PG 100George of Nicomedia
George of Nicomedia, Metropolitan
Printed pages · scan text
vision-corrected · Migne scan
Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
col. 1335–1336page 1 of 109
MonitumOratio I
PG 100:1335Γεωργίου Νικομηδείας, Γεώργιος Νικομηδείας. Γεωργίῳ μητροπολίτη Νικομηδείας, κακῶν καὶ τῆς τυραννίδος ἐκτεινόμενον. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ, ΛΟΓΟΙ.
col. 1333–1334page 2 of 109

ORATIONES. NOTITIA. (LEQUIEN, Or. Christ. t.1 p. 593.) Synodo Constantinopolitanæ, quæ post sancti Ignatii obitum ob Photium restitutum coacta est, affuisse et subscripsisse legitur Georgius Nicomediæ, Sic profecto legendum, non ut Harduinus in editione Conciliorum Пpnyopiou, Gregorio. Photio nimirum arctissima conjunctus necessitudine erat Georgius Nicomediensis, quem prima vice, qua Constantinopolitan sedis compos fuit, ex magnæ ecclesiæ Chartophylace, Bithynie metropoli imposuerat. Id quod Photius ipse testatur epist. 24, quam ad ipsum scripsit Georgio Nicomedia metropolitæ. Alias quoque illi epistolas dedit, quæ exstant hodie: ac missis aliis, epist. 126, quæ Euschemoni Cæsareæ et eidem Georgio Nicomediæ inscribitur, veluti se Byzantina sede ejectum, ita illos quoque, ut par erat, Ignatio thronum suum recipiente ejectos significat. Illorum constantiam laudat atque fiduciam in Deum adversus malorum ingruentium tempestatem, quam tyrannidis intensionem vocare non dubitat vaferrimus simulator, ipse nuper Byzantinæ Ecclesiæ tyrannus, tbv xeɩµŵvz twY Nicomediensem itaque sedem Georgius Ignatio defuncto repetiit. Hujus utique sunt Homiliæ Georgii Nicomediæ, quas. Combefisius Græce Latineque evulgavit tom. 1 Auct. Bibl. PP. Græc., non anterioris qui tempore Heraclii imp. et Georgii Pisidæ claruerit, ut viro doctissimo visum est. Vide Leon. Allat. Diatriba de Georgiis, pag. 313. Georgius Nicomediæ metropolita apud doctissimum abbatem Nicolaum Papadopoli Prænot. mystag. resp. 6, sect. 7. De probationibus testium, n. 5, a Matthæo monacho citatus fertur lib. De traditionibus ecclesiasticis tit. De judicibus sacris. GEORGII, METROPOLITÆ NICOMEDIENSIS, ORATIONES. MONITUM. Quod olim parturiebam, ut Mariæ sacris pro concione laudatoribus, amplam in Georgio Nicomediensi offerrem ejus laudandæ segetem, modo tandem, Deo volis annuente, produco. Præclarissima offero devotissimi Mariæ laudatoris in eamdem, ejusque præsertim exòrdia, ac infantiam, monumenta; nt nihil hoc argumento præclarius forte, aut ediderit vetusta ætas, aut nova, nostraque viderit, Scio, cum aliis fore admirationi styli nitorem ac elocutionis gratiam, si modo ipsum, lector, Georgium apud ipsum, tibique per se loquentem, adire possis. Nihil enim meam moror versionem, quam etsi non malam omnino facere studui, haud tamen polliceri possim absolutam omnibus numeris, et ut ipsum in ea Georgium desiderare non possis. Epocham ipse Georgii plurimum desidero; tametsi ad Heraclii tempora referendam suadent, quæ illi ac Georgio Piside in aliis aliisque codicibus eadem inscripta exstent; tanquam unus idemque auctor exstat: quam difficultatem suo vir doctissimus Leo Allatius more illustrabit, ut quandoque suam de Georgiis lucubrationem juris publici faciat.

col. 1335–1336page 1 of 109
ΛΟΓΟΣ Α΄. Εἰς τὸν χρηματισμὸν τῆς συλλήψεως τῆς ἁγίας Θεοτόκου. Λαμπρὰ μὲν καὶ περιφανὴς ἡ τῆς παρούσης ἑορ τῆς τελετή· λαμπροτέρα δὲ τῇ τῶν ἐν ταύτῃ συν δραμόντων διανίσχει φιλοτιμία. Έχει μὲν γὰρ καὶ καθ' ἑαυτὴν τὴν διαφανή μεγαλοπρέπειαν, δημο σιεύει δὲ ταύτην τῇ τῶν συνερχομένων ὁμηγύρει καὶ φαιδρύνεται μὲν αὐτὴ διὰ τοῦ πλήθους, φαιδρύνει δὲ τὸ πλῆθος τῇ τῶν χαρίτων ἐπιλάμψει· οὐκ ἐκ μετοχῆς τινος τὴν τοῦ φωτὸς ἐπίτασιν δεχομένη τῇ μεταδόσει δὲ τὴν οἰκείαν εἰς τοὺς ἀγειρομένους " φανεροῦσα καὶ παραδεικνῦσα λαμπρότητα, τῇ περι φανείᾳ τῆς αἴγλης συνεπεκτείνεται. Καὶ ὥσπερ ὁ δρώμενος οὗτος ήλιος, ἔχει μὲν παρ' ἑαυτῷ καὶ τῶν ὄψεων αποκρυπτόμενος τὸ φαιδρότατον· διανίσχων δὲ καὶ ἐξ ηλιβάτων προκύπτων ορέων, ἐπὶ τὰ κάλ λιστα μὲν ἐφαπλοί τῆς κτίσεως τὰς ἀκτῖνας, τη ἐκείνων δὲ περιαυγάσει τὴν τοῦ θαύματος συνεπ τείνει μεγαλειότητα· οὕτω καὶ ἡ τῷ νοητῷ φωτὶ τῆς χάριτος ὑπεραυγαζομένη σήμερον ἑορτή, ἔχει μὲν καθ᾿ ἑαυτὴν τὸ ἀειλαμπές· ὑπερεκτείνει δὲ τοῦτο τῇ ἀναλόγῳ τῶν συντρεχόντων καὶ φωτιζομένων συνελεύσει. Οὐκοῦν ἐπειδὴ ταῖς μυστικαῖς αὕτη του πνεύματος ἀκτῖσι καταυγάζει, φωτίζονται δὲ πάντες οἱ ἐν ταύτῃ συνερχόμενοι, κρείττον ἂν εἴη παντός αἱρετοῦ προσδραμεῖν αὐτῇ προθύμους, καὶ φωτι σθῆναι· καταυγασθῆναι διάνοιαν, καὶ περιλαμφθῆναι φωτὶ, νέφει τῷ ἐπικήρῳ μὴ καλυπτομένῳ. Τοιαύτη γὰρ ἡ ἑορτῇ παρούσῃ εὐφροσύνης ἐφαπλουμένη λαμπρότης, καὶ οὕτω διαρκεστέραν, μᾶλλον δὲ ὑπερ φαξ τοῖς φαινομένοις τὴν αἴγλην ἐνίησι.
col. 1337–1338page 3 of 109
PG 100:1337Καλὰς ἡμῖν ὑποθέσεων, Γεωργίου χαρτοφύλακος, τοῦ ὕστερον γεγονότος μητροπολίτου Νικομηδείας. ἀσύμβολος ἀπεδόθη ἐν τῷ ναῷ τριετίζουσα ὑπὸ τῶν αὐτῆς γονέων. Καλὰς ἡμῖν ὑποθέσεων ἀρχὰς ἡ παροῦσα πανήγυρις δεί 522.]: Αἱ τῶν θείων πανηγύρεων ἐγκώμιον εἰς τὸν προφήτην Ζαχαρίαν καὶ εἰς Ελισάβετ τὴν προφῆτιν, ότε συν ἔλαβεν Ιωάννην τον Πρόδρομον καὶ Βαπτιστήν. Εκ ἀρχὴ τῷ κόσμῳ χαρᾶς τὰ πρὸς τὸν Ζαχαρίας του Αγγέλου Γαβριήλ εὐαγγέλια, και πρώτη πιστοῖς ἀγαλλίασις· τὸ τοῦ μεγάλου Προδρ Γεώργιος ἀρχιεπίσκοπος Νικομηδείας
Σήμερον γὰρ τῆς νοητῆς νεφέλης ἐφαπλοῦσθαι κηρυττομένης, αἱ τοῦ ἀδύτου μεν φωτός προανίσχουσι εἰς τὸν κόσμον ἀκτῖνες, τὸ κρατῆσαν δὲ τῆς ἀθεΐας ἀπομειοῦσθαι καὶ ἀπελαύνεσθαι ἄρχεται σκότος. Σήμερον τῆς τοῦ θεϊκοῦ σκηνώματος οίκο δομῆς μηνυομένης, οἱ τῆς εὐσεβείας μὲν καταπή γνυνται θεμέλιοι, ἐκ βάθρων δὲ τὰ τῆς ἀσεβείας ὀχυρώματα κατασείεται. Σήμερον τῆς βασιλικῆς ἐξυφαινομένης αλουργίδος, ἡ τοῦ τῶν ὅλων Βασιλέως προκαταγγέλλεται ενδημία· αἱ τῶν ἐκπεπολεμωμένων ἀνθρώπων προϋπογράφονται ὑπαλλαγαὶ [ισ. καταλλαγαί]· τὰ κατὰ τοῦ πολεμήτορος αὐτῶν προαναφωνεῖται τρόπαια. Σήμερον ἡ ῥίζα τῶν ἀγαθῶν ἐν ἀκάρπῳ προαγορευομένη φύεσθαι νηδύν, τὴν ἀποξηρανθεῖσαν ἡμῶν τῇ κακίᾳ φύσιν, νεοθαλῆ τῆς εὐσεβείας ἀναφύειν προμηνύει βλαστήματα. Σήμερον ἡ ἀδιόδευτος τοῦ βασιλέως έρειδο μένη πύλη, αὐτοῦ μὲν τῇ ὑπὲρ ἔννοιαν προετοιμάζεται διόδῳ· ἡμῖν δὲ βασίμους τὰς οὐρανίους προ κατασκευάζει πύλας. Σήμερον ἄγονοι πατέρες τῆς πολυγόνου τῶν ἀγαθῶν ἀφθονίας τὴν αἰτίαν εὐα γελιζόμενοι τίκτειν, παντὶ τῷ γένει τὴν τοῦ πλού του προευτρεπίζουσι μέθεξιν. Αλλ' ὡς δεδοξασμένον τὸ τούτων εἰς αἰῶνας συμπαρατείνεται μνημό. συνον! ὡς ἀναφαίρετον αὐτῶν διαμένει τὸ κλέος! ὡς μακαρία μὲν ἡ ἐκλογὴ, μακαριστὸν δὲ αὐτῶν τὸ ἐν ἀρεταῖς εὐδόκιμον, δι' οὗ καὶ τὸ ἐκλεγῆναι αὐτοῖς προσεγένετο! Τούτῳ γὰρ ἁπάντων κρατήσαντες όμο φυῶν προαιρέσεως μεγαλοφυΐα, τῇ κατ' ἐκλογὴν χαρισμάτων ὑπερανέβησαν μεγαλοπρεπείς. προετιμήθησαν γὰρ παντός τοῦ γένους, επειδή πάντων τῶν ὄντων τὸν Δημιουργὸν προετίμησαν. Προεκρίθησαν, ἐπειδὴ τὴν τοῦ Δεσπότου τῆς οἰκείας ζωῆς προκρι ναν ἀγάπην. Προεξελέχθησαν εἰς μυστηρίων λειτουργίαν, ἐπειδήπερ τὰ τοῦ ἐκλεξαμένου θελήματα μόνα πληροῦν διὰ παντὸς ᾑρετίσαντο· ἐδοξάσθησαν, ἐπειδὴ δι' οἰκείων αὐτὸν ἐδόξασαν ἔργων· ἐμεγαλύνθησαν τῇ τῆς χάριτος μεγαλοδωρεᾷ, ἐπειδήπερ αξίους ἑαυτοὺς τῆς τοιαύτης υποδοχής προκατα εσκεύασαν. Τοῦτο γὰρ αὐτοὺς τῶν προγεγενημένων ἁπάντων ὑπερετίμησε δικαίων. Τοῦτο αὐτοὺς τῶν ἐκείνοις ἐπιθυμητῶν κατηξίωσεν ἐναπολαῦσαι μυστηρίων· τοῦτο τῶν προφητευθέντων αὐτοῖς καὶ πολυποθήτως ἐπιζητηθέντων, τὴν τῆς ἐκβά σεως ἀρχὴν παραχθῆναι πεποίηκε. Διὰ τοῦτο τῶν συμφυλετῶν ἁπάντων προτεθέντες, τοῦ ἀσυγ κρίτου τετυχήκασιν ἀξιώματος. Ανεπίμικτον γὰρ τὸ βασίλειον τηρήσαντες γένος, ἀνόθευτον αὐτὸ καὶ ἀπαραχάρακτον ταῖς βασιλικαῖς διετήρησαν ἀρεταῖς. Οὐ παρεσύρησαν τοῦ τῆς ἀξίας ὑπερανεστηκότος πρὸς δουλοπρεπή τῶν ἡδονῶν ταπείνωσιν, ἀλλ᾽ ἀταπείνωτον τὸ μεγαλοπρεπὲς αὐτοῦ διασώζοντες, τῇ καταλλήλῳ μὲν αὐτοῦ διεβοήθησαν ἀνα κηρύξει, την Βασιλίδα δὲ τοῦ παντὸς, ὡς εὐσε
col. 1327–1328page 4 of 109

ANNO DOMINI DCCCLX. GEORGIUS NICOMEDIENSIS METROPOLITA. NOTITIA. (Fabric. Biblioth. Græca, ed. Harles, t. I, p. 9.) Georgius Nicomediensis (a) multa scripsit. Orationum valde elegantium meminit Possevínus, licet eum postea Gregorium nominet, fateaturque, scriptas reliquisse Orationes panegyricas centum et septuaginta, et exstitisse Constantinopoli. Namque in bibliotheca patriarchæ: Georgii, metropolita Nicomediae, Org. tiones panegyricæ valde pulchræ; et in Cantacuzeni: Georgii, metropolitæ, Liber panegyricas orationes complectens centum septuaginta, recensetur. Sed quis non videt, exscriptoris incuria id factum, ut pro Georgio Gregorius irrepserit? 1. Cumque in nonnullis orationibus modo Georgii Nicomediensis, medo Georgii, chartophylacis, in diversis codicibus profligatur: indicium non leve erit, eumdem esse Nicomediensem cum chartophylace; quod postea confirmavit codex perantiquus, in quo Oratio illa in Præsentationem -Virginis legebatur, cojus illud est principium: in titulo namque prænotabatur: Georgii, charlophylacis, qui postea fuit metropolita Nicomediensis. Quæ scripserat, aut scripsisse dicitur, et ab Allatio paulo uberius recensentur, in compendium redicere juvat, quod ea etiam maximam partem jam locis, a me citatis, a Fabricio-memorata sunt. Neque tamen discedam. 2. Georgii, chartophylacis magnæ ecclesiæ, Encomium în deductionem Deiparæ in templum ejusque consecrationem. V. supra, vol. X, p. 279. Inc. Þaidpdv tò tās naposons toptñs, etc. In bibl. Vaticana, Aitonii Augustini Veneta, in cod. Naniano 308. (V. Cat. codd. gr. Nau. p. 522, n. 23.) tribuitur Nicomediensi cum titulo ɛl; tà ɛloddia etc., In ingressum Deiparæ, cum trimula in templum est deducia. Eadem oratio est Mosquæ in cod. synodalis bibl. 271, n. 7, atque, sed cum inscriptione, quami Allatius sequen:i orat. præfixit, ibid. in cod. 171, n. 22. V. Matthæi Not. codd. Gr. Mosq. p. 169 et 403. Paris. in undecim codd. bibl. publicæ exstat Homilia in S. Deiparam, quando triennis templo reddita est. V. ind. ad Cat. mss. Regg. bibl. Paris. vol. II, p. xiv. Oxon. in bibl. Bodl. cod. Barocc. 180. - in cod. Bodlei. 2500; sed in cat. mss. Angliæ 1, p, 129, initium non additur. Quare nescio, num bæc sit, an sequens oratio: utraque autem Ibid. in cod. Selden, 53, sive n. 3383 dicti Catal. Vulgavit Gr. et Lat. Combefisius in Auctario novo Bibl. Patrum, Paris. 1648, fol. pag. 1069, cum notis, et aliis hujus Georgii Oratt. et Combeflsius Allatii codicem cum Mazariniano tertioque suo contulit. Harl. 5. Ejusdem chartophylacis Encomium alterum in eamdem festivitatem, siç thy drepaylav Oɛotókov, dts 1n sanctissimam Deiparam, quando ad templum ¿v tý únd est triennis a parentibus suis deducta. Princip. (n) Ad hunc Georgium Nicomediensem archiepiscopum ac metropolitam exstant Photii patriarchæ upistolæ plures, 84, 166, 210, 221, 224, 235, 243, 295, 296, 318, 380. flinc patet, eum recte a Caveo from. I. Hist. litter. SS. Eccles. p. 63, et ab Ondino tom. II, Commentar, de SS. Eccles. col. 332, seq.] putari vixisse circa a. C. 880, male vero a Combefisio in Auctario novo confundi cum Georgio Pisida et ad llerachi tempora referri, quod deinde ipse agnovit Combellsius in Bibl. concionatoria, [V. supra, vol. VIII, p. 643, not. i.] Hippolyto MaFaccio autem indignatur, quod in Maria suo Georgium sanctum appellasset. (b) Dedit idem Combefisins ibid. pag. 1091, ac præterea aliam homiliam ejusdem argumenti pag. 11:3, [quæ exstat sub nomine Georg. Nicom. Venet. In cod. Namian, cit. 308. 11. 24. V. cal, niem. p. quæ incipit aude. In bibl. Cæsarea exstat etiam ineditum adhuc Georgii hujus Εκcomium prophetæ Zachariæ et Elisabethæ prophetidis, quando concepit, Joannem, prodromum et Buptistam. Incipit HOU YEYEBALO 4ồn yap, etc. Vide Lambee. Vin, p. 222. [l. p. 472 seq. Kollar. in cod. 15 n. 5. N. Supra, vol. X, pag. 257. HARL.] Labec. not: 1, Georgium hunc in miss. codicibus non raro appel lari Rhetorem,

col. 1339–1340page 5 of 109
PG 100:13397. (α) Ρ. Οὐδὲν ἡδύτερον, ἢ περιχαρέστερον τῆς παρούσης ἂν κριθείη. Οὐρανῶν ἡ γῆ ταῖς τῆς χάριτος μαρμαρυγαίς. Ρ. Πρὸς ὑψηλοτάτην περιωπὴν ἡμῖν ὁ λόγος ἀναδραμὼν, γεγωνοτέρᾳ σάλπιγγι. Τὰ τῆς παρούσης ἱερᾶς παν σὶν αἱ ἡμέραι τοῦ δούλου σου 17 λέγονται 'Αγαρηνοὶ καὶ Ἰσμαηλῖται Εἰς τὸν χρηματισμὸν τῆς συλλήψεως τῆς Λαμπρὰ μὲν καὶ περιφανής. γεγωνοτέρα σάλπιγγος ήχη.
col. 1341–1342page 6 of 109
PG 100:1341θησαν. Οὕτω γὰρ ἡ τὰ περὶ αὐτῶν διηγουμένη Ιστορία συνῳδὰ τοῖς πράγμασι παρατιθεμένη φητίν· ὡς καθάπερ οὗτοι τὸ θεοειδές κάλλος, καὶ τὴν πρώτην εὐπρέπειαν, οὕτω καὶ τοῦ γένους ἀνεπίμικτον ετήρησαν εὐγένειαν, ἐν τοῖς τῶν φυλῶν καλλίστοις τιμώμενοι· μᾶλλον δὲ, τῶν τιμωμένων ὑπερτιθέμενοι· πλουτοῦντες μὲν ἐν τῇ τῶν ἐκτὸς περιουσία, ὑπερπλουτούντες δὲ ἐν τῇ τῆς προαιρέσεως φιλο τιμίᾳ· οὕτω τὸν ἄλλους πρὸς ἡδονὰς παρακαλοῦντα καὶ καθέλκοντα πλοῦτον, ὕλην αὐτοὶ καλοκαγαθίας καὶ ἐπιβάθραν εἰς τὸ τῶν ἀρετῶν ὕψος πεποίηνται, οὐ μόνον τὰ κατὰ νόμον καὶ θεσμοὺς ἐκπληροῦντες, δι' ὧν ἡ εὐλογία μὲν τῷ πλούτῳ, ἡ εὐνομία δὲ τοῖς καρποφοροῦσιν ἀφορίζεται· ἀλλὰ τὰ πολλὰ Αὕτη τῆς Μαρίας ἡ φωνὴ, ἀπόδειξις τῶν κατὰ τὸ κρύφιον ἱστορουμέ
col. 1329–1330page 7 of 109

GEORGIUS NICOMEDIENSIS. — NOTITIA. xvvory. [Vid. supra vol. X, p. 279. Ms. Mediolani in bibl. Ambros. Florent. in bibl. Laurent. cod. 31. n. 6. V. Bandin. Cat, codd. Laur. I, p. 442. - in cod. Nanian. 308 p. 25. — In codd. Coislin. 146 et 274. V. Montfauc. Bibl. Coisl. p. 212 et 588, ubi vero inter Orationes scriptorum eccles. in nativitatem Deiparæ habitas numeratur. Oxou, in bibl. Bodlei, codd. Barocc. 197 et 234. Ibid. in cod. Oliv. Cromwell. 104, F. n. 283, Cat. mss. Angliæ etc. vol. J.· Mosque in cod. synod. 171, n. 23, et 172, ur. 4. V. Matthæi Not. codd. Gr. Mosq. p. 103 et 104. HARL.] 4. In hæsitationem Josephi et in Virginem colloquium. Princ. Každ; µèv 6 tñ; cùnɛ10ɛia; vóyos. Exstare in Vaticana ait Possex'n, in Indice bibl. Vaticanæ. 5. Ejusdem Nicomediensis Oratio in Deiparæ nativitatem, quæ incipit: El perpaitai yñ miðaµñ, xal onaptių nɛpiypάystai Oálassa. Edita est Græco-Latine sub nomine Germani, archiepiscopi Constantinopolitani, interprete Andrea Schotto, in bibliotheca Patrum Græco-Latina tom. II, pag. 450, reclamaut tamen codices antiquissimi, stylus et modus, et Georgio asserunt (c). 6. In immaculatæ Virginis in sepulcro assistentiam, et gratiarum actio pro gloriosa resurrectione P. Pwvh dyalliássw; пpopražér ofrepov. ALLAT. V. supra, vol. X, p. 282, ubi quoque excitatur alia Georg. Nicom. Oratio in assistentiam Mariæ ád crucent et sepulcrum: quæ etiam exstat Vindob. in cod, Cæsar. 35, n. 30. V. Kollar. Supplem. ad Lambec. comin. 1, p. 260 seq. Prior, quæ incipit: Þwvfj, etc., est Oxon. in cod. Barocc. 199. Paris. in bibl. publ. cod:l. 520, n. 32; 708, n. 2; 87% n. 38; 1505, n. 20. et 1595, n. 26; sed in Catal. núllibi additur orationis principium. Pariter a Montfanc, in Diario Ital. p. 365, simpliciter memoratur cod. Florent. monast. Annuntiat. Georg. Nicom. in S. Virginem. HARL. In sancios, el miraculorum patratores Cosmam et Damianum (e). P. Thv ohy, w tŵy xalŵy kpastá, Naupážeiv pet' èpol. In bibl. regis Galliarum cod. 272 [sec. Cat. mss. ¡Hius bibl. vol. II; in cod. 1177], servanturque penes me. In conceptionem sancta Anna Allat. Conf, supra, vol. X, p. 196. Georgii, chartophylacis, sermo in conceptionem S. Annæ, Venet. in bibl. Marc. cod. 363. V. cel. Morell. Bibl. mss. Gr. et Lat. 1, p. 236. Inc. Oůdky zpov. Paris. in bibl. publ. cod. 1658, sunt sec. cat. mss. Paris. II, n. 16. Georgii Nicom. episcopi Homilia in Conceptionem; quæ incip. Oúðàv deútepov. n. 17, alia in Conceptionem, nullo initio orationis addito; et n. 15, flomilia in salutationem b. Mariæ; quæ incipit: A¤µñpå µèv xai nepɩqavhfç· quam a Combefisio editam esse, jam Fabric. in nota declaravit. Harl. 8. In conceptionem beatissima Deipare, P. (g) ALLAT. Conf. supra, vol. X. p. 277. Florent. in bibl. Laurent. cod. 4, n. 21, plut. 4. V. Bandin. Čat, codd. gr. Laur. I, p. 521, qui, est, inquit, Georgii Nicom. (cui tamen ascribitur in cod.) vel Jacobi monachi ex monasterio Coccinobaphi. Harl. 9. In illud: ‹ Stabant ad crucem Jesu mater ipsius, et soror Maria Cleopæ, et in sepulturam Domini.» In biblioth. Antoni 'Phrwp. In Bibl. Coisliniana Montfauconi [p. 588. cod. 274. et] p. 423 [cod. 307] memoratur itidem inedita adhuc Georgi Nicomediensis Homilia in hypapantem. Incipit nyúpew; ayy. Georgium Nicomediensem imetropotam, libro De traditionibus ecclesiæ laudat Nic. Comnenus Papadopoli in prænotionibus mystagog. pag. 598. FABR. Num Orat. in depositionem preliose vestis Deiparæ in Blachernis, nostro Georgio, an Theodoro sit tribuenda, v. supra, vol. X. p. 285, sine nomine auctoris Florent. in cod. Laurent. 17, n. 35, plut. 9. V. Bandin. Cat. codd. Gr. Laur. 1, p. 419, qui eam tribuit Georgio nostro, et citat Combelis. Auctar. nov. tom. II, p. 751 et 785, et Georg. Nicom. ascribitur in cod. bibl. publ. Paris. 1177, n. 2. sec. Cat. mss. Par. bibl. Diversus est Georgius Rhetor the purpo Tóλsw; aivou qui Græce reddidit Richardi Latini librum Contra Mohamed. (Mwips.) inc. Пboat et habet 17 capp. atque librum Contra Saracenos. inc. Oi Expaxnvol Mosquæ in cod. synod. 347, n. 3 et 4. V. Matthæi not. cit. 224. HARL. (c) Imo Andreæ Cretensi, cui tribuunt codices Cæsarei, Mazarinianus, et Segnierianus. Et sub Andreæ nomine edidit Græce et Lat. Combefisius, ut dixi supra [vol. XI, p. 73. et 161, n. 7. Add. vol. X, p. 278, ubi tres aliæ Georgii Nicom. Oratt. in Mariæ Nativitatem memorantur. HARL.] Hlanc leges inter Opera S. Andreæ Cretensis hujusce Patrologiæ tom. XCVII, col. 861. (d) Edidit Græce et Latine Combefisius in Axclario novo, tom. 1, p. 1176, Allatii codice usus. (e) Idem p. 1192. (f) Edidit idem Combefisius in Auctorio novo, tom. 1, p. 1015, Gr. et Lat., ac præterea aliam homiliam, ȧylaç ɛozóxou, in oraculum conceptionis S. Deipare. lucipit (g) Lege pavov, Hanc quoque dedit Combefisins, p. 1043. Primusque illi videtur Georgius bic, qui in Conceptionem B. Mariæ tanquam in peculiare ac solemne festum publice peroravit. Leg. Edidit Coinbelisius, p. 1137, seqq. [supra vol. X, p. 282.] De codicibus mss. Cesareis, vide Lambecium IV, p. 21, V, p. 144. 277. FABR. Sive ex ed. Kollarii, IV, p. 43, seqq. in cod. 102, n. 3. vol. V, p. 304, in cod. 249, n. 12. (ubi monet, et priorem et posteriorem codd. Cæs. propter varr. lectt, esse dignos, qui cum ed. Combefisii diligenter conferantur), ac p. 583, n. 5, cod. 315. in cod. Cæs. 35, n. 30, teste Kollar in Supplem. ad Lamberii comm. p. 260. Item Paris. in bibl. publ. 980, n. 4. cod. Coistin. 285, et 304, n. 34. V. Montfauc. Bibl. Coisl. p. 401 et 419. Oxon. in codd. Barocc. 40, et 241. in cod. Tb. Gale 26, s. n. 5860. Car, mss. Angliæ, vol. II, et cod. Ge. Wheleri XXII, s. n. 9091, dicti Catal. Romæ, in ædibus Bar. in

col. 1341–1342page 6 of 109
τῆς παρούσης εὐφροσύνης προσηγορία. 277.] Εἰς τὴν σταύρωσιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. β. Τὸν τοῦ σταυροῦ λόγον ὁ μὲν θεῖος Απόστολος τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρίαν τίθεται. Εστι δὲ καὶ οὗτος τῶν πάνυ ἐξαιρέτων. Χαρτοφύλακος τῆς Μεγάλης Εκκλησίας Χρονικόν. Ι, θ, 4; γ, 2, Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ παρασκευῇ.) (εἰς τὸ πάθος). τῶν Εἰς τοὺς ἁγίους Πατέρας τοὺς ἐν Νικαίᾳ.
τούτων ὑπερβαίνοντες, μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν τῆς πε ριουσίας ἀνατιθέντες Θεῷ, ὑπερετέθησαν τῶν καρ πο ορησάντων ἁπάντων τῇ μεγαλοψυχία τῶν προσαγομένων. Προσέφερε γάρ, φησίν, Ἰωακεὶμ διπλᾶ τὰ δῶρα αὐτοῦ, λέγων· Ἔστω τὸ τῆς πε ριουσίας μου παντὶ τῷ λαῷ, καὶ τὸ τῆς ἀφέσεως μου Κυρίῳ τῷ Θεῷ. Ω τῶν εὐπροσδέκτων τούτων δώρων! ὢ καρποφορίας ἐν ἀσυλήτοις ἀποτεθείσης θησαυροῖς! & πλούτου τὴν ἀκένωτον τῶν ἀγαθῶν θησαυρίσαντος ἀφθονίαν! ὢ προαιρέσεως τῇ δαψιλείᾳ τῶν καλλιερουμένων θαυμαζομένης! "Ωσπερ, φησὶ,Θεῷ τὰ κατὰ θεσμούς διοριζόμενα προσάγεσθαι δίκαιον, οὕτω καὶ τὸ τῆς περιουσίας ἅπαν τῷ λαῷ καὶ τοῖς ἐνδεέσι προτίθεσθαι ἄξιον. Θεῷ γὰρ καὶ ταῦτα διὰ τῶν δεχομένων προσάγονται· καὶ τίς, ὦ δίκαιε, νόμος, ὁ τὴν ἐν διπλῷ τῶν δώρων καὶ ἀφαιρεμάτων προσαγωγὴν παρακελευόμενος; ποῖος δὲ θεσμὸς τὸ τῆς περιουσίας ἅπαν διανέμεσθαι τῷ λαῷ προστάττει; Νόμος μὲν, φησίν, οὐδεὶς, οὐδὲ θεσμός τις δ ταῦτα καταναγκάζων ποιεῖν· παρ' ἑαυτῷ δὲ τὸ καλὸν ἐφευρῶν, ὡς αἱρετὸν ὂν Θεῷ, ἀποπληρῶν Αὐτοῦ, φησίν, ὁ δεδωρημένος πλοῦτος, αὐτῷ καὶ ἀντιδίδοσθαι δίκαιον. Τῆς αὐτοῦ προμηθείας εὐεργεσίαι τυγχάνουσαι, ἀντευεργετείτωσαν τοὺς ὁμοφύλους. Περιουσία τὰ δεδομένα, εἰς περιού στον διαχείσθω λαόν. Χάρις ὄντα ταῦτα, οὐκ ἔργων ἀμοιβαί, τοῖς πράγμασι τὸ ὄνομα βεβαιούτω· τὴν τοῦ χαρισαμένου κηρυττέτω φιλανθρωπίαν. Μερι ζέσθωσαν εἰς πλείονας αἱ τοῦ πλούτου φροντίδες, μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν αὐτοῦ ἐξ ἡμῶν ἀποφορτιζέσθω βάρος. Σκεδαζέσθω τῶν αἰσθητη ρίων ὁ τῶν χρημάτ των ὄχλος, τοῦ τῶν θείων ἀνεμποδίστως ἀντιλαμβάνεσθαι χαρισμάτων. Απελαυνέσθω τοῦ λογισμού τὸ ἐπισκοτοῦν τῶν μεριμνῶν νέφος, τοῦ μόνῳ καθα ρῶς τῷ φέγγει τῆς ἀπαθείας ενατενίζειν. Μὴ καθε ελλέσθω τὸ πτερὸν τῆς διανοίας τῶν μετεωροπόρων ἐχνευμάτων, τῷ βάρει τῶν ἐπικήρων διανοημάτων ἀκώλυτον τὴν πρὸς τὰ ἄϋλα διανυέτω τοῦτο πτῆσιν ἀπερίκτυπα τὰ τῆς ψυχῆς ὦτα τοῦ τῶν ματαίων διαμένοντα θορύβων, τὴν τῶν ἀΰλως ἑορταζόντων ἐνηχείσθω φωνήν· τῆς γλυκείας τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγαλλομένων ἀντιλαμβανέσθω μελωδίας. Καὶ οὕτω μὲν ἡ τῶν δικαίων καρποφορία, καὶ παρὰ τοιαύτης μεγαλοφυοῦς προσαγομένη γνώμης, τῆς καταλλήλου τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ καταξιοῦται ἀποδοχῆς. Οἱ δὲ τοῦ γένους συμμετεσχηκότες, καὶ ἐν ταῖς εὐσήμοις τῷ δικαίῳ συγκαρποφοροῦντες ἑορταῖς, οὐ τὸ τῆς φιλοθέου μεγαλοψυχίας αὐτοῦ θαυμάζοντες διάπυρον, τῷ ὑπερβάλλοντι δὲ ταύτης διαφθονοῦν τες, ἔθιμά τινα προτείνουσι αὐτῷ, τὰ καρποφορεῖν ἀπαγορεύοντα θεῷ, ἀτέκνῳ τε ὄντι καὶ ἀκάρπῳ, τῆς τοῦ γένους στερουμένῳ διαδοχῆς. Οὐκ ἔξεστι γάρ σοι, φησί, προσενεγκεῖν τὰ δῶρα, καθότι οὐκ ἐποίησας σπέρμα ἐν υἱοῖς Ἰσραήλ. Τινὲς μέν φα σιν· οὐκ ἔξεστί σοι πρώτον προσενεγκεῖν· ὡς εὐνομία Ο "Αν μὴ ὀρθῶς διέλῃς, ἥμαρτες ευνομία, ἀπὸ τοῦ, νόμος, ἀπὸ τοῦ, νέμομαι
col. 1331–1332page 8 of 109

GEORGI NICOMEDIENSIS Augus ini cod. 24, [nec non in cod. Cæsar. 315, et in cod. Mosquensi, ad not. h laudatis, ad n. 5.} sub nomine Georgii, rhetoris, episcopi Nicomediæ legebatur. Hinc notare poteris nominum similium confusionem.[V. supra vol. X, p. 282.] 10. In Palatina babebatur præter jam dictam, In conceptionem Deiparæ, oratio secunda. P. Tldeľa µèv †, [V. supra, vol. X, p. 11. Georgii Nicomediæ archiepiscopi De cruce, quam falso quidam Psello ascripserunt, Græce ms. in 4º, hiblioth. imp. Viennæ. Epitome Gesneriana. Miror præteritam a diligentissimo Gretsero. Et quinam hi erunt, qui Psello tribuant? In codice meo ɛatis antiquo, lacero, exesoque habetur oratio Michaelis Pselli, In crucifixionem Domini nostri Jesu Christi. Satis prolixa et elegans, lacera tamen et ipsa, qua sane nihil in eo argumento vidi accuratius aut gravius, quod et adnotavit in ejus principio, nescio quis: Εst autem et hæc oratio pra stantissima. Eam tamen hujus Georgii non esse, stylus ipse et modus rerum tractatarum arguit,`quæ eridentissime Psello vindicant. [sed conf. Lambec. IV, p. 44, seqq. Kɔll.] 12. Scripsit item Troparia varii generis, ex quibus memini, in libris ecclesiasticis Græcorum legere In omnes sanctos Patres, qui ad sacras synodos œcumenicas (i) convenerunt. In S. Joannem Chrysostomum. In Profestum introitus Virginis in templum (j). Et plura scripsisse sicut et canones verosimillimum est; quæ cum Georgii tantum nomen præferant, aliique ejusdem nominis idem compositionis studium excoluerint, incertum remansit, cuinam ex illis potius tribuenda sint. Eorum nihilominus elenchun sah Georg i Siculi nomine comperies (k). Nicomediensis Jaudatus ab Hippolyto- Thebano in Chronico, in Anti `quit. Canisii. Apud Possevinum in Indicibus legitur: Georgii diaconi Oratio, in Medicea. An ea fucrit Nicomediensis opus, h:ereo. ALlat. [Ovon, in cod. Barocc. 40, Georgii Nicom. Homil. in Dominica Pulmarum: inc. 'O µèv voÛç πpoxɛ µévwv • et in Cat. mss. Angliæ, etc. 1, p. 4, adnotatur, in eod. codice Barocc. sub lin. indicis, præfixi homiliis Theophanis, quæ in illo cod. primum occupant locum, sequentes homilias tribui Georgio Nicomediensi, utcunque tituli nullum præferant auctorem: n. in Dominica Jubilate, inc. 'Eopth Fv tŵy Tovdalwv et in Dominica Rogationis; init "Eetoi µèv èx toū iɛpóñ.—In ind. ad vol. II, Cat. mss. Paris. regg. n. 4, in cod. 1138, haud recte, ut opinor, ascribitur Georgio Nicomed., sed in recensione codd. p. 125. Georgio, Casariensi presbytero, (qui floruit circ. a Chr. 940) de trecentis viginti SS. Patribus, qui concilio Nicæno interfuerunt. Florent. in cod. Laurent. XXIII. n. 2 est sermo in SS. cccxviii patres et in imperatorem, dictus a Georgio presbytero Cæsareæ Cappadociæ: incip. [ɛɛoat tol; hyouµévais etc. V. Bandin. Cat. codd. Gr. Laur. II, p. 683, seq. et supra, vol. XI, p. 627, seq. ubi plures Georgii nominantur. Georgius quidam presbyter occurrit supra în vol. X, p. 336. Georgius, presbyter Cretensis, quosdam codd. descripsit. V. Morell. Bibl. ms. Gr. et Lat. I. p. 114, 117, 157. Harl ] 13. Georgii, chartophylacis Magnæ ecclesiæ, Chronicon est Scoriaci in bibliotheca regia Fewpyiou VI, et alia. An idem cum superiore! cum non viderim, vah quomodo me ex hac turba expediam? ALLAT. Paris. in bibl. publ. cod. 1704. Georgii monachi Chronicon, ab orbe condito ad tempora usque Maxentii imperatoris; In cod. 1705 Georgii monachi Chronicon, ab orbe condito ad Michaelis imperatoris et Theodoræ ejus matris tempora; -— in cod. 1706, Georgii Hamartoli (de quo vid. infra. §. 24.) Chronicon; in codd. 1707, et 1708, ejusdem Chronicon, auctum et interpolatum, part. 1, et n. V. infra, §. 24; et in cod. 1711, Georgii monachi, Tarasii patriarchæ, et Syncelli Chronographia, ab Adamo ad Diocletiáni usque imperium deducta: quæ omtria in indice ad vol. II, cit. bibl. p. xiv, Georgio Nicomediensi perperam attribuuntur. Add. Montfauc. Bibl. Coist. p. 205. Cod. 234. p. 419 et 425. Venetiis in bibl. Justinian. cod. Georgii monachi Historia ab Adamo ad Romanum Diogenem. V. Montfanc. Diar. italic. p. 435. De alius Georgii monachi Chronico vid. supra vol. VII, p. 685 seq. Cavei Diss. I ad Histor, litt. SS. eccl., II, p. 9; et Oudin. Comm. de SS. eccl. II, col. 461 seq., ad a. 956, et col. 768, seq. de alio Georgio monacho Chronici quoque auctore, ad a. 1080. Nam plures fuerant Georgii monachi. Conf. §. 22. berin. V. Montfauc. Diar, ital. p. 215. Mosquæ in cod. synod. 183, n. 28. V. Matthæi, Notit. gr. codd. Mosq. p. 118, ubi vir cel. in nota k, ‹ In Ecclesia, inquit, Græca in hunc diem, (f. ut in textu Gr. legitur, legiur Matthæi 27, 1. Hic autem explicat Joan. 19, 25. V. secundam meam evangeliorum edition. p. 747, not. 1. Rectius ergo inscribitur: in passionem Est euiin Evangelium nonum ylwv mabwv. In magnam parasceven hom. Paris. in bibl. publ. codd. 699, n. 2. 1179, n. 35: et 1186, n. 18. Romæ in bibl. Vatic. V. Montfauc. Bibl. biblioth.`mss. p. 142 B, et de aliis p. 544 E, 701, C', et 1062 B. Harl. (i) Speciatim Nicanam, (j) Idiomela hæc tria Allatio memorata exhibet Graece et Latine Combefisius, primum quidem et secundum p. 1221, et tertium 1136. [Conf. supra, vol. XI, p. 78.] Harl. (k) infra p. 337 seq.

col. 1343–1344page 9 of 109
PG 100:1343οὖν τοῦτο ληφθείη, εἴτε ἐκεῖνο, φθονούντων ἐπὶ παραγγέλματα. Δέον γὰρ αὐτοὺς τὸ μεγαλόδωρον θαυμάσαι τοῦ δικαίου· δέον τῇ ἀφθονίᾳ τῶν προσ αγομένων ἐπικροτῆσαι· τῇ τῆς αἱρέσεως συνησθῆναι μεγαλοπρεπείς· οἱ δὲ, πρὸς τῷ μὴ δικαίας ἀποδοχῆς ἀξιοῦν ταῦτα· βούλεσθαι, καὶ ἀποπέμπειν πειρώνται. Τί τῶν προσαγομένων καταγνοὺς ὁ ἀπωθεῖσθαι ταῦτα βουλόμενος, εἰς σχῆψιν τοῦ μὴ ἀναφέρεσθαι προβάλλῃ; ποίαν τοῦ ἀνατιθεμένου μικροψυχίαν συνέγνως; τί τῶν ἀβουλήτων ἐν τοῖς καρποφόρων μένοις ἐφώρασας; Αρ' οὐχ ὁλόκληρα ταῦτα; ἆρ' οὐ μόνον τῷ ἀνελλιπεῖ, ἀλλὰ καὶ τῷ πλεονάζοντι, θαυμάζεται; ἆρ᾽ οὐκ ἐκ προαιρέσεως ὀρθῆς καὶ διεκρίθησαν καὶ ἀνετέθησαν; Αλλ' ἔθος, φησί, να μου βεβαιότητι κρατῆσαν, τοὺς ἀγόνους παρακελεύεται μὴ παραπλησίως τοῖς εὐτεχνοῦσι καρποφορεῖν Θεῷ, μηδὲ τῶν ὁμοίων συμμετέχειν αὐτοῖς τι μῶν. Ἐγὼ δὲ, ὅτι μὲν νόμος ὁ τεθεσπισμένος οὐ τετύπωται περὶ αὐτοῦ, βεβαίως ἔχω· ὅτι δ' εἴπερ ἔθος ἐπικεκαινοτομημένον τι, τῆς σῆς παχύτητος ἕνεκα καὶ χαμαιζήλου γνώμης προσεπετειχίσθη, ἀσφαλῶς εἰδὼς, διαμαρτύρομαι. Οὐ γὰρ διὰ τεχνο γονίαν ἢ πολυτεκνίαν, τὸ τῶν θυσιῶν καὶ ἀφαιρεμάτων εὐπρόσδεκτον παρὰ Θεῷ κρίνεται, ἀλλὰ διὰ περιουσίαν ἀρετῶν· διὰ καλοκαγαθίαν τρόπων· διὰ φιλοτιμίαν γνώμης· δι' ἀφθονίαν, οὐ τοσοῦτον τῶν αναφερομένων, ὅσον τῆς μεγαλοδώρου προαιρέσεω; δι᾽ ὑποβεβηκυῖαν ψυχὴν, καὶ φρόνημα συνεσταλμέν νον, καὶ μηδὲν τῶν προσαγομένων κατ' ἀξίαν οἷόμε τον εἶναι Θεοῦ. Θυσία γάρ, φησί, Θεῷ, πνεύμα συντετριμμένον. Ἐπεὶ εἰ μὴ ἐκ [γρ. εἶναι ἐκ] τούτων τὸ ἀπόδεκτον τοῖς ἀναφερομένοις, αυτός τε δεχόμενος ἐπιμαρτυρήσει σε Θεὸς, καὶ οἱ τῇ τῶν κρειττόνων προστιθέμενοι ψήφῳ συνομολογήσαιεν ἅπαντες. Πολλὰς γὰρ τῶν ἁγίων καὶ δικαίων θυσίας αὐτὸν ἐπαινέσαντα προσδέξασθαι τὸν Θεόν, ἤ τ θεία παραδίδωσι Γραφὴ, καὶ ἡ τῶν προσενεγκόντων συνεπιμαρτύρεται δόξα. Καὶ γὰρ αὐτοῦ ᾿Αβελ τοῦ πρώτου μαρτυρηθέντος δικαίου, οὐ διὰ τεκνογονίαν τὰ δῶρα ἐπηνέθησαν καὶ ἀπεδέχθησαν, ἀλλὰ διὰ τὴν δαψιλῆ τῆς προαιρέσεως καρποφορίαν· διὰ τὸ τὰ κάλλιστα θεῷ προσανατιθέναι· διὰ τὸ ἀνεπίμικτον λογισμῶν μικροψυχίας τὴν εἰλικρινή θυσίαν ἀναφέ καθόλου τοῦτον τοῦ καλλιερεῖν διείργεσθαι. Εἴτε ρειν. Ἐπεὶ καὶ Κάϊν ἀτέκνου προσενεγκόντος θα ενεπύρισε σίαν, οὐ διὰ τὴν ἀτεκνίαν αὕτη, διὰ δὲ τὴν ἀκαρπίαν ἀποδοκιμάζεται τῆς προαιρέσεως· διὰ τὴν ἄγονον μικροψυχίαν καὶ φίλαυτον προτίμησιν· διὰ τὸ ἄνισον τῆς διαιρέσεως, μᾶλλον δὲ ἄδικον, καὶ μακρὸν τῶν τῷ Θεῷ ἀναφερομένων ἀφοριζόμενον. Οὕτω μὲν οὖν τοῖς τοῦ δικαίου δικαίως προσενεχθεῖσιν ἐπινεύει δώροις ὁ Δεσπότης, καὶ δείγμα τῆς ἀποδοχής έναρ
col. 1345–1346page 10 of 109
PG 100:1345γέστατον, τὸ πῦρ ἄνωθεν ἐπαφίησι, τὰ προσαγόμενα ο μὲν ὁλοκαυτῶν, φαιδρῷ δὲ τῷ συνθήματι τὴν τοῦ προτάξαντος ἀνακηρύττον δικαιοσύνην. Ὁ δὲ ἄδικος φανεὶς περὶ τὴν τῶν ἀναφερομένων διαίρεσιν, δι καίως τῆς ἀποδοχῆς διαμαρτάνει. Οὐ μόνον γὰρ οὐκ ἐπινεύοντα τούτοις τὸν δικαιότατον κατανοεῖ Θεόν, ἀλλὰ καὶ προσονειδίζοντα, καὶ τὸ τῆς πράξεως ἄτοπον φανερῶς διελέγχοντα. Φησὶ γὰρ πρὸς αὐτόν Οὐκ ἂν ὀρθῶς προσενέγκης, ὀρθῶς δὲ μὴ διέλῃς. Σὺ μὲν γάρ, φησὶν, ὦ Κάϊν, εὔλογον οἰόμενος ἀπο δεχθῆναι σου τὴν προσφοράν, τῇ παροράσει ταύτης καὶ ἀποπέμψει δυσανασχετεῖς· ἡ δὲ, ὡς οὐκ εὐπρεπῶς διηρέθη, οὐδὲ ὀρθῶς προσηνέχθη. Οὐκ ἂν γὰρ ὀρθῶς προσενέγκης, ὀρθῶς δὲ μὴ διέλῃς. Τινές φασι περὶ τῶν ὁλοκαυτοῦσθαι μελλόντων τοῦτο θυ μάτων λεχθῆναι. Διχοτομούντες γὰρ πρότερον, διῄρουν κατά μόρια τὰς προσαγομένας οἱ παλαιοὶ θυ σίας· μὴ κατὰ λόγον δὲ τὴν διαίρεσιν τῶν προσφερομένων πεποιῆσθαι τὸν Κάϊν, καὶ διὰ τοῦτο τοῦ σκοποῦ διαμαρτείν. Τοῦτο δὲ πόρρω τῆς Γραφικῆς καθέστηκεν ἀληθείας. Οὐ γὰρ ζωοθυσίαν αὕτη τὴν τοῦ Κάϊν προσφοράν, ἀλλὰ τῆς ἐν χερσὶ καρποφορίας ἀπαρχὴν εἶναί φησιν. Εγένετο γὰρ "Αβελ ποιμὴν προβάτων· Καϊν δὲ ἦν ἐργαζόμενος την γῆν· καὶ ἤνεγκε Κάϊν ἀπὸ τῶν καρπῶν τῆς γῆς θυσίαν τῷ Θεῷ· καὶ "Αβελ ἤνεγκε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τῶν πρωτοτοκίων τῶν προβάτων αὐτοῦ καὶ τῶν στεάτων αὐτοῦ. Τί οὖν ἐστιν· Οὐκ ἂν ὀρθῶς προσ ενέγκης, ὀρθῶς δὲ μὴ διέλῃς; Ο λέγει τοιοῦτό ἐστιν· Οὐ δυνήσῃ, φησίν, ὀρθῶς προσφέρειν, ἐὰν μὴ πρότερον ὀρθῶς διέλῃς. Τί δέ ἐστιν ὀρθῶς διελεῖν; Τὸ κατὰ λόγον ἐπιμερίσαι· τὸ τὴν διαίρεσιν καὶ ἐκλογὴν τῶν προσαγομένων Θεῷ ποιούμενον, μὴ τῇ οἰκείᾳ τὰ κάλλιστα μερίδι, αὐτῷ δὲ τὰ χείριστα και τακληροῦν. Εἰ γὰρ ἄνθρωποι κοινῶν τινων εἰς διαί ρεσιν χρημάτων, τὸν ἰσονομίᾳ ποιεῖσθαι ταῦτα οἷόν τε ὄντα ἐκλεγόμενοι προκρίνουσι, καὶ τῆς ἰσότητος τῶν μεριζομένων παρατρεπόμενον ἀπωθοῦνται καὶ ἀποπέμπουσι, πῶς ἂν ὁ τῶν ὅλων Θεὸς, τῶν οἰκείων δωρημάτων ἄνισον ὁμοῦ καὶ ἄδικον γενόμενον τὸν Κάϊν μεριστήν, ή προσεδέξατο ανεξελέγκτως, ἢ τοῖς ἐκείνου ἐπεῖδε δώροις; Ἐμά, φησίν, ὦ Κάϊν, τὰ πάντα· τῆς ἐμῆς ταῦτα κηδεμονίας δωρήματα· τῶν ἐμῶν οἰκτιρμῶν εὐεργετήματα. Κοινωνών σε οὖν τούτων, οὐ δι' ἔργων ἀμοιβὴν, ἀλλὰ διὰ μόνην πε ποίηκα φιλανθρωπίαν. Καὶ τούτων μὲν ἀνενδεής ὢν ἐγώ, τῆς σῆς δὲ σωτηρίας επιδεόμενος ἀπαρχὰς εἰσε δέχομαι· οὐκ ἐπίσης τῇ ποσότητι τὰ παρασχεθέντα σοι μερίζεσθαι προστάττων, τῆς σῆς δὲ γνώμης τὸ φιλόθεον διὰ τῶν ἀπαρχομένων ἐπιζητῶν· σοὶ δὲ τῶν ἐμῶν ἀγαθῶν ἐναπολαύειν παρασχόμενος ἐγώ, καὶ σὲ κύριον τῆς τῶν ἀναφερομένων μοι διαιρέσεως προστησάμενος, κακὸν περὶ τὸν εὐεργέτην εὗρον ἀχάριστον πρὸς τὴν τῶν ἀγαθῶν ἀφθονίαν, πονηρὸν τὴν διαίρεσιν τῆς ἀπαρχῆς. Καὶ ταύτην γὰρ ποιούμενος, ἀναξίαν τοῦ δωροδότου πεποίησαι· σαυτῷ μὲν, ὡς τὰ πλείονα, οὕτω καὶ τὰ κρείττονα τῶν
col. 1347–1348page 11 of 109
PG 100:1347δωρημάτων εγκατέλεξας· ἐμὲ δὲ τῇ τῆς προσφορές ἐνύβρισας μικροψυχία. Καὶ ταῦτα μὲν ἡμῖν οὐ παρέργως εἴρηται, διὰ δὲ τὸ δεῖξαι βούλεσθαι, προαιρέσεως φιλοθέου μᾶλλον, ἀρετῶν εὐθηνούσης καρποφορίαις, τὴν τῶν ἀναφερομένων ἐκλογὴν εἶναι καὶ ἀποδοχὴν, ἢ τεκνογονίας ἀφορμήν. Καὶ καταλιπεῖν οὐ μεμπτέον διὰ τὸ συμμετρία; στοχάζεσθαι τὸν λόγον, ὅπως τε ὁ πατριάρχης Αβραὰμ πρὸ τεκνογονίας, δι' ἧς ἔδει τὰ ἀψευδώς επαγγελλόμενα πληροῦσθαι, καὶ θυσιαστήριον προ ῳκοδόμησε, καὶ τὴν διαβόητον εκείνην μετὰ ταῦτα προστάττεται ποιεῖν θυσίαν. Λάβε μοι γάρ, φησί, δάμαλιν τριετίζουσαν, καὶ κρῶν τριετίζοντα, καὶ ὅσα τοιαῦτα πρὸς παρασκευὴν τῆς ὁλοκαυτώσεως ἐπισυλλέγειν κελεύεται. Πρὸς τούτοις καὶ τῶν ἄλλων δικαίων τὰς ἐν ἀπαιδίᾳ καρποφορίας· τήν τε Μανωλ θυσίαν ἐπὶ τὴν πέτραν τελεσιουγεῖσθαι προσταττομένην, δι' ἧς, τῆς κρατούσης ατεκνίας λύσιν, αὐτός τε καὶ ἡ στειρεύουσα σύνοικος εὐαγγελίζεται, καὶ τῆς ἐκβάσεως τοῦ μηνυομένου βεβαίωσιν, τὸν ἐπι βάντα τῆς φλογὸς, καὶ πρὸς οὐρανὸν ἀναπτάντα κατέχουσιν ἄγγελον. Τῆς δὲ προφήτιδος τὰς ἔργῳ καὶ λόγῳ δεκτὰς προσαγομένας καρποφορίας, πῶς ὁ περὶ τούτων διαμαχόμενος οὐκ ἀποπέμπῃ; Ποῖον δὲ ἐξ ὀσφύος Ἠλιοῦ καὶ Ελισσαίου σπέρμα καθυποδεῖξαι ἂν ἔχοις, τῶν ἐνδελεχῶς μὲν εὐπροσδέκτους αναφερόντων λογικὰς Θεῷ θυσίας, καιρῷ δὲ τῷ προσ απαιτοῦντι καὶ τὰς ἐναίμους; Πῶς οὐ καὶ τῶν εὐχῶν καὶ ὕμνων καὶ διηνεκῶν Θεοῦ δοξολογιῶν τοὺς ἄπα δας διείργων ἀποκλείεις; Τούτοις γὰρ μᾶλλον ἐκ συντετριμμένης ψυχῆς ἀναφερομένοις, ἢ ταῖς ζωοθ σίαις ἐπινεύει Θεός. ᾿Αλλὰ σὺ μὲν, τοὺς τῆς διανοίας ὀφθαλμοὺς ἀπομύσας, ἑκὼν ἑαυτῷ τὴν τῶν καλῶν δημιουργεῖς ἀβλεψίαν· τῷ φθόνῳ δὲ τοῦ δικαίου περιοιδαίνων, κατ' αὐτοῦ τὸν οἰκεῖον δι᾿ εὐνομίας προφασιζόμενος ἐξεμεῖς ἰόν. Οὐκ ἔξεστι γάρ σοι, φησί, προσενεγκεῖν τὰ δῶρα. Διὰ τί; διὰ τὸ τῆς φιλοθεΐας αὐτοῦ θερμότατον οὐκ ἔξεστι; διὰ τὴν τῶν προσαγομένων ἀφθονίαν; διότι τὰ τοῦ Θεοῦ ὑπερευνομεῖ, σὲ δὲ μεγαλοψύχως εὐεργετεῖ; Έσται γὰρ, φησὶν αὐτὸς, τὸ τῆς περιουσίας μου παντὶ τῷ λαῷ. Οὐκοῦν καὶ σοί· μέρος γὰρ εἶ τοῦ ὁμοφύλου λαοῦ. Οὐκ ἔδει σε τὴν ἀκατάσχετον μὲν αὐτοῦ πρὸς τὸν Δημιουργὸν γεραίρειν ἀγάπην, τὴν εἰς τὸ πλῆθος δὲ καταβαλλομένην ἀποδέχεσθαι χάριν; Οὐκ ἔδει σε τὸ μεγαλόψυχον αὐτοῦ θαυμάζειν, ἐπαινεῖν, ταῖς προσηκούσαις εὐχαριστίαις ἀμείβεσθαι; ᾿Αλλὰ σὺ μὲν τῷ πλήθει τῶν ὑπερβαλλόντων αὐτ τοῦ πλεονεκτημάτων, μᾶλλον δὲ, τῇ διὰ ταῦτα σκανία βαρυνόμενος, εἰς γῆν καταφέρῃ, καὶ πρηνής ῶν, πρὸς τὸ φῶς τῶν οὕτω λαμπρῶν αὐτοῦ κατορθωμάτων ενατενίζειν ἀμηχανεῖς· ἐκεῖνος δὲ, τῶν σῶν ὑψηλότερος αἱρόμενος σκωμμάτων, καὶ οἷον αερα πορῶν, οὐ καθέλκεται τούτοις πρὸς χαμαιζήλων 20 γισμῶν ταπείνωσιν· οὐ τοῦ τῆς μεγαλοψυχίας ύψους, πρὸς τὸ τῆς ἀθυμίας καταφέρεται βάθος· οὐκ ἀντι τείνει πρὸς τὰ ὀνείδη· οὐ διαμάχεται πρὸς τὴν ἐπί
col. 1349–1350page 12 of 109
PG 100:1349πληξιν· οὐ τὸ τῆς σῆς κακοηθείας παράλογον, εὐλό γοις ἀποκρούεται ταῖς αἰτίαις· ἀλλὰ τὸ εὐπρόσδεκτον μὲν τῶν καρποφορουμένων; τὸ ἄδικον δὲ τῶν σῶν ἐπιπλήξεων, διὰ τῆς πρὸς Θεὸν παρίστησιν οἰκειότητος· εὐχῇ μὲν ἐπιτρέπων τὴν τῆς ἀπαιδίας λύσιν, εὐφημίαν δὲ τῇ ἐπιτεύξει τῶν σῶν ἀντικαταλλαττόμενος ὀνειδῶν. Μικρὸν γὰρ ὕστερον ὄψει τὸ τῆς αὐτ τοῦ εὐπαιδίας μεγαλόδωρον κλέος· ὄψει τὸ ἐν πα τράσι αὐτοῦ ὑπεραιρόμενον καύχημα, τὴν εὐκληρίαν τῆς φύσεως· τὴν τῶν εὐχῶν καρποφορίαν, την μορ φὴν [γρ. μορφῆς] τῆς ἀνθρωπότητος εὐλογίαν, τὸν ἄφθονον πλοῦτον, τὴν ἀδιάδοχον εὐφροσύνην, καὶ τῆς ὄντως θυμηδίας χορηγόν. Οὕτω γοῦν ὁ δίκαιος μεγαλοφυΐα γνώμης πρὸς τοὺς ἐπιπλήττοντας διατεθεὶς, χαίρειν τε πᾶσιν ἐπειπὼν τοῖς παροῦσι, πρὸς τοὺς ὑπερφυεῖς ἀγῶνας, καὶ τὴν ἐπίπονον ἐρημίαν ἀποδύεται, μήτε τῆς ο καδε φροντίσας υποστροφής, μήτε τῶν κατ᾽ οἶκόν τιν: τὰ τοῦ σκοποῦ προδιαθέμενος· ὅπερ ἄν τις στοχαζόμενος διασκοπήσειεν, παράδοξόν τε ὁμοῦ, καὶ τῶν τῆς φύσεως ὑπερανεστηκὸς ἡττημάτων ευρή σειεν. Τί γὰρ ἄν τις [ἰσ. τοῦ] ἀποθαυμάζειν τὴν φιλοθεῖαν αὐτοῦ, καὶ τῶν λοιπῶν ἀπραγμοσύνην πρὸς αὐτὸν ἀποτείνοιτο; Τί τοῦτο, θαυμασιώτατε, τῶν προγεγενημένων βουλεύῃ δικαίων; τί διανοούμενος εἰς ἔργον ἐκφέρεις το βούλημα; τί ἂν εἴη τὸ τὴν οἰκείαν διαμερίσαν σχέσιν; τί τὸ τὴν τῆς συνοίκου καὶ κοινωνοῦ τοῦ βίου διατεμὸν συνάφειαν; Οὐχ ὁ συνδήσας ταύτην, καθάπερ εἰς σάρκα μίαν, οὕτω καὶ εἰς βουλὴν τὴν αὐτὴν συνήρμοσεν; οὐχ ὡς ἄλυτον τὸν εἰς αὐτὴν ἐχρῆν διατηρεῖν τῆς ἑνότητος δεσμόν, οὕτω καὶ τὸ ταυτὸν τῆς γνώμης ἀδιάσπαστον φυλάττεσθαι παρασκευάζειν; οὐκ ἔδει πρὸς τοὺς ὁμοίους ταύτην ἐπαλείψαι πόνους, καὶ ὥσπερ τοῦ καρποῦ, οὕτω καὶ τῶν ἔργων αὐτῇ τὴν κοινωνίαν περιποιήσασθαι; 'Αλλ᾽ εἰ καὶ διὰ ταῦτα τὴν ὑποστροφὴν οὐκ εὐδοκεῖς, διὰ δὲ τὸ ἀνίαις μὴ περιβαλεῖν ταῖς σφοδροτέραις, ἐχρῆν· διὰ τὸ μὴ ὀδύνας αὐτῇ τῷ τῆς ἀποδημίας ἀδήλῳ προξενίσαι· διὰ τὸ μὴ τῷ ἀφανεῖ τῆς ἀπουσίας μυρίαις ταῖς κατατρυχούσαις ἐπινοίαις ἐπιπλῆξαι. Εδει δὲ καὶ τὰ κατ' οἶκον εὐπρεπῶς διαθέμενον, οὕτω πρὸς τὰ καταθύμια στέλλεσθαι. Η οὐδὲ τοῦ περιουσίου φροντίζεις πλούτου, οὐδὲ πρὸς τὴν τῶν ὑπαρχόντων ἐπιστρέφῃ κτῆσιν, ὡς ἀσυνδύαστος σὺ πρὸς τὰ φαινόμενα καλό, καὶ ἀκρά τητος τῇ συνεχούσῃ τῶν ἡδέων ἀνάγκῃ; Ναί, φησὶν ὁ δίκαιος· οὐδὲν τούτων ἱκανὸν τῆς τοῦ Θεοῦ διατεμεῖν προσομιλίας· οὐ φύσεως ἑνότης· οὐκ οἰκείων συνάφεια· οὐ πλούτου περιουσία· οὐ φίλων ἑταιρία. Οὐδὲν ὅ τι τῶν ὁρωμένων τερπνῶν, τῆς ἀοράτου με τῶν καλῶν ἐφέσεως ἀπαγαγεῖν οἷόν τε ἂν εἴη. Αγών πρόκειται τῶν ἐπιπόνων δεήσεων, μόνον ἐπὶ τὴν πάλην γυμνὸν ἐκκαλούμενος, ἀφείσθω πάντα τὰ τὸν δρόμον διατέμνοντα. Μηδὲν εἴη τὸ ἐπιπροσθοῦν τῶν παρόντων, καὶ τὸ σύντονον παρακατέχον τῆς προθυμίας. Θεοῦ τὰ δεδομένα δωρήματα, Θεῷ παραχω ρίσθω περιέπεσθαι.
col. 1351–1352page 13 of 109
PG 100:1351Οἶδα τοίνυν τὴν σύνοικον Ανναν ὁμότροπον τε καὶ ὁμογνώμονα, καὶ μὴ παροῦσαν διαμένειν· οἶδα δὲ καὶ τὸν πρὸς τὸν Δεσπότην ἀκατάσχετον αὐτῆς ἔρωτα, δι' οὗ αὐτοῦ τε τῇ προνοίᾳ καθυπουργεῖ, καὶ τοῖς ἐμοῖς ἀγῶσι διὰ τῶν καταλλήλων πόνων συνεργεῖ. Οὐκ ἀποῤῥαγήσεται τοῦ τῆς ἑνώσεως τρόπου, ὥσπερ οὐδὲ τῆς σχέσεως. Τηρήσει τὸ τῆς συζύγου ομογνωμον, ὥσπερ τὸ φιλόθεον ἀδιάσπαστον. Συμ πράξει μᾶλλον ἀποῦσα, ἡ παροῦσα ταῖς προσευχαίς. Οὐ διαμαρτήσει τῆς ἐντεύξεως· εἰς ἐπήκοον ἀνενεχθῆναι τῷ θερμοτέρῳ ταύτας παρασκευάσει τῆς πίστεως. Θεῷ γὰρ ἀναφερομένας αὐτὰς, ἐκ συντετριμμένης προσάγει ψυχῆς. Ἐξ ἐμφύτου ταπεινώσεως, πρὸς τὸν μόνον ὑψηλὸν καὶ ὑπερέχοντα πάντα νοῦν εὐεργέτην αναβιβάσει ταύτας. Εστι γὰρ ὑπεράγαθος οὗτος, καὶ τῶν ἐπικαλουμένων αὐτ τὸν ἐν ἀληθείᾳ ὑπήκοος. Τοιαῦτα τὰ τῶν δικαίων ὑπερανέχοντα τῆς φύσεως πλεονεκτήματα· οὗτος ὁ τῶν ἀρετῶν αὐτῶν ὑπερχόμενος πλοῦτος· τοιοῦτον τὸ τῆς πίστεως αὐτῶν διάπυρον· αὕτη ἡ πρὸς Θεὸν ἐγγύτητος αὐτῶν ἡ οἰκειότης. Οὕτω τῶν ἐπιζητουμένων ὑπὲρ ἐπίτευξιν τυγχάνουσιν· οὕτω χρηματισμῷ, τὴν οἰκείαν μὲν εὐλογίαν, τοῦ κόσμου δὲ θυ μηδίαν καρποφορεῖν μηνύονται. "Αγγελοι γὰρ τῇ ταύτης προόδῳ χαρὰν καὶ εὐφροσύνην συμπαραγε νέσθαι τῇ κτίσει προκατήγγειλαν. ᾿Αλλὰ τοιαῦτα μέν σου τὰ ἐν προοιμίοις καὶ κα ρύγματα καὶ θαύματα. Εκ τοιούτων δὲ ἀναβλαστή σα: προκηρυχθεῖσα, Θεοτόκε, κατάλληλον τοῖς μην θεῖσι τὴν ἐν τῷ βίῳ πρόοδον εἴληφας. Έδει γάρ σε τοιαύταις προκαταγγελθῆναι φωναῖς· ἔδες τοιούτοις τὰ σὰ προμηνυθῆναι μεγαλεῖα ρήμασιν· ἐχρῆν τοις τοις μέν σε προσημανθῆναι συμβόλοις· ἐκ τοιαύτης ῥίζης, τοιοῦτον δὲ τῶν καρποφορησάντων προελθείν πατέρων· ἔδει τοιαύτης ρίζης τοιοῦτον ἀναφῆναι σε βλαστόν· ἔδει ἐκ βασιλικῶν φυτουργιών την βασί λειόν σε ἀναδοθῆναι ράβδον· ἔδει ἐκ περιουσίων ἀρετῶν τὸν ἄφθονόν σε τῶν ἀγαθῶν ὑπερχυθήναι πλοῦτον· ἔδει σε τοιούτων μὲν πατέρων χρηματίσει θυγατέρα· αὐτοὺς δὲ θυγατρὸς τοιαύτης ἀναδειχθήσ και πατέρας. Καὶ ὥσπερ σὺ τῆς ἁπάσης κτίσεως εἰς Θεοῦ Μητέρα προεξελέγης, οὕτως αὐτοὶ τῶν τεκόν των ἁπάντων πατέρες τιμηθήναί σου προωρίσθη σαν. Ὡς ὑπερδεδοξασμένον γοῦν τὸ τῆς τοιαύτης προμηθείας μεγαλείον! ὡς ὑπερύμνητε τὰ τῆς προνοίας τοῦ τῶν ὅλων Δεσπότου θαυμάσια! ὡς ἐφετῶν ἁπάντων ποθεινότερα τὰ διὰ σοῦ παραγενόμενα καλά! ὡς μακάριοι τῆς ἐντρυφήσεως, οἱ τού των καταξίαν ἐναπολαύειν τυχόντες! Αὕτη γὰρ ἂν εἴη μόνη δικαίως ἀπόλαυσις· αὕτη τρυφή ἐστιν ἀδε πάνητος, ἡ τῶν σῶν δηλαδὴ ἐντρύφησις παραδόξων. Διὰ ταύτης πρὸς τὴν ἀδιάδοχον ευωχίαν χειραγωγούμεθα, καὶ τῇ ἐνταῦθα σου εὐφροσύνη, την μέλ λουσαν προασπαζόμεθα θυμηδίαν. Εχομεν τὸν ἀφ ῥαβῶνα τῶν μενόντων ἀγαθῶν, διὰ τῶν νῦν σου παρεχομένων δωρεῶν. Ἐνωτιζόμεθα, τὸν τῶν αἰω νίως ἀγαλλομένων ἦχον, διὰ τῆς παρούσης του ταξ λογίας. Αδιάψευστον ἡμῶν τὸ διὰ σὲ καύχημα
col. 1353–1354page 14 of 109
PG 100:1353ἀσφαλεῖς αἱ ἐλπίδες· ἐν χερσὶ τὰ προσδοκώμενα καλά. Διὰ τοῦτο πλείονας, μᾶλλον δὲ διηνεκεῖς, τὰς σὰς συγκροτεῖν ἐπιποθοῦμεν όμηγύρεις, ὡς ἂν διὰ παντὸς ἡμῖν ἡ τῶν ἐπιθυμητῶν προσείη μέθεξις. Καὶ τὴν ἀγομένην δέσπου [ γρ. δ' ἐπὶ σοῦ· ἢ, δέ σου ] σήμερον πανηγυρίζοντες ἑορτὴν, οὐχ ὡς ὕστερον προσευρημένην, ὡς δὲ τῶν εὐσήμων οὖσαν συναρίθμιον μᾶλλον δὲ ὡς τῇ τάξει, οὕτω καὶ τοῖ; πράγματι προτίθεμένην, τῆς δι' αὐτῆς κηρυχθείσης ἐναπολαύομεν θυμηδίας· τῆς μυστικῆς αὐτῆς κατα τρυφῶμεν εὐωχίας· τῶν ἐν αὐτῇ προμηνυθέντων ἐμφορούμεθα χαρισμάτων· τῇ διὰ ταύτην εὐφροσύνῃ τὴν ἀΐδιον προταμιευόμεθα χάριν τῇ τῶν ἐν οὐρα νοῖς ἑορταζόντων συνηχοῦμεν χοροστασία· ᾗ συν αριθμηθῆναι ἡμᾶς καὶ συνεορτάσαι παρασκευάζουσα, τὴν ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως δοξολογίαν ἀκατάπαυστον ποιεῖσθαι καθικέτευε· ἐν αὐτῷ Χριστῷ τῷ Υἱῷ σου καὶ Θεῷ ἡμῶν, τῇ μόνῃ τῶν ποθούντων σε θυμηδίᾳ καὶ εὐφροσύνῃ· ὅτι αὐτῷ πρέπει τιμή, κράτος και δοξολογία, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. ΛΟΓΟΣ Β'. ο Ἐγκώμιον εἰς τὴν Σύλληψιν τῆς ἁγίας Αννης, τῆς μητρὸς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Οὐδὲν ἡδύτερον ἢ χαριέστερον τῆς παρούσης ἂν κριθείη τοῖς φιλοθέοις όμηγύρεως, τῶν ὅσα δι' αἰσθήσεων τὴν δοκοῦσαν εἴωθεν ἐμποιεῖν τέρψιν· ἐπεὶ μηδὲ διὰ τὰ δοκοῦντα καλά, διὰ δὲ τὰ ὄντα καὶ μένοντα, τὸ πᾶν αὐτοῖς τῆς σπουδῆς καταβάλλεται. Μόνιμα γὰρ τὰ τῆς παρούσης τερπνότητος ἡδέα, καὶ πρὸς τὸ μό νον ὀρεκτὸν ἀναφέροντα, καὶ μόνοις ἂν σπουδασθείη τοῖς τῇ προτιμήσει τούτων, τῶν ἄλλων καταφρονοῦσ σιν ἁπάντων. Ὑμᾶς δὲ τοῦτο καὶ προαιρουμένους ὁρῶ, καὶ εἰς ἔργον ἐκφέρειν σπουδάζοντας· ἀεὶ μὲν τῶν κρειττόνων ποιουμένους ἐκλογὴν, μάλιστα δὲ, ἐν τῇ παρούσῃ θυμηδίᾳ ἐν ᾗ τῶν ἀκηράτων ἀγαθῶν διὰ τῶν ταύτης τερπνῶν ἐναπολαύειν ἐγγίνεται. Χειραγωγεῖ γὰρ πρὸς ἐκεῖνα, ταῦτα· καὶ προηγείται τὰ ἐν γῇ τελούμενα, τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀποκειμένων. Διὰ γὰρ τοῦτο, καὶ ἡ παρούσα προτέθειται φαιδρότης, καὶ τὸ ὅλον τῆς φιλανθρώπου συνέστηκεν οἰκονομίας μυστήριον. Διὰ τῶν ἐν τῷ παρόντι φανερωθέντων τῷ βίῳ παραδόξων, ἡ ἀΐδιος τῶν ἀφανῶν ἀνακαλύπτεται δόξα. Διὰ τῶν ἐν κόσμῳ καινοτομουμένων πραγμάτ των, ἡ ὑπερκόσμιος οἰκονομεῖται τῆς ἀνθρωπότητος ἀνακαίνισις. Δι' εὐδοκίας τῆς κάτω, ἡ εὐφροσύνη τῶν ἄνω, τῇ χοϊκῇ πραγματεύεται φύσει. Διὰ τὸν ἐπὶ γῆς ὀφθέντα Θεόν, ἡ ἐν οὐρανοῖς κατάπαυσις εὐτρεπίζεται τοῖς βροτοῖς. Οὗτος ὁ λόγος τῆς συγκεκροτημένης ὁμηγύρεως τοῦτο τοῖς ἐνταῦθα συναθροισθεῖσι ταμιεύεται τ κέρδος σήμερον· αὕτη καὶ τῆς τῶν παρόντων θαυμά των ἀναδείξεως, καὶ τῆς διὰ ταῦτα συνελεύσεως απο
col. 1355–1356page 15 of 109
Oratio II
PG 100:1355μαστότατον ἁπάντων τῆς τοῦ γένους σωτηρίας ἀνακαλύπτεται μυστήριον. Διὰ τὴν ἀποξηρανθεῖσαν τῇ κακίᾳ φύσιν ἡμῶν, ἥ τε νενεκρωμένη στείρα προς τεκνογονίαν ἀναζωπυρεῖται· καὶ ὁ παρθενικὸς ὑπὲρ φύσιν καινοτομεῖται τόκος. Καὶ ὅρα πῶς τοῦ παρα δόξου τῆς οἰκονομίας, θαυμάτων ἐπιδείξεις καθα ἡγοῦνται· τῆς παρθενικῆς κυήσεως, ἡ τῆς στείρας νεοποίησις· ἡ τῆς ἀγόνου βλάστησις, τοῦ ὑπὲρ λόγον τόκου· ἡ παρ' ἐλπίδα τεκνογονία, τῆς ὑπὲρ ἔννοια κυοφορίας. Εθίζεται γὰρ τοῖς παρὰ προσδοκίαν ἡ φύσις, τοῖς ὑπερφυῶς μὴ διαπιστεῖν καινοτομουμέ νοις. Ἐκ στείρας, Παρθένος· ἐκ Παρθένου Θεός σω ματικῶς ἀποτίκτεται, καὶ δι' ἀμφοτέρων νεουργία πραγματεύεται. Ταύτην γὰρ ἡμῖν ἡ παρούσα προ ευηγγελίσατο θυμηδία. Ταύτην ἐν τῷ περὶ τοὺς δι καίους προεβεβαίωσε θαύματι· ταύτην ὁ παρ' ἐλπίδα τόκος ἐκείνων, καὶ ἀνεκήρυξε, καὶ ἀρχὴ τῶν τε ἀπαρ ῥήτων μυστηρίων, καὶ τῆς ταύτης εκβάσεως προτέθειται. Οὐκοῦν ἐπειδὴ τῶν εὐσημοτέρων πασῶν ἑορ τῶν, ὁ σήμερον διὰ τῶν ἐν αὐτῇ τελεσθέντων προκαθηγεῖται θαυμάτων, καὶ οἷον βάσις τις καὶ κρητὲς αὐταῖς ὑποτεθειμένη, τὸ πᾶν ὑφ᾽ ἑαυτὴν τῶν διαφόρως οἰκονομηθέντων καθάπερ θεμέλιος τις ἐπισυνάγει μυστηρίων, δεῖ τὸ σεβάσμιον αὐτῇ καὶ περιχαρὲς, ὡς ἀρχῇ καὶ αἰτίᾳ τῶν ἁπάντων ἀγαθῶν ἀφοσιοῦν· δεῖ τὰ τῆς σωτηρίας γεραίρειν προοίμια δεῖ τῇ τῶν δικαίων συνησθῆναι θυμηδίᾳ· δεῖ τῇ ἐκείνων συνεξάδειν εὐχαριστία. Μᾶλλον δὲ τὸ πάν αὐτῆς ἀναλαβόντας, ὡς ὑπὲρ οἰκείων, καὶ τῶν μόνων ὄντως εὐεργετημάτων, ἀποδιδόναι τῷ εὐεργέτη. Δι' ἡμῶν γὰρ αὕτη, ἢ δι᾽ ἑτέρων ἀναφέρεσθαι προς οφείλεται, ἡμῶν μᾶλλον τῶν αἰτίων αὐτῆς ἐναπολαυόν των δωρεῶν. Ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων οὕτω καιρὸς δὲ ἡμῖν ἐν τῇ τῶν συγκαλεσάντων δικαίων συνε λεγμένοις εὐωχίᾳ, τοῖς ὑπερηδύνουσιν αὐτῶν ἐμπο ρηθῆναι πλεονεκτήμασι, καὶ ἅπερ ὁ προλαβών παρ ἧκε λόγος, ταῦτα προπαραθεμένοις, τῶν ἐξ αὐτῶν ἡδίστων ἐναπολαῦσαι. τία καθέστηκε. Θαυμάτων γὰρ φανερώσει, τὸ θαυ Παραγαγών γὰρ οὗτος, καὶ κατὰ τὸ ἐγχωρούν διαναπτύξας τὰ ὑπερανέχοντα Ἰωακεὶμ πλεονεκτήματα, όπως τε καλλιερῶν φθόνῳ τῶν συμφυλετών ἀπείργεται τοῦ τὰ τῆς μεγαλοψυχίας αναφέρειν δῶρα, καὶ ὅπως τῶν παρ' ἑτέρων ὀνειδισμῶν, μίαν ταύτην ἀπαλλαγὴν ἐφευρίσκει, τὴν εἰς Θεὸν κατα φυγήν· τίς τε ἡ ὑπὲρ ἄνθρωπον αὐτοῦ ἐν τῷ ὄρει καρτερία καὶ ἐπιτεταμένη ασιτία· μᾶλλον δὲ εἰπεῖν, ἀσαρκία. Τὸ γὰρ ἀλλότριον αὐτὸν τῆς σαρκικῆς δια τεθῆναι σχέσεως, καὶ ξένην τῆς φύσεως διακαρτερῆσαι νηστείαν, ἄσαρκον εἶναι λέγειν σχεδόν παρα σκευάζει. Υπομνήσας οὖν ταῦτα διὰ βραχέων ὁ λόγος, μέχρι τοῦ δι' ἀγγέλου πρὸς αὐτὸν γενομένων χρηματισμοῦ, τὰ ἑξῆς τε, καὶ τὰ περὶ τῆς σώφρονος καὶ δικαίας Αννης παρέλιπεν ἀνεξέταστα· οὐ τῇ καθ όλου τῶν περὶ αὐτῆς λόγων ἀναπτύξει (ἐν διαφέρο ρος γὰρ ταῦτα κατὰ τὸ ἡμῖν ἐφικτόν δια ταφήσα, εν,
col. 1357–1358page 16 of 109
PG 100:1357ἐν δὲ τῇ παρούσῃ θυμηδίᾳ, καὶ τῇ φιλοθέῳ ταύτῃ ὁμηγύρει, οὐδαμῶς. Διὸ χρὴ καὶ σήμερον τὰ περὶ ταύτης διεξελθεῖν πρότερον, εἶθ' οὕτω τὰ ἐπιλείποντα τῆς ὑποθέσεως δι' αναπτύξεως αὐτῶν τοῖς συνειλεγμένοις προσθεῖναι. Ωσπερ γὰρ τὸν μεγαλόψυχόν τε ὁμοῦ, καὶ πρὸς φιλοθεῖαν διάπυρον Ἰωακεὶμ πρό βραχέος ἐν ὑπερέχοντι ἤγομεν θαύματι, ὅπως μὲν πρὸς τὰ εἰκαῖα τῶν Ἰουδαίων οὐκ ἀντιδιετέθη σκώμε ματα, καὶ τὴν αὐθάδη τῶν ὀνειδιζόντων οὐκ ἐπεστή. μισεν ἀλαζονείαν, μηδένα μὲν δεικνὺς παρακεκινῆσθαι νόμον ἐν τοῖς ανατιθεμένοις, φθόνῳ δὲ, τὴν ἀπροφάσιστον κατ' αὐτοῦ ἐπινοηθῆναι σκήψιν· πῶς δὲ καθάπερ τούτων, οὕτω καὶ τῶν κατ' οἶκον ἁπάν των καταφρονήσας, Θεῷ μὲν μόνῳ τὰ περὶ τοῦ πρά γματος ἀνατίθεται, τὴν ὑπερφυᾶ δὲ καρτερίαν ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐνδείκνυται. Ὥσπερ οὖν τὰ τοῦ δικαίου τότε διαναπτύσσοντες πλεονεκτήματα, τὸ ὑπερανέχον αὐ τῶν ἐθαυμάζομεν, οὕτω καὶ τὰ τῆς ὁμοζύγου "Αννης, εἴπερ ἂν εἰς μέσον τῷ λόγῳ παραγάγοιμεν, κατορθών ματα, τῷ καταλλήλῳ τούτοις συνανυψώσωμεν θαύ ματι. Επίσης γὰρ καὶ αὐτῇ τὸ τῆς ὑπομονῆς καὶ καρτερίας, μᾶλλον δὲ ὑπερέχοντι δοξάζεται πλεονεκτήματι. Πολλὰ δὲ τὰ παριστῶντα τοῦτο, καὶ εἰς ὄψιν ἄγοντα τοῖς βουλομένοις πράγματα· οἵ τε γὰρ δι' ἀτεκνίαν παρὰ τοῦ γένους ὀνειδισμοί, καὶ ἡ ἄδηλος τοῦ ἀνδρὸς ἀποδημία· πρὸς τούτοις καὶ τὰ τολμώμενα τῆς οἰκέτιδος σκώμματα, καὶ αἱ δι' ἀπαιδίαν ἐπιφημιζόμεναι παρὰ τῶν συμφυλετῶν ἀραὶ, καὶ παρ' αὐτῆς ἐκείνης εἰς ὄψιν ἀγόμεναι, καὶ οἱ δι' ὑπομνήσεως τῆς ἐκείνων ὀξύτερα τὰ κατὰ τῆς δι καίας ἐπαφιείσης βέλη, τὸ τοιοῦτον ἐπιβεβαιώσαιεν. ᾿Αλλὰ τὴν καρτερίαν ἀντιτιθεῖσα τοῖς συμπίπτουσιν ἡ ᾿Αννα λυπηροῖς, ἔπασχε μὲν, τῷ μὴ ἀναισθήτως ἔχειν πρὸς ταῦτα, οὐ κατεβάλλετο δὲ τοῦ τῆς ὑπο μονῆς ὕψους, ἢ πρὸς ἀθυμίας ταπεινότητα, ἢ πρὸς ἀγανάκτησιν τῶν ἐπιτιθεμένων. Οθεν οὐδὲ πρὸς τοὺς ὀνειδίζοντας ἀντιφθέγγεται, οὐδὲ πρὸς τὴν ἄδι κεν αὐτῶν ἐπίπληξιν ἀντικαθίσταται. Οὐ φίλον μᾶς εἶναι λέγει προαιρέσεως την προφασιζομένην αὐτοῖς παρανομίαν· γνώμης οικείας εὕρημα, καὶ οὐκ ἐν γράμμασι κείμενον τὸ κακούργημα τοῦτο προσο ονειδίζει. Οὐ τῇ τοῦ γένους ὑπεροχῇ σεμνυνομένη, καὶ τῷ τοῦ βίου ἀνεπιπλάστῳ συνεργουμένη, παρ ῥησίᾳ μὲν αὐτοῖς ἀντικατέστη, τὸ θρασὺ δὲ καὶ παράλογον τῆς αὐτῶν ἐγχειρήσεως ἐξελέγχει. Οὕτω καὶ τοῦ κοινωνοῦ τῆς ἀρετῆς, καὶ τῆς ὅλης ζωῆς ἀφανοῦς γεγονότος, οὐ περιῄει ἀναζητοῦσα, καὶ πάντας εἰς αὐτὸ τοῦτο τοὺς γνωστούς συγκαλουμένη· οὐκ ὄρη διερευνᾷ καὶ τόπους ἀνυπονοήτους, καὶ πολὺν μὲν τὸν θόρυβον ἐν τῷ γένει, πολλὴν δὲ τὴν κατάγνωσιν κατὰ τοῦ ἀποδεδημηκότος ἐπιβοᾷ, ὡς ἀλλότριόν τι τῆς κοινωνίας, καὶ συμβιώσεως βεβουλευμένου· ὡς ξένην τῆς προτέρας εὐνοίας ἐπιδεδειγμένου προαίρεσιν· ὡς διελόντος συνάφειαν φύ σεως· ὡς νόμου τοῦ συνδήσαντος θεσπίσματα παρ ιδόντος, καὶ πάντων τῶν κατ' οίκον ὑπεριδόντος πραγμάτων. Οὐδενὶ τούτων ἡ ᾿Αννα τὸ ἄτρωτον ἐπλήγη τῆς γνώμης· ἀλλὰ τῶν μὲν ὀνειδισμῶν, ὡς
col. 1359–1360page 17 of 109
PG 100:1359τῆς ψυχῆς μὴ ἀπτομένων, κατεφρόνει· πρὸς δὲ τὴν Καὶ τοῦτο μὴ ποιή σασα. τοῦ ἀνδρὸς ἀπουσίαν ἤλγει μὲν, ὡς στερουμένη τῶν ἐκείνου καλῶν· ἡγεῖτο δὲ ταύτην τῆς κρείττονας είναι προμηθείας οἰκονομίαν. Διὰ τοῦτο, καὶ τὸ εὐ κταίον συνιστῶτα πένθος, τήν τε φανέρωσιν αὐτοῦ έπιζητεῖ, καὶ τῆς παιδοποιίας τὸν δοτήρα τῶν ἀγα θῶν ἐξαιτεῖται Θεόν. Καὶ τί δεῖ τὸ πρὸς ταῦτα μετ γαλόψυχον αὐτῆς ἀποθαυμάζειν; ὅπως γε καὶ πρὸς τοὺς τῆς οἰκέτιδος ὀνειδισμούς οὐδὲν τῶν μικρα χων παθοῦσα, τὴν κατ' αὐτῆς δικαίαν ἀνεπέσχεν ὀργήν· μήτε τινὶ σφοδρότητι αὐθεντείᾳ τῆς δεσποτείας κατὰ τῆς οὕτω μανικῆς ἐπιπλήξεως χρωμένη, μήτε πρὸς τὴν τῶν οὕτω συγχρωμένων τόλμαν ἀγανακτοῦσα. Τίνα γὰρ εύλογον ἀφορμὴν ἡ προσονειδίζουσα ταύτην λαβοῦσα παῖς, τὰ παράλογα ταῦτα προς επέχει σκώμματα; Ὅτι ἐν εὐχῆς καὶ συντετριμμένης καρδίας καιρῷ, τὰς τῶν ἐπηρμένων καὶ σοβαρῶν ἐπιτηδεύσεις οὐκ ἐμιμεῖτο; ὅτι ὑποβεβηκότι και ταπεινῷ καθάπερ φρονήματι οὕτω καὶ σχήματι, τὴν πρὸς τὸν Δεσπότην ἀνέτεινε δέησιν; ὅτι τὴν θρυπτομέναις σπουδαζομένην οὐ προσίετο στολήν; Οτι ἂν ἐν ὅλῳ τῷ βίῳ τῆς σωφροσύνης αὐτῆς οὐ κατεδέξατο κόσ σμον, τοῦτον ἐν οὐ καθήκοντι προσαγόμενον ἀπὸ ωθεῖτο καιρῷ; τίς οὖν οὗτος, φησὶ, καὶ τί τὸ ἐν τῇ Ιστορία κεφαλοδέσμιον κείμενον, ὅπερ ἐπιδιδόμενον ἀπωθεῖτο καὶ ἀπέπεμπεν Αννα; Τινές φασι, μεγαλοπρεπὲς καὶ νυμφικὸν εἶναι διάδημα τὸ τοιοῦτον, περ ἐν ταῖς παρούσαις εὐφροσύναις, αἱ διακεχυμέν και κατεχρῶντο γυναῖκες. Τοῦτο δὲ εἰκὸς, καὶ κακουργίᾳ τινὶ προσάγεσθαι τῇ ᾿Αννῃ, δι' οὗ ἐδόκει τοῖς κακουργοῦσι τό τε σύντονον αὐτῆς ὑπενδιδόνα τῆς προσευχῆς, καὶ διὰ τὴν μὴ κατὰ καιρὸν τερπή τητα, διαχυθῆναι μὲν τὴν γνώμην, ἀλλότριον δέ τι τῆς οἰκείας κατατολμῆσαι διαπράξασθαι σωτροπία νης, δι' οὗ ἂν καὶ ὑπὸ Θεοῦ παραφθείη. Διὰ τοῦτο γὰρ ἡ ἐπιδιδοῦσα παῖς, τὴν ὑποψίαν ἐκβάλλειν μη χανωμένη, οὐ παρ' ἑτέρων ειληφέναι τι τοιοῦτον λέγει, ἀλλὰ παρὰ τῆς αὐτουργοῦ γεγενημένης· καὶ πρὸς χάριν μόνην, οὐ πρὸς ἄλλο τι τῶν ὑπονοουμένων ἐπιδιδούσης τὸ προτεινόμενον. Τοῦτο δὲ διὰ τῆς κυρία; ἐμφαίνεται τοῦ ἔργου. Ἡ δὲ, οὐ μόνον διὰ τὴν ὑπονοουμένην κακουργίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μη δέποτε τοιούτοις ἐπιτερφθεῖσαν χρήσασθαι κόσμοις, τὸ διδόμενον, ὡς παρανομίας ἀπεπέμπετο πρόξενον. Οὐχ οὕτω, φησὶν, ἐν ἀκμῇ νεότητος ἐκαλλωπισάμην οὐκ ἐν εὐθυμίᾳ καὶ τῇ δοκούσῃ τῶν παρόντων δια χύσει, τοῖς οὕτω διαπλεκομένοις ἐπετέρφθην διαδήμασιν· οὐχ ἡ τοῦ βασιλικωτάτου γένους ὑπόληψη πρὸς τὴν τοιαύτην ἐμετεώρισεν ἔννοιαν· οὐ πλούταν περιουσία πρὸς περιττήν ὑπέσυρε τοῦ σώματος ἐπι μέλειαν. Καὶ ὅρα τὸ ταπεινόφρον τῆς ᾿Αννης· ὅπως προς τῷ μὴ ἐπαίρεσθαι τῷ κατορθώματι, καὶ ὑπόλικαν ἑαυτὴν εἶναι καταγγέλλει. Καὶ τοῦτο γὰρ, φησί, με
col. 1361–1362page 18 of 109
PG 100:1361ποιήσασα, ὀφειλὰς ἑαυτὴν ἀγνώστων τινῶν ὑστερημάτων αποτιννύουσαν ὁρῶ ἂς προσαπαι τῶν ὁ τῶν ἀδήλων ἐξεταστὴς Δεσπότης, πρὸς ἀπό δοσιν αὐτῶν καὶ διόρθωσιν, διὰ τῆς παρούσης ἐγκαλεῖται ταπεινώσεως. Τί οὖν ἡ ἀγνώμων οἰκές τις; Οἴᾳ τῇ εὐγνώμονι κυρίᾳ πρόσεισι διὰ τῶν λό γων παραμυθία; Ἔδει γὰρ αὐτὴν τὸν ὅλον τῆς δι καία; ἀναλογιζομένην βίον, λῆξαι μὲν τοῦ παραλόγου ἐγχειρήματος, ἐπαμῦναι δὲ τῇ δι' εὐχῆς συνεργία ἔδει ἐν τῷ τῆς δεήσεως αὐτῇ συνταπεινοῦσθαι και ρῷ. Εδει τῇ ἐκτενεῖ συμπονεῖν ἱκεσίᾳ· τοῖς τῆς ἐλε πίδος ἀνακτᾶσθαι λόγοις. Εδει τὸν ἀήθη καὶ μὴ κατὰ καιρὸν προσαγόμενον καὶ παρ' ἑτέρων κόσμον, συν απωθεῖσθαι, ἀποπέμπειν, παράλογον εἶναι δια μαρτύρεσθαι, καὶ ξένον τῆς δεσποτικῆς εὐκοσμίας ἡ δὲ, πρὸς τῷ μὴ τοιαῦτα βουλεύσασθαι, καὶ ἐπεμ. βαίνει τοῖς λόγοις, καὶ συνωθεῖ, καὶ χαλεπώτερα τῶν Ἰουδαίων κατὰ τῆς δικαίας ἐπαφίησι τὰ σκώμματα, ἀνευρύνουσα τὰ τῆς ἀπαιδίας καὶ ἀναξαίνουσα τραύ ματα, καὶ οὐκ ἄδικον αὐτὴν τοῖς συμφυλέταις τραγο ῳδίαν τεθῆναι προσμαρτυροῦσα. Τί οὖν ἡ γενναιοτάτη καὶ μεγαλόφρων ῎Αννα; Οὐκ εὐλόγῳ κατὰ τῆς ὀνειδιζούσης παιδὸς χρῆται θυμῷ· οὐκ ἐξελέγχει καὶ στηλιτεύει τὴν ἄνοιαν αὐτῆς, καὶ δι' ἐπανάστασιν ἀγνώμονα απωθεῖται καὶ ἐκβάλλει, καὶ ὡς ἀνα ξίαν τῆς οἰκείας δεσποτείας, δικαίᾳ ταύτην καθυποβάλλει καταδίκῃ· ἀλλὰ παραδοῦσα πάντα μεγαλοψυχίας ὑπερβολῇ, ὑπέξεισι μὲν τῆς οἰκίας, τὸν ἀτά ραχον δὲ τοῦ παραδείσου καταλαμβάνει χώρον, ἐν ᾧ παντὸς ἀπαλλαττομένη θορύβου, καὶ ἡσυχίας ἀπο Ατάραχον τοῦ παραδείσου καταλαμβάνει χῶρον. Μιμείται τοίνυν καὶ αὕτη τὰ περὶ τῆς μητρός του Σαμουὴλ διηγήματα· καὶ ἐντὸς τοῦ ᾿Αγίου τῶν ἁγίων γενομένη, ἱκέτις γίνεται τοῦ Θεοῦ, μὴ ἔξω πεσεῖν τῆς ἐκ τῶν νόμων εὐλογίας, ἐξαμαρτούσα περὶ τὸν νόμον οὐδέν· γενέσθαι δὲ μητέρα, καὶ ἀφιερώσαι τῷ Θεῷ τὸ τικτόμενον. ἐντὸς τοῦ παραδείσου, ὡς ἐντὸς τοῦ Αγίου τῶν ἁγίων γενομένη. Και δὴ τὴν ἐξάκουστον 'Ανναν παραζηλούντες ἑκάτεροι, τῷ ἱερῷ προσανῆκον· λιταῖς τε τὸν Θεὸν ἐξεμέλιο σον, δοῦναι λύσιν τῇ ἀτεκνίᾳ, καὶ καρπὸν τῇ στοι ρώσει· οἳ οὐ πρότερον ἀνῆκαν, πρὶν του ποθουμένου τύχωσι. κερί. Όλο 5: Ἐν παραδείσῳ εὐχομένης, σοῦ τῆς φωνῆς ἀκούει ὁ Ὕψιστος, "Αννα θεόμρον, καὶ καρπὸν της κοιλίας σου δίδωσι, παραδείσου τὴν ἀνοίξασαν τὴν θύραν τῆς χάριτος. μία
col. 1363–1364page 19 of 109
PG 100:1363λαύουσα τῆς ἐπιζητουμένης, τάς θεοπνεύστους ἐκείνας πρὸς τὸν τῶν ὅλων Δεσπότην ἀνέπεμπεν ἱκεσίας. Ει Προεπεστομίσθη. παιδάριον, Καὶ διὰ τί μὴ ταμιεῖόν τι ἀπερίκτυπου 21-21 βοῦσα, ἐν τούτῳ τὰ κατὰ τὸ κρύφιον, καὶ τὴν ἐ νωμένην προσευχὴν ἀνέτεινε θεῷ; Ὅτι οὐκ ἂν οὕτω τὸ πᾶν αὐτῇ τῆς ἐπιθυμίας απήρτιστο, πολλὰ μὲν ἐχούσῃ τὰ κατὰ διάνοιαν διὰ τῆς προσευχῆς ἐκρέ ρεσθαι μέλλοντα, μὴ συγχωρουμένη δὲ ταῦτα καθα ρῶς παραγυμνοῦν τῷ Θεῷ, διά τε τοὺς οἴκοι θορύ βους, καὶ τὰς τῶν παραγινομένων συμφυλετών ἐνοχλήσεις. Ταύτης ἕνεκα τῆς αἰτίας, οὐδὲ τὸν ναὸν καταλαβοῦσα, ἐν τούτῳ τῷ Δεσπότῃ τὰ τῆς δεήσεως ἀναφέρει βήματα. Καίτοι πᾶσιν οὗτος τοῖς ἡμερί λοις εἰς προσευχῆς ἀφώριστο τόπον. Αλλ' οὐδ᾽ οὗτος αὐτῇ τὸν ἐπιζητούμενον τῆς ἡσυχίας παρείχε και ρόν, πολλὰ διδοὺς ὑφοραν τὰ διακόπτοντα τοῦτον. Ἐνενόει δὲ καθ᾿ ἑαυτὴν, ὡς εἰ καὶ καρποφοροῦντας ἤδη, αυτήν τε καὶ τὸν ὁμόζυγον πρότερον Θεῷ, καὶ τὸν ὅλον εὑργετοῦντας λαον, φθόνῳ τῷ πρὸς αὐτοὺς οι συγκαρποφοροῦντες τῶν Ἰουδαίων ἐπωνείδισαν τε καὶ ἀπεπέμψαντο, τίνα κατ' αὐτῆς οὐκ ἂν ἐπι ενόησαν σκώμματα, μόνην αὐτὴν, καὶ παρὰ καιρὸν ὁρῶντες διακαρτερούσαν ἐν τῷ τῆς προσευχῆς ἐπισ μόνῳ; Οὐδὲν δὲ τὸ κωλύον τὴν Ἰουδαϊκὴν παραπληξίαν ὑπῆρχε, μανίαν τινά, ἢ μέθην, οὕτω διακειμέν νης αὐτῆς καταψηφίσασθαι. Οὕτω γὰρ τῇ μακαρία καὶ προφήτιδι, τῇ ὁμωνύμῳ ταύτης, φημί, πρότερον Αννῃ, οἱ τῶν ἄλλων ἐπιεικέστεροι δοκούντες εἶναι διὰ τὸ τῆς ἱερωσύνης ἀντέχεσθαι, χαλεπῶς ἐπιτικέ μενοι προσωνείδιζον· μέθην αὐτῆς τὴν πρὸς Θεὸν διαλοιδορούντες ἔντευξιν. Αὐτὴ μὲν γὰρ, ἐκ διαπί ρου καὶ νήφοντος λογισμοῦ τὴν ζέουσαν ἐκείνην ἀ ἐπεμπεν ἱκεσίαν· οἱ δὲ, μέθην τὴν νῆψιν, καὶ βαστο λογίαν τὴν θεολογίαν ὑπενόουν. Αὐτοὶ ταῖς πα μίαις ἐμπαροινοῦντες, καίτοι μή κραυγὴν ἀφείση; τῆς μακαρίας, μηδὲ φωναῖς ἀτάκτοις τοῖς ἀκροωμένοις ἐποχλούσης, ταῦτα ἔσκωπτου· προεπεστομίσθη γὰρ ὑπὸ Ἠλὶ τοῦ ἱερέως αὐτὴ, καὶ ἠρέμα λέγουσε Καὶ Ἠλί, φησίν, ὁ ἱερεὺς, ἐφύλαττε τὸ στόμα αὐτῆς· καὶ αὐτὴ ἐλάλει ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. καὶ τὰ χείλη αὐτῆς ἐκινεῖτο, καὶ ἡ φωνὴ αὐτῆς οὐκ ἀκούετο. Καὶ εἶπεν αὐτῇ τὸ παιδάριον Ηλί "Εως πότε μεθυσθήσῃ, περίελε δὴ τὸν οἶνόν σου, και πορεύου ἐκ προσώπου Κυρίου. Πῶς οὖν ὑπὸ ενόει μεθύουσαν Ηλ', εἴ γε θεῷ δι' εὐχῆς προσ λοῦσαν ἑώρα· εἴ γε ἐκ πρώτης αὐτὴν ἐπεστόμιση Διὸ καὶ λέγε ται πρὸς αὐτὴν ὑπὸ παιδαρίου τινὸς, οὐχ ἑνὸς, αλλ' ὑπὸ παντὸς τοῦ νεωτερίζειν, καὶ τὰ καλὰ χλευάζει ἀκμὴν ἔχοντος· Έως πότε μεθυσθήσῃ;
col. 1365–1366page 20 of 109
PG 100:1365ἐπιτιμίας· εἴ γε μηδὲν τῶν οὕτω διακειμένων δι στόματος παρήγεν; Απρεπῆ γὰρ τῶν μεθυόντων, καὶ παροινούντων τὰ ῥήματα· οἶ, καὶ σιωπᾶν ὑφ' ἑτέρων ἐκβιαζόμενοι, καὶ παιόμενοι σφοδρῶς, τὰς ἀναιδεῖς ἐκείνας ἐπαφιᾶσι φωνάς· παραπλησίως τοῖς λόγοις, καὶ τὴν ἄκοσμον ἐπιδεικνύμενοι θεωρίαν. Η δὲ, τί τούτων ἀσχημονοῦσα, τεκμήρια της μέθης ἐμπαρείχε; Τίνας ἀπρεπεῖς ἡφίει φωνάς; Ποίαν τῶν σωφρονούντων παρήμειψεν εὐταξίαν; "Οτι ἀφωνίαν καταδικασθεῖσα, ἔστεργε τὴν ἐπιτιμίαν; ὅτι τῇ εὐ κοσμία τοῦ ὁρωμένου σχήματος, τὴν ἐν διανοίᾳ παρ εδήλου κατάστασιν; ὅτι σιγῇ συνεἶχε τὴν ἔνδον τῆς εὐχῆς ἀναπτομένην φλόγα, καὶ χειλέων μόνων κινή σει, τὸ ταύτης ἐνέφαινε διάπυρον; Αὐτὴ γὰρ, φησίν, ἐλάλει ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς, καὶ τὰ χείλη αὐτῆς ἐκινεῖτο, καὶ φωνὴ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο. Οὐκ ἔδει οὖν πρὸς τὴν παράδοξον αὐτῆς ἐκπλαγῆναι καρτε μίαν; Οὐκ ἔδει τὸ εὐσταθὲς τοῦ ὁρωμένου ταύτης ἀποθαυμάσαι σχήματος; τὴν ἀσίγητον ἐν ἀφωνία πρὸς θεὸν δέησιν; τὴν διηνεκῆ τῶν ὀμμάτων πρὸς οὐρανὸν ἀνάνευσιν; τοὺς ἐκ συνοχῆς καρδίας ἀλαλήτους, μᾶλλον δὲ ἀηχήτους στεναγμούς; καὶ γὰρ οὐδὲ αὐτοὺς ἐξακούεσθαι παρείχε· διό φησι· Φωνὴ αὐτῆς οὐκ ἠκούστο. Οἱ μὲν, τῶν ἐνάρθρων αὐτὴν ἀπο κλείουσι καὶ φωνῶν καὶ λόγων· ἡ δὲ, καὶ τὰς ἀνάρ Ορους ἐπεῖχεν ένηχήσεις, μηδεμίαν τοῖς σκώπτουσι συγχωροῦσα δοθῆναι τὴν ἀφορμήν. Ἀλλ᾿ αὐτὴ μὲν οὕτω, καὶ τοιαύτῃ τῇ θαυμαστῇ καρτερία, τὰς πρὸς Θεὸν ἀνέτεινε δεήσεις· τὸ δ' εἰς αὐτὴν αὐθαδῶς ἐπισκῶπτον παιδάριον, τί φησιν; Εως πότε μεθυσθήσῃ; περίελε δὴ τὸν οἶνόν σου, καὶ πορεύου ἐκ προσώπου Κυρίου. Ποῖον περι ελεῖν οἶνον αὐτῇ προστάσσεις; τὸν πρὸς Θεὸν διάπυ μον πόθον; τὸ νηφάλιον τῆς διανοίας; τὴν ἄσιτον καρτερίαν; τὰς ἐκ ζεούσης ψυχῆς ἀναπεμπομένας εὐχάς; ποῦ δὲ καὶ πέμπεις ἐκ προσώπου Κυρίου τὴν τὰ πάντα παριδοῦσαν, καὶ τὸ ἐκείνου μόνον ἐκζητοῦ σαν πρόσωπον· τὴν ἐν καρδίᾳ τὸν αὐτῆς συνφκισμέ νον ἔχουσα πόθον· τὴν ἀκροατήν μόνον αὐτὸν τῶν οἰκείων βλέπουσαν ῥημάτων, ἂν μᾶλλον ἐν τοῖς ἐκε τῆς, ἢ ἔνδον τῆς σκηνῆς, τοῖς τῆς διανοίας όμμασι προβλέπει; Καὶ οὕτω μὲν ἐν τῷ τῆς προσευχῆς καιρῷ, τῇ πάλαι συνεπετέθησαν οἱ ἐπισκώπτοντες ῎Αννῃ· ἡ δὲ νέα καὶ συνετωτάτη πάντων, δεδοικυία μή τι τῶν τοιούτων πάθοι, τὴν ἐκτενή προσάγουσα δέησιν, ὥσπερ τῆς οἰκίας, οὕτω καὶ τοῦ ναοῦ ὑπεξίστατο τὸν ἐρημικώτερον δὲ διὰ τὸ ἤρεμον τοῦ παραδείσου καταλαμβάνει χῶρον, ἐν ᾧ σοφῶς προεσκόπει τὸ εἰ λικρινὲς αὐτῇ τῆς ἐπιθυμουμένης συντηρηθήσεσθαι προσευχῆς. Τάχα δὲ οὐ διὰ τοῦτο, διὰ δὲ τὴν ὄντως φανερουμένην ἀλήθειαν, τὴν περὶ αὐτῆς ἤδη προ ανεφώνει διὰ πραγμάτων έκβασιν. Τεῖς γὰρ τῇ σκια δουλεύειν διατεταγμένοις τῶν νομικῶν ἐθίμων, ὥσπερ τα διὰ καρποφορίας καλλιερούμενα, οὕτω καὶ ἡ τῶν ἀναγκαίως αιτουμένων συμπεριεγράφετο προσευχή τῷ ναῷ, ἐν τούτῳ μᾶλλον τῶν ἐπιζητουμένων τὴν ἔκβασιν λαμβάνειν πιστευομένων. Προμηνύει τοίνυν ἡ τῆς χάριτος ἐπώνυμος ῎Αννα, διὰ τῆς οὕτω προς ΤΥΠΟΣ
col. 1367–1368page 21 of 109
PG 100:1367φερομένης Θεῷ δεήσεως καὶ λογικής καρποφορίας, ὡς ἀρχὴν ἤδη τοῦ μὴ τόπῳ περικλείεσθαι ταῖς ἀν θρωπίναις ὑπονοίαις λαμβάνει. Ἐν παντὶ γὰρ τοῦ ἐν ἅπασιν ὄντος Θεοῦ χάρις τυγχάνουσα, τὸ τὰς σ κείας ἐνεργεῖν ἐν ἅπασιν εὐεργεσίας, ὥσπερ τοῖς πράγμασιν, οὕτω καὶ ταῖς τῶν πιστευόντων ὑπολήψεσιν ἔξει. Τοῦτο δὲ καὶ Ἰωακείμ προαγορεύων ὁ δίκαιος, τοῦ ναοῦ μὲν ὑποχωρεῖ, ἐν τῷ ὄρει δὲ τὴν εὐπρόσδεκτον ἐκείνην καὶ θαυμασίαν ἀναφέρει δέησιν, δηλῶν ἐντεῦθεν, ὡς τῆς νέας χάριτος παραγινομένης, ἔρημος μὲν τῶν τυπικῶν ἐπισκιάσεων ὁ ναὸς καταλειφθήσεται, ἐν ἅπασι δὲ τοῖς οὖσι τῆς ἐλλάμψεως αὐτῆς αἱ ἀκτῖνες διαταθήσονται. ᾿Αλλὰ τίνα τὰ τῆς εὐχῆς ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς Αννης ῥήματα; Καλὸν γὰρ ταῦτα τῷ λόγῳ παραγιο γεῖν, καὶ τὸ κοινοπρεπὲς αὐτῶν κατιδεῖν. Ἐν ἄλλοις μὲν γὰρ καὶ διαφόροις τόποις, εἰ καὶ διάφορος αὐτῇ προσεπινοουμένη προτείνετο αὕτη, ὅμως τῆς ἀκα λούθου τάξεως οὐκ ἀλλοτρίως εἶχεν· ἐνταῦθα δὲ ἐκ συντετριμμένης μᾶλλον καὶ ὑποβεβηκυίας ψυχής προερχομένη, καινή τις καὶ παράδοξος ένηχουμένη ἐξηκούετο. Ακολουθία γὰρ καταρξαμένη τὴν ἱκεσίαν ἀναφέρειν ἡ δικαία, ἐλεεινολογίας ἐν τάξει τὴν μα καρίαν ἐκείνην ἐπεισάγει τῷ λόγῳ ταπείνωσιν. Διδ οὐχ ὁμογενέσι καὶ ὁμοφύλοις ἑαυτὴν ἀντιπεριτιθεῖσα, τῆς ἐκείνων εὐλογίας καὶ χάριτος ἀπεστερήσθαι δι' αναξιότητα λέγει, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ἀλόγων ζώων, καὶ τῆς ἀψύχου κτίσεως τῆς κατὰ τὴν εὐλογίαν όμοιώσεως ἀλλοτριοῦσθαι πάντη καταποφαίνει. Διὰ τοῦτο ἐν τῇ μονῳδουμένῃ προσευχῇ, πετεινῶν καὶ τετραπόδων, θηρίων τε καὶ γῆς, καὶ τῶν ἐν τῇ γῇ φυομένων· ὑδάτων τε καὶ τῶν ἐν αὐτοῖς ἐγγονιζόν των ζώων παρεισάγει μνήμην, ὡς ἂν τὸ ἀχρεῖον ἑαυ τῆς καθυποδείξῃ, κἀντεῦθεν εἰς ἔλεος τὸν μόνον συμ παθέστατον ἐφελκύσηται Θεόν. ᾿Αλλὰ προφθάνει τους λόγους οὗτος, καὶ πρὶν εἰς πέρας τὴν προτεινομένην ἐλθεῖν δέησιν, τὴν τῶν αἰτουμένων ἔκβασιν ὑπὲρ ἐλπίδα πᾶσαν εὐαγγελίζει ται τῇ αιτουμένῃ. Ἰδοὺ γὰρ, φησὶ, λαλούσης, άγγε λος Κυρίου ἦλθε λέγων αὐτῇ· Επήκουσεν ὁ Θεὸς τῆς δεήσεώς σου· καὶ συλλήψῃ καὶ γεννήσεις, καὶ λαληθήσεται τὸ σπέρμα σου ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ. Ἐπήκουσεν, ὁ πρὶν ἐννοηθῆναι τὰ τῆς δεί σεως βήματα, γινώσκων ταῦτα, καὶ ἀναμετρών ἀποῤῥήτως ἤκουσε δεήσεως, ὁ ταύτην κινῶν καὶ ἀκούεσθαι παρασκευάζων. "Ηκουσεν ἐκ συντετριμμένης ψυχῆς προϊούσης εὐχῆς, ὁ διὰ τοῦτο ἐν αὐτῇ ἐπαναπαυόμενος· ὁ μετριοφροσύνῃ τῇ ταύτης ἐπιτερπόμενος. "Ηκουσε τῆς δεήσεως, ὁ διὰ προφητικῶν φωνῶν τὴν ἔκβασιν αὐτῆς προαναφωνήσας. "Ηκουσε προσευχῆς, ὁ ἀκουστὸν τῇ κτίπ τὴν ἐκείνης ποιήσων καρπόν. Λαληθήσεται γάρ, φησί, τὸ σπέρμα σου ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ. Α ληθήσεται τῇ οἰκουμένῃ τὸ πολυθρύλλητον αὐτῆς καύχημα· ἡ μόνη διαβόητος αὐτῆς καρποφορία· τὸ περιώνυμον τῶν κτισμάτων ἐγκαλλώπισμα. Λαλη θήσεται τὸ λάλον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως στόμα
col. 1369–1370page 22 of 109
PG 100:1369εύλογος τῶν σιγησάντων ἀπολογία περὶ ἧς δεδο ξασμένα ἐν πάσῃ λογικῇ φύσει λαληθήσεται· ἧς νοεραὶ δυνάμεις τὰ μεγαλεῖα διανυμνήσουσιν· ἧς τὴν δόξαν ἀνακηρύξουσι. Λαληθήσεται τὸ σπέρμα σου ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ. Σὺ μὲν γάρ, φησίν, ὦ Αννα, οὐ τοσοῦτον τῆς τοῦ γένους ἕνεκα διαδοχῆς, καὶ τῆς καρποφορίας της φύσεως, τὴν ἐπίμονον καρ τερίαν, καὶ τοὺς δι' εὐχῆς ἀγῶνας καταβάλλῃ καρποφορεῖς γὰρ τὴν τῶν ἀρετῶν ἀφθονίαν τῷ Θεῷ· ὅσον διὰ τὴν ἐξακουσθησομένην ἐν τῷ γένει τῆς παιδοποιίας φήμην, τῶν ὀνειδῶν μὲν τῆς ἀτεκνίας ἀπαλλαγῆναι, συναριθμεῖσθαι δὲ καὶ συλλαλεῖσθαι μητράσι, καὶ τῆς εὐλογίας ἐκείνων μὴ ἀποκρίνεσθαι. Ο δὲ τῆς δεήσεώς σου καρπὸς, καὶ ἡ τῆς φύσεως εὐφορία, οὐ μόνον ἐν τῷ Ἰσραὴλ, ἢ ἐν τοῖς συμφυλέταις λαλη θήσεται καὶ μεγαλυνθήσεται, ἀλλ' ἐν ὅλῃ διαβοηθή σεται τῇ οἰκουμένῃ· ἐν βασιλεῦσι καὶ δυνάσταις ἐν ἱερεῦσι καὶ δικαίοις· ἐν πολυγλώσσοις ἔθνεσιν· ἐν σοφοῖς καὶ ἀσόφοις· ἐν τοσούτοις ὁ σὸς λαληθήσεται καρπός· εἰς τοσούτων διηχηθεὶς ἀκοὰς, καταλλήλως τοῖς οἰκείοις μεγαλυνθήσεται παραδόξεις. Τί οὖν ἡ μακαρία καὶ μεγαλόψυχος 'Αννα; οἷον ἀντίδωρον τῷ τὴν τοιαύτην παρεχομένῳ δίδωσιν εὐλογίαν; Οίαις τὸν εὐεργέτην ἀμείβεται ταῖς δω ρεαῖς; Οίας τὰς τῆς χάριτος ὁλοκαρπώσεις ἀναφέρειν κατεπαγγέλλεται; Οὐκ ἀναθημάτων πολυτέ- " λειαν οὐ τὰ ἐξ ἀλόγων ζώων θύματα· οὐ καρ πῶν ἀπαρχάς· οὐκ ἄλλο τι τῶν ἀντεισφερομένων καλλιερημάτων, ἀλλ' αὐτὴν τὴν δεδομένην αὐτῇ καρ ποφορίαν τῆς φύσεως· αὐτὸ τὸ εὐκταῖον αὐτῇ καὶ ποθητὸν βλάστημα, ὑπὲρ οὗ αἱ ἐπίμονοι δεήσεις, καὶ τὰ δαψιλῆ κατεχέοντο δάκρυα· ὑπὲρ οὗ καὶ εναγώνιοι καρτερίας, καὶ ὑπεροψίαι τῶν εὐπαθεῖν παρασκευαζόντων ἁπάντων. Ζῇ γάρ, φησί, Κύριος ὁ Θεός μου, ἐὰν γεννήσω εἴτε ἄρσεν, εἴτε θήλυ, προσάξω αὐτὸ δῶρον Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου, καὶ ἔσται λειτουργοῦν αὐτῷ πάσας τὰς ἡμέρας. "Ορα τὸν πρὸς θεὸν τῆς ᾿Αννης διάπυρον πόθον· ὅρα τὴν ὑπερβάλλουσαν αὐτῆς μεγαλοψυχίαν· ὅρα ὅπως διὰ τῆς παρούσης ἀφιερώσεως, καὶ τὴν ἀφθόνως τῷ Θεῷ τῶν ἐκτὸς προσαγομένην καρποφορίαν ὑπέδειξεν. Εἰ γὰρ τὴν διδομένην τῆς φύσεως εὐλογίαν, ψυχῆς τε εὐθυμίαν, καὶ τῶν πόνων παραμυθίαν, οὕτω ζεούσῃ προαιρέσει Θεῷ ἀνατίθησι, τίνος ἂν τῆς λοι πῆς ἐφείσατο κτίσεως; Τί οὐκ ἂν αὐτῷ τῶν τιμιωτέρων ἀφιέρωσε; Και σκόπει τὰ δαψιλὲς τῆς γνώμης αὐτῆς. Οὐ διαστέλλει "Αν ἄρσεν τύχοι τὸ γεννώμενον ἀποδώσω αὐτὸ Κυρίῳ τῷ Θεῷ· ἀλλὰ, και ἄρσεν εἴη, καν θῆλυ. Απλή του πρὸς Θεὸν ἀγάπης ἡ ὑπόσχεσις ακατασχέτου τοῦ πρὸς αὐτὸν πόλου δείγματα τί ἐπαγγελλόμενα. Αὐτὸν μόνον εἶναί φησι προτιμότερον δίκαιον, ὥσπερ τὴν τῶν ἄλλων ἐκλογὴν, οὕτω καὶ τὴν καρποφορίαν, ὁποία ἂν τύχοι, ἀπολαμβάνειν τῆς φύσεως. Εἰ μὲν γὰρ εἶπεν,· Ἐὰν ἄρσεν εἴη τὸ γεννώμενον, προτάξω αὐτὸ Κυρίῳ τῷ Θεῷ, ἀπεσιώπησε δὲ τὴν τοῦ θήλεος προσηγορίαν, ἐνομίσθη ἂν τὴν ὁλόκληρον ἀφιέρωσιν ἀκρωτηριάζειν, τὸ ἀπογο σιωπηθὲν ἐν τῇ ὑποσχέσει· νῦν δὲ τό τε ἄρτεν
col. 1371–1372page 23 of 109
PG 100:1371τὴν ἄφατον αὐτῆς ἀγάπησιν τοῦ προτιμωμένου Θεοῦ, καθαρὸν δὲ πάσης ἄλλης ὑπονοίας τὸν λόγον κατέλιπε· καίτοι, οὐκ ἄν που τῆς Γραφῆς κατο ενοήθη ἢ ἐν ἐπαγγελίαις ἢ ἐν ἀφιερώσεσι θεῷ ἀνατ θέμενον θῆλυ· καὶ μάλιστα ἐν τῷ ναῷ τοῖς λειτου γοῦσι συναριθμούμενον. Αλλ' ὅμως ὑπερβολή φιλοθείας αὕτη, καινουργεῖ τοῦτο ἐν τῇ ἐπαγ γελία, προφητεύουσα τὴν ἔσεσθαι μέλλουσαν ἐν τῷ πράγματι καινοτομίαν· μόνη γὰρ τῆς γυναικείας φύσεως, ἡ μόνη τῆς ἀνθρωπότητος ἀπαρχή, καὶ ύπεσχέθη, καὶ ὑπέρτιμον ἀπεδόθη Θεῷ ἀνάθημα. Αλλ' ὢ ὑποσχέσεως ἀδιαψεύστου! ᾧ ἐπαγγελία; τὰς ὑπὲρ λόγον τῇ φύσει προεπαγγελλομένης εύργε σίας! ὢ προσφορᾶς ἱερωτάτης! ὦ φιλοθέου προαιρέσεως, τῆς τοιαύτην καὶ οὕτως ἀποδιδούσης τὴν τῆς οἰκείας ἐλπίδος καρποφορίαν Θεῷ! Τίνι τῆς ᾿Αβραὰμ ὁλοκαρπώσεως αὕτη οὐχ ὑπερτεθήσεται λόγῳ, "Αρα τῷ καθηγουμένῳ χρόνῳ τῆς περὶ αὐτῆς δεήσεως; Αρα τῷ ἐν τῷ τῆς προσευχῆς καιρῷ, "Αρα τῷ τρόπῳ τοῦ θεόθεν δεδομένου χρησμού; "Αρα ἂν τῷ μεγαλ ψύχῳ τῆς ὑποσχέσεως; Καὶ σιωπάτω τὸ τῆς προς φορᾶς ὑπεραναβεβηκός· οὐδὲ γὰρ συγκρίσει καθα υποβάλλεται, θεῷ μόνον πάντων ὑπερτετιμημένον κτισμάτων· τῆς δὲ προσαγούσης ή διαπυρωτάτη πρὸς Θεὸν ἀγάπη, καὶ θαυμαζέσθω καὶ διευτη μείσθω. Καὶ γὰρ καὶ αὕτη καθάπερ Αβραάμ προσο ἤνεγκεν· ἀλλ' ὁ μὲν παρὰ κελεύσεως ὑπακοὴν ἐπλήρου, ἡ δὲ προαιρέσεως οἰκείας καρποφορίαν ἀπεδίδου· καὶ ὁ μὲν, τῇ τῆς ἐπαγγελίας, οὐ τῷ τῆς τεκνογονίας λόγων, Μονογενή προσῆγεν· ἡ δὲ μόνην, καὶ μονογενῆ τῆς φύσεως εὐλογίαν, καὶ ἦν πόνων πολλῶν καὶ ἐπιτεταμένης δεήσεως καρπὸν ἐκομίσατο. καὶ θῆλυ ἐν τῇ ἐπαγγελία περιλαβοῦσα, ἔδειξε μὲν Ο Ο Οὗτος ὁ Ἰωσήφ, γέρων ὢν καὶ χῆρος, κατὰ ἀνάγκην τῶν κλήρων βαλλομένων ἐπὶ χήρους καὶ ἀγάμους και ἑκάστην φυλήν εἰς τὰς ὑπὸ ναοῦ παρθένους, διὰ τὸ ἀφιερωθῆναι ἐν τῷ ναῷ τοὺς πρωτοτόκους παῖδας, ἄῤῥενάς τε καὶ θηλείας, ἔλαβε κατὰ κλήρον τὴν ἁγίαν Παρθένον Μαρίαν για Πόνων γὰρ καὶ τῶν καθ' ὑπερβολὴν ἀγώνων ἔργον, αἱ ὑπὲρ λόγον τῶν καλῶν ἀνταποδόσεις εἰσί. Πόνος αἱ προσευχαί πτερούμεναι, πρὸς Θεὸν ἀναφέρονται· τήν νοις τὸ μέγα τῆς ἀρετῆς κατορθούται χρῆμα· πόνοις καθάπερ πυρὶ τὸ δόκιμον τῇ ψυχῇ περιγίνεται· πό νων ἀμοιβαί, τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν αἱ ἀπολαύσεις τυγ χάνουσι· πόνοις ἡ πρὸς Θεὸν νεῦσις, ἀνάβασίς τε Ἐπειδὴ προῆλθεν ἐκ τῆς ἀγόνου μητρός, ἡ ἐχ μήτρας τὸν στάχυν τῆς ἀφθαρσίας ἐκρύσασα, το ναῷ ταύτην, τῆς ἡλικίας τὸ πρῶτον ἄγουσαν ἄνθος, οἱ τεκόντες προσάγοντες ἀνέθεσαν Εσται λειτουργοῦν αὐτῷ πάσας τὰς ἡμέρες.
col. 1373–1374page 24 of 109
PG 100:1373ὁμοῦ καὶ οἰκείωσις ἐγγίνεσθαι πέφυκεν. Αλλ' ὑπὲρ μὲν πόνων ἀμοιβῆς, ταῦτα τῷ ἀληθεῖ κρίνεται λόγῳ, εἰ καὶ εὐτελῶν τινων καὶ μικρῶν, ὑπὲρ διάνοιαν ὄντα, ἀντιδίδοται. Τίς γὰρ οὐ μόνον καταβληθείη, ἀλλὰ καὶ ἐπινοηθείη πόνος, ὁ καὶ τῷ πολλοστῷ δου κοῦντι τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων ἀντισηκοῦν ὑπονοούμενος; Ηείων ἀγώνων ἔργων ἡ πρὸς οὐρανὸν γένοιτο ἂν ἀνάβασις; Τίνων πόνων κλίμακες αἱ πρὸς τοσοῦτον ὕψος ἐφικνεῖσθαι δυνάμεναι; Ποίων τῶν ἐν ἐπικήρῳ καὶ ῥεούσῃ ζωῇ καταβαλλομένων ιδρώτων, αἱ τῶν αἰωνίων καὶ ἀκηράτων εἰσὶν ἀντιδόσεις; Τίνας ἄν τις κατ' ἀξίαν τῆς οἰκειώσεως τοῦ Δημιουργοῦ πόνους ἐπιδείξαιτο· οἷον ἂν ἑαυτὸν οἰκεῖον τῆς ἐκείνου ένοι κήσεως κατασκευάσειεν οἰκητήριον; Ἐνοικήσω γάρ, φησὶν, ἐν αὐτοῖς, καὶ ἐμπεριπατήσω. Καὶ πάλιν Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἐλευσόμεθα. Τοῦτο τῶν ἐν ἑλπί σιν ἀγαθῶν τὸ πέρας· τοῦτο ἡ οὐράνιος βασιλεία τοῦτο ἡ τῆς αἰωνίου τρυφῆς ἀπόλαυσις· τοῦτο ἡ ἐδιάδοχος εὐφροσύνη ή διηνεκής ἀγαλλίασις· ἡ ὑπερβαίνουσα, οὐ μόνον πόνους, ἀλλὰ καὶ πάντα νοῦν ἀνταπόδοσις. Ορᾶς ὡς οὐδεὶς πόνος, οὐ μονονοὺκ ἀντιμετρεῖται, ἀλλ᾽ οὐδ' ἐπινοεῖται τῇ μακαρία τῶν ἀποκειμένων ἀγαθῶν ἀπολαύσει; ᾿Αλλὰ καὶ τοσοῦτον τῶν ἡμετέρων ἀπολειπόντων ἀγώνων, καὶ οὕτω τῶν δι' ἀρετὴν ἱδρώτων τῶν ὑπὲρ λόγον ἐκεί νων ὑποβεβηκότων ἀμοιβῶν, ὅμως εὐτελῶν καὶ σμι κροτάτων πόνων, τὴν ὑπὲρ ἔννοιαν ἀπόλαυσιν ὁ ὑπε άγαθος ἀντιδώσει Δεσπότης. Μικροὶ γὰρ καὶ οὐ δενὸς ἄξιοι λόγου τῇ ἐκεῖσε παραβαλλόμενοι μακα ριότητι, οἱ τῆς ἀνθρωπίνης σπουδῆς καταλογίζονται πόνοι, κἂν τὸν ὅλον τις ἐν αὐτοῖς κατατρίψει βίον κἂν ἀγῶνα συνεχῆ ὅλην ἐπιδείξηται ζωήν. Κἂν που λυπλασιάζων ταύτην εἰς ἑκατὸν, ἢ καὶ δὶς τοσοῦτον, ἢ καὶ τρὶς ἢ καὶ μυριάκις τὸν χρόνον ἐπεκτείνοιτο τῆς βιώσεως, ἐν ᾧ χρόνῳ τοὺς ἐπιμόνους ὁ τοιοῦτος τῆς ἀρετῆς διανύσειεν ἀγῶνας, οὐδὲν ἐν συγκρίσει φανή σεται τῶν ἐλπιζομένων ἀντιδόσεων ἀγωνισάμενος. Διδ μικροῖς καὶ εὐτελέσι πόνοις, τὰς ἀνυπερβλήτους ἀμοιβὰς περιποιησώμεθα· τὸν πλοῦτον τῶν αδαπανήτων ἀγαθῶν θησαυρίσωμεν. Μικρὰ δὲ λέγω καὶ εὐτελῆ, μὴ τὰ δοκοῦντα μόνον εἶναι τοιαῦτα ἡγεῖσθαι, ἀλλὰ καὶ τοὺς διηνεκεῖς τῆς ὅλης ζωής ἀγῶνας· τὴν ἐπίμονον τῆς ἀρετῆς ἄθλησιν· τοὺς ἀδιαλείπτως καὶ θερμῶς ὑπὲρ αὐτῆς καταβαλλομένους πόνους. Τοιαῦται γὰρ αἱ τοῦ μεγαλοδώρου Δεσπότου ἀμοιβαί· τοιοῦτος ὁ ὑπερβλύζων αὐτοῦ τῶν ἀντιδόσεων πλοῦτος· οὕτω φιλανθρωπίας καὶ ἀγαθότητος υπερβολή, ὀλίγα τῶν ἀπείρων· καὶ πτωχὰ τῶν πλουσίων· καὶ ἐπίκηρα τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἀντικαταλλάττεται. Ανενδεής γάρ ἐστι τῶν προσαγομένων, μόνης τῆς τῶν προσαγέντων ἐπι δεόμενον σωτηρίας, διὰ τοῦτο, οὐ τῇ τῶν προσφερομένων ποσότητι τοσοῦτον, ὅσον τῇ τῆς προαιρέσεως τῶν προσαγόντων επινεύει ποιότητι, ὁ μόνος πλούσιος δωροδότης· ὁ ἀκατανόητον ἔχων εὐσπλαγ
col. 1375–1376page 25 of 109
Oratio III
PG 100:1375καλῶν ἀφθονία· ὁ τὴν παροῦσαν θυμηδίαν διὰ τὴν μέλλουσαν εὐφροσύνην συγκροτήσας· ὁ διὰ τῶν μετα λείων τῆς οἰκείας μητρός, τὴν ἡμῶν πρὸς ἑαυτὸν αὐτῶν [Ισ. ὑψῶν ἢ ἀνυψῶν] ταπεινότητα· ὁ διὰ τῶν παραδόξων αὐτῆς τεραστίων, παρ' ἐλπίδα τῆς άνθρωπίνης προνοούμενος σωτηρίας. Τοῦτο γὰρ αὐτῷ τῆς ὅλης οἰκονομίας τὸ πραγματευόμενον. Ὑπὲρ τούτων καὶ ἐν τοῖς σοῖς σεμνολογούμενα μυστηρίοις, Θεοτόκε· ὑπὲρ τῆς δι' αὐτῶν [μυστηρίοι;] πλάσεως, τὰς διηνεκεῖς εὐχαριστίας σου προσφέρομεν· ὑπὲρ αὐτῆς, ὡς καὶ τὰς λοιπὰς, οὕτω καὶ τὴν εὔσημέν σοι ταύτην συγκροτοῦμεν ὁμήγυριν, Διὰ τοῦτο τὰ τῶν Πατέρων συγκηρύττομεν κατορθώματα· τὸ τῆς ἀρετῆς αὐτῶν μεγαλοφυές δοξάζομεν χνίας τὸ πέλαγος ἡ αὐτοαγαθότης, καὶ μόνη τῶν σήμερον· τὸ τῆς φιλοθεῖας αὐτῶν εὐφημοῦμεν διά πυρον· τὴν ὑπερβάλλουσαν καρτερίαν· τὰς εἰς ὑπήκοον ἐνεχθείσας εὐχάς· τοὺς προκήρυκας τῆς ἡμῶν σωτηρίας χρηματισμούς· τὸν εὐκλεὴ σε τού των καὶ τῆς φύσεως γεραίρομεν καρπόν· τὴν ρίζαν τῶν ἀγαθῶν· τὴν τῶν αἰωνίων δωρεῶν πρόξενον. Διὰ τοῦτο, σὲ μὲν πρὸς τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα μεσί τιν, αὐτοὺς δέ σοι εἰς πρεσβείαν προτείνομεν σήμε ρον. Αἰτοῦμεν διὰ τούτων, μᾶλλον δὲ διὰ σοῦ· οὐ γὰρ δεῖ μεσιτευόντων, φιλάγαθε· ἀδιάδοχον ἡμῖν συν τηρεῖσθαι τὴν ἐν τοῖς σοῖς μεγαλείοις εὐφροσύνην. Αἰτοῦμεν διὰ σοῦ τὸν ὑπὲρ λόγον ἐκ σοῦ σεσαρκων μένον, τὴν παροῦσαν θυμηδίαν, τὴν τῶν μελλόντων διαδέξασθαι παρασχεῖν μακαριότητα τῆς ἐνταῦθα χοροστασίας, τὴν αἰωνίαν ἀνταλλάξασθαι δοξολογίαν τῶν σιγώντων ὕμνων, τὸν ἀσίγητον ἀντιδοῦναι τῶν ἑορταζόντων ἦχον, ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως αὐτῷ ἀναπεμπόμενον. Ὅτι αὐτός ἐστιν εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίασις καὶ θυμηδία διηνεκής - και αὐτῷ πρέπει τιμὴ, δόξα, προσκύνησις, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. ΟRΑΤΙΟ ΙΙΙ. Ματία ΛΟΓΟΣ Γ'. Λόγος εἰς τὴν Σύλληψιν καὶ Ἀπότεξιν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας. Οὐρανὸν ἡ γῆ ταῖς τῆς χάριτος μαρμαρυγαίς, ὑπερφαιδρύνεται σήμερον· οὐρανὸν ταῖς νοηταῖς ὑπεραγλαΐζεται λαμπρότησιν· οὐρανὸν ὑπερκόσμιον ὡραίζεται· τὸν γὰρ ὑπέρτερον οὐρανὸν, ἀποτικτό. μενον δέχεται, τὸν ὑπέρφωτον ὄντως καὶ εὐρυχωρό. τατον· τὸν οὐχ ἥλιον δυόμενον, ἀλλὰ τὸν ἄδυτον ἀνίσχοντα τῷ κόσμῳ· τὸν οὐκ ἄστροις ὁρωμένοις, ταῖς νοηταῖς δὲ ποικιλλόμενον δαδουχίαις. Τούτο γὰρ ἡμῖν ἐστι τὸ πανηγυριζόμενον σήμερον· τοῦτο τὴν λαμπροτάτην προὔθηκε πανδαισίαν· τοῦτο την παροῦσαν συνεκρότησε χορείαν· τοῦτο τὸν λόγον δι αναστῆσαν, εἰς τὴν οἰκείαν ἅπαντας συγκαλείται μέθεξιν. Δεῦρο γοῦν εἰ; ἐξάκουστον ἐνηχηθέντε πεισθέντες, μηδεὶς τῶν συγκαλουμένων τῆς γλυκείας ταύτης καὶ παγκοσμίου ἀπολειφθείη θυμηδίας· μη δεὶς τοῦ κοινοῦ τῆς φύσεως καὶ ἐντρυφήματος καὶ
col. 1377–1378page 26 of 109
PG 100:1377καυχήματος ἐφυστεροίτο· πάντες τῆς προκειμένης συμμετάσχωμεν εὐωχίας. Πᾶσι γὰρ ἐπίσης καὶ προ τέθειται, καὶ εἰς ἁπάντων εὐφροσύνην, καὶ ὑπερ δεδοξασμένην παρεσκεύασται δόξαν. Πολλῶν μὲν οὖν καὶ μεγάλων ἤδη θεόθεν ἡ ἀν θρωπεία τετύχηκε φύσις εὐεργεσιῶν· διαφόροις τετίμητο χάρισιν, αἷς ὁ εὐεργέτης τους μετόχους χαρίτων τῷ κοινῷ τὸ εὐκλεὲς παρεπέμπετο· οὐδε μιᾷ δὲ τοσοῦτον τῶν ἁπάντων, ὡς τῇ νῦν μεγαλοδώρῳ καὶ θείᾳ ὑπερσεμνύνεται τιμῇ. Διὸ τῶν προς γεγενημένων ἐκλαθομένη, καὶ τὰ πάλαι κατόπιν ἀποθεμένη, τῇ μεγαλοπρεπεί ταύτῃ συνεπαίρεται καὶ συνανυψούται δόξῃ. Τί γὰρ ἂν τοιοῦτον τῶν παρὰ Θεοῦ δεδωρημένων αὐτῇ κατανοηθείη, δ τῇ καταλλήλῳ τοῦ παρόντος καθυποβληθήποι το συγκρίσει; Τί τὸ ἐκ μὴ ὄντων παραγαγεῖν τὴν φύσιν, πρὸς τὸ και ταφθαρείσαν ταύτην ἐνδύσασθαι, καὶ διαπλάσει και νοπρεπεστέρα πάλιν ἀναμορφῶσαι; Τί τὸ [ἴσ. τὸ, τῷ] κατ' εἰκόνα τιμῆσαι, πρὸς τὸ ταύτην υἱοθετῆσαι; Τίς ἡ ἐπίγειος ἀρχὴ καὶ ἐξουσία, πρὸς τὸν τῶν ἁπάντων ἐν οὐρανοῖς συμβασιλεύειν νῦν Δεσπότῃ Τίς ἡ ἐν δράμασι καὶ ἐνυπνίοις καὶ ἐν λεπτοτάτης αὔρας ἐμφάσει τοῖς θεόπταις παραδεικνυμένη θέα, πρὸς τὸ, τὸν ὀπτανόμενον αὐτὸν οὐσιωδῶς ἡμῖν ὀρθῆναι, καὶ φιλανθρώπως ἐνσκηνῶσαι; Τίς ἡ τῶν προφητων καὶ δικαίων ἐκλογή; καὶ τίς ἡ δι' αὐτῶν τῷ γένει [παραγενομένη] δόξα, πρὸς τὸν Μητέρα τοῦ προκρίνοντος Θεοῦ, τὸ τῆς φύσεως ἡμῶν παρα ληφθῆναι καύχημα, καὶ δι' αὐτῆς τὴν μεγαλοπρεπῆ ταύτην ἡμῖν παραγεγονέναι τιμήν; Τοῦτο δὴ τὸ καθ᾽ ὑπερβολὴν ἡμῶν δεδοξασμένον. Τοῦτο δεῖ σήμερον ἅπαντας ὑποδεχομένους περιπτύσσεσθαι, καὶ χαίρειν, καὶ ταῖς ὡς ἐφικτόν καταγεραίρειν δοξολογίαις. ᾿Αλλὰ τῇ Δεσποτικῇ ἄν τινες ἐπιφανείς τὴν τοιαύ την εἴποιεν καὶ εὐφροσύνην καὶ εὐχαριστίαν προσ ήκειν, ὡς ἅπαντα ταῦτα γενομένῃ· καὶ πέρας τοῦ τε μυστηρίου καὶ τῶν δεδομένων καθεστηκυία των ρεῶν· ἀλλ᾽ οἱ ταῦτα προτείνοντες, νοείτωσαν, ὡς ἐκείνης αἰτία ἡ παροῦσα γέγονε θυμηδία, καὶ ἀρχὴ τῆς πρὸς ἡμᾶς αὐτοῦ καταλλαγῆς, καὶ τῆς διὰ ταύ της επιφανείσης ἡμῖν καθέστηκεν εὐφροσύνης. Ωστ περ γὰρ τὰ εἰς καταλλαγὰς ἐνέχυρα παραλαμβανόμενα, εἰρήνης μέν ἐστι σύμβολα βεβαίας, ἀρχὴ δὲ τῆς διὰ τῶν αὐτῆς καλῶν τοῖς καταλλαττομένοις ἐγγίνεται θυμηδίας· ἡ ὥσπερ ἡ ἐκ τῶν ὑπηκόων εἰς βασιλικὴν ἀγχιστείαν καὶ προκρινομένη καὶ παρα λαμβανομένη, τεκμήριον ἀψευδὲς τοῖς ἀφ' ὧν ἐξελέγη κατέχεται, τῆς τε πρὸς βασιλέα συγγενικής ἑνώσεως, καὶ τῆς διὰ τοῦτο παρεσομένης εὐδοξίας ἢ καθάπερ βασιλείων ἐν ἰδιωτικοῖς ἐγκαινιζομένων κλήροις, σημεῖον τῆς δι᾽ ὧν καινουργεῖται παρουσίας καὶ συνδιατριβῆς οὐκ ἀμφίβολον τῇ περιοίκῳ γίνεται, δι' οὗ τήν τε τῆς εὐμενείας καὶ συντηρήσεως προκατασπάζεται κηδεμονίαν· οὕτω δὴ καὶ τὰ περὶ τὴν σήμερον καὶ γέγονε. καὶ τὰς περὶ τῆς Τις περὶ τῆς ἀνωτάτω εὐδιξίας ἐφόδους. Τως ἐφόδους τὰ τῆς οικονομίας,
col. 1379–1380page 27 of 109
PG 100:1379ἀνωτάτω προανεκήρυξεν εὐδοξία; ἐφόδους. Τὰ μὲν γὰρ ἐνέχυρα προτέθειται, καὶ ἡ ἀνύμφευτος προ ἔχειν ἤδη γὰρ αὐτῷ τῇ διανοίᾳ ἀπολέλυτο. Ταύτην τὴν ἀπολελυμένην, φησί, κάτεχε, ἦν σοι παραδίδωσιν ὁ Θεὸς, οὐχ οἱ γονεῖς. Παραδίδωσι δὲ οὐκ εἰς γάμον, ἀλλ᾽ εἰς τὸ συνοικεῖν· καὶ παραδίδωσι διὰ φωνῆς τῆς ἐμῆς. Ὥσπερ αὐτὴν ὁ Χριστὸς ὕστερον παρέδωκε τῷ μαθητῇ, οὕτω καὶ νῦν τῷ Ἰωσήφ τῶν ἱερέων, τῷ Ἰωσήφ πρὸς φυλακὴν παρεδέθη ? Μνημονεύσωμεν γὰρ τοῦ Ἰακώβ, τοῦ πρὶν λαβεῖν τὴν Ραχήλ, λέγοντος τῷ Λάβαν Απόδος τὴν γυναῖκά μου. Ωσπερ γὰρ ἐκείνη πρὸ τῆς γαμικής καταστάσεως, τῷ μόνῳ ἐπαγγελίαν εἶναι, γυνὴ τοῦ Ἰακὼν ὠνομάζετο, οὕτω καὶ ἡ 2 ρία τῷ μνηστευθῆναι, γυνὴ τοῦ Ἰωσὴφ ὠνομάζετο εἶπε ὅτι τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ τῇ μεμνηστευμένη μνηστευμένη, μνηστευθεῖσα, ίι μητρὸς ὠδίς 13 ἐγένετο μήτηρ, καὶ οὐκ ἐγένετο νύμφη. Γυναῖκα δὲ ἐνταῦθα τὴν μνηστὴν λέγει· ὥσπερ οὖν καὶ γαμβροὺς εἴωθεν ἡ Γραφή λέγειν, καὶ πρὸ τοῦ γάμου του, μνηστήρας.
col. 1381–1382page 28 of 109
PG 100:1381ΝΑΤ. κέκριται νύμφη· τό τε παλάτιον, καὶ παρήνοικται [άλλ. παρῆνται] καὶ ηὐτρέπισται σήμερον. Ἡ δὲ τῶν ἐλπισθέντων βεβαιότης, διά τε τῆς βασιλικῆς ἐπιδημίας καὶ συναφείας, τοῖς τῶν δωρεῶν ἡμῖν δηλαδή προσεγένετο μετόχους. Οὐκοῦν, ἡγεῖται μὲν τῆς κατὰ τὴν ἄῤῥητον οίκονομίαν εὐφροσύνης, ἡ παροῦσα φαιδρότης· ἡγεῖται δ' οὐχ ὡς μὴ συνεχὴς ἐκείνῃ, ἢ τῷ μεγέθει διανεστηκυῖα, ἀλλ' ὡς πρὸς τὸ τοῦ παν τὸς ἀσφαλὲς χειραγωγήσασα, καὶ ἡμῖν γε οἰκείως καὶ πρώτως [ἶσ. πρεπόντως], ἐπεὶ καὶ διὰ τῆς ἐξ ἡμῶν τὴν τελεωτάτην χαρὰν προξενήσασα. Διὰ τοῦτο δεῖ τὴν προεόρτιον ταύτην καὶ τοῦ τέλους αἰτίαν προσείροντας εὐχαριστίαν, φαιδροῖς μὲν τῷ φαινομένῳ, φαιδροτέροις δὲ τῇ ψυχικῇ κοσμιότητι, την παροῦσαν ἐπαίνοις καταστέφειν πανήγυριν σκιρτᾷν εὐθυμότερον· εὐφραίνεσθαι πνευματικώτερον μᾶλ λον, ή σωματικώτερον· τῇ τῶν νοερῶν καὶ θείων ἁμιλλᾶσθαι τάξεων ἀγαλλιάσει· πᾶσαν ἅπαντας προτρεπομένους διανιστῶν ἐν τούτοις τὴν κτίσιν. ᾿Αλλὰ προφθάνει τὸν συγκαλοῦντα λόγων ἡ τῶν ἀγγέλων χοροστασία, καὶ τὴν δι᾿ ἧς τὸ τοῦ μυστηρίου κατεῖδε πέρας, ἀνευφημεί σήμερον· προφθάνουσι καὶ οὐρανοὶ, καὶ τὰ τοῦ καινοῦ καὶ ὑπερτάτου στε ρεώματος καταγεραίρουσιν ὕψη· προτρέχουσι φωτ στῆρες, καὶ ταῖς τοῦ νοητοῦ ἡλίου νεφέλης ἀκτῖσι φαιδρότερον καταγλαΐζονται, αὐτόκλητος ἡ γῆ πα ραγίνεται, καὶ τῷ οἰκείῳ σεμνύνεται καὶ συνεπαίρεται βλαστήματι· καινοῖς ἡ τῶν ὑδάτων ἐξάλμασιν ἐπισκιρτῶσα φύσις, τῇ τοῦ ἁγιασμοῦ αὐτῆς δωρο φορεί [ισ. δορυφορεί] προξένῳ· πάντων δὴ τὴν ἰδίαν ἐπιδειξαμένων σήμερον παρρησίαν, οἰκειοτέρως ἂν ἔγωγε, τὴν γνησιωτάτην συγκαλεσαμένην [Ισ. συγ καλεσαίμην] φύσιν, διαπρυσίως ὧδε κεκραγώς· "Αγε μοι πᾶσα ἡλικία καὶ ἅπαν ἀξίωμα· ὅσον τε τῆς ἐγ κοσμίου, καὶ ὅσον τῆς ὑπὲρ ταύτην τάξεως· ἱερεῖς τε καὶ βασιλεῖς, καὶ οἱ τὴν ἄνω στάσιν καὶ τὸ πολί τευμα, ἐν τοῖς κάτω ἐπιδεικνύμενοι· ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, πρεσβῦται καὶ νεώτεροι, παρθένοι καὶ μητέρες· καὶ στεῖραι καὶ οἱ ὑπὲρ ἀκακίας (άλλ. περὶ τὴν ἀκακίαν] νηπιάζοντες, σὺν εὐφροσύνῃ θειοτέρα, τὴν σωτήριον ταύτην καὶ ὑποδεξώμεθα καὶ διανευ φημήσωμεν ἡμέραν· ἐν ταύτῃ γὰρ τὸ πᾶσι κατάλο ληλον, ἀπεκυήθη σεμνολόγημα· ἐν ταύτῃ ἐξ ἀγόνων λαγόνων εβλάστησεν ὁ τῶν ἱερέων κόσμος· τὸ βασί λειον κράτος· ἡ τῶν ἐν ἀρετῇ τελειότης· τῶν ἀρ Εία
col. 1383–1384page 29 of 109
PG 100:1383; χόντων καὶ ἀρχομένων ἡ ἀστασίαστος εὐταξία· ἡ τῶν νηπίων σύνεσις· παρθένων τὸ ἐγκαλλώπισμα μητέρων ὁ [σύλλογος καὶ] στέφανος· τῶν ἀτέκνων ἡ εὐτεκνία· στειρώσεως ἡ λύσις· ἐκ στείρας, ἡ τῶν ἀγαθῶν ἡνθοφόρησεν ἀφθονία· ἐκ δικαίων, ὁ δικαιό τατο; ἐπλεόνασε καρπός. ᾿Αλλὰ τίνες οὗτοι καὶ οἶο:; καί μοι δεδέσθω τὰ περὶ αὐτῶν διεξιέναι, οὐχ ὅπως ἂν τοῖς κατ' ἀξίαν έγκωμίοις ἐπαίρηται (οὐ μόνον γὰρ ὑπὲρ τὴν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἁπάντων οἶμαι τοῦτο δύναμιν), τὸ δ' ὅπως τε τῆς ἡμετέρας προκεκρινται φύσεως, καὶ ὅπως τῆς ἀνυπερβλήτου τετυχηκότες χάριτος, τῆς τοῦ γένους μεγαλοδωρεᾶς ἀναπεφήνασιν αἴτιοι. Ποια γὰρ συνεπαρθεῖεν ἂν καὶ ἐπιδεικτικῶν ἐπίνεται, τῇ μεγαλειότητι τῶν πραγμάτων, μή τοί γε πρὸς τὸ ἐξῃρημένον ταῦτα μεθοδεύειν ἐπιτεχνάσαιντο; Γλην μὲν γὰρ τὰ πεπραγμένα, καὶ τὴν θεόθεν διὰ ταῦτα παραγενομένην τοῖς ἐγκωμιαζομένοις οἱ ἐπαινέται λαμβάνοντες χάριν, ὡς ἂν ἡ παρ' ἐκείνοις ἐξαρκέσῃ ἐμμελετήριος δύναμις, ἐξαίρειν μᾶλλον πρὸς τὸ θαυμασιώτερον τα προτεθέντα πειρῶνται, ἢ καὶ κατα ἀλληλον αὐτοῖ; τὴν δόξαν περιποιοῦνται· ὧν δὴ τὰ κατορθώματα δικαίων, ἡ ὑπὲρ ἔννοιαν μεγαλοδωρες διασαλπίζει, τίς ἂν ἐγκωμιαστῶν ἐπίδειξις ἐφθείς; Τις παράδοξος τῶν παραδοξοτάτων ἂν ἐφευρεθείη τιμή; Τί γὰρ τοιοῦτον ἐν τοῖς ἀπ' αἰῶνος ἂν ἐνντη θείη, ὅπερ ἀναλογία τὸν ἔπαινον χειραγωγήσειεν; Αναλογίζου μοι τὴν τῶν δικαίων ἁπάντων καὶ προ φητῶν ἐκλογὴν, τήν τε πρὸς τὸν ἐκλεξάμενον Θεόν οικειότητα, καὶ ὄψει τὴν Ἰωακεὶμ καὶ ᾿Αννης ἀσύγ κριτον ὑπεροχήν ὄψει τὸ ὑπὲρ ἔννοιαν αὐτῶν καὶ προτετιμημένον καὶ δεδοξασμένον ἀξίωμα. Τούτους γὰρ ὁ Δημιουργὸς εἰς τὴν τοῦ παλαιωθέντος κόσμου καινοποίησιν ἐκλέλεχεν· ἐκ τούτων τὴν δι' ἧς τὴν νέαν ἠβουλήθη προνοήσασθαι διάπλασιν, παραλαμβάνει μητέρα, ἐκ τῶν ἐκείνων αἱμάτων, ὡς βασιλικωτέρων ἀρεταῖς, τὴν βασίλειον τοῦ γένους ἀμφιν νυται πορφύραν. [ Τοῦτο, τὸ ὑπερανεστηκέναι πάν των αὐτοὺς παρίστησι δικαίων.] Τοῦτο, τὸ ὑπεραξιον αὐτοῖς δικαίωμα, τὸ μόνους ἐκλογῆναι τῶν ἁπάντων, καὶ ἐν τῷ δέοντι παραχθῆναι χρόνῳ, καὶ πρὸς τὸ πέρας τοῦ μυστηρίου παραληφθῆναι. Σκόπει γοῦν, ὅπως ἅπασαν συγκριτικὴν ἀντιπαράθεσιν, τὰ κατ' ἐκείνους διαδιδράσκει. Οὐδὲ γὰρ λόγοι, τὰ δὲ προ κείμενα τοῦτο διασαλπίζει πράγματα. Ἀλλὰ συνοῖσον ἂν εἴη τῇ τε πανηγύρει, καὶ τῇ τῶν πλεονεκτημάτων αὐτῶν φανερώσει, εἰ βραχέα τινὰ τῆς τὰ περὶ ἐκείνους ὑφηγουμένης διαναπτύξαιμεν ἱστο ρίας· οὕτω γὰρ τρανοτέραν ἡμῖν τὴν τῶν λεγομένων καθυποδείξειεν ἀλήθειαν. Ἔχει δὲ, ὡς ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτὸν εἰπεῖν τὸν λόγον [ἄλλο αὐτῶν τῶν λόγων] &ε Ἐν ταῖς ἱστορίαις, φησί, τῶν δώδεκα φυλών τοῦ Ἰσραὴλ, ἦν τις Ἰωακεὶμ πλούσιες σφόδρα. Σὺν ἐπιτεταμένῳ ἐγκωμίῳ, τὸ τῆς συγγραφής και ταβέβληται προοίμιον, ἐναργεστέρω δείγματα την τῶν ἑξῆς δηλοῦν μεγαλειότητα. Τί δὲ τὸν ἐν ταῖς Ιστορίαις, υποσημαίνειν βούλεται; Ἐν ταῖς γενεαλογίαις, φησὶ, τῶν δώδεκα τοῦ Ἰσραὴλ φυλών. ἀδελφοθέου
col. 1385–1386page 30 of 109
PG 100:1385Δείκνυσιν οὖν ἐντεῦθεν, ἀνεπίμικτον ἄνωθεν τὸ βα σίλειον κατάγοντα γένος, προγονικαῖς τε καὶ οἰκείσις γεραιρόμενον εὐνομίαις, ἐπίσημέν τινα καὶ ἐξαί ρετον, ἐν ταῖς τοῦ Ἰσραὴλ προκρίνεσθαι φυλαίς. Εἶτα καὶ τὸν πλοῦτον, τεκμήριόν τι τῆς ὑπεροχής ὁ συγγραφεὺς τεθεικώς, λέγει καὶ τὸ τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ ἰδιαίτατον ὁμοῦ, καὶ πάντων ὁμοφύλων ὑπερανεστηκός. Προσέφερε γὰρ, φησί, δῶρα τῷ Κυρίῳ διπλᾶ. Οντως διπλῷ τῷ πλούτῳ ἐκόμα. Τὸ γὰρ διπλᾶ τὰ δῶρα καθιεροῦν, τὰ τοῦ παρόντος μὲν καὶ ῥέοντος ἐκμειοῦν, τὰ δὲ τοῦ μένοντος εἰσαεὶ πληθύνειν παρεσκεύαζε θησαυρίσματα· ἢ δῆλον, ὡς οὐδὲ πλοῦτον εἰς τὸν παρατρέχοντα μένειν, πρὸς τὸ ἀρκετὸν αὐτὸν ὀσημέραι συστέλλων; Τοῦτο γὰρ καὶ ὁ λόγος καθυποδείκνυσι. Προσέφερε γὰρ τὰ δῶρα αὐτοῦ τῷ Κυρίῳ διπλᾶ, λέγων ἐν ἑαυτῷ Ἔστω τὰ τῆς περιουσίας μου παντὶ τῷ λαῷ, καὶ τὸ τῆς ἀφέσεως μου, Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου. Ορα τῆς ἐν νόμῳ δικαιοσύνης ὑπερβολήν· σκόπει τὴν ἐν ἀποστόλοις εὐαγγελικήν, ἐν τοῖς δικαίοις τούτοις προκατορθωθεῖσαν πολιτείαν· κρεῖττον δὲ λέγειν, ὑπερκατορθωθεῖσαν. Εστω τὸ τῆς περιουσίας μου παντὶ τῷ λαῷ. Μηδέν, φησίν, εἴη περ ριττὸν τῶν ἀναγκαίων. Παντὶ τῷ λαῷ τὰ ὑπὲρ τὴν χρείαν προκείσθω. Πᾶσι κοινὰ τὰ τῆς περιουσίας ἀφείσθω. Ὢ δικαιοτάτης καὶ γνώμης καὶ κρίσεως 1 Ο πλούτου ἐν ἀσυλήτοις συγκεκομισμένου τα μιείοις! οὕτως ἡ ἐκ προοιμίων ὑπερανέστηκεν αὐτῶν ἀρετή. ᾿Αλλὰ γὰρ καὶ ἕτερον αὐτοῖς ὑπερβολῆς κατ όρθωμα, ἐκ τῶν ἑξῆς διαφαίνεται. Μετὰ γὰρ τὴν εἰς τὸ αὔταρκες τοῦ πλούτου συστολήν, τὰ νενομισμένα πάντα περί τε νουμηνιῶν, καὶ ἐθίμων ἀνα θημάτων, θυσιῶν τε ἀφεσίμων, καὶ καθαρτηρίων σωματικῶν, ἐκ τῶν ἐνόντων, τῷ τῶν ὅλων Θεῷ προσεκόμιζον. Καὶ τὸ τῆς ἀφέσεώς μου, Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου. Ωστε, οὐ μόνον εἰς τὸ ἀρκετὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἐνδέον αὐτοῖς, τὰ τῆς περιουσίας ὑπετέμε νετο. Καὶ τὸ Λέγων δὲ ἐν ἑαυτῷ, τῶν κατ' ἐξα! ρετον· σὺν τῷ τῆς εὐβουλίας γὰρ σοφωτάτῳ, καὶ τὰ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ εἰρηκότος παρίστησι δείγματα οὐ γὰρ εἰς ἑτέρους ἀπιδών, οὐδὲ παραδείγμασί τισι προσεσχηκὼς, ταῦτα ἔπραττεν· ἀλλ' αὐτὸς δι᾿ ἑαυ τοῦ τὸ ἀγαθὸν ἐφευρίσκων ἐξεπλήρου· καὶ οὐχ ὑπο θήκαις παλαιαῖς, καὶ νομοθεσίαις πρὸς τὸ τοιοῦτο χειραγωγείται κατόρθωμα, ἀλλ' αὐτὸς κατάρχει τῆς τῶν καλῶν ἐργασίας, καὶ πρακτικός νομοθέτης τοῖς μετ᾿ αὐτὸν καθίσταται. Ορα πῶς ἀξιολόγως τῶν ἁπάντων οὗτοι δικαίων προκέκρινται. Αξιολόγως δὲ λέγω, οὐ τῇ τοῦ μυστηρίου δωρεᾷ· ὑπὲρ γὰρ ἀμοιβὴν ἔργων ἡ χάρις· τῇ γε τῶν ὁμοφυῶν ἀντιπαραθέσει. 'Αλλ' ἀκόλουθον πρὸς τὸ τῆς ἱστορίας ἑξῆς ἰέναι. Φησὶ γὰρ, ὡς ἐθίμως κατ' εὔσημόν τινα τῶν ἑορ τῶν προσάγοντι τὰ δῶρα, ὁ παρὰ τῶν συμφυλετών δι' ἀτεκνίαν ἐπετρίβη ὀνειδισμός. Οὐκ ἔξεστί στ γάρ, φησί, προσενεγκεῖν τὰ δῶρά σου, καθότι σπέρμα οὐκ ἐποίησας ἐν Ισραήλ. Τινὰ δὲ τῶν ἀντιγράφων, Οὐκ ἔξεστί σοι πρώτῳ [ἄλ. πρώτον], περιέχει προσενεγκεῖν. Εἰκός γοῦν αὐτὸν ἅτε
col. 1387–1388page 31 of 109
PG 100:1387δίκαιον ὄντα, και τῇ διττῇ σεμνυνόμενον εὐγενείς, δι' αἰνιγματωδῶν δήλων. ὁμοιώματα, καὶ ἐπαύριον, προσέφερε τὰ δῶρα αὐτοῦ· καὶ εἶπεν Ἰωακείμ· Ἐὰν Κύριος ἱλασθῇ μοι, τὸ πέταλον τοῦ ἱεροῦ φανερόν μοι ποιή σει· καὶ προσέσχε τὸ πέταλον τοῦ ἱερέως. Επέβη δὲ καὶ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον Κυρίου, καὶ οὐκ εἶδεν ἁμαρτίαν ἐν αὐτοῖς, καὶ εἶπεν Ιωακείμ· Νῦν οἶδα ότι ηυλόγησέ με Κύριος σφόδρα, καὶ ἀφῆκε πάντα τὰ αμαρτήματά μου, καὶ κατέβην ἐκ τοῦ ὄρους δεδι προκρίνεσθαί τε ὡς ἐν πᾶσι, κάν τῇ τῶν δωρεῶν ἀφιερώσει· τοῖς δὲ, οὐκ ἀνεκτὸν διαφθονοῦσι προσήν. Μηδὲν δὲ ἔχουσιν ἐκ τοῦ κατ' ἐκεῖνον ἐπισκήπτειν βίου· οὐ μόνον γὰρ οὐκ ἀνεπίληπτος αὐτοῖς αὐτός, ἀλλὰ καὶ ἀμήχανος τῷ ὑπερβάλλοντι διεγινώσκετο τὴν ἀπαιδίαν εἰς ἀφορμὴν, τοῦ μὴ κατὰ νόμον εὐνο μεῖν, αὐτῷ προβάλλονται. Τοῦτο δὲ προμηθείας ἦν τῆς ἀνωτάτω, τὸ ἀγόνους τε, φημί, μέχρις εκείνου τους δικαίους διατελεῖν, καὶ τὸ δι' ἐντεύξεως την καῦτα πρὸς τὴν τεκνογονίαν διαναστῆναι. Τὸ μὲν γὰρ, τὴν πρὸς Θεὸν αὐτῶν ὑπέφηνε παρρησίαν αἰτήσασι γάρ, οὐκ εἰς δευτέραν ὑπερετέθη· τὸ δὲ, τῷ τῆς εὐδοκίας τοῦ μυστηρίου συντετμημένῳ συν έπραττε καιρῷ. Ονειδισθεὶς οὖν ὁ δίκαιος, ὡς ἀπο πεμφθεὶς, ἀνιᾶται σφοδρότερον· οὐχ ὡς τοῖς λόγοις πεπληγώς, ἢ ἀδοξήσας τῷ πράγματι, ἀλλὰ δεδιώς, μήπου τις αὐτῷ τῶν θείων ἐντολῶν παρεφθεῖσα, παρὰ Θεοῦ μὲν τὴν ἀπόπεμψιν ἔτεκε, δι᾿ ἀνθρώπων δὲ αὐτὴν εἰς τοὐμφανές παρήγαγεν. [Οὕτω γὰρ καὶ τοῦ ἀψευδοῦς ἤδη τετυχηκώς χρηματισμοῦ, τὴν δι' αἰνιγματωδῶν ἐξιλέωσιν δήλων, οὐ τὴν τεκνογονίαν επεζήτει.] Οὕτως ἦν ἔν τε τῇ περὶ τὸν νόμον πλη ρώσει, καὶ τῇ τῶν ἀφανῶν τοῦ συνειδότος ἐξετάσει, ἀκριβέστατος λογοθέτης· οὕτω θείας ἡγεῖτο τὰ περὶ αὐτοῦ προνοίας ἅπαντα· διὰ τοῦτο οὐ διηνέχθη· οὐ τοῖς λόγοις ἀντικατέστη· οὐ τὸ μὴ κεκωλύσθαι τῶν ἐθίμων μέχρις ἐκείνου, διά τε τὸ τοῦ βίου, καὶ τὸ τῶν δώρων ἀνεπίληπτον προσελάβετο· ἀλλ' ὁμοῦ τε τὴν δι᾿ ὀνειδισμοῦ ἐπίπληξιν εἰσεδέξατο, ἐπὶ τὸν τῶν ἀποῤῥήτων ἐξεταστὴν καταφεύγει Θεὸν, καὶ τὴν ἐρημίαν ὡς συνεργὸν τῆς πρὸς αὐτὸν ὁμιλίας καταλαμβάνει, μήτε αὐτῇ τῇ συνοίκῳ καὶ ὁμογνώμονι φανείσῃ, κοινωνησάμενος την γνώμην, μήτε τοῖς κατ᾽ οἶκον, τὴν περὶ τῶν ἐκτὸς ἐπιμέλειαν δια θέμενος. Τίς τὴν τοιαύτην κάν τοῖς καθ' ἡμᾶς ἐλα πίδα πρὸς Θεὸν ἀδίστακτον, καὶ τῶν παρόντων καταφρόνησιν, ἐνεδείξατο· μή τοι γε ἐν τοῖς κατ' ἐκεῖνον, ἐν οἷς καὶ τῶν μετριωτέρων καὶ τεθεσπισμένων ἀρετῶν, ἐργώδης ἦν ἡ ἐκπλήρωσις. καιωμένος. sκα;
col. 1389–1390page 32 of 109
PG 100:1389Καὶ παρείσθω νῦν, τὰ κατὰ τὸν πατριάρχην Αβραάμ. Υπεξηρῆσθαι γὰρ τῷ τε χρόνῳ καὶ τῷ τῆς δικαιοσύνης ἀνεστηκότι, ὡς τῶν πάλαι, καὶ τούτου δόξειεν ἄν τισι· πλὴν εἰ καὶ ταῦτά τις ἀντεξε ετάζειν βούλοιτο, πολλὴν ἂν τὴν ὑπεροχήν τῶν προκειμένων κατόψοιτο. Εκείνῳ μὲν γὰρ, ή τε μετ ανάστασις, καὶ ἡ ἐν οἷς ἂν παροικήσειεν ερρήθη γῆ· ἔτι μὴν, καὶ ἡ τῆς ἀπαιδίας καὶ στειρώσεως τῆς Σάρρας λύσις, ὑπὸ τοῦ ἀψευδοῦς προεπήγγελται ἅπερ δὴ κατέχων ὑποσχέσει, τὴν μὲν ἐλπίδα ἔτρεφε, τὴν δὲ γνώμην πρὸς τὴν δι' αἰτήσεως εψυχαγώγει. Τι γὰρ ἂν εὐθυμότερον τῆς ὑποσχέσεως ὀφθείη Θεοῦ. ῾Ο δὲ, ἀνεπαγγέλτως μὲν παρὰ τοῦ δυνατοῦ πάντα τὰ μὴ δυνατὰ περαιοῦσθαι, καὶ τὴν φύσιν μεταρυθμίζεσθαι, πιστεύσας, πρὸς ἀφανῆ δὲ τὴν αὐτοῦ προμήθειαν τὰ τῆς ἐλπίδος ἐρείσας, οὕτω καὶ τὴν τῶν οἰκείων διάστασιν, καὶ τὴν ἔμμονον πρὸς αὐτὸν δι' ἐντεύξεως ποιεῖται ὁμιλίαν. Καὶ ὁ μὲν, τεκμήριον τῆς τε κατασχέσεως τῆς γῆς, καὶ τῆς τοῦ γένους ἐπιδόσεως δεῖται [καὶ ἔτῷ τρόπῳ τὰ ἐπαγγελλόμενα πληρωθεῖεν ἐξαιτεῖται]· ὁ δὲ, ὥσπερ ἐν τῇ εὐχῃ τὸ ἀνενδοίαστον, οὕτω καὶ ἐν τῷ εἰς ἐπι ήκοον ἀνενεχθῆναι, καὶ ὑπ' ἀγγέλου τὸν τόκον εὐαγγελισθῆναι, οὐχ ὡς ἂν ἐκβαίη τὸ εὐαγγελιζόμενον αἰτεῖται, οὐδέ γε τὰ δηλοῦντα σημεῖα τῆς ἀσθενούσης φύσεως τὴν ἴασιν, ἐπιζητεῖ. Ὡς γὰρ πλήρωμα τὸ μήνυμα κατασχὼν τοῦ καθαρῶς ὀφθῆναι μόνῳ Θεῷ, καὶ μετὰ τὴν τοῦ τόκου πληροφορίαν [γρ. τῆς πληροφορία:] κατεστοχάζετο σημεῖα. ᾿Αλλὰ γὰρ καὶ τὸ τῆς θυσίας, ἐνταῦθα προσκαλούμενον ἐξετασθῆναι παράδοξον, ἐατέον· ὅπως μὲν ἐκεῖνος προστ τάξει, αὐτοπροαίρετος δὲ οὗτος ἱερούργησε· καὶ μονογενῆ μὲν, κυρίως, οὗτος· ἐκεῖνος δὲ, τῷ τῆς. ἐπαγγελίας λόγῳ· καὶ ὅτι προσάξας μὲν ἐκεῖνος, τὸ ἱερεῖον ἀντικομίζεται· οὗτος δὲ τῷ ὄντι καθιερώσας, ὡλοκαύτωσε, καὶ ἀποδοὺς ἀνήνεγκε· καὶ πατριάρχην μὲν αὐτὸς φυλῶν, καὶ δίκαιον· μητέρα δὲ οὗτος Θεοῦ, καὶ δικαιοτάτην πατριαρχῶν Δέσποιναν. Κρεῖττον γάρ, οὐ τῆς παρούσης, ἀλλὰ καὶ πάσης ἀντιπαραθέσεως τὸ ἐγχείρημα. Ορᾷς ὁποῖα τὰ τοῦ δικαίου τούτου παρήλασε πλεονεκτήματα. εἰ Θέα δὴ καὶ τὴν ἐν τῇ ἐρήμῳ διατριβὴν, καὶ ὑπὲρ τὴν φύσιν καρτερίαν, ἣν ἀγγελικὴν προσήκει λέγειν διαγωγήν, ὡς ξένη καὶ ἀκατάλληλος, τῇ τε τῶν πραγμάτων καὶ λόγων ἀντιπαραθέσει, καθέστηκε. Τεσσαράκοντα γὰρ ἡμέρας καὶ νύκτας τοῦτον ἄσιτον διατελοῦντα, προσκαρτερήσαί φησιν ἡ ἱστορία τῇ δεήσει, μόνῃ τῇ εἰς Θεὸν ἐλπίδι τρεφόμενον. Ἐνή στεισε γὰρ ἡμέρας καὶ νύκτας τεσσαράκοντα, λέγων· Οὐ καταβήσομαι [ἄλ. ἀναβήσομαι] οὔτε ἐπὶ βρωτὸν, οὔτε ἐπὶ ποτόν. Τοῦτο τῶν μὲν παρ' ἡμῖν ἀγωνιστικωτέρων τισί, παράδοξον· τισὶ δὲ, καὶ ἀμήχανον ἀνεκρίθη. Ὑπὲρ γὰρ ἀνθρωπίνην ἰσχὺν τὸ κατόρθωμα· τοῦ τῆς φύσεως μόνου Δη
col. 1391–1392page 33 of 109
PG 100:1391μιουργοῦ τὸ διαρκὲς αὐτῇ, γνώμης αἱρέσει συντη α Καθαρὰν καὶ νυμφικήν. ἤγγικεν ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἡ μεγάλη ροῦντος. Ταύτην αὐτῷ ἀπεριδόνητον, ὁ δίκαιος παραστησάμενος, βιαίως τε τῆς τοῦ σώματος ἀνάγκης κατεπανιστάμενος, παρ' αὐτοῦ ἐκείνου, τὴν χάριν τῶν ὑπὲρ δύναμιν ἀγώνων, καὶ τῶν παρ' ἐλπίδα δωρεῶν, ἐπιτυγχάνειν δέχεται. Μωϋσῆς μὲν γὰρ, τῇ ισαρίθμῳ θαυμάζεται τῶν ἡμερῶν ἀσιτίᾳ· καὶ γὰρ, οὐκ ἀθαύμαστα τὰ κατ' ἐκεῖνον. Αλλ' εἴ τις τὴν ἑκατέρων διερευνώμενος ἐξετάσαι θελήσειε καρτερίαν, εὑρήσει δηλαδὴ κἐνταῦθα τὴν διαφοράν, ἐν τῇ μεταχειρήσει τοῦ πράγματος. Ὁ μὲν γὰρ τῷ τοῦ προστεταχότος ὄρῳ, καὶ τῇ τῶν πλακῶν διατηρήσει, αὐτῇ τε τῇ ἀπεκδοχῇ τοῦ νομοδότου κατείχετο, ἅπερ σὺν ἐπισχύσει κρείττονι, τόν τε παρατεινόμενον χρέ νον, καὶ τὴν ἀνάγκην ἀπεκούφιζε τῆς φύσεως· ὁ δὲ, ὑπ᾽ οὐδενὸς τῶν ἄλλων ψυχαγωγούμενος, μένῃ δὲ τῇ ἀδιαψεύστῳ φωννύμενος ἐλπίδι, τήν τε ἐρημίαν και τοὺς ἀγῶνας ὑποδύεται, καὶ τὴν ἐπιτεταμένην προς βάλλεται δέησιν. Τοῦτο τίς οὐκ ἂν θαυμάσεις, καὶ παντὸς ἀνώτερον ἡγήσοιτο λόγου, ὡς πάντα δὴ καὶ λογισμὸν τῇ μεγαλοφυΐα καταπαλαίον; Καὶ εἴ τις αὔξησιν τουτωνὶ τῶν ἀρετῶν, τοὺς παρόντας ὑποπτεύει λόγους, αὐτὰ γυμνὰ προτιθείς, διερευνάτω τὰ πράγματα· ὡς εἴπερ οἷόν τέ ἐστι κατόπιν ἰέναι ταῖς αὐτῶν εὐφημίαις, κἂν ᾖ τις τῶν λίαν εὐδοκιμηκό των ὁ πειρώμενος, μὴ ὅτι γε πρὸς τὸ ἐξῃρημένον πάντας ἐπαίρειν. Τοιαῦτα μὲν τὰ περὶ τοῦ δικαίου. Τὰ δὲ τῆς συνοίκου καὶ ὁμοτρόπου ᾿Αννης, ὡς μεγάλα καὶ θαυμαστά, καὶ τοῦ συγκοινωνοῦ τῆς χάριτο; οὐ μόνον οὐκ ἀποδέοντα, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω χωροῦντα. Διπλοῦς γὰρ αὐτὴ τοὺς τῆς καρτερία; διήνυσε ἀγῶνας. "Η τε γὰρ τοῦ συζύγου διάζευξις καὶ παροικία, ἄδηλο;· καὶ τὰ δι' ἀπαιδίαν ἐπολιόρκουν ἄμφω ταύτην σκώμματα, πρὸς ἅπερ ἀνταγωνιζομένη, τῇ τῆς ἐλπίδας καὶ πίστεως ὑπερανεῖχε συμμαχία. ᾿Αλλὰ γὰρ διττὸς αὐτῇ, καὶ ὁ τοιοῦτος ἐπετρίβη ὀνειδισμός· ὁ διὰ τῶν συμφυλετῶν μὲν, πρότερον· ἔπειτα δὲ, ὁ διὰ τῆς οἰκέτιδος, ὃς καὶ δισε φορωτάτην τὴν ἐπίπληξιν ἐμποιεί προσαγόμενος. Οὐ γὰρ οὕτω τὰ παρ' ἑτέρων ὀνείδη, ὡς τὰ παρὰ τῶν γνησιοτέρων καθάπτεσθαι τῶν βαλλομένων πέφυχε καὶ μάλιστα, εἰ τῶν ἐξ ὑπὸ χεῖρα τεταγμένων προ φέροιντο ταῦτα. Πῶς οὖν ἡ γενναιοτάτη διατίθετα:; Οὐδ' ὑπό τινος τούτων τὴν ἄμαχον τιτρώσκεται προς δοκίαν· ἀλλὰ τὸν μὲν ἐπιδιδόμενον μὴ καθηκόντως ἀποσεισαμένη κόσμον, τὴν δὲ πενθικὴν ἐσθῆτα πε ριελομένη, καὶ τὴν καθαρὰν καὶ νυμφικὴν, τῇ νοτ τη συμπεριθεμένη στολῇ, πρὸς τὴν εὐχὴν τῷ ἑκατέρωθεν εὐτρεπίζεται κόσμῳ, ὡς ἂν καθαρὰ τῷ καθα ρωτάτῳ τῇ διττῇ προσομιλήσει καταστολή. Καὶ οὐκ ἐν τοῖς ἔνδον τοῦ ναοῦ χωρήσασα, τὴν ἱκεσίαν τῷ ἐν ταύτῃ τῇ ἑορτῇ πένθιμον ἡμφιάσθαι στολήν.
col. 1393–1394page 34 of 109
PG 100:1393τῶν ὅλων ἀναπέμπει Θεῷ, ἀλλὰ ἀταραχόν τινα καὶ ἀπερικτύπητον τὸν τοῦ παραδείσου καταλαβοῦσα χώρον, ἐν τούτῳ καθάπερ ἀνυπονοήτῳ ταμιείῳ, κρυφίως ταύτην οδυνωμένη προτεινεν. Εγκάρδιον γὰρ καὶ πλείονος δεομένην ἐκμελετῶσα του χρόνου, οὐκ εἰς φανερὸν προάγει τοῖς ὀνειδίζουσι. Μέθην γὰρ ὡς καὶ τῆς προτέρας "Αννης, ή βαττολογίας αὐτῆς κατεψηφίσαντο. Εἰ γὰρ εὐκαίρως ἱλασκομένης τὸ Θεῖον, κωμῳδοῦντες πρώην ἐπέμβαινον, τίνας οὐκ ἂν πρὸς τὴν ἀσυνήθη παρεδρίαν, πληκτικωτέρους ἐπ ἀφῆκαν τοὺς λόγους; Τούτου δὴ χάριν οὔτ᾽ αὐτή, οὔθ᾽ ὁ μεγαλόψυχος Ἰωακεὶμ, ἐν τῷ ναῷ προσδραμόντες, ἄμφω τὰ τῆς εὐχῆς ἀποδιδόασιν, εὐπρόσδεκτον ἄρα καὶ ἀνεπαχθῆ ταύτην, τῷ σχολαιοτέρῳ καὶ ἡσυχίῳ γενήσεσθαι καθηκόντως οιηθέντες· ἡ δὲ δὴ ἁρμοδιώτερα τε αἰτία καὶ ἀσφαλεστέρα, τοιαύτη τίς ἐστιν ὡς ἄρα πρόδρομοι καὶ κήρυκες, τῷ τε πράγματι, καὶ τῇ προσηγορίᾳ τῆς χάριτος ὄντες· Ἰωακεὶμ μὲν γὰρ, ἀποκείμενος "Αννα δὲ, χάρις ἑρμηνευομένη κεκύρωται, δι' ἑαυτῶν τὸν ἀπερίγραπτον αὐτῆς ἐν τούτῳ καθυφαίνουσι πλατυσμόν· τοῦ νεὼ μὲν ὑπεξιστάμενοι· ἐν παντὶ δὲ, τὸν τῶν ὅλων ἐξιλεούμενοι Ποιητήν. Καὶ οὗτος μὲν, ὁ περὶ τούτων λόγος. Ὁ δὲ τῆς εὐχῆς, ὡς ἀξιόλογος ἀμφοτέροις προτείνεται! Πάντων γὰρ τῶν τοῦ Θεοῦ μεγαλουργημάτων, ὧν τε ἐκ μὴ ὄντων παρήγαγε, καὶ ὧν παραδόξως ἐκαινοτόμησε, τὰς τῶν πραγμάτων μεταπλαττόμενος φύσεις, ἐκφέρεται. Οὕτως αἱ τῶν δικαίων εὐεργεσίαι προφέρονται· οὕτως ᾽Αβραὰμ καὶ Σάῤῥα· οὕτω τὰ κατὰ τὴν ᾿Ανναν, καὶ Σαμουήλ παράγεται τοῖς δικαίοις, ἐκ τῆς τῶν ὁμοίων εὐχαριστίας, τὴν ἴσην ἐξαιτουμένοις χάριν, πλείονί τε καὶ σπουδαιοτέρᾳ προσεδρεία, τοῦ καταλλήλου μὴ ἐκπεσεῖν ἐπιζητοῦσι. Ἡ δὲ μετὰ ταῦτα τῆς μακαρίας Αννης ἐν τῷ παραδείσῳ προσευχή, πολὺ μὲν τὸ διεστηκός, πολὺ δὲ τὸ εὐεπήκοον τῇ ψυχικῇ διήνυσε συντριβή. Οὐδὲ γὰρ λόγοις καὶ νοήμασι δεήσεως ἀπεχρήσατο, ἀλλ᾽ ὕψει ταπεινώσεως, τὴν οἰκείαν μὲν εὐτέλειαν κατολοφυρομένη διωμολόγει· τῆς δὲ κτίσεως ἁπάσης ἑαυτὴν ὑποθεῖσα, τὰ κατ᾽ εἶδος μετέχοντα τῆς τοῦ κτίσαντος εὐλογίας, διεξήει. Τοιούτοις γὰρ καὶ ἤθεσι καὶ λόγοις, ἡ τοῦ Δημιουργοῦ πολυεύσπλαγχνος ἐπινεύειν πέφυκε κηδεμονία· καὶ μᾶλλον γε τούτοις, ἢ τοῖς κατ' ἰδίωμα προφερομένοις. Διὰ τοῦτο, τῶν πάντων γενητῶν ἀχρειοτέρα, φησίν, ἡ σώφρων, ἐγώ, ὡς πάντων μέν, τῷ σῷ καθυπουργούντων προστάγματι, Δέσποτα, τῆς τοιαύτης δὲ εὐλογίας, καὶ χά ριτος ἑστερημένη καθάπαξ, ἀναξία τῆς τοῦ γένους εὐκληρίας. γόνιμον γάρ σοι, καὶ τοῦτο, καὶ τῷ πρά γματι τὸ διεστηκός παρίστησι· ξένη τῆς τῶν που λυειδών ζώων εὐφορίας· καὶ αὐτὰ γὰρ, τῆς ὁμοίας κατείληχεν εὐλογίας. Πολυφόρος ἡ γῆ, τὴν ἀφθονίαν ή διηνεκῶς κατὰ τὸ σὲν ἐπικομίζουσα πρόσταγμα καρποφοροῦσι λειμῶνες· καὶ τὰ εὐειδὴ τῶν φυτῶν Ἰωακεὶμ ἀποκείμενος. Ἰωακεlu ἑτοιμασία Κυρίου
col. 1395–1396page 35 of 109
PG 100:1395καρποφορεί βλαστήματα, καρπόν τε καίριον ἐμοῦ καὶ ἥδιστον προβάλλονται, καὶ τῇ τῶν μετεχόντων εὐχαριστίᾳ, σοὶ τὴν δοξολογίαν ἀναφέρουσι. Τούτων ἐγὼ τῆς χάριτος ἀμέτοχος, ἐπεὶ καὶ τὸ μὴ κατ' ἀξίαν συναριθμεῖσθαι τούτοις δημιουργήμασί τε οὖσιν ἀγα θότητος τῆς σῆς, ἑαυτῆς καταψηφίζομαι. Ταῦτα, τίνα ταπεινώσεως ὑπερβολὴν οὐκ ἐμφαίνει τὰ φή ματα; Ποίαν συντετριμμένην οὐχ ὑποβέβηκε καρδίαν, ἡ τὰ τοιαῦτα νοήματα προβαλλομένη ψυχή; Πῶς δὲ οὐκ ἂν ὁ φιλάγαθος ὑπὲρ εὐωδίαν ἅπασαν καὶ προς φοράν, τὴν τοιαύτην γνώμην προσήκατο; Πῶς οὐχ ὑπὲρ ὡλοκαυτωμένην θυσίαν τῇ τοιαύτῃ κατένευσεν ἂν δεήσει, ὁ μάλα ταῖς ὁμοίαις ἡδόμενος ολοκληρίαις, Θυσία γὰρ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον. Τοιαῦτα τὰ τῶν δικαίων πλεονεκτήματα καὶ δι ηγήματα· οὗτοι τῶν ἀρετῶν αὐτῶν οἱ φαιδροὶ χαρα κτῆρες, τὴν εὐγενῆ τῆς ψυχῆς καὶ λαμπροτέραν τῶν προφανέντων εναπήστραψαν ὡραιότητα. Έχει γὰρ ἐξ ὑπερεχούσης ἐκλογῆς, τὴν ἀσύγκριτον ἐν γεννη τοῖς παραχθῆναι δωρεάν· ἔδει ἐξ ἀφθόνων ἀρετῶν, τὸν ὑπεράγιον ἐπιβρύσαι πλοῦτον· ἔδει τοιούτων πόνων; τοιοῦτον συγκομισθῆναι τὸν καρπόν· ἐκ βίζης εὐγενοῦς, εὐγενέστατον ἐκφυῆναι βλαστόν· ἐξ ἀγαθῆς ὀσφύος, ἀγαθώτατον ἀναδοθῆναι κλῆμα, τὸ ἀειθαλές τοῦ γένους ἐγκαλλώπισμα· τὸ τῆς φύσεως ὡραιότα τον βλάστημα· τὸ ὑψιγενὲς τοῦ μυστηρίου στέλεχος, ἐξ οὗ τὸ τῆς ἀθανασίας ἀναδραμὸν ἄνθος, τὴν ἀἴδιον διέπνευσεν εὐωδίαν· οὗ ὁ καρπὸς, ζωὴ καὶ ἀφθαρσία, καὶ διαμονὴ τοῖς μετέχουσι πᾶσιν ἐγγίνεται. Τοιούτοις δὲ πόνοις καὶ λόγοις ἡ τῶν δικαίων ἀν ηνεγμένη δέησις, χρηματισμῷ τὸ πέρας παρ' ἑκατέροις λαμβάνει. "Αγγελοι γὰρ ἐπιφανέντες· τό τε εἰς ἐπήκοον ἀνυσθῆναι, καὶ τὸν παρ' ἐλπίδα τόκον ἐκβή σεσθαι κατεμήνυον. 'Αγγελοι, τῆς τῶν ἀγγέλων τια μιωτέρας εὐαγγελίζονται τὴν κύησιν· ἄγγελοι, τὴν τῆς στειρώσεως προαναφωνοῦσι λύσιν, καὶ δι᾿ αὐτῆς, τὸ τῆς ἁμαρτίας διακοπῆναι προαγορεύουσι μεσό τοιχον. "Αγγελοι, τὴν παρ' ἐλπίδα σύλληψιν, τῆς ὑπερφυῆ καὶ ἀπόρρητον καινουργησάσης κύησιν, προοιμιάζονται. Αγγελοι, τῶν ὠδίνων προτρέχουσι τῆς, δι' ἧς, αἱ τῆς προμήτορος ἐπαύθησαν ὀδύναι, παρὰ προσδοκίαν ἡ πρόοδος, ἧς παράδοξος ή γένη σις. Ἐξ ἀνελπίστου γεωργίας, ἡ ὑπὲρ ἔννοιαν καρ ποφορία· προϋποφαίνει τὴν τῆς φύσεως καινότη μίαν, ἡ τῆς στειρώσεως ἀπορία· καὶ τῇ τικτομένη, τοῦ καινοτάτου μυστηρίου τεκμήριον, τὰ τῆς οἰκείας ἀποτέξεως παρέχεται πράγματα. Ἐν τοῖς καθ' ἑαυ τὴν, τὰ τοῦ ξένου προβεβαιοῦται τοκετοῦ. Ἐν τῷ κατὰ τοὺς τεκόντας θαύματι, τὰ τοῦ ἀποῤῥητοτέρου διδάσκεται θαύματος. Προκήρυγμα γὰρ ἐκείνου, τοῦτο· καὶ δι' ὧν ἐπληροῦτο, τὸ ἀσφαλὲς τοῦ κηρυττομένου προανεφώνει· Ἐνταῦθα στεῖρα τῶν τῆς φύσεως ιδίων ἀπειργμένη, ἐκεῖ Παρθένος τῇ ἀσυ λήτῳ ἁγνείᾳ τετειχισμένη. Ενταῦθα χρόνιος ὁ δεσμός· ἐκεῖ ἀθάνατος ὁ ἀνόθευτος τρόπος. Ενταύθα, κατορθωμάτων καὶ προσευχῆς καρπὸς, ὁ τόκος· ἐκεῖ
col. 1397–1398page 36 of 109
PG 100:1397δι' ἀσύγκριτον ἀρετὴν καὶ ὑπερβάλλουσαν καθαρότητα, ἡ ἀνερμήνευτος καινοτομεῖται κύησις. Ἐνταῦθα ἄγγελος τῆς τῶν ὠδίνων λυτρώσεως κῆρυξ· ἐκεῖ ἀρχάγγελος, τῆς ὑπερφυοῦς συλλήψεως εὐαγγελιστής. Ἡ δὲ δὴ τῶν παρόντων εὐαγγελίων ὑπόσχεσις, τρανότερον τὰ κατ' ἐκείνην προανεκήρυξε. Λαλη θήσεται γὰρ πᾶσι τὰ τοῦ τόκου σου, φησίν, ὁ προ μηνύων τῇ ᾿Αννῃ. Λαληθήσεται καὶ κηρυχθήσεται οὐκ ἐπὶ γῆς μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν οὐρανοῖς· οὐκ ἐπ' ἀνθρωπίναις ἀκοαῖς, ἀλλὰ καὶ θείαις ἐνηχηθήσεται νοήσεσι, τίνα δὴ τὰ λαληθησόμενα περὶ αὐτοῦ. Καὶ σκόπει ὅπως ὁ Δαβὶδ ταῦτα προανεφώνησεν· ὅπως ὡς γενομένην τὴν τῶν μελλόντων προανεκήρυξεν ἔκβασιν, τὴν τῶν ἐσομένων ἀπαραίτητον ἀλήθειαν, τῷ παρωχηκότι διασημάνας χρόνῳ. Δεδοξασμένα περὶ σοῦ γὰρ ἐλαλήθη, ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ. Δε δοξασμένα ὑπὲρ πᾶσαν διηγουμένην δόξαν. Δεδο ξασμένα ταῖς ἀνωτάτω δυνάμεσι· τετιμημένα καὶ ποθητά, τοῖς ὁμογενέσιν ἀνθρώποις· ἐπιθυμητά πα τριάρχαις· σεπτὰ προπάτορσιν· ἀνάγραπτα καὶ ζητητέα προφήταις. Διὰ ταῦτα πᾶσα κτίσις εὐφραίνεται· τούτοις ἀγγελικαὶ συνήδονται στρατιαί· τού τοῖς ὁ σύμπας ἐνωραΐζεται κόσμος· τούτοις σήμε ρον ἡ γηγενῶν ἐπαγάλλεται φύσις ταῦτα δοξολογοῦσα, τὴν προεόρτιον ἄγει τῆς μεγίστης σωτηρίας πανήγυριν· ταύτην προπεριπτύσσεται· τὴν, δι᾿ ἧς τῆς τελειοτάτης τετύχηκεν ἀγαλλιάσεως. Τοῦτο γὰρ τὸ γενέθλιον, τὴν αὐτῆς ἀναγέννησιν προανεφώνησε, Τοῦτο, τὴν ἐκ πλάνης ἀνάκλησιν, καὶ παλαιότητος αὖθις ἀνάπλασιν προδιεκήρυξε. Τοῦτο, τὴν τῆς ἀγνωσίας αὐτῆς ἁγονίαν καὶ ἀκαρπίαν, εἰς θεογνωσίας καρποφορίαν ἐπιδοῦναι προεμήνυσε· τοῦτο, τὰς πρὸς τὴν χάριν αὐτῇ ὡδοποίησεν εἰσόδους· τοῦτο, τὰς τῆς σωτηρίας πύλας προανέῳξε· τοῦτο, εἰς κατα αλλαγάς προτέθειται· τοῦτο, εἰς μεσιτείαν παρείληπται· διὰ τοῦτο, νῦν οἱ τοῦ γένους παῤῥησιαζόμεθα συμμέτοχοι· διὰ τοῦτο, τῆς οἰκειοτέρας μετειλήφαμεν στάσεως· διὰ τὴν ἀποκνηθεῖσαν παστάδα, ἐν τῷ βασιλικῷ κατελογίσθημεν νυμφῶνι διὰ τὸν νῦν παραχθέντα λαμπρότερόν τε ὁμοῦ καὶ ευρυχωρότερον οὐρανὸν, τὴν οὐράνιον ἐπεγραψάμεθα διαγωγήν· διὰ τῆς συγγενούς εὐλογίας, τῆς εὐαγγελικῆς ἐναπολαύομεν θυμηδίας. Ἀλλ᾽ ὦ τῆς παρούτης καὶ τῆς ἐσομένης εὐφροσύνης πρόξενε! ᾧ καὶ παῤῥησίας καὶ τιμῆς σεμνολόγημα· σὺ τῆς ὑπὲρ τῶν σῶν πανηγύρεων εὐωχίας, τὴν ἀνωτάτω πανδαισίαν ἀμείψαιο· σὺ τοῦ ὑπὲρ τῶν τοιούτων προθύμου, τὰς μεγάλας ἀντεισφέροις δωρεάς κόσμησον ὡς τῇ αἰσθητῇ, καὶ τῇ νοητῇ φαι δρότητι, τὴν παροῦσαν ὁμήγυριν· ρύθμισον την συγκεκροτημένην θειοτέρως χοροστασίαν· ἐνήχησον αὐτῇ ἐναρμόνιον, καὶ τῆς τῶν ἑορταζόντων ἐν οὐρα νοῖς ἀγαλλιάσεως μέλος· ἔπιδε πρὸς τὴν ἑκάστου διάνοιαν· ἔτασον τὸ τοῦ πόθου διάπυρον, καὶ τῷ ἐτάζοντι τὰ τοῦ συνειδότος ἄῤῥητα, καθυπόδειξον τοῦτο Δεσπότῃ· πρότεινον τὰ τῆς διαθέσεως τῷ ἀνακεκαλυμμένως καθορῶντι τὰ κρύφια. Εἶδε μὲν
col. 1399–1400page 37 of 109
Oratio IV
PG 100:1399εἰς σὲ τῶν ὑμνολόγων κατανοεῖ πόθον· βούλεται δὲ καὶ λίαν ἀγαθοπρεπῶς, καὶ διὰ μητρώων ἐντεύξεων, καὶ προτείνεσθαι ταῦτα καὶ ἀποπληροῦσθαι. Τοῦτο γὰρ τὸ πρὸς αὐτὸν σοῦ καὶ ἡμῶν, εἰς σὲ ἐγκαλλώπισμα· τοῦτό τε, γνώρισμα τῆς διὰ σοῦ γεγενημένης αὐτοῦ φιλανθρωπίας. Ταύτης ταῖς ἐλπίσι συναν υψούμενοι, τῆς οἰκείας καταφρονοῦμεν ταπεινότητος, τῆς χαμαιζήλου, καὶ γεώδους ἐπιλανθανόμενοι δια γωγῆς· ἐντεῦθεν, τῶν τῆς γῆς ἐπαίρειν, καὶ πρὸς οὐρανὸν ἐπείγεσθαι προθυμούμεθα. Ἐντεῦθεν ἡμῖν, αἱ ἀδιάψευστοι τῶν ἀποκειμένων ἀγαθῶν ἐλπίδες ἐντεῦθεν αἱ τῶν αἰωνίων προσδοκίαι. Διὰ τοῦτο, φιλοφρόνως τὴν εὔσημον καὶ θείαν ταύτην ἄγοντες ἑορτὴν, τῷ εἰς οἰκείαν ἅπαντα προνοησαμένῳ δόξαν, ὡς τῶν ἀθεάτων ἅπαντα γνώστης, τόν τε δι' αὐτὸν 5 εἰς μητρικόν τε καύχημα, καὶ σωτήριον τῶν ὑπηκόων ἐγκαλλώπισμα, τὴν εὐχαριστίαν ἀναπέμπομεν άλ. ἀναφέρομεν], Χριστῷ τῷ τῶν ἀγαθῶν αἰτίῳ καὶ παρόχῳ· ὅτι αὐτῷ πρέπει τιμή, καὶ προσκύνησις, καὶ δοξολογία, σὺν τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύ ματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
col. 1401–1402page 38 of 109
PG 100:1401ΛΟΓΟΣ Ε΄. Γεωργίου μοναχοῦ καὶ χαρτοφύλακος τῆς Μεγά λης ἐκκλησίας, Εγκώμιον εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τῷ ναῷ καὶ ἀφιέ ρωσιν τῷ Θεῷ κατὰ τὴν ἱστορίαν. Φαιδρὸν τὸ τῆς παρούσης ἑορτῆς σύνθημα· διδ πρὸς ἄπειρον φῶς τὸν πρὸς ταύτην συνειλεγμένον παρορμᾷ σύλλογον. Λαμπρὸν τὸ τῶν παρόντων λόγων τεκμήριον καὶ πλήρη δόξης καρποῦσθαι τὰς ὑποθέσεις κατεπαγγέλλεται. Ἰδοὺ γὰρ ἡμῖν ἡ τῆς Παρθένου πανήγυρις ἐκλάμψασα, νοητῶς πρὸς ἑαυτὴν τὴν διάνοιαν ἔθυνε· καὶ σταθερὸν ἔαρ τὸν λόγον αιθριάσασα, τὸν χειμῶνα τῆς σιωπῆς εἰς γαλήνην τοῦ λέγειν μετήνεγκεν. ᾿Αλλὰ δεῦρο προ θύμως, ταῖς ταύτης ἀκτῖσι καθοδηγούμενοι, πρὸς αὐτὴν σύντονον τὴν τοῦ λόγου πορείαν ιθύνωμεν Γεωργίου Χαρτοφύλακος τοῦ ὕστερον γεγονότος μητροπολίτου Νικομηδείας, καὶ χαρτοφύλακος τῆς Μεγάλης Εκκλησίας, ἐγκώμιον εἰς τὴν ἀπόδοσιν. ὅτε ἀπεδόθη ἐν τῷ ναῷ τριετί θαμῇ
col. 1403–1404page 39 of 109
Oratio V
PG 100:1403καὶ ὅση δύναμις ἑκάστῳ, τῷ τοιούτῳ αὐτὴν κατα στέψωμεν. Εἰ γὰρ καὶ πάντες τοῦ κατ᾿ ἀξίαν ἐκπί. πτομεν, ἀλλά γε τοῦ προθύμου τὸ πλέον ἔχειν πειρώμεθα, καὶ προαιρέσεως τόνῳ τὸ νικᾶν ἀλλή λους. Τίς γὰρ ἂν λόγος καὶ μόνον βραχυτάτου τῆς ἀξίας προσάψαιτο; ἢ τίς φαντασίᾳ ψιλῇ προσεγγίζειν καυχήσαιτο, μὴ ὅτι γε πλήρες κατειληφέναι πειράσηται; Πᾶσαν τοίνυν λόγων δύναμιν ὑπερέπτη τὰ τῆς Παρθένου ἐγκώμια, διὸ καὶ κατόπιν παντός ἐπαίνου τοὺς ὅρους ἀπέθεντο. Ἐγὼ μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες, πρὶν τῷ τοῦ πόθου ἀλῶναι πάθει, χαλεπόν τῆς τόλμης τῶν ἐγχειρούντων ἐψηφιζόμην τὸ ἔγω κλημα. Καὶ γὰρ εἶναι μανίας ἐδόκει τῶν ὑπὲρ δύναμιν ἅπτεσθαι, καὶ ὧν οἱ λόγοι τὸ ὑπὲρ λόγον εἰλήφασιν· ἐπεὶ δὲ ὑπὸ τοῦ ἄγοντος τυραννηθείς, τούτοις πρὸς συγγνώμην καθέστηκα, τῇ πείρα τοῦ πάθους ἐκμαθὼν τὸ ἀσύγγνωστον. Αὐτῷ τοίνυν, εξ τις ὑμῶν αὐθαδείας ἐπεισάγειν πειρῶτο ἐγκλήματα, μὴ θράσους ἀλαζονείαν, ἀλλὰ πόθου περιουσίαν τὸ προκείμενον κρινέτω· καὶ γὰρ ἡ τούτου σφοδρά επικράτησις, τῶν μεγίστων κατατολμᾷν παρεσκεύασεν. Πίστεως μὲν προαγούσης, ἐλπίδος δὲ πρὸς ταῦτα συνανυψούσης. Οὐδὲ γὰρ δόξης ἕνεκα τῶν ἐγκωμιαζομένων οἱ λέγοι· εὐσεβείας δὲ χάριν τῶν λεγόντων εἰσφέρονται.. "Οθεν μοι λίαν ἀκινδύνως δοκεῖ, καὶ τὸ θεῖον ἀνενδεῆ τὴν φύσιν ἔχον, αὐτοδόξα τε ὂν καὶ μεγαλειότης τῶν ἐπαινουμένων, αἴτιον εἰς ἀφορμὴν ἐπαίνων ἑαυτὸ τοῖς βουλομένοις παρο ἔχειν, οὐκ ἐπίτασιν τῆς οἰκείας δόξης δεχόμενον τῷ τῶν πολλῶν ὑπήχθην τολμήματι, ἱκέτης σὺν τὴν δὲ προθυμίαν τῶν εἰσαγόντων έμενον. Τούτου εὑρεθέντων ἐξέτασις· ἀληθὴς δὲ ἡ τῶν λεγομένων τοιγαροῦν οὕτω διατεθέντος, φέρε τῶν τῆς παρούσης ἑορτῆς ἐφαψώμεθα λόγων· καὶ περὶ ὧν προήχθη μεν λέγειν, περὶ τούτων τὴν σπουδήν ενστησώμεθα. ᾿Αλλὰ τὶς ἂν δύναμις τεχνικὴ τὸ παρὸν μεθοδεύσειεν, ὡς ἑκάστῳ ἀκολουθίαν ἀπεξεργάσασθαι τάξει; Τις σύγκρισις παραβαλλομένη τὸ ὅμοιον παραστήσει [Μας. ἀντιπαραστ.], ᾧτινι τὸ ἴσον τοῖς ἀπ' αἰῶνος οὐκ ὤφθη; Ἐπεὶ γὰρ οἱ τάς τοιαύτας ἀν ελίττοντες ὑποθέσεις, τοῖς ὁμοίοις ἴσα, ἢ μείζονα τοῖς ἐλάττοσι τῶν πραγμάτων εἰσδεχομένων ἀντι παρατιθέντες, ἐκ τούτων τὴν εὐπορίαν θηρῶνται τῶν λόγων· διά τοι τοῦτο ῥᾴστη μὲν αὐτοῖς ἡ τῶν ἐπίκρισις γίνεται· ᾧ δὲ οἱ τῆς φύσεως ὅροι ἡττήθησαν, τούτῳ τῶν ἐγκωμίων οἱ νόμοι, λειτουργεῖν ἐξησθένησαν. Διὸ μὴ τοῖς αὐτοῖς τὰ τῆς φύσεως ἐξω ῃρημένα, καὶ τὰ ταύτῃ ἑπόμενα καθυποβάλλειν δ βουλόμενος πειράσθω. Οὐδεμίαν γὰρ κατάλληλον κοινωνίαν πρὸς ταῦτα ἐκεῖνα εἰσφέρουσι, πολὺ τὸ διεστηκὸς ἑκατέρων δεικνύντων. Ενθεν οὖν ἐμοὶ δύσ ληπτον μὲν τὸ τῆς ὑποθέσεως ὑπερανεστηκός φαίνεται· οὐκ ἐφικτὸν δὲ κανόσιν ἀπευθύνειν πρὸς ὅμοια τὴν τῶν φυομένων κεφαλαίων ἐξάπλωσιν. Πλὴν εἰ καὶ πάντη τῶν τῆς ἀκολουθίας πραγμάτων τὸ παρὸν ἐξήρηται, ἐνὸν μὴ ἐκφεύγειν τὸν ἡμέτερον [πόθον ], μήποτε τῆς ἐφέσεως διαμαρτόντες, καὶ τὸ εὐσεβεῖν σὺν ταύτῃ ἀφαιρεθῶμεν.
col. 1405–1406page 40 of 109
PG 100:1405Ἐπεὶ γὰρ ἄνωθεν ἡμῖν εἰσφρήσας ὁ τοῦ ὄψεως ἰδς, ὑποσμύχων τε ἔνδον κατεδαπάνα τὸ γένος· νεμόμενος δὲ ἀεὶ τοὺς καθ᾿ ἕκαστα, οὐκ ἔτι τῆς νομῆς ἀνεκόπτετο, οὐδ' ἀλεξιτήριον φάρμακον ἀποσμήχον τοῦτον ἐδείκνυτο· ἀλλ' ὁμοίως ἅπαντας ὡς ὑπουλόν τι τραῦμα ἐνδιαδυόμενος, τοὺς ὑπογιγνωσκομένους [Μακ. ὑπογιγνομένους] κατελυμαίνετο. Τοῦτον τοί νυν ὁ Δημιουργὸς ἐξᾶραι βουληθεὶς, καὶ ἑαυτοῦ μὲν τὴν δυναστείαν, τοῦ τετρωμένου δὲ τὴν ἰά τρείαν ἐνδείξασθαι, μηχανᾶται κατὰ τοῦ τρώσαντος τὸν κείμενον ἀναστῆσαι, καὶ αὐτῷ τὰ τῆς νίκης κατεγχειρίσαι· λαμπρὸν ἐντεῦθεν τὸ τρόπαιον, καὶ τὴν τοῦ φθείραντος ήτταν δημοσιεύεται δη μοσιεύων ]. Τοῦτο δὲ οὐχ ἑτέρως ἐκβαίνειν οἷόν τε ἦν, εἰ μὴ τὴν τοῦ νενοσηκότος τὸν ἰατρὸν ὑποδύντα φύσιν, ἐπίῳ τῷ σχήματι πρὸς ἑαυτὸν ἕλξοι τὸ λυ μαινόμενον, ἵν᾿ ἐν τῷ συνήθει προσδραμον, τῷ ἀδο κήτῳ προσπέσῃ, καὶ οὕτω τὰ τῆς νόσου ῥᾷον ἀπο παυθῇ, τοῦ αἰτίου ταύτης εἰς καθόλου ἀδυναμίαν χωρήσαντος. Ἐπεὶ δὲ ταῦτα οὕτως ᾠκονομήθη, έδει δὲ ἐξ ἧς ἀρχῆθεν τὸ δεινὸν ὡρμήθη ῥίζης, ἐκ ταύτης τὴν ἰατρείαν ἀναβλαστῆσαι· καὶ δι᾿ ἧς ὁδοῦ πρὸς τὸ γένος εἰσήχθη, διὰ ταύτης ἐξελαθῆναι· ἡ δὲ ἦν ἡ γυναικῶν εὐκολία, οὐκ ἀσφαλῶς τὴν εἴσοδον ἐξ ανοίξασα, ἑαυτῇ τε καὶ τῷ οἰκείῳ, καὶ τοῖς ἔπειτα τὴν λύμην διασκεδάσασα· καὶ δὴ τοῦτο πραγματ τεύεται. Αλλ' ἐπειδὴ ἐγγὺς ἐγενόμην τῆς ὑποθέσεως ἀμηχανίᾳ τοῦ πράγματος τὸν λόγον κατέχομαι, καὶ τῷ μεγέθει τοῦ θαύματος τὴν διάνοιαν καταπλήτα τομαι [ Μακ. ἐκπλήττ.], ξένον ὁρῶν καὶ παράδοξον ἐπὶ γῆς τελούμενον μυστήριον, καὶ 8 πρὸ πάντων αἰώνων ἀῤῥήτως ἐπηγγέλθη σωτήριον, νυνὶ πέρας εἰσδεχόμενον. Τοῦτο δηλαδὴ τῶν τὴν Παρθένον τε κόντων ἀνωκίσμενον [ἐγκώμιον ]· τοῦτο προοίμιον, πᾶσαν ἐκφεῦγον λόγων ἐπίδοσιν. Τούτῳ προσβαλών μὲν ὁ νοῦς, οὐκ ἐξασθενήσας δὲ τῶν οἰκείων ἐξω έστηκε. Σκοποῦ γὰρ ὅστις ἂν εἶ ὁ ταῦτα διερευνώμενος, ἡλίκον ἐντεῦθεν ἀνεφάνη τὸ θαῦμα. φιλανθρωπίᾳ μόνῃ ἐκ μὴ ὄντων ὑπὸ τοῦ πλάστου παρ ήχθημεν· ἐπ' ἔργοις ἀγαθοῖς τὸν παράδεισον κατοικεῖν προσετάγημεν· τὴν ἐντολὴν ἀβουλήτως ἀπεκρουσάμεθα· θάνατον τῇ προαιρέσει ἐπεσπασάμεθα· Ἐπηγγέλθη παρὰ τοῦ κτίσαντος ἐλευθερία, καὶ τὸ πρᾶγμα ἔμελλε, καὶ ὁ χρόνος τοὺς ἐπιτηδείους ἀνηρεύνα. Παρέτρεχον αἱ γενεαί· αἱ προφητεῖαι συνεχεῖς κατεβάλλοντο· ἐν ἐλπίσιν ἦν τὰ τῶν πατριαρχῶν, καὶ πάντων δικαίων. 'Αβραὰμ παρέδραμε, καὶ οἱ μετ' ἐκεῖνον ἐν συμβόλοις τὰ τῆς ἡμέρας μυηθέντες, καὶ πρὸς τὴν ἐκβασιν τοῦ μέλλοντος κεχηνότες. Μωϋσῆς ὁ θεσπέσιος ἐμφανῶς εἰς τοὺς τύπους τοῦ μυστηρίου θεωρῶν, καὶ τὰ τῆς ἀληθείας κατανοῶν, ἐδόκει πρὸς ἑαυτῷ πληροῦσθαι τὰ προδηλούμενα. Εν τῇ ἐρήμῳ ἡ ἐλπίς. Ἐν τοῖς τῶν κριτῶν δημαγωγοῖς ἡ προσδοκία. Σαμουὴλ ἐχρηματίζετο. Δαβὶδ ἐγγὺς τὴν ἡμέραν ἀναφωνῶν, ἀπεμάκρυνε. Τῶν προφητῶν ὁ χορὸς διαπρυσίως ἐκήρυττε, καὶ ἐπὶ θύραις εἶναι
col. 1407–1408page 41 of 109
PG 100:1407;; ἡ τὸν Χριστὸν κατεμήνυε. Πάντες τῶν ἐλπισθέντων ἀποτυχόντες ἀπέδραμον, ἐπειδήπερ ο χρόνος σύν τοῖς ἀξίοις ἀπελίμπανεν. Εὗρε δὴ τοὺς οἰκείους ἐκ τῶν αὐτῶν ὡρμημένους, καὶ πρὸς τοῦτο τῷ Κτίστῃ εὐτρεπισμένους· Ἰωακείμ, φημι καὶ ᾿Ανναν τοὺς τὴν αἰτίαν τοῦ τέλους τῶν μηνυθέντων ἀποτεκόντας. Οὗτοι τὰ τῶν προῤῥήσεων εἰς ἔργον κατεβάλοντο προοίμια· οὗτοι τῶν προσδοκηθέντων τὴν ρίζαν ἐβλάστησαν· οὗτοι τῶν ἐπηγγελθέντων τὸν θεμέλιον κατέπηξαν· ἐκ τούτων ἡμῖν ἡ τῆς ἰατρείας μυροθήκη κατεσκευάσθη· ἐκ τούτων ἡ τῆς εὐφροσύνης ἀνατέταλκε πρόξενος· ἐκ τούτων τὰ τῆς χαρᾶς προωδοποίησεν ἐνέχυρα. Οὗτοι τοίνυν δι᾽ ὑπερβάλλουσαν ἀρετὴν, παρὰ πάντας γνώριμοι τῷ Κτίστη καθίστανται, καίτοι προγνωσθέντες καὶ ὁρισθέντες εἰς θείων μυστηρίων λειτουργίαν. Διὸ πᾶσαν ὁδὸν ἐντολῆς βαδίσαντες, πρὸς ἀκρότητα τῆς τελειότητος κατήντησαν, καὶ μόνοι τῶν πλείστοις ἐξ αἰῶνος ἐπιθυμουμένων ἐπέτυχον. Εἰ γὰρ καὶ τὸ κοινὸν αὐτῶν τῆς φύσεως μετείληφεν, ἀλλ' ἐξαίρετον οὗτοι τὸ κλέος ἠνέγκαντο. Καὶ γὰρ οι ὧν τὰ μέγιστα κατά ορθοῦνται τῶν πραγμάτων, αὐτοὶ μείζονα τῶν δι' οὓς τελειοῦται, τὴν δόξαν ειλήφασιν· καὶ τόσῳ μᾶλλον, ὅσον τὸ κατορθούμενον τὸ οἰκειότατον ἐνω δείκνυται. Ἐνταῦθα δὲ οὐκ ἂν οὐδ' ἂν ] ὑποπτευθείη τὴν ἐγγύτητα πλέον φερόμενον, τῶν ὅσα τοῖς παραδόξοις τῶν δρωμένων πρὸς μεσιτείαν παρείληπται. Τοῦ γὰρ αὐτῶν φυράματος ἑαυτῷ τὴν σκηνὴν ὁ Λόγος δειμάμενος, ἐκ ταύτης ὑπὲρ νοῦν τὸ ἀνθρώπινον εἴληφε φύραμα, ξένην πάντη διοικονομούμενος καὶ πρᾶξιν καὶ νόησιν. Οὕτω μέν, οὕτω τὰ τῶν καλῶν διανύοντες, ἀπαι δίᾳ ταῦτα καταμηνύονται· καὶ στειρώσεως νοστ ματι τὰ τῆς ἀρετῆς αὐτῶν κρυπτόμενα δημοσιεύεται πλεονεκτήματα. Τῶν γὰρ ἐθίμων τοῦ νόμου προσ τάξεων τῇ εὐτεκνία κρινουσῶν τὴν εὐσέβειαν, καὶ τεκμήριον ἀψευδὲς εὐλογίας τὴν εὐθηνίαν τῆς φύ σεως λογιζομένων, ἐξ αὐτῆς τοῦ ἐξιλάσματος τῶν θυσιῶν ἐπέκρινον τὸ δεκτέον. Οὐδὲν ἀλόγως οἶμαι, οὐδὲ τῆς τῶν προαγόντων παχύτητος ἀλλότριον θεσπιζουσῶν. Ἐπειδὴ γὰρ σωματικώτερον οἱ τότε διέκειντο, τῇ τῆς σαρκὸς ἐπιδόσει τὰ τῆς ψυχῆς συγκαλύπτοντες ἀγαθά· ξένοι τε τῶν τοῦ Πνεύματος δαψιλῶν χαρισμάτων τυγχάνοντες, τὸ εὐαπόδεκτον ἐκ τούτων κατεστοχάζοντο. Τοῦτο τοίνυν οἱ τῇ σκ δουλεύοντες τὸ ἔθος κατέχοντες, ἀπαιδείας ἕνεκα τῶν δικαίων, τὰ προσαγόμενα οὐ προσήκαντο δῶρα, οὐκ ἔννομον εἶναι νομίσαντες ἐν τούτοις ἀνακινεῖν τῶν νόμων τὸ στάσιμον, καὶ μέχρις εκείνων τηρούμενον. Αλλ' εἰκὸς ἀπορίαν τινὲς ἡμῖν ἐντεῦθεν ἐπεισάγειν πειράσονται. Εἰ γὰρ εἰς τοῦτο ἔτυχον εἶναι ἐξειλεγμένοι φάσκοντες οἱ τῆς πανάγνου γεννήτορες, πῶς αὐτοῖς μέχρις εκείνου τὰ τῆς παιδοποιίας ἀπεκλείσθη χαρίσματα, καὶ ἄγονοι τὸ πλεῖστον τοῦ βίου διήνυον καὶ πρὸς [Μακ. ἐν πρὸς] τούτοις τὰ τοῦ μυστηρίου
col. 1409–1410page 42 of 109
PG 100:1409ἀρχὴν λαμβάνειν προώρισται, καὶ ἐξ αὐτῶν ἡ τούτῳ λειτουργεῖν μέλλουσα τὴν πρόοδον ἔχειν ἀναπεφώνη τα:: Εἰ τὰ δοκοῦντα τότε τῷ νόμῳ ἀνελλιπῶς ἐξεπλήρωσαν· εἰ ἄφθονον τὸν τῶν ἀρετῶν ἐσμὸν θησαυρίσαντες, ἀφθονότερα δὲ οἷς οἱ τότε τὸ τέλειον ἔκρινον, ἐπεφέροντο, πῶς τοῦ δι' οὗ ἔμελλον τοῦ πέρατος ἐπικρατεῖν ἀπετύγχανον; πῶς ἐν ᾧ τὰ τῶν προμή σεων τῷ τῆς ἀπαιδείας οὗτοι νοσήματι τῆς ὁρμῆς ἀνέκοπτον; πῶς δ᾽ οὐκ ἐξ ὧν τὸ κοινὸν ἀναλαβεῖν ὁ Λόγος ἠπείγετο, πλήθοντα τὰ προοίμια ἐδείκνυτο; Ἐκεῖνο μέντοι ἡμῖν ἀψευδὲς πρὸς ἀπολογίαν ὀφθή σεται, ὡς ὅτι ὁ τῶν μελλόντων ταμίας καὶ δημιουρ γὰς τῶν ἁπάντων, ἐπειδάν τι τῶν ἀποῤῥήτων οἶκο νομεῖν βουληθῇ, οὐ φύσεως ἐπιδόσει καὶ ἀφθονίᾳ τὴν τῶν μελλόντων ἀρχὴν καταβάλλεται, ἀλλὰ δυ νάμεως περιουσία, καὶ ἀπορίᾳ πραγμάτων τὸ μέλλον κατασκευάζει. Καὶ γὰρ ἰδιαίτατον μὲν τοῦτο Θεοῦ. Οὐ θαυμαστότατον δὲ τὸ τῆς ἀκολουθίας τῆς φύσεως. Οὕτω τῷ ᾿Αβραὰμ ὑποσχόμενος πλήθει άστρων καὶ ψάμμῳ θαλάσσης τὴν τοῦ σπέρματος ἀπεικάζεσθαι πρόοδον, οὐκ εὐκληρία τοῦτο φύσεως εἰς ἔργον ἐξήνεγκεν, ἀλλ' ἀσθενείας συμβόλοις, καὶ δυνάμει τῇ ἑαυτοῦ τὴν ὑπόσχεσιν ἐξεπλήρωσεν. Οὕτω τὸν Σαμουήλ παρήγαγεν. Οὕτω τὸν Ἰωάννην κήρυκα τῆς οἰκονομίας παρέπεμψεν. Οὕτω δὲ καὶ τὰ πλεῖστα τῶν εἰς ἡμᾶς παραδόξως ἡκόντων πραγμάτων έκ βάντα ἄν τις διερευνώμενος κατίδοι, οὐ παρὰ τῷ τοῖς πλείστοις δοκοῦντι, παρὰ δὲ τοῦ αἰτίου τῷ πρέ ποντι. Ἐμοὶ δὲ οὐδὲ μέχρι τούτων τὰ τῆς λύσεως ἔστη κεν· ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι οὐκ ἀπίθανον ἐπεισέρχεται λέγειν. Τί δὲ τοῦτό ἐστιν; Οὐκ ἂν ἔκδηλον τοῖς τότε τὸ εὐσεβὲς αὐτῷ κατεφάνη· οὐκ ἂν ἡ ἐγγύτης αυτ τῶν πρὸς τὸ θεῖον, τὸ βέβαιον δι' εὐχῆς δεξαμένη, τὸν φιλόνεικον λόγον τῶν δισταζόντων ἀπώσατο. Νῦν δὲ ἐν χρείᾳ τούτου καταστάντες, ἔδειξαν εὐθὺς ὅπως τὴν οἰκειότητα κἂν τοῖς ἄλλοις πρὸς τὸν Θεὸν εἶχον, τοῦ φανεροῦ τὸ ἀφανὲς αὐτῶν δημοσιεύοντος. Ἐπεὶ οὖν οἱ δίκαιοι τὴν δέησιν ἀνεκίνησαν, οὐκ ἀμφίβολον τὴν ἐπίταξιν ἐπίτευξιν] ἐπήλπισαν. Οὐ τῷ λογισμῷ τοιαῦτα ἐπέκριναν, ὅτι εἰ πάνω τως ᾔδει ὁ τῶν ἀδήλων γνώστης, ἐπ᾿ ἀγαθῷ τὰ τῆς τεκνογονίας ἐκβήσεσθαι, οὐκ ἂν τούτων τὴν φύσιν ἀπέκλεισεν· οὐκ ἂν ἀγονίᾳ τὸν βίον ἡμῶν κατεδίκασεν. Διὸ ἐπὶ τὸν ᾿Αβραάμ, καὶ Σάῤῥαν, καὶ ᾿Αν ναν ἀλλήλους καθορᾷν παρεκελεύοντο, καὶ μετ' ἐκεί νων τὴν τῆς εὐχῆς ἀπολαμβάνειν παρώτρυνον ἔκια σιν. • Καλόν οὖν ἡμῖν οὗτοι, φησὶ, παράδειγμα προ κεινται, εἰ ἀδιστάκτως την δέησιν προβαλοίμεθα. Καλόν τεκμήριον ἡ τῆς Σάρρας στείρωσις εἰς ἁπαλότητα μεταβληθεῖσα. Καλόν σημεῖον ἡ τῷ γήρα καμφθεῖσα, εἰς ἀκμαζόντων μελῶν ἐνέργειαν μετα σκευασθεῖσα. Βλέψωμεν εἰς 'Ανναν τὴν Ἑλκανᾶ ἐν Κανᾷ.1, τὸ ἴσον ἡμῖν πάθος δι' εὐχῆς ἀπο θεμένην. Μάθωμεν αὐτῆς τὸ τῆς δεήσεως ἔμμονον, καὶ τὸ τῆς διανοίας έμπυρον. Γνῶμεν ὅπως καὶ
col. 1411–1412page 43 of 109
PG 100:1411μεθ᾿ ἡμῶν ἐγκαλουμένη, οὐκ ἐνεδίδου προσευχομένη. Ταύτην ἡμεῖς μιμησώμεθα. Ταύτης κατόπιν βαδί ζειν ἐπειγώμεθα. Αὕτη χειραγωγεῖ πρὸς τῶν ἐλπι ζομένων τὴν αἴτησιν, καὶ τὴν ἐπιτυχίαν, δι' ὧν ἐνήργησεν, ἐπαγγέλλεται.» Ταύτην τοιγαροῦν τὴν συμβουλὴν οἱ δίκαιοι εἰς ἔργον ἐξήνεγκαν, διὸ τὰ τῆς εὐχῆς ἐντεῦθεν αὐτοῖς κατεπήδετο ρήματα. «Σύ, φησί, Κύριε, τῷ πατριάρχῃ ἐπαγγειλάμενος, ὑπὲρ ἀριθμὸν ψάμμου θαλάσσης τὴν τοῦ σπέρματος αὐτοῦ πληθύνειν ἐπίδοσιν, οὐκ ἐκ πολυτεκνίας τοῦτο ἐνερ γήσας [Μας. ενήργησας], ἀλλ' ἐκ τῆς τοῦ ἑνὸς προ όδου, τὴν ὑπόσχεσιν ἐξετέλεσας· σὺ τὴν κατάσχεσιν τῆς γῆς, οὐκ ἐκ πλειόνων, ἀλλὰ τοῦ ἑνὸς τούτου ἐκλη ροδότησας. Σὺ τὴν ἀγονίαν τῆς Σάββας εἰς τεκνογονίαν μετέβαλες. Σὺ τὰ παρειμένα ταύτης μέλη, πρὸς τὴν σὴν ἐντολὴν ὑπουργῆσαι ἐνίσχυσας. Σὺ τὴν ἀπισ στίαν ταύτης εἰς πίστιν μετήνεγκας, καὶ εἰς ἀδί στακτον γνώμην τὰ τοῦ διστακτοῦ μετεσκεύασας. Οι γελῶμεν, ὡς ἐκείνη, ἀλλ᾽ ἱκετεύομεν, ὡς ἡ 'Αννα. Οὐκ ἀμφιβάλλομεν εἰς τὴν δέησιν· ἀλλὰ πιστεύομεν εἰς τὴν ἔκβασιν. Σὺ τὰ παράδοξα τοῖς πατράσιν ἡμῶν ἐνήργησας. Σὺ τὸν Ἰακὼβ εὐλόγησας, καὶ Ἰσραὴλ μετεκάλεσας, τὸ διορατικὸν αὐτοῦ ἐντεῦθεν ὑπαινιττόμενος. Σὺ τῷ σπέρματι αὐτοῦ τὴν εἰς Αἴγυπτον οδοιπορίαν, καὶ συντήρησιν ᾠκονόμησας. Σὺ τῶν Αἰ γυπτίων τὴν μιαιφονίαν τῷ λαῷ σου τὸν λαόν σου κατασμικρύνειν οὐ συνεχώρησας. Σὺ πληγεῖς ἀφορήτοις ἀπειθοῦντας τούτους ἐκόλασας, ἵνα καὶ τὸ σὺν [ τὸ σοφὸν ] φιλάνθρωπον ἀναδειχθῇ, κἀκείνων τὸ ἀμείλικτον φανερωθῇ. Σὺ ξένην ὁδὸν ἐν θαλάσσῃ ἐνεούργησας. Σὺ τὰς τῶν στοιχείων ενερ γείας ἐκαινοτόμησας. Σὺ τὴν ροώδη φύσιν, εἰς ἄν τίτυπον σχῆμα μετέστησας, καὶ τὸν λαόν σου ἀβρόχι πορείᾳ διεβίβασας. Σὺ τὴν ἄφθονον τροφὴν ἐν ἐρήμῳ ἐπώμβρησα;, καὶ πεινῶντα τοῦτον εἰς κόρον ἐξέθρεψας. Σὺ τὴν ἀκρότομον πέτραν ὕδωρ πηγάσαι περ ποίηκας, καὶ διψῶντα τοῦτον ἐπότισας. Πρὸς ἦν ἡμεῖς ἀποβλέποντες, οὐκ ἀμφιβολίᾳ τὰ τῆς εὐχῆς κατακ στέλλομεν, ἀλλ᾽ εἰλικρινείᾳ τὰ τῆς ἐλπίδος ἐκτείνο μεν. Οὐ γὰρ ἐφ᾽ οἷς οὐκ ἔστι, Κύριε, παράγειν & προ ήχθη, ενήργησας [ ἐνεργήσας], τοῖς ἐφ' ἡμῖν κειμένοις κατὰ τὸν σὸν ἀρχικὸν ὄρον, οὐ συνεργήσεις, φιλάνθρωπε; Εἰ τὰ παντὶ διεστηκότα τῷ γένει εἰς κοινωνίαν ἐκέρατας, τὰ ἡνωμένα τῇ φύσει, [πρὸς] τὸ ἴδιον οὐκ ἀναστρέψεις ἐξασθενήσαντα; Εἰ μὴ οὐ σαν τὴν φύσιν παρήγαγες, μὴ εὖ διακειμένην, οὐκ ἀνορθώσεις, ὡς Κύριος; Σόν, ὦ Δέσποτα, τοῦτο ἔργον. Σὰν τὸ κατόρθωμα, τὸ πᾶσιν ἀμήχανον. Στη δυναστεία τὰ μέγιστα τῶν πραγμάτων τερατουργεῖται. Σῇ προσ τάξει τῶν ποταμῶν τὰ ρεύματα εἰς τοὔμπαλιν ἀνα τρέχει. Σῇ κελεύσει ὁ ἥλιος τὸν δρόμον ἀναχαιτίζε:. Σῇ ἐπινεύσει τὰ πολυειδὴ τῶν ἀγόνων [ Μας, αλλ γων ] γένη, γόνιμα προς διαδοχήν διαμένουσι. Τη σῇ διατάξει πάντα ὑπείκει, καὶ τῷ προστάγματί σου οὐδὲν ἀντιπίπτει. Σὺ καὶ τὴν ᾿Ανναν τὴν αὐτὴν ἀτεκνίαν νοσήσασαν εἰς πολυτεκνίαν μετεποίησας, καὶ τὴν πολύτεκνον εἰς ἄτεχνον μετέβαλες. Ἔστι καὶ ἡμῖν ὀνειδισμός, ὦ Δέσποτα, οὐκ ἐκ μιᾶς τῆς συνοίκου γυναικὸς ἐκφερόμενος, ἀλλὰ παρὰ τῆς φυ
col. 1413–1414page 44 of 109
PG 100:1413λῆς ἁπάσης ἐκτραγωδούμενος. Σὺ δυνατὸς τοῦτον ἐξᾶραι· σὺ ἱκανὸς τὴν τῆς φύσεως ἀργίαν εἰς καρπου φορίαν ἐξευτρεπίσαι. Διὸ πρὸς σὲ τοῦτον ἁπλῶς τὸν νοῦν ἐνστησάμενοι, οὐχ ἑτέρως ἐκκλίνομεν, μέχρις ἂν τῶν αἰτουμένων τὸ πέρας κατίδοιμεν· μὴ βραδύνειν γὰρ ἴσμεν τὸν ἐν τοῖς ἄλλοι; ταχέως προφθάντα τὰς αἰτήσεις. Αὕτη τῶν δικαίων ή δέησις, τὸ εἰλικρινὲς αὐτῶν τεκμηριῶσα τῆς πίστεως· καὶ οἷς ἐῤῥύσθη ῥήθη ] τὸ ἐν τοῖς ἄλλοις εὐδόκιμον προφαίνουσα. Τοῦτο τῆς κατὰ τὸ κρύφιον αὐτῶν εὐσεβείας προχάραγμα. Καὶ γὰρ ἡ τῶν λόγων πρόοδος, τὴν ἐξ ὧν προῆλθε καταμηνύει διάθεσιν. "Α γὰρ ἔνδον ἐκρύπτετο μὴ δηλούμενα πράγματα, τοῦτο τούτων σύμβολα προαγόμενοι οι λόγοι καθίστανται· καὶ νοῦς μὲν τὸν λόγον ἐκφέρει. Λόγος δὲ, τῆς ψυχῆς τὰ πα θήματα καταγγέλλει. Καὶ τὰ μὲν ἄδηλα, δῆλα καθώ ίστησι, τῶν πραττομένων δὲ τὰς ἀρχὰς ὑποτίθησιν. Οὕτω τοίνυν τῶν δικαίων ἡ δέησις εἰς ἔργον ἠνύετο. Διὸ χρηματισμῷ τὸ μέλλον κατεμηνύοντο. "Ω παρα δόξου ἐπιτυχίας! Ὢ εὐχῆς τοὺς οὐρανοὺς διασχούσης, καὶ πρὸς αὐτῷ τῷ θρόνῳ τῆς δόξης προσανα πτάσης! Ο ἀλόγων [ Μαπ. λόγων τῶν ] τῶν ὑπὲρ λόγον ἀνυμνησάντων τὸ μέγεθος! Ἐπειδὴ δὲ τὸ μηνυ θὲν ὡς ὄν, ἡ μήτηρ λαβοῦσα, τὸ τεχθησόμενον τῷ Θεῷ ἀφιεροῦν, καὶ ἐν ναῷ ἀνατίθεσθαι ὑπισχνεῖται Τί τοῦτο, ὦ Αννα, εἴποιμι ἂν πρὸς ταύτην; Τί τοῦ μέλλοντος προτρέχεις τῆς προόδου; Τί τῇ προθυμία προφθάνεις τὸ κηρυττόμενον; Τί τὸ μήπω γενόμε τον Θεῷ φέρειν κατεπαγγέλλῃ ὡς ἐνχερσὶ κατεχόμενον. Δέον τὸν τῆς ὠδῖνος καιρὸν ἀναμείνασαν, οὕτω δῶρον τῷ ἐξ αὐτῆς τῷ δεδωκότι προσανατίθεσθαι. Δέον τῷ τοῦ ἀδήλου πέρατι συστοχαζομένην, μὴ τῇ προκηρύξει διαμαρτάνειν τῶν ὑποσχέσεων. Ο τῆς τῶν δικαίων πίστεως! "Ω μητρὸς μεγαλοψύχου γνώ ρισμα! Οὐκ ἀμφισβητήσει τὸ μέλλον συνέκρινεν· οὐ δισταγμῷ τὸ κηρυχθέν [ ἀνεβάλλετο ]· οὐ τὴν ἑαυτῆς κατενόησε μέχρις ἐκείνου ἀνεπιτήδειον φύσιν· οὐ δυσχερείᾳ τοῦ ἀσυνήθους πρὸς ἀντιλογίαν κατέστη οὐ τῷ μὴ δυνατῷ ἀγωνίᾳ τὴν ψυχήν περιέβαλεν. Οὐκ ἠπόρησεν ἐν ἑαυτῇ λογιζομένη, ὡς εἴωθε τοῖς ἄλ λεις; 'Αρα μὴ εἰς ἀπάτην τὰ τοῦ χρησμοῦ ἀποδή σοιτο; 'Αρα μὴ ἡ χρονία στείρωσις τοῖς τῆς ἐπαγ γελίας ὑπαντήσειεν; 'Αρα μὴ τῆς ψυχαγωγίας ὁ φανεὶς κομίζων ἧκεν εὐαγγέλια; Ἰδοὺ τὰ τῆς ἡλικίας παρήθησεν. Ἰδοὺ τὸ τῆς ἀκμῆς ἀνθηρότατον τῷ χρόνῳ μαραίνεται. Ἰδοὺ τὸ τῶν μελῶν ἰσχυρότατον πρὸς ἔκλυσιν ἐπείγεται. Τὸ τοῦ βίου πλεῖστον παρ έδραμεν. Ο τοῖς πᾶσιν [ Μας, παισὶν ] ἐπαγγέλλεσθαι ἐπαγάλλ. ] παρασκευάζων καιρὸς ὑποφεύγει. Ἡ τῆς παιδοποιίας χαρὰ ἐν προοιμίοις τὸ που θεινὸν φέρει πρὸς τῷ γήρᾳ τὰς ἐπικαρπίας ἐλπίζουσα. Τί πρὸς τὴν δέησιν, καὶ τὴν ἐπαγγελίαν ἐπασχολού μαι; Οὐδὲν τοιοῦτον ἡ ᾿Αννα τῷ λογισμῷ παρεμπεσεῖν συνεχώρησεν· ἀλλ' ὁμοῦ τε τὰ τῆς εὐχῆς κατο εβάλλετο, καὶ τὴν ἐπίτευξιν ταύτης τῷ ὀφθέντι κατεμηνύθη, καὶ ὡς ἤδη κατέχουσα τὸ προσδοκώμενον, τῇ σφοδρᾷ προθυμίᾳ τῷ ναῷ τοῦτο προσ ἄγειν ἠπείγετο. Τίς ἂν λόγος τὸ τῆς πίστεως ο να Ο
col. 1415–1416page 45 of 109
PG 100:1415αὐτῆς ἐπαινέσειε διάπυρον· δι' ἧς τῶν αἰτηθέντων η οὐ διήμαρτε· δι' ἧς τοῖς τῆς ἀμφιβολίας κέντροις τὴν διάνοιαν οὐκ ἐτρώθη; Οντως ἀμεταβλήτου πίσ στεως ἦν τὸ κατορθούμενον, δι' ἧς προφῆται πάν τες τοῖς μέλλουσιν ὡς ἐνεστῶσιν ἐπείσθησαν· ἐν ἀψευδῶς ὁ θεσπέσιος Παῦλος ὁριζόμενός φησι· Πίστις ἐστὶν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων έλεγ χος οὐ βλεπομένων. Ἐπειδὴ γὰρ τὸ ἐλπιζόμενον, τῶν ἀνυπάρκτων εἶναι δοκεῖ, μὴ ὑφεστὸς καθ᾽ αὑτὸ, μηδὲ τῷ χρόνῳ τῆς χρείας βλεπόμενον· ἀμφίβολόν τε τῷ ἀφανεῖ τὴν ἔκβασιν φέρον, καὶ πρὸς ἄδηλον μᾶλλον τὴν ῥοπὴν ἔχον, ταύτῃ δείκνυσιν ὑποστάσεως λόγον τὴν ἀμετάπτωτον πίστιν ἐπέχειν, οὐσιοῦσαν τε τῶν ἐλπιζομένων τὴν ὕπαρξιν, καὶ ἑαυτὴν ἐνθεί σαν πρακτικῶς τοῖς ἐλπίζουσι. Τὸ δὲ, Πραγμάτων έλεγχος οὐ βλεπομένων, τὸ ποτὲ μὲν τῇ πίστει προσδοκηθέν, προϊόντι δὲ τῷ χρόνῳ εἰς ἔργον ἐξω ενεχθέν, καὶ οἱονεὶ ἔλεγχον παριστῶν τὴν ἀληθὴ τῶν πραγμάτων Εκβασιν. Οὕτω τὸ ὑπὲρ νοῦν τοῦ Λόγου μυστήριον, πρώην μὲν κηρυττόμενον, πίστει δὲ προσδοκώμενον, πολλοῖς ὕστερον χρόνοις φανερωθέν, ἔλεγχον αὕτη τὴν τοῦ πράγματος παρέδειξε πλή ρωσιν. Ταύτης τοίνυν οἱ δίκαιοι δραξάμενοι, τῶν αἰτηθέν των, καὶ ἐλπισθέντων οὐ διήμαρτον· διὸ καὶ γεννῶσι τὴν ἄχραντον, τὴν τῆς ἀναγεννήσεως πρόξενον ἡμῶν, τὴν τῆς ἀναπλάσεως ἡμῶν αἰτίαν· δι᾿ ἧς τὸ κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἀχρειωθέν, πρὸς τὴν οἰκείαν ἐπε ανῆλθεν εὐπρέπειαν· δι᾿ ἧς τοὺς τῆς ἁμαρτίας χιτῶν νας ἀποβάλλοντες [ ἀποβαλόν] τὴν τοῦ φωτὸς στολὴν ἡμφιασάμεθα. Τὸ τῶν προφητῶν ἀναφώνημα τὸ τῶν θείων χρησμῶν ἐκπλήρωμα· τὸ τῆς ἡμῶν σωτηρίας κεφάλαιον. "Ω τῆς τῶν τεκόντων εύτε κνίας! Ὢ τοῦ τόκου τὰ ὑπὲρ νοῦν ἀγαθὰ προξενή σαντος τοῖς ἐνέγκασιν! Ἐπὶ μὲν γὰρ τῶν καθ' ἡμᾶς ὅσοι πατέρες ἔτυχον γενέσθαι, ἤτοι κοσμικαῖς περι φανείαις τοὺς ἐξ αὐτῶν προελθόντας ἀνακηρυχθῆναι, ἢ τῷ τῶν ἀρετῶν φωτὶ καταλαμφθῆναι· ἢ γενναῖόν τι καὶ μέγα δοκούντων τῆς ἀνδρείας κατορθωμάτων ἐνδείξασθαι, οὐ τὸ τυχὸν αὐτοῖς ἐκ τούτων κλέος προσγίνεται, τῇ κοινωνίᾳ τῆς φύσεως συμμετεχόν των τῆς εὐδοξίας· ἐπὶ δὲ τούτων τίς ἂν ὑπερβολή δόξης ἐπινοηθείη, ἧς τῶν πρεσβείων οὐκ ἐπέτυχον; καὶ τί δεῖ μακρολογοῦντα τοῖς ἀκροαταῖς παρενοχλεῖν; Ωσπερ γὰρ ἡ τεχθεῖσα, τὸ ἀνώτατον πλὴν τοῦ Δημιουργοῦ τῆς δόξης ἀπείληφεν· οὕτω καὶ οὗ ται τὸ τοῦ κλέους ἀσύγκριτον παρὰ τοὺς τεκόντας ἀπεκληρώσαντο. Τεχθείσης τοίνυν τῆς θεόπαιδος, ή Αννα τὰς φίλας συνεκαλεῖτο, Δεῦτε, λέγουσα, τῷ ἐμῷ τόκῳ συγχάρητε. Δεῦτε, ταῖς ἐμαῖς ὠδῖσιν εὐφράνθητε. Δεῦτε θεάσασθε τὴν παρ' ἐλπίδα θηλάζουσαν. Δεῦτε, τὴν ἐξ ἀκαρπων λαγόνων ἀναφθεῖσαν ῥάβδον κατίδετε, καὶ τὴν ἄγο νον κυοφόρον κατανοήσατε. Δεῦτε, τῶν ὀνειδισμῶν ἡμῶν τὸν καρπὸν καταμάθετε, καὶ τὸ τῆς εὐχῆς ἔργον ἀνιστορήσατε. Συνδράμετε προθύμως, καὶ τὴν ἐν ναῷ ἄφιξιν προοδοποιήσατε. Κοσμήσατε τὰς ἐπαύ
col. 1417–1418page 46 of 109
PG 100:1417λεις. Καταφωτίσατε τὰς εἰσόδους. Καταφαιδρύνατε & λαμπάσιν τὰς προόδους· ἐξάρξατε μετ' εὐφροσύνης ᾄσατε ἐπιθαλάμια, καὶ ὡς νύμφην καθαρὰν τῷ ναῷ τὴν παῖδα προσάξατε. Πληρώσατε σὺν ἐμοὶ τὰς πρὸς τὸν Δεσπότην ὑποσχέσεις. Κροτήσατε σὺν ἐμοὶ τὴν εὐχαριστίαν, ὅτι ἐξ οἴκου μου Κύριος ἀφείλετο ὄνει δος· ὅτι οὐκ εἰς κενὸν τὰ τῆς ἐλπίδος ἐξέβησαν. Ἰδοὺ τὰ τῶν δεήσεων εἰς ἔργον κατήντησαν. Ἰδοὺ τὰ τῆς ἐπαγγελίας τὸ πέρας ἀπέλαβεν. Ἰδοὺ τὴν τεχθεῖσαν, ὡς ὑπεσχόμην, ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀνατίθημι. Δεῦτε, ταύτῃ συνεισέλθετε, καὶ ὡς εὐπρόσδεκτον δώρημα κοινῇ ταύτην τῷ Δεσπότῃ προσενέγκωμεν., Οὕτω γοῦν ή μήτηρ προθυμίας τόνῳ τὰ τῆς ὑποσχέσεως πλη ροῦν κατεπείγετο· πρὸς ἀναβολὴν δὲ ἀνθεῖλκεν ὁ τῆς νηπιότητος χρόνος, οὐκ ἐγγυώμενος παραυτίκα τὴν τῶν τεκόντων στέρησιν, ἀλλὰ περιμένειν παρακελευόμενος τὸ τῆς ἡλικίας ἐπιτήδειον. Διά τοι τούτο τριετίζουσαν ταύτην τῷ ναῷ προσφέρουσι· τὸ τίμιον ὄντως ἀνάθημα, καὶ ἀγγέλοις αἰδέσιμον· τὸ ὑπέρτα τον καὶ καθαρώτατον κειμήλιον, ἐν ᾧ οἱ τῆς χάριτος θησαυροὶ ἐναπετέθησαν· ἐν ᾧ ὁ τῆς οἰκονομίας πλού τος ἀποῤῥήτως ἀπέκειτο· ἐν ᾧ τὰ τῆς ἡμῶν σωτηρίας ἐταμιεύθη ἐνέχυρα. Τὸ σκεῦος τὸ ἀμόλυντον· τὸ φω τοδόχον χωρίον, ἐξ οὗ σωτηρίας ἀκτῖνες τὴν οἰκουμένην ἐπέλαμψαν. Εδει γὰρ τὸν τρισσὸν ἐν ἑαυτῇ τὴν ἄσπιλον προτιμήσαι ἀριθμὸν, δι' ἧς τοῖς ἐν κόσμῳ ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη δύναμις· ἐν ᾗ τὸ τῆς εὐδοκίας τοῦ Πατρὸς ἐπραγματεύθη συνάλλαγμα ἐν ᾗ ὁ Λόγος οἰκήσας τὸ ἡμῶν ἀμπέσχετο φύραμα ἐν ᾗ τὸ Πνεῦμα κατασκηνώσαν, τὸ ἀδιαίρετον τῆς Τριάδος ὑπέδειξε· δι' ἧς ὁ τριχή διηρημένος κόσμος, εἰς μίαν Θεοῦ προσκύνησιν συνηρμόσθη· δι᾿ ἧς ὁ τούτου διαιρέτης μετ' ἤχου ἐξηφανίσθη. Σήμερον τῷ ναῷ προάγεται ὁ ναὸς ὁ ἔμψυχος· δ τῶν οὐρανῶν ὑψηλότερος, καὶ πάσης τῆς κτίσεως ευρυχωρότερος. Σήμερον τῷ ναῷ ἐνοικίζεται ἡ τὴν ἀποικίαν τοῦ ἀνθρωπείου γένους πρὸς τὴν ἰδίαν ἑστίαν διὰ τοῦ τόκου ἀναγαγοῦσα. Σήμερον ἡ νοητή σκηνὴ τῇ νομικῇ τάξει τῆς τὰ τῆς] χάριτος εὐαγ γελίζεται, καὶ τῷ γράμματι ὑποχωρεῖν τῷ πνεύματι διακελεύεται. Σήμερον ἡ ἄσπιλος ἀμνάς, ὡς δεκτὸν ἱερεῖον τῷ ναῷ προσφέρεται, ἐξ ἧς ὁ τοῦ Θεοῦ ἀμνὸς προελθών, τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου ἀφείλετο. Σή μερον ἡ ἄμωμος περιστερὰ ἐν τοῖς τοῦ ναοῦ ἀδύτοις περιιπταμένη, τὸν τῆς κακίας ἐξευτὴν ἐξέκλινεν, υψηλοτέρα γενομένη των μηχανημάτων αὐτοῦ. Σ μερον τὸ δοχεῖον τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ ναῷ ἀποτα θὲν, πρὸς ὑποδοχὴν τοῦ Λόγου ἐξευτρεπίζεται. Οὐδὲ γὰρ ἔδεν τοῖς ῥύποις τοῦ κόσμου τὸ καθαρώτατον συνδιαιτάσθαι. σκήνωμα, ἀλλὰ πρὸς τὸν ἄμεμπτον μεταθληθὲν χώρον, ἐκεῖ τὰ τῆς χαρᾶς ὑποδέξασθαι προοίμια· ἐκεῖ τὸν ἀῤῥαβῶνα τῆς εὐλογίας ἀπό κληρώσασθαι· ἐκεῖ σύμβολον τοῦ μυστηρίου, τὴν Σή
col. 1419–1420page 47 of 109
Oratio VI
PG 100:1419ὑπ' ἀγγέλου κομιζομένην τροφὴν ἑστιάσασθαι. Εσ:ι εἰς τὰ εἰσόδια ἀμιγὲς τῶν ἀνθρωπίνων ἠθῶν τὸ ἀκηλίδωτον φυλα χθῆναι θησαύρισμα. Εδει ἀκοινώνητον τῆς ἁμαρτίας, τὸ διαυγές τηρηθῆναι ἁγίασμα. Ἔδει ἀνεπίβατα λόγοις ἀπατηλοῖς τὰ ἱερὰ ὦτα σωθῆναι, ἐν οἷς ἔμελ λεν ἡ τοῦ ἀρχαγγέλου φωνὴ τὴν χαρὰν ἐνηχήσασα, τὸ σκυθρωπὸν τῆς λύπης ἐκ τῶν τῆς Εὔας ἀκοῦν ἀπελάσαι. Οὕτως τῷ ναῷ τὸ ἱερώτατον ἀνετέθη καλλιέρημα. Οὕτως ἡ πανάσπιλος ἀμνάς παρεπέκεινα πόσης θυσίας ὁλοκαυτωθῆναι τῷ Κτίστῃ προσάγεται. οὐ δι' αἵματος χύσεως, ἀλλὰ δι᾽ ὑπερβάλλουσαν και θαρότητα.. "Η συνελθεῖν καὶ ἡμεῖς ἐπειγώμεθα, ἄξια τῆς εἰσόδου ἐπιφέροντες ἔργα, καὶ ἀντὶ στολῆς τὸ τῶν ἀρετῶν ποικίλον περικείμενοι, ἔνδον σὺν ταύτῃ χωρήσωμεν, ἵν᾿ ἀκωλύτως τῆς εἰσόδου τυχόντες, τῶν Β' ταύτης ἀποῤῥήτων μυστικῶς κατατρυφήσωμεν· ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, μεθ᾿ οὗ πρέπει δόξα, κράτος, τιμὴ καὶ προσκύνησις τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. ΛΟΓΟΣ Γ'. Γεωργίου μητροπολίτου Νικομηδίας λόγος εἰς τὰ εἰσόδια τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καλὰς ἡμῖν ὑποθέσεων ἀρχὰς ἡ παροῦσα πανήγυρις δείκνυσι· καλὰς ἐπιβάσεων τρίβους τὐτρέπισε καλὰς ἀναβάσεων κρηπίδας ὑπέθηκε, νυνὶ πρὸς ἑαυ τὴν τὸν λόγον ἀνάγουσα. Διὸ μετέωρον τοῦτον ἐξάρ ασα, εἰς τὰ ὕψη τῶν ἐγκωμίων εμβιβάζει ἀναβιβάζει] τῇ χάριτι· καὶ ἐκ βαθμῶν βαθμίδας ἀμείβουσα, ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν μεταφέρει τὸν ἔπαινον. Αλλ' ἐπεὶ συνυψωθῆναι τοῦτον ἀμήχανον τοῖς πράγμασι· καὶ γὰρ οὐδὲ οἷόν τε· βραχὺ τοῦ γεώδους ἀνανηξάμενος βάθους, ἀμυδρῶς πρὸς τὸ ὕψος τῆς ὑποθέσεως και φίζεται. "Αγε οὖν καὶ ἡμεῖς τούτῳ συγκάμνοντες, τὸ τοῦ σώματος ἄχθος ἀποθέμενοι, τοῦ νοῦ τῷ πτερῷ συνεπαρθῶμεν τῇ πανηγύρει, καὶ ἔνδον προχωρεῖν τῶν ἀδύτων τῇ πανάγνῳ ἐπειγομένη, προθύμως συνεφελώμεθα· καὶ τῆς ἔξω πλάνης ἑαυτοὺς συν αθροίσαντες, τῶν ἑξῆς τοῦ λόγου ἐπιβῶμεν προς θύρων. Οὐδὲ γὰρ οὕτω λειμώνων κάλλος, τοῖς ἔξω περι θέουσι ποθεινὴν τὴν τῶν ἔνδον παρασκευάζει ἐπί βασιν, ὡς ὁ εὐώδης τῆς Παρθένου τῶν ἐγκωμίων παρά δεισος, ἑπέραστον τοῖς βουλομένοις αὐτὴν ἔστησε τὴν εἴσοδον ἔστησε.] Καὶ γὰρ λειμών οὖ τας, καὶ λειμώνων εὐωδέστατος καὶ ποικιλώτατος, καὶ ἀφθαρσίαν τοῖς δρεπομένοις προξενεί τοὺς δρεπ. καταστέφει]. Οὐ γὰρ ἐαρινοῖς ἐπικομῶν ἄνθεσιν, εὐμάραντον ἔχουσι τῆς ὥρας τὴν τέρψιν ἀλλὰ χάριτος ἐκπέμπων εὐωδίαν μυρίζει την αξ σθησιν, καὶ τὸν νοῦν πρὸς ἑαυτὸν τῷ ἡδίστῳ τῶν ἀκου σμάτων καταθέλγει. Επ' ἐκείνων μὲν γὰρ κόρον ἡ
col. 1421–1422page 48 of 109
PG 100:1421αἴσθησις λαμβάνουσα, τῶν ὑστέρων ἐμφαινομένων οὐχ ὁμοίως τὴν τερπνότητα δέχεται· ἐπὶ δὲ τούτων, τῶν φθασάντων μὲν ἡ εὐωδία παρέμεινε· τῶν ἐπιόν. των δὲ, μείζων ἡ ἔφεσις ἐπιγίνεται· κἀκεῖ μὲν ἡ θέα, συμμαραινόμενον ἔχει τῷ χρόνῳ τὸ κάλλος· ἐνταῦθα δὲ, ἡ εὐπρέπεια, διαιωνίζουσαν φέρει τῇ ψυχῇ τὴν ἀπόλαυσιν. Καὶ ὥσπερ ἐπὶ βασιλείων προαύλων ἐπ βαίνειν τυχόντες, τὴν ἔνδον θέσιν τοῖς ἔξω καταστοχάζονται· καὶ ἃ τῇ αἰσθήσει οὐκ ἔκριναν, τεκμαίρονται τῷ νῷ, καὶ ὑπεραίρονται· ταῦτὸ καὶ ἐπὶ τῶν προπυλαίων τῶν ἐγκωμίων συμβαῖνον δείκνυται. Ἐπὶ πάντων μὲν, ὡς οἶμαι, οὐχ ἥκιστα δὲ καὶ ἐπὶ τούτων κριθήσεται. Εἰς ὕψος μὲν γὰρ ἐξῆρται τὰ προοίμια· λαμπρά δὲ ἐκ τούτων τῆς ὑποθέσεως ἐπικόσμησις φαίνεται, πλείστας ἔχουσα δόξῃ καὶ κάλλει διαφερούσας τὰς ἐπιδόσεις. Πρόκειται γοῦν ἡμῖν μικρὸν διᾶραι πρὸς τὴν εἴσο οδον τὸ ἔμμα, καὶ τὴν κρυπτομένην ὡς ἐφικτὸν κατο οπτεῦσαι εὐπρέπειαν· καὶ γὰρ πᾶσαν εἰ καὶ πᾶσαν ] φαιδρότητα ανιστορῆσαι ἀμήχανον. Φέρε δὴ προσῶμεν τῷ λόγῳ πρὸς τὸ ἐνδότερον, χειραγωγὸν προάγουσαν αὐτὴν τὴν βασιλίδα κατα έχοντες. Αλλ' ὁρῶ νῦν φωτὶ ἀπείρῳ τὴν πανήγυριν καταστραπτομένην, καὶ καταλάμπομαι τὴν διάνοιαν, καὶ σκιρτᾷν μοι ἔπεισι, καὶ μεγάλα φαντάζομαι τὰ νῦν ἐπιτελούμενα, ἀγγέλους τε συγχορεύοντας και τανοῶ, καὶ ξένα πάντα, καὶ τῆς οὐρανῶν εὐταξίας καὶ ευκοσμίας άξια. Ενθεν μοι δοκεῖ αὐτῆς εἰς μέσον τῆς ἐπαινουμένης τὴν χάριν ἐπινοστεῖν, καὶ πάντα πληροῦν εὐφροσύνης τον σύλλογον, τὰς δω ρεὰς ἀφθόνως προανέμουσαν. Διὸ τῇ τούτων ἐλπίδι προσέχοντες, συνεισέλθωμεν ἅπαντες, τὸ ὀφειλόμενον ἀποδοὺς ἕκαστος· ὁ λέγων, τοὺς λόγους· τὴν ἀκοὴν συνετῶς, ὁ ἀκούων· ὁ διακονῶν, τὴν ἐκπλήρωσιν, καὶ πάντα ὧν ἡ τῆς χρείας ἔκτισις, τῇ εἰσόδῳ προ τρέπεται. Ηγείσθωσαν οὖν οἱ λόγοι, τὰ ἑξῆς πρὸς ἑαυτοὺς συνάγοντες. Ηδη μὲν οὖν οἱ τὴν Παρθένον τεκόντες, ἐπὶ τοῦ ναοῦ ταῖς θύραις ταύτην προσήγον, ἀγγέλων κύκλῳ δορυφορούντων, καὶ πασῶν ὑπερκοσμίων δυνάμεων συγχαίρουσῶν. Εἰ γὰρ καὶ τὸν ἀποῤῥητον ηγνόουν τοῦ μυστηρίου τρόπον, ἀλλ' ὡς δοῦλοι, Δεσπότου προστάξει, τῇ ταύτης προόδῳ καθυπηρέτουν. Καὶ πρῶτον μὲν, αὐτὴν κατενόουν ὁρῶντες ὡς νοεραί φύσεις ὄντες, σκεῦος τίμιον ἀρετῶν οὖσαν, σύμβολά τε τῆς ἀκηράτου καθαρότητος φέρουσαν, καὶ τὸ σῶμα ἀνῳκισμένον τῆς τῶν παθῶν ἐπιμιξίας ἔχουσαν ἔπειτα δὲ, οὐκ ἀπειθοῦντες τῇ κελεύσει, τὴν λειτουργίαν ἐπλήρουν. Τότε δὴ λαμπάδες φωτὸς τὴν εἴσ οδον κατεφαίδρυνον, καὶ πάντα ὅσα τῷ ναῷ περιείληπτο, πρὸς εὐωχίαν ετρέποντο, αὐτῶν, οἶμαι, τῶν ἀψύχων τοῖς ἀγγέλοις συνηδομένων. Διὸ κἀμοὶ συγκ χορεύειν τούτοις προσγίνεται, μεγάλην τε ὡς παρ όντι τότε φωνὴν ἀποῤῥῆξαι, καὶ βοῆσαι πρὸς τὸν ναόν· Ἐπεισέρχεται ἤδη· καὶ προσφόρως ῥηθή σεται • Πλάτυνον τὰς ἐπαύλεις, λέγοντι, πρὸς ὑπου
col. 1423–1424page 49 of 109
PG 100:1423δοχὴν, τῆς πλατυτέρας τῆς ὁρατῆς, και τοῦ Θεοῦ λόγος ἐγγραφεὶς ὑπὲρ λόγον, τὰ τοῦ νομι ἀοράτου κτίσεως ὀφθείσης· ἐν ᾗ χωρητὸς ὁ ἀχώρητος γενόμενος, τὸν τῆς κακίας πλατυσμὸν εἰς στενώτατον περιστελεί. Αναψον λαμπάδα φωτός, καὶ καταφαίδρυνον τὰς εἰσόδους· ἆρον μετάρσιον πυρσόν ὡς σύνθημα, καὶ ἴθυνον πρὸς σὲ τὴν οἰκουμένην, ἵνα τὴν φωτεινὴν νεφέλην ἐπάψηται· ἶν' ἐν μετουσία τῶν ἀκτίνων ταύτης γενήσεται· ἵνα τὴν τοῦ φωτός πηγὴν ἐκ ταύτης βρύουσαν κατίδοι. Πέτασον τὰς πύλας σου, καὶ τὴν νοητὴν πύλην εἰσάγαγε, ἣν με νος ὁ τοῦ Θεοῦ διοδεύσας Λόγος ἐσφραγισμένην, ὡς οἶδεν, ετήρησεν. Εἰ γὰρ καὶ πύλης τὴν κλῆσιν ἀπεί ληφεν, ἀλλὰ Παρθένος τὴν χρῆσιν ἐτήρησε· καὶ τοῦ μὲν πράγματος τὴν λειτουργίαν ἐπλήρωσε, τῆς ἀφθαρσίας δὲ τὰς σφραγίδας οὐκ ἔλυσεν. Ἐπίσχες τὸ β καταπέτασμα, ἵν᾿ ἔνδον χωρήσῃ τὸ ἔμψυχον τοῦ Λόγου καταπέτασμα, τὸ ἐν ἑαυτῷ τὴν θεότητα κρύ ψαν, καὶ τῷ πυρὶ ταύτης μὴ καταφλεχθέν, τὴν ὑλώδη οὐσίαν. Δέξαι τὴν ἐν πνεύματι κεχρυσωμέν νην λυχνίαν, ἧς τὸ λαμπάδιον καταυγάζει τὰ πέρα τα· δι' ἧς ἀνῆψαν τὰ τοῦ Πνεύματος ἑπτὰ χαρί σματα, καὶ τὸν περίγειον κόσμον ἐφώτισαν. Δέξαι τὴν ζωηφόρου τράπεζαν, ἐν ᾗ προτεθεὶς ὁ τῆς ζωῆς ἡμῶν ἄρτος, ἀμβροσίαν τοὺς μετέχοντας εστίασεν ἀμβροσίας τοὺς μετασχόντας ἐνέπλησε]· ἐξ ἦς οἱ τῆς σοφίας κρατήρες τὸ ἀθόλωτον, καὶ καθα ρώτατον πόμα τῆς γνώσεως προχέουσι. Κόσμησον τὰ τῶν ἁγίων Αγια, καὶ τὴν ὑπεραγίαν σκηνὴν ὑπόδεξαι, τὴν χωρητικὴν τῆς ἀθλου οὐσίας· τὴν τὸ πεπτωκὸς ἡμῖν ἀναστήσασαν σκήνωμα· τὴν τοῦ προπάτορος Δαβὶδ περιῃρημένην σκηνήν ἀνεγείρα σαν· δι' ἧς τὰ διαλελυμένα τῇ παραβάσει ἡμῶν μέσ λη, πρὸς τὴν ἰδίαν ἡρμόσθη ὁλότητα. Υπόδεξαι τὸ πάγχρυσον θυμιατήριον, ἐν ᾧ Λόγος τὴν σάρκα ἀνάψας, εὐωδίας τὴν οἰκουμένην ἐπλήρωσεν· ἐν ᾧ τὰ τῆς παρακοῆς κατεκαύθη ἐγκλήματα· δι᾿ οὗ τῆς ἀηδίας τῶν μολυσμάτων ὁ ἀὴρ ἀπαλλάττεται· δι' οὗ τὸ τοῦ δ Πνεύματος εὐῶδες [εἰς ἀνθρώπους, ἐπέπνευσεν. Εἰσάγαγε τὴν κιβωτὸν τοῦ ἁγιάσματος, τὴν τὸν νομοδότην αὐτὸν ἔνδον χωρήσασαν· [τὴν τὸ οὐράνιον μάννα βαστάσασαν· τὴν κατακλυσμοῦ ἁμαρτίας τὴν φύσιν ἡμῶν διασώσασαν, καὶ παν ωλεθρίας τὴν οἰκουμένην διὰ τοῦ τόκου ἐλευθερώσασαν· τὸ τῆς νέας διαθήκης θησαύρισμα την στάμνον. τὴν ἔνδοξον· τὰς Θεοχαράκτους πλάκας, ἐν οἷς ὁ κοῦ γράμματος ἐπαχθὲς, εἰς τὴν τοῦ Πνεύματος ελαφρότητα μετήνεγκε, Λάβε τὴν ἱερατικὴν βάσεων τὴν ἀπὸ πίστεως βλαστήσασαν τὸ ἀμάραντον ἄνθος, τὸν Κύριον. Τὴν ἁγίαν καὶ ἐπιθυμητήν γῆν, ἐξ ἧς ἀλήθεια καὶ δικαιοσύνη ἀνέτειλεν· ἐν ᾗ πόδες περι καλύμματι σκεπόμενοι, προβαίνειν χωλύονται· λέγω δὴ, λογισμός, ἀμφιβολίᾳ καὶ ἀπιστία καλυπτόμενος.
col. 1425–1426page 50 of 109
PG 100:1425Το κατάσκιον όρος, ἐν ᾧ κατοικῆσαι ὁ Λόγος εὐδό πησεν· ἐν ᾧ ἡ φύσις ὑποκλιθεῖσα, τὴν καῦσιν τῆς ἁμαρτίας ἐξέκλινεν· ἐξ οὗ ἀχειροτεύκτως ὁ ἀκρογωνιαῖος ἐκχυλισθεὶς λίθος, τὴν εἰκόνα τοῦ ἐχθροῦ συν έτριψε, καὶ εἰς χοῦν ἀπελίκμησε. Δέξαι τὴν κατά καρπον ἐλαίαν, δι' ἧς τὸ ἱλαρύνον ἀνέβλυσεν ἔλαιον, καὶ τὴν κτίσιν ἐλίπανε· τὸν θρόνον τὸν ἔνδοξον· τὸ βασιλικὸν ὄχημα, ἐν ᾧ ὁ Λόγος ὀχούμενος μετὰ σαρκὸς ἐπεδήμησε· τὴν Σιὼν τὴν ἁγίαν, ἣν ὁ Δη μιουργὸς ἐξελέξατο· ἣν τῷ τῆς προνοίας λόγῳ, πρὸ τῶν αἰώνων ἡτοίμασεν· ἐν ᾗ σαρκικῶς ἐγεννήθη· ἐξ ἧς προελθών, τῶν ἀσεβῶν τὰς δυνάμεις συνέτριψε. Περίλαβε τὴν Σαλομώντειον κλίνην, ᾗ κύκλῳ δορυ φοροῦσιν οἱ ἑξήκοντα δυνατοί· αἱ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς ἀψευδείς προφητεῖαι, τὸ κῦρος ταύτης της θεοτοκίας, δι' ὧν ἐμήνυσαν μαρτυροῦσαι· ἐν ᾗ ὁ Λόγος ἀναπεσών, μετὰ σαρκὸς ἐξηγέρθη, καὶ τοῦ ἐχθροῦ τὴν τύραννον κραταιῶς ἐπάταξε δύναμιν. Ταύτην ή προφητικὴ λαβὶς ἐξεικόνισεν, ἡ τὸν ἄν θρακα φέρουσα, καὶ τὰ χείλη καθαίρουσα· ἡ σερα φικῶς φυλαττομένη, καὶ διὰ Πνεύματος ἁγίου κηρυτο τομένη. Ταύτην ἡ ἐσφραγισμένη βίβλος ἐμήνυσεν, ἣν οὐδεὶς ἀνέγνω γραμμάτων ἐπιστήμων, πλὴν τοῦ σφραγίσαντος, καὶ ὑπὲρ λόγον τηρήσαντος. Ταύτην δ καθαρώτατος τόμος ἐδήλωσεν, ἐν ᾧ ἀγράφως ὁ Λόγος εγχαραχθεὶς, τὸ τῆς ἀπάτης χειρόγραφον. ἔσχισεν. Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐκ δεξιῶν Θεοῦ παρεστῶσα βασίλισσα· ἡ πλησίον τῷ κάλλει, καὶ τῇ λαμπρότητι ἡ ὡραία τῇ φύσει, καὶ μώμου ἀνεπίδεκτος· ἡ ἀπὸ Λιβάνου τῆς παρθενίας ἀγιοῦσα, καὶ τὸν κόσμον μυρίζουσα, ἐξ ἧς ἡ γλυκασμὸς ἀποῤῥέων, τὴν πα λαιὰν τοῦ ξύλου πικρίαν ἐγλύκανεν· ἧς ὑπὲρ μέλι τὰ χείλη ἡδύνθησαν, καὶ ἡ γλῶσσα εὐφροσύνην ἐπή γασεν· ἧς ὁ τῶν ἱματίων μυρισμός, ὑπὲρ πάντα τὰ τῆς γῆς ἀρώματα ευωδίασε. Ταύτην ἔνδον ὡς νύμφην εἰσάγαγε, ἧς τὸ κάλλος ἀσύγκριτον, καὶ ἡ δόξα ἀπόρρητος· ἦς τὸ τῶν ὀμμάτων φέγγος, τὰς Ηλιακὰς ἐξῆρε ἐξήρανε] λαμπηδόνας· τὸν κῆπον τὸν κεκλεισμένον τὸν λογισμοῖς ἀνεπίδα τον ἁμαρτίας· ἐν ᾧ τὸ θεῖον φυτὸν ἀγεωργήτως βλαστῆσαν τὴν πρώτην κατάραν τοῦ ξύλου όλο μανήσασαν ἐν τῷ βίῳ, πρόῤῥιζον ἐξήρανε, καὶ ἀντ' αὐτῆς εὐλογίαν ἐξήνθησε. Τὴν ὡς ἀληθῶς πη γὴν ἐσφραγισμένην, ἐξ ἧς τὰ καθαρώτατα νάματα νέουσι, καὶ τὴν οἰκουμένην ἀρδεύουσιν· ἐν ᾗ τῆς ἐπιθολούσης Ιλύος οὐκ ἐφωράθη λείψανον· ἐξ ἧς ἐ ποταμὸς τῶν χαρίτων προερχόμενος, κύκλῳ τὴν ὑφ' ἥλιον περιπολεύει. Υπόδεξαι τὴν ἀεροβατοῦσαν νεφέλην, ἐν ᾗ καθήμενος ὁ ἐπὶ νεφέλαις οὔρα νίαις ἐπιβαίνων, τὰ νεφελῶν οὐρανίων, τὰ Αἰγυπτίων καθεῖλε σεβάσματα. Εἰσάγαγε την πόλιν τοῦ Θεοῦ τὴν ἐμψυχον, τοῖς ὁρμήμασιν αὐτοῦ εἰς αἰῶνα εὐφραινομένην· τὸ ἡγιασμένον σκήνωμα· τὸν οἶκον τὸν ἔνδοξον· τὸν ναὸν τὸν ἀκατάλυτον, οὗ τύπος καὶ σύμβολὸν αὐτὸς καθέστηκας. Τὴν ἀληθῆ περι μένων φανέρωσιν, ταύτην ήδη κατέχεις· ταύτην Οι β
col. 1427–1428page 51 of 109
PG 100:1427ἔνδον εἰσάγων, παραχώρησον ὡς κρείττονι. Στη σον ἕως τούτου τὰ τῶν συμβόλων· [παῦσον τὰ τῶν αἰνιγμάτων. Μέχρι τίνος τῇ σκια προσανέχεις; μέχρι τίνος έγκαλλωπίζῃ τῷ γράμ ματι; Ἰδοὺ αἱ τῆς χάριτος ἀκτῖνες ἐπέλαμψαν ἰδοὺ τὰ τοῦ γράμματος εἰς τὸ πνεῦμα μετέστησαν. Κέκμηκας τοῖς τύποις διακονούμενος· ἰδοὺ ὁ καινο ποιῶν παραγίνεται. Μετάβηθι τοίνυν ἀπὸ τοῦ γηρά σαντος νόμου, ἐπὶ τὴν νεάζουσαν χάριν τοῦ Λόγου. Τι τοῖς ἐνυπνίοις εγκαρτερεῖ:, τὴν τῆς ἐκβάσεως πρό ξενον ὑποδεχόμενος; Τί τῶν θυσιῶν τοῖς αἷμασι περι ραντίζῃ, καὶ ταῖς κνίσσαις περικαπνίζῃ, τοῦ κελεύσαντος ταῦτα μὴ προσιεμένου; Θυσίαν γάρ, φησὶν ὁ Λόγος τῷ Πατρὶ, καὶ προσφορὰν οὐκ ἐθέλησας σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι. Ερχεται ὁ ταύτας τῷ ἰδίῳ αἵματι ἀποπαύων, καὶ τὴν φύσιν οἱ σαρκικῶν μολυσμάτων, ἀλλ᾽ ἁμαρτίας ἀποκαθαίρων. Ἐπὶ θύραις ἡ λύτρωσις· ἐπὶ ταῖς πύλαις σου τὸ κήρυγμα ταύτην σοι προτρέχουσαν τοῦ μυστηρίου προπεμ τον [ προϋπεμψεν ]· αὕτη τῶν μηνυθέντων σοι λόγων ἐν ἑαυτῇ τὰς ἐκβάσεις ἐπιφέρεται. Ταύ την ὁ Ἡσαΐας ἐμήνυσεν εἰπών Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ λήψεται, καὶ τέξεται Υιόν, καὶ καλέ σουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ. Ταύτην ή Ἰεζεκιήλ Θεοῦ πύλην ὠνόμασε· ταύτην Δαβίδ κιβωτὸν ἁγιάσματος ἐκάλεσε· [ταύτην ὁ Ἱερεμίας ἐδὲν προηγόρευσε, ταύτην ή βάτος τῷ Μωϋσή προεζωγράφησεν ἐν τῷ ὄρει, καιομένην, καὶ οὐ καταφλεγομένην. Ταύτην χαρμονικῶς ὑπόδεξαι πρόσδραμε προθύμως· προσκύνησον ὡς ἀνωτέραν οὖσαν πάσης ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως· περί πτυξαι τὸ καθαρώτατον ενδιαίτημα· εἰσάγαγε ἔνδον τὸ ἀκηλίδωτον σκήνωμα, καὶ τὸ μιαιφόνον τῶν Ἰου δαίων ἐξάγαγε σύστημα. Μεγάλως αὐτῶν αἱ προφητικαὶ καταβοῶσιν ἀναιρέσεις ἀναρξήσεις] κράζει διαπρυσίως τὰ αἵματα· τί τοῖς λύθροις τῶν μολυσμάτων αὐτῶν καταμιαίνῃ; τί ταῖς παρανομίαις αὐτῶν καταχραίνῃ; τί τὸ βέβηλον τῆς ἀλα ζονείας αὐτῶν συγκαλύπτεις, καὶ τὸν θυμὸν τοῦ Κτίστου σφοδρότερον ἐξάπτεις; Στη σον μέχρι τούτου τὴν τοῦ ἐκδικοῦντος μῆνιν· μὴ περαιτέρω τὸν θυμὸν ἐκκαύσης τοῦ πλάσαντος. Και γὰρ ὅσῳ τῶν ἁμαρτανομένων τὰ πλήθη συνάγεται, τοσοῦτον τὸ ἀνταπόδομα τῶν ἐκδικήσεων γίνεται. Μᾶλλον δὲ τῶν τολμηθέντων φορτικώτερον, ὅσον εἰς ἀθάνατον φέρει την τιμωρίαν. Αὕτη σοι ἀπο παύειν παρακελεύεται· αὕτη προς διαδοχήν σου ἐλήλυθεν· αὕτη τὴν δόξαν σου μειζόνως ἀπείληφε καὶ γὰρ τὸ τέλος τῶν πραγμάτων κεκλήρωκεν. Την γὰρ τοὺς τύπους ὑπέφαινες, τούτων τὴν ἔκβασιν αὕτη παρέδειξεν. Ὅσον δὴ καὶ σκιὰ σώματος, καὶ αίνιγμα ἀληθείας, καὶ λόγος πράγματος, καὶ εἰκὼν πρωτοτύπου αἰτίου τὸ ἔλαττον ἀποφέρονται, τοσούτον σὺ τῆς ταύτης ἀποδέεις λαμπρότητος. Σὺ μὲν γὰρ ὑφ' ἑνὸς τοῦ ἰδίου ἔθνους τὸ σέβας ἀπολαμβάνεις αὕτη δὲ, ἀπὸ πάσης τῆς κτίσεως τὴν ὑπέρτιμον
col. 1429–1430page 52 of 109
PG 100:1429δόξαν εἰσδέχεται· καὶ σὺ μὲν, τὴν τοῦ Θεοῦ ἐπισκίασιν διαλιμπάνουσαν, ἔχων, μετ' οὐ πολὺ τῇ ταύτης ἀφέσει καταλυθήσῃ· αὕτη δὲ, οὐσιωδῶς τῇ τοῦ Λόγου ἐνοικήσει, ταύτην εἰσδεξαμένη, ἀκατάλυτος εἰς αἰῶνα διαμενεί, τῆς ταύτης δόξης μηδέποτε γυμνουμένη. Μετάβαινε τοίνυν ἐντεῦθεν, ὑποχωρῶν τοῖς κρείττοσιν· οὐδὲ γὰρ βουλομένῳ, τὸ μένειν σοι περιλειφθήσεται, τῶν λειτουργῶν αἰτίων σοι τῆς ἀφίξεως καθισταμένων. Ταύτά μοι πρὸς τὸν ναὸν οὐκ ἀπεικότως εἴρηται, τὸ πιστὸν ἔχοντα ἐκ τῶν νῦν βλεπομένων· ἅπερ ἀβασανίστως οἶμαι τοὺς ἀκούοντας παραδέχεσθαι, ἀντὶ βασάνων τὰ πράγματα δοκιμάζοντας. Ἐπεὶ δὲ ἔνδον τοῦ ναοῦ εἰσήχθη τὸ οὐρανῶν πλα τύτερον χωρίον, σύμβολον τῆς σφῶν καταλύσεως τὰ τοῦ ναοῦ ἐθίσματα ταύτην εὐθὺς ἑώρων. Τὴν δόξαν μὲν αὐτομάτως πρὸς αὐτὴν ἐπιτρέχουσαν, ταύτης δὲ ὁσημέραι ἑαυτὰ γυμνούμενα κατενόουν, Τότε δὲ ὁ τὴν ἱερατείαν ἐκτελῶν Ζαχαρίας, τῷ προφητικῷ χαρίσματι ἐμπνευσθεὶς, ἤσθη μὲν πρὸς τὴν τῆς Παρθένου ἔλευσιν· ἐσκόπει δὲ τὸ τῆς ψυχῆς αὐτῆς ἀμήχανον κάλλος, ἐν γυναικείῳ κρυπτόμενον σχήματι, ξένα τε τῆς φύσεως τὴν ἄχραντον κατενόει φέρουσαν σήμαντρα, εἰ καὶ ταύτην ὡς ἕκαστος περι έκειτο. Ήθος μὲν γὰρ ἦν αὐτῇ ἀσύγκριτον, καὶ διατριβὴ ἀρεταῖς ῥυθμιζομένη. Διὸ ταῖς καθεκάστην εναναβάσεσι τῆς ἡλικίας, τὰ τοῦ Πνεύματος ἐπετείνετο ταύτῃ χαρίσματα· ἀγγέλοις τε συνωμίλει, καὶ θείων ἐμφάσεων οὐχ ἡμοίρει. Ταύτης τοίνυν τῷ εἰωθότι πρὸς τοῖς ἀδύτοις διατριβούσης, ἑώρα ὁ Ζαχαρίας ξένον τινὰ τῷ εἴδει προσω Πρὸς τοῖς ἀδύτοις δια τριδούσης. ἐπειγομένῃ ἔνδον προχω μεῖν τῶν ἀδύτων ἔδει μὴ εἰς τὰ τῶν ἁγίων "Αγια τῆς σκη νῆς, ἀλλ' εἰς αὐτὸν τὸν οὐρανὸν ἀνατραφήναι, τὴν πλατυτέραν τούτων ὀφθεῖσαν, καὶ καθαρότητι δι ενεγκούσαν. ἦν δὲ ἡ Μαρία ὡσεὶ περιστερὰ ἐν τῷ ναῷ Κυρίου νεμομένη, και ἐλάμβανε τροφὴν ἐκ χειρὸς ἀγγέλου • Εται Μανία τριετῆ γενομέν νην τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ ἀφιερουμένην
col. 1431–1432page 53 of 109
PG 100:1431Η ομιλοῦντα, καὶ τροφὴν ἐπιδιδόντα· ἄγγελος δὲ ἦν ὁ φαινόμενος· διὸ τῇ διανοίᾳ ἐξίστατο, καὶ τοιαῦτα διελογίζετο συνελογίζετο Τί τοῦτο τὸ δρώμενον, ξένον ὡς ἀληθῶς, καὶ τῆς ἐνταῦθα συν ηθείας ἀλλότριον; Αγγελικὸν τὸ φαινόμενον σχήμα, καὶ νεάνιδι προςδιαλέγεται. Ασώματος μορφή, στ μάτων ὡς φαινομένην τροφήν [Μας. σώμασιν ὡς ἐοικυίαν τροφὴν ἐπιφέρεται, καὶ αῦλος οὐσία, υλικόν τι ὁρώμενον, γυναικὶ ἐπιδίδωσιν. Δἱ τῶν ἀγγέλων ἐνταῦθα ἐπιδημίαι, τοῖς ἱερεῦσι μόνοις ἐπιφοιτᾷν ειώθασι, προτροπῆς ἕνεκα, ἢ ἀποτροπής τῶν πρακτέων· καὶ τούτων οὐ πολλάκις ἐπιφαινομένων γυναικὶ δὲ τῶν ἀσυνήθων πάντη καθέστηκεν ἡ τοῦ νῦν ὁρωμένου ἐπέλευσις· καὶ ταῦτα παρ' ἡλικίαν οὔσῃ, καὶ χρόνῳ νεαζούσῃ. Εἰ μὲν οὖν τῶν ύποζευγμένων ἀνδρὶ ἡ προκειμένη ἔτυχεν οὖσα, στειρώσεώς τε νοσήματι τῶν τῆς παιδοποιίας ἀπὸ εκλείσθη χαρισμάτων, καὶ λιταῖς τὰ τῆς γονῆς ἐπ εζήτει λήψεσθαι, πρὸς τοῦτό τε τῆς διατριβῆς ὁ λόγος ἐγένετο, εἶχεν ἂν τὸ βλεπόμενον τῷ σκοπῷ τὴν διάλυσιν· καὶ τοῦτο καθάπαξ τοῖς περὶ 'Ανναν συμ βέβηκεν· οὐκ ἀεὶ δὲ τοῖς καθ᾿ ἡμᾶς ἐπιδείκνυται. Νυνὶ μὲν τούτων μὲν ἐλευθέρα ἡ τῆς Παρθένου ἐπέλευσις, συνεχής δὲ ἡ τοῦ φαινομένου ἐπιφοίτησις γίνεται. Διά τοι τοῦτο, μεῖζον ἐμοὶ τὸ θαῦμα καὶ τὸ δέος συμπίπτουσιν· ἀμφιβολίαι δὲ, περὶ τὸ κρυ πτὸν [Μας. κρυπτόμενον] ἐμφωλεύουσιν. "Αρα τι ἂν εἴη τοῦτο; Τί μηνύσων ἧκεν ὁ ἄγγελος Τίς ἡ κομι ζομένη τροφή; Εκ ποίων ταμιείων αὕτη ἐξήνεκται Τίς ὁ ταύτην παρασκευάσας; Τίς ἡ χεὶρ ἡ ταύτην ἀρτοποιήσασα; Αγγέλων τὸ ταῖς σωματικαῖς ἀνάγ καις κατάλληλον κατασκευάζειν οὐκ ἔστιν. Εἰ γὰρ καὶ πλεῖστοι δι' αὐτῶν ἐτράφησαν, ἀλλ᾽ ἐπιτήδεια τὰ τῆς τροφῆς προητοίμασαν· καὶ οἱ ἀσώματος, διὰ σών ματος, τοῖς ὁμοδούλοις καθυπηρέτησαν. Καὶ γὰρ ἱκανὸς ἦν τῇ τοῦ κελεύοντος δυνάμει ὁ τῷ Δανιὴλ διακονήσας ἄγγελος, οὐ δι' ἑτέρου, δι' ἑαυτοῦ δὲ, τὴν πρόσταξιν ἐκπληρῶσαι· ἀλλὰ τὸν ᾿Αμβακούμ εἰς τοῦ ᾿Αμβ. την] μεσιτείαν παρείληφεν, ἵνα μὴ τὸ τοῦ ἤθους ἀλλότριον, καὶ τὸ τῆς θέας υπέρογκον, καὶ τὸ πρὸς παρασκευήν τροφῆς τῶν ἀγγέλων ἀσύν ηθες, τὸν τρεφόμενον καταπλήξῃ· καὶ τῷ Ηλίᾳ **, δὲ ὑπηρετούμενος κόραξ, οὐ δι' ἑαυτοῦ τὸν τόπον, δι' ἀγγέλου δὲ, τοῦτον τὸ ποῦ δν] ἐδιδάσκετο οι καὶ τοῦ κομιζομένου οἶμαι οὐχ ετέρωθεν, ἀλλ' ἐξ Η Υλικόν τι δρώμενον είτε εὐπόρων ταμιείων τὴν θήραν εἶχεν· οὐχ ὡς αὐτο σχέδιον ἀδυνατοῦντος τοῦ προστάττοντος τροφήν παραστῆσαι· πῶς γὰρ οὗ λόγῳ τὰ πάντα παρ ἧκται; ἀλλὰ κατάλληλον τῇ χρεία τὴν λειτουργίαν παρέχοντος. Κἀκεῖ μὲν, οὕτως ᾠκονομήθη· ἐνταῦθα δὲ, ἀμέσως ἡ τοῦ ἀγγέλου πρὸς τὴν Παρθένον ἐπι
col. 1433–1434page 54 of 109
PG 100:1433δημία γίνεται. Καὶ τὸ πρᾶγμα, τῶν ἀποῤῥήτων, καὶ λογισμοῖς οὐχ ὑποπιπτόντων· νεάνις τοιούτων τετύχηκε τῶν χαρισμάτων, ὡς ἀσωμάτους τῇ ταύτης ὑπείκειν ὑπηρεσίᾳ. Τίς ή τοσαύτη τῶν δωρημάτων ὑπερβολή; Τί τοιοῦτον κατ' ἀξίαν ἡ Παρθένος εἰργάσατο; Ὅτι μὲν καθαρότητι διενήνοχε τάς γεγενημένας ἁπάσας γενεάς, οἶδα πιστωθεὶς τοῖς πράγμασι τεκμήριον σαφὲς τὸ ἦθος, καὶ τέλος, τὸ ἔργον δεξά μενος· ἀλλὰ τοῦ τηλικούτων τεύξασθαι ἀγαθῶν, τί ἂν εἴη τὸ αἴτιον; Τάχα μεγάλων εὐεργεσιών πρόξενος ἡμῖν ἡ Παρθένος ὀφθήσεται, δι᾿ ὧν πρὸς ἑαυτὴν ἐπισπᾶται τὸ θεῖον. Αρα μὴ τῶν προφητῶν οἱ χρησμοὶ ἐν ταύτῃ πληρωθήσονται; Αρα μὴ τῶν ἐλπιζομένων ἐν ταύτῃ τὸ τέλος ἀποδήσεται; Μὴ ὁ μέλλων ἐπ' ἀνορθώσει τοῦ γένους ἐλεύσεσθαι, ἐκ ταύτης τὸ ἡμέτερον ἀναλήψεται; καὶ γὰρ τοῦτο προκεκήρυκται τὸ μυστήριον, καὶ ὁ λόγος τοιαύτην τὴν ὑπηρετήσουσαν ἐπιζητεῖ. Αρα ὄντως οὐκ ἄλλη προκεκήρυκται προκέκριται ]εἰς τὴν τούτου λει τουργίαν, πλὴν τῆς ὁρωμένης νεάνιδος. Καὶ γὰρ ἀμήχανον ἐν αὐτῇ τὸ κρυπτόμενον τῆς ἁγνείας και τανοῶ κάλλος, καὶ τοῦ κρυπτομένου φανέρωσιν, ἡ τοῦ Θεοῦ πρὸς ταύτην ευποιία εὔ νοια] παρίστησιν. Ως μακάριος ὁ οἶκος Ισραήλ, ἐξ οὗ τὸ τοιοῦτον ἀνέθηλε βλάστημα. Ως εύλογης μένη ή ρίζα Ίεσσαὶ, ἐξ ἧς ἡ ἀκμάζουσα αὕτη ῥάβδος ἀνέδραμεν, ἡ τῷ κόσμῳ τὴν σωτηρίαν ἀνθο φορεῖν μέλλουσα. Ως υπερένδοξος ἡ μνήμη τῶν γεννησάντων σε, καὶ πάσης ἐπέκεινα μακαριότητος. Ως δεδοξασμένος ἐγώ, τοιούτων εντρυφήσας θεα μάτων· [τοιούτων ἀπολαύσας τῶν χαρισμάτων· επ ] τοιαύτην νυμφοστολῶν τὴν Παρθένον. Χάριν εἰς αἰῶνας εἴσομαί σοι, καὶ Κυρίου, ὅτι σοῦ τῆς λειτουργίας ἕνεκα, τῶν πᾶσι δικαίοις ἐπιθυμουμένων οὐκ ἀπέτυχον. Σήμερον ἐγὼ ὑπὲρ πάντας με ρέας ἐμεγαλύνθην· σήμερον ὑπὲρ ἅπαντας προφήτας ἐδοξάσθην. "Α γὰρ ἐκεῖνοι ἐν σκιαῖς ἐμυήθησαν, τούτων ἐγὼ τὰς ἀρχὰς ἀληθεῖς κατοπτεύω.» Τοιαῦτα τὸν Ζαχαρίαν, ὡς εἰκὸς, ἦν διανοεῖσθαι, ἅτε ξένα καὶ τὴν φύσιν ἐκνικῶντα, τὰ τῆς Παρθένου και τανοοῦντα παράδοξα. Καὶ γὰρ ὡς ἀληθῶς ὑπῆρχον. "Ω προοιμίων θαυμάτων θαυμαστών]! Ο συμ βόλων ἐξαισίων! Ο αὐξήσεως σώματος, τὴν τῆς χά ρίτος ἐπίτασιν ὑπεραίρουσαν δεχομένης! "Ω τῆς και θαρᾶς ἐκείνης καὶ ὑπερλάμπρου ψυχῆς! ἥτις ἐν ἀκμάζοντι σώματι τὰ ὑπὲρ φύσιν ἐδείκνυ πλεονεκτήματα· ἥτις τῷ τούτου ἀτελεῖ πρὸς τὸ τέλειον τῆς ἀρετῆς οὐκ ἐκωλύθη· ἥτις τὴν πρὸς Θεὸν συν άφειαν, τῷ νέῳ τῆς ἡληκίας, οὐ διεκόπη. Τις είδε, τίς ἤκουσε τοιαύτην ἀνάβασιν σώματος ἐν ἁγίοις ἐνδιαιτωμένου, καὶ ὑπ' ἀγγέλων δορυφορουμένου, καὶ ἀμβροσίαν τροφὴν εἰσδεχομένου; Ψυχαὶ μὲν γὰρ τῇ κοινωνίᾳ τοῦ σώματος [ τοῦ ἀσωμάτου] εἰ καὶ εἰς ἄκρον ἀπαθείας ἐλάσειεν, μόλις ἂν ἀγγελικῆς Κοινωνία τοῦ ἀσω μέτου. τῇ κοινων ᾗ τοῦ σώματος,
col. 1435–1436page 55 of 109
PG 100:1435τροφῆς ἀπολαύσαιεν, εἴπερ τροφὴν ἀγγέλων, τὸν άπταιστον λόγον, ή Γραφή υπαινίττεται· ἐνταῦθα δὲ σωματικαὶ χεῖρες τὴν ἀκήρατον τροφὴν εἰσδέχονται, καὶ δι' αὐτῶν τὸ τῆς ψυχῆς ἀκηλίδωτοι ἐμφορεῖται τῶν χαρισμάτων. Η καθαρότητος υπερ βολή! "Ω μεθηλικιώσεως ἀνάβασις, οἷαν κλίμακα σεμνότητος πρὸς τὰ ὕψη τῶν οὐρανίων ἑπτήσατο, δι' ἧς ὁ Λόγος τῇ ξένη καταβάσει πρὸς ἡμᾶς κατελήλυθε· δι' ἧς τὸ κάτω κείμενον τῆς φύσεως γεῶδες σκῆνος, πρὸς οὐρανοὺς ἀνέδραμε. Σὺ δὲ τὴν ξένην ἐν τῷ ναῷ δίαιταν τῆς Παρθένου ἀκούων, μὴ περὶ τούτου ἀμφίβαλλε· μὴ τῷ λογι σμῷ τὰ ὑπὲρ ἔννοιαν ἐξέταζε· μὴ συγκρίσει τὰ ἀσύγκριτα, καθυπόβαλλε. Ορᾷς την ξένην καινοτομίαν τῆς φύσεως, καὶ περὶ τούτων ἀμφιβάλλεις; Θρᾷς αὐτὸν τὸν τοῦ Θεοῦ Λόγον ἀποῤῥήτως ἐν τῇ ταύτης σκηνώσαντα νηδύν, καὶ περὶ ἀΰλου καὶ ἑτέρως ἐχούσης τροφής διαφέρῃ; Ορᾶς τῇ πατρών βουλῇ τὴν τοῦ Πνεύματος ἐν αὐτῇ ἐπισκίασιν, καὶ περὶ λειτουργίας ἀγγέλων ἐπιπορεῖ;; οὐδὲν τῶν τῆς πανάγνου ἀμφίβολον· οὐδὲν ἀκατάλληλον τῶν ταύ της μεγαλείων. Πάντα τῇ ἀληθείᾳ τὸ βέβαιον εν ληφεν. Εδει γὰρ τὸ θεῖον σκήνωμα τοιαύταις ἀναβάσει σιν αὐξηθῆναι· ἔδει τὴν ἄσπιλον ἀμνάδα τοιαύτῃ πανδαισίᾳ εὐωχηθῆναι· τοιούτων εδεσμάτων ἐμφορηθῆναι. Εδει μὴ εἰς τὰ τῶν ἁγίων Ἀγιὰ τῆς σκηνῆς, ἀλλ᾽ εἰς αὐτὸν τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ, τὰ τῆς πρώτης ἡλικίας ἀνατραφῆναι, τὴν πλατυτέραν τούτων ὀφθεῖσαν, καὶ καθαρότητι διενεγκούσαν. Εδει μὴ ὑφ᾽ ἑνὸς μόνου ἀγγέλου ταύτην ὑπηρετεῖσθαι, ἀλλ᾽ ὑπὸ μυρίων μυριάδων κύκλῳ δορυφορεία σθαι. Καὶ γὰρ ἂν ἐκεῖνοι ὁρᾶν ἀδυνατοῦσιν, ὑπερ φυῶς αὕτη ἐν κοιλίᾳ ἐχώρησε ἐβάστασε ]. Τέν ἀναβαλλόμενον φῶς ὡς ἱμάτιον ἐν τοῖς οἰκείοις περιέστειλε κόλποις.. Τὸν κατέχοντα δραχὶ τὰ σύμα παντα, ἐν ταῖς ἀγκάλαις ἀνδρωθέντα συνέσχε. Τις ταῦτα κατανοῶν, μὴ μεγάλα περὶ τῆς οἰκείας φαν τάσαιτο φύσεως; Τίς μὴ διὰ ταῦτα πρὸς ὕψος τὴν διάνοιαν ἐπαρθῇ, καὶ πάντων ἑαυτὸν ὑπέρτερον ἡγήσαιτο; [Τίς μὴ δι' αὐτὰ ὑψηλοφωνῶν φανήσεται, καὶ μεγάλα κράζων ἐμδοάτω τῇ κτίσει; καὶ, τίς μὴ δι' αὐτὰ ὑψηλοφρονῶν γενήσεται, καὶ τῆς ιδίας εξεστηκὼς εὐτελείας ὀφθήσαιτο; Καὶ γὰρ ὑπέρ περὶ ἀΰλου καὶ ἑτέρως ἐχούσης διαφέρῃ. υλικόν τι δρώμενον ογκον τὸ πρᾶγμα, καὶ σεμνότητος ἁπάσης ἐπ έκεινα. Εννόησον γὰρ πρὸς ὅσον ὕψος ἤρθη τὰ ἡμέ τερα, ἀντιῤῥοπον τῇ ταπεινώσει δεξάμενα τὴν σῶμα ἀΰλον
col. 1437–1438page 56 of 109
PG 100:1437ἀνάβασιν. Πεπτωκότες ἦμεν τῇ παραβάσει· ἀνάξιο τῆς τοῦ Πλάστου κηδεμονίας γεγόναμεν, οὐδὲν πρὸς ἀπολογίαν τῆς ἀπάτης εὑρίσκοντες. Εκατο ἡ φύσις ὑπὸ τὸ πτῶμα· ἐδεῖτο τοῦ ἀνορθώσοντος· ἔτυχεν οὐ δι' ἑτέρου· δι' αὐτοῦ δὲ τοῦ δημιουργήσαντος καὶ ἡ ἀνάστασις, ξένη· οὐ προστάξει, κατὰ τὴν πάλαι δημιουργίαν, ἀλλ᾽ οἰκονομίᾳ, κατὰ τὴν οἰ κείαν φιλανθρωπίαν. Οὐκ ἀγγέλοις τὰ τῆς ἀναστάσεως ενεχείρισεν, ἀλλ᾽ ἑαυτῷ τὰ τῆς συγκαταβάσεως παρεχώρησε έργα καὶ οὐ μόνον ἀνώρθωσεν, ἀλλὰ καὶ ἀνέλαβε, καὶ τὸ προσληφθὲν τῷ πατρικῷ θρόνῳ ἐνίδρυσε. Τί πρὸς τὴν ἄφατον ταύτην φιλανθρωπίαν ἐννοήσω; Τίσι λό γοις τὴν ἄπειρον συγκατάβασιν ἐγκωμιάσω; Τίσιν ἐπαίνοις τὴν Παρθένον δι' ἧς ταῦτα ἐπραγματεύθη, ἐπευφημήσω· δι' ἧς ἡ τοῦ σώματος πτώματος. πλάσματος ] ἀνάκλησις ἐγένετο; Τίς τιμὴ ἱσοστάσιος τῇ ταύτης καθαρότητι ἀναδειχθῇ; ἧς ὁ Δημιουργὸς ἐρασθεὶς, τὴν οἰκείαν σκηνὴν ἐκ ταύτης ἐδείματο· ἧς τὴν ἐνοίκησιν οὐ παρητήσατο ἐν ᾗ τὸ πατρικὸν ἐκπεπλήρωται βούλημα· ἐν ᾗ τὸ πανάγιον ἀναπέπαυται Πνεῦμα. Τίς δόξα κατ' ἀξίαν ταύτης ὀφθήσεται, ἧς ὑπερτέραν τὴν δόξαν [ ἣν ὑπερτέραν τῇ δόξῃ ] πλὴν ἑαυτοῦ, ὁ Κτίστης ἀν έδειξεν; Ὢ τιμῆς ἁπάσης ὑπέρτιμον δώρημα! Ω τῶν ὡραίων ὡραιότατον ὡράϊσμα! 'Ω Θεοτόκε τῶν καλῶν ὑ τέστατον ἐγκαλλώπισμα· σὺ τῆς ἀρχαίας ἡμῶν εὐγενείας τὴν ἔκπτωσιν, τῷ ὑπὲρ λόγον σου τόκῳ ἀνώρθωσας· σὺ τὴν ὡραιότητα τῆς πρώτης εἰκόνες ἀμαυρωθεῖσαν, εἰς τὸ οἰκεῖον ἀπεμόρφωσας κάλλος σὺ τὰς ἐν λύπαις ὠδῖνας τῆς προμήτορος, εἰς χαρᾶς γεννήματα τῇ κυήσει σου μετεποίησας. Διὰ σοῦ ἡ τοῦ γένους ἀποικία, πρὸς τὴν ἰδίαν μονὴν ἐπανέδρα μεν· διὰ σοῦ τὴν ἀκήρατον τοῦ παραδείσου ἀπελάβομεν τρυφήν ἀπόλαυσιν]· διὰ σοῦ τῆς στρεφομένης ῥομφαίας ἡ ὑποχώρησις γέγονε· διὰ σοῦ αἱ κεκλεισμένας πύλαι τῆς τρυφῆς, τὴν εἴσοδον ἐξ ηνέωξαν· διὰ σοῦ αἱ τῶν προφητῶν ἐλπίδες εἰς ἔρ γον ἐξέβησαν· ἐν σοὶ αἱ τούτων ῥήσεις, τὸ τέλος εἰλήφασι· διὰ σοῦ, τῆς ἀναστάσεως ἡμῶν. ἀψευδή τὰ σύμβολα κατέχομεν· διὰ σοῦ τῆς οὐρανῶν βασι λείας ἐπιτυχεῖν ἐλπίζομεν· σὲ τῆς ἡμῶν σωτηρίας ἐπίκουρον κεκτήμεθα· σὲ τῆς ἡμῶν βοηθείας ὑπέρ Ο μαχον ἔχομεν· σὲ τῆς ἡμῶν ἀπολογίας προβαλλόμ μεθα στόμα· σὲ τῆς ἡμῶν παρρησίας περιφέρομεν καύχημα· σὲ Χριστιανῶν ἡ πληθύς, ὀχυρώτατον τεῖχος κεκτήμεθα· σὲ πιστοὶ βασιλεῖς κραταιὸν ὅπλον κατέχευσι· διὰ σοῦ τῶν πολεμίων τὰ βράση συντρίβουσι. Σύ, Θεοτόκε, καὶ τῶν ἀεὶ αἰτουμένων, μὴ παρέψει την δέησιν· ὄρεξον χεῖρα τοῖς κάτ μνουσι· ἐπιλαβοῦ τῶν κλυδωνιζομένων· στῆσον εἰς βασιλεῖς. ΑΑ. ὁμοστεφεῖς καὶ συνθρός
col. 1439–1440page 57 of 109
Oratio VII
PG 100:1439γαλήνην τὰ τῶν πολέμων κύματα. Διάλυσον εἰς αὖ Λίωση. ραν τὰ τῶν ἐπηρεαζόντων πνεύματα· δις κατάλληλον τῇ δεήσει, ὡς δυναμένη, τὴν ἔκβασιν. Ἔχεις ὡς Μήτηρ [πρὸς τὸν Υἱὸν, ἀπαραίτητον τὴν παρρησίαν· ἔχεις τὴν δύναμιν ἀήττητον· ἔχεις τὸ κράτος ἀπροσμάχητον. Μὴ πλῆ θος ἁμαρτημάτων τὸ ἄμετρόν σου τῆς εὐσπλαγχνίας υπερνικήσῃ· μὴ πράξεων ἀτοπίαι τὸ σὰν ἀνείκαστον ἔλεος ἀνακόψωσιν. Ὅσον γὰρ ἂν τύχοι τῶν ἀγνοουμένων τὸ πλῆθος, ῥᾳδίαν τὴν διάλυσιν, μόνον σοῦ θελούσης, ἐπιδέχεται. Οὐδὲν τῷ σῷ κράτει ἀνθέστηκεν· οὐδὲν τῇ τῇ δυνάμει ἀντιμαχεῖ ἀντιμάχεται]· πάντα ὑπείκει τῇ κελεύσει σι πάντα υποχωρεῖ τῇ προστάξει σου· πάντα δουλεύει τῇ ἐξουσίᾳ σου. Υψηλοτέραν σε τῶν οὐρανῶν καὶ τῶν ποιημάτων ἁπάντων, ὁ ἐκ σοῦ γεννηθείς προ έστησε, καὶ δι' ὧν παραδόξως [ἐν σοί, ἐνεργεῖ, τὸ βέβαιον ἔδειξε. Τούτων τὴν ἐπίσ τευξιν ἀπόνως ἔχεις· τούτων ἀμέσως ποιῇ πρὸς τὸν κτίστην τὴν διάλεξιν· τέρπεται τῇ αἰτήσει· χαίρει τῇ παρακλήσει· οὐκ ἀντιτείνει πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν· καὶ γὰρ οἰκείαν τὴν σὴν ἡγεῖται δόξαν· καὶ ὡς Υἱὸς ταύτῃ ἐπαγαλλόμενος χρεωστικῶς ἐκπλη ὦ Δέσ ροῖ τὰς αἰτήσεις. Ταύτῃ κἀγὼ πεποιθὼς σποινα, τῇ ἀνει άστῳ σου δυνάμει καὶ φιλανθρωπία, τῶν ἐξ ἀπόρων χειλέων καρπόν σοι προσενήνοχα ἀναξίαν μὲν τὴν εἰσφορὰν ἔχοντα· μεγίστην δὲ τὴν προαίρεσιν [ἔχοντα, καὶ ὑποφαίνοντα. Οὐδὲ γὰρ ἡ κατ' ἐμὲ μόνον δύναμις τῆς ἐφέσεως διαμαρτάνει, ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων προσδοκίαι ταύτης ἀποτυγχάνουσι. Δέξαι οὖν, μὴ τοῖς ἔργοις προσέχουσα, την προθυμίαν δὲ προσις μένη. Δέξῃ δὲ, σαφῶς οἶδα, ὡς φιλάγαθος οὖσα, καὶ πρὸς τὸ ἑξῆς τοῦ λόγου χειραγωγούσα, ἁμαρτημάτ των τε λύτρον άντιδιδοῦσα, καὶ βασιλείας οὐρανῶν καταξιοῦσα, εὐμενη τε τὸν Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα ποιοῦσα, την μίαν θεότητα καὶ βασι λείαν, ᾗ πρέπει δόξα, κράτος, τιμή, προσκύνησις, καὶ μεγαλοπρέπεια, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. ΛΟΓΟΣ Ζ'. Εἰς τὴν αὐτὴν ἑορτήν, καὶ εἰς τὰ ἑξῆς τῆς ἱστο ρίας. Αἱ τῶν θείων πανηγύρεων ἐλλάμψεις, αειφώτους τὰς ἀκτῖνα; ἔχουσαι, πρὸς ἑαυτὰς διαπαντὸς τοὺς Πρὸς τὸ ἑξῆς τοῦ λόγου χειραγωγοῦσα. τῶν καλῶν ἰθύνουσι ἐραστάς· καὶ ὅσον τούτους τη χάριτι καταυγάζουσι, τοσούτῳ πρὸς τὸ ἐράσμιον τὸν πόθον αὐτῶν συναύξουσι. Τοῦτο μὲν οὖν πρώτως αἱ σωτήριοι τοῦ Θεοῦ Λόγου ἑορταὶ καὶ πανηγύρεις ἔχουσι, τῆς πρὸς ἡμᾶς ὄντα συγκαταβάσεως αὐτοῦ τεκμήρια· σὺν ταύταις δὲ, καὶ αἱ τῆς Παρθένου, τὸ εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν
col. 1441–1442page 58 of 109
PG 100:1441αὐτὸ δηλοῦσαι, πρὸς ἴσον οὐκ ἀπεικός ἂν κριθεῖεν ἀποφέρειν. Ἐγὼ μὲν οὖν ὡς ἤδη πέρας ἐν τοῖς φθά σασιν ἐπιθεὶς τῷ λόγῳ, προεβαλόμην τὰ τῆς ἀπολογίας, πολιορκούσης τὸν πόθον τῆς ἀπορίας, καὶ μὴ ἑώσης, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ὑπερβάθμιον ἐκτείνειν πόδα, μηδὲ τῶν ὑπὲρ δύναμιν προσέτι κατεγ χειρεῖν: ἐπειδήπερ οὗτος ὑπὸ τῆς ἀφανῶς ἔνδον ὑποσμυχούσης φλογός πυρπολούμενος, μεγάλης τε ἤδη ταύτης ἀναῤῥιπισθείσης, τῇ σιωπῇ μὴ φέρων τὴν ῥύμην κατέχειν, ἔξω ταύτην ἐπειγομένην προς ἤγαγε πρὸς ἄπειρον ἐντεῦθεν ἐκτεινομένην ὁρῶν τὴν ὑπόθεσιν, τοῦ ὑπεκκαύματος διαρκοῦντος εἰς τὴν ἐκπύρωσιν, καί μοι τυραννουμένῳ τῷ πάθει, τὸ τῆς συγγνώμης ἕκαστος τῶν παρόντων ἀπονειμάτω συμ παθές. Μᾶλλον δὲ τί δεῖ πρὸ [ πρὸς ] πάντων αἰτεῖν τοῦτο, πολλῶν ὄντων συνηδομένων αὐτῷ εὐαριθμήτων δὲ, τῶν τὰ τῆς βίας μὴ προσιεμένων τοῦ πράγματος; Καὶ εἰ μέν τι τῶν συνοισόντων τῇ πανηγύρει ὁ παρὼν ἐπιδείξει λόγος, χάριν ἔχειν τῷ ἄγοντι ἐπαινετῷ ὄντι, καὶ τῇ ἰδίᾳ νίκῃ τὸν ηττηθέντα στεφανίτην ἀποφαίνοντι· εἰ δὲ πόῤῥω που τῶν ταύτης κατ᾿ ἀξίαν ἀπολειφθείη· ἀπολειφθήσεται γὰρ πάντως· αὐτῷ μὲν τὰ τῆς τόλο μης, ἡμῖν δὲ τὰ τῆς ἀπολογίας κριθείησαν εύλογα. δε μὲν οὖν ταῦτα ἐχέτω· ἡμεῖς δὲ τῶν ἑξῆς ἐχώ μεθα, ὁδηγὸν τὴν αἰτίαν τῆς ὑποθέσεως αἰτησάμενοι. Ηδη μὲν οὖν πρὸς τὸ παράδοξον τῆς θέας ἐκ πληττομένου Ζαχαρίου, ἐπιπνοίᾳ τε θειοτέρα τὸ μέλλον τεκμαιρομένου· τί ἄν οἱ τοῦ ναοῦ ἔφοροι ἄγγελοι πρὸς τοῦτο κατανοεῖν ἔμελλον; Τίσιν ἀμφιβολίαις, κἂν νοεροὶ τυγχάνοντες ἦσαν, τὸ βλεπόμενον διελύοντο; Καὶ γὰρ ἀπόβλητον τοῦτο ἦν, μόνοις δηλούμενον, οἷς ὁ δηλῶν μόνος ἠβούλετο. Εἰκὸς δὲ τινα τοιαῦτα περὶ αὐτοῦ ἐπαπορεῖν· ι Τί τὸ ξένον θέαμα τοῦτο; Τίς ή δορυφορία αὕτη; Τίς ἡ δι᾿ ἀγγέ λων εστιωμένη; Παράδοξον τὸ βλεπόμενον, καὶ ἡμῖν ἀγνοούμενον. Γυνὴ τῆς ἡμῶν νοήσεως κρείττων ὁρᾶται, ἐν ταύτῃ μόνῃ τὰ τῆς ἡμετέρας φύσεως ἐξησθένησε πλεονεκτήματα· ταύτης ὡς ἀποῤῥήτοις Θεοῦ λειτουργούσης, ἀφ' ἡμῶν ἀπεκρύβη τὸ πέρας. Αἱ τῶν ἐνταῦθα πᾶσαι παράδοξοι λειτουργίαι δι' ἡμῶν τοῖς προσήκουσιν οἰκονομοῦνται χρόνοις· τὰς αἰτίας τῶν ἀναφερομένων οὐκ ἀγνοούντων δεήσεων καὶ τὰς μὲν, ἔθει καὶ τύποις διακονοῦμεν διανοοῦμεν]· τὰς δὲ, συνισταμέναις μελέταις οὐκ ἀγ νοοῦμεν. 'ἀεὶ ἡ τῶν αἰτούντων πρὸς τὸ θεῖον διάλε ξες, οὐ μόνον τῆς ἡμετέρας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνθρωπίνης οὐκ ἀποκρύπτεται φύσεως. Νυνὶ δὲ, τὰ δει κνύμενα, ταύτην διαλαθόντα, καὶ τῆς ἡμῶν ἀποδιδράσκει νοήσεως. Οὔτε γὰρ αὕτη τῶν μελλόντων τὰς ἀρχὰς προκατεβάλετο μυστηρίων, οὔτε τινὲς ὑπὲρ αὐτῶν τῇ συνήθει ἐντεύξει τὸ ἐσόμενον ἐμήνυσαν. Καὶ ὁ ὑπηρετούμενος ταύτῃ, ἤνωται μὲν ἡμῖν τῷ κοινῷ, διήρηται δὲ τῶν ἰδίᾳ παρ' ἡμῖν τελουμένων. Καὶ ἀσυνήθης μὲν ἡ τούτου ἐπιφοίτησις, ξένη δὲ πάντη ἡ πρὸς τὴν νεάνιδα αὐτοῦ διάλεξις. Τίς ή
col. 1443–1444page 59 of 109
PG 100:1443πτόμενον ἐν ταύτη παράδοξον; ο τοσαύτη περὶ τὴν Παρθένον ἐπιμέλεια Τί τὸ κρυ Ο Αγγελοι ταύτην περικυκλοῦσι· συνέμιλον τη ἡμῶν χορείᾳ τὴν δοξολογίαν ἀναπέμπει· ἐν σώ ματι τελοῦσα, τὴν ἡμῶν ὑπερῆρε καθαρότητα γυνὴ μὲν τῷ βλεπομένῳ σχήματι· ὑπὲρ τὴν ἡμετέραν δὲ φύσιν τὸ ἐν ταύτῃ κατανοεῖται μυστήριον. Εν ταύτῃ πάντα συνήδεται· ταύτῃ τὰ ἡμῶν συναγάλλεται τάγματα· ταύτην ὁ θεῖος ναὸς οὗτος εἰσδεξάμενος, αὐτῇ λειτουργεῖν διανίσταται. χάριτος πλῆρες δοχεῖον φαινόμενον! " γεηρᾶς φύσ σεως, τὰ οἰκεῖα ὑπεραναβασης γνωρίσματα! ἀσυγκρίτως τὰ μέτρα ταύτης ὑπερνικώσης! Ο οἷαν ἀπαρχὴν τῷ Δημιουργῷ τῆς οἰκείας καρποφορίας, ἡ ανθρωπεία φύσις προσῆξεν! οἷον τὸ δῶρον ἀνέθηκεν! Οταν τὴν προσφορὰν ἀφιέρωσε! 'Οντως ἀξίαν Θεοῦ, καὶ τῆς ἡμῶν μυσταγωγίας μυστικωτέραν ἱερωτέραν τε καὶ καθαρωτέραν τῆς ἡμῶν καθαρά τητος. Καὶ γὰρ παραβαλλόμενον ταύτῃ τὸ ἡμῶν ἀνεπίμωμον, ἀποδέῃ πάντη τῆς ὁμοιότητος· μὴ συνεπαιρόμενον τῷ ὑπὲρ λόγον ταύτης ἁγίῳ καὶ ἀῤῥυπώτῳ. Καίτοι τοῦτο, εἰ καὶ πρὸς ἴσον ἐκρί νετο τοῖς καθ' ἡμᾶς, ὑπερθαύμαστον ἂν διεφάνη, τη καινοτομία τὸ ξένον ἔχον. Οὐδὲ γὰρ μέγα τούτη καθέστηκεν ἡμῖν ἀπηλλαγμένοις τε τῆς ὕλης, καὶ τῶν ταύτης μολυσμάτων ἀνῳχισμένοις. Οἷς γὰρ ἡ φύσις ἀνεπιτήδειος πρὸς τὸ χεῖρον, τούτοις τὸ θαῦμα τῆς ἀτρεπτότητος οὐ ξένον. Ὡς ἄρα τῇ τού τῳ συνεζευγμένῃ ἀμιλλωμένῃ τε τῷ ἡμῶν ἀκηλιδώτῳ, παράδοξον ἂν ὀφθείη τοῦτο, καὶ πάσης ἐπέκεινα καταπλήξεως. Πῶς γὰρ μὴ οὕτω κριθείη, φύσει ἑαυτῆς ἀλλότρια ὑπὲρ φύσιν κτησαμένη, καὶ βίᾳ τῶν ἰδίων ἀναπτάσῃ τοῖς ἡμῶν συνεπαίρεσθαι πλεονεκτήμασιν ἀνυούσῃ; Ἐν ταύτῃ οὖν τῇ Παρ θένῳ, καὶ τὸ τοῦ ὁμοίου παράδοξον ἀποδιδράσκον τῷ ὑπεραίροντι θαυμάζεται. Τὸ γὰρ τὴν ἡμῶν ἐκφεῦγον κατάληψιν, τῶν ὑπὲρ ἡμᾶς εἶναι δηλαδὴ οὐ παραιτείται. Τίνι τὸ κεκρυμμένον τοῦτο περικαλύπτεται τρόπῳ; Τίσιν εὐεργεσίαις ταμιεύεται; Τίσιν οἰκονομίαις διατηρεῖται; Πάλαι μὲν οὖν Θεοῦ τῷ τῆς ἀνθρώπων εὖ ποιοῦντος γένει, οὐκ ἀφανῶς ἡ τῆς κηδεμονίας αὐτοῦ κατεβάλλετο χάρις. Τῶν γὰρ πραγ μάτων ἀρχὴν ἐκβάσεως δεχομένων, ἡ περὶ τοῦ τέλους γνῶσις τοῖς ὀρθῶς ἐρευνῶσιν ἐντεῦθεν ἐγί νετο. Τῶν δὲ συνεσκίασται ὁ τρόπος, τούτων πάντη διαπέφευγεν ή γνῶσις.» Ταῦτ᾽ οἶμαι τοὺς ἐφεδρεύοντας ἀγγέλους ἐν τῷ ἱερῷ διανοεῖσθαί τε καὶ ἐπαπορεῖν, καὶ συγχαίρειν τῷ ξένῳ τῶν βλεπομένων. Οὐ μόνον δὲ οὗτοι οὕτω διέκειντο, ἀλλ᾽ ἤδη καὶ τῶν παρόντων ἀνθρώπων, μία τις εὐφροσύνη καθίστατο σύμμικτος, ὡς αἰτία χαρᾶς τὴν Παρθένον εἰσδεξαμένων. Τοῦτο τοιγάρο τοι δηλοῦσαν τὴν ἱστορίαν κατανοοῦμεν, οὕτω τι περὶ ταύτης διατιθεμένην. Ηγάπησε γὰρ, φησί,
col. 1445–1446page 60 of 109
PG 100:1445την Μαρίαν πάς οἶκος Ισραήλ. Καὶ εἶγε τοῦ λόγου, ὡς καλῶς τῷ πράγματι προσαρμοσθέντος, ὡς ἀσφαλῶς τὸ μέλλον τρανώσαντος. Τί οὖν τὸ ῥηθὲν ὑπαινίττεται; Οὐδὲν, φησίν, ἀκοινώνητον τῆς ταύτης περιχαρείας ἔμεινεν· οὐδὲν ἀμέτοχον τῶν ὄντων τῆς κοινῆς ἀγαλλιάσεως γέγονε πάντα τὴν οἰκείαν προησπάζοντο σωτηρίαν. Οὐ τὰ τῆς παρθένου φιλοτιμούμενα μυστήρια, τὰ δὲ τοῦ μέλλοντος ὑποτυπούμενα πράγματα· μᾶλλον μὲν οὖν δυνάμει δι' αὐτῆς τῶν ἐσομένων κρατοῦντα, εἰς ταύ την τὴν τῆς εὐεργεσίας χαρὰν περιέστησαν. Πῶς γὰρ καὶ τῷ νεοφανεῖ τούτῳ οὐ κατετρώθησαν θεάματι; Πῶς ἂν τῷ ὁρωμένῳ οὐ κατεθέλχθησαν κάλλει, νέαν ὁρῶντες τῷ σώματι, ὑπερανα πτᾶσαν τῶν τοῦ σώματος; παῖδα τὴν συνηλικιώ τιν ἐκφυγοῦσαν συνήθειαν· παρθένον, τῶν τῆς φύσεως ἐξῃρημένην μολυσμάτων· τὴν τοῦ γένους ἀποσπάδα, τῶν ἀγγέλων συνόμιλον· τὸ τῆς ἀσθε νείας εἶδος, ὑπερανεστηκὸς τῶν τῆς ἀνδρείας γνω ρισμάτων· ἔνδον τῶν ἁγίων τὸ οἰκεῖον ἐμπεριχο ρεῦον ἐγκαλλώπισμα· ἐν τοῖς ἀδύτοις ἐνδιατρίβουσαν, τὴν τῶν ἀποῤῥήτων δήλωσιν. Καὶ ἄρα τῆς προφητείας τὸ ἀδιάψευστον· ὅρα τὸ ταύτης ἀκριβὲς καὶ ἀδιάπτωτον· πῶς τῇ τῶν λέξεων σημασίᾳ, τὰ τοῦ πράγματος κατετράνωσεν· οὐ γὰρ τὸν λαὸν μόνον ηνίξατο· ἀλλὰ τῇ τοῦ Ἰσραὴλ προσ ηγορία, τὴν τῶν μελλόντων δι᾿ ἐπιγνώσεως ταύτῃ προσφύεσθαι προεδήλωσεν ἀγάπησιν. Σχεδόν γὰρ ὁπόταν τὸ Ἑβραῖον φύλον ἡ θεία υποσημαίνειν βούλοιτο Γραφή, λαὸν τοῦτο μόνως κατονομάζει ὡς τὸν Εὐφράνθητε, ἔθνη, μετὰ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ και, 'Ο λαός μου, φησίν, οὐ συνῆκεν· ὁπηνίκα δὲ αυτό το καὶ τὸν ἀληθῆ ἐπιγνώμονα εμφανίζειν βουληθείη λαόν, τῇ τοῦ Ἰσραὴλ κλήσει τοῦτο προσ δείκνυσι. Σαφῶς τοῦτο βεβαιοῦντος τοῦ ὀνόματος, πάντα νοῦν τῶν ὁρώντων Θεὸν Ἰσραήλ εἶναι καὶ λέγεσθαι. Ἐπεὶ οὖν οἱ Ἰουδαῖοι ὥσπερ τινὶ σκότῳ καλυπτόμενοι τῇ ἀπιστίᾳ, καὶ πρὸς τὰς αὐγὰς τῆς ἀληθείας ἐθελοκάκως ἀβλεπτοῦντες, ἔμελλον τυφλώτο τειν ἀπὸ Θεοῦ, τὸ ἰδίως ἐμφαντικὸν αὐτῶν παρεις ὄνομα ὁ λόγος, τὸ κοινὸν τῶν ἐσομένων ὑπεσημήνα. το φίλτρον. Εἰ δὲ πλείστην περὶ αὐτοῦ τὴν οἰκειότητα πρὸς τὸν Δημιουργὸν σημαίνειν ὁρῶμεν, τὸν λαὸς Κυρίου, καὶ, Αὐτὸς σώζει τὸν λαὸν αὐτοῦ τῇ γε ἀληθείᾳ ἦν, καὶ περὶ τούτου τὸ πλέον προσήν ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἑκὼν ἑαυτὸν τῆς ἐγγύτητος ἀποσπάσας, καὶ παραλόγως τῆς σωτηρίας ἀποπηδήσας, μακρὰν τοῦ καλοῦντος ἀπεπλανήθη, τοὺς δι' δράσεως τοῦ νοῦ οἰκειωθήσεσθαι μέλλοντας, ὡς ἔσονται διεσήμανε. Καὶ οὐχὶ, Πᾶς ὁ οἶκος Ισραήλ, ἔφησε· ἀλλὰ, Πᾶς οἶκος· τῇ ἀφαιρέσει τοῦ ἄρθρου, τὴν τῶν ἐπιγινομένων προσθήκην βεβαιουμένη. Ει Τῶν μὲν οὕτως ἐχόντων, οὐδὲν τοῦ ἱερέως ἀπ εκρύβη τῶν τοιούτων. Τὸ μέλλον οὖν παρὰ τοῦ
col. 1447–1448page 61 of 109
PG 100:1447Πνεύματος διδασκόμενος, πολὺ τὸ σέβας τῇ κεχαριτωμένη ἀπένεμε. Καὶ γὰρ οὐδὲ οἷόν τε ἦν αὐτῷ μὴ κατ' αἰτίαν μείζονα σωτηρίας ἡγεῖσθαι τὰ δι' αὐτῆς ἔσεσθαι μέλλοντα. Πρῶτον μὲν γὰρ ἐσκόπει τὸ ὑπὲρ ἀρετῆς αὐτῆς ἦθος καὶ κάλλος. Επειτα τὴν τοῦ ἀγγέλου κατενόει λειτουργίαν, μέγα τι ταύτῃ μηνύουσαν· καὶ οὐ μέχρι τούτου τὸ βλεπόμενον ἱστῶσαν, ἀλλ᾽ ἕτερον παραδοξότερον όπερ ἦν ήπερ ἦν ] ὑπαινιττομένην. Καὶ γὰρ ἡ τοῦ ἀγγέλου πρὸς ταύτην διατριβή τὴν τοῦ Γαβριήλ ὑπέφαινε παρουσίαν· τοῦτο μὲν, προδηλοῦντος τοῦ Θεοῦ· τοῦτο δὲ, καὶ τὴν Παρθένον ἐθίζοντος. Η δ κομιζομένη τροφὴ τὸν ἄρτον αὐτὸν τῆς ζωῆς εἰκόν νιζεν· εὐδιάγνωστον ἔχουσα τοῖς κρίνουσι τὴν ὁμοιότητα, κἂν τῷ μεγίστῳ διαφέρει. Ωσπερ γὰρ ἐκείνης ἀγνοεῖται παρασκευῆς τρόπος, καὶ ᾧ Θεὸς παρῆκται· οὕτως καὶ τῆς τοῦ Λόγου σαρκώσεως ἀποκρύπτεται λόγος, καὶ αἰτία τοῦ μυστηρίου. Κακείνην μὲν ἡ ἁμίαντος κατέχουσα Παρθένος, τῶν θείων χαρίτων κατεπλουτίζετο· καὶ ταύτης δὲ οἱ ἐν μεθέξει γενόμενοι, τῶν δωρεῶν κατεμφορούνται τοῦ Πνεύματος. Αλλ' ἐκείνη μὲν ἁμαρτημάτων κάθαρσιν οὐκ ἐνήργησεν ή τροφή· οὐδὲ γὰρ τούτοις ἡ μεταλαμβάνουσα ὑπέκειτο, καθαρά τε οὖσα, καὶ ῥύψεως ἁπάσης ἀνενδεής· ἐνταῦθα δὲ, τῇ τῶν χαρί των ἐπιδόσει, καὶ ἀφαίρεσις τούτων προσγίνεται. Τούτοις γοῦν καταπληττόμενος ὁ Ζαχαρίας, πως οὐκ ἂν ὑπερηγάσθη; Τίνος δὲ τιμῆς ὑπερβολὴν οὐκ ἂν ἀπένειμε τῇ κεχαριτωμένη Μαρίᾳ; Τί οὐκ ἂν ἐβουλήθη διανοήσασθαι ἢ πρᾶξαι, ἵνα τὸ δεδο ξασμένον ἅπαν ἀφοσιώσηται ταύτῃ; Τί γὰρ τῶν ἑαυτῆς οὐχ ὑπεραῖρον ἐδείκνυτο τὰ ἀνθρώπινα; Τι τῶν ταύτης σμικροτάτων, οὐ τὰ τῶν μεγάλων ἐξῆρε πλεονεκτήματα; Καὶ γὰρ τὸ δοκοῦν αὐτῆς ἔλαττον εἶναι, μεῖζον τῶν παρ' ἡμῖν ἀσυγκρίτων γνωρίζεται. Ορα γὰρ πῶς τῶν τῆς νηπιότητος μὴ διαστάσει, τῶν ταύτης ἠθῶν ἀλλοτριώθη. Τῷ γὰρ ναῷ προσο αχθεῖσα, καὶ τῶν τεκόντων διαζευχθεῖσα, οὐδὲν τῶν τῆς φυσικῆς τυραννίδος ἔπαθε βίαιον· οὐδὲ τῷ χωρισμῷ τῶν τεκόντων, τὸ ἄτρεπτον ἐκεῖνο τῆς ψυχῆς καθυφῆκε φρόνημα· οὐδὲ κατόπιν αὐτῶν τὸ ἀθόλωτον ὄμμα διάρατα, ἔνδον τῷ λογισμῷ συν εκινήθη· ἔτι μικροῦ δεῖν τῆς μητρικῆς θηλής έχε μένη, καὶ προσφυομένη·· δ. καὶ θαύματός ἐστιν ὡς ἀληθῶς ἄξιον, ἀναμαρτήτου διανοίας ἐκείνης οι ἐπάξιον. Πεφύκαμεν γὰρ πάντες άνθρωπος πρὸς τὸ συγγενὲς καθέλκεσθαι· καὶ μυρία πολλάκις τούτου δια σπώντων, οὐδὲν αὐτῶν τὰ φυσικῶς ἡνωμένα διεστησε καὶ μάλιστα ὁπότ' ἂν πατρικῶς ἡ σχέσις συνδεδεμένοις τύχοι· ἣν φόβοι μὲν οὐ καταπλήττουσιν ἡδοναὶ οὐχ ὑποκλέπτουσιν· ἀνεπηρέαστος δὲ ή στοργή ώσαύτως διαμένουσα, τῇ τοῦ σώματος οὐ συν αποτέμνεται διαστάσει. Αποσταθὲν τοίνυν βίᾳ τῶν μητρικῶν ἀγκαλῶν νήπιον, αὐτῷ τῷ σχήματι καὶ τῇ φωνῇ τὴν ἀδικίαν ἐπεμβοᾶται· τὰς χεῖρας μὲν πρὸς τὴν τεκοῦσαν ἐπανατεῖνον· ἐλεεινὸν δὲ καὶ
col. 1449–1450page 62 of 109
PG 100:1449πλήρες δακρύων συνεχῶς τὸ ὄμμα διαῖρον· καὶ σὺν ἡ κλαυθμῷ γοερὰν τὴν φωνὴν ἐκπέμπον, καὶ τὴν τε κοῦσαν ἀνακαλούμενον, τὸ πάθος δημοσιεύει· ὃ δέος ἀπειλῶν οὐ κατεσίγησεν· οὐδὲ τῶν πολυτίμων ἄν τις διδόμενα διδόμενος τὰ κάλλιστα κατεμα λάκισεν· ἀεὶ δὲ τοῦ ζητουμένου ἐχόμενον, πρὸς οὐ δὲν τῶν προτεινομένων επιστρέφεται· ἐν εἰδὼς τῶν συνεχόντων ανιαρών φάρμακον, τὸ αὖθις τοῖς μη τρῴοις ἐπιφυῆναι σπλάγχνοις. Αὕτη δὲ οὖν ἡ καθαρά παντὸς ἤθους καὶ πάθους ἀνθρωπίνου, ἀνάλωτος οὖσα τούτοις, καὶ ὑψηλοτέρα τῆς ἀνάγκης τῆς φύσ σεως, οὐδενὶ τούτων τῆς ἡδονῆς ἀπείρα στον νοῦν ὑπεκλάπη· καίτοι τῆς διαστάσεως χρονίας γεγενημένης, οὐδὲ πρὸς ταύτην ἠνιάθη. Τίς νοῦς καθαρώτατος πρὸς τοσαύτην ἐλήλακεν ἀπάθειαν ἐν τελειότ τητι, οἵαν ἐν νηπιότητι αὕτη ἡ πανάσπιλος ἐπεδείξατο; Ποία ψυχή, τίς λογισμὸς, ποία διάνοια οὕτως ἐν γήρει τῇ τῶν καλῶν ἐκλογῇ τὸ χεῖρον ἀπεβάλετο, ὡς ἐν νεότητι αὕτη; πρὸς γὰρ τὸ ἀκρότατον τούτων ἀπήντησεν. Ἐμοὶ δὲ οὐ τούτου μόνον ἕνεκα ὑπερεκπλήττεσθαι συμβαίνει, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀκμῇ σώματος τὴν τῶν ἀΰλων φύσιν ὑπεραίρειν τὴν καθαρότητα τῆς παν αμώμου Μαρίας. Τῷ γὰρ προϊόντι τῆς ἡλικίας οὐ μέσ γα τοῦτο κριθείη τῷ μυστηρίῳ συγκαλυπτόμενον. Καὶ τί δεῖ μόνης ταύτης τὸ ἀνεπίστροφον πρὸς τοὺς οἰκείους θαυμάζειν, ὁπότ᾽ ἂν καὶ τοὺς αὐτῆς γεννήτορας ἐν τούτῳ μεγαλυνθέντας ὁρῶμεν; Οὐ γὰρ @ οὐδ᾽ αὐτοὶ πρὸς τὴν τοῦ φιλτάτου διάστασιν ἠγανάκτησαν, οὐδὲ τὰ πατρικὰ συνεκινήθησαν σπλάγχνα οὐδὲ τῷ κέντρῳ τῆς φύσεως κατετρώθησαν, καὶ πρὸς τὴν παῖδα πάλιν ἀναστραφέντες, τῷ συνήθει ταύτην περιεπτύξαντο πόθῳ. Οὐ ῥημάτων τὸ ἡδὺ καὶ δυσαρθρωτον εἰς μνή μην ἐλθόν, τὸν λογισμὸν αὐτοῖς συνετάραξεν. Οὐ θέας καὶ διατριβῆς καὶ κάλλους ἀνατύπωσις ἐν να διαζωγραφηθέντα, ἅτε ἐν ἀπολαύσει πρότερον ὄντα, σφοδρότερον αὐτοὺς ἡνίασε. Καὶ γὰρ οὐ μὴ τὸ προσγενόμενον ἀγαθόν, ὡς τὸ ἀφαιρεθὲν τὸ λυπηρὸν φέρει. Τὸ γὰρ μὴ ἐν πείρᾳ γενόμενον, ἐν ἐπιθυμίᾳ τὴν κτῆσιν ἔχει· τῷ δὲ τυχάντι ἐν ἀπο λαύσει γενέσθαι, σὺν τῇ ἀποβολῇ τὸ ἀλγεινότερον. προξενεῖ· καὶ μάλιστα, ὧν ἡμῖν περὶ πολλοῦ ἡ φρον τὶς καθέστηκε, τούτων ἐκ περιουσίας ἡ ἀθυμία ἀπόν των προσγίνεται. Εἰκὸς οὖν εἰ πρὸς τοῦτο ἐδυσχέραινον οἱ δίκαιο:, θάτερον αὐτῶν τῷ ἑτέρῳ τοιῷσδε προσομιλεῖν· Τί ἡ τῶν πολλῶν δεήσεων ἡμῖν συνήνεγκεν ἐπιμονή; Τί τῶν μονιμωτέρωνὴ τοῦ Θεοῦ ἐγκαταλέλοιπε δωρεά; Τίς ἡ τῆς ὠδῖνος όνησις; Τίς ἡ τῆς παιδός παραμυθία; Τὰ τῆς τεκνογονίας χαρίσματα, οὐκ ἐν ταῖς ὠδῖσιν, ἀλλ' ἐν ταῖς ἡλικίαις τὴν ἀπόλαυσιν ἔχει· πόνων τε παράκλησις ἐν καιρῷ γίνεται, καὶ προσδοκίας ἐκπλήρωσις, καὶ διαδοχή τῆς τῶν ἐνεγκόντων εὐλογίας
col. 1451–1452page 63 of 109
PG 100:1451ἐλπίζεται. ὑμῖν δὲ τί τοιοῦτον τῶν ψυχαγωγούντων Ο παρέμεινεν, οἷς ὁ πόνος ἄπειρος, καὶ ἐν ἀφανεῖ τὰ τῆς ἐλπίδος κεῖται; Τοιαῦτα εἰκὸς ἦν τους δικαίους λέγειν, εἴπερ τι τῶν ἀνθρωπίνων ἔπασχον. ᾿Αλλὰ τούτων ἁπάντων ὑπεράνω γενόμενοι, καὶ ὡς ἐν χερσὶν οὖσαν τὴν θεῷ, ἀνατεθεῖσαν κατέχοντες, οὐ μόνον τὰ τῆς ἀθυμίας ἀπεβάλοντο βήματα, ἀλλὰ καὶ τοὺς τῆς εὐχαριστία; εἰλικρινῶς προέτεινον λόγους· ὡς τοιαύτης αὐτουργοὶ καρποφορίας γεγονότες· ὡς τὴν ἰδίαν ἀπαρχὴν ἀφιερώσαντες τῷ Θεῷ· ὡς ἔνδον τῶν ἁγίων τὸ νεοθαλὲς ἀναθέμενοι βλάστημα. ή Ὦ δικαίων ὑπερευπροσδέκτου θυσίας! ὢ προσφορᾶς ἀντίλυτρον τοῦ κόσμου ἀνατεθείσης! ᾧ ἀγαθῆς ρίζης ἀγαθώτατον ἐκφυσάσης βλαστόν! Τίσιν Ιωα κεὶμ καὶ ᾿Ανναν ἐπαινέσω τοῖς λόγοις; Ποίοις έγχω μίων ἄνθεσι τὸν τούτων καταποικιλῶ στέφανον; Ποίαις ἐννοίαις τὸ ὑπὲρ ἔννοιαν αὐτῶν καταστοχάσομαι θαῦμα; Ἀλλὰ τί τούτοις ἡ τῶν λόγων συνεισενεγκεῖν δυνήσεται ποικιλία; οἷς δόξα καὶ στέφανος, αὕτη καθέστηκεν ἡ ἐξ αὐτῶν προελθοῦσα χαρά· οἷς ἀγαλ λίαμα καὶ ἐγκαλλώπισμα, ἡ κοινή ἐστι τοῦ γένους εὐφροσύνη· οἷς κόσμος τίμιος περίκειται, ἡ πάσης τιμῆς ἀνωτέρα Παρθένος· τὸ λαμπρὸν καὶ περίδοξον διάδημα· τὸ φαιδρὸν καὶ πολύφωτον ἀγλάϊσμα τὸ πάσης λαμπηδόνος φωτεινότερον έξαλμα. Αὕτη δή ἐστιν ἐγκώμιον αὐτοῖς ὑπερκόσμιον· αὕτη περι δέξιος αὐτοῖς εὐπρέπεια· αὕτη πλοῦτος αὐτοῖς ἀν αφαίρετος, εἰς ἀπεράντους αἰῶνας ἐπιῤῥέων τὴν ἀφθονίαν. Ὢ τῆς τούτων ἐπιτυχίας! ὦ ἀρετῆς τοιού τας τὰς ἐπικαρπίας συγκομισάσης! Μέγας όντως, καὶ πάσης ἐπέκεινα καρποφορίας. Τοιούτους τοίνυν τούτους ὄντας, οἷους ὁ λόγος ὑπέδειξε, τί δεῖ διερε νἂν εἰ ἀγεννῶ; τὰς ψυχὰς τῷ χωρισμῷ τῆς παιδί; ὠδυνήθησαν; Χρονοτριβούσης οὖν αὐτῆς ἀγγελοπρεπῶς ἐν τῷ ναῷ, καὶ ὁ καιρὸς ἐφέστηκεν, ὁ γυναιξὶν ἀπέχεσθαι τῶν ἁγίων παρεγγυώμενος· ὃν οὐκ ἀσφαλῶς σιων πώντων τῶν Ἰουδαίων, ὁ δῆμος ὡς μίαν ἁπάντων τοῦ ἱεροῦ ταύτην ἀπείργειν συνεβούλευεν· αλόγως ἄρα καὶ ἀνεξετάστως. Οὐ γὰρ ἤδη τὸ ἐν ταύτῃ τοῦ ἁγιασμοῦ κρυπτόμενον παράδοξον. Ἐγὼ γὰρ οἷμαι τῇ ἀληθείᾳ κρίνων μηδένα τῶν κατὰ φύσιν βύπων ἐν τῷ πανασπίλῳ σώματι ταύτης φωραθῆναι ποτε ἀλλὰ ξένως πάντα καινοτομηθήναι, καθάπερ καὶ τὴν μέλλουσαν κύησιν. Ταῦτα τοίνυν ὁ Ζαχαρίας συνείς, τὴν τῆς Παρ θένου οἴκοθεν οὐκ ἐμελέτησεν ἔξοδον· κρεῖττον ἡγού μενος εἶναι τῷ ἔθει καὶ λαῷ προσπταίειν, ἢ τῷ χω ρισμῷ ταύτης καλῶν ἀποτυγχάνειν. Πρὸς τοῦτο γοῦν κατεπείγοντος τοῦ δήμου, εἰς ἀμηχανίαν οὗτος καθ ίστατο, τοιαῦτα ἐννοῶν καὶ φθεγγόμενος· «Τί περὶ τούτων διαπράξομαι; Ποίαν ἀνάγκην τῷ νυνὶ ἐπι λέξομαι; Πρὸς ποῖον σκοπὸν ἀπιδῶν, τὸ θεῖον μὴ παροργίσω τῇ τόλμῃ; Ἐξάξω τοῦ ναοῦ τὴν Παρθένον; ᾿Αλλὰ φοβεί με τῶν ἀποῤῥήτων θεαμάτων τὸ ξένον καὶ καταπλήττει με τῆς νεάνιδος τὸ θαῦμα· μήπως εἰς ταύτην διαμαρτών, τὴν δίκην ἀποτίσω τῆς αὐθαδείας. Οὐ γὰρ ἄλλος τῶν ταύτης πλὴν ἐμοῦ κατετρύφησε μι
col. 1453–1454page 64 of 109
PG 100:1453στηρίων, καὶ μᾶλλον τὸ ἁμάρτημα τοῖς εἰδόσιν, ἢ τοῖς ἀγνοοῦσι λογίζεται. Συνάξω ταύτην ἐν τῷ ἱερῷ ἀλλὰ στασιάζει τῶν Ἰουδαίων τὸ πλῆθος, καὶ βοηθὸν τῆς οἰκείας γνώμης προβάλλεται τὴν παρανομίαν. Αγνοεῖ τοῦ πράγματος τὸν τρόπον· οὐκ οἶδε τῆς οἰ κονομίας τὸ μυστήριον· οὐκ ἔγνω τῆς Παρθένου τὸ ὑπὲρ φύσιν καθαρώτατον· ἄπειρός ἐστι τοῦ πανασπί λου ταύτης φρονήματος· καὶ διὰ τοῦτο, τὴν ἐντεῦθεν αὐτῆς ἐπισπεύδει ἄφιξιν. Δέον προκινδυνεύειν ταύ της, ὡς τὰ τοῦ πράγματος μεμυημένον ἐμέ· ἐμὲ προτεθῆναι εἰς θάνατον ἤπερ ταύτην ὡς ἔτυχεν ἀπο δοῦναι, καὶ κατ' ἐμαυτοῦ τὸ Θεῖον παροξύναι. ᾿Αλλὰ δέος μὴ καὶ τούτου τυχόντος, ἀνάξιαι κατ' αὐτῆς ἐξοπλισθεῖεν χεῖρες, καὶ τοῦ παναμώμου προσψαύσειεν σώματος, καὶ βίᾳ τοῦτο τοῦ ναοῦ ἐξωθήσαιεν μὴ βέβηλα στόματα ὑβριστικοὺς ἐπὶ αὐτὴν ἀφήσει β λόγους, καὶ τὸ ἀνύβριστον ἐκεῖνο διαλοιδορήσειεν θησαύρισμα. ο «Τίς δὲ καὶ ὑποδεξόμενος ταύτην ἀνθρώπων; Τίς ἱκανὸς ἔνδον ταύτην τῶν οἰκείων εἰσάξαι σκηνωμά των; Ποῖον οικητήριον ταύτην ἀστενοχωρήτως εἰσε δέξοιτο, ἧς ὁ ὑπερθαύμαστος οὗτος ναὸς οὐ ῥᾴως τὴν διατριβὴν ὑποστέγει· ἧς τὸ καθαρώτατον σεβά ζεται· ἧς τὰ μεγαλεῖα θαυμάζει· ἧς ὑπερεκπλήτο τεται τὰ παράδοξα; Ποίαι χεῖρες ταύτη καθυπουρ γήσαιεν, ᾗ ἐλειτούργησαν ἄγγελοι· ἣν διῄτησαν ἀσώματοι; Τίς τοσαύτης; [Ισ. ταύτης] ἐνοπτρίσασθαι κάλλος ἐξισχύσειεν, ᾗ τὸ τοῦ Θεοῦ ἐπιτέρπεται ὄμμα, ἧς τῇ καθαρότητι ἐπαγάλλεται, ἧς τῇ ὡραιότητι ὡραίζεται; Τίς ἐπαξία ταύτης ὀφθήσεται τροφή, ἣν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἐνεφόρησεν, ἣν ἡ χάρις ένα ἐπλησεν, καὶ ταμιεῖον τῶν ἐνδεῶν κατεσκεύασε; Τι νες ἀπάντων τούτων εὑρεθεῖεν ἐπάξια, ὅπως ἂν μὴ τῷ ἀναξίῳ καθυβρισθείη ἡ τοῦ Θεοῦ παρακαταθήκη;» Ταῦτα τοίνυν ὁ Ζαχαρίας διενοεῖτο, ὡς τρανότε μον τὰ τῆς Παρθένου καταμαθὼν μυστήρια. Καὶ ἔδει πάντως οὕτω περὶ τούτων διανοούμενον ἐπαπορεῖν. Εἰ οὖν οὗτος, εἰς τοσοῦτον ἦλθε καταπλήξεως θαῦμα, ἔτι τὴν ἀρχὴν τοῦ μυστηρίου μυούμενος, πῶς ἂν ἡμεῖς μὴ ἐκπλαγῶμεν, τὸ τέλος τούτου κατ ἔχοντες, καὶ σὺν χαρᾷ καὶ πόθῳ, τὴν δι' ἧς ἐπρά χθη ἀνευφημήσαιμεν; Πῶς μὴ μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὰ μεγαλεῖα ταύτης ἀνακηρύξαιμεν; Πῶς μὴ λόγοις ταύτην ἐγκωμιάσαιμεν· εἰ καὶ παντὸς δύναμις ἐγ κωμίου πρὸς τὴν τούτων ἐξασθενεί διάγνωσιν; Καὶ τί δεῖ περὶ ἐγκωμίων ταῦτα λέγειν, ὁπότ' ἂν ὁ νοῦς αὐτὸς καὶ ἡ διάνοια τούτοις ἡττᾶται; Ὁ γὰρ λόγος ἀμυδροτέραν περὶ ταῦτα τὴν εὐπορίαν ἔχει. "Α γὰρ ὁ νοῦς πολλάκις ἐφευρίσκει, ταῦτα φράζειν οὗτος οὐκ ἐξισχύει· καὶ ἐστιν ὁρᾶν ἔνδον μὲν, τὸ θαῦμα τῆς Παρθένου ἐπαιρόμενον· ἔξω δὲ, τῷ ἀπέρῳ κατασμι κρυνόμενον. Ἐγὼ γὰρ τοῦτο περὶ αὐτοῦ πάσχων ἀπὶ, ἁμαρτύρως τὸν λόγον εἰσδέχομαι, οἴκοθεν ἑαυτῷ τὸ πιστὸν ποριζόμενος. Αλλ' οὕτω μὲν τούτων διομολογηθέντων, αὐτῇ ὡς πάντα εἰδυίᾳ, τὴν περὶ αὐτῶν καταλείψωμεν ἐξέτασιν· καὶ μὴ ταῖς λόγοις, ταῖς νοήματι δὲ, τὴν χάριν ἀντιμετρῆσαι αἰτήσωμεν. Ἀλλ᾽, ὦ Θεοτόκε, τὸ ὑπερπόθητον όνομα· τὸ βραχύ
col. 1455–1456page 65 of 109
Oratio VIII
PG 100:1455τῶν ῥηθέντων μὴ παριδοῦσα, ὡς μείζονο; μὲν ἄν προαιρέσεως, ἐλάττονος δὲ παρελθόν δυνάμεως, δέξαι μὴ ἀπωθουμένη· τοῖς τε ῥηθησομένοις ἐξῆς τὴν εὐπορίαν περιποιουμένη, καὶ τὰς δεήσεις μὴ ἀποπέμψειας. Στῆσον ταῖς πρεσβείαις σου τοὺς κατά τοῦ λαοῦ σου πολέμους· ἐπάμυνον τῇ κραταιά σου δυνάμει, τῇ εἰς σὲ πεποιθυίᾳ ποίμνῃ. Οὐδὲν τῆς σῆς βοηθείας ὀχυρότατον προβαλλόμεθα τρόπαιον. Εν ἡμῖν κραταιότερον ταύτης, ἡ τοῦ Υἱοῦ σου ἐλπίζεται δυναστεία· μᾶλλον δὲ καὶ ταύτης σου λογιζόμεθα τὴν χάριν· ἡμῶν γὰρ αὐτῷ προσκρουόντων ἀεὶ, ἀπερίοπτοι διαμένομεν, ἀνάξιοι τῆς αὐτοῦ κη δεμονίας ὄντες. Σὺ γοῦν μεσιτεύουσα καταλλάττεις ἡμᾶς, ὡς μιμήσει αὐτοῦ φιλάγαθος οὖσα. Κάμπτεις πρὸς ἡμέτερον οἶκτον τὴν ἄπειρον αὐτοῦ εὐσπλαγχνίαν· ἄγρυπνον ὑπὲρ ἡμῶν τὴν πρεσβείαν παιῇ. Καὶ γὰρ ἄξιον τοῦτο τῆς αὐτοῦ φιλανθρωπίας, καὶ τῆς σῆς προστασίας. Διὰ τοῦτό σε τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς ἀπαρχὴν εἴληφε γένους. Ινα τὰ ἡμέτερα διὰ σοῦ οικονομήσῃ, υπόχρεων ἑαυτὸν τῇ ἀνθρωπίνη παρ εσκεύασε φύσει. Οφείλομεν ἡμεῖς τὴν ἐκ παραβί σεως τιμωρίαν· ἀντώφειλεν ἐκεῖνος τὴν τῆς φιλανθρωπίας οἰκονομίαν. Ὑπὲρ δύο μεγίστων τούτων τὴν χάριν ἐξαιτούμεθα· ὑπὲρ τῆς ἐκ σοῦ προσλ φθείσης αὐτῷ σαρκὸς, καὶ ὑπὲρ σοῦ, τῆς ἐξ ἡμῶν ἀνατεθείσης αὐτῷ ἀπαρχῆς. Εύλογος ἡ αἴτησις καλὴ ἡ προσδοκία· ἀδιάψευστος ἡ ἐλπίς. Εἰ γὰρ καὶ ὁ τῶν ἁμαρτημάτων ἑσμὸς ἀντιπράττει καὶ πο λεμεῖ, καὶ διείργει τὰ τῆς αὐτοῦ φιλανθρωπίας εὐεργετήματα· ἀλλ' ὅμως οὐδέν ἐστι τοιοῦτον πτα σμάτων πλῆθος, δ τὴν αὐτοῦ ἀγαθότητα ἐκνικήσαι ισχύσειεν. Οίδαμεν τὸ τῆς ἡμετέρας φύσεως έλισθη μόν· εἴδαμεν τὸ καθ' ὑπερβολὴν ταύτης ἀνάξιον οὐκ ἀγνοοῦμεν τὸ τῶν ἡμετέρων πταισμάτων ἄπει ρον· καὶ διὰ τοῦτο, σὲ μεσίτην προβαλλόμεθα. Ορᾶς πᾶσαν τοῦ ἐπωνύμου λαοῦ τοῦ Υἱοῦ σο ἀνηρτημένην εἰς σὲ τὴν ἐλπίδα; Δὲς οὖν ἐπ᾿ ἀγα θεῖς ταύτην ἐκθῆναι τῇ σῇ δυνάμει. Οὐκ ἔστιν ἄλλη τούτῳ καταφυγὴ τῶν συνεχόντων δεινῶν, πλὴν τῆς σῆς ἀπολιορκήτου συμμαχίας. Εἰς σὲ οἱ τούτου κρα τοῦντες, τὰ τῆς οἰκείας ἐξῆψαν προσδοκίας. Σὲ ἀντὶ πάντων ὅπλων προβάλλονται. Σὲ θυρεὸν καὶ θώρακα περίκεινται· σὲ στέφανον καυχήσεως περιφέρονται σὲ τῆς οἰκείας βασιλείας οχύρωμα ἔθεντο· σοὶ τὰ σκήπτρα τοῦ κράτους ενεχείρισαν. ᾿Ανάστηθι τοίνυν ” ἐν δυναστεία μεγάλῃ πρὸ προσώπου τοῦ λαοῦ, καὶ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Υἱοῦ σου διασκόρπισον· ἵνα τῆς ἀθέου. τούτων ἀπαλλαγέντες μανίας, κοινὴν εύρρο σύνην καὶ ἀγαλλίασιν κροτήσωμεν· τὸ σόν τε ένδοξον καὶ ὑπερπόθητον ὄνομα μεγαλύνοντες, τὸν Πατέρα, καὶ Υἱὸν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα προσκυνήσωμεν ὅτι αὐτῇ πρέπει δόξα, κράτος, τιμὴ καὶ προσκύνησις, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.
col. 1457–1458page 66 of 109
PG 100:1457ΛΟΓΟΣ Η'. Λόγος εἰς τό. Εἰστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ Μήτηρ αὐτοῦ, καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς Μητρὸς αὐτοῦ· ἡ καὶ εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλη Παρασκευῇ. Πρὸς ὑψηλοτάτην ἡμῖν ἀναδραμὼν ὁ λόγος περιωπὴν, γεγωνοτέρᾳ σάλπιγγος ήχῇ, πρὸς ἑαυτὸν τὴν ἅπασαν συγκαλεῖται κτίσιν. Τῷ γὰρ ἀναβάντι πρὸς ὕψος τοῦ σταυροῦ συναναβὰς, τῆς οἰκείας μὲν ἐπε ελάθετο ταπεινότηνος· τῷ μετεώρῳ δὲ συνεπαρθείς τῶν πραγμάτων, λαμπρὰν καὶ ἐξάκουστον τὴν βοὴν ἐπαφίησι. Τί γὰρ ὑψηλότερον ἢ φαιδρότερον του παρόντος ἂν ἡμῖν ὀφθείη μυστηρίου, δι' οὗ τῶν κατωτάτων μὲν καὶ σκοτεινῶν τοῦ ᾅδου μυχῶν ἀνηρ πάγημεν, πρὸς οὐράνιον δὲ καὶ ἀείφωτον μετωκίσθη μεν ἑστίαν· δι' οὗ τὸ κατηφὲς τῆς ἁμαρτία; ἀποθέμενοι περικάλυμμα, την φωτεινὴν τῆς υἱοθεσίας Αμφιασάμεθα στολήν; Διὰ καταδίκης γὰρ ἡμῖν ἡ Ελευθερία παρεγένετο· διὰ παθῶν, ἡ ἀπάθεια. Δια θανάτου, πρὸς ζωὴν αἰώνιον, οἱ ταῖς σιδηραῖς τοῦ Θανάτου κατεχόμενοι φρουραίς, μετεκομίσθημεν. Οὕτω λαμπρὰ μὲν ἡμῖν, καὶ τῆς ἀνωτάτω σεμνότητος τὰ παρόντα, φοβερὰ δὲ καὶ φρικτά τους δεδρακόσιν Ιουδαίοις καθέστηκεν. Εκείνοις, κατηφῆ ἡμῖν, περιφανὴ· ἐκείνοις, τῆς θεοκτονίας ἀντέκτισις· ἡμῖν, τῆς θεογνωσίας ἀπόλαυσις· ἐκείνοις, πένθος· ἡμῖν, ἀγαλλίασις· ἐκείνων ή μιαιφονία, ἡμῶν ἡ εὐεργεσία. Απεναντίας τῇ ἡμῶν εὐφροσύνη διάκεινται. Ταναντία γὰρ εἰς τὸν παραγενόμενον ἐτόλμησαν Σωτῆρα. Ἐκεῖνοι ἀπώσαντο· ἡμεῖς ὑπ εδεξάμεθα· ἐκεῖνοι ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος τὸν κληρονόμον ἐκβαλόντες, ἀπέκτειναν· ἡμεῖς δὲ ἔνδον τῆς Εκκλησίας τὸν εὐεργέτην λαβόντες, ζωοποιούμεθα ἐκεῖνοι σταυρὸν, ἡμεῖς τὴν διὰ σταυροῦ σωτηρίαν ἐκεῖνοι λόγχην καὶ ἤλους, ἡμεῖς τὴν δι' αὐτῶν ἀνα Ελύτασαν ἀθανασίαν. Αλλά με τὸ γλυκύτατον τοῦ πάθους σου βέλος εἰσιν, τὴν ὄντως ἰδίαν ἐπαφίησι, Δέσποτα, βολήν και σου τῷ τῆς οἰκονομίας ἀποῤῥήτῳ θελγόμενος, τῇ ἀπαθεῖ σου διὰ πάθος σφοδρότερον ἀγάπῃ τι τρώσκομαι. ᾿Αλλὰ γὰρ οὐχ οἷα τέ ἐστι τῇ πρὸς ἡμᾶς ἀντιπαρατεθῆναι σου φιλίᾳ, εἰ καὶ πρὸς τὸ διαπυρό τερόν τε καὶ ἀκατάσχετον ἀναφθείη. Οἷα γὰρ φύσεως ζέσις τις φλογώδης, καὶ πατρικῆς φιλίας Έξαψις, οὕτως ὑπὲρ τῶν φιλουμένων ἐκγόνων, σε, τὸν πατρικῶς ἡμᾶς φιλοῦντα, διατεθῆναι κατηνάγκασε, καὶ μέχρι τοσαύτης κατιέναι ταπεινότητος· τοιού τοῖς, ἀνυπευθύνως μὲν, διὰ δὲ μόνην τῶν ποθουμένων στοργήν, ὑποκύψαι πάθεσιν. Ὦ ἀγαθότητος Δεσπότου! Ο τὰ πάντα κατοπτεύων ἐπιβουλεύεται Θεός ὁ τῷ Πατρὶ σύνθρονος Υιός, ὑπὸ καταδίκων Ο
col. 1459–1460page 67 of 109
PG 100:1459ἀνθρώπων καταδικάζεται σαρκί· ὁ βασιλεὺς τῶν οὐρανίων δυνάμεων, εὐθύνας ἀπαιτεῖται· καὶ ὁ τῆς πάσης ἀοράτῳ χειρὶ περιδεδραγμένος κτίσεως, ὑπὸ μιαρωτάτης ραπίζεται χειρός· ὁ ὑπὸ μυριάδων εξ φημούμενος ἀγγέλων, εμπαιγμῶν καὶ ὕβρεων ἀνα έχεται, καὶ ὁ στεφάνω χαρίτων κατακοσμήσας τὸν ἄνθρωπον, τὸν ἀκάνθινον ἀναδεῖται στέφανον. Ματ στίζεται, ὁ τὰ τῆς φύσεως ἐξιώμενος τραύματα γυμνοῦται σωματικῶς, ὁ φῶς ὡς ἱμάτιον περιβαλλόμενος θεϊκῶς· ὁ τὴν ἐκ παραβάσεως ἡμῶν περι στέλλων γύμνωσιν, καὶ τοῦ σκοτεινοῦ τῆς ἁμαρτίας ἐνδύματος, χιτῶνας ἡμῖν φωτοειδεῖς ἀντικαταλλαττόμενος. Ἐπὶ σταυροῦ κρεμᾶται, ὁ τὰ οὐράνια τεκτηνάμενος ύψη. Ο ἐπὶ θρόνου υψηλοῦ καὶ ἐπηρ μένου καθήμενος, ήλοις περιπείρεται· ὁ τὴν γῆν ἐπ' οὐδενὸς ἑδράσας· ὁ ἀῤῥαγεῖς αὐτῇ θεμελίους το οἰκεῖον πηξάμενος πρόσταγμα. Οξος καὶ χολήν ποτίζεται, ὁ τὴν ἀένναον τῶν ὑδάτων παραγαγών φύσιν· ὁ τῶν ἡδίστων αἴτιος ποιοτήτων· ἡ γλυκεία καὶ ἀθόλωτος ἡδονή. Λόγχῃ τὴν πλευρὰν διορύσσεται, στὰ ἡμέτερα θεραπεύων ἔλκη· ὁ τὴν νομὴν τῶν διὰ τῆς ἁμαρτίας ἡμῖν προσφυέντων ἀναστέλλων 'μωλώπων. Ἀλλὰ τὰς ἡ ἀνείκαστος ἀνοχή σου, Δέσποτα, καὶ ὑπὲρ τίνων ταῦτα καταδέχῃ; Ὑπὲρ πονηρῶν· ὁ ἀγαθὸς Δεσπότης ανθρωπίνως πάσχεις· ὑπὲρ ἐχθρῶν καὶ πολεμίων, ὁ εἰρηνοποιός· ὑπὲρ μιαιφόνων, ὁ ἀνεύ θυνος· ὑπὲρ τῶν φονευτῶν, ὁ δίκαιος φονεύῃ κρι τής· ὑπὲρ ἐπιβούλων θηρῶν, ὁ ἄκακος ἀμνὸς στη γιάζῃ· ὑπὲρ πικρῶν δικαστῶν, ὁ γλυκύτατος κατα κρίνῃ Κύριος. Πῶς ἡ τοῦ παντὸς τότε διακόσμησις τὴν οἰκείαν διετήρησε τάξιν; Πῶς οὐ διελύθη τὰ στοιχεῖα καὶ συνεχέθη τὰ πάντα, ἀτάκτῳ τε φορά καὶ κινήσει εἰς τὸ πλημμελὲς συνεφόρησε; Πῶς ήνεγκεν ή γῆ τὸ τόλμημα; Πῶς τῆς οἰκείας οὐκ ἐξέφυγεν ἕδρας, καὶ τῇ ἀδύσσῳ τὴν τοῦ παντὸς παρ εχώρησεν ἐπίκλυσιν; Ταῦτα σύ, ἐπὶ ξύλου καθηλωμένος κατείχες· καὶ τὴν μὲν γῆν εἰς χάος καταδυομένην, ἀνῆκες· τὴν δὲ θάλασσαν κατ' αὐτῆς καὶ τῶν ἐνοικούντων ἐκμαινομένην, ἀνέστειλας. Οὕτως τῶν οὐρανίων διὰ τοῦ τῶν φωστήρων συσκοτασμού, τὸ τοῦ πάθους ἀνύποιστον ἐνδεικνυμένων, τὸν εἰς ἅπαν οὐκ εἴασας ἀφανισμόν, οὕτω τὴν τῶν ἀσωμά των λειτουργῶν ἀγανάκτησιν, καὶ τὸν δίκαιον ἐπεῖχες θυμόν. Καὶ γὰρ αὐτοὶ τῶν οὐρανῶν διακύψαντες, καὶ τὸν Κρανίου περιιπτάμενοι τόπον, τοιαῦτα κατ εβόων τῆς ἀνθρωπότητος· Ο πονηρῶν κτισμά των! ὢ μιαιφόνου γένους τοῦ τὰ τοιαῦτα κατὰ τοῦ οἰκείου τολμήσαντος Δεσπότου! ὦ φιλαμαρτήμονος φύσεως, τῆς οὕτω κατὰ τοῦ Δημιουργοῦ ἐκμανεί σης! Εα, Δέσποτα, τὴν κατ' αὐτῶν ἐξενεγκεῖν τιμω ρίαν. Παραχώρει τῶν μυρίων αὐτοὺς ἀνοσιουργημάτων τὴν τελευταίαν ἀποτῖσαι δίκην. Ορα γὰρ ποῦ προέβησαν ἀθλιότητος. Κατὰ σοῦ τοῦ εὐεργέτου τὰς μιαιφόνους ὥπλισαν χεῖρας· κατὰ σοῦ τοῦ δι καίου, τὴν ἀδικίαν συνέπλεξαν· κατὰ τῆς ζωῆς τὴν θανατηφόρον ἐξήνεγκαν ψήφον, οἱ τοῦ θανάτου ἔνοχο:· τὸ μικρὸν σύναγμα· τὸ πολυστυγές φύλου,
col. 1461–1462page 68 of 109
PG 100:1461᾿Αλλὰ σο! μὲν, ὑπὲρ τῆς αὐτῶν ἑλομένῳ ταῦτα σω τηρίας, ὑπείκοντες· ἡμεῖς, τῇ παντοδυνάμῳ χειρί κατεχόμεθα, διὸ καὶ τὴν δικαίαν ὑπερτιθέμεθα δίκην· ὑμνοῦμεν δὲ καταπληττόμενοι τὴν σὴν ἀνεί καστον ἀνοχήν· ὅτι ὁ δίκαιος, ὑπὲρ ἀδίκων πάσχεις ὅτι ὁ δυνατός, ὑπὲρ ἀσθενῶν ἐχθρῶν σωματικῶς ὀδυνᾶσαι· ὅτι ἡ πάντα συνέχων, ἐν σταυρῷ κατέχῃ βουλήσει. Οὕτω τοίνυν ἡ κτίσις το Δεσποτικὴν ολοφυρομένη πάθος, τῇ τοῦ πάσχοντος κατείχετο προστάξει, ὡς μήτε κατὰ τῶν μιαιφόνων ὁρμῆσαι, μήτε πρὸς διάλυσιν χωρήσαι. ᾿Αλλὰ πρέπον ἂν εἴη, τὰ τῆς ἀνυομένης ὑποθέσεως ἀναλαβόντας, τῇ ταύ της χειραγωγία τὴ σωτήριον διανυμνῆσαι πάθος. Ως γὰρ πρὸς τὴν τῆς ὅλης οἰκονομίας δοξολογίαν, οὕτω δὴ καὶ διὰ τούτου καθοδηγήσειεν. Εχει οὖν ἡ προηγουμένη λέξι; οὕτως Εἰστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ, ἡ Μήτηρ αὐτοῦ, καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς Μητρὸς αὐτοῦ Μαρία, ἡ τοῦ Κλεοπᾶ, καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. Οἱ μὲν λοιποὶ θεῖοι συμφώνως εὐαγγελισταί, μακρόθεν ἑστάνα: φασὶ τὰς συνελθούσας γυναῖκας, καὶ τὰ τολμώμενα θεωρεῖν· οὗτος δέ, παρ' αὐτῷ τῷ σταυ ρῷ τὴν Μητέρα, καὶ τὰς δύο φησὶ παρεστηκέναι Μαρίας· καὶ τοσοῦτον ἐγγύτερον, ὅσῳ καὶ τῶν ἠρέ μα λεγομένων επαΐειν. Μή τις οὖν διαφωνία παρά τοῖς τῆς ἀληθείας κήρυξιν; Οὐδαμῶς. Πάντες μὲν γὰρ δεδιότες οἱ γνωστοί, καὶ αἱ συνεπόμεναι γυναίκες ἐγγίσαι μὲν οὐκ ἐτόλμων, πόρβωθεν δὲ τὰ δρώμενα κατενόουν. Η δὲ μήτηρ ἐγγύτερον ἀεὶ κατακολουθοῦσα, πλησιωτέρα ἦν καὶ ἀμετακίνητος. Αναλόγως γὰρ τοῖς διαφλεγομένοις αὐτῆς σπλάγχνοις, τὸ ἀν δρεῖον καὶ τολμηρὸν ἐπεδείκνυτο. Ταύτην οὖν μόνην ἐγκαρτεροῦσαν θεώμεναι, ἀνδρικωτέρα τε καὶ συμ καθεστέρα γνώμῃ, τῶν ἄλλων αἱ δύο παραγίνονται γυναῖκες· τῇ τε παρουσία καὶ τῷ λόγῳ, τὰ τῆς παρ ηγορίας αὐτῇ προνοούμεναι. Μόνης μέντοι τῆς ἐν τῷ σταυρῷ παραστάσεως τῆς Μητρός, ὁ θεσπέσιος οὗτος μέμνηται θεολόγος· τῆς δὲ πρὸ αὐτοῦ τε καὶ μετ' αὐτὸν καρτερίας αὐτῆς, οὔτ᾽ αὐτὸς, οὔθε ἕτερος τῶν εὐαγγελιστών μεμνημένος τρανώτερον φαίνεται. ᾿Αλλὰ δι' ἣν αἰτίαν τὴν μετὰ τὸν σταυρὸν αὐτῆς οὐκ ἐμφαίνουσιν προσεδρείαν, ἐν τοῖς κατὰ τὸν τόπον σὺν Χριστῷ γενόμενοι καὶ αὐτοῦ, ὡς ἂν παράσχοιεν, ἐροῦμεν. Ἐπεὶ οὖν πρὸς τὸ σωτήριον αὕτη πάθος τὸν Υἱὸν ἐπειγόμενον ἑώρα, οὐδ᾽ αὐτὸ δὴ το βραχύτατον προσ εκαρτέρει διαζευχθῆναι. Διὸ πανταχόσε συνεπομένη, καὶ τοῦ τῶν μυστηρίων οὐκ ἀπελείφθη και
col. 1463–1464page 69 of 109
PG 100:1463τῆς δὲ τούτοις οἰκίας συμμετασχοῦσα. Αὐτὸς μὲν γὰρ ἐπειδὴ τά τε μυστήρια, καὶ τὰ τῆς ὑψηλοποιοῦ τα πεινώσεως δείγματα τοῖς μαθηταῖς ἐπείγετο παρα διδόναι, μόνους ἑαυτῷ τοὺς δώδεκα συνανέκλινε· τῇ δὲ τεκούσῃ, τὴν τῶν διακονουσῶν ἐπιμέλειάν τε καὶ προήγησιν παραχωρών γυναικῶν, δι' αὐτῆς, αὐταῖ; τὰ τῆς οἰκείας ἀντεφιλοφρονεῖτο συνεστιάσεως. Πολ λὰς γάρ, φασὶν οἱ κήρυκες, τὰς τῆς κατὰ τόπου διακονίας χάριν ἀκολουθούσας, ἃς ἀναγκαίως εἰς αὐτὸ συνῆγε τότε, ὅτε τοῦ Πάσχα λόγος, καὶ ἡ τοῦ καιροῦ χρεία. Οὕτω τοίνυν οὐδ᾽ αὐτῆς ἀπολελείφθαι αὐτὴν τῆς νυκτός, καθ' ἣν πρὸς τὴν σωτήριον ὁ Υἱ παρεδίδοτο σφαγὴν ὑπονοοῦμεν· ἀλλὰ παροῦσαν, ρου· μή συνανακλιθείσα μὲν τοῖς δώδεκα, της απο ;. καὶ τοὺς ἀγῶνας διαμεριζομένην· μᾶλλον δὲ, τὸ πολλῷ πλέον, τούτων, ἀναδεχομένην, τὰ τε πεπραγμένα καὶ λελεγμένα, καὶ κατιδεῖν τρανώτερον καὶ ἐξειπεῖν [ἴσ. ἐξακούειν]. Πάντες μὲν γὰρ ἀθρόον εἰ μαθηταὶ τῷ φόβῳ σκεδασθέντες, οὐδ᾽ αὐτῆς σαφώς τῆς πρὸς τοὺς συνεληλυθότας αὐτοῦ διαλέξεως ἀντ ελάβοντο· ἡ δὲ, μηδὲν ὑποπτήσσουσα, συνείπετο τε καὶ τὸ ἀσφαλὲς ἁπάντων κατενόει. Κατεκράτει γὰρ ὁ τοῦ φιλτάτου πόθος τῆς τῶν προκειμένων κιν δύνων ὑπερβολής. Οὕτω δὴ καὶ πρὸς τὴν ᾿Αννι καὶ Καϊάφα συνῆλθεν αὐλὴν, τήν τε ἄδικον τῶν καταδίκων κρίσιν, καὶ τῶν τολμωμένων ἕκαστον, διερευνῶσα κατεμάνθανεν. αὐταῖς τὰ τῆς οἰκείας ἀντιφιλοφρονοῦντος Εστιάσεως, ο ᾿Αλλὰ τὶς ἀπαριθμήσειε τὰ τότε κατὰ τῶν σπλάγχνων αὐτῆς χωρήσαντα βέλη; τίς τὰς ὑπὲρ λόγων αὐτῆς ἐκδιηγήσεται λόγῳ ἐδύνας; Εἰ γὰρ καὶ ἀκαταγώνιστος ἦν, καὶ τῶν παθῶν ἀνωτέρα τῆς φύσεως, πλήν γε ἡ τοῦ ποθουμένου ζέσις, καὶ ἡ τῶν ἀσεβημάτων υπερβολή, ἥ τε τῶν τολμηρῶν ἀπόνοια, της ἀνυποίστου λύπης αὐτῇ καθεστήκεσαν αἰτία. Πώς
col. 1465–1466page 70 of 109
PG 100:1465γαρ καὶ διήρκεσε, τὸν πανάγαθον Υιό, και Δεσπότην ὑπὸ πονηρῶν δούλων ὁρᾶν συλλαμβανόμενον, καὶ πρᾶον καὶ ἄκακον ἀμνὸν ὑπὸ θηρῶν ἀγρίων κατεχόμενον· καὶ πραείᾳ μὲν αὐτὸν καὶ ἡπίᾳ προσομιλοῦντα φωνῇ, μανιώδει δὲ ἐκείνους καὶ ἀνημέρῳ βρύχοντας τοὺς ἄνουντας, καταβοᾷν κραυγῇ; Τίς ἦν, ἀπαγομένῳ συνακολουθοῦσα, καὶ ἔνδον εἰσαχθένα τι, καὶ κρινομένῳ προσκαρτεροῦσα τότε; Πῶς τὰς διεξόδους τῶν ἐκπορευομένων κατανοοῦσα, ἐν τοῖς ἁπάντων προσεῖχε στόματι, τι ἂν περὶ τῶν ἀποφανθέντων ἀναγγείλειεν; Ἐπεὶ δὲ πάντας ὁμοτρόπως τὸν κατ' αὐτοῦ φόνον ἐκπνέοντας ἑώρα, μᾶλλον αὐτῇ τὰ τῆς ὀδύνης ἐπεδίδου. Οὐδὲ γὰρ παρῆν ὁ τῇ ἀληθείᾳ συνηγορήσων τότε· οὐδ᾽ ὅστις ἂν τῆς ἀδι κίας καταμεμψάμενος, καὶ τὰ τῆς ἀτοπίας ἐπιβοήσας, τὸ λυπηρὸν αὐτῇ προσεπεκούφισεν. "Απαν τὸ συνέδριον, τῆς μιαιφονίας ἦν· ἅπαν, τὴν ἄθεσμον ἀνέπνει ψῆφον· οὐδεὶς ὁ τῇ δικαία προστιθέμενος κρίσει. Καὶ γὰρ καὶ οἱ γνήσιοι μὲν ἀπέδρασαν· οἱ δὲ τὴν ἀλήθειαν, τῷ φόβῳ κατέκρυπτον· καὶ ὁ κορυφαῖος δὲ τῶν μαθητῶν καὶ φίλων, ἀπηρνεῖτο. Οὕτω μόνη τὸ βέβαιον τηροῦσα, καὶ τοῖς δεινοῖς ἐγκαρτεροῦσα, τοὺς ἐπιεικεστέρους τῶν τοῦ δικα στηρίου διεξιόντων, ήρετο δῆθεν, ὡς τὴν αἰτίαν μα θοῦσα, καὶ τὴν περὶ τοῦ δικαίου καταδίκου ἀπόφασιν· 'Αρα τί τὸ αἴτιον, ἄνδρες, λέγουσα, τῆς τοῦ ξένου τούτου κατασχέσεως; τίς δ' ἡ κατ' αὐτοῦ συγκ κινηθείσα σκήψις, περὶ ἧς νῦν ὡς κατάδικος κεκράτηται καὶ εὐθύνεται; τίς ἡ τοῦτον καταδικάζουσα ψῆφος; Οἷα περὶ αὐτὸν οἱ κριταὶ διατίθενται γνώμῃ; Τίνα τὴν κατ' αὐτοῦ ἐκφέρουσιν ἀπόφασιν; Εστι τις συγνώμης βουλὴ, ἢ πάντες τὴν ἀσύγνωστον ἐξ ενηνόχασιν ἀποτομίαν; Τοιούτοις τοίνυν οὐκ ἀγεννῶς μὲν, ὡς ἂν μὴ φωραθείη, συμπαθῶς δὲ διερωτῶσα τοῖς λόγοις, τὴν ἔνδον ἀναπτομένην ὑπεδείκνυ κρατ τοῦσαν φλόγα· καὶ ᾗ μὲν, εἰς τοὐμφανὲς ἐξεβιάζετο προβῆναι· ᾗ δὲ, τῷ ἀνυπόπτῳ σχήματι βιαίως επει χεν· οὐ τὸ ἐναθλεῖν ὑπὲρ τοιούτου παραιτουμένη τὰ δὲ παρὰ βουλήν τι τοῦ πάσχοντος μὴ ποιεῖν πα ραφυλαττομένη. Ἐπειδὴ δὲ καὶ πρὸς Πιλάτου καὶ Ηρώδην παρα πεμπομένῳ συνακολουθεῖν αὐτῇ προσῆν ἀνάγκη, πῶς ἔφερε περιαγόμενον αὐτὸν ὡς κακοῦργον ὁρᾷν; Ποια ψυχή διεκαρτέρει, νῦν μὲν δημοσίᾳ κατακρινόμενον καὶ μαστιγούμενον βλέπειν, νῦν δὲ ὑπὸ στρατιωτῶν παραλαμβανόμενον, καὶ τὰ μυρία τῆς ἀτοπία; πάσχοντα καὶ παιζόμενον; ὅπως τὸ ζωο ποιὸν ἐκεῖνο πρόσωπον, τὰ βέβηλα κατεδέχετο τῶν ἀνοσίων ἐμπτύσματα· πῶς διήρκει θεωρεῖν τοὺς τὰ πάντα θεωμένους περικαλυπτομένους ὀφθαλμούς; Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ, Κολαφίζεσθαι· ἑτέρους τε και τὰ τῆς κόρης, καὶ τῆς παναγίας παίοντας κερα λῆς ἐμπαιγμῷ, τό, Προφήτευσον ἡμῖν, Χριστέ, προσφωνοῦντας. Πῶς κορυφὴν ἣν ἔτεβεν, ἣν ὡς Δημιουργοῦ καὶ Υἱοῦ καταφιλοῦσα, προσεκύνει, τὸν χιν,
col. 1467–1468page 71 of 109
PG 100:1467ἀκάνθινον μὲν ἀναλυομένην στέφανον, καλέμῳ δὲ μαστιγουμένην· τά τε ὑπέρτιμα καὶ ποθητὰ αὐτῇ μέλη, ἀτίμως μὲν ἀπογυμνούμενα, τὴν δὲ ψευδή πορφύραν ἀμφιεννύμενα βλέπειν ἠνείχετο; ταῦτα κατ' αὐτῆς τὰς μυρίας επαφίει σφαγάς. Εκαστον καὶ πρὸ τῆς Δεσποτικῆς ἀναιρέσεως, ἀναιρετικών αὐτῇ προσεπήγνυ τὸ βέλος· καὶ ἦν δηλαδὴ τοῦτο ἐπεκουφίζετο δὲ τῇ τοῦ πάσχοντος δυνάμει. Τίς δ' αὐτὴν τῶν σπλάγχνων αὐτῆς ἐννοήσεις πύρωσιν. [ν] ἡνίκα πρὸς τὴν ἑκούσιον σφαγὴν τὸν Υἱὸν χωροῦντα, διεκαρτέρει βλέπουσα: Πῶς ὡς ἀρ νίον ἄκακον, ὁ τοῦ Θεοῦ ἀμνὸς ἤγετο· πῶς ὡς κα τάκριτος, ὁ τὴν τοῦ κόσμου ἁμαρτίαν ἀφαιρούμενος είλκετο· πῶς τὴν τῶν μιαιφόνων πράως έφερε τόλμαν· οἴῳ πρὸς αὐτοὺς ἡπίῳ διετίθετο σχήματι οἴῳ γλυκυτάτῳ προσανεῖχε βλέμματι· οἷοις προστ ηνέσι διελέγετο λόγοις· πῶς τὸν οἰκεῖον ἐπ' ώμων φορτιζόμενος σταυρόν, γαληνώς κατεδέχετο. Καὶ γὰρ πρὶν τῷ Κυρηναίῳ Σίμων περιτυχεῖν τοὺς ἐπείγοντας, αὐτὸν τούτῳ ἐπιθεῖναι γέγραπται. Οὕτω τὰ τῶν συνεπομένων καὶ κοπτομένων γυναικῶν δά κρυα, σφοδρότερον αὐτῇ τὸ ἄλγος ἐπέτριβε. Μάλλον δ' οὐχὶ ταῦτα, ἀλλ' ὁ πρὸς αὐτὰς αὐτοῦ πραότατος λόγος, Μή κλαίετε ἐπ' ἐμοὶ θυγατέρες, "Ἱερουσαλὴμ, παρεγγνῶν. Πῶς τῇ φωνῇ ταύτῃ, τὴν καρδίαν διεσπαράχθη! πῶς ὅλη διεδονήθη! πῶς εἰς ἀνάσχεσ τον αὐτῇ τὰ τῆς φλογὸς ἀνελλιπέσθη! Τις γὰρ ἂν τοιούτων ἐπακούσας ῥημάτων, οὐκ ἐπεκάμφθη· οὐ κηροῦ παντὸς ἐγένετο μαλακώτερος· οὐ πρὸς εἶ στον συνεκινήθη, καν σφόδρα λιθώδης τε καὶ ἀμεί Ο λικτος ἔτυχεν ὤν; Ἐπεὶ δὲ [ἰσ. ἔπειτα δὲ] τὸν τοῦ Κρανίου χώρου κατειληφότων τῶν μιαιφόνων, καὶ τὰ τοῦ ζωοποιοῦ σπουδαίως ἐνεργούντων θανάτου, καὶ τὸν σταυρὸν μὲν καταπηγνύντων, αὐτὴν δὲ τῶν περικειμένων ἐσθημά των ἀπογυμνούντων· καὶ τῶν μὲν ἤλων τὴν μανίαν παραθιγόντων, τῆς δὲ πρὸς τὸν σταυρὸν ἀνόδου βά σιν ἑαυτοὺς τῇ φονικῇ προαιρέσει καθυποτιθέντων, τότε κατ' αὐτῆς ἡ σφοδροτέρα προσεπήγνυτο ρομ φαία· τότε τὰ τῆς ὀδύνης κατ' αὐτῆς ἰθύνετο βέλη. ᾿Αλλὰ πῶς ἡ ψυχὴ τοῦ σώματος οὐκ ἀπέστη; Πῶς τῆς οἰκείας οὐ διεσπάσθη συναφείας; Πῶς διήρκεσαν οἱ ὀφθαλμος, τὸ ἴδιον ἐπὶ σταυρὸν ἀνιὸν βλέποντες φῶς; Πῶς οὐκ ἐξέφυγον χόραι, τὰς παναχράν τους παλάμας ταῖς φονικαῖς αὐθαιρέτως ἐπιδιδομέν νας θεώμεναι χερσί; Πῶς οὐ διελύθησαν ἁρμονίαι, τῶν τοῦ συνέχοντος τὰ πάντα καθηλουμένων τότε τῶν μελῶν; Ὤ! πῶς ὁ ἦλος μὲν ἐν τῇ χειρὶ, ἐν δὲ τῇ καρ δίᾳ ταύτης, ἡ καιρία κατεπήγνυτο; Πῶς τῇ καθ' ἔκαν στον τῶν μελῶν διατρήσει, ἀλγεινοτέρως τὴν ψυχὴν ἐτιτρώσκετο; Πῶς τοῦ αἵματος μὲν σταγόνες ἐκ τῶν ὠτειλῶν, αὐτῆς δὲ δριμύτεροι τῶν δακρύων ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν κατέῤῥεον οχετοί; Πῶς γυμνὸν ἀναρτηθέντα σωματικῶς, τὸν φῶς ὡς ἱμάτιον περιβαλλόμενον θεῖο κῶς, κατενόει; Πῶς ἀπερ ἰδίαις μὲν αὐτὴ κατεσκεύασε χερσὶ περιβόλαια, ηὐλαβεῖτο δὲ ὡς ἄχραντα, καὶ τῷ Δεσποτικής περιτιθέμενα σώματι, χεῖρας μικράς
col. 1469–1470page 72 of 109
PG 100:1469καὶ ἀνοσίας, κλήροις διαμεριζομένας ἑώρα; Πῶς ὑπήνεγκε κατοπτεύειν τὸ διατετάμενον ἐν τῷ σταυρῷ σχῆμα· τὸ πρὸς αὐτήν τε καὶ τοὺς ἅπαντας ἡμερώτατον βλέμμα· τὸ πρᾶον καὶ ἀμνησίκακον, εἰς τε τοὺς χλευάζοντας, καὶ εἰς τὸν συναρτηθέντα καὶ δυσφημοῦντα κακοῦργον; Ταῦτα γὰρ αὐτῇ βαθυτέραν τῶν προσπαγέντων ήλων, τὴν ὀδυνηρὰν ἐπαφῆκε πληγήν· τὰ τῶν παριόντων φημὶ σκώμ. ματα· οἱ τῶν παρισταμένων ἐπιτωθασμοί· τὰ τῶν ἐπιχαιρόντων καὶ παιζόντων προσφθέγματα· οἱ μυκτηρισμοί· αἱ σὺν εἰρωνείᾳ κατανεύσεις· οἱ μυ ρίει τῶν μιαιφόνων ὀνειδισμοί. Πάντες γὰρ ἐξ ἴσου τῷ φόνῳ συνηδόμενοι, κατεχλεύαζον. Τοῦτο καὶ ὁ Προφήτης ἄνωθεν ἐμπνευσθείς, προανεκήρυξεν εἰπών· Ὑπέμεινα γάρ, φησί, συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρξε· καὶ παρακαλοῦντας, καὶ οὐχ εὗρον. Εἶτα πρὸς τῷ μὴ λυπεῖσθαι καὶ παρακαλεῖν, δεικνὺς καὶ τὴν ὑπερβολὴν τῆς μανίας, φησί· Καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισαν ὄξος. Οὕτω τοίνυν ἀπείροις ταῖς τῶν ὀδυνῶν βαλλομένη καιρίαις, ἐγγίσαι μὲν καὶ προσλαλῆσαί τι τῶν λυ πηρῶν ἐξεβιάζετο· ἀπωθεῖτο δὲ στρατιωτικαίς αυθαδείαις, καὶ πλήθει τῶν περικυκλούντων. Ἐπεὶ δὲ πάντα ὅσα βουλομένοις ἦν τοῖς θεοκτόνοις τολμῆσαι πεπλήρωτο, ὑπενοεῖτο δ' αὐτοῖς καὶ ἡ ἀναίρεσις πέρας εἰληφέναι, καὶ τὸ μὲν πλῆθος ἐπ' οἴκων, οἱ δὲ στρατιῶται αὐτοῦ που κατακλιθέντες εὐωχοῦντο τότε δή, τότε τῶν συνωθούντων ἀνεθεῖσα, καὶ ἐπ᾿ ἀδείας προσπελάσασα, ὅσον ἐπιψαύειν τοῦ σταυροῦ, τοὺς μὲν ἀχράντους κατεφίλει πόδας, καὶ τὰς καθα ηλωθείσας ὠτειλὰς περιεπτύσσετο· τά τε λακίσματα τῶν αἱμάτων ἀπαρνημένη, ὀφθαλμοῖς προσῆγε και καρδίᾳ· αὐτῷ δ' ἐνατενίζουσα, τοιάδε δακρύουσα προσεφθέγγετο· «Τί τοῦτο, Δέσποτα; Αὗταί σου τῆς ἀπορρήτου συγκαταβάσεως αἱ ἀμοιβαί; Τοῦτό – σοι τῆς μεγάλης εὐσπλαγχνίας τὸ ἀνταπόδομα; τοιαύταις οἱ εὐεργετηθέντες σε τιμαῖς ἀντημείψαν το; Ἢ ἀδικωτάτου τολμήματος! ὢ ἀνοσίου κρί σεως! Οἱ ἄδικοι τὸν δίκαιόν σε κατεδίκασαν· οἱ ὑπεύθυνοι, τὸν ἀνεύθυνον κατέκριναν· οἱ ἀχάριστοι, τὴν εὐεργέτὴν ἀναιροῦσιν· οἱ πονηροὶ δοῦλοι, τὸν ἀγαθὸν ἀνήρτησαν δεσπότην. "Ω μιαρας βουλῆς! ὦ φθόνου τοῦ κατὰ τοῦ ἐμοῦ φωτὸς ἐκμανέντος! ω μιαιφονίας τῆς κατὰ τοῦ ἀνωδίνου μου καθοπλισθε!-! Ο σης τόκου! Ποίαις σε χρησάμενοι τόλμαις, τὴν τῶν ἁπάντων οἱ φονεῖς σωματικῶς κτείνουσι ζωὴν, τὴν
col. 1471–1472page 73 of 109
PG 100:1471ἀπαθὴ μὲν θεότητι, παθητὴν δὲ σαρκὶ δι' οίκον μίαν; Τίνων ἀδικημάτων ἀντέκτισιν, τὸν ἄδικον ἐμηχανήσαντο κατὰ σοῦ φόνον; ποίας δικαίας εἴσπραξιν δίκης, τὸ φρικτὸν τοῦτο συνεστήσαντο θέαμα; 'Αντὶ τῶν μεγάλων ταῦθ' ὑπενόησαν εὐερ γεσιῶν; Ἀντὶ μυρίων ἀγαθῶν, καὶ τῆς τοῦ γενέ σθαι καὶ διαμένειν χάριτος ταῦτα; Ὑπὲρ τῶν ἀναστάντων σε θανατοῦσι νεκρῶν; Ὑπὲρ τῶν φωτισθέντων ὀφθαλμῶν, τοὺς σωματικούς σου μύται κατασπεύδουσιν ὀφθαλμούς; ἀντὶ πολλῶν ἰαμάτων τὰ ποθεινά μοι κατέτρωσάν σου μέλη; Αντὶ τῆς ἀπαμψιασθείσης τῶν καταστίκτων λεπρῶν ἀμορφίας, ἐγύμνωσάν σε τὸ γλυκύτατόν μοι φέγγος· ἐγύμνωσαν τὸν τῆς δικαιοσύνης ἥλιον· ἐγύμνωσαν τὸ ὡραιότατόν μοι ἐγκαλλώπισμα. Έτρωσαν μέλη τοῦ ἄχραντον τὴν ἐμὴν διατηρήσαντος ἀγνείαν, τοῦ ἀλώβητα τῆς παρθενίας καὶ καθαρότητος διαφυλάξαντος σήμαντρα. Ο Δι, ο Αλλ' είθε μοι τὰ σὰ, τέκνον, ἦν ἀναδέξασθαι πάθη! εἴθε τοὺς ἤλους ἐν τοῖς ἐμοῖς ἦν ἐμπαρῆναι μέλεσιν! εἴθε τὰς τῶν σφαγῶν ὀδύνας ἐν τῷ ἐμῷ ὑπέστην σώματι! καὶ τάχα ἂν φορητὸν ἦν τὸ τῆς καρδίας ἄλγος· νῦν δὲ ἀνύποιστά ἐστι τὰ κατ' αὐτῆς ἐμπαγέντα βέλη· ἀφόρητος ἡ τῆς ψυχῆς ἐδύνη. Σὺ γὰρ τὸ ἐμὸν ὀδυνᾷ σπλάγχνον· σὺ τὸ τὴν πνοὴν μοι διακρατοῦν, ἀναιρῇ, κύημα· σὺ τὸ μονογενές μοι σφαγιάζῃ Τέκνον. Ο πονηροῦ τολμήματος! δῦσον, ήλιε, τὸ ἐμὸν καὶ τοῦ κόσμου σωμα τικῶς δυόμενον καθορῶν φῶς. Φρίξον, οὐρανό, καὶ τῷ κατηγεῖ σχήματι συνερανίζου μοι τὸν θρήνον πένθησαν τὴν τοῦ κοινοῦ Δεσπότου κατανοών στα γήν. "Ω γῆ, καὶ θεμελίων αἰωνίων βάσις, δρη το καὶ νάπαι, μὴ πράως τὸν ἄδικον ἐνέγκαιτε φόνον. Δονήθητε καταχθόνια· συσκυθρώπαζέ μοι, πάτα τερπνότης λειμώνων. Ἰδοὺ γὰρ ὁ τοῖς ποικίλοις σε κατακοσμήσας ἄνθεσιν, ἡτιμωμένος ἐπὶ ξύλου κρέ μαται· ὁ ταῖς μυριπνόοις εὐχροίαις σε περικαλλύνας, ἀκαλλὴς καὶ ἀνείδεος ἀνήρτηται τῷ ἀνθρωπίνῳ τὸ ἀνόθευτον κάλλος, ἡ ἀναλλοίωτος ώραιότης, και τῆς τεκούσης διηνεκής τερπνότης. Αλλ', ὦ γλύκιον Τέκνον! Το ψυχῆς τῆς ἐμῆς διαμονή! Νῦν σου μόνη τῶν τιμίων ὑπερπάσχω παθῶν· μόνη σφοδροτέρας σου τὰς ὁδύνας ἐν τῇ ἐμῆ εἰσδέχομαι καρδία. Οὐκ ἔνι γὰρ ὁ συμμετέχων μου τῶν ἀλγεινῶν· οὐκ ἔνι ὁ τοὺς μώλωπας συνδιαμερι ζόμενος. Εἰ καί τις τῶν παρόντων ἀνιᾶται διὰ τὸν φόνον, ἀλλ' οὐχ ὡς τὰ μητρῷα σπλάγχνα· οὐχ ὡς τοῖς κέντροις τῆς φύσεως βαλλόμενος· οὐχ ὡς τῷ διττῷ πυρὶ τῆς ἀγάπης δαπανώμενος· οὐχ ὡς τοῖς διπλοῖς καὶ τυραννικωτάτοις συνδεδεμένος δεσμοῖς. Θεοῦ γὰρ ἀναλλοιώτον καὶ ἀψευδούς Υἱοῦ, καὶ καθέλκει καὶ πυρπολεί σχέσις. Υπερφυές οὖν τὸ ἀναπολ μενον πῦρ. ὑπὲρ μητρώας ὠδῖνας αἱ διαιρόμεναι φλόγες· τομωτέρα κατὰ τῆς ἐμῆς καρδίας, ἡ τοῦ πάθους σου χωρεί ρομφαία· δριμύτεροι τῆς φύσεως οἱ πόνοι· ὑπὲρ γάρ ταύτην καὶ ὁ τἶκος· ὅσῳ δὴ παραδοξότερος οὗτος, τοσούτῳ τὰ σπλάγχνα υπερασ
col. 1473–1474page 74 of 109
PG 100:1473σομένη τιτρώσκομαι. Καί μοι ποθεινότατον ἦν καὶ μετριώτερον τῶν κατεχουσῶν ὀδυνῶν, εἴ γε κατ' αὐτῆς ἐχώρησαν οἱ ἦλοι· εἴ γε τὰς σας σφαγὰς ἐν τοῖς ἐμοῖς ἀνεδεξάμην μέλεσιν· εἰ τῶν μυρίων ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων ἐγὼ ταῖς ὕβρεσιν ἡτιμώ θην· εἰ ἀντὶ φιλτάτου τέκνου μητρικαὶ χεῖρες ἐτραυματίσθησαν. ᾿Αλλὰ τοῦτο μὲν οὐχ οἷόν τέ ἐστι, τοῦ μένου τὸ ὑπὲρ πάντων ἀναδεχομένου πάθος τοῦ μένου Δημιουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο παραγενομένου. Ἐγὼ δὲ τί πάθω; πῶς τὸ φρικτὸν ὑπενέγκοι με τοῦτο θέαμα; πῶς τιμίοις αἵμασι προαιμαχθέντα μὲν νῶτα, ἐρυθραινόμενα δὲ νῦν μέλη θεωμένη διαρκέσω; πῶς κατίδω πάλιν φωτοποιούς μύσαντας ὀφθαλμούς; πῶς γλῶσσαν καὶ χείλη μελίρρυτα, τὰ πρότερον νεκρούς διανιστῶντα, καὶ δαίμοσιν ἐγκε λευόμενα, κἂν πρὸς ὀλίγον ἐφησυχάζοντα θεάσομαι; ν Αλλ' ἄπιθι, Δέσποτα, τὴν ἀπόρθητον ταύτην οἰκονομίαν πληρώσων· ἄπιθι, καλοῦ παντὸς ὑπερπό θητον Τέκνον, τῇ προσηκούσῃ δοξασθησόμενος τιμή. Οὐκ ἔτι γάρ σε σωματικῶς τὸ ἐμὸν περιπτύσσομαι καλλώπισμα· ἐν γὰρ θεϊκῷ σου θρόνῳ τὴν προσληφθεῖσαν ἀναβιβάσεις φύσιν. Οὐκέτι σῶμα χερσὶ μητρώαις κατακοσμήσω· εἰς γὰρ τὴν οἰκείαν ἀπαί ρεις δόξαν, ὁ τῆς πρώτης μὴ χωρισθεὶς δόξης. Εἰ γὰρ καὶ θεϊκῶς ὡς τεκούσῃ συμπαρείης, ἀλλ' οὐχ ὡς τὸ πρότερον· οὐχ οὕτως ὥστε σε περιπτύσσεσθαι ὥστε σου τῆς γλυκείας διηνεκῶς ἐναπολαύειν θέας ὥστε σου τοῖς σωματικοῖς ἐνωραΐζεσθαι κάλλεσι. Καὶ τοῦτο μὲν ἐμοὶ τῆς ἀνωτάτω δόξης καὶ εὐφροσύνης πρόξενον, τὸ τὴν ἁπάντων διὰ πάθους οἰκονομήσαντι σωτηρίαν, εἰς τε τὸν οἰκεῖον θρόνον τὸ προσληφθὲν ἀναβιβάσαντι φύραμα, συνεἶναί σοι νοητῶς, καὶ προσομιλεῖν διαπαντός· στένομαι δὲ καὶ οὕτω τὰ σπλάγχνα, οδυνώμενόν σε καὶ πάσχοντα σαρκὶ καθορῶσα, μυρίοις τε τῶν συνόντων καὶ παρα ιόντων βαλλόμενον τοῖς ὀνείδεσι· καὶ οὔ; ἔδει τῆς μεγάλης ἀπόνασθαι κηδεμονίας, σφᾶς ἑαυτοὺς εἰς τὸ τῆς ἀπωλείας βάραθρον συνωθοῦντας. Ἀλλ᾿ οὗτοι μὲν, οὕτως αἱρέσει τῇ μιαιφόνῳ διατίθενται· σὺ δὲ, φθέγξαι τι τῇ Μητρὶ συντακτήριον, ὁ μηδενὸς τῶν ὄντων ἀπολειπόμενος φθέγξαι γλυκὺ καὶ ζωο πάροχον ἔπος, ἵν' ἔχοιμι καὶ αὐτὸ τοῦ μετὰ ταῦτα καιροῦ παρηγόρημα. Διάθου τὰ περὶ τῆς τεκούσης, ὁ σὺν τῷ κόσμῳ σου παντὶ καὶ ταύτην διακυβερνῶν. Εἰπὲ λόγον ἥδιστον μὲν ἀκουσθῆναι νῦν, βέβαιον δὲ κατασχεθῆναι διηνεκώς.» Οὕτω δριμυτάτοις βαλλομένην τῆς φύσεως βέλεσι τὴν ἰδίαν ὁ Δεσπότης κατιδών Μητέρα, καὶ τὸ ἐν καρδίᾳ ταύτης ίσως τῷ προαγομένῳ διὰ χειλέων ἐξετάζων πῦρ, ποθεινὴν ἀφίησι φωνήν, τῇ ἐνηχήσει μᾶλλον τὸ ἀνακτητικόν, ἢ τοῖς λεγομένοις ἔχου σαν. Τοῦτο γὰρ ἦν αὐτῇ τὸ καταθυμίως ἐπιζητούμενον, τὸ καὶ φθογγῆς τοῦ φιλτάτου προφερομένης ψιλῆς ἀντιλαβέσθαι. Ἡ δὲ φωνή, τοιαύτη τις ὑπῆρ χεν, ὡς ἐν βραχέσι ἅπαντα διατιθεμένου καθυπου
col. 1475–1476page 75 of 109
PG 100:1475φαίνειν· Γύναι, ιδού, φησί, ὁ υἱός σου, τῷ κα θητῇ ταύτην παρατιθέμενος. Αλλά σκέπει πάλιν τὸ τῆς φύσεως αὐτῆς σφοδρότερον διαναπτόμενον πύρ· ἀκατάσχετον τὴν τῶν σπλάγχνων ἀναβρισι ἀναῤῥιζε σθεῖσαν φλόγα. Υἱὸν γὰρ εἰπὼν, υπέμνησε ξένου καὶ ἀποῤῥήτου τοκετοῦ· ὑπέμνησεν ὑπερφυές φίλτρον· διατριβὴν ἐπέραστον· πένθος ἀκατανόη τον. Ανέφηνε τὰ ὡς Υἱοῦ πρὸς Μητέρα χαρίεντα ῥήματα, τὴν ὑψηλὴν καὶ παράδοξον ὑποταγήν· το πρὸς αὐτὸν αὐτῆς ἐγκαλλώπισμα· τὰς παθεινὰς καὶ αἰδεσίμους περιπλοκάς, καὶ ὅτι τούτοις οὐκέτι κατα αλλήλως αποχρήσεται τοῖς λόγοις· οὐκέθ᾽ ὡς σε πρότερον αὐτῇ διηνεκώς συνδιατρίψει σαρκί· εἰς γὰρ τὴν οἰκείαν δόξαν ἠπείγετο. Ἰδοὺ ὁ υἱός σου. Ιστε, οἱ πράγματι πεπειραμένοι, ὅσον ἰσχύουσ: αἱ τοιαῦται καθικέσθαι παρακαταθῆκαι, παρά τε ἀπο δημούντων, καὶ τῶν τὴν παροῦσαν ζωὴν μεταμε βόντων γινόμεναι· οἵαν τὴν τῶν σπλάγχνων ἐμποιοῦσι κίνησιν· ἡλίκην τὴν ἀγωνίαν· ὅσην τὴν δύνην. Ἀντὶ γὰρ τοῦ διηνεκῶς καὶ φιλουμένου καὶ συνόντος, τὸν ἀσυνήθη καταλλάττονται· καὶ ἀπιέναι μὲν τὸν κατὰ πάντα γνώριμον καὶ κηδεμόνα, συνεῖνας δὲ τὸν ἐν τοῖς πλείοσιν ἀγνοούμενον παρεγγυώνται. «Ἰδοὺ ὁ υἱός σου. Εχεις μὲν, φησὶν, ἐμὲ θεῖο κῶς συμπαρόντα τε καὶ ὡς οἰκείαν περιέποντα Μητέρα· ἔχεις δὲ καὶ τὸν ἡγαπημένον μαθητήν, τὰ τῶν υἱῶν ἀναπληροῦντά σοι πάντα· τὴν εἰς γονέας ὀφειλὴν ἀποδιδόντα. Τοῦτον ἀντὶ τῆς σωμα τικῆς μου παρουσίας αναθεωροῦσα, τὰς ἀνυποίστους αλγηδόνας παρηγόρει. Παύε τῶν σφοδροτέρων τους νῶν τὸ πλεῖστον· κούφιζε τὴν βαρυτάτην της φύ σεως ἀθυμίαν, τῷ τῆς εὐεργεσίας μεγέθει. Τέμνη μὲν καὶ διαφλέγῃ τὰ σπλάγχνα, καὶ ἀνυπερβλήτως τὴν καρδίαν τιτρώσκῃ. Οὐ γὰρ κατὰ φύσιν μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπερφυής ὁ πρὸς ἐμέ σου πόθος· καὶ οὐχ οἷόν τέ ἐστι ἀναλγητότερόν σε διατεθῆναι. Δεῖ δὲ καθυφελεῖν τοῦ πάθους, Μητέρα τε οὖσαν ἐμὴν, καὶ τὰ τῆς ἀπορρήτου μὴ ἀγνοοῦσαν βουλῆς. Τοιού τοῖς γὰρ πάθεσι, τὴν ἀπάθειαν τῷ πλάσματι περι ποιοῦμαι· τοιαύταις ἀτιμίσις τὸ ἠτιμωμένον εὐδό κησα τιμῆσαι γένος. Αὗται αἱ ὕβρεις, δόξα μὲν ὑπερδεδοξασμένη τοῦ σαρκὶ πάσχοντας καθεστήκει σιν ἐμοῦ, τῶν δὲ σῶν μεγαλείων καὶ φανέρωσις καὶ ἀνακήρυξις. Έχουσα τοίνυν τὸν ἐπιστήθιον φίλον, λῆγε μὲν τῶν λυπηρῶν· τὸν δὲ ἐμὸν, αὐτῷ καὶ τοῖς περὶ αὐτὸν συνοῦσα, διαναπλήρου τόπου. Σοὶ γὰρ δι' αὐτοῦ καὶ τοὺς λοιποὺς παρατίθημι μαθητάς· καὶ ἐφ' ὅσον βούλομαί τε [ἴσ. σε] συνεί και τούτοις, καὶ ἐν τῷ βίῳ διατελείν, τῆς σαρκικής μου παρουσίας τὴν οἰκείαν αὐτοῖς ἀντιπαρέχεις. Γένου μὲν αὐτοῖς, ὅσα μητράσι πρὸς υἱοὺς γενέσθαι πέφυκε· μᾶλλον δὲ, ὅσα ἐγὼ συμπαρών· αὐτοὶ δὲ τὰ τῶν υἱῶν καὶ ὑπηκόων σοὶ γενήσονται. Αξιόλ γόν σοι τὸ σέβας, ὡς τοῦ οἰκείου Δεσπότου ἀποτίν σουσι Μητρί, ὡς διὰ σοῦ τούτοις ἐπιδημήσαντό; μου, καὶ μεσιτείαν σε πρός με οὐδιάλλακτον α τοὶ κεκτημένοι. Οὕτω τοίνυν ἐπιεικῶς τῇ Μητρὶ προσομιλήσας,
col. 1477–1478page 76 of 109
PG 100:1477καὶ τῷ μαθητῇ παρεγγυᾷ, λέγων· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ Ο σου. Ο υπερτίμου τιμῆς μαθητοῦ! ὦ κλήρου τῆς τῶν ὄντων πλουσιωτέρου συστάσεως! ὢ χάριτος ἧς ὁ ἡγαπημένος τετύχηκε κήρυξ· ἀδελφὸς μὲν ὀνομασθῆναι τοῦ τῶν ὅλων Δημιουργοῦ, ἐν κλήρῳ δὲ καὶ μερίδι Μητρός, τὴν τῶν ἁπάντων ἀπειληφέναι Δέ σποιναν! ι Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. Ιδού, φησί, ταύτην ἀντ᾿ ἐμοῦ σοι παρατίθημι. Ταύτην νῦν πρὸς τὴν οἰκείαν ἀπιὼν δόξαν, ἀντὶ τοῦ ἐρωμένου μου κατα λιμπάνω σοι. Ταύτῃ τὸ ἐμὸν μὲν ὡς υἱὸς ἀντανα πλήρου χρέος· τὸ δὲ σὸν, ὡς τοῦ Κυρίου καὶ διδα σκάλου Μητρί, ἀπόνεμε σέβας. Έχει μὲν ἐμὲ διηνεκώς συμπαρόντα θεότητι· ἐχέτω δὲ καὶ τὴν σὴν μὴ διαλείπουσαν λειτουργίαν. Σὺ μὲν λόγῳ, ἐγὼ δὲ πράγματι τὸ ἀνύποιστον αὐτῇ τῆς ὀδύνης ἐπικου φίσω. Σὺ τὰ τῆς ὀφειλομένης αὐτῇ παρηγορίας από ῖος· ἐγὼ δὲ τὸ πᾶν τῆς καρτερίας ἐπιθήσω. Νῦν γὰρ ταύτην, οὐ μόνον σοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν, ὡς τεκοῦσαν, καθηγουμένην τίθημι μαθητῶν, καὶ τῷ τῆς Μητρὸς ἀξιώματι τιμᾶσθαι βούλομαι κυ ρίως. Εἰ τοίνυν καὶ πατέρα καλεῖν ὑμῖν ἐπὶ γῆς ἀπηγόρευσα, ὅμως θέλω ταύτην Μητέρα καὶ τιμᾶ σθαι καὶ καλεῖσθαι παρ' ὑμῶν, ὑπερουράνιόν μοι χρηματίσασαν σκήνωμα, καὶ ξένην τῆς φύσεως ἐπιδεδειγμένην προαίρεσιν.» Οὕτω γοῦν ἀφάτῳ μακροθυμίᾳ τοῦ παναγάθου διαθεμένου, οἱ μιαιφόνοι πάλιν συνέδραμον θήρες κύκλῳ τε τὸν σταυρὸν κατασχόντες, τῆς ἐγγυτάτω καὶ στάσεως καὶ συνομιλίας, τὴν μυρίαθλον ἀπήγαγον μητέρα. Τίνες γὰρ ἀγῶνες μαρτύρων, οίαι δι αιρέσεις μελῶν, οἶαι κατατομαὶ σωμάτων, τίνες τιμωρητικῶν ὀργάνων ἐπίνοια:, οὕτως ἂν ἐξήρκεσαν, καὶ εἰς τοσοῦτον καθικέσθαι ψυχῆς, ὡς αἱ μυσ ρίαι τοῦ Κυρίου καὶ Υἱοῦ παθῶν ῥομφαίαι διήρουν τε αὐτὴν, καὶ εἰς ἀνυπέρβλητον τὴν ἐδύνην ἐπέτεινον; Οὕτως οὐκ ἂν ἐν τῷ σώματι πολυσχεδῶς ἡ ψυχή τε μνομένη διέμεινεν, εἰ μὴ ὑπ' αὐτοῦ κατείχετο τοῦ πάσχοντος· εἰ μὴ θεία ῥοπὴ τῇ ταύτης συνήργει καρτερίᾳ. Επει τοίνυν τὸ τῆς οἰκονομίας ἤδη μυ στήριον ἐπληροῦτο, ἔδει δὲ μηδὲν τῶν περὶ αὐτῆς προφητευθέντων παραλειφθῆναι, καὶ ἡ τῆς χολῆς καὶ ὄξους μέθεξις διὰ τῆς ὁμολογίας ἐπεραιοῦτο τῆς είψης. Διψώ γάρ, φησὶν ὁ Κύριος. Εδίψων δὲ καὶ Ἰουδαῖοι τὴν τοιαύτην ἐπιδείξασθαι μανίαν. Οὐ γὰρ διὰ τῶν προφητευθέντων ἀνάγκην, τὰ παρ' αὐτῶν ἐδρᾶτο τολμώμενα· διὰ τὴν αὐτῶν ἀπαραίτητον άγνω μοσύνην, ἡ ἀψευδὴς καὶ προκαταβέβληται, καὶ πε πλήρωται προφητεία. ᾿Αλλὰ σκόπει, τοῦτο τῇ Μητρὶ μᾶλλον ἢ κατὰ τὰς προλαβούσας ἐδύνας, προσεπι τετριμμένον τραῦμα. Ὁμοῦ τε γὰρ ἡ φωνὴ προσ ανεπέμφθη, καὶ ταύτῃ, αὐτῇ τὴν καρδίαν διεσπαράχθη· καὶ ἦν σὺν τῷ λόγῳ περιθέουσαν ταύτην καταδεῖν, τεμνομένην τε καὶ φλεγομένην διαπυρότε μον· ἐλεεινά τε πρὸς τοὺς ἑστῶτας ἀτενίζουσαν, καὶ πάντας καθικετεύωσαν, ἐπαμύναι τε καὶ ὕδωρ ἐπι δοῦναι, ὅπως ἂν προσαγαγοῦσα τῷ τοῦ φιλτάτου στο ματι, τὴν σωματικὴν αὐτοῦ διαναψύξετε φλόγα· καὶ
col. 1479–1480page 77 of 109
PG 100:1479τοῦτο μὲν ἐπισπεύδουσαν, μὴ εὑρίσκουσαν δὲ εὐτ θέω;· ἢ καὶ εὑροῦσαν, μὴ οἷόν τε ἦν ἀποπληροῦν, ή διὰ τὸ μὴ ἔχειν ὅπως ἂν ἐπιδοίη, ὑψηλότερον ἀνηρ τημένης τῆς κεφαλῆς, καὶ μὴ ἐξικνουμένης τῆς χει ρὸς τῷ στόματι προσπελάσαι, ἢ καὶ ὑπὸ τῶν μιαι φόνων ἀπωθουμένην, αὐτῶν μὲν προσφθασάντων, καὶ τὸ μὲν ἔξος ἐπιδιδόντων, μὴ συγχωρούντων δὲ τὴν φιλανθρωπότερον τῷ κρεμαμένω χρήσασθαι. Ο οἴοις ὁ Λόγος περιέτυχε πάθεσιν, ἡμῖν μὲν ἀπά θείαν, τοῖς τολμηταῖς δὲ καὶ ἀπειθέσι τιμωρίαν προξενοῦσιν ἀπέραντον 1 Τὸν μὲν οὖν ἐσμυρνισμένον οἶνον, τῷ σταυρῷ καὶ τοῖς ἥλοις δι' ὑπερβολὴν μα νίας συνεκόμισαν. Ἐπεδίδουν γὰρ, φησὶν, αὐτῷ πιεῖν πρὸ τοῦ ἀναρτηθῆναι, καὶ οὐκ ἤθελεν· ἐκ τοῦ προχείρου δὲ λαβόντες, τὴν τῆς οἰκείας γνώμης ἀπεπλήρωσαν παροινίαν. Ἀλλὰ τί ἔπασχεν αὕτη Τὸν ἐσμυρνισμένον οίνον. καὶ γευ σάμενος, οὐκ ἤθελε πιεῖν. καὶ ἐδίδουν αὐτῷ πιεῖν ἐσμυρνίσμενον οἶνον, ὁ δὲ οὐκ ἔλαβε λαβεῖν οἶνον προσαγομένου τοῦ σπόγγου τῷ στόματι; Πῶς τῶν ἀχράντων χειλέων τῆς χολῆς ἀπτομένης, δριμύτεραι φλόγες κατὰ τῶν αὐτῆς ἐχώρουν σπλάγχνων; Πῶς τοῦ τῶν ἁπάντων γλυκασμοῦ τοῦ ὄξους ἀπογευομένου, ὁ πικρὸς τῆς ὀδύνης ἐν τῇ ψυχῇ ταύτης ἐπλημμύρει χειμάρρους; Οίους ἐκ βάθους ἀνέπεμπε στεναγμούς; Οἴας ἡφίει τὰς οἰμωγάς; Τίσι θερμοτάτοις κατεβρέχετο δάκρυσιν; ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν, οὔθ᾽ ἑτέρας δια νοίας, οὔτε λόγου παντὸς ἱκανὸν ἐκτραγῳδῆσαι ἀπολείπονται γὰρ πάντη, καθάπερ δὴ καὶ τοῦ πράγ ματος· τοῦ δὲ υἱοῦ μόνου, καὶ τῆς ἔργῳ πεπειρα μένης μητρός, καὶ συνεγνωκέναι ταῦτα, καὶ λόγον ἐξειπεῖν. Οὕτω τοίνυν τοῦ φρικτοῦ μυστηρίου πεπερασμένου, τρόμῳ μὲν τῆς φοβερᾶς ἐκείνης ἐπήκουσε φω νῆς, ἥτις εἰς χεῖρας τοῦ οἰκείου γεννήτορος τὸ πνεῦμα παρετίθετο. Καὶ τοῦτο δὴ ἐνωτισθεῖσά τε καὶ θεασαμένη, μικροῦ δεῖν τὸ ὅλον τοῦ πάθους ἐπλήρωσε τη παναγία συναποδημήσασα ψυχῇ θείᾳ δὲ δυνάμει, καὶ ἀφάτῳ καρτερία περικρατουμένη, πρὸς τὴν τῆς ἀναστάσεως ἤδη διανίστατο θυμηδίαν· διὸ καὶ τὰ τῆς
col. 1481–1482page 78 of 109
PG 100:1481ταφῆς, ὅπως ἂν γένηται διεσκοπείτο. Τοῦτο δὲ δια νοουμένης, καὶ συνετωτάτῃ μελέτη βουλευομένης, ἄλλη κατ' αὐτῆς τῶν προτέρων ἀποτομωτέρα πέμπεται ρομφαία, ἡ τῆς ἀχράντου δηλαδὴ πλευρᾶς δι ορυγή. Τὸν γὰρ ζωοποιὸν νεκρὸν ἀνηρτημένον ἔτι σωματικῶς οἱ πάντων ὠμότεροι θηρῶν, ἐτίτρωσκον στρατιῶται, μήτε τὴν θείαν ύφορώμενοι δίκην, μήθ ὑπ' αὐτῆς τῆς φύσεως· κατεχόμενοι, ἢ κοινὸν πρὸς ἅπαντας τοὺς κειμένους συμπαθὲς ἔχει, κἂν ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι τὸ πρότερον ἔτυχον ὄντες. Οὕτω γὰρ ὑπὸ τῶν νεκρῶν καθέλκονται σωμάτων, ὡς εἰ καὶ λίαν ἀντιτύπως ἔχοιέν τινες πρὸς οἶκτον, μὴ ἀδακρυτί τὴν τοιαύτην παραδραμείν θέαν. 'Αλλ' οὐχ οἱ λίθινοι καὶ ἄτακτοι ἐκεῖνοι, καὶ τῇ ἀπανθρωπία σιδήρειοι τῆς κοινῆς ἔπασχόν τι φύσεως· ἀλλὰ τὴν μὲν ἄψυχον συμπάσχουσαν ὁρῶντες κτίσιν, μονονουχί τε τὸ σωτήριον πενθοῦσαν καὶ κοπτομένην πάθος, αὐτοὶ μανίας καὶ ἀθεότητος υπερβολῇ, ἐπανέβαινον κρεμαμένῳ, καὶ ἔπληττον, μηδένα κόρον τῶν ἀσεβημά των λαμβάνοντες. Αλλ' αὐτοὶ μὲν, εἰς τὴν ζωοδόχον παροινήσαντες πλευρὰν, ἀπέστησαν οὕτω τοῦ τὴν ἀείῤῥυτον ἡμῖν ἐξ αὐτῆς βρύειν ἀθανασίαν καταδεξαμένου. 'Η δὲ Μήτηρ, βαθυτέρως μὲν τὴν ψυχὴν πεπληγυῖα, πολλαῖς δὲ ταῖς ἀνακλήσεσι τὸν ἀνασχόμενον ἐπικαλουμένη, οὕτω δάκρυα χέουσα προσεφθέγγεται Οὐδὲ νῦν οἱ μιαιφόνοι, Δέσποτα, τῆς εἰς σὲ μανίας λήγουσιν· οὐδὲ νῦν κόρον τοῦ φόνου λαμβάνουσιν οὐ κατακλῶνται τοιούτῳ σε καθορῶντες ἀνηρτημένον σχήματι· οὐκ ἐπικάμπτονται νεκρόν τε καὶ γυμνὸν καθηλωμένον θεώμενοι· οὐ κατοικτείρουσι, μέσον σε καταδίκων σφαγιασθέντα, καὶ ὡς ἀπεῤῥιμο μένον ἐγκαταλελειμμένον βλέποντες· ἀλλ᾽ ὠμοτάτῃ μανίᾳ ἐπεμβαίνοντες, τιτρώσκουσί σε, τὸ γλυκύτα τόν μου σπλάγχνον, τιτρώσκουσί δε, τὸν τῆς φύσεως ἐξιώμενον τραύματα. Νύττουσι πλευρὰν, τὴν ἀείζωον ἀναβρύουσαν ῥεῖθρον. Πλήττουσιν ἀφειδῶς καὶ ἔρ γοις καὶ λόγοις ἐπιτιθέμενοι, καὶ οὐκ ἐνδιδόασιν. Ο δεσμοί, καὶ νόμοι, καὶ φύσεως συμπάθεια! "Ω δι καίων ἐθῶν τῆς πρὸς τοὺς οίχομένους ὁσίας! "Ω ἀνθρωπίνης ἡμερότητος καὶ ἤθη καὶ γνώρισμα! Ποῦ νῦν ταῦτα, καὶ ἐν τίσιν; Ἔχετο τῶν παρόντων ἀπέπτη τῆς τῶν θεοκτόνων κακοβουλίας. Αλλ' ἐμοὶ μὲν εἴη καὶ ταῖς σὺν ἐμοὶ, ἡ ἐκ τῆς πληγῆς ἀπο στάζουσα ζωή· οἱ τολμηταὶ δὲ κατόψονται, ηνίκα ἂν τὰ τῆς δίκης ἀποτιννύουσιν. Οὕτω συμπαθῶς ἐν ατενίζουσα καὶ προσλαλοῦσα τῷ Δεσπότῃ, τὸ ἐκ τῆς θείας πλευρᾶς ἀποῤῥυὲν αἷμα καὶ ὕδωρ ὑπεδέχετο καὶ τοῦτο δὴ πολυποθήτως καὶ ὑπερτίμως λαβοῦσα, Περὶ τῆς καινοποιοῦ ταφῆς. Ο προηγιασμένων
col. 1483–1484page 79 of 109
PG 100:1483τῆς περὶ τῆς καινοποιοῦ ταφῆς γίνεται φροντίδας καὶ ὅπως ἂν τὸ ἄχραντον ἀπὸ τοῦ ξύλου κατενεχθέν σῶμα, μήτ' αὐτῇ τῆς τοιαύτης θεωρίας ἐπιτείνοιτο ὀδύνας, μήτε τῆς ἐν τῷ τάφῳ καταθέσεως ἐφυστερίζοντος, τὰ τῆς κοινῆς ἀναπλάσεως συνδιαναβά λοιντο. Τοῦτο τοίνυν δι᾽ ἑαυτῆς, ὡς οὐχ οἷόν τε ἦν ἀπο πληροῦν, διά τε τὸ ἐν ἀπορίᾳ καθεστηκέναι τῶν ἐπ τηδείων· ἐν ἀλλοτρίᾳ γὰρ ἦν καὶ αὐτὴ, καὶ οἱ μετ κρόθεν ὁρῶντες γνωστοί· καὶ διὰ τὸ μὴ καταλιπεῖν αἱρεῖσθαι τὸ ζωοποιὸν ἀνηρτημένον σῶμα, καὶ πρὸς τοὺς εὐπόρους, καὶ τὴν ἐξαίτησιν αὐτοῦ περιτρέχειν, καὶ τοῦτο δὴ ἐναγωνίως διασκοπουμένῃ, τόπων τε ἐπάξιον καὶ σῆμα θεοδόχον ὅπως ἂν εὑρεθείη διαλογιζομένη, δίδωσι τὴν εὐπορίαν ὁ πάντα προκατασκευάσας, λογισμὸν ἐμβαλών, τον πλησιώτερον τοῦ Κρανίου διερευνῆσαι χῶρον. "Ην δὲ τοῦτο καὶ λίαν αὐτῇ βεβουλευμένως κριθεν, ὡς τὴ καὶ τοῦ ἔργου άνυομένου, καὶ οὐδ᾽ αὐτῆς ἀπολειπομένης τῆς τοῦ παναγίου σώματος θέας. Καὶ δὴ τὸ τοιοῦτον ἐν δια νοίᾳ θεμένης, οἱ μὲν πόδες ἀπῄεσαν, ἡ δὲ ψυχὴ οὐ μετέβαινε· καὶ τὰ μὲν βήματα προσημείβετο, τὰ δὲ ὄμματα διηνεκὲς ἐνατενίζουσα, οὐκ ἠβούλετο τῆς θεωρίας ἐκείνης, κἂν πρὸς τὸ βραχύτατον ἐπαλλα γῆναι. Ἐπεὶ οὖν καὶ διερεύνησε, καὶ εὗρε το τε μνῆμα κατὰ λόγον· καινὸν γὰρ ἦν, τερπνήν τε καὶ ἀσφαλῆ τὴν θεωρίαν ὁ περὶ αὐτὸ χῶρος εἶχεν· εἰς κῆπόν τε γὰρ τὸ τηνικαῦτα χρηματίζον, τῷ ἑκατέρωθεν εὐπρεπεῖ διακεκόσμητο τὸ, τίνος ἂν εἴη, καὶ εἰ τῶν γνωρίμων ὁ κτήτωρ, ἐπυνθάνετο. Μαθοῦσα δὲ, φίλον τε εἶναι τὴν ἄνδρα, καὶ τῶν εἰς μαθητών οἰκειότητα καταλεγέντων, κεκρυμμένον τε όντα διὰ τὸν φόβον ἔτι τῶν μιαιφόνων· οὕτω γὰρ ὁ θεσπέσιος Εὐαγγελιστής φησι· Κεκρυμμένον δὲ διὰ τὸν φό βον τῶν Ἰουδαίων· πρὸς αὐτὸν ἀφικομένη, τὰ τῆς καλῆς προβάλλετο συμβουλῆς· καὶ παρήνει, τὴν τῶν ἁπάντων ζωὴν ἐν τῷ οἰκείῳ καταθέσθαι μνη μείῳ, λέγουσα «Τὰ μὲν τῆς τῶν Ἰουδαίων μιαιφονίας, ὦ Ἰωσὴφ πέρας ἀπείληφεν, ἀποῤῥήτῳ μακροθυμίᾳ τοῦ διδα σκάλου ταῦτα καταδεξαμένου. Οὐδεμίαν γὰρ ὑπερ βολὴν, οὔθ᾽ ὕβρεως, οὔτ᾽ ἀτιμίας ἀνέλιπον, ᾗ μὴ χρησάμενοι κατ' αὐτοῦ, τὸν ἐπονείδιστον τέλος ἐπ ήνεγκαν θάνατον. Καὶ νῦν κρέμαται νεκρὸς καὶ ο γυμνὸς ἐπὶ ξύλου, φρικτὸν ἐμοὶ καὶ τῇ κτίσει θέαμα, μὴ ἐλεούμενος, ἢ μᾶλλον ὀνειδιζόμενος ὑπ' αὐτῶν. Δὺς οὖν χάριν, αὐτῷ μὲν ὡς διδασκάλῳ, τῇ δὲ τε κούσῃ, ὡς ταῖς μυρίαις τεμνομένῃ ὀδύναις· καὶ θαῤῥήσας, ἐξαίτησαι· κατάγαγε τὸ σῶμα, καὶ τὸν τοῦ κόσμου σοι παρακείμενον συνάγαγε θησαυρόν. Δὸς χάριν ἐν ξένῃ καὶ ἐν ἀπορίᾳ καθεστηκόσιν ἡμῖν, καὶ ὑπὸ πάντων μισουμένοις καὶ ἀποστρεφομένοις ὑπὸ πάντων βδελυττομένοις καὶ ὀνειδιζομένοις· ὑπὸ γνωρίμων καὶ φίλων ἐγκαταλειφθεῖσιν· ὑπ᾽ οὐδενὸς οἰκτειρομένοις. Οὐκ ἔνι γὰρ ὁ ὑπερασπιούμενος· οὐκ ἕνα ὁ βοηθήσων· οὐδεὶς πρὸς τὴν ἐξαίτησιν κατα τολμᾷ τοῦ σώματος· οὐδεὶς ὁ τὰ τοιαῦτα καὶ βου
col. 1485–1486page 80 of 109
PG 100:1485λευσάμενος, καὶ τὰ τῆς ταφῆς περιποιησόμενος. Καμοι, ὡς ὁρᾷς, ἑκάτερον τούτων ἀμήχανον ἐν τῷ παρόντι, μόνῃ τε καὶ σὺν ἑνὶ τῷ μαθητῇ παρισταμένη, καὶ μήτε πρὸς Πιλάτον παῤῥησιαζομένῃ, μήθ' ἑτέρως τὰ τοῦ ἐνταφιασμού περιποιήσασθαι δυνα μένῃ. ᾿Ανεπινόητον δὲ ἡμῖν ἐστι, καὶ τὸ περιστεῖλαι καὶ καλύψαι τὴν γύμνωσιν κρεμαμένου. Τὰ γὰρ ἱμάτια λαβόντες οἱ στρατιῶται, διεμερίσαντο, μηδὲ τὸν τελευταῖον χιτωνίσκον καταλιπόντες· ὅπερ ἐδυ νηρὸν μὲν ἐμοὶ, φοβερὸν δὲ καὶ τῇ ἀναισθήτῳ πάσῃ κτίσει, τοῖς δὲ φονίοις 'περιχαρὲς καὶ ἐπονείδιστον. Δεῦρο δή, τῆς τῶν ἁπάντων καὶ δειλίας καὶ μικροψυχίας ὑπεραρθεὶς, ἄπιθι τὸ θεῖον ἐξαιτησόμενος σῶμα. Μηκέτι τὴν τῶν μιαιφόνων δείσῃς ὁρμήν· τὸ τῆς μανίας γὰρ ἅπαν, μέχρι του σφαγιασθέντος ἔστησαν· ἐν τῷ ἐμῷ φωτὶ τὰ τῆς ἐπιβουλῆς περι έγραψαν τέως. Ἕως τούτου νῦν τὰ τῆς τόλμης ἐξ. ήνεγκαν. Απιθι τοίνυν μηδὲν ὑποστειλάμενος· αὐτὸς γὰρ ὁ ἑκουσίως πεπονθώς, τὸ ἀπαθές σου διατηρήσει αὐτὸς καθοδηγῶν προπορεύσεται. Αὐτὸς χαριτῶν χα ριτώσει τοὺς λόγους σου, τὸ εὐεπήκοον αὐτοῖς περι ποιησόμενος. Οὗτος γὰρ, ὦ Ἰωσὴν, εἰ καὶ βουλήσει πέπονθεν ὡς ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὴν γῆν ἐσάλευσεν ὡ; Θεός· τὰς πέτρας διέρρηξε· τὰ μνημεῖα ἀνέγξε, καὶ νεκροὺς ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνείλκυσε. Τούτου τὸ πάθος ἐξεπλάγησαν ἄγγελοι· τοῦτο ἡδέσθησαν στοιχεία· τοῦτο φωστῆρες ἀειλαμπεῖς ἔφριξαν, καὶ τρόμῳ τὰς ἀκτίνας συνέστειλαν. Ταῦτα δὴ προϊών τρανότερον κατάψει, καὶ πρὸς τὴν αἴτησιν ἐπειχθήσῃ θερμότερον. Οὐδὲ γὰρ δεῖ μέλλειν καὶ ἀναβάλλεσθαι, καὶ ὑπερθέσεις τῇ κοινῇ διδόναι ἀναπλάσει. Τεθήτω τὸ ζωοποιὸν ἐν μνημείῳ σῶμα, ὅπως ἂν τῇ τῶν ἀν θρώπων ὁδοποιήσῃ ἀναστάσει. Τοιούτοις τοίνυν τὸν Ἰωσὴφ καὶ διδάξασα καὶ παρορμήσασα λόγοις, καὶ μάλιστα τῷ συμπαθεί, καὶ μητρικῷ τοῦτον ἐπικάμψασα σχήματα, πρὸς Πιλά τον ἀποστέλλει. Οὐδὲ γὰρ ἀθρόον οὕτως κατετόλμα οὔτε μὴν τὸ τοῦ πάθους ἠπίστατο πέρας, κεκρυμμένος τε ὢν καὶ περιδεής, καθάπερ καὶ οἱ λοιπο μαθηταί. Ἐπεὶ οὖν διὰ ταύτης καὶ ἔγνω καὶ διανέστη, θαρσαλεώτερον ἐξῄει. Εξαιτεῖται γοῦν, καὶ δὴ λαμ βάνει τὴν τῶν ἁπάντων Ζωήν· καὶ πολυτίμως τὰ τῆς ταφῆς ἐξευτρεπίσας, τὴν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ κατά βασιν ἐπισπεύδει. Ἀλλὰ σκόπει μοι πάλιν τὴν Μητέρα περισταμένην καὶ διακαρτερούσαν, καὶ πρὸς ἅπαντα προκειμένην· τῷ τε γὰρ πάθει κο Ταῦτ᾽ οὖν ἐκοντὶ καταδεξαμένου τοῦ μακροθύμου, γοῶντες οι φίλοι αὐτοῦ καὶ οἱ πλησίον, μακρόθεν ἔστησαν παραβλεψάμενοι τὴν παθόντα, πλὴν Νικοδήμου καὶ Ἰωσήφ. Τὸ γὰρ εἰς αὐτοὺς ἧκον, ὑπέμεινε συλλυπούμενον, καὶ ὑπῆρξε· καὶ παρακαλοῦντα, καὶ εὐρε· καὶ γυμνὸν ἰδόντες αὐτὸν, καὶ τοῦ ἐνσοριάσοντος ο χρήζοντα, σπλαγχνισθέντες, ἱλαρὸν ἐπ' αὐτῷ χέουσι δάκρυον σινδόσι καταδεσμούσι, καὶ ἐπὶ τὸ παιδο χεῖον εἰσάγουσι νόμῳ κοινῷ ἀνθρωπίνῳ τῇ γῇ παραπέμποντες, καὶ τῷ τάφῳ καλύπτοντες.
col. 1487–1488page 81 of 109
PG 100:1487σμίως καὶ οὐκ ἀγεννῶς προσωμίλει, καὶ τῇ χρείς χερσὶν οἰκείαις καθυπούργει. Οὕτω τοὺς μὲν ἀνελ κομένους ήλους κόλποις ὑπεδέχετο, τὰ δὲ ἀπολυά μενα μέλη περιπτυσσομένη κατεφίλει· καὶ ἀγκάλαις ἐπιτιθεῖσα, μόνη τῇ ἀπὸ τοῦ σταυροῦ καταβάσει δια κονεῖν προεθυμεῖτο. Ἐπεὶ δὲ κατηνέχθη, καὶ πρὸς τῇ γῇ τὸ πανάγιον ἀνεκλίθη σῶμα, τούτῳ περι πεσοῦσα, αὐτὸ μὲν θερμοτάτοις κατέλουε δάκρυσι πραείᾳ δὲ φωνῇ καὶ συμπαθεστάτοις προσεφθέγγετο ρήμασιν· «Ἰδού σο:, Δέσποτα, λέγουσα, τὸ προ ωρισμένον πεπλήρωται μυστήριον· ἰδοὺ τὰ τῆς φιλα γάθου σου πέρας ἀπείληφεν οἰκονομίας· ἰδοὺ ἡ ἀνεκδιήγητός σου ἀνοχὴ ἐν ταῖς ἁπάντων ὄψεσι προετέθη. Απνους γὰρ νῦν σωματικῶς, ὁ πάσης πνοῆς χορηγὸς ἀνακλίνῃ. Απνουν κατέχω καὶ περι πτύσσομαι σῶμα τοῦ τῆς ζωῆς τῶν ὅλων δημιουργοῦ· τοῦ τὴν ἐμὴν περικρατοῦντος πνοήν. "Απνουν νῦν κατέχω, ὃν πρώην ὡς οἰκεῖον ἐνηγκαλιζόμην φίλτατον· οὗ τῶν ἡδίστων ἐπήκουον ῥημάτων· οὗ τοῖς ζωοῤῥύτοις ἐσεμνυνόμην λόγοις, ἀκίνητα νῦν καὶ τετραυματισμένα καταφιλῶ μέλη, τοῦ τὰ ἀνιάτρευτα τῆς φύσεως ἐξιωμένου τραύματα· τοῦ ὑπὲρ τῆς τῶν ἁπάντων μεμωλωπισμένου θεραπείας. Αφωνον νῦν στόμα καὶ χείλη ἐφησυχάζοντα περι πτύσσομαι, τοῦ πᾶσαν λογικὴν δημιουργήσαντος φύσιν· τοῦ λάλον ζῶον τὸν ἄνθρωπον ἐπὶ τῆς γῆς θεμένου. Μύοντας ὀφθαλμοὺς κατασπάζομαι, τοῦ τὴν ὀπτικὴν ἐνέργειαν ἐπινοήσαντος· τοῦ προστάγματι οἰκείῳ τὰ τῶν τυφλῶν καταφωτίσαντος δημο ματα. Αλλ' είθε μοι νῦν, τῆς γλυκείας ἐπακοῦσα σου φωνῆς! Είθε φθεγγόμενον σέ τινα πάλιν θεάσα σθα:! Είθε τῶν ποθητῶν εἰς αὖθις ἀντιλαβέσθαι με ῥημάτων σου! Αλλ' εἰ καὶ νῦν οὐχ οἷόν τε, τάχιον τοῦτο ἐν τῇ ἀναστάσει κατίδοιμι, ἐν ᾗ τὴν τῶν ἀνθρώπων ἀνάπλασιν εὐαγγελιζόμενος, χαριέστερα τῇ Τεκούσῃ προσδιαλεχθήσῃ. Οὕτω δοξολογοῦσα, θείοις τὸ πανάχραντον ενταφίοις σῶμα, καὶ τιμίᾳ σινδόνι, τῇ εὐπρεπεῖ κατεκόσμει κηδεία. Ἐπεὶ δ᾽ ἐν τῷ θεοδόχῳ τούτῳ κατετέθη μνημείῳ, ὅ τε Ἰωσήφ, καὶ οἱ περὶ Νικόδημον, ὑποχωροῦσιν, αὐτῆς μόνης πρὸ τῶν θυρῶν αὐτοῦ παρακαθημένης, καὶ τὴν θείαν ἀνάστασιν ἀποκαραδοκούσης. Αλλ' & περὶ τούτων μὲν, τῇ αὔριον ταμιευέσθω λαμπρότητι, λόγος· νῦν δέ μοι προσήκον, τῷ ὑπὲρ ἐμοῦ πα θόντι τὴν εὐχαριστίαν ἐπιλογιζομένω σοι προσειπεῖν Δεσπότῃ τῷ τὴν ἄφατον ἀνοχὴν ἐπιδεδειγμένῳ· τ ἀνεξιχνιάστῳ συγκαταβάσει τὴν ἐμὴν ἀνάβασιν ἐκ τῶν καταχθονίων ἐνεργήσαντι. Υμνῶ σου τοίνυν τὸ μακρόθυμον καὶ ἀνεξίκακον, Κύριε· ὑμνῶ του τὴν ἀπόῤῥητον οἰκονομίαν· δοξάζω τὸ ἀνυπέρβλη τον ἔλεος, ὑφ' οὗ καμπτόμενος ἐμὲ τὸν κατακεκριμένον ἐδικαίωσας. Φιλῶ σου τα παθήματα, δι' ὧν ἐγὼ
col. 1489–1490page 82 of 109
PG 100:1489τῶν ἀτιμοτάτων ἀπηλλάγην παθῶν. Φιλῶ σου τὸν σταυρόν, δι' οὗ τὴν ἐμὴν κατεδίκασας ἁμαρτίαν δι' οὗ τῆς τοῦ θανάτου με καταδίκης ἠλευθέρωσας. Φιλῶ τοὺς ἤλους ἐκείνους, δι' ὧν τὸ τῆς ἀρᾶς ἐξεμόχλευσας ἐπιτίμιον. Φιλῶ τὰς διατρήσεις τῶν μελῶν, δι' ὧν τὰ τῆς ἐμῆς παρακοῆς ἐθεραπεύθη τραύματα. Φιλῶ τὸν κάλαμον, δι᾿ οὗ μοι τὴν ἐλευθερίαν ὑπέγραψας· δι' οὗ τὴν ἀλαζόνα τοῦ δρά κοντος ἐτραυμάτισας κεφαλήν. Φιλῶ τὸν σπόγγον τὸν τοῖς ἀχράντοις σου προσενεχθέντα χείλεσι, δι' οὗ μοι τὸ τῆς παραβάσεως πικρὸν εἰς γλυκύτητα μετα εσκευάσθη. Ως ἡδίστης ἂν τῆς χολῆς ἀπεγευσάμην ἐδωδῆς· ὡς εὐφροσύνου ἂν τοῦ ὄξους μετέλαβον στο ματος· ὡς βασίλειον ἂν διάδημα, τὸν ἀκάνθινον περιεθέμην στέφανον· ὡς διαυγέσι μαργαρίταις, τοῖς ἐμπτύσμασιν ἂν ἐκαλλωπιτάμην· ὡς ὑπερτίμοις τιμαῖς, τοῖς ἐμπαιγμοῖς ἂν ἐδοξάσθην· ὡς λαμ προτάτῳ κόσμῳ, τοῖς ῥαπίσμασιν ἂν ἐσεμνύνθην. Φιλῶν δή σε, Δέσποτα, τοῖς σοῖς ἐγκαλλωπίζομαι πάθεσι. Φιλῶ τὴν λόγχην, τὴν τὸ ἐμὸν χειρόγραφον διαρρήξασαν, τὴν τῆς ἀθανασίας πηγὴν διανοίξασαν. Φιλῶ σου τὴν πλευράν, ἐξ ἧς οἱ τῆς ζωῆς ἐρβύησαν ποταμοί· ἐξ ἧς μοι τὸ ἀέναον τῆς ἀφθαρσίας ἀνέβλυσε ῥεῖθρον. Φιλῶ σου τὰ ἐντάρια, δι' ὧν με κατακοσμήσας, τὰ τῆς αἰσχύνης ἀπημφίασας περικαλύμματα. Φιλῶ τὴν ὑπέρτιμον σινδόνα, ἣν περιθέμενος, τὴν τῆς υἱοθεσίας με στολήν περιέβαλες. Φιλῶ τὸν τάφον, ἐν ᾧ τὸ τῆς ἐμῆς ἀναστάσεως ἐκαινούργησας μυστήριον· ἐν ᾧ μοι τὴν τοῦ ᾅδου προωδοποίησας ἀνάδυσιν. Φιλῶ τὸν λίθον ἐκεῖνον, δι' οὗ με τοῦ ἐπὶ φόβου τοῦ θανάτου ἀπεφόρτισας ἄχθους. Τιμῶ τοὺς τῇ ζωοπαρόχῳ καθυπουργήσαντας ταφῇ, ὡς τῆς τοιαύτης τετυχηκότες χάριτος. Φιλῶ τὰς τῆς τεκούσης σε χεῖρας, ὡς ὅλῃ τῇ θείᾳ σου οἰκονομίᾳ καθα υπηρετησαμένης· ὡς πρώην μεν, τῇ κατὰ τὸν τόκον λειτουργία, νῦν δὲ τῇ τοῦ ἐνταφιασμοῦ μόνης ὑπερ καμούσης χρείᾳ· ὡς τὸ τίμιον ἀπαῤῥυσαμένας αἷμα ὡς τὸ πανάχραντον περιστειλάσας σῶμα. Δοξάζω δὴ ταύτην, ὡς μόνην τοῦ σωτηρίου κοινωνὸν ὀφθεῖσαν πάθους· ὡς τῆς εὐεργεσίας κήρυκα, καὶ τῆς ἀθανασίας εὐαγγελίστριαν, καὶ τῆς σῆς φωτοφανείας πρόξενον. Αλλ' ὡς ἐκεῖνον˙ πρώτη κατεῖδες καὶ εὐηγγελίσω, Δέσποινα, οὕτω καὶ τὴν νοητήν αὐτοῦ φανείης ἐν ταῖς ἡμῶν εὐαγγελιουμένη καρ δίαις ἐπίλαμψιν· ἐν αὐτῷ Χριστῷ τῷ γλυκυτάτῳ ἡμῶν φωτί, ὅτι αὐτῷ πρέπει δόξα, τιμὴ καὶ εὐχα ριστία, σὺν τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι· νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.. ΛΟΓΟΣ Θ'. Λόγος εἰς τὴν τῆς ἀχράντου Θεοτόκου ἐν τῷ τάρω παρεδρείαν, καὶ εὐχαριστήριος τῆς ὑπερο λάμπρου ἀναστάσεως. Φωνὴ ἀγαλλιάσεως προοιμιαζέτω σήμερον τὴν εὐ χαριστίαν ἡμῖν. Φωνὴ εὐφροσύνης προεξηχείτω, τὰ
col. 1491–1492page 83 of 109
Oratio IX
PG 100:1491τῆς παγκοσμίου ἀναστάσεως χαριστήρια. Φωνὴ τῇ παρούσῃ καταλλήλως λαμπρυνομένη φαιδρότητι σαλ πιζέτω τὴν δοξολογίαν. Κροτείτω τὰ νικητήρια τῷ τῶν αἰώνων καταλύσαντι πόλεμον· τῷ τὴν ἀκήρυ στον τροπωσαμένῳ μάχην· τῷ διὰ θανάτου τὰ τοῦ θανάτου καθελόντε βασίλεια· τῷ τὸν ἰσχυρὸν δεσμή. σαντι, καὶ τὰς ἀπ' αἰώνων ψυχὰς ὡς σκύλα διαρ πάσαντι. Σήμερον γὰρ ἡ ἄμαχος αὐτοῦ καταλέλυται τυραννίς. Σήμερον ὁ Βασιλεὺς τῶν οὐρανίων δυνά μεων μετά σαρκὸς τῷ ἀντιπάλῳ συμπλακείς, αὐτὸν μὲν καταβέβληκε, τὸ δὲ οἰκεῖον πλάσμα τῆς χαλεπής ἐξείλετο δουλείας. Σήμερον τὰ φοβερὰ καὶ σκοτεινὰ τοῦ ᾅδου ταμιεῖα κενώσας, εἰς τὴν ἰδίαν τοὺς τυραννουμένους μετέστησεν ἐξουσίαν. Σήμερον ὁ τῆς ζωῆς ἡμῶν ἀρχηγὸς, πρωτότοκος ἐκ νεκρῶν γενόμενος, τὴν τῆς ἀθανασίας ἡμῖν ὁδὸν ἀνεκαίνισε. Σήμερον τῶν καταχθονίων οὐρανοὺς τῇ φύσει ἀντικαταλλάτο τεται, καὶ τῇ τὸν ἀμειδὴ κατακεκρυμμένη χώραν ἀνθρωπότητα, την φωτοειδῆ καὶ θείαν ἀπέγραψε κατοικίαν. Σήμερον ὁ τῆς δικαιοσύνης λαμπρότατος Ηλιος τάς χρυσοφαεῖς βαλὼν τῆς ἀναστάσεως ἀκτί ναι, τὴν οὐράνιον εὐπρέπειαν, καὶ ἐπίγειον εὐχα σμίαν ἀσυγκρίτως ὑπερελάμπρυνεν. Σήμερον τὴν γλυκεῖαν καὶ ὑπερευφρόσυνον τῆς χαρᾶς ταῖς μυροφόροις ἐπαφιείς φωνήν, προῤῥίζους τὰς τοῦ γένους, καὶ ἀνείλησε, καὶ ἐξηφάνισε λύπας. ᾿Αλλὰ δεῦρο πᾶσα γλῶσσα τῆς χάριτος μετεσχη αυτα συναρμοττέτω μοι τὴν εὐφημίαν. Ἐπαμυνέτω μαι τυραννουμένῳ τῷ πόθῳ, ἀμηχανοῦντι δὲ τῷ λόγῳ. Οὗτος γάρ, οὗτος ὁ τῶν ὑπερφυῶν καταναγκάζων ἅπτεσθαι. Οὗτος ὁ πρὸς τὰ ὑπὲρ οἰκείαν δύνα μεν συνωθῶν. Οὗτος ὁ τῆς οἰκείας ἐκλαθέσθαι φύσεως παρασκευάζων. Τούτῳ πάντας ὑπείκειν οὐκ ἄδοξον. Χρέος γάρ ἐστιν, εἰ καὶ τῆς ἀντιδόσεως ἀποδέον, καὶ τῶν παρασχεθέντων ἀγαθῶν οὐκ ἐπάξιον. Ἀλλ' ἀποδιδόσθω πρὸς τῆς λογικῆς ἁπάσης φύσεως· τού των τῶν ὑπερέκτισιν ὀφειλῶν τοῦ δεδωκότος ἀντικα ταλλαττομένου. Ἐμοὶ μὲν, ὦ θεία φιλότης, οὐ μόνον δι' αὐτὸ τοῦτο ὑπόχρεον εἶναι, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὑπό σχεσιν ἐξεγένετο, ή τις προεπαγγελθεῖσα πρὸς τοὺς [ἔσ. τῶν] χρέων ἀπαιτεῖται. Τίς δὲ αὕτη καὶ οἷα; προστεθῆναι καλόν. Ηδη τοίνυν ἐν τοῖς φθάσασι πρὸ τῆς τοῦ ζωοδόχου μνημείου θύρας τὴν ὡς λόγος [σ. ὁ λόγος] καταλιπών Μητέρα τὰ κατ' ἐκεῖνο, και αὐτὴν τῇ σήμερον ἑταμιεύσατο φαιδρότητι. Οὕτω γὰρ καὶ τὸ προσκορὴς εἶναι διέφυγε, καὶ τὸ ἀκόλου Που διετήρησεν. Ἐπειδὴ δὲ χάριτι τοῦ ἀγαγόντος πρὸς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ χρέους ἀπηντήκαμεν, ἐγὼ ταύτην ὡς οἷόν τε πληροῦν ἐπειγόμεθα [ῖσ. ἐπείγου μαι]. Ἔστι δὲ περιδέξιος τοῦ λόγου μεταχείρησις, ἡ τῆς μυριάθλου Μητρὸς ἐν τῷ τάφῳ παρεδρεία, περὶ ἧς αὐτός τε δηλαδὴ καὶ ἡ ὀφειλή προσυνέστη. Αὕτη γὰρ μόνη, τῶν ἁπάντων ὑποχωρησάντων, ἅτε μόνη τῷ σφοδρῷ τῶν σπλάγχνων διαφλεγομένη πυρί,
col. 1493–1494page 84 of 109
PG 100:1493καὶ τῆς πίστεως, καὶ ἀνδρείας ἀμετατρέπτῳ πεπη γυῖα παρεκάθη τότε καὶ διεκαρτέρει, καὶ ἀκοίμητα ἀμφότερα τὰ ὄμματα διετήρει. Εἰ γὰρ καὶ τὴν Μαγδαληνὴν σὺν τῇ ἄλλῃ ἀπέναντι τοῦ τάφου κεκαθικέναι, ὁ θεσπέσιος ἔφησε Ματθαῖος, ἀλλὰ πρὸς τὸ θεω ρῆσαι μόνον, μηδ' ἐν αὐτῷ τοῦ ἐνταφιασμοῦ τῷ καιρῷ προσπελάσαι τολμώσας. Ὅθεν αὐταῖς καὶ ὑποκεχω ρηκέναι συνέβη δέει τῶν Ἰουδαίων, καὶ τῇ τῆς κουστωδίας ἐλεύσει. Ασφάλειαν δὲ τῷ λόγῳ αὐτὸς ἐκεῖ νος παρέχεται λέγων· Οψὲ Σαββάτων τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν Σαββάτων ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ, καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον. Οὐκ ἂν δὲ τὰς παραμενούσας έληλυθέναι ἔφη, εἰ μὴ καθάπερ οἱ λοιποὶ, καὶ αὐταὶ ὑποκεχωρήκεσαν. Τινὲς μὲν οὖν τὴν ἄλλην λεγομένην Μαρίαν, τὴν ἀνερμήνευτον ὑπειλήφασιν εἶναι, μητέρα ἣν Ἰωσῆ αὐτάς τε προλαβὼν εἶπε, καὶ ὁ Μάρκος σαφέστερον ὑπο δηλοί λέγων· 'Η δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ, καὶ Μαρία ἡ Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται. Τινὲς δὲ καὶ τὴν Ἰακώβου προσαγορευθείσαν ὑπετόπασαν, ἣν καὶ αὐτὸς οὗτος ἑτέραν εἶναι παρὰ τοῦ Ἰωσῆ λέγει, καὶ ἡ ἀλήθεια διαβεβαιοί. ᾿Αλλὰ στοχασμὸν οἶμαι ταῦτα [ τῶν ἐρευνώντων] τὸ μὴ τῇ ἀληθείᾳ τοῦ πράγ ματος εἰσβαλλόντων, ἐρεῦναι οὐκ ἐκ φανεροῦ τινος τεκμηρίου, ἀλλ' ἐξ ἀδήλων μόνον ἀφανῶς ὑπονοουμένων. Πόθεν γὰρ λαβόντες τὴν τοιαύτην ἔπλασαν μετωνομασίαν; Ὅπου δι᾿ ὅλων τῶν θείων εὐαγγελίων τῇ κυριωτάτῃ ταύτῃ τῆς Μητρός μετὰ τὴν ἀπόρρη τον κύησιν προσαγορευομένην ὁρῶμεν κλῆσιν. Παρ έλαβε γάρ, φησί, τὸ παιδίον, καὶ τὴν μητέρα αὐτ τοῦ. Καὶ, Ἧν ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ ἐκεῖ. Καὶ πάλιν Λέγει ἡ μήτηρ αὐτοῦ τοῖς διακόνοις. Και, Κατέβη εἰς Καπερναούμ αὐτὸς καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ. Καὶ, Η μήτηρ σου, καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκεσαν ἔξω. Και, Εστήκεσαν παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ, καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ. Καὶ ὁ Λουκᾶς φησιν ἐν ταῖς Πράξεσιν· Οὗτοι πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες τῇ προσευχῇ σὺν γυ ναιξὶ, καὶ Μαριάμ τῇ μητρὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Καὶ καθάπαξ οὐκ ἔστιν ἰδεῖν που μετωνομαζομένην, ἢ πατρόθεν, ἡ ἐκ συγγενικής σχέσεως καλουμένην τὴν ἰδιαιτάτην, καὶ τετιμημένην, καὶ κεκλημένην προσηγορίαν. Εστι δὲ καὶ βεβαιοτέρα τῷ πράγματι μαρτυρία, ἡ ἀληθεστάτη των θεολόγων ἱστορία. Ηνίκα μὲν γὰρ αὐτὴν ὁ ἡγαπημένος μαθητὴς ἐγγύς τε εἶναι, καὶ σχεδὸν τοῦ θείου σταυροῦ προψαύειν ἔφησεν, οἱ λοιποὶ ταύτας ἀσυμφώνως μακρόθεν ἑστάναι, καὶ τὰ δρώμενα κατανοεῖν ἀνιστόρησαν. *Ησαν γάρ, φησὶν ὁ Ματθαῖος, ἐκεῖ γυναῖκες πολλαὶ ἀπὸ μακρόθεν θεωροῦσαι, ἐν αἰς ἦν Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ, καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου, καὶ ἡ Ἰωσή Ἰακώβου· η Καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰα κώβου, καὶ Ἰωσή μήτηρ ἡ τοῦ Ἰωσὴ μήτηρ.
col. 1495–1496page 85 of 109
PG 100:1495μήτηρ, καὶ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου. Τα τε οὖν καὶ ὁ Μάρκος καὶ ὁ Λουκᾶς τῷ ἀορίστῳ καθ υποφαίνουσιν. Εἰ δὲ καὶ συμπεριείναι ταύτῃ τὴν τοῦ Κλωπά, καὶ τὴν Μαγδαληνὴν ἐν τῷ σταυρῷ γέγρα σαι Μαρίαν, τῷ ἀποδεδομένῳ λόγῳ συμπαραγενές σθαι ταύτας πιστευτέον. Οὐκοῦν οὐδεμία τῶν εἰρη μένων ἐστὶν ἡ πολυώνυμος, καὶ κατὰ τόδε τὸ χωρίο. ὀνομάσθη τομένων. Ἐκεῖναι μὲν γὰρ δὲ ὅλης τῆς νυκτὸς καὶ εἰσεσαν, καὶ ἐξήεσαν τοῦ τάφου, και τοῖς ἀποστόλοις τὰ θεωρούμενα κατεμήνυον, ἔθε, αὐταῖς οὐδὲ τὰ πλείονα τῆς ἀναστάτως συμβέθηκε κατιδεῖν θαύματα· ἡ δὲ ἀμετακινήτως ἀπέναντι τούτου παρακαθημένη, πάντα τρανότερον κατείδε, καὶ οὐ παραυτίκα, μετὰ δὲ ταῦτα καὶ ἐξεῖπεν. Ἐπεὶ πῶς ἂν κατὰ τὸ αὐτὸ τόν τε σεισμόν, καὶ τὴν τοῦ ἀγγέλου καταφοίτησιν, τήν τε τοῦ λίθου μετα κίνησιν, ἔτι μὴν καὶ τὴν τῶν φυλάκων νέκρωσιν, καὶ αὖθις διεγρήγορσιν, καὶ τήν τινων αὐτῶν εἰς την πόλιν ἀναχώρησιν, ταῖς ἀπιούσαις, καὶ πάλιν ένδημούσαις προσεγένετο θεωρῆσαι, εἰ μὴ οὐ παρῆν διηνεκῶς ἐγκαρτερούσα, καὶ διαπυρότερον έγρηγο. ρυῖα; Οὕτως γὰρ οὐ κατ' ἐκεῖνον μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀφ' οὗπερ ὁ Δεσπότης κατεσχέθη, σαφέστερον πάντων εθεάσατο τὰ συμβαίνοντα, μηδ' όλως τούτου διαστάσα, μηδὲ τὸ τυχὸν ταῖς τοῦ σώματος ἀνάγκαις ὑπενδοῦσα, ὕπνῳ τε, φημί, καὶ τροφῇ, μέχρις ἂν τῆς ζωηφόρου κατετρύφησεν ἐγέρσεως. Τὸν μὲν γὰρ λίθον ἀποκεκυλισμένον αἱ μυροφόροι καὶ τὸν ἄγγε λον ἐπ' αὐτὸν καθήμενον ἐθεάσαντο· πόθεν δὲ, καὶ πῶς [καὶ] ταῦτα ἐπράχθη οὐκ ἔγνωσαν. Ὁ μὲν γὰρ Ο Ματθαῖος μεθ' ἧς έτυχε ἔτυχον] θεωρίας, καὶ τὰ πρὸ τῆς παρουσίας αὐτῶν ἀναγράφει· ὅπερ ἐστὶν ὁ σεισμός, ἥ τε τοῦ ἀγγέλου κατάβασις, καὶ ἡ τοῦ λίθου μετάθεσις· οἱ δ᾽ ἕτεροι, τήν τε τῶν ἀγγέλων ὀπτασίαν μόνην, καὶ τὴν πρὸς ἑαυτὰς αὐτῶν διάλεξιν, ὧνπερ δὴ καὶ ἔτυχον, ἀνιστόρησαν· ἀλλὰ γὰρ κἀκεῖνος διὰ τοῦ παρωχηκότος χρόνου, τὸ αὐτὸ τοῦτο δηλοῖ. Αγγελος γὰρ Κυρίου, φησί, καταβὰς ἐξ α ρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλησε τὸν λίθον, καὶ ἐκά θισεν ἐπάνω αὐτοῦ. Τὸ δὲ, ἐκάθητο, τὸν μετὰ τὴν ἔλευσιν, τὸν δὲ πρὸ ταύτης διασημαίνει χρόνον. Μένη τοίνυν τὰ πρὸ αὐτῶν, καὶ τὸν γλυκὺν ἐκεῖνον, καὶ ἑδραστικὸν ἡ Μήτηρ οἷός σεισμόν· ὅς τοὺ; ἀπ᾿ αἰῶνος μὲν ἀφύπνωσε νεκρούς, τοὺς δὲ ἐγρηγορότα; ἐκοίμησε φύλακας. Δι' οὗ μοι δοκεῖ, καὶ τῆς θείας ἐξαναστάσεως αὐτῇ πρώτῃ δεδόσθαι τὰ εὐαγγέλια καὶ ὡς ἐνῆν τῆς ἀρξή του οικονομίας κατατρυφῆσαι καὶ θέας, καὶ λαμπρότητος τοῦ Υἱοῦ· Μητρί τε γὰρ οὔσῃ, καὶ μόνῃ τὰ τῆς οἰκονομίας εμπεπιστευμένῃ μυστήρια, μόνῃ καὶ τὰ τῆς ἀναστάσεως ὁ Δεσπότης καθυπωείκνυσι παράδοξα· οὐχ ὑπὲρ ἀποστόλους καὶ μυροφόρους, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ ἀγγελικὴν καὶ νοεράν μύησιν. Οὕτω τοίνυν αὐτὴν μὴν ἀμέσως καὶ πρώτ τως ἡ τῆς ἐγέρσεως κατέλαμψε φαιδρότης· ταῖς δὲ Τῷ ἀορίστῳ ἀρίστῳ
col. 1497–1498page 86 of 109
PG 100:1497μυροφόροι; εὐχ ὁμοίως, ἀλλὰ διά τε τοῦ ἀγγέλου, καὶ τῆς τοῦ λίθου μεταθέσεως μηνύεται. Ἐπειδὴ γὰρ ἀσθενέστερον διακειμένοις, οὔτε ἀθρόον, οὔτε δι᾿ ἑνὸς ἀνακαλύπτεται τρόπου· ἀλλὰ τὴν μὲν [ῖσ. τῇ μέν· τῇ δὲ] δι' ἀκοῆς περὶ αὐτῆς τῷ τοῦ ἀγγέ του λόγῳ, τὴν δὲ δι' ὄψεως τῇ τοῦ λίθου μετακυλίσει δέχονται πίστιν. Διὸ κατὰ βραχύ πρὸς τὸ μυστήριον χειραγωγηθείσαις, αὐτὸς ἐκεῖνος ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνά στατι; ἐπιφαίνεται. Οὕτω γὰρ ἡ αὐτοῦ σοφία καὶ σύνεσις διωκονόμη σεν, ὡς ἂν μὴ ἀθρόον παραδειχθείς, φάντασμα ὑπὲρ ἔκπληξιν, καθάπερ καὶ τῶν μαθητῶν τισιν ὑποτο πηθῆναι δοίη· ἢ καὶ πιστευθεὶς εἰς ἔχνούν τι καὶ ἀκάθεκτον τῇ τῆς χαρᾶς ἐπιτάσει συνεθισθῆνα συνωθησθ.] πιστευσάσας. Εἰ γὰρ καὶ τούτου γενο μένου, φανέντος αὐταῖς ἀταμιεύτῳ τινὶ καὶ ἀκρα τήτῳ χρώμεναι τῇ ὁρμῇ, τῶν ἀχράντων ἐφήπτοντο ποδῶν· εἰ μὴ οὕτω διῳκονόμηται, ποίας ἂν οὐκ ἐξ έβησαν ευταξίας τῷ σφοδροτάτῳ τῆς χαρᾶς τυραννούμενα:; Καὶ ὧδε μὲν ταῖς περὶ Μαρίαν τὰ τῆς ἀναστάσεως· τῇ δὲ Μητρί, μυστικώτερόν τε καὶ οἰκειότερον ἀνακαλύπτεται. Θέα δὴ τὸ γνωριμώτατον καὶ γνήσιον τῆς ὑπὲρ ἔννοιαν αὐτῆς συνέσεως, ὅπως οὔτε ταῖς μυροφόροις δι' ἑαυτῆς, οὔτε τοῖς ἀποστόλοις ταῦτα προευαγγελίζεται· ἐνδίδωσι δὲ μᾶλλον αὐτόπτας γε νομένους βεβαιοτέραν κατασχεῖν τὴν ἀλήθειαν. Οὔ τως γὰρ αὐτῇ πανσόφως, καὶ δι' ὅλης τῆς οἰκονομίας διώκεται, τὸ μὴ δι' ἑαυτῆς τὰ προεγνωσμένα, ἐκ Θεοῦ δὲ καὶ αἰτεῖν, καὶ μεσιτευούση μεσιτεύουσαν] διδόναι τοῖς προσήκουσι. Πρώτην τοίνυν καὶ τρανοτέρως τὰ τῆς θείας εγέρσεως οἱ κήρυκες ειδή τις μεμνημένην μεμνημ.] τὴν Μητέρα· δι' αὐτῆς γὰρ καὶ τὸ ἀσφαλέστερον τῶν μυροφόρων εἶ χον, οὐδ' ὅλως ἐν τοῖς κατ' ἐκείνην λόγοις μεμνήσθαι ταύτης προῄρηνται, σοφίᾳ δηλαδὴ τῇ κατ᾿ ἀλλήλων καταλλήλως, καὶ τῇ τοῦ Πνεύματος χειραγωγούμενοι προμυθείᾳ. Μάρτυρά τε γὰρ αὐτὴν αὐτῆς παραγόμενοι, καὶ τὴν οἰκείαν περιποιεῖσθαι δόξαν ὑπονοουμένην, τὸ ὕποπτον εἶναι δοκεῖν τὴν μαρτυρίαν τοῖς ἀπειθοῦσι παρείχον. Διὸ καὶ καθηκόντως ἐνταυθεῖ τὰ περὶ αὐτῆς παραλιμπάνουσιν. ᾿Αλλὰ τῶν λίαν ἂν φαίην καλῶν τῇ νῦν φαιδρότητι, εἰ τοὺς ἡνίκα παρακαθημένη εὐχαριστηρίους προσῆγε λόγους, ἐκείνη, ἡμεῖς ἀναλαβόντες νῦν συν ἀρξαιμεν. Καὶ γὰρ ἐφ' ἡσυχίας τὸν πρὸ τῆς ἀνα στάσεως διατελοῦσα χρόνον, τό το παράδοξον καὶ διανοουμένη, καὶ μελετῶτα μυστήριον, και κατά μένας τῷ τὴν φρικτὴν οἰκονομίαν πληροῦντι προσ ομιλοῦσα, τοιαῦτα ἐν ἠρεμία καὶ ἰδίᾳ διεξείη φθογγῇ. • Σύ, φησί, Κύριε, ἀπαθὴ καὶ ἀνώλεθρον Ταῖς περὶ Μαρίαν Μαγδαληνήν
col. 1499–1500page 87 of 109
PG 100:1499τὴν τῆς θεότητος κεκτημένος φύσιν, τῇ προσληφθείσῃ πέπονθας ὡς ἄνθρωπος. Σύ, φησί, τῶν πατριο κῶν μὴ χωριζόμενος κόλπων, ἐν τοῖς κενεῶσιν ἐν διατρίβεις τῆς γῆς. Σὺ ἀπερίγραπτος ὢν ἐν τῷ παντὶ θεϊκῶς, ἐν μνημείῳ σωματικῶς περιγράφη. Οὕτως δικαίων σε δεξάμεναι ψυχαι χορεύουσι. Τοι αύταις σε τὸν λυτρωτήν δεξιοῦνται ταῖς φωναίς. Οὕτω τῇ ἀποῤῥήτῳ σου καταλαμπόμεναι φαιδρότητι, τὴν ἀνεκλάλητον ἀνακηρύττουσι φιλανθρωπίαν. Αλ δεῖξων καὶ τοῖς ἐγκοσμίοις τὰ τοῦ πολέμου τρόπαια. Φάνηθι, παρὼν ἀοράτως μετὰ τῆς προσηκούσης ὡραιότητος. Λάμψον ἐν τοῖς πέρασι τὴν αἴγλην της ἀναστάσεως. ᾿Ανάστηθι σωματικῶς, ὁ ἀκράτητος θεῖ κῶς. Εξεγέρθητι οὖν, ὁ εἰς αἰῶνας ἀκοίμητος. Εξ εγέρθητι ταῖς τῶν ἀνυμνούντων σε λαῶν κυκλο θησόμενος συναγωγαῖς. Ἐξεγέρθητι τῶν σῶν μὲν εἰς ἄμυναν πενήτων, τῶν δὲ ἐναντίων δυνάμεων εἰς τὸν τῆς πανωλεθρίας σκορπισμέν. Δεῖξον, Ηλιε τῆς δικαιοσύνης, τὰς τῆς ἀναστάσεως ἀκτῖνας. Φανάτωσαν αἱ τῆς νίκης ἀστραπαὶ τῇ οἰκουμένῃ. Γνωσθήτωσαν πᾶσι ταῦτα τὰ σωτήρια πράγματα. Ειδέτωσαν πτωχοὶ καὶ εὐφρανθήτωσαν. 18:28 κἀγὼ ποθεινὴν ποθεινοτάτου Δεσπότου θέαν. Ἴδοιμε ὑπερφυοῦς Υἱοῦ ὑπερωραία κάλλη. Θεάσουμε δεδ ξασμένου Θεοῦ διανίσχουσαν δόξαν. 'Ακούσαιμι θείας φωνῆς ἡδέα καὶ χαρίεντα προϊεμένης ῥήματα. Ως πρώτῃ τῆς παρουσίας τῇ μητρὶ, οὕτω καὶ τὴν τῆς ἐγέρσεως φάνηθι χαρὰν ευαγγελιζόμενος. Φάνηθ:, ὁ διὰ παντὸς αὐτῇ συνών, καὶ ἀκατάβλητον διατηρῶν.» Οὕτω τῇ θεολόγῳ καὶ μυροφόρῳ Παρθένῳ, καὶ ἀν υμνούσῃ, καὶ ἱκετευούσῃ πρώτῃ τὴν τῆς ἀναστάσεως ὁ Υἱὸς καθυποδείκνυσι λαμπρότητα, καὶ ὡς ἐνῆν μυήσασθαι, καὶ τιμῆσαι Μητέρα, τῇ τῆς οἰκείας εμφανείας προτιμῇ παρουσία. Εἰ γὰρ καὶ τῇ Μαγδαληνὴ προσφθῆναι γέγραπται, ἀλλὰ τῶν ἀποστόλων νοητέον, καὶ τῶν λοιπῶν μυροφόρων. Ἡ γὰρ δὴ τεκοῦσα, καὶ πρὸ τῆς νοερᾶς τῶν ἀγγέλων μνήσεως, τὰ τοῦ τεχθέντος καθορᾷ μυστήρια. Απάντων γὰρ ὑπερ λεγομένη τῷ πόθῳ, καὶ ὑπεραθλοῦσα, καὶ μόνη διακαρτερούσα, πρώτη καὶ τῶν κατ' ἀξίαν τυγχάνει δωρεῶν. Ἔδει γὰρ πρώτην τὴν παγκόσμιον ὑποδέξασθαι χαράν, τὴν τοῦ πληρώματος ἡμῖν αἰτίαν τῆς τοιαύτης ὀφθεῖσαν εὐφροσύνης· τὴν μόνην τὰ ἀπόλ ρητα πεπιστευμένην· τὴν ταῖς ἀπείροις τοῦ πάθους προτετρωμένην ῥομφαίαις. Ἔδει τὴν μόνην τῶν οι Θεολόγῳ. Θεολόγο:, περί Θεολογίας, νέος Θεολόγος ὁ Θεολόγος ό ὁ ῥήτωρ μυροφόρῳ, μυροφόρον
col. 1501–1502page 88 of 109
PG 100:1501σκυθρωπῶν κοινωνὸν τῷ Υἱῷ γενομένην, μόνην καὶ ἡ τῆς θείας ἐκείνης προαπολαύσαι θυμηδίας. ᾿Αλλὰ τὶς ἂν νόησις τὴν παραδεχθεῖσαν αὐτῇ και ταστοχάσαιτό σου, Δέσποτα, δόξαν; τίς τὰ ἀμήχανα σου κάλλη νοερά κατανοήσειε φύσις, ἅπερ ὡς Μητρὶ διανεκάλυψας τότε; Ω οἷα φαιδρότης ταύτῃ κατ εφάνης! Οἵῳ δ' ἔρωτι τὴν κτίσιν τηνικαῦτα κατελάμπρυνας ἅπασαν! Οἷα φωτοφάνει θέα τοῖς ἐγκοσμίοις ὤφθης! Να τοῦ ἡδέως ἐκείνου, καὶ κήρυκος τῆς ἀναστάσεως γενομένου σεισμοῦ εὐωδία τὰ πάντα διέπνευσεν! Οἷα τὰ μύρα σου τοῦ ἀκενώτου μύρου ὑπερβλύσαντος ἡ γῆ ἀνέδωκεν! Ο πῶς εἰς τὸ καινότερον ἡ σύμπασα τότε μετεμορφώθη διακόσμησις! Πῶς πρὸς τὸ εὐρυθμότερον μετεσκευάσθη στοιχεία; Πῶς ὁ ἀὴρ ταῖς γαλήναις καὶ γλυκείαις κατεκοσμήθη διαπνοαίς; Τίνα τὰ τοῦ χοροῦ τῶν ἀστέρων διανα τείλαντα κάλλη; Οίαι τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων διαυγές στερα βολα!! Τίς ἡ τῆς οὐρανίου διακοσμήσεως τερ πνότης! Τίς ἡ τῶν ἀγγέλων συγκεκροτημένη χοροστασία! Τίς ὁ ἡδὺς αὐτῶν τῆς δοξολογίας ἦχος! οἴαις ταῖς θείαις ἐνωραΐζοντο τότε λαμπρότησιν! Οταν οἱ τῆς σῆς ἐγέρσεως κήρυκες περιέχειντο φαιδρότητα! Οίαν τὴν ὁραθεῖσαν δόξαν καὶ καλλονὴν παρ έδειξαν! "Ω φωνῶν καὶ λόγων ἐκείνων τῶν κατὰ τοῦ πολεμίου μηνυσάντων νίκην· τῶν κηρυξάντων τὴν τοῦ θανάτου κατάλυσιν· τῶν τὴν ζωήν σε καὶ ἀνάστασιν τοῖς ἐπιγείοις εὐαγγελιζομένων! Ὢ γλυ κείας καὶ ὑπερέκεινα παντὸς ἐφετοῦ φωνῆς σου τῆς τὴν χαρὰν τῷ κόσμῳ διὰ τῶν μυροφόρων ένηχησά σης τῆς τὰ λυπηρὰ τῆς ἁμαρτίας διαῤῥηξάσης δεσμά τῆς εὐφροσύνην ταῖς τῶν ἁπάντων ἐνοικησάσης ἀκοαῖς. Εδει γὰρ τὴν αὐτοχαράν, καὶ θυμη Βίαν τοιούτῳ προκηρύγματι τῇ τῶν ἀνθρώπων προοιμιάσασθαι κλήσει, τοιούτῳ περιχαρεῖ προσφθέγματι τοῖς τῷ λυπηρῷ τῆς ἁμαρτίας ενεχομένοις ἐπιτιμίῳ προσομιλῆσαι τοιαῦτα, καὶ τῆς παρουσίας, καὶ τῆς εὐεργεσίας του προδραμείν Εὐαγγέλια. Εσκίρτησεν ἡ σύμπασα κτίσις. Τότε διεπέτασαν οἱ οὐρανοὶ τάς πύλας, καὶ ὡς ἰδίαν τὴν τῶν γηίνων εἰσεδέξαντο ἀγγελίαν. Πγαλ λιάσαντο αἱ νοεραὶ δυνάμεις, καὶ τῇ ἀνθρωπίνῃ συν ηδόμεναι θυμηδία, κοινὴν τὴν ὑπερευφρόσυνον χο- 1 ρείαν ἐπεκρότησαν. Κατελάμφθη τηνικαῦτα, ὅ τε νοητὸς καὶ ὁ αἰσθητός κόσμος. Διηλάθησαν ἐκ τῶν περάτων ἀθυμίας νέφη, καὶ εὐθυμίας ἀκτῖνες τὰ πάντα περιειλήφασιν. Ἐξεδύθη τὸ κατηφὲς ἡ και τάκριτος φύσις, καὶ τὴν τοῦ φωτὸς περιεβάλλετο στολήν. Διεσχίσθη τὸ τῆς κατάρας χειρόγραφον εὐλογίας ἀντεγράφησαν ἐπαγγελίαι· πάντα τῷ και νοποιῷ τοῦ Χαίρετε προσφθέγματος τῆς ἡδίστης και ἀδιαδόχου σου πεπλήρωται χαρᾶς. Αὐτῷ ἀγαλλίαμα γὰρ ἦν [ αὐτὸς γὰρ εἰ] εὐφροσύνης ἀπίσης, καὶ κήρυξ καὶ αἴτιος, ἀγαθῶν ποιητικός, καὶ θυμη δίας παρεκτικός, ζωή, καὶ ἀνάστασις, καὶ ἀναφαί μετον ἐγκαλλώπισμα. Φῶς γλυκύ, καὶ ὑπερπόθητον θέαμα γαλήνη νοουμένη, καὶ εἰρήνη παραγενομένη Ο Ο
col. 1503–1504page 89 of 109
Oratio X
PG 100:1503αυτοσοφία, καὶ δύναμις, καὶ συνέσεως πάροχος, ἀφθαρσία, καὶ ἀϊδιότης, διαμονή τε καὶ τερπνότης, καὶ μόνη μόνιμο;] ὡς ὡραιότης, καὶ ἀναλλοίωτος. Κάλλος ἀνόητον, καὶ εὐμήχανος εὐπρέπεια, αὐτοαγιότητι αὐτοαγιότης τε] καὶ τιμὴ, καὶ δικαιοσύνη, καὶ ὑπερδεδοξασμένη δόξα· μόνος εἰ ἔφεσις ἀμείωτος, καὶ πόθος ἀκατάσχετος· ἀνώνυμόν τε ὁμοῦ, καὶ πολυώνυμον, καὶ ὑπερεπιθύμητος καλλονὴ. "Ω πόσα μετὰ τῆς ἀνεκλαλήτου σου ὡραιότητος διάνοια περιωδίνειν ὀνόματα βούλεται! διείργεται δὲ τῇ τε οἰκείᾳ ἀσθενείᾳ, καὶ τῇ τῆς γλώτα της ἀπορεία. Ἀλλὰ σὺ ὡς μυριώνυμον καὶ ἀκατονόμαστον ἀγαθὸν, καὶ πάσης ἐφευρετικής προσηγοριῶν ἀνῳκισμένον ἐπινοίας, μὴ τοῖς λόγοις, τῷ δὲ τῆς γνώμης προσανέχων διαπύρῳ, ἥκεις τὴν χαρὰν " ἡμῖν εὐαγγελιούμενος, ἣν φθάσας διὰ τῶν μυροφόρων προευηγγελίσω. Λαμψάτω καὶ νῦν ἡμῖν τὸ φαιδρότατον τῆς ἐπιφανείας σου φέγγος. Είδοιμεν νοη τῶς νοητοῦ ἡλίου υπερωραία κάλλη. Κατατρυφήσω μεν ποθεινῶς τοῦ Δεσπότου ὑπερεπιθυμητής θέας. Ακούσαιμεν θείας φωνῆς ἡδύ τι καὶ χαρμονικών ἐπιφωνούσης κήρυγμα· λάβοιμεν τῆς σῆς εὐμενείας ὑπερευφρόσυνον ἀγγελίαν. Εχωμεν μυροφόρον, δι' ἧς ἡμῖν τὴν ἀναφαίρετον καταμηνύσης χαράν δι' ἧς τὴν εὐωδίαν τῶν σῶν ἡμῖν διαπορθμεύσης εὐεργεσιῶν· τὴν τὸ ἀκένωτόν τε μύρον ἐπικομίσασαν· τὴν τὸ ἀγαλλίαμά σε, καὶ ζωὴν καὶ ἀνάστασιν, καὶ προξενίσασαν ἡμῖν, καὶ κηρύξασαν· ἧς τὰ τῆς και θαρότητος ὑπὲρ πᾶσαν μυρωδίαν ὀσφρανθεὶς ἀρώ ματα, ἐν αὐτῇ μὲν ἐσκήνωσας, ἡμῖν δὲ δι' αὐτῆς ἐπεδήμησας. Δι' αὐτῆς δή, φιλάγαθε, καὶ τὴν τῆς χαροποιοῦ καταλλαγῆς σου προκηρύξας παρουσίαν, ἧκε τῶν μὲν παρόντων ὡς ἐκ μυχῶν ἡμᾶς ἐξαιρησόμενος κατωτάτων, εἰς δὲ τὴν ἀγήρω προοδοποιήσας ζωὴν, ταῖς ἀνωτάτω τῶν ἑορταζόντων συναρίθμησον χορείαις· σὺ γὰρ εἶ καὶ φῶς, καὶ ζωὴ, καὶ ἀνάστασις, καὶ τῶν ἐν οὐρανοῖς εὐφραινομένων ἡ θυμηδία· καὶ σοι πρέπει δόξα, τιμή, καὶ προσκύνησις σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι· νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. ο ΛΟΓΟΣ Ι'. Εγκώμιον εἰς τοὺς ἁγίους καὶ θαυματουργούς φο ἀναργύρους Κοσμᾶς καὶ Δαμιανόν. Τὴν σὴν, ὦ τῶν καλῶν ἐραστὰ, θαυμάζειν μὲν ἐμοὶ περὶ τὴν εὐσέβειαν ὁρῶντι σπουδήν, ἐγγίνεται ἐκπλήττεσθαί τε καὶ φρίττειν, τὸ τοῦ προστάγματος σκοποῦντι φορτικόν, προκρίνεται. Εἰς τοσοῦτον
col. 1505–1506page 90 of 109
PG 100:1505γὰρ φιλοθεΐας ευγνωμόνως διαναβέβηκας, ὡς καὶ τῶν μεγίστων τυχεῖν ἐφίεσθαι, καὶ τῆς ἀμηχάνου τούτων εὐφημίας, πολλοὺς ἐκκαλεῖσθαι πρὸς ἀνά ληψιν. Δεῖ δὲ, μὴ τῆς τοῦ ἐπιτάττοντος τὸ ὑπερφυές ἡμῖν ἐννοοῦσιν ἀξιώσεως, τῆς πρὸς εὐσέβειαν αὐτοῦ τὸ ἧττον ἀπενέγκασθαι προαιρέσεως· παριστᾷν δὲ τὴν εὐγνώμονα γνώμην, εἰ καὶ πάντη τῶν κατ' ἀξίαν λόγων τῆς παρούσης ἐκπίπτοιμεν ὑποθέσεως· ἀλλὰ τῆς γε τοῦ προτιθέντος αὐτὴν μὴ ἀποδέειν προθυμίας. Ἔχει μὲν γὰρ καὶ αὐτὴ τὸ διάπυρον, ἔρωτι τῶν ἀγαθῶν ἐκκαιομένη, κατέχεται δὲ, καὶ τῆς φλογὸς διαιρουμένης διύγρῳ τινὶ καθάπερ ὕλῃ, καὶ τὸ ἀδιεξόδευτον ἐπιπροσθούσῃ, τῷ τῶν πραγμάτων ὑπερόγκῳ τε ἅμα καὶ ὑπὲρ δύναμιν· πειρᾶται δ' ὀπῆς τινος λαβομένη, καὶ λίαν σπουδαίως, εἰς φα νερὸν τὴν τῶν κατ᾿ εὐπορίαν λόγων ἐξενεγκεῖν ἀκτῖνα. Σὺ μὲν οὖν ὁ πρὸς τούτους ἐπαλείφων, ἄριστε, τάχα τὰς συνήθεις τῶν ἐγκωμίων προθε… ἐπισ ζητήσεις αὐξήσεις, ἐπιδεικτικῇ τινι περιεργία ταύ τας προσαπαιτῶν ἐξαίρεσθαι· οἱ δ᾽ εἰς ἐπαίνων ἀφορμὴν προτιθεμένων [ἴσ. προτιθέμενοι], ὥσπερ τὰ πράγματα, οὕτω καὶ τὰ δι᾿ αὐτῶν ἀπωθήσονται περινοούμενα σεμνολογήματα. Οἷς γὰρ προκειμένοις οὐκ ἐτέρφθησαν, λόγῳ καθυποδεικνυμένοις, νεμεσήσουσιν. Πῶς δ᾽ οὐκ ἂν καὶ εἰκότως τοῖς ἐκ πατρίδος ἀγαθῶν σεμνύνειν τούτους ἐπιχειρεῖν βουλομένοις ἐπιτιμήσαιεν, αὐτοὶ πλούτῳ τῷ πλεονεκτοῦντι ταύτης, περιουσία τε καὶ μεγέθει κτήσεων πολεμίως διατιθέμενοι; Ἐροῦσι γὰρ καὶ λίαν προσηκόντως, ἐπισκώπτοντες τε ἅμα, καὶ τὴν περὶ ταῦτα τῶν πειρωμένων σπουδὴν ἀνακόπτοντες· Μὴ τῇ τῶν ὀρωμένων τερπνῶν, καὶ ἡμῖν ἀπηγορευμένων ἐν λόγοις προτιμήσει, τὴν τῶν νοουμένων, καὶ ἔργοις προτε τιμημένων ἀγαθῶν καθυβρίσειέν τις μεγαλειότητα, μηδ' ἀποβολῇ τῇ δι᾽ ὧν τὸ εἰς αἰῶνας περίδοξον προσ εγένετο κτήσασθαι, νομίσειε σεμνολογουμένην προσο θήκην περιτιθέναι δοκούσης ἡμῖν εὐκλείας, ὁ ταῦτα βουλευόμενος. Υφεσιν γὰρ αὐτὴν, οὐκ αὔξησιν τῶν ἐν ἐπιθυμίᾳ προσόντων ἡγησάμενοι, καὶ τὰ ἐξ ἐκείνης ἀπωθούμεθα μεγαλαυχήματα. Οὐδὲν ἡμῖν πόλεων καὶ κτιστῶν ἐκρίθη περιφάνεια· οὐ γῆς εὐφορία καιρίοις καρποῖς ἐπιβρίθουσα· οὐ ποικίλων λειμώνων τερπνότητες· οὐ χώροι ταῖς τῶν ἀέρων εὐδαιμονοῦντες εὐκρασίαις· οὐ πηγαὶ διειδεστάτοις αναστομούμεναι νάμασι, καὶ τῇ θέᾳ, πρὸ γεύσεως ἐντιθεῖσαι τὸ ἥδιστον· οὐκ ἐξ ἀκρωρείας ποταμοὶ καταρρέοντες, κοιλάσιν τε καὶ πεδιάσιν ἠρέμα τὴν ἐκροὴν ἐνιέντες· χλοερὰς [ἴσ. οἵτινες μὲν ταύτας καὶ εὐανθεῖς ἀποφαίνουσιν· τῷ τῆς ὡρας δὲ λείψ, πρὸς ἑαυτὰς μεθ᾿ ἡδονῆς τοὺς θεωμένους ἐφέλκονται. Οὕτως ἡ ἐκ θαλάττης αγώγιμος ἀφθονία, ἀκτησίας περιουσίᾳ καταπεφρόνηται. Πεπάτηται χρυσὸς, ὁ τὰς ψυχὰς δουλούμενος· ήττηται το ραννὶς ἐκείνου τῶν ἄλλων κατακρατοῦσα, καὶ τοὺς ἀλόντας μονονουχί δίκην ἀνδραπόδων άγουσα πρὸς ἑαυτὴν, καὶ ὑποτάττουσα.
col. 1507–1508page 91 of 109
PG 100:1507Τοιαῦτα δὴ μετ' εὐλόγου τῆς παρρησίας, ἢ καὶ προστάξεως, οἱ πρὸς τὴν τῶν δοκούντων καλῶν οὕτω διατεθέντες ἐροῦσι τερπνότητα· σὺ δὲ καὶ ταῦτα παρέντας, θαυμάσιε, βραχέα δὲ τῆς τούτων φρον τίσαντας ἐκφράσεως, πρὸς τὴν τῶν πατέρων εἰκόνα διανοούμενος παρορμήσεις την διήγησιν. Καὶ εἶγε τοῦ βουλεύματος. Δεῖ γὰρ τοὺς κοινωνούς, μᾶλλον δὲ, τῶν καλῶν τοὺς ἐξ ἑαυτῶν ἀρχηγούς γεγενημένους, καὶ τῆς τῶν ἐπαίνων μετέχειν δόξης· καὶ ὥσπερ τῇ φύσει καὶ τοῖς ἔργοις τὸ γνήσιον ἔχειν ηὐτύχησαν, καὶ τῆς τῶν λόγων μὴ ἀποξενοῦσθεε κοινωνεῖν, καὶ λίαν εἰκότως, εὐκληρίας. Οὺς γὰρ ὁ τρόπος συνήψεν, τούτους ὁ ἐπαινέτης λόγος οὐ διίστησιν. Πατρὸς μὲν γὰρ τῶν προκειμένων εἰς εἰ φημίας ἀφορμὴν ἁγίων, οἱ φύντες ἐξ αὐτοῦ δηλοῦσιν εὔκλειαν. Οἷς γὰρ παιδαγωγηθέντες, εἰς ὕψος μὲν ἀρετῆς ἀναβεβήκεσαν· Θεῷ δὲ πάντων ἐξῃρημένῳ προσπελάσαι κατηξίωνται, τούτοις τοὺς παιδαγωγοὺς ἀνακηρύττουσιν, καὶ τὴν κατάλληλον αὐτοῖς τῶν σφῶν ἀγαθῶν ἐπιμαρτυροῦσιν μέθεξιν. Πατὴρ τοίνυν τῶν μεγάλωνύμων Αναργύρων, ἐν ὁδῷ πολιτείας τῆς ἐνθέου, καὶ βίου τούτους ἐπιστήσας τοῦ σεμνοτάτου· τῇ μητρὶ μὲν τὴν εἰς πέρας χειραγωγίαν παρεχώρησεν, εἰς οὐρανίους δὲ σκηνές ὑπεχώρησεν. Ἡ δὲ λαβοῦσα ῥημάτων τῶν ἐπὶ σχή ψει, καὶ ἐλπίδων τῶν ἐν ἀδήλῳ μᾶλλον τὰς ἐκβάσεις, ἢ κατὰ προσδοκίαν, ἐπιμελείαις ἐμμόνοις, ἐν τοῖς καταλειφθεῖσιν ἐξενεχθῆναι παρεσκεύασεν. Θεοδότη γὰρ ἦν, ἔργοις τὴν κλήσιν ἐπισφραγίζουσα· τὸ τῆς προσηγορίας εὐκλεὶς αὐτοῖς ἐπιβεβαιοῦσα τοῖ; πράγμασιν· ἡ τῶν χαμαιζήλων μὲν ἀνῳκισμένη, ὑπερτέρα δ' αιρομένη τῆς φύσεως· οὐχ ὁρωμέναις πτέρυξιν, καθαρότητι δὲ καὶ λογισμῷ διαβαίνουσα σώφρονι. Θεοδότη, δῶρον μέν, ἡ δεδομένη θεόθεν, ἀντιδροῦσα δὲ σὺν ἑαυτῇ τῷ δεδωκότι, καὶ τὴν ἐκ νηδύος και ποφορίαν· ἡ διττήν αὐτῷ προσφορὰν κομίσασα, καὶ τὴν ᾿Αβραάμ τούτοις πλεονεκτήσασα· ἡ θυσίαν ὁλόκληρον τῷ ὑπὲρ ἀνθρώπων τυθέντι προσαγαγοῦσα, καὶ τῆς παρ' ἐκείνου κρείττονος ἀποδοχῆς ἀξιωθεῖσα· οὐ μάχαιραν ἐν ταύτῃ παραθήξασα· οὐ βωμὸν ἐγείρασα· οὐχ ὑπεκκαύματα συναγείρατα οὐ πῦρ ἀνάψασα, οὐδὲ καπνῷ καὶ κνίσῃ τὸν ἀέρ συγχέασα· ἀλλὰ μάχαιραν μὲν τοῖς σπενδομένοι; προτειναμένη τὴν τμητικὴν τῶν παθῶν ἐγκράτειαν βωμὸν δὲ διδασκαλίας διαναστήσασα, τὸ τῆς ψυχῆς ἐκείνων ἁγνότατον ἐνδιαίτημα, ἐν ᾧ πῦρ, τὸ τοῦ Θεϊκοῦ διαναρθὲν πόθου, τὴν θυσίαν μὲν ἐτελεσιούργησεν, εὐώδη δὲ ταύτην τῷ ποθουμένῳ, καὶ μάλα δεκτικὴν ἐνήνεγκεν. Οὕτω τοίνυν οἰκείαν ὀρθῶς διελομένη προσφοράν, ὀρθῶς ἀνενεχθῆναι, γνώμῃ τῇ τῶν προσαγομένων αυθαιρέτῳ παρεσκεύασεν. Αὕτη μὲν γὰρ, τὰ τῶν ἀγαθῶν ἐν τοῖς παισὶ κατεβάλλετο σπέρματα· οἱ δὲ, εἰς πολύχουν τὰ καταβληθέντα καρποφορεῖν ἐδοκ!
col. 1509–1510page 92 of 109
PG 100:1509μασαν· καὶ ἅπερ εὖ ἔχειν ἔκριναν, ταῦτ᾽ εἰς ἔργον ἐξήνεγκαν· ἀγάπην Θεοῦ πάντων ἐρασμίων ἄλλων προκρίνοντες· πίστιν τηροῦντες ἀνόθευτον· τὸ τοῦ συνειδότος διαπαντὸς ἀνατλῶντες μαρτύριον· τῇ πρὸς τοὺς πλησίον ἀδιασπάστως ἀγάπῃ συνδεσμούμενοι· τῶν ἐμπαθῶν ἡδονῶν ἀποῤῥηγνύμενοι· ἀν δρείαν κατ' αὐτῶν ἐνδεικνύμενοι· μέλη νεκροῦντες τοῦ σώματος· ψυχῆς δυνάμεις ἀναῤῥωννύντες· καὶ σπουδῇ, δι' ἧς τὰ μέγιστα κατώρθουν ἐν ἡλικίας ἀκμῇ, τὴν ἐσομένην αὐτοῖς τῶν χαρισμάτων ὑπ έφαινον καινότητα, οὐ μόνον μεγέθει τῶν τελεσθησομένων, ἀλλὰ καὶ πλήθει τὸ παράδοξον καταγγέλλουσαν. Οὕτω Κοσμᾶς καὶ Δαμιανός, τοῖς ἐν νεότητι σώ ματος ἀρδευθέντες τε ἅμα καὶ ἀναδιδόμενοι, καθ ἀπερ εὐγενῆ στελέχη κατορθώμασιν, εἰς ἄπειρον ἀρετῶν καὶ χαρισμάτων ἀνέδραμον ὕψος. Κοσμᾶς καὶ Δαμιανός, οἱ ψυχὰς μὲν ἐνθέοις κοσμήσαντες πράξεσιν· κοσμηθέντες δὲ ὑπὸ τούτων, ὅλων κοσμήτορες ταῖς πολυφώτοις τῶν θαυμάτων λαμπρότησιν οἱ λόγοις μὲν εὐσεβείας, τὰς τῶν ἀνθρώπων διανοίας κοσμήσαντες· σωμάτων δὲ κόσμος, τῇ τῶν ἀκόσμων παθῶν ἀποσοβήσει παρασχεθέντες. Οὗτοι τοίνυν, ἐπὶ τῆς τελεωτάτης ἀρετῆς τε καὶ πράξεως, τὴν κρίσιν ἀσφαλῆ καὶ ἀνόθευτον θειοτέρᾳ τῇ ἐπιπνοίᾳ προσειλήφασιν· τὴν τῶν ἐναντίων μὲν ἁπάντων αἰτίαν, τῶν ἀγαθῶν δὲ πολεμίαν, ἐβδε λύξαντο φιλαργυρίαν. Ἔμαθον γὰρ πείρᾳ, ταῖς τοῦ θεσπεσίου Παύλου προστοιχειωθέντες βήσεσιν, ὡς ἀληθῶς ῥίζα τοῦ ὅλου τῶν κακῶν αὕτη καθέστηκε καταλόγου. Δι' αὐτὴν ἔριδες καὶ μάχαι, καὶ ἄσπονδοι συγκροτούνται πόλεμοι. Δι' αὐτὴν καὶ γένη προσεχῆ κατ' ἀλλήλων ἐκπολεμοῦνται· πατήρ θ' υἱὸν νεμεσᾷ, καὶ παῖς πρὸς πατέρα δολερά βου λεύεται. Δι' ἔρωτα ταύτης, φύσεως δεσμὸν ἀδελφοὶ διαλύουσιν, καὶ χείριστα πολεμίων κατὰ ταύτης ἐπιμηχανῶνται. Δι' αὐτὴν, ἐπαναστάσεις οὐ μόνων ὑπερορίων, ἀλλὰ καὶ ὁμόρων ἐθνῶν ἐξαρτύονται. Δι' αὐτὴν ὠμόταται τυραννίδες καθάπερ ξίφη παρα θήγονται, καὶ κατὰ εὐνομούσης καὶ εὐσεβοῦς καὶ θεόθεν τὸ κράτος ἐχούσης βασιλείας προσακοντί ζονται. Δι' αὐτὴν ὁμοφύλων φόνος, καὶ πανωλεθρίαι κατατολμῶνται δήμων. Διὰ ταύτης, ἀδίκων ὑπερ ισχύουσι χείρες, καὶ φόνος περιοιδαίνει, καὶ ὑπερ πλήθει πλεονεξία, καὶ πενία καὶ ἀπορία τοὺς πλεονεκτουμένους κατάγχει. Ταύτης ὁ ἐνηδόνως ἐντρυφῶν, ἀλλοτριοῦται πάν τως τῆς τῶν ὄντως ἀγαθῶν ἐντρυφήσεως· πλουτεῖ τἀναντία· πρὸς ἡδονὰς καθέλκεται· μανικῶς πρὸς τοὺς πλησίον διατίθεται· ἀφοῦς ἀναστῇ· ἀλαζονικὸν ὁρᾷ μέγα φρονεῖ καὶ ἔκνοον· ἀγνοεῖ σχεδὸν οὐ μόνον ταπεινότητα φύσεως, καὶ διάλυσιν σώματος, ἀλλὰ καὶ δικαιωτήρια μένοντα, καὶ κριτοῦ δικαίου δίκην ἀπαραίτητον. ᾿Αλλὰ καὶ οὕτω συννοία τῆς φιλοχρηματίας, πρός τε τοὺς πλησίον καὶ τὴν οἰκείαν διατιθέμενος σωτη ρίαν, οἱκετῶν ἀθλίων χαλεπώτερον διανύει βίον,
col. 1511–1512page 93 of 109
PG 100:1511ή υποταττόμενος ταύτῃ καὶ δουλούμενος, καὶ μηδ ἀναπνεῖν ἐλευθερίως συγχωρούμενος. ταλαιπωρεῖσθαι γὰρ δι' αὐτὴν καὶ τρύχεσθαι, καὶ μυρίας ἀναδέχεσθαι φροντίδας καταδέχεται· νύκτας τε ἀΰπνους διανύει, περὶ τῆς ἐπιδόσεως αὐτῆς καὶ αὐξήσεως ἐμπορίας επινοούμενος· ἀπεμπολήσεις. καὶ καταλλαγὰς τῶν ἄλλοις εὐφορουμένων μηχα νώμενος· καὶ πόσου μὲν ὁ οἶνος, πόσου δὲ τὰ βοσκήματα, ἢ καὶ τὰ ἔρια πιπράσκεται. Εστι δ' ὅπη μέχρι χόρτου τοὺς λογισμοὺς ἐπαφίησιν, καὶ τοῦτον χρυσοῦ καταλλάττειν φαντάζεται. Τίς ἡ ἀδάπανος αὖθις τῶν ἐπινοηθέντων εμπορία, καὶ τίς ὁ ταύτης ἐγγυητής, καὶ τῶν ἀζημίων ἐμπορευμάτων ἐπάξιος, ἐπιπονώτερον ἐκμελετᾷ. Εἰ δέ που ἀδημονῶν ὕπνου λεπτοτάτου καὶ οὐχ ἡδέως τύχοι, χρυσὸν ὀνειροπολεί συλλέγειν, καὶ ἐν βαλαντίοις ἀποτιθέναι· ὃν ἡ ἐγρήγορσις δοκοῦντα, καὶ ἐκ δοκούσης ἀφελομένη χειρός, ἀληθῆ τὴν δι' ἀποτυχίαν αὐτῷ καθάπερ βέλος ἐν έπειρε λύπην. Καὶ ταῦτα μὲν ἡ νυκτερινὴ φαντασία καὶ μελέτη τὰ δὲ μεθ' ἡμέραν ἀνιαρά· τραπέζης φημὶ Λαχω νικῆς παρασκευήν· ἑκουσίαν τε σιτίων σπάνιν, καὶ οἰκετῶν λιμαγχονήσεις, καὶ πενήτων πρὸς τῷ μὴ εὖ πεπονθέναι, δεομένων, μεθ' ύβρεως καὶ αἰκίας ἀποσοβήσεις: τάχ᾽ ἂν αὐτὸς κατ' ἀξίαν διηγήσαιτο, ἢ καὶ ἐπιδείξειεν ἔργοις αὐτοῖς, τὴν οἰκείαν παριστών μοχθηρίαν. Ἡμῖν γοῦν, καίτοι ταύτην ὡς οἷόν τε μελέτη καθυποδεικνύειν βουλομένοις, ἡ ἐν χερσὶν ὑπόθεσις παρακελεύεται, περὶ τὴν οἰκείαν νύσσαν πωλικὸν ἐκτρέχοντα τὸν λόγον ἄγειν, καὶ πρὸς τὸν ἐκείνης τοῦτον ἀπευθύνειν δρόμον· ὅ; καὶ ἀνυπερθέτως τοῖς ἐφεξῆς αὐτῆς ἐφέψεται. Την φιλαργυρίαν τοίνυν τὴν τῶν λίχνων ἀνθρώπων δουλουμένην φύσιν, οἱ τῆς ἀληθείας ἐρασταί, καὶ τῆς χρυσῆς ἀρετῆς ἔμποροι, μάλα σαφῶς ἔγνω κότες Ανάργυροι, ἐκ τῶν οἰκείων ψυχῶν προβειζον ἀνείλκυσαν, καὶ τὸν ἑσμὸν τῶν κακῶν συνανελκυ σαν, ἐπιθυμίαν παράλογον· θυμὸν θηριώδη· ἡδονῶν τυραννίδα· συνέκοψαν κενοδοξίας φύσημα φιλαυτίας προσπάθειαν· πλεονεξίας ἀδίκημα· μανικὴν ὑπερηφανείας οἴδησιν· ἀσπλαγχνίας ἀντιτυπίαν. Αντί δὲ τῶν παραφυομένων καὶ ἀναδιδομένων, καὶ τῇ ῥίζῃ τῶν κακῶν συνεκκοπέντων κλάδων, τῇ τῆς αναργυρίας έμφυτεύσει, τὰ εὐγενῆ τῆς ἀκτησίας στελέχη συνεβλάστησαν· πολιτείαν ἰσάγγελον· βίον ανθοφοροῦντα καθαρότητα· σωφροσύνην κομῶσαν ἁγιότητα· ἐπιεικείας μητέρα ταπείνωσιν· ἀγάπην οἴκτου γεννήτριαν· ἐλέου πηγὴν ἀνεξάντλητον· ἀγά πην, δι' ἣν Χριστοῦ μὲν τὸ φιλάνθρωπον ἀπεμιμήσαντο, παρ' αὐτοῦ δὲ τῷ εὐεργετεῖν [ἴσ. τοῦ ἐνεργ.] τὴν χάριν ὑπεδέξαντο. Ταύτην γὰρ τῇ ἀναργυρία, μᾶλλον δὲ φάναι, τη παντελεῖ ζεύξαντες ἀκτημοσύνῃ, καὶ εἱονεὶ πύρινην ἅρμα κατασκευάσαντες· ξένην τε διηρείαν διανύο
col. 1513–1514page 94 of 109
PG 100:1513σαντες, Θεῷ μὲν ὡς ἐγχωρεῖ νοητῇ τινι γενητοῖς οἰκειώσει προσωμίλησαν· τῶν παρ' αὐτοῦ δὲ δω ρεῶν, ὑπὲρ ἅπασαν ἀπέλαυσαν διάνοιαν. Μόνον γὰρ αὐτὸν κόρου μη προσγινομένου ποθήσαντες, καὶ τοὺς πλησίον ὑπὲρ ἑαυτοὺς, κρεῖττον εἰπεῖν, ἢ ὡς ἑαυτοὺς ἀγαπήσαντες, έργοις αὐτοῖς, τὴν πρὸς ἐκεῖνον ἀγάπην παριστᾷν, ἐκομίσαντο. Ἐντεῦθεν αὐτοῖς οἱ καταράκτοι τῶν οὐρανίων χαρίτων ἠνοίγησαν· ἐντεῦθεν ἄβυσσος ἡ τῶν ἀγαθῶν αὐτοῖς ἐκκέχυται· οὕτω πλοῦτος αὐτοῖς ὁ τῶν κρειττόνων δωρεῶν ἐπλεόνασεν· πλοῦτος, ὃν ἀπεκύησεν πενία δν ἀκτημοσύνη συνέλεξεν· ὃν ἀναργυρία συνεχό μισεν· ἐν ὑπεροψία τῶν παρόντων εταμιεύσατο δὲ ὁ εἰς Θεὸν ἐπηύξησε πόθος, καὶ ἡ πρὸς ὁμοφυείς ἀγάπη συνήθροισεν. Οὗτος, ὁ ἐν αὐτόπταις καὶ ὑπηρέταις τοῦ Θεοῦ Λόγου πλεονάσας· οὗτος, ὁμοτρόποις ἔργοις καὶ λόγῳ γεγενημένοις αὐτῶν, ὑπερέβρισεν. Τοὺς ἐκείνων γὰρ ἀγῶνας εὐψύχως διεδέξαντο· τοὺς ὑπὲρ ἀληθείας πόνους· τὰς περιηγήσεις· τὰς ὑπὲρ ευεξίας ψυχῶν φροντίδας· τὰς ὑπὲρ θεραπείας σωμάτων ἐπιμελείας· τὴν ἀδάπανον σπουδήν· τοὺς ἀμισθὶ καταβαλλομένους δρόμους τὴν οὐκ ἀπέριττον μόνον, ἀλλὰ καὶ πάντη δέουσαν τῶν ἐν χρείᾳ ζωήν· τὴν τῶν παρόντων γύμνωσιν τὸν ἐσταυρωμένον βίον, δι᾿ ὄν, κοινωνοὶ μὲν τῆς τοῦ πεπονθότος ἀναστάσεως ἐγένοντο· ἀνθρώπων δὲ τὰς δι' ὑπερβάλλοντα πάθη νενεκρωμένας ἐλπίδας, ὑπ' αὐτοῦ τοῦ ἀναστάντος, καὶ τοὺς νεκρούς συναναστή σαντος, ἀναζωπυρείν ειλήφασιν. Καὶ τὶς ἂν τὰ ἐκείνων οὐχ ὡς μεγέθους καὶ πλή θους έχει διηγήσαιτο λόγος, ἀλλὰ καὶ ποσῶς τῆς αὐτῶν προσάψαιτο μεγαλειότητος; Οσαι γλῶσσαι; οὐδ' εἰ μυρίαι· οὐδ᾽ εἰ τούτων πολυπλασίονες· οὐδ᾽ ὅσαι τοῖς καθέκαστον ἐν τοῖς νῦν ἐνεργοῦσιν ἀνθρώποις, εἰ πειραθείεν τῆς αὐτῶν ὑφηγήσεως προσο ἧκόν τι εἰπεῖν ἐξισχύσαιεν. Ὑπὲρ γάρ, οὐ μόνον ἔκφρασιν, ἀλλὰ καὶ διανόησιν ταῦτα γεραίρεται· ἀκατανοήτου Θεοῦ θαυμάσια τυγχάνοντα, ἀνερμηνεύτως δοξάζεται· χαρίσματα καινοτομούμενα παραδόξως ὄντα, ἀνεκλαλήτως θεσπίζει θαυμάζεσθαι. Οὐκ ἐννοεῖται λογισμῷ· οὐκ ἐμφαίνεται λόγῳ· οὐχ ὑποπίπτει μέτρῳ· οὐ χρόνῳ περιορίζεται. Δι' ὅλου γὰρ καὶ καθ' ἑκάστην τελούμενα, πρὸς ἄπειρον μὲν ἐκτείνει τὴν ἀπαρίθμησιν· εἰς περιμάχητον δὲ τοῖς ἑκατέροις ἐγγίνεται χρόνοις. Φιλονεικεῖ γὰρ ὁ παρ- 1 ῳχηκώς, τὰ ἐν αὐτῷ προκεκαινοτομημένα προβαλο λόμενος, ἀνάριθμόν τε τὴν τούτων φορὰν δεικνύμενος, τῇ τ' εὐτυχίᾳ μᾶλλον τοῦ μετ' ἐκεῖνον θαυμάζεσθαι, καὶ δι' ἀρχαιότητα τῶν πεπραγμένων κλη ροῦσθαι τὸ αἰδέσιμον· ἀντιφιλονεικεῖ δ' ὁ παρών, αὐτόν τε πλεονεκτεῖν ἐν τοῖς προσυνεστῶσιν, καὶ τοῖς ἄρτι καινοτομουμένοις τῷ ἀσυγκρίτῳ γεραίρεσθαι. Καὶ ὁ μὲν τὰ ἐν ὑποβλήμασιν παραδεικνύς ἐγκαλλύνεται· ὁ δὲ σὺν τοῖς οὕτω τὴν μνήμην παρατείνουσιν, καὶ τὰ ἔναγχος καὶ μᾶλλον εἰς φανερόν
col. 1515–1516page 95 of 109
PG 100:1515προτιθείς, σεμνύνεται. ᾿Αλλὰ μέγα φρονοῦντες ἀμ φότεροι, τὸ καταδεέστερον ἐν τῇ ἀπαριθμήσει τῶν τεθαυματουργημένων ἐπίσης ἔχουσιν. Ωσπερ γὰρ οὐκ ἐννοῖσαι, ἢ λόγῳ διασημᾶναι, οὕτως οὐδὲ χρόνῳ ταῦθ᾽ οἷόν τέ ἐστιν περιγράψαι. Τίνα γὰρ ὑμῶν, ὦ τῶν παραδόξων ταμίαι θαυμά των, ἐξαρκέσειέν τις χρόνος ἢ λογισμὸς ἀποθαν μάσαι τὰ θαύματα; μήτι γε γράψαι, ἢ ἐνάρθρο διαγορεύσαι φωνῇ, τὰ ἐν ψυχικαῖς ἐπισκέψεσιν συν ιστάμενα· τὰς τῶν πυρπολούντων παθῶν κατασβέσεις, τὴν τῶν ἀγριουμένων καὶ κυμαινόντων παθῶν καταστόρεσιν· τῶν νοουμένων τὴν ἀντιπαράταξιν τῶν ὁρατῶν τὴν ἀποσόβησιν τὴν τῆς σωφροσύνης φυλακήν. Οὕτως ἡ ἐν σώμασιν ὑμῶν διάφορος ἐπίσ σκεψις ποικίλας τὰς εὐεργεσίας ἐνδείκνυται. Οὕτως ὁ μένος θαυμαστότατος Κύριος, ἐν ὑμῖν τὴν οἰκείαν ἐθαυμάστωσεν δύναμιν. Τοῖς ἁγίοις γάρ, φησὶν ὁ Ψαλμωδός, ἐθαυμάστωσεν. Οὐκ Ἐθαυμαστώθη, ἔφη ἀλλ' Εθαυμάστωσεν. Φύσει μὲν γὰρ ἐκεῖνος θαν μαστός, φησὶν, καὶ οὐδεμιᾶς τῶν θαυματουργουμένων προσθήκης ἐπιδέεται τοῦ θαυματτωθῆναι· θαν μαστοί δ' ἐν τοῖς ἁγίοις τὰς οἰκείας εὐεργεσίας θαυμαστοί τὰ δι' αὐτῶν ἐπιτελούμενα τεράστια θαν μαστοῖ τὴν ἰδίαν ἐν τούτοις ἰσχύν, καὶ τὰ δι' αὐτ τῶν καινοτομούμενα παράδοξα. Καὶ τὴν αἰτίαν τῆς θαυμαστώσεως, μάλα σαφῶς διέξεισιν. Τίς δὲ αὕτη, καὶ οῖα; "Απαντα γάρ, φησί, τὰ θελήματα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς. Ἐν τούτοις τὰς δωρεάς θαυματτοῖ, ἐν οἷς τὰ αὐτοῦ πληροῦται θελήματα· ἐν οἷς ἀνυπερθέτῳ γνώμῃ τὰ τούτου διανύεται προστάγματα· ἐν οἷς πίστις ἀνόθευτος, καὶ νόμοι διαφυλάττονται σωτήριοι· ἐν οἷς αὐτὸς καὶ ὁ Πατὴς προκαθαρθείσί τε καὶ ἁγιασθεῖσιν ἁγίου Πνεύματος ἐπιδημίᾳ, μονὴν ποιοῦνται παραγενόμενοι. Οὕτως ἐν ὑμῖν τὰ ἐκείνου δείκνυται σαφῶς διὰ τῶν ἀντιδόσεων πεπληρώσθαι προστάγματα· καὶ τοσοῦτον, ὅσον αἱ ἀμοιβαὶ παριστῶσιν τοῖς πράγματ σιν. Δωρεαὶ μὲν γὰρ αὗται καὶ τυγχάνουσιν, καὶ γεραίρονται· σπουδῇ δὲ καὶ προαιρέσει τῶν ταύτας επισπωμένων, καὶ κατ᾽ ἀξίαν ὑποδεχομένων, καὶ μετροῦνται καὶ παρέχονται. Οὐκοῦν τῇ ἀφθόνῳ τού των μεταδόσει, καὶ ὑμῶν τῶν εἰληφότων ή τε φιλέ θεος προαίρεσις, καὶ ἡ δι᾿ ἔργων προπαρασκευή συμμετρουμένη, καὶ δηλοῦται, καὶ εἰς ἔργον τοῖς ἐξετάζειν βουλομένοις προτίθεται. Τίς γὰρ τῇ τῶν θαυμάτων οὕτω πλουτισθείς, τῶν νῦν ἢ τῶν παλαιοτάτων, χάριτι, ᾧπερ ταῖς ὑμῶν δωρεαῖς ἀντιπαρα τιθεμένῳ, οὐχ ἡ τῆς ἀρετῆς ἐφίεται [ισ. ὑφίεται] μεγαλειότης; Αβραὰμ μὲν γὰρ ὁ δίκαιος, τῶν κατὰ καιρόν ἁπάντων διεθρυλλήθη προκρινόμενος· ἀλλ' ἐνδέων τῷ πλείστῳ τῶν ὑμῶν χαρίτων ὀφθήσεται, δι᾿ ὧν βίος σεμνότατος, καὶ ἀρετῶν ὑπερβολὴ, τὸ ὑμῖν παρ ιστῶσιν ἀσύγκριτον. Τὸν τῶν ὅλων μὲν γὰρ Θεὸν ἐκεῖνος ἠγάπησεν, ὑπερηγαπήσατε δὲ τοῦτον ὑμεῖς,
col. 1517–1518page 96 of 109
PG 100:1517ἀσαρκίαν δι' αὐτὸν καὶ ἀγγελικὴν ἀνῃρημένοι που; λιτείαν. Καὶ θεῷ μὲν ἐκεῖνος, τὸν ἐξ ὀσφύος καρπὸν θυσίαν ἀνήνεγκε προστάγματι τοῦ δεχομένου καθ υπηρετούμενος σώματα δ' ὑμεῖς αὐθαιρέτως ἀνηνέγ κατε· μαχαίρᾳ θείου πόθου, καὶ πυρὶ ταῦτα τῆς ἐγ κρατείας ὁλοκαυτοῦντες. Καὶ κριὸν μὲν ἐκεῖνος τοῦ προσαγομένου λύτρον ἐδέξατο· ὑμεῖς δ' ἀνενεγκόντες ἐπείσατε, καὶ ἀνταλλάγματος οὐκ ἐδεήθητε. Καὶ ἅπαξ, ἐκεῖνος μὲν προσήνεγκε· δι᾿ ὅλου δ᾽ ὑμεῖς τοῦ βίου προσήχθητε, σταυρούμενος τῷ κόσμῳ καὶ νεκρούμενοι, καὶ διὰ πάσης ζωῆς ἀποθνήσκοντες. Καὶ ἐν φιλοξενίᾳ μὲν ἐκεῖνος θαυμάζεται· καὶ γὰρ ἐπάξιον τὸ ἔργον θαύματος, καὶ τῆς ἐκείνου μετ γαλοφυΐας γνήσιον· ἀλλ᾽ ἐκ περιουσίας αὕτη τῶν ἐνόντων καὶ προεχεῖτο, καὶ εἰς τοὺς παρατυγχάνοντας διενέμετο· ἐν τάξει δ' ὑμεῖς ξενιζομένων εθελουσίῳ, καὶ οὐκ ἀβουλήτῳ πενίᾳ καταστάντες, ξενοδοχίᾳ τῇ κρείττονι τοὺς ἐπιδεῖς ἅπαντας ἐξενί σατε· φιλοφρονούμενοι τούτους ψυχαῖς τε καὶ σώ μασιν, καὶ ἀναῤῥωννύντες, οὐκ ἐν χρόνῳ ἢ τινι τό πῳ τὴν φιλοξενίαν, ἀλλὰ πανταχοῦ γῆς καὶ θαλάτ της ἐφαπλοῦντες· νοητῶς ἐκτρέφοντες· αἰσθητῶς τοὺς τακέντας ἀνακτώμενοι, καὶ εἰς κόρον τὴν ἀσι τίαν, ἐπιθυμίᾳ τῶν ἐδωδίμων μετασκευάζοντες. Ἐξένισεν ἐκεῖνος ἐν ἀγγέλων ἅπαξ προσχήματι, μὴ περιγραφομένην φύσει θεότητα, τὴν τῆς Τριάδος δὲ τυποῦσαν, ἐν ἀνθρώποις ὀφθησομένην· δι᾿ ὅλους δ' ὑμεῖς τοῦ βίου, τῆς ἐλλάμψεως αὐτῆς ἐναπολαύοντες, φωστῆρες μὲν οἰκουμένης ἐχρηματίσατε· τὴν ἀνελλιπῆ δ᾽ ἐκείνης εὐεργεσίαν, ἐν παραδοξουμέναις θεραπείαις καθυπεδείξατε· καὶ οὐ παρόντες μόνον, ἀλλὰ καὶ μεταστάντες τὰς ἀφθόνους αὐτῆς δι᾽ ἔργων ὑποφαίνετε δωρεάς, καθαρῶς καὶ θεολογοῦντες, καὶ εἰς συνεργίαν ταύτην ἐπισπώμενοι. Καὶ τί δεῖ τοὺς ἐκ τοῦ πατριάρχου φύντας, ἢ καὶ μετ᾿ αὐτοὺς δικαίους ἀντεξετάζειν ὑμῖν τε, καὶ τοῖς θεόθεν δεδομένοις χαρίσμασιν αὐτοῦ τῇ ἀντιπαρα θέτει προσεξαρκέσαντος· καὶ οὐχ ὕφεσιν δήπου τῆς οἰκείας ἐντεῦθεν ὑποστάντος ἀρετῆς, τῆς ἐν χάριτι δὲ παρεχομένης δωρεᾶς τοῦ ἀσυγκρίτου τε ἅμα καὶ ἀπεριορίστου, ὡς διὰ λόγων αὐτῷ [ἱσ. οὕτω ] καὶ δι' αὐτῶν ἐμφαινομένου τῶν ἔργων; ᾿Αλλὰ γὰρ καὶ τῶν ταύτης ὑπηρετῶν καὶ κηρύκων μιμηταί γενόμενοι, τῶν ἴσων ἐκείνοις χαρισμάτων ἀπελαύσατε. Οἷς γὰρ οἱ ἀγῶνες ἐφάμιλλοι, τούτοις ἐπίσης απ δωρεαὶ διανέμονται. Κατ᾽ ἴχνος γὰρ ἐκείνων ιόντες, πόνους μὲν τοὺς διὰ τὸ σωτήριον ἀνεδέξασθε κή ρυγμα· τοῦ ἴσου δὲ τούτοις οὐκ ἀπελείφθητε δρόμου λόγοις πρὸς εὐσέβειαν τὰς τῶν ἀνθρώπων ψυχάς ἐπαλείφοντες· τὰς τῶν ζιζανίων ἐπισπερὰς ἐκτίλω λοντες· τὰ καθαρὰ τῆς θεολογίας Εμφυτεύοντες δόγματα· βίον ἀσκοῦντες ἀκτήμονα· πλουτούντες δωρεαῖς ταῖς τοῦ Πνεύματος· πρὸς τὸ πολυπαθές τῶν σωμάτων ἀνθοπλιζόμενοι· τὰ μυρία τούτων και ταπολεμοῦντες καὶ ἀποσοβοῦντες πάθη· δωρεὰν τὴν
col. 1519–1520page 97 of 109
PG 100:1519χάριν καταβαλλόμενοι, τούς τε λόγους ἐπληρώσατε, καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ δεδωκότος ὡς ἐνῆν ἐμε μήσασθε. Εδει γὰρ ὑμᾶς, τὰς τοῦ δωροδότου δεξαμένους εὐεργεσίας, καὶ προῖκα τὸν τούτου κληρωσαμένους πλοῦτον, τό τε φιλάνθρωπον τοῦ παρασχομένου, καὶ την κατάλληλον ἀποστόλοις ἐκλογιζομένους χάριν, διὰ τῆς τῶν εὐεργετουμένων ἐπισκέψεως, τὸν εὐεργέ την απομιμήσασθαι. Οὐ γὰρ οικείας φιλοτιμίας, ἀλλὰ τῆς ἐκείνου δόξης ἕνεκα, τούτοις τε καθυπη ρετεῖτε, καὶ τῆς δωρεᾶς τὸ μέγεθος ἀνακηρύττεσθαι παρασκευάζετε. *Εδωκεν γάρ, φησὶν, τοῖς αὐτόπταις καὶ μύσταις, ὁ θεσπέσιος εὐαγγελιστής, έξουσίαν κατὰ πνευ μάτων ἀκαθάρτων, ὥστε αὐτὰ ἐκβάλλειν. Απερ οὖν ἐκείνοις δι᾽ ὑποσχέσεως δέδοται, ταῦτα δι' αὐτῶν ὑμῖν παρεσχέθη τῶν ἐκβάσεων. Δέδοται κατὰ πνευ μάτων ἀκαθάρτων ὑμῖν ἐξουσία, οὐχ ὥστε φρίσσειν ὑμᾶς ὡς Θεοῦ θεράποντας, καὶ δεδιέναι ταῦτα καὶ τρέμειν μόνον· ἀλλὰ καὶ ἐλαύνεσθαι, καὶ ἀποσοβεῖσθαι, καὶ τόπον μὴ κληροῦσθαι κατασκηνώσεως. Θεραπεύειν δὲ πᾶσαν νόσον, φησί· οὐ τὴν μὲν ὡς τὸ ῥᾴδιον ἔχουσαν τῆς ἰάσεως, θεραπεύειν· τὴν δὲ ὡς τὸ δυσχερὲς ἐμφαίνουσαν, παρατρέχειν· ἀλλὰ πᾶσαν εἰπὼν, καὶ τῶν ἀνάτων υπονοουμένων, βάζο στην ὑμῖν τὴν τοῦ θεραπεύειν δεδώρηται δύναμιν. Κἂν χρονία τύχοι τις οὖσα καὶ ἀπηγορευμένη τοῖς περὶ τούτων διανοουμένοις, καὶ κρίνειν τοῖς ὁρωμές νοις δοκοῦσι τὰ ἐκβησόμενα· κἂν πρὸς αὐτὸν βλέποι τὸν θάνατον. Οὕτω γὰρ ἔχει τὸ ἀψευδὲς τῆς ὑποσχέσεως. Πᾶσαν γοῦν εἰπὼν, καὶ διαστολήν τινα τῶν θεραπευθησομένων μὴ προσθεὶς νόσων, καὶ τὰς πρὸς πέρας ἀφορώσας διεσήμανεν, δεικνὺς ὡς καὶ ἐκ θανατηφόρων παθῶν τε καὶ νόσων ῥύεσθαι ταῖς πρὸς Χριστὸν ἡμῶν ἱκεσίαις τὴν παρρησίαν ειλήφατε. Ἐπεὶ οὖν παρ' αὐτοῦ μὲν ταύτην ἐκομίσασθε· τοῦ δεδωκότος δ' ἐν μιμήσει τῆς φιλανθρωπίας γινόμενοι, τὸ, τοὺς ἐνδεεῖς εὐεργετεῖν ἁμόχθως ἔχετε, ταῖς νῦν τῶν δεομένων ἐπικάμφθητε παρακλήσεων ῥημάτων ἐκ βάθους αναπεμπομένων καρδίας έπ ακούσατε" κατωδύνους ἐνωτίσθητε στεναγμούς. Έχετε τὴν ἀφθονίαν μὲν τῶν ἰαμάτων εἰληφότες ἄνωθεν ἔχετε δ' ἀπόνως καὶ τὸ τοῖς ταῦτα παρακαλοῦσιν νέμειν, εἰ μή τι τῶν ἐμποδὼν παρακαλοῦντας ἀπο κλείοι τῆς χάριτος. Εμποδὼν δὲ τῆς εὐεργεσίας, ἁμαρτία, ἡ καὶ τῶν παθῶν τὰ πονηρότατα τίκτουσα, καὶ ἀλγηδόνας τὰς τούτων εἰς πολὺ μὲν παρατείν νεσθαι, παρασκευάζουσα· ἡττωμένη δὲ καὶ διαλυομένη στεῤῥοτάταις ὑμῶν ἐντεύξεσιν. Μὴ τοίνυν ἐναντιώσει τῇ ταύτης προσανέχοντες, τὴν ἀεὶ προ χεομένην χάριν ὑμῶν, δι' αἰτιαν ἔνδικων ἐπισχεθῆναι βουληθείητε· ἀλλ' ὡς τοῖς ἐπιτειχισθεῖσαν περί φραγμα καρτερώτατον, ἐκ μέσου καὶ ταύτην διάραντες, ἀκωλύτως διαπορθμευθῆναι δεομένοις τὴν δωρεάν παρασκευάσατε. Νόσημα γὰρ τῶν ἄλλων
col. 1521–1522page 98 of 109
PG 100:1521ἀλγεινῶν καὶ αὐτή χαλεπώτερον, καὶ τῆς ὑμῶν Επικουρίας, μᾶλλον δ' ἐπισκέψεως δεόμενον. Εχετε καὶ κατ' αὐτῆς τὴν ἐξουσίαν, ὡς ἔργοις αὐτοῖς κοινωνοὶ τῶν τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ειληφότων γεγε νημένοι. Ισχύει, τοῦτο πάντως οὐκ ἀμφίβολον, τῶν δεομένων συνεργούντων, καὶ ταύτην ὑμῶν ἡ εὐπρόσω δεκτος ίσ. λείπ. δέησις], ὡς καὶ τ᾿ ἄλλα τῶν νοσημάτων ἐξᾶραι, καὶ εὐεξίᾳ τῇ ὄντως, νοσηλευο μένους ἀναῤῥῶσαι. Κατὰ πάντων οὖν παθῶν ἐκ προνοίας ἔχοντες Θεοῦ τὰ νικητήρια, τὸ τοῦ προνοησαμένου καὶ ἐν ὑπευθύνοις μιμήσασθε φιλάγαθον· ἐμμόνοις πρεσβείαις ἐνοχὰ; πταισμάτων διαλύσατε· χρονίοις πεπεδημένους νοσήμασιν ἀπολύσατε· ἡσθῆναι τῇ τε προαιρέσει καὶ τῷ πόθῳ, τῶν ὑπὸ πτέρυγα θερμῆς ὑμῶν ἐπισκέψεως καταφευγόντων δυσωπήθητε. Ορᾶτε γὰρ ὡς [ἰσ. λείπ. ὅτι] εἰς ἄμοχθά τινα καὶ χαρίτων Ιατρεία πλήρη, ἐν τοῖς τεμένεσι ὑμῶν οἱ ὀδυνώμενο καταφεύγοντες, τὴν τῶν ἀλγεινῶν μὴ ὑπερτιθεμένην ἀπαλλαγὴν ἐλπίζουσιν. Ὁρῶσιν γὰρ ὑμᾶς δια νοίᾳ, καὶ μὴ φαινομένους όμμασιν· χεῖρας προτείνουσιν· λόγοις τὸν ἔλεον ἐπιζητοῦντες προσομιλοῦσιν ὡς σωτῆρας παρακαλοῦσιν· ὡς κηδεμόνας καθικετεύουσι. Καὶ ὁ μὲν, τοῦ λέγειν ἔτι μὴ πεπαυμένος, βήμασιν τὰς συνεχούσας ἀλγηδόνας διαγγέλλει, τὰς ὑπὲρ αὐτῶν ἱκεσίας προβαλλόμενος· ὁ δὲ, διὰ κακώ σεως ὑπερβολὴν καὶ αὐτῶν ἀποπαυθεὶς τῶν λόγων, στεναγμοὺς ἀνατείνων ἀναπέμπει, καὶ ἐδύνην ὑπο φαίνει τὴν ὑποσμύχουσαν. Οὕτως ὁ τῷ φλογμῷ τοῦ πυρετοῦ δαπανώμενος, τὴν γλῶσσαν καταφρυγεῖσαν εἰς ἱκεσίαν προτείνεται, καὶ τῆς ἐπισκέψεως ὑμῶν διὰ μόνης θέας εξαι τεῖται δρόσον· ὁ δριμυτάτοις βαλλόμενος πόνοις, τῆς γλυκείας ὑμῶν δεῖται δι᾿ ἐπισκέψεως ἐπικουρίας· ὁ λειποψυχῶν, ἀνακτωμένην ὑμᾶς παραψυχὴν ἀπεκδέχεται· ὁ χρονίαις ἐκλελυμένος τηκεδόσι, τὴν ὑμῶν εἰς ἀνόρθωσιν προσβλέπει παρουσίαν· ὁ πόσο θεσιν τὰς ὄψεις συγκεχυμένος, καὶ κατώδυνον ἔλκων βίον, φωταγωγούς ὑμᾶς καὶ ὀδυνῶν ἐλευθερωτὰς προορᾷ ὁ ἔκ τινος τὰ μέλη συντριβείς συμπτώσεως, ἁρμολογοῦσάν τε ἅμα καὶ συνδέουσαν τὴν ὑμῶν ἐπι καλεῖται βοήθειαν. Πᾶς τοίνυν ὁ τὸ πολυπαθές περι κείμενος σῶμα, καὶ ἀλγεινοῖς τοῖς τούτου συνδεδεμένος, Χριστοῦ τοῦ φιλαγάθου παρέχοντος, κακῶν τῶν συνεχόντων. δι' ὑμῶν λαβεῖν ἐξαιτεῖ τὴν λύ τρωσιν. Ἰλαρῶς οὖν ταῖς τῶν δεομένων ἐπινεύοντες έχε αίαις. (τοῦτο γὰρ ὑμῶν μὲν ἰδιαίτατον, τῶν αἰτουμένων δ᾽ ἐλπὶς ἀνυπέρθετος), τὰς προτεινομένας πληρώσατε δεήσεις - πυρπολουμένων σβέσατε φλόγα κοιμήσατε πόνους ἀγριαίνοντας· μέλη παρειμένων ἀνορθώσατε· ἀθυμίαν ἀνακλήσει τῆς εὐθυμίας ἀπο σοβήσατε· ἐλπίδας ἀπηγορευμένας ἀνακαλέσασθε νενεκρωμένας ἀναζωπυρήσατε προσδοκίας. Τὸ ἀσθε νὰς οὐκ ἀγνοεῖτε τῆς φύσεως, οὐ μόνον ὡς μετα σχόντες ταύτης· ἀλλὰ καὶ ὡς θεόθεν ἐλλαμφθέντες, καὶ αὐτῇ πείρα, τῶν αὐτῆς μὲν κοινωνησάντων κακῶν· δι᾽ ὑμῶν δ' ἀπαλλαγέντων τῆς τούτων ἐπητ ρείας, σπλάγχνοις φιλανθρωπίας, καὶ ἐπισκέψει.
col. 1523–1524page 99 of 109
PG 100:1523Οίδατε τὸ ταύτης βάθυμον ἐν ἀλλοτρίαις πειραθέντες συμφοραῖς, ὡς οἴκτῳ θεομιμήτῳ τοῖς πεπτωκόσιν ἐπικλινόμενοι· ὡς ἀηδίας δυσωδούντων ἀνασχόμενοι· ὡς οὐ μόνον εἰς τὴν τῶν ταύτης ολισθηρῶν αὐτοχειρίᾳ πονοῦντες ἀνόρθωσιν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ὀρέγειν αὐτῇ πειρωμένοις συγκάμνοντες, καὶ ἔργοις αὐτοῖς τὴν τοῦ συμπαρεῖναι, καὶ τὸ σφαλερὸν αὐτῶν διοορθοῦσθαι, παρέχοντες αίσθησιν. Ιατρός τε γὰρ σωτήρια πάσσων φάρμακα, καὶ τὴν παρὰ Κυρίου βοήθειαν ἐξαιτούμενος, συναρω γοὺς ὑμᾶς ἔν τε τῇ αἰτήσει καὶ ἰάσει προσεπικαλεί ται· πυρετοῦ τε λῆξιν ἐπινοούμενος, τὴν ὑμῶν δροσοποιὸν ἐξαιτεῖται παρουσίαν. Οὗτος σιδήριον σπώμενος, καὶ εἰς οὐρανὸν αἴρων τὰ ὄμματα, τὴν ὑμῶν συνεπισπᾶται καὶ συνεπαίρει πρεσβείαν, καὶ δι' αὐτῆς τὸ ἀσφαλὲς ἀποκαραδοκεῖται, τοῦ ἐγχειρήματος χειρουργῶν τε τομαῖς [Ισ. καὶ καύσεσι], καὶ σηπεδόνας ἐξαιρεῖσθαι πειρώμενος, συντέμνοντας ὑμᾶς καὶ συνουλοῦντας ἐν ἀμηχάνοις προβλέπει. ᾿Αλλὰ γὰρ καὶ ὁ τὴν τῶν ἐναντίων μάχην δεξάμενος, καὶ τοῖς τῶν ἀθέων πολέμοις τρυχόμενος, την ὑμῶν εἰς ἀντιπαράταξιν ἐκκαλείται πρεσβείαν. Ὥσπερ γὰρ κατὰ νοητῶν πολεμίων καὶ παθῶν στ ματικῶν ἄμαχον τὸ κράτος ἐδέξασθε· οὕτω κατ' ἐναντίας ἐφόδου καὶ μάχης όρωμένης, καὶ ἐχθρῶν καταδρομῆς, τὴν ἐξουσίαν παρὰ Χριστοῦ τοῦ παντοκράτορος ειλήφατε. Διὸ καὶ εὐσεβοῦντας δήμοις καὶ πόλεσι βασιλεῖς, συνικετεύοντας ἔχετε. προφθάνοντες γοῦν ὀξέως παρακαλοῦντας, κοινὸν ἴαμα τὴν τῶν πολεμίων ἥτταν, περιουσίῳ καὶ Χριστωνύμῳ λαῷ προμηθήσασθε. Νεύοντες φιλαγάθως ἐκλιπαρούντων δεήσεσιν, αὐτοῖς μὲν τὸ ἄτρωτον· ἐναντίοις δὲ φυγὴν πανωλεθρίας ἐξαιτήσασθε πρόξενον. Ακμάς φονικῆς ἀμβλύνασθε μαχαίρας· τόξα δυσφημούντων συντρίψατε· θυρεοὺς ἀθέων πυρι πρεσβείας κατα καύσατε· φωνὰς καὶ λόγους μεγαλορρημονούντων παύσατε· γλώσσας κατὰ τοῦ Ὑψίστου κινουμένας πεδήσατε - λάλον δείξατε τῶν εὐσεβούντων καὶ ἐξ άκουστον καύχημα· δυνάμει κρείττονι τοὺς ἐπιγνώμονας Χριστοῦ καθοπλίσατε· ἐντεύξεσιν ταῖς πρὸς τὸν ὅλων Βασιλέα θερμαῖς καὶ ἐπιμόνοις, βασιλεῖς εὐσεβεῖς νίκαις καταστέψαντες, τρόπαια κοινὰ τῇ τοῦ Χριστοῦ βραβεύσατε ποίμνη. Εχετε συνεργοῦντα, τὸν τὰς ἀφθόνους δωρεάς παρεχόμενον· τὸν τοῦ ἐλέους ποταμούς προχέοντα τὸν τὴν ἄβυσσον τῶν οἰκείων διανοίγοντα χαρισμάτ των, καὶ ἀπαντλεῖν βουλομένοις συμπράττοντα· τὸν ἄμαχον τὸ κράτος ἔχοντα· τὸν μόνον νικοποιόν Χρι στὸν, καὶ τῆς ὄντως εἰρήνης χορηγόν. Εχετε λόγοις καὶ ἔργοις αὐτοῖς, τὴν τοῦ δωρο δότου Μητέρα καὶ Βασιλίδα τῶν κτισμάτων συμ πράττουσαν· τὴν εὐεπήκοον πρεσβείαν· τὴν ἐν ἱκεσίαις ὥσπερ καὶ ἐν ἀσυγκρίτῳ δόξῃ, νόων τε πάντων ἀΰλων, καὶ θεραπόντων Θεοῦ προτετιμημένην, καὶ παρ' αὐτοῦ διδόντος, τὸ τῶν αἰτουμένων δεχομένην ἀπαραίτητον· τὴν δι' ἧς ἤ τε ἀσθενήσασα, καὶ τὴν ὄντως εὐεξίαν ἀποβαλοῦσα, τῶν ἀνθρώπων ανεῤῥώσθη φύσις, καὶ νομαὶ τῶν προσφυέντων παρ
col. 1525–1526page 100 of 109
PG 100:1525δῶν ἐπεσχέθησαν· δι' ἧς ἡ νοσοποιός παρακοή πέπαυται, καὶ τῶν ὑγιεινῶν τῆς ὑπακοῆς ἀρε τῶν, τὸ τῶν γηγενῶν ἐναπολαύει γένος· δι' ἧς ἡ θανατηφόρος ἁμαρτία, τῆς τῶν κακῶν ἀνεκόπη φο ρᾶς, καὶ δικαιοσύνης ἐν ἀνθρώποις ἐπλεόνασεν ἀφθο νία· δι' ἧς ἡ χρονία τοῦ θανάτου καταλέλυται τυραννὶς, καὶ ἀπ' αἰῶνος νεκροὶ διαλυθέντες, κραταιᾷ τοῦ ἐξ αὐτῆς φύντος δυνάμει, συνηρμολογήθησαν τε, καὶ πρὸς ἀγήρω ζωήν μετεκλήθησαν· ζωῆς τῆς ἀθα νάτου τὴν μόνην ἀδιόδευτον χρηματίσασαν πύλην, δι' ἧς ἀφθαρσίας ταμιεῖα διηνοίγησαν, καὶ τοὺς θνητοὺς ἀθανασίαν ἐπλούτισαν· δι' ἧς ῥοαὶ δακρύων τῶν προπατόρων ἐπεσχέθησαν· ποταμοὶ δὲ χαρᾶς, αὐτούς τε, καὶ τοὺς ἐκείνων τὰ μεγαλεία ταύτης συνιέντας, εἰς αἰῶνας ἀρδεύουσιν. Τὸ τῶν ἀγγέλων σεμνολόγημα· τὸ ἄπαυστον αὐτ τῶν ἀγαλλίαμα· τὸ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως εὐφρόσυνον καύχημα. Ταύτης ἡ ἐν καιρῷ τῷ ἐπιζητοῦντι, καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις δεομένων συνεργοῦσα χάρις, οὐχ ὑμῖν παρεῖναι μόνοις ἀνακαλύπτεται, ἀλλὰ της νικαῦτα θερμῶς ἐπικαλουμένοις μάλα τὴν οἰκείαν συνιέναι δίδωσιν ἐπίσκεψιν. Ορῶσιν γὰρ ὡς ἂν ἐκείνη δοίη συνορᾷν· ποτὲ μὲν τῆς ἐπιμελείας τοῦ κάμνοντος φροντίζειν διατάττουσαν· ποτὲ δὲ, τὸ τῆς θεραπείας εἶδος διερμηνεύουσαν, καὶ αὐτοχειρίᾳ τῇ ὑμῶν τὸ ὅλον παραχωρούσαν τῆς ἰάσεως· καὶ οὐχ ὡς συγκατιέναι παραιτουμένη, καὶ χεῖρα τοῖς κάτ μνουσιν ἐπορέγειν, ἢ μόνῳ προστάγματι τὴν εὐεξίαν ἐνεργεῖν, ταῦτ' ἐννοεῖ καὶ πραγματεύεται· ἔχει γὰρ τὸ φιλανθρώπως ἐπινεύειν καὶ κάμπτεσθαι, καὶ τοῦθ᾽ ὑπὲρ γεννητὴν φύσιν, μόνῳ τῷ Υἱῷ παραχωροῦσα τὸ τῆς εὐσπλαγχνίας ἀσύγκριτον· ἀλλ' ὡς αὐτοῦ θερά ποντας ὑμᾶς τιμῶσα, καὶ τὴν διὰ τοῦ ταύτην διοικονομεῖν τιμὴν ἐπιβεβαιοῦσα. Αὐτὴν οὖν εἰς πρεσβείαν ἑτοίμην οὖσαν κινοῦντες, καὶ πᾶσιν δαψιλῶς τὸ τῆς εὐσπλαγχνίας ἐπιχέουσαν ἔλαιον, τὰς τῶν ὀδυνωμένων καὶ θεραπείας δεομένων ἀλγηδόνας κοιμίσατε, τόν τε πόθον ἀμείψασθε τοῦ τὸ ἱερὸν ὑμῶν κοσμοῦντος τέμενος, καὶ ἐν τῇ ὑμῶν εγκαυχωμένου προστασίᾳ· καὶ τῶν εἰς Θεοῦ δοξο λογίαν, καὶ τῆς παρ' αὐτοῦ δεδομένης ὑμῖν συνειλεγμένων εἰς εὐφημίαν χάριτος, τὰς διαπαντός πλη ρώσατε δεήσεις. Λάβετε σύμφωνον ὑμῖν προτείνουσαν πρεσβείαν, είς τε τὸν ἐξ αὐτῆς σεσαρκωμένον Κύριον, καὶ μητρόθεον ταύτης μεγαλειότητα, μητέρα γνησ σίαν, φιλανθρωπίαν ἐκμιμουμένην τέκνων· ἦν, ὡς γάλακτι θρέψασαν, οὕτω καὶ πράξεσι ἐνθέοις τελειοῦσαν εκληρώσασθε· ἦν, ὡς τῆς φύσεως, οὕτω καὶ βίου ομογνώμονος ηὐτυχήσατε χρήμα· δι' ἧς, ὁρατοῦ τε ἅμα καὶ νοητοῦ φωτὸς ἀκτῖσιν περιελάμφθητε Θεοδότην, τὴν δώρημα μὲν θεῖον χρηματίσασαν, δεκτὰ δὲ δῶρα, τάς τε οἰκείας ἀρετὰς, καὶ ὑμᾶς Θεῷ, καρποφορήσασαν· ταύτην, ὥσπερ τῶν ἀγαθῶν ἔργων, οὕτω καὶ τῶν χαρίτων, καὶ τῆς πρὸς τὸν Κτίσ στην παρξησίας, κοινωνὸν εἰληφότες. Διὸ καὶ πρὸς
col. 1527–1528page 101 of 109
IdiomelaPars IPars II
PG 100:1527αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν δοτήρα των καλῶν, καὶ πάντων αἴτιον τῶν ἀγαθῶν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν εἰς ἱκε σίαν παρειληφότες, τὰς τῶν αἰτουμένων πληρώσατε δεήσεις. Αὐτὸς γὰρ πληρωτής ἐστι καὶ πλήρωμα τῶν ἐν ἐπαγγελίαις εὐεργεσιῶν· ταμίας τε τούτων καὶ πάροχος, καὶ τὴν αὐτῶν ἄφθονον καὶ φυλάττων καὶ προτεινόμενος μετάδοσιν· καὶ αὐτῷ πρέπει τιμή καὶ δόξα καὶ αἶνος καὶ εὐχαριστία, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ καὶ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. Α΄. Εἰς τὰ Εἰσόδια τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Αγαλλιάσθω σήμερον ὁ οὐρανὸς ἄνωθεν· καὶ αἱ νεφέλαι εὐφροσύνην ῥανάτωσαν ἐπὶ τὰ λίαν παρά δοξα μεγαλεία τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ἰδοὺ γὰρ ἡ πύλη ή κατὰ ἀνατολὰς βλέπουσα, ἀποκτηθεῖσα, ἐκ στείρας ἀκάρπου, ἐξ ἐπαγγελίας, καὶ τῷ Θεῷ ἀφιερωθείσα εἰς κατοίκησιν, σήμερον ἐν τῷ ναῷ, ὡς ἄμωμος προσφορὰ προσάγεται. 'Αγαλλιάσθω ὁ Δαβὶδ κρούων την κινύραν· Απενεχθήσονται, φησί, τῷ βασι λεῖ παρθένοι ὀπίσω αὐτῆς· αἱ πλησίον αὐτῆς ἀπενεχθήσονται. Ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Θεοῦ, ἔνδον τοῦ Ελαστηρίου αὐτοῦ· ἀνατραφῆναι εἰς κατοίκησιν τοῦ πρὸ αἰώνων ἐκ Πατρὸς ἀῤῥεύσεως γεννηθέντος εἰς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν. Σήμερον ὁ θεοχώρητος ναός. Ἡ Θεοτόκος ἐν ναῷ Κυρίου προσάγεται, καὶ Ζαχαρίας ταύτην ὑποδέχεται. Σήμερον τὰ τῶν ἁγίων ῞Αγια ἀγάλλονται· καὶ ὁ χορὸς τῶν ἀγγέλων μυστικῶς πανηγυρίζει· μεθ' ὧν καὶ ἡμεῖς ἑορτάζοντες σήμερον σὺν τῷ Γαβριὴλ ἐκβοήσωμεν· Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, ὁ ἔχων τὸ μέγα ἔλεος. Δεῦτε, πάντες οἱ λαοὶ, τὴν μόνην ἀμώμητον ἔγχω μιάσωμεν, τὴν ἐκ τῶν προφητῶν προκηρυχθεῖσαν, καὶ ἐν ναῷ προσενεχθεῖσαν· τὴν πρὸ αἰώνων προς ορισθείσαν μητέρα, καὶ ἐπ' ἐσχάτων τῶν χρόνων ἀναδειχθεῖσαν Θεοτόκον. Κύριε, πρεσβείας αὐτῆς τὴν εἰρήνην σου παράσχου ἡμῖν, καὶ τὸ μέγα ἔλεος. Β. Εἰς τὸν Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον. Χρυσέοις λόγοις σου ἡ Ἐκκλησία, ὡς κόσμον χρυ σοῦν περικοσμηθεῖσα, Ιωάννη Χρυσόστομε, νυμφικῶς χαίρουσα βοᾷ σοι· Κεκορεσμοι ἐκ τῶν χρυσοβρύ των ναμάτων· καταγλαϊσθεῖσα χρυσοφαέσι, καὶ μελιχρύσοις πόμασιν. Ἐκ πράξεως γὰρ εἰς θεωρίαν ἄγομαι, διὰ τῶν πραέων σου παραινέσεων· καὶ πρὸς Χριστὸν τὸν νοητὸν νυμφίον ἐνοῦμαι συμβασιλεύουσα αὐτῷ. Διὸ καὶ ἡμεῖς συναθροισθέντες ἐν τῇ μνήμῃ σου κράζομεν· Μὴ ἀποκάμῃς δεόμενος ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς Κύριον, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
col. 1529–1530page 102 of 109
Pars III
PG 100:1529Εἰς τοὺς ἁγίους Πατέρας τοὺς ἐν Νικαία α'. δ Τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορὸς ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρὸς, καὶ Υἱοῦ, καὶ Πνεύματος ἁγίου μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισε καὶ φύσιν καὶ τὸ μυστήριον τῆς θεολογίας τρανῶς παρέδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ· οὓς εὐφημοῦντες ἐν πίστει μακαρίσωμεν λέγοντες· "Ω θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλί ται παρατάξεως Κυρίου· ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητού στερεώματος τῆς μυστικῆς Σιών οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι· τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ παραδείσου τὰ πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου· Ἐκκλησίας τὸ καύχημα· οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, ἐκτενῶς πρεσβεύσατε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν. Αμνημόνευτοι Ασέβεια που ἀσέλγεια 4), 165.
col. 1531–1532page 103 of 109
Index in S. Nicephor Antirrheticos
PG 100:1531ὑπερτελὴς προτέλειος, 163. Δικαιοσύνη δόξα (17, 94.
col. 1533–1534page 104 of 109
Index Grammaticus in Breviarium
PG 100:1533Οἰκονομίαν, οἰκοδομίαν, 1, 4),85. Πνεύματος φωτός 8), 205. Τ περιχώρησις, ἄγαν. Ολιγοστοὶ μάλα πλείστους άγαν 71. πλεί στα ἄγαν βραχείᾳ πάνυ 85. αἵματος μέχρις ἀνελέσθαι τὸν κίνδυνον 67. ἀμφίνον 9. ἀνευφημεῖν βασιλέα 4, 39. ἀξίαν (την) μάγιστρος 29. πατρίκιος 6, 10, 67. τὴν ἀξίαν ἣν κανδίδατον κικλήσκειν ἔθος 9. τὴν ἀξίαν ἣν δὴ κυαίστωρα καλοῦσι 14. ἀξίᾳ ἣν καλοῦσι κα μητα 36. λογοθέτην του δρόμου τὴν ἀξίαν καλοῦσι 83. ἀπηγορευμένοι ἐπὶ θανάτῳ 81. ἀπιδιάσας 46. ἀπογνῶναι τὴν πόρον 60, 61. τῆς σωτηρίας 65. ἀποτεμεῖν Αρτέμιον 'Αρτεμίου τὴν κεφαλὴν ἐκτεμεῖν 63. ἀρχοντία 50. ἀσηκρήτις 55. ἀσπάζεται τῷ βασιλεῖ 18. τὰ ἱερὰ 55. αὐτοκράτωρ τῆς βασιλείας 35. ἀφνίδιος 59. ἀχυρῶδες (τό) τοῦ λαοῦ 35. βασιλεύειν η. βασιλέα ποιεῖν 63. τῶν δορυφόρων ἐπιόντες ἠπείγοντο 9. τῶν πολιτῶν αἰσθόμενοι διεκώλυον 14. τὴν πόλιν Χερσῶνος 52. τῇ πόλει Νικαίας τῆς κατὰ Βιθυνίαν 57, τὰς νήσους τῆς τε Θήρας καὶ Θηρασίας καλουμένας 64. γλυφαῖος κίων 66. δαπανήματα 49, 56, 60, 85. δημόται χρωμάτων 4, 16. ἐκ τῶν χρωμάτων 78. διακειμένη ἐν γειτόνων 9. ἐπίγειον πρὸς τῇ Ασιά τιδι γῇ διακειμένη 68, ἐν συμφοραῖς τὰ Ῥωμαίων διέκειτο 69. διιππεύσαντος χρόνου 8. ἡμέραις τισὶ διιππευούσαις 76. διωθεῖσθαι τῆς βασιλείας 33. ἐκ τῶν βασιλείων 32 διωθεῖτο καὶ ἀπηλαύνετο 80. δοχή 15, 59. Εγκλειστος 42, 48. ἐγχειρίζει Βῶνον τὰς διοικήσεις 17. ἐγκεχειρισμέναι τὸ τῆς ἀρχῆς 5. εἰς φ. ἐν 20, 67. εἰς ἀσκὸν ἀπέδειρεν αὐτῷ τὴν δοράν 13. εἰς ἄρχοντας προβαλλόμενος 48. εἰς βα σιλέα ἀναγορεύουσιν 55. εὐφήμουν 52. στέφει 48, 64. εἰς γαμετὴν κατηγγύησεν 10. εἰς γυναῖκα δι δωσιν 18, 47. ἐξέδοτο 46. κατηγγύησεν 60. ἕτερον εἰς βασιλέα μὴ δέχεσθαι 67. ἄγεται εἰς υἱὸν γαμετὴν Εἰρήνην 86. Εκστρατεύματα 6, 28, 62. Έμπειρος τὴν τοξικήν 21. τὰ πολέμια 56. τῶν πο λεμίων 44. εἰς οἰκοδομήν 85. ἐμπολαῖος συνεισφορά 28. ἐν τῇ πόλει εἰσελθεῖν 29. ἐξέρχεσθαι 57. ἐν τούτῳ
col. 1535–1536page 105 of 109
Index Historicus
PG 100:1535ἐλθεῖν 32. ἐν Ῥώμῃ ἐξέπεμψεν 48. ἐν τῷ βυθῷ ἀπέρριπτε 48. ἕνεκεν. Περὶ τῶν κοινῶν ἕνεκεν 6. περιυβρισμένος τῆς καθαιρέσεως ένεκεν διὰ τῆς καθαιρέσεως) 4. τῶν ἐκτεθέντων ἔνεκεν τῶν δύο θελημά των 35. ἐπεισπίπτει τοὺς οἰκοῦντας 54. ἐπὶ τριάκοντα ἔτεσιν 37. ἐπὶ τρισὶν ἡμέραις 47. ἐπὶ μησὶν ἐξ 57. ἐπὶ σημείοις δύο 72, 75. ἐπὶ ὥρας βραχείας 48. ἐπὶ τριετή χρόνον 56. πέμπει ἐπὶ τῇ πόλει 47. δύο ἐπὶ τοῦ Σωτῆρος θελήματα 35, 40. ἐπὶ λέβητος ἐμοῦσιν 59. τοὺς τὴν κυρείαν ἐπ' αὐτοὺς κεκτημένους 77. ἐπιδῆναι θαλάσσῃ 28. νηΐ 47. ναυσίν 49. διήρεσιν 60. ἐπιφύεται λιμὸς τῇ πολιτεία 13. σεισμός χώροις 66. καθ' οὓς τόπος τὸ φθοροποιὸν ἐπεφύετο πάθος 70. ἔθνος ἐπιφυέν 75. Ελληνισμοῦ δευτέρου Χριστιανοῖς ἐπιφυέντος 80, εὐγνωμουμένη ζωή 11. θαρρήσας εἰς τούτους 41. θραύσις 71. θυμελική σκευή 15. θυμελικὰ όργανα 16. ἰδὼν πρὸς τὴν ὕβριν τῆς Ἐκκλησίας 13. πρὸς πρᾶ ξιν ἄθεσμον 16. Ιερομύστης 12. καρπήματα 85. κατὰ τὴν πόλιν ᾔει 10. καταπειθής 57. κατατρέχειν τὰ χωρία 74, 77. τῆς πολιτείας κατάστημα αὐχμῶδες 85. χειμέριον 75. κηροχύτου (διά) ὕλης εἰκονογραφία 85. κλώνοις 29. κουροπαλάτης 7. λογοθέτης 42. γενικός 56. τοῦ δρόμου 83. λόγον ήτησεν ὡς μήτι κακὸν πάθη 58. λόγοι πίν στεως 24. λόγος σωτηρίας 12. τὸν τῆς εἰρήνης ἔγ γραφον λόγον 42. λυμαίνεσθαι τῇ χώρᾳ 27. τὴν ἀρχήν 42. μόδιοι 85. νωτοφυλακεῖν 60. δγε 8, 12, 16, 74. ὀξυπαθήσας 39. ὁπλίτης λαός 49, 53, 77. όμιλος 54. στρατός 39, πάπας 7. τὰ παρὰ σοὶ λεγόμενα 17. πολέμῳ παρ' αὐτοῖς ληφθεῖσα 44. παρὰ βασιλεῖ τὴν ἀρχὴν ἐξαιτεῖ 24. φόρου; ήτουν παρὰ βασιλεῖ δέξασθαι 74. κουβικουλάριος παρὰ Ρωμαίων τὴν ἀξίαν 28. παραδιδόναι αἰκίαις 80. βυθῷ 62, 65, τῇ γῇ 82. θανάτοις 81. πυρί 44. ταφή 8. παραπέμπειν ἀναθέματι 41. ὑπερορίαις 62, 81. ἐξόριστον 33, 81. παρρησία 22, 50. πειράσθαι ἐπιβουλεύσειν 85. ἐπικρατήσειν 63. περικτυπηθέντες 82. περιούσιος λαός 41, 42. πληρώσαντες ἀνδρῶν Ηράκλειον 4. ποδαλγική νόσος 39. ποιεῖν γαμβρόν, φίλον 7. πράσιον χρώμα 4, 16. προκατοχυρώσας 57. πρὸς τοῖς χωρίοις ἐπεξῄει 25. εκπέμπει πρὸς τῇ μεσογείᾳ 49. πρὸς τοῖς ἑσπερίοις τόποις ἀπέστελλε 55. πρὸς τῇ νήσῳ ἀποστέλλει 56. στρατεύματα πρὸς τοῖς Θρακῴοις διαγαγών χωρίοις 41, 49. πρὸς τοῖς πελάζουσι γενόμενοι 37, 57. πρὸς τὰ ἤθη γενόμενο 37, 57. πρὸς τῷ στενῷ καταλαμβάνουσιν 59. πρὸς τὸ Ἑβδομον καταλαβόντες 15. προσιζηκότα 84. προσκυνεῖ τῷ βασιλεῖ 18. ἱεραῖς εἰκόσιν 81, 82. ἀνοιγέντα προσκυνοῦσιν 25. προσκυνούντων τὰς ἱερὰς εἰκόνας 82. πρωτοπολίτης 50. πυρεία 19. σκηνῶσαι 40. τὸν Ίστρον 39. σκηνοῦσθαι 82. στρατείαι τῶν ἀξιωμάτων 80. στρατεύειν α. στρατολογείν 41. συμπωσιάσας αὐτῷ 18. τους φίλους 55. συναποπετρωθῆναι 75. ταχυπλώϊμα 56. τεκνώσασθαι ἐκ τοῦ βαπτίσματος δέξασθαι τελέσμασιν (επι) 28, 37, 40. τεράστιον 64. τεράστια καὶ δείματα 70. θέαμα φο βερὸν καὶ τεράστιον ξένον 73. τίκτει Ηράκλειος 16. υἱοθετεῖσθαι 6. ὑποφθείρειν 45, 58. ὑποφρούριον ἐποίησεν 43. φιλοτιμήσασθαι μυηθεῖσι δώροις 14. φιλοτιμηθή και χρήμασι τοῖς στρατιώταις 36. φρονεῖν κατὰ Χριστιανών 30. φωτίζεσθαι τῷ θείῳ λουτρῷ 50. χρόνων (διὰ) 44. χρώματα αντίθετα 4. ψηφίδες χρυσαί 86. ὧδε (οι) πολῖται 46. ὡς φ. εἰς 8, 19. συνθέμενοι ὡς τὸν προφθάσαντα ἐπιλήψεσθαι 4, 67. παραγγείλας ὡς ἀνακοινοῦσθαι 28. ὡς ἀναιρήσειν παραδίδωσιν 78. ἐδήλου ὡς πλη σιάζειν 18. προσαγγέλλει ώς παρατίθεσθαι 32. δια ελέγχει ὡς ἀκηκοέναι 83. οἰόμενοι ὡς δουλωθησόμενοι 78. δεικνύειν ὡς ἐπιβουλεύσαντα 34.
Βεριγάνων ἐμβολή, 82. Καλλίνικοι, 54. Καλοῦ ἀγροῦ 61
col. 1537–1538page 106 of 109

et septuaginta millia abducunt, 16. Cpolim obsident, 20. Aquæ ductum Valentiniani evertunt, 85. Pacem petunt, 37. Bajanus, 59. Tocti frater, 79. Baptisterium, 43. Barasbacurius Justiniani dux, 47, 54. Bardanes Armenius exsul, 50. Ad Chazaros profugus, 52. Imperator et mutato Domine Philippicus Eliam Justiniano immittit, 53. Synodi sexta decreta improbat, 54. Insidiis opprimitur, 55. Barnyssus fl., 16, 21, 30. Basianus Curati f. Bulgarus, 38. Basilius Onomaguli f. imperator et Tiberius, 61. Berylia Sarmatis vicina, 39. Bithynia, 60. Blachernarum munimenta, 20. 45, 48. Porta, 58. Templum Dei Matris, Bonosus cum Phoca occiditur, 5. Bonus patricius, 17.. Bosporus Scythicus, 46. Thracicus, Bovis forum, 5, 81. Bulgaria magna, 38. Bulgari unde orti, 38. Tributum poscunt, 40, 74. Sisinnium produnt, 63. Buraphus, Georgius, patricius, 55. Caboes Persarum post Siroem rex, Cæsarea, 6. Cæsarii basilica, 4. Callinicus patriarcha Сpolitanus, Callistrati monasterium, 43. portus, Campaganus Bulgarus, 79. Carthago a Saracenis expugnata, 44. Chaganus Avarorum, 12, 27. Chazarorum, 46, 48. Ejus filia Constantino nubil, 66. Chaleb Saracenus, 36. Chalcedon a Persis obsidetur, 10, 19. Valentino occupatur, 34. Palatium ibi Constantini Heraclii (I) f. 32. Chazari e Berylia profecti, 39. Chazaria, 48. Cherson, 44, 47, 50. Chosroes, 13, 17, 22. Ejos litteræ intercepts, 19. Simulacrum, 19. Christi voluntates et actiones duæ, Christiani omnes ad S. Sophiæ convocantur, 43. Christophorus Constantini (Copronymi) f. Cæsar, 86. Contragus Curati f., 38, Crispus Phocae gener socero infensus, 4. Regno spreto Cappadocia præfectus, 6. Heraclio illudit, 6. Tondetur, 7. In monasterio moritur, 7. Crux a Persis avecta et restituta, 25. Cruces prodigiosa, 70. Cubratus Hunnogundorum princeps patricius, 27. Cupressina materies, 56. Curatus Bulgarorum et Cotragorum princeps, 38. Curiciola, 45. Curopalates, 7. Cyclades insulæ, 65. Cynegium, 48, 63, 83. Cyprus insula, 62, 72. Cyrus Alexandrinus præsul, 28. Proditionis reus, 30. Sedi suæ redditur, 33. Cyrus patriarcha Cpolitanus, 48. Cyzicus, 37, 68. Hebræi. 55. Heraclea, 15, 51, 63. Heraclius Apsimari frater, 47. Heraclius Gregorii frater, Heraclii (I) pater, 4. Heraclius (I) imperator 5. Ad Chosroem legatos mittit, 13. In Afri cam redire cupit, 13. varorum insidias ægre evitat, 15. Martinam sororis suæ filiam in matrimonium ducit, 16. Ecclesiarum opes in barbarorum tributa impendit, 17. In Perside filios duos, filias totidem amittit, 25. Mari se non committit, 28. Aqua intercute correptus moritur, 31. Sepulcrum suum triduo apertum siuit Heraclius (II) Constantinus, Heraclii (I) ex Eudocia f., 6. Coronatus, 10. Gregoriæ conjux, 24. Consul, 26. Imperat, 32. Moritur, 33. Heraclius (III) Heraclii (J) e Martina f., 17. Cæsar, 26. Coronatus, 30. Consul, 31. Imperator, 33. Heraclius (IV) Heraclii (II) f., 34 Damascenus cognomento Mansur, Coronatus, 34. Constantinus vocatur, Damatry campus, 53. Danapris fl 38. Danastris fl. 38. Daniel patricius præfectus urbi, 56. Daphnusia castellum, 76. David Heraclii f. Cæsar, 51. Coronatur et Tiberius appellatur 36. Delmati monasterium, 45. Domentiolus Phocæ frater, 5. Doros castellum, 46. Dorylæi campus, 67. Drungarius, 45. Dunus Chersonita, 50. Elephanti quatuor in Heraclii (I) triumpho, 26. Elias Justiniano ex prætorianis, 50, Eudocia Constantini (Copronymi ) uxor, 86. Eudocia Heraclii (I) uxor, 8. Eudocia Heraclii (I) f. Turco despondetur, 18, 19 et 23. Saraceno negatur, 28. Euphratesia provincia, 70. Eutropius Mariæ maritus, 16. F Factio Prasina, 4, 16. Flavius Heraclit (I) e Martina f. Flori monasterium, 43. Foederis tabulæ e vexillo suspen88, 42. Forum, 10, 12. G Galata, 77. 35. Occiditur in Sicilia, 36. Hiatus terræ, 72. Hiems immanis, 75. Hiera insula, 64. Hieria imperatorum e regione Cpolis palatium, 28, 84. Hormisdas Cabuis successor, 23. Hormisdæ f. patri suo succedit, 24. Hunnorum origo, 58. Eorum rex Christianus et patricius, 14, 16. Hunnogunduri ab Avaris deficiunt, Ignis Græcus, 60. Ignis templa Persica, 19. Imagines opere tessellato factæ eraduntur, 86. Imbrii apud Bulgaros captivi, 86. Indus coquus. 52. Irenes (S.) templum eversum, 66. Irene Leoni Constantini (Copronyml) filio nubit, 86. Isoes patricius, 62. Ister fl., 39. Jezidus Saracenus, CO. Joannes Atalarichus, v. Atalarichus. Joannes Barcænæ dux, 28. Joannes Bonif. Avarorum obses, Joannes Damascenus, 74. Joannes diaconus logotheta, 56. Chrysopolis, 8, 50, 57, 68, 69. Cibyrrhæotæ, 43, 72. Comes excubitorum, 36. Constantinopolis obsidetur ab Avaris, 20. Saracenis, 36, 58. Terve motu concutitur, 66. Constantinus Heraclii f. v. Heraclius. Constantinus Heraclii (IV) Constantinif Bulgaris tributum pendit, 40. Synodum adversus Monotheletas convocat, 40. Constantinus Leonis f. (Copronymus), 62. Patri succedit, 66. Constantinus patriarcha Cpolitanus, Constantinus Strategii frater, 83. Cophen fl. 58. Corona in fuga, 15. In sepulcro, 33. Cosmas quæstor ad Avaros legatus, 14. Cosmas rebellis, 65, Cotragorum gens, 38. Gaudomelete insula, 29. Gebulus Sclavino militi præfectus Georgius Cyprius, 74. Georgius patricius, 51. Georgius quidam in Sicilia occisus, Germanicia, 70. Germanus Cyzici metropolita, 54. Patriarcha Cpolitanus, 58 63, 65, 74. Ginglissus vicus, 53. Gotthica regio, 46. Gregoria Heraclif (I) f. Nicetæ patricio despondetur, 10. Gregoria Nicetæ f. nubit, 24. Constantino Gregorius Heraclii patruus, Nicete pater, 4. Gregorius monachus Cappadox, 43. H Hebdomum, 15, 36. Joannes patriarcha. 34. Joannes patricius Carthaginem receperat, 44. Joannes præfectus urbi, 51. Justinianus, 41, 53. Lazica, 17. Lembi monoxyla, 63. Leo Constantiui (Copronymi) f., 72. Coronatur, 73. Leo patricius imperator, 59, 66. Leontius patricius Justinianum solio deturbat, 42, 44. Deturbatur, 45. Tondetur, 45 Occiditur, 48. Leontius Phocæ quæstor cum ipso interficitur, 5. Leontius præfectus urbi ad Chosroem legatur, 13. Captivus moritur, Libani montis præsidium deducit Justinianus, 41. Libello accusatorio os rei percuti tur, 7, 81. Longi muri, 74. Longobardi, 61.

col. 1539–1540page 107 of 109
PG 100:1539στενόν, (Τό) 29, 42.
col. 1541–1542page 108 of 109
Index in Vitam S. Stephani JuniorisOrdo Rerum
PG 100:1541ΖΙ
col. 1543–1544page 109 of 109

et exsilio pro fide clari. Ipsius in aula imperatorum dignitas. Cap. II. Monasterium a S. Nicephoro exstructum. Ejus ibidem conversatio, scientiæ variæ et virtutes. 51 Cap.!It. - S. Nicephori electio et ordinatio in patri archam Constantinopolitanum. Cap. IV. Hæreses a S. Nicephoro oppugnatæ; disci plina monastica emendata; epistola synodica ad Leonem til papam. Notitia. ENCOMIUM IN S. MARCUM APOSTOLUM ET EVANGE Notitia. Notitia. Notitia altera. HOMILIA CUI VITA HUMANA SIT SIMILIS. EPISTOLA AD THEOPHILUM DR SANCTIS IMAGI Cap. V. Imperium Leonis Armeni. Contra invocatio nem imaginum et S. Nicephorum capta persecutio. 75 Cap. VI. Preces a S. Nicephoro indictæ; animati subditi. Accessus ejus ad imperatorem. Cap. VII. Colloquium S. Nicephori cum imperatore de sculptili ex præscripto Moysis non faciendo. 92 Cap. VIII. Ulterior imaginum defensio a S. Nice phoro facta, maxime Christi, angelorum et sanctorum. Horum apud Deum intercessio. Cap. I. S. Nicephori et aliorum episcoporum et monachorum cum imperatore de imaginibus col¡oquium. Horum exsilium. Cap. X. S. Nicephori in captivitate et morbo con stantia: epistolæ scriptæ: rejectæ conciliabuli minæ anathema illis illatur, et in eum rejectum. Cap. XI. Periculum necis S. Nicephori inferendæ. Ultima in templo valedictio. Exsilium. Notitia. Notitia altera. Cultus Methodii apud Græcos et Latinos vitæque acta. Vita Methodii auctore coævo. Caput primum. - Ortus, studia, monachatus, tormenta tolerata, exsilium in spelunca. Cap. II. Patriarchatus Constantinopolitanus: res in eo gesta, morbus, obitus. Analecta ex variis. Cap. XII. Sub pseudopatriarcha conciliabulum impium. Persecutio gravis. Imagines erasæ. Cap. XIII. Impietas et cædes Leonis Armeni. Suc cessio Michaelis Balbi etiam iconoclastæ; ad eum epi stola S. Nicephori. Cap. XIV. Comparatio S. Nicephori cum sanctis variis. Ejus obitus. Scriptoris peroratio. Caput primum. Castimonia. Erumnæ in spelunca. Acta in aula Theophili. Calumniæ depulsæ. 1262 Cap. II. In patriarchatu cicatrices servate. Festum orthodoxia ordinatum. Translata corpora sanctorum Theodori Studitæ et Nicephori patriarchæ. Constitutiones editæ. Vitæ aliquot sanctorum et homiliæ scriptæ. HOMILIE DE CRUCE ET PASSIOne Christi. Caput primum. - S. Nicephori patriarchatus, exsilium, obilus. ORATIO de exsilio S. Nicephori, et translatione reli quiarum, auctore Theophane. Cap. II. Corpus S. Nicephori magna solemnitate Constantinopolim translatum. EPISTOLA Ad Leonem II PAPAM. Prafatio Ang. Mai. Notitia. Notitia altera. Appendix ad canones. Monitum. Oratio 1. In conceptionem S. Deiparæ. Ora:lo II. Laudatio in conceptionem sanctæ Annæ. Epistola nuncupatoris. Oratio III. In conceptionem et nativitatem S. Dei Præfatio Petavii ad Lectorem. para. Oratio IV. Protheoria. Synopsis chronologica Heraclii annorum 18. Oratio V. Oratio VI. In conceptionem S. Deiparæ In Præsentationem B. Mariæ. In SS. Deiparæ ingressum in tem BREVIARIUM HISTORICUM DE REBUS GESTIS POST plum. Oratio VII. In eamdem solemnitatem. Monitum ad Chronographiam. Oratio VIII. Oratio IX. In SS. Mariam cruci assistentem. 1453 CHRONOGRAPHIA BREVIS AB ADAMO AD MICHAELIS ET In SS. Mariæ assistentiam in sepul Oratio X. In SS. martyres Cosmam et Damia num. I. In SS. Deiparæ ingressum. II. In S. Joannem Chrysostomum. Notitia. Præfatio Benedictinorum. In SS. Patres qui primum Nices convene rant. Parisiis. Ex typis L. MIGNE.

Page scan enlarged

Notebook

Full View