PG 88Cosmas Indicopleustes et al.
Gregory, Bishop of Antioch
Printed pages · scan text
vision-corrected · Migne scan
Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.

NoticeNotitia

col. 1845–1846page 1 of 21

(Galland, Veterum Patrum Biblioth. tom. (XII, Proleg., p. xx.) 1. Gregorius, monasticam vitam primum professus, in ea excolenda ita laudabiliter se gessit, ut ad summos gradus pervenerit. Nam ex Joanne Moscho (a) intelligimus, laura Pha ron præpositum fuisse; eumdemque præterea coenobium Byzantiorum et asceterium montis Sina rexisse; atque illinc ad pontificatum Antiochensem Justini II imperatoris jussu, qui Anastasium seniorem dejecerat, evocatum fuisse nos docet Evagrius (b). Præclara ejus fa cinora idem Evagrius, qui eum probe noverat, posteritati commendavit. Fuit, inquit, et consilio et virtute et reliquis in rebus, omnium mortalium præstantissimus Et honor qui sum mis hujus sæculi potestatibus defertur, inferior erat honore illo qui huic viro exhibebatur; cum homines plerumque sua sponte eum videre, aut loquentem de proximo audire desidera rent. Admirationi autem fuit non Romanorum modo, verum etiam Persarum imperato ribus, etc. Vir sane fuit magnarum virtutum, quarum præcipuas enarrat laudatus Moschus (c). II. Patriarchatum ab abbate Sergio anachoreta ei fuisse prænuntiatum refert idem Moschus (d). Quam quidem dignitatem consecutus est anno 570, eamque retinuit usque ad annum 593, quo e vivis excessit. Sed hic observandum cum Valesio (e) Ecclesiæ nimirum Antiochena regimen dimisisse Gregorium, paulo ante quam moreretur, Anastasio Magno in cujus locum imperatoris mandato suffectus fuerat. «Quod si mirum () cuiquam videatur, inquit eruditus Boschius, abjudicatam superstiti Gregorio, qui eam tam præclare gubernabat, Ecclesiam illam fuisse, meminerit satis causæ id esse, quod illa indignissime injustissimeque pulsus olim fuis set sanctus Anastasius, ut non solum ipsius Gregorii summa voluntate, sed etiam commenda tione atque opera revocaretur; maxime si non ignorabat, id Gregorio pontifici Romano in vo tis esse, ut hic ad Sebastianum Rhisiniensem episcopum a biennio scribens significaverat. Hactenus vir ille doctus. III. Exstat Gregorii oratio in mulieres unguentiferas, quæ legitur Græce inserta in Menæis Græcorum, ut testatur Fabricius (g). Hinc porro eam descripsisse videtur Combefisius: ne que enim ullum codicem laudat, ut assolet, ex quo illam deprompserit; licet pluribus in biblio thecis eam exstare ms. ex Montfauconio intelligimus (h). Hanc autem orationem Latine rod ditam Parisiis idem vulgavit anno 1648 (j), de qua in notis subjectis hæc habet (k): Pia est, inquit, ac erudita oratio, Antiochiæ extra urbem ac in cœmeterio habita; ubi sanctus Joan pes Chrysostomus, adhuc Antiochenus presbyter, duas et ipse habuit, quæ exstant tonio V Ducæi; alteram in cœmeterii appellationem et crucem, alteram in Ascensionem: ubi etiam duas ille rationes assignat sacræ illius cæremonia; quibus tertia nostri Gregorii accedit, ni hil illis cedens, nisi etiam videatur illustrior: ut nimirum tali loco et tempore dicta statio, muta quædam esset resurrectionis nostræ, Christi instar, prædicatio.» Hæc ille. Huic præsulis nostri orationi aliam subdidimus, quam idem zvonths nápor, in lecto decumbens, ad seditiosos milites habuit. Eam nobis servavit Evagrius ex quo aliis verbis camdem Nicephorus hausit (m). IV. In prioris orationis inscriptione sanctum prædicavimus Gregorium Antiochenum epi scopum, Combefisium seculi, qui ad ejusdem orationis initium hæc margini adievil (n) a Index libroruin palatii tou ayiou renyopiou. Sic quoque celebrant Menaa.» Et infra (o): «San (") Prat, spir. cap. 150, et apud Cotel. Eccl. Gr. Monum. tom. II, pag. 411. (b) Hist. Eccl. lib. v, cap. 6, et lib. vt. cap. 22. 1. cap. 140 apud Cotel; 1. c. pag. 422. (d) ld... c. cap. 159 apud Cotel. ibid. (c) Ad Evagr. lib. vi, cap. 24. Hist, chron, patriarch, Antioch, ad Act. SS. 3.1. tom. VI, pag. 98, num. 456. (g) Greg. lib. 1. epist. 28, Opp. tom. I. pag. 518, edit. PB. (h) Bibl. Gr. tom. X, Tag. Biblioth. bibliothecar. tom. I, in indice, et Biblioth. Coislin., pag. 18. (j) Combef. Auctar. nov. Bibl. PP. G. L., t. I, pagg. 727-746. (k) Id. ibid. pag. 847. Hist. Eccl. lib. vt, cap. 12. (m) Hist. Eccl. lib. xvii, cap. 19. (n) Combef. I. c., pag. 827. It. ibid. pag. 817.

Oration on the Myrrh-bearing WomenOratio in Mulieres Unguentiferas

col. 1847–1848page 2 of 21
Notitia
PG 88:1847ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, ΛΟΓΟΣ Εἰς τὰς μυροφόρους, καὶ εἰς τὴν θεύσωμον ταρὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἀπ' ᾿Αριμαθαίας, καὶ εἰς τὴν τριήμερον ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Δ΄. Επαινετὸς καὶ οὗτος τῆς Ἐκκλησίας ὁ νόμος, παρασκευάζων ἡμᾶς τοῦ τριημέρου θανάτου τοῦ Σω τῆρος ἡμῶν τὴν μνήμην πανηγυρίζειν ἐν τῷ θησαυρῷ τῶν νεκρῶν Τις γὰρ λογιζόμενος τὴν ζωηφόρον τοῦ Σωτῆρος τελευτὴν οὐ νομίσει, τοὺς νεκροὺς ὡς ἐν σκηναῖς ἀνακεῖσθαι ταῖς θήκαις, περιμένοντας την οὐράνιον σάλπιγγα, τὴν πάντας ἡμᾶς καλοῦσαν ἐκ τῶν μνημάτων πρὸς τὴν φοβερὸν τῆς κρίσεως ἡμέ τάφον, οὐ προσέρχεται τοῖς τάφοις ὡς θαλάμοις ραν; Τίς δὲ ἀποβλέπων πρὸς ἐκεῖνον τὸν σωτήριον ζωής; Τίς δὲ πιστεύων ἐκ νεκρῶν ἐγηγέρθαι τὸν Κύ ριον, οὐχ οὕτως διάκειται ὡς ἀναστήσων ἑαυτὸν οὖν τῷ καλῷ νόμῳ τῆς Ἐκκλησίας πειθόμενοι, πρὸς καὶ τῆς ἀναστάσεως τευξόμενος δι' αὐτοῦ; Ἐπεὶ τοὺς καθεύδοντας ἐν τάφοις οἱ γρηγοροῦντες ἑδρα μετε· ἐπειδὴ τῷ τόπῳ στενοχωρούμενοι, τῷ πόθῳ πλατύνεσθε· ἐπειδὴ καθάπερ βότρυς φιλόχριστος ὄχλος ὑπάρχει· οὕτω συνεσφιγμένοι συγχάνετε ἀκούσατε τὸ ποθούμενον ἡμῖν τοῦ θανάτου μυστήριον, δ καὶ μετὰ τὸ μαθεῖν οὐδεὶ; δύναται καταλαβεῖν. Β. Ο δεσπότης Χριστός, ο Υιός τοῦ Θεοῦ ὁ μονο ὡς ἀναστήσων ἑαυτόν.
col. 1849–1850page 3 of 21
PG 88:1849γενῆς, ἀπὸ γνώμης οἰκείας, ἐξ ἀνάγκης εἰς τὸν σταυρὸν ἀνελθών, καὶ τῇ τῶν χειρῶν ἐκτάσει πᾶσαν ἐκδικήσας τὴν κτίσιν, καὶ πάσας τὰς ἀοράτους καὶ πονηρὰς δυνάμεις στηλιτεύσας τῷ οἰκείῳ πάθει τοῦ σώματος, ἠθέλησε τὴν ἁγίαν αὐτοῦ σάρκα γεύσασθαι της τριημέρου νεκρώσεως ὑπὲρ πάσης τῆς φύσεως, ἵνα δι' αὐτῆς τῷ νενεκρωμένῳ γένει τὴν ἀθανασίαν χαρίσηται· καὶ δὴ κλίνας τὴν ἁγίαν αὐτοῦ κεφαλὴν, ἐκέλευσεν ὡς θεραπαινίδ: τῇ τελευτῇ προσελθεῖν τῇ σαρκί· καὶ παραχρήμα παρεγένετο καθάπερ δοῦλος ὁ θάνατος, διακονῶν τῷ δεσποτικῷ διατάγματι· καὶ λαβών, κατεῖχεν, ὅπερ ἐπετράπη σῶμα λαβεῖν. Τοῦ δὲ σώματος ἐκείνου τοῦ φωτεροῦ τοῖς χερουβὶμ, και φρικτοῦ τοῖς σεραφίμ, ὑπὸ τοῦ θανάτου κρατηθέντος, οὕτως, ὡς ἠθέλησεν ὁ τοῦ σώματος Κύριος, καὶ τῆς ψυχῆς τοῦ Σωτῆρος δραμούσης εὐαγγελίσασθαι ταῖς ψυχαῖς τὴν ἀπολύτρωσιν αὐτῶν· καὶ τῆς θεότητος αὐτοῦ, καὶ μετὰ τοῦ σώματος οὔσης καὶ μετὰ τῆς ψυχῆς· οὐ γὰρ ἐχωρίσθη μετὰ τὴν ἔνωσιν ἡ θεότης τῆς ἀνθρωπότητος οὐδαμῶς οὐδαμοῦ· ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἦν· καὶ ἐν τάφῳ παρῆν ἀπαθῶς, ἄφθαρτον φυλάττουσα τὸ ἑαυτῆς περιβόλαιον· τού των οὕτως οἰκονομηθέντων, Ιωσήφ τις ἀνὴρ εὐγενής τε και πλούσιος, ἀπὸ Ἀριμαθαίας ὁρμώμενος, τοῦ Εσταυρωμένου μαθητής γεγονώς, τελευταίαν τῷ διδα σκάλῳ μετὰ τὴν τελευτὴν ἀποδιδοὺς ἀμοιβήν, προσ ήλθε τῷ Πιλάτῳ, παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων Ὑπὲρ νεκροῦ ταύτην ποιοῦμαι τὴν δέησιν, παρὰ μὲν τῶν ἐχθρῶν συκοφαντηθέντος, παρὰ δὲ τῶν φί λων καταλειφθέντος, τῷ τοῦ πάθους καιρῷ. Υπέρ νεκροῦ ἱκετεύω, μή κεκτημένου μήτε χρυσόν, μήτε ἄργυρον, μήτε στρατιώτας, μήτε συμμάχους, μήτε δορυφόρους, εἰ μὴ μόνον μητέρα πενιχράν, τῷ αὐτοῦ τόχῳ πλουτήσασαν. Ὑπὲρ νεκροῦ πρεσβεύω έχου σίως ἀποθανόντος· εἰ μὴ γὰρ ἠθέλησεν, οὐκ ἂν ἐτε λεύτησε. Καθαιρείσθω τοίνυν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ λοιπὸν, ὁ μηδένα μηδὲν ἠδικηκώς, εὐεργεσίαις δὲ μυρίαις τετιμηκώς. Χάριταί μοι χάριν, ἧς οὐκ ἔχεις ἄλλην ἀμείνω· χάριν μοι χάρισαν, μακάριον ποιοῦσάν με, τὴν ταύτην δεχόμενον. Δωρῆσαί μοι τὸν ζωοποιὸν τοῦ τον νεκρόν, ἵνα λαβὼν αὐτὸν, καλύψω τῇ γῇ. Δωρή ταί μοι τὸ τρισμακάριον σῶμα, ὅπερ νεκνούμενον ή κτίσις ἐπένθησεν ἰδοῦσα. Δωρῆσαί μοι σῶμα ὅπερ ἀποπνέον ὁ ναὸς θεασάμενος, τὸ ἑαυτοῦ περιέσχισε καταπέτασμα. Δωρῆσαί μοι σῶμα. δι' οὗ αἱ πέτραι σχισθεῖσαι, τῷ βήγματι τὸ πένθος ἐμήνυσαν. Κατα φιλήσω τὰ τραύματα τῶν ἁγίων χειρῶν, δι' ὧν τῆς ἐμῆς ψυχῆς ἐθεραπεύθη τὰ τραύματα. Ψηλαφήσω τὴν ἄχραντον ἐκείνην πλευράν, ἀφ᾿ ἧς ἐπήγασεν αἷμα μυστικὸν, καὶ ὕδωρ ἀναγεννήσεως. Ενταφιά σω ιν αἱ χεῖρες αὗτα: τὸν μέλλοντα λύειν τοῦ θανά του τὰ σπάργανα. Κηδεύσωσιν οὗτοι οἱ ἁμαρτωλοί δακτυλοι τὸν πάσης δικαιοσύνης εργάτην και παι αυτήν. Αψωμαι τῆς ἀναμαρτήτου σαρκός, ἧς πᾶς ὁ μετά πίστεως ἀπτόμενος, τρισμακάριος. Προπέρτι (*) Ἐξ ἀνάγκ. ού.
col. 1851–1852page 4 of 21
PG 88:1851ἐπὶ τῷ μνήματι τὸν μέλλοντα τοῖς νεκροῖς ἀνοίγειν τὰ μνημεῖα· ἐπαγάγω τοῖς κατοιχομένοις τὴν τῆς ἀναστάσεως πηγήν. "Αψω καὶ τοῖς ἐν τῷ ᾅδῃ κατεχομένοις τὸν λύχνον τῆς ἀναστάσεως.» Ταῦτα Ἰωτὴν μὲν ἔλεγεν εὐσεβῶς· ὁ δὲ Πιλᾶτος ὑπήκουσεν εὐμενῶς· ἡ γὰρ θεία δύναμις τοῦ παρ' αὐτοῦ ζητουμένου νεκρού, ενήργει τοῖς πράττουσ θεοπρεπῶς, καὶ τὴν τοῦ Πιλάτου ψυχὴν πρὸς ὑπακοὴν κατεμάλαττε· καὶ παραχρῆμα ὁ πρεσβευτής, καὶ ἐνταφιαστὴς ἐδείκνυτο. Λαβὼν γὰρ ὅπερ ἐπάθει σω μα, κατεφίλει τοῦτο περιχυθείς, καὶ τὰ ἑαυτοῦ χείλη τοῖς ὁσίοις προσήρμοττε μέλεσι· λογιζόμενος καθ' ἑαυτὸν, ὅτι Ε! ἡ τοῦ ἱματίου αὐτοῦ γυνὴ αἱμόμ τους άψαμένη πιστῶς, κατεξήρανε τοῦ αἵματος τὴν πηγήν, ἐγὼ αὐτοῦ τοῦ θείου σώματος ἀπτόμενος, ποίων οὐ τεύξομαι δωρεῶν; Εἶτα σινδόνι καθαρά περιβαλὼν τὸν καθαρὸν μαργαρίτην, ἐν τῷ μνήματι αὐτοῦ τῷ κοινῷ τοῦτον τέθεικε· καὶ λίθον ἐπιβαλών τῷ στόματι τῆς θήκης, μετὰ δακρύων ὑπέστρεψε, πυκνὰ πρὸς τὸν τάφον ὑποστρεφόμενος, καὶ τὴν στέρησιν τοῦ διδασκάλου θρηνῶν. Αλλ' ἔφθασε την τοῦ Ἰωσὴφ εὐσέβειαν ἡ τῶν Ἰουδαίων δυσσέβεια. Πάλιν γὰρ οἱ θεομάχοι συναθροισθέντες ἐν τῇ ἡμέ ρα του Σαββάτου, προσῆλθον τῷ Πιλάτῳ λέγοντες Κύριε, εμνήσθημεν, ὅτι ὁ πλάνος ἐκεῖνος ἔτι ζῶν εἶπε· Μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι. Κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας· μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυ κτός, κλέψωσιν αὐτὸν, καὶ εἶποσι τῷ λαῷ, ὅτι Ηγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Τι λέγεις σύ, ὦ πλάνε καὶ παράνομε Ἰουδαῖς; Πλάνος ἦν ὁ τοὺς ὁμοέθνους σου λεπρούς ιασάμενος; Πλάνος ἦν ὁ τοὺς ὁμοφύλους Λ σου τυφλούς ἀπαλλάξας τῆς συγγεννηθείσης αὐτοῖς νυκτός; Πλάνος ἦν ὁ τους δαιμονιῶντας ἐλευθερώσας τῆς τῶν δαιμόνων μανίας; Πλάνος ἦν ὁ κατὰ τὸν ἔρημον παραθείς σοι τράπεζαν ἀγεώργητον; Πλάνος ἦν ὁ τὸν Λάζαρον ἐκ τάτου μεταπεμψάμενος, καὶ τὸν νεκρὸν ὡς ὑπνοῦντα ἀφυπνώσας τῷ ῥήματι; Πλάνος ἦν ὁ Χριστός; Καὶ τίς ἕτερος ἀληθής; Πλά νος ἦν ὁ Χριστός; Τί οὖν δέδοικας ἅπερ ὁ πλάνος ἐφθέγξατο; Πλάνος ἦν; Τί οὖν φοβῇ τοῦ νεκροῦ τὴν φωνήν; Ολως εἶπε τι περὶ τῆς ἀναστάσεως ἔτι ζῶν; Ολως πιστεύεις αὐτοῦ ταῖς προβλήσεσι; Τί οὖν εἰκῆ ταλαιπωρεῖς πρὸς τὴν ἔκβασιν; Ἐὰν οὖν μὴ ἀναστῇ οὗτος ὁ νεκρὸς ὁ παρὰ σοῦ μεριμνώμε Ο νος, πλάνος ἐστὶν, ὡς σὺ βλασφημεῖς. Δ'. Τί οὖν πρὸς αὐτοὺς ὁ Πιλάτος; ε Εχετε κουστωδίαν, ὑπάγετε, ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε. Εἰ τὴν ἀντίθεον καὶ παράνομον, ὃν ὑμεῖς οὕτω ἀποκαλεῖτε, τοσοῦτον πεφρίκατε· εἰ τὸν νεκρὸν οἱ ζῶντες οὕτω δεδοίκατε, ἔχετε κουστωδίαν· ἔχετε στρατιώτας στρατεύσατε κατὰ τοῦ ἑνὸς οἱ πολλοί· ἀσφαλίσασθε τὸν φοβερὸν ὑμῖν νεκρόν, ὡς οίδατε. Θέλετε σφραγίσαι τὸν τάφον; σφραγίσατε. Θέλετε σιδηραῖς ἀλύσεσι περιβαλεῖν; περιβάλετε. Μὴ εἴπητε τελευταῖον, Εἰ συνεχωρήθημεν φρουρῆσαι τὸν τάφον, οὐκ ἂν ἀπολέσαμεν τὸν νεκρόν. Υπάγετε, ἀσφαλίσασθε Τοῦτο. τούτῳ.
col. 1853–1854page 5 of 21
PG 88:1853οἴδατε. Ἐὰν ἐφθῇ Πέτρος ἐκεῖ, τοῖς ὅπλοις αὐτὸν δια χειρίσασθε. Ἐὰν παραγένηταί τις τῶν τοῦ Ναζαραίου μαθητῶν, ἀναστάντες εὐθὺς ἀποκτείνατε. Ἐπιμείνατε γρηγοροῦντες καὶ φυλάττοντες ἀκριβῶς, ἵνα μηδεὶς τῶν υπόπτων υποκλέψαι τὸν ὑμέτερον ἐχθρὸν δυνηθῇ. Τοιούτοις οὖν λόγοις τε καὶ ὅπλοις καὶ στρατιώταις ἐφοδιασθέντες οἱ τοῦ Σωτῆρος ἐχθροί, μετὰ πολλῆς προθυμίας τε καὶ μανίας τὸν τάφον κατέλαβον· καὶ σιδηρᾶς σφραγίδας ἐπιθέντες τῷ μνήματι, παρεκάθηντο φυλάττοντες, ἕως ὁ παρ' αὐτοῖς φυλαττόμενος ήβουλήθη. Ε΄. Ἐν τούτῳ δὲ τῷ καιρῷ, δευτέρας ἐπιγενομένης ἡμέρας, ὁ θάνατος κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, ἐν ἑαυτῷ τὸ θήραμα περιέστρεψε καὶ τοῦτο μασήσασθαι τοῖς ὁδοῦσι τῆς διαφθορᾶς θέλων, οὐκ ἴσχυσε. Καὶ πάλιν κατὰ τὴν δευτέραν ὁμοίως ἀπογεύσασθαι, βουλόμενος, οὐκ ἠδύνατο Μπόρει τοίνυν καθ' ἑαυτὸν, καὶ πρὸς ἑαυτὸν, ὡς εἰκὸς, τοιοῦτος ἦν διαλογιζόμενος «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ ἀκαταμάχητος καὶ ξένος νεκρός; Τίς ἐστιν ὁ κατά νόμον νεκρός, καὶ ὑπὲρ νόμον φυλαττόμενος ἄφθαρτος; Θεὸς οὐκ ἔστιν· οὐ γὰρ ἀπέθανεν ἀπώ ματος ὤν. "Αγγελος οὐκ ἔστιν· ἀνθρωπείαν γὰρ ἔχει μορφήν. Ως 'Αδάμ ὑπόκειται μοι, καὶ ὡς 'Αδάμ οὐχ ὑπόκειται τῇ φθορά. Ὡς ἄνθρωπος ὑπέμεινε τελευ τήν, παθεῖν ὡς θνητὸν οὐκ ἀνέχεται. Η σὰρξ αὐτοῦ κρείττων υπάρχει διαφθοράς. Οὐδεὶς τῶν ἐξ αἰῶνος ὑπ' ἐμοῦ βασιλευθέντων νεκρῶν, τοιοῦτον σῶμα κει κτημένος, παρεγένετο πρός με. 'Αρα μὴ τοῦτο τὸ σῶμα φόρημά ἐστι τοῦ Θεοῦ, καὶ διὰ τοῦτο κατά τοῦ ἐμοῦ στόματος οὕτως ἐστόμωται; 'Αρα μὴ αὕτη ἐστὶν ἡ τοῦ Θεοῦ Λόγου σκηνή; 'Αρα μὴ οὗτός ἐστιν ὁ ναὸς τοῦ εἰπόντος πρὸς τοὺς Ἰουδαίους· λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν; Άρα μὴ πρὸς ἀνάστασιν αδιάφθορος οὗτος φυλάττεται; "Δρα μὴ κατάσκοπος ἐστι τῶν νεκρῶν, ὁ παράδοξος οὗτος νεκρός; 'Αρα μὴ καὶ τοὺς πάλαι παρ' ἐμοῦ καταποθέντας νεκροὺς λαβὼν ἐντεῦθεν, ἀνάξει σὺν αὐτῷ; 'Αρα μὴ καθάπερ Ἰωνᾶς ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους ἀκινδύνως ἐπολιτεύσατο, οὕτω καὶ οὗτος παρ' ἐμοὶ διατρίβει, καὶ περιμένει την τρίτην ἡμέραν, ἵνα τότε πρῶτος ἀναστάς, ὑποδείξῃ καὶ τοῖς ἄλλοις νεκροῖς τὰς πύλας;» Τας πράγμασιν, οὐ τοῖς ῥήμασιν [ούτως] θάνατος ἀπεφθέγγετο. Ϛ'. [ Τούτων δὲ ] οὕτως γεγενημένων, καὶ τῶν Ἰουδαίων τῶν φυλάκων παρακαθημένων τῷ μνή ματι, οψὲ Σαββάτων τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μιαν Σαββάτων, μελλούσης ἐπιλαμβάνεσθαι κυριακῆς, ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ, καὶ ἡ ἄλλη Μα ρία θεωρῆσαι τὸν τάφον. Ο ξένων καὶ παραδόξων θαυμάτων! Πέτρος ὁ πρῶτος στρατηγὸς τοῦ Χριστοῦ, φοβηθείς γλώτταν παιδίσκης, ἡμνήσατο ζῶντα τὸν ἑαυτοῦ Δεσπότην, καὶ γυναῖκες ἀσθενέσταται καὶ δειλαί, μετ' αὐτῆς παρεγένοντο τιμῆσαι τὸν οἱ κεῖον διδάσκαλον. Ἦλθον θεωρῆσαι τὸν τάφον. Ουδέπω γὰρ ἀκριβῶς ἐπίστευον τῷ λόγῳ τῆς Ο εμε Σαββάτων. Μετ' αὐτῆς. ήμέρας. 11.
col. 1855–1856page 6 of 21
PG 88:1855αναστάσεως. "Ηλθον θεωρῆσαι σὺν τάφων, ὥστε λαβεῖν παραμυθίαν τινὰ τῆς ἀθυμίας τῇ θές το μνήματος. Οἶδε γὰρ ψυχὰς ὁδυνωμένας παραμυθεῖσθαι τάφος ὑποφαινόμενος, καὶ δάκρυον ἐκκαλούμενον. Ελθον θεωρῆσαι τὸν τάφον, καὶ ἐπλησίαζαν μὲν ὅσον ἐπόθουν· οὐκ ἐτόλμων δὲ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Υποκλέπτουσαι οὖν λαθραίως τὴν εἴσοδον, ἐπέσπαττον τῷ τάφῳ μύρα, καὶ πάλιν ἀνεχώρουν λανθάνουσαι, καὶ πόρρωθεν οὕτως ἐστάμεναι, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς δεδακρυμένους εἰς τὸν τάφον ἐκε τείνουσαι, τοῖς στεναγμοῖς καὶ τοῖς ἐδυρμοῖς ἑνόμε τον θεραπεύειν τὴν Κύριον. Καί που καὶ τῶν Ἰου δαίων κατεβόων ήρεμαίς φωνῇ πρὸς ἀλλήλας της κατηγορίας ποιούμεναι, τοιάδε φάσκουσαι ὡς εἰκός Πῶς ἐτόλμησαν κατὰ τοιούτου Δεσπότου τοιαῦτα, μηδὲν αὐτῷ δίκαιον ἔχοντες ἐγκαλεῖν; Πῶς οὐκ έφριξαν σταυρῷ προσηλώσαι, εν σταυρούμενον ίδωσι ο ήλιος έφυγε; Πῶς οὐκ ἐφοβήθησαν θανάτῳ παρα δοῦναι τὸν μηδὲν ἄξιον θανάτου ποιήσαντα; Πώς οὐκ ἔλαβον κόρον τῆς οἰκείας μότητος, οὐδὲ μετά θάνατον τοῦ μάτην ὑπ' αὐτῶν ἐπιβουλευθέντος Εσται, κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ζωῆς, τοσαύτην κατ' αὐτοῦ μανίαν ἐμάνησαν· τί καὶ μετὰ τελευτὴν τῷ μνήματι προσεδρεύουσι, καὶ τοὺς εὐεργετηθέντας κωλύουσι προσελθεῖν, καὶ μετὰ παρρησίας προσευ νῆσαι τῷ τάφῳ, καὶ τῆς ἐφ᾽ οἷς ἔλαβον χάριτος, ἕκαστον ἀποδοῦναι μικράν τινα ἐν δάκρυσιν ἀμοιβή»; ο Ζ'. Οὕτως ὀδυρομένων των γυναικῶν καὶ πενθου σῶν ὡς νεκρὸν τὸν Χριστὸν, αὐτὸς ὁ παρ' αὐτῶν πενθούμενος Δεσπότης, λαβὼν τῶν φυλάκων τους ὀφθαλμούς, καὶ τὸν τάφον ἐσφραγισμένον καταλιπών, καὶ τούτου ὑπεκδραμών ώς οίδε μόνος αὐτός, ἄγγε λον μετεστείλατο λέγων πρὸς αὐτόν·. Απελθε προς ταύτας τὰς γυναῖκας τὰς ἀνδρείας τε καὶ πιστάς τὰς πενθούσας καὶ νομιζούσας ἔτι με νεκρὸν εἶνα καὶ δίδαξον αὐτὰς ὡς νενίκηκα τὸν θάνατον, καὶ ζῶ, καθάπερ ὁρᾷς. Μετάστησον αὐτὰς ἐκ σκυθρωπότητος πρὸς φαιδρότητα. Μετάθες τῇ σῇ δεξιᾷ τὸν λίθον, δι Ασφαλίσαντο τῶν πολλῶν αἱ δεξιαί. Πεῖσον αὐτὰς πόσα δύναται στρατιώτης εἷς ἔννομος βασιλέως ἐν νόμου, κατὰ στρατιωτῶν τυραννικῶν ἀνόμων πολλῶν. Εἰσάγαγε τὰς γυναῖκας εἰς τὸν τοῦ τάφου θάλαμον ἵνα καταμαθοῦσαι τὸν τόπον τῆς ἑκουσίου μου νεκρώσεως, ἀνυμνήσωσί μου την δύναμιν. Φάνηθι καὶ τοῖς τοῦ μνήματος φύλαξι φοβερός. Κατάπληξον πάντας τῷ φόβῳ σου τῆς ὄψεως, ἵνα μάθωσιν ἐκ τῆς σῆς ἰσχύος, ὡς οὐκ ἐξ ἀσθενείας. ἀλλ᾽ ἐκ φιλανθρωπίας θρασυνομένους αὐτοὺς ὑπήνεγκε. Σὺ συμβάδιζε φέ ρων ἐπὶ τοῦ στόματος τῆς βασιλείας τὸ σύνθημα (10) τῆς βασιλείας τὸ σὺν θημα.
col. 1857–1858page 7 of 21
PG 88:1857κἀγὼ σὺν σοὶ παραγενόμενος, σαλεύσω πάλιν τὴν γῆν, ἵνα τῆς σῆς ἐπαγγελίας ὁ σεισμὸς συνήγορος γένηται.» Η΄. Κατέλαβε δὲ ταχέως τὸν Δεσποτικὸν τάφον ὁ ἄγγελο;· οὐ γὰρ ἐτόλμησε παρακούσαι Δεσπότου προστάξαντος. Καὶ πρῶτον μὲν παραγενόμενος, ἐτίναξεν ἐκ θεμελίων τὴν γῆν, ἵνα τοὺς φύλακας ἐξυπνίσας, ὑπὸ μάρτυσιν αὐτοῖς, εἴπῃ τὴν αἰτίαν δι' Αν παραγέγονεν. Εἶτα βλεπόντων αὐτῶν, ἀνεκύλισε τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου, καὶ ἐκάθησεν επάνω αὐτοῦ καταγελῶν τῶν σιδηρών σφραγίδων, καὶ ἐπεμβαίνων τοῖς Ἰουδαίοις, ὡς λίθω πιστεύσασι την ἀσφάλειαν Ην δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπή. Όπου γὰρ νέφος ἁμαρτίας οὐκ ἐπισκιάζει, ἐκεῖ μορφή λαμπρότητος πολλή. Καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών. ἂν γὰρ ἔμελλε κηρύττειν πραγ μάτων, τούτων καὶ μορφὴν καὶ στολὴν ἀξίαν ἐκέ κτητο. Έδει γάρ, ἔδει, τὸν τοῦ φαιδροῦ πράγματος ἄγγελον ἐν ἅπασιν εἶναι φαιδρόν. Καταπλήξας δὲ τῷ πολλῷ φόβῳ τοὺς φύλακας, καὶ μικροῦ δεῖν πάντας τους παρόντας Ἰουδαίους ποιήσας νεκρούς· «Τι δεδοίκατε, πρὸς αὐτοὺς ἔλεγεν, ὦ Φαρισαῖοι; Τί τρέ μετε, καὶ πεπτώκατε πάντες ἐπὶ τὰ πρόσωπα ὑμῶν καθάπερ νεκροί; Επ' ἐμοῦ τοῦ δούλου νεκροί, καὶ ἐπὶ τοῦ Δεσπότου τολμηροί; Ο στρατιώτης ὤφθην ὑμῖν φοβερός, καὶ τῶν οὐρανῶν ὁ βασιλεὺς εὐκαταφρόνητος; Ενὸς ἀγγέλου παρουσίαν ἀκινδύνως οὐ φέρετε· καὶ πῶς τοῦ δημιουργοῦ τῶν ἀγγέλων τὴν ἐνέργειαν ἀμβλύνειν ὑπολαμβάνετε; Ἑμὲ τὸν οὐ ράνιον εργάτην, τον λίθον μετατιθέντα οὐ δυνάμενοι κωλύειν, τῶς τὴν τεχνίτην ὅλης τῆς κτίσεως βουλόμενον ἀναχτίσαι τοῦ σώματος αὐτοῦ τὸν ναὸν κωλύειν ἠδύνασθε; Τῷ δημιουργήματα κωλύειν οὐκ ισχύοντες, πῶς ἀνταίρειν ἐπιχειρεῖτε τῷ ποιητῇ; Αλλ᾽ ἀνάστητε καὶ περιβλέψατε πανταχόθεν ἀκρι βῶς. Μὴ Πέτρος ἐστὶ νῦν μετ᾿ ἐμοῦ; Μὴ τῶν ἁλιέων τις κλέπτει σὺν ἐμοὶ τὸν νεκρόν; Μή χρείαν ἔχει ὁ Θεὸς βοηθοῦ; Μὴ δεῖται συνεργού τινος 6 Θεός Λόγος πρὸς τὴν ἀνάστασιν τῆς οἰκείας σαρ κός; ο Θ'. Ταῦτα πρὸς φύλακας καὶ τοὺς Φαρισαίους ὁ ἄγγελος λαλήσας, καὶ τούτους καταλιπών ἐῤῥιμμένους καὶ τρέμοντας, επέστρεψε πρὸς τὰς γυναῖκας τὸ πρόσωπον· καὶ πρῶτον μὲν δέδωκεν αὐταῖς κατα τρυφῆσαι βλέμματος ἡμέρου και προσηνούς· ἔπειτα τῶν ψυχῶν αὐτῶν τὸν φόβον ἐξέβαλε βοῶν πρὸς αὐτ τά;· «Μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς. Οὗτοι δειλιάτωσαν καὶ φοβείσθωσαν· ἐχθροὶ γάρ εἰσι καὶ πολέμ:οι· ὑμεῖς δὲ μὴ φοβεῖσθε, ἀλλὰ σκιρτᾶτε καὶ χαίρετε. "Αξια γὰρ στεφάνων ἐπράξατε. Μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς· μιᾶς γὰρ δεσποτείας ἐσμέν· τὸν αὐτὸν δοξάζομεν Κύριον. Οἶδα ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε. (οὐκ εἶπεν, Ἰησοῦν τὸν νεκρόν· οὐ γὰρ ἦν τότε νε κρός· ἀλλ', «Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένων· τὸν δι' ΧΧΙΙ, ο Το δημιουργήματι. τὸ δημιούργημά του
col. 1859–1860page 8 of 21
PG 88:1859ὑμᾶς τοῦ σταυροῦ τὴν αἰσχύνην πατήσαντα πατήσαντα αἰσχύνην. 2. αίσχύνης καταφρονήσας. Ζητεῖτε τὸν ἐπιζητοῦντα τους ζητοῦντας αὐτόν. Ζη τεῖτε τὸν ἐγγὺς δυτὰ τῶν ἐπικαλουμένων αὐτόν. Οίδα ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε· οὐκ ἔστιν ὧδε· οὐκ ἔστιν ὅπου νομίζετε· οὐκ ἔστιν ὅπου κατ έκειτο, ο Τί λέγεις, ὦ ἄγγελε; Οὐκ ἔστιν ὧδε ὁ ἡμέ τερος Δεσπότης καὶ Κύριος; οὐκ ἔστι τῶν ἡμετέρων δακρύων ἡ πρόφασις; Μάτην αὐτὸν ἐπενθήσαμεν; Μάτην αὐτῷ προσηνέγκαμεν τὰ ξένια τῶν νεκρῶν; Οὐκ ἔστιν ὧδε; Μετέθηκαν αὐτὸν πάλιν ἀλλαχόσε οἱ πονηροί; Εφθόνησαν αὐτῷ καὶ τῆς ταφῆς, οἱ φθονής σαντες τῆς ζωῆς αὐτοῦ; Οὐκ ἔστιν ὧδε; Ἀλλὰ ποῦ ἐστιν; εἶπε ἡμῖν, δεόμεθά του, ταχύ. Στήσον τρε μούσας ἡμῶν τὰς ψυχάς· μὴ τῷ πένθει πένθος επι Κάλῃς ἕτερον· ὑπόδειξον ἡμῖν τὸν τόπον τοῦ ἐπεξη τουμένου νεκροῦ, ἵνα δραμοῦσαι ταχέως ἐκεῖ, κενών σωμεν τὴν λύπην διὰ τῶν ὀφθαλμῶν. 1. Καὶ ὁ ἄγγελος ἔφη·. Βούλεσθε μαθεῖν που ἐστιν ὁ ζητούμενος παρ' ὑμῶν, καὶ πῶς ἀνέστη; Ἐγὼ διηγήσομαι· διὰ τοῦτο γὰρ ἀπεστάλην προς ὑμᾶς παρ' αὐτοῦ τοῦ παρ' ὑμῶν ζητουμένου νεκρού, ἵνα καὶ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ διδάξω, καὶ τὰς ὑμετέρας ψυχάς θεραπεύσω, καὶ τὰ δάκρυα στήσω, καὶ πρὸς εὐφροσύνην ὑμᾶς ἐπάρω τῷ διηγήματι. Ηγέρθη, καθὼς εἶπεν. Ἠλήθευσε καὶ νῦν συνήθως ἡ ἀλήθεια, καὶ ἅπερ τοῖς λόγοις εἶπε, ταῦτα τους ἔργοις ἐπλήρωσεν. ῾Η ἀθάνατος αὐτοῦ θεότης ἔμε μεν ἀθάνατος· καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς τελευτής της σαρκός, τὸ θνητὸν αὐτοῦ σῶμα, τοῖς σωματικά; αὐτοῦ ὀφθαλμοῖς, τοῦ θανάτου τὸν ὕπνον ἐδέξατο. ᾿Αναπεσών γὰρ ἐκοιμήθη ὡς λέων βασιλικῶς· ἀνα δραμὼν δὲ, προῆλθεν ἐντεῦθεν θεοπρεπῶς. Οὐκ ἔγνω σαν οἱ φύλακες του φρουρουμένου τὴν πρόοδον· οὐ γὰρ ἦσαν ἄξιοι τὸν ὑπ' αὐτῶν πολεμούμενον κατιδείν ἀναστάντα. Οὐκ ἐκώλυσεν ὁ τάφος τοῦ παντοδυνάμου τὴν ἔγερσιν. Οὐκ ἴσχυσε καταδῆσαι τὸν μὴ δεδεμένον ταῖς ἁμαρτίαις ὁ θάνατος. Παρεχώρησεν ἄκων ὁ τύραννος τῷ βασιλεῖ. Αὐτὸς ὁ ᾅδης δειλιάσας ἐγένετο σύντρομος· οἱ πυλωροὶ τοῦ ᾅδου τὰς κλεῖς ρίψαντες, καὶ τὰς πύλας ἀνεπετάσαντες, οὐκ ἐτόλμησαν οὐδὲν εἰπεῖν οὐδενὶ τῶν συναναστάντων αὐτῷ. Ηγέρθη οὖν, καθὼς εἶπε. Πῶς ὑμῖν διηγήσομαι τὰ ἀποῤῥητα; Πῶς κηρύξω τὰ νικώντα πάντα λόγον καὶ νεῦν; Πῶς ἑρμηνεύσω τῆς Δεσποτικῆς ἀναστάσεως τὸ μυστήριον; Καὶ ὁ σταυρός μυστήριον· καὶ ὁ τριήμερο; αὐτοῦ θάνατος μυστήριον· καὶ πάντα τὰ κατὰ τὸν Σωτήρα μυστήρια. Ωσπερ γὰρ ἐγεννήθη τῶν τῆς παρθενίας θυρῶν κεκλεισμένων, οὕτως ἀνέστη και κλεισμένου τοῦ τάφου· καὶ ὥσπερ ἐγένετο πρωτότ τοκο; ἐκ μητρός 6 μονογενής Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, οὕτως ἐγένετο πρωτότοκος ἀναστὰς ἐκ νεκρών. Ὥσπερ οὖν οὐκ ἔλυσε τὴν παρθενίαν τῆς Παρθέν μητρός γεννηθείς, οὕτως οὐκ ἔλυσε τα σήμαντρα του Ιν
col. 1861–1862page 9 of 21
PG 88:1861μνήματος, ἀναστάς. Οὔτε οὖν τὸν τόκον αὐτοῦ δύναή μα λόγῳ περιλαβεῖν, οὔτε τὸν ἐκ τοῦ μνήματος δρόμον ἰσχύω καταλαβεῖν. Βλέπω τὸν τόπον τῆς ἀνα στάσεως, καὶ προσκυνῶ τὴν ἀνάστασιν· οὐ πολυπραγμονῶ τὴν ἀνάστασιν. Προσκυνῶ τὸν τόπον τοῦ θαύματος, εἰ καὶ μὴ καταλαμβάνω τὸν τρόπον τοῦ πράγματος. "Α βλέπω, ταῦτα καὶ ὑμῖν ὑποδείκνυμι. Δεῦτε, ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο Κύριος. Διά τοῦτο γὰρ τὸν λίθον τοῦτον μετέθηκα, οὐχ ἵνα χαρί σωμαι πύλην ἐξόδου τῷ Ἰησοῦ· οὐδὲ γὰρ ἐδέετο τῆς ἐμῆς βοηθείας ἡ πάντων βοήθεια· πρὶν γὰρ ἀπο κυλίσαι τὸν λίθον, ὁ ἀκρογωνιαίος λίθος, ὡς ἠθέλησεν, ἀνεπήδησεν· ἀλλ᾽ ἵνα τὸν τόπον ὑμεῖς καταμάθητε, καὶ τὸν ἀναστάντα Χριστὸν ἀνυμνήσητε. Δεῦτε, ἴδετε τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος. Τέως τὸν τόπον θεάσασθε, καὶ κατὰ μικρὸν ὄψεσθε καὶ τοῦ τόπου τὸν ξένον καρπόν. Δεῦτε, ἴδετε τὸν τόπον, ἐν ᾧ δ διάβολο; ἐδέξατο καιρίαν την πληγήν. Δεῦτε, ἴδετε τὸν τόπον, ἐν ᾧ τῆς ὑμετέρας αναστάσεως εγράφη τὰ σύμβολα. Δεῦτε, ἴδετε τὸν τόπον, ἐν ᾧ κατέκειτο νεκρούμενος ὁ θάνατος. Δεῦτε, ἴδετε τὸν τόπον ἐν ᾧ παρεὶς ὁ ἄσπορος κόκκος τοῦ σώματος, πολύχουν ἄσταχυν ἀθανασίας ἐβλάστησε. Δεῦτε, ἴδετε τὸν τό που, τὸν παντὸς παραδείσου τερπνότερον. Δεῦτε, ἴδετε τὸν τόπον, τὸν πάσης βασιλικῆς παστάδας λαμ πρότερον. Δεῦτε, ἴδετε τὸν τάφον ἀφώνως βοῶντα τοῦ ταφέντος τὴν δύναμιν. Παρακύψατε εἰς τὴν θή κην, τὴν γενομένην πύλην τῆς ἀφθάρτου ζωῆς. Παρακύψατε εἰς τὸ σπήλαιον, ἀφ᾽ οὗ πρὸς οὐρανὸν μετοικισθήσεσθε. Παύσατε τοὺς στεναγμούς καὶ τὰ δάκρυα. Παύσασθε ζητοῦσαι τὸν ζῶντα μετὰ νεκρῶν. Λέγετε κατὰ τοῦ θανάτου χορεύσουσαι· Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος; Καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ὅτι Ηγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν. Ορᾶτε μὴ κρύψητε τὸ θαῦμα τῇ σιωπῇ· οὐ γὰρ ἀκίνδυνον δούλοις δεσποτικῶν θαυ μάτων σιγή. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνη μείον μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης, έδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν. Καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλι λαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε. Ἰδοὺ εἶπεν ὑμῖν. ΙΔ΄. Ταύτας γυναῖκας πρὸς δρόμον οξύτερον προ τρέπον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἐβόα διὰ τοῦ προφήτου Ησαίου· Γυναῖκες ερχόμεναι ἀπὸ θέας, δεῦτε· οὐ γὰρ λαός ἐστιν ἔχων σύνεσιν. Τρεχουσῶν δὲ τῶν μυροφόρων γυναικῶν φόβῳ καὶ πόθῳ πολλῷ, καὶ φιλονεικουσῶν ἀλλήλων περὶ τὴν κατὰ τὴν ὁδοιπορίαν ταχύτητα, και βουλομένης εκάστης πρώτης φθάσαι καὶ κομίσαι τοῖς ἀποστόλοι; τὸ ἐμπιστευθὲν αὐταῖς εὐαγγέλιον αθρόον ἐπιστὰς αὐταῖς ὁ Σωτὴρ, ἐπ εσφράγισε τους λόγους τοῦ ἀγγέλου τῇ σφραγίδι τῆς οἰκείας μορφῆς· καὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἑπτέρωσεν εξα πὼν αὐταῖς· ο Χαίρετε. Η κατάκριτος Εύα δεδι καίωται· ὁ ἐξόριστος 'Αδάμ ἀνακέκληται· ἡ ἀπόφασις
col. 1863–1864page 10 of 21
PG 88:1863λέλυται ὁ πονηρὸς ἔτι; πεπάτηται ο διάβολος Ο κῶν ἰχθύων αλιείαν ἡλίευσα. ίδωσι τὴν λίμνην, ἀφ᾿ ἧς εστράτευσα, ο καταπέπτωκεν· οἱ τοῦ διαβόλου συνήγορος κατ' ησχύνθησαν· οἱ πολέμιοι καθηρέθησαν Ἰουδαϊκ πενθοῦσιν ἀπαραμύθητα· Φαρισαῖοι θρηνοῦσι τὸ τέλο μη μα· ὁ σταυρὸς ὁ ἐμὸς ὤφθη συνήγορος· ὁ τάφος τῆς ἐμῆς δυνάμεως μάρτυς ἐγένετο ὁ θάνατος τὴν ἦταν ὁμολογεῖ· ἡ ἀθανασία τοῖς ἀνθρώποις ὑπογές γραπται· ἐν ἐμοὶ τῶν ἀνθρώπων ἡ φύσις ἀνακεκαίνισται· ἐν ἐμοὶ πάντες οἱ νεκρωθέντες ἀνέζησαν· ἐν ἐμοὶ βασιλεύει τὸ φύραμα· ἐν ἐμοὶ ἡ ἐμὴ εἰκὼν ἐστεφάνωται. Οὗτοι τῆς τριημέρου μου ταφῆς οἱ καρποί οὗτοί μου τῆς κατὰ τοῦ θανάτου νίκης στέφανοι ού τοι τῆς ἐμῆς βασιλείας οι βασιλικοί μαργαρίται, οὓς ἐκ τοῦ βυθοῦ τοῦ ᾅδου λαβὼν, ἐκόμισά μου τοῖς ἐρασταῖς. Ἐπὶ τούτοις οὖν χαίρετε· χορεύετε· ἀγαλ λιάσθε· πανηγυρίζετε· ὑπάγετε, ἀπαγγείλατε τοῖς μαθηταῖς μου. Βλέπετε πῶς ἀμνησίκακός είμι καὶ φιλάνθρωπος. Αδελφούς καλῶ τοὺς καταλιπόντας με παρὰ τὸν καιρὸν τοῦ σταυροῦ. Οίδα γάρ μακροθυμεῖν ὑβριζόμενος· οἶδε φέρειν άγνωμονούμενος οἶδα ταῖς ἀσθενείαις τῶν ἐμῶν φίλων συμπεριφέρεσθαι· οἶδα τοὺς ἁμαρτάνοντας καὶ δακρύοντας ἐλεεῖν καὶ προσίεσθαι. Υπάγετε, ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελ φοῖς μου, ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, πάν κεί με ὄψονται. Απαγγείλατε τοῖς ἐμοῖς μαθηταῖς ἅπερ ὑμεῖς ἐθεάσασθε μυστήρια. Πρῶται γίνεσθε τῶν διδασκάλων διδάσκαλος. Μαθέτω Πέτρος ὁ ἀρνη σάμενός με, ὅτι δύναμαι καὶ γυναῖκας ἀποστόλους χειροτονείν. ᾿Απέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ ἴδωσι τὴν πενιχρὰν λίμνην, ἀφ' ἧς αὐτοὺς ἐπὶ τῶν λογι αὐτοὺς [εἰς] τὴν τῶν ἀνθρώμων θάλασσαν μετ ΙΒ'. Ταῦτα πρὸς τὰς γυναῖκας ὁ Κύριος έφθέγγετα Αὐτὸς δὲ καὶ νῦν ἐπὶ τῆς κολυμβήθρας τοῖς πο στεύουσιν ἀοράτως ἐφίσταται· αὐτὸς περιπτύσσεται τους νεοφωτίστους ὡς φίλους καὶ ἀδελφούς· καὶ λέγει πρὸς αὐτούς· Χαίρετε. Αὐτὸς εὐφροσύνης καὶ χαρᾶς ἐμπίπλησιν αὐτῶν τὰς καρδίας καὶ τὰς ψυχάς. Αὐτὸς τοὺς βυπῶντας ἀποπλύνει τοῖς τῆς χάριτος νάμασιν. Αὐτὸς τοὺς ἀναγεννωμένους χρίει τῷ μύρῳ τοῦ Πνεύματος. Αὐτὸς τροφεὺς αὐτῶν γίνεται καὶ τρο φή Αὐτὸς παρέχει τοῖς οἰκείοις δούλοις τὸ πνευ ματικόν σιτηρέσιον. Αὐτὸς λέγει πρὸς πάντας τοὺς εὐσεβεῖς· «Λάβετε, φάγετε τὸν οὐράνιον ἄρτον· λά βετε τῆς ἐμῆς πλευρᾶς τὴν πηγὴν τὴν ἀντλουμένην ἀεὶ καὶ μὴ κινουμένην ποτέ. Οἱ πεινώντες, κορέσθητε οἱ διψώντες, μεθύσθητε μέθην σώφρονά τε καὶ τήριον. ο 'Αλλ', ὦ βασιλεῦ τῶν οὐρανῶν, ὁ καθήμενος ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλοσύνης ἐν τοῖς ὑψηλοῖς, ὁ τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων Κύριος, ὁ τὴν κτίσιν ὡς θέλεις ἡνιοχῶν, ὁ τὴν ἀνθρωπότητα χρηστότητι κυβερνών, ὁ τὴν ἡμέραν ταύτην καὶ τὴν πανήγυριν ἡμῖν δωρη σάμενος, ἐλέησον ἡμᾶς ὡς ἡλέητας τὴν πόρνην μὴ διώξῃς ἡμᾶς, ἐὰν θαμβήσαντες τῇ σῇ φιλανθρωπίζο
col. 1865–1866page 11 of 21
PG 88:1865τολμήσωμεν χερσὶν ἁμαρτωλαῖς κρατῆσαί σου τὸ ἅγιον σῶμα. Καὶ ὥσπερ οὐκ ἀπεδίωξας ἐκείνην τὴν ἁμαρτωλὸν, τὴν πόρνην, απτομένην τῶν ἀχράντων σου ποδῶν, ἀνάσχου καὶ παρ' ἡμῶν τῶν ἀναξίων κρατούμενος, καὶ ὡς φιλάνθρωπος περιποίησον πάν τας ἡμᾶς καὶ ὡς φιλάνθρωπος σαγήνευσον καὶ ἡμᾶς εἰς τὸν φόβον τον σόν. Ωσπερ τὸν τρισμακάριον Παῦλον εἰς τὴν ἀποστολὴν, οὐρανόθεν ζωγρήσας, ἀπέστειλας, παρασκεύασον καὶ ἡμᾶς μετὰ καθαρού συνειδότος ἐπιτελεῖν τὴν ἡμέραν τῆς σῆς τριημέρου καὶ ζωοποιοῦ ἀναστάσεως. Σὺ γὰρ εἴ με νος Δεσπότης ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν· καὶ σοὶ πρέπει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος σὺν τῷ παναχράντῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ ζωοποιῷ Πνεύ ματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.

Homily I on the Baptism of ChristDe Baptismo Christi Sermo I

col. 1867–1868page 12 of 21
PG 88:1867ἀκριβῶς.
col. 1869–1870page 13 of 21

Patrem in te babes, et totus exsistis in Patre. In Legislator sum, et Legislatoris Filtus, et oportet Filii? sed non est alius præter te naturalis Filius Dei. In Spiritus sancti? sed tecum est semper sicut consubstantialis seu omnipotens, simul et tecum suscipit omnium orationes. Baptiza jam me, si tu vis, Domine, baptiza baptistam, regenera quem na sei fecisti, exime terribilem tuam dexteram, quam tu tibimet perfecisti, et corona palmis meum caput, ut ante tuuni currens regnum, sicut præcursor solis te evangelizem peccatoribus, clamans eis et dicens Ecce Agnus Dei, ecce qui tollit peccata mundi”. Jor danis fluvius comitare mecum, et simul exsulta et commove vigilanter vertigines quemadmodum ex sultationes tuus enim opifex assistet tibi cum cor pore. Vidisti Israel per te transeuntem et [di]vi dentem tuas aquas, et stetisti populi exspectans transitum: nunc autem effundere validius et fluere et circumsepere immaculatis membris ejus. Et tunc Ilebræus transfretavit. Montes et colles, vallesque el torrentes, mare et flumina, benedicite Dominum, qui ascendit fluvium: ipse enim llerus laticis su permittit sanctitatem his aquis. me primuni omnium per constitutionem venire, et tune præponere eis onus præcepti. Oportet me adimplere legem, et tunc donare gratiam. Oportet me umbræ imaginem repellere, et tunc offerre ve ritatem. Oportet me facere requiescere Vetus Te stamentum, et tune Novum dictare, et in hominuun cordibus scribere etiam meo sanguine, et signare Spiritu. Oportet me in crucem ascendere, et clavi, configi, et pati, et vulnera sanare, et per lignum emere eam, quæ per ligni transgressionem homi nibus facta est, plagam. Oportet me descendere in ipsum profundum inferni, ubi tu debes me ɔnnun tiare propter cos qui ibidem tenentur mortui. Opor tet me tertia die defunctione carnis meæ destruere longævæ mortis potentiam. Oportet me corporis miei lucernam accendere his qui in tenebris et um bra mortis sedent”. Oportet me ascendere carne ubi sum Deitate. Oportet me offerre Patri Adam in me regnantem. Oportet me hæc omnia perficere, pro hoc enim meis astiti facturis. Oportet me ba ptizari nunc hoc baptismo, et postmodum cum con substantiale Trinitate baptismum omnibus donare hominibus. Fenera ad præsentem tuam dexteram dispensationem, sicut mihi mutuavit ad nativita tem vulvam mater. Demerge me Jordanicis fluentis his, quemadmodum quæ me genuit infantilibus involvit panis. Da mihi baptismum, sicut Virgo lac. Tene meum caput, quem colunt Seraphim: tene digito dexteræ tuæ: toue cum qui retinere permisit: tene eum qui pro hujusmodi factus est, et habet Spiritum: tene meum caput, quem si quis pie tenuerit, nunquam patitur naufragium. Baptiza me, qui futurus sum baptizare creden tes in aqua et Spiritu et igni; aqua valente purgare peccatorum sordes, Spiritu valeute terrenos effice re spiritales, igni incendere iniquitatis rham nos 3. Respondeus Jesus dixit ad eum: Sine modo, sic enim oportet nos implere omnem justitiam ". Sine mo:lo; concede, Baptista, temporis meæ dis pensationis silentium. Disce id quod ego volo, disce obtemperare ad ea quæ cogor, et non inquirere quæ ego cogito. Sine modo, nondum meam prædices Deitatem, nondum decantes labiis meum regnum, ut non sentiens tyrannus effugiat; sed mecum cu pit committere bellum. Dimitte diabol.ın ad præ sens mihi adire et bellare et accipere lenissimam plagam. Diniitte implere intentum, pro quo adveni super terram. Mysterium hoc quod hodie in Jo Jane finitur secretum mihi et meis mysterium est: non meui opus adimplens, sed sanationem vu!neratis adhibens. Mysterium magni mysterii mei lavacri præcursor et auspicium est mysterium. In his aquis perscribens hominum regenerationes cœ lestis laticis. Sine modo. Quando me videris Deo decibiliter in meis facturis quod mihi placet ope rantem, tunc in facturis hymnos compagina quando me videris leprosos mundantem, tune me Creatorem naturæ cominemora: quando me videris claudos cursores perficientem, tunc commoventium peduin et tu ad me, claude, lingua, articulose commoveto quando me videris mortuos a se pulcris resuscitare, tunc me cum surgentibus glo rifica sicut vitæ tributorem. Quando me videris sedentem a dextris Patris, tunc me Deum voca, sicut synthronum et coæternum Patri. Sine modo, sic enim oportet nos adimplere omnem justitiam. * Joan. 1, 29. at Matth. 11, 15 Puto ex Gr. tekstoŭtat, Puto ex Gr. sompinu. Ita cod. mendose. Cod. commovi tu, Cod. patris. * Luc. 1, Cod, incndose cogata. Scripsi dubitanter di 4. Ilunc audicus Baptista sermonem, præbens mentem et cavens mysterium quod accepit, mi nistravit divino præcepto. Erat enim religiosus si mul et clemens; et suam dexteram extendens simul contrementem, Deum baptizavit. Præsentium vero Judæorum procul positis cogitantium in se ipsis et ad invicem dicentium: Nunquid vane opinati sumus Joannem majorem esse Jesu? nunquid vane putaba mus illum meliorem hoc esse? nonne ipse baptis mus meliorationem baptistæ significat? nonne iste quidem baptizat sicut supereminens, ille vero bapti zatur sicut deterior? talia susurrantium qui ignora bant dispensationis mysterium, solus Dominus et gito. Recole p. 535, col. 1. Ita cod. Puto ex Gr. pélloviz. Cod. effici. Cod. ranos. Cod, cabens.

Homily II on the Baptism of ChristDe Baptismo Christi Sermo II

col. 1871–1872page 14 of 21
PG 88:1871που σφοδρώς. πάλιν, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ Εἰς τὸ, «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς ἐν ᾧ εὐδόκησα. α'. Ο μὲν φιλόστοργος οὗτος Πατὴρ διὰ τὴν περὶ ἡμᾶς στοργήν, ἔπεμψέν μοι τοῦ λόγου τὸ σύν θεμα, καὶ τὴν γεγενημένην δι' ἐμὲ παρ' ὑμῶν εἰ; αὐτὸν εὐφημίαν ημείψατο τῇ παρούσῃ δημηγορία, κέρδος οἰκεῖον ἡγούμενος τῶν αὐτοῦ τέκνων τὸ ὄμε λος· ἐγὼ δὲ χαίρων ἐδεξάμην τὴν προτροπὴν, καὶ θαῤῥῶν πάλιν ἐν ὑμῖν ἀφίημι τὴν φωνὴν, καὶ πρόθυ μές είμι τῶν προτέρων λόγων ἀποδοῦναι τὴν σύντε ξιν ήν βούλεσθε. Υπέδειξα γὰρ ὑμῖν τῇ προτέρ Κυριακῇ τὸν Χριστὸν μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ προς ερχόμενον τῷ βαπτίσματι· εἶτα τὸν Βαπτιστὴν ἐπι γνόντα τὸν προσελθόντα Δεσπότην, καὶ παραιτούμε τον δοῦναι τὸ βάπτισμα τῷ δεδωκότι τὸ βάπτισμα. Ὕστερον δὲ τὴν διακονίαν τῆς οἰκονομίας πληρώσαντα διὰ τὸ τοῦ Σωτῆρος επίταγμα. Υπέγραψα τον Θεὸν καὶ Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐρανόθεν ἐπιδιῶντα· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς ἐν ᾧ εὐδόκησα. Καὶ μέχρι ταύτης τῆς μαρτυρίας παραγενόμενος, κατέβην ἀπὸ τοῦ βήμα τος, τῆς ὥρας ἐκκιψάσης τοῦ λόγου τὸν δρόμον. Βού λομαι οὖν σήμερον ἀναλαβεῖν ὅπερ τότε διὰ τὴν στε νοχωρίαν ηναγκάσθην καταλιπεῖν, καὶ θέλω συν εψαι τῷ λόγῳ τὴν ἄλυσιν, ἵνα ταύτην κρατήσαντες, ἀνέλθητε δι' αὐτῆς πρὸς τὸν ταύτην χαλκεύσαντα. β'. Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς ἐν ᾧ είν δόκησα. Οὗτός ἐστιν ὁ σὺν ἐμοὶ πέμψας τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐφ' ἑαυτὸν, καὶ πάλιν όπερ έπεμψεν, ὑπου δεξάμενος Πνεῦμα. Οὗτός ἐστιν ἡ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἐξ ἐμοῦ γεννηθείς· γεννηθεὶς, οὐ κτισθείς. γεννηθείς, οὐ χειροτονηθείς, Υἱὸς γεννηθεὶς ἐξ ἐμοῦ μόνου, μονογενής, μονογενώς· ὡς οἶδα μέ νος ἐγώ, καὶ ὡς αὐτὸς μόνος ἐπίσταται. Οὗτός ἐστιν ὁ τῆς ἐμῆς τελειότητος τέλειος χαρακτήρ. Οὗτός ἐστιν ὁ τὴν ἐμὴν θεότητα χαρακτηρίζων ἐν
col. 1873–1874page 15 of 21
PG 88:1873ἑαυτῷ. Οὗτός ἐστιν ὁ τὴν ἐμὴν ὑπόστασιν ἐξεικον! ζων σαφῶς· Υἱός ἐστιν ἐμὸς, οὐκ ἀλλότριος· Υἱός ἐστιν ἐμᾶς, ἐκ τῆς ἐμῆς οὐσίας ἀσωμάτως, ἀρεύστως, ἀχρόνως ἐκλάμψας, οὐκ ἐξ ἑτέρας υποστάσεως ανακύψας Υἱός ἐστιν ἐμὸς φύσει, οὐ χάριτι· Υιός ἐστιν ἐμός, συναΐδιός μοι, οὐ νεώτερος, οὐ δεύτερος, οὐχ ὕστερον προσγενόμενος Υιός ἐστιν ἐμᾶς, ἐμού στός μοι, οὐκ άλλοούσιος· ὁμοούσιος μοι ὡς φῶς ἐκ φωτός, ὡς ζωὴ ἐκ ζωῆς, ὡς πηγὴ ἐκ πηγῆς, ὡς ἀλή θεια ἐξ ἀληθείας, ὡς δύναμις ἐκ δυνάμεως, ὡς Θεὸς ἐκ Θεοῦ· ἐγὼ ἐγέννησα, οὗτος γεγέννηται· ἐμοῦ δὲ καὶ τούτου, μέσον οὐδέν. Ἐγὼ ἐγέννησε ὡς ἔπρεπέν μοι γεννήσαι πεφυκότι θεῷ· οὗτος γεγέννηται ὡς ἔπρεπεν αὐτῷ γεννηθῆναι Θεῷ λόγῳ τυγχάνοντι. ᾿Ανθρώπινον τὸ τῆς γεννήσεως ὄνομα, ἀλλὰ μυστικὸν τὸ ὑπερχρόνιον γέννημα χρόνος οὐκ οἶδεν τῆς ἐμῆς γεννήσεως τὸ μυστήριον· οὔπω γὰρ ἦν· ἄγγε λοι ταύτην οὐκ ἴσασιν· ὕστερον γὰρ αὐτῆς γεγόνασιν. γ. Τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ Σεραφὶμ τα πολυόμματα καὶ πολυπρόσωπα ταῖς πτέρυξιν ὡς χερσὶν τὰ ἐαν τῶν πρόσωπα καλύπτοντα, ἀπαύστως βου· "Αγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ· οὐ λέγουσιν, Αγιος, ἁγιώτερος, ἁγιώτατος· οὐ κατασκευάζουσιν ὑποδε κυῖαν, καὶ μικρὸν ἀναβεβηκυίαν, καὶ πάλιν ὑπερτέραν βαθμίδα θεότητος οὐ τέμνουσιν τὴν μίαν οὐσίαν εἰς ἀνίσους ἀρχάς· οὐ δογματίζουσιν ἃ μὴ βλέπουσιν· ὑμνοῦσιν, οὐ πολυπραγμονοῦσιν, ὃν σέ βουσιν· προσκυνοῦσιν, οὐ λογοθετοῦσιν τὴν τῆς Τριά δος ταυτότητα· ἴσην ἐμοὶ καὶ τῷ Υἱῷ μου τὴν ὑμε νῳδίαν προσφέρουσιν, καὶ βίον ἔχουσι τὸν ἀπερίεργον ὕμνον· καὶ ζωὴν κέκτηνται τὴν ἀπράγμονα μελ ῳδίαν. Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ τοῦ πε ποιηκότος αὐτοὺς, οὐκ ἐρευνῶσιν τὴν οὐσίαν τοῦ ποιητοῦ· οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται τὴν δόξαν αὐτοῦ, φαινόμενοι, οὐ φθεγγόμενοι. Οἱ προφῆται τὸν ἀκατάληπτον καταλαβεῖν οὐ δεδύνηνται· καὶ γὰρ πᾶσα τῶν ἀνθρώπων ἡ φύσις ἀτονεῖ πρὸς τὴν τούτου κατάληψιν· νοῦς οὐκ ἰσχύει χωρῆσαι τὸν ἀχώρητον· λόγος οὐ δύναται τὸν ἐνανθρωπήσαντα Θεὸν περιλαβεῖν· πιο στις μόνη κατανοεῖ τὸν ἀθέατον· πίστις μόνη πλη σιάζει τῷ ἀπροσπελάστῳ, ὅσον ἐγχωρεῖ, καὶ ὅσον ἐν δέχεται. δ. Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς ἐν ᾧ εὐδόκησα. Οὗτός ἐστιν συνεργὸς ἐμὸς, ἀλλ' οὐχ ὑπο ουργός· οὗτος ἐδημιούργησεν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν· οὗτος τοῦ στερεώματος τὸν κύκλον ἐπὶ τὰ ἄνω κυρτώσας, ἐπὶ τὰ κάτω λεάνας ἐξήπλωσεν· οὗτος τὴν ὁρωμένην όψιν τοῖς ἄστροις ὡς ὀφθαλμοῖς και εποίκιλες· οὗτος ἐποίησεν τὸν ἥλιον τῆς ἡμέρας ἡμε μόνα καὶ στρατηγόν· οὗτος παρέζευξεν τῷ νυχτερ τῷ ζόφῳ τῆς σελήνης τὴν αἴγλην ἀποδιώκουσαν τῆς νυκτὸς τὴν κατήφειαν· οὗτος ἐξέχεεν τοῦ ἀέρος τὴν ἀπαλὴν φύσιν εἰσπνεομένην εὐκόλως παρὰ τῶν ἐμ πολιτευομένων αὐτῷ, καὶ περισχιζομένην εύμαρος τοῖς προσώποις τῶν βαδιζόντων, καὶ πάλιν κατὰ νώ
col. 1875–1876page 16 of 21
PG 88:1875τον συναπτομένην ἀλύπως· οὗτος ἐνέθηκεν της λα γέσιν τῆς γῆς τῶν καρπῶν τὰς γονάς, πρόσταγμα καθάπερ σπέρμα καταβαλών, καὶ τοῖς μυρίαις φωτοῖς καὶ τοῖς ἄνθεσιν ἐστεφάνωσεν ταύτης τὸ πρόσω που οὗτος μεταξὺ τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης τὴν λεπτήν ψάμμον μεθόριον ἔπηξεν, ήνπερ ἡ θάλασσα βλέπουσα, μένει τῶν ἑαυτῆς ὅρων ἐντὸς, οὐ τολμῶσα παρ ελθεῖν, οὔτε πλεονεκτῆσαι τὴν ὅμορον γῆν· οὗτος ἐτεκτήνατο τῶν ὡρῶν τὰς τροπάς, καὶ τῶν καιρῶν τὰς ἐναλλαγὰς, καὶ τῶν χρόνων τὰς ἀλείπτους διαδς. χάς· οὗτος συνεστήσατο τὴν ὁρωμένην καὶ τὴν ἀόρα τον κτίσιν, οὐ χρόνου συνεργοῦ δεηθεὶς, οὐ πένῳ καὶ καμάτῳ δουλωθεὶς, ἀλλὰ θελήσας μόνον, καὶ πάντα ῥᾳδίως παραγαγών· ἐνένευσε γὰρ, καὶ τὸ νεῦμα ταῖς οὖσιν οὐσία γεγένηται· ἐνεθυμήθη μόνον, καὶ τὸ ἐνα θύμημα πρᾶγμα γενόμενον ἵστατο· ἐκάλεσε τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα, καὶ πάντα καθάπερ προφεστῶτα καὶ δοῦλα πρὸς τὴν Δεσποτικήν κλήσιν μετὰ δρόμου συνέδραμεν· οὗτός ἐστιν πρὸς ὂν κοινολογούμενος εξ που Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν· οὗτός ἐστιν ὁ σὺν ἐμοὶ πλάσας τὸν ἄνθρωπον, καὶ διὰ τὸν ἄνθρωπον γενόμενος ἄν θρωπος, οὐ τραπεὶς εἰς ἀνθρώπου· γενόμενος ἄνθρωπος, οὐ μεταβληθεὶς εἰς ὃ γέγονεν γενόμενος ἄνθρωπος, τῷ λαβεῖν τὴν τῆς ἀνθρωπότητος ἀπαρχήν, οὐ τῷ ἀποβαλεῖν τὴν τῆς θεότητος ἀστραπήν· γενόμενος ἄνθρωπος, καὶ μείνας Θεός. ε'. Οὗτός ἐστιν ὁ τῶν ἐμῶν κόλπων μὴ χωρισθεὶς, καὶ τῆς Μαρίας τοὺς κόλπους καταλαβών· ὁ καὶ ἐν ἐμοὶ μένων ἀχωρίστως, καὶ ἐν ἐκείνῃ γενόμενος ἀπεριγράπτως· ὁ καὶ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ὑπάρχων ἀδιαιρέτως, καὶ ἐν τῇ παρθενικῇ μήτρα διαιτώμενες ἀμολύντως· ἦν γὰρ κτίσας οὐκ ἐμολύνθη, ταύτην οὐδὲ κατοικήσας ἐχράνθη· οὗτός ἐστιν ἡ προελθὼν ἐκ μακαρίας γαστρός, ὡς ἐκ παστάδας ἀνυμφεύτου νυμφίος φαιδρός· ὁ τιμήσας τῇ γεννήσει τὴν γέννησιν τῶν γηγενῶν, καὶ σφραγίσας τῷ τόκῳ τὴν παρθενίαν τῆς τεκούσης αὐτόν· ὁ διὰ τῶν τῆς παρ θενίας πυλῶν εἰσελθὼν εἰς τὸν κόσμον, ὅθεν οὐκ ἀπὸ έστη ποτὲ, καὶ τῶν τῆς ἁγνείας πυλῶν οὐ συντρίψας τὰ κλεῖθρα· ὁ παρὰ τῆς μητρὸς αὐτοῦ βασταχθείς, καὶ φέρων τὰ σύμπαντα· ὁ δεηθείς γάλακτος ὡς βρέφος, καὶ τρέφων πᾶσαν τὴν κτίσιν, ὥστε αὐτῆς τροφεύς· ὁ σπαργάνεις παιδικοῖς περιβληθεὶς ὡς παιδίον, καὶ λύων ὡς Θεὸς τῶν ἁμαρτημάτων τὰ σπάργανα· ὁ ἐπὶ φάτνης ἀναπεσών, καὶ παρὰ τοῦ ἀστέρος ὑποδειχθεὶς ὡς τῶν ἀστέρων δημιουργός· ὁ παρὰ τοῦ Ἡρώδου πολεμηθείς, καὶ παρὰ Συμεῶνες τοῦ προφήτου καὶ ἱερέως Κύριος προσαγορευθείς· ὁ κατελθὼν εἰς Αἴγυπτον καὶ σείσας τὰ χειροποίητα τῆς Αἰγύπτου, καὶ πληρώσας τὴν ἐμὴν προφητείαν τὴν λέγουσαν· Εξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν Υἱόν μου ὁ προκόψας τῇ τοῦ σώματος ἡλικίᾳ, ἀλλ' οὐ τῇ θείᾳ οὐσίᾳ· ποῦ γὰρ εἶχεν προκύψαι ὁ πανταχού παρών, ὁ παρὰ τοῦ Βαπτιστοῦ βαπτισθεὶς, καὶ φωτίσας τὴν κτίσιν; τ'. Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ἀγαπητὸς, ἐν ᾧ εὐδόκησα. Οὐκ ἔστιν ἄλλος ὁ ἐμὸς Υἱὸς, καὶ ἄλλος ὁ της Μαρίας Υιός· οὐκ ἔστιν ἄλλος ὁ ἐν τῷ σπηλαίῳ καταβληθεὶς, καὶ ἄλλος ὁ παρὰ τῶν Μάγων προσαυ
col. 1877–1878page 17 of 21
PG 88:1877νηθείς· οὐκ ἔστιν ἄλλος ὁ βαπτισθείς, καὶ ἄλλος ὁ μὴ βαπτισθείς· ἀλλ᾽ οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου, οὗτος ὁ εἷς ὁ νοούμενος καὶ βλεπόμενος· εἷς ὁ ἀόρατος καὶ ἐρώ μενος παρ' ὑμῶν· ὁ ἀΐδιος καὶ πρόσκαιρος· ὁ αὐτὸς ὁμοούσιος ἐμοὶ τῇ θεότητι, καὶ ὁμοούσιος ὑμῖν τῇ ἀνθρωπότητι κατὰ πάντα χωρὶς ἁμαρτίας. Μη ζητή σητε τῆς σαρκὸς αὐτοῦ πατέρα ἐπὶ τῆς γῆς, ἀπάτωρ γὰρ κάτω· μὴ ζητήσητε τῆς θεότητος αὐτοῦ μητέρα ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἀμήτωρ γὰρ ἄνω μὴ μερίσητε την θεότητα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἀνθρωπότητος αὐτοῦ· μὴ γέ νησθε τῶν ἀμερίστων κακοὶ μερισταί· μὴ διέλητε τὴν ἀνθρωπότητα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς θεότητος αὐτοῦ ἀδιαίρετος γὰρ αὕτη καὶ ἀσύγχυτος μετὰ τὴν ἔνω σιν· μὴ χωρίσητε τὰ ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ γνωρίσατε τὰ ἐν αὐτῷ· μὴ ποιήσητε δύο πρόσωπα τὸ ἓν πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ· μὴ χειροτονήσητε δύο μονογενεῖς τὸν ἕνα Μονογενῆ· μὴ στήσητε ἀνὰ μέρος τὸν ἐμὸν Υἱὸν, καὶ ἀνὰ μέρος τὸ ληφθέν παρ' αὐτοῦ· μὴ τολμήσητε δι ελεῖν τὴν ἀσύγχυτον ἕνωσιν, ἣν διαιρεθῆναι ἀδύνα τον μήτε Θεὸν γυμνόν, οὔτε ἄνθρωπον ψιλόν ὑπο οπτεύσητε τὸν ἐνανθρωπήσαντα Κύριον. Ἀλλὰ Θεὸν ἅμα καὶ ἄνθρωπον πιστεύσατε τὸν αὐτόν· ἀεὶ μὲν ὄντα καὶ προόντα Θεόν, οὐκ ἀεὶ δὲ καὶ ἄνθρωπον· ἐξ ἐκείνου δὲ γενόμενον καὶ ἄνθρωπον καὶ ὄντα, ἐξ οὗ περ θελήσας ἐπελάβετο τοῦ σπέρματος Αβραάμ. ζ'. Κἂν ἴδητε τοῦτον τὸν ἐμὸν Υἱὸν πεινῶντα, ἢ διψώντα, η καθεύδοντα, ή βαδίζοντα, ἢ κοπιῶντα, ἢ μαστιζόμενον, ἢ σταυρούμενον ἑκουσίως, ἢ της ἥλοις κατεχόμενον ἀπὸ γνώμης, ἢ νεκρούμενον ἰδίῳ θελήματι, ἢ φρουρούμενον ὡς νεκρὸν ἐν μνήματι, τῇ σαρκὶ αὐτοῦ ταῦτα προσνείματε· καὶ πάλιν, ἐὰν ἴδητε τοῦτον τὸν ἐμὸν Υἱὸν, λέπραν ἀποξέοντα ῥήματι, πήρωσιν ὀμμάτων πηλῷ θεραπεύοντα, την φύσιν πλάττοντα νεύματι, ἐκ πέντε ἄρτων πεντακισχιλίους κορεννύντα, καὶ ταῖς παλάμαις τῶν μαθητῶν ὡς ἀργύραις ἐγγεωργούντα κόρον αὐτοσχέδιον ἀγεώργητον, τὴν θάλασσαν μαινομένην καὶ μιμουμένην τὰς τῶν ὀρέων κορυφὰς ἐξομαλίζοντα τῇ φωνῇ, τὸ πέλαγος ὡς ἔδαφος πεζεύοντα, τοῖς δαίμοσιν ὡς ἀνδραπόδοις δεσποτικῶς ἐπιτάττοντα, τῇ θεότητι αυτ τοῦ ταῦτα προσάψατε. Μὴ ἄλλου τινὸς τὰ ὑψηλὰ τῶν πραγμάτων, ἄλλου δέ τινος τὰ ταπεινὰ τῶν γινομέ των νομίσητε, ἀλλὰ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ, κἀκεῖνα καὶ ταῦτα λογίσασθε· αὐτοῦ γὰρ τὰ θεῖα πάντα, αὐτοῦ τὰ ἀνθρώπινα πάντα, αὐτοῦ τὰ δημιουργήματα, αυτ τοῦ τὰ παθήματα· εἷς γὰρ καὶ ὁ αὐτός ἐστιν Υἱὸς ἐμὸς, τὰ τῆς ἑαυτοῦ θεότητος ἐργαζόμενος ἔργα, καὶ τὰ τῆς ἑαυτοῦ σαρκὸς οἰκειούμενος ἅπαντα. Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα. Οὗτός ἐστιν ἄμπελος, καὶ θύρα τῶν τέως πλανωμένων προβάτων· ἄμπελος ἡ ἐν οὐρανοῖς ἔχουσα την ῥίζαν, ἐπὶ γῆς δὲ τὰ κλήματα· ἄμπελος κλαδευομένη τὸ σῶμα, ἀλλ' οὐ ξηραινομένη την ρίζαν· ἄμπε λος μετὰ τρίτην ἡμέραν τοῦ κλαδευθῆναι, βλαστά. νουσα τὸν βότρυν τῆς ἀναστάσεως. Οὗτός ἐστιν ἡ Ούρα· δι' αὐτοῦ γὰρ ὁ πιστεύων εἰσέρχεται πρός με. Οὗτός ἐστιν μεσίτης ἐμὸς καὶ τῶν δούλων αὐτοῦ συνάπτει γάρ μοι τοὺς προσκεκρουκότας ἐν αὐτῷ.
col. 1879–1880page 18 of 21
PG 88:1879Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου καὶ ἀμνὸς, οὗτος ἱερεὺς καὶ ἱερεῖον, ὁ αὐτὸς προσφέρων και προσφερόμενος. 6 αὐτὸς θυσία γενόμενος, καὶ αὐτὸς τὴν θυσίαν δεχό μενος η'. Ταῦτα μὲν οὖν μετὰ τὸ βάπτισμα παρὰ τὸν Ιορδάνην περὶ τοῦ Μονογενοῦς ἐμαρτύρησεν ὁ Παν τήρ. Ὅτε δὲ βλεπόντων τῶν μαθητῶν ὁ Χριστὸς ἐν τῷ ὄρει μετεμορφώθη, καὶ τὸ πρόσωπον μαρμαρα γὰς ἀφῆκεν ἀποκρυπτούσας τὰς τοῦ ἡλίου μαρμαρο γὰς, καὶ τότε πάλιν τὴν αὐτὴν ἀφῆκε φωνήν. Ούτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα. Πολλάκις ὁ Πατὴρ Υἱὸν ἀποκαλεῖ τὸν Υἱὸν, καὶ τῇ φωνῇ καθάπερ χειρὶ κρατεῖ τὸν Μονογενῆ, διὰ τοὺς λέγοντας ἐν χρόνῳ γεγενῆσθαι τὸν ἄχρονον, διὰ τοὺς συναριθμούντας τῇ κτίσει τὸν ἐργάτην τῆς κτίσεως, διὰ τοὺς δουλαγωγοῦντας τὸν ἐλευθερωτήν, διὰ τοὺς ἀναπλάττοντας ἄλλον καὶ ἄλλον υἱόν διὰ τοῦτο συνεχῶς ἐπιμαρτύρεται· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, ἐν ᾧ εὐδόκησα, αὐτοῦ ἀκούετε. εἴπη· Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοὶ· αύ τοῦ ἀκούετε. Ἐὰν εἴπῃ· Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ, εώρακε τὸν Πατέρα, αὐτοῦ ἀκούετε ὡς ἐπαληθεύοντος τοῖς πράγμασιν. Ἐὰν εἶπη· Ο πέμψας με Πατήρ, μεί ζων μου ἐστιν, τῇ οἰκονομίᾳ τῆς συγκαταβάσεως αὐτοῦ τὴν φωνὴν προσαρμόσατε. Ἐὰν εἴπῃ· Τοῦτό ἐστιν τὸ σῶμά μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν βλέπετε τὸ σῶμα τὸ δεικνί μενον παρ' αὐτοῦ· βλέπετε τὸ ληφθὲν ἐξ ὑμῶν, καὶ γενόμενον αὐτοῦ, καὶ ὑπὲρ ὑμῶν συντριβόμενον. Ἐὰν εἴπῃ· Τοῦτό ἐστιν τὸ αἷμά μου, τοῦ λαλοῦντος ὑμῖν αἷμα νομίσητε, μὴ ἄλλου τινὸς παρ' αὐτόν. Ἐὰν εἴπῃ· Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θα νάτου, τῇ ψυχῇ αὐτοῦ τῆς λύπης τὸ πάθος προσω άψατε θ'. Ταῦτα παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς δεδιδαγμεθα ταῦτα παρὰ τοῦ μενογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τε και δεύμεθα· ταῦτα παρὰ τῶν ἁγίων Γραφών διηγόρευται· ταῦτα παρὰ τῶν ὁσίων Πατέρων κεκήρυκται. "Α τοίνυν παρειλήφαμεν, ταῦτα φυλάξωμεν & μετ μαθήκαμεν, ταῦτα κρατήσωμεν. Τί μαχόμεθα πρὸς άλλήλους εἰκῆ; Τί πολεμοῦμεν ἀλλήλους οι προστεταγμένοι καὶ τοὺς μισοῦντας φιλεῖν; Τί τὸ πιστεύειν ἀφέντες, τεχνολογοῦμεν τὴν πίστιν; Εγεννήθη, οὐκ ἐγεννήθη· ἔπαθεν, οὐκ ἔπαθεν· ἀνέστη, οὐκ ἀνέστη. δικαζόμεθα τῷ Λυτρωτῇ; Τί λογοθετοῦμεν τὸν χιν, εὐεργέτην; Απαξ ὡς ἠθέλησεν παρεγένετο, καὶ πέο πονθεν, καὶ ἀνέστη, καὶ παραγίνεται κριτής ζώντων καὶ νεκρῶν, καὶ παραγίνεται καθὰ καὶ ἤδη παρεγένετο μετὰ τῆς ἡμετέρας μορφῆς. Οὐ γὰρ ἀπελύσατο ταύτην ἣν τοσοῦτον ἠγάπησεν, οὐκ ἀπέρριψεν ταύ την ἣν τοσοῦτον ἐφίλησεν, οὐ κατέλιπεν ἐν τῷ μνή ματι τὴν σάρκα αὐτοῦ ἢν διὰ φιλανθρωπίαν ήνωσεν ἑαυτῷ καθ' ὑπόστασιν· ἀλλ' οὕτως παραγίνεται πάν σε
col. 1881–1882page 19 of 21
PG 88:1881δεν κρῖναι ζῶντας καὶ νεκροὺς, ἵνα ἴδῃ Ἰούδας τίνα πέπρακεν τοῖς Κυριοκτόνοις, ἵνα θεάσωνται Ἰουδαῖοι ποίαν κεφαλὴν ταῖς ἀκάνθαις ἐστεφάνωσαν, ἵνα ὅταν ἴδωσιν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ θρόνου καθήμενον, καὶ τὰ Χερουβὶμ μετὰ φόβου και τρόμου παριστάμενα, καὶ εἴπωσιν· Ἡμεῖς τοῦτον οὐκ ἐσταυρώσα μεν, αλλά τινα Ἰησοῦν Ναζωρηνὸν Βηθλεεμίτην κατα εκρίναμεν, ὑποδείξει αὐτοῖς τὴν πλευράν, καὶ ἴδωσιν εἰς ὃν ἐξεκέντησαν, καὶ προσκυνήσωσιν καὶ μὴ θέ λοντες. ε'. [Τί τοίνυν τὸ πιστεύειν ἀφέντες τεχνολογοῦμεν τὴν πίστιν; Τί πληροῦμεν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κοινοῦ δυσμενούς; Λογισάμενος γὰρ ὁ διάβολος ὁ κοινὸς τῆς ἀνθρωπότητος λυμεών, ὅτι γαλήνης ἐν ἡμῖν πολιτευομένης, τὰ τῆς εὐσεβείας ἀνθεῖ, τῆς δὲ πίστεως λαμπούσης ευζωΐα κρατεῖ· πολιτείας δὲ θεοφιλούς κατορθουμένης, μακαριότητος δὲ μέσα ζούσης φίλοι τοῦ Δημιουργοῦ καθιστάμενοι πρὸς τὸν ποθούμενον ἀνατρέχομεν ἵνα μὴ ἀν έλθωμεν ὅθεν ἐκεῖνος κατέπεσεν, ὁρᾶτε τί πο ποίηκεν, καὶ πῶς πανούργως καὶ δολερῶς καθε ἡμῶν ἐραψῴδησε πόλεμον, ὁ μηχανοράφος τῶν κα κῶν, καὶ σοφὸς ἐν ἀπάταις, καὶ ποικίλος ἐν ἐπιβουλαῖς, καὶ πλούσιος ἐν τοῖς κακοῖς μηχανήμασι; Παρ εσκεύασέν τινας ἐν προσχήματι τῆς εὐσεβείας στρατεύεσθαι, καὶ τῆς πίστεως τήν ζήτησιν κατὰ τῆς πίστεως ώπλισεν καὶ πᾶσι τοῖς εὐσεβέσιν δι' αὐτῶν ἄχαιρον φιλονεικίας καὶ ψυχοφθόρον ἐνέβαλε πόλεμον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὰ μέλη κατ' ἀλλή λων ἐστράτευσεν· εἶτα γελᾷ πλατύν γέλωτα, βλέπων τοὺς πειθομένους αὐτῷ ταῖς βουλαῖς τερπομένους παρ' αὐτοῦ, καὶ τέρποντας αὐτὸν οἷς κατ' ἀλλήλων ἐργάζονται, καὶ οὐδὲ μετὰ τὴν πεῖραν τῶν κακῶν. Στρέφωμεν τοίνυν κατὰ τῆς πονηροῦ κεφαλῆς τοῦτο δὲ τὸ σοφόν, καὶ τὴν εὐφροσύνην αὐτοῦ μετα βάλωμεν εἰς ὀδύνην καὶ πένθος ἀπαρηγόρευτον· καὶ ποθήσωμεν τὴν εἰρήνην, ἣν ἐκεῖνος μισεῖ· καταλείπωμεν τὸ ζυγοστατεῖν καὶ σταθμίζειν τὰς λέξεις τοῦ δόγματος· παυσώμεθα τοῦ θέλειν εἶναι τῶν διδα σκάλων διδάσκαλοι· μισήσωμεν τὸ λογομαχεῖν ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων· πιστεύσωμεν ὡς οἱ Παν τέρες ἡμῶν παρέδωκαν· οὐκ ἐσμὲν τῶν Πατέρων σου φώτεροι· οὐκ ἐσμὲν τῶν διδασκάλων ἡμῶν ἀκριβέ στερο:· οὐκ ἐσμὲν τῶν ποιμένων ποιμένες, ἀλλὰ πρόβατα· οὐ ποιμαίνει τὰ πρόβατα τοὺς ποιμένας, ἀλλ᾽ οἱ ποιμένες τὰ πρόβατα. Ἐν εἰρήνῃ κέ κληκεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς, οὐκ ἐν μάχῃ· ὡς ἐκλήθη μεν, οὕτως ἐμμείνωμεν. Φρίξωμεν τὴν μυστι καὶ ἔξω φιλόνει χοι, κρατούσης. ἐπέλθωμεν. δολερώς. παρασκευάζει. ΕΙ. ζυγομαχείν. ἐκάλεσεν προσμείνωμεν.
col. 1883–1884page 20 of 21
PG 88:1883κὴν τράπεζαν ἐν ᾗ τῶν οὐρανίων μυστηρίων μεταλαμβάνομεν· μή γινώμεθα κατά ταυτόν ὁμοτράπεζοι, καὶ ἀλλήλων ἐπίβουλο:· μὴ ἐνταῦθα κανω νικοί, καὶ ἔξω φιλόνεικοι μὴ ἐνταῦθα ὁμόπιστοι, καὶ ἔξω ἕτερόφιλοι, ἵνα μὴ εἴπῃ καὶ περὶ ἡμῶν ὁ Κύριος· Υἱοὺς ἐγέννησα, καὶ ὕψωσα, καὶ ἔθρεψα ἐκ τῆς ἐμῆς σαρκὸς, αὐτοὶ δέ με ἠθέτησαν. Αὐτὸς δὲ ὁ τῶν ὅλων Σωτήρ, ὁ τῆς εἰρήνης δι μιουργός, τὸν φιλοτάραχον και φιλοπόλεμον διάβολον ἐξ ὑμῶν ἀπελάσειεν· αὐτὸς ταῖς Ἐκκλησίαις ἑαυτοῦ τὴν γαλήνην βραβεύσειεν· αὐτὸς τὴν ἱερὰν ταύτην ἀγέλην τηρήσειεν· αὐτὸς τὸν ἀγελάρχην φυλάξειεν αὐτὸς τὸν εὐσεβῆ καὶ φιλόχριστον ἡμῶν βασιλέα φρουρήσειεν· αὐτὸς συναθροίσειεν εἰς τὰς ἑαυτοῦ μάνδρας τὰ πλανώμενα πρόβατα, ἵνα γένηται μία ποίμνη, ἐν ποιμνίον. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. καθ' ἑαυτῶν. ἐπίβουλοι. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥΠΟΛΕΩΣ ΔΗΜΗΓΟΡΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΟΝ. Ἐγὼ μὲν, ὦ ἄνδρες Ῥωμαῖοι τὴν προσηγορίαν καὶ τὰ πράγματα, ᾤμην ἐκ παλαιοῦ τὴν ὑμῶν παρ' ἡμᾶς ἄφιξιν ἔσεσθαι, κοινωσομένων τὰ παρόντα, βουλήν τε ληψομένων ἣν ἢ πρὸς ὑμᾶς εὔνοια κατα επαγγέλλεται, τοῖς προλαβοῦσιν οὐκ ἐνδοιαστῶς με βαιωθεῖσα, ὅτε τὸν νηΐτην ὑμῶν κλόνον καὶ τὸν ἐν τεῦθεν σάλον, τοῖς ἐπιτηδείοις ἐδεξιοῦμεν. Αλλ' ἐπεὶ μέχρι τοῦδε παρῶπται, ἴσως ἄνωθεν οὐκ ἐνδοσίμου γενομένου, ἵνα Πέρσαι μὲν τὴν Ῥωμαίων τέλεον ἀνδρείαν ἐκμάθοιεν, πρὸς ἀνδρῶν ἀστρατηγήτων έχε πολεμηθέντες· ἡ δέ γε ὑμῶν ἀκραιφνής εὔνοια διά πάντων βεβαιωθείη, τῷ καιρῷ βασανισθεῖσα, καὶ τοῖς ἔργοις μαρτυρηθεῖσα. Δεδείχατε γὰρ ὡς εἰ καὶ πρὸς τοὺς στρατηγήσαντας ὑμῶν τὴν λύπην ἐκληρώσασθε, οὐδὲν ὑμῖν τοῦ πολιτεύματος προυργιαίτερον. φέρε νῦν περὶ τῶν πρακτέων σκοπήσωμεν. Βασιλεὺς ὑμᾶς προσκαλεῖται, πάντων τῶν ἡγησαμένων ἀμνη στίαν κατεπαγγελλόμενος, τὴν ἐς τὴν πολιτείαν ὑμῶν εὔνοιαν, καὶ τὴν παρὰ τὸν πόλεμον ἀνδρείαν ὲς ἱκετηρίαν καὶ θαλλοὺς δεξάμενος· ταῦτα τοὺς ὑμῖν τῆς ἀφέσεως ενέχυρα πάντων ἀσφαλέστατα καί φησιν, ὡς Εἰ ὁ Θεὸς τῇ εὐνοίᾳ τὸ πλέον δέδωκε, καὶ τῶν ἁμαρτάδων ἐξωσθεισῶν ἡ ἀνδρεία διεφάνη, σαφῆς ἔλεγχος τῆς συγχωρήσεως γενομένη πως οὐχ ἔψομα: τῇ θείᾳ κρίσει; Καρδία βασιλέως έτ

Oration to the ArmyConcio ad Exercitum

col. 1885–1886page 21 of 21
PG 88:1885χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὗ ἂν θέλῃ κλίνει αὐτήν. Υπ είξατέ μοι οὖν, ὦ Ῥωμαῖοι, τάχιστα· καὶ μὴ κατα προδῶμεν τὸν παρόντα καιρόν, μηδὲ παρολισθίσοι διαμαρτών. Μισεῖ γὰρ κρατεῖσθαι διαδραμων, καὶ ὥσπερ ἀγανακτῶν ὅτι με παρώφθη, δύσληπτος εἶναι καθάπαξ οὐκ ἀνέχεται. Κληρονομήσατε οὖν τοὺς πατέρας τῆς εὐηκοΐας, ὥσπερ τῆς ἀνδρείας ἐκληρονομήσατε, ἵνα διὰ πάνω των Ρωμαίοι δειχθῆτε, και μηδείς ὑμῶν ἁψηται μῶμος, ἢ νενοθευμένους παῖδας δείξῃ. Ὑπὸ τοῖ; ὑπάτοις καὶ βασιλεῦσι ταττόμενοι, οἱ ὑμᾶς φύσαντες, πειθοῖ καὶ ἀνδρείᾳ τὸ οἰκούμενον ἅπαν προσεκτήσαντο. Μάλλιος Τουρκουάτος τὸν παῖδα στεφανώτας ἀνεῖλεν, ἀνδρισάμενον μὲν, ἀπειθήσαντα δέ. Τῶν γὰρ ἀγαγόντων εὐβουλίᾳ καὶ τῶν ἀγομένων εὐπει Θεία μεγάλα πεφύκασιν ἀγαθὰ κατεργάζεσθαι θάτερον δὲ τοῦ ἑτέρου χηρεύον, χωλεύει τε και περι τρέπεται, καὶ σφάλλεται πάντως, τῆς ἀρίστης ξυν ωρίδος διαλυομένης. Μὴ οὖν μέλλετε· πείσθητε δέ μο:, ἱερωσύνης βασιλείᾳ καὶ στρατῷ μεσιτευούσης καὶ δείξατε ὡς οὐ τυραννὶς τὰ ὑμέτερα, ἀλλὰ δικαία πρὸς μικρὸν ἀγανάκτησις κατὰ τῶν ἀδικησάντων ὑμᾶς στρατηγῶν. Εἰ γὰρ μὴ τὴν ταχίστην προς δράμοιτε, ἐγὼ μὲν ἐξοσιώσομαι καὶ τὴν ἐς τὴν πολι τείαν εύνοιαν, καὶ τὴν ἐς ὑμᾶς φιλίαν· ὑμεῖς δὲ σκοπεῖτε ποῖα τῶν τυράννων τὰ τέλη. Ποῖ γὰρ καὶ περανεῖτε τὰ παρόντα; Αθρόους εἶναι, τῶν ἀδυνά των. Πόθεν γὰρ ἡ τῶν ὡραίων συγκομιδή, ἢ ὧν ἐς ἀντίληψιν ἡ θάλασσα τῇ ἡπείρῳ δίδωσιν, εἰ μή γε πολεμούντες Χριστιανούς, καὶ πολεμούμενοι, τὰ πάντων αἴσχιστα δράσοιτε καὶ πείσοισθε; Καὶ ποῖ τὸ τέλος; Σποράδες γενόμενοι βιοτεύσοιτε. Αὐτόθεν παρὰ πόδας ἡ δίκη, συγγνώμην τοῦ λοιποῦ νέμειν οὐκ ἀνεχομένη. Δόντες οὖν δεξιάς, καὶ ἑαυτοῖς καὶ τῷ πολιτεύματι τὸ συνοῖζον σκοπήσωμεν, ὅτ' ἂν καὶ τὰς ἡμέρας τοῦ σωτηρίου πάθους, καὶ τῆς παναγίας ἀναστάσεως Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ συνεπιλαμβανομένας ἔχωμεν. Παρώφθη δύσληπτος. Καὶ ὥσπερ ἀγανακτῶν ὅτι γε παρώφθη, δύσληπτος είναι καθάπαξ οὐκ ἀνέχεται. ες ληπτός, εύληπτος Εὐβουλία -- εὐπειθείᾳ. εὐβουλία εὐπείθεια,
Page scan enlarged

Notebook

Full View