ σωματικῷ, καὶ σκυλμῷ εὐσεβείας, καὶ τοῖς ἄλλοις ἀσφαλίσμασί τε καὶ βοηθήμασι, οἷσπερ πλεονάκις ὑποθέσθαι σοι προεθυμήθην, καὶ ψάλλε ἅμα τῷ μακαρίῳ Δαυτό πρὸς Χριστὸν τὸν πανύψιστον Σωτῆρα καὶ εὐεργέτην ἡμῶν· Φύλαξόν με ἀπὸ παγίδος, ἧς συνεστήσαντό μοι, καὶ ἀπὸ σκανδάλων τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν. ο Μέμνησο δὲ καὶ τῶν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ παραγγελμάτων· Ἔστωσαν αἱ ὀσφύες ὑμῶν περιεζωσμέναι τῇ σωφροσύνῃ, καὶ οἱ λύχνοι τῆς διανοίας καιόμενοι, καὶ ὑμεῖς ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τὸν Κύ ριον αὐτῶν, πότε ἥξει ἐξ οὐρανῶν, καὶ εὑρήσει γρη γοροῦντας τοὺς γνησίως σέβοντας καὶ ἀγαπῶντας αὐτὸν, ἵνα ποιήσῃ λάμψαι αὐτοὺς ὡς τὸν ἥλιον ἐν τῇ ἐπουρανίᾳ βασιλείᾳ. Κἀκεῖνο δὲ γίνωσκε, ὅτι οὐ μόνον εἰς τὰς εὐειδεῖς ὄψεις πειράζει τινὰς ἐχθρός, ἀλλὰ γὰρ καὶ εἰς τὰ δυσειδῆ καὶ ἄμορφα πρόσωπα, θηλειῶν τε καὶ ἀῤῥένων, τυφλόν τινα τῇ ψυχῇ ὑπο βάλλων ἔρωτα. Κακομήχανος γὰρ καὶ ποικίλος ὑπὸ άρχων ὁ φιλορύπαρος δαίμων, δοκιμάζει πολλάκις ἐν τούτῳ ἢ ἐν ἐκείνῳ τῷ εἴδει παγιδεῦσαι διὰ τῆς ἀτόπου καὶ αἰσχρᾶς ὀρέξεως. Φεῦγε τοίνυν τὰς συναναστροφὰς τῶν ἀκαθάρτων νέων, τῶν τε εὐμόρφων, τῶν τε ἀμόρφων. Οταν δὲ καιρῷ τινι συναισθήσῃ, καὶ καταλάβης σαυτὸν ἐν οχλούμενον ὑπὸ τοῦ φαύλου πάθους, καὶ πρὸς γνόφον ψυχῆς καὶ ἱλυώδη κατάστασιν ἐκφερόμενον, νόμιζε τὸν νοῦν σου εἶναι τὸν βασιλέα Σαούλ ὑπὸ τοῦ πονη ροῦ πνεύματος τῆς ἐρωτομανίας πνιγόμενον, καὶ τὴν βίβλον τοῦ Δαυΐδ φέρων εἰς μέσον, κατέπᾳδε τὴν καρδίαν σου ὡς δαιμονιζομένην τοῖς ῥήμασι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ καλῶς σοι ἔσται ἐν τῷ ψάλλειν πρὸς Κύριον· «Φύλαξόν με ἀπὸ παγίδος ἧς συν εστήσαντό μοι, καὶ ἀπὸ σκανδάλων τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν·» και, ε Ῥῦσαί με ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν τῶν καταδιωκόντων με. › Καὶ τὸ μὲν δαιμόνιον τοὺς θείους λόγους καὶ τὴν μεγαλωφελή μελωδίαν φοβηθεν, καὶ αἰσχυνθὲν, ἀποπτήσεται ἀπὸ σοῦ· αὐτὸς δὲ ἐκ τοῦ λάκκου τῆς ταλαιπωρίας ανελκυσθήσῃ διὰ τῆς θείας χάριτος, καὶ ἔψῃ τότε ἀέρα ξένον ἁγνείας, καὶ κατά στασιν ἀπαθῆ τε καὶ καθαρὰν, καὶ ἀσύγχυτον, καὶ αιθρίαν φαιδροτάτην, ἀναπεταννυμένην ἐξ ὁμιχλώδους τινὸς καὶ ζοφερᾶς τῆς νυκτὸς, ὥστ᾽ ἂν εἰπεῖν σε • Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἀγαλ λιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ.» ᾿Ανοίξατέ μοι λοιπόν, οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, πύλας δικαιοσύνης
talia carnis amans exsistat, radicitus ipsam evelle, ταύτην ἄνελε, πρὶν πρὸς τὸ ἔξω προκύψῃ καὶ βλαantequam foras erumpat, et flagitium germinet, et
in truncum interim obdurescat; sic ut secures accersenda sint, et ignis sedulo conquirendus, ingensque auxilium advocandum, ad lasciviæ arbo
rem deperdendum. Radix quippe per tempus inhærens, murum sæpissime affabre firmiterque exstructum marcescere facit, et saxum disrupit. Fuge
itaque perditionis hamum, et captiones diaboli arce,
illiusque laqueos contere, jejunio temetipsum communiens, et oratione continua, et genufexionibus,
et labore corporeo, et molestia, aliisque munimentis et auxiliis, quæ tibi sæpius suggerere mihi libuit; caneque simul cum beato Davide ad Christum
Salvatorem excelsissimum, et de nobis optima quæque meritum: e Custodi me a laqueo, quem construxerunt mihi, et a scandalis operantium iniquitatem 66.» Recordare quoque eorum, de quibus in
Evangelio admonemur. Sint lumbi vestri præcincti
temperantia, et lucernæ cogitationis ardentes, et
vos similes hominibus exspectantibus Dominum
suum, quando veniet de cœlo, et inveniet vigilantes *7
qui eum legitime colunt, et diligunt, ut eos æque
ac solem splendescere faciat in cœlesti regno **.
Illud etiam animadverte, 203 hostem non tantum
in aspectu decoros, sed in eos etiam, sive illi masculi, sive feminæ fuerint, qui turpi atque illiberali
facie sunt, aliquos concitare, cæcum animo cupidinem suggerens. Nam cum versipellis ac varius
sit immunditiei amans demon, sæpius experitur
in hac vel in illa forma per absurdum et turpem
appetitum in laqueum conjicere.
Fuge igitur adolescentium immundorum omnium
simul pulchrorum, simul turpium commercia. Si
vero aliquando rem dexter egeris, intellexerisque
temetipsum ab improba hac perturbatione vexari,
et ad animæ caliginem, et fæculentum statum deferri, apprehende mentem tuam, regem Saulem
esse a pravo lasciviæ spiritu suffocatuin, et Davidis
libro in medium delato, cor tuum dæmonibus
obnoxium incanta Spiritus sancti verbis, et bene
tibi erit cum cecineris ad Dominum: • Conserva
me a laqueo, quem construxerunt mihi, et a scandalis operantium iniquitatem;» et: «Libera me
e manu inimicorum, qui persequuntur me”. › Et
tunc dæmon divinis verbis, et maxime proficuo
cantu perterritus ac reveritus avolabit a te. Tu
vero ex miseriæ lacu per divinam gratiam extraheris, et videbis tunc aerem castimoniæ deditum, et
slatum purum ab omni perturbatione et confusione
immunem, et serenitatem clarissimam, et tenebrosa
obscuraque nocte exorientem, ut dicere possis:
• Hæc dies, quam fecit Dominus, exsultemus, et
latemur in ea ".» Reserate mihi itaque, angeli Dei,
Justitia portas: in illas ingressus confitebor tibi,
quod exaudisti me, et factus es mihi in saluse Psal. cxL, 9.
στήση τὸ κακὸν, καὶ στελεχωθῇ λοιπόν· ὥστε ἀναγκασθῆναι ἀξίνας φιλοκαλεῖν, καὶ πῦρ πολυπραγμονεῖν,
καὶ πολλῆς προσδεῖσθαι βοηθείας πρὸς ἀφανισμὸν τοῦ
δένδρου τῆς ἀσελγείας. Ρίζα γὰρ παραμείνασα χρόν
νον, καὶ τοῖχον πολλάκις κάλλιστα δομηθέντα ἐσάθρωσεν, καὶ πέτραν διέρρηξεν. Φεῦγε τοιγαροῦν τὸ
ἄγκιστρον τῆς φθορᾶς, καὶ τὰ θήρατρα τοῦ διαβόλου
δραπέτευσον, καὶ τὰς παγίδας αὐτοῦ σύντριψον, τῇ
νηστεία σεαυτὸν περιφράττων, καὶ τῇ πυκνῇ προσευχῇ, καὶ ταῖς γονυκλισίαις, καὶ κόπῳ σωματικῷ,
καὶ σκυλμῷ εὐσεβείας, καὶ τοῖς ἄλλοις ἀσφαλίσμασί
τε καὶ βοηθήμασι, οἷσπερ πλεονάκις ὑποθέσθαι σοι
προεθυμήθην, καὶ ψάλλε ἅμα τῷ μακαρίῳ Δαυτό
πρὸς Χριστὸν τὸν πανύψιστον Σωτῆρα καὶ εὐεργέτην
ἡμῶν· Φύλαξόν με ἀπὸ παγίδος, ἧς συνεστήσαντό μοι,
καὶ ἀπὸ σκανδάλων τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν. ο
Μέμνησο δὲ καὶ τῶν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ παραγγελ
μάτων· Ἔστωσαν αἱ ὀσφύες ὑμῶν περιεζωσμέναι τῇ
σωφροσύνῃ, καὶ οἱ λύχνοι τῆς διανοίας καιόμενοι,
καὶ ὑμεῖς ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τὸν Κύ
ριον αὐτῶν, πότε ἥξει ἐξ οὐρανῶν, καὶ εὑρήσει γρη
γοροῦντας τοὺς γνησίως σέβοντας καὶ ἀγαπῶντας
αὐτὸν, ἵνα ποιήσῃ λάμψαι αὐτοὺς ὡς τὸν ἥλιον ἐν τῇ
ἐπουρανίᾳ βασιλείᾳ. Κἀκεῖνο δὲ γίνωσκε, ὅτι οὐ
μόνον εἰς τὰς εὐειδεῖς ὄψεις πειράζει τινὰς ἐχθρός,
ἀλλὰ γὰρ καὶ εἰς τὰ δυσειδῆ καὶ ἄμορφα πρόσωπα,
θηλειῶν τε καὶ ἀῤῥένων, τυφλόν τινα τῇ ψυχῇ ὑπο
βάλλων ἔρωτα. Κακομήχανος γὰρ καὶ ποικίλος ὑπὸ
άρχων ὁ φιλορύπαρος δαίμων, δοκιμάζει πολλάκις ἐν
τούτῳ ἢ ἐν ἐκείνῳ τῷ εἴδει παγιδεῦσαι διὰ τῆς
ἀτόπου καὶ αἰσχρᾶς ὀρέξεως.
Φεῦγε τοίνυν τὰς συναναστροφὰς τῶν ἀκαθάρτων
νέων, τῶν τε εὐμόρφων, τῶν τε ἀμόρφων. Οταν δὲ
καιρῷ τινι συναισθήσῃ, καὶ καταλάβης σαυτὸν ἐνοχλούμενον ὑπὸ τοῦ φαύλου πάθους, καὶ πρὸς γνόφον
ψυχῆς καὶ ἱλυώδη κατάστασιν ἐκφερόμενον, νόμιζε
τὸν νοῦν σου εἶναι τὸν βασιλέα Σαούλ ὑπὸ τοῦ πονη
ροῦ πνεύματος τῆς ἐρωτομανίας πνιγόμενον, καὶ
τὴν βίβλον τοῦ Δαυΐδ φέρων εἰς μέσον, κατέπᾳδε τὴν
καρδίαν σου ὡς δαιμονιζομένην τοῖς ῥήμασι τοῦ
ἁγίου Πνεύματος, καὶ καλῶς σοι ἔσται ἐν τῷ ψάλλειν
πρὸς Κύριον· «Φύλαξόν με ἀπὸ παγίδος ἧς συνεστήσαντό μοι, καὶ ἀπὸ σκανδάλων τῶν ἐργαζομένων
τὴν ἀνομίαν·» και, ε Ῥῦσαί με ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν
τῶν καταδιωκόντων με. › Καὶ τὸ μὲν δαιμόνιον τοὺς
θείους λόγους καὶ τὴν μεγαλωφελή μελωδίαν φοβηθεν,
καὶ αἰσχυνθὲν, ἀποπτήσεται ἀπὸ σοῦ· αὐτὸς δὲ ἐκ τοῦ
λάκκου τῆς ταλαιπωρίας ανελκυσθήσῃ διὰ τῆς θείας
χάριτος, καὶ ἔψῃ τότε ἀέρα ξένον ἁγνείας, καὶ κατάστασιν ἀπαθῆ τε καὶ καθαρὰν, καὶ ἀσύγχυτον, καὶ
αιθρίαν φαιδροτάτην, ἀναπεταννυμένην ἐξ ὀμιχλώ
δους τινὸς καὶ ζοφερᾶς τῆς νυκτὸς, ὥστ᾽ ἂν εἰπεῖν
σε • Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ.» ᾿Ανοίξατέ
μοι λοιπόν, οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, πύλας δικαιοσύνης -
87 Luc. x11, 35, 36. 8 Matth. x, 43. 89 Psal. cxL, 9,
** Psal, xxx, 16.” Psal.
col. 285–286page 114 of 262
PG 79:285εἰσελθὼν ἐν αὐταῖς. • Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι ἐπ- ". 204 σκουσάς μου, καὶ ἐγένου μοι εἰς σωτηρίαν. Εὐ λογητὸς ὁ Θεὸς, ὃς οὐκ ἀπέστησε την προσευχήν του, καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀπ' ἐμοῦ. ΡΞΗ'. — ΠΕΡΓΑΜΙΟ ΔΕΚΕΜΠΡΙΜΟ. Μὴ μέμφου τὸν Θεὸν τὸν τῶν μελῶν σοφώτατον ποιητὴν, ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ φιλαμαρτήμονα γνώμην. Οὐδὲν γὰρ φαῦλόν ἐστιν ἐκ πάντων τῶν ἀνθρωπίνων μελῶν, οὐδὲ κατεγνωσμένον. Καὶ γὰρ ὁ προπάτωρ ἡμῶν Ἀδὰμ σὺν τῇ Εὔᾳ ἐξ ἀρχῆς ἐν παραδείσῳ ὑπάρχοντες, ταῦτα εἶχον τὰ μέλη τοῦ σώματος, καὶ οὐδαμῶς ἀπόβλητοι διὰ τὰ μέλη γεγόνασιν, ἀλλὰ διὰ τὴν παράβασιν τῆς τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς. Οὐκοῦν μὴ τὰ μέλη μέμφου, ἀλλὰ τὴν προαίρεσιν. Τῷ αὐτῷ. ΡΕΘ Εἰ τὸν Δαυΐδ διασύρεις δέκα ἐσχηκότα γυναίκα;, Η γίνωσκε, ὅτι οὐ διὰ φιληδονίαν, ἀλλὰ διὰ παιδοποιίαν εἶχεν αὐτάς. Καὶ ἔδειξέ γε τοῦτο μετὰ τὸ μιγήναι ταύταις τὸν πατραλοίαν ᾿Αβεσσαλώμ, μη κέτι εἰσελθεῖν πρὸς αὐτὰς ἑλόμενος, μηδὲ πρὸς ἄλλην τινά. Εἰς ὕστερον δὲ συγκοιμωμένης αὐτῷ τῆς Σωμανίτιδος, διὰ τὸ ἄγαν καταψύχθαι αὐτὸν, καὶ χρήζειν θερμότητος, οὐδόλως κατεδέξατο γνῶναι αὐτὴν, ὅπερ μεγίστης ἀπαθείας ὑπάρχει δεῖγμα. ΡΟ. - ΕΛΕΝΗ ΙΑΑΟΥΣΤΡΙΑ. Πιστὴ μὲν δοκεῖς ὑπάρχειν, τοῖς δ' Ἕλλησιν άμιλα λάσθαι, καὶ τοῖς ἀπίστοις ἐξομοιοῦσθαι σπουδάζεις. Εἰ γὰρ πιστεύεις ἀναμφιβόλως ἀνάστασιν ἔσεσθαι πάντων τῶν τεθνηκότων μετὰ τὴν συντέλειαν τοῦ παι ρόντος αἰῶνος, τί πενθεῖς καὶ κατακόπτεις σαυτήν ἀπαύστως καὶ ἀπαρηγορήτως; Κἂν γὰρ κεκοίμηται ὁ βέλτιστος υἱός σου Νικάρετος, μονογενής σοι ὑπάρ χων, ἀλλ᾽ οὖν γε ὄψῃ τοῦτον ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ εὐπρεπέστερον ἡλίου, μετὰ δόξης ἀῤῥήτου καὶ ἀγαλ λιάσεως τῷ βασιλικῷ παριστάμενον θρόνῳ, καὶ τὰς ὑπὲρ σοῦ ἱκεσίας προσφέροντα Χριστῷ τῷ φιλανθρωποτάτῳ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων. Καὶ τότε δὴ σεαυ τὴν μακαρίσεις, θεωροῦσα τὸν ἐκ τῆς κοιλίας σου γεγεννημένον υἱὸν εἰς τὸ ἐπουράνιον παλάτιον τὴν διαγωγήν ἔχοντα, καὶ πρὸς τὸν Θεὸν τὸν πάντα δεδημιουργηκότα παρρησιαζόμενον, ῥυσθέντα μὲν τοῦ κόσμου καὶ τῆς πολυπλόκου ἁμαρτίας τῆς ἐν τούτῳ πολιτευομένης, ἀχράντου δὲ καὶ ἀπταίστου, ἀμερίμνου τε καὶ ἀφθάρτου εἰς αἰῶνα ζωῆς ἀπολαύοντα. Παῦσαι τοίνυν ταύτης τῆς ψεκτῆς μικροψυχίας, καὶ τῶν ἀφάτων θρήνων, χαρὰν δὲ μακαρίαν ἀνάλαβε, καὶ χρηστὰς προσδοκίας, καὶ ἀγαθὰς ἐλπίδας, ἵνα μὴ καὶ τὸν καλῶς ἀπελθόντα υἱόν σου τῷ πένθει παροργίσῃς, καὶ τὸν προσλαβόμενον αὐτὸν φιλοστόργως Δεσπότην ἀγανακτῆσαι κατὰ τοῦ παρασκευάσῃς. Μνημόνευε δὲ τοῦ ἁγίου Αποστόλου γράφοντος Οὐ θέλω ὑμᾶς λυπεῖσθαι περὶ τῶν κοιμωμένων, ὥσπερ λυποῦνται Έλληνες μὴ ἔχοντες ἐλπίδα.» Πάντοτε οὖν χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.»
EPISTOLARUM LIB. II.
εἰσελθὼν ἐν αὐταῖς. • Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι ἐπ- Autem ". 204 Benedictus Dens, qui non amovit
σκουσάς μου, καὶ ἐγένου μοι εἰς σωτηρίαν. Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς, ὃς οὐκ ἀπέστησε την προσευχήν
του, καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀπ' ἐμοῦ.
ΡΞΗ'. — ΠΕΡΓΑΜΙΟ ΔΕΚΕΜΠΡΙΜΟ.
Μὴ μέμφου τὸν Θεὸν τὸν τῶν μελῶν σοφώτατον
ποιητὴν, ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ φιλαμαρτήμονα γνώμην.
Οὐδὲν γὰρ φαῦλόν ἐστιν ἐκ πάντων τῶν ἀνθρωπίνων
μελῶν, οὐδὲ κατεγνωσμένον. Καὶ γὰρ ὁ προπάτωρ
ἡμῶν Ἀδὰμ σὺν τῇ Εὔᾳ ἐξ ἀρχῆς ἐν παραδείσῳ
ὑπάρχοντες, ταῦτα εἶχον τὰ μέλη τοῦ σώματος, καὶ
οὐδαμῶς ἀπόβλητοι διὰ τὰ μέλη γεγόνασιν, ἀλλὰ
διὰ τὴν παράβασιν τῆς τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς. Οὐκοῦν
μὴ τὰ μέλη μέμφου, ἀλλὰ τὴν προαίρεσιν.
· Τῷ αὐτῷ.
ΡΕΘ
Εἰ τὸν Δαυΐδ διασύρεις δέκα ἐσχηκότα γυναίκα;, Η
γίνωσκε, ὅτι οὐ διὰ φιληδονίαν, ἀλλὰ διὰ παιδοποιίαν εἶχεν αὐτάς. Καὶ ἔδειξέ γε τοῦτο μετὰ τὸ
μιγήναι ταύταις τὸν πατραλοίαν ᾿Αβεσσαλώμ, μηκέτι εἰσελθεῖν πρὸς αὐτὰς ἑλόμενος, μηδὲ πρὸς
ἄλλην τινά. Εἰς ὕστερον δὲ συγκοιμωμένης αὐτῷ τῆς
Σωμανίτιδος, διὰ τὸ ἄγαν καταψύχθαι αὐτὸν, καὶ
χρήζειν θερμότητος, οὐδόλως κατεδέξατο γνῶναι
αὐτὴν, ὅπερ μεγίστης ἀπαθείας ὑπάρχει δεῖγμα.
ΡΟ. - ΕΛΕΝΗ ΙΑΑΟΥΣΤΡΙΑ.
Πιστὴ μὲν δοκεῖς ὑπάρχειν, τοῖς δ' Ἕλλησιν άμιλα
λάσθαι, καὶ τοῖς ἀπίστοις ἐξομοιοῦσθαι σπουδάζεις.
Εἰ γὰρ πιστεύεις ἀναμφιβόλως ἀνάστασιν ἔσεσθαι
πάντων τῶν τεθνηκότων μετὰ τὴν συντέλειαν τοῦ παι
ρόντος αἰῶνος, τί πενθεῖς καὶ κατακόπτεις σαυτήν G
ἀπαύστως καὶ ἀπαρηγορήτως; Κἂν γὰρ κεκοίμηται
ὁ βέλτιστος υἱός σου Νικάρετος, μονογενής σοι ὑπάρ
χων, ἀλλ᾽ οὖν γε ὄψῃ τοῦτον ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ εὐπρεπέστερον ἡλίου, μετὰ δόξης ἀῤῥήτου καὶ ἀγαλλιάσεως τῷ βασιλικῷ παριστάμενον θρόνῳ, καὶ τὰς
ὑπὲρ σοῦ ἱκεσίας προσφέροντα Χριστῷ τῷ φιλανθρωποτάτῳ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων. Καὶ τότε δὴ σεαυτὴν μακαρίσεις, θεωροῦσα τὸν ἐκ τῆς κοιλίας σου
γεγεννημένον υἱὸν εἰς τὸ ἐπουράνιον παλάτιον τὴν
διαγωγήν ἔχοντα, καὶ πρὸς τὸν Θεὸν τὸν πάντα δεδημιουργηκότα παρρησιαζόμενον, ῥυσθέντα μὲν τοῦ
κόσμου καὶ τῆς πολυπλόκου ἁμαρτίας τῆς ἐν τούτῳ
πολιτευομένης, ἀχράντου δὲ καὶ ἀπταίστου, ἀμερίμνου τε καὶ ἀφθάρτου εἰς αἰῶνα ζωῆς ἀπολαύοντα.
Παῦσαι τοίνυν ταύτης τῆς ψεκτῆς μικροψυχίας, καὶ
τῶν ἀφάτων θρήνων, χαρὰν δὲ μακαρίαν ἀνάλαβε,
καὶ χρηστὰς προσδοκίας, καὶ ἀγαθὰς ἐλπίδας, ἵνα μὴ
καὶ τὸν καλῶς ἀπελθόντα υἱόν σου τῷ πένθει παροργίσης, καὶ τὸν προσλαβόμενον αὐτὸν φιλοστόργως
Δεσπότην ἀγανακτῆσαι κατὰ τοῦ παρασκευάσῃς.
Μνημόνευε δὲ τοῦ ἁγίου Αποστόλου γράφοντος·
• Οὐ θέλω ὑμᾶς λυπεῖσθαι περὶ τῶν κοιμωμένων,
ὥσπερ λυποῦνται Έλληνες μὴ ἔχοντες ἐλπίδα.»
• Πάντοτε οὖν χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν
παντὶ εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ
Θεοῦ.»
" Psal. cxvii, 28.
orationem meam, et misericordiam suam me”. ›
CLXVIII. PERGAMIO DECEMPRIMO.
Ne queraris de Deo, membrorum opifice sapientissimo, sed de tua mente in peccata proclivi atque
affecta. Nullum enim ex omnibus hominis membris
pravum, neque condemnatum est. Et progenitor
noster Adam una cum Eva a principio in paradiso
cum essent, hæc corporis membra possidebant,
malloque modo membrorum causa, sed quod preceptum divinum transgressi fuerunt, rejecti sunt.
Non itaque membra, sed electionem accusa.
Eidem.
Si Davidem in crimen vocas, quod decem uxores
sibi adjunxerit, scito eum non voluptatis, sed procreandorum filiorum amore eas duxisse. Indicioque
id fuerit; nam postquam cum illis parricida AbsaJon consuevit, neque ad eas, neque ad aliam introire voluit. Tandem cum una cum eo, quod nimis
rigens perfrixisset, et calido indigeret, Somanitis
obdormisceret, prorsus eam cognoscere noluit:
quod ab omni perturbatione immunem fuisse maxime convincit.
CLXX. - HELENE ILLUSTRI.
Fidei nostræ addicta es, ut videris; cum gentibus tamen decertas, conarisque totis viribus 205
consimilem illis ludum ludere. Etenim si firmiter
tenes, post præsentis ævi consumptionem defunctorum omnium resurrectionem adfuturam, quid
indoles, teque metipsam indesinenter et incongolabiliter maceras? Licet enim optimus tuus, atque
unigena filius Nicaretus obdormiverit, eum nihilominus eo die sole ipso præclariorem, cum gloria
quæ verbis exprimi minime potest, et gaudio, throno
regio astantem, precesque pro te Christo humanissimo Regi sæculorum effundentem intueberis.
Tunc equidem fortunatam te dices, filium e ventre
tuo progenitum conspiciens, in cœlesti commorantem palatio, unaque cum Deo rerum omnium opifice confidenter sermones conferentem; e mundo,
multiplicique peccato, quod in eo est, liberum, ct
incorrupta, illabefacta, necnon curis et corruptione
immunis per omne avum vitæ participem. Finem
itaque pone vituperabili animi angustiæ et infandis
lacrymis; et beatum gaudium, bonas exspectationes, probamque spem resume, ne filium tuum, qui
laudabiliter ex hac vita excessit, in iram concites,
et Deum, qui eum amanter nimis excepit, offendens
illius in te iram adigas; sæpeque dictum Apostoli
memoria recole: ‹ Nolo vos tristari de mortuis,
quemadmodum tristantur gentes, quæ spem non
habent.,. Continuo itaque gaudete, indesinenter
orate, in omnibus gratias agite: hæc est enim voluntas Dei 98.
93 Psal. Lxv, 20. • 1 Thess, 19, 12. 95 | Thess. v, 16-18.
די
col. 287–288page 115 of 262
PG 79:287ΡΟΛ'. — ΑΡΙΣΤΑΡΧΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Ο κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία, ο φησὶν Ιωάννης, ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς διὰ τὴν καθαρότητα καὶ τὸ πρᾶον καὶ ἡμερον τοῦ ἤθους. Εἰ τοίνυν παρ ἀγεται ἡ ἐπιθυμία, τουτέστι παύεται καὶ ἀπόλλυται, πῶς αὐτὸς διδάσκεις, μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τινας ἀνθρώπους φιληδόνους, πάλιν μετὰ θάνατον ἐπιθυμεῖν τῶν τοῦ προσκαίρου κόσμου ἡδέων; ΡΟΒ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΙ ΔΙΑΚΟΝΟ. Μικρὸν ἀμελήσας, πρὸς ἁμαρτίαν πέπτωκας, καὶ τὴν δόξαν τῆς σωφροσύνης ήμαύρωσας· ἀλλὰ ταχέως νήψας, καὶ μεταβαλ[λ]όμενος προσηκόντως, πρὸς τὴν προτέραν κατάστασιν παλινδρομῆσαι δίκαιον ελογίσω, μὴ παραδεξάμενος τὴν ὀλέθριον ἀπόγνωσιν, ὑπαγορευομένην σοι ὑπὸ τοῦ διαβόλου. Αὐτὸς γὰρ καὶ εἰς τὸ ἁμαρτῆσαι προτρέπεται, αὐτὸς καὶ μετὰ τὸ πρα χθῆναι τὴν ἁμαρτίαν ὠθεῖ πρὸς ἀπόγνωσιν τὸν ἐξ αμαρτήσαντα. Τὸ μὲν οὖν ἁμαρτῆσαι, ἀνθρώπινον ὑπάρχει· τὸ δὲ ἀπελπίσαι, σατανικὸν καὶ πανολέθριον. Ὅθεν καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος ἐκ τῆς ἀπογνώσεως εἰς τοιαύτην ἐξηκοντίσθη ἀπώλειαν, μή θελήσας με τανοῆσαι. Αλλ' ἀνδρίζου καὶ ἴσχυε, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία σου, ταῖς χρηστοτέραις ελπίσι νευρούμενος. Πιστεύομεν γὰρ πλείονα σὲ νῦν μᾶλλον ἐπι δείξασθαι πόνον, καὶ τὴν προτέραν ήτταν ἀναπαλέσαι τῇ μετὰ ταῦτα σπουδῇ, καὶ καταστεφανωθῆναι τοῦ ἀντιπάλου τοῦ ἐφθονηκότος σοι. Καὶ ὀψόμεθά σε ἀντὶ κονύζης και στοιβῆς ἐλαχίστης, κυπάρισσον ὑψηλὴν, άσηπτον καὶ εὐώδη, ἢ φοίνικα εὔκαρπον τοῖς κόλοψι τῆς ἐγκρατείας, καὶ τῆς κακοπαθείας τῆς γλυκερᾶς τοῖς μετανοεῖν σπεύδουσιν, πλήττοντα τὸν πλήξαντά σε διὰ τῆς ἁμαρτίας διάβολον. Τὸ γὰρ ἐκού στον θλιβερὸν, καὶ τὸ κατὰ βούλησιν οδυνηρὸν καὶ ἐπίπονον τῆς καλῆς κακοπαθείας, πολλῷ γλυκύτερόν τε καὶ προτιμώτερον τῆς ἀκουσίου ἀναπαύσεώς τε καὶ τέρψεως. Ἔσται τοίνυν ἡ δόξα τοῦ νοητοῦ οἴκου σου ἡ ἐσχάτη ὑπὲρ τὴν πρώτην, καὶ θρόνον δόξης κατακληρονομήσεις, ὡς οἱ προφῆταί φασι. ΡΟΓ Τῷ αὐτῷ. Οἶκος ψυχῆς ἡ ἑκάστου προσώπου διαγωγή και κατάστασις λέγεται. Εστι γὰρ οἶκος δικαιοσύνης, καὶ οἶκος ἀνδρείας, καὶ οἶκος σωφροσύνης, καὶ τῶν ἑξῆς· καὶ ἐκ τοῦ ἐναντίου, οἶκος ἀδικίας, καὶ οἶκος δειλίας, καὶ οἶκος πορνείας, καὶ τῶν ἑξῆς. Τὸ τοίνυν, Επληρώθησαν οἱ ἐσκοτισμένοι τῆς γῆς οἴκων ἀνα μιῶν,» τουτέστι πολλῶν καὶ ποικίλων παθῶν, ἀνοσιουργίας, καὶ παρανομίας μεμέστωνται. Τὸ δὲ, ο 'Αλή θεια ἐκ τῆς γῆς ἀνέτειλε, καὶ δικαιοσύνη ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν, ο ἠθικῶς νοούμενον, γῆν σημαίνει τὸ σῶμα ἀναβλαστάνον τοὺς καρποὺς τῆς σωφροσύνης, κατὰ τὸν ᾿Ανέβαλεν ἡ σάρξ μου σεμνότητα, βοηθηθείσης τῆς τοῦ ἀνθρώπου καρδίας δι᾿ εὐχῆς καὶ ἐλπίδος. Καλῶς γάρ τινες ψεῦδος μὲν τὴν πορνείαν, ἀλήθειαν δὲ καὶ ἀληθῆ ἡδονὴν τὴν σωφροσύνην ωρί σαντο δικαιοσύνη τε ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, τουτέστιν ἐκ τοῦ νοὸς, προέκυψεν τοῖς οἰκτιρμοῖς τοῦ Θεοῦ ἡ τοῦ
ARISTARCHO PRESBYTERO.
• Mundus pertransit, et desiderium 3, Joannes
inquit, ob puritatem, lenes mansuetosque mores
Jesu dilectus. Si igitur desiderium pertransit, finem nempe habet, et occidit, quanam ipse ratione
edoces, post obitum nonnullos homines voluptatibus addictos, rursus post mortem mundi hujusce
minime perpetui voluptatibus inhiare?
CLXXII. - XENOPHONTI DIACONO.
Paululum remittens animum, scelus commisisti,
et continentiæ gloriam obscurasti; sed subito sanus
factus, et, uti par erat, sententiam mutans, ad
pristinum statum pedem referre conveniens esse
existimasti, pestiferæ desperationi tibi a dæmone
suggestæ aditum occludens. Ipse siquidem et ad
peccandum compellit, et post patratum scelus,
eum, qui facinus admisit, in desperationem præcipitat. Peccare igitur humanum est; desperatio satanicum et exitiosum. Hinc et diabolus ipse ob
desperationem in consimile exitium actus est, cum
pœnitentiam neglexisset. Verumtamen vir esto, et
corrobora te, et cor tuum meliori spe confirmatum
stabiliatur. Namque spe non mala confidimus, te
nunc majores labores amplexaturum, et subsecutura diligentia primam cladem refecturum, et coronam adversus hostem, qui tibi inviderat, consecuturum. Et videbimus te cunilaginis, et vestigii
exigui vice, cupressum altam, imputridam, atque 207 odoratam, aut palmam fructiferam continentiæ, et laborum perpessionis, tantopere ab iis,
qui poenitentiam ambiunt concupita, alapis percutientem, qui te per peccatum percusserat, diabolum. Alictio enim, quæ sponte assumitur, et
mœror voluntarius, et perpessi pulchre labores,
muko sunt præter animi sententiam quiete et gaudio suaviores et pretiosiores. Erit igitur gloria
intellectualis domus tuæ postrema super primam,
et thronum gloriæ hæreditabis ", ut propheta adirmant.
CLXXIII. Eidem.
Domus animæ uniuscujusque personæ institutum
ac status vita dicitur. Est namque domus justitia,
et domus fortitudinis, domus continentis, et similium: et vice versa, domus injustitiæ, domus tiΡΟΛ'. — ΑΡΙΣΤΑΡΧΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ.
• Ο κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία, ο φησὶν
Ιωάννης, ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς διὰ τὴν καθαρότητα
καὶ τὸ πρᾶον καὶ ἡμερον τοῦ ἤθους. Εἰ τοίνυν παρἀγεται ἡ ἐπιθυμία, τουτέστι παύεται καὶ ἀπόλλυται, πῶς αὐτὸς διδάσκεις, μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τινας
ἀνθρώπους φιληδόνους, πάλιν μετὰ θάνατον ἐπιθυμεῖν τῶν τοῦ προσκαίρου κόσμου ἡδέων;
ΡΟΒ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΙ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Μικρὸν ἀμελήσας, πρὸς ἁμαρτίαν πέπτωκας, καὶ
τὴν δόξαν τῆς σωφροσύνης ήμαύρωσας· ἀλλὰ ταχέως
νήψας, καὶ μεταβαλ[λ]όμενος προσηκόντως, πρὸς τὴν
προτέραν κατάστασιν παλινδρομῆσαι δίκαιον ελογίσω,
μὴ παραδεξάμενος τὴν ὀλέθριον ἀπόγνωσιν, ὑπαγορευομένην σοι ὑπὸ τοῦ διαβόλου. Αὐτὸς γὰρ καὶ εἰς
τὸ ἁμαρτῆσαι προτρέπεται, αὐτὸς καὶ μετὰ τὸ πρα
χθῆναι τὴν ἁμαρτίαν ὠθεῖ πρὸς ἀπόγνωσιν τὸν ἐξαμαρτήσαντα. Τὸ μὲν οὖν ἁμαρτῆσαι, ἀνθρώπινον
ὑπάρχει· τὸ δὲ ἀπελπίσαι, σατανικὸν καὶ πανολέθριον. Ὅθεν καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος ἐκ τῆς ἀπογνώσεως
εἰς τοιαύτην ἐξηκοντίσθη ἀπώλειαν, μή θελήσας με
τανοῆσαι. Αλλ' ἀνδρίζου καὶ ἴσχυε, καὶ κραταιού
σθω ἡ καρδία σου, ταῖς χρηστοτέραις ελπίσι νευρού
μενος. Πιστεύομεν γὰρ πλείονα σὲ νῦν μᾶλλον ἐπιδείξασθαι πόνον, καὶ τὴν προτέραν ήτταν ἀναπαλέ
σαι τῇ μετὰ ταῦτα σπουδῇ, καὶ καταστεφανωθῆναι
τοῦ ἀντιπάλου τοῦ ἐφθονηκότος σοι. Καὶ ὀψόμεθά σε
ἀντὶ κονύζης και στοιβῆς ἐλαχίστης, κυπάρισσον
ὑψηλὴν, άσηπτον καὶ εὐώδη, ἢ φοίνικα εὔκαρπον
τοῖς κόλοψι τῆς ἐγκρατείας, καὶ τῆς κακοπαθείας τῆς
γλυκερᾶς τοῖς μετανοεῖν σπεύδουσιν, πλήττοντα τὸν
πλήξαντά σε διὰ τῆς ἁμαρτίας διάβολον. Τὸ γὰρ ἐκού -
στον θλιβερὸν, καὶ τὸ κατὰ βούλησιν οδυνηρὸν καὶ
ἐπίπονον τῆς καλῆς κακοπαθείας, πολλῷ γλυκύτερόν
τε καὶ προτιμώτερον τῆς ἀκουσίου ἀναπαύσεώς τε
καὶ τέρψεως. Ἔσται τοίνυν ἡ δόξα τοῦ νοητοῦ
οἴκου σου ἡ ἐσχάτη ὑπὲρ τὴν πρώτην, καὶ θρόνον
δόξης κατακληρονομήσεις, ὡς οἱ προφῆταί φασι.
ΡΟΓ
Τῷ αὐτῷ.
Οἶκος ψυχῆς ἡ ἑκάστου προσώπου διαγωγή και
κατάστασις λέγεται. Εστι γὰρ οἶκος δικαιοσύνης,
καὶ οἶκος ἀνδρείας, καὶ οἶκος σωφροσύνης, καὶ τῶν
ἑξῆς· καὶ ἐκ τοῦ ἐναντίου, οἶκος ἀδικίας, καὶ οἶκος
moris, domus fornicationis, et his simillima: illud b δειλίας, καὶ οἶκος πορνείας, καὶ τῶν ἑξῆς. Τὸ τοίνυν,
itaque: Repleti sunt obtenebrati terræ domibus
impietatum”, multis scilicet ac variis affectibus
impietatis et iniquitatis oppleti sunt. Illud vero:
• Veritas ex terra orta est, et justitia de coelo
prospexit”, ›
, si ad mores attrabas, terra corpus
designat fructus continentiæ emittens; quemadmodum et illud: Germinavit caro mea sanctimoniam ',
si suppetiæ cordi hominis afferantur per preces et
spem. Recte etiam nonnulli mendacium fornicationem, veritatem autem veramque delectationem
continentiam esse præscripserunt: et justitia de
cœlo, ex mente nempe prospexit, ita Deo miserante,
• Επληρώθησαν οἱ ἐσκοτισμένοι τῆς γῆς οἴκων ἀναμιῶν,» τουτέστι πολλῶν καὶ ποικίλων παθῶν, ἀνοσι -
ουργίας, καὶ παρανομίας μεμέστωνται. Τὸ δὲ, ο 'Αλήθεια ἐκ τῆς γῆς ἀνέτειλε, καὶ δικαιοσύνη ἐκ τοῦ
οὐρανοῦ διέκυψεν, ο ἠθικῶς νοούμενον, γῆν σημαίνει
τὸ σῶμα ἀναβλαστάνον τοὺς καρποὺς τῆς σωφροσύνης, κατὰ τὸν ᾿Ανέβαλεν ἡ σάρξ μου σεμνότητα,
βοηθηθείσης τῆς τοῦ ἀνθρώπου καρδίας δι᾿ εὐχῆς καὶ
ἐλπίδος. Καλῶς γάρ τινες ψεῦδος μὲν τὴν πορνείαν,
ἀλήθειαν δὲ καὶ ἀληθῆ ἡδονὴν τὴν σωφροσύνην ωρί
σαντο δικαιοσύνη τε ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, τουτέστιν ἐκ
τοῦ νοὸς, προέκυψεν τοῖς οἰκτιρμοῖς τοῦ Θεοῦ ἡ τοῦ
↑ Psal. xxvii, 7.
** I Joan. 11, 17. 97 Agg. 11, 10. • Psal. Lxxil, 20.
3) Psal. Lxxxiv} 12.
col. 289–290page 116 of 262
PG 79:289Ἰησοῦ διανομή. ι Καὶ γὰρ ὁ Κύριος δώσει χρηστότητα, καὶ ἡ γῆ ἡμῶν δώσει τὸν καρπὸν τοῦ πνεύ ματος, ἀγάπην, χαράν, εἰρήνην, μακροθυμίαν, καὶ τἆλλα, ἅπερ ἀπηριθμήσατο ό μακάριος Παῦλος· γῆν δὲ ἐπὶ τοῦ ὑστέρου στίχου τὴν καρδίαν ἐκληπτέον, ὥς φησιν ὁ Κύριος ι Τὸ δὲ σπέρμα τὸ πεσὸν ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν ἐκαρποφόρησε λ', καὶ ξ', καὶ ρ'. ΡΟΔ'. ΘΕΡΙΝΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Τῶν ἐπιμελομένων τῆς ἐλπίδος βοώντων πρὸς τὸν Σωτήρα Χριστόν, ο Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου,» ἀνταποκρίνεται ὁ ἀγαθὸς Δεσπότης λέγων·. Μνησθήσομαι Ταὰβ καὶ Βαβυ λῶνος τοῖς γινώσκουσί με. ο των δὲ μνημονεύει Χριστὸς, τούτους καὶ σώζει πάντως, διότι πόρνας καὶ τελώνας δι᾽ εὐσπλαγχνίαν πολλὴν εἰς βασιλείαν εἰσφέρει. ΡΟΕ'. - ΦΙΡΜΙΝΑ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑ. Είπερ τὴν ἰδίαν πεπείκαμεν καρδίαν ἐν καιρῷ περιστάσεως παντοίας, καὶ θλίψεως, μὴ ἀποτρέχειν πρὸς ἀνθρωπίνας ἐλπίδας, μηδὲ ἐκεῖθεν ἕλκειν τὰς βοηθείας, ἀλλ᾽ ἐν δάκρυσι, καὶ στεναγμοῖς, καὶ φιλο πόνῳ προσευχῇ καὶ ἀγρυπνίαις εὐτόνοις ἐξιλάσκεσθαι τὸ κρεῖττον, κἀκεῖθεν περιμένειν ἀντίληψιν διατί θορυβούμεθα; διατί τῇ ὀλιγοψυχία τρυχόμεθα, καὶ διστάζομεν, καὶ ἀπαγορεύομεν, ὡς μὴ τάχιστα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ποιοῦντος τὸ αἴτημα; Τὴν γὰρ στην πρὸς αὐτὸν παραμονὴν καὶ προσεδρίαν σοφιζόμενος δοκεῖ κρατύνειν, ἵνα μὴ ταχέως κομισάμενος, ταχέως ἀναχωρήσῃς, καὶ λησμονήσῃς αὐτοῦ τῆς ἀγαθῆς δό σεως. ᾿Αλλὰ σὺ μὴ ἐκκακήσης δεόμενος, καὶ πάντως ἐπιτεύξῃ. Εἶπε γὰρ καὶ παραβολήν τινα ὁ Κύριος ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, πρὸς τὸ δεῖν πάντοτε προσεύχεσθαι, καὶ μὴ ἐκκακεῖν. Πλὴν κἀκεῖνο γίνωσκε, ὅτι ἡ ἀναβολὴ πλείονα χάριν δώσει σοι, καθὼς ὁ ἅγιος Από στολος εἴρηκε· ο Τῷ δὲ δυναμένῳ ὑπὲρ πάντα ποιῆσαι, ὑπὲρ ἐκ περιττοῦ ὧν αιτούμεθα, ή νοοῦμεν, δόξα, τιμὴ καὶ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας.» ΥΜΗΤΙΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Οὐδὲν οὕτως εἰς κόλασιν ἀπαραίτητον ἄγει, ὡς τὸ πολλοὺς ζηλωτὰς τῶν οἰκείων ποιεῖσθαι κακῶν. Γίνε ται γὰρ ἡ τῶν τὸν ἐπίσκοπον μιμησαμένων ἀπώλεια, προσθήκη τιμωρίας τῷ κακῶς διδάξαντι ἐπὶ τῆς ἐκ κλησίας, καὶ κατεγνωσμένα ἀναφανδόν πράττοντι, καὶ διὰ τῶν παραιτησαμένων ώς αἰσχρὰν τὴν μίμη σιν κατάγνωσις οὐ μικρά, ὅτιπερ διδάσκαλος κακῶν γέγονεν ὁ ἐπίσκοπος, ὧν τὴν μάθησιν ἐπονείδιστον κρίναντες πεφεύγασιν οἱ σώφρονι χρησάμενοι λογι σμῷ. ΡΟΖ'. ΟΝΗΣΙΜΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Απερ ἀπλήστως συναθροίζεις, καὶ κτᾶσθαι νενό μιχας, οὐχ ὑπάρχουσι σά· εἰς γὰρ ἕτερα μετελεύσονται πρόσωπα. Ο μὲν γὰρ μόχθος σὸς, ὁ δὲ βίος ἀλλότριος. Διατί οὖν ὥσπερ οἰκείων τῶν ἀλλοτρίων ἀντιποιῇ, βαρείας σαυτῷ τὰς πέδας τῆς ὕλης κατα
EPISTOLARUM LIB. II.
Ἰησοῦ διανομή. ι Καὶ γὰρ ὁ Κύριος δώσει χρηστό- Jesu distributio. • Etenim Dominus dabit bonitaτητα, καὶ ἡ γῆ ἡμῶν δώσει τὸν καρπὸν» τοῦ πνεύ- tem, el terra nostra dabit fructum 'ɔ spiritus, 208
ματος, ἀγάπην, χαράν, εἰρήνην, μακροθυμίαν, καὶ
amorem, gaudium, pacem, tolerantiam *, `aliaque
τἆλλα, ἅπερ ἀπηριθμήσατο ό μακάριος Παῦλος· γῆν a beato Paulo enumerata. Terra porro in ultimo
δὲ ἐπὶ τοῦ ὑστέρου στίχου τὴν καρδίαν ἐκληπτέον, versu cor accipiendum est, ut inquit Dominus:
ὥς φησιν ὁ Κύριος· ι Τὸ δὲ σπέρμα τὸ πεσὸν ἐπὶ • Semen quod cecidit in terram bonam attulit fruτὴν γῆν τὴν καλὴν ἐκαρποφόρησε λ', καὶ ξ', καὶ ρ'.» ctum tricesimum, et sexagesimum, et centesi-
ΡΟΔ'.
ΘΕΡΙΝΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ.
Τῶν ἐπιμελομένων τῆς ἐλπίδος βοώντων πρὸς τὸν
Σωτήρα Χριστόν, ο Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν
ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου,» ἀνταποκρίνεται ὁ ἀγαθὸς
Δεσπότης λέγων·. Μνησθήσομαι Ταὰβ καὶ Βαβυλῶνος τοῖς γινώσκουσί με. ο των δὲ μνημονεύει
Χριστὸς, τούτους καὶ σώζει πάντως, διότι πόρνας
καὶ τελώνας δι᾽ εὐσπλαγχνίαν πολλὴν εἰς βασιλείαν
εἰσφέρει.
ΡΟΕ'. - ΦΙΡΜΙΝΑ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑ.
Είπερ τὴν ἰδίαν πεπείκαμεν καρδίαν ἐν καιρῷ
περιστάσεως παντοίας, καὶ θλίψεως, μὴ ἀποτρέχειν
πρὸς ἀνθρωπίνας ἐλπίδας, μηδὲ ἐκεῖθεν ἕλκειν τὰς
βοηθείας, ἀλλ᾽ ἐν δάκρυσι, καὶ στεναγμοῖς, καὶ φιλοπόνῳ προσευχῇ καὶ ἀγρυπνίαις εὐτόνοις ἐξιλάσκε
σθαι τὸ κρεῖττον, κἀκεῖθεν περιμένειν ἀντίληψιν
διατί θορυβούμεθα; διατί τῇ ὀλιγοψυχία τρυχόμεθα,
καὶ διστάζομεν, καὶ ἀπαγορεύομεν, ὡς μὴ τάχιστα
τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ποιοῦντος τὸ αἴτημα; Τὴν γὰρ στην
πρὸς αὐτὸν παραμονὴν καὶ προσεδρίαν σοφιζόμενος
δοκεῖ κρατύνειν, ἵνα μὴ ταχέως κομισάμενος, ταχέως
ἀναχωρήσῃς, καὶ λησμονήσῃς αὐτοῦ τῆς ἀγαθῆς δό
σεως. ᾿Αλλὰ σὺ μὴ ἐκκακήσης δεόμενος, καὶ πάντως G
ἐπιτεύξῃ. Εἶπε γὰρ καὶ παραβολήν τινα ὁ Κύριος
ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, πρὸς τὸ δεῖν πάντοτε προσεύχε
σθαι, καὶ μὴ ἐκκακεῖν. Πλὴν κἀκεῖνο γίνωσκε, ὅτι ἡ
ἀναβολὴ πλείονα χάριν δώσει σοι, καθὼς ὁ ἅγιος Απόστολος εἴρηκε· ο Τῷ δὲ δυναμένῳ ὑπὲρ πάντα
ποιῆσαι, ὑπὲρ ἐκ περιττοῦ ὧν αιτούμεθα, ή νοοῦμεν,
δόξα, τιμὴ καὶ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας.»
POG'.
ΥΜΗΤΙΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.
Οὐδὲν οὕτως εἰς κόλασιν ἀπαραίτητον ἄγει, ὡς τὸ
πολλοὺς ζηλωτὰς τῶν οἰκείων ποιεῖσθαι κακῶν. Γίνε
ται γὰρ ἡ τῶν τὸν ἐπίσκοπον μιμησαμένων ἀπώλεια,
προσθήκη τιμωρίας τῷ κακῶς διδάξαντι ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας, καὶ κατεγνωσμένα ἀναφανδόν πράττοντι,
καὶ διὰ τῶν παραιτησαμένων ώς αἰσχρὰν τὴν μίμη
σιν κατάγνωσις οὐ μικρά, ὅτιπερ διδάσκαλος κακῶν
γέγονεν ὁ ἐπίσκοπος, ὧν τὴν μάθησιν ἐπονείδιστον
κρίναντες πεφεύγασιν οἱ σώφρονι χρησάμενοι λογισμῷ.
ΡΟΖ'. ΟΝΗΣΙΜΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ.
Απερ ἀπλήστως συναθροίζεις, καὶ κτᾶσθαι νενό
μιχας, οὐχ ὑπάρχουσι σά· εἰς γὰρ ἕτερα μετελεύσονται πρόσωπα. Ο μὲν γὰρ μόχθος σὸς, ὁ δὲ βίος
ἀλλότριος. Διατί οὖν ὥσπερ οἰκείων τῶν ἀλλοτρίων
ἀντιποιῇ, βαρείας σαυτῷ τὰς πέδας τῆς ὕλης κατα
mum. ›
CLXXIV. THERINO PRIMATI.
lis, qui spei curam gerunt, clamantibus ad
Christum Salvatorem: • Recordare nostri, Domine, cum veneris in regnum tuum ',, probus
Dominus respondet: • Memor ero Raab, et Babylonis scientibus me.. Quorum vero Christus
recordatur, eos et salvat omnino. Namque meretrices et publicanos ob ingentem misericordiam in
regnum introducit.
CLXXV. FIRMINO PRESBYTERO.
Si nostro persuasimus animo, cujuscunque circumstantiæ tempore et afflictionis, non ad humanam spem esse recurrendum, neque inde auxilia
extorquenda, sed lacrymis, et suspiriis, et contentiosis operibus, necnon continuatis vigiliis, quod
melius est, Deum reddendum propitium, indeque
opem exspectandam quid igitur turbamur? quid
fractis vocibus affligimur, et nutamus, et despondemus, æque ac si non citissime Deus vota nostra
ad exitum duceret: Tuam siquidem erga ipsum
perseverantiam et assistentiam arte quadam vide
tur conservare, ne cito voli compos factus, cito
eliam te subducas, optimæque largitionis obliviscaris. Verumtamen 209 tu cum quid exoras,
ne animo concidas, et omnino votis tuis respondebitur. Dixit quoque parabolam Dominus in Evangelio, ut insistamus in oratione continuo, nec
despondeamus animis '. llud quoque scito, inducias majorem tibi gratiam allaturas, ut divinus
Apostolus dixit: ‹ Potenti super omnia facere, et
superabundanter, quæ petimus aut mente concipimus, illi gloria, honor et robur in sacula 4.
CLXXVI. HYMETIO EPISCOPO.
Nihil æque ad pœnas indeprecabiles ducit ac
plurimos propriorum scelerum æmulatores facere.
Fit enim eorum, qui episcopi persequuntur vestigia, exitium, illi qui male in ecclesia docuit et
palam reprobata peragit, poenarum accessio, et
per eos, qui uti turpem imitationem vitarunt, non
levis condemnatio, quod pravorum magister episcopus factus est, quorum disciplinam vituperabilem judicantes, qui sana mente fuerunt, condemnarunt.
- ONESIMO PRIMATI.
Quæ semper nec expletus, nec satiatus congeris, et possidere existimas, non sunt tua; in alias
enim gradientur personas: namque labor multæ
opera tuus est, divitiæ vero opesque aliorum.
Quamnam igitur ob causam ea quæ aliorum sunt,
• Luc. xxiii, 42.
• Psal. lxxxvi, 4.
• Psal. LAXXI, 13.
▸ Galat. v,
22. * Matth. xIII, 8, 23.
· Luc. xvIII, 1. * Ephes. 111, 20.
col. 291–292page 117 of 262
PG 79:291σκευάζων, καὶ τὸν ταλανισμὸν τοῦ προφήτου ἐφέλ κεις; Οὐαὶ γὰρ, φησί, τῷ συνάγοντι τὰ οὐκ ὄντα απο τοῦ, καὶ βαρύνοντι τὸν κλοιὸν αὐτοῦ στιβαρῶς, καὶ τὴν μὲν ὕπαρξιν ἀπολλύναι μέλλοντι, ποριζομένῳ δὲ διὰ τὸν ἄπληστον τρόπον τὴν αἰώνιον κόλασιν. ΡΟΗ'. ΤΑΥΡΙΑΝΟ ΑΠΟ ΕΠΑΡΧΩΝ. Οὐαὶ τῇ ψυχῇ σου, καὶ ἀπάνθρωπε, καὶ ἀνόητε! Αγνοεῖς γὰρ, ὅτι σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν, καὶ φρικώδες τὸ κατὰ τοῦ Θεοῦ αἵρειν τολμῆσαι χεῖρα. Η γὰρ ὕβρις ἡ κατὰ τῶν ἁγίων γινομένη, πάντως ὅτι εἰς Θεὸν ἀνάγεται. Τοὺς γὰρ δὴ εἰς τὸν σηκὸν Πλάτωνος τοῦ καλλινίκου μάρτυρος καταφυγόντας φροντιστὰς τετολμηκὼς ἁρπάσαι τῇ ἀφορήτῳ βίᾳ, καὶ εἰς φυλακὴν έμβαλεῖν δημοσίαν, καὶ βρέμων ἀφόρητα, φυσῶν τε τὰς γνάθους, καὶ τὰς ἀφρῦς ἀνασπῶν, καὶ καταδουλούμενος τοὺς ἐλευθέρους τῇ παντοτυράννῳ γνώμῃ, πῶς οὐ λογίζῃ τὸ μέλλον, ἀλόγιστε; πῶς τὰ συμβησόμενα ὕστερον οὐ διασκέπτῃ, ἀναίσθητε; πῶς τὰς μετα βολὰς τῶν πραγμάτων προβλέπειν οὐ θέλεις, παρα πλήξ, καὶ μάλισθ' ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν σαυτοῦ, παν φαυλότατον σύμβουλον καὶ παμμιαρώτατον ἐγγύθεν έχεις τὸν ἀπὸ φίσκου συνηγόρων Λαυρέντιον, ἄνδρα δυσσεβέστατον, διεφθαρμένον ὅλον καὶ σεσηπότα; Γίνωσκε τοίνυν μὴ εὐκαταφρόνητον τυγχάνοντα τὸν πανάγιον μάρτυρα, καὶ σαυτὸν εὐτρέπιζε πρὸς τὸ ὑποδέξασθαι τὰ ἐπελευσόμενα σοι δεινά, ὀργὴν μὲν τοῦ θνητοῦ βασιλέως, δι' ἦν καὶ δειλιάσας προσφεύξη ὅροις τοῖς σεπτοτάτοις, οἵτινες παρὰ σοῦ ὑβρίσθησαν καὶ ἐξητιμάσθησαν, εἶτα νόσου βαρεῖαν καὶ χαλεπήν σαυτοῦ τε καὶ πάντων τῶν περιποθήτων σοι, μετὰ δὲ ταῦτα πάντα τὴν δήμευσιν τῆς προφερούσης σοι μεγάλης περιουσίας. Καὶ τότε λοιπὸν ὁ τοῦ Διὸς πατὴρ Κρόνος λιγυρῶς σε θρηνήσει, καὶ κόψεται ήδέως, διότι μάλιστα καὶ σὺ παρὰ τοὺς ἄλλε λους θεοὺς τοῦτον σέβων ἐν τῇ εὐημερίᾳ, θρήνοις παρεμυθήσω καθ' ἑορτὴν πλειστάκις, ἅτε τῶν αἰδοίων ἐκτετμημένον ἐλεεινῶς, καὶ δεδεμένον οἰκτρῶς ὑπὸ οἰκείου παιδὸς, καὶ τῷ δερμοκουκουλίῳ κατακεκαλυμμένον, καὶ τὸ σκότος οἰκοῦντα διηνεκώς. η ΡΟΘ'. - ΑΜΒΛΙΧΟ ΚΟΥΡΑΤΟΡΙ. Τί μοχθεῖς, ἄνθρωπε, καὶ κάμνεις ἀπέραντα; τί κατελαύνεις σαυτὸν πρὸς τὴν ψευδή ματαιότητα; Τεταλανισμένον τοῦτό γε, οὐχὶ μακαριζόμενον ὑπὸ θείου Προφήτου τὸ τοιόνδε φρόνημα. • Μακάριος γὰρ, φησὶν, ἀνὴρ, οὗ ἐστι τὸ ὄνομα Κυρίου ἐλπὶς αὐτ τοῦ, καὶ οὐκ ἐπέβλεψεν εἰς ματαιότητας, καὶ μανίας ψευδεῖς.» Μὴ γὰρ ἡμεῖς ἐσμεν οἱ τὰ τῆς ζωῆς ἀνύοντες ἑαυτῶν; θεός ἐστιν ὁ ταύτην οἰκονομῶν· καὶ ἡ μὲν ἀνθρωπίνη σπουδή, μὴ τυχοῦσα τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας, ἐξ ἀνάγκης ἀποτυγχάνει τοῦ τέλους· ἡ δὲ τοῦ Θεοῦ οἰκονομία, καὶ δίχα τῆς ἀνθρωπίνης συμπ πράξεως τέλεια παρέχει τὰ ἀγαθά. Καλόν τοίνυν ἐστὶν ἀσπάζεσθαι τὸ καλόν. Τί δ' ἂν εἴη τοῦτο, ἢ τὸ πίπτει βεβαίᾳ καὶ ἀψευδεῖ ῥιζωθέντας ἡμᾶς, καὶ
S. NII.1
tanquam propria consectaris, graves tibimetipsi σκευάζων, καὶ τὸν ταλανισμὸν τοῦ προφήτου ἐφέλ
materiæ compedes exstruens, et malum tibi omen,
quod a propheta indicitur, 210 attrabis? Væ
enim illi, inquit, qui colligit quæ sua non sunt, et
aggravat jugum suum robuste •; is substantiam
quidem suam amittet, sibique insatiabili cupiditate
æternas pœnas comparabit.
TAURIANO EXPRAFECTO.
κεις; Οὐαὶ γὰρ, φησί, τῷ συνάγοντι τὰ οὐκ ὄντα απο
τοῦ, καὶ βαρύνοντι τὸν κλοιὸν αὐτοῦ στιβαρῶς, καὶ
τὴν μὲν ὕπαρξιν ἀπολλύναι μέλλοντι, ποριζομένῳ δὲ
διὰ τὸν ἄπληστον τρόπον τὴν αἰώνιον κόλασιν.
ΡΟΗ'.
ΤΑΥΡΙΑΝΟ ΑΠΟ ΕΠΑΡΧΩΝ.
Οὐαὶ τῇ ψυχῇ σου, καὶ ἀπάνθρωπε, καὶ ἀνόητε!
Αγνοεῖς γὰρ, ὅτι σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν,
καὶ φρικώδες τὸ κατὰ τοῦ Θεοῦ αἵρειν τολμῆσαι χεῖρα.
Η γὰρ ὕβρις ἡ κατὰ τῶν ἁγίων γινομένη, πάντως ὅτι
εἰς Θεὸν ἀνάγεται. Τοὺς γὰρ δὴ εἰς τὸν σηκὸν Πλάτω
νος τοῦ καλλινίκου μάρτυρος καταφυγόντας φροντιστὰς
τετολμηκὼς ἁρπάσαι τῇ ἀφορήτῳ βίᾳ, καὶ εἰς φυλακὴν
έμβαλεῖν δημοσίαν, καὶ βρέμων ἀφόρητα, φυσῶν τε
τὰς γνάθους, καὶ τὰς ἀφρῦς ἀνασπῶν, καὶ καταδουλούμενος τοὺς ἐλευθέρους τῇ παντοτυράννῳ γνώμῃ,
πῶς οὐ λογίζῃ τὸ μέλλον, ἀλόγιστε; πῶς τὰ συμβησόμενα ὕστερον οὐ διασκέπτῃ, ἀναίσθητε; πῶς τὰς μεταβολὰς τῶν πραγμάτων προβλέπειν οὐ θέλεις, παραπλήξ, καὶ μάλισθ' ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν σαυτοῦ, παν
φαυλότατον σύμβουλον καὶ παμμιαρώτατον ἐγγύθεν
έχεις τὸν ἀπὸ φίσκου συνηγόρων Λαυρέντιον, ἄνδρα
δυσσεβέστατον, διεφθαρμένον ὅλον καὶ σεσηπότα;
Γίνωσκε τοίνυν μὴ εὐκαταφρόνητον τυγχάνοντα τὸν
πανάγιον μάρτυρα, καὶ σαυτὸν εὐτρέπιζε πρὸς τὸ
ὑποδέξασθαι τὰ ἐπελευσόμενα σοι δεινά, ὀργὴν μὲν
τοῦ θνητοῦ βασιλέως, δι' ἦν καὶ δειλιάσας προσφεύξη
ὅροις τοῖς σεπτοτάτοις, οἵτινες παρὰ σοῦ ὑβρίσθη
σαν καὶ ἐξητιμάσθησαν, εἶτα νόσου βαρεῖαν καὶ
χαλεπήν σαυτοῦ τε καὶ πάντων τῶν περιποθήτων
σοι, μετὰ δὲ ταῦτα πάντα τὴν δήμευσιν τῆς προφε -
ρούσης σοι μεγάλης περιουσίας. Καὶ τότε λοιπὸν ὁ
τοῦ Διὸς πατὴρ Κρόνος λιγυρῶς σε θρηνήσει, καὶ
κόψεται ήδέως, διότι μάλιστα καὶ σὺ παρὰ τοὺς ἄλλε
λους θεοὺς τοῦτον σέβων ἐν τῇ εὐημερίᾳ, θρήνοις
παρεμυθήσω καθ' ἑορτὴν πλειστάκις, ἅτε τῶν αἰδοίων
ἐκτετμημένον ἐλεεινῶς, καὶ δεδεμένον οἰκτρῶς ὑπὸ
οἰκείου παιδὸς, καὶ τῷ δερμοκουκουλίῳ κατακεκαλυμμένον, καὶ τὸ σκότος οἰκοῦντα διηνεκώς.
inhabitantem consolatus es.
Væ animæ tuæ et vitæ tuæ, immisericors, et insensate! Ignoras quippe, durum tibi esse contra
stimulum calcitrare ", et terribile adversus Deum
andere manum attollere. Injuria enim sanctis illata
in Deum prorsus rependitur. Namque optimis consiliis deditos, qui ad Platonis victoriosi martyris
templum confugerant, vi incomposita rapere, et in
carcerem publicum intrudere ausus; indeque haud
tolerabiliter strepitans, et buccas inflans, et super
cilia erigens, et decreto illo tuo tyrannorum more
teterrimo liberos in servitutem adducens, quanam
ipse ratione quod futurum est inconsiderate non
cogitas? quomodo postmodum ventura non exami
nas, insensate? quomodo rerum vices prævidere
non sustines, mente capte? eoque potissimum, cum
ad vota tua prope astans accedat pessimus consiliarius, et quam maxime exsecrandus fisci advocatus Laurentius, homo impiissimus, totus corruptela
et vappa. Animadvertas velim, sanctissimum hunc
martyrem non esse contemnendum, teque metipsum præpara ad futura contra te dira excipienda,
fracundiam mortalis imperatoris, cujus metu per- η
citus ad limites illos maxime venerandos confugies, qui a te injuria affecti sunt, et contemptui
habiti deinceps morbum gravem, molestumque
211 tibi, omnibusque aliis, quorum ipse amore
teneris; postmodum, ingentium tuarum ac spectabilium facultatum proscriptionem. Et tunc denique
Jovis pater Saturnus concinne te deplorabit, ac
suaviter præcidetur, quod tu potissimum illum inter alios deos colens, cum prospere ageres, lacrymis sæpissime inter solemnitatem, tanquam verendis misere mutilum, et proprio filo colligatum,
et cuculla pellicea obtectum, sempiterneque tenebras
CLXXIX. AMBLICHO CURATORI.
ΡΟΘ'. - ΑΜΒΛΙΧΟ ΚΟΥΡΑΤΟΡΙ.
Τί μοχθεῖς, ἄνθρωπε, καὶ κάμνεις ἀπέραντα; τί
mis? Quid temetipsum ad falsas vanitates præcipi- κατελαύνεις σαυτὸν πρὸς τὴν ψευδή ματαιότητα;
Quid laboras, o homo, et frustra sudores insudem agis? Sententia isla tua a divino Propheta
deploratur, et inter res beatas fortunatasque
collocatur. «Beatus enim, ait, homo, cui est nomen
Domini spes ejus, et non respexit in vanitates, et
insanias falsas ".» Nunquid nos ipsi sumus, qui
vitæ nostræ necessaria perficimus? Deus est, qui
eam disponit: et humana studia divino auxilio destituta, necessario fine suo frustrantur; at divina
dispositio, submoto etiam quolibet humano auxilio
destituta, perfecta exhibet bona. Bonum itaque fuerit bonum amplecti; quodnam vero illud fuerit, nisi
quod fide firma ac vera, altis jactis radicibus nos
• Habac. II,
16 Act. 15,
11 Psal. XXXIS,
Τεταλανισμένον τοῦτό γε, οὐχὶ μακαριζόμενον ὑπὸ
θείου Προφήτου τὸ τοιόνδε φρόνημα. • Μακάριος
γὰρ, φησὶν, ἀνὴρ, οὗ ἐστι τὸ ὄνομα Κυρίου ἐλπὶς αὐτ
τοῦ, καὶ οὐκ ἐπέβλεψεν εἰς ματαιότητας, καὶ μανίας
ψευδεῖς.» Μὴ γὰρ ἡμεῖς ἐσμεν οἱ τὰ τῆς ζωῆς ἀνύοντες ἑαυτῶν; θεός ἐστιν ὁ ταύτην οἰκονομῶν· καὶ ἡ
μὲν ἀνθρωπίνη σπουδή, μὴ τυχοῦσα τῆς τοῦ Θεοῦ
βοηθείας, ἐξ ἀνάγκης ἀποτυγχάνει τοῦ τέλους· ἡ δὲ
τοῦ Θεοῦ οἰκονομία, καὶ δίχα τῆς ἀνθρωπίνης συμπ
πράξεως τέλεια παρέχει τὰ ἀγαθά. Καλόν τοίνυν
ἐστὶν ἀσπάζεσθαι τὸ καλόν. Τί δ' ἂν εἴη τοῦτο, ἢ τὸ
πίπτει βεβαίᾳ καὶ ἀψευδεῖ ῥιζωθέντας ἡμᾶς, καὶ
col. 293–294page 118 of 262
PG 79:293Ισχυροποιηθέντας, πᾶσαν ἐπὶ Κύριον βίπτειν φρον τίδα καὶ μέριμναν; ΡΠ'. — ΒΑΛΕΡΙΑ ΚΟΥΒΙΚΟΥΛΑΡΙΑ. Πως προφῆτις παρὰ τῷ Ησαΐᾳ κέκληται Μαρία ἡ Θεοτόκος, ἐπύθου ἡμῶν. 'Ανάγνωθι ἐν τῷ Εὐαγ γελίῳ, ὅτι ο Επέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δού λης αὐτοῦ· ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί.» Καὶ ἐὰν μὴ ἴδης μακαριζομένην τὴν ἁγίαν Μαρίαν ἐν παντὶ ἔθνει, καὶ ἐν πάσῃ γλώσ σῃ, διότι Θεὸν σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου, καὶ ἐξ αὐτῆς, κεκυοφόρηκεν τε καὶ ἔτεκε είχα φθορᾶς καὶ μολυσμοῦ παντοίου, μὴ πείθου τῷ Ησαΐᾳ· εἰ δ᾽ ἐν παντὶ τῷ κόσμῳ μακαρίζεται καὶ εὐφημεῖται, ἀνυμνεῖται καὶ εὐλογεῖται, αὕτη τε ἡ ἄσπορος καὶ ἀγεώργητος γῆ, καὶ ὁ ταύτης παμμακάριστος καὶ αἰώνιος καρπός, διατί ζυγομαχείς προφῆτιν δεδείχθαι τὴν Θεοτόκον Μαρίαν; ΡΠΑ'. Τῷ αὐτῷ. Πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν, καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς.» Οἱ γὰρ πρὸ τῆς κλήσεως πει νῶντες τὸν θεῖον λόγον εθνικοί, μετὰ τὸ πιστεῦσαι, τρέφονται κατακόρως, καὶ ἀπολαύουσι τῶν θείων διδαγμάτων· οἱ δέ γε πλουτήσαντες νόμῳ καὶ τοῖς προφήταις Εβραίοι, διὰ τῆς ἀπιστίας λιμώττουσι, καὶ πτωχοί πορεύονται ἀπολέσαντες τὰς ἐξ ὕψους χάριτας· διότι κατὰ τοὺς λόγους τῶν προφητῶν, ἡ Συναγωγὴ αὐτῶν βιβλίον ἀποστασίου λαβοῦσα, ἐκβέ βληται ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ, ὡς μοιχαλὶς καὶ πρὸς ἀλλοτρίους ἄνδρας ἐκμαινομένη, τουτέστι τοὺς δαί μονας. Είληφε τοίνυν τὸ τοῦ ἀποστασίου βιβλίον, ὅπερ τινὲς καλοῦσι ῥεπούδιον, καὶ ἐξορισθεῖσα τῶν σεπτῶν μυστηρίων, διὰ τοῦτο πτωχεύει. "Οθεν ἔστι ἀρτίως ὀφθαλμοῖς κατοπτεῦσαι τὸ γεγραμμένον προφητικῶς ἐν τῇ βίβλῳ τῶν Κριτῶν. Ἐπὶ μὲν γὰρ πᾶσαν τὴν γῆν, καὶ πᾶσαν τὴν ὑφ' ἡλίῳ, γέγονεν τε καὶ γίνεται ἡ δρόσος τῆς γνώσεως τοῦ Χριστοῦ· ἐπὶ δὲ τὸν πόκον τῶν Ἰουδαίων μόνον ή ξηρασία ἐστίν ἀπέπτη γὰρ ἀπ' αὐτῶν ἡ τὰς ψυχὰς ζωοποιοῦσα καὶ αύξουσα, δροσίζουσά τε καὶ ἐκτρέφουσα χάρι;. ᾿Αλλὰ κἀκεῖνο γνῶθι, ὅτι οἱ ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν μετα νοοῦντες, καὶ πρὸς τὸ κρεῖττον ἐπιστρέφοντες ἄνω θρωποι, ἐμπλησθήσονται πάντως τῶν τῆς ποικίλης ἀρετῆς πανευφήμων σιτίων· οἱ δ᾽ ἐκ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων πρώην κακῶς πλουτήσαντες δαίμονες, ἀπολέσουσι τὸν πλοῦτον, ὅνπερ ἐπὶ τῶν ὄνων καὶ τῶν καμήλων ἐκόμιζον, ὥς φησιν Ησαΐας· σκορ πίζομεν γὰρ τὸν τοιοῦτον πλοῦτον, καὶ ὀλοφύρεσθαι καὶ θρηνεῖν πικρώς ποιοῦμεν τοὺς δαίμονας, ὅταν δὴ πρὸς μετάνοιαν ῥέψωμεν. ΡΙΒ΄. Τῷ αὐτῷ. Εἰρηκάς μοι άγαν πολυπραγμονεῖν τὰ ἀναγεγραμμένα ἱστορικῶς (εἰσύνοπτα γὰρ ταῦτα), ἀλλὰ μᾶλλον τὴν νόησιν τῶν γεγραμμένων λίχνως διαθρεῖν λέγεις, καὶ εἰς λέξεις νοητὰς βούλεσθαι ἡδέως την Γραφήν ἐκλαμβάνειν. Κέρας τοίνυν σωτηρίας τὴν ἀπάθειαν
EPISTOLARUM LIB. II.
Ισχυροποιηθέντας, πᾶσαν ἐπὶ Κύριον βίπτειν φρον- robore obfirmati, omnem curam nostram ac dili
τίδα καὶ μέριμναν;
ΡΠ'. — ΒΑΛΕΡΙΑ ΚΟΥΒΙΚΟΥΛΑΡΙΑ.
Πως προφῆτις παρὰ τῷ Ησαΐᾳ κέκληται Μαρία
ἡ Θεοτόκος, ἐπύθου ἡμῶν. 'Ανάγνωθι ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, ὅτι ο Επέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δού
λης αὐτοῦ· ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με
πᾶσαι αἱ γενεαί.» Καὶ ἐὰν μὴ ἴδης μακαριζομένην
τὴν ἁγίαν Μαρίαν ἐν παντὶ ἔθνει, καὶ ἐν πάσῃ γλώσ
σῃ, διότι Θεὸν σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου, καὶ
ἐξ αὐτῆς, κεκυοφόρηκεν τε καὶ ἔτεκε είχα φθορᾶς
καὶ μολυσμοῦ παντοίου, μὴ πείθου τῷ Ησαΐᾳ· εἰ δ᾽
ἐν παντὶ τῷ κόσμῳ μακαρίζεται καὶ εὐφημεῖται,
ἀνυμνεῖται καὶ εὐλογεῖται, αὕτη τε ἡ ἄσπορος καὶ
ἀγεώργητος γῆ, καὶ ὁ ταύτης παμμακάριστος καὶ
αἰώνιος καρπός, διατί ζυγομαχείς προφῆτιν δεδείχθαι
τὴν Θεοτόκον Μαρίαν;
ΡΠΑ'.
Τῷ αὐτῷ.
• Πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν, καὶ πλουτοῦντας
ἐξαπέστειλε κενούς.» Οἱ γὰρ πρὸ τῆς κλήσεως πεινῶντες τὸν θεῖον λόγον εθνικοί, μετὰ τὸ πιστεῦσαι,
τρέφονται κατακόρως, καὶ ἀπολαύουσι τῶν θείων
διδαγμάτων· οἱ δέ γε πλουτήσαντες νόμῳ καὶ τοῖς
προφήταις Εβραίοι, διὰ τῆς ἀπιστίας λιμώττουσι,
καὶ πτωχοί πορεύονται ἀπολέσαντες τὰς ἐξ ὕψους
χάριτας· διότι κατὰ τοὺς λόγους τῶν προφητῶν, ἡ
Συναγωγὴ αὐτῶν βιβλίον ἀποστασίου λαβοῦσα, ἐκβέβληται ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ, ὡς μοιχαλὶς καὶ πρὸς
ἀλλοτρίους ἄνδρας ἐκμαινομένη, τουτέστι τοὺς δαίμονας. Είληφε τοίνυν τὸ τοῦ ἀποστασίου βιβλίον,
ὅπερ τινὲς καλοῦσι ῥεπούδιον, καὶ ἐξορισθεῖσα τῶν
σεπτῶν μυστηρίων, διὰ τοῦτο πτωχεύει. "Οθεν ἔστι
ἀρτίως ὀφθαλμοῖς κατοπτεῦσαι τὸ γεγραμμένον
προφητικῶς ἐν τῇ βίβλῳ τῶν Κριτῶν. Ἐπὶ μὲν γὰρ
πᾶσαν τὴν γῆν, καὶ πᾶσαν τὴν ὑφ' ἡλίῳ, γέγονεν τε
καὶ γίνεται ἡ δρόσος τῆς γνώσεως τοῦ Χριστοῦ· ἐπὶ
δὲ τὸν πόκον τῶν Ἰουδαίων μόνον ή ξηρασία ἐστίν·
ἀπέπτη γὰρ ἀπ' αὐτῶν ἡ τὰς ψυχὰς ζωοποιοῦσα
καὶ αύξουσα, δροσίζουσά τε καὶ ἐκτρέφουσα χάρι;.
᾿Αλλὰ κἀκεῖνο γνῶθι, ὅτι οἱ ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν μετανοοῦντες, καὶ πρὸς τὸ κρεῖττον ἐπιστρέφοντες ἄνω
θρωποι, ἐμπλησθήσονται πάντως τῶν τῆς ποικίλης
ἀρετῆς πανευφήμων σιτίων· οἱ δ᾽ ἐκ τῶν ἡμετέρων
ἁμαρτημάτων πρώην κακῶς πλουτήσαντες δαίμονες,
ἀπολέσουσι τὸν πλοῦτον, ὅνπερ ἐπὶ τῶν ὄνων καὶ
τῶν καμήλων ἐκόμιζον, ὥς φησιν Ησαΐας· σκορπίζομεν γὰρ τὸν τοιοῦτον πλοῦτον, καὶ ὀλοφύρεσθαι
καὶ θρηνεῖν πικρώς ποιοῦμεν τοὺς δαίμονας, ὅταν δὴ
πρὸς μετάνοιαν ῥέψωμεν.
ΡΙΒ΄. Τῷ αὐτῷ.
gentiam Domino committamus?
212 CLXXX. - VALERIO CUBICULARIO.
Quanam ratione vates apud Isaiam Maria Deipara nuncupatur ', a nobis expostulasti. Videsis in
Evangelio. Respexit humilitatem ancillæ suæ: ecce
enim ex nunc beatam me dicent omnes generationes¹³.» Et si non compereris Mariam sanctissimam
apud omnes nationes, et in omnibus linguis beatam
dictamn, quod Deum, qui carnem ex Spiritu sancto,
et eadem assumpsit, in utero gestavit, et peperit
absque corruptione et omni macula, ne fidem adhibeas Isaiæ; si vero apud universum mundum beata
dicitur, et laudibus extollitur, et præconiis et benedictionibus honestatur hæc sine semine, et sine
ulla cultura terra, et beatissimus illius, et sempiternus fructus; quid ultra contendis postulasque, Deiparam Mariam tibi commonstrari vatem
fuisse?
Eidem.
• Esurientes implevit bonis, et divites dimisit inanes.. Qui enim ante vocationem esuriebant divinum verbum gentiles, postquam crediderunt, ad
satietatem enutriuntur, et divinæ doctrinæ participes fiunt; qui vero et lege, et prophetis abundarunt Hebræi, propter incredulitatem fame pereunt,
inopesque obambulant, cum dona, quæ desuper
accedunt, amiserint. Ut enim ferunt propheta,
congregatio ipsorum, libro repudii accepto tanquam adultera domo Dei ejecta est, et in alienos
viros, dæmones scilicet, insanit. Accepit itaque libellum repudii, a venerandisque mysteriis 213
extorris inopem vitani agit ". Hinc modo oculis
quod in libro Judicum divine præsensum et prædictum est, intueri possumus 1. In omnem etenim
terram, quæ sub sole est, ros Christianæ cognitionis ortus est, et nunc quoque cadit: verumtamen
super vellus Judæorum tantummodo siccitas horret. Namque ab ipsis, animas vivificans, adaugens,
irrorans et enutriens gratia evolavit. Illud quoque
scias velim, eos qui a peccatis resipiscunt, et poenitentiam agentes ad Dominum gradum faciunt,
laudatissimis variæ virtutis eduliis omnino fore replendos; qui vero ob delicta nostra antea male divites facti sunt dæmones, divitias amissuros, quas
super asinos et camelos deportabant ", ut inquit
Isaias. Similes enim divitias dissipamus, et lacrymas, ejulatusque amaros dæmonibus incutimus,
cum ad pœnitentiam inclinamur.
CLXXXII. Eidem.
Dixisti nibi, te curiose ninis conquirere histo
rias scripto relatas, quæ facile in intelligentiam
cadere possunt; imo magis eorum, quæ scripto
mandata sunt, sententiam enixe fateris expendere,
et ad dictiones intellectuales libenter Scripturam
18 Isa. L, 1.
10 Jer. 111, 8. 17 Judic. v1, 40.
18 Isa.
Εἰρηκάς μοι άγαν πολυπραγμονεῖν τὰ ἀναγεγραμμένα ἱστορικῶς (εἰσύνοπτα γὰρ ταῦτα), ἀλλὰ μᾶλλον
τὴν νόησιν τῶν γεγραμμένων λίχνως διαθρεῖν λέγεις,
καὶ εἰς λέξεις νοητὰς βούλεσθαι ἡδέως την Γραφήν
ἐκλαμβάνειν. Κέρας τοίνυν σωτηρίας τὴν ἀπάθειαν
13 Isa. VII, 14. * Luc. 1. 48. 16 Ibid. 53.
col. 295–296page 119 of 262
PG 79:295“, νόησον, οἶκον δὲ τοῦ Δαυΐδ τὴν Ἐκκλησίαν. Εἰ τοίνυν καὶ αὐτὸς τοῦ οἴκου ὑπάρχεις του νοουμένου Δαυΐδ, ἀπάθειαν ἄσκησον καὶ τελείωσιν ψυχῆς. Ἐγχωρεί γὰρ τοῦτο καὶ ἐν μέσῳ τοῦ κόσμου! τελεσιουργηθῆναι, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἐπὶ τοῦ Δανιήλ.. ΡΗΓ. Τῷ αὐτῷ. Εἰσί τινες καὶ ἀρτίως ποταμοὶ ἀένναα ρέοντες θειοτέρων πεπληρωμένοι ρείθρων, τοῖς οἰκείοις ὁρμή μασι τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησίαν φημί, κατ ευφραίνοντες τῇ ἀνεκλείπτῳ ἀρδείᾳ· τοὺς περὶ τὸν θεοφιλῆ καὶ ὄντως μακάριον είρημα Φιλήμονα καὶ Νικηφόρον, οἵτινες ὑψηλοτάτην ἀπάθειαν ἀληθῶς καὶ γνῶσιν κεκτημένοι, καὶ τοὺς πολυτιμήτους λίθους εγκεκολπισμένοι διαδείκνυνται πᾶσι, τὸν ἄνθρακά φημι καὶ τὸν πράσινον λίθον. Σημαίνει δ' ἂν ὁ μὲν πράσινος λίθος, τὴν ἐκ τῆς ἀσκήσεως ἐπὶ προσώπου φαινομένην σεμνοτάτην ώχρότητα καὶ τὴν ψύξιν καὶ πῆξιν τῶν τοῦ σώματος μελῶν διὰ τῆς κληρουχίας ὁ δὲ ἄνθραξ, τὰ λαμπρὰ καὶ διακαή τῆς πνευματικής θεωρίας ἐνθυμήματα, ἅπερ δὴ καὶ τοῦ Κλεόπα τὴν καρδίαν ἐξέφλεγεν. Μείζων δὲ τῶν εἰρημένων θαυ μαστῶν ἀνδρῶν, παρὰ Θεοῦ τῷ κόσμῳ ποταμὸς χρυ σορβόας δεδώρηται, Ἰωάννης ὁ Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπος, οὗτινος τοὺς ἐπαίνους πολλαὶ τῶν σοφῶν μερίζονται γλῶσσαι. "Ανθραξ γὰρ οὗτος ἀληθέστατα, ἐκ νέας ἡλικίας τῷ φωτὶ τῆς εὐσεβείας σπαργανωθείς, καὶ ἐπὶ τοῦ θείου κόκκου τῶν διαπύρων νοημά των τιθηνηθείς, καὶ πυριφλεγεῖ πόθῳ, διὰ τῆς κατὰ μέρος προκοπῆς καὶ αὐξήσεως, εἰς ὕψος ἄρας τὴν φλόγα τῆς πάντων βροτῶν εὐεργετικῆς διδαχῆς, δια κεχωρισμένες ἐκείνων, καὶ διακεχρημένος τοῖς εὐ φρονούντων, τῶν πρώην μεν εὐφημουμένων δι' ἀρε την, νυνὶ δὲ ψεγομένων διὰ τὴν ῥαθυμίαν, καν ποι μένες τυγχάνωσιν· οὔσπερ; Ἱερεμίας ἐθρήνησε λέ γων· Πῶς κοπρίαν περιεβάλοντο πραγμάτων βιωτικῶν καὶ φθαρτῶν, οἱ ποτε τιθηνούμενοι ἐπὶ κόκκον τῆς οὐρανίου καὶ σεμνῆς βιώσεως, καὶ τοῦ ἀφθάρ του καὶ πνευματικοῦ πολιτεύματος. το ΡΠΔ'. — ΤΕΥΚΡΟ ΚΑΝΔΙΔΑΤΟ. Τῇ Γραφῇ ἐντυχόντες οὐκ ἂν ξενισθείημεν βλέπου τές σε λίαν βδελυσσόμενον τοὺς δικαίους, καὶ μυκτηρίζοντα τε καὶ διαχλευάζοντα τὴν τούτων εὐσεβῆ κατήχησιν. Γέγραπται γάρ, ότι «Τῷ ἁμαρτωλῷ βδέ λυγμά ἐστιν ἡ θεοσέβεια. Καὶ πάλιν φησίν, ὅτι «Η κουσε θεῖον λόγον μωρὸς καὶ ἀκάρδιος, καὶ ἀπέρριψεν αὐτὸν ὀπίσω τοῦ νώτου αὐτοῦ.» Καὶ πάλιν είρη ται, ὅτι «Πᾶν ζῶον τὸ ὅμοιον ἀγαπᾷ.» Πονηρὸς γὰρ ἄνθρωπος, ἄλλον πονηρόν στέργει καὶ ἀσπάζεται. ΡΠΕ. ΚΑΠΙΤΩΝΙ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗ. Μὴ φίλει τὰς χεῖράς σου ἐπαινῶν ταύτας, καὶ μα καρίζων σαυτόν, ὡς δι' αὐτῶν, καὶ τὸν ἴδιον οἶκον, καὶ πολλοὺς ἄλλους ἀγύμτας καὶ φαύλους διατρέφων· μᾶλλον δὲ τῷ Θεῷ εὐχαρίστει τῷ καὶ τὰς χεῖ
detorquere. Cornu itaque salutis “, indolentiam νόησον, οἶκον δὲ τοῦ Δαυΐδ τὴν Ἐκκλησίαν. Εἰ τοίνυν
esse intelligito, domum David Ecclesiam. Si itaque
et ipse ex domo, quæ intelligitur esse Davidis, es,
indolentiam exerce, et animæ perfectionem. Potest
namque etiam hoc in medio terrarum orbi absolvi,
quemadmodum in Josepho et in Daniele factum
est.
214 CLXXXIII. — Eidem.
καὶ αὐτὸς τοῦ οἴκου ὑπάρχεις του νοουμένου Δαυΐδ,
ἀπάθειαν ἄσκησον καὶ τελείωσιν ψυχῆς. Ἐγχωρεί
γὰρ τοῦτο καὶ ἐν μέσῳ τοῦ κόσμου! τελεσιουργηθῆναι,
ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἐπὶ τοῦ Δανιήλ..
ΡΗΓ.
Τῷ αὐτῷ.
Εἰσί τινες καὶ ἀρτίως ποταμοὶ ἀένναα ρέοντες
θειοτέρων πεπληρωμένοι ρείθρων, τοῖς οἰκείοις ὁρμήμασι τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησίαν φημί, κατευφραίνοντες τῇ ἀνεκλείπτῳ ἀρδείᾳ· τοὺς περὶ τὸν
θεοφιλῆ καὶ ὄντως μακάριον είρημα Φιλήμονα καὶ
Νικηφόρον, οἵτινες ὑψηλοτάτην ἀπάθειαν ἀληθῶς καὶ
γνῶσιν κεκτημένοι, καὶ τοὺς πολυτιμήτους λίθους
εγκεκολπισμένοι διαδείκνυνται πᾶσι, τὸν ἄνθρακά
φημι καὶ τὸν πράσινον λίθον. Σημαίνει δ' ἂν ὁ μὲν
πράσινος λίθος, τὴν ἐκ τῆς ἀσκήσεως ἐπὶ προσώπου
φαινομένην σεμνοτάτην ώχρότητα καὶ τὴν ψύξιν καὶ
πῆξιν τῶν τοῦ σώματος μελῶν διὰ τῆς κληρουχίας
ὁ δὲ ἄνθραξ, τὰ λαμπρὰ καὶ διακαή τῆς πνευματικής
θεωρίας ἐνθυμήματα, ἅπερ δὴ καὶ τοῦ Κλεόπα τὴν
καρδίαν ἐξέφλεγεν. Μείζων δὲ τῶν εἰρημένων θαυμαστῶν ἀνδρῶν, παρὰ Θεοῦ τῷ κόσμῳ ποταμὸς χρυσορβόας δεδώρηται, Ἰωάννης ὁ Κωνσταντινουπόλεως
ἐπίσκοπος, οὗτινος τοὺς ἐπαίνους πολλαὶ τῶν σοφῶν
μερίζονται γλῶσσαι. "Ανθραξ γὰρ οὗτος ἀληθέστατα,
ἐκ νέας ἡλικίας τῷ φωτὶ τῆς εὐσεβείας σπαργανωθεὶς, καὶ ἐπὶ τοῦ θείου κόκκου τῶν διαπύρων νοημά
των τιθηνηθείς, καὶ πυριφλεγεῖ πόθῳ, διὰ τῆς κατὰ
μέρος προκοπῆς καὶ αὐξήσεως, εἰς ὕψος ἄρας τὴν
φλόγα τῆς πάντων βροτῶν εὐεργετικῆς διδαχῆς, διακεχωρισμένες ἐκείνων, καὶ διακεχρημένος τοῖς εὐ
φρονούντων, τῶν πρώην μεν εὐφημουμένων δι' ἀρε
την, νυνὶ δὲ ψεγομένων διὰ τὴν ῥαθυμίαν, καν ποι
μένες τυγχάνωσιν· οὔσπερ; Ἱερεμίας ἐθρήνησε λέγων· Πῶς κοπρίαν περιεβάλοντο πραγμάτων βιωτικῶν καὶ φθαρτῶν, οἱ ποτε τιθηνούμενοι ἐπὶ κόκκον
τῆς οὐρανίου καὶ σεμνῆς βιώσεως, καὶ τοῦ ἀφθάρτου καὶ πνευματικοῦ πολιτεύματος.
Sunt nonnulli nunc quoque temporis numero fluvii aquarum cursu indeficienti, divinis repleti
fluentis, et proprio impetu civitatem Dei, Ecclesiam
dico, hilaritate conspergentes nunquam quiescente
irroratione: eos intelligo, qui usu et consuetudine
amali et beato Philemoni et Nicephoro conjunctis -
simi vivunt. Hi vere sublimissimam indolentiam et
cognitionem possidentes, necnon pretiosissimos 5
lapides in sinu deferentes omnibus proponuntur,
carbunculum, inquam, et viridem lapidem. Innuet
porro lapis viridis eum, qui ex exercitatione in facie
apparet, quam maxime venerandum pallorem', et
refrigerationem, et concretionem ob asperam tractationem membrorum corporis. Carbunculus præclaros, ignitosque spiritualis contemplationis sensus
intimnos, qui sane et Cleope cor adurebant. His
jam laudatis admirabilibus viris major a Deo mundo
profluens, aureis fontibus conspicuus datus est,
Joannes Constantinopolitanus episcopus, cujus
laudes muntæ sibi sapientum linguæ dispertitæ sunt.
Hic enim quam verissime carbunculus est, a tenella
ætate pietatis splendore etiam in fasciis obvolutus,
et in divino graño ignitarum cogitationum enutritus, et ardenti desiderio per profectum carptim,
incrementumque in sublime elevans flammam doctrinæ, pro qua de omni mortalium genere bene
promeritus est, ab illis separatus, utensque prudentibus illis, qui antea propter virtutem in maxima omnium admiratione erant; at nunc, ea est
præsentium socordia, despectui habentur, licet
pastores sint: quod verbis illis Jeremias deploravit: Quomodo stercore 215 circumvallati sunt
rerum terrenarum, ac corruptibilium, qui aliquando
et incorruptibilis, et spiritalis instituti.
CLXXXIV. TEUCRO CANDIDATO.
nutriebantur in cocco " cœlestis ac venerandæ vitæ,
Dum Scripturam percurrimus, nibil novi nobis
accidere videtur, cum te conspicimus justos exsecrantem, et irridentem, probisque petentem piam
eorum institutionem. Scriptum est enim: ‹ Peccator
exsecratur Dei cultum ". Et alibi: ‹ Audiit divinum
verbum stultus, et excors, et abjecit illud retro in
humeris suis s.» Alibi quoque scriptum est: Omne
animal simile sibi appetit s.» Scelestus enim homo
scelestum amat, et complectitur.
CAPITONI PURONTISTÆ.
Ne manuum tuarum amore concitus eas exaltes,
laudibus cumules, et beatum te prædices, quod per
eas et domum propriam, et plerosque alios nebulones atque infames sustentas. Imo potius Deo gra
19 Psal. xv11, 3.
το Thren. 17,
21 Eccli. 1, 32.
ΡΠΔ'. — ΤΕΥΚΡΟ ΚΑΝΔΙΔΑΤΟ.
Τῇ Γραφῇ ἐντυχόντες οὐκ ἂν ξενισθείημεν βλέπου
τές σε λίαν βδελυσσόμενον τοὺς δικαίους, καὶ μυκτηρίζοντά τε καὶ διαχλευάζοντα τὴν τούτων εὐσεβῆ
κατήχησιν. Γέγραπται γάρ, ότι «Τῷ ἁμαρτωλῷ βδέ
λυγμά ἐστιν ἡ θεοσέβεια. Καὶ πάλιν φησίν, ὅτι «Η -
κουσε θεῖον λόγον μωρὸς καὶ ἀκάρδιος, καὶ ἀπέρρι
ψεν αὐτὸν ὀπίσω τοῦ νώτου αὐτοῦ.» Καὶ πάλιν είρηται, ὅτι «Πᾶν ζῶον τὸ ὅμοιον ἀγαπᾷ.» Πονηρὸς γὰρ
ἄνθρωπος, ἄλλον πονηρόν στέργει καὶ ἀσπάζεται.
ΡΠΕ. ΚΑΠΙΤΩΝΙ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗ.
Μὴ φίλει τὰς χεῖράς σου ἐπαινῶν ταύτας, καὶ μα
καρίζων σαυτόν, ὡς δι' αὐτῶν, καὶ τὸν ἴδιον οἶκον,
καὶ πολλοὺς ἄλλους ἀγύμτας καὶ φαύλους διατρέ
φων· μᾶλλον δὲ τῷ Θεῷ εὐχαρίστει τῷ καὶ τὰς χεῖ
* Eccli. xx1, 18. • Eccli. XIII, 19.
col. 297–298page 120 of 262
PG 79:297ρας δόντι σοι, καὶ προνοουμένῳ σου. Εἰ δὲ Θεοῦ ἐπι λανθανόμενος τὰς χεῖράς σου προσκυνεῖς, φοβήθητε, μή ποτε παραλυθῶσι δι' ἀσθενείας αἱ χεῖρές σου, ἢ ἀποξηρανθῶσιν. ΕΟΡΤΑΣΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. "Εκαστος ἁμαρτάνων, μακρύνεται, καὶ ἀποσχοινίζεται ἀπὸ Θεοῦ, οὐ τόπῳ, ἀλλὰ τρόπῳ· καὶ ξένην καταλαμβάνει χώραν, τουτέστι ξένην τινὰ διαγωγήν, καὶ ἀπηλλοτριωμένην τοῦ Κρείττονος· κἀκεῖ λιμώττει λοιπὸν ζῶν ἀσώτως, καὶ διασκορπίσας μοχθηρά προ αιρέσει τὴν κατὰ φύσιν ἀγαθὴν κατάστασιν. Οπου γὰρ σωφροσύνη οὐ φαίνεται, ἐκεῖ λιμὸς ἰσχυρός. Που λῖται δὲ τῆς χώρας ἐκείνης νοοῦνται οἱ δαίμονες, οι τινες μόνα τὰ γλυκυφανῆ, καὶ τὸν φάρυγγα τοῦ ἐσθίοντος τραχύνοντα κεράτια τῆς ἁμαρτίας κέκτηνται. ΡΙΖ'. -- ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Τοῖς μέλλουσι τὸ πρόβατον ἐσθίειν Ισραηλίταις κεφαλὴν σὺν τοῖς ποσὶν ἐσθίειν ὁ νόμος ἐκέλευεν, ἵν' ἡμεῖς διὰ τοῦ τύπου μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν τῆς τοῦ Δεσπότου οἰκονομίας, κεφαλῆς μὲν τῆς θεότητος νοου μένης· ποδῶν δὲ τῆς ἀνθρωπότητος ἐκλαμβανομένης. Ο γὰρ εἰπὼν εὐαγγελιστής· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος, ο ἐπήγαγε λέγων· ι Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο. ο Προσκυνείσθω μὲν οὖν ὡς θεῷ, πιστευέσθω δὲ, ὅτι καὶ ἠνθρώπησε. Διπλοῦς γὰρ ἦν ὁ Χριστὸς, Θεὸς μὲν κατὰ τὰ ἀόρατον, ἄνθρωπος δὲ κατὰ τὸ βλεπόμενον. Ούτε οὖν τὸ λέγειν ἄνθρωπον ἄνευ τῆς θεότητος ἐπωφελές, οὔτε τὴν ἀνθρωπότητα μὴ συνομολογεῖν τῇ θεότητι σωτήριον. Ταῦτα πρὸς τὰ γραφέντα μοι παρὰ σοῦ δι᾿ ὀλίγων. ΡΠΗ. Τῷ αὐτῷ. Τί ἐστιν, ὅπερ λέγει ὁ προφήτης περὶ τῶν ἀσωμά των δυνάμεων, ὅτι «"Ην τὰ σκέλη αὐτῶν ὀρθὰ, καὶ πτερωτοὶ οἱ πόδες αὐτῶν; › Οὐ γὰρ δὴ προσδέονται τῶν σωματικῶν πάντων αἱ ἐπουράνιοι, καὶ ἅγιας δυνάμεις τὸ καθόλου, οὐ δὲ μὴν τῆς πρὸς ταῦτα χρῇ ζουσιν ἐπινεύσεως· διὰ τοῦτο τὰ σκέλη ὀρθὰ εἴρηνται ἔχειν. Τί δ' ἂν δηλώσειαν πόδες επτερωμένοι, ἢ πάνω ἕως τὸ πρὸς τὰ θειότερα τῶν νοημάτων ὀξυκίνητον τῆς φύσεως ἐκείνης ἀπηλλαγμένης πάσης χθαμαλωτέρας ὑφέσεως; ΡΠΟ. - ΓΕΡΜΑΝΟ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ. Ημιμόχθηρο; ὑπάρχειν μοι ἔοικας, οὐ μὴν ὁλομόχθηρος. "Οθεν καὶ μικρὰ καλὰ ἐν σοὶ καταμανθάνων, ἐλπίδας χρηστὰς ἐμαυτῷ περὶ σοῦ ὑποσπείρω, καὶ εὔχομαι ἰδεῖν σου θᾶττον τὴν ἐπὶ τὰ βέλτιστα μεταβολήν. ΟΛΥΜΠΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Μὴ ἔσο απότομος, μήποτε πειραθῇς θείας ἀγανακτήσεως, κἂν δοκεῖς ζήλῳ περιφλέγεσθαι θεοσεβείας. Καὶ γὰρ ὁ μακαριώτατος Ἰωνᾶς τὸ ἄγαν θερμὸν τοῦ ζήλου διὰ τοῦ κήτους μεμάλακται. Καὶ αὐτὸς οὖν βλέπε, μή ποτε διὰ τὸ ἀσυμπαθὲς τῷ κήτει παρα δοθῇς, πειρασμῷ τινι ἀπροσδοκήτῳ, καὶ ἀνυποίστῳ. Κῆτος δὲ νῦν τὸν διάβολον λέγω. Πλὴν ἵνα μὴ τὴν συμμετρίαν ἐκβαίνειν δόξω, συντόμως λέξω ἱστορίαν
EPISTOLARUM LIB. II.
ρας δόντι σοι, καὶ προνοουμένῳ σου. Εἰ δὲ Θεοῦ ἐπι- lias ago, qui et mamus exhibuit, et tui curam gerit.
λανθανόμενος τὰς χεῖράς σου προσκυνεῖς, φοβήθητε,
μή ποτε παραλυθῶσι δι' ἀσθενείας αἱ χεῖρές σου, ἢ
ἀποξηρανθῶσιν.
PAG. - ΕΟΡΤΑΣΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ.
"Εκαστος ἁμαρτάνων, μακρύνεται, καὶ ἀποσχοινίζεται ἀπὸ Θεοῦ, οὐ τόπῳ, ἀλλὰ τρόπῳ· καὶ ξένην
καταλαμβάνει χώραν, τουτέστι ξένην τινὰ διαγωγήν,
καὶ ἀπηλλοτριωμένην τοῦ Κρείττονος· κἀκεῖ λιμώττει
λοιπὸν ζῶν ἀσώτως, καὶ διασκορπίσας μοχθηρά προαιρέσει τὴν κατὰ φύσιν ἀγαθὴν κατάστασιν. Οπου
γὰρ σωφροσύνη οὐ φαίνεται, ἐκεῖ λιμὸς ἰσχυρός. Που
λῖται δὲ τῆς χώρας ἐκείνης νοοῦνται οἱ δαίμονες, οι
τινες μόνα τὰ γλυκυφανῆ, καὶ τὸν φάρυγγα τοῦ ἐσθί
οντος τραχύνοντα κεράτια τῆς ἁμαρτίας κέκτηνται.
ΡΙΖ'. -- ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ.
Τοῖς μέλλουσι τὸ πρόβατον ἐσθίειν Ισραηλίταις
κεφαλὴν σὺν τοῖς ποσὶν ἐσθίειν ὁ νόμος ἐκέλευεν, ἵν'
ἡμεῖς διὰ τοῦ τύπου μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν τῆς τοῦ
Δεσπότου οἰκονομίας, κεφαλῆς μὲν τῆς θεότητος νοουμένης· ποδῶν δὲ τῆς ἀνθρωπότητος ἐκλαμβανομένης.
Ο γὰρ εἰπὼν εὐαγγελιστής· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος
καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος, ο
ἐπήγαγε λέγων· ι Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο. ο
Προσκυνείσθω μὲν οὖν ὡς θεῷ, πιστευέσθω δὲ, ὅτι
καὶ ἠνθρώπησε. Διπλοῦς γὰρ ἦν ὁ Χριστὸς, Θεὸς μὲν
κατὰ τὰ ἀόρατον, ἄνθρωπος δὲ κατὰ τὸ βλεπόμενον.
Ούτε οὖν τὸ λέγειν ἄνθρωπον ἄνευ τῆς θεότητος
ἐπωφελές, οὔτε τὴν ἀνθρωπότητα μὴ συνομολογεῖν
τῇ θεότητι σωτήριον. Ταῦτα πρὸς τὰ γραφέντα μοι
παρὰ σοῦ δι᾿ ὀλίγων.
ΡΠΗ.
Τῷ αὐτῷ.
Τί ἐστιν, ὅπερ λέγει ὁ προφήτης περὶ τῶν ἀσωμά
των δυνάμεων, ὅτι «"Ην τὰ σκέλη αὐτῶν ὀρθὰ, καὶ
πτερωτοὶ οἱ πόδες αὐτῶν; › Οὐ γὰρ δὴ προσδέονται
τῶν σωματικῶν πάντων αἱ ἐπουράνιοι, καὶ ἅγιας
δυνάμεις τὸ καθόλου, οὐ δὲ μὴν τῆς πρὸς ταῦτα χρῇζουσιν ἐπινεύσεως· διὰ τοῦτο τὰ σκέλη ὀρθὰ εἴρηνται
ἔχειν. Τί δ' ἂν δηλώσειαν πόδες επτερωμένοι, ἢ πάνω
ἕως τὸ πρὸς τὰ θειότερα τῶν νοημάτων ὀξυκίνητον
τῆς φύσεως ἐκείνης ἀπηλλαγμένης πάσης χθαμαλωτέρας ὑφέσεως;
Quod si Dei oblitus manus luas veneraris, cave ne
aliquando propter malam ægritudinein manus tuæ
resolvantur aut exsiccentur.
'
HEORTASIO DIACONO.
Quilibet dam peccat, elongatur et separatur
a Deo, 216 non loco, sed modo; et alienam regionem appellit, novum scilicet vitæ institutum, et a
Numine alienum: ibique in posterum fame enecatur, luxuriose yivens s, et prava electione innatain
probitatem dissipans. Ubi enim continentia nulla,
ibi fames valida est. Cives vero regionis illius intelliguntur esse damones, qui eas tantummodo,
quæ dulces apparen:, et edentis guttur exasperant,
siliquas peccati possident.
CLXXXVII. MARTINIANO PRESBYTERO.
Israelitis, oven comesturis, caput cum pedibus
consumere lex præcipiebat ", ut nos ea figura veritatem Dominicæ dispositionis comprehenderemus, cum caput intelligatur esse divinitas; pedes
iudicent humanitatem. Evangelista namque qui
dixerat:: «In principio erat Verbum, et Verbum erat
apud Deum, et Deus erat Verbum 36;» infra sabjunxit: Et Verbum caro factum est ". › Adoretur
itaque ut Deus, cradaturque hominem induisse.
Duplex namque erat Christus; uti qui oculis non
subjiciebatur, Deus; uti qui oculis subdebatur,
home. Eum igitur hominem dicere sine divinitate
baud proficuum est, neque humanitatem non una
cum divinitate confiteri, salutare. Hæc ad ea quæ
Cmihi scripseras, paucissimis verbis.
ΡΠΟ. - ΓΕΡΜΑΝΟ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ.
Ημιμόχθηρο; ὑπάρχειν μοι ἔοικας, οὐ μὴν
ὁλομόχθηρος. "Οθεν καὶ μικρὰ καλὰ ἐν σοὶ καταμανθάνων, ἐλπίδας χρηστὰς ἐμαυτῷ περὶ σοῦ ὑποσπείρω,
καὶ εὔχομαι ἰδεῖν σου θᾶττον τὴν ἐπὶ τὰ βέλτιστα
μεταβολήν.
PL. - ΟΛΥΜΠΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.
Μὴ ἔσο απότομος, μήποτε πειραθῇς θείας ἀγανα
κτήσεως, κἂν δοκεῖς ζήλῳ περιφλέγεσθαι θεοσεβείας.
Καὶ γὰρ ὁ μακαριώτατος Ἰωνᾶς τὸ ἄγαν θερμὸν τοῦ
ζήλου διὰ τοῦ κήτους μεμάλακται. Καὶ αὐτὸς οὖν
βλέπε, μή ποτε διὰ τὸ ἀσυμπαθὲς τῷ κήτει παρα
δοθῇς, πειρασμῷ τινι ἀπροσδοκήτῳ, καὶ ἀνυποίστῳ.
Κῆτος δὲ νῦν τὸν διάβολον λέγω. Πλὴν ἵνα μὴ τὴν
συμμετρίαν ἐκβαίνειν δόξω, συντόμως λέξω ἱστορίαν
* Luc. ΧV,
28 Exod. x11, 9.
PATROL. GR. LXXIX.
CLXXXVIII. Eidem.
Quid est, quod propheta ait, de incorporeis potestatibus: «Erant crura eorum recta, et pedes corum alati?, 217 Neque enim coelestes sanctaque
illa potestates omnino hisce corporeis indigent,
neque item illis opus est ad ista accessus; propterea
crura reeta habere dicuntur. Quid vero notant pedes alati, nisi ad diviniora velocem pernicitatem
illius natura ab omni humiliori subjectione
immunis?
CLXXXIX. - GERMANO CANCELLARIO.
Semipravus mihi videris esse, non totus universus. Hinc et pusilla bona in te deprehendens,
bonam ipse de te spem concipio, deprecorque cito
videre tuam ad optima quæque immutationem.
OLYMPIO EPISCOPO.
Discaveas immanitati, nequando divinam indignationem incurras, Licet pietatis zelo aduri
videaris. Nam beatissimus Jonas fervens zeli studium medio ceto emolliit ". Cave igitur tu quoque
ne, quod exorari te non sinis, celo tradaris, tentationi nempe inexspectatæ et intolerabili. Cetum porro nunc diabolum nuncupo. Attamen ne
mensuram epistolæ excedere videar, compendio
18 Ezech. 1, 7.
19 Jon. 11, 1.
26 Joan. 1, 1. er ibid. 15.
col. 299–300page 121 of 262
PG 79:299ψυχὴν ἀσθενούντων. Κάρπος τις γέγονεν ἐπίσκοπος σύγχρονος τῶν ἀποστόλων. Επὶ τούτου δύο τινὲς νεανίσκοι ἐπιστρέψαντες ἐξ Ελληνικής πλάνης, καὶ τῶν ἔξωθεν παιδευτηρίων προσῆλθον τῇ Χριστοῦ Εκκλησίᾳ, καὶ παρακαλέσαντες τυγχάνουσι τοῦ θείου βαπτίσματος. Εὐθὺς δὲ τοῦτο μαθόντες οἱ τούτων συμφοιτηταί διεφθάρ & ἀρχαίαν· καὶ τάχα δυσωπηθήσῃ φείδεσθαι τῶν κατὰ ἀσεβέστατοι, καὶ ἀνοσιώτατοι. Τούτων οὕτως παρ' αὐτοῦ λεγομένων, ἰδοὺ θέαμα μέγιστον φόβου καὶ καταπλήξεως.Κατῆλθεν οὖν ὁ Χριστὸς οὐρανόθεν, καὶ φεύγουσι μὲν οἱ φλογώδεις δράκοντες, ἐπιλαβόμενος δὲ τὸν νέον μετ' εὐμενείας, καὶ πραότητος πολλῆς ἀνα φέρει του χάσματος, καὶ τίθησιν ἐπὶ γῆς, διὰ τοῦτοῦ δεικνύων τὴν σωτηρίαν αὐτῶν. Ἀληθῶς γὰρ Χριστια ἐς ὕστερον μεταβληθέντες, μεγάλοι πεφήνασι. Μέμφεται δὲ τὴν Κάρπον, τῆς τε μελαγχολίας, καὶ τῆς ἀποτομίας, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀσυμπαθῶς ἐπηράσατο στιβαρώς. Ταῦτα τοιγαροῦν γνοὺς, ὦ ἐπι σκόπε, μὴ ἀναθεμάτιζε ἀσπλάγχνως, καὶ δίωκε ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας διηνεκώς ἀνθρώπους τοὺς περὶ Φιλή μόνα, καὶ Σώσανδρον κατὰ συναρπαγὴν περιπεπαρ μένους τῇ ἀσεβεία. Αλλὰ μᾶλλον κατὰ τοὺς κανόνας τῶν ἁγίων ἀποστόλων πρὸς χρόνον τακτὸν τῆς Ἐκε κλησίας ἀπείρξας, έλεγξον, νουθέτησον, ἐπίτρεψον, στύψον, ἐπίχεε τὸν τοῦ Χριστοῦ ἔλεον, παρακάλεσον, ανανέωσον, στήριξον, ἀπόπλυνον αὐτοὺς τοῖς αὐτῶν ὀδυρμοῖς, καὶ δάκρυσε, κόσμησον ταῖς νηστείαις, φαίδρυνον ταῖς πολλαῖς ἀγρυπνίαις, ἐπένδυτον ταῖς & προσευχαῖς τοὺς τῆς θεοσεβείας κατ' ἐπήρειαν τοῦ διαβόλου, καὶ ἐπιβουλὴν ἀνδρῶν ἀνόμων γεγυμνωμέα νους, ἀγαθὰς αὐτοῖς ὑπόσπειρον ἐλπίδας δεομένοις, εκετεύουσιν, ἐλεημοσύνας ποιοῦσι, καὶ ἐξιλεουμένοις τον μόνον εὔσπλαγχνον, καὶ φιλάνθρωπον, καὶ ὑπερ γαν οικτίρμονα Σωτήρα ἡμῶν Χριστόν. η ΡΕΑ'. - ΟΛΥΘΡΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Οὐδαμοῦ εἶπεν ἡ Γραφή, ὅτι κατ' εἰκόνα Θεοῦ, καὶ ὁμοίωσιν ὁ ἥλιος κέκτισται· πῶς οὖν σὺ τοῦτό φανερῶς ἐκδιδάσκεις; Κἂν γὰρ ὑπάρχει κατ᾽ οὔτ ρανὸν ἀποστίλβων ὁ ἥλιος ταῖς λαμπροτάταις αὐγαῖ;, ἀλλ᾽ οὖνγε πρὸς τὸ ἀνθρώποις ὑπηρετεῖν ἐκτίσθη προστάγματι καὶ νόμος, οὐ μὴν καὶ θείαις χερσίν. Μόνος δὲ ἄνθρωπος τὸ θαυμάσιον ζῶον χερσὶ Θεοῦ πέπλασται, καὶ τοῖς ἄλλοις κατεκοσμήθη δακτύλοις, καὶ ψυχὴν ἐμπέπνευσται λογικήν. ΡΙΒ.- ΤΕΛΕΣΦΟΡΟ ΕΓΚΑΥΣΤΗ. Διὰ τῇ μοχθεῖς πολλὰ καὶ ἀπέραντα, καὶ εἰς ἄνεμον κοπιας, καθὼς εἶπε Σολομών; Ἀνόνητος γὰρ, καὶ ασύμφορος ή σπουδή σου δειχθήσεται, Θεοῦ τοὺς στακας τῶν πραγμάτων κρατοῦντος, καὶ πάντα καθ' ἐν βούλεται τρόπον ἄγοντος καὶ φέροντος. θησαυρίζεις γὰρ ἐξ ἀδικίας πολλά, οὐ γινώσκεις δε, είνε συν άγεις αὐτά, ὡς εἴρηκεν ὁ Δαυΐδ.
ψυχὴν ἀσθενούντων. Κάρπος τις γέγονεν ἐπίσκοπος
σύγχρονος τῶν ἀποστόλων. Επὶ τούτου δύο τινὲς
νεανίσκοι ἐπιστρέψαντες ἐξ Ελληνικής πλάνης, καὶ
τῶν ἔξωθεν παιδευτηρίων προσῆλθον τῇ Χριστοῦ
Εκκλησίᾳ, καὶ παρακαλέσαντες τυγχάνουσι τοῦ θείου
βαπτίσματος. Εὐθὺς δὲ τοῦτο μαθόντες οἱ τούτων
συμφοιτηταί διεφθάρ
extricabo historiam veterem: et tunc fortasse & ἀρχαίαν· καὶ τάχα δυσωπηθήσῃ φείδεσθαι τῶν κατὰ
tibi persuadebis, eoruin qui animo infirmantur,
misereri. Carpus quidam episcopus eadem euni
apostolis ztate vixit. Sub eo duo juvenes ex gen.
tium errore, exterisque doctrinarum cavillationibus converti, ad Christi Ecclesiam accesserunt,
obsecrationeque hamili apud episcopum usi di
vinum conseqwinter 218 baptisma. Id ubi audierunt, qui una cum tílis iisdem studiis imībuőbantur, Mico
au²
ἀσεβέστατοι, καὶ ἀνοσιώτατοι. Τούτων οὕτως παρ'
αὐτοῦ λεγομένων, ἰδοὺ θέαμα μέγιστον φόβου καὶ
καταπλήξεως.Κατῆλθεν οὖν ὁ Χριστὸς οὐρανόθεν, καὶ
φεύγουσι μὲν οἱ φλογώδεις δράκοντες, ἐπιλαβόμενος
δὲ τὸν νέον μετ' εὐμενείας, καὶ πραότητος πολλῆς ἀναφέρει του χάσματος, καὶ τίθησιν ἐπὶ γῆς, διὰ τοῦτοῦ
δεικνύων τὴν σωτηρίαν αὐτῶν. Ἀληθῶς γὰρ Χριστιαvol ἐς ὕστερον μεταβληθέντες, μεγάλοι πεφήνασι.
Μέμφεται δὲ τὴν Κάρπον, τῆς τε μελαγχολίας, καὶ
τῆς ἀποτομίας, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀσυμπαθῶς
ἐπηράσατο στιβαρώς. Ταῦτα τοιγαροῦν γνοὺς, ὦ ἐπισκόπε, μὴ ἀναθεμάτιζε ἀσπλάγχνως, καὶ δίωκε ἀπὸ
τῆς Ἐκκλησίας διηνεκώς ἀνθρώπους τοὺς περὶ Φιλή
μόνα, καὶ Σώσανδρον κατὰ συναρπαγὴν περιπεπαρ
μένους τῇ ἀσεβεία. Αλλὰ μᾶλλον κατὰ τοὺς κανόνας
τῶν ἁγίων ἀποστόλων πρὸς χρόνον τακτὸν τῆς Ἐκε
κλησίας ἀπείρξας, έλεγξον, νουθέτησον, ἐπίτρεψον,
στύψον, ἐπίχεε τὸν τοῦ Χριστοῦ ἔλεον, παρακάλεσον,
ανανέωσον, στήριξον, ἀπόπλυνον αὐτοὺς τοῖς αὐτῶν
ὀδυρμοῖς, καὶ δάκρυσε, κόσμησον ταῖς νηστείαις,
φαίδρυνον ταῖς πολλαῖς ἀγρυπνίαις, ἐπένδυτον ταῖς
& προσευχαῖς τοὺς τῆς θεοσεβείας κατ' ἐπήρειαν τοῦ
διαβόλου, καὶ ἐπιβουλὴν ἀνδρῶν ἀνόμων γεγυμνωμέα
νους, ἀγαθὰς αὐτοῖς ὑπόσπειρον ἐλπίδας δεομένοις,
εκετεύουσιν, ἐλεημοσύνας ποιοῦσι, καὶ ἐξιλεουμένοις
τον μόνον εὔσπλαγχνον, καὶ φιλάνθρωπον, καὶ ὑπερ
γαν οικτίρμονα Σωτήρα ἡμῶν Χριστόν.
fmpiissimi atque iniquissimi. Haec eu edisserente,
en spectaculumn maximum timoris et admirationis
plenum incidit. Descendit itaqne Christus de caelo,
et flammivomi dracones fugantur, excepiumqure
cum clementia et placiditate multa juvenem & vo- "
ragine extrabis, et sistit in terra, per bot salutem corum commonstrans. Christiani etenim postmodum in se reversì integerrimi fuere. Incusat
præterea Carpi iracundiam et implacabilitatem:
necnon quod inexorabilis ipse in eos dirissima
Smprecatus fuerit. Hæc itaque cum didiceris, episcope, ne immisericorditer anathemate feras,
ejiciasque ab Ecclesia perpetuo Philemonis, Sosandrijue sectatores, qui fraudibus circumventi ad
impietatem abducti sunt. Tino ex auctorum apostolicoruin canonum sententia præscripto tempore ab Ecclesia arcews, redargue, instrue, adhortare s, astringe, Chrini misericordiam superinfunde, deprecare, renova, confirma, eos propriis eorum lacrymis et ejulatibus lava, jejuniis
orna, multis vigiliis purifca, orationibusque indue eos, qui diaboli improbitate et fraude iniquorum
Doninium divino culta spatiati sunt, et bonam
illis confore spem rogantibus, deprecantibus, eleemosynas facientibus, et propitium sibi reddentibus
solum misericordem atque trumanum et quam ma
xime miseratorem Salvatorem nostrum Christum.
219 CXCI. OLIBRIO PRESBYTERÓ.
Nusquam Scriptura dixit, ad imaginem Dei et
similitudinem solem procreatum fuisse: quanard
igitur ratione tu id palam edicis, et in oculis omnium? Licet enim ille haerens in colo lucidissimos
radios ejaculetur, factus tamen est ea lege, ac
jussu, ut hominibus inserviat; et non est divinis
mamibus fabrefactuis. Solus homo animal admirebile Dei manibus procreatus, et digitis nulli mate
riæ obnoxiis exornatus est, et animam rationis
compotem´infläta divino possedit.
CXCH. THELESPHORO ENCAUSTÆ.
Quid laborem sedulum, inanemque capis? quid
conteris operam frustra? quid in ventum laborerh
insumis ", ut aiebat Salomon? Stultum enim, tinimeque frugiferam studium tuum comperfetur,
eum Deus rerum habenas teneat, dirigatque ommia, ac regal, ut illi collubitum est. Matta siquidem, injuste te gerens, in ærarium congeris, ne.
que cui illa congregas ", scis, ut David dicebɔt
* H Timoth. iv, 2.
»
η
b
ΡΕΑ'. - ΟΛΥΘΡΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ.
Οὐδαμοῦ εἶπεν ἡ Γραφή, ὅτι κατ' εἰκόνα Θεοῦ,
καὶ ὁμοίωσιν ὁ ἥλιος κέκτισται· πῶς οὖν σὺ τοῦτό
φανερῶς ἐκδιδάσκεις; Κἂν γὰρ ὑπάρχει κατ᾽ οὔτ
ρανὸν ἀποστίλβων ὁ ἥλιος ταῖς λαμπροτάταις αὐγαῖ;,
ἀλλ᾽ οὖνγε πρὸς τὸ ἀνθρώποις ὑπηρετεῖν ἐκτίσθη
προστάγματι καὶ νόμος, οὐ μὴν καὶ θείαις χερσίν.
Μόνος δὲ ἄνθρωπος τὸ θαυμάσιον ζῶον χερσὶ Θεοῦ
πέπλασται, καὶ τοῖς ἄλλοις κατεκοσμήθη δακτύλοις,
καὶ ψυχὴν ἐμπέπνευσται λογικήν.
ΡΙΒ.- ΤΕΛΕΣΦΟΡΟ ΕΓΚΑΥΣΤΗ.
Διὰ τῇ μοχθεῖς πολλὰ καὶ ἀπέραντα, καὶ εἰς ἄνεμον
κοπιας, καθὼς εἶπε Σολομών; Ἀνόνητος γὰρ, καὶ
ασύμφορος ή σπουδή σου δειχθήσεται, Θεοῦ τοὺς
στακας τῶν πραγμάτων κρατοῦντος, καὶ πάντα καθ'
ἐν βούλεται τρόπον ἄγοντος καὶ φέροντος. Θησαυρί
ζεις γὰρ ἐξ ἀδικίας πολλά, οὐ γινώσκεις δε, είνε συν
άγεις αὐτά, ὡς εἴρηκεν ὁ Δαυΐδ.
"Eccle. v, 15. Psal. xxxvii, 7.
col. 301–302page 122 of 262
PG 79:301ΡΗΓ. - ΜΕΛΙΤΩΝΙ ΔΙΑΚΟΝΟ. Όπου ἐντολὴ Θεοῦ, ἐκεῖ πάντως καὶ πειρασμός, καὶ ἐπιβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ πειθέτω σε Ἀδὰμ ἐν παραδείσῳ ἐντολὴν θείαν δεξάμενος, καὶ παραχρῆμα ἐπιβουλευθεὶς, καὶ ὑποσκελισμένος. Ὅπου δὲ θλίψις, καὶ ἔνθα λύπη πολλή, ἐκεῖ καὶ χαρὰ πολλή γενήσεται, καιρῷ τῷ προσήκοντα. «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου, ο φησὶν ὁ Κύριος. Ἀλλ' ὅμως ἡ λύπη αυ τοῦ εἰς χαρὰν γέγονεν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ. Καὶ ἡμεῖς λυπούμεθα μὲν, θλιβόμενοι ἐν μυρίοις πειρασμοίς, τοῖς τε ἐκ δαιμόνων, τοῖς τε ἐκ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ δυνατὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάσας τας θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ τέρψιν διηνεκή μετενέγκαι. Μὴ τοίνυν ἐκλύου τῇ πολλῇ ἀθυμίᾳ, καὶ τῇ ἀμέτρῳ λύπῃ· σ γὰρ λυπηθέντες· ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν, ὁ ἐφ ὧν καὶ λελύπηνται. Κοίτην δὲ νόει μο νῦν τινα ψυχῆς τεθλιμμένης ὑπὲρ τῆς κτήσεως τῶν ἀρετῶν, ἕξιν τε καὶ κατάστασιν. Ὅπου τοίνυν διὰ Θεοῦ λύπη, δῆλον ὅτι ἐκεῖ καὶ χαρὰ αιώνιος έσται. Καὶ γὰρ αἱ περὶ Μαρίαν τὴν Μαγδαληνὴν, καὶ τὴν ἄλλην Μαρίαν, λυπηθεῖσαι ὑπερβαλλόντως, ήκουσαν τοῦ χορηγοῦ τῆς πάντων ἡμῶν ἀγαλλιάσεως Χριστοῦ μετὰ τὴν ἀνάστασιν λέγοντος - Χαίρετε. ΡΙΔ'. — ΖΗΝΩΝΙ ΔΙΑΚΟΝΟ. Ἡ κατὰ Θεὸν ἀρετὴ πλούτου τιμιωτέρα ἐστὶν, δ δὲ ἡσύχιος βίος χρημάτων αναριθμήτων περιφανέστερος. Καλόν τοίνυν ἀσπάζεσθαι τὸ καλόν. ΡΕ. - Τῷ αὐτῷ. Οὐδὲν οὕτω δυσωπεῖ τοὺς ἐπεμβαίνοντας, καὶ ἐξονειδίζοντας, ὡς ἡ τῶν ἐξονειδιζομένων μετὰ πραότητος, καὶ ἐπιεικείας διόρθωσις. Ἡ γὰρ τῶν εξονειδιζομένων καλλίστη μεταβολή, τοῖς ἐξονειδίζουσι διατροπή γίνεται. Ρης. - ΚΥΡΙΑΚΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Επίσταμαι πάντα τὰ πειρατήρια τὰ συμβεβηκό τα σοι, καὶ τὰς θλίψεις. Ανάλαβε οὖν τὰ ὅπλα τῆς προσευχῆς, κράζων πρὸς τὸν Κύριον ἀνενδότως, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ καὶ σφοδρότερον ἐπιτίθενται ἡμῖν δαίμονές τε καὶ ἄνθρωποι βρύχοντες καθ' ἡμῶν τοὺς ὀδόντας, καὶ νομίζοντες μὴ βοηθήσεσθαι ἡμᾶς ἐξ ὕψους. Κἂν μὴ κεκτήμεθα δυνάστας βοηθοῦντας ἀνθρώπους, καὶ πάντως δι' ἐλπίδος τῆς πρὸς τὸ κρεῖττον, καὶ τῆς εὐχαριστίας, τευξόμεθα βοηθείας Ισχυράς. Βλέπε τοιγαροῦν, τί φησιν ἐν προσευχῇ ὁ Σιράχ· «Εξομολογοῦμαι σοι, Κύριε Βασιλεῦ, καὶ αἰνέσω Θεὸν τὸν Σωτῆρά μου. Ἐξομολογοῦμαι τῷ ὀνόματί σου, ὅτι σκεπαστὴς, καὶ βοηθὸς ἐγένου μου, καὶ ἐλυτρώσω τὸ σῶμά μου ἐξ ἀπωλείας καὶ ἐκ παγίδος διαβολῆς γλώσσης, καὶ ἐναντίον τῶν περιεστηκό των με ἐγένου μοι βοηθός, καὶ ἐλυτρώσω με κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου, καὶ τοῦ ὀνόματός σου ἐκ βρυγμῶν μισούντων με. Προεκείμην πρὸς τὸ θηρευθῆναι ὑπὸ τῶν ζητούντων θλίψαι, καὶ ἀπολέσαι τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐπειγόμην κυκλῶθεν ὥσπερ ὑπὸ που ρὸς ἐκκαυθέντος. Ὑπῆρχον γὰρ ἐν τῷ βάθει τῆς κοι λίας τοῦ νοητοῦ ᾅδου. Εκυκλώθην ὑπὸ γλώσσης ἀκαν ΧΧΥΗ,
EPISTOLARUM LIB. II
ΡΗΓ. - ΜΕΛΙΤΩΝΙ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Όπου ἐντολὴ Θεοῦ, ἐκεῖ πάντως καὶ πειρασμός,
καὶ ἐπιβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ πειθέτω σε Ἀδὰμ ἐν
παραδείσῳ ἐντολὴν θείαν δεξάμενος, καὶ παραχρῆμα
ἐπιβουλευθεὶς, καὶ ὑποσκελισμένος. Ὅπου δὲ θλίψις,
καὶ ἔνθα λύπη πολλή, ἐκεῖ καὶ χαρὰ πολλή γενήσεται,
καιρῷ τῷ προσήκοντα. «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου
ἕως θανάτου, ο φησὶν ὁ Κύριος. Ἀλλ' ὅμως ἡ λύπη αυ
τοῦ εἰς χαρὰν γέγονεν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ. Καὶ ἡμεῖς
λυπούμεθα μὲν, θλιβόμενοι ἐν μυρίοις πειρασμοίς,
τοῖς τε ἐκ δαιμόνων, τοῖς τε ἐκ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ
δυνατὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάσας τας θλίψεις ἡμῶν εἰς
χαρὰν καὶ τέρψιν διηνεκή μετενέγκαι. Μὴ τοίνυν
ἐκλύου τῇ πολλῇ ἀθυμίᾳ, καὶ τῇ ἀμέτρῳ λύπῃ· σ
γὰρ λυπηθέντες· ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν
αὐτῶν, ὁ ἐφ ὧν καὶ λελύπηνται. Κοίτην δὲ νόει μο
νῦν τινα ψυχῆς τεθλιμμένης ὑπὲρ τῆς κτήσεως τῶν
ἀρετῶν, ἕξιν τε καὶ κατάστασιν. Ὅπου τοίνυν διὰ
Θεοῦ λύπη, δῆλον ὅτι ἐκεῖ καὶ χαρὰ αιώνιος έσται.
Καὶ γὰρ αἱ περὶ Μαρίαν τὴν Μαγδαληνὴν, καὶ τὴν
ἄλλην Μαρίαν, λυπηθεῖσαι ὑπερβαλλόντως, ήκουσαν
τοῦ χορηγοῦ τῆς πάντων ἡμῶν ἀγαλλιάσεως
Χριστοῦ μετὰ τὴν ἀνάστασιν λέγοντος - Χαίρετε.
ΡΙΔ'. — ΖΗΝΩΝΙ ΔΙΑΚΟΝΟ.
Ἡ κατὰ Θεὸν ἀρετὴ πλούτου τιμιωτέρα ἐστὶν, δ
δὲ ἡσύχιος βίος χρημάτων αναριθμήτων περιφα
νέστερος. Καλόν τοίνυν ἀσπάζεσθαι τὸ καλόν.
ΡΕ. - Τῷ αὐτῷ.
Οὐδὲν οὕτω δυσωπεῖ τοὺς ἐπεμβαίνοντας, καὶ
ἐξονειδίζοντας, ὡς ἡ τῶν ἐξονειδιζομένων μετὰ
πραότητος, καὶ ἐπιεικείας διόρθωσις. Ἡ γὰρ τῶν
εξονειδιζομένων καλλίστη μεταβολή, τοῖς ἐξονειδίζουσι διατροπή γίνεται.
Ρης. - ΚΥΡΙΑΚΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ.
Επίσταμαι πάντα τὰ πειρατήρια τὰ συμβεβηκό
τα σοι, καὶ τὰς θλίψεις. Ανάλαβε οὖν τὰ ὅπλα τῆς
προσευχῆς, κράζων πρὸς τὸν Κύριον ἀνενδότως, καὶ
τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ καὶ σφοδρότερον ἐπιτίθενται
ἡμῖν δαίμονές τε καὶ ἄνθρωποι βρύχοντες καθ' ἡμῶν
τοὺς ὀδόντας, καὶ νομίζοντες μὴ βοηθήσεσθαι ἡμᾶς ἐξ
ὕψους. Κἂν μὴ κεκτήμεθα δυνάστας βοηθοῦντας
ἀνθρώπους, καὶ πάντως δι' ἐλπίδος τῆς πρὸς τὸ
κρεῖττον, καὶ τῆς εὐχαριστίας, τευξόμεθα βοηθείας
Ισχυράς. Βλέπε τοιγαροῦν, τί φησιν ἐν προσευχῇ ὁ
Σιράχ· «Εξομολογοῦμαι σοι, Κύριε Βασιλεῦ, καὶ
αἰνέσω Θεὸν τὸν Σωτῆρά μου. Ἐξομολογοῦμαι τῷ
ὀνόματί σου, ὅτι σκεπαστὴς, καὶ βοηθὸς ἐγένου μου,
καὶ ἐλυτρώσω τὸ σῶμά μου ἐξ ἀπωλείας καὶ ἐκ παγίδος διαβολῆς γλώσσης, καὶ ἐναντίον τῶν περιεστηκό
των με ἐγένου μοι βοηθός, καὶ ἐλυτρώσω με κατὰ
τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου, καὶ τοῦ ὀνόματός σου ἐκ
βρυγμῶν μισούντων με. Προεκείμην πρὸς τὸ θηρευ
θῆναι ὑπὸ τῶν ζητούντων θλίψαι, καὶ ἀπολέσαι τὴν
ψυχήν μου, καὶ ἐπειγόμην κυκλῶθεν ὥσπερ ὑπὸ που
ρὸς ἐκκαυθέντος. Ὑπῆρχον γὰρ ἐν τῷ βάθει τῆς κοι
λίας τοῦ νοητοῦ ᾅδου. Εκυκλώθην ὑπὸ γλώσσης ἀκαν
CXCIII. — MELITONI DIACONO.
Ubi divinum præceptum est, ibi prorsus et tentatio, et hostis professi insidiæ sunt. Fidem tibi
facial Adaın in paradiso divinum præceptum accipicus, statimque insidiis petitus et supplantalus ®. Ubi vero est amictio, et moeror ingens, ibi
et magnum gaudium, tempore tamen debito, orietur. 220. Undique tristis est anima mea usque
ad mortem 8,, ait Dominus. Ejus tamen tristitia
”,
toti terrarum orbi gaudium peperit. Nos quoque
innumeris tentationibus tum dæmonum, tum hominum pressi affligimur, sed Deus noster omnes
afictiones nostras in gaudium et lætitiam perpetuam immutare potis est. Ne igitur gravi mœrora
et immoderata tristitia despondeas animum. Qui
enim contristati sunt, ‹ lætabuntur in cubilibus
suis s, o in quibus contristati sunt. Cubile vero
nunc intellige, habitum quemdam, statumque
animæ ob comparationem virtutum aflictæ. Ubi
igitur propter Deum mæror est, ibidem et gaudium
sempiternum erit. Nam quæ Mariam Magdalenam,
aliamque Mariam comitabantur, immodica molestia affectæ a gaudii nostri omnium datore Christo post resurrectionem audierunt: Gaudete".
CXCIV. — ZENONI DIACONΟ.
Virtus secundum Deum divitiis omnibus est pretiosior, et vita quieta tranquillaque pecuniis immensis luculentior. Bonuin itaque fuerit bona amplecti.
CXCV. Eidem.
Nil adeo placat insultantes, exprobrantesque,
ut exprobratorum cum lenitate et modestia correctio. Optima siquidem exprobratorum immutatio, exprobrantibus confusio fi.
221 CXCVI. – CYRIACO PRESBYTERO.
Vexationes afflictionesque omnes quæ tibi contigerunt, compertæ mihi sunt. Armaturam itaque
orationis assume, clamans sine intermissione ad
Dominum, eoque magis, quo validius dæmones
impetunt, et homines adversus nos frendentes
dentibus suis, existimantesque nullum nobis ab
alto auxilium adfuturumn. Licet nulli nobis suppetant homines principes, qui ferant opem; omnino
propter in Deum spen, et gratiarum actionem,
auxilii illiusque validi participes erimus. Videsis
quæ Sirachus Deum exorans loquatur: ‹Conflteor tibi, Domine Rex, et collaudabo Deum Salvatorem meum. Confiteor nomini tuo, quoniam adjutor et protector factus es mihi, et liberasti
corpus meum a perditione et a laqueo linguæ
calumniosæ, et in conspectu circumvallantium
me factus es mihi adjutor, et liberasti me secundum multitudinem misericordiæ tuæ, et nominis
tui a rugilibus odio persequentium me. Præpositus eram ad capturam quærentium affligere, et´
perdere animam meain: et premebar undique
tanquam ab igne accenso. Eram enim in profundo
s Gen. tti passim.» Matth. xxvi, 38. 85 Pyal. CSLIX,
se Matth. ΧΧΥΗ, 9.
col. 303–304page 123 of 262
PG 79:303θάρτου, καὶ λόγου ψευδούς. Ἤγγισεν ἡ ψυχή μου έως θανάτου· περιέχον με πάντοθεν κακὰ, καὶ οὐκ ἦν τις βοηθῶν μα. Ενέβλεψα εἰς ἀντίληψιν ἀνθρώπων, καὶ οὐκ ἦν. Τότε εμνήσθην τοῦ ἐλέους σου, Κύ ριε, καὶ τῆς ἐργασίας σου τῆς ἀπ' αἰῶνος, ὅτι λυτροῦσαι τοὺς ὑπομένοντάς σε, καὶ σώζεις αὐτοὺς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν χειρὸς ἐχθρῶν· καὶ ἀνύψωσα ἀπὸ τῆς γῆς τὴν ἱκε σίαν, καὶ ὑπὲρ θανάτου φύσεως ἐδεήθην. ἐπεκαλεσάμην σε, Κύριε, μή με εγκαταλείπῃς ἐν ἡμέρᾳ Ολίψεως. Καὶ ἐν ἑτέρῳ τόπῳ ὁ αὐτὸς Σιράχ παρ αινῶν, φησίν· ο Εμβλέψατε εἰς ἀρχαίας γενεάς, καὶ ἴδετε, τίς ἐνεπίστευσε Κυρίῳ, καὶ κατεσχύνθη; ἢ τίς ἐνέμεινε τῷ φόβῳ αὐτοῦ, καὶ ἐγκατελήφθη; ἢ τίς ἐπεκαλέσατο αὐτὸν, καὶ ὑπερωράθη; Οικτίρμων γὰρ καὶ ἐλεήμων ἐστὶν ὁ Κύριος, καὶ ἀφίησιν ἁμαρτίας, καὶ σώζει ἐν καιρῷ θλίψεως, ο ΣΥΜΠΛΙΚΙΟ ΕΚΣΚΕΠΤΩΡΙ. *, φῶν εὑρίσκουσιν ἄνθρωποι. Εἰ οὖν θέλεις τὸν ὀφθαλ Οτι μέλλει Χριστὸς ὑπὸ τῆς τῶν Ἰουδαίων συν αγωγῆς ἀκάνθαις στεφανοῦσθαι, προείρηκε Σολο μών· θυγατέρες Ιερουσαλήμ, ἐξέλθετε, καὶ ἴδετε τὸν στέφανον, ὃν ἐστεφάνωσεν αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ οὖν πάντων τὰς ἁμαρτίας ήρεν ὁ Κύριος, σύμβολον δὲ ἁμαρτίας ἡ ἄκανθα, διὰ τοῦτο ἀκάνθινον περιεδέθη στέφανον. Τέθαπται δὲ εἰς τὴν γῆν τὴν καταδικασθεῖσαν εκφέρειν ἀκάνθας καὶ τριβόλους, ἵν' εὐλογηθῇ ἡ κεκατηραμένη. Επειδὴ δὲ φύλλα συκῆς οἱ πρωτόπλαστοι ἁμαρτῶντες περιεβάλλοντο, διὰ τοῦτο περὶ τὸ πάθος λέγει πρὸς τὴν συκῆν Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται·, ἀντὶ τοῦ· Μη κέτι ἐν παραδείσῳ γενέσθω παράβασις. ΡΙΗ'. - ΝΟΥΜΗΝΙΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Λανθάνεις σαυτὸν ἐνεδρευόμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου. Αὐτὸς γάρ σοι ὑποτίθεται διὰ τῶν ἐνθυμιῶν, μηδὲν πάμπαν ὠφελεῖσθαι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως, ὅπως τῇ πολλῇ ἀμελείᾳ, καὶ τῇ λήθῃ τῶν θείων προσταγμάτ των, ἐξορύξῃ σου, καὶ ἀμαλδύνῃ πᾶν δεξιὸν νόημα, ἐξ οὗπερ πάντως πράξις δεξιὰ καιρῷ οἰκείῳ τεχθήσεται. Οὗτος δ' ὑπάρχει ὁ ὄφις ὁ νοητός. Ναὸς γὰρ ἑρμηνεύεται ὄφις, ὅστις τοῖς Ἰσραηλίταις ποτὲ ἐπηπείλησε, πάντα δεξιὸν αὐτῶν ὀφθαλμὸν ἐξορύξαι, τουτέστι, πάντα λογισμὸν ἀγαθὸν ἀφανίσαι. Πολλὰ δ' ἀγαθὰ διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν θεοπνεύστων Γρα μὲν τῆς ψυχῆς φυλάττειν τε καὶ νικῆσαι τὸν κάκιστον σύμβουλον, καὶ ἀποτελέσαι ὀξυδερκή, καὶ ἐπὶ τὰ κάλλιστα ποδηγῆσθαι πράγματα, τὸν Ναὸς λέγω τὸν ἐν σοὶ ᾿Αμμανίτην, μὴ ὀκνήσῃς τῇ ἁγίᾳ προσ ἔχειν ἀναγνώσει. Ρηθ. ΠΟΥΛΛΙΩΝΊ ΔΙΑΨΗΦΙΣΤΗ. Ὅταν ἐπὶ τῶν κατὰ φύσιν λαμπρῶν διατρίβομεν λογισμῶν, ἐν παραδείσῳ ἐσμεν, γυμνοί παθῶν, οἱ προσευχόμενοι, καὶ τῇ ἀρετῇ ἀνακουφιζόμενοι εἰς τὰ ἐπουράνια· ὅταν δὲ πρὸς τὸ κακὸν ῥέψομεν, ἐκβαλλό
ventris intellectualis inferi. Circumdatus fui
lin- θάρτου, καὶ λόγου ψευδούς. Ἤγγισεν ἡ ψυχή μου
έως θανάτου· περιέχον με πάντοθεν κακὰ, καὶ οὐκ
ἦν τις βοηθῶν μα. Ενέβλεψα εἰς ἀντίληψιν ἀνθρώ
πων, καὶ οὐκ ἦν. Τότε εμνήσθην τοῦ ἐλέους σου, Κύ
ριε, καὶ τῆς ἐργασίας σου τῆς ἀπ' αἰῶνος, ὅτι λυτροῦσαι τοὺς ὑπομένοντάς σε, καὶ σώζεις αὐτοὺς ἐκ
χειρὸς ἐχθρῶν
χειρὸς ἐχθρῶν· καὶ ἀνύψωσα ἀπὸ τῆς γῆς τὴν ἱκε
σίαν, καὶ ὑπὲρ θανάτου φύσεως ἐδεήθην. Επεκαλε
σάμην σε, Κύριε, μή με εγκαταλείπῃς ἐν ἡμέρᾳ
Ολίψεως. Καὶ ἐν ἑτέρῳ τόπῳ ὁ αὐτὸς Σιράχ παρ
αινῶν, φησίν· ο Εμβλέψατε εἰς ἀρχαίας γενεάς, καὶ
ἴδετε, τίς ἐνεπίστευσε Κυρίῳ, καὶ κατεσχύνθη; ἢ
τίς ἐνέμεινε τῷ φόβῳ αὐτοῦ, καὶ ἐγκατελήφθη; ἢ τίς
ἐπεκαλέσατο αὐτὸν, καὶ ὑπερωράθη; Οικτίρμων γὰρ
καὶ ἐλεήμων ἐστὶν ὁ Κύριος, καὶ ἀφίησιν ἁμαρτίας,
καὶ σώζει ἐν καιρῷ θλίψεως, ο
gua coinquinata et verbo mendacii. Appropinquavit anima mea usque ad mortem: circumdederum
me undique mala, nec erat qui adjuvaret. Resperi
in adjutorium hominum, et non erat. Tunc recordatus sum misericordia tua, Domine, et operationis tur, quæ a seculo est, quoniam eruis sustinentes te, et liberas cos de manibus 222 10stium et exaltavi a terra deprecationem, et pro
liberatione a morte deprecatus sun. Invocavi te,
Domine, ne derelinquas me in die tribulationis '
Alio quoque in Joco idem Sirachus adhortans,
inquit: e Respicite antiquas generationes, et videte,
quis credidit Domino, et verecundatus est? quis
permansit in timore ejus, et derelictus est? aut quis
deprecatus est cum, et neglectus est? Misericors
cnim, et miserator est Dominus, et dimittit peccala; et liberat in tempore tribulationis 38.
CXCVII. - SIMPLICIO EXCEPTORI.
Christum coronandum esse spinis a Judæorum
Synagoga jam prædixerat Salomon: Filiæ Jerusaleni, egredimini, et videte coronam, qua coronavit
cum mater ejus ". Cum itaque omnium delicta
sustulerit Dominus, spina vero symbolum peccati
sit; propterea ex spinis ei diadema impositum est.
Sepultus autem est in terra, ad ferendas spinas,
et tribulos condemnata, ut maledictis onerata benediccretur. Quando vero primum creati homines
post peccatum ficus folia induerunt *, propterea
circa passionem dicit ad ficum: ‹ Non ultra ex te
fructus proveniat "'; › quasi diceret: Non ultra in
paradiso flat prævaricatio.
PLZ'.
ΣΥΜΠΛΙΚΙΟ ΕΚΣΚΕΠΤΩΡΙ.
CXCVIII. —NUMENIO PRIMATI.
Annum insidias diaboli percipis, quas tamen
non persentiscere conaris? Ipse namque tuis co.
gitationibus suggerit, nullum 223 ex evolutione
librorum fructum haberi, ut ingenti negligentia,
et divinorum præceptorum oblivione, tibi effodiat
mentis oculum, omnemque cogitationem industriam, ex qua omnino quælibet actio dextera
tempore commodo nascetur, tollat e medio. Ilic
autem est serpens intellectualis. Naas quippe ser▾
pentem significat, qui Israelitis aliquando minatus est, se dextrum corum omnium oculum effossurum *, hoc est, cogitationem omnem bonam φῶν εὑρίσκουσιν ἄνθρωποι. Εἰ οὖν θέλεις τὸν ὀφθαλ
ovulsurum. Multa porro commoda ex lectione divinitus inspiratarum Litterarum hominibus proveniunt. Si itaque tibi in animo esl, animæ ocuLum conservare, illius que aciem acuere, et ad optima quæque duci, et victoriam de consiliario
pessimo Naas, qui in te est, Ammonita reportare; ne
Scripturarum.
Οτι μέλλει Χριστὸς ὑπὸ τῆς τῶν Ἰουδαίων συν
αγωγῆς ἀκάνθαις στεφανοῦσθαι, προείρηκε Σολο
μών· θυγατέρες Ιερουσαλήμ, ἐξέλθετε, καὶ ἴδετε
τὸν στέφανον, ὃν ἐστεφάνωσεν αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ.
Ἐπειδὴ οὖν πάντων τὰς ἁμαρτίας ήρεν ὁ Κύριος,
σύμβολον δὲ ἁμαρτίας ἡ ἄκανθα, διὰ τοῦτο ἀκάνθι
νον περιεδέθη στέφανον. Τέθαπται δὲ εἰς τὴν γῆν
τὴν καταδικασθεῖσαν εκφέρειν ἀκάνθας καὶ τριβό
λους, ἵν' εὐλογηθῇ ἡ κεκατηραμένη. Επειδὴ δὲ φύλλα
συκῆς οἱ πρωτόπλαστοι ἁμαρτῶντες περιεβάλλοντο,
διὰ τοῦτο περὶ τὸ πάθος λέγει πρὸς τὴν συκῆν·
€
• Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται·, ἀντὶ τοῦ· Μηκέτι ἐν παραδείσῳ γενέσθω παράβασις.
ΡΙΗ'. - ΝΟΥΜΗΝΙΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ.
PLH'.
Λανθάνεις σαυτὸν ἐνεδρευόμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου.
Αὐτὸς γάρ σοι ὑποτίθεται διὰ τῶν ἐνθυμιῶν, μηδὲν
πάμπαν ὠφελεῖσθαι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως, ὅπως τῇ
πολλῇ ἀμελείᾳ, καὶ τῇ λήθῃ τῶν θείων προσταγμάτ
των, ἐξορύξῃ σου, καὶ ἀμαλδύνῃ πᾶν δεξιὸν νόημα,
ἐξ οὗπερ πάντως πράξις δεξιὰ καιρῷ οἰκείῳ τεχθή
σεται. Οὗτος δ' ὑπάρχει ὁ ὄφις ὁ νοητός. Ναὸς γὰρ
ἑρμηνεύεται ὄφις, ὅστις τοῖς Ἰσραηλίταις ποτὲ
ἐπηπείλησε, πάντα δεξιὸν αὐτῶν ὀφθαλμὸν ἐξορύξαι,
τουτέστι, πάντα λογισμὸν ἀγαθὸν ἀφανίσαι. Πολλὰ
δ' ἀγαθὰ διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν θεοπνεύστων Γρα
CXCIX. PULLIONI DIAPSEPINISTÆ.
Cum in cogitationibus, quæ natura sua præclaræ
sunt, immoramur, paradisum tenemus ³, a perturlationibus immunes, precibus et virtute ad calestia sublevati; cum vero ad malum declinaverimus,
μὲν τῆς ψυχῆς φυλάττειν τε καὶ νικῆσαι τὸν κάκιστον σύμβουλον, καὶ ἀποτελέσαι ὀξυδερκή, καὶ ἐπὶ
τὰ κάλλιστα ποδηγῆσθαι πράγματα, τὸν Ναὸς λέγω
τὸν ἐν σοὶ ᾿Αμμανίτην, μὴ ὀκνήσῃς τῇ ἁγίᾳ προσἔχειν ἀναγνώσει.
socors sis, neque segnis in lectione sacrarum
Ρηθ. ΠΟΥΛΛΙΩΝΊ ΔΙΑΨΗΦΙΣΤΗ.
Ὅταν ἐπὶ τῶν κατὰ φύσιν λαμπρῶν διατρίβομεν
λογισμῶν, ἐν παραδείσῳ ἐσμεν, γυμνοί παθῶν, οἱ
προσευχόμενοι, καὶ τῇ ἀρετῇ ἀνακουφιζόμενοι εἰς τὰ
ἐπουράνια· ὅταν δὲ πρὸς τὸ κακὸν ῥέψομεν, ἐκβαλλό
37 Eccli. LI, 144. 39 Eccli. 11, 11-13. 3 Cant. 111, 11.
61 Reg. x1, 2. 13 Gen. 11, 15.
40 Gen. 111, 18. ss Matth. xxi, 19.
col. 305–306page 124 of 262
PG 79:305μεθα τοῦ θείου παραδείσου, καὶ τοὺς δερματίνες " χιτῶνας τῶν παθῶν ἐνδυσάμενοι, τῇ ἁμαρτία παχυνθέντες καταβρυνόμεθα. "Αν δὲ πάλιν νήψαντες διὰ φιλοπονίας λεπτύνωμεν τὴν τῶν ἐμπαθῶν χιτώνων ταχύτητα, μετάρσιοι γινόμεθα πτεροφυοῦντες ὡς αυτοί, καὶ πνευματικοί προσαγορευόμεθα, καθώς γέγραπται, ὅτι ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ πνεύματος, πνεῦμά ἐστιν· ὥστε λέγειν ἡμῖν τὸν ἀπόστολον Παύ λον· «Ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν πνεύ ματι,» διότι ἀπέθεσθε τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν ταῖς ποικίλαις ἐπιθυμίαις διεφθορότα. Σάρκα γὰρ περικείμενοι, οὐ κατὰ σάρκα στρατεύεσθε, ἀλλ᾽ οὐ ρανοβατείτε τῇ διανοίᾳ.. Ὑμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει.» Σ'. -- ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΟΜΗΤΙ. Εὐμαρῶς λίαν τῶν θανόντων ἀνθρώπων τὰ σώ ματα ὁ Σωτὴρ Χριστὸς ἀναστήσει θάττον πταρμοῦ. Ποῖον γάρ, εἰπέ μοι, μεῖζον ἐν συγκρίσει καμάτων, ἀνδριάντα πλάσαι τὸν πρώην μὴ ὑφεστῶτα, ἢ τὸν διαπεσόντα ἀναχονεῦσαι εἰς τὸ αὐτό; Ο τοίνυν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ποιήσας ἡμᾶς Θεός, δῆλον ὅτι καὶ πε πτωκότας ἡμᾶς ἐξαναστῆσαι δυνήσεται. ΣΑ'. — ΒΟΥΣΙΡΙΟ ΝΑΥΚΛΗΡΟ. Μέμνησο, ὅτι ἡ χήρα ἡ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις γε γραμμένη, ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη ἐνετύγχανε τῷ ἀδίκῳ κριτῇ ἐκείνῳ λέγουσα· Ἐκδίκησόν με ἀπὸ τοῦ ἀντιδίκου μου. Αὐτὸς δὲ οὐκ ἤθελεν ἐπὶ χρόνον, ἀλλ᾽ ὑπερετίθετο. ο 'Αντίδικος ἂν εἴη οὐ μόνον ὁ δαίμων, ἀλλὰ καὶ τὸ φρόνημα τὸ σαρκικόν. Υστε ρον δὲ ἐκβιασθεὶς ἐκ τῆς ἐνοχλήσεως ὁ δικαστής, ἐξεδίκησε τὴν χήραν. Τὴν τοίνυν παραβολήν ταύτην πρὸς ἡμᾶς ὁ Κύριος είρηκεν, νευρῶν ἡμᾶς, ἵνα μὴ ἀπογινώσκωμεν, δεόμενοι, καὶ αἰτοῦντες. Αὐτὸς γὰρ ὁ φιλάνθρωπος Κύριος ἐπίσταται τὸν καιρὸν, ὅτι βούλεται ἐπακοῦσαι, καὶ δοῦναι τῷ αἰτοῦντι τὸ αἴ τημα. Καὶ τότε όταν θελήσει, τάχιστα ποιεῖ τὴν ἐκδίκησιν τῶν καταπονουμένων, καὶ ὀνειδιζομένων, καθώς γέγραπται·· Ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθεκάστην ἡμέραν· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου;» Τοῦτο γὰρ καὶ τῷ παραλυτικῷ τῷ ἐν τῇ προβατική κατακειμένῳ, καθέκαστον ἔτος ἀποτυγχάνοντι τῆς προσ δοκίας ὑπὸ δαιμόνων ώνειδίζετο, καὶ ἐλέγετο. ΣΒ'. - ΘΕΟΔΟΣΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Ὥσπερ τὸ ἤδη ξηρανθὲν ἐξ ἀνυδρίας ξύλον, ὕδατι κοινωνῆσαν ἐκβλαστάνει, οὕτω καὶ ψυχὴ διὰ ἁμαρ τίας νενεκρωμένη, εἰ μετανοήσῃ, καὶ ἐξιλεώσηται τὸν οἰκεῖον Δεσπότην, ἐκπλύνεται τῶν ῥύπων, καὶ χάριτος πνευματικής μεταλαβοῦσα, καὶ ποτισθεῖσα τὸν νοῦν ταῖς πλουσίαις σταγάσι, καρπούς προβάλλει πάσης δικαιοσύνης. ΣΓ'. — ΖΩΣΙΜΟ ΚΑΛΛΙΣΑΡΙΟ. Ἐκ ταπεινώσεως μόνης σέσωσται ὁ τελώνης· καί φησιν ὁ Κύριος, ὅτι ο Πᾶς ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν, ύψω δ θήσεται.» Διόπερ καὶ ὁ ἅγιος Δαυΐδ ἀντὶ συνηγορίας τίθησι τοῦτο λέγων· «Πρόσχες πρὸς τὴν δέη
EPISTOLARUM LIB. II.
μεθα τοῦ θείου παραδείσου, καὶ τοὺς δερματίνες a divino paradiso ejicimur, et pelliceis " afeχιτῶνας τῶν παθῶν ἐνδυσάμενοι, τῇ ἁμαρτία πα
χυνθέντες καταβρυνόμεθα. "Αν δὲ πάλιν νήψαντες
διὰ φιλοπονίας λεπτύνωμεν τὴν τῶν ἐμπαθῶν χιτώνων
ταχύτητα, μετάρσιοι γινόμεθα πτεροφυοῦντες ὡς
αυτοί, καὶ πνευματικοί προσαγορευόμεθα, καθώς
γέγραπται, ὅτι ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ πνεύματος,
πνεῦμά ἐστιν· ὥστε λέγειν ἡμῖν τὸν ἀπόστολον Παύ
λον· «Ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν πνεύ
ματι,» διότι ἀπέθεσθε τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν
ταῖς ποικίλαις ἐπιθυμίαις διεφθορότα. Σάρκα γὰρ
περικείμενοι, οὐ κατὰ σάρκα στρατεύεσθε, ἀλλ᾽ οὐ
ρανοβατείτε τῇ διανοίᾳ.. Ὑμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα
ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει.»
Σ'. -- ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΟΜΗΤΙ.
Εὐμαρῶς λίαν τῶν θανόντων ἀνθρώπων τὰ σώ
ματα ὁ Σωτὴρ Χριστὸς ἀναστήσει θάττον πταρμοῦ.
Ποῖον γάρ, εἰπέ μοι, μεῖζον ἐν συγκρίσει καμάτων,
ἀνδριάντα πλάσαι τὸν πρώην μὴ ὑφεστῶτα, ἢ τὸν
διαπεσόντα ἀναχονεῦσαι εἰς τὸ αὐτό; Ο τοίνυν ἐκ
τοῦ μὴ ὄντος ποιήσας ἡμᾶς Θεός, δῆλον ὅτι καὶ πε
πτωκότας ἡμᾶς ἐξαναστῆσαι δυνήσεται.
ΣΑ'. — ΒΟΥΣΙΡΙΟ ΝΑΥΚΛΗΡΟ.
Μέμνησο, ὅτι ἡ χήρα ἡ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις γε
γραμμένη, ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη ἐνετύγχανε τῷ ἀδίκῳ
κριτῇ ἐκείνῳ λέγουσα· Ἐκδίκησόν με ἀπὸ τοῦ
ἀντιδίκου μου. Αὐτὸς δὲ οὐκ ἤθελεν ἐπὶ χρόνον,
ἀλλ᾽ ὑπερετίθετο. ο 'Αντίδικος ἂν εἴη οὐ μόνον ὁ
δαίμων, ἀλλὰ καὶ τὸ φρόνημα τὸ σαρκικόν. Υστερον δὲ ἐκβιασθεὶς ἐκ τῆς ἐνοχλήσεως ὁ δικαστής,
ἐξεδίκησε τὴν χήραν. Τὴν τοίνυν παραβολήν ταύτην
πρὸς ἡμᾶς ὁ Κύριος είρηκεν, νευρῶν ἡμᾶς, ἵνα μὴ
ἀπογινώσκωμεν, δεόμενοι, καὶ αἰτοῦντες. Αὐτὸς γὰρ
ὁ φιλάνθρωπος Κύριος ἐπίσταται τὸν καιρὸν, ὅτι
βούλεται ἐπακοῦσαι, καὶ δοῦναι τῷ αἰτοῦντι τὸ αἴτημα. Καὶ τότε όταν θελήσει, τάχιστα ποιεῖ τὴν
ἐκδίκησιν τῶν καταπονουμένων, καὶ ὀνειδιζομένων,
καθώς γέγραπται·· Ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθεκάστην ἡμέραν· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου;» Τοῦτο γὰρ
καὶ τῷ παραλυτικῷ τῷ ἐν τῇ προβατική κατακει
μένῳ, καθέκαστον ἔτος ἀποτυγχάνοντι τῆς προσδοκίας ὑπὸ δαιμόνων ώνειδίζετο, καὶ ἐλέγετο.
ΣΒ'. - ΘΕΟΔΟΣΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ.
Ὥσπερ τὸ ἤδη ξηρανθὲν ἐξ ἀνυδρίας ξύλον, ὕδατι
κοινωνῆσαν ἐκβλαστάνει, οὕτω καὶ ψυχὴ διὰ ἁμαρ
τίας νενεκρωμένη, εἰ μετανοήσῃ, καὶ ἐξιλεώσηται
τὸν οἰκεῖον Δεσπότην, ἐκπλύνεται τῶν ῥύπων, καὶ
χάριτος πνευματικής μεταλαβοῦσα, καὶ ποτισθεῖσα
τὸν νοῦν ταῖς πλουσίαις σταγάσι, καρπούς προβάλλει
πάσης δικαιοσύνης.
ΣΓ'. — ΖΩΣΙΜΟ ΚΑΛΛΙΣΑΡΙΟ.
Ἐκ ταπεινώσεως μόνης σέσωσται ὁ τελώνης· καί
φησιν ὁ Κύριος, ὅτι ο Πᾶς ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν, ύψωδ
θήσεται.» Διόπερ καὶ ὁ ἅγιος Δαυΐδ ἀντὶ συνηγορίας τίθησι τοῦτο λέγων· «Πρόσχες πρὸς τὴν δέη
** Gen. 111, 21.
5º Luc. XVIII, 3.
ts Joan. tur, 6.
51 Psal. XLI, 4.
46 Rom. vui, 9.
82 Joan. v, 3.
cluum vestibus amicti, peccato crassescentes
gloriamur. Si rursum studio laboreque saui facti
vestium perturbationibus obnoxiarum crassitudinem tenuaverimus, enatis nobis alis velut aquile
in aera sublevamur, nuncupamurque spirituales,
quemadmodum scriptum est eumn, qui ex spirit
genitus est, spiritum esse: adeo ut Paulus apostolus dicat: c Vos autem non estis in carne, sed in
spiritu, quoniam deposuistis 224 veteren)
hominem, variis desideriis corruptum. Carne
enim circumdati, non secundum carnem militatis ‘^,
sed cogitatione in cœlum ascenditis: • Vestra
namque conversatio in cœlis est ".
CC. - SOCRATI COMITI.
Facillimo negotio demortuorum hominum curpora Salvator Christus sternutamento citius resurgere faciet. Quid enim, dic, sodes, in laborum
comparatione majus est? Statuanne, quæ antea
nulla erat, effingere, an casu quopiam disruptam
in eamdem formam reficere? Qui igitur nos ex eo,
quod non erat, Deus creavit, ipse nos, postquam
ceciderimus, ut clarissimum est, a limine mortis
restituere poterit
CCI. BUSIRIO NAUCLERO.
Recordare, viduam, quæ in Evangeliis exprimitur, per multos annos instantem, injustum
illum judicem convenisse dicendo: ⚫ Vindica
me de adversario meo. At ille nolebat ad tempus,
sed differebat judicium ".› Adversarius porro
fuerit non tantum dæmon, sed etiam cogitatio carnis. Postmodum judex importunitate viduæ compulsus, viduam vindicavit. Hanc igitur similitudinem Dominus affatur, nos corroborans, ne orantes,
petentesque animum despondeamus. Ipse enim
humanissimus Dominus scit tempus, quo vult nos
exaudire, et postulantis votis respondere. Et tunc
cum voluerit, citissime oppressos opprobriisque
affectos vindicabit, 225 ut scriptum est: c Cum
dicitur mihi quotidie: Ubi est Deus tuus *?, lloc
nempe et paralytico in probatica jacenti ",
quotannis frustrato exspectatione a dæmonibus
objiciebatur et dicebatur.
et
CCII. THEODOSIO LECTORI.
Quemadmodum aquæ defectu exsiccato jam ligno,
si lympha advenit, surculos emittit, sic et anima
peccato demortua, si penitentiam egerit, propitiumque sibi proprium Dominum reddiderit, a sordibus expurgatur, et spiritualis gratiæ particeps,
mentemque stillis opulentis irrigala, fructus uni
versae justitia profert.
- ZOSIMO CALIGARIO.
Humilitate sola publicanus ex infirmitate exemplus est: et ait Dominus: «Quicunque se humiliat,
exaltabitur ". › Quapropter et sanctus David pro
sui defensione illa edisserit: «Intende in oratio47 Coloss. 111, 9.
48 II Cor. x, 3. • Philipp. 1, 20.
63 Luc. XVIII, 14; Matth. xxm, 12.