PG 79Nilus of Sinai
Four Books of Letters
Printed pages · scan text
vision-corrected · Migne scan
Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.

Letter of Dedication by Leo AllatiusLeonis Allatii Epistola nuncupatoria

Names of the Recipients of St. Nilus's LettersNomina eorum ad quos scripsit S. Nilus

col. 59–60page 1 of 262
Leonis Allatii Epistola nuncupatoria
PG 79:59απ Αβλαβίῳ νοταρίῳ, Αβραμίῳ πρεσβυτέρω, Ι, 25, 47. Αγαθίῳ διακόνῳ, 111, 162, 215, Αγαθόποδι μοναχῷ, ΙΙΙ, 173, 174. Αγάθωνι Δεκεμβίῳ, 11, 16, 17, Αγάθωνι ἐπισκόπῳ, 37. Αγαπητῷ διακόνῳ, ΙΙΙ, 257. Αγλαΐῳ ἀντικήνσορι, 1, 192, 195, Αγλαοφώντι, ΙΙΙ, 104. Αγλαοφώντι κουράτορι, ΙΙ, 222. Αδολίω νομικῷ,ΙΙ, 211. Αδριανῷ, ΙΙΙ, 200. Αδριανῷ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 81, 91. Αδριανῷ μοναχῷ, 11, 60. Αετίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 58, 267. Αθανασίῳ διακόνῳ, 48. Αθανασίῳ ἐκδίκῳ, 1, 288, 317, ᾿Αθανασίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 62, Αθηνογένει, 1, 260. Αθηνογένει, ἢ Θεοδότῳ κόμητι Αἰλιανῷ ἀναγνώστη, Ι, 249. Αἰλιανῷ ἐπισκόπων, Ι, 291. Αίλιαν, ή Αὐλιανῷ λιανῷ, ΙΙΙ, 76. Αὐ Αἰμελιανῷ προτίκτορι, ΙΙ, 231. Αἰνεία φιλοσόφῳ, ΙΙ, 281. Ακακίῳ με μοριαλίῳ, 1, 86, 87, Ακύλα, 33. Ακύλα ἀπὸ ὑπάτων, ΙΙΙ, 62, 63. Ακυλίνῳ, ΙΙΙ, 273. Αλβίνῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 225, 224. Αλεξάνδρω, 111, 131, 281. Αλεξάνδρῳ ἀρχιμανδρίτῃ, ΙΙ, 87. ᾿Αλεξάνδρῳ μοναχῷ, 1, 129; ΙΙ, Αλεξάνδρω μοναχῷ ἀπὸ γραμματικῶν, ΙΙ, 49. 'Αλκιβιάδη σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 107, Η Αλκιβιάδη ή ᾿Αλκιφιάδῃ, 111, Αλκιδιάδῃ ἢ 'Αλκιβιάδη σχολαστ., Αμβλίχω κουράτορ:, ΙΙ, 179. Αμμονίῳ κόμητι, ΙΙ. 283. Αμφυκτύωνι ῥήτορι, 1, 183. Αμφιλοχίῳ κόμητι νεωτέρῳ, Ι, Αμφιλοχίῳ μοναχῷ, 11, 91, 92. Αναστασία παρθένω, 11, 118. ᾿Αναστασίῳ. ΙΙΙ, 275. Πρὸς Ἀναστάσιον ἐπίσκοπον, ΙΙ, 294. Αναστασίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 205, 206, Αναστασίῳ πρεσβυτέρῳ, 111, 242, Ανατολίῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 51, 60. *Αναξαγόρα γραμματ., 1, 195, 196. Ανδρέα πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 52. Ανδρομάχω ᾿Ανεπίγραφοι. 1, 77, 78, 211, 212, Ανεπίγραφοι, 2, 5, 456. Ανθέμω νομικῷ, 11, 226. Αντιόχω, 16. ᾿Αντωνίῳ, 1, 143. 'Αντωνίῳ σχολαστικῷ, ΙΙ, 14. Απολλοδώρῳ ρήτορι, 1, 75. Απολλοφάνει συμπόνῳ, 11, 256. Αραξίῳ, 18, 28. Αρικλεί πρωτεύοντι, 11, 254. Αριστάρχῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 171. Αριστάρχῳ τριβούνω, Η, 310. Αριστίνῳ μοναχῷ, ΙΙ, 89, 90. Αριστοβούλῳ ἐπισκόπῳ, 13. Αριστοκλεῖ μοναχῷ, ΙΙ, 50. Αριστοκράτει ευνούχω. ΙΙ, 255. Αριστοτέλει πρωτεύοντι, 1, 219, Αριστοφάνει κανδιδάτω, ΙΙ, 220. Αρίστωνι ἐπισκόπῳ, ΙΙ. 515. Αρκαδίῳ βασιλεῖ, ΙΙ, 205, 279. Αρκαδία ῥογάτορι, 11, 514. Αρσακίῳ ἡ Οὐρσακίῳ ἐκδίκῳ, 111, Ασκληπιαδη, 18, 44. Ασκληπιάδη κόμητι, 11, 270 Ασκληπίῳ, ἢ Ασκληπιῷ, 111, 24. Ασκληπιοδότῳ, ΙΙ, 38. Αστερίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 8, 9, 10, Αττικῷ ἀναγνώστη, Ι, 191. Αὐγουστίνῳ τριβούνῳ, Ι, 225. Αὐλιανῷ, ἢ Αιλιανῷ, ΙΙΙ, 85, 86, Αυξεντίῳ, Ι, 42. Αυξεντίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙ, 509. Αυξεντίῳ ἱλλουστρίῳ, 11, 39, 40; Αὐριλιανῷ, Ι, 31. Αὐριλιανῷ ἄλλουστρίῳ ἀπὸ Ἑλλή νων, 1, 54. Αφθονίῳ, 1, 69; 111, 276. Αφθονίῳ ἀ, ή μοναχῷ, ΙΙΙ, 237, Αφθονίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 135. Αφθονίῳ καθηγουμένω, 111, 241. Αφθονίω διακόνῳ, 1, 68. Αφθονία Σαμαρίτη. 1, 109, 110, Αφθονίῳ ταβουλαρίῳ, ΙΙ, 214. Αφροδισίω διακόνω, ΙΙ, 23. Αφροδισίω, σκρινιαρίῳ, ΙΙ, 256. ᾿Αφροδισίῳ φιλοσόφω, ΙΙ, 264. Βαβυλᾷ διακόνῳ, Ι, 95. Βάκχῳ ἐπάρχω, ΙΙ, 258. Βαλλερίῳ κουβικλαρίῳ, 11, 180, Βαλλερί, η Εορτασίῳ διακόνι, Βάλχῳ ἐπαρχικῷ, 11, 5, 6, 7. Βασιλείῳ πραγματευτῇ, 11, 260. Βεβιανῷ ἐπισκόπω, 11, 256. Βενιαμίν Εβραίων, 1, 124, 125, Βενούστῳ μοναχῷ, 1, 295. Βενούστρῳ πρωτεύοντι, ΙΙΙ, 178. Βερενίκη ταξιώτη, ΙΙΙ, 105. Βερίμῳ πρωτεύοντι, ΙΙΙ, 135, 156. Βηρύ, η Βηρίμῳ μοναχῷ, 111, Βιβιανῷ ἐλλουστρίῳ, ΙΙΙ, 91, 92. Βικεντίῳ ἀσκητῇ, 11, 51.
col. 61–62page 2 of 262
PG 79:61Βίκτορι ἀρχιμανδρίτη, ΙΙ, 70. Βιλίλλῳ, Η Βηρύλῳ μοναχών, ΙΙ, Βιταλίῳ ὑποδιακόνῳ, 17, 29, 30. Βιταλίῳ προτήκτορι, ΙΙ, 524. Βουσιρίῳ ναυκλήρῳ, ΙΙ, 202, 295. Βυρίλλῳ Μακεδονιανῷ, 1, 211. Γαϊνα στρατηλάτη, Ι. 70, 79, Γάλλῳ μοναχῷ, ΙΙ, 66. Γανυμήδει ἐξκέπτωρι, ΙΙ, 269. Γαυδεντίῳ διακόνῳ, 11, 159. Γαυδεντίῳ σελαριώτη, ΙΙ, 252. Γαυδεντίῳ σιλεντιαρίῳ, ΙΙΙ, 124; Γεθλίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙΙ, 336. Γελασίῳ μοναχῷ, 111, 46, 47, 48, Γελασίῳ, ἢ Δαβουρίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, Γενεθλίφ, 1, 132. Γενεθλίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙ, 325. Γερμανῷ καγκελλαρίῳ, ΙΙ, 189. Γεροντίῳ ἐκσκέπτωρι, 1, 130. Γεροντίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 253. Γηρασίμῳ εἰρηνάρχω, ΙΙ, 276. Γιγαντίῳ, 111, 96, 97, 248. Γιγαντίῳ διακόνῳ, Ι, 186, 187. Γιγαντίῳ ἐκκλησιεκδίκη, ΙΙ, 6. Γλυκαδίῳ προτήκτορι. Ι, 252. Γρηγορίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 94, 95. Γρηγορίῳ ἡγουμένω, ΙΙ, 64. Δαβουρίῳ μονάζοντι, ΙΙΙ, 35. Δαβουρίῳ, ἡ Γελασίῳ μονάζοντι, Δαγλαίω, Ι, 21. Δαμιανῷ μαγιστριανῷ, ΙΙ, 248. Δαμιανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ, 154. Δαρείῳ σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 212. Δεχουρίων, Ι, 158, 150, 160, 161. Δημάρχων ίλλουστρίῳ, 11, 244. Δημητρίῳ, 35, 49. Δημητρίω αἱρετικῷ, Ι, 253, 254. Δημητρίῳ δομεστίκω, ΙΙ, 312. Δημητρίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 143, 152. Δημοκρίτῳ μοναχῷ, ΙΙ, 71, 72. Δημοσθένει πατρὶ πόλεως, ΙΙ, 36. Διακόνῳ, ΙΙ, 141. Διδύμῳ ἀναγνώστη, 111, 244, 295. Διοκλητιανῷ, 1, 257. Διομήδει οικονόμῳ, ΙΙ, 250. Διονυσίῳ, 17, 55. Διονυσία μοναχῷ, ΙΙ, 93. Διονυσιοδώρῳ, 1, 283. Διοσκορία χήρα, ΙΙ, 266. Δομετιανῷ ἐπαρχικῷ, Ι', 233. Δομνίνῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 144, 145, Δομνίνῳ νεωτέρῳ πρωτεύοντι, ΙΙΙ, Δοσιθέῳ, 1, 47, 48, 49. Ἐλευθερίῳ, ΙΙΙ, 16, 17. Ἑλένῃ Ἑλλουστρία, ΙΙ, 170. Ἐλευθερίῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙΙ, 284. Ἐλευθερίῳ κόμητι Ἀνατολῆς, ΙΙ, Ἐλευθερίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 50. Ελευθερίῳ μοναχῷ ἀπὸ Νουμέρων, Ελπιδίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 128. Ελλαδίῳ ἀναγνώστη, 1, 310. Ελπιδίῳ χρυσοχός, 111, 10. Εορτασίῳ διακόνῳ, 11, 186; Ἐπιγόνῳ κούρσορι, 1, 118, 119, Επικτήτῳ ἀρχιμανδρίτη, 111, 125, Ἐπινίκῳ Λα. Φα., ΙΙΙ, 98, 99, 100, Ἐπιφανίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 241. Επιφανίῳ ἐπισκόπω, 56. Επιφανίῳ μοναχῷ, 53. Ερμολάῳ μοναχῷ, 11, 25. Εὐανδρείῳ, Ι, 117. Εὐβουλίωνι, Ι, 315. Εὐγενίῳ διακόνῳ, Ι, 83. Εὐγενίῳ μοναχῷ, 111, 147, 175, Εὐγενίῳ πριγκίπι, ἢ μοναχῷ, Εὐγραμμίῳ νομικῷ, 1, 216, 217, Εὐδαίμονι σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 487. Ευδαίμονι σχολαστική, η Πανηγυ ρίω διακόνῳ, ΙΙΙ, 287. Βοηθίῳ τριβούνῳ, 1, 297, 298, 299, Εὐθαλίῳ μονάζοντι, ΙΙΙ, 40. Εὐθίῳ ἐπαρχικῷ, ΙΙΙ, 105. Εὐθυμίῳ διακόνῳ, ΙΙ, 41. Ζηνοβίῳ ληγάτῳ, 11, 246. Ζήνων: Δεκεμβρίμῳ, ΙΙ, 299. Ζήνωνι διακόνω, 11, 191, 195. Ζωίλῳ χαρτουλαρίῳ, ΙΙ, 275. Ζωσᾷ ἀσκητῇ, ΙΙ, 75. Ζωσαρίῳ τριβούνῳ, Ι, 55, 56, 57, Ζωσιμιανῷ ἀνθυπάτῳ, ΙΙ, 251. Ζωσιμιανῷ μοναχῷ, 1, 407. Ζωσίμῳ, 46. Ζωσίμῳ καλιδαρίῳ, ΙΙ, 203. Ζωσίμῳ οἰκονόμῳ, 1, 32, 33. Η Ηλία Ιλλουστρίῳ, 11, 275. Ηγησίππῳ μοναχῷ, 1 17. Ηλιοδώρῳ, Ι, 4. Ηλιοδώρῳ μοναχῷ, ΙΙ, 46. Ηλιοδώρῳ σιλεντιαρίῳ, 61. Ηλίωνι μαγιστριανῷ, ΙΙ, 205. Ηρακλείῳ ὑποδιακόνῳ χρυσοχός, Ηρακλείτῳ σχολαστικῷ, Ι, 275. Ηρίμῳ κόμητι, 1, 519. Ηροδότῳ τριβούνῳ, ΙΙΙ, 112. Ησυχίῳ ἀνθυπάτῳ, 11, 292. Ηφαιστίωνι πρεσβυτέρῳ, 111, 19, Ηφαίστῳ σχολαστικῷ, 1, 6. Θαλασσίω Θαλλιανῷ ἱλλουστρίῳ, 1, 279. Θαυμασίῳ, ἢ θαυμάρω μοναχῷ, Θεογνώστῳ, Ι, 157. Θεοδοσία μοναζούση, 11, 116. Θεοδοσίῳ, 1, 133. Θεοδοσίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 202. Εὐθυμίῳ ἐπισκόπῳ, 111, 283; Θεοδοσίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 42. Εὐλαμπίῳ, Ι, 145, 146, 147. Ευλαμπίῳ σοφιστῇ, ΙΙ, 145. Εὐλυσίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 124, 125, Εὐμαθίῳ μοναχῷ, Ι, 103. Εὐνομίῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 30, 79, Εὐπιθίῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 268. Εὐπόρῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 34. Ευπραξίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 271. Ευρυκλεί πατρικίῳ, ΙΙ, 221. Ευρυκλεῖ πρεσβυτέρω, Ι, 273, 274; Ευσεβίῳ διακόνῳ, 1, 235. Εὐσεβίῳ δουκι, 11, 261. Εὐσεβίῳ μοναχῷ, 1, 136. Εὐσιγνίῳ, 56. Εὐσιγνίῳ σατράπῃ, ἢ πρεσβυτέρῳ. Εὐσταθίῳ ἀρχιμανδρίτη, ΙΙ, 102. Ευσταθίῳ δεκάνῳ, ΙΙ, 277. Εὐσταθίῳ διακόνῳ, Ι, 228. Ευσταθίῳ κουβικλαρίῳ, 1, 37. Εὐστοχίῳ κόμητι λαργιτιόνων, Δρακοντίῳ μοναχῷ, 11, 94, ΙΙΙ, 36. Εὐτροπίῳ, 19, 40. Δρακοντίῳ. 1, 314. Δρακοντίῳ βίνδικι, ΙΙ, 327. Δρουσιανῷ, 1, 289. Δρουσιανῷ ἄρχοντι, ΙΙ, 252. Δρυσιλλιανῷ, 1, 245. Εἰρηναίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 265. Εἰρηναίων μοναχῷ, ΙΙΙ, 240. Εἰρηναίω πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 157. Εἰρηναίῳ, ἡ Εἰρηνάρχῳ χαρτουλα ρίφ, 105. ΙΙ, Εὐτροπίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 98, 99. Εὐτυχίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 148, 149. Εὐφημίῳ ἀρχιμανδρίτῃ, ΙΙΙ, 201, Εὐφημίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 55, 104, 105, Εὐφρασίῳ ἐπισκόπῳ, Ι, 216, 247. Εὐψυχίῳ βικαρίῳ, 11, 162, 165. Ζεφυριανώ, 1, 250, Θεοδοσίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 66. Θεοδοτίωνι, Ι, 63, 64, 65, 66. Θεοδότῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 26, 27, 28, Θεοδότῳ, ἢ Αθηνογένει κόμητι, Θεοδότῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 307. Θεοδούλῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 285. Θεοδούλῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 138. Θεοδωρήτῳ μοναχῷ, 111, 90. Θεοδωριάνω, Ι, 50. Θεοδώρω μοναχῷ, ΙΙ, 65, 76, 111, Θεοδώρῳ, Ι, 165, 166. Θεοδώρῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 272. Θεοδώρω τριβούνῳ, ΙΙ, 286. Θεοκλεί, 51. Θεοκλεί πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 461, 102, Θεοχλεῖ σχολαστικῷ, ΙΙ, 229. Θεοχλειανῷ, 1, 248. Θεοκτίστῳ ῥεφερενδαρίῳ, 111, 1, Θεοπέμπτῳ προτίκτορι, Ι, 233. Θεοπόμπῳ συγκλητικῷ, 1, 550. Θερινῷ πρωτεύοντι, ΙΙ, 174. Θεοσεβίῳ, ΙΙ, 15. Θεοφάνει σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 188. Θεοφίλῳ Αβακτίς, ΙΙ, 207. Θεοφίλῳ καγκελλαρίῳ, 1, 226. Θεοφίλῳ μοναχῷ, ΙΙ, 117. Θεόφρονι διακόνῳ, ΙΙΙ. 277. Θερινῷ μοναχῷ, Ι, 222. Θεσσαλίῳ διακόνῳ, 1, 455, 515. Θεσσαλίῳ συμπόνῳ, 11, 501, 502, Θεωνᾷ πολιτευομένῳ, 1, 311, 312
col. 63–64page 3 of 262
PG 79:63Θεωρῷ, ἢ Θεοδοσίῳ μοναχών, ΙΙ, 67. Θύμαῳ ἀρχιμανδρίτη, 101, 102, Θύρσῳ μοναχῷ, ΙΙ, 29. 30 Θύρσῳ ποιμικηρίῳ, ΙΙ, 238. Θύρσῳ σκρινιαρίῳ, Ι, 208, 209, Θωμᾷ λογογράφῳ, ΙΙΙ, 184, 185. Ιάσωνι ἐπισκόπῳ, ΙΙΙ, 179, 180, Ἰγνατίῳ ἀνθυπάτῳ, Ι, 212, 213, Περίῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 13. Ἱερίῳ συγκλητική, 1, 184. Ἱερωνύμῳ δομεστίκῳ, ΙΙ, 278. Παρίῳ ἐπισκόπω, ΙΙ, 120. Ιλαρίῳ μοναχῷ, 1, 331, 332. Ἰλαρίῳ μοναχῷ ἀπὸ σχολαστικῶν, Ιλαρίῳ πρεσβυτέρω, Ι, 281. Ινοκεντίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 314. Ἰορδάνῃ διακόνῳ, ΙΙΙ, 127. Ιουλίᾳ κομητίσσῃ, ΙΙ, 213. Ιουλιανῇ παρθένω, Ι, 165, 164. Ἰουλιανῷ, ΙΙΙ, 269: 1, 52. Ἰουλιανῷ ἀναγνώστῃ, 111, 169, Ἰουλιανῷ ἐκκλησιαστικῷ, ΙΙ, 240, Ἰουλιανῷ ἐπισκόπε, 52. Ἰουλιανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ, 229, 230, Ἰουλιανῷ πρεσβυτέρῳ, 111, 64, 65. Ἰουλιανῷ, ἡ Ἰουλίῳ δε εμπριμῳ, Ιουλίῳ δεκεμπριμῳ, ΙΙΙ, 18. Ιουλίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 282. Ιουλίῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 123, 312. Ιουλίῳ Ιουλίῳ φοιδεράτῳ, Ι, 284. Ιππασίῳ τριβούνῳ, ΙΙ, 28. Ιππονίκῳ σκρινιαρίῳ, 1, 327, 328. "Ισαχαρ Σαμαρίτη, 11, 116. Ἰσιδώρῳ ἀναγνώστη, ΙΙ, 21. Ἰσιδώρῳ ἐξεκουβίτορι, ΙΙ. 322. Ἰωάννῃ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 187. Ιωάννῇ Ιλλουστρίῳ, ΙΙ, 320. Ιωάννη, μοναχῷ, Ι, 175, 294; Ιωάννῃ πρωτεύοντι νεωτέρω, ΙΙ, Ιωνά μοναχῷ, ΙΙΙ, 265. Κ Καλανδίωνι, Ι, 62. Καλλιμάχῳ μεμοριαλίω, Ι, 264. Καλλινίκω μοναχῷ, ΙΙΙ, 38. Καλλινίκῳ χρυσοχόω, ΙΙ, 216. Καλλιοπίῳ, 22. Καλλιστιανῷ, 11, 37. Καλλιστίωνι, 1. 201, 202. Καλοκύρῳ, 1, 305, 306. Κανδιδιανῷ στρατηλάτη, Ι, 24. Καπίτωνι διακόνῳ, 1, 104, 105, Καπίτωνι φροντιστῇ. ΙΙ, 485. Κορίνῳ παλατίνῳ, ΙΙΙ, 68, 70. Καρίνῳ, ἢ Μαρίνῳ ἐπαρχικῷ, Καρποιλίωνι, Ι, 296. Καρπίωνι αἱρετικῷ τῆς Οὐαλεντίνων αἱρέσεως, 1, 234. Κασανδρίῳ, 20. Καστορι δουκί, 11, 21, 22, 25. Κεκροπίῳ ταξεώτη, ΙΙ, 271. Κλεάρχω νουμεραρίῳ. 1, 130. Κλεοβούλῳ μοναχῷ, 11, 95. Κλεονίκῳ σχολαστικῷ, 11, 311. Κολαχαδίω, η Κολακασίῳ, 11, 275. Κολασίῳ διακόνῳ, 11, 300. Κολοβαρσίῳ, ΙΙΙ, 52. Κολοκασίῳ, ἢ Κολακαδίῳ διακόνῳ, Κομασίῳ ἀπὸ ῥητόρων μοναχῷ, ΙΙ, 73. Κοματίῳ, ἢ Κομασίῳ, ΙΙ, 257. Κόνωνι ἱλλουστρίῳ, Ι, 144. Κόνωνι πολιτευομένῳ, 39. Κορνηλίῳ, Ι, 285. πεσόντι, ΙΙΙ, Κορνηλίῳ πρεσβυτέρω, Ι, 149. Κρίσπῳ ἀπὸ αἰχμαλωσίας, 267. Κρίσπῳ σχολαρίῳ, 1, 162. Κυΐντῳ ὑποδιακ. Κυντιλίῳ καγκελλαρίῳ, 11, 161. Κυπριανῷ, 111, 202. Κυπριανῷ διληγάτορι, ΙΙ. 243. Κυριακή, ΙΙΙ, 128, 261. Κυριακῷ διακόνῳ, Ι, 323, 324, Κυριακῷ μοναχῷ, ΙΙ, 78, 79, 80, Κυριακῷ πρεσβυτέρῳ, 11, 196, Κυρίλλῳ ἢ Μακεδονίῳ διακόνῳ, Κυρίλλῳ μοναχῷ, 11, 44, 45; ΙΙΙ, Κυρίλλῳ πρωτεύοντι, Ι, 266, 267, Κυρινίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 140. Κυρίνῳ ἐπισκόπω, Ι, 203, 204. Κυρίωνι, 111, 129. Κωμασίῳ πρεσβυτέρῳ. ΙΙ, 73. Κωνσταντίνῳ κόμητα, 11, 290. Λ Λαμπαδίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 100, 101. Λαμπροτύχω ἀρχιμανδρίτη, 111, Λαυρεντίῳ, φ., ἐπ. μοναχοῖς, 111, Λαύσῳ πριμισκρινίῳ, 11, 153. Λεσβίῳ, 43. Λεσβίω διακόνῳ, ΙΙΙ, 297, 43. Λευκαδίῳ ἀρχιδιακ., 1, 188, 189, Λεωνίδῃ δεκεμπριμῳ, Ι, 228. Λεωνίδη κόμητι, 1, 278. Λεωνίδῃ μοναχῷ, ΙΙ, 47. Λεωνίδῃ ρήτορι, ΙΙ, 291. Λητορίῳ μοναχῷ, 18. Λικιννίῳ Νεωτέρῳ, 1, 45. Λικιννίῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 296. Λιμενίῳ μοναχῷ, 1, 177, 178, 179, Λιννίῳ μοναχῷ, Ι, 292. Λιριανῷ, ..11. Λουκᾷ διακόνῳ, ΙΙ, 253. Λουκιανῷ σοφιστῇ Χριστιανῷ, ΙΙ, Λουκίῳ τριβούνῳ, 11, 151. Λουσία, η Λυσία πρεσβυτέρω, ΙΙ, Λυκούργῳ Ιλλουστρίῳ, ΙΙ, 147. Πρὸς τὸν αὐτοῦ μαθητήν, Ι, Ι. Μακεδονίῳ, ή Κυρίλλη διακόνῳ, Μακεδονίῳ ταξιώτη, ΙΙ, 257. Μακέδῳ, η Πέτρῷ μοναχῷ, 111, Μαξιμιανῷ, Ι, 154. Μαξίμῳ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 293. Μαριανῷ ἐπισκόπω, 11, 227. Μαριανῷ μοναχῷ, 7, 41. Μαριανῷ ὑποδιακόνῳ, Ι. 185. Μαρίνῳ διακόνῳ, ΙΙ, 259. Μαρίνῳ μοναχῷ, ΙΙ, 106, 107, 108, Μαρίνῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 37. Μαρίνο πρεσβυτέρῳ, ἢ Ερμολάῳ μοναχῷ. ΙΙ, 25. Μαρίνῳ ἢ Μαυριανῷ, 11, 54. Μαρίνῳ, ἢ Μαυριανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ, Μαρίνῳ, η Καρίνῳ ἐπαρχικῷ, ΙΙ, Μαρίωνι ἀργυροκόπῳ, Ι, 42. Μαρκελλίνῳ μοναχῷ, 1, 4, 5, 7. Μαρκιανῷ, 1, 22, 23, 24. Μαριανῷ, η Μαρίνῳ ὑποδιακόνῳ, Μαρτινιανῷ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 187, Μαρτίνῳ καγκελλαρίῳ, ΙΙ, 316, Μαρτίνῳ πλουσίῳ γέροντι φιλο πόρ., ΙΙΙ, 34. Μαρτυρίῳ βίνδικι, ΙΙ, 282. Μάρωνι κόμητο, ΙΙ, 152. Μαυριανῷ, 1, 329. Μαυριανῷ μοναχῷ, ΙΙ, 53. Μαυριανών, ἢ Μαρίνῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, Μεθοδίῳ κουβουκλαρίῳ, ΙΙ, 289. Μελετίῳ καγκελλαρίῳ, 59, 60, Μελίσσῳ κανδιδάτῳ, 1, 207. Μελίτωνι διακόνῳ, ΙΙ, 195. Μελιφθόγγῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 130, 154. Μέμνονι γραμματοδιδασκάλῳ, 11, Μενάνδρῳ ἀσκητῇ, 1, 54. Μενάνδρῳ δομεστίκω, ΙΙ, 32. Μηρύμῳ Βηρύμῳ. Μοδέστῳ, 111, 274. Μοναχοῖς ἐν τῇ Κιλικίᾳ διάγουσιν, Πρὸς μονάζοντας, ΙΙΙ, 307, 308, Πρὸς νεωτέρους μοναχοὺς διδασκαλία, ΙΙΙ, 203. Μουσίωνι μοναχῷ, ΙΙΙ, 10. Ναυκρατίῳ, 1, 259, 260, 261, 262, Νεαδίῳ καὶ ἑτέροις μοναχοῖς, ΙΙ, Νείλῷ μοναχῷ, 111, 155, 255. Νείλῳ, ΙΙΙ, 170. Νείλω πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 236, 256. Νείλω σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 153. Νεοφύτῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 501. Νέρωνι μαγίστρῳ καὶ ἀπὸ ὑπάτων, Νημετρίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙ, 210. Νημετρίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 129, 130, Νημετρίῳ σελεντιαρίω, ΙΙ, 12, 13. Νικάνδρῳ ἐξκέπτηρι, 11, 143.
col. 65–66page 4 of 262
PG 79:65Νικάνδρῳ Στυλίτῃ, 11, 114, 145. Νικαρέτῳ σελεντιαρίῳ, ΙΙ, 284. Νικαρέτῳ σκρινιαρίῳ, 1, 231. Νικοδήμῳ, 11, 22. Νικοτύχῳ διακόνῳ, ΙΙ, 142. Νικοτύχῳ σχολαστικῷ, ΙΙ, 8. Νίκωνι ἀρχιμανδρίτη, 111, 119. Νιοφύτῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 303. Νουμηνίῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 198, 293. Ξανθίππῳ διακόνῳ, ΙΙ, 154. Ξεναγόρα διακόνῳ, 1, 58, 39, 40. Ξενοφῶντι διακόνῳ, ΙΙ, 172, 173. Ξενοφώντι πρεσβυτέρω, 111, 156. Ξενοφῶντι σχολαστικώ, 11, 279. ! Ξένωνι, 1, 36. | Ξηνοδώρῳ δεκανῷ, 11, 293. Ολυμπιοδώρῳ ἐπάρχω, 19, 61. Ὀλυμπίῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 191. Ολυμπίῳ κυέστορι, ΙΙ, 305, 306. Ολυμπίῳ καὶ τοῖς ἄλλοις μονα. χοίς, ΙΙ, 190. Ὀλυμπίῳ σχολαστικῷ, Ι, 152, 153. Ολυδρίῳ πρεσβυτέρω, Η, 191. Ονησίμῳ μοναχῷ, ΙΙ, 84. Ονησίμῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 177. Ορέστῃ κλειδοποιῷ, ΙΙ, 217. Ορειβασίῳ, 15. Ουάλεντι, ἡ Οὐαλεντινῷ σκρί Ουαλερίῳ, ἢ Ηφαιστίωνι πρεσβυτέρῳ, ΙΙ, 313. Ουλπιανῷ σχολαστικῷ, ΙΙ, 219. Οὐρσακίῳ, η Αρσακίῳ ἐκδίκῳ, ΙΙΙ. Π Παλαδίῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 259. Παλλαδίῳ μοναχῷ, Ι, 133, 134. Παλατίνῳ πρωτεύοντι, ΙΙ, 149. Παμφίλῳ διακόνῳ, ΙΙ, 145, 144. Πανηγυρίῳ διακόνῳ, ἢ Εὐδαίμονι σχολαστικῷ, ΙΙΙ, 286. Πανηγυρία μοναχῷ, ΙΙ, 52. Πανολβίω, Ι, 12. Παντωνύμω σατράπη, 11, 19. Παπίσκῳ σκοροδούλοις, ΙΙ, 249. Παρηγορίῳ σκρινιαρίῳ, ΙΙ, 550. Παρνασίῳ Φίσκῳ, 17, 24. Παρνασίῳ συνηγόρω, ΙΙΙ, 168. Πασχασίῳ διακόνῳ, ΙΙ, 508. Παυλίνῳ, 111, 455. Παυλίνῳ δομεστίκῳ, ΙΙΙ, 272. Παύλῳ ἀναγνώστη, 111, 200. Παύλῳ ἀρχιμανδ., 111, 66, 67, 68; Παύλῳ δεκεμβρίμῳ, Ι, 265. Παύλῳ ἐπισκόπῳ, 111, 217, 218. Παύλῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 165, 166, 167; Παύλῳ σχολαστικῷ, Π, 239. Πελαγίω, Ι, 256. Πελαγρίῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 250. Περγαμένῳ δεκεμβρίῳ, ΙΙ, 168, Περγάμῳ ἀναγνώστη, ΙΙΙ, 271. Περίῳ κόμητι νεωτέρω, ΙΙ, 368. Πετρωνίω, 111, 115. Πετρονίῳ, η Πετρονίνῳ, ΙΙΙ, 116. Πέτρῳ ἀναγνώστῃ, ΙΙΙ, 78. Πέτρω μοναχῷ, ΙΙ, 164. Πέτρω μοναχῷ, η Μακέδῳ μοναχών, Πησαγίῳ κόμητε, 11, 209. Πιερίῳ κόμητι νεωτέρω, 11. 167. Πιερίῳ συγκλητική, Ι, 516. Πινδάρω πρεσβυτέρω, ΙΙ, 215. Πιονίῳ ἀλλουστρίῳ, 111, 51. Πιονίῳ, 111, 299. Πισιμίῳ μοναχῷ, ΙΙ, 74. Πλάτωνι ἀρχιμανδρίτη, 11, 57. Πλουτάρχῳ ἀξιολόγῳ, 111, 9. Πλουτάρχω βυρσεί, ΙΙ, 212. Πλουτίνῳ ὑπατικῷ, 1, 51, 52, 53. Πολυχρονίῳ διακόνω, ΙΙΙ, 11. Πολυχρονίῳ πρεσβυτέρω, 111, 112. Πομπηΐῳ διακόνῳ, 1, 72, 73, 74. Πονίῳ Ἀλλουστρίῳ, ΙΙΙ, 52. Πουλλίων: διαψηφιστῇ. 11, 199. Πρίμῳ ὑποδιακόνω, 19. Πρισκιλλιανῷ διακόνω, 1, 293. Πρίσκῳ, ΙΙΙ, 288, 289, 290. Πρίσκῳ πολιτευομένω, ΙΙ, 298. Προβατίῳ μοναχῷ, 111, 219, 220, Πρόκλῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 189. Πρόκλῳ πολιτευομένῳ, 1, 290. Πρόκλῳ πρεσβυτέρω, 11, 26. Πτολεμαίω, 1, 272 Πτολεμαίω, συγκλητικῷ 1, 1, 2, Ρηγίνῳ ἀρχιμανδρίτη, 11, .. Ρηγίνῳ κανδιδάτῳ, Ι, 592. Ρηγίνω σκρινιαρίῳ, 11, 150. Ῥοδομένῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 213, Ρουφίνῳ, ΙΙΙ, 263. Ρουφίνῳ σχολαστική, Ι, 67. Ρουφίνῳ, ἡσυχαστῇ, 17, 54. Ρωμανῷ μοναχῷ, ΙΙΙ, 298. Σαβίνῳ, 17, 27. Σ Σωσθένει κομενταρησίῳ. 305. Σωσικλεί σχολαστικώ, ΙΙΙ, 139, 140. Σωσιπάτρῳ τριβούνῳ, ΙΙ, 157. Σωτηρίχω, 34. Σωτηρίχῳ διακόνω, ΙΙ, 915. Σωτηρίωνι, 1, 96, 97. Σωφρονίῳ, Ι, 46, 1. 111, 260. Σωφρονίῳ μοναχῷ, Ι, 54, 55. Σωφρονίῳ τριβούνῳ, 1, 167, 168, Τ Ταπίσκῳ διακόνῳ, 111, 75, 76, 77. Ταυριανῷ ἀπὸ ἐπάρχων, ΙΙ, 178. Τελεσφόρῳ ἐγκαύστῃ, 11, 192. Τελεσφόρῳ πρωτεύοντι, 1, 174. Τερεντίῳ διακόνῳ παραπεσόντι καὶ αξίως μετανοήσαντι χρόνῳ πολ λῷ, ΙΙΙ, 228. Τεύκρῳ διακόνῳ, 1, 250, 251. Τεύκρῳ Κανδιδάτῳ, ΙΙ, 186. Τηλεμάχω πρωτεύοντι, ΙΙΙ, 225, Τιμοθέω μοναχῷ, 59. Τιμοθέῳ ὑποδιακόνω, 1, 26, 27, 28, Τίμωνι ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 2, 3, 4. Τίτῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 186. Τραϊανο, ΙΙΙ, 258. Τραϊανῷ ἀδιούτορι, ΙΙ, 287. Τραϊανῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 141. Τρύφωνι ἀρχιτέκτονι, 1, 197, 198, Τρύφωνι διακόνῳ, ΙΙΙ, 249. Τύμβωνι, η Τρύφωνι διακόνω, Τύρον: πρεσβυτέρῳ, 111, 15. Υ Υακίνθῳ ῥαιφερενδαρίῳ, ΙΙΙ, 83. Υδροσίῳ, 17, 10. Ὑμητίῳ ἐπισκόπῳ, ΙΙ, 176. Υπατίῳ ἐφόρῳ, 11, 20. Σαβίνῳ μαγιστριανῷ, Ι, 243, 244. Υπαφλώρων διακόνῳ, 1, 151. Σαβίνῳ πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 7. Σαβουρίῳ κόμητι, 1, 258. Σεκουνδιάνω, Ι, 200. Σεκούνδῳ καστρισίῳ, ΙΙ, 281. Σελευκίῳ διακόνῳ, 1, 223, 224. Σεραπίονι πρεσβυτέρω, Ι, 154, 135, Σευήρῳ ἀπὸ ἐπάρχων, ΙΙΙ, 199. Σευήρῳ πρωτεύοντι, Ι, 305, 304. Σιλβανῷ ἐπισκόπῳ, 1, 98, 99, 100, Σιλβανῷ κοινοβιώτη, Ι, 507. Σίμωνι κούρσοι, Ι. 208. Σισιννίῳ σπαθαρίῳ, 1, 277. Σκρινιαρίῳ, ΙΙ, 252. Σοζομένῳ, 1, 147. Σοφιανῷ σχολαρίῳ, 1, 236, 237, Στεφανίδι κομιτίσσῃ, ΙΙ, 218. Στεφάνῳ διακόνῳ, 159. Στρατίωνι ἱλλουστρίῳ, 1, 229. Συλβανῷ πρεσβυτέρω, ΙΙ, 247. Συμμαχίῳ κόμητο, ΙΙ, 44, 45. Συμμάχῳ οσπριοπώλη, ΙΙ, 203. Συμμάχω στρατηγῷ, ΙΙ, 165. Συμπλικίῳ ἐξκέπτωρι, ΙΙ, 197. Συριανό, 17, 50. Συριανῷ μοναχών. ΙΙ, 63. Σωζομένῳ, 1, 148. Σωκράτει κόμητο, ΙΙ, 200. Σωκράτει πρεσβυτέρῳ, 1, 322. Σωκρατίῳ ἐξκέπτωρ, 11, 54. Σωσάνδρῳ πριμισκρινίῳ, 1, 239, Φάλκονι κουράτορι, ΙΙ, 295. Φαρετρίῳ μηχανικῷ, ΙΙ, 262. Φαρισμανίμῳ δεκεμβρίῳ, 111, 71. Φαρισμανίῳ, ἢ Φαρισμανίμῳ, Φαυστιανῷ, 1, 45. Φαυστινιανῷ, ΙΙΙ, 14. Φαυστίνῳ κουβικλαρίῳ, ΙΙ, 328. Φαυστίνω μοναχῷ, 11, 45. Φαύστῳ μοναχῷ, ΙΙ, 85, 86. 97. Φαύστῳ Λα. οἱ Ἐπ. μοναχοῖς, ΙΙΙ, Φαύστῳ πρωτεύοντι, Ι. 255. Φεβρουαρίῳ διακόνῳ. 1. 280. Φήλικι πρεσβυτέρω, 1, 502, 111, 117. Φηλικησσίμῳ διακόνῳ, ΙΙ, 534, 352, Φιλαγρίῳ ἀναγνώστη, Ι, 175, 176. Φιλαγρίῳ ἐπισκόπω, ΙΙΙ, 126. Φιλαγρίω πρεσβυτέρω, 1, 84, 85. Φιλαγρίω πρωτεύοντι 111, 89. Φιλήμον: ἐπισκόπῳ, ΙΙΙ, 251. Φιλίππῳ, 111, 185, 296. Φιλίππω σχολαστικῷ, Ι, 44. Φιλοξένῳ ἀρχιμανδρίτη, 11, 127. Φιλοξένω κτ σοφύλακι, ΙΙ, 146. Φιλορώμῳ κόμητι. 1, 287. Φιλουμενίῳ, ΙΙΙ, 25. Φιλουμένῳ ἐγκλείστῳ, ΙΙ, §6. Φιλουμένῳ μοναχῷ, ΙΙΙ, 267. Φιλοχρίστῳ ἐπισκόπῳ, 111, 278. Φίλων, ΙΙ, 230. Φίλωνι ἐπισκόπῳ, 11, 160.

Beginnings of LettersEpistolarum initia

col. 67–68page 5 of 262
PG 79:67Φίλωνι ἱλλουστρίῳ, Ι, 138. Φίλωνι πρεσβυτέρω, ΙΙΙ, 521. Φιρμιλλιανῷ, 1, 320, 321. Φιρμίνῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙ, 175. Φίρμω σκρινιαρίω, 1, 82. Φλαβιανῷ, 1, 108. Φλαυίανῷ, Ι, 80. 81. Φλορεντίῳ διακόνῳ, 8, 9. Φλορίωνι μοναχῷ, ΙΙ, 61. Φουρτουνάτῳ, Ι, 99. Φράγκῳ καγκελλαρίω, ΙΙ, 234. Φρόντων ἀρχιμανδρίτη, 11, 88. Φρουμεντίῳ ἐκκλησιεκδίκῳ, 171. Φρουμεντίῳ κόμητι, ΙΙ, 27. Φωκᾷ ἀναγνώστῃ, 111, 202. Φωτεινῇ καὶ Δωρ., ΙΙ, 31. Χ Χαρικλεί, η Χαρικλίτῳ πρεσβυτέρῳ, ΙΙΙ, 243. Χαρισίῳ ἐπισκόπιο, ΙΙ, 24. Χαρίτωνι, ΙΙΙ, 264. Χαρίτωνε μοναχῷ, ΙΙ, 59. Χειμασίῳ μοναχῷ, Ι, 333. Χειμασίφ Χίλωνι δομεστίκῳ, 11, 158. Χιονίῳ σελεντιαρίω, 14. Χρυσάνθῳ ἀναγνώστη, 111, 93. Χρυσαφίῳ διακόνῳ, ΙΙΙ, 111. Χρυσέρωτι σοφιστῇ, 11, 49. Χρυσίππῳ κουράτορι, ΙΙΙ, 177. Χρυσογένει κλήσουαρίῳ, 1, 456. Ωριγένει, ΙΙΙ, 280. Ωρίωνι ἐκδίκῳ, ΙΙ, 164. Αγαλλίαμα ὑπάρχουσι τῆς δαιμόνων μανίας, ΙΙΙ, "Αγαν φθονοῦσιν οἱ δαίμονες, ΙΙ, 140. Αγνοοῦσιν οἱ δαίμονες, 111, 194. Αγωνισώμεθα μηδὲ τὸ ἀκαρὲς, ΙΙΙ, 297. ᾿Αγώνος πολλοῦ χρεία, καὶ, ΙΙΙ, 148. Αδύνατον ἄλλως σωθῆναι, ΙΙΙ, 280. Αθεον παντελῶς, καὶ ἀσεβές, ΙΙ, 299. Αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν, ΙΙ, 34. Αιθίωψ μὲν οὐκ ἀλλάττει τὸ δέρμα, 1, 303. Αἰνεῖτε αὐτὸν, φησίν, ἐν χορδαίς, Ι, 240. Αἱ παρὰ τῷ προφήτη Ζαχαρία, ΙΙ, 15. Α' χεῖρες τοῦ Ἰσραὴλ, φησιν, 11, 262. Αἱ χεῖρες τοῦ Χριστοῦ προσπαγείσαι, Ι, 328. Ακριβῶς ὀφείλει γινώσκειν, ΙΙΙ, 329. ᾿Αληθινὸν ἐγὼ προσαγορεύσω, ΙΙ, 127. ᾿Αληθώς μεγάλας ατιμίας, ΙΙΙ, 250. ᾿Αλλὰ καὶ σὺ ἀοράτως εχρίσθης, ΙΙ, 92. ᾿Αλλ' ἡμῖν, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, 1, 248. *Αλλοι καθεκάστην τοῖς πόνοις, 11, 90. Αλλος τρὸς ἄλλο τι νένευχε, 11, 230. Αμαθεῖς τινες, καὶ φιλόκοσμοι, 1, 50. Αμαρτία γὰρ οὐκ ἐλλογιεῖται, Ι, 9. Αμα τις λοιδορήσει τὸν πλησίον, ΙΙ, 166. Αμήχανον χωρίς λύπης, 111, 147. Αμήχανον δίχα πόνων, 111, 210. ᾿Αναγκαῖον εἰδέναι, ὅτι μέλλεις, ΙΙΙ, 177. ᾿Αναγκαῖον δὲ ἡμᾶς μιμουμένους, 11, 93. Ανάγνωθι, τι Κορινθίοις, 1, 65. Αναμνήσθητί μοι τῶν τοῦ Σωτῆρος, 1, 116. ᾿Ανάξιος ὢν πιστεῦσαι, 1, 22. ᾿Ανασταυροῦντες, φησί, τὸν Υἱόν, Ι, 204. Αν βούλει ἄρχειν τῆς ἐπαρχίας, Ι, 161. Ανέγνως ἐν τῷ Ἰεζεκιήλ, 10, 52. Ανέγνως πολλάκις, τί γράφει, Ι. 164. "Αν ἐκ τοῦ βάθους τῆς καρδίας, 11, 81. Ανευφημοῦμεν, δοξάζομεν, Ι, 255. ῎Ανθρωποι μὲν ἴσως, 19, 37. "Ανθρωπος οὐκ ἔχω, ΙΙΙ, 236. Ανθρωπος ἐξασθενήσας, και, 1, 207. Ανθρωπος μὲν κατὰ τὸ φαινόμενον, Ι, 171. Αν μικρὸν κοπιάσης καθαρίσαι, ΙΙ. 7. ᾿Ανόητόν σε, καὶ ἀσύνετον, 1, 309. *Αν προφθάσας τὸ φρόνημα, 11, 287. "Αν σαυτῷ συνεθίσῃς μὴ ὁρᾶν, ΙΙΙ, 97. Ἀντὶ τῶν πατέρων ἐγεννήθησαν, Ι, 320. *Ανω βλέπε πρός Θεόν, ΙΙ, 25. Ανωθεν το συμφέρον ἡμῖν ὁ Θεὸς, Ι, 251. *Ανω χρὴ πάντοτε νεύειν, 111, 173. Απερ ἀπλήστως συναθροίζεις, ΙΙ, 177. Απερ τις ἐπιποθεῖ, καὶ στέργει, ΙΙΙ, 8. Απεστάλθαι λέγεται ὁ Υἱός, Ι, 219. Απηρυθριασμένως τολμήσαντος, 1, 234. Αποκάλυψαν πρὸς Κύριον, ΙΙΙ, 200. ᾿Απὸ κεφαλῆς σανὶρ καὶ Ἑρμών, 1, 331. Απόκρυφον τῆς ψυχῆς ταμεῖον, ΙΙΙ, 64, Απολώ, φησί, θηρία πονηρά, 111, 181. ᾿Αποστραφεὶς ὁ Θεὸς τοὺς σοφιστάς, 1, 409. Ασαφές λέγεις ὑπάρχειν, ΙΙ, 144. ῎Ατοπον ἂν εἴη ἐφ' ὑψηλοῦ μὲν, ΙΙ, 115. Ατοπον ἂν εἴη τύπτειν τὴν σύμβιον, ΙΙ, 209. *Ατοπον δράν πράγμα δοκεῖς, Ι, 129. Αὐτὸς δι' ἑαυτοῦ πρὸς σέ, 1, 213. Αφικτέον τῆς δουλοπρεπείας, 57. Βεβούλησαι καὶ τὸν χρύσεον, Ι, 496. Βέλτιστον νῦν ἐπιφθέγξασθαί σοι, 11, 47. Βλαβερὸν ἄγαν τὸ λόγον, 1, 89. Βλέπε μοι τοὺς ἐξ Εβραίων, Ι, 93. Βλέπετε, ὅτι οὐχὶ πρώτη φυλακῇ, ΙΙΙ, 206. Βλέπω σε, ἀδελφὲ, ὅτι ψώρας, 1, 29. Βληχηματώδης τις, καὶ ἄλογος, 11, 236, Βούλομαί σε τῷ τρόπῳ, ΙΙ, 291. Γέγραπται, ὅτι συνήγοντο πρὸς, 111, 201. Γέγραφας, ὅτι εἰ πρῶτον, 1, 269. Γέγραφας, τίνος χάριν οὐ παύομαι, 1, 301. Γεγράφατε ἀπηλλάχθαι τῆς ψυχ., 101, 102. Γεγράφηκάς μοι λέγων, ὅτι, Ι, 28. Γεγράφηκας, ὅτι τὸν κόκκον, Ι, 111. Γίνωσκε, ὅτι ὅσον πολλὰ ἀῤῥωστεῖ;, 111, 281. Γλυκάδιος μὲν τὸ ὄνομα, 1, 252. Γλυκὺς τοῦ δούλου ὁ ὕπνος, φησί, ΗΙ, 178. Γνῶθι, ὅτι ἡμαρτες, και, ΙΙ, 303. Γνῶθι σαυτὸν πρὸ πάντων, ΙΙΙ, 314. Γράφεις, καὶ πόσος ἄρα χρόνος, 33. Γράφεις μοι, εἰ ἄρα πρεπωδέστατον, 61. Γράφεις μοι ἐρᾷν πάνυ, ΙΙΙ, 154. Γυμνάσωμεν τὸν νοῦν πρὸς, ΙΙΙ, 293. Γυνὴ τὸ σῶμα τυγχάνεις, ΙΙ, 116. Δανιὴλ μὲν ὡς οἰκέτης, 1, 88. Δεῖ τὸν νέον ἀσκεῖν, ΙΙΙ, 503. Δεσπότης ἐστὶν ὁ νοῦς, δοῦλος δὲ, 1, 160. Δεῦτε, φησὶν ὁ προφήτης, ΙΙ, 49. Διαπορεῖν φάσκεις, τίς τε ἂν εἴη, ΙΙ, 238. Διατὶ ἐκ πολλῆς, καὶ ἀκαίρου, ΙΙ, 60. Διατί μοχθεῖς πολλά, 1, 192. Διατί οἱ οὐράνιοι ρήτορες, ΙΙ, 524. Διατί τους πόδας μόνον, 1, 80. Διὰ τοῦ Ἱερεμίου ὁ Κύριος εἴρηκεν, Ι, 131. Διὰ τοῦτο Ἑβραῖοί ποτὲ ἁμαρτάνοντες, ΙΙΙ, 88.
col. 69–70page 6 of 262
PG 79:69Διὰ τοῦτο ὥσπερ τινὰς λιμένας, Ι, 166. Διὰ τῶν κατὰ τόπον καὶ τρόπον, 61. Διηπόρησας ἐπὶ τῷ γεγραμμένῳ, ΙΙΙ, 120. Δικαιοσύνη ἐστὶν ἡ μέν τις, 11, 279. Διστασιάζειν ἔοικας πρὸς ἑαυτὸν, 11, 50. Δύναται πρώην διὰ τῆς ἀμελείας, 111, 25. Δύναταί τις ἐκ δεξιοῦ μέρους, 1, 257. Δύναταί τις καὶ ἐν σώματι ὢν, ΙΙ, 82. β. Δυνήσῃ καὶ ἄλλως τὸ ῥητὸν, 1, 521. Ἐὰν ἀεὶ ἀγωνίσῃ τοὺς δαίμονας. 1, 500. Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν, ΙΙ, 306, Ἐὰν γλίχῃ εἰσελθεῖν, 111, 285. Ἐὰν εἶδές τινας ἀκαθαριώτερον, ΙΙΙ. 56. Ἐὰν ἡμᾶς ἀόκνως ἐκτενῶμεν, 11, 105. Εὰν ἡσυχάζωμεν, καὶ τῇ εὐχῇ, ΙΙΙ. 58. Ἐὰν θέλωμεν διὰ πάντων, Ι, 507. Ἐὰν ἰσχύσῃς ξυνιδείν, 1, 287. Ἐὰν καλὰ πράττεις έργα, 1, 251 Ἐὰν μετὰ κλαυθμού, Ι, 120. Ἐὰν μηδείς - Κἂν μηδείς, ΙΙΙ, 74. Ἐὰν μή τις ὁπλίσηται, 11, 309. Εάν πολυπραγμονεῖς, καὶ ἡδέως, ΙΙ, 29. Ἐὰν πρὸ τῶν ἀγαθῶν πράξεων, ΙΙΙ, 24. Ἐὰν πρὸς τὸ παρὸν διὰ τῶν ποικίλων, 17, 39. Εάν σκανδαλίζῃ σε ο δεξιός, ΙΙΙ, 188. Ἐὰν συνεθίσῃς ἑαυτῷ, 111, 248. Ἐὰν συνεχῶς τῷ σημείῳ, Η, 304. Ἐὰν τὴν στεφάνην ἐπιθῶμεν, Ι, 61. Εάν τι γέγραπται ἐν τῇ Παλαιᾷ, ΙΙ, 223. Ἐὰν φυτὸν δυνηθῇ καρποφορήσαι, ΙΙ, 71 Ἐβάφης τὸν λογισμόν τῷ, Ι, 106. Εβδελύξατό σε ἡ στολή σου, 10. Ἐγγίσατε, φησί, τῷ Θεῷ, ΙΗ, 277. Εγενήθη, φησὶν ὁ μακάριος Δαβίδ, 111, 255. Εγνων ποτέ τινα ἄνθρωπον, 11, 217. Εγνων τινὰς ἀδελφούς, ΙΙΙ, 239. Εγνως μέμψεις τινὰς ὑποβλ., 11, 146. Ἐγὼ δὲ ὡς ἡ ἐλαία, ΙΙΙ, 28. Ἐγὼ θαυμάζω, πῶς τῶν σοφῶν, ΙΙ, 29. Ἐγὼ οὐκ ἂν λοιδορήσαιμι, 1, 130. Εγώ, φησίν, ἐλήλυθα, ΙΙ, 278. Εζήτησε σε πολλάκις τὸ πνεῦμα, ΙΙ, 129. Εθος ἔχεις πρόχειρον, 1, 217. Εθος τοῖς ἁγίοις εὐχαριστεῖν, Ι, 188. Εἰ ἀδυνατεῖς ὑπὲρ σεαυτοῦ, ΙΙΙ, 141. Εἰ ἀνθρώπου Ιατρού, 44. Εἰ βλάψει κύων ὑλακτῶν, Ι, 315. Εἰ βούλει ἀνελθεῖν εἰς τὸ θυσιαστήριον, ΙΙ, 98. Εἰ βούλει ἐξαφανίσαι τὰς, ΙΙΙ, 278. Εἰ βούλει μὴ ἐμπεσεῖν εἰς πᾶσαν, ΙΙΙ, 55. Εἰ βούλει μήτε ἐνταῦθα, 60. Εἰ βουλόμεθα καὶ ἡμεῖς, ΙΙ, 310. Εἶδον ἐγὼ μαστιγούμενον, ΙΙ, 245. Εἰ εἰς ἄγγελον φωτὸς ὁ διάβολος, 11, 295. Εἰ ἐκ πολλῆς χαρμονής, 1, 58. Εἰ ἐκ προσώπου τοῦ Δεσπότου, 1, 293. Εἰ ἔστι τυφλὸς πλοῦτος, 1, 143. Εἰ ἑτέρους πλεονεκτῶν, καὶ κατὰ, 11, 302. Εἰ θαυμάζεις τὸ κάλλος βλέπων, 111, 315. Εἰ Θεὸς ἀπηγόρευσε μὴ ποιεῖν, 11, 205. Εἰ κατὰ τὸν ᾿Απολλινάριον λέγεις, 1, 272. Εἰκότως τεθαύμακας, 1, 65. Εἰ καὶ αὐτεξουσίῳ τῆς προαιρέσεως, 1, 15. Εἰ λυποῦμεν τὸν Θεὸν καταφρον. ΙΙ, 122. Εἰ μὲν πρὸς Θεὸν ἔχων τῶν ἔρωτα, 11, 161. Εἰ μέχρι τῆς ἐσχάτης τοῦ ἀνθρώπου, 111, 270. Εἰ μὴ διὰ τὴν Χριστοκονίαν, Ι, 56. Εἰ μὴ ἐγένετο διωγμός, 111, 80. Εἰ μὴ ὄντα σε εἰς τὸ εἶναι, 39. Εἰ μὴ ὁ τῶν ὅλων Θεός, ΙΙ, 233. Εἰ μὴ τῶν μακαρίων, καὶ ὄντως, ΙΙ, 36. Εἰ ὁ λογισμός του θυμοῦ, ΙΙ, 257. Εἰ οἱ ἐχθροὶ τῆς ζωῆς ἡμῶν, ΙΙΙ, 273. Εἰ ὅλως δοκεῖς ἐπάνω ἴστασθαι, ΙΙΙ, 6. Εἰ ὅλως ἡμᾶς ἐκλέξασθαι, ΙΙΙ, 246. Εἰ ὅλως λέγεις μηκέτι δύνασθαι, ΙΙ, 150. Εἰ ὅλως τῷ Θεῷ νομίζει ὁ κατὰ, ΙΙ, 84. Εἰ ὁ πολυφωνότατος τοῦ ᾿Απόλλωνος, ΙΙ, 42. Εἰ ὀσμὴ ἰχθύος ποταμιαίου, 17, 2. Εἰ οὐρανούς καινούς, καὶ γῆν, ΙΙ, 247. Εἰ πάντες, ὡς λέγεις, σώζονται, 1, 261. Εἰπὲ πρὸς τὸν σὸν ἑταῖρον, 1, 11. Είπερ δήμος ψυχῶν, 1, 189. Είπερ δι' ὀλίγης τινὸς, καὶ, ΙΙΙ, 109. Εἴπερ ἐσθίειν μέλλομεν, 1, 55. Είπερ θάλασσαν εἶναι λέγεις, ΙΙ, 271. Είπερ μοχθηρά γνώμη, ΙΙΙ, 111. Είπερ τὴν ἰδίαν πεπείκαμεν, Ι, 175. Εἰ πιστεύεις, ὅτι Σαμψών τῇ πίστει, ΙΙΙ, 255. Εἰ πολλαὶ μοναὶ παρὰ τῷ Πατρὶ, Π, 112. Εἰ πολλάκις ὠφελήθημεν, ΙΙΙ, 160. Εἶργε τὸν ὀφθαλμόν σου, ΙΙ, 119. Εἴρηκας ἀρετῆς μὲν ἀπεσχοινίσθαι. 17, 17. Εἴρηκας διὰ τοῦτο πολλάκις, 1, 75. Ειρήκασί τινες τετηρηκότες, ΙΙΙ, 241. Εἴρηκας μετὰ τὸ ἄγαν πολυπραγμ.. ΙΙ, 183. Εἴρηκας μετὰ τὸ ἄγαν καταξηράναι, ΙΙΙ, 73. Εἴρηκας μοι ἄγαν, ΙΙ, 182. Εἴρηκας, ὅτι κατὰ τὴν Γραφὴν, ΙΙΙ, 228. Εἴρηκας τὴν σποδιὰν τῶν ἀνθρωπίνων, 1, 112. Εἰρήκατε πάνυ ἐν ταῖς ἡμέραις, 111, 99. Εἰσελεύσεται, φησὶν ἡ νόμος, Ι, 208. Εἰσῆλθε, φησὶ Μωϋσής, 1, 216. Εἰσί τινες ἐν κόσμῳ βιωτικοί, ΙΙΙ, 153. Εἰσί τινες καὶ ἀρτίως ποταμοὶ, ΙΙ, 183. Εἰσί τινες καταστάσεις, καὶ ἕξεις, ΙΙ, 83. Εἰς ὑπάρχει ὁ μονογενής Υιός, ΙΙ, 91. Εἰ τὰ ἁμαρτήματα μετὰ τοσαύτης, ΙΙΙ, 18. Εἰ τὰ μὴ ὄντα ποιεῖ, Ι, 236. Εἰ τὴν σοφὴν μέλισσαν, ΙΙ, 208. Εἰ τιμᾶς τὸν Θεὸν, τίμα, ΙΙΙ, 96. Εἴ τις βούλοιτο τῶν ἀπαιδεύτων, Ι, 156. Εἴ τις δυνηθείη κατὰ ψυχήν, Ι, 175. Εἴ τις εἰδώλῳ αἰσχρᾶς ἐπιθυμίας, ΙΙΙ, 331. Εἴ τις εὐχαρίστως ήνεγκε, 1, 312. Εἴ τις μὴ περιτμηθῇ, φησί, 1, 15. Εἴ τις τῶν νοσούντων της, ΙΙ, 232. Εἴ τις, φησὶν, ἄνθρωπος, 1, 276. Εἰ τὸν Δαυΐδ διασύρεις δέκα, 11, 169. Εἰ τὸ σῶμα νοσώδες ἔχων, Ι, 245. Εἰ τῷ ζυγῷ τῆς πανευφήμου. ΙΙ, 65. Εἰ ὑπὲρ τὰς τρίχας τῆς νοητής, ΙΙΙ, 291. Εἰ Χριστὸς ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων, ΙΙΙ. 127. Εἰ ψέγεις τὴν εἰς τὸ χεῖρον στροφήν, ΙΙ, 26. Εἴωθεν ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, ΙΙΙ, 292. Εκαστος ἁμαρτάνων μακρύνεται, ΙΙ, 186. Εκλάμψουσι, φησί, τὸ τηνικαῦτα, ΙΙΙ, 212. Ἐκ παπύρου καὶ κόλλης, Ι, 44. Εκ ταπεινώσεως μόνης σέσωσται, ΙΙ, 203. Ἐκ τῆς κατὰ τὴν Δίναν, ΙΙ, 68. Ἐκ τῆς πικρᾶς βαρβάρων, 11, 267. Εκ τίνων σημείων νοήσας, ΙΙ, 152. Ἐκ τοῦ λέγειν τὸν ἅγιον· Τίς δώσει, ΙΙΙ, 271. Ἐκ τοῦ μὴ φοβεῖσθαι Θεὸν, ἀδελφὲ, 1, 39. Ἐκ τοῦ μὴ φοβεῖσθαι Θεὸν γίνεται, ΙΙΙ, 136. Ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐγεννήθη ὁ Υἱός, 11, 323. Ἐκ τοῦ πολλὰς, καὶ ἀδιακρίτους, ΙΙΙ, 114. Ἐλπίσωμεν ἐπὶ τὸν Θεὸν, 1, 39. Ἐμὴ τὴν μετρίαν είδησιν, 111, 242. Ἐμιμήσω τῇ ἁγνείᾳ, καὶ τῇ, Ι, 181. Εμπρόσθια τῆς ψυχῆς νοητέον, 111, 184. Εναγχος τῶν βιωτικῶν ἀποστατ., 111, 223. Ἐναλλάξας τὰς χεῖρας, 1, 91. Ἐνδέχεται ἀπεκδύσασθαι, 11, 242. Ενεστι τὸ θηρίων τῷ γενικῷ λόγῳ, ΙΙΙ, 131. Ἐνικήθης πολλάκις, και, ΙΙΙ, 112. Ἐν καιρῷ σωματικῆς ἀσθενείας, ΙΙΙ, 237. Ἐν κακίᾳ προσώπου, φησὶ Σολομών, ΙΙ, 231. Ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας, 1, 132. Ἐν μὲν τοῖς στρατολογήμασιν, 4. Ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος, Ι, 154. Ἐν παντὶ μὲν καιρῷ, μάλιστα δὲ, ΙΙΙ, 117.
col. 71–72page 7 of 262
PG 79:71Ἐν πλησμονή, φησίν, ἄρτων, ΙΙΙ, 75. Ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρὶ, ΙΙ, 235. Ἐν ταῖς πρὸς τὸ κρεῖττον δεήσεσι, 111, 125. Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε, ΙΙΙ, 68. Ἐν τῷ καιρῷ τοῦ τῆς πορνείας, 1, 6. Ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, φησὶν ὁ Ἀπόστ., 11, 232. Εξεστιν ἐμπεσόντα τινὰ εἰς τὸ, 1, 212. Εξήγαγε δὲ εἰς φῶς σκιὰν θανάτου, ΙΙ, 309. Έξις μὲν ἀπὸ συνηθείας, ΙΙ, 259. Εξω τῆς παρεμβολῆς ἐκβάλλεται, ΙΙΙ, 196. Εοικε τὸ ἡγεμονικὸν τῶν ἁγίων, 1, 108. Ἐπαινῶ σε τὴν κατὰ ψυχήν, ΙΙ, 13. Ἐπαινῶ σου τὰ ῥόδα των θεοφιλῶν, ΙΙ, 88. Ἐπὰν τὴν κεφαλὴν ὁ ὄφις, ΙΙΙ, 130. Επεβίβασας ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς, ΙΙ, 79. Ἐπειδὴ ἀγαπᾶς ὑπερβαλλόντως, 11, 15. Ἐπειδὴ ἀεὶ ἐκ τοῦ ὁρᾶν εἴωθε, ΙΙ, 318. Ἐπειδὴ γέγραφας δι᾿ ἣν αἰτίαν, ΙΙΙ, 286. Ἐπειδὴ γνησίου μου φίλου, 111, 31. Ἐπειδὴ γράφεις μοι πάνυ, 11, 4. Ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖς πλειόνων, ΙΙΙ, 332. Ἐπειδὴ οὐ μικρὸν κακὸν τοῖς εἰκῆ, 1, 277. Ἐπειδὴ οὐχὶ ταπεινοφροσύνης χάριν, 11, 58. Ἐπειδὴ ποθεινῶς τὰς σεπτὰς, 1, 60. Ἐπειδὴ σὺν τοῖς νόμοις, Ι, 76. Επειδή τέσσαρες ὑπάρχουσιν, Ι, 223. Ἐπειδὴ τῆς ἀφάτου κενοδοξίας, 111, 231. Ἐπειδὴ τοὺς θείους λόγους, 1, 118. Ἐπειδὴ τρισὶ φωναῖς ἀρνήσεως, 11, 269. Επείθου μου διὰ τῆς ἐπιστολῆς, ΙΙ, 245. Επεπόθησε, φησίν, ἡ ψυχή μου, ΙΙΙ, 190. Ἐπὶ παντὶ θλιβερῷ, 111, 118. Επιποθεῖ, φησί, τὸ πνεῦμα, Ι, 146. Ἐπὶ πολὺ τῆς ἡλικίας προκόψας, ΙΙΙ, 149. Επισκέψομαι, φησὶν ἡ προφητεία, 1, 285. Επίσταμαι πάντα τὰ πειρατήρια, 1, 196. Επιτετευγμένως ἐῤῥέθη, 11, 221. Ἐπὶ τῶν σωμάτων μία γένεσις, 1, 202. Επιφέρουσι μὲν καὶ δαίμονες, ΙΙ, 214. Ἐπύθου μου ἡ ουσιώδης σοφία, 1, 288. Επύθου ὡς ὁ Θεὸς τοὺς καταφρον., 19. Επωφελὲς ἂν εἴη, 1, 87. Ερωτᾷς με, διατὶ κύνα κέκληκα, 1, 299. Ερωτας με διὰ τοῦ γράμματός σου, 11, 210. Ερωτᾷς με, πῶς δυνατόν ἐστιν, 1, 173. Εστι μὲν ὅτε καὶ ἄλλοι, 1. 294. Εστιν ὅτε δαίμων δαίμονα, 111, 94. Εστιν ὅτε ἦλος τὸν ἦλον ἐξέκοψε, ΙΙΙ, 95. Εστιν ὅτε μέλλοντος τοῦ ἀνθρώπου, 111, 40. Ετέρα ἐστὶν ἡ κατὰ Θεὸν ἀγάπη, 11, 167. Ετεροι μὲν ἐπ᾽ ἀμπελῶσι καὶ, ΙΙ, 41. Ετεροι μὲν ἐπιταγάς μᾶλλον, Ι, 279. Εὐαρεστήσω, φησὶν ὁ Δαυΐδ, ΙΙ, 76. Εύγε τῶν ἡμετέρων κατὰ τὴν ἀναχώρ., 11, 96. Εὖ ἐπιστάμενος Θεοῦ εἶναι, Ι, 225. Εὖ ἴσθι τῶν τὴν μεγίστην ἄθλησιν, ΙΙΙ, 276. Εὗ καὶ τοῦτο φάναι τὴν μέγαν, Ι, 100. Εὐκόλως λίαν πρὸς τὴν ἀλαζονείαν, Ι, 169. Εὐλογήσω, φησί, τὸν Κύριον, ΙΙΙ, 27. Εὐμαρῶς λίαν τῶν θανόντων, 11, 200. Εὐξώμεθα ἐκτενῶς ἐκδιωχθῆναι, 1, 246. Εὑρίσκονται πολλοὶ κατὰ σὲ, ΙΙΙ. 230. Εὐρύνειν δέον τὰς τῆς ψυχῆς, 27. Εὐφημῶ σε ὑπὲρ τὴν σελήνην, ΙΙ, 118. Εὔχονται πολλάκις τινὲς, 1, 527. Έφραξα, φησί, θάλασσαν, 45. Εφ' ὕβρει καὶ ἀτιμίᾳ, 1, 5. Η Η ἁμαρτία πολυσχεδῶς, ΙΙΙ, 261. Ἡ γνῶσις φυσιοί ῥᾳδίως, 111, 76. Η γυνὴ ἐκείνη ἧς τὸ Εὐαγγέλιον, ΙΙΙ, 275. Ηδεται ὁ ἡμέτερος Χριστός, 1, 230 Ηδεται Χριστὸς βιαζομένων ἡμῶν, ΙΙΙ, 306. Ηδέως μὲν κατεργάζει τὰς, ΙΙ, 219. Ηδέως πάνυ ὁ Χριστὸς, ΙΙΙ, 202. Ηδονὴ ἄγκιστρόν ἐστι, 17, 24. Ἠδύνατο ὁ Θεὸς σβέσαι, ΙΙΙ, 14. ῾Η εἰς Θεὸν ἐλπὶς καθά φησιν, 179. Ἡ ἐν τῷ γήρᾳ ἀρετὴ οὐκ ἂν, Ι. 142. Ἡ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πορνικού, ΙΙΙ, 219. Ἡ ἐπιστολή σου τοιοῦτον ἔχει τύπον, 1, 109. Ἠθέλησας μαθεῖν, τί ἄρα, 1, 241. Η καλλίστη μετάγνωσις καὶ, 1, 197. Η κατὰ Θεὸν ἀρετὴ πλούτου, 11, 194. Ἡ κατὰ Χριστὸν τελουμένη. ἐγκράτεια, ΙΙ, 11. Ηκουσά σου πολλάκις, ΙΙΙ, 257. Ἠλίας ὁ Θεσβίτης ὑπὸ φυτόν, 1, 89. Ἠλλωτρίωται τοῦ Θεοῦ ἡ ψυχή σου, Ι, 43. Ἡμεῖς αἴτιοι τῆς ἡμετέρας, ΙΙΙ, 508. Ἡμεῖς ἁμαρτάνοντες τας τιμωρίας, ΙΙΙ, 69. Ἡμεῖς δὲ, φησὶν ὁ ἅγιος Μωϋσής, Ι, 107. Η μὲν ἁμαρτία δίκην καπνοῦ, Ι, 148. Ἡ μὲν ἁμαρτία μαραίνει, 1, 46. Ἡμέρας, φησὶν, ἐκέκραξα, 18, 25. Η μετάνοια ζωοποιεῖ τοῦ τοῖς, 1. 274. Η μήτηρ πασῶν τῶν ἀρετῶν, 111, 90. Ημιμόχθηρος ὑπάρχειν μοι, ΙΙ, 189. Ἡ παρὰ τοῖς ἀφροσιν Ελλησιν, 1, 278. Η παροῦσα νῦν ἔνδεια, 1, 38. Η πληγή μου στερεά, φησὶν Ἱερεμίας, ΙΙ, 407, Η πρώτη του πειρασμοῦ προβολή, 1, 275. Ηρώτησάς με, διατί πρῶτον, 1, 24. Ἠρώτησάς με, πόθεν τοῖς περὶ, 1, 253. Ηρώτησάς με, τί ἐστι ματαιότης, 1, 203. Ἠρώτησάς με, τίνος ένεκεν, ΙΙΙ, 19. Ηρώτησάς με, τίς ἐστιν ἄρα, 11, 162. Ἠρώτησάς με, τίς ἐστιν ὁ παλαιός, 1, 141. Ἠρώτησας, τι ἂν εἴη τὸ γεγραμμένον, 51. Ἠρώτησας, τι ἂν εἴη τοῦ κύκλῳ, 49. Ηρώτησέ με ἡ θεοφιλεία σου, ΙΙΙ, 30. Ηρώτησέ με ἡ ὑμετέρα ἀγάπη, ΙΙ, 33. Ἡ συζυγία τῶν ἐν Ιεριχώ τυφλ., ΙΙ, 243. Η συμβατά σοι λύπη, 1, 105. Ἡ τῶν ἀρετῶν μέθοδος, Ι, 177. Ἡ ὑπακοὴ τῆς θείας προστάξεως, Ι, 241. Ηψατο τῶν ποδῶν ὁ Κύριος, 1, 81. Ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὑπομενεί, 111 9. Θ Θαυμάζειν ἔφης, διατὶ οὐχὶ, ΙΙ, 243. Θεοῦ δῶρον οὐκ ἄν τις ἀρνήσαιτο, ΙΙΙ, 115. Θυσιαστήριον Κυρίου λέγεται, ΙΙΙ, 32. Ἰατρὸς κἂν κολάζει, ΙΙΙ, 59. Ἰδοὺ ἐγὼ, καὶ τὰ παιδία μου, 1, 265. Ἰδοὺ μετὰ τὰς προλαβούσας, Ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου, 1, 14. Ἰδοὺ τῇ χάριτι, καὶ τῇ δυνάμει, ΙΙ, 132. Ἰδού, φησὶ Κύριος, ἔκλινα, 111, 191. Ικανὰ ἀλλότρια κόσμια, 111, 10. Ικανοί ἐστε καὶ αὐτοὶ, ΙΙ, 160. Ἵνα ᾗ ὁ Θεὸς πάντα ἐν πᾶσι, Ι. 47. Ἵνα μάθῃς, ὅτι ὁ μὲν κακὸς, Ι, 218. Ἴσως, ἀγνοεῖς ἀδελφὲ, Ι, 157. Ίσως ἀγνοεῖς καὶ πλεονάκις, ΙΙΙ, 518. Ἴσως τὴν Γραφὴν οὐκ ἀνέγνως, 11, 250. Ἰωάννης τὸν μέγιστον φωστῆρα, ΙΙΙ, 279. Ιωάννης ὁ Βαπτιστής, Ι, 41. Κ Καθεύδεις, καὶ ὁ χρόνος σε, ΙΙΙ, 317. Καὶ ἔθου τόξον χαλκοῦν, ΙΙ, 95. Καὶ ἐκάθισας αὐτοῖς ὥσπερ κορώνη, 1, 518. Καὶ μὴν βγὰ τὰ πράγματα. ΙΙΙ, 235. Καὶ πῶς ἂν δύναιτο τοὺς ἔξω, ΙΙΙ, 107 Καὶ πῶς ἂν, φής, δίκας, ΙΙΙ, 61. Καὶ τῆς τῶν χειρῶν ἐργασίας, 101. Καὶ τὸ ξένον ἅπασαν ἀρετὴν, ΙΙΙ, 51. Καὶ τὸ μόνον πιστεῦσαι, 1, 8. Καὶ χάριν, φησὶν, ἀντὶ χάριτος, ΙΙ, 314. Κακία κακίαν ἐφέλκεται, ΙΙ, 125. Κακῶς τὰς εὐπορωτέρας τῶν, ΙΙΙ, 123. Καλὰ μὲν πάνυ λαλεῖς, 1, 95.
col. 73–74page 8 of 262
PG 79:73Καλὸν μὲν τὸ ἀρεμβάσεως, Ι, 31. Καλὸν ὑπῆρχε μηδὲ ὅλως, ΙΙΙ, 171. Καλώς γε πάνυ πράττεις, ΙΙ, 154. Καμάτου χρήζεις διὰ τὸ πληροφορ., ΙΙΙ, 324. Κἂν ἐν χειμωνί ἐσμεν τῶν, Ι, 242. Κἂν μηδεὶς διωκήσει τύραννος, ΙΙΙ, 74. Κἂν μήπω καθαιρεῖν ἐκτησάμεθα, ΙΙΙ, 199. Κἂν μήπω ἐφύη τῷ μόσχω, 1, 289. Κἂν μὴ ταχέως λάβης, ΙΙ, 507. Κἂν τὸ σαυτοῦ αἰδέσθητι ὄνομα, ΙΙ, 285. Κἂν τῷ πλήθει τῶν πειρασμῶν, ΙΙΙ, 216. Κἂν ὡς λέγεις ἀπαῤῥησίαστος, ΙΙΙ, 135. Κατάβηθι, φησὶν, εἰς τὸν μυστικών, 17, 28. Κατατολμήσωμέν ποτε, 1,25. Καταγελάν σου πολλοὺς τῶν ὀρθοδόξων, Ι, 117. Κατὰ πάντα μὲν χρόνον, ΙΙΙ, 283. Κατήγοροι αὐτοὶ ἑαυτῶν, 111, 284. Κάτοπτρον κάλλιστον τῇ σεμνοτάτη, 1, 463. Κεκραγε τις προφήτης, ΙΙΙ, 158. Κέρδους πολλοῦ τετυχηκώς, 1, 183. Κλέπται δύστροποι ὄντες, 1, 282. Κοινὸν πρόσωπον δείκνυσιν, 1, 174. Κόσμος κόσμου ὑπάρχεις, ΙΙ, 119. Κρεωφαγία ὄντως ἐστὶ τὰ θεῖα, ΙΙΙ, 15. Κροτοῦσι πάντες τὴν σὴν ἀρίστην, ΙΙ, 320. Κρυφίᾳ χειρὶ ὁ Θεὸς πολεμεῖ, Ι, 525. Κύριε, φησίν, ὡς ὅπλα εὐδοκίας, 1, 221. Κύριος σοφὸς καὶ φύσει μόνος ἐστί, 111, 514. Λ Λανθάνει καὶ ἵππου ὀξύτης, ΙΙΙ, 79. Λανθάνεις σαυτὸν ἐνεδρευόμενον, ΙΙ, 198. Λέγεις ἀκηκοέναι "Ελληνος, 1, 198. Λέγεις καὶ μὴ θέλοντί σοι, ΙΙΙ, 260. Λέγεις λυπεῖσθαι οὐ μετρίως, ΙΙΙ, 189. Λέγεις, ὅτι ἤθελόν ποτε, 11. Λέγεις τὸν Μωσέα εἰρηκέναι, 1, 127. Λευίται γράφεις μοι υπάρχειν, 1, 94. Λίαν ἔγωγε οἶμαι φιλόσοφον εἶναι, 11, 58. Λίαν ἐφαρμόζει σοι τὸ λόγιον, ΙΙ, 213. Λόγοι κερκώπων μαλακοί, 1, 62. Μαθεῖν γλίχῃ, τί ἐστιν, ὅ φησιν, Ι, 154. Μακαρίζω σε τῆς πρὸς Θεὸν, ΙΙΙ, 11. Μακάριος σὺ τῆς πολλῆς ἡσυχίας, 1, 54. Μάχαιρα τοῦ διαβόλου ὑπάρχει, ΙΙΙ, 82. Μέγα βοήθημα ἐστιν ἐν καιρῷ, ΙΙΙ, 35. Μέγα ζημιοῦνται καὶ πολλὴν, ΙΙΙ, 244. Μεγάλα νοσήματα υπεροψίας, ΙΙ, 109. Μέγα μὲν τὸ διὰ παντὸς νήφειν, ΙΙΙ, 288. Μέγα μὲν τὸ μηδέποτε κατά, ΙΙΙ, 262. Μεγάλην ἡ προσευχὴ παρὰ τοῖς, ΙΙΙ, 319. Μεγάλην ἐφ' ἅπασιν ἔστιν, εὑρεῖν, 11, 227. Μέγιστον ἀγαθόν ἐστιν, 1, 23. Μέγιστον ἀγαθόν τυγχάνει, Ι, 180. Μελίσσας τινὲς τοὺς προφήτας, 1, 262. Μέμνησαι πάντως Ἰακώβου, ΙΙΙ, 167. Μέμνησο, ὅτι εἴρηκε Κύριος, ΙΙΙ, 208. Μέμνησο, ὅτι ἡ χήρα ἡ ἐν τοῖς, 11, 201. Μετὰ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, ΙΙ, 17. Μέχρις ἂν μὴ κτήσωνται, 1, 121. Μέχρις ἂν σὺ μετά πάσης, 111, 272. Μέχρις ὅτε ὑπάρχομεν, ΙΙΙ, 84. Μὴ ἀγνοήσῃς τὸν δοτῆρα, 11, 272. Μὴ ἀθύμει ἐξασθενήσας, ΙΙ, 61. Μὴ ἀθυμήσεις, ἀλλ᾽ ἀνδρίζου, Ι, 151. Μὴ ἀθυμήσῃς, καὶ γὰρ, 1, 73. Μὴ ἀμελωμεν καὶ καταρραθυμῶμεν, ΙΙ, 317. Μὴ ἀμελεῖν βούλου. 52. Μὴ ἀμερίμνως, μηδὲ ἀναλγήτως, ΙΙΙ, 187. Μὴ ἀναισθήτως καὶ ἀναλγήτως, ΙΙΙ, 17. Μὴ ἀναμένωμεν πρῶτοι, 11, 512. Μὴ ἀπανεύου ἀῤῥωστεῖν, 111, 321. Μὴ ἀπογνῷς μεταβληθῆναι, 43. Μὴ ἀποκάμῃς εὐχόμενος, 111, 221. Μὴ ἀποκρίνου, φησί Σολομών, Ι, 147. Μὴ ἀφθέντος πυρὸς οὐκ ἂν ἐφάνη, 111, 234. Μὴ βούλει τὰς συμβαλλούσας σοι, ΙΙΙ, 350. Μὴ βούλου ἀχειμάστως, 111, 66. Μὴ βούλου πρὸς τὸν ἴδιον σκοπόν, ΙΙ, 251. Μὴ γένοιτο, οὐ λέγει περὶ ἑαυτοῦ, Ι, 152. Μὴ γίνου κριτὴς τῶν κριτῶν, ΙΙ, 261. Μὴ γόγγυζε, ἄνθρωπε, ἀλλότριον, ΙΙ, 45. Μηδαμῶς δυσχαίραινε, μηδὲ, ΙΙ, 106. Μηδαμῶς θορυβηθῇς, ὅταν, 111, 217. Μηδαμῶς θορυβώμεθα ἐν τοῖς, ΙΙΙ, 87. Μηδαμῶς παραιτιώμεθα ἐλέγχοντα, 1, 5. Μηδαμῶς φοβηθήτε, μηδὲ, 111, 98. Μηδεὶς πονηρὸς ὢν, ΙΙ, 519. Μηδὲν ἐν τῷ φαινομένω παρόντι, 111, 326. Μηδέ ποτε δῷς ἑαυτῷ ἀνάπαυσιν, 11, 12. Μὴ δυσφόρει, τίνος χάριν, ΙΙΙ, 42. Μὴ εἰς τὸ λαμβάνειν ἔστω, ΙΙ, 301. Μὴ ἐπαρθῶμέν ποτε κατὰ τοῦ, 11, 290. Μὴ ἔσο ἀπότομος, μήποτε, 11, 190. Μὴ θαρσήσῃς τῷ γήρα, ΙΙ, 25. Μὴ θέλε ταχὺ ἀπομεριμνῆσαι, ΙΙΙ, 205. Μὴ θέλε τὸν ἡγούμενόν σου, 1, 54. Μὴ καταδέξῃ ἐν ταῖς ἀπελθούσαις. Ι, 125. Μὴ κατὰ τοὺς ἄφρονας βούλου, 1, 323. Μὴ καταφρόνει της συντυχίας, ΙΙ, 540. Μὴ καταφρονήσωμεν τῶν ἀληθινῶν, ΙΙ, 270. Μὴ κατοκνῶμεν, μηδὲ κατολίγωρ., 111, 295. Μὴ λέγε μοι, ὅτι οὐ δύναμαι, ΙΙ, 296. Μὴ λεπρῷ τὸν τέως ἐνδείξομαι, 1, 140. Μὴ μέμφου τὸν Θεὸν, ΙΙ, 148. Μὴ καὶ τὴν τυραννίδα προβάλλου, 17, 55. Μὴ μόνον ἡ τῶν Γραφών, ΙΙ, 155. Μὴ μόνον τὸν σὸν πόδα, 111, 139. Μὴ νόμιζε, ὅτι πρὸς τοὺς Σοδομίτας, Ι, 69. Μὴ ξενίζου βλέπων τὸν συγγενῆ σου, 111, 12, Μὴ ξενίζου ἑωρακώς Μάξιμον, ΙΙ, 220. Μὴ ξενισθῇς, πῶς πάλαι μεν, 1, 125. Μὴ ἔχνει καθεκάστην ἡμέραν, Ι, 165. Μὴ ἔκνον, καὶ προφάσεις ασυμφόρους, 17, 16. Μὴ παραδῷς με, φησὶν, εἰς ψυχάς, 1, 178 Μὴ παῤῥησιάζου, ὦ ἄνθρωπε, 1. 6. Μὴ πνεύσαντος ἐν τῇ θαλάσσῃ, ΙΙΙ, 158. Μὴ πρὸ τοῦ ἀπαρτισμοῦ τῶν ἀρετῶν, ΙΙΙ, 156. Μὴ πτήξης πάθος ψυχής, ΙΙΙ, 282. Μή σε ἀπατάτω ὁ Ἰουδαῖος, 1, 57. Μή σε φοβείτω τῆς σαρκὸς, ΙΙΙ, 165. Μή σου τὴν προθυμίαν οἱ ἐχθροί, ΙΙΙ, 154. Μὴ σπείρετε ἐπ' ἀκάνθαις, ΙΙ, 5. Μή σπεῦδε γενέσθαι ἄρχων, Ι, 82. Μὴ συγκοινωνεῖτε, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, Ι, 150. Μήτ' ἀδελφοὺς ἔχων, μήτε τέκνα, ΙΙ, 133. Μὴ τὰ πλούτη του βίου, 1, 280. Μὴ φίλει τὰς χεῖράς σου ἐπαινῶν, ΙΙ, 185. Μὴ ὡς ἔτυχε καὶ ἀβασανίστως, ΙΙ, 117. Μὴ ὡς ψιλῷ ἄρτῳ προσερχώμεθα, 111, 59. Μικρᾶς παρ' ἡμῶν Θεός, ΙΙ, 526. Μικρὸν ἀμελήσας πρὸς ἁμαρτίαν, ΙΙ, 172. Μικροῦ δεῖν ἐξεθάμβησας ἡμᾶς, 1, 296. Μιμοῦ τὸν μέγαν Ἰώβ, 13. Μνημονεύοντες τῆς ἀμολύντου, ΙΙ, 51. Μνήσθητε, φησίν, οἱ μακράν, 50. Μόλις ποτὲ μιμήσασθαι, ΙΙ, 56. Μοναχὸς οὐδὲ ὄναρ ὀφείλει, ΙΙΙ, 150. Μονογενής Υἱὸς καὶ Λόγος, ΙΙ, 93. Μυρίαις εὐεργεσίαις παρὰ τῆς, ΙΙ, 345. Μυριομακάριστοι μὲν ὑπάρχομεν, 1, 27. Μωϋσῃς ὁ ἱεροφάντης, 1, 80. Μωϋσῆς ὁ μέγας ιεροφάντης, ΙΙ, 64. Ναὸς Θεοῦ ὑμεῖς ἐστε, ΙΙ, 69. Ναῦται μὲν, καὶ κυβερνῆται, 1, 71. Νέκρωσόν μοι, παρακαλῶ, τὰ, 111, 126. Νοητῶς ἀνάγνωθι τό, Ἐὰν, 5. Νόμιζέ μοι τὴν τοῦ Θεοῦ σοφίαν, Ι, 126. Νόμισόν μοι σπήλαιον ὑπάρχειν, 111, 21. Νόμον ἐλευθερίας ἐλάβομεν, ΙΙ, 276. Νόσον χαλεπωτάτην, καὶ σκότος, Ι, 182.
col. 75–76page 9 of 262
PG 79:75Νῦν εὔκαιρον εἰπεῖν τινα τῶν, 1, 77. Νῦν τῷ διαβόλῳ, καὶ ταῖς, 53. Νωθρός τις ὑπάρχων, 60. Ο ᾄδων πρὸς τὸ ὠτίον τοῦ κωφού, ΙΙ, 255. Ὁ ἀναβαίνων εἰς θέατρα, ΙΙ, 284. ῾Ο ἀμελῶν τῆς ἐργασίας, ΙΙΙ, 52. Ὁ αὐτὸς καὶ ἐν ὑψίστοις, ΙΙΙ, 92. Ογκώδες φυλάκιον σπουδαίως, ΙΙ, 102. Ο δὲ ἀγαπῶν, φησίν, ἐπιμελῶς, 101, 104. Ο διὰ τὰς ἁμαρτίας τύπτων, ΙΙΙ, 129. Ὁ διὰ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, 11, 101. Ο δίκαιος Νῶς τὸν Χριστὸν, 1, 84. Ο δίκαιος πολλοστός λέγεται, 1, 201. Ὁ ἐν τοῖς παροῦσι τῶν παρὰ, 1, 40. Ὁ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πορνικού, ΙΙΙ, 106. Ὁ ἐν τῷ τίκτεσθαι ἀνοίξας, 1, 270. ῾Ο ἐφ' ἁμαρτίας γενόμενος, 1, 220. Ο εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ΙΙΙ, 183. Ο ἑωραχὼς ἐμὲ ἑώρακα, Ι, 191. ῾Ο ἡνίοχος νοῦς τὸν μὲν, ΙΙΙ, 268. Ο Θεὸς ἡμῶν ἀγαπᾷ, Ι, 56. Ὁ Θεὸς, ὁ Θεός μου, πρόσχες, 1, 102. Ο θλίβων σε πονηρὸς δαίμων, Ι, 227. Οἱ αἱρετικοὶ λύκοι τοὺς ἀπὸ τῆς, 1, 315. Οἱ ἀνόσιοι, καὶ ἄθεοι, πονηροί τε, 1, 35. Ο Ιατρός και κολάζῃ ἐδύνας, 7. Οἱ ἀφανεῖς μαδιναῖοι δαίμονες, ΙΙ, 142. Οἶδα, ὅτι πιστεύεις Δεσπότην, ΙΙ, 248. Οἶδα, φησὶν, οὐκ ἀγνοῶ, ΙΙΙ, 203. Ο δεν ἀκριβῶς, καὶ βλέπει, ΙΙΙ, 174. Οἶδεν ὁ ἡμέτερος Δεσπότης, ΙΙΙ, 300. Οἱ ἐξ ὅλης διανοίας τὴν παντέφορον, Ι, 139. Οἱ ζήν εὐσεβῶς προηρημένοι, ΙΙ, 67. Οἱ θεῖοι νόμοι προστάττουσι, 11, 212. Οἰκονομικῶς οὐκ ἐδόθη σοι, οὔτε, Ι, 290. Οἶκόν σε, καὶ ναὸν τοῦ ἁγίου, 11, 286. Οἶκος ψυχῆς καὶ ἑκάστου προσώπου, 11; 173. Οἱ μὲν ἀρχηγοί τῆς ἡμετέρας, ΙΙ, 57. Οἱ μὲν δαίμονες διὰ ποικίλων, 1, 137. Οἱ μὴ νομίμως, καὶ κατά, ΙΙ, 252. Οίνος νέος φίλος νέοις, ΙΙΙ, 219. Οἱ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, 1, 51. Οἱ πονηροὶ καὶ φιλάμαρτοι, 111, 259. Οἱ τὰς ψυχὰς ἑαυτῶν, 1, 99. Οἱ τῇ δικαιοσύνῃ πολλά, ΙΙ, 1. Οἱ υἱοὶ αὐτῶν ὡς νεόφυτα, 111, 4. Οἱ ὑπὸ Μωϋσέως τοῦ θείου, 1, 59. Ο κόσμος παράγεται, και, 11, 171. Ο Κύριος ἀπεφήνατο, ὅτι τοῖς, Ι, 150. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μετά, 11, 78. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς πάντα, 1, 170. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τῇ, 1, 258. Ο λέγων, ὅτι διὰ τοῦτο, ΙΙΙ, 73. Ολην τὴν διάνοιαν πρὸς τὸ, 1, 271. Ολην τὴν ἡμέραν του βίου, 1, 37. Ολίγος ἐστὶν ὁ ἐν τῷ βίῳ τούτῳ, 20. Ο λύχνος, φησί, τοῦ σώματος, 1, 135. Ὁ μακάριος Πέτρος ἀντὶ τῆς, 11, 75 Ο μακάριος Πέτρος γράφων, 1, 192. Ο μὲν Ἀδὰμ πέπλασται, Ι, 208. Ὁ μὲν ἐχθρὸς τῆς ἡμετέρας, ΙΙ, 165. Ὁ μὲν φαῦλος τάχιστα ἂν, 1, 52. Ο μεταβαίνων ἐκ τόπων εἰς, 1, 295. Ο μὴ διατρέχων προθύμως, 18, 31. ῾Ο μὴ προσδοκῶν εὐθύνας, 1, 237. Ο μή συνδιάζων λογισμοίς, ΙΙΙ, 81. Ο μοιχὸς πάντας ἀνθρώπους, 1, 3. Όμοιο; ὑπάρχεις τῷ λέγοντι, 1, 517. Ομολόγησαν τῷ Θεῷ τὴν σαυτοῦ, ΙΙ, 48. Ο μονογενής Υιός, καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ΙΙ, 40. Οντινα βούλεται σῶται ὁ Θεὸς, ΙΙΙ, 102. "Ον τρόπον εἴ τις βασιλέως εἰκόνος, 1, 247. Ον τρόπον τὸν σίδηρον ἀψηλάφητον, 111, 155. Ο παντέφορος Θεὸς ἔλεγε, 11, 260. Ο παντοδύναμος Θεός, 1, 113. Ο πεντηκοστός τέταρτος ψαλμός, Ι, 104. Οπερ ὁ Σειράχ περὶ θυγατρός, 111, 193. Οπερ οὐκ ἂν γένοιτο κωλύοντος, 11, 328. Ο ποιῶν, φησί, πάντα, καὶ, 1, 12. Οπου ἐντολὴ Θεοῦ, ἐκεῖ, 11, 193. Οπου ἐστὶν ὁ θησαυρός σου, φησὶν, Ι, 154. Ο πρότερον λέγων πρὸς τὸν Θεόν, ΙΙΙ, 2. Ο πρώην περιπόθητος καὶ ἄγαν, ΙΙΙ, 119. Οπως μὴ ἀπευδοκίτης του, Ι, 186. Ορη τὰ ὑψηλὰ τοῖς ἐλάφοις, ΙΙΙ, 38. Ορθρισον, φησί, καὶ στῆθι, 111, 204. Οσοι ἀγάπῃ Θεοῦ, καὶ προθέσει, Ι, 68. Οσοι ἄμωμόν τε, καὶ ἄθικτον, 111, 298. Οσοι εἰς ἀνέλπιστον ἑαυτοὺς, 19, 48. Οσοι μὲν πολλοίς πόνοις, ΙΙ, 46. Οσοι μὴ βούλονται διὰ τῆς τοῦ λόγου, ΙΙΙ, 304. Οσοι τῶν δούλων γνησίως, ΙΙ, 249. Ὅσον δοκεῖς τὸ σῶμα σκληραγωγείν, ΙΙ, 51. Ὅσον ὁ δαίμων τῆς πορνείας, ΙΙΙ, 224. Ο σοφώτατος Σολομῶν φησιν, 111, 137. Ο σταυρός Χριστοῦ τοῦ φιλανθρωποτάτου, Ι, 92. Οσῳ τις ἐν πλείοσιν έργοις, ΙΙΙ, 50. Οταν ἀγαθουργήσας, ἢ τῇ θείᾳ, 111, 41. "Οταν ἀκούωμεν τῆς θείας, 25. "Οταν ἀνακακήσῃ σπιλάς, 111, 207. Ὅταν ἀσθενῇ τὸ υπογάστριον, ΙΙ, 244. Οταν βλέπῃς τὸν ἐχθραίνοντά σοι, 11, 315. Οταν καὶ ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, 11, 297. Οταν διαθλήσωμεν προσηκόντως, ΙΙΙ, 198. "Οταν δυνηθῇς δύο μήνας, 1, 281. Οταν δι' ὑπομονῆς, καὶ εὐχῆς, 1, 187. Οταν ἐπιβης ύψηλοτέρων βαθμών, 111, 475. Οταν ἐστὶ τῶν κατὰ φύσιν λαμπρῶν, ΙΙ, 199. Οταν ερεθίσει σε τὸ φρόνημα, 11, 234. Οταν ἴδῃς ἄνθρωπον ἄπιστον, ΙΙ, 141. Οταν λοιπὸν ἀτενίσει ἄνθρωπος, ΙΙ, 222. *Οταν λυπηρόν τι ή τραχύ, ΙΙ, 555. Οταν μέλλεις προβαίνειν τὰ, ΙΙΙ, 287. Οταν μετὰ τὴν εἰς τὸ χεῖρον, 1, 9. Οταν μὴ δείξεις σπονδάς, Ι, 297. Οταν οἱ δαίμονες εὐφημήσωσί σε, ΙΙΙ, 235. Οταν ποτὲ δυνηθῇς ἐκριζῶσαι, ΙΙ, 89. Οταν ποτὲ ἐν συναισθήσει γενόμ., 111, 274. Οταν σοι μνήμη ἔλθῃ, 47. Οταν τινὲς τῶν ἀδελφῶν, ΙΙ, 105. Οταν τις ἄνθρωπος δίκαιός τε, ΙΙΙ, 218. Οτε ἐπέλιπε τὰ ἀναγκαῖα, 1, 7. Οτε τῆς καθηγουμεν. τῶν, 111, 108. Ο τὴν προσγινομένην τῷ νῷ, ΙΙΙ, 240. Ὁ τῆς ἐν Βυζαντίῳ μεγάλης, ΙΙ, 294. Ο τῆς θεοσεβείας τρόπος ἐκ δύο, ΙΙ, 165. Ο τῆς πορνείας δαίμων, 11, 159. Ο τῆς ψυχῆς σου δόμος κόπρου, ΙΙ, 6. Οτι δυνατὸν, καὶ μετὰ σωφροσ., ΙΙΙ, 54. Οτι ἡ ἀργία ἀρχὴ κακουργίας, 1, 310. “Οτι καὶ ὁ ἀκάθαρτος δυνήσεται, 1, 200. Οτι μέγα ἐστὶ βοήθημα ἡ εὐχή, ΙΙ, 308. "Οτι μέλλει Χριστὸς ὑπὸ τῆς, 11, 197. “Οτι μὲν καὶ βασιλεὺς καὶ ὑπήκοος, ΙΙΙ, 23. Οτι οἱ προεστῶτες παρασιωπήσαντ.; ΙΙΙ, 115. Οτι οἱ τὸν δίκαιον ἄνδρα εύφημ., 11, 207. Ὅτι οὐ χρὴ πρὸ καιροῦ τῆς θείας, 111, 146. Οτι πᾶς ἄνθρωπος ὑπὸ τῶν, 29. "Οτι πολλῆς θεωρίας και, Ι, 122. Οτι πρὸς τὴν ῥοπὴν ἕκαστοι, Ι, 210. "Οτι τοὺς παρεχωνιζομένους, 11, 268. "Οτι χρεών περιμένειν, καὶ σκοπεῖν, 111, 145. Οτι χρὴ τὴν τοῦ καλοῦ ἐφιέμενον, Ι, 155. Ο τοῖς πένησι δεδωκὼς τὰ χρήματα, 11, 293. Ο τόπος ὁ καλούμενος Αἰνών, 1, 275. Ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱὸς Ἰησοῦς Χριστός, 1, 529. Ουαί σοι, τρισταλαίπωρε άνθρωπε, 11, 104. Οὐαὶ τῇ ψυχῇ σου, καὶ τῇ ζωῇ, ΙΙ, 178. Οὐ βλέπεις παρεζευγμένην τῷ, ΙΙΙ, 278. Οὐ βούλομαι, λέγεις, ἐκστῆναι, 11, 32. Οὐ βούλομαί σε τῇ οιήσει, 11, 8. Οὐδαμοῦ εἶπεν ή γραφή, ΙΙ, 191.
col. 77–78page 10 of 262
PG 79:77Οὐδαμῶς Χριστὸς ὁ τῶν ὅλων, ΙΙ, 289. Οὐ δεῖ καταφρονεῖν τῶν βραχέων, ΙΙΙ, 501. Οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς με, φησί, ΙΙ, 228. Οὐδεὶς προσκρούσας τῷ Θεῷ, 1, 190. Οὐδεὶς ταπεινότερος τοῦ ἁμαρτ., 111, 256. Οὐ δεῖται χρόνου πλείονος, Ι, 66. Οὐδὲν οὕτω δυσωπεῖ τοὺς ἐπιβαίνοντας, 11, 195. Οὐδὲν οὕτως εἰς κόλασιν, ΙΙ, 176. Οὐδὲν οὕτως εὐθυμίαν καὶ, 111, 122. Οὐδὲν τὸ σύνολον παραβλάψει, 1, 55. Οὐδενὸς οὕτως ὡς χρόνου, 18. Οὐδέποτε δεῖ ἀργεῖν, 111, 164. Οὐ δίκαιον τὰς δυνάμεις τῆς ψυχ, ΙΙΙ, 215. Οὐκ ἀγνοεῖς τὸ ἐν τῷ Ἰεζεκιήλ, 1, 64. Οὐκ ἀναγκαῖον ἂν εἴη, 1, 283. Οὐκ ἄνθρωπος ψιλός ο κοινός, ΙΙ, 150. Οὐκ ἀξίαν τῆς τοῦ Εὐαγγελίου, 1, 54. Οὐκ ἀπελπιστέον σωθήναι, 111, 172. Οὐκ ἀποδέχομαι σε πρὶν ἐκκόψαι, ΙΙ, 67. Οὐκ ἀφ' ἑαυτοῦ κινούμενος, 1, 79. Οὐκ εἰκῇ βοῦσι κατὰ τὰς ἐκκλ., 111, 70. Οὐκ ἐν τῷ πεπράχθαί ποτε, ΙΙΙ, 267. Οὐκ ἔτι λανθάνεται ὁ Θεὸς, ΙΙΙ, 311. Οὐκ ἔστιν ἁμαρτία τὸ πρὸς βραχύ, 11, 59. Οὐκ ἔστιν εύλογον γελᾶν καὶ παίζειν, ΙΙΙ, 323. Οὐκ ἔστι συμφορὰ μαχήσασθαι, 36. Οὐκ ἔστι ψυχαγωγία καθώς, ΙΙ, 290. Οὐκ ἤκουσας τὴν πεφιλημένην, ΙΙΙ, 211. Οὐκ ἦν ἕτερος ὁ τὸν Λάζαρον, ΙΙ, 292. Οὐκ ὀλίγον χρόνον τοῦ διαβ., 111, 214. Οὐκ ὀφείλομεν ὅλως ἀναλογίσασθαι, 111, 289. Οὐ μεταδοτέος παῤῥησίας, 111, 192. Οὐ μετρίως, ἀλλὰ καὶ πάνυ, 1, 232. Οὐ μικρὸν τὸ παρά μικρόν, 11, 288. Οὐ μόνον ἀλγηδόνα χορηγ., ΙΙΙ, 121. μόνον ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ΙΙ, 108. Οὐ μόνον γαστριμαργεῖν, 111, 46. Οὐ μόνον δυσώδη καὶ ἄκαρπα, Ι, 176. Οὐ μόνον ὁ Ἰούδας τὸν Κύριον, ΙΙ, 100. μόνον οἱ τὰς θλίψεις, και, ΙΙΙ, 222. Οὐ μόνον περὶ ἀργοῦ ῥήματος, ΙΙΙ, 155. μόνον τὰ ἔξωθεν ἐπιφερόμενα, 111, 500. Οὐ μόνον τὸ τὴν ἀρετὴν, ΙΙ, 277. Οὐ νόθον μόσχευμα, κάλλιστον δὲ, ΙΙ, 54. Οὔπω πέντε, καὶ δέκατον ἔτος, ΙΙΙ, 176. Οὐ στενοχωρούμεθα ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ, 11, 80. Οὔτε ἀέρα ὅλον ἔπνευσεν, Ι, 158. οὔτε ἀλόγως, οὔτε ευλόγως, ΙΙ, 505. Οὔτε ἐν ταῖς εὐθυμίαις κορυβαντ., ΙΙ, 146. Οὔτε ἡ ἀρετὴ οὐσία ἐστὶν, ΙΙΙ, 22. Οὔτε ἡ ἀρετὴ, οὔτε ἡ κακία, ΙΙ, 124. οὔτε θαῤῥεῖν ἀναγκαῖον, 1, 230. οὔτε λύκος προβάτῳ, 1, 298. Οὔτε τὸ θνησιμαῖον ἐφάψασθαι, 11, 216. Οὗτος, φησὶν, ὁ ἄῤῥωστος τῷ μέλιτι, ΙΙ, 111. Οὐ τῶν τυχόντων κακῶν πηγή, 58. Οὗτος, φησί, τῇ τέρψει τῶν ἀρετῶν, ΙΙ, 113. Οὐ φοβηθήσῃ, φησίν, ἀπὸ φόβου, 1, 96. Οὐχ ἁπλῶς τοῖς τυχούσι, ΙΙΙ, 320. Οὐχ ὁ ἑαυτὸν συνιστῶν ἐστιν, ΙΙ, 114. Οὐχ ὁ πολυμέριμνος, καὶ ἄπιστος, ΙΙΙ, 110. Οὐχ ὅτι πάντας τοὺς θανόντας, ΙΙ, 20. Οὐχ ὁ τυχὼν ἐπεκρεμάσθη, Ι, 128. Οὐχ οὕτω τις εραστής μανικώτατος, ΙΙΙ, 169. Οὐ χρὴ ἅμα τῷ θεάσασθαι, ΙΙΙ, 294. Οὐ χρὴ ἀπογινώσκειν, οὐδὲ, ΙΙΙ, 63. Οὐ χρὴ δυσφορεῖν ἐπὶ τοῖς, ΙΙΙ, 157. Οὐ χρὴ ξενίζεσθαι τοῖς γινομένοις, ΙΙΙ, 26. Οὐ χρὴ πάροδον διδόναι, 11, 224. Οὐ χρὴ τῶν δοκούντων εὐτελῶν, ΙΙΙ, 258. Οφείλει, εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ, 11, 22. Ο φιλανθρωπότατος, 1, 316. Ο φιλόγουπος τῆς πορνείας εὑρετής, ΙΙΙ, 145. Ο ὧν ἀπαύγασμα της δόξης, Ι, 286. Παιδαγωγητέον καὶ γλῶσσαν, 10, 41. Πάλιν ἡμῖν ἧκεν ὁ μέγας, 1, 114. Πἂν εἶδος ἀκαθαρσίας, ΙΙ, 282. Πᾶν κτίσμα διὰ λόγου καὶ σοφίας. 1, 205. Πάντα, φησί, καθαρὰ τοῖς καθαροίς, 11, 128. Πανταχόθεν ὁ ὕλη τῇ ψυχῇ. ΙΙΙ, 252. Πᾶν τὸ ἄξιον σωτηρίας, Ι. 260. Πᾶν τὸ ἐπερχόμενον σοι, 111, 128. Πᾶν τὸ πολλῷ μόχθῳ, 1, 49. Πάνυ μισοῦσιν οἱ ἄνθρωποι, ΙΙΙ, 77. Πάνυ μοι δοκεῖς τὴν θείαν, ΙΙΙ, 243. Παρακέκληκάς με καὶ διὰ γραμ., 111, 112. Παρά τινων, φησί, τὸ ἔλεός του, 11, 86. Πᾶσα ἀληθὴς ἀρετὴ καὶ ἔστι, ΙΙΙ, 48. Πᾶσα κεφαλὴ εἰς πόνον, φησί, 1, 55. Πᾶσαν τὴν ἐπουράνιον περιτροχάζειν, 1, 292. Πᾶς ὁ πολεμούμενος ὑπὸ τοῦ, ΙΙ, 100. Παῦλος διώκτης υπάρχων, 1, 215. Πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν, ΙΙ, 181. Πειρασμὸς μὲν λέγεται, 17, 50. Πέπαυσο λοιπὸν καταθλίβων, Ι, 132. Πέπεισμαι καὶ πεπληροφόρημαι, Ι, 131. Πέπλον ὑπάρχει χρυσοῦν, 111, 321. Περίστομα, φησί, περιβαλέσθω, ΙΙΙ, 495. Περὶ τῆς νοητῆς Ἱερουσαλήμ, 1, 258. Περὶ τῆς τετραμόρφου δυνάμεως, 1, 124. Περιτομὴ οὐδέν ἐστιν, ΙΙ, 27. Περὶ τοῦ ψευδοπροφήτου Λουκάς, ΙΙΙ, 1. Περὶ τῶν ἐναρξαμένων, καὶ μὴ, Ι, 333. Περὶ ὧν ἠξίωσάς με αρτίως, 111, 43. Περὶ ὧν μοι γεγράφητας, 111, 120. Πέτρος ὁ πρωτοστάτης τῶν ἀποστ., 11, 21. Πιστὴ μὲν δοκεῖς ὑπάρχειν, ΙΙ, 170. Πλατύναι Κύριος τῷ Ἰάφεθ, ΙΙΙ, 7. Πλείονας τῶν λόγων τοὺς ὅρκους, 1, 42. Πλεῖον τῶν ἀγρίων ἀνέμων, 3. Πλεῖστα ἔχεις τῆς περὶ σὲ τοῦ Θεοῦ, 111, 152. Πλειστάκις δεηθείς, καὶ ἀποτυχών, 111, 208. Πλεονάκις παρεκάλεσας, 111, 86. Πλουτεῖς ἀδίκως τὰς ἑτέροις, Ι, 144. Πλουτὴρ ὁ παρὰ τῷ Μωϋσή, 11, 12. Ποθεῖς γνῶναι τὰς τῶν, Ι. 50. Ποῖον ἄρα προσέσται σοι όφελος, ΙΙ, 264. Πολλὰ καὶ τῶν ἀψύχων, 1, 70. Πολλάκις μὲν γράφειν σοι, 1, 2. Πολλάκις σοι εἴρηκα, καὶ νῦν. ΙΙ, Πολλὰ ὁ Θεὸς λεληθότως, Ι, 235. Πολλοὶ ἐν τῷ νοσοκομίῳ τοῦ παρ., ΙΙ, 110. Πολλοὶ θαῤῥοῦντες ἑαυτοῖς, ΙΙΙ, 55. Πολλοὶ τῶν ἐν θαλάσσῃ, Η, 246. Πολλοὶ τῶν φαύλων τὸ ἐν τῇ καρδίᾳ, ΙΙ, 18. Πολλούς ἔγωγε οἶδα μὴ δυνηθέντας, 1, 135. Πόῤῥω στῆθι τοῦ τῆς πορνείας, ΙΙ, 226. Πόσοι δοκεῖς ἑαυτοὺς μακαρίζουσιν, 1, 184. Πόσοι ποτάκις ἄνθρωποι κόρακες, 151. Πότε ἄρα ἐξ ὕπνου ἀναστήσῃ, 111, 168. Ποτὲ μὲν κρύπτονται ἔνδον παρ., 11, 139. Πρὸς ἐκεῖνο τὸ φρικώδες, 525. Προσευχομένου τοῦ Δεσπότου Ἰησοῦ, ΙΙ, 74. Προσεχόντως τῷ μοναδικῷ, ΙΙ, 63. Προστάσσει ὁ νόμος Μωϋσέως, ΙΙΙ, 34. Πρό τινος χρόνου ἄνθρωπο:, ΙΙ, 529. Πρόσωπον Μωϋσέως νόησον εἶναι, Ι, 119. Πρόσωπον τῆς ψυχῆς, ΙΙΙ, 185. Πρὸ τῆς Κυριακῆς ἡμέρας, ΙΙΙ, 62. Πρὸ τοῦ με ταπεινωθῆναι, ΙΙ, 522. Πυνθάνεται μου ή τιμία σου, 11, 24. Πυνθάνῃ μου, τί ἐστι τὸ γεγραμ., 1. 265. Πυνθάνῃ μου, τί φησι δια προφ., 1, 504. Πυνθάνῃ, τί ἂν σημαίνοιεν, 1, 78. Πῶς ἂν καὶ ὑπέστη τόδε, 1, 19. Πῶς ἐπιθυμεῖς τὴν Κωνσταντίνου πόλιν, ΙΙ, 208. Πῶς μικρὸν λέγεις ὑπάρχειν, ΙΙ, 44. Πῶς ὁ Δεσπότης Χριστὸς ἀμήτωρ, 1, 195. Πῶς οὐκ ἐγκαλύπτει ἐγκρατεῖς, ΙΙΙ, 16. Πώς προφήτης παρὰ τῷ Ησαία, 11, 180. Πῶς τινες τῶν γοητῶν τινα, Ι, 508. Πως τολμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, 1, 211.
col. 79–80page 11 of 262
PG 79:79Ραλό πλατυσμὸς ἑρμηνεύεται, 1, 53. Ῥᾴδιον καταλαβεῖν ἐστιν, Ι, 153. Σ Σαλευθήτω, φησί, τὰ θεμέλια, ΙΙ, 97. Σαμάρειαν νόησον ἐν τῇ Γραφῇ, 111, 83. Σὰρξ καὶ αἷμα, φησί, βασιλείαν, Ι, 172. Σίδηρον, φησὶν ὁ ψαλμός, 1, 228. Σκεύη ἀτιμίας ὑπάρχειν, 11, 260. Σκόπησον, μήποτε καὶ αὐτὸς, ΙΙΙ, 65. Σκοπὸν προτεθειμένος ὁ ᾿Αβραάμ, 111, 20. Σοὶ μὲν κεκαθαρμένῳ τελείως, ΙΙ, 134. Σοφία ἐν ἐξόδοις ὑμνεῖται, 1, 97. Στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη, Ι, 159. Στέφανον χαρίτων δέξῃ τῇ, 1, 195. Στῆσον πρῶτον τὸν οὐχὶ νοητῶς, 1, 254. Στιβαρῶν καὶ στεῤῥῶν ὑπάρχει, 1, 502. Σὺ μὲν ἀπαιτεῖς καὶ ἐξιχνεύεις, ΙΙΙ, 37. Σε μόνον θέλησον ἡσυχάσαι, ΙΙ, 156. Συνάγων, φησί, ὡσεὶ, ΙΙΙ, 124. Συναγωνίζονται ταῖς ἐννέα ἥμισυ, 1, 52. Συνεχέστερον φάσκεις, πως δύναμαι, 11, 149. Σώζων σώζε την σεαυτοῦ, ΙΙ, 120. Τὰ ἔργα τῆς σαρκὸς πορνεία, ΙΙΙ, 89. Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, Ι, 249. Τὰ μὲν ἄλλα τῶν ἁμαρτημάτων, Ι, 3. Τὰ μὴ ἐσθιόμενα παρὰ τῷ νόμῳ, ΙΙ, 263. Τὰς ἀφορμὰς τῆς ἔχθρας, ΙΙΙ, 93. Τὰς ὑπερβολὰς καὶ τὰς ἐλλείψεις, 111, 47. Τὰ τῇ Γραφῇ ἐμφερόμενα, 1, 332. Τὰ τοῦ παράφρονος καὶ πάρεξ, 11, 155. Τὰ τῶν δαιμόνων ἐμπαθῆ, 111, 74. Τάχα οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ νικήσαντος, 1, 20. Ταχέως ἐπάνελθε εἰς τὸ μοναστήριον, 11, 62. Τῇ γραφῇ ἐντυχόντες, 11, 184. Τῇ εὐχὴ καὶ τῇ τῶν χειρῶν, 1, 4. Τῇ ἔχθρα προκεκρατημένῳ, ΙΙΙ, 307. Τῇ θείᾳ γνώσει στοιχών, ΙΙ, 157. Τῇ θείᾳ ψήφῳ βεβαπτίσθαι, ΙΙ, 14. Τῇ Κυριακῇ ἡμέρα ἑστῶτες, 111, 132. Τῇ οἰκείᾳ ὁ Θεὸς ἀγαθότητι, 1, 322. Τὴν ἀφεγγή νύκτα τοῦ ἀνθρωπίνου, 11, 87. Τὴν ἔνσαρκον οικονομίας, Ι, 259. Τὴν κολακείαν τῆς ἁμαρτίας, ΙΙΙ, 405. Τὴν λοιμικὴν συνδιαγωγήν, Ι, 45. Τὴν μὲν τῶν νοητῶν Αἰγυπτίων, ΙΙ, 94. Την σημασίαν τῶν τριῶν, Ι, 243. Τὴν ὑπὲρ ἄγαν τέρψιν, Ι, 167. Τῆς ἀφορήτου λύπης, καὶ τῆς πολλής, 11, 53. Τῆς κατὰ σάρκα συγγενείας, καὶ, 111, 290. Τῆς λεγομένης, οὐ μὴν οὔσης, Ι, 349. Τῆς σαρκὸς τὸ σκίρτημα, 1, 168. Τῆς ὑπὲρ τὸ δέον αιτήσεως, 1, 284. Τί γὰρ οὐ μηχανᾶται ὁ, ΙΗ, 197. Τί γὰρ δὴ προσεδόκησας προαιρούμ., ΙΙ, 137. Τί γὰρ προσεδόκησας, 111, 33. Τί δ' ἄν σοι χαρισαίμην, ΙΙ, 218. Τι δαψιλέστερον πιαίνεις, 1, 185. Τί δοκεῖς λανθάνειν ἡμᾶς, ΙΙ, 156. Τί ἔξω καὶ μακροτέραν, 12. Τί ἐστιν· Ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν, Ι, 17. Τί ἐστιν ὅπερ λέγει ὁ Προφήτης, ΙΙ, 188. Τί ἐστιν ὅπερ φησὶν ὁ Ἀπόστολος, 1, 149. Τί θαυμάζεις, εξ κρεών, Ι, 101. Τί θαυμάζεις καὶ παρ' αὐτῶν, ΗΙ, 161. Τί θλίβῃ, τί ἀλύεις, ΙΙ, 43. Τίμα τον πατέρα σου, καὶ τὴν, ΙΙ, 200. Τί μοι προσφέρεις τοὺς τῶν, ΙΙ, 145. Τί μοχθεῖς, ἄνθρωπε, καὶ κάμνεις, 11, 179. Τινὰς ἔγνων ἔγωγε, 1, 214. Τινὲς τελείας καὶ καθαρᾶς, ΙΙΙ, 254. Τινὲς τὴν ἐκ τοῦ βίου μὴ ἔχοντες, ΙΙΙ, 85. Τινὲς τῷ θέρει ἐκ λιμένων, 1, 10 Τινὲς τῶν ἀδελφῶν δυσκόλως, ΙΙΙ, 238. Τινὲς ὑπὲρ τὸ δέον τῇ ἐννοίᾳ, 1, 162. Τίνος ένεκεν οἱ πνευματικοί, ΙΙ, 257. Τι ξενίζῃ βλέπων πονηρότατόν σε, 1, 74. Τί ποιήσεις, τί δράσεις, ὅταν, 14. Τί πτοῇ ὑπὸ τοῦ πνεύματος, 11, 91. Τίς ἄρα τῶν εὐφρονούντων, 15, 26. Τις ἔδωκε γυναιξὶ σοφίαν, 1, 267. Τίς ἐστιν ὁ σκόλωψ & δεδομένος, ΙΙ, 255. Τισὶ μὲν τῶν ἀνθρώπων πρὸς, Ι, 25. Τισὶ τῶν μὴ θελόντων ἐπὶ τοῖς, ΙΙΙ, 170. Τί σοι καὶ τοῖς ἀνθρώποις, ΙΙ, 259. Τίς οἶδεν, εἰ τὸ πνεῦμα, ΙΙΙ, 227. Τίς οἶδεν, Σολομών γέγραφε, ΙΙΙ, 227. Τί σοι ὄφελος τῆς ξενιτείας, 1, 66. Τί σοι ὄφελος τῶν μὲν οἰκετῶν, ΙΙ, 58. Τίς σε οὐκ ἂν γελάσεται, ΙΙ, 147. Τὸ ἅγιον καὶ ζωοποιὸν Πνεῦμα, ΙΙ, 204. Τὸ ἀκατάστατόν τε καὶ ἀνίδρυτον, ΙΙ, 158. Τὸ ἀπαρηγορήτως λυπείσθαι, 1, .. Τὸ βοῦν καὶ ἄρκον ἅμα καὶ λέοντα, 11, 275. Τὸ, ἔθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ, 1, 25. Τὸ εἰπεῖν τὸν ᾿Απόστολον παρακαλ., 1, 324. Τὸ εἰρημένου ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου, Ι, 15. Τὸ ἐκ διαλειμμάτων τῷ φίλῳ, ΙΙΙ, 140. Τὸ ἐντυγχάνειν οὐχ ὥσπερ, 1, 115. Τὸ ἐν τῷ καιρῷ τῶν προσβολῶν, ΙΙΙ, 251. Τοιαῦτα εἴχου πρὸς τὸν Κύριον, ΙΙ, 121. Τοῖς διαφανεστέροις καὶ καθαροῖς, 111, 57. Τοῖς ἡγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν, 1, 254. Τοῖς λόγοις Ἰωάννου Κωνσταντινουπόλ., 11, 295. Τοῖς μέλλουσιν τὸ πρόβατον, 11, 187. Τοῖς ὀλεθρίοις δαίμοσιν ἀρέσκειν, ΙΙ, 280. Τὸ λέγειν τὸν Ἰακώβ· Ἐὰν δῷ μοι. Ι, 179. Τὸ λέγειν τὸν Σολομῶντα· Καρδία, ΙΙ, 143. Τόλμησον προσελθεῖν μετά, ΙΙ, 327. Το λούεσθαι ἄνδρας μετά γυναικών, ΙΙ, 211. Το μακαρίζεσθαι τους, ΙΙΙ, 335. Τὸ μάννα, φησί, τῇ τοῦ προσφερομένου, 111, 186. Τὸ μεγαλόψυχόν σου θεασάμενος, ΙΙ, 274. Τὸ μὲν πόνῳ κτησθέν, Ι, 48. Τὸ μὲν τέλος τῶν ἀγωνιζομένων, Ι, 138. Τὸ μυρμηκολέων ὤλετο παρὰ τὸ, Η, 265 Τον Ααρών δεικνύων θαυμάζῃ, 1, 291. Τὸν Δεσπότην ἑαυτῶν οἱ θεῖοι, Ι, 326. Τον παρελθόντα χρόνον, ΙΙΙ, 209. Τὸν τῶν μεγίστων γλιχόμενον, ΙΙΙ, 263. Τὸν Χριστιανὸν ἄνθρωπον καὶ, Ι, 103. Τὸ ὀδυνηρὸν τὸ κατ' ἐπιβουλὴν, ΙΙ, 285. Τὸ ὀλιγωρεῖν, ἀγαπητέ, 40. Τὸ ὀξέως σκανδαλίζεσθαι, 1, 199. Τὸ ὀπίσω μου τὸν μέλλοντα, 11, 316. Τὸ Οὐαὶ θρηνώδες ὑπάρχει, Ι, 77. Τὸ περικόψαι διὰ κακοπαθείας, 11, 256. Τὸ πλῆθος τῶν παρ' ἡμῶν, ΙΙ, 120. Τὸ πνεῦμα εἰλήφαμεν, καθώς λέγει. Ι, 18. Τὸ Πνεῦμα ἔλαβες τὸ ἐρευνοῦν, 1, 18. Τὸ πράως καὶ μετὰ φιλοσοφίας, ΙΙ, 305. Τὸ ταύτας πρώην ἀλλοτρία, ΙΙ, 273. Τοσαύτην χάριν ὁ Θεὸς, 1, 1. Τοσοῦτον ἰσχύει καλλίστη μετάνοια, ΙΙ, 229. Τότε πιστὸς λογισθήσῃ, ὅταν μὴ, 111, 269. Τὸ τῆς βλασφημίας πνεῦμα, 11, 152. Τὸ τρύχινον φόρεμα δεῖται, 11, 85. Τοῦ λαοῦ τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων, 1, 85. Τοὺς ἐγγαστριμύθους, καὶ τοὺς, Ι, 256. Τοὺς ἐπιγνώμονας τῆς προσούσης, ΙΙΙ, 316. Τοὺς Ἰουδαίους μὴ εὐψυχῶν, ΙΙ, 19. Τους λεξίθηρας καὶ τοὺς, ΙΙ, 215. Τοὺς τοῦ Ἰεβασθὲ ἀναιρέτας, ΙΙ, 16. Τοὺς φορετοὺς καὶ τὴν σποδιάν, 11, 73. Τοῦτο διεστήκαμεν τῶν ἀπίστων, Ι, 29. Τυπικῶς ἡ πρώτη Εύα ζωή, 1, 266. Τυπικώς, μᾶλλον δὲ προφητικῶς, 550. Τύρος ἑρμηνεύεται συνοχή, 111, 182. Τῷ δευτέρῳ λῃστῇ εἴρηται, ΙΙΙ, 45. Τῶν ἐπιμελουμένων τῆς ἐλπίδος, 1, 174. Τῷ νέφει πολλάκις τῆς τοῦ διαβόλου, 111, 247. Των κοινῇ παρατιθεμένων, 111, 49.
col. 81–82page 12 of 262
PG 79:81Ύδατα πολλάκις οι, 1, 305. Υπερασπιῶ, φησὶν ὁ Θεὸς, ΙΙ, 2. Υποτακτικὸς λέγων τῇ συνοδίᾳ, 1, 46. Υποτάγηθι τῷ Κυρίῳ, καὶ ἱκέτευσον, ΙΙΙ, 3. Φάγεσθε τὴν ἄρτον ἡμῶν, ΙΙΙ, 180. Φασί τινες μετὰ τὸν κατακλυσμόν, ΙΙ, 311. Φασί τινες πρώην τους Αθηναίους, ΙΙΙ, 9. Φάσκει καθ' εκάστην ὁ μακάριος, ΙΙΙ, 166. Φάσκεις ἀγνοεῖν, ὁποίοις χρή, 34. Φάσκεις ἐκ Σολομῶντος μαθών, ΙΙ, 325. Φάσκεις ἐν πολλοῖς τὸν Ἰησοῦν, Ι, 124. Φάσκεις θλίβεσθαι πάνυ, ΙΙΙ, 312. Φάσκεις· Τί ἔσται μοι όφελος, ΙΙ, 330. Φεύγωμεν τοὺς τῶν ἀνωφελῶν, ΙΙΙ, 328. Φευκτέον ἡμῖν τὴν ἀνθρωπαρεσκίαν, 1, 244. Φησὶν ἡ προφητεία: Τὸ ὕδωρ, 11, 123. Φησὶν Ἱερεμίας ὁ προφήτης, 1, 104. Φησὶν ὁ θεσπέσιος Ησαΐας, 1, 9. Φησὶν ὁ μακάριος Πέτρος, ὅτι, ΙΙ, 300. Φησὶν ὁ νόμος· Τὰ ἄλση αὐτῶν, ΙΙΙ, 225. Φησὶ περί τινων ἐνδεῶν, 111, 44. Φθόνῳ πληγέντες τινὲς τῶν, ΙΙΙ, 199. Φιλοτέχνημα ὑπάρχον Θεοῦ, 42. Φοβείτω σε τὸ δεσποτικόν, ΙΙ, 99. Φοβοῦμαι, φησὶν ὁ Ἰώβ, Ι, 314. Φρυάττῃ ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει, Ι, 83. Φῶς οἰκεῖν ἀπρόσιτόν φησι, 1, 206. Χεβρών συζυγὴ ἑρμηνεύεται, Ι, 72. Χρὴ μᾶλλον ἀδελφοῖς, 111, 72. Χρή σε βιάζεσθαι καὶ φιλεῖν, Ι, 105. Χρήσιμον τὸ μὴ ἀναβάλλεσθαι, 17, 21. Χρὴ φίλτρῳ ἀγάπης, καὶ χαλινῷ, ΙΙ. 397. Χριστὸς ὁ Θεὸς καὶ Δεσπότης, 1, 306. Ψ Ψευδεῖς οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ΙΙΙ, 5. Ψιλὸν τὸ γράμμα τῆς θεοπνεύστου, 1, 264. Ψυχὴ ἐγκαταλειφθεῖσα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, 17, 3. Ω Ο πόσα καταμέμψῃ, καὶ, Ι, 213. Ὡς ἂν μάλιστα γαληναίον, 56. ὺς ἔοικεν Ιωνάθαν κατὰ τὸ, ΙΙ, 135. Ὣς εὔχαρις ὁ πολύπειρος, ΙΙΙ, 163. Ὡς καλὴ, καὶ θαυμαστή, 22. Ὥσπερ ἀδιαλείπτως ἀναπνέομεν, Ι, 239. Ὥσπερ διὰ τὴν ἀρετὴν ὁ ᾿Αβραάμ, ΗΙ, 118. "Ωσπερ ἐγὼ εἰ μὴ μεταδοίην, 30. Ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἡ μὲν, ΙΙΙ, 29. Ὥσπερ ἐπὶ τῶν γυμνικῶν ἀγώνων, 11, 70. Ὥσπερ ἐστὶ βρωμάτων νηστεία, ΙΙ, 28. Ὥσπερ ἡ περιτομὴ εἰς ἀκροβυστίαν, 11, 10. Ὥσπερ θαλάττης αιρομένης, 1, 231. Ὥσπερ μισούντων ἡμῶν, ΙΙ, 281. Ὥσπερ οἱ εἰσπορευόμενοι εἰς τὸ, ΙΙΙ, 525. Ὥσπερ οἱ κατὰ τὴν θάλασσαν, Ι, .. Ὥσπερ οἱ πυρέττοντες νομίζουσι. Ι, 194. Ὥσπερ ὁ καπνὸς ἀναχθείς, 111, 264. Ὥσπερ ορεγόμενοι τῆς ζωῆς ἐσθίειν, 11, 37. Ὥσπερ οὐχ ὅσα ἡδύνατο, 1, 226. "Ωσπερ στρατιώτης γενναίος, Ι. 67. Ὥσπερ τὸ ἀναπνεῖν οὐδέποτε, 111, 159. Ὥσπερ τὸ ἤδη ξηρανθὲν ἐξ ἀνυδρίας, ΙΙ, 202. Ὥσπερ τῷ μεγάλῳ 'Αβραάμ, 1, 110. Ὥσπερ χρὴ τὸν ζῶντα διὰ παντὸς, 1, 30. Ως στρέφεται θύρα ἐπὶ τοῦ στρόφιγγος, ΙΙ, 225. Ο τί σοι λέξας ἰσχύσω ἀνακ., ΙΙΙ, 151. ὠφέλιμον ἔσται σοι, καὶ ἄγαν, Ι, 233. Δ΄. -- ΠΤΟΛΕΜΑΙΟ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ. Τοσαύτην χάριν ὁ Θεὸς καὶ πρὸ τοῦ αἰῶνος τοῦ μέλλοντος τοῖς μοναχοῖς ἐδωρήσατο, ὥστε τούτους μὲν μὴ θέλειν τὴν ἀνθρωπίνην δόξαν, μήτ' ἐπιθυμεῖν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ παντοίων ἀξιωμάτων, ἀλλὰ καὶ κρύπτεσθαι πολλάκις, καὶ σπουδάζειν μᾶλλον λανθάνειν τοὺς ἀνθρώπους διὰ τὸ ἐγκαταμίξαι έχου σίως ἑαυτοὺς τοῖς εὐτελέσι καὶ ἐξουδενωμένοις τῶν ἀδελφῶν· πολλοὺς δὲ μεγιστάνας, καὶ πᾶσαν τὴν ἐν κόσμῳ ἀξίαν, εἴθ᾽ ἑκουσίως, εἴτ᾿ ἀβουλήτως διά τινος περιστάσεως προσφεύγειν τοῖς ταπεινοῖς μοναχοῖς, καὶ λυτροῦσθαι μὲν κινδύνων θανατηφόρων, σωτη ρίας δὲ, καὶ προσκαίρου, καὶ αἰωνίου τυγχάνειν. Η γὰρ θεία πρόνοια συνωθεῖ τοὺς δυνάστας, ἑκόντας τε καὶ ἄκοντας, προσφεύγειν τοῖς ἐλαχίστοις, καὶ σώ ζεσθαι. Β.- Τῷ αὐτῷ. Πολλάκις μὲν γράφειν σοι παρασκευάζεις, δυσωπῶν Ι.

Book ILiber Primus

col. 83–84page 13 of 262
PG 79:83τὴν ἐμὴν ταπείνωσιν, οὐ γὰρ δὴ ἐγὼ πρὸς τοῦτό γε ἐκνηρός. Είρηκε τοίνυν τις πρὸ ἡμῶν, ὅτι λόγος τοιόσδε κατὰ τὴν ἄγραφον μνήμην ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διασώζεται, ὡς ἄρα πρώτη Ιουδαία άνθρωπον ἔσχεν οικήτορα, τὸν πρωτόπλαστον Ἀδὰμ μετὰ τὸ ἐκβληθῆναι τοῦ παραδείσου ἐν ταύτῃ καθιδρυνθέντα πρὸς παραμυθίαν ὧν ἐστερήθη. Πρῶτον οὖν Παλαιστίνῃ καὶ νεκρὸν ἐδέξατο ἄνθρωπον, ἐκεῖ τοῦ Ἀδὰμ τὴν καταδίκην πληρώσαντος. Καινὸν τοίνυν ἐδόκει εἶναι τοῖς τότε θεωρεῖν ὀστέον κεφαλῆς τῆς σαρκὸς περιούσης, καὶ ἀποθέμενοι τὸ κρανίον ἐν τόπῳ, Κρα νίου τόπον ὠνόμασαν· εἰκὸς δὲ μηδὲ τὸν Νῶε, τοῦ ἀρχηγοῦ πάντων ἀνθρώπων ἀγνοῆσαι τὸν τάφον, ὡς μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἀπ' αὐτοῦ διασωθῆναι τὴν ποίμνην. Διόπερ ὁ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀνθρωπείου Β· θανάτου ἐρευνήσας, εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου τόπον τὸ πάθος ἐδέξατο, ἵνα ἐν ᾧ τόπῳ ἡ φθορὰ τῶν ἀν θρώπων τὴν ἀρχὴν ἔλαβεν, ἐκεῖθεν ἡ ζωὴ τῆς βα σιλείας ἄρξηται. Καὶ ὥσπερ ίσχυσεν ἐν τῷ ᾿Αδὰμ ὁ θάνατος, οὕτως ἀσθενήσῃ ἐν τῷ θανάτῳ τοῦ Χρι στοῦ. Διὰ τοῦτο εἴρηκεν Ησαΐας ὁ προφήτης· «Εν κέ ρατι, ἐν τόπῳ πίονι· ν κέρατι μὲν ὡς κατὰ τοῦ θανά του αμυντήριος ἔχοντι τὸν σταυρὸν τοῦ Δεσπότου πίονι δὲ, ὡς μετὰ τὸν παράδεισον τῶν κατὰ πάσης τῆς ὑφ᾽ ἡλίῳ πρωτείων ἠξιωμένῳ. Γ. - Τῷ αὐτῷ. Τὰ μὲν ἄλλα τῶν ἁμαρτημάτων, καὶ ἔστι χαλεπά, καὶ νομίζεται εἶναι. Χαλεπὰ ὁ φόνος, καὶ ἡ μοιχεία καὶ γάρ ἐστι χαλεπὸν, καὶ νομίζεται εἶναι χαλεπόν. Ο δὲ ὄρκος ἐστὶ μὲν χαλεπός, οὐ νομίζεται δὲ εἶναι χαλεπός. Διόπερ μᾶλλον αὐτὸν φυλαξώμεθα· κἄν τε δικαίως, κἄν τε οὐ δικαίως ομνύηται, ἵνα μὴ εἰς αὐτὸν κρημνισθέντες, τῆς αἰωνίου ζωῆς ἐξορισθῶμεν. Δ'. - ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τῇ εὐχῇ καὶ τῇ τῶν χειρῶν ἐκτάσει ἐτρέψατο Μωϋσῆς τὸν ᾿Αμαλήκ. Ἐὰν τοίνυν μὴ ἔχεις μνησικακίαν πρὸς ἀδελφὸν, καὶ εὔχῃ ὑπὲρ τοῦ πέλας θλίβοντος, καὶ λυποῦντός σε, πρόδηλον ὅτι ἄνω εἰς τὸν οὐρανὸν αἱ χεῖρές σου ἀνατέτανται, καὶ πάντως βοηθείας ἐπιτυγχάνεις ἐν τῷ πειράζεσθαί σε, καὶ καταπονεῖσθαι ὑπὸ τοῦ διαβόλου· ἐὰν δὲ τὴν μῆνιν φυλάττης πρὸς τὸν πλησίον, καὶ καταβάλλεις αυτ τοῦ, καὶ ψέγεις, καὶ διαβάλλεις τὸν ἄνθρωπον, πάνω τως ἔτι κάτω ἔχεις τὰς χεῖρας τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, κἂν εἰς τὸ φαινόμενον δοκῇς πρὸς Θεὸν ἀναπετά ζειν τὰς χεῖρας, καὶ τὸ ὄμμα, καὶ οὐ μὴ εἰσακουσθῇς δεόμενος· «Αἱ γὰρ χεῖρες σου, φησὶν ὁ Θεὸς, αἵματος ἀδελφικοῦ πλήρεις εἰσίν.» Τί γὰρ μνησικακίας φονικώτερον; Πεισθῶμεν οὖν τῷ λέγοντι Λούσασθαι διὰ μεταμελείας, καὶ καθαροί γίνεσθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν διὰ τῆς καθαρᾶς ἱκεσίας.
col. 85–86page 14 of 262
PG 79:85Ε'. Τῷ αὐτῷ. Εφ' ὕβρει, καὶ ἀτιμίᾳ, καὶ ἐπιβουλῇ τῇ καθ' ἡμῶν διὰ παντὸς ἱδρῦσθαι βούλονται οἱ δαίμονες, ἀλλὰ, καθώς λέγει ὁ Προφήτης, αἰσχυνθήσονται οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐφ᾽ ὕβρει, καὶ ὑψηλῇ καρδίᾳ, καὶ τα πεινωθήσονται. Ἡμῖν δὲ ἔσται ὁ στέφανος της ζωῆς, καὶ δόξης, καὶ ἀφθαρσίας, ὁ πλακεὶς τοῖς τὸν Κύριον ὑπομένουσιν. Γ'. ΗΦΑΙΣΤΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟ. Με παρρησιάζου, ὦ ἄνθρωπε. Αἰσχύνεσθαι γὰρ ὀφείλεις κατὰ κράτος, καθ' ὅτι τὰς μοιχείας ἐπαινείς τῶν θεῶν σου, καὶ τὰς παιδοφθορίας, καὶ προσκυνεῖς τὰ ὀλέθρια πάθη τῆς αἰσχρουργίας, καὶ οὐδὲν παν τελῶς δύνῃ ὑπὲρ τὸ σῶμα διανοεῖσθαι. Ζ. ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Οτε ἐπέλιπε τὰ ἀναγκαῖα ἐν τῇ Σαμαρίᾳ, βασι λεύοντος Ἰωρὰμ τοῦ υἱοῦ ᾿Αχαάβ, διὰ τὸ ἐπιστρατεῦσαι τὸν βασιλέα τῶν Ασσυρίων, καὶ ἐπράθη κε φαλὴ ὄνου πεντήκοντα σίκλων, καὶ τέταρτον κάδου κόπρου περιστερῶν πέντε σίκλων ἀργυρίου, πρόσδου κηθέντος θανάτου οἰκτίστου, τοσαύτη παρ' ἐλπίδας γέγονεν εὐθυνία, ὡς μέτρον σεμιδάλεως πραθῆναι σίκλου, καὶ διάμετρον κριθῆς ὁμοίως σίκλου· «Κύ ριος γὰρ διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, καὶ ἀρχόντων ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει. ο Μη τοίνυν ἀθυμήσωμεν, ἀλλὰ προσδοκήσωμεν ἐξ ἐνδείας εὐπορίαν, καὶ ἐκ θλίψεως ἄνεσιν. ΠΤΟΛΕΜΑΙΟ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ. Καὶ τὸ μόνον πιστεῦσαι εἰς τὸν Σωτήρα Χριστόν, δικαιοσύνη ἐστί, τὸ δὲ ὁμολογῆσαι αὐτὸν τῷ στόν ματι, παντελής σωτηρία. θ. Τῷ αὐτῷ. Φησὶν ὁ θεσπέσιος Ησαΐας ο Ἵνα εἴπωσιν· Οὐκ ἔστιν ὡς τὸ ῥῆμα τοῦτο, περὶ οὗ οὐκ ἔστι δοῦναι δώρα.» Οὐδὲν γὰρ ἀντάξιον εὑρεθήσεται τῆς τοῦ Δεσποτικοῦ ὀνόματος ὁμολογίας, καὶ τῆς παρασχεθείσης ἡμῖν μακαρίας, καὶ ἁγίας γνώσεως. Διόπερ ἐπὶ τούτῳ δίκαιον λέγειν τὸ Δαυϊτικόν λόγιον: Τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι; ν πίστιν λαβὼν, καὶ ἀνταποδοὺς γνῶσιν ἐπουράνιον. Η γὰρ ἁγία γνώσις μυρίων ἀγαθῶν έστι περιεκτική. Τῷ αὐτῷ. γ. Τινὲς τῷ θέρει ἐκ λιμένων ἀναχθέντες ἐναυάγησαν, τινὲς δὲ ἐν χειμῶνι πλεύσαντες ἀκινδύνως ἐσώθησαν. Πόσοι δ᾽ ἀθληταὶ ἀνενδοίαστον νίκην προσδοκήσαντες ηττήθησαν; οἱ δὲ καὶ δευτερείων ἀπεγνωκότες τὰ πρωτεῖα ἐστεφανηφόρησαν; Μήτε οὖν καταφρονῶμεν, μήτε ἀπελπίζωμεν, ἀλλ᾽ ἐφ' ἅπασι πράγμασι τῇ εὐχῇ κολληθῶμεν. ΙΑ'. Τῷ αὐτῷ. Εἰπὲ πρὸς τὸν σὸν ἑταῖρον, ὅτι θερμότης ἀχαλί ακτος μεγίστων κακῶν πρόξενος τοῖς ἀνθρώποις για νεται. ΙΧ. Χ. ΧΙ.
col. 87–88page 15 of 262
PG 79:87Τῷ αὐτῷ. Ὁ ποιῶν, φησί, πάντα, καὶ μετασκευάζων, καὶ ἐκτρέπων εἰς τὸ πρωΐ σκιὰν θανάτου, καὶ νύχτα εἰς ἡμέραν συσκοτάζων· αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ ἀλλοιῶν καταστάσεις, καὶ χρόνους, καὶ πράγματα· ἐκτρέπει οὖν ὁ Θεὸς τὴν σκιὰν τοῦ θανάτου, τουτέστιν εἰς ἀρετὴν, καὶ εὐθυμίαν, καὶ φαινότητα μεταβάλλει τὴν ἁμαρτητικὴν, καὶ σκοτεινὴν κατάστασιν. Ἐξ ουσίαν δὲ ἔχει καὶ ἡμέραν εἰς νύκτα συσκοτάσαι τουτέστιν τὰ περιχαρῆ, καὶ λαμπρά, ἐπὶ τὸ σκυθρωπότερον μεταθεῖναι. ΙΓ'. - Τῷ αὐτῷ. Εἴ τις μὴ περιτμηθῇ, φησί, τῇ ὀγδόῃ ἡμέρᾳ, ἐξε ολοθρευθήσεται.» Οὐχὶ τὸ ἄκακον καὶ ἀνόητον νήσ τοὺς γονεῖς τιμωρεῖσθαι. Ἀλλ᾿ αὐτὸς κολάζει, ὦ ἄνθρωπε, ἐὰν μὴ διὰ πίστεως καὶ εὐχῆς περιτμηθῇς τὴν κακίαν· νηπιάζειν γὰρ τῇ κακίᾳ κελεύει ο Από στολος. Εαυτούς τοίνυν περιτέμνωμεν τῇ μαχαίρα τοῦ Πνεύματος, ἀποβλέποντες εἰς τὴν ὀγδόην ἡμέραν, τουτέστιν εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα. Περιτεμνώμεθα δὲ πᾶν σαρκικὸν φρόνημα, καὶ λόγον καὶ ἔργον παρά νομον, ἵνα μὴ ἐξολοθρευθῶμεν, καὶ ἀλλοτριωθῶμεν ἐκ μέσου τοῦ λαοῦ τῶν σωζομένων διὰ Χριστοῦ. β πιον κολάζεται, μὴ περιτμηθέν· μᾶλλον γὰρ ἐχρῆν ΙΔ'. Τῷ αὐτῷ. Ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτὸν, τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Ὁ μὴ προσδοκῶν ἐξ ἔργων δικαιωθῆναι, μόνην ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας τοὺς οἰκτειρμοὺς τοῦ Θεοῦ· ὅταν γὰρ ἀκού ση ὅτι ὁ Θεὸς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ λογίσηται ἑαυτοῦ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, φοβεῖται μὲν τὴν κόλασιν, καὶ ὑποπτήσσει τοῖς ἀπειλουμένοις. Πρὸς δὲ τὸ μὴ καταποθῆναι ὑπὸ τῆς λύπης, εὐελπίς ἐστι προς τους οίκτειρμούς τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ φιλάνθρωπον ἀποβλέπων. ΙΕ΄. — Τῷ αὐτῷ. Τὸ εἰρημένον ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου· «Ἐν ἀτόμῳ, ο τὸ ἄτμητον, ὡς ἄν τις εἴποι, καὶ ἀκαριαῖον τοῦ χρόνου δηλοί. 14'. - Τῷ αὐτῷ. Τὸ Πνεῦμα ἔλαβες, τὸ ἐρευνοῦν καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ, οὐχ ἵνα καταλάβης φύσιν Θεοῦ, ὡς λέγει Εύ νόμιος ὁ παραπλήξ, ἀλλ' ίνα βαθέως καὶ σοφῶς δοξά ζῃς τὸν Κύριον· φησὶ γὰρ ὁ ᾿Απόστολος, ὅτι «Εγώ οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι, διώκω δὲ, εἴγε καὶ καταλάβω. ΙΖ'. Τῷ αὐτῷ. Τί ἐστιν «Ἡμεῖς νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν;» Του τέστι, Κεκαθαρμένον ἔχων τὸ ἡγεμονικόν, καθαρῶς τε, καὶ ὑψηλῶς διανοοῦμαι, καὶ λαμπρῶς πολιτεύομαι. ΙΗ'. — Τῷ αὐτῷ. Τὸ Πνεῦμα εἰλήφαμεν, καθὼς ὁ Ἀπόστολος, οὐχ ἵνα ἐπιστάμεθα τίς ἐστι κατὰ τὴν ἀκρίβειαν ἡ φύσις τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ἵνα νοήσωμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χαρι 13 | χιν, 20
col. 89–90page 16 of 262
PG 79:89σθέντα ἡμῖν μυρία ἀγαθὰ δωρήματα, ἅπερ καὶ δια λεγόμεθα τοῖς μαθητευομένοις. Τῷ αὐτῷ. Πῶς ἂν καὶ ὑπέστη τόδε τὸ πᾶν ἢ συνέστη, μὴ Θεοῦ τὰ πάντα καὶ οὐσιώσαντος, καὶ συνέχοντος; Οὐδὲ γὰρ κιθάραν τις ὁρῶν κάλλιστα ήσκημένην, καὶ τὴν ταύτης εὐαρμοστίαν, καὶ εὐταξίαν, ἢ τῆς κιθαρῳδίας αὐτῆς ἀκούων ἄλλο τι, ἢ τὸν τῆς κιθάρας δημιουργὸν καὶ τὸν κιθαρῳδὸν ἐννοήσῃ, καὶ πρὸς αὐτὸν ἀναδραμείται τῇ διανοίᾳ, κἂν ἀγνοῶν τύχη ταῖς ὄψεσιν. Οὕτω καὶ ἡμῖν τὸ ποιητικὸν δῆλον, καὶ τὸ κινοῦν, καὶ τηροῦν τὰ πεποιημένα, κἂν μὴ τῇ διανοίᾳ περιλαμβάνηται. Κ'. - Τῷ αὐτῷ. οι Τάχα οὐ μόνον ἀπὸ τοῦ νικήσαντος ἀνθρώπου ἀφο ίστανται πρὸς καιρὸν οἱ πειρασταὶ δαίμονες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ ἡττηθέντος, διότι ὁ Θεὸς προνοούμενος τοῦ ἰδίου πλάσματος, δίδωσιν ἀνοχὴν, καὶ ἀνάψυξιν ὀλίγην τῷ νενικημένῳ, ἵνα δυνηθῇ ἀναπνεῦσαι, καὶ συλλέξαι τὰς οἰκείας δυνάμεις, καὶ πάλιν ἀντᾶραι χεῖρας κατὰ τῶν ἀντιπάλων. ΚΑ'. - Τῷ αὐτῷ. Η ψυχὴ ἡμῶν ὑπομενεῖ τῷ Κυρίῳ, ὅτι βοη θὸς, καὶ ὑπερασπιστής ἡμῶν ἐστι.» Παράκλησιν ἔχει πρὸς ὑπομονὴν ὁ λόγος, ὥστε, κάν ποτε κατα λειφθῶμεν ὑπό τινος τῶν ἐκθλιβόντων, μὴ χωρισθῆναι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ἀλλ' ὅλῃ ψυχῇ ὑπομένειν τὰ ἐπί πονα, τὴν παρὰ Θεοῦ βοήθειαν ἀναμένοντας. ΚΒ. — ΜΑΡΚΙΑΝΩ. Ανάξιος ων, πίστευσον σωθῆναι· ἀναίσθητος ὤν, μὴ προσδοκήσῃς σωθῆναι. Αναξίους εὐγνωμονοῦντας, καὶ ἐπὶ πάσῃ θλίψει εὐχαριστοῦντας ἐλεεῖ, καὶ σώ ζει ὁ φιλάνθρωπος Θεός, κἂν μέχρι βαθείας τῶν καλῶν φθάσωσιν ἀπογνώσεως· τοὺς δ' ἀναισθήτους οὐκ ἐλεεῖ. Τίς δέ ἐστιν ὁ ἀναίσθητος, εἰ μὴ ὁ μὴ θέσ λων ὁμολογῆσαι εὐγνωμόνως μυρία εὐεργετεῖσθαι, καὶ ὠφελεῖσθαι τὸν κόσμον διὰ τῆς τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ὁμολογίας; ΚΓ'. Τῷ αὐτῷ. ΧΙΧ. Τό, ο Εθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ, ν ἐν τῷ ἑπτακαιδεκάτῳ ψαλμῷ εἰρημένον, τὸ δυσκατάληπτον, καὶ ἀσαφές, καὶ ἀνεξερεύνητον τῶν ἀβύσσων τοῦ Θεοῦ κριμάτων ὑπεμφαίνει. ΚΑ'. Τῷ αὐτῷ. Ηρώτησάς με, διατί πρῶτον ἔξω τὰς χεῖρας νιπτόμενοι, οὕτως εἰσερχόμεθα εἰς οἶκον Κυρίου προσεύξασθαι. Πρὸ τοῦ αἰσθητοῦ τὸ νοητὸν διδά σκου. Ωσπερ γὰρ τῷ ὕδατι ἀποπλύνει τοὺς σωματικοὺς ρύπους, οὕτω διὰ τῆς εὐχῆς τὴν ψυχὴν ἐκλαμπρύνει. Οὐδεὶς γὰρ ἄνθρωπος καθαρὸς ὑπάρχει πλημμελείας, κἂν Μωϋσῃ ἐκείνῳ τῷ μεγάλῳ νομο θέτῃ ἀμιλληθῇ τις τῷ βίῳ. Πάντες οὖν ἄνθρωποι καθ᾿ ἑκάστην χρήζομεν τῶν δι' εὐχῆς καθαρσίων· ἡ γὰρ
col. 91–92page 17 of 262
PG 79:91εὐχὴ πᾶσαν τὴν ἐπιγινομένην ἡμῖν ἀκαθαρσίαν έχε πλύνει. Κατὰ μὲν γὰρ τὸ δεῖνον βάπτισμα ἅπαξ ἐν ἀρχῇ τῆς πίστεως ἐλουσάμεθα, καὶ οὐκ ἐγχωρεῖ τὸν πιστὸν καὶ ὀρθόδοξον δεύτερον βαπτισθῆναι· κατά δὲ τὸ ἀεὶ χρήζειν ἡμᾶς ἀποσμήχειν τὰς πλαττομένας ἡμῖν κηλίδας ἐκ τῆς ἀπροσεξίας καὶ ἀμελείας, καὶ ἀποξέειν, καὶ ῥίπτειν ἔξω μακρὰν ἀφ᾿ ἡμῶν ἐφ' ἑκάστης σχεδὸν ὥρας, τούτου προσδεόμεθα του λου τροῦ, νοητοῖς καὶ αἰσθητοῖς πταίσμασιν προσομιλοῦντες. ἑκουσίοις καὶ ἀκουσίοις. Οἶμαι γὰρ ἀνθ' ἡμῶν εἰρηκέναι τὸν Ἰώβ, ὅτι «Ἐὰν ἀπολούσωμαι χιόνι, καὶ ἀποκαθάρωμαι χερσὶ καθαραῖς, ἱκανῶς ἐν ῥύπω με έβαψας.» Ωσπερ τοίνυν διὰ πάσης ἐσθίο μεν τῆς ζωῆς, καὶ πίνομεν, οὕτω καὶ τὸ διασμήχεσθαι ἀδιαλείπτως ἡμῖν, ἐπεὶ μὴ δυνατὸν ἄμεμ πτόν τινα καὶ ἀμόλυντον τὸ καθόλου ἄνθρωπον εὑρεθῆναι. Διόπερ πίστευσον τῷ Προφήτῃ κράζοντι Πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι,» καὶ τῷ Παύλῳ γράφοντι·. Προσέλθωμεν τῷ Θεῷ μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐῤῥαντισμένοι τὴν διάνοιαν ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς,» καὶ τὰ ἑξῆς. ΚΕ. ΑΒΡΑΜΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Τισὶ μὲν τῶν ἀνθρώπων πρὸς ὀλίγον προσβάλλειν καὶ θάττον ἀφίπτασθαι, επετράπησαν δαίμονες· τισὶ δὲ ἐπὶ πολὺ διοχλεῖν ὑπὸ τοῦ ἀγωνοθέτου Θεοῦ τοῦ ήμετέρου προνοητοῦ, καὶ κριτοῦ, ὁμοίως προσετάχθη ἕτεροι δὲ καὶ μέχρι τελευταίας ἀναπνοῆς προσπαρα βῆναι, καὶ πειράζειν, καὶ ἐκθλίβειν ἑκάστοτε συγχωροῦνται ἀναίσχυντοι δαίμονες. Κα'. ΤΙΜΟΘΕΩ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟ. Γεγράφηκάς μοι λέγων, ὅτι ἤθελον μαθεῖν, τί ὠφελεῖ ἡ ἀγρυπνία τὸν ἄνθρωπον, ὅτι πολλοὺς μὲν βλέπω γυργευομένους πρὸς αὐτήν· περιττὸν δὲ ἡγοῦ μαι τὸ ἀγρυπνεῖν, ἐπειδὴ τὸν ὕπνον τῷ Ἀδὰμ ὁ Θεὸς ἐπέβαλεν, καὶ χρή πάντως κοιμᾶσθαι. Τῶν γὰρ ἀγαθῶν μου χρείαν οὐκ ἔχει ὁ Θεός. Τὸ μὲν τῷ 'Αδάμ κατ' ἀρχὰς γενόμενον αἰσθητῶς, μυστήριον νοητόν υπηνίττετο, ἐσήμανε γὰρ τὸν δεύτερον Αδάμ, τουτο ἐστιν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, μέλλειν ὑπνοῦν τὸν ἀνθρώπινον θάνατον ἐν τῷ σταυρῷ, ὅπως ἐκ τῆς ἁγίας αὐτοῦ πλευρᾶς λόγχῃ νυγείσης, καὶ ρευσάσης αἷμα καὶ ὕδωρ οἰκοδομηθῇ ἡ νοητὴ νύμφη αὐτοῦ, τουτέστιν ἡ καθολική Εκκλησία. Τὸ δὲ λέ γειν σε, ὅτι χρὴ κοιμᾶσθαι, ἐπειδὴ ὥσπερ νομοθεσίαν σοι πρὸς νωθείαν, καὶ χαύνωσιν ὁ Θεὸς τὸν ὕπνον ἐπέβαλεν κτηνῶδες λίαν ὑπάρχει, καὶ οὐκ ἀν θρωπείαν, και λογικὴν πεπιστευμένου ψυχήν. Καὶ τί λοιπὸν τὸ λεῖπόν σοι, κτηνώδη, καὶ ἀλόγιστον τὴν πρόθεσιν ἔχοντι, ἢ βληχᾶσθαι κειμένῳ ἐπὶ τῆς κοι της, ἢ μυκηθμῷ κεχρῆσθαι, ἡ ὀγκηθμῷ, ἄλλων ἀν θρώπων, ὡς σὺ εἴρηκας, πρὸς ὑμνῳδίαν Θεοῦ κατὰ τὰς ἀγρυπνίας γοργευομένων, καὶ τὴν τυραννίδα του ύπνου καταδυναστευόντων τε, καὶ ὑποτινασσομένων. Καιρός γάρ σοι ἀνόητον κεκτημένῳ τὴν γνώμην, πάντα τὸν χρόνον τῆς ζωῆς ἐν ὑπνηλίᾳ δαπαναν, καὶ μηκέτι καλεῖσθαι ἄνθρωπον ζῶντα, ἀλλὰ νεκροτάφιον,
col. 93–94page 18 of 262
PG 79:93ψυχὴν νεκρὰν ἐν τῷ ζῶντι σώματι πανολεθρίας ἐν θάψαντα, καὶ μηκέτι βλέπειν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ δίκην ἐκτρώματος ἀπὸ σκότους εἰς σκότος πορεύεσθαι· καὶ ἀληθῶς κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἄνω θρωπος τετιμημένος τῇ τοῦ Θεοῦ εἰκόνι. Οὐ συνῆκεν, παρεσυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις, καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς.» Αλλ', εἰ βούλῃ τὸ ὠφέλιμον γνῶναι τῆς ἀγρυπνίας, πολυπραγμόνησον, τί ἔλεγεν ὁ καθ᾿ ἑκά στην νύκτα τὴν κλίνην ἄρδων τοῖς δάκρυσι· Προ έφθασα ἐν ἀωρίᾳ καὶ ἐκέκραξα ἐξομολογούμενος, καὶ ὑμνῶν σε· μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην, οὐχ ὑφ' ἑτέρου νυττόμενος, καὶ βίᾳ ἑλκόμενος πρὸς ἐκτιναγμὸν ὕπνου, ἀλλ' αὐτὸς ἐμαυτὸν προθύμως διανιστας πρὸς τὴν δοξολογίαν τοῦ κτίσαντος. Γλυκερὰ γὰρ αὕτη μοι τοῦ ὕπνου [μᾶλλον] λελόγισται, ἐπειδήπερ πολλὴ ἡ ἐκ ταύτης ὠφέλεια, καὶ πολλῶν ἀγαθῶν αἰωνίων πρόξενος τοῖς ἀγρυπνοῦσι καθίσταται. Πρῶ τον μὲν γὰρ τὰ κατὰ τὴν προλαβοῦσαν ἡμέραν ἡμῖν συμβεβηκότα πταίσματα ἔργοις ἢ λόγοις τῷ Θεῷ ἐκκαλύπτοντες, κουφιζόμεθα τῆς ἀχθηδόνος αὐτῶν, ὡς φορτίου βαρέως τοῖς ὤμοις τῆς ψυχῆς ἐπικειμέ μου, καὶ τῷ πυρὶ τῆς ἀγρυπνίας τεφροῦμεν, ὥσπερ ἀκάνθας καταφλέξαντες τοῦ διαβόλου τὸν πλοῦτον. Πλουτεῖ γὰρ καθ' ἡμέραν ἐκεῖνος τοῖς ἡμῶν παρα πτώματι. Διόπερ δυσφορεί λοιπὸν ὁ διάβολος, καὶ καθ' ἡμῶν βρυχάται, ὅταν βλέπει ἡμᾶς τῇ ἀγρυπνίᾳ σχολάζοντας, καὶ ταύτῃ ποθεινῶς, καὶ φιλοπόνως προσέχοντας· εἰς μεγάλην γὰρ αὐτὸν ζημίαν, καὶ τύρβην ἐμβάλλομεν τῷ καθ᾿ ἑκάστην διὰ τῶν ἁμαρτημάτων ἡμῶν, προσγενομένου αὐτοῦ πορισμού γυμνὸν ἀποδεικνύντες, καὶ ἔρημον. Δεύτερον δὲ αὐτὸν τὸν πολυκέφαλον, καὶ παμπόνηρον θῆρα ἐφαλλόμενον ἡμῖν ἀοράτως, καὶ σπαράξαι βουλόμενον, ἢ καταπιεῖν ἡμᾶς, ἡ ἄγρυπνος χαλινοῖ καὶ συμποδίζει εὐχὴ, καὶ ἐκλύει τὰ νεῦρα τῆς πονηρίας αὐτοῦ, ἡμᾶς δὲ τῆς οὐρανίου φιλοτιμίας ἐπιτυχεῖν προξενεῖ, ὑπὲρ τὰς πηγὰς ἡμῖν ἀναβλυζούσης τῆς χάριτος, καὶ ὑπὲρ τὸ πέλαγος χεομένης εἰς ἡμετέραν εὐεργεσίαν. Ἔπειτα δὲ καὶ ἡμεῖς ὀκνηρότεροι τοῦ λοιποῦ περὶ τὸ πταίειν γινόμεθα, τῆς ἀγρυπνίας ἡμῖν λογισμούς φιλοθεΐας ἐναπαλασσομένης, καὶ κόσμου ματαιότητος ἀποστροφὴν ἐμποιούσης, καὶ διωθεῖσθαι τὰ βλάπτοντα δι δασκούσης. Ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν ἀγρυπνία ἐρήμους ἡμᾶς νύκτωρ παραλαβοῦσα, καὶ ἀπεστερημένους τῆς τε τῶν ἔχλων συγχύσεως, καὶ τῆς τῶν συναλλαγμάτων σπουδῆς, καὶ τῆς τῶν φίλων συντυχίας, καιρὸν εὐ ροῦσα, ὡς μήτηρ φιλόστοργος, ἐν ἀπερικτυπήτῳ τινὶ, καὶ ἡσυχίας, καὶ νήψεως, καὶ γαλήνης, καὶ μεστῆς εἰρήνης μεμεστωμένῳ χωρίῳ, καὶ παραθήσασα ἡμᾶς ἑαυτῇ, ἀνοίγνυσι τοὺς ἑαυτῆς θησαυροὺς τῆς σοφίας, καὶ τῶν σεπτῶν παραινέσεων, καὶ τῶν θείων ἐλλάμψεων. Καὶ λεληθότως πληροῖ τοὺς κόλπους ἡμῶν τῆς ψυχῆς· κἂν μὲν πάντα τὰ δοθέντα ἡμῖν νηφόντως φυλάξωμεν, μακάριοι ἡμεῖς, καὶ τρισμακάριοι. Καὶ μυριάκις οἴδασιν ὅπερ λέγω, εἰ μύσται, καὶ τρόφιμοι τῆς καλῆς ἀγρυπνίας, οἱ τὴν κιθάραν τοῦ Δαβὶδ τῷ τῆς γλώττης ἑαυτῶν πλήκτρῳ κρούειν η
col. 95–96page 19 of 262
PG 79:95προθυμούμενοι, καὶ ἐν τῷ οἰκείῳ λάρυγγι, καθώς ΧΧΙΧ. δ. λέγει ὁ Προφήτης, τὰς ὑψώσεις τοῦ Θεοῦ ἀναμέλποντες. Η οὐχὶ ὁ λάρυγξ μου μελετᾷ σύνεσιν; Καὶ ὥσπερ τὸ σκότος, οὕτως καὶ τὸ φῶς δείκνυμι, κατα φωτίζον τοῖς ψαλμοῖς, καὶ καταυγάζον τῆς νυκτὸς την στυγνότητα, καὶ προφθάνουσιν οἱ ὀφθαλμοί μου πρὸς ὄρθρον τοῦ μελετῶν τὰ λόγια Κυρίου, καὶ τῷ κόκκῳ κοσμούμενος τῶν διαπύρων νοήσεων, τὴν ἄνω θεν σοφίαν ἐπελθείν μοι προτρέπω· ἐπιφοιτᾷ γὰρ ἀῤῥήτως ἡμῖν ἡ χάρις τοῦ Κυρίου τοῖς ἀγρυπνοῦσιν, καὶ ἐπιφαίνεται ὑπὲρ λόγον, καὶ πρὸς τὴν ἐφικτὴν αὐτῆς θεωρίαν, καὶ ὁμοίωσιν ἀνατείνει τοὺς ἱερούς νέας, τοὺς, ὡς θεμιτόν, καὶ ἱεροπρεπῶς ἐπιβάλλοντας αὐτῇ. ΚΖ'. Τῷ αὐτῷ. Μυρισμακάριστοι μὲν ὑπάρχομεν, ὅταν πάντα φυλάξωμεν, ἅπερ ἐκ τῆς ἀγρυπνίας ενεκολπισά μεθα. Εἰ δὲ καὶ ἀπολέσαι συμβαίνει μέρος ἡμᾶς ὀλίγον ἢ πολλοστὸν, ἱκανὰ καὶ τὰ παραλειφθέντα επαρκέσαι πρὸς σωτηρίαν τοῖς νηπίοις τὴν φρένα. Καν γὰρ ἐξευτής πολλάκις ἑκατὸν τεθηραχώς τρι γόνας ἐν τῷ ἀγρῷ, καὶ χαίρων εναποκλείσας αὐτὰς, εἴτ' ἐξ ἀπροσεξίας τὸ τρίτον, ἢ τὸ δίμοιρον ἀπολέσας, τῷ ὑπεκδεδυκότα πεφευγέναι τὰ πτηνά, ἐν τοῖς ὑπολειφθεῖσι τὴν ἀθυμίαν ἀνέλυσε, καὶ παρεμυθήσατο τὴν ἑαυτοῦ καρδίαν, οὐ κεναῖς χερσὶν ἐπανερχόμενος εἰς τὸν ἴδιον οἶκον, ἀλλὰ μερικὴν εὐπορίαν ἐπιφερόμενος, νῦν τέως, καὶ πάλιν εἰς τὸ ἑξῆς ἀσφα λίζεσθαι χρησίμως τὰ θηρώμενα παιδευθείς. Τῷ αὐτῷ. Μέγιστον ἀγαθόν ἐστιν ἡ ἀγρυπνία τοῖς ἀποτείε σθαι τὸν γείτονα θανάτου ὕπνον προαιρουμένοις, καὶ τοσούτῳ μέγα, ὅσῳ καὶ ὁ Δεσπότης αὐτὸς τοῦτο μετελήλυθε, καὶ ᾠκειώσατο ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τῇ κατὰ σάρκα, ὥς φησι καὶ ὁ Λουκᾶς, ὅτι «Ην Ἰησοῦς διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ, ἡ διδάσκων ἡμᾶς δι' αὐτοῦ τοῦ ἔργου ἀκολουθεῖν τοῖς ἴχνεσιν τοῦ Διδασκάλου. Διόπερ καὶ ἔλεγεν· «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν.» Οἱ δέ γε περὶ Παῦλον καὶ Σίλαν, τὸ κέρδος οὐκ ἀγνοοῦντες τῆς ἀγρυπνίας, περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐδόξαζον τὸν Θεόν. Καὶ Δαυὶδ φησίν· «Ηγρύπνησα, καὶ ἐγενόμην ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ σώματος, ο ήγουν εὔπτερον, οὐκ ἐπὶ τῆς γῆς συρόμενον, ἀλλ' ἐπὶ τοῦ δώματος, καὶ τοῦ ὕψους τῆς ἀρετῆς διαιτώμενον. Γλώττῃ γὰρ ἱκετηρίῳ ἀντὶ τῶν χειρῶν μου τοῖς τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ ἀοράτοις ποσί περιεπλεκόμην κλαίων, καὶ ἡ πηλώδης μου καρδία κειμήλιον γέγονεν ἀργυροῦν, ἡ χρυσοῦν, καὶ θυσιαστήριον πάλιν Κυρίου ἀπειργάσθην ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος, ἀνασκαλευούσης τῆς χάριτος ἐν ἐμοὶ τοὺς γνώσεως ἄνθρακας, καὶ Ουσίαν εὐώδη θεῷ ἀναφερούσης. ΚΘ. — Τῷ αὐτῷ. Βλέπω σε, ἀδελφὲ, ὅτι ψώρας πολλῆς ἐμπεπλησμένος ὑπάρχεις κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον ἀπὸ κεφα λῆς ἕως ποδῶν, ἧς οὐκ ἂν δύναιο καθαρθῆναι, εἰ μὴ ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά σου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν πάνι,
col. 97–98page 20 of 262
PG 79:97φωτίζοντα ἡμᾶς τοῖς θείοις προστάγμασι, καὶ ζωο ποιοῦντα τοὺς ἐν τῇ ἀμελείᾳ νενεκρωμένους, καὶ τῆς ἐξ ὕψους σοφίας τὴν δρόσον παρέχοντα, Ιωμένην πᾶσαν νόσον ψυχῆς, καὶ πᾶσαν μαλακίαν· «Ἡ γὰρ δρόσος παρὰ σοῦ, φησὶν ἡ Γραφή, αμα αὐτοῖς ἐστι, ο Καὶ πάλιν λέγει ὁ Θεός· «Καὶ ἔσομαι αὐτῷ ὡς δρόσος, καὶ ἀνθήσει ὡς κρίνον.» Αὕτη τοίνυν, ἡ δρόσος, ἐπελθοῦσα καὶ νῦν τῇ ἐκ φιληδονίας φλεγομένη καρδίᾳ σου, καὶ διασυρίσασα πνεύματι γαλη νιαίῳ, καὶ αὔρα τινὶ εἰρηνικῇ, καὶ λεπτῇ, ἐκτινάξει σου τὴν φλόγα ὥσπερ τῆς Βαβυλωνίας ποτὲ καμίνου, καὶ ἀναψύξει, καὶ σώσει σε ἀληθῆ φιλόσοφον ἀπεργαζομένη, καὶ πείθουσα μηκέτι πολλὰ καθεύδειν, ἀλλ᾽ ἀγρυπνεῖν ἐκθύμως. Α'. — Τῷ αὐτῷ. Ὥσπερ χρὴ τὸν ζῶντα διὰ παντὸς ἀναπνεῖν, οὕτω χρὴ διηνεκῶς ἐπιτηδεύειν καὶ μεταχειρίζεσθαι τὴν καλὴν ἀγρυπνίαν, καὶ μιμεῖσθαι τοῖς ψαλμοῖς καὶ τοῖς ὕμνοις τὸ τῆς μελιφθόγγου ἀηδόνος ἄγρυπνον, ἡνίκα ἂν ἐπυάζει δι' ὅλης νυκτὸς οὐκ ἀποπαυομένης τοῦ μελῳδεῖν. Τοῦτο γάρ σου ποιοῦντος, οὐκ ἀνέξεται ὁ ἐχθρὸς πολυχρονίως παρεδρεύειν σοι, ὁρῶν ἑαυτὸν ὑποθλιβόμενόν τε καὶ ἐξουθενούμενον ὑπὸ σοῦ, καὶ τοῖς τῆς ἀγρύπνου εὐχῆς κεντητηρίοις καθεκάστην τιτρωσκόμενον νύχτα. ΛΑ'. — Τῷ αὐτῷ. Καλὸν μὲν τὸ ἀρεμβάσεως, καὶ ἀμετεωρίστως τῇ νυκτερίῳ εὐχῇ προσπαραμένειν. Εἰ δὲ κατά τινα πειρασμὸν συμβαίη, καὶ αἰσχροίς τισι λογισμοῖς παρακρουσθῆναι, μηδαμῶς παύσῃ τοῦ καλοῦ ἐγχειρήματος τῆς ἀγρυπνίας, ἀλλ᾽ ἐπίμεινον, καὶ παλαιών θητι ἐν τῷ τοιούτῳ ἔργῳ, καὶ πάντως ἐν τῷ προσήκοντι καιρῷ τρυγήσεις τοὺς καρποὺς τῆς σοφίας. Εἰ δέ τις βούλοιτο ἀργῶν τρυφάν, καὶ μεθύσκεσθαι, καὶ κολακεύειν τὴν κοίτην ἑαυτοῦ χαριζόμενος ὕπνῳ καὶ οὐ Θεῷ, βλεπέτω τοὺς ἐκ τῆς παχύτητος επανατέλο λοντας τῇ καρδίᾳ λοιμούς τε καὶ μυσαρούς λογι σμούς, καὶ ὀνειροπολείτω λοιπὸν, καὶ προσδοκάτω τὴν οἰκείαν πτῶσίν τε καὶ ἀπώλειαν. Ἐγὼ γὰρ ἄλλο τι νῦν εἰπεῖν οὐκ ἀνέξω, ὅτι πάντες οι σαρκικοὶ τὸν τρόπον ἔξω τῆς βασιλείας ῥιφήσονται. ΑΒ'. -- ΖΩΣΙΜΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟ. Ὁ μὲν φαῦλος τάχιστα ἂν καταγνοίη καὶ τοῦ ἀγα θοῦ· ὁ δὲ ἀγαθὸς οὐδὲ τοῦ κακοῦ ῥᾳδίως. Τὸ γὰρ εἰς κακίαν οὐχ ἔτοιμον, οὐδὲ εἰς ὑπόνοιαν εὐχαρές. ΑΓ'. - Τῷ αὐτῷ. Ο μοιχὸς πάντας ἀνθρώπους νομίζει μοιχούς εἶναι, καὶ ὁ κλέπτης πάντας ὁμοίως κλέπτας ὑπάρ χειν οίεται· ὁ δὲ σώφρων, καὶ ἅγιος, καὶ θεοφιλής ἀνὴρ πάντας ἀνθρώπους λογίζεται ὁσίους τυγχάνειν καὶ δικαίους. Σὺ δ᾽ ἐπὶ πονηρίαν ἐκ μακρῶν τῶν χρόνων ἐξάκουστος ὑπάρχων, πάντας νομίζεις πονη ρούς τε καὶ φαυλοτάτους εἶναι, καὶ τοῖς πᾶσι τοὺς πάντας διαβάλλεις καθεκάστην, ὡς μοχθηρούς, καὶ σκαιοὺς, καὶ ἄγαν αλιτηρίους. ΛΔ'. ΣΩΦΡΟΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Μὴ θέλε τὸν ἡγούμενόν σου εἶναι σοφὸν τῷ λόγῳ ΕΙ ΧΧΧΙΙ. ΧΧΧΙΙΙ.
col. 99–100page 21 of 262
PG 79:99& οὐ γὰρ πάντως οἱ σοφοὶ τῷ λόγῳ εὐαρεστοῦσι τῷ Θεῷ, ἀλλ' ἐκεῖνο ζήτησον, ὅπως ἂν μέχρι τέλους ὑπου ταγῆς τῷ ἰδιώτῃ σὺ ὁ τῷ δοκεῖν σεσοφισμένος τῇ τοῦ κόσμου σοφίᾳ, τῆς ταπεινοφροσύνης, καὶ τῆς γνησιωτάτης ὑποταγῆς τὸν πολυτίμητον στέφανον ἀναδήση. ΛΕ'. Τῷ αὐτῷ. Οὐδὲν τὸ σύνολον παραβλάψει τὴν σὴν ὑποταγήν, καὶ μετριοφροσύνην, ἡ πολλὴ κατὰ τὸν προφορικὸν λόγον ἰδιωτία τοῦ σοῦ ἀββᾶ. ΞΕΝΩΝΙ. . Ὁ Θεὸς ἡμῶν ἀγαπᾶ ἐλεημοσύνην καὶ κρίσιν, ο καθὼς εἴρηκε Δαυίδ· ἵνα μήτε ὁ ἔλεος χαυνώσῃ ἡμᾶς, μήτε μόνη ή κρίσις ἀπόγνωσιν ἐνεργάσηται. • Ἐὰν γὰρ, φησί, παρατηρήσῃ ἀνομίας ὁ Θεὸς, τίς ὑποστήσεται;» βούλεται σε ὁ κριτὴς ἐλεῆσαι, καὶ τὸν ἑαυ τοῦ οἰκτειρμὸν μεταδοῦναι, ἐὰν εὕρῃ σε μετὰ τὴν ἁμαρτίαν τεταπεινωμένον, καὶ τῶν δουλεύοντων τῷ Θεῷ πρὸς τὸ συγκαμεῖν τοῦ ἰαθῆναι τὴν ἁμαρτωλὸν ψυχήν σου, ἐὰν θεάσηταί σε ὁ Κύριος ἐλεεινὸν γενό μενον, ἐπιχωρηγήσει σοι ἄφθονον τὴν ἑαυτοῦ ἐλεημοσύνην. Ἐὰν δὲ καρδίαν ὑπερήφανον, καὶ ἄπιστον, καὶ ἀμετανόητον θεωρήσῃ, καὶ μηδαμῶς φοβουμένην τὸ μέλλον κριτήριον, τότε δή, τότε ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς τὴν κρίσιν, ὥσπερ ἰατρὸς καταντλήμασι, καὶ περι πλάσμασιν ἀπαλοῖς βούλεται καταστείλαι τὸ οἴδημα. Ἐπὰν δὲ ἴδῃ ἀνενδότως, καὶ σκληρῶς ἀντιτυποῦντα τὸν ὄγκον, ρίψας τὸ ἔλαιον, καὶ τὴν μαλακὴν ἀγωγὴν, αἱρεῖται λοιπὸν τὴν τοῦ σιδήρου χρήσιν. ᾿Αγαπά τοίνυν ἐλεημοσύνην καὶ κρίσιν ὁ Κύριος· ἐλεημοσύνην μὲν ἐπὶ τῶν μετανοούντων, κρίσιν δὲ ἐπὶ τῶν σκληρῶν καὶ ἀνενδότων. ΕΥΣΤΑΘΙΟ ΚΟΥΒΙΚΟΥΛΑΡΙΟ. Ολην τὴν ἡμέραν τοῦ βίου τούτου ὁ δίκαιος μπ στιγοῦται ἐν λύπαις, ἐν ὀδύναις, ἐν ὀνειδισμοῖς, ἐν πολλοῖς μόχθοις θλίβεται μαστιγούμενος. Μή τοίνυν ξενίζου, ὅταν βλέπῃς τὸν ἀγαθὸν ἄνδρα ταλαιπωροῦντα διαφόρως καὶ καταπονούμενον. Ον γὰρ «ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ἂν παραδέχεται. Καί· Ἐγενόμην, φησί, με μαστι » • γωμένος ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ ὁ ἔλεγχός μου εἰς τὰς πρωΐας. Οὐ γὰρ περιέμεινεν ὁ ἔλεγχος μέχρις ἀκμάσῃ τὸν ἥλιον. Ηλεγχον ἐμαυτὸν ἐξομολογούμενος, εἴ τι ἔπταισα, καὶ χωρὶς μαρτύρων δημο ΧΧΧΙΧ. σιεύων μου τὰς ἁμαρτίας. ΛΗ'. — ΞΕΝΑΓΟΡΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Η παροῦσα νῦν ἔνδεια τῶν χρησίμων, καὶ τὸ μὴ ῥᾳδίως, μηδὲ ταχέως αὐτῶν ἐπιτυγχάνειν ἡμᾶς, καὶ τὸ μὴ δῆλον εἶναί ποτε, καὶ πῶς ἐπιτευξώμεθα τῶν αἰτημάτων ἡμῶν, πάντα ταῦτα γυμνάσια τῆς ἐλπί δος ὑπάρχει χρὴ γὰρ ἐλπίσαι ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν δυνατὸν δοῦναι τὰ ἀγαθὰ, ὅταν ὑστερώμεθα, καὶ σπανιζώμεθα τούτων. ΑΘ. Τῷ αὐτῷ. Ἐλπίσωμεν ἐπὶ τὸν Θεὸν, ἀδελφέ, ἐλπίσωμεν, κάν
col. 101–102page 22 of 262
PG 79:101μὴ πρόχειρον ὁρῶμεν, μηδὲ ῥᾴδιον τὸ λαβεῖν τὴν αἴτησιν, μηδὲ γινώσκωμεν ὁποῖον ἔσται τὸ συμβησόμενον ἡμῖν. Βούλεται γὰρ ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἀεὶ ἐλπίζειν ἐπ' αὐτὸν, ὃς καὶ τὰ πράγματα οὕτως κατεστήσατο, ὥστε προελπίσασιν ἐλθεῖν ἡμῖν τὴν ἀπόλαυσιν τῶν αἰτηθέντων προσκαίρων τε, καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν. Τῷ αὐτῷ. Ὁ ἐν τοῖς παροῦσι τῶν παρὰ τοῦ Θεοῦ δεηθείς, καὶ ἐλπίσας, καὶ τυχών, διδάσκεται περὶ τῶν μελ λόντων, ὧν δεῖται ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐλπίζειν ἐπὶ τὸν Θεὸν, τὸν κἀκεῖνα δώσειν ὑποσχόμενον. Διὸ καὶ νῦν ἐπαγγέλλεται πρὸ τῶν πραγμάτων, καὶ πολλοῖς ἔμπροσθεν χρόνοις, καὶ πληροῖ τὰς ὑποσχέσεις, καὶ τοῦτο πλεονάκις. Οὕτω γὰρ καὶ ἡ πολλάκις γινομένη πεῖρα τῆς θείας ἀληθείας, τὴν εἰς τὸ μέλλον ἡμῖν ἐλπίδα τῶν ἀληθῶς ἐπηγγελμένων βεβαιοί. "Ωσπερ οὖν πλεονάκις αἰτήσας ἔτυχες, καὶ πεῖραν ἐδέξω τῆς θείας εὐσπλαγχνίας, καὶ συγκαταβάσεως, καὶ μεγαλοδωρεᾶς, οὕτω κἂν μὴ ταχέως ἐπακουσθῇς, νῦν ῥώσθητι τῇ καλῇ προσδοκίᾳ, καὶ καρτερικῶς, καὶ μακροθύμως ἔλπισον, καὶ ὑπόμεινον, κρούων διὰ τῆς δεήσεως, μέχρις ἂν ὁ Θεὸς θελήσῃ ἀναστῆναι, καὶ δοῦναί σοι, ὅσον χρήζεις, ἢ καὶ ὑπὲρ τὴν χρείαν. Ἐκ περιττοῦ γὰρ ὧν αιτούμεθα, ἢ νοοῦμεν, δύναται ὁ Θεὸς, καὶ βούλεται ποιῆσαι ἡμῖν. ΜΑ'. ΗΛΙΟΔΩΡΟ. Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, φοβούμενος μή τι ὡς ἄνω θρωπος βλαβείη, τὰς πόλεις ἔφευγε, καὶ τὴν ἔρημον ᾤχει. Ἰησοῦς δὲ ὁ Θεὸς καὶ Κύριος τῶν ὅλων ταῖς πόλεσι παραβάλλων ἁμαρτωλοῖς συνεδείπνει, ἐπειδὴ ἥλιος ἐστι δικαιοσύνης. Ηλίου αὐγαὶ καὶ παντὸς βορβόρου ἐφάπτονται· καὶ τὸ μὲν τοῦ βορβόρου δυσῶ δες ξηραίνουσιν, αὐταὶ δὲ καθαραὶ διαμένουσι καὶ ἀμόλυντοι. ᾿Αλλὰ φθονοῦντες Φαρισαίοι λέγουσι Διατί ὁ Ἰησοῦς μετὰ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τελωνῶν ἐσθίει;» "Ω βάσκανοι, καὶ ἀνόητοι, καὶ τυφλοὶ τὴν καρδίαν! ἀγνοεῖτε γὰρ ὅτι οὐκ ἀλλαχόσε που, ἀλλὰ πλησίον τῶν νοσούντων ὀφείλει διάγειν ὁ ἰατρός; Ὅπου οἱ ἁμαρτωλοὶ, ἐκεῖ πάντως τίθεται καὶ τὸ ἱλαστήριον. Αμαρτωλοὺς γὰρ ἦλθεν ὁ Χριστὸς, οὐχὶ δικαίους καλέσαι εἰς μετάνοιαν. Ἰησοῦς Χριστὸς ἁμαρτωλοῖς συνδιατρίβει οἰκονομικῶς, ἵνα καὶ ἀμάρ τωλοὶ μετανοήσαντες, δικαίοις συναυλισθῶσι, καὶ συνευφρανθῶσιν ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. ΜΒ. ΜΑΡΙΩΝΙ ΑΡΓΥΡΟΚΟΠΟ. Πλείονας τῶν λόγων τοὺς ὅρκους τολμηρῶς ἐπὶ στόματος ἔχων, εντρέποιο. ΜΓ'. — ΦΑΙΣΤΙΑΝΟ. Ἠλλοτρίωται τοῦ Θεοῦ ἡ ψυχή σου, καὶ πῶς με προέτρεψας πέμψαι σοι λόγον τινὰ ὠφέλιμον, ἀντ θρώπῳ ειωθότι παίζειν τὰ θεῖα, καθάπερ τὰ βέβηλα; Πῶς γὰρ ἂν καὶ λαλήσω εἰς νενεκρωμένον, καὶ ἀντ κοον οἷς; • Πῶς ᾄσομαι τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας,» ἔνθα ἐχῖνοι, καὶ ἴσεις, καὶ νυκτικόρακες
col. 103–104page 23 of 262
PG 79:103",, τῶν πονηρῶν πνευμάτων ἐννοσσεύουσι, κατὰ τὸ γε ΝΟ. γραμμένον; ἔνθα ονοκένταυροι καὶ δαίμονες όρο χοῦνται διὰ παντὸς, καὶ κόρακες κράζουσι. ΜΔ'. — ΦΙΛΙΠΠΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟ. Ἐκ παπύρου, καὶ κόλλης χάρτης κατασκευασθείς, χάρτης ψιλός καλεῖται, ἐπὶν δὲ ὑπογραφὴν δέξηται βασιλέως, δῆλον ὡς Σάκρα ὀνομάζεται. Οὕτως μοι νόει καὶ τὰ θεῖα μυστήρια, πρὸ μὲν τῆς ἐντεύξεως τοῦ ἱερέως, καὶ τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ψιλὸν ἄρτον ὑπάρχειν, καὶ οἶνον κοινὸν τὰ προκείμενα· μετὰ δὲ τὰς φοβερὰς ἐκείνας ἐπικλήσεις, καὶ τὴν ἐπιφοίτησιν τοῦ προσκυνητοῦ, καὶ ζωοποιοῦ, καὶ ἀγαθοῦ Πνεύματος, οὐκ ἔτι ψιλὸν ἄρτον καὶ κοινὸν οἶνον τὰ ἐπιτεθειμένα τῇ ἁγίᾳ τραπέζῃ, ἀλλὰ σῶμα, καὶ αἷμα τίμιον καὶ ἄχραντον Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ τῶν ἁπάντων, καθαρίζον ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ τοὺς μεταλαμβάνοντας φόβῳ, καὶ πόθῳ πολλῷ. Τὴν λοιμικὴν συνδιαγωγήν τῶν φιληδόνων σου νεωτέρων ἀποστρέφου, καὶ φεῦγε πάσῃ δυνάμει· καὶ γὰρ καὶ τῷ ἔργῳ, καὶ ταῖς μεμολυσμέναις ὁμιλίαις, τὰς ψυχὰς διαφθείρει τῶν ἀγαπώντων αὐτούς. ΜϚ'. ΣΩΦΡΟΝΙΟ. Υποτακτικὸς λέγων τῇ συνοδίᾳ, καὶ τῷ κρατοῦντι, μηδένα ἄλλον ὑποδέξασθαι ἀδελφὸν, χλευάζεται μᾶλ λον, καὶ ἄγαν ἐμπαίζεται ὑπὸ τοῦ διαβόλου. Τί γάρ σε ἐζημίωσε τὸ πληθυνθῆναι τὴν συνοδείαν, καὶ καθὼς ὁ ᾿Απόστολος εἴρηκε, πλεονάσαι καὶ αὐξηθῆναι ἐν προσώπῳ πολλῶν ἀδελφῶν τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύ ματος; ΔΟΣΙΘΕΩ. Ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς πάντα ἐν πᾶσι, φῶς μὲν τοῖς ἀξίοις τοῦ φωτὸς, πῦρ δὲ κολαστήριον τοῖς ἀξίοις τῆς αἰω νέου κολάσεως. ΜΗ'. — Τῷ αὐτῷ. Τὸ μὲν πόνῳ κτηθὲν, μᾶλλον κρατεῖσθαι πέφυκεν, τὸ δὲ ῥᾳδίως κτηθέν, καὶ ἀποπτύεσθαι τάχιστα, ὡς πάλιν ληφθῆναι δυνάμενον, ὥστε μᾶλλον εὐεργεσίᾳ κρατίστῃ, καὶ βεβαίᾳ καθίσταται τὸ μὴ πρόχειρον τῆς εὐεργεσίας. ΜΘ'. — Τῷ αὐτῷ. Πᾶν τὸ πολλῷ μόχθῳ, καὶ ἀγῶνι πορισθεν, ποθεῖν συντόνως, καὶ στέργειν ἀνενδότως, καὶ παντὶ σθένει φυλάττειν εἰώθαμεν. ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΟ. Αμαθεῖς τινες, καὶ φιλόκοσμοι ἄνδρες προσεοικότες τῇ σῇ ἀθλιότητι ἐμπαθῶς φερόμενοι, ὑγίειαν, καὶ πλοῦτον, καὶ σπατάλην, καὶ ἐχθρῶν ἀνθρώπων ἀπών λειαν δι' εὐχῆς τὸν Κύριον αὐτοῦσιν· εἶτα τῆς τοιαύ της βλαβεράς αποτυχόντες αἰτήσεως εἰς ἀπιστίαν χωροῦσιν, ἢ μέμφονται τὸν Θεόν. Αλλοι πάλιν ἄλλο τι ἐξαιτοῦντες, καὶ μὴ κομιζόμενοι συμφερόντως (οὐ γὰρ πάντως ἅπερ φιλοῦμεν καὶ ὠφελεῖ· τὸ γὰρ τί
col. 105–106page 24 of 262
PG 79:105προσευξόμεθα, φησί, καθ' δ δεῖ, οὐκ οἴδαμεν, γογγύζουσιν εὐθὺς χαλεπαίνοντες, καὶ δυσανασχετούντες ἐπὶ τῇ ἀποτεύξει, καίτοι πολλάκις κατεγνωσμένοι τὸν βίον ὑπάρχοντε;, ἑτοίμως βούλονται ἐπακούεσθα ἄρα γὰρ οὐκ ὀφείλεις εὐχαριστεῖν, ὅτι κατηξιώθης, και μόνον ὀρθρίσαι πρὸς τὸν Κτίσαντα πάντα, καὶ συνομιλῆσαι αὐτῷ διὰ τῆς εὐχῆς; ἀλλὰ καὶ μηδ' εὐχαριστῆσαι θέλων, ονειδίζεις σύ, ὁ πηλός, τὸν Πλά στην σου; 'Αλλὰ νῦν γοῦν σαυτὸνδοκιμάσας, ἄνθρωπε, γνώριζε σου τα μέτρα. ΝΑ'. - ΠΛΟΥΤΙΝΟ ΥΠΑΤΙΚΟ. Οἱ πέραν τοῦ Ἰορδάνου κατακληροδοτηθέντες ὑπὸ Μωϋσέως τοῦ μεγάλου νομοθέτου, 'Ρουβὴμ, καὶ Γὰδ ὑπῆρχον, καὶ τῆς φυλῆς Μανασσῆ τὸ ἥμισυ. Πρόσ ωπον δ' οὗτοι ἔφερον τῶν διὰ τοῦ νόμου δικαιωθέντων αἱ δὲ ἄλλαι ἐννέα καὶ ἥμισυ φυλαί, αίτινες μετὰ τὸν Ἰορδάνην κληρονομοῦσι, σύμβολον τυγχάνουσι τῶν ἐξ ἐθνῶν πεπιστευκότων Χριστῷ, καὶ διὰ τῆς χάρι τος τοῦ ἁγίου Πνεύματος τελειωθέντων. Σημειωτέον δὲ, ὅτι πρὸ τοῦ ποταμοῦ, τουτέστι τοῦ Χριστιανικού βαπτίσματος, ἀτελής πως καὶ νηπιώδης δείκνυται γνῶσις καὶ πολιτεία· παιδία γὰρ ἐκεῖ, καὶ κτήνη πολλὰ, καὶ γυναῖκας ὑπάρχειν μεμαρτύρηκεν ή γραφ φὴ Μωϋσέως. ΝΒ'. Τῷ αὐτῷ. Συναγωνίζονται ταῖς ἐννέα ἥμισυ φυλαῖς πρὸς τὴν κληρονομίαν αἱ δύο ἥμισυ Ὡς γὰρ ἡμεῖς στρατευόμεθα ἐν πίστει, καὶ εὐχαῖς, καὶ θειοτέροις ἔργοις (τὰ γὰρ ὅπλα της στρατείας ἡμῶν, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, οὐ σαρκικά, ἀλλὰ πνευματικά τε καὶ δυνατά), οὕτω στρατεύονται, καὶ συναγωνίζονται ἡμῖν ταῖς προθυμίαις, καὶ ταῖς καλλίσταις ἐλπίσιν οἱ πρώην εὐηρεστηκότες τῷ Θεῷ διὰ τοῦ νόμου. Τὰ γὰρ μυστικά πράγματα, καὶ οἱ λόγοι Μωσέως, καὶ προφητῶν συν τρέχουσι τῷ κατὰ τὸ εὐαγγελικῷ κηρύγματι, καὶ γίνεται κοινὸν τὸ κατόρθωμα. Διό φασιν Ἰσραηλῖται Ἰησοῦ τῷ υἱῷ τοῦ Ναυὴ μέλλοντι διαβαίνειν τὸν Ἰορδάνην πανστρατιᾷ, ὅτι ο Καθὼς ἡκούσαμεν Μωϋ σέως, οὕτως ἀκουσόμεθα καὶ σοῦ. › Ἰησοῦς δὲ ὁ τοῦ Ναυὴ τύπον ἐφέρετο Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Δεσπότου τῶν ὅλων. Οθεν αὐτὸν Αὐσὶν τὸ πρῶτον καλούμενον, ὁ πάνσοφος Μωϋσῆς προβλέπων τὰ μέλλοντα τους ἐφθαλμοῖς τῆς ψυχῆς Ἰησοῦν ἐπωνόμασεν, ὅπως ση μαίνῃ τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἀρχό μενον ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος κηρύσσειν τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, καὶ δωρούμενον ἡμῖν τὴν ἄνω κληρονομίαν ἀπάνθητον, καὶ αἰώνιον. ΝΓ'. Τῷ αὐτῷ. Ῥαλβ πλατυσμὸς ἑρμηνεύεται, ἡ γὰρ τὸ πρῶτον πόρνη, νῦν δὲ σώφρων Ἐκκλησία διὰ τῆς πίστεως πλατύνεται ταῖς θεωρίαις, καὶ τοῖς θείοις νοήμασιν. Διὰ τοῦτο Κορινθίοις γράφει ὁ μέγας Απόστολος Μη στενοχωρεῖσθε· μᾶλλον δὲ πλατύνθητε, καθά περ οὖν ἡ ἐμὴ καρδία πεπλάτυται. ΛΥΡΗΛΙΑΝΩ ΙΛΛΟΥΣ ΓΡΙΑ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΩΝ. Οὐκ ἀξίαν τῆς τοῦ Εὐαγγελίου εὐπρεπείας βαδίζεις Ο
col. 107–108page 25 of 262
PG 79:107ὡς ὀλίγον ὕστερον κρίσις ἔσται τῶν ἑκάστῳ βεβιωμένων, ἀπαραιτήτους ἔχουσα τὰς πρὸς ἀξίαν ἐπιτιμήσεις. Δεῖ τοίνυν, καὶ μηδαμῶς ἀπεχθάνου ταῦτα ἀκούων, τὴν ἐναντίαν ἐλθεῖν, ἐκλεξάμενον μᾶλλον ἀντὶ τῶν οὐχ ὁσίων τὰ ὅσια, καὶ ἐξορίσαι τὰς κατὰ συνήθειαν πονηρὰς προθυμίας. τὴν ὁδὸν τῆς αἰωνίου ζωῆς, μὴ λαμβάνων κατὰ νοῦν, ΝΕ'. - ΖΩΣΑΡΙΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Πᾶσα κεφαλὴ εἰς πόνον, φησὶν ὁ Ησαΐας, καὶ πᾶσα καρδία εἰς λύπην ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς.» Καὶ μετ' ὀλίγα·. Ἡ γῆ καὶ ὑμῶν ἔρημος, τὴν χώ ραν ὑμῶν ἐνώπιον ὑμῶν ἀλλότριοι κατεσθίουσιν.» Διὰ μὲν τῶν ποδῶν τοὺς ὑποτεταγμένους, διὰ δὲ τῆς κεφαλῆς τοὺς καθηγουμένους αινιττόμενος, πονηρίας ἁπάσης ἐμπεπλησμένους· πᾶσα γὰρ κεφαλὴ εἰς πό νον, ἀλλὰ καὶ οἱ πόδες αὐτῶν εἰς πονηρίαν τρέχουσιν, ὡς ἐν ἑτέρῳ τόπῳ εἴρηκεν ὁ Προφήτης. Πίνον τοιγάρτοι τὴν πονηρείαν νόει, καθώς λέγει ὁ Δαυΐδ περὶ ψυχῆς βεβήλου, ότι ο Συνέλαβες πόνον, καὶ ἔτε κες ἀνομίαν.» Ἡ γὰρ πονηρεία τὴν ἀνομίαν πέφυ κεν ἀποτίκτειν. Ἐπειδὴ τοίνυν ἐν τῷ καταφρονεῖν, καὶ ἀγαπᾷν τὰ φαῦλα, πολλάκις κρίσει Θεοῦ τὸ σκυ θρωπὰ καὶ λυπηρὰ ἕπεται, πρὸς διόρθωσιν ἐκκα λούμενα τοὺς ἐξαμαρτάνοντας, διὰ τοῦτο εἰρηκε Καὶ πᾶσα καρδία εἰς λύπην.» Λυκοῦνται γὰρ Ιου δαῖοι ὑπὸ Θεοῦ, δι' ἀνθρωπίνης χειρός τιμωρούμενοι καὶ καταθλιβόμενοι. Τῷ αὐτῷ. Εἰ μὴ διὰ τὴν Χριστοκτονίαν ἠρήμωται πᾶσα Ιου δαία ὑπὸ Ῥωμαίων, καὶ ἀλλότριοι Εβραίων κατο εσθίουσιν καὶ καρπίζονται ταύτην, εψεύσθω ὁ Προ φήτης πρὸ χιλίων τοῦτο ἀνακηρύξας ἐτῶν. Τῷ αὐτῷ. Μή σε ἀπατάτω ὁ Ἰουδαῖος λέγων δι' ἑτέρας ἁμαρ τίας ἀπηλλοτριῶσθαι τῆς Παλαιστίνης. Οὐ γὰρ δι' ἄλλας ἁμαρτίας, διὰ δὲ τὴν Κυριοκτονίαν πεπόνθασι τὰ ἀνήκεστα. Πρώην μὲν γὰρ εἰδωλολατροῦντες, καὶ τοὺς προφήτας φονεύοντες, καὶ τοῖς δαίμοσι τὰς θυ γατέρας καὶ τοὺς υἱοὺς θύοντες, τοῖς ἀλλοφύλοις εἰς αἰχμαλωσίαν ὑπὸ Θεοῦ παρεδίδοντο, καὶ μετ' ὀλίγα ἔτη τῷ θείῳ βουλήματι πάλιν ἐπανήγοντο εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Αφ᾽ οὗ δὲ τὸ ἀνίατον τετολμήκασι πρᾶγμα, εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὰς χεῖρας ἐπιβαλεῖν, παντελεῖ πορθήσει ἐνδέδονται. Ἰδοὺ λοιπὸν πεντακοσιοστὸν ἔτος, καὶ οὐδαμοῦ θεία τις ἐπισκοπὴ, οὐκ ἀντίληψις, οὐ παρηγορία, οὐ προφήτης νουθετῶν καὶ στηρίζων, ὥσπερ ἐν Βαβυλῶνι Ἰεζεκιήλ τε καὶ Δα νιὴλ, καὶ οἱ ἄλλοι. Οὐκ ἔτι γὰρ αὐτοῖς θέλει προσομιλεῖν ὁ Θεὸς βδελυττόμενος τούτους. ΝΗ'. — Τῷ αὐτῷ. Εἰ ἐκ πολλῆς χαρμονῆς λυπηρὰ ὑμῖν ἐπῆλθεν, προσδόκησον πάντως, ὅτι τὴν πολλὴν λύπην εἰς μεί Η σε
col. 109–110page 26 of 262
PG 79:109ξανα τῆς πρώτης εὐθυμίας παρακληθεὶς μεταβαλεῖ ὁ 4 27 θεός. ΝΘ. ΜΕΛΕΤΙΟ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ. Οἱ ὑπὸ Μωϋσέως τοῦ θείου ἱεροφάντου πεμφθέντες Παλαιστίνην κατάσκοποι, σημαίνειν μοι δοκοῦσι τοὺς οὐρανίους ἀγγέλους εποπτεύοντας τὸν ὅλον κό σμον, καὶ τῶν τῇδε πρόνοιαν ποιουμένους. Οὐδὲν γὰρ ἀπρονόητον ἐν ἀνθρώποις. Καὶ πειθέτω σε ἐκεῖ νος ὁ ἄγγελος, ὁ ἐν σχήματι τοῦ Μακεδόνος ἀνδρὸς πρὸς συμμαχίαν ἕνεκεν σωτηρίας ἀνθρώπων τὸν ἀπόστολον προτρεπόμενος Παῦλον ἐν τῷ λέγειν πρὸς αὐτόν· ο Διάβηθι εἰς τὴν Μακεδονίαν, καὶ βοήθησαν ἡμῖν. κ Τῷ αὐτῷ. Ἐπειδὴ ποθεινῶς τὰς σεπτὰς ἀναγινώσκεις Γρα φάς, οἶσθά που την προστάττουσαν καὶ διακελευομένην τοῖς πᾶσιν νομοθεσίαν, δεῖν στεφάνην κατα σκευάζειν ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς νοητῆς οἰκίας, δη λαδὴ τοῦ κατὰ Θεὸν πολιτεύματος. Χρὴ γὰρ μὴ μόνον ἐνάρξασθαι τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ καὶ κορωνίδα καὶ τέλος ἐπιτιθέναι, ἵνα μὴ καταγνωσθῶμεν, ὥσπερ ὁ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις τὸν πύργον ἀτελῆ καταλείψας. Τῷ αὐτῷ. Ἐὰν τὴν στεφάνην ἐπιθῶμεν τῷ δώματι τῆς και λῆς πολιτείας, δυνησόμεθα πάντως καθ᾽ ὁμοίωσιν τῆς πιστοτάτης Ραάβ, οὐχὶ κάτω που, ἀλλὰ ἄνω μᾶλλον ὑποδέξασθαι καὶ ξενίσαι τοὺς ἀγγέλους τοῦ Ἰησοῦ, ἀληθέστερον δὲ λέξω, αὐτὸν ξενοδοχῆσα: Ἰησοῦν Χρι στὸν τὸν τῶν ἀγγέλων Δεσπότην. ΕΒ. ΚΑΛΑΝΔΙΩΝ. Λόγοι κερκώπων μαλακοί, πίπτουσι δὲ εἰς τὰ ταμιεῖα κοιλίας. • Κέρκωπας ὀνομάζει ὁ Σολομῶν τοὺς ἀλωπεκίζοντας καὶ δολιευομένους. Διό φησιν ὁ Δαυΐδ·. Μή με συναπολέσεις, ὁ Θεὸς, μετὰ τῶν λα λούντων εἰρήνην πρὸς τὸν πλησίον, κακὰ δὲ ἐν ταῖ; καρδίαις αὐτῶν. ο • Μπαλύνθησαν γὰρ λόγοι ὑπὲρ ἔλαιον, καὶ αὐτοὶ βολίδες ὑπάρχουσι τιτρῶσαι.» ΕΓ'. ΘΕΟΔΟΤΙΩΝΙ. Εἰκότως τεθαύμακας διαπορῶν, πῶς ἂν ἐδυνήθησαν λίθοι αἰσθητοὶ ὅλον γραφὲν χωρῆσαι τὸ δευτερονόμιον. Νοήσωμεν τοιγαροῦν τὸ τοῦ Χριστοῦ Εὐαγ γέλιον Δευτερονόμιον μυστικώς προειρῆσθαι, διότι μετὰ τὸν νόμον Μωϋσέως τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον γέ γραπται· λίθους δὲ τοὺς πρώην λιθίνην ἐσχηκότας καρδίαν, ὕστερον δὲ τῇ πίστει ἀπαλυνθέντας, καὶ ὑπείξαντας τῇ Γραφῇ τοῦ Πνεύματος. ΕΔ. Τῷ αὐτῷ. Οὐκ ἀγνοεῖς τὰ ἐν τῷ Ἰεζεκιήλ εἰρημένον, ὅτι Ἐκαπάζω ἀφ᾽ ὑμῶν τὴν λιθίνην καρδίαν, καὶ δώσω ὑμῖν καρδίαν σαρκίνην, εἴειπτον τῷ Θεῷ εἰς τὸ μηκέτι πλανάσθαι. ΣΕ'. Τῷ αὐτῷ. Ανάγνωθι, τί Κορινθίας ἐπιστέλλει ὁ μακάριος Παῦλος· «Ἡ ἐπιστολὴ ἡμῶν ὑμεῖς ἐστε, καὶ ἐγγε
col. 111–112page 27 of 262
PG 79:111γραμμένη οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλ' ἐν πλαξὶ καρ ΑΡΙΤΗΟΝΙΟ. δίας σαρκίναις, οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ζῶντος· ὑμεῖς γὰρ ἐνδείκνυσθε τὸ ἔργον τοῦ νόμου ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν.» ΞϚ'. - Τῷ αὐτῷ. Οὐ δεῖται χρόνου πλείονος ὁ ἀληθῆς Ἰησοῦς πρὸς τὸ γράψαι τὸ Δευτερονόμιον εἰς τὴν καρδίαν τῶν ὁλοκλήρων τῇ εὐσεβείᾳ λίθων. Αμα γὰρ τῷ παρα δέξασθαί σε τὸ κήρυγμα, οὐδὲν ἕτερον χρὴ λέγειν, ἢ ὅτι ἐκομίσω ἐν τοῖς ἔνδον πτυχίοις τὸν νόμον τῆς χάριτος τὸν ἀβαρῆ καὶ ἐράσμιον ἐνώπιον τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, δηλαδὴ τῶν θείων καὶ ἀσωμάτων δυνάμεων, εἰς λίθους μηκέτι κολοβουμένους διὰ τῆς ἀπιστίας καὶ κλωμένους, ἀλλ᾽ ὁλοκλήρους ψυχῇ καὶ ταῖς ἀκοαῖς· Ὁ ἔχων γὰρ ὦτα, φησὶν, ἀκούειν (τῇ πίστει, καὶ τῇ ἀγχινοίᾳ), ἀκουέτω. ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟ ΧΡΥΣΟΧΟΩ. Ὥσπερ στρατιώτης γενναῖος ὑπὲρ τοῦ βασιλέως μαχόμενος, ἐὰν βέλεσι κατατοξευθεὶς ὑπὸ τῶν ἐναν τίων ὑπομείνῃ τὰς ἀλγηδόνας, καὶ μὴ παραχωρήσε τῇ ὀλιγοψυχίᾳ, ἐπιμελείας τυχών, καὶ ἰατρευθείς, ἕξει τὰς οὐλὰς τῶν τραυμάτων εἰς καύχησιν ἀνδρεία; οὕτως καὶ οἱ τρωθέντες παρὰ τοῦ ἐχθροῦ ἐὰν μὴ ἀκηδιάσωσι τους πόνους τῆς μετανοίας, ἀναμφιβόλως σωθέντες καυχήσονται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· ὁ γὰρ ἀν δρεῖος, κἂν ἐν τραύμασι γένηται, πάντως νικήσει καὶ τραυματίας μαχόμενος. ΞΗ'. - ΑΦΘΟΝΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Οσοι ἀγάπῃ Θεοῦ καὶ προθέσει εὐλογιῶν πολι τεύονται, οὗτοι λέγονται ἵστασθαι πλησίον τοῦ ὄρους τοῦ Γαρίζειν προσαγορευομένου· ὅσοι δὲ οὐχὶ δε εὐλογίαν, καὶ φιλίαν, καὶ ἔπαινον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ διὰ τὸν φόβον τῶν ἀπειληθεισῶν κολάσεων τὰ καλὰ ἐπιτελοῦσιν ἔργα, οὗτοι λέγονται εἶναι ἐγγὺς τοῦ όρους Γαιβάλ, ὅπου αἱ κατάραι ἐδόθησαν, οὐχ ἵνα ἐν κατάρᾳ γένηται ὁ παρὰ τῷ Γαιβὰλ σταθεὶς, ἀλλ᾽ τα θεασάμενος τὰς φοβερὰς κατάρας παντί σθένει φυ λάξητα: τοῦ μὴ περιπεσεῖν αὐταῖς. ΕΘ'. - ΑΦΘΟΝΙΟ. Μὴ νόμιζε, ὅτι πρὸς τοὺς Σοδομίτας ἀποτείνεται ὁ προφήτης Ησαΐας λέγων·. Ακούσατε λόγον Κυ 6., ρίου, ἄρχοντες Σοδόμων.» Πρὸς γὰρ τοὺς ἄρχοντας τῶν Ἰουδαίων ὁ λόγος αὐτός, μιμουμένους τῇ πρά ξει τὰς τῶν Σοδομιτῶν αἰσχροπραγίας σὺν τοῖς ὑπο τεταγμένοις· εὐθὺς γὰρ ἐπιφέρει Προσέχετε νόμῳ Θεοῦ λαός Γομόρβας. Τί μοι πλῆθος τῶν θυσιῶν ὑμῶν; λέγει Κύριος.» Δῆλον δὲ, ὅτι οὐχὶ Σοδομῖται, οὐ δὲ μὴν Γομοῤῥηνο! πώποτε, Ἰσραηλῖται δὲ μᾶλ λον τῷ Θεῷ τὰς θυσίας προσέφερον. Ο'. — ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ. Πολλὰ καὶ τῶν ἀψύχων προσωποποιεῖν ο δὲν ἡ Θεόπνευστος Γραφή, ὡς τό· «Ἡ θάλασσα εἶπε τάδε καὶ τάδε, καὶ ἡ ἄβυσσος εἶπεν· Οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοί., Καὶ πάλιν· «Οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ.» Και τῇ ῥομφαία διακελεύεται Κύριος ἐμφορεῖσθαι κρέατος τε καὶ αἵματος· καὶ ὄρη καὶ βουνοὶ τοὺς τῆς σκιρ σε ως σε
col. 113–114page 28 of 262
PG 79:113τήσεως επερωτώνται λόγους· καί· «Τί πέπονθας, Δ' θάλασσα, ὅτι ἔφυγες, καὶ σὺ, Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὀπίσω;» Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχοι, τί μοι προτείνεις τὸ ἐν ταῖς Παροιμίαις εἰρημένον, ὅτι Κύριος έκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτ τοῦ; ο Σολομών παραβολὰς καὶ σκοτεινὸν λόγον τὴν σύνταξιν κέκληκε τοῦ ἰδίου βιβλίου. "Αλλο τοιγάρτοι ἐστὶ τὸ παραβολικῶς ῥηθὲν καὶ συνεσκιασμένον, καὶ πολλὰς ὑπονοίας δεχόμενον, καὶ ἄλλο τὸ λευκῶς, καὶ ἀσυγκαλύπτως, σαφῶς τε καὶ διαῤῥήδην δογματισθέν. Σὺ δὲ τὴν φωτεινὴν τοῦ ᾿Αποστόλου διδασκαλίαν ἀπο στραφεὶς τῷ βεβλάφθαι τὴν τῆς ψυχῆς ὅρασιν, τοῖς σκοτεινοῖς προσέχεις αινίγμασιν. Καὶ ποίαν ἄρα σχοίης ἀπολογίαν; Ἐβουλόμην μὲν οὖν ἐπιλῦσαί σοι τὴν πρότασιν τῆς παροιμίας, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ τῇ ἀλόγῳ προλήψει κεκάρωσαι τῆς τῶν ᾿Αρειομανιτών Ιοβολίας, ἐπέσχον τοῦ καλάμου τὴν κίνησιν, μόνον τοῦτο παραινών, είγε καὶ ἀνάσχοιο· 8 νύν γοῦν, τοῖς εὐαγγελισταῖς καὶ ἀποστόλοις μᾶλλον κηρύττουσι πείθεσθαι, ἢ τοῖς τῶν ιοβόλων δρακόντων χαλαιπωτέροις Αρειανοῖς. Πλὴν πεπληροφόρημαι, ὡς οὐδὲν ὠφέλησε: ὁ διαλεγόμενος εἰς ὦτα νενεκρωμένα. ΟΔ'. — ΦΡΟΥΜΕΝΤΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΕΚΔΙΚΟ. Ναῦται μὲν καὶ κυβερνῆται πάντα ποιοῦσιν, ὅπως ἂν τὸ πέλαγος διαδράμοιεν, καὶ πρὸς λιμένα κατα πλεύσαιεν, σὺ δὲ διὰ παντὸς πελαγίοις φιλονεικείς ἀλεύειν ἐν ταῖς τρικυμίαις τῶν βιωτικών πραγμά των συνεχῶς, καὶ ἐν ταῖς ἀγοραῖς, καὶ τοῖς δικαστη μίοις στρεφόμενος, προφάσει μὲν τῆς τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων προμηθείας, τῇ δὲ ἀληθείᾳ χάριν πλεονεξίας ἀκορέστου καὶ συλλογῆς ἀδι κου. ΟΒ. — ΠΟΜΠΗΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Χεβρών συζυγὴ ἑρμηνεύεται. Διὰ τί δὲ συζυγή προσηγορεύθη ὁ τόπος; "Οτι ἐκεῖ κατὰ συζυγίαν κεῖν ται ᾿Αβραὰμ καὶ Σάββα, Ἰσαὰκ καὶ Ρεβέκκα, Ἰακὼβ καὶ Λία. Καλῶς τοίνυν ὁ θεοφιλής Χαλέβ πολλῇ σπουδῇ, καὶ πόνῳ, καὶ ἱδρῶτι ἔλαβε τὴν μνή μὴν τῶν ἀοιδίμων πατριαρχῶν, ἥτις μητρόπολις ὑπῆρχε τῶν Ἐνακίμ, καταφονεύσας τοὺς τῶν ὑπερ ηφάνων γιγάντων ἀσεβεῖς, καὶ φαύλους ἀπογόνους καὶ γίνεται κλῆρος τοῦ Χαλέβ πᾶσα ἡ γῆ, ἐν ᾗπερ ἐτύγχανον οι τάφοι τῶν μακαρίων ἐκείνων. ΟΓ. Τῷ αὐτῷ. Μὴ ἀθυμήσῃς· καὶ γὰρ καὶ σοὶ δέδοται πιστεύσαντι τῷ ἐκ σπέρματος ᾽Αβραὰμ γεγεννημένῳ Χρι στῷ, κλῆρος νοητός. Θεός γάρ του γέγονεν ὁ Θεὸς τῶν ἀειμνήστων πατριαρχῶν. Τῷ αὐτῷ. Τί ξενίζῃ βλέπων πονηρότατόν τε καὶ ἀνοσιώτα τον ὑπερευφημούμενον, καὶ ἐνδοξαζόμενον παρα νόμως, καὶ μεγάλα ἰσχύοντα παρὰ τοῖς δυναστεύουσιν; Μνήσθητι τῆς Γραφῆς ἐμβοώσης, ὅτι • Εδόθη ὁ ἀσεβὴς ἐν ὕψεσι μεγάλοις· ν τουτέστι, συνεχωρήθη υψωθή και κατὰ τὸν κόσμον τοῦτον. Συγκεχώρηται δὲ ΡΟΜΡΕΙΟ το το
col. 115–116page 29 of 262
PG 79:115οὐκ ἀκρίτως, ἀλλ᾽ ἵνα λίαν μετάρσιος ἐκφανθείς, κἀκεῖθεν καταπεσὼν ἀνίατον συντριβὴν ὑπομείνῃ. ΟΕ'. ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟ Εἴρηκας διὰ τοῦτο πολλάκις πλήθη βαρβάρων έμβάλλειν τῇ Ῥωμανία, διότι μὴ βούλονται πάντες, μήτε μὴν προθυμοῦνται θεραπεύειν θυσίαις τους θεοὺς τῶν Ἑλλήνων. Γνῶθι τοίνυν τρανότερον, καὶ ἄνευ τινὸς καλύπτρας, ὅτι καὶ βαρβάρων επιδρομαί, καὶ σεισμοί, καὶ ἐμπρησμοί, καὶ τὰ ἄλλα πάντα ἀνιαρά, δι' οὐδὲν ἄλλο γίνεται, ἢ διὰ τὴν πονηρίαν καὶ ἡλιθιότητα τῶν κατὰ σὲ δεισιδαιμόνων καὶ δυσο σεβῶν ἀνθρώπων, μὴ παυομένων τῆς εἰδωλολατρίας, ἀλλὰ θυόντων κατὰ τὰ προάστεια τοῖς ἐλεθρίας δαί μησι καθεκάστην ἡμέραν, καὶ μετὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ σωτήριον ἐπιδημίαν καὶ ἔκλαμψιν περιπατούντων ἐν σκότει, καὶ ψηλαφούντων τους τοίχους ἐν μεσημε Ερίᾳ ὥσπερ τυφλῶν. 'Αλλ' εἴθε γνῶνα! ποτε γοῦν ὕστερον δυνηθείης τὸν θεῖον Μωϋσέα ἐκπομπεύοντα τὴν μετὰ τὴν ἄφεδρον πάλιν αἱμορροούσαν ψυχήν πρώην γὰρ δέξας πρὸς ὀλίγας ἡμέρας τῷ Χριστοῦ κηρύγματι καθαρθῆναι τῆς εἰδωλομανίας, νῦν πάλιν μεταβαλὼν κακῶς φοινίττῃ ταῖς βδελυραῖς τῶν ξοάνων θυσίαις. ΟϚ'. - ΡΟΥΦΙΝΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΑ. Ἐπειδὴ σὺν τοῖς νόμοις τοῖς δημοσίοις καὶ τὴν θείαν μεταχειρίζῃ Γραφὴν, ὅπερ οὖν πολυμαθίας ὑπάρχει τεκμήριον, καὶ κτήτωρ παντοίας καθέστηκας ἀρετῆς, μάνθανε καὶ ὅπερ ἠρώτησας. Τὰ γὰρ δὴ ψέλλια, ἅπερ προσενήνοχε τῇ Ρεβέκκᾳ ὁ τοῦ Αβραὰμ παῖς, σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας, φρονής σεώς τε καὶ τῆς δικαιοσύνης ἐτύγχανον σύμβολα. ΟΖ'. Τὸ οὐαὶ θρηνώδες ὑπάρχει ἐπίφθεγμα, μυρία προμαρτυρόμενον σκυθρωπὰ καὶ ἀνιαρά. Διὰ τοῦτο τοίνυν ὁ Κύριος εἴρηκε διὰ τοῦ Ἡσαΐου· Οὐαὶ οἱ ἐπισπώμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν, ο ὥσπερ σχοι νίῳ μακρῷ, ἐκ τοῦ προστιθέναι ταῖς προλαβούσαις ἁμαρτίαις τὰς μεταγενεστέρας μηκυνομένῳ ἀεί. ΟΗ'. — Τῷ αὐτῷ. Πυνθάνῃ τί ἂν σημαίνοιεν ὅ τε ἀρχιοινοχόος τοῦ Φαραὼ τοῦ ἠγαπηκότος τὸν σώφρονα Ἰωσήφ, καὶ δ αρχισιτοποιός. Ἡγοῦμαι τοίνυν διὰ τοῦ ἀρχιοινο το χόου δηλοῦσθαι τῶν Χριστιανῶν λαόν, προσφέροντα τῷ Θεῷ τὸν οἶνον τῆς πίστεως· διὰ δὲ τοῦ ἀρχισιτοποιοῦ μηνύεσθαι τὸν δῆμον τῶν Κυριοκτόνων και ἀπίστων Εβραίων, οὗτινος διὰ τὴν πολλὴν σκληροκαρδίαν καὶ τὴν ἀνοητίαν ἀφῃρέθη ἡ κεφαλή. Τῆς μὲν γὰρ Ἐκκλησίας κεφαλὴ ὁ Χριστός χρηματίζει, τῶν δὲ μὴ πιστευόντων οὐκ ἔστι. Αποκεφαλίζεται τοίνυν ὁ μὴ πιστεύσας τῷ θείῳ κηρύγματι, καὶ ἀνασκολοπίζεται· οἱ δὲ πιστοί. πτερωτοὶ τῇ διανοίᾳ καὶ τῇ γνώσει γενόμενοι, ἐφίπτανται τοῖς ἀχράντοις καὶ σωτηρίοις δίσκοις, καὶ τὸν ἄρτον ἐσθίουσι τὸν καταβεβηκότα ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ζωὴν αἰώνιον ἡμῖν χαριζόμενον.
col. 117–118page 30 of 262
PG 79:117ΟΘ. - ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ ΓΑΙΝΑ. Οὐκ ἀφ' ἑαυτοῦ κινούμενος, ἀλλ' ἀφ' ἑτέρων ἀναγ καζόμενος γεγράφηκάς μοι· Πῶς δύναται ὁ Υἱὸς τῷ Πατρὶ ὁμοούσιός τε καὶ ἰσοδύναμος ὑπάρχειν, δεόμενος τοῦ Πατρὸς, όπως ὑποτάξει αὐτῷ τὰ πάντα, καὶ μετὰ τοῦτο, καθὼς ὁ ᾿Απόστολος γράφει, υπου τασσόμενος τῷ Πατρὶ ὑποτάξαντι αὐτῷ πᾶσαν τὴν κτίσιν; Τί λέγεις, ὦ ἄνθρωπε; Δεῖται γὰρ ὅλως ὁ Χριστὸς ὑποταγῆναι Θεῷ Θεὸς ὤν; Μὴ γὰρ λῃστής τις καὶ ἀγέρωχος, ἢ ἀντίθεός ἐστιν, ὅπως ἂν καὶ χρήζοι ὑποταγῆναί ποτε; Πῶς οὖν εἴρηται, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Υἱὸς μετὰ τὴν ὑποταγὴν τῶν ἐχθρῶν ὑπο ταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ πάντα; "Ωσπερ κατάρα ήκουσε δι᾿ ἐμὲ ὁ τὴν ἐμὴν λύων κατάραν διὰ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, καὶ ἁμαρτία λέλεκται ὁ μόνος ἀναμάρτητος καὶ ἀμώμητος ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ᾿Αδάμ γέγονεν ἀντὶ τοῦ παλαιοῦ νέος· οὕτω δὴ καὶ τὸ τῶν ἀνθρώπων ἀνυπότακτον, ἑαυτοῦ ποιεῖται, ὡς κεφαλή τοῦ παντός. Ἕως μὲν οὖν ἀνυπότακτος ἐγὼ καὶ στασιώδης τῇ τε ἀρνήσει τοῦ Θεοῦ καὶ τοῖς πάθεσιν, ἀνυπότακτος δι' ἐμὲ ὁ Χριστὸς λέγεται· ὅταν δὲ ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, τότε καὶ αὐτὸς πληροί τὴν ὑποταγὴν προσάγων τῷ Πατρὶ ἐμὲ τὸν σεσωσμένον. Πῶς δὲ ὁμοούσιος ὁ Χριστὸς τῷ Πατρὶ ὑπάρχει κατὰ τὴν θεότητα, ισοσθενής τε καὶ ὅμοιος, περιττόν ἡγοῦμαι γράφειν τῷ μὴ παραδεχομένῳ. ΦΛΑΥΙΑΝΩ. Διατί τοὺς πόδας μόνον, καὶ οὐχὶ ἕτερον μέλος τῶν μαθητῶν ὁ Κύριος ένιψεν; "Οτι οὐ ῥύπον ἁπλῶς, καθάπερ νενόμικας, ἀπέκλυζεν ὁ Σωτὴρ, ἀλλὰ θείαν τινὰ δύναμιν ταῖς πτέρναις τῶν ἀποστόλων ἐνέβαλο λεν. Ἐπειδὴ γὰρ εἴρηται τῷ ὄφει, ότι ο Σὺ τηρήσεις τοῦ ἀνθρώπου την πτέρναν,» τουτέστι τὴν πᾶσαν τοῦ βίου διαγωγήν, διὰ τοῦτο οἱ πόδες τῶν μαθητῶν πέπλυνται, ἐν τῷ συμβόλῳ δηλοῦντες τους νοουμένους πόδας· ι Δέδωκα τοίνυν ἐξουσίαν ὑμῖν πατεῖν ἐπάνω δρεων, καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἀοράτου ἐχθροῦ.» Καὶ Ἡσαΐας λέγει· ι Ώς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην καὶ ἀγαθά!. Οἱ γὰρ δὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπόστολοι κατέλυσαν μὲν τοῦ διαβόλου τὸν πόλεμον, πᾶσαν περι δραμόντες τὴν οἰκουμένην, εἰρήνην δὲ τοῖς πᾶσιν ἐβράβευσαν, καὶ εὐηγγελίσαντο ἡμῖν τὰ οὐράνια ἀγαθά. ΠΑ'. Τῷ αὐτῷ. ψατο τῶν ποδῶν ὁ Κύριος, ἵνα ἐνισχύσῃ πόδας γηΐνους καὶ ἀσθενεῖς, μέλλοντας διατρέχειν πᾶσαν τὴν ὑφ᾽ ἡλίῳ· λαμβάνεται τοῦ μέρους τῆς πτέρνης, καθ᾿ ἧς ἡ ἀπόφασις καταρχὰς ἐξενήνεκτο, ἵνα τοῦ μεγάλου ἰατροῦ τὴν χεῖρα ἐπιθέντος. μηκέτι ένερ γήσῃ ὁ ἱὸς τοῦ νοητοῦ ὄφεως. Ενδυναμωθεῖσα τοί νυν ἡ πτέρνα ὑπὸ τῆς χειρὸς τοῦ ἀψαμένου Δεσπό του ἐπάτησε τὸν Σατανᾶν τὸν ἐξαπατήσαντα πρώην τοὺς πρωτοπλάστους, καὶ οὕτω πεπλήρωται τὸ ὑπὸ
col. 119–120page 31 of 262
PG 79:119τῆς προφήτιδος Δεβόρρας βεβοημένον ἐν ᾄσμασιν **. › • Καταπατήσει τοὺς ἐχθρούς μου ἡ ἐμὴ δυναμωθεῖσα ψυχή.» Καὶ ὁ Δαυίδ κέκραγε ψάλλων ἐπινίκιον Πεσοῦνται ὑπὸ τοὺς πόδας μου οἱ ἐπανιστάμενοί μοι, καὶ ὥσπερ πηλὸν πλατειῶν λεανῶ τοὺς ἐχθρούς μου. — Ἰδοὺ γὰρ δέδωκα ὑμῖν ἐξουσίαν, ὁ Κύ ριος εἴρηκε, πατεῖν, καὶ μὴ καταπατεῖσθαι, μηδὲ ἐξ απατᾶσθαι ὑπὸ τοῦ λυμεῶνος.» ΠΒ'. ΦΙΡΜΑ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΩ. Μὴ σπεῦδε γενέσθαι ἄρχων τῆς ἐπαρχίας διὰ τῆς προστασίας τοῦ προσώπου ἐκείνου, ἵνα μὴ ἀρχθῇς, καὶ πέσῃς, καὶ ἄγαν ταπεινωθῇς, καὶ ἀφανισθῇς παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα. ΠΓ'. — ΕΥΓΕΝΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Φρυάττῃ ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τῶν Γραφῶν, καὶ μετ γαλαυχεῖς φυσώμενος ἐπὶ ταῖς θεωρίαις, ἀντὶ καρ πῶν ψιλὰ τὰ φύλλα κατέχειν τερπόμενος, καὶ μυ κτηρίζεις τοὺς γνῶσιν μὴ ἔχοντας. Τοῦτο δ' ἂν καὶ σκηνικοὶ πολλάκις ποιῆσαι δυνήσονται. Αλλ' ἔργοις μᾶλλον εὐαρέστοις τῷ Θεῷ τὴν σαυτοῦ ψυχὴν ὡραῖ σαι καὶ κοσμῆσαι θέλησον· «Οὐαὶ γὰρ, φησί, γραμ ματεῦσι καὶ Φαρισαίοις υποκρινομένοις τὴν μάθη σιν τῶν μακαρίων λόγων, ὅτι λέγουσι τὰ χρηστά, καὶ οὐ ποιοῦσιν αὐτά.» Πρότερον τοίνυν πρᾶξον, καὶ μετὰ τοῦτο δίδασκε. Π.. - ΦΙΛΑΓΡΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Ὁ δίκαιος Νῶς τὸν Χριστὸν χαρακτηρίζει, τὸν λέγοντα ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις· «Δεῦτε πρός με πάν τες οἱ πεφορτισμένοι τοῖς πολλοῖς παραπτώμασιν, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς, ἐν τῇ κιβωτῷ τῆς ἐκκλησίας, λελυτρωμένους εργασίας φαυλοτάτης καὶ ἐπι καταράτου. Τεχθέντος γάρ ποτε τοῦ μακαρίου Νώε, τυπικῶς καὶ προφητικῶς εἴρηται, ὅτι «Οὗτος διαναπαύσει ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ἔργων ἡμῶν, καὶ ἀπὸ τῆς γῆς, ἧς κατηράσατο Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν.» ΠΕ'. Τῷ αὐτῷ. Τοῦ λαοῦ τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων πρόσωπον φέρει ὁ Χαναάμ, ὅστις καὶ γυμνωθέντος τοῦ Χριστοῦ κατα εγέλασεν, ἐφραγέλλωσέ τε διὰ τοῦ Πιλάτου καὶ ἠτι μωσε, καὶ τὰ ἑξῆς. Σὴμ δὲ καὶ Ἰαφὲς δακτυλοδεικτοῦσι τοὺς περὶ τὸν Ἰωσὴφ ἐντυλίξαντα τὸ σῶμα τοῦ Σωτῆρος, καὶ ἐναποθέμενον τῷ νεαρῷ μνήματι. Ἔτι τε αινίττονται καὶ Νικόδημον τὸν τοῦ Ἰσραὴλ διδάσκαλον, καὶ τοὺς ἄλλους, ὅσοι περιέπειν τὸ παν ἀγιον σῶμα καὶ ἐν τιμῇ ποιεῖσθαι ἐσπούδαζον. ΠϚ'. -- ΑΚΑΚΙΟ ΜΕΜΟΡΙΑΛΙΟ. Μωσῆς ὁ ἱεροφάντης πλαγίαν ἐπὶ τῶν δύο χειρῶν κρατῶν τὴν ῥάβδον, κατὰ μίμησιν τοῦ ἐπὶ σταυροῦ τὰς χεῖρας διαπετάσαντος Χριστοῦ, τὸν ᾿Αμαλὴν ἐτροπώσατο. Διὸ καὶ ἡμεῖς τὰς χεῖρας εἰς εὐχὴν ἐκε τείνοντες νικῶμεν τὸν Σατανᾶν. Εἰ ὀρθὴν καὶ μὴ πλαγίαν τὴν ῥάβδον κατεῖχεν ὁ ἅγιος Μωϋσῆς, πως βαρεῖτο τὰς χεῖρας, καὶ χρείαν εἶχε τοῦ ᾿Ααρών καὶ τοῦ ὰρ ὑποστηριζόντων ἔνθεν τὰς χεῖρας αὐτοῦ;
col. 121–122page 32 of 262
PG 79:121ΠΖ'. Τῷ αὐτῷ. Επωφελὶς ἂν εἴη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ σταυροειδῶς εὔχεσθαι· οὕτω γὰρ εὐλογούμεθα παρὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἄλλους πάλιν ἡμεῖς εὐλογοῦμεν. Καὶ γὰρ 5 θεσπέσιος Μωσῆς τὴν σκηνὴν ἐγκαινίζων, καὶ ἐν θρονίζων ἱερέα τὸν οἰκεῖον ἀδελφὸν, σταυροειδώς τὰς χεῖρας εἰς οὐρανὸν ἐκτείνας, ηὐλόγησεν τὸν λαόν. Πλήν μέντοι καὶ ταῦτα εἰρηκότες, τὴν εὐσεβή καὶ εὐπρεπῆ γονυκλισίαν οὐδαμῶς ἀναιρήσομεν. Καὶ γὰρ Δανιὴλ ὁ προφήτης τρίτην ώραν, καὶ ἔκτην, καὶ ἐννάτην κάμπτων ἐπὶ τῆς γῆς τὰ γόνατα, παρ εκάλει τὸν Θεόν. ΠΗ'. - Τῷ αὐτῷ. Δανιήλ μὲν ὡς οικέτης γνήσιος διὰ προσευχῆς τὰ τῶν λεόντων ἐν τῷ λάκκῳ ἐνέφραξε στόματα. Χρι στὸς δὲ ὁ τούτου Δεσπότης ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, τῶν πυλωρῶν τοῦ ᾅδου καὶ τῶν ἀμειδῶν φρουρῶν τῆς ἐκεῖσε ζοφερωτάτης εἱρατῆς τοὺς φάρυγγας ἔκλεισεν. Καὶ γὰρ εἴρητο προφητικῶς ἐν τῇ βίβλῳ τοῦ Ἰώβ· η 'Ανοί γονταί σοι φόβῳ πύλαι θανάτου, πυλωροὶ δὲ ᾅδου Ιδόντες σε έπτηξαν.» Ζῶντες λέγονται οἱ πιστεύσαντες τῷ Χριστῷ, νεκροὶ δὲ ὅσοι μὴ ἐπίστευσαν διόπερ γέγραπται· ι Καὶ ἐστάθη Μαρὼν ὁ ἱερεύς ἀνάμεσον τῶν ζώντων καὶ τῶν ἀποθανόντων.» Μετα ξὺ γάρ ἐστιν ὁ Δεσπότης Χριστός, τῶν τε παρα δεξαμένων αὐτὸν, καὶ τῶν μὴ βουληθέντων παρα δέξασθαι. Καὶ μαρτυρεῖ Ιωάννης ὁ Βαπτιστής λέ τῶν τῷ λαῷ ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου, ὅτι • Μέσος ὑμῶν ἔστηκεν, όνπερ ὑμεῖς ἀγνοεῖτε. Τῷ αὐτῷ. ΠΘ. Βλαβερὸν ἄγαν τὸ λόγον αργόν τε καὶ ἀκερδή, καὶ μὴ συμβαλλόμενον τῇ πνευματικῇ οἰκοδομή προς φέρειν ἐκ στόματος, ὁμοίως καὶ τὸ τρέφειν ἐν τῇ καρδίᾳ τοὺς ὄφεις καὶ τοὺς σκορπίους τῶν πονη ρῶν λογισμῶν. 4. Τῷ αὐτῷ. Πεθεῖς γνῶναι τὰς τῶν πατριαρχικῶν ὀνομάτων ἑρμηνείας. Καὶ δὴ λέξω σοι ταύτας. Ρουδὴν ἑρμη νεύεται, ὁρῶν υἱός· Συμεὼν δὲ, ὑπακοὴ Θεοῦ Λευί, κολλητές, τουτέστι Θεῷ προσκολλώμενος, καὶ προσχρωτίζων· Ἰούδας, ἐξομολόγησις· Ἰσσά χαρ, μισθὸς ἁγίων· Ζαβουλών, ῥύσις νυκτερίας Ἰωσήφ, Κυρίου προσθήκη Βενιαμίν, υἱὸς δεξιᾶς Δάν, κρίσις· Νεφθαλιμ, ἀνειμένον στέλεχος, ἤτοι προσευχή· Γάδ, εὐεπίτευκτος, ήγουν τυγχάνων Ασήρ, πλοῦτος, ἢ μακαρισμός. ΚΑ'. Τῷ αὐτῷ. Εναλλάξας τὰς χεῖρας ὁ ἅγιος Ἰακώβ, τοὺς περὶ τῶν Ἐφραὶμ καὶ τὸν Μανασσήν ηυλόγησεν. Καὶ βλέπε τὸ θαυμαστόν· τῇ γὰρ ἐναλλαγῇ τῶν χειρῶν ἐκτυπώσας τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου, παρέσχε τοῖς ἐγγόνοις τὰς θείας εὐλογίας, καὶ τίθησι τὸν πρῶτον δεύτερον καὶ τὸν δεύτερον πρῶτον. Τῷ αὐτῷ. Ο σταυρός Χριστοῦ τοῦ φιλανθρωποτάτου τοὺς πρώτους δευτέρους ἀπέδειξε διὰ τὴν σφῶν ἀλαζο
col. 123–124page 33 of 262
PG 79:123νείαν καὶ ὑπερηφάνειαν. Καί φησιν ὁ ᾿Απόστολος τοῖς Ἰουδαίοις, ὅτι ο Ὑμῖν ὑπῆρχεν ἀναγκαῖον χορηγῆσαι τὸν λόγον, τοῖς ἐκ σπέρματος τοῦ μεγάλου ᾿Αβραάμ· ἐπειδὴ δὲ ἀποστρέφεσθε τὴν θείαν ἀκρία σιν, καὶ ἀναξίους πεποιήκατε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ λοιπὸν εἰς τὰ ἔθνη τὸν λόγον ἐκτείνο μεν ο ἵνα πληρωθῇ τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ Πατρὸς τῷ Υἱῷ ἐν τῇ βίβλῳ Ησαΐου· «Τέθηκά σε εἰς φῶς ἐθνῶν τοῦ εἶναί σε εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. [Γ'. — Τῷ αὐτῷ Βλέπε μοι τοὺς ἐξ Εβραίων πιστεύοντας, πῶς προσέρχονται τῷ κηρύγματι τῶν ἀποστόλων, καὶ νοήσεις, πῶς οἱ πρῶτοι δεύτεροι ἀποδείκνυνται, ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος τοῦ Μωσέως προφητεύσαντος τοῖς ἀπογόνοις τοῦ ᾿Αβραάμ, καὶ λέγοντος, ὅτι ο Εσται ὁ προσήλυτος ὁ ἐν σοὶ, ἄνω ἄνω· σὺ δὲ, κάτω κάτω ἐκεῖνος ἄρξει σου, σὺ δὲ ἀρχθήσῃ· ἐκεῖνος γενήσεται εἰς κεφαλὴν, σὺ δὲ εἰς οὐράν.» Προσήλυτον δέ φησι τὸν ἐξ ἐθνῶν τῷ Χριστῷ πεπιστευκότα λαόν. Τῷ αὐτῷ. Λευίτας γράφεις μοι ὑπάρχειν τοὺς μοναχούς, προσ χρωτίζοντας καὶ κολλωμένους Θεῷ, καὶ ταῦτ' ἐνα νοῶν κεκέρδακας μέγιστα. ΚΕ'. — ΒΑΒΥΛΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Καλὰ μὲν πάνυ λαλεῖς, κακὰ δὲ λίαν πράττεις· ἐν γὰρ δὴ σχήμασι καὶ ῥήμασι τῆς καλοκαγαθίας ἐξε απατῶν τοὺς κούφους, καὶ κρύπτων τὴν σαυτοῦ η σκαιότητα, κατάφορος εὑρίσκῃ τοῖς εὐφρονοῦσιν, οὐκ ἐξ ὧν λέγεις καὶ πλάττῃ, ἀλλ᾽ ἐξ ὧν ἐργάζῃ, ῥᾳ δίως καταλαμβανόντων σε. 4.- ΣΩΤΗΡΙΟΝΙ. Οὐ φοβηθήσῃ, φησὶν, ἀπὸ φόβου νυχτερινοῦ,» τουτέστι τοῦ ἀνθρωπίνου καὶ τοῦ δαιμονιώδους ὁ γὰρ δὴ θεῖος φόβος εὐφραίνων τὴν καρδίαν, ἡμερι νὸς καὶ φωτεινὸς καλεῖται. 7. Τῷ αὐτῷ. Σοφία ἐν ἐξόδοις ὑμνεῖται.» Ηοίαις ἐξόδοις ἆρά φησι Σολομών; "Η δῆλον, ὅτι ταῖς διὰ τοῦ στό ματος τῶν ὀρθῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. ΕΠ'. - ΣΙΛΒΑΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΩ. Ἠλίας ὁ Θεσβίτης ὑπὸ φυτὸν καθευδήσας, καὶ ἐγερθεὶς ὁρᾷ πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐγκρυφίαν καὶ καμψάκην ὕδατος. Τίς τοίνυν τηλικοῦτος, ὥστε εὖ ρεῖν ἐγκρυφίαν, πρὸς κεφαλῆς κείμενον, ἐν ᾗ και φαλῇ ὑπάρχειν λέγει Σολομών τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ σοφοῦ τοὺς νοητούς· ἢ ἀπὸ εὐσεβοῦς ζητήσεως καὶ αἰτήσεως γνησίας, τὸν πνευματικὸν ἄρτον τὸν τρέ φοντα τὴν ψυχὴν καὶ τὸ ὕδωρ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον; Τῷ αὐτῷ. Οἱ τὰς ψυχὰς ἑαυτῶν ἀγνίζειν σπουδάζοντες, οὐ μόνον ἄρτου καὶ ὕδατος νοητοῦ εὐπορήσουσιν, ἀλλὰ τοὺς ἐξ ἐθνῶν τῶν ἐξ ἐθνῶν. Εριτ.
col. 125–126page 34 of 262
PG 79:125γὰρ καὶ κρεῶν ἐπιτεύξονται· τέλειον γάρ ἐστιν ἡ στερεά τροφή, ὥς φησιν ὁ Ἀπόστολος· καὶ προ αναφωνεί Μωυσής τῷ λαῷ λέγων· «Αγνίσασθε εἰς τὴν αὔριον, καὶ φάγεσθε κρέα, κρέα νοήσας τό τε θείον σῶμα, ὥσπερ οὖν ἐσθίουσιν οἱ πιστοὶ ἐπὶ τῆς ἐκχε κλησίας, καὶ τὴν γνῶσιν Χριστιανῶν τὴν μακαριωτάτην, καὶ πασῶν ὑπερτέραν τῶν γνώσεων. Ρ'. — Τῷ αὐτῷ. Οὐχε Εὖ καὶ τοῦτο φάναι τὸν μέγαν Μωϋσέα σήμερον, ἀλλ' αὔριον βρώσεσθε κρέα· › ἵνα δείξῃ τὸν χρόνον τὸν μετὰ τὴν ἐπιδημίαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ Δεσπότου τῶν ὅλων. Ἐκεῖνα μὲν γὰρ τὰ κρέα τῆς ὀρτυγομήτρας, εἰς ὀργὴν, καὶ στρόφους, καὶ φθοράν, καὶ χολέραν τοῖς Εβραίοις ἐξέβη· τὰ δ' ἡμέτερα παμμακάριστα κρέα ῥῶσιν, καὶ δύναμιν, καὶ αὐξίαν, εὐθυμίαν τε καὶ ζωὴν αἰώνιον χαρίζεται πᾶσι τοῖς καταξιωθεῖσι μεταλαμβάνειν αὐτῶν. ΡΑ'. — Τῷ αὐτῷ. Τί θαυμάζεις, εἰ κρεῶν τυγχάνουσιν αϊδίων, καὶ μηδαμῶς φθειρομένων οἱ τοῦ Χριστοῦ οἰκέται εὐνοι κοὶ, ἁγνίζοντες ἑαυτοὺς τῷ φόβῳ Θεοῦ, καὶ τῇ πί στει, καὶ τοῖς κατορθώματι; Καὶ οίνου γὰρ εὐπο ρήσουσι θείου, καθάπερ ὁ δίκαιος Νῶε γεωργός γέγονε, καὶ ἐφιλοκάλησε, φυτεύσας τὴν ἄμπελον. Υπερβάντες γὰρ τὸν κατακλυσμὸν τῆς ἀπιστίας, σε πώκασι τὸν νηφάλιον οἶνον, καὶ ἐμεθύσθησαν, καθὼς ὁ Δαυΐδ λέγει • Τὸ ποτήριον τοῦ Θεοῦ μετ θύσκει με κράτιστα· καὶ μεθυσθέντες γεγύμνωνται ἀνεπαίσχυντον γύμνωσιν· καλὸν γὰρ γυμνοῦσθαι τῆς πονηρίας καὶ τῆς ἀνοησίας. ΡΒ'. - Τῷ αὐτῷ. «Ο Θεὸς, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατο ἐλιπές με; ν ἐκ προσώπου τοῦ ἐν τῷ εἰκοστῷ καὶ πρώτῳ είρηται ψαλμῷ· ἀλλ' οὐκ αὐτὸς ἐγκαταλέλειπται, ἢ ὑπὸ τοῦ Πατρὸς, ἡ ὑπὸ τῆς ἑαυτοῦ θεό τητος, ὡς δοκεῖ 'Αρειανοῖς, καὶ τοῖς Ευνομιανοῖς, ὥσ περ φοβουμένοις τὸ πάθος, καὶ διὰ τοῦτο συστελλομένοις ἀπὸ τοῦ πάσχοντος. Τίς γὰρ τὸν Σωτῆρα * γεννηθῆναι κάτω τὴν ἀρχὴν, ἢ ἐπὶ τὸν σταυρὸν ἀνελθεῖν κατηνάγκασεν; Οὐ γὰρ ἀκοντί, ἀλλ᾽ ἑκου σίως ἐπὶ τὸν σταυρὸν ἦλθε σὺν πολλῇ ἀγαλλιάσει πρὸς γὰρ πολλῶν ἡμερῶν τοῖς μαθηταῖς ἔλεγεν Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱερεσόλυμα, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται εἰς τὸ ἐμπαιχθῆναι, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀλλ᾿ ἐν ἑαυτῷ τυπο? τὸ ἡμέτερον· ἄνθρωπος γὰρ γενόμενος, πάντως τοὺς λόγους ὑπὲρ ἀνθρώπων ποιεῖται· ἀλλ᾽ ἄνθρωπος γε γονώς, οὐκ ἠλλοτριώθη τοῦ ὑπάρχειν Θεὸς καὶ Κύ ριος τῶν ὅλων. Σημειωτέον γὰρ ταῦτα. Ἐπειδὴ οὖν, καθὼς ὁ ᾿Απόστολος λέγει, μορφὴν δούλου ἐφόρεσεν ὁ Κύριος τῶν ὅλων, ἐν ἑαυτῷ τυποῖ τὸ ἡμέτερον, ὡς δικολόγος μηδὲν διηρπαγμένος, μᾶλλον δὲ συνήγορος, λέγων ὑπὲρ τοῦ τυραννηθέντος πρὸς τὸν καθηγούμεν νον τῆς ἐπαρχίας Τεθλίμμεθα, καταπεπονήμεθα, διηρπάχθημεν, δικαιότατε τῶν δικαστῶν. Ὑπὲρ ἡμῶν τοίνυν ὁ Χριστός φησιν· Ὁ Θεὸς, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι.» Θεὸς μὲν τῶν ὅλων ὁ Πατὴρ σὺν τῷ ΧΧΙ, 1.
col. 127–128page 35 of 262
PG 79:127Υἱῷ ἐν τῷ κτίσαι τὰ πάντα, Θεὸς δὲ τοῦ Υἱοῦ ὁ Πατὴρ λέγεται, κατὰ τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν. "Ωστ περ τοίνυν προείρηκα, ἐν ἑαυτῷ ὁ Χριστὸς τυπο τὸ ἡμέτερον. Ἡμεῖς γάρ ἐσμεν οἱ ἐγκαταλελειμμένοι πρώην, νῦν δὲ προσειλημμένοι, καὶ σεσωσμένοι τοῖς τοῦ ἀπαθοῦς Χριστοῦ πάθεσιν. "Ωσπερ καὶ τὴν ἀφρο σύνην ἡμῶν, καὶ τὸ πλημμελὲς οἰκειούμενος ταῦτα διὰ τοῦ ψαλμοῦ φησι· ἐπειδὴ πρόδηλος εἰς Χριστὸν ὁ εἰκοστὸς πρῶτος ψαλμὸς ἀναφέρεται. Τῆς δὲ αὐ τῆς ἔχεται θεωρίας καὶ τὸ μαθεῖν αὐτὸν τὴν ὑπ ἀκοὴν ἐξ ὧν ἔπαθεν, ὥσπερ φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, ἤ τε κραυγὴ, καὶ τὰ δάκρυα, καὶ τὸ ἱκετεῦσαι, καὶ τὸ εἰσακουσθῆναι, καὶ τὸ εὐλαβὲς, ἅπερ δραματουργεῖται, καὶ πλέκεται ἡμῶν. Ὡς μὲν γὰρ λόγος, οὔτε ὑπήκοος ἦν, οὔτε πλέκεται θαυμασίως ὑπὲρ ἀνήκοος· τῶν γὰρ ὑπὸ χεῖρα ταῦτα καὶ τῶν δευτέρων, τὸ μὲν τῶν εὐγνωμονεστέρων, τὸ δὲ τῶν ἀξίων κολάσεως. Ως δὲ δούλου μορφή, συγκαταβαίνει τοῖς ὁμοδούλοις, καὶ δούλοις, καὶ μορφονται τὸ ἀλλότριον, ὅλον ἐν ἑαυτῷ ἐμὲ φέρων μετὰ τῶν ἐμῶν, ἵνα ἐν μίδα γῆς ἥλιος, κἀγὼ μεταλάβω τῶν ἐκείνου διὰ τὴν ἑαυτῷ δαπανήσῃ τὸ χεῖρον, ὡς κηρὸν πῦρ, ἢ ὡς ἀτο σύγκρασιν. Διὰ τοῦτο. ἔργῳ τιμᾷ τὴν ὑπακοὴν, διάθεσις, ὥσπερ οὐδὲ ἡμῖν, εἰ μὴ διὰ τῶν πραγμάτ καὶ πειρᾶται ταύτης ἐκ τοῦ παθεῖν. Οὐ γὰρ ἱκανὸν ἡ τῶν χωρήσωμεν. Ἔργον γὰρ ἀπόδειξις διαθέσεως. ΡΓ'. - ΕΥΘΙΑ ΕΠΑΡΧΙΚΟ. Η συμβατά σοι λύπη χαρὰν μεγάλην μνηστεύε Ο ται, ἀλλὰ καὶ ἄφεσιν ἱκανὴν προξενεῖ τῶν διεπταισμένων σοι. ΡΔ'. ΚΑΠΙΤΩΝΙ ΔΙΑΚΟΝΟ. σμα τῆς ἀπαθείας κομίζονται. Φησὶν Ἱερεμίας ὁ προφήτης ἐκ προσώπου τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν ταῖς ἁμαρτίαις τραυματωθεῖσαν καὶ λεπρωθεῖσαν ψυχήν·. Ἰδοὺ ἐγὼ ἀνάγω συνούλωσιν αὐτῇ, καὶ ἴαμα, καὶ ἱατρεύσω αὐτὴν, καὶ φανερώσω αὐτοῖς εἰρήνην, καὶ πίστιν, καὶ οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ἁμαρτιῶν, ὧν ἤμαρτόν μοι.» Το, ἰδοὺ νῦν ἀνάγω συνούλωσιν, χρήσιμόν ἐστι παραληφθῆναι εἰς τὴν λέπραν ἐν τῷ Λευϊτικῷ γεγραμμένην. Οἷς δὲ ὁ Θεὸς τὴν συνούλωσιν ἀνάγει, καὶ οὓς ἰατρεύει, τούτοις καὶ τὴν εἰρήνην τῆς διανοίας, καὶ τὴν πίστιν τὴν ἀδίστακτον καὶ στερεμνίαν φανεροί. Οἱ τοίνυν συναυλωθέντες, δῆλον ὅτι τὸ τέλεον καθαρθέντες τὴν ψυχὴν, τὸ χάρι ΡΕ. - Τῷ αὐτῷ. Χρή σε βιάζεσθαι καὶ φιλεῖν κατὰ τὴν διάνοιαν τοὺς φθονουμένους ἀνθρώπους. ΡϚ'. - Τῷ αὐτῷ. Ἐβάφης τὸν λογισμόν τῷ ὀφιώδει φθόνῳ τῇ τε πικρία τῆς βασκανίας· ἀλλ' ἔχεις ξύλον τίμιον τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου, ἐὰν θελήσῃ;, δυνάμενον γλυκᾶναι τὸ πικρὸν ὕδωρ τοῦ ἤθους σου. Καὶ γὰρ ὁ μέγας Μωσῆς ξύλον ἐμβαλὼν εἰς τὸ πικρότατον ὕδωρ τῆς Μεῤῥᾶς, γλυκὺ εὐθέως καὶ προσηνὲς λίαν τοῦτο ἀπειργάσατο.
col. 129–130page 36 of 262
PG 79:129ΡΖ'. ΖΩΣΙΜΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ἡμεῖς δὲ, φησὶν ὁ ἅγιος Μωϋσῆς, οὐκ οἴδαμεν τί θύσωμεν Κυρίῳ, ἕως τοῦ πορευθῆναι ἡμᾶς ὁδὸν ἡμε μῶν τριῶν εἰς τὴν ἔρημον.» Παρ' ἡμῖν θυσία ἡ προσε ευχή νοείται, ἔρημος δὲ κατάστασίς τίς ἐστιν ἐστερημένη παθῶν ἀλόγων, ὅπερ τελειότητα οριζόμεθα εἶναι. Τοιοῦτον ἂν εἴη, φησὶν, ὑπὲρ ὑμῶν, ὁ ἀπόστολος· τὸ γὰρ, Τί προσευξώμεθα καθ᾽ ὅ δεῖ, οὐκ οἴδα μεν μέχρι καταστάσεως τῆς ἀπαθοῦς τε καὶ καθα ρᾶς. Οὐ γὰρ πάντως καὶ τότε τοιαύτας εὐχὰς, ἢ ἐννοίας ἕξομεν, οἷας νῦν διεχλούμενοι ὑπὸ τῶν ἐναν τίων. ΡΗ'. — ΦΛΑΒΙΑΝΟ. Ἔσικε τὸ ἡγεμονικὸν τῶν ἁγίων πυξίῳ τινὶ, ή δέλτῳ, ἐν ᾧ καταγράφει ὁ Θεὸς ἅπερ λεχθῆναι δέον τῷ λαῷ αὐτοῦ. Εἴρηται γοῦν τῷ προφήτῃ Αα κούμε ο Γράψον ὅρασιν ἐπὶ πυξίου.» Τῇ γὰρ ἑαυτοῦ διανοίᾳ ἐγκύπτων ὁ ἅγιος, καὶ εἰς αὑτὸν ὁρῶν, καὶ ὅλως εἴσω συνεστραμμένος, οἱονεὶ ἐντυγχάνει τοῖς καταγραφείσιν ὑπὸ Θεοῦ ἐπὶ τὴν ἑαυτοῦ διάνοιαν, καὶ οὕτως ἐπαγγέλλει τῷ λαῷ. ΡΘ. – ΑΦΘΟΝΙΟ ΣΑΜΑΡΙΤΗ. Η επιστολή σου τοιοῦτον ἔχει τύπον· Εἰ μὲν ὁ εἰς δ τὴν γῆν σπαρείς σίτος μὴ διεσήπετο, εἶχεν ἐλπίδα ἀναστάσεως τὸ ἀνθρώπινον σῶμα. Εἰ δὲ ὁ σἶτος, ἤτοι παντοῖον γένημα καταβληθὲν εἰς τὴν γῆν σήπεται, καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἰς τέφραν καὶ κόνιν κεχώρηκεν, τί μοι κατεπαγγέλλῃ ἀνάστασιν ἔπεσθαι τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων; Ἐγὼ δέ φημι πρὸς ταῦτα· Ανάγνωθί μοι τὴν ἀρχὴν τῆς Γενέσεως Καὶ ἔλαβεν ὁ Θεὸς χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον.» Τί τοίνυν διαλλάττει ὁ ἐκ τῆς γῆς χους τῆς τέφρας καὶ κόνεω;; Ωσπερ τοίνυν ἐν ἀρχῇ ἐκ γῆς χος κατεσκευάσθη τὸ σῶμα, καὶ ἐνεπνεύσθη ὑπὸ Θεοῦ, καὶ ἐστάθη ἄνθρωπος ὑπὸ τοὺς πόδας αυτ τοῦ· οὕτως πάλιν ἐκ χοὺς καὶ ἐκ τέφρας ἐπὶ τῆς συντελείας τοῦ παρόντος αἰῶνος, τῇ προστάξει καὶ δυνάμει τοῦ Θεοῦ, ἐξαναστήσεται τὰ ἀνθρώπινα σώ ματα τὰς ἰδίας ἀπολαβόντα ψυχάς, καὶ ἐπὶ τοὺς οἰ κείους στήσονται πόδας, εἰς δόξαν καὶ ἔπαινον τοῦ πάντα θαυμαστὰ ἐργαζομένου Δημιουργοῦ τῶν ὅλων. Τῷ αὐτῷ. Ὥσπερ τῷ μεγάλῳ 'Αβραὰμ ἡ πίστις λελόγισται εἰς δικαιοσύνην, οὕτω καὶ σοὶ πιστεύοντι εἰς νεκρῶν ἀνάστασιν, εἴπερ καὶ πιστεύσειας, δικαιοσύνη παρὰ τῷ Θεῷ μεγάλη λογισθήσεται. ΡΙΑ'. — Τῷ αὐτῷ. Γεγράφηκας, ὅτι Τὸν κόκκον τοῦ σίτου ἀλέσω, καὶ ποιήσω άλευρον. Κἂν μυριάκις σπείρω αὐτὸν εἰς τὴν γῆν, οὐκ ἔτι ζωογονεῖται, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἐξανίσταται, οὐ μὴ βλαστήσει ποτέ, οὐ μὴ καρποφορήσει· οὕτω δὴ καὶ τὸ σῶμα σποδιά και κόνις γενόμενον, οὐκ ἂν δύο ναιτο ἔτι ἐξαναστῆναι, ἢ ζῆσαι παντάπασιν. Αλλ' ἐγώ σοι πάλιν καὶ νῦν τὰ αὐτὰ προσαγάγοιμι σύν πραότητι ῥήματα, ἅπερ καὶ πάλαι ἐπέσταλκα, ὅτι
col. 131–132page 37 of 262
PG 79:131ὥσπερ τὴν ἀρχὴν ἐκ χοὺς ἄνθρωπος ἀνεδείχθη τῇ δυ νάμει καὶ τῇ τέχνῃ τοῦ πανσόφου καὶ πάντα ἰσχύοντος Κυρίου, οὕτω καὶ ἐν τῷ τέλει τοῦ παρόντος αἰῶνος ἐκ τῆς σποδιᾶς γενήσεται ἡ ἀνάστασις τοῦ ἐφθαρμένου σώματος, καὶ ἐξαναστήσεται ὁ ἄνθρωπος ζωοποιηθείς τε καὶ ψυχωθείς, τὴν μὲν προλαβοῦσαν φθορὰν ἀποτιναξάμενος, ἐπενδυσάμενος δὲ τὴν θείαν ἀφθαρσίαν. Τῷ αὐτῷ. Εἴρηκας, τὴν σποδιὰν τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων ὑπὸ τῶν ἀνέμων πανταχῆ διασκορπισθῆναί τε καὶ λικμηθῆναι, καὶ τί λοιπόν; Ἀλλ᾽ ἐννόησόν μοι, πόθεν ἡ γῆ κατεσκευάσθη, πόθεν πῦρ, καὶ ἀὴρ, καὶ ὕδωρ ὑφέστηκεν; Πάντως ἐρεῖς τῷ ἐπερωτῶντί σε τῶν Ελληνικῶν πόρρω φεύγων παραφλυαρημάτων, καὶ αποπτύων τοὺς λήρους τῶν ψευδοφιλοσόφων, πάντως ἐρεῖς, ὅτι ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τὰ στοιχεῖα παρήχθη. Καγώ τοίνυν φημί σοι, ὅτι καθάπερ ἐκ μὴ ὄντων εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα ὑφέστηκε τῇ δοπῇ μόνῃ τοῦ θείου βουλήματος, οὕτως ἐκ τῆς τέφρας ἐκείνης τῆς παρὰ σοὶ νομιζομένης ἀπόλλυσθαι, ἡ ἀνάστασις ἔσται τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων. ΡΙΓ. Τῷ αὐτῷ. καὶ Ο παντοδύναμος Θεός, ὁ τὴν ῥάβδον Μωϋσέως ἐξηραμένην καὶ ἄφλοιον παραδόξως μεταβαλὼν εἰς ζῶαν ἔμψυχόν τε καὶ ἔμπον (δράχων γὰρ ἦν φοβε ρὸς, καὶ φεύγει Μωϋσῆς τὸ θαῦμα καταπλαγείς, ὁ τὴν τοῦ ᾿Ααρών ῥάβδον ξηρὰν πολυχρόνιον ὑπάρ χουσαν δίχα γῆς, καὶ ῥίζης, καὶ ὄμβρων, καὶ εὐκρασίας αέρων, τῇ θελήσει καὶ μόνῃ διὰ μιᾶς νυκτὸς ἐκβλαστῆσαι ποιήσας, φύλλα τε χαριέστατα, καὶ καρ τὸν ὡραιότατον (πάντα γὰρ δυνατὰ Θεῷ παντοκράτορ: καὶ πάντα ἰσχύοντι)· αὐτὸς ἐν διπῇ ὀφθαλμοῦ εξαναστήσει καιρῷ τῷ προσήκοντι τὰ ἀνθρώπεια σώματα, θάλλοντα τῇ ἑαυτοῦ χάριτι, καὶ ἀγλαῖζόμενα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ὑπερνικῆσαι τῇ θείᾳ λαμπρότητε τὰς αὐγὰς τοῦ ἀψύχου ηλίου. Καὶ πειθέτω σε Μωϋ σῆς ὁ γνήσιος θεράπων τοῦ κρείττονος, φωσφόρος κατελθὼν ἐκ τοῦ Σιναίου όρους, καὶ τὸν χρῶτα δεδοξασμένος ταῖς λαμπηδόσιν, ὅπως διὰ τοῦ φαινομένου προδείξῃ τὴν μέλλουσαν χάριν ὑψόθεν ἀνθρώποις παρέχεσθαι. ΡΙΔ'. - ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ. Πάλιν ἡμῖν ἧκεν ὁ μέγας στρατηλάτης διὰ γραμ μάτων τὰ κήρινα προβαλλόμενος ὅπλα, οὐκ ἀφ' ἑαυ τοῦ κτησάμενος ταῦτα, ἀλλ᾽ ἑτέρωθεν ψεκτώς πορισάμενος. Ἰδοὺ γὰρ, φησὶν, ὁ θεῖος ᾿Απόστολος τὴν ὑπόβασιν τοῦ Ἰησοῦ ἐξεφώνησεν· γράφει γὰρ τοῖς ἐξ Εβραίων πεπιστευκόσιν, ὅτι «Πάντοτε ζῇ Ἰη σοῦς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ἐντυγχάνειν ὑπὲρ ἡμῶν.» ᾿Αλλὰ γινωσκέτωσαν οἱ ὑποβάλλοντές σοι τοιαῦτα επιστέλλειν, ὅτιπερ ἡ τοῦ Σωτῆρος μακαριωτάτη καὶ πολυύμνητος οἰκονομία, ἐντυχία ὑπὲρ ἡμῶν ὑπάρχει, προσηγόρευταί τε καὶ καλεῖται παρὰ τοῖς θεοφόροις καὶ θεηγόροις ἀνδράσιν. Τῷ αὐτῷ. Τὸ ἐντυγχάνειν, οὐχ ὥσπερ ἡ τῶν πολλῶν συν
col. 133–134page 38 of 262
PG 79:133ἔθεια, καὶ τὸ ζητεῖν ἐκδίκησιν, ἔχει (τοῦτο γάρ πως καὶ ταπεινότητος), ἀλλὰ τὸ πρεσβεύειν ὑπὲρ ἡμῶν τῷ λόγῳ τῆς μεσιτείας, καθάπερ καὶ τὸ Πνεῦμα ὑπὲρ ἡμῶν ἐντυγχάνειν λέγεται. • Εἷς γὰρ Θεὸς, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Ἰησοῦς ὁ Χριστός.» Πρεσβεύειν γὰρ λέγεται ἔτι καὶ νῦν ὡς ἄνθρωπος ὑπὲρ τῆς ἐμῆς σωτηρίας, ὅτι μετὰ τοῦ σώ ματός ἐστιν, ούπερ προσέλαβεν, ἕως ἂν ἐμὲ ποιήση θεὸν τῇ δυνάμει τῆς ἐνανθρωπήσεως, κἂν μηκέτι κατὰ σάρκα γινώσκεται, τὰ σαρκικὰ λέγω πάθη, καὶ χωρὶς τῆς ἁμαρτίας ἡμέτερα. Οὕτω δὲ καὶ παράκλη τον ἔχομεν πρὸς τὸν Πατέρα Ἰησοῦν, οὐχ ὡς ὑπὲρ ἡμῶν προκυλινδούμενον τοῦ Πατρὸς, καὶ προσπίπτοντα δουλικῶς, ἅπαγε τὴν δούλην ὄντως ὑπόνοιαν, καὶ ἀναξίαν. Οὔτε γὰρ τοῦ Πατρὸς τοῦτο ἐπιζητεῖν, οὔτε τοῦ Υἱοῦ πάσχειν, ἢ ὡς περὶ Θεοῦ διανοεῖσθαι δίκαιον. Αλλ' ὁ Ἰησοῦς πέπονθεν ὡς ἄνθρωπος, πεί θει καρτερεῖν ὡς Λόγος καὶ παραινέτης. Τοῦτο γὰρ δεῖ σε νοεῖν τὴν παράκλησιν. ΡΙϚ'. - Τῷ αὐτῷ. Αναμνήσθητί μοι τῶν τοῦ Σωτῆρος ῥημάτων λέ γοντος; «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ, ἐμά ἐστιν· ο καί· «Ο ἑωρακώς ἐμὲ, ἑώρακε τὸν Πατέρα· ν και, Σοὶ, Πέτρε, δίδωμι αυθεντικῶς τὰς κλεῖδας τῆς βα σιλείας τῶν οὐρανῶν, διότι οὐχὶ δοῦλον, οὐδὲ ὑπουργὸν, ἢ λειτουργὸν, οὐδὲ μὴν ὑποχείριον, ἢ ἀλλό φυλον τῆς τοῦ Πατρὸς οὐσίας με κέκληκας, ἀλλὰ γνήσιον Υἱὸν ὑπάρχειν με τοῦ ζῶντος Θεοῦ ὡμολή γησας ἐξ ἀποκαλύψεως τοῦ οὐρανίου Πατρός. Καὶ πάλιν ὁ εὐαγγελιστής εἴρηκεν, ὅτι Διὰ τοῦτο οι Ἰουδαῖοι τὸν Ἰησοῦν ἐδίωκον· οὐ μόνον καθ' ὅ τι τὸ Σάββατον έλυεν, ἀλλ᾽ ὅτι καὶ ἑαυτὸν ἀπεδείκνυεν γνήσιον Υἱὸν εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ ἴσαν κατὰ πάντα τῷ οὐ ανίῳ Πατρί. ΡΙΖ'.· ΕΥΑΝΔΡΕΙΟ. Καταγελάν σου πολλοὺς τῶν ὀρθοδόξων παρασκευάζεις, μυστήρια τὰ μυθάρια καλῶν. Πλὴν καὶ πᾶσα αἵρεσις ἔξω τῆς Χριστοῦ βαίνουσα Ἐκκλησίας, μυστήρια ὀνομάζει τὰ παραφρονήματα. Οὕτω καὶ Μανιχαίοι μυστήρια καὶ θησαυρῶν ἀγαθῶν ἀποκαλοῦσι τὰ βιβλία τῆς δυσσεβείας, καὶ τῆς παρανομίας ἤδη γὰρ ἐνεργεῖται τὸ μυστήριον τῆς ἀπωλείας. ΡΙΗ'. ΕΠΙΓΟΝΟ ΚΟΥΡΣΟΡΙ. Ἐπειδὴ τοὺς θείους λόγους ὁ ἅγιος Μωϋσῆς τῇ ἀσαφείᾳ ἐκάλυψεν, ἵνα μὴ νομίσωσιν αὐτὰ οἱ τὸ τηνι καῦτα, καὶ οἱ νῦν καὶ μετὰ ταῦτα μωροὶ, καὶ ἀσύνετοι τῶν Εβραίων, ὡς αὐτοὺς μεμαρτύρηκε λέγων ἐν τῇ μεγάλη ώδη· «Οὗτος λαὸς μωρὸς, καὶ οὐχὶ σοφός, γενεὰ ἐξεστραμμένη ἐστὶν, υἱοὶ μὴ ἔχοντες πίστιν ἐν ἑαυτοῖς, πειράζουσι καὶ παραπικραίνουσι τὸν Κύριον· ἡ διὰ τοῦτο κάλυμμα ἐπετίθει τῷ οἰκείῳ μικρὸν θησαυρὸν Θησαυρόν κιν. Μάνης.
col. 135–136page 39 of 262
PG 79:135ἀπαστράπτοντι προσώπῳ, καὶ οὕτως διελέγετο τοῖς νοητοῖς καὶ Αἰγυπτιάζουσι τῇ φρονήσει. ΡΙΘ. Τῷ αὐτῷ. Πρόσωπον Μωϋσέως νόησον εἶναι τὸ φως τῆς Πεντατεύχου, κάλυμμα δὲ τὸ ἀσαφὲς τῶν μακαρίων λό γων, καὶ τὸ παραβολικόν, ἢ συμβολικὸν, καὶ τὸ αἰνιγματώδες. Καὶ λέγει ὁ ἅγιος Μωϋσῆς ἐπὶ τοῦ φρέατος, ὅθεν πάντες πεπώκασι, παραβολικώς τινα καὶ ἑξῆς ἐπιφέρει· Διὰ τοῦτο ἐροῦσιν οἱ αίνιγμα τισταὶ τάδε καὶ τάδε. ΡΚ'. Τῷ αὐτῷ. Ἐὰν μετὰ κλαυθμοῦ πρὸς τὸν Χριστὸν ἐπιστρέψει ὁ Ἑβραῖος νηπιάζων κατὰ τὸ βρέφος τὸ λεγόμενον Ισμαήλ, περιαιρεῖται τὸ κάλυμμα τῶν ὀφθαλμῶν τῆς διανοίας τῆς καλουμένης "Αγαρ, καὶ ἐγγύθεν εὑρίσκει τὸ ζῶν ὕδωρ τῆς θείας Γραφῆς δεόντως ερμηνευθεν, πότιμόν τε καὶ διαυγές, καὶ τοῦ θανά του τῆς ἀπιστίας λυτρούμενον. ΡΚΑ'. — Τῷ αὐτῷ. Μέχρις ἂν μὴ κτήσονται δὲ οἱ Ἑβραῖοι τὴν πίστιν τῆς μαχαρίας Σάββας, τῆς οἰκέτιδος ᾿Αγαρ τὸ ὄνομα τῇ γνώμῃ αὐτῶν ἐπιφημίζειν δέον. ΡΚΒ'. Τῷ αὐτῷ. Οτι πολλῆς θεωρίας καὶ νοήσεως δεῖται τὸ Μωσαϊκὸν γράμμα, και βαθείας ἐρεύνης, πειθέτω σε ή μυστική προσηγορία του φρέατος τῆς δρά σεως. ΡΚΓ'. — Τῷ αὐτῷ. Μὴ καταδέξῃ ἐν ταῖς ἐπελθούσαις συμφοραῖς παρα λῦσαι τὸ εὔελπι, μηδὲ χαλάσῃς τὸ κέρας τῆς θείας προσδοκίας. Ῥᾷον γὰρ τῷ Θεῷ βουληθέντι τὰ σκυθρωπότερα ἐπὶ τὸ ἱλαρόν τε καὶ φαιδρὸν μετ ενέγκαι. ΡΚΔ'. — ΒΕΝΙΑΜΙΝ ΕΒΡΑΙΟ. Φάσκεις ἐν πολλοῖς τὸν Ἰησοῦν ἐπαινεῖν, ἐν δὲ τῷ παριδεῖν αὐτὸν καὶ λῦσαι τὸ Σάββατον, καὶ σφόδρα ἀγανακτεῖν. Αλλ' οὐ πάντοτε νήπιον χρὴ ὑπάρχειν τὸν ἄνθρωπον· εἰς ἄνδρα γάρ τις τελέσας, οὐκ ἔτι ἀνέξεται ποτίζεσθαι γάλακτι, καὶ ὁ πρὸς τὰ τῶν φιλοσόφων ὁρμήσας μαθήματα, οὐκ ἂν καταδέξαιτο ἀλφαβήτῳ προσκαρτερεῖν. Πρὸ τοίνυν τοῦ τὴν οὐράνιον ἐπιδημῆσαι σοφίαν τοῖς ἀνθρώποις, καλὴ ἐτύγχανεν ἡ τοῦ Σαββάτου παρατήρησις, καὶ ὠφέλιμος, νῦν δὲ, κατὰ τὴν Χριστοῦ ἐπιδημίαν, οὐκ ἔστιν ἐπιτήδειος· ἐπάνω 38 ΧΧΧΙΥ, γὰρ καὶ ἡμερῶν καὶ χρόνων, καὶ παντὸς τοῦ κόσμου φρονήσει Χριστιανός. Τῷ αὐτῷ. Μή ξενισθῇς, πῶς πάλαι μὲν ὁ Θεὸς τὸ Σάββατον τηρεῖν διετάξατο, νῦν δὲ τὴν τοιαύτην ἀθετεῖ παρα τήρησιν. Ορᾷς γὰρ παλαιάς τε καὶ νεαρὰς διατάξεις βασιλέων γηίνων, πρώην μὲν τόδε τὸ πρᾶγμα θεσπισάντων, νῦν δὲ καταλυόντων τὸ προλαβὸν νομοθέτ τημα.
col. 137–138page 40 of 262
PG 79:137Νόμιζε μοι τὴν τοῦ Θεοῦ σοφίαν μητέρα τινὰ εἶναι, καὶ νῦν μὲν τῷ νηπίῳ τὸν μαστὸν ἐπιδιδοῦσαν, καὶ βοῶ σαν, Καλόν, καλὸν τοῦτό γε, εἶθ᾽ ὕστερον πρὸς τὴν στε ρεάν τροφὴν τὸν παῖδα ἐλαύνουσαν, καὶ χολῇ τὸν μαστὸν περιχρίουσαν, καὶ κράζουσαν συνεχώς, Σαν πρόν, σαπρὸν τοῦτό γε. ΡΚΖ'. Τῷ αὐτῷ. Λέγεις τὸν Μωσέα εἰρηκέναι ἐν Δευτερονομίῳ, ὅτι ο Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ.» Προφήτην εἶπεν, οὐχὶ Θεόν. Πῶς οὖν Θεὸν εἶναι τὸν Ἰησοῦν λέγετε; Ως νηπίῳ σα, ὦ Ἰουδαῖε, συψελλίζει ὁ πάνσοφος Μωϋσῆς, ούπω τρανότατα τολμῶν σοι δεῖξαι τοῦ Χριστοῦ τὴν θεότητα. "Οταν τοίνυν δέξῃ αὐτὸν ὡς προφήτην κατὰ τὸν Μωσέα, καὶ βασιλέα, καὶ ποι μένα πραῦν, καὶ ἀκτήμονα, τότε αὐτὸς ὁ μέγιστος προφήτης καὶ ἔγκριτος ἀποκαλύψει σοι αὐτὸν Θεὸν ὑπάρχειν ἀληθινὸν, ἀσωμάτως, καὶ ἀχρόνως, πρὸ πάντων τῶν αἰώνων γεννηθέντα ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ. Έχεις δὲ μαρτυροῦντας τῇ θεότητι τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῇ οἰκονομίᾳ, πάντας τοὺς ἀοιδίμους προφήτας, οἵτινες ἐξηγηταὶ τοῦ νόμου τυγχάνουσιν. Τῷ αὐτῷ. Οὐχ ὁ τυχὼν ἐπεκρεμάσθη σοι κίνδυνο; ἐν τῷ δευτερονομίῳ, ἐὰν μὴ πιστεύσῃς τῷ Χριστῷ, καὶ προσκυνήσῃς, καὶ ὑπακούσῃς αὐτῷ, καὶ ὑποταγῇς ἐν παντὶ καθηκόντως. Φησὶ γὰρ ὁ νομοθέτης· ο Εσται δὲ, πᾶσα ψυχή, ἥτις μὴ ἀκούσει τοῦ προφήτου έκεί νου, ἐξολοθρευθήσεται ἐκ τοῦ θείου λαοῦ. ΡΚΘ. -- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ατοπον δρᾷν πρᾶγμα δοκεῖς μοι, ἐν τῷ μεταξὺ υδρεων καὶ θυμοῦ καταναγκάζειν καρποφορεῖν σην τινας. Τοῦτο δ' οὐκ ἂν λεχθείη καρποφορία, ἀλλὰ βία, καὶ αἰσχρότης, καὶ ἀκαιρία ἐσχάτη, καὶ τραχύτερον τι τῶν δημοσίων ἐπιταγμάτων, καὶ βαρυτάτων ἀπαιτημάτων. Ἀλλὰ παῦσαι, παρακαλῶ, τῆς ἀπρε πείας ταύτης, μᾶλλον δὲ σχόλασον· ταῖς προσευχαῖς, καὶ τῇ πολλῇ κατὰ ψυχὴν ἡσυχία, καὶ ὁ Θεὸς διεγείρει τοὺς ἀξίους ὄντας τῆς καλοκαγαθίας προσφέρειν σοι μεθ᾽ ἱκεσίας πᾶσαν χρείαν. Οἱ μὲν γὰρ ἄξιοι τυγ χάνουσιν τοῦ καρποφορεῖν μοναχοῖς, οἱ δὲ παντελῶς ἀνάξιοι, καὶ μακρὰν τῆς βουλῆς τοῦ Κυρίου. ΡΔ'. - ΚΛΕΑΡΧΟ ΝΟΥΜΕΡΑΡΙΟ. Ἐγὼ οὐκ ἂν λοιδωρήσαιμι τὸν λύκον ἁρπάζοντα, κατὰ φύσιν γὰρ ἔνεστι τῷ λύκῳ τὸ ἁρπακτικὸν, σκώπτω δ' ἄνθρωπον κεκτημένον λυκώδη παρὰ φύσιν τὴν γνώμην. ΡΛΑ'. — ΑΥΡΗΛΙΑΝΟ. Διὰ τοῦ Ἱερεμίου ὁ Κύριος εἴρηκεν· «Ἐπιστράφητε πρός με, καὶ οὐ μηνιῶ ὑμῖν εἰς τὸν αἰῶνα.» Αξια μὲν τῆς αἰωνίου ὀργῆς εἰργάσασθε πράγματα, ἀλλ' ἐπειδὴ ἐγὼ ἐλεήμων ὑπάρχω, οὐ τῇ ὑμετέρα κακία μετρῶ τὴν φιλανθρωπίαν, ἀλλὰ τῇ ἐμῇ πολλῇ ἀγαθότητι. Πλὴν εἰ «ἀγώ, φησίν, ἀγαθὸς, καὶ φιλ άνθρωπος, ἀλλὰ σι μὴ ἐπιλανθάνου ὧν κακῶς δι
col. 139–140page 41 of 262
PG 79:139ενοήθης τε καὶ ἔπραξας· γνῶθι γὰρ ὅτι εἰς Κύριον τὸν Θεόν σου ησέβησας, καὶ δεήθητε πενθῶν διὰ παντὸς τοῦ βίου. ΟΧΧΧVΙΙ. ΡΛΒ'. - ΓΕΝΕΘΛΙΑ. Ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξει; καθάπερ κτηνῶν, ὁ Θεὸς, τῶν ἀποφευγόντων σε, ὁ Δαυΐδ κιθαρίζων ἐβόα. Ωσπερ γὰρ ἡμεῖς ἵππον καὶ ἄκοντα χαλινῷ δαμάζομεν, οὐ μισοῦντες, ἀλλ' εἶτα κτον αὐτῷ τὸν δρόμον καθιστῶντες, καὶ τὸ ἄτακτον αὐτοῦ τῇ τάξει περιστέλλοντες, καὶ τὸ ἄκοσμον αὐτ τοῦ, καὶ ἀπαίδευτον πήδημα, εἰς εὔτακτον ὁδὸν μεταβ ῥυθμίζοντες, οὕτως ὁ Θεὸς ἐὰν ἴδῃ ψυχήν πωλευο μένην ὧδε κἀκεῖσε, ἄγει αὐτὴν πρὸς τὸ εὐπρεπέστερον, καὶ μὴ θέλουσαν. ΡΑΙ.ΘΕΟΔΟΣΙΟ. Πολλοὺς ἔγωγε οἶδα μὴ δυνηθέντας γνωσθῆναι διὰ κατορθωμάτων, διὰ φαυλότητος μᾶλλον καὶ ἄκρας πονηρίας επισήμους δειχθέντας καὶ φοβερούς. ΡΑΔ'. - ΣΕΡΑΠΙΩΝΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Οπου ἐστὶν ὁ θησαυρός σου, φησὶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία σου.» Οἷα γὰρ ἂν ᾖ τὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ ὅποι, τοιοῦτο πάντως καὶ τὸ φρόνημα, καὶ αἱ μνῆμαι, καὶ ὁ νοῦς αὐτοῦ ἵδρυται. Μάλλον τοιγάρτοι τῷ οὐρανίῳ, καὶ ἀσυλήτῳ θησαυρῷ νηφόντως προσ εκτέον, ΡΑΕ. Τῷ αὐτῷ. «Ο λύχνος, φησί, τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμὸς.» Ο γὰρ τὰ ἄνω φρονῶν νοῦς ὀφθαλμός ἐστι τῆς ψυχῆς ἐῤῥωμένην ἔχων τὴν ὅρασιν, καὶ τὴν ἑαυτοῦ αὐγὴν εἰς ὅλην τὴν κατάστασιν διαπέμπων. Αν δ᾽ εἰς τὸ τραχὺ τοῦτο, καὶ μοχθηρὸν νεύσῃς τὸν νοῦν διὰ κραιπάλης, καὶ φροντίδων μὴ συμφερουσῶν, κάτω δὲ φερουσῶν πρὸς βάραθρον ἀπωλείας, τί ἀγα Που δυνήσεται νοῆσαι, ἢ ὑπαγορεῦσαι χρηστόν τι τοῖς οἰκείοις λογισμοῖς; ὥστε ἀνάγκη ἐσκοτῶσθαι, καὶ τεταράχθαι πᾶσαν τὴν ἕξιν, ἀπορίαις ἐνεχομένην ὥσπερ ἐν νυκτὶ, καὶ χαλεπῶ πολέμῳ. ΡΑϚ'. - Τῷ αὐτῷ, Ὁ Κύριος ἀπεφήνατο, ὅτι ο Τοῖς λέγουσι μοι ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, γνωρίζεσθαι ὑπ' ἐμοῦ, ἀποκρινοῦμαι, ὅτι Οὐκ οἶδα ὑμᾶς· διότι λόγῳ μὲν τὴν εὐσέ βειαν ἐτιμᾶτε, ἔργῳ δὲ τὰ φαῦλα μετέρχεσθε. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΟΝΑΧΟ. ΡΑΖ'. Οἱ μὲν δαίμονες διὰ ποικίλων πειρασμῶν σπου δάζουσι κλεῖσαι τὸ ἡμέτερον στόμα, ὅπως μὴ ὑμνῶ μεν, μήτε ψάλλωμεν, μήτε δοξολογῶμεν τὸν κτίσαντα Αλλ' ἔχομεν ἐλπίδας, καθά φησιν ὁ ἁγνὸς Ἰωάννης, ὅτι ἀνοίξει ὁ Κύριος, καὶ οὐδεὶς κλεῖσαι δυνήσεται. ΡΛΗ. — ΦΙΛΩΝΙ ΙΛΛΟΣΤΡΙΑ. Πέπαυσο λοιπὸν καταθλίβων, καὶ κατακονδυλίζων τοὺς εὐτελεῖς, ἱκανῶς γὰρ ἐξεταστής υπάρχει πλημ μελημάτων Θεὸς, καὶ οὐδαμῶς τὴν ἀνταπόδοσιν τοῦ Θεοῦ διαφεύξεται ἄνθρωπος ὑπέροντος πενίας, και πένητος ἀφόβως κατατρέχων. νι,
col. 141–142page 42 of 262
PG 79:141ΡΑΘ. - ΣΤΕΦΑΝΩ ΔΙΑΚΟΝΟ. Οἱ ἐξ όλης διανοίας τὸν παντέφορον ἐπιβοώμενοι Κύριον, κἂν εἰς τὸ ἔσχατον τῶν κινδύνων ἀφίκοντο, πάντως τεύξονται τῆς ἄνωθεν ἀρωγῆς· ἐπήκοος γὰρ ὁ Δεσπότης γενόμενος ἐξ αὐτῆς μέσης ἐξαρπάσας τῆς ἀπωλείας πρὸς ζωὴν αἰώνιον, καὶ χαρὰν ἀναφέρει. ΡΜ. — ΑΜΦΙΛΟΧΙΟ ΝΕΩΤΕΡΟ. Μὴ λεπρῷ τὸν τέως ἐνδείξομαι τὰ βλακεύματα της νέας ἡλικίας, εἶθ᾽ ὕστερον ἐπ' ἐσχάτων τοῦ γήρως τὰ τῆς σωφροσύνης, καὶ τῆς ἀνδρείας, καὶ τῆς δι καιοσύνης ἀναβλαστήσω ἄνθη. Τίς γάρ σοι ουράνιος ἄγγελος γηράσειν ὑπέσχετο; Διὰ τί μὴ φοβῃ τὸ ἐν λαγνείαις, καὶ τέρψεσι, καὶ ταῖς κενοδοξίας ἐναποθανεῖν κακῶς, νεαζούσης μὲν τῆς ἡλικίας, παλαιωθείσης δὲ ὀξέως τῆς πολιτείας; Τῷ αὐτῷ. Πρώτησάς με, τίς ἔστιν ὁ παλαιός ἄνθρωπος, δ ταῖς ἐπιθυμίαις φθειρόμενος, ὅντινα ἀποθέσθαι παρ αινεῖ ὁ θεῖος Απόστολος. Παλαιόν ἄνθρωπον ἀν ύπαρκτον μὲν, φθειρόμενον δὲ, τυγχάνειν νομίζο μεν εἴδωλόν τι ἀπωλείας ἐκ μικρῶν καὶ ἀσεβῶν λογισμῶν, καὶ λόγων ἀθεμίτων, καὶ ἀκαθάρτων Έργων, ζωγραφούμενόν τε, ἢ συντιθέμενον, ἢ καὶ ὡς ἄν τις εἴποι, ἐξυφαινόμενον ἐπιβλαβῶς. ΡΜΒ. - Τῷ αὐτῷ. Τί ἐν τῷ γήρα ἀρετὴ οὐκ ἂν κληθείη ἀρετὴ, ἀλλ᾽ ἀδυναμία. Οὐκοῦν ἐν τῇ νεότητι μᾶλλον τὴν ἀρετὴν κατεργαστέον ἡμῖν, καὶ ἐν σώματι νέω πολιὸν ἐν δείκνυσθαι φρόνημα. ΡΗΓ. ΑΝΤΩΝΙΑ. Εἰ ἐστι τυφλὸς πλοῦτος, τάχα ἐστὶ καὶ τυφλὴ δόξα καὶ ὑπόληψις. Καὶ βλέπε μοι τὸν λούστριον Κα φωνα, μήτ' ἔργῳ, μήτε λόγῳ ποτέ τίνα ὠφελήσαντα, μήτ' ἀρετὴν γινώσκειν ἐθέλοντα, τί ποτέ ἐστιν, μάτην δοξαζόμενον, καὶ εἰκῇ κρατούμενον ὑπὸ πλεί ἀνελευθέρων, καὶ ἀνοήτων ἀνθρώπων, και τού των φυσώμενον, καὶ ὑπεραιρόμενον παραλόγως. στων ΡΜΔ'. - ΚΟΝΩΝΙ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΑ. Πλουτεῖς ἀδίκως, τὰς ἑτέροις ἐφειλομένας δόξας σφετεριζόμενος. Ευτράπελον γὰρ θέαν θεασάμενος, τεθαύμακα, τοὺς μὲν ἀξιαγά τους λοιδωρουμένους βλέπων ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ, τοὺς δὲ ἀχρείους εὐφημουμένους ὁρῶν. Καὶ τοῦτο οἶμαι τῶν δαιμόνων ὑπάρχειν μηχάνημα· ὅθεν ἵνα μὴ διὰ κενῆς δοξά ζων πολλά, μειζόνως κατὰ τὸ μέλλον τιμωρηθῇς, παρακαλώ σε μάλλον πρᾶξαι τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς, Ένα εὐπροσώπως και προσηκόντως τὴν δόξαν κομίζοιο. ΡΜΕ. - ΕΥΛΑΜΠΙΩ. Μαθεῖν γλίχῃ, τί ἐστιν ὁ φησιν Ἰάκωβος ὁ ἀρχιεπίσκοπος τῶν Ἱεροσολύμων· “Π δοκεῖτε ὅτι κενῶς λέγει ἡ Γραφὴ πρὸς φθόνον;; τουτέσιν, οὐκ ἀκα! Μὴ λέγε. Πρῶτον τέως ἐνδείξομαι, ΑΝΤΟΝΙΟ. Ει
col. 143–144page 43 of 262
PG 79:143ρως, ἀλλὰ καὶ λίαν εὐκαίρως τε καὶ εὐστόχως ἡ οι ο θεία Γραφὴ κατὰ τοῦ φθόνου λαλεῖ: πᾶσα γὰρ ἁγία προσφώνησις κατὰ παντὸς μὲν πάθους, μάλιστα δὲ κατὰ φθόνου τοῦ ὀλεθρίου τίθεσθαι είωθεν ἰσχυρώτατα όπλα. Τῷ αὐτῷ. Επιποθεί, φησίν, τὸ πνεῦμα, δ κατῴκησεν ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν.» Τί δὲ ἐπιποθεῖ, καὶ στέργει, καὶ ἀγαπᾷ τὸ θεῖον Πνεῦμα, ἢ τὴν ἕνωσιν, καὶ ὁμόνοιαν, καὶ τὴν φιλαλληλίαν τῶν ἀδελφῶν; Ἡ δὲ ἀγάπη ἐκ ταπεινοφροσύνης καὶ εὐλαβείας κυίσκεται, τὸ δὲ μῖσος καὶ ἡ πικρὰ βασκανία ἐκ τῆς ὑπεροψίας καὶ ἀλαζονίας προσέρχεται· διὸ εἴρηται, ὅτι «Ο Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ο διὰ τὴν ἀπόνοιαν αὐ τῶν ἀντιστρατευόμενος αὐτοῖς, καθάπερ τῷ πρώτως τὴν ὑπερηφανίαν νοσήσαντι Σατανᾷ· «Ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν,» τουτέστι, πνευματικά τινα πηγάζει δωρήματα, τοῖς διὰ τὸν Θεὸν ταπεινοῦσθαι σπου δάζουσι. Τῷ αὐτῷ. Μὴ ἀποκρίνου, φησὶ Σολομῶν, τῷ ἄφρονι κατὰ τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ, ἵνα μὴ ὅμοιος γένῃ αὐτῷ ἀποκρίνου δὲ τῷ ἄφρονι πρὸς τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ, ἵνα μὴ φρόνιμος παρ' ἑαυτῷ φαίνηται.. Ὁ μὲν γὰρ λαλοῦντι τῷ ἄφρονι τὰ ἐναντιούμενα τοῖς νόμοις τοῦ Θεοῦ, καὶ προσκαλουμένῳ εἰς ἁμαρτίαν συγκατατιθέμενος, καὶ συναινῶν, ἀπεκρίθη κατὰ τὴν ἀφροσ σύνην τοῦ ἄφρονος, καὶ ώμοιώθη αὐτῷ· ὁ δ᾽ ἀντιταξάμενος τῷ φράζοντι τὰ φαῦλα, καὶ μὴ ἀνασχόμενος συνδιάσαι τῷ μιαροῤῥήμονι, ἀποκρίνεσθαι λέγεται πρὸς τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ, τουτέστι κατὰ τῆς ἀφιο σύνης αὐτοῦ ἀπεδείχθη ἄριστος νικητής τροπαιούχος, τῇ βελοθήκῃ τῆς ἀληθείας, καὶ τῆς ἐπουρανίου σοφία; χρησάμενος κατὰ τῆς ἀφροσύνης, καὶ τῆς ματαίας οιήσεως τοῦ πονηροῦ σοφιστοῦ. ΡΜΗ'. — ΣΩΖΟΜΕΝΟ. Ἡ μὲν ἁμαρτία δίκην καπνοῦ θᾶττον διαλύεται ο ἡ δὲ ὀφειλομένη τιμωρία, καὶ κόλασις, ἐπὶ τόσους αἰῶνας εντείνεται; Ἐὰν λογίσῃ, φοβηθήση μεγάλα, καὶ τρομάξεις. ΡΜΘ'. -ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩ. Τί ἐστιν, ὅπερ φησὶν ὁ Ἀπόστολος·. Εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν;· Ἐπειδὴ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ὁ Δεσπότης ἄνθρωπος γενόμενος, καὶ τοῖς ἀνθρώποις συναναστρεφόμενος, ἵνα δείξῃ ἀληθινὴν τὴν οἰκείαν σάρκωσιν, οὐ μόνον ἐγαλουχήθη βρέφος τυγχάνων κατὰ τὸ βλεπόμενον, ἀλλὰ καὶ αὐξηθεὶς βέβρωκέ τε καὶ πέπωκεν, ἐκοπίασέ τε καὶ ὕπνω σεν, ἐμαστίχθη τε καὶ ἐσταυρώθη, καὶ τὰ ἑξῆς. Μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ τὴν ἐκ νεκρῶν, οὐκέτι ὑποπίπτει ταῖς τοῦ σώματος ἀσθενείαις, καὶ χρείαις ἀναγκαίαις· διὰ τοῦτό φησιν ὁ ᾿Απόστολος, ὅτι οὐκ ἐτι γινώσκομεν τὸν Χριστὸν παθητὸν, καὶ ἀσθενῆ, καὶ θνήσκοντα. Ἐξενίκησε γὰρ ἡ δύναμις τῆς θεό τητος αὐτοῦ πάντα τὰ ἀνθρώπινα. Κἂν γὰρ ὑπάρχει καὶ νῦν, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας ἐν τῷ ἁγίῳ σώματι τῷ
col. 145–146page 44 of 262
PG 79:145πρώην ἐπὶ τοῦ Πιλάτου σταυρωθέντι, καὶ ταφέντι, καὶ ἀναστάντι ἐκ νεκρῶν, ἀλλ᾽ ὅμως οὐκέτι πείσεται ἀνθρώπινα, καὶ τὸ σῶμα ἔχει ἀγήρατον, ἀπήμαντόν τε καὶ ἄχραντον εἰς τοὺς αἰῶνας. ΡΝ'. ΓΕΡΟΝΤΙΑ ΕΚΣΚΕΠΤΩ͂ΡΙ. Μή συγκοινωνεῖτε, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, τοῖς ἀκάρποις ἔργοις τοῦ σκότους. • Τίνα γὰρ καρπὸν εἴχετε ἐν τοῖς τοῦ νοητοῦ θανάτου ἀψωνίοις, ἐφ᾽ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; Αληθῶς γὰρ άκαρπα τυγχάνει τὰ ἔργα τὰ πονηρὰ, καὶ πᾶσα σκοτεινή πράξις. Ὅταν δὲ ἡ ψυχὴ δυνηθῇ ἀνανήψαι, καὶ εἰς συναίσθησιν ἐλθεῖν, ἐρυθριᾷ μᾶλλον καὶ αἰσχύνεται ἐπὶ τοῖς ἁμαρτηθεῖσιν ἐν τῇ μέθῃ τῆς κακίας, καὶ ἐναῦ γασμα εὑρίσκει σωφροσύνης. ΕΝΑ'. — ΥΠΑΦΛΩΡΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Μὴ ἀθυμήσῃς, ἀλλ᾽ ἀνδρέζου γενναίῳ φρονήματι. Ο γὰρ ἀνδρεῖος κἂν ἐν τραύμασι γένηται, πάντως νικήσει καὶ τραυματίας μαχόμενος. ΡΑΒ. — ΟΛΥΜΠΙΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΑ. Μὴ γένοιτο. Οὐ λέγει περὶ ἑαυτοῦ ὁ θεῖος ἀπόστολος, ότι, «Βλέπω ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου αἰχμαλωτίζοντά με διὰ τῆς ἁμαρτίας· ν ἀλλ᾽ ἐκ προσώπου τὰ τοιαῦτα φθέγγεται τῶν ὀχλουμένων μὲν ὑπὸ σαρ κικῶν παθῶν, πλὴν ἀντιτασσομένων, καὶ νικώντων μὲν τὰ πολλὰ, ἔσθ' ὅτε δὲ καὶ κατὰ συναρπαγήν νιο κωμένων. Τῷ αὐτῷ. Ράδιον καταλαβεῖν ἔστιν ηθοποιία χρώμενον τὸν Απόστολον, ἐκ τοῦ λέγειν· Ἐγὼ δὲ καὶ ἔξων ποτὲ χωρὶς νόμου.» Καί τοι οὐδέποτε ἀναπνεῦσαι δεδύνηται ἄνευ τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου· ἐκ γὰρ νέας ήλι κίας παρὰ τῷ Γαμαλιήλῳ τὸν νόμον ἀκριβῶς ἐξεπε παίδευτο. Τῶν ἔξω τοίνυν ζησάντων τοῦ Μωσαϊκού νόμου λαμβάνει τὸ πρόσωπον. ΡΑΔ. - ΜΑΞΙΜΙΑΝΟ. Ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος τὸν Θεὸν, και έργα ζόμενος δικαιοσύνην, δεκτὸς αὐτῷ ἐστιν·, δῆλον δὲ ὅτι δεκτὸς τῷ Θεῷ, καὶ οὐκ ἀπόβλητός ἐστιν ὁ τοιοῦτος, τῷ ἰδίῳ καιρῷ καταφεύγων ἐπὶ τὸ σέβας τῆς μαχα ριωτάτης θεογνωσίας· οὐ γὰρ μὴ καταλείπῃ τοῦτον ὁ Θεὸς συναποθανεῖν τῇ ἀγνωσίᾳ, ἀλλ' ὁδηγήσει αὐ τὸν ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν, καὶ καταλάμψει τῷ φωτὶ τῆς γνώσεως, ὥσπερ τὸν Κορνήλιον, περὶ οὗ καὶ τὸν λόγον τὸν προῤῥηθέντα εἴρηκεν ὁ μακάριος Πέτρος. ΡΝΕ. — ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Ὅτι χρὴ τὸν τοῦ καλοῦ ἐφιέμενον, μὴ μόνον που γισμῷ, καὶ λόγῳ, ἀλλὰ καὶ ἔργῳ τὸν κόπον ἐνδείκνυσθαι διὰ παντὸς τοῦ βίου, ἵν' οὕτως ἐπιτύχῃ αὐτ ρανίου ἀναπαύσεώς τε καὶ βασιλείας, γεωργήσας τοὺς καρποὺς τῆς πολυειδοῦς ἀρετῆς. Βλέπε τί φη σιν ὁ πατριάρχης Ἰακώβ·ι Ισσάχαρ τὸ καλὸν ἐπεθύμησεν, ἀναπαυόμενος ἀνάμεσον τῶν κλήρων, καὶ ἰδὼν τὴν γῆν, ὅτι πίων ὑπάρχει, ὑπέθηκεν τὸν ὦμον αὐτοῦ εἰς τὸ πονεῖν, καὶ ἐγενήθη ἀνὴρ γεωργός. Καὶ ὁ προφήτης δὲ Ἱερεμίας λέγει· ο Δὸς τὴν καρ
col. 147–148page 45 of 262
PG 79:147ª³;, δίαν σου εἰς τὸν ὦμον σου· › τουτέστιν, τὰ ἀγαθὰ βουλεύματα εἰς ἔργον ἐξάγαγε πρακτικός γενό μενος. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟ ΚΛΗΣΟΥΛΛΙ. Εἴ τις βούλοιτο τῶν ἀπαιδεύτων κατασυκοφαντεῖν μὲν τὰ βέλτιστα, καὶ ἀπὸ ψεύδους ἄρχεσθαι, καὶ και ταπαύειν εἰς ψεῦδος διηνεκώς, φράσον μοι, εἰς ποῖον λήξει, καὶ καταντήσει πέρας; ΘΕΟΓΝΩΣΤΟ. Ἴσως ἀγνοεῖς, ἀδελφὲ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ση ρούμενος, τηρεῖν καὶ φρουρεῖν, καὶ περισκέπειν πέ φυκεν τοὺς τηρεῖν τοῦτον, καὶ φυλάττειν σὺν νήψει σπουδάζοντας. ΡΝΗ'. -- ΔΕΚΟΥΡΙΩΝΙ. Οὔτε ἀέρα ὅλον ἔπνευσέ τις πώποτε, οὔτε οὐ σίαν Θεοῦ παντελῶς, ἢ νοῦς κεχώρηκεν, ή φωνή περιέλαβεν, ἀλλ' ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν σκιογραφοῦντες τὰ κατ' αὐτὸν, ἀμυδράν τινα, καὶ ἀσθενῆ ἄλλην ἀπ' ἄλλης φαντασίαν συλλέγομεν. Τῷ αὐτῷ, «Στενή ή πύλη, καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωὴν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν.» Εἰ τοίνυν οἱ εὑρίσκοντες ὑπάρχουσιν ὀλίγοι, ὀλιγώτεροι ἂν εἶεν οἱ εἰσελθεῖν ἐξισχύοντες· οὐκ εἰσελι λήθασι δὲ διὰ οἰκείαν ἀμέλειαν. ΡΕ'. Τῷ αὐτῷ. Δεσπότης ἐστὶν ὁ νοῦς, δοῦλος δὲ τὸ σαρκίον. Μὴ τοίνυν τὸν δοῦλον ἀμέτρως θεράπευε διὰ γαστριμαργίας, ἵνα μὴ ἐπιλαθόμενος τῶν ἰδίων μέτρων εἰς τυραννίδα ἔλθῃ, καὶ ὅπλα τολμήσῃ ἆραι κατὰ τοῦ κτησαμένου· διόπερ ὁ Σολομὼν ἐπιστάμενος τὴν ἀφροσύνην τοῦ σώματος ἔλεγεν «Οὐ συμφέρει τῷ ἄφρονι ἡ τρυφή, κἂν οἰκέτης ἄρχη μεθ' ὕβρεως τοῦ ἰδίου δεσπότου. Τῷ αὐτῷ. Αν βούλει ἄρχειν τῆς ἐπαρχίας, ἀτιμωθήσῃ· ἂν δὲ σαυτὸν ταπεινώσῃς, ἐλεηθήσῃ· γέγραπται γάρ, ὅτι «Ο Θεὸς ἐκχέων ἐπ' ἄρχοντας ἀτιμίαν, τοὺς τα πεινούς ιάσατο. δ. ΡΕΒ. - ΚΡΙΣΠΩ ΣΧΟΛΑΡΙΟ. Τινὲς ὑπὲρ τὸ δέον τῇ ἐννοίᾳ ἐπεκταθέντες, ὡς δοκοῦντές τι μεῖζον καταλαβεῖν, ἐξέπεσαν μὲν τῆς ἀληθοῦς γνώσεως, μεταπεπτώκασι δὲ εἰς ψευδομένην σε Ρ:ον. γνῶσιν· καί νε «τοῦτο καταιότης, ο καθά φησιν Σολομών. ΡΕΓ'. — ΙΟΥΛΙΑΝΗ ΠΑΡΘΕΝΟ, Κάτοπτρον κάλλιστον τῇ σεμνοτάτῃ καὶ εὐειδεῖ παρθένῳ τὸ νηστεύειν, ἐν τούτῳ γὰρ καὶ Θεὸν κατοπτρίζεται ἡ παρθένος, καθόσον ἐνδέχεται, καὶ λουτῆρα χαλκεύει, καὶ βάσιν στερέμνιον, ἀκράδαντον, καὶ ἀμετακίνητον κτησαμένη τὸ ἀπαθὲς φρόνημα. ΡΞΔ'. - Τῇ αὐτῇ παρθένῳ. Ανέγνως πολλάκις, τί γράφει ὁ ἅγιος Μωϋσῆς δ περί τινος ἀρίστου καὶ σοφωτάτου ἀνδρὸς, ὅτι οὗτος ΙΧ,
col. 149–150page 46 of 262
PG 79:149πεποίηκε λουτήρα χαλκοῦν, καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ Α' ὁμοίως χαλκήν ἐκ τῶν κατόπτρων νηστευουσών, αἴτινες παρὰ τῆς θύρας τῆς Σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου ἐνήστευσαν. ΡΞΕ. ΘΕΟΔΩΡΟ. Μὴ ἔκνει καθεκάστην ἡμέραν πρὶν παντὸς πράγ ματος ἅψασθαι εἰσελθεῖν εἰς τὸν εὐκτήριον οἶκον, καὶ τῆς προσευχῆς ἀποδιδόναι τὸ χρέος τῷ Κυ ρίῳ. Διὰ τοῦτο ὥσπερ τινὰς λιμένας ἐν πελάγει πανταχοῦ τὰς Ἐκκλησίας ὁ Θεὸς ἔπηξεν, ἵνα καθ᾽ ὅσον ἐγχωρεῖ, φεύγων τὴν τῶν βιωτικών φροντίδων ἄλο μην, καὶ ζάλην, κἀνταῦθα καταπλέοντες ἀπολαύωμεν γαλήνης σωτηρίου, καὶ πολλῆς εύφρος σύνη;. ΡΕΖ. — ΣΩΦΡΟΝΙ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Τὴν ὑπὲρ ἄγαν τέρψιν, καὶ τὴν ἄμετρον χαράν, καὶ τὸ ἐπὶ ταῖς εὐπραγίαις γαυρίαμα τῆς ψυχῆς τῇ κατηφείᾳ τοῦ προσώπου, καὶ τῇ εὐκαίρῳ σιωπῇ κοι λάσωμεν. ΡΞΗ. Τῷ αὐτῷ. Τῆς σαρκὸς τὸ σκίρτημα, καὶ τὴν αἰσχρὰν ἔφεσιν, τῷ τῆς νηστείας ἱμάντι μαστίξαντες, καὶ τῷ λόγῳ πείσωμεν ἡσυχάζειν. Τῷ αὐτῷ. ΡΕΘ'. Εὐκόλως λίαν πρὸς τὴν ἀλαζονίαν επαίρεται τὸ ἀνθρώπινον γένος" διόπερ πολλῶν ἰσχυρῶν χρεία χα λινῶν πρὸς δαμασμὸν τοῦ φρονήματος. Πολλὰ δὲ εὑρήσεις. ζητῶν σποράδην κατὰ τὴν θείαν Γραφὴν χαλινώματά τε καὶ κήμωτρα τῶν ἀλογίστων παρ θῶν. Ρο. — τῷ αὐτῷ. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς πάντα ὑπὲρ ἡμῶν γέγονεν, ὅσα ἡμεῖς, πλὴν τῆς ἁμαρτίας Αμαρτίαν γὰρ οὐδόλως ἐποίησεν. ο Πάντα δὲ γέγο νεν, τουτέστιν· σῶμα, ψυχή, νοῦς, Φεῦγε τοίνυν τὸν λῆρον τοῦ Μανιχαίου. Τῷ αὐτῷ. Ανθρωπος μὲν κατὰ τὸ φαινόμενον ὁ Σωτὴρ Χριστὸς, θεὸς δὲ ὁ αὐτὸς κατὰ τὸ νοούμενον, Υἱὸς δὲ ἀνθρώπου, καὶ διὰ τὸν Ἀδάμ, καὶ διὰ τὴν παρθένον, ἐξ ὧν ἐγένετο, τοῦ μὲν ὡς προπάτορος, τῆς δὲ ὡς μητρὸς νόμῳ, καὶ οὐ νόμῳ γεννήσεως. Τῷ αὐτῷ. Σὰρξ καὶ αἷμα, φησὶν, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κλη ρονομήσουσι· ν τουτέστιν, οἱ σαρκικοὶ τὸν τρόπον ὑπάρχοντες ἔξω τῆς βασιλείας ῥιφθήσονται. «Ὑμεῖς δὲ, φησίν, οἱ πιστοὶ, καὶ πνευματικοὶ, οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκί, ἀλλ' ἐν πνεύματι. ΡΟΓ'. - ΑΦΘΟΝΙΑ ΣΑΜΑΡΙΤΗ. Ερωτᾷς με, πῶς δυνατόν ἐστιν, τὸ φθαρτόν σῶμα ἄφθαρτον ἀναστῆναι. ᾿Αντερωτῶ σε, πῶς τὸ τηκτὸν καὶ φθαρτὸν μάννα ἐν τῇ στάμνῳ τῇ χρυσῇ κατακλι σθὲν ὑπὸ τοῦ Μωϋσέως, διέμεινεν ἄφθαρτον. Δῆλον ὅτι τῇ τοῦ Θεοῦ βουλήσει καὶ δυνάμει. Τῇ γὰρ αὐτῇ
col. 151–152page 47 of 262
PG 79:151δυνάμει καὶ Ενώχ θνητὸς ὢν μετετέθη, καὶ ἀθάνα» ο το ΔΗ, τος μέχρι νῦν πεφύλακται. ΤΕΛΕΣΦΟΡΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Κοινὸν πρόσωπον δείκνυσιν ἡ Γραφὴ τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ εἰκόνα μίαν, καὶ ὁμοίωσιν τὴν αὐτήν. Τὸ γὰρ εἰπεῖν Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν, ο τοῦτο δηλοί. ΡΟΕ. — ΦΙΛΑΓΡΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Εἴ τις δυνηθείη κατὰ ψυχὴν ὀσφρανθῆναι τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος εὐωδίας, ἀναζωπυρωθήσεται τὴν ἕξιν ὥσπερ ἐκ νεκρῶν ἐγερθεὶς, καὶ ἀποθαυμάσεται, ἐκ ποίας καταστάσεως εἰς ποίαν μετετέθη, καὶ τὸ τοῦ Εζεκίου ἀναφωνήσει· «Εξήγειρας μου τὴν ζωὴν, καὶ παρακληθεὶς ἔζησα, καὶ ἀπέρριψας ἐπί σω μου πάσας τὰς ἁμαρτίας μου, ο ὅπως μηκέτι φαντάζομαι τὰ τῶν πταισμάτων εἴδωλα, καθαρὰν καρδίαν κτησάμενος τοῦ λοιποῦ. αὐτῷ. Οὐ μόνον δυσώδη καὶ ἄκαρπα, ἀλλὰ γὰρ καὶ νε κρὰ κλητέον τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας. ΡΟΖ'.-ΛΙΜΕΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ἡ τῶν ἀρετῶν μέθοδος τὴν ἐν τοῖς οὐρανοῖς μα καριότητα προξενεῖ, τὴν οὔτε λόγῳ ῥητὴν, οὔτε νῷ ληπτήν, οὔτε ἐννοίᾳ χωρητήν. ΡΟΗ. Τῷ αὐτῷ. Μὴ παραδῷς με, φησίν, εἰς ψυχάς θλιβόντων με, ψυχαὶ γὰρ τῶν δαιμόνων τὰ ἀνόσια πάθη, ὧν εὐχτέον δυσθῆναι. ΡΟΘ'. Τῷ αὐτῷ. Τὸ λέγειν τὸν Ἰακώβ Ἐὰν δῷ μοι Κύριος ἄρ τον φαγεῖν, καὶ ἱμάτιον περιβαλέσθαι, ν τὴν τῶν μοναχῶν διαγορεύει ζωήν. ΡΠ. - Τῷ αὐτῷ. Μέγιστον ἀγαθὸν τυγχάνει ἡ πραότης, ήνπερ ὁ μέγας κτησάμενος Μωϋσῆς Θεὸν ἐθεάσατο, ὡς ἀν θρώπῳ ἰδεῖν δυνατόν. ΡΠΑ'. Τῷ αὐτῷ. Ἐμιμήσω τῇ ἁγνείᾳ, καὶ τῇ καθαρότητι τὸν θαυ μαστὸν Ηλίαν, ὅστις πάσης ἀσκήσεως ἀρχηγὸς γενό μενος, πρῶτος ἡμῖν τὴν σωφροσύνην, καὶ τὴν ἰσάγγελον ἀγαμίαν ὑπέδειξε, δι' ήνπερ καὶ πυρίνῳ ἄρ Ο ματι ανηρπάγη. ΡΠΒ.- Τῷ αὐτῷ Νόσον χαλεπωτάτην, καὶ σκότος καλῶν τὴν ἀσέβειαν, οὐχ ἁμαρτάνεις τοῦ ἀληθοῦς. ΡΗΓ'. - ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΙ ΡΗΤΟΡΙ. Κέρδους πολλοῦ τετυχηκώς, καὶ λιπαρᾶς τραπέζης, τιμῶν τε ἀπολαύων τῶν ὑπὲρ τὴν ἀξίαν, μὴ ἄγαν κορυβαντία, μεταβολὴν δὲ προσδέχου, καὶ σβέσον τὸ φρύαγμα. Οὐδὲν γὰρ τῆς παρὰ τοῖς ἀνθρώποις εὐτ δαιμονίας σαθρώτερον, οὐδὲν ἀδρανέστερον, οὐδὲν ἀθλιώτερον. ΡΠΔ'. — ΙΕΡΙΑ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ Πόσοι, δοκεῖς, ἑαυτοὺς μακαρίζουσιν, ὅτι κατά το
col. 153–154page 48 of 262
PG 79:153ηξίωνται τοῦ θεσπεσίου Ἰωάννου τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἐπισκόπου τοῖς λόγοις περιτυχεῖν; ὧν καὶ αὐτὸς ἐραστής θερμὸς ὑπάρχων, μακαρισθήσῃ πολλά. ΡΠΕ. -- ΜΑΡΙΑΝΟ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟ. Τι δαψιλέστερον πιαίνεις σοι τὰς σάρκας σου, τρο φὴν σκωλήκων ἐσομένας ὅσον οὔπω; ΡΙΓ'. - ΓΙΓΑΝΤΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Όπως μὴ ἀπευδοκήσῃς τοῦ χαρίσματος τῆς ἁπτοησίας, καὶ τῆς τελεωτάτης ἀπαθείας, μηδὲ σαυτὸν τῇ λύπῃ καταπνίγῃς, έχεις τὸν ἅγιον Μωσέα παραθαρσύνοντά σε, καὶ λέγοντα ἐν τῷ Λευϊτικῷ τεύχει, ὅτι ο Δώσω εἰρήνην ἐν τῇ γῇ ὑμῶν, καὶ κοιμηθήσεσθε, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἐκφοβῶν ὑμᾶς, καὶ ἀπολῶ θηρία πονηρὰ ἐκ τῆς γῆς ὑμῶν, καὶ διώξεσθε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καὶ πεσοῦνται ἐνώπιον ὑμῶν φόβῳ. Γῆν λέγει τὴν ἀνθρωπίνην καρδίαν, ἀγαθά τε καὶ φαῦλα σπέρματα δεχομένην, θηρία δὲ πονηρά τοὺς δυσμενεῖς δαίμονας, καὶ τὰ κακομήχανα τῆς πονηρίας νοήματα. ΡΠΖ'. — Τῷ αὐτῷ. Οταν δι᾿ ὑπομονῆς· καὶ εὐχῆς λάβωμεν τὴν ἄνω δεν δωρεάν, τότε διῶξαι δυνάμεθα τοὺς ἀοράτους βαρβάρους, καὶ πεσοῦνται τρόμῳ ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν. Φησὶ γὰρ και τις προφήτης, ὅτι ο Οὔσπερ τὸ πρῶτον ἐφοβεῖσθε, φοβηθήσονται ὑμᾶς. ΡΠΗ. — ΛΕΥΚΑΔΙΟ ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟ. Ἔθος τοῖς ἁγίοις εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ τῷ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως τῆς ὀφελούσης ψυχὰς δι' αὐτῶν πανταχοῦ φανεροῦντι· σὺ δ᾽ ἀντὶ εὐωδίας τὰ πίτυρα θυμιᾶς, κατ' εἰκόνα τῶν γυναικῶν ἐκείνων, ὧνπερ ὁ προφήτης μέμνηται Ἱερεμίας γράφων τοῖς αἰχμαλωτισθεῖσιν εἰς Βαβυλῶνα. Τί γὰρ ἂν διαφέροι και πνῳδίας τὸ σὸν διάγγελμα, τὸ στασιοποιόν τε καὶ ἀκερδές; ΡΠΘ'. Τῷ αὐτῷ. Είπερ δῆμος ψυχῶν, καθώς λέγεις, δι᾿ ἁμαρτίας ἐκπέπτωκεν ἀπὸ τῆς ἁψῖδος τῶν οὐρανῶν ἐνταῦθα κατ' ἀρχὰς τῆς ἀνθρωπίνης γενέσεως, καὶ ἐνεσω ματώθη, ἐχρῆν γράψαι τον μέγαν Μωϋσέα, ὅτι πολλὰ ὁ Θεὸς σώματα πεποίηκεν ἐκ τῆς γῆς, καὶ εἰς ταῦτα κατέβαλεν τὰς ἐκπετούσας ψυχάς. Νῦν δὲ οὐχ οὕτως, ἕνα δὲ ἄνθρωπον μόνον τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς πεπλάσθαι, καὶ ψυχὴν ἐμπεφυσῆσθαι ζῶσαν ἡ Γραφή παραδίδωσιν· Ἐποίησέν τε ἐκ τοῦ ἑνὸς αίματος, ὥς φησιν ὁ ᾿Απόστολος, πᾶν ἔθνος ἀνθρώ των κατοικεῖν ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς. Ὁ γὰρ πρῶ τος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός,» οὐχ οἱ πρῶτοι ὄχλοι τῶν μυρίων ἀνθρώπων ἐκ γῆς χοϊκοί. • Καὶ δι᾿ ἑνὸς, φησὶν, ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθεν εἰς τὸν κατ σμον,» οὐ γὰρ δὴ διὰ πλήθους ἀνθρώπων. Τῷ αὐτῷ. Οὐδεὶς προσκρούσας τῷ Θεῷ, καὶ ἐξοριζόμενος εὐλογεῖται· ὁ δέ γε Αδάμ πεπλασμένος ἐκ τῆς γῆς, καὶ ἡ Εὐα ἐκ τῆς τούτου πλευρᾶς γεγενημένη βοηθός προς το τεκνογονῆσαι, ὡς μήπω μηδὲν ἁμαρ τήσαντες, εὐλογοῦνται ὑπὸ Θεοῦ, αὐξηθῆναι καὶ ν.
col. 155–156page 49 of 262
PG 79:155πληθυνθῆναι, καὶ κατακυριεῦσαι πάσης τῆς οἰκου Σιν, μένης, Πῶς οὖν, ὡς λέγεις, προήμαρτεν ὁ Ἀδὰμ καὶ τὸ τούτου γύναιον ἐν τοῖς ἐπ᾽ οὐρανοῖς; ΑΤΤΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. . Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ, ἑώρακε τὸν Πατέρα· κ τουτο ἐστιν, ὁ καταξιωθεὶς νοῆσαι τὴν θεότητά μου, δηλον ὅτι ἐπέγνω τοῦ Πατρὸς τὴν θεότητα· μία γὰρ ἡ θεότης, καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ· 4 Εγώ γὰρ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐσμεν. * ΡΕΒ'. ΑΓΛΑΙΟ ΑΝΤΕΚΑΝΣΟΡΙ. Ὁ μακάριος Πέτρος γράφων φησίν· «Ινα κρι θῶσι μὲν ἅπαντες σαρκί, ζῶσι δὲ κατὰ Θεὸν πνεύ ματι.» Τὸ μὲν κριθῶσι σαρκί, εἴρηται πρὸς τοὺς λέγοντας, μήτε ἀνίστασθαι ἐκ νεκρῶν, μηδὲ κρίνεσθαι σάρκα· τὸ δ' ὅπως ζῶσι κατὰ Θεὸν πνεύματι, τουτέστι μηκέτι πλανώμενοι τὴν ψυχὴν, ὥστε πολύ λοὺς καὶ ποικίλους ὑποτοπάζειν θεοὺς, ἕνα δὲ καὶ μόνον Θεὸν εἰς τοὺς αἰῶνας, ὑπάρχοντες, καὶ ζῶντες, γινώσκοντες ἅπαντες. Τοῦτο δὲ χρήσιμον ἡμῖν τὸ ῥητὸν πρὸς τοὺς θάλποντας τὰ τοῦ Ἀριστοτέλους, καὶ ἰσχυριζομένους ἀπολεπτυνθήσεσθαί ποτε πάσας τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων; καὶ εἰς τὸ μὴ ὂν χω ρῆσαι. ΡΙΓ'. - Τῷ αὐτῷ. Πῶς ὁ Δεσπότης. Χριστὸς ἀμήτωρ, καὶ ἀπάτωρ, καὶ ἀγενεαλόγητος, μαθεῖν βούλει. Αμήτωρ μὲν τὸ ὑπὲρ ἡμᾶς, ἀπάτωρ δὲ τὸ καθ᾽ ἡμᾶς, ἀγενεαλόγητος δὲ τὸ ἄνω· φησὶ γὰρ ὁ προφήτης «Τὴν δὲ γενεάν αὐτοῦ τίς διηγήσεται;» Τὴν μὲν γὰρ κατὰ σάρκα γένεσιν αὐτοῦ· ὁ Ματθαῖος ἐγενεαλόγησε· πῶς δὲ πρὸ τῶν αἰώνων ὁ Πατήρ τὸν Υἱὸν ἐγέννησεν, οὐδεὶς παντελῶς οὔτε ἀνθρώπων, οὔτε ἀγγέλων ἐξειπεῖν, ἡ γνῶναι δεδύνηται. ΡΗΔ'. — Τῷ αὐτῷ. Ὥσπερ οἱ πυρέττοντες νομίζουσι πικρὸν εἶναι τὸ μέλι, τῶν παρ' αὐτοῖς βεβλαμμένων γευστικών δυνά μεων, οὕτως καὶ τῆς ψυχῆς τις τὸ γευστικὸν βλ πτεται. Καί φησιν ὁ προφήτης Οὐαὶ τοῖς λέγουσι τὸ γλυκὺ πικρόν. ο ΑΝΑΞΑΓΟΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟ. δ Στέφανον χαρίτων δέξῃ τῇ κορυφῇ σου, ο ὁ Σο λομῶν εἴρηκεν. Οὐ γὰρ μία ὑπάρχει χάρις, ᾗ πλέ χεται ὁ νοούμενος στέφανος, πολλαὶ δὲ πάνυ χάριτες καί φησιν ὁ Ἀπόστολος· ο Χάρις ὑμῖν πληθυνθείη.» Τῷ αὐτῷ. Βεβούλησαι καὶ τὸν χρύσεον κλοιὸν τὸν τῷ στεφάνῳ ἐφεπόμενον, τίς ἐστιν, ἐπιγνῶναι. Οὗτος δ᾽ ἂν εἴη ὁ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ χρηστὸς ζυγὸς ἐπιτιθέμενος τῷ τραχήλῳ τῆς πιστευσάσης τῇ ἀληθείᾳ ψυχῆς ΡΕΖ'. — ΤΡΥΦΩΝΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙ. Η καλλίστη μεταγνωσις, καὶ σύντονος δέησις καὶ παράκλησις, εὐωδιάζει τον σεσηπότα τοῖς πράξεσιν ἄνθρωπον δέχεται γὰρ καὶ δέησιν ῥυπαρὰν ὁ φιλο
col. 157–158page 50 of 262
PG 79:157ανθρωπότατος Δεσπότης Χριστὸς ἐκ στόματος φυ παροῦ ἐν ταπεινώσει προσφερομένην πολλῇ. Καὶ πειθέτω σε ὁ φράζων ληστής· «Μνήσθητί μου, Κύριε Ἰησοῦ, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου, ο παραυτίκα ἀκούσας. Σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐκ τῷ παραδείσῳ.». Τῷ αὐτῷ. Λέγεις ἀκηκοέναι Ἕλληνος ἁμαρτωλοῦ εἰπόντος, ὅτι οὐδέν μου διαφέρεις κἂν Χριστιανὸς ᾖς, ἁμαρ τωλὸς γὰρ καὶ σύ. Εἰπὲ τοίνυν πρὸς αὐτὸν τὴν πα ραβολὴν ταύτην· Δύο κύνας τις οἰκοδεσπότης ἐχέ κτητο, καὶ τὸν μὲν λυττήσαντα καὶ τὸν δεσπότην αὐτὸν σπαράξαι τολμήσαντα, ἀποτυμπανισθῆναι προσέταξεν, τὸν δὲ ἀγαπῶντα τὸν κύριον, καὶ περι γλίχοντα τῇ στοργῇ τοὺς πόδας τοῦ δεσπότου διὰ παντὸς, περιποιεῖται, καὶ τρέφει, καὶ ἐκσώζει. Ρήθ'. - ΦΟΥΡΤΟΥΝΑΤΟ. Τὸ ὀξέως σκανδαλίζεσθαι, οὐ φιλοσόφου, μικρᾶς. δέ τινος ψυχῆς· «Εἰρήνη γὰρ πολλή, φησί, τοῖς ἀγαπῶσι τὸ ὄνομά σου, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς σκάν δαλον. Σ'. - ΣΕΚΟΥΝΔΙΑΝΟ. Ὅτι καὶ ὁ ἀκάθαρτος δυνήσεται μετασκευασθῆναι εἰς παρθένον προαίρεσιν, δείκνυσι Παῦλος γράφων τοῖς Κορινθίοις· «Ἡρμοσάμην ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρὶ παρ θένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ.» ΚΑΛΛΙΣΤΙΩΝΙ. Ο δίκαιος πολλοστός ο λέγεται, ως εννενήκονται ἐννέα ἐν παραβολῇ πρόβατα. Ο δὲ ἁμαρτωλὸς ὥσπερ ἀπολλύμενος, ἢ εἷς, ἢ οὔθ᾽ εἷς λέγεται, μὴ θέλων μετανοήσαι, καὶ πληθυνθῆναι ταῖς ἀρεταῖς. ΣΒ. Τῷ αὐτῷ. Ἐπὶ τῶν σωμάτων μία γένεσίς ἐστιν, ὅτι οὐδεὶς δεύτερον ἐγεννήθη· ἐπὶ δὲ τῶν ψυχῶν τῶν ἁγιάζεσθαι διηνεκῶς προαιρουμένων πλείους γενέσεις εὑρίσκονται, ἀεὶ γὰρ ἀνακαινούμενος, καὶ ἀνανεούμενος γεν νᾶται ὁ δίκαιος, γεγέννηται σήμερον ἐν πράξει τινὶ ἀγαθῇ, καὶ ἐὰν πάλιν ἄλλην ποιήσῃ ἀγαθὴν, γεγέννηται. Διόπερ ὁ λόγος δαψιλεύεται ἐπὶ τῶν δικαίων τὰς γενέσεις, λέγων διὰ τοῦ Μωϋσέως· «Αὗται αἱ γενέσεις Νώε, αὗται αἱ γενέσεις Ἰακώβ· ν καὶ εἶ τις άλλος εἴρηται πληθυντικώς γενέσεις ἐσχηκέ Σι'. - ΚΥΡΗΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Πρώτησάς με, τί ἐστι ο Ματαιότης ματαιοτή των.». Μάταιον νοηθείη ἂν τὸ ἀνυπόστατον ἐν μόνῃ τῇ τοῦ ῥήματος προφορᾷ τὸ εἶναι ἔχων. Ματαιότης δὲ ματαιοτήτων, ὥσπερ ἂν εἴ τις λέγοι, τοῦ νεκροῦ νεκρότερον, καὶ τοῦ ἀψύχου ἀψυχώτερον· καίτοι ή συγκριτικὴ ἐπίτασις χῶραν ἐπὶ τῶν τοιούτων οὐκ ἔχει, ἀλλ᾽ ὅμως λέγεται τούτῳ τῷ βήματι πρὸς τὴν τῆς ὑπερβολῆς τοῦ λεγομένου σαφήνειαν. ΣΔ'. Τῷ αὐτῷ. Ανασταυροῦντες, φησί, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ
col. 159–160page 51 of 262
PG 79:159παραδειγματίζοντες.» Ανασταυροῦσι δ' αὐτὸν αἱ ρετικοί, οὐ μόνον οἱ κακῶς ἀναβαπτίζειν ἐπιχειροῦντες, ἀλλὰ καὶ οἱ τολμῶντες λέγειν, ὅτι καὶ ὑπὲρ τῶν δαιμόνων ποτὲ ὁ Χριστός σταυρωθήσεται. ΣΕ'. — ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ. Πᾶν κτίσμα διὰ λόγου καὶ σοφίας τοῦ εἶναι τετύ χηκε. Ο δὲ Θεὸς Λόγος σοφία ὑπάρχων ουσιώδης, δημιουργός τε ὢν πάσης τῆς τε νουμένης κτίσεως, καὶ τῆς ὑποπιπτούσης τῇ αἰσθήσει, πῶς ἂν λεχθείη κτίσμα; ΣΤ΄. - Τῷ αὐτῷ. Φῶς οἰκεῖν ἀπρόσιτον φησὶ τὸν παντοκράτορα Θεὸν καὶ Πατέρα & μακάριος Παῦλος. Τοῦτο δὲ νοητόν, καὶ ἐνυπόστατον, καὶ ἀκατάληπτον, καὶ ἀπ πέραντον φῶς ἐστιν ὁ προσκυνητὸς Υἱὸς, καὶ Λόγος, καὶ τῶν ὅλων Κύριος. Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχει, πῶς κτίσμα, καὶ ἐκ μὴ ὄντων γεγενῆσθαι τὸν μου νογενῆ τοῦ Θεοῦ Υἱὸν, καὶ Λόγον, διδάσκειν σε τολ μῶσιν οἱ θηριογνώμονες, καὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ποι μνης ὀλετῆρες Αρειανοί; ΣΖ'. - ΜΕΛΙΣΣΩ ΚΑΝΔΙΔΑΤΟ. Ανθρωπος ἐξασθενήσας, καὶ ἐξαλλαγείς ὑπὸ τῆς νόσου τὴν ἕξιν, αχρειότερος μὲν πρὸς ἔργον καὶ ἀδρανής γίνεται, ἐπιθυμεῖ δὲ τοῦ βλάπτοντος. Οὕτω καὶ ψυχὴ ἀπονεύσασα τοῦ καλοῦ, καὶ ἐπὶ τὸ χεῖρον ἀλλοιωθεῖσα, ἐκνευρίζεται μὲν πρὸς ἐργασίαν τοῦ κρείττονος, ὀρέγεται δὲ τῶν ὀλεθρίων. ΣΗ'. — ΘΥΡΣΟ ΣΚΡΗΝΙΔΡΙΟ. Εἰσελεύσεται, φησὶν ὁ νόμος, πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ, καὶ ἀναστήσει σπέρμα, ο Πᾶς γὰρ ἄνθρωπος, ἤτοι πᾶσα ψυχὴ ἀνθρώπου ἄνδρα νοητὸν λαβοῦσα παρὰ Θεοῦ, δηλαδὴ τὸν ἐνδιάθετον νόμον, ἐνέκρωσε τοῦτον, καὶ ἔθαψε διὰ τῆς ἀμελείας. Οθεν χρεία εκάλεσε τὸν τούτου ἀδελφὸν, τουτέστι τὸν γραπτὸν νόμον εἰσελθεῖν πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ νόμου τοῦ φυσικοῦ, ὅστις ἀπενεκρώθη, καὶ ἐξαναστῆσαι σπέρμα τῷ τελευτηκότι διὰ νοθρίας πολλῆς. ΣΘ. - Τῷ αὐτῷ. ᾿Αποστραφεὶς ὁ Θεὸς τοὺς σοφιστάς, καὶ τέκτονας τῶν λόγων τῶν μεματαιωμένων,καὶ παντὸς ψεύδους, καὶ πλάνης ἀνάπλεων, σκυτοτόμοις τισὶ, καὶ ἁλιεῦσι τὸ οἰκεῖον σωτηριώδες, καὶ ὑπέρλαμπρον τῆς εὐσε Ο βείας καὶ τῆς δικαιοσύνης ενεχείρισε κήρυγμα. ΣΤ'. — Τῷ αὐτῷ. Ὅτι πρὸς τὴν ῥοπὴν ἕκαστος τὴν ἐπὶ φαύλῳ, ἢ ἐπὶ κρείττονι κρίνεται, πειθέτωσάν σε, ὁ μὲν Ἰούδας διὰ μιᾶς νυκτὸς ἀλλοτριωθεὶς τῆς ζωῆς, προδεδωκώς τὸν Διδάσκαλον, ὁ δὲ λῃστὴς ἐν στιγμῇ χρόνου οἰκειωθεὶς τῇ ζωῇ. Οὐ μὴ γὰρ μνησθῶσιν αἱ ἀνομίαι τοῦ μὴ παντελῶς ἀποστασίαν τοῦ Θεοῦ νοσήσαντος ἀν θρώπου, μηδὲ καρδίαν πονηρὰν ἀπιστίας τε καὶ ηλιθιότητος ἀναλαβόντος· Ζῶν γὰρ ζήσεται, φησὶν, ἐν τῷ ἐπιστρέψαι αὐτὸν, καὶ οὐκ ἀποθανεῖται.» ΣΙΑ'. - ΒΥΡΙΛΛΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Πῶς τολμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον δοῦλον προσ
col. 161–162page 52 of 262
PG 79:161αγορεύειν, τὸ διὰ τοῦ ἀσπίλου βαπτίσματος πάντας τοὺς πιστεύοντας ἐλευθεροῦν; Λέγει γὰρ ὁ ἀπόστολος, ότιπερ «Ο νόμος τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς ἠλευ θέρωσέ με ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας, καὶ τοῦ θανάτου. Ο ΣΙΒ'. - ΙΓΝΑΤΙΟ ΑΝΘΥΠΑΤΟ. Εξεστιν ἐμπεσόντα τινὰ εἰς τὸ τοῦ θηρὸς στόμα, τοῦ διαβόλου φημί, ἀπολυθῆναι τούτου διὰ τῆς μετα νοίας, καθάπερ λελύτρωται καὶ ἐῤῥύσθη ὁ ἐν Κοι ρίνθῳ προφθαρεὶς τῇ μητρυιᾷ ἐκ φάρυγγος τοῦ ἐχθροῦ, πρὶν τῇ περισσοτέρα λύπῃ καταποθεῖ, καὶ εἰς τὴν κοιλίαν χωρήσῃ τοῦ θηρίου διὰ τῆς ἀγεννοῦς δυσθυμίας, καὶ τῆς ἀπογνώσεως. ΣΙΓ'. Τῷ αὐτῷ. Αὐτὸς δι᾿ ἑαυτοῦ πρὸς σὲ παραγίνεται ἀοράτως ὁ οὐράνιος ἰατρὸς, κἂν μὴ σὺ δυνηθείης πρὸς αὐτὸν πορευθῆναι διὰ τὴν ἀσθένειαν καὶ ἀτονίαν τοῦ λο γισμού. ΣΙΔ'. - Τῷ αὐτῷ. Τινὰς ἔγνων ἔγωγε, μηδὲ πλησιάζοντα διὰ φιλο ανθρωπίαν τὸν τῶν ψυχῶν ἰατρὸν παραδέξασθαι βουληθέντας, ἀπὸ ἀναισθησίας, καὶ πονηρίας πολ λῆς. ΣΙΕ'. - Τῷ αὐτῷ. Παῦλος διώκτης ὑπάρχων τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας ἀπετυφλώθη πρῶτον τοῖς κακοῖς, καὶ τῇ ἀφάτῳ ὠμότητι, ὅπως ἀναβλέψει τῷ Θεῷ, καὶ τῇ δικαιοσύνη. Εἰκότως τοίνυν ὁ Κύριος ἔλεγεν· Ἐγὼ ἦλθον: « εἰς τὸν κόσμον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι, καὶ οἱ βλέποντες τυφλοί γένωνται.» Ηνίξατο γὰρ τοὺς, τοῖς πονηρεύμασιν, καὶ ταῖς ἀτοπίαις προστετηκότας ὀφθαλμοὺς ἀποτυφλῶσαι, ἀνοίξαι δὲ, καὶ ἀκέ σασθαι τοὺς νοητοὺς ὀφθαλμοὺς, οἷς ἐφοπτεύεται τὸ κάλλος τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς θεογνωσίας. ΣΙΓ'. -- ΕΥΓΡΑΜΜΙΑ ΝΟΜΙΚΟ. Εἰσῆλθε, φησὶ Μωϋσῆς, εἰς τὸν γνόφον· κ τοῦ περὶ Θεὸν γνόφον, οὐδὲν ἕτερον ἐμφαίνοντος ἢ τὸ ἀπερινόητον, καὶ ἀνεξιχνίαστον τοῦ Θεοῦ· σκοτοειδὴς γὰρ καὶ ἀφεγγής ἡ τοῦ γνόφου πέφυκεν ὄψις, τὰ ἐν αὐτῇ κρύπτουσα διὰ τοῦ πυκνοτάτου, καὶ σκοτο εἰδοῦς ἀέρος εἴργουσα τὰς ὄψεις τῶν ὁρώντων εἰς αὐτὸν, ἔτι καὶ τῶν ἐννοιῶν αὐτῶν τὰς περιέργους περὶ Θεοῦ ἐπιχειρήσεις· ο Σκότος γὰρ, φησίν, ἀπο κρυφὴ αὐτοῦ, καὶ οὐχ ὁραθήσεται. ο ΣΙΖ'.— Τῷ αὐτῷ. Έθος ἔχεις προχείρως τοῦ λέγειν, ὅτι πολυμήχα. νός ἐστι, καὶ πολύτροπος ὁ διάβολος· συνομολογῶ κἀγώ. ᾿Αλλ' ἐὰν νήφειν θελήσωμεν, ἑαυτῷ πονηρὸς ἔσται ὁ διάβολος, καὶ οὐχ ἡμῖν· ἡ γὰρ φύσις τῆς κακίας μόνοις τοῖς κεκτημένοις αὐτὴν ὑπάρχει ὀλεθρία, ἡ δὲ ἀρετὴ τουναντίον, οὐχὶ τοὺς κεκτημένους μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς πλησίους ὠφελῆσαι δύναται. ΣΙΗ. Τῷ αὐτῷ. Ἵνα μάθῃς, ὅτι ὁ μὲν κακὸς μόνῳ ἑαυτῷ κακὸς, ὁ δὲ ἀγαθὸς καὶ ἑτέροις ἀγαθὸς, μαρτυρίαν σοι παροιμιώδη παρέξω· «Τέκνον γάρ, φησὶν, ἐὰν κακὸς
col. 163–164page 53 of 262
PG 79:163γένῃ, μόνος ἀντλήσεις τὰ κακά· ἐὰν δὲ σοφός, ἔσῃ σεαυτῷ, καὶ τῷ πλησίῳ.» ΣΙΘ'.· ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Απεστάλθαι λέγεται ὁ Υἱὸς, οὐ καθ᾽ ὁ Θεός Λόγος ἐστὶν ἐν κόλποις τοῦ Πατρὸς περιέχων τα πάντα Ἐξ αὐτοῦ γὰρ, καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, καὶ ἐν αὐτῷ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμέν, ν ἀλλὰ καθ' δ ιδιοποιεῖται ὁ Θεὸς λόγος τὰ πάθη, οὗ ἂν εἴληφε σώματος. ΣΚ'. — Τῷ αὐτῷ. ῾Ο ἐφ᾽ ἁμαρτίαις γινόμενος ἐδυρμός, γλυκεῖαν κέκτηται τὴν ἀνίαν, καὶ μελιτῶδες αὐτοῦ τὸ πικρὸν εὑρίσκεται, ἐλπίδι ἀγαθῇ, καὶ χρηστῇ φαρματτόμε νον, διὰ τοῦτο τρέφει την ψυχήν, γανοῖ τὸ φρόνημα, λιπαίνει τὴν καρδίαν, εὐθαλὲς ἐργάζεται τὸ τοῦ σώ ματος σύγκριμα. Καὶ καλῶς ὁ Δαυΐδ ἐμελῴδει Εγενήθη μοι τὰ δάκρυα ἄρτος ἡμέρας καὶ νυ κτός. ΣΚΑ'. Τῷ αὐτῷ. «Κύριε, φησίν, ὡς ὅπλῳ εὐδοκίας ἐστεφάνωσας ἡμᾶς.» Ταὐτὸν ἂν εἴη τῶν δικαίων καὶ ὅπλον, καὶ στέφανος, ὥστε τὸν ὑπλησάμενον νοητῶς στεφανοῦσθαι· καὶ γὰρ καὶ Σολομών εἴρηκε ο Στεφάνῳ δὲ τρυφῆς ὑπερασπιεῖ σου.» ΣΚΒ'. - ΘΕΡΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. "Ωσπερ οἱ κατὰ τὴν θάλασσαν κακοῦργοι, ἔνθα μὲν πόλις ἐστὶν, ἢ ἐπινήτον, ἢ λιμήν, οὐδαμῶς ἐπι τιθέντες τοῖς πλέουσιν, τοῦτο γὰρ μάτην ἂν εἴη κιν δυνεύειν· ἐὰν δὲ ἐν μέσῳ τῷ πελάγει τὸ σκάφος ἀπο λάβωσιν, ἐφόδιον ἔχοντες τὴν τῶν βοηθησόντων έρη μίαν, πάντα κινοῦσι, καὶ στρέφουσιν, καὶ οὐ πρό τερον ἀφίστανται, ἕως ἂν ἢ καταδύσωσι τοὺς ἐμπλέοντας, ἢ τοῦτο πάθωσιν αὐτοί· οὕτως καὶ ὁ δεινὸς τῆς ἡδονῆς πειρασμὸς τῷ προῃρημένῳ τὴν παρθενίαν πολὺν ἐπάγει τὸν χειμῶνα, καὶ χαλεπὴν τὴν ζάλην, καὶ ἀφορήτους τὰς τρικυμίας, πάντα ἄνω καὶ κάτω κινῶν, ὥστε τῇ βίᾳ καὶ τῇ βύμῃ περιστρέψαι τὸ σκά φος. "Ηκουσε γάρ, ὅτι ὁ μοναχὸς οὐκ ἔχει ἐξουσίαν γαμήσαι, καὶ καθάπερ λιμένι ἐγκαθορμισθῆναι τῇ χρήσει τῆς μίξεως, ἀλλ' ἀνάγκη δι' ὅλου παλαίειν, καὶ μάχεσθαι πρὸς τοὺς ταῖς ἡδυπαθείαις τὴν ψυχὴν ερεθίζοντας δαίμονας. Μὴ οὖν ξενιζώμεθα πολεμούμενοι, μηδὲ ἀποκάμωμεν πρὸς τὴν μάχην, ἔχομεν γὰρ μέγαν ὑπερασπιστὴν τὸ πανάγιον Πνεῦμα, δι' οὗ δυνησόμεθα πάντα τοῦ διαβόλου τὰ πεπυρωμένα βέλη τῶν αἰσχρῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν ὑπεκκαυμάτων τῆς σαρκὸς ῥᾳδίως σβέσαι. ΣΚΓ'. — ΣΕΛΕΥΚΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Ἐπειδὴ τέσσαρες ὑπάρχουσιν ἀρεταὶ γενικώταται, φρόνησις, ἀνδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη, τούτου χάριν καὶ ὁ διάβολος τέσσαρσιν κακίαις περιεκτικω τάταις πολλῶν κακιῶν πρὸς ἄμυναν κέχρηται. Και ἄκουσον, τί λέγει Ζαχαρίας ὁ προφήτης, την τετρα κέρατον τοῦ Σατανᾶ θεασάμενος δύναμιν Ηρα τους οι ρων.
col. 165–166page 54 of 262
PG 79:165ὀφθαλμούς μου, καὶ ἴδον τέσσαρα κέρατα, τα δια σκορπίσαντα τὸν Ἰούδαν, καὶ τὸν Ἰσραήλ. ν ΣΚΔ. Τῷ αὐτῷ. Περὶ τῆς τετραμόρφου δυνάμεως τοῦ διαβόλου, καὶ Μωσῆς ὁ μέγιστος νομοθέτης ἐν τῷ Λευιτικῷ τοῖς δυναμένοις ἐπιμελέστερον συκέναι, λέπραν ὑπάρχειν τετρακέφαλον δίκην ύδρας διαγράφει, λευκαίνουσαν, καὶ γλαυκίζουσαν, καὶ χλωρίζουσαν, καὶ πυρί ζούσαν. ΣΚΕ'. — ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Εὖ ἐπιστάμενος Θεὸν εἶναι τὸν δοτῆρα παντὸς ἀγαθοῦ, συνεχῶς λέγεις πρὸς τοὺς συντυγχάνοντας τὸ Ἰακὼν τοῦ πατριάρχου λόγιον, ὅτι Ἠλέησέ με ὁ θεός, καὶ ἔστι μοι πάντα· οὐ γὰρ ἐξ ἔργων δικαιοσύν νης, ἀλλ᾽ ἐξ ἐλέου Θεοῦ, καὶ πολλῆς ἀγαθότητος ἐκτήσω, ἅπερ ἔχεις· ἐξ αὐτῶν δὲ πολλοὶ εὐεργετούν και δεόμενοι. Καὶ ἀποδέχομαι σε εὖ τε ποιοῦντα, καὶ εὐλογιζόμενον, καὶ ταπεινολογοῦντα. ΣΚΤ. -- ΘΕΟΦΙΛΟ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ, Ὥστερ οὐχ ὅσα ἡδύνατο ἐποίει ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἀλλ' ὅσα ἡβούλετο ἐθαυματούργει, οὕτως οὐχ ὅσα ᾔδει ἐδίδασκεν, ἀλλ᾽ ὅσα μαθεῖν ἡδυνάμεθα ὑπηγόρευσεν, τῇ ἀσθενείᾳ τῆς φύσεως συμμετρῶν τὸν λό γον τῆς διδασκαλίας. Διὰ τοῦτο ἀγνοεῖν τὴν ἡμέραν λέγει τοῖς μαθηταῖς ἀτελέσιν ἔτι υπάρ χουσιν. «ΚΖ'. - ΣΙΣΙΝΙΑ ΣΠΑΘΑΡΙΑ. Ο θλίβων σε πονηρὸς δαίμων νήφειν παρασκευάζει καὶ μᾶλλον πρὸς Θεὸν καταφεύγειν, κἀκεῖθεν ἐπισπᾶσθαι τὰς βοηθείας· καὶ τὸν ὑπερασπισμόν. Ο γὰρ βλέπων τὸν ἐχθρὸν ἐφεστῶτα, προστρέχει, καὶ συμπλέκεται τῷ βοηθεῖν δυναμένῳ. Οὕτω που καὶ τὰ μικρὰ παιδία ποιοῦσιν· ὅταν μὲν ἴδῃ τι φοβερὸν, εἰς τὸν τῆς μητρὸς κόλπον καταφεύγοντα, καὶ τῶν ἐκείνης ἱματίων εκκρεμασθέντα, ἔχεται αὐτῶν ἀσφαλῶς, καὶ τοι πολλῶν ἀνθελκόντων πολλάκις ὅταν δὲ μηδὲν πάρῃ τῶν θορυβούντων, οὐδὲ καλούσης, καὶ ἐφελκομένης τῆς μητρὸς ἀνέχεται, ἀλλὰ καὶ και λοῦσαν διαπτύει τὴν μητέρα, καὶ πολλὰ μηχανωμένην πρὸς τὸ ἀφελκύσασθαι, ἀποστρέφεται, καὶ τραπέζης κειμένης καταφρονεί. Μητέρα δέ μοι νῦν φιλόστορ τον νοήσῃς τὴν τοῦ Θεοῦ πρόνοιαν. ΣΚΗ. ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Σίδηρον, φησὶν ὁ ψαλμός, διῆλθεν ἡ ψυχή» τοῦ Ἰωσήφ. Σίδηρον ἐμοὶ δοκεῖ τὴν ἁμαρτίαν αἰνιγματωδῶς λέγων, ἐφ᾽ ἣν παρεκάλει τὸν ἁγνὸν νεανίαν τὸ τοῦ Πετερροῦ γύναιον. Σίδηρος γὰρ τέμνων ψυχήν, καὶ φονεύων, ἡ ἁμαρτία εἰκότως ἂν ῥηθείη. ΣΚΘ΄. - ΣΤΡΑΤΙΩΝΙ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΑ. Τοῦτο διεστήκαμεν τῶν ἀπίστων, τὸ κρίσεις ἑτέρας ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἔχειν· ὁρᾷ ὁ Ἕλλην τὸν οὐρα ναν, καὶ σέβει, καὶ κέχηνεν· Θεὸν γὰρ εἶναι νομίζει τὸν οὐρανόν. Ορᾷ Ἕλλην τὴν γῆν, καὶ τὰ ὕδατα, καὶ προσκυνεῖ, καὶ θεραπεύει τὰ ἀναίσθητα. Αλλ' οὐχ ἡμεῖς οὕτως· μὴ γένοιτο· ἀλλ' ὁρῶμεν τὸν οὐ χχιν, xΙΙ,
col. 167–168page 55 of 262
PG 79:167ρανὸν, καὶ τὸν πεποιηκότα θαυμάζομεν. Οὐ γαρ ΤΗΕΟΡΕΜΡΤΟ Θεὸν ὑπάρχειν τὴν οὐρανὸν νοούμεν, ἀλλ᾽ ἔργον είναι Θεοῦ. Ὁρῶ ἐγὼ τὴν κτίσιν, καὶ δι' αὐτῆς πρὸς τὸν ταύτης χειραγωγούμαι δημιουργόν. Βλέπει πλοῦτον ὁ Ἕλλην, καὶ θαυμάζων ἐκπλήττεται· ὁρῶ πλοῦτον ἐγώ, καὶ καταφρονήσας τοῦ πλούτου ἐγέλασα. Ορα πενίαν ἐκεῖνος, καὶ φρίξας οδύρεται· ὁρῶ πενίαν ἐγώ, καὶ σκιρτῶ καὶ ἀγάλλομαι, πλοῦτον ἀληθῆ τὴν ἀρετὴν ἐπιστάμενος. Ετέρως τοίνυν οἱ Χριστιανοί ὁρῶσι τὰ πράγματα, καὶ ἑτέρως οἱ ἄφρονες "Ελ ληνες. ΣΛ'. ΖΕΦΥΡΙΑΝΟ. Ούτε θαῤῥεῖν ἀναγκαῖον ἐπὶ τῷ πλήθει τῶν ἀνδραγαθημάτων, οὔτ᾽ ἀπογινώσκειν ἐπὶ τοῖς ἐπταισμένοις. Καὶ γὰρ ὁ Φαρισαῖος θαῤῥήσας ἐπ' ἐργασία χρηστῇ, ἐξ αὐτοῦ τῆς ἀρετῆς κατηνέχθη τοῦ ὕψους, καὶ ὁ τελώνης μὴ ἀπογνούς τοσοῦτον ἀνωρθώθη, ὡς καὶ τὸν ἐνάρετον Φαρισαῖον ὑπερβῆναι τῇ ψήφω τοῦ κρείττονος. ΣΛΑ'. — ΝΙΚΑΡΕΤΟ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΟ. Ὥσπερ θαλάττης αἱρομένης εἰς ὕψος, καὶ κυμά των πάντοθεν κορυφουμένων τὸ σκάφος ὑποβρύχιον γίνεται, οὕτως καὶ ψυχή, τῆς ἀθυμίας αὐτὴν πάν τοθεν περιστοιχιζομένης, ἀποπνίγεται ταχέως, ἂν μὴ εὕρῃ τινὰ χεῖρα ὀρέγοντα, καὶ παραμυθούμενον. ΣΑΒ. — ΜΟΝΑΧΟΙΣ ΕΝ ΤΗ ΚΙΛΙΚΙΑ ΔΙΑΓΟΥΣΙΝ. Οὐ μετρίως, ἀλλὰ καὶ πάνω μεγάλως ἐχάρημεν, ἀπαγγείλαντος ἡμῖν τὰ καθ' ὑμᾶς τοῦ θεοσεβεστάτου πρεσβυτέρου Μαρίνου, ὡς πρὸς πᾶσαν ἀκρίβειαν τοὺς ἀποστόλους ἐμεμίμησθε, ἀποταξάμενοί τε προ θύμως τοῖς τοῦ κόσμου πράγμασιν, γένος τε καὶ τέρψεις βλαβερὰς ὑπεριδόντες, καὶ πρὸς τὸν ἐπίπονον μετετάξασθε βίον, πάσῃ κακοπαθείᾳ καὶ σκληρουχίᾳ διὰ Θεὸν ἑαυτοὺς ἐπιδόντες, καὶ στόμασιν ἀπαύσ στοις γεραίροντες τὸν προσκαλεσάμενον ὑμᾶς εἰς τὸ τῶν μοναχῶν μέγιστον ἀξίωμα, Σωτῆρα καὶ βασιλέα Χριστὸν, ὅπως ἂν καὶ ὑμεῖς, ὥσπερ ὁ θεῖος λαμπτήρ τῶν Αἰγυπτίων 'Αντώνιος, μετὰ τὴν τελευτὴν ὑμῶν, καταλείπετε τῇ μελλούσῃ γενεᾷ εἰκόνα πολιτείας ἀρίστης. ΣΑΓ'. — ΘΕΟΠΕΜΠΤΟ ΠΡΟΤΗΚΤΟΡΙ. Ὠφέλιμον ἔσται σοι, καὶ ἄγαν κερδαλέον, τὸ ἔχειν ἀεὶ πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν ἔξοδον τοῦ βίου, καὶ φεύγειν Ο τοῦ διαβόλου τὰ πολύπλοκα δίκτυα. ΣΑ Δ'. ΚΑΡΠΙΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΤΗΣ ΤΩΝ ΟΥΑ ΛΕΝΤΙΝΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΣ. Απηρυθριασμένως τολμήσαντός σου πρὸ δεκ τέρας ἡμέρας ὁμιλεῖν ἐν τόπῳ δημοσίῳ, καὶ λέγοντος, ὅτι περ μία τις εγγόνη τῆς θεότητος λεγουμένη Αχα μώθ, ἐπιθυμήσασα τὸ μέγεθος καταλαβεῖν τοῦ ἐν ὕψεσιν ἀποῤῥήτοις Θεοῦ τοῦ προσαγορευομένου Βυ θοῦ, καὶ Χάους, καὶ τοῦτο ἐπιχειρήσασα, καὶ ἀποτυχοῦσα ἔπεσε κάτω, καὶ καθεσθεῖσα μόνη ἐν τῷ σκό τει ἔκλαυσε σφόδρα σφόδρα, καὶ ἐκ τῶν ταύτης δα
col. 169–170page 56 of 262
PG 79:169κρύων γέγονεν ἡ ὑγρά ουσία, παρερχόμενός τις τῶν ἡμετέρων ἀδελφῶν, ἠρώτησέ σε, εἴ γε πάντα καὶ τὰ ἁλμυρά, καὶ τὰ γλυκέα ὕδατα ἐκ τῶν δακρύων τῆς Ἀχαμὼν ὑπέστη· σὺ δὲ ἀπορήσας εἰπεῖν, διωρίαν ἐξήτησας, καὶ μέχρι νῦν προελθεῖν οὐκ ἐτόλμησας, μὴ ἔχων δοῦναι λόγον. Ἡμεῖς δὲ γελάσαντες, ψεῦσμα τῷ ψεύστῃ γελοίον φθεγξόμεθα, πρὸς τὸ παραμυθήσασθαι τὴν ἀπορίαν αὐτοῦ· ἐχρῆν γάρ σε ἀπαντῆται λέγοντα, ὅτι τὰ μὲν πικρὰ τῆς ἀνυπάρκτου Αγαμώθ δάκρυα, τὰς ἁλμυράς θαλάσσας ὑπέστησεν ὡς ἐξ ὀδύνης καὶ δριμυγμοῦ ἱκανοῦ προχεθέντα. Ο δὲ Ιδρὼς τῆς ταλαιπώρου γυναικός πηγὰς ἐξηρεύξατο, καὶ ποταμούς, καὶ φρέατα, λίμνας τε καὶ τὰ ἑξῆς γλυκέα. Ταῦτα πρὸς τὸν σὸν λῆρον γελοιωδῶς λέ γομεν. ΣΛΕ. - ΕΥΣΕΒΩ ΔΙΑΚΟΝΟ. Πολλὰ ὁ Θεὸς λεληθότως ἐργάζεται πρὸς τὸ συμ φέρον ἡμῖν, κἂν σκυθρωπά δοκῇ τὰ συμπίπτοντα. Ἡμεῖς δὲ τὸν λόγον τῶν συμπτωμάτων οὐ πολυπραγμονοῦμεν ὡς πιστοὶ καὶ γνήσιοι οἰκέται. Εν γὰρ μόνον χρή πεπεῖσθαι, ὅτι συμφερόντως, καὶ ὠφελίμως ἡμῖν ἅπαντα ἐπιφέρεται παρὰ τοῦ προ νοητοῦ τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, τὸν δὲ τρόπον μηκέτι ζητεῖν, μήτε ἀγνοοῦντας ἀσχάλλειν, καὶ ἀθυμεῖν· οὐ δὲ γὰρ λυσιτελεῖ τὸ ἐπίστασθαι, τὸ μὲν διὰ τὸ θνη τοὺς εἶναι, τὸ δὲ διὰ τὸ εὐκόλως πρὸς τύφον ἡμᾶς, καὶ ἀπόνοιαν αἴρεσθαι. ΣΑΤ'. - ΣΟΦΙΑΝΩ ΣΧΟΛΑΡΙΟ. Εἰ τὰ μὴ ὄντα ποιεῖ γενέσθαι Θεὸς, καὶ τοῖς μη δαμοῦ μηδαμῶς φαινομένοις χαρίζεται τὸ εἶναι, πολλῷ μᾶλλον τὰ ὄντα ἀνορθώσασθαι δύναται. ΣΑΖΙ. Τῷ αὐτῷ. Ὁ μὴ προσδοκῶν εὐθύνας ὑφέξειν τῶν πεπραγμένων αὐτῷ, πάντως πάσης κακίας ἀνθέξεται. ΣΛΗ. Τῷ αὐτῷ. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τῇ πτωχείᾳ την μακαρισμὸν ἀπεκλήρωσεν· μόνη γὰρ αὕτη οἶδε της ρεῖν τὰ μέτρα τῆς ἀνθρωπίνης ταλαιπωρίας, μισεῖ τὸν ἔγκον, συστέλλει τὸ φρόνημα, ταπεινοῖ λογι σμούς, ὑπερηφάνειαν αἰσχύνεται, βλέπει τοῦ βίου τὸν ἄνθρωπον, καὶ πείθει λαθεῖν, ἵνα μὴ λάθῃ σωζό μενος. ΣΑΘ'. - ΣΩΣΑΝΔΡΟ ΠΡΙΜΙΣΚΡΙΝΙΟ. "Ωσπερ ἀδιαλείπτως ἀναπνέομεν τὸν ἀέρα, οὕτως ἀδιαλείπτως ὀφείλομεν τὸν Κύριον αἰνεῖν τε καὶ ὑμνεῖν, κἂν ἐν μέσῳ πραγμάτων στρεφώμεθα. Δύνα ται γὰρ ὁ φρόνιμος, καὶ θεοφιλής νοῦς διηκενῶς μνήμην σώζειν τοῦ Κτίσαντος. • Εμνήσθην γάρ, ο φησὶν ὁ Δαυΐδ, ι τοῦ Θεοῦ, καὶ ηὐφράνθην.» Εἰ το νυν ἡ τοῦ Δεσπότου μνήμη εὐφροσύνην ἐμποιεῖ ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς, μὴ κατοκνήσωμεν ἀπολαύειν τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ. ΣΜ'. Τῷ αὐτῷ. Αἰνεῖτε αὐτὸν, φησίν, ἐν χορδαῖς, καὶ ὀργάνῳ. ο Χορδαὶ πλείους ἁρμονίως συντεθειμέναι, καὶ μου σικῶς ἑκάστη ἐν οἰκεία χώρα τεταγμένη, αἱ πολλαί
col. 171–172page 57 of 262
PG 79:171εἰσιν ἐντολαί τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰ περὶ πλειόνων δήγματα, οὐδεμίαν ἔχοντα πρὸς ἄλληλα διαφωνίαν ὄργανον δὲ τούτων πάντων περιεκτικόν ἐστιν ἡ γι λόχριστος τοῦ σοφοῦ ψυχή. ΣΜΑ. Ἡ ὑπακοὴ τῆς θείας προστάξεως ζωὴν καὶ ἀ φθαρσίαν χαρίζεσθαι πέφυκεν, ή δέ γε παρακοή νεκρότητα καὶ φθοράν. Ἐπειδὴ οὖν ὁ Ἀδὰμ παρακούσας τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ φαγεῖν τὸ κεκωλυμένον, θάνατον ἐπεσπάσατο, διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἐνδιδύσκει αὐτὸν χι τῶνα δερμάτινον, ὅπως ἂν μνημονεύῃ, καὶ μὴ ἐπιλανθάνηται τοῦ οἰκείου σφάλματος, καὶ ἧσπερ αὐθαιρέτως ἐπεσπάσατο θνητότητος καὶ φθορᾶς. Τὰ γὰρ νεκρά δέρματα δηλοῦσι νεκρότητα και φθοράν. ΣΜΒʹ. Τῷ αὐτῷ. Κἂν ἐν χειμῶνί ἐσμεν τῶν πολλῶν περιστάσεων, οὐ κωλυθησόμεθα ἐπιτελεῖν τὴν ἑορτὴν τῶν ἐγκαινίων ἐν τῇ Ἱερουσαλήμ, καὶ ᾄδειν τῷ Κυρίῳ, καθά φησιν ὁ Δαυίδ, ᾆσμα καινόν, δηλαδή εὐαγγελικόν. Ἱερουσαλὴμ γὰρ νῦν νοείσθω μοι ἡ ψυχὴ, ἐν ᾗ ἐπιτελοῦμεν τὴν ἑορτὴν τῆς θεογνωσίας, καὶ παντοίας ἀρετῆς, διωθούμενοι μὲν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, ἐπαμφισκόμενοι δὲ τὸν νέον τὸν κατ' εἰκόνα, καὶ ὁ μοίωσιν τοῦ Κυρίου κτισθέντα· «Ανακαινισθήσεται γὰρ ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου. - Εγένετο οὖν, φησί, τὰ ἐγκαίνια ἐν Ἱεροσολύμοις, καὶ χειμών ἦν.» ΣΜΓ'.— ΣΑΒΙΝΟ ΜΑΓΙΣΤΡΙΑΝΟ. Τὴν σημασίαν τῶν τριῶν τοῦ Ἰὼβ θυγατέρων ἐπεθύμησας γνῶναι. Ἐπειδὴ οὖν τῆς τῶν θλιβερών καὶ ἐπιπόνων νυκτὸς τῇ κελεύσει τοῦ Θεοῦ ἀπήλ λακται ὁ Ἰώβ, ἀναγκαίως τὴν λαμπροτάτην ἡμέραν τεθέαται τῆς ἀγαλλιάσεως, καὶ τῆς ἀλήκτου καὶ αἰωνίου ἀναπαύσεως καὶ χαρᾶς. Διὰ τοῦτο τὴν μὲν πρώτην θυγατέρα Ἡμέραν εκάλεσεν, τὴν δὲ δεν τέραν Κασσίαν· εὐώδης γὰρ ἡ κασσία, διότι ἀντὶ τῆς δυσωδίας τοῦ ἀπευκτέου πάθους, ούπερ πρὸ τούτου ἀνέτλη τὴν εὐωδίαν ἐκτήσατο τῆς ἄνωθεν χάριτος. Η δέ γε τρίτη θυγάτηρ 'Αμαλθείας κέρας ἐπονομαζομένῃ τῇ Ελλάδι ἑρμηνεύεται γλώττῃ ἀγαθῶν εὐτ θηνία. Οὐκ ἀγνοεῖς δὲ πάντως τὰ τοσαῦτα ἀγαθά, ἅπερ ὁ Κύριος παρέσχεν πρὸ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, τῷ καρτερικῷ, καὶ πολυπαθεῖ Ἰὼ, ἐντεῦθεν ἤδη, διά τε τῆς μεγάλης ὑπομονῆς, καὶ ἀνδρείας κράτ Ο τ:στον, καὶ περιφανές κατόρθωμά τε καὶ τρόπαιον. ΣΜΔ'. — Τῷ αὐτῷ. Φευκτέον ἡμῖν ἀνθρωπαρεσχίαν, καὶ τὴν ὀργήν ταῦτα γὰρ λευκανθίζουσαν καὶ πυρίζουσαν λέπραν ὁ νόμος προείρηκεν. Απελαστέον τὴν ἀλωπεκίζουσαν ὑπόκρισιν, καὶ ἀγενή δειλίαν γλαυκίζουσα γὰρ λέ πρα ἐστί. Διωκτέον ἡμῖν τὴν λύπην τὴν ἄλογον, καὶ τήκοντα φθόνον χλωρίζουσα γὰρ λέπρα ἐστί. ΣΜΕ'. - ΔΡΟΥΣΙΛΛΙΑΝΩ. Εἰ τὸ σῶμα νοσῶδες ἔχων, τηλικαῦτα δρᾷς θηριώδη καὶ ἀπάνθρωπα πράγματα, τίς ἂν ἐγένου τετυχηκώς ρώσεώς τε καὶ ῥώμης; Προβλέπων τοίνυν ὁ Κύριος τὰς φονοκτονίας, ὥσπερ ποιεῖν ἔμελλες, προκατελά
col. 173–174page 58 of 262
PG 79:173θετό σου τὴν ἄφατον μανίαν τῷ δεσμῷ, καὶ τῇ ἀνάγκῃ ἡ τῆς πολυωδύνου, καὶ πολυτρόπου ἀσθενίας. ΣΜΟ. - ΕΥΦΡΑΣΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Εὐξώμεθα ἐκτενῶς ἐκδιωχθῆναι τὴν λέπραν τὴν ψυχικὴν ἀπό τε τοῦ στήμονος, καὶ τῆς κρόκης, καὶ τοῦ δέρματος· στήμονος μὲν νοουμένου τοῦ νευρώτους μέρους τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐπισκόπων λέγω, καὶ ὅσοι τῆς Λευϊτικῆς ἀξίας τὰ γέρα καρπίζονται· κρόκης δὲ ἐκλαμβανομένης τοῦ εὐθυνομέ νου, καὶ ποιμαινομένου ὑπ' αὐτοῖς ἡγιασμένου λαοῦ, δέρματος δὲ νοουμένου τῶν νεωστὶ προσελθόντων τῷ Θεῷ, καὶ τέως κατηχουμένων, μή πως ἀποβεβληκό των διὰ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τὴν νεκρότητα τῶν παλαιῶν τῆς ἁμαρτίας χιτώνων. ΣΜΖ΄. Τῷ αὐτῷ. Ον τρόπον εἴ τις βασιλέως εἰκόνος καλώς κατα σκευασμένης ἐπιμελέστερον ἐκ ψηφίδων ἐπισήμων ὑπὸ σοφοῦ τεχνίτου, λύσας τὴν ὑποκειμένην τοῦ ἀνθρώπου εἰδέαν, μετενέγκοι τὰς ψηφίδας ἐκείνας, καὶ μεθαρμόσοι, καὶ ποιήσειεν ἐξ αὐτῶν μορφὴν κυ νὸς ἢ ἀλώπεκος, ἔπειτα διορίζοιτο, καὶ λέγει ταύτηνεἶναι τὴν τοῦ βασιλέως ἐκείνην τὴν καλὴν, ἣν ὁ σε φὸς τεχνίτης κατεσκεύασεν, δεικνὺς τὰς ψηφίδας τὰς καλῶς ὑπὸ τοῦ πρώτου τεχνίτου εἰς τὴν τοῦ βα σιλέως εἰκόνα συντεθείσας, κακῶς δὲ ὑπὸ τοῦ ὑστέ ρου εἰς κυνός μορφήν μετενεχθείσας, καὶ διὰ τῆς τῶν ψηφίδων φαντασίας μεθοδεύοι τοὺς ἀπειροτέρους, τοὺς κατάληψιν βασιλικὴν ἐκ μορφῆς οὐκ ἔχοντας, καὶ πείθοι, ὅτι αὕτη ἡ σαπρὰ τῆς ἀλώπεκος ἰδέα ἐκείνη ἐστὶν ἡ καλὴ τοῦ βασιλέως εἰκών τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ οἱ αἱρεσιάρχαι, γραῶν τρόπον συγκαττύσαντες ῥήματα, καὶ λέξεις τινάς, καὶ παρα βολάς θείας Γραφῆς ἀποσπάσαντες, ἐφαρμόζειν βιά ζονται τοῖς ἑαυτῶν μύθοις τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Αλλά μὴ ἀγνοεῖτε τοὺς τοιούτους ΣΜΗ. — ΘΕΟΚΛΕΙΑΝΟ. Αλλ' ἡμῖν, «φησὶν ὁ Ἀπόστολος,» εἷς Θεὸς ὁ Πα τὴρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν· καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς, δι' οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς δι' αὐτοῦ.» Πῶς οὖν πολυθεῖα ἔσται, καὶ πολλαὶ ἀρχαί; Οὐκοῦν εἰς ὑπάρχει ὁ ποιητὴς τῶν ὅλων, καὶ οὔτε πολλοὶ θεοί, καθὼς ὑμεῖς λέγετε, οὔτε πολλοὶ αἰῶνες, ἄῤῥενές τε καὶ θήλειαι. Εφη γὰρ ὁ μακά ριος Παῦλος, ὅτι «Εἴπερ εἰσὶ λεγόμενοι πολλοὶ θεοὶ, ο τὸ δὲ, λεγόμενοι, ὡς περὶ μὴ ὑπαρχόντων ἀπεφήνατο. Οὐδὲ γὰρ θεοί εἰσιν ἥλιος, καὶ σελήνη, καὶ ἀστέρες, καὶ τὰ ἑξῆς κτίσματα. Καὶ οἱ πεπλανημένοι θεοποιοῦσιν αὐτά. ΣΜΘ'. ΑΙΛΙΑΝΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, τίς με ρύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; › Οὐχὶ τὸ σῶμα θάνατον ὑπάρχειν ἀποφαίνεται ὁ θεῖος ᾿Απόστολος, ἀλλὰ τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας, τὸν ἐν τοῖς μέλεσιν τοῦ σώματος ὄντα, διὰ τῆς ἐν τῷ 'Αδάμ παραβάσεως φωλεύοντα ἐν ἡμῖν, καὶ πρὸς τὸν θάνατον τῆς ἀδικίας τὴν ψυχὴν ἐπισπεύδοντα.
col. 175–176page 59 of 262
PG 79:175ΣΝ. — ΤΕΥΚΡΩ ΔΙΑΚΟΝΩ. δεται ὁ ἡμέτερος Κύριος Σωτήρ καὶ Χριστὸς τοῖς ἐπαινετοῖς ἔργοις ἡμῶν καθεκάστην ἡμέραν, καὶ νύκτα τρεφόμενος, ο Βρῶμα γὰρ ἔχω φαγεῖν, ο ἔλεγε τοῖς ἀποστόλοις, «ὅπερ ὑμεῖς οὐκ ἐπίστασης νῦν,» μετὰ δὲ ταῦτα γνώσεσθε, τῆς τῶν Σαμαρειτών πόλεως τῶν τότε πιστευσάντων, καὶ τῆς τῶν μετά τοῦτο μυρίων ἐθνῶν χριστιανισάντων σωτηρίαν τὴν ἐδωδὴν προαινιττόμενος τοῖς οἰκείοις φοιτηταῖς. Καὶ γὰρ ὁ Ησαΐας προανεφώνει περὶ Χριστοῦ, ὅτιπερ Βούτυρον καὶ μέλι φάγεται.» ῾Ο ἐν ἀρχῇ μὲν τὸν Αδάμ πλαστουργήσας, ὕστερον δὲ ὡς παιδίον, καὶ ὡς ἄνθρωπος ἐφθεὶς Χριστὸς Ἰησοῦς ὁ Θεὸς καὶ οὐ. ρανοῦ, καὶ γῆς, καὶ πάντων ὁρατῶν. Διὰ βουτύρου καὶ μέλιτος τὸ τρόφιμον τῇ ψυχῇ καὶ τὸ γλυκύ, καὶ προσηνὲς ὑπερφαίνων τῆς τῶν Χριστιανών καλ λίστης εργασίας. ΣΝΑ. Τῷ αὐτῷ. Ἐὰν καλὰ πράττης ἔργα, καὶ μιμῇ τὸ πρᾶον του Ἰησοῦ, ἔθρεψας αὐτὸν βουτύρῳ καὶ μέλιτι· ἐὰν δὲ ὀργίλος μένῃ, καὶ φαύλων εργάτης πράξεων, λέξει εὐλόγως καὶ περὶ σοῦ Ἰησοῦς, ὅτι «Εδωκεν οὗτος εἰς τὸ βρῶμα μου χολὴν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισέ με ὄξος. ο ΣΝΒ'. ΓΛΥΚΑΔΙΩ ΠΡΟΤΗΚΤΟΡΙ. Γλυκάδιος μὲν τὸ ὄνομα κέκλησαι, ὀξινὸς δὲ καὶ ἀηδῆς τὸν τρόπον καθέστηκας. ΣΝΓ'. — ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΑΙΡΕΤΙΚΟ. Ἠρώτησάς με, πόθεν τοῖς περὶ τὸν Ἀδὰμ ηὑρέ θησαν δερμάτινοι χιτῶνες; Αντερωτῶ σε καγω, πό θεν οὐρανὸς ἐξ οὐκ ὄντων τέταται ἐν μετεώρῳ ἀνα πετασμένος· πόθεν ἐκτίσθη ἥλιος ἀποστίλβων· πόθεν σελήνη, καὶ ἀστέρων χορεία· ἀπὸ ποίων φύσεων ἐτμήθη ὄρη· πόθεν τῆς κνιπὸς, καὶ τοῦ κώνωπος ἐν Αἰγύπτῳ ὁ πορισμὸς τῷ μεγάλῳ Μωϋσῇ· πῶς ἡ ξυλίνη ράβδος μετεβλήθη εἰς ὅριν ἐμψυχωμένον, και Έρποντα· πόθεν τῇ χειρὶ τοῦ νομοθέτου τὸ ὥσπερ χιόνα λευκανθῆναι; Οὕτως οὖν καὶ τότε θελήσας ὁ Κύριος δερματίνους χιτῶνας, χωρίς ζώων, καὶ τέ χνης τινὸς ἀνθρωπίνης, καὶ πολυτρόπου εργασίας ἅμα θέλων ἐποίησε τοῖς περὶ τὸν Ἀδάμ, ὡς ἀπ' ἀρ χῆς ἅμα ἠθέλησε, καὶ οὐρανὸς, καὶ πάντα γεγέννηται. ΣΝΑ. Τῷ αὐτῷ. Στήσον πρῶτον τὸ οὐχὶ νοητῶς, ἀλλ᾽ αἰσθητῶς παρὰ Χριστοῦ εἰρημένον, ὅτι «Ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ Κτίσας ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν,» καί· Οπερ ὁ Θεὸς συν έζευξεν, ἄνθρωπος μή χωριζέτω.» Καὶ ὕστερον ἀλληγορεῖ, ὅπερ φησὶν ὁ ᾿Απόστολος· «Τὸ μέγα μυστήριον εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ο ὅτι ἐκ τῶν σαρκῶν αὐτοῦ καὶ τῶν ὀστέων ἑσμέν, διὰ τὸ μετέχειν Χριστοῦ, καὶ συνηνῶσθαι αὐτῷ ἐν πίστει, καὶ γνώσει, καὶ ἀρεταῖς. ΦΑΙΣΤΩ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Ανευφημοῦμεν, δοξάζομεν, ὑμνοῦμεν, προσκυνοῦ μεν Πατέρα, καὶ Υἱὸν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, μίαν
col. 177–178page 60 of 262
PG 79:177δύναμιν, μίαν θεότητα, μίαν ἐξουσίαν, ἐν θέλημα, Τριάδα ὁμοούσιον δοξάζομεν, καὶ ὁμολογοῦμεν μπο ναδικῶς, τριαδικώς. Μοναδικῶς μὲν ἐν μιᾷ οὐσία, καὶ θεότητι, τριαδικῶς δὲ ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ήτοι προσώποις τρισίν. ΕΝΤ. - ΠΕΛΑΓΙΩ. ο Τοὺς ἐγγαστριμύθους, καὶ τοὺς ἀπὸ τῆς γῆς φω νοῦντας, τοὺς κενολογοῦντας, καθώς φησιν ή Γραφή, φευκτέον ἡμῖν· πᾶς γὰρ κεκωλυμένος, καὶ ψευδής λόγος, κενός ἐστιν ἀληθείας. Βλέπε, τί φασιν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, ὅτι «Ἐκ τοῦ πληρώματος τοῦ Θεοῦ ἐλάβομεν.» Οἱ δέ γε κενολογοῦντες αἱρετικοὶ οὐκ ἔχουσι λόγους ἐκ πληρώματος, πάντας δὲ κενοὺς τῆς ἀληθείας, καὶ κενοὺς τῆς θείας δυνάμεως, και του φίας. Οἵτινες ἐκ τῆς κοιλίας φωνοῦσιν· οἱ γὰρ μὴ ἔχοντες μὲν τὴν ἀλήθειαν, ἐπαγγελλόμενο: δὲ ταύτην, δῆλον ὅτι ἐκ κοιλίας φωνοῦσι, τῇ ἑαυτῶν κοιλίᾳ δου λεύοντες, «ὧν Θεὸς ἡ κοιλία λελόγισται.» Ἡ γὰρ πηγὴ τῶν λόγων τῶν γαστριμαργων οὐκ ἐξ ἁγίου προ έρχετα: Πνεύματος, οὐκ ἀπὸ ἡγεμονικοῦ, οὐκ ἀπὸ τῆς καρδίας τῆς τὸν Χριστὸν ποθούσης, ἀλλ' ἀπὸ κοιλίας ἐκβλύζεται. ΣΝΖ'. — ΔΙΟΚΛΗΤΙΑΝΟ. Δύναταί τις ἐκ τοῦ δεξιοῦ μέρος ἐπὶ τὸ ἀριστερὸν ῥᾳδίως μετατεθῆναι, ὥς φησιν ὁ ᾿Απόστολος· ὅτι «Ο δοχῶν ἑστᾶναι, βλεπέτω μὴ πέσῃ·» μέχρι γὰρ τῆς ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἐν ἀδήλοις ἐστὶ τὰ ἀνθρώπινα, ἀλλαχόθεν ἀλλαχοῦ μεταβαίνοντα. Καὶ πάντως αυτ ταῖς ὄψεσιν ἑώρακας τὸν ᾿Απολινάριον ἐν βίῳ σώ φρονί τε καὶ σεμνῷ καταγεγηρακότα, τίμιόν τε τῷ λόγῳ, καὶ ὑπὸ τῶν ᾿Αρειομανιτῶν καιρῷ δεδιωγμένον· καὶ ὅμως ὁ τοιοῦτος ἐξέπεσεν εἰς αἵρεσιν πλα νηθεὶς ὑπὸ τοῦ διαβόλου, καὶ δογματίζει φανερῶς, ὅτι ἄνωθεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τὴν σάρκα ἀνείληφεν, μήτε ψυχὴν, μήτε νοῦν ἔχουσαν, θείαν δὲ ἐμψυχίαν φησὶ τὴν θεότητα τοῦ Λόγου· σπουδῇ δὲ τοῦ πᾶσινἀνθρώποις φθονοῦντος διαβόλου· ὥς πού τινι τῶν σοφῶν εἴρηται, ὅτι φθόνος ἀεὶ ταῖς μεγάλαις εὐπραγίαις ἀντίπαλος· οὕτω διὰ προσώπων προβεβοημέ νων, καὶ πάνυ θαυμασθέντων βαλεῖν τινας προφάσεις, ἵνα τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν θορυβήσῃ, καὶ λυπήσῃ, καὶ στιβαρῶς ταράξῃ, καὶ συγχήσῃ. ΣΝΗ. - ΣΑΒΟΥΡΙΑ ΚΟΜΗΤΙ. Περὶ τῆς νοητῆς Ἱερουσαλήμ, τουτέστι τῆς Ἐκε κλησίας, γέγραπται τό·. Ης ἡ μετοχὴ αὐτῆς ἐπὶ τὸ αὐτό.» Πάντες γὰρ οἱ πιστεύοντες, ἓν σῶμα, καὶ ἐν πνεύμα, μία πόλις τῷ τρόπῳ ὑπάρχοντες, συν ερχόμενοι ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης, καὶ τῆς ἀγάπης, ὁμοθυμαδὸν μετέχομεν τῶν χαρ σμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ΣΝΘ. - ΝΑΥΚΡΑΤΙΩ. Τὴν ἔνσαρκον οίκονομίαν λύχνον φησίν· ἡ γὰρ τοῦ α)
col. 179–180page 61 of 262
PG 79:179Θεοῦ σοφία τὸν εἰρημένον ἄψασα λύχνον ηὗρε τὴν δραχμὴν τὴν ἀπολωλυΐαν. ΣΞ'. - Τῷ αὐτῷ. Πᾶν τὸ ἄξιον σωτηρίας ηὑρέθη, τὸ δ' ἀνάξιον διὸ τὴν ἀμετανοησίαν, καὶ τὴν πώρωσιν οὐχ εὑρῆσθαι λέγεται·ι Ἐὰν γὰρ ὑπάρχει ὥσπερ ὁ ἄμμος τῆς θαλάσσης, τὸ κατάλειμμα σωθήσεται, ο ήτοι τὸ λε γόμενον παρὰ τῷ ᾿Αποστόλῳ λείμμα κατ' ἐκλογὴν χάριτος σωζόμενον διὰ πίστεως. ΣΞΑ'. - Τῷ αὐτῷ. Εἰ πάντες, ὡς λέγεις, σώζονται, πῶς πᾶσι γέγονα πάντα, ἵνα πάντως τινὰ σώσω; «Πῶς δὲ παραζηλώσω μου τὴν σάρκα ὅπως σώσω τινὰς ἐξ αὐτῶν, καὶ οὐ πάντας;» ΣΕΒ'. Τῷ αὐτῷ. Μελίσσας τινὲς τοὺς προφήτας κικλήσκουσι, μετ λισσουργεῖον δ' αὐτῶν τὴν θείαν εἶναι Γραφήν. Καλόν τοίνυν ὑπάρχει, πείθεσθαι τῷ Σολομῶντι φάσκοντι Υιέ μου, φάγε μέλι, ὅπως ἂν γλυκανθείης τὸν τῆς ψυχῆς φάρυγγα.» Βρῶσιν δὲ λέγει γλυκεῖαν, καὶ μελιτώδη τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τὴν μελέτην τῶν λογίων τοῦ Πνεύματος. ΣΕΓ'. Τῷ αὐτῷ. Πυνθάνῃ μου, τί ἐστι τὸ γεγραμμένον, ότι «Οὐκ ἐγίνωσκεν Ἰωσὴφ τὴν Μαρίαν, ἕως οὗ ἔτεκεν.» Τουτ έστιν, οὐκ ᾔδει, οὐδὲ ἠπίστατο, ὅτι Θεοτόκος ή Μα ρία δειχθήσεται. Μετὰ δὲ τὸν παράδοξον τόκον, ἀπ ήγγειλαν οἱ ποιμένες τοὺς λόγους τῶν ἀγγέλων, ὅτι Ἐτέχθη παρὰ τῷ κόσμῳ Χριστὸς Κύριος ἐν πόλει Δαυΐδ·, καί·· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη» καὶ τὰ ἑξῆς. ΣΕΔ'. ΚΑΛΛΙΜΑΧΟ ΜΕΜΟΡΙΑΛΙΟ. Ψιλὸν τὸ γράμμα τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς, κη ρίον ἂν λέγοιτο· ὁ δέ γε ἐν τῷ γράμματι τεθησαυρισμένος νοῦς, μέλι τροπικῶς ῥηθήσεται. ΣΞΕ. - ΠΑΥΛΟ ΔΕΚΕΜΠΡΙΜΟ. δοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία μου, ο Χριστὸς ὁ Σωτὴρ ἐβόα διὰ τοῦ Ἡσαΐου. Ὡς γὰρ παιδίοις διείλεκται ὁ Σωτὴρ τοῖς ἁγίοις, ὅσα χωρῆσαι ἐδύναντο, καὶ τοῖς ἄλλοις διακονῆσαι· πρὸς γὰρ τὴν τοῦ Χριστοῦ τελειότητα, πάντες οἱ ἅγιοι παιδία τυγχάνουσιν. ΣΕΦ. ΚΥΡΙΛΛΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Τυπικῶς ἡ πρώτη Εύα ζωὴ ἐκλήθη, ἵνα σημάνῃ τὴν δευτέραν, τουτέστι, τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν γεν νήσασαν τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων Χριστὸν τὸν Κύ ριον τῆς δόξης. Αὕτη γὰρ ἀληθῶς μήτηρ δείκνυται πάντων τῶν εὐαγγελικῶς ζώντων, καὶ μὴ ἀποθνησκόντων τὰς ψυχὰς διὰ τῆς ἀπιστίας. ΣΕΖ΄. Τῷ αὐτῷ. Τις ἔδωκε γυναιξὶ σοφίαν υφαντικήν; ὁ Δεσπότης τῷ Ἰὼβ διελέγετο. Η μὲν γὰρ πρώτη γυνή σοφίας τετύχηκεν ἐξυφαίνειν ἱμάτια βλεπόμενα, ἵνα τὴν φαινομένην τῶν σωμάτων γύμνωσιν τούτοις περισκέ πωμεν. Ἡ δὲ δευτέρα, τουτέστιν ἡ Θεοτόκος, τηλε ΧΧΙ,
col. 181–182page 62 of 262
PG 79:181καύτην σοφίαν ἐπεδείξατο, καὶ ποικιλτικὴν ἐπιστήμην, ὥστε ἐκ τῶν ἐρίων τοῦ ἐξ αὐτῆς γεννηθέντος ἀρνίου ἐνδῦσαι τοὺς πιστοὺς ἅπαντας, τὰ ἐνδύματα τῆς ἀφθαρσίας, καὶ τὸ ἀοράτου ἐλευθερώσαι γυμνώσεως. Πᾶν γὰρ τὸ σύστημα Χριστιανῶν ἀληθινὸν πάρο εστι ἐκ δεξιῶν τοῦ ἄνω Βασιλέως, ἐν ἱματισμῷ δια χρύσῳ περιβεβλημένον, πεποικιλμένον τοῖς μυρίοις τῶν ἀρετῶν εἴδεσιν. ΣΞΗ. Τῷ αὐτῷ Ο μὲν 'Αδάμ πέπλασται, ἡ δὲ Ενα ᾠκοδομήθη, ἵνα δειχθῇ Θεὸς Λόγος, ἐκ Μαρίας μὲν τὸ σῶμα τὸ ἄσπιλον ἀναπλάσας ἑαυτῷ, ἐκ δὲ τῆς νυγείσης ἐπὶ τοῦ σταυροῦ πλευρᾶς τὴν νύμφην ἑαυτοῦ τὴν Ἐκε κλησίαν οἰκοδομών. ΣΕΘ'. Τῷ αὐτῷ. Γέγραφας, ὅτι Εἰ πρῶτον οὐκ ἐγίνωσκε τὴν Παρ θένον Ἰωσὴφ μέχρι τῆς ἀποτέξεως, πάντως δήπου μετὰ τὸν τόκον ἔγνω. Πῶς οὖν ἔγνω; Πρόδηλον, ὅτι ἔγνω τιμᾷν καὶ καταδεῖσθαι τὴν ἐκ Θεοῦ τετιμημένην παρθένον πρὸ τὸ ἀποτέξεως, καὶ πάλιν παρθένον μετὰ τὸν τόκον φανεῖσαν. Συ'. Τῷ αὐτῷ. Ὁ ἐν τῷ τίκτεσθαι ἀνοίξας τὴν ἀμόλυντον μήτραν Δεσπότης ἡμῶν Χριστὸς, αὐτὸς καὶ μετὰ τὸ τεχθῆναι τὴν μήτραν ἐσφράγισεν οἰκεία σοφίᾳ, καὶ δυνάμει, καὶ θαυματοποιία, μηδόλως παραλύσας τῆς παρθενίας τα σήμαντρα. Θεοῦ δὲ ἔργον τοῦτο πᾶς τις εὐ φρονῶν συνομολογήσαιεν. ΣΟΑ'. Τῷ αὐτῷ. Ολην τὴν διάνοιαν πρὸς τὸ σαρκικόν φρόνημα κατανεύεις, καὶ λέγεις τό· Εγνω αὐτήν· εἴ γε καὶ ἔγνω, μίξιν ὑπαινίττεσθαι. ᾿Αλλὰ γνώθι, κομψότατε, ὅτι οὐ φιλήδονος, οὐδὲ λάγνος ὑπῆρχεν ὁ Ἰωσήφ, ἀλλὰ καὶ πάνυ θεοσεβής τε καὶ δίκαιος. ᾿Ακούσας δὲ παρὰ τοῦ ἀγγέλου εἰπόντος περὶ τῆς Παρθένου ἐπιτόκου τυγχανούσης, ε ὅτι Τὸ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν ἁγίου, καὶ τεχθήσεται, καὶ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει εἰς τοὺς αἰῶνας,» προσέθετο εὐλαβεῖσθαι ἀπὸ προσώπου Κυ ρίου, φρίξας τοῦτο δὴ τὸ ἔκπληκτον, καὶ παραδοξότατον μυστήριον. Διόπερ οὐκ ἔτι λοιπὸν ὡς μνηστήρ, καὶ ἀνὴρ, ἀλλ' ὡς λατρευτής, καὶ διάκονος Θεοῦ ἐμε βριθέστατος, συσφίγξας τῇ σωφροσύνῃ τοὺς οἰκείους λογισμούς, ἐξυπηρετεῖτο σὺν πάσῃ ὁσιότητι, καὶ πολλῇ ἁγνότητι, καὶ φόβῳ θείῳ τῇ λεγομένῃ, οὐ μὴν καὶ οὔσῃ, γυναικὶ αὐτοῦ Μαρία. ΣΟΒ. – ΠΤΟΛΕΜΑΙΟ. Εἰ κατὰ τὸν ᾿Απολινάριον λέγεις καὶ σὺ, ὅτιπερ ὁ Θεὸς Λόγος ἐξ οὐρανοῦ λαβὼν τὴν σάρκα εἰς τὴν γῆν κατελήλυθεν, τίς χρεία τῆς μακαρίας Παρθένου; Οὐκοῦν, φρονιμώτατε, γίνωσκε ἀκριβέστατα, ὅτι ὁ ἄπλαστος κατὰ τὴν θεότητα Κύριος ἑαυτὸν ἐκ τῆς Παρθένου ἄνευ σπέρματος, καὶ φθορᾶς, καὶ δίχα παντός τύπου ἔπλασε κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Οπου δὲ Πνεύματος ἁγίου παρουσία, ἐκεῖ μηδόλως μολυ σμὸς ἐννοείσθω.
col. 183–184page 63 of 262
PG 79:183ΣΟΓ. ΕΥΡΥΚΛΕΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Ο τόπος ὁ καλούμενος Αἰνὼν πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐτύγχανεν. Αἰνὼν δὲ ἑρμηνεύεται ὀφθαλμὸς βασά νου, τουτέστιν ἐξητασμένη, καὶ βεβασανισμένη, καὶ ἔγκοπος θεωρία. Διορατικώτεροι τοίνυν ἐγένοντο οἱ βαπτισθέντες. Σαλείμ δὲ ἑρμηνεύεται, υἱὸς ἀνα βαίνων· Ἰορδάνης δὲ κατάβασις λέγεται τῇ Ελ ληνική γλώσσῃ. Πέραν δὲ τῆς καταβάσεως ἐστιν ἡ ἀνάβασις τῶν ὑπὸ τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ βαπτιζομένων εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Χρι στοῦ. ΣΟΔ'. - Τῷ αὐτῷ. Ἡ μετάνοια ζωοποιεῖ τὸν τοῖς παραπτώμασι νεο κρωθέντα· αὕτη γὰρ γνώρισμα ὑπάρχει τῆς παλιγγενεσίας, τρόπαιον δὲ ἀναστάσεως, ἐντεῦθεν ἤδη ὀφθαλμοῖς βλεπομένης. ΣΟΕ. - ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΑ. Η πρώτη τοῦ πειρασμοῦ προσβολή, ὅθεν τὰ πάθη λαμβάνει τὴν ἀρχὴν, τοῦτο τῆς ἡμετέρας δυνάμεως κατάσκοπος γίνεται. Οἷον, ἐνέπεσε τῷ ὀφθαλμῷ θέαμα τὴν ἐπιθυμίαν δυνάμενον ἀνακινῆσαι· διὰ τοῦ το κατασκοπεῖ τὴν ἐν σοὶ δύναμιν ὁ πολέμιος, εἴτε Ισχυρός τις καὶ ἐμπαράσκευος εἶ, εἴτε ἄτονος, καὶ εὐάλωτος. Εἰ δὲ μαλαχθείη δι' ἡδονῆς πρὸς τὴν θέαν ἡ αἴσθησις, καὶ τὸ τοῦ χαρακτῆρος εἴδωλον ἔνδον τῆς διανοίας διὰ τῶν ὀφθαλμῶν εἰσδύει, τότε και τα πολεμεῖται ὁ στρατηγὸς τῶν ἔνδον, τουτέστιν ὁ νοῦς. ΣΟΦ. Εἴ τις, φησίν, ο ἄνθρωπος δειλός ἐστι τῇ καρδίᾳ, αποστραφήτω εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ μὴ ἐξέλθῃ εἰς πόλεμον, ἵνα μὴ δειλιάνῃ τὴν καρδίαν τοῦ ἀδελ φοῦ αὐτοῦ.. Δύναται γάρ· τις δειλὸς ὑπάρχων πρὸς πειρασμούς, καὶ πόλεμον δαιμόνων παραλῦσαι τὴν προθυμίαν τοῦ εὐζώνου πρὸς ἀριστείαν. ΣΟΖ'. Ἐπειδὴ οὐ μικρὸν κακὸν τοῖς εἰκὴ καὶ μάτην φλυαροῦσιν ὑπάρχει τῆς γλώττης ἡ ὀξύτης, τούτου χάριν ἀντὶ θύρας, καὶ μοχλοῦ τὴν σιωπὴν τίθησιν ὁ ἅγιος Μωϋσῆς· διὰ γὰρ τοῦτο δύο εἰλήφαμεν ὦτα, μίαν δὲ γλῶσσαν, ἵνα πλείονα ἀκούωμεν πρὸς σωτη ρίαν, ήπερ λαλοῦμεν, διὰ πράξεων ἀγαθῶν μᾶλλον βοῶντες, καὶ θείων κατορθωμάτων. Καλῶς οὖν αὐτός τε ὁ Μωϋσῆς, καὶ οἱ ἱερεῖς, καὶ οἱ Λευ ἶτα: παντὶ τῷ Ἰσραὴλ ἀπεστέλλοντο λέγοντες • Σιώπα, Ισραήλ, καὶ ἄκους τὰ λόγια Κυρίου.» ΣΟΥ. ΛΕΩΝΙΔΗ ΚΟΜΗΤΙ. Ἡ παρὰ τοῖς ἄφροσιν Ἕλλησι τύχη, καὶ εἱμαρμένη προσαγορευομένη, οὔτ᾽ ἦν ποτε, οὔτ᾽ ἔστιν, οὔτ᾽ ἔσται πώποτε, μήτε φανείη ποτέ. Μόνον μὴ σύ γε ταύτῃ ἀνυποστάτῳ οὔσῃ παρέχοις τὴν ὕπαρξιν ἐξακολουθῶν ἐκ προλήψεως τοῖς τῶν ἀνοήτων Ἑλλή νων ληρήμασιν. ΣΟΘ'. ΘΑΛΛΙΑΝΩ ΙΛΛΟΥΣΤΡΊΩ. Ετεροι μὲν ἐπιταγὰς μᾶλλον παρὰ μοναχῶν μετὰ χαρᾶς καὶ προθυμίας δέχονται, ἤπερ ἐπιτάσσουσιν. το δ'
col. 185–186page 64 of 262
PG 79:185Γινώσκουσι γὰρ Θεῷ ὑπακούοντες, καὶ Θεῷ τὴν χά αν παρέχοντες, καὶ τιμηθησόμενοι παρὰ Θεοῦ κατ' Αξίαν τιμώντες. Σὺ δὲ ταῖς βαρείαις ἐπιταγαῖς και ταφορτίζεις τοὺς παροικοῦντας τῇ κώμῃ σου άσκη τὰς καθάπερ ἀνδράποδα. Καὶ πῶς σε καλέσω φιλό χριστον; ΣΠ. – ΦΕΒΡΑΡΙΟ ΔΙΑΚΟΝΩ. Μὴ τὰ πλάτη του βίου λίχνως μοι περιζήτει· μᾶλ λον δὲ τὴν στενὴν, καὶ τεθλιμμένην ἀτραπὴν μα στεύειν βουλήθητι. ΣΠΑ΄. - ΙΛΑΡΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Οταν δυνηθῇς δύο μῆνας εὐχῇ, καὶ τῇ ἡσυχία προσκαρτερήσαι, τότε κἂν ὄνυχά πού τινα, ή φαντασίαν μικράν τινα ἐν νῷ λαβεῖν δυνήσῃ τῆς ἐπιπόνου τληπαθείας, καὶ τῆς πολυμόχθου διαγωγῆς, τῶν διὰ πάσης τῆς ζωῆς προσανεχόντων τῷ μονήρει κανόνι, καὶ τῇ ἀκτυπησία. ΣΠΒ'. Κλέπται δύστροποι ὄντες οἱ τῶν Ἑλλήνων σοφοί, παρά τε Μωϋσέως, καὶ τῶν προφητῶν τὰ κυριώτερα τῶν δογμάτων οὐκ εὐχαρίστως λαβόντες ἀλαζονείαν καὶ τύφον τυρεύουσιν, ὡς ἐπ' ἰδίοις τοῖς ἀλλοτρίοις κειμηλίοις γανύμενοι. ΣΠΓ'.· ΔΙΟΝΥΣΙΟΔΩΡΟ. Οὐκ ἀναγκαῖον ἂν εἴη, οὐδ᾽ ἐπαίνου ἄξιον, τὸ πεί θεσθαι προχείρως τοῖς προσώπων τινῶν κατηγορίαν ποιουμένοις, κἂν ὑπάρχειν δοκῶσιν αιδέσιμοι. Περι μένειν γὰρ χρησιμώτατον καὶ τὴν τοῦ κατηγορουμένου μέρους ἀπολογίαν, εἶθ᾽ ὕστερον μετὰ τὴν ἀκρόασιν τῶν ἀμφοτέρων, νόμιμόν τε καὶ δίκαιον, ὡς καθήκει, ἐκφέρειν τὸ ψήφισμα. ΣΠΔ'. — ΙΟΥΛΙΟ ΦΟΙΔΕΡΑΤΟ. Τῆς ὑπὲρ τὸ δέον σιτήσεως τὸ πέρας, δῆλον ὅτι κόλασιν· πολλάκις δὲ καὶ νόσου τῷ σώματι δω ρεῖται. ΣΠΕ'. - ΚΟΡΝΗΛΙΟ. Επισκέψομαι, φησὶν ἡ προφητεία, ἐπὶ τοὺς φοροῦντας ἱμάτια ἀλλότρια.» Ο γὰρ μὴ κεκτημένος τὴν ἀρετὴν, ὑποκρινόμενος δὲ, καὶ σχηματιζόμενος ἀρετὴν ἔχειν, οὗτος εὔδηλον ἀλλοτρίαν στολήν περι βάλλεται. Καὶ οἱ ἑτερόδοξοι δὲ προσποιούμενοι χρη στὰ διδάσκειν, ἐλέγχονται διὰ τῶν φαύλων δογμάτ των, ἠλλοτριῶσθαι τῆς θείας ἀληθείας, καὶ τῆς δι καιοσύνης· περιεβάλοντο γὰρ ἀλλότριον φόρεμα, ώστ περ λύκοι τὰ τῶν προβάτων κώδια. ΣΠΑ". - ΓΑΙΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ. υς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης. • Υποδείγματι διαλέγεται ὁ μέγας Απόστολος, ἵνα σημάνῃ τὸ ἀπα θές, καὶ ὅτι οὐκ ἐξ ἐλαττωθέντος τοῦ Πατρὸς, οὐδὲ μειωθέντος τόδε απαύγασμα, οὐκ ἀνυπόστατον, ἀλλ' ἐν ἑτέρῳ ἔχει τὸ εἶναι. Μὴ οὖν τοῦτο ἐννοήσῃς ἐπὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου· βλέπε γὰρ τί εὐθὺς ὁ Ἀπόστολος ἐπάγει· «Καὶ χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, κ Ὥσπερ γὰρ ὁ Πατὴρ ἐνυπόστατος, οὕτως καὶ ὁ Υἱὸς ἐνυπόστατος· οὐκ ἄναρχο; ὁ Υἱὸς, αἴτιος γὰρ αὐτοῦ ὁ Πατήρ, καθ' ὅ Πατήρ, οὐ καθ' ὅ Κτίστης.
col. 187–188page 65 of 262
PG 79:187"Ορα δὲ πῶς λέγει ἐν Εὐαγγελίοις αὐτὸ τὸ ἀπαύγα ο σμα «Εγώ είμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ο φῶς ἐκ φω τός. Ο χαρακτὴρ ἄλλο τί ἐστι παρὰ τὸ πρωτότυπον, ἄλλο δὲ οὐ πάντη, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐνυπόστατον. ΣΠΖ'. — ΦΙΛΟΡΟΜΟ ΚΟΜΗΤΙ. Ἐὰν ἰσχύσεις ξυνιδεῖν τὸν μόχθον τῶν πολέμων, καὶ τῆς καρτερᾶς μάχης τῶν μοναχῶν, τῆς πρὸς τοὺς ἀλάστορας δαίμονας, τοὺς διηνεκεῖς, καὶ δυσμεν νεῖς, καὶ τὴν ἅπαυστον, καὶ ἀνένδοτον τῆς σωτηρίας μέριμναν, καὶ φροντίδα, καὶ τὰς ἀναριθμήτους τῆς ψυχῆς τηκεδόνας, καὶ τὴν πικρίαν τὴν ἐπιγινομένην ἐν τοῖς ποικίλοις πειρασμοῖς τῶν ἐναντίων δυνάμεων, τὸ τηνικαῦτα τὴν διὰ χρόνου λιπαρὰν τῶν ἀσκητῶν φαινομένην σοι καὶ δαψιλή τράπεζαν, κακουχίαν με γίστην, καὶ βαρείαν ἔνδειαν, καὶ δίαιταν αὐχμηράν νομίσειας, παρασυμβάλλων ταύτην, καὶ συγκρίνων ταῖς σαῖς διηνεκέσι, καὶ ἀκολάστοις τρυφαῖς καὶ πανδαισίαις. Μή τοίνυν κατάκρινε, καὶ σκόπτε τοὺς δι' ἡμερῶν δοκιμάσαντας μοναχούς, παραμυθίαν τινὰ μεταλήψεως σιτίων καλῶν, σὺν θείᾳ ἐλευθερίᾳ, καὶ παῤῥησίᾳ χρηστῇ, καὶ λογισμοῖς ἀγαθοῖς τῷ κατα πονηθέντι σώματι χορηγῆσαι. ΣΠΗ'. - ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΕΚΔΙΚΟ. Ἐπύθου μου, εἰ οὐσιώδης σοφία, ὁ τῶν ὅλων Δε σπότης Χριστὸς, καὶ μόνος πλήρης, καὶ τέλειος, καὶ ανελλειπὴς ἀπ' ἀρχῆς, πῶς γράφει περὶ αὐτοῦ ὁ Λουκᾶς· ὅτι «Προέκοπτεν ἡλικίᾳ, καὶ σοφίᾳ, καὶ χάριτι;» Οὐχ ὅτι σοφίαν προσλαμβάνων ἔξωθέν που θεν, ἣν οἴκοθεν εἶχεν, κατενοεῖτο· ὅλος γὰρ σοφία, καὶ γνῶσις ἀκατάληπτος, καὶ χάρις, καὶ θησαυρὸς χα ρίτων ἀδαπανήτων κατὰ τὴν θεότητα, ἀλλ' ὅτι προκοπτούσης τῆς ἀνθρωπίνης τοῦ Σωτῆρος ἡλικίας, παρεγυμνοῦτο τοῖς ἀνθρώποις ἡ ἔνδειξις τῆς θεϊκῆς σοφίας και χάριτος. ΣΠΙΘ'. - ΔΡΟΥΣΙΑΝΩ. Κἂν μή πως ἐφύη τῷ μόσχῳ τὰ κέρατα, ἀλλ᾽ οἷος πάντως, ὅτι φυήσεται· ὅθεν καὶ τῇ κεφαλῇ τὸ δο κοῦν πολεμεῖν ἀμύνεται. Οὕτω καὶ Δαυΐδ, καν μήπω ὁ Σωτὴρ Χριστὸς κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῖς ἀνθρώποις ἐφάνη, ἀλλ' ὡς προφήτης ἐγίνωσκε, πόθεν ἐξ ανατελεῖ τῆς σωτηρίας τὸ κέρας, τουτέστιν ἐκ τοῦ σπέρματος, καὶ ἐκ τοῦ γένους Δαυΐδ. Διόπερ καὶ ἔλεγεν αὐτὸς ὁ Δαυΐδ πρὸς τὸν Δεσπότην Χριστόν ὅτι «Ἐν σοὶ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν κερατιοῦμεν,» τουτο ἐστι διὰ σοῦ, καὶ διὰ τῆς σῆς ἰσχύος, καὶ τοῦ κράτ τους, κατά κράτος τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν ἀμυνόμεθα δαίμονας. Ἡμεῖς γὰρ καθ᾿ ἑαυτοὺς οὐκ ἰσχύομεν περιγενέσθαι τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν. Σ.. - ΠΡΟΚΛΟ ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟ. Οἰκονομικῶς οὐκ ἐδόθη σοι οὔτε λόγων εὐφυία, οὔτ᾽ ἀφθονία, καὶ πλῆθος νοημάτων, οὔτε χρημάτων δαψίλεια, οὔτε ὑγεία τοῦ σώματος. Εἰ γὰρ καὶ τούτων στερηθεὶς λακτίζεις τοῖς λογισμοῖς, καὶ φλυαρεῖς ἀπαύστως λαλῶν τὰ μηδὲν ὠφελοῦντα, πεπλατυ σμένῳ τῷ στόματι, καὶ ἀκαθέκτῳ τῇ γλώττῃ, καὶ το
col. 189–190page 66 of 262
PG 79:189μόνον τὴν σαυτοῦ κενοδοξίαν, καὶ ἀνθρωπαρεσκίαν πληροφορῶν, καὶ ἄθλια αἰχμαλωτίζων γύναια· τί ἂν διεπράξω εὐπορήσας, ὧνπερ εὐλόγως ἀπεστερήθης; ΣΕ Α'.-- ΑΙΛΙΑΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Τὸν Ααρών δεικνύων θαυμάζῃ παρὰ πάντων, ἐπιφερόμενός τε λίθους τιμίους, καὶ κώδωνας εύ ήχους ἐξηρτημένος. Τῶν γὰρ ὑπὸ σοὶ ταττομένων κληρικῶν, οἱ μὲν σιγὴν ἀσκοῦντες τῷ βίῳ κεκράγασι σάλπιγγος μεγαλοφωνότερον, οἱ δὲ τῷ θείῳ λόγῳ, καὶ ταῖς λαμπραῖς ὁμιλίαις κατηχοῦντες ὑπὲρ ἐκεί νους τοὺς κώδωνας τὴν μακαρίαν ἠχήν, εἰς αὐτὰς τὰς ἀκοὰς τοῦ νοῦ εἰσκομίζουσιν. ΣΕΒ. - ΛΙΝΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Πᾶσαν τὴν ὑπ᾽ οὐρανὸν περιτροχάζειν σπουδάζεις σε σαλευμένῃ τῇ γνώμῃ, ἀφορμάς μυρίας πλαττόμενος, καὶ χώρας ἐκ χωρῶν μεταμείβων. Κἂν νῦν τοιγάρτοι παῦσαι τῆς πλάνης, ἑδράσθητι τὸ φρονεῖν, σταθερὸν ἀνάλαβε λογισμόν, καταφόνευσον τὴν ἀστα σίαν τῷ ξίφει τῆς καρτερίας, τὰς ἀτάκτους ὁρμᾶς ἀναχαίτισον, τέλος ἐπίθες τῷ ἀμυθήτῳ βρασμῷ, ἐπισυνάγαγε ὅλον σαυτὸν πρὸς Χριστὸν ψυχῇ, καὶ σώματι. ΣΙΓ'. -- ΠΡΙΣΚΙΛΛΙΑΝΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Εἰ ἐκ προσώπου τοῦ Δεσπότου ἡμῶν Ἰησοῦ Χρισ στοῦ φάσκεις τὰ προβληθέντα παρὰ σοῦ ῥήματα εἰρῆσθαι ἐν τῇ Παναρέτῳ ὑπὸ τοῦ Σολομῶντος, πῶς φησιν ἑαυτὸν ὁ συγγραφεὺς τοῦ λόγου ἐξ ἡδονῆς, καὶ ὕπνου λέγει γεγενήσθαι; Ὁμολόγησον τοίνυν Αστοχηκέναι. Η γὰρ τοῦ Σωτῆρος ἐν τῇ σαρκὶ τῆς Παρθένου σύλληψις, ἀνήδοντος παντελῶς καὶ ἀρρύπαντος, ἁμίαντός τε καὶ ἄσπιλος καθαρά τε καὶ ἄφθαρτος γέγονεν. Σ. Δ'. -ΙΩΑΝΝΗ ΜΟΝΑΧΟ. Έστι μὲν ὅτε καὶ ἄλλοι ἄλλας διαφόρους σατανικὰς διακονίας ἐκτελοῦσιν οἱ δαίμονες πρὸς πειρασμὸν, καὶ βλάβην τῶν ἀνθρώπων. Εστι δὲ ὅτε καὶ εἷς δαίμων πολλὰς τεκταίνει φαυλότητας. Ωσπερ γὰρ ἐγχωρεῖ τὸν ἕνα ἄνθρωπον γεωργὸν εἶναι, καὶ τέκτονα, καὶ χαλκέα, καὶ σκυτοτόμον, καὶ κεραμέα, καὶ ζωγράφον, καὶ τὰ ἑξῆς, οὕτως ἐγχωρεῖ ἕνα δαί μονα καὶ θυμὸν, καὶ πορνείαν, καὶ φιλοδοξίαν, καὶ φθόνον, καὶ τὰ ἑξῆς ἐνεργεῖν. Καὶ πρόσεχε, πῶς ὁ αὐτὸς ἀλιτήριος, καὶ μισάνθρωπος ἐχθρὸς, καὶ γα στριμαργίαν, καὶ κενοδοξίαν, καὶ φιλαργυρίαν τῷ Χριστῷ πειραζομένῳ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον προ έτεινεν. Σ' Ε'. - ΒΕΝΟΥΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ο μεταβαίνων ἐκ τόπων εἰς τόπους μοναχὸς ἐκε τὸς μεγάλης ἀνάγκης, διὰ τὴν οἰκείαν μικροψυχίαν, καὶ ἀνυπομονησίαν, καὶ λογισμούς τινας ἀνθρωπίνους, καὶ ἀσθενεῖς, νομίζων διὰ τῆς ἀποδημίας τοὺς λογισμοὺς τῆς ψυχῆς ἐλαττῶσαι, τὸν μὲν τόπον ἀλλάξει, τὴν δὲ θλίψιν τῆς καρδίας, καὶ τὴν ἑαυτοῦ συνοχήν, καὶ τὸν πειρασμὸν οὐδαμῶς ἐλαττώσει, οὐδὲ μειώσει, μᾶλλον δὲ αὐξήσει, καὶ θρέψει, καὶ
col. 191–192page 67 of 262
PG 79:191μὴ χαύνως καὶ ἀπεριμερίμνως τὸν βίον διοδεύσε μεν. Λόγον γὰρ πάντως ὑφέξομεν τῶν ἔργων ἡμῶν. κραταιώσει, καὶ θάλψει, καὶ πολυπλασιάσει. Διαπερ ΣΤ΄. - ΚΑΡΠΑΛΙΩΝΊ. Μικροῦ δεῖν ἐξεθάμβησας ἡμᾶς μυθολογίας προσ αγαγών κατ' ὄναρ πλουτήσας τοῖς πλείστοις κόσμοις, καὶ τῷ πλήθει τῶν αἰώνων, καὶ τῇ ἐξαριθμήσει τῶν λοποδείκτων ὁρίων, καὶ μεθορίων, ἀλλ' ἐντυχών τῇ προ πολλού ήδη χρόνου συντεταγμένῃ ὑπὸ διαφόρων προσώπων ανατροπῇ, καὶ ἀνασκευῇ, τῶν τοιού των δογμάτων, τῇ σιωπῇ μᾶλλον σαυτὸν προτίμησον. Σ.Ζ'. — ΕΥΗΘΙΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Οταν μοι δείξῃς σπονδὰς κυνὸς καὶ ὑαίνης, τότε πεισθήσομαί σοι φιλάνθρωπον λέγοντι δύνα σθαι εἶναι τὸν ἀπλήστως πλουτούντα. ΣΕΙ. Τῷ αὐτῷ. Οὔτε λύκος προβάτῳ ποτὲ φιλικῶς προσωμίλησεν, οὔτε ἄσπλαγχνος καὶ ἄπληστος λογισμὸς τῇ Αγαθοθέλεια φιλιοῦσθαι ἀνέχεται. Σ.Θ. - Τῷ αὐτῷ. Ἐρωτᾷς με, διὰ τί κύνα κέκληκα την στοργήν πρὸς τὸ ὁμόφυλον. Κύων γάρ ἐστιν αὕτη μανικώς σπαράττουσα πολλάκις πᾶσαν ὠμότητα, καὶ πᾶσαν πονηρίαν, σκληρότητά τε, καὶ ὑψαυχενίαν, καὶ ἀμετα δοσίαν. Κύων τοίνυν οὐ ψεκτὸς, ἐπαινετὸς δὲ μᾶλλον ἡ πρὸς ἀνθρώπους ἀγάπη. Τ'. Τῷ αὐτῷ. Ἐὰν ἀεὶ ἀγωνίσῃ τοὺς δαίμονας, καὶ τὰ πάθη ὑλακτεῖν, οὐχ ὑλακτήσεις ἀνθρώπους. Τῷ αὐτῷ. Γέγραφας, τίνος χάριν οὐ παύομαι ὑλακτεῖν, Αλλὰ πολλάκις σεσήμαγκα, τῆς σῆς ἕνεκα μικροψυχίας, καὶ φειδωλίας· ἐκπλήξεις γάρ με, εἴ γε κἂν ὀλιγάκις μαχήσῃ, καὶ πολεμήσῃ τῇ οἰκείᾳ μισο ανθρωπία. ΤΒ'. — ΦΙΛΗΚΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Στιβαρῶν καὶ στεῤῥῶν ὑπάρχει ψυχῶν, τὸ διὰ πολλῶν θλίψεων βαδίζειν τὴν τοῦ παρόντος αἰῶνος οδόν. Οὕτω γὰρ ὁ Κύριος κέχρηται τῇ εὐτονούσῃ ψυχῇ. ΤΙ'. — ΣΕΥΠΡΩ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Αιθίοψ μὲν οὐκ ἀλλάττει τὸ δέρμα, οὐδὲ πάρδαλις τὰ ποικίλματα αὐτῆς· σὺ δὲ δυνήσῃ ἐὰν θελήσῃ, καὶ τῆς σκοτοειδοῦς ἀπαλλαγῆναι γνώμης, καὶ τὰ στίγματα τῆς πολυμόρφου ἐκπλύνασθαι κακίας. Τζ'. - Τῷ αὐτῷ. Πυνθάνῃ μου, τί φησιν διὰ προφήτου ὁ Θεὸς, ὅτι Αποκαλύψω τὰ ὀπίσθιά σου ἐπὶ πρόσωπόν σου, καὶ τότε ὀφθήσεται πᾶσα ἡ ἀτιμία σου. Ἐν γὰρ τῷ θείῳ ἐκείνῳ καὶ φρικτῷ δικαστηρίω πάντα το παρα
col. 193–194page 68 of 262
PG 79:193στήσεται εἰς πρόσωπον τὰ κακὰ, ἅπερ ἐνταῦθα πέπραχας, ἵνα βλέπων, καὶ ἐπιγνοὺς εἰς αἰσχύνην καὶ φόβον καὶ τρόμον κατενεχθής. ΤΕ. - ΚΑΛΟΚΥΡΑ. Υδατα πολλάκις οἱ ἄνθρωποι λέγονται· φασὶ γὰρ οἱ προφῆται· «Ἰδοὺ ὡς ὕδωρ πολύ, Εθνη πολλά. Και, «Πλήθος ἐθνῶν πολλῶν, ὥσπερ ὕδωρ ηχήσει. Και, «Ἰδοὺ ἀνάγω ἐφ' ὑμᾶς τὸ ὕδωρ πολύ, τον βασιλέα τῶν Ασσυρίων.» Τῷ αὐτῷ. Χριστὸς ὁ Θεὸς καὶ Δεσπότης τῶν ὅλων, σαφῶς καὶ διαῤῥήδην ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις ἀνακαλεῖ τοὺς ἀπὸ παντοίας κακίας βεβαρημένους· «Δεῦτε πρός με, κραυγάζων, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς.» Τοῦτο γὰρ αὐτῷ καὶ τῆς ἐξ οὐρανοῦ καθόδου τὸ αἴτιον γεγενῆσθαι διεβεβαιώσατο· «Οὐ γὰρ ἦλθον δικαίους καλέ σαι, φησίν, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς πρὸς τὸ μετανοῆσαι. Και, «Οἱ ἰσχύοντες οὐ χρήζουσιν ἰατροῦ, ἀλλ᾽ οἱ κακῶς ἔχοντες.» Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχει, μη δαμῶς ἀπογίνωσκε, μᾶλλον δὲ ῥώννυτο ταῖς χρηστοτέραις ἐλπίσιν. ΤΖ'. - ΣΙΛΒΑΝΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟΤΗ. Εάν θέλωμεν διά πάντων καταπατῆσαι τοὺς δαί μονας, δείξωμεν διά πάντων τὴν ταπεινοφροσύνην, τὸ ἑαυτῶν θέλημα μακρὰν ἀποῤῥίψαντες· καὶ ὥσπερ τὴν νηστείαν ἡδέως καταδεχόμεθα, κελευσάν των ἡμῖν τῶν τὸν βίον προοδευκότων, οὕτω καὶ τὸ φαγεῖν, ἢ πιεῖν πρός τινα χρόνον κεκμηκός διαναπαῦσαι τὸ σῶμα συμβουλευόμενοι παρὰ τῶν εξ εἰδότων δοκιμάζειν καὶ κρίνειν τὰ πράγματα, ὑπ ακούσωμεν προθύμως, καὶ ἀναμφισβητήτως. Πλείον γὰρ τῆς νηστείας ἡ καθ' ὑπακοὴν μετάληψις μαστίζει τοὺς δαίμονα ΤΗ'. — ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΑΡΓΥΡΟΠΡΑΤΙ. Πῶς τινες τῶν γοήτων (α), τινὰ πλανώμενον ἀνθρώπου μνημείῳ ἐπιβιβάσαντες, εἰς ξένην πατρίδα ἐξ έπεμψαν σκοτίας ὑπαρχούσης; δῆλον ὅτι τῇ πονηρά ἐπικλήσει, καὶ τῇ δυνάμει τῶν φυσικῶν πραγμάτων δαίμων βαστάσας τὸν ἄνθρωπον ἀλλαχοῦ διεκόμισεν. Οὕτως τοίνυν καὶ ἀποκτηνοῦν ἄνθρωπον, πολλάκις δοκοῦσιν οἱ φαρμακοὶ, οὐχὶ τὴν οὐσίαν τοῦ σώματος μεταπλάττοντες, ἀλλὰ μορφήν κτήνους περιτιθέντες αὐτῷ. Οὐκοῦν κἂν σαγματισθῇ ὥσπερ ὄντος ὁ ἄνθρωπος, ὅσον μὲν δύναται ὡς ἄνθρωπος βαστάζει, τὸ δὲ λοιπὸν τοῖς ὤμοις ὁ δαίμων ἀνακουφίζει. ΤΘ'.— ΣΩΣΘΕΝΕΙ ΚΟΜΕΝΤΑΡΙΣΙΩ. Ανόητόν σε καὶ ἀσύνετον καταμανθάνω· εἰ γὰρ ἐπιλαμβάνῃ τοῦ θεοφόρου ἀνδρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ὡς ὀργίλου, καὶ Οὄρεσι χαίροντος, ἐν τῷ ἐπιπλήττειν τοῖς ἐξαμαρτά νουσι, καὶ ἐμβριθῶς καθάπτεσθαι τῶν τὴν ἀναλγησίαν, καὶ τὴν ἀναισθησίαν άρρωστούντων, καιρός σοι καὶ τὸν Βαπτιστὴν Ἰωάννην λέγειν, ὅτι γεννήματα εχιδνῶν τινας ἀπεκάλεσεν, ιώδεις τὸν τρόπον ὑπάρχοντας, καὶ τὸν Ἀπόστολον ὑβριστὴν εἶναι (α) νοητῶν,
col. 195–196page 69 of 262
PG 79:195κρίνειν, ὅτι Γαλάτας δεύτερον ἀνοήτους προσείπεν, καὶ τοὺς προφήτας τῷ τῆς ὕβρεως ἐγκλήματι ύπο ευθύνους καθιστᾷν, ἐπειδὴ ἵππων θηλυμανῶν, καὶ κυνῶν λαθροδάκνων, καὶ λύκων, καὶ κορώνων ὀνό ματα, τοῖς λογικοῖς ἐπετίθεσαν, πρὸς διόρθωσιν ἐπι σπώμενοι τοῖς ἐλέγχοις τὸν διασφαλλόμενον. Τί δ' ἂν εἴποις περὶ τοῦ πάντων Θεοῦ, καὶ προνοητοῦ Χριστοῦ, τοῦ ταπεινόφρονος, καὶ τῇ οἰκείᾳ ἐπιεικείᾳ, καὶ πραότητι, πᾶσαν πραότητα ὑπερακοντίσαν τος, ὅταν ἀκούσῃς αὐτοῦ, μωρούς, καὶ τυφλούς, υἱούς τε τοῦ διαβόλου, καὶ ζιζάνια, κύνας τε καὶ χοίρους, καὶ ἄλλα τινὰ σκώμματα, τους παρανομοῦντας ἀποκαλοῦντος; ΤΙ'. - ΕΛΛΑΔΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Οτι ἡ ἀργία ἀρχὴ κακουργίας τοῖς ἀπαιδεύτοις γίνεται, καὶ αὐτὸς συνομολογεῖς, καὶ ὅτι μὴ ἔχοντες τί πρᾶξαι οἱ Ἑβραῖοι ἐν τῇ ἐρήμῳ εἰς εἰδωλατρίαν ἐξέπεσαν, γινώσκεις. Μὴ οὖν βδελύττου τὸ ἔργον τὸ τῶν χειρῶν, ὅτι ὠφέλιμον, καὶ πάνυ νηφάλιον. ΤΙΑ'. — ΘΕΩΝΑ ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΩ. Τὸ ἀπαρηγορήτως λυπεῖσθαι, καὶ θρηνεῖν, καὶ νη στεύειν ἐπὶ τῷ τελευτήσαντι συγγενεῖ, ἔλεγχός ἐστι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀνελπιστίας. Ὁ πιστεύων ἐκ νεκρῶν ἀναστήσεσθαι τὸν ἄρτι τεθαμμένον, ἐλπίδ ῥωσθήσεται, Θεῷ εὐχαριστήσει, εἰς εὐθυμίαν μετα σκευάσει τοὺς θρήνους, εὔξεται ἐλέους αἰωνίου τυ χεῖν τὸν κοιμηθέντα, πρὸς διόρθωσιν ρέψει τῶν οἱ κείων πταισμάτων. ΤΙΒ'. - Τῷ αὐτῷ. Εἴ τις εὐχαρίστως ἤνεγκε, καὶ ἀνδρείως τὴν τοῦ ποθουμένου ἀποβολήν, φιλόσοφός τε κληθήσεται, καὶ μεγαλόφρων, καὶ πολλὰ διαλύσεται τῶν προγενομένων ἁμαρτημάτων. ΤΙΓ'. — ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Εἰ βλάψει κύων ὑλακτῶν γίγαντα δυσμαχώτατον, βλάψει καὶ τὸν ἀληθῆ πιστὸν πνεῦμα τῆς βλασφημίας, παρενοχλούν τῇ ψυχῇ. ΤΙΔ'. - ΔΡΑΚΟΝΤΙΟ. Φοβοῦμαι, φησὶν ὁ Ἰώβ, μὴ γνόφῳ με εκτρίψει ὁ Κύριος· τουτέστι, μήποτε ἐξορίσας με τῆς μερίδος τῶν ἱκανωθέντων ἐν τῷ φωτὶ τῆς δόξης αὐτοῦ, πα ραδῷ τῇ αἰωνίᾳ σκοτίᾳ. Διόπερ μὴ χαύνως, και ἀμερίμνως τὸν βίον ὀδεύσωμεν. ΤΙΕ'. — ΕΥΒΟΥΛΙΩΝΙ. Οἱ αἱρετικοί λύκοι, τοὺς ἀπὸ τῆς κακίστης αἱρέ σεως μεταπηδώντας πρὸς τὴν ὀρθοδοξίαν, καὶ καλῶς ἐπιστρέφοντας ἐπὶ τὴν εὐσέβειαν, αναποδιστὰς καὶ φαύλους ἀποκαλοῦσιν. ΤΙϚ'. - ΠΙΕΡΙΑ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ. Ο φιλανθρωπότατος Σωτὴρ τῶν ὅλων Χριστός, τό γε ἧκον εἰς αὐτὸν, πάντας ἀνθρώπους παρεγένετο σῶσαι. Καὶ βλέπομεν, ὅτι οὐ πάντες ἑαυτοὺς ἐπιδ δόατι τῇ σωτηρία ἑαυτῶν. Τοίνυν καταγνῶμεν, καὶ ἑαυτοὺς ταλανίζωμεν τῆς ἀμελείας, καὶ τῆς κακοφρου σύνης, καὶ μὴ τῷ ἀγαθῷ Δεσπότῃ ἐπάγωμεν τὰ ἐγε κλήματα.
col. 197–198page 70 of 262
PG 79:197ΤΙΖ'. - ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΕΚΔΙΚΟ. Ομοιος ὑπάρχεις τῷ λέγοντι, ὅτι Ηθελον ἰδεῖν ὄμβρους μεθύσκοντας τὴν γῆν ἅπασαν, ῥιγῆσαι δὲ οὐ θέλω. Καὶ πῶς ἐγχωρεῖ δίχα ψυχρίας ἀπολαῦσαι τῶν ὄμβρων; Πῶς οὖν φάσκεις ὀρέγεσθαι, καὶ εἶχε σθαι πνευματικῆς τινος ἀξιωθῆναι χάριτος ἄνευ πό νου, καὶ θλίψεως; Δεῖ γὰρ πάντα τὸν βουλόμενον εἴτε λαϊκόν, εἴτε μοναχόν, οὐρανίου τινὸς ἐπιτυχεῖν δω ρεᾶς, ὑπομεῖναι θλίψεις πολλάς, καὶ πειρασμούς, καὶ λύπας, ἅπερ πάντα ἐπέχει λόγον χειμῶνος σφο δροῦ, εἶθ' οὕτως ἀμήσασθαι τοὺς καρποὺς τοῦ ἁγίου Πνεύματος Τῷ αὐτῷ. Καὶ ἐκάθισας αὐτοῖς ὥσπερ κορώνη,» έλεγεν ὁ προφήτης· τουτέστι, πολὺν χρόνον ἐπιλαθόμενος τοῦ Θεοῦ, προσδιέτριβες φιλοπόνως ταῖς ἁμαρτίαις, καὶ διὰ τῶν πταισμάτων τοῖς ἀκαθάρτοις δαίμοσιν, Η γὰρ κορώνη, πολλὰ ἔτη ζῇ, καὶ φιλότεκνός ἐστι. Πάνυ τοίνυν καὶ πᾶς ὁ φιλήδονος, καὶ φιλόκοσμοςφι λεῖ καὶ στέργει τὰ τέκνα αὐτοῦ, τουτέστι τὰ ὀλέθρια, καὶ βδελυρὰ πράγματα. ΤΙΘ. - ΗΡΙΜΟ ΚΟΜΗΤΙ. Τῆς λεγομένης, οὐ μὴν οὔσης ἀνεφίκτου, καὶ ὑπερφυοῦς καθέδρας τῶν ἐπάρχων ἐπιθυμεῖν σε μανθάνω. Γίνωσκε οὖν, λαμπρότατε ἄνθρωπε, ὅτι μικρὰ μὲν, καὶ εὐτελής ἐστι, καὶ ὀλιγοήμερος, καὶ τῶν ἠρινῶν ἀνθέων οὐδὲν διαφέρουσα, ἡ παρὰ ἀνθρώπων σοι προσφερομένη γελοιώδης, καὶ χλευαστική δόξα, μεγάλη δὲ καὶ πολλὴ τυγχάνει ἡ ἐσύστερον αἰσχύνη. Εἰ τοίνυν μὴ βούλει αἰσχυνθῆναι, μὴ βού λου δοξασθῆναι τὴν ἔκπλυτον, καὶ ῥᾳδίως ἐξαφανιζο- “ μένην καὶ μειουμένην δόξαν. ΤΚ'. — ΦΙΡΜΙΛΛΙΑΝΟ. Αντὶ τῶν πατέρων ἐγεννήθησαν οἱ υἱοί σου.» Οἱ γὰρ ἐν τῷ Μωσαϊκῷ νόμῳ λελατρευκότες πρώην Θεῷ, καὶ εὐηρεστηκότες, δεύτεροι τῶν ἀποστόλων ἐδείχθησαν κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν· οἱ υἱοὶ γὰρ οἱ ἀπόστολοι ἦσαν τῆς τῶν Εβραίων συναγωγῆς· ἀλλ' ἐπειδὴ κατηξίωνται τῷ Χριστῷ μαθητεῦσαι, καὶ διὰ πάντων μιμήσασθαι τὸν Διδάσκαλον, υἱοὺς ἀπέδειξαν ἑαυτῶν τῇ πολιτείᾳ, καὶ τῷ ἀξιώματι, τους οι κείους πατέρας τοὺς ἐν τῷ νόμῳ πάλαι δικαιωθέντας. ΤΚΑ'. - Τῷ αὐτῷ. Δυνήσῃ καὶ ἄλλως τὸ ῥητὸν ἐκδέξασθαι, ὡς τὰ πρὸ ν ὀλίγου χρόνου ὁμιληθέντα ἡμῖν. «'Αντὶ τῶν πατέρων σου ἐγεννήθησαν οἱ υἱοί σου· ν τουτέστιν, ὅπερ πρώην ἐπὶ τῶν πατέρων σου πλεονάκις παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐζήτησας χάρισμα, καὶ πολλάκις ἀπέτυχες, και παρηκούσθης, τοῦτο ἐπ᾿ ἐσχάτων τοῦ γήρως σου ὑπὲρ τὴν παιδοποιίαν δεξάμενος τέρπῃ, καὶ κατευφραίνῃ· κρείσσονα γαρ, φησὶν, υἱῶν καὶ θυγα τέρων δωρεὰν ὁ Κύριος δώσει σοι. ΣΩΚΡΑΤΕΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩ. Τῇ οἰκείᾳ ὁ Θεὸς ἀγαθότητι τὰ πάντα συστησάμενος, προνοεί πάντων, οὐκ εἰς τὸ κατ' ἀξίαν τῶν ὑπ' αὐτοῦ προνοουμένων βλέπων, ἀλλ᾽ εἰς τὸ ἑαυτοῦ
col. 199–200page 71 of 262
PG 79:199ἐκλεκτικόν τε καὶ παντὸς ἀγαθοῦ παρεκτικόν. Διδ καὶ τροφὴν ἐλέῳ καὶ οἰκτιρμῷ δίδωσι τοῖς εἰς αὐτὸν ἀναβλέπουσιν. Καὶ τοῦτο ἂν εἴη τὸ ὑπὸ τοῦ ψαλμῳδοῦ λεγόμενον, ὅτι ο Ελεήμων, καὶ οἰκτίρμων ὁ Κύ ριος τροφὴν δίδωσι τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.» ΤΚΓ'. - ΚΥΡΙΑΚΟ ΔΙΑΚΟΝΩ. Μὴ κατὰ τοὺς ἄφρονας βούλου ἐκτεμεῖν τὰ τοῦ σώ ματος γεννητικά μόρια, ἀλλ' εὔχου, καὶ παρακάλει τὸν Κύριον ἀοράτῳ δυνάμει ευνουχίσαι τὸν ἔσω ἄν θρωπον, ἵνα μηκέτι ἐννοῇς, μηδὲ διαλογίζῃ ἄρσεν καὶ θῆλυ. ΤΚΔ'. Τῷ αὐτῷ. Τὸ εἰπεῖν τὸν ᾿Απόστολον • Παρακαλεῖτε ἑαυτοὺς ἄχρις οὗ τὸ σήμερον καλεῖται, ο καὶ τὸ γεγράφθαι ἐν τῇ βίβλῳ τοῦ Ἰώβ· «Εγένετο δὲ, ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη,» τὸν παρόντα αἰῶνα ὅλον δηλοῖ μία γὰρ ἡμέρα πᾶς ὁ ἀνθρώπινος βίος. Διηνεκώς τοίνυν, καὶ ἀεὶ ἐξαιτεῖται ὁ Σατανᾶς. Εγένετο οὖν, φησίν, ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη, τουτέστι, τοιοῦτόν τι τότε συνέβη γενέ σθαι, οἷον καὶ ἐφ' ἡμῶν νῦν πολλάκις συμβαίνει τοῖς ὑπὸ τοῦ διαβόλου πειραζομένοις. Ὥστε οὖν μὴ ὁλι γωρεῖν καλὸν, τῇ παρακλήσει δὲ, καὶ τῇ παρηγορία τοῦ Πνεύματος ῥωννύειν τὸ φρόνημα, ἵνα μὴ κατα πίῃ ὁ ἐχθρὸς ἡμᾶς διὰ τῆς ἀπογνώσεως. ΤΚΕ'. Τῷ αὐτῷ. Κρυψία χειρὶ ὁ Θεὸς πολεμεῖ τὸν ᾿Αμαλήκ, ὡς λέγει ὁ Μωϋσῆς. Ὁ γὰρ Δεσπότης ἡμῶν ἀοράτως ὑπὲρ ἡμῶν ἀμύνεται τὸν διάβολον· ἡμᾶς δὲ χάριν τοῦ ὀνό ματος αὐτοῦ, καὶ τοῦ οἰκείου ἐλέους εὐεργετεῖ, καὶ θάλπει, καὶ οἰκοδομεῖ, καὶ καταρτίζει, περιφράττει τε ἔσωθεν, καὶ ἔξωθεν, καὶ περισκέπει, καὶ σώζει ὁ φιλοικτίρμων, καὶ φιλάνθρωπος Κύριος. ΤΚ. - ΘΕΟΔΟΤΩ ΚΟΜΗΤΙ. Τὸν Δεσπότην ἑαυτῶν οἱ θεῖοι μιμούμενοι ἄγγελοι την ταπεινοφροσύνην ἀγαπῶσιν. Ἐπὰν τοίνυν μονα γός γαυρούμενος τῷ ὕψει τῆς πολιτείας, τὴν ὑπερηφάνειαν ἀσπάσηται, καὶ ταύτης δυσαποσπάστως ἔχῃ, ἀπολείπουσιν οἱ ἄγγελοι τὸν ἀλαζονευόμενον, καὶ μακρὰν ἀφίστανται, μηκέτι θέλοντες σκέπειν, βοη θεῖν τε καὶ φρουρεῖν, καὶ ἀντιλαμβάνεσθαι, καθάπερ καὶ πρότερον. Εὐθὺς δὲ ἐπιδραμόντες οἱ παμπόνηροι δαίμονες, καὶ συμπλακέντες τῷ ἀπορφανισθέντι τῆς μακαρίας φρουράς, καταβάλλουσι τὸν πεφυσιωμένον εἰς πορνείαν, ἢ κλοπήν, ἢ φονοκτονίαν, μοιχείαν, ἢ ἕτερόν τι τῶν ἀπηγορευμένων. Μείζων γὰρ πάντων τῶν πλημμελημάτων πλημμέλημά ἐστιν ἡ ὑπερο ηφάνεια, καὶ διὰ ταύτην ὁ πάσης φαυλότητος εὑρε τὴς διάβολος ἐκ τῶν οὐρανῶν εἰς τὴν γῆν κατερρίφη. Ταῦτά μοι εἴρηται, διότι ἠρώτησάς με, τίνος ένεκεν τινὲς τῶν τὸν ἀσκητικὸν προελομένων βίον καιρ τινι πρὸς ἀθεμίτους καταφέρονται πράξεις, καὶ φο βερὰ πτώματα; Καλόν τοιγάρτοι ἀσπάζεσθαι, καὶ κρατεῖν διηνεκώς τὸ καλόν· οὐδὲν δὲ κάλλιον τῆς μετριοφροσύνης, ἥντινα καὶ Χριστὸς ὁ τῶν ὅλων Κύριος, καὶ Θεὸς, καὶ Δεσπότης τοῖς ἀνθρώποις συνε αναστρεφόμενος τὸ κατὰ σάρκα, πᾶσιν ἡμῖν ἐνεδείξατο, καὶ ζηλούν προσέταξε λέγων·. Μάθετε ἀπ'
col. 201–202page 72 of 262
PG 79:201ἐμοῦ, ὅτι πρᾶς εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ ἀνάπαυσιν βεβαίαν εὑρήσετε ταῖς ὑμετέραις ψυχαῖς.» ΤΚΖ'. — ΙΠΠΟΝΙΚΟ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΑ. Εύχονται πολλάκις τινὲς ἀπαλλαγῆναι τοῦ ἰδίου σώματος, ὡς πρὸς τὸ ἁμαρτάνειν τὴν ψυχὴν συν ελαύνοντος. Ἐχρῆν δὲ αὐτοὺς μάλλον εὔχεσθαι ἀπαλλαγῆναι τοῦ ἑαυτῶν μοχθηρού τρόπου, καὶ τῆς ἐμπαθοῦς, καὶ φιλορύπου γνώμης. ΤΚΗ'. — Τῷ αὐτῷ. Αἱ χεῖρες τοῦ Χριστοῦ προσπαγεῖσαι τῷ σταυρῷ, καὶ οἱ πόδες προσηλωθέντες σημαίνουσι πράξεών τα πονηρῶν, καὶ τοῦ πρὸς πᾶσαν δυσσέβειαν καὶ ἁμαρ τίαν δρόμου κώλυμα, καὶ κατάργησιν, καὶ στερεὸν ἐμποδισμόν. Τῇ γὰρ ἐσχύει τοῦ Δεσποτικοῦ σταυροῦ κατεπαλαίσαμεν, καὶ κατεπατήσαμεν, καὶ ἐξεδιασά μεθα τὴν πρώην ἡμᾶς νικώσαν, καὶ ἀπατῶσαν καὶ ἐκβιαζομένην ἁμαρτίαν. ΤΚΘ'. ΜΑΥΡΙΑΝΟ. Ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱος Ἰησοῦς Χριστὸς οὐκ ἐφείσατο ἑαυτοῦ, ἵνα ἡμῶν φείσηται, ὁ μόνος ἀναμάρτητος ἀποθανὼν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτωλῶν. Μὴ οὖν ἀπογίνωσκε, ἀλλ' ἐπείγου πρὸς τὸ σῶσον. ΘΕΟΠΟΜΠΟ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟ. Τυπικῶς, μᾶλλον δὲ προφητικῶς ὁ τοῦ Ἰωσεδέκ ποτε Ἰησοῦς ὤφθη φορῶν ἱμάτια ῥυπαρὰ, ἀλλ' ἐξεδύθη τὰ ῥυπανθέντα, καὶ ἐνεδύσατο ιμάτια καθαρά. Τοῦτο δὲ γέγονεν, ἵνα γνῶμεν καὶ μάθωμεν, ὅτι καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσαμεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου· κατὰ πολὺ γὰρ νικά Χριστὸς ταῖς οἰκείαις ἀρεταῖς τὰς τῶν ἀνθρώπων – κηλίδας, ὅθεν εὔχεσθασι δεῖ ῥυσθῆναι καὶ λυτρωθή και χρονίας προλήψεως, καὶ μὴ ἀποθανεῖν τῇ ἐρου πωμένῃ, καὶ ψεκτῇ καταστάσει, ΤΛΑ'. ΙΛΑΡΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ἀπὸ κεφαλῆς Σανὶρ, καὶ Ἑρμών,» φησὶ τὸ τῶν ἀσμάτων Ασμα. Σανὶρ δὲ ἑρμηνεύεται ὁδὸς λύ χνου, Ἑρμὼν δὲ ἀνάθημα· διὰ τῆς κεφαλῆς τὸ λογιστικὸν ἡμῶν ὁ Σολομῶν αἰνιξάμενος. Ολους τοίνυν ἑαυτοὺς τῷ Θεῷ ἀναθῶμεν πεζοποροῦντες αόκνως τὴν προκειμένην ἡμῖν στενὴν, καὶ μακρὰν ὁδὸν πε φωτισμένοις τοῖς ὀφθαλμοῖς τῆς ψυχῆς τῇ λαμπηδόνι τῶν θείων προσταγμάτων. ΤΛΒ'. - Τῷ αὐτῷ. Τὰ τῇ Γραφῇ ἐμφερόμενα ῥυπαρὰ ἱμάτια, λογισμοί εἰσι πονηροί, καὶ λόγο: φαῦλοι, καὶ πράξεις παράνομοι. Διόπερ περὶ τοῦ Ἰούδα ἐν βίβλιο Ψαλμῶν, ἐρ βέθη «Ενεδύσατο κατάραν ὡς ἱμάτιον· καί· «Ένα δυσάσθωσαν αἰσχύνην, καὶ ἐντροπὴν οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι.» Οὐδὲν δὲ οὕτως αἰσχύνει, καὶ ἐπάρατον δείκνυσι τὸν ἄνθρωπον, ὡς ἁμαρτία. ΤΑΙ. — ΧΕΙΜΑΣΙΑ. Περὶ τῶν ἐναρξαμένων, καὶ μὴ τελειωσάντων τὸ θαυμάσιον ἔργον τῆς ἀρετῆς, λεχθείη ἂν τὸ προφη

Book IILiber II

col. 203–204page 73 of 262
PG 79:203τικὸν ἐκεῖνο· Τὰ ἔμπροσθεν αὐτοῦ παράδεισος την φῆς, καὶ τὰ ὀπίσω αὐτοῦ πεδίον ἀφανισμοῦ. 11. ΤΙΜΟΝΙ γ. ΣΙΣ, Ο Α'. ΑΘΗΝΟΓΕΝΕΙ. Οἱ τῇ δικαιοσύνῃ πολλὰ ἐνιδρώσαντες, καν που καὶ ἡττηθῶσι πρὸς βραχὺ τῇ βίᾳ τῶν πειρασμῶν, οὐκ ἀναπίπτουσιν, ἀλλὰ διαναστάντες ὀρθοῦνται παγίως καὶ βεβαίως, ὡς μὴ καθυποσκελισθῆναι. ΤΙΜΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Β'. Υπερασπιῶ, φησὶν ὁ Θεὸς, τῆς πόλεως ταύτης, δι' ἐμὲ, καὶ διὰ Δαυΐδ τὸν δοῦλόν μου. › Πόλιν νῦν νοήσωμεν τὴν πιστοτάτην ψυχήν. Γ'. Μηδαμώς παραιτώμεθα ἐλέγχοντα τὸν Θεὸν, καὶ μαστίζοντα, μηδ' ἀποστρεφώμεθα τὸν τῶν πνευμά των πατέρα, ἵνα μὴ διὰ βραχείαν τινα ραθυμίαν καὶ ὀλιγοψυχίαν ἐκπέσωμεν τῆς αἰωνίου ἐκείνης καὶ ἀναφαιρέτου κληρονομίας, τῆς ἐν τοῖς οὐρανοῖς εὐπρεπισθείσης ἡμῖν, καὶ τῆς ἀκαταπαύστου εὐφροσύνης. Δ'. Τῷ αὐτῷ. Ἐπειδὴ γράφεις μοι πάνυ θεραπεύεσθαι, καὶ ἥδε σθαι τοῖς ἐμοῖς χαράγμασι, δέχου νῦν καὶ τὸν ἅγιον Δαυὶδ ἀντὶ τῶν σκυθρωπῶν τοῦ παρόντος αἰῶνος, εὐαγγελιζόμενόν σοι ἀγαλλίασιν ἅπαυστον. «Μακά ριος γὰρ ἄνθρωπος, φησίν, ὃν ἂν παιδεύσης, Κύριε Ἐν πάσαις ταῖς μελλούταις ἡμέραις ηὐφράνθημεν, ἀνθ' ὧν ἡμερῶν ἐταπείνωσας ἡμᾶς, ἐτῶν ὧν ἴδομεν κακά.» Και· «Τον χειμάρρουν τῆς τρυφῆς σου που τιεῖς ἡμᾶς ἅπαντας, ο τοὺς εἰς τὴν σκέπην ἐλπίζοντας τῶν τῆς προνοίας πτερύγων. Ε'. -- ΒΑΛΧΟ ΕΠΑΡΧΙΚΟ. Μὴ σπείρετε ἐπ' ἀκάνθαις,» φησὶν ὁ προφητικὸς λόγος· τουτέστιν, μὴ τοῖς πολυμερίμνοις καὶ φιλο ηδόνοις ἀνθρώποις ἐμπιστεύσητε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Τὰς γὰρ μοχθηρὰς ἡδονὰς καὶ τὰς ἀκερδεῖς τῇ ψυχῇ φροντίδας ἀκάνθας ὀνομάζουσιν οἱ θεῖοι νό μαι. Γ'. -Τῷ αὐτῷ. Ο τῆς ψυχῆς σου δόμος, κύπρου, καὶ κλασμάτ των οστράκων, σπαργάνων τε ρυπαρῶν, καὶ νεκρών ὀστέων, καὶ χώματος ἀπὸ τοῦ ἐδάφους μέχρι τῆς στέγης πεπλήρωται. Πῶς οὖν παρακαλεῖς μὲ τὰ βασιλικά σκεύη τῶν σεπτῶν διδαγμάτων εἰσαγαγεῖν, καὶ ἐναποθέσθαι τῇ διανοίᾳ σου, μηδόλως τύπου τινὸς Ενδον εὑρισκομένου σχολάζοντος; Τῷ αὐτῷ. "Αν μικρὸν κοπιάσῃς καθαρίσαι τὴν σὴν καρδίαν, καὶ πρεπόντως φιλοκαλῆσαι, ἑτοίμως φανούμαί σοι εξεικτος, κομίζων τους ψυχωφελείς λόγους, καὶ εμπιπλῶν τὴν νοητὴν οἰκίαν τῶν θείων κειμηλίων.
col. 205–206page 74 of 262
PG 79:205ΙΙ· - ΑΣΤΕΡΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Π Οὐ βούλομαί σε τῇ οιήσει προκόπτειν, ἀλλὰ τῷ ἔργῳ τῆς καλλίστης πολιτείας, καὶ τῆς θεογνωσίας. θ. Τῷ αὐτῷ. Αμαρτία γὰρ οὐκ ἐλλογιεῖται, μὴ ὄντος νόμου.» Ἕως γὰρ μηδέπω συμπεπλήρωται ὁ ἐν ἡμῖν νόμος, προστακτικὸς μὲν ὧν ποιητέον, ἀπαγορευτικὸς δὲ ὧν μὴ ποιητέον, κατὰ τὰς ὑποτυπουμένας φυσικῶς ἡμῖν περὶ ἀγαθῶν καὶ κακῶν ἐνθυμήσεις, οὐδε ἁμαρτάνειν λελογισμεθα. Χωρὶς γὰρ νόμου ἁμαρτία νεκρά. Συμπληρωθέντος δὲ τοῦ νόμου τοῦ ἐν ἡμῖν, μετὰ τὸν ἀπαρτισμὸν τῶν ἐννοιῶν, καὶ τῆς ἐντολῆς ἐλθούσης, εὐθὺς κακία ἐν ἡμῖν εὑρίσκεται, καὶ ἀνέζησεν ἡ ἁμαρτία. 1. - Τῷ αὐτῷ. Ὥσπερ ἡ περιτομὴ εἰς ἀκροβυστίαν λελόγισται τῷ μοχθηρῷ Ἰουδαίω, οὕτως ἡ ἐγκράτεια, καὶ ἡ ντ στεία εἰς κραιπάλην, καὶ ἀπληστίαν λογίζεται τῷ κατὰ τοὺς Ἕλληνας νηστεύοντι, καὶ τῷ κατὰ τοὺς Μανιχαίους ἀσιτοῦντι, καὶ τὰ καλὰ κτίσματα του Θεοῦ βδελυττομένῳ ἀνθρώπῳ. ΙΑ'. -- Τῷ αὐτῷ. Η κατὰ Χριστὸν τελουμένη εγκράτεια, καλὴ, καὶ ἄγαν ἀρίστη ἐστί, καὶ λυσιτελῆς, ἡ δὲ κατ' Ελλη νας, καὶ κατὰ Μανιχαίους γινομένη, ψεκτή, καὶ ἐπι Ελαβής. ΝΗΜΕΡΤΙΟ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΑ. Μηδέ ποτε δῷς σεαυτῷ ἀνάπαυσιν ἀπὸ παντὸς πρὸς τὸ εὐσεβὲς συντείνοντος πράγματος· ταῖς γὰρ ἀναπαύσεσι, καὶ ταῖς ἀργίαις τὸ πλημμελοῦν, καὶ τὸ φαῦλον ἐπιτίθεται μάλλον. Αλλὰ καὶ εὔχου συχνότερον, καὶ τῇ ἀναγνώσει πρόσεχε τῶν τοῦ Κυ ρίου θεσμῶν, καὶ περίελκε, καὶ περίσπα τὴν σαυτοῦ διάνοιαν εἰς τὰς τῶν δεομένων ευποιίας, καὶ τὰς προστασίας τῶν καταπονουμένων. Καὶ οὕτως ἐκε φεύξῃ ῥᾳδίως οὐ μόνον τὴν ἐνέργειαν τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ καὶ αὐτὰς, ὡς εἰκὸς, τὰς προσβολάς, καὶ τὰς μνήμας καὶ τὰς ἀνακινήσεις τῶν ἀτόπων πραγμάτων. Τῷ αὐτῷ, Ἐπαινώ σε τῆς κατὰ ψυχὴν ἐπιμελείας πολλῆς. καὶ τῆς ἐγκρατείας, καὶ τῆς ἀποχῆς τῶν κακῶν θεαμάτων, καὶ τῆς ἀνεξικακίας, καὶ τῶν ἄλλων κατορθωμάτων, ὧνπερ ἐπιδείκνυσαι ἐν μέσῳ τοῦ κόσμου στρεφόμενος. Αλλ' ἕν μοι ἔτι πρὸς τούτοις χάρισαι, τῆς τῶν γελοποιῶν λύμης λοιπὸν σαυτὸν ἀποσχοίνισον, καὶ ἰδού σοι ὁ στέφανος πέπλεκται. ΙΔ'. - ΑΝΤΩΝΙΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟ. Τῇ θείᾳ ψήφῳ βεβαπτίσθαι Ἰσραηλῖται λογίζονται, περαιῶντες τὴν Ἐρυθράς θάλασσαν, καίτοι μὴ βαπτισθέντες. Οὕτως ἔδοξε Θεῷ τὸν δευτερότοκον Εφραίμ πρωτότοκον λέγεσθαι, καὶ προκρίνεσθαι τοῦ μείζονος Μανασσῆ, ἵν᾿ ἡμεῖς ζητῶμεν τὰς τού των σημασίας. ΙΕ΄. — ΘΕΟΣΕΒΕΙΩ. Αὲ παρὰ τῷ προφήτη Ζαχαρία δύο χρυσαῖ ἐλαῖαι, Χ.
col. 207–208page 75 of 262
PG 79:207τούς τε ἐξ Ἰουδαίων, καὶ τοὺς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν τῷ ΧΙΧ. ΡΑΝΤΟΝΥΜΟ ΧΧ. Χριστῷ πιστεύοντας σκιογραφοῦσιν, οἵτινες πρώην ἀχυρώσεις υπάρχοντες, ὕστερον διὰ πίστεως, καὶ μετανοίας μεγάλως ἐλεηθέντες, χρυσοί τινες τὴν γνώμην πεφήνασιν. ΑΓΑΘΩΝΙ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ. Τοὺς τοῦ Ἰσβοσθὲ ἀναιρέτας ὁ μακαριος φονεύσας Δαυίδ, καὶ χεῖρας τούτων καὶ πόδας ἀποκόψας, ἐπὶ τῆς κρήνης, καὶ ἐπὶ τοῦ ὕδατος ἐκρέμασεν. Σημαίνει διὰ τούτων, ὅτι τῷ κατὰ Χριστὸν γινομένων βαπτίσματι ἀκροτηριάζονται, καὶ ἀναιροῦνται οἱ πρὸ τῆς πίστεως ἡμᾶς δουλωσάμενοι, καὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἀποκτείναντες δαίμονες. Τῷ αὐτῷ. Μετὰ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον έπεισαγωγὴ ἐδείχθη τῆς κρείττονος ἐλπίδος, δι' ἧς ἐγγίζειν τῷ Θεῷ δυνά μεθα. Οὐκοῦν «Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν, ο καθά φησιν Ἰάκωβος. Ὁ δὲ τῶν Ἰουδαίων λαὸς οὐκ ἤθελε δι' ἐλπίδος καὶ πίστεως ἐγγίζειν, καὶ κολλᾶσθαι Κυρίῳ, διόπερ Δαυΐδ ἔλεγεν, ὅτι «Οργὴ ἀνέβη ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ, ἐπειδήπερ οὐκ ἐπίστευσεν τῷ Θεῷ, οὐδὲ ἤλπισεν ἐπὶ τὸ σωτήριον αὐτοῦ. Καὶ αὐτὸς πά λιν ὁ Θεὸς εἴρηκε διὰ τοῦ Ἡσαΐου· ι Ο λαὸς οὗτος χείλεσί με ἀγαπᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόῤῥω ἀπέχει ἀπ' ἐμοῦ.» Τῷ αὐτῷ. Πολλοὶ τῶν φαύλων τὸ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν ἀμει δὲς σκότος λανθάνειν τοὺς ἀνθρώπους βουλόμενοι, καγχάζουσι μεγάλα, καὶ τὴν ἱλαρότητα θεατρίζειν δοκοῦσιν. Αλλ' ἀναγκαῖον εἰδέναι, ὡς πίσης στυγνότητος πλήρεις υπάρχουσιν ἔνδοθεν, τῆς δικαίας τού τους αποστραφείσης χαρᾶς. 10. - ΠΑΝΤΩΝΥΜΟ ΣΑΤΡΑΠΠ. Τοὺς Ἰουδαίους μὴ εὐψυχῶν διαθρέψαι, καὶ ἀμφιάσαι οἰκέτας, διατί ἐνδεικτιᾷς δῆθεν ὡς ἀλλο τρίοις ἔξωθεν προσερχομένοις αγερώχοις, καὶ πονη ροῖς, καὶ λήροις τὴν ὕπαρξιν σκορπίζων; Κ'. — ΥΠΑΤΙΟ ΕΦΟΡΟ. Οὐχ ὅτι πάντας τοὺς θανόντας δεδικαιώσθαι οἰόμενος ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει, ὅτι «Ο ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας· ο ὄντως γὰρ ἂν ἅπαντες ἀσεβεῖς, καὶ παράνομοι δεδικαιῶσθαι δό ξουσιν ἐξελθόντες τοῦ βίου· ἀλλ' ὅτι πᾶς ἄνθρωπος μηκέτι δρῶν τὴν ἁμαρτίαν, διὰ τὸ παύσασθαι τῆς φαύλης ενεργείας, ὡς δοκῶν νενεκρῶσθαι ταῖς πονη ραῖς πράξεσιν, οὗτος οὐκέτι ἁμαρτωλός, ἀλλὰ δί καιος εὐλόγως χρηματίζει. Οὕτως τοίνυν νόησον τὰ γεγραμμένον, ὅτι ῾Ο ἀποθανὼν τῇ ἁμαρτίᾳ, ἐπειδήπερ μηκέτι πράττει αὐτὴν, δεδικαίωται. ΚΑ'. — ΙΣΙΔΩΡΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Πέτρος ὁ πρωτοστάτης τῶν ἀποστόλων φησίν Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι ἐστε. Καὶ ὁ Κύριος εἴρηκε διὰ τοῦ Ἡσαΐου· Ονειδισμέν τοὺς ιδίους,
col. 209–210page 76 of 262
PG 79:209ἀνθρώπων μηδαμῶς φοβηθήτε. ο Δι' αὐτοῦ δὲ βοᾷ ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ· «Μακάριοι έστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς· χαίρετε, καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» Καὶ ὁ ἀπόστολος δὲ Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Ἑβραίους Επιστολῇ, σφόδρα ἐπήνεσε τοὺς εἰς τὸν Σωτήρα Χριστὸν ἔχοντας ζέουσαν πίσ στιν. Εἰ τοίνυν ταῦθ' οὕτως ἔχει, μηδόλως ἀθυμήσῃς, μηδὲ πτοηθῇς ἐξονειδιζόμενος δι' εύκλειαν, καὶ τρό πων χρηστότητα, καὶ λαμπράν εὐσέβειαν, ὑπὸ τῶν ἀδελτέρων τε, καὶ ἀθέων, καὶ μυσαρῶν ἀνθρώπων καὶ γὰρ οἱ πόρνοι καταγελῶσι τῶν σωφρονούντων, καὶ οἱ ἀσεβεῖς σκόπτουσι τοὺς εὐσεβοῦντας, καὶ οἱ πονηροὶ τοὺς ἀγαθοὺς μυκτηρίζουσιν, καὶ οἱ τυφλοί πολυβλέποντας κικλήσκουσιν ἑαυτοὺς, καὶ οἱ φαυλό ταται κροτοῦσε, καὶ ἀνακηρύττουσι τὰς ἁμαρτίας, καὶ τὰ αἴσχιστα πάθη τῆς ἀτιμίας, ψηφιζόμενοι τὸ πικρὸν γλυκὺ εἶναι. 'Αλλ' ἡμεῖς μᾶλλον αὐτῶν καταγελάσομεν, καὶ καταγνωσόμεθα, πενθήσομέν τε, καὶ καταθρηνήσομεν τὴν τῶν τοιούτων ἀπώ λειαν. ΚΕ. - ΝΙΚΟΔΗΜΟ. Οφείλεις εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ, ὅτι οὐκ ἔχεις χρή ματα, ἵνα μὴ ἀπαιτηθῇς ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως τὸν τού των λόγον. Ο γάρ, φησί, πολὺ δέδοται, περισσότερον ἀπαιτήσουσιν οἱ πράκτορες ἄγγελοι· ν καὶ πολλὴν δίκην ὑφέξει τῶν δοθέντων χρημάτων ὁ πλούσιος, καὶ ἀκριβὲς λογοθέσιον, καὶ φρικτὴν δυσκουσαίονα, πότερον καλῶς, ἡ κακῶς διώκησε τὰ εἰς αὐτὸν περιελθόντα κατὰ πρόνοιαν Θεοῦ. ΚΓ'. — ΑΦΡΟΔΙΣΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Μὴ θαρσήσῃς τῷ γήρᾳ· καὶ γὰρ καὶ γέροντες πίσ πτουσιν· ἐπικαλοῦ δὲ τὸν Χριστὸν ἀεὶ πρὸς βοή θειαν, ἵν' αὐτός σου φρουρὸς καὶ ἄσειστος ἀσφάλεια γένηται. ΚΔ'. - ΧΑΡΙΣΙΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Πυνθάνεται μου ή τιμία σου ψυχή, τί ἂν εἴη τὸ γεγραμμένον ὑπὸ τοῦ ᾿Αποστόλου, ὅτι «Δύναμις τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος ἐστὶ Μωσέως;» Οὐχ ὅτι πταισμάτων ὁ θεῖος νόμος ὑπάρχει ποιητικός, ὥσπερ τινὲς ἀπαίδευτοι κακῶς νενομίκασιν· οὐδ᾽ ὅτι ἰσχυροποιεῖν τὴν ἁμαρ τίαν εἴωθε· μὴ γένοιτο. Μὴ οὖν γὰρ μᾶλλον καὶ περι κόπτειν, ἢ καὶ ἐξαφανίζειν τὰς ἁμαρτίας πέφυκεν ἀλλ᾽ ὅτι δυνατῶς ἐλέγξας τὴν τῶν φαύλως δρωμένων ἀτοπίαν, καὶ δημοσιεύσας τὴν φύσιν τῶν ἀπρεπῶν, ἐμφράττει τὸ ἀναίσχυντον στόμα τῶν Ἰουδαίων σε μνυνομένων μὲν ἐπὶ τῷ θείῳ γράμματι, καὶ κορι βαντιώντων διηνεκῶς, πᾶσαν δὲ ἁμαρτίαν ἀφόβως ἐργαζομένων, καὶ διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου, τὸν νομοθέτην ἀτιμαζόντων. Πρὸς γὰρ δὴ τὸ πρόσω ωπον τῶν τῷ νόμῳ ἐγκαυχωμένων, καὶ ἀλαζονευομένων, ὁ θεῖος Απόστολος ταῦτά τε καὶ τὰ τοιαῦτα ἀποφθέγγεσθαι είωθεν. ΚΕ'. - - ΕΡΜΟΛΑΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ανω βλέπε πρὸς Θεόν. Τί σοι καὶ τοῖς γηΐνοις; Μη θέλε καθορᾷν, τί πράττει ὁ κοσμικός· ἀπέστης γὰρ τοῦ κόσμου, καὶ τῆς ἀγχόνης τοῦ βίου. Μὴ οὖν
col. 211–212page 77 of 262
PG 79:211& δρα τὸ βιωτικὸν ἔργον, ἀλλὰ πρόσεχε σεαυτῷ μόνῳ, ΧΧΙΧ. καὶ φρόντιζε, ὅπως κατὰ τὸ πρέπον τοῖς ἀσκηταῖς, πραχθείη τὸ ἔργον σου. • Βλέπετε γὰρ ἀκριβῶς, πῶς περιπατεῖτε, καὶ πῶς πολιτεύεσθε, ο βοᾷ τὸ θεῖον ἐπίταγμα. ΚϚ'. -- ΠΡΟΚΟΠΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΩ. Εἰ ψέγεις τὴν εἰς τὸ χεῖρον στροφήν, φεύγε τὴν εἰς τὸ χεῖρον στροφήν. • Ο γὰρ στραφείς, φησὶν, εἰς τὰ ὀπίσω, οὐκ ἔστιν εὔθετος τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.» ΦΡΟ-ΜΕΝΤΙΑ ΚΟΜΗΤΙ. Περιτομὴ οὐδέν ἐστι, φησὶν ὁ Ἀπόστολος, καὶ ακροβυστία οὐδέν ἐστιν. ὁ Οὐδέτερον γὰρ τῶν εἰρη μένων συμβάλλεται πρὸς σωτηρίαν ψυχῆς, καὶ θειο τέραν γνῶσιν. Τί οὖν ἂν εἴη τὸ λυσιτελοῦν, καὶ ὄνη σιν προξενοῦν τῷ ἀνθρώπῳ; Δῆλον ὅτι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. ΚΗ. — ΙΠΠΑΣΙΑ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Ὥσπερ ἐστὶ βρωμάτων νηστεία, οὕτω καὶ θυμοῦ νηστεία ἐστι, καὶ φιλαρχίας νηστεία, καὶ βασκανίας, καὶ κόμπου, καὶ φιλοχρηματίας τε, καὶ ὀξυχολίας, καὶ ὑπνηλίας, καὶ νωθίας, καὶ περιεργίας, καὶ τα ραχῆς, καὶ τῶν καθεξής. ΚΘ. - ΘΥΡΣΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ἐὰν πολυπραγμονῆς, καὶ ἡδέως περιεργάζῃ τὰ πράγματα τῶν τὴν ἀσχημοσύνην ἐργαζομένων, ἐπ ελάθου τῆς σεαυτοῦ καρδίας, οὐκ οἶδας τὴν κέλλαν σου, ἐπλανήθης ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ἀνοδίαν βαδί ζεις· καὶ βλέπε, πρὸς ποῖον ἐλεύσῃ πέρας. Α'. Τῷ αὐτῷ. Ὥσπερ ἐγώ, εἰ μὴ μεταδοίην ἑτέροις τῆς δοθείσης μοι χάριτος, λόγον ὑφέξω ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, ὡς κατορύξας τῇ σιωπῇ τὸ πνευματικὸν τάλαντον, οὕτως καὶ σὺ εὐθύνας ἀπαιτηθήσῃ, ἐὰν μὴ καὶ ἄλλοις ἱκα νοῖς χορηγήσῃς τὴν ἐμπιστευθεῖσάν σοι οὐράνιον δω ρεὰν τῆς γνώσεως. Μαρτυρῶ γάρ σοι πολλὴν ἔχοντι χάριν Θεοῦ, δι' εὐγένειαν τρόπων, καὶ βίον σεμνότα τον, καὶ ἐπιμέλειαν ἁμιλλωμένην τοῖς κρατίστοις τῶν μοναχῶν· ὅπερ θαυμαστὸν βλέπειν ἐν σχήματι και σμικῷ, καὶ δημοσίᾳ στρατεία. ΛΑ'.· ΦΩΤΕΙΝΗ και ΔΩΡ. Μνημονεύοντες τῆς ἀμολύντος ὑμῶν ζωῆς, δοξάζου μεν τὸν Χριστὸν, λέγοντες σὺν τῷ Δαυΐδ·. Ως ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά του, καὶ τὰ θυσιαστήρια, Κύριε τῶν δυνάμεων!» Αληθῶς γὰρ σκηνώματά τε, καὶ θυσιαστήρια, καὶ ναὸς, καὶ κειμήλια Θεοῦ διὰ τῆς παρθενίας πεφήνατε. ΛΒ'. - ΜΕΝΑΝΔΡΟ ΔΩΜΕΣΤΙΚΩ Οὐ βούλομαι, λέγεις, ἐκστῆναι τοῦ πατρῴου Ἑλληνισμοῦ· ἐπονείδιστον γὰρ τοῦτό γε οἶμαι. Τί οὖν, εἰπέ μοι, θαυμάσιε, εἰ ὁ πατήρ σου λήσταρχος τις, ἢ μεθυστής, ἢ πύρνος, ἢ τοκογλύφος, ἢ θρασύς ή τυμβωρύχος ἐτύγχανεν, οὐ θέλεις σώφρον: λογισμός χρησ
col. 213–214page 78 of 262
PG 79:213σάμενος, κρείττων γενέσθαι τῆς τοῦ ἀδίκου, καὶ ἀνοσίου πατρὸς κακοφροσύνης; ΑΓ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΟ. Πρώτησέ με, ἡ ὑμετέρα ἀγάπη, τί ἐστιν, ὅπερ φάσκει πρὸς τὸν Θεὸν ἡ Βαρούχ· ὅτι ο Σὺ εἶ καθ ἡμενος τὸν αἰῶνα, καὶ ἡμεῖς ἀπολλύμενοι τὸν αἰῶνα;» Ὁ Θεὸς ἐπειδὴ ἀναλλοίωτος καὶ ἄτρεπτος ὑπάρχει διηνεκώς, δῆλον ὅτι ἐν τῇ ἑαυτοῦ καθῆσθαι ἀτρε πτότητι διὰ παντὸς εἴρηται· ἡμεῖς δὲ τρεπτοὶ ὄντες, ῥᾳδίως ἀπολλύμεθα εκάστοτε ἄλλοι ἀντ᾽ ἄλλων πολύ λάκις γινόμενοι, καὶ ἀφ' ἑτέρων λογισμῶν ἐφ' ἑτέ τους λογισμούς συνεχώς μεταβαίνοντες. ΑΔ'. ΣΩΚΡΑΤΙΑ ΕΞΚΕΠΤΟΡΙ. «Α' δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται κατ' ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῆς δικαιοκρισίας.» Τουτέστιν αἱ ἀγγελικαὶ στρατιαὶ τῷ Δεσποτικῷ ὑπηρετοῦσαι προστάγματι, ἐξ ἡμερότητος εἰς ὀργὴν κινηθήσονται πάντας τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους. ΛΕ. Οἱ ἀνόσιοι, καὶ ἄθεοι, πονηροί τε, καὶ ἄθεσμοι τοῦ Σατανά λογισμοὶ μὴ θροείτωσαν σε, μηδὲ καταπλητα τέτωσαν, μή τε μην παρασκευαζέτωσαν ἀθυμεῖν, καὶ ἐκλύεσθαι τὴν σὴν ἀγαθὴν ψυχήν, πίστει γεγανωμένην, καὶ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ φραττομένην. ΑϚ'. - ΔΗΜΟΣΘΕΝΕΙ ΠΑΤΡΙ ΠΟΛΕΩΣ. Εἰ μὴ τῶν μακαρίων, καὶ ὄντως θείων τῆς Γρα φῆς λόγων βρᾷς, κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ἀλογία στους παρειασθήση. ΑΖ'. - ΚΑΛΛΙΣΤΙΑΝΟ. Ὥσπερ ορεγόμενοι τῆς ζωῆς ἐσθίειν, καὶ πίνειν, φράζειν τε, καὶ ἀκροᾶσθαι ειώθαμεν, οὕτω καὶ τῇ ἀναγνώσει τῶν τοῦ Θεοῦ λογίων προσανέχειν ὀφείλου μεν ἀκορέστως τῇ γνώμῃ. ΛΗ'. — ΑΣΚΛΗΠΙΟΔΟΤΟ. Τί σοι όφελος τῶν μὲν οἰκετῶν ἄρχειν, ταῖς ἐπι θυμίαις δὲ δουλεύειν, ὥσπερ πικραῖς δεσποίναις; ΑΘ'. — ΑΥΞΕΝΤΙΟ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΑ Μονογενής Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρός, ζῶν Λόγος ἐστὶν, καὶ ἐνυπόστατος Λόγος ὑπάρχει, ἀπαθῶς ἐκ Πατρὸς πρὸ πάντων αἰώνων, καὶ χρόνων γεγεννημένος, μόνος ἐκ μόνου μονογενής, φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, τῷ ἰδίῳ Πατρὶ κατὰ πάντα όμοιος, δυνάμει, οὐσίᾳ, ἀγαθότητι, ἐξουσίᾳ, καὶ πάσῃ τελειότητι, ὡς χωρεῖν τὸν Πατέρα ἐν αὐτῷ, καὶ χωρεῖσθαι ὑπὸ τοῦ Πατρὸς, πάντων ὑλικῶν Δη μιουργός, σὺν τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ ἁγίῳ, καὶ ὁμοου σάν, καὶ προσκυνητῷ Πνεύματι. Μ'. - Τῷ αὐτῷ. Ο μονογενής Υιός, καὶ λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ μετὰ τὸ σχηματισθῆναι, ἤτοι σωματωθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου, οὐκ ἐκπέπτωκεν, καὶ ἀπηλλοτριώθη τῆς ἰδίας θεότητος, ἔμεινε γὰρ Θεὸς καὶ μετὰ τὴν σάρ κωσιν, Θεὸς μὲν ἀληθινὸς κατὰ τὸ ἀόρατον, ἄνθρω ΧΧΧΙΙΙ. ΧΧΧΙΧ. ΧΧΙV,
col. 215–216page 79 of 262
PG 79:215πος δὲ ἀληθινὸς κατὰ τὸ ὁρώμε τον, οὐκ ἄνους γὰρ δή. καὶ ἄψυχος, καθάπερ βεβόηκεν Απολλινάριος. Ει ΜΑ'. - ΕΥΘΥΜΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. Ἕτεροι μὲν ἐπ' ἀμπελῶσιν, καὶ ἐλαιῶσι, καὶ κτή νεσι, καὶ πλήθει τῶν οἰκετῶν, καὶ οἴκοις περιφανέσι, χρυσῷ τε, καὶ ἀργύρῳ, καὶ τοῖς ἄλλοις γηίνοις εὐο φραίνονται κτήμασιν. Σὺ δέ γε, πανεύφημε δοῦλε Χριστοῦ, τὸν ἀόρατον Βασιλέα τοῖς νοητοῖς ἀδιαλείπτως θεώμενος ὀφθαλμοῖς, καὶ τῆς ἐκείνου τερπνότητος ἀπολαύων, καὶ τῷ ἀδιασπάστῳ πόθῳ συνδεδεμένος αὐτῷ, ἐλπίδι τε τῇ εἰς αὐτὸν τρεφόμενος τὴν ψυχὴν, καὶ ἐναβρυνόμενος τῇ ἀμαράντῳ ἀγάπῃ, εὐ χαῖς τε συνεχέσι, καὶ ψαλμῳδίαις προσκαρτερῶν. καὶ ενστερνιζόμενος τοὺς πνευματικούς λόγους, τὰ τῶν προφητῶν ἐκβοᾷς· • Εμνήσθην τοῦ Θεοῦ, καὶ τύ φράνθην.» Και· «Υπερευφρανθήσομαι ἐν τῷ Κυ ρίῳ μου, οὐκ ἐκοπίασα κατακολουθῶν ὀπίσω Κυρίου μου.» ᾿Αγαλλιάσομαι τοίνυν, ὦ φιλάνθρωπε Δέσποτα, ἐπὶ τοῖς λόγοις σου, καθάπερ ὁ εὐρηκὼς πλοῦτον, καὶ σκύλα πολλά. Διὸ ἀνταποκρίνεται σοι ὁ Σωτήρ, καὶ Κτίστης τῶν ἁπάντων, ὅτιπερ τὴν χαράν σου, καὶ τὴν ἀγαλλίασιν οὐδεὶς ἀποσυλῆσαι δυνήσεται. Μαρία γὰρ τὴν ἀγαθὴν ἐξελέξατο, τῶν θείων μαθημάτων ἀειθαλή μερίδα. Ἐπειδὴ οὖν οἱ λόγοι μου ἐν σοὶ και τασκηνοῦσι, μνεία μνησθήσομαί σου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου. Καί· «Μηδαμῶς φοβηθῇς, μετὰ σοῦ γὰρ ἔσο μαι διὰ παντὸς, ο ἐκ πάσης σε λυτρούμενος θλίψεως, καὶ ἐξαρπάζων ἐκ χειρὸς τῶν ἐπιβουλευόντων. ΧΡΥΣΕΡΩΤΙ ΣΟΦΙΣΤΗ. Εἰ ὁ πολυφωνότατος τοῦ Ἀπόλλωνος τρίπους σιγαν προστεταγμένος διὰ τῆς ἐνσάρκου παρουσίας τοῦ πάντων Δεσπότου Χριστοῦ παρὰ τὴν τῶν Ἑλλήνων προσδοκίαν πρεπόντως πεφίμωνται, καθὼς ἅπαντες οἱ τὴν ὑφ᾽ ἡλίῳ νεμόμενοι βλέπουσιν, τίνος ένεκεν αὐτὸς ἐντραπῆναι, ἢ αἰσχυνθῆναι οὐ βούλει, τὸν ὑπὲρ τῶν ἀλογίστων, καὶ παναθλίων θεῶν σου λόγον ποιούμενος, καὶ ἀντιποιούμενος τῆς ἀτοπίας, καὶ τῆς απροσωπίας; Αλλ' εἴπερ ἐμοὶ πεισθῆναι θελήσειας, μᾶλλον εὐπροσωπῆσαι τὴν ἀφονίαν μᾶλλον ἀρτίως ζηλώσεις τοῦ μαντικοῦ τρίποδος. ΜΓ'. — ΦΑΥΣΤΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τί θλίβῃ; τί ἀλύεις; τί μέμφῃ, καὶ καταμέμφη μεμψίμοιρε; Τί ἀνυπομόνητον σαυτὸν δεικνύεις, και μικροψυχότατον, μὴ φέρων τὰ συμβάντα; Μνήσθητι τοῦ λέγοντος ἐν ταῖς παραινέσεσι· «Τέκνον, ἐὰν προσέρχῃ δουλεύειν τῷ Κυρίῳ, ἑτοίμασον τὴν ψυχήν σου εἰς πειρασμόν, εύθυνον τὴν καρδίαν σου, καὶ καρτέρησον, καὶ μὴ ταράττον, μηδὲ τάχιστα ζήτει λύσιν ἐν καιρῷ ἐπαγωγῆς.» Γίνωσκε γάρ, ὅτι ἄνευ κρίσεως Θεοῦ, οὐδὲν τῶν θλιβερῶν ἐπέρχεταί τινι. Διόπερ ο Ανδρίζου, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία σου, καὶ ὑπόμεινον τὸν Κύριον,» ἵνα σε ελεήσῃ. Η
col. 217–218page 80 of 262
PG 79:217ΜΔ'. -- ΚΥΡΙΛΛΟ ΜΟΝΑΧΟ. Πώς μικρόν λέγεις υπάρχειν ἁμάρτημα, θεὸς ἀθετεῖται, καὶ Θεὸς ἀτιμάζεται διὰ τῆς παρα βάσεως θείων ενταλμάτων; Κἂν γάρ τις ἄνδρα φονεύσῃ, καὶ βρέφος ἀποκτείνῃ, φονεὺς πάντως ὑπάρχει, καὶ ὡς φονεύς κρίνεται. Πῶς τοίνυν ποιεῖς τὸ πταίσμα, δι' οὗ ἐκκλείῃ τῆς βασιλείας τῶν οὐ ρανῶν; ΜΕ'. Τῷ αὐτῷ. Μὴ γόγγυζε, ἄνθρωπε· ἀλλότριον γὰρ μοναχοῦ τὸ γογγύζειν, κἂν μέχρι θανάτου κινδυνεύειν σε συμβῇ ἐπιτελοῦντα τὸ ἐπιταττόμενόν σοι παρὰ τῆς ἀδελ φότητος. • Ο γὰρ ὑμῶν, φησίν, ἀκούων, ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ τολμήσας ὑμᾶς ἀθετῆσαι, ἐμὲ ἀθετεῖ.» Καὶ ὁ ᾿Απόστολος γράφει·. Μή γογγύζετε, καθώς τινες τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐγόγγυσαν, καὶ ἀπώλοντο ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ.. Εἰ τοίνυν βούλει μὴ ἀπολέσθαι, πέπαυσο τῶν γογγυσμῶν. Η πῶς δυνήση προς Κύριον διαπετάσαι τὰς χεῖρας, καὶ εὔξασθαι, κατὰ τὴν παράδοσιν τοῦ ᾿Αποστόλου, χωρὶς ὀργῆς, καὶ διαλογισμῶν· Τὸ γὰρ γογγύζειν κύημα υπάρχει ὀργῆς. ΗΛΙΟΔΩΡΟ ΜΟΝΑΧΟ. Οσοι μὲν πολλοῖς πόνοις, καὶ ἱδρῶσι, καὶ χρόνῳ μακρῷ μαχόμενοι ταῖς ἡδοναῖς, μόλις ποτὲ τοῦ χα ρίσματος ἐπέτυχον τῆς ἀπαθείας, τούτοις συγχωρήσωμεν συντυχίας ποιεῖσθαι πρὸς ἀσκητρίας. Όσοι δὲ κατά σε πάθεσι φιληδόνοις πεφορτισμένοι εἰσὶν, εἰργέσθωσαν τῆς τοιαύτης σφαλερωτάτης εντεύξεις, ἵνα μὴ καὶ τὰς ἰδίας ψυχὰς, καὶ τὰς ἀλλοτρίας εἰς βάραθρον ρίψωσιν. "Ανευ γὰρ ἀπαραιτήτου τινὸς, καὶ ἀναγκαίας χρείας, οὐ δεῖ βλέπειν θηλείας, κάν κανονικαὶ ὦσι, και κοσμικοί. Τοῖς δὲ προτρέπουσιν ἡμᾶς εἰς τοὺς ἑαυτῶν οἴκους βιωτικοῖς ἀνδράσιν, ὥστε ὑπὲρ αὐτῶν ποιήσασθαι προσευχάς, λεκτέον τὸ τοῦ Εὐαγγελίου ἐν ταπεινοφροσύνῃ, ὅτι· Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἐν ἀρεταῖς, ἵνα εἰσέλθω εἰς τὸν οἶκών σου ἐπεὶ δὲ πιστεύεις ὠφελεῖσθαι δι' εὐχῆς τῶν μονα χῶν, «γενέσθω σοι, καθὼς καὶ ἐπίστευσας.» Καὶ πάντες δὲ οἱ ἀγαπῶντες τὴν ἡμετέραν εὐτέλειαν πατέρες καὶ ἀδελφοὶ παρακληθήσονται παρ' ἐμοῦ προσεύξασθαι γνησίως ὑπὲρ τῶν δεηθέντων βιω τικών. με ΜΖ'. - ΛΕΩΝΙΔΗ ΜΟΝΑΧΩ. Βέλτιστον νῦν ἐπιφθέγξασθαί σοι τὸ τοῦ Ἱερε μίου· ο Ο λαός μωρὸς καὶ ἀκάρδιος.» Δέον γάρ αἰσχύνεσθαί σε ἐπὶ τοῖς φαύλοις πράγμασι, καὶ ταῖς κενοδοξίαις, καὶ ταῖς ἀθυροστομίαις, τότε πλήττῃ ταῖς χερσὶ, καὶ ταῖς ἄλλαις ἀγερωχίαις ἐναβρύνῃ μᾶλλον τούτοις, καὶ τέρπῃ, καὶ ἐπὶ πάντων καυχᾶσαι, καὶ ἐπαινεῖς σαυτόν, δαψιλῶς δοξάζεις. Αλλ' αἰσχύνθητι, φησὶν ὁ ἅγιος προφήτης ἐκ προσώπου τοῦ Θεοῦ, καὶ λάβε τὴν ἀτιμίαν σου, ὅπως ἂν εἰς συναίσθησιν ἐλθὼν, σαυτὸν ἐπιγνῶς, καὶ καταγνούς
col. 219–220page 81 of 262
PG 79:219Ορος γὰρ ψυχῆς ἁμαρτημάτων ἐπίγνωσις καὶ κατά γνωσις, καὶ ἀρχὴ σωτηρίας. τῆς σαυτοῦ φαυλότητος, δυνηθῇς φωτισθῆναι· δρο ΜΗ. Ομολόγησον τῷ Θεῷ τὴν σαυτοῦ ἀσθένειαν, ἵνα τὸ δυνατὸν ἀστράψῃ τῆς χάριτος, καὶ ἐπέκεινα φύσεως θαυματουργήσῃ τὸ Δεσποτικὸν βούλημα. ΜΘ'.- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΜΟΝΑΧΟ ΑΠΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΙΚΩΝ. Δεῦτε, φησὶν ὁ προφήτης, καὶ ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος τοῦ Κυρίου.» Ουχι, Δεῦτε, καὶ κατακρημνία σθῶμεν εἰς τὴν τοῦ ἐχθροῦ φάραγγα. Οὐδὲν γὰρ ἀληθῶς ὑπάρχει κοιλότερον τῆς κοσμικῆς σοφίας, οὐδὲ χθαμαλώτερόν τε, καὶ χαμαιπετέστερον, κἂν ἐξ ἀναισχυντίας ἱπτᾶσθαι δῆθεν ὑψηλὰ ἐπαγγέλληται. Διό φησιν ὁ θεῖος ᾿Απόστολος, ὅτι. Η σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν. ο Ἐπειδὴ γὰρ ὁ κόσμος οὐκ ἔγνω διὰ τῆς σοφίας τὸν δ Θεὸν, ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, τοῖς ἰδιώταις μὲν τῇ φράσει, τὸ ἀδιάπτωτον δὲ κατὰ τὴν γνῶσιν ἔχουσιν ἀποστόλοις, ὑποτάξας πᾶν ἔθνος, καὶ πᾶσαν γλῶσσαν Ελλήνων τε, καὶ βαρβάρων. Οθεν ἕκαστος τῶν τῷ κηρύγματι τῆς εὐσεβείας προσιόντων, σπουδὴν πᾶσαν τίθεται, τοῖς κανόσι τῶν ἀποστόλων ἑπόμενος, τὸν ἐκείνων χαρακτῆρα σὺν ἀκριβεία μιμεῖσθαι, καὶ μηδαμοῦ παρατρέπεσθαι τῆς ἐκείνων ἀμώμου παραδόσεως. Τῶν ἀτοπωτάτων τοίνυν ἂν εἴη, προβάντας ἡμᾶς τῷ ὄρει τῆς κατὰ Χριστὸν ὑψηλής φιλοσοφίας, μετὰ τὸ διαπτῦσαι τὴν Ἑλληνικὴν τερθρείαν, καὶ ἀτιμάσαι τὴν κομ πῳδίαν αὐτῶν, πάλιν εἰς τὴν τῆς κουφοδοξίας, καὶ τῆς ματαιοπονίας καταφέρεσθαι σκοτεινοτάτην φά ραγγα, καὶ τοὺς τελείους τὴν φρένα πάλιν παιδα ριεύεσθαι, καὶ δίκην μειρακίων περὶ πολλοῦ ποιεῖσθαι τὰ ἔπη, καὶ τοὺς ἰάμβους, ὧν χρείαν οὐδεὶς ἔσχεν, οὐκ ᾿Απολλὼς ὁ ᾿Αλεξανδρεύς λόγιος ὁ ποτι στὴς τῶν Χριστοῦ μαθητῶν, οὐ Κλήμης ὁ Ρωμαίων φιλόσοφος, οὐκ ἄλλοι μυρίοι φιλόσοφοι, καὶ γραμματισταὶ δεύτεροι τῶν ἀποστόλων λεγόμενοι, ἵνα μὴ διὰ τοῦ μέτρου, καὶ τῆς ἐποποιΐας κενώσωσι τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου, καὶ φωραθῶσι παρὰ τὸν θεῖον νόμον τὸ μέλι ἀναφέροντες ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον. Μέλι γὰρ ἀποστάζει ἀπὸ χειλέων γυναικὸς πόρνης, δηλαδὴ τῆς Ἑλλήνων καλλιεπείας, ἥτις τῇ πολλῇ πιθανῇ ὁμιλίᾳ ἐξαπατῶσα τὸν κομψευθέντα, καθά φησιν ὁ Σολομών, βρόχοις τε τοῖς ἀπὸ χειλέων κατα δεσμεῖ, καὶ ἐξοκεῖλαι παρασκευάσασα τῆς τοῦ Θεοῦ φιλοσοφίας, εἰς αὐτὸ τὸ πέταυρον, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πυθμένα τοῦ ᾅδου καταβιβάζει τὸν ἀθλίως ἁλόντα. Μὴ τοίνυν θέλε προσανέχειν τῷ μέτρῳ, κἂν εἰ λίαν πρὸς αὐτὸ συνήθειαν καὶ ἵμερον κέκτησαι, ἵνα μὴ ἀφανίσας τῶν ἀλιέων τὸν θεῖον χαρακτῆρα, ὅνπερ σὺν πόθῳ πολλῷ πρώην ἀναμάξασθαι προείλω, πρὸς τὴν ἐσχάτην μὲν ἐκπέσῃς ἀμορφίαν, δῆλος δὲ γένη ἀμελῶν τῆς σαυτοῦ σωτηρίας διὰ τῆς περὶ τὰ ἔπη σπουδῆς, πρόκριμα δὲ καὶ τύπος, καὶ παγὶς δει
col. 221–222page 82 of 262
PG 79:221χθείης ἄλλοις, οπόσοι ἄτακτοι, καὶ συρφετοί, καὶ βλάκες υπάρχοντες, οὐδεμίαν δὲ φροντίδα τῆς ἀρετῆς ἔχουσιν, ὅλας δὲ τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς περὶ ταῦτα ἀδολεσχοῦσι, διὰ τῆς ἐπαράτου, καὶ παρασεσυρμένης κενοδοξίας, τὸν μικρὸν ἄρτον τῶν ὀλίγων ἀνθρώπων ἐπαινεῖν δῆθεν προαιρουμένων, δουλοπρεπώς τε, καὶ ἄγαν βρεφοπρεπώς κομιζόμενοι, ἐξ οὗ μὴ τρα φήσονται τὸ σύνολον τὴν ψυχήν, ἀλλὰ καὶ λιμώ ξουσιν. Δέον γὰρ ζητῆσαι παρὰ τοῦ Θεοῦ τῶν δυνά μεων, καὶ δόξης ἀληθοῦς, καὶ τιμῆς πλήρη ἄρτον οἱ δὲ τοὐναντίον πράττουσιν, ἐκ ποσμικῆς σοφίας ἀνωφελούς οιόμενοι τρέφεσθαι. Τιμὴ δὲ γυναικὸς πόρνης ὡσεὶ καὶ ἑνὸς ἄρτου, ἀτιμίας γέμοντος, καὶ ἀσθενείας πολλῆς. Σὺ δέ γε τὸν τῶν ἄνω δυνάμεων ἄρτον διηνεκώς αἴτησον· ἄρτον γὰρ οὐρανοῦ, καὶ ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος, ο πᾶς ὅστις πνεύ. & ματι ζῇ, καὶ πνεύματι στοιχεί, ο καὶ τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς θεσμοῖς ἐξακολουθῶν, τῆς σοφίας τῆς ἄνω θεν κατερχομένης μετέσχηκεν. "Αρτον οὖν οὐρανοῦ, καὶ ἄρτον ἀγγέλων, οὐκ ἄρτον γυναικὸς πόρνης δ τοιοῦτος ἐσθίει. Πολλοὶ τῶν αἱρετικῶν πολλὰ ἐπι συνέταξαν, ἀλλ' οὐδὲν ὠφέλησαν. Διότι ανεμοφθόρους εἶχον τοὺς στάχυας, ὥς φησιν ὁ προφήτης, δράγμα οὐκ ἔχον ἰσχὺν τοῦ ποιῆσαι ἄλευρον. Εἰ δὲ θαυμάζεις τοὺς γράφοντας τὰ ἔπη, ὥρα σοι καὶ Ἀπολλινάριον τὸν δυσσεβῆ καὶ καινοτόμον θαυμάζειν, πολλὰ λίαν μετρήσαντα, καὶ ἐποποιήσαντα, καὶ ματαιοπο νήσαντα, καὶ παντὶ καιρῷ ἐν λόγοις ανοήτοις κατα τριβέντα, ο δήσαντά τε τοῖς ἀκερδέσι τῶν ἐπῶν, καὶ φλεγμίναντα, καὶ ὑδεριάσαντα τοῖς λογισμοίς, ο καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ διῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ ὡς Δαυΐδ Έλεγεν. Ν. ΑΡΙΣΤΟΚΛΕΙ ΜΟΝΑΧΟ. Διστασιάζειν ἔοικας πρὸς ἑαυτὸν, καλὰ μὲν λαλῶν, κακὰ δὲ πράττων, καὶ λυττῶν ὥσπερ οἱ κύνες, καὶ πάντας καθυλακτῶν ἀφειδῶς, καὶ ἀπερυθριάστως. Ἀλλὰ νῦν γοῦν διόρθωσαι, ἀδελφὲ, ὅπως μὴ διαμάχωνται τὰ ἔργα σου τῷ σεμνῷ ἐπαγγέλματι. ΝΑ'. ΒΙΚΕΝΤΙΟ ΑΣΚΗΤΗ. Ὅσον δοκεῖς τὸ σῶμα σκληραγωγεῖν τῇ ἐπιπόνῳ καὶ τραχυτέρα διαίτῃ, τοσοῦτῳ μᾶλλον τὴν σαυτοῦ καρδίαν ταπείνωσον, κατευτελίζων, καὶ ἐξουδενών σαυτόν, ἵνα μὴ τῆς κενοδοξίας χώραν λαβούσης ἐν σοί, ἀντὶ πυροῦ, κνίδην θερίσῃς, καὶ οἱ κόποι ἀπό λυνται. ΝΕ. - ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΜΟΝΑΧΟ. Εκ τινων σημείων νοήσας ὁ πονηρός, ὅτι εὐλογίας λογικῆς τετύχηκας διὰ τῆς καλῆς ἐργασίας, καὶ χάριν οὐρανόθεν εἴληφας, καθάπερ ὁ Ἰακώβ, καὶ πάντες οι γνησίως δεδουλευκότες Θεῷ, τῇ βασκανία πληγεὶς ὁ μισάνθρωπος, καὶ τετρωμένος τῷ φθόνῳ, μεγάλους κατὰ σοῦ ἀνῆψε τοὺς πειρασμούς βουλόμενος καὶ ἐκθλίψαι τὴν φιλάρετον ψυχήν, ὑποτιθέμενος τε τους πονηρούς λογισμούς, καὶ πρὸ; ἔργα βλαβερὰ ἐκβῆναι κατασπεύδων. Καὶ ξένον οὐδὲν
col. 223–224page 83 of 262
PG 79:223ύπομένεις, ἄριστε. Γέγραπται γάρ· Εισερχομένων ἡμῶν λοιπὸν εἰς τὴν νοητὴν ἁγίαν γῆν τῆς θείας επαγγελίας, τότε ἔσπευσαν ἡγεμόνες Εδώμ, καὶ ἄρχοντες Μοαβιτών, δαίμονές τινες πικροὶ, καὶ ἀρχοντικού, ἀναποδῆσαι ἡμᾶς, καὶ ἀναστρέψαι βου λόμενοι τῆς μακαρίας εἰσόδου, καὶ ἀπαλλοτριῶσαι τῆς αἰωνίου χαρᾶς. ᾿Αλλ' αὐτὸς ἀτάραχος διαμένων, ἀνδρίζου, καὶ ἔσχυε, συντρίβων διὰ τῆς ὑπομονῆς, καὶ τῆς συντόνου εὐχῆς, τοὺς συντρίβειν ἡμᾶς ἐπι θυμοῦντας, ἀεννάως λέγων τὰ προφητικά • Μηδα μῶς εὐφρανθείητε, ἀλλόφυλοι, συνετρίβη ὁ ζυγός τῶν παιόντων ἡμᾶς·, εὐλατος γὰρ ἔσται ἡμῖν Χριστὸς ὁ φιλάνθρωπος Θεός, καὶ παύσονται, καὶ καταργηθήσονται οἱ κακοὶ ἐπισπουδασταὶ τοῦ νοητοῦ Φαραὼ σὺν τῷ ἰδίῳ βασιλεῖ, καὶ ἰσχὺς αὐτῶν συν τριβείη τέως, ἵνα μηκέτι εἰς τὸ ἄχυρον, καὶ τὸν πηλὸν, καὶ τὴν πλινθείαν τῆς ἁμαρτίας ἡμᾶς κατ ελαύνωσιν· ὅσῳ γὰρ τῷ Θεῷ προσχωρούμεν, τοσούτα πλέον κατ᾿ ἡμῶν ἐξαγριοῦνται οἱ δαίμονες. ΝΓ. - ΜΑΥΡΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τῆς ἀφορήτου λύπης, καὶ τῆς πολλῆς ἀθυμίας τὸν πειρασμὸν δάκρυσι δαψιλέσι, καὶ χρησταῖς ἐλ πίσι, καὶ τῷ πόθῳ τῷ πρὸς τὸν γλυκύτατον Σωτήρα Χριστὸν ἐξαφανίσαι δυνήσῃ. ΝΔ'. - ΜΕΝΑΝΔΡΟ ΑΣΚΗΤΗ. Οὐ νόθον μόσχευμα, κάλλιστον δὲ καὶ ἄγαν ἐπαι νετὸν ὑπάρχων, τοῦ ἀοιδίμου καὶ παναρέτου 266 Μινουκιανοῦ, δικαίως τον χαρακτήρα τοῦ ἀνδρὸς ὑπέρλαμπρον δεικνύεις ἐν σεαυτῷ· ἐκεῖνος γὰρ οὐ μόνον μαθητής, ἀλλὰ καὶ μιμητὴς ἐδείχθη τοῦ φιλανθρώπου τούτου Σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ, τοῦ παραδείξαντος ἔργῳ καὶ λόγῳ τὴν ἀληθῆ φιλοσοφίαν, ἐν τῷ πολιτείαν καθαρὰν ἐπιδείξασθαι, καὶ ἀνωτέρω ἀεὶ φέρειν τὴν ψυχὴν τῶν τοῦ σώματος παθῶν. ΝΕ. — ΕΥΦΗΜΙΑ ΜΟΝΑΧΟ Λίαν ἔγωγε οἶμαι, ἀφιλόσοφον εἶναι, καταλιπόντας ἡμᾶς, τὴν περὶ τῶν οὐρανίων τε, καὶ αἰωνίων φρον τίδα, περὶ τὰ χαμαὶ κείμενα ἀσχολεῖσθαι, καὶ μετ ρίμνη τήκεσθαι, καὶ μυρίας ἐπινοεῖν ἀφορμάς τῷ προσκαίρῳ καὶ ἀνοήτῳ κέρδει. ΙΛΑΡΙΟ ΜΟΝΑΧΟ ΑΠΟ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΩΝ. Μόλις ποτὲ μιμήσασθαι κατεδέξω τὸν ἄνδρα τὸν ἀρχαῖον, μετὰ [το] τῶν Ἐχιναδῶν ἐπιτυχεῖν παυσάμενον τῆς ἄλης. Τὸ γὰρ περιέρχεσθαι πανταχοῦ, καὶ ἀστατεῖν, καὶ ὧδε κἀκεῖ περικρούεσθαι δίχα ἀπαραιτή του τινὸς, καὶ μεγάλης ανάγκης, καὶ τόπον ἐκ τόπου μεταλλάττειν, καὶ κοίτην ἐκ κοίτης ἀμοίβειν κατὰ τὴν ὁμοίωσιν τῶν λαγωῶν, πῶς τις ἀποδέξεται τῶν εὖ φρονούντων; Κάθου τοίνυν ἐν τῷ μοναστηρίῳ ἑδραῖος, καὶ ἀμετακίνητος, ἡσυχίαν τε ἀσκῶν, καὶ περιβλεπόμενος τὸν θάνατον, πότε ἥξει, ὅπως καλῶς ἀναλύσας παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ εὐφρανθῇς αιωνίως. ΝΖ'. — ΠΛΑΤΩΝΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Οἱ μὲν ἀρχηγοί τῆς ἡμετέρας τάξεως, ζηλωταὶ
col. 225–226page 84 of 262
PG 79:225τῶν ἀποστόλων γενόμενοι, λύχνοι τινὲς ὑπῆρχον ἐν σκοτιά φαίνοντες, καὶ ἀστέρες ἀπλανεῖς, τὴν ἀφεγγῆ τοῦ ἀνθρωπίνου βίου καταυγάζοντες νύχτα, καὶ λι μένων πρόβολοι τῷ καθ᾿ ἑαυτοὺς ἀχειμάστῳ, πᾶσιν εύκολος ὑποδεικνύντες τὸ διαφυγεῖν ἀβλαβῶς τὰς τῶν παθῶν προσβολάς. Αὐτὸς δὲ τοσαύτας ψυχὰς ὑποχειρίους ἔχων, ἐξώρισας μὲν τὴν ἀρετὴν, καὶ μακρὰν ἐφυγάδευσας, τῷ δὲ σκότει τῆς πονηρίας, καὶ τῆς κακοηθείας, τὸ σαυτοῦ πρόσωπον ἡδέως ἐγκαλύ στεις, καὶ εἰς κακοεξίαν, καὶ χειμῶνα, καὶ ταραχὰς ἀπαύστους ἐμβάλλεις τοὺς ἀδελφοὺς, καὶ ἀπολέσαι σπεύδεις τοὺς σωθῆναι ὀφείλοντας. Καὶ τίς σε άρα λυτρώσει τῆς αἰωνίου κολάσεως; «Φοβερὸν γὰρ τὸ ἐμε πεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζώντος.» γνῶ Ἐπειδὴ οὐχὶ ταπεινοφροσύνης χάριν, ἀλλὰ κενο δοξίας μετέρχῃ τὴν ἀνάγνωσιν, διὰ τοῦτο παραμένει σαι ὁ τῆς πορνείας πειρασμός· οὐ γὰρ συμφέρει τῷ ἄφρονι τρυφή, οὐδὲ τῷ τετυφωμένῳ τὸ ἀεὶ ἀναγινώσκειν, καὶ τῆς ὑψηγορίας ἀπολαύειν. Η γὰρ γνώ σις φυσιεῖ [φυσία?] ἐπὶ πολὺ τὸν ματαιοφρονοῦντα, καὶ ἀπονενοημένον, καὶ βλάπτει τὸν ἀλαζόνα, ὥσπερ ὁ οἶνος τὸν πυρέττοντα βλάπτει. Ὥστε οὖν κενωθῆναι τὸ φύσημα τῆς ψυχῆς, ἀναγκαίως ὁ δαίμων ἐφέστηκε πιέζων, καὶ ἐξελέγχων τὸν πεφυσιωμένον. Εἰ δὲ βού λει τοῦτον ἰδεῖν θᾶττον ὑποχωροῦντα, θέλησον φθάσαι τὸν τῆς ταπεινοφροσύνης ἀκατάσειστον πύργον, καὶ καθοπλισάμενος ταῖς ἀγρυπνίαις, καὶ ταῖς πολλαῖς προσευχαῖς, καὶ τῇ τῶν ψαλμῶν ἐπῳδῇ, ὀφθαλμοῖς ο θεωρήσεις τοῦ ἐχθροῦ τὴν ἀπώλειαν. ΝΘ'. ΧΑΡΙΤΩΝΙ ΜΟΝΑΧΟ. Οὐκ ἔστιν ἁμαρτία τὸ πρὸς βραχύ προσελθεῖν τῇ καθ' ἡμέραν τροφῇ ἐν τῇ τεταγμένη ωρα. Χρὴ δὲ λοιπὸν μετὰ τὸ προσταπεινωθῆναι τῇ χρείᾳ τοῦ σώ ματος, οξέως πάλιν εἰς τὸν οὐρανὸν κούφον ἀνα πέμπειν τὸ φρόνημα, μηδὲν ἐν αὐτῷ συνανακουφίζων τῶν χοϊκῶν φροντισμάτων. Ε. - ΑΔΡΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Διὰ τί ἐκ πολλῆς καὶ ἀκαίρου φροντίδος κινδυνεύεις εἰς ἀπιστίαν πεσεῖν, προσδοκῶν Θεοῦ ἐγκάταλειψιν, καὶ τῶν ἐπιτηδείων τὴν ἔλλειψιν; Ἔχεις γὰρ δὴ τέως τινὰς ἐπικουροῦντας, καὶ τῆς πολλῆς σου ἀσθενείας ἀντιλαμβανομένους, τόν τε πάντα ἔνδοξον Ἰλλούστριον Ηρωνα πάνυ ἀπὸ καρ δίας τοὺς μοναχοὺς σέβοντα, καὶ τὸν τοῦ ἁγιωτάτου ἐπισκόπου ἀδελφιδοῦν, καὶ αὐτὸν φιλομόναχον, καὶ τὴν σεμνοτάτην διάκονον τοῦ Χριστοῦ Θεοδούλην. Πλὴν καὶ τούτους ἂν δόξῃ τελευτῆσαι πρὸ τοῦ ἀπο θανεῖν σε, πάντως βλέπων ὁ Θεὸς τὸ πρᾶον, καὶ ἡ σύ χιον τῆς ψυχῆς σου, τήν τε ἀπραγμοσύνην, καὶ τὸ ἀπερίεργον, καὶ τὴν πρὸς τὸ κρεῖττον ἀγαθὴν προσ εδρείαν, ἐξ ἀμηχάνου πέμψει σοι τοὺς διακονῆσαι πρὸς τὴν χρείαν ὀφείλοντας. Δύναται γὰρ ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐξεγείρα: τοὺς προθύμως υπηρε τησομένους τοῖς τὸν μονήρη μετερχομένοις βίον. Τίς γὰρ δὴ οὐ μετ' ἱκεσίας πολλῆς χωρηγήσει, οὐ μόνον ΑΕΤΙΟ σε
col. 227–228page 85 of 262
PG 79:227βῶς, καὶ σεμνῶς, καὶ ἐναρέτως βιοῦσιν; Εἰ γὰρ ἄνθρωποι βάρβαρος, καὶ πολέμου νόμῳ λαβόντες Ἱεροσόλυμα οι Βαβυλώνιοι, τὴν ἀρετὴν ἠδέσθησαν τοῦ Ἱερεμίου, καὶ πᾶσαν θεραπείαν παρέσχον σωματ τικὴν μεγαλοψυχότατα, οὐ μόνον τὰ πρὸς τροφὴν δεδο κότες, ἀλλὰ καὶ σκεύη, οἷς ἔθος ἐστὶ διακονεῖσθαι τοὺς ἐστιωμένους, πῶς οὐκ αἰδεσθήσονται βίον ἐνάρετον οἱ ὁμόφυλοι, καὶ τὸν λογισμὸν ἐκ παιδείας μᾶλλον τοῦ βαρβαρικού διακεκαθαρμένοι πρὸς τὴν τῶν καλῶν κατανόησιν, καὶ ἀρετῆς ζηλωταί; Εἰ γὰρ καὶ μὴ δεδύνηνται ταύτης ἀσκηταὶ γενέσθαι διά τινας αἰτίας, ἀλλ᾽ οὖν γε τιμῶσιν αὐτὴν, καὶ τοὺς ἀθλητὰς αὐτῆς θαυμάζουσιν. Μὴ οὖν πολλὰ φρόντιζε, ἀλλὰ κατὰ τὴν παραίνεσιν Πέτρου καὶ Παύλου γρηγόρησον, καὶ νῆψον εἰς προσευχάς, καὶ πᾶσαν σου τὴν μέρι μναν εἰς τὸν Θεὸν ἐπιρρίψας. Ἐγγὺς γὰρ ὁ Κύριος,» καὶ ο Μηδέν μεριμνᾶτε, φησίν, ἀλλ' ἐν παντὶ τῇ προστα ευχῇ καὶ τῇ δεήσει τὰ αἰτήματα ὁμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν,» καὶ αὐτὸς ὑμῖν ἐν πᾶσι προνοήσει. Καὶ πάλιν ἐν ἑτέρῳ γέγραπται· Εμβλέψατε εἰς ἀρ χαίας γενεάς. Τίς ἐπίστευσέ ποτε τῷ Κυρίῳ, καὶ ὑπερεῖδεν αὐτόν; 'Ανέγνως πάντα· πλὴν ὑπομνήσου μέν σε. Δανιὴλ ἐν Βαβυλῶνι εἰς λάκκον λεόντων ἐμ βεβλημένος, μηδέν τε δεινὸν πεπονθὼς ὑπὸ τούτων, ἐκάθητο λιμώττων· ᾿Αββακούμ δ' ὁ προφήτης θεόθεν κελευσθείς, καὶ ὑπ' ἀγγέλου βασταχθεὶς ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας εἰς Βαβυλῶνα, καὶ εἰς αὐτὸν τῶν λεόντων λάκκον διακομίζει τὸ ἄριστον, καὶ φησὶν εὐχαριστῶν ὁ μέγιστος Δανιήλ, ο Εμνήσθης γάρ μου, ὁ Θεὸς, καὶ οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἐκζητοῦντάς σε.: Ταῦτα τοί νυν, καὶ τὰ τοιαῦτα κατὰ νοῦν λαμβάνων, πρὸς τὸν Θεόν, καὶ μόνον ἀδιαλείπτως τη διανοία κατά φευγε. τὰ τῆς χρείας, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπὲρ χρείαν, τοῖς εὐοε ΣΑ'. ΦΛΟΡΙΝΙ ΜΟΝΑΧΑ. Μὴ ἀθύμει ἐξασθενήσας τὸ σῶμα, ὡς μηδενός τευξόμενος τοῦ παραμυθησομένου. «Αγαθὸν γὰρ πε ποιθέναι ἐπὶ Κύριον, ἢ πεποιθέναι ἐπ' ἄνθρωπον.» Πόρον γὰρ πάντως πρὸς παραμυθίαν σου ἐπινοήσει Θεὸς, καὶ οὐκ ἐπιλείψει πρὸς σωτηρίαν ἐπίνοια τῇ πηγῇ τῆς σοφίας. ΕΒ'. ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΜΟΝΑΧΟ, Ταχέως ἐπανελθε εἰς τὸ μοναστήριον, ὅθεν κακῶς ἐξῆλθες, μή ποτε ἔξω τῆς μάνδρας ἐπὶ πολὺ διατρίψας, βρῶμα γένῃ τῶν νοητών θηρίων. Εἰ δὲ λέγοις προσδοκίᾳ κρείττονός τινος ἀρετῆς ἀφίστασθαι τῆς μονῆς, μνήσθητι τοῦ εἰπόντο; ὅτι, Ἐστὶν ὁδὸς δο κοῦσα ἀγαθὴ εἶναι ἀνδρὶ, τὰ μέντοι τελευταία αύ τῆς φέρει εἰς τὸν πυθμένα τοῦ ᾅδου. Αεὶ γὰρ ὁ Σα τανᾶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ταῖς ευλογοφανίαις άγχια στρεύει τοὺς τῆς κακομηχανίας αὐτοῦ μὴ ἐσχηλότας πεῖραν. ΕΓ. ΣΥΡΙΑΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Προσεχόντως τῷ μοναδικῷ τάγματι, καὶ νηφαλέω; κεχρῆσθαι δεῖ· τοῦ γὰρ γυμνικοῦ ἀγῶνος, ὁ ἡμέτερο
col. 229–230page 86 of 262
PG 79:229ἀγὼν δυσχερέστερός ἐστιν, ἐκεῖ μὲν γὰρ ἀθλητῶν σώματα κλίνεται ὀρθοῦσθαι ῥᾳδίως δυνάμενα, ἐν ταῦθα δὲ ψυχαὶ καταπίπτουσιν, ἃς ἅπαξ ἀνατραπείσας, μόλις ἔστιν ἀνεγείραι. ΕΔ'. - ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟ. Μωϋσῆς ὁ μέγας ἱεροφάντης έξω τῆς παρεμβολής πηξάμενος τὴν σκηνήν, δηλοί, ὡς μακρὰν θορύβου πολεμικοῦ χρὴ τὸν διδάσκαλον εἶναι, καὶ πόρρω τοῦ πεφυρμένου ἀπόκεισθαι στρατοπέδου, πρὸς εἰρηνικὸν, καὶ ἀπολέμητον μεταστάντα βίον. ΣΕ'. - ΘΕΟΔΩΡΩ ΜΟΝΑΧΟ. Εἰ τῷ ζυγῷ τῆς πανευφήμου ὑποταγῆς, τὸν τῆς ψυχῆς σου αὐχένα ὑπέκλινας, μὴ πολυπραγμονήσης τὰς οἰκονομίας τοῦ προεστῶτος, μόνον δὲ τὰ ἐπιτασσόμενα σου, κἂν βαρέα, καὶ ἐπίπονα τυγχάνοι, προ θύμως ποιεῖν σπούδαζε. Τὸ γὰρ περιεργάζεσθαι τὰς τοῦ διδασκάλου οικονομίας, καὶ δοκιμάζειν εθέλειν τὰ παρ' αὐτοῦ προστασσόμενα, εμπόδιόν ἐστι τῆς σῆς προκοπής. Οὐ γὰρ δὴ πάντως ὅπερ πιθανὸν καὶ εὔλογον φαίνεται τῷ ἀπείρῳ, τοῦτο καὶ ἀληθῶς εὐλογόν ἐστιν· ἄλλως γὰρ ὁ τεχνίτης, καὶ ἄλλως δ ἀνεπιστήμων κρίνει τὰ τῆς τέχνης. Κανόνι γὰρ ὁ μὲν τῇ ἐπιστήμῃ κέχρηται, ὁ δὲ τῷ εἰκότι· τὸ δὲ εἰ κὸς ὀλιγάκις μὲν στοχάζεται τῆς ἀληθείας, τὰ δὲ πολλὰ ἀποτυγχάνει, μᾶλλον τῆς ὀρθότητος πρὸς τὴν ἀπάτην ἔχον τὴν συγγένειαν. Ε. — ΓΑΛΛΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τί σοι όφελος τῆς ξενιτείας, καὶ τοῦ πόνου τῆς ἀσκήσεως, καὶ τῆς πολλῆς ταλαιπωρίας, πάλιν τῇ καρδίᾳ εἰς Αἴγυπτον στρεφομένῳ, καὶ καθεκάστην σχεδόν ἡμέραν διὰ τῶν ἐπιστολῶν τοῖς οἰκείοις προσ ομιλοῦντι, καὶ τῷ διαπύρῳ φίλτρῳ τῆς συγγενείας ἀποσφαλλομένῳ τῆς τελειότητος; Τάχα γὰρ οὐκ ἤκουσας τοῦ Κυρίου ἐπιτιμῶντος τῇ Μαρίᾳ ἐν τοῖς συγγενέσιν ἐπιζητούσῃ αὐτὸν, καὶ τὴν φιλοῦντα πα τέρα, ἡ μητέρα ὑπὲρ αὐτὸν, κρίνοντος ἀνάξιον έαυ τοῦ, καὶ διὰ τῶν λόγων τούτων ἀραρότως ἔκλειψιν τῶν συγγενικῶν ὁποτιθεμένου δεσμῶν; Εἰ γοῦν και ταλέλοιπας τὴν Χαρράν, ὅπερ ἑρμηνεύεται τρώγλη, τοῦτο δὲ σημαίνει τὰς αἰσθήσεις, καὶ ἐκ τῆς κοιλάδος Χεβρὼν ἐξῆλθες, τουτέστι τῶν ταπεινῶν ἔργων τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἐκ τῆς ἐρήμου, καθ᾽ ἣν γίνονται πλά ναι, σπεῦσον μετοικισθῆναι κατὰ τοὺς πατριάρχας, εἰς Δωθαεὶμ, τουτέστι εἰς τὴν ἱκανὴν ἔκλειψιν τῆς σαρχικής προσπαθείας· Δωθαεὶμ γὰρ ἱκανὴ ἔκλειψις ἑρμηνεύεται, ἧσπερ ἐπιτυχεῖν ἀγωνίζονται πάντες, ὅσοι ὀρέγονται τῆς μακαριωτάτης ἀπαθείας. ΞΖ'. - ΕΛΕΥΘΕΡΙΟ ΜΟΝΑΧΟ ΑΠΟ ΝΟΥΜΕΡΩΝ. Οὐκ ἀποδέχομαι σε πρὶν ἐκκόψαι τὰ πάθη, μυρίαις χρώμενον συντυχίαις, καὶ τραύματα ἐπὶ τραύμασι τῇ διανοία διὰ τῶν αἰσθήσεων σωρεύονται, καὶ μά λισθ' ὅτι ἐξ ἡμελημένου καὶ ἀκαθάρτου βίου πρὸς τὴν ἀρετὴν τοῦ Χριστοῦ μετοικισθῆναι προείλου. Διόπερ θεράπευε, μὴ μέντοι αὔξανε ταῖς ἀφυλάκτοις συντυχίαις τὰ νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἔοικε γὰρ ὁ νοῦς τῶν προσφάτως τῆς κακίας ανακεχωρη ΑΒΒΑΤΙ.
col. 231–232page 87 of 262
PG 79:231κότων, σώματι ἀρξαμένῳ ἐκ μακρᾶς ἀρρωστίας ἀναλαμβάνειν, ὑπερ καὶ μικρά τις πρόφασις, τῆς ἐπὶ τὴν νόσον ἀναλύσεως αἰτία καθίσταται, μήπω πρὸς ἰσχὺν κραταιὰν πεπηγμένῳ. Πλαδῶσι γὰρ τού τοῖς οἱ νοεροὶ τόνοι, καὶ κραδαίνονται, ὡς δέος εἶναι, μὴ παλινδρομήσῃ τὸ πάθος τὸ μιαρόν, πεφυκὸς ἐν τῇ ἀναχύσει διερεθίζεσθαι τῶν ἐπιβλαβῶν ὄχλον. ΞΗ. Τῷ αὐτῷ. Ἐκ τῆς κατὰ τὴν Δείναν τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰακώβ ιστορίας παιδεύθητι, ὅτι κορικῆς ἐστὶν ἀληθῶς, καὶ γυναικώδους ψυχῆς, τὸ ἐγχειρεῖν τοῖς ὑπὲρ τὴν οἰκίαν ἔξιν τε, καὶ δύναμιν, καὶ ὑπὸ τῆς περὶ ἑαυτὸν ὡς ἱκανὸν ὑπολήψεως ἐξαπατᾶσθαι. Εἰ μὴ γὰρ ἡ προλεχθεῖσα Δείνα προχείρως ἐπαπεδύσατο τῇ θεωρίᾳ τῶν ἐγχωρίων πραγμάτων, ὡς ἰσχύουσα δῆθεν μηδόλως ἐκ τῆς τούτων ἐλεγχθῆναι τέρψεως, οὐκ ἂν ἀώρες διεφθάρη τὸ κριτικὸν τῆς ψυχῆς κατασχισθὲν ὑπὸ τῆς φαντασίας τῶν αἰσθητῶν, μήπω ὑγιαίνοντι, γεν ναίῳ τε, καὶ ἀνδρείῳ ὁμιλήσασα λογισμῷ. ΕΘ'. Τῷ αὐτῷ. Ναός Θεοῦ, ὑμεῖς ἐστε, ο φησὶν ὁ ᾿Απόστολος. ὡς ἂν οὖν μηδὲν εἰσέρπῃ τῶν ἀκαθάρτων μορφῶν εἰς τὴν σὴν διάνοιαν, δίκτυα λογισμῶν τῆς μελλούσης κρίσεως διάπλεξον ταῖς τοῦ σώματος θυρίσιν, ταῖς διὰ τῶν αἰσθήσεων εἰσερχομέναις εἰκήσιν ἀποτειχίζων τὴν ἔννοιαν. Ἐὰν δὲ ἐν τῷ καιρῷ τῶν πειρασμῶν παραλογίσῃ τὸν φόβον τοῦ θείου δικαστηρίου, πέπτωκας πρὸς τὴν ἡδονὴν, καὶ νόμιζέ μοι τὸ τοῦ Οχοζίου πεπονθέναι πεσόντος ἀπὸ τοῦ δικτυωτού, καὶ λίαν ἡῤῥωστηκότος μέχρι θανάτου. Οὐδὲν δὲ χαλεπώτερον καὶ θανατικώτερον τῆς κατὰ τὴν ἁμαρ τίαν ἀρρωστίας. Ο. — ΒΙΚΤΟΡΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Ὥσπερ ἐπὶ τῶν γυμνικῶν ἀγώνων ὁ ἡλειμμένος εὐχερῶς διαλύει, τὰ λεγόμενα παρ' αὐτῆς ἅμματα, εἰ δὲ δέξοιτο κόνιν, δυσκόλως εκφεύγει τὴν χεῖρα τοῦ ἀντιπάλου· οὕτως ἐνταῦθα ὁ μὴ μεριμνών δύσληπτος ἐστι τῷ διαβόλῳ, φροντίζων δὲ, καὶ ταῖς μερί μναις καθάπερ κάνει τραχύνων τὸ λεῖον τῆς ἀμεριμνίας τοῦ νοῦ, δυσχερῶς ἐξελεῖ τῆς τοῦ Σατανᾶ χει ρός. Ελαιον γάρ μοι νῦν τὴν ἀμεριμνίαν νόει, κόνιν δὲ τὰς πολυτρόπους φροντίδας τοῦ παρόντος αἰῶνος. ΟΑ. - ΔΗΜΟΚΡΙΤΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ἐὰν φυτὸν δυνηθῇ καρποφορήσαι συνεχώς μετα φυτευόμενον, κἂν πλουσίως ἀρδεύοιτο, δυνήσῃ καὶ αὐτὸς δικαιοσύνης καρπὸν ἀγαγεῖν, τῇδε κἀκεῖσε μεταβαίνων, καὶ σκιὰς, καὶ ἀνέμους διώκων, καὶ πάντα τόπον ἀστάτως περιεργαζόμενος. ΟΒ. Τῷ αὐτῷ. Πλουτὴρ ὁ παρὰ τῷ Μωϋσεῖ βάσιν εἶχεν· διότι ἡ τοῦ κάθαρσις χρήζει ἑδραιότητος, καὶ καρτερίας, καὶ διηνεκούς στάσεως, καὶ ἀσαλεύτου διαγωγής. ΟΙ. – ΚΩΜΑΣΙΟ ΑΠΟ ΡΗΤΟΡΩΝ ΜΟΝΑΧΟ. Τοὺς φορυτούς, καὶ τὴν σπουιάν, καὶ τὸν πολύν οι
col. 233–234page 88 of 262
PG 79:233βόρβορον τῶν Ἑλληνικῶν βίβλων, ἵνα τί μοι σπου δαίως συναθροίζεις μετὰ τὴν ἀποταγὴν ἐν τῷ μονα στηρίῳ ἀνωφελῶς, μᾶλλον δ' ἐπιβλαβῶς; ἀποκρίθητι ἡμῖν, ὦ τῆς ματαιοφροσύνης, καὶ τῆς ταλαιπωρίας ἀνθηρὲ χαλκαλέκτωρ. ΟΔ'. - ΠΙΣΙΜΙΑ ΜΟΝΑΧΟ. Προσευχομένου τοῦ Δεσπότου Ἰησοῦ ἐν τῷ ὄρει, ἔλαμψεν τὸ πρόσωπον, καὶ ἤστραψε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, ὅπερ συμβαίνειν είωθεν τοῖς φιλοπονώτερον τῇ εὐχ προσανέχειν σπουδάζουσι μοναχοῖς· ἐκλάμπει γὰρ τηνικαῦτα τὸ πρόσωπον τῆς ψυχῆς, καὶ ἀστράπτει ὁ ταύτης ἀόρατος στολισμός, ὅπερ οἱ πολλοὶ ἀγνοοῦσιν. ΟΕ. — ΖΩΣΑ ΑΣΚΗΤΗ. Ο μακάριος Πέτρος ἀντὶ τῆς ἀνθρακιᾶς τῆς ἐν τῇ αὐλῇ Καϊάφα, ἔνθα καὶ ἐπειράσθη, θείαν ηὗρεν ὕστε ρον ἀνθρακιὰν ἐν τῇ Τιβεριάδι· γυμνὸς γὰρ ἂν διὰ τὴν ἄρνησιν· ἀλλὰ μὴ νομίσῃς με ἀθετεῖν τὴν τῶν Εὐαγγελίων ἱστορίαν, καὶ τὸ νοητόν καταμίγνυμι γυμνὸς τοίνυν ὑπάρχων ὁ μακάριος Πέτρος, τὸν ἐπενδύτην τῆς εἰς Χριστὸν ἐλπίδος περιζώννυται, καὶ βάλλει ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἦλθε πρὸς Ἰησοῦν ὥσπερ ἀλύσει τινὶ τῷ πόθῳ ἑλκόμενος, καὶ ἐπειδὴ ἦν κεκοπιακὼς ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἀρνήσεως, καὶ μοχθήσας, καὶ πικρανθεὶς τῷ κλαυθμῷ, καὶ τῇ λύπῃ στερηθεὶς τοῦ Κυρίου, ἀνεκτήσατο αὐτὸν ὁ ἴδιος Δεσπότης τῷ θαυμασίῳ ἄρτῳ, καὶ παραδόξῳ ἰχθύϊ, καὶ μετὰ τὸ ἄριστον λα λεῖ αὐτῷ ὁ Σωτὴρ ἐπιθυμοῦντι ἀκοῦσαι τῆς μακα ρίας φωνῆς, καὶ ἀναπαύει, καὶ παρηγορεῖ αὐτὸν κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ὀδυνῶν τῆς καρδίας τοῦ Πέτρου, καὶ οὕτω καταγλυκάνας αὐτὸν, ποιμένα τῆς οἰκουμένης ἁπάσης καθίστησιν. ΟϚ'. - ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΟΝΑΧΟ. Εὐαρεστήσω, φησὶν ὁ Δαυΐδ, ἐν χώρᾳ ζώντων·» χώραν ζώντων, οὐκ ἀποθνησκόντων, τὸν μέλλοντα λέγων αἰῶνα. Η γὰρ παροῦσα ζωῇ τῶν ἀνθρώπων διὰ πολλῶν θανάτων συμπληρούσθαι πέφυκεν, οὐ μόν νον ἐν τῇ κατὰ τὰς μεθηλικιώσεις μεταβολῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς κατὰ ἁμαρτίαν σώμασι τῶν ψυχῶν. Ὅπου δὲ οὐκ ἔστιν ἀλλοίωσις οὐδὲ σώματος, οὐδὲ ψυχῆς, οὔτε γὰρ ἐστι λογισμοῦ παρατροπή, οὔτε μετάθεσις γνώμης, οὐδεμιᾶς περιστάσεως τὸ εὐσταθὲς, καὶ ἀτά ραχον τῶν λογισμῶν ἀφαιρουμένης, τῷ ὄντι ἐκείνη χώρα ἐστὶ ζώντων, καὶ εὐφραινομένων διηνεκώς. ΟΖ'. — ΝΕΑΔΙΟ, ΟΛΥΜΠΙΟ, ΑΝΔΡΟΜΑΧΟ, ΠΟΥ ΛΙΟ, ΧΕΙΜΑΣΙΑ, ΜΟΝΑΧΟΙΣ ΦΙΛΟΔΙΚΟΙΣ. Νῦν εὔκαιρον εἰπεῖν τινα τῶν εὐφρονούντων κατα μαθόντα τὴν εἰς τὸ θεῖον ὑμῶν καταφρόνησιν, τῶν δὲ πρὸς γένος ὑμῖν στρατιωτῶν τὸ σπουδαῖον περὶ τὴν θεοσέβειαν, ὅτιπερ οἱ πανευλαβέστατοι στρατιῶται νενικήκασι ταῖς ψαλμῳδίαις, καὶ ταῖς προσευχαῖς, τῇ τε ἰδιοπραγμοσύνῃ, καὶ τῇ κατὰ τὴν ἐκκλησίαν ἀγρύπνῳ προσκαρτερήσει, τοὺς ἀπηγριωμένους, καὶ πανοργίλους, καὶ μισοθεωτάτους τῶν μοναχῶν, ἀποτιναξαμένους μὲν τὴν ἡσυχίαν τὴν πρέπουσαν,
col. 235–236page 89 of 262
PG 79:235καὶ τὴν δι' εὐχῶν, καὶ ψαλμῶν λειτουργίαν, καὶ ἐπιλαθομένους τοῦ ἱεροῦ ἐπαγγέλματός τε καὶ σχήματος, καταλελοιπότας δὲ τὸ ἴδιον ἀσκητήριον, καὶ ἀπηρυθριασμένως εργολαβοῦντας τὰ ἀλλότρια πρά γματα, καὶ δοκιμαζομένους διηνεκῶς τοῖς ἔξωθεν δικαστηρίοις, τὸν ἄφατον ἐπεισφέροντας θόρυβόν τε, καὶ τάραχον, ὥστε καὶ αὐτοὺς ὑμῶν ἐπὶ τούτοις καταγελᾷν, καὶ λίαν καταγινώσκειν τους δημοσίους ἄρχοντας. ΟΗ'. - ΚΥΡΙΑΚΟ ΜΟΝΑΧΟ. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μετασχηματίσει, φησί, τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ.» Νῦν μὲν γὰρ εὐτελείᾳ, καὶ ἀτιμίᾳ διαγίνεσθαι τάχα συμβαίνει τὸ ἀνθρώπινον σῶμα, ἐπηρεαζόμενόν τε ταῖς τῶν δαιμόνων ἐφ όδοις, καὶ ταῖς αὐτῆς πολλάκις τῆς ψυχῆς νωχελεία:ς, μώμοις τισὶ, καὶ σπίλοις περιπίπτον, ἐξανδραποδιζόμενον τε ἔσθ' ὅτε, καὶ ἄγαν ταπεινούμενον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ θνήσκειν, καὶ ἐνταφιά ζεσθαι, ἐν ἐξουδενώσει, καὶ ἀτιμίᾳ συρόμενον ἐν τῇ γῇ, καὶ θαπτόμενον ἐν εὐτελείᾳ πολλῇ. • Σπείρεται γὰρ, φησίν, ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ.· Ἐν δὲ τῷ καιρῷ τῆς πάντων ἀνθρώπων ἐγέρσεως, τήν τε φθοράν, καὶ τὴν ταπείνωσιν ἀποτιναξάμενον, ἀνίσταται τὸ σῶμα ἡμῶν κατακεκοσμημένον τῇ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος δόξῃ, καὶ μεγαλοπρεπείᾳ, μηκέτι λοι πὸν τραπησόμενον εἰς ἁμαρτίαν, καὶ φθορὰν, μηκέτι ταπεινωθησόμενον τῇ θνητότητι, καὶ τῇ ματαιότητι, καὶ ταῖς ταλαιπωρίαις, ἀλλὰ σὺν διαιωνίζοντι, καὶ [ ἀφθαρσίᾳ ἀπέραντα. ΟΘ'. Τῷ αὐτῷ. Επεβίβασας ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν.» Εστι γὰρ ὅτε συγχωρεῖ τοὺς δαίμονας ὁ Θεὸς τῇ ἔνδον κεφαλῇ ἀναιδῶς ἐπικαθίζειν, τουτέστι τῇ δια νοίᾳ, καὶ καθέλκειν τὴν ψυχὴν πρὸς ἀπρεπῆ ἐνθυμήματα, οἷς ἡμᾶς ἀναγκαῖον πιστεύειν, καὶ μάχεσθαι, μὴ συγκατατιθεμένους, μηδὲ συνδιάζοντας. Τῷ αὐτῷ. Οὐ στενοχωρούμεθα ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ ἀγάπῃ, φησὶν ὁ Ἀπόστολος Κορινθίοις, ὑμεῖς δὲ στενοχωρεῖσθε ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν, μὴ βουλόμενοι διὰ πολλῶν ἀρετῶν πλατυνθῆναι τὴν ψυχὴν, καὶ τὰς θείας ἐλλάμψεις δέξασθαι, καὶ χωρῆσαι. Οθεν ἡμῖν συμβαίνει τὸ ἐν τῷ Ησαΐᾳ εἰρημένον, ὅτι ἐν τῇ θλίψει τοῦ το γες, ἐχθροῦ, καὶ ἐν τῇ στενοχωρίᾳ τῆς διανοίας λέοντες, καὶ ἀσπίδες, καὶ εἴ τις ἄλλη δύναμις ἐναντία, τούτοις γὰρ καὶ τοῖς τοιούτοις ονόμασι καλοῦνται οἱ δαίμο τὸν πλοῦτον αὐτῶν ὄνων καὶ τῶν καμήλων Εφερον· ἔνων μὲν νοουμένων, τῶν νωθεστέρων, καὶ φιληδόνων, καὶ μοχθηρῶν· καμήλων δὲ τῶν τὴν ὑπερηφάνειαν, καὶ τὴν μνησικακίαν ἐξασκούντων. Τὸν τοίνυν πλοῦτον τῶν πονηρῶν, καὶ αἰσχρῶν, καὶ ἀν μων λογισμῶν φορτώσαντες τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων οἱ δαίμονες, ἐλαύνουσι εἰς τὰς ἐρήμους τῶν ἀρετῶν πράξεις, καὶ καταστάσεις. Οὐδὲν δ' ὑπάρχει τῆς ἁμαρτίας βαρύτερον, διὸ καὶ παρὰ τοῖς θεοφόροις ἀνδράσι μολίβδῳ παρείκασται.
col. 237–238page 90 of 262
PG 79:237ΠΑ'. Τῷ αὐτῷ. Ἂν ἐκ τοῦ βάθους τῆς καρδίας πρὸς Θεὸν στενάξωμεν, εἰσακούσεται πάντως, καὶ δείξει θαυμάσια τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ποιήσει την κάμηλον πρόβατον· «Αὕτη ο γάρ, φησίν, «ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου, ο Καί τινων ψαλμῶν τίτλοι, «Τοῖς ἀλλοιωθησομένοις, ἐγράφησαν. Ἐὰν τοίνυν σπουδάσεις διὰ τῶν ἀρετῶν ἀρέσαι τῷ Σωτῆρι, ἀποφορτίζει τὸν νοητόν σου ὄνον ἀχθοφοροῦντα τοῖς δαίμοσι, καὶ ἀσαγῆ ποιήσας, ἐπιβαλεῖ σοι τὰ τῶν ἀποστόλων ἱμάτια, τουτέστι τὰ θεῖα παιδεύματά τε καὶ δόγματα, καὶ ἐπικαθεσθεὶς τῷ να σου ὥσπερ τῇ ὄνῳ ποτέ, εἰσέρχεται καὶ νῦν εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν δοξαζόμενος τε, καὶ ἀνευφημούμενος ὑπὸ πάντων ἀγγέλων ἐπὶ τῇ σωτηρία τοῦ ἀλόγου, λογικοῦ γενομένου διὰ φιλ ανθρωπίαν τοῦ Κτίσαντος, μᾶλλον δὲ ἀνακτίσαντο;, ἀλλοιώσαντός τε, καὶ ἀνανεώσαντος διὰ τῆς ἀμε λείας, καὶ τῆς πλάνης ψυχὴν παλαιωθεῖσαν, καὶ παρα τετραμμένην έκουσίως. Τῷ αὐτῷ. ΠΒ'. Δύναταί τις καὶ ἐν σώματι ὢν ὑπάρχειν σὺν τῷ Χριστῷ κατὰ τὸ εἰρημένον ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός.» Πολύ δὲ μᾶλλον ἐκδημήσας τοῦ σαρκίου, καθὼς πάλιν αὐτ τὸς γράφει, ὅτι ο Ἐπιποθῶ ἀναλῦσαι, καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι.» Η γὰρ ψυχή νοητόν τι χρῆμα οὖσα τῶν νοη τῶν ἐφίεται, ὡς ἐμφύσημα θεῖον, καὶ θαυμαστόν τι τυγχάνουσα δημιούργημα· βαρουμένη οὖν τῷ γηΐνῳ σώματι διὰ τὴν θνητότητα, εἰκότως νῦν ἐπιθυμεῖ δια λυθῆναι, εἰλικρινῶ;, καὶ ἀμερίμνω;, καὶ ἀφόβως θανάτου συνεῖναι τῷ Δεσπότῃ, ἀναλύσασα ἀπὸ τοῦ θνη τοῦ, ἐπὶ τὸ ἀθάνατόν τε, καὶ ἄτρεπτον. Μετὰ δὲ τὴν νῦν λύσιν, ἐν τῇ ἀναστάσει, ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον τὸ ἴδιον σῶμα ἀπολαβοῦσα ζωοποιηθὲν τῷ ἁγίῳ Πνεύ ματι, συνδιαιωνίζει λοιπὸν τῇ ἀλύτῳ εὐφροσύνῃ, καὶ τῇ μακαριότητι, καὶ τῇ ἀναμαρτησία. Δεῖ γὰρ ἀπο καταστῆναι σε ἐπὶ τὴν καθαρὴν φύσιν, ἤτοι θείαν, καὶ ἀγήρω, ἄλυπόν τε, καὶ πάσης φροντίδος ἀπηλλαγμένην κατάστασιν. ΠΓ. Τῷ αὐτῷ. Εισί τινες καταστάσεις, καὶ ἔξεις ἐν ἀνθρώποις καθαραί, ὥστε τὸν μὲν ἡλίου ἐπέχειν τόπον, τὸν δὲ σελήνης, τὸν δὲ ἀστέρος· καὶ ἴδοις ἄν τινα ἄνθρωπον ὑπὲρ τὸν Σολομώντα πολλάκις δεδοξασμένον τῇ ἄνω δεν φρονήσει, ὕστερον δὲ διὰ τοῦ ἀπονυστάξαι, καὶ χαυνωθῆναι τῆς προσοχῆς, ἐγκαταλειφθέντα ὑπὸ Θεοῦ, καὶ ἀποδυσάμενον τήν τε εὐλάβειαν, καὶ τὸν φόβον τοῦ Κρείττονος, καὶ καταπεπτωκότα εἰς ἀπέ Γειαν, καὶ ἁμαρτίας μεγάλας, ὥστε δύνασθαί σε λέγειν, ὅτι διετράπη ὁ ἥλιος πεσὼν παρ' ἐλπίδα εἰς ἀθεμιτουργίας. Γίνεται γὰρ τοιαῦτα πολλάκις, καὶ τοῖς σπουδαίοις ὕστερόν ποτε διὰ τῆς ἀμελείας γε γυμνωμένοις τῆς φρουρᾶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀναβαίνοντος τοῦ Ναβουχοδονόσορ ἐπ' αὐτοὺς ἐν που λέμῳ, καὶ τὴν μὲν πόλιν ῥηγνύντος διὰ μηχανημάτ των σατανικῶν, τὸν δὲ βασιλέα, τὸν νοῦν φημι, ἐκ
col. 239–240page 91 of 262
PG 79:239τυφλοῦντος ὥσπερ τὸν Σεδεκίαν, καὶ παῖδας δεσμοῦν κράτωρ.» Γεγράφηκα δὲ ταῦτα, ὡς πρὸς τὰ ἐμφερόμενα τῇ ἐπιστολῇ σου ὑπερέχων ἀπόκρισιν. τος, καὶ εἰς Βαβυλῶνα τὴν ἀλληγορουμένην ἀπάγοντος, τὰ δὲ ἅγια Δαυΐδ, καὶ Σολομῶντος, καὶ τῶν ἑξῆς βασιλέων, λαμβάνοντος, τὰ ἐν τοῖς θησαυροῖς τῆς καρδίας, καὶ τὰ ἑξῆς, τὰ πολλοῖς χρόνοις μετὰ και μάτου, καὶ σπουδῆς πορισθέντα, καὶ συγκομισθέντα, καὶ κατασκευασθέντα, ἐμπυρίζοντος τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, καὶ παρασκευάζοντος ὑπὸ βεβήλων πατεῖσθαι ποδῶν. Καὶ ἤκουσα τοῦ Ψαλμῳδοῦ διὰ τοῦτο βοῶντος ἐν ὀδυρμοῖς· «Ελέησόν με, ο ὅτι πολλοὶ οἱ πολε μουντές με ἀπὸ ὕψους δαίμονες, καὶ καταπατοῦντές με ὅλην τὴν ἡμέραν, διότι ἐπεβίβασας τοὺς ἐχθρούς μου ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου· καὶ τοῦ Ἱερεμίου θρη νοῦντος, ὅτι Αρχουσα πρώην διὰ κατορθωμάτων ψυχή, νῦν νόμῳ πολέμου ληφθεῖσα, ἐγενήθη εἰς φόρον, τῷ β διαβόλῳ λειτουργοῦσα ἐν τοῖς ἁμαρτήμασι. Πλὴν ὅτι ὁ τοῖς τοιούτοις κακοῖς περιπεπτωκώς, ἐὰν μὴ ἀπὸ μικροψυχίας ἀπευδοκήσῃ εἰς τέλος, ἀλλὰ μετ ταμεληθεὶς ἐπιστρέψῃ πρὸς Κύριον, καὶ νεαροποιήσῃ τὰς ἀρχαίας ἐμφιλοσόφους πράξεις, επανέρχεται πάλιν πρὸς αὐτὸν ἡ Δεσποτικὴ χάρις, καὶ φράσει καὶ περὶ τούτου τὸ προφητικὸν λόγιον, ὅτι 'Αναστρέψω, καὶ ἀνοικοδομήσω την σκηνήν Δαυίδ τὴν πεπτωκυῖαν, καὶ τὰ κατεσκαμμένα αὐτῆς κατορθώματα, καὶ θεῖα δωρήματα, καὶ γνῶσιν τὴν ἐσωτέραν, καὶ ἀνορθώσω, καὶ ἀνοικοδομήσω· ι Καὶ ἔσται ἡ δόξα ἡ ἐσχάτη ὑπὲρ τὴν πρώτην, λέγει Κύριος παντο ΠΔ'. — ΟΝΗΣΙΜΟ ΜΟΝΑΧΟ. Εἰ ὅλως τῷ Θεῷ νομίζει ὁ κατὰ τὸ παρὸν πλού σιος, προκομίζειν τὴν χάριν τῆς εἰς σὲ φιλοτιμίας, οὗτος μᾶλλον χρεωστεί παρακαλεῖν σε, καὶ ἐκε τεύειν πρὸς τὸ λαβεῖν θελῆσαι, οὐ γὰρ δὴ παρὰ σοῦ ἀναμένειν δέησιν. Οθεν γνοὺς τὴν τοῦ ἀν δρὸς βλακείαν, μηδὲ λόγου ἀξιώσεις τὸν κορυβαντιῶντα. ΠΕ'. — ΦΑΥΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τὸ τρίχινον φόρεμα δεῖται πάντως φρονήματος ταπεινοῦ· τοῖς γὰρ δικαίοις μᾶλλον πεπόθηται ἡ ταπεινοφροσύνη, μιμουμένοις τὸν ἑαυτῶν Δεσπότην. Εἰ δὲ ἀλαζονεύῃ, καὶ μάχῃ καθ᾿ ἑκάστην, καὶ τύο πτεις τινὰς, καὶ τοὺς φρενητιῶντας ἀπομιμῇ, τίνος χάριν καὶ τὸ τρίχινον φορεῖς; Ασύμβατον γὰρ ἔνδυμα τῇ γνώμῃ· ὁ δὲ μονήρης βίος τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην φιλοκαλεῖν ὀφείλει, οὐχ ὑπό κρισιν, καὶ σκηνὴν, καὶ προσωπεῖον τῆς ἀληθείας, καὶ τῆς δικαιοσύνης. Τῷ αὐτῷ. «Παράτεινον, φησὶν, τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί σε.» Οἱ γὰρ γνώσει ἁμαρτάνοντες κατά σε, χαλε πωτέρας τεύξονται κολάσεως. Μεγαλυνθῆναι τοίνι ν, καὶ ἐκταθῆναι ἄγαν τὸν ἔλεον πρεσβεύου. ΠΖ'. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Τὴν ἀφεγγή νύκτα τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, ταῖς τῶν μυρίων ἀνδραγαθημάτων σου ἀκτῖσι καταυγάζων, πῶς τὴν τῶν ἐπουρανίων ἀγγέλων καταλόγοις μὴ συναριθμηθείης, ἁμιλλόμενος ταῖς ἀφθάρτοις ἐκεί
col. 241–242page 92 of 262
PG 79:241ναις δυνάμεσι, τὸ φθαρτόν τοῦτο, καὶ εὐτελὲς, και Λ θνητὸν περικείμενος σκηνος; ΠΗ'. — ΦΡΟΝΤΩΝΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Ἐπαινώ σου τὰ ῥόδα τῶν θεοφίλων λόγων, καν τὰς μικρὰς ἀκάνθας τῶν εὐκαίρων ἐλέγχων παρέπη ξας, ὑπερεθίζων ἡμῶν, ὡς ἄν τις εἴποι, καὶ παρα κνίζων, τὸν πρὸς τὴν σὴν ὁσίαν, καὶ ἀειφεγγή ψυχήν, ἄσβεστον, καὶ ἀμάραντον ἔρωτα. ΙΘ'. — ΑΡΣΙΝΩ ΜΟΝΑΧΟ, Οταν ποτὲ δυνηθῇς ἐκριζῶσαι πάντα τὰ ὀλέθρια, και μανιώδη πάθη, τηνικαῦτα σαυτὸν ἐπίδος τῇ θεωρίᾳ τῶν ὑψηλῶν νοημάτων. Εἰ δὲ πρὸ τοῦ κατ αγωνίσασθαι τοὺς πολεμίους δαίμονας, τολμήσειας διαβιασάμενος ἀναβῆναι εἰς τὸ ὄρος παρὰ τὸ δοκοῦν τῷ θείῳ βουλήματι, οὐ τεύξῃ βοηθείας, καὶ συμ μαχίας Θεοῦ, καὶ τρώσουσιν σε οἱ ἐχθροὶ καθάπερ αἱ μέλισσαι. κ'. - Τῷ αὐτῷ. *Αλλοι καθεκάστην τοῖς πόνοις τὴν καρδίαν δαμά ζουσι, καὶ ἐκτήκειν τῇ ἐγκρατεία σπουδάζουσι. Σ δὲ τῇ πολυτροφίᾳ, καὶ ταῖς οινοφλυγίαις κατὰ σαρ κῶν ἑαυτῶν ῥαγῆναι κινδυνεύεις. ΚΑ'. - ΑΜΦΙΛΟΧΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τί πτοῇ, ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς βλασφημίας κεντούμενος; Μνήσθητι ὅτι χρισθεὶς ὁ μακάριος Δαυΐδ τῷ μυστικῷ ἐλαίῳ, εὐθὺς τὸν Σαούλ, καὶ ἐπίσ βουλον ηὗρεν. ΙΒ'. - Τῷ αὐτῷ ᾿Αλλὰ καὶ σὺ ἀοράτως ἐχρίσθης, προσελθὼν τῷ σχήματι τῷ σεμνῷ. Χρίσμα ἐγὼ θεῖον καλῶ τὴν ἐπελθοῦσάν σοι χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ΑΓ'. - ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Αναγκαῖον καὶ ἡμᾶς μιμουμένους τὸν ᾿Αβραὰμ, τὴν τῶν ἀκροθινίων δεκάτην προσφέρειν τῷ Κυρίῳ αὕτη δ' ἂν εἴη τῶν δέκα ἐντολῶν ἡ ὑπερανέχουσα, ἀφ' ἧς ὁ νόμος κρέμεται, καὶ οἱ προφῆται· τουτο ἐστι τὸ ἀγαπῆσαι τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης ψυχῆς, καὶ ἐξ ὅλης δυνάμεως.» Πλήρωμα γὰρ νόμου τὴν ἀγάπην ὁρίζεται ὁ θεῖος Απόστολος. ΗΔ'. ΔΡΑΚΟΝΤΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Τὴν μὲν τῶν νοητῶν Αἰγυπτίων ὄπισθεν διώκουσαν στρατιάν κατοπτεύεις, καὶ τὴν θάλασσαν ἔμε προσθεν ἀφροφόρων καὶ παμμιάρων παθῶν, τὸν δὲ Θεὸν ὑπερασπίζοντά σου, καὶ ἀοράτῳ χειρὶ, καὶ βραχίονι ὑψηλῷ τοὺς ἐχθροὺς ἀμυνόμενον, καὶ ἐξ αιρούμενόν σε οὐκ ἐνθυμῇ. ΚΛΕΟΒΟΥΛΟ ΜΟΝΑΧΟ. Καὶ ἔθου τόξον χαλκοῦν τοὺς βραχίονάς μου, ο οὐχὶ τόξον κήρινον, ὑπείκον, καὶ ὑπενδίδον τοῖς δαί μοσι, καὶ τοῖς πάθεσιν, εὐθέως ἀπὸ πρώτης συμβο γῆς κλώμενον ἐν πολέμῳ, ἀλλὰ τόξον χαλκοῦν. Χρὴ γὰρ στερρὰ καὶ ἀνέκδοτα κτήσασθαι παρὰ Κυρίου ὅπλα πολλοῖς πολέμοις τῶν ἐναντίων ἀντιπαρατάξασθαι, καὶ διαρκέσαι δυνάμενα.
col. 243–244page 93 of 262
PG 79:243ΦΙΛΟΥΜΕΝΟ ΕΓΚΛΙΣΤΟ. Εἶγε τῶν ὑμετέρων κατὰ τὴν ἀναχώρησιν ἀριστευμάτων! είγε τῶν ὑμετέρων καθ᾿ ἀρετὴν τρο παίων! ὑπέρευγε τῆς ὑμετέρας κατὰ τὸν ἐγκλεισμόν ματαίας, καὶ σκηνικῆς, καὶ κατεσχηματισμένης διαγωγής. Τῶν γὰρ ἐν τῇ ἀγορᾷ θερμῶς ἐμπορευομένων, καὶ τῶν τὰς μυρίας δίκας, καὶ τὰς ποικίλας λογομαχίας ἐν πραιτωρίοις πλεκόντων, οὐδὲν δοκεῖς διαλλάττειν, πραγματίας παντοίας ἐπινοῶν, κράζων μετ᾿ ὀργῆς, καὶ βρύχων, ἀπὸ τῆς γαλαιάγρας καθώ υβρίζων, καὶ σκώπτων, καὶ λοιδορῶν, καὶ διαμεμφό μενος τοὺς παρατυγχάνοντας, ἔσθ' ὅτε δὲ καὶ τὰς ἰδίας χεῖρας προσφέρων τῆς θυρίδος, καὶ τοὺς ἀδελ φούς τύπτων, θορύβου, καὶ ταραχῆς, καὶ τύρβης, καὶ ακαταστασίας πληρῶν τὴν ἐλεεινήν κέλλαν, στενάζουσαν τάχα, κἂν ὑπάρχει ἀναίσθητός τε, καὶ ἄψυχος, ἐπὶ τῇ ἀπηνείᾳ, καὶ πικρίᾳ τοῦ ἐν αὐτῇ καθάπερ ἔν τινι ζώγρῳ κατακλεισθέντος θηρίου, μᾶλλον δὲ θηριωδεστέρου τῶν θηρίων μονάζοντος. Ειπέ μοι, παρα καλῶ, τί κεκέρδακας τῷ οἰκιδίῳ κατακλεισθείς; τί ὤνητας τὴν σαυτοῦ ψυχὴν τοῖς τοιχαρίοις τὸ σῶμα ἐγκεκρυφώς; Εγενήθη γάρ, φησίν, Ἐφραὶμ καθὼς ἐγκρυφίας, μὴ μεταστρεφόμενος πρὸς τὸ κρεῖττον. Τί σοι ὄφελος λαχεῖν τοῦ δωματίου; Πότε ἄρα τὸ ἔν δυμα τὸ σεμνὸν τῶν μοναχῶν ὑπέους; ποῖος δὲ ἀββᾶς τὴν χεῖρα τῆς εὐλογίας ἐπέθηκεν; Πόθεν δὲ παρείληφας τὰ συρφετώδη, καὶ κατάπτυστα ἤθη; Ποῦ ἡ απερίσπαστος τῶν εὐχῶν, καὶ ἀμέριμνος πρὸς Θεὸν ὁμιλία; Ποῦ ἐξώρισας τους ψαλμούς, καὶ τοὺς ὕμνους; Ποῦ ἐφυγάδευσας τὸ ἡσύχιον φρόνημα; Που κατέλειπες τὰς ἱερὰς διδαχὰς τῶν πατέρων; Ποῦ εἴχεται τὸ μελισταγὲς δάκρυον; Ποῦ ἡ σύντροφος, καὶ σύνευνος, καὶ ὁμόσκηνος τῶν μοναζόντων εἰρήνη, καὶ γαλήνη, καὶ ἠρεμία, καὶ πίστις; Ποίαν σχοίης παῤῥησίαν ἐν ἡμέρᾳ τῆς ἀνταποδόσεως; ΙΖ΄. – ΦΑΥΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ. Σαλευθήτω, φησί, τὰ θεμέλια τῆς γῆς.» Το τοίνυν, ο Σαλευθήτω τὰ θεμέλια τῆς γῆς, ἡ ἀντὶ τοῦ, Οἱ ἐν τῷ βάλει τῆς καρδίας λογισμοί, ἀπὸ τῶν σκαιῶν ἐπὶ τὰ δεξιώτερα μεταγέσθωσαν. ΙΙΙ. - ΕΥΤΡΟΠΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Εἰ βούλει ἀνελθεῖν εἰς τὸ θυσιαστήριον τῆς ἐν τοῖς οὐρανοῖ; Ἱερουσαλήμ, δι' ἀρετῆς πολυειδούς, καὶ ταπεινοφροσύνης προκύπτων ἀνάβηθι, τὰς εἰρημένας τῷ μακαρίῳ Δαυΐδ ἀναβάσεις, ἐν τῇ σαυτοῦ καρδία κατασκευάζων ἐν τῷ τόπῳ τοῦ κλαυθμῶνος τῆς ἀν θρωπίνης ζωῆς. Ὅτι γὰρ κλαυθμοῦ, καὶ πένθους πλήρης τῶν ἀνθρώπων ὁ βίος, μαθήσῃ σαφῶς, βλέ των τὰ βρέφη κλαίοντα τῆς γαστρὸς τῆς μητρώα; προκύπτοντα, καὶ μετὰ τὸ θανεῖν πάλιν τὸν ἐλεεινὸν θρηνούμενον ἄνθρωπον. Δι' ἀρετῆς τοίνυν ἀνέρχου, καὶ ταπεινοφροσύνης πρὸς ἐκεῖνο τὸ θυσιαστήριον, μὴ διὰ πταισμάτων, καὶ ὑπερηφανείας. 1.8' Τῷ αὐτῷ. Φοβείτω σε τὸ Δεσποτικών γράμμα, παρακελευά μενον μὴ ἀναβαίνειν διὰ βαθμίδων κακίας, καὶ ἐπ ηρμένου φρονήματος εἰς τὸ θυσιαστήριον, ἵνα
col. 245–246page 94 of 262
PG 79:245μὴ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀσχημοσύνη σου δι' ἐγκαταλήψεως· καὶ τότε γνώσονται, φησί, ποῦ ἐστιν αὐτῶν ἡ ὕλη. Ρ. - ΛΑΜΠΑΔΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Οὐ μόνον ὁ Ἰούδας τὸν Κύριον προύδωκε των θείων κριμάτων καταφρονήσας, ἀλλὰ γὰρ καὶ οἱ μή πληροῦντες τὰ θεία προστάγματα Χριστιανοί, προ δόται λογίζονται, καταφρονοῦντες, καὶ αὐθαδιαζό μενοι, καὶ τοῖς οἰκείοις πονηροῖς ἐξακολουθοῦντες θελήμασιν. ΡΑ. Τῷ αὐτῷ. Ο διὰ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ ἑαυτὸν ὑποτάξας τῇ τῶν συνασκουμένων υπηρεσίᾳ, ἐὰν ὕστερον ἄρξηται σκληρύνεσθαι, καὶ ὑπερηφανεύεσθαι, καὶ κρατεῖν ἀργύρια ἐπὶ λόγῳ ἰδίῳ, οὗτος τοὺς θείους νόμους παρέβη, καὶ παρηγκωνίσατο, ἠθέτησέ τε τὰς συν θήκας, καὶ τὴν ὁμολογίαν, τῆς τε ἀποταγῆς, καὶ τῆς ὑποταξίας, καὶ λέγεται προδότης, προέδωκε γάρ τὸν προφθάσαντα λόγον. ΡΒ'. - ΕΥΣΤΑΘΙΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Ογκώδες θυλάκιον σπουδαίως φιλοκαλεῖς, καὶ τῆς σαρκὸς τὸ λίπος προθύμως περιποιῇ, δίκην ὄρνιθος σιτίζων σαυτὸν ἐν σκότῳ τῆς ἀγνοίας. Καὶ ποίαν ἄρα παρρησίαν εὑρήσεις, ὅταν ἔλθῃ ὁ κρίνων τὰ σύμπαντα; ΡΓ'. - ΕΥΜΑΘΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Οτ' ἄν τινες τῶν ἀδελφῶν πρὸ τῆς τῶν μολυ σμάτων παντελοῦς καθάρσεως, καὶ τῆς τελεωτέρας ἔξεως διδάσκειν ἐπιχειροῦσιν, τηνικαῦτα οἱ δαίμονες γελώντες πρὸς ἑαυτοὺς διανεύουσι τοιαῦτα ὁμιλοῦντες, καὶ λέγοντες· Οὗτος τῷ προσήκοντι καιρῷ ἡμέτερον γενήσεται λάφυρον, νουθετείν τολμῶν παρὰ γνώμην Κυρίου. Διόπερ μή θελήσωμεν ἐμφανίζοντες ἔτι, καὶ μήποτε πέπειρον τὸν βότρυν κτησάμενοι νουθετεῖν, καὶ διδάσκειν ἑτέρους, ἵνα μὴ τῶν δαι μόνων γενώμεθα παίγνιον. ΡΔ'. - ΕΥΦΗΜΙΑ ΜΟΝΑΧΩ. Ο πεντηκοστός τέταρτος ψαλμὸς μέμνηται φή ου, τρόμου, καὶ σκότους ἁμαρτημάτων· ο Καὶ τίς δώσει μοι, φησί, πτέρυγας καθώς περιστερᾶς, καὶ πετασθήσομαι,» καὶ ὑπερβήσομαι τὰ ἐνοχλοῦντα κακά, καὶ φθάσω πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ καταπαύσω πρὸς αὐτὸν, καὶ προσαναπαύσομαι τῷ ἰδίῳ φιλαν Ορώπῳ Δεσπότῃ; Αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ ἀνάπαυσις τῶν ἐν τοῖς μοχθηροῖς ἱδρῶσι τῆς ἁμαρτίας κεκοπιημένη νων· ὅθεν βοᾷ· «Δεῦτε πρός με, πάντες οἱ κοπιῶν τις καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς, ο Εἰδὼς τοίνυν ὁ Δαυΐδ, τί δι᾿ ὅλου τοῦ ψαλμοῦ λελά ληκε, καὶ ὀμματώσας τοὺς ἀγωνιζομένους, καὶ παρασκευάσας μὴ ἀπογινώσκειν ποτέ, εἰς ἐλπίδα ἀγα θὴν τὸν ψαλμὸν καταπαύει. ΡΕ'. - Τῷ αὐτῷ. Ἐὰν ἡμεῖς ἀόκνως ἐκτελῶμεν τὸ πνευματικών ἔργον, καὶ φροντίζωμεν νηφόντως την κεχρεωστημένην ἡμῖν τοῦ κανόνος τοῦ ποιεῖν ὑπηρεσίαν, δῆλον ὅτι πολλῷ πλέον ὁ Θεὸς φροντίζων ἡμῶν διεγείρει ψυχὰς εὐσεβεστάτας πρὸς τὸ πάντα τὰ πρὸς τὰς
col. 247–248page 95 of 262
PG 79:247χρείας διακονῆσαι ἡμῖν. Ἐὰν δὲ ἡμεῖς ὀκνῶμεν, καὶ ο ἀμελῶμεν τῶν ἐπιβαλλόντων τῷ πνευματικῷ πράτ γματι, πῶς ἀξιοῦμεν φροντίζεσθαι; ΡϚ'. ΜΑΡΙΝΟ ΜΟΝΑΧΟ. Μηδαμῶς δυσχέραινε, μηδὲ δυσφόρει, τῇ παρα τάσει τῶν πειρασμῶν πιεζόμενος, μηδὲ ξενίζου ἐπὶ τῷ βάρει, καὶ τῇ συχνῇ ἐπιθέσει, καὶ τῇ ἐκπορθή σει, καὶ διώξει τῶν νοητῶν βαρβάρων. Ελπίζομεν γὰρ, ἐὰν μετ᾿ εὐχαριστίας ὑπομείνωμεν, σωτηρίας μᾶλλον ἐκ τῶν ἐχθρῶν εὑρίσκειν, καὶ τῶν μισούν των ἡμᾶς. Τῷ αὐτῷ. Η πλήγη μου στερεά, φησὶν Ιερεμίας προφήτης, ἐξ ἡμετέρου προσώπου τοὺς ὀδυρμοὺς ὑφαίνων· ἵνα τί οἱ λυποῦντές με κατισχύουσί μου; ἐμαγείρευσας, καὶ οὐκ ἐφείσω. Τῷ γὰρ ἀρχιμαγείρῳ Ναβουζαρδάν με, καὶ τοῖς ἀμφ' αὐτὸν ἐκδέδωκας. Καὶ ὁ ᾿Αμβακούμ πρὸς Κύριον ἔλεγεν· Ἵνα τί παρασιωπᾷς βλέπων, ὅτι ὁ ἀσεβὴς καταπίνει τὸν δίκαιον, καὶ ἀνέχῃ; Τῷ αὐτῷ. ΡΗ. Οὐ μόνον ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ οἱ λίαν πάσης ἀνδραγαθίας ἀντέχεσθαι σπεύδοντες, πολλάκις εγκαταλιμπάνονται, πρός τε τὸ διδαχθῆναι ὑπομονὴν, καὶ καρτερίαν, καὶ πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ὑπερ. ηφανείας· καὶ ὥς φησιν ἡ Γραφή· «Πίπτουσιν ὑπὸ τοῖς ἀνόμοις χρόνον τακτὸν, καὶ τοὺς νοητούς οί κους ἐκπορθοῦνται ὑπὸ ἀνόμων.» Καὶ πάλιν· ο Ο δίκαιος, φησὶν, ὑπὸ τῶν ἀνόμων καταγελᾶται. Θεός, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι, ἵνα τί ἐγκατέλιπε. με; › Καὶ πάλιν γέγραπται·. Εὐχαριστῶ σοι, ὁ Θεὸς, ὅτι ἐπάταξάς με, καὶ ἀπέστρεψας τὸ πρόσω ωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ, καὶ μετὰ ταῦτα ἐλεήσεις με.» Καὶ πάλιν· ι Οσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλὰς, καὶ κακὰς, καὶ ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με, καὶ ἐκ τῶν ἀβύσσων τῆς γῆς ἀνήγαγές με; Επλεώνασας ἐπ' ἐμὲ τὴν μεγαλωσύνην του, καὶ ἐπιστρέψας παρεκάλεσάς με. ΡΘ'. Τῷ αὐτῷ. Μεγάλα νοσήματα ὑπεροψίας, καὶ τύφου, καὶ οἰή σεως, καὶ τῶν τοιούτων ἐν τοῖς κρυπτοῖς ἔχοντες ταμιείοις, τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς πολλάκις λανθάνομεν διὰ τὸ ἀνεπίσκεπτον. Αλλ' ὁ μέγας τῶν ψυχῶν ἡμῶν ἰατρὸς οἶδε, πῶς έπιμελήσεται τῶν κρυφίων. Μὴ οὖν ἀγανακτῶμεν, π.Χ. μηδὲ μικροψυχώμεν, καὶ ἀποδυσπετῶμεν ἐφ᾽ οἷς ἡμῖν ἁρμοζόντως ἐπάγει ὁ Κύριος. Τῷ αὐτῷ. Πολλοὶ ἐν τῷ νοσοκομείῳ τοῦ παρόντος αἰῶνος ὑπάρχουσιν ἄῤῥωστοι, καὶ παραλυτικοί. Οὐ πᾶσι δὲ ἡ αὐτὴ ἁρμόζει φαρμακία, οὐ δὲ πᾶσιν ἡ αὐτὴ συμ βάλλεται τράπεζα. Αλλῳ γὰρ ἄλλως τὴν περιωδίαν, καὶ τὴν δίαιταν προσφέρει ὁ ἰατρός. Τῷ αὐτῷ. Οὗτος, φησίν, ὁ ἄῤῥωστος τῷ μέλιτι παρηγορεί
col. 249–250page 96 of 262
PG 79:249σθω πυκνότερον, καὶ ἄλλος τῇ πικρίᾳ τοῦ ἀψινθίου περαστυρούσθω, καὶ ἕτερος τῆς τοῦ ἐλλεβόρου ἀηδείας μετεχέτω, καὶ ἄλλον ἄλλως δεόντως μετα έλθωμεν. ΡΙΒ'. - Τῷ αὐτῷ. Εἰ πολλαὶ μοναὶ παρὰ τῷ Πατρὶ τάχα, καὶ πολ λαῖς οἰκονομίαις δεσποτικαῖς διοικηθήσεται, καὶ δια τεθήσεται τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. ΡΙΓ'. Τῷ αὐτῷ. Οὗτος, φησί, τῇ τέρψει τῶν ἀρετῶν, διεξαγέτω τὸν βίον, χαίρων, καὶ διευθυνούμενος, καὶ ὁ ἄλλος τῇ στυφότητι, καὶ τῇ αὐστηρίᾳ τῶν ἐγκαταλείψεων συνεχῶς παιδευόμενος, καὶ πενθῶν πρὸς σωτηρίαν ἑλκέσθω, ἄλλος τῇ εὐστοχίᾳ ἐπὶ τὸ ἐπιτυγχάνειν διηνεκῶς τῶν κατὰ βούλησιν, καὶ σκοπὸν, Εὐφραινέσθω ἐπὶ τῇ εὐωδίᾳ ἀνεμποδίστως τοῦ προσκαίρου βίου τὴν ὁδὸν πορευόμενος, καὶ ἕτερος μυρίοις προσο κόμμασιν, καὶ θλίψεσιν, καὶ λύπαις, μόγις ποτὲ ἐλευθερίαν, καὶ τελεωτάτην ἀπαλλαγὴν τῶν κακῶν ἐκδεχέσθω. Ἐγὼ γὰρ τὸ συμφέρον ἑκάστῳ ἐπίσταμαι ὡς περιέπων τὰ κρύφια, καὶ ἕκαστος ἁρμοδίως πρὸς τὸ συμφέρον τῇ ψυχῇ διοικείσθω. ΡΙΔ'. - ΝΙΚΑΝΔΡΟ ΣΤΥΛΙΤΗ. Οὐχ δ· ἑαυτὸν συνιστῶν ἐστι δόκιμος, ἀλλ' ὅνπερ συνίστησι Κύριος. — Καὶ ὁ ὑψῶν, φησίν, ἑαυτὸν, ταπεινωθήσεται.» Σὺ δὲ μηδὲν κατορθώσας έπαι νούμενον πρᾶγμα, καὶ ὕψωσας σεαυτὸν ἐφ' ὑψηλοῦ τοῦ στύλου, καὶ βούλει μεγίστων τυγχάνειν εὐφη μιῶν. Ἀλλὰ πρόσεχε σαυτῷ, μήποτε ἐνταῦθα παρὰ ἀνθρώπων φθαρτῶν ἀρκατῶς ἐπαινεθεὶς ἀρτίως τὸ τηνικαῦτα παρὰ τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ταλανισθῇς ἀθλίως παρ' ἐλπίδας· διότι ὑπὲρ τὴν ἀξίαν ἐνταῦθα ἐνεφορήθης τῶν ἀνθρωπίνων κρότων. Τῷ αὐτῷ. *Ατοπον ἂν εἴη ἐφ' ὑψηλοῦ μὲν τοῦ κίονος ἵστασθαι τῷ σώματι τοῖς πᾶσι φαινόμενον ἔνδοξον, κάτω δὲ τοῖς λογισμοῖς σύρεσθαι, μηδὲν ἄξιον τῶν οὐρανίων πραγμάτων διανοεῖσθαι βουλόμενον, μόνον δὲ ταῖς γυναιξὶν ἡδέως προσλαλοῦντα ἐν ταῖς ἡμέραις ταύ ταις. Πρώην μὲν γὰρ τοῖς ἀνδράσιν ἐκ προθυμίας ἐφθέγγου, νῦν δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ γύναια προσο δέχῃ. Ἐπειδὴ οὖν ἡ Γραφὴ τὸν ὄφιν καταδικάζει ἐπὶ τῆς γῆς σύρεσθαι, καὶ γῆν σιτεῖσθαι ἀεὶ, βλέπε μήποτε τὴν καταδίκην αὐτὸς πληροῖς, χαμαί τε τῇ διανοίᾳ ἕρπων, καὶ τοὺς γηινους λόγους παντὸς ἐσθίων. ᾿Αλλὰ καὶ τῆς χαμαιρεποῦς κενοδοξίας οὐδὲν γηϊνώτερον. ΡΙϚ'. --- ΘΕΟΔΟΣΙΑ (ΜΟΝΑΖΟΥΣΗ. Γυνὴ τὸ σῶμα τυγχάνεις, κἂν θέλῃς, κἂν μὴ θέ λῃς. Πέπαυσο τοίνυν τοὺς ἄνδρας διδάσκουσα ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας· αἰσχρὸν γὰρ τοῦτο εἶναι ὁ ᾿Απόστολος φανερῶς ἀπεφήνατο, καν μυριάκις λέγης τῆς θηλυδριώδους ἕξεως μακρὰν ἀπέχειν, καὶ τῶν ἀνδρῶν ὑπάρχειν σεαυτὴν στεῤῥοτέραν, κατὰ τὸν τοῦ παρθέ του φρονήματος ἑδρασμόν. * 1 Σιν, 55.
col. 251–252page 97 of 262
PG 79:251γ ΕΧΧ. ΡΙΖ'. - ΘΕΟΦΙΛΟ ΜΟΝΑΧΟ. Μὴ ὡς ἔτυχε, καὶ ἀβασανίστως μετατιθῶμεν αυ τοὺς ἀπὸ τόπων εἰς τύπους, μᾶλλον δὲ στήχωμεν μεθ' ὑπομονῆς προσευχόμενοι, καθὼς ἔλεγεν ὁ ἅγιος Μοϋσῆς πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτας, ο Στήκετε, θαρσείτε, μὴ φοβεῖσθε, καὶ ὄψεσθε τὴν παρὰ τοῦ Κυρίου βοή θειαν, ἣν ποιήσει ὑμῖν.» ΡΙΗ'. - ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟ. Εὐφημῶ σε ὑπὲρ τὴν σελήνην τῷ βίῳ λαμπρυνομένην, καὶ ταπεινοφρονοῦσαν ὑπερβαλλόντως. Τον γὰρ παραδοξοτάτων ἂν εἴη βλέπειν ψυχὴν ἐν σώματι γηΐνῳ πολιτείαν ἐξασκοῦσαν ἀγγέλων ἀσωμάτων. Καὶ τοιοῦτον ἐγὼ ἤκουσα ποτε εἶναι τὸ γεγραμμένον, ὅτι ο Εθεμελίωσας τὴν γῆν, καὶ διαμένει. Τῇ διατάξει σου διαμένει ἡ ἡμέρα.» Ημέραν γάρ, φησίν, ἡμῖν νοητέον τὴν φωτοειδῆ παρθενίαν, ἑδραζομένην ἐν τῷ θνητῷ σαρκίῳ, καὶ θεμελιουμένην τῇ δεξιᾷ τοῦ Ὑψίστου. Ἀλλ᾽ ὑπερεύχου μοι, ἄμωμε νύμφη, τοῦ βασιλέως Χριστοῦ, πολλῷ χρόνῳ, καὶ πόνοις ἀκαμ πέσι, καὶ μετριότητι τρόπων, καὶ ἀγρυπνίαις, δά κρυσι ψεκαζομένοις, καὶ τοῖς ἄλλοις μυρίοις, κατορθώμασι, παῤῥησίαν ἄῤῥητον κεκτημένη, πρὸς τὸν ἀόρατον, καὶ ἀμόλυντον, καὶ ἅγιον νυμφίον. ΡΙΘ'. - ΡΗΓΙΝΩ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Κόσμος κόσμου υπάρχεις· τοιγαροῦν ἐν σεαυτῷ τὴν κτίσιν πᾶσαν κατόπτευε, καὶ τὰ πάντα εἰς ἑαυτὸν ἐννόει. Μὴ βλέπε πρὸς τὰ ἔξω, σύννευσον πρὸς τὰ ἔσω, σύστρεψον τὸν νοῦν ὅλον εἰς τὸ νερὸν τῆς ψυχῆς ταμιεῖον, ἀνείδωλον τῷ Κυρίῳ τὸν ναὸν εὐτρέπισον. ΑΛΕΞΑΝΔΡΩ ΜΟΝΑΧΟ. Σώζων σῶζε τὴν σεαυτοῦ ψυχήν μὴ περιβλέπου εἰς τὰ ὀπίσω κακά, οἷσπερ καὶ καλῶς ἀπετάξω· εἰς τὸ ὄρος τῆς ἀπαθείας ἀναδραμε, μήποτε συμπαραληφθῇς τῷ ἁμαρτωλῷ κόσμῳ εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον. ΓΚΑ'. Τῷ αὐτῷ. Τοιαῦτα εἴχου πρὸς τὸν Κύριον· Ανοιξον, ὦ Δέσποτα, τὴν πλουσίαν σου χεῖρα εἰς χορηγίαν πνευ ματικῆς εὐεργεσίας, καὶ πᾶσα πικροτάτη, καὶ ἀπηνής ψυχή, καθάπερ καὶ ἡ ἐμὴ, πλησθήσεται χρη στότητος, καὶ ἡ ἐξαγριωθεῖσα ἡμερωθήσεται. Καν γὰρ πρὸς ὀλίγον ἐγκατελείφθην διὰ τὴν ἐμαυ τοῦ νωχελίαν, ἀλλὰ δύνῃ, καὶ μετὰ τὴν ἐγκατάλειψιν, ἐξαποστείλαι πάλιν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ ἀνακαινίσαι τὴν κατεφθαρμένην μου γῆν, ἵνα τότε εὐφρανθῇς ἐπὶ τοῖς ἔργοις σου, ἐκλειπόντων ἁμαρ τωλῶν ἀπὸ τῆς γῆς, τουτέστι τῶν δαιμονικών μαγγανευμάτων ἀπὸ τῆς καρδίας μου. Τοιαῦτα γάρ τινα εὑρήσομεν εἰρημένα πρὸς τῷ τέλει τοῦ ἑκατοστοῦ τρίτου ψαλμοῦ. Τῷ αὐτῷ. Εἰ λυποῦμεν τὸν Θεὸν καταφρονοῦντες, καὶ ἀμε λοῦντες, σπουδάσωμεν μᾶλλον εὐφρῆναι αὐτὸν δι' ἐπιμελείας, καὶ ἀγαθοεργίας.
col. 253–254page 98 of 262
PG 79:253Στι ΡΚΓ'. Τῷ αὐτῷ. Φησὶν ἡ προφητεία·. Τὸ ὕδωρ τῆς Νευριεὶμ ἔρη μον ἔσται, καὶ ξηρανθήσεται, καὶ ὁ χόρτος αὐτῆς πᾶς ἐκλείψει· χόρτος γὰρ ξηρὸς οὐκ ἔσται.» Νευ ριεὶμ ἑρμηνεύεται ψευδοδοξία. Ἐκ προχείρου μὲν οὖν ἑκάστη αἵρεσις νοείσθω έρημουμένη, καὶ ξηραινομένη διὰ τὰς διδασκαλίας τῶν ὀρθοτομούντων τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Πλὴν ὅτι καὶ ἡ ἁμαρτία ψευδοδοξία ἐστίν· δοκῶν γάρ τις τὸ μὴ καλόν, μετέρχεται τούτῳ· ἐπὰν δὲ ἡ ἁμαρτία καταργηθῇ διὰ τῆς μετα νοίας, δῆλον ὅτι ἐξηράνθη ὁ χόρτος· ὅταν δὲ καὶ αὐτὸς ὁ ξηρὸς χόρτος ἐκ ποδῶν γένηται, ἀπώλοντο καὶ αἱ μνῆμαι τῶν κακῶς πεπραγμένων. ΡΚΔ'. - ΕΥΛΥΣΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Οὔτε ἡ ἀρετὴ, οὔτε ἡ κακία μένει ἀμετάπτωτος, καὶ ἀκίνητος, ἐπειδὴ ἐθελότρεπτόν ἐστι ἀνθρώπινονγένος. Ονπερ τοίνυν ὑπολαμβάνεις τὸν ἀδελφὸν ἀμελέστατον εἶναι, ὅνπερ νομίζεις ἁμαρτωλὸν ὑπε ἄρχειν, οὐκ οἶδας, μήποτε καθ᾿ ἑαυτὸν στενάξας, καὶ μεταβαλλόμενος ἐπὶ τὸ κρεῖττον, παρὰ Θεῷ σώ ζεται. Σὺ δὲ ἀγονῶν εὐτελίζεις πολλάκις τὸν τοιοῦτον, καὶ λοιδορεῖς, καὶ πικρῶς κατακρίνεις τὸν ὑπὲρ σε σωζόμενον ἄνθρωπον. Τῷ αὐτῷ. Κακία κακίαν ἐφέλκεται, καὶ πάθος πάθει πολλά τις συνάπτεται· συγγενῆ γὰρ ἀλλήλων, καὶ συνεργά τὰ φαῦλα καθέστηκεν. ΡΚΤ'. - Τῷ αὐτῷ. Τὸ πλῆθος τῶν παρ' ἡμῶν δρωμένων ψεκτῶς, τὴν πάντων χείρονα τῶν κακῶν κενοδοξίαν, καὶ τὸν τύφον πολλάκις ἐκ τῆς ἀναλγησίας ἐπισύρεται. Ο δέ γε πάσας εκκεκομβωμένος ἀπαραλείπτως τὰς ἀρετὰς, ἀλλότριον ἑαυτὸν καταστήσει τῆς ἀνοήτου, καὶ μωρᾶς, καὶ σαθρᾶς κενοδοξίας, καὶ τοῦ ματαίου τύφου. ΡΚΖ'. - ΦΙΛΟΞΕΝΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ. Αληθινὸν ἐγὼ προσαγορεύω ἐκεῖνον Ισραηλίτην, τὸν διὰ τῆς θεωρίας ἁπάντων τῶν κτισμάτων, τῶν τε μὴ φαινομένων βλέποντα τὸν τῶν ὅλων ποιητὴν Θεόν. ΡΚΗ. - ΕΛΠΙΔΙΑ ΜΟΝΑΧΩ. Πάντα, φησί, καθαρὰ τοῖς καθαροῖς, ο τοῖς δὲ ἀπίστοις, καὶ ἐμπαθέσι, φιλαμαρτήμασί τε, καὶ μετ μολυσμένοις, πάντα ἀκάθαρτα, καὶ πονηρά φαίνεται, καὶ πάντα αὐτοὺς πρὸς ἁμαρτίαν ἐξέλκει, είτε βρώμα, εἴτε πόμα, εἴτε φόρεμα, εἴτε τόπος, εἴτε χρόνος, ἢ πρόσωπον, ἢ πρᾶγμα, ἢ ὁμιλία, ἢ βλέμμα, ἢ ἀφὴ, ἢ ἔσφρησις, ἢ ἀκοὴ, ἢ γεῦσις, πᾶν συλλήβδην εἰπεῖν πράγμα, ἢ εἶδος, ἢ κίνημα, ὠθεῖ τοὺς τοιούτους πρὸς ἁμαρτίαν, καὶ ἐκκαλεῖται πρὸς τὴν παρανομίαν. Ὥσπερ τουναντίον τοὺς πιστοὺς, καὶ ἁγνούς, καὶ εὐλαβεῖς, καὶ σώους τὸ φρόνημα, πάντα διεγείρει πρὸς εὐχαριστίαν Θεοῦ, καὶ ἄπληστον ὑμνολογίαν, καὶ χειραγωγεί πρὸς πᾶσαν δικαιοσύνην, καὶ νοη ματίζει πρὸς τὴν τελείαν εὐσέβειαν.
col. 255–256page 99 of 262
PG 79:255ΡΚΘ'. - ΝΗΜΕΡΤΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Εζήτησέ σε πολλάκις τὸ πνεῦμα τῆς δειλίας, καὶ οὐχ ηὗρε, διότι οὔπω ἐξεδόθης πρὸς γυμνασίαν αὐτῷ, νῦν δέ σε ηὗρε, καὶ ἐκταράττει, παννύχιον τε καὶ πανημέριον. Ἀλλὰ μὴ ἀθυμήσῃς, ὑπόμεινον δὲ δι' εὐχῆς τὸν Κύριον, προσδοκῶν, ὅπως ἐξέληταί σε, συνεχῶς κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ φυρόμενον δάκρυσι. Τῷ αὐτῷ. Εἰ ὅλως λέγεις μηκέτι δύνασθαι μόνως διάξαι ἐν τῷ κελλίῳ, νικώμενος παρ' ἐλπίδας τῷ ἀμετρήτω φόβῳ τοῦ δαιμονίου, μετὰ τοσοῦτον τῆς ἀποταγῆς χρόνον, καὶ τῆς καταμόνας ἐπ' ἐρημίας διατριβής, προσλαβοῦ νῦν τινα θεοφιλῆ, καὶ εὐλαβὴ ἄνθρωπον, καὶ συνοικείτω σοι, καὶ συνευχέσθω, συναλλέτω τε, και συναγρυπνείτω μέχρι τῆς τε θείας ἀντιλήψεως, καὶ τῆς ἀπελάσεως τοῦ πονηροῦ δαίμονος. ΡΛΑ'. Τῷ αὐτῷ. Πέπεισμαι, καὶ πεπληροφόρημαι, ὅτι ἐκστήσεται ἀπὸ σοῦ φυγαδευθὲν διὰ ἁγίου ἀγγέλου τὸ τῆς δειλίας δαιμόνιον. Οὐκ ἀφήσει γὰρ Κύριος διηνεκῶς τὴν ῥάβδον τῶν ἁμαρτωλῶν δαιμόνων, ἐπὶ τὸν κλῆρον τῶν δικαίων ἀνθρώπων. Διόπερ λέγει· Υπο μένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον τὸν ἐπαγαγόντα μοι τὸν πειρασμὸν, καὶ προσέσχε μοι, καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου.» ΡΑΒ'. Τῷ αὐτῷ. Ἰδοὺ τῇ χάριτι, καὶ τῇ δυνάμει, καὶ τῇ φιλανθρωπίᾳ Χριστοῦ τοῦ πανυψίστου Θεοῦ ὀκτάμηνος παρ ἦλθεν, καὶ ἐξεδιώχθη ἀπὸ σοῦ τὸ ἀνόσιον πνεῦμα καὶ πάλιν μετὰ θάρσους μόνος τὴν κέλλαν οι κείς. ΡΑΓ. — ΠΑΛΛΑΔΙΟ ΜΟΝΑΧΩ. Ως ἔοικεν, Ἰωνάθαν κατὰ τὸ πνεῦμα ζηλοῖς τὸν τοῦ Σαούλ υἱόν. Ἐκεῖνος μὲν γὰρ καθ' ἱστορίαν, φησὶν ὅτι ὁ Ἐγευσάμην τοῦ μέλιτος τῷ ἄκρῳ τοῦ σκήπτρου μου, καὶ βλέπουσιν οἱ ὀφθαλμοί μου. Σὺ δέ γε πνευματικῶς τοῦ νοητοῦ μέλιτος μεταλα σών, τῶν μέλιτος γλυκυτέρων ῥημάτων τοῦ κρείττονος βλέπεις τοῖς τῆς ψυχῆς όμμασι τὰ τοῖς πολλοῖς δυσθέατα. Καὶ ζητεῖν λοιπὸν ἄρξω, διατί ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου ὁ Ἰακὼβ προσεκύνησε. ΡΑΔΙ. Τῷ αὐτῷ. Σαὶ μὲν κεκαθαρμένῳ τελείως, καὶ πάσης ἀπηλ λαγμένῳ κηλίδος, καὶ τοῦ τῆς ἀλαζονίας φυσήματος, πρέπει ἀναζητεῖν ὑψηλὰς θεωρίας· τοῖς δὲ μεμολυσμένοις, καὶ μήπω απονιψαμένοις τα αίσχη, καὶ τοὺς σπίλους τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, εὐδόλως ψαύειν συγχωρούμεν τῶν παναγίων λόγων, μέχρις ἂν ὑγιάνωσί τε, καὶ καθαρθῶσί ποτε. < Μὴ δῶτε γάρ, φησί, τὸ ἅγιον τῷ κυνί, μηδὲ τοὺς μαργαρίτας τοῖς χοίροις προσβάλητε. ο ΡΑΕ. ΑΦΘΟΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Μὴ μόνον ἡ τῶν Γραφῶν παρέστω ἀνάγνωσις, ἀλλὰ καὶ εὐχὴ, καὶ ψαλμὸς, καὶ ἐγκράτεια, ἀγρυπνία
col. 257–258page 100 of 262
PG 79:257τε, καὶ χαμευνία, καὶ ἡσυχία, καὶ τὸ ἔργον τῶν χειρῶν. ΕΥΣΕΒΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. Σὺ μόνον θέλησον ἡσυχάσαι, καθὼς ἀπαιτεῖ τὸ μοναχικὸν πράγμα, καὶ ὁ Θεὸς ἐκ τῶν δένδρων, καὶ τῶν ἀνέμων, καὶ ἐκ τῶν λίθων τούτων εξεγερεῖ τοὺς διακονοῦντάς σοι. ᾿Αλλὰ βλέπω, ὅτι οὐ θέλεις παντελῶς ἡρεμῆσαι, κακὴν γὰρ συνήθειαν ἔλαβες, πάντα τόπον, καὶ πᾶσαν χώραν, καὶ πᾶσαν κώμην, καὶ πόλιν, καὶ ἁγυιὰν περινοστῶν. ΡΑΖ'. -- ΕΥΦΗΜΙΑ ΜΟΝΑΧΟ. Τί γὰρ δὴ προσεδόκησας προαιρούμενος τὴν ἡσυ χίαν, καὶ τὴν ἀναχώρησιν; Πάντως θλίψεις, καὶ πειρασμούς, καὶ χαλεπῶν δαιμόνων τὰς μυρίας προσπτώσεις, καὶ λόχους, καὶ μηχανάς. Πῶς οὖν νῦν δυσανασχετεῖς, καὶ δυσχεραίνεις, καὶ ἀλύεις κεντούμενος ποικίλως ταῖς τῶν πειρασμῶν λόγχαις, καὶ τοῖς πριστηροειδέσι τροχοῖς τῆς τῶν δαιμόνων ἀμάξης τὴν σαυτοῦ ψυχήν, αλοώμενος τμήμασι, καὶ δίκην ἀχύρου κοπτόμενος; Αλλ' ὑπόμεινον εὐχαρίστως, καὶ μακροθύμως, φρονήματι σοβαρῷ, καὶ ἱκεσία πυκνῇ, καὶ ἀγρυπνίᾳ εὐτόνῳ, καὶ ἐγκρατείᾳ καλῇ προσπαραμένων τῷ Κρείττονι, καὶ θεάσῃ τὸ τέλος. ΡΛΗ. Τῷ αὐτῷ. Τὸ μὲν τέλος τῶν ἀγωνιζομένων διὰ Χριστοῦ, σωτηρία ὑπάρχει, τὸ δὲ τέλος τῶν δαιμόνων ἀπώλεια χαλεπή. Τότε γὰρ κεντηθήσονται οἱ κεντοῦντές σε νῦν, καὶ καταπατήσεις αὐτοὺς, καὶ ἔσονται σποδός ὑπὸ τοὺς πόδας σου, καὶ φοβηθήσονταί σε, οὓς τὸ @ πρὶν ἐφοβήθης, διὰ τὴν βουλήν, ἣν βεβούλευται Κύ ριος. ΡΑΘ'. Τῷ αὐτῷ. Ποτὲ μὲν κρύπτονται ἔνδον παρ' ἡμῖν οἱ δαιμονιώδεις λογισμοί, ποτὲ δὲ διακύπτουσιν ἐπὶ τὰ ἔξω, κατεπείγοντες ἡμᾶς εἰς τὴν διὰ τῶν ἔργων ἁμαρτίαν. Αλλ' ὁ Θεὸς παρακληθεὶς παρ' ἡμῶν, διασκορπίζει αὐτοὺς, καὶ ἐξορίζει ἀφ' ἡμῶν, καὶ τότε ανανήψαντες ἀπὸ τῆς συγχύσεως, συλλέγομεν ἑαυτοὺς, καὶ ἀναζωπυροῦμεν τῷ πνεύματι, ὡς ἐκ νεκρῶν ἀναστάντες, καὶ εἰς τὸ κατὰ φύσιν ὕψος τῆς ἀπαθείας ἀναβιβαζόμενοι, δοξολογοῦμεν, καὶ ὑμνοῦμεν τὸν Κύριον, εἰς ἀγαθὸν, καὶ εὐαρέστον τῷ Θεῷ τέλος τὸν ἑαυτῶν καταπαύοντες βίον. Καὶ τοῦτο, οἶμαι, τὸ εἰρημένον τῷ μακαρίῳ Δαυΐδ, ὅτι Διέκυψαν πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ὅπως ἂν ἐξολοθρευθώσιν, καὶ ὑψωθήσεται ὡς μονοκέρωτος το κέρας μου, δηλαδή τὸ κράτος τῆς θείας ἀπαθείας, καὶ τὸ γῆρας μου ἐν ἐλαίῳ πίονι· τῷ γὰρ νοητῷ ἐλαίῳ τοῦ Κρείττονος πενθήσεται, φησίν, ὁ ἀγωνιστής ἄνθρωπος, ὁ τὸ πριν καταπονηθείς, καὶ τεταριχευμένος τῇ ἐνοχλήσει τῆς πολυπαθείας. ΡΜ'. — ΚΥΡΙΝΙΟ ΜΟΝΑΧΟ. *Αγαν φθονοῦσιν οἱ δαίμονες τοῖς τὴν σωφροσύνην ἀσπαζομένοις, καὶ πονηράς, καὶ ἀπηγορευμένας ἐπιθυμίας ἐμβάλλουσι τοῖς ἀγωνιζομένοις. Ἀλλ᾿ οὐκ ἀθυμητέον ἐπὶ τούτῳ· μᾶλλον γὰρ νευρούμεθα κατά
col. 259–260page 101 of 262
PG 79:259τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν διὰ τῆς ἐνοχλήσεως· πλεῖον γὰρ τῶν ἐν ἐπαγγελίαις ἀγαθῶν βεβαιούμεθα, ἐν τῷ ἐπὶ τοσοῦτον πειράζεσθαι ὑπὸ τῶν φιλοσάρκων, καὶ ῥυπαρῶν δαιμόνων. Εἰδότες γὰρ οἱ ἐχθροὶ, ὅτι μετ γάλα ἀγαθὰ ὁ Κύριος ἐπηγγείλατο ἡμῖν, σφόδρα ὀργία ζονται καθ' ἡμῶν, καὶ βασκαίνοντες ἀντιτάσσονται, διὰ τῶν αἰσχρῶν, καὶ φαυλοτάτων παθῶν, καὶ λίαν ἐκθλίβουσιν τοὺς πρὸς τὴν ἀρετὴν ἐπειγομένους ἀνθρώπους. Διὸ κἂν ἐπιθυμίαι φλεγμαίνωσι, καὶ ἡδοναί ῥυπαραί, κἂν ἡ σὰρξ ἐπεγειρομένη σκιρτα, κἂν πᾶσα ἐπίνοια, καὶ κακοτεχνία διαβολική πειράζῃ ἡμᾶς, πάντα ὑπερνικῶμεν διὰ πίστεως, καὶ ψαλμια δίας, καὶ ἀναγνώσεως, καὶ ταπεινοφροσύνης, καὶ τῶν ἄλλων ἀγωνισμάτων, καὶ ὑπὲρ πάντα διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ φιλ ανθρώπου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν. Οὐ δυνατὸν δὲ κατισχύσαι ἡμῶν τοὺς πολεμίους δαίμονας, ἐὰν μὴ πρῶτον ἡμεῖς τοῦ θείου φόβου καταφρονήσωμεν δι' ὀλιγοπιστίαν, καὶ ἀμελήσωμεν τῶν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ένταλμένων ἡμῖν. Εἰσὶν οὖν τινες δαίμονες τὸ ἀνθρώπινον ὑποδύοντες σῶμα, καὶ πᾶσαν τοῦ ὀργάνου μύζοντες τὴν δύναμιν, ἀδράνειάν τε καὶ ἔκλυσιν πᾶσαν σχεδὸν ἐνιόντες τοῖς μέλεσι, καίτοι μηδενὸς παρόντος νοσήματος ἢ ἀῤῥωστίας. Αλλά γε πρὸς τούτοις, καὶ εἰς πολλὴν ἀθυμίαν καὶ χλιαρὸν φρό νημα ἐμβάλλουσι τὴν ψυχήν, οὔστινας διωσάμενοι γενναίῳ λογισμῷ, καὶ νηφαλίῳ καρδίᾳ τῷ παντεπό στη Θεῷ δι' εὐχῆς κολληθῶμεν λέγοντες· Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, ὁ Θεὸς, καὶ ἐκ τῶν ἐπανισταμένων ἐπ' ἐμὲ λύτρωσαί με.» Αποκατάστησον τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῆς κακουργίας αὐτῶν. Ὥσπερ δὲ τῷ Σαμψών συμβέβηκέ ποτε διὰ φιληδονίαν εἰς χεῖ ρας ἐμπεσεῖν τῶν ἀλλοφύλων, καὶ παθεῖν ἐκεῖνα τὰ γεγραμμένα περὶ αὐτοῦ, τοῦτο καὶ νῦν πάντως κατά ψυχὴν γίνεται τῷ ἀγκιστρευομένῳ ταῖς πονηραῖς ήδοναῖς· τῇ γὰρ προσβολῇ τοῦ ῥυπαροῦ δαίμονος ἐπακολουθησάντων τῶν λογισμῶν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφίσταται μὲν ἡ φρουροῦσα τὴν ψυχὴν θεία χάρις, επιλαβόμενοι δὲ τοῦ ἀγρευθέντος οἱ δαίμονες, ἐξορύττουσιν αὐτοῦ πᾶν σωφρονικόν νόημα, δεσμεύουσι δὲ τοῖς δυσλύτοις τῶν γαργαλισμῶν, καὶ τοῖς αἰσχρᾶς ἐπιθυμίας δεσμοῖς, καὶ εἰς τὴν γάζαν κατάγοντες τῆς κακίας παρασκευάζουσιν ἀλήθειν τῇ συνηθεία τῇ κακῇ, καὶ ἐξυπηρετεῖσθαι τῷ διαβόλῳ τὰς ἡμέ Ο ρας, καὶ τὰς νύκτας ὅλας. Καν δὲ δυνηθῇ εἰς ἑαυτὴν ἐλθοῦσα ἡ ψυχὴ τοῦ ταῖς ἁμαρτίαις παγιδευθέντος στενάξαι πρὸς Θεὸν μετ' ὀδύνης καρδίας, καὶ περιπλακῆναι δι' εὐχῆς, καὶ ἱκεσίας τοῖς ἀοράτοις τοῦ Δεσπότου ποσὶ λέγει, ὁ Κύριος τοῖς ἀγγέλοις, ὥσπερ ὁ Ελισσαίος περὶ τῆς Σωμανίτιδος - "Αφετε αὐτὴν προσιέναι μοι, καὶ μὴ ἀπόσεισθε αὐτήν. Κἂν γὰρ μηδεμίαν κέκτηται ἀρε τὴν, καὶ παρρησίαν πρός με, ἀλλά γε διὰ τὸ κατώ δυνον εἶναι αὐτῆς τὴν καρδίαν, καὶ ἀναιδῶς προς κυλινδεῖσθαί μοι μετά δακρύων, καὶ θλίψεως, προσδέχομαι, καὶ σώζω. Χρεία δὲ ἡμῖν τοῦ παντοδυνάμου, καὶ πανσόφου Πνεύματος, δυνάμεώς τε καὶ χάριτος, ἅπερ ζητεῖν εὐθύμως ἐφείλομεν. Οὕτω γὰρ
col. 261–262page 102 of 262
PG 79:261ἂν τὸ μὲν τόξον τῶν δυνατῶν τῇ κακίᾳ δαιμόνων ἀσθε νήσει κατατοξευόντων ἡμᾶς τοῖς τῆς ἡδυπαθείας λογισμοῖς, ὥσπερ τισὶ πεπυρωμένοις βέλεσιν· οἱ δὲ τὸ πρὶν ἠσθενηκότες πιστοί, ὕστερον μεγάλως ἐνδυναμωθήσονται εἰς τὴν τῶν ἐναντίων ἀναίρεσιν. Καὶ τοῦτο ἄρα ἔστιν, ὅπερ προφητεύουσα ή πιστοτάτῃ μήτηρ τοῦ Σαμουήλ ἔλεγε, Τόξον δυνατῶν ἠσθένησε, καὶ οἱ ἀσθενοῦντες περιεζώσαντο δύναμιν. Σκοπὸς τῷ δημιουργῷ, καὶ ζωγράφῳ τῆς κακίας δαίμονι, εἰς βαρείαν καὶ ἀπαραμύθητον λύπην ἐμβα λεῖν ἕκαστον ἄνθρωπον, καὶ ἀποστῆσαι πίστεως, ἐλπίδος καὶ τῆς θείας ἀγάπης, ἅπερ ἐστὶ καιριώτερά τε καὶ κράτιστα τῆς εἰς Χριστὸν εὐσεβείας. Διὰ τοῦτο καί τινος τῶν πιστῶν παρασκευάζει πολλάκις διὰ τῆς κτηνώδους κινήσεως, καὶ ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου οίκου ῥέειν γονὴν, ὅπως τὴν ψυχὴν τοῦ παθόν της ἐνέγκῃ εἰς ἀπελπισμὸν, καὶ ἀθυμίαν, καὶ τελείαν ἀπόγνωσιν. Οταν γὰρ τῷ χρόνῳ, καὶ τῷ ἔργῳ προ κάψῃ τις, τότε οἱ πολέμιοι τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν, καὶ ἐπιθυμιῶν ἐπαφίενται αὐτῷ πρὸς γυμνάσιον αυ τοῦ, καὶ δοκίμιον. Εἶτα λυπούμενος, καὶ στενοχωρούμενος ἀναγκάζεται λοιπὸν ταπεινοῦσθαι, καὶ πενθεῖν, καὶ ἑαυτὸν μόνον κατακρίνειν, καὶ μέμφεσθαι. Καὶ οὕτως διὰ τῶν πειρασμῶν τούτων δοκιμασθεὶς ἔρ χεται πρὸς τὴν πασῶν τῶν ἀρετῶν ὑψηλοτέραν διάκρισιν. Απερ οὖν πολλοὶ μὴ προπαιδευθέντες, μηδὲ ταύ την κτησάμενοι, τινὲς μὲν αὐτῶν ξενισθέντες, καὶ θορυβηθέντες τὸν νοῦν ἐξ ἀπροσεξίας, καὶ ἀδιακρισίας, ἑαυτοὺς ἔσφαξαν μαχαίρα, τινὲς δὲ κατεκρήμνησαν ἑαυτοὺς ἀφορήτῳ λύπῃ, καὶ ἀπογνώσει συσχεθέντες, ἕτεροι δὲ τὰ γεννητικά μόρια κόψαντες, καὶ αὐτοφο νευταὶ ἑαυτῶν τῇ προαιρέσει γεγονότες οι τάλανες, ὑπέπεσαν τῇ ἀποστολικῇ ἀρᾷ καὶ κωμῳδίᾳ, περὶ ὧν φησιν· Οφελον καὶ ἀποκόψονται οἱ ἀναστατοῦντες ὑμᾶς. Αλλοι δὲ καὶ ἔλαβον συναρπασθέντες ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ, καὶ οὗτοι ὑπεύθυνοι γεγονότες τῇ προσ φητικῇ ἀποφάσει λεγούσῃ· «Τοὺς δὲ ἐκκλίνοντας εἰς τὰς στραγγαλιὰς ἀπάξει Κύριος μετὰ τῶν έργα ζομένων τὴν ἀνομίαν.» Ο τοίνυν τῷ τοιούτῳ δαίμονι ἀντιστρατευόμενος, καὶ ἀντιπράττων δηλονότι πρὸς τὸν δολερὸν σκοπὸν ἁρμοζόμενος τῇ ὑπομονῇ χρᾶται, καὶ τῇ μακροθυμίᾳ, καὶ δι᾿ εὐχῆς, καὶ νηστείας ἀνενδότου, καὶ πίστεως, καὶ ἐλπίδος, καὶ τελείας τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης καταπολεμήσει, καὶ κατ αγωνίζεται, καὶ κινήσει πάντως τὸν ῥυπαρὸν τοῦτον καὶ ἀκάθαρτον δαίμονα τῇ βοηθείᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀρκεῖ γὰρ ἡμῖν πρὸς τὴν κατ' ἐχθρῶν ἄμυναν τὸ ὄνομα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ πάν υψίστου Θεοῦ. Πολλῆς δὲ ἡμῖν πρὸς τὸν Θεὸν χρεία δεήσεως, ἵνα μὴ ἐκπέσωμεν τῆς ἀρετῆς. Ὅτι γὰρ δυ νατὸν ἐκ δικαιοσύνης εἰς ἁμαρτίαν μεταπεσεῖν, καὶ ἀπὸ τοῦ πάθους εἰς τὸ ἐμπαθὲς μεταμορφωθῆναι, κράζει πρὸς τὸν Κύριον ἡ προφητεία·. Εγενόμεθα ὡς τὸ ἀπ' ἀρχῆς, ὅτε οὐκ ἦρξας ἡμῶν, οὐδὲ ἐπεκλήθη τὸ ὄνομά σου ἐφ' ἡμᾶς,» καί ἐσμεν ἀκάθαρτοι. Αλλ ἐγχωρεῖ καὶ μετὰ τὴν συμβεβηκυῖαν πτῶσιν πάλιν τυχεῖν διὰ τῆς μετανοίας τῆς ἐν τῇ ἀρχῇ ἀπαθείας,
col. 263–264page 103 of 262
PG 79:26348,, καὶ ἰσχύος. Πᾶς γὰρ ὁ διὰ μετάνοιαν καὶ δεήσεως ζητεῖν, λήψεται τῷ προσήκοντι καιρῷ πάλιν τῆς ἐξ ὕψους δύναμιν, καὶ ἀπάθειαν. Πρόσχες τῇ προφητεία· «Εξεγείρου Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔνδυσαι τὴν ἰσχὺν τοῦ βραχίονός του, καὶ ἐξεγείρου ὡς ἐν ἀρχῇ ἡμέρας, διότι ἀπέδρα ἀπὸ σοῦ ἐδύνη, λύπη, καὶ στε ναγμός.» Μέγα δέ ἐστιν ἐν κακοῖς, καὶ τὸ μικρὸν ἀγαθόν. Εἰ γὰρ καὶ μεμισήμεθα ὑπὸ Θεοῦ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀγαπηθησόμεθα διὰ τῆς μετανοίας. "Οτι γὰρ πάλιν προσλαμβάνεται ἡμᾶς ὁ πολυεύσπλαγχνος Δεσπότης, καὶ κατευφραίνει τῇ ἀγαπήσει αὐτοῦ, βλέπε τί λέγει τῇ νοητῇ Ἱερουσαλὴμ, τουτέστι τῇ ψυχῇ ἡμῶν· «Καὶ θήσομαί σε ἀγαλλίαμα αἰώνιον, καὶ εὐφροσύνην γενεάς γενεών. Μὴ οὖν ἀμφιβάλλῃς, πῶς. Όταν γὰρ βουληθῇ ὁ Θεὸς ἀπὸ τοῦ χείρονος ἐπὶ κρεῖττον μεταβάλειν τὰ πράγματα, τῷ ἐπιτάγματι τοῦ Θεοῦ πάντα ἐκστήσεται τὰ ἐναντιούμενα. Οτι εὐκόλως, καὶ ἑτοίμως δυνήσεται Κύριος τὴν ἀνθρωπότητα μετασκευάσαι, ὡς τὴν ἄφλοιον, καὶ ξηρὰν ῥάβδον τοῦ ᾿Ααρών, ταχύτερον τῶν ἐν τῇ γῇ ἐῤῥιζωμένων φυτών καρποφορῆσαι προσέταξεν· εἴπερ ἐκεῖνα πολλαῖς χρόνων, καὶ καιρῶν τροπαίς καρποφορεί, αὕτη δὲ ὑπὸ μίαν νύχτα πάντα ὁμοῦ φύλλα, καὶ ἄνθη, καὶ καρπὸν προήγαγε. Μὴ οὖν ὡς ἔτυχε, καὶ ἀβασανίστως μετατιθῶμεν, καὶ αὐτοὺς ἀπὸ τόπων εἰς τόπους τὰς ἐκ τῶν λογισμῶν ὀχλήσεις, καὶ θλίψεις ἐκφεύγοντες. Μᾶλλον δὲ καὶ στήκωμεν μεθ' ὑπομονῆς προσευχά μενοι, καθάπερ Μωϋσῆς ἔλεγε τῷ Ἰσραήλ· Στή κετε, καὶ θαρσεῖτε, μὴ φοβεῖσθε, καὶ ὄψεσθε τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ βοήθειαν, ἣν ποιήσει ὑμῖν σή μέρον. 1.Χ, ΡΜΑ'. - ΔΙΑΚΟΝΟ. Οταν ἴδῃς ἄνθρωπον ἄπιστον, καὶ φιλόκοσμον ἐγο καυχώμενον τῇ ματαιότητι τῆς προσκαίρου σοφίας, καὶ εὐτελίζοντα τὴν θεόπνευστον Γραφήν, ὡς μὴ ἀττικίζουσαν, γίνωσκε τοῦτον Ναιμὰν ὑπάρχειν τὸν Σύρον, λελεπρωμένον ὅλον διὰ τῆς ἀπιστίας, πρὶν ἐπιγνῷ τὸν ευεργέτην Θεὸν, καὶ Κύριον τῶν ὅλων, ὅστις ἄγαν μὲν ἐθαύμαζε τους μεγίστους τῆς Δαμασκοῦ ποτα μούς μηδαμῶς δυναμένους ἕνα λεπρὸν ἀπαλλάξαι τῆς καταστίκτου λέπρας, ηὐτέλιζε δὲ τὸν ἐν τῇ γῇ τοῦ Ἰσραὴλ Ἰορδάνην. Εχομεν γὰρ καὶ ἡμεῖς, νοη τοῦ Ἰσραηλῖται ὄντες, τὰ τῆς θείας Γραφῆς Ἰορδάνεια ῥεῖθρα, ἅπερ κατὰ μὲν τὴν προφορὰν τοῦ λόγου, οὐδαμινά τε καὶ ἐλάχιστα φαίνεται, κατὰ δὲ τὰς δυνάμεις τῶν μυστηρίων τῶν κεκρυμμένων τοῖς Χριστοῦ διδάγμασιν, ὕδατι ἀλλομένῳ εἰς ζωὴν αἰώ νιον, ἱατρεύοντί τε, καὶ καθαίροντι, καὶ φωτίζοντα πάντας τοὺς πιστεύοντας, ὑπερφυή τε τυγχάνει, και θαυμαστά, ἔνδοξά τε, καὶ ὑπερυψούμενα εἰς αἰῶνας αἰῶνος. ΡΜΒ'. — ΝΙΚΟΤΥΧΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Οἱ ἀφανεῖς Μαδινέοι δαίμονες, τὰς ἑαυτῶν θυγα κιν,
col. 265–266page 104 of 262
PG 79:265τέρας, δηλαδὴ τὰς αἰσχρὰς ἐνθυμήσεις τῷ νῷ παριστάνουσιν, ερεθιζούσας τοῦτον, καὶ λίαν παρα καλούσας καμφθῆναι πρὸς τὸ ἄτιμον, καὶ λυττῶδες, καὶ ἐπάρατον ἔργον. "Αν γοῦν συμβῇ ὀλισθῆσαι τῷ πνεύματι ἐν τῇ καμίνῳ τῆς ἡδονῆς, καὶ τὴν ἔνδον μοιχείαν ἀποτελέσαι κατὰ τὸ ἀόρατον, ὥσπερ ποτὲ ὁ Ζαμβρί κατὰ τὸ φαινόμενον ἐπὶ τοῦ Μωϋσέως, χρεία λοιπὸν Φινεές, τουτέστι τοῦ ἱερέως λόγου κτείνοντος τῷ σειρομάστῃ τῆς φοβερᾶς διδαχῆς, καὶ ἐξολοθρεύον τος τόν τε Εβραίον τὸν καὶ τὴν Μαδιανῖτιν, τουτέστι τὸν φιλόπορνον τρόπον, καὶ τὴν γαργαλίσασάν τε καὶ πρὸς τὸ πάθος πυρώσασαν προσβολήν. ΡΗΓ. ΠΑΜΦΙΔΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Τὸ λέγειν τὸν Σολομῶντα, «Καρδία ἀνδρὸς αἰσθητική, λυπηρὰ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, τοῦτο δηλοί, ότιπερ ὁ λαμβάνων αἴσθησιν τῶν φαύλως αὐτῷ πραχθέντων, καὶ μνημονεύων τῆς φρικτῆς κολάσεως τῆς αἰωνίου ἐκείνης, τῇ ἑκουσίᾳ λύπῃ καὶ τῇ μεταμελείᾳ ἑαυτὸν θεραπεύει πρὸ τῆς ἐξόδου τοῦ βίου. Οτ' ἂν δὲ, φησίν, εὐφραίνηται ὁ τοιοῦτος, οὐκ ἐπιμίγνυται ὕβρει. Κὰν γὰρ παροῦσα τύχοι ἀφθόνως ή σαρκική εὐφροσύνη, καὶ τρυφή, οὐκ ἐξολισθήσει πρὸς τὴν ὑπερηφάνειαν. Αύτη γάρ βόρις παρά φρονίμοις κικλήσκεται. ΡΜΔ'. Τῷ αὐτῷ. Ασαφὲς λέγεις ὑπάρχειν τὸ ῥηθέν· 4 Μή προστ αγάγῃς ἀσεβεῖ νομὴν δικαίων. Ἔχει μὲν οὖν τὸ ῥητὸν καὶ ἄλλην ἑρμηνείαν, ταύτην δέχου ἀρτίως. Νομή πάντων πιστῶν, καὶ τροφὴ, καὶ ἔνδυμα, ὁ Σωτὴρ Χριστὸς ὑπάρχει ἐν αὐτῷ γὰρ ἐκτίσθημεν, καὶ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμέν. Ἐπειδὴ οὖν καὶ τὸ Δεσποτικὸν σῶμα, καὶ αἷμα τοῦ Θεοῦ Λόγου διὰ τὴν οἰκονομίαν νομή τυγχάνει Χριστιανῶν ἁπάν των, καὶ τούτῳ τῷ μυστηρίῳ τρέφονται καὶ ποτί ζονται· ἄτοπον ἂν εἴη μεταδιδόναι τοῦ λεχθέντος μυστηρίου ανδρί τινι ἀσεβεῖ καὶ δολίῳ, καθώς τῷ μάγῳ Σίμωνι δῆθεν πιστεύειν καθυποκρινομένῳ. Αλλά μηδὲ τὴν βαθυτέραν τῶν σεβασμίων λογίων ἀνάπτυξιν προσφέρειν ἂν ἀμυήτῳ τινὶ καὶ πονηρῷ ἀνθρώπῳ. Μὴ δῷς γάρ, φησί, τὸ ἅγιον τῷ κυνί, μηδ' ἔμπροσ δεν χοίρων βάλῃς τοὺς μαργαρίτας. • Πάλιν δέ με ἠρώτησας, πῶς χρὴ νοεῖν τὸ γεγραμμένον ὁμοίως παρὰ τῷ Σολομῶντι, «Μὴ ἀπατηθῇς χορτασίᾳ κοι λίας;» Οὐ γὰρ ἂν, φιλόχριστε, καθάπερ ἄρτου κοινοῦ καὶ οἶνου, πρὸς πλησμονὴν τῆς γαστρός, τῆς φρικώδους ἐκείνης καὶ ποθεινῆς τραπέζης μετέχομεν ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας βραχέος δὲ μέρους τινός μετα δίδοται ἡμῖν ὑπὸ τῶν τῷ Θεῷ λειτουργούντων, καὶ μεταλαμβάνομεν εἰς ὕψος ἀτενίζοντες τοῖς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοῖς, πρὸς τὸ καθαρισθῆναι πλημμελημάτων, καὶ ἁγιασμοῦ καὶ σωτηρίας τυχεῖν. Καλὸν δὲ νομίζω, καὶ ἐν τῇ κοινῇ τραπέζῃ ἐν ταῖς οἰκίαις ἡμῶν μὴ ἀπατᾶσθαι χορτασίᾳ κοιλίας, τουτέστι μὴ ὑπερβαίνειν τὰ ὅρια τῆς ἀναγκαίας χρείας· μέτρον γὰρ δὴ ἄριστον τῆς τῶν βρωμάτων ἢ τῶν πομάτων χρήσεως, ἡ χρεία υπάρχει τοῦ σώματος. ο το πιν, 10
col. 267–268page 105 of 262
PG 79:267ΡΜΕ'. — ΕΥΛΑΜΠΙΩ ΣΟΦΙΣΤΗ. Τί μοι προσφέρεις τοὺς τῶν Ἑλλήνων σοφούς, τοὺς βαθεῖς τοὺς πώγωνας έλκοντας, καὶ ἀναβεβλημένους τὰς ἐπωμίδας, καὶ μέγα φυσῶντας τὸ δοκεῖν σεμνύνεσθαι τῇ βακτηρίᾳ καὶ τῇ ὑπήνῃ; Παῦλος γὰρ ὁ σκηνοποιὸς κατηντελισμένος, τὴν ῾Ελλάδα καὶ τὴν βάρβαρον πᾶσαν ἀπέτρεψε πρὸς Θεόν· ὁ δὲ παρ' ὑμῖν ἀγόμενος καὶ περιφερόμενος Πλάτων, τρίτον εἰς Σικελίαν ἐλθών, μετὰ τοῦ κόμπου τῶν ῥημάτων ἐκείνων, μετὰ τῆς ὑπολήψεως τῆς λαμπρᾶς, οὐδὲ ἑνὸς περιγέγονε τυράννου· ἀλλ' οὕτως ἀθλίως ἀπο ήλλαξεν, ὡς καὶ αὐτῆς ἐκπεσεῖν τῆς ἐλευθερίας. Ο δέ γε σκηνοποιὸς οὐ Σικελίαν μόνον, οὐδ᾽ Ἰταλίαν, ἀλλὰ πᾶσαν τῷ κηρύγματι τῆς εὐσεβείας τὴν οἰκουμένην ἐπέδραμεν. ΦΙΛΟΞΕΝΟ ΚΗΝΣΟΦΥΛΑΚΙ. Οὔτε ἐν ταῖς εὐθυμίαις κορυβαντιάν δεί και φυσᾶσθαι ματαίως, οὔτ᾽ ἐν ταῖς σκυθρωποτέραις καταστάσεσι καταπίπτειν ἀλόγως καὶ καταποντίζεσθαι ὑπὸ τῆς λύπης. Ανάνδρου γάρ ψυχῆς καὶ μαλακῆς τοῦτό γε. Οὐδὲν δὲ σκηνῆς ὁ φθειρόμενος οὗτος διενήχησε βίος. Ούτε γοῦν τὸ εὐπρακτεῖν κατ' αὐτὸν, οὔτε μὴν τοὐναντίον φανήσεται βέ βαιον. ΡΜΖ'. — ΛΥΚΟΥΡΓΟ ΙΑΑΟΥΣΤΡΙΑ. Τις σε οὐκ ἂν γελάσεται, τίς σε οὐκ ἂν μέμψεται τῆς ἀπεράντου σπουδῆς; Τίς σε οὐ μυκτηρίσει τῆς ἄφρονος μανίας, συνάγοντα μὲν ἀκορέστως τὰ τοσαῦτα χρήματα, κατέχειν δὲ δοκοῦντα, ἅπερ μηδαμῶς δυνήση συνεξενέγκαι θνήσκων, πρὸς τὸν ἐκεῖ κόσμον ὑπὸ φρικτῶν ἀγγέλων συρόμενος δέ σμιος, ἐχθροῦ δὲ πράγμα ποιοῦντα, ἐν τῷ διὰ τῆς ἀπανθρωπίας καὶ τῆς ἀνηλεούς καὶ ἀμειλίκτου γνώμης βλάπτειν τὰ μέγιστα τὴν ἀνοσιωτάτην σαυ τοῦ ψυχὴν, προσκεῖσθαι δὲ τῷ συγγενεῖ νεανίσκω νομιζομένῳ κληρονομεῖν τὴν σὴν μεγάλην οὐσίαν; Αλλ' εὐαγγελίζομαί σοι πικρόν τι καὶ λίαν ἀβού λητον· τεθνήξεται γὰρ μετ' ὀλίγον ὁ γλυκὺς κληρονόμος σου, εἰς ὅνπερ καὶ πάντα ἐγγράφως ζῶν, καὶ φρονῶν, καὶ εὐρωστῶν διέθου τὰ διαφέροντά σοι, καὶ τοῦ μνήματος τοὺς τρεῖς καὶ μόνους κληρονομήσει πήχεις. Καὶ πάντως ἐκπλαγήσῃ βλέπων νέον θαπτόμενον πρὸ γέροντος πολυχρονίου. Τάχα δὲ οὐκ έκπλαγήσει ἐπὶ τούτῳ, οὐδέ γε ξενισθήσῃ, προτεθεαμένος ἤδη τοιαῦτα συμβεβηκότα τοῖς ἄλλοις Ιλλου στρίοις, Αριστοφάνει, καὶ Κρήσκευτι. ᾿Αλλὰ νῦν γοῦν ἐκνήψας προσηκόντως, πέπαυσο τῆς πολλῆς ἁπληστίας, καὶ μὴ τὸν τελευτᾷν μέλλοντα κλαύσης, ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ ψυχὴν φιλοπόνηρον ὑπάρχουσαν θρήνησον, καὶ πρὸς διόρθωσιν ῥέψον καὶ ἀγαθοεργίας, πρὶν ἐξελθεῖν σε τῆς σκηνῆς τοῦ παρόντος αἰῶνος, καὶ πορευθήναι, ἔνθα μηδεὶς λοιπὸν τῶν έναποθανόντων τοῖς πταίσμασιν εὑρήσει ἀπολογίας χώραν, ἔνθα μή φίλος, μὴ δοῦλος, μή συγγενής συνηγορῆσαι ἡ βοηθῆσαι κολαζομένῳ εἰς τοὺς αἰῶ νας ἰσχύσει. η
col. 269–270page 106 of 262
PG 79:269ΝΙΚΑΝΔΡΟ ΣΚΕΠΤΟΡΙ. Πολλάκις σοι εἴρηκα, καὶ νῦν δέ φημι, ὅτι διὰ τῆς μαγείας ὑπὸ τοῦ Τυανέως Απολλωνίου γεγενημένα τελέσματα, μηδὲν παντελῶς οὐράνιον ἔχοντα εὐεργέτημα, μηδέ τι πρὸς ψυχὴν ἀναφέροντα κέρδος, οὐδὲν διαφέρειν δόξειεν δρακός κριθῶν χάριτος, τοῖς πρὸς τὰ ἐπουράνια ἐκεῖνα, καὶ ἄφθαρτα, καὶ λύσιν μὴ σχήσοντα ἀγαθὰ κεχηνόσι σοφοῖς τε καὶ εὐσεβέσιν ἀνθρώποις. Μὴ τοίνυν θαύμαζε τὰ ἔργα τῆς γοη τείας, μηδὲ θρεοῦ ἐπὶ τούτοις, ἀπάλλαξον δὲ σαυ τὸν τῆς εὐπτοήτου γνώμης, καὶ τοῦ μειρακιώδους φρονήματος. ΡΜΘ'. Συνεχέστερον φάσκεις· Πῶς δύναμαι σωθῆναι, μυρίοις βρύων τοῖς τῆς ψυχῆς ἔλκεσιν, καὶ ἀμυθή των εμπεπλησμένος κακῶν, καὶ φλεγόμενος ὑπὸ τῆς ἰδίας μοχθηράς συνειδήσεως; Πρόσχες, ἄνθρωπε, κἂν ἐκ μέρους τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ, καὶ οὐκ ἂν σχοίης χρείαν τῆς ἐμῆς νουθεσίας. Βλέπε τί φησιν ὁ Σολομῶν· Ελεημοσύναις γὰρ καὶ πίστεσιν ἀπο καθαίρονται ἁμαρτίαι.» Ορα τί συμβουλεύει τῷ Ναβουχοδονόσορ Δανιὴλ ὁ προφήτης· «Τὰς ἀνομίας σου ἐν ἐλεημοσύναις λύτρωσαι, καὶ τὰς ἁμαρτίας σου ἐν οἰκτιρμοῖς πενήτων.» Πείσθητι τῷ Σηρὰχ παραινούντι· ο Πύρ φλογιζόμενον ἀποσβέννυσιν ὕδωρ, καὶ ἁμαρτιῶν φλόγα σβέννυσιν ἐλεημοσύνη. Ελεημοσύνη γὰρ ἐκ θανάτου φύεται, θανάτου λέγων τοῦ διὰ καταδίκης φοβερᾶς καὶ φρικώδους, καὶ τὸ σκότος, ὡς Τωβηθ καὶ Σολομῶντι δοκεῖ. ΠΑΛΑΤΙΝΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. ΡΝ. - ΡΗΓΙΝΩ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΟ. Οὐκ ἄνθρωπος ψιλὸς ὁ κοινὸς Σωτὴρ καὶ εὐεργέ της Χριστός, Θεὸς δὲ μᾶλλον ἐν ἀνθρωπίνῃ ὀφθεὶς μορφῇ, καὶ τῇ ἰδίᾳ ἀναμαρτήτῳ, καὶ ἀμωμήτῳ σαρκὶ, τὸν ὑπὲρ τῶν ἀνθρωπίνων ἁμαρτημάτων θάνατον ὑπομείνας βουλήματι οικείῳ. ΡΝΑ'. -- ΛΟΥΚΙΑ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Πόσοι ποσάκις ἄνθρωποι κόρακας παγίσι καὶ δικτύῳ ἐθήρασαν, καὶ ἡγνόουν οἱ πιασθέντες κόρακες τὴν αὐτῶν θήραν τε καὶ σύλληψιν; Σοὶ δὲ προμηνύουσι, καθώς λέγεις, τὸ μέλλον οἱ κόρακες, καὶ προγνώσται καὶ προφῆται τῶν μηδέπω παρόντων εὑρίσκονται κόρακες, οἱ τὴν κατ' αὐτῶν μηχανηθεί σαν παγίδα μηδαμῶς ἐγνωκότες, καὶ τὸν ἑαυτῶν ὄλεθρον ἀγνοήσαντες. Απόστηθι τοιγαροῦν τῆς ὀρο νεοσκοπίας· τινὲς γὰρ ταύτῃ προσεσχηκότες, ὡς ἄξιος τῆς πλάνης, καὶ τὰς τῶν κοράκων σημειούμενοι πτήσεις, τάς τε ἐνωπίας, καὶ τὰς ἐκ τῶν ὄπισθεν, καὶ τὰς ὑπὲρ κεφαλὴν κύκλον περιγραφού σας, καὶ τὰς ἐπὶ τὰ πλάγια φερομένας, δαιμόνων πονηρῶν δῆλον ὅτι συμπετομένων τοῖς κόραξι, καὶ πρὸς τὴν τοῦ πλανωμένου ἀνθρώπου ὑπόνοιαν τῇ πτήσει φερόντων τὰ ὄρνεα· ὁμοίως μέντοι καὶ τὰς τούτων φωνὰς σημειούμενοι, ἀπεξενώθησαν μὲν τῆς εἰς Χριστὸν τὸν Σωτῆρα πίστεως, ἀνηκέστοις δὲ κλιματῆρσι περιπεσόντες, καίτοι χρηστὰ ἐλπίσαντες, ΓΙΩ σε
col. 271–272page 107 of 262
PG 79:271διὰ τὴν τῶν κοράκων δῆθεν καλλίστην δειχθεῖσαν σημασίαν, μετὰ μυρίας ζημίας καὶ βασάνους, ὕστε μεν πονηρῷ καὶ ἀπευκτέῳ τέλει τὸν βίον κατέστρεψαν. Γενεᾶς γὰρ ἀδίκου πονηρὰ τὰ τέλη, καθά φησιν ἡ Γραφή. Εἰ τοίνυν βούλει ἐκφυγεῖν τῶν δαι μόνων τὴν θήραν, μηδεμίαν μηδέποτε παρατήρησιν σκόπευε, μὴ πτήσεις, μηδὲ φωνὰς ὀρνέων, μὴ ὑπαντήσεις παντοίων ζώων λογικῶν ἢ ἀλόγων, μήτε τὰς ἀνακλήσεις καὶ τοὺς ἀναποδισμούς, μήτε κλη δόνας ματαίας, καὶ ἀπαξαπλῶς μηδὲν παρατηρήσεις, εἰ μὴ τὴν ἁμαρτίαν. Χρήσιμον γὰρ παρα τηρεῖσθαι ταύτην, καὶ ἀπωθεῖσθαι διηνεκῶς. Κἀκεῖνο δὲ γινώσκειν βουλόμεθα, ότιπερ τισὶν ἀνθρώποις παρατηρησαμένοις τῷ Ελληνικῷ ἔθει ἐκεῖνα τὰ ψυχοβλαβή, συνέβη πολλάκις οὕτως, ὥσπερ ὑπενόησαν, οὐκ ἐκ τῆς δυνάμεως, καὶ τῆς προαγορεύσεως τῶν ἀθλίων κοράκων, ἢ χοίρων, ἢ κυνῶν, ἢ ἀνθρώπων, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς τοῦ Θεοῦ κρίσεως, κολάζοντος καὶ ἐκμυκτηρίζοντος τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν. «Δῴη γάρ σοι Κύριος κατὰ τὴν καρδίαν σου, καὶ γενηθήτω σοι, φησί, καθὰ προσεδόκησας·ι καὶ συγκλείσω σε συμ φοραῖς, καὶ λύπαις, καὶ θλίψεσιν, ὥσπερ καὶ περό βησαι τῇ σημασίᾳ τῇ φαύλῃ πειθόμενος· ὅπως ἂν ποτε εἰς ἐπίγνωσιν ἐλθόντες τῆς ἑαυτῶν ματαιοφροσύνης οἱ ἐξαπατηθέντες, καὶ μετανοίᾳ χρησάμενοι ἀγαθῇ, παύσωνται μὲν τῆς παρατηρήσεως τῆς βδε λυρᾶς, τῇ δὲ θείᾳ προνοίᾳ τὰ καθ' ἑαυτοὺς λοιπὸν ἐπιτρέψαντες, πανταχόθεν τὴν ἰδίαν ψυχὴν πρὸς Θεὸν ἐπανάγωσιν. ΡΝΒ'. — ΜΑΡΩΝΙ ΚΟΜΗΤΙ. Τὸ τῆς βλασφημίας πνεῦμα, τὸ παρενοχλούν πυκνότερον τῇ σῇ φιλοθέῳ καὶ ἀγαθῇ καρδίᾳ, μηδόλως ύποπτήξης, μᾶλλον δὲ κατεξανάστηθι τούτου, τύ πτων αὐτὸ εὐχαῖς καὶ εὐποιίαις, ἀντιλήψεσί τε τῶν καταπονουμένων καὶ ταῖς μακροθυμίαις, ταπεινοφροσύνη τε καὶ τῇ πρὸς τοὺς οἰκέτας τοὺς τοὺς ἡμερότητι. Ταῦτα γὰρ, καὶ τὰ τοιαῦτα, τοῦτον δύνα ται ἀπὸ τῆς ψυχῆς σου ἐξελάσαι τὸν ἀλάστορα δαί μονα, λογισμοὺς ἀγριους καὶ ἀσεβεῖς ὑποβάλλειν τολμῶντα κατὰ σαυτοῦ τε, καὶ τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν δημιουργημάτων, καὶ τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν μυ στηρίων. ΡΝΓ. — ΛΑΥΣΩ ΠΡΙΜΙΣΚΡΙΝΙΟ. Μήτ' ἀδελφοὺς ἔχων, μήτε τέκνα κτησάμενος, τίνι ἆρα τὸ χρυσίον συνάγεις ἀκορέστως; Θσῳ δὲ πολὺ τὸ θησαύρισμα, τοσούτῳ πλεῖον καὶ βαρυτέρα ταμιεύεται σοι ή αιώνιος κόλασις. Καὶ ὄφελόν γε τὰ τοσαῦτα χρήματα, τῷ καιρῷ τῷ οἰκείῳ εἰς ἄνδρας εὐλαβεῖς καὶ ὁσίους ἔφθασαν, κατὰ τὸ γεγραμμένον, ὅτι περ Συνήθροισάν τινες ἀπλήστως ἀργύριον, ἐξ οὗ οὐ γεύσονται· ἅπερ δ' οὗτοι συνήνεγκαν ἐξ ἀδικίας πολλῆς, ταῦτα δίκαιοι ἔδονται. Ἀλλ' οὐχ οὕτως νομίζω γενήσεσθαι ἐπὶ σοί· ἀνάξιος γὰρ υπάρχεις, τὴν δὲ δημώδη παροιμίαν δψῃ καταλαμβάνουσαν σε, τὴν λέγουσαν· Τὰ Τανταλιστῶν φάγονται Κροταλισταί.
col. 273–274page 108 of 262
PG 79:273ΡΝΔ'. — ΞΑΝΘΙΠΠΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Καλώς γε πάνυ πράττεις, ταῖς νηστείαις, καὶ ταῖς χαμευνίαις, τῇ τε χρηστῇ ἀγρυπνίᾳ, καὶ τῇ πυκνῇ προσευχῇ καταπατῶν τε καὶ ὑπεραλλόμενος τὰς τρικυμίας τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν, Θεῷ δὲ τῷ συνεργοῦντι ἡμῖν ἀεὶ εἰς τὸ ἀγαθὸν τὴν νίκην ἀνατιθεὶς ἐν τῷ ψάλλειν πρὸς αὐτόν· «Σὺ, Δέσποτα, δεσπόζεις τοῦ κράτους τῆς θαλάσσης, τὸν δὲ σάλον τῶν κυμά των αὐτῆς σὺ καταπραΰις. 7 ΡΝΕ. — ΡΩΜΑΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Τὰ τοῦ παράφρονος καὶ παρεξεστηκότος Ναυάτου βληχήματα, τὴν μὲν σώζουσαν μετάνοιαν ἐξοστρα πίζειν τολμῶντα, προφάσει δὲ ἀπελπισμοῦ ἀδεῶς τὰς ἁμαρτίας σωρεύοντα, καὶ καθαροὺς μὲν ἑαυτοὺς λέγοντας εἶναι, ἀκαθάρτους δὲ τῇ πράξει εὑρισκομένους, καὶ εἰς τὴν ἀπώλειαν συνελαύνοντας διὰ τῆς ἀπογνώσεως τοὺς πειθομένους τῇ αὐτῶν, οὐκ ἀπο δεξόμεθα· τοὐναντίον δὲ μεμψόμεθά τε καὶ σκώ ψομεν, ὡς τῶν ἀποστολικῶν κανόνων ἀλλότρια φρο γοῦντας. ΑΦΡΟΔΙΣΙΟ ΣΚΡΙΝΙΑΡΙΑ. Τί δοκεῖς λανθάνειν ἡμᾶς κακοήθης τις καὶ δόλιος ὑπάρχων, καὶ πολλοῖς μὲν ἀρίστοις καὶ ἀγαθοῖς ἀνδράσι πεφυκὼς ἐπιβουλεύειν, συγκαλύπτων δὲ σαυτὸν τῷ προσωπείῳ τῆς φιλοκαγαθίας; Ἰδοὺ γὰρ ἐκ τῶν καρπῶν τὸ δένδρον γινώσκομεν, καὶ οὐδαμῶς κρυβείη λύκος περικείμενος δορὰν προβάτου· ἐκ γὰρ δὴ τῶν ὀδόντων καὶ τῶν ὀνύχων ῥᾳδίως γνω σθήσεται. Φησὶ δὲ καὶ ἡ Γραφή· «Πέρδιξ θηρευτής καρτάλλῳ ἐναποκλεισθείς· οὕτως ἐστὶν ὑπερηφάνου καρδία.» Οντως γὰρ ὑπερήφανος καὶ φθονερός, ὄφις τε δάκνων σιγῇ, καὶ κύων σπαράττων ἐκτὸς τοῦ ὑλακτῆσαι γνωρίζῃ παρὰ πᾶσιν, κἂν λάθρα κακουργός τις καὶ δυσφορώτατος καὶ κρυψίνους πανταχοῦ περιέρχῃ. Θεοῦ δὲ χρεία τῶν παρὰ σοῦ ἐπιβουλευομένων, ἵνα λέγωσι τὸ ἐν τῷ ἐννενηκοστῷ, ὅτι «Αὐτὸς φύσεται ἡμᾶς ἐκ παγίδος θηρευτῶν, καὶ λόγου ταραχώδους. ο Σιγῶν γὰρ αὐτὸς εἰς ταραχὴν ἐμβάλλεις τοὺς ἐπιβουλευομένους. ΣΩΣΙΠΑΤΡΟ ΤΡΙΒΟΥΝΟ. Τῇ θείᾳ γνώσει στοιχῶν, τῇ γνώσει καὶ πάντα ποιεῖν σπουδάζεις, πανάριστε, τοῖς ἐκείνης κανόσι καὶ ῥυθμοῖς ἑπόμενος. Ὅθεν καὶ πάντα τὸν σαυτοῦ θεοφύλακτον πλοῦτον, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοῖς μονα χοῖς ἐξαντλεῖς, πρὸς τούτους τε κεχηνώς πολλῷ τῷ πόθῳ, καὶ τούτους ἀναπνέων νύκτωρ καὶ μεθ' ἡμή ραν, μήθ' ὅλως ἔχειν νομίζων συγγένειαν ἢ τέκνα, καίτοι τοσούτων ὄντων. Καὶ αὐτὸ δὲ τὸ λέγειν σε κατὰ συντυχίας, κτήνος ὑπάρχειν τῶν μοναχῶν ἀγογγύστως τε καὶ προθύμως ἐξυπηρετούμενον πάσαις ταῖς· τούτων χρείαις, καὶ τοῦτο ἀπηρτισμένης ἐστὶ τεκμήριον γνώσεως. Επίστασαι δὲ πάντως, ὅτι σὺν τοῖς Λευΐταις, καὶ τὰ τούτων κτήνη κατα ηυλόγησε Θεός τε καὶ Μωϋσῆς. Πάντα τοίνυν γνώσει λογιζόμενος θείᾳ, καὶ γνώσει λέγων καὶ πράττων, στο
col. 275–276page 109 of 262
PG 79:275ο φιλόθεε, ἀναμφιβόλως εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐ ρανῶν συνεισελεύσῃ σὺν τοῖς μοναχοῖς, ὡς καλὸς ἀκόλουθος καὶ ὑπηρέτης τούτων, καὶ συγκληρονομή σεις τούτοις τὰ ἄφραστα ἀγαθὰ εἰς ἀπεράντους αιώνας. ΧΙΛΩΝΙ ΔΟΜΕΣΤΙΚΟ. ο λόγος ὁ μυστηρίῳ λεχθείς σοι. Τὸ ἀκατάστατόν τε καὶ ἀνίδρυτον, τεθορυβημένον τε καὶ εὐκλόνητον τῆς σῆς γνώμης, δηλῶν ὁ Σιράχ φησι· ο Τροχός ἁμάξης σπλάγχνα μωρού.» Εἰ δὲ καὶ περὶ τοῦ μὴ βουλεύεσθαί σέ ποτε φυλάξαι μυ στήριον, ἀλλ᾽ εὐθὺς ἐκφερομυθεῖν, καὶ πᾶσι δημοσ σιεύειν τὰ τεθαρρημένα σου, θέλεις ἰδεῖν μαρτυρίαν τοῦ λεχθέντος προσώπου, ἄκουε παραυτίκα· «"Ηκου σε γάρ, φησίν, ὁ μωρὸς λόγον, καὶ ὠδίνησεν, ὥσπερ ὠδίνει ἀπὸ προσώπου βρέφους ή τίκτουσα. Οὐδὲν δὲ μωρότερον του στηλιτεύειν, καὶ διαπορθμεύειν τῇδε κἀκεῖσε, καὶ φανεροῦν ἀπρεπῶς τὰ θαῤῥηθέντα ἡμῖν παρὰ τῶν φίλων κρύφα, καὶ κατ' Ιδίαν. 'Αφέμενος τοίνυν τῶν νοσημάτων τῶν περι εχόντων σε, γενοῦ λοιπὸν σοφός τε, καὶ βεβηκώς, καὶ μυστηρίων φύλαξ, ἕως ἂν ἀποθάνῃς, κατασκευάζων τῷ οἰκείῳ στόματι καὶ τοῖς ἀστέγοις χείλεσι θύραν στεῤῥὰν καὶ μοχλὸν ἰσχυρότατον, καὶ τὴν σφραγίδα τῆς σιγῆς βελτίστης επιτιθείς. Οὕτω γὰρ καὶ τῷ τῆς θείας γνώσεως φωτὶ ἐλλαμφθῆναι δυνήση, καὶ ή Γραφή παρηγορήσει λέγουσα· 4 Σοφία ἀνδρὸς φωτιεῖ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ.» Καὶ πάλιν· «Ηκουσας λόγον; ἐναποθανέτω σοι. Θάρσει· οὐ μή σε ρήξει ὁ ΡΝΘ'. — ΓΑΥΔΕΝΤΙΟ ΔΙΑΚΟΝΟ. Ο τῆς πορνείας δαίμων δίκην λίχνου κυνιδίου τῷ ὑπ' αὐτοῦ πειραζομένῳ είωθε παραμένειν, οὐ μὴν ἐκβιάζεσθαι. Ἐν σοὶ τοίνυν ὑπάρχει, καὶ τῇ σῇ ἐξουσίᾳ, καὶ βουλήσει, ἢ τρέφειν τοῦτον διὰ τῆς ἐργασίας τῆς ἀτίμου, ἢ φυγαδεύειν μετ᾿ ὀργῆς δι' εὐχῶν καὶ ψαλμῳδιῶν, νηστειῶν τε καὶ ἀγρυπνιών, καὶ τῆς χαμαικοιτίας. • Αντίστητε γὰρ τῷ ἐχθρῷ, καθὼς γράφει ὁ μέγας Ἰάκωβος, καὶ φεύξεται ἀφ' ὑμῶν.» ΡΞ. - ΦΙΛΩΝΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Ικανοί ἐστε καὶ αὐτοὶ καθ᾿ ἑαυτοὺς τοὺς τοῦ μπο ναστηρίου ὑμῶν κανονίζειν δεόντως ἐφ᾽ ἅπασιν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ διαίτης ὑπεμνήσατε με διὰ τῆς ἐπιστολῆς, ἀξιοῦντες δηλωθῆναι ὑμῖν, νομίζω καλῶς ἔχειν, διαφόρου οὔσης τῆς τῶν σωμάτων κράσεως, καὶ τῶν μὲν ἀσθενούντων, τῶν δὲ ὑγιαινόντων, ποι κίλην, καὶ ἁρμόζουσαν ἑκάστῳ προσώπῳ ἐκτάξαι τὴν δίαιταν· τοῖς μὲν ὑγιαίνουσι τὴν τῶν ἀσπρίων χρείαν, τοῖς δὲ ὀλίγον ἀσθενοῦσι τὴν ἀπὸ τῶν λαχάνων παραμυθίαν, τοῖς δὲ ἐξησθενηκόσιν ὑπὲρ λίαν, καὶ καταπεπτωκόσι, τὴν ἀπὸ τῶν χρεῶν σύμμετρον ὀρέγειν βοήθειαν. ΡΙΑ'. - ΚΥΝΤΙΛΙΑ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ. Εἰ μὲν πρὸς Θεὸν ἔχων τὸν ἔρωτα τῆς ψυχῆς, κατ
col. 277–278page 110 of 262
PG 79:277επάδει, σαυτόν ψαλμοῖς, καὶ ὕμνοις, καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀποστόλων, ἐπαινεσώμεθά σε. ὠφέλιμον γὰρ τὸ ταιοῦτον σπού δασμα, καὶ τῷ Θεῷ συνάπτει τὸν ψάλλοντα. Έν γὰρ τῷ ᾄδειν ἐντελεχῶς τε καὶ νουνεχῶς, κατὰ τὴν ἐπιμέλειαν τῆς μνήμης τοῦ κρείττονος, ἐπιλανθάνεται μὲν ἡ ψυχὴ τῶν μικρῶν καὶ ὀλεθρίων παθῶν, χαρᾶς δὲ ἀνεκλαλήτου πληρούται, καὶ ποθεινῶς λοι πὸν ἐνατενίζει τῷ θείῳ, πρὸς αὐτὴ καὶ μόνον σπεύ δουσα καὶ ἀγωνιζομένη κεχηνέναι, καὶ μηδὲν τῶν ὁρωμένων τοῦ κάλλους ἐκείνου τοῦ ἀοράτου προκρίνουσα. Εἰ δ᾽ ἐξαπατώμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου, δι' αἰσχρᾶς μελῳδίας σαγηνεύειν σπουδάζεις φιλήδονα γύναια, κατασεσωρευμένα ταῖς πολλαῖς ἁμαρτίαις, βδελυξόμεθά σε τῆς ἀκαθάρτου γνώμης • • Οὐχ ὡραῖος γὰρ αἶνος ἐν στόματι ἁμαρτωλοῦ, ν ὥς τις σοφὸς ἐβόα. ΕΥΨΥΧΙΟ ΒΙΚΑΡΙΟ. Ἠρώτησάς με, τίς ἐστιν ἄρα ὁ δηλούμενος ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις εἰσελθεῖν εἰς τὸν γάμον μὴ ἔχων Ενδυμα. Μὴ ἔξω περιβλέπου, ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ περισκόπει καρδίαν· πάντες γὰρ Χριστιανοὶ εἰς τὸν γάμον τὸν θεῖον κεκλήμεθα. Ἐὰν τοίνυν εἰσέλθωμεν λογισμὸν ἡμφιεσμένοι φιλάργυρον, ἢ φιλόπορνον, ἢ βάσκανον, ἢ τὰ ἑξῆς, δηλονότι ἀλλοτρίαν τοῦ φαι δροῦ καὶ ἀμωμήτου γάμου ἐνδεδυμένοι στολήν, εἰσ ελθεῖν τετολμήκαμεν. Ἐὰν δὲ μεταβαλόντες τὴν ἐπί ψογον γνώμην, ἐνδυσώμεθα κατὰ τὴν διάνοιαν σπλάγχνα οικτειρμοῦ καὶ ἐλεημοσύνης, χρηστότητα καὶ ἀγάπην καθαρὰν, καὶ πραότητα, καὶ ταπεινοφροσύνην, καὶ τὰ ὅμοια τούτοις, δῆλον ὅτι ἐνεδυσάμεθα τὰ ἄξια τοῦ γάμου μάτια. Περιβαλέσθαι τοίνυν σπεύσωμεν τὸ τοῦ νοητοῦ γάμου σωτήριον ἔνδυμα. Τῶν γὰρ ἐφ' ἡμῖν ἐστιν ἐνδύεσθαι, καὶ ἐκδύεσθαι, καὶ τὰς ἐσθῆτας ἀμείβειν, ποτὲ μὲν καλῶς, ποτὲ δὲ κακῶς, καὶ νῦν μὲν τοῦτο, νῦν δὲ ἐκεῖνο αἱρεῖσθαι ἐπειδὴ αὐτεξούσιος ἐκτίσθη ὁ ἄνθρωπος. ΡΕΓ. Τῷ αὐτῷ. Ὁ μὲν ἐχθρὸς τῆς ἡμετέρας ζωῆς δαίμων, ἐλεεῖν προσποιούμενος παρασκευάζει λογίζεσθαι, ὅτι οὐκ ἔσται κρίσις, οὐδὲ ἀνταπόδοσις ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ τούτοις τοῖς ῥήμασι λιπαίνων φαύλως τοὺς ἐξαπατωμένους καταφθείρει. Πρῶτος γὰρ πάντ των τῶν ἁμαρτωλῶν ἐστιν ὁ διάβολος. Ὁ δὲ Σωτὴρ τῶν ὅλων Χριστὸς, ὁ μόνος κυρίως καθαρὸς καὶ δί καιος, διαμαρτυρόμενός τε καὶ ἐξελέγχων, στύφων τε καὶ παιδεύων, καὶ προλέγων τὴν ἐσομένην κρίσ σιν, ἐκσώζει τοὺς πειθομένους αὐτῷ. Τοῦτο οὖν εἶναι νόμιζε τὸ γεγραμμένον·. Παιδεύσει με δίκαιος ἐν ἐλέει, καὶ ἐλέγξει με· ἔλαιον δὲ ἁμαρτωλοῦ μὴ λι πανάτω τὴν κεφαλήν μου, ν τουτέστι τὸ ἡγεμονικόν μου, ἢ τὸ φρονοῦν μου. ΡΕΔ'. ΩΡΙΩΝ ΕΚΔΙΚΟ. Οὐαί σοι, τρισταλαίπωρε ἄνθρωπε καὶ τρισάθλιε! ότι μικρᾶς ἡδονῆς, καὶ ἅμα τῷ τελεσθῆναι παρα Ζευούσης, τὴν αἰώνιον ἀνταλλάττη φλόγα. Ουαί σοι, ο
col. 279–280page 111 of 262
PG 79:279ἀναίσθητε, ἠλίθιε, ὅτι τῆς σαρκὸς ποιῶν τὰ θελή μαται. καὶ δι' αὐτῆς τοῖς αἰσχροῖς ὑποπίπτων πά θεσι, καὶ καταδουλούμενος τοῖς πονηροῖς, ἐκβληθήση ob-μὲν τῆς μακαριότητος ἐκείνης τῆς ἀθανάτου, ἀθά κατα δὲ μαστιχθήσῃ κατὰ τὸν ᾄδην, ταῖς πυρίναις μάστιξιν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων τῶν ἀνελεημόνων. Οἱ μὲν γὰρ τῶν ἀγγέλων ἤμεροί τε καὶ φιλάνθρωποί εἰσιν, εὐσπλαγχνοί τε καὶ συμπαθεῖς, οἱ δὲ αὐστηροί τε καὶ ἀμειδεῖς, φρικτοί τε καὶ ἐμβριθεῖς, ἀπότομοί τε καὶ ἀνελεήμονες. ΡΞΕ. - ΣΥΜΜΑΧΟ ΣΤΡΑΤΗΓΟ Ο τῆς θεοσεβείας τρόπος ἐκ δύο τούτων συνέστηκεν, δογμάτων εὐσεβῶν, καὶ πράξεων ἀγαθῶν. Θά τερον γοῦν θατέρου οὐ χρὴ διαζευγνύειν, ΡΞϚ'. - ΚΟΛΟΚΑΣΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. "Αμα τις λοιδορήσῃ τὸν πλησίον, εὐθέως λεπροῦται τὴν καρδίαν. Διόπερ φεύγε τὸ καταλαλεῖν, καὶ διαλοιδορεῖσθαι· ἔγνωκας γὰρ, πῶς δι' ὀλίγην λοι δορίαν, καὶ μίαν λέξιν τῆς καταλαλιᾶς, θείᾳ ψήφω λελέπρωται ἡ προφῆτις Μαρία. ΠΙΕΡΙΑ ΚΟΜΗΤΙ ΝΕΩΤΕΡΟ. Ετέρα ἐστὶν ἡ κατὰ Θεὸν ἀγάπη, καὶ ἄλλη ἐστὶ κατὰ κόσμον καὶ σάρκα κτηνώδης τις καὶ ἄλογος φιλία. Τὸ οὖν περιέχειν τὰ γράμματά σου, ὅτι πό θος σοι ἱκανὸς γέγονε κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον πρὸς Διονυσιόδωρον τὸν υἱὸν τοῦ μαγίστρου πολὺς καὶ ἀφόρητος, ὥστε μήτε φαγεῖν, μήτε πιεῖν, μήτε ζην βούλεσθαί σε, εἰ μὴ πρότερον θεάσῃ τὸν μείρακα τὸν προαγαπήσαντά σε, καὶ τὸ ἄλλα τινὰ γνωρίσματα καὶ σημεῖα ἐγκεῖσθαι τῇ παρὰ σοῦ μοι γρα φείσῃ ἐπιστολῇ, φανερὸν τῇ ἐμῇ εὐτελείᾳ κατέστησε τὸν δόλιον καὶ πολύσπιλον δαίμονα, τὸν ἐνεδρεῦσαι σπουδάζοντα τὴν σὴν ἐνάρετον καὶ φιλόθεον ψυχήν. Ἐκ γὰρ δὴ τῆς ἐπιστολῆς, εὐμαρῶς πεφώρακα τὸν λῃστὴν, καὶ τὴν τούτου σοφὴν δραματουργίαν σου φὸς γάρ ἐστιν εἰς τὸ κακοποίησαι. Τὸ γὰρ πνεῦμα τῆς πορνείας, ὅπερ ἔρωτα Ελλήνων παῖδες κικλήσκειν εἰώθασι, τοὺς μὲν πρὸς τὴν ἡδονὴν ἐπιρρεπεῖς, καὶ καταφρονοῦντας τῶν μελλόντων κριμάτων καὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ ἐκείνου δικαστηρίου, φανερώς καὶ ταχέως καὶ δίχα παντὸς καμάτου πρὸς τὸ τῆς ἀσελγείας βάραθρον κατασύρει· τοὺς δὲ φροντίδα ἔχοντας τῆς σωτηρίας, καὶ τοῖς τῆς ἡδυπαθείας θησ ρίοις μαχομένους, δελεάσμασι τισι καὶ μηχαναῖς καὶ δόλοις μετέρχεται· καὶ πρῶτον μὲν οὐδὲν δῆθεν χαλεπὸν, ἀλλ' ἐ. μόνον καὶ στοργὴν ἀπολυπραγμόνητον ἐντίθησι προσώπου τινὸς ξένου, ἡ ἐγχωρίου, ἄρρενος, ἢ θηλείας. Εἶτα συνομιλεῖν καὶ συνδιάγειν προτρέπει, καὶ συνοδεύειν, συν αλλάσσειν τε καὶ συμμετεωρίζεσθαι, κοινωνεῖν τε ἐν πράγμασιν ἀναγκαίοις, καὶ συνεορτάζειν, καὶ συγχαριεντίζεσθαι, καὶ συντρώγειν χωρίς λογισμοῦ πορνικοῦ. Ταῦτα δὲ πάντα θεμέλιοι γίνονται, καὶ ὑποθέσεις, καὶ ἀρχαι, καὶ ῥίζαι τῆς αμαρτιας. Μετὰ δὲ ταῦτα λοιπόν προβεβηκότος χρό νου, καὶ τῆς κακῆς συνηθείας δυσαποσπάστου κατα
col. 281–282page 112 of 262
PG 79:281σκευασθείσης, τότε δή, τότε τοῖς γεννητικοίς μορίοις πλησιάσας ὁ δαίμων, αἰφνίδιον τὰ τῆς σαρκὸς ἐξ άπτει φλογίσματα, καὶ καθάπερ χαλκίον τὰ μέλη ἀναβράζει, τοῖς τε πεπυρωμένοις βέλεσι τῶν λογι σμῶν τῆς ἀθέσμου ἡδονῆς τοξεύτας τὴν καρδίαν κατ επείγει πρὸς τὸ πονηρὸν ἔργον, ὥσπερ τὴν Βαβυ λωνίαν ἐκκαίων σφοδρῶς κάμινον. Ὅθεν λοιπὸν ἡ ψυχὴ ἐξίτηλος γενομένη πολλάκις, καὶ ἐξασθενήσασα τοῖς τόνοις τοῖς νοεροῖς διὰ τῶν γαργαλισμῶν, καὶ ἐκνευριζομένη, ἀνάγκην ἔχει κράζειν τὰ τῆς Γραφῆς βήματα· ο Κυκλώσαντες ἐκύκλωσάν με, καὶ ἐξεκαύ- ",, θησαν ὡς πῦρ ἐν ἀκάνθαις,» τῇ πυρώσει τοῦ σώματος, καὶ ταῖς ἀπρεπέσι κινήσεσι, βάλλοντες εἰς νεφρούς μου τὸν ἐὸν τοῦ ῥυπαροῦ ὄψεως, μὴ φειδόμενοι, καὶ "., Αί ψύαι μου επλήσθησαν ἐμπαιγμάτων. ὁ Ἰδοὺ γὰρ ἡ ἰσχὺς τοῦ δράκοντος ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὀσφύος ενήργη- 1., σεν. Εταλαιπώρησα, καὶ κατεκάμφθην·, κύκλῳ περιῳκοδόμημαι τῷ τῆς αἰσχροπαθείας τειχίσματι. 201 Καὶ πῶς ἄρα τοῦτο τὸ τεῖχος ὑπερβῆναι δυνήσομαι; 43. Παγίδα ήτοίμασαν οἱ δαίμονες τοῖς ποσί μου, καὶ κατέκαμψαν τὴν ψυχήν μου. ο Σκότος γάρ ἐστιν ἐν ὀφθαλμοῖς μου, ἐγὼ δὲ ἔσπευσα τοῦ μὴ βλέπειν. Αβλεψία δὲ χαλεπὴ ἡ πορνεία, καὶ πᾶσα, συντόμως εἰπεῖν, τῆς σαρκὸς πληροφορία καὶ βούλησις. Αγρεύομαι δὲ ὥσπερ λέων εἰς σφαγὴν, καὶ φέρομαι ὥσπερ κύων εἰς δεσμὰ, καὶ ὡς ὄρνεον εἰς παγίδα, καὶ πυρέττω πυρετὸν ἀκαθαρσίας λαβρότατον. Τίς τοίνυν παρακαλέσει ὑπὲρ ἐμοῦ τὸν Δεσπότην τὸν φιλάνθρωπον ἐλθεῖν εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι, καὶ τῆς χειρὸς τῆς ἐμῆς ἐφάψασθαι, ὥσπερ ποτὲ ἥψατο τῆς πενθερᾶς τοῦ Πέτρου, ἵνα ἀπέλθῃ ἀπ᾿ ἐμοῦ ὁ @ πειρασμός, ἵνα καταλείψῃ με ὁ πυρπολών με έρως ὁ δεινὸς καὶ βδελυρὸς, καὶ ἰσχύσω οὕτως διεγερθῆναι πρὸς σωφροσύνην, καὶ διακονεῖν τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ ἐν νηφαλιότητι; Αλλ' ἵνα μὴ πολλά γράφω νυνί, παρακαλῶ σε, ἀγαθῆς ῥίζης ἀγαθὸν ὑπάρχοντα βλάστημα, φυλάττου καὶ προφυλάττου, ὅση δύο ναμις, τοῦτον τὸν μαστρωπὸν καὶ πονηρὸν δαί μονα, ἐκκλίνων τὴν συντυχίαν τοῦ Διονυσοδώρου, καὶ μήτε συνεορτάζων αὐτῷ, μήτε εἰς πανηγύρεις συναπιών, μήτε συνεσθίων, μήτε συμπίνων αὐτῷ, μηδὲ συνδιατρίψαι τούτῳ, κἂν πρὸς βραχὺ συνοδεύειν αἱρούμενος. Εἰ δέ που ἀνάγκη γένοιτο συντυχεῖν τῷ τοιούτῳ, μὴ βλέπε τοῦτον τρανῶς, ἵνα μὴ διὰ τῶν θυρίδων σου, τουτέστι τῶν ὀφθαλμῶν σου, ὥς φησιν ὁ προφήτης, ἀναβῇ ἐπὶ τὴν ψυχήν σου ὁ θάνατος τῆς ἁμαρτίας· ἀλλὰ κάτω θεωρῶν εἰς τοὔδαφος, βλοσυρῷ τῷ ὄμματι καὶ αὐστηρῷ τῷ προσώπῳ τὰς ἀποκρίσεις δίδου, μὴ καταδεχόμενος συγγελάσαισυνλούσασθαι τούτῳ. Χρὴ γὰρ προκαταλαμβάνειν ἡμᾶς τὰ ὀχυρώματα καὶ τὰ μηχανήματα τοῦ ῥυσ παροῦ ὄψεως, πρὶν ἡμᾶς αὐτὸς προκαταλάβη ταῖς ποικίλαις σαγήναις καὶ τοῖς βρόχοις διὰ τῆς ἐφέσεως τοῦ εἰρημένου παιδός. Οὐκ ἀγαθὸς γὰρ φήμας κέ κτηται ὁ λεχθεὶς νεανίας, καὶ δέον ἀποδιδράσκειν τὰς υπολήψεις αὐτοῦ. Ἐπειδὴ οὖν ρίζα τῆς κατὰ τὸ σῶμα πράξεως τυγχάνει ή φιλόσαρκος γνώμη, πρόῤῥιζον σε
col. 283–284page 113 of 262
PG 79:283ταύτην ἄνελε, πρὶν πρὸς τὸ ἔξω προκύψῃ καὶ βλα στήση τὸ κακὸν, καὶ στελεχωθῇ λοιπόν· ὥστε ἀναγκασθῆναι ἀξίνας φιλοκαλεῖν, καὶ πῦρ πολυπραγμονεῖν, καὶ πολλῆς προσδεῖσθαι βοηθείας πρὸς ἀφανισμὸν τοῦ δένδρου τῆς ἀσελγείας. Ρίζα γὰρ παραμείνασα χρόν νον, καὶ τοῖχον πολλάκις κάλλιστα δομηθέντα ἐσά θρωσεν, καὶ πέτραν διέρρηξεν. Φεῦγε τοιγαροῦν τὸ ἄγκιστρον τῆς φθορᾶς, καὶ τὰ θήρατρα τοῦ διαβόλου δραπέτευσον, καὶ τὰς παγίδας αὐτοῦ σύντριψον, τῇ νηστεία σεαυτὸν περιφράττων, καὶ τῇ πυκνῇ προσ ευχῇ, καὶ ταῖς γονυκλισίαις, καὶ κόπῳ σωματικῷ, καὶ σκυλμῷ εὐσεβείας, καὶ τοῖς ἄλλοις ἀσφαλίσμασί τε καὶ βοηθήμασι, οἷσπερ πλεονάκις ὑποθέσθαι σοι προεθυμήθην, καὶ ψάλλε ἅμα τῷ μακαρίῳ Δαυτό πρὸς Χριστὸν τὸν πανύψιστον Σωτῆρα καὶ εὐεργέτην ἡμῶν· Φύλαξόν με ἀπὸ παγίδος, ἧς συνεστήσαντό μοι, καὶ ἀπὸ σκανδάλων τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν. ο Μέμνησο δὲ καὶ τῶν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ παραγγελμάτων· Ἔστωσαν αἱ ὀσφύες ὑμῶν περιεζωσμέναι τῇ σωφροσύνῃ, καὶ οἱ λύχνοι τῆς διανοίας καιόμενοι, καὶ ὑμεῖς ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τὸν Κύ ριον αὐτῶν, πότε ἥξει ἐξ οὐρανῶν, καὶ εὑρήσει γρη γοροῦντας τοὺς γνησίως σέβοντας καὶ ἀγαπῶντας αὐτὸν, ἵνα ποιήσῃ λάμψαι αὐτοὺς ὡς τὸν ἥλιον ἐν τῇ ἐπουρανίᾳ βασιλείᾳ. Κἀκεῖνο δὲ γίνωσκε, ὅτι οὐ μόνον εἰς τὰς εὐειδεῖς ὄψεις πειράζει τινὰς ἐχθρός, ἀλλὰ γὰρ καὶ εἰς τὰ δυσειδῆ καὶ ἄμορφα πρόσωπα, θηλειῶν τε καὶ ἀῤῥένων, τυφλόν τινα τῇ ψυχῇ ὑπο βάλλων ἔρωτα. Κακομήχανος γὰρ καὶ ποικίλος ὑπὸ άρχων ὁ φιλορύπαρος δαίμων, δοκιμάζει πολλάκις ἐν τούτῳ ἢ ἐν ἐκείνῳ τῷ εἴδει παγιδεῦσαι διὰ τῆς ἀτόπου καὶ αἰσχρᾶς ὀρέξεως. Φεῦγε τοίνυν τὰς συναναστροφὰς τῶν ἀκαθάρτων νέων, τῶν τε εὐμόρφων, τῶν τε ἀμόρφων. Οταν δὲ καιρῷ τινι συναισθήσῃ, καὶ καταλάβης σαυτὸν ἐν οχλούμενον ὑπὸ τοῦ φαύλου πάθους, καὶ πρὸς γνόφον ψυχῆς καὶ ἱλυώδη κατάστασιν ἐκφερόμενον, νόμιζε τὸν νοῦν σου εἶναι τὸν βασιλέα Σαούλ ὑπὸ τοῦ πονη ροῦ πνεύματος τῆς ἐρωτομανίας πνιγόμενον, καὶ τὴν βίβλον τοῦ Δαυΐδ φέρων εἰς μέσον, κατέπᾳδε τὴν καρδίαν σου ὡς δαιμονιζομένην τοῖς ῥήμασι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ καλῶς σοι ἔσται ἐν τῷ ψάλλειν πρὸς Κύριον· «Φύλαξόν με ἀπὸ παγίδος ἧς συν εστήσαντό μοι, καὶ ἀπὸ σκανδάλων τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν·» και, ε Ῥῦσαί με ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν τῶν καταδιωκόντων με. › Καὶ τὸ μὲν δαιμόνιον τοὺς θείους λόγους καὶ τὴν μεγαλωφελή μελωδίαν φοβηθεν, καὶ αἰσχυνθὲν, ἀποπτήσεται ἀπὸ σοῦ· αὐτὸς δὲ ἐκ τοῦ λάκκου τῆς ταλαιπωρίας ανελκυσθήσῃ διὰ τῆς θείας χάριτος, καὶ ἔψῃ τότε ἀέρα ξένον ἁγνείας, καὶ κατά στασιν ἀπαθῆ τε καὶ καθαρὰν, καὶ ἀσύγχυτον, καὶ αιθρίαν φαιδροτάτην, ἀναπεταννυμένην ἐξ ὁμιχλώδους τινὸς καὶ ζοφερᾶς τῆς νυκτὸς, ὥστ᾽ ἂν εἰπεῖν σε • Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἀγαλ λιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ.» ᾿Ανοίξατέ μοι λοιπόν, οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, πύλας δικαιοσύνης
col. 285–286page 114 of 262
PG 79:285εἰσελθὼν ἐν αὐταῖς. • Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι ἐπ- ". 204 σκουσάς μου, καὶ ἐγένου μοι εἰς σωτηρίαν. Εὐ λογητὸς ὁ Θεὸς, ὃς οὐκ ἀπέστησε την προσευχήν του, καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀπ' ἐμοῦ. ΡΞΗ'. — ΠΕΡΓΑΜΙΟ ΔΕΚΕΜΠΡΙΜΟ. Μὴ μέμφου τὸν Θεὸν τὸν τῶν μελῶν σοφώτατον ποιητὴν, ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ φιλαμαρτήμονα γνώμην. Οὐδὲν γὰρ φαῦλόν ἐστιν ἐκ πάντων τῶν ἀνθρωπίνων μελῶν, οὐδὲ κατεγνωσμένον. Καὶ γὰρ ὁ προπάτωρ ἡμῶν Ἀδὰμ σὺν τῇ Εὔᾳ ἐξ ἀρχῆς ἐν παραδείσῳ ὑπάρχοντες, ταῦτα εἶχον τὰ μέλη τοῦ σώματος, καὶ οὐδαμῶς ἀπόβλητοι διὰ τὰ μέλη γεγόνασιν, ἀλλὰ διὰ τὴν παράβασιν τῆς τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς. Οὐκοῦν μὴ τὰ μέλη μέμφου, ἀλλὰ τὴν προαίρεσιν. Τῷ αὐτῷ. ΡΕΘ Εἰ τὸν Δαυΐδ διασύρεις δέκα ἐσχηκότα γυναίκα;, Η γίνωσκε, ὅτι οὐ διὰ φιληδονίαν, ἀλλὰ διὰ παιδοποιίαν εἶχεν αὐτάς. Καὶ ἔδειξέ γε τοῦτο μετὰ τὸ μιγήναι ταύταις τὸν πατραλοίαν ᾿Αβεσσαλώμ, μη κέτι εἰσελθεῖν πρὸς αὐτὰς ἑλόμενος, μηδὲ πρὸς ἄλλην τινά. Εἰς ὕστερον δὲ συγκοιμωμένης αὐτῷ τῆς Σωμανίτιδος, διὰ τὸ ἄγαν καταψύχθαι αὐτὸν, καὶ χρήζειν θερμότητος, οὐδόλως κατεδέξατο γνῶναι αὐτὴν, ὅπερ μεγίστης ἀπαθείας ὑπάρχει δεῖγμα. ΡΟ. - ΕΛΕΝΗ ΙΑΑΟΥΣΤΡΙΑ. Πιστὴ μὲν δοκεῖς ὑπάρχειν, τοῖς δ' Ἕλλησιν άμιλα λάσθαι, καὶ τοῖς ἀπίστοις ἐξομοιοῦσθαι σπουδάζεις. Εἰ γὰρ πιστεύεις ἀναμφιβόλως ἀνάστασιν ἔσεσθαι πάντων τῶν τεθνηκότων μετὰ τὴν συντέλειαν τοῦ παι ρόντος αἰῶνος, τί πενθεῖς καὶ κατακόπτεις σαυτήν ἀπαύστως καὶ ἀπαρηγορήτως; Κἂν γὰρ κεκοίμηται ὁ βέλτιστος υἱός σου Νικάρετος, μονογενής σοι ὑπάρ χων, ἀλλ᾽ οὖν γε ὄψῃ τοῦτον ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ εὐπρεπέστερον ἡλίου, μετὰ δόξης ἀῤῥήτου καὶ ἀγαλ λιάσεως τῷ βασιλικῷ παριστάμενον θρόνῳ, καὶ τὰς ὑπὲρ σοῦ ἱκεσίας προσφέροντα Χριστῷ τῷ φιλανθρωποτάτῳ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων. Καὶ τότε δὴ σεαυ τὴν μακαρίσεις, θεωροῦσα τὸν ἐκ τῆς κοιλίας σου γεγεννημένον υἱὸν εἰς τὸ ἐπουράνιον παλάτιον τὴν διαγωγήν ἔχοντα, καὶ πρὸς τὸν Θεὸν τὸν πάντα δεδημιουργηκότα παρρησιαζόμενον, ῥυσθέντα μὲν τοῦ κόσμου καὶ τῆς πολυπλόκου ἁμαρτίας τῆς ἐν τούτῳ πολιτευομένης, ἀχράντου δὲ καὶ ἀπταίστου, ἀμερίμνου τε καὶ ἀφθάρτου εἰς αἰῶνα ζωῆς ἀπολαύοντα. Παῦσαι τοίνυν ταύτης τῆς ψεκτῆς μικροψυχίας, καὶ τῶν ἀφάτων θρήνων, χαρὰν δὲ μακαρίαν ἀνάλαβε, καὶ χρηστὰς προσδοκίας, καὶ ἀγαθὰς ἐλπίδας, ἵνα μὴ καὶ τὸν καλῶς ἀπελθόντα υἱόν σου τῷ πένθει παροργίσῃς, καὶ τὸν προσλαβόμενον αὐτὸν φιλοστόργως Δεσπότην ἀγανακτῆσαι κατὰ τοῦ παρασκευάσῃς. Μνημόνευε δὲ τοῦ ἁγίου Αποστόλου γράφοντος Οὐ θέλω ὑμᾶς λυπεῖσθαι περὶ τῶν κοιμωμένων, ὥσπερ λυποῦνται Έλληνες μὴ ἔχοντες ἐλπίδα.» Πάντοτε οὖν χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.»
col. 287–288page 115 of 262
PG 79:287ΡΟΛ'. — ΑΡΙΣΤΑΡΧΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Ο κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία, ο φησὶν Ιωάννης, ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς διὰ τὴν καθαρότητα καὶ τὸ πρᾶον καὶ ἡμερον τοῦ ἤθους. Εἰ τοίνυν παρ ἀγεται ἡ ἐπιθυμία, τουτέστι παύεται καὶ ἀπόλλυται, πῶς αὐτὸς διδάσκεις, μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τινας ἀνθρώπους φιληδόνους, πάλιν μετὰ θάνατον ἐπιθυμεῖν τῶν τοῦ προσκαίρου κόσμου ἡδέων; ΡΟΒ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΙ ΔΙΑΚΟΝΟ. Μικρὸν ἀμελήσας, πρὸς ἁμαρτίαν πέπτωκας, καὶ τὴν δόξαν τῆς σωφροσύνης ήμαύρωσας· ἀλλὰ ταχέως νήψας, καὶ μεταβαλ[λ]όμενος προσηκόντως, πρὸς τὴν προτέραν κατάστασιν παλινδρομῆσαι δίκαιον ελογίσω, μὴ παραδεξάμενος τὴν ὀλέθριον ἀπόγνωσιν, ὑπαγορευομένην σοι ὑπὸ τοῦ διαβόλου. Αὐτὸς γὰρ καὶ εἰς τὸ ἁμαρτῆσαι προτρέπεται, αὐτὸς καὶ μετὰ τὸ πρα χθῆναι τὴν ἁμαρτίαν ὠθεῖ πρὸς ἀπόγνωσιν τὸν ἐξ αμαρτήσαντα. Τὸ μὲν οὖν ἁμαρτῆσαι, ἀνθρώπινον ὑπάρχει· τὸ δὲ ἀπελπίσαι, σατανικὸν καὶ πανολέθριον. Ὅθεν καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος ἐκ τῆς ἀπογνώσεως εἰς τοιαύτην ἐξηκοντίσθη ἀπώλειαν, μή θελήσας με τανοῆσαι. Αλλ' ἀνδρίζου καὶ ἴσχυε, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία σου, ταῖς χρηστοτέραις ελπίσι νευρούμενος. Πιστεύομεν γὰρ πλείονα σὲ νῦν μᾶλλον ἐπι δείξασθαι πόνον, καὶ τὴν προτέραν ήτταν ἀναπαλέσαι τῇ μετὰ ταῦτα σπουδῇ, καὶ καταστεφανωθῆναι τοῦ ἀντιπάλου τοῦ ἐφθονηκότος σοι. Καὶ ὀψόμεθά σε ἀντὶ κονύζης και στοιβῆς ἐλαχίστης, κυπάρισσον ὑψηλὴν, άσηπτον καὶ εὐώδη, ἢ φοίνικα εὔκαρπον τοῖς κόλοψι τῆς ἐγκρατείας, καὶ τῆς κακοπαθείας τῆς γλυκερᾶς τοῖς μετανοεῖν σπεύδουσιν, πλήττοντα τὸν πλήξαντά σε διὰ τῆς ἁμαρτίας διάβολον. Τὸ γὰρ ἐκού στον θλιβερὸν, καὶ τὸ κατὰ βούλησιν οδυνηρὸν καὶ ἐπίπονον τῆς καλῆς κακοπαθείας, πολλῷ γλυκύτερόν τε καὶ προτιμώτερον τῆς ἀκουσίου ἀναπαύσεώς τε καὶ τέρψεως. Ἔσται τοίνυν ἡ δόξα τοῦ νοητοῦ οἴκου σου ἡ ἐσχάτη ὑπὲρ τὴν πρώτην, καὶ θρόνον δόξης κατακληρονομήσεις, ὡς οἱ προφῆταί φασι. ΡΟΓ Τῷ αὐτῷ. Οἶκος ψυχῆς ἡ ἑκάστου προσώπου διαγωγή και κατάστασις λέγεται. Εστι γὰρ οἶκος δικαιοσύνης, καὶ οἶκος ἀνδρείας, καὶ οἶκος σωφροσύνης, καὶ τῶν ἑξῆς· καὶ ἐκ τοῦ ἐναντίου, οἶκος ἀδικίας, καὶ οἶκος δειλίας, καὶ οἶκος πορνείας, καὶ τῶν ἑξῆς. Τὸ τοίνυν, Επληρώθησαν οἱ ἐσκοτισμένοι τῆς γῆς οἴκων ἀνα μιῶν,» τουτέστι πολλῶν καὶ ποικίλων παθῶν, ἀνοσιουργίας, καὶ παρανομίας μεμέστωνται. Τὸ δὲ, ο 'Αλή θεια ἐκ τῆς γῆς ἀνέτειλε, καὶ δικαιοσύνη ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν, ο ἠθικῶς νοούμενον, γῆν σημαίνει τὸ σῶμα ἀναβλαστάνον τοὺς καρποὺς τῆς σωφροσύνης, κατὰ τὸν ᾿Ανέβαλεν ἡ σάρξ μου σεμνότητα, βοηθηθείσης τῆς τοῦ ἀνθρώπου καρδίας δι᾿ εὐχῆς καὶ ἐλπίδος. Καλῶς γάρ τινες ψεῦδος μὲν τὴν πορνείαν, ἀλήθειαν δὲ καὶ ἀληθῆ ἡδονὴν τὴν σωφροσύνην ωρί σαντο δικαιοσύνη τε ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, τουτέστιν ἐκ τοῦ νοὸς, προέκυψεν τοῖς οἰκτιρμοῖς τοῦ Θεοῦ ἡ τοῦ
col. 289–290page 116 of 262
PG 79:289Ἰησοῦ διανομή. ι Καὶ γὰρ ὁ Κύριος δώσει χρηστότητα, καὶ ἡ γῆ ἡμῶν δώσει τὸν καρπὸν τοῦ πνεύ ματος, ἀγάπην, χαράν, εἰρήνην, μακροθυμίαν, καὶ τἆλλα, ἅπερ ἀπηριθμήσατο ό μακάριος Παῦλος· γῆν δὲ ἐπὶ τοῦ ὑστέρου στίχου τὴν καρδίαν ἐκληπτέον, ὥς φησιν ὁ Κύριος ι Τὸ δὲ σπέρμα τὸ πεσὸν ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν ἐκαρποφόρησε λ', καὶ ξ', καὶ ρ'. ΡΟΔ'. ΘΕΡΙΝΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Τῶν ἐπιμελομένων τῆς ἐλπίδος βοώντων πρὸς τὸν Σωτήρα Χριστόν, ο Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου,» ἀνταποκρίνεται ὁ ἀγαθὸς Δεσπότης λέγων·. Μνησθήσομαι Ταὰβ καὶ Βαβυ λῶνος τοῖς γινώσκουσί με. ο των δὲ μνημονεύει Χριστὸς, τούτους καὶ σώζει πάντως, διότι πόρνας καὶ τελώνας δι᾽ εὐσπλαγχνίαν πολλὴν εἰς βασιλείαν εἰσφέρει. ΡΟΕ'. - ΦΙΡΜΙΝΑ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑ. Είπερ τὴν ἰδίαν πεπείκαμεν καρδίαν ἐν καιρῷ περιστάσεως παντοίας, καὶ θλίψεως, μὴ ἀποτρέχειν πρὸς ἀνθρωπίνας ἐλπίδας, μηδὲ ἐκεῖθεν ἕλκειν τὰς βοηθείας, ἀλλ᾽ ἐν δάκρυσι, καὶ στεναγμοῖς, καὶ φιλο πόνῳ προσευχῇ καὶ ἀγρυπνίαις εὐτόνοις ἐξιλάσκεσθαι τὸ κρεῖττον, κἀκεῖθεν περιμένειν ἀντίληψιν διατί θορυβούμεθα; διατί τῇ ὀλιγοψυχία τρυχόμεθα, καὶ διστάζομεν, καὶ ἀπαγορεύομεν, ὡς μὴ τάχιστα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ποιοῦντος τὸ αἴτημα; Τὴν γὰρ στην πρὸς αὐτὸν παραμονὴν καὶ προσεδρίαν σοφιζόμενος δοκεῖ κρατύνειν, ἵνα μὴ ταχέως κομισάμενος, ταχέως ἀναχωρήσῃς, καὶ λησμονήσῃς αὐτοῦ τῆς ἀγαθῆς δό σεως. ᾿Αλλὰ σὺ μὴ ἐκκακήσης δεόμενος, καὶ πάντως ἐπιτεύξῃ. Εἶπε γὰρ καὶ παραβολήν τινα ὁ Κύριος ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, πρὸς τὸ δεῖν πάντοτε προσεύχεσθαι, καὶ μὴ ἐκκακεῖν. Πλὴν κἀκεῖνο γίνωσκε, ὅτι ἡ ἀναβολὴ πλείονα χάριν δώσει σοι, καθὼς ὁ ἅγιος Από στολος εἴρηκε· ο Τῷ δὲ δυναμένῳ ὑπὲρ πάντα ποιῆσαι, ὑπὲρ ἐκ περιττοῦ ὧν αιτούμεθα, ή νοοῦμεν, δόξα, τιμὴ καὶ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας.» ΥΜΗΤΙΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Οὐδὲν οὕτως εἰς κόλασιν ἀπαραίτητον ἄγει, ὡς τὸ πολλοὺς ζηλωτὰς τῶν οἰκείων ποιεῖσθαι κακῶν. Γίνε ται γὰρ ἡ τῶν τὸν ἐπίσκοπον μιμησαμένων ἀπώλεια, προσθήκη τιμωρίας τῷ κακῶς διδάξαντι ἐπὶ τῆς ἐκ κλησίας, καὶ κατεγνωσμένα ἀναφανδόν πράττοντι, καὶ διὰ τῶν παραιτησαμένων ώς αἰσχρὰν τὴν μίμη σιν κατάγνωσις οὐ μικρά, ὅτιπερ διδάσκαλος κακῶν γέγονεν ὁ ἐπίσκοπος, ὧν τὴν μάθησιν ἐπονείδιστον κρίναντες πεφεύγασιν οἱ σώφρονι χρησάμενοι λογι σμῷ. ΡΟΖ'. ΟΝΗΣΙΜΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Απερ ἀπλήστως συναθροίζεις, καὶ κτᾶσθαι νενό μιχας, οὐχ ὑπάρχουσι σά· εἰς γὰρ ἕτερα μετελεύσονται πρόσωπα. Ο μὲν γὰρ μόχθος σὸς, ὁ δὲ βίος ἀλλότριος. Διατί οὖν ὥσπερ οἰκείων τῶν ἀλλοτρίων ἀντιποιῇ, βαρείας σαυτῷ τὰς πέδας τῆς ὕλης κατα
col. 291–292page 117 of 262
PG 79:291σκευάζων, καὶ τὸν ταλανισμὸν τοῦ προφήτου ἐφέλ κεις; Οὐαὶ γὰρ, φησί, τῷ συνάγοντι τὰ οὐκ ὄντα απο τοῦ, καὶ βαρύνοντι τὸν κλοιὸν αὐτοῦ στιβαρῶς, καὶ τὴν μὲν ὕπαρξιν ἀπολλύναι μέλλοντι, ποριζομένῳ δὲ διὰ τὸν ἄπληστον τρόπον τὴν αἰώνιον κόλασιν. ΡΟΗ'. ΤΑΥΡΙΑΝΟ ΑΠΟ ΕΠΑΡΧΩΝ. Οὐαὶ τῇ ψυχῇ σου, καὶ ἀπάνθρωπε, καὶ ἀνόητε! Αγνοεῖς γὰρ, ὅτι σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν, καὶ φρικώδες τὸ κατὰ τοῦ Θεοῦ αἵρειν τολμῆσαι χεῖρα. Η γὰρ ὕβρις ἡ κατὰ τῶν ἁγίων γινομένη, πάντως ὅτι εἰς Θεὸν ἀνάγεται. Τοὺς γὰρ δὴ εἰς τὸν σηκὸν Πλάτωνος τοῦ καλλινίκου μάρτυρος καταφυγόντας φροντιστὰς τετολμηκὼς ἁρπάσαι τῇ ἀφορήτῳ βίᾳ, καὶ εἰς φυλακὴν έμβαλεῖν δημοσίαν, καὶ βρέμων ἀφόρητα, φυσῶν τε τὰς γνάθους, καὶ τὰς ἀφρῦς ἀνασπῶν, καὶ καταδουλούμενος τοὺς ἐλευθέρους τῇ παντοτυράννῳ γνώμῃ, πῶς οὐ λογίζῃ τὸ μέλλον, ἀλόγιστε; πῶς τὰ συμβησόμενα ὕστερον οὐ διασκέπτῃ, ἀναίσθητε; πῶς τὰς μετα βολὰς τῶν πραγμάτων προβλέπειν οὐ θέλεις, παρα πλήξ, καὶ μάλισθ' ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν σαυτοῦ, παν φαυλότατον σύμβουλον καὶ παμμιαρώτατον ἐγγύθεν έχεις τὸν ἀπὸ φίσκου συνηγόρων Λαυρέντιον, ἄνδρα δυσσεβέστατον, διεφθαρμένον ὅλον καὶ σεσηπότα; Γίνωσκε τοίνυν μὴ εὐκαταφρόνητον τυγχάνοντα τὸν πανάγιον μάρτυρα, καὶ σαυτὸν εὐτρέπιζε πρὸς τὸ ὑποδέξασθαι τὰ ἐπελευσόμενα σοι δεινά, ὀργὴν μὲν τοῦ θνητοῦ βασιλέως, δι' ἦν καὶ δειλιάσας προσφεύξη ὅροις τοῖς σεπτοτάτοις, οἵτινες παρὰ σοῦ ὑβρίσθησαν καὶ ἐξητιμάσθησαν, εἶτα νόσου βαρεῖαν καὶ χαλεπήν σαυτοῦ τε καὶ πάντων τῶν περιποθήτων σοι, μετὰ δὲ ταῦτα πάντα τὴν δήμευσιν τῆς προφερούσης σοι μεγάλης περιουσίας. Καὶ τότε λοιπὸν ὁ τοῦ Διὸς πατὴρ Κρόνος λιγυρῶς σε θρηνήσει, καὶ κόψεται ήδέως, διότι μάλιστα καὶ σὺ παρὰ τοὺς ἄλλε λους θεοὺς τοῦτον σέβων ἐν τῇ εὐημερίᾳ, θρήνοις παρεμυθήσω καθ' ἑορτὴν πλειστάκις, ἅτε τῶν αἰδοίων ἐκτετμημένον ἐλεεινῶς, καὶ δεδεμένον οἰκτρῶς ὑπὸ οἰκείου παιδὸς, καὶ τῷ δερμοκουκουλίῳ κατακεκαλυμμένον, καὶ τὸ σκότος οἰκοῦντα διηνεκώς. η ΡΟΘ'. - ΑΜΒΛΙΧΟ ΚΟΥΡΑΤΟΡΙ. Τί μοχθεῖς, ἄνθρωπε, καὶ κάμνεις ἀπέραντα; τί κατελαύνεις σαυτὸν πρὸς τὴν ψευδή ματαιότητα; Τεταλανισμένον τοῦτό γε, οὐχὶ μακαριζόμενον ὑπὸ θείου Προφήτου τὸ τοιόνδε φρόνημα. • Μακάριος γὰρ, φησὶν, ἀνὴρ, οὗ ἐστι τὸ ὄνομα Κυρίου ἐλπὶς αὐτ τοῦ, καὶ οὐκ ἐπέβλεψεν εἰς ματαιότητας, καὶ μανίας ψευδεῖς.» Μὴ γὰρ ἡμεῖς ἐσμεν οἱ τὰ τῆς ζωῆς ἀνύοντες ἑαυτῶν; θεός ἐστιν ὁ ταύτην οἰκονομῶν· καὶ ἡ μὲν ἀνθρωπίνη σπουδή, μὴ τυχοῦσα τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας, ἐξ ἀνάγκης ἀποτυγχάνει τοῦ τέλους· ἡ δὲ τοῦ Θεοῦ οἰκονομία, καὶ δίχα τῆς ἀνθρωπίνης συμπ πράξεως τέλεια παρέχει τὰ ἀγαθά. Καλόν τοίνυν ἐστὶν ἀσπάζεσθαι τὸ καλόν. Τί δ' ἂν εἴη τοῦτο, ἢ τὸ πίπτει βεβαίᾳ καὶ ἀψευδεῖ ῥιζωθέντας ἡμᾶς, καὶ
col. 293–294page 118 of 262
PG 79:293Ισχυροποιηθέντας, πᾶσαν ἐπὶ Κύριον βίπτειν φρον τίδα καὶ μέριμναν; ΡΠ'. — ΒΑΛΕΡΙΑ ΚΟΥΒΙΚΟΥΛΑΡΙΑ. Πως προφῆτις παρὰ τῷ Ησαΐᾳ κέκληται Μαρία ἡ Θεοτόκος, ἐπύθου ἡμῶν. 'Ανάγνωθι ἐν τῷ Εὐαγ γελίῳ, ὅτι ο Επέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δού λης αὐτοῦ· ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί.» Καὶ ἐὰν μὴ ἴδης μακαριζομένην τὴν ἁγίαν Μαρίαν ἐν παντὶ ἔθνει, καὶ ἐν πάσῃ γλώσ σῃ, διότι Θεὸν σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου, καὶ ἐξ αὐτῆς, κεκυοφόρηκεν τε καὶ ἔτεκε είχα φθορᾶς καὶ μολυσμοῦ παντοίου, μὴ πείθου τῷ Ησαΐᾳ· εἰ δ᾽ ἐν παντὶ τῷ κόσμῳ μακαρίζεται καὶ εὐφημεῖται, ἀνυμνεῖται καὶ εὐλογεῖται, αὕτη τε ἡ ἄσπορος καὶ ἀγεώργητος γῆ, καὶ ὁ ταύτης παμμακάριστος καὶ αἰώνιος καρπός, διατί ζυγομαχείς προφῆτιν δεδείχθαι τὴν Θεοτόκον Μαρίαν; ΡΠΑ'. Τῷ αὐτῷ. Πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν, καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς.» Οἱ γὰρ πρὸ τῆς κλήσεως πει νῶντες τὸν θεῖον λόγον εθνικοί, μετὰ τὸ πιστεῦσαι, τρέφονται κατακόρως, καὶ ἀπολαύουσι τῶν θείων διδαγμάτων· οἱ δέ γε πλουτήσαντες νόμῳ καὶ τοῖς προφήταις Εβραίοι, διὰ τῆς ἀπιστίας λιμώττουσι, καὶ πτωχοί πορεύονται ἀπολέσαντες τὰς ἐξ ὕψους χάριτας· διότι κατὰ τοὺς λόγους τῶν προφητῶν, ἡ Συναγωγὴ αὐτῶν βιβλίον ἀποστασίου λαβοῦσα, ἐκβέ βληται ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ, ὡς μοιχαλὶς καὶ πρὸς ἀλλοτρίους ἄνδρας ἐκμαινομένη, τουτέστι τοὺς δαί μονας. Είληφε τοίνυν τὸ τοῦ ἀποστασίου βιβλίον, ὅπερ τινὲς καλοῦσι ῥεπούδιον, καὶ ἐξορισθεῖσα τῶν σεπτῶν μυστηρίων, διὰ τοῦτο πτωχεύει. "Οθεν ἔστι ἀρτίως ὀφθαλμοῖς κατοπτεῦσαι τὸ γεγραμμένον προφητικῶς ἐν τῇ βίβλῳ τῶν Κριτῶν. Ἐπὶ μὲν γὰρ πᾶσαν τὴν γῆν, καὶ πᾶσαν τὴν ὑφ' ἡλίῳ, γέγονεν τε καὶ γίνεται ἡ δρόσος τῆς γνώσεως τοῦ Χριστοῦ· ἐπὶ δὲ τὸν πόκον τῶν Ἰουδαίων μόνον ή ξηρασία ἐστίν ἀπέπτη γὰρ ἀπ' αὐτῶν ἡ τὰς ψυχὰς ζωοποιοῦσα καὶ αύξουσα, δροσίζουσά τε καὶ ἐκτρέφουσα χάρι;. ᾿Αλλὰ κἀκεῖνο γνῶθι, ὅτι οἱ ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν μετα νοοῦντες, καὶ πρὸς τὸ κρεῖττον ἐπιστρέφοντες ἄνω θρωποι, ἐμπλησθήσονται πάντως τῶν τῆς ποικίλης ἀρετῆς πανευφήμων σιτίων· οἱ δ᾽ ἐκ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων πρώην κακῶς πλουτήσαντες δαίμονες, ἀπολέσουσι τὸν πλοῦτον, ὅνπερ ἐπὶ τῶν ὄνων καὶ τῶν καμήλων ἐκόμιζον, ὥς φησιν Ησαΐας· σκορ πίζομεν γὰρ τὸν τοιοῦτον πλοῦτον, καὶ ὀλοφύρεσθαι καὶ θρηνεῖν πικρώς ποιοῦμεν τοὺς δαίμονας, ὅταν δὴ πρὸς μετάνοιαν ῥέψωμεν. ΡΙΒ΄. Τῷ αὐτῷ. Εἰρηκάς μοι άγαν πολυπραγμονεῖν τὰ ἀναγεγραμμένα ἱστορικῶς (εἰσύνοπτα γὰρ ταῦτα), ἀλλὰ μᾶλλον τὴν νόησιν τῶν γεγραμμένων λίχνως διαθρεῖν λέγεις, καὶ εἰς λέξεις νοητὰς βούλεσθαι ἡδέως την Γραφήν ἐκλαμβάνειν. Κέρας τοίνυν σωτηρίας τὴν ἀπάθειαν
col. 295–296page 119 of 262
PG 79:295“, νόησον, οἶκον δὲ τοῦ Δαυΐδ τὴν Ἐκκλησίαν. Εἰ τοίνυν καὶ αὐτὸς τοῦ οἴκου ὑπάρχεις του νοουμένου Δαυΐδ, ἀπάθειαν ἄσκησον καὶ τελείωσιν ψυχῆς. Ἐγχωρεί γὰρ τοῦτο καὶ ἐν μέσῳ τοῦ κόσμου! τελεσιουργηθῆναι, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἐπὶ τοῦ Δανιήλ.. ΡΗΓ. Τῷ αὐτῷ. Εἰσί τινες καὶ ἀρτίως ποταμοὶ ἀένναα ρέοντες θειοτέρων πεπληρωμένοι ρείθρων, τοῖς οἰκείοις ὁρμή μασι τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησίαν φημί, κατ ευφραίνοντες τῇ ἀνεκλείπτῳ ἀρδείᾳ· τοὺς περὶ τὸν θεοφιλῆ καὶ ὄντως μακάριον είρημα Φιλήμονα καὶ Νικηφόρον, οἵτινες ὑψηλοτάτην ἀπάθειαν ἀληθῶς καὶ γνῶσιν κεκτημένοι, καὶ τοὺς πολυτιμήτους λίθους εγκεκολπισμένοι διαδείκνυνται πᾶσι, τὸν ἄνθρακά φημι καὶ τὸν πράσινον λίθον. Σημαίνει δ' ἂν ὁ μὲν πράσινος λίθος, τὴν ἐκ τῆς ἀσκήσεως ἐπὶ προσώπου φαινομένην σεμνοτάτην ώχρότητα καὶ τὴν ψύξιν καὶ πῆξιν τῶν τοῦ σώματος μελῶν διὰ τῆς κληρουχίας ὁ δὲ ἄνθραξ, τὰ λαμπρὰ καὶ διακαή τῆς πνευματικής θεωρίας ἐνθυμήματα, ἅπερ δὴ καὶ τοῦ Κλεόπα τὴν καρδίαν ἐξέφλεγεν. Μείζων δὲ τῶν εἰρημένων θαυ μαστῶν ἀνδρῶν, παρὰ Θεοῦ τῷ κόσμῳ ποταμὸς χρυ σορβόας δεδώρηται, Ἰωάννης ὁ Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπος, οὗτινος τοὺς ἐπαίνους πολλαὶ τῶν σοφῶν μερίζονται γλῶσσαι. "Ανθραξ γὰρ οὗτος ἀληθέστατα, ἐκ νέας ἡλικίας τῷ φωτὶ τῆς εὐσεβείας σπαργανωθείς, καὶ ἐπὶ τοῦ θείου κόκκου τῶν διαπύρων νοημά των τιθηνηθείς, καὶ πυριφλεγεῖ πόθῳ, διὰ τῆς κατὰ μέρος προκοπῆς καὶ αὐξήσεως, εἰς ὕψος ἄρας τὴν φλόγα τῆς πάντων βροτῶν εὐεργετικῆς διδαχῆς, δια κεχωρισμένες ἐκείνων, καὶ διακεχρημένος τοῖς εὐ φρονούντων, τῶν πρώην μεν εὐφημουμένων δι' ἀρε την, νυνὶ δὲ ψεγομένων διὰ τὴν ῥαθυμίαν, καν ποι μένες τυγχάνωσιν· οὔσπερ; Ἱερεμίας ἐθρήνησε λέ γων· Πῶς κοπρίαν περιεβάλοντο πραγμάτων βιωτικῶν καὶ φθαρτῶν, οἱ ποτε τιθηνούμενοι ἐπὶ κόκκον τῆς οὐρανίου καὶ σεμνῆς βιώσεως, καὶ τοῦ ἀφθάρ του καὶ πνευματικοῦ πολιτεύματος. το ΡΠΔ'. — ΤΕΥΚΡΟ ΚΑΝΔΙΔΑΤΟ. Τῇ Γραφῇ ἐντυχόντες οὐκ ἂν ξενισθείημεν βλέπου τές σε λίαν βδελυσσόμενον τοὺς δικαίους, καὶ μυκτηρίζοντα τε καὶ διαχλευάζοντα τὴν τούτων εὐσεβῆ κατήχησιν. Γέγραπται γάρ, ότι «Τῷ ἁμαρτωλῷ βδέ λυγμά ἐστιν ἡ θεοσέβεια. Καὶ πάλιν φησίν, ὅτι «Η κουσε θεῖον λόγον μωρὸς καὶ ἀκάρδιος, καὶ ἀπέρριψεν αὐτὸν ὀπίσω τοῦ νώτου αὐτοῦ.» Καὶ πάλιν είρη ται, ὅτι «Πᾶν ζῶον τὸ ὅμοιον ἀγαπᾷ.» Πονηρὸς γὰρ ἄνθρωπος, ἄλλον πονηρόν στέργει καὶ ἀσπάζεται. ΡΠΕ. ΚΑΠΙΤΩΝΙ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗ. Μὴ φίλει τὰς χεῖράς σου ἐπαινῶν ταύτας, καὶ μα καρίζων σαυτόν, ὡς δι' αὐτῶν, καὶ τὸν ἴδιον οἶκον, καὶ πολλοὺς ἄλλους ἀγύμτας καὶ φαύλους διατρέφων· μᾶλλον δὲ τῷ Θεῷ εὐχαρίστει τῷ καὶ τὰς χεῖ
col. 297–298page 120 of 262
PG 79:297ρας δόντι σοι, καὶ προνοουμένῳ σου. Εἰ δὲ Θεοῦ ἐπι λανθανόμενος τὰς χεῖράς σου προσκυνεῖς, φοβήθητε, μή ποτε παραλυθῶσι δι' ἀσθενείας αἱ χεῖρές σου, ἢ ἀποξηρανθῶσιν. ΕΟΡΤΑΣΙΑ ΔΙΑΚΟΝΟ. "Εκαστος ἁμαρτάνων, μακρύνεται, καὶ ἀποσχοινίζεται ἀπὸ Θεοῦ, οὐ τόπῳ, ἀλλὰ τρόπῳ· καὶ ξένην καταλαμβάνει χώραν, τουτέστι ξένην τινὰ διαγωγήν, καὶ ἀπηλλοτριωμένην τοῦ Κρείττονος· κἀκεῖ λιμώττει λοιπὸν ζῶν ἀσώτως, καὶ διασκορπίσας μοχθηρά προ αιρέσει τὴν κατὰ φύσιν ἀγαθὴν κατάστασιν. Οπου γὰρ σωφροσύνη οὐ φαίνεται, ἐκεῖ λιμὸς ἰσχυρός. Που λῖται δὲ τῆς χώρας ἐκείνης νοοῦνται οἱ δαίμονες, οι τινες μόνα τὰ γλυκυφανῆ, καὶ τὸν φάρυγγα τοῦ ἐσθίοντος τραχύνοντα κεράτια τῆς ἁμαρτίας κέκτηνται. ΡΙΖ'. -- ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Τοῖς μέλλουσι τὸ πρόβατον ἐσθίειν Ισραηλίταις κεφαλὴν σὺν τοῖς ποσὶν ἐσθίειν ὁ νόμος ἐκέλευεν, ἵν' ἡμεῖς διὰ τοῦ τύπου μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν τῆς τοῦ Δεσπότου οἰκονομίας, κεφαλῆς μὲν τῆς θεότητος νοου μένης· ποδῶν δὲ τῆς ἀνθρωπότητος ἐκλαμβανομένης. Ο γὰρ εἰπὼν εὐαγγελιστής· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος, ο ἐπήγαγε λέγων· ι Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο. ο Προσκυνείσθω μὲν οὖν ὡς θεῷ, πιστευέσθω δὲ, ὅτι καὶ ἠνθρώπησε. Διπλοῦς γὰρ ἦν ὁ Χριστὸς, Θεὸς μὲν κατὰ τὰ ἀόρατον, ἄνθρωπος δὲ κατὰ τὸ βλεπόμενον. Ούτε οὖν τὸ λέγειν ἄνθρωπον ἄνευ τῆς θεότητος ἐπωφελές, οὔτε τὴν ἀνθρωπότητα μὴ συνομολογεῖν τῇ θεότητι σωτήριον. Ταῦτα πρὸς τὰ γραφέντα μοι παρὰ σοῦ δι᾿ ὀλίγων. ΡΠΗ. Τῷ αὐτῷ. Τί ἐστιν, ὅπερ λέγει ὁ προφήτης περὶ τῶν ἀσωμά των δυνάμεων, ὅτι «"Ην τὰ σκέλη αὐτῶν ὀρθὰ, καὶ πτερωτοὶ οἱ πόδες αὐτῶν; › Οὐ γὰρ δὴ προσδέονται τῶν σωματικῶν πάντων αἱ ἐπουράνιοι, καὶ ἅγιας δυνάμεις τὸ καθόλου, οὐ δὲ μὴν τῆς πρὸς ταῦτα χρῇ ζουσιν ἐπινεύσεως· διὰ τοῦτο τὰ σκέλη ὀρθὰ εἴρηνται ἔχειν. Τί δ' ἂν δηλώσειαν πόδες επτερωμένοι, ἢ πάνω ἕως τὸ πρὸς τὰ θειότερα τῶν νοημάτων ὀξυκίνητον τῆς φύσεως ἐκείνης ἀπηλλαγμένης πάσης χθαμαλωτέρας ὑφέσεως; ΡΠΟ. - ΓΕΡΜΑΝΟ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟ. Ημιμόχθηρο; ὑπάρχειν μοι ἔοικας, οὐ μὴν ὁλομόχθηρος. "Οθεν καὶ μικρὰ καλὰ ἐν σοὶ καταμανθάνων, ἐλπίδας χρηστὰς ἐμαυτῷ περὶ σοῦ ὑποσπείρω, καὶ εὔχομαι ἰδεῖν σου θᾶττον τὴν ἐπὶ τὰ βέλτιστα μεταβολήν. ΟΛΥΜΠΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Μὴ ἔσο απότομος, μήποτε πειραθῇς θείας ἀγανακτήσεως, κἂν δοκεῖς ζήλῳ περιφλέγεσθαι θεοσεβείας. Καὶ γὰρ ὁ μακαριώτατος Ἰωνᾶς τὸ ἄγαν θερμὸν τοῦ ζήλου διὰ τοῦ κήτους μεμάλακται. Καὶ αὐτὸς οὖν βλέπε, μή ποτε διὰ τὸ ἀσυμπαθὲς τῷ κήτει παρα δοθῇς, πειρασμῷ τινι ἀπροσδοκήτῳ, καὶ ἀνυποίστῳ. Κῆτος δὲ νῦν τὸν διάβολον λέγω. Πλὴν ἵνα μὴ τὴν συμμετρίαν ἐκβαίνειν δόξω, συντόμως λέξω ἱστορίαν
col. 299–300page 121 of 262
PG 79:299ψυχὴν ἀσθενούντων. Κάρπος τις γέγονεν ἐπίσκοπος σύγχρονος τῶν ἀποστόλων. Επὶ τούτου δύο τινὲς νεανίσκοι ἐπιστρέψαντες ἐξ Ελληνικής πλάνης, καὶ τῶν ἔξωθεν παιδευτηρίων προσῆλθον τῇ Χριστοῦ Εκκλησίᾳ, καὶ παρακαλέσαντες τυγχάνουσι τοῦ θείου βαπτίσματος. Εὐθὺς δὲ τοῦτο μαθόντες οἱ τούτων συμφοιτηταί διεφθάρ & ἀρχαίαν· καὶ τάχα δυσωπηθήσῃ φείδεσθαι τῶν κατὰ ἀσεβέστατοι, καὶ ἀνοσιώτατοι. Τούτων οὕτως παρ' αὐτοῦ λεγομένων, ἰδοὺ θέαμα μέγιστον φόβου καὶ καταπλήξεως.Κατῆλθεν οὖν ὁ Χριστὸς οὐρανόθεν, καὶ φεύγουσι μὲν οἱ φλογώδεις δράκοντες, ἐπιλαβόμενος δὲ τὸν νέον μετ' εὐμενείας, καὶ πραότητος πολλῆς ἀνα φέρει του χάσματος, καὶ τίθησιν ἐπὶ γῆς, διὰ τοῦτοῦ δεικνύων τὴν σωτηρίαν αὐτῶν. Ἀληθῶς γὰρ Χριστια ἐς ὕστερον μεταβληθέντες, μεγάλοι πεφήνασι. Μέμφεται δὲ τὴν Κάρπον, τῆς τε μελαγχολίας, καὶ τῆς ἀποτομίας, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀσυμπαθῶς ἐπηράσατο στιβαρώς. Ταῦτα τοιγαροῦν γνοὺς, ὦ ἐπι σκόπε, μὴ ἀναθεμάτιζε ἀσπλάγχνως, καὶ δίωκε ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας διηνεκώς ἀνθρώπους τοὺς περὶ Φιλή μόνα, καὶ Σώσανδρον κατὰ συναρπαγὴν περιπεπαρ μένους τῇ ἀσεβεία. Αλλὰ μᾶλλον κατὰ τοὺς κανόνας τῶν ἁγίων ἀποστόλων πρὸς χρόνον τακτὸν τῆς Ἐκε κλησίας ἀπείρξας, έλεγξον, νουθέτησον, ἐπίτρεψον, στύψον, ἐπίχεε τὸν τοῦ Χριστοῦ ἔλεον, παρακάλεσον, ανανέωσον, στήριξον, ἀπόπλυνον αὐτοὺς τοῖς αὐτῶν ὀδυρμοῖς, καὶ δάκρυσε, κόσμησον ταῖς νηστείαις, φαίδρυνον ταῖς πολλαῖς ἀγρυπνίαις, ἐπένδυτον ταῖς & προσευχαῖς τοὺς τῆς θεοσεβείας κατ' ἐπήρειαν τοῦ διαβόλου, καὶ ἐπιβουλὴν ἀνδρῶν ἀνόμων γεγυμνωμέα νους, ἀγαθὰς αὐτοῖς ὑπόσπειρον ἐλπίδας δεομένοις, εκετεύουσιν, ἐλεημοσύνας ποιοῦσι, καὶ ἐξιλεουμένοις τον μόνον εὔσπλαγχνον, καὶ φιλάνθρωπον, καὶ ὑπερ γαν οικτίρμονα Σωτήρα ἡμῶν Χριστόν. η ΡΕΑ'. - ΟΛΥΘΡΙΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Οὐδαμοῦ εἶπεν ἡ Γραφή, ὅτι κατ' εἰκόνα Θεοῦ, καὶ ὁμοίωσιν ὁ ἥλιος κέκτισται· πῶς οὖν σὺ τοῦτό φανερῶς ἐκδιδάσκεις; Κἂν γὰρ ὑπάρχει κατ᾽ οὔτ ρανὸν ἀποστίλβων ὁ ἥλιος ταῖς λαμπροτάταις αὐγαῖ;, ἀλλ᾽ οὖνγε πρὸς τὸ ἀνθρώποις ὑπηρετεῖν ἐκτίσθη προστάγματι καὶ νόμος, οὐ μὴν καὶ θείαις χερσίν. Μόνος δὲ ἄνθρωπος τὸ θαυμάσιον ζῶον χερσὶ Θεοῦ πέπλασται, καὶ τοῖς ἄλλοις κατεκοσμήθη δακτύλοις, καὶ ψυχὴν ἐμπέπνευσται λογικήν. ΡΙΒ.- ΤΕΛΕΣΦΟΡΟ ΕΓΚΑΥΣΤΗ. Διὰ τῇ μοχθεῖς πολλὰ καὶ ἀπέραντα, καὶ εἰς ἄνεμον κοπιας, καθὼς εἶπε Σολομών; Ἀνόνητος γὰρ, καὶ ασύμφορος ή σπουδή σου δειχθήσεται, Θεοῦ τοὺς στακας τῶν πραγμάτων κρατοῦντος, καὶ πάντα καθ' ἐν βούλεται τρόπον ἄγοντος καὶ φέροντος. θησαυρίζεις γὰρ ἐξ ἀδικίας πολλά, οὐ γινώσκεις δε, είνε συν άγεις αὐτά, ὡς εἴρηκεν ὁ Δαυΐδ.
col. 301–302page 122 of 262
PG 79:301ΡΗΓ. - ΜΕΛΙΤΩΝΙ ΔΙΑΚΟΝΟ. Όπου ἐντολὴ Θεοῦ, ἐκεῖ πάντως καὶ πειρασμός, καὶ ἐπιβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ πειθέτω σε Ἀδὰμ ἐν παραδείσῳ ἐντολὴν θείαν δεξάμενος, καὶ παραχρῆμα ἐπιβουλευθεὶς, καὶ ὑποσκελισμένος. Ὅπου δὲ θλίψις, καὶ ἔνθα λύπη πολλή, ἐκεῖ καὶ χαρὰ πολλή γενήσεται, καιρῷ τῷ προσήκοντα. «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου, ο φησὶν ὁ Κύριος. Ἀλλ' ὅμως ἡ λύπη αυ τοῦ εἰς χαρὰν γέγονεν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ. Καὶ ἡμεῖς λυπούμεθα μὲν, θλιβόμενοι ἐν μυρίοις πειρασμοίς, τοῖς τε ἐκ δαιμόνων, τοῖς τε ἐκ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ δυνατὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάσας τας θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ τέρψιν διηνεκή μετενέγκαι. Μὴ τοίνυν ἐκλύου τῇ πολλῇ ἀθυμίᾳ, καὶ τῇ ἀμέτρῳ λύπῃ· σ γὰρ λυπηθέντες· ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν, ὁ ἐφ ὧν καὶ λελύπηνται. Κοίτην δὲ νόει μο νῦν τινα ψυχῆς τεθλιμμένης ὑπὲρ τῆς κτήσεως τῶν ἀρετῶν, ἕξιν τε καὶ κατάστασιν. Ὅπου τοίνυν διὰ Θεοῦ λύπη, δῆλον ὅτι ἐκεῖ καὶ χαρὰ αιώνιος έσται. Καὶ γὰρ αἱ περὶ Μαρίαν τὴν Μαγδαληνὴν, καὶ τὴν ἄλλην Μαρίαν, λυπηθεῖσαι ὑπερβαλλόντως, ήκουσαν τοῦ χορηγοῦ τῆς πάντων ἡμῶν ἀγαλλιάσεως Χριστοῦ μετὰ τὴν ἀνάστασιν λέγοντος - Χαίρετε. ΡΙΔ'. — ΖΗΝΩΝΙ ΔΙΑΚΟΝΟ. Ἡ κατὰ Θεὸν ἀρετὴ πλούτου τιμιωτέρα ἐστὶν, δ δὲ ἡσύχιος βίος χρημάτων αναριθμήτων περιφανέστερος. Καλόν τοίνυν ἀσπάζεσθαι τὸ καλόν. ΡΕ. - Τῷ αὐτῷ. Οὐδὲν οὕτω δυσωπεῖ τοὺς ἐπεμβαίνοντας, καὶ ἐξονειδίζοντας, ὡς ἡ τῶν ἐξονειδιζομένων μετὰ πραότητος, καὶ ἐπιεικείας διόρθωσις. Ἡ γὰρ τῶν εξονειδιζομένων καλλίστη μεταβολή, τοῖς ἐξονειδίζουσι διατροπή γίνεται. Ρης. - ΚΥΡΙΑΚΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ. Επίσταμαι πάντα τὰ πειρατήρια τὰ συμβεβηκό τα σοι, καὶ τὰς θλίψεις. Ανάλαβε οὖν τὰ ὅπλα τῆς προσευχῆς, κράζων πρὸς τὸν Κύριον ἀνενδότως, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ καὶ σφοδρότερον ἐπιτίθενται ἡμῖν δαίμονές τε καὶ ἄνθρωποι βρύχοντες καθ' ἡμῶν τοὺς ὀδόντας, καὶ νομίζοντες μὴ βοηθήσεσθαι ἡμᾶς ἐξ ὕψους. Κἂν μὴ κεκτήμεθα δυνάστας βοηθοῦντας ἀνθρώπους, καὶ πάντως δι' ἐλπίδος τῆς πρὸς τὸ κρεῖττον, καὶ τῆς εὐχαριστίας, τευξόμεθα βοηθείας Ισχυράς. Βλέπε τοιγαροῦν, τί φησιν ἐν προσευχῇ ὁ Σιράχ· «Εξομολογοῦμαι σοι, Κύριε Βασιλεῦ, καὶ αἰνέσω Θεὸν τὸν Σωτῆρά μου. Ἐξομολογοῦμαι τῷ ὀνόματί σου, ὅτι σκεπαστὴς, καὶ βοηθὸς ἐγένου μου, καὶ ἐλυτρώσω τὸ σῶμά μου ἐξ ἀπωλείας καὶ ἐκ παγίδος διαβολῆς γλώσσης, καὶ ἐναντίον τῶν περιεστηκό των με ἐγένου μοι βοηθός, καὶ ἐλυτρώσω με κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου, καὶ τοῦ ὀνόματός σου ἐκ βρυγμῶν μισούντων με. Προεκείμην πρὸς τὸ θηρευθῆναι ὑπὸ τῶν ζητούντων θλίψαι, καὶ ἀπολέσαι τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐπειγόμην κυκλῶθεν ὥσπερ ὑπὸ που ρὸς ἐκκαυθέντος. Ὑπῆρχον γὰρ ἐν τῷ βάθει τῆς κοι λίας τοῦ νοητοῦ ᾅδου. Εκυκλώθην ὑπὸ γλώσσης ἀκαν ΧΧΥΗ,
col. 303–304page 123 of 262
PG 79:303θάρτου, καὶ λόγου ψευδούς. Ἤγγισεν ἡ ψυχή μου έως θανάτου· περιέχον με πάντοθεν κακὰ, καὶ οὐκ ἦν τις βοηθῶν μα. Ενέβλεψα εἰς ἀντίληψιν ἀνθρώπων, καὶ οὐκ ἦν. Τότε εμνήσθην τοῦ ἐλέους σου, Κύ ριε, καὶ τῆς ἐργασίας σου τῆς ἀπ' αἰῶνος, ὅτι λυτροῦσαι τοὺς ὑπομένοντάς σε, καὶ σώζεις αὐτοὺς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν χειρὸς ἐχθρῶν· καὶ ἀνύψωσα ἀπὸ τῆς γῆς τὴν ἱκε σίαν, καὶ ὑπὲρ θανάτου φύσεως ἐδεήθην. ἐπεκαλεσάμην σε, Κύριε, μή με εγκαταλείπῃς ἐν ἡμέρᾳ Ολίψεως. Καὶ ἐν ἑτέρῳ τόπῳ ὁ αὐτὸς Σιράχ παρ αινῶν, φησίν· ο Εμβλέψατε εἰς ἀρχαίας γενεάς, καὶ ἴδετε, τίς ἐνεπίστευσε Κυρίῳ, καὶ κατεσχύνθη; ἢ τίς ἐνέμεινε τῷ φόβῳ αὐτοῦ, καὶ ἐγκατελήφθη; ἢ τίς ἐπεκαλέσατο αὐτὸν, καὶ ὑπερωράθη; Οικτίρμων γὰρ καὶ ἐλεήμων ἐστὶν ὁ Κύριος, καὶ ἀφίησιν ἁμαρτίας, καὶ σώζει ἐν καιρῷ θλίψεως, ο ΣΥΜΠΛΙΚΙΟ ΕΚΣΚΕΠΤΩΡΙ. *, φῶν εὑρίσκουσιν ἄνθρωποι. Εἰ οὖν θέλεις τὸν ὀφθαλ Οτι μέλλει Χριστὸς ὑπὸ τῆς τῶν Ἰουδαίων συν αγωγῆς ἀκάνθαις στεφανοῦσθαι, προείρηκε Σολο μών· θυγατέρες Ιερουσαλήμ, ἐξέλθετε, καὶ ἴδετε τὸν στέφανον, ὃν ἐστεφάνωσεν αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ οὖν πάντων τὰς ἁμαρτίας ήρεν ὁ Κύριος, σύμβολον δὲ ἁμαρτίας ἡ ἄκανθα, διὰ τοῦτο ἀκάνθινον περιεδέθη στέφανον. Τέθαπται δὲ εἰς τὴν γῆν τὴν καταδικασθεῖσαν εκφέρειν ἀκάνθας καὶ τριβόλους, ἵν' εὐλογηθῇ ἡ κεκατηραμένη. Επειδὴ δὲ φύλλα συκῆς οἱ πρωτόπλαστοι ἁμαρτῶντες περιεβάλλοντο, διὰ τοῦτο περὶ τὸ πάθος λέγει πρὸς τὴν συκῆν Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται·, ἀντὶ τοῦ· Μη κέτι ἐν παραδείσῳ γενέσθω παράβασις. ΡΙΗ'. - ΝΟΥΜΗΝΙΟ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΙ. Λανθάνεις σαυτὸν ἐνεδρευόμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου. Αὐτὸς γάρ σοι ὑποτίθεται διὰ τῶν ἐνθυμιῶν, μηδὲν πάμπαν ὠφελεῖσθαι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως, ὅπως τῇ πολλῇ ἀμελείᾳ, καὶ τῇ λήθῃ τῶν θείων προσταγμάτ των, ἐξορύξῃ σου, καὶ ἀμαλδύνῃ πᾶν δεξιὸν νόημα, ἐξ οὗπερ πάντως πράξις δεξιὰ καιρῷ οἰκείῳ τεχθήσεται. Οὗτος δ' ὑπάρχει ὁ ὄφις ὁ νοητός. Ναὸς γὰρ ἑρμηνεύεται ὄφις, ὅστις τοῖς Ἰσραηλίταις ποτὲ ἐπηπείλησε, πάντα δεξιὸν αὐτῶν ὀφθαλμὸν ἐξορύξαι, τουτέστι, πάντα λογισμὸν ἀγαθὸν ἀφανίσαι. Πολλὰ δ' ἀγαθὰ διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν θεοπνεύστων Γρα μὲν τῆς ψυχῆς φυλάττειν τε καὶ νικῆσαι τὸν κάκιστον σύμβουλον, καὶ ἀποτελέσαι ὀξυδερκή, καὶ ἐπὶ τὰ κάλλιστα ποδηγῆσθαι πράγματα, τὸν Ναὸς λέγω τὸν ἐν σοὶ ᾿Αμμανίτην, μὴ ὀκνήσῃς τῇ ἁγίᾳ προσ ἔχειν ἀναγνώσει. Ρηθ. ΠΟΥΛΛΙΩΝΊ ΔΙΑΨΗΦΙΣΤΗ. Ὅταν ἐπὶ τῶν κατὰ φύσιν λαμπρῶν διατρίβομεν λογισμῶν, ἐν παραδείσῳ ἐσμεν, γυμνοί παθῶν, οἱ προσευχόμενοι, καὶ τῇ ἀρετῇ ἀνακουφιζόμενοι εἰς τὰ ἐπουράνια· ὅταν δὲ πρὸς τὸ κακὸν ῥέψομεν, ἐκβαλλό
col. 305–306page 124 of 262
PG 79:305μεθα τοῦ θείου παραδείσου, καὶ τοὺς δερματίνες " χιτῶνας τῶν παθῶν ἐνδυσάμενοι, τῇ ἁμαρτία παχυνθέντες καταβρυνόμεθα. "Αν δὲ πάλιν νήψαντες διὰ φιλοπονίας λεπτύνωμεν τὴν τῶν ἐμπαθῶν χιτώνων ταχύτητα, μετάρσιοι γινόμεθα πτεροφυοῦντες ὡς αυτοί, καὶ πνευματικοί προσαγορευόμεθα, καθώς γέγραπται, ὅτι ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ πνεύματος, πνεῦμά ἐστιν· ὥστε λέγειν ἡμῖν τὸν ἀπόστολον Παύ λον· «Ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν πνεύ ματι,» διότι ἀπέθεσθε τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν ταῖς ποικίλαις ἐπιθυμίαις διεφθορότα. Σάρκα γὰρ περικείμενοι, οὐ κατὰ σάρκα στρατεύεσθε, ἀλλ᾽ οὐ ρανοβατείτε τῇ διανοίᾳ.. Ὑμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει.» Σ'. -- ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΟΜΗΤΙ. Εὐμαρῶς λίαν τῶν θανόντων ἀνθρώπων τὰ σώ ματα ὁ Σωτὴρ Χριστὸς ἀναστήσει θάττον πταρμοῦ. Ποῖον γάρ, εἰπέ μοι, μεῖζον ἐν συγκρίσει καμάτων, ἀνδριάντα πλάσαι τὸν πρώην μὴ ὑφεστῶτα, ἢ τὸν διαπεσόντα ἀναχονεῦσαι εἰς τὸ αὐτό; Ο τοίνυν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ποιήσας ἡμᾶς Θεός, δῆλον ὅτι καὶ πε πτωκότας ἡμᾶς ἐξαναστῆσαι δυνήσεται. ΣΑ'. — ΒΟΥΣΙΡΙΟ ΝΑΥΚΛΗΡΟ. Μέμνησο, ὅτι ἡ χήρα ἡ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις γε γραμμένη, ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη ἐνετύγχανε τῷ ἀδίκῳ κριτῇ ἐκείνῳ λέγουσα· Ἐκδίκησόν με ἀπὸ τοῦ ἀντιδίκου μου. Αὐτὸς δὲ οὐκ ἤθελεν ἐπὶ χρόνον, ἀλλ᾽ ὑπερετίθετο. ο 'Αντίδικος ἂν εἴη οὐ μόνον ὁ δαίμων, ἀλλὰ καὶ τὸ φρόνημα τὸ σαρκικόν. Υστε ρον δὲ ἐκβιασθεὶς ἐκ τῆς ἐνοχλήσεως ὁ δικαστής, ἐξεδίκησε τὴν χήραν. Τὴν τοίνυν παραβολήν ταύτην πρὸς ἡμᾶς ὁ Κύριος είρηκεν, νευρῶν ἡμᾶς, ἵνα μὴ ἀπογινώσκωμεν, δεόμενοι, καὶ αἰτοῦντες. Αὐτὸς γὰρ ὁ φιλάνθρωπος Κύριος ἐπίσταται τὸν καιρὸν, ὅτι βούλεται ἐπακοῦσαι, καὶ δοῦναι τῷ αἰτοῦντι τὸ αἴ τημα. Καὶ τότε όταν θελήσει, τάχιστα ποιεῖ τὴν ἐκδίκησιν τῶν καταπονουμένων, καὶ ὀνειδιζομένων, καθώς γέγραπται·· Ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθεκάστην ἡμέραν· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου;» Τοῦτο γὰρ καὶ τῷ παραλυτικῷ τῷ ἐν τῇ προβατική κατακειμένῳ, καθέκαστον ἔτος ἀποτυγχάνοντι τῆς προσ δοκίας ὑπὸ δαιμόνων ώνειδίζετο, καὶ ἐλέγετο. ΣΒ'. - ΘΕΟΔΟΣΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Ὥσπερ τὸ ἤδη ξηρανθὲν ἐξ ἀνυδρίας ξύλον, ὕδατι κοινωνῆσαν ἐκβλαστάνει, οὕτω καὶ ψυχὴ διὰ ἁμαρ τίας νενεκρωμένη, εἰ μετανοήσῃ, καὶ ἐξιλεώσηται τὸν οἰκεῖον Δεσπότην, ἐκπλύνεται τῶν ῥύπων, καὶ χάριτος πνευματικής μεταλαβοῦσα, καὶ ποτισθεῖσα τὸν νοῦν ταῖς πλουσίαις σταγάσι, καρπούς προβάλλει πάσης δικαιοσύνης. ΣΓ'. — ΖΩΣΙΜΟ ΚΑΛΛΙΣΑΡΙΟ. Ἐκ ταπεινώσεως μόνης σέσωσται ὁ τελώνης· καί φησιν ὁ Κύριος, ὅτι ο Πᾶς ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν, ύψω δ θήσεται.» Διόπερ καὶ ὁ ἅγιος Δαυΐδ ἀντὶ συνηγορίας τίθησι τοῦτο λέγων· «Πρόσχες πρὸς τὴν δέη
Page scan enlarged

Notebook

Full View